Επίσημος δικτυακός χώρος των εκδόσεων Φανταστικός Ορίζοντας

 

ΠΤΕΡΑΡΓΥΡΟΙ

Απόσπασμα Δεύτερο


Ο παλιός, κιτρινισμένος χάρτης έδειχνε ένα μονοπάτι, το οποίο ξεκινούσε από ένα χωριό στα νοτιοανατολικά σύνορα του Βασιλείου Φερντίν-Ος και έμπαινε στους βάλτους Λό’ορ-θιλ, διασχίζοντάς τους και φτάνοντας σ’ένα μεγάλο, κόκκινο Χ. Εκεί βρισκόταν ο θησαυρός, θαμμένος σ’αυτό το μέρος από κάποιον –νεκρό, όπως έλεγαν οι φήμες– πειρατή των Τριών Πόλεων, ονόματι Φάλιντρακ ο Κορακομύτης.

  Ο χάρτης, όμως, δεν ήταν αρκετός από μόνος του. Ήταν πολύ ασαφής: ούτε κλίμακα είχε, ούτε η πορεία που χάραζε ήταν ξεκάθαρη. Ο θησαυροκυνηγός που τον ακολουθούσε, σίγουρα, θα χανόταν στους βάλτους, βορά για τα Λό’ορ και τ’άλλα θηρία που ελλόχευαν εκεί… αν, δηλαδή, δεν έπεφτε σε κινούμενη άμμο πρώτα. Ωστόσο, υπήρχε λύση και σ’αυτό το πρόβλημα: μία περγαμηνή με οδηγίες, όπου αναφερόταν πόσες ημέρες ακριβώς χρειαζόταν ένας ταξιδιώτης για να φτάσει, οδοιπορώντας, από το χωριό ώς το Χ· κι επίσης, τι σημάδια θα συναντούσε κάθε μέρα και πώς θα ήταν η περιοχή γύρω του, ώστε να μη μπορεί να χαθεί.

  Έχοντας βρει τον χάρτη (με σχετική ευκολία) και την περγαμηνή με τις οδηγίες (αρκετά δυσκολότερα), ξεκινήσαμε το ταξίδι που θα μας έκανε πλούσιους: εγώ, ο αγαπημένος μου, Γκαήρμο, και τρεις καλοί μας φίλοι: ο Σιάτρο (που, όταν δεν ήταν μπλεγμένος σε κάποια αναζήτηση σαν τη δική μας τώρα, εξολόθρευε ποντίκια στη Σερανβέλ, επί πληρωμή, για ιδιοκτήτες σπιτιών ή επιχειρήσεων), ο Πασνάλο (που, όταν κι αυτός δεν έκανε τυχοδιωκτικές δουλειές, συνήθως εργαζόταν ως φύλακας σε οίκους ανοχής, στη Σερανβέλ), και η Νιλιάνα (που είχε, κατά περίσταση, δουλέψει ως πορτοφολού, διαρρήκτρια, τραγουδίστρια, χορεύτρια, κατάσκοπος, κράχτης, σερβιτόρα, και άλλα που πιθανώς να μην ξέρω· ορισμένοι λέγανε πως είχε δουλέψει και ως πόρνη, αλλά η ίδια το αρνιόταν κατηγορηματικά).

  Για να περάσουμε τα νότια σύνορα του Φερντίν-Ος δυσκολευτήκαμε. Μας σταμάτησαν οι ακρίτες του Βασιλείου και, βλέποντας ότι μεταφέραμε όπλα χωρίς, όπως είπαν, να μοιάζουμε με μισθοφόρους (λες κι οι μισθοφόροι έχουν τίποτα το συγκεκριμένο επάνω τους!), μας κάνανε ένα σωρό ερωτήσεις. «Από πού είστε;» και «Γιατί έρχεστε εδώ;» και «Τι τα θέλετε όλ’αυτά τα όπλα;» και «Εργάζεστε για κάποιον;» Ο Γκαήρμο είχε πάρει εκείνη τη στάση, με τα χέρια σταυρωμένα εμπρός του και το δεξί του πόδι ανήσυχο, η οποία έδειχνε πως τον είχαν φτάσει στα όρια της υπομονής του. Ο Πασνάλο έβριζε τους συνοριακούς φύλακες μέσα απ’τα δόντια του, κάθε τόσο: Φλογοκαμένοι μπάσταρδοι! και Καθίκια της λάσπης! και Σκατά των Λό’ορ στη μούρη σας! Ο Σιάτρο ήταν σιωπηλός. Η Νιλιάνα προσπάθησε να κάνει τα γλυκά μάτια στον αρχηγό τους, κι απέτυχε οικτρά, γιατί τους κίνησε περισσότερο τις υποψίες για εμάς.

  Τελικά, αναγκαστήκαμε να τους πούμε ότι πηγαίνουμε στους βάλτους Λό’ορ-θιλ, αναζητώντας έναν χαμένο θησαυρό. Οι ακρίτες γέλασαν, και μας αποκρίθηκαν πως, αν τον βρίσκαμε, θέλανε το ένα δέκατο. Αλλά ήταν προφανές ότι δε μιλούσαν σοβαρά· δεν πίστευαν ότι θα βρούμε τίποτα. Ωστόσο, μου κατάσχεσαν τη βαλλίστρα μου, οι καταραμένοι, και μου δήλωσαν πως μπορούσα να την πάρω επιστρέφοντας. Ναι, ευχαριστώ πολύ· εγώ για τους βάλτους την ήθελα. Για τα Λό’ορ που κατοικούν εκεί. Τέλος πάντων…

  Το χωριό ήταν κοντά στα βουνά, και βρισκόταν σε μισοερειπωμένη κατάσταση. Δεν έμενε πολύς κόσμος εδώ· τα μισά σπίτια ήταν άδεια και ο βουνίσιος αέρας ακουγόταν να σφυρίζει μέσα τους, κάνοντας παρέα στα τρωκτικά και τα πτηνά που είχαν φτιάξει τις φωλιές τους εκεί. Οι κάτοικοι δε μας καλωσόρισαν· η άφιξή μας τους παραξένεψε. Μάλλον, δεν είχαν και πολλούς επισκέπτες σ’αυτά τα μέρη. Πανδοχείο, φυσικά, δεν υπήρχε, και κανένας δεν προθυμοποιήθηκε να μας φιλοξενήσει. Εκείνο το βράδυ κοιμηθήκαμε έξω, όπως είχαμε κάνει κι άλλα βράδια. Όμως, επειδή βρισκόμασταν κοντά στα βουνά, ο ψυχρός άνεμος μάς περόνιασε. Εγώ είχα κολλήσει επάνω στον Γκαήρμο, για ζεστασιά, ενώ η Νιλιάνα είχε φέρει και τον Σιάτρο και τον Πασνάλο κοντά της· ο ένας αγκάλιαζε τους ώμους της, ο άλλος τα γόνατά της. Δεν ήταν η πρώτη φορά που είχε κοιμηθεί και με τους δύο μαζί· μάλιστα, όταν πριν από κάποιες ημέρες είχαμε σταματήσει σ’ένα πανδοχείο, είμαι βέβαιη πως οι τρεις τους μοιράστηκαν ένα και μόνο δωμάτιο, και έκαναν πολύ περισσότερα απ’το να κοιμηθούν…

  Το πρωί, ακολουθήσαμε το καθοδικό μονοπάτι που οδηγούσε στους βάλτους, το οποίο οι ντόπιοι δε δίστασαν να μας δείξουν, αλλά μας προειδοποίησαν πως μοχθηροί δαίμονες και τέρατα κατοικούν από κείνη τη μεριά και κανείς που εκτιμά τη ζωή του δεν πρέπει να πλησιάζει. Τους ευχαρίστησα για την προειδοποίηση, και τους είπα ότι έχουμε αντιμετωπίσει και χειρότερα. Καθώς βαδίζαμε πάνω στο μονοπάτι, έχοντας απομακρυνθεί από το χωριό, ο Σιάτρο μού είπε: «Όχι, δε νομίζω ότι έχουμε αντιμετωπίσει χειρότερα.»

  «Είμαστε, όμως, κατάλληλα προετοιμασμένοι,» τόνισε η Νιλιάνα.

  Ο Πασνάλο μούγκρισε, ακουμπώντας το τσεκούρι του –που είχε αγοράσει προτού φύγουμε από τη Σερανβέλ– στον ώμο του.

  Ο Γκαήρμο δε μίλησε.

  Το μονοπάτι δεν άργησε να μας οδηγήσει στην αρχή των βάλτων Λό’ορ-θιλ, κι από κει και πέρα δεν είχαμε παρά τον χάρτη για να μας καθοδηγεί, καθώς και την περγαμηνή με τις απαραίτητες επιπλέον πληροφορίες. Τα μέρη ετούτα αποδείχτηκαν πολύ, πολύ χειρότερα απ’ό,τι είχα ακούσει. Είναι σαν η θάλασσα και η ξηρά να έχουν αναμιχθεί, με αλχημικό τρόπο, ώστε να παρασκευάσουν κάτι που δεν είναι ούτε ξηρά ούτε θάλασσα, ούτε στερεό ούτε υγρό. Ένας εφιαλτικός τόπος, γεμάτος λιμνάζοντα νερά, και ρυάκια και ποτάμια που καταλήγουν σε τέλματα, πλημμυρισμένα από ερπετά. Πραγματικά, σε ορισμένα σημεία νόμιζα ότι τα ερπετά ήταν περισσότερα από το νερό στο οποίο κολυμπούσαν. Η βλάστηση ήταν ακανόνιστη· αλλού τόση πολλή που δεν μπορούσες να περάσεις εκτός αν την έκοβες, αλλού ελάχιστη και κοντή, μην ξεπερνώντας τους αστραγάλους μας.

  Ο Γκαήρμο και ο Σιάτρο πήγαιναν μπροστά, βαστώντας μακριά ραβδιά κι ελέγχοντας το έδαφος για κινούμενη άμμο· γλιτώσαμε από πολλές παγίδες έτσι. Ο Πασνάλο βάδιζε στη μέση, κουβαλώντας το μεγαλύτερο μέρος των εφοδίων μας· καθότι μεγαλόσωμος και μυώδης, δεν ήταν εύκολο να κουραστεί, παρά το βάρος που μετέφερε. Εγώ και η Νιλιάνα φυλούσαμε τα νώτα. Δυστυχώς, δεν είχα μαζί μου τη βαλλίστρα μου (και οι άλλοι μου λέγανε να πάψω να γκρινιάζω κάθε τόσο γι’αυτό), έτσι κρατούσα το σπαθί μου. Η Νιλιάνα είχε στο χέρι της μια σφεντόνα.

  «Σκοπεύεις να σκοτώσεις κάνα Λό’ορ μ’ετούτο;» της είπα, γελώντας.

  «Είναι πιο επικίνδυνη απ’ό,τι φαίνεται,» μου αποκρίθηκε.

  Την αγνόησα.

  Όταν είδαμε τα πρώτα μας Λό’ορ, όλοι πανικοβληθήκαμε. Φυσικά, είχαμε ξαναδεί και παλιότερα, μέσα από τα Ανοίγματα των δρόμων της Σερανβέλ· αλλά άλλο είναι να τα βλέπεις εκεί, ενώ ξέρεις ότι δεν κινδυνεύεις άμεσα από αυτά, κι άλλο είναι να τα βλέπεις στους βάλτους όπου κατοικούν. Τα δύο Λό’ορ φάνηκαν να ξεπροβάλλουν μέσα από το ίδιο το περιβάλλον, σαν τα έλη να έλιωσαν και να δημιούργησαν τα τερατουργήματα. Εγώ και οι σύντροφοί μου είχαμε ακούσει για τις χαμαιλεοντικές ιδιότητες των Λό’ορ, μα δεν τις είχαμε δει ποτέ εν δράσει, και μας τρόμαξαν.

  Ήταν απόγευμα κι ετοιμαζόμασταν να καταυλιστούμε, όταν τα πλάσματα άρχισαν να σέρνονται, γρήγορα, προς το μέρος μας. Τα μεγάλα τους καβούκια δεν έμοιαζαν να καθυστερούν καθόλου τα σαυροειδή τους σώματα. Τα κιτρινιάρικά τους μάτια άστραφταν στο μειούμενο φως των ήλιων που περνούσε μέσα από την πυκνή βλάστηση. Τα δόντια τους κροτάλιζαν, και όλοι μας γνωρίζαμε για το επικίνδυνο δηλητήριο που περιείχαν.

  Η Νιλιάνα επιτέθηκε πρώτη, στριφογυρίζοντας τη σφεντόνα της πάνω απ’το κεφάλι και εκτοξεύοντας μια σιδερένια σφαίρα, η οποία πέτυχε το ένα Λό’ορ στο κούτελο. Το πλάσμα έβγαλε ένα πονεμένο σύριγμα και σωριάστηκε.

  Έμεινα άφωνη. Και δεν ήμουν η μόνη.

  Η Νιλιάνα γέλασε. «Πιο επικίνδυνη απ’ό,τι φαίνεται!» μου είπε.

  Το άλλο Λό’ορ εφόρμησε.

  Η Νιλιάνα στριφογύρισε, ξανά, τη σφεντόνα της. Αλλά, είτε επειδή δεν είχε πολύ χρόνο στη διάθεσή της είτε επειδή το παραείχε πάρει επάνω της, δε σημάδεψε καλά και αστόχησε τελείως το πλάσμα.

  «Προσοχή στα δόντια του!» φώναξε ο Γκαήρμο, προτείνοντας το ραβδί του, για να χτυπήσει το Λό’ορ στο στόμα. Εκείνο δάγκωσε το μακρύ ξύλο και προσπάθησε να το τραβήξει απ’τα χέρια του αγαπημένου μου. «Χτυπήστε το –τώρα! Μην κάθεστε!»

  Τραβώντας το ξίφος μου, χίμησα, στοχεύοντας το κεφάλι. Το Λό’ορ, όμως, το μάζεψε μέσα στο καβούκι του, ελευθερώνοντας το ραβδί απ’τα δόντια του. Στράφηκε σε μένα και όρμησε, συρίζοντας. Δεν είχα χρόνο να υψώσω τη λεπίδα μου, έτσι ώστε να το καρφώσω· με σώριασε στο βαλτώδες έδαφος. Ούρλιαξα, βλέποντας το γλοιώδες στόμα του να ανοίγει πάνω απ’το πρόσωπό μου.

  Και μετά, το πλάσμα τινάχτηκε παραδίπλα. Ο Γκαήρμο κι ο Πασνάλο το χτυπούσαν, ο πρώτος με το ραβδί του κι ο δεύτερος με το τσεκούρι του. Ο Πασνάλο φώναζε, συγχρόνως, στον Σιάτρο: «Έλα δω, μωρέ χεσμένε ποντικοπιάστη! Έλα δω να μας βοηθήσεις!»

  Ανασηκώθηκα, παρατηρώντας ότι το Λό’ορ είχε γεμίσει τα ρούχα μου με τη γλίτσα του. Μου ήρθε αναγούλα, αλλά προσπάθησα να μην ξεράσω. Κι ενώ βρισκόμουν γονατισμένη στο ένα γόνατο, τράβηξα ένα ξιφίδιο από τη μπότα μου και το εκτόξευσα καταπάνω στο τέρας. Χτύπησα το κέλυφός του, σπάζοντας ένα μικρό κομμάτι· αμφιβάλλω αν το αισθάνθηκε καν…

  Κάνοντας μια απότομη στροφή, το Λό’ορ χτύπησε, με την ούρα του, τον Γκαήρμο στα γόνατα, σωριάζοντάς τον. Ο Πασνάλο το κοπάνησε, με το τσεκούρι του, βρίσκοντάς το πλάι από το κεφάλι. Κομμάτια από καβούκι εκτοξεύτηκαν, μαζί με αίμα και κομμάτια από σάρκα. Το Λό’ορ τσύριξε.

  Και τότε, είδα πως το άλλο Λό’ορ –αυτό που είχε σωριάσει η Νιλιάνα– σηκωνόταν. Αίμα έτρεχε από το κεφάλι του, αλλά ήμουν βέβαιη ότι εξακολουθούσε να είναι πολύ επικίνδυνο…

  Η Νιλιάνα το είδε, επίσης. Στριφογύρισε τη σφεντόνα πάνω απ’το κεφάλι της κι εξαπέλυσε μια σιδερένια σφαίρα. Το πέτυχε στο καβούκι, απλά εξαγριώνοντάς το και κάνοντάς το να έρθει ολοταχώς προς το μέρος της.

  Το άλλο Λό’ορ τινάχτηκε και δάγκωσε τον Πασνάλο στον μηρό. Η κραυγή του θα μείνει για πάντα χαραγμένη στο μυαλό μου. Ακόμα και τώρα, την ακούω πολλές φορές στον ύπνο μου, και με στοιχειώνει. Γιατί δεν ήταν μονάχα μια κραυγή πόνου· ήταν μια κραυγή απεγνωσμένης οργής. Ο Πασνάλο ήξερε ότι ήταν καταδικασμένος. Τα δηλητηριώδη δόντια του τέρατος είχαν μπηχτεί στο σώμα του. Ήταν ένας ζωντανός-νεκρός.

  Ξεστομίζοντας τις χειρότερες βρισιές που έχω ακούσει στη ζωή μου, άρχισε να μάχεται κατά του Λό’ορ δίχως να υπολογίζει τον εαυτό του, δίχως να προσέχει. Ήθελε μόνο ένα πράγμα: να το σκοτώσει.

  Δεν είχα, όμως, χρόνο να παρακολουθήσω τη μανιασμένη επίθεσή του, γιατί το δεύτερο Λό’ορ ζύγωσε, γρήγορα. Προσπάθησα να το χτυπήσω στο κεφάλι, με το σπαθί μου, μα το μάζεψε μέσα, το έκρυψε στο καβούκι του. Τα νύχια των ποδιών του έκαναν να με γδάρουν. Πετάχτηκα πίσω, νιώθοντας την καρδιά μου να βροντά κάτω απ’το στήθος μου. Τα νύχια, σύμφωνα μ’ό,τι ξέρω, δεν είναι δηλητηριώδη· όμως δεν τα ριψοκινδυνεύεις κάτι τέτοια. Κι επιπλέον, τα τραύματα πάντα μπορεί να μολυνθούν στα έλη…

  Ο Σιάτρο ήρθε στο πλευρό μου, καθώς και η Νιλιάνα. Ο πρώτος κρατούσε ένα σιδερένιο ρόπαλο, η δεύτερη μια αλυσίδα με καρφιά στο πέρας. Επιτέθηκαν αλλεπάλληλα στο τέρας, ζαλίζοντάς το, κάνοντάς το να μην μπορεί να προχωρήσει. Ο Γκαήρμο ζύγωσε, για να μας βοηθήσει, κρατώντας τώρα το ξίφος του και πηγαίνοντας πίσω από το Λό’ορ. Σπάθισε την ουρά του και την έκοψε.

  Κατόπιν, η αλυσίδα της Νιλιάνα το βρήκε στο κεφάλι, κι ένα της καρφί μπήχτηκε στο δεξί μάτι του πλάσματος. Ο συριγμός του ήταν σπαραχτικός. Ο Γκαήρμο, ο Σιάτρο, κι εγώ συνεχίσαμε να το κοπανάμε, όσο πιο βίαια και γρήγορα μπορούσαμε. Σύντομα, κατέρρευσε. Και τώρα, ήταν, αναμφίβολα, νεκρό.

  Όταν έστρεψα το βλέμμα μου στον Πασνάλο, τον είδα να στέκεται πάνω απ’το κουφάρι του άλλου Λό’ορ, στηριζόμενος στο τσεκούρι του και βαριανασαίνοντας.

  «Πηγαίνω,» μας είπε, «πηγαίνω να βρω τις Σκιές…» Γέλασε, σαν άνθρωπος τρελός. «Θα σας δω εκεί!» Επάνω του, είχε πολλά γδαρσίματα και δαγκώματα. Πρέπει να αισθανόταν το δηλητήριο του Λό’ορ να κυλά στις φλέβες του, καίγοντάς τον. «Αλλά μη μ’αφήσετε να υποφέρω, μέχρι να φτάσω στην πύλη…» πρόσθεσε, με χαμηλότερη φωνή, και το βλέμμα του έπεσε στα πόδια μας. «Σκοτώστε με, τώρα.»

  Κανένας μας δε μπόρεσε να κινηθεί.

  «Μα τη Φλόγα τη Μεγάλη…» μουρμούρισε μονάχα ο Σιάτρο.

  «Σκοτώστε με, μωρέ χέστες!» μούγκρισε ο Πασνάλο, υψώνοντας τη ματιά του, για να μας ατενίσει καταπρόσωπο. «Σκοτώστε με! Ή προτιμάτε να πεθάνω απ’τα σάλια αυτού του ζώου;»

  Ο Γκαήρμο πήρε μια βαθιά ανάσα, σκούπισε το ξίφος του από τα αίματα του Λό’ορ, και ζύγωσε τον Πασνάλο. «Καλό ταξίδι, φίλε μου,» είπε, και τον κάρφωσε στην καρδιά, με μια γρήγορη, δυνατή σπαθιά.

  Από τότε, γίναμε όλοι πιο σιωπηλοί. Δεν ξέραμε, όμως, ότι αυτή δεν ήταν παρά η αρχή των κακών που θα μας έβρισκαν…

  Το επόμενο θύμα ήταν η Νιλιάνα. Είχαμε προχωρήσει αρκετά βαθιά μέσα στα αφιλόξενα έλη, ακολουθώντας τη διαδρομή που έδειχνε ο χάρτης και –κυρίως– τα σημάδια που ανέφερε η περγαμηνή· αυτά ήταν που μας οδηγούσαν, ουσιαστικά. Νομίζαμε ότι είχαμε κάνει, πια, το μισό δρόμο μέχρι το Χ και, έτσι, είχαμε δικαιώσει το θάνατο του Πασνάλο. Οπότε, ήμασταν εκστασιασμένοι όταν φτάσαμε στον μεγάλο βράχο που χώριζε το αργοκίνητο, γλοιώδες ποτάμι και είχε τη μορφή γιγάντιου κόρακα. Κανείς μας δεν είχε τύχει να δει από κοντά τέτοιο πτηνό, μα υποθέταμε πώς μπορεί να ήταν. Ζητωκραυγάσαμε, εκείνο το πρωί, και η Νιλιάνα, μέσα στον ενθουσιασμό της (πάντα ήταν ενθουσιώδης), πήδησε πάνω σε μερικά βραχάκια και ρηχά σημεία του ποταμού και πλησίασε το βράχο, για να σκαρφαλώσει στην κορφή του –στο κεφάλι του κόρακα– και να χοροπηδήσει, φωνάζοντας.

  Ο Γκαήρμο γέλασε, αλλά το γέλιο του διακόπηκε απότομα, γιατί η Νιλιάνα, βγάζοντας ένα ουρλιαχτό, γλίστρησε και κουτρουβάλησε, καταλήγοντας μέσα στο δεξί παρακλάδι του ποταμού.

  «Σκατά!» την άκουσα να καταριέται, προσπαθώντας να βγει από το αβαθές, γλοιώδες νερό. «Σκατά! Γαμώ τα κωλόνερα!» Ήταν φθινόπωρο και έκανε κρύο, όχι υπερβολικό αλλά έκανε· κι εδώ μέσα, στους βάλτους, το κρύο ήταν δυνατότερο. Ειδικά τα πρωινά και τις νύχτες.

  Η Νιλιάνα γδύθηκε πίσω από δύο δέντρα και σκουπίστηκε, μα αυτό δεν τη γλίτωσε από το κρυολόγημα. Το βράδυ άρχισε να βήχει, έντονα, και της ανέβηκε πυρετός. Το μέτωπό της έκαιγε. Είχε τα χάλια της, και το πρωί δεν έμοιαζε να μπορεί να συνεχίσει· παραπατούσε και σκόνταφτε.

  «Δεν είναι κανονικό κρυολόγημα,» μου ψιθύρισε ο Γκαήρμο.

  «Πού το ξέρεις;»

  «Είναι πολύ… πολύ ξαφνικό. Έτσι μου φαίνεται…»

  Κούνησα το κεφάλι μου, αρνητικά.

  «Πρέπει να ήπιε νερό,» επέμεινε ο Γκαήρμο. «Καθώς έπεσε στο ποτάμι. Νερό του βάλτου.»

  «Όχι…» έκανα, στραβώνοντας το στόμα μου. «Δεν είναι τόσο χαζή.»

  «Μπορεί νάχεις δίκιο. Μπορεί να μην το ήπιε, αλλά πολλές φορές φτάνει να κυλιστείς μέσα του–»

  «Τέλος πάντων. Τι θα κάνουμε, τώρα;»

  Ο Γκαήρμο ανασήκωσε τους ώμους. «Θα συνεχίσουμε. Τι άλλο μπορούμε να κάνουμε;»

  Η Νιλιάνα ήταν της ίδιας άποψης. Μπορεί να αισθανόταν χάλια, μα δεν ήθελε να μείνει πίσω, σε καμία περίπτωση, ούτε ήθελε να την περιμένουμε να αναρρώσει. «Θα τα καταφέρω,» είπε. «Δώστε μου ένα μπαστούνι.»

  Της δώσαμε και συνεχίσαμε. Μας ανάγκασε να κινούμαστε με πολύ αργό ρυθμό, και το βράδυ κατέρρευσε, βογκώντας. Της είχαμε δώσει φάρμακα, αλλά δε φαινόταν να κάνουν τίποτα για να βελτιώσουν την κατάστασή της. Διπλώθηκε, τυλίγοντας τα χέρια γύρω της, σε εμβρυακή στάση. Τη ρωτήσαμε πώς θα μπορούσαμε να τη βοηθήσουμε, μα δεν καταφέραμε να πάρουμε κατανοητή απάντηση· παραληρούσε.

  Είχαμε τρεις επιλογές: να την αφήσουμε και να φύγουμε· να την κουβαλάμε καθώς θα ταξιδεύουμε· να περιμένουμε, μήπως καλυτερέψει. Επιλέξαμε το τρίτο. Περιμέναμε μια ολόκληρη ημέρα, τρώγοντας από τις προμήθειές μας και παρακολουθώντας τη Νιλιάνα, προσπαθώντας να κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούσαμε γι’αυτήν και μην καταφέρνοντας τίποτα.

  Μέσα στη νύχτα, ένα Λό’ορ ξεφύτρωσε από το ίδιο το περιβάλλον, χρησιμοποιώντας τις χαμαιλεοντικές του ιδιότητες. Ο Σιάτρο φυλούσε σκοπιά εκείνη την ώρα, ενώ εγώ κι ο Γκαήρμο κοιμόμασταν, κουλουριασμένοι στην ίδια κουβέρτα, πλάι στη φωτιά. Το ουρλιαχτό του συντρόφου μας μας ξύπνησε. Τιναχτήκαμε κι οι δύο σε γονατιστή θέση, τραβώντας τα σπαθιά μας, για να δούμε το Λό’ορ να έχει καβαλήσει τον Σιάτρο, ο οποίος βρισκόταν ανάσκελα στο βαλτώδες έδαφος. Το δεξί του χέρι έσφιγγε το σιδερένιο του ρόπαλο, αλλά το τέρας τού κρατούσε τον πήχη κάτω, σαν να μπορούσε να καταλάβει ότι ο αντίπαλός του βαστούσε όπλο. Τα νύχια του μπήγονταν στο πετσί του Σιάτρο, ο οποίος κραύγαζε: «Βοήθεια! Βοήθεια βοήθεια βοήθεια βοήθεια!»

  Το Λό’ορ τον δάγκωσε στο λαιμό, προτού προλάβουμε να πεταχτούμε επάνω και να του ορμήσουμε. Κι έτσι, ο Σιάτρο πέθανε. Όμως, προτού πεθάνει, ίσως να πρόφτασε να δει την προσπάθεια της Νιλιάνα να τον σώσει. Έχοντας σηκωθεί από την κουβέρτα της κι έχοντας αρπάξει ένα ξιφίδιο, χίμησε καταπάνω στο τέρας, καβαλώντας το καβούκι του και χτυπώντας το, μανιασμένα. Τα μάτια της ήταν κατακόκκινα, το πρόσωπό της λουσμένο στον ιδρώτα, κι από μέσα της έβγαιναν θηριώδεις κραυγές. Με τρόμαξε.

  Το ξιφίδιό της έσπασε· η μισή του λεπίδα έμεινε μπηγμένη στο κέλυφος του Λό’ορ, που αιμορραγούσε, συρίζοντας αγριεμένα.

  Ο Γκαήρμο κι εγώ το κυκλώσαμε· εκείνος από μπροστά, εγώ από πίσω. Τα ξίφη μας το χτύπησαν απανωτά, ενώ η Νιλιάνα συνέχιζε να το κοπανά, με το σπασμένο της ξιφίδιο και με τις γροθιές της. Το πλάσμα τα είχε χαμένα· προσπαθούσε να κρυφτεί στο εσωτερικό του καβουκιού του, μα αυτό δεν το έσωσε. Πέθανε από την αιμορραγία· και μαζί του, πέθανε κι η Νιλιάνα. Σωριάστηκε πλάι του, βαριανασαίνοντας, και, μετά από λίγο, εξέπνευσε.

  Δύο από τους συντρόφους μας είχαν σκοτωθεί ετούτο το βράδυ. Και θρηνήσαμε γι’αυτούς, εγώ κι ο Γκαήρμο, προτού συνεχίσουμε την αναζήτησή μας. «Μη στεναχωριέσαι,» μου είπε, το άλλο πρωί, αγκαλιάζοντας τους ώμους μου. «Ο θησαυρός θάναι όλος δικός μας.» Και προσπάθησε να χαμογελάσει, μα το χαμόγελό του ήταν βεβιασμένο, όχι πραγματικό.

  Το επόμενο πράγμα που έλεγε η περγαμηνή μας ότι θα συναντήσουμε ήταν (ακριβώς όπως το έγραφε): περιοχή γεμάτη φυτά που μοιάζουν με όρθιες αράχνες – προσοχή πολύ επικίνδυνα. Γιατί ήταν πολύ επικίνδυνα, δεν εξηγούσε. Ωστόσο, δε δυσκολευτήκαμε να βρούμε το μέρος· τα φυτά, όντως, έμοιαζαν με όρθιες αράχνες που ξεφυτρώνουν από το έδαφος. Ορισμένα από αυτά τυλίγονταν γύρω από τους κορμούς δέντρων, άλλα όχι. Κοιτάζοντάς τα, μου θύμιζαν περικοκλάδες, αλλά σκληρές περικοκλάδες, που δε χρειάζεται απαραίτητα να αναρριχώνται κάπου, παρά μπορούν να σταθούν κι από μόνες τους. Είχαμε ξαναδεί τέτοια φυτά, καθώς ερχόμασταν, μα δεν τους είχαμε δώσει σημασία. Εξάλλου, δεν ήταν τόσα πολλά. Εδώ η περιοχή, πραγματικά, έβριθε από δαύτα.

  «Δε μπορώ να καταλάβω γιατί λέει πως είναι επικίνδυνα,» είπα στον Γκαήρμο. «Δε μου φαίνονται επικίνδυνα…»

  «Ούτε κι εμένα. Όμως ας αποφύγουμε να τ’αγγίξουμε.»

  Ένευσα και ξεκινήσαμε να διασχίζουμε τον λαβύρινθο που σχημάτιζαν τα φυτά με τα μακριά μέλη. Τα φύλλα τους, παρατήρησα, ήταν μεγάλα και το καθένα είχε έξι κοφτερές άκριες. Ίσως εκεί να βρισκόταν ο κίνδυνος: αν σε τρυπούσαν αυτές οι άκριες.

  Σύντομα, διαπίστωσα ότι είχα δίκιο στην υπόθεσή μου. (Αν και θα προτιμούσα, εκατό, χίλιες, δέκα χιλιάδες φορές περισσότερο, να μην το είχα διαπιστώσει ποτέ και να είχα μείνει με την απορία. Κάποια πράγματα καλύτερα να μην τα ξέρεις…) Το έδαφος όπου βαδίζαμε ήταν κάθε άλλο παρά ομαλό· διέθετε πολλά σκαμπανεβάσματα και ήταν γλιστερό, γλοιώδες. Σ’ένα κατηφορικό σημείο, γλίστρησα… και οι άκριες ενός φύλλου έγδαραν όλη τη δεξιά μου πλευρά, απ’τη μέση ώς το στήθος. Δε θυμάμαι αν ούρλιαξα ή όχι, αλλά, ναι, πρέπει να ούρλιαξα, πιο πολύ από πανικό παρά από πόνο. Ο Γκαήρμο κοίταξε το τραύμα μου και είπε πως, εντάξει, δεν έμοιαζε σοβαρό· μα μπορούσα να διακρίνω, από την έκφρασή του, ότι ανησυχούσε. Εξάλλου, τα φυτά ήταν πολύ επικίνδυνα, σύμφωνα με τις οδηγίες μας…

  Όταν βγήκαμε από την περιοχή τους, γδύθηκα, για να περιποιηθώ τα τραύματά μου, και είδα δύο πράγματα: πρώτον, οι πληγές ήταν μικρές· δεύτερον, μελανές γραμμές είχαν εξαπλωθεί επάνω μου. Γραμμές που έμοιαζαν με αραχνοπόδαρα. Ξεκινούσαν από τρία κέντρα κι απλώνονταν ακτινωτά. Το πρώτο κέντρο ήταν στο στήθος μου, το δεύτερο στα πλευρά μου, το τρίτο στην κοιλιά μου. Και ήδη αυτά τα σημεία είχαν αρχίσει να με πονάνε· μου προκαλούσαν έναν τσουχτερό πόνο… ο οποίος, όμως, δεν ήταν τίποτα μπροστά στους πόνους που θα γνώριζα μετά. Ο Γκαήρμο καθάρισε τα τραύματά μου και έβαλε βότανα επάνω τους, δένοντάς τα. Το βράδυ, φύλαξε εκείνος σκοπιά, αφήνοντάς με να κοιμηθώ.

  Οι πόνοι με ξύπνησαν λίγο πριν τα χαράματα. Ήταν σαν έντονη φαγούρα, σαν κάτι να με έξυνε κάτω απ’το δέρμα μου, χωρίς να μπορώ να το ξύσω για να το ανακουφίσω· και, συγχρόνως, ήταν σαν κάτι να με λόγχιζε βαθιά, περνώντας βελόνες στο πετσί και στα εσωτερικά μου όργανα. Διπλώθηκα, ουρλιάζοντας· και είμαι σίγουρη ότι οι κραυγές μου πρέπει ν’ακούγονταν ώς τα πέρατα των βάλτων.

  «Πεθαίνω!» είπα στον Γκαήρμο, που με είχε πλησιάσει, αγκαλιάζοντάς με και μιλώντας μου, χωρίς να καταλαβαίνω τι μου έλεγε στην κατάσταση που βρισκόμουν. «Πεθαίνω! Πεθαίνω! Πεθαίνω!»

  Μέσα στο παραλήρημά μου, νόμιζα πως γύρω μου είχα αρχίσει να βλέπω τον Κόσμο των Σκιών, και φώναζα τα ονόματα των νεκρών μας συντρόφων –Πασνάλο! Νιλιάνα! Σιάτρο!–, θεωρώντας ότι μπορούσαν να μ’ακούσουν.

  Δεν πέθανα, όμως. Μετά από καμια ώρα (όπως μου είπε ο Γκαήρμο, γιατί εγώ είχα χάσει την αίσθηση του χρόνου), ο πόνος σταμάτησε και μπόρεσα, πάλι, ν’αναπνεύσω κανονικά.

  «Θα πέρασε,» προσπάθησε να με ενθαρρύνει ο Γκαήρμο. «Θα πέρασε, για πάντα…»

  Οι αραχνοειδείς σχηματισμοί, όμως, δεν είχαν εξαφανιστεί από το δέρμα μου, και γνωρίζαμε κι οι δυο μας πολύ καλά πως δεν είχε περάσει· ούτε θα περνούσε, εκτός αν ζητούσα επαγγελματική βοήθεια… ή, μάλλον, αν προλάβαινα να ζητήσω επαγγελματική βοήθεια, γιατί το δηλητήριο που με είχε προσβάλλει πιθανώς να με σκότωνε προτού βγούμε απ’τους βάλτους.

  Ταξιδέψαμε γι’άλλες δύο ημέρες, ακολουθώντας το χάρτη και τις οδηγίες μας. Οι πόνοι μου έρχονταν και έφευγαν χωρίς ν’ακολουθούν καμία λογική: μετά από μια ώρα, μετά από πέντε ώρες, μετά από πέντε λεπτά… Στην αρχή, πανικοβαλλόμουν κάθε φορά και ούρλιαζα. Ύστερα, προσπαθούσα να συγκρατώ τον εαυτό μου, τρίζοντας τα δόντια και μη λέγοντας τίποτα στον Γκαήρμο, ο οποίος, όμως, είχα την εντύπωση πως καταλάβαινε πότε πονούσα και πότε όχι. Το έβλεπα από τις φευγαλέες ματιές που μου έριχνε, σα να φοβόταν ν’αφήσει να μάτια του να μείνουν για πολύ ώρα επάνω μου, μήπως δει κάτι που θα τον τρομοκρατούσε.

  Τελικά, φτάσαμε στο τελευταίο μέρος το οποίο ανέφεραν οι οδηγίες: το στενό πέρασμα που ανοιγόταν ανάμεσα σε μεγάλους βράχους, τυλιγμένους σε ελοχαρή χόρτα και χαμόδεντρα. Μικρά ζώα τριγύριζαν μέσα στη βλάστηση, κοιτάζοντάς μας· τα μάτια τους γυάλιζαν μέσα στη νύχτα, οι φωνές τους ακούγονταν τσυριχτές πού και πού. Λό’ορ δεν πρέπει να υπήρχαν εδώ κοντά· ή, τουλάχιστον, κανένα δεν ξεπρόβαλε από το περιβάλλον, για να μας επιτεθεί. Θετικό σημάδι αυτό.

  Βαδίσαμε, προσεκτικά, προς το στόμιο του περάσματος, από το οποίο ερχόταν ένας ψυχρός αέρας –και τότε ήταν που άρχισα να πονάω. Ο Γκαήρμο το κατάλαβε, γιατί τα βήματά μου έγιναν αργά και το πρόσωπό μου σφίχτηκε· ένα μουγκρητό βγήκε από μέσα μου.

  «Περίμενε,» μου είπε. «Κάθισε εδώ.» Με οδήγησε προς έναν βράχο. «Πάω να κοιτάξω τι είναι από την άλλη, κι έρχομαι.»

  Ένευσα, με τα χείλη μου σφιγμένα, μη μπορώντας να κάνω και τίποτ’άλλο.

  Διπλωμένη επάνω στο βράχο και νιώθοντας τους πόνους να χτυπάνε ανελέητα όλη τη δεξιά μου μεριά, είδα τον Γκαήρμο, τον εραστή μου, τον αγαπημένο μου, τον άντρα που είχα αγαπήσει περισσότερο από κάθε άλλον, να μπαίνει στο πέρασμα, βαδίζοντας βιαστικά… και να πεθαίνει εκεί.

  Για μια στιγμή, δεν μπορούσα να το πιστέψω.

  Βράχια είχαν πέσει από τις πλευρές του περάσματος, συνθλίβοντάς τον. Άκουσα το κρανίο του να τσακίζεται από το βάρος τους· το κρανίο του και άλλα κόκαλα του σώματός του. Είδα αίμα να τινάζεται, σχηματίζοντας μια λίμνη στο βαλτώδες έδαφος, που άρχισε να το ρουφά, λαίμαργα. Η λάμπα του Γκαήρμο είχε φύγει απ’το χέρι του και είχε πεταχτεί παραδίπλα, σπάζοντας, βάζοντας φωτιά σε μερικά χόρτα. Οι φλόγες, όμως, έσβησαν γρήγορα, μη μπορώντας να εξαπλωθούν μέσα στο υγρό περιβάλλον.

  Βόγκησα, νομίζοντας ότι θα τρελαινόμουν από τον πόνο: αυτόν που ένιωθα στο σώμα μου κι αυτόν που σπάθιζε την καρδιά μου. Σηκώθηκα από το βράχο όπου καθόμουν, τρίζοντας τα δόντια και δαγκώνοντας τα χείλη. Πήρα τη δική μου λάμπα και ζύγωσα το πέρασμα, αρχίζοντας, αμέσως, να παραμερίζω τα βράχια που είχαν πλακώσει τον Γκαήρμο, ελπίζοντας ότι ίσως –ίσως, μα τη Φλόγα!– να ήταν ζωντανός.

  Δεν ήταν, όμως. Δεν μπορούσε να είναι. Οι πέτρες τον είχαν συνθλίψει. Κι αυτό που αντίκρισα ήταν τερατώδες. Μ’έκανε να διπλωθώ και να ξεράσω, ενώ ο πόνος στη δεξιά μου πλευρά εξακολουθούσε να με τυραννά. Για λίγο, δεν ήξερα πού βρισκόμουν· είχα χάσει τον κόσμο από γύρω μου. Δεν ήξερα ούτε καν τι έκανα. Και, όταν συνήλθα, βρισκόμουν έξω από το πέρασμα, πεσμένη πλάι στο βράχο όπου καθόμουν πριν, κλαίγοντας γοερά και ουρλιάζοντας.

  Είχα μείνει ολομόναχη μέσα σε τούτο το εφιαλτικό μέρος. Ολομόναχη, εκτός από τον πόνο που με συνόδευε…

  Σηκώθηκα όρθια και στράφηκα, ξανά, στο πέρασμα, που ήταν τυλιγμένο στο σκοτάδι. Δεν άντεχα να ξαναδώ τον αγαπημένο μου Γκαήρμο τσακισμένο από τα βράχια, αλλά… αλλά ήθελα να φτάσω στο θησαυρό. Αν τον έβρισκα, τουλάχιστον, όλες ετούτες οι θυσίες δε θα είχαν γίνει για το τίποτα. Σήκωσα τη λάμπα μου, πήρα μια βαθιά ανάσα, σκληραίνοντας τον εαυτό μου, και ζύγωσα το πέρασμα. Το βλέμμα μου το κράτησα ψηλά, αποφεύγοντας να κοιτάξω τον νεκρό στα πόδια μου –αρνούμενη να σκεφτώ καν ποιος ήταν, αρνούμενη να σκεφτώ σε ποιον ανήκαν τα μαλακά κομμάτια που πάτησαν δύο φορές οι μπότες μου, προκειμένου να περάσω.

  Καθώς περνούσα, όμως, εκτός από μαλακά κομμάτια και θραύσματα κοκάλων, εκτός από βαλτώδες έδαφος και πέτρες, αισθάνθηκα να πατάω και κάτι άλλο. Ξύλο. Όχι πεσμένα κλαδιά. Μια ξύλινη πλάκα. Η οποία δεν μπορεί να ήταν τυχαία εκεί.

  Τυχαία;

  Μα, σίγουρα, τίποτα από όλα τούτα δεν μπορεί να ήταν τυχαίο! Ο θάνατος του Γκαήρμο μου δεν ήταν τυχαίος. Έτσι όπως είχαν πέσει τα βράχια… πρέπει να επρόκειτο για παγίδα.

  Ανάγκασα τον εαυτό μου να κοιτάξει κάτω, και παραμέρισα τη λάσπη, με το δεξί μου πόδι, για να δω το ξύλο που κάλυπτε. Όπως το είχα καταλάβει, ήταν μια ολόκληρη ξύλινη πλάκα. Κατεργασμένη. Δεξιά κι αριστερά συνδεόταν με σχοινιά.

  Ναι, παγίδα. Σίγουρα, παγίδα. Ποιος, όμως, την είχε στήσει; Ο πειρατής Φάλιντρακ ο Κορακομύτης, για να φυλάξει το θησαυρό του; Ναι, ήταν λογικό. Οι οδηγίες στην περγαμηνή, όμως, δε μιλούσαν για καμια παγίδα–

  Συνοφρυώθηκα, καθώς ετούτο πέρασε από το μυαλό μου για πρώτη φορά, κι αισθάνθηκα πραγματικά ανόητη. Ποιος είχε γράψει τις οδηγίες; Κανείς μας δεν είχε αναρωτηθεί γι’αυτό, ως τώρα· ή, τουλάχιστον, εγώ δεν είχα αναρωτηθεί και δεν είχα ακούσει κανέναν άλλο να λέει τίποτα.

  Αν εκείνος που τις έγραψε ήξερε τόσο καλά το δρόμο για το θησαυρό, τότε γιατί δεν πήγε να τον βρει ο ίδιος;

  Και κάτι άλλο, επίσης: Αν αυτές ήταν οι οδηγίες του ίδιου του Φάλιντρακ, προκειμένου να μπορέσει να ξαναβρεί το θησαυρό που είχε θάψει, τότε γιατί δεν ξεκινούσαν από την ακτή προς την ενδοχώρα, αλλά ξεκινούσαν από την ενδοχώρα –από το Βασίλειο Φερντίν-Ος– προς την ακτή; Γιατί κι ο χάρτης ξεκινούσε ακριβώς έτσι; Λογικά, ο πειρατής θα ερχόταν από τη θάλασσα, αν ήθελε να ξεθάψει τα πλούτη του…

  Άρα, αυτές τις οδηγίες, κι αυτό το χάρτη, πρέπει να τα είχε φτιάξει κάποιος άλλος. Αλλά γιατί δεν πήγε ο ίδιος να βρει το θησαυρό;

  Η παγίδα, συλλογίστηκα, φαίνεται πως είναι πιο μεγάλη και πιο μπερδεμένη από μερικές πέτρες που πέφτουν. Γιατί, όμως; Γιατί κάποιος να τα κάνει όλα τούτα;

  Παρά τις σκέψεις μου, προχώρησα, πασπατεύοντας το έδαφος με το μπαστούνι μου, μήπως υπήρχε και καμια άλλη ξύλινη πλάκα παρακάτω. Θα μπορούσα να είχα γυρίσει πίσω, θα μπορούσα να είχα φύγει· μα δεν το έκανα. Ήμουν πολύ κοντά στο θησαυρό, είτε ήταν υπαρκτός είτε όχι. Κι επιπλέον, τότε αισθανόμουν πως δεν είχα τίποτα να χάσω· ο Γκαήρμο ήταν νεκρός, κι αυτός ο καταραμένος πόνος με μάστιζε σαν καρφιδοφόρος μάστιγα και, σύντομα, θα με σκότωνε, ήμουν βέβαιη. Άσε που αμφέβαλλα ότι θα κατάφερνα να διασχίσω, πάλι, τους βάλτους. Ήμασταν πέντε και έμεινα μονάχα εγώ. Τώρα, που ήμουν μόνη μου, τι θα έμενε; Ούτε τα κόκαλά μου…

  Έτσι, διέσχισα το πέρασμα και, χωρίς να εντοπίσω άλλες παγίδες, ή να πέσω θύμα τους, έφτασα στην άλλη μεριά, όπου υπήρχε ένα μέρος γεμάτο βαλτόνερα: ένα μέρος περιτριγυρισμένο από πυκνή βλάστηση –ανάμεσα στην οποία διέκρινα και φυτά σαν εκείνα που με είχαν δηλητηριάσει–, όπου ένα μικρό ποτάμι κατέληγε. Το ραβδί μου με προειδοποίησε για κινούμενη άμμο. Αποκλείεται να υπάρχει θησαυρός θαμμένος εδώ, σκέφτηκα· όμως έψαξα όλο το μέρος όσο πιο διεξοδικά μπορούσα, ψάχνοντας για στέρεο έδαφος.

  Τελικά, δεν εντόπισα στέρεο έδαφος στο ελώδες ξέφωτο, αλλά μέσα στη βλάστηση, επάνω σ’ένα κλαδί, παρατήρησα ότι κρεμόταν ένα σχοινί, το οποίο έφτανε ως κάτω και χανόταν στην κινούμενη άμμο. Για λίγο, πίστεψα ότι μπορεί να είχα βρει το θησαυρό. Ότι μπορεί να υπήρχε. Διασχίζοντας το κατάφυτο μέρος, με προσοχή (δεν ήθελα, πάλι, να με γρατσουνίσει τίποτα παράξενο), έφτασα κοντά στο σχοινί. Το έδαφος εδώ, μέσα στη βλάστηση, ήταν στέρεο. Άφησα το ραβδί μου να πέσει και έπιασα το σχοινί, με τα δύο χέρια, πατώντας γερά στα μποτοφορεμένα μου πόδια και ξεκινώντας να τραβάω.

  Το βυθισμένο αντικείμενο ήταν αρκετά βαρύ και με ταλαιπώρησε, αλλά, στο τέλος, ξεπρόβαλε από την κινούμενη άμμο· και, βλέποντάς το, αισθάνθηκα τη δύναμή μου να μεγαλώνει. Τράβηξα το σχοινί με περισσότερη επιμονή. Λίγο ακόμα!

  Το μπαούλο βγήκε στο στέρεο έδαφος, και, λαχανιασμένη, έτρεξα κοντά του και το γύρισα από την καλή. Προσπάθησα να το ανοίξω, αλλά ήταν κλειδωμένο. Πήρα ένα μικρό τσεκούρι από το σάκο μου και έσπασα την κλειδωνιά. Σήκωσα το σκέπασμα…

  …και κυλίστηκα στο έδαφος, γελώντας και γελώντας και γελώντας…

  Το μπαούλο περιείχε πέτρες. Άχρηστες πέτρες.

  Όταν μου πέρασε η υστερία, έκλαψα για ώρες, ώσπου ήρθε η αυγή, μαζί με τον πόνο στη δεξιά μου μεριά.

  Αυτό είναι το τέλος, σκέφτηκα, η ώρα να πεθάνω κι εγώ… Και πάλι, όμως, δεν πέθανα. Επιβίωσα, καταφέρνοντας, μετά από μερικές ημέρες, να φτάσω στην ακτή και να σωριαστώ εκεί, καταπονημένη, ελπίζοντας πως κάποιο πλοίο θα περνούσε για να με σώσει. Το ήξερα ότι οι ναυτικοί απέφευγαν ετούτα τα νερά, θεωρώντας τα επικίνδυνα, όμως θα φρόντιζα να προσελκύσω την προσοχή τους. Τα βράδια, αλλά και τα πρωινά, άναβα φωτιές και κουνούσα τα χέρια μου, όποτε έβλεπα κάποιο σκάφος στον ορίζοντα. Περιμένοντας.

  Εν τω μεταξύ, ο πόνος από το δηλητήριο με ταλαιπωρούσε, μη θέλοντας ούτε να με εγκαταλείψει ούτε να με σκοτώσει· ενώ οι αραχνοειδείς σχηματισμοί είχαν μείνει επάνω στο δέρμα μου, σαν μόνιμη δερματοστιξία. Καθώς κυλούσαν οι μέρες, έμαθα να αναμένω τον πόνο κάθε ώρα και κάθε στιγμή, και να τον αντέχω όσο καλύτερα μπορούσα.

  Ευτυχώς, οι προμήθειές μου μου έφτασαν μέχρι να με βρει ένα πλοίο. Το είδα να σταματά, μες στη νύχτα, και να στέλνει μια βάρκα, για να με περιμαζέψει. Ο καπετάνιος βρισκόταν στη δούλεψη της γνωστής εμπορικής οικογένειας των  Πτεράργυρων, και με πήγε στη Σερανβέλ, χωρίς ν’απαιτήσει κανενός είδους πληρωμή ή εξηγήσεις. Άλλωστε, πρέπει να μπορούσε να δει πόσο βασανισμένη ήμουν.

  Φτάνοντας στην πόλη, άρχισα να ψάχνω για το άτομο που έφτιαξε το χάρτη και που έγραψε τις οδηγίες, γιατί ήμουν σίγουρη ότι, όποιος κι αν ήταν, είχε το θησαυρό, και είχε επίτηδες στήσει όλη ετούτη την παγίδα για σαδιστικούς λόγους. Ακόμα δεν τον έχω βρει, τον καταραμένο μπάσταρδο. Αλλά, μα τη Φλόγα, όταν τον βρω –γιατί θα τον βρω–, θα τον κάνω να υποφέρει όσο υποφέρω κάθε μέρα από τη δαιμονισμένη ασθένεια που έμαθα ότι ονομάζεται αραχνοφανές εσωδερμικό άλγος.

 

Επιστροφή

 

Copyright © Φανταστικός Ορίζοντας


Προτείνουμε να βλέπετε αυτό τον ιστοχώρο με ανάλυση οθόνης 1024 x 768