Επίσημος δικτυακός χώρος των εκδόσεων Φανταστικός Ορίζοντας

 

ΠΤΕΡΑΡΓΥΡΟΙ

Απόσπασμα Πρώτο


Ο καλοκαιρινός ήλιος έκαιγε τους γυμνούς του ώμους, καθώς ο Χανμάρο στεκόταν στον κήπο και έτρωγε ένα ζουμερό πορτοκάλι εισαγμένο από το μακρινό Βασίλειο Άργκανθικ. Μπροστά του ορθωνόταν ο Κίονας: η αρχαία, πέτρινη κολόνα που, όπως του είχαν πει οι γονείς του, υπήρχε εδώ προτού χτίσουν την έπαυλη. Ήταν ψηλή και πέτρινη, με λαξεύματα επάνω της, τα οποία είχαν φανερά αλλοιωθεί από τα χρόνια –τους αιώνες, πιθανώς– που βρισκόταν σ’αυτό το σημείο. Ο Χανμάρο δεν μπορούσε να καταλάβει τι έδειχναν, ή τι έγραφαν. Μα τη Φλόγα, δεν μπορούσε καλά-καλά να καταλάβει αν τα σκαλίσματα ήταν εικόνες ή γραφή. Ορισμένα τού θύμιζαν ανθρώπους, ζώα, κάρα, δέντρα, ή οικοδομήματα· άλλα, πάλι, του έμοιαζαν με γράμματα… μέχρι που να τα κοιτάξει με διαφορετικό μάτι και ν’αλλάξει γνώμη. Τότε, τα γράμματα μεταμορφώνονταν σε εικόνες φυτών, πλασμάτων, σπιτιών, ή κάστρων.

  Έκοψε άλλο ένα κομμάτι από το ζουμερό πορτοκάλι και το έβαλε στο στόμα του. Ούτε η γιαγιά, που ήξερε τόσες και τόσες ιστορίες, δεν γνώριζε τι έδειχναν τα λαξεύματα επάνω στον Κίονα. Ο Χανμάρο, όμως, πίστευε ότι ήταν σημάδια των Θεών της Φλόγας· και ήταν καλό που τα είχαν μέσα στην έπαυλή τους: σήμαινε ότι τίποτα δε θα τους έβλαπτε, σήμαινε ότι διέθεταν θεϊκή προστασία. Ο πατέρας και η μητέρα πρέπει, σίγουρα, να το είχαν διαισθανθεί, γι’αυτό έχτισαν εδώ την έπαυλη, γύρω από τον Κίονα. Βέβαια, κανείς απ’τους δύο δεν το παραδεχόταν· όποτε τους είχε ρωτήσει ο Χανμάρο, είχαν αποκριθεί πως, απλά, τους άρεσε το συγκεκριμένο μνημείο: ήταν το σημάδι κάποιου χαμένου πολιτισμού.

  «Τι κάνεις, Χανμάρο;»

  Τα λαξεύματα του Κίονα, φαίνεται, τον είχαν απορροφήσει τόσο πολύ που δεν είχε ακούσει τη Φιλράνα να πλησιάζει. Η φωνή της, όμως, τον έκανε να στραφεί αμέσως, σαν κάτι να τον είχε τσιμπήσει απρόσμενα. Η νέα αρχηγός της δεκαμελούς φρουράς της έπαυλης στεκόταν ανάμεσα σε δύο χαμηλά δέντρα, που τα φυλλώματά τους ήταν καμένα από το ζεστό καλοκαίρι. Φορούσε ένα κοντό, καφετί, πέτσινο γιλέκο, που έφτανε μέχρι λίγο πιο πάνω απ’τον αφαλό της και δενόταν με σταυρωτά λουριά. Το παντελόνι της ήταν μαύρο και δερμάτινο, και γύρω από τη μέση της τυλιγόταν μια φαρδιά ζώνη, απ’την οποία κρεμόταν το ξίφος της. Οι αντίχειρές της ήταν περασμένοι μέσα στη ζώνη της… ή, μάλλον, όχι, παρατήρησε ο Χανμάρο, όχι μέσα στη ζώνη της: μέσα στο παντελόνι της, πιέζοντάς το ελαφρώς προς τα κάτω και φανερώνοντας τις μαύρες τρίχες στο εφήβαιό της– Πήρε τα μάτια του από εκεί. Οι μπότες της ήταν καφετιές, όπως και το γιλέκο της, αλλά πιο ανοιχτόχρωμες.

  «Καλά,» είπε ο Χανμάρο, απότομα. «Εντάξει…» Ύψωσε το βλέμμα του.

  Η Φιλράνα χαμογέλασε. Τα μαύρα της μαλλιά δεν ήταν και πολύ καλά χτενισμένα, όπως συνήθως· δύο ατίθασες τούφες έπεφταν μπροστά απ’το αριστερό της μάτι. Μήπως, τελικά, το έκανε επίτηδες; αναρωτήθηκε ο Χανμάρο. Μήπως επίτηδες διατηρήσουμε αυτό το όχι και τόσο καλό χτένισμα, επειδή της άρεσε έτσι;

  Αλλά γιατί δε μιλάει, τώρα; Είπα κάτι που δεν έπρεπε; Νιώθοντας πως όφειλε να σπάσει τη σιγή, ύψωσε το πορτοκάλι στο αριστερό του χέρι, ρωτώντας: «Θέλεις; Είναι απ’το Άργκανθικ. Τα καλύτερα. Το λέει κι η γιαγιά.»

  Η Φιλράνα ζύγωσε, για να σταθεί εμπρός του. Ήταν κοντή· του έφτανε ως το σαγόνι· κι όμως, του προκαλούσε ένα ρίγος, όποτε τον πλησίαζε και ήταν οι δυο τους, σαν, ξαφνικά, όλη η καλοκαιρινή ζέστη να είχε χαθεί. «Ναι,» του είπε. «Χρειάζομαι κάτι για να υγράνω τα χείλη μου.» Έκοψε ένα κομμάτι από το πορτοκάλι και το έβαλε στο στόμα, μασώντας το αργά και κοιτάζοντάς τον.

  Το βλέμμα της ήταν ενοχλητικό. Κάτι ζητούσε από εκείνον, κάτι ήθελε… Τον τρόμαζε. Και η κοπέλα δεν ήταν παρά ένα χρόνο μεγαλύτερή του: δεκαοκτώ αυτός, δεκαεννιά αυτή. Ίσως να έφταιγε το γεγονός ότι ήταν αρχηγός της φρουράς. Κανονικά, θα έπρεπε να είναι ακόμα πιο μεγάλη, σωστά; Ο προηγούμενος είχε σχεδόν τα διπλάσιά της χρόνια… και είχε πνιγεί, ο καημένος ο Νολτάτο, είχε ταξιδέψει στις Σκιές. Ο Χανμάρο είχε λυπηθεί πολύ για το θάνατό του. Τον συμπαθούσε.

  Η Φιλράνα ήταν τόσο περίεργη… ειδικά όταν ήταν οι δυο τους. Και πώς τύχαινε πάντα να τη συναντά έτσι, μόνος του;

  «Έχασες την όρεξή σου;» τον ρώτησε, παρατηρώντας πως δεν έτρωγε.

  Ο Χανμάρο βλεφάρισε. «Εμ, όχι… Εννοώ, σκεφτόμουνα κάτι…» Έκοψε ένα κομμάτι από το πορτοκάλι και το έφαγε.

  «Ναι; Τι;» Η Φιλράνα πήρε το πορτοκάλι –που είχε μείνει το μισό, πια– από το χέρι του και έκοψε ένα κομμάτι για τον εαυτό της. Τα μάτια της εξακολουθούσαν να τον κοιτάζουν μ’εκείνο το βλέμμα που ζητούσε κάτι.

  «Το… Τον πατέρα, που είναι τόσο καιρό μακριά. Ελπίζω να τα καταφέρει… και να γυρίσει σύντομα.»

  «Ναι,» ένευσε η Φιλράνα, «καταλαβαίνω ότι αυτό είναι πολύ σημαντικό για εσάς.» Η ίδια δεν τον είχε γνωρίσει τον Νολράκο Πτεράργυρο –όταν την προσέλαβαν για αρχηγό της φρουράς, εκείνος έλειπε, έχοντας ήδη ξεκινήσει το μακρινό του ταξίδι–, αλλά είχε ακούσει πολλά γι’αυτόν απ’όλη του την οικογένεια.

  «Μετά από τις δύο πανωλεθρίες, είμαστε χάλια οικονομικά, Φιλράνα…» είπε ο Χανμάρο, αποστρέφοντας το βλέμμα, σαν να ντρεπόταν να την αντικρίσει. «Και η φετινή σοδιά ήταν εξίσου άσχημη.»

  Η Φιλράνα έμεινε σιωπηλή, μοιάζοντας να μην ξέρει τι να πει. Έκοψε ακόμα ένα κομμάτι από το πορτοκάλι και το έφαγε.

  Ο Χανμάρο την κοίταξε, πάλι, καταπρόσωπο, παρότι το βλέμμα της του προκαλούσε αμηχανία, και άνοιξε το στόμα του, για να μιλήσει, να της πει ότι πίστευε πως όλα θα πήγαιναν καλά για την οικογένειά του… αν και, στην πραγματικότητα, φοβόταν ότι συνέβαινε το αντίθετο: ότι όλα πήγαιναν πολύ, πολύ άσχημα.

  Δεν πρόλαβε, όμως, να πει τίποτα, γιατί βήματα ακούστηκαν να πλησιάζουν, και στράφηκε να κοιτάξει ποιος βάδιζε πάνω στο λιθόστρωτο μονοπάτι. Τα μάτια του διαστάλθηκαν, όταν αντίκρισε τη μεγάλη του αδελφή, η οποία είχε πάει μαζί με τον πατέρα του.

  «Θήρνα!» αναφώνησε. «Θήρνα! Επιστρέψατε!»

  Εκείνη χαμογέλασε πλατιά και έτρεξε προς το μέρος του, με τα ξανθά της μαλλιά ν’ανεμίζουν πάνω απ’τους ώμους της. Τον αγκάλιασε, γελώντας, και τον φίλησε και στα δύο μάγουλα.

  «Όλα καλά;» τη ρώτησε εκείνος. «Πού είναι ο πατέρας;»

  «Έρχεται,» αποκρίθηκε η Θήρνα. «Εγώ ήρθα πιο νωρίς, για να σας φέρω το μαντάτο. Το καραβάνι του θα είναι εδώ σε τρεις, τέσσερις μέρες. Και… τα πράγματα πήγαν καλύτερα απ’ό,τι περιμέναμε!» Γέλασε, κρατώντας τον από τους ώμους κι ατενίζοντάς τον σαν να τον είχε ξεχάσει και να ήθελε να τον θυμηθεί.

  Η αδελφή του Χανμάρο ήταν ντυμένη στα μαύρα. Πάντα στα μαύρα ντυνόταν· ήταν το αγαπημένο της χρώμα, κι ακόμα και μέσα σε τούτο το καυτό καλοκαίρι (ίσως το πιο καυτό καλοκαίρι που είχαν όλοι τους γνωρίσει) δεν έλεγε ν’αλλάξει τις προτιμήσεις της. Φορούσε μαύρο αμάνικο φόρεμα ιππασίας, μαύρη κάπα, και μαύρες μπότες.

  Η Θήρνα στράφηκε στη Φιλράνα. «Ποια είναι η κυρία;»

  «Να σου γνωρίσω τη νέα αρχηγό της φρουράς μας,» είπε ο Χανμάρο. «Ονομάζεται Φιλράνα.

  »Φιλράνα, από εδώ η αδελφή μου, Θήρνα.»

  Η Φιλράνα έκανε μια σύντομη υπόκλιση. «Χαίρω πολύ, κυρία.»

  «Παρομοίως,» αποκρίθηκε η Θήρνα, και αντάλλαξε μια σύντομη χειραψία μαζί της. «Αλλά τι απέγινε ο Νολτάτο; Τον διώξατε;» ρώτησε τον αδελφό της.

  Ο Χανμάρο έγλειψε τα χείλη του. «Πνίγηκε.»

  «Πνίγηκε;» Η Θήρνα δεν συμπαθούσε τον παλιό αρχηγό της φρουράς τόσο όσο ο αδελφός της, και τούτα τα νέα έμοιαζαν να της προκαλούν περισσότερο έκπληξη παρά θλίψη.

  Ο Χανμάρο ένευσε. «Είχε πάει για ψάρεμα, μόνος. Ποτέ δεν επέστρεψε. Βρήκαμε τη βάρκα του άδεια. Έτσι, η μητέρα πήγε στην πόλη, για να βρει κάποιον άλλο να τον αντικαταστήσει· κάποιον μορφωμένο σε διοικητικά ζητήματα, όπως είπε. Η Φιλράνα έχει σπουδάσει στη Σχολή Τακτικής και Διοίκησης.»

  «Και στη Σχολή των Όπλων,» πρόσθεσε η ίδια.

  «Καλωσόρισες, λοιπόν,» της είπε η Θήρνα. «Αν και…» Έγειρε το κεφάλι, παρατηρώντας την. Πάντοτε έτσι ήταν, η αδελφή του, υπολογιστική και σκεπτική (γι’αυτό κιόλας ασχολείτο με τις δουλειές του πατέρα όσο κανένας άλλος μέσα στην οικογένεια). «Μου φαίνεσαι λιγάκι νέα για να έχεις κάνει τόσες σπουδές. Πόσω χρονών είσαι;»

  Της φαίνεται «λιγάκι νέα»; απόρησε ο Χανμάρο. Ίσα-ίσα που εκείνος έκρινε ότι η Φιλράνα φαινόταν πολύ πιο μεγάλη από την πραγματική της ηλικία.

  «Δεκαεννέα,» απάντησε η νέα αρχηγός της φρουράς.

  Η Θήρνα ύψωσε ένα φρύδι. «Δεκαεννέα;…»

  Τόσο περίεργο το θεωρεί; σκέφτηκε ο Χανμάρο. Εξάλλου, κι η ίδια δεν ήταν πολύ μεγαλύτερη από τη Φιλράνα· είκοσι-ενός χρονών ήταν.

  «Μάλιστα, κυρία,» αποκρίθηκε η πολεμίστρια, σμίγοντας τα χείλη. Δεν της άρεσε το ανακριτικό ύφος της αδελφής του Χανμάρο, πράγμα τόσο πασιφανές όσο κι οι δύο καυτοί ήλιοι πάνω απ’τα κεφάλια τους.

  «Και έχεις τελειώσει και τις δύο σχολές που αναφέρατε εσύ κι ο αδελφός μου;»

  «Σαφώς. Επιπλέον,» ανασήκωσε τους ώμους, «μπορείτε να κρίνετε κι η ίδια αν κάνω καλή δουλειά ή όχι. Η μητέρα σας, πάντως, δεν είχε πρόβλημα μαζί μου, μέχρι στιγμής.»

  «Δεν είσαι στην οικία μας και πολύ καιρό,» της είπε η Θήρνα. Και προς τον αδελφό της: «Είναι μέσα η μητέρα;»

  «Ναι,» αποκρίθηκε εκείνος. «Μόλις φάγαμε μεσημεριανό.»

  «Ωραία. Έχω πολλά να σας διηγηθώ.» Άγγιξε τον ωμό του. «Φώναξε και τ’αδελφάκια μας. Θα καθίσετε να με βλέπετε που θα τρώω –γιατί δεν έχω φάει τίποτα απ’το πρωί και πεθαίνω της πείνας– και, μετά, θα σας τα πω όλα,» μειδίασε. Τον προσπέρασε, βαδίζοντας προς την οικία των Πτεράργυρων.

  Ο Χανμάρο παρατήρησε το άγριο βλέμμα που της έριξε η Φιλράνα, ατενίζοντάς την ν’απομακρύνεται, με τη μαύρη της ενδυμασία και τα ξανθά της μαλλιά ν’αναδεύονται.

  «Μην την παρεξηγείς τη Θήρνα· δεν έχει κακό στο νου της. Πάντα έτσι είναι, επιφυλακτική με όλους. Δεν εμπιστεύεται εύκολα, αλλά, άμα κερδίσεις την εμπιστοσύνη της, την έχεις κερδίσει μέχρι το θάνατό σου.»

  Η Φιλράνα έστρεψε το βλέμμα της στο πρόσωπό του. «Μάλιστα…» είπε. Όμως δεν έμοιαζε πεπεισμένη.

* 

Η Μάριλιν Πτεράργυρη καθόταν στο μπαλκόνι που κοίταζε ανατολικά, ελπίζοντας πως θα ερχόταν καμια πνοή θαλασσινού αγέρα να τη δροσίσει. Μάταια, όμως· τίποτα δεν έδιωχνε τη ζέστη, και οι δυνατές ακτίνες των ήλιων χτυπούσαν αλύπητα το ξανθό της κεφάλι. Τα χέρια της, ωστόσο, δεν έπαυαν ούτε στιγμή να κινούνται, καθώς έραβε ένα λευκό τραπεζομάντιλο, το οποίο ετοίμαζε για την επιστροφή του συζύγου της, Νολράκο, και της κόρης της, Θήρνα, που είχε πάει μαζί του.

  Μακάρι να είναι καλά. Μακάρι η Φλόγα νάναι μαζί τους και να είναι καλά, προσευχόταν σιωπηρά, κάθε τόσο. Μακάρι η Φλόγα να τους έχει καλά.

  Μέσα στον τελευταίο χρόνο, δύο πανωλεθρίες είχαν βρει την οικογένειά της: το μοναδικό τους πλοίο είχε χαθεί –λέγανε πως είχε ναυαγήσει στις ακτές των βάλτων Λό’ορ-θιλ, που ο περισσότερος κόσμος τις αποφεύγει– και ένα καραβάνι τους είχε δεχτεί επίθεση ληστών, ερχόμενο από το Φερντίν-Ος· όλη η πραμάτεια είχε παρθεί, και οι φρουροί κι ο αντιπρόσωπος του Νολράκο είχαν σκοτωθεί. Ευτυχώς (δόξα στη Φλόγα!) που δεν ήταν κι ο ίδιος μαζί τους, ή η Θήρνα, η οποία συνεχώς ανακατευόταν στις δουλειές του πατέρα της… πράγμα που δεν άρεσε στη Μάριλιν. Καταλάβαινε ότι, σίγουρα, δεν ήταν κακό, και σίγουρα η μεγάλη της κόρη έπρεπε να ξέρει τι γίνεται με τις δουλειές του Νολράκο, μα ανησυχούσε. Ανησυχούσε τόσο πολύ γι’αυτήν.

  Και τώρα, είχε πάει με τον πατέρα της· είχαν ταξιδέψει δυτικά, στο Πάρντβακ, σκοπεύοντας να χρησιμοποιήσουν το μεγαλύτερο μέρος των οικονομιών της οικογένειας, προκειμένου ν’αγοράσουν πραμάτεια, την οποία θα πουλούσαν στη Σερανβέλ και θα αναπλήρωναν όσα χάθηκαν από τις πανωλεθρίες του ναυάγιου και του διαλυμένου καραβανιού.

  Τι θα γινόταν, όμως, αν κι αυτή η εμπορική αποστολή κατέληγε σε πανωλεθρία; Η Μάριλιν έτρεμε και μόνο στη σκέψη.

  Δεν πίστευε πως οι δύο φετινές καταστροφές ήταν τυχαίες. Όχι, δεν μπορεί να ήταν τυχαίες. Ή η Φλόγα είχε στραφεί εναντίον των Πτεράργυρων ή… ή άλλοι, ραδιούργοι και μοχθηροί άνθρωποι, είχαν στραφεί εναντίον τους. Ο Νολράκο, ωστόσο, είχε αρνηθεί να της μιλήσει για τις υποψίες του, όταν τον ρώτησε. Γιατί; Γιατί ήταν τόσο κλεισμένος στον εαυτό του; Δεν έβλεπε ότι χρειαζόταν και τη δική της βοήθεια; Παλιότερα –η Μάριλιν αναστέναξε– τη συμβουλευόταν σε όλα, της μιλούσε για όλα. Αλλά όχι πια…

  «Μαμά;»

  Μια γνώριμη φωνή έδιωξε τις μουντές σκέψεις απ’το μυαλό της, κι έκανε την καρδιά της να φτερουγίσει.

  Η Θήρνα στεκόταν στην πόρτα του μπαλκονιού, ντυμένη στα μαύρα, όπως συνήθιζε, ενώ τα ξανθά της μαλλιά έπεφταν λυτά στους ώμους της. Ένα πλατύ χαμόγελο ήταν στο πρόσωπό της.

  Η Μάριλιν σηκώθηκε, αφήνοντας το εργόχειρό της επάνω στην καρέκλα. Η κόρη της πλησίασε και την αγκάλιασε, και φιλήθηκαν στα μάγουλα. «Ο μπαμπάς θα είναι εδώ σε τρεις, τέσσερις μέρες,» είπε η Θήρνα. «Μ’έστειλε για να σας ειδοποιήσω. Όλα πήγαν καλά στο ταξίδι.»

  Η Μάριλιν πήρε μια βαθιά ανάσα, νιώθοντας ότι τα πνευμόνια της, που εδώ και μέρες ήταν κλειστά, είχαν επιτέλους ανοίξει. Ένα χαμόγελο –ένα πραγματικό χαμόγελο– διαγράφηκε στο πρόσωπό της. «Δόξα στη Φλόγα, κόρη μου! Δεν ξέρεις πόσο χαίρομαι…» Χάιδεψε το μάγουλο της Θήρνα, και τη φίλησε.

  «Ξέρω, μαμά. Ξέρω,» μουρμούρισε εκείνη, καθώς αγκαλιάζονταν ξανά.

  Όταν η Θήρνα απομακρύνθηκε από τη μητέρα της, είπε: «Πεινάω· πρόσταξα τους δούλους να μου ετοιμάσουν φαγητό, στο σαλόνι. Και, συγχρόνως, έχω πολλά να σας διηγηθώ. Έλα κάτω. Εγώ πάω να βγάλω αυτά τα ρούχα και να φορέσω κάτι καθαρό, και σύντομα θα έρθω.»

  «Εντάξει,» αποκρίθηκε η Μάριλιν, νιώθοντας μια από εκείνες τις στιγμές ξαφνικής ευτυχίας που σε κάνουν να μπορείς να μιλήσεις μονάχα με δυσκολία, σαν ένα γλυκό σιρόπι να σε πνίγει, έχοντας γεμίσει το στόμα, το λαιμό, και το στήθος σου.

  Όταν κατέβηκε στο σαλόνι, βρήκε καθισμένο σε μια από τις καρέκλες του τραπεζιού τον Άνρημ. Ο δούλος είχε τα μακριά, μαύρα του μαλλιά δεμένα αλογοουρά πίσω απ’το κεφάλι του, αλλά ήταν αχτένιστος και η όψη του βαρβαρική όπως πάντα. Όσα χρόνια κι αν είχε ζήσει στα εδάφη της Σερανβέλ, δεν μπορούσε ν’αποτινάξει την… αποκρουστική αγριάδα, ούτε από το πρόσωπό του ούτε από το αυθάδικο γαλανό βλέμμα του. Η Μάριλιν δεν τον συμπαθούσε, και ποτέ δε θα συμφωνούσε με τη μεγάλη της κόρη, που τον είχε πάρει για εραστή της. «Αυτός ο αγριάνθρωπος είναι Ερσαγκμόριος,» της είχε πει, πολλάκις, «και δούλος! Δεν είναι για σένα, ανόητη! Μπορείς να έχεις δεκάδες άλλους άντρες, άμα θες.» Μα εκείνη δεν έβαζε μυαλό. Τι στις Σκιές έβρισκε σ’ετούτο το κτήνος;

  Ο Άνρημ ορθώθηκε, βλέποντας τη Μάριλιν να μπαίνει. Ήταν ντυμένος με δέρματα και μέταλλα, και το σπαθί του ακόμα κρεμόταν από τη μέση του· δεν είχε ούτε καν την ευγένεια να το βγάλει, ο αχρείος! Επίσης –τώρα το πρόσεξε η Μάριλιν–, η ασπίδα του βρισκόταν παραδίπλα, στηριγμένη πάνω σε μια καρέκλα. Πού νόμιζε ότι ήταν; Στον καταυλισμό του καραβανιού, ακόμα;

  Ο Άνρημ έκανε μια σύντομη υπόκλιση. «Κυρία Πτεράργυρη, πώς είστε;» Μιλούσε τη γλώσσα των πολιτισμένων, μα η προφορά του ήταν… ήταν καθαρή προσβολή προς αυτή τη γλώσσα, πίστευε η Μάριλιν.

  «Ήρθες με την κόρη μου;» τον ρώτησε.

  «Μάλιστα. Χρειαζόταν έναν συνοδό για το δρόμο. Μ’αυτά που συμβαίνουν τελευταία, ποτέ κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος για την ασφάλειά του.»

  Να και κάτι λογικό που βγήκε από τα χείλη του βαρβάρου, σκέφτηκε η Μάριλιν. «Ναι,» είπε, μειδιώντας ευγενικά (αλλά παγερά). «Θα μπορούσες, όμως, να είσαι ντυμένος πιο… ευπρεπώς μέσα στην οικία μας.» Η ματιά που του έριξε ήταν αυστηρή.

  «Έχετε δίκιο, κυρία Πτεράργυρη. Με συγχωρείτε. Είχα πάει στο στάβλο, για ν’αφήσω τ’άλογά μας, και μετά, μπήκα κατευθείαν.» Έκανε ακόμα μία υπόκλιση και έφυγε από το σαλόνι, παίρνοντας την ασπίδα του από την καρέκλα.

  Η Μάριλιν αναστέναξε, κουνώντας το κεφάλι, και κάθισε, καθώς ένας δούλος έμπαινε, φέρνοντας το φαγητό της Θήρνα.

  «Εσείς, κυρία, επιθυμείτε κάτι;» ρώτησε.

  Η Μάριλιν έγνεψε αρνητικά.

  Σε λίγο, ήρθαν τα μικρότερα παιδιά της: ο ψηλός, καστανός, και όμορφος (αλλά τόσο ντροπαλός) Χανμάρο· η μελαχρινή, παχουλή, και πάντα μελαγχολική Ζινράβα· και ο εφτάχρονος Βαρνάλο, με τα μαύρα, σγουρά μαλλιά και τη δυνατή φωνή που δε δίσταζε να χρησιμοποιήσει σε κάθε ευκαιρία. Η Μάριλιν τα λάτρευε όλα της τα παιδιά.

  «Το μάθατε ότι η Θήρνα έφτασε;» τα ρώτησε, αν και ήξερε ότι πρέπει να το είχαν μάθει· γι’αυτό, άλλωστε, είχαν μαζευτεί εδώ.

  «Ναι, μαμά!» φώναξε ο Βαρνάλο. «Το μάθαμε! Και ο μπαμπάς, λέει, θα έρθει σε μερικές μέρες! Μας το είπε ο Χανμάρο!»

  Ο Χανμάρο γέλασε και τράβηξε τον αδελφό του από τ’αφτιά. «Πιο χαμηλά. Σ’ακούμε μια χαρά.»

  Ένα λεπτό μειδίαμα σχηματίστηκε στα χείλη της Ζινράβα.

  «Και ήρθε κι ο Άνρημ μαζί της!» πρόσθεσε ο Βαρνάλο, εξακολουθώντας να φωνάζει και τρέχοντας μακριά απ’τον αδελφό του. «Μπήκε στο στάβλο! Η ασπίδα του γυάλιζε στην πλάτη του!»

  «Ναι, τον είδα,» αποκρίθηκε η μητέρα του. «Και τώρα, μη φωνάζεις. Όπως σου είπε ο Χανμάρο, σε ακούμε μια χαρά.»

  «Ναι…» έκανε ο Βαρνάλο, μουτρωμένος.

  «Τη γιαγιά σας την ειδοποιήσατε;» ρώτησε η Μάριλιν τον Χανμάρο.

  «Όχι.»

  «Πήγαινε να την ειδοποιήσεις, τότε.»

  «Θα κοιμάται, τώρα.» Η μητέρα τους τους έλεγε πάντα να μην ξυπνάνε τη γιαγιά τα μεσημέρια.

  «Δεν πειράζει. Είμαι σίγουρη ότι θα θέλει να ξυπνήσει γι’αυτό.»

  Ο Χανμάρο ένευσε και έφυγε από το σαλόνι.

  Προτού φτάσει στο δωμάτιο της γιαγιάς Θήρνα, άκουσε το ροχαλητό της, υπόκωφο και αργόσυρτο, μέσα στον πέτρινο διάδρομο. «Γιαγιά, γιατί ροχαλίζεις έτσι;» θυμόταν πως, κάποτε, την είχε ρωτήσει ο μικρός του αδελφός (φωνάζοντας, ως συνήθως), όταν ήταν πέντε χρονών. Η Θήρνα είχε πάρει σοβαρό ύφος και του είχε πει: «Ένα τέρας είναι φυλακισμένο μέσα μου. Όταν είμαι ξύπνια, μπορώ και το συγκρατώ· αλλά, όταν κοιμάται, κάποιες φορές μου ξεφεύγει, και η φωνή του ακούγεται.» Ο Χανμάρο, η νεότερη Θήρνα, και η Ζινράβα είχαν γελάσει, αλλά ο Βαρνάλο έμοιαζε τρομαγμένος. «Μη λες στον μικρό τέτοια πράγματα, μητέρα,» είχε πει στη γιαγιά ο πατέρας τους, αργότερα. Της άρεσε να αφηγείται παραμύθια: ειδικά τρομαχτικά παραμύθια, τα οποία, κάποιες φορές, είχαν καλό τέλος· όχι πάντα, όμως. Όταν τα παραμύθια έχουν πάντα καλό τέλος, ισχυριζόταν, δεν είναι παραμύθια. Είναι ψέματα. Η ζωή είναι και καλή και κακή, και όμορφη και άσχημη· και τι είναι τα παραμύθια, αν όχι η αντανάκλασή της;

  Ο Χανμάρο στάθηκε μπροστά από την πόρτα του βρυχούμενου τέρατος και χτύπησε. «Γιαγιά;»

  Το τέρας συνέχισε να βρυχάται.

  Ο Χανμάρο ξαναχτύπησε, δυνατότερα. «Γιαγιά;»

  Το τέρας έπαψε να βρυχάται. «…Ποιος;» ρώτησε μια αδύναμη, μισοκοιμισμένη φωνή. Η γιαγιά, μάλλον, αναρωτιόταν αν είχε ονειρευτεί ότι κάποιος τη φώναζε.

  «Η Θήρνα επέστρεψε πριν από τον πατέρα, κι έχει πολλά να μας πει. Θα έρθεις στο σαλόνι;» Μισάνοιξε την πόρτα, για να κοιτάξει μέσα. Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό, καθώς τα πατζούρια του παραθύρου ήταν κλειστά και ελάχιστο φως περνούσε απ’τις χαραμάδες. Στο κρεβάτι, ωστόσο, ο Χανμάρο μπορούσε να διακρίνει μια ανασηκωμένη μορφή, που τα μάτια της γυάλιζαν. Το μέρος μύριζε κλεισούρα, βιβλία, και βοτάνια.

  «Θα έρθω,» αποκρίθηκε η γιαγιά, καθώς σηκωνόταν. «Είναι ο πατέρα σας καλά;»

  «Ναι. Απλά, η Θήρνα ήρθε νωρίτερα, για να μας ειδοποιήσει για τον ερχομό του· αυτό είν’όλο.»

  «Ωραία. Πήγαινε εσύ, και θα έρθω.»

  Όταν ο Χανμάρο επέστρεψε στο σαλόνι, η Θήρνα ήταν ήδη εκεί, ντυμένη μ’ένα άλλο μαύρο φόρεμα και σανδάλια. Τα μαλλιά της ήταν δεμένα κότσο, και καθόταν στο τραπέζι, τρώγοντας το φαγητό που της είχαν ετοιμάσει οι υπηρέτες και συνοδεύοντάς το με κρασί. Ο Χανμάρο είπε ότι η γιαγιά θα ερχόταν σε λίγο, έτσι την περίμεναν, και όταν ήρθε, η Θήρνα, που είχε σχεδόν τελειώσει το φαγητό της, άρχισε να τους διηγείται πώς πήγε η αποστολή του πατέρα.

  Αρχικά, τους τόνισε ότι δεν δέχτηκαν καμία επίθεση ληστών, ούτε πηγαίνοντας ούτε επιστρέφοντας. Πέρασαν τα σύνορα του Πάρντβακ και, ακολουθώντας την ακτή, μπήκαν στο Ίνγκινθραγκ και έφτασαν στην πρωτεύουσά του, Βάερνταγκ, όπου αγόρασαν κεντήματα, ρούχα για ναυτικούς, και κομμάτια από Σλού’ιρν

  «Τα ερπετά της θάλασσας!» φώναξε ο Βαρνάλο, που, όπως όλοι τους, είχε ακούσει μονάχα θρύλους γι’αυτά. Δεν υπήρχαν Σλού’ιρν στα νερά κοντά στη Σερανβέλ.

  «Ναι,» ένευσε η Θήρνα, «τα ερπετά της θάλασσας. Οι αλχημιστές θα μας ακριβοπληρώσουν γι’αυτά. Και τα καλά δεν τελειώνουν εδώ…» Συνέχισε, λέγοντάς τους πως, αφήνοντας πίσω τους τη Βάερνταγκ και κάνοντας τον κύκλο των βουνών, κατευθύνθηκαν νότια, ξαναμπαίνοντας στο Πάρντβακ και πηγαίνοντας, ετούτη τη φορά, στην πρωτεύουσά του, Άρντερκερ. Εκεί αγόρασαν έπιπλα, ρούχα για τα βουνά, ορειβατικούς εξοπλισμούς, όπλα, φτερά γιγάντιων κορακιών, και δύο ζωντανά γιγάντια κοράκια, κλεισμένα σε κλουβιά. Όμως, και πάλι, τα καλά δεν τελείωναν εδώ: Καθώς επέστρεφαν ανατολικά, διασχίζοντας τα εδάφη του Πάρντβακ, άκουσαν φήμες για έναν Γκρίζο Ταύρο–

  Τα μάτια της Μάριλιν γούρλωσαν, γιατί ήξερε πόσο σπάνια και επικίνδυνα θηρία ήταν οι Γκρίζοι Ταύροι.

  Η Θήρνα παρατήρησε την αντίδραση της μητέρας της, αλλά δεν τη σχολίασε· απλά, χαμογέλασε και συνέχισε: Εκείνη και ο πατέρας της βρήκαν έναν θηρευτή και τον ρώτησαν πόσα χρήματα ήθελε για να πιάσει τον Ταύρο, και πόσο χρόνο χρειαζόταν. Αυτός τούς αποκρίθηκε ότι μπορούσε να τον πιάσει μέσα σε μία ημέρα· κι όσον αφορά την πληρωμή του, δεν ήταν καθόλου ευκαταφρόνητη, διότι εξήγησε στον πατέρα πως το θέμα δεν ήταν μόνο να πιάσει τον Ταύρο, αλλά και να τον φέρει ως τη Σερανβέλ. Ο Νολράκο δεν είχε χρήματα να τον πληρώσει αμέσως, όμως τον διαβεβαίωσε ότι, αν έκανε τη δουλειά, θα τον πλήρωνε γενναιόδωρα από τις πωλήσεις. Ο θηρευτής δέχτηκε. «Έτσι, τώρα, έρχεται μαζί με το καραβάνι του πατέρα.»

  «Θα δούμε τον Γκρίζο Ταύρο, δηλαδή;» ρώτησε ο Χανμάρο. Έξω από το σαλόνι ήταν απόγευμα· τα χρώματα του ουρανού είχαν αρχίσει να σκουραίνουν, καθώς οι ήλιοι Λούντρινχ και Βάνσπαρχ έγερναν ο ένας προς τη Δύση κι ο άλλος προς την Ανατολή.

  «Ναι.»

  Η Μάριλιν έμοιαζε προβληματισμένη.

  «Μην ανησυχείς, μητέρα,» της είπε η Θήρνα. «Είναι ημερωμένος. Ή, τουλάχιστον, ο θηρευτής τον ελέγχει.» Γέμισε το ποτήρι της με κρασί και ήπιε. «Είναι υπέροχο θηρίο· πραγματικά, μαγευτικό.»

  Ο Βαρνάλο την παρακολουθούσε με το πρόσωπό του ακουμπισμένο στα χέρια του και τα μάτια του ολοστρόγγυλα, γεμάτα ενθουσιασμό.

  «Κατάπιες τη γλώσσα σου, μικρούλη;» τον πείραξε η Ζινράβα, χαϊδεύοντας τα σγουρά του μαλλιά.

  Εκείνος τής έριξε ένα βλέμμα όλο θυμό.

  Η Θήρνα χαμογέλασε, νιώθοντας καλά που βρισκόταν, πάλι, κοντά στην οικογένειά της. Βαθιά εντός της, όμως, είχε μια ανησυχία. Μια ανησυχία που δεν τους είχε αναφέρει. Κι αυτή η ανησυχία τη βάραινε πολύ, διότι το καραβάνι του πατέρα της, παρότι βρισκόταν κοντά, δεν είχε φτάσει ακόμα στην οικία των Πτεράργυρων…

 

Επιστροφή

 

Copyright © Φανταστικός Ορίζοντας


Προτείνουμε να βλέπετε αυτό τον ιστοχώρο με ανάλυση οθόνης 1024 x 768