Επίσημος δικτυακός χώρος των εκδόσεων Φανταστικός Ορίζοντας

 

Η ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΒΟΡΡΑ

Απόσπασμα Πρώτο


Όταν συνήλθε, διαπίστωσε πως ήταν αλυσοδεμένος. Αλυσοδεμένος και μέσα σ’ένα σκοτεινό δωμάτιο. Αντίκρυ του βρισκόταν μια καγκελωτή πόρτα, κι απέξω κρεμόταν ένας δαυλός. Από κάτω του μπορούσε να αισθανθεί άχυρα.

  Κελί. Ήταν κλεισμένος σ’ένα κελί.

  Ορθώθηκε, τραβώντας τις αλυσίδες του, οι οποίες ήταν περασμένες γύρω απ’τους καρπούς του. Ποιος τον είχε βάλει εδώ; Και για ποιο λόγο; Με ποιες κατηγορίες;

  Προτού σκεφτεί να φωνάξει, άκουσε βήματα να πλησιάζουν, και είδε δύο σκιερές φιγούρες να έρχονται κοντά στο φως του δαυλού και να φανερώνονται. Μια ξανθιά γυναίκα που περπατούσε σαν το ένα της πόδι να ήταν ψεύτικο, κι ένας μελαχρινός άντρας: ο πράκτορας του Συμβουλίου.

  «Βλέπω, έχεις ξυπνήσει…» είπε ο Λανκόρο στον κρατούμενό του, ο οποίος τον ατένιζε με στενεμένα μάτια.

  «Τι συμβαίνει εδώ;» γρύλισε ο Τάρναελ. «Γιατί βρίσκομαι υπό κράτηση;»

  «Για συνωμοσία κατά των εμπόρων της Σερανβέλ–»

  «Με τι αποδείξεις;»

  «Υπάρχουν αρκετές αποδείξεις για να χάσεις το κεφάλι σου,» είπε ο Λανκόρο. «Προσπάθησες να εκβιάσεις τον κύριο Πάλρο Υπόκαρδο· προσπάθησες να σκοτώσεις τόσους ανθρώπους· προσπάθησες να σκοτώσεις εμένα –έναν διοικητή της φρουράς– και τους δύο συντρόφους μου–»

  «Δεν έκανα τίποτα απ’αυτά! Βγάλτε μου τις αλυσίδες! Τώρα!» Ο Τάρναελ τράβηξε, βίαια, τα δεσμά του, και μόρφασε από πόνο, καθώς το τραύμα που του είχε προκαλέσει το στιλέτο του Σάμκρο Περίδετου τον λόγχισε.

  «Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι τα έκανες. Μην το αρνείσαι. Καλύτερα να φανείς… συνεργάσιμος,» είπε ο Λανκόρο, και η Θήρνα παρατήρησε πως ο πράκτορας του Συμβουλίου είχε αποκτήσει, τώρα, μια σχεδόν τρομακτική ηρεμία και σιγουριά. Η ένταση και ο εκνευρισμός είχαν φύγει από την όψη του· πρέπει να κατάφερνε να αγνοεί τον πόνο από τα εγκαύματά του, τα οποία ακόμα δεν είχε περιποιηθεί όπως όφειλε, πηγαίνοντας σε κάποιον θεραπευτή.

  «Μου είπες ότι έχεις αποδείξεις,» σφύριξε ο Τάρναελ. «Θα ήθελα να τις μάθω. Αλλιώς, απαιτώ να με απελευθερώσεις!»

  Ο Λανκόρο έκανε να σταυρώσει τα χέρια του εμπρός του, αλλά τα εγκαύματα στο αριστερό τον εμπόδισαν, έτσι προτίμησε να περάσει τους αντίχειρες στη ζώνη του. «Η Ζαμέρα ομολόγησε ότι την έστειλες να μιλήσει στον Πάλρο Υπόκαρδο. Ένας από τους φονιάδες που μας επιτέθηκαν, επίσης, ομολόγησε ότι τους είχες προσλάβει εσύ. Επιπλέον, μόνο εσύ θα μπορούσες να δώσεις εντολή να μας σκοτώσουν, όσο βρισκόμασταν στην κουζίνα· ήσουν το μοναδικό άτομο που έφυγε από το δωμάτιο εκείνη την ώρα. Τέλος, όταν σβήστηκε η φωτιά, βρήκα στο δωμάτιό σου ετούτη την επιστολή.» Ο Λανκόρο τράβηξε ένα τυλιγμένο κομμάτι χαρτί απ’τη ζώνη του, το άνοιξε, κρατώντας το και με τα δύο χέρια, και έστρεψε τα γράμματα προς τη μεριά του Τάρναελ. «Την αναγνωρίζεις;»

  «Δε μπορώ να δω. Είναι μακριά, και το μέρος είναι σκοτεινό,» αποκρίθηκε, ξερά, εκείνος.

  «Θα σ’τη διαβάσω, αν το επιθυμείς, αλλά δε νομίζω ότι υπάρχει λόγος. Η υπογραφή, κάτω από το κείμενο, δεν είναι παρά ένα Χι. Μήπως πρόκειται για έναν αλχημιστή που ονομάζεται Χαλκοπρόσωπος

  «Δεν μπορώ να φανταστώ πώς σου πέρασε αυτή η ιδέα…»

  Ο Λανκόρο χαμογέλασε, ψυχρά. «Μα είναι πολύ εύκολο. Το κείμενο αναφέρει ότι σου δόθηκαν κάποια αλχημικά παρασκευάσματα, μαζί με την επιστολή, τα οποία, άλλωστε, σε είδαμε να χρησιμοποιείς με τα ίδια μας τα μάτια. Για να μην πούμε κιόλας ότι τα… αισθανθήκαμε στο πετσί μας,» πρόσθεσε, με οξύ τόνο, ρίχνοντας μια επιδεικτική ματιά στα εγκαύματα στο αριστερό του χέρι.

  Ο Τάρναελ έμεινε σιωπηλός, αλλά η όψη του δεν έμοιαζε πανικόβλητη στη Θήρνα Πτεράργυρη. Αυτός ο άνθρωπος έχει μάθει να αντιμετωπίζει δύσκολες καταστάσεις, σκέφτηκε. Σίγουρα, έχει περάσει από κάμποσες τέτοιες στη ζωή του. Δεν τα χάνει εύκολα.

  «Ελπίζω,» είπε ο Λανκόρο, «να μην πιστεύεις ότι υπάρχει έστω και μία πιθανότητα να μην καταδικαστείς, Τάρναελ.»

  «Ας αφήσουμε τους δικαστές να το αποφασίσουν αυτό…»

  Ο Λανκόρο γέλασε, επιτηδευμένα. «Ναι –και σίγουρα θα το αποφασίσουν. Εκτός,» τόνισε, πιάνοντας ένα από τα κάγκελα του κελιού, με το δεξί του χέρι, «εκτός αν φανείς συνεργάσιμος, όπως είπα, και σε δουν με καλύτερο μάτι.»

  «Τι σημαίνει συνεργάσιμος στο λεξιλόγιό σου;»

  «Συνεργάσιμος σημαίνει να μας αποκαλύψεις ποιοι άλλοι κρύβονται μέσα στην πόλη, επιθυμώντας το κακό των Σερανβέλιων εμπόρων. Ποιοι συμμετέχουν σ’αυτή τη συνωμοσία, κι από πού ξεκίνησε το πράγμα. Εν ολίγοις, όλα όσα ξέρεις.»

  Ο Τάρναελ έμεινε, πάλι, σιωπηλός, αναλογιζόμενος την προσφορά του άντρα αντίκρυ του. Δεν ήταν κι άσχημη, όφειλε να παραδεχτεί. Ωστόσο, δεν τον ξέμπλεκε τελείως. Απλά, ελάφρυνε τη θέση του. Κατά πάσα πιθανότητα, θα τον έκαναν δούλο, αντί να τον εκτελέσουν. Πράγμα το οποίο, όμως, δεν τον ικανοποιούσε και τόσο.

  «Είσαι χαμένος, όπως και νάχει,» του είπε ο Λανκόρο. «Μίλησέ μου και θα είσαι λίγο λιγότερο χαμένος.

  »Γνωρίζεις τον Χαλκοπρόσωπο, έτσι δεν είναι;»

  Ο Τάρναελ δίστασε, αλλά ένευσε. «Τον γνωρίζω.»

  «Είναι σύμμαχός σου, σωστά;»

  «Σωστά.»

  «Σε ποια οργάνωση ανήκετε και τι σκοπούς έχει;»

  Οι αλυσίδες του Τάρναελ κροτάλισαν, καθώς μετακινήθηκε μέσα στο κελί του. Ο Χαλκοπρόσωπος ίσως να κανονίσει κάποια διάσωση για μένα, συλλογίστηκε. Ίσως να μην είναι συνετό να μιλήσω από τώρα. «Δεν ξέρω πολλά,» είπε στον Σερανβέλιο πράκτορα. «Δεν είμαι παρά ένα πιόνι.»

  Εκφράζεται τόσο πειστικά, παρατήρησε η Θήρνα. Ωστόσο, δεν μπορεί να λέει αλήθεια. Δεν μπορεί.

  Ο Λανκόρο δε σχολίασε τα λόγια του Τάρναελ. Ρώτησε: «Τον Χαλκοπρόσωπο τον έχεις δει χωρίς τη μάσκα του;»

  «Ναι.»

  «Πώς είναι; Είναι παραμορφωμένος;»

  Ο Τάρναελ γέλασε. Παραμορφωμένος! σκέφτηκε. Αυτό υποπτεύεστε; Ότι είναι παραμορφωμένος; «Όχι.»

  «Πώς είναι η εμφάνισή του, τότε;»

  Ο Τάρναελ ανασήκωσε τους ώμους, αδιάφορα. «Ξανθός είναι. Τίποτα το ιδιαίτερο. Τίποτα το χαρακτηριστικό.»

  «Ποιο είναι το πραγματικό του όνομα;»

  Αν πω ότι τον λένε Φαρλάνο, θα αποκαλύψω πως είναι Σερανβέλιος. Δε χρειάζεται να δώσω αυτή την πληροφορία. «Δεν ξέρω. Χαλκοπρόσωπο τον αποκαλώ.»

  Αποκλείεται! σκέφτηκε η Θήρνα. Αποκλείεται να μη γνωρίζει το πραγματικό του όνομα. Δεν μπορεί να είναι δευτερεύων σύμμαχος, όπως ο Βάρνακ.

  Ο Λανκόρο, όπως και πριν, δε σχολίασε τα λόγια του Τάρναελ. «Ποιος άλλος της οργάνωσής σας βρίσκεται μέσα στην πόλη;»

  «Δε γνωρίζω για κανέναν άλλο.»

  «Πώς ονομάζεται η οργάνωσή σας;»

  «Σου είπα: δεν ξέρω πολλά. Με χρησιμοποιούν μονάχα–»

  «Σε πληρώνουν;»

  (Η Θήρνα παρατήρησε ότι οι ερωτήσεις του Λανκόρο είχαν γίνει πιο γρήγορες από πριν. Προσπαθούσε να τον μπερδέψει: να τον κάνει να «σκοντάψει» κάπου.)

  «Ναι,» αποκρίθηκε ο Τάρναελ.

  «Ποιος σε πληρώνει;»

  «Ο Χαλκοπρόσωπος.»

  «Πόσα σου δίνει;»

  «Αναλόγως. Εκατό, διακόσια, τριακόσια χρυσά νομίσματα.»

  «Και σου πληρώνει και τα παράπλευρα έξοδο, όπως τους φονιάδες που προσέλαβες για να μας επιτεθούν;»

  «Ναι.»

  «Πόσες φορές σ’έχει πληρώσει;»

  «Αρκετές.»

  «Δε θυμάσαι; Τόσες πολλές είναι;»

  «Είναι αρκετές.»

  «Και πού κρατάς τα χρήματα; Στο πανδοχείο δε βρήκαμε τόσα λεφτά μαζεμένα.»

  «Για ανόητο μ’έχεις; Εκεί ο καθένας μπορεί να τα κλέψει. Τα έχω κάπου κρυμμένα.»

  «Πού;»

  «Σκέφτεσαι να τα κλέψεις;»

  «Τι σημασία έχει; Είσαι κρατούμενός μου, έτσι κι αλλιώς.»

  «Αν θέλεις χρήματα, ίσως να κανόνιζα να δοθεί κάτι και σε σένα, αν φαινόσουν… συνεργάσιμος.»

  Προσπαθεί να τον δωροδοκήσει! σκέφτηκε, με κατάπληξη, η Θήρνα. Ο άνθρωπος είναι ξεδιάντροπος και θρασύς πέραν κάθε λογικής και ορίου!

  «Τι σημαίνει συνεργάσιμος στο λεξιλόγιό σου;» ρώτησε ο Λανκόρο.

  «Σημαίνει, κατά πρώτον, να με βγάλεις από δω πέρα.»

  «Το ξέρεις ότι θεωρείται αδίκημα να προσπαθείς να δωροδοκήσεις έναν διοικητή της φρουράς;»

  Ο Τάρναελ γέλασε. «Μεταξύ κατεργαραίων…»

  «Να μιλάς για τον εαυτό σου.»

  Η όψη του Τάρναελ σκοτείνιασε. «Υποθέτω πως δε σκοπεύεις να φανείς συνεργάσιμος…»

  «Καλά υποθέτεις, γιατί εσύ είσαι μέσα κι εγώ έξω.»

  «Ποτέ δεν ξέρεις, όμως· ίσως οι ρόλοι μας να αντιστραφούν.»

  «Το να απειλείς έναν διοικητή της φρουράς,» είπε ο Λανκόρο, «θεωρείται επίσης αδίκημα, και θα μετρήσει εις βάρος σου ενώπιον δικαστών.»

  Ο Τάρναελ προτίμησε να μείνει σιωπηλός, γι’ακόμα μια φορά, βλέποντας πως δεν υπήρχε εύκολος τρόπος να διαπεράσει την άμυνα αυτού του ενοχλητικού άντρα.

  «Μέχρι στιγμής,» είπε ο Λανκόρο, «η μόνη πληροφορία που, ουσιαστικά, μου έχεις δώσει είναι ότι γνωρίζεις τον Χαλκοπρόσωπο, πράγμα το οποίο είχα συμπεράνει κι από μόνος μου. Μη νομίζεις, λοιπόν, πως αυτό ελαφραίνει τη θέση σου. Θα σ’αφήσω να σκεφτείς, τώρα, και θα ξαναμιλήσουμε αργότερα. Εύχομαι, για το δικό σου καλό, να έχεις τότε θυμηθεί πολύ περισσότερα.»

  Εγώ, σκέφτηκε ο Τάρναελ, βλέποντας τον μελαχρινό άντρα και την ξανθιά γυναίκα ν’απομακρύνονται μέσα στις σκιές του διαδρόμου, εύχομαι ώς τότε να έχω μπήξει ένα μακρύ λεπίδι στα σωθικά σου, καταραμένε Σερανβέλιε μπάσταρδε!

 

Επιστροφή

 

Copyright © Φανταστικός Ορίζοντας


Προτείνουμε να βλέπετε αυτό τον ιστοχώρο με ανάλυση οθόνης 1024 x 768