ΚΩΣΤΑΣ ΒΟΥΛΑΖΕΡΗΣ

 

Οι Υπέρμαχοι του
Γαλανού Φωτός

 

 

Μια Ιστορία από το Θρυμματισμένο Σύμπαν

 

 

 

 

 

 

 

 

 

© Κώστας Βουλαζέρης

http://www.fantastikosorizontas.gr/kostasvoulazeris

 

Για τα πνευματικά δικαιώματα αυτού του κειμένου ισχύουν οι όροι του Creative Commonshttp://creativecommons.org/licenses/by-nc-nd/3.0/gr/


Αυτό το βιβλίο είναι λογοτεχνικό. Όλα τα ονόματα, τα πρόσωπα, και οι καταστάσεις είναι φανταστικά ή χρησιμοποιούνται με φανταστικό, λογοτεχνικό τρόπο. Οποιαδήποτε ομοιότητα με αληθινά ονόματα, πρόσωπα, ή καταστάσεις είναι καθαρά συμπτωματική.

 

 

 

 

Μέρος Πρώτο

Ο Σκιώδης Εχθρός

 

 

 

 

1

Στα δυτικότερα μέρη της διάστασης που ήταν γνωστή ως Απολλώνια, πυκνά δάση απλώνονταν, πυκνά και δύσβατα, τόσο που σε σημεία ήταν αδύνατον να βαδίσει άνθρωπος. Ακόμα κι οι αχτίνες του λαμπερού ήλιου της Απολλώνιας ήταν πολύ, πολύ δύσκολο να περάσουν και να φωτίσουν ετούτους τους τόπους. Σε ένα, όμως, συγκεκριμένο μέρος των δασών, το σκοτάδι που απλωνόταν δεν οφειλόταν στην πυκνότητα των φυλλωμάτων· κι αυτό ήταν κάτι που ακόμα κι ο πιο απλοϊκός χωρικός μπορούσε εύκολα να κατανοήσει. Το σκοτάδι εδώ ήταν… υπερφυσικό, θα έλεγε κανείς· ή, τουλάχιστον, αφύσικο. Ήταν ένα σκοτάδι που φαινόταν σκοτεινό ακόμα και μέσα στη σκοτεινότερη νύχτα.

Ήταν ένα σχίσμα στην πραγματικότητα της Απολλώνιας: μια δίοδος μέσα από την οποία ερχόταν ο ποταμός που σε τούτη τη διάσταση ονόμαζαν ο Μαύρος Πόταμος, ενώ στη Χάρνταβελ –απ’όπου προερχόταν– οι γηγενείς τον έλεγαν απλώς ο Μεγάλος Ποταμός.

Τώρα δεν ήταν νύχτα στην Απολλώνια· ήταν απόγευμα, και το σκοτάδι σ’εκείνο το συγκεκριμένο μέρος των δασών διακρινόταν σε όλο του το μελανό μεγαλείο. Έμοιαζε, κυριολεκτικά, με μια μεγάλη, τρισδιάστατη μελανιά επάνω στο δέρμα της ίδιας της πραγματικότητας.

Ο Μαύρος Ποταμός κυλούσε ορμητικά, καθώς έβγαινε μέσα από το σκοτάδι, και στην επιφάνειά του δε φαινόταν τίποτα το αξιοσημείωτο, τίποτα το ασυνήθιστο, τίποτα που δε θα έβλεπε κανείς πάντα εδώ. Κάτω από την επιφάνεια, όμως, βρισκόταν ένα υποβρύχιο σκάφος, το οποίο είχε μόλις έρθει από τη Χάρνταβελ.

Ονομαζόταν Δύτης, και μετέφερε τον Πρίγκιπα Ανδρόνικο πίσω στην πατρίδα του. Πίσω στο βασίλειό του, που πρόσφατα είχε επαναστατήσει κατά της Συμπαντικής Παντοκρατορίας, αρνούμενο να υποταχθεί. Αυτή η ανταρσία, ο Ανδρόνικος υπέθετε, σήμαινε επίσης και το τέλος του γάμου του με την Παντοκράτειρα· γιατί, προτού οδηγήσει την πατρίδα του σε εξέγερση, ήταν ένας από τους συζύγους της.

Ο Δύτης ακολουθούσε το ρεύμα του ποταμού προς τα ανατολικά, πλέοντας κάτω από την επιφάνειά του· και, μέχρι να βγει από την περιοχή των πυκνών δασών, ο Ανδρόνικος ήξερε πως κανείς δε θα αντιλαμβανόταν την παρουσία του. Μετά, υπήρχαν κέντρα ελέγχου που εύκολα θα τον εντόπιζαν. Ο Ανδρόνικος, όμως, δε χρειαζόταν, φυσικά, να ανησυχεί γι’αυτά· βρισκόταν στη χώρα του τώρα, κι επιπλέον γνώριζε το κωδικοποιημένο σήμα που έπρεπε να δώσει, για να δηλώσει πως ήταν φίλος.

Έτσι, ο Δύτης έπλευσε για δύο ημέρες κάτω από την επιφάνεια του Μαύρου Ποταμού, συνεχίζοντας να έχει ανατολική πορεία και να πλησιάζει την Άπατη Θάλασσα, στο κέντρο της Απολλώνιας. Στην καρδιά του υποβρυχίου, στο ενεργειακό του κέντρο, η μάγισσα Άνμα’ταρ εργαζόταν έξι με οκτώ ώρες την ημέρα –ανάλογα με το πόσο θα κρατούσαν οι αντοχές της–, προκειμένου να ωθεί το σκάφος με μια Μαγγανεία Κινήσεως. Ήταν μόνη της, δεν είχε κάποιον άλλο μάγο για να τη βοηθά, κι έτσι η δουλειά της ήταν, ως εκ τούτου, και πιο κοπιαστική. Όταν, όμως, μίλησε στον Ανδρόνικο, το πρωί της τρίτης ημέρας, δεν ήταν για να του παραπονεθεί σχετικά με το πόσο κουραστική ήταν η δουλειά της.

Στεκόμενη αντίκρυ του, μέσα στη γέφυρα του σκάφους, ντυμένη μ’ένα μακρύ, μαύρο φόρεμα, και με το χρυσό της δέρμα να γυαλίζει στο φως των λαμπών, είπε: «Οι ενεργειακές φιάλες έχουν αρχίσει να τελειώνουν, Άρχοντά μου. Θα πρέπει να ανεφοδιαστούμε κάποια στιγμή σήμερα, αν δε θέλουμε να ξεμείνουμε.»

Ο Οδυσσέας, που ήταν Πρόμαχος της Επανάστασης, πιστός στον Ανδρόνικο από παλιά, και βρισκόταν επίσης στη γέφυρα, στράφηκε και πάτησε ένα πλήκτρο επάνω σε μια κονσόλα. Ο χάρτης της περιοχής παρουσιάστηκε σε μια οθόνη. Έδειχνε τον Μαύρο Ποταμό, τη θέση του Δύτη, και τις πόλεις στις όχθες.

Ο Ανδρόνικος κοίταξε τον χάρτη και είπε: «Εδώ όπου βρισκόμαστε, η Άωλρυς θα έλεγα πως είναι το λογικότερο μέρος για να σταματήσουμε και να ανεφοδιαστούμε. Τι λες κι εσύ, Οδυσσέα;»

«Συμφωνώ, Άρχοντά μου.»

«Βάζουμε πλώρη για εκεί, λοιπόν,» είπε ο Ανδρόνικος.

Η Άνμα’ταρ έφυγε απ’το δωμάτιο, πηγαίνοντας προς το ενεργειακό κέντρο του σκάφους· και, σε λίγο, ο Δύτης απέκτησε αρκετή ισχύ για να μπορεί να κινηθεί κάτω απ’τα νερά του Μαύρου Ποταμού.

Ο Οδυσσέας, που στεκόταν μπροστά στο πηδάλιο, ρύθμισε το σύστημα έτσι ώστε να ακολουθήσει αυτόματα μια προδιαγεγραμμένη πορεία προς την Άωλρυς.

Ο Ανδρόνικος καθόταν σιωπηλός στο κάθισμά του, βαστώντας ανάμεσα στον δείκτη και τον αντίχειρα του δεξιού του χεριού ένα μικροσκοπικό μεταλλικό αντικείμενο. Ένα αντικείμενο μοριακά πεπιεσμένο, το οποίο πρέπει να ήταν μια συσκευή αποθήκευσης πληροφοριών. Το αντικείμενο αυτό το είχε κρυμμένο επάνω του ο Αρίσταρχος, ένας από τους κατασκόπους του Ανδρόνικου, ο οποίος είχε βρεθεί νεκρός στη Διάσταση του Φωτός· κάποιος είχε σαμποτάρει το όχημά του, αφήνοντάς έτσι τη θανατηφόρα ακτινοβολία της εν λόγω διάστασης να περάσει και να τον σκοτώσει. Τουλάχιστον, αυτό είχε υποθέσει ο Ανδρόνικος, όταν η απεσταλμένη του –η Ιωάννα, μια γυναίκα που παλιά ήταν ανάμεσα στις Μαύρες Δράκαινες, προτού εγκαταλείψει την Παντοκράτειρα– του ανέφερε ότι δεν ήταν κάποιο όπλο που είχε σκοτώσει τον Αρίσταρχο: η μονωτική ιδιότητα του οχήματός του είχε χαλάσει, κι έτσι είχε πεθάνει. Ο Ανδρόνικος ήξερε πολύ καλά ότι ο Αρίσταρχος ποτέ δε θα έκανε τέτοιο λάθος, ποτέ δε θα άφηνε το όχημά του χωρίς επισκευές, ώστε να χαλάσει η μονωτική του ιδιότητα· επομένως, επρόκειτο για δολιοφθορά: κάποιος που γνώριζε ότι ο Αρίσταρχος θα περνούσε απ’τη Διάσταση του Φωτός είχε σαμποτάρει το όχημά του, για να τον σκοτώσει, χωρίς ο ίδιος να λερώσει τα χέρια του. Έμοιαζε, αναμφίβολα, με δουλειά ενός εκ των πρακτόρων της Παντοκράτειρας.

Κι εδώ μέσα, σκέφτηκε ο Ανδρόνικος, γυρίζοντας το μοριακά πεπιεσμένο αντικείμενο ανάμεσα στα δάχτυλά του, ίσως να βρίσκεται η απάντηση σχετικά με το τι ακριβώς συνέβη. Ή, ίσως, κάποιο πολύ σημαντικό στοιχείο.

Αλλά, ακόμα κι αν δεν υπήρχε τίποτα από αυτά μέσα στο μικροσκοπικό αντικείμενο, οι πληροφορίες που μετέφερε ο Αρίσταρχος ήταν, αναμφίβολα, σημαντικές από μόνες τους. Κι ο Ανδρόνικος ακόμα δεν είχε καταφέρει –δεν είχε βρει το χρόνο– να αποσυμπιέσει τη συσκευή αποθήκευσης (γιατί τέτοια υπέθετε πως ήταν) και να μάθει τι περιείχε.

Εκείνος κι η ομάδα των επαναστατών του είχαν φύγει άρον-άρον από το υποποτάμιο άντρο τους στην Αλβέρια, κυνηγημένοι από τους πράκτορες της Παντοκράτειρας· δεν είχαν καθόλου χρόνο για να κάνουν ούτε μία αξιόλογη στάση. Και, αρχικά, μέσα στον Δύτη υπήρχαν δύο μάγοι, για να τον κινούν: η Άνμα’ταρ και ο Σέλιρ’χοκ. Ο Σέλιρ’χοκ, όμως, έπρεπε να τους εγκαταλείψει πολύ σύντομα, για να πάει σε μια αποστολή μαζί με την Ιωάννα –το να είσαι με την Επανάσταση σήμαινε ότι όφειλες συνεχώς να βρίσκεσαι εν κινήσει: τουλάχιστον, μέχρι να ηττηθεί η Παντοκράτειρα και το σύμπαν να ξαναγίνει ασφαλές από τα επεκτατικά της σχέδια. Έτσι, επί του παρόντος, μόνο η Άνμα’ταρ είχε μείνει στο υποβρύχιο σκάφος, για να το ωθεί με μια Μαγγανεία Κινήσεως· κι αυτή η διαδικασία την κούραζε, επομένως ο Ανδρόνικος δεν της είχε ακόμα ζητήσει να αποσυμπιέσει τη μοριακά πεπιεσμένη συσκευή του Αρίσταρχου.

Σύντομα, όμως, θα πρέπει να της το ζητήσω. Και ίσως τώρα, που θα κάνουμε στάση στην Άωλρυς, να είναι η καλύτερη ευκαιρία. Γιατί, μέχρι να έφταναν στην Απαστράπτουσα, την πρωτεύουσα του βασιλείου, είχαν πολύ δρόμο μπροστά τους.

Στην Άωλρυς έφτασαν το μεσημέρι, και ο Δύτης αναδύθηκε μέσα από τα νερά του Μαύρου Ποταμού.

Ο Ανδρόνικος είχε ήδη δώσει σήμα στον πύργο ελέγχου της πόλης ότι ήταν φίλος, και είχε επίσης δηλώσει την ταυτότητά του, εξηγώντας πως ερχόταν για ανεφοδιασμό. Έτσι, στο λιμάνι τώρα συγκεντρώνονταν ένα σωρό στρατιώτες, για να τον υποδεχτούν. Μπορούσε να τους δει από το φινιστρίνι της γέφυρας.

Η Άωλρυς δεν ήταν καμια σπουδαία πόλη. Ήταν μικρή σε έκταση, με λίγο πληθυσμό, και βασιζόταν κυρίως στην αλιευτική και αγροτική οικονομία της. Επίσης, δεν είχε παρά ελάχιστους πολεμιστές, ίσα-ίσα για να διατηρούν την τάξη στο εσωτερικό της. Οι περισσότεροι πολεμιστές της Απολλώνιας, σε τούτους τους δύσκολους καιρούς, βρίσκονταν είτε στο Βόρειο Μέτωπο, αντιμετωπίζοντας τις δυνάμεις της Παντοκρατορίας, είτε στο Νότιο Μέτωπο, μπροστά από το Κρήμνισμα, μαχόμενοι εναντίον των επικίνδυνων όντων που, σαν από κάποια αλλόκοτη κατάρα, είχαν τελευταία αρχίσει να έρχονται κατά συρροήν από την Απολεσθείσα Γη.

Παρά το μέγεθός της, η Άωλρυς διέθετε, όμως, ένα κέντρο ανεφοδιασμού για όσα σκάφη πιθανώς να περνούσαν από ετούτα τα μέρη. Γιατί, καθώς η Απολλώνια βρισκόταν πλέον ανοιχτά με την Επανάσταση, οι πάντες όφειλαν να είναι σε ετοιμότητα και να βοηθούν με ό,τι τρόπο μπορούσαν.

Ο Δύτης προσέγγισε το λιμάνι, και ο Ανδρόνικος άνοιξε μια καταπακτή και βγήκε, αφήνοντας τα μακριά, ξανθά του μαλλιά να δροσιστούν από τον γλυκό άνεμο της πατρίδας του.

«Χρειαζόμαστε καύσιμα,» φώναξε στον άντρα που στεκόταν αντίκρυ του, επάνω σε μία από τις ξύλινες προβλήτες. Ήταν ντυμένος με στρατιωτική στολή, και έμοιαζε γι’αρχηγός της τοπικής φρουράς. «Μερικές ενεργειακές φιάλες Υ-3.»

«Καλωσορίσατε στην Άωλρυς, Υψηλότατε,» αποκρίθηκε ο αξιωματικός, που είχε καφέ δέρμα, μαύρα μαλλιά, και μούσι. Στο μέτωπό του υπήρχε μια ευδιάκριτη ουλή· και ο Ανδρόνικος αναρωτήθηκε πού την είχε αποκτήσει σ’ένα ήσυχο μέρος όπως ετούτο. «Πόσες φιάλες επιθυμείτε; Και τι άλλο θα μπορούσαμε να κάνουμε για εσάς;»

«Οκτώ φιάλες θα μας φέρετε· και θέλουμε κι ένα μέρος για να μείνουμε σήμερα: το πλήρωμά μου χρειάζεται ξεκούραση.»

«Ασφαλώς,» είπε ο αξιωματικός· και ύστερα συστήθηκε στον Ανδρόνικο ως Πολυδέκτης, καθώς εκείνος κατέβαινε από το σκάφος.

Το πλήρωμα του Δύτη κατέβηκε επίσης στις αποβάθρες της Άωλρυς· και ανάμεσά τους ήταν, ασφαλώς, και ο Οδυσσέας κι η Άνμα’ταρ. Ο Ανδρόνικος μπορούσε να δει ότι η μάγισσα δεν ήταν τόσο κουρασμένη όσο άλλες φορές, ύστερα από τη δουλειά της στο ενεργειακό κέντρο του σκάφους, καθώς σήμερα είχε εργαστεί μόνο τη μισή ημέρα. Καλό αυτό. Θα μπορεί άνετα να μου αποσυμπιέσει τη συσκευή του Αρίσταρχου, υποθέτω.

Ο Πολυδέκτης και μερικοί άνθρωποι της φρουράς της Άωλρυς έκαναν κάποιες σύντομες συνεννοήσεις μέσω τηλεπικοινωνιακού πομπού και, έπειτα, ζήτησαν από τον Ανδρόνικο και τους υπόλοιπους να έρθουν μαζί τους.

«Ακολουθήστε μας, Υψηλότατε,» είπε ο Πολυδέκτης. «Θα σας πάμε στο ξενοδοχείο ‘Ο Νότιος Άνεμος’. Είναι το καλύτερο στην πόλη, και υπάρχει χώρος για όλους σας.»

«Ευχαριστούμε, κύριε διοικητά,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος.

Ο Πολυδέκτης υποκλίθηκε. «Υποχρέωσή μας, Υψηλότατε.»

Και τους οδήγησε προς τον Νότιο Άνεμο, ο οποίος δεν ήταν μακριά από εδώ, και μπορούσαν άνετα να πάνε με τα πόδια. Ο Ανδρόνικος έβλεπε το ξενοδοχείο από εκεί όπου είχε αράξει ο Δύτης. Ήταν ένα ψηλό οικοδόμημα, με τζάμια που γυάλιζαν στον μεσημεριανό ήλιο και όμορφα μπαλκόνια με φυτά. Σε ορισμένα από τα μπαλκόνια οι τέντες ήταν κατεβασμένες. Σε κάποια φαίνονταν άνθρωποι να στέκονται ή να κάθονται, ενώ άλλα έμοιαζαν έρημα. Το ξενοδοχείο ήταν χτισμένο με λευκή πέτρα, κι επάνω στην κορυφή του υπήρχε ένα μεγάλο λάξευμα: ένα καλλιτεχνικά φτιαγμένο βέλος που έδειχνε νότια, κάτω από τρεις ανάγλυφες λέξεις: Ο ΝΟΤΙΟΣ ΑΝΕΜΟΣ.

Φτάνοντας, ο Ανδρόνικος διαπίστωσε ότι τους περίμεναν και προετοιμασίες είχαν ήδη γίνει. Ένας υπηρέτης τού ζήτησε να τον ακολουθήσει, και τον οδήγησε στο ψηλότερο πάτωμα του ξενοδοχείου και σε μια πολυτελή σουίτα, στο εσωτερικό της οποίας υπήρχε μια μικρή πισίνα. Ο Ανδρόνικος είχε στη ζωή του γνωρίσει πολύ, πολύ καλύτερες σουίτες και διαμερίσματα –και πολύ μεγαλύτερες, επίσης–, αλλά καταλάβαινε ότι ετούτος ο χώρος ήταν πραγματικά ό,τι ποιοτικότερο είχε να προσφέρει μια μικρή πόλη περιορισμένων πόρων όπως η Άωλρυς. Επιπλέον, δεν τον ενδιέφεραν ιδιαίτερα οι υπερβολικές ανέσεις αυτή τη στιγμή· η σουίτα του ήταν υπεραρκετή, έκρινε. Αναμφίβολα, μακράν πιο άνετη από την καμπίνα του στον Δύτη ή τα διαμερίσματά του στο εσωτερικό του υποποτάμιου άντρου της Αλβέρια (το οποίο πλέον ήταν πλημμυρισμένο, γιατί ο Ανδρόνικος είχε προτιμήσει να το καταστρέψει, παρά να το αφήσει να πέσει στα χέρια των πρακτόρων της Παντοκράτειρας).

Ο υπηρέτης που τον είχε φέρει εδώ τον ρώτησε αν θα επιθυμούσε κάτι το ιδιαίτερο. Εκείνος αποκρίθηκε πως όχι, όλα ήταν εντάξει. Επομένως, ο υπηρέτης τον διαβεβαίωσε ότι το φαγητό του θα ερχόταν σύντομα, κι ύστερα αποχώρησε.

Ο Ανδρόνικος άνοιξε μια μπαλκονόπορτα και βγήκε στο μπαλκόνι. Η θέα ήταν καταπληκτική από εδώ: έβλεπε ολόκληρη την πόλη, καθώς και πολλά χιλιόμετρα προς κάθε κατεύθυνση, εκτός από ανατολικά, γιατί το μπαλκόνι ήταν δυτικό. Ένας ψυχρός αέρας ερχόταν από το Βορρά, θυμίζοντας στον Ανδρόνικο πως, στην Απολλώνια, ήταν τώρα η αρχή του χειμώνα.

Μπήκε πάλι στο εσωτερικό και έκλεισε την πόρτα, η οποία ήταν εξολοκλήρου φτιαγμένη από κρύσταλλο, αφήνοντας το φως να περνά χωρίς δυσκολία (εκτός αν, φυσικά, ο ένοικος της σουίτας τραβούσε τις κουρτίνες). Γδύθηκε από τα ρούχα που φορούσε εδώ και μέρες μέσα στον Δύτη και βούτηξε στην πισίνα, όπου το νερό ήταν χλιαρό και χαλαρωτικό.

Η πόρτα χτύπησε και μια γυναικεία φωνή ανακοίνωσε ότι το φαγητό του ήταν έτοιμο. Ο Ανδρόνικος τής είπε ότι μπορούσε να περάσει. Η κοπέλα μπήκε, σπρώχνοντας ένα κυλιόμενο τραπεζάκι. Σερβίρισε το γεύμα στο τραπέζι της σουίτας και έφυγε, αφότου ρώτησε αν ο Υψηλότατος θα επιθυμούσε τίποτε άλλο και πήρε αρνητική απάντηση.

Ο Ανδρόνικος τελείωσε το μπάνιο με την ησυχία του, βγήκε από την πισίνα, σκουπίστηκε με μια πετσέτα, φόρεσε μια ρόμπα, και κάθισε να φάει. Το γεύμα ήταν εξαιρετικό και το κρασί γλυκό αλλά ελαφρύ. Δεν μπόρεσε να φάει όλα τα φαγητά, καθώς ήταν, προφανώς, παραπάνω από όσα είχε τη δυνατότητα ένας άνθρωπος να καταναλώσει στην καθισιά του· του τα είχαν φέρει προκειμένου να μπορεί να επιλέξει. Κι ο Ανδρόνικος σκεφτόταν ότι, μάλλον, είχε μπροστά του λίγο από καθετί που υπήρχε στο μενού του ξενοδοχείου σήμερα.

Όταν είχε χορτάσει, κοιμήθηκε για καμια ώρα και, μετά, έδωσε εντολή να ζητήσουν από την Άνμα’ταρ να έρθει στη σουίτα του.

Η μάγισσα κατέφθασε, δίχως αργοπορία. Ήταν ντυμένη μ’ένα φαρδύ, μεταξωτό παντελόνι και μια εξίσου φαρδιά, μεταξωτή μπλούζα χωρίς μανίκια. Και τα δύο ήταν λευκά. Στα πόδια της φορούσε μαύρα, δερμάτινα παπούτσια. Στους καρπούς και στους βραχίονές της φορούσε αργυρά και μπρούντζινα βραχιόλια και περιβραχιόνια, τα οποία έκαναν έντονη αντίθεση πάνω στο χρυσαφένιο δέρμα της. Τα κοντά, σγουρά, μαύρα μαλλιά της ήταν καλοχτενισμένα και φρεσκολουσμένα.

«Με ζητήσατε, Πρίγκιπά μου,» είπε, κλείνοντας την πόρτα της σουίτας και κάνοντας μερικά βήματα πάνω στο πελώριο χαλί που σκέπαζε το πάτωμα του καθιστικού.

«Ναι.» Ο Ανδρόνικος καθόταν στον καναπέ, έχοντας στο χέρι του ένα ποτήρι δροσερό λευκό κρασί. Ήταν ντυμένος ακόμα με τη ρόμπα που είχε φορέσει βγαίνοντας από την πισίνα. «Θέλω να μου αποσυμπιέσεις τη συσκευή του Αρίσταρχου.» Προτείνοντας το χέρι του, με το οποίο βαστούσε το ποτήρι, έδειξε ένα τραπεζάκι.

Όπου δε φαινόταν να υπάρχει τίποτα.

Η Άνμα’ταρ το πλησίασε και πήρε το μοριακά πεπιεσμένο αντικείμενο από την ξύλινη επιφάνειά του. Ήταν τόσο μικρό, που έπρεπε να είσαι πολύ κοντά για να μπορείς να το δεις· επίσης, έμοιαζε να κολλά επάνω εκεί όπου το άφηνες.

Ή, μάλλον, δεν έμοιαζε μόνο. Ο Ανδρόνικος ήξερε ότι, όντως, κολλούσε. Η Ιωάννα τού το είχε φέρει κρυμμένο μέσα στα μακριά, ξανθά μαλλιά της: επάνω σε μία από τις τρίχες των μαλλιών της.

Η Άνμα’ταρ κράτησε το μικροσκοπικό αντικείμενο ανάμεσα στα δάχτυλά της, κοιτάζοντάς το.

«Μπορείς να το αποσυμπιέσεις, έτσι;» της είπε ο Ανδρόνικος.

«Ναι, φυσικά,» αποκρίθηκε η Άνμα’ταρ. «Οι Δράκαινες είμαστε προσανατολισμένες σε μαγείες που αφορούν τη μάχη, αλλά όχι τόσο πολύ ώστε να μην ξέρουμε τη Μαγγανεία Μοριακής Αποσυμπιέσεως. Είναι κάτι που μπορεί να σου φανεί χρήσιμο σε οποιαδήποτε αποστολή.»

Η Άνμα’ταρ, προτού μπει στην Επανάσταση, ήταν ανάμεσα στις Μαύρες Δράκαινες, όπως και η Ιωάννα, και υπηρετούσε την Παντοκράτειρα. Ήταν, για την ακρίβεια, μία από τις μάγισσες των Μαύρων Δρακαινών: μία από τις γυναίκες που ονομάζονταν, απλά, Δράκαινες. Αυτό σήμαινε κιόλας το ’ταρ στο τέλος του ονόματός της. Και δεν ήταν μια κατάληξη που συναντούσες πλέον συχνά, γιατί το τάγμα των Δρακαινών είχε διαλυθεί. Δε θα εκπαιδεύονταν άλλες Δράκαινες στο μέλλον· η Άνμα ήταν από τις τελευταίες του είδους της. Μια μάγισσα του πολέμου και του θανάτου.

Κρατώντας τώρα το μοριακά πεπιεσμένο αντικείμενο στο χέρι της, άρχισε να αρθρώνει μυστικιστικά λόγια που έκαναν τον Ανδρόνικο να απορεί πώς η γυναίκα δε στραμπουλούσε τη γλώσσα της. Το αντικείμενο λαμπύρισε και έφυγε απ’τα δάχτυλά της· αιωρήθηκε εμπρός της, λουσμένο σε μια αργυρόχρωμη ακτινοβολία. Η Άνμα’ταρ συνέχισε τη μαγγανεία της, υψώνοντας τα ανοιχτά χέρια της δεξιά κι αριστερά του αντικείμενου. Τα μάτια της ήταν τώρα κλειστά, και έμοιαζε απόλυτα συγκεντρωμένη σ’αυτό που έκανε.

Ο Ανδρόνικος ήπιε μια γουλιά κρασί, παρακολουθώντας σιωπηλά, μη θέλοντας να ενοχλήσει στο ελάχιστο· γιατί γνώριζε ότι, πολλές φορές, αντικείμενα καταστρέφονταν κατά τη μοριακή συμπίεση ή αποσυμπίεση: γίνονταν χίλια κομμάτια ή μια μη-αναγνωρίσιμη μάζα, ή δεν λειτουργούσαν όπως όφειλαν, ή λειτουργούσαν με τρόπο επικίνδυνο ή ακόμα και καταστροφικό.

Η Άνμα’ταρ άρχισε να απομακρύνει τα χέρια της από το αιωρούμενο, λαμπυρίζον αντικείμενο… και το αντικείμενο άρχισε να μεγαλώνει και να μεγαλώνει, σταδιακά. Ο Ανδρόνικος είδε ότι επρόκειτο για ένα κομμάτι χαρτί, τυλιγμένο κυλινδρικά. Παράξενο… Δεν ήταν ακριβώς αυτό που περίμενε.

Η αργυρή λάμψη διαλύθηκε, και το χαρτί έπεσε πάνω στο ξύλινο τραπεζάκι. Η Άνμα’ταρ άνοιξε τα μάτια της. «Τελείωσε,» είπε. «Ελπίζω όλα να έγιναν σωστά.»

Ο Ανδρόνικος σηκώθηκε απ’τον καναπέ και πλησίασε το τραπεζάκι. Άφησε το ποτήρι του στην ξύλινη, γυαλιστερή επιφάνεια και σήκωσε το τυλιγμένο χαρτί. Το άνοιξε.

Και συνοφρυώθηκε, παραξενεμένος.

Τι στις Φωτιές του Μαύρου Νάρζουλ είν’αυτό;

Το χαρτί ήταν γεμάτο με γράμματα και σύμβολα, τα οποία δεν έβγαζαν κανένα νόημα. Ορισμένα, μάλιστα, ο Ανδρόνικος δεν τα είχε ξαναδεί ποτέ στη ζωή του.

«Καταλαβαίνεις τίποτα;» ρώτησε την Άνμα’ταρ, δίνοντάς της το χαρτί.

Η μάγισσα το κοίταξε, και κούνησε το κεφάλι. «Όχι,» αποκρίθηκε. «Πρέπει να είναι κάποιου είδους κώδικας.» Το επέστρεψε στον Ανδρόνικο.

Εκείνος το τύλιξε πάλι. «Θα το μελετήσω περισσότερο όταν είμαστε στην Απαστράπτουσα.» Παράξενο, όμως, που ο Αρίσταρχος έγραψε αυτό το πράγμα. Γιατί να γράψει σε έναν κώδικα που δεν γνωρίζω; Γιατί να μη γράψει σε έναν απ’τους γνωστούς κώδικες της Επανάστασης;

Παραμερίζοντας τούτους τους συλλογισμούς και πείθοντας τον εαυτό του ν’αφήσει το αλλόκοτο κείμενο για αργότερα –αφού δε νόμιζε ότι μπορούσε να λύσει το μυστήριό του αυτή τη στιγμή–, ρώτησε τη μάγισσα: «Τι θα κάνεις τώρα;»

«Τι εννοείτε, Πρίγκιπά μου;»

«Εννοώ, θα πας στο δωμάτιό σου; Έχεις σχεδιάσει τίποτα;»

«Όχι.»

«Ωραία,» είπε ο Ανδρόνικος. «Αυτή η οθόνη έχει ένα σωρό ταινίες αποθηκευμένες» –πλησίασε μια οθόνη που ήταν προσαρτημένη σ’έναν απ’τους τοίχους του δωματίου– «και βαριέμαι να τις παρακολουθώ μόνος μου. Θα μείνεις;»

«Ναι,» αποκρίθηκε η Άνμα, ανασηκώνοντας τους ώμους. Και πρόσθεσε, μ’ένα στραβό μειδίαμα: «Αν πιστεύετε, Πρίγκιπά μου, ότι η Ιωάννα δε θα με παρεξηγήσει.» Η Ιωάννα ήταν γνωστό από όλους πως ήταν ερωμένη του Ανδρόνικου, πολύ προτού εκείνος δηλώσει επισήμως ότι βρισκόταν με την Επανάσταση και απομακρύνει την Απολλώνια από τη Συμπαντική Παντοκρατορία.

«Δε νομίζω,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος στην Άνμα’ταρ. «Εξάλλου, ποιος ξέρει τι κάνει εκείνη, όσο βρίσκεται μακριά από εμάς, μαζί με τον Σέλιρ’χοκ…»

Η Άνμα συνοφρυώθηκε, και η όψη της σκοτείνιασε· γιατί, όπως η Ιωάννα ήταν ερωμένη του Ανδρόνικου, έτσι κι ο Σέλιρ’χοκ –ένας μαυρόδερμος μάγος από το τάγμα των Διαλογιστών– ήταν δικός της εραστής, αν και όχι για πολύ καιρό. Τον είχε γνωρίσει πρόσφατα, μέσα στην Επανάσταση.

Ο Ανδρόνικος μειδίασε. «Σε πειράζω. Δεν έχω τον Σέλιρ’χοκ για πλάσμα πολυγαμικό.»

*

Η ταινία ήταν ακόμα στη μέση, όταν ο επικοινωνιακός δίαυλος του ξενοδοχείου χτύπησε και ο Ανδρόνικος σηκώθηκε απ’τον καναπέ και πήγε να μιλήσει. Ένας άντρας τον ενημέρωσε ότι ο Πρωθιερέας του Απόλλωνα βρισκόταν εδώ και ζητούσε να μιλήσει μαζί του.

Ο Πρωθιερέας του Απόλλωνα; παραξενεύτηκε ο Ανδρόνικος. Αυτό, σίγουρα, δεν ήταν κάτι το τυπικό ή το συνηθισμένο.

Είπε ότι θα τον δεχόταν σε πέντε λεπτά, και πήγε να ντυθεί, γιατί, φυσικά, δεν μπορούσε να συναντήσει τον Πρωθιερέα φορώντας μια ρόμπα.

Όταν ήταν έτοιμος, η Άνμα’ταρ τον ρώτησε αν θα ήθελε εκείνη να φύγει. Προτού, όμως, ο Ανδρόνικος απαντήσει, άκουσαν το κουδούνι της εξώπορτας να χτυπά, παράγοντας έναν μουσικό ήχο.

«Μάλλον,» είπε ο Ανδρόνικος, «είναι πλέον πολύ αργά γι’αυτό. Ας δούμε τι θέλει.

»Περάστε!» φώναξε.

Η πόρτα άνοιξε, και ένας άντρας πέρασε το κατώφλι. Το δέρμα του ήταν λευκό όπως του Ανδρόνικου, και είχε άσπρα μούσια και καθόλου μαλλιά. Φορούσε το ιερατικό ράσο των ιερέων του Απόλλωνα που βρίσκονταν ψηλά στην ιεραρχία. Πρέπει να ήταν αρκετά μεγάλος σε ηλικία.

«Σας χαιρετώ, Υψηλότατε,» είπε· «και απολογούμαι εάν ετούτη δεν είναι κατάλληλη ώρα. Ωστόσο, αισθανόμουν πως όφειλα να σας μιλήσω το συντομότερο δυνατό.»

«Δεν υπάρχει πρόβλημα, Πατέρα. Ελάτε μέσα, παρακαλώ. Καθίστε.»

«Ευχαριστώ,» αποκρίθηκε ο Πρωθιερέας, και βάδισε μες στο δωμάτιο, ενώ η εξώπορτα έκλεινε αυτόματα πίσω του. Πλησίασε μια πολυθρόνα και κάθισε.

«Θα θέλατε να σας κεράσω κάτι;» ρώτησε ο Ανδρόνικος.

«Ευχαριστώ, Υψηλότατε, αλλά όχι.»

Ο Ανδρόνικος κάθισε αντίκρυ του, ενώ η Άνμα’ταρ πήρε θέση στον καναπέ, με τους αγκώνες της στα γόνατά της και παρατηρώντας τον ιερωμένο.

«Ποιος ο λόγος της επίσκεψής σας, Πατέρα;» ρώτησε ο Ανδρόνικος.

«Αισθανόμουν πως όφειλα να σας προειδοποιήσω, Υψηλότατε, καθώς, απ’ό,τι έχω ακούσει, λείπετε αρκετό καιρό από την Απολλώνια.»

«Να με προειδοποιήσετε σχετικά με τι;»

Ο Πρωθιερέας έριξε ένα αβέβαιο βλέμμα στην Άνμα’ταρ. «Πρόκειται για κάποιο άτομο της εμπιστοσύνης σας;» ρώτησε τον Ανδρόνικο.

«Τολμώ να πω πως ναι. Θα θέλατε να αποχωρήσει;»

«Εάν πιστεύετε ότι είναι, όντως, άτομο εμπιστοσύνης, όχι,» απάντησε ο Πρωθιερέας.

«Τότε, παρακαλώ, συνεχίστε, Πατέρα.»

Ο Πρωθιερέας καθάρισε το λαιμό του. Δεν έμοιαζε και πολύ άνετος που θα έλεγε ό,τι σχεδίαζε να πει. «Ο αδελφός σας,» είπε, τελικά, «προέβη σε κάποιες… μεταρρυθμίσεις, εν τη απουσία σας, Υψηλότατε. Τουλάχιστον, έτσι έχουμε ακούσει εδώ, στην Άωλρυς, η οποία βρίσκεται πολύ μακριά από την Απαστράπτουσα.»

Ο Ανδρόνικος συνοφρυώθηκε. «Μεταρρυθμίσεις;»

«Πιστεύει πως έχει βρει έναν τρόπο για να μας δώσει την τελική και απόλυτη νίκη στο Βόρειο Μέτωπο.»

Ο Λούσιος έχει βρει τρόπο για να μας δώσει την τελική νίκη εναντίον της Παντοκράτειρας; «Και γιατί θα έπρεπε αυτό να με ανησυχήσει, Πατέρα;»

«Διότι ελάχιστοι φαίνεται να γνωρίζουν το ακριβές σχέδιό του· και διότι έχουν γίνει, όπως ήδη προείπα, αρκετές μεταρρυθμίσεις εντός του βασιλείου. Όσοι δεν υποστηρίζουν το σχέδιο του αδελφού σας έχουν χάσει τις θέσεις τους, πολλές φορές και τα υπάρχοντά τους, ή έχουν ακόμα και… εξαφανιστεί. Ο Πρίγκιπας Λούσιος έχει βάλει άλλους στα πόστα τους· δικούς του ανθρώπους, απόλυτα πιστούς σ’εκείνον. Έχει δημιουργήσει γύρω του μια… μια κάστα, σύμφωνα με ό,τι γνωρίζω, για την οποία πολλά ακούγονται.»

Περίεργο, σκέφτηκε ο Ανδρόνικος. Γιατί να κάνει ο Λούσιος όλα αυτά; «Τι ακούγεται, δηλαδή;»

«Ακούγεται, Υψηλότατε, ότι δε θα είναι πρόθυμοι να σας δεχτούν στην εξουσία, όταν επιστρέψετε στην Απαστράπτουσα.»

«Πιστεύετε, Πατέρα, ότι ο αδελφός μου σκοπεύει να σφετεριστεί τον Κυανό Θρόνο;» Του έμοιαζε τρελό. Ειδικά μια περίοδο σαν ετούτη, που εχθροί σφυροκοπούσαν την Απολλώνια από δύο μέτωπα και ο αγώνας ήταν σκληρός.

«Πολλοί λένε ότι το έχει ήδη κάνει,» είπε ο Πρωθιερέας του Απόλλωνα. «Πρέπει, όμως, να σας τονίσω, επίσης, ότι εδώ, στην Άωλρυς, δεν γνωρίζουμε τα πάντα που συμβαίνουν στην Απαστράπτουσα. Είμαστε πολύ μακριά.» Φαινόταν διστακτικός να λάβει εξολοκλήρου την ευθύνη των όσων έλεγε.

«Ο πατέρας μου συνεχίζει να είναι ζωντανός;» ρώτησε ο Πρίγκιπας. Ο Βασιληάς της Απολλώνιας ήταν ηλικιωμένος και βαριά άρρωστος, γι’αυτό κιόλας ο Ανδρόνικος κυβερνούσε στη θέση του.

«Δεν έχω ακούσει ότι πέθανε, Υψηλότατε.»

Αλλά πιθανώς να μη γνωρίζει τίποτα για τις ενέργειες του Λούσιου. Η κατάστασή του δεν του επιτρέπει να αναμιγνύεται στην πολιτική ζωή της χώρας. «Σας ευχαριστώ για την ενημέρωση, Πατέρα. Υπάρχει κάτι άλλο που θα θέλατε να συζητήσουμε;»

«Όχι,» είπε ο Πρωθιερέας. «Ήρθα μόνο για να σας προειδοποιήσω, Υψηλότατε, ώστε, φτάνοντας στην Απαστράπτουσα, να μη βρεθείτε προ εκπλήξεως.»

«Και σας ευχαριστώ και πάλι,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος, καθώς εκείνος κι ο Πρωθιερέας σηκώνονταν από τα καθίσματά τους.

Ο Πρίγκιπας οδήγησε τον γηραιότερο άντρα προς την πόρτα· και, προτού φύγει, αυτός είπε: «Να προσέχετε. Δεν ξέρω ποια πιθανώς να είναι η αντίδραση του Πρίγκιπα Λούσιου, όταν σας δει να εμφανίζεστε.»

Ο Ανδρόνικος υποσχέθηκε πως θα το είχε υπόψη του, και ο Πρωθιερέας του Απόλλωνα τού έδωσε την ευλογία του και αποχώρησε.

Η Άνμα’ταρ είχε σηκωθεί απ’τον καναπέ και, επί του παρόντος, στεκόταν στο κέντρο του καθιστικού. «Αυτό σημαίνει ότι θα έχουμε προβλήματα;» ρώτησε.

Ο Ανδρόνικος αποκρίθηκε: «Κατά πάσα πιθανότητα, ναι.»

2

Το επόμενο πρωί, έφυγαν από την Άωλρυς, μπαίνοντας στον Δύτη και συνεχίζοντας το υποβρύχιό τους ταξίδι προς την Απαστράπτουσα.

Δεν ήταν, όμως, μόνοι, όπως νόμιζαν.

Στο εσωτερικό του σκάφος δεν βρίσκονταν μόνο ο Ανδρόνικος, ο Οδυσσέας, η Άμνα’ταρ, και οι επαναστάτες από το πλημμυρισμένο πλέον άντρο στην Αλβέρια. Μαζί τους ήταν και μια άλλη οντότητα, που κρυβόταν σε μια από τις σκιερές γωνίες του οκτάγωνου δωματίου στην καρδιά του Δύτη: στο ενεργειακό κέντρο του υποβρυχίου, πίσω από μία από τις καινούργιες ενεργειακές φιάλες Υ-3.

Κι αυτή η οντότητα είχε συγκεκριμένες διαταγές εντυπωμένες στο νου της, όπως μια σφραγίδα είναι πατημένη πάνω σ’ένα κομμάτι χαρτί, αφήνοντας εκεί το ανεξίτηλο σημάδι της. Η οντότητα, αφού την είχαν βάλει κρυφά στο σκάφος (πράγμα το οποίο είχε επιτευχθεί πολύ εύκολα, καθότι ο Δύτης βρισκόταν, ουσιαστικά, αφύλακτος σ’ένα φιλικό και μικρό λιμάνι σαν της Άωλρυς), έπρεπε να περιμένει, ώσπου να περάσει κάποια ώρα, και μετά να δράσει. Να τραφεί.

Έτσι, τώρα το βιολογικό της ρολόι λειτουργούσε μέσα της, μετρώντας τα λεπτά.

Τικ… τακ… τοκ… τικ… τακ…

Η ώρα περνούσε. Ο χρόνος κυλούσε.

Και η Άνμα’ταρ, που καθόταν σε μια καρέκλα μπροστά απ’τον λάκκο στο κέντρο του δωματίου, δεν είχε αντιληφτεί τίποτα για την παρουσία της οντότητας. Δεν είχε δει, δεν είχε ακούσει, δεν είχε αισθανθεί το παραμικρό. Η δουλειά της την απορροφούσε, καθώς η μάγισσα, μέσω της Μαγγανείας Κινήσεως, έδινε ώθηση στον Δύτη.

Τα καλώδια και τα μικροσκοπικά κάτοπτρα μέσα στον λάκκο λαμπύριζαν, γυάλιζαν, και φώτιζαν, φορτισμένα από την ενέργεια, δημιουργώντας ένα ημίφως γεμάτο σκιές.

Και σ’αυτές τις σκιές η οντότητα δεν ήταν καθόλου δύσκολο να κρυφτεί.

Τικ… τακ… τοκ… τικ… τακ…

Η οντότητα ήταν μικρή, όχι μεγαλύτερη από δύο ανοιχτές, αντρικές παλάμες. Αλλά θα μεγάλωνε. Θα μεγάλωνε πολύ. Γιατί, επί του παρόντος, ήταν διπλωμένη.

Τικ… τακ… τοκ… τικ… τακ…

Η ώρα πλησίαζε…

…Ο Δύτης κολυμπούσε κάτω από την επιφάνεια του Μαύρου Ποταμού, σαν γιγάντιο μεταλλικό ψάρι· και τα πλάσματα που κατοικούσαν σε τούτους τους βυθούς παραμέριζαν, αποφεύγοντάς τον, μη θέλοντας να τον πλησιάσουν, φοβισμένα απ’την παρουσία του…

…Η ώρα είχε έρθει!

Η οντότητα ξεδιπλώθηκε.

Σαν κλεισμένη γροθιά, άνοιξε, απλώνοντας μακριά πλοκάμια πίσω από τις σκιές: πλοκάμια που έμοιαζαν να μεγαλώνουν και να μεγαλώνουν και να μεγαλώνουν, όπως ένας σωλήνας που βγαίνει μέσα από έναν άλλο σωλήνα που βγαίνει μέσα από έναν άλλο σωλήνα.

Στο πέρας κάθε πλοκαμιού υπήρχε ένα σκληρό και μυτερό κεντρί: και τα κεντριά μπήχτηκαν με δύναμη πίσω από τις φιάλες Υ-3, διαπερνώντες τες και μένοντας εκεί. Αρχίζοντας να ρουφάνε ενέργεια, όπως το μωρό ρουφά γάλα από το βυζί της μάνας του.

Η κατανάλωση της ενέργειας δεν ήταν απότομη. Ήταν σταδιακή. Δε θα την πρόσεχε κάποιος, εκτός αν ήταν στη γέφυρα του σκάφους και είχε τα μάτια του καρφωμένα επάνω στην ένδειξη για την ποσότητα ενέργειας.

Έτσι, ο Δύτης δε θα αργούσε να βρεθεί, ξαφνικά, εξαντλημένος στον βυθό του Μαύρου Ποταμού, χωρίς κανείς να έχει αντιληφτεί το γιατί. Κι αυτό, κατά πάσα πιθανότητα, θα σήμαινε το θάνατο όσων ήταν εντός του.

Η Άνμα’ταρ, αρχικά, δεν είχε καταλάβει τίποτα από όλα τούτα. Δεν είχε δει ούτε τα πλοκάμια να εξαπλώνονται, καθώς είχε τα μάτια της κλειστά, ούτε είχε αισθανθεί την ενέργεια να καταναλώνεται από κάτι άλλο εκτός από τον Δύτη. Κι επομένως, συνέχιζε τη Μαγγανεία Κινήσεως, κατευθύνοντας την ενέργεια από τις φιάλες έτσι ώστε να δίνει στο υποβρύχιο σκάφος την απαιτούμενη ώθηση.

Ωστόσο, ετούτη δεν ήταν η πρώτη φορά που η Άνμα’ταρ χρησιμοποιούσε τη Μαγγανεία Κινήσεως στη ζωή της· είχε κάποια εμπειρία, κι ύστερα από ώρα, αντιλήφτηκε κάτι το… ασυνήθιστο. Η ενεργειακή ροή δεν ήταν ακριβώς όπως όφειλε. Βέβαια, η ενεργειακή ροή, συνήθως, διέφερε από διάσταση σε διάσταση: σε ορισμένες διαστάσεις η ενέργεια καταναλωνόταν πιο γρήγορα, σε ορισμένες πιο αργά (και σε ορισμένες άλλες, φυσικά, υπήρχαν είδη ενέργειας που δεν λειτουργούσαν καθόλου). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, η Άνμα αισθανόταν ολοένα και πιο σίγουρη ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Στην Απολλώνια ο ρυθμός ενεργειακής ροής έπρεπε να είναι αργότερος. Τι είχε αλλάξει; Είχε συμβεί τίποτα στο σκάφος;

Η Άνμα άνοιξε τα μάτια της –μη σταματώντας τη Μαγγανεία Κινήσεως– και κοίταξε μέσα στο δωμάτιο. Το πρώτο ασυνήθιστο πράγμα που παρατήρησε ήταν το πού βρίσκονταν οι μετρητές επάνω στις ενεργειακές φιάλες.

Δεν μπορεί να έχουμε ξοδέψει τόση πολλή ενέργεια!

Κοίταξε το ρολόι της· και διαπίστωσε ότι, ναι, καλά το υπολόγιζε, ήταν μεσημέρι. Αδύνατον να έχουμε ξοδέψει τόση πολλή ενέργεια! Με τόση ενέργεια θα μπορούσαμε να κινούμαστε για μέρες.

Και τότε ήταν που πρόσεξε ότι, μέσα στις σκιές του δωματίου, υπήρχαν πράγματα που, παλιότερα, δε θυμόταν να υπάρχουν. Κάποιου είδους καλώδια… ή σχοινιά, ή σύρματα…

Η Άνμα βλεφάρισε, παραξενεμένη, και σηκώθηκε απότομα από την καρέκλα της, σπάζοντας τη Μαγγανεία Κινήσεως και κάνοντας τον Δύτη να χάσει την κινητική του ενέργεια.

Πλησίασε ένα από τα παράξενα νήματα, τα οποία βρίσκονταν πίσω από τις φιάλες –κι αυτό κινήθηκε! Μαζεύτηκε προς τα πίσω. Και, την ίδια στιγμή, η Άνμα είδε κι άλλες σκιές να κινούνται μες στο οκτάγωνο δωμάτιο.

Στη ζώνη της υπήρχε ένα πιστόλι, αλλά δεν το τράβηξε, γιατί γνώριζε πόσο επικίνδυνο θα ήταν να πυροβολήσει εδώ μέσα, σ’έναν χώρο γεμάτο ενεργειακές φιάλες· μπορούσε να προκληθεί έκρηξη η οποία θα άνοιγε τρύπα στα τοιχώματα του Δύτη και θα πνίγονταν όλοι τους.

Έτσι, έσκυψε και, παραμερίζοντας την άκρη του φορέματός της, τράβηξε γρήγορα το ξιφίδιο που ήταν περασμένο σ’ένα θηκάρι στην κνήμη της.

Αλλά επίσης γρήγορα κινήθηκαν και τα παράξενα νήματα ολόγυρά της.

Ένα απ’αυτά τυλίχτηκε γύρω απ’τον αριστερό της αστράγαλο και την τράβηξε, βίαια, σωριάζοντάς την. Η Άνμα αισθάνθηκε τη ράχη της να χτυπά επώδυνα στο πάτωμα· όμως ήταν εκπαιδευμένη για τέτοιες δύσκολες καταστάσεις: όχι τόσο καλά εκπαιδευμένη όπως οι Μαύρες Δράκαινες, αλλά πολύ καλύτερα εκπαιδευμένη από οποιονδήποτε συνηθισμένο στρατιώτη. Τινάχτηκε σε καθιστή θέση, σχεδόν αμέσως μετά την πτώση της, και είδε ότι τα παράξενα νήματα δεν ήταν τίποτε άλλο από πλοκάμια. Το δεξί της χέρι κινήθηκε δίχως καθυστέρηση, και η λεπίδα που βαστούσε σπάθισε το πλοκάμι που βρισκόταν τυλιγμένο γύρω από τον αριστερό της αστράγαλο.

Το τραυμάτισε –και πράσινο αίμα πετάχτηκε–, μα δεν το έκοψε. Ήταν σκληρό σαν σύρμα.

Και τα υπόλοιπα πλοκάμια τώρα συγκεντρώνονταν γύρω της, για να τυλίξουν το άλλο της πόδι, και τα χέρια και τη μέση της.

Η Άνμα’ταρ ούρλιαξε, και σπάθισε πάλι, κόβοντας αυτή τη φορά εκείνο που είχε παγιδέψει τον αριστερό της αστράγαλο. Άκουσε μια διαπεραστική τσυρίδα από πίσω της. Την τσυρίδα του πλάσματος στο οποίο, προφανώς, ανήκαν τα πλοκάμια.

Τα πλοκάμια που τώρα την κρατούσαν σχεδόν ακινητοποιημένη και την έσφιγγαν με δύναμη, τραυματίζοντας το δέρμα της. Η Άνμα κατάφερε να βγάλει ένα ακόμα τελευταίο ουρλιαχτό, προτού ένα απ’αυτά τυλιχτεί γύρω απ’το λαιμό της, ζουλώντας τον, προσπαθώντας να τη στραγγαλίσει.

Η Άνμα είδε σκοτάδι να μαζεύεται, σαν σύννεφο, γύρω απ’το πεδίο όρασής της… και ήταν ανίκανη να κινηθεί, ανίκανη να χτυπήσει την οντότητα που έλεγχε τα πλοκάμια, ανίκανη να φύγει…

–Βιαστικά βήματα ακούστηκαν να έρχονται από τον διάδρομο, και ένας άντρας πετάχτηκε μες στο δωμάτιο, βαστώντας πιστόλι. Βλέποντας τα πλοκάμια να κρατούν παγιδευμένη την Άνμα’ταρ, ύψωσε το όπλο του και σημάδεψε. Εκείνη ήθελε να του φωνάξει, Όχι, ανόητε! Μη ρίξεις εδώ μέσα! μα δε μπορούσε να μιλήσει, καθώς ο λαιμός της πιεζόταν βάναυσα.

Ο άντρας πυροβόλησε.

Η σφαίρα αστόχησε το πλοκάμι που σημάδευε· χτύπησε στον τοίχο, εξοστρακίστηκε· χτύπησε στο πάτωμα, εξοστρακίστηκε πάλι· χτύπησε στο ταβάνι, εξοστρακίστηκε για τρίτη φορά· και μετά, έπεσε ξανά στο πάτωμα, έχοντας χάσει την ορμή της.

«ΟΧΙ!» αντήχησε μια φωνή πίσω απ’τον άντρα. «ΜΗ ΡΙΧΝΕΙΣ! ΟΙ ΦΙΑΛΕΣ ΘΑ ΕΚΡΑΓΟΥΝ!»

Τα μάτια του άντρα που είχε πυροβολήσει γούρλωσαν, και θηκάρωσε το πιστόλι του, για να τραβήξει ένα ξιφίδιο.

Την ίδια στιγμή ο Ανδρόνικος έμπαινε, τρέχοντας, στο οκτάγωνο δωμάτιο, παραμερίζοντάς τον. Στο χέρι του ήταν το σπαθί του.

«Φωτιές του Μαύρου Νάρζουλ!» αναφώνησε, βλέποντας τα πλοκάμια που είχαν τυλίξει την Άνμα’ταρ. Και ορμώντας προς τη μάγισσα, σπάθισε ένα απ’αυτά, κόβοντάς το–

–κι ελευθερώνοντας το λαιμό της. Εκείνη άρχισε να βήχει, σπασμωδικά.

Η επόμενη σπαθιά του Ανδρόνικου ελευθέρωσε το δεξί της χέρι, και η Άνμα, παρά τους σπασμούς της, είχε αρκετή ψυχραιμία για να δείξει πίσω της με τη λεπίδα που κρατούσε.

Ο Ανδρόνικος στράφηκε, και πίσω από μια φιάλη είδε μια σκιερή μορφή να ξεπροβάλλει. Ένα πλάσμα που ήταν μικρό, αλλά φουσκωμένο, σαν να ήταν έγκυος ή σαν απλά να είχε πιει πολύ, πολύ νερό. Του θύμιζε βάτραχο. Άσχημο, γλοιώδη βάτραχο. Φρύνο. Αλλά δεν είχε στόμα· είχε μονάχα δύο μικρά, στενά μάτια, που φωσφόριζαν καταπράσινα. Το πετσί του ήταν κιτρινιάρικο, και έμοιαζε άρρωστο· ο Ανδρόνικος, όμως, αισθανόταν βέβαιος πως δεν ήταν.

«Βοήθησε τη μάγισσα!» πρόσταξε τον άντρα που είχε μπει πρώτος στο δωμάτιο, και χίμησε καταπάνω στο βατραχοειδές πλάσμα, απ’το οποίο ξεκινούσαν όλα τα πλοκάμια που είχαν γεμίσει το δωμάτιο.

«Απολλώνια! Απολλώνια!» φώναξε ο Ανδρόνικος, βγάζοντας την πολεμική κραυγή των πολεμιστών του βασιλείου του, καθώς εφορμούσε.

Το πλάσμα πήρε τα πλοκάμια του, βιαστικά, από την Άνμα’ταρ και προσπάθησε να τα χρησιμοποιήσει για να προστατευτεί από τον Απολλώνιο ευγενή και, συγχρόνως, να τον ακινητοποιήσει. Το σπαθί, όμως, του Ανδρόνικου, που ήταν το όπλο αρχαίων βασιληάδων του λαού του και είχε περάσει από γενιά σε γενιά, τα έκοβε το ένα κατόπιν του άλλου, ενώ η λεπίδα του γυάλιζε με μια εσωτερική, γαλανόχρωμη ακτινοβολία.

Και δεν άργησε να φτάσει στον εχθρό και να μπηχτεί στο κιτρινιάρικο, γλοιώδες πετσί του.

Το πλάσμα τσύριξε, και η τσυρίδα του δεν ήταν ευδιάκριτο από πού ακριβώς βγήκε, αφού δεν είχε κανένα φανερό στόμα ή άλλη οπή. Ήταν σαν να βγήκε από τους ίδιους τους πόρους του αποκρουστικού του δέρματος.

Η λεπίδα του ξίφους του Ανδρόνικου μπήχτηκε βαθύτερα, διαπερνώντας το τέρας, σουβλίζοντάς το σαν γουρούνι. Κι αυτό πέθανε, ενώ σωματικά και ενεργειακά υγρά έτρεχαν από την παραφουσκωμένη και πλέον σχισμένη κοιλιά του.

Ο Ανδρόνικος το κλότσησε, για να ελευθερώσει το σπαθί του, κι ύστερα πήρε μια βαθιά ανάσα, ατενίζοντάς το απορημένος.

Τι στις Φωτιές του Μαύρου Νάρζουλ ήταν τούτο; αναρωτήθηκε, νιώθοντας, επί του παρόντος, τις σκέψεις του πολύ μπερδεμένες και μη μπορώντας να θυμηθεί την ύπαρξη κάποιας οντότητας όμοιας μ’αυτήν που είχε μόλις σκοτώσει.

«Πρίγκιπά μου!» Η φωνή του Οδυσσέα, από πίσω του.

Ο Ανδρόνικος στράφηκε και είδε τον Πρόμαχο να στέκεται στο κέντρο του δωματίου, πλάι στον λάκκο με τα καλώδια και τα κάτοπτρα. Πλάι του βρισκόταν ο χρυσόδερμος Φαρνέλιος, ο οποίος ήταν γιατρός και, όπως κι ο Οδυσσέας, παλιός έμπιστος άνθρωπος του Ανδρόνικου. Είχε μακριά, λευκή γενειάδα και επίσης μακριά, λευκά μαλλιά, δεμένα αλογοουρά. Τα μικρά, έξυπνα μάτια του βρίσκονταν πίσω από ένα ζευγάρι στρογγυλά γυαλιά. Το όλο του παρουσιαστικό δεν έκρυβε την προχωρημένη ηλικία του.

«Είστε καλά, Πρίγκιπά μου;» ρώτησε ο Οδυσσέας.

Ο άντρας που είχε μπει πρώτος στο οκτάγωνο δωμάτιο βοηθούσε την Άνμα’ταρ να σηκωθεί. Η μάγισσα ακόμα έβηχε, και το σώμα της διπλωνόταν, σπασμωδικά. Ο λαιμός της ήταν τραυματισμένος, αλλά ευτυχώς μόνο επιφανειακά, γιατί με το βήχα της δε φαινόταν να βγαίνει αίμα. Στα χέρια της υπήρχαν επίσης επιφανειακές πληγές, και το φόρεμά της είχε σκιστεί σε αρκετά σημεία και ήταν αιματοβαμμένο.

Ο Ανδρόνικος ένευσε. «Καλά είμαι. Αλλά δεν μπορώ να καταλάβω πώς αυτό το πράγμα μπήκε στο σκάφος!» Με τη λεπίδα του ξίφους του –η οποία τώρα δε γυάλιζε τόσο έντονα, αλλά ήταν λουσμένη από τα σωματικά και ενεργειακά υγρά του πλάσματος–, έδειξε το νεκρό πλοκαμοφόρο τέρας.

Τα μάτια του Οδυσσέα στένεψαν. «Θα πρέπει να μπήκε όσο ήμασταν αραγμένοι στην Άωλρυς· δεν υπάρχει άλλη εξήγηση.»

Ακριβώς αυτό που φοβόμουν, σκέφτηκε ο Ανδρόνικος. Κάποιος το έβαλε στο σκάφος μας, ενώ ήταν αφύλαχτο.

«Τι πλάσμα είναι, όμως;» ρώτησε ο Οδυσσέας.

«Φαίνεται πως έχουμε την ίδια απορία,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος.

«Οι φιάλες…» παρενέβη η Άνμα’ταρ, προσπαθώντας να σταματήσει το βήχα της. «Οι φιάλ… Ρουφούσε… ενέργεια…»

Ο Ανδρόνικος και οι υπόλοιποι κοίταξαν τις φιάλες, και είδαν τις ενδείξεις επάνω τους.

«Ήθελαν να μας αφήσουν να πεθάνουμε στα βάθη του Μαύρου Ποταμού…!» μούγκρισε ο Οδυσσέας. «Όταν βρούμε αυτόν τον δαιμονισμένο προδότη–!» Έσφιξε τη γροθιά του, τρίζοντας τα δόντια. «Θα σπάσω, προσωπικά, κάθε κόκαλο επάνω στο σώμα του!»

«Υψηλότατε,» είπε ο άντρας που είχε μπει πρώτος στο δωμάτιο, «υπάρχει διαρροή στις φιάλες.» Έδειξε στο πάτωμα, και ο Ανδρόνικος είδε ότι κάτω απ’τις φιάλες υγρό μαζευόταν.

«Γρήγορα,» πρόσταξε, «σφραγίστε τις!»

Ο άντρας έτρεξε, φεύγοντας απ’το δωμάτιο, για να φέρει εργαλεία.

Σύντομα, στο ενεργειακό κέντρο του Δύτη μαζεύτηκαν αρκετοί από το πλήρωμα, αρχίζοντας αμέσως τις προσπάθειες να σφραγίσουν τα ανοίγματα στις φιάλες.

Τα ανοίγματα που, απ’ό,τι καταλάβαινε ο Ανδρόνικος, πρέπει να είχαν γίνει από τα σκληρά κεντριά στις άκριες των πλοκαμιών του τώρα νεκρού πλάσματος.

«Αυτό το τέρας,» είπε ο Φαρνέλιος, στεκόμενος πάνω απ’το βατραχοειδές σώμα του αποκρουστικού όντος, «μοιάζει με κάτι που θα περίμενε κανείς να δει να έρχεται από την Απολεσθείσα Γη.»

Ο Ανδρόνικος ένευσε. «Ναι,» συμφώνησε. «Αλλά δε βρίσκεις τέτοια τερατουργήματα τόσο δυτικά.»

«Εκτός αν κάποιος το έφερε εδώ,» είπε ο Οδυσσέας.

«Να το έφερε εδώ… για εμάς;» Ο Ανδρόνικος συνοφρυώθηκε. «Ήξερε εκ των προτέρων ότι ερχόμασταν;…»

«Αυτό το πλάσμα ρουφά ενέργεια όπως το κουνούπι ρουφά αίμα,» είπε ο Φαρνέλιος. «Επομένως, ναι, θα έλεγα πως είναι πολύ πιθανό να το είχαν εξαρχής φέρει στην Άωλρυς για εμάς. Προκειμένου να σαμποτάρει τον Δύτη

«Όποιος, όμως, κι αν είναι ο εχθρός μας, πώς το ήξερε ότι θα σταματήσουμε εκεί για να ανεφοδιαστούμε;» έθεσε το ερώτημα ο Ανδρόνικος.

«Υπάρχουν τρεις πιθανές απαντήσεις σ’αυτό, Υψηλότατε,» είπε η Άνμα’ταρ, που τώρα έμοιαζε νάχει συνέλθει: «έχει στήσει παγίδες για εμάς σε όλο το δρόμο μέχρι την Απαστράπτουσα· ή υπάρχει κάποια συσκευή μέσα στο υποβρύχιο η οποία του δίνει πληροφορίες· ή κάποιος εδώ μέσα είναι προδότης.»

*

Όταν οι φιάλες σφραγίστηκαν, ήταν πλέον πολύ αργά· ελάχιστη ποσότητα ενέργειας απέμενε.

«Θα επαρκέσει για να βγούμε από τον ποταμό;» ρώτησε ο Ανδρόνικος τον Οδυσσέα.

«Έτσι νομίζω,» αποκρίθηκε εκείνος. «Όμως όχι για τίποτα περισσότερο.»

Ο Ανδρόνικος ένευσε, και τους ζήτησε να τον ακολουθήσουν στη γέφυρα, προκειμένου να συζητήσουν για τις τρεις πιθανές εξηγήσεις της Άμνα’ταρ, οι οποίες, έτσι κι αλλιώς, όλοι τους συμφωνούσαν πως ήταν, μάλλον, οι μόνες πιθανές εξηγήσεις.

Συγκεντρώθηκαν στη γέφυρα και έκλεισαν την πόρτα, ώστε να απομονωθούν από το υπόλοιπο πλήρωμα. Καθώς έκλεινε, ο Ανδρόνικος είπε σε έναν από τους επαναστάτες: «Θα ξεκινήσουμε εντός ολίγου. Να είστε άπαντες σε επιφυλακή για τυχόν άλλους εισβολείς,» αν και, στην πραγματικότητα, δεν πίστευε ότι υπήρχε και δεύτερο παρόμοιο τέρας μέσα στο σκάφος.

Ύστερα, κάθισε σε μια πολυθρόνα μπροστά από τις οθόνες της γέφυρας και κοίταξε τον Οδυσσέα, τον Φαρνέλιο, και την Άνμα’ταρ, οι οποίοι είχαν πάρει θέσεις γύρω του σε άλλα καθίσματα. Η μάγισσα έμοιαζε, κυριολεκτικά, κουρελιασμένη, σαν πάνινη κούκλα που της είχε επιτεθεί γάτα· όμως εξακολουθούσε να στέκεται καλά γι’αυτό που είχε περάσει.

«Ας πάρουμε τα πράγματα ένα-ένα,» είπε ο Ανδρόνικος. «Αν υπάρχει προδότης στο σκάφος, θα πρέπει να έχει και τη δυνατότητα να επικοινωνεί με τους συμμάχους του έξω από το σκάφος· αλλιώς, δε θα μπορούσε να τους έχει ειδοποιήσει ότι κατευθυνόμαστε την Άωλρυς. Κι αυτό σημαίνει πως πρέπει είτε να έχει πρόσβαση εδώ, στη γέφυρα, για να δώσει κάποιο σήμα, ή πρέπει να έχει δική του συσκευή τηλεπικοινωνίας. Εάν έδωσε κάποιο σήμα από τη γέφυρα μπορούμε να το μάθουμε αμέσως…» Ο Ανδρόνικος πάτησε ένα πλήκτρο, και μια οθόνη έδειξε τα τελευταία εξερχόμενα σήματα που ήταν αποθηκευμένα στο σύστημα. «Δε βλέπω να υπάρχει κάτι το μη αναμενόμενο. Επομένως, αν όντως μιλάμε για προδότη, έχει δική του συσκευή.»

«Οι περισσότερες μικρές συσκευές τηλεπικοινωνίας δεν μπορούν να λειτουργήσουν σε τόσο βάθος κάτω από το νερό, Πρίγκιπά μου,» είπε ο Οδυσσέας.

«Ναι,» συμφώνησε ο Ανδρόνικος, «εκεί ήθελα να καταλήξω κι εγώ. Ωστόσο, οφείλουμε να κάνουμε μια έρευνα, σωστά;»

«Σωστά. Η έρευνα θα γίνει.»

«Πάμε, λοιπόν, στην άλλη περίπτωση: στην περίπτωση να υπάρχει μια κατασκοπευτική συσκευή προσαρτημένη στο σκάφος. Αυτό δε μου φαίνεται και πολύ εύκολο να έχει γίνει, αφού, προτού έρθουμε εδώ, ο Δύτης βρισκόταν στο υποποτάμιο άντρο της Αλβέρια, και κανένας πιθανός εχθρός δεν τον είχε πλησιάσει–»

«Εκτός αν πάλι υπάρχει κάποιος προδότης ανάμεσά μας,» τόνισε η Άνμα’ταρ.

«Ναι. Και φυσικά θα γίνει, επίσης, έλεγχος για το αν μια τέτοια συσκευή είναι προσαρτημένη στο σκάφος.»

«Θα πρέπει νάναι πολύ ισχυρή αυτή η συσκευή, για να μας εντοπίζει μέσα από τόσες διαστάσεις που έχουμε περάσει, μέχρι να φτάσουμε εδώ,» είπε ο Οδυσσέας. «Φύγαμε από την Αλβέρια, καταδυθήκαμε στο Σύμπλεγμα, βγήκαμε στη Χάρνταβελ, και μετά ήρθαμε στην Απολλώνια.»

«Και πάλι, έχεις δίκιο. Για να μας παρακολουθεί κάποιος, θα έπρεπε να βρίσκεται πίσω μας, προκειμένου να λαμβάνει το σήμα· και άρα, μάλλον, δε θα είχε χρόνο να ειδοποιήσει τους οποιουσδήποτε συνεργάτες του στην Απολλώνια ώστε να φέρουν αυτό το πλάσμα στην Άωλρυς.»

«Το πιθανότερο, Υψηλότατε,» είπε ο Φαρνέλιος, «είναι κάποιος να έχει προετοιμάσει παγίδες για εσάς, γνωρίζοντας ότι λείπατε από την Απολλώνια αλλά, σύντομα, θα επιστρέφατε.»

Ο Ανδρόνικος κατένευσε μελαγχολικά. «Ναι, αυτό πιστεύω κι εγώ. Κάποιος σαν τον αδελφό μου…»

«Τον αδελφό σας;» Η απορία ήταν έκδηλη στο πρόσωπο του Φαρνέλιου.

Ο Ανδρόνικος είπε σ’αυτόν και τον Οδυσσέα όσα τού είχε πει ο Πρωθιερέας του Απόλλωνα στην Άωλρυς.

«Σίγουρα, υπερβάλλει, Πρίγκιπά μου,» είπε ο Οδυσσέας. «Ο αδελφός σας δεν μπορεί να… να σχεδιάζει να σας βγάλει απ’τη μέση με τέτοιο τρόπο!»

Ο Ανδρόνικος, όμως, ήταν αβέβαιος. Ακούμπησε την πλάτη του στο κάθισμά του και σταύρωσε τα χέρια του εμπρός του. «Ο Λούσιος…. Ούτε κι εγώ, Οδυσσέα, ήθελα να το πιστέψω… Ήταν παράξενος πάντοτε ο Λούσιος, αλλά όχι κι έτσι… Και ίσως, βέβαια, τώρα να τον παρεξηγώ… ίσως να τον παρεξηγώ. Αλλά, ας σκεφτούμε για λίγο λογικά: Ποιος άλλος θα μπορούσε να δώσει εντολή να βάλουν ένα τέτοιο πλάσμα μέσα στον Δύτη; Και γιατί; Οι πράκτορες της Παντοκράτειρας έχουν ή εξολοθρευτεί ή διωχτεί από την Απολλώνια. Κι ακόμα κι αν ελάχιστοι απομένουν, το κατασκοπευτικό τους δίκτυο θα είναι κομματιασμένο· δε θα μπορούσαν ποτέ να κανονίσουν κάτι σαν αυτό που έγινε: γιατί αυτό που έγινε υποδηλώνει πως υπάρχουν κι αλλού παγίδες για εμένα.»

«Δεν υποδηλώνει, όμως, πως το έκανε ο αδελφός σας,» είπε ο Οδυσσέας.

«Ναι, δεν υποδηλώνει ότι το έκανε ο αδελφός μου. Αλλά υποδηλώνει πως ίσως να το έκανε. Και οι φήμες που κυκλοφορούν για τον Λούσιο δεν μπορούν παρά να με βάζουν σε υποψίες. Ο Πρωθιερέας του Απόλλωνα στην Άωλρυς δε θα ερχόταν να με βρει και να μου μιλήσει, αν δεν πίστευε ότι τα πράγματα έχουν όντως γίνει επικίνδυνα στην Απολλώνια.»

«Πώς πιστεύετε, λοιπόν, ότι οφείλουμε να ενεργήσουμε, Υψηλότατε;» ρώτησε ο Φαρνέλιος.

«Κατ’αρχήν, πρέπει να γίνει εξονυχιστικός έλεγχος στο σκάφος. Πρέπει να βεβαιωθούμε ότι δεν υπάρχει κάποια συσκευή εδώ μέσα η οποία θα μπορούσε να ειδοποιήσει τον εχθρό μας για οτιδήποτε.»

«Θα φροντίσω η ερεύνα να αρχίσει αμέσως, Πρίγκιπά μου,» είπε ο Οδυσσέας, και σηκώθηκε απ’την καρέκλα του.

«Κι ύστερα, τι θα κάνουμε;» ρώτησε ο Φαρνέλιος.

«Εσείς τι έχετε να προτείνετε;» θέλησε να μάθει ο Ανδρόνικος. «Υπάρχει κάτι στο μυαλό σας;»

«Εάν τα πράγματα έχουν όπως νομίζετε, Πρίγκιπά μου,» είπε ο Οδυσσέας, που δεν είχε φύγει ακόμα· «εάν, δηλαδή, κάποιος εχθρός σας –ο Πρίγκιπας Λούσιος, ίσως– έχει στήσει παγίδες για εσάς σ’όλο το δρόμο μέχρι την Απαστράπτουσα, τότε το καλύτερα που θα μπορούσαμε να κάνουμε είναι να κινηθούμε κρυφά, χωρίς να δηλώνουμε την παρουσία μας. Γιατί, όπου κι αν δηλώσουμε την παρουσία μας, οι κατάσκοποί του θα το μάθουν, και κάποιος θα μας κυνηγήσει, ή κάποια παγίδα θα ενεργοποιηθεί.»

«Αυτός,» είπε η Άνμα’ταρ, «μοιάζει να είναι ο λογικότερος τρόπος για να κινηθούμε, τουλάχιστον ώσπου να φτάσουμε σ’ένα σταθερό συμπέρασμα σχετικά με το τι ακριβώς συμβαίνει· διότι, πρέπει να το παραδεχτείτε, Υψηλότατε, ετούτη τη στιγμή δεν ξέρουμε απολύτως τίποτα για το ποιος πιθανώς να κρύβεται πίσω από αυτή την απόπειρα δολοφονίας εναντίον όλων μας.»

3

Αφού έγινε εξονυχιστική έρευνα για συσκευές παρακολούθησης, διαπιστώθηκε ότι καμία δεν υπήρχε προσαρτημένη στον Δύτη· ούτε κανένας από το πλήρωμα είχε μαζί του κάποια τηλεπικοινωνιακή συσκευή τόσο δυνατή ώστε να μπορεί να εκπέμπει από τα βάθη του Μαύρου Ποταμού. Επομένως, καθ’όλα τα φαινόμενα, κανένας προδότης δεν ήταν μέσα στο σκάφος.

Κι αυτό άφηνε μόνο μία πιθανή εξήγηση για ό,τι είχε συμβεί στην Άωλρυς: ο εχθρός γνώριζε ότι ο Ανδρόνικος, αργά ή γρήγορα, θα επέστρεφε στην Απολλώνια και του είχε στήσει παγίδες σε διάφορα σημεία, μέχρι την Απαστράπτουσα.

Θα έκανε ο Λούσιος κάτι τέτοιο; Είναι ποτέ δυνατόν να με θέλει νεκρό; αναρωτιόταν ο Ανδρόνικος. Ο αδελφός του δεν είχε αφήσει να διαφανεί στο παρελθόν καμία τέτοια επιθυμία. Δεν ήταν εχθρικός προς τον Ανδρόνικο· τουλάχιστον, όχι τόσο ώστε να δείχνει ότι μπορεί να ήθελε να τον σκοτώσει. Κι εξάλλου, οι δυο τους είχαν περάσει κι ένα σωρό καλές στιγμές μαζί. Όμως, έτσι όπως μου είπε τα πράγματα ο Πρωθιερέας του Απόλλωνα, δεν υπάρχει άλλη εξήγηση. Κάποιος άνθρωπος του Λούσιου πρέπει να έβαλε αυτό το τερατούργημα μέσα στον Δύτη, όσο ήμασταν στο λιμάνι της Άωλρυς. Εκτός…

Εκτός αν ο πραγματικός εχθρός προσπαθεί να ενοχοποιήσει τον Λούσιο στα μάτια μου…

Ο Ανδρόνικος κούνησε το κεφάλι του. Δε θα βγάλω κανένα νόημα έτσι. Πρέπει να πάω, πρώτα, στην Απαστράπτουσα.

Έδωσε διαταγή να αναδυθούν, και ο Δύτης βγήκε στην επιφάνεια του Μαύρου Ποταμού.

Στη γέφυρα, όπου βρίσκονταν ο Ανδρόνικος και ο Οδυσσέας, η ένδειξη για την ποσότητα ενέργειας φάνηκε να φτάνει κοντά στο τέλος της.

«Δεν πρέπει να έχουμε αρκετή δύναμη για να βγάλουμε τα πόδια του σκάφους…» είπε ο Πρίγκιπας· γιατί ο Δύτης δεν ήταν μόνο υποβρύχιο: ήταν, θα μπορούσε να πει κανείς, αμφίβιο σκάφος. Χρησιμοποιώντας ένα Ξόρκι Μηχανικής Μεταβλητότητος, οι μάγοι που του έδιναν ώθηση μπορούσαν να του αλλάξουν μορφή: να κάνουν τέσσερα πόδια να εμφανιστούν στα πλευρά του· και τότε, ο Δύτης βάδιζε άνετα στην ξηρά. Πράγμα το οποίο δεν ήταν μόνο χρήσιμο όταν ήθελε κάποιος να διασχίσει εδάφη, αλλά και όταν ήθελε να προσεγγίσει μια ακρογιαλιά ή τις όχθες ενός ποταμού –όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ο Ανδρόνικος σκεφτόταν πως, αν δεν μπορούσαν να μετασχηματίσουν τον Δύτη, θα έπρεπε να κολυμπήσουν ώς τις όχθες.

«Ίσως και να έχουμε,» διαφώνησε ο Οδυσσέας, κοιτάζοντας την ένδειξη για την ποσότητα ενέργειας. «Πιστεύω πως αξίζει να προσπαθήσουμε.»

Ο Ανδρόνικος ένευσε. «Εντάξει, ας το κάνουμε.» Και, μέσω ενός επικοινωνιακού διαύλου, έδωσε διαταγή στην Άνμα’ταρ (η οποία, φυσικά, βρισκόταν πάλι στο ενεργειακό κέντρο του σκάφους, για να του δίνει ώθηση) να μετασχηματίσει τον Δύτη.

Η μάγισσα χρησιμοποίησε το Ξόρκι Μηχανικής Μεταβλητότητος, και ο Ανδρόνικος αισθάνθηκε την αλλαγή παντού γύρω του. Την αισθάνθηκε σαν ένα μυρμήγκιασμα στο δέρμα του· την αισθάνθηκε σαν ένα θερμό ρεύμα που έκανε τις τρίχες του να ανασηκωθούν· την αισθάνθηκε σαν ένα τρεμούλιασμα του πατώματος όπου πατούσαν τα μποτοφορεμένα πόδια του.

«Τα καταφέραμε,» είπε ο Οδυσσέας, χωρίς ιδιαίτερο ενθουσιασμό, αλλά με μιλιταριστική ικανοποίηση να χρωματίζει τη φωνή του. «Να προσεγγίσουμε τώρα την όχθη, Πρίγκιπά μου;»

Ο Ανδρόνικος κοίταξε την ένδειξη για την ποσότητα ενέργειας. «Μόλις και μετά βίας θα μας φτάσει…» μουρμούρισε. Και, πιο δυνατά: «Εντάξει, Οδυσσέα, ας προσεγγίσουμε.»

Ο Πρόμαχος οδήγησε το σκάφος στις όχθες του Μαύρου Ποταμού και εκεί το σταμάτησε, έξω απ’το νερό.

Ο Ανδρόνικος μπορούσε να δει ότι δεν απέμενε τίποτα περισσότερο από το 1,32% της αρχικής ενέργειας. Ξεμείναμε τελείως, λοιπόν…

Ανοίγοντας έναν επικοινωνιακό δίαυλο, είπε: «Πρίγκιπας Ανδρόνικος προς όλο το πλήρωμα: Συγκεντρώσατε όλο σας τον εξοπλισμό και εκκενώσατε το σκάφος.» Και πάτησε ένα πλήκτρο, για ν’ανοίξει την πλευρική θύρα του Δύτη.

«Θα εγκαταλείψουμε το υποβρύχιο εδώ, Πρίγκιπά μου;» ρώτησε ο Οδυσσέας.

«Δε βλέπω να έχουμε άλλη επιλογή,» είπε ο Ανδρόνικος. «Ειδικά αφού καλό θα ήταν να ταξιδέψουμε κρυφά ώς την Απαστράπτουσα.

*

Οι επαναστάτες συγκεντρώθηκαν έξω απ’το σταματημένο σκάφος, σε μια αμμουδερή όχθη, η οποία λίγο παραπέρα έδινε τη θέση της σε μια χορταριασμένη πεδιάδα με ελάχιστα δέντρα. Στο βάθος φαινόταν ένα δάσος και κάτι λόφοι. Επίσης φανερός ήταν ένας δρόμος τον οποίο, εκείνη τη στιγμή, διέσχιζε ένα όχημα με μεγάλη ταχύτητα.

Ο Ανδρόνικος εξήγησε στους συντρόφους του, συνοπτικά, πώς είχε η κατάσταση. Τους είπε ότι κάποιος τούς κυνηγούσε –αλλά δεν ανέφερε το όνομα του αδελφού του– κι έτσι έπρεπε να πάνε κρυφά στην Απαστράπτουσα. Ο σκιώδης εχθρός τους τους περίμενε, έχοντας στήσει παντού παγίδες γι’αυτούς: και ο μόνος τρόπος να αποφύγουν τις παγίδες και τους κατασκόπους του ήταν, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους, να μη δείχνουν ποιοι ήταν.

«Αυτός ο εχθρός μοιάζει πολύ δικτυωμένος, Υψηλότατε,» είπε ένας από τους επαναστάτες. «Πώς είναι δυνατόν κάτι τέτοιο να συμβαίνει μέσα στην ίδια τη διάστασή σας;»

«Κάποιος πράκτορας της Παντοκράτειρας πρέπει να είναι,» άκουσε ο Ανδρόνικος μια επαναστάτρια να ψιθυρίζει στον άντρα που είχε μόλις μιλήσει.

«Όχι,» αποκρίθηκε ο Πρίγκιπας, «πολύ φοβάμαι ότι δεν είναι πράκτορας της Παντοκράτειρας. Οι πράκτορες της Παντοκράτειρας έχουν χάσει την ισχύ τους στην Απολλώνια;»

«Τότε, ποιος θα μπορούσε να είναι, Υψηλότατε;» ρώτησε η επαναστάτρια: μια κοντή, γαλανόδερμη γυναίκα.

«Κάποιος από την Απολλώνια πιστεύω πως είναι. Αλλά στο μυαλό μου δεν υπάρχει τίποτα περισσότερο από μια υποψία, έτσι ας το αφήσουμε για τώρα· τουλάχιστον, μέχρι να έχω πιο πολλά στοιχεία στα χέρια μου. Πρέπει να ξεκινήσουμε το ταξίδι μας.»

«Με τα πόδια;» ρώτησε η Άνμα’ταρ. Δε φορούσε πλέον το κουρελιασμένο της φόρεμα· ήταν ντυμένη με μια μαύρη, δερμάτινη στολή, όπως αυτές που φορούσαν οι Μαύρες Δράκαινες –όπως αυτή που ο Ανδρόνικος είχε δει την Ιωάννα να φορά πολλές φορές. Η στολή έκρυβε τα τραύματα της μάγισσας, εκτός από εκείνο στο λαιμό της, που φαινόταν σαν ένα κόκκινο περιλαίμιο επάνω στο χρυσό δέρμα της.

«Γι’αρχή,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος, «ναι, με τα πόδια. Αργότερα, ίσως καταφέρουμε να βρούμε κάποιο όχημα. Θα πρέπει, όμως, όλα να γίνουν κρυφά. Δε θα πρέπει κανείς να μάθει ότι μέσα σ’αυτό το όχημα είμαστε εμείς.»

«Κατανοητό,» είπε η Άνμα’ταρ, «και συνετό, Πρίγκιπά μου.»

*

Δεν ακολούθησαν τον μεγάλο, κεντρικό δρόμο· απομακρύνθηκαν από τις όχθες του ποταμού και οδοιπόρησαν στην ύπαιθρο, διασχίζοντας χορταριασμένες πεδιάδες, λόφους, και δάση. Καθοδόν, συναντούσαν μικρές πόλεις ή χωριά, και, ορισμένες φορές, κάποιος πήγαινε εκεί για ν’αγοράσει τρόφιμα, προτού επιστρέψει πάλι στους συντρόφους του. Οχήματα, όμως, δεν μπορούσαν να αγοράσουν από τούτα τα μέρη, γιατί οι ντόπιοι δεν ήταν πλούσιοι, και τα ελάχιστα ενεργειακά τροχοφόρα που είχαν δεν τα πουλούσαν, καθώς τους χρειάζονταν στις δουλειές τους. Ούτε, φυσικά, υπήρχαν έμποροι οχημάτων εδώ· τέτοιοι σύχναζαν μόνο σε μεγάλες πόλεις, όπου μπορούσαν να έχουν πωλήσεις.

Όμως τα μοναδικά τροχοφόρα που φτιάχνονταν στην Απολλώνια δεν ήταν τα ενεργοβόρα. Υπήρχαν πάντα και τροχοφόρα που τα έσερναν ζώα. Έτσι, ο Ανδρόνικος, χρησιμοποιώντας τις λιγοστές τους οικονομίες, προμηθεύτηκε δύο άμαξες, που την καθεμία έσερνε ένα Σερπετό. Τα Σερπετά ήταν ένα είδος πλασμάτων που, απ’όσο γνώριζε ο Ανδρόνικος τουλάχιστον, κατοικούσαν αποκλειστικά στην Απολλώνια. Είχαν μεγάλο και μυώδες σώμα, με τρομερή δύναμη, και οι αγρότες τα χρησιμοποιούσαν για διάφορες βαριές δουλειές. Τα τέσσερα πόδια τους ήταν επίσης μυώδη και χοντρά, με τρία πλατιά νύχια στην μπροστινή μεριά και ένα πίσω, στη φτέρνα. Το δέρμα τους ήταν γκρίζο και καλυμμένο με φολίδες, οι οποίες έκαναν παράξενες γαλανόχρωμες αντανακλάσεις στο φως της Γλαυκής –του ενός από τα δύο φεγγάρια της Απολλώνιας– και μόνο στο φως της Γλαυκής· λεγόταν, μάλιστα, πως τα Σερπετά είχαν κάποια ιδιαίτερη σχέση με το συγκεκριμένο φεγγάρι. Τα κεφάλια των Σερπετών ήταν επιμήκη, και διέθεταν μεγάλα σαγόνια. Πάνω από τη μουσούδα τους υπήρχε ένα μακρύ, επικίνδυνο κέρατο, το οποίο δε δίσταζαν να χρησιμοποιήσουν για να υπερασπιστούν τον εαυτό τους. Δεν ήταν γρήγορα πλάσματα, προχωρούσαν με το πάσο τους, όμως ο Ανδρόνικος έκρινε σκόπιμο να τα αγοράσει, για να μπορούν, εκείνος κι οι σύντροφοί του, να κουβαλούν ευκολότερα τα πράγματά τους μέσα στις άμαξες. Επίσης, όποιος κουραζόταν από την οδοιπορία μπορούσε να ανεβεί σε ένα από τα οχήματα και να ξεκουραστεί για όσο επιθυμούσε. Τα Σερπετά, ευτυχώς, ήταν τόσο σκληροτράχηλα όντα που έμοιαζε ποτέ να μην κουράζονται. Ο Ανδρόνικος νόμιζε ότι θα μπορούσαν, άνετα, να σέρνουν εικοσιτέσσερις ώρες τις άμαξες, δίχως ούτε μία στάση. Ωστόσο, τα έβαζε να κάνουν στάσεις, το μεσημέρι και το βράδυ. Εξάλλου, δε χρειάζονταν μόνο αυτά ανάπαυση, αλλά κι οι σύντροφοί του.

Την όγδοη ημέρα του ταξιδιού τους, μπορούσαν, από την κορυφή ενός λόφου, να βιγλίσουν τη Νέλρυς: μια πόλη στις όχθες του Μαύρου Ποταμού, η οποία βρισκόταν πολλά χιλιόμετρα νότια της Άωλρυς. Ο Οδυσσέας είπε στον Ανδρόνικο ότι εκεί ίσως να έβρισκαν κάποιο ενεργειακό όχημα, αλλά ο Πρίγκιπας κούνησε το κεφάλι αρνητικά. «Καλύτερα ν’απομακρυνθούμε κι άλλο, προτού επιχειρήσουμε κάτι τέτοιο,» είπε. «Στις όχθες του Μαύρου Ποταμού, σίγουρα, θα μας περιμένουν.»

Έτσι, συνέχισαν. Μέσα στην ύπαιθρο. Προς τα βόρεια· προς την Απαστράπτουσα. Και, ταξιδεύοντας, αισθάνονταν το κρύο του Απολλώνιου χειμώνα να τους επιτίθεται χωρίς ενδοιασμούς. Ευτυχώς, δεν είχε βρέξει ούτε χιονίσει, ακόμα, αλλά ο άνεμος ήταν ψυχρός και γλιστρούσε μέσα στις ενδυμασίες τους, διαπερνώντας τους σαν μαχαίρια. Έπρεπε να φοράνε χοντρά ρούχα, για να προστατεύονται· και κάτω απ’τα χοντρά ρούχα, επίσης χοντρές μπλούζες, ενώ από πάνω έριχναν κάπες, και πολλές φορές σήκωναν και τις κουκούλες στο κεφάλι τους.

Εν τω μεταξύ, ο Ανδρόνικος είχε προστάξει όποιοι πήγαιναν σε πόλεις ή χωριά να έχουν τα μάτια και τ’αφτιά τους ανοιχτά για οτιδήποτε παράξενο μπορεί να έβλεπαν ή να άκουγαν, ειδικά αν αυτό το παράξενο είχε να κάνει με τον αδελφό του, Πρίγκιπα Λούσιο, ή με τη γενικότερη κατάσταση στο Βασίλειο της Απολλώνιας.

Αναπόφευκτα, κάποια μέρα έβρεξε, αφού είχαν πλέον απομακρυνθεί πολύ από τον Μαύρο Ποταμό· και ύστερα από μερικές μέρες ακόμα, έβρεξε πάλι· και μετά, έβρεξε για τρίτη φορά, μια νύχτα.

Ο Ανδρόνικος είχε στείλει δύο από τους επαναστάτες του σε μια μικρή πόλη, από το απόγευμα, για ν’αγοράσουν κάποια εφόδια, και τώρα τους έβλεπε να επιστρέφουν μέσα στον άνεμο και τη βροχή, τυλιγμένοι στις κάπες τους και μουσκεμένοι. Πλησίασαν την άμαξα όπου βρισκόταν ο Ανδρόνικος, μπήκαν, και άφησαν τους σάκους με τα εφόδια στο ξύλινο δάπεδο.

Έπειτα, ο ένας απ’αυτούς είπε, βγάζοντας την κουκούλα του: «Υψηλότατε, ακούσαμε κάτι για την ξαδέλφη σας, τη Δούκισσα Κορνηλία.»

«Πες μου,» τον προέτρεψε ο Ανδρόνικος, και, γεμίζοντας μια κούπα με ζεστό καφέ, του την έδωσε.

«Ευχαριστώ, Υψηλότατε.» Ο άντρας πήρε την κούπα και κάθισε σ’ένα ξύλινο σκαμνί. Στην άμαξα, εκτός από τους τρεις τους, βρίσκονταν και μερικοί άλλοι επαναστάτες, καθώς και η Άνμα’ταρ κι ο Φαρνέλιος. «Η ξαδέλφη σας λένε πως βρίσκεται στη Φλάνια, ανατολικά από εδώ, και ασχολείται με κάποια έρευνα των βυθών στην Άπατη Θάλασσα.»

«Τι είδους έρευνα;» ρώτησε ο Ανδρόνικος, που δεν ήξερε ποτέ την Κορνηλία να ενδιαφέρεται για κανενός είδους έρευνα.

«Δε γνωρίζω, Πρίγκιπά μου· και, μάλλον, ούτε κι αυτοί που μιλούσαν για την ξαδέλφη σας γνώριζαν. Έλεγαν, όμως, ότι ο Πρίγκιπας Λούσιος την έστειλε εκεί–»

«Μαζί με αρκετούς άλλους ανθρώπους,» πρόσθεσε ο άλλος επαναστάτης, που είχε βγάλει τη βρεγμένη κάπα του και την είχε κρεμάσει σ’ένα καρφί στα τοιχώματα της άμαξας, για να στεγνώσει. «Έχει πάει ολόκληρη αποστολή στη Φλάνια, γι’αυτές τις έρευνες.»

Ο Λούσιος, λοιπόν, πρέπει να τις θεωρεί σημαντικές, σκέφτηκε ο Ανδρόνικος· και η Κορνηλία επίσης, αλλιώς δε θα πήγαινε. Τι μπορούσε να ήταν εκείνο που είχε τραβήξει έτσι την προσοχή της ξαδέλφης του; Ο Ανδρόνικος αδυνατούσε, επί του παρόντος, να υποθέσει.

«Σκέφτεστε να πάμε στη Φλάνια, Υψηλότατε;» ρώτησε Φαρνέλιος.

Ο Ανδρόνικος κούνησε το κεφάλι. «Όχι. Θα συνεχίσουμε προς την Απαστράπτουσα. Κάτι μού λέει ότι εκεί βρίσκονται όλες οι απαντήσεις που ψάχνουμε.»

*

Είχε, περίπου, περάσει ένας μήνας από τότε που εγκατέλειψαν τον Δύτη στις όχθες του Μαύρου Ποταμού, όταν έφτασαν σε μια πόλη που ονομαζόταν Μακρόπολη. Δεν ήταν σαν τις προηγούμενες πόλεις που είχαν συναντήσει· ετούτη ήταν μεγάλη, με ψηλά οικοδομήματα και πολυκατοικίες που γυάλιζαν κοκκινωπά στο φως του απογευματινού ήλιου. Ένας φαρδύς δρόμος για οχήματα περνούσε από τη νότιά της άκρη, τη διέσχιζε, και έβγαινε από τη βόρεια.

Ο Ανδρόνικος και οι σύντροφοί του, όμως, δεν πλησίασαν τη Μακρόπολη από αυτόν τον δρόμο, αλλά από έναν πολύ μικρότερο, ο οποίος περνούσε μέσα από αγροικίες και δίπλα από ένα δάσος. Το κρύο ήταν τσουχτερό, μα, ευτυχώς, σήμερα δεν έβρεχε. Τα σύννεφα στον ουρανό ήταν πολλά και σκούρα, μοιάζοντας απειλητικά, αλλά δεν κατάφερναν να εμποδίσουν το ηλιακό φως απ’το να περνά σαν λόγχες φωτιάς ανάμεσά τους.

Ο Ανδρόνικος είπε, καθώς σταμάτησαν μερικά χιλιόμετρα απόσταση από την πόλη και στάθηκαν έξω απ’τις άμαξές τους: «Εδώ νομίζω πως είναι το κατάλληλο μέρος για ν’αγοράσουμε κάποιο ενεργειακό όχημα. Είμαστε αρκετά μακριά από τον Μαύρο Ποταμό και η Απαστράπτουσα βρίσκεται ακόμα πιο μακριά. Θα χρειαστούμε ένα ταχύτερο μεταφορικό μέσο από τούτες τις άμαξες.»

«Υψηλότατε,» είπε ο Φαρνέλιος, «μας έχουν μείνει ελάχιστα χρήματα.»

«Θα πουλήσουμε τις άμαξες και τα Σερπετά, και θα δώσουμε κι ό,τι μας έχει απομείνει από τις οικονομίες μας. Δε μπορεί, θα φτάσουν.»

«Το ελπίζω.» Ο Φαρνέλιος, ωστόσο, δεν ακουγόταν και τόσο βέβαιος.

Ο Οδυσσέας ατένιζε τη Μακρόπολη με τα χέρια του σταυρωμένα εμπρός του. «Ποιος θα πάει μέσα, για να κάνει τις διαπραγματεύσεις;»

«Όλοι,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος. «Σ’αυτή την περίπτωση, δε νομίζω πως γίνεται αλλιώς. Κι επιπλέον, θέλω να είμαι παρών σε τούτες τις συναλλαγές.»

«Εάν, όμως, ο εχθρός σας έχει κατασκόπους του εδώ,» είπε η Άνμα’ταρ, «ίσως να σας εντοπίσει, Πρίγκιπά μου.»

«Δε νομίζω να με περιμένουν να μπω στην πόλη με άμαξες που τις τραβούν Σερπετά.»

«Η Άνμα’ταρ, ωστόσο, έχει κάποιο δίκιο,» είπε ο Φαρνέλιος. «Ίσως θα έπρεπε να βρίσκεστε στο εσωτερικό των αμαξών, Υψηλότατε, όχι στη θέση του οδηγού.»

«Δεν είναι μόνο αυτό το πρόβλημα,» τόνισε η μάγισσα. «Σκεφτείτε: Δύο άμαξες γεμάτες με ανθρώπους και καθόλου εμπόρευμα μπαίνουν σε μια μεγάλη πόλη. Δε θα τραβήξουν την προσοχή πολλών; Τι ήρθαν αυτοί να κάνουν εδώ; θα αναρωτηθούν. Έμποροι δεν είναι. Επομένως, τι είναι; Στρατιώτες–;»

«Ή, μήπως, διασκεδαστές;» τη διέκοψε ο Οδυσσέας.

«Με συγχωρείς;»

Ο Οδυσσέας μειδίασε, παίρνοντας το βλέμμα του από τη Μακρόπολη και στρέφοντάς το στους συντρόφους του. «Όταν ήμουν μικρός, περίμενα πώς και πώς να έρθει το καρναβάλι στην πόλη.»

«Δεν είμαστε καρναβάλι, Οδυσσέα,» είπε ο Ανδρόνικος. «Δεν έχουμε τους απαραίτητους εξοπλισμούς, ούτε, οφείλω να παρατηρήσω, και το ταλέντο.»

Ο Οδυσσέας μόρφασε, σκεπτικά. Κοίταξε τον Ανδρόνικο, κοίταξε τον Φαρνέλιο, την Άνμα’ταρ, τους υπόλοιπους επαναστάτες που βρίσκονταν τριγύρω, και μετά η ματιά του επέστρεψε στην Άνμα’ταρ. «Εσύ, μάγισσα, δεν μπορείς να κάνεις κάτι για να μας βοηθήσεις;»

Εκείνη στράβωσε τα χείλη. «Σαν τι; Δεν είμαι μάγισσα των καρναβαλιών. Τα ξόρκια που ξέρω αμφιβάλλω αν θα τα εκτιμούσε ένα κοινό που θέλει να περάσει καλά τη βραδιά του.»

«Αυτό που σκέφτεσαι δεν μπορεί να γίνει Οδυσσέα,» είπε ο Ανδρόνικος, κουνώντας το κεφάλι. «Δεν έχουμε κανέναν τρόπο για να δείξουμε πως είμαστε διασκεδαστές.»

«Δε θα ήταν συνετό να μπούμε όλοι στην πόλη, Υψηλότατε,» είπε η Άνμα’ταρ. «Επιμένω πως, αναμφίβολα, θα τραβήξουμε την προσοχή πολλών. Εγώ δε θα ήθελα να το ριψοκινδυνέψω, αν τα πράγματα έχουν όπως νομίζουμε και όντως κάποιος μας κυνηγά μες στο βασίλειο.»

«Τι προτείνεις, λοιπόν; Τι θα έκαναν οι Μαύρες Δράκαινες σ’αυτή την περίπτωση;»

«Οι Μαύρες Δράκαινες δε νομίζω ότι θα είχαν ποτέ να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε τώρα,» αποκρίθηκε η Άνμα’ταρ, με απόλυτη σοβαρότητα. «Στέλνονταν σε πολύ συγκεκριμένες αποστολές, με πολύ συγκεκριμένους σκοπούς. Και ποτέ δε θα τραβούσαν όλο αυτό το…» έδειξε γύρω της, τα κάρα και τους υπόλοιπους, «…το μπούγιο, Πρίγκιπά μου –με το συμπάθιο κιόλας.»

Ο Ανδρόνικος μειδίασε λοξά. «Έχεις δίκιο. Οι Μαύρες Δράκαινες, πράγματι, δε θα είχαν να αντιμετωπίσουν ποτέ μια τέτοια κατάσταση, όσο υπηρετούσαν την Παντοκράτειρα. Ωστόσο, η ερώτησή μου εξακολουθεί να ισχύει, Άνμα: Τι προτείνεις;»

Η μάγισσα ανασήκωσε τους ώμους. «Να μην πάρουμε τις άμαξες. Ούτε να μπούμε στην πόλη όλοι μαζί. Να πάνε μέσα μόνο δυο-τρεις και να κάνουν ό,τι συμφωνία είναι να κάνουν. Κι αυτός που θ’αγοράσει τις άμαξες και τα Σερπετά, ας έρθει έξω για να τα δει. Μπορούμε να του πούμε ότι δεν τα φέραμε στο εσωτερικό για να μην προκαλέσουμε προβλήματα στην κυκλοφορία.»

«Το οποίο κανένας δε θα πιστέψει,» τόνισε ο Οδυσσέας.

«Μάλλον,» αποκρίθηκε η Άνμα. «Αλλά δεν έχει σημασία· η δουλειά μας θα γίνει όπως τη θέλουμε, και με μεγαλύτερη ασφάλεια.»

«Επίσης, η δουλειά μας θα δυσκολέψει πολύ περισσότερο,» είπε ο Ανδρόνικος. «Γιατί άλλο είναι να έχεις αυτό που πουλάς μπροστά σου κι άλλο να ζητάς από τον πιθανό αγοραστή να έρθει μαζί σου έξω απ’την πόλη για να το δει. Ωστόσο, νομίζω πως θα έπρεπε να ακολουθήσουμε τη συμβουλή σου, Άνμα. Τουλάχιστον για αρχή. Κι αν διαπιστώσουμε ότι δε γίνεται αλλιώς, τότε φέρνουμε και τις άμαξες μέσα στην πόλη.»

4

Ο άνεμος ούρλιαζε, καθώς διέσχιζε τους νυχτερινούς δρόμους της Μακρόπολης, φέρνοντας το χειμερινό του ψύχος· η φωνή του, όμως, σχεδόν χανόταν μέσα στη βαβούρα του κόσμου, γιατί οι λεωφόροι ήταν κάθε άλλο παρά έρημοι. Η Μακρόπολη ήταν μια ιδιαιτέρως ζωντανή πόλη τη νύχτα, καθώς, εκτός των άλλων, ήταν πολύ γνωστή για τα καζίνο της. Το σκοτάδι διαλυόταν από τις ενεργειακές λάμπες και από τον φωτισμό ενεργειακών πινακίδων, που τα γράμματά τους άλλαζαν χρώματα ή τρεμόπαιζαν ή χόρευαν. Πάνω από τις εισόδους ορισμένων –ελάχιστων– καταστημάτων υπήρχαν γιγαντο-οθόνες που έδειχναν τι γινόταν στην κεντρική αίθουσα του καταστήματος: κι απ’αυτές μπορούσες να δεις ρουλέτες να γυρίζουν, ανθρώπους να χορεύουν, κόσμο γύρω από μπαρ, και κόσμο να τρώει σε πολυτελή τραπέζια, σαν να κρεμόσουν από το ταβάνι του δωματίου. Οι λεωφόροι ήταν χωρισμένες σε τρεις φαρδιές λωρίδες: μία για τους πεζούς, μία για τους οδηγούς οχημάτων, και μία για τους έφιππους, που περνούσαν καβάλα σε άλογα ή, σπανιότερα, σε Σερπετά. Στον ουρανό πάνω απ’την πόλη, αλλά πολλές φορές ανάμεσα απ’τις πολυκατοικίες, έβλεπες αερόστατα να περνάνε, τα οποία ήταν εκεί είτε για λόγους φύλαξης της Μακρόπολης είτε για διαφημιστικούς λόγους, αφού από αρκετά κρέμονταν μεγάλα πανό που διαφήμιζαν προϊόντα, διασημότητες της πόλης, ή καταστήματα.

Ο Ανδρόνικος, ο Οδυσσέας, και η Άνμα’ταρ εύκολα αναμίχθηκαν με το πλήθος. Ήταν κι οι τρεις τους ντυμένοι όσο καλύτερα μπορούσαν, για να μοιάζουν με ανθρώπους που είχαν έρθει να διασκεδάσουν, κι επομένως να μην τραβήξουν ανεπιθύμητη προσοχή. Ο Ανδρόνικος φορούσε λευκό, δαντελωτό πουκάμισο, μαύρο, δερμάτινο παντελόνι, ψηλές μπότες, και μαύρη κάπα με αργυρό σιρίτι· στο κεφάλι του ήταν ένα επίσης μαύρο, πλατύγυρο καπέλο. Ο Οδυσσέας ήταν ντυμένος παρόμοια, με τη διαφορά ότι όλα τα δικά του ρούχα ήταν λευκά και ότι δεν φορούσε κάπα· αντί για κάπα, φορούσε ένα πράσινο πανωφόρι που κούμπωνε μ’ένα μεγάλο κουμπί στην κοιλιά και είχε μακριά ουρά η οποία έφτανε μέχρι το πίσω των γονάτων του Οδυσσέα. Στο κεφάλι του δεν φορούσε καπέλο, αλλά είχε βάλει ένα ζευγάρι μαύρα γυαλιά, παρότι ήταν νύχτα· εξάλλου, οι εκκεντρικότητες δε σπάνιζαν, το βράδυ, στη Μακρόπολη. Η Άνμα’ταρ ήταν ντυμένη μ’ένα μεταξωτό, έξωμο, πράσινο φόρεμα και ψηλά, μαύρα γάντια που έφταναν ώς τον αγκώνα αλλά άφηναν τις άκριες των δαχτύλων της να ξεπροβάλλουν. Στους ώμους της έπεφτε ένα μάλλινο σάλι. Στη μέση της γυάλιζε μια αργυρή, αλυσιδωτή ζώνη, χαλαρά δεμένη· και στα πόδια της ήταν ένα ζευγάρι ψηλοτάκουνα παπούτσια. Το πρόσωπό της ήταν βαμμένο τόσο έντονα που έμοιαζε νάναι σχεδόν αγνώριστο.

Ένας μονόφθαλμος άντρας με δέρμα λευκό σαν το χιόνι τούς πήρε από πίσω σε κάποιο σημείο του δρόμου, προσπαθώντας να τους πουλήσει λαχνούς για μια κλήρωση που θα γινόταν τα μεσάνυχτα, στο κατάστημα «Η Νυχτερινή Φωλιά».

«Δεν ενδιαφερόμαστε,» του είπε ο Οδυσσέας.

«Κυρία, κυρία, κυρία!» φώναξε ο μονόφθαλμος, ασπρόδερμος άντρας, κοιτάζοντας την Άνμα’ταρ και μιλώντας τη Συμπαντική Γλώσσα σπαστά. «Κερδίσεις πολλά λεφτά, κυρία! Όμορφα ρούχα! Κοσμήματα!»

«Δεν ενδιαφερόμαστε,» επέμεινε, ήρεμα, ο Οδυσσέας.

«Κυρία, κυρία, κυρία! Μεγάλη ευκ–!»

«Δεν ενδιαφερόμαστε,» τον διαβεβαίωσε και η Άνμα’ταρ.

Ο ασπρόδερμος άντρας συνέχισε να τους ακολουθεί. «Μεγάλη ευκαιρία!» είπε, κουνώντας τους λαχνούς μπροστά του (και μπροστά τους). «Πλουτίσετε!»

Ο Ανδρόνικος άρπαξε τον μονόφθαλμο από τον γιακά του βρόμικου πουκαμίσου του και του κόλλησε την πλάτη σ’έναν τοίχο. «Λες αλήθεια; Πράγματι αυτά είναι λαχνοί;»

«Ναι, κύριος, λαχνοί είναι. Μεγάλη ευκ–!»

«Και όντως υπάρχει αυτή η Νυχτερινή Φωλιά

«Ναι, βέβαια, κύριος, υπάρχει! Υπάρχει!»

«Και όντως τα μεσάνυχτα γίνεται κλήρωση;»

«Ναι, κύριος, γίνεται! Δες!» Ο μονόφθαλμος ύψωσε το χέρι του.

Ο Ανδρόνικος –παρότι φοβόταν ότι ίσως ετούτο να ήταν κάποιο κόλπο για να του ξεγλιστρήσει ο ασπρόδερμος άντρας– έστρεψε το βλέμμα του και κοίταξε. Και είδε μια διαφήμιση επάνω σ’έναν τοίχο, η οποία λαμπύριζε, περιτριγυρισμένη από φωτάκια. Έδειχνε μια ημίγυμνη χορεύτρια να κρέμεται από δύο κρίκους, τον έναν απ’τους οποίους κρατούσε με το αριστερό χέρι, ενώ μέσα από τον άλλο είχε περασμένο το λιγνό, καλλίγραμμο πόδι της και, ουσιαστικά, τον κρατούσε με την κλείδωση του γονάτου της. Τα γράμματα της διαφήμισης ήταν μεγάλα και λαμπερά, και έγραφαν:

 

 

Η εικόνα με τη χορεύτρια άλλαξε: τώρα, έδειχνε τη χορεύτρια σε διαφορετική στάση επάνω στους κρίκους.

Ο Ανδρόνικος έστρεψε το βλέμμα του στον ασπρόδερμο άντρα. «Πόσο κάνει ο ένας λαχνός;»

«Μισή ανάδη, κύριος.»

«Μισή ανάδη;» έκανε ο Οδυσσέας, πλάι στον Ανδρόνικο. «Οι τιμές των λαχνών αυξήθηκαν, παρατηρώ.»

Ο ασπρόδερμος άντρας χαμογέλασε. «Ακριβή ζωής, κύριος…»

Ο Ανδρόνικος τού άφησε το πουκάμισο, έβγαλε δύο ανάδες απ’την τσέπη του παντελονιού του, και του τις έδωσε, παίρνοντας τους τρεις λαχνούς που ο μονόφθαλμος κρατούσε. «Τα ρέστα δικά σου.»

«Ευχαριστώ πολύ, κύριος! Πολύ καλός! Ευχαριστώ!» φώναξε πίσω τους ο ασπρόδερμος άντρας, καθώς απομακρύνονταν.

«Γιατί το κάνατε αυτό, Πρίγκιπά μου;» ρώτησε ο Οδυσσέας.

«Ποιος ξέρει,» είπε ο Ανδρόνικος, «ίσως ετούτη νάναι η τυχερή μας νύχτα.»

«Υψηλότατε,» είπε η Άνμα’ταρ, «με συγχωρείτε, αλλά αυτό ήταν πραγματικά ανόητο. Δεν έχουμε χρόνο για να πάμε στη Νυχτερινή Φωλιά· θα είναι άδικος κόπος.»

«Δε σκεφτόμουν να πάμε εκεί και να φάμε την ώρα μας, μάγισσα. Αν, όμως, τύχει να είμαστε κοντά τα μεσάνυχτα, δε βλάπτει να περάσουμε.»

Η Άνμα’ταρ αναποδογύρισε τα μάτια. Οι Δράκαινες δε βασίζονταν στην τύχη· μόνο στην ικανότητα και στη σωστή προετοιμασία. Ωστόσο, δεν είπε τίποτε άλλο.

«Από πού θα ξεκινήσουμε την αναζήτησή μας για ενεργειακά οχήματα;» ρώτησε ο Οδυσσέας. «Εδώ γύρω δε νομίζω πως μπορώ να δω κανένα κατάλληλο μέρος.» Διέσχιζαν μια λεωφόρο, και δεξιά κι αριστερά τους φαινόταν να υπάρχουν, ως επί το πλείστον, κέντρα διασκέδασης, μπαρ, εστιατόρια, και καζίνο.

Υπήρχαν, ωστόσο, και κάποια άλλα καταστήματα, τα οποία ή ήταν κλειστά ετούτη την ώρα (και είχαν τα ρολά τους κατεβασμένα) ή επρόκειτο για μικρές επιχειρήσεις που πουλούσαν ποτά, καπνό, γλυκά, ή ψιλικά.

Ο Ανδρόνικος πλησίασε ένα από αυτά τα μικρότερα καταστήματα, με την Άνμα’ταρ και τον Οδυσσέα στο κατόπι του. Αγόρασε ένα πακέτο τσιγάρα από το παραθυράκι και ρώτησε τη γυναίκα που βρισκόταν εκεί πού θα μπορούσε να προμηθευτεί κάποιο ενεργειακό όχημα· ή, μάλλον, καλύτερα, διόρθωσε τον εαυτό του, πού θα μπορούσε να κάνει μια ανταλλαγή: να δώσει μερικά δικά του πράγματα για να πάρει ένα όχημα.

Η γυναίκα αποκρίθηκε ότι, ετούτη την ώρα, οι περισσότερες μεγάλες επιχειρήσεις που εμπορεύονταν οχήματα ήταν κλειστές. Ωστόσο, ίσως στο Κέντρο να έβρισκε ανθρώπους που να ενδιαφέρονταν για μια ανταλλαγή, αν και ο κύριος θα έπρεπε να είναι προσεκτικός, καθώς πολλοί απ’αυτούς, ειδικά τη νύχτα, δεν ήταν νόμιμοι.

«Αυτή τη στιγμή, δε μ’απασχολεί τόσο το πόσο νόμιμοι είναι,» δήλωσε ο Ανδρόνικος (αν και θα όφειλε να μ’απασχολεί, σκέφτηκε· εξάλλου, ετούτη η πόλη είναι μέρος του βασιλείου μου)· «απλά, θέλω να κάνω τη δουλειά μου όσο πιο γρήγορα γίνεται. Έχεις κάποιον συγκεκριμένο άνθρωπο να προτείνεις;»

Η γυναίκα κούνησε το κεφάλι και είπε πως, όχι, δεν είχε κανέναν συγκεκριμένο στο μυαλό της. Όμως οι περισσότεροι απ’αυτούς τώρα, τη νύχτα, σύχναζαν στον Δαίδαλο, που δεν ήταν και τόσο καλόφημο μέρος. Αν ο κύριος δεν ήξερε καλά την πόλη, θα έπρεπε να προσέχει.

Ο Ανδρόνικος δεν είχε ιδέα πού ήταν αυτός ο Δαίδαλος, έτσι ζήτησε ν’αγοράσει έναν χάρτη, αν υπήρχε. Η γυναίκα τού έδωσε έναν κι εκείνος την πλήρωσε, αφήνοντάς της λίγα χρήματα παραπάνω κι ευχαριστώντας την για τις πληροφορίες.

«Καλή τύχη, κύριε,» του ευχήθηκε η γυναίκα.

Μερικά μέτρα παρακάτω, στην αρχή ενός ήσυχου, σκιερού σοκακιού, ο Ανδρόνικος άνοιξε τον νεοαπόκτητο χάρτη του, για να μελετήσουν, εκείνος κι οι σύντροφοί του, τη Μακρόπολη.

Το σχήμα της πόλης δεν ήταν καθόλου μακρόστενο, και δεν δικαιολογούσε το όνομά της· αλλά αυτό ήταν το λιγότερο που απασχολούσε τον Ανδρόνικο τώρα. Ψάχνοντας μέσα στον χάρτη, βρήκε εύκολα το Κέντρο (το οποίο, αναμενόμενα, ήταν στο κεντρικότερο σημείο της πόλης), καθώς και ένα μέρος που ήταν σημειωμένο ως ΧΩΡΑ ΤΟΥ ΔΑΙΔΑΛΟΥ [συνηθ. ΔΑΙΔΑΛΟΣ], και βρισκόταν στην ανατολική πλευρά του Κέντρου.

«Τι λέτε;» ρώτησε ο Ανδρόνικος. «Να πάμε;»

«Καλύτερα εκεί, παρά στη Νυχτερινή Φωλιά,» σχολίασε η Άνμα’ταρ.

«Είσαι εκνευριστική ορισμένες φορές, μάγισσα.»

«Ας πάμε,» είπε ο Οδυσσέας. «Αλλά καλά θα κάνουμε να έχουμε υπόψη μας και την προειδοποίηση της κυρίας στο κατάστημα.»

Ο Ανδρόνικος ένευσε. «Ναι, το μέρος ακούγεται σαν νάναι το άντρο κάποιας μαφίας.»

Βγήκαν απ’το σοκάκι και ξεκίνησαν να βαδίζουν, μπαίνοντας ξανά μέσα στο νυχτερινό πλήθος της Μακρόπολης.

Σε λίγο, ο Οδυσσέας είπε: «Σ’ένα σωρό διαστάσεις, η Επανάσταση έχει ολόκληρο δίκτυο ανθρώπων, οι οποίοι είναι εκεί για να βοηθούν άλλους επαναστάτες· και σ’ετούτη τη διάσταση, που είναι το προπύργιο της Επανάστασης, δεν υπάρχει ούτε ένας έμπιστος άνθρωπος για να μας βοηθήσει!…» Αναστέναξε.

«Δεν περίμενα ποτέ ότι θα με κυνηγάνε μέσα στην ίδια την Απολλώνια, Οδυσσέα,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος. «Η Επανάσταση χρειάζεται τα μέλη της στις διαστάσεις που προσπαθούν να αποτινάξουν το ζυγό της Παντοκράτειρας, όχι στις διαστάσεις που τον έχουν ήδη αποτινάξει.»

«Το ξέρω, Πρίγκιπά μου· αλλά η κατάσταση εξακολουθεί να μου μοιάζει σαν ένα κακόγουστο αστείο.»

«Ναι,» ένευσε ο Ανδρόνικος, «καταλαβαίνω τι εννοείς. Κι όταν βρω εκείνον που μας παίζει αυτό το κακόγουστο παιχνίδι, θα τον κάνω να μαρτυρήσει την ώρα που γεννήθηκε… ακόμα κι αν είναι ο ίδιος μου ο αδελφός,» πρόσθεσε μέσα απ’τα δόντια του.

Το Κέντρο δεν ήταν δύσκολο να το βρουν –έπρεπε μονάχα ν’ακολουθήσουν μια μεγάλη λεωφόρο–, ούτε ήταν ιδιαιτέρως μακριά –με γρήγορο βάδισμα, έφτασαν σε μισή ώρα. Και τώρα, βρίσκονταν σ’ένα μέρος που δε διέφερε και τόσο από το μέρος όπου βρίσκονταν πριν, εκτός ίσως από το γεγονός ότι ο κόσμος ήταν περισσότερος, και ότι υπήρχαν δύο μεγάλα πάρκα με αρκετές εισόδους, εξόδους, και λιθόστρωτα μονοπάτια. Λάμπες ήταν αναμμένες παντού, φυσικά, όπως επίσης και πινακίδες που λαμπύριζαν, αναβόσβηναν, και τρεμόπαιζαν. Ένας άντρας, κοντά σε μια από τις εισόδους του ενός πάρκου, στεκόταν πίσω από ένα καροτσάκι και φώναζε: «Παγωτά! Παγωτά! Τα τελευταία παγωτά του χρόνου! Ο χειμώνας έρχεται! Ο χειμώνας έρχεται, και δε θάχετε άλλο παγωτό! Ελάτε για το τελευταίο σας!»

«Προς τα πού είναι αυτός ο Δαίδαλος τώρα;» είπε ο Οδυσσέας, κοιτάζοντας τριγύρω.

«Προς τα κει, νομίζω.» Η Άνμα’ταρ ύψωσε το γαντοφορεμένο της χέρι, για να δείξει.

Πλησίασαν τη μεριά που είχε δείξει η μάγισσα, και ο Ανδρόνικος είδε ένα ψηλό, πολυώροφο ξενοδοχείο που ονομαζόταν «Ο Ειρηνιστής». Το είχε εντοπίσει και στον χάρτη του, δίπλα στην είσοδο του Δαίδαλου. Λογικά, λοιπόν, η είσοδος πρέπει να είναι εκεί, σκέφτηκε, κοιτάζοντας τον δρόμο πλάι στο ξενοδοχείο.

Και, φτάνοντας κοντά, έπαψε να έχει την οποιαδήποτε αμφιβολία ότι από εδώ ξεκινούσε η Χώρα του Δαίδαλου. Ο δρόμος ήταν μικρός και όχι τόσο καλά φωτισμένος όσο οι δρόμοι γύρω από τα δύο πάρκα· ορισμένα σημεία του ήταν τυλιγμένα στο σκοτάδι. Ωστόσο, μέσα στη θολούρα, διακρίνονταν μερικά καταστήματα, καθώς και ανθρώπινες μορφές που περιφέρονταν· και μια μορφή Σερπετού, επίσης, πίσω από ένα σύννεφο καπνού.

Στην αρχή του δρόμου υπήρχε μια ψηλή, πέτρινη αψίδα, επάνω στην οποία γράμματα ήταν χαραγμένα στην Αρχαία Γλώσσα της Απολλώνιας. Ο Ανδρόνικος δεν είχε δυσκολία να τα διαβάσει:

 

 

«Τι γράφει;» ρώτησε η Άνμα’ταρ.

«Ένα φιλικό καλωσόρισμα,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος, περνώντας κάτω από την πέτρινη αψίδα.

Η Άνμα’ταρ και ο Οδυσσέας τον ακολούθησαν.

Και, σύντομα, όλοι τους διαπίστωσαν ότι ετούτο το μέρος ήταν ένας λαβύρινθος από στενούς δρόμους, καμπυλωτές στροφές, και σήραγγες. Τα καταστήματα που υπήρχαν εδώ δεν ήταν τόσο φανταχτερά όπως στα άλλα σημεία της πόλης, και παντού οι φάτσες που σε κοίταζαν έμοιαζαν να έχουν ένα απειλητικό βλέμμα.

Αλλά, σκέφτηκε ο Ανδρόνικος, δεν έχουμε άλλη επιλογή απ’το να μιλήσουμε σε κάποια απ’αυτές τις φάτσες. Γιατί, χωρίς να ρωτήσουν, δεν ήξεραν πού να πάνε για να κάνουν τη δουλειά τους.

Άνοιξε την πόρτα ενός μπαρ και εκείνος κι οι σύντροφοί του μπήκαν σ’έναν χώρο όπου έπαιζε απαλή μουσική και ο θόρυβος από τις ομιλίες του κόσμου δεν ήταν έντονος: ερχόταν στ’αφτιά τους σαν μια υπόκωφη βαβούρα. Οι φάτσες που στράφηκαν να τους κοιτάξουν δεν ήταν περισσότερο φιλικές απ’αυτές που τους κοίταζαν στους δρόμους του Δαίδαλου.

Ο Ανδρόνικος πήγε στον πάγκο του μπαρ και παράγγειλε ένα ποτό από τη γυναίκα εκεί. Ήταν ψηλή, με μαύρο, κατάμαυρο δέρμα και μακριά, γαλανά μαλλιά, τα οποία είχε δεμένα κοτσίδα ψηλά στο κεφάλι της. Φορούσε ένα λευκό, αμάνικο φόρεμα με κλειστό γιακά. Τα μάτια της ξεχώριζαν πολύ έντονα επάνω στο μελανόχρωμο πρόσωπό της.

«Χρειάζομαι μια πληροφορία,» της είπε ο Ανδρόνικος.

Εκείνη βλεφάρισε, σιωπηλά, αλλά δεν απομακρύνθηκε.

Ο Ανδρόνικος ήπιε μια γουλιά απ’το ποτό του. «Θέλω να πουλήσω δύο άμαξες και δύο Σερπετά, και ν’αγοράσω ένα ενεργειακό όχημα. Ξέρεις κανέναν εδώ γύρω που θα ενδιαφερόταν για μια τέτοια ανταλλαγή;»

«Απόψε;» ρώτησε η γυναίκα.

«Ναι, απόψε.»

Η γυναίκα συνοφρυώθηκε. «Βιάζεσαι;»

«Ίσως.»

«Θα βγεις από δω και θα κάνεις δυο στροφές αριστερά και μια δεξιά. Θα δεις μια σήραγγα. Θα χτυπήσεις, εκεί μέσα, την πρώτη πόρτα αριστερά και θα ζητήσεις τον κύριο Ευήμερο, ο οποίος ασχολείται με μεσιτικές δουλειές.»

«Ευχαριστώ.»

Ο Ανδρόνικος, η Άνμα’ταρ, και ο Οδυσσέας βγήκαν από το μπαρ και βάδισαν πάλι στους δρόμους του Δαίδαλου.

«Δε θα περίμενα οι άνθρωποι εδώ να είναι τόσο εξυπηρετικοί…» σχολίασε η μάγισσα.

«Ναι, πράγματι,» συμφώνησε ο Ανδρόνικος. «Ας έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά.»

Έκαναν την πρώτη στροφή αριστερά, και συνέχισαν σ’έναν δρόμο που ήταν γλιστερός κάτω απ’τα πόδια τους και γεμάτος με μια οξεία οσμή, η οποία έμοιαζε να προέρχεται από μηχανή. Επίσης, ένας μηχανικός ήχος ακουγόταν πίσω από μερικά πέτρινα χτίρια στα δεξιά τους, σαν κάποιο μεγάλο κατασκεύασμα με παλιά γρανάζια να βρισκόταν σε λειτουργία.

Έκαναν και τη δεύτερη στροφή αριστερά, και πέρασαν δίπλα απ’την ανοιχτή πόρτα ενός οικήματος που δεν μπορεί παρά να ήταν πορνείο, αν έκρινε κανείς απ’τις λιθογραφίες στους τοίχους του.

Προτού στρίψουν δεξιά, όπως τους είχε πει η γυναίκα στο μπαρ, αντιλήφτηκαν ότι τους παρακολουθούσαν, γιατί μια παράξενη πληθώρα από σκιερές μορφές είχε αρχίσει να συγκεντρώνεται πίσω τους.

«Πρίγκιπά μου,» είπε ο Οδυσσέας, «καλύτερα θα ήταν να φύγουμε.»

«Πιστεύεις ότι θα μας αφήσουν;» Το χέρι του Ανδρόνικου πήγε στο πιστόλι μέσα στην κάπα του.

«Πιστεύω ότι θα έχουν σοβαρές διαφωνίες επί του θέματος, αλλά κάτι πρέπει να κάνουμε, αν θέλουμε ν’αποφύγουμε μια σύγκρουση.»

«Δεν μπορούμε να την αποφύγουμε,» είπε η Άνμα’ταρ.

«Η αισιοδοξία σου με σκοτώνει, μάγισσα,» αποκρίθηκε ο Οδυσσέας.

«Περίμενε λίγο και δε θα χρειάζεσαι την αισιοδοξία μου για να σε σκοτώσει.»

Έφτασαν στη δεξιά στροφή, και έστριψαν.

Και είδαν ότι ο δρόμος εμπρός τους ήταν κατασκότεινος, χωρίς καμία λάμπα, χωρίς κανενός είδους φωτισμό· κι από μέσα του ερχόταν μια έντονη μυρωδιά ζώων, μαζί με τη μυρωδιά των ούρων και των περιττωμάτων.

«Η σκρόφα μάς έστησε παγίδα,» μούγκρισε ο Οδυσσέας, κάτω απ’την ανάσα του.

Πίσω τους τώρα ακούγονταν βήματα.

Ο Ανδρόνικος στράφηκε, για ν’αντικρίσει καμια εξάδα άντρες (ή, μήπως, ήταν περισσότεροι; –το σκοτάδι σ’ετούτο το μέρος δε βοηθούσε στον υπολογισμό του αριθμού τους). Οι τρεις τουλάχιστον κρατούσαν πιστόλια. «Θα μπορούσαμε κάπως να σας βοηθήσουμε, κύριοι;»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο ένας απ’αυτούς, βγάζοντας το μισοτελειωμένο τσιγάρο απ’το στόμα του και πετώντας το στο δρόμο. «Δώστε μας ό,τι έχετε. Χρήματα, ρούχα, τα πάντα.» Η μπότα του πάτησε το τσιγάρο, σβήνοντάς το. «Και μετά, θα δούμε τι θα κάνουμε μ’εσάς.»

Την ίδια στιγμή, η Άνμα’ταρ ψιθύρισε στ’αφτί του Ανδρόνικου: «Πυροβόλησε ανάμεσά τους.»

Ο Απολλώνιος Πρίγκιπας δεν ήξερε γιατί του το έλεγε αυτό η μάγισσα, αλλά υπέθετε ότι κάποιον καλό λόγο θα είχε. Επιπλέον, μπορούσε κιόλας να την ακούσει να υποτονθορύζει τα λόγια για ένα ξόρκι. Ναι, σίγουρα κάποιον καλό λόγο θα είχε.

«Ποιοι είστε;» ρώτησε ο Ανδρόνικος, σφίγγοντας τη λαβή του πιστολιού του μέσα στο χέρι του και απασφαλίζοντάς το.

«Τώρα!» σφύριξε η Άνμα’ταρ, πίσω του.

«Οι συστάσεις μετά–» αποκρίθηκε ο ληστής που είχε μιλήσει και πριν· αλλά δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τα λόγια του: ο Ανδρόνικος τράβηξε το πιστόλι μέσα απ’την κάπα του και πυροβόλησε ανάμεσα στους κακοποιούς–

Μια ξαφνική λάμψη.

Καπνός.

Κραυγές πόνου, και βήχας.

Οι κακοποιοί είχαν διπλωθεί. Ορισμένοι κρατούσαν το πρόσωπό τους· άλλοι έμοιαζαν απλά ζαλισμένοι.

Γαβγίσματα αντήχησαν απ’τον σκοτεινό δρόμο. Πολλά γαβγίσματα, τα οποία πλησίαζαν. Και μαζί τους ακούγονταν και βήματα. Ανθρώπινα.

«Πίσω!» φώναξε ο Οδυσσέας, πυροβολώντας μες στο σκοτάδι.

Για μια στιγμή, τρεις άντρες φάνηκαν, που ο καθένας κρατούσε ένα ή δύο μεγάλα κυνηγόσκυλα από τα λουριά τους· και ήταν προφανές ότι επρόκειτο για συμμάχους των υπόλοιπων κακοποιών.

«Απάνω τους, ρε!» γκάρισε κάποιος, καθώς το σκοτάδι τύλιγε πάλι τα πάντα· και τα σκυλιά ελευθερώθηκαν απ’τα λουριά τους, ορμώντας καταπάνω στον Ανδρόνικο και τους συντρόφους του.

Ο Οδυσσέας πυροβόλησε στο κεφάλι τον πρώτο σκύλο που παρουσιάστηκε· η σφαίρα έσπασε το κρανίο του, τινάζοντας τριγύρω μυαλά και αίμα. Τα υπόλοιπα σκυλιά δε φάνηκαν να εντυπωσιάζονται απ’αυτό, καθώς τινάζονταν προς τον Πρόμαχο και την Άνμα’ταρ.

Ο Ανδρόνικος πυροβόλησε έναν από τους κακοποιούς που είχαν χτυπηθεί απ’το ξόρκι της μάγισσας, σκοτώνοντάς τον προτού εκείνος προλάβει να σκοτώσει κάποιον απ’τους συμμάχους του. Ύστερα, πυροβόλησε έναν ακόμα, ο οποίος φαινόταν επίσης έτοιμος να επιτεθεί.

Και στράφηκε πίσω του, για να δει την Άνμα’ταρ πεσμένη ανάσκελα στον δρόμο, μ’ένα απ’τα κυνηγόσκυλα επάνω της. Το χέρι της μάγισσας ήταν στο λαιμό του ζώου και σταθερό, αλλά τα δόντια του έτριζαν μπροστά στο πρόσωπό της.

Ο Ανδρόνικος το πυροβόλησε στα πλευρά, πετώντας το παραδίπλα.

Ο Οδυσσέας, εν τω μεταξύ, έριχνε σ’έναν άλλο σκύλο, ενώ ένας τρίτος είχε δαγκώσει το δεξί του γόνατο.

Ένας πυροβολισμός αντήχησε μέσα απ’τον σκοτεινό δρόμο· ο Ανδρόνικος αισθάνθηκε κάτι να τον χτυπά δυνατά στο αριστερό χέρι· παραπάτησε και η πλάτη του κοπάνησε σ’έναν τοίχο. Το όπλο του το κράτησε γερά στη δεξιά του γροθιά· το ύψωσε και έριξε, επανειλημμένα, μες στο σκοτάδι, τρίζοντας τα δόντια.

Η Άνμα’ταρ έκανε ένα ξόρκι, και εκεί όπου πυροβολούσε ο Ανδρόνικος παρουσιάστηκε πάλι μια ξαφνική λάμψη και καπνός. Ουρλιαχτά αντήχησαν.

Ο Ανδρόνικος έφυγε απ’τη θέση του και καλύφτηκε σε μια γωνία. Η Άνμα’ταρ ήρθε κοντά του, και ο Οδυσσέας επίσης, καθώς τώρα είχε σκοτώσει και τον τελευταίο σκύλο που τους είχε επιτεθεί. Το δεξί του πόδι ήταν άσχημα τραυματισμένο από τα δόντια των θηρίων, και κούτσαινε. Ωστόσο, ο ίδιος δεν έμοιαζε να δίνει σημασία στις πληγές του. «Είστε χτυπημένος, Πρίγκιπά μου,» είπε στον Ανδρόνικο, ρίχνοντας μια ματιά στο αριστερό του χέρι. «Πρέπει να φύγουμε από δω, και να σας περιποιηθούμε. Ήταν παγίδα. Από την αρχή.»

«Οι άνθρωποι, πάντως, που μας ζήτησαν λεφτά έχουν εξαφανιστεί,» παρατήρησε η Άνμα’ταρ. «Μάλλον, δεν περίμεναν τέτοια αντίσταση.»

«Ναι,» είπε ο Οδυσσέας, «αλλά, και πάλι, τούτο δεν είναι ασφαλές μέρος. Ούτε πρόκειται οι οδηγίες αυτής της μαυρόδερμης σκύλας του μπαρ να μας οδηγήσουν πουθενά.»

Ο Ανδρόνικος θυμήθηκε την επιγραφή επάνω στην πέτρινη αψίδα, και σκέφτηκε: Μάλλον, δεν κάναμε μόνο μισό βήμα μπροστά. Πάντως, πρέπει να ρίξαμε τουλάχιστον δύο ματιές γύρω μας, αλλιώς δε θα ήμασταν τώρα ανάμεσα στους ζωντανούς.

«Μπορείς να βγάλεις τη σφαίρα;» ρώτησε τον Οδυσσέα.

Ο Πρόμαχος ένευσε. Στην Άνμα’ταρ είπε: «Έχε τα μάτια σου ανοιχτά, μάγισσα.»

Εκείνη κρατούσε ήδη ένα πιστόλι στο δεξί της χέρι. Δεν αποκρίθηκε, αλλά από την έκφρασή της ήταν φανερό ότι δεν πρόκειται ν’άφηνε κανέναν να πλησιάσει.

Ο Οδυσσέας έσκισε το πουκάμισο του Ανδρόνικου στο σημείο του μπράτσου και κοίταξε το τραύμα. Το πασπάτεψε λίγο, ενώ ο Πρίγκιπας έτριζε τα δόντια.

Η όψη του Οδυσσέα σφίχτηκε. «Αδύνατον να τη βγάλω τώρα, Πρίγκιπά μου,» είπε. «Χρειάζομαι κάποια λαβίδα. Πρέπει να φύγουμε απ’την πόλη και να–»

«Όχι,» τον διέκοψε ο Ανδρόνικος. «Ήρθαμε εδώ για να κάνουμε μια δουλειά, και θα την κάνουμε.»

«Μα, Πρίγκιπά μου–»

«Σκίσε το χέρι του πουκαμίσου μου και φτιάξε μου έναν πρόχειρο νάρθηκα.»

Ο Οδυσσέας υπάκουσε, καθώς δεν ήταν και τίποτα το δύσκολο· κι επιπλέον, ήταν απαραίτητο, έτσι κι αλλιώς. Ωστόσο, είπε: «Δεν μπορούμε να επιστρέψουμε σ’εκείνο το μπαρ, αν αυτό σκέφτεστε. Θα μας περιμένουν, και, κατά πάσα πιθανότητα, θα μας σκοτώσουν.»

«Ναι…» παραδέχτηκε ο Ανδρόνικος, νιώθοντας χαμένος, μην ξέροντας πού να στραφεί. Ο Οδυσσέας είχε δίκιο: δεν μπορούσαν να επιστρέψουν σ’εκείνο το μπαρ· αλλά ποιος τους εγγυάτο πως, αν πήγαιναν αλλού, τα πράγματα θα ήταν καλύτερα; Δεν ήξεραν τίποτα για τούτη τη Χώρα του Δαίδαλου. Ήταν μια ολόκληρη πόλη από μόνη της. Μια πόλη μέσα στη Μακρόπολη. Ο Ανδρόνικος δεν γνώριζε, παλιότερα, ότι υπήρχε αυτό το πράγμα στην επικράτεια του βασιλείου του. Δεν είχε ιδέα για τον Δαίδαλο. Και τώρα αναρωτιόταν πόσα άλλα παρόμοια μέρη ίσως να μη γνώριζε. Φωτιές του Μαύρου Νάρζουλ! Σ’ένα τέτοιο μέρος θα μπορούσαν να κρύβονται ακόμα και πράκτορες της Παντοκράτειρας, χωρίς να τους–

«Υψηλότατε,» τον ρώτησε ο Οδυσσέας, διακόπτοντας τις σκέψεις του μπερδεμένου μυαλού του, «τι θα κάνουμε;»

«Μου μοιάζετε γι’άνθρωποι π’αναζητούν κάτι.»

Ο Ανδρόνικος στράφηκε, ξαφνιασμένος. Το ίδιο κι ο Οδυσσέας και η Άνμα’ταρ. Γιατί η φωνή δεν ανήκε σε κανέναν απ’τους τρεις τους. Ήταν μια καινούργια φωνή.

Δυο μάτια γυάλιζαν μέσα στην τρύπα ενός πέτρινου τοίχου, κι ένα πρόσωπο μόλις που διακρινόταν. Πρέπει να είχε λευκό δέρμα, σαν του Ανδρόνικου και του Οδυσσέα: δηλαδή, δέρμα με απόχρωση του ροζ, όχι άσπρο σαν ύφασμα, όπως του μονόφθαλμου άντρα που είχαν συναντήσει μπαίνοντας στην πόλη.

«Ναι, εγώ σάς μιλάω. Δε με πιστεύετε;» Το πρόσωπο χαμογέλασε, και το πάνω χείλος του φάνηκε να σκίζεται στα δύο –κάποια παλιά ουλή. «Μπορώ να σας βοηθήσω. Αν αποφασίσετε να μην με σκοτώσετε. Χε-χε-χε…»

«Ποιος είσαι;» ρώτησε ο Ανδρόνικος.

«Κάποιος.»

«Και ποιο είναι το όνομά σου, Κάποιε;» είπε ο Οδυσσέας, με απειλητικό τόνο στη φωνή του. Το πιστόλι του το είχε θηκαρώσει, για να περιποιηθεί το τραύμα του Πρίγκιπά του, αλλά τώρα το τράβηξε πάλι.

«Ήρεμα, γείτονα! Ήρεμα!» είπε το πρόσωπο μέσα στην τρύπα, χωρίς όμως να φανεί να πανικοβάλλεται. «Το όνομά μου είναι Κάποιος. Έτσι με ξέρουν, κι έτσι με φωνάζουν. Και, για να σας το πω κι αλλιώς, αν έχω άλλο όνομα, ούτε εγώ δεν ξέρω ποιο είναι· χε-χε-χε…» Το μειδίαμά του ήταν, το λιγότερο, άσχημο· ή, για κάποιον ευαίσθητο, τουλάχιστον αποκρουστικό.

«Είπες ότι μπορείς να μας βοηθήσεις. Πώς;» ρώτησε ο Ανδρόνικος. «Και γιατί;»

«Πώς και γιατί…» μουρμούρισε το πρόσωπο μέσα στην τρύπα. «Το πώς εξαρτάται από το τι πραγματικά θέλετε. Το γιατί είναι απλό: Υποθέτω πως, σίγουρα, θα έχετε κάτι που θέλω, ε; Χε-χε.»

Τα μάτια του Ανδρόνικου στένεψαν. «Σαν τι;»

«Δεν ξέρω· εσύ πες μου, Πρίγκιπα Ανδρόνικε–»

Το πιστόλι του Οδυσσέα, πάραυτα, υψώθηκε, σημαδεύοντας το πρόσωπο ανάμεσα στα μάτια. «Κουνήσου απ’τη θέση σου και θα βρεις τα μυαλά σου πίσω σου. Πώς μας ξέρεις;»

«Δεν σας ξέρω,» είπε το πρόσωπο. «Ξέρω τον Πρίγκιπα Ανδρόνικο. Και, στ’αλήθεια, ρωτάς πώς ξέρω τον Πρίγκιπα Ανδρόνικο; Ε; Ε; Χα-χα-χα-χα-χα!…» Το πρόσωπο έδειχνε να διασκεδάζει.

Ο Οδυσσέας δεν κατέβασε το όπλο του. «Ναι, ρωτάω ακριβώς αυτό.»

«Η φάτσα του δεν είναι κρυφή. Οι πάντες στην Απολλώνια την ξέρουν. Την έχουμε δει σε άφησες, σε οθόνες, σε φυλλάδια, σε περιοδικά, σε βιβλία–»

«Παραδόξως, κανένας δεν αναγνώρισε τον Πρίγκιπα ώς τώρα.»

«Είσαι σίγουρος γι’αυτό; Χε-χε-χε…!»

Απρόσμενα, μίλησε η Άνμα’ταρ: «Δε μπορείς να μας κοροϊδέψεις τόσο εύκολα,» είπε, ήρεμα. «Μέσα σ’ετούτα τα σκοτεινά δρομάκια, δε θ’αναγνώριζε κανείς ούτε τον αδελφό του–»

«Ο Κάποιος, όμως, αναγνώρισε εσάς!»

«Κι επιπλέον, αυτή δεν είναι η συνηθισμένη εμφάνιση του Πρίγκιπα.» Η Άνμα έριξε ένα βλέμμα στον Ανδρόνικο, που το πάνω μισό της όψης του ήταν, ουσιαστικά, κρυμμένο στη σκιά του πλατύγυρου καπέλου του.

«Ίσως νάμαι πιο παρατηρητικός απ’τους άλλους ανθρώπους. Θέλετε τώρα τη βοήθειά μου, ή όχι;»

Για να δούμε τι έχεις να πεις… σκέφτηκε ο Ανδρόνικος. «Ψάχνουμε κάποιον για να κάνουμε μια ανταλλαγή. Να του δώσουμε δύο άμαξες και δύο Σερπετά, ώστε να μας δώσει ένα ενεργειακό όχημα. Έχεις κάποιο τέτοιο άτομο υπόψη σου;»

«Ίσως. Τι έχετε να μου προσφέρετε ως αντάλλαγμα για τη βοήθειά μου;»

«Δεν την είδαμε ακόμα τη βοήθειά σου,» είπε ο Οδυσσέας.

«Θα τη δείτε, όμως. Δεν πρέπει κι εγώ τώρα να ξέρω τι έχετε να μου δώσετε;»

«Τρεις λαχνούς,» είπε ο Ανδρόνικος. «Για την κλήρωση που θα γίνει απόψε τα μεσάνυχτα στη Νυχτερινή Φωλιά.»

«Υπέροχα!» αποκρίθηκε το πρόσωπο μέσα στην τρύπα, ξαφνιάζοντάς τους και τους τρεις.

«Πρίγκιπά μου,» είπε ο Οδυσσέας, «πρέπει να πρόκειται για κάποια παγίδα.»

Το πρόσωπο τον αγνόησε. «Θα σας οδηγήσω σ’έναν άνθρωπο που, σίγουρα, θα μπορεί να σας βοηθήσει. Στον ίδιο τον Δαίδαλο.»

Ο Ανδρόνικος συνοφρυώθηκε. «Στον Δαίδαλο; Ο Δαίδαλος δεν είναι μέρος; Δεν είναι αυτό το μέρος της πόλης όπου βρισκόμαστε;»

«Φυσικά και όχι. Αυτή είναι η Χώρα του Δαίδαλου. Γιατί νομίζεις ότι ονομάζεται έτσι; Γιατί, προφανώς, ανήκει στον Δαίδαλο! Οι περισσότεροι, βέβαια, λένε ότι ο Δαίδαλος δεν υπάρχει· ναι, το ξέρω· λένε ότι είναι παραμύθι. Χε-χε, τι ανόητοι! Εγώ τον γνωρίζω τον κύριο Δαίδαλο. Εγώ δουλεύω γι’αυτόν. Και είναι ο καλύτερος αφέντης! Ελάτε μαζί μου, και θα σας οδηγήσω. Ελάτε· περάστε την πόρτα που βλέπετε στ’αριστερά σας.»

5

Κρατώντας το πιστόλι του σε ετοιμότητα, ο Οδυσσέας έσπρωξε την πόρτα, ανοίγοντάς την. Πέρασε το κατώφλι προσεκτικά, εξακολουθώντας να αγνοεί τα τραύματα στο πόδι του. Ο Ανδρόνικος και η Άνμα’ταρ τον ακολούθησαν με την ίδια επιφύλαξη, και βρέθηκαν όλοι τους στο εσωτερικό ενός φαινομενικά εγκαταλειμμένου οικήματος, όπου μονάχα μια παλιά ενεργειακή λάμπα τρεμόπαιζε. Ο άντρας που τους είχε μιλήσει από την τρύπα του τοίχου στεκόταν από κάτω της. Το πρόσωπό του θα το αναγνώριζαν παντού, κακάσχημο καθώς ήταν. Επίσης, τώρα πρόσεξαν ότι μαλλιά δεν είχε στο κεφάλι του· ήταν τελείως καραφλός. Γένια, όμως, είχε, αραιά και άσχημα. Ήταν ντυμένος με παλιά δερμάτινα ρούχα και φορούσε φαρδιές και μεγάλες μπότες, μέσα στις οποίες τα πόδια του έπλεαν.

«Ακολουθήστε με,» είπε, γνέφοντάς τους, «και θα σας οδηγήσω στον Δαίδαλο.» Και, προτού κανείς τους προλάβει να μιλήσει, ο άντρας χώθηκε μέσα στο στρογγυλό στόμιο μιας σήραγγας, σκύβοντας.

Ο Ανδρόνικος, ο Οδυσσέας, και η Άνμα’ταρ τον ακολούθησαν. Ο στενός χώρος εδώ φωτιζόταν από μικρές λάμπες, οι οποίες βρίσκονταν πότε στους τοίχους, πότε στο ταβάνι, πότε στο πάτωμα, αναδίδοντας ένα ασθενικό, κατάλευκο φως. Καθώς προχωρούσαν, οι τρεις τους είχαν την αίσθηση ότι βάδιζαν μέσα σ’έναν πελώριο σωλήνα. Τα τοιχώματα γύρω τους ήταν καμωμένα από πέτρα, και πάνω σ’αρκετά τους σημεία υπήρχαν λειχήνες· έντομα και τρωκτικά ξεπρόβαλλαν από τρύπες, για να κοιτάξουν τους ανθρώπους που διέσχιζαν τις περιοχές τους.

«Αν σκέφτεσαι να μας οδηγήσεις σε κάποια παγίδα,» απείλησε ο Οδυσσέας τον οδηγό τους, «να ξέρεις πως εσύ θα είσαι ο πρώτος που θα πεθάνει.» Το πιστόλι του το είχε ακόμα στο χέρι, και τα δόντια του έτριζαν σαν τα δόντια των σκύλων που είχε πρόσφατα σκοτώσει –αναμφίβολα, από τον πόνο που του προκαλούσαν τα τραύματα στο πόδι του, σκεφτόταν ο Ανδρόνικος.

Ο υπηρέτης του Δαίδαλου δεν απάντησε στην απειλή του Οδυσσέα, και σύντομα βγήκαν από τη σήραγγα, για να βρεθούν σ’ένα κελάρι. Εδώ, ο κακάσχημος άντρας με το κομμένο πάνω χείλος άναψε μια ενεργειακή λάμπα και τους οδήγησε σε μια ξύλινη σκάλα.

«Είναι μακρύ το ταξίδι, ακόμα;» μούγκρισε ο Οδυσσέας, σφίγγοντας τη λαβή του πιστολιού στο χέρι του.

«Όχι πολύ,» είπε ο οδηγός τους. «Όχι πολύ. Ελάτε!»

Ανέβηκαν τη σκάλα, και εκείνος έσπρωξε μια σιδερένια πόρτα, ανοίγοντάς την και βάζοντάς τους σ’ένα άλλο δωμάτιο, όπου υπήρχε αρκετός φωτισμός. Έμοιαζε με κάποιου είδους αποθήκη, καθώς περιείχε ψηλά, μεταλλικά, κυλινδρικά δοχεία με βαθιές ραβδώσεις και σπείρες λαξεμένες επάνω.

Αμέσως, δύο γυναίκες πετάχτηκαν από μια γωνία. Η μία ήταν ψηλή με μαύρα, μακριά μαλλιά και κατάλευκο δέρμα· η άλλη ήταν κοντύτερη με κοντά, πορφυρά μαλλιά και δέρμα άσπρο σαν του Οδυσσέα και του Ανδρόνικου. Κι οι δύο βαστούσαν καραμπίνες, υψωμένες κι έτοιμες να ρίξουν.

«Ηρεμία, κορίτσια! Ηρεμία!» φώναξε ο υπηρέτης του Δαίδαλου. «Εγώ είμαι, και αυτοί εδώ είναι μαζί μου, οπότε δεν τρέχει τίποτα. Σωστά;»

Οι γυναίκες κατέβασαν τα όπλα τους, και η ψηλή, λευκόδερμη τύπισσα ένευσε. «Προχωρήστε.»

Ο υπηρέτης του Δαίδαλου πέρασε ανάμεσά τους, και ο Ανδρόνικος, ο Οδυσσέας, και η Άνμα’ταρ τον ακολούθησαν.

«Τι μέρος είν’αυτό;» ρώτησε ο Πρόμαχος, καθώς διέσχιζαν την αποθήκη με τα μεγάλα, κυλινδρικά δοχεία.

«Δεν έχω την παραμικρή ιδέα.»

Ο Ανδρόνικος αμφέβαλλε ότι ο άντρας έλεγε την αλήθεια, και ήταν βέβαιος πως κι ο Οδυσσέας το αμφέβαλλε επίσης.

«Ανήκει στον Δαίδαλο;» είπε ο Πρόμαχος.

«Φυσικά και ανήκει στον Δαίδαλο. Βρίσκεστε στη Χώρα του Δαίδαλου!» Ο άντρας άνοιξε μια μικρή πόρτα (που αποκλείεται να ήταν η κεντρική είσοδος της αποθήκης· γιατί, αν ήταν, τότε από πού έμπαιναν αυτά τα πελώρια κυλινδρικά δοχεία;) και βγήκαν σ’έναν σκοτεινό δρόμο.

«Πού είμαστε τώρα;» ρώτησε ο Οδυσσέας.

«Πλησιάζουμε.»

Ο υπηρέτης του Δαίδαλου τούς πήγε κοντά σ’άλλη μια μικρή πόρτα. Κοίταξε δεξιά κι αριστερά στον δρόμο, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί ότι κανείς δεν τους παρακολουθούσε, έβγαλε μια αρμαθιά κλειδιά από τα ρούχα του, και έβαλε ένα από αυτά στην κλειδαριά. Το γύρισε δύο φορές, και δύο δυνατά κλακ ακούστηκαν. Ύστερα, άνοιξε την πόρτα και μπήκε σ’ένα στενόχωρο δωμάτιο. Σήκωσε μια καταπακτή και τους έκανε νόημα να κατεβούν τη σιδερένια σκάλα που παρουσιάστηκε.

«Εσύ πρώτος,» του είπε ο Οδυσσέας, σημαδεύοντάς τον.

Ο άντρας δεν έφερε αντίρρηση, και τον ακολούθησαν ξανά.

Κατέβηκαν τη σκάλα, επάνω στην οποία τα πόδια τους έκαναν έναν χαρακτηριστικό μεταλλικό ήχο, και έφτασαν σ’ένα στρογγυλό πέτρινο δωμάτιο. Τριγύρω υπήρχαν παράθυρα, που ήταν ανοιχτά· και από τα παράθυρα φαινόταν η πόλη από κάτω τους. Από κάτω τους! Σαν να μην είχαν μόλις κατεβεί μέσα σε μια τρύπα του εδάφους, αλλά να είχαν ανεβεί στον ψηλότερο πύργο ετούτης της περιοχής.

«Τι συμβαίνει εδώ;» μούγκρισε ο Οδυσσέας· και ήταν έτοιμος πάλι να υψώσει το πιστόλι του και να απειλήσει τον άντρα με το κομμένο χείλος–

Μια φωνή, όμως, τον πρόλαβε.

«Τους έφερες, Κάποιε. Εύγε, εύγε, παιδί μου! Τελικά, είσαι χρήσιμος και για κάτι.»

Ο Ανδρόνικος στράφηκε, για να δει έναν άντρα να βγαίνει από μια είσοδο την οποία δεν είχε προσέξει πριν. Ήταν ντυμένος μ’ένα μαύρο κοστούμι, το οποίο είχε ψηλό γιακά και φαρδιά μανίκια. Στη μέση του δενόταν μια αργυρή ζώνη. Στα πόδια του φορούσε γυαλιστερά παπούτσια.

Ήταν γέρος, πράγμα το οποίο φαινόταν από τις βαθιές ρυτίδες στο πρόσωπό του και από τα κάτασπρα, μακριά του γένια. Τα μαλλιά του ήταν κουρεμένα κοντά. Τα φρύδια του ήταν μεγάλα, και πετούσαν. Το δέρμα του ήταν λευκό με απόχρωση του ροζ.

Παρά τη φανερά μεγάλη ηλικία του, δε βάδιζε σαν γέροντας, αλλά ευθυτενής και χωρίς να έχει ανάγκη από κάποιο στήριγμα.

Ο άντρας που είχε φέρει εδώ τον Ανδρόνικο και τους συντρόφους του έκανε μια υπόκλιση μπροστά στον άντρα με τα λευκά μούσια. «Ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια, Μεγάλε Αφέντη Δαίδαλε,» είπε, δίχως κανένα ίχνος ειρωνείας στη φωνή του.

Ο Δαίδαλος τον αγνόησε. «Πρίγκιπα Ανδρόνικε,» είπε, «σε καλωσορίζω στο φτωχικό μου.» Και, πλησιάζοντας, έδωσε το χέρι του στον Πρίγκιπα.

Εκείνος το πήρε και το έσφιξε, διαπιστώνοντας ότι ήταν δυνατό. «Ευχαριστώ,» αποκρίθηκε. «Θα ήθελα, όμως, να ξέρω ποιος πραγματικά είστε.» Ο γέρος τού είχε μιλήσει στον ενικό· εκείνος, όμως, έβρισκε ότι δεν μπορούσε να κάνει το ίδιο.

Τα μεγάλα φρύδια του Δαίδαλου υψώθηκαν. «Δε σας είπε ο Κάποιος; Είμαι ο Δαίδαλος.»

«Ναι,» παραδέχτηκε ο Ανδρόνικος, «αυτό μάς το είπε…»

«Τότε, τι άλλο χρειάζεται να ξέρετε;»

«Για να είμαι ειλικρινής, δε γνώριζα τίποτα για εσάς ή για τη… Χώρα σας μέσα στη Μακρόπολη.»

«Δε με εκπλήσσει,» είπε ο Δαίδαλος. «Η Απαστράπτουσα είναι μακριά, και είμαι βέβαιος πως έχεις πολλά που σε απασχολούν, Πρίγκιπά μου.»

«Είστε, λοιπόν, ο άρχοντας αυτού του τόπου;» θέλησε να μάθει ο Ανδρόνικος. «Ο πραγματικός άρχοντας και της Μακρόπολης, ίσως;»

Ο Δαίδαλος κούνησε το κεφάλι. «Ούτε το ένα ούτε το άλλο. Είμαι μονάχα ο δημιουργός της Χώρας μου. Η Μακρόπολη αναπτύχθηκε πολύ μετά.»

Ο Ανδρόνικος συνοφρυώθηκε, παραξενεμένος. «Μα, η Μακρόπολη είναι πολύ παλιά πόλη… Υπάρχει εδώ και αιώνες

«Ναι, πράγματι–»

«Μας κοροϊδεύεις;» παρενέβη ο Οδυσσέας. «Αποκλείεται να ζεις από τότε!»

«Πώς ζω, λοιπόν, αγαπητέ μου φίλε; Πώς, αφού αποκλείεται;»

«Μας λες ψέματα,» είπε ο Οδυσσέας. «Κι ετούτο το δωμάτιο» –έδειξε το χώρο γύρω τους με μια κίνηση του αριστερού του χεριού– «πρέπει να είναι φτιαγμένο με κάποια μαγεία. Πρέπει να είναι ψευδαίσθηση. Δεν μπορεί να βρισκόμαστε πάνω από την πόλη· μόλις κατεβήκαμε μέσα σε μια τρύπα!»

Ο Δαίδαλος γέλασε. «Κι όμως,» τόνισε, υψώνοντας τα φρύδια του, «είμαστε πάνω από την πόλη. Ή, μάλλον, πάνω από τη Χώρα μου. Κοιτάξτε πιο προσεκτικά από κάποιο παράθυρο. Τι μπορείτε να δείτε;»

Πλησίασαν ένα παράθυρο και κοίταξαν· ο Οδυσσέας έριχνε, συγχρόνως, ματιές πάνω απ’τον ώμο του, γιατί δεν εμπιστευόταν ετούτο τον παράξενο μάγο.

«Τι βλέπετε;» τους παρότρυνε να μιλήσουν ο Δαίδαλος. «Τι βλέπετε;»

«Η πόλη…» είπε ο Ανδρόνικος. «Δεν πρέπει ετούτη να είναι ολόκληρη η πόλη.»

«Φυσικά και όχι. Είναι μόνο η Χώρα μου. Βρισκόμαστε πάνω από τη Χώρα μου, και μόνο.»

Ο Οδυσσέας στράφηκε να τον αντικρίσει. «Πώς είναι δυνατόν;»

Ο Δαίδαλος τον ατένισε αυστηρά. «Είσαι, λοιπόν, από τους ανθρώπους που δεν έχουν ποτέ βγει από τη διάστασή τους; Δεν έχεις ταξιδέψει έξω από την Απολλώνια;»

«Ασφαλώς και έχω. Είμαι Πρόμαχος της Επανάστασης!» αποκρίθηκε ο Οδυσσέας με κάποια περηφάνια. Ναι, συλλογίστηκε, ενστικτωδώς, ο Ανδρόνικος, παρατηρώντας τη φωτιά στη φωνή του, γι’αυτό σ’έχω στο πλευρό μου: γιατί το ξέρω πως θα αγωνιστείς μέχρι το τέλος, ό,τι κι αν συμβεί· κι αν τύχει να πεθάνεις, θα είσαι περήφανος που πεθαίνεις υπηρετώντας εμένα και το σκοπό της Επανάστασης.

«Τότε,» είπε ο Δαίδαλος, «γιατί εκπλήσσεσαι; Βρισκόμαστε σε μια διάσταση που συνυπάρχει με την Απολλώνια, αλλά όχι σε κάθε της σημείο. Επίσης, ο χρόνος κυλά διαφορετικά εδώ: πολύ, πολύ διαφορετικά· γι’αυτό κιόλας είμαι ακόμα ζωντανός. Ή, μάλλον, τούτος δεν είναι παρά μόνο ένας απ’τους λόγους. Ο σημαντικότερος, όμως, ίσως.»

«Και πώς ονομάζεται η διάσταση όπου βρισκόμαστε;» ρώτησε ο Οδυσσέας.

«Διάσταση του Δαίδαλου.»

«Εσείς την έχετε δημιουργήσει;» έκανε ο Ανδρόνικος.

«Ναι.» Ο Δαίδαλος έπιασε τα χέρια του πίσω από την πλάτη, παρατηρώντας τους τρεις επαναστάτες αντίκρυ του.

Ο Ανδρόνικος δεν ήξερε τι να πει, έτσι προτίμησε να μείνει σιωπηλός.

Ο Οδυσσέας απλά ανασήκωσε τους ώμους, και θηκάρωσε, επιτέλους, το πιστόλι του, κρίνοντας πως δεν υπήρχε άμεσος κίνδυνος.

Η Άνμα’ταρ είπε, μιλώντας για πρώτη φορά εδώ κι αρκετή ώρα: «Είστε μάγος, έτσι δεν είναι;»

«Τι πάει να πει αυτό, νεαρή κυρία;» αποκρίθηκε ο Δαίδαλος.

«Δεν μπορώ να καταλάβω πώς είναι δυνατόν ένας μάγος να δημιούργησε μια διάσταση. Η μαγεία δεν δημιουργεί πράγματα που δεν υπάρχουν ήδη στο σύμπαν. Αυτός είναι ένας από τους βασικούς της νόμους.»

«Πράγματι,» είπε ο Δαίδαλος, «αλλά τα διαμορφώνει. Μπορεί κάτι που είναι μακριά να το φέρει κοντά, ή μπορεί κάτι που είναι κοντά να το απομακρύνει. Μπορεί κάτι που είναι μεγάλο να το μικρύνει, ή κάτι που είναι μικρό να το μεγεθύνει.

»Αλλά αρκετά μ’αυτές τις θεωρίες. Απ’ό,τι καταλαβαίνω, βρίσκεστε εδώ για κάποιον πολύ πιο συγκεκριμένο λόγο. Έτσι δεν είναι, Πρίγκιπα Ανδρόνικε;»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος, και του εξήγησε ότι χρειάζονταν ένα όχημα, και ότι, για να το αποκτήσουν, ήταν πρόθυμοι να δώσουν δύο άμαξες και δύο Σερπετά που είχαν στην κατοχή τους, καθώς και κάποια επιπλέον χρήματα, αν ήταν ανάγκη.

«Ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος, ο Αντιβασιλέας της Απολλώνιας, θέλει να παζαρέψει για ένα απλό ενεργειακό όχημα;» είπε ο Δαίδαλος. «Γιατί δεν το επιτάσσει από τις Αρχές της Μακρόπολης;»

«Υπάρχει λόγος–»

«Προσπαθείς να κρυφτείς. Αλλά από ποιον;»

«Εσύ, αλήθεια, πώς μας εντόπισες;» παρενέβη ο Οδυσσέας.

«Βρίσκεστε στη Χώρα μου· τι ερώτηση είναι αυτή, αγαπητέ μου φίλε;» αποκρίθηκε ο Δαίδαλος, μ’ένα αχνό μειδίαμα να διακρίνεται μέσα απ’τα λευκά του γένια. Ύστερα, έστρεψε πάλι το βλέμμα του στον Ανδρόνικο. Τα μάτια του ήταν γκρίζα και γυαλιστερά, σαν ενεργειακά φορτισμένο μέταλλο. «Ποιος σε καταδιώκει, Πρίγκιπα Ανδρόνικε, μέσα στο ίδιο σου το βασίλειο; Είναι αλήθεια αυτά που έχω ακούσει;»

«Τι έχετε ακούσει;»

«Ότι ο αδελφός σου, Πρίγκιπας Λούσιος, έχει σφετεριστεί τον Κυανό Θρόνο, και ότι έχει συγκεντρώσει μια σέκτα γύρω του, της οποίας οι στόχοι είναι αμφίβολοι και, πιθανώς, επικίνδυνοι.»

«Δεν είμαι βέβαιος,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος. «Δεν το έχω δει με τα ίδια μου τα μάτια. Έλειπα απ’την Απολλώνια και, πριν από ένα μήνα περίπου, επέστρεψα, ερχόμενος από τη Χάρνταβελ.»

«Από τη Χάρνταβελ, ε; Πλέοντας πάνω στον Μαύρο Ποταμό, να υποθέσω;»

Ο Ανδρόνικος ένευσε.

«Και γιατί δεν είσαι ακόμα στην Απαστράπτουσα;»

«Δεχτήκαμε σαμποτάζ, και αναγκαστήκαμε να εγκαταλείψουμε το σκάφος μας. Από τότε κινούμαστε κρυφά μέσα στην Απολλώνια, γιατί είμαστε βέβαιοι ότι κάποιος μάς καταδιώκει, έχοντας κατασκόπους του σε διάφορα σημεία –κι αυτός ο κάποιος δε νομίζω ότι είναι η πρώην σύζυγός μου.»

«Επομένως,» είπε ο Δαίδαλος, «πρέπει, όντως, να είναι ο Πρίγκιπας Λούσιος. Γνωρίζεις τι λένε για τη σέκτα που έχει συγκεντρωθεί γύρω του, Πρίγκιπα Ανδρόνικε;»

«Δεν έχω καταφέρει να μάθω όσα θα ήθελα,» παραδέχτηκε ο Ανδρόνικος.

«Λένε πως, μέσα στους κόλπους της, κρύβει ιερείς του Μαύρου Νάρζουλ–»

«Αδύνατον! Ο Λούσιος ποτέ δε θα επέτρεπε κάτι τέτοιο–»

Ο Δαίδαλος γέλασε.

Η όψη του Ανδρόνικου αγρίεψε. «Ο αδελφός μου δεν είναι υπηρέτης του Μαύρου Νάρζουλ!»

«Ωστόσο, προσπαθεί να σε σκοτώσει!» Η φωνή του Δαίδαλου ήταν σκληρή.

«Δεν είμαι σίγουρος ακόμα.»

«Ποιος θα μπορούσε να είναι, λοιπόν; Ποιος άλλος από αυτόν που κάθεται τώρα στον Κυανό Θρόνο, ενώ εσύ λείπεις; Ποιος άλλος από αυτόν που έχουμε ακούσει ότι έχει κάνει τόσες αλλαγές στην πολιτική οργάνωση της Απολλώνιας; Ποιος άλλος από αυτόν που γύρω του έχει σχηματίσει μια κάστα φανατικών υποστηρικτών; Ο αδελφός σου, Πρίγκιπα Ανδρόνικε, ίσως να μην είναι ο άνθρωπος που πιστεύεις.»

«Θα το ανακαλύψω, αν είναι έτσι,» είπε, πεισματάρικα, ο Ανδρόνικος. «Μπορείτε τώρα να μας βοηθήσετε, ή όχι;»

«Δυστυχώς,» αποκρίθηκε ο Δαίδαλος, «δεν έχω οχήματα για να σας δώσω, ούτε μπορώ να προστάξω κάποιον να σας δώσει ένα: δεν είμαι ο άρχοντας της Χώρας μου, όσο παράξενο κι αν ακούγεται· είμαι μονάχα ο δημιουργός της. Ωστόσο, μπορώ να σας κατευθύνω στον κατάλληλο άνθρωπο· κι ελπίζω, Πρίγκιπα Ανδρόνικε, να μην παρεξηγήσεις το γεγονός ότι είναι πρόσωπο που δεν σέβεται και τόσο τους νόμους του βασιλείου σου, ή, τουλάχιστον, ορισμένους από αυτούς.»

«Ετούτη τη στιγμή, δεν έχω την πολυτέλεια να κυνηγήσω παρανόμους, κύριε Δαίδαλε. Έχω, όμως, την ανάγκη –και την επιθυμία– να ξεσκεπάσω και να καταστρέψω προδότες.»

«Πολύ καλά, τότε,» είπε ο Δαίδαλος· «δε νομίζω να έχεις παράπονο από το άτομο που έχω υπόψη μου.

»Ωστόσο,» πρόσθεσε, «προτού φύγετε από εδώ, πιστεύω πως θα ήταν συνετό να περιποιηθώ τα τραύματά σας. Τα δαγκώματα από σκύλους μπορεί να προκαλέσουν άσχημες μολύνσεις· και, ασφαλώς, δεν είναι ευχάριστο να έχεις μια σφαίρα φυτεμένη μέσα στο χέρι σου, ακόμα κι αν είναι μικρή σφαίρα πιστολιού.»

«Φαίνεται πως ξέρεις και πώς ακριβώς τραυματιστήκαμε…» σχολίασε ο Οδυσσέας.

«Την ίδια συζήτηση θα κάνουμε;» αποκρίθηκε ο Δαίδαλος, μοιάζοντας λιγάκι ενοχλημένος. «Απ’αυτά τα παράθυρα,» ύψωσε το χέρι του για να δείξει μερικά, «μπορώ να δω τα πάντα μέσα στη Χώρα μου. Τα πάντα.»

Στράφηκε σε μια είσοδο του δωματίου, την οποία ο Ανδρόνικος πάλι δεν είχε προσέξει πριν· ή, μάλλον, ήταν σίγουρος πως πριν δεν υπήρχε. Ή, μήπως, υπήρχε, και τώρα απλά νόμιζε ότι πριν δεν υπήρχε; Βλεφάρισε, μπερδεμένος.

Ο Δαίδαλος έβγαλε ένα λεπτό σφύριγμα απ’τα χείλη του, και μια ανθρωπόμορφη οντότητα ξεπρόβαλε από την είσοδο. Ήταν μετρίου αναστήματος και ντυμένη μ’έναν φαρδύ χιτώνα. Το πρόσωπό της ήταν κενό: δεν είχε ούτε μάτια, ούτε μύτη, ούτε στόμα. Στο κεφάλι της υπήρχε ένα μεταλλικό καπέλο, που έμοιαζε να είναι ένα με το πετσί της. Το δέρμα της ήταν λευκό με μια μεταλλική απόχρωση, ακριβώς όπως το δέρμα του Ανδρόνικου και του Οδυσσέα ήταν λευκό αλλά με μια ροζ απόχρωση. Η φιγούρα δεν ήταν ξεκάθαρο αν ήταν αρσενική ή θηλυκή.

Ο Δαίδαλος τής μίλησε σε μια ακαταλαβίστικη γλώσσα.

Ο Ανδρόνικος κοίταξε ερωτηματικά την Άνμα’ταρ, μήπως η μάγισσα καταλάβαινε· εκείνη, όμως, ανασήκωσε τους ώμους, φανερώνοντας την άγνοιά της.

«Ο υπηρέτης μου θα περιποιηθεί τα τραύματά σας,» είπε ο Δαίδαλος, καθώς η απρόσωπη μορφή ζύγωνε τον Απολλώνιο Πρίγκιπα.

Ο Ανδρόνικος δεν απομακρύνθηκε, και εκείνη έλυσε τον νάρθηκα που είχε φτιάξει ο Οδυσσέας από το σχισμένο του πουκάμισο. Κράτησε το χτυπημένο χέρι του Πρίγκιπα με το ένα δικό της –το άγγιγμά της ήταν ψυχρό, σαν το άγγιγμα μετάλλου–, και το άλλο της χέρι υψώθηκε πάνω απ’το τραύμα του. Τα δάχτυλα του χεριού μετασχηματίστηκαν: έγιναν μια λαβίδα, η οποία χώθηκε επιδέξια μέσα στην πληγή –ο Ανδρόνικος γρύλισε από τον πόνο, αλλά καταλάβαινε ότι δεν ήταν κάτι που η παράξενη οντότητα έκανε επίτηδες– και τράβηξε έξω τη σφαίρα, για να την κρύψει στις πτυχές του χιτώνα της. Στη συνέχεια, το χέρι της οντότητας μετασχηματίστηκε ξανά: μετατράπηκε σε μια μεγάλη παλάμη, δίχως δάχτυλα: σ’έναν δίσκο, τον οποίο έθεσε μερικά εκατοστά πάνω απ’το τραύμα του Ανδρόνικου, και ο Πρίγκιπας αισθάνθηκε ένα θερμό κύμα να προέρχεται από αυτόν, ευχάριστο και καταπραϋντικό. Όταν η οντότητα πήρε το χέρι της από την πληγή του Ανδρόνικου, μια εφελκίδα είχε δημιουργηθεί εκεί.

«Πώς αισθάνεστε, Πρίγκιπά μου;» ρώτησε, καχύποπτα, ο Οδυσσέας.

Φοβάται ότι ίσως να πέρασαν κάποια επικίνδυνη ουσία στον οργανισμό μου, σκέφτηκε ο Ανδρόνικος. Αλλά ο φόβος του είναι αβάσιμος. Αν ο Δαίδαλος ήθελε να τους βλάψει, σίγουρα, θα μπορούσε να το κάνει με κάποιον άλλον, πιο γρήγορο και πιο αποτελεσματικό τρόπο. Εξάλλου, βρίσκονταν μέσα σε μια διάσταση που ήταν αποκλειστικά δικό του δημιούργημα.

«Πολύ καλύτερα από πριν,» απάντησε ο Ανδρόνικος στον Πρόμαχο.

Κι ύστερα, η απρόσωπη οντότητα ζύγωσε τον Οδυσσέα. Το χέρι της μετατράπηκε πάλι σε δίσκο και κινήθηκε πάνω απ’τα τραύματα του ποδιού του, καταπραΰνοντάς τα.

«Ελπίζω να σας βοήθησα,» είπε ο Δαίδαλος.

«Είμαστε υπόχρεοι, κύριε Δαίδαλε,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος.

«Ανοησίες. Εγώ σού είμαι υπόχρεος, Πρίγκιπα Ανδρόνικε, αν και ίσως να μην το αντιλαμβάνεσαι.»

«Οφείλω να ομολογήσω πως δεν έχω ιδέα για τι πράγμα μιλάτε.»

«Η Απολλώνια είναι ελεύθερη. Τι άλλο λόγο χρειάζεται να έχω για να σου είμαι υπόχρεος;»

«Είχατε προβλήματα με τους ανθρώπους της Παντοκράτειρας;» ρώτησε ο Ανδρόνικος.

«Με τους ανθρώπους της, όχι, δεν είχα κανένα πρόβλημα,» δήλωσε ο Δαίδαλος. «Με τις δυνάμεις, όμως, που υπηρετεί… ναι, μ’αυτές είχα πρόβλημα. Με θεωρούσαν επικίνδυνο.»

«Ποιες δυνάμεις;»

«Πρίγκιπα Ανδρόνικε, ήσουν σύζυγός της· θα έπρεπε να ξέρεις.»

Να ξέρω τι; Η Παντοκράτειρα δεν υπηρετεί κανέναν παρά μόνο τον εαυτό της!

Ο Δαίδαλος μειδίασε, αχνά, παρατηρώντας την απορία στην όψη του Ανδρόνικου. «Αναμφίβολα, θα έχεις δει τους Υπερασπιστές της, σωστά;»

«Ασφαλώς.»

«Τους έχεις δει ποτέ και χωρίς την πανοπλία τους;»

Ο Ανδρόνικος κούνησε το κεφάλι, εξακολουθώντας να είναι παραξενεμένος. «Όχι.»

«Γνωρίζεις τα ονόματά τους;»

«Όχι.»

«Γνωρίζεις από πού έρχονται;»

«Όχι. Αλλά τι νόημα έχουν αυτές οι ερωτήσεις;»

«Οι Υπερασπιστές είναι πολύ πιο επικίνδυνοι απ’ό,τι φαντάζεσαι, Πρίγκιπα Ανδρόνικε.»

«Το ξέρω πως είναι άκρως επικίνδυνοι· δεν είστε ο πρώτος άνθρωπος που το έχει παρατηρήσει. Ωστόσο,» πρόσθεσε, «φαίνεται να υπονοείτε πως είναι και κάτι περισσότερο απ’ό,τι δείχνουν…» Και φαίνεται, επίσης, να υπονοείτε ότι η Παντοκράτειρα υπηρετεί αυτούς… το οποίο είναι, αναμφίβολα, αστείο!

«Είμαι βέβαιος γι’αυτό, Πρίγκιπά μου. Γιατί ήρθαν εδώ, στη διάστασή μου –εισέβαλαν όπως δεν έχει κανείς εισβάλει ποτέ–, και με απείλησαν. Είχαν το θράσος να με απειλήσουν, μέσα στον ίδιο μου το χώρο!» Τα μάτια του Δαίδαλου άστραψαν με ξαφνική οργή.

«Η Παντοκράτειρα και όσοι την υπηρετούν θα ηττηθούν, κύριε Δαίδαλε,» είπε ο Ανδρόνικος. «Αυτός είναι ο όρκος που έχω πάρει· και δε θα ησυχάσω μέχρι το σύμπαν να είναι ξανά ελεύθερο.»

Ο Δαίδαλος τον ατένισε σκεπτικά, σαν ο Πρίγκιπας να είχε μόλις προτείνει τη λύση ενός αδιανόητα δύσκολου γρίφου. Ύστερα, είπε: «Εις το επανιδείν, λοιπόν,» και έδωσε πάλι το χέρι του στον Ανδρόνικο. «Ο Κάποιος θα σας οδηγήσει εκεί όπου μπορείτε να προμηθευτείτε το όχημα που θέλετε.» Κοίταξε τον άντρα με το κομμένο χείλος. «Θυμάσαι το δρόμο, έτσι;»

«Ασφαλώς, Μεγάλε Αφέντη Δαίδαλε.»

Ο Δαίδαλος μισόκλεισε το ένα του μάτι, λυγίζοντας το μεγάλο, άσπρο φρύδι από πάνω. «Ακολουθήστε τον. Δεν είναι τόσο χαζός όσο φαίνεται· το εγγυώμαι προσωπικά.»

6

Όταν βγήκαν πάλι στους δρόμους της Χώρας του Δαίδαλου, διαπίστωσαν ότι ήταν σχεδόν ξημερώματα. Ο μάγος, λοιπόν, δεν είχε πει ψέματα, όταν υποστήριξε ότι, στη διάστασή του, ο χρόνος κυλούσε διαφορετικά απ’ό,τι στην Απολλώνια.

Φαίνεται σα να μείναμε ώρες ολόκληρες εκεί μέσα, ενώ δεν πρέπει να μείναμε παραπάνω από ένα τέταρτο της ώρας, σκέφτηκε ο Ανδρόνικος.

«Ελάτε από δω!» τους είπε ο Κάποιος. «Ελάτε από δω!»

Και τους οδήγησε ξανά στην αποθήκη με τα μεγάλα, μεταλλικά, κυλινδρικά δοχεία. Ετούτη τη φορά, δε συνάντησαν τις δύο γυναίκες φρουρούς, αλλά δύο άντρες, οι οποίοι ήταν ντυμένοι παρόμοια και βαστούσαν κι αυτοί καραμπίνες. Είχαν κι οι δυο τους μαύρο δέρμα σαν το μελάνι, και του ενός τα μαλλιά ήταν γαλανά, ενώ του άλλου πράσινα. Δεν αντέδρασαν όπως τις γυναίκες: δεν ύψωσαν αμέσως τα όπλα τους, σημαδεύοντάς τους. Ρώτησαν τον υπηρέτη του Δαίδαλου τι ήθελε, κι εκείνος αποκρίθηκε:

«Οι άνθρωποι που φέρνω μαζί μου,» τους έδειξε με τον αντίχειρά του, καθώς εκείνοι στέκονταν πίσω του, «θέλουνε να κάνουν μια ανταλλαγή. Θα δώσουν μερικά δικά τους πράματα για να πάρουν ένα όχημα. Φωνάξτε την κυρά σας.»

«Δε βλέπεις τι ώρα είναι, ρε βλάκα;» αποκρίθηκε, κοφτά, ο γαλανομάλλης φύλακας. «Η Ρωξάνη κοιμάται.»

«Οι φίλοι μου βιάζονται.»

«Να σταματήσουν να βιάζονται.» Ο άντρας άναψε τσιγάρο, ακουμπώντας την πλάτη του σ’ένα απ’τα μεταλλικά δοχεία.

«Ο Μεγάλος Αφέντης επιμένει,» τόνισε ο Κάποιος, στενεύοντας τα μάτια.

Ο γαλανομάλλης άντρας ύψωσε το βλέμμα, για να κοιτάξει ερευνητικά τον Ανδρόνικο, τον Οδυσσέα, και την Άνμα’ταρ. Ο Απολλώνιος Πρίγκιπας δεν μπορούσε να καταλάβει αν ο φύλακας τον αναγνώριζε. Τουλάχιστον, δεν έδειχνε να τον αναγνωρίζει. Κι αυτό ήταν, αναμφίβολα, το καλύτερο· όσο λιγότεροι άνθρωποι ήξεραν για την παρουσία του εδώ, τόσο πιο ασφαλείς θα ήταν εκείνος κι οι σύντροφοί του.

«Καλώς,» είπε, τελικά, ο γαλανομάλλης άντρας, πετώντας κάτω το τσιγάρο του και σβήνοντάς το με το πόδι. «Θα τη φωνάξω.» Και έφυγε.

Ο υπηρέτης του Δαίδαλου στράφηκε στον Ανδρόνικο και τους συντρόφους του. «Βλέπετε; Κανένα πρόβλημα!» είπε, χαμογελώντας, και κάνοντας το πάνω χείλος του να χωριστεί ξανά με αποκρουστικό τρόπο.

Όταν ο γαλανομάλλης φύλακας επέστρεψε, δεν ήταν μόνος. Μαζί του ήταν άλλοι τρεις άντρες και δύο γυναίκες. Η μία από τις γυναίκες βάδιζε πρώτη και έδειχνε νάναι αρχηγός τους. Επίσης, ήταν η μόνη που δεν κρατούσε όπλο. Ήταν ψηλή και λιγνή, αλλά μυώδης· είχε μακριά, ξανθά μαλλιά, που έπεφταν λυτά και αχτένιστα στην πλάτη της· και φορούσε μια εφαρμοστή, μαύρη μπλούζα, ένα δερμάτινο, καφετί παντελόνι, και μπότες. Στη ζώνη της ήταν θηκαρωμένο ένα πιστόλι. Το πρόσωπό της ήταν στρογγυλό, και είχε στενά, παρατηρητικά μάτια· στο αριστερό της μάγουλο φαινόταν μια παλιά ουλή.

«Ποιοι είστε;» ρώτησε, κοιτάζοντας πίσω από τον Κάποιο, δίχως να τους χαιρετήσει ή να συστηθεί.

«Εσύ πρέπει να είσαι η Ρωξάνη…» είπε ο Ανδρόνικος.

«Δεν άκουσες την ερώτησή μου;»

«Την άκουσα–»

«Τότε, απάντησέ μου. Δε σηκώνομαι μες στη μαύρη νύχτα για τον καθένα.»

Ο Ανδρόνικος μειδίασε κάτω απ’τη σκιά του πλατύγυρου καπέλου του. «Δεν είμαι ο καθένας. Ο Δαίδαλος με έστειλε εδώ. Μου είπε ότι θα έβρισκα κάποιον πρόθυμο να κάνει μια ανταλλαγή μαζί μου. Χρειάζομαι ένα όχημα–»

«Και ποιο είναι τ’όνομά σου;» ρώτησε πάλι, επίμονα, η γυναίκα, που δεν μπορεί να ήταν άλλη από τη Ρωξάνη, την κυρά ετούτου του μέρους.

«Το όνομά μου δεν έχει σημασία–»

«Λυπάμαι, τότε. Κάνω παζάρια μόνο μ’ανθρώπους που τ’όνομά τους έχει σημασία,» είπε η Ρωξάνη, και τους έστρεψε τα νώτα, για να φύγει.

«Ο Μεγάλος Αφέντης επιμένει!» τόνισε ο Κάποιος.

Η Ρωξάνη δεν απομακρύνθηκε, αλλά δεν στράφηκε και να τον κοιτάξει. «Τότε, πες του να στείλει κάποιον που τ’όνομά του έχει σημασία.»

Ο Κάποιος ψιθύρισε στον Ανδρόνικο: «Μην την παρεξηγείς· πάντα έτσι είναι όταν την ξυπνάνε!» Η αναπνοή του δεν ήταν πιο ευχάριστη από την όψη του, διαπίστωσε ο Απολλώνιος Πρίγκιπας.

Ο Ανδρόνικος αναστέναξε. Και είπε στη Ρωξάνη: «Θα σου πω το όνομά μου, αν διώξεις τους φρουρούς σου.»

Εκείνη γέλασε, και στράφηκε να τον κοιτάξει. «Τι είν’αυτό; Κάποιου είδους παγίδα;»

Ο Ανδρόνικος δεν απάντησε στο προφανές. Σταύρωσε μονάχα τα χέρια του στο στήθος και περίμενε τη δική της απάντηση.

Η Ρωξάνη άργησε ν’αποκριθεί, αλλά, τελικά, είπε: «Εντάξει, επειδή μου έχεις κινήσει την περιέργεια. Αλλά θα πρέπει κι εσύ να διώξεις τους φρουρούς σου.» Υψώνοντας το χέρι της, έδειξε τον Οδυσσέα και την Άνμα’ταρ.

«Σύμφωνοι,» είπε ο Ανδρόνικος.

«Πρίγκιπά μου,» του ψιθύρισε ο Οδυσσέας, «δε νομίζω ότι αυτό είναι συνετό. Άλλωστε, όλη ετούτη η αποθήκη είναι δική της.»

«Χρειαζόμαστε, όμως, το όχημα,» του αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος, στον ίδιο τόνο.

Η Ρωξάνη είπε, προτού ο Οδυσσέας προλάβει να συνεχίσει τη διαφωνία του: «Ακολούθησέ με.» Και βάδισε ανάμεσα σε δύο μεγάλα κυλινδρικά δοχεία, κάνοντας νόημα στους φρουρούς της να μείνουν πίσω.

Ο Ανδρόνικος την ακολούθησε, και σύντομα βρέθηκαν μόνοι, σ’ένα σκιερό σημείο της αποθήκης.

«Ποιος είσαι, λοιπόν, και κρύβεσαι;» τον ρώτησε η Ρωξάνη, βάζοντας το ένα της χέρι στη μέση κι ακουμπώντας την παλάμη του άλλου επάνω σ’ένα απ’τα κυλινδρικά δοχεία.

Ο Ανδρόνικος έβγαλε το καπέλο του, αφήνοντάς την να τον παρατηρήσει.

Εκείνη ήταν έτοιμη να μιλήσει, μάλλον για να του ζητήσει πάλι να της αποκαλύψει το όνομά του, όμως σταμάτησε τον εαυτό της. Τα στενά της μάτια διαστάλθηκαν, κι ύστερα στένεψαν περισσότερο. Μια παραξενεμένη όψη πέρασε από το πρόσωπό της: μια όψη έκδηλης απορίας.

«Ή είσαι αυτός που νομίζω,» είπε, «ή είσαι ο γαμημένος σωσίας του!»

«Δεν είμαι ο γαμημένος σωσίας του,» τη διαβεβαίωσε ο Ανδρόνικος.

Ένα λοξό μειδίαμα διαγράφηκε στο πρόσωπό της. «Μεγάλη μου τιμή, τότε,» είπε, και, παίρνοντας το χέρι της από το δοχείο, έκανε μια σύντομη υπόκλιση, μάλλον αδέξια, αφού, κατά πάσα πιθανότητα, πρέπει να ήταν η πρώτη υπόκλιση που έκανε στη ζωή της.

«Αυτό σημαίνει ότι μπορούμε να συζητήσουμε περισσότερο, ελπίζω,» είπε η Ανδρόνικος.

«Ναι… Αλλά μου φαίνεται περίεργο το γεγονός ότι έρχεστε εδώ κρυμμένος, Πρίγκιπά μου.»

«Ο λόγος που κινούμαι κρυφά αφορά εμένα και μόνο εμένα.»

«Καλώς,» αποκρίθηκε η Ρωξάνη.

«Χρειάζομαι ένα ενεργειακό όχημα,» της είπε ο Ανδρόνικος. «Κατά προτίμηση μεγάλο, γιατί έχω αρκετούς ανθρώπους να μεταφέρω. Είμαι πρόθυμος να σου δώσω δύο άμαξες και δύο Σερπετά γι’αυτό.»

«Δύο άμαξες και δύο Σερπετά, ε; Μπορώ να τα δω;»

«Τα έχω έξω απ’την πόλη.»

«Εντάξει,» είπε η Ρωξάνη· «θα κάνουμε την ανταλλαγή εκεί, λοιπόν.»

«Θα φέρεις το όχημα μαζί σου;»

«Ναι. Βόρεια της πόλης. Συμφωνείτε;»

«Αυτή τη στιγμή,» είπε ο Ανδρόνικος, «έχω τις άμαξες και τα Σερπετά στα νότια· αλλά δεν υπάρχει πρόβλημα: θα τα φέρω βόρεια και θα σε συναντήσω εκεί.»

«Ίσως να μην έρθω η ίδια.»

«Δε με πειράζει, αρκεί να γίνει η δουλειά μου.»

Η Ρωξάνη ένευσε. «Θα γίνει. Και να θυμάστε, Υψηλότατε, ότι η Ρωξάνη της Μακρόπολης σάς εξυπηρέτησε άμεσα και όμορφα, χωρίς πολλά-πολλά.»

Σκέφτεσαι να έρθεις και στην Αυλή της Απαστράπτουσας, κάποια στιγμή στο μέλλον, Ρωξάνη; «Δε θα το ξεχάσω.»

*

«Υψηλότατε!» είπε ο Φαρνέλιος, βλέποντας τον Ανδρόνικο, τον Οδυσσέα, και την Άνμα’ταρ να πλησιάζουν. «Πού ήσασταν τόσες ώρες; Ανησυχήσαμε.»

Ξημέρωνε· ο ήλιος της Απολλώνιας είχε αρχίσει να ξεπροβάλλει από την Ανατολή.

«Δυστυχώς, αναγκαστήκαμε να αργήσουμε, Φαρνέλιε,» είπε ο Ανδρόνικος, ζυγώνοντας τον χρυσόδερμο, ασπρομάλλη άντρα, ο οποίος στεκόταν μπροστά σε μια από τις άμαξες. Παραδίπλα, βρίσκονταν δύο επαναστάτες, καθώς κι ένα Σερπετό, το οποίο ατένιζε ατάραχα τον Απολλώνιο Πρίγκιπα, ενώ το κέρατο στη μουσούδα του γυάλιζε στο πρώτο φως της ημέρας. «Όμως,» συνέχισε ο Ανδρόνικος, «βρήκαμε ακριβώς ό,τι ζητούσαμε. Το όχημά μας μας περιμένει βόρεια της Μακρόπολης, οπότε καλύτερα να ξεκινήσουμε.»

Ο Φαρνέλιος κοίταξε το χέρι του Πρίγκιπα και το πόδι του Οδυσσέα. «Τραυματιστήκατε…» παρατήρησε.

«Ναι,» είπε ο Ανδρόνικος, «αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Μη χάνουμε τώρα χρόνο.»

Έδεσαν τα Σερπετά στις άμαξες και τις ξεκίνησαν. Ο Ανδρόνικος μπήκε σε μία από αυτές μόνο για ν’αλλάξει ρούχα και μετά κατέβηκε, προτιμώντας να βαδίζει, έχοντας μια κάπα ριγμένη στους ώμους του και την κουκούλα σηκωμένη, για να κρύβει το πρόσωπό του. Ο Οδυσσέας κάθισε δίπλα στη θέση του οδηγού της πρώτης άμαξας, αφού άλλαξε κι εκείνος ρούχα· δεν ήθελε να περπατά και να κουράζει το τραυματισμένο του πόδι αχρείαστα. Η Άνμα’ταρ εξαφανίστηκε στο εσωτερικό της δεύτερης άμαξας, και δεν ξαναπαρουσιάστηκε· μάλλον, ήθελε κι εκείνη ν’αλλάξει ρούχα και να ξεκουραστεί για λίγο.

Διέσχισαν τα εδάφη ανατολικά της Μακρόπολης –για να έχουν τον ήλιο δεξιά τους και, από τη μεριά της πόλης, να μη φαίνονται σαν τίποτα παραπάνω από μερικές σκοτεινές φιγούρες– και έφτασαν στα βόρειά της, όπου, έξω από τον κεντρικό δρόμο, τους περίμενε ένα μεγάλο, ψηλό όχημα με μικρά παράθυρα που έμοιαζαν με φινιστρίνια. Αναμφίβολα, επρόκειτο για κάποιο φορτηγό.

Ο Ανδρόνικος υπέθετε πως ήταν σταλμένο εδώ από τη Ρωξάνη, και έκανε νόημα στους ανθρώπους του να σταματήσουν· ωστόσο, τους έκανε, επίσης, νόημα να μην πλησιάσουν. Γιατί ποτέ δεν ξέρεις… Καλύτερα να είμαστε επιφυλακτικοί. Ας περιμένουμε να δούμε αν αυτοί θα μας πλησιάσουν πρώτοι.

Και, πράγματι, τους πλησίασαν.

Μια απ’τις πόρτες του ψηλού, τετράκυκλου οχήματος άνοιξε, και μια γυναίκα βγήκε, βαδίζοντας προς το μέρος του Ανδρόνικου, ο οποίος στεκόταν μπροστά από τους συντρόφους του και ανάμεσα στα δύο μεγάλα Σερπετά.

Την έχω ξαναδεί, δεν την έχω ξαναδεί; Ναι, φυσικά! Ήταν η μία από τις δύο γυναίκες που βρίσκονταν στην αποθήκη με τα κυλινδρικά δοχεία, όταν εκείνος, η Άνμα’ταρ, και ο Οδυσσέας είχαν πρωτομπεί εκεί, μαζί με τον Κάποιο.

Η γυναίκα ήταν ψηλή, με μαύρα, μακριά μαλλιά, και είχε κατάλευκο δέρμα. Από τον ώμο της κρεμόταν μια καραμπίνα. «Έρχομαι από τη Ρωξάνη,» είπε.

«Ναι,» ένευσε ο Ανδρόνικος.

«Θα πάρουμε τις άμαξες και τα Σερπετά, και θα σας δώσουμε το όχημά μας.» Έδειξε το φορτηγό πίσω της με τον αντίχειρα του δεξιού της χεριού.

«Ακριβώς.»

Ο Ανδρόνικος έκανε νόημα στους επαναστάτες του να βγουν από τις άμαξες, και εκείνοι υπάκουσαν, παίρνοντας όλα τους τα πράγματα από μέσα. Η Άνμα’ταρ δε φορούσε πλέον το έξωμο φόρεμα που φορούσε μέσα στη Μακρόπολη· είχε βάλει ξανά μια μαύρη στολή παρόμοια μ’αυτές που φορούσαν οι Μαύρες Δράκαινες.

Μια ακόμα γυναίκα βγήκε από το φορτηγό, και ο Ανδρόνικος είδε πως κι αυτήν την αναγνώριζε. Ήταν η δεύτερη φρουρός από την αποθήκη με τα κυλινδρικά δοχεία: εκείνη με τα κοντά, πορφυρά μαλλιά και το ροζ δέρμα.

Οι δύο γυναίκες έλεγξαν τις άμαξες και τα Σερπετά, και ο Πρίγκιπας τις ρώτησε: «Είναι όλα εντάξει;»

Η μελαχρινή κατένευσε. «Όλα εντάξει.»

Ο Ανδρόνικος κι οι σύντροφοί του επιβιβάστηκαν στο μεγάλο, τετράτροχο όχημα με τα μικρά παράθυρα, και διαπίστωσαν ότι στο εσωτερικό του υπήρχε αρκετός χώρος για να βολευτούν όλοι τους, χωρίς να είναι αναγκασμένοι να βρίσκονται ο ένας επάνω στον άλλο. Ενεργειακές φιάλες ήταν αποθηκευμένες μέσα στο φορτηγό, και ο Ανδρόνικος έκρινε πως θα επαρκούσαν και με το παραπάνω για να τους πάνε μέχρι την Απαστράπτουσα. Επιπλέον, εδώ δεν υπήρχε λόγος να δουλεύει η Άνμα’ταρ για να κινεί το όχημα, όπως γινόταν με τον Δύτη· το φορτηγό ήταν ένα κατασκεύασμα απλής λειτουργίας, το οποίο μπορούσε να ενεργοποιηθεί από μόνο του, χωρίς να έχει ανάγκη τη Μαγγανεία Κινήσεως.

Ένας επαναστάτης που είχε κοιμηθεί το βράδυ κάθισε στη θέση του οδηγού και, σύντομα, άφησαν τη Μακρόπολη πίσω τους, καθώς ο ήλιος της Απολλώνιας υψωνόταν στον ουρανό.

7

Το καινούργιο τους όχημα δεν μπορούσαν παρά να το οδηγούν επάνω στους μεγάλους δρόμους της Απολλώνιας, γιατί, λόγω του μεγέθους του, δεν ήταν φτιαγμένο για να κινείται σε μικρότερους δρόμους, ούτε, φυσικά, ήταν φτιαγμένο για να διασχίζει άτσαλες περιοχές. Κι αυτό ο Ανδρόνικος το θεωρούσε ως ένα από τα μειονεκτήματά του, καθώς ο ίδιος θα προτιμούσε να μην πήγαινε από τους μεγάλους δρόμους, οι οποίοι ελέγχονταν εύκολα από κατασκόπους κάθε είδους. Από την άλλη, βέβαια, ο εχθρός του –όποιος κι αν ήταν–, μάλλον, δεν τον περίμενε να πάει στην Απαστράπτουσα μέσα σ’ένα φορτηγό.

Ίσως, μάλιστα, να νομίζει πως είμαι νεκρός, σκεφτόταν, καθισμένος στο εσωτερικό του μεγάλου οχήματος. Ίσως να νομίζει πως, με το σαμποτάζ που προκάλεσε στον Δύτη, σκοτώθηκα, και εγώ και όλοι οι σύντροφοί μου. Εξάλλου, έχει περάσει ένας μήνας από τότε, κι ακόμα δεν έχω παρουσιαστεί δημοσίως…

Σύντομα, όμως, θα παρουσιαζόταν. Όταν έφτανε στην Απαστράπτουσα, θα παρουσιαζόταν, και τότε… τότε, ο εχθρός του θα έπρεπε επίσης να παρουσιαστεί. Αν ήταν –όπως φοβόταν ο Ανδρόνικος– ο Λούσιος, θα έπρεπε να παρουσιαστεί. Θα έπρεπε να κινηθεί. Αλλιώς, αν ο Ανδρόνικος διαφωνούσε με την τακτική που είχε εκείνος ακολουθήσει, μπορούσε άνετα να ακυρώσει τις αποφάσεις του.

Ο Δαίδαλος είχε πει ότι ο αδελφός του ίσως ακόμα και να έκρυβε ιερείς του Μαύρου Νάρζουλ στους κόλπους της σέκτας που λεγόταν πως είχε διαμορφώσει γύρω του… Μπορεί αυτό να ήταν αλήθεια; Μπορεί να ήταν αλήθεια κάτι τόσο αποτρόπαιο; Γιατί ο Λούσιος να έκρυβε ποτέ ιερείς του Μαύρου Νάρζουλ; Ποιος θα μπορούσε να είναι ο λόγος; Ο Ανδρόνικος αισθανόταν απορημένος, και μπερδεμένος.

Και η Κορνηλία; Τι ασυνήθιστο γι’αυτήν να πάει να ερευνήσει τους βυθούς της Άπατης Θάλασσας… και, μάλιστα, σε μια αποστολή που έστειλε ο Λούσιος στη Φλάνια, τόσο μακριά από τη Βανκάρη, όπου είναι το Δουκάτο της.

Ο Ανδρόνικος, πραγματικά, δεν μπορούσε να δώσει καμία καλή εξήγηση σ’όλα τούτα. Δεν μπορούσε να δώσει ούτε καν μια λογική εξήγηση. Νόμιζε ότι βρισκόταν σε άλλη διάσταση, όχι στην Απολλώνια που ήξερε.

Ο Λούσιος είχε κάνει πολιτικές αλλαγές όσο εκείνος έλειπε…

Ο Λούσιος είχε συγκεντρώσει μια σέκτα γύρω του…

Ο Λούσιος, λέγανε, είχε ουσιαστικά σφετεριστεί τον Κυανό Θρόνο…

Ο Λούσιος, λέγανε, έκρυβε ιερείς του Μαύρου Νάρζουλ…

Η Κορνηλία ερευνούσε τους βυθούς κοντά στη Φλάνια…

Και, μέσα στον Δύτη, ο Ανδρόνικος είχε βρει εκείνο το αλλόκοτο πλάσμα, που δεν είχε ιδέα τι μπορεί να ήταν. Ούτε αυτός ούτε κανένας από τους συντρόφους του. Μονάχα μια υποψία περνούσε απ’το μυαλό τους: ότι έμοιαζε με τα όντα που έρχονταν από την Απολεσθείσα Γη. Μια τρομακτική σκέψη.

Ποιος θα μπορούσε να είχε φέρει ένα πλάσμα της Απολεσθείσας Γης στην Άωλρυς; Το Κρήμνισμα –η δίοδος που οδηγούσε στη διάσταση η οποία ονομαζόταν Απολεσθείσα Γη– βρισκόταν παραπάνω από χίλια-πεντακόσια χιλιόμετρα μακριά από την Άωλρυς!

Κι όμως, έπρεπε να υπάρχει κάποια εξήγηση για όλα τούτα. Κάποια εξήγηση που ήταν και καλή και λογική. Έπρεπε όλα, κάπως, να συνδέονταν: το πλάσμα που ήταν, πιθανώς, από την Απολεσθείσα Γη· η παράξενη συμπεριφορά της Κορνηλίας· οι πολιτικές μεταρρυθμίσεις του Λούσιου· ο σκιώδης εχθρός που κυνηγούσε τον Ανδρόνικο μέσα στην ίδια του τη διάσταση…

*

«Πρίγκιπά μου,» είπε ο Φαρνέλιος, πλησιάζοντάς τον, «θα μπορούσα κάπως να βοηθήσω;»

Ο Ανδρόνικος καθόταν στο πάτωμα του φορτηγού, επάνω σε μια κουβέρτα, και τα μάτια του έμοιαζαν να κοιτάζουν κάπου αλλού. Τώρα, όμως, στράφηκαν στον Φαρνέλιο και εστιάστηκαν σ’αυτόν. «Δεν ξέρω,» είπε.

Ο Φαρνέλιος κάθισε κοντά του. «Τι σε απασχολεί;» Όταν ήταν οι δυο τους, πολλές φορές σταματούσε να του μιλά επίσημα, στον πληθυντικό, και του μιλούσε οικεία, στον ενικό –κάτι που ο Οδυσσέας, εν αντιθέσει, παρότι ήταν επίσης παλιός γνωστός του Ανδρόνικου, ποτέ δεν έκανε· ήταν πάντοτε τυπικός μαζί του.

«Η όλη κατάσταση,» αποκρίθηκε ο Πρίγκιπας. «Η όλη κατάσταση στην Απολλώνια. Μπορείς εσύ να δώσεις κάποια εξήγηση σ’όλ’αυτά, Φαρνέλιε; Μια εξήγηση –έστω και μια υπόθεση– θα με βοηθούσε.»

Ο Φαρνέλιος έσμιξε τα χείλη και έτριψε τα άσπρα του γενιά με το αριστερό του χέρι. «Δυστυχώς, εξήγηση μού είναι πολύ δύσκολο να δώσω. Και, μάλλον, θα πρέπει να ερευνήσουμε την κατάσταση περισσότερο, προτού κάνουμε έστω και μια υπόθεση. Πιστεύω, όμως, πως η αρχή καλό θα ήταν να γίνει από τον αδελφό σου, Πρίγκιπά μου. Αν είναι να μιλήσεις σε κάποιον, σ’αυτόν να μιλήσεις πρώτα–»

«Κι αν ο Πρίγκιπας Λούσιος είναι ο άνθρωπος που προσπαθεί να μας σκοτώσει, πώς λέτε να αντιδράσει, κύριε Φαρνέλιε;»

Η φωνή δεν ήταν του Ανδρόνικου. Η Άνμα’ταρ –η οποία είχε, προφανώς, κρυφακούσει την κουβέντα τους– πλησίασε. Ο Πρίγκιπας δεν την είχε δει να βρίσκεται κοντά, πριν, κι αναρωτήθηκε αν η μάγισσα είχε χρησιμοποιήσει κάποιο ξόρκι, για ν’ακούσει αυτά που έλεγαν. Όπως και νάχε, την εμπιστευόταν, και δε θα θύμωνε μαζί της, ακόμα κι αν είχε κάνει κάτι τέτοιο.

Η Άνμα’ταρ κάθισε δίπλα τους, μαζεύοντας τα γόνατά της και τυλίγοντας τα χέρια της γύρω τους. Εξακολουθούσε να φορά τη στολή των Μαύρων Δρακαινών.

«Δεν μπορώ να γνωρίζω,» αποκρίθηκε ο Φαρνέλιος στη μάγισσα. «Ωστόσο, δεν πιστεύω να επιχειρήσει να βλάψει τον Πρίγκιπά μας ευθέως.»

«Ακόμα κι όταν έχει ολόκληρη σέκτα γύρω του;» είπε η Άνμα’ταρ. «Γιατί νομίζετε πως έκανε τόσες πολιτικές αλλαγές; Γιατί νομίζετε ότι απομάκρυνε τους υποστηρικτές του Ανδρόνικου και έφερε πλάι του ανθρώπους πιστούς σ’εκείνον; Εγώ, τουλάχιστον, νομίζω πως το έκανε για να μπορεί να κρατήσει την εξουσία, ό,τι κι αν γίνει.»

«Αυτό που λες δεν είναι αβάσιμο, Άνμα,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος. «Δεν είναι καθόλου αβάσιμο. Η Ιστορία μάς έχει διδάξει ότι τέτοιου είδους μεταρρυθμίσεις γίνονται μόνο σε περιπτώσεις ανατροπής του καθεστώτος.»

Η μάγισσα ένευσε. «Ακριβώς, Πρίγκιπά μου. Καταλαβαίνω, βέβαια, ότι ο αδελφός σας είναι… ο αδελφός σας, και δε θέλετε –δεν μπορείτε–, έτσι απλά, να δεχτείτε πως θα στρεφόταν εναντίον σας, μα ο Δαίδαλος είχε δίκιο: τα πάντα μάς οδηγούν σ’ένα άσχημο, πολύ άσχημο, συμπέρασμα…»

«Τι προτείνεις, λοιπόν; Όταν φτάσουμε στην Απαστράπτουσα, πώς να κινηθώ;»

«Ίσως θα ήταν συνετό να παραμείνετε κρυμμένος για λίγο καιρό, Πρίγκιπά μου, και να κατασκοπεύσετε τον αδελφό σας.»

«Αυτό είναι αδύνατον να γίνει τώρα,» είπε ο Ανδρόνικος, «γιατί δε θα ξέρω ποιους ανθρώπους να εμπιστευτώ, ύστερα από τις αλλαγές που έχει κάνει ο Λούσιος.»

«Εάν δεν έχετε αρκετούς έμπιστους ανθρώπους εδώ, τότε ίσως θα έπρεπε να φέρουμε κάποιους,» αποκρίθηκε η Άνμα’ταρ.

Ο Ανδρόνικος ύψωσε ένα του φρύδι, ερωτηματικά.

«Επαναστάτες,» εξήγησε η μάγισσα, «από άλλες διαστάσεις–»

«Οι επαναστάτες που βρίσκονται εκεί δεν βρίσκονται χωρίς λόγο.»

«Το αντιλαμβάνομαι πολύ καλά, Πρίγκιπά μου· αλλά ετούτη είναι μια ειδική περίπτωση. Αν χάσουμε εσάς, χάνουμε ένα από τα σημαντικότερα μέλη της Επανάστασης. Και ίσως κι ολόκληρη την Απολλώνια. Δεν ξέρουμε ακόμα τι σχέδια έχει στο νου του ο αδελφός σας· μπορεί μέχρι και νάχει συμμαχήσει με την Παντοκράτειρα.»

Ο Λούσιος με την Παντοκράτειρα;… σκέφτηκε ο Ανδρόνικος. Κι όμως… είναι απίθανο; Με τόσα που είχε δει, δεν μπορούσε πλέον να θεωρεί τίποτα απίθανο. Δεν αποκλειόταν, μάλιστα, η Παντοκράτειρα να είχε πάρει τον Λούσιο για σύζυγό της και να έκρυβαν τη συμμαχία τους, προς το παρόν, ώσπου να παγιδέψουν τον Ανδρόνικο.

Ήταν βέβαια όλα τούτα; Φυσικά και όχι. Όμως, μέχρι να μαθευόταν η αλήθεια, οτιδήποτε μπορούσε να ισχύει. Η πολιτική κατάσταση στην Απολλώνια είχε αλλάξει τόσο πολύ, που πλέον τίποτα δε θα έπρεπε να θεωρείται δεδομένο.

«Πιστεύω πως έχεις δίκιο, Άνμα,» είπε ο Ανδρόνικος. «Μάλλον, θα ήταν χρήσιμο να φέρουμε μερικούς επαναστάτες στην Απολλώνια.»

«Πρίγκιπά μου,» είπε ο Φαρνέλιος, «έχουμε ήδη τόσους συντρόφους μαζί μας…» Και ήταν αλήθεια: όλοι οι επαναστάτες από το κατεστραμμένο υποποτάμιο άντρο της Αλβέρια –συνολικά, είκοσι-δύο άνθρωποι– βρίσκονταν μέσα στο φορτηγό που τους είχε δώσει η Ρωξάνη της Μακρόπολης.

Ωστόσο…

«Χρειαζόμαστε κι άλλους, Φαρνέλιε,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος. «Δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τον εχθρό μας– τον Λούσιο, γιατί αυτός είναι, κατά πάσα πιθανότητα, ο εχθρός μας– δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τον Λούσιο με τόσους λίγους ανθρώπους· όχι όταν εκείνος ελέγχει τώρα ολόκληρη την Απολλώνια.

»Υπάρχει, όμως, ένα πρόβλημα στο σχέδιό σου, Άνμα.»

«Τι πρόβλημα;»

«Θα χρειαστεί χρόνος ώσπου να έρθουν οι επαναστάτες εδώ. Εν τω μεταξύ, εγώ πού θα βρίσκομαι;»

«Γιατί δε φεύγετε από την Απολλώνια;»

Ο Ανδρόνικος γέλασε πικρά, κουνώντας το κεφάλι. «Είναι ειρωνικό! Κινηθήκαμε κρυφά μέχρι στιγμής, προκειμένου να φτάσουμε στην Απαστράπτουσα, και τώρα μου προτείνεις να φύγω χωρίς να πάω εκεί;»

«Αν υπάρχει κίνδυνος, όμως….»

«Πρίγκιπά μου,» είπε ο Φαρνέλιος, «εγώ εξακολουθώ να πιστεύω πως καλό θα ήταν να μιλήσετε με τον Λούσιο. Δεν ξέρω με τι τρόπο ακριβώς, αλλά πρέπει κάπως να επικοινωνήσετε μαζί του. Ίσως οι υποθέσεις μας γι’αυτόν να μην είναι σωστές. Ίσως τα πράγματα να μην είναι όπως φαίνονται.»

Ο Ανδρόνικος το σκέφτηκε. Ο Φαρνέλιος γνώριζε και εκείνον και τον Λούσιο από παλιά. Όπως επίσης κι ο Οδυσσέας. Ήταν κι οι δυο τους συναισθηματικά δεμένοι και με τον Ανδρόνικο και με τον αδελφό του. Και, όπως κι εγώ, είναι φυσικό να μη θέλουν να πιστέψουν ότι ο Λούσιος έχει στραφεί εναντίον μου, σκοπεύοντας να σφετεριστεί την εξουσία. Ή, τουλάχιστον, για να το πιστέψουν, χρειάζονται κάτι σοβαρότερο από μια απλή υποψία.

Και η αλήθεια είναι πως κι εγώ το ίδιο χρειάζομαι.

*

Αν πήγαιναν από τη Μακρόπολη στην Απαστράπτουσα οδοιπορώντας, θα χρειάζονταν παραπάνω από έναν ακόμα μήνα μέχρι να φτάσουν. Με το όχημα που τους είχε δώσει η Ρωξάνη, όμως, και αλλάζοντας βάρδιες στο τιμόνι, δε χρειάζονταν περισσότερο από δεκατέσσερις ώρες· κι αυτό σήμαινε ότι θα βρίσκονταν στην Απαστράπτουσα το απόγευμα.

Επομένως, ο Ανδρόνικος δεν είχε πολύ χρόνο για ν’αναπτύξει τη στρατηγική του. Εκτός αν αποφάσιζε να επιμηκύνει επίτηδες το ταξίδι. Πράγμα το οποίο δε θεωρούσε συνετό, γιατί πιθανώς να είχε ήδη αργήσει. Πιθανώς κάτι πολύ άσχημο να συνέβαινε στην Απολλώνια και εκείνος να χρονοτριβούσε άσκοπα, αντί να προσπαθούσε να το σταματήσει.

Μερικές ώρες μετά το μεσημέρι, είπε στον άντρα που οδηγούσε το όχημα τους να το σταματήσει στο πλάι του δρόμου, και ζήτησε από όλους να συγκεντρωθούν γύρω του, για να τους μιλήσει. Όταν συγκεντρώθηκαν, τους εξήγησε ακριβώς την κατάσταση και τους είπε πώς είχε αποφασίσει ότι έπρεπε να κινηθούν.

«Θα πάω στην Απαστράπτουσα,» δήλωσε, «παρότι αντιλαμβάνομαι ότι ίσως να υπάρχει κίνδυνος, γιατί η Απολλώνια είναι η πατρίδα μου, καθώς επίσης και η καρδιά της Επανάστασης, και δεν μπορώ να την αφήσω στο έλεος του αδελφού μου, ή, σε περίπτωση που δεν είναι εκείνος ο εχθρός μας, στο έλεος όλης ετούτης της επικίνδυνης κατάστασης.

»Εν τω μεταξύ, ορισμένοι από εσάς θα φύγετε από την Απολλώνια και θα πάτε να ειδοποιήσετε επαναστάτες που βρίσκονται σε άλλες διαστάσεις, γιατί χρειάζομαι τη βοήθειά τους. Άνμα,» είπε, στρέφοντας το βλέμμα του στη χρυσόδερμη γυναίκα, «αρχικά σκεφτόμουν να στείλω εσένα σ’ετούτη την αποστολή, αλλά, ύστερα, σκέφτηκα ότι χρειάζομαι οπωσδήποτε μια μάγισσα μαζί μου· έτσι, δεν μπορώ να σε διώξω. Και θα πρέπει να πας εσύ, Οδυσσέα.» Τώρα, έστρεψε το βλέμμα του στον Πρόμαχο της Επανάστασης. «Επειδή θέλω να στείλω έναν άνθρωπο που θεωρώ ικανό και εμπιστεύομαι πλήρως. Και τους υπόλοιπους, φυσικά, σας εμπιστεύομαι με τη ζωή μου, και δεν αμφισβητώ ούτε για μια στιγμή την αφοσίωσή σας στο σκοπό της Επανάστασης· όμως ο Οδυσσέας πιστεύω πως μας έχει αποδείξει την αξία του πολλές φορές: σε όλους μας και σ’εμένα προσωπικά.»

«Πρίγκιπά μου,» είπε ο Οδυσσέας, «θα προτιμούσα να ήμουν μαζί σας.»

«Το ξέρω,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος. «Αλλά πρέπει να πας. Και μην ξεχνάς πως η αποστολή σου είναι το ίδιο σημαντική σαν να βρισκόσουν στο πλευρό μου. Χωρίς την υποστήριξη της Επανάστασης, δε νομίζω ότι θα καταφέρω να διορθώσω την κατάσταση στην Απολλώνια.»

«Κατανοητό, Πρίγκιπά μου,» ένευσε ο Οδυσσέας.

«Δε θα σε στείλω, όμως, μόνο,» συνέχισε ο Ανδρόνικος. «Μαζί σου θα έρθουν ο Ράθνης,» κοίταξε έναν ψηλόλιγνο άντρα με κατάλευκο δέρμα και μαλλιά και γένια γκρίζα σαν τη γούνα λύκου, «και η Νελμίρα»· το βλέμμα του στράφηκε σε μια ερυθρόδερμη γυναίκα με μαύρα μαλλιά κι ένα δικτυωτό τατουάζ στη δεξιά μεριά του προσώπου. «Αν, φυσικά, κι οι ίδιοι συμφωνούν.»

Ο Ράθνης κατένευσε. «Θα συντροφεύσω με χαρά μου τον Πρόμαχο, Υψηλότατε,» αποκρίθηκε με τη χαρακτηριστικά βαριά του φωνή.

«Δεν υπάρχει λόγος να μην πάω,» δήλωσε απλά η Νελμίρα.

«Καλώς,» είπε ο Ανδρόνικος, και έβγαλε από τα ρούχα του μια δερμάτινη θήκη. Μέσα σ’αυτή τη θήκη είχε το χαρτί του Αρίσταρχου με τον παράξενο κώδικα· αλλά δεν είχε μόνο αυτό: είχε κι ένα άλλο χαρτί, επάνω στο οποίο είχε γράψει ο ίδιος, πριν από λίγη ώρα. Άνοιξε τη θήκη και το τράβηξε έξω, δίνοντάς το στον Οδυσσέα. «Εδώ είναι τα πρόσωπα που πρέπει να ειδοποιήσεις.»

«Θα ειδοποιηθούν το ταχύτερο δυνατό, Πρίγκιπά μου· και, σύντομα, θα έχετε στην Απολλώνια όσους συμμάχους χρειάζεστε. Ωστόσο, πρέπει να κάνω κάποιες ερωτήσεις, προτού φύγω.»

«Σ’ακούω, Οδυσσέα.»

«Κατά πρώτον, από πού θα φύγουμε; Και, κατά δεύτερον, σε ποιο μέρος θα σας συναντήσουμε, επιστρέφοντας;»

«Το δεύτερο, δυστυχώς, δεν είναι εύκολο να το απαντήσω,» είπε ο Ανδρόνικος. «Βλέποντας και κάνοντας. Το πιο λογικό, φυσικά, θα ήταν να με βρείτε στην Απαστράπτουσα· αλλά, δεδομένης της σημερινής κατάστασης στην Απολλώνια, ετούτο δεν είναι πλέον βέβαιο.

»Η απάντηση στο πρώτο σου ερώτημα, όμως, είναι πιο απλή: Αν κοιτάξεις μέσα στο χαρτί τα μέρη που σας λέω να επισκεφτείτε, θα δεις ότι σας συμφέρει να φύγετε από την Απολλώνια μέσω Αιθέρα.»

«Για να φύγουμε μέσω Αιθέρα, Πρίγκιπά μου, πρέπει να βρούμε αεροσκάφος ικανό να ταξιδέψει στον Αιθέρα…»

«Ναι.»

«Μας λέτε, λοιπόν, ότι πρέπει να κατευθυνθούμε προς τον Βασιλικό Αερολιμένα.»

«Νομίζω ότι αυτή είναι η προφανής απάντηση.»

«Αν, όμως, τα πράγματα έχουν όπως υποθέτετε, τότε το αεροδρόμιο, αναμφίβολα, θα ελέγχεται.»

«Θα πας και θα μιλήσεις στη Βικτώρια Κατήνεμη.»

«Κι αν δεν έχει πλέον τη θέση που είχε;» έθεσε το ερώτημα ο Οδυσσέας.

«Τότε, θα πρέπει να αυτοσχεδιάσετε.»

«Μάλιστα,» είπε ο Οδυσσέας. «Σίγουρα, πάντως, δε θα είναι η πρώτη φορά, Πρίγκιπά μου.»

Ο Ανδρόνικος μειδίασε. «Όχι, δε θα είναι.»

Αντάλλαξαν μια δυνατή χειραψία.

«Να προσέχετε, Πρίγκιπά μου. Και νάχετε τα μάτια σας ανοιχτά· εγώ, προσωπικά, δεν είμαι πεπεισμένος ότι ο Λούσιος φταίει για όλα.»

«Ούτε εγώ είμαι πεπεισμένος, Οδυσσέα, γι’αυτό πηγαίνω στην Απαστράπτουσα. Θα τα ξαναπούμε σύντομα, φίλε μου. Οι θεοί μαζί σου.»

 

 

 

 

Μέρος Δεύτερο

Ο Κύριος του Γαλανού Φωτός

 

 

 

 

8

Η κοπέλα αποκρίθηκε με ήπιο, ευγενικό, και επαγγελματικό τρόπο: «Η κυρία Βικτώρια Κατήνεμη δεν εργάζεται πλέον στον αερολιμένα, κύριε.»

Κατάρες! σκέφτηκε ο Οδυσσέας. Αρχίσαμε από νωρίς τα περίεργα! Τη Βικτώρια την ήξερε χρόνια. Δε θα μπορούσε ποτέ να πει ότι οι δύο τους ήταν ακριβώς φίλοι –είχαν πολύ διαφορετικά γούστα, διαφωνούσαν σε πάρα πολλά μικροπράγματα–, μα αναμφίβολα ήταν καλοί συνεργάτες, και την εμπιστευόταν πλήρως. Η Βικτώρια ήταν ανάμεσα στους πρώτους ανθρώπους που είχαν βοηθήσει την Επανάσταση εδώ, στην Απολλώνια· ανάμεσα στους πρώτους ανθρώπους που είχαν βοηθήσει τους Απολλώνιους να αποτινάξουν τον ζυγό της Παντοκράτειρας. Και το γεγονός ότι ετούτη η κοπέλα στο γραφείο πληροφοριών τού έλεγε πως η Βικτώρια είχε χάσει τη θέση της του έμοιαζε με κακόγουστο αστείο.

«Δεν είναι δυνατόν…!» μούγκρισε.

Η κοπέλα ανοιγόκλεισε τα μάτια της με τις μεγάλες βλεφαρίδες. «Με συγχωρείτε;»

«Ποιος είναι ο Υπεύθυνος Αφίξεων και Αναχωρήσεων τώρα;» ρώτησε ο Οδυσσέας.

«Ο κύριος Αρχιτέκτων.»

«Αρχιτέκτων;»

«Μάλιστα. Νικόδημος Αρχιτέκτων. Θα επιθυμούσατε να του αφήσετε κάποιο μήνυμα; Διότι, αυτή τη στιγμή, λόγω της προχωρημένης ώρας, λείπει.»

Ποιος είναι αυτός ο τύπος; Ο Οδυσσέας δεν τον είχε ξανακούσει ποτέ του. «Πότε έγινε η αλλαγή;»

«Πριν από τρεις μήνες περίπου.»

«Για ποιο λόγο;»

«Φοβάμαι πως αυτή η πληροφορία είναι απόρρητη, κύριε. Αν επιθυμείτε να μάθετε περισσότερα, θα πρέπει να μιλήσετε σε κάποιον υπεύθυνο.»

«Την απέλυσαν;» ρώτησε ο Οδυσσέας, μην μπορώντας να κρύψει την έκπληξη και το θυμό από τη φωνή του.

«Κύριε, σας παρακαλώ,» είπε η κοπέλα. «Περιμένει τόσος κόσμος πίσω σας. Υπάρχει κάτι άλλο που θα θέλατε να σας πληροφορήσω;»

Ο Οδυσσέας έριξε μια γρήγορη ματιά πάνω απ’τον ώμο του. Πράγματι, υπήρχε μια ουρά τουλάχιστον οκτώ ανθρώπων πίσω από εκείνον, τον Ράθνη, και τη Νελμίρα. «Όχι,» αποκρίθηκε στην κοπέλα, «σ’ευχαριστώ.» Και, φεύγοντας από το γραφείο πληροφοριών, «Με υποχρέωσες,» μουρμούρισε μέσα απ’τα δόντια του.

«Αυτό σημαίνει ότι θα έχουμε πρόβλημα;» ρώτησε η Νελμίρα.

«Δεν ξέρω,» αποκρίθηκε ο Οδυσσέας. «Δε νομίζω. Αν και…. Τέλος πάντων.» Στράβωσε τα χείλη, παίρνοντας μια έκφραση απορίας και εκνευρισμού συγχρόνως.

«Τι είναι;» επέμεινε η Νελμίρα.

«Δεν είναι φυσιολογικό το γεγονός ότι έδιωξαν τη Βικτώρια. Με κάνει να ανησυχώ. Αυτόν τον τύπο που ανέφερε η κοπέλα, αυτόν τον Νικόδημο Αρχιτέκτονα, δεν τον γνωρίζω καθόλου. Δεν μπορώ να καταλάβω από πού ξεφύτρωσε για να την παραγκωνίσει.»

Ο Ράθνης είπε, ήρεμα: «Ο Πρίγκιπας Λούσιος έκανε πολλές μεταρρυθμίσεις· το ξέρουμε αυτό.»

«Ναι, αλλά γιατί να διώξει τη Βικτώρια από το πόστο της; Αδυνατώ να κατανοήσω σε τι πιθανώς να τον ενοχλούσε!» Ο Οδυσσέας κούνησε το κεφάλι του. «Όπως και νάχει, δε μπορούμε να καθυστερήσουμε εδώ για να μάθουμε. Αν και θα ήθελα να μάθω. Πρέπει να πάμε να κλείσουμε εισιτήρια με το πρώτο αεροπλάνο που φεύγει για την Υπερυδάτια.»

Και ξεκίνησε να βαδίζει με τη Νελμίρα και τον Ράθνη στο κατόπι του, περνώντας ανάμεσα από τους επιβάτες που ήταν καθισμένοι στις καρέκλες του αεροδρομίου ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, ξαπλωμένοι στο πάτωμα, επάνω στις αποσκευές τους. Ένας απ’αυτούς, τους ξαπλωμένους, είχε δίπλα του μια πελώρια, τριχωτή γάτα, η οποία ήταν επίσης ξαπλωμένη, μα δεν πρέπει να κοιμόταν, όπως ο κύριός της, γιατί, καθώς ο Οδυσσέας περνούσε από κοντά, άνοιξε το ένα γυαλιστερό της μάτι και τον παρατήρησε. Ύστερα, το έκλεισε πάλι.

Ο Οδυσσέας πλησίασε μια υπάλληλο στα γραφεία των εισιτηρίων και της είπε πως εκείνος κι οι δύο σύντροφοί του ήθελαν να κλείσουν θέσεις για Υπερυδάτια με την επόμενη πτήση.

Η κοπέλα πάτησε μερικά πλήκτρα στην κονσόλα εμπρός της και κοίταξε την οθόνη. «Η επόμενη πτήση είναι στις δέκα και μισή–»

(Δηλαδή, σ’ένα τέταρτο, σκέφτηκε ο Οδυσσέας· σταθήκαμε τυχεροί)

«–αλλά όλες οι θέσεις φαίνεται να είναι κλεισμένες.»

«Κλεισμένες; Όλες οι θέσεις; Ούτε μία άδεια;»

«Δυστυχώς, κύριε, είναι όλες κλεισμένες.»

Φωτιές του Μαύρου Νάρζουλ! Αν η Βικτώρια ήταν εδώ, δε θα είχαμε τέτοιο πρόβλημα τώρα! Αποκλείεται όλες οι θέσεις νάναι κλεισμένες! «Η δουλειά μας είναι επείγουσα,» τόνισε ο Οδυσσέας. «Είσαι απολύτως βέβαιη ότι δεν υπάρχει ούτε ένα εισιτήριο;»

«Ασφαλώς, κύριε.»

«Η επόμενη πτήση για Υπερυδάτια πότε είναι;»

Η κοπέλα πληκτρολόγησε κάτι στην κονσόλα, και είπε: «Στις μία μετά τα μεσάνυχτα.»

«Θα φύγουμε, τότε, λοιπόν. Κλείσε μας τρεις θέσεις.»

«Τα ονόματά σας, παρακαλώ.»

Ο Οδυσσέας τής έδωσε τα ονόματά τους. Τα πραγματικά τους ονόματα, γιατί δεν έκρινε σκόπιμο να χρησιμοποιήσει ψεύτικες ταυτότητες. Εξάλλου, αν ο σκιώδης εχθρός που καταδίωκε τον Πρίγκιπα Ανδρόνικο είχε κατασκόπους του εδώ και έψαχνε γι’αυτούς, σίγουρα θα τους είχε εντοπίσει ώς τώρα. Δεν μπορούσαν να κάνουν και πολλά για να κρυφτούν μέσα στον Βασιλικό Αερολιμένα. Κατ’αρχήν, υπήρχαν παντού τηλεοπτικοί πομποί· ολόκληρο το μέρος ελεγχόταν.

Η κοπέλα έκοψε τρία εισιτήρια και τους τα έδωσε, λέγοντάς τους: «Καλό ταξίδι,» μ’ένα χαμόγελο που έμοιαζε πλαστό.

Ο Οδυσσέας αισθανόταν τις τρίχες του ορθωμένες, καθώς έπαιρνε τα εισιτήρια. Υπήρχε κάτι εδώ πέρα που δεν του άρεσε: κάτι που δε φαινόταν άμεσα, μα ήταν παντού γύρω του, στον αέρα. Κάτι δεν πήγαινε καλά, και το ένστικτό του τον προειδοποιούσε πως τα πράγματα θα χειροτέρευαν, παρότι εκείνος κι οι σύντροφοί του έμοιαζε να είχαν βρει θέσεις.

Δεν ήταν φυσιολογικό το γεγονός ότι είχαν τελειώσει τα εισιτήρια για την πτήση των 10.30. Η Υπερυδάτια δεν ήταν και τόσο δημοφιλής διάσταση. Επομένως, ή πέσαμε στην περίπτωση ή… κάποιος είχε δώσει εντολή να μας καθυστερήσουν επίτηδες. Και ο μόνος που, λογικά, θα μπορούσε να το κάνει αυτό, σκεφτόταν ο Οδυσσέας, ήταν ο Υπεύθυνος Αφίξεων και Αναχωρήσεων. Ο Νικόδημος Αρχιτέκτων.

Εκτός αν η εντολή είχε έρθει από ακόμα πιο ψηλά.

Οι τρίχες του Οδυσσέα ηλεκτρίστηκαν περισσότερο.

«Ας καθίσουμε,» είπε στη Νελμίρα και τον Ράθνη, και κάθισαν σε μια γωνία της αίθουσας αναμονής, σε τρεις καρέκλες που ανάμεσά τους βρισκόταν ένα τραπεζάκι με σταχτοδοχείο επάνω.

Ο Οδυσσέας άναψε τσιγάρο.

«Τους υποπτεύεσαι,» του είπε, σε λίγο, η Νελμίρα, ατενίζοντάς τον με στενεμένα μάτια. Δεν ήταν ερώτηση.

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνος. «Νομίζω ότι μας καθυστερούν επίτηδες. Και πολύ φοβάμαι ότι το κάνουν για να μας παγιδέψουν κάπως.»

Ο Ράθνης κοίταξε τους τηλεοπτικούς πομπούς οι οποίοι γυάλιζαν στους τοίχους· κοίταξε τους πάνοπλους φρουρούς που βρίσκονταν στις εισόδους και κοντά στα γραφεία· κοίταξε έναν τύπο ο οποίος δεν μπορεί παρά να ήταν μάγος, αν έκρινε κανείς απ’τη στολή του. «Πιστεύεις, Οδυσσέα, ότι χρειάζεται να μας καθυστερήσουν για να μας παγιδέψουν;»

«Δε θέλουν να κάνουν τίποτα το φανερό,» είπε εκείνος, «γιατί κι εμείς δεν έχουμε επάνω μας τίποτα με το οποίο μπορούν να μας ενοχοποιήσουν. Πρέπει, επομένως, νάχουν κάποιο άλλο σχέδιο στο μυαλό τους.»

Ο Ράθνης έμοιαζε δύσπιστος. «Αν ισχύει αυτό που λες, ξέρεις σε τι συμπέρασμα μάς οδηγεί;»

«Σε τι συμπέρασμα μάς οδηγεί;»

«Ότι ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος έχει χάσει τελείως τον έλεγχο της Απολλώνιας. Ότι κάποιος άλλος –κάποια άλλη δύναμη– ελέγχει πλήρως ακόμα και τον ίδιο τον Βασιλικό Αερολιμένα.»

Ο Οδυσσέας βλεφάρισε, καθώς τα λόγια του Ράθνη τον χτύπησαν κατακέφαλα, σαν σφυρί. Ο λευκόδερμος άντρας, πράγματι, είχε δίκιο: Αν ίσχυαν όσα υποπτευόταν ο Πρόμαχος, τότε ο Ανδρόνικος είχε χάσει τελείως τον έλεγχο της πατρίδας του. Ο εχθρός δεν ήταν κάποιο δικτυωμένο πρόσωπο που κινιόταν στις σκιές, προκειμένου να επιτύχει τους σκοπούς του· ήταν κάποιο πρόσωπο που είχε στα χέρια του τον κρατικό μηχανισμό.

Κι αυτό αυξάνει τις πιθανότητες το συγκεκριμένο πρόσωπο να είναι ο Πρίγκιπας Λούσιος.

Ο Οδυσσέας αισθάνθηκε μια πικρή γεύση στο στόμα. Ο Πρίγκιπας Λούσιος… πώς είναι δυνατόν να έχει κάνει τέτοια πράγματα; Πώς είναι δυνατόν να στράφηκε έτσι εναντίον του αδελφού του; Ο Οδυσσέας τούς ήξερε και τους δύο Πρίγκιπες από μικρή ηλικία. Και δεν ήταν κι ο ίδιος πολύ μεγαλύτερος από αυτούς: περνούσε τον Λούσιο κατά ένα χρόνο, και τον Ανδρόνικο κατά τρία. Δεν είχε φανταστεί ποτέ ότι οι δυο τους θα έφταναν στο σημείο να γίνουν εχθροί…

Αναστέναξε. «Θα δούμε,» είπε στον Ράθνη. «Να έχετε, πάντως, τα μάτια σας δεκατέσσερα.»

Σε λίγο, η Νελμίρα είπε ότι πεινούσε και ότι θα πήγαινε να πάρει κάτι να φάει. Ήθελαν κι εκείνοι να τους φέρει τίποτα; Ο Οδυσσέας και ο Ράθνης αποκρίθηκαν ναι. Η Νελμίρα έφυγε από κοντά τους, πλησιάζοντας την καντίνα του αεροδρομίου· και, όταν επέστρεψε, είχε μαζί της τρία σάντουιτς και τρεις καφέδες.

Ο χρόνος δεν έμοιαζε να περνά, καθώς περίμεναν. Δεν ήταν μικρή η αναμονή από τις 10.30 μέχρι τις 1.00, και ο Οδυσσέας αναρωτιόταν πότε ο εχθρός τους θα ενεργοποιούσε την παγίδα του. Εκτός, βέβαια, αν δεν υπήρχε παγίδα. Εκτός αν το μόνο που ήθελε ήταν να τους καθυστερήσει μερικές ώρες· γιατί αποκλείεται να ήταν όλες οι θέσεις πιασμένες για την πτήση προς Υπερυδάτια. Αλλά, από την άλλη, τι λόγο μπορεί να είχε για να θέλει να τους καθυστερήσει; Τι θα κέρδιζε έτσι; Ο Οδυσσέας αδυνατούσε να δώσει απάντηση.

Κάποια στιγμή, οι ώρες, αναπόφευκτα, πέρασαν και τα ρολόγια έδειξαν 1.00. Εν τω μεταξύ, καμία φανερή παγίδα δεν είχε ενεργοποιηθεί, ούτε οι φρουροί του μέρους είχαν κάνει καμία ύποπτη κίνηση. Είχαν μονάχα αλλάξει βάρδια, και αυτοί και ο μάγος. Ο Οδυσσέας, η Νελμίρα, και ο Ράθνης σηκώθηκαν από τις θέσεις τους και, μαζί με άλλους επιβάτες, βάδισαν προς την αίθουσα αναχώρησης, όπου, όπως γνώριζαν, θα γινόταν έλεγχος του καθενός ξεχωριστά, και ό,τι όπλα είχαν επάνω τους θα τους τα έπαιρναν, για να τους τα δώσουν πάλι όταν το αεροσκάφος θα έβγαινε απ’τον Αιθέρα και θα προσγειωνόταν στην Υπερυδάτια.

Ο έλεγχος, όμως, δεν πρόλαβε να γίνει. Οι τρεις τους παρατήρησαν ότι η πόρτα της αίθουσας αναχωρήσεων, στην αρχή της ουράς των επιβατών, ήταν κλειστή.

«Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο Οδυσσέας έναν από τους επιβάτες.

Εκείνος –ένας ψηλός άντρα με καφέ δέρμα και πράσινα μαλλιά– ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν ξέρω.»

Ένας φρουρός του αεροδρομίου πλησίασε την ουρά των επιβατών και είπε, αρκετά δυνατά για να τον ακούσουν όλοι: «Δυστυχώς, το αεροσκάφος έχει κάποια σοβαρή βλάβη, και θα αργήσει να επισκευαστεί. Μας συγχωρείτε για την καθυστέρηση.»

«Σε πόση ώρα θα είναι έτοιμο;» ρώτησε μια γυναίκα.

«Δεν γνωρίζω. Πάντως, αν δεν είναι έτοιμο μέχρι τις έξι, έχει άλλη πτήση για την Υπερυδάτια τότε, και ίσως ορισμένοι από εσάς να μπορέσετε να αλλάξετε τα εισιτήριά σας.»

Οι επιβάτες άρχισαν να μιλούν αναμεταξύ τους, εκνευρισμένοι από την καθυστέρηση.

«Δεν καταλαβαίνω!» μούγκρισε ο Οδυσσέας, καθώς εκείνος κι οι δύο σύντροφοί του είχαν απομακρυνθεί από τους υπόλοιπους. «Κάποιος ανέβαλε ολόκληρη την πτήση προκειμένου να σταματήσει εμάς

«Ίσως, όντως, να υπάρχει βλάβη,» είπε ο Ράθνης με τα χέρια του σταυρωμένα εμπρός του.

Ο Οδυσσέας κούνησε το κεφάλι. «Όχι, δεν το πιστεύω. Παραείναι συμπτωματικό κι αυτό.»

«Και δε φαίνεται να μπορούμε να κάνουμε τίποτα παρά να περιμένουμε,» είπε η Νελμίρα, περνώντας τους αντίχειρές της μέσα στη ζώνη της και κοιτάζοντας τριγύρω, τους αναστατωμένους επιβάτες και τους φρουρούς, οι οποίοι της έμοιαζε ότι, ξαφνικά, είχαν πληθύνει. Αναρωτήθηκε αν ετοιμάζονταν να ενεργοποιήσουν την παγίδα που φοβόταν ο Οδυσσέας ότι τους είχαν στήσει. Χρειάζονται, όμως, κάποια αφορμή για να μας πλησιάσουν, σωστά; Δεν μπορούν να έρθουν και να μας συλλάβουν χωρίς λόγο. Τουλάχιστον, όχι στην Απολλώνια. Αυτά γίνονταν μονάχα στις διαστάσεις που βρίσκονταν υπό τον πλήρη έλεγχο της Παντοκράτειρας· και η Απολλώνια, αν και είχε υποστεί αλλαγές –όπως υποστήριζαν άνθρωποι σαν τον Πρίγκιπα Ανδρόνικο και τον Οδυσσέα, που γνώριζαν την εν λόγω διάσταση πολύ καλύτερα από τη Νελμίρα–, δεν έμοιαζε να βρίσκεται ξανά υπό την κυριαρχία της Παντοκράτειρας…

Αναπάντεχα, η άκρια του αριστερού της ματιού έπιασε μια φιγούρα να ζυγώνει. Η Νελμίρα έστρεψε το βλέμμα της και είδε έναν άντρα με λευκό δέρμα σαν του Οδυσσέα. Ήταν μετρίου αναστήματος και είχε μαύρα μαλλιά και αξύριστο πρόσωπο. Φορούσε άσπρο πουκάμισο, μαύρο γιλέκο, και γκρίζο παντελόνι. Το βήμα του ήταν άνετο και έδειχνε να πλησιάζει με φιλικό τρόπο· στη Νελμίρα, όμως, δεν άρεσε καθόλου ετούτος ο άνθρωπος: της θύμιζε κάποια θηρία από τη διάστασή της, τη Φεηνάρκια, τα οποία σε ζύγωναν ακριβώς έτσι, με τρόπο φιλικό, ώστε να ρίξεις την άμυνά σου και, μόλις είχαν φτάσει αρκετά κοντά, να σου χιμήσουν, για να σε κάνουν κομμάτια με κοφτερά νύχια και αιχμηρά δόντια.

«Καλησπέρα,» της είπε ο άντρας, καθώς εκείνην συνάντησε πρώτη, από τη μεριά που ερχόταν. «Μου είπαν ότι είστε φίλοι της κύριας Βικτώριας Κατήνεμης.»

Ο Οδυσσέας, ακούγοντας τα λόγια του, στράφηκε να τον αντικρίσει, λιγάκι ξαφνιασμένος, γιατί δεν τον είχε αντιληφτεί να πλησιάζει. «Ποιος είστε, κύριε;» ρώτησε.

«Ονομάζομαι Αλέξιος. Είναι αλήθεια ότι είστε φίλοι της Βικτώριας;»

«Αλήθεια είναι,» αποκρίθηκε ο Οδυσσέας. «Γιατί ρωτάτε, όμως;»

«Γιατί μου είπαν ότι ζητούσατε να της μιλήσετε, και ότι επίσης επείγεστε να πάτε στην Υπερυδάτια.»

Η Νελμίρα μίλησε πριν από τον Οδυσσέα: «Ποιος σας το είπε αυτό;»

Ο Αλέξιος χαμογέλασε με τον απότομο τρόπο της. «Δεν είμαι κατάσκοπος κανενός,» τη διαβεβαίωσε, υψώνοντας τα χέρια του. «Οι κοπελιές στα γραφεία μού το ανέφεραν. Καθώς εγώ ερχόμουν, αυτές έφευγαν· και τις γνωρίζω τις περισσότερες κοπελιές που εργάζονται εδώ, στον Βασιλικό Αερολιμένα. Είμαι τακτικός, βλέπετε.» Χαμογέλασε πάλι.

«Τακτικός;» είπε ο Οδυσσέας.

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Αλέξιος, ανασηκώνοντας τους ώμους· «έχω δικό μου αεροσκάφος. Μικρό, βέβαια, αλλά, μπορώ να σας διαβεβαιώσω, ταξιδεύει παντού. Ποιο είναι το όνομά σας, κύριε;»

Δε σ’το ανέφεραν αυτό οι κοπελιές που συνάντησες καθώς ερχόσουν; σκέφτηκε η Νελμίρα, που ακόμα δεν τον εμπιστευόταν καθόλου τούτο τον τύπο. Εξακολουθούσε να της θυμίζει εκείνα τα ύπουλα θηρία από τη Φεηνάρκια.

«Οδυσσέας,» συστήθηκε ο Οδυσσέας, και του έδωσε το χέρι του, για ν’ανταλλάξουν μια χειραψία.

Ο Αλέξιος συνοφρυώθηκε. «Οδυσσέας; Δε θυμάμαι η Βικτώρια να σας έχει αναφέρει ποτέ…»

«Τη γνωρίζω, ωστόσο. Έχουμε συνεργαστεί αρκετές φορές οι δυο μας, για διάφορες κρατικές δουλειές. Το επίθετό μου είναι Επίμετρος· ίσως να μ’έχει αναφέρει μ’αυτό.»

«Χμμ, ναι, ίσως… Ναι, νομίζω ότι σας έχει αναφέρει, τώρα που το λέτε.»

«Γιατί η Βικτώρια δεν εργάζεται πια εδώ;» ρώτησε ο Οδυσσέας. «Συνέβη κάτι;»

Ο Αλέξιος έσμιξε τα χείλη. «Η αλήθεια είναι πως, ναι, κάτι άσχημο τής συνέβη και δεν μπορούσε να συνεχίσει τη δουλειά της.»

Ο Οδυσσέας συνοφρυώθηκε. Κάτι άσχημο τής συνέβη;

«Την είχαν πιάσει κάποιες ψυχώσεις, τον τελευταίο καιρό, και δεν μπορούσε καθόλου να ηρεμήσει. Υπήρχαν στιγμές, μάλιστα, που έβλεπε παραισθήσεις, ή νόμιζε πως άκουγε ήχους ανύπαρκτους. Περνούσε νύχτες ολόκληρες άυπνη. Όπως καταλαβαίνετε, κύριε Οδυσσέα, αυτό την ανάγκασε να παραιτηθεί από τη δουλειά της, τουλάχιστον για κάποιο καιρό, μέχρι να συνέλθει.»

Ο Οδυσσέας παραξενεύτηκε. Η Βικτώρια δεν ήταν άνθρωπος ψυχωτικός, απ’όσο γνώριζε. Εργαζόταν σκληρά και με συνέπεια, και πάντοτε έμοιαζε να ήξερε ακριβώς τι έλεγε και τι έκανε. Πώς είναι δυνατόν να έπαθε τέτοια πράγματα;

«Σας φαίνεται περίεργο–» άρχισε ο Αλέξιος.

«Εξαιρετικά περίεργο.»

Ο Αλέξιος ένευσε. «Κι εμένα έτσι μου φάνηκε, αρχικά. Αλλά, μετά, είδα ο ίδιος την κατάστασή της. Η Βικτώρια, δυστυχώς, είναι πολύ άρρωστη, κύριε Οδυσσέα. Ωστόσο, αφού είστε γνωστός της, θα προσπαθήσω να σας εξυπηρετήσω όσο καλύτερα μπορώ, καθώς της έχω μεγάλη εκτίμηση.»

«Εκείνο που θέλουμε είναι να πάμε στην Υπερυδάτια, κι αυτό, μάλλον, δεν είναι στο χέρι σας. Θα πρέπει να περιμένουμε να επισκευαστεί το αεροσκάφος που έχει πάθει βλάβη. Σας ευχαριστώ, όμως, για το ενδιαφέρον σας.»

Η Νελμίρα σκέφτηκε: Έτσι μπράβο, απομάκρυνέ τον. Δεν τον θέλουμε κοντά μας. Ήταν βέβαιη πως ο Οδυσσέας είχε καταλάβει ό,τι είχε καταλάβει κι εκείνη: ότι τούτος ο άνθρωπος δεν ήταν εμπιστοσύνης.

Ο Αλέξιος είπε: «Μα, νομίζω ότι μπορώ να σας βοηθήσω. Όπως σας εξήγησα, έχω δικό μου σκάφος.»

«Το οποίο ταξιδεύει στον Αιθέρα;» απόρησε ο Οδυσσέας.

«Ναι.»

«Πόσο μεγάλο είναι;»

«Δεν είναι μεγάλο,» είπε ο Αλέξιος. «Είναι σχετικά μικρό. Για να καταλάβετε, δεν έχει ανάγκη από μάγους για να πετάξει. Το οδηγό μόνος μου.»

«Πολύ επικίνδυνο, τότε, για ταξίδι στον Αιθέρα.»

«Είμαι καλός πιλότος, κύριε Οδυσσέα· δε χρειάζεται να φοβάστε. Διασχίζω τον Αιθέρα συχνά-πυκνά.»

Ο Οδυσσέας τον ατένισε συνοφρυωμένος. «Και θα μας πάτε στην Υπερυδάτια αφιλοκερδώς;»

«Δε σας μίλησα ακόμα για αμοιβή, για να μην το θεωρήσετε αγενές από μέρους μου. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι, ναι, θα ήθελα να πληρωθώ για ένα τέτοιο ταξίδι. Όπως φαίνεται ότι γνωρίζετε πολύ καλά κι ο ίδιος, κανένας δεν διασχίζει τον Αιθέρα απερίσκεπτα.»

Ο Οδυσσέας ένευσε. «Και ποια είναι η τιμή σας;»

«Δέκα λίδρες.»

«Μας κάνετε καλή τιμή, κύριε Αλέξιε.»

«Λόγω της Βικτώριας. Ενδιαφέρεστε;»

«Ναι,» είπε ο Οδυσσέας. «Σε πόση ώρα αναχωρούμε;»

Μα τους θεούς! σκέφτηκε η Νελμίρα. Είναι τυφλός;

Ο Αλέξιος ανασήκωσε τους ώμους. «Αμέσως, αν θέλετε.»

«Εντάξει, οδηγήστε μας.»

Ο Αλέξιος ξεκίνησε να βαδίζει, και τον ακολούθησαν.

Η Νελμίρα ψιθύρισε στον Οδυσσέα: «Κάτι δεν πάει καλά μ’ετούτον.»

«Γιατί το λες αυτό;»

«Γιατί το αισθάνομαι

«Κάποιο λάθος κάνεις–»

«Δεν κάνω λάθος! Αυτή πρέπει νάναι η παγίδα που περίμενες!»

Ο Οδυσσέας κούνησε το κεφάλι. «Δεν το νομίζω. Αυτός ο άνθρωπος είναι μόνος του· πώς να μας παγιδέψει;»

Ανόητε! γρύλισε εντός της η Νελμίρα. Και στράφηκε στον Ράθνη. «Ούτε εσύ το βλέπεις;» τον ρώτησε.

Ο λευκόδερμος άντρας ανασήκωσε τους ώμους μονάχα.

Ο Αλέξιος τούς έβγαλε από το οικοδόμημα όπου βρίσκονταν και τους οδήγησε έξω, στον χώρο στάθμευσης των ιδιωτικών αεροσκαφών. Ο ουρανός ήταν σκοτεινός από πάνω τους. Το γαλανό φεγγάρι της Απολλώνιας, η Γλαυκή, ήταν κρυμμένο πίσω από πυκνά σύννεφα, ενώ το άλλο της φεγγάρι, η Αθώρητη, που ανέδιδε έναν αδύναμο, γκρίζο φωτισμό, τώρα θα έλεγε κανείς ότι είχε εξαφανιστεί τελείως από τον κόσμο.

Το αεροσκάφος του Αλέξιου ήταν ακριβώς όπως το περίμενε ο Οδυσσέας: μικρό και χαμηλό, με τα φτερά μαζεμένα στις πλευρές του, όπως οι φτερούγες ενός πουλιού από μέταλλο· στην πίσω μεριά του είχε δύο δυνατούς προωθητήρες, και στεκόταν σε τρία πόδια με ρόδες. Ήταν χρωματισμένο έτσι ώστε να θυμίζει γκρίζο πουλί. Στην μπροστινή του μεριά ήταν ζωγραφισμένα δύο μάτια και ένα ράμφος.

«Ο Γκρίζος Αετός σάς χαιρετά!» είπε ο Αλέξιος, και ξεκλείδωσε τη θύρα του σκάφους. «Περάστε.»

Ο Οδυσσέας γνώριζε πώς να πιλοτάρει αεροπλάνο, και όχι μόνο θεωρητικά: το είχε κάνει κάμποσες φορές στη ζωή του· έτσι, καταλάβαινε ότι ετούτο το σκάφος που βρισκόταν τώρα μπροστά του δεν ήταν καθόλου εύκολο να το οδηγήσει κανείς μέσα στον Αιθέρα. Τα αιθερικά ρεύματα ήταν εξαιρετικά επικίνδυνα, και τα μικρά σκάφη –εκτός του ότι όφειλαν, φυσικά, να είναι ειδικά κατασκευασμένα για να ταξιδέψουν εκεί– έπρεπε να έχουν πολύ δυνατές μηχανές για να τα αντεπεξέλθουν. Επίσης, ο πιλότος έπρεπε να είναι άριστος.

Ο Οδυσσέας ευχόταν να μην κατέληγαν όλα τούτα σε κάποια μεγάλη καταστροφή… Ο Αλέξιος είπε ότι έχει ξαναταξιδέψει στον Αιθέρα πολλές φορές, έτσι δεν είπε; Επομένως, είναι έμπειρος. Κι όσο για την υποψία της Νελμίρα, δεν μπορεί νάναι παγίδα το όλο θέμα, γιατί, αν είναι παγίδα, τότε ο Αλέξιος καταδικάζει και τον εαυτό του –και δε μου φαίνεται για αυτοκτονικός.

Περνώντας την ανοιχτή θύρα, ο Οδυσσέας μπήκε σκυφτός στο μικρό αεροπλάνο και κάθισε στην πίσω θέση. Η Νελμίρα και ο Ράθνης τον ακολούθησαν, καθίζοντας δεξιά κι αριστερά του.

«Δεν κάνουμε καθόλου καλά,» ψιθύρισε η ερυθρόδερμη γυναίκα. «Καθόλου καλά!»

«Σσς,» της είπε ο Οδυσσέας. «Δε θέλουμε να προσβάλουμε τον πιλότο μας.»

Η Νελμίρα αναστέναξε και γρύλισε μέσα στο λαιμό της.

Ο Αλέξιος τούς ακολούθησε στο εσωτερικό του σκάφους, και ζήτησε να λάβει την ανταμοιβή του. «Με συγχωρείτε,» είπε, «αλλά, για ένα τέτοιο ταξίδι μες στη νύχτα, θα ήθελα τα χρήματα προκαταβολικά.»

«Κατανοητό,» είπε ο Οδυσσέας, και τον πλήρωσε.

Ο Αλέξιος κάθισε στη μπροστινή θέση του Γκρίζου Αετού και ενεργοποίησε τις οθόνες στον πίνακα ελέγχου.

Παρατηρώντας τις, ο Οδυσσέας σκέφτηκε: Το σκάφος, πράγματι, φαίνεται να έχει όλα τα κατάλληλα εξαρτήματα για να ταξιδέψει στον Αιθέρα.

Ο Αλέξιος άναψε τις μηχανές, και το δυνατό βούισμά τους γέμισε τα αφτιά των επιβατών. Το μικρό αεροπλάνο άρχισε να κινείται επάνω στον αεροδιάδρομο, αναπτύσσοντας ολοένα και μεγαλύτερη ταχύτητα. Τα φτερά του άνοιξαν. Σύντομα, οι ρόδες του ακούστηκαν να τρίζουν, και μετά το σκάφος υψώθηκε στον σκοτεινό ουρανό.

Ο Οδυσσέας, η Νελμίρα, και ο Ράθνης μπορούσαν τώρα να δουν τον Βασιλικό Αερολιμένα σαν μικρογραφία από κάτω τους. Έπειτα, μπορούσαν να δουν μονάχα τα φώτα του μέσα στο σκοτάδι. Ο Γκρίζος Αετός χώθηκε στα μαύρα σύννεφα, και οι επιβάτες του έχασαν κάθε οπτική επαφή με το έδαφος· τώρα, γύρω τους έβλεπαν μονάχα μια πυκνή, μελανή απεραντοσύνη. Τα αφτιά τους είχαν, προ πολλού, βουλώσει από την πίεση.

Ο Οδυσσέας κοίταζε, πάνω από τον ώμο του Αλέξιου, μία από τις οθόνες: την οθόνη που έδειχνε την απόσταση του σκάφους τους από το σημείο μετάβασης στον Αιθέρα. Το πλησίαζαν… Καθώς υψώνονταν και υψώνονταν και υψώνονταν στους ουρανούς της Απολλώνιας, το πλησίαζαν…

Άφησαν πίσω τους τα σύννεφα και πέταξαν σ’έναν ανοιχτό, αν και νυχτερινό, ουρανό. Το φως της Γλαυκής τούς έλουζε εδώ, χωρίς να παρεμποδίζεται· γλιστρούσε από τα παράθυρα του αεροπλάνου τους και τους τύλιγε με τη γαλανή του ακτινοβολία. Ακόμα και η Αθώρητη φαινόταν: μια αχνή, γκρίζα σφαίρα μέσα στη σκοτεινή απεραντοσύνη των ουρανών. Το μαύρο φεγγάρι της Απολλώνιας.

Και το σημείο μετάβασης βρισκόταν ολοένα και πιο κοντά. Δεν απείχαν πολύ τώρα…

Ο Οδυσσέας εστίασε το βλέμμα του έξω απ’το μπροστινό παράθυρο του Γκρίζου Αετού και είδε, στο βάθος, μια αλλαγή στον ουρανό. Μια αλλαγή που δεν ήταν εύκολο να προσδιοριστεί. Ήταν μια μικρή μεταβολή στο χρώμα: μια απόχρωση. Μια μεταβολή στους κυματισμούς του αέρα, σαν υδρατμοί. Ένα βαθούλωμα, σαν ρουφήχτρα μέσα στο νερό. Μια κλίση προς κάποια διάσταση που δεν ήταν ούτε μήκος, ούτε πλάτος, ούτε ύψος.

Το μικρό αεροσκάφος πλησίασε το σημείο μετάβασης… και βούτηξε μέσα του. Οι επιβάτες του αισθάνθηκαν ένα τράνταγμα, σαν η ίδια η πραγματικότητα να είχε ταλαντευτεί γύρω τους, και μια στιγμιαία ζαλάδα τούς έπιασε, μια ναυτία. Η Νελμίρα ακούμπησε το κεφάλι της πίσω, παίρνοντας μερικές βαθιές ανάσες· δεν της άρεσαν τα αεροπορικά ταξίδια, κι ακόμα περισσότερα τα αιθερικά ταξίδια.

Έξω από τα παράθυρα, φαινόταν τώρα η διάσταση που ονομαζόταν Αιθήρ, η οποία ήταν μία από τις λεγόμενες «ενδιάμεσες διαστάσεις», αυτές που χρησιμοποιούνταν, κυρίως, για μετάβαση από μια κατοικημένη διάσταση σε μια άλλη. Ο Αιθήρ έμοιαζε με έναν ατελείωτο αργυρογάλανο ουρανό με νεφελώματα που δεν ήταν σαν τα συνηθισμένα σύννεφα των περισσότερων διαστάσεων. Ο Οδυσσέας δεν μπορούσε να καταλάβει ακριβώς τη διαφορά τους, μα την έβλεπε και την αισθανόταν. Επίσης, γνώριζε ότι ορισμένα από αυτά τα νεφελώματα ήταν ζωντανές, επικίνδυνες οντότητες, που μπορούσαν να καταπιούν άνετα ακόμα και μεγάλα αεροσκάφη, πόσω μάλλον ετούτο εδώ το μικρό αεροπλάνο με το οποίο ταξίδευαν τώρα εκείνος κι οι σύντροφοί του.

Ο Γκρίζος Αετός τρανταζόταν και κλυδωνιζόταν από τα αιθερικά ρεύματα πολύ περισσότερο από ό,τι θα τρανταζόταν και θα κλυδωνιζόταν ένα μεγαλύτερο σκάφος, όμως, σε γενικές γραμμές, ο Αλέξιος τον πιλόταρε καλά. Αυτό ο Οδυσσέας όφειλε να το παραδεχτεί, καθώς ήξερε τη δυσκολία πλοήγησης ενός τέτοιου μικρού αεροπλάνου στον Αιθέρα.

«Πώς είναι το ταξίδι σας μέχρι στιγμής;» ρώτησε ο Αλέξιος με ευχάριστο τόνο στη φωνή του.

«Μια χαρά,» αποκρίθηκε ο Οδυσσέας.

«Χαίρομαι που το απολαύσατε, γιατί θα είναι το τελευταίο σας!»

Και, μ’ετούτα τα λόγια, ο Αλέξιος στράφηκε να τους κοιτάξει, κι εκείνοι είδαν ότι το πρόσωπό του δεν ήταν όπως πριν. Είχε παραμορφωθεί! Τα μάτια του είχαν στενέψει και τραβηχτεί, αφύσικα, προς τις πλευρές του κεφαλιού του, ενώ το δόντια του είχαν μεγαλώσει: είχαν γίνει μακριά και αιχμηρά, μην αφήνοντας το στόμα του να κλείσει κανονικά.

Υψώνοντας το χέρι του πάνω απ’το κάθισμά του, ο Αλέξιος σημάδεψε τον Οδυσσέα μ’ένα πιστόλι.

Η Νελμίρα, προετοιμασμένη για κάποια ύπουλη ενέργεια από τον πιλότο τους, σήκωσε το μποτοφορεμένο της πόδι και του κλότσησε τον καρπό με δύναμη. Το χέρι του Αλέξιου τινάχτηκε πάνω, και η ριπή από το πιστόλι του χτύπησε το ταβάνι. Το άλλο πόδι της Νελμίρα σηκώθηκε επίσης, και η σόλα της μπότας της κοπάνησε τον πιλότο καταπρόσωπο, στέλνοντάς τον πάνω στην κονσόλα πλοήγησης του σκάφους, ενώ εκείνος γρύλισε, αγριεμένα.

Ο Οδυσσέας είχε ήδη τραβήξει το δικό του πιστόλι, και πυροβόλησε τον Αλέξιο κατακέφαλα, πετυχαίνοντάς τον στο αριστερό μάτι.

Δεν πετάχτηκε, όμως, αίμα, αλλά ένα παχύρρευστο, διαφανές υγρό· και εκεί όπου, κανονικά, θα έπρεπε να υπάρχει ένα αποκρουστικό τραύμα στο πρόσωπο του πιλότου φαινόταν μονάχα ένα παράξενο υλικό κάτω από την κατεστραμμένη σάρκα. Ένα υλικό σαν ρευστό ασήμι, το οποίο άρχισε αμέσως να αναπλάθει την πληγή.

Ένα Δημιούργημα!

Και οι τρεις επαναστάτες ήξεραν τι ήταν αυτό που αντίκριζαν: Ένα Δημιούργημα, όπως αυτά που έφτιαχνε η Παντοκράτειρα, χρησιμοποιώντας κάποια κρυφή διαδικασία, άγνωστη στον υπόλοιπο κόσμο. Δεν ήταν άνθρωποι τα Δημιουργήματα, αν και έμοιαζαν με ανθρώπους. Ήταν φτιαγμένα από αυτό το ασημόχρωμο, ρευστό υλικό, και δεν μπορούσαν να σκοτωθούν από σφαίρες ή από λεπίδες· έπρεπε κανείς να τα χτυπήσει με φωτιά ή διαβρωτικά οξέα, που κατέστρεφαν την ύλη.

Ο Οδυσσέας πυροβόλησε το Δημιούργημα ξανά, χτυπώντας το αυτή τη φορά στο δεξί μάτι και τυφλώνοντάς το τελείως. «Ανοίξτε τη θύρα! Πρέπει να το πετάξουμε έξω!»

Ο Ράθνης υπάκουσε. Πετάχτηκε όρθιος και γύρισε τη χειρολαβή που κρατούσε τη θύρα κλεισμένη. Αυτή άνοιξε, και τα αιθερικά ρεύματα μπήκαν στο σκάφος: οι επαναστάτες τα αισθάνθηκαν να καίνε το δέρμα και τα μάτια τους· τα αισθάνθηκαν να γλιστρούν μέσα στα ρουθούνια τους και να καίνε το λαιμό και τους πνεύμονές τους.

«Πετάξτε το έξω!» γρύλισε ο Οδυσσέας, τρίζοντας τα δόντια και ορμώντας καταπάνω στο Δημιούργημα.

Το τέρας ακόμα κρατούσε το πιστόλι του και, παρότι τυφλό, προσπάθησε να το στρέψει προς τον Πρόμαχο. Το αριστερό του μάτι είχε ήδη αρχίσει να θεραπεύεται· το ρευστό ασήμι το ανάπλαθε. Ο Οδυσσέας άρπαξε τον καρπό του Δημιουργήματος, ακινητοποιώντας το χέρι του με το όπλο και κάνοντάς το να πυροβολήσει το δερμάτινο κάθισμα.

Η Νελμίρα χίμησε, έχοντας περάσει μια σιδερογροθιά στο δεξί της χέρι και γρονθοκοπώντας το πλάσμα στο σαγόνι και μετά στο διάφραγμα, αν και γνώριζε πως τα Δημιουργήματα δεν είχαν ζωτικά όργανα που μπορούσε να βλάψει.

Ο Ράθνης άρπαξε το Δημιούργημα από το ένα πόδι και το σήκωσε, παρότι εκείνο σπαρταρούσε. «Πιάστε του και το άλλο πόδι!» φώναξε. «Και το άλλο πόδι!»

Ο Οδυσσέας, καταλαβαίνοντας ότι αυτή ήταν, αναμφίβολα, καλή ιδέα, υπάκουσε.

Το Δημιούργημα έκανε πάλι να στρέψει το πιστόλι του προς τον Πρόμαχο, αλλά η Νελμίρα τού άρπαξε το χέρι και γύρισε την κάννη του όπλου στο κάθισμα. Πίεσε μέσα τη σκανδάλη και το έβαλε να εξαντλήσει όλες του τις σφαίρες επάνω στο μαλακό δέρμα.

Το πιστόλι, όμως, δεν ήταν το μόνο όπλο του τέρατος. Τα Δημιουργήματα, εκτός από αιχμηρά δόντια, είχαν και γαμψά νύχια στα χέρια· και τώρα ο πιλότος Αλέξιος ύψωσε το αριστερό του χέρι και έμπηξε τα νύχια του στα πλευρά της ερυθρόδερμης επαναστάτριας.

«Ναααργκχ!…» βόγκησε η Νελμίρα· κι ύστερα, ο αγκώνας της κοπάνησε το Δημιούργημα στο δεξί του μάτι, καταστρέφοντας τον βολβό που αναπλαθόταν.

«Θα πεθάνετε!» γρύλισε το τέρας. «Θα πεθάνετε!»

Ο Οδυσσέας και ο Ράθνης το τραβούσαν τώρα προς την ανοιχτή θύρα του σκάφους. Όταν το έφτασαν από κάτω, ο Πρόμαχος το άρπαξε απ’τα μαλλιά και του έβγαλε το κεφάλι από το άνοιγμα, ενώ ο λευκόδερμος άντρας το έσπρωχνε από τα πόδια. Το Δημιούργημα κλοτσούσε και βρυχιόταν και καταριόταν, αλλά δεν μπορούσε να υπερνικήσει τους δύο επαναστάτες. Ειδικά ο Οδυσσέας ήταν πολύ μυώδης και δυνατός: πιο δυνατός από τους περισσότερους άντρες, εκτός ίσως από τους πραγματικά γιγαντόσωμους.

Το Δημιούργημα εκτοξεύτηκε έξω από το αεροπλάνο, μέσα στον Αιθέρα, κουνώντας τα χέρια και τα πόδια, σπασμωδικά, και ουρλιάζοντας. Σύντομα, το έχασαν από τα μάτια τους.

Ο Οδυσσέας κάθισε αμέσως στη θέση του πιλότου και έπιασε το πηδάλιο, γιατί το σκάφος είχε χάσει τελείως την κατεύθυνσή του όσο μάχονταν με το τέρας.

«Μην ανησυχείτε,» είπε στους συντρόφους του, ενώ ο Ράθνης έκλεινε την καταπακτή, για να μην τους χτυπάνε τα αιθερικά ρεύματα. «Μπορώ να το οδηγήσω. Θα μας πάω εγώ στην Υπερυδάτ–»

Αναπάντεχα, ένας δυνατός ήχος θραύσης ακούστηκε πίσω τους. Μια έκρηξη.

«Μα τους θεούς!…» έκανε η Νελμίρα, που κρατούσε τα τραυματισμένα της πλευρά. «Τι ήταν αυτό;» Κοιτάζοντας πίσω, δεν μπορούσε να δει τίποτα.

«Η ενέργεια…» είπε ο Οδυσσέας, κοιτάζοντας τις ενδείξεις μπροστά του. «Ήταν προγραμματισμένο! Κατάρες!»

«Ποιο πράγμα;» ρώτησε η Νελμίρα. «Τι έγινε;»

«Ήταν προγραμματισμένο οι φιάλες να σκάσουν. Κάποιος μηχανισμός πρέπει να υπήρχε επάνω τους. Δεν έχουμε ενέργεια!»

Η ένδειξη ΠΟΣΟΤΗΤΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ έπεφτε με δραματικά ταχύ ρυθμό:

95%

78%

62%

53%

«Κατάρες!» γρύλισε ο Οδυσσέας, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι, χωρίς ενέργεια, ήταν καταδικασμένοι στον Αιθέρα.

Και τότε, σαν τα πράγματα να ήθελαν να χειροτερέψουν ακόμα περισσότερο, μια διαπεραστική κραυγή αντήχησε· κι από το μπροστινό τζάμι του αεροπλάνου οι επαναστάτες είδαν μια από τις οντότητες του Αιθέρα να τους ζυγώνει. Το πλάσμα δεν έμοιαζε να αποτελείται από στερεά ύλη, ή, τουλάχιστον, όχι εξολοκλήρου: ήταν ένα νεφέλωμα σε μορφή γιγαντιαίου πτηνού με τέσσερα φτερά· μέσα από το νεφέλωμα, όμως, φαίνονταν να γυαλίζουν δύο μάτια, κι ορισμένα από τα νύχια του άστραφταν σαν να ήταν από το σκληρότερο ατσάλι του σύμπαντος.

Ο Οδυσσέας γύρισε απότομα το πηδάλιο, κάνοντας το αεροπλάνο του να στριφογυρίσει μέσα στον Αιθέρα, κι αναγκάζοντας τους συντρόφους του να κρατηθούν γερά για να μη χτυπήσουν στα τοιχώματα του σκάφους.

Η κραυγή της αιθερικής οντότητας αντήχησε πίσω τους.

Η ΠΟΣΟΤΗΤΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ εξακολουθούσε να μειώνεται ραγδαία:

33%

26%

17%

Ο Οδυσσέας, εντοπίζοντας το κοντινότερο σημείο μετάβασης στην οθόνη εμπρός του, έβαλε τις μηχανές στο μέγιστο και κατευθύνθηκε προς τα εκεί, μην έχοντας, αυτή τη στιγμή, την παραμικρή ιδέα προς ποια διάσταση πήγαινε τον εαυτό του και τους συντρόφους του. Σε οποιαδήποτε διάσταση, όμως, θα ήταν καλύτερα από εδώ.

Ας προσευχηθούμε μόνο να καταφέρουμε να φτάσουμε στο σημείο μετάβασης…

Η γιγαντιαία οντότητα συνέχιζε να κραυγάζει πίσω τους, αλλά, ευτυχώς, δεν ήταν αρκετά κοντά ακόμα για να τους χτυπήσει ή να τους καταπιεί.

Η ΠΟΣΟΤΗΤΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ έπεφτε:

8%

5%

2%

0,7%

0,1%

0%

Οι προωθητήρες του μικρού αεροσκάφους έσβησαν· το ίδιο κι όλες οι οθόνες και οι ενδείξεις.

Ο Οδυσσέας κρατούσε το πηδάλιο σταθερό προς την κατεύθυνση που θυμόταν ότι ήταν το σημείο μετάβασης, ελπίζοντας ότι τα αιθερικά ρεύματα θα τον βοηθούσαν να διασχίσει τη λίγη απόσταση που του είχε απομείνει.

–Η πραγματικότητα τραντάχτηκε γύρω από τους επαναστάτες· το αεροπλάνο τους βγήκε απ’τον Αιθέρα, περνώντας σ’έναν καταγάλανο ουρανό με δυνατό ήλιο.

Και τώρα, μην έχοντας καμία μορφή ενέργειας για να το κρατά στον αέρα, άρχισε να πέφτει γρήγορα προς το έδαφος.

Ο Οδυσσέας προσπάθησε να το κρατήσει όσο το δυνατόν πιο ψηλά, ώστε να βρει κάποιο καλό μέρος για προσεδάφιση. Καλό μέρος για προσεδάφιση: σαν αστείο τού φαινόταν αυτό, έτσι όπως έπεφταν! Θεοί, βοηθήστε μας!

«Δεν υπάρχουν αλεξίπτωτα!» γρύλισε ο Ράθνης, ψάχνοντας σαν μανιακός. «Οι θέσεις είναι κενές από κάτω!»

«Εσύ τι περίμενες, ηλίθιε;» σφύριξε η Νελμίρα· η φωνή της ακουγόταν πνιχτή, τρομοκρατημένη.

Οι περιοχές κάτω από το αεροπλάνο περνούσαν τόσα γρήγορα, που τα πάντα έμοιαζαν να λιώνουν το ένα μέσα στο άλλο: η πραγματικότητα έμοιαζε να γίνεται ένα μίγμα από χρώματα, όπως στον καμβά ενός τρελού καλλιτέχνη.

«Νερό!» φώναξε, ξαφνικά, ο Οδυσσέας. «ΝΕΡΟ!»

Οι σύντροφοί του, αρχικά, δεν κατάλαβαν τι εννοούσε. Ύστερα, όμως, το είδαν κι εκείνοι.

Μια μεγάλη λίμνη, την οποία πλησίαζαν.

Ο Οδυσσέας ώθησε το αεροπλάνο προς τα κάτω, βάζοντάς το να βουτήξει. Γνωρίζοντας πως ετούτη ήταν η τελευταία τους ελπίδα για σωτηρία.

«Ανοίξτε τη θύρα!» φώναξε. «Ανοίξτε τη θύρα προτού πέσουμε!» Γιατί, αν δεν την άνοιγαν από τώρα, η υποβρύχια πίεση θα τους παγίδευε–

Το νερό της λίμνης κατάπιε το μικρό αεροσκάφος μ’έναν δυνατό βρόντο κι έναν ψηλό πίδακα.

9

Ο ήλιος της Απολλώνιας έδυε, όταν το μεγάλο φορτηγό σταμάτησε μερικά χιλιόμετρα νότια της Απαστράπτουσας, πριν από τις όχθες του ποταμού Οροκέλωρ, που το όνομά του σήμαινε γιος των βουνών. Η οπίσθια πόρτα του οχήματος άνοιξε, και ο Ανδρόνικος, Πρίγκιπας της Απολλώνιας και Αντιβασιλέας μέχρι που ο αδελφός του σφετερίστηκε τον Κυανό Θρόνο, βγήκε, μαζί με τη χρυσόδερμη μάγισσα Άνμα’ταρ, η οποία ήταν ντυμένη με μια μελανή, δερμάτινη στολή, σαν Μαύρη Δράκαινα, και είχε μια γκρίζα κάπα ριγμένη στους ώμους της, με την κουκούλα σηκωμένη. Ο Ανδρόνικος φορούσε επίσης κάπα και είχε και τη δική του κουκούλα σηκωμένη, ενώ από τη ζώνη του, εκτός από ένα πιστόλι, κρεμόταν και το βασιλικό σπαθί του, το οποίο ονομαζόταν Κελευστής και ήταν πανάρχαιο, έχοντας περάσει από πολλές γενεές Απολλώνιων βασιλέων. Επιπλέον, λεγόταν πως η λεπίδα ήταν μαγεμένη με αρχαίες μαγγανείες που οι σύγχρονοι μάγοι δεν ήξεραν· ο Ανδρόνικος δεν είχε ποτέ επιχειρήσει να διαπιστώσει αν αυτό αλήθευε, αλλά είχε δει πολλές φορές τη λεπίδα να γυαλίζει με μια γαλανή ακτινοβολία μέσα στη μάχη: και δεν είχε τρόπο για να εξηγήσει τη συγκεκριμένη γυαλάδα, επομένως υπέθετε ότι κάποια βάση πρέπει να είχαν τα όσα λέγονταν για το ξίφος. Όπως και νάχε, όμως, ήταν σύμβολο εξουσίας· της ανώτατης εξουσίας στο Βασίλειο της Απολλώνιας, και γι’αυτό απόψε το ήθελε οπωσδήποτε μαζί του.

Ο Ανδρόνικος έστρεψε το βλέμμα του, και κοίταξε τον Οροκέλωρα ποταμό και την Απαστράπτουσα. Στις νότιες όχθες του ποταμού ήταν οικοδομημένα αρκετά χτίρια της πόλης, αλλά τα περισσότερα ήταν στη βόρεια όχθη και πέρα απ’αυτήν. Ψηλές, γυάλινες πολυκατοικίες και πύργοι γυάλιζαν στο ενεργειακό φως των λαμπών της Απαστράπτουσας· οχήματα φαίνονταν να κινούνται στους δρόμους της πόλης και στις γέφυρες του Οροκέλωρα· βάρκες πηγαινοέρχονταν επάνω στον ποταμό, ενώ στο λιμάνι, το οποίο έβλεπε στην Άπατη Θάλασσα, ήταν αραγμένα μεγάλα σκάφη, ιστιοφόρα και μη.

«Καλή τύχη, Πρίγκιπά μου. Ο Απόλλων μαζί σου.»

Ο Ανδρόνικος στράφηκε, για ν’αντικρίσει το γενειοφόρο πρόσωπο του Φαρνέλιου. Η όψη του ήταν μελαγχολική, και η δυσαρέσκειά του ήταν έκδηλη που δε θα ερχόταν μαζί τους.

Ο Πρίγκιπας τον είχε προστάξει να μείνει πίσω, και αυτόν και τους υπόλοιπους επαναστάτες. «Αν δεν εμφανιστώ μέχρι την αυγή,» τους είχε πει, «σημαίνει ότι κάτι κακό μού συνέβη.»

«Μα, αν είμαστε μαζί σας, Υψηλότατε, ίσως καταφέρουμε να αποτρέψουμε αυτό το κακό,» είχε διαφωνήσει ένας από τους επαναστάτες.

«Δεν το νομίζω. Αν τα πράγματα είναι όπως φοβόμαστε, δεν το νομίζω. Επιπλέον, πιστεύω πως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, όσο περισσότεροι είμαστε τόσο δυσκολότερο θα είναι να ξεφύγουμε, αν η κατάσταση στραφεί εναντίον μας. Έχω την πεποίθηση, όμως, ότι όλα θα πάνε καλά και θα σας δω με την αυγή.»

Έτσι, τώρα ο Ανδρόνικος ένευσε προς τη μεριά του Φαρνέλιου, δίχως να μιλήσει, και, με την Άνμα’ταρ δίπλα του, ξεκίνησε να βαδίζει στο πλάι του μεγάλου δρόμου που οδηγούσε στη νότια είσοδο της Απαστράπτουσας.

Ο άνεμος ήταν ψυχρός και η νύχτα σκοτεινή. Η Γλαυκή ήταν μισοκρυμμένη πίσω από μαύρα σύννεφα, και η Αθώρητη δεν φαινόταν καθόλου, σαν να είχε, αυτή τη φορά, εξαφανιστεί τελείως απ’τους ουρανούς.

Ο Ανδρόνικος και η Άνμα’ταρ προχώρησαν, δίχως να βιάζονται, και σύντομα τα λίγα χιλιόμετρα που τους χώριζαν από την πρωτεύουσα του Βασιλείου της Απολλώνιας εξαφανίστηκαν κάτω από τα μποτοφορεμένα πόδια τους. Είχαν φτάσει στην Απαστράπτουσα, στις νότιες όχθες του Οροκέλωρα ποταμού, και τα ψηλά της οικοδομήματα ορθώνονταν γύρω τους. Η κίνηση στους δρόμους δεν ήταν λίγη· το βράδυ δεν σταματούσε η ζωή στην πόλη, παρά μόνο σε συγκεκριμένες συνοικίες. Οι μεγάλες λεωφόροι ήταν χωρισμένες κι εδώ, όπως και στη Μακρόπολη, σε τρεις λωρίδες: μία για τους πεζούς, μία για τα οχήματα, και μία για τους έφιππους. Οι μικρότεροι δρόμοι, βέβαια, δεν είχαν τέτοιο διαχωρισμό, και εκεί έπρεπε κανείς να είναι πιο προσεκτικός όταν βάδιζε.

Ο Ανδρόνικος και η Άνμα διέσχισαν τη νότια περιφέρεια της πόλης και πλησίασαν τον ποταμό. Εκεί, μίσθωσαν μια βάρκα με κουπιά, και ο βαρκάρης τούς πέρασε στην αντίπερα όχθη και προς τη δυτική μεριά της πόλης, όπου, πάνω απ’τα υπόλοιπα χτίρια, φαινόταν το παλάτι, μεγαλόπρεπο και αστραφτερό, με σημαίες να κυματίζουν στους πύργους του.

Ο Ανδρόνικος πλήρωσε τον βαρκάρη και αποβιβάστηκαν, μπαίνοντας πάλι στους δρόμους της Απαστράπτουσας και βαδίζοντας προς τη Βασιλική Οικία.

Καθώς προχωρούσε, αγνοώντας τη βαβούρα του κόσμου γύρω του, ο Απολλώνιος Πρίγκιπας αναρωτιόταν για ολόκληρη την οικογένειά του, όχι μόνο για τον αδελφό του, Λούσιο. Αναρωτιόταν για τη μητέρα του, τη Βασίλισσα Γλυκάνθη· πώς είχε, άραγε, δει εκείνη την κίνηση του Λούσιου να σφετεριστεί τον Κυανό Θρόνο; Ποια ήταν η αντίδρασή της; Και ποια θα ήταν η αντίδρασή της τώρα, βλέποντας τον Ανδρόνικο να επιστρέφει;

Και η αδελφή του, η Βασιλική; Τι είχε πει για όλα τούτα; Ήταν η πιο μικρή, και ο Λούσιος ποτέ δεν τα πήγαινε καλά μαζί της· έτσι, ο Ανδρόνικος τώρα φοβόταν γι’αυτήν. Γιατί, αν ο αδελφός του ήταν φονιάς, αν ο αδελφός του ήταν που είχε προσπαθήσει να τον σκοτώσει, τότε τι θα τον σταματούσε απ’το να κάνει το ίδιο και στη Βασιλική; Ειδικά αν εκείνη τού είχε εναντιωθεί, όταν ο Λούσιος σφετερίστηκε τον θρόνο;

Ίσως, όμως, όλες μου οι υποθέσεις να είναι τραγικά λανθασμένες, σκέφτηκε ο Ανδρόνικος. Ίσως ο Λούσιος να μην έχει γίνει το τέρας που φοβάμαι πως έχει γίνει. Ο Φαρνέλιος έχει δίκιο: πρέπει να του μιλήσω για να μάθω την αλήθεια, ή, τουλάχιστον, για να καταλάβω την αλήθεια, από το φέρσιμό του, από τις αντιδράσεις του. Τον ξέρω καλά τον Λούσιο· δεν μπορεί να κρύψει πολλά από μένα.

Όταν έφτασαν μπροστά στην πύλη του παλατιού, τη βρήκαν κλειστή. Ο Ανδρόνικος, όμως, γνώριζε ότι πίσω της πάντα στέκονταν δύο πάνοπλοι φύλακες, όπως επίσης γνώριζε ότι, αυτή τη στιγμή, υπήρχαν τηλεοπτικοί πομποί που κοίταζαν εκείνον και την Άνμα’ταρ. Αλλά κανείς, μάλλον, δε θα μπορεί να μας αναγνωρίσει, έτσι όπως είμαστε ντυμένοι.

Ο Ανδρόνικος ύψωσε τη γροθιά του και χτύπησε την πόρτα, δυνατά, δύο φορές.

«Ποιος είναι;» ακούστηκε μια αντρική φωνή από μέσα.

«Ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος.»

Σιγή έπεσε για μερικές στιγμές.

Ο Ανδρόνικος περίμενε, αμίλητος, την απόκριση του φύλακα.

Η Άνμα’ταρ ετοίμαζε στο μυαλό της ένα ξόρκι, σε περίπτωση που χρειαζόταν να πολεμήσουν. Ήταν εκπαιδευμένη στον πόλεμο. Το καλύτερο πράγμα που ήξερε να κάνει ήταν να πολεμά, είτε με τα ίδια της τα χέρια και τα πόδια, είτε με όπλα, είτε με μαγεία.

Ο φύλακας, τελικά, αποκρίθηκε: «Βγάλτε τις κουκούλες σας, να δούμε τα πρόσωπά σας! Και μας συγχωρείτε, αν είστε πράγματι ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος, αλλά οφείλουμε να πάρουμε τα μέτρα μας, Υψηλότατε.»

«…Ασφαλώς,» μουρμούρισε ο Ανδρόνικος μέσα απ’τα δόντια του. Και στην Άνμα’ταρ είπε, στον ίδιο τόνο: «Υπάρχουν τηλεοπτικοί πομποί που μας παρακολουθούν· μπορείς να τους μπερδέψεις; Δε θέλω να μας δει κανένας άλλος εκτός απ’τους δύο φρουρούς πίσω απ’την πόρτα.»

Η Δράκαινα κατένευσε. «Μπορώ.»

«Θα βγάλουμε τις κουκούλες μας όταν ανοίξεις την πόρτα,» είπε ο Ανδρόνικος στον φύλακα. «Θέλω εσύ ο ίδιος να δεις το πρόσωπό μου. Το προστάζω!»

Συγχρόνως, η Άνμα ψιθύριζε, έντονα, τα λόγια για ένα Ξόρκι Τηλεοπτικής Ασυνέχειας, διαγράφοντας σύμβολα στον αέρα με τα δάχτυλά της. Το συγκεκριμένο ξόρκι θα έκανε τους τηλεοπτικούς πομπούς να μεταδώσουν εικόνες που συνέβησαν πριν από ένα λεπτό. Δηλαδή, όποιος κοίταζε τώρα την οθόνη που ήταν ο δέκτης των πομπών θα συνέχιζε να βλέπει δύο κουκουλοφόρες μορφές να στέκονται έξω απ’την είσοδο του παλατιού, ακόμα κι όταν ο Ανδρόνικος και η Άνμα είχαν φύγει.

Η διπλή θύρα άνοιξε στο ελάχιστο, και το πρόσωπο του φύλακα παρουσιάστηκε ανάμεσα από τα δύο φύλλα της. Ο Ανδρόνικος μπορούσε να καταλάβει, από τη στάση του άντρα, ότι είχε το πιστόλι του σε ετοιμότητα, αν και κρυμμένο πίσω από την πόρτα.

Ο Πρίγκιπας παραμέρισε την κουκούλα του, αφήνοντας τον φρουρό να δει το πρόσωπό του.

Τα μάτια εκείνου διαστάλθηκαν προς στιγμή. «Υψηλότατε!» είπε. «Μας συγχωρείτε για την καθυστέρηση. Περάστε.» Και παραμέρισε, ανοίγοντας διάπλατα το ένα φύλλο της θύρας.

Ο Ανδρόνικος και η Άνμα’ταρ μπήκαν, για να δουν ότι υπήρχε άλλος ένας φύλακας πίσω από την είσοδο.

Και αυτός, ο δεύτερος, πολύ πιο καχύποπτος από τον πρώτο, είπε: «Ίσως να είναι κόλπο. Ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος δε θα ερχόταν έτσι.»

«Θέλεις να ελέγξεις αν φοράω μάσκα;» Ο Ανδρόνικος κατέβασε τελείως την κουκούλα του. «Έλα να ελέγξεις.»

«Πρόσεχέ τους,» είπε ο δεύτερος φρουρός στον πρώτο, και πλησίασε, αγγίζοντας τις άκριες του προσώπου του Ανδρόνικου και κοιτάζοντάς τον από κοντά.

«Φοράω μάσκα, λοιπόν;»

Ο φρουρούς υποκλίθηκε. «Όχι, Υψηλότατε. Πρέπει να είστε, όντως, εσείς.»

«Γιατί τέτοια επιφύλαξη;» απαίτησε ο Ανδρόνικος.

Οι φρουροί αλληλοκοιτάχτηκαν· κι αυτός που είχε ανοίξει την πόρτα είπε: «Είναι… δύσκολοι καιροί, Υψηλότατε. Και δε σας περιμέναμε να έρθετε τώρα. Ούτε μ’αυτό τον τρόπο.»

«Είχαμε ακούσει,» πρόσθεσε ο δεύτερος φρουρός, «ότι βρισκόσασταν στην Άωλρυς, πριν από κανένα μήνα τουλάχιστον… και μετά, εξαφανιστήκατε. Δεν είχαμε άλλα νέα σας, από καμία πηγή.»

«Πού είναι ο αδελφός μου;» ρώτησε ο Ανδρόνικος.

Οι δύο φρουροί αλληλοκοιτάχτηκαν πάλι.

«Συμβαίνει κάτι που θα έπρεπε να ξέρω;» είπε ο Ανδρόνικος.

«Ο αδελφός σας, Υψηλότατε, μάλλον βρίσκεται στα διαμερίσματά του, ετούτη την ώρα.»

«Δεν λείπει από το παλάτι, δηλαδή.»

«Όχι, Υψηλότατε.»

Ο Ανδρόνικος προσπέρασε τους φύλακες και βάδισε μέσα στον μεγάλο κήπο του παλατιού, ακολουθούμενος από την Άνμα’ταρ.

«Δε μου φάνηκαν και τόσο εχθρικοί,» είπε η μάγισσα· «απλά ξαφνιασμένοι. Ή, ίσως, και αναστατωμένοι.»

«Αναρωτιέμαι πώς θα αντιδράσουν όταν καταλάβουν ότι μπερδέψαμε τους τηλεοπτικούς πομπούς έξω απ’την είσοδο.»

«Κανονικά, πώς θα έπρεπε να αντιδράσουν;»

«Θα έπρεπε να τρέξουν και να συλλάβουν όποιον μπήκε με τέτοιο ύπουλο τρόπο. Αλλά εγώ είμαι ο Αντιβασιλέας της Απολλώνιας, οπότε τα πράγματα αλλάζουν. Εκτός αν θεωρούμαι πλέον ύποπτος για προδοσία…»

Διέσχισαν τον κήπο και μπήκαν στο παλάτι, που ήταν στρωμένο με λευκό μάρμαρο και είχε όμορφα σκαλισμένους κίονες, ενώ αγάλματα, πίνακες, και γλάστρες με φυτά στόλιζαν πολλές αίθουσες, δωμάτια, και διαδρόμους του. Η Άνμα δεν είχε έρθει πολλές φορές εδώ, αλλά όσες φορές είχε έρθει το μέρος πάντοτε της έκοβε την ανάσα. Δε θα μπορούσε να αποκαλέσει το παλάτι της Απολλώνιας παρά μονάχα εκθαμβωτικό και μεγαλειώδες. Αυτοί οι ευγενείς ήταν πολύ τυχεροί, σε ορισμένες διαστάσεις…

Σε διάφορα σημεία του παλατιού συνάντησαν φρουρούς, αλλά κανένας δεν επιχείρησε να τους σταματήσει, καθώς όλοι τους αναγνώριζαν το πρόσωπο του Ανδρόνικου, κι εκείνος δεν έκανε καμία προσπάθεια να το κρύψει, επειδή ήξερε πως, αν το προσπαθούσε, τότε σίγουρα θα τους σταματούσαν, για να τους ελέγξουν. Καλύτερα, λοιπόν, να μάθουν πως ήρθα, σκέφτηκε. Ναι, άστους να μάθουν ότι ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος, ο νόμιμος Αντιβασιλέας της Απολλώνιας, επέστρεψε· κι όσοι μ’έχουν προδώσει ας αρχίσουν να τρέμουν!

Το δεξί του χέρι ήταν ακουμπισμένο στη λαβή του θηκαρωμένου ξίφους του, καθώς πλησίαζε τα διαμερίσματα όπου έμενε ο Λούσιος, μαζί με τη σύζυγό του, Δομινίκη, και τα δύο μικρά παιδιά του.

Σ’έναν απ’τους διαδρόμους κοντά στα διαμερίσματα, ένας φρουρός στάθηκε αντίκρυ στον Ανδρόνικο. Ήταν ψηλός και πρασινόδερμος: ένας δερματικός χρωματισμός σπάνιος στην Απολλώνια, εκτός αν ετούτος ο άντρας καταγόταν από τα Ελκόβρια Έλη, στις ανατολικές ακτές της Άπατης Θάλασσας. Τα μαλλιά του ήταν κατάμαυρα, σγουρά, και μακριά, και είχε ένα φουντωτό μούσι. Η στολή του έδειχνε ότι δεν ήταν ένας απλός παλατιανός φύλακας· ήταν μέλος της Βασιλικής Φρουράς. Ο Ανδρόνικος, όμως, δε θυμόταν να τον έχει ξαναδεί ποτέ στη ζωή του. Ήταν, αναμφίβολα, καινούργιος. Κάποιος που, μάλλον, είχαν φέρει εδώ οι μεταρρυθμίσεις του αδελφού του.

«Αααλτ!» φώναξε ο πρασινόδερμος άντρας, αντικρίζοντας τον Πρίγκιπα. «Απαγορεύεται η είσοδος.» Τράβηξε το πιστόλι απ’τη ζώνη του. «Εδώ είναι τα διαμερίσματα του Αντιβασιλέα, και ο Αντιβασιλέας αναπαύεται επί του παρόντος.»

«Κάνεις λάθος,» αντιγύρισε ο Ανδρόνικος, παύοντας να βαδίζει και ατενίζοντας τον φρουρό με σκληρό βλέμμα. «Εδώ δεν είναι τα διαμερίσματα του Αντιβασιλέα· εδώ είναι τα διαμερίσματα του αδελφού μου, Πρίγκιπα Λούσιου. Και τώρα κάνε πέρα, αλλιώς θα σε κρεμάσω από τη γλώσσα!»

«Δεν μπορείς να περάσεις,» είπε ο πρασινόδερμος, υψώνοντας το πιστόλι του και σημαδεύοντάς τον.

(Η Άνμα’ταρ άρχισε να μουρμουρίζει τα λόγια για ένα ξόρκι, ώστε να το έχει σε ετοιμότητα.)

«Δεν με αναγνωρίζεις;» είπε ο Ανδρόνικος.

«Σε αναγνωρίζω.»

«Τότε, κατέβασε το όπλο σου, θηκάρωσέ το, και γονάτισε.»

«Βρίσκομαι εδώ με εντολή του Αντιβασιλέα–»

«Εγώ είμαι ο νόμιμος Αντιβασιλέας της Απολλώνιας! Κατέβασε το όπλο σου.»

«Απομακρύνσου, Πρίγκιπα Ανδρόνικε,» απείλησε ο φρουρός, «γιατί μην αμφιβάλλεις ότι θα χρησιμοποιήσω το όπλο μου.»

Ο Ανδρόνικος τράβηξε τον Κελευστή από το θηκάρι του και διέγραψε με τη λεπίδα το Κάλεσμα στον αέρα εμπρός του: το σύμβολο που δήλωνε ότι ο Πρίγκιπας καλούσε τον πρασινόδερμο άντρα αντίκρυ του σε μονομαχία. Και στην Απολλώνια έπαιρναν όλοι το Κάλεσμα πολύ σοβαρά, ειδικά αν ήταν μέλη της Βασιλικής Φρουράς ή κατάγονταν από ευγενικές οικογένειες. Ο φρουρός δε θα μπορούσε, κανονικά, να αρνηθεί τη μονομαχία… εκτός, αν μετά το σφετερισμό του Κυανού Θρόνου από τον αδελφό μου, έχουν οι πάντες χάσει κάθε ίχνος τιμής –ακόμα και οι Βασιλικοί Φρουροί.

Όμως, όπως αποδείχτηκε, εξακολουθούσαν να υπολογίζουν την τιμή τους. Ο πρασινόδερμος άντρας επέστρεψε το πιστόλι στη ζώνη του και τράβηξε το σπαθί του.

«Πρίγκιπά μου, τι συμβαίνει;» ρώτησε η Άνμα’ταρ, η οποία δεν είχε ιδέα για το συγκεκριμένο έθιμο της Απολλώνιας.

«Θα μονομαχήσουμε,» της είπε ο Ανδρόνικος. «Μην προσπαθήσεις να παρέμβεις.»

Η Άνμα δεν καταλάβαινε. Τρελάθηκε; απόρησε. Τι τον έπιασε;

«Πρίγκιπα Ανδρόνικε,» είπε ο Βασιλικός Φρουρός, κρατώντας το σπαθί του με τα δύο χέρια· η μακριά, πλατιά λεπίδα γυάλιζε στο φως των ενεργειακών λαμπών του διαδρόμου. «Δε θέλω να σε βλάψω· δεν είναι αυτές οι διαταγές μου. Αλλά δε μου αφήνεις άλλη επιλογή. Εκτός αν αποσύρεις το Κάλεσμα…»

«Το Κάλεσμα ισχύει,» τον διαβεβαίωσε ο Ανδρόνικος, λύνοντας την κάπα απ’τους ώμους του κι αφήνοντάς τη να πέσει πίσω του, στο μαρμάρινο πάτωμα. Πήρε πολεμική στάση, με το ξίφος του υψωμένο πάνω απ’τον δεξή του ώμο.

«Όπως επιθυμείς,» είπε ο πρασινόδερμος άντρας, και επιτέθηκε.

Το ατσάλι του σπαθιού του έγινε μια αστραφτερή θολούρα στα χέρια του. Αλλά και το ξίφος του Ανδρόνικου δεν πήγαινε πίσω, δεν πήγαινε καθόλου πίσω· κινιόταν, μάλιστα, ακόμα πιο γρήγορα και, συγχρόνως, γυάλιζε από μια εσωτερική γαλανή γυαλάδα.

Η Άνμα’ταρ παραμέρισε, για να κάνει χώρο στους δύο άντρες που ξιφομαχούσαν μανιασμένα μέσα στον διάδρομο με το μαρμάρινο πάτωμα και τις λαξευτές κολόνες. Κινούνταν κι οι δυο τους σαν χορευτές, και οι συγκρούσεις των όπλων τους πρέπει ν’αντηχούσαν απ’τη μια άκρη του παλατιού στην άλλη.

Ούτε οι Μαύρες Δράκαινες δε θα μπορούσαν να πολεμήσουν έτσι, σκέφτηκε η Άνμα. Ήταν, ασφαλώς, εκπαιδευμένες στο ξίφος, όπως και σε κάθε άλλο όπλο, μα ετούτοι δω οι Απολλώνιοι έμοιαζαν να έχουν κάνει την ξιφομαχία επιστήμη. Υπό διαφορετικές συνθήκες, η Άνμα ίσως να θεωρούσε το συγκεκριμένο έθιμο βαρβαρικό· όμως, βλέποντας τους δύο άντρες που μονομαχούσαν μπροστά της, δεν θα μπορούσε ποτέ να το αποκαλέσει τέτοιο.

Αναπάντεχα, μια λεπίδα έσπασε· τινάχτηκε στο πάτωμα και σύρθηκε εκεί, με μεγάλη ταχύτητα, βγάζοντας έναν έντονο συριστικό ήχο.

Ο πρασινόδερμος άντρας πισωπάτησε, κοιτάζοντας έκπληκτος το κομμένο σπαθί του. Η γαλανή ακτινοβολία στο ξίφος του Ανδρόνικου είχε δυναμώσει.

«Εκπληκτικό!» αντήχησε μια φωνή. «Πάντοτε πίστευα ότι αυτό το όπλο είναι εκπληκτικό, αδελφέ.»

Η Άνμα στράφηκε και είδε έναν άντρα να στέκεται στο κατώφλι μιας πόρτας. Απόρησε πώς δεν τον είχε αντιληφτεί να την ανοίγει, και θύμωσε με τον εαυτό της, που η ξιφομαχία του Ανδρόνικου με τον πρασινόδερμο την είχε συνεπάρει τόσο.

«Λούσιε…» είπε ο Ανδρόνικος.

«Καλωσήρθες, Ανδρόνικε,» αποκρίθηκε ο άντρας που στεκόταν στην πόρτα.

*

Ο Πρίγκιπας Λούσιος ήταν ξανθός, όπως ο Ανδρόνικος, αλλά τα μαλλιά του, αν και πλούσια, ήταν κομμένα κοντά και το πρόσωπό του ξυρισμένο. Είχε μύτη μεγάλη και γαμψή, και όψη μακριά και επιβλητική. Ήταν μετρίου αναστήματος και λιγνός. Η όλη του εμφάνιση θύμιζε όρνεο.

«Είναι αλήθεια, λοιπόν!» είπε ο Ανδρόνικος. «Σφετερίστηκες τον Κυανό Θρόνο για τον εαυτό σου! Αναρωτιέμαι τι άλλο είναι αλήθεια από αυτά που έχω ακούσει…»

«Η χώρα χρειαζόταν έναν βασιληά, και της τον έδωσα,» αντιγύρισε ο Λούσιος, ενώ ο πρασινόδερμος άντρας απομακρυνόταν από τον Ανδρόνικο, πισωπατώντας και πετώντας το σπασμένο του ξίφος στο πάτωμα. «Τα πράγματα έχουν δυσκολέψει, αδελφέ, και στο Βόρειο Μέτωπο και στο Νότιο· κι εσύ δεν ήσουν εδώ για να βοηθήσεις. Εγώ, όμως, ήμουν.»

Ο Ανδρόνικος και η Άνμα’ταρ μπορούσαν ν’ακούσουν βήματα να έρχονται από τους παράπλευρους διαδρόμους. Παλατιανοί φρουροί, αναμφίβολα.

«Αυτό σημαίνει ότι τώρα που είμαι πάλι εδώ, θα μου παραχωρήσεις τον Κυανό Θρόνο;» ρώτησε ο Ανδρόνικος τον αδελφό του.

«Θα το ήθελα,» αποκρίθηκε ο Λούσιος· «πραγματικά, θα το ήθελα.» Μια σκιερή φιγούρα παρουσιάστηκε στο πλευρό και ελαφρώς πίσω του: μια γυναίκα, περίπου τόσο ψηλή όσο εκείνος, με καστανά μαλλιά και γυαλιστερά πράσινα μάτια, που θύμιζαν μάτια γάτας –η σύζυγός του, Δομινίκη. «Αλλά η κατάσταση έχει διαμορφωθεί έτσι που πολύ φοβάμαι, αδελφέ, ότι θα ήταν αδύνατον για εσένα να την ελέγξεις.»

Οι φρουροί του παλατιού είχαν πλέον παρουσιαστεί από διάφορα ανοίγματα του διαδρόμου, μα δεν πλησίαζαν· διατηρούσαν την απόστασή τους, μέχρι να λάβουν διαταγή.

«Εγώ θα το κρίνω αυτό,» είπε ο Ανδρόνικος. «Δεν ζητώ παρά μόνο ό,τι είναι δικαιωματικά δικό μου, Λούσιε–»

«Δικαιωματικά δικό σου, Ανδρόνικε;» τον διέκοψε η Δομινίκη. «Ο Λούσιος είναι ο μεγαλύτερος διάδοχος, ηλικιακά!»

Ήταν αλήθεια· αλλά αυτό το έθιμο ήταν παλιό: οι σύγχρονοι Απολλώνιοι άρχοντες αποφάσιζαν σε ποιο παιδί τους θα παραχωρήσουν την εξουσία· δεν την έδιναν απαραιτήτως στο μεγαλύτερο. Το μεγαλύτερο παιδί έπαιρνε την εξουσία μόνο αν ο γονιός πέθαινε προτού προλάβει να αποφασίσει.

«Ο πατέρας μας, Δομινίκη, έχει πάρει την απόφασή του από καιρό. Το έγγραφο υπάρχει. Και ο Λούσιος συναίνεσε, τότε–»

«Ο πατέρας σας ήταν ήδη πολύ άρρωστος, όταν αποφάσισε!» είπε εκείνη.

«Και ο Λούσιος συναίνεσε,» τόνισε πάλι ο Ανδρόνικος. «Έτσι δεν είναι, αδελφέ;»

«Αυτό είναι αλήθεια,» παραδέχτηκε εκείνος· «πράγματι, συναίνεσα. Ωστόσο, τότε, οι συνθήκες ήταν πολύ διαφορετικές. Κι επιπλέον, Ανδρόνικε, είμαι βέβαιος πως ο πατέρας δε θα σε ονόμαζε Πρώτο Κληρονόμο του αν γνώριζε ότι θα εγκατέλειπες το βασίλειο στο έλεος των θεών και τριγύριζες σ’ένα σωρό άλλες διαστάσεις–»

Αυτό παραπήγαινε! «Φαίνεται πως ξεχνάς σε ποιον οφείλει η Απολλώνια την απελευθέρωσή της από τη Συμπαντική Παντοκρατορία!» φώναξε ο Ανδρόνικος, δείχνοντας τον Λούσιο και τη σύζυγό του με τη λεπίδα του Κελευστή. «Εγώ ήμουν που απελευθέρωσα την Απολλώνια! Και τώρα, δεν… τριγυρίζω σε άλλες διαστάσεις. Συνεχίζω να μάχομαι εκεί όπου πηγαίνω–»

«Συνεχίζεις να μάχεσαι για άλλους λαούς, ενώ ο λαός της Απολλώνιας βρίσκεται πολιορκημένος από Βορρά και Νότο!» τον διέκοψε ο Λούσιος.

«Αν δεν πολεμήσουμε την Παντοκράτειρα σε όλες τις διαστάσεις, τότε η Απολλώνια δε θ’αργήσει να ξαναβρεθεί στα χέρια της!»

«Η Απολλώνια είναι ήδη σε εξαιρετικά μεγάλο κίνδυνο, αδελφέ, και εγώ μπορώ να τη βοηθήσω. Μπορώ να διαλύσω και το Βόρειο και το Νότιο Μέτωπο. Αλλά, δυστυχώς, δε νομίζω ότι εσύ είσαι σε θέση να χειριστείς αυτή την κατάσταση.»

«Τα λόγια ενός προδότη…» είπε ο Ανδρόνικος, αηδιασμένα.

«Προδότης;» γρύλισε ο Λούσιος, σφίγγοντας τη γροθιά του.

Η Δομινίκη ακούμπησε το χέρι της στον ώμο του και ψιθύρισε κάτι σ’αφτί του. Συγχρόνως, λοξοκοίταζε τον Ανδρόνικο με τις άκριες των ματιών της.

Εκείνος είπε: «Λούσιε, δε χρειάζεται τα πράγματα να είναι έτσι μεταξύ μας. Παραχώρησε πάλι τον Κυανό Θρόνο σε μένα και ό,τι σχέδιο έχεις στο μυαλό σου μπορούμε να το συζητήσουμε, αδελφέ. Μπορούμε να διαλύσουμε μαζί το Βόρειο και το Νότιο Μέτωπο. Θα σε βοηθήσω.»

Ο Λούσιος κούνησε το κεφάλι. «Όχι, δε νομίζω ότι θα με βοηθήσεις. Δυστυχώς, όχι.»

Τα μάτια του Ανδρόνικου στένεψαν. «Πώς το ξέρεις; Πώς το ξέρεις;»

«Το ξέρω,» είπε ο Λούσιος. «Και τώρα, αδελφέ,» πρόσθεσε, «δε μου αφήνεις άλλη επιλογή απ’το να σε φυλακίσω.

»Συλλάβετέ τον!» πρόσταξε τους φρουρούς. «Και αυτόν και τη γυναίκα μαζί του!»

Ο πρώτος που ζύγωσε τον Ανδρόνικο δέχτηκε, καταπρόσωπο, μια σπαθιά από τον Κελευστή, και σωριάστηκε, ουρλιάζοντας. Δε θα με συλλάβουν μέσα στο ίδιο μου το παλάτι!

Συγχρόνως, η Άνμα’ταρ χτυπούσε με τον αγκώνα της τον φρουρό που επιχείρησε να την αρπάξει απ’το μπράτσο. Ο άντρας διπλώθηκε.

Ο Ανδρόνικος έβλεπε μονάχα μία διέξοδο από τούτο το μπλέξιμο. Υψώνοντας το ξίφος του, όρμησε προς ένα άνοιγμα γεμάτο φρουρούς, κραυγάζοντας. Γνώριζε ότι δε θα τον πυροβολούσαν, γιατί δεν είχαν διαταγές να τον σκοτώσουν, και ήλπιζε πως θα αντιδρούσαν…

…ακριβώς όπως αντέδρασαν: παραμερίζοντας από το διάβα της λεπίδας του, που άστραφτε με γαλανό φως.

Ο Ανδρόνικος πέρασε ανάμεσά τους και έτρεξε κατά μήκος του διαδρόμου πίσω τους. Η Άνμα’ταρ, έχοντας αντιληφτεί αμέσως το σχέδιό του, τον ακολούθησε· αλλά εκείνη δεν κρατούσε σπαθί, και οι φρουροί μπορούσαν εύκολα να την πλησιάσουν. Ένας απ’αυτούς άρπαξε την κάπα της και την τράβηξε πίσω, ενώ ένας άλλος έκλεισε τη μεγάλη του γροθιά γύρω απ’τον αριστερό της καρπό.

Η Άνμα γρύλισε και κλότσησε καταπρόσωπο έναν τρίτο άντρα, που παρουσιάστηκε εμπρός της. Στιγμιαία, στράφηκε και κλότσησε στην κοιλιά εκείνον που κρατούσε το αριστερό χέρι της, αναγκάζοντάς τον να την ελευθερώσει. Αλλά, τότε, ένας άλλος άρπαξε το δεξί της χέρι, και κάποιοι τραβούσαν την κάπα της, με αποτέλεσμα να τη ρίξουν στο μαρμάρινο πάτωμα.

Ένας πυροβολισμός αντήχησε, και η Άνμα είδε έναν απ’τους φρουρούς να σωριάζεται αιμόφυρτος.

Ο Ανδρόνικος δεν είχε φύγει· στεκόταν στο πέρας του διαδρόμου με το πιστόλι του υψωμένο.

«Όχι!» ούρλιαξε η Άνμα. «Φύγετε, Πρίγκιπά μου!» Και, τραβώντας το πιστόλι απ’τη ζώνη της, πάτησε τη σκανδάλη, διαλύοντας το γόνατο ενός παλατιανού φύλακα.

Συγχρόνως, ο Ανδρόνικο πυροβολούσε, και οι φρουροί υποχώρησαν.

Οι οργισμένες κραυγές του Λούσιου ακούγονταν από το βάθος, μα ούτε η Άνμα ούτε ο αδελφός του καταλάβαιναν τι ακριβώς έλεγε ο σφετεριστής.

Η μάγισσα πετάχτηκε, αμέσως, στα πόδια της και έτρεξε κοντά στον Ανδρόνικο. Έστριψαν μαζί σ’έναν άλλο διάδρομο του παλατιού και συνέχισαν να τρέχουν.

«Υπάρχει κάποια γρήγορη διέξοδος;» ρώτησε η Άνμα, λαχανιασμένη. «Κάποιο μυστικό πέρασμα;»

«Όχι ακριβώς.»

Ο Ανδρόνικος σταμάτησε να τρέχει. Τράβηξε το σπαθί του και έσπασε μια χρωματιστή τζαμαρία. Από έξω, ήρθε ο κρύος αέρας του χειμώνα· και από κάτω τους, ο Πρίγκιπας και η μάγισσα μπορούσαν τώρα να δουν ένα μεγάλο μπαλκόνι, πλαισιωμένο από ψηλά αγάλματα.

«Αυτό, τουλάχιστον,» είπε ο Ανδρόνικος, «είναι εκεί όπου το θυμόμουν.»

Βήματα ακούστηκαν να πλησιάζουν.

Η Άνμα έφερε στο μυαλό της το Ξόρκι Καπνογόνου Θραύσεως Πυρών, και είπε στον Πρίγκιπα: «Πυροβολήστε ανάμεσά τους.»

Ο Ανδρόνικος υπάκουσε, καθώς τους έβλεπε να ξεπροβάλλουν από μια γωνία.

Η Άνμα ολοκλήρωσε το ξόρκι της την ίδια στιγμή που ο Πρίγκιπας πυροβολούσε. Η σφαίρα από το πιστόλι του φορτίστηκε, και, μόλις βρέθηκε κοντά στους παλατιανούς φύλακες, εξερράγη. Διαλύθηκε σε εκατοντάδες θραύσματα, σαν βόμβα, παράγοντας μια στιγμιαία λάμψη και πυκνό καπνό.

«Μαζί μου!» είπε ο Ανδρόνικος· και, πατώντας στην άκρη του ανοίγματος που είχε δημιουργήσει, πήδησε στο μπαλκόνι από κάτω.

Η Άνμα’ταρ τον ακολούθησε, δίχως δυσκολία.

«Δεν είμαστε πολύ ψηλά από τον κήπο τώρα,» είπε ο Ανδρόνικος, κοιτάζοντας ξανά κάτω. Ανέβηκε στο στηθαίο του μπαλκονιού, βγήκε από την έξω μεριά, και, στη συνέχεια, πήδησε στον κήπο. Τα πόδια του πάτησαν γερά στο χώμα, καθώς τα γόνατά του λύγιζαν.

Η Άνμα’ταρ πήδησε απ’το μπαλκόνι με την ίδια ευκολία.

Ο Ανδρόνικος τής έκανε νόημα, και έτρεξαν μες στη βλάστηση.

Σύντομα, έφτασαν στο πέτρινο τείχος που περιέκλειε τον κήπο του παλατιού.

Η Άνμα’ταρ άγγιξε την επιφάνειά του με το δεξί της χέρι. «Αδύνατον να το σκαρφαλώσουμε–»

«Υπάρχει κι άλλος τρόπος–»

«Ναι,» ένευσε η Άνμα, «υπάρχει ένα ξόρκι.»

Δεν εννοούσα αυτό, σκέφτηκε ο Ανδρόνικος, αλλά την άφησε να δει τι θα έκανε.

Η Άνμα ύψωσε τα χέρια της και υποτονθόρυσε τα λόγια για το Ξόρκι Λιθικής Έλξεως, το οποίο έκανε μια μορφή ύλης να έλκεται από την πέτρα, όπως ο μαγνήτης· κι αν αυτή η ύλη ήταν το δέρμα κάποιου, τότε εκείνος μπορούσε άνετα να σκαρφαλώσει έναν πέτρινο τοίχο, σαν έντομο.

Με τα χέρια της φορτισμένα από ενέργεια, η Άνμα’ταρ έκανε να αγγίξει πάλι το τείχος που περιέκλειε τον κήπο–

–και τινάχτηκε πίσω με μια κραυγή, καθώς αισθάνθηκε μια άλλη μορφή ενέργειας να τη διαπερνά πατόκορφα. Έχασε την ισορροπία της και σωριάστηκε στο χώμα.

«Τι έγινε;» ρώτησε ο Ανδρόνικος, βοηθώντας τη να σηκωθεί, ενώ εκείνη ακόμα αισθανόταν το σώμα της ηλεκτρισμένο.

«Το τείχος… είναι προστατευμένο. Και δε νομίζω ότι έχω χρόνο να διαλύσω τη μαγγανεία επάνω του, ή ότι μπορώ.»

«Δεν υπάρχει λόγος. Μπορούμε να βγούμε κι αλλιώς. Βλέπεις αυτό το δέντρο; Είναι αρκετά ψηλό. Σκαρφαλώνοντάς το, μπορούμε άνετα να πηδήσουμε στην κορυφή του τείχους και, μετά, έξω.»

Η Άνμα ένευσε, βλέποντας ότι ήταν σωστό αυτό που έλεγε ο Απολλώνιος Πρίγκιπας και βρίζοντας εσωτερικά τον εαυτό της που δεν το είχε δει κι εκείνη.

Αναπάντεχα, φώτα φάνηκαν από απόσταση μέσα στον σκοτεινό κήπο, και μια φωνή αντήχησε: «Πρίγκιπα Ανδρόνικε! Σας παρακαλώ, παραδοθείτε, διαφορετικά έχουμε διαταγές να σας πυροβολήσουμε!»

«Ο χρόνος μας τελειώνει,» είπε ο Ανδρόνικος στην Άνμα’ταρ, και ξεκίνησαν να σκαρφαλώνουν το δέντρο, το οποίο τους πρόσφερε αρκετές εσοχές και προεξοχές, ώστε να μην έχουν πρόβλημα στην ανάβαση.

Φτάνοντας λίγο πιο ψηλά από την κορυφή του τείχους, πήδησαν, πιάστηκαν από εκεί, και κρεμάστηκαν, ενώ οι παλατιανοί φρουροί συγκεντρώνονταν από κάτω τους.

Όπλα υψώθηκαν, και πυροβόλησαν.

Η Άνμα αισθάνθηκε έναν ξαφνικό, έντονο πόνο στο δεξί της χέρι, και ήξερε ότι μια σφαίρα την είχε πετύχει. Τα νεύρα της παρέλυσαν στιγμιαία, και έπεσε από το τείχος, σπάζοντας τα κλαδιά ενός θάμνου από κάτω της και χτυπώντας επώδυνα στο έδαφος του κήπου.

Ο Ανδρόνικος αισθάνθηκε επίσης ένα χτύπημα, στον μηρό· αλλά ήταν βέβαιος πως δεν επρόκειτο για σφαίρα. Ήταν ένα δυνατό, πολύ δυνατό τσίμπημα, λες και κάποιο μεγάλο κεντρί να τον είχε τρυπήσει. Και, προτού καν στραφεί να κοιτάξει, είχε καταλάβει: ένα μικρό βέλος τον είχε πετύχει, και προεξείχε από τον μηρό του, αρκετά εκατοστά πάνω από την πίσω μεριά του γονάτου. Ο Ανδρόνικος έπιασε το βέλος και το τράβηξε έξω, μα δεν αμφέβαλλε πως η παραλυτική ουσία είχε ήδη περάσει στο αίμα του. Αισθανόταν το μούδιασμα σε όλο του το σώμα, ενώ η ακοή και η όρασή του θόλωναν. Δεν μπορούσε πλέον να κρατιέται απ’το τείχος· τα χέρια του το άφησαν, και ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος άρχισε να πέφτει σ’ένα ατελείωτο σκοτεινό πηγάδι…

10

Το αεροσκάφος πλημμύρισε αμέσως, αλλά οι επιβάτες του δεν παγιδεύτηκαν μέσα. Ο Ράθνης είχε προλάβει να ανοίξει τη θύρα, και οι τρεις τους βγήκαν χωρίς καθυστέρηση, κλοτσώντας το νερό και κολυμπώντας προς την επιφάνεια.

Σύντομα, τα κεφάλια τους ξεπρόβαλαν και κοίταξαν γύρω, προσπαθώντας να προσανατολιστούν, να καταλάβουν πού βρίσκονταν. Δεν μπορούσαν να δουν όλες τις όχθες της λίμνης· μπορούσαν να δουν μονάχα αυτή κοντά στην οποία είχαν πέσει· και τούτο σήμαινε πως η λίμνη ήταν μεγάλη: μεγαλύτερη απ’ό,τι νόμιζαν, βλέποντάς την από ψηλά. Στην όχθη φαινόταν ψηλό χορτάρι και δέντρα με απλωτά κλαδιά που έμοιαζαν με τα χέρια ιερέων οι οποίοι έκαναν δέηση σε κάποιον θεό της βροχής. Στον ουρανό φεγγοβολούσε ένας δυνατός ήλιος· κι αν έκρινε κανείς από τη θέση του, πρέπει να πλησίαζε μεσημέρι σε τούτη τη διάσταση.

Η Νελμίρα ξεκίνησε να κολυμπά προς την όχθη, και οι δύο άντρες την ακολούθησαν, κολυμπώντας ο Οδυσσέας δεξιά και ο Ράθνης αριστερά της. Βγαίνοντας από το νερό, βρέθηκαν σε μια μικρή αμμουδιά, η οποία δεν εκτεινόταν περισσότερο από τρία μέτρα, προτού το χορτάρι αρχίσει νάναι πυκνό και δέντρα να ξεφυτρώνουν από μέσα του, σε αραιή διάταξη.

«Νομίζω πως ξέρω πού βρισκόμαστε,» είπε η Νελμίρα, παραμερίζοντας τα μακριά, λεία, μαύρα της μαλλιά απ’το μέτωπό της. «Αυτή η διάσταση, αν κρίνω από τη βλάστηση, πρέπει νάναι– ΑΑΑαααα!»

Ένα μεγάλο, τετράποδο πλάσμα πήδησε μέσα από το χορτάρι, όπου ήταν κρυμμένο, και έπεσε πάνω στην ερυθρόδερμη γυναίκα, σωριάζοντάς την ανάσκελα. Το πλατύ στόμα του άνοιξε μπροστά στο πρόσωπό της, αποκαλύπτοντας σουβλερά δόντια και μακριά γλώσσα. Αποκρουστικά φλέγματα κρέμονταν από τον ουρανίσκο του.

Η Νελμίρα, προσπαθώντας να μην πανικοβληθεί, το γρονθοκόπησε καταπρόσωπο με τη σιδερογροθιά που ακόμα φορούσε στο δεξί της χέρι. Το πλάσμα έκανε πίσω μ’ένα πονεμένο γρύλισμα· μα δεν έφυγε από πάνω της. Τα πόδια του εξακολουθούσαν να την πιέζουν στην άμμο.

Και δεν ήταν μόνο του· καθώς αυτό καβαλούσε τη Νελμίρα, ο Οδυσσέας και ο Ράθνης είδαν άλλα τρία να πετάγονται απ’τα ψηλά χόρτα και να έρχονται καταπάνω τους. Το δέρμα τους ήταν κιτρινοπράσινο και τα πίσω πόδια τους ήταν μεγαλύτερα από τα μπροστινά, πράγμα που τους επέτρεπε να κάνουν μεγάλα άλματα. Οι ουρές τους ήταν μικρές· μόλις που φαίνονταν. Τα κεφάλια τους ήταν πλατιά και χαμηλά, σαν να τα είχε πατήσει πόδι γίγαντα. Τα μάτια τους ήταν στενά, αλλά τα στόματά τους ήταν τεράστια, όταν άνοιγαν.

Ο Ράθνης τράβηξε το πιστόλι του και πυροβόλησε, πετυχαίνοντας ένα από τα θηρία στο στήθος και σωριάζοντάς το, αιμόφυρτο. Το επόμενο, όμως, χίμησε επάνω του, κλοτσώντας τον βίαια με τα μπροστινά του πόδια και στέλνοντάς τον πίσω, μέσα στο νερό της λίμνης.

Ο Οδυσσέας πυροβόλησε αυτό που ερχόταν καταπάνω του, και του ανατίναξε το κεφάλι, σκοτώνοντάς το ακαριαία.

Η Νελμίρα ανασηκώθηκε, όσο μπορούσε, και γρονθοκόπησε το εχθρικό πλάσμα ξανά και ξανά με τη σιδερογροθιά της, μέχρι που εκείνο έφυγε από πάνω της με το πρόσωπό του γεμάτο αίμα.

Ο Οδυσσέας έκανε να στραφεί στο πλάσμα που είχε τινάξει τον Ράθνη στη λίμνη και να το πυροβολήσει, αλλά εκείνο πήδησε μακριά και χάθηκε πάλι μες στο χορτάρι.

Το θηρίο που αντιμετώπιζε η Νελμίρα αντέδρασε με ακριβώς τον ίδιο τρόπο. Προφανώς, δεν ήταν η φύση τους να μάχονται μέχρι το τέλος, αλλά να ενεδρεύουν και να πιάνουν τα θύματά τους απροετοίμαστα.

Ο Ράθνης βγήκε απ’τη λίμνη. «Τι ήταν αυτά;» ρώτησε.

«Δεν ξέρω,» αποκρίθηκε η Νελμίρα· «πάντως, η ανάσα τους είναι άσχημη.»

«Σαλ’φάι,» είπε ο Οδυσσέας.

Η Νελμίρα στράφηκε να τον κοιτάξει. «Πώς το είπες αυτό;»

«Σαλ’φάι, ονομάζονται: ‘Ενεδρευτές της Λίμνης’. Στη Σάρντλι βρισκόμαστε.»

Η Νελμίρα ένευσε. «Ναι, αυτό ήθελα να πω κι εγώ, προτού μας ορμήσουν.» Κλότσησε στα πλευρά το πλάσμα που είχε πυροβολήσει ο Ράθνης· το θηρίο δε σάλεψε: ήταν νεκρό. «Το μέρος μού θύμιζε τη Σάρντλι.» Κι ύστερα, άγγιξε τα δικά της πλευρά, που αιμορραγούσαν από τη νυχιά του Δημιουργήματος μέσα στο αεροσκάφος. Ευτυχώς, το τραύμα δεν έμοιαζε να είναι πολύ βαθύ· θα το περιποιόταν και εύκολα θα έκλεινε.

Ο Ράθνης ανασήκωσε τους ώμους. «Εγώ δεν έχω ξανάρθει στη Σάρντλι.»

«Δεν είναι και πολύ ευχάριστη διάσταση,» τον διαβεβαίωσε η Νελμίρα. «Είναι γεμάτη αλλόκοτα θηρία, και οι άνθρωποί της έχουν κάτι έθιμα που πιο παράξενα δε θα δεις πουθενά αλλού.»

Ο Οδυσσέας τη λοξοκοίταξε. «Γεμάτη αλλόκοτα θηρία; Η Φεηνάρκια πάει πίσω;»

«Στη Φεηνάρκια, τα θηρία δεν είναι αλλόκοτα!» αντιγύρισε η Νελμίρα. «Δεν είναι σαν ετούτα!» Έδειξε τον νεκρό σαλ’φάι με το δεξί της χέρι που φορούσε τη ματωμένη σιδερογροθιά.

«Ας το αφήσουμε καλύτερα αυτό…» είπε ο Οδυσσέας, που, σύμφωνα με τη δική του γνώση και εμπειρία, η Φεηνάρκια ήταν μία από τις πιο επικίνδυνες και άγριες κατοικημένες διαστάσεις. «Πρέπει να μάθουμε πού ακριβώς βρισκόμαστε μέσα στη Σάρντλι και να έρθουμε σε επαφή με τους επαναστάτες εδώ. Ευτυχώς, δεν είμαστε τελείως εκτός σχεδίου· ο Ανδρόνικος ήθελε να περάσουμε κι από τούτη τη διάσταση: επομένως, ας επωφεληθούμε από την ευκαιρία.»

«Ναι,» αποκρίθηκε η Νελμίρα. «Αλλά δεν έπρεπε να τον είχαμε εμπιστευτεί αυτόν τον πιλότο. Σ’το είπα, που να σε πάρουν οι Λάμιες! Σ’το είπα!»

«Δεν είχες, όμως, πραγματικό λόγο για να τον υποπτεύεσαι. Λογικά, δεν–»

«Φυσικά και είχα! Φαινόταν ο άνθρωπος! Φαινόταν.»

«Από τι;»

«Από…. Κοίτα, δεν περιμένω να το καταλάβεις αυτό –όχι αφού μου λες ότι τα ζώα της Φεηνάρκια σού μοιάζουν αλλόκοτα–, αλλά ο Αλέξιος μού θύμιζε, εξαρχής, αιμοβόρο θηρίο. Στη Φεηνάρκια υπάρχουν θηρία που προσπαθούν να σε πλησιάσουν με τρόπο φιλικό, ώστε μετά να χιμήσουν επάνω σου και να σε κατασπαράξουν. Ο Αλέξιος είχε ακριβώς αυτό το ύφος.»

Ο Ράθνης μειδίασε. «Μπορείς να διακρίνεις το ύφος των θηρίων, Νελμίρα; Και να το συγκρίνεις με το ύφος των ανθρώπων;»

«Φυσικά και μπορώ. Νομίζεις ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στα θηρία και στους ανθρώπους;»

Ο Ράθνης ανασήκωσε τους ώμους. «Θα έλεγα πως ναι.»

«Κάνεις μεγάλο λάθος, φίλε μου.»

«Τέλος πάντων,» τους διέκοψε ο Οδυσσέας, «δεν είναι επί του παρόντος. Εκείνο που απασχολεί περισσότερο εμένα είναι τι δουλειά είχε ένα Δημιούργημα στον Βασιλικό Αερολιμένα της Απολλώνιας. Τα Δημιουργήματα φτιάχνονται μόνο από την Παντοκράτειρα, και από κανέναν άλλο.»

«Δε νομίζω ότι το θέμα χρειάζεται και ιδιαίτερη σκέψη, Οδυσσέα,» είπε ο Ράθνης. «Προφανώς, ο αδελφός του Πρίγκιπα Ανδρόνικου έχει πουλήσει τη διάστασή του πίσω στην Παντοκράτειρα.»

«Αν είναι έτσι, δε σου μοιάζει περίεργο που η Παντοκράτειρα δεν έχει δηλώσει ανοιχτά την παρουσία της; Σε όλες τις υπόλοιπες διαστάσεις που βρίσκονται υπό την κυριαρχία της δεν κρύβεται· φωνάζει ότι της ανήκουν.»

«Σωστά,» συμφώνησε η Νελμίρα. «Οι ενέργειες αυτές δε θυμίζουν τις δικές της ενέργειες. Φέρνουν στο μυαλό κάποιον άλλο εχθρό–»

«Τι άλλο εχθρό;» ρώτησε ο Ράθνης. «Έχουμε κι άλλο εχθρό και δεν το ξέραμε;»

«Ίσως. Η Παντοκράτειρα, πάντως, δεν πολεμά έτσι. Ναι μεν έχει κατασκόπους, πράκτορες, και ρουφιάνους της παντού, μα, όταν μια διάσταση τής ανήκει, το δηλώνει ανοιχτά.»

Ο Ράθνης κοίταξε μια τη Νελμίρα μια τον Οδυσσέα. «Υπονοείτε, επομένως, ότι υπάρχει κάποιος άλλος που γνωρίζει πώς να φτιάχνει Δημιουργήματα;»

«Γιατί όχι;» είπε ο Οδυσσέας. «Προφανώς, πρόκειται για ενός είδους τεχνική. Όταν τη μάθεις, μπορείς να την εφαρμόσεις.»

«Μέχρι στιγμής, όμως, μόνο η Παντοκράτειρα τη γνώριζε.»

«Ή, τουλάχιστον, έτσι ξέρουμε,» είπε η Νελμίρα.

«Εκτός,» τόνισε ο Οδυσσέας, «αν κάποιος έχει προδώσει την Παντοκράτειρα. Κάποιος που βρισκόταν αρκετά κοντά της ώστε να γνωρίζει την τεχνική.»

Η Νελμίρα ύψωσε ένα της φρύδι. «Κάποιος σαν τον Πρίγκιπα Ανδρόνικο; Ένας από τους συζύγους της;»

«Ο Ανδρόνικος δεν ξέρει πώς φτιάχνονται τα Δημιουργήματα.»

«Ίσως, όμως, αυτός ο άλλος σύζυγος να ξέρει.»

«Μπορεί,» είπε ο Οδυσσέας. «Μπορεί… Αλλά δε νομίζω ότι θα βρούμε απαντήσεις με το να καθόμαστε εδώ και να κάνουμε διάφορες υποθέσεις. Καλύτερα να ξεκινήσουμε. Και, πρώτ’απ’όλα, πρέπει να πάρουμε πίσω ό,τι αφήσαμε μέσα στο αεροπλάνο του Αλέξιου.» Είχαν αφήσει τους σάκους τους, οι οποίοι περιείχαν προμήθειες και άλλα χρήσιμα πράγματα· γιατί, όταν το σκάφος βούτηξε στη λίμνη, το είχαν θεωρήσει σαφώς σημαντικότερο να κολυμπήσουν στην επιφάνεια όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, και με όσο το δυνατόν λιγότερο βάρος επάνω τους.

Ο Οδυσσέας άρχισε να γδύνεται, για να πέσει και πάλι στο νερό.

Ο Ράθνης τον μιμήθηκε.

Η Νελμίρα είπε ότι θα έμενε στην όχθη, για να φυλά τα ρούχα και τα όπλα τους, και για να περιποιηθεί, πρόχειρα, το τραύμα στα πλευρά της. Οι δύο άντρες συμφώνησαν, και βούτηξαν στη λίμνη.

Η οποία αποδείχτηκε βαθύτερη απ’ό,τι υπολόγιζαν, όχι όμως τόσο βαθιά ώστε να μη μπορούν να φτάσουν στον πυθμένα της, όπου είχε βυθιστεί το μικρό τους αεροσκάφος. Ο Οδυσσέας πέρασε από την ανοιχτή θύρα και τράβηξε έξω δύο σάκους. Ο Ράθνης πήρε τον έναν σάκο που απέμενε, και κολύμπησαν γρήγορα προς την επιφάνεια.

Βγήκαν από τη λίμνη λαχανιασμένοι και βαριανασαίνοντας. Η Νελμίρα καθόταν σε μια πέτρα, έχοντας βγάλει κι εκείνη τα ρούχα της κι έχοντάς τα αφήσει να στεγνώσουν επάνω στα κλαδιά ενός δέντρου, μαζί με τα ρούχα του Οδυσσέα και του Ράθνη. Γύρω απ’τα χτυπημένα της πλευρά είχε τυλίξει ένα σκισμένο κομμάτι από το πουκάμισό της. Τα όπλα τους τα είχε όλα κοντά της, και τα στέγνωνε μ’ένα κομμάτι ύφασμα.

«Δεν είμαστε μόνοι,» τους είπε, βλέποντάς τους να βγαίνουν στην όχθη.

«Εμφανίστηκαν κι άλλοι από τους γείτονές μας;» Ο Ράθνης έδειξε με το πηγούνι του προς το χορτάρι.

«Όχι. Αλλά, από απόσταση, είδα ανθρώπους να παρουσιάζονται και μετά να φεύγουν.»

«Κακό σημάδι τούτο,» είπε ο Οδυσσέας, αφήνοντας τους σάκους του στην άμμο και γονατίζοντας, για να τους ανοίξει και να ελέγξει τα πράγματα μέσα τους: να δει ποια απ’αυτά μπορούσε να διασώσει και ποια είχαν καταστραφεί, λόγω της βύθισής τους στη λίμνη.

Ο Ράθνης έκανε το ίδιο, παραδίπλα. «Γιατί;» ρώτησε.

«Γιατί η Σάρντλι είναι μια διάσταση που ελέγχεται πολύ στενά από τις δυνάμεις της Παντοκράτειρας· ή, τουλάχιστον, όσο στενά μπορεί να ελεγχθεί μια διάσταση σαν τη Σάρντλι. Η Παντοκράτειρα παίρνει από εδώ μεγάλο μέρος των μεταλλευμάτων που χρειάζεται. Δεν έχεις ακούσει για τον Οίκο των Ορειβατών;»

«Νομίζω πως κάτι έχω ακούσει, ναι. Είναι σύμμαχοί της, σωστά;»

«Σωστά. Είναι οι ισχυρότεροι ευγενείς στη Σάρντλι, και έχουν τα μεγαλύτερα και σημαντικότερα ορυχεία εδώ.»

«Πιστεύεις, λοιπόν, ότι αυτοί που μας είδαν πιθανώς να ήταν κατάσκοποί τους;»

«Ακόμα και κατάσκοποί τους να μην ήταν, ήταν κάποιοι άνθρωποι που, υποθέτω, ξέρουν να μιλάνε· και, άρα, οι ρουφιάνοι του Οίκου των Ορειβατών δε θ’αργήσουν να μάθουν ότι κάποιοι έπεσαν σε τούτη τη λίμνη· κι αυτό θάχει ως αποτέλεσμα να το μάθουν, αργά ή γρήγορα, κι οι πράκτορες της Παντοκράτειρας, οι οποίοι σίγουρα θα θέλουν να ερευνήσουν το συμβάν.

»Ασφαλώς, μιλάω πάντα για την περίπτωση που είμαστε τυχεροί· γιατί, αν δεν είμαστε τυχεροί, τότε αυτοί που μας είδαν μπορεί να πάνε και να δώσουν την πληροφορία –ακούσια, πιθανώς– κατευθείαν στους πράκτορες της Παντοκράτειρας. Ή, ακόμα χειρότερα, ίσως οι ίδιοι να είναι πράκτορες της Παντοκράτειρας.»

«Οδυσσέα,» είπε ο Ράθνης, «εκείνο που μ’αρέσει σ’εσένα είναι ότι είσαι γεμάτος αισιοδοξία.»

«Είμαι, όμως, ζωντανός,» αποκρίθηκε ο Οδυσσέας· και, έχοντας αδειάσει τους σάκους και τακτοποιήσει τα πράγματα, κάθισε στην άμμο, να ξαποστάσει λίγο.

«Ευτυχώς,» είπε η Νελμίρα, «δεν είναι χειμώνας εδώ.»

«Και χειμώνας να ήταν, δε θα έκανε τόσο κρύο στη Σάρντλι.»

«Δε μπορεί, όμως, νάναι χειμώνας. Έχει πολλή ζέστη για χειμώνα.»

Ο Οδυσσέας ένευσε. «Ναι.» Το βλέμμα του έψαξε τον ορίζοντα, μήπως παρατηρήσει κι εκείνος κάποιον να τους παρακολουθεί. Δεν είδε, όμως, κανέναν, εκτός από μερικά πουλιά που φτερούγιζαν κοντά στο έδαφος, μάλλον αναζητώντας λεία ανάμεσα στα ψηλά χόρτα.

«Κάποιος από μας,» είπε ο Οδυσσέας, «πρέπει να κατοπτεύσει την περιοχή, να μάθουμε τι βρίσκεται κοντά μας. Γιατί, για να μας είδαν άνθρωποι, αυτό σημαίνει ότι κάπου εδώ θα είναι καμια πόλη, ή κάποιο χωριό, ή… κάποια βάση –το οποίο είναι και το χειρότερο.»

Η Νελμίρα σηκώθηκε απ’την πέτρα όπου είχε καθίσει. «Θα πάω εγώ.»

«Είσαι σίγουρη;» Ο Οδυσσέας κοίταξε τα χτυπημένα πλευρά της.

«Ναι.»

Τώρα που είχε πάλι τα πράγματά της από το αεροσκάφος, ξετύλιξε το σκισμένο κομμάτι πουκαμίσου από γύρω της και περιποιήθηκε το τραύμα της καλύτερα. Ύστερα, φόρεσε τα ρούχα και τις μπότες της, αν και ακόμα βρεγμένα, ζώστηκε τη ζώνη με το πιστόλι της, και γονάτισε ξανά πλάι στα πράγματα του σάκου της. Από εκεί, συγκέντρωσε τα κομμάτια ενός διαλυμένου κυνηγετικού τουφεκιού και το συναρμολόγησε, προτού το περάσει λοξά στην πλάτη της. Πήρε ένα ζευγάρι κιάλια, έδεσε τα μαύρα της μαλλιά κότσο, και έφυγε.

Ο Οδυσσέας και ο Ράθνης έβγαλαν κάτι να φάνε, όσο περίμεναν. Συγχρόνως, όμως, είχαν τα μάτια τους ανοιχτά, μήπως δουν κανέναν άνθρωπο να παρουσιάζεται από απόσταση, ή μήπως κανένας σαλ’φάι τούς επιτιθόταν ξανά. Τα όπλα τους τα είχαν δίπλα τους, σε ετοιμότητα.

Ο ήλιος βρισκόταν ακόμα ψηλά στον ουρανό, όταν η Νελμίρα επέστρεψε. Την είδαν να έρχεται σαν μια σκιά μέσα από το ψηλό χορτάρι· καθώς, όμως, πλησίαζε, η μορφή της γινόταν ολοένα και πιο ευδιάκριτη: δεν υπήρχε αμφιβολία ότι ήταν εκείνη.

Έβγαλε το τουφέκι της από την πλάτη και γονάτισε στο ένα γόνατο επάνω στην άμμο. «Δεν υπάρχει πόλη εδώ κοντά, ούτε χωριό, ούτε βάση. Αυτοί που είδα πριν πρέπει να ήταν νομάδες.»

«Τους είδες ξανά;» ρώτησε ο Οδυσσέας.

Η Νελμίρα ένευσε. «Κατασκηνωμένους. Έχουν μαζί τους ταύρους, για να τραβούν άμαξες και κάρα.»

«Τους πλησίασες;»

«Όχι.»

«Οι νομάδες,» είπε ο Οδυσσέας, «αναμφίβολα, θα γνωρίζουν ετούτες τις περιοχές. Ίσως θα ήταν συνετό να τους πλησιάσουμε και να τους μιλήσουμε.»

«Πιστεύεις ότι θα αποδειχτούν φιλικοί;» ρώτησε η Νελμίρα.

«Εσύ τούς είδες. Τι λες;»

Η Νελμίρα ανασήκωσε τους ώμους. «Είχαν φρουρούς γύρω απ’τον καταυλισμό τους. Αλλά αυτό δε λέει πολλά· είναι φυσικό να είναι προσεκτικοί: ένα σωρό επικίνδυνα πλάσματα τριγυρίζουν.»

«Τι όπλα είχαν; Σαν ετούτα;» Ο Οδυσσέας άγγιξε το τουφέκι της, που ήταν στην άμμο ανάμεσά τους.

Η Νελμίρα κούνησε το κεφάλι αρνητικά. «Βαλλίστρες κρατούσαν, και είχαν ξίφη και τσεκούρια.»

«Χμμ…» Ο Οδυσσέας ακούμπησε το σαγόνι του στις ενωμένες του γροθιές, καθώς ήταν καθισμένος στην πέτρα όπου πριν ήταν καθισμένη η Νελμίρα. «Αν είχαν συναναστροφές με ανθρώπους της Παντοκράτειρας, μάλλον θα διέθεταν καλύτερα όπλα. Θα τα ζητούσαν από τους πράκτορες, ως αντάλλαγμα για τις υπηρεσίες τους. Ή, τουλάχιστον, αυτό είναι το λογικό.»

«Ναι,» συμφώνησε η Νελμίρα.

«Επομένως,» είπε ο Οδυσσέας, «μπορούμε να υποθέσουμε ότι δεν έχουν σχέση με την Παντοκράτειρα. Ωστόσο, δε βλάπτει να είμαστε επιφυλακτικοί.»

«Ασφαλώς.»

*

Ο Οδυσσέας ύψωσε τα κιάλια και κοίταξε, γονατισμένος επάνω στον χορταριασμένο λοφίσκο.

Ο καταυλισμός των νομάδων ήταν κυκλικός, και περιτριγυρισμένος από τις σταματημένες τους άμαξες, οι οποίες έμοιαζαν να σχηματίζουν ξύλινο τείχος. Οι ταύροι ήταν σταβλισμένοι παραδίπλα, και φρουρούνταν. Οι νομάδες είχαν, κυρίως, κόκκινο δέρμα, αλλά υπήρχαν και κάμποσοι χρυσόδερμοι ανάμεσά τους –δύο δερματικοί χρωματισμοί πολύ κοινοί στη Σάρντλι. Τα όπλα τους ήταν, όπως είχε πει η Νελμίρα, απλά: οι φρουροί κρατούσαν οπλισμένες βαλλίστρες, και είχαν ξίφη περασμένα στη ζώνη ή μεγάλους πέλεκεις ριγμένους στην πλάτη. Τα ρούχα τους ήταν καμωμένα από δέρματα ζώων, αλλά καλοφτιαγμένα, όχι πρωτόγονα. Μια σημαία κυμάτιζε στο κέντρο του καταυλισμού, και είχε επάνω της ζωγραφισμένους δύο διασταυρωμένους κυρτούς κυνόδοντες.

Ο Οδυσσέας κατέβασε τα κιάλια του. «Ας πλησιάσουμε. Μη βγάλετε όπλα, αλλά νάστε σε ετοιμότητα.» Ορθώθηκε, και ο Ράθνης κι η Νελμίρα τον ακολούθησαν, καθώς άρχισε να βαδίζει προς τον καταυλισμό των νομάδων.

Οι φρουροί τούς αντιλήφτηκαν αμέσως, πράγμα φανερό απ’το γεγονός ότι ορισμένοι απ’αυτούς ύψωσαν τα χέρια τους, για να τους δείξουν. Μετά από τα χέρια, βαλλίστρες υψώθηκαν, επίσης. Βέλη, όμως, δεν εκτοξεύτηκαν· όχι από τώρα, τουλάχιστον.

Ο Οδυσσέας σταμάτησε να βαδίζει αρκετή απόσταση από τον καταυλισμό, και, δίχως να στραφεί για να κοιτάξει τους συντρόφους του, είπε: «Κάντε ό,τι κάνω.» Και έσκυψε, λύνοντας τις μπότες του.

Η Νελμίρα και ο Ράθνης παραξενεύτηκαν, μα υπάκουσαν.

Ο Οδυσσέας έβγαλε τις μπότες του και τις κράτησε ψηλά με το δεξί χέρι. Το αριστερό του χέρι το σήκωσε από την άλλη μεριά. Η Νελμίρα κι ο Ράθνης τον μιμήθηκαν.

«Αισθάνομαι τελείως γελοία,» μούγκρισε η Νελμίρα, καθώς ο Οδυσσέας άρχισε πάλι να βαδίζει κι εκείνοι να τον ακολουθούν. «Να υποθέσω ότι ετούτη είναι κάποιου είδους κίνηση καλής θέλησης, για την οποία δεν γνωρίζω;»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Πρόμαχος. «Ανάμεσα στους νομάδες της Σάρντλι, σημαίνει ότι ερχόμαστε ειρηνικά, ως ταξιδευτές, κουρασμένοι από το δρόμο.»

Οι φρουροί αντίκρυ τους κατέβασαν τις βαλλίστρες.

«Καλό σημάδι,» σχολίασε ο Ράθνης.

«Ναι,» συμφώνησε ο Οδυσσέας. «Οι περισσότεροι Σάρντλιοι νομάδες δεν αγνοούν αυτό το έθιμο.»

«Υπάρχουν, δηλαδή, και κάποιοι που το αγνοούν;» ρώτησε η Νελμίρα, ανήσυχα.

«Ναι.»

«Κι αν έχει τύχει να πέσουμε σε τέτοιους;»

Εκείνη τη στιγμή, ο ένας απ’τους φρουρούς φώναξε κάτι. Η Νελμίρα κι ο Ράθνης δεν το κατάλαβαν, γιατί ήταν στη Γλώσσα της Σάρντλι· ο Οδυσσέας, όμως, το κατάλαβε, γιατί την ήξερε τη συγκεκριμένη γλώσσα.

Ήταν ένας χαιρετισμός.

Ο Πρόμαχος της Επανάστασης αντιχαιρέτισε, και ρώτησε, στην ίδια γλώσσα: «Μιλάτε τη Συμπαντική;»

«Μόνον αν απαραίτητο,» αποκρίθηκε ο ερυθρόδερμος φρουρός –ένας γιγαντόσωμος άντρας με τσεκούρι στην πλάτη– στη Συμπαντική Γλώσσα.

«Δυστυχώς, είναι απαραίτητο,» του είπε ο Οδυσσέας, μιλώντας κι αυτός στη Συμπαντική τώρα, «γιατί δε γνωρίζουμε καλά τη γλώσσα σας.»

«Γνωρίζει όμως νάν’τριβ.» Ο ερυθρόδερμος έδειξε τις μπότες που κρατούσε ο Οδυσσέας.

Ο Πρόμαχος τις κατέβασε. «Ναι,» αποκρίθηκε, «γνωρίζουμε ορισμένα από τα έθιμά σας· και ερχόμαστε ειρηνικά.»

«Τι θέλεις;»

«Τίποτα περισσότερο από το να μας πείτε πού βρισκόμαστε. Έχουμε χαθεί.»

Ο άντρας συζήτησε χαμηλόφωνα με άλλους δύο άντρες και δύο γυναίκες· η μία από τις τελευταίες ήταν χρυσόδερμη, πορφυρομάλλα, και εκθαμβωτικής ομορφιάς. Ο Οδυσσέας δεν μπορούσε να καταλάβει τι έλεγαν· ήλπιζε, όμως, να μη σχεδίαζαν πώς θα τους κάνουν κομμάτια. Γιατί, σε μια τέτοια περίπτωση, οι τρεις επαναστάτες δε θα είχαν πιθανότητες επιβίωσης, παρότι διέθεταν όπλα ανώτερης τεχνολογίας από αυτά των νομάδων.

Ο ερυθρόδερμος άντρας στράφηκε ξανά στον Πρόμαχο και είπε: «Κάποιοι εμείς μεγάλο πουλί είδανε πέφτει.» Έδειξε τον ουρανό. «Πουλί με σίδερο. Σε λίμνη μέσα. Δικό σας;»

Ο Οδυσσέας ένευσε. «Ναι, το δικό μας αεροπλάνο ήταν που έπεσε. Έχουμε χάσει τελείως το δρόμο μας. Πού βρισκόμαστε;»

«Κοντά λίμνη Κρούκ’φα. Βόρεια λίμνη.»

«Βόρεια της λίμνης Κρούκ’φα;»

«Ναι.»

«Σ’ευχαριστούμε,» είπε ο Οδυσσέας.

Ο ερυθρόδερμος χαμογέλασε. «Καλός δρόμος.»

Οι τρεις επαναστάτες έβαλαν τις μπότες τους και απομακρύνθηκαν από τους νομάδες, επιστρέφοντας στον χορταριασμένο λοφίσκο από τον οποίο είχαν έρθει. Ο ήλιος τώρα είχε αρχίσει να γέρνει προς τη Δύση, μα χρειαζόταν ακόμα κάμποσες ώρες μέχρι να βασιλέψει.

«Γνωρίζεις πού είναι αυτή η λίμνη Κρούκ’φα;» ρώτησε η Νελμίρα.

Ο Οδυσσέας έβγαλε έναν χάρτη απ’το σάκο του. Δεν είχε καταστραφεί από το νερό, γιατί βρισκόταν μέσα σε μια αδιάβροχη θήκη, μαζί με άλλους χάρτες· επίσης, ήταν ειδικά ενισχυμένος με μαγγανείες, ώστε να αντέχει στις φθορές πολύ περισσότερο από ό,τι το κανονικό χαρτί, για τουλάχιστον μισό χρόνο ακόμα.

Ο Οδυσσέας κράτησε τον χάρτη ανοιχτό εμπρός του και έδειξε τη λίμνη στη Νελμίρα και τον Ράθνη. «Εδώ είμαστε.»

«Και πρέπει να πάμε εδώ.» Η Νελμίρα έδειξε μια πόλη που ονομαζόταν Φανχάι, και βρισκόταν παραπάνω από διακόσια χιλιόμετρα ανατολικά της λίμνης, μετά από τρεις ποταμούς, κάμποσες πεδιάδες, και μια μεγάλη ελώδη περιοχή.

«Ναι,» ένευσε ο Οδυσσέας. Στη Φανχάι ήταν ο σύνδεσμος της Επανάστασης με τον οποίο έπρεπε να επικοινωνήσουν.

«Θα μπορούσαμε να φτάσουμε εκεί χρησιμοποιώντας τους ποταμούς,» είπε ο Ράθνης.

«Δεν έχουμε βάρκα, όμως,» του θύμισε η Νελμίρα.

«Δεν μπορούμε να προμηθευτούμε μία;»

«Οι νομάδες ίσως να έχουν κάποιες σχεδίες,» είπε ο Οδυσσέας, «γιατί, ορισμένες φορές, χρειάζεται να περάσουν ποταμούς.»

«Και τι θα τους δώσουμε για να πάρουμε τη σχεδία;» ρώτησε Νελμίρα. «Έχουμε μαζί μας ελάχιστα χρήματα.»

Ο Οδυσσέας συνοφρυώθηκε, σκεπτικός. Ύστερα, είπε: «Πάμε πίσω στη λίμνη. Κι ας ελπίσουμε τα πτώματα των σαλ’φάι να μην έχουν περιέργως εξαφανιστεί.»

*

«Σκατά!…» μούγκρισε ο Οδυσσέας.

Τα πτώματα είχαν εξαφανιστεί.

«Είσαι σίγουρος ότι έχουν κάποια αξία για τους νομάδες;» τον ρώτησε η Νελμίρα.

«Ναι,» απάντησε εκείνος. «Τα δόντια τους τα χρησιμοποιούν για στολίδια και για εργαλεία. Από τη γλώσσα τους φτιάχνουν κάποιου είδους γλυκό. Και το μακρύ κόκαλο των πίσω ποδιών τους λένε πως τους φέρνει τύχη.»

«Αφού είναι έτσι,» είπε η Νελμίρα, «θα σου βρω ποιος έκλεψε τα πτώματα.» Παραμερίζοντας το ψηλό χορτάρι, κοίταξε το χώμα.

«Τι κάνεις εκεί;»

«Αυτός που τα πήρε σίγουρα θ’άφησε ίχνη καθώς τα έσερνε. Εκτός αν ήταν τόσο δυνατός ώστε να τα σηκώσει στα χέρια. Αλλά, απ’ό,τι βλέπω, δεν ήταν…»

«Ποιος μπορεί να τα πήρε;» είπε ο Ράθνης. «Ήμασταν σε τούτο το μέρος συνέχεια· δεν απομακρυνθήκαμε για πολλή ώρα. Αν ήταν κάποιος άλλος εδώ κοντά, θα τον είχαμε εντοπίσει.»

Η Νελμίρα τού απάντησε καθώς ακολουθούσε τα ίχνη μέσα στο ψηλό χορτάρι: «Γιατί είσαι τόσο σίγουρος ότι ήταν άνθρωπος που πήρε τα πτώματα;»

«Θες να πεις ότι ήταν κάποιο ζώο;»

«Έτσι μου φαίνεται, απ’τα σημάδια.»

Ο Οδυσσέας και ο Ράθνης τράβηξαν τα πιστόλια τους, και ακολούθησαν τη Νελμίρα.

Σε λίγο, μια θηριώδης μορφή πετάχτηκε μέσα απ’το ψηλό χορτάρι και έτρεξε μακριά τους. Ένας σαλ’φάι. Ο Οδυσσέας και ο Ράθνης τον σημάδεψαν, μα δεν τον πυροβόλησαν.

«Τα ίχνη συνεχίζονται;» ρώτησε ο δεύτερος.

«Ναι,» είπε η Νελμίρα. «Και πάνε προς τα κει που πήγε κι ο πηδηχτός μας φίλος. Έχω μια υποψία για την όλη ιστορία…»

«Τι υποψία;»

«Οι σαλ’φάι είναι που πήραν τα πτώματα;»

«Για ποιο λόγο;»

«Δεν ξέρω. Ο Οδυσσέας ίσως να ξέρει.»

«Δεν έχω ιδέα,» τη διαβεβαίωσε ο Οδυσσέας.

«Υπέροχα.»

Συνεχίζοντας, έφτασαν σ’ένα μέρος κοντά στη λίμνη όπου δεν υπήρχε καθόλου αμμουδιά και το ψηλό χορτάρι έμπαινε μέσα στο νερό. Επίσης, εδώ φύτρωναν και πολλά δέντρα με απλωτά κλαδιά, επάνω στα οποία ήταν καθισμένα πουλιά που ατένιζαν τους τρεις επαναστάτες δίχως να βλεφαρίζουν. Ένα απ’αυτά έβγαλε ένα διαπεραστικό κρώξιμο, σα να ήθελε να τους χαιρετίσει, ή να τους εκφοβίσει και να τους διώξει. Εάν προσπαθούσε να επιτύχει το δεύτερο, δεν τα κατάφερε, πάντως.

Μια έντονη δυσωδία ερχόταν από παντού, και δεν ήταν δύσκολο οι επαναστάτες να καταλάβουν γιατί. Ανάμεσα στα δέντρα και στο ψηλό χορτάρι φαίνονταν να βηματίζουν ή να κάθονται ή να κοιμούνται τουλάχιστον μια ντουζίνα σαλ’φάι.

«Αυτά τα πλάσματα πρέπει να έχουν τη συνήθεια να θάβουν τους νεκρούς τους,» είπε η Νελμίρα, σταματώντας να βαδίζει. «Τα ίχνη οδηγούν μέσα στη φωλιά τους.»

Ο ήλιος τώρα βρισκόταν πιο κοντά στη Δύση· τα χρώματα της φύσης είχαν αρχίσει να σκουραίνουν και οι σκιές να πυκνώνουν και να μακραίνουν.

«Δε νομίζω ότι μπορούμε να μπούμε εκεί μέσα και να βγούμε ζωντανοί,» είπε ο Ράθνης. «Θα μας κατασπαράξουν.»

«Ήδη μας κοιτάζουν,» παρατήρησε η Νελμίρα, «και τα βλέμματά τους δε μου φαίνονται φιλικά.»

«Κάτι θα ξέρεις εσύ…» μουρμούρισε ο Ράθνης.

«Το άκουσα αυτό,» είπε η Νελμίρα, νομίζοντας ότι μπορούσε να διακρίνει ειρωνεία στη φωνή του. Δε στράφηκε να τον αντικρίσει, όμως.

«Δεν προσπάθησα να το κρύψω.»

«Χρειαζόμαστε τουλάχιστον έναν νεκρό σαλ’φάι,» είπε ο Οδυσσέας, αγνοώντας τη σύντομη αντιδικία των συντρόφων του. «Και, μάλλον, θα πρέπει να του στήσουμε παγίδα.»

«Με τι τρόπο;» ρώτησε ο Ράθνης.

«Ένας από μας θα παριστάνει πως πλένεται στο νερό της λίμνης, το πλάσμα θα τον πλησιάσει, κι οι άλλοι δύο θα το σκοτώσουν από απόσταση. Ύστερα, θα αρπάξουμε το πτώμα του και θα απομακρυνθούμε.»

«Δεν ακούγεται άσχημο σχέδιο,» είπε η Νελμίρα. «Τι γίνεται, όμως, αν δεν κυνηγάνε ατομικά αλλά ομαδικά; Πριν, μας επιτέθηκαν τέσσερα από δαύτα.»

«Ήμασταν, όμως, τρεις, όχι ένας.»

«Σωστά, αλλά δεν άργησαν να παρουσιαστούν. Μας χίμησαν μόλις βγήκαμε απ’τη λίμνη. Αυτό σημαίνει ότι ενέδρευαν όλα μαζί, όχι ότι μας πλησίασαν αφότου υπολόγισαν τον αριθμό μας· γιατί σ’αυτή την περίπτωση θα υπήρχε κάποια καθυστέρηση.»

Ο Οδυσσέας το σκέφτηκε. «Πρέπει νάχεις δίκιο,» παραδέχτηκε. Η Νελμίρα ήταν, αναμφίβολα, καλή κυνηγός, και ο Πρόμαχος την εμπιστευόταν σε ό,τι αφορούσε τα θηρία. Μπορούσε να καταλάβει εύκολα τις συνήθειές τους και τις μεθόδους τους, ακόμα κι ύστερα από λίγη μόνο παρατήρηση.

«Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει ότι πρέπει να παρατήσουμε το σχέδιό σου,» συνέχισε η Νελμίρα.

«Θα είναι επικίνδυνο, όμως. Ίσως να μην προλάβουμε να τα σκοτώσουμε και τα τέσσερα, προτού χιμήσουν στο δόλωμα.»

«Το δόλωμα μπορεί επίσης να κρατά πιστόλι· κι οι άλλοι δύο θα έχουν τουφέκια. Επομένως, τρία από τα θηρία θα σκοτωθούν αμέσως· και μετά, το τέταρτο, πιστεύω, δε θάχουμε πρόβλημα να το τακτοποιήσουμε. Κάποιος από μας θα φανεί αρκετά γρήγορος ώστε να ρίξει μία ακόμα εύστοχη ριπή.»

«Εντάξει,» είπε ο Οδυσσέας, «ας το κάνουμε. Ποιος θα είναι το δόλωμα;»

Αλληλοκοιτάχτηκαν, σιωπηλά, για μια στιγμή.

Ο Ράθνης είπε: «Η Νελμίρα φαίνεται να ξέρει πολλά για τα θηρία…»

Εκείνη συνοφρυώθηκε. «Και λοιπόν;»

«Θα είσαι καλό δόλωμα, αφού θα ξέρεις τι να κάνεις για να τα προσελκύσεις.»

Η Νελμίρα γέλασε, κοφτά. «Λες βλακείες, και το καταλαβαίνεις.»

«Όχι, δεν το καταλαβαίνω.»

«Θλιβερό.»

«Δειλιάζεις να παριστάνεις το δόλωμα;»

«Δε δειλιάζω, ανόητε! Σου λέω ότι λες βλακείες.»

«Θα κάνεις, λοιπόν, το δόλωμα;»

«Όχι.»

«Γιατί;»

«Γιατί είμαι καλύτερη στο σημάδι από σένα, και άρα θα μείνω έξω για να σκοτώσω τα ζώα που θα έρθουν να σε φάνε. Αυτό σημαίνει ότι εσύ θα είσαι το δόλωμα.»

«Γιατί εγώ; Το δέρμα μου είναι άσπρο, και στη Σάρντλι οι γηγενείς δεν έχουν άσπρο δέρμα. Έχουν, όμως, κόκκινο. Και βλέπω μονάχα μία γυναίκα με κόκκινο δέρμα ανάμεσά μας.»

«Τι σημασία έχει το δέρμα μου;»

«Αυτά τα πλάσματα, προφανώς, έχουν συνηθίσει να τρώνε ανθρώπους από ετούτη τη διάσταση–»

«Δε μου φάνηκε να είχαν πρόβλημα να επιτεθούν και στους τρεις μας, πριν.»

«Δεν ξέρεις, όμως, πώς θα αντιδράσουν όταν είναι να ορμήσουν σε έναν μόνο.»

«Λες να τον φοβηθούν;»

«Αρκετά!» μούγκρισε ο Οδυσσέας, που τους κοίταζε με τα χέρια σταυρωμένα εμπρός του και με άγρια όψη στο πρόσωπό του. «Θα κάνω εγώ το δόλωμα. Και φροντίστε το σημάδι σας να είναι καλό.»

*

Ο Οδυσσέας μπήκε στη λίμνη, φορώντας μόνο την περισκελίδα του και κρατώντας το πιστόλι του στο δεξί χέρι.

Η Νελμίρα τον παρατηρούσε από απόσταση, κρυμμένη ανάμεσα στα ψηλά χόρτα. Το μυώδες σώμα του γυάλιζε σαν μπρούντζος στις ακτίνες του βασιλεύοντος ήλιου της Σάρντλι, και η Νελμίρα άφησε τα μάτια της να το χορτάσουν για λίγο, προτού κρυφτεί μέσα στο νερό της λίμνης. Η μάπα του είναι σα να την έχουν κλοτσήσει οι Λάμιες, αλλά ο υπόλοιπος είναι για να τον φας κομμάτι-κομμάτι.

Εστίασε πάλι την προσοχή της στο ψηλό χορτάρι, περιμένοντας να δει κάποια αναταραχή μέσα του. Περιμένοντας τους σαλ’φάι, τους Ενεδρευτές της Λίμνης, να ζυγώσουν. Το κυνηγετικό της τουφέκι το είχε υψωμένο στο επίπεδο του ώμου της και έτοιμο.

Ο Ράθνης βρισκόταν αρκετά μέτρα παραδίπλα, και η Νελμίρα έκρινε πως δεν ήταν καθόλου καλά κρυμμένος, ο ηλίθιος μπάσταρδος· αλλά, ευτυχώς, αυτό μάλλον δεν είχε ιδιαίτερη σημασία τώρα. Οι σαλ’φάι δε θα κάθονταν να ψάξουν να βρουν εκείνον, ούτε εκείνη· θα πήγαιναν για τον προφανή στόχο στη λίμνη.

Ο Οδυσσέας κολύμπησε, για λίγη ώρα, μέσα στο νερό… και η Νελμίρα είδε μερικά από τα ψηλά χόρτα να κουνιούνται. Οι σαλ’φάι ζύγωναν, αργά και προσεκτικά. Δεν έκαναν μεγάλα άλματα τώρα· πηδούσαν μόνο όταν ήθελαν να απομακρυνθούν γρήγορα, ή να ξαφνιάσουν τα θηράματά τους. Δεν είναι κουτά ζώα.

Οι κινήσεις των χόρτων έπαψαν. Τον περιμένουν τώρα. Τον περιμένουν να βγει, για να του χιμήσουν.

Ο Οδυσσέας κολύμπησε για κάποια ώρα ακόμα, κι ύστερα πήγε προς την όχθη. Τα γυμνά του πόδια βάδισαν στην αμμουδιά. Το νερό γυάλιζε επάνω στο σώμα του. Τα μάτια της Νελμίρα εστιάστηκαν προς στιγμή σ’αυτόν· μετά στράφηκαν, αμέσως, στο ψηλό χορτάρι–

Ένας σαλ’φάι πετάχτηκε, πηδώντας κανένα μέτρο πάνω απ’το έδαφος.

Η Νελμίρα πάτησε τη σκανδάλη του τουφεκιού της, και τον πέτυχε, σωριάζοντάς τον.

Άλλοι δύο τινάχτηκαν πίσω απ’τον πρώτο, και η επαναστάτρια νόμιζε ότι μπορούσε να διακρίνει και το κεφάλι ενός τέταρτου ανάμεσα απ’τα χόρτα.

Ο Οδυσσέας πυροβόλησε το ένα θηρίο, και το άλλο χτυπήθηκε από τον Ράθνη· δε σκοτώθηκε, όμως: τραυματίστηκε μονάχα, κι απομακρύνθηκε με μεγάλα πηδήματα.

Το τέταρτο το ακολούθησε. Η Νελμίρα το στόχευσε και πάτησε τη σκανδάλη, μα δεν το πέτυχε εκεί όπου υπολόγιζε, εξαιτίας των απότομων αλμάτων του, έτσι το τραυμάτισε κι εκείνη, δίχως να το σκοτώσει· οπότε, το πλάσμα απομακρύνθηκε αρκετά, ώστε να βγει από το πεδίο βολής της.

Η Νελμίρα σηκώθηκε και πλησίασε τον Οδυσσέα, ο οποίος ξαναπυροβολούσε τον σαλ’φάι που είχε πυροβολήσει και πριν, μάλλον για να βεβαιωθεί ότι ήταν νεκρός, ή για να τον αποτελειώσει.

«Τα πράγματα πήγαν καλά,» είπε η επαναστάτρια.

Ο Πρόμαχος ένευσε. «Ναι.»

Ο Ράθνης ήρθε κοντά τους. «Γνωρίζεις πώς να τους βγάζεις τα δόντια και τα λοιπά;» ρώτησε τον Οδυσσέα.

«Δεν τόχω ξανακάνει,» αποκρίθηκε εκείνος, «αλλά πόσο δύσκολο θα είναι;»

«Θα το κάνω εγώ,» δήλωσε η Νελμίρα. «Δεν είναι η πρώτη φορά που παίρνω κομμάτια από κάποιο ζώο.»

«Τρομακτική σκέψη,» σχολίασε ο Ράθνης.

«Άλλη μια λέξη από σένα και θα σε σαπίσω στο ξύλο!»

«Απειλή ήταν αυτό;»

Η Νελμίρα τον αγνόησε. Είπε στον Οδυσσέα: «Και καλύτερα ν’απομακρυνθούμε από δω, γιατί δεν ξέρουμε αν αυτά τα θηρία είναι εκδικητικά.»

«Δεν μπορείς να το μαντέψεις, από τον τρόπο με τον οποίο η ουρά αυτού του φιλαράκου εδώ φαίνεται νάναι κουλουριασμένη;» είπε ο Ράθνης, δείχνοντας έναν απ’τους νεκρούς σαλ’φάι.

Η Νελμίρα στράφηκε, απότομα, για να τον κοπανήσει καταπρόσωπο με την πίσω μεριά του τουφεκιού της. Ο Ράθνης το έπιασε με το αριστερό χέρι, μερικά εκατοστά από το σαγόνι του. Η Νελμίρα έκανε να τον κλοτσήσει· εκείνος έπιασε το πόδι της με το δεξί χέρι και την έσπρωξε μέσα στη λίμνη.

Η Νελμίρα πετάχτηκε έξω σχεδόν αμέσως και όρμησε καταπάνω του. Έπεσαν μέσα στα χόρτα, παλεύοντας.

Ο Οδυσσέας πήρε μια πετσέτα από τον σάκο του στην αμμουδιά και σκουπίστηκε, αγνοώντας τους. Όταν τελείωσε, αυτοί ακόμα βρίσκονταν ανάμεσα στο ψηλό χορτάρι, γρυλίζοντας σαν θηρία. Ο Πρόμαχος αναστέναξε. Μάλλον, τους έχει επηρεάσει το υπέροχο φυσικό περιβάλλον της Σάρντλι, σκέφτηκε, και τους πλησίασε.

Ο Ράθνης είχε καταφέρει να βάλει τη Νελμίρα κάτω και να στρίψει το δεξί της χέρι πίσω απ’την πλάτη της. «Είσαι νεκρός!» γρύλιζε εκείνη. «Μόλις μ’αφήσεις, είσαι νεκρός! Θα ευχηθείς οι Λάμιες να είχαν καλύτερα ρουφήξει το μεδούλι απ’τ’άθλια κόκαλά σου!»

«Στην Αρβήντλια,» της είπε ο Ράθνης, «έχουμε ένα ρητό–»

«Δε μ’ενδιαφέρουν τα καταραμένα ρητά που έχετε στην Αρβήντλια! Θα πεθάνεις!»

«‘Μην απειλείς τον λεοντόσαυρο που έχει την ουρά του τυλιγμένη γύρω απ’το λαιμό σου’,» συνέχισε ο Ράθνης.

«Όταν σταματήσετε να παίζετε,» τους διέκοψε ο Οδυσσέας, «μπορούμε και να συνεχίσουμε τη δουλειά μας.»

«Δεν είναι παιχνίδι,» αντιγύρισε η Νελμίρα. «Θα τον σκοτώσω τον μπάσταρδο!»

«Άφησέ την,» είπε ο Οδυσσέας στον Ράθνη.

«Να μην τη δέσω πρώτα;»

«Είπα: άφησέ την. Κι αρκετά μ’αυτές τις ανοησίες! Είστε με τα καλά σας, ή ο ήλιος της Σάρντλι σάς παλάβωσε και τους δύο;»

Τα λόγια του φάνηκαν, κάπως, να τους συνεφέρνουν. Αλλά όχι τελείως. Δεν έφυγε τελείως η αγριάδα απ’τα μάτια τους. Ο Ράθνης, πάντως, άφησε το χέρι της Νελμίρα και σηκώθηκε από πάνω της. Εκείνη ορθώθηκε, τρίβοντας τον πήχη της και κοιτάζοντας τον λευκόδερμο επαναστάτη με δολοφονικό βλέμμα.

Ο Οδυσσέας ακούμπησε το χέρι του στον ώμο της. «Πρέπει να πάρουμε τα κομμάτια των σαλ’φάι,» της θύμισε.

*

Νύχτωσε, μέχρι η Νελμίρα να ξεριζώσει τα δόντια των σαλ’φάι, να κόψει τις γλώσσες τους, και να βγάλει και να καθαρίσει το μακρύ κόκαλο των πίσω ποδιών τους. Ωστόσο, η εργασία ηρέμησε τα νεύρα της και δεν έδειχνε πλέον να θέλει να δολοφονήσει τον Ράθνη. Ο Ράθνης, επίσης, ήταν τώρα πιο ήρεμος και σιωπηλός, όπως συνήθως. Ο Οδυσσέας απορούσε τι τον είχε πιάσει και είχε προκαλέσει έτσι τη Νελμίρα. Δεν ήταν, κατά κανόνα, εριστικός. Ήταν από τους ανθρώπους που περισσότερο πράττουν και λιγότερο μιλούν.

Ίσως να τη συμπαθεί, σκέφτηκε ο Οδυσσέας, και να μην ξέρει πώς αλλιώς να την πλησιάσει. Ίσως… Αλλά δεν ήταν σίγουρος. Καθόλου σίγουρος. Ο Ράθνης ήταν μυστηριώδης για τον Πρόμαχο. Οι Αρβήντλιοι –που ήταν ή λευκοί σαν κιμωλία ή μαύροι σαν πίσσα– ήταν, γενικά, μυστηριώδης λαός, και κρυψίνοες. Χειρότεροι από τους Μοργκιανούς (οι οποίοι ήταν σχεδόν όλοι μαυρόδερμοι).

«Θα πάμε στους νομάδες μέσα στη νύχτα;» ρώτησε η Νελμίρα, όταν έπλυνε τα χέρια της και το μαχαίρι της στο νερό της λίμνης και επέστρεψε κοντά στους συντρόφους της. Φορούσε μόνο τα εσώρουχά της· τα ρούχα της τα είχε κρεμάσει πάλι για να στεγνώσουν.

Ναι, σκέφτηκε ο Οδυσσέας, δεν είναι καθόλου άσχημη. Ο Ράθνης ίσως νάκανε όλη αυτή τη φασαρία επειδή τη γουστάρει. Λοξοκοίταξε τον λευκόδερμο άντρα, μα εκείνος δεν έμοιαζε να δίνει σημασία μήτε στον Πρόμαχο μήτε στη Νελμίρα.

Ο Οδυσσέας είπε: «Νομίζω πως καλύτερα θα ήταν να τους επισκεφτούμε το πρωί. Ο καταυλισμός τους δεν είναι και πολύ κοντά μας, και τριγυρίζουν επικίνδυνα θηρία μες στο σκοτάδι. Επιπλέον, ίσως να μη δουν με καλό μάτι το γεγονός ότι θα τους πλησιάσουμε νύχτα.»

«Θα πιστέψουν πως θέλουμε να τους εξαπατήσουμε;» ρώτησε η Νελμίρα.

«Ίσως. Καλύτερα να περιμένουμε την αυγή για να πάμε να τους βρούμε.»

Η Νελμίρα πλησίασε τα ρούχα της, για να δει αν είχαν στεγνώσει. Διαπίστωσε πως δεν είχαν, έτσι πήρε μια κουβέρτα, τυλίχτηκε σ’αυτήν, και κάθισε κοντά στη φωτιά που είχε ανάψει ο Οδυσσέας όταν είχε αρχίσει να πέφτει η νύχτα.

«Οι σαλ’φάι κυνηγάνε το βράδυ;» ρώτησε η Νελμίρα.

«Δε νομίζω,» αποκρίθηκε ο Οδυσσέας. «Θα φυλάμε, όμως, βάρδιες.»

11

Ο Φαρνέλιος άδειασε τις στάχτες της πίπας του επάνω στα χόρτα και τις πάτησε, για να σβήσει κάποια τυχόν σπίθα που μπορεί ακόμα να υπήρχε.

Η αυγή είχε έρθει. Ο ήλιος της Απολλώνιας ξεπρόβαλλε από την Ανατολή. Αλλά ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος δεν είχε ακόμα επιστρέψει· ούτε ο Φαρνέλιος τον έβλεπε να έρχεται από μακριά. Έβλεπε μονάχα σποραδικά οχήματα –ή καβαλάρηδες– να πηγαίνουν προς την πόλη ή να φεύγουν από εκεί· και είχε δει, μάλιστα, και κάναν-δυο οδοιπόρους· μα κανένας απ’αυτούς δεν ήταν ο Ανδρόνικος.

Και ο Φαρνέλιος είχε αρχίσει να φοβάται για το χειρότερο.

Εγώ φταίω, σκέφτηκε, κατεβάζοντας το κεφάλι μελαγχολικά και βαριαναστενάζοντας. Εγώ φταίω. Εγώ ώθησα τον Πρίγκιπα να πάει και να μιλήσει στον αδελφό του. Εγώ τού είπα πως, πρώτα, όφειλε να συζητήσει με τον Λούσιο, προτού πράξει οτιδήποτε. Και φαίνεται πως έκανα λάθος. Τραγικό λάθος. Θα έπρεπε να τον είχα συμβουλέψει να αποφύγει τον αδελφό του, όχι να τον συναντήσει.

Γιατί ορίστε τι έγινε τώρα… Ο Φαρνέλιος ύψωσε πάλι το βλέμμα του, για ν’αντικρίσει την άδεια έκταση μέχρι τη νότια είσοδο της Απαστράπτουσας… Ο Πρίγκιπας χάθηκε. Είπε πως θα επέστρεφε με την αυγή, μα δεν επέστρεψε. Κι ο Ανδρόνικος δεν είναι από τους ανθρώπους που αργούν.

Κάτι άσχημο τού είχε συμβεί. Ο Φαρνέλιος το αισθανόταν. Το ήξερε.

Δεν ήξερε, όμως, τι έπρεπε εκείνος να κάνει για να βοηθήσει.

Κι επιπλέον, είχε μαζί του ένα σωρό ανθρώπους από την Επανάσταση. Τι θα γινόταν μ’αυτούς; Πού θα τους πήγαινε;

Δεν ήταν σημαντικό. Το έδιωξε απ’το μυαλό του.

Το σημαντικό, για την ώρα, ήταν να μάθει τι είχε συμβεί στον Ανδρόνικο και δεν είχε παρουσιαστεί με την αυγή, όπως είχε πει ότι θα παρουσιαζόταν. Κανένας από τους δυο τους δεν είχε παρουσιαστεί: ούτε εκείνος ούτε η μάγισσα.

Καλύτερα να είχε πάρει κάποιον άλλο επαναστάτη μαζί του, όχι την Άνμα’ταρ. Ίσως κάποιος άλλος να μπορούσε πραγματικά να τον βοηθήσει. Ο Φαρνέλιος δεν τους εμπιστευόταν τους μάγους. Σίγουρα, ήταν χρήσιμοι, ορισμένες φορές· και, χωρίς αυτούς, πολλά μηχανήματα δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν, ούτε πολλά από τα σημερινά επιτεύγματα θα ήταν εφικτά, αν δεν υπήρχαν οι μάγοι, αν δεν υπήρχαν άνθρωποι που να μπορούν να χειριστούν τις αόρατες δυνάμεις που συγκροτούν το σύμπαν. Ωστόσο, όσο περισσότερο βασιζόταν κανείς σ’αυτές τις δυνάμεις, τόσο μεγαλύτερη ήταν η πιθανότητα να τον απογοητεύσουν, πίστευε ο Φαρνέλιος, γιατί κανένας δεν μπορούσε να τις γνωρίζει, ούτε να τις προβλέψει, απόλυτα. Κατά συνέπεια, λοιπόν, όσο περισσότερο κάποιος βασιζόταν στους μάγους –στους ανθρώπους που χειρίζονταν τις συγκεκριμένες δυνάμεις–, τόσο μεγαλύτερη ήταν η πιθανότητα να απογοητευθεί. Ο Φαρνέλιος –γιατρός στο επάγγελμα και ορθολογιστής– εμπιστευόταν μόνο τα σίγουρα, τα σταθερά, πράγματα. Εμπιστευόταν την πρόσθεση των αριθμών και τον πολλαπλασιασμό τους· και δεν εμπιστευόταν καθόλου τη ρίψη του ζαριού. Ούτε τα αποτελέσματα που εξαρτιόνταν εν μέρει από σταθερούς αριθμούς και εν μέρει από τυχαίες μεταβλητές.

Αναστέναξε πάλι, και κοίταξε τη μεγάλη πόλη αντίκρυ του, η οποία αγκάλιαζε τις όχθες του Οροκέλωρα ποταμού και χανόταν προς το Βορρά, γυαλίζοντας στις ακτίνες του πρωινού ήλιου: γυαλίζοντας τόσο ώστε να δικαιολογεί το όνομά της: Απαστράπτουσα.

Με την άκρια του ματιού του, ο Φαρνέλιος είδε κάποιον να τον ζυγώνει. Στράφηκε και αντίκρισε τον Θελλέδη, έναν γαλανόδερμο επαναστάτη με μαύρα, σγουρά μαλλιά, ο οποίος καταγόταν από την Αλβέρια.

«Ο Πρίγκιπας δεν έχει φανεί…» είπε ο Θελλέδης· και δε χρειαζόταν να συνεχίσει: δε χρειαζόταν να διατυπώσει τις υποψίες του, που ήταν φανερές από την έκφρασή του.

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Φαρνέλιος, αργά, «δεν έχει φανεί.»

«Τι θα κάνουμε;»

Αναπόφευκτα, κάποιος θα ερχόταν να το ρωτήσει αυτό… «Πρέπει να μάθουμε τι του συνέβη. Δεν έχουμε άλλη επιλογή, νομίζω.»

«Υποθέτω, έχετε κάποιο σχέδιο στο μυαλό σας, κύριε Φαρνέλιε.»

Ο Φαρνέλιος σηκώθηκε από την πέτρα όπου καθόταν. «Όχι, δεν έχω κανένα σχέδιο.»

Ο Θελλέδης τον ατένισε αμήχανα.

Ο Φαρνέλιος έκρυψε την πίπα του μέσα στην κάπα του και πήρε από κάτω ένα πλατύγυρο καπέλο, το οποίο και φόρεσε. «Δε χρειάζεται, όμως, σχέδιο για να πάρουμε μερικές πληροφορίες,» πρόσθεσε, για να εμψυχώσει τον επαναστάτη. «Θα πάμε στην Απαστράπτουσα και θα δούμε τι μπορούμε να μάθουμε.»

«Θα μπούμε όλοι στην πόλη;» ρώτησε Θελλέδης. Μέσα στο φορτηγό που τους είχε δώσει η Ρωξάνη της Μακρόπολης βρίσκονταν τώρα είκοσι επαναστάτες.

«Δε νομίζω ότι είναι απαραίτητο,» είπε ο Φαρνέλιος.

*

Το γαλανό φως έρχεται καταπάνω μου.

Στο πρόσωπό μου.

Στα μάτια μου.

Με τυφλώνει. Γεμίζει το σύμπαν μου.

Ο πόνος πλημμυρίζει την ύπαρξή μου. Είμαι βέβαιος ότι πεθαίνω–––

Το γαλανό φως έρχεται καταπάνω μου.

Κραυγάζω, καθώς γλιστρά μέσα μου.

Πέφτω–––

Το γαλανό φως έρχεται καταπάνω μου.

Τόσο γρήγορα, τόσο πολύ, πολύ γρήγορα. Δεν υπάρχει τρόπος να το αποφύγω· αποκλείεται ποτέ να προλάβω.

Και δεν μπορώ να το σταματήσω. Με τίποτα.

Γιατί εκείνος είναι που το κρατά. Εκείνος που του ανήκει.

Ουρλιάζω, καθώς το συνειδητοποιώ.

Και βυθίζομαι–––

Το γαλανό φως έρχεται καταπάνω μου.

Με χτυπά στο πρόσωπο.

Διαπερνά το κεφάλι μου, το μυαλό μου.

Πεθαίνω–––

Το γαλανό φως έρχεται καταπάνω μου–––

Το γαλανό φως έρχεται–––

Το γαλανό φως–––

ΤΟ ΓΑΛΑΝΟ ΦΩΣ!

Ο ασθενής πετάγεται, ουρλιάζοντας, από το κρεβάτι του.

«Τι του συμβαίνει;» λέει μια νοσοκόμα.

«Εφιάλτης, μάλλον,» της απαντά ένας νοσοκόμος. Και πλησιάζει, γρήγορα, τον ασθενή. «Ηρέμησε, φίλε μου· δεν είναι τίποτα. Είσαι καλά.»

Εκείνος συνεχίζει να ουρλιάζει. Γύρω απ’το κεφάλι του υπάρχουν επίδεσμοι· προσπαθεί να τους βγάλει.

Ο νοσοκόμος τον εμποδίζει, πιάνοντάς του τα χέρια. «Ηρέμησε, ηρέμησε! Δεν είναι τίποτα. Ήσουν πολύ τυχερός.»

Αλλά ο ασθενής δε σταματά, και ο νοσοκόμος αναγκάζεται να φωνάξει βοήθεια. Σύντομα, μαζεύεται κόσμος γύρω από τον ασθενή· προσπαθούν να τον συγκρατήσουν, να τον γαληνέψουν.

«Μετατραυματικές παραισθήσεις,» λέει κάποιος. «Δεν ξέρει τι του γίνεται. Ζει αλλού.»

Κάποιος άλλος κάνει μια ένεση στον ασθενή.

Ο ασθενής χάνει τη δύναμή του–––

Το γαλανό φως έρχεται καταπάνω μου.

Διεισδύει μέσα στα μάτια μου, στο μυαλό μου.

Σκίζει το πρόσωπό μου.

Ο χειριστής του γαλανού φωτός είναι ο κύριός του –είναι ο κύριός μου–––

Το γαλανό φως έρχεται καταπάνω μου–––

Το γαλανό φως έρχεται–––

*

Ο Λούσιος δεν είχε κλείσει μάτι όλη τη νύχτα. Καθόταν σε μια πολυθρόνα και κάπνιζε, κοιτάζοντας την Απαστράπτουσα από ένα παράθυρο των διαμερισμάτων του.

Δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Όχι ύστερα από όσα είχαν συμβεί με τον Ανδρόνικο. Πριν από κάποιο καιρό, νόμιζε πως, όταν ερχόταν ετούτη η στιγμή– αν ερχόταν ετούτη η στιγμή, θα ήταν εύκολη. Μα δεν ήταν.

Εξάλλου, ο Ανδρόνικος εξακολουθούσε νάναι αδελφός του, παρ’όλα του τα μειονεκτήματα, παρ’όλες τις αδικίες που είχαν συμβεί, παρά το γεγονός ότι έπρεπε να παραμεριστεί, προκειμένου το σχέδιο του Λούσιου να συνεχιστεί και να ολοκληρωθεί με επιτυχία.

Ναι, ο Ανδρόνικος ήταν αδελφός του, παρ’όλα τούτα· και ο Λούσιος αισθανόταν χάλια για ό,τι είχε τώρα, έτσι ανοιχτά, δημιουργηθεί μεταξύ τους. Θα προτιμούσε ό,τι ήταν να γίνει να είχε γίνει χωρίς μια τέτοια απευθείας σύγκρουση. Θα προτιμούσε ο Ανδρόνικος να είχε παραμεριστεί με πλάγιο τρόπο· και καλύτερα ποτέ να μην ήξερε ότι ο αδελφός του ήταν που τον είχε παραμερίσει.

Ίσως να είμαι δειλός που έχω τέτοιες… προτιμήσεις, σκεφτόταν ο Λούσιος, καθισμένος στην καρέκλα του και σβήνοντας ακόμα ένα τσιγάρο μέσα στο τασάκι στο περβάζι του παραθύρου, αλλά, αν είμαι δειλός, τουλάχιστον είμαι δειλός που κάνει εκείνο που οφείλει, για τον εαυτό του, για την οικογένειά του, για την πατρίδα του.

Δε μετάνιωνε για όσα είχαν συμβεί απόψε· αν ήταν αναγκασμένος, θα έκανε και πάλι τα ίδια. Απλά, μετάνιωνε που τα πράγματα είχαν φτάσει ώς εδώ. Μετάνιωνε που ο Ανδρόνικος είχε φτάσει ώς εδώ.

Και ήταν ανόητο να μετανιώνει για κάτι τέτοιο. Δεν έχει νόημα να μετανιώνεις για κάτι που δεν μπόρεσες να εμποδίσεις παρά τις καλύτερές σου προσπάθειες. Δεν είναι θέμα επιλογής.

Τα γεγονότα, όμως, αρνούνταν να φύγουν απ’το μυαλό του. Έμεναν εκεί, κολλημένα, σαν βδέλλες. Επίμονα, χίλιες κατάρες, τόσο επίμονα!

Η Δομινίκη τού είχε προτείνει να πάει για ύπνο, ώστε να καθαρίσει το κεφάλι του· μα δεν τον είχε πείσει. Η Δομινίκη είχε μείνει μαζί του, σιωπηλή, για κάποια ώρα, περιμένοντάς τον ν’αλλάξει γνώμη· μα εκείνος δεν είχε αλλάξει γνώμη. Η Δομινίκη είχε προσπαθήσει να τον διεγείρει ερωτικά, για να τον φέρει στο κρεβάτι· μα δεν τα είχε καταφέρει. Τελικά, η Δομινίκη είχε πάει να κοιμηθεί μόνη, αφήνοντάς τον μπροστά στο παράθυρο.

Τώρα, η αυγή είχε έρθει, και ο Λούσιος καθόταν ακόμα εκεί, καπνίζοντας το τελευταίο τσιγάρο της αργυρής, λαξευτής ταμπακέρας του. Όταν το τελείωσε, το έσβησε μέσα στο πλημμυρισμένο από στάχτη και αποτσίγαρα τασάκι…

…και πρόσεξε ότι κάποιος στεκόταν στην πόρτα του μικρού καθιστικού.

Η Δομινίκη, ντυμένη με μια πράσινη, σατέν ρόμπα. Τα καστανά της μαλλιά ήταν βρεγμένα· πρέπει να είχε κάνει μπάνιο: εκείνος δεν το είχε αντιληφτεί, απορροφημένος στις σκέψεις του καθώς ήταν.

«Στέκεσαι πολλή ώρα εκεί;» τη ρώτησε, και διαπίστωσε ότι ο λαιμός του ήταν ξεραμένος απ’τον καπνό.

«Όχι,» αποκρίθηκε η Δομινίκη· και, μπαίνοντας στο δωμάτιο, κάθισε σ’έναν σοφά, διπλώνοντας το ένα της πόδι από κάτω της. «Γιατί είσαι τόσο μελαγχολικός;»

«Μα τους θεούς, Δομινίκη! Είναι αδελφός μου

Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους. «Νόμιζα ότι είχες πάρει τις αποφάσεις σου…»

«Τις έχω πάρει. Αλλά εξακολουθεί να μην είναι εύκολο. –Δαίμονες!» γρύλισε, «δεν περίμενα ότι θα έφτανε ώς εδώ, ο καταραμένος.»

«Ο Δύτης βρέθηκε άδειος. Εσύ τι νόμιζες, ότι ο Ανδρόνικος ήταν νεκρός;»

Ο Λούσιος δεν απάντησε· έστρεψε πάλι το βλέμμα του στο παράθυρο. Η Απαστράπτουσα στραφτάλιζε από κάτω του, καθώς ο πρωινός ήλιος χτυπούσε τα ψηλά, γυάλινα οικοδομήματά της.

«Δος μου ένα τσιγάρο,» είπε η Δομινίκη.

Ο Λούσιος έδειξε την άδεια ταμπακέρα.

Ύστερα, σηκώθηκε και βάδισε προς ένα μικρό, κυλιόμενο κιβώτιο που ήταν τελείως αταίριαστο με τα υπόλοιπα πράγματα μέσα στο δωμάτιο. Ένας φρουρός το είχε φέρει, αφότου συνέλαβαν τον Ανδρόνικο. Περιείχε όλα τα αντικείμενα που κουβαλούσε ο αδελφός του Λούσιο, την ώρα της σύλληψής του. Και, μέχρι στιγμής, είχε μείνει κλειστό.

Τώρα, ο Λούσιος άνοιξε το ένα του καπάκι και κοίταξε στο εσωτερικό του.

Η Δομινίκη ήρθε να σταθεί πλάι του, για να κοιτάξει κι εκείνη.

Ο Λούσιος δεν ψαχούλεψε ούτε τα ρούχα ούτε τα άλλα αντικείμενα· έπιασε το θηκαρωμένο ξίφος, τον Κελευστή, και το πήρε, κάνοντας μερικά βήματα μέσα στο δωμάτιο. Το ξεθηκάρωσε και πέταξε το θηκάρι στην πολυθρόνα όπου, πριν από λίγο, καθόταν. Κράτησε τη λαβή και με τα δύο χέρια, και διέγραψε μερικά ημικύκλια στον αέρα εμπρός του, μαχόμενος αόρατους αντιπάλους.

«Τι εξαίρετο όπλο!» είπε με τα μάτια του ν’αστράφτουν. «Τι εξαίρετο όπλο!» Κοίταξε τη σύζυγό του, η οποία στεκόταν ακόμα πλάι στο κιβώτιο. «Η λεπίδα, λένε, είναι μαγεμένη. Είδες πώς γυάλιζε όταν ο Ανδρόνικος μαχόταν; Είδες πώς γυάλιζε, εκπέμποντας εκείνο το γαλανό φως;»

«Την έχουν εξετάσει οι μάγοι του παλατιού;»

Ο Λούσιος κούνησε το κεφάλι. «Δεν έχει νόημα. Οι μαγγανείες που έχουν υφανθεί επάνω σε τούτο το όπλο είναι τόσο αρχαίες που οι σημερινοί μάγοι δεν έχουν ιδέα πώς είναι φτιαγμένες.»

«Και τι κάνουν; Τη λεπίδα πιο κοφτερή;»

«Δεν ξέρω,» παραδέχτηκε ο Λούσιος. «Δεν έχουν κάποιο φανερό αποτέλεσμα, εκτός απ’το γεγονός ότι το ξίφος γυαλίζει στη μάχη.»

«Τότε, μου μοιάζουν ολίγον άχρηστες,» είπε η Δομινίκη μ’ένα μικρό μειδίαμα στα χείλη.

Ο Λούσιος κούνησε πάλι το κεφάλι του. «Δεν καταλαβαίνεις. Αυτό το όπλο είναι κάτι το εξαιρετικό. Είναι όπλο βασιληάδων.» Έπιασε το θηκάρι απ’την πολυθρόνα και θηκάρωσε τον Κελευστή. «Και τώρα, είναι δικό μου.»

Η Δομινίκη ανασήκωσε τους ώμους. «Αφού σε κάνει ευτυχισμένο…»

Ο Λούσιος άφησε το θηκαρωμένο όπλο στην πολυθρόνα και πλησίασε πάλι το κιβώτιο, για να δει τι άλλο υπήρχε εκεί μέσα. Τα υπόλοιπα πράγματα διαπίστωσε πως ήταν ασήμαντα: τα ρούχα του Ανδρόνικου, μερικά χρήματα, και ένα πιστόλι.

Άνοιξε το δεύτερο καπάκι του κιβωτίου. Εδώ ήταν τα πράγματα της γυναίκας που συντρόφευε τον αδελφό του: της μάγισσας Άνμα’ταρ, η οποία παλιότερα ανήκε στο μυστικιστικό τάγμα Δράκαινες, ένα τάγμα άμεσα συνδεόμενο με τη στρατιωτική ελίτ θηλέων Μαύρες Δράκαινες, της Παντοκράτειρας. Οι Μαύρες Δράκαινες, βέβαια, είχαν διαλυθεί πλέον· η Παντοκράτειρα είχε εξοστρακίσει ή εξολοθρεύσει τις περισσότερες από αυτές, για τον έναν ή τον άλλο λόγο –λόγους που ο Λούσιος δεν ήξερε επακριβώς, κι ούτε τον ενδιέφεραν. Ο αδελφός του, όμως, είχε δείξει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στις Μαύρες Δράκαινες· είχε στρατολογήσει πολλές από αυτές στην Επανάσταση, και τώρα υπηρετούσαν εκείνον, όχι την πρώην σύζυγό του. Ασφαλώς, ήταν αναμενόμενο να τις συμπαθεί, αφού μία ανάμεσά τους –μια Ιωάννα– ήταν ερωμένη του.

Ο Λούσιος έψαξε τα πράγματα της Άνμα’ταρ, και ούτε εδώ βρήκε τίποτα το αξιοσημείωτο: στο κιβώτιο ήταν μόνο τα ρούχα της, ένα πιστόλι, και δύο ξιφίδια.

«Δε φαίνεται να υπάρχει εδώ κάτι που να μας ενδιαφέρει,» παρατήρησε η Δομινίκη, έχοντας, προφανώς, φτάσει στο ίδιο συμπέρασμα με τον σύζυγό της. «Κι εξάλλου, τι να υπήρχε; Ο Ανδρόνικος δεν έχει κάποια πληροφορία που να θέλουμε. Το σημαντικό ήταν να βγει απ’τη μέση, κι αυτό έγινε.»

«Δεν είναι νεκρός,» της θύμισε ο Λούσιος.

Η Δομινίκη μόρφασε αδιάφορα. «Μπορείς να τον σκοτώσεις, όποτε το επιθυμείς, αγάπη μου.»

«Θα μαθευτεί ότι σκότωσα τον αδελφό μου· και τότε πώς θα με αποκαλούν στην Απολλώνια; Λούσιος ο Αδελφοκτόνος; Ήδη θα έχει γίνει γνωστό σ’ολόκληρη την Απαστράπτουσα ότι ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος επέστρεψε, και ότι τον φυλάκισα. Πάω στοίχημα πως όποια εφημερίδα και να διαβάσεις σήμερα αυτό θα έχει για πρωτοσέλιδο. Και στο Φως της Απολλώνιας–»

«Μην ανησυχείς για το Φως,» του είπε η Δομινίκη. «Έχω ήδη επικοινωνήσει με τον Χρύσιππο. Σήμερα, στο κανάλι, θα λένε, όλη μέρα, ότι ο Ανδρόνικος πυροβόλησε, σκότωσε, και τραυμάτισε φρουρούς του παλατιού, και ότι ήρθε, κατά πάσα πιθανότητα, με σκοπό να σε δολοφονήσει, αγνοώντας τους αγώνες που έχεις δώσει για το βασίλειο όσο εκείνος τριγύριζε σε άλλες διαστάσεις.»

Τα μάτια του Λούσιου γυάλισαν, και ένα λοξό μειδίαμα παρουσιάστηκε στο μακρύ πρόσωπό του. «Ναι,» είπε, «πολύ σωστά. Πολύ σωστά. Δομινίκη,» τύλιξε τα χέρια του γύρω απ’τη μέση της, «τι θα έκανα χωρίς εσένα;»

«Μάλλον,» αποκρίθηκε η Δομινίκη, πειραχτικά, ενώ σταύρωνε τους πήχεις της πίσω απ’το λαιμό του, «θα είχες χάσει τον θρόνο, το στέμμα, και το παλάτι, και θα βρισκόσουν, εξόριστος από την Απολλώνια, σε κάποια μίζερη διάσταση για αγρίους, όπως τη Φεηνάρκια.»

Φιλήθηκαν.

«Και μην ανησυχείς για το γεγονός ότι ο Ανδρόνικος είναι ζωντανός,» είπε η Δομινίκη, μετά. «Μπορούμε να κανονίσουμε το θάνατό του έτσι που κανείς δε θα καταλάβει τίποτα· γιατί μην ξεχνάς ότι δεν υπάρχει μόνο θάνατος του σώματος, αλλά και του νου.»

*

Τα χέρια της ήταν δεμένα στα κάγκελα του κρεβατιού, το κεφάλι της ριγμένο πίσω, τα βλέφαρά της κλειστά, και τα δόντια της δάγκωναν το κάτω της χείλος, καθώς ένα ηδονικό μουγκρητό έβγαινε από μέσα της.

Ο γυμνός άντρας από πάνω της, που έσφιγγε τους μηρούς της και έσερνε τα χείλη του στο λαιμό και στο σαγόνι της, ανασηκώθηκε, λαχανιασμένος, και ατένισε το πρόσωπό της, στηριζόμενος στις παλάμες των χεριών του.

Η Βασιλική άνοιξε τα βλέφαρά της και τον κοίταξε. «Αυτό ήταν;»

Ο Άγγελος χαμογέλασε πλατιά. «Μη με βάζεις σε πειρασμό, Πριγκίπισσα.» Έσκυψε και φίλησε τα χείλη της.

Η Βασιλική γέλασε. «Γιατί; Τι θα κάνεις, τότε;»

«Θα σε κρατήσω δεμένη εδώ όλη μέρα, για να σου μάθω τρόπους.»

«Αυτό είναι τρομακτικό. Γιατί θέλω να πάω να κατουρήσω.»

«Σοβαρά;»

«Σοβαρότατα.»

«Πες ‘παρακαλώ’.»

«Όχι.»

«Πες ‘παρακαλώ’.» Ο Άγγελος άρχισε να γαργαλά τα πλευρά της και τις εκτεθειμένες μασκάλες της.

«Χα-χα-χαχαχα, όχι! χαχαχαχαχαχα-χιχιχιχι, σταμάτα! –α-χαχαχα-χιχι-χαχαχαχαχαχα– σε παρακαλώ, εντάξει, χαχαχαχαχα, σε παρακαλώ! χαχαχαχα, σε παρακαλώ, χαχαχαχαχα…!»

Ο Άγγελος σταμάτησε. Φίλησε τα χείλη της. Σύρθηκε προς τα κάτω, φίλησε πρώτα τη δεξιά της ρόγα κι ύστερα την αριστερή. Σηκώθηκε και έλυσε τα χέρια της από τα κάγκελα του κρεβατιού.

Η Βασιλική έμπλεξε τα δάχτυλά της μέσα στα πυκνά, μαύρα μαλλιά του και τον φίλησε, πειράζοντας τη γλώσσα του με τη δική της. Έπειτα, σηκώθηκε απ’το κρεβάτι και έτρεξε στο μπάνιο.

Όταν βγήκε, είχε μια κοντή ρόμπα ριγμένη επάνω της και δεμένη γύρω απ’τη μέση της. Τα μακριά, σγουρά, ξανθά της μαλλιά ήταν χτενισμένα.

Ο Άγγελος είχε επίσης ντυθεί, παρατήρησε η Βασιλική, αλλά πολύ πιο καλά απ’ό,τι εκείνη. Είχε φορέσει το παντελόνι του, το πουκάμισό του, και τώρα έδενε τα παπούτσια του. Είχε ανοίξει τις γρίλιες του παραθύρου, και το πρωινό φως του ήλιου έκανε το χρυσό του δέρμα να χρυσαφίζει ακόμα περισσότερο.

«Δε θα καθίσεις για πρωινό;» τον ρώτησε η Βασιλική.

«Πρέπει να πάω στα γραφεία του περιοδικού από νωρίς σήμερα,» αποκρίθηκε εκείνος. «Κλείνουμε τεύχος.» Ο Άγγελος εξέδιδε ένα περιοδικό για τη μουσική, το Ήχος στο Φως, το οποίο, τον τελευταίο καιρό, είχε προσανατολιστεί σε πολεμικά και εμψυχωτικά άσματα, καθώς ο αδελφός του Άγγελου βρισκόταν στο Βόρειο Μέτωπο της Απολλώνιας, αντιμετωπίζοντας τις δυνάμεις της Παντοκράτειρας. Ο Άγγελος έλεγε πως και τόσων άλλων ανθρώπων οι συγγενείς βρίσκονταν σ’ένα από τα μέτωπα, έτσι ο κόσμος χρειαζόταν κάτι για να του δίνει κουράγιο, για να τον εμψυχώνει, για να τον εμπνέει να συνεχίζει τον αγώνα –και δεν υπήρχε τίποτα καλύτερο γι’αυτό από τη μουσική.

«Εντάξει,» είπε η Βασιλική, και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού, σταυρώνοντας τα πόδια της στο γόνατο.

«Μη μουτρώνεις,» είπε ο Άγγελος, καθώς τελείωνε με τα παπούτσια του και σηκωνόταν όρθιος.

«Δε μουτρώνω. Απλά, είπα ‘εντάξει’.»

Ο Άγγελος έπιασε το πανωφόρι του από την κρεμάστρα. «Τι θα κάνεις, λοιπόν, σήμερα;»

«Δεν ξέρω. Θα δω.» Η Βασιλική πλησίασε το παράθυρο, και το άνοιξε, αφήνοντας τον κρύο, χειμωνιάτικο αέρα να χτυπήσει το πρόσωπό της. Από κάτω, φαινόταν η Απαστράπτουσα, πανέμορφη στο πρωινό φως της Απολλώνιας. Πανέμορφη εξωτερικά, τουλάχιστον, σκέφτηκε η Βασιλική, γιατί, από τότε που ο μεγάλος της αδελφός είχε αρπάξει την εξουσία, μαζί μ’αυτή τη σκύλα τη γυναίκα του, κάτι πολύ άσχημο, αποτρόπαιο, και άρρωστο κατέτρωγε τα σωθικά της πρωτεύουσας του βασιλείου και όλης της Απολλώνιας. Η Βασιλική το γνώριζε. Αλλά δεν γνώριζε και πώς να το αντιμετωπίσει. Μακάρι ο Ανδρόνικος να ήταν εδώ. Ο Ανδρόνικος, σίγουρα, θα ήξερε ακριβώς τι έπρεπε να κάνει, για να βάλει τα πράγματα στη σωστή τους θέση.

«Αν θες νάρθεις από το γραφείο, έλα,» της είπε ο Άγγελος, πλησιάζοντάς την από πίσω και φιλώντας τον ώμο της πάνω απ’τη μεταξένια ρόμπα.

Η Βασιλική έστρεψε το κεφάλι της, για να τον κοιτάξει. «Θα με δέσεις κι εκεί;»

«Φυσικά και όχι. Στη δουλειά, είμαι σοβαρός.»

«Τότε, γιατί να έρθω;» τον πείραξε η Βασιλική.

«Εντάξει,» είπε ο Άγγελος· «εγώ απλά έκανα μια πρόταση.» Φίλησε το πλάι του λαιμού της, κάτω από τ’αφτί.

Απομακρύνθηκε, για να κουμπώσει το πανωφόρι του μπροστά στον καθρέφτη και να χτενίσει λίγο ακόμα τα μαλλιά του.

«Νομίζεις ότι οι πριγκίπισσες δεν έχουν τίποτα απολύτως να κάνουν, ε;» του είπε η Βασιλική, έχοντας στρέψει την πλάτη της στο ανοιχτό παράθυρο και κοιτάζοντάς τον.

«Δεν ξέρω· δεν είμαι πριγκίπισσα.»

«Αν ήσουν, δε θα κοιμόμουν μαζί σου.»

Ο Άγγελος μειδίασε και, παίρνοντας την τσάντα του από κάτω, την πέρασε στον ώμο. «Χαιρετώ,» είπε, πλησιάζοντας την εξώπορτα του διαμερίσματος. «Κι ελπίζω να μη μάθω πάλι τα νέα σου στις εφημερίδες.»

«Εξαφανίσου!» αποκρίθηκε η Βασιλική, χτυπώντας τη φτέρνα της στον τοίχο. «Τώρα!»

Ο Άγγελος έφυγε.

Η Βασιλική σταύρωσε τα χέρια της εμπρός της, χαμογελώντας. Ήταν αλήθεια ότι οι εφημερίδες είχαν γράψει πρόσφατα γι’αυτήν. Είχε πάει να παίξει κάτι λεφτά σ’ένα καζίνο, και είχε διαπιστώσει ότι ο συμπαίκτης της έκλεβε, έτσι είχε κάνει φασαρία. Και οι δημοσιογράφοι είχαν παρουσιαστεί αμέσως. Αμέσως, οι καταραμένοι μπάσταρδοι. Λες και το ήξεραν ότι θα τσακωνόταν.

Και ίσως να το ήξεραν, σκέφτηκε η Βασιλική, νιώθοντας το χαμόγελό της να χάνεται. Από τότε που είχε πάψει να μένει στο παλάτι, εξαιτίας των διαφωνιών που είχε με τον αδελφό της και τη γυναίκα του, είχε την εντύπωση ότι την παρακολουθούσαν και ότι, μάλιστα, ορισμένες καταστάσεις ήταν στημένες γι’αυτήν, σαν παγίδες.

Ήταν παράξενο, γιατί ποτέ ξανά δεν της είχε συμβεί κάτι παρόμοιο.

Υποψιαζόταν, όμως, ότι για όλα ευθυνόταν η κάστα που είχε διαμορφωθεί γύρω απ’τον Λούσιο και τη Δομινίκη. Ήταν ένα μάτσο γλοιώδεις, ελεεινοί μπάσταρδοι· και δεν ήταν κρυφό –τουλάχιστον, όχι από τη Βασιλική– ότι προσπαθούσαν να ελέγχουν τις εφημερίδες. Για το Φως της Απολλώνιας, δε, ούτε συζήτηση: το κανάλι ήταν πλήρως ελεγχόμενο από τους λακέδες του αδελφού της. Οι πιο υποψιασμένοι πολίτες το γνώριζαν, και το αγνοούσαν, συστηματικά και επιδεικτικά.

Η Βασιλική έπαψε να στηρίζει την πλάτη της στο περβάζι του παραθύρου και, γυρίζοντας, έκλεισε το τζάμι. Ο κρύος αγέρας την είχε παγώσει, χωρίς να το αντιληφτεί.

Βαδίζοντας μες στο δωμάτιο, έλυσε τη ρόμπα της και την άφησε να πέσει στο πάτωμα. Ύστερα, άρχισε να ντύνεται και, σύντομα, είχε τελειώσει. Φορούσε τώρα ένα ζευγάρι κοντές μπότες, χοντρό καλσόν, κοντή, μαύρη δερμάτινη φούστα, λευκό δαντελωτό πουκάμισο, μαύρο πέτσινο πανωφόρι με ψηλό γιακά, και ένα μικρό γκρίζο καπέλο της τελευταίας μόδας. Τα μαλλιά της ήταν λυτά, και χύνονταν στους ώμους και στην πλάτη της.

Βγήκε απ’το διαμέρισμα της, κλείδωσε, και μπήκε στον ανελκυστήρα της πολυκατοικίας, κατεβαίνοντας. Όταν έφτασε κάτω, στους δρόμους της Απαστράπτουσας, βάδισε ανάμεσα στον κόσμο και πλησίασε ένα περίπτερο. Εκεί, κοίταξε τις εφημερίδες.

Στα πρωτοσέλιδα δεν είδε, αυτή τη φορά, τον εαυτό της. Διάβασε, όμως, για κάποιο πολύ, πολύ γνωστό της πρόσωπο, και δεν μπορούσε να το πιστέψει!

*

«Στην Απαστράπτουσα,» είπε ο Φαρνέλιος στους συντρόφους του, «ο γρηγορότερος τρόπος για να μάθεις τα τελευταία νέα είναι να κοιτάξεις τις εφημερίδες. Όλες τις εφημερίδες. Αλλά, στη συγκεκριμένη περίπτωση, φαίνεται πως, όποια εφημερίδα κι αν κοιτάξεις, το ίδιο έχει για πρωτοσέλιδο.»

Ήταν καθισμένος σε μια καφετέρια της νότιας όχθης του Οροκέλωρα. Μαζί του, στο ίδιο τραπέζι, κάθονταν ο Θελλέδης και η Σαρφάλλη. Η γυναίκα ήταν γαλανόδερμη, σαν τον Θελλέδη, και καταγόταν επίσης από την Αλβέρια. Είχε πορφυρά μαλλιά και ήταν κοντή στο ανάστημα. Και, ενώ ο Θελλέδης ήταν από τους ανθρώπους που ζούσαν στα πιο πολιτισμένα μέρη της Αλβέρια (και εργάζονταν στις –ή, πολλές φορές, διεύθυναν τις– ξενοδοχειακές επιχειρήσεις της εν λόγω διάστασης), η Σαρφάλλη ήταν από εκείνους που ζούσαν στα βαθύτερα σημεία, μέσα στα πυκνά δάση. Αυτοί οι άνθρωποι ήταν, συνήθως, μικροκαμωμένοι και δεν ήθελαν πολλές επαφές με τον έξω κόσμο. Επίσης, ήταν εξαιρετικά προληπτικοί και με δεκάδες ταμπού.

Επάνω στο τραπέζι, ανάμεσα στους επαναστάτες, βρίσκονταν όλες οι σημερινές εφημερίδες της Απαστράπτουσας, τις οποίες ο Φαρνέλιος είχε, πριν από λίγο, αγοράσει από ένα περίπτερο. Επί του παρόντος, κρατούσε ανοιχτή εμπρός του τη Φωνή της Απολλώνιας: μια από τις μεγαλύτερες εφημερίδες, η οποία δεν έμενε μόνο στην πρωτεύουσα, αλλά ταξίδευε σ’όλο το βασίλειο.

Ο Φαρνέλιος σήκωσε την κούπα με τον καφέ του και ήπιε μια γουλιά. «Η επιστροφή του Πρίγκιπά μας, λοιπόν, δεν πέρασε καθόλου απαρατήρητη. Ούτε εκείνος αποδείχτηκε ιδιαιτέρως ανεχτικός με τους σφετεριστές.»

Ο Θελλέδης και η Σαρφάλλη είχαν μείνει σιωπηλοί για κάμποση ώρα, νιώθοντας παραλυμένοι από τα νέα. Τώρα, όμως, ο πρώτος είπε: «Κύριε Φαρνέλιε, φαίνεστε πολύ ήρεμος… Δε θα έπρεπε να, εμμμ… να–;»

«Φαίνομαι μόνο· σε διαβεβαιώνω, καλέ μου Θελλέδη,» αποκρίθηκε ο Φαρνέλιος.

«Δηλαδή, έχετε ανησυχήσει;»

Ο Φαρνέλιος άφησε κάτω την εφημερίδα. «Εσύ τι λες; Να μην έχω ανησυχήσει;»

«Ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος, επομένως, έχει μπλέξει άσχημα…»

«Δε θα μπορούσα να το θέσω καλύτερα.» Ο Φαρνέλιος πήρε το βλέμμα του από τον Θελλέδη και το έστρεψε πάλι στις εφημερίδες, κοιτάζοντας τα πρωτοσέλιδά τους εναλλάξ. «Αξιοπερίεργο, δε, είναι το γεγονός πως, παρότι όλοι λένε τα ίδια, ο ένας λέει τελείως διαφορετικά πράγματα από τον άλλο.»

Ο Θελλέδης συνοφρυώθηκε. «Πώς είναι αυτό δυνατόν, κύριε Φαρνέλιε;»

Ο Φαρνέλιος γέμισε την πίπα του με καπνό και την άναψε. «Είστε τυχεροί, που δεν έχετε εφημερίδες στην Αλβέρια. Γλιτώνετε από τους δημοσιογράφους, που, αναμφίβολα, είναι η χειρότερη φάρα μετά τους ζηλωτές του Μαύρου Νάρζουλ.

»Ακούστε αυτό,» είπε, ρίχνοντας μια ματιά στον Θελλέδη και μια στη Σαρφάλλη, η οποία ακόμα δεν είχε βγάλει άχνα. «Η Φωνή της Απολλώνιας γράφει, με μεγάλα γράμματα, στην πρώτη σελίδα: ‘Η επιστροφή ενός πολύ ταραγμένου Πρίγκιπα!’ Πολύ διπλωματικό, έτσι; Δεν αναφέρει το όνομα του Ανδρόνικου, αλλά αυτός είναι ο μόνος Πρίγκιπας της Απολλώνιας που μπορεί να επιστρέψει, αφού ο άλλος είναι ήδη εδώ και βασιλεύει. Επίσης, λέει: πολύ ταραγμένου. Τι να σημαίνει, άραγε, αυτό; Ότι είναι εξοργισμένος, ή, μήπως, τρελός; Στα άρθρα που ακολουθούν γίνονται διάφορες υποθέσεις. Η Φωνή της Απολλώνιας πάντοτε ήταν η εφημερίδα των διπλών μονοπατιών.

»Και ακούστε αυτό τώρα.» Ο Φαρνέλιος τράβηξε μια άλλη εφημερίδα. «Ο Κήρυκας της Απαστράπτουσας γράφει, με μεγάλα γράμματα, στο πρωτοσέλιδό του: ‘Ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος επιστρέφει, δολοφονώντας!’ Δε χρειάζεται να αναρωτηθούμε με ποιου το μέρος είναι ο καλός μας Κήρυκας…»

Ο Φαρνέλιος τράβηξε άλλη εφημερίδα. «Τα Απολλώνια Νέα έχουν για τίτλο: ‘Ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος δεν κρύβει την οργή του.’ Η Κουβέντα λέει: ‘Σύγκρουση μεταξύ Βασιλικών Αδελφών!’ Και ο Πλανόδιος γράφει: ‘Διαμάχη για τον Κυανό Θρόνο!’

»Όπως βλέπετε, ο καθένας έχει και τη δική του βίδα. Ελπίζω να πήρατε μια γεύση τού τι σημαίνει εφημερίδα στην Απολλώνια.»

«Ναι,» είπε ο Θελλέδης· «αλλά, εντάξει, αυτά είναι ορισμένα πράγματα που λένε κάποιοι και θέλουν να τα δημοσιεύουν. Σημασία έχει το τι πραγματικά έγινε.»

«Κάνεις λάθος,» διαφώνησε ο Φαρνέλιος. «Σημασία έχει το πώς κάνεις να φαίνεται αυτό που πραγματικά συνέβη. Εσύ, για παράδειγμα, νόμιζες ότι ήμουν ήρεμος, επειδή φαινόμουν ήρεμος. Ο περισσότερος κόσμος, δυστυχώς, δε θα καθίσει να ψάξει την αλήθεια· θα χάψει ό,τι του σερβίρουν οι περισσότερες πηγές πληροφόρησης.»

«Έστω,» αποκρίθηκε ο Θελλέδης. «Τι μπορούμε, όμως, να κάνουμε τώρα για να βοηθήσουμε τον Πρίγκιπα και την Άνμα’ταρ;»

Ο Φαρνέλιος μάσησε την άκρη της πίπας του. «Δύσκολα ερωτήματα μού θέτεις, Θελλέδη…»

*

«Καλημέρα, μητέρα,» είπε ο Λούσιος. «Πέρασε.»

«Είναι αλήθεια;» ρώτησε αμέσως η Βασίλισσα Γλυκάνθη. «Είναι αλήθεια;»

Ο Λούσιος παραμέρισε απ’το κατώφλι της εισόδου των διαμερισμάτων του, κάνοντάς της χώρο να περάσει.

Η μητέρα του μπήκε. «Είναι αλήθεια; Ο Ανδρόνικος είναι εδώ; Και τον φυλάκισες, για όνομα του Απόλλωνα;»

Ο Λούσιος έκλεισε την πόρτα. «Ήταν αναγκαίο, μητέρα. Δεν είχε καμία λογική, ετούτη τη φορά–»

«Τι θες να πεις, ‘δεν είχε καμία λογι–’;»

«Μητέρα, ηρέμησε!» τη διέκοψε ο Λούσιος. «Ο Ανδρόνικος δεν ήταν καθόλου καλά, όταν ήρθε εδώ. Παρουσιάστηκε μες στη νύχτα, κουκουλωμένος. Πέρασε από την κεντρική πύλη του κήπου, βάζοντας τη μάγισσά του να μπερδέψει τον τηλεοπτικό πομπό απέξω. Και, όταν πλησίασε τα διαμερίσματά μου, Κάλεσε τον Λάθμιο, χρησιμοποιώντας τον Κελευστή, και ήταν έτοιμος να τον σκοτώσει! Ευτυχώς, εμφανίστηκα εγκαίρως, για να σταματήσω αυτή την παραφροσύνη. Αλλά ο Ανδρόνικος δε δέχτηκε να λογικευτεί· επιτέθηκε στους φρουρούς του παλατιού, τραυματίζοντας και σκοτώνοντας, χωρίς να τον ενδιαφέρει ότι χτυπούσε τους δικούς του ανθρώπους! Μητέρα, με ανάγκασε να τον φυλακίσω.»

Η Γλυκάνθη κοιτούσε τον γιο της με μάτια ορθάνοιχτα και τις μικρές της γροθιές σφιγμένες. «Δεν μπορώ να το καταλάβω,» είπε. «Ο Ανδρόνικος… δε θα επιτιθόταν ποτέ στους φρουρούς του παλατιού!»

«Πήγαινε να ρωτήσεις, μητέρα, αν δε με πιστεύεις. Φρουροί τραυματίστηκαν και σκοτώθηκαν μες στη νύχτα.»

«Μα τους θεούς…» ψιθύρισε η Γλυκάνθη. «Γιατί;…»

Ο Λούσιος ανασήκωσε τους ώμους, μορφάζοντας. «Ίσως να αποτρελάθηκε στις διαστάσεις όπου–»

Η Γλυκάνθη τον χαστούκισε, όχι δυνατά, αλλά αρκετά για να τον σταματήσει. «Μη μιλάς έτσι για τον αδελφό σου, Λούσιε!» είπε, έντονα. «Δεν είναι τρελός–»

«Μα, μητέρα, επιτέθηκε–»

«Θα παρεξήγησε την κατάσταση, προφανώς!» είπε η Γλυκάνθη. «Θα άκουσε παράλογα πράγματα για σένα –αυτά που εξαπλώνουν οι λασπολόγοι–, και θα ήρθε εδώ αρνητικά φορτισμένος. Εξοργισμένος.»

«Δεν το νομίζω, μητέρα. Ο Ανδρόνικος έχει αλλάξει. Το είχα πληροφορηθεί και παλιότερα, αλλά δε σου είχα πει τίποτα.»

Η Γλυκάνθη συνοφρυώθηκε. «Τι εννοείς;»

«Ο Ανδρόνικος έχει παθιαστεί με τον αγώνα του εναντίον της Παντοκράτειρας. Δεν τον ενδιαφέρει πλέον τόσο για την Απολλώνια όσο για την εκδίκησή του. Είναι προσωπικό ζήτημα για εκείνον. Και το ξέρεις, μητέρα, πως οι φανατικοί άνθρωποι είναι επικίνδυνοι. Αν ο πατέρας μπορούσε τώρα να τον δει, το ίδιο θα σου έλεγε.»

Η Γλυκάνθη τον ατένιζε με δυσπιστία να καθρεπτίζεται στα μάτια της, και ο Λούσιος σκέφτηκε: Γιατί δε με πιστεύεις, μητέρα; Γιατί; Τον Ανδρόνικο πάντοτε τον πίστευες, ό,τι κι αν σου έλεγε! Παρότι ήταν ο μικρότερος από τους δυο μας, πάντοτε τον είχες για μεγαλύτερο· ενώ ό,τι κι αν έλεγα εγώ, έπρεπε να ελεγχθεί και να ξαναελεγχθεί!

«Θέλω να τον δω,» είπε η Γλυκάνθη. «Πού κρατείται;»

Ο Λούσιος αναστέναξε. «Δυστυχώς, δεν μπορείς να τον δεις. Οι φρουροί αναγκάστηκαν να τον χτυπήσουν με αναισθητικό, προκειμένου να τον ηρεμήσουν, και ίσως ακόμα να βρίσκεται ναρκωμένος.»

«Νάρκωσες τον αδελφό σου

«Αφού δεν παραδινόταν, τι να έκανα; Να τον σκότωνα; Έτσι, ούτε αυτός τραυμάτισε κανέναν άλλο, ούτε κανένας τραυμάτισε αυτόν.»

«Μόλις ξυπνήσει, θέλω να με ειδοποιήσεις. Θέλω να τον δω.»

«Εντάξει, μητέρα,» ένευσε ο Λούσιος, «θα σε ειδοποιήσω.»

«Αυτό που συνέβη απόψε είναι ντροπή για ολόκληρη την οικογένειά μας!» τόνισε η Γλυκάνθη.

«Το καταλαβαίνω, μητέρα.»

Η Γλυκάνθη έφυγε απ’τα διαμερίσματα του γιου της.

«Γιατί δεν σε εμπιστεύεται; Αναρωτιέμαι.»

Ο Λούσιος στράφηκε, για να δει τη Δομινίκη να στέκεται στο κατώφλι μιας πόρτας. Δεν ήταν πλέον ντυμένη με τη σατέν, πράσινη ρόμπα· είχε φορέσει ένα μακρύ, μαύρο φόρεμα με εφαρμοστά μανίκια, τετράγωνο ντεκολτέ, και μικρές πέρλες ραμμένες επάνω σε αρκετά σημεία του υφάσματός του, έτσι ώστε να φτιάχνουν διάφορα σχήματα.

«Δεν ξέρω,» αποκρίθηκε ο Λούσιος, βηματίζοντας μέσα στο δωμάτιο. «Και μη μου πεις ότι ετούτη είναι η πρώτη φορά που το πρόσεξες.»

«Σίγουρα,» παραδέχτηκε η Δομινίκη, «δεν είναι η πρώτη φορά. Όμως πίστευα ότι, ύστερα από τόσα που έχεις κάνει για το βασίλειο, η εμπιστοσύνη της για σένα θα είχε αυξηθεί.»

«Η μητέρα είναι πολύ μεγάλη γι’αυτά τα διοικητικά ζητήματα. Τον περισσότερό της χρόνο τον περνά κοντά στον πατέρα μου, δε βλέπεις; Κι εκείνος αμφίβολο είναι αν αντιλαμβάνεται την παρουσία της.»

«Και πάλι, αυτό δε δικαιολογεί τη στάση της απέναντί σου…»

«Τέλος πάντων!» έκανε, εκνευρισμένα, ο Λούσιος. «Γιατί το συζητάμε τούτο το θέμα; Δε βλέπω νάχει κανένα νόημα.»

«Κι όμως.» Η Δομινίκη τον ζύγωσε με γρήγορα βήματα, πιάνοντας τον δεξή του πήχη, μπήγοντας τα νύχια της επίμονα στο ύφασμα του πουκαμίσου του και στο δέρμα του από κάτω. «Κι όμως, ίσως να έχει. Ίσως να έχει πολύ μεγάλη σημασία. Αν δεν σε εμπιστεύεται, τότε μπορεί νάναι πρόθυμη να πιστέψει τον Ανδρόνικο, ό,τι τρέλα κι αν της πει.»

Πράγματι… σκέφτηκε ο Λούσιος. Πράγματι. Αυτό είναι αλήθεια. Αλλά πώς να τη σταματήσω απ’το να του μιλήσει;

Και, σαν να είχε διαβάσει το μυαλό του, η Δομινίκη τόνισε: «Δεν πρέπει να μιλήσει στον αδελφό σου.»

«Αν το θέλει, θα του μιλήσει–»

«Μπορούμε να τη σταματήσουμε–»

«Δε θα της κάνω κακό. Αυτό αποκλείεται.»

«Δε χρειάζεται να της κάνεις κακό,» είπε η Δομινίκη. «Βρες μια δικαιολογία–»

Ο Λούσιος γέλασε.

Η Δομινίκη τον ατένισε με στενεμένα μάτια, οργισμένη.

«Καμία δικαιολογία δεν πρόκειται να τη σταματήσει,» της είπε ο Λούσιος. «Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να την καθυστερήσουμε λίγο.»

«Και μετά, τι θα γίνει;»

«Θα του μιλήσει.»

«Και;»

«Τι και

«Και τι θα της πει ο Ανδρόνικος; Δεν ξέρεις τι θα της πει;»

«Για να είμαι ειλικρινής,» αποκρίθηκε ο Λούσιος, «όχι, δεν ξέρω ακριβώς τι θα της πει. Ωστόσο, υποπτεύομαι πως θα ισχυριστεί ότι θέλω να κρατήσω την εξουσία για τον εαυτό μου, κι ότι αυτός είναι ο λόγος που τον έχω φυλακίσει. Επίσης, ίσως να της πει ότι υποψιάζεται πως προσπάθησα να τον σκοτώσω μέσα στον Δύτη

«Και πώς νομίζεις ότι θα τα πάρει αυτά τα λόγια η Βασίλισσα Γλυκάνθη; Θυμάσαι τι της είχαμε πει εμείς όταν αλλάξαμε το καθεστώς στην Απολλώνια;»

«Εσύ λες να το ξέχασα;»

«Της είχαμε πει πως θα καθίσεις στον Κυανό Θρόνο προσωρινά. ‘Προσωρινά’, Λούσιε, σημαίνει πως, όταν ο Ανδρόνικος επέστρεφε, θα του παραχωρούσες τον θρόνο. Και η μητέρα σου θα απαιτήσει ακριβώς αυτό: να του τον παραχωρήσεις.»

«Ορισμένες φορές, Δομινίκη, μου δίνεις την αίσθηση ότι νομίζεις πως είμαι ηλίθιος.»

«Ορισμένες φορές, φέρεσαι σαν ηλίθιος! Έχεις σκεφτεί τι θα κάνεις όταν η Βασίλισσα ζητήσει να παραχωρήσεις τον θρόνο στον Ανδρόνικο; Δεν το έχεις σκεφτ–!»

«Φυσικά και το έχω σκεφτεί.»

Η Δομινίκη συνοφρυώθηκε.

«Θα αρνηθώ,» είπε απλά ο Λούσιος· «και θα κρατήσω τον Ανδρόνικο αιχμάλωτό μου.»

Η Δομινίκη κούνησε το κεφάλι. «Δε συμφέρει. Είναι πολύ εμφανές. Ουσιαστικά, έτσι θα δηλώσεις φανερά ότι είσαι εναντίον του Ανδρόνικου.»

«Το δήλωσα ήδη, όταν τον φυλάκισα–»

«Δεν είναι το ίδιο! Και η Βασίλισσα Γλυκάνθη δεν είναι ανίσχυρη· έχει κι αυτή τους συνδέσμους της μέσα στο βασίλειο. Μπορεί να μας προκαλέσει προβλήματα.»

«Δομινίκη, μου ζητάς να κάνω κάτι ενεργά εναντίον της μητέρας μου –κι αυτό δεν πρόκειται να το κάνω.»

Η Δομινίκη χτύπησε το πόδι της στο πάτωμα. «Μα τους Οκτώ–!»

Ο Λούσιος τής έκλεισε το στόμα με το δεξί χέρι. «Έχεις τρελαθεί;» της ψιθύρισε. «Τι είν’αυτά τα ονόματα που φωνάζεις;» Πήρε το χέρι του απ’το πρόσωπό της.

«Ποιος θα μ’ακούσει εδώ μέσα, Λούσιε; Εσύ, σίγουρα, δεν με ακούς!»

«Και οι τοίχοι έχουν αφτιά. Όπως κι η ίδια είπες, η μητέρα μου εξακολουθεί να διατηρεί πολλούς συνδέσμους, και μέσα στο παλάτι και έξω απ’αυτό –και δεν είναι ανόητη: γνωρίζει τα Μαύρα Ονόματα, ακριβώς όπως κι εμείς–»

«Όχι ακριβώς όπως κι εμείς–»

«Ίσως. Αλλά το ίδιο κάνει, και το ξέρεις. Επιπλέον,» έδειξε μια κλειστή πόρτα, «τα παιδιά μας κοιμούνται παραδίπλα.»

«Σταμάτα αυτές τις βλακείες, Λούσιε,» αντιγύρισε η Δομινίκη, «και μην προσπαθείς ν’αλλάξεις την κουβέντα–»

«Δεν προσπαθώ ν’αλλάξω την κουβέντα–»

«Αλλά το κάνεις. Το θέμα μας είναι τι θα γίνει με τη Βασίλισσα Γλυκάνθη.»

«Τίποτα απολύτως δε θα γίνει μαζί της,» είπε ο Λούσιος. «Κι αν παρουσιαστεί πρόβλημα, θα δούμε τότε πώς θα το αντιμετωπίσουμε.»

*

Η Βασιλική βγήκε φουριόζα από το τρίκυκλο όχημά της, μπήκε στην πολυκατοικία, κάλεσε τον ανελκυστήρα, τον περίμενε να κατεβεί, ανέβηκε στον ανελκυστήρα, πάτησε το κουμπί του τρίτου ορόφου, και το μηχάνημα άρχισε να την πηγαίνει στον προορισμό της, ενώ εκείνη βαστούσε στο δεξί της χέρι μερικές τυλιγμένες εφημερίδες και χτυπούσε το πόδι της, νευρικά, στο ξύλινο πάτωμα.

Ο ανελκυστήρας σταμάτησε, η Βασιλική έσπρωξε την πόρτα και βγήκε, βάδισε βιαστικά μέσα στον διάδρομο, με τα χαμηλά τακούνια των κοντών της μποτών να αντηχούν, έφτασε μπροστά σε μια πόρτα που η πινακίδα επάνω της έγραφε ΗΧΟΣ ΣΤΟ ΦΩΣ, έσπρωξε την πόρτα χωρίς να τη χτυπήσει, μπήκε σ’ένα δωμάτιο με γραφεία (διάφοροι άντρες και γυναίκες στράφηκαν, ξαφνιασμένοι, να την κοιτάξουν, σηκώνοντας τα κεφάλια τους από τις δουλειές τους), το διέσχιζε αγνοώντας τους πάντες, έσπρωξε άλλη μια πόρτα, και βρέθηκε σ’ένα πολύ μικρότερο δωμάτιο. Εδώ, υπήρχε μόνο ένα γραφείο και πίσω του καθόταν ο Άγγελος. Μπροστά από το γραφείο, σε μια καρέκλα, ήταν καθισμένος ένας άλλος άντρας, μεγαλύτερος σε ηλικία, τον οποίο η Βασιλική δεν γνώριζε.

Κι οι δυο τους την ατένισαν παραξενεμένοι.

Ο άγνωστος άντρας συνοφρυώθηκε έντονα· μάλλον, εκείνος την είχε αναγνωρίσει. Η όψη της Πριγκίπισσας της Απολλώνιας δεν ήταν και τόσο σπάνιο θέαμα.

Η Βασιλική αισθάνθηκε αμήχανα, καταλαβαίνοντας ότι, μέσα στη βιασύνη της, είχε διακόψει κάποια συζήτηση.

Ο Άγγελος μειδίασε. «Βλέπω, άλλαξες γνώμη.»

«Κάτι συνέβη,» είπε, σοβαρά, η Βασιλική.

«Μπορείς να περιμένεις λίγο;»

«Εντάξει.»

Η Βασιλική βγήκε και έκλεισε την πόρτα. Στο άλλο δωμάτιο, οι άνθρωποι στα γραφεία εξακολουθούσαν να την κοιτάζουν παράξενα. Εκείνη ακούμπησε την πλάτη της σ’έναν τοίχο –επάνω στον οποίο περνούσαν διάφορα καλώδια– και σταύρωσε τα χέρια της εμπρός της, αγκαλιάζοντας τις εφημερίδες.

«Καθίστε,» της είπε μια κοπέλα με κατάλευκο δέρμα, δείχνοντας μια άδεια καρέκλα. «Μη στέκεστε.»

«Ευχαριστώ, όχι,» αποκρίθηκε η Βασιλική.

«Να σας φέρουμε έναν καφέ;»

«Όχι, όχι.»

«Θα πρέπει να σας ανησύχησαν τα πρωτοσέλιδα,» είπε ένας άντρας με μούσι και δέρμα λευκό-ροζ, σαν το δικό της. Το κεφάλι του ήταν τελείως καραφλό.

Η Βασιλική δεν του απάντησε· απλά, τον κοίταξε κι ύστερα έστρεψε το βλέμμα της αλλού.

«Ίσως να μην είναι τίποτα περισσότερο από μια οικογενειακή διαφωνία,» συνέχισε ο άντρας, ανάβοντας τσιγάρο.

«Δεν το νομίζω,» είπε η Βασιλική, ψυχρά.

«Ναι, βέβαια… έχει ακουστεί να συμβαίνουν και αποτρόπαια πράγματα στις οικογενειακές διαφωνίες.» Μειδίασε. Τράβηξε μια γερή τζούρα απ’το τσιγάρο του.

Η Βασιλική τον αγνόησε.

«Ένας τρίτος μου ξάδελφος είχε μια έντονη διαφωνία με την αδελφή του,» είπε ο άντρας, εξακολουθώντας να μιλά παρότι ήταν προφανές ότι η Πριγκίπισσα δεν ήθελε ν’ακούσει τίποτα περισσότερο απ’αυτόν, «κι εκείνη έφυγε απ’το σπίτι και γύριζε από δω κι από κει. Είχε αλητέψει κανονικά. Τελικά, εγκατέλειψε την Απαστράπτουσα και πήγε στη Μακρόπολη, κι από τότε δεν ξανακούσαμε γι’αυτήν…» Ανασήκωσε τους ώμους του, μορφάζοντας.

Η Βασιλική τον αγριοκοίταξε, γιατί ο άνθρωπος έμοιαζε να το έχει βάλει σκοπό να της σπάσει τα νεύρα.

Εκείνος γέλασε, κοφτά. «Τέλος πάντων,» είπε, «έχουμε και δουλειά εδώ.» Έστρεψε το βλέμμα του σε κάτι χαρτιά και πήρε έναν χάρακα από δίπλα, για να μετρήσει. «Κακό πράγμα, πάντως, να είσαι στους δρόμους, όταν δεν τα πηγαίνεις καλά με την οικογένεια,» μουρμούρισε, τινάζοντας στάχτη στο τασάκι πλάι του, χωρίς να κοιτάζει τη Βασιλική.

Άντε γαμήσου, ρε καραφλέ μαλάκα! σκέφτηκε, θυμωμένα, εκείνη, μα προτίμησε να μη μιλήσει. Ωστόσο, αισθανόταν τα νεύρα της τσιτωμένα, καθώς περίμενε.

«Οι σελίδες αυτές φαίνονται εντάξει,» είπε, μετά από λίγο, ο καραφλός άντρας με το μούσι, και έδωσε τα χαρτιά εμπρός του σε μια κοπέλα.

Η Βασιλική τον κοίταξε με την άκρια του ματιού της. Ποιος είν’αυτός ο τύπος; Ο Άγγελος δε μου έχει ποτέ πει τίποτα γι’αυτόν. Τι ηλίθιος άνθρωπος!

Η πόρτα πλάι της άνοιξε, και ο άντρας που ήταν μαζί με τον Άγγελο βγήκε, περνώντας ανάμεσα απ’τα γραφεία και πηγαίνοντας προς την έξοδο.

Η Βασιλική μπήκε στο γραφείο του Άγγελου και έκλεισε την πόρτα πίσω της.

Εκείνος σηκώθηκε απ’την καρέκλα του. «Υποθέτω, είδες τις εφημερίδες.»

«Τις είδες κι εσύ;»

«Φυσικά.»

«Και δεν… και δεν έχεις…; Θέλω να πω, ύστερα από κάτι τέτοιο, συνεχίζεις τη δουλειά σου κανονικά

«Τι να κάνω; Το τεύχος πρέπει να κυκλοφορήσει–»

«Μα τους θεούς!» φώναξε η Βασιλική. «Μα τον Απόλλωνα τον ίδιο! Ο αδελφός μου είναι φυλακισμένος, κι ένας σφετεριστής κάθεται στον Κυανό Θρόνο της Απολλώνιας–!»

«Ο σφετεριστής είναι επίσης αδελφός σου,» της θύμισε ο Άγγελος.

«Δε μ’ενδιαφέρει! Δες τι έκανε!» Κράτησε μια εφημερίδα ανοιχτή μπροστά της, έτσι ώστε να φαίνεται το πρωτοσέλιδο. «Φυλάκισε τον Ανδρόνικο! Τον ονόμασε τρελό, και προδότη, και δολοφόνο!»

Ο Άγγελος αναστέναξε. «Εντάξει, ίσως νάχεις δίκιο–»

«Ίσως;»

«Βασιλική, τι θέλεις εγώ να κάνω; Δεν εκδίδω καμια μεγάλη εφημερίδα· εκδίδω ένα περιοδικό για τη μουσική, που κυκλοφορεί μόνο μέσα στην Απαστράπτουσα–»

«Σου έχω ξαναπεί,» τόνισε η Βασιλική, χαμηλώνοντας τη φωνή της, «κάτι περίεργο συμβαίνει με τον αδελφό μου, τον Λούσιο. Κάτι πολύ περίεργο. Και τώρα αυτό επιβεβαιώνεται. Ο Ανδρόνικος επέστρεψε, κι ο Λούσιος τον φυλάκισε· και το γιατί είναι προφανές: θέλει, πάση θυσία, να κρατήσει, παράνομα, τον Κυανό Θρόνο. Και έχει διαμορφώσει τα πράγματα γύρω του έτσι ώστε να μπορεί να το κάνει!»

«Ναι,» είπε ο Άγγελος, πηγαίνοντας να ξανακαθίσει στην καρέκλα του πίσω απ’το γραφείο. «Ναι. Αλλά, και πάλι, εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτα, και το ξέρεις. Κάθισε,» πρόσθεσε, δείχνοντας την καρέκλα αντίκρυ του, «να ηρεμήσεις.»

«Δε θέλω να καθίσω,» αποκρίθηκε η Βασιλική, «ούτε να ηρεμήσω. Πρέπει να κάνω κάτι! Αυτό δεν είναι ένα περιστατικό που μπορώ να αγνοήσω–»

«Στο παλάτι, μπορείς να επιστρέψεις;» τη ρώτησε ο Άγγελος.

Εκείνη κούνησε το κεφάλι. «Ω όχι, δεν πρόκειται να επιστρέψω στο παλάτι, να μείνω μαζί μ’αυτούς τους παλαβούς που έχει μαζέψει ο αδελφός μου γύρω του.»

«Δηλαδή, ουσιαστικά, μπορείς, αλλά δεν θέλεις.»

«Πού προσπαθείς να καταλήξεις;»

«Είσαι Πριγκίπισσα της Απολλώνιας, Βασιλική. Είσαι η μοναδική Πριγκίπισσα της Απολλώνιας. Επομένως, ίσως να είσαι από τα ελάχιστα άτομα που έχουν τη δύναμη να κάνουν κάτι για την κατάσταση. Αλλά δεν πρόκειται να κάνεις αυτό το ‘κάτι’ εξ αποστάσεως, διαβάζοντας τις εφημερίδες.»

«Προτείνεις, λοιπόν, να επιστρέψω στο παλάτι…» Δεν ήταν ερώτηση.

Ο Άγγελος δε φαινόταν πρόθυμος να απαντήσει ευθέως, ίσως γιατί δεν ήθελε να πάρει την ευθύνη μιας τέτοιας απόφασης. Είπε: «Δεν ξέρω. Σκέψου το. Αφού κανένας δε σου έχει απαγορέψει να επιστρέψεις–»

«Μην είσαι αστείος. Κανένας δεν μπορεί να μου το απαγορέψει, εκτός κι αν συμβεί κάτι τρομερό: όπως αν αποδειχτεί ότι είμαι μπλεγμένη σε εσχάτη προδοσία κατά του Στέμματος.»

«Τότε,» είπε ο Άγγελος, «ίσως θα έπρεπε να πας στο παλάτι. Αν μη τι άλλο, για να μάθεις τι συμβαίνει.»

Η Βασιλική κούνησε το κεφάλι. «Δεν μπορώ να σταματήσω τον Λούσιο απ’το να κάνει ό,τι θέλει. Οι πάντες γύρω του είναι ελεγχόμενοι, και αφοσιωμένοι σ’αυτόν. Όπως επίσης και πολλά άλλα πρόσωπα σε θέσεις-κλειδιά. Δεν έχω τίποτα να χρησιμοποιήσω εναντίον του–»

Ο Άγγελος φάνηκε, ξαφνικά, ανήσυχος. Η Βασιλική το παρατήρησε. «Τι είναι;» τον ρώτησε.

Εκείνος σηκώθηκε απ’την καρέκλα του, την πλησίασε. «Καλύτερα να σταματήσουμε να μιλάμε γι’αυτό το θέμα. Δε θέλω κανένας να νομίσει ότι σ’ετούτο το γραφείο συζητώ για το πώς να εκθρονίσω τον αδελφό σου.»

«Μα τους θεούς, Άγγελε! Ο Λούσιος είναι σφετεριστής.»

«Είναι, όμως, και ο άνθρωπος που τώρα κυβερνά την Απολλώνια.» Και, με πιο μαλακή φωνή: «Με συγχωρείς, Βασιλική, αλλά, πραγματικά, δεν μπορώ να κάνω τίποτα σ’αυτή την περίπτωση. Σε παρακαλώ, μη με μπλέκεις σε κάτι τέτοιο.»

Η Βασιλική αναστέναξε. «Εντάξει, θα τα πούμε το απόγευμα. Να περάσεις απ’το σπίτι μου.»

«Θα περάσω.»

Η Βασιλική στράφηκε να φύγει.

Εκείνος την έπιασε απ’το μπράτσο. «Να προσέχεις, Πριγκίπισσα.»

Η Βασιλική τον φίλησε. «Είσαι ελεεινός,» του είπε, και έφυγε απ’τα γραφεία του Ήχος στο Φως.

Κάλεσε τον ανελκυστήρα και κατέβηκε στο ισόγειο της πολυκατοικίας, λιγάκι πιο ήρεμη απ’ό,τι όταν είχε έρθει. Το μυαλό της τώρα δεν ήταν συγχυσμένο· είχε αρχίσει να αναρωτιέται πώς όφειλε να δράσει. Βγήκε απ’την πολυκατοικία και πλησίασε το παρκαρισμένο τρίκυκλο όχημά της.

Μπροστά του ήταν δύο νεαροί με εκκεντρικά κουρέματα και βρόμικα ρούχα. Καθώς η Βασιλική έκανε να περάσει από δίπλα τους, άκουσε τον έναν να λέει στον άλλο: «Δικιά μου, σ’το λέω, τα οικογενειακά προβλήματα θα σε σκοτώσουν! Θα σε σκοτώσουν

Ξαφνικά, η Βασιλική σταμάτησε να βαδίζει, νιώθοντας σαν κάποιος να είχε χτυπήσει ένα καμπανάκι μέσα στο κεφάλι της. Ο καραφλός άντρας στα γραφεία του Ήχος στο Φως δεν της είχε επίσης πει κάτι για–;

Ο άλλος νεαρός γέλασε. «Και τι σου είπε η γκόμενα, ρε;»

«Τι να πει, ρε φίλε;» απάντησε ο πρώτος νεαρός, κι άρχισαν ν’απομακρύνονται. «Δεν μπορούσε πια να πει και τίποτα!»

Ο άλλος νεαρός γέλασε πάλι, κι έστριψαν σε μια γωνία, φεύγοντας απ’τα μάτια της Βασιλικής.

Τι στις Φωτιές του Μαύρου Νάρζουλ ήταν αυτό; σκέφτηκε η Πριγκίπισσα, νιώθοντας αποπροσανατολισμένη. Ύστερα, κούνησε το κεφάλι της. Κάποια ανόητη σύμπτωση, προφανώς.

Άνοιξε το όχημά της, κάθισε στη θέση του οδηγού, και έφυγε.

12

Έχοντας φτάσει στον προορισμό τους, ο Φαρνέλιος, ο Θελλέδης, και η Σαρφάλλη βγήκαν απ’το επιβατηγό όχημα που είχαν μισθώσει και το είδαν να απομακρύνεται, για να στρίψει σε μια γωνία του μεγάλου δρόμου, ανάμεσα σε άλλα οχήματα.

Από εδώ όπου τώρα βρίσκονταν οι τρεις επαναστάτες φαινόταν καθαρά το παλάτι της Απαστράπτουσας να ορθώνεται πάνω απ’τα περισσότερα από τα υπόλοιπα οικοδομήματα. Είχαν περάσει τον Οροκέλωρα ποταμό και ήταν στη βόρεια και δυτική μεριά της πρωτεύουσας του Βασιλείου της Απολλώνιας.

«Πού πηγαίνουμε;» ρώτησε ο Θελλέδης, καθώς άφησαν τη μεγάλη λεωφόρο και μπήκαν σ’έναν μικρότερο δρόμο.

«Στο γαμπρό μου,» αποκρίθηκε ο Φαρνέλιος, που, μέχρι στιγμής, δεν είχε αποκαλύψει στους συντρόφους του τον ακριβή προορισμό τους. Κι ακόμα κι αυτό που τους έλεγε τώρα δεν σήμαινε τίποτα για εκείνους. Δεν ήξεραν τον Λαομάχο ούτε ονομαστικά. Ο Φαρνέλιος, όμως, τον εκτιμούσε πολύ ως άνθρωπο· ήταν από τους καλύτερους γιατρούς που είχε γνωρίσει, και πάντοτε τίμιος και σωστός. Δεν ήταν δυνατόν να είχε συμμαχήσει με τον Λούσιο. Ή, τουλάχιστον, έτσι εύχομαι. Γιατί, αν έχει συμβεί κάτι τέτοιο– όσο απίθανο κι αν μοιάζει, αν έχει συμβεί, τότε είναι σαν να πηγαίνουμε κατευθείαν προς το ανοιχτό στόμα ενός μεταλλαγμένου τέρατος από την Απολεσθείσα Γη…

Ο Φαρνέλιος και οι σύντροφοί του πλησίασαν μια πολυτελή πολυκατοικία και μπήκαν στον κατάφυτο κήπο της. Ένας σκύλος τούς γάβγισε από τον πρώτο όροφο, αλλά εκείνοι τον αγνόησαν· κι αμέσως μετά, μια γυναικεία φωνή ακούστηκε, επίσης από τον πρώτο όροφο, η οποία έλεγε στον Μυταρά (τον σκύλο, προφανώς) να σωπάσει, γιατί ήταν μεσημέρι κι ο κόσμος ήθελε να ξεκουραστεί απ’τις δουλειές του.

Ο Φαρνέλιος χτύπησε ένα από τα κουδούνια στην είσοδο της πολυκατοικίας, και περίμενε.

«Ποιος είναι;» ρώτησε μια γυναίκα απ’το μεγάφωνο του συστήματος των κουδουνιών.

«Εγώ είμαι, Άτια, ο Φαρνέλιος.»

Ένας συριστικός ήχος ακούστηκε, και η είσοδος της πολυκατοικίας άνοιξε.

«Ανέβα, Φαρνέλιε, ανέβα.»

Ο Φαρνέλιος μπήκε στην πολυκατοικία, μαζί με τον Θελλέδη και τη Σαρφάλλη. Χρησιμοποίησαν τον ανελκυστήρα και, σύντομα, έφτασαν στο ρετιρέ, όπου μια γυναίκα τούς περίμενε, μπροστά από μια ανοιχτή πόρτα. Ήταν μετρίου αναστήματος και είχε καστανά μαλλιά και χρυσό δέρμα. Ο Φαρνέλιος διαπίστωσε πως η μικρή του αδελφή δεν είχε αλλάξει σχεδόν καθόλου, παρότι είχε κάποιο καιρό να τη δει. Πλησίασε και την αγκάλιασε, φιλώντας τα μάγουλα και το μέτωπό της.

«Πώς είσαι, Άτια; Όλα καλά;»

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνη· και μετά, σα να το ξανασκέφτηκε: «Σχεδόν. Αλλά τι κάνεις εσύ εδώ, Φαρνέλιε; Νόμιζα ότι ήσουν με τον» –ψιθύρισε το όνομα– «Πρίγκιπα Ανδρόνικο· και ακούσαμε ότι ο Πρίγκιπας παραφρόνησε και εισέβαλε στο παλάτι, σκοτώνοντας τους φρουρούς.»

«Ο Ανδρόνικος δεν παραφρόνησε,» αποκρίθηκε ο Φαρνέλιος· «ο αδελφός του τον παγίδεψε, κι εξαπλώνει παντού τις λασπολογίες του, μέσα από τα μέσα μαζική ενημέρωσης της Απαστράπτουσας. Εγώ, ευτυχώς, δεν ήμουν μαζί με τον Πρίγκιπα, όταν το κακό συνέβη.»

«Έλα, πέρασε,» είπε η Άτια. «Πέρασε. Και…» Κοίταξε τους δύο γαλανόδερμους επαναστάτες από την Αλβέρια. «Φίλοι σου;»

Ο Φαρνέλιος κατένευσε. «Δικοί μου και του Πρίγκιπα.»

«Περάστε,» είπε η Άτια. «Περάστε.» Αν και τώρα η όψη της έμοιαζε σφιγμένη. Μάλλον, σκέφτηκε ο Φαρνέλιος, φοβάται μήπως μπλέξει, που μας βάζει στο σπίτι της. Μα όλους τους θεούς, η Απολλώνια έχει καταντήσει χειρότερη απ’τη Ρελκάμνια, την πατρίδα της Παντοκράτειρας, μ’αυτές τις ανοησίες που ξεκίνησε ο Λούσιος! Του χρειάζεται ξύλο μ’ένα βρεγμένο ραβδί!

Οι τρεις επαναστάτες μπήκαν σ’ένα σαλόνι του μεγάλου διαμερίσματος της αδελφής του Φαρνέλιου, το οποίο καταλάμβανε ολόκληρο τον πέμπτο όροφο της πολυκατοικίας.

«Ο Λαομάχος είναι εδώ;» ρώτησε ο Φαρνέλιος.

«Ναι,» αποκρίθηκε η Άτια. «Αλλά είναι ξαπλωμένος. Είναι πολύ κουρασμένος…» Και υπήρχε κάτι το ιδιαίτερο στον τρόπο με τον οποίο έλεγε αυτό το πολύ κουρασμένος. Κάτι το ιδιαίτερο, που ο Φαρνέλιος δεν μπορούσε να συγκεκριμενοποιήσει.

«Θα ήθελα να του μιλήσω,» είπε στην αδελφή του. «Σίγουρα, δε θάχει πρόβλημα να μιλήσει μαζί μου.»

Η Άτια έγλειψε τα χείλη της, διστακτικά. «Ναι, εντάξει. Θα τον φωνάξω. Καθίστε εσείς. Καθίστε.» Έφυγε από το δωμάτιο, κλείνοντας μια πόρτα πίσω της.

Ο Φαρνέλιος πήρε θέση σε μια μαλακή πολυθρόνα, και άναψε την πίπα του. Ο Θελλέδης και η Σαρφάλλη, βλέποντάς τον εκείνον να φέρεται τόσο άνετα, κάθισαν σ’έναν καναπέ. Το δωμάτιο γύρω τους ήταν όμορφα στολισμένο με πίνακες και άλλα διακοσμητικά αντικείμενα.

Η πόρτα που είχε κλείσει η Άτια δεν άργησε να ξανανοίξει, για να βγει πάλι η αδελφή του Φαρνέλιου και, μαζί της, ένας άντρας, μεγαλύτερος από εκείνη αλλά μικρότερος από τον Φαρνέλιο. Αυτός ο άντρας είχε δέρμα λευκό και μαλλιά μαύρα και σγουρά, τα οποία είχαν αρχίσει να γκριζάρουν σε μπόλικα σημεία.

Ένα χαμόγελο παρουσιάστηκε στο πρόσωπό του. «Φαρνέλιε! Καλωσόρισες, φίλε μου! Καλωσόρισες! Ποιος καλός άνεμος σε φέρνει εδώ;»

Ο Φαρνέλιος παρατήρησε ότι ο Λαομάχος ήταν αξύριστος για τουλάχιστον τρεις ημέρες, πράγμα πολύ παράξενο γι’αυτόν, που πάντοτε πήγαινε φρεσκοξυρισμένος στο νοσοκομείο. «Καλώς σε βρίσκω, Λαομάχε,» είπε, καθώς σηκωνόταν απ’την πολυθρόνα του, για να του σφίξει το χέρι. «Δυστυχώς, όμως, φοβάμαι ότι δεν είναι καλός ο άνεμος που με φέρνει εδώ…»

«Καταλαβαίνω,» αποκρίθηκε ο Λαομάχος, και η όψη του σκοτείνιασε. «Διάβασα τις εφημερίδες, και είδα τι λένε και στο Φως της Απολλώνιας. Ελεεινοί ρουφιάνοι, όλοι τους!»

Η Άτια τον ατένισε έντονα. «Δε χρειάζονται τέτοια.»

«Γιατί;» αντιγύρισε ο Λαομάχος. «Τι άλλο μπορούν να μου κάνουν;»

Ο Φαρνέλιος συνοφρυώθηκε. «Συνέβη κάτι που δεν ξέρω;»

«Έχουν συμβεί πολλά που, υποθέτω, δεν ξέρεις, φίλε μου,» αποκρίθηκε ο Λαομάχος. «Έλα μαζί μου. Πρέπει να συζητήσουμε. Ήθελα καιρό να σου μιλήσω –να μιλήσω σε κάποιον έμπιστο άνθρωπο· μα κανείς δεν ήταν εδώ.»

«Δεν είναι δυνατόν να χάθηκαν όλοι οι έμπιστοι άνθρωποι από γύρω σου, Λαομάχε.»

«Κι όμως. Έλα μαζί μου, και θα καταλάβεις.»

Ο Φαρνέλιος τον ακολούθησε προς έναν διάδρομο, και η Άτια έκανε επίσης να έρθει μαζί· ο Λαομάχος, όμως, της έγνεψε να μείνει πίσω. «Θέλω να μιλήσω μόνος με τον Φαρνέλιο,» είπε. Εκείνη δεν αποκρίθηκε· στράφηκε και έφυγε.

Ποιο είναι το πρόβλημα εδώ; αναρωτήθηκε ο Φαρνέλιος. Η αδελφή μου ποτέ δεν ήταν τσακωμένη με τον σύζυγό της. Ή, τουλάχιστον, εγώ τούς ήξερα πάντα για αγαπημένους.

Ακολούθησε τον Λαομάχο σ’ένα μισοσκότεινο δωμάτιο, όπου υπήρχε ένα γραφείο πλημμυρισμένο από βιβλία και χαρτιά. Τα ράφια των βιβλιοθηκών τριγύρω ήταν επίσης πλημμυρισμένα. Τα παραθυρόφυλλα του παραθύρου δεν ήταν παρά ελάχιστα ανοιχτά: μονάχα μια χαραμάδα σχηματιζόταν ανάμεσά τους.

«Φαρνέλιε,» είπε ο Λαομάχος με βαριά φωνή, «δεν εργάζομαι πλέον στο νοσοκομείο.»

«Σε έδιωξαν; Για ποιο λόγο;»

«Δε χρειάζονται λόγο. Τους φτάνει το ότι ήμουν πάντοτε πιστός υποστηρικτής του Ανδρόνικου, πράγμα το οποίο δεν έκρυβα–»

«Και γι’αυτό σε έδιωξαν απ’τη δουλειά σου; Δε βρήκαν ούτε καν μία πρόφαση;» Μα τους θεούς! αν τα γεγονότα είναι όπως μου τα λες, τότε έχουμε στην Απολλώνια μια δικτατορία παρόμοια με της Παντοκράτειρας!

«Δε με απέλυσαν, Φαρνέλιε,» εξήγησε ο Λαομάχος, πλησιάζοντας το γραφείο του· «με ανάγκασαν να παραιτηθώ.»

«Με τι τρόπο;» Το πράγμα γίνεται ολοένα και πιο παράξενο…

«Αν δεν έφευγαν, θα με τρέλαιναν.»

Ο Φαρνέλιος προσπάθησε να ρουφήξει καπνό απ’την πίπα του, αλλά ανακάλυψε ότι είχε σβήσει. Την άναψε και πάλι. «Θα σε τρέλαιναν;»

«Μάλλον, δε γνωρίζεις και πολλά για τις τακτικές των ακόλουθων του Μαύρου Νάρζουλ–»

«Του Μαύρου Νάρζουλ

Ο Λαομάχος ένευσε. «Ναι. Σου μοιάζει απίθανο, έτσι;»

«Τολμώ να ομολογήσω πως ναι… αν και… αν και ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος η αλήθεια είναι ότι είχε ακούσει κάποιες φήμες, καθώς ερχόμασταν προς την Απαστράπτουσα.»

«Δεν είναι φήμες,» τον διαβεβαίωσε ο Λαομάχος. «Αυτή είναι η αλήθεια: ο Λούσιος είναι υπηρέτης του Μαύρου Νάρζουλ.»

«Είσαι σίγουρος; Μα τους θεούς, είσαι σίγουρος;»

«Ναι,» είπε ο Λαομάχος, και ύψωσε το χέρι του πάνω απ’τα βιβλία και τα χαρτιά στο γραφείο του. «Αφότου με έδιωξαν απ’το νοσοκομείο, έψαξα και βρήκα πολλά ενδιαφέροντα πράγματα. Μελέτησα τις μεθόδους με τις οποίες ενεργούν οι ακόλουθοι του Μαύρου Νάρζουλ, και διαπίστωσα ότι ταιριάζουν απόλυτα μ’αυτές που χρησιμοποιήθηκαν εναντίον μου, Φαρνέλιε. Απόλυτα

«Για τι μεθόδους μιλάμε; Τι σου έκαναν;»

Ο Λαομάχος ύψωσε ένα κλειστό βιβλίο. «Ο Μαύρος Νάρζουλ δεν είναι πλέον για εμάς παρά ένα όνομα. Οι ακόλουθοί του καταπολεμήθηκαν πριν από αιώνες· αναγκάστηκαν να κρυφτούν στα βαθύτερα σκοτάδια της κοινωνίας της Απολλώνιας· η θρησκεία τους συρρικνώθηκε, και δεν μπορούσαν να ενεργήσουν. Δεν ξέχασαν, όμως. Εμείς ξεχάσαμε, εκείνοι όχι. Γνωρίζουν ακριβώς τι υπηρετούν, και τι είδους δύναμη μπορεί να προέλθει απ’τη λατρεία του σκοτεινού τους θεού.

»Εμείς, Φαρνέλιε, και ο περισσότερος άλλος κόσμος της Απολλώνιας, πιστεύουμε ότι ο Μαύρος Νάρζουλ δεν είναι παρά κάποια μικρή θεότητα του κακού: ενός κακού το οποίο δεν μπορούμε καν να προσδιορίσουμε. Λέμε ‘κακό’ και έχουμε στο νου μας μια συγκεχυμένη έννοια βίαιων και ανήθικων πράξεων. Το κακό του Μαύρου Νάρζουλ είναι, όμως, πολύ πιο συγκεκριμένο.

»Σε παλιότερες εποχές, ήταν γνωστός ως ο Άρχοντας της Παραφροσύνης, ο Δάσκαλος του Τρόμου, ο Λαξευτής των Ψευδαισθήσεων, η Κατάρα του Νου. Οι ακόλουθοι του Μαύρου Νάρζουλ παρακάμπτουν το συμβατικό κοινωνικό σύστημα· πολεμούν το μυαλό. Πώς νομίζεις ότι έγιναν όλες αυτές οι μεταρρυθμίσεις του Λούσιου; Τους έδιωξε όλους απ’τις θέσεις τους; Φυσικά και όχι. Τους μισούς τούς τρέλανε· τους υπόλοιπους τούς ανάγκασε να παραιτηθούν.» Ο Λαομάχος κάθισε στην καρέκλα πίσω απ’το γραφείο.

Ο Φαρνέλιος παρέμεινε όρθιος. «Τι ακριβώς συμβαίνει, όμως; Οι ακόλουθοι του Μαύρου Νάρζουλ χρησιμοποιούν κάποιου είδους μαγεία;»

«Όχι μόνο. Η μαγεία τους πιάνει όταν το μυαλό είναι αποπροσανατολισμένο. Με τη βοήθεια του Λούσιου, έχουν καταφέρει να αποκτήσουν ένα απίστευτα εκτεταμένο δίκτυο κατασκόπων, το οποίο απλώνεται σαν ιστός αράχνης επάνω σ’όλη την Απολλώνια. Μπορείς να βρεις ανθρώπους τους σε οποιοδήποτε μέρος· ακόμα και τα πιο απίθανα άτομα μπορούν να δωροδοκηθούν ή να εκβιαστούν για να τους υπηρετήσουν. Κι αφού οι ακόλουθοι του Μαύρου Νάρζουλ έχουν στήσει τα πάντα γύρω σου όπως τα θέλουν, αρχίζουν να παίζουν με το μυαλό σου. Παρακολουθούν κάθε σου βήμα, κάθε σου συνομιλία, κάθε σου κίνηση, και βάζουν τους ρουφιάνους τους να σου κάνουν ψυχολογικό πόλεμο. Βρίσκεις τυχαίους ανθρώπους στο δρόμο να μιλάνε αναμεταξύ τους και να συζητούν για κάποιο θέμα που έχει συμβεί και σ’εσένα πριν από μερικές ώρες. Ανακαλύπτεις ξαφνικά ότι ο ένας γνωστός σου γνωρίζει ακριβώς τι είπες με κάποιον άλλο γνωστό· και δε σ’το λέει, φυσικά, ευθέως, αλλά συνεχώς αφήνει αιχμές και υπονοούμενα. Κι αν τον ρωτήσεις πώς τα έμαθε αυτά, θα σε κοιτάξει σαν να είσαι τρελός, αρνούμενος κάθετα ότι έχει πληροφορίες για εσένα τις οποίες δεν θα έπρεπε να έχει.

»Φαντάσου να συμβαίνει αυτό γύρω σου για μέρες και μέρες, δεκαήμερα και δεκαήμερα. Στην αρχή, δεν ξέρεις καν τι ακριβώς γίνεται. Αρχίζεις να αμφισβητείς τον εαυτό σου. Αναρωτιέσαι μήπως είσαι ταραγμένος και τα νομίζεις όλ’αυτά. Κι όσο αμφισβητείς και μπερδεύεσαι, τόσο οι ακόλουθοι του Μαύρου Νάρζουλ εντείνουν το παιχνίδι τους… μέχρι που να θεωρήσουν ότι ο νους σου έχει αποπροσανατολιστεί αρκετά, ότι βρίσκεσαι στα όρια της παράνοιας· και τότε, χρησιμοποιούν τη μαγεία τους.»

«Η μέθοδος που μου περιγράφεις δε χρησιμοποιείται μόνο από τους ακόλουθους του Μαύρου Νάρζουλ,» του είπε ο Φαρνέλιος, φυσώντας καπνό απ’τα ρουθούνια και βγάζοντας την πίπα του απ’το στόμα.

Ο Λαομάχος βλεφάρισε, παραξενεμένος.

«Φυσικά,» πρόσθεσε ο Φαρνέλιος, «οι περισσότεροι απλοί πολίτες, σαν εσένα, δεν γνωρίζουν για τέτοια πράγματα, αλλά αυτές είναι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται από πολλές μυστικές υπηρεσίες, για να ταλαιπωρούν το μυαλό των στόχων τους. Ούτε εγώ τις ήξερα, προτού αναμιχθώ με την Επανάσταση· πάντως, είναι αρκετό να σου πω πως αυτό που μου περιγράφεις το κάνουν και οι πράκτορες της Παντοκράτειρας, σε διαστάσεις τις οποίες κρατούν γερά υπό τον έλεγχό τους κι επομένως μπορούν εύκολα να παρακολουθούν τα θύματά τους.»

«Δεν είχα ιδέα, Φαρνέλιε.»

Ο Φαρνέλιος ένευσε. «Το φαντάζομαι. Και, μάλιστα, είμαι βέβαιος πως δε θα μπορούσες να πιστέψεις ότι αυτό το πράγμα είναι δυνατόν να συμβεί, αν δεν το είχες δει με τα ίδια σου τα μάτια.»

«Ακριβώς.»

«Και, για να συμπληρώσω στα όσα ήδη είπες, οι ακόλουθοι του Μαύρου Νάρζουλ δεν είχαν βάλει μόνο ανθρώπους να σε παρενοχλούν συστηματικά· το έκαναν και μέσα από πινακίδες στους δρόμους όπου περνούσες, καθώς και από διαφημιστικές καταχωρήσεις σε έντυπα που ήξεραν ότι διάβαζες.»

«Μα τον Απόλλωνα, Φαρνέλιε, γνωρίζεις όντως τι ακριβώς συμβαίνει με δαύτους.»

Ο Φαρνέλιος άναψε ξανά την πίπα του. «Δεν είναι δύσκολο να στηθεί αυτό το παιχνίδι, όταν έχεις σε μια διάσταση απλωμένο το κατασκοπευτικό σου δίκτυο και την ελέγχεις πλήρως. Απλά, βάζεις ορισμένους απ’τους ρουφιάνους σου να παρακολουθούν τον στόχο, και ορισμένους άλλους να του παρουσιάζουν –δήθεν τυχαία– κομμάτια απ’την προσωπική και επαγγελματική του ζωή. Η ‘παρουσίαση’ αυτή μπορεί να γίνεται είτε μέσα από τα λόγια κάποιων ανθρώπων –συνήθως, γνωστών, συνεργατών, ή φίλων, που έχουν δωροδοκηθεί ή απειληθεί– είτε μέσα από έντυπα, διαφημίσεις, και κανάλια που γνωρίζεις ότι ο στόχος παρακολουθεί σε μόνιμη βάση.

»Ωστόσο,» πρόσθεσε ο Φαρνέλιος, «εσύ είπες και κάτι για μαγεία· κι αυτό δεν τόχω ξανακούσει.»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Λαομάχος. «Όταν οι ακόλουθοι του Μαύρου Νάρζουλ έχουν βεβαιωθεί ότι το θύμα έχει καταληφθεί από έναν βαθμό παράνοιας, τότε υφαίνουν τα μάγια τους γύρω του· και το θύμα αρχίζει να έχει παραισθήσεις. Βλέπει εικόνες που νομίζει ότι είναι αληθινές, μα δεν είναι. Ακούει ήχους που είναι, επίσης, ψευδείς. Όλος ο κόσμος μοιάζει να αποσταθεροποιείται γύρω σου, όπως το σίδερο που λιώνει απ’τη μεγάλη θερμότητα.»

«Και δέχτηκες κι εσύ μια τέτοια επίθεση;»

«Ναι.»

«Πώς την αντιμετώπισες; Ή…» ο Φαρνέλιος στένεψε τα μάτια, «ή ακόμα…;»

Ο Λαομάχος κούνησε το κεφάλι. «Όχι, δεν έχω ακόμα παραισθήσεις. Οι παραισθήσεις τελειώνουν όταν το μυαλό ηρεμήσει ξανά. Η μαγεία του Μαύρου Νάρζουλ επηρεάζει μόνο τον στόχο που ο νους του είναι ταραγμένος. Γι’αυτό κιόλας κάποτε ονόμαζαν τον συγκεκριμένο θεό και Άρχοντα της Παραφροσύνης. Υπάρχουν όλα εδώ, Φαρνέλιε.» Ο Λαομάχος ύψωσε πάλι το χέρι του πάνω απ’τα χαρτιά και τα βιβλία στο γραφείο. «Μπορείς να τα διαβάσεις κι ο ίδιος.»

Ο Φαρνέλιος κάπνισε, για λίγο, την πίπα του. Ύστερα, είπε: «Χρησιμοποιούν κι άλλες μεθόδους οι υπηρέτες του Μαύρου Νάρζουλ; Μεθόδους για να αποπροσανατολίζουν το μυαλό, εννοώ.»

«Ναι,» είπε ο Λαομάχος. «Το έχουν, πράγματι, κάνει επιστήμη. Αμφιβάλλω αν ακόμα κι οι ψυχίατροι γνωρίζουν τόσα πολλά για το θέμα.»

Ο Φαρνέλιος, που μέχρι στιγμής στεκόταν, κάθισε αντίκρυ στον συνάδελφό του. «Διαφώτισέ με,» είπε.

*

Το γαλανό φως έρχεται καταπάνω μου.

Με χτυπά.

(πόνος!)

Γλιστρά μέσα στα μάτια μου, στο μυαλό μου.

Με καίει.

Με κάνει να δω–––

Το γαλανό φως έρχεται καταπάνω μου.

Καθώς εκείνος το κραδαίνει, ο Κύριός του.

Κόβει το πρόσωπό μου στα δύο.

Διεισδύει στην ψυχή μου–––

Το γαλανό φως έρχεται καταπάνω μου–––

Το γαλανό φως έρχεται–––

Το γαλανό φως–––

Τα μάτια του ασθενή ανοίγουν. Κοιτάζει γύρω του, ταραγμένος. Ο χώρος είναι άδειος. Δωμάτιο νοσοκομείου· το αναγνωρίζει αμέσως. Το ξέρει πως έχει χτυπηθεί. Και θυμάται από ποιον έχει χτυπηθεί.

Το δικό του όνομα είναι θολό στο μυαλό του, όμως.

Προσπαθεί να το θυμηθεί κι αυτό· μα δεν τα καταφέρνει. Πρέπει να ηρεμήσει.

Προσπαθεί να ηρεμήσει, να κάνει το μυαλό του να πάψει να φλέγεται, να πάψει να παραδέρνει σαν πλοίο μέσα σε θύελλα. Να πάψουν τα νεύρα του να είναι τόσο τσιτωμένα.

Να ηρεμήσει…

Να ηρεμήσει…

Αναπνέει ρυθμικά…

Μέσα, έξω…

Μέσα, έξω…

Μέσα, έξω…

Ηρέμησε.

Τα νεύρα του δεν ήταν πλέον τόσο τεντωμένα όσο πριν. Το μυαλό του δεν παράδερνε σαν μέσα σε θύελλα–

Εκείνη η φωτιά, όμως, δεν είχε σβήσει. Όχι, δεν είχε σβήσει καθόλου. Ήταν το ίδιο δυνατή με πριν. Όπως και η γνώση που είχε αποκτήσει, ύστερα από το γαλανό φως. Εκείνη η ιερή γνώση. Η πεποίθηση.

Το όνομά του τώρα το θυμόταν. Αυγερινό, τον ονόμαζαν. Αυγερινό Αντίρρυθμο. Ήταν παλατιανός φρουρός στο Βασιλικό Παλάτι της Απαστράπτουσας.

Και ο κόσμος, το σύμπαν, είχε αλλάξει εντός του. Είχε γίνει τόσο ξεκάθαρο. Το γαλανό φως είχε σκίσει το παραπέτασμα του σκότους, και τον είχε κάνει να δει.

Ο Αυγερινός ανασηκώθηκε επάνω στο κρεβάτι και άγγιξε το πρόσωπό του. Όπως το περίμενε, ήταν τυλιγμένο με επιδέσμους. Οι γιατροί το είχαν τυλίξει, για να θεραπευτεί το τραύμα από το σπαθί του Κυρίου του Γαλανού Φωτός. Ο Αυγερινός, όμως, ένιωθε πως ήταν ήδη καλά· η πληγή δε χρειαζόταν περισσότερη περιποίηση. Ύψωσε τα χέρια του και ξετύλιξε τους επιδέσμους.

Σηκώθηκε απ’το κρεβάτι και πλησίασε έναν καθρέφτη. Κοίταξε την όψη του, και είδε την ουλή. Ένα λοξό σκίσιμο στο πρόσωπό του, από επάνω δεξιά ώς κάτω αριστερά, από το μέτωπό του ώς το σαγόνι του. Οι γιατροί τού είχαν κάνει ράμματα, για να κλείσει, αλλά αυτό παρέμενε κατακόκκινο· και ο Αυγερινός ήξερε ότι ποτέ δε θα έφευγε.

Χαμογέλασε, και τα μάτια του γυάλισαν.

Γυάλισαν με μια γαλανή λάμψη.

*

Η Βασιλική ήταν αναποφάσιστη ως προς το τι όφειλε να κάνει. Οδήγησε το τρίκυκλο όχημά της κοντά στη βόρεια όχθη του Οροκέλωρα και το σταμάτησε εκεί. Άνοιξε το γυάλινο σκέπαστρό του, άναψε ένα τσιγάρο, και κάθισε να σκεφτεί, ενώ κοίταζε τα πλοιάρια και τις βάρκες που διέσχιζαν τα νερά του ποταμού.

Όταν πήρε κάποιες αποφάσεις, έκλεισε πάλι το σκέπαστρο του οχήματος της και πήγε σ’ένα εστιατόριο, για να φάει. Δεν ήταν πολλή ώρα που είχε έρθει το μεσημέρι, έτσι τα τραπέζια του εστιατορίου δεν ήταν ακόμα γεμάτα. Εκτός από τη Βασιλική, μονάχα σε άλλα τρία κάθονταν πελάτες. Τα γκαρσόνια του μέρους τη γνώριζαν, και την καλωσόρισαν, χαιρετώντας την με την πρέπουσα επισημότητα για μια πριγκίπισσα της Απολλώνιας. Η Βασιλική τούς αποκρίθηκε ευγενικά, κι ύστερα παράγγειλε ένα ελαφρύ γεύμα. Τα γκαρσόνια τής έφεραν παραπάνω φαγητά, ακριβώς όπως ήξερε ότι θα έκαναν.

Η Βασιλική έφαγε ήρεμα, και, όταν τελείωσε, άφησε τα χρήματα του λογαριασμού στο τραπέζι, μαζί με ένα γενναιόδωρο φιλοδώρημα –ένα φιλοδώρημα που, εκτός αν ήσουν πριγκίπισσα της Απολλώνιας, μάλλον δε θ’άφηνες τόσο απλόχερα.

Βγήκε απ’το εστιατόριο και πήγε προς το όχημά της. Προτού, όμως, φτάσει εκεί, είδε, επάνω σε μια κολόνα, μια αφίσα κολλημένη. Η αφίσα έγραφε με μεγάλα, έντονα γράμματα: ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ, και διαφήμιζε μια θεατρική παράσταση. Η Βασιλική μόρφασε, καθώς, άθελά της, ήρθαν στο νου της τα λόγια του ενοχλητικού καραφλού άντρα στα γραφεία του Άγγελου και το εντελώς ηλίθιο, τυχαίο περιστατικό με τους δύο νεαρούς, έξω απ’την πολυκατοικία των γραφείων.

Πώς είναι δυν–;

Το έβγαλε απ’το μυαλό της και συνέχισε να βαδίζει προς το όχημά της. Πρέπει να ηρεμήσεις, Βασιλική, γιατί δεν πας καλά. Κάποιος –δε θυμόταν ποιος– είχε πει: Όταν ψάχνεις για κάτι, το βρίσκεις παντού στο σύμπαν.

Μπήκε στο όχημά της και το οδήγησε σ’έναν σταθμό ενέργειας, γιατί η ένδειξη ΠΟΣΟΤΗΤΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ εμπρός της έδειχνε 27,3%, και εκεί όπου θα πήγαινε ίσως να της χρειαζόταν περισσότερη. Αγόρασε μια επιπλέον ενεργειακή φιάλη και την έβαλε πίσω από το κάθισμά της.

Ύστερα, έστριψε σε μια μεγάλη λεωφόρο της Απαστράπτουσας και κατευθύνθηκε προς τη δυτική έξοδο της πόλης. Λόγω της ώρας, η κίνηση ήταν αυξημένη στη λωρίδα των οχημάτων, έτσι άργησε λίγο να φτάσει στον προορισμό της. Όταν, όμως, έφτασε, είδε τον δρόμο ν’ανοίγει μπροστά της, καθώς άφησε την απέραντη μάζα χτιρίων της Απαστράπτουσας πίσω της. Από εδώ και πέρα, υπήρχαν μονάχα μικρά προάστια, και μπορούσε κανείς εύκολα να δει τον ορίζοντα. Της Βασιλικής τής άρεσε η ύπαιθρος, παρότι ήταν παιδί της πόλης· τη μάγευε, τη γαλήνευε.

Εκεί, βέβαια, που πήγαινε τώρα δεν πήγαινε για να γαληνέψει. Δεν ήταν ένα μέρος γαλήνης, ούτε ψυχικής ηρεμίας. Η Πριγκίπισσα της Απολλώνιας πήγαινε να επισκεφτεί μια φίλη, η οποία είχε αρρωστήσει, και της οποίας η αρρώστια πάντοτε έμοιαζε παράξενη στη Βασιλική. Όχι, δηλαδή, πως όλες οι αρρώστιες του μυαλού δεν ήταν παράξενες, μα… σ’ένα άτομο σαν τη Βικτώρια… πώς ήταν δυνατόν αυτό να είχε συμβεί σ’ένα άτομο σαν τη Βικτώρια; Η Βικτώρια ήταν πάντοτε τόσο συγκροτημένη, και τόσο σταθερή ως προσωπικότητα. Η Βασιλική υποπτευόταν πως η ασθένειά της δεν ήταν καθόλου τυχαία, γιατί είχε ακούσει κι άλλους να «αρρωσταίνουν», τον τελευταίο καιρό, και να φεύγουν απ’τις θέσεις τους. Φαίνεται πως όσοι δε συμπαθεί ο Λούσιος κάτι παθαίνουν. Κάτι τούς πιάνει και ταλαιπωρούνται από ψυχικές ασθένειες, ή από ξαφνικούς –και φαινομενικά αδικαιολόγητους– φόβους.

Τους απειλεί, είμαι σίγουρη. Κάπως, τους απειλεί. Ή, τους ποτίζει με ψυχοτρόπους ουσίες, που καταστρέφουν το μυαλό τους.

Είναι, όμως, καιρός να μάθουμε τι ακριβώς συμβαίνει μ’εσένα, Λούσιε. Το έχεις πλέον παρακάνει. Έχεις ξεπεράσει το όριο.

Η Βασιλική οδηγούσε τώρα το όχημά της ανάμεσα από ψηλά δέντρα με λιγνούς κορμούς, τα οποία της έκαναν σκιά. Δεν είμαι μακριά πλέον… Τον γνώριζε τον δρόμο γιατί είχε ξανάρθει εδώ, για να επισκεφτεί τη Βικτώρια. Οι γιατροί, τότε, δεν την είχαν αφήσει να μείνει μαζί της όσο εκείνη θα ήθελε· ετούτη τη φορά, όμως, θα με αφήσουν. Δεν πρόκειται να φύγω, αν δε μάθω ακριβώς τι της συνέβη. Και δεν υπήρχε περίπτωση να ξαναδεχτεί εκείνες τις βλακείες που της είχαν πει, ότι η Βικτώρια ήταν κουρασμένη απ’τη δουλειά της κι όλες τούτες οι ψυχικές διαταραχές είχαν προέλθει από υπερκόπωση.

–Ξαφνικά, αντιλήφτηκε κάποιον να έρχεται πίσω της.

Από τον καθρέφτη του οχήματός της, είδε ένα άλλο όχημα: ένα δίκυκλο, στη σέλα του οποίου καθόταν ένας άντρας με κράνος. Το πρόσωπό του δε φαινόταν. Στη μπροστινή μεριά του δίκυκλου υπήρχε ένα μεγάλο, λαξευτό κρανίο, φτιαγμένο από άργυρο, το οποίο γυάλιζε στις ακτίνες του ήλιου που περνούσαν ανάμεσα από τις φυλλωσιές των ψηλών δέντρων.

Από πού ξεπετάχτηκε αυτός ο ανώμαλος; απόρησε η Βασιλική· κι άθελά της, αισθάνθηκε ένα ρίγος να τη διατρέχει πατόκορφα.

Το δίκυκλο επιτάχυνε, φτάνοντας δίπλα στο όχημα της Πριγκίπισσας, και ο οδηγός του ύψωσε το δεξί του χέρι και τη χαιρέτισε.

Με ξέρει;

Η Βασιλική έκανε ν’ανοίξει το σκέπαστρο του οχήματός της και να του φωνάξει «Ποιος είσαι;» αλλά εκείνος επιτάχυνε περισσότερο, και το δίκυκλο, σύντομα, άφησε το τρίκυκλό της πίσω του και έστριψε σ’έναν χωματόδρομο, αριστερά.

Ο δρόμος της Βασιλικής δεν ήταν από εκεί, και δεν αισθανόταν καμία επιθυμία ν’αρχίσει να κυνηγά αυτόν τον παλαβό. Εξάλλου, κατά πάσα πιθανότητα, ή κάποιος μαλάκας ήταν ή την είχε περάσει για άλλη.

Εκτός αν είναι κατάσκοπος του Λούσιου… Αλλά, αν ίσχυε αυτό, γιατί να παρουσιαστεί έτσι; Για να την προειδοποιήσει ότι την παρακολουθούν; Η Βασιλική γέλασε, εσωτερικά. Τι κάθομαι και σκέφτομαι; Το όλο περιστατικό, προφανώς, δεν είχε κανένα νόημα.

Και είχε σημαντικότερα πράγματα για ν’απασχολούν το μυαλό της.

Το όχημά της ακολούθησε ένα βόρειο παρακλάδι του μεγάλου δρόμου και η Βασιλική, σύντομα, ατένισε τη Χρυσάνθια Κλινική. Σταμάτησε το τρίκυκλο της κοντά στην είσοδο, και είδε ότι η ΠΟΣΟΤΗΤΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ είχε πέσει στο 12,1%. Ίσως να την έφτανε και για να επιστρέψει, τελικά. Τέλος πάντων.

Κλείδωσε το όχημα και βάδισε μέχρι τη μεγάλη, διπλή πόρτα της εισόδου της κλινικής. Το ένα φύλλο ήταν ανοιχτό, έτσι πέρασε στην αίθουσα υποδοχής και πλησίασε το γραφείο της θυρωρού.

«Καλησπέρα,» είπε. «Είμαι η Πριγκίπισσα Βασιλική, του Οίκου των Ευφρόνων–»

Η κοπέλα στο γραφείο αμέσως σηκώθηκε κι έκανε μια επίσημη, βαθιά υπόκλιση. «Υψηλοτάτη!» Μάλλον, δεν την είχε αναγνωρίσει, βλέποντάς τη να μπαίνει. «Πώς θα μπορούσα να σας εξυπηρετήσω;»

«Θα ήθελα να δω την κυρία Βικτώρια Κατήνεμη.»

«Αυτή τη στιγμή;»

«Ναι.»

«Θα πρέπει να ρωτήσω τους γιατρούς, Υψηλοτάτη. Η κυρία Κατήνεμη είναι σε άσχημη κατάσταση.»

Πάλι τα ίδια… «Ρώτησέ τους, τότε.»

«Περιμένετε λίγο, παρακαλώ. Θα επιστρέψω αμέσως.» Η κοπέλα έφυγε, μπαίνοντας σ’έναν διάδρομο. Τα βήματά της αντηχούσαν μέσα στη μεσημεριανή ησυχία της κλινικής.

Μετά, απόλυτη σιγή.

Η Βασιλική περίμενε σιωπηλά, με τα χέρια της σταυρωμένα εμπρός της.

Τελικά, βήματα ακούστηκαν πάλι από τον διάδρομο· ετούτη τη φορά περισσότερα, όμως. Η Πριγκίπισσα είδε την κοπέλα να επιστρέφει, και μαζί της ήταν ένας άντρας με κοιλιά που έκρυβε τη ζώνη του. Είχε καστανά μαλλιά και μούσια. Φορούσε ένα ζευγάρι μεγάλα γυαλιά, και το δέρμα του ήταν κατάλευκο.

«Υψηλοτάτη,» είπε με βαριά φωνή, «πώς είστε;»

«Υγιής, γιατρέ,» αποκρίθηκε η Βασιλική, που τον είχε ξανασυναντήσει και παλιότερα. Ονομαζόταν Αγησίλαος, και ήταν ψυχίατρος. «Θα ήθελα να επισκεφτώ τη Βικτώρια.»

«Η Βικτώρια βρίσκεται ακόμα στην ίδια κατάσταση, δυστυχώς. Δεν έχει βελτιωθεί.»

«Παρ’όλ’αυτά, θα ήθελα να τη δω,» επέμεινε η Βασιλική.

Ο Αγησίλαος φάνηκε διστακτικός για λίγο· μετά, όμως, είπε: «Ακολουθήστε με, Υψηλοτάτη.»

Η Βασιλική τον ακολούθησε μέσα στους διαδρόμους της κλινικής. Και τον ρώτησε, καθώς βάδιζαν: «Την έχει επισκεφτεί κανένας άλλος, τελευταία;»

«Ο σύζυγός της.»

«Αλήθεια; Νόμιζα ότι δεν τα πήγαιναν καλά.»

«Ναι, είχαν κάποια οικογενειακά προβλήματα, απ’ό,τι έχω καταλάβει–»

(οικογενειακά προβλήματα –τι σκατά; αυτές οι δύο λέξεις την κυνηγούσαν σήμερα;)

«–αλλά όχι τίποτα το σοβαρό.»

«Η Βικτώρια μού είχε πει ότι σκέφτονταν να χωρίσουν,» είπε η Βασιλική.

«Ίσως,» αποκρίθηκε ο Αγησίλαος· «δεν το γνωρίζω.» Σταμάτησε μπροστά σε μια πόρτα. «Εδώ είναι το δωμάτιό της.»

Η Βασιλική ένευσε. «Το θυμάμαι.»

Ο Αγησίλαος ξεκλείδωσε την πόρτα και την άνοιξε.

Η Βασιλική μπήκε σ’ένα δωμάτιο όπου το πάτωμα ήταν στρωμένο με μαλακό, λευκό χαλί. Οι τοίχοι ήταν επίσης επενδυμένοι με παρόμοιο μαλακό ύφασμα. Σ’έναν απ’αυτούς υπήρχε ένα μικρό παράθυρο. Σε μια γωνία, μια γυναίκα ήταν καθισμένη, με τα χέρια της τυλιγμένα γύρω απ’τα γόνατά της. Τα μαλλιά της ήταν καστανά και κοντά (παλιά, ήταν μακριά, αλλά, όταν την είχαν βάλει στην κλινική, τα είχαν κουρέψει). Τα μάτια της κοίταζαν διασταλμένα. Φορούσε μια γαλανόχρωμη στολή, και ήταν ξυπόλυτη.

«Βασιλική;» ψιθύρισε.

Η Βασιλική την πλησίασε και γονάτισε πλάι της, ενώ άκουγε την πόρτα να κλείνει. «Γεια σου, Βικτώρια.»

«Ποιος σε έφερε εδώ;» ρώτησε η Βικτώρια.

«Ο γιατρός.»

«Δεν τον εμπιστεύομαι· να τον προσέχεις.»

«Γιατί;»

«Είναι μαζί τους!» ψιθύρισε έντονα η Βικτώρια.

«Με ποιους;»

«Αυτούς που υπηρετούν τον άντρα με το κέρατο στο μέτωπο.»

«Τον άντρα με το κέρατο στο μέτωπο;»

«Ναι! Είσαι κουφή; Τον βλέπεις όταν κοιτάζεις πίσω απ’τις γωνίες. Είναι προσεκτικός, πολύ προσεκτικός. Κρύβεται στο σκοτάδι. Βασιλική, πρέπει να προσέχεις!»

«Βικτώρια,» η Βασιλική άγγιξε τους ώμους της, «δεν πιστεύω ότι είσαι τρελή. Αλλά πες μου τι ακριβώς συνέβη· δεν καταλαβαίνω έτσι. Και δεν έχω δει κανέναν άντρα με κέρατο στο μέτωπο.»

«Εκείνος, όμως, ίσως να βλέπει εσένα! Είναι κάποιος που αλλάζει μορφές. Δεν ξέρεις ποιος είναι, αλλά μπορεί να είναι παντού! Εμφανίζεται και, μετά, εξαφανίζεται πάλι. Σε χαιρετά στο δρόμο, κι ύστερα τον βλέπεις να σε κοιτάζει από τις σκιές μιας πόρτας. Ακόμα κι εδώ μέσα μπορεί να μπει, Βασιλική! Με μισεί! Γιατί με μισεί τόσο πολύ;» Δάκρυα έτρεχαν τώρα στα μάγουλά της.

Θεοί, σκέφτηκε η Βασιλική, δεν μπορώ να καταλάβω. Το μυαλό της είναι χαμένο μέσα στους δικούς του λαβυρίνθους. Σίγουρα, υπάρχει κάποια αλήθεια σ’αυτά που λέει –σίγουρα–, μα δεν μπορώ να την ξεχωρίσω. «Βικτώρια,» είπε, «σε παρακαλώ, ηρέμησε, και εξήγησέ μου τι ακριβώς σου συνέβη, από την αρχή. Κάποιοι σ’το έκαναν αυτό, και πρέπει να το–»

«Ναι! οι άνθρωποι που υπηρετούν τον άντρα με το κέρατο στο μέτωπο. Ή ίσως να μην είναι πολλοί, ίσως νάναι μόνο αυτός! Μόνο ο άντρας με το κέρατο στο μέτωπο, γιατί αλλάζει τόσες πολλές μορφές…»

«Βικτώρια, αυτός ο άντρας δε νομίζω ότι υπάρχει. Σ’έχουν απλά κάνει να πιστεύεις ότι–»

«Όχι! Υπάρχει, υπάρχει! Δε με πιστεύεις; Γιατί δε με πιστεύεις;» Άρχισε να κλαίει πιο έντονα από πριν.

«Σε πιστεύω,» είπε η Βασιλική, βλέποντας πως αυτός ήταν ο μοναδικός τρόπος να μιλήσει μαζί της, «αλλά πρέπει να μου πεις από πού άρχισαν όλα, Βικτώρια. Το πρώτο παράξενο πράγμα που είδες ήταν αυτός ο άντρας με το κέρατο;»

Η Βικτώρια κούνησε το κεφάλι. «Όχι…»

«Τότε, ποια ήταν η αρχή; Πώς άρχισαν όλα;»

Η Βικτώρια έπαψε να κλαίει· τα μάτια της κοίταξαν κάτω, και μια σκεπτική έκφραση υπήρχε τώρα στο πρόσωπό της: μια λογική έκφραση, σκέφτηκε η Βασιλική. Επιτέλους, μια λογική έκφραση.

«Δε… δε θυμάμαι ακριβώς,» ψέλλισε η Βικτώρια. «Πρέπει να ήταν στο αεροδρόμιο, νομίζω… Διάφορα πράγματα εμφανίζονταν, ξανά και ξανά…»

«Τι πράγματα;»

«Γνώριζε τι έκανα… είμαι σίγουρη πως γνώριζε τι έκανα…»

«Ποιος;»

«Ο άντρας με το κέρατο στο μέτωπο.»

«Μα, είπες ότι τότε δεν είχε εμφανιστεί.»

«Ναι, δεν είχε εμφανιστεί, όμως υπήρχε

«Και τι έκανε;» ρώτησε η Βασιλική.

«Έπαιρνε διάφορες μορφές, και γυναικείες και αντρικές· ακόμα και παιδικές. Τον έβλεπα ακόμα και σε κείμενα· τον διάβαζα, διάβαζα τα λόγια του. Μου μιλούσε. Αλλά αργότερα εμφανίστηκε. Στην αρχή, δεν τον πίστευα κι εγώ· δεν πίστευα ότι υπήρχε. Πρέπει να προσέχεις, Βασιλική. Δεν ξέρω γιατί έρχεται, ή πότε.»

Τα λόγια της ήταν τρομαχτικά, όφειλε να παραδεχτεί η Βασιλική. Αλλά, μα τους θεούς, δεν μπορεί να ήταν αληθινός αυτός ο άντρας με το κέρατο στο μέτωπο. Ήταν αδύνατον! Αν υπήρχε τέτοιο τέρας που περιέγραφε η Βικτώρια, κάποιος θα το είχε ανακαλύψει εδώ και χρόνια. Κάτι τής έκαναν για να τα θεωρεί αληθινά αυτά, αλλά δεν καταλαβαίνω τι…

Η Βασιλική άκουσε την πόρτα ν’ανοίγει πίσω της, και κοίταξε πάνω απ’τον ώμο της, για να δει τον Αγησίλαο να στέκεται στο κατώφλι.

«Υψηλοτάτη,» είπε, «νομίζω πως θα ήταν καλύτερα να την αφήσετε να ηρεμήσει τώρα.»

Η Βασιλική σκέφτηκε να αρνηθεί να φύγει· σκέφτηκε να μείνει εδώ μέχρι να μάθει την αλήθεια. Αλλά, μάλλον, αυτό δε θα την ωφελούσε και πολύ. Η Βικτώρια δεν μπορούσε να της αποκαλύψει την αλήθεια, όσο το μυαλό της ήταν έτσι θολωμένο. Τι κάνουν, τέλος πάντων, σ’ετούτη την κλινική; Γιατί δεν την έχουν βοηθήσει να συνέλθει;

Η Βασιλική ψιθύρισε στ’αφτί της Βικτώριας: «Θα ξανάρθω, άλλη μέρα. Εν τω μεταξύ, προσπάθησε να θυμηθείς από πού ακριβώς άρχισαν όλα. Από πού ακριβώς. Θα προσπαθήσεις, Βικτώρια; Μου το υπόσχεσαι;»

Εκείνη ένευσε. «Ναι.»

Η Βασιλική ορθώθηκε και βγήκε απ’το δωμάτιο.

Ο Αγησίλαος έκλεισε την πόρτα και την κλείδωσε.

Ξεπροβόδισε τη Βασιλική ώς την κεντρική είσοδο της Χρυσάνθιας Κλινικής και της ευχήθηκε καλό ταξίδι μέχρι την πόλη.

«Πότε υπολογίζετε ότι η Βικτώρια θα είναι καλά, γιατρέ;» ρώτησε η Πριγκίπισσα, προτού φύγει.

«Πραγματικά, δεν μπορώ να γνωρίζω, Υψηλοτάτη.»

«Σήμερα δε μου φάνηκε καλύτερα από την προηγούμενη φορά που την είχα δει,» παρατήρησε η Βασιλική.

«Δυστυχώς, η κατάστασή της είναι άσχημη…»

«Από τι πιστεύετε ότι προήλθαν όλ’αυτά, γιατρέ; Πιστεύετε ότι προήλθαν από μόνα τους;» Αναρωτιέμαι τι θα μου απαντήσεις, σκέφτηκε η Βασιλική, επειδή, ακόμα κι αυτόν, δεν τον εμπιστευόταν. Ίσως να ήταν από τους ελεγχόμενους ανθρώπους του Λούσιου· γιατί όχι;

«Από μόνα τους;» αποκρίθηκε ο Αγησίλαος. «Τίποτα δεν έρχεται από μόνο του, Υψηλοτάτη. Για τα πάντα υπάρχει μια αιτία.»

«Η Βικτώρια ήταν ανέκαθεν πολύ συγκροτημένο άτομο. Ποτέ δε θα πίστευα ότι θα πάθαινε κάτι τέτοιο. Φαίνεται να έχει αποκτήσει αδικαιολόγητες εμμονές, και παραισθήσεις.»

«Η δουλειά της θα την κούρασε, υποθέτω. Επίσης, το γεγονός ότι δεν τα πήγαινε και τόσο καλά με τον σύζυγό της, ίσως κι αυτό να συνέβαλε,» είπε ο Αγησίλαος. «Το ανθρώπινο μυαλό χρειάζεται τακτική ανάπαυση, Υψηλοτάτη· κι απ’ό,τι έχω καταλάβει, η Βικτώρια, δυστυχώς, δεν ξεκουραζόταν αρκετά. Ήταν πολύ εργατική γυναίκα.»

«Θα ξαναπεράσω σύντομα, γιατρέ. Θέλω να μαθαίνω για την πρόοδό της. Είναι φίλη μου.»

«Ναι, το γνωρίζω. Ελάτε όποτε επιθυμείτε, Πριγκίπισσά μου· η κλινική μας είναι ανοιχτή για εσάς.»

Η Βασιλική πήγε στο όχημά της, το άνοιξε, και μπήκε, καθίζοντας στη θέση του οδηγού. Αυτά που της έλεγε ο Αγησίλαος δεν της άρεσαν. Δεν της άρεσαν καθόλου. Είχε την αίσθηση ότι κάτι τής έκρυβε. Πώς ήταν ποτέ δυνατόν ο άνθρωπος να πιστεύει ότι αυτό που συνέβαινε στη Βικτώρια ήταν φυσιολογικό; Ότι ήταν μια ψυχική ασθένεια που μπορούσε να πάθει ο οποιοσδήποτε από υπερβολική κόπωση;

Για την ώρα, όμως, η Βασιλική δε νόμιζε πως μπορούσε να κάνει κάτι. Αλλά θα επέστρεφε. Σίγουρα, θα επέστρεφε. Μέσα στα τρελά πράγματα που έλεγε η Βικτώρια, κρυβόταν κάποια αλήθεια. Κάποια αλήθεια για τον αδελφό της, τον Λούσιο· κι ο καιρός ήρθε να τη μάθω.

Η Βασιλική είχε βάλει το όχημά της μπροστά και είχε απομακρυνθεί από τη Χρυσάνθια Κλινική, οδηγώντας ανάμεσα στα ψηλά δέντρα. Την τελευταία φορά που είχε κοιτάξει την ΠΟΣΟΤΗΤΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ είχε δει ότι ήταν στο 12,1%· έτσι τώρα ξαφνιάστηκε, ακούγοντας τον ήχο ειδοποίησης και βλέποντας την εν λόγω ένδειξη να αναβοσβήνει εμπρός της.

Η ΠΟΣΟΤΗΤΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ είχε πέσει στο 2,2%!

Αδύνατον! Δεν έκανα τόσο δρόμο.

Έπρεπε, όμως, να σταματήσει, για ν’αλλάξει φιάλη. Τελικά, ευτυχώς που την αγόρασα.

Σταμάτησε το όχημά της στο πλάι του δρόμου και κοίταξε πίσω απ’το κάθισμά της, για να πιάσει την επιπλέον φιάλη. Δεν τη βρήκε, όμως. Είχε εξαφανιστεί.

Πού πήγε; Πού σκατά πήγε;

Ανασηκώθηκε πάνω στο κάθισμα, για να κοιτάξει σε όλο το εσωτερικό του μικρού της οχήματος. Η φιάλη δεν ήταν πουθενά. Κάποιος την είχε κλέψει· δεν υπήρχε άλλη εξήγηση. Και–

Ο ήχος ειδοποίησης δεν είχε σταματήσει, και η Βασιλική, κοιτάζοντας τώρα την ένδειξη ΠΟΣΟΤΗΤΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ, είδε ότι είχε πέσει στο 0,3%. Η ενέργεια μειωνόταν, παρότι το όχημα ήταν ακίνητο!

Άνοιξε και βγήκε, πηγαίνοντας στην πίσω μεριά του τρίκυκλου, για να ανακαλύψει τι είχε συμβεί με την ενεργειακή φιάλη εκεί. Και, όπως το φοβόταν, τη βρήκε τρυπημένη. Το υγρό κυλούσε στο δρόμο.

Όσο βρισκόμουν μέσα στην κλινική, κάποιος ήρθε, τρύπησε ετούτη τη φιάλη, και έκλεψε και την άλλη που είχα στο εσωτερικό του οχήματος. Κι όλ’αυτά τα είχε κάνει ανοίγοντας και ξανακλείνοντας τις κλειδαριές. Ετούτη δεν ήταν η δουλειά ερασιτέχνη. Κάποιος πρέπει να την παρακολουθούσε–

Απ’το μυαλό της πέρασε η εικόνα του άντρα επάνω στο δίκυκλο με το λαξευτό κρανίο.

Όχι, δεν μπορεί να ήταν αυτός. Αυτός ακολούθησε άλλο δρόμο, τελείως αντίθετο απ’τον δικό μου.

Ποιος, τότε;

Δεν μπορούσε ν’απαντήσει. Δεν είχε την παραμικρή υποψία.

Και τώρα, σκέφτηκε, έχω ξεμείνει σε τούτη την τρισκατάρατη ερημιά… Κι αν υπολόγιζε την απόσταση σωστά, πρέπει να βρισκόταν κάπου είκοσι χιλιόμετρα από την Απαστράπτουσα.

Υπήρχαν, λοιπόν, δύο επιλογές: να επιστρέψει στην κλινική και να ζητήσει από εκεί βοήθεια· ή να πάει στην πρωτεύουσα με τα πόδια.

Η κλινική, υπολόγιζε, απείχε τώρα καμια δεκαριά χιλιόμετρα. Και ο άνθρωπος που είχε σαμποτάρει το όχημά της πρέπει ακόμα να βρισκόταν εκεί· τουλάχιστον, η Βασιλική δεν είχε εντοπίσει κανέναν να την ακολουθεί καθώς έφευγε.

Η Απαστράπτουσα ήταν σαφώς πιο μακριά, αλλά η Πριγκίπισσα, τώρα που το ξανασκεφτόταν, συμπέραινε ότι, μάλλον, δε θα ήταν αναγκασμένη να κάνει όλο το δρόμο με τα πόδια· ήλπιζε ότι θα συναντούσε κάποιο όχημα και ότι ο οδηγός θα δεχόταν να την πάρει μαζί του.

Επιπλέον, αν ο σαμποτέρ ήταν στην κλινική ακόμα, ίσως να πόνταρε στο ότι η Βασιλική θα επέστρεφε εκεί, επειδή ήταν πιο κοντά. Με περιμένει, λοιπόν; Και σκοπεύει να κάνει τι; Να με σκοτώσει; Δεν της έμοιαζε και πολύ πιθανό. Κάτι άσχημο, όμως, πρέπει να είχε στο μυαλό του.

Όπως και νάχε το πράγμα, η Βασιλική θα κατευθυνόταν προς την Απαστράπτουσα· αυτό τής έμοιαζε το πιο λογικό να κάνει, επί του παρόντος. Κι επιπλέον, είχε πει στον Άγγελο να τη συναντήσει στο διαμέρισμά της, το απόγευμα.

Μάζεψε τα πράγματά της από το τρίκυκλο όχημα και ξεκίνησε να βαδίζει στο πλάι του δρόμου, ανάβοντας ένα τσιγάρο για παρέα.

Υπέροχα. Η μοναδική Πριγκίπισσα της Απολλώνιας μόλις ξέμεινε από καύσιμα και είναι υποχρεωμένη να γυρίσει σπίτι ποδαρόδρομο… Να δούμε τι άλλη μαλακία θα μας τύχει σήμερα…

Σήμερα, φαίνεται, ήταν η μέρα των απίθανων συμπτώσεων.

Πρόλαβε δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη σκέψη της και άκουσε πίσω της κάποιο όχημα να έρχεται. Η μηχανή του βούιζε δυνατά και οι τροχοί του έτριζαν επάνω στις πέτρες του δρόμου. Η Βασιλική κοίταξε πάνω απ’τον ώμο της και –Δεν το πιστεύω!– είδε να έρχεται καταπάνω της ο άντρας με το δίκυκλο. Το αργυρό, λαξευτό κρανίο του οχήματος γυάλιζε στις ακτίνες του μεσημεριανού ήλιου, και ο οδηγός είχε πάλι την όψη του κρυμμένη μέσα στο κράνος του.

Πλησίαζε με ιλιγγιώδη ταχύτητα.

Η Βασιλική πετάχτηκε παραδίπλα, νιώθοντας την καρδιά της να βροντοκοπά.

Αλλά το δίκυκλο δεν είχε σκοπό να τη χτυπήσει. Πέρασε αρκετά μέτρα απόσταση από εκείνη και χάθηκε πίσω από μια στροφή του δρόμου.

Το γαμημένο καθίκι! γρύλισε εσωτερικά η Βασιλική, νιώθοντας τα δάχτυλά της να τρέμουν. Πήρε μια γερή τζούρα απ’το τσιγάρο της, για να ηρεμήσει τα νεύρα της. Δεύτερη φορά που περνά έτσι από δίπλα μου! Αυτός πρέπει νάναι που σαμπόταρε το όχημά μου. Δεν μπορεί νάναι άλλος.

Αλλά, αν ήταν αυτός, γιατί να παρουσιάζεται; Τι σκατά ήθελε; Σίγουρα, δεν ήθελε να τη σκοτώσει· δεν είχε προσπαθήσει να την πατήσει: απλά, πέρασε γρήγορα από τον ίδιο δρόμο που περνούσε κι εκείνη. Τίποτα περισσότερο. Προφανώς, ήταν συμπτωματικό. Ο τύπος ίσως να έκανε βόλτες στην περιοχή για να γουστάρει–

Συμπτωματικό; Όπως και οι συνεχείς συμπτωματικές αναφορές για τα οικογενειακά προβλήματα; είπε μια φωνή αμφιβολίας μέσα της.

Ναι, φυσικά! Τι άλλο μπορούσαν να είναι;

Η Βασιλική αισθανόταν μπερδεμένη.

Συνέχισε την οδοιπορία της στο πλάι του δρόμου, σκεπτόμενη ότι ετούτη ήταν μια απίστευτη κωλομέρα. Πρώτα, είχε μάθει στις εφημερίδες ότι ο Λούσιος είχε φυλακίσει τον Ανδρόνικο. Μετά, είχαν τύχει εκείνες οι αηδίες με τα οικογενειακά προβλήματα· τελείως γελοία! –είχε δει ακόμα και μια αφίσα που διαφήμιζε μια θεατρική παράσταση με τίτλο Οικογενειακά Προβλήματα. Μετά, είχε παρουσιαστεί αυτός ο μαλάκας με το δίκυκλο. Μετά, κάποιο γαμημένο καθίκι είχε σαμποτάρει το όχημά της έξω απ’τη Χρυσάνθια Κλινική! Και τώρα, ο μαλάκας με το δίκυκλο ξανάχε παρουσιαστεί! Ήταν σαν το σύμπαν να συνωμοτούσε εναντίον της. Και όφειλε να ομολογήσει ότι, ως ένα βαθμό, την τρόμαζε, γιατί δεν μπορούσε να διακρίνει ακριβώς ποια απ’αυτά τα γεγονότα ήταν συμπτωματικά και ποια επιτηδευμένα. Το σαμποτάζ του οχήματός της ήταν σίγουρα επιτηδευμένο· δεν μπορούσε να είναι κάτι άλλο. Η εμφάνιση, όμως, του τύπου με το δίκυκλο;

Σταμάτα, Βασιλική, σταμάτα! πρόσταξε τον εαυτό της. Έβγαλε το καπέλο της και έτριψε το μέτωπό της. Δε θα βγάλεις άκρη έτσι. Ταλαιπωρείς μονάχα το μυαλό σου. Προχώρα και μη σκέφτεσαι.

Λίγο παρακάτω, συνάντησε μια σπασμένη ενεργειακή φιάλη στο πλάι του δρόμου.

Μια ενεργειακή φιάλη που θα μπορούσε νάναι η δική της: αυτή που της είχαν κλέψει.

Γρυλίζοντας, την κλότσησε παραπέρα. Αηδίες! σκέφτηκε, συνεχίζοντας το δρόμο της με πιο γρήγορο και έντονο βάδισμα. Σιγά μη σου πέταξαν τη δική σου φιάλη μπροστά σου! Γιατί σκέφτεσαι αυτές τις ανόητες μαλακίες;

*

Όταν συνήλθε και τα βλέφαρά του άνοιξαν, το μόνο που μπορούσε να δει ήταν σκοτάδι· και, για λίγο, φοβήθηκε ότι, ίσως, είχε τυφλωθεί. Δεν ήταν τυφλός, όμως, γιατί, γυρίζοντας το κεφάλι του προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση, διέκρινε φως. Ένα τετράγωνο άνοιγμα, και τίποτα περισσότερο· αλλά ήταν φως. Από ενεργειακή λάμπα.

Το πάτωμα ήταν κρύο από κάτω του. Αισθανόταν τις πέτρες επάνω στο πετσί του– Άγγιξε το σώμα του και διαπίστωσε πως ήταν γυμνός. Δε φορούσε το παραμικρό ρούχο επάνω του.

Είμαι νεκρός; Αυτός είναι ο κόσμος των νεκρών;

Οι ανόητες σκέψεις ενός μουδιασμένου μυαλού. Φυσικά και δεν ήταν νεκρός. Αφού ανέπνεε, και αφού μπορούσε να κινηθεί, και αφού κρύωνε, και αφού ένιωθε τις πέτρες από κάτω του, εξακολουθούσε νάναι ανάμεσα στους ζωντανούς.

Ο Ανδρόνικος ανασηκώθηκε, για να δοκιμάσει τις δυνάμεις του. Πάτησε στις γυμνές του πατούσες και έμεινε για λίγο εκεί, με τα γόνατά του λυγισμένα, αβέβαιος αν έπρεπε να ορθωθεί περισσότερο μέσα στο σκοτάδι. Ύψωσε τα χέρια του, να δει αν μπορούσε ν’αγγίξει το ταβάνι. Δεν μπορούσε. Ήταν, επομένως, ασφαλές να σταθεί όρθιος, και στάθηκε, παίρνοντας μια βαθιά ανάσα.

Είμαι σε κάποιου είδους κελί. Ο Λούσιος με πέταξε σ’ένα σκοτεινό, κρύο κελί. Ο ίδιος μου ο αδελφός. Πρέπει να έχει τρελαθεί τελείως. Πρέπει να έχει χάσει το μυαλό του.

Και η Άνμα’ταρ; Πού ήταν η μάγισσα; Ήταν κι αυτή φυλακισμένη; Ή την είχαν σκοτώσει;

Ο Ανδρόνικος φώναξε τ’όνομά της, μα δεν πήρε απάντηση, πέραν απ’την ηχώ της φωνής του.

«Άνμα;»

—Άνμααααα… Άνμαααα… Άνμααα… Άνμαα… Άνμα… Αν…

«Άνμα!»

—Άνμααααα… Άνμαααα… Άνμααα… Άνμαα… Άνμα… Αν…

Δεν ήταν εδώ. Αν ήταν, θα του απαντούσε. Επομένως, την είχαν σκοτώσει· ή την κρατούσαν φυλακισμένη σ’άλλο μέρος–

Αναπάντεχα, μια φιγούρα: ο Ανδρόνικος την είδε να περνά φευγαλέα από το άνοιγμα του φωτός.

«Ποιος είν’εκεί;» φώναξε.

Καμια απάντηση.

«Άνμα; Εσύ είσαι;»

Η σκοτεινή μορφή ξαναπαρουσιάστηκε, αλλά πιο φευγαλέα από πριν: φάνηκε σαν πίσω από κάποια γωνία.

Το άνοιγμα δεν ήταν πλάι στον Ανδρόνικο· έμοιαζε νάναι περίπου τέσσερα με πέντε μέτρα απόσταση, αν μπορούσε να υπολογίσει σωστά μέσα σε τούτο το σκοτάδι. Βημάτισε, όμως, αποφασιστικά προς αυτό, ελπίζοντας να προλάβει τη σκοτεινή φιγούρα, όποια κι αν ήταν.

Έκανε μερικά βήματα, και μετά–

–κενό.

«ΑΑΑΑΑΑΑ!» κραύγασε, πέφτοντας.

Και γλίστρησε πάνω σε κάτι που δεν μπορεί να ήταν παρά κάποιο επικλινές επίπεδο.

Ήταν ανίκανος να σταματήσει την πτώση του.

Βούτηξε μέσα σε νερό –ή, τουλάχιστον, ήλπιζε να ήταν νερό. Πάντως, σίγουρα ήταν παγωμένο, και ακόμα μια κραυγή βγήκε από μέσα του, καθώς το κρύο διαπέρασε το γυμνό του σώμα.

Μέσα στο υγρό, κατάλαβε αμέσως ότι δεν ήταν μόνος. Κάποιου είδους πλάσματα –ψάρια; ερπετά;– κινούνταν, και σέρνονταν επάνω στο δέρμα του.

Ο Ανδρόνικος τινάχτηκε, ουρλιάζοντας· πιάστηκε απ’το επικλινές επίπεδο, προσπάθησε να σκαρφαλώσει, γλίστρησε (ήταν τόσο καταραμένα γλιστερό!) προς τα κάτω, ξαναπροσπάθησε να σκαρφαλώσει, πιέζοντας τρεμάμενα δάχτυλα χεριών και ποδιών πάνω στις πέτρες– Έπρεπε ν’ανεβεί! έπρεπε ν’ανεβεί! ν’ανεβεί! ν’ανεβεί!

Και παντού ήταν σκοτάδι· δεν έβλεπε τίποτα, το παραμικρό.

Τρίζοντας τα δόντια, σκαρφάλωσε, σκαρφάλωσε, σκαρφάλωσε… και έφτασε σε στέρεο έδαφος, όπου και έμεινε ακίνητος για κάμποση ώρα, λαχανιασμένος, εξουθενωμένος, τρέμοντας από το ψύχος κι από τον τρόμο.

Το φως στο άνοιγμα ήταν επίτηδες αναμμένο, συνειδητοποίησε, καθώς συνερχόταν κάπως: ήταν αναμμένο για να τον τραβήξει προς εκείνη την κατεύθυνση και να τον κάνει να πέσει στο λάκκο με το νερό και μ’αυτά τα… τα πλάσμα, ό,τι κι αν ήταν.

Πού βρίσκομαι; Δεν μπορεί να βρίσκομαι στο παλάτι της Απαστράπτουσας. Δεν υπάρχουν τέτοια πράγματα στο παλάτι μου. Πρέπει να μ’έχουν μεταφέρει σε κάποιο άλλο μέρος.

«Λούσιε!» βρήκε τη δύναμη να φωνάξει. «Λούσιε! ΛΟΥΣΙΕ! ΛΟΥΣΙΕΕΕΕΕΕΕ!»

Αλλά ξανά μονάχα η ηχώ τού απάντησε.

Το φως στο άνοιγμα έσβησε.

*

Ο διοικητής της φρουράς τον κοίταξε με δυσπιστία. «Είσαι σίγουρος;» τον ρώτησε. «Μόλις βγήκες απ’το νοσοκομείο.»

«Μάλιστα,» αποκρίθηκε ο Αυγερινός. «Είμαι σίγουρος. Θα ήθελα να αναλάβω τα καθήκοντά μου στο παλάτι, το συντομότερο δυνατό, κύριε Διοικητά.» Ήταν ντυμένος με τη στολή του τώρα, και είχε επάνω του όλα του τα όπλα. Το τραύμα στο πρόσωπό του το αισθανόταν πολύ έντονα, μα, κατά έναν παράδοξο τρόπο, αυτό δεν τον ενοχλούσε· ήταν σαν να του θύμιζε ποιος ήταν, πώς είχε χάσει το δρόμο του, και τι έπρεπε να κάνει. Ο Κύριος του Γαλανού Φωτός είναι ο Κύριός μου…

Ο διοικητής της φρουράς του παλατιού εξακολουθούσε να τον κοιτάζει με δυσπιστία, καθώς στεκόταν πίσω απ’το γραφείο του. Τα φουντωτά, γκρίζα φρύδια του ήταν σουφρωμένα. «Εντάξει,» αποκρίθηκε, «θα αναλάβεις και πάλι τα καθήκοντά σου, Αυγερινέ. Αλλά από αύριο. Ξεκουράσου σήμερα· πήγαινε στην οικογένειά σου. Δεν υπάρχει καμία βιασύνη, και το χτύπημα που δέχτηκες δεν είναι μικρό.»

«Άλλοι χτυπήθηκαν χειρότερα, απ’ό,τι μου είπαν…»

«Ναι, αυτό είναι αλήθεια,» παραδέχτηκε ο διοικητής. «Ωστόσο, κι εσύ χρειάζεσαι ανάπαυση. Και δεν πρόκειται να επιτρέψω να κάνεις βάρδια απόψε.»

Ο Αυγερινός χαιρέτισε στρατιωτικά. «Μάλιστα, κύριε Διοικητά.»

«Μπορείς να πηγαίνεις.»

Ο Αυγερινός έκανε να φύγει, αλλά, όταν είχε πιάσει το πόμολο της πόρτας, ρώτησε: «Ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος έχει φυλακιστεί, κύριε Διοικητά;»

«Ασφαλώς.»

«Στο παλάτι;»

«Ναι. Ο Πρίγκιπας Λούσιος θέλει να τον έχει κοντά του. Γιατί ρωτάς, Αυγερινέ;»

«Από ενδιαφέρον, κύριε Διοικητά. Πιστεύετε ότι υπάρχει πιθανότητα να δραπετεύσει;»

«Δε νομίζω ότι χρειάζεται ν’ανησυχούμε γι’αυτό, Αυγερινέ.»

Ο Αυγερινός έφυγε απ’το γραφείο του διοικητή της φρουράς του παλατιού.

*

Βράδιαζε, και ο Λούσιος ήταν στην αίθουσα του θρόνου, μαζί με την παρέα αρκετών έμπιστων ανθρώπων του, όταν η Βασίλισσα Γλυκάνθη αποφάσισε να κάνει την εμφάνισή της. Όλων τα κεφάλια στράφηκαν στο μέρος της και την ατένισαν με περιέργεια –και, πιθανώς, καχυποψία–, καθώς δεν ήταν συνηθισμένο για εκείνη να έρχεται συχνά στην αίθουσα του θρόνου πλέον· τον περισσότερό της καιρό τον περνούσε κοντά στον άρρωστο σύζυγό της. Επί του παρόντος, το βλέμμα της δεν πήγε σε κανέναν από τους υπόλοιπους· εστιάστηκε κατευθείαν στον Λούσιο, και τα μάτια του Πρίγκιπα κοίταξαν τα δικά της.

Τα μάτια της μοιάζουν με του Ανδρόνικου… σκέφτηκε εκείνος, κι ένιωσε ένα κύμα απέχθειας να διαπερνά, σαν λόγχη, την ψυχή του. Και είμαι βέβαιος πως έρχεται εδώ γι’αυτόν· για να μου μιλήσει γι’αυτόν.

Η Βασίλισσα δεν πλησίασε περισσότερο· κράτησε την απόστασή της από τον περίγυρο του γιου της, αλλά εξακολούθησε να τον κοιτάζει επίμονα, περιμένοντας εκείνος να έρθει κοντά της.

Ο Λούσιος παρατήρησε ότι οι άνθρωποι γύρω του είχαν αρχίσει να μουρμουρίζουν αναμεταξύ τους· ορισμένοι, δε, φανέρωναν εκνευρισμό. Κανείς τους δεν πολυσυμπαθούσε τη μητέρα του, καθώς όλοι την έβλεπαν ως απειλή· όχι άμεση απειλή, βέβαια, αλλά εν δυνάμει. Επειδή εκείνη δεν ήταν μέρος του σχεδίου τους, δεν γνώριζε για το σχέδιό τους, και δεν πίστευε στον ίδιο θεό.

«Τι θέλει εδώ;» ψιθύρισε η Δομινίκη στ’αφτί του Λούσιου. Εκείνος μπορούσε να μυρίσει το κρασί στην αναπνοή της.

Απομακρύνθηκε απ’τη σύζυγό του και πλησίασε τη μητέρα του, στην άλλη μεριά της αίθουσας.

«Μου υποσχέθηκες ότι θα μπορούσα να δω τον Ανδρόνικο,» του είπε η Βασίλισσα, χωρίς ούτε καν να τον καλησπερίσει, χωρίς ούτε καν να τον ρωτήσει πώς ήταν. Ανέκαθεν νοιαζόταν για μένα λιγότερο απ’ό,τι για τον Ανδρόνικο. Εγώ, όμως, είμαι αυτός που τώρα σώζει το βασίλειο, ακόμα κι αν δεν το γνωρίζει.

«Και θα τον δεις, όταν έχει συνέλθει–»

«Θες να πεις ότι δεν έχει συνέλθει ακόμα, Λούσιε;»

«Το ναρκωτικό ήταν ισχυρό. Αλλά δε χρειάζεται ν’ανησυχείς, μητέρα· δεν μπορεί να του προκαλέσει κανένα κακό. Απλώς κοιμάται.»

«Τότε, θέλω να τον δω να κοιμάται,» επέμεινε η Βασίλισσα Γλυκάνθη.

«Μητέρα, μην είσαι υπερβολική. Θα τον δεις τον Ανδρόνικο, όταν είναι καιρός–»

«Γιατί μου τον κρύβεις; Τι του έχεις κάνει;»

«Τίποτα απολύτως. Εκείνος είναι που τραυμάτισε και σκότωσε τόσους φρουρούς. Εμείς δεν του κάναμε τίποτα απολύτως.»

«Γιατί, τότε, μου τον κρύβεις;» ξαναρώτησε η Γλυκάνθη.

«Δε σου τον κρύβω, μητέρα. Θα τον δεις όταν έρθει η ώρα–»

«Το πρωί! Θέλω να τον δω το πρωί

Ο Λούσιος ένευσε. «Εντάξει, θα–»

«Το πρωί θα τον δω. Υποσχέσου το. Μη δοκιμάζεις άλλο την υπομονή μου, Λούσιε.»

«Το πρωί θα τον δεις.»

«Το υπόσχεσαι;»

«Το υπόσχομαι.»

«Θα περιμένω, λοιπόν. Δε θα ξανάρθω. Αύριο, μόλις ξημερώσει, θα στείλεις έναν φρουρό, για να με οδηγήσει στον γιο μου,» είπε η Βασίλισσα Γλυκάνθη, και, στρεφόμενη, έφυγε απ’την αίθουσα του θρόνου.

«Τι ήθελε;» ψιθύρισε η Δομινίκη στον Λούσιο, όταν εκείνος επέστρεψε κοντά της.

«Εσύ τι λες να ήθελε;»

«Να δει τον αδελφό σου;»

«Φυσικά.»

«Τι της είπες;»

«Ότι δεν μπορεί να τον δει ακόμα.»

«Ωραία.» Η Δομινίκη ήπιε μια γουλιά κρασί απ’την κούπα της.

«Θα τον δει, όμως, το πρωί.»

Η ικανοποιημένη όψη έσβησε απ’το πρόσωπό της. «Όχι,» είπε.

«Δε γίνεται αλλιώς. Το πρωί είπε πως θα περιμένει να της στείλω έναν φρουρό, για να την οδηγήσει στον Ανδρόνικο.»

«Δε θα της τον στείλεις.»

«Θα τον στείλω. Γιατί, αν δεν τον στείλω, θ’αρχίσει να ψάχνει από μόνη της· είμαι σίγουρος.»

Τα μάτια της Δομινίκης στένεψαν, οργισμένα. «Ο Ανδρόνικος είναι στα Σκοτεινά Κελιά!» του θύμισε με χαμηλωμένη φωνή. «Πώς θα την πας εκεί; Δεν ξέρει καν για την ύπαρξή τους!»

«Θα τον φέρω αλλού, θα τον ναρκώσω, και θα τον δει.»

*

Ο Φαρνέλιος δεν κατάλαβε για πότε ήρθε το βράδυ, καθώς διάβαζε τα κείμενα που του έδινε ο Λαομάχος και τα έβρισκε ολοένα και πιο ενδιαφέρονταν. Παλιότερα, θα έλεγε ότι αυτό το ενδιαφέρον ήταν μονάχα ακαδημαϊκό –εξάλλου, μιλούσαν για μια θρησκεία εξαφανισμένη πλέον από την Απολλώνια–, μα σήμερα όχι. Σήμερα, το ενδιαφέρον του δεν ήταν καθόλου, μα καθόλου, ακαδημαϊκό, γιατί, σύμφωνα μ’όλες τις ενδείξεις, η θρησκεία του Μαύρου Νάρζουλ είχε αναζωπυρωθεί και προσπαθούσε να πάρει τον έλεγχο της Απολλώνιας, χρησιμοποιώντας τον τρόμο, το ψέμα, και την παραφροσύνη ως τα βασικά της όπλα.

«Κανείς δε θα το πίστευε,» είπε ο Φαρνέλιος, σε κάποια στιγμή. «Κανείς δε θα το πίστευε αυτό.»

«Ναι,» συμφώνησε ο Λαομάχος, νεύοντας. «Ούτε καν εγώ. Για να είμαι ειλικρινής, ακόμα και τώρα δε θα το πίστευα, αν δεν το είχα δει με τα ίδια μου τα μάτια.»

Και μετά, είχε δώσει στον Φαρνέλιο ένα άλλο βιβλίο, το οποίο ήταν γραμμένο από κάποιον αρχαίο ιερέα του Μαύρου Νάρζουλ, νεκρό πλέον, εδώ και αιώνες.

«Πού το βρήκες αυτό, Λαομάχε;»

«Στα παλιά βιβλιοπωλεία της Απαστράπτουσας μπορείς να βρεις οτιδήποτε, φίλε μου.»

Αργότερα, ο Φαρνέλιος ρώτησε: «Οι ακόλουθοι του Μαύρου Νάρζουλ έχουν αντιληφτεί ότι τους ψαχουλεύεις;»

«Δεν είμαι σίγουρος. Ίσως. Πάντως, το βέβαιο είναι ότι δεν προσπαθούν πλέον να μου προκαλέσουν σύγχυση, ούτε με τους πράκτορές τους ούτε με τα μάγια τους.»

«Δε θα το κατάφερναν τόσο εύκολα τώρα,» είπε ο Φαρνέλιος. «Οι ψευδαισθήσεις λειτουργούν καλύτερα στον ανυποψίαστο νου: στον νου που δεν θέλει –δεν μπορεί– να πειστεί ακόμα ότι όλα όσα συμβαίνουν γύρω του είναι ψεύτικα. Για να σε επηρεάσουν εσένα, Λαομάχε, έχω την υποψία ότι θα έπρεπε τώρα να χρησιμοποιήσουν μία από τις άλλες τους μεθόδους που περιγράφονται σε τούτα τα βιβλία.»

«Ναι. Αλλά δε νομίζω ότι θα το τολμήσουν.»

«Να προσέχεις, όμως. Το φίδι δαγκώνει απρόσμενα και δυνατά, όταν θεωρήσει ότι απειλείται.»

«Δεν μπορώ να τους απειλήσω. Όχι ακόμα,» είπε ο Λαομάχος. «Κανείς δε θα με πιστέψει. Αν δημοσιοποιήσω τις υποψίες μου, θα με βγάλουν τρελό.»

«Πράγματι,» συμφώνησε ο Φαρνέλιος. «Γι’αυτό πρέπει να πολεμήσουμε τη φωτιά με τη φωτιά.»

Και συνέχισε να διαβάζει τα απόκρυφα κείμενα που είχε παρουσιάσει ο Λαομάχος εμπρός του. Κι όσο τα διάβαζε, τόσο αισθανόταν έναν δυνατό τρόμο να τον καταλαμβάνει, γιατί αντιλαμβανόταν πόσο άσχημα μπορούσαν να γίνουν τα πράγματα για την Απολλώνια. Ή, μάλλον, ίσως ήδη να ήταν πολύ, πολύ άσχημα…

Ή ίσως αυτά τα κείμενα να είναι μία ακόμα μέθοδος των ακόλουθων του Μαύρου Νάρζουλ για να επηρεάζουν το νου και να προκαλούν φόβο και παράνοια, συλλογίστηκε ο Φαρνέλιος. Ίσως να πέφτω θύμα μιας παγίδας, δίχως να το καταλαβαίνω.

Ωστόσο, δεν μπορούσε να σταματήσει να διαβάζει. Το ενδιαφέρον του είχε κεντριστεί. Ήθελε να μάθει όσο το δυνατόν περισσότερα για τον σκιερό εχθρό που τους απειλούσε όλους.

Τον ερχομό του βραδιού τον κατάλαβε απ’το χτύπημα στην πόρτα του γραφείου, κι απ’τη φωνή του Θελλέδη:

«Κύριε Φαρνέλιε; Είστε μέσα;»

Ο Φαρνέλιος έβγαλε τα γυαλιά του και έτριψε τα μάτια του. «Ναι, Θελλέδη. Τι είναι;»

«Να περάσω;»

Ο Φαρνέλιος κοίταξε ερωτηματικά τον Λαομάχο, ο οποίος κατένευσε. «Ναι, Θελλέδη, έλα.»

Η πόρτα άνοιξε, και ο γαλανόδερμος επαναστάτης παρουσιάστηκε στο κατώφλι. «Με συγχωρείτε για την ενόχληση· νυχτώνει, όμως, κύριε Φαρνέλιε. Ίσως θα έπρεπε να επιστρέψουμε. Αν μη τι άλλο, για να μην ανησυχήσουμε τους υπόλοιπους.»

«Έχεις δίκιο,» παραδέχτηκε ο Φαρνέλιος· «καλύτερα να πηγαίνουμε.» Και προς τον Λαομάχο: «Θα ξαναπεράσω, φίλε μου. Στο μεταξύ, να είσαι προσεκτικός.»

«Θα προσέχω, Φαρνέλιε. Εσύ πού θα πας τώρα;»

«Σε κάποιους φίλους, εκτός πόλης. Θα μπορούσα να δανειστώ μερικά από τούτα τα βιβλία;»

«Ναι.»

Ο Φαρνέλιος πήρε τα βιβλία που ήθελε και βγήκε απ’το γραφείο, μαζί με τον Λαομάχο.

Στο καθιστικό, τους περίμεναν η Σαρφάλλη και η Άτια.

«Αδελφή, λυπάμαι που δεν μπορώ να μείνω περισσότερο,» είπε ο Φαρνέλιος. «Θα ξανάρθω, όμως.»

«Να ξανάρθεις,» αποκρίθηκε εκείνη. «Αλλά, σε παρακαλώ, Φαρνέλιε, μην αρχίσεις κι εσύ να ψάχνεις τις ανοησίες που ψάχνει ο Λαομάχος. Δε θα σε οδηγήσουν πουθενά· και ίσως να υπάρχει κίνδυνος–»

«Ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος όταν δεν γνωρίζουμε τίποτα, όχι όταν γνωρίζουμε,» παρενέβη ο Λαομάχος.

Η σύζυγός του του έριξε ένα βλέμμα που φανέρωνε ανάμικτο θυμό και ανησυχία για εκείνον. «Είσαι γιατρός,» του θύμισε. «Δεν είναι αυτή η δουλειά σου.»

Ο Φαρνέλιος καθάρισε το λαιμό του. «Λοιπόν,» είπε, διακόπτοντάς τους. «Να σας αφήνουμε εμείς.» Πλησίασε την Άτια και φίλησε τα μάγουλα και το μέτωπό της. «Να είσαι καλά, αδελφή.» Ύστερα, στράφηκε στον Λαομάχο και αντάλλαξε μια χειραψία μαζί του. «Δεν έχουν χαθεί όλα,» τον διαβεβαίωσε. «Θ’αγωνιστούμε. Και όπως σου είπα: νάχεις το νου σου.»

Εκείνος ένευσε, και ξεπροβόδισε τον Φαρνέλιο και τους δύο γαλανόδερμους συντρόφους του.

Οι τρεις επαναστάτες μπήκαν στον ανελκυστήρα κι άρχισαν να κατεβαίνουν.

«Η γυναίκα του σας κρυφάκουγε,» είπε η Σαρφάλλη στον Φαρνέλιο.

«Πώς το ξέρεις;»

«Πλησίαζε, συχνά-πυκνά, την πόρτα όπου είχατε μπει. Την παρατήρησα, γιατί οι κινήσεις της μου φάνηκαν περίεργες μέσα στο σπίτι.»

Η Άτια ανησυχεί, σκέφτηκε ο Φαρνέλιος· αυτό είναι όλο. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι η αδελφή του ήταν κατάσκοπος του Λούσιου ή των ακόλουθων του Μαύρου Νάρζουλ. Θα ήταν εξωφρενικό.

«Και δεν ήμασταν μόνοι στο σπίτι,» συνέχισε η Σαρφάλλη, καθώς ο ανελκυστήρας έφτανε στο ισόγειο και άνοιγαν την πόρτα, για να βγουν.

«Ποιος άλλος ήταν;»

«Ένας νεαρός. Τον είδα μέσα σ’ένα δωμάτιο, όταν είχα πάει στην τουαλέτα.»

«Ο γιος τους θα ήταν,» είπε ο Φαρνέλιος, και βγήκαν απ’την πολυκατοικία, βαδίζοντας στους νυχτερινούς δρόμους της Απαστράπτουσας. «Μπορείς να μου τον περιγράψεις;»

Η Σαρφάλλη το έκανε.

«Ναι,» είπε ο Φαρνέλιος, «ο μικρός τους γιος.» Άναψε την πίπα του και φόρεσε το καπέλο του.

«Τι θα κάνουμε τώρα, κύριε Φαρνέλιε;» ρώτησε ο Θελλέδης. «Υποθέτω, δεν μπορούμε να σώσουμε τον Πρίγκιπα Ανδρόνικο απόψε.»

«Ναι, κι εγώ το ίδιο υποθέτω, Θελλέδη. Και νομίζω πως το μόνο που μας μένει είναι να κάνουμε εκείνο που πρότεινες κι εσύ: να επιστρέψουμε στους υπόλοιπους, ώστε να μην ανησυχούν για εμάς. Και το πρωί… το πρωί, βλέπουμε. Ίσως θα έπρεπε, κατ’αρχήν, να πάμε κάπου άλλου, όλοι μας. Ή, μάλλον, ίσως θα έπρεπε να ξεκινήσουμε από τώρα…»

«Να πάμε άλλου;» απόρησε ο Θελλέδης. «Πού;»

«Σε κάποιο ασφαλέστερο μέρος. Γιατί εκεί, κοντά στον μεγάλο δρόμο, νότια της Απαστράπτουσας, πολύ πιθανόν να τραβήξουμε ανεπιθύμητη προσοχή.»

*

Τα οχήματα που διέσχιζαν το δρόμο δυτικά της Απαστράπτουσας δεν ήταν πολλά, και, όσο περνούσε η ώρα, ολοένα και λιγόστευαν. Η Βασιλική είχε κάνει σήμα σε μερικά να σταματήσουν και να την πάρουν, μα την είχαν αγνοήσει, την είχαν προσπεράσει, και είχαν χαθεί απ’τα μάτια της. Το απόγευμα περνούσε, και η νύχτα πλησίαζε.

Σε κάποιο σημείο του δρόμου, η Πριγκίπισσα συνάντησε ένα κάρο, το οποίο ξεπρόβαλε από έναν παράπλευρο χωματόδρομο και μπήκε στον κεντρικό. Το τραβούσε ένα μικρόσωμο αλλά γεροδεμένο άλογο, και στη θέση του οδηγού καθόταν ένας άντρας με κάπα και κουκούλα, για να προστατεύεται από το κρύο. Πλάι του, είχε μια λάμπα λαδιού, σβηστή, γιατί δεν του χρειαζόταν ακόμα· το τελευταίο φως του απογεύματος ήταν αρκετό για να βλέπει το δρόμο. Πίσω του, στην καρότσα, ήταν φορτωμένα κάποια πράγματα που η Βασιλική δεν μπορούσε να διακρίνει, καθώς τα σκέπαζε ένα χοντρό, καφετί ύφασμα.

Η εμφάνιση του αμαξά τη θορύβησε, αρχικά, γιατί –αν και παράλογα– φοβήθηκε ότι ίσως κι αυτός να ήταν μία από εκείνες τις παράξενες, ηλίθιες συμπτώσεις που της τύχαιναν όλη μέρα σήμερα, ή ίσως να ήταν κανένας παλαβός, όπως τον τύπο με το δίκυκλο (τον οποίο, ευτυχώς, δεν είχε ξαναδεί).

Ο αμαξάς έστρεψε το κουκουλωμένο του κεφάλι προς το μέρος της και την κοίταξε. Το πρόσωπό του ήταν τυλιγμένο στις σκιές. Δεν της μίλησε, και συνέχισε το δρόμο του.

Η Βασιλική αναστέναξε. Δεν ήταν συνηθισμένη στις πεζοπορίες, και είχε ήδη βαδίσει πολλά χιλιόμετρα. Δεν ήξερε πόσα ακριβώς, αλλά το σίγουρο ήταν ότι τα πόδια της την πονούσαν, και οι κοντές της μπότες τής χτυπούσαν τα δάχτυλα και τις φτέρνες, πληγιάζοντας το δέρμα της. Ούτε οι μπότες ήταν φτιαγμένες για πεζοπορίες, προφανώς· ήταν από τα υποδήματα που φοράς για να κάνεις μικρές αποστάσεις μέσα στην πόλη.

Ο άνεμος ήταν ψυχρός, και, όσο βράδιαζε, ψύχραινε ακόμα περισσότερο. Η Βασιλική, μη υπολογίζοντας ότι το όχημά της θα χαλούσε, δεν είχε πάρει κάπα μαζί της· φορούσε τα ρούχα που φορούσε και το πρωί: δαντελωτό πουκάμισο, πέτσινο πανωφόρι, δερμάτινη φούστα, χοντρό καλσόν. Και ένα μικρό, γκρίζο καπέλο ήταν στο κεφάλι της. Αυτά, όμως, δεν ήταν αρκετά για να την προστατέψουν, τη νύχτα, από τον Απολλώνιο χειμώνα.

Έπρεπε να επιστρέψει στην Απαστράπτουσα, όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Μα, κανένας δε σταματούσε για να την πάρει στο όχημά του· και η ήδη λιγοστή κίνηση του δρόμου ολοένα και λιγόστευε με τον ερχομό του βραδιού.

Ετούτος ο αμαξάς ίσως να ήταν η τελευταία της ευκαιρία για να φτάσει στην πόλη προτού τα πόδια της γεμίσουν πληγές και προτού αρπάξει καμια πνευμονία.

Απ’την άλλη, όμως, ο άντρας με την κουκούλα τής έμοιαζε τρομαχτικός μέσα στο ημίφως. Εξάλλου, δε θα μπορούσε να είναι ο τύπος με το δίκυκλο; Δεν είχε ποτέ δει το πρόσωπό του, για να μπορεί να τον αναγνωρίσει. Και ίσως να ήταν αυτός που είχε σαμποτάρει το όχημά της. Ίσως να ήθελε τώρα να τη βάλει στην άμαξά του, για να την απαγάγει–

Μην είσαι ανόητη, Βασιλική! Αυτός ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι εκείνος που σαμπόταρε το όχημά σου. Δεν μπορεί να είναι εκείνος με το δίκυκλο. Κι επιπλέον, δεν ξέρεις ότι ο άντρας με το δίκυκλο ήταν που σαμπόταρε το όχημά σου!

Αλλά αν έκανε λάθος;…

Θα τον αφήσω να με παρασύρει στην παγίδα του; Να με απαγάγει, ή να με σκοτώσει;

Ίσως, τελικά, αυτό να ήταν που προσπαθούσαν να κάνουν εξαρχής: να την εξουθενώσουν και να την παγιδέψουν, ώστε εκείνη να μη μπορεί ν’αντισταθεί, να μη μπορεί να κάνει τίποτα για να τους ξεφύγει. Ίσως να φοβόνταν ότι είχε κάποιο όπλο επάνω της και θα το χρησιμοποιούσε, αν ήταν ξεκούραστη. Και η αλήθεια ήταν ότι είχε ένα όπλο: είχε ένα μικρό πιστόλι (με έξι και μόνο σφαίρες) μέσα στην τσάντα που κρεμόταν απ’τον ώμο της. Και, μάλλον, θα το γνωρίζουν αυτό. Αν μ’έχουν παρακολουθήσει, θα το γνωρίζουν, και γι’αυτό θέλουν να με κουράσουν, προτού με απαγάγουν–

Αλλά, μα τους θεούς! πώς είναι δυνατόν να γνωρίζουν τι έχω μες στην τσάντα μου; Όχι, δεν μπορεί να το γνωρίζουν. Το υποθέτουν μονάχα, το υποθέτουν…

Η άμαξα την είχε προσπεράσει, πηγαίνοντας προς τη γενικότερη κατεύθυνση της Απαστράπτουσας.

Η Βασιλική την έβλεπε να φεύγει, και δεν έκανε τίποτα, νιώθοντας παραλυμένη από την αβεβαιότητα, γέρνοντας, τη μια στιγμή, προς το Να φωνάξω στον αμαξά να σταματήσει και να με πάρει και, την άλλη στιγμή, προς το Άστον να φύγει καλύτερα, ποτέ δεν ξέρεις.

Εξάλλου, ήταν η Πριγκίπισσα της Απολλώνιας –η μοναδική Πριγκίπισσα της Απολλώνιας– και ο καθένας μπορεί να ήθελε να τη χρησιμοποιήσει για τους δικούς του σκοπούς, εξαιτίας του τίτλ–

Αν, όμως, τον αφήσω να φύγει, θα φτάσω ποτέ στην Απαστράπτουσα;

–Θα φτάσω! Δε μπορεί νάμαι μακριά ακόμα.

Ανόητη, ταλαιπωρείσαι άδικα, είπε μια φωνή μέσα της. Ο αμαξάς είναι μόνος του, και, κατά πάσα πιθανότητα, δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένας άνθρωπος της υπαίθρου.

Δεν την άκουγε, όμως, αυτή τη φωνή. Ύστερα από όλα τα παράξενα περιστατικά σήμερα, προτίμησε να επιλέξει την ασφαλή οδό.

Και συνέχισε να βαδίζει, καθώς το σκοτάδι πύκνωνε γύρω της.

Τα φεγγάρια παρουσιάστηκαν στον ουρανό της Απολλώνιας: η φωτεινή Γλαυκή και η αχνή Αθώρητη, το σχήμα της οποίας ίσα που φαινόταν, και η ακτινοβολία της δεν ήταν ικανή να φωτίσει τίποτα.

Από τα δεξιά της, η Βασιλική παρατήρησε φως μες στη νύχτα. Σταμάτησε, ξαφνιασμένη, γιατί, σίγουρα, δεν ήταν φως από ενεργειακή λάμπα, ούτε από δαυλό ή λάμπα λαδιού· ούτε φωτιά ήταν. Ήταν ένας ασυνήθιστος φωτισμός.

Με τα μάτια της διασταλμένα, η Πριγκίπισσα της Απολλώνιας είδε μια μεγάλη μορφή να τεντώνεται. Μια μορφή που γυάλιζε με μια γαλανόχρωμη ακτινοβολία, και είχε ένα μακρύ κέρατο στο μέτωπό της.

Από το μυαλό της Βασιλικής πέρασαν αυτά που της είχε πει η Βικτώρια, για τον άντρα με το κέρατο στο μέτωπο, και προς στιγμή παρέλυσε· τα πόδια της ρίζωσαν στο έδαφος. Μετά, όμως, ήρθε στα συγκαλά της, και είδε το πλάσμα για αυτό που πραγματικά ήταν: ένα Απολλώνιο Σερπετό, που οι γκρίζες φολίδες τους ήταν γνωστό ότι γυάλιζαν γαλανόχρωμα στις ακτίνες της Γλαυκής.

Η Βασιλική ανέπνευσε ελεύθερα· και, θυμωμένη με τον εαυτό της, άρπαξε το καπέλο της και το πέταξε κάτω. Ηλίθια! σκέφτηκε. Τι σκατά έχεις πάθει;

Στεκόμενη εκεί, στο πλάι του μεγάλου, εξοχικού δρόμου, άναψε ένα τσιγάρο και πήρε μια γερή τζούρα, ενώ αισθανόταν τον ψυχρό αέρα να παιχνιδίζει με τα μαλλιά της.

Το Σερπετό έστρεψε τα μάτια του προς το μέρος της. Την ατένισε, σιωπηλά. Ύστερα, άρχισε να την πλησιάζει με αργά βήματα των χοντρών ποδιών του.

Η Βασιλική περίμενε, νιώθοντας τους προηγούμενους φόβους της να λιώνουν, σαν ομίχλη. Το θηρίο δεν την τρόμαζε· ήταν κάτι υπαρκτό, που μπορούσε να το δει μπροστά της: δεν ήταν κάποια σκοτεινή υποψία που κατέτρωγε το μυαλό της. Επιπλέον, τα Σερπετά δεν επιτίθονταν χωρίς λόγο: αυτό ήταν γνωστό· κι ακόμα και σήμερα, μια τέτοια παράξενη ημέρα, η Βασιλική ήταν απολύτως βέβαιη πως δεν κινδύνευε από το πλάσμα αντίκρυ της.

Ήταν φιλικό, και τη ζύγωνε σα να καταλάβαινε ότι η Πριγκίπισσα χρειαζόταν βοήθεια.

Η Βασιλική πέταξε το τσιγάρο της παραδίπλα και το πάτησε· τα πληγιασμένα δάχτυλα του ποδιού της πόνεσαν, καθώς πιέστηκαν μες στη μπότα της. Ύψωσε το χέρι της προς το Σερπετό.

Εκείνο ήρθε, και η μουσούδα του άγγιξε την παλάμη της. Η γλώσσα του έγλειψε τα δάχτυλά της. Από το λαιμό του βγήκε ένα αργόσυρτο μουγκρητό. Κι έπειτα, το πλάσμα λύγισε τα μεγάλα του πόδια και γονάτισε μπροστά στη Βασιλική, σκύβοντας το κεφάλι, προσκαλώντας τη να το καβαλήσει.

Σα να με αναγνωρίζει… Σα να με αναγνωρίζει ως Πριγκίπισσα της Απολλώνιας… Τι παράξενο…

Αλλά δεν υπήρχε κανένας φόβος μέσα της. Κανένας φόβος ότι κι ετούτη μπορεί να ήταν παγίδα. Σαν –κάπως– να ήξερε, βαθιά μέσα της, ότι κανείς δε θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ένα Σερπετό εναντίον της, για έναν τέτοιο δόλιο σκοπό.

Η Βασιλική το καβάλησε, και, καθώς εκείνο ορθωνόταν, κρατήθηκε απ’το κέρατό του, για να μην πέσει.

Η Πριγκίπισσα παρατήρησε ότι επάνω στο πλάσμα δεν υπήρχε ούτε λουρί ούτε ηνία. Επομένως, δεν πρέπει να ανήκε σε κανέναν· πρέπει να ήταν ένα από τα άγρια Σερπετά, που τριγύριζαν στην Απολλώνια. Και είχε έρθει για εκείνη…

«Στην Απαστράπτουσα,» του ψιθύρισε. «Στην Απαστράπτουσα.»

Και το Σερπετό άρχισε να βαδίζει προς την πρωτεύουσα του Βασιλείου της Απολλώνιας.

Η Βασιλική έσκυψε επάνω του και τύλιξε τα χέρια της γύρω απ’τον φαρδύ λαιμό του. Και, καθώς το πλάσμα προχωρούσε κι εκείνη λικνιζόταν από το ήρεμο, σταθερό βάδισμά του, την πήρε ο ύπνος, άθελά της.

Ξύπνησε όταν αισθάνθηκε το Σερπετό να σταματά. Ανασηκώθηκε επάνω του και είδε ότι βρισκόταν κανένα χιλιόμετρο απόσταση από την Απαστράπτουσα, γιατί μπορούσε να δει από κοντά τα φώτα της και τα ψηλά οικοδομήματά της μέσα στη νύχτα.

«Πήγαινέ με μέσα,» είπε στο πλάσμα· μα εκείνο δεν κινήθηκε.

Μάλλον, εδώ τελειώνει η βόλτα μου, συμπέρανε η Βασιλική, και κατέβηκε απ’τη ράχη του.

«Σ’ευχαριστώ,» του ψιθύρισε, και νόμισε ότι τα μάτια του Σερπετού γυάλισαν μ’ένα γαλανόχρωμο φως, όπως γυάλιζαν κι οι φολίδες του στις ακτίνες της Γλαυκής.

Η Βασιλική οδοιπόρησε πάλι προς την Απαστράπτουσα, και ανακάλυψε πως, τώρα που είχε ξεκουραστεί λίγο και τα πόδια της δεν ήταν τόσο ζεστά όσο πριν, την πονούσαν ακόμα περισσότερο, καθώς πιέζονταν μέσα στις μπότες της. Δεν είμαι μακριά, όμως. Σύντομα, θα είμαι σπίτι…

Διάνυσε το χιλιόμετρο που τη χώριζε από την πρωτεύουσα και μπήκε στις φαρδιές οδούς της, όπου η κυκλοφορία ήταν πολύ περισσότερη, όχι όπως στον εξοχικό δρόμο.

Κατάφερε να βρει και να μισθώσει ένα επιβατηγό όχημα, και ο οδηγός την πήγε έξω απ’την πολυκατοικία της. Η Βασιλική τον πλήρωσε και βγήκε, παραπατώντας. Μπήκε στην πολυκατοικία, πήρε τον ανελκυστήρα, και ανέβηκε στο διαμέρισμά της. Έβγαλε το κλειδί της και ξεκλείδωσε την εξώπορτα–

«Μα τους θεούς, Βασιλική! Πού ήσουν;»

Ο Άγγελος στεκόταν μέσα στο καθιστικό μ’ένα αναμμένο τσιγάρο στο χέρι. Το τασάκι επάνω στο τραπέζι ήταν γεμάτο με αποτσίγαρα και στάχτες. Το παράθυρο ήταν ανοιχτό, αφήνοντας τον κρύο αέρα να μπαίνει. Ο τηλεοπτικός πομπός ήταν ανοιχτός, επίσης· η Βασιλική παρατήρησε ότι έδειχνε εικόνες των αδελφών της.

«Μου είπες ότι θα ήσουν εδώ το απόγευμα, και τώρα είναι μεσάνυχτα!» συνέχισε ο Άγγελος.

Εκείνη έκλεισε την πόρτα και βάδισε μες στο δωμάτιο. «Είχα πάει…. Χάλασε το όχημά μου, έξω απ’την πόλη… Είμαι πολύ κουρασμένη, Άγγελε. Πολύ κουρασμένη. Θέλω μόνο να κάνω ένα μπάνιο και να κοιμηθώ…» Κάθισε στον καναπέ –ή, ίσως, σωριάστηκε εκεί.

«Πού είχες πάει έξω απ’την πόλη;» ρώτησε ο Άγγελος, καθίζοντας δίπλα της.

Η Βασιλική έσκυψε και έβγαλε τις μπότες της, τη μία μετά την άλλη. Οι κάλτσες της ήταν σκισμένες και βαμμένες με αίμα.

«Μα τους θεούς, ήρθες περπατώντας; Από πόσο μακρ–;»

«Σου είπα, το όχημά μου χάλασε!» αποκρίθηκε απότομα η Βασιλική. «Το σαμπόταραν.»

«Το σαμπόταραν;»

«Θέλω να ξεκουραστώ· θα σου πω το πρωί.»

«Εντάξει,» είπε ο Άγγελος, «ξεκουράσου. Απλά… δεν… δεν καταλαβαίνω τι έγινε.»

Η Βασιλική σηκώθηκε απ’τον καναπέ και πήγε προς το μπάνιο. Αισθανόταν το μυαλό της να παραδέρνει, και το σώμα της το ένιωθε σαν ερείπιο. Σήμερα, πραγματικά, έμοιαζε όλο το σύμπαν να είχε συνωμοτήσει εναντίον της… εκτός απ’αυτό το Σερπετό, που την είχε συναντήσει έξω απ’την πόλη. Αυτό το Σερπετό τής είχε φερθεί όπως ένας καλός συγγενής.

13

Ο Οδυσσέας στάθηκε επάνω στον χορταριασμένο λοφίσκο όπου είχε σταθεί και χτες το απόγευμα, και ατένισε τον καταυλισμό των νομάδων.

«Τίποτα δε φαίνεται νάχει αλλάξει,» παρατήρησε. Οι σκηνές ήταν περιτριγυρισμένες από τις σταματημένες άμαξες, και κοντά στις άμαξες στέκονταν οπλισμένοι φρουροί. Η σημαία των νομάδων –δύο διασταυρωμένοι κυρτοί κυνόδοντες– κυμάτιζε στο ανάλαφρο αεράκι του πρωινού. «Ας τους πλησιάσουμε.»

«Θα βγάλουμε πάλι τις μπότες μας και θα σηκώσουμε τα χέρια;» ρώτησε η Νελμίρα.

«Ασφαλώς. Καλύτερα να είμαστε επιφυλακτικοί μαζί τους· δεν τους ξέρουμε, ούτε εκείνοι μάς ξέρουν.»

Επομένως, ακολούθησαν το έθιμο που, ανάμεσα στους νομάδες της Σάρντλι, ονομαζόταν νάν’τριβ: έβγαλαν τις μπότες τους και, κρατώντας τες υψωμένες με το δεξί τους χέρι, άρχισαν να ζυγώνουν τον καταυλισμό, ενώ, συγχρόνως, είχαν και το αριστερό τους χέρι υψωμένο, δίχως να βαστούν τίποτα μ’αυτό. Τα όπλα τους, φυσικά, τα είχαν όλα θηκαρωμένα. Με το νάν’τριβ ήταν σαν να λένε: Ερχόμαστε κουρασμένοι από το δρόμο και όχι με εχθρικές διαθέσεις.

Οι φρουροί του καταυλισμού τούς είδαν, αλλά δε σήκωσαν τις βαλλίστρες τους.

Οι τρεις επαναστάτες έφτασαν κοντά, χωρίς κανείς να τους πειράξει. Ο Οδυσσέας κοίταξε τους νομάδες αντίκρυ του, και διαπίστωσε ότι, όπως το περίμενε, δεν είχαν βγει να τον συναντήσουν εκείνοι που τον είχαν συναντήσει και το απόγευμα· προφανώς, την πρωινή βάρδια την είχαν άλλοι.

Ο Οδυσσέας χαιρέτισε στη Γλώσσα της Σάρντλι, και πρόσθεσε, στη Συμπαντική: «Είμαστε ξένοι σε τούτα τα μέρη. Περάσαμε από δω και χτες.»

Μια ερυθρόδερμη γυναίκα αντιχαιρέτισε και είπε: «Γνωρίζουμε.» Ήταν ντυμένη με δερμάτινο φόρεμα, και απ’τη μέση της κρεμόταν ένα κοντό, κυρτό ξίφος. Τα σκούρα-μπλε μαλλιά της ήταν δεμένα κότσο πίσω απ’το κεφάλι της.

«Θα θέλαμε να εμπορευτούμε μαζί σας.»

Η γυναίκα τον κοίταξε συνοφρυωμένη.

«Χρειαζόμαστε μια σχεδία,» εξήγησε ο Οδυσσέας, «για να περάσουμε τον ποταμό. Μπορείτε να μας δώσετε μία;»

«Σχεδία;» έκανε η γυναίκα. Μάλλον, δεν ήξερε αυτή τη λέξη στη Συμπαντική.

«Σχεδία. Βάρκα. Πλοίο. Κάτι που επιπλέει στο νερό.»

Η γυναίκα ένευσε, καταλαβαίνοντας τώρα. «Έχουμε. Τι δίνεις;»

«Κομμάτια από σαλ’φάι. Δόντια, γλώσσες, κόκαλα.»

«Ναι. Θέλουμε.»

«Θα μας δείξεις τη σχεδία;»

Η γυναίκα στράφηκε σε δύο άντρες και τους μίλησε στη γλώσσα της· ο Οδυσσέας δεν μπορούσε να καταλάβει τι έλεγαν, όμως είδε τους δύο άντρες να φεύγουν και υπέθεσε ότι πήγαιναν να φέρουν τη σχεδία.

Όπως αποδείχτηκε, είχε δίκιο. Πράγματι, επιστρέφοντας, έσερναν μαζί τους μια αρκετά μεγάλη σχεδία. Οι νομάδες αναγκάστηκαν να παραμερίσουν τις άμαξες, για να την περάσουν ανάμεσά τους.

«Πώς σας φαίνεται;» ρώτησε ο Οδυσσέας τούς συντρόφους του.

«Δεν έχει πανί,» παρατήρησε η Νελμίρα.

«Οι νομάδες, μάλλον, δεν το χρειάζονται. Κάνουν τη δουλειά τους και με τα κουπιά.»

Η Νελμίρα ανασήκωσε τους ώμους. «Δε νομίζω ότι θα βρούμε τίποτα καλύτερο.»

Ο Ράθνης κατένευσε μόνο. «Δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο, Οδυσσέα.»

Ο Οδυσσέας είπε στην ερυθρόδερμη νομάδα: «Θα την πάρουμε τη σχεδία.» Και, βγάζοντας έναν σάκο απ’τον ώμο του: «Εδώ είναι τα κομμάτια των σαλ’φάι

Η γυναίκα άνοιξε τον σάκο και κοίταξε στο εσωτερικό του. Ύστερα, ένευσε, του είπε «Περιμένεις», και έφυγε, περνώντας πίσω από τις άμαξες και μπαίνοντας στον καταυλισμό. Οι υπόλοιποι φρουροί, φυσικά, παρέμειναν στις θέσεις τους, κοιτάζοντας τους τρεις επαναστάτες με επιφύλαξη, παρότι είχαν πλησιάσει σύμφωνα με το νάν’τριβ.

Σε λίγο, η ερυθρόδερμη γυναίκα επέστρεψε, και είπε στον Οδυσσέα: «Εντάξει. Πάρετε σχεδία, πάρουμε σαλ’φάι

«Σύμφωνοι,» αποκρίθηκε ο Οδυσσέας.

Η ερυθρόδερμη γυναίκα σήκωσε τον σάκο από κάτω, ενώ εκείνος κι οι δύο σύντροφοί του έπιασαν τη σχεδία κι άρχισαν να την τραβάνε από τα σχοινιά της, απομακρυνόμενοι από τον καταυλισμό των νομάδων. Το ψηλό χορτάρι τσακιζόταν κάτω από το βαρύ, ξύλινο κατασκεύασμα.

Οι τρεις επαναστάτες μετέφεραν τη σχεδία, σιωπηλοί, προς τη λίμνη Κρούκ’φα, ενώ ο ήλιος σκαρφάλωνε ολοένα και ψηλότερα στον ουρανό και τους έκανε να ιδρώνουν κάτω απ’τα ρούχα τους. Όταν έφτασαν στη λίμνη, έσπρωξαν τη σχεδία μέσα στο νερό και πήδησαν επάνω της, για να ξαποστάσουν.

«Μοιάζει αρκετά ασφαλής,» είπε η Νελμίρα.

«Δε νομίζω ότι θ’άντεχε σε ταραγμένο νερό,» παρατήρησε ο Ράθνης.

Η Νελμίρα τον αγνόησε, ακόμα οργισμένη από τη χτεσινή τους αντιδικία.

«Μάλλον,» είπε η Οδυσσέας, «δε θα χρειαστεί να διασχίσουμε ταραγμένο νερό, Ράθνη.» Και πρόσθεσε: «Θα πάρω πρώτος τα κουπιά.» Έβγαλε το πανωφόρι του και το πουκάμισό του, και κάθισε στη μέση της σχεδία. Έπιασε τα κουπιά και ξεκίνησε να κωπηλατεί, κατά μήκος της βόρειας όχθης της μεγάλης λίμνης.

Η κατεύθυνση προς την οποία πήγαινε γνώριζε –από τον χάρτη που είχε για τη διάσταση της Σάρντλι– ότι θα τον οδηγούσε στις εκβολές ενός ποταμού που ονομαζόταν Ραντ. Στις ανατολικές όχθες αυτού του ποταμού και στις όχθες της Κρούκ’φα ήταν χτισμένη η πόλη Ράντ’κα, όπου ζούσαν, κυρίως, ψαράδες, κτηνοτρόφοι, και κυνηγοί. Δεν ήταν από τα μέρη που ελέγχονταν στενά από τις δυνάμεις της Παντοκράτειρας, μα δεν ήταν κι ένα μέρος τελείως ελεύθερο από τον έλεγχό της. Κοντά στη Ράντ’κα, μάλιστα, ο Οδυσσέας γνώριζε ότι υπήρχε μια στρατιωτική βάση των Παντοκρατορικών.

Ας ελπίσουμε ότι θα περάσουμε απαρατήρητοι, σκέφτηκε· και είπε στους συντρόφους του να κρύψουν τα όπλα τους, ενώ ο ίδιος έκρυψε τα δικά του. Σε περίπτωση, επομένως, που κάποιος κατασκόπευε τις όχθες με τηλεσκόπιο ή κιάλια, θα τους έβλεπε άοπλους, όχι οπλισμένους, και πιθανώς να τους περνούσε για ντόπιους. Εκτός από τον Ράθνη. Το κατάλευκο δέρμα ήταν εξαιρετικά σπάνιο στη Σάρντλι. Όχι πως και το δικό μου είναι το πιο κοινό –οι πιο κοινοί Σάρντλιοι δερματικοί χρωματισμοί ήταν το χρυσό, το κόκκινο, και το μαύρο–, αλλά δεν είναι και τόσο σπάνιο. Πρότεινε, λοιπόν, στον Ράθνη να φορέσει ένα καπέλο που θα έκρυβε την όψη του στη σκιά, και του είπε, επίσης, να μη βγάλει τα ρούχα του. Εκείνος δεν έφερε αντίρρηση.

«Σε πόση ώρα θα είμαστε κοντά στη Ράντ’κα;» ρώτησε, βάζοντας το καπέλο.

«Δε νομίζω ότι θα είμαστε εκεί σήμερα,» αποκρίθηκε ο Οδυσσέας· «πρέπει να βρισκόμαστε αρκετά μακριά. Ωστόσο, καλύτερα να είσαι καλυμμένος από τώρα· ποτέ δεν ξέρεις ποιος μπορεί να μας κατασκοπεύσει από απόσταση, όσο κωπηλατούμε κοντά στις όχθες της Κρούκ’φα.»

Για τέσσερις ώρες ο Οδυσσέας συνέχισε να βρίσκεται στα κουπιά, προωθώντας τη σχεδία τους πάνω στα ήρεμα νερά της λίμνης και κάνοντας τα νούφαρα –εκεί όπου υπήρχαν– να παραμερίζουν. Τα ψάρια και τα υδρόβια πλάσματα απομακρύνονταν από το πέρασμα του μεγάλου, ξύλινου κατασκευάσματος. Στις όχθες, οι τρεις επαναστάτες παρατήρησαν, μερικές φορές, σαλ’φάι να κινούνται ανάμεσα στα ψηλά χόρτα ή πίσω απ’τα σποραδικά δέντρα. Στα βαθιά νερά της λίμνης, κατά το μεσημέρι, ατένισαν μια βάρκα.

«Φαίνεται πως δεν είμαστε μόνοι,» σχολίασε η Νελμίρα.

«Κάποιος ψαράς πρέπει νάναι,» υπέθεσε ο Οδυσσέας.

Ο Ράθνης πήρε τα κιάλια του και κοίταξε. «Ναι, ψαράς είναι. Γιατί, όμως, βρίσκεται τόσο μακριά από τη Ράντ’κα;»

«Μπορεί να μην είναι από εκεί,» είπε ο Οδυσσέας· «υπάρχουν κι άλλοι οικισμοί και χωριά στις όχθες της λίμνης. Η Κρούκ’φα είναι μεγάλη. Εκατόν-εβδομήντα-πέντε χιλιόμετρα απ’τη Δύση ώς την Ανατολή, και ογδόντα-πέντε απ’το Βορρά ώς το Νότο.»

Και μετά, τους θύμισε ότι ήταν ώρα κάποιος από εκείνους να πάρει τη θέση του στα κουπιά.

«Θα τα πάρω εγώ,» είπε η Νελμίρα, και, καθώς ο Οδυσσέας σηκωνόταν, κάθισε στη μέση της βάρκας και άρχισε να κωπηλατεί.

Ο Οδυσσέας και ο Ράθνης έβγαλαν να φάνε από τις προμήθειές τους.

Η Νελμίρα ασχολήθηκε άλλες τέσσερις ώρες με τα κουπιά και, μετά, τα πήρε ο Ράθνης. Κατά τη διάρκεια της κωπηλασίας του, είδαν ένα χωριό στις όχθες της Κρούκ’φα. Ορισμένοι απ’τους κατοίκους τούς παρατήρησαν και τους έδειξαν σε μερικούς άλλους, μα κανείς δεν τους χαιρέτησε, ούτε επιχείρησε να τους πλησιάσει. Κοντά στο χωριό, επάνω σε ξύλινα πλαίσια, δέρματα ήταν τεντωμένα· κι απ’την εμφάνισή τους, οι επαναστάτες έκριναν ότι δεν μπορεί παρά να ήταν δέρματα από σαλ’φάι.

Όταν άρχισε να βραδιάζει, σταμάτησαν τη σχεδία τους σε μια απ’τις όχθες της λίμνης και ετοιμάστηκαν να περάσουν τη νύχτα. Μέχρι στιγμής, τα πράγματα είχαν πάει καλά, και όλοι τους ήλπιζαν να συνεχίσουν να πηγαίνουν έτσι. Μετά από την καταστροφή του αεροπλάνου τους, δε χρειάζονταν κι άλλα εμπόδια στο δρόμο τους. Ήδη έχουμε καθυστερήσει, σκεφτόταν ο Οδυσσέας, και ο Ανδρόνικος έχει ανάγκη τη βοήθειά μας στην Απολλώνια.

Την επομένη, ξεκίνησαν να κωπηλατούν από την αυγή, και δύο ώρες μετά το μεσημέρι έφτασαν στις εκβολές του ποταμού Ραντ και κοντά στις αποβάθρες της πόλης Ράντ’κα. Η βάση των Παντοκρατορικών δεν φαινόταν από εδώ· ο Οδυσσέας ήξερε, όμως, ότι η λίμνη και ο ποταμός φαίνονταν από τη βάση.

Η Νελμίρα, που είχε τώρα τα κουπιά, οδήγησε τη σχεδία τους επάνω στον Ραντ και έξω από τη λίμνη Κρούκ’φα· κι εδώ, διαπίστωσε, η αντίσταση του νερού ήταν πολύ μεγαλύτερη, καθώς έπρεπε να κωπηλατεί ενάντια στο ρεύμα.

Ο Ράθνης πήρε τη θέση της μετά από κανένα μισάωρο, γιατί η βάρδια της στα κουπιά βρισκόταν προς το τέλος. Στο κεφάλι του είχε το πλατύγυρο καπέλο του, για να κρύβει το πρόσωπό του στη σκιά, όπως τον είχε συμβουλέψει ο Οδυσσέας.

Όταν πέρασαν τέσσερις ώρες, και σηκώθηκε απ’τα κουπιά, είπε: «Μ’αυτό το ρυθμό θ’αργήσουμε να διασχίσουμε τούτο το ποτάμι. Είναι μακρύ, Οδυσσέα;»

Ο Οδυσσέας άνοιξε τον χάρτη του και τους έδειξε τον ποταμό Ραντ. «Εκατόν-σαράντα χιλιόμετρα, μέχρι να συναντήσουμε τον πολύ μεγαλύτερο ποταμό Ράντραμ· κι εκεί, το ρεύμα θα είναι μαζί μας.»

«Εκατόν-σαράντα χιλιόμετρα είναι πολλά,» είπε η Νελμίρα. «Θα φτύσουμε αίμα ώσπου να τα διασχίσουμε.»

«Ναι,» συμφώνησε ο Οδυσσέας. «Έχεις, όμως, καμια καλύτερη ιδέα;»

Η αλήθεια ήταν πως δεν είχε, έτσι κούνησε το κεφάλι μονάχα.

Ο Οδυσσέας είπε: «Είναι νωρίς ακόμα· εγώ θα ξαναπιάσω τα κουπιά.» Και, πράγματι, ήταν νωρίς· δεν είχε αρχίσει να βραδιάζει. Σήμερα, έχοντας ξεκινήσει απ’την αυγή, μπορούσαν να ταξιδέψουν περισσότερο. Χτες, που έπρεπε να διαπραγματευτούν με τους νομάδες κι έπειτα να τραβήξουν τη σχεδία ώς τη λίμνη, είχαν χάσει πολύ χρόνο.

Ο Οδυσσέας κάθισε στα κουπιά και κωπηλάτησε για δύο ώρες ακόμα, οπότε η Νελμίρα προσφέρθηκε να τον ξεκουράσει, καθώς έπεφτε η νύχτα. Εκείνος δεν αρνήθηκε, γιατί ήταν, όντως, κουρασμένος. Η Νελμίρα κωπηλάτησε δύο ώρες και, μετά, ο Ράθνης άλλες δύο. Έτσι, ήρθαν τα μεσάνυχτα, και άραξαν τη σχεδία τους στις δυτικές όχθες του ποταμού, για να διανυκτερεύσουν.

*

Κατά τη διάρκεια του υπόλοιπου ταξιδιού τους επάνω στον ποταμό Ραντ, ακολούθησαν την εξής τακτική: Ξυπνούσαν με την αυγή· ο Οδυσσέας καθόταν στα κουπιά για τέσσερις ώρες· η Νελμίρα έπαιρνε τη θέση του και κωπηλατούσε άλλες τέσσερις ώρες· ο Ράθνης έπιανε τα κουπιά και κινούσε τη σχεδία τους για τέσσερις ώρες ακόμα· μετά, ο Οδυσσέας κωπηλατούσε πάλι για δύο ώρες· η Νελμίρα για άλλες δύο· και, τέλος, ο Ράθνης, μέχρι τα μεσάνυχτα· οπότε, έβγαζαν το σκάφος τους στην όχθη και κοιμόνταν, φυλώντας σκοπιές εναλλάξ.

Μ’αυτό το ρυθμό, κατάφεραν να διασχίσουν τον ποταμό Ραντ σε τρεισήμισι μέρες, και το μεσημέρι της τέταρτης, ενώ η Νελμίρα δεν είχε ακόμα σηκωθεί από τα κουπιά, βρέθηκαν στον ποταμό Ράντραμ κι αισθάνθηκαν το ρεύμα με το μέρος τους.

Η Νελμίρα έβγαλε μια πρωτόγονη κραυγή, και είπε: «Από δω και πέρα, θάναι παιχνιδάκι!»

Στη νότια όχθη του Ράντραμ, και εκεί όπου αυτός διακλαδιζόταν με τον Ραντ, ήταν χτισμένη μια πόλη: η Ράντ’κλι. Και ο Οδυσσέας πρότεινε στους συντρόφους του να σταματήσουν στο λιμάνι της για λίγο, γιατί χρειάζονταν τρόφιμα.

«Πρέπει να είμαστε προσεχτικοί, όμως,» τους τόνισε· «οι πράκτορες της Παντοκράτειρας έχουν περισσότερη επιρροή εδώ, γιατί τώρα πλησιάζουμε τα κεντρικά μέρη της Σάρντλι.»

Έδεσαν τη σχεδία τους στις αποβάθρες της Ράντ’κλι και μπήκαν στο λιμάνι της. Η πόλη φαινόταν νάναι πολύ μεγαλύτερη από τη Ράντ’κα και, λογικά, πρέπει εδώ να γινόταν και περισσότερο εμπόριο. Τα οικοδομήματα ήταν χτισμένα από καφετιά πέτρα και ξύλο, και ελάχιστα ξεπερνούσαν τους δύο ορόφους. Οι δρόμοι δεν ήταν φαρδείς, εκτός από τους πολύ κεντρικούς· οχήματα δεν μπορούσαν να περάσουν με άνεση, και σε μερικούς δεν μπορούσαν να περάσουν καθόλου. Οι περισσότεροι δεν ήταν τίποτα παραπάνω από χωματόδρομοι· ορισμένοι μόνο ήταν λιθόστρωτοι. Στο λιμάνι, στην αγορά, και σ’άλλα κεντρικά σημεία της πόλης, μπορούσε κανείς να συναντήσει περιπολίες στρατιωτών της Παντοκρατορίας· κι αυτοί οι πολεμιστές δεν ήταν οπλισμένοι όπως τους νομάδες: είχαν όπλα ανώτερης τεχνολογίας. Επίσης, στην αγορά, οι τρεις επαναστάτες είδαν μια γυναίκα που, απ’το ντύσιμό της και απ’το γεγονός ότι βρισκόταν κοντά στους φρουρούς, έκριναν πως πρέπει να ήταν μάγισσα στην υπηρεσία της Παντοκράτειρας.

Ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του ήταν ιδιαίτερα προσεκτικοί να μην τραβήξουν την προσοχή των στρατιωτών. Πήγαν σ’έναν έμπορο που εμπορευόταν τρόφιμα, αγόρασαν ό,τι ήθελαν, και έφυγαν, δίχως να μείνουν περισσότερο στην πόλη.

Ο Ράθνης κάθισε τώρα στα κουπιά και ξεκίνησε να κωπηλατεί, ενώ το ρεύμα ήταν με το μέρος τους, σπρώχνοντάς τους προς τον προορισμό τους: τη Φανχάι, όπου θα έβρισκαν τον σύνδεσμο της Επανάστασης με τον οποίο έπρεπε να επικοινωνήσουν.

Και μετά, σκέφτηκε ο Οδυσσέας, θα πρέπει να βρούμε έναν τρόπο για να φύγουμε από τη Σάρντλι… Έβγαλε το χαρτί που του είχε δώσει ο Ανδρόνικος: το χαρτί με τα μέρη που όφειλαν να επισκεφτούν, ώστε να ζητήσουν βοήθεια από τους επαναστάτες εκεί.

Οι εξής διαστάσεις ήταν σημειωμένες: Υπερυδάτια, Σάρντλι, Μοργκιάνη, Βίηλ.

Απ’όσο γνώριζε ο Οδυσσέας, η Σάρντλι είχε εξόδους προς τη Διάσταση του Φωτός, τη Φεηνάρκια, τη Σεργήλη, και την Αρβήντλια. Επίσης, συνδεόταν και με τον Αιθέρα. Επομένως, θα μπορούσαν να πάνε στη Φεηνάρκια και, από εκεί, να φτάσουν στη Βίηλ. Μετά, όμως, πώς θα πήγαιναν στην Υπερυδάτια και στη Μοργκιάνη; Η Βίηλ δεν συνδεόταν με τον Αιθέρα. Αλλά έχει μια μονόδρομη δίοδο προς τη Σάρντλι, θυμήθηκε ο Οδυσσέας. Και, καθώς ο Ράθνης κωπηλατούσε, εκείνος βάλθηκε να φτιάξει την καλύτερη δυνατή πορεία μέσα στο μυαλό του.

Έτσι, έφτασε στο συμπέρασμα ότι τους συνέφερε, τελικά, να πάνε στη Φεηνάρκια κι έπειτα στη Βίηλ. Από εκεί, θα επέστρεφαν στη Σάρντλι και θα έπαιρναν αεροσκάφος για να βγουν στον Αιθέρα. Από τον Αιθέρα, θα έφταναν στην Υπερυδάτια· κι έπειτα, υπήρχαν δύο τρόποι για να φτάσουν στη Μοργκιάνη: ο ένας ήταν να πάνε από την Υπερυδάτια στο Σύμπλεγμα, και από το Σύμπλεγμα στη Μοργκιάνη· ο άλλος ήταν να περάσουν πάλι στον Αιθέρα, να μπουν στην Αλβέρια, και από εκεί να πάνε στη Μοργκιάνη. Βλέποντας και κάνοντας, λοιπόν…

Το σημαντικό ήταν να μην τους τύχαιναν κι άλλες αναποδιές στο ταξίδι τους κι αναγκάζονταν να λοξοδρομήσουν.

*

Η πλεύση επάνω στον ποταμό Ράντραμ ήταν πολύ πιο εύκολη απ’ό,τι επάνω στον ποταμό Ραντ, καθώς δε χρειαζόταν να πηγαίνουν ενάντια στο ρεύμα, παρά το είχαν με το μέρος τους, να τους σπρώχνει προς την κατεύθυνση που ήθελαν. Ωστόσο, δε χαλάρωσαν το ρυθμό τους: εξακολούθησαν να δουλεύουν ο καθένας από τέσσερις ώρες τα κουπιά και, ύστερα πάλι, από άλλες δύο ώρες. Έτσι, έφτασαν στο λιμάνι της Φανχάι το απόγευμα της μεθεπόμενης ημέρας.

Η Φανχάι ήταν μια πόλη ακόμα μεγαλύτερη από τη Ράντ’κλι. Απλωνόταν στη βόρεια όχθη του ποταμού Ράντραμ, και δεν αποτελείτο μόνο από χαμηλά οικοδομήματα πέτρας και ξύλου, αλλά διέθετε και ψηλές πολυκατοικίες και πύργους, που ορθώνονταν γυαλίζοντας στον ουρανό, με σημαίες να κυματίζουν επάνω τους. Στη νότιά της μεριά υπήρχε μια γέφυρα η οποία περνούσε τον ποταμό και έβγαζε στην αντίπερα όχθη, που ήταν γεμάτη βαλτόνερα και ελώδη βλάστηση. Ένας μεγάλος, στρωμένος με πέτρα δρόμος φαινόταν να διασχίζει αυτά τα λασπώδη μέρη: ένας δρόμος όχι μόνο για πεζούς και έφιππους, αλλά και για οχήματα κάθε είδους.

Ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του έδεσαν τη σχεδία τους στις αποβάθρες και μπήκαν στην πόλη. Ο Ράθνης δε χρειαζόταν εδώ να φορά καπέλο, για να κρύβει το πρόσωπό του στη σκιά, γιατί η Φανχάι ήταν ένα μέρος όπου σύχναζαν διάφοροι άνθρωποι, από πολλές διαστάσεις· έτσι, δεν ήταν περίεργο κάποιος να έχει κατάλευκο δέρμα. Εκείνος, όμως, συνέχισε να φορά το καπέλο του, παρότι ο Οδυσσέας τού διευκρίνισε πώς είχε η κατάσταση. Ίσως να το συνήθισε, σκέφτηκε ο Πρόμαχος.

Οι τρεις επαναστάτες βάδισαν μέσα στις μεγάλες οδούς της πόλης, περιτριγυρισμένοι από κόσμο, Σάρντλια πλάσματα που χρησιμοποιούνταν για ιππασία, και οχήματα. Οι δρόμοι της Φανχάι ήταν, αναμφίβολα, ένα χάος από την κίνηση ανθρώπων, ζώων, και εμπορευμάτων.

Ο Οδυσσέας οδήγησε τους συντρόφους του σ’ένα κατάστημα που πουλούσε λουλούδια και φυτά. Η πινακίδα του έγραφε:

 

“ΑΡΩΜΑΤΑ ΚΑΙ ΒΟΤΑΝΙΑ”

Διαθέτουμε κάθε είδους φυτό που υπάρχει στη Σάρντλι και πέρα απ’αυτήν!
Κι όσα δεν έχουμε μπορούμε να τα βρούμε.

 

Γύρω απ’την είσοδό του υπήρχαν γλάστρες, γεμάτες με φυτά, κάθε μεγέθους, σχήματος, και χρώματος. Ένα απ’αυτά, μάλιστα, είχε μάτια επάνω σε μερικά απ’τα φύλλα του· και έκλεισε ένα απ’τα μάτια του στον Οδυσσέα, σαν να τον είχε αναγνωρίσει.

«Παλιός σου φίλος;» ρώτησε ο Ράθνης.

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Οδυσσέας, «ήμασταν μαζί στο στρατό της Απολλώνιας…» Και, περνώντας ανάμεσα απ’τα φυτά, έσπρωξε την πόρτα του καταστήματος και μπήκε.

Ένα καμπανάκι κουδούνισε, γεμίζοντας τον χώρο με τη γλυκιά μελωδία του: γκλινκ-γκλονκ γκλινκ-γκλονκ γκλινκ.

Το δωμάτιο όπου βρέθηκαν οι επαναστάτες ήταν πλημμυρισμένο στα λουλούδια και στα δέντρα. Μια γυναίκα πότιζε, εκείνη τη στιγμή, μια γλάστρα, κρατώντας ένα ποτιστήρι. Ακούγοντας το καμπανάκι, στράφηκε να τους κοιτάξει, και χαμογέλασε.

«Οδυσσέα! Καλωσήρθες!» Ήταν ερυθρόδερμη με σγουρά, μαύρα μαλλιά και μούσι στο σαγόνι, το οποίο είχε δεμένο σε τρεις μικρές, λεπτές κοτσίδες. Φορούσε ένα πρασινοκίτρινο, φαρδύ φόρεμα πάνω από το καθόλου ευκαταφρόνητου όγκου σώμα της.

«Τάφκι,» είπε η Οδυσσέας, «καλώς σε βρίσκω. Μπορούμε να μιλήσουμε;»

«Για τους καπνοπαραγωγούς;»

«Ναι.»

Οι «καπνοπαραγωγοί» ήταν, ασφαλώς, συνθηματικό, όταν ήθελαν να πουν για την Επανάσταση.

Η Τάφκι πήγε στην πόρτα του καταστήματος, την κλείδωσε, και γύρισε τη μικρή πινακίδα επάνω στο τζάμι, έτσι ώστε απέξω να φαίνεται η λέξη ΚΛΕΙΣΤΟΝ.

«Ελάτε μαζί μου,» είπε, και πλησίασε μια άλλη πόρτα. Την άνοιξε κι άρχισε να κατεβαίνει σκάλες, οι οποίες ίσα που τη χωρούσαν.

Ο Οδυσσέας, η Νελμίρα, και ο Ράθνης την ακολούθησαν, κι έφτασαν σ’ένα υπόγειο, όπου οι μυρωδιές ήταν αποπνιχτικές, καθώς το μέρος ήταν γεμάτο με σάκους και κιβώτια που, μάλλον, περιείχαν λιπάσματα, φυτοφάρμακα, και άλλα παρόμοια. Η Τάφκι παραμέρισε ένα κιβώτιο, αποκαλύπτοντας ακόμα μια πόρτα, μικρότερη από την προηγούμενη. Την άνοιξε και, σκύβοντας, μπήκε.

Το δωμάτιο στο οποίο οδηγούσε η πόρτα, παραδόξως, δεν ήταν μικρό· ούτε έμοιαζε καθόλου με αποθήκη. Ήταν επενδυμένο με πέτρα –και στο πάτωμα και στους τοίχους και στο ταβάνι– και στο κέντρο του υπήρχε ένα τραπέζι. Τριγύρω ήταν ράφια με βιβλία, όπλα, και διάφορους εξοπλισμούς. Ο Οδυσσέας γνώριζε ότι, μέσα σε τούτο το δωμάτιο, οι πράκτορες της Παντοκράτειρας δεν μπορούσαν να τους παρακολουθήσουν με κανέναν τρόπο· ήταν προστατευμένο από κάθε είδους γνωστό μέσο παρακολούθησης.

«Οδυσσέα, έχεις τα χάλια σου,» παρατήρησε η Τάφκι. «Κατακίτρινος, ταλαιπωρημένος, και αξύριστος! Να σου φτιάξω ένα τσάι; Να σας φτιάξω σε όλους;»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Οδυσσέας, «θα το έπινα. Δεν ήρθα, όμως, για να καθίσω· έχω πολύ σημαντικά πράγματα να σου πω.»

«Το φαντάζομαι.» Η Τάφκι πήγε σ’ένα ντουλάπι και, ανοίγοντάς το, έβγαλε ένα βαζάκι και άρχισε να φτιάχνει το τσάι. «Σπανίως πλέον έρχεσαι εδώ, αν δεν έχεις κάτι σημαντικό να μου πεις.» Έμοιαζε με παράπονο.

«Δυστυχώς, ο Ανδρόνικος με χρειάζεται σε άλλες διαστάσεις,» είπε ο Οδυσσέας, καθίζοντας σε μια από τις καρέκλες του τραπεζιού. Ο Ράθνης και η Νελμίρα κάθισαν δεξιά κι αριστερά του.

«Όλο δικαιολογίες είσαι,» του είπε η Τάφκι. Κάποτε οι δυο τους ήταν εραστές, για ένα μικρό χρονικό διάστημα.

«Ο Ανδρόνικος έχει προβλήματα,» την πληροφόρησε ο Οδυσσέας, αλλάζοντας θέμα.

«Πες μου κάτι που δεν συμβαίνει συνέχεια.»

«Αυτό που συμβαίνει ετούτη τη φορά, σίγουρα, δεν συμβαίνει συνέχεια,» τόνισε ο Οδυσσέας.

Η Τάφκι ετοίμασε το τσάι και τους έφερε τρεις κούπες επάνω σ’έναν μικρό δίσκο. «Υποπτεύομαι πως αυτό είναι το σημαντικό που ήρθες να μου πεις.»

«Ναι,» παραδέχτηκε ο Οδυσσέας, «αυτό είναι.» Και της εξήγησε πώς είχε η κατάσταση στην Απολλώνια, προσθέτοντας ότι ο Ανδρόνικος χρειαζόταν έμπιστους ανθρώπους, και ότι οι μόνοι άνθρωποι που μπορούσε τώρα να θεωρεί έμπιστους ήταν οι άνθρωποι της Επανάστασης.

«Ο αδελφός του, δηλαδή, έχει στραφεί εναντίον του; Είναι σίγουρο;»

Ο Οδυσσέας ήπιε μια γουλιά τσάι. «Έτσι φαίνεται. Και είναι κάτι που κι εμένα μ’έχει εντυπωσιάσει, για να είμαι ειλικρινής. Τους ξέρω και τους δύο από παλιά. Από μικρούς.»

«Ο Λούσιος πρέπει να έχει συμμαχήσει με την Παντοκράτειρα· δεν εξηγείται αλλιώς.»

«Ίσως,» είπε ο Οδυσσέας, σκεπτικά, αναλογιζόμενος το Δημιούργημα που τους είχε επιτεθεί στον Αιθέρα.

«Αυτές τις μέρες, ή είσαι με την Παντοκράτειρα ή με την Επανάσταση. Κι αν στρέφεσαι εναντίον της Επανάστασης, σημαίνει ότι είσαι με την Παντοκράτειρα. Όπως επίσης αν στρέφεσαι εναντίον της Παντοκράτειρας, σημαίνει ότι είσαι με την Επανάσταση.»

«Η Παντοκράτειρα, όμως, δεν κρύβει τον έλεγχό της επάνω σε μια διάσταση, Τάφκι,» είπε ο Οδυσσέας. «Και, μέχρι στιγμής, στην Απολλώνια δεν έχουμε κανένα σημάδι της παρουσίας της.»

«Μπορεί ν’αποφάσισε ν’αλλάξει τις μεθόδους της. Οι πράκτορές της παραέχουν γίνει προβλέψιμοι, αν θες τη δική μου γνώμη.»

Ο Οδυσσέας δεν αισθανόταν πεπεισμένος. «Τέλος πάντων,» είπε. «Το ζητούμενο είναι τώρα να προσφέρουμε στον Ανδρόνικο όση βοήθεια χρειάζεται. Γιατί, όπως καταλαβαίνεις, αν ο Πρίγκιπας χαθεί, κι αν η Απολλώνια χαθεί, τότε όλη η Επανάσταση θα καταρρεύσει.»

Η Τάφκι ένευσε, με μια σκοτεινή όψη στο πρόσωπό της. Αναμφίβολα, καταλάβαινε πολύ καλά τι συνέπειες μπορούσε να έχει όλη τούτη η παράξενη κατάσταση που της είχε εκθέσει ο Οδυσσέας. «Θα κανονίσω να σταλούν άνθρωποί μας στην Απολλώνια. Δε νομίζω κανένας να διστάσει να συντρέξει τον Ανδρόνικο. Ωστόσο, υπάρχει ένα πρόβλημα…» πρόσθεσε.

«Νομίζω πως ξέρω τι θα πεις.»

«Σε ποιο μέρος θα συναντήσουν τον Πρίγκιπα; Το παλάτι της Απολλώνιας, σύμφωνα με τα νέα που μου φέρνεις, ίσως να μην είναι πλέον φιλικό προς εμάς.»

Πράγματι, ο Οδυσσέας ήξερε ακριβώς τι ήθελε να του πει. Κι αυτό ήταν, όντως, ένα βασικό πρόβλημα. «Η απάντηση είναι: δεν γνωρίζω. Δυστυχώς, στην Απολλώνια, δεν έχουμε οργανωμένα κέντρα συγκέντρωσης για τους επαναστάτες.»

«Δεν υπήρχε λόγος. Ολόκληρη η διάσταση ήταν ένα κέντρο συγκέντρωσης.»

«Ακριβώς,» συμφώνησε ο Οδυσσέας. «Δεν είχαμε προβλέψει, όμως, ότι πιθανώς κάτι να πήγαινε πολύ, πολύ στραβά…»

«Και τι θα γίνει τώρα; Πού θα τους πω να συναντήσουν τον Ανδρόνικο;»

«Θα τους πεις να ψάξουν να τον βρουν. Και να αποφύγουν το παλάτι στην Απαστράπτουσα· ο Πρίγκιπας Λούσιος θεωρείται ύποπτος για σφετερισμό και συμμαχία με την Παντοκράτειρα.»

«Δε θα τους αρέσει αυτό,» αποκρίθηκε η Τάφκι. «Το γεγονός ότι θα πρέπει να ψάξουν για να βρουν τον Ανδρόνικο, εννοώ.»

«Το καταλαβαίνω. Μα δε γίνεται αλλιώς.»

«Εντάξει,» είπε η Τάφκι. «Θα το κανονίσω· μην ανησυχείς για τίποτα.»

14

Η πόρτα χτύπησε, και η μικρόσωμη, μελαχρινή υπηρέτρια άνοιξε. Ο άντρας απέξω ήταν ένας από τους παλατιανούς φρουρούς, ντυμένος με τη φρεσκοσιδερωμένη στολή του, καλοχτενισμένος, και ξυρισμένος.

«Καλημέρα,» είπε, επίσημα. «Πρέπει να μιλήσω με τη Βασίλισσα. Με περιμένει.»

«Θα την ειδοποιήσω,» αποκρίθηκε η υπηρέτρια· αλλά, κάνοντας να στραφεί, είδε ότι η κυρά της ήδη πλησίαζε· και δεν ήταν ντυμένη με τη ρόμπα της ή το νυχτικό της, παρότι πρωί. Φορούσε ένα μακρύ, μαύρο φόρεμα με γούνα γύρω απ’τα μανίκια, ενώ στη μέση της ήταν δεμένη μια αργυρή ζώνη. Στα πόδια της φορούσε δερμάτινα παπούτσια χωρίς τακούνι, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι την έκαναν να φαίνεται κοντή. Τα βαμμένα ξανθά μαλλιά της ήταν πιασμένα κότσο, και το πρόσωπό της μακιγιαρισμένο διακριτικά, για να κρύβει τις ρυτίδες της ηλικίας της.

«Μεγαλειοτάτη…» είπε η υπηρέτρια, κάνοντας μια σύντομη υπόκλιση.

Η Γλυκάνθη αντίκρισε τον φρουρό έξω απ’την πόρτα.

Εκείνος υποκλίθηκε επίσης, και είπε: «Μεγαλειοτάτη, καλημέρα σας. Ο γιος σας, ο Αντιβασιλέας Λούσιος, με έστειλε για να σας οδηγήσω στον Πρίγκιπα Ανδρόνικο.»

«Σε περίμενα,» αποκρίθηκε η Γλυκάνθη.

«Ακολουθήστε με, παρακαλώ.»

Η Βασίλισσα έκανε νόημα στην υπηρέτρια να μείνει πίσω και βγήκε απ’τα διαμερίσματά της, βαδίζοντας στο κατόπι του φρουρού. Αισθανόταν ένα σφίξιμο εντός της, και καταλάβαινε από πού προερχόταν αυτή η ακούσια αντίδραση του σώματός της.

Φόβος.

Φοβόταν τι θα αντίκριζε όταν έβλεπε τον Ανδρόνικο. Φυσικά, δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο γιος της είχε παραφρονήσει, όπως υποστήριζε ο Λούσιος· όμως, κάπου βαθιά μέσα της, υπήρχε και μια μικρή αμφιβολία. Μια βασανιστική, τρομαχτική αμφιβολία.

Ωστόσο, αυτό δεν ήταν το μόνο που φοβόταν η Βασίλισσα Γλυκάνθη. Φοβόταν, επίσης, μήπως είχαν φερθεί άσχημα στον Ανδρόνικο· μήπως τον είχαν χτυπήσει ή κακοποιήσει με οποιονδήποτε τρόπο· γιατί ο Λούσιος δε φαινόταν να δίνει και πολύ σημασία στο τι θα συνέβαινε στον αδελφό του.

Ο Λούσιος είναι που μοιάζει νάχει αλλάξει, όχι ο Ανδρόνικος…

Από την άλλη, βέβαια, τον Ανδρόνικο δεν τον είχε δει ακόμα. Και είχε πολύ καιρό να τον δει. Ο Λούσιος σε ένα πράγμα και μόνο είχε δίκιο: η Επανάσταση είχε απορροφήσει πολύ τον αδελφό του.

Δε θάπρεπε, όμως, να φοβάμαι γι’αυτόν, ακριβώς για τούτο το λόγο: έχει περάσει από πολλά, από πάρα πολλά, ο γιος μου. Δεν είναι κανένα παιδάκι. Παντρεύτηκε την ίδια την Παντοκράτειρα και, μετά, επαναστάτησε εναντίον της.

Η Βασίλισσα Γλυκάνθη προσπάθησε να αντλήσει κουράγιο απ’αυτό, καθώς ακολουθούσε τον φρουρό στα υπόγεια του παλατιού της Απαστράπτουσας…

Κι εκεί, σ’έναν απ’τους υπόγειους διαδρόμους του παλατιού, οι οποίοι ήταν φωτισμένοι με ενεργειακές λάμπες, ένας άντρας την παρατηρούσε. Ένας άντρας ντυμένος με τη στολή παλατιανού φρουρού. Ένας άντρας που είχε μια αποκρουστική ουλή στο πρόσωπό του: ένα τραύμα πρόσφατα ραμμένο, το οποίο ξεκινούσε από το μέτωπό του, επάνω δεξιά, και τελείωνε στο σαγόνι του, κάτω αριστερά.

Η Βασίλισσα, χαμένη στις σκέψεις και στους φόβους της καθώς ήταν, ούτε που τον πρόσεξε.

Ο Αυγερινός Αντίρρυθμος, όμως, είχε τα μάτια του κολλημένα επάνω της με τον συνηθισμένο τρόπο των φρουρών, που φανερώνει απλή παρατήρηση για λόγους προστασίας και μόνο –σίγουρα όχι, πάντως, για προσωπικούς λόγους· ή, πόσω μάλλον, για κατασκοπευτικούς λόγους.

Ο Αυγερινός άφησε τη θέση του στη διακλάδωση δύο περασμάτων και ακολούθησε τη Βασίλισσα και τον συνοδό της.

Η Γλυκάνθη εξακολουθούσε, ασφαλώς, να μην έχει αντιληφτεί τίποτα το ασυνήθιστο. Το λιγότερο που την απασχολούσε, ετούτη τη στιγμή, ήταν ένας οποιοσδήποτε φρουρός· το παλάτι ήταν γεμάτο από τέτοιους.

Η Βασίλισσα, βέβαια, γνώριζε ότι οι φρουροί έκαναν τους καλύτερους κατασκόπους, όχι μόνο επειδή κανείς δεν τους υποψιαζόταν εύκολα, αλλά κι επειδή βρίσκονταν, συνήθως, σε σημεία που μπορούσαν να παρατηρούν πολύ κόσμο να περνά. Και η ίδια είχε κάμποσους παλατιανούς φρουρούς για κατασκόπους. Τελευταία, ωστόσο, αυτοί οι κατάσκοποι ελάχιστες φορές τής ανέφεραν κάτι το αληθινά ενδιαφέρον. Οι άνθρωποι που πλαισίωναν τον Λούσιο, έμοιαζαν να έχουν πλέον τον πραγματικό έλεγχο του παλατιού. Πράγμα που, αναπόφευκτα, έβαζε τη Γλυκάνθη σε άσχημες υποψίες· όμως δεν μπορούσε να πει τίποτα, γιατί δεν είχε πληροφορίες πως αυτοί που περιστοίχιζαν τον γιο της έκαναν κάτι επιβλαβές για το βασίλειο, ούτε ότι οι ενέργειές τους ήταν ενάντιες στη νομιμοφροσύνη.

Εκτός από τώρα, σκέφτηκε. Εκτός από τώρα, που φυλάκισαν τον Ανδρόνικο.

Κανονικά, μια τέτοια ενέργεια ήταν παράνομη. Ήταν σφετερισμός από μέρους του Λούσιου, και εσχάτη προδοσία από μέρους των υποστηρικτών του. Γιατί ο Ανδρόνικος ήταν Αντιβασιλέας της Απολλώνιας κατόπιν διατάγματος του συζύγου της, του Βασιληά. Κι ένα τέτοιο διάταγμα δεν μπορούσε να ακυρωθεί, παρά μόνο σε ακραίες περιστάσεις.

Όπως αν ο γιος της είχε τρελαθεί.

Το σωστό ερώτημα, όμως, είναι, ποιος από τους δύο γιους μου έχει τρελαθεί; Η Γλυκάνθη δεν αισθανόταν καθόλου βέβαιη για τα όσα τής έλεγε ο Λούσιος, επειδή ήξερε τον Ανδρόνικο. Τον ήξερε καλά, όπως μόνο μια μάνα μπορεί να γνωρίζει το παιδί της· και ήξερε ότι δεν ήταν άνθρωπος που θα ερχόταν να προξενήσει φασαρίες στο παλάτι δίχως καλό λόγο. Για τη Βασιλική, ναι, ίσως να το πίστευε· η Βασιλική ήταν πάντοτε εξαιρετικά ατίθαση, εκ φύσεως, και δεν μπορούσε να γίνει κάτι για να διορθωθεί αυτό. Ο Ανδρόνικος, όμως, ήταν σταθερός χαρακτήρας, συνετός και ευθύς. Αντιθέτως, ο Λούσιος ήταν ύπουλος, σκοτεινός, και μια τα έλεγε έτσι μια αλλιώς· γι’αυτό κιόλας, από τα τρία παιδιά τους, ο σύζυγός της είχε επιλέξει το δεύτερο για Κληρονόμο του Κυανού Θρόνου.

«Βασίλισσά μου, φτάσαμε,» της είπε ο φρουρός, διακόπτοντας τους συλλογισμούς της και σταματώντας να βαδίζει.

Η Γλυκάνθη είδε ότι βρισκόταν μπροστά σε μια κλειστή πόρτα, δεξιά κι αριστερά της οποίας στέκονταν δύο άλλοι φρουροί, ένας άντρας και μια γυναίκα. Κι οι δύο υποκλίθηκαν στη Βασίλισσα, και η γυναίκα άνοιξε την πόρτα.

Η Γλυκάνθη διάβηκε το κατώφλι, μπαίνοντας σ’ένα μικρό δωμάτιο, που ήταν άδειο, εκτός από ένα τραπέζι στο κέντρο και δύο καρέκλες. Στη μία από τις καρέκλες καθόταν ο Ανδρόνικος, ντυμένος μ’έναν μακρύ, λευκό χιτώνα. Έμοιαζε περισσότερο να κοιμάται, παρά να είναι ξύπνιος.

Η Γλυκάνθη τον πλησίασε, λέγοντας τ’όνομά του.

Εκείνος μουρμούρισε: «Μητέρα;» Το βλέμμα του ήταν θολό.

«Μα τους θεούς!» είπε η Γλυκάνθη, «σ’έχουν ακόμα ναρκωμένο…» Τράβηξε την άδεια καρέκλα κοντά του και κάθισε. «Τι συνέβη, Ανδρόνικε; Μπορείς να μου πεις; Τι συνέβη;»

Ο Ανδρόνικος ύψωσε το χέρι του, για ν’αγγίξει το μάγουλό της. «…Τι κάνεις εδώ; Κι εσύ…;»

«Με έφεραν να σε δω,» εξήγησε η Γλυκάνθη, σφίγγοντας το χέρι του ανάμεσα στα δύο δικά της. «Τι συνέβη με τον Λούσιο, Ανδρόνικε; Γιατί έγιναν όλα αυτά;»

«…Σ’έχουν κι εσένα εδώ…;» μουρμούρισε ο γιος της.

«Στο παλάτι είσαι, Ανδρόνικε. Με καταλαβαίνεις; Στο παλάτι είσαι. Στην Απαστράπτουσα.»

«…Στο παλάτι;» Ο Ανδρόνικος συνοφρυώθηκε. «Η Άνμα;… Πού είναι η Άνμα’ταρ;»

Η Γλυκάνθη κούνησε το κεφάλι της. «Δεν ξέρω. Ο Λούσιος δε μου είπε. Είναι αλήθεια ότι επιτέθηκες στους φρουρούς του παλατιού;»

«Μας επιτέθηκαν, ναι…»

Δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε, σκέφτηκε η Γλυκάνθη. Μάλλον, με βλέπει σαν μέσα σε όνειρο. Λούσιε, μου είπες ότι δε θα ήταν πια ναρκωμένος! Μου είπες ότι δε θα ήταν πια ναρκωμένος, μα τις Φωτιές του Μαύρου Νάρζουλ!

«Σου επιτέθηκαν οι φρουροί του παλατιού;» ρώτησε, έντονα, η Γλυκάνθη. «Σου επιτέθηκαν ενώ ήξεραν ότι ήσουν εσύ;»

«…Θα κρατούσαν την Άνμα, έτσι πυροβόλησα… Μετά, προσπαθήσαμε, αλλά στο τείχος…..» Η φωνή του έσβησε, αργά, κι ένας μορφασμός πέρασε απ’το πρόσωπό του.

Δεν είναι δυνατόν να συζητήσουμε έτσι! Δεν είναι δυνατόν! Η Γλυκάνθη σηκώθηκε απ’την καρέκλα, οργισμένη. Άνοιξε την πόρτα και πρόσταξε τους φρουρούς: «Θέλω να φέρετε το γιο μου στα διαμερίσματά μου. Αμέσως. Αναλαμβάνω κάθε ευθύνη γι’αυτόν, από εδώ και στο εξής.»

Οι φύλακες αλληλοκοιτάχτηκαν, διστακτικά.

«Δεν ακούσατε τι σας είπα;»

«Βασίλισσά μου,» αποκρίθηκε εκείνος που την είχε φέρει εδώ, «πολύ φοβάμαι πως αυτό είναι αδύνατον. Έχουμε συγκεκριμένες διαταγές από τον γιο σας–»

«Σας δίνω εγώ άλλες διαταγές!»

«Μητέρα, γιατί φέρεστε έτσι;»

Η Γλυκάνθη στράφηκε, για ν’αντικρίσει τη Δομινίκη να ξεπροβάλει απ’τις σκιές, ντυμένη μ’ένα πορφυρό φόρεμα. Δεν είμαι μητέρα σου. Και τι κάνεις εσύ εδώ; Αλλά δεν είπε ούτε το ένα ούτε το άλλο. «Τολμάς και ρωτάς γιατί φέρομαι έτσι; Ο Λούσιος μού είχε πει ότι ο Ανδρόνικος δε θα ήταν τώρα ναρκωμένος!»

Η Δομινίκη ύψωσε τα φρύδια σας. «Σας το είχε πει αυτό; Είστε βέβαιη;»

«Τι σημασία έχει;» σφύριξε η Γλυκάνθη, νιώθοντας το αίμα να χτυπά στους κροτάφους της.

Η Δομινίκη χαμογέλασε, φιλικά. «Ο Ανδρόνικος δεν ήταν ακόμα έτοιμος να σας δεχτεί, μητέρα. Όμως ο Λούσιος, βλέποντας πως θέλατε οπωσδήποτε να τον δείτε, αποφάσισε–»

«Μη μου λες αυτές τις ανοησίες εμένα!» τη διέκοψε η Γλυκάνθη, στενεύοντας τα μάτια. «Το ναρκωτικό που του έχετε δώσει είναι καινούργιο. Δεν μπορεί ακόμα νάναι επηρεασμένος από τότε που τον αιχμαλωτίσατε.»

«Η αλήθεια είναι, μητέρα, πως–»

«Και μη μ’αποκαλείς ‘μητέρα’.»

Η όψη της Δομινίκης πάγωσε και το χαμόγελό της εξαφανίστηκε. «Όπως επιθυμείτε, Βασίλισσά μου,» αποκρίθηκε. «Η αλήθεια είναι πως ο Ανδρόνικος χρειάστηκε να ναρκωθεί και πάλι, καθώς κρίθηκε επικίνδυνος–»

«Επικίνδυνος; Από ποιον κρίθηκε επικίνδυνος;»

«Ο Ανδρόνικος επιτέθηκε στους φρουρούς του παλατιού–»

«Ή, μήπως, οι φρουροί επιτέθηκαν σ’αυτόν;»

«Είναι προφανές ότι είστε ταραγμένη, Βασίλισσά μου–»

Η Γλυκάνθη τής γύρισε την πλάτη και απομακρύνθηκε μέσα στον υπόγειο διάδρομο. Έστριψε σε μια γωνία και χάθηκε απ’τα μάτια της.

Η Δομινίκη, βλέποντάς την να φεύγει, σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος. Καταραμένη σκύλα! σκέφτηκε. Θα σε κάνω κομμάτια! Θα λιανίσω το μυαλό σου! Θα καταβροχθίσω την ψυχή σου! Μα τον Μαύρο Νάρζουλ και τους Οκτώ, το ορκίζομαι!

Έστρεψε το βλέμμα της στον Ανδρόνικο, μέσα στο δωμάτιο, και τον είδε να έχει το κεφάλι του σκυμμένο επάνω στο τραπέζι. Ήταν τελείως αποβλακωμένος· δεν υπήρχε αμφιβολία γι’αυτό. Δε γινόταν, όμως, αλλιώς. Αν τον άφηναν να της μιλήσει ελεύθερα– Καλύτερα να μην τον αφήναμε να της μιλήσει καθόλου! Το είχα πει του Λούσιου! Του το είχα πει! Αλλά είναι ηλίθιος!

Έκανε νόημα στους φρουρούς να επιστρέψουν τον Ανδρόνικο εκεί απ’όπου τον είχαν φέρει, κι η ίδια έφυγε, ακολουθώντας τον διάδρομο που είχε ακολουθήσει κι η Βασίλισσα Γλυκάνθη.

Οι δύο φύλακες που στέκονταν εκατέρωθεν της πόρτας μπήκαν στο μικρό δωμάτιο και σήκωσαν τον Πρίγκιπα Ανδρόνικο απ’την καρέκλα, βάζοντας τα χέρια του στους ώμους τους. Ο άλλος –αυτός που είχε φέρει τη Βασίλισσα εδώ– ξεκίνησε να βαδίζει, κι εκείνοι βάδισαν στο κατόπι του. Ο Ανδρόνικος μουρμούριζε, καθώς τον μετέφεραν…

…αλλά ο Αυγερινός Αντίρρυθμος δεν ήταν αρκετά κοντά για να μπορεί ν’ακούσει τι έλεγε ο Πρίγκιπας. Στεκόταν πιο πίσω, στη στροφή του διαδρόμου απ’όπου είχαν φύγει η Βασίλισσα Γλυκάνθη και η Αρχόντισσα Δομινίκη, δίχως καμια τους να του δώσει σημασία, παρά το παραμορφωμένο πρόσωπό του.

Η αποστολή μου είναι ιερή· είμαι αόρατος στα μάτια τους.

Ο Αυγερινός ακολούθησε, από απόσταση, τους φρουρούς που μετέφεραν τον Πρίγκιπα Ανδρόνικο μέσα στους υπόγειους διαδρόμους του παλατιού της Απαστράπτουσας· και τους είδε να πηγαίνουν σε μέρη που ο ίδιος δεν είχε πάει ποτέ στη ζωή του. Σ’ένα σημείο, συνάντησαν δύο άντρες από τη Βασιλική Φρουρά: ο ένας ήταν ο πρασινόδερμος Λάθμιος, που καταγόταν από τα Ελκόβρια Έλη· ο άλλος ήταν ο χρυσόδερμος Φαιόνυχος, που καταγόταν από τα Νότια Δουκάτα, τα οποία δε βρίσκονταν μακριά από το Κρήμνισμα και τη βλάσφημη διάσταση της Απολεσθείσας Γης. Κι οι δύο αυτοί άντρες ήταν καινούργιοι στη Βασιλική Φρουρά· τους είχε φέρει ο Πρίγκιπας Λούσιος με τις μεταρρυθμίσεις του.

«Θα τον αναλάβουμε εμείς από δω και κάτω,» είπε ο Φαιόνυχος στους φρουρούς, και πήρε τον Ανδρόνικο απ’τα χέρια τους, πιάνοντάς τον από τη μέση.

Ο Λάθμιος τον βοήθησε. «Μπορείτε να πηγαίνετε.»

Οι παλατιανοί φρουροί αποχώρησαν, δίχως να μιλήσουν.

Ο Αυγερινός τούς απέφυγε εύκολα, και είδε τον Φαιόνυχο και τον Λάθμιο να συνεχίζουν να καταδύονται μέσα στους υπόγειους διαδρόμους, που εδώ δεν ήταν τόσο καλά φωτισμένοι όσο αλλού.

Ακολούθησε τους δύο Βασιλικούς Φρουρούς με προσοχή. Παλιότερα, δεν είχε ιδέα για τούτα τα μέρη. Δεν ήξερε ότι υπήρχαν. Μάλλον, επρόκειτο για κάποιο κομμάτι των υπογείων του παλατιού που είχε πέσει σε αχρηστία αλλά τώρα χρησιμοποιείτο και πάλι.

Ένα μεταλλικό κιγκλίδωμα φάνηκε στο πέρας ενός διαδρόμου, μα ο Φαιόνυχος και ο Λάθμιος δε σταμάτησαν να βαδίζουν, παρότι έμοιαζε να τους φράζει το δρόμο. Ο Αυγερινός τούς παρακολουθούσε, γεμάτος περιέργεια.

Οι δύο άντρες στάθηκαν μπροστά στο κιγκλίδωμα, και ο Λάθμιος φώναξε: «Φύλακα!»

Μια σκιερή φιγούρα παρουσιάστηκε πίσω απ’τα κάγκελα: μια φιγούρα τυλιγμένη σε μανδύα και με κουκούλα στο κεφάλι. Απρόσωπη όπως το σκοτάδι. «Ο αριθμός τρεις φορές,» ψιθύρισε, κι ο ψίθυρος του έφτασε μέχρι τ’αφτιά του Αυγερινού, μέσα στη σιγή των υπογείων.

«Είκοσι-τέσσερα,» απάντησε ο Λάθμιος. «Και μη μας καθυστερείς άσκοπα. Μας ξέρεις.»

Ο φύλακας δεν απάντησε, αλλά το κιγκλίδωμα σηκώθηκε, τρίζοντας, κι επιτρέποντας στους δύο Βασιλικούς Φρουρούς να περάσουν. Ύστερα, έκλεισε πάλι.

Ο αριθμός τρεις φόρες; σκέφτηκε ο Αυγερινός, απορημένος. Είκοσι-τέσσερα;

Τρεις φορές το οκτώ μάς κάνει είκοσι-τέσσερα. Ένα ρίγος τον διέτρεξε, διότι το οκτώ θεωρείτο κακός αριθμός στην Απολλώνια· καταραμένος αριθμός. Ο Αυγερινός, όμως, δε θυμόταν γιατί υπήρχαν αυτές οι προκαταλήψεις. Ανέκαθεν τον παραξένευαν.

Επί του παρόντος, έφυγε από τα υπόγεια του παλατιού.

*

Τα μάτια της άνοιξαν. Και διαπίστωσε ότι αυτό που ονειρευόταν δεν ήταν αλήθεια: δεν βάδιζε ξυπόλυτη επάνω σ’έναν ατελείωτο εξοχικό δρόμο ο οποίος ήταν στρωμένος με μικρές, μυτερές πέτρες. Βρισκόταν στο διαμέρισμά της, στην Απαστράπτουσα, ξαπλωμένη ανάσκελα, και δίπλα της ήταν ο Άγγελος, ανασηκωμένος και κοιτάζοντάς την.

Η Βασιλική χαμογέλασε. «Τι είναι; Ροχάλιζα;»

«Όχι.»

Το χαμόγελό της έσβησε. «Παραμιλούσα;»

«Όχι.»

«Γιατί, τότε, είσαι ξύπνιος; Και γιατί με κοιτάς έτσι;»

«Δεν κοιμήθηκα και πολύ απόψε,» παραδέχτηκε ο Άγγελος.

«Γιατί;»

«Αναρωτιόμουν τι σου συνέβη χτες βράδυ.»

Η Βασιλική αναστέναξε. Αναποδογύρισε τα μάτια. «Πίστεψέ με, δε θες να ξέρεις…»

«Κι αν θέλω;»

«Ήταν η πιο παράξενη μέρα που έχω ζήσει, ίσως. Πρώτα, μαθαίνω ότι ο Ανδρόνικος είναι φυλακισμένος· μετά, συμβαίνουν όλα αυτά τα περίεργα. Και το όχημά μου χαλάει· ή, μάλλον, δε χαλάει: το σαμποτάρουν.»

«Το σαμποτάρουν;»

«Ναι. Κάποιος με παρακολουθούσε· είμαι σίγουρη. Είχα, βασικά, πάει να δω τη Βικτώρια Κατήνεμη, έξω απ’την πόλη, στη Χρυσάνθια Κλινική. Και έφτασα κανονικά εκεί…» Ή σχεδόν κανονικά, σκέφτηκε, καθώς θυμήθηκε τον τρελό πάνω στο δίκυκλο με το κρανίο. Αλλά ήταν πραγματικά σημαντικό να το αναφέρει αυτό; «Μετά, όμως, όταν βγήκα από την κλινική και μπήκα στο όχημά μου, διαπίστωσα, στο δρόμο, ότι η ποσότητα ενέργειας έπεφτε ραγδαία. Σύντομα, δε θα μπορούσα να κινηθώ. Το γεγονός με παραξένεψε πάρα πολύ, όπως καταλαβαίνεις, γιατί νόμιζα πως είχα αρκετή ενέργεια για να επιστρέψω. Κοίταξα, λοιπόν, τη φιάλη του οχήματός μου, και είδα ότι κάποιος την είχε τρυπήσει. Κι εκτός αυτού, η άλλη φιάλη που είχα μαζί μου είχε χαθεί. Κάποιος την είχε κλέψει. Έτσι, δεν μπορούσα παρά να γυρίσω περπατώντας στην πόλη.»

«Δεν περνούσε κανένα άλλο όχημα, για να σε πάρει μαζί του;» ρώτησε ο Άγγελος με μια παραξενεμένη όψη στο πρόσωπό του.

«Περνούσαν οχήματα, αλλά δε σταματούσαν. Πηγαίνουν γρήγορα στους εξοχικούς δρόμους. Κι επιπλέον…» Δίστασε. Ήταν οι φόβοι της βάσιμοι; Ή θα την περνούσε για χαζή;

«Τι;»

«Σκεφτόμουν ότι… Σχετικά με το σαμποτάζ του οχήματός μου. Έλεγα ότι ίσως να ήθελαν κάποιοι να μ’αφήσουν στο δρόμο επίτηδες, προκειμένου να με απαγάγουν. Επομένως, μπορεί να ήταν καλύτερα αν ερχόμουν βαδίζοντας.»

Ο Άγγελος συνοφρυώθηκε. «Και γιατί να μη σου ορμήσουν ενώ βάδιζες μόνη σου μες στη νύχτα;»

Ναι, σωστό κι αυτό… «Δεν ξέρω, αλλά… Είχα δει κάτι παράξενα πράγματα χτες, Άγγελε. Πολύ παράξενα.»

«Όπως;»

«Ένας άντρας πάνω σε δίκυκλο με είχε προσπεράσει, όταν πήγαινα προς την κλινική. Φορούσε κράνος που έκρυβε το πρόσωπό του, και στη μπροστινή μεριά του οχήματός του υπήρχε ένα λαξευτό, ασημένιο κρανίο.»

«Και λοιπόν;» Έμοιαζε να προσπαθεί να καταλάβει.

«Ο ίδιος τύπος με προσπέρασε πάλι, όταν επέστρεφα βαδίζοντας.»

«Σε πείραξε;»

«Όχι. Απλά, την πρώτη φορά με χαιρέτισε, περνώντας από δίπλα μου…»

«Ήταν κάποιος γνωστός, δηλαδή;» ρώτησε ο Άγγελος.

«Δεν το πιστεύω. Μάλλον, με νόμισε για κάποια άλλη. Αλλά μετά με προσπέρασε κι όταν επέστρεφα, όπως σου είπα.»

«Με μπέρδεψες. Θες να πεις ότι, τελικά, υποπτεύεσαι πως ίσως ο τύπος να σε γνώριζε;»

«Όχι. Δεν ξέρω. Μπορεί. Κι εγώ είμαι μπερδεμένη. Σου είπα, συνέβησαν πολλά παράξενα χτες… Να, για παράδειγμα, όταν ήμουν στα γραφεία του Ήχος στο Φως και σε περίμενα να τελειώσεις να μιλάς μ’εκείνο τον κύριο, ένας άντρας που είναι στα γραφεία– δεν ξέρω πώς τον λένε, αλλά είναι καραφλός και έχει μούσι, και δέρμα σαν το δικό μου–»

«Ο Χαρίλαος. Παλιός συνεργάτης.»

«Μου είπε κάτι περίεργα για έναν… εμμ, ξάδελφό του που είχε μια διαφωνία με την αδελφή του, και μετά εκείνη χάθηκε. Είχαν οικογενειακά προβλήματα, είπε· και σαν να προσπάθησε κάπως να το παραλληλίσει αυτό με το γεγονός ότι εγώ δεν τα πάω καλά με τον αδελφό μου, τον Λούσιο. Κι ύστερα, όταν βγήκα απ’τα γραφεία του περιοδικού και πλησίαζα το όχημά μου, δύο νεαροί ήταν εκεί κοντά και ο ένας έλεγε στον άλλο ότι είπε σε κάποια πως τα οικογενειακά προβλήματα θα τη σκοτώσουν· και, εκείνη την ώρα, έφυγαν κι οι δύο νεαροί μαζί.»

«Και τι σχέση έχουν αυτά με το σαμποτάζ του οχήματός σου στη Χρυσάνθια Κλινική και με τον τύπο στο δίκυκλο;» απόρησε ο Άγγελος.

«Δεν το βλέπεις; Αυτός ο καραφλός με το μούσι– πώς τον είπες;»

«Χαρίλαος.»

«Ναι, αυτός. Είπε κάτι για οικογενειακά προβλήματα, και μετά είδα αυτούς τους δύο νεαρούς που ο ένας έλεγε πάλι για οικογενειακά προβλήματα–»

«Και λοιπόν;»

«Και μετά, αργότερα, όταν είχα πάει να φάω και βγήκα απ’το εστιατόριο, είδα μια αφίσα απέξω που έγραφε για μια θεατρική παράσταση με τίτλο ‘Οικογενειακά Προβλήματα’· και, μέσα στην κλινική, ο Αγησίλαος –ένας γιατρός– είπε πως η Βικτώρια είχε οικογενειακά προβλήματα με τον σύζυγό της –πράγμα το οποίο είναι αλήθεια, βέβαια· όντως, δεν τα πήγαιναν καλά.»

«Ωραία,» είπε ο Άγγελος, «και πού θες να καταλήξεις; Ότι ο Χαρίλαος, δύο τυχαίοι νεαροί στο δρόμο, μια αφίσα που διαφημίζει μια θεατρική παράσταση, και ένας γιατρός της Χρυσάνθιας Κλινικής έχουν κάποια σχέση μεταξύ τους;»

Η Βασιλική βλεφάρισε. Ακούγομαι σαν τρελή… «Όχι,» αποκρίθηκε, «όχι ακριβώς. Απλώς, σου είπα: ήταν περίεργη μέρα.» Σηκώθηκε απ’το κρεβάτι. Πάτησε στα πόδια της–

–και μόρφασε. Οι πατούσες της ακόμα την πονούσαν από τη νυχτερινή της πεζοπορία. Είχαν κάνει πληγές.

«Τουλάχιστον, εκείνο το Σερπετό με βοήθησε…»

«Ποιο Σερπετό;» ρώτησε ο Άγγελος πίσω της.

«Καθώς επέστρεφα στην Απαστράπτουσα,» είπε η Βασιλική, καθίζοντας σε μια πολυθρόνα και τυλίγοντας το νυχτικό της γύρω της, «συνάντησα ένα άγριο Σερπετό, το οποίο με πήρε στην πλάτη του και με έφερε στην πόλη.»

«Βασιλική, αυτό είναι, πραγματικά, το πιο παράξενο απ’όλα όσα έχεις μέχρι τώρα αναφέρει.»

Η Βασιλική το σκέφτηκε, και: Έχει δίκιο, συλλογίστηκε. Όντως, έτσι πρέπει ν’ακούγεται. Κι όμως, η εμφάνιση του Σερπετού, για κάποιο λόγο, δεν της είχε φανεί καθόλου παράξενη μπροστά σ’όλα τα υπόλοιπα…

«Απορώ,» είπε ο Άγγελος, «πώς δε μου ανέφερες αυτό πρώτο.»

«Το σαμποτάζ του οχήματός μου, δηλαδή, δε σου φάνηκε παράξενο;»

«Ναι, και αυτό ήταν παράξενο· αλλά τα άλλα που είπες…. Για να είμαι ειλικρινής, δεν καταλαβαίνω γιατί τα θεωρείς παράξενα, ή γιατί τα πρόσεξες καν.»

Η Βασιλική συνοφρυώθηκε. Κι εγώ το ίδιο. Δεν καταλαβαίνω… Ήταν περίεργη μέρα. Πολύ περίεργη. «Ποιος νομίζεις ότι σαμπόταρε το όχημά μου;»

«Δεν ξέρω. Είσαι βέβαιη ότι ήταν σαμποτάζ; Καμια φορά, οι φιάλες τρυπάνε από μόνες τους.»

«Δεν εξαφανίζονται, όμως, κι από μόνες τους. Σου είπα: είχα άλλη μία μέσα στο όχημα, και κάποιος την έκλεψε.»

Ο Άγγελος σηκώθηκε απ’το κρεβάτι κι έριξε μια ρόμπα επάνω του. «Θυμάσαι πού έχει μείνει το όχημά σου;»

«Ναι.»

«Μπορούμε, επομένως, να πάμε να το βρούμε και να το φέρουμε πίσω, στην πόλη.»

«Δεν έχεις δουλειά σήμερα;»

«Δεν είναι απαραίτητο να πάω από τόσο νωρίς. Θα φτιάξω πρωινό,» είπε, και βάδισε προς την κουζίνα.

Η Βασιλική παρέμεινε στην πολυθρόνα όπου καθόταν. Κι έφερε πάλι στο μυαλό της τη Βικτώρια. Τι μπορούσε να κάνει για να τη βοηθήσει; Τι μπορούσε να κάνει για ν’ανακαλύψει τι πραγματικά της είχε συμβεί; Και πώς μπορούσε, κατ’επέκταση, να χρησιμοποιήσει όλα αυτά για να βοηθήσει τον Ανδρόνικο;

Η αλήθεια για τον Λούσιο. Πρέπει να μάθω την αλήθεια για τον Λούσιο. Κρύβει πολλά· είμαι σίγουρη γι’αυτό. Κι όταν ξέρω τα μυστικά του, τότε μόνο θα μπορέσω να κάνω κάτι.

*

Ο Φαρνέλιος είχε πάρει, μέσα στη νύχτα, τους επαναστάτες από τον κεντρικό δρόμο στα νότια της Απαστράπτουσας και τους είχε βάλει να οδηγήσουν το όχημά τους προς τα δυτικά. Προς μια πόλη που ονομαζόταν Λακράνη, η οποία βρισκόταν επίσης στις όχθες του Οροκέλωρα. Ήταν αρκετά μεγάλη, αλλά, φυσικά, όχι τόσο μεγάλη όσο η πρωτεύουσα της Απολλώνιας. Και, ήλπιζε ο Φαρνέλιος, λιγότερο ελεγχόμενη από τους ανθρώπους του Λούσιου και τους ακόλουθους του Μαύρου Νάρζουλ.

Το φορτηγό των επαναστατών πέρασε μέσα από τη Λακράνη και πάνω από τη γέφυρα του Οροκέλωρα και βγήκε στα εδάφη βόρεια του ποταμού και δυτικά της Απαστράπτουσας. Εκεί, ο Φαρνέλιος οδήγησε τους συντρόφους του σ’ένα μέρος που ήταν βέβαιος ότι πλέον κανείς δε χρησιμοποιούσε: ένα παλιό, εγκαταλειμμένο εργοστάσιο κατασκευής οχημάτων ξηράς.

Το οικοδόμημα ήταν ερείπιο, ακριβώς όπως το περίμενε, και ήταν επίσης αρκετά ευρύχωρο ώστε ολόκληρο το φορτηγό των επαναστατών να χωρά για να μπει. Ωστόσο, ο Φαρνέλιος δεν είχε υπολογίσει ότι το παλιό εργοστάσιο θα είχε μετατραπεί σε φωλιά νυκτόπτερων…

Μόλις οι επαναστάτες είχαν σταματήσει το όχημά τους και είχαν βγει από αυτό, τα γιγάντια, μαυρότριχα πτηνά, που το καθένα ήταν τόσο μεγάλο όσο περίπου ένας άνθρωπος, έπεσαν από την κατεστραμμένη οροφή του οικοδομήματος, γεμίζοντας τον αέρα με τις συριστικές τους φωνές και τον δυνατό χτύπο των δερμάτινων φτερών τους. Τα μάτια τους φωσφόριζαν μες στο σκοτάδι, και τα δόντια τους κροτάλιζαν. Μακριές γλώσσες έβγαιναν απ’τα στόματά τους, προσπαθώντας να τυλιχτούν γύρω απ’τα κεφάλια των θυμάτων τους, να τα τραβήξουν ανάμεσα στα σαγόνια τους, και να τα κόψουν απ’το λαιμό.

Ευτυχώς, οι επαναστάτες ήταν πάντοτε ετοιμοπόλεμοι· και, ενώ οι νυκτόπτεροι περίμεναν ανυποψίαστα θηράματα, βρέθηκαν να αντιμετωπίζουν τον δάσκαλό τους. Οι άνθρωποι τράβηξαν αμέσως όπλα, αρχίζοντας να σπαθίζουν και να πυροβολούν. Μέσα σε δευτερόλεπτα, η σύγκρουση είχε λήξει· οι νυκτόπτεροι είχαν υποχωρήσει στις φωλιές τους, στα ψηλά σημεία του οικοδομήματος, λουφάζοντας εκεί και βγάζοντας μονάχα μερικές απειλητικές κραυγές, προτού σιωπήσουν τελείως. Τρεις απ’αυτούς είχαν σκοτωθεί και κείτονταν στο βρώμικο, γεμάτο πέτρες, σκόνη, στάχτη, και σιδερικά πάτωμα του εργοστασίου. Αρκετοί άλλοι είχαν τραυματιστεί. Οι επαναστάτες ήταν όλοι ζωντανοί, και μονάχα τέσσερις είχαν πληγωθεί ελαφριά απ’τα νύχια των νυκτόπτερων.

«Τι σκατά ήταν αυτά;» γρύλισε η Σαρφάλλη.

«Νυκτόπτεροι,» απάντησε ο Φαρνέλιος. «Δε γνώριζα ότι είχαν κάνει λημέρι εδώ.»

«Υπάρχει μια πινακίδα απ’την άλλη μεριά του εργοστασίου,» είπε ο Θελλέδης, θηκαρώνοντας το πιστόλι του. «Την είδα καθώς ερχόμασταν. Ίσως εκεί να είναι γραμμένη κάποια προειδοποίηση για τους νυκτόπτερους.»

«Ναι, ίσως. Τέλος πάντων· δεν έγινε κανένα μεγάλο κακό, ευτυχώς. Όμως θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί στο εξής, γιατί, μάλλον, θα μείνουμε εδώ για αρκετές μέρες, και οι νυκτόπτεροι είναι εκδικητικά πλάσματα.»

Οι επαναστάτες πέρασαν τη νύχτα μέσα στο φορτηγό τους, φυλώντας σκοπιές. Ο Φαρνέλιος κοιμήθηκε μερικές ώρες, αλλά η αυγή τον ξύπνησε αμέσως, σχεδόν σαν κάποιο καμπανάκι να είχε χτυπήσει πλάι στ’αφτί του. Η αλήθεια, όμως, ήταν ότι το μυαλό του και μόνο τον είχε ξυπνήσει. Το μυαλό του, που δεν μπορούσε να ησυχάσει, ύστερα από όσα είχε μάθει απ’τον Λαομάχο. Και τα βιβλία που εκείνος τού είχε δώσει τον προσέλκυαν να τα διαβάσει περισσότερο.

Έτσι, ο Φαρνέλιος, τυλιγμένος στην κάπα του, φορώντας το καπέλο του στο κεφάλι, και έχοντας έναν σάκο στον ώμο, βγήκε απ’το φορτηγό και απ’το εργοστάσιο και κάθισε επάνω σ’έναν παλιό, μεγάλο, μεταλλικό τροχό απέξω, καθώς ο ήλιος ξεπρόβαλλε απ’την Ανατολή. Επίσης από εκείνη τη μεριά ο Φαρνέλιος μπορούσε να δει, από μεγάλη απόσταση, τα ψηλά οικοδομήματα της Απαστράπτουσας να γυαλίζουν στο πρώτο φως του πρωινού. Το τοπίο ήταν, πράγματι, όμορφο, παρατήρησε· όμως δεν κάθισε να χορτάσει την ομορφιά της ανατολής. Υπήρχαν σκοτεινότερα πράγματα που τον ενδιέφεραν τώρα. Άνοιξε το σάκο του, έβγαλε τα βιβλία του Λαομάχου, και άρχισε να διαβάζει για τους ακόλουθους του Μαύρου Νάρζουλ, τη θρησκεία τους, και τις μεθόδους τους.

Η ώρα κύλησε, δίχως να την αντιλαμβάνεται.

Και, τελικά, ο Θελλέδης τον πλησίασε, διακόπτοντάς τον. «Κύριε Φαρνέλιε…»

Ο Φαρνέλιος πήρε τα μάτια του απ’το βιβλίο εμπρός του και κοίταξε τον γαλανόδερμο επαναστάτη. Έβγαλε τα γυαλιά του και ρώτησε: «Τι είναι, Θελλέδη;»

«Οι υπόλοιποι θέλουν να μάθουν τι θα κάνουμε.»

«Θα περιμένουμε.»

«Αυτό μόνο;»

«Δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι άλλο, Θελλέδη. Βρισκόμαστε, θα έλεγα, σε ένα προσωρινό αδιέξοδο. Στείλε, όμως, κάποιον να πάρει όλες τις σημερινές εφημερίδες από την Απαστράπτουσα.»

*

«Δε νομίζω ότι η στρατηγική σου πέτυχε!»

Ο Λούσιος, που κοίταζε τον ανοιχτό τηλεοπτικό δέκτη μέσα στο καθιστικό των διαμερισμάτων του, πήρε το βλέμμα του από εκεί και το έστρεψε στη Δομινίκη. «Ποια στρατηγική;»

«Ναι, αυτή είναι μια πολύ καλή ερώτηση! Ποια στρατηγική;» Ήταν θυμωμένη· δε χρειαζόταν καμια ιδιαίτερη φαντασία για να το καταλάβει κανείς. Εκτός απ’τον απότομο τρόπο με τον οποίο μιλούσε, το πρόσωπό της είχε γίνει όπως γινόταν πάντα όταν θύμωνε: γωνιώδες, κατά κάποιο τρόπο.

Ο Λούσιος σταύρωσε τα χέρια του εμπρός του. «Εξήγησέ μου.»

«Η μητέρα σου δε χάρηκε και τόσο, όταν είδε τον Ανδρόνικο ναρκωμένο!»

Ο Λούσιος μόρφασε. «Κι αυτό θάπρεπε να με εκπλήσσει;»

«Μα, εσύ την άφησες να τον δει!»

«Και;…»

«Και αυτό έκανε τα πράγματα χειρότερα, όχι καλύτερα!»

«Γιατί;»

«Γιατί τώρα… τώρα είναι βέβαιη ότι κάτι παράξενο συμβαίνει. Και δε θα μείνει άπραγη.»

Ο Λούσιος έκλεισε τον τηλεοπτικό πομπό, και βημάτισε μέσα στο δωμάτιο με το σαγόνι του ακουμπισμένο στη γροθιά του. «Θα γινόταν, αργά ή γρήγορα, Δομινίκη…»

«Πρέπει να δράσουμε, να την προλάβουμε!»

Ο Λούσιος στράφηκε, για να την αντικρίσει. «Να την προλάβουμε προτού κάνει τι

«Ό,τι κι αν σχεδιάζει.»

«Δε νομίζω ότι σχεδιάζει κάτι ακόμα. Και δε νομίζω ότι μπορεί να μας βλάψει άμεσα–»

«Φυσικά και μπορεί!» γρύλισε η Δομινίκη, αρπάζοντάς τον απ’το πουκάμισο και τραβώντας τον. «Θα βάλει λόγια για σένα –ότι είσαι σφετεριστής! ότι επίτηδες φυλάκισες τον αδελφό σου, για να κρατήσεις την εξουσία! Και θα την πιστέψουν! Η Βασίλισσα Γλυκάνθη δεν είναι ο οποιοσδήποτε· είναι η σύζυγός του Βασιληά Αρχίμαχου. Θα την πιστέψουν! Είσαι τυφλός ή ανόητος; Πρέπει να κάνουμε κάτι, όσο είναι καιρός, Λούσιε! Και μη με κοιτάς έτσι, πανάθεμά σε! Σου είπα, μη με κοιτάς έτσι!» Τον χαστούκισε, δυνατά.

Ο Λούσιος άρπαξε τους καρπούς της και την έσπρωξε, σωριάζοντάς την στο χαλί. «Έχεις πανικοβληθεί! Ηρέμησε, και θα συζητήσουμε.»

Η Δομινίκη σηκώθηκε, ατενίζοντάς τον οργισμένα. Το πρόσωπό της εξακολουθούσε νάναι γωνιώδες.

«Δεν έχεις ηρεμήσει,» είπε ο Λούσιος.

«Αυτή η γυναίκα είναι σαν φίδι, έτοιμο να μας δαγκώσει! Πώς να ηρεμήσω;»

«Τη φοβάσαι,» παρατήρησε ο Λούσιος.

«Δεν τη φοβάμαι,» είπε η Δομινίκη, ενώ το πρόσωπό της έπαιρνε, ξαφνικά, μια κόκκινη απόχρωση. «Μπορώ να τη βγάλω πολύ εύκολα από τη μέση, και το ξέρεις. Εξαιτίας σου καθυστερώ.» Πήγε κοντά του, ψιθυρίζοντας: «Ας ξαμολήσουμε σκιές στο μυαλό της. Ας την κάνουμε ν’ανησυχεί για πράγματα που δεν μπορεί να δει.»

«Η μητέρα μου είναι εξήντα-ενός χρονών,» αποκρίθηκε ο Λούσιος, «και σώφρων. Δε θα την τρελάνω τώρα.»

«Θα την αφήσεις, λοιπόν, να καταστρέψει όλο μας το έργο;»

«Θα βρω άλλο τρόπο για να την αδρανοποιήσω–»

«Το βέβαιο είναι πως ό,τι και να της πεις δεν πρόκειται να σε πιστέψει. Λούσιε, δεν είναι ανάγκη να την τρελάνουμε· μπορούμε απλά να την κάνουμε να φύγει απ’το παλάτι, να πάει στην εξοχή, για να ξεκουράσει το μυαλό της.» Κι εκεί, πρόσθεσε νοερά η Δομινίκη, στην εξοχή, οτιδήποτε μπορεί να της συμβεί. Οτιδήποτε…

Ο Λούσιος δεν αποκρίθηκε, αναποφάσιστος. Απομακρύνθηκε από τη σύζυγό του και βάδισε προς ένα παράθυρο, όπου ακούμπησε τα χέρια του στο περβάζι και κοίταξε κάτω, την Απαστράπτουσα. Ίσως η Δομινική να έχει δίκιο, σκέφτηκε. Ίσως να είμαι ανόητος. Γιατί, σίγουρα, δεν είμαι τυφλός. Μπορούσε να δει ότι, όντως, η μητέρα του πιθανώς να τους προκαλούσε προβλήματα. Εξακολουθούσε να είναι ένα σημαντικό πρόσωπο στην Απολλώνια, παρά την ηλικία της και παρότι είχε, κατά κύριο λόγο, παραιτηθεί από τα πολιτικά δρώμενα. Ο Λούσιος, όμως, δεν μπορούσε, έτσι απλά, να προστάξει να την… παραμερίσουν… όπως είχαν παραμερίσει τόσους άλλους απ’τις θέσεις τους, είτε αναγκάζοντάς τους να φύγουν είτε καταστρέφοντας το μυαλό τους. Είμαι ανόητος…

Και πρέπει να σταματήσω να είμαι. Όταν επέλεξα αυτόν τον δρόμο, δεν τον επέλεξα χωρίς να γνωρίζω ότι θα έπρεπε να κάνω θυσίες. Οι θυσίες είναι απαραίτητες. Μονάχα έτσι θα λυτρώσουμε την Απολλώνια, και από τους εχθρούς της στο Βορρά και από τους εχθρούς της στο Νότο. Αν η μητέρα, εξαιτίας των ενεργειών της, μας προκαλέσει προβλήματα, αυτό πιθανώς να χαλάσει όλο μας το σχέδιο… Κι αν το σχέδιό μας χαλάσει, ποιος θα προστατέψει την Απολλώνια, τότε; Σίγουρα όχι ο αδελφός μου με τις… επαναστατικές περιπλανήσεις του.

Αλλά, φυσικά, η μητέρα πάντοτε εμπιστευόταν εκείνον περισσότερο από εμένα… Τόσο παράλογο… Τόσο παράλογο… Ο Λούσιος έσφιξε τη γροθιά του και την κοπάνησε στο περβάζι του παραθύρου. Αναστέναξε, βαριά.

Εγώ είμαι ο Βασιληάς της Απολλώνιας τώρα. Μονάχα εγώ μπορώ να τη λυτρώσω απ’τους εχθρούς της. Κι αν η μητέρα δεν το καταλαβαίνει αυτό, τότε το πρόβλημα είναι δικό της.

Στράφηκε. «Δομινίκη…» είπε.

Η Δομινίκη είχε καθίσει στην άκρη του καναπέ και κάπνιζε ένα μακρύ, λευκό τσιγάρο με την πλάτη της καμπουριασμένη. Τα λυτά καστανά της μαλλιά έκρυβαν το πρόσωπό της, καθώς εκείνος την κοίταζε απ’το πλάι. «Τι;» του ψιθύρισε.

«Ας γίνει,» είπε ο Λούσιος.

Η Δομινίκη τον κοίταξε. Τα μάτια της γυάλισαν. «Ας γίνει τι;»

«Γνωρίζεις τι. Αυτό που πρότεινες.»

Η Δομινίκη έσβησε το τσιγάρο της σ’ένα τασάκι. «Επιτέλους, έβαλες μυαλό.» Σηκώθηκε και τον πλησίασε. «Επιτέλους, έβαλες μυαλό.» Το βλέμμα της ακόμα φανέρωνε θυμό.

«Ορισμένες φορές, σε μισώ,» της είπε ο Λούσιος.

«Δε μου τόχεις ξαναπεί αυτό…» Τα μάτια της μαλάκωσαν, όπως και η φωνή της. Ακουγόταν σχεδόν πληγωμένη.

«Για όλα υπάρχει η πρώτη φορά.»

«Και ποια ήταν η πρώτη φορά που με μίσησες;»

«Δε θυμάμαι.»

«Μη με μισείς,» είπε η Δομινίκη, αγγίζοντας το μάγουλό του και χαϊδεύοντας το πλάι του λαιμού του με τα δάχτυλά της. «Σ’αγαπώ.» Τον φίλησε. «Σ’αγαπώ.»

Η ζεστασιά του σώματός της ήταν τόσο κοντά του, και ο Λούσιος αισθανόταν τα στήθη της να τον γαργαλούν. Η αναπνοή της μύριζε καπνό, αλλά αυτό δεν τον ενοχλούσε, γιατί τα χείλη που φιλούσε ήταν τα δικά της χείλη, και η γλώσσα που άγγιζε η γλώσσα του ήταν η δική της γλώσσα. Την έσφιξε στην αγκαλιά του, κι ένιωσε την κοιλιά της να πιέζεται πάνω στη στύση του. Η Δομινίκη λίκνισε τη μέση της, πρώτα δεξιά κι ύστερα αριστερά, αργά. Ο Λούσιος μούγκρισε, κι εκείνη γέλασε καθώς φιλιόνταν.

Ο Λούσιος την παρέσυρε προς μια πολυθρόνα. Η Δομινίκη τού έλυσε τη ζώνη και τράβηξε κάτω το παντελόνι του, και τον έσπρωξε για να τον βάλει να καθίσει. Σηκώνοντας τη φούστα της, τον καβάλησε, και κατέβασε το φόρεμά της μέχρι τη μέση, αφήνοντάς τον να τρίψει το πρόσωπό του πάνω στα ξαναμμένα στήθη της–

Η πόρτα ακούστηκε ν’ανοίγει.

Τινάχτηκαν, κι οι δυο τους, ξαφνιασμένοι.

Στο κατώφλι στεκόταν ο Αλεξίλυπος, ο μικρός τους γιος, που ήταν μόλις δύο χρονών. Στα χέρια του κρατούσε ένα μεγάλο, πάνινο, φουσκωτό Σερπετό.

Η Δομινίκη, αμέσως, τράβηξε πάνω το φόρεμά της και σηκώθηκε απ’την πολυθρόνα με τέτοιο τρόπο ώστε να κρύβει τον Λούσιο απ’το δίχρονο αγόρι.

«Μαμά,» είπε ο Αλεξίλυπος, που ήταν γενικά σιωπηλός και, όταν μιλούσε, μιλούσε πάντοτε σιγανά, «η Αρχιμάχη μού έχει πάρει το μεγάλο βιβλίο με τις εικόνες!»

Η Δομινίκη αναστέναξε. Χαμογέλασε. «Πες της να σου το δώσει.»

«Της το είπα, αλλά δε μου το δίνει.» Το πάνινο Σερπετό τού έπεσε. Έσκυψε και το ξανασήκωσε. «Έλα να της πεις κι εσύ!»

Η κατάρα τού να έχεις παιδιά, υποθέτω, σκέφτηκε η Δομινίκη. Αλλά πώς μπορείς να μην τα λατρεύεις; «Εντάξει, γλύκα μου,» αποκρίθηκε, «θα έρθω.»

Ο Αλεξίλυπος πήρε μια αποφασιστική όψη.

Η Δομινίκη χαμογέλασε ξανά. Ύστερα, στράφηκε στον Λούσιο, ο οποίος τώρα είχε δέσει το παντελόνι του και σηκωθεί απ’την πολυθρόνα. «Μην τολμήσεις να μου φύγεις,» του είπε.

Εκείνος έβγαλε το ρολόι απ’την τσέπη του γιλέκου του και κοίταξε την ώρα. «Το ξέρεις πως σε δέκα λεπτά πρέπει να είμαι στην Αίθουσα του Κυανού Θρόνου;»

Η Δομινίκη αναποδογύρισε τα μάτια. Του έστρεψε την πλάτη και πλησίασε τον Αλεξίλυπο. «Έλα,» του είπε, «πάμε να δούμε τι έχει κάνει η κακιά η αδελφή σου.»

*

Μπήκαν στο τρίκυκλο όχημα του Άγγελου με εκείνον για οδηγό. Διέσχισαν τις μεγάλες λεωφόρους της Απαστράπτουσας και βγήκαν από τη δυτική έξοδο της πόλης.

«Δε θυμάμαι πού ακριβώς είναι η Χρυσάνθια Κλινική,» είπε ο Άγγελος. «Θα πρέπει να με βοηθήσεις.»

«Μη φοβάσαι, δεν είναι τίποτα το δύσκολο,» αποκρίθηκε η Βασιλική.

Καθώς το όχημά τους κυλούσε πάνω στον εξοχικό δρόμο, κοίταζε τριγύρω, ψάχνοντας να δει μήπως πάλι εκείνος ο παράξενος τύπος με το δίκυκλο παρουσιαζόταν. Γιατί, αν παρουσιαζόταν και τρίτη φορά, δεν μπορεί η εμφάνισή του πλέον να ήταν τυχαία– Σταμάτα να σκέφτεσαι αυτό τον μαλάκα και τις υπόλοιπες αηδίες που σου έτυχαν χτες. Δεν έχουν κανένα νόημα. Όπως είπε κι ο Άγγελος, το πιο περίεργο ήταν το Σερπετό. Το μόνο πραγματικά περίεργο.

Η Βασιλική έψαξε με το βλέμμα της τις εκτάσεις δεξιά κι αριστερά του δρόμου, μήπως το ξαναδεί. Μα δεν το ξαναείδε· το Σερπετό είχε φύγει. Είχε επιστρέψει εκεί απ’όπου είχε έρθει. Σαν από παραμύθι ήταν η εμφάνισή του, χτες βράδυ… Το άγριο Σερπετό που έρχεται να συντρέξει μια ταλαιπωρημένη πριγκίπισσα… Η Βασιλική χαμογέλασε, άθελά της. Μα τους θεούς…

Δεν άργησαν να μπουν στο δρόμο που βρισκόταν ανάμεσα στα ψηλά δέντρα, και δεν άργησαν να συναντήσουν το παρατημένο της όχημα. Ο Άγγελος άρχισε να κόβει ταχύτητα, προτού καν η Βασιλική τού πει να σταματήσει. Το είχε κι εκείνος αναγνωρίσει αμέσως.

«Εδώ είναι, λοιπόν, ο τόπος του εγκλήματος,» είπε, καθώς έβγαιναν απ’το όχημά του και πλησίαζαν αυτό της Πριγκίπισσας.

«Δεν έγινε εδώ το σαμποτάζ,» τόνισε εκείνη. «Στην κλινική πρέπει να έγινε.»

«Κι εσύ δεν πήρες είδηση τίποτα;» Πήγαν στο πίσω μέρος του οχήματός της, και άνοιξαν τη θυρίδα όπου έμπαινε η φιάλη.

«Τι θα έπρεπε να είχα πάρει είδηση, δηλαδή; Εγώ ήμουν μέσα στην κλινική, για να μιλήσω με τη Βικτώρια, όχι έξω.»

Στο εσωτερικό της θυρίδας ήταν η φιάλη του οχήματος, και, φυσικά, ήταν τρυπημένη και τελείως άδεια. Η Βασιλική την έβγαλε απ’τη θέση της και την αντικατέστησε με μια καινούργια. Ύστερα, μπήκε στο τρίκυκλο και κάθισε στη θέση του οδηγού.

«Προσεκτικά,» της είπε ο Άγγελος. «Ο άνθρωπος που τρύπησε τη φιάλη δεν ξέρεις τι άλλο μπορεί να έκ–» Σταμάτησε, απότομα.

«Τι είναι;» Η Βασιλική τον κοίταξε πάνω απ’τον ώμο της.

«Μου είπες ότι σου έκλεψαν και τη δεύτερη φιάλη που είχες μαζί σου, έτσι δε μου είπες;»

«Ναι, φυσικά.»

«Κοίτα πίσω σου, Βασιλική.»

«Πού πίσω μου;»

«Πίσω απ’το κάθισμά σου.»

Η Βασιλική κοίταξε… και είδε τη φιάλη, σαν ποτέ να μην είχε κλαπεί. Αμέσως ανασηκώθηκε, τεντώθηκε, και την πήρε στα χέρια της. «Αδύνατον…» μουρμούρισε. «Αδύνατον…!» Βγήκε απ’το όχημα, ακόμα κρατώντας την. «Άγγελε, αλήθεια σου λέω: μου την είχαν κλέψει.»

«Και πώς είναι τώρα εδώ;»

«Κάποιος την ξανάφερε.»

Ο Άγγελος χαμογέλασε, αυθόρμητα. «Βασιλική–»

«Δε σε κοροϊδεύω!» έκανε εκείνη. «Την είχαν κλέψει!»

«Και την ξανάφεραν μέσα;»

«Ναι!»

«Γιατί;» ρώτησε ο Άγγελος. «Μα τους θεούς, γιατί να το κάνουν αυτό;»

«Δεν ξέρω. Αλλά το έκαναν.»

«Βασιλική, μάλλον, εσύ είχες χάσει τη φιάλη και–»

«Είσαι με τα καλά σου!» φώναξε η Βασιλική. «Πώς να χάσω τη φιάλη! Ολόκληρη φιάλη!» Την ύψωσε εμπρός της. «Την είχαν κλέψει

Ο Άγγελος σταύρωσε τα χέρια του στο στήθος. «Και σ’την ξανάφεραν… Γιατί; Για να μη θυμώσεις;»

«Άγγελε, ξέρω πολύ καλά τι βλέπω,» είπε η Βασιλική· «και σου λέω: η φιάλη είχε χαθεί. Δεν ήταν εδώ, χτες βράδυ, όταν σταμάτησα στο πλάι του δρόμου.» Επέστρεψε στη θέση του οδηγού και έβαλε ξανά τη φιάλη πίσω της. Αναρωτιέμαι ποιος ανώμαλος πούστης έκανε αυτές τις μαλακίες! σκέφτηκε. Δε θα το πίστευα, αν δε μου είχε συμβεί! Δε θα το πίστευα.

Ο Άγγελος πήγε στο δικό του όχημα, και ξεκίνησαν μαζί να οδηγούν επάνω στον εξοχικό δρόμο, κατευθυνόμενοι προς την Απαστράπτουσα.

Όταν μπήκαν στις μεγάλες λεωφόρους της πόλης, ο Άγγελος είπε στη Βασιλική, από το παράθυρο του τρίκυκλού του: «Θα πάω στα γραφεία του περιοδικού. Θες να έρθεις;»

«Όχι,» αποκρίθηκε εκείνη. «Θα τα πούμε αργότερα.» Ήθελε να καθαρίσει λίγο το μυαλό της, να σκεφτεί, ώστε να μπορέσει να διακρίνει τι στις Φωτιές του Μαύρου Νάρζουλ είχε, τελικά, συμβεί χτες. Τα γεγονότα είχαν τόσο πολύ μπερδευτεί αναμεταξύ τους, που… που δημιουργούσαν ένα αμάλγαμα το οποίο έμοιαζε να αψηφά την πραγματικότητα.

Ο Άγγελος έστριψε σ’έναν παράπλευρο δρόμο, αφήνοντας τη Βασιλική μόνη της στη λεωφόρο. Μόνη, μαζί με δεκάδες αγνώστους. Οι μεγάλες πόλεις, σκέφτηκε η Πριγκίπισσα, πάντοτε έτσι ήταν: ήσουν τόσο πολύ περιστοιχισμένος από ανθρώπους, αλλά και, συγχρόνως, τόσο μόνος.

Η Βασιλική κατευθύνθηκε προς τον Μεγάλο Ναό του Απόλλωνα, και, όταν ήταν σ’έναν δρόμο κοντά στο μεγαλειώδες, μαρμάρινο οικοδόμημα με τις ψηλές κολόνες, σταμάτησε το όχημά της και βγήκε, για να βαδίσει. Τα πόδια της, ασφαλώς, ακόμα την πονούσαν, μα της χρειαζόταν λίγο βάδισμα αυτή τη στιγμή.

Γιατί έβαλαν πάλι τη φιάλη μέσα στο όχημά μου; αναρωτήθηκε, καθώς περπατούσε με τα χέρια της στις τσέπες του πανωφοριού της. Τι νόημα είχε αυτό; Τι προσπαθούν να επιτύχουν;

Πλησιάζοντας την πλατεία του Ναού, βρέθηκε περιτριγυρισμένη από κόσμο: νεαρούς, μικρά παιδιά, μεσήλικες, γέρους. Ένας άντρας πουλούσε πρόχειρο φαγητό από ένα καροτσάκι. Μπροστά στα σκαλοπάτια του Ναού, μια ζητιάνα ήταν καθισμένη, έχοντας ένα πήλινο κύπελλο κοντά της με μερικά νομίσματα ριγμένα μέσα. Ένας άντρας που κουβαλούσε τέσσερις ενεργειακές φιάλες, μοιάζοντας να πηγαίνει σε κάποια δουλειά, στάθηκε για μια στιγμή και κοίταξε τη Βασιλική από πάνω ώς κάτω· έπειτα, συνέχισε το δρόμο του, βαδίζοντας γρηγορότερα.

Η Βασιλική συνοφρυώθηκε. Ποιος–;

Τι καθόταν και σκεφτόταν; Τι σχέση μπορεί νάχε αυτός ο τύπος; Στράφηκε αλλού. Πλησίασε μια καφετέρια και κάθισε σ’ένα τραπεζάκι. Το γκαρσόνι πρέπει να την αναγνώρισε, γιατί αμέσως έσπευσε να την εξυπηρετήσει. Η Βασιλική ήπιε τον καφέ της αργά, στρέφοντας τους συλλογισμούς της στη Βικτώρια: αναρωτούμενη πώς μπορούσε να την κάνει να της πει ξεκάθαρα τι ακριβώς της είχε συμβεί. Η Βικτώρια δεν είχε πάθει τυχαία ό,τι είχε πάθει· ο Λούσιος, κάπως, της είχε προκαλέσει όλη αυτή την κατάσταση.

Κι αν ο Λούσιος την έβγαλε απ’τη μέση επειδή τον ενοχλούσε, τότε, σίγουρα, δε θα θέλει να θεραπευτεί και να επιστρέψει στο αεροδρόμιο. Επομένως, πόσο απίθανο είναι οι άνθρωποι στη Χρυσάνθια Κλινική να λειτουργούν υπό τις διαταγές του αδελφού μου; Πόσο απίθανο είναι να μην θέλουν να θεραπεύσουν τη Βικτώρια, αλλά να θέλουν να την κρατήσουν σε μια ψυχικά διαταραγμένη κατάσταση;

Καθόλου απίθανο, συμπέρανε η Βασιλική.

Θα μπορούσα, όμως, να πάρω τη Βικτώρια από εκεί, δε θα μπορούσα; Φυσικά και θα μπορούσε. Ως Πριγκίπισσα της Απολλώνιας, μπορούσε ουσιαστικά να κάνει οτιδήποτε· μπορούσε ακόμα και να παραβεί ορισμένους νόμους. Δε χρειαζόταν να δώσει εξηγήσεις στους ανθρώπους της κλινικής. Εκείνοι, όμως, αναμφίβολα θα παραπονιόνταν στον Λούσιο, και ο Λούσιος είχε τη νομική δύναμη να πάρει πάλι τη Βικτώρια απ’τα χέρια της. Εκτός αν την κρύψω, κάπως…

Δεν ήταν, όμως, βέβαιη ότι έπρεπε να προβεί σε τέτοιες ενέργειες. Πρέπει να το σκεφτώ κι άλλο. Αν είναι να το κάνω, πρέπει τα πάντα να τάχω καλά οργανωμένα.

Τελείωσε τον καφέ της, πλήρωσε (αφήνοντας ένα γενναιόδωρο φιλοδώρημα, όπως ήταν απαραίτητο για μια πριγκίπισσα), και βάδισε προς τον δρόμο όπου είχε σταθμεύσει το όχημά της. Προτού, όμως, φτάσει εκεί, σταμάτησε· γιατί επάνω σ’έναν τοίχο είδε γραμμένο: ΜΟΥ ΑΡΕΣΕΙ ΝΑ ΜΕ ΔΕΝΟΥΝ.

Αδύνατον… σκέφτηκε, αρχικά.

Και μετά: Πώς δεν το είδα, πριν; Η απάντηση ήταν προφανής: Επειδή ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση, χωρίς, φυσικά, να κοιτάζει πίσω της. Τα γράμματα υπήρχαν εδώ εξαρχής, απλά εκείνη δεν τα είχε προσέξει.

Ή, μήπως, κάποιος τα είχε γράψει τώρα;

Πάψε πια! Συνέχισε να βαδίζει. Τι σ’έχει πιάσει;

Ήταν σαν κάποιος να ήξερε τι έκανε στο κρεβάτι της–

Αδύνατον!

–και να το είχε γράψει στον τοίχο, ώστε εκείνη να το δει–

Αδύνατον. Και ανούσιο. Ποιος ο λόγος; Αποκλείεται. Σε μια τόσο μεγάλη πόλη, όπως η Απαστράπτουσα, χίλια-δύο τυχαία περιστατικά μπορούσαν να συμβούν.

Και όλα τα τυχαία περιστατικά έχουν επικεντρωθεί επάνω μου;

Όχι, δεν είναι αυτό· απλά, εγώ δεν τα πρόσεχα πριν. Ναι, απλά εγώ δεν τα πρόσεχα πριν.

Μπήκε στο όχημά της. Κοίταξε πίσω της, για να δει ότι η ενεργειακή φιάλη εξακολουθούσε να βρίσκεται εκεί όπου την είχε αφήσει. Και εκεί ήταν. Φυσικά. Πού να είχε πάει; Να είχε πετάξει;

Η Βασιλική έβαλε μπροστά και έφυγε.

*

Η επήρεια του ναρκωτικού είχε αρχίσει να τελειώνει. Ο Ανδρόνικος μπορούσε να το καταλάβει απ’το γεγονός ότι οι αισθήσεις του δεν ήταν τόσο μουδιασμένες όσο πριν. Μπορούσε να το καταλάβει, ακόμα κι εδώ μέσα, σε τούτο το κατασκότεινο μέρος όπου τον είχαν ξαναφέρει.

Θυμόταν ότι είχε δει τη μητέρα του, τη Βασίλισσα Γλυκάνθη. Την είχε δει σαν σε όνειρο… ή, μήπως, ήταν πραγματικά όνειρο; Η όψη της ήταν θολή, και τα λόγια έβγαιναν συρτά από τα χείλη της, και βαριά· αργά, σαν από χαλασμένο όργανο ηχητικής αποθήκευσης. Ναι, θα μπορούσε και να μην ήταν αληθινή. Το ναρκωτικό που του είχαν δώσει ίσως να του προκαλούσε παραισθήσεις.

Μακάρι να ήταν έτσι. Γιατί, αν δεν ήταν, σήμαινε ότι η μητέρα του τον είχε δει σ’αυτά τα χάλια· και, σίγουρα, η καρδιά της θα είχε σκιστεί στα δύο.

Αναρωτιέμαι τι να της έχει πει ο Λούσιος. Αν η συνάντησή μου μαζί της ήταν αληθινή, τότε πρέπει κάτι να της έχει πει… Τι, όμως;

Κι επίσης, αν η συνάντηση με τη μητέρα του ήταν αληθινή, αυτό σήμαινε ότι ο Ανδρόνικος βρισκόταν στο παλάτι της Απαστράπτουσας. Κάπου μέσα στο παλάτι, σε κάποιο μέρος που παλιότερα δεν γνώριζε…

Τι είχε πει η Βασίλισσα Γλυκάνθη; Είχε, όντως, πει «Στο παλάτι είσαι. Στην Απαστράπτουσα»; Το είχε, όντως, πει; Ή εκείνος το νόμιζε;

Ο Ανδρόνικος έβηξε, δυνατά, και διπλώθηκε επάνω στο ψυχρό, πέτρινο πάτωμα που πάγωνε το γυμνό του σώμα. Ναι, οι αισθήσεις του είχαν αρχίσει να επανέρχονται πλήρως…

«Λούσιε!» φώναξε. «Λούσιε!»

Ασφαλώς, καμία απάντηση.

Και δεν έχει νόημα να φωνάζω. Κανένα απολύτως νόημα.

Ανασηκώθηκε… και είδε ένα άνοιγμα. Ένα φωτεινό άνοιγμα, στο βάθος. Ήταν το ίδιο άνοιγμα, όπως πριν, ή άλλο;

Ο Ανδρόνικος ορθώθηκε. Σίγουρα, ήταν παγίδα. Προσπαθούσαν πάλι να τον ρίξουν σ’εκείνον το λάκκο, που βρισκόταν κάπου μες στο σκοτάδι. Το φως, όμως, έμοιαζε να τον καλεί. Έμοιαζε σχεδόν να του φωνάζει να πλησιάσει. Η μοναδική έξοδος… Η μοναδική έξοδος…

Ο Ανδρόνικος το αγνόησε. Του έστρεψε την πλάτη, και κάθισε στο πάτωμα με την παγωνιά της πέτρας να διαπερνά το σώμα του.

Πριν από κάποιες ώρες (δεν ήξερε ακριβώς πόσος χρόνος είχε περάσει· υπέθετε, όμως, ότι πρέπει να ήταν ώρες), άλλο ένα φωτεινό άνοιγμα είχε παρουσιαστεί μέσα στο σκοτάδι, κι από εκεί είχαν έρθει τέσσερις φρουροί, οι οποίοι του είχαν αφήσει φαγητό και ποτό –μερικά κομμάτια ψωμί και κρέας, και ένα ποτήρι νερό– και μετά είχαν φύγει. Δεν είχαν πέσει σε κανέναν λάκκο. Θα πρέπει να είχαν χρησιμοποιήσει διαφορετικό άνοιγμα, προφανώς· όχι εκείνο που είχε εμφανιστεί στην αρχή. Ο Ανδρόνικος ήταν, όμως, αποπροσανατολισμένος μες στο σκοτάδι· δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τη μια κατεύθυνση από την άλλη.

Όταν έφαγε το άνοστο φαγητό που του είχαν πετάξει, προσπάθησε να βάλει το μυαλό του να λειτουργήσει, για να σκεφτεί κάποιο σχέδιο απόδρασης· μα ανακάλυψε ότι η κούραση, το κρύο, και το απόλυτο σκοτάδι δεν τον άφηναν: χτυπούσαν και το νου του και το σώμα του με τρόπο οδυνηρό. Έτσι, άθελά του, έπεσε σε λήθαργο, απ’τον οποίο τον ξύπνησαν πάλι οι φρουροί. Συνήλθε νιώθοντας τα χέρια τους επάνω του· πάλεψε να τους ξεφύγει, μα ήταν, από τις ταλαιπωρίες του, πολύ αδύναμος για να το καταφέρει· τον κράτησαν εύκολα κολλημένο στο πάτωμα και του έκαναν μια ένεση, στέλνοντας το ναρκωτικό στον καταπονημένο οργανισμό του. Ύστερα, ενώ οι αισθήσεις του μούδιαζαν, τον έντυσαν πρόχειρα –ή, τουλάχιστον, αυτή την εντύπωση είχε, ότι τον έντυσαν–, τον σήκωσαν ανάμεσά τους, και τον πήραν απ’τον σκοτεινό χώρο, για να τον μεταφέρουν, μέσα από διαδρόμους και σκάλες, σ’ένα τόσο, μα τόσο, πολύ φωτεινό μέρος. Όπου συνάντησε τη μητέρα του. Σαν όνειρο δεν ήταν εκείνο το μέρος; Τέτοιο φως… Ή ήταν μονάχα η ιδέα μου, από το ναρκωτικό;

Καθώς βρισκόταν τώρα καθισμένος στο πέτρινο πάτωμα, ο Ανδρόνικος έτριψε το πρόσωπό του με τις παλάμες του. Λύση. Ποια είναι η λύση; Πώς θα δραπέτευε; Και ήξερε ότι, αν ήταν να δραπετεύσει, έπρεπε να το κάνει σύντομα, γιατί, όσο ο χρόνος κυλούσε εδώ πέρα, τόσο οι δυνάμεις του τον εγκατέλειπαν, όχι μονάχα οι σωματικές, αλλά και οι νοητικές. Δεν μπορείς να σκεφτείς και πολύ καθαρά, όταν βρίσκεσαι μες στο σκοτάδι, κρυώνεις, είσαι γυμνός, πεινάς, και φοβάσαι ότι ίσως, με το επόμενό σου βήμα, καταλήξεις σ’έναν λάκκο με νερό και παράξενα –πολύ πιθανόν, επικίνδυνα– πλάσματα.

Ο Ανδρόνικος είδε μια έξοδο να ανοίγει αντίκρυ του. Μια φωτεινή έξοδο, σαν κάποιος τοίχος στο βάθος να είχε παραμερίσει. Χίλιες κατάρες επάνω τους! Πιστεύουν ότι θα καταφέρουν πάλι να μου κάνουν τα ίδια; Έστρεψε την πλάτη του στο φωτεινό άνοιγμα, ατενίζοντας το σκοτάδι–

–και είδε άλλη μια έξοδο ν’ανοίγει, ακριβώς ίδια με την προηγούμενη.

«Δεν έρχομαι!» φώναξε. «Μην ελπίζετε!»

Καμία απάντηση. Η έξοδος παρέμεινε ανοιχτή.

Ο Ανδρόνικος ορθώθηκε και έκανε μερικά βήματα μες στο σκοτάδι, στρεφόμενος αλλού.

Ακόμα ένα φωτεινό άνοιγμα παρουσιάστηκε. Καλώντας τον με την παρουσία του.

Μπάσταρδοι.

Έμεινε ακίνητος.

Το άνοιγμα δεν έκλεισε. Το φως ήταν το μοναδικό σημείο αναφοράς μες στο απόλυτο σκοτάδι.

Εντάξει, σκέφτηκε ο Ανδρόνικος, για να δούμε τι έχετε στο διαστρεβλωμένο μυαλό σας…

Ετούτη δεν ήταν η πρώτη φορά που βρισκόταν στα σκοτεινά. Είχε ξαναβρεθεί σε παρόμοια κατάσταση, απλά τότε δεν ήταν φυλακισμένος. Ο βασικός τρόπος κίνησης μες στο σκοτάδι, όμως, παρέμενε ο ίδιος· δεν άλλαζε.

Ο Ανδρόνικος λύγισε τα γόνατά του και βάδισε με μικρά, αργά βήματα, ενώ συγχρόνως είχε τα χέρια του απλωμένα μπροστά, ψηλαφώντας: το δεξί ήταν υψωμένο, για να εντοπίζει εμπόδια που βρίσκονταν ψηλά· το αριστερό ήταν κάτω, στο πέτρινο πάτωμα, για να εντοπίζει πιθανούς λάκκους. Ό,τι κι αν έχετε στο νου σας, δε θα πιάσει… και ίσως –ίσως– καταφέρω να δραπετεύσω, επειδή με υποτιμήσατε.

Ο Ανδρόνικος πλησίαζε έτσι το φωτεινό άνοιγμα, νιώθοντας μια ζωηρή ελπίδα να έχει φουντώσει εντός του: μια ελπίδα ότι θα ξέφευγε από τούτο τον ελεεινό, σκοτεινό χώρο.

Παραδόξως, τα χέρια του δεν συνάντησαν κανέναν λάκκο. Και, γενικότερα, δεν έμοιαζε να υπάρχει καμία παγίδα στο δρόμο του.

Τώρα, βρισκόταν τόσο κοντά στο φως… Βρισκόταν μπροστά στο άνοιγμα, και έβλεπε μέσα του. Έναν τοίχο.

Σηκώθηκε όρθιος, παραξενεμένος, και βάδισε αργά, επιφυλακτικά, περιμένοντας την παγίδα που δεν είχε παρουσιαστεί ακόμα.

Πέρασε το κατώφλι, και είδε δεξιά του έναν διάδρομο, κι αριστερά του άλλον έναν. Πέτρινοι διάδρομοι, που φωτίζονταν από ενεργειακές λάμπες.

Πού βρίσκομαι; Σε ποιο μέρος του παλατιού;

Δεν έβλεπε κανέναν άνθρωπο. Δεν υπάρχουν φρουροί; Ακόμα ένα από τα παράξενα τούτης της ιστορίας…

Μήπως ονειρεύομαι; Μήπως δεν έχω ακόμα ξεφύγει απ’την επήρεια του ναρκωτικού;

Έκανε μερικά βήματα προς τ’αριστερά, νιώθοντας το πάτωμα κρύο, όπως πριν, κάτω απ’τις πατούσες του. Πίσω του, άκουσε έναν ξαφνικό, δυνατό θόρυβο, που τον έκανε να στραφεί απότομα–

–για να δει ότι το άνοιγμα που οδηγούσε στο σκοτεινό δωμάτιο είχε κλείσει, από μια ατσάλινη πόρτα.

Ο Ανδρόνικος, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, αισθάνθηκε να τρομάζει από αυτό. Τελείως παράλογο. Εξάλλου, η πόρτα του κελιού του είχε κλείσει ενώ εκείνος βρισκόταν έξω απ’το κελί. Κανονικά, δε θάπρεπε ν’ανησυχεί. Σωστά;

Κι όμως, κάτι δεν πήγαινε καλά εδώ. Δεν είχε καταφέρει να δραπετεύσει. Τον είχαν αφήσει. Ποιοι; Και γιατί;

Συνέχισε να βαδίζει στον στενό διάδρομο· και, μετά από μερικά βήματα, άκουσε πίσω του ένα τσαφ!

Κοίταξε πάνω απ’τον ώμο του: Μια ενεργειακή λάμπα είχε σβήσει.

Τσαφ! Άλλη μία.

Τσαφ! Μια τρίτη.

Το σκοτάδι εξαπλωνόταν. Ερχόταν καταπάνω του.

Ο Ανδρόνικος έτρεξε προς την αντίθετη κατεύθυνση, νιώθοντας απειλημένος. Σαν το σκοτάδι να ήταν κάποιου είδους ζωντανή οντότητα που τον καταδίωκε.

Τσαφ! – Τσαφ! – Τσαφ! Οι λάμπες έσβηναν πίσω του, η μία κατόπιν της άλλης.

Ο Ανδρόνικος συνέχισε να τρέχει. Μπέρδεψε τα πόδια του και έπεσε, χτυπώντας τα γόνατα και τους αγκώνες του στο πέτρινο πάτωμα.

Τσαφ! – Τσαφ! – Τσαφ! – Τσαφ! Οι λάμπες έσβησαν.

Όλες.

Το σκοτάδι τον τύλιξε, γι’ακόμα μια φορά.

Ο Ανδρόνικος κραύγασε, άναρθρα, σαν θηρίο. Καταλάβαινε τώρα την παγίδα όπου τον είχε οδηγήσει. Καταλάβαινε πολύ καλά.

Ορθώθηκε και, αγγίζοντας τον τοίχο, προχώρησε αργά μες στο σκοτάδι, προσπαθώντας να βρει κάποια διέξοδο.

Για να πάω πού; Είμαι φυλακισμένος. Πού προσπαθώ να πάω; Να επιστρέψω στο προηγούμενο κελί μου;

Από μακριά νόμισε πως άκουσε έναν βρυχηθμό. Σαν από λιοντάρι, ή κάποιο παρόμοιο ζώο. Ή σαν από τον άνεμο. Ή σαν από κάτι πολύ, πολύ χειρότερο από οποιοδήποτε ζώο.

Κοκάλωσε. Τον είχαν φέρει εδώ για να τον καταβροχθίσει κάποιο θηρίο; Κάποιο θηρίο που τον μυριζόταν μες στο σκοτάδι;

Άρχισε να περπατά πιο γρήγορα, ενώ, συγχρόνως, αφουγκραζόταν. Βήματα ήταν αυτά που άκουγε; Τα προσεκτικά βήματα ενός σαρκοβόρου; Ή δεν ήταν τίποτα περισσότερο από φαντάσματα του μυαλού του;

Άθελά του, έτρεμε· και δεν μπορούσε να σταματήσει να τρέμει, γιατί ήταν μόνος και γυμνός και άοπλος, και μέσα στο σκοτάδι, ενώ ό,τι κι αν ήταν αυτό που τον κυνηγούσε ήταν, αναμφίβολα, δυνατότερο από εκείνον· πολύ δυνατότερο, ικανό να τον κάνει κομμάτια σε δευτερόλεπτα.

–Ένας θόρυβος!

Όχι από το θηρίο. Ένας μεταλλικός θόρυβος. Σαν πόρτα που ανοίγει.

Δίπλα μου;

Ο Ανδρόνικο προχώρησε ακόμα πιο γρήγορα από πριν, ψηλαφώντας τον τοίχο.

Οι πατούσες του πάτησαν σε κάτι μυτερό. Μούγκρισε απ’τον πόνο.

Καρφιά; Κοφτερές πέτρες;

Έτριξε τα δόντια, συνεχίζοντας την πορεία του, κι ανακαλύπτοντας πως το έδαφος δεν βελτιωνόταν: ό,τι κι αν ήταν αυτά που βρίσκονταν στο πάτωμα εξακολουθούσαν να υπάρχουν.

–Ένας βρυχηθμός πίσω του. Το θηρίο! Και πρέπει να ήταν πιο κοντά από πριν.

Πού ήταν αυτή η καταραμένη πόρτα;

Πρόλαβε δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη σκέψη του και τα χέρια του βρήκαν ένα άνοιγμα επάνω στον τοίχο. Δεν πρέπει, όμως, να ήταν πολύ μεγάλο. Χωρίς να χάσει καιρό, έψαξε να βρει με την αφή τις άκριές του· και διαπίστωσε ότι ήταν ένα κυκλικό άνοιγμα, αρκετό για να τον χωρέσει, αν σερνόταν μέσα του. Κι απ’ό,τι φαινόταν, δεν είχε άλλη επιλογή.

Μπήκε, και σύρθηκε στο εσωτερικό ενός πέτρινου αγωγού, ενώ από το βάθος, πίσω του, συνέχιζε ν’ακούει γρυλίσματα. Οι πατούσες των ποδιών του πονούσαν, και πρέπει να αιμορραγούσαν. Πολλά από τα κοφτερά αντικείμενα που βρίσκονταν στο προηγούμενο πάτωμα νόμιζε ότι είχαν μπηχτεί στη σάρκα του.

Ο αγωγός τελείωσε, απρόσμενα–

Ο Ανδρόνικος έπεσε με μια κραυγή. Χτύπησε επώδυνα τον ώμο του.

Ανασηκώθηκε.

Το πάτωμα εδώ ήταν καλυμμένο με λάσπη.

Ο Ανδρόνικος άγγιξε τον ώμο του, για να βεβαιωθεί ότι δεν τον είχε σπάσει. Και, όχι, δεν πρέπει να τον είχε σπάσει. Όμως πονούσε.

Ολόκληρο το σώμα του έτρεμε. Έμεινε καθισμένος στο λασπώδες πάτωμα και, παίρνοντας βαθιές ανάσες, προσπάθησε να καλμάρει τα νεύρα του.

Τα πάντα γύρω του ήταν σκοτεινά. Δεν ήξερε πού να πάει. Έτσι, καλύτερα να έμενε εδώ όπου βρίσκονταν, για λίγο. Καλύτερα να έμενε εδώ όπου βρισκόταν. Αισθανόταν ασφαλής εδώ…

*

Στο Βόρειο Μέτωπο τα πράγματα πήγαιναν άσχημα. Αυτό, τουλάχιστον, είχε να πει ο λοχαγός που είχε έρθει για να ενημερώσει το παλάτι.

Ο Λούσιος καθόταν στον Κυανό Θρόνο και άκουγε την αναφορά του, η οποία συνοδευόταν από μια εικονική αναπαράσταση ενός χάρτη του Βόρειου Μετώπου. Η αναπαράσταση ήταν μια προβολή επάνω στον τοίχο· και, χρησιμοποιώντας τα κουμπιά ενός προβολέα, ο λοχαγός μπορούσε να μεγεθύνει τον χάρτη στα σημεία που ήθελε, καθώς και να δημιουργεί καμπύλες, για να δείχνει τις πορείες των στρατευμάτων.

Ένα σημαντικό φρούριο είχε πέσει στα χέρια της Παντοκράτειρας, τις τελευταίες ημέρες. Το λεγόμενο Φρούριο του Σμαραγδένιου Βουνού. Ο λοχαγός, πατώντας ένα πλήκτρο, έκανε το φρούριο να παρουσιαστεί επάνω στον χάρτη και να διαγραφεί από ένα μεγάλο, κόκκινο Χ. Οι δυνάμεις της Παντοκρατορίας είχαν, επιτέλους, καταφέρει να λυγίσουν την άμυνά του και να το πορθήσουν.

«Λυπάμαι, Μεγαλειότατε,» είπε ο λοχαγός στον Λούσιο. «Δεν υπήρχε κάτι που μπορούσαμε να κάνουμε.»

Οι σύμβουλοι που βρίσκονταν στην Αίθουσα του Κυανού Θρόνου ήταν όλοι αμίλητοι, καθώς γνώριζαν τη σημαντική θέση του Φρουρίου του Σμαραγδένιου Βουνού. Η απώλειά του μπορούσε να σημαίνει μονάχα ένα πράγμα: η Παντοκράτειρα βρισκόταν τώρα ένα βήμα πιο κοντά στην επανάκτηση της Απολλώνιας.

Χίλιες κατάρες! σκέφτηκε ο Λούσιος. Έχουμε αργήσει πολύ! Πρέπει να κινηθούμε πιο γρήγορα! Πρέπει να βρούμε πιο γρήγορα τα μέσα για να κατατροπώσουμε την Παντοκράτειρα. Γιατί οι πάντες καθυστερούν; Γιατί η Κορνηλία καθυστερεί; Ακόμα να επικοινωνήσει μαζί μου! Δεν έχει καταφέρει να φέρει στο φως τίποτα;

«Μεγαλειότατε;»

Ο Λούσιος στράφηκε, για να κοιτάξει τον Αναξίμανδρο, τον νέο Στρατάρχη του βασιλείου του. Τον προηγούμενο τον είχε… απομακρύνει, καθώς ήταν βέβαιος ότι, λόγω της πίστης του στον Ανδρόνικο, θα του προκαλούσε προβλήματα. Ωστόσο, ήταν καλός στρατηγός. Ετούτος εδώ, ο Λούσιος υποψιαζόταν, δεν ήταν και τόσο.

«Τι είναι;» ρώτησε από τον Κυανό Θρόνο.

«Πώς προτείνετε να ενεργήσουμε, Μεγαλειότατε;» είπε ο Αναξίμανδρος.

«Κανονικά,» αποκρίθηκε ο Λούσιος, «θα περίμενα εσύ να μου προτείνεις κάτι, Στρατάρχη, όχι εγώ σ’εσένα.»

Σιγή έπεσε, για μερικές στιγμές.

Ύστερα, ο Αναξίμανδρος –μάλλον, φοβούμενος ότι θα πληγεί η υπόληψή του, αν δε μιλήσει– είπε: «Θα πρότεινα να ενισχυθούν όλα τα οχυρά γύρω από το Φρούριο του Σμαραγδένιου Βουνού, Μεγαλειότατε.»

Ναι, συλλογίστηκε ο Λούσιος, σ’ευχαριστώ, Στρατάρχη. Αυτό κι εγώ το είχα σκεφτεί, από μόνος μου.

Στράφηκε στον άντρα απ’το Βόρειο Μέτωπο. «Λοχαγέ.»

«Μάλιστα, Μεγαλειότατε.»

«Θύμισέ μου πάλι το όνομά σου.»

«Λοχαγός Βύριος Επταπυρίτης, Μεγαλειότατε.»

«Πες μου τη δική σου άποψη, Λοχαγέ. Πώς πρέπει να ενεργήσουμε;»

Ο Λοχαγός Επταπυρίτης, που, όπως φάνηκε, γνώριζε το Βόρειο Μέτωπο πολύ καλύτερα απ’τον Στρατάρχη, άρχισε να τους κάνει μια ανάλυση των θέσεων των στρατευμάτων, χρησιμοποιώντας τον εικονικό χάρτη, προτού προβεί σε μερικές προτάσεις πιθανών κινήσεων.

*

Η μικρόσωμη, μελαχρινή υπηρέτρια βάδιζε στον άδειο διάδρομο, μέσα στις πυκνές σκιές του απογεύματος. Τα βήματα των μαλακών, δερμάτινων παπουτσιών της δεν έκαναν παρά τον ελάχιστο θόρυβο. Τα μαλλιά της ήταν δεμένα κότσο πίσω απ’το κεφάλι της, και πιασμένα με μια αργυρή καρφίτσα. Βαστούσε ένα μικρό, δερματόδετο βιβλίο.

Ένα χέρι πετάχτηκε απ’τις σκιές· την άρπαξε απ’τη μέση και την τράβηξε μες στο σκοτάδι.

Ένα άλλο χέρι τής έκλεισε το στόμα.

«ΜΜΜ!» έσκουξε η υπηρέτρια, κλοτσώντας τον αέρα. Το μικρό βιβλίο τής είχε πέσει.

«Σσς,» έκανε μια αντρική φωνή κοντά στ’αφτί της. «Σσς. Δε θέλω να σε πειράξω· σταμάτα να παλεύεις. Θέλω μόνο να παραδώσεις ένα μήνυμα στην κυρά σου, τη Βασίλισσα.»

Η υπηρέτρια έπαψε να χτυπιέται. «Μμμμ…» Ο άγνωστος εξακολουθούσε να κρατά το στόμα της κλειστό. Η κοπέλα νόμιζε ότι μπορούσε ν’ακούσει την καρδιά της να χτυπά ανάμεσα στ’αφτιά της, μέσα στο κεφάλι της.

«Θέλω να της πεις ότι πρέπει να τη δω. Σκοπεύω να της μιλήσω για τον γιο της, τον Ανδρόνικο. Να με συναντήσει απόψε στον παλιό στάβλο, μόλις δύσει ο ήλιος. Με καταλαβαίνεις;»

«Μμμμ.»

«Ωραία. Θυμήσου: θα της μιλήσω για τον Ανδρόνικο· και πρέπει να με βρει στον παλιό στάβλο, όταν πέσει η νύχτα. Εντάξει;»

«Μμμμ.»

Τα δυνατά χέρια την άφησαν, και η κοπέλα πρόλαβε μονάχα να δει, πάνω απ’τον ώμο της, μια σκιά ν’απομακρύνεται βιαστικά και να χάνεται μέσα στους σκοτεινιασμένους διαδρόμους του παλατιού.

Ακόμα τρομαγμένη από τούτη την παράξενη συνάντηση, πήρε από κάτω το μικρό βιβλίο που της είχε πέσει, επέστρεψε –όσο πιο γρήγορα μπορούσε, χωρίς όμως να φανεί ότι έτρεχε– στα διαμερίσματα της Βασίλισσας, και έκλεισε την πόρτα καλά πίσω της.

Ησυχία έπεσε, για κάμποση ώρα, στον άδειο διάδρομο απέξω. Μονάχα τα απόμακρα βήματα κανενός φρουρού ή υπηρέτη ακούγονταν.

Όταν, όμως, ο ήλιος κρύφτηκε πίσω από τον δυτικό ορίζοντα, η πόρτα άνοιξε πάλι, και μια γυναικεία μορφή βγήκε, ντυμένη με μακρύ φόρεμα, μπότες, και κάπα στους ώμους.

Η Βασίλισσα Γλυκάνθη κοίταξε γύρω της, δήθεν αδιάφορα, και είδε τα μάτια ενός φρουρού να την κοιτάζουν. Τα μάτια ενός κατασκόπου; αναρωτήθηκε. Ενός κατασκόπου του Λούσιου; Μα, φυσικά, δε θ’άφηνε αυτό να τη σταματήσει.

Δίχως να δώσει σημασία στον νεαρό, πέρασε από δίπλα του και συνέχισε να προχωρά μέσα στους διαδρόμους του παλατιού, ακολουθώντας μια συνηθισμένη πορεία, ώστε να μη φανεί ότι έκανε τίποτα περισσότερο από μια βόλτα.

Όταν βγήκε στον κήπο, πήγε σ’ένα κατάφυτο μέρος όπου ήξερε πως, αν την παρακολουθούσαν, θα τους αντιλαμβανόταν, καθώς εδώ δεν είχε δουλειά κανένας να βρίσκεται. Κοιτάζοντας, όμως, πάνω από τον ώμο της, αλλά και γύρω-γύρω, η Βασίλισσα Γλυκάνθη δεν είδε καμία ύποπτη κίνηση. Έτσι, φόρεσε την κουκούλα της κάπας της και συνέχισε, ακολουθώντας μονοπάτια όπου οι φρουροί δε σύχναζαν.

Δεν άργησε να φτάσει στον εγκαταλειμμένο στάβλο, που τώρα πλέον δεν ήταν παρά ένα μέρος για να κάνουν τις φωλιές τους τα πουλιά και άλλα μικρά ζώα του κήπου. Παλιότερα, εδώ σταβλίζονταν περήφανα άτια και όμορφα Σερπετά· η Βασίλισσα το θυμόταν.

Στάθηκε μπροστά στην είσοδο και κοίταξε μέσα, το σκοτάδι. Ούτε μία λάμπα δεν ήταν αναμμένη, ενεργειακή ή μη.

Τα μάτια μιας γάτας γυάλισαν. Και τα μάτια ακόμα μίας. Μετά, και τα δύο ζευγάρια μάτια χάθηκαν.

Η Γλυκάνθη έβγαλε, διστακτικά, την κουκούλα της, για να δει εκείνος που την περίμενε ότι ήταν όντως αυτή, ότι δεν είχε προσπαθήσει να τον κοροϊδέψει, στήνοντάς του κάποια παγίδα.

Μια λάμπα άναψε μέσα στο σκοτάδι, μια λάμπα λαδιού, και μια κουκουλοφόρος μορφή φάνηκε να την κρατά.

«Ποιος είσαι;» ρώτησε η Γλυκάνθη, προσπαθώντας να διατηρεί τη φωνή της σταθερή.

Ο άντρας τής έκανε νόημα να πλησιάσει. «Ελάτε, Βασίλισσά μου. Καλύτερα να μη στέκεστε εκεί, όπου μπορούν εύκολα να σας δουν.»

Τη φωνή του δεν την αναγνωρίζω. Δε μου θυμίζει τίποτα απολύτως. Η Γλυκάνθη δίστασε να περάσει το κατώφλι του παλιού στάβλου, φοβούμενη ποιος μπορεί να ήταν αυτός ο άνθρωπος που έκρυβε το πρόσωπό του. Είμαι μεγάλη πια· δεν είμαι για τέτοια, σκέφτηκε. Κανονικά, θα έπρεπε όλα να κυλάνε ομαλά στο βασίλειο, και να γερνάω πίνοντας ήρεμα το τσάι μου, πλάι στον Αρχίμαχο–

«Βασίλισσά μου, ελάτε!» επέμεινε ο άγνωστος, παρατηρώντας το δισταγμό της.

Η Γλυκάνθη –σκεπτόμενη ότι, αν υπήρχε έστω και μία πιθανότητα να βοηθήσει έτσι τον Ανδρόνικο, όφειλε να πάρει το ρίσκο– πέρασε το κατώφλι και μπήκε στον εγκαταλειμμένο στάβλο, ακούγοντας το παλιό ξύλο του πατώματος, το χώμα, και τα σκόρπια χαλίκια να τρίζουν κάτω απ’τις μπότες της.

Ο άντρας με τη λάμπα κατέβασε την κουκούλα της κάπας του, και η Βασίλισσα τρόμαξε, προς στιγμή, από την όψη του.

Ο άνθρωπος ήταν τραυματισμένος. Μια πρόσφατη –πολύ πρόσφατη– ουλή ξεκινούσε απ’το μέτωπό του και τελείωνε στο σαγόνι του, διατρέχοντας το πρόσωπό του λοξά. Τα ράμματα των γιατρών ήταν φανερά· δεν τα είχαν ακόμα βγάλει.

Παρά την τρομαχτική του όψη, όμως, μέσα στα μάτια αυτού του άντρα υπήρχε κάτι που αμέσως μάγεψε τη Γλυκάνθη. Ένα εσώτερο φως. Ένα πράγμα που η Βασίλισσα της Απολλώνιας δε νόμιζε ότι είχε ξαναδεί σε άνθρωπο. Θα μπορούσα να είχα ονειρευτεί κάτι τέτοιο· ή να είχε γράψει γι’αυτό κάποιος ευφάνταστος ποιητής.

«Δε σε γνωρίζω,» είπε στον άντρα.

«Το όνομά μου είναι Αυγερινός Αντίρρυθμος, Μεγαλειοτάτη,» αποκρίθηκε εκείνος, «και είμαι ένας από τους φρουρούς του παλατιού.»

Παγίδα, λοιπόν! Ο Λούσιος τα είχε κανονίσει όλα τούτα, ή αυτή η γυναίκα του, η Δομινίκη–

«Βασίλισσά μου,» διέκοψε τις σκέψεις της ο Αυγερινός, «δεν είναι αυτό που νομίζετε. Δεν είμαι εχθρός σας. Ούτε εχθρός του γιου σας. Είμαι πιστός στον Πρίγκιπα Ανδρόνικο. Ετούτο που βλέπετε,» ακράγγιξε την ουλή στο πρόσωπό του, «το ξίφος του ήταν που μου το προκάλεσε, όταν ο Σφετεριστής μάς πρόσταξε να του ορμήσουμε.»

«Ο Σφετεριστής;» έκανε, άθελά της, η Γλυκάνθη. Ήταν προφανές ότι μιλούσε για τον Λούσιο, μα και πάλι η λέξη τη σόκαρε· ίσως γιατί δεν περίμενε να την ακούσει από τα χείλη ενός παλατιανού φρουρού. Ωστόσο, αμέσως συνέχισε: «Ο Ανδρόνικος σε χτύπησε κι εσύ, παρ’όλ’αυτά, εξακολουθείς να είσαι πιστός σ’εκείνον;» Συνοφρυώθηκε.

«Βασίλισσά μου, ήμουν παραπλανημένος, και παραστρατημένος. Αλλά το φως του μου έδειξε σε ποιον οφείλω υποταγή. Ο Κύριος του Γαλανού Φωτός είναι ο άρχοντας μου, και μόνο ο Κύριος του Γαλανού Φωτός. Η Απολλώνια είναι δική του.»

Τι λέει αυτός ο άνθρωπος; απόρησε η Γλυκάνθη. Ετούτα τα λόγια τής ακούγονταν σαν τα λόγια ενός τρελού.

Ο Αυγερινός συνέχισε: «Όταν κατεβήκατε στα υπόγεια του παλατιού, για να δείτε τον γιο σας, ήμουν εκεί. Ασφαλώς, δε με προσέξατε. Κανείς δε με πρόσεξε. Εγώ, όμως, παρακολούθησα τα πάντα. Σας είδα να έρχεστε και να φεύγετε, και μετά ακολούθησα τους φρουρούς, καθώς έπαιρναν τον Πρίγκιπα από το κελί όπου τον είχαν βάλει και τον μετέφεραν σε μέρη των υπογείων όπου ποτέ ξανά δεν είχα πάει. Σ’έναν απ’αυτούς τους διαδρόμους, παρέδωσαν τον γιο σας σε δύο Βασιλικούς Φρουρούς, τον Λάθμιο και τον Φαιόνυχο, και έφυγαν. Αλλά εγώ δεν έφυγα· ακολούθησα τώρα τους Βασιλικούς Φρουρούς, και τους είδα να φτάνουν μπροστά σ’ένα κιγκλίδωμα. ‘Φύλακα!’ φώναξε ο Λάθμιος, και μια σκιερή φιγούρα παρουσιάστηκε πίσω απ’τα κάγκελα, ζητώντας τους να του πουν τον αριθμό τρεις φορές, χωρίς να διευκρινίσει για ποιον αριθμό μιλούσε. Εκείνοι απάντησαν ‘Είκοσι-τέσσερα’, και ο φύλακας τούς άφησε να περάσουν, μαζί με τον Ανδρόνικο, ο οποίος, φυσικά, ήταν ναρκωμένος. Το κιγκλίδωμα έπεσε πίσω τους, κι έτσι ήταν αδύνατον να τους ακολουθήσω.»

Είκοσι-τέσσερα; παραξενεύτηκε η Γλυκάνθη. Ο αριθμός τρεις φορές; Είκοσι-τέσσερα; Τρεις φορές το οκτώ, δε μας κάνει είκοσι-τέσσερα;

«Το οκτώ…» μουρμούρισε.

«Ναι, Βασίλισσά μου,» ένευσε ο Αυγερινός. «Ο αριθμός ήταν το οκτώ.»

Ο Καταραμένος Αριθμός. Η Γλυκάνθη θυμήθηκε τρομαχτικές ιστορίες μ’αυτόν τον αριθμό. Ιστορίες, μύθους, και παραδώσεις. Προλήψεις… Έγλειψε τα ξεραμένα της χείλη. «Τι μέρος ήταν αυτό που πήγαν το γιο μου;»

«Δεν ξέρω, Βασίλισσά μου, αλλά πρέπει να μάθω.»

«Και γιατί ήρθες σε μένα;»

«Γιατί θέλω να γνωρίζετε πως μάχομαι για εσάς, και πως θα κάνω οτιδήποτε για τον Πρίγκιπα Ανδρόνικο.»

Αυτός ο άνθρωπος είναι δώρο του Απόλλωνα. Ή είναι μια τόσο καλοστημένη παγίδα που είναι αδύνατον να τη διακρίνεις. «Τι έχεις στο μυαλό σου;» ρώτησε η Γλυκάνθη. «Σκοπεύεις να τον ελευθερώσεις;»

«Ασφαλώς.»

«Τότε,» είπε η Βασίλισσα της Απολλώνιας, «νομίζω πως, πράγματι, θα μπορούσαμε να βοηθήσουμε πολύ ο ένας τον άλλο, Αυγερινέ.»

*

Όταν ο ήλιος έδυσε, το σκοτάδι απλώθηκε στην ύπαιθρο έξω από την Απαστράπτουσα, και οι νυκτόπτεροι έγιναν ανήσυχοι στις φωλιές τους στα ψηλά μέρη του ερειπωμένου εργοστασίου.

Οι επαναστάτες περιτριγύρισαν τον Φαρνέλιο, που ακόμα καθόταν και διάβαζε τα βιβλία του Λαομάχου, καπνίζοντας την πίπα του.

«Κύριε Φαρνέλιε,» είπε ο Θελλέδης.

Εκείνος ύψωσε τα μάτια του και τον ατένισε, βγάζοντας το γυαλιά του. Ο γαλανόδερμος επαναστάτης είχε τα χέρια του σταυρωμένα εμπρός του και μια αποφασισμένη όψη στο πρόσωπό του. Ο Φαρνέλιος κοίταξε και τους υπόλοιπους γύρω του, οι οποίοι είχαν παρόμοιες όψεις και στέκονταν με παρόμοιο τρόπο.

«Τι συμβαίνει;» τους ρώτησε.

«Αποφασίσαμε να μην περιμένουμε άλλο,» είπε ο Θελλέδης. «Αποφασίσαμε να εισβάλουμε στο παλάτι της Απαστράπτουσας και να ελευθερώσουμε τον Πρίγκιπα Ανδρόνικο.»

«Μην είστε ανόητοι,» αποκρίθηκε ο Φαρνέλιος, όχι απότομα, ούτε δυνατά.

«Κύριε Φαρνέλιε,» είπε ένας άλλος επαναστάτης, «ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος είναι η κορυφή της Επανάστασης.»

«Δεν μπορούμε να μείνουμε αμέτοχοι, μην κάνοντας τίποτα!» τόνισε μια επαναστάτρια.

«Ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος κάτι θα είχε κάνει, σε παρόμοια περίπτωση. Δεν ήταν ποτέ δειλός,» είπε κάποιος άλλος.

«Έχουμε αντιμετωπίσει και χειρότερες καταστάσεις. Έχουμε αντιμετωπίσει τις δυνάμεις της ίδιας της Παντοκράτειρας!»

«Σωστά. Έχουμε διεισδύσει σε φρούρια–»

«Σιωπή!» τους διέκοψε ο Φαρνέλιος, που είχαν αρχίσει να τον ζαλίζουν. Και πιο σιγανά: «Σιωπή. Εκείνο που δεν έχετε μάθει, παρ’όλα τα κατορθώματά σας, είναι η υπομονή. Δεν πρόκειται να επιτεθούμε στο παλάτι–»

«Δε μπορείτε να μας προστάζετε, κύριε Φαρνέλιε,» είπε ένας μαυρόδερμος επαναστάτης. «Δεν είστε ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος. Δεν είστε καν Πρόμαχος της Επανάστασης.»

Ο Φαρνέλιος ορθώθηκε. «Νεαρέ, γνωρίζω την Απολλώνια πολύ καλύτερα από εσένα. Πολύ καλύτερα από τον οποιοδήποτε από εσάς. Και ακόμα περισσότερο γνωρίζω το παλάτι. Σας το λέω: είναι αδύνατον να εισβάλετε εκεί, να βρείτε τον Ανδρόνικο, να τον ελευθερώσετε, και να ξαναβγείτε.»

«Δε θα το μάθουμε ποτέ αν δεν προσπαθήσουμε!» επέμεινε ο μαυρόδερμος άντρας, που ονομαζόταν Φέτανιρ.

«Μονάχα μια συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων μπορώ να σκεφτώ να έχει πιθανότητες να καταφέρει αυτό που σχεδιάζετε,» είπε ο Φαρνέλιος. «Οι Μαύρες Δράκαινες. Καμια απ’αυτές, όμως, δε βρίσκεται ανάμεσά μας. Η τελευταία ήταν μαζί με τον Ανδρόνικο, και δεν επέστρεψε. Πράγμα το οποίο θα πρέπει να σας λέει κάτι.»

«Ο Ανδρόνικος έπεσε σε παγίδα, κύριε Φαρνέλιε,» διαφώνησε ο Θελλέδης. «Εμείς θα είμαστε προετοιμασμένοι.»

«Νομίζεις ότι ο Ανδρόνικος δεν ήταν προετοιμασμένος, Θελλέδη; Μην είσαι ανόητος! Το παλάτι της Απαστράπτουσας ανέκαθεν ήταν πολύ καλά φρουρούμενο· και τώρα που ο Λούσιος έχει σφετεριστεί την εξουσία, κάτι μού λέει ότι θα είναι ακόμα καλύτερα φρουρούμενο. Γι’αυτό αφήστε τα ασύνετα σχέδια και έχετε υπομονή. Θα τον ελευθερώσουμε τον Ανδρόνικο, αλλά πρέπει πρώτα να γνωρίζουμε τι έχουμε να αντιμετωπίσουμε και να είμαστε παρατηρητικοί.»

Κανείς δεν αποκρίθηκε, και ο Φαρνέλιος κάθισε πάλι εκεί όπου καθόταν και πριν, φόρεσε τα γυαλιά του, και άνοιξε το βιβλίο του.

Οι επαναστάτες απομακρύνθηκαν λίγο, μουρμουρίζοντας αναμεταξύ τους, αλλά δεν του ξαναείπαν για το θέμα.

Εκείνος, όμως, μπορούσε να διακρίνει ότι η αναμονή τούς ενοχλούσε· και ακόμα περισσότερο τούς ενοχλούσε το γεγονός ότι αισθάνονταν ανίκανοι να βοηθήσουν τον Ανδρόνικο. Δε θα μπορώ να τους συγκρατώ για πάντα. Θα έρθει η στιγμή που θα αγνοήσουν τις προειδοποιήσεις μου και θα πάνε στο παλάτι… και θα χαραμίσουν τις ζωές τους άσκοπα.

Γι’αυτό, Φαρνέλιε, είπε στον εαυτό του, πρέπει να βρεις έναν τρόπο να κινηθείς προτού να είναι πολύ αργά.

Έπρεπε, τουλάχιστον, να βρει κάτι που θα έπαιρνε το μυαλό των συντρόφων του από την αναμονή: κάτι που θα τους έκανε να πιστέψουν ότι προχωρούσαν κάπως, όχι ότι ήταν στατικοί.

15

Εκείνη την ημέρα αποφάσισαν να ξεκουραστούν. Είχαν φτάσει μεσημέρι στη Φανχάι, και, ύστερα από τόση κωπηλασία, πραγματικά τους χρειαζόταν η ξεκούραση. Θα έφευγαν από την πόλη με την αυγή. Χρησιμοποιώντας ψεύτικες ταυτότητες, έκλεισαν τρία δωμάτια στο ξενοδοχείο «Η Φωλιά»: ένα ψηλό οικοδόμημα οκτώ ορόφων με σκεπαστά μπαλκόνια και παράθυρα με μεγάλα περβάζια. Στις στέγες που δημιουργούνταν από τις οροφές των μπαλκονιών και από τα περβάζια, πολλών ειδών πτηνά είχαν τις φωλιές τους: κι ορισμένοι έλεγαν ότι από εκεί είχε το ξενοδοχείο πάρει το όνομά του. Αυτό δεν ήταν, όμως, αλήθεια. Η Τάφκι είχε, παλιότερα, πει στον Οδυσσέα ότι το ξενοδοχείο ονομαζόταν «Η Φωλιά» επειδή είχε ξεκινήσει από πολύ, πολύ μικρό, και, μάλλον, ο τότε ιδιοκτήτης του δε φανταζόταν ότι θα κατέληγε τόσο πολύ, πολύ μεγάλο.

Οι τρεις επαναστάτες έκαναν μπάνιο, μέχρι να τους φέρουν το φαγητό στα δωμάτιά τους, όπως είχαν παραγγείλει. Όταν το φαγητό ήρθε, κάθισαν όλοι μαζί στο ίδιο δωμάτιο, για να γευματίσουν. Και ο Οδυσσέας είπε στη Νελμίρα και τον Ράθνη το σχέδιό του για το πώς όφειλαν να κινηθούν: ότι σκεφτόταν να πάνε, πρώτα, στη Φεηνάρκια, ύστερα στη Βίηλ, από τη Βίηλ να επιστρέψουν στη Σάρντλι, να μπουν στον Αιθέρα, να βγουν στην Υπερυδάτια, κι έπειτα ή να περάσουν στο Σύμπλεγμα, προκειμένου να φτάσουν στη Μοργκιάνη, ή να μπουν πάλι στον Αιθέρα, να βγουν στην Αλβέρια, κι από εκεί να πάνε στη Μοργκιάνη.

Η Νελμίρα συμφώνησε με το σχέδιο, δηλώνοντας πως δεν έβλεπε η ίδια κανέναν καλύτερο τρόπο για να φτάσουν στους προορισμούς τους και πως ο Οδυσσέας, αναμφίβολα, γνώριζε να πλοηγείται μέσα στις διαστάσεις καλύτερα από τους τρεις τους. Ο Ράθνης ανασήκωσε μονάχα τους ώμους· και, καθώς έτρωγε, τα γκρίζα μαλλιά και τα γένια του τον έκαναν να μοιάζει με λύκο που μασουλούσε την τροφή του.

Την υπόλοιπη ημέρα την πέρασαν στο ξενοδοχείο. Κανένας τους δεν είχε διάθεση να βγει και να πάει οπουδήποτε μέσα στη Φανχάι· το ταξίδι στον ποταμό τούς είχε εξουθενώσει όλους. Η Νελμίρα, κατά το βράδυ, ρώτησε τον Οδυσσέα πώς ακριβώς θα πήγαιναν στη Φεηνάρκια. «Αν δε λαθεύω,» του είπε, καθώς οι δυο τους βρίσκονταν στο δωμάτιό του, «μπορεί κανείς να πάει εκεί από τη δυτική ζούγκλα της Σάρντλι.»

Ο Οδυσσέας ένευσε, και έβγαλε τον χάρτη του, απλώνοντάς τον σ’ένα μικρό, ξύλινο τραπεζάκι. «Ναι,» είπε, «από εδώ θα πάμε στη Φεηνάρκια.» Και έδειξε μια δασώδη περιοχή, η οποία βρισκόταν στις δυτικές όχθες του ποταμού Ράντραμ και βόρεια της λίμνης Κρούκ’φα.

«Και πώς θα φτάσουμε ώς εκεί;» ρώτησε η Νελμίρα. «Κωπηλατώντας πάλι;»

Ο Οδυσσέας μειδίασε, γιατί, από την όψη της, έκρινε ότι δε θεωρούσε την κωπηλασία και πολύ ελκυστική ιδέα. Είπε: «Όχι, δε νομίζω ότι θα χρειαστεί. Θα επιβιβαστούμε σε κάποιο ατμόπλοιο.»

«Ατμόπλοιο;» Η Νελμίρα έκανε πέρα-δώθε μες στο δωμάτιο, και τώρα σταμάτησε για να τον κοιτάξει.

Ο Οδυσσέας καθόταν σ’ένα σκαμνί μπροστά στο χάρτη του. «Ναι. Καθώς κατεβαίναμε τον ποταμό Ράντραμ, δεν πρόσεξες εκείνα τα μεγάλα σκάφη με τους τροχούς στα πλάγια και τις καπνοδόχους, που πέρασαν δυο-τρεις φορές από κοντά μας;»

«Αυτά είναι;»

«Ναι.»

«Και πώς λειτουργούν;»

«Καίνε κάποιο ορυκτό από τα ορυχεία της Σάρντλι, κι έτσι κινούν τις μηχανές τους.»

«Δε χρησιμοποιούν ενεργειακές φιάλες;»

«Όχι.»

Η Νελμίρα κάθισε σε μια πολυθρόνα. «Να υποθέσω και ότι δεν έχουν ανάγκη από μάγους για να διευθύνουν την ενεργειακή ροή;»

«Ναι,» είπε ο Οδυσσέας, «γιατί, πολύ απλά, δεν υπάρχει ενεργειακή ροή όπως την εννοούμε όταν χρησιμοποιούνται φιάλες. Ωστόσο, το ορυκτό που καίνε –καπνόλιθος, το ονομάζουν– είναι επικίνδυνο. Έχει, σε πολλές περιπτώσεις, προκαλέσει εκρήξεις που έχουν βυθίσει ολόκληρα πλοία.»

«Δεν έχω ποτέ ακούσει γι’αυτό έξω από τη Σάρντλι,» παραδέχτηκε η Νελμίρα.

«Γιατί οι ιδιότητές του λειτουργούν μόνο μέσα στη Σάρντλι. Είναι από εκείνα τα πράγματα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο εσωδιαστασιακά· οι δυνάμεις των άλλων διαστάσεων δεν τα υποστηρίζουν.»

«Τέλος πάντων. Ελπίζω μονάχα να μην εκραγεί το πλοίο στο οποίο θα ταξιδέψουμε.»

«Μην το γρουσουζεύεις.»

«Είστε προληπτικοί στην Απολλώνια;» ρώτησε η Νελμίρα μ’ένα ελαφρύ συνοφρύωμα επάνω στο κοκκινόδερμο πρόσωπό της.

Ο Οδυσσέας μειδίασε. «Όχι περισσότερο από εσάς στη Φεηνάρκια.»

*

Το επόμενο πρωί, πήγαν στο λιμάνι της Φανχάι, έχοντας τα όπλα και τους εξοπλισμούς τους κρυμμένα μέσα σε ειδικές βαλίτσες, που θα τα προστάτευαν από τις περισσότερες ανιχνευτικές συσκευές, μαγγανείες, ή ξόρκια. Πλησίασαν ένα από τα ατμόπλοια, στο οποίο φορτώνονταν εμπορεύματα και μπροστά από το οποίο ήταν συγκεντρωμένος κάμποσος κόσμος. Πολλές από τις γυναίκες κρατούσαν ομπρέλες, για να σκιάζονται από τον δυνατό ήλιο: μια μόδα πολύ διαδεδομένη στη Σάρντλι. Εκεί κοντά ήταν, επίσης, και μερικοί φρουροί του λιμανιού, για να επιβλέπουν· και, σε μεγαλύτερη απόσταση, ο Οδυσσέας μπορούσε να διακρίνει και κάποιους πολεμιστές με τα διακριτικά της Παντοκρατορίας –μάλλον, έτοιμοι να επέμβουν, αν μια κατάσταση γινόταν έκρυθμη. Κι ένας μάγος μαζί τους… παρατήρησε ο Οδυσσέας, που πάντοτε ήταν επιφυλακτικός με τους μάγους, γιατί ποτέ δεν μπορούσες να ξέρεις τι χαρτί ίσως να είχαν κρυμμένο στο μανίκι τους.

Οι επαναστάτες πλησίασαν τον μαυρόδερμο άντρα με τα χρυσαφένια μαλλιά, ο οποίος φαινόταν να έχει αναλάβει την κοπή των εισιτηρίων. Η στολή του ήταν καλοσιδερωμένη και επίσημη.

«Καλή σας ημέρα,» είπε.

«Καλή σου ημέρα κι εσένα,» αποκρίθηκε ο Οδυσσέας, και ζήτησε τρία εισιτήρια με προορισμό τη Νάλβι.

Ο μαυρόδερμος άντρας έκοψε τα εισιτήρια, του τα έδωσε, και του είπε ότι το πλοίο αναχωρούσε σε μια ώρα.

Ο Οδυσσέας, η Νελμίρα, και ο Ράθνης απομακρύνθηκαν από τις αποβάθρες, κάθισαν σ’ένα από τα εξωτερικά τραπεζάκια ενός καταστήματος, και παράγγειλαν κάτι να πιουν. Καθώς περίμεναν, ο Οδυσσέας αναρωτιόταν για το Δημιούργημα που τους είχε επιτεθεί στον Αιθέρα. Τι μπορούσε να σημαίνει; Πώς ήταν δυνατόν ένα Δημιούργημα να είχε εμφανιστεί στον Βασιλικό Αερολιμένα της Απολλώνιας; Την τεχνολογία για την κατασκευή Δημιουργημάτων κατείχε μόνο η Παντοκράτειρα, και αποκλείεται η Απολλώνια να βρισκόταν ξανά υπό τον δικό της έλεγχο. Ο Οδυσσέας δεν μπορούσε να το πιστέψει. Αν η πρώην σύζυγος του Ανδρόνικου ξανάχε κερδίσει την εν λόγω διάσταση, δε θα το έκρυβε: θα υπήρχαν στρατιώτες της στους δρόμους, και στις σημαίες δε θα κυμάτιζε το έμβλημα του Οίκου των Ευφρόνων· ή, αν κυμάτιζε, θα συνοδεύονταν από το έμβλημα της Παντοκρατορίας. Κάποιος, σκεφτόταν ο Οδυσσέας, πρέπει να ανακάλυψε μια τεχνολογία παρόμοια μ’εκείνη που κατέχει η Παντοκράτειρα, προκειμένου να φτιάχνει Δημιουργήματα. Κι αυτός ο κάποιος πιθανώς να είναι ο Λούσιος.

Ελπίζω ο Ανδρόνικος να καταφέρει να βγάλει μια άκρη σ’όλα τούτα… Ο Οδυσσέας σιχαινόταν το γεγονός ότι δεν μπορούσε νάναι κοντά στον Πρίγκιπά του ετούτη την περίοδο, γιατί είχε την αίσθηση ότι τώρα εκείνος τον χρειαζόταν περισσότερο από ποτέ.

Καλύτερα, λοιπόν, να τελειώνουμε γρήγορα με την αποστολή μας, ώστε να μπορέσουμε να επιστρέψουμε στην Απολλώνια.

Μετά από καμια ώρα, σηκώθηκαν από το τραπέζι όπου κάθονταν και πήγαν στο ατμόπλοιο, το οποίο ήταν έτοιμο να φύγει. Το φουγάρο του έστελνε παχιά σύννεφα μαύρου καπνού στον καταγάλανο ουρανό της Σάρντλι. Πλάι στη ράμπα του στεκόταν ο ίδιος άντρας που τους είχε κόψει τα εισιτήρια· τώρα, όμως, δεν έκοβε εισιτήρια: έπαιρνε αυτά που του έδιναν οι επιβάτες και τα έσκιζε στην άκρη. Ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του του έδωσαν τα δικά τους και επιβιβάστηκαν στο ατμόπλοιο, μαζί με τους υπόλοιπους.

Το εσωτερικό του σκάφους ήταν επενδυμένο με ξύλο, και γεμάτο με κόσμο. Επίσης, υπήρχαν τόσα πολλά Σάρντλια ζώα ώστε να γίνονται ενοχλητικά. Ένας μεγάλος παπαγάλος, που είχε δύο μικρά κέρατα και ήταν κλεισμένος σ’ένα θολωτό κλουβί, έβριζε συνεχώς θεούς και δαίμονες, και καταριόταν τους πάντες να τους πέσουν τα δόντια, τα μάτια, και τα γεννητικά όργανα. Μια μαϊμού καθόταν στον φαρδύ ώμο του αφέντη της και παρατηρούσε τους επιβάτες εκνευριστικά με μεγάλα, ολοστρόγγυλα μάτια. Ένας μικροσκοπικός σκύλος γάβγιζε σαν παλαβός προς όποιον πλησίαζε την κυρά του παραπάνω από μισό μέτρο· και ό,τι κι αν έκανε εκείνη, δεν έμοιαζε να μπορεί να καταλαγιάσει το νευρικό ζώο. Ένας ψηλός, τριχωτός σκύλος με χαυλιόδοντες βρομούσε σαν τρία άλογα μαζί, καθώς στεκόταν πλάι στον κύριό του, φτάνοντας μέχρι τον ώμο του· ωστόσο, ήταν τόσο σιωπηλός και ακίνητος, που έμοιαζε σχεδόν βαλσαμωμένος. Ένας λιγνός, ερυθρόδερμος άντρας, ντυμένος με άπλυτα ράσα που σέρνονταν στο πάτωμα, βαστούσε ένα σφαιρικό, διχτυωτό κλουβί, πλημμυρισμένο από μικρά φίδια με αστραφτερά μάτια.

Η Νελμίρα ψιθύρισε στ’αφτί του Οδυσσέα: «Βλέπεις, λοιπόν, γιατί δε συμπαθώ τα πλάσματα της Σάρντλι;»

Ναι, σκέφτηκε εκείνος, δίχως να μιλήσει, θα δούμε και τα πλάσματα της Φεηνάρκια, τώρα που θα πάμε εκεί… τα οποία ήταν πασίγνωστα για την αγριότητά τους. Δεν ήταν ενοχλητικά, ασφαλώς –τουλάχιστον, δε φημίζονταν γι’αυτό–, αλλά μπορούσαν να σε καταβροχθίσουν προτού προλάβεις να βλεφαρίσεις.

Το ατμόπλοιο ξεκίνησε, όταν όλοι οι επιβάτες είχαν επιβιβαστεί και τα εμπορεύματα φορτωθεί. Οι μεγάλοι τροχοί στις πλευρές του, ένας δεξιά κι ένας αριστερά, άρχισαν να περιστρέφονται, ωθώντας το αντίθετα στο ρεύμα του ποταμού Ράντραμ. Από τα μεταλλικά βάθη της κοιλιάς του ακουγόταν ο δυνατός θόρυβος της μηχανής του· και η Νελμίρα δε φαινόταν να συμπαθεί καθόλου αυτό τον θόρυβο, καθώς, όποτε δυνάμωνε λίγο ή άλλαζε κάπως, έριχνε ματιές στον Οδυσσέα, που έμοιαζαν να λένε: Θα εκραγεί τώρα; Ο Ράθνης, ως συνήθως, ήταν αμίλητος και στωικός. Ωστόσο, αν κοίταζες τα μάτια του, μπορούσες εκεί να διακρίνεις ότι το έβρισκε μάλλον εκνευριστικό να είναι κλεισμένος σ’έναν χώρο με τόσους πολλούς ενοχλητικούς ανθρώπους και ζώα.

«Θα είναι μακρύ το ταξίδι;» ρώτησε τον Οδυσσέα, σε κάποια στιγμή.

«Καμια μέρα, το υπολογίζω, συνολικά,» αποκρίθηκε εκείνος. «Αύριο το πρωί πρέπει, λογικά, να έχουμε φτάσει στη Νάλβι.»

*

Η ημέρα πέρασε αργά και βασανιστικά, καθώς όπου κι αν πήγαιναν, είτε στο κατάστρωμα ανέβαιναν είτε μέσα έμεναν, φαίνεται πως υπήρχε και κάτι για να τους ενοχλεί. Απέξω η ζέστη ήταν δυνατή, και ο κόσμος δεν ήταν λίγος, ούτε τα ζώα. Στο εσωτερικό, πάλι, η κατάσταση δεν ήταν καθόλου καλύτερη. Και, σα να μην έφταναν όλα τούτα, δύο χρυσόδερμοι άντρες –που, απ’ό,τι κατάλαβαν οι επαναστάτες, δεν πρέπει καν να γνωρίζονταν πρωτύτερα– πιάστηκαν στα χέρια, κατά το μεσημέρι, γρονθοκοπώντας και κλοτσώντας ο ένας τον άλλο. Οι φρουροί του ατμόπλοιου ίσα που πρόλαβαν να ακινητοποιήσουν τον έναν, καθώς εκείνος τραβούσε το πιστόλι του. Ένας φρουρός τού σήκωσε απότομα το χέρι ψηλά, κάνοντας τη σφαίρα να φύγει μακριά, προς τον ουρανό και τον ποταμό, ενώ το πλήθος των επιβατών που ήταν συγκεντρωμένο στο κατάστρωμα φώναζε, έντρομο, πανικόβλητο, και εκνευρισμένο. Ο καβγάς, ευτυχώς, δε συνεχίστηκε μετά την επέμβαση των υπεύθυνων του ατμόπλοιου. Ωστόσο, για να επιτευχθεί αυτό, οι φρουροί αναγκάστηκαν να κλειδώσουν τον έναν χρυσόδερμο άντρα στο μπαλαούρο, ώστε να ησυχάσει.

Το βράδυ, το ατμόπλοιο έφτασε στη Ράντ’κλι, και έκανε μια μικρή στάση, για να ξεφορτωθούν εμπορεύματα, να βγουν ορισμένοι επιβάτες, και να αλλάξουν βάρδιες οι μηχανικοί και οι φρουροί. Μετά, συνέχισε το ταξίδι του.

Ο Οδυσσέας, η Νελμίρα, και ο Ράθνης έκαναν αρκετές φιλότιμες προσπάθειες να κοιμηθούν, κατά τη διάρκεια της νύχτας, αλλά, με τόση φασαρία που είχε στο πλοίο (ακόμα κι ετούτες τις ώρες, ορισμένα από τα ζώα δεν ησύχαζαν· ειδικά αυτός ο καταραμένος παπαγάλος με τα μικρά κέρατα δεν έμοιαζε να κοιμάται ποτέ, ούτε να παύει να μιλάει!), δεν κατόρθωσαν παρά να κάνουν ταραγμένο ύπνο, καθώς κάθε τρεις και λίγο ξυπνούσαν από κάποιον θόρυβο.

«Τα δόντια σου θα μαυρίσουν και θα πέσουν! Θα πεθάνεις από οδυνηρές και ακατονόμαστες ασθένειες!» έλεγε ο παπαγάλος, όταν το πρωί είχε έρθει και το ατμόπλοιο ζύγωνε το λιμάνι της Νάλβι.

Από τα δυτικά παράθυρα, οι τρεις επαναστάτες μπορούσαν να δουν μια ατελείωτη έκταση με ζούγκλες· και ήξεραν ότι εκεί, μέσα σ’αυτές τις ζούγκλες, όφειλαν να πάνε, προκειμένου να βρουν τη διαστασιακή δίοδο για τη Φεηνάρκια. Η Νάλβι ήταν οικοδομημένη στην αντίπερα όχθη του ποταμού, την ανατολική· έτσι, για να φτάσουν στον προορισμό τους, θα έπρεπε να πάρουν βάρκα και να διασχίσουν κάθετα τον ποταμό, πράγμα το οποίο –ο Οδυσσέας ήταν σίγουρος– δε θα ήταν δύσκολο.

Το ατμόπλοιο μπήκε στο λιμάνι της πόλης, άραξε σε μια αποβάθρα, και σταμάτησε τις μηχανές του. Οι επιβάτες άρχισαν να βγαίνουν, και το στριμωξίδι ήταν, ασφαλώς, το κάτι άλλο. Ωστόσο, μπορούσες να πάρεις κουράγιο από το γεγονός ότι ήξερες πως ετούτο το καταραμένο ταξίδι είχε –επιτέλους– τελειώσει.

Οι επαναστάτες στάθηκαν στο λιμάνι της Νάλβι, ενώ ο κόσμος περνούσε σαν ποτάμι γύρω τους. Η Νάλβι δεν ήταν καμια τόσο μεγάλη πόλη όπως η Φανχάι, αλλά ούτε θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και μικρή. Είχε κάποιες πολυκατοικίες, είχε όμως και αρκετές ισόγειες οικίες και καταστήματα. Η παρουσία της Παντοκράτειρας ήταν, ασφαλώς, αισθητή και εδώ: δεν ήταν δύσκολο να διακρίνεις τους πολεμιστές και τους μάγους της· και, αναμφίβολα, υπήρχαν και πράκτορές της, τους οποίους δεν μπορούσες να διακρίνεις.

Ο Οδυσσέας, όμως, ενδιαφερόταν τώρα μόνο για τη δίοδο που οδηγούσε στη Φεηνάρκια. Το πρόβλημα, βέβαια, ήταν πως κι η δίοδος είχε φρουρούς της Παντοκρατορίας, και εκείνος κι οι σύντροφοί του θα έπρεπε να βρουν τρόπο να τους προσπεράσουν. Η μετάβαση από τη μία διάσταση στην άλλη δεν ήταν πάντοτε ελεύθερη, ειδικά εκεί όπου η Παντοκράτειρα διατηρούσε γερό έλεγχο. Τρεις τυχαίους ανθρώπους θα τους σταματούσαν, εκτός αν ήταν έμποροι ή αν είχαν κάποια ιδιαίτερη άδεια για να περάσουν. Αν, δε, αντιλαμβάνονταν επίσης ότι οπλοφορούσαν, τότε θα τους κρατούσαν για περαιτέρω ανάκριση, και μπορεί να μην ξέμπλεκαν ποτέ, ή να κατέληγαν ακόμα και στη Ρελκάμνια, τη διάσταση που αποτελούσε έδρα της Παντοκρατορίας.

Ο Οδυσσέας πήγε τους συντρόφους του σ’ένα εστιατόριο, για να φάνε πρωινό· κι εκεί, καθισμένοι σ’ένα γωνιακό τραπέζι, με κανέναν άλλο κοντά τους, συζήτησαν για το πρόβλημα. Ο Οδυσσέας εξήγησε στον Ράθνη και τη Νελμίρα πώς ακριβώς είχε η κατάσταση στη δίοδο· ή, τουλάχιστον, πώς γνώριζε ότι είχε, σύμφωνα με τις τελευταίες πληροφορίες της Επανάστασης. Η δίοδος δεν ήταν παρά ένα συγκεκριμένο μονοπάτι μέσα στη ζούγκλα, το οποίο μπορούσες να αναγνωρίσεις από κάποια σημάδια στο περιβάλλον· ακολουθώντας το μονοπάτι, και χωρίς να λοξοδρομήσεις καθόλου από αυτό, έφτανες στη Φεηνάρκια. Οι φρουροί της Παντοκράτειρας βρίσκονταν σε διάφορα σημεία του μονοπατιού, από την αρχή ώς το τέλος. Αραίωναν, όμως, καθώς η ζούγκλα πύκνωνε. Δηλαδή, η μεγαλύτερη δυσκολία θα ήταν στην αρχή του μονοπατιού.

Ο Ράθνης, έπειτα από κάποια σκέψη, πρότεινε ένα σχέδιο· κι ύστερα, η Νελμίρα πρότεινε ένα άλλο. Ο Οδυσσέας παρατήρησε πως, συνδυάζοντας ένα μέρος από κάθε σχέδιο, μπορούσε να φτιάξει ένα τρίτο σχέδιο που πραγματικά θα έπιανε… με λίγη τύχη, πάντα.

Αλλά οι επαναστάτες δε φοβόνταν τον αστάθμητο παράγοντα της τύχης, αλλιώς δε θα είχαν ποτέ μπλεχτεί στην Επανάσταση.

*

Μέσα στη νύχτα, μια βάρκα έφυγε από τις αποβάθρες της Νάλβι. Επάνω της ήταν η Νελμίρα, σκιερή στο φεγγαρόφωτο. Στα χέρια της κρατούσε κουπιά, και κωπηλατούσε προς τη δυτική όχθη του ποταμού Ράντραμ.

Απέναντί της, μπορούσε να δει τους φρουρούς της Παντοκράτειρας, καθώς στέκονταν κοντά στους ενεργειακούς προβολείς τους, οι οποίοι έκαναν αργές περιστροφές, φωτίζοντας τον γύρω χώρο. Οι φρουροί ήταν τέσσερις, μία γυναίκα, τρεις άντρες· και ο ένας πρέπει να ήταν μάγος, αν έκρινε σωστά η Νελμίρα από την ενδυμασία του. Αν το σχέδιο του Οδυσσέα δεν πιάσει, κάτι μού λέει πως την έχουμε πολύ άσχημα. Η δική μου μέθοδος θα ήταν πιο αποτελεσματική. Αυτός ο Ράθνης παραείναι γραφικός…

Η βάρκα της έφτασε στη δυτική όχθη, και η Νελμίρα είδε πως οι φρουροί την είχαν παρατηρήσει. Οι δύο απ’αυτούς έκαναν μερικά βήματα προς το μέρος της· η τρίτη όπλισε το τουφέκι της· ο μάγος έμεινε ακίνητος.

Ο Οδυσσέας κρυβόταν κάτω από τη βάρκα, μέσα στο νερό, και ανέπνεε με ένα απλό καλάμι. Επί του παρόντος, πετάχτηκε στην επιφάνεια, πιάστηκε απ’την άκρη του μικρού σκάφους, και, πηδώντας επάνω, χίμησε στη Νελμίρα. Στο δεξί του χέρι βαστούσε ένα μαχαίρι, που η λεπίδα του γυάλιζε.

Η Νελμίρα ούρλιαξε: «Βοήθεια! ΒΟΗΘΕΙΑ!»

Ο Οδυσσέας την άρπαξε με το ένα χέρι απ’τα μαλλιά, ενώ με το άλλο έβαλε το μαχαίρι του στο λαιμό της.

Οι δύο φρουροί έτρεξαν κοντά, υψώνοντας τα τουφέκια τους. «Ε, εσύ! Ακίνητος! Πέτα το μαχαίρι και ακίνητος!» πρόσταξε ο ένας.

Ο Οδυσσέας δεν άφησε τα μαλλιά της Νελμίρα. Ούτε πέταξε το μαχαίρι του. «Αυτή η γυναίκα μού έκλεψε τα λεφτά μου!» τους είπε.

«Βγες έξω απ’τη βάρκα και άστην!»

«Μου έκλεψε τα λεφτά μου!» γρύλισε ο Οδυσσέας.

«Λέει ψέματα!» διαμαρτυρήθηκε η Νελμίρα. «Βοηθήστε με!»

«Ερχόταν στη ζούγκλα, για να θάψει τα λεφτά μου! Τάχει κρυμμένα στη βάρκα της!»

«Δεν τα έχω! Λέει ψέματα!»

Ο Οδυσσέας τη χαστούκισε, σωριάζοντάς τη μέσα στη βάρκα.

«Σταμάτα!» τον πρόσταξε ο ένας φρουρός και πλησίασε, μαζί με τον άλλο.

Ο μάγος και η γυναίκα έρχονταν επίσης. «Θα ελέγξουμε τη βάρκα, να δούμε αν όντως λες αλήθεια,» είπε ο πρώτος.

«Εσείς γιατί λέτε να ερχόταν εδώ, μες στη νύχτα;» Ο Οδυσσέας πήδησε έξω απ’τη βάρκα, την έπιασε απ’την πλώρη, και την τράβηξε στην άμμο.

Η Νελμίρα είχε ανασηκωθεί. «Αυτός ο άνθρωπος λέει ψέματα! Δεν έχω τα λεφτά του! Δεν τον ξέρω καν!»

«Και τι κάνεις εδώ, μες στη νύχτα;» τη ρώτησε ένας φρουρός.

«Ήθελα απλά να καθίσω λίγο στην όχθη–»

«Και γιατί όχι στην άλλη όχθη;»

«Πιστεύετε πραγματικά ότι έχω τα λεφτά αυτού του τρελού;»

«Ελέγξτε τη βάρκα,» πρόσταξε ο μάγος, προτού κανείς άλλος προλάβει να μιλήσει. «Δείτε αν υπάρχουν λεφτά μέσα.»

Ο φρουρός που μιλούσε στη Νελμίρα μπήκε στη βάρκα–

Μια ξαφνική γυαλάδα, και μια μεγάλη, πορφυρή χαρακιά παρουσιάστηκε στο λαιμό του φρουρού, καθώς ο Ράθνης πετάχτηκε έξω από την κουβέρτα που τον σκέπαζε. Στο χέρι του βαστούσε ένα ξίφος.

Προτού ο φρουρός καν σωριαστεί, ο λευκόδερμος επαναστάτης τινάχτηκε καταπάνω στον άλλο και τον σπάθισε επίσης στο λαιμό. Το όπλο του έμοιαζε να μην έχει σταματήσει καθόλου να κινείται· η λεπίδα έμοιαζε να έχει γίνει κάτι ρευστό μέσα στον αέρα.

Η φρουρός ύψωσε το τουφέκι της, για να του ρίξει· αλλά ο Οδυσσέας την πρόλαβε, αρπάζοντας το όπλο της, υψώνοντας απότομα την κάννη, και καρφώνοντάς τη γυναίκα στην κοιλιά με το μαχαίρι του.

Ο μάγος δεν είχε ούτε χρόνο να τραβήξει το πιστόλι του· πόσω μάλλον να κάνει κάποιο ξόρκι. Το ξίφος του Ράθνη τον διαπέρασε στο στήθος. Τα μάτια του μάγου γούρλωσαν, καθώς ατένιζε τη λυκίσια όψη του φονιά του· τα χείλη του κινήθηκαν σπασμωδικά, και αίμα έτρεξε στο σαγόνι του. Ο Ράθνης τράβηξε πίσω το λεπίδι του, κι άφησε τον άντρα να σωριαστεί στην άμμο, νεκρός.

Η Νελμίρα ερεύνησε τη σκοτεινή ζούγκλα με το βλέμμα της. «Δε νομίζω ότι έχει ειδοποιηθεί κανείς,» είπε. «Όχι ακόμα, τουλάχιστον.»

Ο Οδυσσέας ένευσε. «Σύντομα, όμως, θα έρθουν, γιατί θα δουν ότι ο χώρος κοντά στις ενεργειακές λάμπες είναι άδειος. Οπότε, πρέπει να βιαστούμε. Πέταξέ μου τα ρούχα μου.»

Η Νελμίρα τα πήρε από το εσωτερικό της βάρκας (ήταν κρυμμένα κάτω απ’την κουβέρτα όπου είχε καλυφτεί ο Ράθνης) και του τα έδωσε. Κρίμα, σκέφτηκε, γιατί ο κώλος του ήταν, σίγουρα, χάρμα οφθαλμών, και οι μύες του γυάλιζαν θελκτικά στο φεγγαρόφωτο.

Καθώς ο Οδυσσέας ντυνόταν –και η Νελμίρα τον παρατηρούσε–, ο Ράθνης έβγαλε τα πυροβόλα όπλα τους από το εσωτερικό της βάρκας (τα οποία ήταν επίσης κρυμμένα κάτω απ’την κουβέρτα, σε μια θυρίδα του πατώματος του μικρού σκάφους). Το σπαθί του το θηκάρωσε στην πλάτη του.

«Δεν ήξερα ότι ήσουν τόσο καλός ξιφομάχος,» του είπε η Νελμίρα, παίρνοντας τα μάτια της από τον Οδυσσέα, τώρα που, έτσι κι αλλιώς, ο περισσότερος ήταν καλυμμένος από ρούχα.

«Στην Αρβήντλια δεν λειτουργούν τα πυροβόλα όπλα,» απάντησε εκείνος, σαν αυτό να τα εξηγούσε όλα.

«Και πάλι…» είπε η Νελμίρα.

«Μην καθυστερούμε,» τους διέκοψε ο Οδυσσέας, παίρνοντας το τουφέκι του από τον σωρό των όπλων και των σάκων. «Έχουμε ένα μονοπάτι ν’ακολουθήσουμε και σε μια άλλη διάσταση να πάμε.»

*

Ακολουθώντας το μονοπάτι, έβλεπες γύρω σου τη ζούγκλα σαν να θόλωνε, σαν να είχε μαζευτεί μια αραιή ομίχλη ή πολλοί, πάρα πολλοί, υδρατμοί. Αυτή η θολούρα ολοένα και πύκνωνε, καθώς πλησίαζες να φτάσεις στη Φεηνάρκια, και, όταν έφτανες εκεί, αραίωνε πάλι, ώσπου χανόταν. Αν σε οποιοδήποτε σημείο έβγαινες από το μονοπάτι, η θολούρα διαλυόταν και έχανες το δρόμο για τη Φεηνάρκια· και ήταν πολύ δύσκολο να τον ξαναβρείς· συνήθως, έπρεπε να επιστρέψεις σε κάποιο σημείο πολύ πιο πριν, ή ακόμα και στην αρχή του μονοπατιού.

Ο Οδυσσέας και ο Ράθνης έβλεπαν τη θολούρα να είναι ακόμα αραιή γύρω τους, καθώς έμπαιναν στη ζούγκλα και ακολουθούσαν το μονοπάτι, που έκανε ζικ-ζακ ανάμεσα στα δέντρα. Δεν έχαναν τον προσανατολισμό τους, γιατί ο δρόμος τους ήταν σχεδόν σαν μια σήραγγα, αν τον σκεφτόσουν από μια άποψη.

Η Νελμίρα δεν ήταν μαζί τους. Τους παρακολουθούσε από το πλάι, διασχίζοντας τη ζούγκλα όπως εκείνη νόμιζε, δίχως ν’ακολουθεί κάποια συγκεκριμένη πορεία. Στα μάτια της, ο Οδυσσέας και ο Ράθνης δεν ήταν κρυμμένοι από καμία θολούρα ή ομίχλη· αλλά στα μάτια εκείνων η Νελμίρα ήταν πολύ, πολύ δυσδιάκριτη. Ή, μάλλον, θα ήταν δυσδιάκριτη, αν στεκόταν σε ορατό σημείο· η ερυθρόδερμη επαναστάτρια, όμως, κινιόταν πίσω από την πυκνή βλάστηση, και από κορμό σε κορμό: και ακόμα και κάποιος που έβλεπε κανονικά, χωρίς να τον παρακωλύει κανενός είδους θολούρα, θα δυσκολευόταν εξαιρετικά να την εντοπίσει. Η Νελμίρα, έχοντας μεγαλώσει στη Φεηνάρκια, γνώρισε ακριβώς πώς όφειλε να κινείται μέσα σε μια κατάφυτη περιοχή. Ήταν εκπαιδευμένη ιχνηλάτρια και κυνηγός· και πολύ καλή στη δουλειά της. Επί του παρόντος, κρατούσε στα χέρια της το κυνηγετικό της τουφέκι και ετοιμαζόταν να το χρησιμοποιήσει, μόλις υπήρχε ανάγκη.

«Αααλτ!» αντήχησε η φωνή ενός φρουρού, και ένας πυροβολισμός την ακολούθησε.

Η ριπή ήταν προειδοποιητική· χτύπησε το έδαφος μπροστά στα πόδια του Οδυσσέα και του Ράθνη, κάνοντάς τους να σταματήσουν. Εκείνοι ύψωσαν τα χέρια τους, δείχνοντας ότι δεν κρατούσαν όπλα.

«Οι φρουροί κοντά στην όχθη δεν είναι εκεί που θάπρεπε να είναι,» φώναξε ο Οδυσσέας. «Τι συμβαίνει;»

Η Νελμίρα, στενεύοντας τα μάτια, κατάφερε να διακρίνει τη μορφή του φύλακα που είχε μιλήσει. Ήταν σκαρφαλωμένος σ’ένα δέντρο και καλυμμένος ανάμεσα στα κλαδιά και τις φυλλωσιές. Αλλά, σίγουρα, αυτός δεν μπορεί να ήταν ο μοναδικός φρουρός. Σύμφωνα με τις οδηγίες του Οδυσσέα, πρέπει κάπου εδώ γύρω να υπήρχε άλλος ένας.

Μια ενεργειακή λάμπα έκανε, μηχανικά, πέρα-δώθε, σε ακτίνα εκατόν-ογδόντα μοιρών, φωτίζοντας μια κωνοειδή περιοχή. Η Νελμίρα απέφυγε το φως της, πέφτοντας στο χώμα, και σύρθηκε κάτω από μια μεγάλη ρίζα που ανασηκωνόταν από το έδαφος σαν πλοκάμι γιγάντιου χταποδιού.

Την ίδια στιγμή, ο φρουρός που είχε φωνάξει Αλτ! έλεγε: «Τι εννοείς; Ποιοι είστε;»

«Οι φρουροί δεν είναι στις θέσεις τους, φίλε μου,» του απάντησε ο Οδυσσέας, χωρίς να δώσει άλλη διευκρίνιση. Προφανώς, ήθελε να κερδίσει χρόνο.

Χρόνο, σκέφτηκε η Νελμίρα, για να εντοπίσω και τον άλλο φρουρό. Και σύρθηκε, γρήγορα, ευέλικτα, και επιδέξια, εξακολουθώντας να έχει το κυνηγετικό τουφέκι έτοιμο στα χέρια της.

«Σε ρώτησα ποιος είσαι!» φώναξε ο άντρας επάνω στο δέντρο. «Και τι θέλεις εδώ, εσύ κι ο σύντροφός σου! Δε φοράτε στολές φρουρών.»

«Δεν είμαστε φρουροί. Για ένα μήνυμα ήρθαμε. Αλλά δε βρήκαμε τους φρουρούς.»

«Τι μήνυμα;»

«Πρέπει να το δώσω στον μάγο στην όχθη. Δε μ’έχουν πληροφορήσει τ’όνομά του, αλλά σ’αυτόν έχω εντολή να το μεταφέρω.»

«Για έλα πιο κοντά.»

Ο Οδυσσέας πλησίασε, εξακολουθώντας να έχει τα χέρια του υψωμένα.

«Είσαι οπλισμένος!» παρατήρησε ο φρουρός.

Η Νελμίρα, εν τω μεταξύ, έψαχνε για τον άλλο φρουρό, και, επιτέλους, τον βρήκε: ήταν κρυμμένος σε έναν λάκκο, σκεπασμένο μ’ένα δίχτυ από φύλλα. Η κάννη του όπλου του προεξείχε. Κι αν η Νελμίρα έκρινε σωστά, επρόκειτο για οπλοπολυβόλο. Αν αποφασίσει να πατήσει τη σκανδάλη, θα τους θερίσει και τους δύο, προτού προλάβουν να καταλάβουν τι τους χτύπησε.

Η Νελμίρα σύρθηκε, γρήγορα, προς την κατεύθυνσή του.

Ένα μικρό τρωκτικό έφυγε, βιαστικά και τρομαγμένα, απ’το δρόμο της –ευτυχώς, χωρίς να τραβήξει την προσοχή των φρουρών, καθώς αυτοί είχαν τα βλέμματά τους στραμμένα στους δύο παράξενους άντρες που είχαν παρουσιαστεί.

Ο Οδυσσέας είπε: «Ναι, είμαι οπλισμένος. Υπάρχει πρόβλημα μ’αυτό;»

«Δεν είσαι πολίτης;»

«Είμαι μαντατοφόρος. Αυτό είναι αρκετό για σένα.»

«Δείξε μου το μήνυμά σου.»

«Είναι προφορικό, και δεν είναι για τ’αφτιά σου.»

«Βγάλτε τα όπλα σας και αφήστε τα κάτω. Κι οι δυο σας. Σιγά-σιγά.»

«Δε νομίζω ότι θα χρειαστεί–»

Ο φρουρός πυροβόλησε πάλι προειδοποιητικά. «Είπα, πετάξτε κάτω τα όπλα σας!»

Η Νελμίρα άφησε το τουφέκι της παραδίπλα και τράβηξε το μαχαίρι απ’τη ζώνη της.

Ο Οδυσσέας και ο Ράθνης άρχισαν να βγάζουν τα όπλα τους, για να τα ακουμπήσουν στο έδαφος.

Η Νελμίρα χίμησε μέσα στον λάκκο, κλείνοντας με το ένα χέρι το στόμα του φρουρού εκεί και σχίζοντας το λαιμό του με το μαχαίρι της. Καθώς τον σκότωνε, συνειδητοποίησε ότι ήταν γυναίκα, και γαλανόδερμη: πράγματα που πριν δεν μπορούσε να διακρίνει μες στο σκοτάδι.

Ο φρουρός που ήταν πάνω στο δέντρο δεν αντιλήφτηκε τίποτα· και, περιμένοντας τον Οδυσσέα και τον Ράθνη να αφοπλιστούν, κατέβηκε και στάθηκε αντίκρυ τους, σημαδεύοντάς τους με το τουφέκι του.

Η Νελμίρα μπορούσε άνετα να τον τουφεκίσει τώρα, αλλά, φυσικά, δεν το έκανε, γιατί –παρότι ο φρουρός είχε ήδη πυροβολήσει δύο φορές, προηγουμένως– προτίμησε να μην ακουστεί ο ήχος της ριπής της μέσα στη ζούγκλα. Εξάλλου, το όλο νόημα αυτής της επιχείρησης ήταν να μην ειδοποιήσουν τους φρουρούς που βρίσκονταν μετά από αυτούς τους δύο. Έτσι, τινάχτηκε και προσπάθησε να τον ζυγώσει πισώπλατα–

Ο μπάσταρδος την άκουσε!

Στράφηκε, ξαφνιασμένος, με το τουφέκι του υψωμένο.

Το μαχαίρι της Νελμίρα εκτοξεύτηκε. Τον βρήκε στο μάτι, κάνοντας το κεφάλι του να τιναχτεί όπισθεν.

Σωριάστηκε, νεκρός.

Ο Οδυσσέας ένευσε. Ένα νεύμα που έλεγε: Καλή δουλειά.

Ύστερα, συνέχισαν την πορεία τους.

*

Χρειάστηκε να ξεπαστρέψουν άλλους δύο φρουρούς, καθώς η θολούρα πύκνωνε γύρω απ’τον Οδυσσέα και τον Ράθνη και το μονοπάτι έμοιαζε πραγματικά με σήραγγα: οι κορμοί, οι φυλλωσιές, τα κλαδιά, ο ουρανός, το χώμα, έμοιαζαν όλα να λιώνουν το ένα μέσα στο άλλο, για να φτιάξουν μια τελείως διαφορετική μορφή ύλης, αμάλγαμα των υπολοίπων: κάτι που θα μπορούσε, ίσως, να είναι η αρχική ύλη του Ενιαίου Κόσμου, για όσους υποστήριζαν αυτές τις θεωρίες.

Η Νελμίρα, που βρισκόταν έξω απ’το μονοπάτι, εξακολουθούσε να βλέπει τους δύο συντρόφους της κανονικά, δίχως τίποτα να παρακωλύει τη δική της όραση. Κι έτσι, είδε τον Οδυσσέα να κάνει με το δεξί χέρι το σύνθημα που είχαν συμφωνήσει, προκειμένου εκείνη να τους πλησιάσει, και να μη μείνει πίσω καθώς αυτοί θα μεταφέρονταν στη Φεηνάρκια.

Η Νελμίρα πλησίασε, κι αισθάνθηκε ένα ρίγος να τη διατρέχει, λίγο προτού φτάσει πλάι τους, σαν να είχε περάσει από ένα αόρατο, παχύρρευστο παραπέτασμα. Τώρα, μπορούσε κι εκείνη να δει τη σήραγγα ολόγυρά της.

Οι τρεις επαναστάτες ακολούθησαν το μονοπάτι, και, για μερικές στιγμές, τα πάντα έχασαν κάθε κατανοητό σχήμα γύρω τους. Δεν έβλεπαν πια ούτε φυλλωσιές, ούτε κλαδιά, ούτε ουρανό, ούτε γη, παρά μονάχα μια ακατάληπτη γεωμετρία, που μπέρδευε το μάτι και, αν επιχειρούσε κανείς να την κατανοήσει, αναμφίβολα θα τρέλαινε και το μυαλό. Σ’ετούτα τα σημεία του μονοπατιού, ήταν κρίσιμο να μην παραστρατήσει κανείς. Κρίσιμο για τη ζωή του.

Σύντομα, όμως, τα αλλόκοτα σχήματα διαμορφώθηκαν· άρχισαν και πάλι να παίρνουν κατανοητές μορφές, να γίνονται ουρανός και φυλλωσιές και κορμοί και κλαδιά.

«Προσοχή, τώρα,» είπε ο Οδυσσέας στους συντρόφους του. «Η Παντοκράτειρα έχει φρουρούς της κι εδώ, στην άλλη άκρη της διόδου.»

«Να πάρω θέση;» ρώτησε η Νελμίρα.

«Ναι.»

Η ερυθρόδερμη γυναίκα έφυγε από κοντά τους· πέρασε μέσα απ’τη θολούρα και γλίστρησε στη βλάστηση, που ήταν τόσο διαφορετική από τη βλάστηση της Σάρντλι, και… οικεία. Ετούτο ήταν ένα από τα δάση της πατρίδας της.

Παρακολούθησε τον Οδυσσέα και τον Ράθνη απ’το πλάι, κρυμμένη ανάμεσα στις φυλλωσιές και κρατώντας το κυνηγετικό της τουφέκι.

Οι φρουροί της Παντοκράτειρας δεν βρίσκονταν παρά καμια δεκαριά μέτρα παρακάτω. Ήταν τέσσερις, και ο ένας τους καβαλούσε έναν λυκόχοιρο: ένα πλάσμα γηγενές της Φεηνάρκια, το οποίο θύμιζε αγριόχοιρο και λύκο συγχρόνως. Είχε τρίχες, κεφάλι, και μουσούδα λύκου· αλλά το σώμα του ήταν παχύ σαν αγριόχοιρου, τα πόδια του κοντά, κι απ’το στόμα του μακρείς χαυλιόδοντες ξεπρόβαλλαν. Οι λυκόχοιροι, γνώριζε η Νελμίρα, ήταν πολύ επικίνδυνοι, ακόμα και εξημερωμένοι –ή, μάλλον, υποταγμένοι, γιατί ποτέ δεν εξημερώνονταν πραγματικά.

«Σταθείτε!» πρόσταξε μια γυναίκα που ήταν ντυμένη σαν ντόπια μάγισσα. Στο δεξί της χέρι βαστούσε ένα κοντό ραβδί, πάνω στο οποίο γυάλιζε ένας κρύσταλλος. Δεσμοφύλακας, σκέφτηκε η Νελμίρα: μία από τις μάγισσες που φυλάκιζαν δαιμονικούς θεούς της Φεηνάρκια και τους χρησιμοποιούσαν σαν δούλους.

Ο Οδυσσέας και ο Ράθνης σταμάτησαν να βαδίζουν.

«Ποιοι είστε;» απαίτησε η μάγισσα, ενώ οι δύο πεζοί φρουροί όπλιζαν και ύψωναν τα τουφέκια τους, σημαδεύοντας τους επαναστάτες. Εκείνος που καβαλούσε τον λυκόχοιρο δεν κινήθηκε καθόλου… και δίνει καλό στόχο, σκέφτηκε η Νελμίρα.

«Μισθοφόροι είμαστε,» απάντησε ο Οδυσσέας. «Ζητάμε να ενταχθούμε στο στρατό της Παντοκράτειρας στη Φεηνάρκια. Μας έστειλαν εδώ από τη Σάρντλι.»

«Τα αποδειχτικά σας;» ζήτησε η μάγισσα.

Η Νελμίρα παρατήρησε ότι ο άντρας επάνω στον λυκόχοιρο βρισκόταν λίγο πιο πίσω από τους υπόλοιπους. Πάτησε τη σκανδάλη του όπλου της και χτύπησε το ζώο του στα οπίσθια. Ο λυκόχοιρος –ένα πλάσμα που δε φημιζόταν για τον ήρεμο χαρακτήρα του– τινάχτηκε μπροστά, ουρλιάζοντας και κουτουλώντας τη μάγισσα στη ράχη, εκτοξεύοντάς την κάπου πέντε μέτρα παραπέρα, και κάνοντας τη μούρη της να χτυπήσει στο χώμα.

Οι άλλοι δύο φρουροί ταράχτηκαν· πήδησαν παραδίπλα, τρομαγμένοι, και κοίταξαν τριγύρω. Συγχρόνως, αυτός που καβαλούσε τον λυκόχοιρο καταριόταν και προσπαθούσε να τον χαλιναγωγήσει, τραβώντας τα ηνία του.

Ο Οδυσσέας και ο Ράθνης, βγάζοντας αμέσως τα πιστόλια τους, πυροβόλησαν, χτυπώντας τους δύο πεζούς και σωριάζοντάς τους.

Η Νελμίρα πυροβόλησε τον καβαλάρη. Ο λυκόχοιρος τον πέταξε απ’τη ράχη του και όρμησε, εξοργισμένα, καταπάνω στον Οδυσσέα. Οι χαυλιόδοντές του ήταν σε τέτοια θέση που απειλούσαν να τον ξεκοιλιάσουν.

Όχι! σκέφτηκε η Νελμίρα, και πάτησε ξανά τη σκανδάλη του κυνηγετικού τουφεκιού της.

Χτύπησε το πλάσμα στην πλάτη, μα αυτό δε σταμάτησε την πορεία του.

Ο Οδυσσέας προσπάθησε να πεταχτεί στο πλάι, για ν’αποφύγει τους θανατηφόρους χαυλιόδοντες· μα δεν ήταν καθόλου βέβαιο ότι θα τα κατάφερνε, αν ο Ράθνης δεν ξεθηκάρωνε αστραπιαία το ξίφος του, διαπερνώντας τη μουσούδα του λυκόχοιρου και φέρνοντάς του αντίσταση. Η φόρα και η δύναμη του ζώου έκαναν τον ασπρόδερμο άντρα να παραπατήσει και να σωριαστεί· καθώς, όμως, εκείνος σωριαζόταν, ο λυκόχοιρος σωριάστηκε επίσης, πλάι του. Νεκρός, σαν όλη η θηριώδη ζωή να είχε εξαντληθεί ξαφνικά από μέσα του.

Η Νελμίρα είδε τη μάγισσα να προσπαθεί να σηκωθεί απ’το έδαφος, ενώ, ταυτόχρονα, κοίταζε τριγύρω με μάτια γουρλωμένα. Το ερυθρό πρόσωπό της ήταν λερωμένο απ’το χώμα, και αίμα έτρεχε απ’τη μύτη της.

Η Νελμίρα απεχθανόταν όσους συμπατριώτες της είχαν προδώσει τη Φεηνάρκια και συμμαχήσει με την Παντοκράτειρα. Έτρεξε καταπάνω στη μάγισσα και, προτού εκείνη προλάβει να σηκωθεί, την κλότσησε κατακέφαλα, σωριάζοντάς την ξανά, αυτή τη φορά αναίσθητη.

«Βορά για τα θηρία!» είπε, δείχνοντας τα δόντια της. «Δε σου αξίζει τίποτα καλύτερο.» Πέρασε το τουφέκι της στον ώμο, τράβηξε το μαχαίρι της, και έσκισε τα ρούχα της αναίσθητης γυναίκας. Τα έκοψε σε λωρίδες και την έδεσε μ’αυτά επάνω στον κορμό ενός δέντρο. Καθώς εκείνη συνερχόταν και έκανε να φωνάξει, η Νελμίρα τη φίμωσε. Η μάγισσα άρχισε να χτυπιέται και να σκούζει.

«Τι νόημα έχει τούτο;» ρώτησε ο Ράθνης, ατενίζοντας τη Νελμίρα. Είχε τώρα καθαρίσει και ξαναθηκαρώσει το ξίφος του. Ο Οδυσσέας στεκόταν πλάι του.

Η Νελμίρα έφτυσε τη μάγισσα καταπρόσωπο, και είπε: «Προδότες!» Ύστερα, άρχισε να βαδίζει μες στο δάσος, και οι δύο σύντροφοί της την ακολούθησαν.

*

Η Νελμίρα τούς οδήγησε μέσα στα δάση της Φεηνάρκια, καθώς εκείνη τα γνώριζε, ασφαλώς, καλύτερα από τους τρεις τους. Ετούτα τα μέρη βρίσκονταν στο κέντρο της Φεηνάρκια και ονομάζονταν οι Πυκνοί Τόποι, γιατί, πραγματικά, ήταν πυκνοί, όχι μόνο σε βλάστηση, αλλά και σε επικίνδυνα θηρία και δαιμονικούς, χαοτικούς θεούς. Καθώς οι επαναστάτες ταξίδεψαν μέσα τους για παραπάνω από έξι μέρες, είδαν σημάδια –ή, μάλλον, όχι μόνο σημάδια– και επικίνδυνων θηρίων και δαιμονικών θεών. Η Νελμίρα, ευτυχώς, γνώριζε πώς να γλιτώσουν από τις περισσότερες παγίδες. Γνώριζε πώς έπρεπε να φερθούν προς τα ζώα της Φεηνάρκια, για να μην τους επιτεθούν, για να τα αποφύγουν, ή για να τα σκοτώσουν ευκολότερα. Και όσο για τους θεούς, οι θεοί της Φεηνάρκια δεν ήταν ακριβώς όπως οι θεοί άλλων διαστάσεων· αλλού, παρόμοια όντα ίσως να ονομάζονταν, από τους γηγενείς, πνεύματα, πλάσματα, ή δαίμονες. Στη Φεηνάρκια, όμως, ήταν θεοί. Επρόκειτο, συνήθως, για άυλες ή ημιυλικές οντότητες που είχαν τρομερές δυνάμεις και κυνηγούσαν τα θύματά τους βάσει κάποιων κριτηρίων που έβγαζαν νόημα μονάχα στον δικό τους νου. Ή, πολλές φορές, προσπαθούσαν μονάχα να παραπλανήσουν τους θνητούς και να τους ταλαιπωρήσουν, ή να τους οδηγήσουν στην καταστροφή τους. Ευτυχώς, οι τρεις επαναστάτες δε χρειάστηκε να έχουν να κάνουν με θεούς· μόνο σε μία περίπτωση η Νελμίρα προειδοποίησε τους συντρόφους της να μη δώσουν καμία σημασία σ’ένα τραγούδι που ακουγόταν μέσα από τα δάση, όσο δελεαστικό κι αν τους έμοιαζε, όσο κι αν ήθελαν να δουν ποιος τραγουδούσε, όσο κι αν τους έρχονταν στο μυαλό διάφορες εικόνες για τη μορφή του τραγουδιστή· γιατί δεν ήταν τραγουδιστής, τους είπε: ήταν ένας μοχθηρός θεός, που προσπαθούσε να τους στείλει στα μέρη όπου φώλιαζαν τα αιμοβόρα σκυλιά του, για να τα ταΐσει.

Όταν βγήκαν από τους Πυκνούς Τόπους, βρέθηκαν σε μια ανοιχτή πεδιάδα με σποραδικές συστάδες δέντρων εδώ κι εκεί. Μακριά, στο βάθος του ορίζοντα, φαίνονταν πανύψηλα βουνά· η Φεηνάρκια ήταν μια διάσταση γνωστή για τα μεγάλα βουνά της. Ήταν μια διάσταση γεμάτη βουνά· αλλά οι γηγενείς της, φυσικά, προτιμούσαν να κατοικούν στις κοιλάδες που σχηματίζονταν ανάμεσά τους. Τα βουνά ήταν εξαιρετικά επικίνδυνα, και πολλά από αυτά, όπως θα περίμενε κανείς, αποτελούσαν κατοικίες θεών.

«Πού βρισκόμαστε τώρα;» ρώτησε ο Οδυσσέας, βγάζοντας έναν χάρτη απ’τον σάκο του και ανοίγοντάς τον εμπρός του.

«Εδώ,» αποκρίθηκε η Νελμίρα, δείχνοντας τη βορειοανατολική άκρη των Πυκνών Τόπων.

«Θα πάμε, λοιπόν, στη Λάεντριλ, για να προμηθευτούμε κάποιο όχημα από εκεί,» είπε ο Οδυσσέας, αναφερόμενος σε μια πόλη που βρισκόταν περίπου πενήντα χιλιόμετρα βόρεια από τη θέση τους.

Η Νελμίρα ένευσε.

Ο Οδυσσέας δίπλωσε τον χάρτη και τον επέστρεψε στο σάκο του. Στη Λάεντριλ γνώριζε πως υπήρχε ένα κρυφό κέντρο της Επανάστασης, το οποίο ήλπιζε να μην είχε ανακαλυφθεί από τους Παντοκρατορικούς· γιατί η Φεηνάρκια, παρά την άγρια φύση της, ήταν μια από τις διαστάσεις που ελέγχονταν στενά από την Παντοκράτειρα. Βέβαια, δεν ήταν τόσο ελεγχόμενη όσο η Ρελκάμνια, η Αλβέρια, ή η Σεργήλη· μα, και πάλι, ήταν πολύ εχθρική για τους επαναστάτες. Το μόνο πράγμα που έσωζε την κατάσταση ήταν ότι εδώ υπήρχαν ένα σωρό δάση, βουνά, κρημνοί, σπηλιές, και λαγκάδια, όπου μπορούσαν να κρυφτούν και να αποφύγουν τον εντοπισμό.

Ο Οδυσσέας, η Νελμίρα, και ο Ράθνης άρχισαν να διασχίζουν την πεδιάδα, οδοιπορώντας.

Κατά το μεσημέρι, είδαν ένα ορνιθόπτερο να φτερουγίζει κάπου τέσσερα, πέντε χιλιόμετρα προς τα ανατολικά. Ήταν ένα κατασκεύασμα από μέταλλο και δέρμα πτεροδάκτυλου, και χρησιμοποιείτο, κυρίως, στη Φεηνάρκια· σε άλλες διαστάσεις ήταν πολύ σπάνιο να συναντήσεις τέτοιο τεχνούργημα. Τροφοδοτείτο με ενέργεια από μια ειδικά κατασκευασμένη μπαταρία που βρισκόταν καλά καλυμμένη πίσω από το κάθισμα του οδηγού, καθώς ήταν, ουσιαστικά, το αδύνατό του σημείο. Αν μια σφαίρα πετύχαινε τη μπαταρία, το ορνιθόπτερο γινόταν παρανάλωμα πυρός.

«Κρυφτείτε,» είπε η Νελμίρα στους συντρόφους της, καθώς γνώριζε ότι τα ορνιθόπτερα πλέον χρησιμοποιούνταν κυρίως από τις δυνάμεις της Παντοκράτειρας.

Ο Οδυσσέας το ήξερε επίσης, επομένως δεν έφερε καμία αντίρρηση. Την ακολούθησε, και ο Ράθνης ακολούθησε εκείνον.

Καλύφτηκαν μέσα σε μια συστάδα δέντρων, γονατισμένοι και πίσω από πυκνές φυλλωσιές. Γύρω τους συγκεντρώθηκαν μικρά αιλουροειδή με σκούρο-καφέ τρίχωμα, τα οποία δεν έδειχναν να τους φοβούνται. Είχαν στενά, πορφυρά μάτια που τους παρατηρούσαν, και δεν έμοιαζαν για συνηθισμένες γάτες. Ο Οδυσσέας και ο Ράθνης δεν τα είχαν ξαναδεί ποτέ τους· η Νελμίρα, όμως, τα γνώριζε: Ονομάζονταν γατίδες, και ήταν επικινδυνότερες απ’ό,τι φαίνονταν, όταν αισθάνονταν απειλημένες.

Το ορνιθόπτερο έκανε μερικούς κύκλους πάνω απ’την περιοχή. Ήταν φανερό πως κάτι έψαχνε.

«Υπάρχει περίπτωση να ψάχνει για εμάς;» ρώτησε ο Ράθνης.

«Δεν είμαι σίγουρη,» αποκρίθηκε η Νελμίρα.

«Κατά πάσα πιθανότητα για εμάς ψάχνει,» είπε ο Οδυσσέας. «Κάποια στιγμή δε θα βρέθηκαν οι φρουροί που σκοτώσαμε;»

«Σωστά,» αναγκάστηκε να συμφωνήσει η Νελμίρα. «Και, μάλλον, σχετικά νωρίς. Όταν ήταν ν’αλλάξουν βάρδια.»

Ο Οδυσσέας μούγκρισε, γνέφοντας καταφατικά.

Ύστερα, έμειναν σιωπηλοί, περιμένοντας το ορνιθόπτερο να απομακρυνθεί και να χαθεί απ’τα μάτια τους. Όταν αυτό έγινε, βγήκαν απ’την κάλυψη και συνέχισαν να ταξιδεύουν επάνω στην πεδιάδα.

Το βράδυ, σταμάτησαν μέσα σ’ένα σύδεντρο, καθώς η νυχτερινή σιγαλιά της Φεηνάρκια είχε απλωθεί παντού και μονάχα απόμακρα γρυλίσματα από θηρία και οι φωνές ανήσυχων θεών αντηχούσαν, ανάμικτες με τον άνεμο. Στον σκοτεινό ουρανό φώτιζαν τρία αργυρόχρωμα φεγγάρια, που σχημάτιζαν ένα οξυγώνιο τρίγωνο.

«Ας μην ανάψουμε φωτιά, καλύτερα,» πρότεινε η Νελμίρα.

Ο Οδυσσέας συμφώνησε. Ο Ράθνης παρέμεινε σιωπηλός, καθίζοντας στο έδαφος με την πλάτη του ακουμπισμένη στον κορμό ενός δέντρου.

Έβγαλαν κάτι να φάνε –το ψημένο και αλατισμένο κρέας ενός σκοτωμένου ζώου από τους Πυκνούς Τόπους–, και τότε ήταν που άκουσαν τον χτύπο δερμάτινων φτερών. Στον σκοτεινό ουρανό δεν ήταν εύκολο να διακρίνει κανείς τι πετούσε· ο Οδυσσέας, όμως, έφερε ένα ζευγάρι κιάλια στα μάτια του και κοίταξε.

Δύο ορνιθόπτερα με προβολείς.

Το είπε στους συντρόφους του.

«Είμαστε καλά κρυμμένοι εδώ,» αποκρίθηκε η Νελμίρα· «δε νομίζω να μας εντοπίσουν.»

Και, πράγματι, δεν τους εντόπισαν.

Η νύχτα πέρασε χωρίς κανένα απρόσμενο επεισόδιο. Το πρωί, συνέχισαν το ταξίδι τους, και δεν άργησαν να φτάσουν κοντά στα βουνά και στην πόλη που ονομαζόταν Λάεντριλ, η οποία ήταν περιτριγυρισμένη από ένα ψηλό τείχος από καφετιά πέτρα. Ένας μεγάλος δρόμος έφτανε στη νότιά της πύλη, κατασκευασμένος κατάλληλα για απλά οχήματα: ένας από τους λίγους τέτοιους δρόμους που υπήρχαν στη Φεηνάρκια.

Στην πύλη, θα γινόταν έλεγχος· οι επαναστάτες το ήξεραν αυτό πολύ καλά. Έτσι, έθαψαν τα περισσότερα όπλα τους σ’ένα σύδεντρο έξω απ’την πόλη, πήραν ψεύτικες ταυτότητες, και μετά πλησίασαν τη Λάεντριλ ως ταξιδιώτες. Μαζί τους τώρα είχαν μόνο κάποια βασικά όπλα και εξοπλισμούς, που δε θεωρούνταν παράξενο να τα κουβαλά κανείς σε μια επικίνδυνη διάσταση σαν τη Φεηνάρκια. Ακόμα κι η Παντοκράτειρα το επέτρεπε, καθώς εδώ περιφέρονταν ένα σωρό αιμοβόρα θηρία· δε μπορούσες να ταξιδεύεις άοπλος.

Οι φρουροί της πύλης τούς έκαναν έναν πρόχειρο έλεγχο και τους άφησαν να περάσουν, χωρίς να παρουσιαστεί πρόβλημα. Δεν είχαν βρει επάνω τους τίποτα για να τους κινήσει τις υποψίες.

Τα οικοδομήματα στο εσωτερικό της Λάεντριλ δεν ήταν ψηλές πολυκατοικίες, όπως αλλού, αλλά ούτε και μικρές καλύβες. Υπήρχαν μέχρι και τετραώροφα χτίρια, διαφόρων μεγεθών. Τα περισσότερα ήταν χτισμένα από πέτρα, καφετιά ή γκρίζα, και διέθεταν διακοσμητικά λαξεύματα πάνω από τις πόρτες και τα παράθυρα, καθώς και πάνω στο γείσο. Ορισμένες πόρτες δεν έκλειναν παρά μόνο με δερμάτινες κουρτίνες, που είχαν καλλιτεχνικά κεντήματα από σκηνές κυνηγιού, μαχόμενων πολεμιστών, ή θηρίων: ένα έθιμο που θα παραξένευε οποιονδήποτε δεν ήταν από τη Φεηνάρκια.

Ο παράδεισος του κλέφτη! είχε κάποτε πει ο Οδυσσέας, αστειευόμενος, όταν είχε πρωτοέρθει στη Φεηνάρκια. Του είχαν, όμως, εξηγήσει πως δεν ήταν έτσι. Όσοι έκλειναν τις πόρτες τους με δέρματα δεν ήταν ανόητοι. Οι κουρτίνες ήταν κατασκευασμένες από ειδικά πετσιά ζώων και ποτισμένες με ουσίες που τα σκλήραιναν σε τέτοιο βαθμό ώστε να είναι το ίδιο δύσκολο σαν να προσπαθούσε κανείς να κόψει ξύλο, ή ακόμα δυσκολότερο κάποιες φορές.

Οι τρεις επαναστάτες κατευθύνθηκαν στο κέντρο της Λάεντριλ, που ήταν γεμάτο κόσμο και υποζύγια για μεταφορές. Τα οχήματα ήταν λίγα, και κυρίως φορτηγά.

Ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του πήγαν σ’ένα πανδοχείο που ονομαζόταν «Ο Κόκκινος Αρουραίος» και κάθισαν σ’ένα τραπέζι, ανάμεσα σε πολλούς άλλους πελάτες. Αφού παράγγειλαν κάτι λιτό να φάνε και να πιουν, ο Ράθνης ρώτησε: «Εδώ είναι ο σύνδεσμός μας;»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Οδυσσέας, και έψαξε την τραπεζαρία με το βλέμμα του…

…το οποίο, σύντομα, σταμάτησε σ’έναν μαυρόδερμο σερβιτόρο με γαλανά μαλλιά. Ναι, σκέφτηκε ο Πρόμαχος της Επανάστασης, αυτός πρέπει να είναι. Ο σύνδεσμος δεν ήταν πάντοτε ο ίδιος· άλλαζε, κατά καιρούς, για να μη μπορούν να τον εντοπίσουν οι πράκτορες της Παντοκράτειρας. Είχε, όμως, επάνω του πάντα κάποια συγκεκριμένα χρώματα. Κι ετούτος ο σερβιτόρος ταίριαζε στην περιγραφή που είχε ο Οδυσσέας. Δεν υπήρχε άλλος άνθρωπος στο δωμάτιο με τον κατάλληλο χρωματικό συνδυασμό.

Ο Οδυσσέας έκανε νόημα στον σερβιτόρο να έρθει, κι εκείνος πλησίασε.

«Τι θα θέλατε;»

«Το ποτό της θάλασσας.»

«Καταλαβαίνω,» είπε ο σερβιτόρος, και έφυγε.

Σε λίγο επέστρεψε, φέρνοντας μια μπίρα στον Οδυσσέα. Και έφυγε πάλι.

«Θα χρειαστεί να περιμένουμε κάποια ώρα, προφανώς,» είπε ο Πρόμαχος στους συντρόφους του.

Η Νελμίρα, που γνώριζε τη διαδικασία, ένευσε.

Ο σερβιτόρος επέστρεψε μετά από αρκετή ώρα, για να μαζέψει τα άδεια ποτήρια τους· και, καθώς τα μάζευε, άφησε στο χέρι του Οδυσσέα ένα μικρό κομμάτι χαρτί. Κοιτάζοντάς το μέσα στη χούφτα του, εκείνος είδε μια διεύθυνση γραμμένη επάνω, καθώς κι ένα σύμβολο που σήμαινε απόγευμα.

«Νομίζω,» είπε στους συντρόφους του, «πως μπορούμε να κλείσουμε δωμάτια και να ξεκουραστούμε.»

*

Το απόγευμα, καθώς ο ήλιος έγερνε προς τη Δύση, τρεις φιγούρες μπήκαν σ’έναν μικρό, άδειο δρόμο, ρίχνοντας εμπρός τους μακριές σκιές. Προχώρησαν, ώσπου έφτασαν σε μια ξύλινη πόρτα, που επάνω της ήταν χαραγμένος ο αριθμός 7.

Ο Οδυσσέας ύψωσε το χέρι του και χτύπησε, συνθηματικά, σύμφωνα μ’έναν γνωστό κωδικό της Επανάστασης, που, αν οι μέσα ήταν επαναστάτες, αναμφίβολα θα καταλάβαιναν.

Η πόρτα άνοιξε μια σπιθαμή, αποκαλύπτοντας το ερυθρόδερμο πρόσωπο ενός γέρου. Τα μάτια στένεψαν, παρατηρώντας τον Οδυσσέα, και φάνηκαν να τον αναγνωρίζουν. Οι Πρόμαχοι της Επανάστασης δεν ήταν άγνωστοι στους κύκλους των επαναστατών.

«Περάστε, περάστε,» είπε ο γέρος με βραχνή φωνή, και η πόρτα άνοιξε διάπλατα, επιτρέποντάς τους να μπουν σ’ένα ημισκότεινο δωμάτιο με αναμμένο τζάκι.

Μπροστά απ’τη φωτιά, σε μια πολυθρόνα, ήταν καθισμένος ένας πορφυρόδερμος άντρας. Είχε μακριά, μαύρα μαλλιά και μουστάκι, και ήταν ντυμένος σαν κυνηγός. Στο δεξί του χέρι βαστούσε μια αναμμένη πίπα.

«Οδυσσέα…» είπε.

«Καλησπέρα, Φάργκιελ.»

«Νελμίρα,» είπε ο άντρας που ονομαζόταν Φάργκιελ. «Κι εσύ εδώ; Και ποιος είν’ο κύριος;» Ατένισε τον Ράθνη.

«Ονομάζεται Ράθνης,» τον σύστησε ο Οδυσσέας, «και κατάγεται από την Αρβήντλια. Είναι, όπως καταλαβαίνεις, δικός μας άνθρωπος.»

«Ασφαλώς.» Ο Φάργκιελ τράβηξε, ήρεμα, μια τζούρα από την πίπα του. «Πώς θα μπορούσα να σας εξυπηρετήσω;»

«Ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος έχει προβλήματα στην Απολλώνια,» εξήγησε ο Οδυσσέας.

«Στην Απολλώνια;» τον διέκοψε ο Φάργκιελ, παραξενεμένος.

«Φοβάμαι πως ναι. Συνέβησαν πράγματα μάλλον… απρόσμενα. Τέλος πάντων· δε βρίσκομαι εδώ για να σε ενημερώσω σχετικά μ’αυτό το θέμα, εκτός, βέβαια, αν θέλεις.»

«Θα το ήθελα. Αλλά ποιος είναι ο λόγος για τον οποίο βρίσκεσαι εδώ, Οδυσσέα;»

«Πηγαίνω στη Βίηλ, και χρειάζομαι ένα όχημα, για να φτάσω εκεί όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Μπορεί να κανονιστεί;»

«Όχημα ξηράς;»

«Ναι. Δε νομίζω ότι έχεις στη διάθεσή σου κάποιο αεροσκάφος. Ή, μήπως, έχεις;»

«Θα μπορούσα να σε προμηθεύσω μ’ένα ορνιθόπτερο,» εξήγησε ο Φάργκιελ. «Ωστόσο, εγώ δεν τα πολυεμπιστεύομαι αυτά τα τεχνουργήματα, Οδυσσέα, το ξέρεις. Αν πιάσει κακός καιρός, αν κάποιος σου επιτεθεί, αν οτιδήποτε απρόοπτο συμβεί, μπορεί νάχεις μεγάλο πρόβλημα. Δεν είναι σταθερά μηχανήματα.»

Ο Οδυσσέας ένευσε, γνωρίζοντας πως αυτά που έλεγε ο Πρόμαχος αντίκρυ του ήταν αλήθεια. «Τι άλλο έχεις, λοιπόν;»

«Ένα όχημα με έξι τροχούς, ιδανικό για τα άτσαλα εδάφη της Φεηνάρκια. Στις άλλες διαστάσεις, βέβαια, ίσως οι δρόμοι να σπάσουν κάτω απ’τις ρόδες του…» Ο Φάργκιελ μειδίασε· και, μειδιώντας, έμοιαζε μ’ένα απ’τα θηρία της Φεηνάρκια.

«Καλώς,» είπε ο Οδυσσέας. «Θα το πάρουμε.»

Ο Φάργκιελ έκανε νόημα στον γέρο να τον πλησιάσει. Εκείνος υπάκουσε, και ο Πρόμαχος τού ψιθύρισε κάτι σ’αφτί. Ο ηλικιωμένος, ερυθρόδερμος άντρας αποχώρησε, λιώνοντας μέσα στις σκιές του δωματίου.

«Σύντομα,» είπε ο Φάργκιελ στον Οδυσσέα, «θα έχετε ό,τι ζητήσατε. Πες μου τώρα τι συμβαίνει στην Απολλωνία. Καθίστε, βέβαια· μη στέκεστε.» Έδειξε την πολυθρόνα αντίκρυ του, καθώς και μερικές καρέκλες κι έναν καναπέ. «Όπου σας βολεύει καλύτερα.»

Ο Οδυσσέας πήρε θέση στην πολυθρόνα, ενώ ο Ράθνης και η Νελμίρα έφεραν τις καρέκλες κοντά στο τζάκι και κάθισαν εκεί.

*

Το εξάτροχο όχημα είχε ιδιότητες χαμαιλέοντα. Το μέταλλό του ήταν μαγεμένο έτσι ώστε να μπορεί να γίνεται ένα με το περιβάλλον και να δυσκολεύει το μάτι να το αντιληφτεί, ειδικά αν βρισκόταν κρυμμένο ανάμεσα σε φυλλωσιές ή αν ήταν νύχτα. Ο Οδυσσέας, η Νελμίρα, και ο Ράθνης δε θα κατάφερναν να το εντοπίσουν, αν ο Φάργκιελ δεν τους είχε εξηγήσει ακριβώς πού να πάνε για να το βρουν.

Οι τρεις επαναστάτες ήταν τώρα σ’ένα κατάφυτο φαράγγι, ανατολικά της Λάεντριλ. Γύρω τους, η βλάστηση ήταν πυκνή και ζωντανή: διάφορες αδύναμες και τσυριχτές φωνές ζώων αντηχούσαν, κι ορισμένοι θόρυβοι από κινήσεις ακούγονταν: σουρσίματα ή γρήγορα περπατήματα. Το φεγγαρόφωτο με δυσκολία διαπερνούσε το σκοτάδι.

Ο Οδυσσέας άνοιξε μια πόρτα του οχήματος. «Θα οδηγήσεις εσύ, Νελμίρα;»

Η ερυθρόδερμη γυναίκα, που γνώριζε τα εδάφη της διάστασής της καλύτερα από τους δύο συντρόφους της, κατένευσε, και μπήκε, καθίζοντας στη θέση του οδηγού.

Ο Οδυσσέας και ο Ράθνης φόρτωσαν στο εσωτερικό του οχήματος τα πράγματά τους (τα οποία είχαν ξεθάψει από το σύδεντρο, όπου τα είχαν αφήσει το πρωί) και μπήκαν κι αυτοί.

«Το εργαλείο μοιάζει υπέροχο,» παρατήρησε ο Οδυσσέας, κοιτάζοντας γύρω του. «Ακόμα και τα τζάμια φαίνεται να έχουν ιδιότητες χαμαιλέοντα.»

Η Νελμίρα ένευσε. «Ναι. Αναρωτιέμαι από πού να το έκλεψε ο Φάργκιελ.»

«Το αποκλείεις να είναι δικό του;»

Η Νελμίρα έβγαλε τις μπότες της και πάτησε τα γυμνά της πόδια στα πετάλια. «Οι βιομηχανίες κατασκευής οχημάτων δεν είναι πολλές στη Φεηνάρκια· και τώρα όλες ελέγχονται από την Παντοκράτειρα.» Έβαλε μπροστά τη μηχανή, και το όχημα ακούστηκε να βρυχιέται.

«Σωστά,» αναγκάστηκε να συμφωνήσει ο Οδυσσέας.

«Ωστόσο,» πρόσθεσε η Νελμίρα, «οι ιδιότητες χαμαιλέοντα μπορεί να οφείλονται όντως στον Φάργκιελ.» Γυρίζοντας το τιμόνι, πήγε το όχημα προς την έξοδο του φαραγγιού: μια απότομη πλαγιά που ένα άλλο όχημα, μη κατασκευασμένο για τέτοια εδάφη, δε θα είχε τη δυνατότητα να ανεβεί.

«Ο Φάργκιελ,» συνέχισε η Νελμίρα, καθώς βγήκαν απ’το φαράγγι και κινούνταν τώρα επάνω σε μια κοιλάδα ανάμεσα στα βουνά, «πρέπει νάχει φυλακίσει κάποιον θεό μέσα σε τούτο το όχημα.»

«Τι πράγμα;»

«Δεν είναι όλοι οι Δεσμοφύλακες με την Παντοκράτειρα.»

«Ναι, το ξέρω,» είπε ο Οδυσσέας, «αλλά και πάλι…»

«Δεν είναι αδύνατο,» εξήγησε η Νελμίρα· «μπορεί να γίνει. Ένας από τους θεούς της Φεηνάρκια μπορεί να φυλακιστεί μέσα σ’ένα μηχάνημα.»

«Κι αν κάποια στιγμή αυτός ο θεός καταφέρει να αποδράσει;»

«Δε νομίζω οι μαγγανείες που έχει υφάνει ο Φάργκιελ να είναι τόσο ανίσχυρες. Αλλά, αν συμβεί αυτό που λες, τότε την έχουμε άσχημα.»

Υπέροχα… σκέφτηκε ο Οδυσσέας. Αλλά προτίμησε να μη μιλήσει και ν’ανάψει ένα τσιγάρο.

*

Το καινούργιο τους όχημα άρχισε να καταπίνει τα χιλιόμετρα των άτσαλων εδαφών της Φεηνάρκια όπως οι επιβάτες του, οδοιπορώντας, δε θα μπορούσαν να τα διασχίσουν ποτέ. Τίποτα δεν έμοιαζε να το σταματά: ούτε οι απότομες πλαγιές, ούτε οι βραχώδεις εκτάσεις, ούτε τα δάση, ούτε οι ποταμοί. Ήταν σαν να είχε την ευελιξία ζωντανού πλάσματος. Κι επιπλέον, κινιόταν χωρίς να τραβά εύκολα την προσοχή· επομένως, οι επαναστάτες πίστευαν ότι κανένας από τους πράκτορες της Παντοκράτειρας δε θα τους έπαιρνε είδηση.

Η Νελμίρα κάθισε τρεις ώρες στο τιμόνι, ενώ οι σύντροφοί της κοιμόνταν· μετά, ξύπνησε τον Οδυσσέα για να οδηγήσει εκείνος. Τον χάρτη τους τον είχαν αποθηκεύσει στο σύστημα του οχήματος, έτσι, με τη χρήση της μικρής οθόνης, μπορούσαν να βλέπουν πού βρίσκονταν. Ο Πρόμαχος δεν είχε πρόβλημα να ακολουθήσει τη σωστή κατεύθυνση, παρότι δε γνώριζε ετούτα τα εδάφη τόσο καλά όσο η Νελμίρα. Ωστόσο, εκείνη τού είπε, πριν πέσει για ύπνο: «Αν με χρειαστείς, να με ξυπνήσεις.»

Ο Οδυσσέας οδήγησε για περίπου τρεις ώρες ακόμα, αποφεύγοντας τις κατοικημένες περιοχές της Φεηνάρκια και προτιμώντας να διασχίζει τους άγριους τόπους. Σε ορισμένα σημεία, θηρία άρχισαν να ακολουθούν το εξάτροχο όχημα, τρέχοντας πίσω ή πλάι του· κανένα, όμως, δεν του επιτέθηκε. Και ο Οδυσσέας δε θορυβήθηκε σε καμία περίπτωση… ή, μάλλον, μόνο σε μία: Πλησίαζαν τη δίοδο της Βίηλ, όταν είδε ένα πελώριο μάτι να ανοίγει στα δεξιά τους· ένα μάτι που έμοιαζε να ανήκει στο ίδιο το βουνό που βρισκόταν από εκείνη τη μεριά. Κοιτάζοντας, όμως, καλύτερα μέσα στο σκοτάδι, ο Οδυσσέας παρατήρησε ότι, φυσικά, το μάτι δεν ανήκε στο βουνό, αλλά σ’ένα θεόρατο πλάσμα που κοιμόταν κουλουριασμένο και που είχε ανοίξει το ένα απ’τα δύο του βλέφαρα, για να δει τι ήταν αυτό που περνούσε από κοντά του κάνοντας θόρυβο. Διαπιστώνοντας, προφανώς, ότι δεν ήταν τίποτα το επικίνδυνο ή απειλητικό, το πλάσμα έκλεισε πάλι το μάτι του και συνέχισε ατάραχα τον ύπνο του. Καθώς ο Οδυσσέας απομακρυνόταν, νόμιζε, μάλιστα, πως άκουσε ένα ροχαλητό πίσω του. Τι ήταν αυτό το πράγμα; αναρωτήθηκε. Κάποιος απ’τους θεούς της Φεηνάρκια; Ή, μήπως, απλά ένα απ’τα θηρία της που μπορούν να ποδοπατήσουν πόλεις;

Η δίοδος προς τη Βίηλ δεν ήταν παρά ένα άνοιγμα ανάμεσα στα ψηλά βουνά της Φεηνάρκια. Ένα πέρασμα, που στο βάθος του ο ουρανός φαινόταν να τρεμοπαίζει, όπως τρεμοπαίζει το νερό μιας λίμνης όταν φυσά ελαφρό αεράκι.

Και, ασφαλώς, τη δίοδο φρουρούσαν οι δυνάμεις της Παντοκράτειρας.

Ο Οδυσσέας ξύπνησε τους συντρόφους του, προτού φτάσουν εκεί, ώστε να είναι όλοι τους σε ετοιμότητα. «Θα πρέπει να προσπεράσουμε τους φρουρούς,» τους είπε. «Βγάλτε τα όπλα σας κι αρχίστε να ρίχνετε, μόλις δείτε ότι μας πήραν είδηση.»

Δεν είχε ακόμα αρχίσει να ξημερώνει, έτσι υπήρχε σκοτάδι, το οποίο συνέφερε τους τρεις επαναστάτες γενικά· πόσω μάλλον τώρα, με τις χαμαιλεοντικές ιδιότητες του οχήματός τους. Ωστόσο, ο Οδυσσέας φοβόταν ότι οι πολεμιστές της Παντοκράτειρας θα είχαν κι άλλους μηχανισμούς, εκτός από τα μάτια τους και μερικά τηλεσκόπια, για να εντοπίσουν ένα όχημα που ζύγωνε.

Αποδείχτηκε, όμως, πως είχε άδικο –ή ίσως το όχημά τους να ήταν φορτισμένο και με μαγγανείας που βοηθούσαν στο να αποφεύγει τον εντοπισμό, πέρα από τις χαμαιλεοντικές του ιδιότητες–, γιατί οι φρουροί δεν τους αντιλήφτηκαν παρά μόνο όταν βρίσκονταν πλέον πολύ κοντά. Τους φώναξαν να σταματήσουν, αλλά, φυσικά, ο Οδυσσέας δε σταμάτησε. Τουναντίον, επιτάχυνε.

Και η Νελμίρα κι ο Ράθνης άρχισαν να πυροβολούν από μισάνοιχτα παράθυρα.

Οι φρουροί ανταπέδωσαν.

Σφαίρες σφύριζαν παντού. Ορισμένες χτυπούσαν το περίβλημα του οχήματος και εξοστρακίζονταν. Ο Οδυσσέας είχε την αίσθηση ότι μπορούσε ν’ακούσει το μηχάνημα να βρυχιέται δυνατότερα από πριν, σαν ο θεός μέσα του να διαμαρτυρόταν· ή ίσως να μην ήταν παρά η ιδέα του.

Ένα μεγάλο κιγκλίδωμα άρχισε να κλείνει μπροστά από το πέρας της διόδου. Ένα κιγκλίδωμα που εκτεινόταν από έναν μεταλλικό πύργο επίβλεψης μέχρι έναν άλλο.

Δεν προλαβαίνουμε, παρατήρησε ο Οδυσσέας. Δεν προλαβαίνουμε…

Και λοξοδρόμησε. Γυρίζοντας το τιμόνι απότομα, έκανε το όχημά του να σκαρφαλώσει σε μια απότομη πλαγιά.

Οι φρουροί συνέχιζαν να βάλλουν εναντίον του με τουφέκια και πολυβόλα: τζάμια είχαν σπάσει, και εξακολουθούσαν να σπάνε· και ζημιές είχαν προκληθεί στο περίβλημα του οχήματος, ολόκληρες τρύπες. Όμως οι μηχανές του δεν είχαν χτυπηθεί, ούτε οι τροχοί του είχαν καταστραφεί· και συνέχιζε να κινείται.

Η Νελμίρα και ο Ράθνης ανταπέδιδαν τα πυρά.

Ο Οδυσσέας οδήγησε τους συντρόφους του πέρα απ’τον δυτικό πύργο επίβλεψης και βγήκε από πίσω του, πραγματοποιώντας μια πραγματικά απίστευτη και άκρως επικίνδυνη μανούβρα, ακόμα και για ένα ειδικό, εξάτροχο όχημα σαν αυτό που χειριζόταν.

Το κιγκλίδωμα δεν αποτελούσε πλέον εμπόδιο.

Ο Ράθνης, χρησιμοποιώντας ένα οβιδοβόλο, εκτόξευσε μια βόμβα καταπάνω στον πύργο, και μια δυνατή έκρηξη έγινε, καθώς το πολυβόλο εκεί χτυπήθηκε.

Ο Οδυσσέας επιτάχυνε όσο ήταν δυνατόν να επιταχύνει, και είδε την πραγματικότητα να λιώνει εμπρός του. Το φως, το φως της νύχτας, απορροφήθηκε από μια μαύρη τρύπα. Ένα απόλυτο μαύρο τύλιξε τα πάντα. Το όχημα, όμως, έδινε ακόμα την αίσθηση ότι κινιόταν–

–κι ύστερα, οι τροχοί του γρύλισαν, καθώς συνάντησαν πέτρες και χώμα.

Και οι τρεις επαναστάτες ανακάλυψαν ότι δεν είχαν βρεθεί μονάχα στη Βίηλ, αλλά και μες στη μέση μιας μάχης εν εξελίξει.

Το γιγάντιο βέλος μιας βαλλίστρας ήρθε καταπάνω τους, χτύπησε το όχημά τους, και το ανέτρεψε, γυρίζοντάς το στο πλάι.

Χάος, παντού. Φωνές, κραυγές, πυροβολισμοί, κλαγγή, και ιαχές…

16

Η Πριγκίπισσα Βασιλική ζούσε τις πιο παράξενες ημέρες της ζωής της.

Είχε την αίσθηση πως, όπου κι αν πήγαινε, κάτι ή κάποιος την παρακολουθούσε· αλλά ποτέ δεν μπορούσε να εντοπίσει ποιος ή τι. Ήταν σαν η ίδια η πόλη, η ίδια η Απαστράπτουσα, να είχε μυριάδες μικρά μάτια καρφωμένα επάνω της, και μυριάδες μικροσκοπικά αφτιά στους τοίχους όλων των χτιρίων της.

Το πιο αλλόκοτο, όμως, δεν ήταν ότι είχε αυτή την άσχημη αίσθηση πως την παρακολουθούσαν· εξάλλου, ο αδελφός της, ο Λούσιος, πιθανώς να είχε βάλει τους κατασκόπους του να μαθαίνουν τις κινήσεις της, τώρα που εκείνη έμενε έξω απ’το παλάτι. Το πιο αλλόκοτο ήταν ότι, διαρκώς, απίθανες, ανεξήγητες συμπτώσεις την περιτριγύριζαν. Έβρισκε τυχαίους ανθρώπους στο δρόμο να συζητούν θέματα που νόμιζε ότι κι η ίδια είχε συζητήσει πριν από μερικές ώρες με κάποιον άλλο –κάποιον άνθρωπο που δεν μπορεί να ήταν κατάσκοπος. Έβρισκε γκράφιτι στους τοίχους τα οποία έμοιαζαν να θέλουν να πουν κάτι σ’εκείνη και μόνο σ’εκείνη. Έβλεπε διαφημιστικές αφίσες που της προκαλούσαν την ίδια αίσθηση: πράγμα το οποίο ήταν τελείως παράλογο, γιατί δεν μπορεί ένα διαφημιστικό να ήταν φτιαγμένο για εκείνη, σωστά; Κι εκτός αυτών, άτομα που γνώριζε εδώ και καιρό –εδώ και χρόνια ολόκληρα, σε πολλές περιπτώσεις– είχαν αρχίσει να της μιλούν σαν να ήξεραν πράγματα γι’αυτήν που, κανονικά, δε θα έπρεπε να ξέρουν: σαν να την παρακολουθούσαν –άνθρωποι που, και πάλι, δεν μπορεί να ήταν κατάσκοποι του αδελφού της. Αλλά το χειρότερο απ’όλα ήταν ότι η Βασιλική καταλάβαινε πως είχε αρχίσει να χάνει την ξεκάθαρη αντίληψη του πραγματικού και του ψεύτικου. Είχε αρχίσει να μπλέκει την πραγματικότητα με τη φαντασία. Γιατί, ήταν σίγουρη, ορισμένα από αυτά που της τύχαιναν κάποιος –κάπως– πρέπει να τα είχε στήσει· δεν μπορεί να είχαν δημιουργηθεί αλλιώς. Ορισμένα άλλα, όμως, αποκλείεται να ήταν στημένα. Ήταν του μυαλού της. Σίγουρα, του μυαλού της. Σωστά;

Η μοναδική Πριγκίπισσα της Απολλώνιας ένιωθε μπερδεμένη και αποπροσανατολισμένη, και ψυχικά καταπονημένη· και φοβόταν πως ίσως να τρελαινόταν. Αν και αδυνατούσε να κατανοήσει από πού πιθανώς να είχε προέλθει αυτή η παραφροσύνη. Έμοιαζε να είχε έρθει απ’το πουθενά. Απ’τον ίδιο τον φορτισμένο αέρα της Απαστράπτουσας. Δεν είχε χρόνο πλέον να σκέφτεται για τον Ανδρόνικο ή για τη Βικτώρια. Ή, μάλλον, δεν μπορούσε να σκέφτεται γι’αυτούς· είχε πρόβλημα να επικεντρώσει τις σκέψεις της σε οτιδήποτε. Της φαινόταν σαν να ζούσε μέσα σ’ένα όνειρο.

Το όνειρο κάποιου άλλου, ίσως. Το όνειρο που κάποιος άλλος είχε ετοιμάσει γι’αυτήν. Είχε στήσει γι’αυτήν, όπως κανείς στήνει μια παγίδα.

Αλλά τούτο ήταν τελείως, μα τελείως, εξωφρενικό. Πώς ήταν δυνατόν να ίσχυε;

Και μετά, τα πράγματα χειροτέρεψαν.

Ακόμα κι ο Άγγελος άρχισε να της φέρεται παράξενα. Όχι συνέχεια, αλλά σε ορισμένες στιγμές. Η Βασιλική δεν μπορούσε ακριβώς να καθορίσει τι σήμαινε αυτό το παράξενα –το μυαλό της παράδερνε μέσα σε μια φουρτουνιασμένη θάλασσα–, αλλά πρέπει να σχετιζόταν με κάποιες συγκεκριμένες λέξεις. Ο Άγγελος χρησιμοποιούσε κάποιες λέξεις. Έλεγε πράγματα που εκείνη είχε ξανακούσει συχνά, από ανθρώπους που την κατασκόπευαν– που νόμιζε ότι την κατασκόπευαν– ή, μήπως, ήταν αλήθεια; Γιατί, αν δεν ήταν αλήθεια, τότε γιατί αυτές οι λέξεις–; Δεν μπορούσε να βγάλει συμπέρασμα. Πάντως, ο Άγγελος κάτι έκανε. Της έλεγε κάποια πράγματα –λέξεις ή φράσεις– που έκαναν ολόκληρο τον ψυχισμό της να αναποδογυρίζει. Και η όψη του… ήταν κάπως… ήταν κάπως ένοχη, όταν της έλεγε αυτά τα πράγματα; Ήταν ο τόνος της φωνής του διαφορετικός;

Ή ήταν όλα στο μυαλό της;

Εξάλλου, γιατί ο Άγγελος να κάνει κάτι τέτοιο; Τι νόημα θα είχε;

Μια φορά, τον ρώτησε τι εννοούσε. Εκείνος συνοφρυώθηκε, και της είπε: «Τι να εννοώ, δηλαδή;» Και η αλήθεια ήταν πως, όντως, η προηγούμενη φράση του δεν είχε, από μόνη της, τίποτα το ασυνήθιστο· η Βασιλική, όμως, αισθανόταν ότι της έλεγε κάτι πέρα από αυτό που μπορούσε ν’ακούσει ο καθένας. «Εσύ πες μου τι εννοείς!» του αποκρίθηκε, λιγάκι θυμωμένα. «Δε σε καταλαβαίνω, Βασιλική,» της είπε· αλλά απέφυγε τα μάτια της. Πράγμα που, κανονικά, δε θα έπρεπε να είχε κάνει, σωστά;

Αλλά, και πάλι, πώς μπορούσε να είναι σίγουρη; Πώς μπορούσε να τον κατηγορήσει ευθέως; Και να τον κατηγορήσει για τι ακριβώς; Για τι;

Ακόμα και στον ύπνο της, δεν μπορούσε να ησυχάσει η Πριγκίπισσα Βασιλική. Τα όνειρά της ήταν ταραγμένα. Έβλεπε, συνεχώς, ότι την κυνηγούσαν· ότι της μιλούσαν και προσπαθούσαν να της δώσουν κάποια μηνύματα που εκείνη αδυνατούσε να καταλάβει· ότι διάφορα πρόσωπα από διαφημιστικές αφίσες τής έκλειναν το μάτι συνωμοτικά· ότι άνθρωποι συζητούσαν πίσω απ’την πλάτη της· ότι ο Άγγελος ήθελε να τη σκοτώσει…

Και μετά, μετά από μέρες ταλαιπωρίας, είδε ένα όνειρο τελείως διαφορετικό από όλα αυτά. Ένα όνειρο που, ήταν σίγουρη, ήταν κάτι πολύ περισσότερο από κάποιο παιχνίδι του κουρασμένου, υπερφορτισμένου μυαλού της…

*

Ακριβώς απέναντι από την πολυκατοικία της Πριγκίπισσας Βασιλικής βρισκόταν μια άλλη πολυκατοικία, και ακριβώς απέναντι από το διαμέρισμά της βρισκόταν ένα άλλο διαμέρισμα. Τίποτα απ’αυτά, ασφαλώς, δεν ήταν παράξενο. Η Απαστράπτουσα ήταν γεμάτη πολυκατοικίες και διαμερίσματα, πολλά από τα οποία βρίσκονταν, αναπόφευκτα, το ένα απέναντι στο άλλο.

Στο συγκεκριμένο, όμως, διαμέρισμα, οι ένοικοι είχαν δεχτεί κάμποσες ασυνήθιστες επισκέψεις.

Και τώρα, μες στη νύχτα, η πόρτα τους χτύπησε ξανά. Το κουδούνι έκανε οκτώ απανωτά ντριιιιν, πλημμυρίζοντας τα δωμάτια μ’έναν ήχο που ήταν σχεδόν δαιμονικός.

Η μητέρα ψιθύρισε στα παιδιά να πέσουν πάλι για ύπνο· αύριο, θα έπρεπε να πάνε στο σχολείο. Ο πατέρας πήγε ν’ανοίξει, γιατί ήξερε ποιοι είχαν έρθει.

Ανοίγοντας την εξώπορτα, αντίκρισε τρεις άντρες. Οι δύο ήταν άνθρωποι της φρουράς, ντυμένοι με στολές. Ο τρίτος ήταν ένας τύπος με μαύρη γκαμπαρντίνα και μάτια σαν λάκκους σκοταδιού.

«Καλησπέρα, πολίτη,» χαιρέτησε ο ένας από τους δύο φρουρούς.

«Κ-καλησπέρα,» χαιρέτησε ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματος.

«Πώς είναι τα παιδιά σου;»

«Καλά. Κοιμούνται.»

Το χαμόγελο του φρουρού ήταν ψεύτικο· τίποτα περισσότερο από μια γκριμάτσα. «Ωραία. Πρέπει να χρησιμοποιήσουμε πάλι εκείνο το δωμάτιο.» Δίχως να ρωτήσουν, οι δύο φρουροί και ο άντρας με τα σκοτεινά μάτια είχαν ήδη μπει στο σπίτι και κλείσει την πόρτα.

«Ασφαλώς,» αποκρίθηκε ο ιδιοκτήτης. «Περάστε, περάστε.»

«Ποτέ δεν μας είδες,» τόνισε ο φρουρός.

Ο ιδιοκτήτης ένευσε. «Ποτέ.»

Οι τρεις άντρες πήγαν στην κουζίνα και έκλεισαν την πόρτα πίσω τους. Δεν άναψαν το φως, έτσι ο χώρος φωτιζόταν μόνο από τα φώτα της πόλης που έμπαιναν από το τζάμι του παραθύρου του.

Ο φρουρός που είχε μιλήσει στον ιδιοκτήτη ύψωσε ένα κιάλι στο δεξί του μάτι και κοίταξε απέναντι, το παράθυρο του υπνοδωματίου της Πριγκίπισσας. «Μέσα είναι,» είπε.

«Φυσικά και είναι μέσα,» είπε ο άντρας με τα σκοτεινά μάτια. «Αν δεν ήταν, λες να μην το ξέραμε;»

Ο φρουρός έμεινε σιωπηλός, κατεβάζοντας το κιάλι του.

Ο άντρας με τα σκοτεινά μάτια ατένισε το παράθυρο της Πριγκίπισσας. Έκλεισε τα βλέφαρα, και πήρε μια βαθιά ανάσα. Έμεινε ακίνητος, για μερικές στιγμές· τελείως ακίνητος. Ύστερα, άρχισε να ανοίγει την γκαμπαρντίνα του με τα δύο χέρια. Αργά.

Μέσα, δε φάνηκε κάποιο ρούχο. Ούτε καν ένα γυμνό σώμα.

Μέσα, φάνηκε μονάχα ένα παλλόμενο σκοτάδι, που στο βάθος του κάτι λαμπύριζε, ανασαλεύοντας.

Το σώμα του άντρα έμοιαζε να έχει μετατραπεί σε κάποιου είδους δίοδο προς άλλη διάσταση.

Το σημάδι που λαμπύριζε άρχισε να πλησιάζει, να αναδύεται από τα βάθη, τινάζοντας την ουρά του σαν σαύρα, αν και σαύρα δεν ήταν.

Το σημάδι μεγάλωνε. Και ήταν πορφυρό, όπως μια καρδιά.

Είχε ένα μικρό κεφάλι, και επάνω στο κεφάλι δύο μαύρα μάτια. Κι από το σώμα του ξεπρόβαλλαν αποφύσεις, σαν χέρια ή πόδια.

Ο άντρας συνέχιζε να κρατά την γκαμπαρντίνα του ανοιχτή, και αυτό το πλάσμα –ή πνεύμα– βγήκε απ’το σκοτάδι· και, καθώς βγήκε, το χρώμα του άλλαξε: Το πορφυρό του σώμα έγινε μαύρο, κατάμαυρο, κι έπαψε να λαμπυρίζει· τα μαύρα του μάτια έγιναν κόκκινα και γυαλιστερά. Σε μέγεθος ήταν όσο ο άντρας, και η ουρά του ήταν ένα ημιυλικό κορδόνι που το συνέδεε με το στέρνο του άντρα –ή, μάλλον, το μέρος όπου θα ήταν το στέρνο του, αλλά τώρα υπήρχε μονάχα απύθμενο σκότος.

Το πλάσμα πέρασε μέσα από το τζάμι του παραθύρου και βγήκε στην Απολλώνια νύχτα. Έφτασε στην πολυκατοικία της Πριγκίπισσας Βασιλικής και πέρασε μέσα από το τζάμι του δικού της παραθύρου, εισβάλλοντας στο υπνοδωμάτιό της, όπου εκείνη κοιμόταν, έχοντας την πλάτη της γυρισμένη στον Άγγελο.

*

Βρίσκομαι σε μια ανοιχτή πεδιάδα, γεμάτη ψηλό χορτάρι. Σε μια μεριά του ορίζοντα, μπορώ να δω μεγάλα βουνά, που όσες κορφές τους φαίνονται είναι σκεπασμένες με χιόνι· οι υπόλοιπες είναι κρυμμένες μέσα στα σύννεφα. Σε μια άλλη μεριά του ορίζοντα, απλώνεται ένα δάσος, σκοτεινό αλλά –το καταλαβαίνω– φιλικό.

Είμαι γυμνή, κι αισθάνομαι το χορτάρι να με χαϊδεύει. Δεν κρυώνω· νιώθω σαν στο σπίτι μου. Βρίσκομαι στα γόνατα, και οι παλάμες μου ακουμπούν το μαλακό χώμα. Δε θυμάμαι πώς ήρθα εδώ. Έχω την αίσθηση ότι ανέκαθεν ήμουν εδώ.

Σηκώνομαι όρθια και κάνω μερικά βήματα.

Νομίζω ότι κάτι με προσέχει. Με παρατηρεί, αλλά όχι κακόβουλα, παρά για να με προστατέψει. Από τι, όμως; Δε φαίνεται πουθενά να υπάρχει κίνδυνος…

–Ένας άνεμος!

Ένας τόσο ξαφνικός άνεμος. Ένας κρύος άνεμος, ερχόμενος από τα βουνά. Πρώτη φορά θυμάμαι να κρυώνω σε τούτο το μέρος. Τυλίγω τα χέρια μου γύρω από τον εαυτό μου.

Κάτι πλησιάζει. Με γεμίζει με τρόμο.

Μια σκιά έρχεται από τα βουνά. Ιπτάμενη, κάνοντας το ψηλό χορτάρι να μαραίνεται από κάτω της.

Τρέχω να της ξεφύγω. Δεν πρέπει να με φτάσει! Όχι! Ποτέ!

Είναι, όμως, πολύ γρήγορη. Πολύ, πολύ γρήγορη. Γλιστράει μέσα στον αέρα, και τα πορφυρά της μάτια γυαλίζουν. Από τις άκρες της προεξέχουν χέρια και πόδια, που μπερδεύονται αναμεταξύ τους· δεν καταλαβαίνω ποια είναι, όντως, χέρια και ποια πόδια. Και πίσω της, η σκιά έχει μια μακριά, μακριά ουρά: μια ουρά που φτάνει μέχρι τα βουνά, μέχρι το σημείο απ’όπου η σκιά ήρθε.

Γνωρίζω ότι δε θα της ξεφύγω. Γνωρίζω ότι είμαι δική της.

Η σκιά παρουσιάζεται, ξαφνικά, εμπρός μου· και ουρλιάζω. Πετάγομαι πίσω, για να την αποφύγω. Παραπατώ, και πέφτω.

Η σκιά με αγκαλιάζει. Τι κρύο!…

–Κάποιο θηρίο βρυχάται.

Ο φύλακάς μου.

Η σκιά στρέφει το βλέμμα της. Στρέφω κι εγώ το βλέμμα μου. Και βλέπω το Σερπετό. Οι φολίδες του γυαλίζουν γαλανόχρωμα, σαν να τις λούζει το φως της Γλαυκής, αν και στον ουρανό δε νομίζω ότι υπάρχει κανένα φεγγάρι: ούτε η Γλαυκή, ούτε η Αθώρητη. Εξάλλου, είναι πρωί. Το Σερπετό ατενίζει τη σκιά, και τα μάτια του είναι γεμάτα από γαλανό φως. Αστράφτουν. Το μακρύ του κέρατο οριζοντιώνεται. Ετοιμάζεται για επίθεση.

Η σκιά πετάγεται από πάνω μου, ελευθερώνοντάς με.

Το Σερπετό εφορμά, τρέχοντας πιο γρήγορα απ’ό,τι θυμάμαι να έχω δει ποτέ τα Σερπετά να τρέχουν.

Η σκιά δεν προλαβαίνει να απομακρυνθεί έγκαιρα. Το κέρατο κόβει την ουρά της.

Η σκιά ουρλιάζει, σπαραχτικά, και εξαφανίζεται, σαν να ήταν εικονική προβολή που κάποιος πάτησε ένα πλήκτρο και την έσβησε.

Ανασηκώνομαι και ατενίζω το Σερπετό. Τον φύλακά μου.

Είναι κοντά μου, αλλά ανησυχεί για μένα. Κάτι πολύ άσχημο συμβαίνει. Κάτι δαιμονικό——

Η Βασιλική ξύπνησε.

*

Στην απέναντι πολυκατοικία, η σκιά ήρθε με μεγάλη ταχύτητα καταπάνω στον άντρα. Βούλιαξε μέσα στο σκοτάδι του σώματός του και χάθηκε. Κι εκείνος παραπάτησε, γρυλίζοντας και κλείνοντας την γκαμπαρντίνα του, σαν ξίφος να τον είχε χτυπήσει και να του είχε προκαλέσει τρομερό πόνο. Τα μάτια του ήταν τώρα ανοιχτά, αλλά στενεμένα.

Σωριάστηκε στο πάτωμα της κουζίνας, μουγκρίζοντας.

*

Το ξύπνημα της Βασιλικής δεν ήταν απότομο, ούτε τρομαγμένο. Ξύπνησε ήρεμα –ή όσο πιο ήρεμα μπορούσε να ξυπνήσει, δεδομένης της κατάστασης στην οποία βρισκόταν τις τελευταίες ημέρες. Τα βλέφαρά της άνοιξαν, και κοίταξε το σκοτεινιασμένο δωμάτιο, το οποίο φωτιζόταν μόνο από τα φώτα της πόλης που γλιστρούσαν από το παράθυρο.

Το όνειρό της το θυμόταν. Το θυμόταν πολύ καλά. Πολύ έντονα. Και ήξερε, είχε την απόλυτη βεβαιότητα μέσα στο μυαλό της, ότι δεν ήταν ένα απλό όνειρο.

Το Σερπετό, σκέφτηκε. Ήταν το ίδιο Σερπετό που συνάντησα έξω από την πόλη. Το ίδιο Σερπετό που με βοήθησε και τότε.

Κι η επόμενη σκέψη της ήταν μια σκέψη επιτακτική: Πρέπει να ξαναβρώ το Σερπετό!

Σηκώθηκε αμέσως απ’το κρεβάτι, λες και, ξαφνικά, το σώμα της να είχε αποκτήσει ελατήριο.

Πρέπει να βρω το Σερπετό. Τώρα. Απόψε.

Έβγαλε το νυχτικό της με μια γρήγορη κίνηση, κι άνοιξε τη ντουλάπα με τα ρούχα, αρπάζοντας ένα παντελόνι κι ένα πουκάμισο.

Μόλις είχε φορέσει το παντελόνι, είδε τη μορφή του Άγγελου στον καθρέφτη εμπρός της. Την είδε να ανασηκώνεται επάνω στο κρεβάτι· και, για κάποιο λόγο που δεν μπορούσε να συγκεκριμενοποιήσει, αισθάνθηκε έναν βαθύ φόβο να την καταλαμβάνει, να τρυπά την ψυχή της.

«Βασιλική; Τι συμβαίνει;» Η φωνή του ήταν βαριά, από τον ύπνο.

«Πρέπει να πάω κάπου,» του απάντησε γρήγορα· και, εσωτερικά, καταράστηκε τον εαυτό της, γιατί πίστευε ότι η φωνή της ακούστηκε αδύναμη.

«Μες στη νύχτα;» Ο Άγγελος σηκώθηκε απ’το κρεβάτι.

Η Βασιλική στράφηκε να τον αντικρίσει. «Ναι.»

Εκείνος την πλησίασε. «Θα έρθω μαζί σου–»

«Όχι!»

Ο Άγγελος συνοφρυώθηκε. «Γιατί; Πού – πού θα πας;»

«Δε χρειάζεται να ξέρεις.» Η Βασιλική έκανε να του γυρίσει την πλάτη και ν’απομακρυνθεί, να πάει προς την πόρτα του υπνοδωματίου. Μια πολύ έντονη τάση φυγής την είχε καταλάβει, σαν, κάπου εντός της, να ήξερε ότι ήταν σημαντικό –θέμα ζωής και θανάτου– να φύγει τώρα από εδώ. Τώρα! Και να μην αφήσει τον Άγγελο να έρθει μαζί της. Κάτι δεν πήγαινε καλά με τον Άγγελο–

Ο Άγγελος την έπιασε απ’το μπράτσο. «Βασιλική–»

Η Βασιλική τον χαστούκισε, δυνατά, και τον έσπρωξε, στέλνοντάς τον πάνω στο κρεβάτι. «Είσαι ψεύτης!» φώναξε. «Μου λες ψέματα!»

Ο Άγγελος έκανε να ανασηκωθεί. «Βασιλική, δεν ξέ–»

Εκείνη τον κλότσησε· ύψωσε το πόδι της και η πατούσα της κοπάνησε τη μύτη του. Ο Άγγελος διπλώθηκε, μουγκρίζοντας και κρατώντας το πρόσωπό του.

Η Βασιλική αισθάνθηκε τον πανικό της να μεγαλώνει. Μια φωνή μέσα της έλεγε, επιτακτικά και συνεχόμενα: Φύγε! φύγε! φύγε! φύγε! Κρατώντας το πουκάμισό της στο αριστερό χέρι κι αρπάζοντας ένα ζευγάρι παπούτσια από κάτω, έτρεξε έξω απ’το υπνοδωμάτιο, νιώθοντας την καρδιά της να βροντοχτυπά σαν ταμπούρλο. Στο καθιστικό του διαμερίσματος, άρπαξε άλλα δύο πράγματα: την τσάντα της και το πανωφόρι της, που ήταν κρεμασμένο στην κρεμάστρα. Ούτε στιγμή, όμως, δε σταμάτησε να τρέχει, και, ανοίγοντας την εξώπορτα, βγήκε στην πολυκατοικία κι άρχισε να κατεβαίνει τις σκάλες, πηδώντας τα σκαλοπάτια τρία-τρία.

Σε κάποιο σημείο, έκοψε ταχύτητα, για να φορέσει το πουκάμισο και το πανωφόρι της. Το πρώτο δεν κάθισε να το κουμπώσει· τράβηξε, όμως, το φερμουάρ του δεύτερου μέχρι το λαιμό. Ξαφνικά, συνειδητοποίησε ότι έξω απ’την πολυκατοικία μπορούσε ν’ακούσει έναν δυνατό θόρυβο· κι επίσης, μπορούσε ν’ακούσει πολλά μικρά χτυπήματα πάνω στα τζάμια των διαδρόμων της. Χαλάζι. Ρίχνει χαλάζι! Ο καιρός είχε βρει την ώρα να χαλάσει!

Η Βασιλική έφτασε στην είσοδο της πολυκατοικίας και κατέβηκε στο γκαράζ. Το μέρος ήταν έρημο και ημιφωτισμένο· μονάχα δυο μεγάλες λάμπες λαδιού υπήρχαν για να το φωτίζουν –οι ένοικοι δεν ήθελαν να σπαταλούν ενεργειακούς πόρους χωρίς καλό λόγο. Τα γυμνά πόδια της Βασιλικής αντηχούσαν, καθώς έτρεχε προς το τρίκυκλο όχημά της. Έβγαλε το κλειδί απ’την τσάντα της και ξεκλείδωσε την πόρτα. Έριξε τα παπούτσια της μέσα και μπήκε, κλείνοντας. Προσπάθησε να βάλει μπροστά τη μηχανή, μα εκείνη αρνήθηκε να ξεκινήσει.

Μη μου το κάνεις αυτό! Μη μου το κάνεις αυτό!

Ακόμα μια προσπάθεια.

Η μηχανή πήρε μπροστά, και η Βασιλική ανέπνευσε ελεύθερα.

Το όχημα ξεκίνησε, βγαίνοντας από το υπόγειο γκαράζ της πολυκατοικίας και τρέχοντας μέσα στους δρόμους της Απαστράπτουσας, που, εξαιτίας της νυχτερινής ώρας και της κακοκαιρίας, δεν είχαν και τόση κίνηση. Το χαλάζι χτυπούσε πάνω στο σκέπαστρο και στο περίβλημα του τρίκυκλου της Απολλώνιας Πριγκίπισσας, κάνοντας δυνατό θόρυβο· ορισμένες φορές, μάλιστα, έμοιαζε ν’απειλεί να σπάσει το γυαλί.

Ο Άγγελος… Μα τον Απόλλωνα, ο Άγγελος… σκέφτηκε η Βασιλική, καθώς οδηγούσε και αισθανόταν τα νεύρα της να ηρεμούν κάπως και τον πανικό της να καταλαγιάζει. Ίσως να του φέρθηκα πολύ απότομα– Ίσως, όμως, και να είναι ό,τι υποπτεύομαι… Αλλά αν δεν είναι; Τότε, σίγουρα, θα μ’έχει περάσει για τρελή– Αλλά αν είναι, τότε, τότε δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα προσπαθούσε να μ’εμποδίσει, σωστά;

Ωστόσο, δεν μπόρεσε παρά να αναρωτηθεί: Να είναι ό,τι υποπτεύεσαι, Βασιλική; Δηλαδή, τι; Τι να είναι;

Καλή ερώτηση, και δεν είχε την απάντηση. Ήξερε, όμως, ότι κάτι συνέβαινε. Κάτι συνέβαινε! Δεν μπορεί να ήταν της φαντασίας της–

Κι αυτό το όνειρο… Ήταν το ίδιο Σερπετό. Στο όνειρο, ήταν το ίδιο Σερπετό που με είχε συναντήσει έξω απ’την πόλη. Κανονικά, δε θα μπορούσε να το αναγνωρίσει· όλα τα Σερπετά, εξάλλου, της έμοιαζαν όμοια. Παραδόξως, όμως, ήξερε ότι ήταν το ίδιο Σερπετό. Το ήξερε.

Αλλά με τον Άγγελο τι θα γίνει; Αν είναι άσχετος με το θέμα; Αν απλά εγώ έχω νομίσει ότι… ότι… ότι τα λόγια του, ότι με τα λόγια του κάπως προσπάθησε να μ’επηρεάσει, ότι κάτι γνωρίζει που δε θα έπρεπε, ότι με κάποιο τρόπο με απειλεί–

Το μυαλό της ήταν μπερδεμένο.

Πρέπει να βρω το Σερπετό!

*

Η μύτη του αιμορραγούσε, αλλά ο Άγγελος σηκώθηκε μόλις η όρασή του καθάρισε από τα χρώματα που είχαν αρχίσει να χορεύουν μπροστά στα μάτια του μετά από την κλοτσιά της Πριγκίπισσας. Άνοιξε το παράθυρο και κοίταξε έξω, καθώς ο ουρανός μούγκριζε και άστραφτε, και ξεκινούσε να ρίχνει χαλάζι.

Είδε το όχημα της Βασιλικής να βγαίνει απ’το υπόγειο γκαράζ και να φεύγει. Καταράστηκε κάτω απ’την ανάσα του.

Χωρίς να καθυστερήσει, άρπαξε τα ρούχα του και έτρεξε, ενώ σκεφτόταν: Ο γαμημένος μπάσταρδος! Στον Μαύρο Νάρζουλ η ψυχή του!

*

Η Βασιλική βγήκε απ’τη βορειοδυτική έξοδο της Απαστράπτουσας και οδήγησε το όχημά της επάνω στον εξοχικό δρόμο, ο οποίος ήταν επικίνδυνος από το χαλάζι· οι τροχοί του τρίκυκλου γλιστρούσαν σα δαιμονισμένοι.

Πρέπει να βρω το Σερπετό… αλλά από πού ν’αρχίσω να ψάχνω; Μπορεί νάναι οπουδήποτε. Πάντως, το βέβαιο ήταν ότι δε θα το έβρισκε μέσα στον δρόμο, αλλά έξω απ’αυτόν, κάπου στην ύπαιθρο. Πράγμα που σήμαινε ότι έπρεπε ν’αφήσει το όχημά της· δε γινόταν αλλιώς.

Το οδήγησε στην άκρη του δρόμου και το σταμάτησε.

Ίσως να είμαι τρελή, σκέφτηκε, φορώντας τα παπούτσια της. Ίσως να είμαι τρελή. Αλλά, αν είμαι, τότε το Σερπετό μπορεί να με βοηθήσει να θεραπευτώ.

Βγήκε απ’το όχημά της, μέσα στη δυνατή χαλαζόπτωση, και καταράστηκε τον εαυτό της που δεν είχε πάρει μαζί της ένα καπέλο. Το χαλάζι τη βαρούσε σα γροθιές. Η Βασιλική έβγαλε την κουκούλα του πανωφοριού της απ’το φερμουάρ όπου ήταν κλεισμένη και τη φόρεσε. Αυτό, βέβαια, δεν μπορούσε να τη γλιτώσει απ’τα χτυπήματα, αλλά, τουλάχιστον, μπορούσε να τη γλιτώσει απ’το βρέξιμο.

Η Πριγκίπισσα της Απολλώνιας άρχισε να τρέχει μέσα στην ύπαιθρο, έχοντας το κεφάλι σκυμμένο και το χέρι της σηκωμένο από πάνω του, για να προστατεύεται όσο ήταν δυνατόν. Τα μάτια της κοίταζαν τριγύρω, στα σκοτάδια, προσπαθώντας να εντοπίσουν το Σερπετό, τη γαλανόχρωμη γυαλάδα των φολίδων του.

Αλλά οι φολίδες του θα γυάλιζαν απόψε; Ατενίζοντας ψηλά, στον ουρανό, η Βασιλική μπορούσε να δει μονάχα μαύρα σύννεφα· η Γλαυκή ήταν κρυμμένη από πίσω τους.

Απόλλωνα, προσευχήθηκε, σε παρακαλώ, βοήθησέ με! Βοήθησέ με!

Από απόσταση, είδε μερικά φώτα. Τα φώτα ενός οικισμού. Αλλά δεν ήταν στέγη που έψαχνε. Δεν την ενδιέφερε να βρει μέρος για να προστατευτεί από τη χαλαζόπτωση. Την ενδιέφερε να συναντήσει πάλι το Σερπετό. Εκείνο το Σερπετό που την είχε συντρέξει όταν ήταν στο δρόμο, και που την είχε συντρέξει κι απόψε, στο όνειρό της, όταν η μοχθηρή σκιά είχε επιχειρήσει να… να της κάνει τι; Να την καταβροχθίσει; Ίσως. Η Βασιλική δεν ήξερε ακριβώς, και δεν μπορούσε να μαντέψει.

Τα πόδια της είχαν γεμίσει νερό και λάσπες. Έπρεπε να είχε πάρει μπότες από το σπίτι της, όχι αυτά τα μικρά παπούτσια· αλλά, τότε, δε γνώριζε ότι θα έριχνε χαλάζι, κι ακόμα κι αν, κάπως, μπορούσε να το γνωρίζει, πάλι δεν ήταν βέβαιη ότι θα είχε την ψυχραιμία να επιλέξει υπόδηση, προτού φύγει τρέχοντας από το διαμέρισμα.

Πού ήταν το Σερπετό; Γιατί δεν ερχόταν; Έπρεπε, μήπως, να κάνει κάτι για να τραβήξει την προσοχή του; Τι, όμως;

Συνέχισε να βαδίζει. Δεν έτρεχε πια. Δεν μπορούσε να τρέχει. Τα πόδια της τα αισθανόταν βαριά. Και μια απελπισία είχε πλακώσει την ψυχή της.

Έχω χάσει το μυαλό μου… Κανένα Σερπετό δε θα έρθει… Ονειρευόμουν… Ονειρευόμουν μονάχα… Και ο Άγγελος… δεν έπρεπε να είχα κάνει ό,τι έκανα…

Δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά της, μπερδεμένα με το νερό της χαλαζόπτωσης.

Γονάτισε πλάι σ’ένα δέντρο. Άγγιξε τον κορμό του, για να στηριχτεί. Ήταν κατάκοπη. Δεν ήξερε πόσο μακριά είχε προχωρήσει, ούτε για πόση ώρα. Τα πάντα είχαν γίνει ένα κουβάρι εντός της. Ο χρόνος, η απόσταση, η λογική η ίδια· τα πάντα.

Η καταιγίδα τη χτυπούσε σα να ήθελε να την τιμωρήσει για κάποιο έγκλημα.

Η Βασιλική έκλαιγε. Το άλλο της χέρι έσφιγγε τη γη, το χώμα, βίαια.

Ένας θόρυβος τη συνέφερε. Ένας θόρυβος που δεν ήταν βροντή, ούτε ο χτύπος του χαλαζιού επάνω σε κάποιο αντικείμενο. Όχι, αυτός ήταν ο θόρυβος μηχανής.

Η Βασιλική στράφηκε· πήρε το χέρι της απ’το χώμα και, με την ανάστροφη, σκούπισε τα δάκρυα απ’τα μάτια της· και είδε

Είδε το δίκυκλο να έρχεται καταπάνω της, με τα φώτα του αναμμένα και το αργυρό, λαξευτό κρανίο του να γυαλίζει. Ο άντρας που το καβαλούσε φορούσε κράνος, και ήταν σχεδόν ένα με το σκοτάδι.

Μα τους θεούς!

Η Βασιλική πετάχτηκε όρθια· πιάστηκε από ένα κλαδί του δέντρου και ανέβηκε πάνω.

Το δίκυκλο πέρασε, ολοταχώς, από κάτω της, βρυχούμενο. Οι τροχοί του έγδαραν τον κορμό του δέντρου· έκαναν κομμάτια ξύλου να τιναχτούν.

Οι τροχοί του;

Η Βασιλική τούς παρατήρησε καλύτερα, καθώς το όχημα απομακρυνόταν, και είδε ότι δεν ήταν οι τροχοί ακριβώς που είχαν κάνει τη ζημιά, αλλά κάποιες λεπίδες που ήταν προσαρτημένες στους τροχούς. Σκόπευε να με κόψει στα δύο, ο ανώμαλος μπάσταρδος!

Τρέμοντας, η Βασιλική προσπάθησε να σταθεροποιήσει τον εαυτό της επάνω στο κλαδί και ν’ανοίξει την τσάντα της, για να πάρει το μικρό πιστόλι που βρισκόταν εκεί.

Το δίκυκλο ερχόταν ξανά, πιο γρήγορα. Οι λεπίδες στους τροχούς του έσχιζαν το χορτάρι –και ακόμα κι ο κορμός του δέντρου δε θ’άντεχε για πάντα απ’τα χτυπήματά τους.

Η Βασιλική έβγαλε το πιστόλι της.

Πυροβόλησε.

Αστόχησε.

Άλλες πέντε σφαίρες τής έμεναν.

Το όχημα χτύπησε το δέντρο, κάνοντάς το να τρίξει, δυνατά, και να τρανταχτεί απ’την κορφή ώς τις ρίζες. Η Βασιλική έχασε την ισορροπία της πάνω στο κλαδί. Έπεσε, κοπανώντας την πλάτη της στο έδαφος.

Πανικόβλητη, έκανε αμέσως να σηκώσει το πιστόλι της· αλλά διαπίστωσε ότι της είχε φύγει απ’το χέρι –και πού ήταν; Πού ήταν;

Οι θανατηφόροι τροχοί του δίκυκλου σταμάτησαν, όχι πολλά μέτρα απόσταση από εκείνη, και ο κρανοφόρος καβαλάρης κατέβηκε. Έσκυψε και σήκωσε το πιστόλι της.

Η Βασιλική σύρθηκε προς τα πίσω, προσπαθώντας, συγχρόνως, να σηκωθεί, αλλά γλιστρώντας στο υγρό χώμα.

Αναπάντεχα, κάποιος πετάχτηκε πίσω απ’τον κρανοφόρο άντρα. Τύλιξε το ένα του χέρι γύρω απ’το λαιμό του, ενώ με το άλλο τού άρπαξε τον καρπό και απέστρεψε το πιστόλι απ’τη Βασιλική.

Ο κρανοφόρος πάλεψε, άγρια, και πέταξε τον άλλο άντρα στο έδαφος. Πάτησε πάνω στην κοιλιά του και τον σημάδεψε με το όπλο που ακόμα κρατούσε.

Η Βασιλική, όμως, είχε τώρα προλάβει να σηκωθεί, και, παρατηρώντας ότι ο κρανοφόρος είχε πάρει την προσοχή του από εκείνη, κατάφερε να βρεθεί πίσω του. Τον κλότσησε, δυνατά, στην κλείδωση του ποδιού, κι αυτός μούγκρισε κι έπεσε στα τέσσερα.

Καθώς η μορφή του παραμέρισε, η Βασιλική είδε ότι ο άλλος άντρας ήταν ο Άγγελος. Μα τους θεούς, ο Άγγελος!

Αλλά δεν υπήρχε χρόνος τώρα για ν’αναρωτηθεί πώς και γιατί. Ο κρανοφόρος –ακόμα στα τέσσερα, μην μπορώντας να χρησιμοποιήσει το γόνατό του, ύστερα από το δυνατό χτύπημα– προσπαθούσε να γυρίσει, για να τη σημαδέψει και να την πυροβολήσει με το ίδιο της το πιστόλι. Η Βασιλική τον ξανακλότσησε, αυτή τη φορά μέσα στη διχάλα των μηρών του, νιώθοντας τους όρχεις του να συνθλίβονται ανάμεσα στο πόδι της και στη λεκάνη του. Ο άντρας πυροβόλησε, σπασμωδικά, πετυχαίνοντας μονάχα τον αέρα. Ένα μακρόσυρτο βογκητό βγήκε από μέσα του, και διπλώθηκε, καθώς το άλλο του χέρι πήγαινε στα γεννητικά του όργανα.

Ο Άγγελος, έχοντας σηκωθεί απ’το χώμα, του χίμησε. Του τράβηξε το κράνος και άρχισε να τον γρονθοκοπεί καταπρόσωπο, ώσπου εκείνος έχασε τις αισθήσεις του με την όψη του αιματοβαμμένη.

Η Βασιλική παρατήρησε τον άντρα, και διαπίστωσε πως της ήταν τελείως άγνωστος. Ποτέ ξανά δεν τον είχε δει.

Ο Άγγελος ορθώθηκε, λαχανιασμένος.

«Τι κάνεις εδώ;» τον ρώτησε η Βασιλική. «Μ’ακολούθησες;»

«Ναι,» είπε ο Άγγελος, «φυσικά και σ’ακολούθησα. Έτσι όπως έφυγες, ανησύχησα για σένα.» Ήταν ντυμένος με το παντελόνι του και μ’ένα πουκάμισο, πρόχειρα κουμπωμένο, το οποίο ήταν τώρα νοτισμένο από το χαλάζι· παπούτσια δε φορούσε. Πρέπει να την είχε κυνηγήσει όσο πιο γρήγορα μπορούσε. «Και,» πρόσθεσε, «είναι και κάτι…. Βασιλική, δεν έχεις απόλυτα άδικο… Θέλω να πω, με υποπτεύθηκες, το ξέρω. Αλλά δεν ξέρω τι ακριβώς συμβαίνει. Όμως κάτι κατάλαβες–»

Εκείνη συνοφρυώθηκε. Ω θεοί… Ω θεοί! «Τι είναι, Άγγελε; Τι θα έπρεπε να καταλάβω;»

Ο Άγγελος συνοφρυώθηκε, επίσης. Το στόμα του ανοιγόκλεισε για λίγο, αμήχανα, σα να μην ήξερε πώς να συνεχίσει.

Κι ύστερα, η Βασιλική είδε τις σκιερές φιγούρες να ζυγώνουν. Πέντε σκιερές φιγούρες, πάνω σ’άλογα. Η μία κρατούσε προβολέα, και τον έστρεψε πάνω στην Πριγκίπισσα και τον Άγγελο.

Η Βασιλική στένεψε τα μάτια, μισοτυφλωμένη απ’τον ξαφνικό φωτισμό.

Ο Άγγελος στράφηκε, αιφνιδιασμένος.

Οι καβαλάρηδες ζύγωσαν. Είχαν όλοι τους όπλα. Εκτός από έναν, ο οποίος διέθετε τα πιο σκοτεινά μάτια που η Βασιλική είχε δει ποτέ της, ακόμα και μέσα σε μια νύχτα σαν κι ετούτη. Φορούσε μαύρη γκαμπαρντίνα και καπέλο.

«Κύριε Επίκυκλε,» είπε αυτός ο άντρας, αναφερόμενος στον Άγγελο. «Δεν είστε άνθρωπος του λόγου σας.»

Ο Άγγελος έφτυσε. «Δεν είμαι άνθρωπος του χεριού σας.»

«Κρίμα,» είπε ο άντρας με τα σκοτεινά μάτια. «Πολύ φοβάμαι, λοιπόν, πως η συμφωνία μας μόλις έληξε.»

Οι οπλοφόροι ύψωσαν τα τουφέκια τους–

–και τότε, το έδαφος τραντάχτηκε από βαριά, γρήγορα βήματα.

Η Βασιλική στράφηκε και, μέσα απ’το σκοτάδι, είδε το Σερπετό να ξεπροβάλει –το ίδιο Σερπετό! το ίδιο Σερπετό!– με το μοναδικό του κέρατο προτεταμένο για επίθεση, και με τις φολίδες του να γυαλίζουν με γαλανό φως.

Η Γλαυκή είχε παρουσιαστεί ανάμεσα από τα μαύρα σύννεφα.

Τα άλογα και οι οπλοφόροι πανικοβλήθηκαν, βλέποντας το Σερπετό να έρχεται καταπάνω τους. Εκτός των άλλων, πρέπει, αναμφίβολα, να ήταν και η πρώτη φορά που έβλεπαν ένα πλάσμα του είδους του να τρέχει με τέτοια ταχύτητα.

Μονάχα στο όνειρό μου έτρεχε έτσι, σκέφτηκε η Βασιλική.

Ένας από τους οπλοφόρους πρόλαβε να πυροβολήσει εναντίον του Σερπετού, αλλά ή αστόχησε ή η σφαίρα εξοστρακίστηκε πάνω στις σκληρές φολίδες του πλάσματος. Κι ύστερα, το Σερπετό ήταν ανάμεσά τους, βρυχούμενο και χτυπώντας με το κέρατο, το κεφάλι, τα πόδια, και τα δόντια του. Τα άλογα αφήνιαζαν, εκτοξεύοντας τους καβαλάρηδές τους, και οι καβαλάρηδες ούρλιαζαν έντρομοι.

Αλλά η Βασιλική ήξερε μέσα της πως έπρεπε να φύγει, τώρα! Να τρέξει και να κρυφτεί, μαζί με τον Άγγελο. Το ήξερε αυτό τόσο ξεκάθαρα, λες και μια φωνή να είχε μιλήσει στο εσωτερικό του κεφαλιού της. Λες και το Σερπετό, με κάποιον μυστηριώδη τρόπο, να την είχε προστάξει.

Άρπαξε το χέρι του Άγγελου και τον τράβηξε. «Έλα!» του είπε. «Έλα!»

«Όχι,» αποκρίθηκε εκείνος, φέρνοντας αντίσταση. «Έχουμε όχημα.» Και, πλησιάζοντας το δίκυκλο του αναίσθητου κακοποιού, το καβάλησε.

Μειδιώντας, παρά την ελεεινότητα της όλης κατάστασης, η Βασιλική τον ακολούθησε και κάθισε πίσω του.

Ο Άγγελος έβαλε μπροστά τη μηχανή, και η Πριγκίπισσα είπε: «Μακριά. Μακριά απ’την Απαστράπτουσα.»

Οι τροχοί γρύλισαν πάνω στο χώμα, και οι δυο τους χάθηκαν μες στη νυχτερινή ύπαιθρο, ενώ το χαλάζι συνέχιζε να τους μαστιγώνει ανελέητα.

*

«Πού πηγαίνουμε;» ρώτησε, σε λίγο, ο Άγγελος.

«Δεν έχω ιδέα.»

«Βασιλική, πρέπει να σου εξηγήσω κάτι… Ούτε κι εγώ δεν ξέρω τι σκατά ακριβώς συμβαίνει, αλλά–»

«Αργότερα. Κάποιοι έρχονται.»

Από τα δεξιά τους. Δύο δίκυκλα μες στην καταιγίδα, με τους προβολείς αναμμένους.

«Σκατά…» μούγκρισε ο Άγγελος «Σου έχω πει ότι δεν τα πηγαίνω καλά με τα δίκυκλα;»

«Εννοείς με το να τα οδηγείς;»

«Εσύ τι λες; Με το να τα βλέπω;»

«Τρομερή στιγμή διάλεξες για να μου το εκμυστηρ–»

Πυροβολισμοί ήρθαν απ’τους κυνηγούς τους. Φωτιές μέσα στο σκοτάδι και στο χαλάζι. Η Βασιλική νόμισε ότι άκουσε μια σφαίρα να σφυρίζει πλάι στ’αφτί της. Χώμα πετάχτηκε λίγο παραδίπλα. Φύλλα και ξύλα εκτοξεύτηκαν από κάποιο δέντρο.

«Πες μου ότι πήρες το όπλο εκείνου του λεχρίτη, καθώς φεύγαμε,» είπε ο Άγγελος.

«Δεν το πήρα.»

Κι άλλοι πυροβολισμοί.

Η Βασιλική κοίταξε πάνω απ’τον ώμο της. «Νομίζω ότι πλησιάζουν!»

«Σου είπα, δεν τα πάω καλά με τα δίκυκλα– Το δάσος…»

«Τι πράγμα;» Η Βασιλική γύρισε το βλέμμα της, για να κοιτάξει μπροστά, και είδε ότι όντως υπήρχε ένα δάσος.

«Εκεί θα τους ξεφύγουμε.»

«Οι τροχοί–»

«Ακριβώς. Ακόμα κι ετούτα τα καταραμένα δίκυκλα θα δυσκολευτούν εκεί μέσα.»

Ο Άγγελος οδήγησε το όχημά τους στο δάσος, κόβοντας ταχύτητα.

«Προσεχτικά…» ψιθύρισε η Βασιλική, βλέποντας κορμούς και κλαδιά να περνάνε επικίνδυνα κοντά τους. «Προσεχτικά…» Τα χέρια της έσφιγγαν, δυνατά, τη μέση του.

Ύστερα, ένας απ’τους τροχούς του οχήματός τους βρήκε εμπόδιο κάπου: σε κάποια χοντρή ρίζα, ίσως, ή σε κάποια πέτρα, ή σε κάποιον λάκκο. Το αποτέλεσμα, πάντως, ήταν το δίκυκλο να γείρει απότομα στο πλάι και να τιναχτούν κι οι δύο από πάνω του.

Η Βασιλική κατρακύλησε στο υγρό χώμα και στα χόρτα, και κατέληξε μέσα σ’έναν θάμνο. Ένα κλωνάρι, γεμάτο φύλλα, κατέβηκε για να σκεπάσει τη μύτη της. Εκείνη το παραμέρισε, βίαια, σπάζοντάς το. Ανασηκώθηκε και κοίταξε ολόγυρα. Πού ήταν ο Άγγελος; Δεν τον έβλεπε κοντά της.

Από κάπου μπορούσε ν’ακούσει τον ήχο μηχανής και τροχών. Οι διώκτες τους δεν πρέπει να βρίσκονταν μακριά. Ήλπιζε, όμως, να τους είχαν χάσει.

Πού είναι ο Άγγελος;

Η Βασιλική σηκώθηκε και, βαδίζοντας σκυφτή, έψαξε γι’αυτόν, δίχως να φωνάζει. Δεν ήθελε να δίνει στόχο.

Πού είσαι; Πού είσαι; Πού είσαι;

Πλάι σ’ένα δέντρο, παρατήρησε έναν ακίνητο, μαύρο όγκο. Αυτός είναι! Τον πλησίασε, γονατίζοντας πλάι του. Ναι, ήταν ο Άγγελος. Και ήταν χτυπημένος στο κεφάλι· αγγίζοντας τα μαλλιά του, έβαψε τη χούφτα της με αίμα.

Φωτιές του Μαύρου Νάρζουλ, σκατά! Σκατά! Τι θα κάνω τώρα, γαμώ την ατυχία μου;

Έσφιξε τα δάχτυλά της επάνω στο πουκάμισό του και του ψιθύρισε, έντονα, κοντά στ’αφτί: «Άγγελε! Άγγελε! Μ’ακούς; Πρέπει να σηκωθείς, αγάπη μου.»

Τα βλέφαρά του κινήθηκαν· άνοιξαν. Το σώμα του κινήθηκε· ανασηκώθηκε. «Βασιλική…»

«Σσς!» του έκανε εκείνη. «Μας έχουν χάσει. Πρέπει να φύγουμε, όσο έχουμε χρόνο.»

Ο Άγγελος ένευσε. Άγγιξε το κεφάλι του και είδε το αίμα στο χέρι του, αλλά δε φάνηκε να πανικοβάλλεται από αυτό. Το χτύπημα δεν πρέπει να ήταν πολύ σοβαρό. Ευτυχώς, σκέφτηκε η Βασιλική. Ευτυχώς, ευτυχώς.

Σηκώθηκαν και βάδιζαν μέσα στη δασώδη περιοχή, ενώ πίσω τους ο ήχος από τις μηχανές των δίκυκλων οχημάτων ακουγόταν ολοένα και πιο απόμακρος.

Σε κάποια στιγμή, ο Άγγελος παραπάτησε και παραλίγο να πέσει. Η Βασιλική τον συγκράτησε κι εκείνος, απλώνοντας το χέρι του, πιάστηκε απ’τον κορμό ενός δέντρου.

«Τρέμεις,» είπε η Βασιλική.

«Έχει κρύο…»

«Ναι, αλλά είσαι και χτυπημένος, και δε φοράς ούτε παπούτσια.» Έβγαλε το πανωφόρι της και του το έδωσε.

«Όχι–»

«Φόρεσέ το, μην είσαι βλάκας.»

«Είσαι πιο σημαντική από μένα, Πριγκίπισσα. Πρέπει να μείνεις ζωντανή. Κάτι πολύ άσχημο συμβαίνει στην Απολ–»

«Κανείς δε θα πεθάνει. Φόρεσέ το, τώρα.» Συνέχισε να το πιέζει επάνω του. «Ως Πριγκίπισσά σου, το προστάζω.»

Ο Άγγελος ατένισε για λίγο το πρόσωπό της, μέσα στο σκοτάδι. Ύστερα, πήρε το πανωφόρι και το φόρεσε.

Η Βασιλική κούμπωσε το πουκάμισό της και συνέχισαν να βαδίζουν, σκοντάφτοντας κάπου-κάπου.

Το δάσος δεν άργησε να τελειώσει, και βρέθηκαν σ’ένα ανοιχτό μέρος, κατάκοποι, ξεπαγιασμένοι, και φοβισμένοι.

«Πρέπει να βρούμε κατάλυμα κάπου,» μουρμούρισε η Βασιλική.

«Τι είναι αυτό το μαύρο οικοδόμημα;» Ο Άγγελος έδειξε.

Η Βασιλική δεν το είχε προσέξει, παρότι ήταν κάποιο μεγάλο χτίριο που έκρυβε τον ουρανό. «Πάμε να δούμε.»

Αγνοώντας τις γροθιές του χαλαζιού, προχώρησαν. Δεν είχαν άλλη επιλογή, εξάλλου· έπρεπε ή να προχωρήσουν ή να σωριαστούν. Και το δεύτερο δε θα το κάνουμε, σκέφτηκε, επίμονα, η Βασιλική. Όχι, το δεύτερο δεν πρόκειται ποτέ να το κάνουμε.

Βάδισαν προς το μεγάλο οικοδόμημα, και, όσο το πλησίαζαν, μπορούσαν να δουν ολοένα και περισσότερες λεπτομέρειες γι’αυτό. Πρέπει να ήταν κάποιου είδους εργοστάσιο, εγκαταλειμμένο πλέον, ερειπωμένο. Υπήρχαν τρύπες στους τοίχους του· ορισμένα καλώδια που φαίνονταν ήταν σπασμένα· τα τζάμια των παραθύρων ήταν επίσης σπασμένα, και οι πόρτες δε βρίσκονταν σε καλύτερη κατάσταση.

Μια φτερωτή φιγούρα πετούσε από πάνω του. Τι είν’αυτό;

Η φτερωτή φιγούρα χάθηκε.

Νυκτόπτερος; σκέφτηκε η Βασιλική. Νυκτόπτερος ήταν; Προσπάθησε να θυμηθεί τι ήξερε για τους Νυκτόπτερους. Αν δεν τους πειράξουμε, αν δεν κάνουμε φασαρία, δε θα μας επιτεθούν. Ναι, έτσι πρέπει νάναι. Αν δεν τους τραβήξουμε την προσοχή με κανέναν τρόπο, θα περάσουμε απαρατήρητοι, για κάμποσες ώρες. Μέχρι να τελειώσει τούτη η καταιγίδα, τουλάχιστον.

Πέρασαν μια σπασμένη είσοδο του εργοστασίου, μπαίνοντας στο εσωτερικό του, όπου το χαλάζι αντηχούσε δυνατά, χτυπώντας σε δεκάδες σημεία που έκαναν έντονο θόρυβο: κρύσταλλα, ξύλα, σωλήνες, μέταλλα.

Δύο άντρες παρουσιάστηκαν μέσα απ’τις σκιές, σημαδεύοντάς τους με τουφέκια.

«Ακίνητοι!» είπε ο ένας, μιλώντας στη Συμπαντική.

«Δ-δεν είμαστε οπλισμένοι,» κατάφερε να ψελλίσει η Βασιλική. Ποιοι είναι αυτοί; Τι κάνουν εδώ;

«Ποιοι είστε; Τι θέλετε εδώ;»

Η Βασιλική ξεροκατάπιε. «Τις ίδιες απορίες φαίνεται πως έχουμε. Δεν είναι εγκαταλειμμένο τούτο το μέρος;» Προσπάθησε να κρατήσει τη φωνή της σταθερή.

Μερικά φώτα έπεσαν πάνω σ’εκείνη και τον Άγγελο, τυφλώνοντάς τους.

«Τη γνωρίζω αυτήν!» ακούστηκε μια γυναικεία φωνή. «Είναι η αδελφή του Πρίγκιπα!»

Η αδελφή του Πρίγκιπα; Ξέρουν τον Ανδρόνικο; Αυτοί οι άνθρωποι ξέρουν τον Ανδρόνικο; Ή, μήπως –ένα ρίγος τη διαπέρασε–, τον Λούσιο;

Κι άλλες φωνές ακούστηκαν, αλλά ήταν μπερδεμένες και η Βασιλική δε μπορούσε να διακρίνει τι έλεγαν.

Τελικά, ένας άντρας πλησίασε, βιαστικά. Ένας άντρας τον οποίο αναγνώριζε.

«Κύριε Φαρνέλιε;»

«Βασιλική,» είπε ο χρυσόδερμος, γενειοφόρος άντρας. «Τι κάνεις εδώ, παιδί μου, μέσα σε τούτη την καταιγίδα; Έλα μέσα. Έλα μέσα. Ελάτε, κι οι δυο σας.»

17

Το σκοτάδι είχε καταπιεί τον Πρίγκιπα Ανδρόνικο.

Περιπλανιόταν μέσα στο σκοτάδι, έχοντας χάσει κάθε αίσθηση κατεύθυνσης, προσανατολισμού, και χρόνου. Αλλά ήταν βέβαιος πως καμια του κίνηση δεν τον πήγαινε ένα βήμα πιο μακριά από τη φυλακή του· αντιθέτως, κάθε του βήμα βοηθούσε μόνο για να ολοκληρώνει την περιφέρεια ενός κύκλου, ή ακόμα και να τον βυθίζει σε μια ολοένα και χειρότερη κατάσταση απελπισίας και παραφροσύνης.

Γιατί το σκοτάδι ήταν ζωντανό. Όπου κι αν πήγαινε ο Ανδρόνικος, μπορούσε ν’ακούσει τις φωνές ακατονόμαστων πλασμάτων, ή τα σουρσίματά τους, ή τα βήματά τους, ή τα νύχια τους που τρίβονταν, ανατριχιαστικά, στο πέτρινο πάτωμα, ή τα φτερά τους που χτυπούσαν τον αέρα. Κι αλήθεια, τι μπορεί να ήταν αυτό που φτερούγιζε κάθε τόσο; Κάποιου είδους νυχτερίδα; Ή, ίσως, Νυκτόπτερος; Αλλά, Νυκτόπτερος εδώ μέσα;

Πού είμαι; Πού βρίσκομαι;

Ο Ανδρόνικος περνούσε μέσα από ανοίγματα και σήραγγες και διόδους, απορώντας με την πολυπλοκότητα της φυλακής του. Ένας λαβύρινθος. Τίποτα περισσότερο από ένας λαβύρινθος. Και, σε σημεία του, ένα σωρό ύπουλες παγίδες: κοφτερά αντικείμενα στο πάτωμα, και λάκκοι, και γλοιώδεις λάσπες· αλυσίδες που κρέμονταν απ’το ταβάνι κι επάνω τους είχαν ξυράφια· τεντωμένα σχοινιά, για να τον κάνουν να σκοντάψει.

Ορισμένες φορές, τα δαιμονικά πλάσματα του σκοταδιού έρχονταν πιο κοντά του, και τότε ο Ανδρόνικος μπορούσε να τα νιώσει να περνάνε από δίπλα, τρίβοντας το τρίχωμά τους, ή το γλοιώδες πετσί τους, πάνω στο γυμνό του δέρμα και φέρνοντας μια πυκνή αποφορά στα ρουθούνια του. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, εκείνος έτρεχε να φύγει, γιατί ήταν βέβαιος ότι προσπαθούσαν να τον περικυκλώσουν και να τον κατασπαράξουν. Μπορούσαν να μυριστούν το αίμα του.

Οι φρουροί του μέρους πάντοτε τον έβρισκαν για να του φέρουν φαγητό, μία φορά την ημέρα (ή, τουλάχιστον, έτσι εκείνος υπέθετε: ότι το έφερναν μία φορά την ημέρα). Παρά τη λαβυρινθώδη φύση της φυλακής του, πάντοτε τον έβρισκαν· κι αυτό πρέπει να σήμαινε ότι η φυλακή του δεν ήταν, στην πραγματικότητα, τόσο μπερδεμένη: το σκοτάδι και οι παράξενοι ήχοι και οι παγίδες ήταν που την έκαναν μπερδεμένη. Μακάρι να μπορούσα να σκεφτώ καθαρά. Αν μπορούσα να σκεφτώ καθαρά, ίσως να κατάφερνα να αποκωδικοποιήσω τη λογική αυτού του καταραμένου μέρους και να αποδράσω.

Αλλά δεν μπορούσε να σκεφτεί καθαρά. Η πείνα και η δίψα τον θέριζαν, καθώς το φαγητό που του έφερναν ήταν ελάχιστο· το κρύο πάτωμα πάγωνε το γυμνό του σώμα· η έλλειψη ρούχων και όπλων τον έκανε να αισθάνεται ευάλωτος και φοβισμένος ενάντια στα θηρία που τριγύριζαν στον ίδιο λαβύρινθο μ’εκείνον· το σκοτάδι έδινε τροφή στην παράνοιά του, τρελαίνοντας όλες τις αισθήσεις τους, εκτός από την όραση, την οποία και καταργούσε –και ο άνθρωπος είναι τόσο συνηθισμένος να βασίζεται στην όρασή του…

Ο Ανδρόνικος ήξερε ότι υπήρχαν στιγμές που ούρλιαζε ή βρυχιόταν, σαν κτήνος· στιγμές που δεν μπορούσε να τις ξεχωρίσει από τα όνειρά του: η πραγματικότητα έμοιαζε να γλιστρά μες στο όνειρο και το όνειρο μες στην πραγματικότητα. Τα δαιμονικά πλάσματα τον καταδίωκαν, κι εκείνος αναγκαζόταν να στρίβει σε γωνίες και να περνά διόδους και να σέρνεται σε στενές, γλοιώδεις σήραγγες –και μετά, ξυπνούσε, ουρλιάζοντας, για να διαπιστώσει ότι τίποτα δεν τον κυνηγούσε, όχι τώρα τουλάχιστον, παρά βρισκόταν μόνος, στο σκοτάδι, κουλουριασμένος πάνω στο κρύο, πέτρινο πάτωμα.

Ο Ανδρόνικος τρελαινόταν. Το καταλάβαινε, αλλά δεν μπορούσε να κάνει κάτι για να το εμποδίσει. Το σκοτάδι κατέτρωγε την ψυχή του. Μετά από τόσους αγώνες που είχε δώσει, ήξερε πως ήταν καταδικασμένος να τελειώσει εδώ, σε κάποια ακατονόμαστα βάθη, κάτω από το ίδιο το παλάτι της Απαστράπτουσας, προδομένος από τον ίδιο του τον αδελφό…

*

«Αρχόντισσά μου,» είπε ο Φαιόνυχος, «πιστεύουμε ότι πρέπει να είναι έτοιμος να δεχτεί το Άγγιγμα.»

«Δείξε μου,» πρόσταξε η Δομινίκη.

Ο Φαιόνυχος πλησίασε την κονσόλα στον τοίχο, και πάτησε ένα πλήκτρο. Η οθόνη άνοιξε, αποκαλύπτοντας έναν σκοτεινό χώρο και, στο κέντρο του, μια ανθρώπινη φιγούρα, ξαπλωμένη και τυλιγμένη. Η ανθρώπινη φιγούρα φαινόταν μόνο ως θερμική εικόνα, ακριβώς όπως την έβλεπαν οι αισθητήρες στο ταβάνι.

«Φως,» είπε η Δομινίκη.

Ο Φαιόνυχος υπάκουσε, πατώντας ένα άλλο κουμπί. Ο χώρος που έδειχνε η οθόνη φωτίστηκε, φανερώνοντας τον Ανδρόνικο, μέσα σ’ένα άδειο, πέτρινο δωμάτιο. Η μορφή του ανασάλεψε και ανασηκώθηκε ελαφρώς, κοιτάζοντας τριγύρω. Το σώμα του ήταν αδυνατισμένο και γεμάτο μελανιές και μικρά σκισίματα, τα μούσια του και τα μαλλιά του μπερδεμένα και άλουστα.

«Είστε βέβαιοι ότι είναι έτοιμος;» ρώτησε η Δομινίκη.

«Ναι, Αρχόντισσά μου· είναι έτοιμος.» Αυτή δεν ήταν η φωνή του Φαιόνυχου. Είχε έρθει απ’την άλλη μεριά της Δομινίκης, και ανήκε στη Θέμιδα, μια ψηλή, λιγνή γυναίκα, σχεδόν κοκαλιάρα, με μακριά, μαύρα μαλλιά. Ιέρεια του Μαύρου Νάρζουλ, και ανάμεσα στους επόπτες των Σκοτεινών Κελιών.

Η Δομινίκη στράφηκε να την ατενίσει. «Ο Δάσκαλος μάς κοιτάζει, Θέμιδα,» είπε, «και κρίνει την κρίση μας.»

«Δεν κάνω λάθος, Αρχόντισσά μου.»

«Θα το ανακαλύψουμε αμέσως. Γιατί, αν είναι έτοιμος, τότε ήρθε η ώρα για το Άγγιγμα.»

Η Δομινίκη βγήκε απ’τον πέτρινο θάλαμο με τον εξοπλισμό παρακολούθησης των Σκοτεινών Κελιών και πήγε σ’ένα άλλο δωμάτιο, πολύ μικρότερο, πίσω από μια βαριά, μαύρη κουρτίνα. Ένας καθρέφτης υπήρχε εδώ, στον τοίχο, και μια κρεμάστρα με μελανόχρωμους χιτώνες. Η Δομινίκη έβγαλε τα κοσμήματά της και τ’άφησε σε μια θυρίδα του τοίχου. Έβγαλε το φόρεμά της και το κρέμασε στην κρεμάστρα. Πήρε έναν από τους χιτώνες και τον φόρεσε, δένοντάς τον στη μέση της με την πάνινη ζώνη του. Ήταν έτοιμη για την Επίκληση του Εσώτερου Δαιμόνιου.

Βγήκε απ’το μικρό δωμάτιο και βάδισε προς ένα άλλο, πολύ πιο ευρύχωρο και στρογγυλό. Η Θέμιδα βρισκόταν ήδη εκεί, όπως επίσης και ο Φαιόνυχος και μερικοί άλλοι, όλοι τους πιστοί υπηρέτες του Μαύρου Νάρζουλ, που θα έδιναν ακόμα και τη ζωή τους για τον Δάσκαλο του Τρόμου, γιατί ήξεραν ότι η ζωή τους ήταν απόλυτα συνδεδεμένη μ’Εκείνον. Εκείνος ήταν η πηγή απ’την οποία έπιναν νερό. Εκείνος ήταν που τους πρόσφερε ό,τι επιθυμούσαν. Εκείνος ήταν που είχε τη δύναμη να καθυποτάσσει τους άπιστους και να δίνει δόξα και αναγνώριση στους πιστούς.

Η Δομινίκη πέρασε ανάμεσα από όλους τους συγκεντρωμένους πιστούς και στάθηκε στο κέντρο του στρογγυλού δωματίου, ενώ αυτοί έκλιναν τα κεφαλιά τους, ευλαβικά και ως ένδειξη σεβασμού προς το αξίωμα μιας Αρχιέρειας του Δασκάλου.

Σιγή απλώθηκε για μερικές στιγμές μέσα στο δωμάτιο, κι ύστερα η Δομινίκη έκλεισε τα μάτια της, άδειασε το νου της, και ψιθύρισε τα λόγια της Επίκλησης. Είπε τα Οκτώ Ονόματα, και ζήτησε τη Χάρη του Δασκάλου, και παρακάλεσε για τη Σοφία και τη Γνώση του… και τέλος, έψαξε μέσα στον εαυτό της, μέσα στην ίδια της την ψυχή, ώσπου, σχετικά εύκολα, βρήκε εκείνο που αναζητούσε.

Το Εσώτερο Δαιμόνιο, που υπήρχε στην ψυχή κάθε άντρα και κάθε γυναίκας, και που μονάχα με πίστη και αφοσίωση στον Δάσκαλο μπορούσε κανείς να απελευθερώσει.

Η Δομινίκη, λύνοντας με μια απλή κίνηση την πάνινη ζώνη της, κράτησε στις γροθιές της τις άκριες του μελανού της χιτώνα, και τον άνοιξε. Και όσοι ήταν γύρω της δεν είδαν το μεσοφόρι που φορούσε από μέσα, αλλά ένα απύθμενο, μαύρο κενό, από τα πέρατα του οποίου ερχόταν γρήγορα το Εσώτερο Δαιμόνιό της. Στην αρχή, δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα πορφυρό σημάδι, αλλά έπειτα μεγάλωσε και μεγάλωσε και μεγάλωσε, φανερώνοντας τα μέλη του και τα μαύρα του μάτια. Και τέλος, πετάχτηκε έξω απ’το σκοτάδι, και τα χρώματά του άλλαξαν: το πορφυρό του σώμα έγινε μαύρο, και τα μάτια του έγιναν κόκκινα, ενώ μια μακριά ουρά το ένωνε με την Αρχιέρεια, φτάνοντας εκεί όπου κανονικά θα έπρεπε να ήταν το στήθος της.

Η Δομινίκη μπορούσε να δει τώρα μέσα από τα μάτια του Εσώτερου Δαιμόνιού της· μπορούσε να δει τα πάντα σε απόχρωση του κόκκινου, σαν να ονειρευόταν. Κι επίσης σαν να ονειρευόταν, αισθανόταν το σώμα της ελαφρύ, τόσο ελαφρύ. Γνώριζε, όμως, ότι δεν ήταν το αληθινό της σώμα, αυτό που αισθανόταν, αλλά η πνευματική ύλη του Εσώτερου Δαιμόνιού της…

…το οποίο και κατεύθυνε προς έναν αγωγό, στο βάθος του στρογγυλού δωματίου. Το έβαλε να διασχίσει τον αγωγό και να φτάσει στα Σκοτεινά Κελιά, και στο Κελί του Ανδρόνικου. Το Εσώτερο Δαιμόνιο μπορούσε εύκολα, εδώ, να ακολουθήσει τους αισθητήρες, που βρίσκονταν στο ταβάνι και σε τηλεπικοινωνιακή επαφή ο ένας με τον άλλο, ώστε να εντοπίσει τον Πρίγκιπα.

Η Δομινίκη τον είδε να είναι ξανά κουλουριασμένος μέσα στο σκοτάδι, περίτρομος και ταλαιπωρημένος. Ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος ήταν, αναμφίβολα, στο έλεός τους. Είχε έρθει το τέλος του.

Το Εσώτερο Δαιμόνιο ερεύνησε τα σύνορα της νόησής του.

Ναι, είναι όντως έτοιμος. Ο νους του παραπαίει στα όρια της παραφροσύνης. Τον φέραμε εκεί που τον θέλαμε.

Το Εσώτερο Δαιμόνιο καταδύθηκε στην ψυχή του Ανδρόνικου, τυλίγοντάς την, πνίγοντάς την με τη μανία του. Ένας ισχυρός, εστιασμένος νους εναντίον ενός νου καταπονημένου και αδύναμου.

Το Εσώτερο Δαιμόνιο ύφανε τον ιστό του γύρω απ’το μυαλό του Πρίγκιπα Ανδρόνικου: έναν μαύρο διχτυωτό ιστό, που έκανε την πραγματικότητα ψέμα και το ψέμα πραγματικότητα, ή, όπως θα έλεγε κάποιος επιστήμονας, μελετητής, ή γιατρός, προκαλούσε οξείες παραισθήσεις.

Το Εσώτερο Δαιμόνιο, έχοντας ολοκληρώσει τη δουλειά του, αποτραβήχτηκε και πέταξε μέσα στους λαβυρινθώδεις χώρους των Σκοτεινών Κελιών, επιστρέφοντας στον αγωγό, στο στρογγυλό δωμάτιο, και στο σώμα της Δομινίκης.

Εκείνη έκλεισε αμέσως τον χιτώνα της και κράτησε τα χέρια της διπλωμένα μπροστά στο στήθος και στην κοιλιά της. Ξεροκατάπιε, νιώθοντας τον λαιμό της σκληρό.

Τα πράγματα είχαν πάει καλά, αλλά ακόμα και τώρα, ύστερα από τόσες Επικλήσεις του Εσώτερου Δαιμόνιού της, δεν είχε συνηθίσει απόλυτα τη μεταβατική κατάσταση μετά την επιστροφή του. Αισθανόταν λες και τα σωθικά της να είχαν γυρίσει ανάποδα και να στριφογύριζαν σαν φίδια μέσα της· αισθανόταν την καρδιά της να πονά, λες και κάτι αόρατο να την είχε γρατσουνίσει· αισθανόταν τους πνεύμονές της να έχουν πάρει φωτιά: κάθε εισπνοή ήταν οδυνηρή. Ο πόνος θα περνούσε, όμως· απλά, χρειαζόταν την ώρα του. Το μόνο πράγμα που τον βοηθούσε να περάσει πιο γρήγορα, η Δομινίκη είχε διαπιστώσει, ήταν η ερωτική πράξη και ένας καλός οργασμός, σαν να έπρεπε να πείσει τον εαυτό της ότι ήταν άνθρωπος και βρισκόταν ξανά μέσα σ’ένα ανθρώπινο σώμα.

«Τελείωσε,» είπε, δένοντας την πάνινη ζώνη του χιτώνα της. «Ο κρατούμενος έχει δεχτεί το Άγγιγμα. Δεν υπάρχει πλέον λόγος να τον έχετε στα Σκοτεινά Κελιά.»

«Πού να τον μεταφέρουμε, Αρχόντισσά μου;» ρώτησε ο Φαιόνυχος.

«Σ’ένα απλό κελί.» Το μυαλό του φτάνει τώρα για να τον βασανίζει από μόνο του· δε χρειάζεται τη δική μας βοήθεια.

Περνώντας ανάμεσα από τους υπόλοιπους πιστούς, βγήκε απ’τον στρογγυλό θάλαμο και πήγε στο μικρό δωμάτιο, πίσω από τη βαριά, μαύρη κουρτίνα. Έβγαλε τον χιτώνα της και τον κρέμασε. Στάθηκε, για λίγο, μπροστά στον καθρέφτη, αγγίζοντας το στήθος και την κοιλιά της, καθώς αισθανόταν όλα τα εσωτερικά της όργανα να βρίσκονται σε οδυνηρή λειτουργία. Σαν γρανάζια που κάποιος είχε καιρό να τα λαδώσει και να τα βάλει να περιστραφούν. Αλλά εκείνη είχε επικαλεστεί το Εσώτερο Δαιμόνιό της μονάχα για μερικές στιγμές…

Πήρε το φόρεμά της από την κρεμάστρα και το φόρεσε. Τα κουμπιά του βρίσκονταν στην πλάτη, και ήταν κόπος να τα θηλυκώσει, ειδικά έτσι όπως πονούσε μέσα της. Όμως δεν άργησε να το καταφέρει.

Πήρε τα κοσμήματά της απ’τη θυρίδα, τα φόρεσε κι αυτά, και βγήκε απ’το μικρό δωμάτιο. Αφήνοντας τα υπόγεια, επέστρεψε στα επάνω πατώματα του παλατιού και πήγε στα διαμερίσματα του Λούσιου, βρίσκοντάς τον να στέκεται μπροστά σ’ένα παράθυρο και ν’ατενίζει την Απαστράπτουσα στο φως του απογεύματος. Τα χέρια του ήταν πιασμένα πίσω του, και της είχε γυρισμένη την πλάτη, αν κι εκείνη ήταν βέβαιη πως την είχε ακούσει να μπαίνει.

Κανονικά, θα έπρεπε να είχε γυρίσει και να σε είχε αγκαλιάσει, είπε μια αδύναμη, ενοχλητική φωνή μέσα της. Η Δομινίκη την αγνόησε.

«Τι έγινε;» ρώτησε ο Λούσιος, βαριά και κουρασμένα.

«Τελείωσε,» αποκρίθηκε η Δομινίκη, πλησιάζοντάς τον. «Τελείωσε.» Τον αγκάλιασε από πίσω, διατρέχοντας τα χέρια της επάνω στο στήθος του και στις πτυχές του πουκαμίσου του. Φίλησε το πλάι του λαιμού του. «Τελείωσε.»

«Είναι τρελός, λοιπόν…» Ο Λούσιος δεν κινήθηκε· η φωνή του εξακολουθούσε να είναι βαριά.

«Ακίνδυνος, πλέον.» Η Δομινίκη ξεκούμπωσε τρία κουμπιά του πουκαμίσου του και πέρασε τα χέρια της μέσα. Η γλώσσα της γαργάλισε το αφτί του.

«Σταμάτα,» της είπε ο Λούσιος.

«Γιατί;» του ψιθύρισε εκείνη.

Ο Λούσιος έπιασε τους καρπούς της και σήκωσε τα χέρια της από πάνω του. Ύστερα, απομακρύνθηκε, βηματίζοντας μες στο δωμάτιο. «Είναι αδελφός μου!» είπε.

Η Δομινίκη αισθάνθηκε τις γροθιές της να σφίγγονται, και τα νύχια της να μπήγονται στις παλάμες της. «Τώρα το θυμήθηκες;»

«Ποτέ δεν το ξέχασα.» Ο Λούσιος στράφηκε για να την αντικρίσει.

«Κι επειδή το θυμάσαι πως είναι αδελφός σου, γι’αυτό τον μισείς,» έκανε η Δομινίκη, θυμωμένη, και νιώθοντας πως έπρεπε να πει κάτι για να τον πληγώσει.

Ο Λούσιος έφυγε απ’το δωμάτιο, χωρίς ν’αποκριθεί.

«Πού πας;» φώναξε η Δομινίκη, αλλά απάντηση δεν πήρε.

Τα σωθικά της στριφογύριζαν, σαν φίδια.

*

Ο Αυγερινός δεν είχε ξανάρθει σε επικοινωνία με τη Βασίλισσα Γλυκάνθη, ύστερα από εκείνη την πρώτη τους συνάντηση (και συνεννόηση) στον εγκαταλειμμένο στάβλο του παλατιού. Είχαν συμφωνήσει να περιμένουν, προτού ενεργήσουν. Να περιμένουν, παρατηρώντας τις κινήσεις του Λούσιου και των γύρω του. Μοναδικός κρίκος επικοινωνίας ανάμεσα στους δυο τους θα ήταν η Αγάθη, η υπηρέτρια της Βασίλισσας· ωστόσο, μέχρι στιγμής, εκείνη δεν είχε πλησιάσει τον Αυγερινό για να του μιλήσει, ή να του δώσει κάποιο μήνυμα, αλλά ούτε αυτός την είχε πλησιάσει, γιατί δεν είχε να της προσφέρει κάποια πληροφορία που να πιστεύει πως θα ενδιέφερε την κυρά της.

Ο Αυγερινός, λοιπόν, έκανε τα καθήκοντά του στο παλάτι, όπως παλιά. Και, συγχρόνως, κατασκόπευε. Παρακολουθούσε όσα περισσότερα πράγματα μπορούσε, και μάθαινε. Τις παρατηρήσεις του δεν τις σημείωνε σε κάποιο σημειωματάριο ή πουθενά αλλού, γιατί δεν ήθελε, σε καμία περίπτωση, να πέσουν στα λάθος χέρια. Τις κρατούσε μέσα στο κεφάλι του, και πίστευε πως αυτό ήταν αρκετό.

Ανάμεσα στις παρατηρήσεις του ήταν και μία που δεν του άρεσε καθόλου. Ή, μάλλον, δεν ήξερε πώς ακριβώς να τη χαρακτηρίσει. Λανθασμένη, ίσως; Ή σωστή αλλά λυπηρή;

Μερικές φορές, είχε δει τη Βασίλισσα Γλυκάνθη να βαδίζει στους διαδρόμους και στις αίθουσες του παλατιού, αλλά δεν του έμοιαζε καλά. Ή, πιο συγκεκριμένα, του έμοιαζε αλλαγμένη σε σχέση με παλιότερα. Θα μπορούσε, μάλιστα, να υποθέσει πως κάτι είχε, ξαφνικά, εισβάλει στο μυαλό της Βασίλισσας· κάποιο καινούργιο πρόβλημα που την απασχολούσε έντονα. Τι πρόβλημα, όμως, να ήταν αυτό; Σημαντικότερο από τη φυλάκιση του Πρίγκιπα Ανδρόνικου; Ο Αυγερινός ήταν παραξενεμένος. Ωστόσο, αισθανόταν βέβαιος πως κάτι δεν πήγαινε καλά με τη Βασίλισσα Γλυκάνθη. Ίσως να μην ήταν παρά μια ανησυχία του, σκεφτόταν, αλλά, από την άλλη, ίσως να ήταν κάτι πολύ περισσότερο. Εξάλλου, αντιλαμβανόταν πράγματα τώρα που παλιά δεν μπορούσε, με κανέναν τρόπο, να αντιληφτεί. Από τότε που είχε γνωρίσει τον Κύριο του Γαλανού Φωτός, ο Αυγερινός δεν ήταν ο ίδιος. Είχε μεταλλαχτεί. Όχι σωματικά. Τίποτα δεν είχε αλλάξει στην εμφάνισή του –εκτός απ’την ουλή στο πρόσωπό του, φυσικά–, αλλά στην ψυχή του είχαν αλλάξει πάρα, μα πάρα, πολλά. Αισθανόταν σχεδόν σαν άλλος άνθρωπος, αν και, βέβαια, δεν είχε ξεχάσει το παρελθόν του.

Και την αλλαγή στον εαυτό του δεν την είχε παρατηρήσει μονάχα εκείνος. Οι δικοί του, που έμεναν μέσα στην Απαστράπτουσα, την είχαν προσέξει επίσης. Τον είχαν ρωτήσει αν ήταν σίγουρος πως ήταν καλά, και του είχαν πει πως, αν δεν ήταν καλά, έπρεπε να ζητήσει άδεια, για κάνα-δυο μήνες. Ο Αυγερινός, όμως, είχε αποκριθεί ότι ήταν μια χαρά. Το χτύπημα στο πρόσωπό του ήταν επιφανειακό· δεν του είχε προκαλέσει κανένα σοβαρό πρόβλημα. Και η δουλειά του του έκανε καλό. Απλά, ύστερα από την τραυματική εμπειρία του, είχε δει τον κόσμο με άλλα μάτια· «κι αυτό δεν το θεωρώ καθόλου αρνητικό,» είχε τονίσει.

Η Ξανθίππη, όμως, δεν είχε την ίδια γνώμη.

Έβγαινε με τον Αυγερινό τα δύο τελευταία χρόνια, και δεν είχαν μεταξύ τους κανένα πρόβλημα… μέχρι τώρα. Η Ξανθίππη είχε υποστηρίξει πως δεν μπορούσε πλέον να τον καταλάβει, πως φερόταν πολύ περίεργα, πως έμοιαζε χαμένος στον εαυτό του· κι έτσι, είχε προτείνει να αποστασιοποιηθούν, για λίγο καιρό τουλάχιστον. Ο Αυγερινός πίστευε, όμως, ότι η πραγματική αιτία ήταν η ουλή στο πρόσωπό του· η Ξανθίππη δεν ήθελε να βλέπει την όψη του: την τρόμαζε, την απωθούσε…

Κανονικά –δηλαδή, πριν από τον τραυματισμό του–, η συμπεριφορά της αυτή θα τον είχε ενοχλήσει. Θα τον είχε, ίσως, εξοργίσει. Αλλά τώρα έβλεπε –έκπληκτος κι ο ίδιος– ότι η αντίδρασή του ήταν τελείως διαφορετική. Είχε συμφωνήσει να αποστασιοποιηθούν, μη φέρνοντας καμία αντίρρηση και χωρίς, κατά βάθος, να τον στενοχωρεί το γεγονός. Ήταν φυσιολογικό αυτό; αναρωτιόταν, ορισμένες φορές, καθώς φυλούσε σκοπιά στο παλάτι, μέσα στη νύχτα. Ήταν φυσιολογικό που δεν τον στενοχωρούσε ο χωρισμός του με την Ξανθίππη; Του ήταν αδύνατον να δώσει απάντηση, καθώς ποτέ δεν τα πήγαινε καλά με την ψυχολογία και τους ψυχολόγους. Εκείνο, όμως, που ήξερε ήταν πως τώρα αισθανόταν ότι είχε έναν υψηλότερο σκοπό να εκπληρώσει, ένα καθήκον πάνω από κάθε άλλο· κι ετούτο καθιστούσε ασήμαντα όλα τα υπόλοιπα πράγματα στη ζωή του, ανάμεσα στα οποία ήταν και η Ξανθίππη.

Ο Αυγερινός ένιωθε ότι, υπηρετώντας τη Βασίλισσα Γλυκάνθη και τον Πρίγκιπα Ανδρόνικο, υπηρετούσε την ίδια την Απολλώνια. Όχι το Βασίλειο της Απολλώνιας· τη διάσταση της Απολλώνιας.

Ένα μεσημέρι, ο διοικητής της φρουράς του παλατιού τον κάλεσε στο γραφείο του, για να του μιλήσει.

Ο Αυγερινός πήγε και χαιρέτισε στρατιωτικά.

Ο διοικητής σηκώθηκε και τον πλησίαζε. «Πώς αισθάνεσαι, Αυγερινέ;» ρώτησε.

«Καλά, κύριε Διοικητά.»

«Αυτό με χαροποιεί,» αποκρίθηκε ο γκριζομάλλης διοικητής, «γιατί σου έχω μια ειδική αποστολή.»

«Ειδική αποστολή, κύριε Διοικητά;»

Ο διοικητής χαμογέλασε σαν γριά αλεπού. «Δεν είναι τίποτα το σπουδαίο. Είναι, ας πούμε, μια… απλή ειδική αποστολή.»

Ο Αυγερινός τον περίμενε να συνεχίσει.

«Τη Βασίλισσα Γλυκάνθη, ασφαλώς, τη γνωρίζεις. Σου έχω έναν φάκελο εδώ…» Ο διοικητής ακούμπησε τα δάχτυλά του επάνω σ’έναν λεπτό φάκελο στο γραφείο του. «Μέσα, θα βρεις κάποιες λέξεις ή φράσεις που θα πεις στη Βασίλισσα, αν τύχει να περάσει από κοντά σου ενώ φυλάς σκοπιά, ή αν τύχει να σου μιλήσει.»

Ο Αυγερινός συνοφρυώθηκε. «Λέξεις ή φράσεις; Για ποιο λόγο, κύριε Διοικητά;»

«Ο λόγος δεν έχει σημασία.» Ο διοικητής πήρε τον φάκελο από το γραφείο του και τον έδωσε στον Αυγερινό. «Σημασία έχει να κάνεις το καθήκον σου όπως οφείλεις, στρατιώτη.»

«Ασφαλώς, κύριε Διοικητά,» αποκρίθηκε ο Αυγερινός.

«Επίσης,» πρόσθεσε ο διοικητής, «δε θα μιλήσεις σε κανέναν για το φάκελο που σου έδωσα. Η αποστολή είναι μυστική, και κανείς –κανείς– δεν χρειάζεται να γνωρίζει γι’αυτήν, εκτός από εσένα κι εμένα. Σαφές;»

«Σαφέστατο, κύριε Διοικητά.»

«Ελεύθερος.»

Ο Αυγερινός έφυγε από το γραφείο· και, όταν ήταν μόνος, στο δωμάτιό του, άνοιξε τον φάκελο και τον κοίταξε. Όπως είχε πει ο διοικητής, μέσα ήταν πράγματι γραμμένες κάποιες λέξεις και φράσεις. Ο Αυγερινός τις διάβασε με περιέργεια, γιατί δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτα το ιδιαίτερο σ’αυτές. Μία φράση έλεγε: Συννεφιά σήμερα… και, εντός παρενθέσεως, Να το πεις μόνο αν όντως ο ουρανός είναι συννεφιασμένος. Και, φυσικά, καθότι χειμώνας, ο ουρανός ήταν συχνά συννεφιασμένος πάνω απ’το παλάτι της Απαστράπτουσας. Μια άλλη φράση ήταν: Οι θεοί μαζί σας, Μεγαλειοτάτη. Επίσης, στο τέλος της σελίδας, υπήρχαν μερικές οδηγίες σχετικά με το πώς έπρεπε να χρησιμοποιούνται αυτές οι λέξεις ή φράσεις· και, απ’ό,τι φαινόταν, το βασικό ήταν ότι ο ομιλητής –αυτός πρέπει να είμαι εγώ– όφειλε να τις χρησιμοποιεί όταν θα τις χρησιμοποιούσε και πραγματικά, ώστε να μοιάζουν φυσικές, όχι κάτι το τεχνητό.

Ο Αυγερινός άφησε τον φάκελο πάνω στο μικρό γραφείο του, γέμισε ένα ποτήρι κρασί, και ήπιε, προσπαθώντας να καταλάβει τι νόημα μπορεί να είχαν όλα τούτα.

Ήταν, μήπως, κάποιο μήνυμα που ήθελε η Βασίλισσα Γλυκάνθη να του μεταφέρει; Δεν το νόμιζε, γιατί δεν μπορούσε να βγάλει καμία πληροφορία απ’όλες αυτές τις ασυναρτησίες· και, σίγουρα, οι φράσεις δεν ήταν κωδικοποιημένες με κάποιον τρόπο που εκείνος κι η Βασίλισσα είχαν συμφωνήσει, αφού δεν είχαν συμφωνήσει σε κανέναν τρόπο κωδικοποίησης. Είχαν πει, ξεκάθαρα, ότι ο συνδετικός τους κρίκος θα ήταν η Αγάθη, και τίποτα περισσότερο.

Επομένως, αν η Βασίλισσα ήθελε να μου μεταφέρει κάποια πληροφορία, δε θα το έκανε μέσω του διοικητή της φρουράς του παλατιού, και σίγουρα όχι μ’αυτόν τον ηλίθιο φάκελο.

Τι μπορεί, λοιπόν, να σήμαιναν όλα τούτα; Μήπως κάποιος άλλος ήθελε να μεταφέρει ένα μήνυμα στη Βασίλισσα Γλυκάνθη;

Και γιατί επέλεξε εμένα ως μαντατοφόρο;

Ο Αυγερινός κάθισε στην άκρη του κρεβατιού του και ήπιε ακόμα μια γουλιά κρασί. Κι αν δεν είμαι ο μοναδικός μαντατοφόρος; Όπως ο διοικητής της φρουράς είχε καλέσει εκείνον στο γραφείο του και, μετά, του είχε ζητήσει να μην πει τίποτα για την αποστολή του, μπορούσε να είχε κάνει το ίδιο και με… με, ουσιαστικά, όλους τους υπόλοιπους παλατιανούς φρουρούς· και κανένας τους δε θα έλεγε στον άλλο για την αποστολή, αφού θα είχαν εντολή να την κρατήσουν κρυφή, και η ανυπακοή ήταν γνωστό πως τιμωρείτο με θάνατο.

Αν, λοιπόν, τα πράγματα ήταν έτσι, τότε η Βασίλισσα Γλυκάνθη θα δεχόταν το ίδιο περίεργο μήνυμα από όλους τους φρουρούς· ή, τουλάχιστον, από πάρα πολλούς από αυτούς.

Γιατί, όμως;

Και ποιος έστελνε το μήνυμα; Ο διοικητής της φρουράς; Ο Λούσιος; Η Δομινίκη;

Ο Αυγερινός τελείωσε το κρασί του. Κάτι αλλόκοτο –και, ίσως, επικίνδυνο– συνέβαινε, και καλύτερα η Βασίλισσα να το μάθαινε, το συντομότερο δυνατό.

*

Η μελαχρινή, μικρόσωμη υπηρέτρια ανέβαινε μια στριφτή, πέτρινη σκάλα του παλατιού, έχοντας μια διπλωμένη κουρτίνα ριγμένη επάνω στον πήχη του δεξιού της χεριού.

Φτάνοντας στην κορυφή της σκάλας, κάποιος την άρπαξε απ’τη μέση και την τράβηξε στις σκιές, ενώ μια παλάμη τής έκλεινε το στόμα.

«Σσς,» είπε μια φωνή κοντά στ’αφτί της. «Είμαι ο Αυγερινός. Με ξέρεις, σωστά;»

Η υπηρέτρια κούνησε το κεφάλι, καταφατικά.

Ο Αυγερινός την ελευθέρωσε, κι εκείνη στράφηκε να τον αντικρίσει. «Γιατί είναι ανάγκη κάθε φορά να το κάνεις αυτό;» διαμαρτυρήθηκε.

«Απλά, ήμουν επιφυλακτικός,» αποκρίθηκε εκείνος.

Ο Αγάθη αναποδογύρισε τα μάτια. «Εντάξει. Τι είναι;»

«Συμβαίνει κάτι με την κυρά σου, τελευταία;»

Εκείνη ατένισε, παρατηρητικά, το πρόσωπό του. «Σαν τι;»

«Δεν ξέρω. Οτιδήποτε. Έχεις προσέξει τίποτα;»

«Γιατί ρωτάς;»

Ο Αυγερινός μειδίασε, αχνά. «Όπως βλέπω, είσαι κι εσύ επιφυλακτική.»

«Δε σε ξέρω,» είπε η Αγάθη. «Καθόλου.»

«Η Βασίλισσα, όμως, φαίνεται πως με εμπιστεύεται. Θα απαντήσεις, λοιπόν, στην ερώτησή μου;»

«Όχι,» αποκρίθηκε η Αγάθη, «δεν έχω προσέξει τίποτα το περίεργο.»

Λες ψέματα, σκέφτηκε ο Αυγερινός. Μπορούσε να το καταλάβει απ’το γεγονός ότι τον κοίταζε κατάματα· τον κοίταζε τόσο έντονα κατάματα, που έμοιαζε να προσπαθεί να διαλύσει κάθε υποψία ψεύδους απ’το μυαλό του… και, φυσικά, κατάφερνε το ακριβώς αντίθετο.

«Μάλιστα,» είπε ο Αυγερινός. «Εγώ, όμως, πρέπει να σου δώσω κάτι.» Και πέρασε έναν μικρό φάκελο μες στην κουρτίνα που εκείνη μετέφερε. Στο εσωτερικό του φακέλου ήταν γραμμένες οι λέξεις και οι φράσεις που του είχε δώσει ο διοικητής της φρουράς, καθώς και κάποιες εξηγήσεις του Αυγερινού. «Να το ανοίξει η Βασίλισσα, και μόνο η Βασίλισσα.»

«Εντάξει.»

Η Αγάθη έφυγε με σταθερά βήματα.

*

Το πρωί της επόμενης ημέρας, ο Αυγερινός φυλούσε σκοπιά σ’έναν απ’τους διαδρόμους του παλατιού, μην έχοντας δει μέχρι στιγμής τίποτα το αξιοσημείωτο: τίποτα από εκείνα τα πράγματα που αποτύπωνε, νοητικά, στο σημειωματάριο του μυαλού του.

Αλλά, μετά, σιγανά βήματα ακούστηκαν να έρχονται από το βάθος του διαδρόμου. Ο Αυγερινός κοίταξε με τις άκριες των ματιών του, και είδε την Αγάθη να ζυγώνει δίχως να τον ατενίζει· το βλέμμα της ήταν χαμηλωμένο. Έμοιαζε να πηγαίνει σε κάποια δουλειά. Τίποτα το ασυνήθιστο.

Καθώς έφτασε κοντά στον Αυγερινό, όμως, του ψιθύρισε: «Η κυρά μου σ’ευχαριστεί. Λέει πως τη βοήθησες πολύ»· και συνέχισε να βαδίζει, προσπερνώντας τον, προτού εκείνος προλάβει να ρωτήσει τίποτα.

Θα τρελαθώ, σκέφτηκε ο Αυγερινός. Πώς ακριβώς τη βοήθησα; Επρόκειτο, τελικά, για κάποιο μήνυμα που μπόρεσε να αποκωδικοποιήσει;

Υπομονή. Αναμφίβολα, θα μάθαινε, αργά ή γρήγορα.

*

Το επόμενο πράγμα που έμαθε, όμως, ήταν ότι ο Λούσιος και η Δομινίκη θα έφευγαν απ’το παλάτι και απ’την Απαστράπτουσα…

18

Καθώς χάραζε, ένας άντρας με γκαμπαρντίνα, καπέλο, και σκοτεινά μάτια μπήκε σ’ένα ισόγειο δωμάτιο μιας πολυκατοικίας της Απαστράπτουσας. Άνοιξε τον τηλεπικοινωνιακό δίαυλο εκεί και πάτησε ένα πλήκτρο.

Το σήμα δόθηκε.

Κι ένας άλλος δίαυλος χτύπησε.

Στο εσωτερικό του παλατιού, και μέσα στα διαμερίσματα του Αντιβασιλέα Λούσιου, ξυπνώντας εκείνον και τη Δομινίκη.

«Τι συμβαίνει;» μούγκρισε ο Λούσιος, καθώς ανασηκωνόταν.

Η Δομινίκη, παρατηρώντας το φωτάκι που είχε ανάψει επάνω στην τηλεπικοινωνιακή συσκευή, παραμέρισε τα σκεπάσματα και πετάχτηκε αμέσως όρθια. Ο Λούσιος είδε την ημίγυμνη μορφή της να διασχίζει τις σκιές του ημιφωτισμένου δωματίου και να πηγαίνει στον δίαυλο, ανοίγοντάς τον και ρωτώντας: «Ποιος είναι;» χωρίς η φωνή της να προδίδει καθόλου το γεγονός ότι, πριν από λίγο, κοιμόταν. (Ή, μήπως, δεν κοιμόταν αλλά καθόταν ξάγρυπνη; δεν μπόρεσε παρά να αναρωτηθεί ο Λούσιος.)

«Αρχόντισσα Δομινίκη,» είπε μια αντρική φωνή, «εγώ είμαι, ο Ανθηφόρος.»

«Δε βλέπεις τι ώρα είναι; Γιατί καλείς; Συνέβη κάτι;»

«Φοβάμαι πως ναι, αλλιώς δε θα σας ανησυχούσα μια τέτοια ώρα. Το πρόβλημα είναι η Πριγκίπισσα Βασιλική…» Και ο Ανθηφόρος σταμάτησε να μιλά, σα να ήθελε να σκεφτεί προτού συνεχίσει, ή σα να περίμενε την αντίδραση της Δομινίκης.

Ο Λούσιος ένιωσε ένα ρίγος να τον διαπερνά. Τι έκανε η Βασιλική πάλι; Η αδελφή του ήταν τελείως παλαβή. Ικανή για οτιδήποτε. Και τώρα, που είχε μάθει για τον Ανδρόνικο– Αλλά δεν υποτίθεται ότι θα την είχαν υπό παρακολούθηση; Τι μπορεί νάχε πάει στραβά;

«Τι έγινε με τη Βασιλική;» ρώτησε η Δομινίκη. «Πες μας, τι περιμένεις;»

«…Αυτό που συνέβη,» είπε, διστακτικά, η φωνή του Ανθηφόρου, «νομίζω πως θα ήταν καλύτερα να το συζητήσουμε από κοντά, Αρχόντισσά μου. Θα μπορούσα να περάσω από το παλάτι;»

Η Δομινίκη κοίταξε ερωτηματικά τον Λούσιο, που ακόμα βρισκόταν στο κρεβάτι. Εκείνος μόρφασε και έγνεψε καταφατικά.

«Ναι,» είπε η Δομινίκη στον Ανθηφόρο, «έλα. Θα σε περιμένουμε.»

Ο Λούσιος σηκώθηκε απ’το κρεβάτι, έριξε μια ρόμπα επάνω του, και πήγε να ειδοποιήσει τους φρουρούς να μην παρεμποδίσουν τον νυχτερινό τους επισκέπτη. Όταν επέστρεψε στο υπνοδωμάτιο, βρήκε τη Δομινίκη να ετοιμάζεται, μπροστά στον καθρέφτη.

«Αναρωτιέμαι τι να έκανε πάλι η αδελφή σου,» του είπε, καθώς έβαφε τα χείλη της.

«Κι εγώ το ίδιο,» αποκρίθηκε ο Λούσιος. Ό,τι κι αν έκανε, όμως, πώς μπορεί να είναι τόσο σοβαρό, ώστε να θέλει ο Ανθηφόρος να μας δει μέσα στα ξημερώματα;

Αφού ετοιμάστηκαν, δε χρειάστηκε να περιμένουν πολύ. Ο φρουρός έξω απ’τα διαμερίσματά τους τους ειδοποίησε πως είχε έρθει ένας κύριος και ήθελε να τους μιλήσει. Ο Λούσιος τού είπε να τον αφήσει να περάσει, και ο Ανθηφόρος μπήκε στο καθιστικό.

Έβγαλε το καπέλο του και έκανε μια σύντομη υπόκλιση.

«Τι συμβαίνει με την αδελφή μου;» απαίτησε ο Λούσιος με τα χέρια του διπλωμένα στο στήθος, καθώς στεκόταν στο κέντρο του δωματίου. Η Δομινίκη ήταν καθισμένη σε μια πολυθρόνα με τα γόνατά της σταυρωμένα το ένα πάνω στο άλλο· οι λευκές, μεταξένιες κάλτσες της γυάλιζαν στο ενεργειακό φως της λάμπας, καθώς διακρίνονταν μέσα από τα σκισίματα της φούστας της.

Ο Ανθηφόρος είπε: «Η αδελφή σας, Μεγαλειότατε, έχει… κάποιου είδους δύναμη, που δεν είχαμε υπολογίσει.»

«Δύναμη; Τι δύναμη;» ρώτησε η Δομινίκη, σμίγοντας τα φρύδια. Ο τρόπος που ο Ανθηφόρος είχε πει τη λέξη δύναμη τής έφερνε μονάχα ένα πράγμα στο μυαλό: την υπερφυσική δύναμη, όχι την πολιτική ή στρατιωτική εξουσία, την κοινωνική επιρροή, ή κάτι άλλο παρόμοιο.

«Προσπάθησα να την Αγγίξω απόψε,» εξήγησε ο Ανθηφόρος, «και…. Είχα στείλει το Εσώτερο Δαιμόνιό μου, κανονικά–»

«Δε χρειαζόμαστε τις λεπτομέρειες,» τον διέκοψε ο Λούσιος, που πάντα ανησυχούσε ότι τα παιδιά του ίσως να άκουγαν.

«Δεν αναφέρομαι σε λεπτομέρειες, Μεγαλειότατε. Είχα στείλει το Εσώτερο Δαιμόνιό μου, και κάτι ασυνήθιστο συνέβη. Κάποια δύναμη το χτύπησε και το εκτόξευσε, βίαια, μακριά απ’την αδελφή σας. Αισθάνθηκα σα να με λόγχισαν με σπαθί· ακόμα δεν έχω συνέλθει απόλυτα.»

Η Δομινίκη, που ήξερε ακριβώς τι σήμαινε μια Επίκληση του Εσώτερου Δαιμόνιου, νόμιζε ότι μπορούσε να καταλάβει. «Η Βασιλική δεν έχει τέτοιου είδους δυνάμεις. Τουλάχιστον, μέχρι στιγμής, δε μας είχε δώσει κανέναν λόγο να πιστέψουμε κάτι τέτοιο…» Και κοίταξε ερωτηματικά τον Λούσιο.

Εκείνος κούνησε το κεφάλι. Και ρώτησε τον Ανθηφόρο: «Μετά, τι συνέβη;»

«Η αδελφή σας έφυγε απ’την πολυκατοικία όπου διαμένει. Έφυγε, ξέφρενη. Πήρε το όχημά της και βγήκε απ’την πόλη–»

«Βγήκε απ’την πόλη

«Και ο φίλος της, ο Άγγελος Επίκυκλος, την ακολούθησε. Η Βασιλική σταμάτησε το όχημά της σ’ένα σημείο του δρόμου βορειοδυτικά της Απαστράπτουσας κι άρχισε να τρέχει, παρότι έριχνε χαλάζι. Ο Επίκυκλος την ακολούθησε ξανά, αφήνοντας κι εκείνος το όχημά του. Προσπαθήσαμε να τους προφτάσουμε, και, όταν τους προφτάσαμε, ανακαλύψαμε ότι ο Επίκυκλος μάς είχε προδώσει. Είχε επιτεθεί σ’έναν απ’τους ανθρώπους μας ο οποίος είχε πλησιάσει τη Βασιλική–»

«Ο Επίκυκλος τής είπε τι συμβαίνει γύρω της;» σφύριξε η Δομινίκη, ξεσταυρώνοντας τα γόνατά της και σφίγγοντας τους βραχίονες της πολυθρόνας της, καθώς έκανε μπροστά.

«Δεν είμαι απόλυτα βέβαιος, Αρχόντισσά μου,» αποκρίθηκε ο Ανθηφόρος. «Όμως πολύ φοβάμαι πως, ώς τώρα, θα το έχει κάνει–»

«Θες να πεις ότι σας ξέφυγαν

«Βρισκόμασταν μπροστά τους,» εξήγησε ο Ανθηφόρος, «και τότε… ένα Σερπετό μάς επιτέθηκε, τρέχοντας με τέτοια ταχύτητα που δεν ξανάχω δει Σερπετό να τρέχει. Και δεν είναι μόνο αυτό…» Ο Ανθηφόρος έγλειψε τα χείλη του. «Το… το Σερπετό…. Η δύναμη που είχα αισθανθεί ότι έδιωξε το Εσώτερο Δαιμόνιό μου, η ίδια δύναμη προερχόταν από το Σερπετό…»

«Αδύνατον,» είπε η Δομινίκη, δυσπιστώντας. «Είσαι σίγουρος, Ανθηφόρε; Μήπως ήσουν ακόμα επηρεασμένος, ύστερα από την Επίκληση;»

Ο Ανθηφόρος κούνησε το κεφάλι. «Όχι. Είμαι σίγουρος: ήταν η ίδια δύναμη. Το αισθάνθηκα.»

«Και τι συνέβη;» τον πίεσε ο Λούσιος. «Τι συνέβη, μετά από την επίθεση του Σερπετού εναντίον σας;»

«Η αδελφή σας και ο Επίκυκλος πήραν ένα δίκυκλο όχημα –το όχημα του ανθρώπου μας τον οποίο είχαν μόλις αδρανοποιήσει οι δυο τους– και έφυγαν.»

«Και δεν τους βρήκατε;»

«Δυστυχώς,» είπε ο Ανθηφόρος, «οι κατάσκοποί μας τους έχασαν μέσα στα δάση.»

«Να τους βρείτε,» πρόσταξε ο Λούσιος.

«Και ο Επίκυκλος πρέπει να πληρώσει γι’αυτό!» τόνισε η Δομινίκη, καθώς σηκωνόταν απ’την πολυθρόνα της. «Μας πρόδωσε, και πρέπει να μάθει ότι κανείς δεν παίζει μαζί μας.»

«Ασφαλώς, Αρχόντισσά μου,» αποκρίθηκε ο Ανθηφόρος. «Οι άνθρωποί μας τους αναζητούν, ακόμα κι ετούτη τη στιγμή που μιλάμε.»

«Τη Βασιλική,» είπε ο Λούσιος, «δε θέλω να τη σκοτώσετε. Στον Επίκυκλο κάντε ό,τι νομίζετε.»

*

Ο Φαρνέλιος και οι σύντροφοί του τους οδήγησαν μέσα σ’ένα μεγάλο φορτηγό όχημα και τους έδωσαν στεγνά ρούχα για να φορέσουν και πετσέτες για να σκουπιστούν. Όταν ήταν στεγνοί και ντυμένοι, ο Φαρνέλιος κοίταξε το τραύμα στο κεφάλι του Άγγελου, και είπε: «Είσαι τυχερός· δεν είναι τίποτα σπουδαίο. Θα βάλω μόνο λίγο αντισηπτικό. Ράμματα δε χρειάζεσαι. Πού το απέκτησες;»

«Έπεσα από ένα δίκυκλο.»

Ο Φαρνέλιος είπε, καθώς περιποιόταν την ελαφριά πληγή: «Αυτή δεν είναι ώρα για επικίνδυνες φιγούρες στην ύπαιθρο. Ούτε ο καιρός είναι κατάλληλος, θα έλεγα.»

«Δεν είχαμε βγει για να ξεδώσουμε,» τον διαβεβαίωσε η Βασιλική.

«Αν κρίνω απ’την εμφάνισή σας, μάλλον όχι,» είπε ο Φαρνέλιος. «Απλά αστειευόμουν.» Ωστόσο, δε χαμογελούσε. «Τι σας συνέβη, λοιπόν; Πώς καταλήξατε εδώ;»

«Εσείς, κύριε Φαρνέλιε, τι κάνετε εδώ; Και ποιοι είν’αυτοί οι άνθρωποι μαζί σας;»

«Επαναστάτες. Και το τι κάνω εδώ… δεν μπορείς αυτό να το μαντέψεις, Βασιλική;»

Τα μάτια της στένεψαν. «Προσπαθείτε να σώσετε τον Ανδρόνικο;»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Φαρνέλιος. «Αλλά, δυστυχώς, δεν το βλέπω να είναι εύκολο. Τώρα, πείτε μου τι συνέβη σ’εσάς, κι αυτά θα τα κουβεντιάσουμε μετά.»

«Δε θα τα πιστέψετε…» είπε η Βασιλική. «Τα πράγματα που μου έχουν συμβεί, τον τελευταίο καιρό, δε θα τα πιστέψετε.»

«Δοκίμασέ με.»

Η Βασιλική τού εξήγησε, όσο καλύτερα μπορούσε, την κατάσταση στην οποία είχε βρεθεί. Καθώς μιλούσε, ο Φαρνέλιος ήταν σιωπηλός, ακούγοντάς την με μεγάλη προσοχή και, ίσως (ή, μήπως, το φαντάζομαι;), με επιστημονικό ενδιαφέρον στα μάτια του. Ο Άγγελος, από την άλλη, ήταν επίσης σιωπηλός, μα το δικό του βλέμμα ήταν κατεβασμένο κι έμοιαζε να ντρέπεται να την αντικρίσει καταπρόσωπο.

Όταν τελείωσε τη διήγησή της, η Βασιλική ρώτησε τον Φαρνέλιο: «Με πιστεύετε, λοιπόν;»

Ο Φαρνέλιος δεν αποκρίθηκε αμέσως. Σηκώθηκε απ’το σκαμνί όπου καθόταν και απομακρύνθηκε από την Πριγκίπισσα και τον Άγγελο, οι οποίοι ήταν καθισμένοι στο πάτωμα του φορτηγού, επάνω σε κουβέρτες. Πήγε σ’ένα σημείο όπου βρισκόταν ένας σάκος και τράβηξε από μέσα δύο βιβλία. Επέστρεψε κοντά στη Βασιλική και της τα έδωσε.

«Τι είν’αυτά;» ρώτησε εκείνη. Και μετά, είδε τους τίτλους. «Τι σχέση έχει η θρησκεία του Μαύρου Νάρζουλ;»

«Οι τεχνικές που εφαρμόστηκαν εναντίον σου είναι τεχνικές που χρησιμοποιούν διάφορες μυστικές οργανώσεις για να αδρανοποιούν τα θύματά τους. Οι πράκτορες της Παντοκράτειρας τις έχουν χρησιμοποιήσει πολλές φορές. Οι ακόλουθοι του Μαύρου Νάρζουλ τις χρησιμοποιούσαν σε παλιότερους καιρούς· αλλά, επίσης, όταν το θύμα τους βρισκόταν στα όρια της παραφροσύνης, χρησιμοποιούσαν επάνω του και τα μάγια τους. Κάποιου είδους ‘Άγγιγμα’, που προέρχεται από μια οντότητα η οποία ενυπάρχει σε κάθε ψυχή και ονομάζεται Εσώτερο Δαιμόνιο –ή, τουλάχιστον, έτσι γράφουν τα βιβλία που έχω διαβάσει.»

«Δηλαδή, θέλετε να πείτε, κύριε Φαρνέλιε, ότι οι άνθρωποι που μου έκαναν ό,τι μου έκαναν είναι ακόλουθοι του Μαύρου Νάρζουλ;» Και οι άνθρωποι που οδήγησαν τη Βικτώρια στην παραφροσύνη ήταν ακόλουθοι του Μαύρου Νάρζουλ, επίσης; Και τόσοι άλλοι που διώχτηκαν απ’τις θέσεις τους…; «Ο αδελφός μου, κύριε Φαρνέλιε, ο Λούσιος, είναι ακόλουθος του Μαύρου Νάρζουλ;»

«Φοβάμαι πως ναι. Ή, τουλάχιστον, τους υποθάλπει, για να τον βοηθούν.»

«Μα τους θεούς…!» έκανε η Βασιλική. Κι ύστερα, στράφηκε στον Άγγελο: «Είσαι κι εσύ σαν αυτούς;»

Εκείνος ύψωσε το βλέμμα του και την αντίκρισε. «Όχι, Βασιλική. Πώς είναι δυνατόν να–;»

«Πώς είναι δυνατόν να πέρασε απ’το μυαλό μου;» τον διέκοψε εκείνη. «Μα, τους βοηθούσες!»

«Δεν είναι όπως νομίζεις–»

«Και πώς είναι;»

«Μου ζήτησαν να κάνω κάποια πράγματα… Μια μέρα, ο Χαρίλαος μπήκε στο γραφείο μου–»

«Αυτός ο καραφλός μαλάκας με το μούσι;»

«Ναι, αυτός. Ήρθε στο γραφείο μου και μου είπε ότι τον είχαν ειδοποιήσει πως είχα ανησυχήσει τις Αρχές. Τον ρώτησα ποιος του το είπε αυτό και πώς ήταν δυνατόν να είχα εγώ ανησυχήσει τις Αρχές. Ο Χαρίλαος απάντησε ότι δεν είχε σημασία ποιος του το είχε πει, αλλά είχε σημασία ότι στα χέρια των ‘λάθος ανθρώπων’ –όπως τους αποκάλεσε– βρισκόταν μια ηχητικά αποθηκευμένη συζήτησή μου μαζί σου. Μια συζήτηση που είχε γίνει στο γραφείο μου. Και κάποιος μπορούσε, άνετα, να παρερμηνεύσει αυτή τη συζήτηση και να θεωρήσει ότι εγώ κι εσύ σχεδιάζαμε προδοσία κατά του Λούσιου. Εσύ, μου τόνισε ο Χαρίλαος, δε θα πάθαινες, φυσικά, τίποτα, καθώς είσαι Πριγκίπισσα της Απολλώνιας· εμένα, όμως, σίγουρα θα μου έκλειναν το περιοδικό και πιθανώς να με φυλάκιζαν για κάποιο καιρό. Και τον αδελφό μου… Ο αδελφός μου είναι στο Βόρειο Μέτωπο, Βασιλική· αν κάποιος υποπτευόταν ότι κι αυτός βρισκόταν, κάπως, μπλεγμένος στη συνωμοσία… πολλά μπορούν να συμβούν, σε τέτοιες περιπτώσεις· ο Χαρίλαος μού το τόνισε αυτό. Εγώ, ασφαλώς, του ζήτησα και πάλι να μιλήσω μ’εκείνον που του είχε δώσει τη συγκεκριμένη πληροφορία για μένα. Ο Χαρίλαος αρνήθηκε· μου είπε ότι ήταν αρκετό να μιλάω με τον ίδιο, κι εκείνος θα μετέφερε τις αποφάσεις μου στους ανώτερους.

»Δε θα με πείραζαν καθόλου, είπε, επειδή ώς τώρα είχα αποδειχτεί ‘σωστός πολίτης’. Αρκεί να τους έκανα μια υπηρεσία. Μια σχετικά απλή υπηρεσία, όχι τίποτα το σπουδαίο. Δεν μπορούσα παρά να το δεχτώ, έτσι μου έδωσαν έναν φάκελο για εσένα, ο οποίος περιείχε κάποιες λέξεις και φράσεις που έπρεπε να σου λέω σε τυχαίες στιγμές, έτσι ώστε να φαίνεται πως έρχονταν φυσικά.» Ανασήκωσε τους ώμους, και πρόσθεσε με πιο σιγανή φωνή: «Με συγχωρείς, Βασιλική. Πραγματικά, δεν ήξερα ακριβώς τι έκανα.»

«Τώρα ξέρεις,» του είπε ο Φαρνέλιος. Και, προς τη Βασιλική: «Έτσι στρατολογούν κόσμο. Οι περισσότεροι δεν ξέρουν τι ακριβώς κάνουν, και ή έχουν απειληθεί ή δωροδοκηθεί.» Ο Φαρνέλιος άναψε την πίπα του, ρούφηξε καπνό, και τον έβγαλε, αργά, απ’τα ρουθούνια.

«Εσείς πώς βρήκατε αυτά τα βιβλία;» ρώτησε η Βασιλική.

«Μου τα έδωσε κάποιος που έχει ψάξει το θέμα περισσότερο από εμένα.»

«Κάποιος;»

«Ο Λαομάχος. Τον ξέρεις;»

Η Βασιλική συνοφρυώθηκε. «Δε νομίζω…»

«Είναι γιατρός, και γαμπρός μου. Έχει παντρευτεί την αδελφή μου, την Άτια. Τον έδιωξαν απ’το νοσοκομείο, χρησιμοποιώντας τις ίδιες μεθόδους που χρησιμοποίησαν και σ’εσένα. Παραλίγο να τρελαθεί, αλλά κατάφερε να αποτινάξει το Άγγιγμα. Το Άγγιγμα λειτουργεί μόνο επάνω στον καταπονημένο νου.»

«Γι’αυτό προσπαθούν να σε κουράσουν μ’όλες αυτές τις τεχνικές…» είπε η Βασιλική.

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Φαρνέλιος. «Αλλά αυτές οι τεχνικές λειτουργούν και από μόνες τους. Τα μάγια των ακόλουθων του Μαύρου Νάρζουλ απλώς σε αποτρελαίνουν· σε κάνουν να βλέπεις παραισθήσεις, τόσο έντονες που είσαι σίγουρος ότι είναι αληθινές.»

Ο άντρας με το κέρατο που κυνηγά τη Βικτώρια… σκέφτηκε η Βασιλική. Μια ψευδαίσθηση από τα μάγια τους, τίποτα περισσότερο. Πρέπει να τη βοηθήσω. Πρέπει να την πάρω απ’τη Χρυσάνθια Κλινική.

«Κύριε Φαρνέλιε, αναμφίβολα γνωρίζετε τη Βικτώρια Κατήνεμη, έτσι;»

Ο Φαρνέλιος ένευσε. «Φυσικά.»

Η Βασιλική τού μίλησε για την περίπτωσή της.

«Ναι,» είπε ο Φαρνέλιος, «σίγουρα πρόκειται για δουλειά των ακόλουθων του Μαύρου Νάρζουλ. Και, μάλλον, έτσι έγινες κι εσύ στόχος τους: επειδή είχες αρχίσει να ψαχουλεύεις πράγματα που ήθελαν να κρατήσουν στο σκοτάδι.»

«Πρέπει, όμως, να βοηθήσω τη Βικτώρια,» είπε η Βασιλική. «Ειδικά μετά από αυτά που μου είπατε, πρέπει να τη βοηθήσω.»

«Καταλαβαίνω–»

«Η Πριγκίπισσα Βασιλική έχει δίκιο, κύριε Φαρνέλιε. Ίσως να είναι, επιτέλους, ώρα να κινηθούμε.»

Η Βασιλική στράφηκε, για να δει έναν γαλανόδερμο άντρα με μαύρα, σγουρά μαλλιά.

«Θελλέδη,» είπε ο Φαρνέλιος. «Έλα να καθίσεις κοντά μας, και μη με διακόπτεις.»

Ο Θελλέδης πλησίασε και κάθισε οκλαδόν, αντίκρυ στη Βασιλική και τον Άγγελο. «Κύριε Φαρνέλιε,» είπε, «όσο περιμένουμε τόσο χειρότερα πράγματα συμβαίνουν.»

«Δεν μπορούμε, όμως, να πολεμήσουμε όλη την Απολλώνια μόνοι μας. Και, όπου νάναι, πρέπει να αρχίσουν να έρχονται κι οι υπόλοιποι επαναστάτες…»

«Οι υπόλοιποι επαναστάτες;» ρώτησε η Βασιλική.

«Ναι,» είπε ο Φαρνέλιος, «περιμένουμε ενισχύσεις από άλλες διαστάσεις.»

«Το πρόβλημα είναι ότι δε θα ξέρουν πώς να μας βρουν, εδώ πέρα όπου είμαστε,» τόνισε ο Θελλέδης.

«Γι’αυτό το λόγο κάνετε περιπολίες στην πόλη και στα περίχωρα.»

«Και νομίζετε ότι αυτό είναι αρκετό, κύριε Φαρνέλιε;»

«Ίσως όχι. Αλλά, για την ώρα, τι άλλο έχεις να προτείνεις; Δεν μπορούμε να δώσουμε κάποιο πιο φανερό σημάδι· οι κατάσκοποι του Λούσιου θα μας πάρουν είδηση αμέσως.»

«Νομίζω,» είπε η Βασιλική, «ότι θα έπρεπε να ξεκινήσουμε από τη διάσωση της Βικτώριας. Η Βικτώρια, σίγουρα, έχει πολλές πληροφορίες να μας δώσει, οι οποίες πιθανώς να μας φανούν χρήσιμες.»

«Συμφωνώ, Υψηλοτάτη,» αποκρίθηκε ο Θελλέδης, γνέφοντας καταφατικά. Έμοιαζε παραπάνω από πρόθυμος να βοηθήσει σε ό,τι σχέδιο κι αν πρότεινε η Βασιλική. Πρέπει να την έβλεπε –υπέθετε εκείνη– σαν αντικαταστάτη του αδελφού της, του Ανδρόνικου: έναν άνθρωπο για να οδηγήσει στον αγώνα αυτόν και τους συντρόφους του. Δεν είμαι, όμως, ο Ανδρόνικος, σκέφτηκε η Βασιλική, οφείλοντας να παραδεχτεί εντός της πως ήταν λιγάκι τρομαγμένη από αυτού του είδους τη συμπεριφορά προς εκείνη. Ποτέ της δεν ήταν αρχηγός.

Ο Φαρνέλιος φάνηκε σκεπτικός, τρίβοντας τα μούσια του. Τελικά, είπε στην Πριγκίπισσα και στον Άγγελο: «Κοιμηθείτε απόψε, γιατί είμαι σίγουρος πως το χρειάζεστε, και αύριο βλέπουμε.

»Επίσης,» πρόσθεσε, «καλό θα ήταν να πάρετε ένα αντιβιοτικό που έχω μαζί μου. Ύστερα από τόση ώρα ντυμένοι ελαφριά μες στο χαλάζι, θα αρχίσετε να αισθάνεστε άρρωστοι.»

Η Βασιλική μειδίασε. «Δε θ’αγνοήσουμε τις συμβουλές του γιατρού.»

«Το καλό που σας θέλω,» αποκρίθηκε ο Φαρνέλιος με προσποιητά σοβαρή όψη. Ύστερα, στράφηκε στον Θελλέδη και του είπε: «Καλύτερα να φύγουμε απ’το εγκαταλειμμένο εργοστάσιο, γιατί οι κατάσκοποι του Λούσιου, κατά πάσα πιθανότητα, θα ψάχνουν την Πριγκίπισσα σ’όλη την ευρύτερη περιοχή.»

Ο Θελλέδης κατένευσε. Η όψη του έλεγε πως, ετούτη τη φορά, συμφωνούσε απόλυτα με τον κύριο Φαρνέλιο.

*

Ο Λούσιος και η Δομινίκη δεν ξανάπεσαν να κοιμηθούν, μετά την αποχώρηση του Ανθηφόρου. Δεν είχε νόημα, εξάλλου· ήταν πρωί πια, και ήξεραν κι οι δυο τους πως ο ύπνος δε θα τους έπαιρνε, ύστερα από όσα τους είχε πει ο ιερέας του Μαύρου Νάρζουλ. Για κάποια ώρα, ήταν σιωπηλοί: ο Λούσιος βημάτιζε άσκοπα μες στο δωμάτιο, και η Δομινίκη ήταν καθισμένη στην πολυθρόνα και, έχοντας το μάγουλό της ακουμπισμένο στη γροθιά της, σκεφτόταν.

«Τι μπορεί να ήταν αυτό, Λούσιε;» είπε, τελικά.

Εκείνος σταμάτησε να βαδίζει. «Ποιο;»

«Η δύναμη που συνάντησε ο Ανθηφόρος.»

«Πώς να ξέρω εγώ; Εδώ δεν ξέρεις εσύ.»

Η Δομινίκη σηκώθηκε απ’την πολυθρόνα και τον πλησίασε. «Η αδελφή σου… δεν την είχες ποτέ παρατηρήσει να κάνει κάτι ασυνήθιστο;»

«Πολλές φορές,» αποκρίθηκε ο Λούσιος. «Η Βασιλική είναι ένα μάλλον απρόβλεπτο άτομο. Αλλά, όχι, ποτέ δεν είχε κάνει κάτι ασυνήθιστο όπως το εννοείς. Ποτέ δεν είχε δώσει κάποιο δείγμα–»

«Σκέψου,» τόνισε η Δομινίκη. «Σκέψου.»

«Το σκέφτομαι, όμως δε μου έρχεται τίποτα στο μυαλό. Η Βασιλική δεν είχε ποτέ υπερφυσικές δυνάμεις. Κάτι άλλο συμβαίνει, Δομινίκη. Αυτή η δύναμη δεν προέρχεται από την ίδια την αδελφή μου. Εξάλλου, κι ο Ανθηφόρος είπε πως την αισθάνθηκε σ’εκείνο το Σερπετό που του επιτέθηκε.»

«Ναι, αλλά μπορείς να το λάβεις αυτό σοβαρά υπόψη σου; Ίσως να ήταν επηρεασμένος ακόμα.»

«Δεν το νομίζω, Δομινίκη–»

«Τι ξέρεις εσύ από το Εσώτερο Δαιμόνιο;»

«Ξέρω πως κάθε φορά που το επικαλείσαι έχεις, μετά, τα χάλια σου. Όμως δεν έχεις παραισθήσεις. Ο Ανθηφόρος αισθάνθηκε κάτι να προέρχεται πραγματικά από εκείνο το Σερπετό.»

Η Δομινίκη αναστέναξε, κοιτάζοντας το πάτωμα. «Τότε, δεν μπορώ να φανταστώ τι ίσως να είναι… Θα το ψάξω, όμως. Σίγουρα, κάπου θα υπάρχει κάποια αναφορά σ’ένα τέτοιο φαινόμενο.» Στράφηκε, και πήγε προς το γραφείο της μέσα στα διαμερίσματα του Λούσιου.

Ο Λούσιος δεν την ακολούθησε· έμεινε στο καθιστικό και, ανοίγοντας έναν επικοινωνιακό δίαυλο, ζήτησε από τους υπηρέτες να φέρουν πρωινό σ’εκείνον και τη σύζυγό του. Όταν το πρωινό ήρθε, ήπιε μια γουλιά απ’τον καφέ και βάδισε, αργά, ώς το παράθυρο, κοιτάζοντας την Απαστράπτουσα να στραφταλίζει στις ακτίνες του ήλιου.

Προσπάθησε να ηρεμήσει για λίγο, αλλά την ηρεμία του χάλασε ένα χτύπημα στην εξώπορτα των διαμερισμάτων του.

«Μεγαλειότατε;» Η φωνή του φρουρού.

«Τι είναι;» φώναξε ο Λούσιος, πλησιάζοντας την πόρτα.

«Η ξαδέλφη σας, Μεγαλειότατε, η Δούκισσα Κορνηλία, είναι εδώ και ζητά να σας δει.»

Η Κορνηλία; Επέστρεψε;

Ο Λούσιος τάχυνε τα βήματά του προς την πόρτα.

19

Το αεροσκάφος έφτασε πρωί στον Βασιλικό Αερολιμένα της Απολλώνιας. Δεν ήταν μεγάλο, αλλά ούτε και πολύ μικρό· είχε ανάγκη από μάγο για να κατευθύνει την ενεργειακή ροή που το κινούσε.

Όταν προσγειώθηκε στο αεροδρόμιο, η Δούκισσα Κορνηλία βγήκε πρώτη από τη μικρή του πόρτα. Φορούσε ένα φαρδύ, πορφυρό πουκάμισο, που οι γιακάδες του ήταν ορθωμένοι και τα τρία επάνω κουμπιά του αθηλύκωτα· τα μακριά, μαύρα της μαλλιά έπεφταν ανάλαφρα στους ώμους και στην πλάτη της. Το παντελόνι της ήταν μαύρο, δερμάτινο, και εφαρμοστό, και οι μπότες της ομόχρωμες, πέτσινες, και με λευκή γούνα γύρω απ’την κορυφή. Από τη ζώνη της κρεμόταν ένα ξιφίδιο, περασμένο μέσα σ’ένα στολισμένο θηκάρι. Στην αριστερή της μασκάλη κρατούσε ένα κλειστό, ξύλινο κουτί, επενδυμένο με δέρμα, το οποίο σε μήκος δεν ήταν μακρύτερο από τον πήχη της, και το πλάτος του ήταν όσο οι δύο παλάμες της ενωμένες.

Η Κορνηλία στάθηκε, μόλις βγήκε απ’το αεροσκάφος, διαπιστώνοντας ότι ο καιρός ήταν κρύος και ένας παγερός αέρας φυσούσε. Επίσης, το έδαφος του αεροδρομίου ήταν βρεγμένο· πρέπει πρόσφατα να είχε βρέξει, υπέθεσε· κατά πάσα πιθανότητα, μέσα στη νύχτα. Στράφηκε προς το αεροσκάφος της και είδε έναν απ’τους φρουρούς της να κατεβαίνει, βαστώντας μια κάπα. Η Κορνηλία τού χαμογέλασε, παρατηρώντας, γι’ακόμα μια φορά, ότι πολλοί από τους ανθρώπους που την υπηρετούσαν γνώριζαν τις ανάγκες της προτού καν εκείνη τούς ζητήσει κάτι. Η Κορνηλία τού έκανε νόημα να ρίξει την κάπα στους ώμους της, κι αυτός υπάκουσε. Η Δούκισσα έδεσε τα σταυρωτά κορδόνια στο λαιμό της και μπροστά στο στήθος της.

Στον Βασιλικό Αερολιμένα είχαν συγκεντρωθεί αρκετοί φρουροί και αξιωματικοί, για να την υποδεχτούν στην απρόσμενη άφιξή της. Η Κορνηλία τούς είχε ειδοποιήσει ότι ερχόταν ενώ ακόμα το σκάφος της βρισκόταν στον αέρα. Είχε στείλει το σήμα της κατευθείαν στα κέντρα ελέγχου του αερολιμένα, κανένα δεκάλεπτο προτού προσγειωθεί.

Επί του παρόντος, βάδισε προς την ανοιχτή είσοδο που την περίμενε, περνώντας ανάμεσα από τους ανθρώπους οι οποίοι είχαν συγκεντρωθεί για να την υποδεχτούν και ανταλλάσσοντας ευγενικούς χαιρετισμούς μαζί τους. Οι δικοί της φρουροί την ακολουθούσαν, οπλισμένοι και ένστολοι.

Μπαίνοντας στο εσωτερικό των οικοδομημάτων του Βασιλικού Αερολιμένα, ζήτησε να της φέρουν αμέσως ένα όχημα, γιατί η δουλειά της ήταν επείγουσα. Τη χάρη της, ασφαλώς, δεν την έχασε καθώς έδινε αυτή τη διαταγή· δε φάνηκε σαν λοχίας που προστάζει τους στρατιώτες του. Η Δούκισσα Κορνηλία ποτέ δεν έχανε τη χάρη της, πράγμα που το παρατηρούσε στα πρόσωπα των άλλων, στην έκφρασή τους. Κι αυτό την ικανοποιούσε. Το σημαντικό, για εκείνη, δεν ήταν μόνο να μπορεί να ασκεί πολιτική εξουσία· ήταν οι άλλοι να θέλουν να την υπηρετήσουν· και το κατάφερνε, τις περισσότερες φορές.

Το όχημα δεν άργησαν να της το φέρουν και να το σταθμεύσουν έξω από τον αερολιμένα. Ήταν ένα ευρύχωρο τρίκυκλο, που το κρυστάλλινο σκέπαστρό του γυάλιζε στις πρωινές αχτίνες του ήλιου. Η Κορνηλία είπε στον οδηγό ότι μπορούσε να πηγαίνει· «θα το οδηγήσουν οι δικοί μου φρουροί,» του είπε. «Και πιες ένα καφέ από μένα,» πρόσθεσε, δίνοντάς του ένα νόμισμα, του οποίου η αξία υπερέβαινε αυτή του ενός καφέ.

«Ευχαριστώ, Αρχόντισσά μου,» αποκρίθηκε ο οδηγός, και, καθώς είχε ήδη σηκωθεί απ’το κάθισμά του, υποκλίθηκε και φίλησε το χέρι της, προτού φύγει.

Η Κορνηλία άφησε έναν απ’τους φρουρούς της να καθίσει στη θέση του οδηγού, και η ίδια κάθισε στη θέση του συνοδηγού. Το όχημα ξεκίνησε, βγαίνοντας από την περιοχή του αερολιμένα και διασχίζοντας έναν εξοχικό δρόμο που πήγαινε προς την Απαστράπτουσα. Η Κορνηλία είχε τώρα πάρει το κουτί απ’τη μασκάλη της και το είχε αποθέσει στα γόνατά της, έχοντας τα χέρια της επάνω στη μαλακή, δερμάτινη επιφάνειά του. Το εσωτερικό του ήταν πολύ σημαντικό, όχι για εκείνη προσωπικά, αλλά για όλη την Απολλώνια. Ήταν, πιθανώς, ένα μεγάλο βήμα για να κερδίσουν τον πόλεμο στο Βόρειο Μέτωπο, για να πετάξουν την Παντοκράτειρα από την πλάτη τους, μια και καλή.

Ο Λούσιος θα ευχαριστηθεί. Κι αυτή η καρακάξα, η γυναίκα του, επίσης.

Το τρίκυκλο όχημα μπήκε στην Απαστράπτουσα και κατευθύνθηκε προς το παλάτι, φτάνοντας εκεί χωρίς καθυστέρηση, αφού οι δρόμοι δεν είχαν πολλή κίνηση μια τέτοια ώρα. Η Κορνηλία πέρασε τους φρουρούς του κήπου και τους υπόλοιπους φρουρούς, δίχως να τη σταματήσουν, και, πηγαίνοντας έξω απ’τα διαμερίσματα του Λούσιου, ζήτησε να τον δει επειγόντως.

Και ο Λούσιος τη δέχτηκε, πιο γρήγορα απ’ό,τι εκείνη υπολόγιζε. Πίστευε ότι θα τον έπιανε να κοιμάται ακόμα, αλλά, αντικρίζοντάς τον μέσα στο καθιστικό των διαμερισμάτων του, παρατήρησε πως ήταν ντυμένος, χτενισμένος, και φτιαγμένος. Κι επιπλέον, απ’τα μάτια του, ήταν ολοφάνερο πως δεν είχε ξυπνήσει τώρα.

«Καλημέρα, ξάδελφε,» τον χαιρέτησε, υπομειδιώντας και πλησιάζοντας.

«Κορνηλία,» είπε ο Λούσιος. «Δε σε περίμενα.»

Η Κορνηλία τον φίλησε στην άκρη του στόματός του, σχεδόν στα χείλη. «Αποφάσισα να σου κάνω έκπληξη,» του ψιθύρισε.

Ανάμεσά τους βρισκόταν το κουτί, το οποίο εκείνη βαστούσε με τα δύο χέρια.

«Αυτό;» ρώτησε ο Λούσιος, κοιτάζοντάς το.

«Ναι.»

Ο Λούσιος ατένισε το πρόσωπο της ξαδέλφης του: τα γεμάτα, αισθησιακά χείλη της, τη μικρή, κομψή μύτη της, τα λεία, όμορφα μάγουλά της, το στρογγυλό σαγόνι της με το μικρό λακκάκι· τα μάτια της, που γυάλιζαν. Πράγματι, Κορνηλία, σκέφτηκε. Πιστεύεις ότι, πράγματι, έχεις βρει κάτι· αλλιώς, δε θα είχες αυτό το βλέμμα.

Μια πόρτα ακούστηκε ν’ανοίγει.

Ο Λούσιος και η Κορνηλία στράφηκαν, και είδαν τη Δομινίκη να στέκεται στο κατώφλι.

«Κορνηλία;» είπε, ξαφνιασμένη. «Νόμιζα πως άκουσα τη φωνή σου, μα πίστεψα ότι έκανα λάθος.»

Η Κορνηλία μειδίασε. «Δεν έκανες λάθος, προφανώς.» Πλησίασε τη Δομινίκη και τη φίλησε στο μάγουλο. «Πώς είσαι, ξαδέλφη; Όλα καλά;»

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνη. «Σχεδόν.» Υπήρχε μια προβληματισμένη όψη στο πρόσωπό της.

Η Κορνηλία ύψωσε ένα της φρύδι. «Συμβαίνει κάτι;»

«Ναι… ένα μικρό πρόβλημα… Αλλά γιατί είσαι εσύ εδώ, Κορνηλία; Βρήκες αυτό που ψάχναμε στη θάλασσα της Φλάνια; Βρήκες την τοποθεσία;»

«Νομίζω πως ναι.» Η Κορνηλία ύψωσε το κουτί.

Η Δομινίκη δάγκωσε το κάτω της χείλος, και τα μάτια της άστραψαν. «Μα τους Οκτώ! Επιτέλους!

»Έλα στο γραφείο μου. Έλα στο γραφείο μου, Κορνηλία,» είπε, και στράφηκε, βαδίζοντας.

Η Κορνηλία την ακολούθησε.

Και ο Λούσιος ακολούθησε την Κορνηλία, ρωτώντας: «Να πάρω την κάπα σου;»

Εκείνη σταμάτησε και γύρισε να τον κοιτάξει. «Αν έχεις την καλοσύνη, ξάδελφε.»

Ο Λούσιος στάθηκε πίσω της, έλυσε τα κορδόνια, σήκωσε την κάπα απ’τους ώμους της, και την έριξε σε μια πολυθρόνα.

«Είσαι τόσο γλυκός,» του ψιθύρισε η Κορνηλία μ’ένα παιχνιδιάρικο χαμόγελο στα χείλη της.

«Η γλυκύτητα δεν είναι μια απ’τις αρετές μου,» αποκρίθηκε ο Λούσιος.

«Κάνεις λάθος,» του είπε η Κορνηλία, και βάδισε.

Το γραφείο της Δομινίκης ήταν, αν μη τι άλλο, τακτοποιημένο. Τα βιβλία ήταν εκεί όπου έπρεπε να είναι· επάνω στα έπιπλα δεν υπήρχαν μισοτελειωμένα φαγητά ή ποτά· ο μηχανικός εξοπλισμός που χρειαζόταν να είναι ενεργοποιημένος ήταν ενεργοποιημένος, και ο υπόλοιπος σβηστός, για εξοικονόμηση ενέργειας· μισογραμμένα χαρτιά και πεταμένες εδώ κι εκεί σημειώσεις δεν υπήρχαν. Και τούτο δεν οφειλόταν στο γεγονός ότι η Δομινίκη δε χρησιμοποιούσε το γραφείο της· ο Λούσιος γνώριζε πολύ καλά ότι η σύζυγός του περνούσε κάμποσες ώρες κάθε μέρα εδώ μέσα. Επί του παρόντος, είχε ένα μεγάλο βιβλίο ανοιχτό, και το έκλεισε, επιστρέφοντάς το σ’ένα ράφι.

«Δείξε μας, Κορνηλία,» είπε, «δείξε μας.» Και ο Λούσιος μπορούσε να διακρίνει τον ενθουσιασμό στη φωνή της, παρότι ήταν συγκρατημένος ενθουσιασμός. Δομινίκη, σκέφτηκε, ελπίζω αυτό που σκοπεύουμε να κάνουμε να είναι το σωστό για την Απολλώνια… Τώρα, που έμοιαζε να πλησιάζουν εκεί όπου ήθελαν, αισθανόταν πως είχε αρχίσει να φοβάται. Αλλά έδιωξε το φόβο του. Είπε στον εαυτό του: Αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος να σώσουμε το βασίλειο!

Η Κορνηλία απόθεσε το κουτί επάνω στο γραφείο, λέγοντας: «Η βιβλιοθήκη της Παλιάς Φλάνια δεν είναι και σε πολύ καλή κατάσταση, όπως θα καταλ–»

«Τη βρήκες, λοιπόν!» είπε η Δομινίκη. «Βρήκες τη Βυθισμένη Βιβλιοθήκη!»

«Ναι,» αποκρίθηκε η Κορνηλία. «Και δεν ήταν η εύρεσή της το δύσκολο. Το δύσκολο ήταν να καταφέρω να μπω μέσα και να ερευνήσω τι έχει απομείνει απ’τα αρχεία της. Το μέρος είναι γεμάτο Επτακέφαλους.»

«Επικίνδυνο, τότε,» σχολίασε ο Λούσιος, που είχε διαβάσει για τα εν λόγω υδρόβια πλάσματα, αλλά ποτέ δεν τα είχε συναντήσει.

«Ναι,» συμφώνησε η Κορνηλία, «πολύ επικίνδυνο. Κι ακόμα κι όταν καταφέραμε να διώξουμε τους Επτακέφαλους από μια περιοχή της βιβλιοθήκης, πάλι ήταν δύσκολο να την ερευνήσουμε, γιατί,» ανασήκωσε τους ώμους, «έχουν περάσει αιώνες από τη βύθισή της. Κι επιπλέον, φοβόμουν ότι όλα τα αρχεία της θα ήταν πλέον άχρηστα.»

«Αλλά δεν ήταν, σωστά;» πετάχτηκε η Δομινίκη.

Η Κορνηλία σούφρωσε τα χείλη. «Περίπου.» Και άνοιξε το κουτί. Στο εσωτερικό ήταν ένα μαύρο, μεμβρανώδες πράγμα, που φούσκωνε και ξεφούσκωνε, απαλά, σα να ανέπνεε. «Πιστεύω ότι αυτό θα έχει κρατήσει το αρχείο άθικτο, μα δεν είμαι βέβαιη. Δεν το έχω ανοίξει ακόμα. Προτίμησα να είμαστε όλοι μαζί, όταν θα ανοιγόταν.»

«Τι είναι αυτό;» ρώτησε ο Λούσιος.

«Ζωντανός θύλακας,» εξήγησε η Δομινίκη. «Τους χρησιμοποιούσαν στη Βυθισμένη Βιβλιοθήκη της Φλάνια, για να προστατεύουν τα αρχεία. Κανείς, σήμερα, δεν ξέρει πώς ακριβώς φτιάχνονταν· έχουν γίνει μονάχα διάφορες υποθέσεις. Πάντως, το βέβαιο είναι πως η ύλη τους είναι ζωντανή, και, μάλλον, προέρχεται από το δέρμα κάποιου πλάσματος –πιθανώς εξαφανισμένου πλέον–, το οποίο–»

«Δεν ανοίγουμε τον θύλακα;» πρότεινε ο Λούσιος.

Η Δομινίκη τον αγριοκοίταξε για τη διακοπή.

Η Κορνηλία έκρυψε το λεπτό της χαμόγελο, παριστάνοντας πως κοίταζε ένα βιβλίο σ’ένα ράφι δίπλα της. Δεν τη συμπαθούσε τη Δομινίκη, παρότι έδειχνε στους άλλους –και σ’εκείνη– το αντίθετο. Εξάλλου, ήταν χρήσιμη· και δεν υπήρχε λόγος να κάνει κάποιον εχθρό, όταν μπορούσε καλύτερα να τον χρησιμοποιήσει για να κερδίσει κάτι που ήθελε.

«Θα το ανοίξουμε,» είπε η Δομινίκη στον Λούσιο. Πήρε ένα μαχαίρι από ένα συρτάρι και πλησίασε τα χέρια της στο κουτί.

«Προσεχτικά,» την προειδοποίησε η Κορνηλία. «Προσεχτικά. Δεν ξέρω τι ακριβώς περιέχει, αν και υποπτεύομαι πως είναι κάποιο βιβλίο.»

«Πώς γνωρίζεις, τότε, ότι αναφέρεται στη θέση του Κατακεραυνωτή;» ρώτησε ο Λούσιος, που στεκόταν πίσω απ’τις δύο γυναίκες.

«Είναι γραμμένο στην άλλη μεριά.» Η Κορνηλία πήρε τον ζωντανό θύλακα στα χέρια της και τον γύρισε απ’την ανάποδη. Επάνω του, πράγματι, έμοιαζαν να είναι χαραγμένα ή, με κάποιο τρόπο, αποτυπωμένα μερικά γράμματα.

Ο Λούσιος δεν καταλάβαινε τι έγραφαν.

Η Δομινίκη φόρεσε τα γυαλιά της και τα κοίταξε, και είπε, γνέφοντας: «Ναι. Είναι το όνομά του. Άφησέ το κάτω, Κορνηλία, για να το ανοίξω.»

«Αφού είναι ζωντανό, δε θα αιμορραγήσει;» ρώτησε ο Λούσιος.

«Θα αιμορραγήσει,» αποκρίθηκε η Δομινίκη, «αλλά όχι πολύ.» Πήρε τον θύλακα από τα χέρια της Κορνηλίας και τον κράτησε πάνω απ’το κουτί. Με την αιχμή του μαχαιριού της, άρχισε να τον κόβει απ’την κάτω μεριά (όχι από τη μεριά όπου ήταν τα γράμματα). Το λιγοστό υγρό που έτρεξε ήταν πηχτό και μαύρο, και έκανε θόρυβο, καθώς πιτσιλούσε το εσωτερικό του κουτιού.

Όταν ο θύλακας άνοιξε, η Δομινίκη τράβηξε από μέσα ένα μικρό βιβλίο με σκληρό εξώφυλλο. Το απόθεσε στο γραφείο της και σκούπισε τα χέρια της μ’ένα μαντήλι.

Η Κορνηλία σήκωσε το βιβλίο και το άνοιξε. Ο Λούσιος το κοίταζε πάνω απ’τον ώμο της. Ήταν γραμμένο στην Αρχαία Γλώσσα· και, αφού η Κορνηλία γύρισε πεταχτά μερικές απ’τις σελίδες του, ανάμεσά τους αποκαλύφθηκε ένα μικρό, μεταλλικό αντικείμενο, προσαρμοσμένο σε μια ειδική θήκη.

«Μια συσκευή αποθήκευσης…» παρατήρησε ο Λούσιος, και την τράβηξε από τη θήκη.

«Δώστη μου,» είπε η Δομινίκη, όχι απότομα· δε φαινόταν να θυμάται πλέον το γεγονός ότι ο σύζυγός της την είχε διακόψει πριν.

Ο Λούσιος τής την έδωσε. Εκείνη πλησίασε μια κονσόλα, πάτησε το πλήκτρο που την τροφοδοτούσε με ενέργεια, και μετά πέρασε τη συσκευή αποθήκευσης στην ειδική θυρίδα. Η οθόνη εμπρός της έδειξε γραμμές και τελείες που δε φαινόταν να σημαίνουν τίποτα.

«Σκατά…» μουρμούρισε η Δομινίκη. «Τα δεδομένα είναι αποθηκευμένα σε κάποια παλιότερη κωδικοποίηση. Δεν μπορώ να τα διαβάσω έτσι.»

«Ίσως εδώ μέσα να υπάρχει η απάντηση που ψάχνεις,» είπε η Κορνηλία, κρατώντας το μικρό βιβλίο. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι έγραφαν οι σελίδες του, γιατί, εκτός από μερικές βασικές λέξεις, δεν ήξερε την Αρχαία Γλώσσα της Απολλώνιας.

«Δε νομίζω,» αποκρίθηκε η Δομινίκη, καθίζοντας μπροστά στην οθόνη. «Αν αυτή η κωδικοποίηση ήταν κοινή εκείνο τον καιρό, το βιβλίο μάλλον δε θα εξηγεί πώς μπορεί κανείς να τη διαβάσει.

»Δεν πρέπει, όμως, να είναι και πολύ δύσκολο να τη βρούμε…» πρόσθεσε. Πατώντας μερικά πλήκτρα στην κονσόλα, οι ενδείξεις στην οθόνη άλλαξαν. Οι γραμμές και οι τελείες πήραν άλλα σχήματα, αλλά αυτά τα σχήματα εξακολουθούσαν να μην είναι κατανοητά. Ύστερα, η Δομινίκη πληκτρολόγησε ξανά, και τα σχήματα άλλαξαν για δεύτερη φορά… όμως, και πάλι, δεν έβγαζαν νόημα.

Η Δομινίκη σηκώθηκε απ’την καρέκλα και πλησίασε μια βιβλιοθήκη. Τράβηξε ένα συρτάρι και άρχισε να ψάχνει μέσα, ενώ ο Λούσιος και η Κορνηλία περίμεναν. Όταν επέστρεψε, είχε μαζί της μια συσκευή αποθήκευσης παρόμοια με την προηγούμενη. Την πέρασε σε μια θυρίδα της κονσόλας και πάτησε ένα πλήκτρο. Η οθόνη τρεμόπαιξε. Η Δομινίκη πάτησε και μερικά άλλα πλήκτρα. Τα σχήματα στην οθόνη κινήθηκαν, όπως το σιρόπι που επιπλέει πάνω στο νερό, και πήραν κατανοητές μορφές.

Ένας χάρτης.

«Πού είναι αυτό το μέρος;» μουρμούρισε ο Λούσιος.

«Ας μάθουμε.» Η Δομινίκη πάτησε μερικά πλήκτρα, και η οθόνη έσβησε. «Συγκρίνω τον χάρτη που μας έφερε η Κορνηλία με τον χάρτη της Απολλώνιας που έχω αποθηκευμένο.»

Σε λίγο, η οθόνη έγραψε: ΚΑΜΙΑ ΠΙΘΑΝΗ ΟΜΟΙΟΤΗΤΑ.

«Αδύνατον…» είπε ο Λούσιος. «Αν δεν είναι θαμμένος στην Απολλώνια….»

Η Δομινίκη έστρεψε το κεφάλι, για να κοιτάξει τον σύζυγό της πάνω απ’τον ώμο της. «Όπως το υποψιαζόμασταν: στην Απολεσθείσα Γη.» Στράφηκε πάλι στην κονσόλα και πληκτρολόγησε. Η οθόνη έσβησε.

«Έχεις χάρτες της Απολεσθείσας Γης;» απόρησε ο Λούσιος. «Η Απολεσθείσα Γη είναι μια διαρκώς μεταβαλλόμενη διάσταση· η γεωγραφία της αλλάζει.»

«Ναι,» είπε η Δομινίκη, «αλλά υπάρχει μια συγκεκριμένη ταχύτητα γεωγραφικής αλλαγής· και υπάρχουν άνθρωποι που την έχουν υπολογίσει και έχουν προσπαθήσει να φτιάξουν χάρτες που χωρίζονται σε χρονικές περιόδους.»

«Είναι σίγουρα σωστοί οι υπολογισμοί τους;»

«Όχι, αλλά είναι ό,τι καλύτερο έχουμε.»

Το σύστημα της Δομινίκης χρειάστηκε περισσότερη ώρα από πριν, για να δώσει αποτελέσματα. Όταν, όμως, έδωσε αποτελέσματα, ήταν καλύτερα από τα προηγούμενα. Η οθόνη έγραψε: ΒΡΕΘΗΚΑΝ ΟΜΟΙΟΤΗΤΕΣ: 1. ΠΑΤΗΣΤΕ ΤΑ ΑΝΤΙΣΤΟΙΧΑ ΠΛΗΚΤΡΑ ΓΙΑ ΝΑ ΣΥΝΕΧΙΣΕΤΕ: [1].

Η Δομινίκη πάτησε το πλήκτρο με τον αριθμό 1, και η οθόνη έδειξε έναν χάρτη της Απολεσθείσας Γης.

Ο Λούσιος συνοφρυώθηκε. «Όντως, μοιάζει… Κάπως…»

«Δεν είναι, όμως, ακριβώς ο ίδιος,» παρατήρησε η Κορνηλία.

«Φυσικά και δεν είναι,» είπε η Δομινίκη. «Μιλάμε για την Απολεσθείσα Γη. Είμαστε τυχεροί που βρήκαμε έστω κι αυτή την ομοιότητα.» Πάτησε μερικά πλήκτρα, και πάνω απ’τον χάρτη φάνηκε η χρονολογία του.

«…Πριν από αιώνες,» είπε ο Λούσιος.

«Ναι. Χρησιμοποιώντας, όμως, την ταχύτητα γεωγραφικής αλλαγής, θα μπορέσουμε να βρούμε αυτή την τοποθεσία στη σημερινή της κατάσταση.»

«Είσαι σίγουρη;»

«Όπως σου είπα και πριν, όχι. Αλλά είναι ό,τι καλύτερο έχουμε. Κι επιπλέον,» πρόσθεσε, καθώς σηκωνόταν από την καρέκλα της, «δε διαθέτουμε μόνο τις πληροφορίες μέσα στη συσκευή αποθήκευσης. Έχουμε κι ετούτο το βιβλίο.» Πήρε το μικρό, σκληρό βιβλίο από τα χέρια της Κορνηλίας και το έκλεισε. «Θα πρέπει να το μελετήσω, όσο θα ταξιδεύουμε.»

«Όσο θα ταξιδεύουμε;» έκανε ο Λούσιος.

«Ναι. Θα πάμε στην Απολεσθείσα Γη.»

«Μα, δεν ξέρουμε ακόμα πού συγκεκριμένα να ψάξουμε!»

«Θα το ανακαλύψουμε στο δρόμο, αγάπη μου,» είπε η Δομινίκη, βγάζοντας τα γυαλιά της. «Θα το ανακαλύψουμε στο δρόμο, μη χάνοντας, εν τω μεταξύ, καθόλου χρόνο.»

«Και ποιος θα μείνει εδώ, στο παλάτι; Η Κορνηλία;»

«Αποκλείεται,» είπε η Κορνηλία. «Θα έρθω κι εγώ μαζί σας.»

«Θα βρούμε κάποιον,» είπε η Δομινίκη στον Λούσιο. «Για την ακρίβεια, έχω ήδη έναν άνθρωπο κατά νου.»

20

Το περίβλημα του οχήματός τους ήταν από ενισχυμένο μέταλλο, ώστε να μπορεί να εξοστρακίζει πυρά με αρκετές πιθανότητες επιτυχίας. Το βέλος της γιγάντιας βαλλίστρας, όμως, το τρύπησε, και ανέτρεψε ολόκληρο το όχημα, ρίχνοντάς το στο πλάι.

Ο Οδυσσέας ίσα που είχε χρόνο να συνειδητοποιήσει τι συνέβη, καθώς είδε την αιχμή ενός βέλους να ξεπροβάλλει, ξαφνικά, και να περνά μερικά εκατοστά μπροστά απ’το στήθος του. Ύστερα, το όχημα γύρισε στη δεξιά μεριά μ’έναν δυνατό γδούπο.

Η Νελμίρα ακούστηκε να καταριέται.

Ο Οδυσσέας, μη χάνοντας την ψυχραιμία του, τράβηξε το πιστόλι του και άνοιξε την πόρτα που τώρα βρισκόταν από πάνω του. Κοίταξε έξω και είδε, στο φως της ημέρας (γιατί ήταν ημέρα εδώ, παρότι στη Φεηνάρκια είχαν φύγει νύχτα), πως μια μάχη εξελισσόταν κοντά σ’εκείνον και τους συντρόφους του. Τεθωρακισμένα οχήματα και άνθρωποι αλληλοχτυπιόνταν· και ένα από τα μεγάλα βέλη των οχημάτων ήταν που είχε πετύχει και το όχημα του Οδυσσέα, πιθανώς κατά λάθος. Οι πολεμιστές ήταν οπλισμένοι με βαλλίστρες και αγχέμαχα όπλα, καθώς στη Βίηλ οι περισσότεροι δεν εμπιστεύονταν τα πυροβόλα· ήταν επικίνδυνα να εκραγούν στο χέρι σου. Οι μαχητές ήταν δύο παρατάξεων, μπορούσε να δει ο Οδυσσέας: της Παντοκράτειρας και… σε ποιον ανήκε αυτό το σύμβολο; Στο Πριγκιπάτο Κάνρελ, αν δεν κάνω λάθος.

«Βοηθήστε με να σηκώσουμε το όχημά μας,» είπε στους συντρόφους του, και πήδησε έξω.

Η Νελμίρα κι ο Ράθνης τον ακολούθησαν.

«Τι γίνεται εδώ;» ρώτησε η πρώτη.

«Δεν ξέρω ακριβώς. Φαίνεται, όμως, πως ορισμένοι πολεμιστές του Πριγκιπάτου Κάνρελ αντιμετωπίζουν τις δυνάμεις της Παντοκράτειρας,» αποκρίθηκε ο Οδυσσέας, τρίζοντας τα δόντια, καθώς οι τρεις τους προσπαθούσαν να σηκώσουν το όχημα.

Ύστερα από μερικές στιγμές έντονης προσπάθειας, το όχημα γύρισε απ’την καλή, χοροπηδώντας πάνω στις αναρτήσεις του. Οι επαναστάτες μπήκαν πάλι στο εσωτερικό του.

«Τι θα κάνουμε;» ρώτησε η Νελμίρα.

«Ας βοηθήσουμε το Πριγκιπάτο Κάνρελ,» είπε ο Οδυσσέας.

«Είναι με την Επανάσταση;»

«Απ’όσο ξέρω, όχι. Αλλά, αφού έχει προβλήματα με την Παντοκράτειρα, ίσως αυτό ν’αλλάξει, πολύ σύντομα.» Ο Οδυσσέας οδήγησε το όχημά τους προς τη μάχη. «Και βγάλτε τις βαλλίστρες σας,» πρότεινε. «Τα πυροβόλα είναι επικίνδυνα στη Βίηλ.»

Πήγε ολοταχώς προς ένα ψηλό, μεταλλικό Παντοκρατορικό όχημα με δύο γιγάντιους τροχούς, επάνω στο οποίο υπήρχαν δύο μεγάλες βαλλίστρες με σιδερένια βέλη και σιδερένιες χορδές. Ένα τέτοιο βέλος ήταν που είχε πετύχει και το Φεηνάρκιο όχημα του Οδυσσέα. Τώρα, όμως, οι χειριστές των βαλλιστρών δε στόχευαν εκείνον, καθώς κοίταζαν αλλού μέσα στη μάχη.

Το εξάτροχο όχημα κουτούλησε το όχημα των πολεμιστών της Παντοκρατορίας, ανατρέποντάς το. Ο οδηγός και οι χειριστές των βαλλιστρών ακούστηκαν να ουρλιάζουν.

Ο Οδυσσέας τούς προσπέρασε και ζύγωσε ένα απ’τα οχήματα του Πριγκιπάτου Κάνρελ. Είχε τέσσερις τροχούς: δύο μικρούς μπροστά και δύο μεγάλους πίσω· και στο οπίσθιό του μέρος υπήρχε μια βαλλίστρα. Ο χειριστής της ήταν κλεισμένος μέσα σ’ένα θολωτό σκέπαστρο, κατά κύριο λόγο από σίδερο αλλά και με μερικά σημεία από γυαλί. Στη μπροστινή μεριά, υπήρχε άλλο ένα σκέπαστρο, όχι θολωτό αλλά επίπεδο και ολόκληρο φτιαγμένο από γυαλί. Δύο άντρες βρίσκονταν μέσα, και ο ένας σήκωσε ένα μέρος του σκέπαστρου και έκανε νόημα στον Οδυσσέα, ενώ, συγχρόνως, ρωτούσε: «Ποιοι είστε;»

«Δεν είμαστε με τις δυνάμεις της Παντοκράτειρας, αν αυτό αναρωτιέσαι. Εσύ ποιος είσαι;»

«Είστε με την Επανάσταση;»

Ο Οδυσσέας επέμεινε στη δική του ερώτηση: «Ποιος είσαι;»

«Ο Πρίγκιπας Άτβος, του Κάνρελ.»

«Ο Πρίγκιπας του Κάνρελ; Και τι κάνεις εδώ;»

«Προσπαθώ να φύγω απ’τη Βίηλ, να περάσω στη Φεηνάρκια. Κι απ’ό,τι φαίνεται…» τα μάτια του πήγαν στο πεδίο της μάχης ολόγυρά τους, όπου οι μαχητές του χτυπιόνταν με τους μαχητές της Παντοκράτειρας, «κερδίζω τη μάχη και, σύντομα, θα περάσω τη δίοδο.»

Η δίοδος που οδηγούσε στη Φεηνάρκια δεν ήταν παρά ένα μεγάλο σπηλαιώδες άνοιγμα στην πλαγιά ενός βουνού. Το άνοιγμα φρουρείτο, φυσικά, από τις δυνάμεις της Παντοκρατορίας, που είχαν σχηματίσει ένα προστατευτικό τόξο μπροστά του, αλλά ο Οδυσσέας μπορούσε να δει ότι ο Πρίγκιπας Άτβος δεν έλεγε ψέματα: οι πολεμιστές του, πράγματι, έμοιαζαν να κερδίζουν τη μάχη. Οι μαχητές της Παντοκράτειρας διαλύονταν σε πολλά σημεία, και δε φαινόταν να μπορούν πλέον να διατηρήσουν το σχηματισμό τους.

«Τελικά,» ρώτησε ο Πρίγκιπας, «είστε με την Επανάσταση ή όχι;»

Δεν τον ξεγελάς εύκολα, παρατήρησε ο Οδυσσέας. Το θυμάται ότι, ουσιαστικά, δεν του έδωσα καμία απάντηση. «Ναι, επαναστάτες είμαστε.»

«Τότε, καλύτερα να φύγετε από δω, γιατί, σύντομα, θα μαζευτούν κι άλλοι Παντοκρατορικοί, αφότου εγώ κι οι άνθρωποί μου έχουμε περάσει στη Φεηνάρκια.»

Ο Ράθνης παρενέβη: «Υψηλότατε, λυπάμαι που σας το λέω, αλλά δε νομίζω ότι θα καταφέρετε να περάσετε στη Φεηνάρκια.»

«Τι πράγμα;»

Ο Ράθνης έδειξε, και όλοι στράφηκαν.

Από τα δυτικά, οχήματα φαίνονταν να έρχονται ολοταχώς. Ορισμένα είχαν προσαρτημένες βαλλίστρες και άλλους οπλισμούς· ορισμένα μετέφεραν στρατιώτες. Δύο μικρά αεροσκάφη πετούσαν από πάνω τους.

Ο Πρίγκιπας Άτβος γρύλισε και καταράστηκε κάτω απ’την ανάσα του.

«Θα πρότεινα να φύγουμε, όλοι,» είπε ο Οδυσσέας.

Του Πρίγκιπα δε φαινόταν να του αρέσει καθόλου αυτό, αλλά δεν έμοιαζε παράλογος άνθρωπος· αναγκάστηκε να συμφωνήσει, γνέφοντας καταφατικά. Και πρόσταξε υποχώρηση.

Το όχημά του έστριψε, και άλλα τρία οχήματα το ακολούθησαν· το ένα από αυτά έμεινε για λίγο πίσω, προκειμένου να ανεβούν οι πολεμιστές του Πρίγκιπα. Ο Οδυσσέας αποφάσισε κι εκείνος ν’ακολουθήσει τον Άτβος του Κάνρελ, μη βλέποντας αυτή τη στιγμή κανέναν καλύτερο τρόπο δράσης. Εξάλλου, αφού ο Πρίγκιπας ήταν εναντίον της Παντοκράτειρας, ήταν και φίλος της Επανάστασης, κατά πάσα πιθανότητα.

Τα οχήματα των εχθρών τους βρίσκονταν πολύ μακριά για να τους προλάβουν, αλλά τα αεροσκάφη όχι.

Η Νελμίρα είπε: «Έρχονται να μας βομβαρδίσουν,» βλέποντάς τα από ένα απ’τα σπασμένα τζάμια. Πήρε το τουφέκι της και το ύψωσε.

«Είναι επικίνδυνο!» της θύμισε ο Οδυσσέας.

«Το ξέρω. Αλλά θα το ρισκάρω.» Η Νελμίρα σημάδεψε το αεροσκάφος με το στόχαστρο στο τουφέκι της. Εστίασε στις μηχανές του. Και πυροβόλησε.

Το όπλο δεν εξερράγη στα χέρια της. Και η ριπή της πέτυχε το αεροσκάφος ακριβώς εκεί όπου ήθελε. Ο πιλότος του αναγκάστηκε να το απομακρύνει, καθώς έχανε ύψος.

Το άλλο αεροσκάφος πέρασε πάνω απ’τα οχήματα της συνοδείας του Πρίγκιπα, αποφεύγοντας τα βέλη από δύο βαλλίστρες και εξαπολύοντας μια βόμβα, η οποία χτύπησε το ένα απ’τα οχήματα και εξερράγη, εκτοξεύοντας κομμάτια μέταλλο τριγύρω, καθώς και κομμάτια από ανθρώπινα σώματα.

Το αεροσκάφος διέγραψε έναν κύκλο στον αέρα και έκανε να επιστρέψει.

Η Νελμίρα ύψωσε πάλι το όπλο της.

«Όχι!» της είπε ο Οδυσσέας. «Μία φορά ήσουν τυχερή. Δε θα είσαι πάντα. Και μπορεί να μας σκοτώσεις και τους τρεις!»

Αυτό την έκανε να κατεβάσει το τουφέκι της και να πάρει τη βαλλίστρα.

Ήταν, όμως, πολύ αργά πλέον για να χρησιμοποιήσει το όπλο· το αεροσκάφος βρισκόταν κοντά–

Αλλά δεν πρόλαβε να ρίξει καμία από τις βόμβες του. Το βέλος της βαλλίστρας του οχήματος του Πρίγκιπα Άτβος τού διαπέρασε την μπροστινή μεριά, και αίμα φάνηκε να πετάγεται πάνω στο τζάμι του. Ο πιλότος πρέπει να σκοτώθηκε ή να πληγώθηκε βαριά. Το αεροσκάφος, πάντως, άρχισε να πέφτει–

–προς τα οχήματα της συνοδείας.

Τα οποία χωρίστηκαν, για να το αποφύγουν. Κι εκείνο τσακίστηκε στο έδαφος, και εξερράγη πίσω τους μ’έναν πανίσχυρο κρότο που τράνταξε τη γη σα σεισμός.

«Οι βόμβες είναι πιο επικίνδυνες στη Βίηλ,» είπε ο Οδυσσέας. «Μακράν πιο επικίνδυνες.»

«Παριστάνεις την εγκυκλοπαίδεια τώρα;» τον ρώτησε η Νελμίρα, πειραχτικά.

«Όχι· προσπαθώ να σε κάνω να καταλάβεις πως ετούτη ήταν η τελευταία φορά που χρησιμοποίησες το τουφέκι σου εδώ.»

«Δε θα διαφωνήσω, Πρόμαχε,» είπε η Νελμίρα. «Είμαι πολύ κουρασμένη για διαφωνίες, έτσι κι αλλιώς.» Και πήρε πιο βολική θέση στο πίσω κάθισμα του εξάτροχου οχήματος.

Ο Οδυσσέας κοίταξε τον καθρέφτη, για να δει μήπως κανείς τούς ακολουθούσε. Διαπίστωσε, όμως, ότι οι δυνάμεις της Παντοκράτειρας πρέπει να είχαν παραιτηθεί· ή ίσως να τους είχαν αφήσει να ξεφύγουν για τώρα, ώστε να τους ακολουθήσουν αργότερα.

*

Τα οχήματα συνέχισαν να κινούνται για δύο ώρες, διασχίζοντας ανοιχτές εκτάσεις κατά κύριο λόγο και αποφεύγοντας να μπουν σε πόλεις. Ο Οδυσσέας πήγαινε μαζί με τη συνοδεία του Πρίγκιπα Άτβος, δίχως να γνωρίζει ποιος ήταν ο τελικός προορισμός και δίχως, αυτή τη στιγμή, να έχει την πολυτέλεια να μπορεί να σταματήσει και να ρωτήσει. Η Νελμίρα, ωστόσο, δεν τον άφησε να οδηγήσει και τις δύο ώρες που διήρκεσε το ταξίδι τους· μέσα στο πρώτο τέταρτο, του είπε ότι θα έπαιρνε το τιμόνι εκείνη, καθώς αυτός θα ήταν ήδη πολύ κουρασμένος, από την οδήγησή του στη Φεηνάρκια. Ο Οδυσσέας δεν μπόρεσε παρά να συμφωνήσει, και η ερυθρόδερμη γυναίκα κάθισε στη θέση του οδηγού, ενώ εκείνος μεταφέρθηκε στη θέση του συνοδηγού. Δεν κοιμήθηκε, όμως· ήθελε να βρίσκεται σε εγρήγορση για ό,τι απρόοπτο πιθανώς να συνέβαινε.

Ευτυχώς, τίποτα δε συνέβη. Οι δυνάμεις της Παντοκράτειρας δεν τους επιτέθηκαν, ούτε επιχείρησαν να τους κόψουν το δρόμο. Αυτό, όμως, στο μυαλό του Οδυσσέα, δε σήμαινε απαραιτήτως ότι τα είχαν παρατήσει· ίσως να προετοιμάζονται, για να μας προσεγγίσουν πιο αποτελεσματικά.

Στις οθόνες του εξάτροχου, Φεηνάρκιου οχήματός τους φαίνονταν δύο σημαντικές πληροφορίες: ότι –σύμφωνα με το χάρτη της Βίηλ– πλησίαζαν τους Δασότοπους των Λάν’τραχαμ, και ότι η ενέργεια του οχήματος εξαντλείτο με πολύ ταχύ ρυθμό. Ο Οδυσσέας γνώριζε γιατί συνέβαινε αυτό το τελευταίο: ήταν η φύση της Βίηλ τέτοια, που η ενέργεια από τις ενεργειακές φιάλες καταναλωνόταν πιο γρήγορα. Γι’αυτό κιόλας οι κάτοικοι της εν λόγω διάστασης δε χρησιμοποιούσαν φιάλες για να κινούν τα οχήματά τους. Στη Βίηλ, υπήρχε κάποιου είδους αόρατη ενέργεια, διάχυτη παντού, και οι μάγοι του τάγματος των Πεφωτισμένων (ένα τάγμα που η μαγεία του λειτουργούσε μόνο στη Βίηλ) έφτιαχναν εστίες (όπως τις αποκαλούσαν) που συγκέντρωναν αυτή την ενέργεια και τη διοχέτευαν στα οχήματα και σε άλλα μηχανικά κατασκευάσματα. Οι εστίες ήταν διαρκώς σε λειτουργία· δεν τελείωναν, όπως οι ενεργειακές φιάλες ή οι μπαταρίες που χρησιμοποιούνταν ευρέως σε άλλες διαστάσεις. Ωστόσο, υπήρχαν και φορές που έπαυαν να λειτουργούν για, ουσιαστικά, ανεξήγητους λόγους· και, σ’αυτές τις περιπτώσεις, ο Οδυσσέας είχε ακούσει πως οι Πεφωτισμένοι έλεγαν ότι απλά η ζωή της εστίας είχε τελειώσει· οι εστίες δεν ήταν αθάνατες. Οι περισσότερες, όμως, διαρκούσαν για κάποια χρόνια.

Ελπίζω, σκέφτηκε ο Οδυσσέας, η ενέργειά μας να μην καταναλωθεί προτού φτάσουμε στον προορισμό μας. Τα οχήματα του Πρίγκιπα Άτβος μπορούσαν, θεωρητικά, να κινούνται επ’άπειρον, αλλά όχι και το δικό τους.

Η φιάλη που είχαν τώρα μέσα στην ειδική θυρίδα του οχήματός τους δεν ήταν, βέβαια, η τελευταία· υπήρχαν άλλες τρεις. Ο Οδυσσέας, όμως, δεν ήξερε πόσο μακριά σκόπευε να πάει ο Πρίγκιπας και πού σκόπευε να σταματήσει.

Οι ανησυχίες του, ασφαλώς, διαψεύστηκαν, αφού το ταξίδι τους κράτησε μόλις δύο ώρες και όχι περισσότερο. Όταν έφτασαν στους Δασότοπους των Λάν’τραχαμ και μπήκαν ανάμεσα στους κορμούς και στις πυκνές φυλλωσιές, τσακίζοντας χόρτα, ξύλα, και μικρές πέτρες κάτω από τους τροχούς τους, ο Πρίγκιπας Άτβος σταμάτησε το όχημά του και έδωσε διαταγή να σταματήσουν κι οι υπόλοιποι.

*

Ο Πρίγκιπας Άτβος του Κάνρελ ήταν ένας ψηλός, λιγνός άντρας με γαλανό δέρμα και πράσινα γένια και μαλλιά. Μεσήλικας, αναμφίβολα, με έντονες και βαθιές γραμμές στο πρόσωπό του. Φορούσε σχετικά απλά ρούχα: λευκό πουκάμισο, μαύρο ελαφρύ πανωφόρι, καφετί πέτσινο παντελόνι, και πορφυρό μανδύα με αργυρό σιρίτι. Ουσιαστικά, δεν υπήρχε επάνω του κανένα διακριτικό που να προδίδει ότι, όντως, ήταν ο Πρίγκιπας του Κάνρελ· ωστόσο, ο Οδυσσέας δε νόμιζε πως τους είχε πει ψέματα, γιατί, από αναφορές που είχε υπόψη του, γνώριζε ότι ο Πρίγκιπας Άτβος ήταν γαλανόδερμος και με πράσινα γένια και μαλλιά. Αλλά, βέβαια, δεν τον είχε ποτέ πριν δει στην πραγματικότητα.

Επί του παρόντος, ο Άτβος σήκωσε το σκέπαστρο του οχήματός του και πήδησε έξω με χαρακτηριστική σβελτάδα. Δεν είναι άνθρωπος του καναπέ, παρατήρησε ο Οδυσσέας, καθώς κι εκείνος έβγαινε απ’το δικό του όχημα, μαζί με τους συντρόφους του.

«Ποιοι είστε;» ρώτησε ο Πρίγκιπας, ατενίζοντάς τους με περιέργεια, σαν να τους μετρούσε με το βλέμμα του.

«Ονομάζομαι Οδυσσέας, και είμαι Πρόμαχος της Επανάστασης. Από εδώ είναι η Νελμίρα, κι από εδώ ο Ράθνης, επίσης επαναστάτες και πιστοί στο σκοπό μας.»

«Χαίρομαι για τη γνωριμία, όχι μόνο επειδή με βοηθήσατε να αντιμετωπίσω τις δυνάμεις της Παντοκράτειρας, κοντά στη δίοδο για τη Φεηνάρκια, αλλά κι επειδή νομίζω ότι χρειάζομαι κι άλλο τη βοήθειά σας… αν, φυσικά, είστε πρόθυμοι να μου την προσφέρετε.»

«Οι εχθροί της Παντοκράτειρας είναι δικοί μας φίλοι, Υψηλότατε,» αποκρίθηκε ο Οδυσσέας. «Θα κάνουμε ό,τι μπορούμε για εσάς. Ωστόσο, πρέπει να σας προειδοποιήσω ότι βρισκόμαστε σε μια εξαιρετικά σημαντική αποστολή· κι αυτό σημαίνει ότι δε μπορούμε να παρεκκλίνουμε και πολύ από το δρόμο μας.»

«Καταλαβαίνω,» είπε ο Άτβος, χωρίς να υπάρχει δυσαρέσκεια στη φωνή ή στην όψη του.

«Εξηγήστε μας, όμως, τι σας συμβαίνει,» τον παρότρυνε ο Οδυσσέας, «και θα σκεφτούμε αν μπορεί να γίνει κάτι, αναλόγως την περίπτωση.»

Ο Πρίγκιπας Άτβος τούς είπε, τότε, ότι σχεδίαζε να φέρει το Πριγκιπάτο Κάνρελ με την Επανάσταση και να εναντιωθεί στην Παντοκράτειρα. Το σχέδιό του, φυσικά, έπρεπε να εκτελεστεί κρυφά, γιατί οι δυνάμεις της Παντοκρατορίας βρίσκονταν ήδη μέσα στις περιοχές του. Έτσι, μίλησε μόνο στους πιο έμπιστους του ανθρώπους… οι οποίοι, δυστυχώς, αποδείχτηκαν όχι και τόσο έμπιστοι όσο νόμιζε. Ο Στρατηγός του Πριγκιπάτου τον πρόδωσε στους Παντοκρατορικούς, επομένως ο Άτβος έπρεπε τώρα να εγκαταλείψει την ίδια του την πατρίδα. Παίρνοντας μαζί του ορισμένους πολεμιστές, κατευθύνθηκε προς τη δίοδο για τη Φεηνάρκια, ελπίζοντας πως εκεί θα μπορούσε να βρει καταφύγιο, αν και ποτέ παλιότερα δεν είχε επισκεφτεί τη συγκεκριμένη διάσταση. Αλλά, βέβαια, όπως πολύ καλά γνώριζαν ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του, δεν κατάφερε τελικά να περάσει τη δίοδο.

«Αν μπορούσατε κάπως να με βοηθήσετε να ξεφύγω από τα χέρια των Παντοκρατορικών, θα ήμουν ευγνώμων,» είπε ο Άτβος. «Και υπόσχομαι να βοηθήσω κι εγώ την Επανάσταση όπως μπορώ. Εξάλλου, ύστερα από αυτά που μου έχουν συμβεί, δε νομίζω ότι μου μένει και τίποτε άλλο να κάνω. Συμφιλίωση με τις δυνάμεις της Παντοκράτειρας δε νομίζω ότι μπορεί να υπάρξει. Ο Στρατηγός μου τώρα έχει τον έλεγχο του Κάνρελ. Κατά πάσα πιθανότητα, θα έχει ονομάσει ήδη τον εαυτό του ‘Πρίγκιπα’.»

Καθώς μιλούσε, ήρθε πλάι του μια γυναίκα μετρίου αναστήματος με καστανά μαλλιά και δέρμα λευκό όπως του Οδυσσέα. Φορούσε ένα μακρύ, γαλάζιο φόρεμα, που έμοιαζε με το δέρμα του Πρίγκιπα Άτβος, και είχε δαντέλα στο στενό του ντεκολτέ και στα μανίκια. Επάνω στο φόρεμα, ήταν ραμμένα διάφορα σύμβολα και γράμματα, που έκαναν τον Οδυσσέα να αναρωτηθεί αν η γυναίκα ήταν μάγισσα. Μια Πεφωτισμένη, ίσως;

Ο Άτβος τη σύστησε, θεωρώντας το, μάλλον, παράλειψη που δεν το είχε κάνει ώς τώρα. «Από δω η σύζυγός μου, Ιλρίνα’νορ, η οποία ανήκει στο τάγμα των Πεφωτισμένων.»

Καλά το είχα μαντέψει, σκέφτηκε ο Οδυσσέας, και έκλινε το κεφάλι του προς τη μεριά της γυναίκας, λέγοντας: «Χαίρω πολύ, κυρία.»

Εκείνη αποκρίθηκε μ’ένα ευγενικό νεύμα, αλλά δε μίλησε.

«Υπάρχει τρόπος να μας βοηθήσετε;» ρώτησε πάλι ο Πρίγκιπας Άτβος.

«Νομίζω πως ναι,» απάντησε ο Οδυσσέας. «Βρισκόμαστε εδώ για να έρθουμε σε επαφή με τους Επαναστάτες της Βίηλ· επομένως, μπορούμε να φέρουμε κι εσάς σε επαφή μαζί τους, κι από κει και πέρα είναι δικό σας θέμα τι θα συμφωνήσετε και πώς θα κινηθείτε. Γιατί εμείς πρέπει να φύγουμε· μετά από τη Βίηλ, έχουμε να επισκεφτούμε κι άλλες διαστάσεις.»

«Σ’ευχαριστούμε, Οδυσσέα.» Ο Πρίγκιπας Άτβος τού έδωσε το χέρι του.

Ο Οδυσσέας το έσφιξε. «Στη διάθεσή σας, Πρίγκιπά μου.»

«Προς τα πού θα κατευθυνθούμε, λοιπόν;» ρώτησε ο Άτβος.

«Ο άνθρωπος στον οποίο πρέπει να μιλήσουμε βρίσκεται στο Πριγκιπάτο Έλρηνεχ,» εξήγησε ο Οδυσσέας, «βόρεια από τους Δασότοπους των Λάν’τραχαμ.»

«Θα σας συνοδέψουμε, τότε.»

Ο Οδυσσέας ένευσε. «Υπάρχει μόνο ένα πρόβλημα.»

«Τι πρόβλημα;»

«Το όχημά μας δεν είναι κατασκευασμένο κατάλληλα για τη Βίηλ· λειτουργεί με ενεργειακές φιάλες, όχι με εστία. Πιστεύετε ότι θα μπορούσατε να το διορθώσετε αυτό;»

Η Ιλρίνα’νορ μίλησε για πρώτη φορά: «Θα μπορούσα να σας φτιάξω μια εστία, αλλά όχι αμέσως. Χρειάζεται το χρόνο του.»

«Πόσο χρόνο; Θα μας καθυστερήσει;»

«Πόσες ενεργειακές φιάλες έχετε μαζί σας;»

«Μία που χρησιμοποιούμε τώρα και τρεις εφεδρικές.»

«Λογικά, θα σας φτάσουν μέχρι να πάμε στο Έλρηνεχ,» είπε η Ιλρίνα’νορ. «Κι εγώ, εν τω μεταξύ, θα ετοιμάσω την εστία.»

«Σ’ευχαριστούμε,» είπε ο Οδυσσέας.

«Εμείς πρέπει να σας ευχαριστήσουμε. Φαίνεται πως εμφανιστήκατε την κατάλληλη στιγμή, για να μας συντρέξετε κατά των δυνάμεων της Παντοκράτειρας.»

*

Διέσχισαν με δυσκολία τους Δασότοπους των Λάν’τραχαμ.

Το εξάτροχο, Φεηνάρκιο όχημα του Οδυσσέα και των συντρόφων του δεν είχε κανένα πρόβλημα σε τούτα τα εδάφη, παρά τη βλάστηση και το ανώμαλο έδαφος· τα οχήματα του Πρίγκιπα Άτβος, όμως, είχαν πολλά προβλήματα· κι έτσι, οι τρεις επαναστάτες ήταν υποχρεωμένοι να κινούνται με πιο αργό ρυθμό απ’ό,τι θα κινούνταν κανονικά.

Θα μπορούσαν, φυσικά, όλοι τους να βγουν από τους δασότοπους και να ακολουθήσουν τον δρόμο που περνούσε από μέσα τους: έναν δρόμο όπου τα οχήματα δε θα συναντούσαν καμία δυσκολία. Αν το έκαναν αυτό, όμως, τα εμπόδια που θα έβρισκαν θα ήταν άλλου είδους, και θα είχαν να κάνουν με τις δυνάμεις της Παντοκράτειρας· επομένως, προτίμησαν την πιο ασφαλή πορεία.

Το Φεηνάρκιο όχημα συνέχισε να το οδηγεί η Νελμίρα, στην αρχή· ύστερα, πήρε τη θέση του οδηγού ο Ράθνης· και τέλος, ο Οδυσσέας. Ενώ ο Πρόμαχος είχε το τιμόνι στα χέρια του, έφτασαν στις βόρειες παρυφές των Δασότοπων των Λάν’τραχαμ. Ήταν πλέον νύχτα. Ο ήλιος είχε βασιλέψει και ένα μεγάλο, ολοστρόγγυλο φεγγάρι φαινόταν στον ουρανό, ανάμεσα από τις φυλλωσιές. Εδώ, ο Πρίγκιπας Άτβος πρότεινε να κάνουν στάση, για να φάνε και να ξεκουραστούν, και οι τρεις επαναστάτες δε διαφώνησαν.

Η ενεργειακή φιάλη που είχαν αρχικά στην ειδική θυρίδα του οχήματός τους είχε, προ πολλού, τελειώσει και είχαν αναγκαστεί να χρησιμοποιήσουν άλλη μία φιάλη ολόκληρη. Τώρα, βρίσκονταν στην τρίτη, κι αυτό σήμαινε ότι μονάχα μία εφεδρική τούς απέμενε. Ο Οδυσσέας ήλπιζε η Ιλρίνα’νορ να μην αργούσε να φτιάξει την εστία τους, γιατί, διαφορετικά, αύριο θα έμεναν από καύσιμα.

«Γιατί ονομάζονται ‘Δασότοποι των Λάν’τραχαμ’;» ρώτησε ο Ράθνης, καθώς ήταν καθισμένος σε μια πέτρα και ακόνιζε, νωχελικά, το σπαθί του.

«Γιατί οι Λάν’τραχαμ κατοικούν εδώ,» απάντησε η Νελμίρα, που στεκόταν παραδίπλα, έχοντας τα χέρια της σταυρωμένα εμπρός της κι ατενίζοντας βόρεια, την πεδιάδα και τα φώτα μιας μικρής πόλης που ξεχώριζαν μες στη νύχτα. Η μορφή της ερυθρόδερμης γυναίκας ήταν σκοτεινή, και η κάπα στους ώμους της αναδευόταν από το κρύο αεράκι.

«Τι είναι οι Λάν’τραχαμ; Κάποιος λαός;» Ο Ράθνης έπαψε να ακονίζει το ξίφος του, κοιτάζοντας επίμονα την πλάτη της.

Ο Οδυσσέας, που τους ατένιζε και τους δύο από κάποια απόσταση, αναρωτήθηκε και πάλι αν ο αινιγματικός Αρβήντλιος συμπαθούσε τη Νελμίρα. Σίγουρα, έμοιαζε να της δείχνει ενδιαφέρον τις πιο αλλόκοτες στιγμές, πάντως… Σα να προσπαθεί να διαπιστώσει κάτι γι’αυτήν. Σα να προσπαθεί, κατά κάποιο τρόπο, να την κρίνει. Περίεργο πράγμα…

Η Νελμίρα γέλασε, κοφτά. «Οι Λάν’τραχαμ δεν είναι λαός. Θηρία είναι.»

Ο Ράθνης κάρφωσε το ξίφος του στο έδαφος κι ακούμπησε τα χέρια του στη λαβή του όπλου. «Κι εσύ γνωρίζεις γι’αυτά τα θηρία;»

Η Νελμίρα στράφηκε να τον κοιτάξει, κι ο Οδυσσέας είδε μια ξαφνική γυαλάδα στα μάτια της. Μια γυαλάδα θυμού; Νομίζει ότι ο Ράθνης πάει να την περιγελάσει κάπως; «Τα έχω ακουστά.»

«Επικίνδυνα;»

«Ναι. Είμαστε τυχεροί που δεν συναντήσαμε κανένα.»

«Θα μας είχαν σκοτώσει;»

«Γιατί κάνεις όλες αυτές τις ερωτήσεις;»

Ο Ράθνης ανασήκωσε τους ώμους· το πρόσωπό του δεν άλλαξε έκφραση. «Από περιέργεια.»

Η Νελμίρα αποφάσισε να του απαντήσει: «Δεν ξέρω αν θα μας είχαν σκοτώσει. Θα μας είχαν, πάντως, προκαλέσει πολύ μεγάλο πρόβλημα, αν μας επιτίθονταν. Ευτυχώς, δεν είναι οξύθυμοι, απ’όσο ξέρω.»

«Πώς είναι η εμφάνισή τους;»

Η Νελμίρα τον ατένισε καχύποπτα, σα να προσπαθούσε να καταλάβει τι πιθανώς να κρυβόταν πίσω απ’τις ερωτήσεις του. «Είναι γιγαντόσωμοι και στέκονται σε δύο πόδια. Τα άλλα δύο τους πόδια σπάνια τα ακουμπούν στο έδαφος, και συνήθως τα χρησιμοποιούν σαν χέρια. Ξεριζώνουν δέντρα μ’αυτά και τα χειρίζονται ως ρόπαλα.» Ανασήκωσε τους ώμους. «Ή, τουλάχιστον, έτσι έχω ακούσει. Προσωπικά, δεν έχω ποτέ συναντήσει Λάν’τραχαμ.»

«Γνωρίζεις για τα θηρία όλων των διαστάσεων;»

Η Νελμίρα άργησε λίγο ν’αποκριθεί, και ο Οδυσσέας νόμισε πως, όταν άνοιγε τελικά το στόμα της, θα έβριζε τον Ράθνη, ή θα έκανε κάποιο οξύ σχόλιο και θα έφευγε. Δεν έγινε, όμως, τίποτα απ’αυτά· η Νελμίρα είπε: «Για όσα μπορώ, ναι. Είναι χρήσιμο να ξέρεις τι κατοικεί στα μέρη όπου περιπλανιέσαι.»

«Και για τα θηρία της Αρβήντλια;» ρώτησε ο Ράθνης. «Γνωρίζεις και για τα θηρία της Αρβήντλια;»

«Μερικά πράγματα. Αλλά όχι πολλά. Θα ήθελες να σε βοηθήσω σε κάτι;» Κι εδώ έμοιαζε να υπάρχει κάποια ειρωνεία στη φωνή της.

«Όχι,» αποκρίθηκε ο Ράθνης. «Απλώς μαθαίνω.»

Η Νελμίρα συνοφρυώθηκε. «Τι μαθαίνεις;»

«Τι ξέρεις για τα θηρία.»

Η Νελμίρα απομακρύνθηκε από τον λευκόδερμο Αρβήντλιο, δίχως άλλη κουβέντα και προτιμώντας, μάλλον, να μη φτάσουν πάλι σε σημείο να πιαστούν στα χέρια.

Ο Οδυσσέας σκέφτηκε να πλησιάσει τον Ράθνη και να τον ρωτήσει τι ακριβώς ήθελε από τη Νελμίρα, μα δίστασε, και δεν το έκανε. Δεν είναι μικρά παιδιά, ούτε εγώ είμαι ο δάσκαλός τους. Ας τα βρουν μεταξύ τους. Ακόμα κι ο Ράθνης δεν μπορεί, κατά βάθος, να είναι τόσο παράξενος όσο φαίνεται…

Αργότερα, ο Οδυσσέας κάθισε κοντά στη φωτιά που είχε ανάψει η Νελμίρα, έχοντάς την περιτριγυρισμένη μ’ένα μικρό ξύλινο προκάλυμμα, ώστε το φως της να μη φαίνεται από μακριά. Ο Ράθνης είχε, προ πολλού, σηκωθεί απ’τον βράχο όπου ακόνιζε το σπαθί του και πάει στο εσωτερικό του εξάτροχου οχήματός τους.

«Δεν έχεις ποτέ δει Λάν’τραχαμ, λοιπόν, ε;» είπε ο Οδυσσέας.

«Μην αρχίζεις κι εσύ!» διαμαρτυρήθηκε η Νελμίρα.

Ο Οδυσσέας μειδίασε.

«Αυτός ο άνθρωπος είναι τρελός. Δεν μπορεί. Δεν εξηγείται αλλιώς. Τον καταλαβαίνεις εσύ;»

Ο Οδυσσέας μόρφασε αρνητικά. «Όχι. Για να είμαι ειλικρινής, όχι. Αλλά είναι Αρβήντλιος.»

Η Νελμίρα έριξε μια πέτρα μέσα στη φωτιά. «Τέλος πάντων. Ας είναι ό,τι θέλει.» Μετά, ρώτησε: «Εσύ έχεις δει Λάν’τραχαμ;»

«Ναι. Μία φορά. Δεν είναι άσχημο θέαμα, όταν δεν είναι εξοργισμένοι.»

Η Νελμίρα χαμογέλασε, και η ακτινοβολία της φωτιάς έκανε το πορφυρόχρωμο πρόσωπό της να μοιάσει με ζωντανή φλόγα.

Ο Οδυσσέας τής επέστρεψε το χαμόγελο.

Η Νελμίρα ήρθε λίγο πιο κοντά, δίχως να μιλήσει. Ο Οδυσσέας μπορούσε τώρα να αισθανθεί την ανάσα της πάνω στο μάγουλό του· και τα μάτια της κοίταζαν τα δικά του: βαθιά μέσα στα δικά του. Η κίνησή της δεν ήταν τυχαία· δεν υπήρχε κανένας λόγος για να θέλει να έρθει πιο κοντά του απ’ό,τι ήδη ήταν. Κανένας λόγος, εκτός από έναν… Ο Οδυσσέας αισθάνθηκε το αίμα να κυλά γρηγορότερα στις φλέβες του, και ένιωσε ένα γλυκό, διεγερτικό κύμα, σαν χάδι, επάνω στο ανδρικό του μόριο. Η υπόσχεση ενός γυναικείου σώματος βρήκε πως τον ενθουσίαζε απόψε, γιατί δεν ήταν λίγος ο καιρός που είχε να πλαγιάσει με κάποια, και η Νελμίρα φαινόταν νάναι παραπάνω από πρόθυμη και καθόλου, καθόλου δυσάρεστη στα μάτια του και στις υπόλοιπές του αισθήσεις.

Άγγιξε το μάγουλό της και τη φίλησε. Εκείνη τύλιξε τα χέρια της γύρω απ’το λαιμό του και κόλλησε επάνω του, κάνοντας το φιλί τους να κρατήσει για πολύ, μέχρι που οι γλώσσες τους αποφάσισαν πως ήταν ώρα να πάψουν να παίζουν αναμεταξύ τους, γιατί υπήρχαν κι άλλα μέρη του σώματός τους που ήθελαν να μπουν στο παιχνίδι. Η Νελμίρα άρχισε να βγάζει τα ρούχα του Οδυσσέα, κι εκείνος τα δικά της ρούχα… ώσπου ήταν τελείως γυμνή πλάι του, και διέτρεξε τα χέρια του πάνω στο δέρμα της. Τόσο λείο και μαλακό, ενώ από κάτω του οι μύες ήταν σκληροί και σφιχτοί. Ατσάλι ντυμένο με μετάξι.

Ο Οδυσσέας άφησε την αγκαλιά της, τα φιλιά της, και τα αγγίγματά της να τον μεθύσουν και να τον οδηγήσουν σε παραλήρημα, μέσα σε μια ατίθαση, πορφυρή θάλασσα, όπου εκείνος ήθελε πρόθυμα να πνιγεί.

Χαμένοι στο πάθος τους καθώς ήταν, ούτε ο Οδυσσέας ούτε η Νελμίρα πρόσεξαν ότι ο Ράθνης τούς κοίταζε από ένα απ’τα σπασμένα τζάμια του εξάτροχου, Φεηνάρκιου οχήματός τους. Τα μάτια του ήταν κρύα, και το πρόσωπό του ανέκφραστο.

*

Το πρωί, καθώς όλοι τους είχαν σηκωθεί με την αυγή, η Ιλρίνα’νορ πλησίασε τον Οδυσσέα, κρατώντας στα χέρια της ένα ελλειψοειδές αντικείμενο που έμοιαζε να είναι φτιαγμένο από μέταλλο και φως. Ωστόσο, δεν έκαιγε τα χέρια της μάγισσας, τα οποία ήταν γυμνά. Από την όψη της, ο Οδυσσέας μπορούσε να διακρίνει ότι ήταν κουρασμένη· πρέπει να εργαζόταν όλο το βράδυ, για να φτιάξει την εστία. Μαύροι κύκλοι υπήρχαν γύρω απ’τα μάτια της και το δέρμα της ήταν χλωμό.

«Είναι έτοιμη,» του είπε. «Δείξε μου πού βρίσκεται το ενεργειακό κέντρο του οχήματός σας, για να την προσαρμόσω.»

«Έλα μαζί μου,» της είπε η Νελμίρα, και της έκανε νόημα να πλησιάσει.

Η Ιλρίνα’νορ υπάκουσε, και η ερυθρόδερμη Φεηνάρκια τής έδειξε τη θυρίδα όπου έμπαινε η ενεργειακή φιάλη.

«Δεν εννοώ αυτό,» εξήγησε η μάγισσα. «Εννοώ το μέρος απ’όπου περνά η ενέργεια, για να κινούνται οι τροχοί και να ενεργοποιούνται τα υπόλοιπα συστήματα του οχήματος.»

«Μπροστά, τότε,» αποκρίθηκε η Νελμίρα, και, πηγαίνοντας στο πρόσθιο μέρος του οχήματος, σήκωσε το μεταλλικό κάλυμμα εκεί. «Αλλά δε νομίζω ότι υπάρχει ειδική θέση για εστία εδώ.»

«Δε χρειάζεται να υπάρχει· θα φροντίσω εγώ να τη συνδέσω. Εσύ απλά βγάλε την ενεργειακή φιάλη από μέσα. Είναι άχρηστη πλέον, και μπορεί να προκαλέσει και μερικά προβλήματα.»

Η Νελμίρα υπάκουσε.

Η Ιλρίνα’νορ άφησε την εστία στο έδαφος πλάι στο όχημα και, βγάζοντας μερικά εργαλεία από τη δερμάτινη τσάντα της, άρχισε να σκαλίζει το ενεργειακό του κέντρο.

Η Νελμίρα ψιθύρισε στον Οδυσσέα: «Ελπίζω να μην κάνει καμια βλακεία και να χαλάσει ανεπανόρθωτα την ενεργειακή ροή.»

«Δε νομίζω,» αποκρίθηκε εκείνος.

Μετά από λίγη ώρα, η Ιλρίνα’νορ πήρε την εστία από κάτω και την προσάρμοσε μέσα στο πρόσθιο μέρος του εξάτροχου οχήματος. Έκλεισε το μεταλλικό κάλυμμα και είπε στον Οδυσσέα και τη Νελμίρα: «Δοκιμάστε το.»

Η Νελμίρα κάθισε στη θέση του οδηγού και έβαλε μπροστά. Τα συστήματα του οχήματος ενεργοποιήθηκαν κανονικά. Πάτησε το πετάλι και έκανε τους τροχούς να κινηθούν. Το όχημα διέγραψε έναν κύκλο και επέστρεψε στο σημείο απ’όπου είχε ξεκινήσει.

«Όλα εντάξει,» είπε η Νελμίρα.

«Σ’ευχαριστούμε, Ιλρίνα,» είπε ο Οδυσσέας.

Η μάγισσα ένευσε μονάχα και βάδισε προς το όχημα του συζύγου της.

Ο Οδυσσέας και ο Ράθνης μπήκαν στο εξάτροχο όχημά τους, και ο πρώτος ρώτησε τη Νελμίρα: «Παρατηρείς καμια διαφορά, σε σχέση με όταν χρησιμοποιούσαμε ενεργειακές φιάλες;»

«Δε νομίζω ότι υπάρχει διαφορά,» αποκρίθηκε εκείνη.

Ο Πρίγκιπας Άτβος τούς πλησίασε. «Περιμένω να μου πεις πού θα κατευθυνθούμε, Πρόμαχε,» είπε. «Πού βρίσκονται οι επαναστάτες που θα συναντήσεις;»

«Για λόγους ασφαλείας, Υψηλότατε, δεν μπορώ να σας το αποκαλύψω αυτό,» αποκρίθηκε ο Οδυσσέας, από ένα απ’τα σπασμένα τζάμια του Φεηνάρκιου οχήματος. «Όμως δεν είναι μακριά από εδώ. Θα πρέπει να μας περιμένετε, και θα επιστρέψουμε να σας ενημερώσουμε. Συμφωνείτε;»

«Δε νομίζω ότι έχουμε άλλη επιλογή,» είπε ο Πρίγκιπας.

«Δε θ’αργήσουμε,» υποσχέθηκε ο Οδυσσέας. «Πιστεύω πως, το πολύ, μέχρι το βράδυ θα είμαστε εδώ. Ωστόσο, αν δεν είμαστε, μην πανικοβληθείτε· δε σημαίνει απαραίτητα ότι κάτι κακό μάς συνέβη. Περιμένετε ώς το πρωί και, μετά, βλέπετε και κινήστε ανάλογα.»

Ο Πρίγκιπας Άτβος έγνεψε καταφατικά, και το εξάτροχο όχημα των επαναστατών έφυγε από κοντά του, ταξιδεύοντας βόρεια, επάνω στην πεδιάδα και μέσα στο Πριγκιπάτο Έλρηνεχ.

«Πού ακριβώς πηγαίνουμε;» ρώτησε η Νελμίρα, οδηγώντας.

Ο Οδυσσέας παρουσίασε τον χάρτη στη μικρή οθόνη εμπρός τους και έδειξε μια πόλη. «Εδώ. Στην πρωτεύουσα του Πριγκιπάτου.»

*

Ο προορισμός τους δεν ήταν μακριά από τις παρυφές των δασότοπων, και έφτασαν κοντά του μέσα σε μια ώρα. Η Νελμίρα σταμάτησε το όχημά τους περίπου δύο χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της πόλης της Έλρηνεχ, και οι επαναστάτες βγήκαν. Τα όπλα τους τα άφησαν στο εσωτερικό του οχήματος και οι ίδιοι κατευθύνθηκαν προς την πόλη, η οποία ήταν περιτειχισμένη και φρουρούμενη. Μεγάλες βαλλίστρες φαίνονταν στις επάλξεις των τειχών της, καθώς και πολεμιστές. Οι σημαίες της Παντοκράτειρας κυμάτιζαν μαζί με τις σημαίες του Πριγκιπάτου Έλρηνεχ.

Ο Οδυσσέας, η Νελμίρα, και ο Ράθνης πέρασαν από την πύλη με ψεύτικες ταυτότητες, δίχως να παρουσιαστεί κανένα πρόβλημα. Δήλωσαν πως ήταν ταξιδευτές από άλλη διάσταση και έρχονταν για επαγγελματικούς λόγους· γιατί θα ήταν παράλογο να πουν ότι κατάγονταν από τη Βίηλ: το πορφυρό δέρμα της Νελμίρα και το κατάλευκο του Ράθνη ήταν εξαιρετικά σπάνια εδώ. Οι κάτοικοι της Βίηλ είχαν, συνήθως, γαλανό, λευκό-ροζ, ή πράσινο δέρμα, με τους δύο πρώτους χρωματισμούς να κυριαρχούν. Διαφορετικοί δερματικοί χρωματισμοί υποδήλωναν, κατά κανόνα, ότι το άτομο ήταν από άλλη διάσταση.

Οι δρόμοι της Έλρηνεχ δεν θύμιζαν αυτούς των πόλεων της Απολλώνιας, ούτε αυτούς των πόλεων της Φεηνάρκια ή της Σάρντλι. Δεν ήταν εντυπωσιακοί, αλλά ούτε και ανιαροί. Αν έπρεπε κανείς να τους χαρακτηρίσει, θα τους χαρακτήριζε, μάλλον, μυστηριώδεις, υπό την έννοια ότι είχαν ένα μυστήριο που προερχόταν από την αρχιτεκτονική των οικοδομημάτων τους και από τη ρυμοτομία, όχι από κάτι το αλλόκοτο ή το υπερφυσικό. Τα χτίρια δεν ήταν πολύ ψηλά· δεν υπήρχαν εξαώροφες και οκταώροφες πολυκατοικίες εδώ, όπως σε άλλες διαστάσεις. Τα οικήματα έφταναν μέχρι και τρεις ορόφους. Κι όμως, αυτό δε φαινόταν να στερεί τίποτα από την πόλη, σε σύγκριση με οποιαδήποτε πόλη της Απολλώνιας, για παράδειγμα. Οι κάτοικοι της Βίηλ είχαν απλά μάθει να ζουν πιο κοντά στο έδαφος, θα μπορούσε να πει κανείς.

Ο Ράθνης και η Νελμίρα περίμεναν έξω απ’το κατάστημα ενός κηροποιού, καθώς ο Οδυσσέας πέρασε την είσοδο και μπήκε. Ένας ηλικιωμένος άντρας ύψωσε το βλέμμα του και τον κοίταξε. Το δέρμα του ήταν γαλανό, και τα μαλλιά κι η γενειάδα του λευκά. Εκτός απ’αυτόν, υπήρχε στο μαγαζί ένας νεαρός που του έμοιαζε, και που ο Οδυσσέας ήξερε πως ήταν γιος του.

«Καλημέρα,» χαιρέτισε ο γέρος. «Φτιάχνω κεριά που φωτίζουν περισσότερο και κεριά που φωτίζουν λιγότερο, και κεριά που φωτίζουν με ό,τι χρώμα επιθυμεί κανείς. Πώς θα μπορούσα να εξυπηρετήσω;»

Η ερώτηση ήταν συνθηματική. Ο Νίλφες είχε αναγνωρίσει, ασφαλώς, τον Οδυσσέα, έναν Πρόμαχο της Επανάστασης.

«Φαίνεται, λοιπόν, πως ήρθα στο σωστό μέρος,» αποκρίθηκε ο Οδυσσέας, πλησιάζοντας τον κηροποιό για να του σφίξει το μεγάλο, ροζιασμένο του χέρι.

«Τι θα ήθελες;» τον ρώτησε ο Νίλφες μ’ένα λεπτό χαμόγελο να διακρίνεται ανάμεσα από τα μούσια του. Χαιρόταν που τον έβλεπε.

«Ένα κερί που εκπέμπει πράσινο και κίτρινο φως.»

Ο Νίλφες προχώρησε ώς ένα από τα ράφια του καταστήματός του και πήρε ένα κερί από εκεί. Ο Οδυσσέας, εν τω μεταξύ, πήγε στον πάγκο όπου ο κηροποιός έκανε τις συναλλαγές του. Ο Νίλφες τον πλησίασε και ακούμπησε το κερί ανάμεσά τους. «Δεν είναι ακριβό,» είπε· κι αυτό σήμαινε: Το απόγευμα. «Δύο αργύρια.» Που σήμαινε: Μεσαία ώρα· δηλαδή, στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά τις έξι, εφτά το απόγευμα.

«Σ’ευχαριστώ,» αποκρίθηκε ο Οδυσσέας. Πλήρωσε τον κηροποιό και βγήκε απ’το κατάστημα.

Απέξω, συνάντησε τη Νελμίρα και τον Ράθνη, οι οποίοι τον περίμεναν σιωπηλά, η μεν με την πλάτη της ακουμπισμένη σ’έναν τοίχο και τα χέρια της σταυρωμένα εμπρός της, και ο δε στωικός και παρατηρώντας την κίνηση στο δρόμο.

*

Απόγευμα.

Στις όχθες του ποταμού Άσλερχ, που περνούσε μέσα από την πόλη της Έλρηνεχ και συνέχιζε νότια.

Ο Οδυσσέας, η Νελμίρα, και ο Ράθνης –τρεις δυσδιάκριτες φιγούρες, στο ηλιακό φως που ολοένα και έχανε τη δύναμή του– περίμεναν, κρυμμένοι στις φυλλωσιές ενός σύδεντρου. Ο άνεμος έκανε τα φύλλα των δέντρων και το χορτάρι να θροΐζουν. Ησυχία απλωνόταν παντού, εκτός από αυτό το θρόισμα και το κελάρυσμα του ποταμού.

Μετά, άλλες τρεις φιγούρες παρουσιάστηκαν μέσα από τις σκιές. Πλησίασαν, και ο Οδυσσέας αναγνώρισε τη μεσαία. Ήταν μια ψηλή γυναίκα με πράσινο δέρμα, ξανθά, μακριά μαλλιά, και βιολετιά μάτια. Ονομαζόταν Λαμρίτ, και ήταν Πρόμαχος της Επανάστασης. Φορούσε κάπα, που έκρυβε την υπόλοιπη ενδυμασία της στο σκοτάδι, καθώς επίσης και ό,τι όπλα πιθανώς να κουβαλούσε.

«Καλησπέρα, Οδυσσέα.»

«Λαμρίτ.»

«Σε τι οφείλω αυτή την επίσκεψη;»

«Υπάρχει ένα μεγάλο πρόβλημα στην Απολλώνια,» εξήγησε ο Οδυσσέας, «και ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος χρειάζεται τη βοήθειά σου.»

«Γιατί τη δική μου βοήθεια, συγκεκριμένα;»

«Δε ζητά μόνο τη δική σου. Έχω περάσει κι από άλλες διαστάσεις, και δεν έχω τελειώσει ακόμα το ταξίδι μου.»

«Το πρόβλημα θα πρέπει να είναι πολύ σημαντικό, τότε. Εισέβαλαν οι δυνάμεις της Παντοκράτειρας;»

«Ευτυχώς, όχι. Αλλά ίσως κάτι χειρότερο να έχει συμβεί,» είπε ο Οδυσσέας, και της εξήγησε τα πράγματα όπως τα ήξερε.

Η Λαμρίτ δεν τον διέκοψε, καθώς εκείνος μιλούσε· τα βιολετιά της μάτια τον παρατηρούσαν και έμοιαζαν να απορροφούν όλες τις πληροφορίες που της έδινε.

«Η Επανάσταση, λοιπόν, έχει να αντιμετωπίσει προδοσία εκ των έσω,» είπε, τελικά, η Πρόμαχος. «Ήταν αναπόφευκτο να συμβεί, αργά ή γρήγορα.»

Ναι, ίσως… συλλογίστηκε ο Οδυσσέας. Προδοσία εκ των έσω… Ποτέ ώς τώρα δεν το είχα σκεφτεί έτσι. «Θα έχει ο Πρίγκιπας τη βοήθειά σου;»

«Ασφαλώς,» αποκρίθηκε η Λαμρίτ. «Χωρίς τον Ανδρόνικο και την Απολλώνια, δεν υπάρχει Επανάσταση. Οι δυνάμεις της Παντοκράτειρας θα σβήσουν τις σποραδικές μας φωτιές, τη μία μετά την άλλη.»

Ο Οδυσσέας ένευσε, και είπε: «Πρέπει να σου μιλήσω και για κάτι άλλο τώρα.»

Η Λαμρίτ τον περίμενε να συνεχίσει, και ο Οδυσσέας τής είπε για τον Πρίγκιπα Άτβος του Κάνρελ και για το πρόβλημά του με τους Παντοκρατορικούς.

«Αφού φαίνεται πως είναι δικός μας, είναι δικός μας,» είπε η πρασινόδερμη γυναίκα. «Γιατί ν’αρνηθώ άλλον έναν σύμμαχο για την Επανάσταση στη Βίηλ;»

«Να του πούμε να σε συναντήσει, λοιπόν;»

«Ναι.»

«Σε ποιο μέρος;»

Η Λαμρίτ συνοφρυώθηκε. «Ή, μάλλον, όχι· θα τον συναντήσω εγώ, καλύτερα. Πείτε του να με περιμένει στις παρυφές των δασότοπων.»

Ο Οδυσσέας ένευσε. «Καλώς. Χάρηκα που ξανασυναντηθήκαμε, Λαμρίτ.»

«Παρομοίως.»

Αντάλλαξαν μια σύντομη, αλλά δυνατή, χειραψία και, ύστερα, ο Οδυσσέας, η Νελμίρα, και ο Ράθνης έφυγαν από τις όχθες του ποταμού Άσλερχ και κατευθύνθηκαν προς τα εκεί όπου είχαν αφήσει το εξάτροχο όχημά τους. Οι χαμαιλεοντικές του ιδιότητες δυσκόλεψαν ακόμα κι αυτούς να το εντοπίσουν μες στις σκιές του απογεύματος.

*

Αφού ο Οδυσσέας είπε στον Πρίγκιπα Άτβος να περιμένει τη Λαμρίτ στις παρυφές των δασότοπων, τον χαιρέτησε, του ευχήθηκε καλή τύχη, και του είπε πως εκείνος κι οι σύντροφοί του όφειλαν τώρα να φύγουν, καθώς η αποστολή τους ήταν επείγουσα και καλύτερα να ταξίδευαν ακόμα και μέσα στη νύχτα.

Έτσι, με τον Ράθνη για οδηγό, το εξάτροχο, Φεηνάρκιο όχημα άφησε πίσω του τον Πρίγκιπα Άτβος και τη συνοδεία του και ταξίδεψε πάνω στις πεδιάδες και τους λόφους βόρεια των Δασότοπων των Λάν’τραχαμ.

Ο Οδυσσέας σχεδίαζε τώρα να επιστρέψουν στη Σάρντλι, απ’όπου μπορούσαν να περάσουν στον Αιθέρα με προορισμό την Υπερυδάτια· και, στη Βίηλ, υπήρχαν δύο δίοδοι που οδηγούσαν στη Σάρντλι: η πρώτη βρισκόταν στη θάλασσα, και για να φτάσουν εκεί θα έπρεπε να πάρουν πλοίο· η δεύτερη βρισκόταν μέσα στις ερημιές, ανατολικά του Τόπου Ανάπαυσης των Λάν’τραχαμ. Ο Οδυσσέας προτίμησε να πάνε στη δεύτερη, όχι μόνο επειδή ήταν πιο κοντά τους, αλλά κι επειδή δε θα χρειαζόταν να ψάξουν να βρουν καράβι που ο καπετάνιος του να είναι συνασπισμένος με το σκοπό της Επανάστασης.

Το όχημά τους διέσχισε τα εδάφη βόρεια των Δασότοπων των Λάν’τραχαμ, περνώντας από τα πιο δύσβατα μέρη που μπορούσαν να βρουν, γιατί ήξεραν ότι αυτό τούς έδινε ένα πολύ σημαντικό πλεονέκτημα απόκρυψης: οι χαμαιλεοντικές ιδιότητες του οχήματός τους λειτουργούσαν στον μέγιστό τους βαθμό σε τέτοιες περιοχές, και η ευελιξία του το ίδιο, αφού ήταν κατασκευασμένο για να ταξιδεύει στα δύσκολα εδάφη της Φεηνάρκια, όχι στα πολύ πιο βατά της Βίηλ. Τα μέρη εδώ ήταν παιχνιδάκι γι’αυτό.

Τελικά, άφησαν πίσω τους τους δασότοπους και έστριψαν νοτιοανατολικά, προς τις ερημιές. Ήταν βαθιά νύχτα τώρα, αλλά ακόμα δεν είχαν ανάψει τα φώτα τους, προτιμώντας να κινούνται με όσο φως τούς πρόσφερε το μεγάλο φεγγάρι της Βίηλ· ήταν λιγότερες –σχεδόν μηδενικές– οι πιθανότητες να τους εντοπίσουν οι πράκτορες της Παντοκράτειρας έτσι, ενώ τα φώτα θα πρόδιδαν τη θέση τους, ακόμα και με τις χαμαιλεοντικές ιδιότητες του οχήματός τους.

Λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, ο Οδυσσέας πήρε το τιμόνι και ο Ράθνης πήγε στο πίσω κάθισμα του οχήματος, για να ξεκουραστεί, σιωπηλός ως συνήθως. Καθώς πλησίαζαν τις ερημιές, ο Οδυσσέας είδε, στο φεγγαρόφωτο, τον Τόπο Ανάπαυσης, όπως ονομαζόταν. Επρόκειτο για ένα μεγάλο χαμήλωμα του εδάφους, σαν τεράστιος λάκκος τυχαίου σχήματος, περιτριγυρισμένος από ψηλές πέτρες, που έμοιαζαν να έχουν κάποια μυστικιστική σημασία. Ο «λάκκος» αυτός ήταν γεμάτος κόκαλα. Πελώρια κόκαλα, τα οποία δεν μπορούσαν να έχουν προέλθει παρά μόνο από τον θάνατο εξίσου πελώριο θηρίων.

Σ’ετούτο το μέρος οι Λάν’τραχαμ έρχονταν για να κλείσουν, για τελευταία φορά, τα μάτια τους.

Οι κάτοικοι της Βίηλ θεωρούσαν τον τόπο ιερό· και, επί του παρόντος, ο Οδυσσέας θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ευλογημένος, γιατί έβλεπε καθαρά ότι εκείνος κι οι σύντροφοί του –που κι οι δυο τους κοιμόνταν, αυτή τη στιγμή– δεν ήταν οι μόνοι που πλησίαζαν τον Τόπο Ανάπαυσης.

Μια πελώρια, σκοτεινή φιγούρα τον πλησίαζε επίσης, κρύβοντας τον νυχτερινό ουρανό. Ένας γίγαντας που βάδιζε σε δύο πισινά, πανίσχυρα πόδια, και τα μπροστινά του πόδια ίσα που ακουμπούσαν το έδαφος. Το πλάσμα είχε μακρύ κεφάλι και μεγάλους μύες, που, ακόμα και μες στο σκοτάδι, φαίνονταν να πάλλονται από τις αργές κινήσεις του σώματός του.

Ένας Λάν’τραχαμ αισθανόταν πως είχε έρθει η ώρα του θανάτου του, και πήγαινε στον Τόπο Ανάπαυσης για να βρει τους προγόνους του και το πνεύμα του να γίνει ένα με το δικό τους.

Ο Οδυσσέας δεν ήθελε να ενοχλήσει το πλάσμα στις τελευταίες του στιγμές· κι επίσης, δεν ήθελε να γίνει το επίκεντρο της πιθανής οργής του. Κάνοντας μια απλή μανούβρα με το τιμόνι, απέφυγε να περάσει κοντά από τον Λάν’τραχαμ… κι ύστερα, το όχημά του μπήκε στις ερημιές.

Το ξερό χώμα και οι πέτρες ακούγονταν δυνατά μέσα στη νυχτερινή σιγαλιά, καθώς συνθλίβονταν από τους έξι τροχούς. Κατά τα άλλα, όμως, δεν υπήρχε τίποτα που να προδίδει το πέρασμα του οχήματος του Οδυσσέα, εκτός από τα ίχνη που, αναπόφευκτα, άφηνε πίσω του.

Μετά από καμια ώρα οδήγησης, ένα πλάσμα της ερημιάς ήρθε καταπάνω του.

Πρέπει να ήταν κρυμμένο μέσα σε κάποιον σκοτεινό λάκκο, γιατί ο Οδυσσέας το είδε να πετάγεται ξαφνικά από τ’αριστερά του. Βρισκόταν, ωστόσο, σε αρκετή απόσταση από το εξάτροχο όχημα· κανονικά, όφειλε να μην μπορεί να το προφτάσει. Το θηρίο, όμως, ήταν αξιοσημείωτα γρήγορο. Τα τέσσερα λιγνά πόδια του το πήγαιναν με μεγάλη ταχύτητα καταπάνω στο όχημα. Το σώμα του ήταν μακρύ, σαυροειδές, αλλά χωρίς ουρά. Το κεφάλι του ήταν μακρόστενο και μικρό· διέθετε, όμως, τέσσερα κέρατα γύρω του, δύο από πάνω και δύο από κάτω: και τα κέρατα αυτά λύγιζαν προς τα εμπρός και ξεπερνούσαν σε μήκος το κεφάλι, καθώς ήταν, προφανώς, καμωμένα από τη φύση ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν για επίθεση.

Και τώρα δεν υπήρχε αμφιβολία στο νου του Οδυσσέα ότι το πλάσμα σκόπευε να χώσει τα κέρατά του στο μεταλλικό περίβλημα του Φεηνάρκιου οχήματος εκείνου και των συντρόφων του.

«Μας επιτίθενται!» φώναξε ο Πρόμαχος, για να αφυπνίσει τον Ράθνη και τη Νελμίρα, ενώ συγχρόνως προσπαθούσε, με μια μανούβρα, ν’αποφύγει το θηρίο.

Και τα κατάφερε.

Προς το παρόν. Γιατί ξανάρχεται…

Ο Οδυσσέας άναψε τα φώτα του οχήματος, γιατί, έτσι γρήγορα κι επικίνδυνα που οδηγούσε τώρα, φοβόταν μη βρεθεί μέσα σε κανένα χαντάκι, ή μην προσκρούσει πάνω σε κανένα βράχο.

Πίσω του, η Νελμίρα σήκωσε τη βαλλίστρα της και σημάδεψε από το σπασμένο τζάμι του παραθύρου. «Το έχω!»

Ο Οδυσσέας έβλεπε, από τον καθρέφτη, το θηρίο να ζυγώνει ολοταχώς, από τ’αριστερά πάλι.

Η Νελμίρα εξαπέλυσε το βέλος της.

Το πλάσμα ελίχθηκε, αποφεύγοντάς το.

Μα τους θεούς! σκέφτηκε ο Οδυσσέας. Πόσο γρήγορο είναι!

Το πλάσμα τινάχτηκε, απρόσμενα, γρυλίζοντας, και τα κέρατά του έγδαραν το μέταλλο του οχήματος. Δεν μπήχτηκαν μέσα του επειδή ο Οδυσσέας κατάφερε, την τελευταία στιγμή, να στρίψει τους τροχούς και ν’αποφύγει το χτύπημα.

Ο Ράθνης επιτέθηκε στο πλάσμα με τη δική του βαλλίστρα.

Και το πέτυχε. Καθώς ήταν ελαφρώς αποπροσανατολισμένο από τη μανούβρα του Οδυσσέα, το πέτυχε. Το βέλος μπήχτηκε πάνω απ’το δεξί, μπροστινό του πόδι.

Η ταχύτητά του μειώθηκε.

Δε μας προλαβαίνεις τώρα! Ο Οδυσσέας επιτάχυνε.

Η Νελμίρα –που είχε ήδη ξαναοπλίσει τη βαλλίστρα της– έβαλε εναντίον του κερασφόρου πλάσματος. Αλλά, και πάλι, δεν το χτύπησε.

Η βολή του Ράθνη φαίνεται πως ήταν πολύ τυχερή, συμπέρανε ο Οδυσσέας.

Το θηρίο, όμως, ήταν πίσω τους πια. Πολύ πίσω τους. Και, συνεχώς, έχανε έδαφος.

Σε λίγο, το νυχτερινό σκοτάδι το κατάπιε.

Ο Οδυσσέας έσβησε τα φώτα του οχήματος και μείωσε την ταχύτητα. Καλύτερα να είμαστε επιφυλακτικοί, ως συνήθως.

«Τι στις Λάμιες ήταν αυτό;» έκανε η Νελμίρα.

«Δε γνωρίζεις τα θηρία όλων των διαστάσεων;» της είπε ο Ράθνης.

Εκείνη τον αγριοκοίταξε.

«Δεν έχω ιδέα,» είπε ο Οδυσσέας, προσπαθώντας να προλάβει μια πιθανή σύγκρουση μεταξύ των συντρόφων του. «Διάφορα επικίνδυνα πλάσματα περιφέρονται στις ερημιές της Βίηλ. Είναι γνωστό.»

«Βρισκόμαστε μακριά από τη δίοδο;» ρώτησε η Νελμίρα.

Ο Οδυσσέας έδειξε το χάρτη τους στην οθόνη του οχήματος. «Όχι. Σε καμια ώρα πρέπει να είμαστε εκεί.»

Ο Ράθνης και η Νελμίρα δεν ξανάπεσαν για ύπνο. Προτίμησαν να παραμείνουν ξύπνιοι, και με τις βαλλίστρες τους σε ετοιμότητα.

Όταν έφτασαν στη δίοδο, ήταν, σύμφωνα με το ρολόι του οχήματός τους και με τη χρονική ροή της Βίηλ, τρεις και εφτά λεπτά μετά τα μεσάνυχτα. Και εμπρός τους είδαν τρεις πανύψηλες, πέτρινες αψίδες: τα απομεινάρια ενός παλιότερου πολιτισμού, ίσως. Επάνω στις αψίδες υπήρχαν πολύτιμοι και ημιπολύτιμοι λίθοι διαφόρων ειδών, που γυάλιζαν στο φως των άστρων και του φεγγαριού: γυάλιζαν μ’ένα φως που θα μπορούσε κανείς ν’αποκαλέσει μοναδικό στο σύμπαν. Ο Οδυσσέας πίστευε ότι η ενέργεια της Βίηλ –η ίδια ενέργεια που φόρτιζε και την εστία του οχήματός τους– ήταν που έκανε τους λίθους να φωτίζουν έτσι. Είχε ακούσει μύθους που έλεγαν ότι κλέφτες είχαν προσπαθήσει να τους ξεκολλήσουν από τις αψίδες και να τους πάρουν, με αποτέλεσμα οι κλέφτες να μετατραπούν σε στάχτη, προτού καν προλάβουν να ουρλιάξουν. Αυτοί οι λίθοι ανήκαν στην ίδια τη διάσταση της Βίηλ, και η Βίηλ δεν τους έδινε σε κανέναν.

Ο Οδυσσέας οδήγησε το όχημά του κάτω απ’την πρώτη αψίδα, και είδε τον κόσμο ν’αλλοιώνεται γύρω του, σαν, ξαφνικά, νερό να είχε πέσει επάνω στα τζάμια του οχήματος. Βέβαια, το «νερό» δεν είχε πέσει μόνο επάνω στα τζάμια, αλλά και στον ίδιο τον αέρα.

Αφήνοντας την πρώτη αψίδα πίσω του, ο Οδυσσέας πέρασε κάτω από τη δεύτερη, και ο κόσμος αλλοιώθηκε ακόμα περισσότερο· οι διάφορες μορφές μπλέχτηκαν η μία μέσα στην άλλη, και τα χρώματα αναμίχθηκαν. Τώρα, ίσα που μπορούσε να διακρίνει την τρίτη αψίδα· την έβλεπε σχεδόν σα σκιά. Περισσότερο οι λίθοι της φαίνονταν παρά οτιδήποτε άλλο. Οι φωτεινοί της λίθοι. Ένα αστραφτερό ημικύκλιο, που τον καλούσε. Η μοναδική διέξοδος.

Ο Οδυσσέας πέρασε από μέσα του, επιταχύνοντας–

–και οι έξι τροχοί του Φεηνάρκιου οχήματός του βρέθηκαν να γρυλίζουν επάνω σε ξερό χώμα και πέτρες.

Ο Πρόμαχος κι οι σύντροφοί του είχαν φτάσει στη Σάρντλι. Στην έρημο που ονομαζόταν Εσχάτη, και που πέρα απ’αυτήν οι Σάρντλιοι έλεγαν πως απλώνονταν τα Επτά Βασίλεια του Θανάτου.

Το όχημα του Οδυσσέα σταμάτησε να κινείται, απότομα, από μόνο του. Η εστία δεν του πρόσφερε ενέργεια πλέον.

Στον ουρανό, ο ήλιος βρισκόταν ψηλά. Και ήταν λαμπερός και ζεστός. Πρέπει να πλησίαζε μεσημέρι.

Σε απόσταση κανενός χιλιομέτρου (ή, μήπως, ήταν δύο; ή τρία; Ήταν δύσκολο κανείς να υπολογίσει εδώ, στην ατελείωτη Εσχάτη) ο Οδυσσέας μπορούσε να δει έναν ψηλό, λιγνό, πέτρινο πύργο.

«Φτάσαμε,» είπε στους συντρόφους του. «Είμαστε πάλι στη Σάρντλι.»

21

Τα βλέφαρα της Βασιλικής τρεμόπαιξαν.

Τα μάτια της άνοιξαν.

Κοίταξε πλάι της, και είδε τον Άγγελο, κουκουλωμένο σε μια βαριά κουβέρτα και κοιμισμένο. Κι η ίδια ήταν κουκουλωμένη σε μια βαριά κουβέρτα, και βρίσκονταν κι οι δυο τους στο εσωτερικό ενός μεγάλου φορτηγού.

Ο κύριος Φαρνέλιος και οι επαναστάτες. Μας έσωσαν, από το χαλάζι κι από τους κατασκόπους του Λούσιου, τους ακόλουθους του Μαύρου Νάρζουλ.

Της φαίνονταν σαν όνειρο όλ’αυτά. Αλλά δεν ήταν όνειρο.

Και το φορτηγό είχε σταματήσει να κινείται, παρατήρησε η Βασιλική. Επίσης, το πρωί πρέπει να είχε έρθει, γιατί μπορούσε να δει πρωινό ηλιακό φως να περνά από τις άκριες των παντζουριών των παραθύρων. Το εσωτερικό του μεγάλου οχήματος ήταν μισοσκότεινο.

Η Βασιλική ανασηκώθηκε, αφήνοντας την κουβέρτα να πέσει απ’τους ώμους της. Φορούσε μια πράσινη μάλλινη μπλούζα, την οποία της είχαν δώσει οι επαναστάτες, χτες βράδυ. Είχαν προσφέρει σ’εκείνη και τον Άγγελο καινούργια ρούχα, για να ζεσταθούν, καθώς τα δικά τους ήταν μουλιασμένα απ’το χαλάζι.

Μια σκιερή φιγούρα σηκώθηκε από τη θέση της και πλησίασε τη Βασιλική. Ο Φαρνέλιος, ο οποίος ήρθε και κάθισε κοντά της, σ’ένα σκαμνί.

«Είσαι καλά;» τη ρώτησε με χαμηλωμένη φωνή, μάλλον για να μην ξυπνήσει τον Άγγελο.

«Ναι,» του απάντησε η Βασιλική, στον ίδιο τόνο.

«Δεν αισθάνεσαι να έχεις κρυολογήσει;»

Η Βασιλική κούνησε αρνητικά το κεφάλι.

Ο Φαρνέλιος μειδίασε μέσα απ’τα μούσια του και της έκλεισε το μάτι. «Το ήξερα ότι το αντιβιοτικό μου δε θα με απογοήτευε.»

Ή ίσως να μην είχα αρρωστήσει από το χαλάζι, έτσι κι αλλιώς, σκέφτηκε η Βασιλική, μα δεν το είπε.

«Μπορείς να έρθεις έξω, να σου μιλήσω;» τη ρώτησε ο Φαρνέλιος.

Η Βασιλική κατένευσε.

«Τα παπούτσια σου δεν έχουν στεγνώσει τελείως.» Ο Φαρνέλιος τα κοίταξε, καθώς βρίσκονταν παραδίπλα. «Να σου φέρω ένα ζευγάρι μπότες; Ίσως νάναι λίγο μεγάλες, αλλά δεν πειράζει.»

Η Βασιλική ένευσε πάλι.

Ο Φαρνέλιος τής έφερε τις μπότες. Εκείνη βγήκε απ’την κουβέρτα της και τις φόρεσε, διαπιστώνοντας ότι, όντως, ήταν μεγάλες για τα πόδια της, αλλά δεν υπήρχε πρόβλημα, αφού, έτσι κι αλλιώς, δε θα πήγαινε μακριά μ’αυτές.

Ακολούθησε τον Φαρνέλιο έξω απ’το φορτηγό, και είδε ότι βρίσκονταν κοντά σε μια πλαγιά, κρυμμένοι πίσω απ’την κυρτή μεριά ενός λόφου. Από μακριά, φαίνονταν ένα δάσος και μια πόλη, πολύ μικρότερη από την Απαστράπτουσα.

«Πού είμαστε;» ρώτησε η Βασιλική, τρίβοντας τα χέρια της αναμεταξύ τους, γιατί έκανε κρύο.

«Έξι ώρες οδήγησης δυτικά της Απαστράπτουσας,» αποκρίθηκε ο Φαρνέλιος. «Θες μια κάπα να φορέσεις;»

«Ναι.»

Ο Φαρνέλιος έκανε νόημα σ’έναν από τους επαναστάτες που βρίσκονταν έξω απ’το φορτηγό, λέγοντάς του να φέρει μια κάπα για την Πριγκίπισσα. Εκείνος έβγαλε τη δική του κάπα και της την έδωσε.

Η Βασιλική την έδεσε στους ώμους της, ευχαριστώντας τον.

Ο άντρας υποκλίθηκε και απομακρύνθηκε. Στα μάτια του η Βασιλική είδε, για μια στιγμή, εκείνο που είχε δει και στο πρόσωπο του Θελλέδη, χτες. Αυτός ο άνθρωπος την έβλεπε με κάποια… ελπίδα… κάποια προσμονή. Περιμένουν να αντικαταστήσω τον Ανδρόνικο. Περιμένουν όλοι τους να αντικαταστήσω τον Ανδρόνικο. Μα τους θεούς, θα απογοητευτούν. Δεν είμαι ο Ανδρόνικος…

Ο Φαρνέλιος μίλησε, διακόπτοντας τους συλλογισμούς της: «Σχετικά μ’εκείνο το Σερπετό που σε βοήθησε… Είπες ότι οι εμφανίσεις του δεν ήταν τυχαίες.» Την ατένισε ερωτηματικά.

«Όχι,» αποκρίθηκε η Βασιλική, νιώθοντας έναν παγερό αέρα να σηκώνεται και να τινάζει τις ξανθές της μπούκλες, «δεν πιστεύω πως ήταν.»

«Και τι σημαίνει αυτό;»

«Δεν ξέρω.»

«Δεν το έχεις ξανασυναντήσει, το Σερπετό;»

Η Βασιλική κούνησε το κεφάλι. «Όχι, ποτέ. Πρώτη φορά το συνάντησα εκείνη τη νύχτα, που ερχόμουν οδοιπορώντας προς την Απαστράπτουσα και που είχα, πραγματικά, ανάγκη τη βοήθεια κάποιου.»

Ο Φαρνέλιος άναψε την πίπα του και κάπνισε σιωπηλά για μερικές στιγμές. Ύστερα, είπε: «Και το Σερπετό παρουσιάστηκε και στο όνειρό σου, σωστά; Το ίδιο Σερπετό;»

«Ναι.»

«Και σε έσωσε από το Άγγιγμα των ακόλουθων του Μαύρου Νάρζουλ. Εντυπωσιακό… και αξιοπερίεργο. Σημαίνει πως αυτό το Σερπετό είναι κάτι πολύ περισσότερο από… από ένα οποιοδήποτε Σερπετό.»

«Έχετε ένα τσιγάρο, κύριε Φαρνέλιε;»

«Ε; Όχι, δεν καπνίζω τσιγάρα–»

Εκείνη τη στιγμή, πλησίασε κάποιος άλλος. Η Βασιλική τον είδε με την άκρια του ματιού της, και στράφηκε.

Ο Θελλέδης, ο οποίος έβγαλε μια ταμπακέρα από μια τσέπη του πανωφοριού του και της πρόσφερε τσιγάρο. «Στις υπηρεσίες σας, Πριγκίπισσά μου,» είπε.

Μα τους θεούς, σκέφτηκε η Βασιλική, σταματήστε να με τρομάζετε έτσι. Εξάλλου, δεν είμαι πραγματικά Πριγκίπισσά σας· δεν είστε Απολλώνιοι υπήκοοι.

Πήρε ένα τσιγάρο, και ο Θελλέδης τής το άναψε.

Η Βασιλική φύσηξε καπνό μέσα στον κρύο αέρα. «Κύριε Φαρνέλιε,» είπε, «πρέπει να πάμε να πάρουμε τη Βικτώρια από τη Χρυσάνθια Κλινική. Δεν μπορούμε να την αφήσουμε εκεί.»

«Προτείνεις, λοιπόν, να πολιορκήσουμε νοσοκομείο;»

Η Βασιλική μειδίασε, γιατί βρήκε κάτι το αστείο στα λόγια του Φαρνέλιου. Πήρε μια τζούρα απ’το τσιγάρο της και είπε: «Ναι, γιατί όχι; Δε θα χρειαστεί και καμια μεγάλη πολιορκία, υποθέτω.»

«Εγώ δε θα ήμουν τόσο σίγουρος γι’αυτό,» αποκρίθηκε ο Φαρνέλιος. «Οι κατάσκοποι του Λούσιου τριγυρίζουν σ’εκείνα τα μέρη, όπως πολύ καλά γνωρίζεις.»

«Θα πρέπει, λοιπόν, να πάμε προετοιμασμένοι.»

«Πριγκίπισσά μου,» παρενέβη ο Θελλέδης, «συμφωνώ απόλυτα.»

Ο Φαρνέλιος κάρφωσε τον γαλανόδερμο επαναστάτη μ’ένα αυστηρό βλέμμα. Και είπε στη Βασιλική: «Ας αρχίσουμε να προετοιμαζόμαστε.»

«Αυτό σημαίνει ότι συμφωνείτε με την κίνηση που προτείνω;» ρώτησε η Πριγκίπισσα, που την ενδιέφερε η πραγματική άποψη του Φαρνέλιου, όχι μια τυπική άποψη υπηκόου, που δεν ήταν τίποτα περισσότερο από Ακούω και υπακούω, Υψηλοτάτη.

«Συμφωνώ,» τη διαβεβαίωσε ο Φαρνέλιος. «Μπορεί εσύ κι η Βικτώρια να είστε φίλες, αλλά κι εγώ τυχαίνει να τη συμπαθώ, πολύ. Κι επιπλέον, ετούτη είναι η πρώτη ευκαιρία που μου δίνεται για να ανοίξω μια, οσοδήποτε μικρή, τρύπα στα σχέδια του Λούσιου. Αυτός ο νεαρός ήταν, τελικά, απείρως απογοητευτικός. Καθόλου σαν τον αδελφό του, ή ακόμα και σαν εσένα, Βασιλική.»

Ακόμα και σαν εμένα; συλλογίστηκε, ολίγον πειραγμένη, η Πριγκίπισσα. Τι πάει να πει τούτο; Ακόμα και σαν εμένα;

*

Ο Αυγερινός έμαθε, από τους υπόλοιπους φρουρούς του παλατιού, ότι ο Πρίγκιπας Λούσιος και η σύζυγός του, Δομινίκη, θα έφευγαν από την Απαστράπτουσα, μαζί με τη Δούκισσα Κορνηλία, η οποία, όπως φημολογείτο, είχε έρθει με την αυγή στο παλάτι και όλοι υπέθεταν ότι πρέπει να είχε φέρει κάποια σημαντικά νέα· ωστόσο, κανείς δεν ήξερε τι νέα πιθανώς να ήταν αυτά. Η αναχώρηση του Λούσιου θα γινόταν μέχρι το μεσημέρι, έτσι οι πάντες βρίσκονταν σε αναστάτωση με τις προετοιμασίες. Ο Πρίγκιπας, δε δυσκολεύτηκε να πληροφορηθεί ο Αυγερινός, θα έφευγε με πλοίο από το λιμάνι της πρωτεύουσας, και προορισμός του θα ήταν η Ρακμάνη.

Η Ρακμάνη… Τι δουλειά μπορεί να έχει εκεί; Και δεν πηγαίνει μόνο εκείνος –που, έτσι κι αλλιώς, αυτό θα υποδήλωνε κάτι το σημαντικό–, αλλά πάνε μαζί του και η Δομινίκη και η Δούκισσα Κορνηλία. Και, μάλιστα, άρον-άρον. Πρέπει, επομένως, να πρόκειται για κάτι άνευ προηγουμένου.

Η Βασίλισσα Γλυκάνθη ίσως να γνώριζε. Ίσως. Γιατί ο Αυγερινός δεν ήταν καθόλου σίγουρος. Ο Λούσιος δε φαινόταν να εμπιστεύεται τη μητέρα του· δεν της έλεγε τίποτα. Προτού φύγει, όμως, πρέπει κάτι να της πει. Αναμφίβολα, δε θάναι ολόκληρη η αλήθεια, αλλά θα είναι, θέλω να πιστεύω, ένα μέρος της αλήθειας.

Ο Αυγερινός ήθελε να πάει να βρει τη Βασίλισσα, για να της μιλήσει, όχι μόνο γι’αυτό το θέμα, μα και για ένα άλλο, που ίσως να ήταν σημαντικότερο. Δεν το έκανε αμέσως, όμως, επειδή φοβόταν ότι πιθανώς να τραβούσε την προσοχή, ακόμα και μέσα σε τούτο το χαλασμό που γινόταν τώρα στο παλάτι.

Περίμενε, επομένως… μέχρι να δει κάπου την Αγάθη, αφού η υπηρέτρια ήταν ο μοναδικός του κρίκος με τη Βασίλισσα.

Τη βρήκε στον κήπο, όταν δεν είχε βάρδια και ήταν ελεύθερος να πάει όπου ήθελε και να κάνει ό,τι ήθελε μέσα στο παλάτι και στην πόλη. Η Αγάθη έκοβε λουλούδια και τα μάζευε, φτιάχνοντας μια ανθοδέσμη. Δεν τον είχε προσέξει.

Ο Αυγερινός έκοψε ένα λουλούδι με μακρύ μίσχο και λευκά πέταλα. «Να βοηθήσω;»

Η Αγάθη αναπήδησε. Τον κοίταξε με γουρλωμένα μάτια. Ύστερα, έριξε μια ματιά τριγύρω και, βλέποντας πως δεν τους παρακολουθούσε κανείς, ικανοποιήθηκε και η όψη της ηρέμησε.

«Θα με τρελάνεις!» του είπε. «Γιατί συνέχεια το κάνεις αυτό;»

Ο Αυγερινός συνοφρυώθηκε. «Νομίζω πως μου έχεις ξανακάνει τη συγκεκριμένη ερώτηση.»

«Μη μου πεις πάλι ότι ήσουν ‘επιφυλακτικός’. Δεν είναι κανείς κοντά μας. Κι επιπλέον, απλά μιλάμε· δεν μπορεί αυτό να είναι ύποπτο, σωστά;»

«Ίσως,» παραδέχτηκε ο Αυγερινός. «Με συγχωρείς. Δεν το έκανα επίτηδες για να σε τρομάξω.» Και ύψωσε το μακρύ, λευκό άνθος προς τη μεριά της.

Η Αγάθη το κοίταξε με περιέργεια· κι ύστερα, κοίταξε το πρόσωπό του. «Για μένα είναι αυτό;»

Ο Αυγερινός μόρφασε. «Αφού μαζεύεις λουλούδια…»

Τα μάγουλα της Αγάθης κοκκίνισαν, για μια στιγμή, και τα μάτια της στένεψαν. Έπειτα, όμως, ανάκτησε την αυτοκυριαρχία της. Πήρε το άνθος και το πρόσθεσε στην ανθοδέσμη της. «Ευχαριστώ. Τα λουλούδια τα μαζεύω για τη Βασίλισσα. Για να τα βάλουμε στα βάζα, στα διαμερίσματά της. Εσύ τι κάνεις εδώ; Βόλτα, και έτυχε να με δεις;»

«Όχι ακριβώς. Σε έψαχνα. Θέλω να πεις κάτι στη Βασίλισσα για μένα.»

«Α,» έκανε η Αγάθη και έσκυψε πάλι, για να μαζέψει λουλούδια. «Τι θες να της πω;»

«Ότι πρέπει να της μιλήσω.»

«Δεν ξέρω αν αυτό θα είναι εφικτό.»

Ο Αυγερινός γονάτισε στο ένα γόνατο δίπλα της, και είπε με χαμηλωμένη φωνή: «Είναι απαραίτητο, τώρα που ο Λούσιος φεύγει απ’την πρωτεύουσα! Έχουμε πολλά να συζητήσουμε. Και σημαντικά.»

Η Αγάθη στράφηκε ν’ατενίσει την όψη του. «Εντάξει, θα της το πω.»

Ο Αυγερινός σηκώθηκε όρθιος, και εκείνη σηκώθηκε συγχρόνως.

«Γνωρίζεις γιατί φεύγει ο Λούσιος;» τη ρώτησε.

Η Αγάθη κούνησε το κεφάλι. «Όχι.»

«Δε μίλησε με τη μητέρα του;»

«Όχι ακόμα. Όχι όσο ήμουν στα διαμερίσματα της Βασίλισσας, τουλάχιστον.»

«Μάλιστα,» είπε ο Αυγερινός. «Θα σε ξαναδώ σύντομα, υποθέτω.» Και στράφηκε, για να φύγει.

Η Αγάθη τράβηξε το λευκό άνθος απ’την ανθοδέσμη. «Θες το λουλούδι σου πίσω;»

Ο Αυγερινός στάθηκε. Τι παράξενη ερώτηση… Θα μπορούσε να…; «Όχι, κράτησέ το.»

«Δηλαδή, το έκοψες για μένα;»

Ο Αυγερινός ένευσε.

Η Αγάθη χαμογέλασε.

Εκείνος στράφηκε κι έκανε μερικά βήματα.

«Αυγερινέ;»

Την κοίταξε πάνω απ’τον ώμο του. «Τι;»

Η Αγάθη τον ζύγωσε, και είπε, χαμηλόφωνα: «Θα σε ειδοποιήσω το μεσημέρι, για την απόφαση της Βασίλισσας. Να έρθω στο δωμάτιό σου;»

«Ξέρεις πού είναι το δωμάτιό μου;»

«Ναι, φυσικά και ξέρω.»

«Έλα, τότε. Αν και–» Αν και ίσως νάναι επικίνδυνο, ήθελε να πει, μα δεν πρόλαβε.

«Θα σου φέρω και κάτι να φας.»

«Δεν είναι ανάγκη…» Θα μπορούσε η υπόθεσή μου για το λουλούδι να είναι σωστή;

«Για προκάλυμμα,» είπε η Αγάθη. «Αν σου φέρω φαγητό, κανείς δε θα υποψιαστεί ότι συμβαίνει κάτι άλλο. Σε περίπτωση, δηλαδή, που όντως κάποιος μάς παρακολουθεί.»

Ο Αυγερινός μειδίασε. «Εντάξει. Ακούγεται καλή ιδέα.»

Η Αγάθη τού ανταπέδωσε το μειδίαμα. «Πήγαινε τώρα· έχω κι άλλα λουλούδια να μαζέψω για τη Βασίλισσα.»

*

Το μεσημέρι, ο Αυγερινός την περίμενε στο δωμάτιό του, μην έχοντας πάρει τίποτα για να φάει. Και η αλήθεια ήταν ότι πεινούσε.

Και η Αγάθη δεν ερχόταν. Περνούσε η ώρα, αλλά δεν ερχόταν.

Ο Αυγερινός αναρωτήθηκε αν το είχε ξεχάσει, ή αν η Βασίλισσα τής είχε απαγορέψει να έρθει για λόγους ασφαλείας, ή αν κάτι τής είχε τύχει.

Και πεινούσε.

Αλλά αυτό δεν ήταν το χειρότερο. Το χειρότερο ήταν ότι είχε μια πολύ, πολύ άσχημη αίσθηση, η οποία δε σχετιζόταν ούτε με τη Βασίλισσα Γλυκάνθη ούτε με την Αγάθη, αλλά, νόμιζε, με τον Κύριο του Γαλανού Φωτός. Είχε την αίσθηση πως κάτι αποτρόπαιο είχε συμβεί· κάτι που ίσως να μη μπορούσε να διορθώσει.

Άργησα; Μα τους θεούς, άργησα; Η αποστολή μου έχει τελειώσει; Έχω αποτύχει;

Τα ερωτηματικά κατέτρωγαν το μυαλό του, και, κάθε τόσο, καθώς έκανε πέρα-δώθε μες στο δωμάτιο, νόμιζε πως μπορούσε να δει μπροστά στα μάτια του λάμψεις. Λάμψεις από γαλανό φως.

Έχω αργήσει… Έχω αργήσει…

Προσπάθησε να ηρεμήσει τον εαυτό του. Στάθηκε κοντά στο παράθυρο, παίρνοντας βαθιές αναπνοές.

Όχι, σκέφτηκε, δεν μπορεί να έχω αργήσει. Θα τα καταφέρω. Τώρα που ο Λούσιος φεύγει, είναι η ευκαιρία που περίμενα. Θα τα καταφέρω.

Πίσω του, άκουσε την πόρτα να χτυπά και ν’ανοίγει.

Στράφηκε και είδε το πρόσωπο της Αγάθης να τον κοιτάζει απ’την άκρια της πόρτας. «Να μπω;»

«Καιρός ήταν,» είπε ο Αυγερινός, χαμογελώντας. «Είχα αρχίσει να λιμοκτονώ.»

«Με συγχωρείς,» αποκρίθηκε η Αγάθη, χαμογελώντας κι εκείνη και μπαίνοντας. «Η Βασίλισσα με καθυστέρησε περισσότερο απ’όσο υπολόγιζα. Δε μου κρατάς κακία, ε;» Η εμφάνισή της δεν ήταν όπως συνήθως. Τα μαύρα της μαλλιά ήταν λυτά και καλοχτενισμένα. Το πρόσωπό της βαμμένο περισσότερο: όχι υπερβολικά, απλά λίγο πιο έντονη βαφή στα χείλη και στα βλέφαρα. Τα επάνω κουμπιά της υπηρετικής της στολής ήταν αθηλύκωτα.

Στα χέρια της κρατούσε έναν δίσκο με φαγητά και ποτά. Λύγισε το γόνατό της και έκλεισε την πόρτα, μαλακά, πίσω της. Ο Αυγερινός παρατήρησε ότι η φούστα της είχε ένα σχίσιμο με σταυρωτά λουριά στη δεξιά μεριά. Υπήρχε αυτό και παλιότερα; Δε θυμόταν να το είχε προσέξει.

«Δε μπορώ να σου κρατήσω κακία, τώρα που ήρθες επιτέλους να με ταΐσεις,» της αποκρίθηκε.

Η Αγάθη γέλασε, και άφησε τον δίσκο στο τραπέζι του δωματίου.

«Αυτό είναι αρκετό φαγητό για δύο ανθρώπους,» είπε ο Αυγερινός. «Το ήξερες ότι θα ήμουν τόσο πεινασμένος;»

«Για να είμαι ειλικρινής, το μισό είναι για μένα. Ούτε εγώ έχω φάει, και, όπως κι εσύ, λιμοκτονώ.»

Καθώς κάθονταν σε αντικριστές καρέκλες, ο Αυγερινός ρώτησε: «Είναι κουραστική δουλειά να είσαι υπηρέτρια της Βασίλισσας;»

«Δε μπορείς να φανταστείς, πίστεψέ με.»

Άρχισαν να τρώνε με όρεξη.

«Τι σου απάντησε;» ρώτησε ο Αυγερινός, όταν η περισσότερη από την πείνα του είχε κορεστεί.

«Μπορείς να τη δεις, αν θέλεις, το βράδυ. Στο μέρος όπου συναντηθήκατε και την πρώτη φορά.»

Στον παλιό στάβλο. Ο Αυγερινός ένευσε. «Και σχετικά με τον Λούσιο; Της μίλησε ο γιος της;»

«Δε μου διευκρίνισε,» αποκρίθηκε η Αγάθη, πίνοντας μια γουλιά απ’τη μπίρα της. «Μου είπε μόνο ότι θα συζητήσετε για όλα ιδιαιτέρως.»

Συνέχισαν να τρώνε, χωρίς να μιλούν. Μια σιωπή αμηχανίας είχε απλωθεί ανάμεσά τους. Ο Αυγερινός, τουλάχιστον, δεν ήξερε τι ακριβώς να πει, και το ίδιο φαινόταν να αισθάνεται κι η Αγάθη. Αφού είχαν τελειώσει με το θέμα της Βασίλισσας, έμοιαζε να μην τους έχει μείνει τίποτε άλλο.

Τελικά, η Αγάθη είπε: «Γιατί βοηθάς τη Βασίλισσα;»

«Είμαι πιστός σ’αυτήν.»

«Ναι, αλλά γιατί ειδικά εσύ; Παλιότερα, εγώ δε σε ήξερα καν.»

«Παλιότερα, ούτε εγώ με ήξερα.»

Η Αγάθη συνοφρυώθηκε.

Ο Αυγερινός γέλασε. «Ναι, το καταλαβαίνω πως ακούγεται παράξενο. Αλλά είναι αλήθεια.»

Η Αγάθη είπε, κοιτάζοντας το πρόσωπό του: «Μου έχουν πει ότι ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος ήταν που…» Άπλωσε το χέρι της και ακράγγιξε την ουλή του, η οποία ξεκινούσε απ’το μέτωπό του, επάνω δεξιά, και τελείωνε στο σαγόνι του, κάτω αριστερά.

«Πράγματι, έτσι είναι. Και το ξέρω πως βρίσκεις το σημάδι αποκρουστικό, αλλά για–»

Η Αγάθη κούνησε το κεφάλι. «Όχι, δε μ’ενοχλεί. Αλήθεια.» Απομάκρυνε το χέρι της απ’το πρόσωπό του. «Αλήθεια.»

«Είσαι παράξενο πλασματάκι,» παρατήρησε ο Αυγερινός.

Η Αγάθη κοκκίνισε, απ’το μέτωπο ώς τα μάγουλα.

Ο Αυγερινός γέλασε και ύψωσε τα χέρια του. «Με συγχωρείς. Δεν το εννοούσα όπως ακούστηκε. Απλά, η αντίδρασή σου μου φάνηκε περίεργη. Γιατί υποθέτω πως αυτό το πράγμα,» έδειξε την ουλή του με μια γρήγορη χειρονομία, «απωθεί τους περισσότερους ανθρώπους.»

«Ναι,» είπε η Αγάθη. «Γενικά, μοιάζεις τρομαχτικός…» Χαμογέλασε. «Θες να μάθεις τι φήμες κυκλοφορούν για σένα ανάμεσα στο υπηρετικό προσωπικό;»

«Πες μου.»

Σε λίγο, κι οι δυο τους χτυπιόνταν απ’τα γέλια.

«Το ότι ήμουν νεκρός και αναστήθηκα είναι, πάντως, το καλύτερο!» είπε ο Αυγερινός, σηκώνοντας τη μπίρα του και πίνοντας μια μεγάλη γουλιά, για να τελειώσει το ποτήρι. «Απλά, το καλύτερο! Χα-χα-χα-χα!»

«Γιατί, το άλλο, ότι κάνουν κάποιο πείραμα μ’εσένα και γι’αυτό σ’έχουν ακόμα στο παλάτι, δε σου άρεσε;» Η Αγάθη είχε φέρει την καρέκλα της πιο κοντά του, κι εκείνος είχε φέρει τη δική του καρέκλα πιο κοντά στην Αγάθη, σε κάποιο σημείο της αφήγησής της σχετικά με τις φήμες που κυκλοφορούσαν· και τώρα, εκείνη έγερνε προς το μέρος του, στηριζόμενη, ασυναίσθητα, πάνω στο γόνατό του.

«Ναι,» παραδέχτηκε ο Αυγερινός, «κι αυτό ήταν καλό. Πολύ καλό!»

«Το λουλούδι σου μου άρεσε πραγματικά,» του είπε η Αγάθη, αλλάζοντας ξαφνικά θέμα και έχοντας τώρα πιο σοβαρή όψη.

«Ναι;»

«Ναι. Σκέφτεσαι να μου κόψεις κι άλλα;»

Ο Αυγερινός μειδίασε. «Αφού φαίνεται να σου αρέσουν…»

«Να σου πω κάτι;» ρώτησε η Αγάθη. «Αλλά θα υποσχεθείς να μην το πεις πουθενά.» Τώρα βρισκόταν πιο κοντά του, και τα χέρια της στηρίζονταν στον μηρό του, όχι στο γόνατό του.

«Είμαι καλός στο να κρατάω μυστικά,» είπε ο Αυγερινός.

«Ναι, υποθέτω πως αυτό είν’αλήθεια…» Η Αγάθη τεντώθηκε και ψιθύρισε στ’αφτί του: «Από τότε που με άρπαξες, εκείνη την πρώτη φορά στο διάδρομο, σε ονειρεύομαι. Ονειρεύομαι ότι έρχεσαι πάλι να με αρπάξεις…» Τα χείλη της σύρθηκαν, απαλά, πάνω στο μάγουλό του. «Δε θα το πεις σε κανέναν, έτσι;»

«Όχι.» Ο Αυγερινός γύρισε το κεφάλι του και τη φίλησε.

Και μετά, βρέθηκαν κι οι δυο τους όρθιοι. Η Αγάθη είχε τυλίξει τα χέρια και τα πόδια της γύρω του, σαν αναρριχώμενο φυτό που πιάνεται σε πέτρινη κολόνα. Ο Αυγερινός διέτρεχε τα χέρια του πάνω στους μηρούς και στην πλάτη της· κι έπειτα, έπιασε το τραπεζομάντιλο και το τράβηξε απότομα, σκορπίζοντας στο πάτωμα ό,τι είχε απομείνει από το φαγητό. Η Αγάθη ξάπλωσε ανάσκελα πάνω στο τραπέζι, έχοντας τις κνήμες της σταυρωμένες πίσω απ’τη μέση του. —Είσαι σίγουρη πως η Βασίλισσα το εγκρίνει αυτό; τη ρώτησε ο Αυγερινός, ανοίγοντας μ’ένα τράβηγμα τα κουμπιά της υπηρετικής της στολής και κολλώντας τα χείλη του στο δεξί της στήθος. Της είπα ότι θα σου έφερνα φαγητό, αποκρίθηκε η Αγάθη· άστη να υποθέσει τα υπόλοιπα από μόνη της.Χα-χα-χαχαχα! γέλασε ο Αυγερινός, και ρούφηξε τα χείλη της. Είσαι, πράγματι, παράξενο πλασματάκι. Τα χέρια της Αγάθης πήγαν κάτω, ανάμεσα στους μηρούς της και στη ζώνη του παντελονιού του, λύνοντάς την. —Μου φέρνεις, όμως, λουλούδια, του είπε.

*

Ο Άγγελος ήταν άρρωστος. Το αντιβιοτικό του Φαρνέλιου, μάλλον, δεν τα είχε καταφέρει να τον θεραπεύσει ως δια μαγείας. Ξύπνησε βήχοντας, και είχε ανεβασμένο πυρετό. Καταράστηκε, καθώς είχε πάρει μισοκαθιστή θέση, τυλιγμένος στην κουβέρτα του.

«Ηρέμησε,» του είπε η Βασιλική, που ήταν καθισμένη οκλαδόν πλάι του. «Πρέπει να ξεκουραστείς.» Και του έδωσε μια αχνιστή κούπα.

«Τι είν’αυτό;» ρώτησε ο Άγγελος, παίρνοντάς τη στα χέρια του.

«Τσάι, μαζί μ’ένα φάρμακο που έριξε μέσα ο κύριος Φαρνέλιος.»

«Ελπίζω να μη με δηλητηριάσει…» Ο Άγγελος ήπιε μια γουλιά.

«Τι χειρότερο να πάθεις;»

Ο Άγγελος μειδίασε. «Τουλάχιστον, έχει καλή γεύση.»

«Δεν έχεις ακούσει τι λένε; ‘Αν είναι να φας κάτι δηλητηριασμένο, καλύτερα να είναι εύγευστο.’»

«Αλήθεια; Ποιοι το λένε αυτό;»

«Δε θυμάμαι, αλλά κάπου τόχω ακούσει.»

«Πηγαίνουμε σε κάποιο μέρος,» ρώτησε ο Άγγελος, «ή είμαι τόσο άρρωστος που αισθάνομαι το όχημά μας να κινείται;»

«Πηγαίνουμε σε κάποιο μέρος.»

«Πού;»

«Στη Χρυσάνθια Κλινική.»

«Στη Χρυσάνθια Κλινική;»

«Ναι. Για να πάρουμε τη Βικτώρια.»

Ο Άγγελος κοίταξε έξω απ’το μισάνοιχτο παράθυρο, και συνοφρυώθηκε. «Πού είμαστε τώρα; Αυτά τα μέρη δε νομίζω πως είναι κοντά στην Απαστράπτουσα.»

«Δεν είναι,» τον διαβεβαίωσε η Βασιλική. «Οι επαναστάτες μάς πήγαν δυτικά, προκειμένου να αποφύγουμε τους κατασκόπους του Λούσιου· και τώρα, κατευθυνόμαστε πάλι προς τα ανατολικά. Με το πάσο μας. Στην κλινική θα επιτεθούμε το βράδυ.»

«Θα επιτεθούμε

Η Βασιλική ανασήκωσε τους ώμους. «Δε νομίζω να μας παραδώσουν τη Βικτώρια οικειοθελώς. Αλλά, επίσης, δε νομίζω ότι θα προβάλουν και καμια ιδιαίτερη αντίσταση.»

Ο Άγγελος άφησε το τσάι του παραδίπλα και ξάπλωσε. «Και μετά, τι θα γίνει;»

«Τι εννοείς;»

«Αφότου πάρουμε τη Βικτώρια από την κλινική… Δεν ξέρω αν τόχεις καταλάβει, Πριγκίπισσα, αλλά είμαστε εμείς εναντίον ολόκληρου του καθεστώτος του αδελφού σου.»

«Θα βρούμε συμμάχους. Δεν πρόκειται ν’αφήσω αυτή την κατάσταση να συνεχιστεί,» αποκρίθηκε η Βασιλική. «Ο Λούσιος πρέπει να φύγει απ’το θρόνο, και οι ακόλουθοι του Μαύρου Νάρζουλ από τις θέσεις που έχουν μέσα στην κοινωνία της Απολλώνιας.»

*

Η Βασίλισσα Γλυκάνθη συνάντησε τον Αυγερινό μέσα στις πυκνές σκιές του παλιού, εγκαταλειμμένου στάβλου του παλατιού. Ο φρουρός κρατούσε μια λάμπα λαδιού και φορούσε κάπα και κουκούλα. Το πρόσωπό του ήταν σαν από εφιάλτη, καθώς διακρινόταν αμυδρά στο ασθενικό φως.

«Σου οφείλω ένα μεγάλο ευχαριστώ,» του είπε η Γλυκάνθη.

«Δεν έχω ακόμα κάνει τίποτα, Βασίλισσά μου,» αποκρίθηκε εκείνος.

«Ίσως έτσι να νομίζεις, αλλά έχεις κάνει.»

Ο Αυγερινός την κοίταξε ερωτηματικά, δίχως να μιλήσει.

Η Γλυκάνθη είπε: «Όταν με πληροφόρησες για εκείνες τις φράσεις που σου είχε δώσει ο διοικητής της παλατιανής φρουράς, αυτό ήταν μεγάλη βοήθεια για μένα.»

«Για να είμαι ειλικρινής, Βασίλισσά μου, δεν ήξερα –κι ακόμα δεν ξέρω– περί τίνος πρόκειται. Όχι ακριβώς, τουλάχιστον. Ήταν κάποιου είδους κώδικας;»

Η Γλυκάνθη ένευσε. «Θα μπορούσες να το πεις κι έτσι. Ή, καλύτερα, μια μέθοδος ψυχολογικού πολέμου. Προφανώς, κάποιος ήθελε να με τρελάνει, για να με κάνει, πιθανώς, να φύγω απ’το παλάτι.»

Τα μάτια του Αυγερινού στένεψαν. «Ο γιος σας;»

«Ή η Δομινίκη. Δεν έχει σημασία, όμως. Όχι τώρα. Η μέθοδός τους χάνει πολλή δύναμη, όταν έχεις πληροφορηθεί γι’αυτήν. Κι επιπλέον, σήμερα έφυγαν από το παλάτι…»

«Ακριβώς γι’αυτό ήθελα να σας μιλήσω κι εγώ, Βασίλισσά μου,» είπε ο Αυγερινός. «Πιστεύω πως ήρθε η ώρα να κινηθούμε.»

«Το σπαθί…»

«Ναι, το σπαθί. Πρέπει να έχω το σπαθί, προτού επιχειρήσω να σώσω τον Πρίγκιπα.»

«Δεν είμαι βέβαιη αν ο Λούσιος το έχει αφήσει εδώ ή αν το έχει πάρει μαζί του,» είπε η Γλυκάνθη.

«Εδώ το έχει αφήσει.»

Η Βασίλισσα συνοφρυώθηκε. «Πώς το ξέρεις;»

«Το ξέρω. Μπορώ να το αισθανθώ. Υπάρχει ένας αόρατος δεσμός ανάμεσα σε μένα και το ξίφος.»

Η Γλυκάνθη ένευσε. «Εντάξει. Αλλά αυτό σημαίνει πως θα πρέπει να εισβάλεις στα διαμερίσματα του Λούσιου· κι ακόμα και τώρα, που λείπει, δε θα είναι αφύλαχτα.»

«Το αντιλαμβάνομαι, Βασίλισσά μου. Ωστόσο, πρέπει να το κάνω.»

«Είσαι γενναίος άνθρωπος, Αυγερινέ,» είπε η Γλυκάνθη.

«Όχι, Βασίλισσά μου,» αποκρίθηκε εκείνος. «Είμαι άνθρωπος που κάνει το καθήκον του στην Απολλώνια.»

Η Γλυκάνθη δεν ήξερε τι ν’απαντήσει σ’αυτό, έτσι το άφησε καλύτερα.

«Ο γιος σας, ο Λούσιος,» ρώτησε ο Αυγερινός, σπάζοντας τη σιωπή, «πού πηγαίνει και γιατί;»

«Στη Ρακμάνη, απ’ό,τι μου είπε. Όσο για το γιατί, δεν είμαι βέβαιη. Δε μου διευκρίνισε. Είπε μόνο ότι εκεί θα βρει κάτι που θα τον βοηθήσει να σώσει την Απολλώνια από τους εχθρούς της.»

«Ο μεγαλύτερος εχθρός της Απολλώνιας ίσως να είναι ο ίδιος, Βασίλισσά μου, χωρίς να το γνωρίζει.»

Η Γλυκάνθη αναστέναξε και είπε με βαριά φωνή: «Το ξέρω…» Την πονούσε το γεγονός ότι το ένα απ’τα παιδιά της είχε φτάσει ώς εδώ. Είχε φτάσει στο σημείο να φυλακίσει τον αδελφό του και να σφετεριστεί το θρόνο… και είχε φτάσει στο σημείο να συναινέσει να γίνει ψυχολογικός πόλεμος στη μητέρα του· γιατί, ακόμα κι αν η Δομινίκη το είχε σχεδιάσει, δεν μπορεί να το είχε εκτελέσει χωρίς τη συναίνεση του Λούσιου. Η Γλυκάνθη ήθελε να πιστέψει ότι, κατά βάθος, το κατάντημα του γιου της ήταν δικό της φταίξιμο, της Δομινίκης, αλλά η λογική της της έλεγε πως αυτό δεν μπορεί να αλήθευε πλήρως. Εξάλλου, ο Λούσιος δεν ήταν μικρό παιδί.

«Με συγχωρείτε, Βασίλισσά μου,» είπε ο Αυγερινός.

«Δεν υπάρχει λόγος να απολογείσαι, όταν λες την αλήθεια,» αποκρίθηκε η Γλυκάνθη. Ακόμα κι αν η αλήθεια τυχαίνει να με πληγώνει, γιατί είναι φρικτή. Και άλλαξε θέμα, μη θέλοντας να μείνει άλλο εδώ: «Είναι καιρός να δράσουμε, όπως είπες κι ο ίδιος. Θα επιχειρήσεις απόψε να πάρεις το ξίφος;»

«Αν συμφωνείτε κι εσείς, Βασίλισσά μου, ναι.»

«Συμφωνώ,» είπε η Γλυκάνθη. «Αλλά δε θα πας μόνος. Θα χρειαστείς, σίγουρα, κάποια βοήθεια. Άλλον έναν άνθρωπο.»

«Θα πρέπει να είναι απόλυτα έμπιστος. Δε θα πρέπει να υπάρχει η παραμικρή πιθανότητα να είναι κατάσκοπος του Λούσιου.»

«Μην ανησυχείς γι’αυτό.»

*

«Θα συναντηθείτε στην Άνω Πινακοθήκη, τα μεσάνυχτα,» του είχε πει η Βασίλισσα, προτού φύγει απ’τον εγκαταλειμμένο στάβλο του κήπου.

Και τώρα ήταν μεσάνυχτα, και ο Αυγερινός βρισκόταν στην Άνω Πινακοθήκη: ένα μεγάλο δωμάτιο με επιβλητικές μαρμάρινες καμάρες, που οι τοίχοι του ήταν γεμάτοι έργα τέχνης, από διάφορες εποχές της Απολλώνιας. Ο Αυγερινός έβλεπε γύρω του δεκάδες τεχνοτροπίες και συνδυασμούς τεχνοτροπιών. Ο ίδιος, φυσικά, δεν είχε ποτέ του ασχοληθεί με τη ζωγραφική και δεν είχε ιδέα απ’όλα τούτα· όμως αυτό δεν τον εμπόδιζε απ’το να τα θαυμάζει. Θυμόταν πως ο πατέρας του, κάποτε, του είχε πει: «Δε χρειάζεται να είσαι καλλιτέχνης για να μπορείς να θαυμάσεις τη δουλειά ενός καλλιτέχνη. Μονάχα οι μικρόψυχοι άνθρωποι δεν μπορούν να θαυμάσουν ένα έργο τέχνης.»

Μια σκιερή φιγούρα μπήκε στην πινακοθήκη. Ο Αυγερινός την είδε από την άκρια της κολόνας μιας καμάρας. Ο άνθρωπος της Βασίλισσας, αναμφίβολα.

Βάδισε προς το μέρος του, χωρίς όμως να δείχνει ότι πήγαινε εσκεμμένα προς τα εκεί. Παρίστανε ότι κοίταζε τους πίνακες γύρω του. Γιατί, στην περίπτωση που δεν ήταν, τελικά, ο άνθρωπος της Βασίλισσας, καλύτερα να μην καταλάβαινε ότι εκείνος βρισκόταν εδώ για να συναντήσει κάποιον.

Η όψη του επισκέπτη αιφνιδίασε τον Αυγερινό.

«Δεν περίμενες να με δεις;» είπε η Αγάθη, καθώς εκείνος την πλησίαζε.

«Οφείλω να ομολογήσω πως όχι. Εσύ θα έρθεις μαζί μου;»

Η Αγάθη ένευσε.

Η Βασίλισσα πρέπει νάναι τρελή! σκέφτηκε ο Αυγερινός. «Θα είναι επικίνδυνα,» την προειδοποίησε.

«Λες να μην το ξέρω; Εγώ το είπα στη Βασίλισσα, αλλά εκείνη δεν ήθελε ν’ακούσει κουβέντα!»

«Τι της είπες;»

«Ότι δεν έχω ιδέα τι μπορώ να κάνω για να σε βοηθήσω στην αποστολή σου. Δεν έχω σχέση μ’αυτά τα πράγματα. Εκείνη, όμως, επέμεινε, λέγοντας ότι, όπως και νάχε το πράγμα, θα χρειαζόσουν άλλον έναν άνθρωπο μαζί σου, ακόμα και για να φυλά τσίλιες. Κι όταν η Βασίλισσα επιμένει, δεν μπορείς να διαφωνήσεις…» Η Αγάθη αναστέναξε. Ήταν, προφανώς, αγχωμένη.

«Εντάξει,» είπε ο Αυγερινός. «Έχει δίκιο.»

«Δίκιο;»

«Ναι. Ίσως χρειαστώ κάποιον να φυλά τσίλιες.»

Η Αγάθη μόρφασε. «Θεοί…!»

Ο Αυγερινός έβγαλε ένα πιστόλι μέσα απ’τη στολή του και της το έδωσε.

Εκείνη δεν το πήρε. «Δεν ξέρω πώς να ρίχνω.»

Ο Αυγερινός το πίεσε επάνω στην κοιλιά της. «Δε χρειάζεται. Απλά πατάς τη σκανδάλη, χωρίς να έχεις στραμμένη την κάννη προς εμένα ή τον εαυτό σου.»

«Δεν είμαι και τόσο άσχετη!» Η Αγάθη πήρε το όπλο.

«Ωραία,» είπε ο Αυγερινός. «Και κρύψ’το, για την ώρα.»

Η Αγάθη το πέρασε μέσα στην υπηρετική στολή της.

«Επίσης,» πρόσθεσε ο Αυγερινός, «έχε υπόψη σου ότι τώρα είναι ασφαλισμένο. Για να πυροβολήσεις, θα πρέπει να βγάλεις την ασφάλεια.»

«Την ασφάλεια;»

Ο Αυγερινός τράβηξε το πιστόλι απ’τη ζώνη του και της έδειξε.

Η Αγάθη ένευσε. «Εντάξει. Πιστεύεις ότι θα χρειαστεί;»

«Να βγάλεις την ασφάλεια;»

«Να πυροβολήσω.»

«Δεν ξέρω. Ίσως,» είπε ο Αυγερινός, και στράφηκε, βαδίζοντας προς μια έξοδο της Άνω Πινακοθήκης.

Η Αγάθη τον ακολούθησε.

22

Καθώς η νύχτα έπεφτε, τυλίγοντας την Απολλώνια στο μεταξένιο πέπλο της, το φορτηγό όχημα των επαναστατών σταμάτησε κάπου πέντε χιλιόμετρα δυτικά της Χρυσάνθιας Κλινικής. Στον ουρανό, η Αθώρητη ήταν πραγματικά αθώρητη απόψε, καθώς δε φαινόταν το παραμικρό σημάδι της. Το φως της Γλαυκής, όμως, ήταν έντονο, παρότι το εν λόγω φεγγάρι δεν ήταν γεμάτο· και η Βασιλική το εκλάμβανε τούτο ως θετικό σημάδι.

Οι περισσότεροι επαναστάτες βγήκαν από το φορτηγό, μαζί με την Πριγκίπισσα. Ο Άγγελος, ο Φαρνέλιος, και μερικοί άλλοι έμειναν πίσω, για να φρουρούν το όχημα. Ο πρώτος η αλήθεια ήταν πως ήθελε να πάει με τη Βασιλική, μα ο Φαρνέλιος τού το απαγόρεψε στην κατάσταση που βρισκόταν. «Θες ν’αυτοκτονήσεις, νεαρέ;» του είπε, αυστηρά.

Η Βασιλική είχε τώρα απομακρυνθεί από το φορτηγό, περιτριγυρισμένη από τους επαναστάτες, οι οποίοι ήταν δεκαπέντε στο σύνολό τους. Αν δεν μπορούμε να πάρουμε τη Βικτώρια από κει μέσα με δεκαπέντε εμπειροπόλεμους ανθρώπους, τότε δεν μπορούμε να την πάρουμε με καμία δύναμη. Εξάλλου, η Χρυσάνθια Κλινική, είτε η διεύθυνσή της υπηρετούσε τον Λούσιο είτε όχι, ήταν μονάχα μια ψυχιατρική κλινική, όχι κανένα απόρθητο φρούριο της Παντοκράτειρας.

Η Βασιλική, ωστόσο, ήταν ντυμένη για πόλεμο. Και δε θυμόταν να είχε ντυθεί έτσι ποτέ άλλοτε στη ζωή της, ούτε καν για πλάκα, ούτε ως ερωτικό παιχνίδι. Φορούσε μαύρα ρούχα, για να τη βοηθούν να κρύβεται μέσα στη νύχτα, όπως της είχαν πει οι επαναστάτες: ένα εφαρμοστό υφασμάτινο παντελόνι, ψηλές δερμάτινες μπότες, κοντή μπλούζα, και, πάνω απ’τη μπλούζα, πέτσινο κλειστό πανωφόρι. Στη ζώνη της ήταν θηκαρωμένο ένα πιστόλι, στον ώμο της περασμένο ένα τουφέκι, και από τις άκριες των μποτών της ξεπρόβαλλαν οι λαβές ξιφιδίων. Τα μακριά, ξανθά της μαλλιά τα είχε δέσει κότσο. Σε μια απ’τις τσέπες του πανωφοριού της είχε έναν πομπό, ο οποίος ήταν ρυθμισμένος στη συχνότητα του πομπού του Φαρνέλιου, πίσω στο όχημα, ώστε να μπορούν να έχουν επικοινωνία.

Οι δεκαπέντε επαναστάτες ήταν παρόμοια ντυμένοι και οπλισμένοι, και όλοι τους τώρα κατευθύνονταν προς τη Χρυσάνθια Κλινική, περνώντας μέσα από τα πιο δενδρώδη, κατάφυτα σημεία που μπορούσαν να βρουν, ώστε να μην τραβήξουν την προσοχή των κατασκόπων του Λούσιου, που ήξεραν ότι τριγύριζαν σε τούτα τα μέρη.

Η Βασιλική οδήγησε τους επαναστάτες στον προορισμό τους, ενώ αρκετοί από αυτούς κοίταζαν ολόγυρα, για να δουν μήπως κανείς τούς είχε προσέξει. Έφτασαν στην κλινική, χωρίς κανένα πρόβλημα ή καμια ανεπιθύμητη συνάντηση με τους πράκτορες του αδελφού της. Μάλλον, δεν τους είχαν προσέξει.

Τώρα, όμως, θα μας προσέξουν· σίγουρα, θα μας προσέξουν. Η εισβολή μας στην κλινική θα τους τραβήξει την προσοχή, θέλουμε δε θέλουμε. Γιατί η Βασιλική ήταν βέβαιη πως η Χρυσάνθια Κλινική πρέπει να βρισκόταν υπό παρακολούθηση. Ο Λούσιος δε θ’άφηνε κάτι τέτοιο στην τύχη. Κι αν θα το άφηνε εκείνος, τότε δε θα το άφηνε αυτή η σκύλα, η γυναίκα του. Όταν ακόμα κατοικούσε στο παλάτι, η Βασιλική είχε βρεθεί πολλές φορές στον πειρασμό να σπάσει τη μούρη της Δομινίκης, να κοπανήσει τη γροθιά της πάνω στη μύτη και στο σαγόνι της, αλλά πάντοτε είχε συγκρατηθεί, γνωρίζοντας ότι αυτό θα εξόργιζε τον Λούσιο–

Τέλος πάντων. Οι σκέψεις της έτρεχαν. Η Δομινίκη δεν είχε τώρα καμία θέση στη δουλειά που πήγαιναν να κάνουν. Πρέπει να σώσουμε τη Βικτώρια. Αυτό έχει σημασία. Πρέπει να τα καταφέρουμε.

Η Βασιλική και οι επαναστάτες σταμάτησαν έξω από τη Χρυσάνθια Κλινική, κρυμμένοι μέσα στις πυκνές, νυχτερινές σκιές των δέντρων.

«Από πού είναι ασφαλέστερο να εισβάλουμε, Πριγκίπισσά μου;» ρώτησε ο Θελλέδης.

«Μη μ’αποκαλείς ‘Πριγκίπισσά μου’,» του είπε η Βασιλική. «Να με λες ‘Βασιλική’, αν θες να με ονομάζεις κάπως. Και, για να είμαι ειλικρινής, δεν ξέρω από πού είναι ασφαλέστερο να εισβάλουμε. Εγώ, συνήθως, έμπαινα από την κεντρική είσοδο· αλλά, βέβαια, τότε, δεν ήθελα να μπω κρυφά.»

«Ας κάνουμε, λοιπόν, το γύρο του οικοδομήματος, να δούμε τι επιλογές έχουμε,» πρότεινε ο Θελλέδης.

Η Βασιλική κατένευσε, κι έτσι ξεκίνησαν, βαδίζοντας μες στις σκιές.

Σύντομα, ολοκλήρωσαν τον κύκλο της κλινικής, και διαπίστωσαν ότι η μόνη φανερή είσοδος ήταν η πρόσθια διπλή θύρα. Σε όλες τις άλλες πλευρές, το οικοδόμημα είχε παράθυρα, που όσα βρίσκονταν στο ισόγειο και στον πρώτο όροφο ήταν κλειστά με παντζούρια. Μονάχα μερικά από αυτά που βρίσκονταν στον δεύτερο και τρίτο όροφο ήταν με τα παντζούρια ανοιχτά ή κουφωτά· αλλά τα τζάμια ήταν πάλι κλειστά, γιατί, καθότι χειμώνας, έκανε κρύο μες στη νύχτα.

«Έχουμε δύο επιλογές,» είπε ο Θελλέδης: «ή σπάμε κάποιο από τα παράθυρα στο ισόγειο και μπαίνουμε, ή κάνουμε διάρρηξη στην πόρτα της εισόδου. Ή, μάλλον… Η Βικτώρια σε ποιον όροφο κρατείται;»

«Στο ισόγειο, γιατί;»

«Γιατί, αν ήταν σε κάποιον απ’τους ορόφους, τότε ίσως να συνέφερε να σκαρφαλώσουμε στα πάνω παράθυρα και να μπούμε από εκεί. Αλλά, αφού είναι στο ισόγειο, τότε σίγουρα μας συμφέρει να διαρρήξουμε την κεντρική είσοδο, αν συμφωνείτε κι εσείς, Πριγκίπισσά μου.»

Πάλι τα ίδια, σκέφτηκε η Βασιλική. Πάλι, «Πριγκίπισσά μου». Δεν είμαι ο Ανδρόνικος, άνθρωπέ μου! Δεν είμαι «Πριγκίπισσά σας». Αλλά προτίμησε να μην το σχολιάσει. Είπε: «Εντάξει, πάμε από την κεντρική είσοδο.»

Βγήκαν από την κάλυψη των δέντρων και βάδισαν αποφασιστικά–

Ο ήχος μηχανής έσπασε τη σιγαλιά της νύχτας.

Η Βασιλική στράφηκε, για να δει έναν τύπο με δίκυκλο να σταματά στο πλάι του δρόμου, ενώ εκείνη κι οι επαναστάτες ζύγωναν την είσοδο. Φορούσε κράνος που έκρυβε το πρόσωπό του, κι έτσι της θύμιζε αυτόν που την είχε κυνηγήσει τις προηγούμενες φορές· το όχημα ετούτου εδώ, όμως, δεν είχε αργυρό κρανίο στη μπροστινή του μεριά.

«Η κλινική είναι κλειστή!» φώναξε ο άντρας πάνω στο δίκυκλο. «Δε λειτουργεί τη νύχτα.»

Μας κοροϊδεύει;

Ένας από τους επαναστάτες –ένας τύπος με κατάμαυρο δέρμα, που η Βασιλική νόμιζε πως είχε ακούσει ότι τον έλεγαν Φέτανιρ– ζύγωσε τη διπλή πόρτα του οικοδομήματος και, βγάζοντας ένα εργαλείο απ’το σάκο του, άρχισε να σκαλίζει την κλειδαριά. Οι υπόλοιποι επαναστάτες σχημάτισαν προστατευτικό κλοιό γύρω του.

Κανείς δεν απάντησε στον άντρα με το δίκυκλο, οπότε εκείνος στράφηκε κι έκανε να φύγει.

Ο Θελλέδης κι άλλοι δύο ύψωσαν τα τουφέκια τους και τον πυροβόλησαν. Ο κρότος αντήχησε μες στη νύχτα. Ένας τροχός έσπασε. Ο άντρας εκτοξεύτηκε απ’το δίκυκλο, βγάζοντας μια κραυγή πόνου. Σωριάστηκε μπρούμυτα, και δεν ξανασηκώθηκε. Το όχημά του κοπάνησε σ’ένα δέντρο, τραντάζοντας τον κορμό του και κάνοντας φύλλα να πέσουν.

Αμέσως, κι άλλες μηχανές ακούστηκαν να έρχονται, από κάποια απόσταση.

Προφανώς, δεν ήταν μόνος, συμπέρανε η Βασιλική.

*

Ο Αυγερινός και η Αγάθη δεν είχαν πρόβλημα να φτάσουν μέχρι τα διαμερίσματα του Λούσιου. Κανείς δεν τους σταμάτησε, γιατί δεν αποτελούσαν και κανένα περίεργο θέαμα: Ήταν ένας παλατιανός φρουρός και μια υπηρέτρια (που πολλοί την ήξεραν και ως «η υπηρέτρια της Βασίλισσας», εξάλλου).

Όταν, όμως, έφτασαν στον προορισμό τους, συνάντησαν αντίσταση.

Μια γυναίκα στάθηκε στο δρόμο τους. Ψηλή και ντυμένη με τη στολή των Βασιλικών Φρουρών. Είχε κοντά, κόκκινα μαλλιά και δέρμα λευκό, όπως του Αυγερινού και της Αγάθης. Από τη ζώνη της κρεμόταν σπαθί και πιστόλι.

Ο Αυγερινός τη γνώριζε. Ονομαζόταν Ευρυδίκη, και ήταν ευγενικής καταγωγής.

«Πού πηγαίνετε;» απαίτησε, βάζοντας το χέρι της στη λαβή του πιστολιού της.

Ο Αυγερινός, γνωρίζοντας ότι αυτή θα ήταν η αντίσταση που θα συναντούσε, κρατούσε ένα ξιφίδιο στο δεξί του χέρι, ανεστραμμένο και κρυμμένο πίσω απ’τον πήχη του. Και τώρα, υψώνοντας απότομα το χέρι του, το εκτόξευε, στέλνοντάς το να στροβιλιστεί στον αέρα.

Η Ευρυδίκη δεν πρόλαβε καν να τραβήξει το πιστόλι της. Η λεπίδα καρφώθηκε στο αριστερό της μάτι, και η γυναίκα σωριάστηκε στο πάτωμα. Ύστερα από μερικούς σπασμούς, σταμάτησε να κινείται.

Η Αγάθη έβαλε τις παλάμες της μπροστά στο στόμα της, βγάζοντας μια λαρυγγώδη φωνή.

«Σσς,» της είπε ο Αυγερινός. «Το όλο νόημα είναι να μην κάνουμε θόρυβο.» Και, πλησιάζοντας τη νεκρή Ευρυδίκη, τράβηξε πίσω το ξιφίδιό του, το σκούπισε στον μανδύα της, και το κράτησε ξανά στο δεξί του χέρι, κρύβοντάς το πίσω απ’τον πήχη του.

«Θα… θα σκοτώσεις κι άλλους έτσι;» τον ρώτησε η Αγάθη, ακολουθώντας τον.

«Αν χρειαστεί. Δεν πιστεύω να νόμιζες ότι αυτή η δουλειά θα γινόταν αναίμακτα…» Η Βασίλισσα δεν έπρεπε να σε είχε στείλει, αλλά τέλος πάντων…

Ο Αυγερινός άνοιξε την εξώθυρα των διαμερισμάτων του Λούσιου και κοίταξε μέσα σ’ένα καθιστικό, που ήταν σκοτεινό. Αφουγκράστηκε, γιατί ήξερε πως τα παιδιά του Πρίγκιπα δεν είχαν φύγει μαζί του· κι επίσης, εδώ πρέπει να βρισκόταν και η γκουβερνάντα τους. Αν μας αντιληφτούν, θα γίνει χαλασμός. Και ο Αυγερινός, πραγματικά, δεν ήθελε να πειράξει τα παιδιά του Λούσιου. Επιπλέον, πίστευε πως, αν τα έβλαπτε, η Βασίλισσα δε θα ήταν καθόλου ευχαριστημένη μαζί του. Ήταν εγγόνια της, άλλωστε.

Έκανε νόημα στην Αγάθη να μείνει σιωπηλή, και πέρασε το κατώφλι των διαμερισμάτων.

Η υπηρέτρια τον ακολούθησε, προσεχτικά.

Ο Αυγερινός τής ψιθύρισε στ’αφτί: «Θα στέκεσαι πάντα στην πόρτα του δωματίου που μπαίνω. Κι αν δεις καμια περίεργη κίνηση, θα με ειδοποιήσεις. Εντάξει;»

Η Αγάθη κατένευσε.

Ο Αυγερινός βάδισε προς την πόρτα που πίστευε ότι θα τον έβγαζε στο υπνοδωμάτιο του Λούσιου. Λογικά, εκεί πρέπει να είχε το ξίφος, σωστά;

Κοιτάζοντας μέσα, είδε, στο ασθενικό φως που έμπαινε απ’το παράθυρο, ότι είχε δίκιο: αυτό, πράγματι, ήταν το υπνοδωμάτιο του Λούσιου. Είχε ένα μεγάλο κρεβάτι, μια εξίσου μεγάλη ντουλάπα, και έναν ψηλό καθρέφτη μ’ένα τραπεζάκι με καλλυντικά μπροστά…

Ο Αυγερινός μπήκε, ανάβοντας έναν μικρό φακό.

Η Αγάθη μισόκλεισε την πόρτα και, κοιτάζοντας από τη χαραμάδα, φύλαγε τσίλιες.

Ο Αυγερινός άρχισε να ψάχνει για το βασιλικό ξίφος που ονομαζόταν Κελευστής. Έψαξε γι’αυτό στις γωνίες του δωματίου, στους τοίχους (μήπως ήταν κρεμασμένο εκεί), κάτω απ’το κρεβάτι, μέσα στη μεγάλη ντουλάπα (το εσωτερικό της οποίας ήταν λαβύρινθος)· μα δεν το βρήκε πουθενά.

«Δεν είναι εδώ,» ψιθύρισε στην Αγάθη.

Μια όψη ανησυχίας πέρασε απ’το πρόσωπό της. «Και τι θα κάνουμε τώρα;»

«Θα συνεχίσουμε να ψάχνουμε, φυσικά. Πάμε σ’άλλο δωμάτιο.»

Βγήκαν απ’το υπνοδωμάτιο του Λούσιου, και ο Αυγερινός, έχοντας σβήσει ξανά το φακό του, μισάνοιξε μια άλλη πόρτα, κρυφοκοιτάζοντας μέσα… και βλέποντας ότι εδώ ήταν το δωμάτιο του ενός απ’τα παιδιά του Πρίγκιπα. Μάλλον, της κόρης του, αν έκρινε απ’τον τρόπο που το μέρος ήταν διακοσμημένο. Το κοριτσάκι πρέπει να κοιμόταν· η σκοτεινή μορφή του ήταν κουκουλωμένη στο κρεβάτι.

Ο Αυγερινός πήγε σ’άλλη πόρτα: μία που πίστευε ότι δε θα τον οδηγούσε πάλι σε υπνοδωμάτιο. Και είχε δίκιο: μέσα στις πυκνές σκιές, είδε έναν χώρο που δεν μπορεί παρά να ήταν καθιστικό.

Κάνοντας νόημα στην Αγάθη, μπήκε και άναψε τον φακό του. Ναι, το μέρος ήταν, σίγουρα, καθιστικό. Και τι ήταν αυτό στη γωνία; Τι ήταν αυτό που στηριζόταν όρθιο στη γωνία;

Ο Αυγερινός δε χρειαζόταν να το δει για να απαντήσει σ’ετούτη την ερώτηση. Μπορούσε να το νιώσει. Ήταν ο Κελευστής. Το σπαθί των βασιληάδων της Απολλώνιας. Και τον καλούσε. Όχι ως βασιληά, αλλά ως πιστό υπήκοο ενός βασιληά.

Ο Αυγερινός το πλησίασε και το τράβηξε. Η λεπίδα γυάλισε με γαλανό φως.

Τα μάτια της Αγάθης γούρλωσαν και το στόμα της σχημάτισε ένα σιωπηλό Ο. «Αυγερινέ…» ψιθύρισε.

«Ναι,» είπε εκείνος. «Το βρήκα.» Ξεθηκάρωσε το δικό του σπαθί από τη ζώνη του και το πέρασε στο θηκάρι που ήταν ακουμπισμένο στον τοίχο. Ύστερα, πέρασε τον Κελευστή στο θηκάρι της ζώνης του. «Καλύτερα να φύγουμε, προτού ανακαλύψουν τη νεκρή Ευρυδίκη, έξω απ’τα διαμερίσματα του Πρίγκιπα.»

«Αυτό ήταν, δηλαδή; Τελειώσαμε;»

«Φυσικά και όχι. Αυτή δεν ήταν παρά μόνο η αρχή. Τώρα πρέπει να πάμε για τον Κύριο του Γα– τον Πρίγκιπα Ανδρόνικο.»

*

Τα δίκυκλα μαζεύτηκαν γρήγορα έξω απ’τη Χρυσάνθια Κλινική, και οι καβαλάρηδές τους πυροβολούσαν.

Οι επαναστάτες, όμως, δεν ήταν εύκολοι στόχοι. Έχοντας φτιάξει έναν προστατευτικό κλοιό γύρω απ’τη Βασιλική και τον Φέτανιρ, πυροβολούσαν επίσης. Οι εξωτερικοί πολεμιστές του κλοιού κρατούσαν ψηλές, μεταλλικές ασπίδες, για ν’αποκρούουν τα εχθρικά πυρά, ενώ αυτοί που βρισκόταν πίσω τους έβαλλαν με τουφέκια και πιστόλια.

Οι καβαλάρηδες των δίκυκλων αναγκάστηκαν να διαλυθούν, μέσα στο δρόμο κι ανάμεσα στη βλάστηση.

Η νύχτα είχε γεμίσει πυροβολισμούς, που τώρα, ξαφνικά, έπαψαν.

Ο Φέτανιρ έσπρωξε τη διπλή πόρτα, κι αυτή άνοιξε, αποκαλύπτοντας την αίθουσα υποδοχής της κλινικής. Άδεια.

Τρεις επαναστάτες μπήκαν, κρατώντας τα τουφέκια τους υψωμένα και κοιτάζοντας προς όλες τις γωνίες.

Η Βασιλική τούς ακολούθησε, έχοντας κι εκείνη το δικό της τουφέκι υψωμένο. Δεν ήταν και πολύ καλή στη σκοποβολή, μα ούτε και τελείως ανεκπαίδευτη. Είχε πάρει κάποια βασικά μαθήματα, όταν ήταν μικρή. Ο πατέρας τους, ο Βασιληάς Αρχίμαχος, ήθελε να εκπαιδεύσει όλα του τα παιδιά στα όπλα, για λόγους ασφάλειας.

Οι υπόλοιποι επαναστάτες ακολούθησαν την Πριγκίπισσα στο εσωτερικό της κλινικής, κλείνοντας και κλειδώνοντας τη διπλή είσοδο πίσω τους.

«Δεν υπάρχουν φύλακες εδώ;» είπε ο Θελλέδης.

«Δε νομίζω,» αποκρίθηκε η Βασιλική. «Εκτός από κάποιους νοσοκόμους, βέβαια. Αλλά αποκλείεται αυτοί να βγουν για να μας αντιμετωπίσουν. Κατά πάσα πιθανότητα, θα έχουν ήδη κλειδαμπαρωθεί στα δωμάτιά τους.»

«Και οι γιατροί;»

«Οι γιατροί, συνήθως, δεν είναι εδώ τα βράδια. Εκτός από κανέναν που μπορεί να έχει εφημερία.»

«Ωραία. Οδηγήστε μας στη Βικτώρια, Πριγκίπισσά μου.»

«Από κει είναι.» Η Βασιλική έδειξε έναν διάδρομο.

Ο Θελλέδης έκανε νόημα στους περισσότερους επαναστάτες να μείνουν πίσω, για να φρουρούν το μέρος, και εκείνος και πέντε άλλοι ακολούθησαν την Πριγκίπισσα της Απολλώνιας.

Η Βασιλική τούς πήγε προς το δωμάτιο της Βικτώριας, και έξω απ’την πόρτα του είδαν έναν άντρα να στέκεται και να τους αντικρίζει. Ήταν ψηλός, πολύ ψηλός –το κεφάλι του έφτανε σχεδόν στο ταβάνι–, και μελαχρινός με κοντοκουρεμένα μαλλιά. Το πρόσωπό του ήταν γωνιώδες, ξυρισμένο, και ανέκφραστο. Τα μάτια του κατάμαυρα, σαν δύο σκοτεινές άβυσσοι. Φορούσε έναν λευκό, ιατρικό χιτώνα. Σε κάθε του χέρι κρατούσε ένα πιστόλι.

Οι επαναστάτες τον σημάδεψαν, αμέσως.

«Ακίνητος!» του φώναξε ένας.

Ο άντρας ύψωσε τα πιστόλια του–

Τρεις ριπές τον χτύπησαν στο στήθος, απανωτά. Εκείνος παραπάτησε, αλλά αίμα δεν πετάχτηκε. Εκεί όπου τον είχαν πετύχει οι επαναστάτες μπορούσε να φανεί, μέσα απ’τον σχισμένο του χιτώνα, ένα ασημόχρωμο υγρό.

Και ο άντρας πυροβόλησε, καθώς παραπατούσε. Η μία ριπή χτύπησε το ταβάνι· η άλλη βρήκε έναν επαναστάτη στο αριστερό χέρι.

Τι σκατά είν’αυτό; απόρησε η Βασιλική.

«Δημιούργημα!» άκουσε τον Φέτανιρ να λέει. «Δημιούργημα! Κάψτε το! Κάψτε το!»

«ΠΥΡ!» κραύγασε ο Θελλέδης, και οι επαναστάτες άρχισαν να πυροβολούν, συνεχόμενα, τον άντρα αντίκρυ τους, γεμίζοντας το σώμα του με σφαίρες και σωριάζοντάς τον στο πάτωμα.

Ο λευκός του χιτώνας είχε κουρελιαστεί, αλλά αίμα ακόμα δεν έτρεχε. Μονάχα αυτό το παράξενο υγρό που είχε το χρώμα του ασημιού. Εκεί όπου η σάρκα του καταστρεφόταν ήταν από κάτω το υγρό, και το υγρό ανέπλαθε τη σάρκα.

Αυτό το δαιμονόπραμα δεν μπορεί να πεθάνει! παρατήρησε η Βασιλική, βλέποντας τον άντρα να προσπαθεί να σηκωθεί, παρά τις ριπές που είχε δεχτεί.

«Βόμβα φωτιάς!» φώναξε ο Θελλέδης. «Ρίξτε του μια βόμβα φωτιάς, και απομακρυνθείτε!»

Την ίδια στιγμή, η Βασιλική έβλεπε τον εφιαλτικό άντρα να χωρίζεται. Να σχίζεται στη μέση, από μόνος του· να διαιρείται σε δύο κομμάτια!

«Τρέξτε!» ακούστηκε η φωνή μιας επαναστάτριας.

Ο Θελλέδης έπιασε τη Βασιλική απ’το μπράτσο, καθώς όλοι τους στρέφονταν απ’την άλλη μεριά κι άρχιζαν να τρέχουν.

Κάποιος –η Βασιλική δεν είδε ποιος, αλλά υπέθετε πως ήταν η γυναίκα που είχε φωνάξει Τρέξτε!– εκτόξευσε μια βόμβα πίσω τους, και τα πάντα γέμισαν φλόγες, τόσο γρήγορα που έμοιαζε σαν ένα μυθικό τέρας να είχε φυσήξει φωτιά μες στο διάδρομο.

Η Πριγκίπισσα της Απολλώνιας και οι επαναστάτες βγήκαν στην αίθουσα υποδοχής, ενώ κραυγές πόνου αντηχούσαν.

Οι υπόλοιποι σύντροφοί τους τους περίμεναν με τα όπλα τους έτοιμα.

«Ένα Δημιούργημα!» φώναζε ο Φέτανιρ. «Ένα τρισκατάρατο Δημιούργημα, μα τους θεούς!»

Τι ήταν αυτό το Δημιούργημα; απόρησε η Βασιλική. Δεν το είχε ξανακούσει, αλλά για τους επαναστάτες πρέπει να ήταν κάτι γνωστό.

«Η Παντοκράτειρα εδώ;» έκανε μια επαναστάτρια, από αυτούς που φυλούσαν την αίθουσα υποδοχής.

Και τότε, ένα πλάσμα πετάχτηκε απ’τον διάδρομο, αφήνοντας τις φλόγες πίσω του. Ήταν σα σκύλος, αλλά είχε μονάχα δύο μπροστινά πόδια· το πίσω σώμα του το έσερνε, λες κι ήταν ουρά. Το κεφάλι του έμοιαζε με ανθρώπου, αλλά ήταν τελείως, μα τελείως, διαστρεβλωμένο. Τα μάτια του ήταν κατακόκκινα. Τα δόντια του αιχμηρά.

«Τι είν’αυτό;» φώναξε κάποιος.

Το ένα απ’τα δύο μέρη του άντρα, σκέφτηκε η Βασιλική. Το ένα απ’τα δύο μέρη που κόπηκε ο άντρας. Και φαίνεται πως οι επαναστάτες δε γνώριζαν ότι μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο…

Πυροβολισμοί γέμισαν την αίθουσα υποδοχής, χτυπώντας το αποκρουστικό πλάσμα και απωθώντας το. Κάτω από το δέρμα του, όμως, υπήρχε πάλι ρευστό ασήμι, και οι πληγές του θεραπεύονταν…

*

Καθώς έβγαιναν στον διάδρομο, η Αγάθη έριξε ένα βλέμμα αποστροφής στο νεκρό σώμα της Ευρυδίκης.

«Μην ανησυχείς για τους νεκρούς τώρα,» της είπε ο Αυγερινός. «Να ανησυχείς για τους ζωντανούς.» Και, παίρνοντάς την απ’το χέρι, έφυγαν απ’αυτόν τον διάδρομο και μπήκαν σ’έναν άλλο. «Να περπατάς και να κοιτάζεις γύρω σου σα να μην έχει συμβεί τίποτα. Εξάλλου, όλα πήγαν καλά. Σύμφωνα με το σχέδιο. Και, όπως αποδείχτηκε, δε νομίζω ότι θα μπορούσα να έχω καλύτερο συνεργάτη σε τούτη την αποστολή.»

Ο Αυγερινός είδε την όψη της ν’αλλάζει: να γίνεται λιγότερο φοβισμένη και περισσότερο αποφασιστική. Ωραία, σκέφτηκε. Ωραία.

Καθώς βάδιζαν στους διαδρόμους του παλατιού, οι φρουροί δεν τους έδιναν καμία σημασία. Μια υπηρέτρια κι άλλος ένας φρουρός, που ίσως και να ήταν ζευγάρι: τίποτα το ιδιαίτερο. Και, φυσικά, ούτε ο Αυγερινός έδινε καμια σημασία σ’εκείνους. Η Αγάθη ακολουθούσε το παράδειγμά του, και η όψη της τώρα ήταν ακόμα πιο ήρεμη· συγκροτημένη. Μαθαίνει γρήγορα, σκέφτηκε ο Αυγερινός, και πέρασε το χέρι του γύρω απ’τους μικρούς της ώμους. Εκείνη ακούμπησε επάνω του, σα να ήθελε να πάρει θάρρος απ’την αίσθηση του σώματός του.

Κατευθύνθηκαν στα υπόγεια του παλατιού, και κατέβηκαν πέτρινες σκάλες.

Από δω και πέρα αρχίζουν τα δύσκολα, συλλογίστηκε ο Αυγερινός. Ας δούμε μέχρι πού μπορούμε να φτάσουμε, μέχρι να μας σταματήσουν…

Στην αρχή, οι φρουροί δεν τους μίλησαν καθόλου. Τους αγνόησαν τελείως, εκτός από έναν, ο οποίος έκλεισε το μάτι στον Αυγερινό, νομίζοντας, προφανώς, ότι εκείνος κι η Αγάθη προσπαθούσαν να βρουν κάποιο ήσυχο μέρος στα υπόγεια για να ζευγαρώσουν. Τελικά, ίσως η Βασίλισσα να είχε δίκιο που την έστειλε μαζί μου. Μου προσφέρει μια επιπλέον κάλυψη, που, σε διαφορετική περίπτωση, δε θα είχα.

Κατάφεραν έτσι να φτάσουν πολύ βαθιά μέσα στα υπόγεια, σε μέρη που ο Αυγερινός γνώριζε αρκετά καλά, καθότι παλατιανός φρουρός. Δεν άργησε, όμως, να έρθει και η στιγμή που τα μέρη άρχισαν να του γίνονται άγνωστα, καθώς, με τη μνήμη του, ακολούθησε την πορεία των στρατιωτών που είχαν πάρει τον Ανδρόνικο από το κελί όπου του είχε μιλήσει η μητέρα του και τον είχαν οδηγήσει στους δύο Βασιλικούς Φρουρούς: τον Λάθμιο και τον Φαιόνυχο. Και μετά, ο Λάθμιος και ο Φαιόνυχος είχαν πάει τον ναρκωμένο Πρίγκιπα ακόμα πιο βαθιά, σε διαδρόμους που ήταν ελάχιστα φωτισμένοι και που –απ’όσο ήξερε ο Αυγερινός– είχαν πέσει, παλιά, σε αχρηστία. Γιατί ξαναχρησιμοποιούνταν τώρα, ήταν, πράγματι, ένα πολύ καλό ερώτημα…

Η Αγάθη τού ψιθύρισε: «Τι είναι τούτο το μέρος, Αυγερινέ; Το σκοτάδι μοιάζει… μοιάζει ζωντανό

Ναι, σκέφτηκε εκείνος. Όντως, μοιάζει ζωντανό. «Μη φοβάσαι· δεν είναι ζωντανό. Και έχουμε το ξίφος για να μας προστατεύει–»

«Το ξίφος;»

«Ναι.» Δεν ήξερε γιατί τού είχε έρθει να το πει αυτό, αλλά ήξερε ότι ήταν αλήθεια. Το ξίφος μπορούσε να τους προστατέψει από τους εχθρούς τους.

«Είναι μακριά φυλακισμένος ο Πρίγκιπας;»

«Όχι. Φτάνουμε…»

Μέσα απ’το σκοτάδι του διαδρόμου, φάνηκε το κιγκλίδωμα όπου είχαν μπει ο Λάθμιος και ο Φαιόνυχος.

«Εκεί είναι;» ψιθύρισε η Αγάθη.

«Σσς… Μείνε πίσω μου.»

Ο Αυγερινός προχώρησε πρώτος, για να σταθεί μπροστά απ’το κιγκλίδωμα.

Κανείς δεν παρουσιάστηκε πίσω απ’τα κάγκελα. Μονάχα σκοτάδι φαινόταν. Ο Αυγερινός μπήκε στον πειρασμό ν’ανάψει το φακό του και να φωτίσει, μα προτίμησε να μην το κάνει· όχι ακόμα, τουλάχιστον. Προτίμησε να μιλήσει, πρώτα.

«Ζητώ πρόσβαση.»

Μια γυναικεία φωνή ρώτησε: «Ποιος είσαι;»

Ο Αυγερινός μπορούσε να καταλάβει από ποιο σημείο του σκοταδιού προερχόταν ο ήχος, μα δεν μπορούσε να δει τη μορφή της γυναίκας. Μπορώ να την πυροβολήσω, αν θέλω. Με καλές πιθανότητες επιτυχίας.

«Ονομάζομαι Αυγερινός Αντίρρυθμός. Με στέλνει εδώ ο διοικητής της φρουράς του παλατιού.»

«Δεν το νομίζω.» Υπήρχε κάτι το απειλητικό στη φωνή της. Κι ο Αυγερινός αμέσως κατάλαβε: Ο διοικητής, μάλλον, δεν ξέρει καν για τούτα τα περάσματα!

Τράβηξε το πιστόλι του, πυροβολώντας μόλις η κάννη ελευθερώθηκε απ’το θηκάρι. Πυροβολώντας προς την κατεύθυνση της γυναίκας κι ελπίζοντας ότι θα τη χτυπούσε.

Μια κραυγή αντήχησε.

Ο Αυγερινός άναψε το φακό του με το άλλο χέρι και φώτισε το σκοτάδι πίσω απ’το κιγκλίδωμα. Είδε μια γυναίκα, ντυμένη στα μαύρα και πεσμένη στα τέσσερα. Με το ένα της χέρι, κρατούσε τα πλευρά της, απ’όπου αίμα έτρεχε, βάφοντας κόκκινες τις πέτρινες πλάκες από κάτω της. Παραδίπλα, υπήρχε ένας μοχλός.

«Άνοιξε το κιγκλίδωμα,» την πρόσταξε ο Αυγερινός. «Άνοιξέ το, αλλιώς η επόμενή μου βολή θα σε βρει στο κεφάλι.»

Η γυναίκα είχε μακριά, μαύρα μαλλιά και το πρόσωπό της φαινόταν στενό ανάμεσά τους. Τα μάτια της τον ατένισαν με μίσος. «Σκότωσέ με!» γρύλισε. «Εσύ είσαι ήδη νεκρός! Ο Δάσκαλος δε θα σ’αφήσει ατιμώρητο!»

Ποιος δάσκαλος; «Άνοιξε το κιγκλίδωμα,» επέμεινε ο Αυγερινός, σημαδεύοντάς την.

«Όχι!» Η γυναίκα έκανε να τραβήξει κάτι μέσα απ’τον χιτώνα της –κάποιο όπλο, κατά πάσα πιθανότητα.

Ο Αυγερινός την πυροβόλησε, τινάζοντας τα μυαλά της μέσα στο σκοτάδι πίσω της.

«Θεοί…» άκουσε την Αγάθη να μουρμουρίζει· και μετά, την άκουσε να τον ρωτά, πιο δυνατά: «Πώς θα το ανοίξουμε τώρα; Δες πού είναι ο μοχλός! Και έκανες και τόση φασαρία με τους πυροβολ–!»

«Μην πανικοβάλλεσαι· θα τα καταφέρουμε,» τη διέκοψε ο Αυγερινός, και της έδωσε το φακό, ενώ θηκάρωνε το πιστόλι.

Τράβηξε τον Κελευστή και η λεπίδα του ξίφους γυάλισε στο ενεργειακό φως, αυτή φορά όχι με γαλανό χρώμα, αλλά όπως μια οποιαδήποτε λεπίδα. Ο Αυγερινός την πέρασε ανάμεσα απ’τα κάγκελα του κιγκλιδώματος και την τέντωσε προς τον μοχλό, πλάι στο πτώμα της μελαχρινής γυναίκας.

Δεν μπορούσε, όμως, να τον φτάσει τόσο εύκολα…

Πέρασε και τη λαβή του ξίφους μέσα από τα κάγκελα, και ύστερα ολόκληρο το χέρι του, ώς τον αγκώνα, και ώς τον ώμο. Το πρόσωπό του πιέστηκε πάνω στο κρύο σίδερο του κιγκλιδώματος. Η λεπίδα τώρα μπορούσε ν’αγγίξει τον μοχλό, αλλά ο Αυγερινός προσπάθησε να τη φέρει ακόμα πιο μέσα. Τη γύρισε έτσι ώστε το πλατύ της μέρος να είναι πάνω από τον μοχλό. Την ύψωσε–

–και την κατέβασε με δύναμη.

Ο μοχλός κατέβηκε μαζί της, ώς ένα σημείο.

Το κιγκλίδωμα σηκώθηκε λίγο, τραβώντας το χέρι του Αυγερινού προς τα πάνω και κάνοντάς τον να γρυλίσει από πόνο.

«Είσαι καλά;» ρώτησε η Αγάθη.

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνος, τραβώντας το χέρι του, και το σπαθί, πίσω.

Η Αγάθη έσκυψε και πέρασε το μικρό άνοιγμα που είχε δημιουργηθεί ανάμεσα στο πάτωμα και στο κιγκλίδωμα. Πλησίασε τον μοχλό, διασκελίζοντας με προσοχή το πτώμα της μελαχρινής γυναίκας, και τον κατέβασε τελείως.

Το κιγκλίδωμα σηκώθηκε, και ο Αυγερινός μπήκε, κρατώντας τώρα το πιστόλι του κι έχοντας το σπαθί θηκαρωμένο στη ζώνη του.

Η Αγάθη φώτισε προς το σκοτάδι, αλλά εκείνος τής κατέβασε αμέσως το χέρι. «Περίμενε,» της είπε. «Βλέπω φως από το βάθος· δεν το βλέπεις κι εσύ;»

Η Αγάθη ένευσε. «Ναι.»

«Καλύτερα, λοιπόν, να μην τους προειδοποιήσουμε για τον ερχομό μας.»

«Μα, κι οι πυροβολισμοί; Σίγουρα, θα έχουν καταλάβει ότι κάτι–»

«–δεν πάει καλά. Ναι. Όμως ας χρησιμοποιήσουμε ό,τι πλεονέκτημα έχουμε στη διάθεσή μας.»

Η Αγάθη έσβησε το φακό, και προχώρησαν προσεκτικά μες στο σκοτάδι.

«Βγάλε το πιστόλι σου,» της ψιθύρισε ο Αυγερινός. «Να τόχεις έτοιμο.»

Και την άκουσε να το βγάζει μέσα απ’την υπηρετική της στολή και να το απασφαλίζει.

Σύντομα, έφτασαν στο άνοιγμα απ’όπου ερχόταν το φως, και είδαν ότι εκεί άρχιζε μια στριφτή, πέτρινη σκάλα. Το φως ήταν φως δαυλών, οι οποίοι κρέμονταν στα τοιχώματα πλάι στα σκαλοπάτια.

Ο Αυγερινός αφουγκράστηκε, για να διαπιστώσει αν ερχόταν κανείς. Κανένας, όμως, δεν ακουγόταν να έρχεται. Περίεργο. Πολύ περίεργο. Γιατί η Αγάθη είχε δίκιο: οι πυροβολισμοί είχαν αντηχήσει μες στα περάσματα. Δεν υπήρχε κανένας κάτω; Κανένας φρουρός που να θέλει να ελέγξει τι συνέβαινε;

Ή, μήπως, υπάρχουν τηλεοπτικοί πομποί σε τούτο το μέρος, και μας έχουν δει, έτσι κι αλλιώς; Σε μια τέτοια περίπτωση, θα τους περίμεναν στο τέλος της σκάλας. Θα τους είχαν στήσει παγίδα, για να τους φυλακίσουν ή να τους σκοτώσουν.

Η Αγάθη παρατήρησε το δισταγμό του να κινηθεί. «Τι είναι;»

«Ας φωτίσουμε το μέρος απ’το οποίο ήρθαμε,» της είπε εκείνος, και έβγαλε έναν δεύτερο φακό, ανάβοντάς τον.

Η Αγάθη άναψε πάλι τον δικό της. «Γιατί; Τι σκέφτηκες;»

Ο Αυγερινός έριξε το φως του στους τοίχους και στο ταβάνι, κοιτάζοντας τις πέτρες, γνωρίζοντας ακριβώς τι έψαχνε να βρει.

Κάτι που να γυαλίζει, σαν μάτι…

Και το βρήκε. Σε μια γωνία. Ένα μικρό, μαύρο, γυάλινο μάτι.

Το ήξερα.

Ο Αυγερινός θηκάρωσε το πιστόλι του και τράβηξε τον Κελευστή. Πλησίασε τον τηλεοπτικό πομπό και, με μια ξαφνική σπαθιά, τον έκανε κομμάτια.

«Τι ήταν αυτό;» ρώτησε η Αγάθη.

«Εσύ τι νομίζεις;»

«Τηλεοπτικός πομπός;»

Ο Αυγερινός ένευσε, τραβώντας ξανά το πιστόλι του.

«Τότε, μας έχουν δει!»

«Πολύ φοβάμαι πως ναι.» Άρχισε να πηγαίνει προς τη σκάλα.

«Τι θα κάνουμε;»

«Θα είμαστε προσεχτικοί.»

*

Το πλάσμα εφόρμησε, πηδώντας μέσα από τα πυρά των επαναστατών. Η όψη του και το σώμα του είχαν γίνει μια μάζα από ρευστό ασήμι, αλλά διατηρούσε ακόμα τη μορφή του, και οι σφαίρες δεν το απωθούσαν. Τα σαγόνια του έκλεισαν γύρω από το πόδι ενός επαναστάτη και τον τράβηξαν κάτω, στο πάτωμα, όπου το πλάσμα αμέσως τον καβάλησε.

Ο Θελλέδης το πυροβόλησε στο κεφάλι, ξανά και ξανά και ξανά, μην αφήνοντάς το να σκίσει το λαιμό του συντρόφου του. Οι υπόλοιποι επαναστάτες πυροβολούσαν επίσης, και το τέρας αναγκάστηκε να υποχωρήσει από τον καταιγισμό των πυρών.

«Φωτιά!» φώναξε ο Φέτανιρ, αλλάζοντας τον γεμιστήρα του τουφεκιού του. «Ρίξτε του φωτιά!»

«Σκορπιστείτε!» είπε η επαναστάτρια που είχε πετάξει τη βόμβα πριν και που τώρα κρατούσε στα χέρια της μια άλλη βόμβα. «Απομακρυνθείτε!» Η Βασιλική, βλέποντας το πρόσωπό της, νόμιζε ότι μπορούσε να θυμηθεί το όνομά της: Πρέπει να είχε ακούσει πως την έλεγαν Ασπασία.

Η Πριγκίπισσα έτρεξε προς τις σκάλες, μαζί με τον Θελλέδη. Ορισμένοι επαναστάτες ήρθαν μαζί τους· κάποιοι άλλοι πήγαν προς διαφορετικές κατευθύνσεις.

Το τέρας έμεινε μόνο του στο θάλαμο υποδοχής, γρυλίζοντας. Τα τραύματά του θεραπεύονταν με τρομαχτικά γρήγορο ρυθμό, καθώς το ρευστό, ασημόχρωμο υλικό ανάπλαθε το κατεστραμμένο σώμα του. Ακόμα και τα βγαλμένα του μάτια και τα διαλυμένα του δόντια.

Η Ασπασία –ο μόνος άνθρωπος πλέον αντίκρυ του– πέταξε τη βόμβα καταπάνω του και έτρεξε να φύγει. Ο χώρος πίσω της γέμισε ξαφνικά με φλόγες που εξαπλώνονταν, καλύπτοντας έναν ραγδαία αυξανόμενο δακτύλιο.

Η Βασιλική και ο Θελλέδης ανέβηκαν πιο πάνω στη σκάλα, βλέποντας τη φωτιά να έρχεται προς το μέρος τους, γλείφοντας μανιασμένα τα σκαλοπάτια.

Η Ασπασία ακούστηκε να κραυγάζει.

Μα τους θεούς! Η Βασιλική προσπάθησε, μες στο χαλασμό, να διακρίνει την επαναστάτρια, και είδε τη μορφή της πίσω από τις φωτιές, πεσμένη και φλεγόμενη. Η έκρηξη την είχε χτυπήσει.

Οι φλόγες εξαφανίστηκαν, απότομα όπως είχαν τιναχτεί, αφήνοντας το θάλαμο υποδοχής της κλινικής με μαυρισμένους τοίχους, πάτωμα, και οροφή, και με κάθε εύφλεκτο αντικείμενο μέσα του να έχει πάρει φωτιά. Πυκνός καπνός είχε ήδη αρχίσει να γεμίζει τα πάντα. Η Βασιλική είδε το τέρας –αυτό που οι επαναστάτες αποκαλούσαν Δημιούργημα– να σφαδάζει, να χτυπιέται, τινάζοντας τα πόδια του στον αέρα και κάνοντας το κεφάλι του πέρα-δώθε. Η σάρκα του είχε καεί, κι από κάτω τώρα δε φαινόταν ρευστό ασήμι, αλλά κάτι μαύρο, κατάμαυρο, σαν κάρβουνο. Κι αυτό το υλικό διαλυόταν, καθώς το πλάσμα σφάδαζε. Το τέρας κομματιαζόταν όπως θα κομματιαζόταν ένας γίγαντας φτιαγμένος από άμμο. Σύντομα, δεν ήταν παρά στάχτες στο πάτωμα.

Οι επαναστάτες έτρεξαν κοντά στην Ασπασία, η οποία ήταν επίσης πεσμένη και χτυπιόταν, προσπαθώντας να σβήσει τις φλόγες από τα ρούχα και τα μαλλιά της. Τα ουρλιαχτά της αντηχούσαν μέσα στην κλινική.

Οι επαναστάτες την έλουσαν με νερό και έριξαν επάνω της βαριές κάπες, για να σβήσουν τη φωτιά απ’το σώμα της.

Κι εκείνη τη στιγμή, καθώς τα ρούχα και τα μαλλιά της Ασπασίας έσβηναν κι αυτή κουλουριαζόταν, συνεχίζοντας να ουρλιάζει, πυροβολισμοί αντήχησαν έξω απ’το οικοδόμημα της Χρυσάνθιας Κλινικής. Η διπλή είσοδος τραντάχτηκε από τις ριπές, καθώς και τα παντζούρια των παραθύρων. Τζάμια ακούστηκαν να σπάνε. Οι πράκτορες του Λούσιου είχαν έρθει με ενισχύσεις, υπέθεσε η Βασιλική.

«Πρέπει να πάρουμε τη Βικτώρια,» είπε στον Θελλέδη. «Τώρα.»

Εκείνος ένευσε, και ακολούθησε την Πριγκίπισσα, μαζί με μερικούς άλλους επαναστάτες.

Μπήκαν στον διάδρομο όπου είχαν πρωτοσυναντήσει το Δημιούργημα. Το μέρος ήταν μαυρισμένο, όπως και ο θάλαμος υποδοχής, και ό,τι μπορούσε να πιάσει φωτιά είχε πιάσει. Το δεύτερο μισό του τέρατος ήταν ένας σωρός από στάχτες, μπροστά στην πόρτα του δωματίου της Βικτώριας.

Η πόρτα, ευτυχώς, ήταν φτιαγμένη από σίδερο και δεν φλεγόταν.

Η Βασιλική έκανε να πυροβολήσει την κλειδαριά με το πιστόλι της, αλλά ο Θελλέδης τη σταμάτησε, πιάνοντάς της τον καρπό.

«Υπάρχει καλύτερος τρόπος, Υψηλοτάτη. Η σφαίρα ίσως να εξοστρακιστεί.»

Η Βασιλική δεν έφερε αντίρρηση· προφανώς, εκείνος ήξερε καλύτερα.

Ο Θελλέδης κόλλησε ένα μικρό εκρηκτικό επάνω στην κλειδαριά της πόρτας και το ενεργοποίησε, λέγοντας στους συντρόφους του να απομακρυνθούν. Απομακρύνθηκαν κάμποσα βήματα, και η συσκευή εξερράγη, τινάζοντας μερικά θραύσματα τριγύρω, αλλά μην προκαλώντας, φυσικά, το χάος που είχαν προκαλέσει οι βόμβες φωτιάς.

Η Βασιλική άνοιξε την πόρτα, και μέσα στο λευκό δωμάτιο είδε τη Βικτώρια να στέκεται αντίκρυ της με την πλάτη σε μια γωνία. Ήταν ντυμένη όπως και την προηγούμενη φορά, μ’εκείνη τη γαλανόχρωμη στολή, και ξυπόλυτη. Τα μάτια της ατένιζαν διασταλμένα την Πριγκίπισσα.

«Βικτώρια…» Η Βασιλική την πλησίασε. «Έλα μαζί μου. Για σένα ήρθαμε.»

«Και ο άντρας;» ψέλλισε η Βικτώρια. «Ο άντρας με το κέρατο;»

«Τον σκότωσα.»

*

Ο Αυγερινός ύψωσε το χέρι του μπροστά στην Αγάθη, αναγκάζοντάς τη να σταματήσει, καθώς οι δυο τους κατέβαιναν, προσεχτικά, τη στριφτή, πέτρινη σκάλα. Εκείνη τον κοίταξε ερωτηματικά, δίχως να μιλήσει.

Μαθαίνει, σκέφτηκε ο Αυγερινός. Μαθαίνει την αξία τού να είσαι σιωπηλός σε επικίνδυνες καταστάσεις.

Της έκανε νόημα να παραμείνει σιωπηλή, κι έστρεψε το βλέμμα του στα σκαλοπάτια, προς τα κάτω, τα οποία έστριβαν και χάνονταν. Σ’ένα σημείο, στο σημείο ακριβώς όπου χάνονταν, οι σκιές δεν ήταν όπως θα έπρεπε να είναι. Κάποιος στέκεται εκεί. Κάποιος μάς περιμένει. Μόλις στρίψουμε, θα μας χτυπήσει.

Ο Αυγερινός ήξερε πως, σε μια στριφτή σκάλα, ο αμυνόμενος είχε πάντοτε το πλεονέκτημα, γιατί, πολύ απλά, ένας τέτοιος χώρος τον βοηθούσε να καλύπτεται και να χτυπά απρόσμενα. Ο επιτιθέμενος, απ’την άλλη, δυσκολευόταν εξαιρετικά, καθώς έπρεπε να προσπαθεί να βγάλει απ’τη μέση εχθρούς που δεν μπορούσε καλά-καλά να δει.

Στου Ίππαρχου του Στρατηλάτη το Εγχειρίδιο Περί Πολέμου, όμως, ο Αυγερινός είχε διαβάσει ότι η καλύτερη επίθεση ήταν η άμυνα. Όταν έχεις οργανώσει μια ασάλευτη άμυνα, ο επιτιθέμενος θα τσακίζεται και θα ξανατσακίζεται πάνω της, ώσπου θα διαλυθεί, όπως το κύμα πάνω στα βράχια.

Στην περίπτωσή μας, δεν μπορεί να ισχύσει αυτό ακριβώς. Αλλά μπορούμε να αντιστρέψουμε τους όρους, αν τα καταφέρουμε. Και τότε, εμείς θα έχουμε το πλεονέκτημα.

Πλησίασε τα χείλη του στο μικρό αφτί της Αγάθης και της ψιθύρισε κάποια πράγματα.

Μετά, εκείνη είπε, φωναχτά: «Όχι! Να πάμε πάνω, απ’την άλλη μεριά! Δεν έχουμε, άλλωστε, πάει από κει!» Κι άρχισε ν’ανεβαίνει, χτυπώντας τα πόδια της στα πέτρινα σκαλοπάτια.

Ο Αυγερινός κόλλησε την πλάτη του στο κεντρικό τοίχωμα της σκάλας –στον πέτρινο, παχύ κίονα, γύρω απ’τον οποίο εκείνη περιστρεφόταν– και περίμενε, με τον Κελευστή ξεθηκαρωμένο και υψωμένο.

Ο εχθρός που βρισκόταν κάτω ακούστηκε να ζυγώνει, επιφυλακτικά.

Ο αμυνόμενος έγινε επιτιθέμενος…

Ο Αυγερινός είδε τη σκιά του ν’απλώνεται πάνω στα σκαλοπάτια.

Τώρα!

Κατέβασε τον Κελευστή, διαγράφοντας ένα ημικύκλιο με τη λεπίδα του, η οποία άστραψε με γαλανό φως.

Το όπλο βρήκε τον χρυσόδερμο άντρα στο λαιμό, σχίζοντάς τον μέχρι τη μέση και διαπερνώντας τον πέρα για πέρα. Εκείνος πέθανε προτού προλάβει να σκούξει. Ο Αυγερινός, όμως, πρόλαβε να πιάσει το σώμα του, πριν κατρακυλήσει στα σκαλοπάτια. Το πιστόλι του άντρα, ωστόσο, έπεσε απ’το χέρι του, προκαλώντας κάποιο θόρυβο.

Ας ελπίσουμε ότι δεν ήταν αρκετός για να καταλάβουν οι άλλοι τι έγινε. Γιατί ο Αυγερινός ήταν βέβαιος ότι υπήρχαν κι άλλοι εδώ κάτω.

Τι είδους μέρος είναι τούτο; αναρωτήθηκε, κοιτάζοντας την ενδυμασία του νεκρού άντρα. Δεν ήταν ντυμένος με τη στολή παλατιανού φρουρού. Φορούσε μαύρα ρούχα, από απλό ύφασμα. Τίποτα το ιδιαίτερο. Ποιοι μένουν εδώ κάτω;

Η Αγάθη κατέβηκε τα σκαλοπάτια, πλησιάζοντας τον Αυγερινό. «Έπιασε!» είπε, ψιθυριστά: τόσο ψιθυριστά που σχεδόν καθόλου φωνή δεν ακούστηκε· ο Αυγερινός περισσότερο διάβασε τα χείλη της παρά την άκουσε.

Κατένευσε προς τη μεριά της και άφησε τον νεκρό άντρα στα σκαλοπάτια, μαλακά, ώστε να μην κάνει θόρυβο. Το πιστόλι του το πήρε από κάτω και το πέρασε στη ζώνη του. Ίσως να φαινόταν χρήσιμο.

Η Αγάθη ήρθε να σταθεί κοντά στον Αυγερινό, κολλώντας επάνω του. Εκείνος στράφηκε να την κοιτάξει, κι εκείνη φίλησε τα χείλη του. «Τελικά, κάνουμε καλή ομάδα, ε;» του ψιθύρισε.

«Μην το παίρνεις επάνω σου,» της είπε, και η έκφρασή της σοβάρεψε.

Συνέχισαν να κατεβαίνουν τη σκάλα, και ο Αυγερινός κατάλαβε ότι πλησίαζαν στο τέλος, γιατί, κοιτάζοντας από μια στροφή, μπορούσε να δει ένα δωμάτιο. Κι εκεί, μέσα στο δωμάτιο, υπήρχε τουλάχιστον ένας φρουρός. Ο Αυγερινός δεν έβλεπε τον ίδιο τον φρουρό, αλλά έβλεπε τη σκιά του.

Και μας περιμένει, κοντά στο τέρμα των σκαλοπατιών. Ή εμάς ή τον σύντροφό του, που ανέβηκε να μας βρει.

Έκανε στην Αγάθη νόημα ότι κάποιος ήταν κάτω, κι εκείνη συνοφρυώθηκε και τράβηξε το πιστόλι της.

«Αλέξιε;» αντήχησε μια αντρική φωνή.

Μας άκουσε, συμπέρανε ο Αυγερινός. Μας άκουσε να ερχόμαστε, και δεν είναι βέβαιος αν είμαστε εμείς ή ο σύντροφός του.

«Αλέξιε;»

Ένα πρόχειρο σχέδιο ήρθε στο μυαλό του Αυγερινού, και σκέφτηκε πως δεν είχε τίποτα να χάσει, αν το δοκίμαζε. «Κατεβαίνουν! Έρχονται!» είπε, αλλοιώνοντας τη φωνή του, κάνοντάς τη βραχνή, κουρασμένη, λαχανιασμένη. Δεν ήξερε, φυσικά, πώς ήταν η φωνή του Αλέξιου, αλλά όλες οι φωνές μοιάζουν όταν είναι αλλαγμένες από την κούραση. Κι επιπλέον, μπορεί ο φρουρός κάτω να μην είχε ακούσει ποτέ τον Αλέξιο λαχανιασμένο.

Τα βήματα του φρουρού ακούστηκαν να πλησιάζουν. Η σκιά του φάνηκε να κινείται. «Σ’έκαναν να υποχωρήσεις; Πόσοι είναι;» Άρχισε ν’ανεβαίνει τα σκαλοπάτια.

Ο Αυγερινός είδε τη μορφή του να ξεπροβάλλει. Στα χέρια του κρατούσε ένα τουφέκι, και το δέρμα του ήταν λευκό, όπως του Αυγερινού και της Αγάθης. Τα μάτια του γούρλωσαν, ξαφνιασμένα, όταν διαπίστωσε ότι δεν βρισκόταν εμπρός του ο Αλέξιος.

Ο Κελευστής τού διαπέρασε το στήθος, και η αιχμή βγήκε απ’την πλάτη του.

Ο Αυγερινός τράβηξε πίσω το όπλο και έπιασε το πτώμα με το άλλο χέρι, αποθέτοντάς το, όσο το δυνατόν πιο ήπια, στα πέτρινα σκαλοπάτια.

Ύστερα, κρατώντας το σπαθί του και το πιστόλι του σε ετοιμότητα, κατέβηκε τη σκάλα και βρέθηκε σ’ένα σχετικά μεγάλο δωμάτιο (αν σκεφτεί κανείς ότι εδώ κάτω ήταν τα υπόγεια των υπογείων) με πόρτες και περάσματα τριγύρω, το οποίο φωτιζόταν από δύο ενεργειακές λάμπες, προσαρτημένες στο ταβάνι. Στο βάθος του στεκόταν μια γνώριμη φιγούρα: ο χρυσόδερμος Φαιόνυχος. Στο δεξί του χέρι είχε ένα πιστόλι υψωμένο, και πάτησε τη σκανδάλη, σημαδεύοντας τον Αυγερινό.

Εκείνος ίσα που είχε χρόνο να μετακινηθεί. Η σφαίρα τον βρήκε στον δεξή ώμο και τον σώριασε στο πάτωμα.

*

Η Βασιλική πήρε τη Βικτώρια από το δωμάτιό της και την οδήγησε μέσα στον καψαλισμένο διάδρομο, για να βγουν στη φλεγόμενη αίθουσα υποδοχής, μαζί με τους επαναστάτες.

Απέξω, οι πράκτορες του Λούσιου σφυροκοπούσαν το μέρος, και οι επαναστάτες είχαν μισανοίξει τα παράθυρα κι αρχίσει να τους ανταποδίδουν τα πυρά. Ορισμένοι άλλοι προσπαθούσαν να σβήσουν τις φωτιές, ώστε να μην τους πνίξει όλους ο καπνός.

«Πρέπει να φύγουμε,» είπε η Βασιλική. «Πρέπει να φύγουμε.»

«Δεν είναι εύκολο τώρα,» αποκρίθηκε ο Θελλέδης. «Μας έχουν περιτριγυρισμένους.»

«Και τι θα καν–;»

Ο πομπός της χτύπησε. Ο κύριος Φαρνέλιος. Η Βασιλική τον άνοιξε και τον έφερε στ’αφτί της.

«Βασιλική!» Η φωνή του Φαρνέλιου. «Είσαι καλά;»

«Ναι, καλά είμαστε. Έχουμε τη Βικτώρια–»

«Και οι πυροβολισμοί; Ακούγονται πυροβολισμοί μες στη νύχτα.»

«Μας βρήκαν οι πράκτορες του Λούσιου, και μας έχουν περικυκλωμένους. Εμείς είμαστε μέσα στην κλινική, αυτοί έξω.»

«Ερχόμαστε–»

«Όχι! Κύριε Φαρνέλιε, όχι! Δεν ξέρουμε πόσοι είναι, κι εσείς δεν είστε πολλοί. Μείνετε στο φορτηγό!»

«Και πώς θα βγείτε από εκεί;»

«Θα βρούμε τρόπο–»

«Θελλέδη!» φώναξε ένας επαναστάτης, απομακρυνόμενος απ’το παράθυρο όπου πυροβολούσε και πλησιάζοντας τον γαλανόδερμο άντρα πλάι στην Πριγκίπισσα της Απολλώνιας (τη θέση του στο παράθυρο πήρε ένας άλλος, αμέσως μόλις εκείνος έφυγε). «Έχουμε βοήθεια.»

«Βοήθεια;» απόρησε ο Θελλέδης. «Από ποιους;»

«Τι συμβαίνει, Βασιλική;» ρώτησε ο Φαρνέλιος, μέσα απ’τον πομπό.

«Δεν ξέρω,» απάντησε ο επαναστάτης στον Θελλέδη, «αλλά κάποιοι πυροβολούν τους εχθρούς μας, μέσα από τη βλάστηση.»

«Βασιλική, τι συμβαίνει;»

«Κάποιοι ήρθαν να μας βοηθήσουν,» απάντησε η Πριγκίπισσα στον Φαρνέλιο. «Δεν έχω ιδέα ποιοι.»

«Ερχόμαστε–»

«Κύριε Φαρ–»

Ο πομπός έκλεισε.

«Σκατά!…» γρύλισε η Βασιλική, και επέστρεψε τον πομπό μέσα στο πανωφόρι της.

«Ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι;» είπε η Πριγκίπισσα στον επαναστάτη που είχε έρθει να μιλήσει στον Θελλέδη, και, μην περιμένοντας απάντηση, ζύγωσε ένα απ’τα παράθυρα.

Ο Θελλέδης την ακολούθησε, μοιάζοντας έτοιμος να την τραβήξει πίσω, σε περίπτωση κινδύνου.

Η Βικτώρια έμεινε στο κέντρο του δωματίου, προς το παρόν ξεχασμένη από όλους και μοιάζοντας χαμένη.

Η Βασιλική κοίταξε από την άκρη του παραθύρου, και είδε τους πράκτορες του Λούσιου –σκιερές μορφές μέσα στη νύχτα, οι περισσότερες πεζές, αλλά και ορισμένες έφιππες ή επάνω σε δίκυκλα οχήματα– να υποχωρούν, καθώς είχαν βρεθεί σε πεδίο διασταυρούμενων πυρών. Κάποιοι τούς πυροβολούσαν μέσα από τη βλάστηση, και τους είχαν αιφνιδιάσει.

Οι επαναστάτες άνοιξαν την πόρτα της κλινικής και βγήκαν, τουφεκίζοντας τις φιγούρες που υποχωρούσαν. Σε λίγο, δεν υπήρχε πλέον λόγος για πυροβολισμούς. Οι πράκτορες του Λούσιου είχαν εξαφανιστεί. Τους είχε καταπιεί η νύχτα.

Η Βασιλική πλησίασε τη Βικτώρια και, παίρνοντας το χέρι της, της είπε: «Έλα μαζί μου.»

«Μας παρακολουθεί,» της ψιθύρισε εκείνη. «Ο άντρας με το κέρατο.»

Η Βασιλική κούνησε το κεφάλι. «Όχι. Σου είπα: τον σκότωσα.»

«Δεν πεθαίνει,» επέμεινε η Βικτώρια. «Τον είδα να μας κοιτάζει.»

«Έλα μαζί μου,» είπε η Βασιλική, τραβώντας την, μαλακά αλλά επίμονα.

Η Βικτώρια την ακολούθησε, δίχως διαμαρτυρία, και βγήκαν από τη διπλή πόρτα της κλινικής.

«Ποιοι είστε;» φώναξε ο Θελλέδης σ’αυτούς που βρίσκονταν ακόμα μέσα στη βλάστηση.

Μερικές φιγούρες ξεπρόβαλαν, βαστώντας όπλα. Και κάποιος με κουκούλα και κάπα βάδισε προς τη Βασιλική και τους επαναστάτες. Τα χέρια του τα είχε ελαφρώς υψωμένα, ώστε να φαίνεται καθαρά ότι εκείνος δεν κρατούσε όπλα, όπως οι σύντροφοί του, και ότι ερχόταν για να μιλήσει.

Ο Θελλέδης τον συνάντησε μπροστά απ’τους υπόλοιπους επαναστάτες, και η Βασιλική στάθηκε πλάι στον Θελλέδη, παραδίδοντας τη Βικτώρια σε μια άλλη γυναίκα.

«Το λευκό παλάτι ήταν κάποτε ο τόπος μου,» είπε ο κουκουλοφόρος άντρας.

«Αλλά τώρα οι αίθουσές του δεν είναι πια δικές μου,» απάντησε ο Θελλέδης.

«Επαναστάτες, λοιπόν, όπως υποθέσαμε.» Ο άντρας έβγαλε την κουκούλα του, φανερώνοντας ένα ερυθρόδερμο πρόσωπο. Τα μαλλιά του ήταν μαύρα και κοντά, και στο σαγόνι του είχε μια ουλή που πρέπει νάχε γίνει από μαχαιριά.

«Σας ειδοποίησε ο Πρόμαχος Οδυσσέας;» ρώτησε ο Θελλέδης.

Ο ερυθρόδερμος άντρας κατένευσε. «Ερχόμαστε απ’τη Σάρντλι. Ονομάζομαι Φένχιλ.»

«Και πώς μας βρήκατε;» θέλησε να μάθει η Βασιλική.

Ο Φένχιλ μειδίασε. «Είχαμε βάλει κατασκόπους γύρω απ’την Απαστράπτουσα, και παρατηρήσαμε πού γινόταν η περισσότερη φασαρία.»

Ο Θελλέδης γέλασε. «Καλωσορίσατε, Φένχιλ. Πραγματικά, χρειαζόμασταν τη βοήθειά σας. Το δικό μου όνομα είναι–»

Κάποιο όχημα ακούστηκε να έρχεται, κι όλοι τους στράφηκαν, υψώνοντας όπλα.

*

Η Αγάθη πετάχτηκε από τη σκάλα, πυροβολώντας σαν τρελή.

Μία σφαίρα της αστόχησε τελείως, αλλά οι άλλες δύο πέτυχαν τον Φαιόνυχο, η πρώτη στο στήθος κι η δεύτερη στο στομάχι. Ο Βασιλικός Φρουρός παραπάτησε, μα δεν έτρεξε αίμα απ’τις πληγές του, και φάνηκε να συνέρχεται σχεδόν αμέσως.

Μα τον Απόλλωνα! σκέφτηκε ο Αυγερινός, καθώς έπαιρνε γονατιστή θέση στο ένα γόνατο. Τι γίνεται εδώ; Το σπαθί του, που το κρατούσε στο δεξί χέρι, του είχε πέσει, αλλά το πιστόλι του, που το κρατούσε στο αριστερό, το είχε ακόμα στη γροθιά του. Και, υψώνοντάς το, πυροβόλησε τον Φαιόνυχο στο κεφάλι.

Τον πέτυχε στο μέτωπο, όμως πάλι αίμα δεν πετάχτηκε. Μονάχα το δέρμα σχίστηκε, κι από κάτω φάνηκε κάποιου είδους υγρό που είχε χρώμα ασημί. Κι αυτό το υγρό άρχισε αμέσως να αναπλάθει τη σάρκα.

Δεν είναι άνθρωπος, ο καταραμένος! Τι είναι;

Ο Αυγερινός είδε τη λεπίδα του Κελευστή να γυαλίζει με γαλανό φως. Το ξίφος! Το ξίφος! αντήχησε μια φωνή μες στο κεφάλι του: μια φωνή που δεν ήταν βέβαιος αν ήταν η δική του εσωτερική φωνή ή η φωνή κάποιου αόρατου καθοδηγητή, ή της ίδιας της Απολλώνιας.

Ο Φαιόνυχος, σαν να κατάλαβε κάτι, έστρεψε το πιστόλι του προς τον Αυγερινό, καθώς συνερχόταν από το χτύπημα στο κεφάλι.

Και πυροβόλησε.

Ο Αυγερινός, όμως, είχε ήδη αρπάξει τον Κελευστή κι αρχίσει να κυλιέται στο πάτωμα. Οι δύο απανωτές ριπές του Φαιόνυχου δεν τον πέτυχαν. Χτύπησαν τις πέτρινες πλάκες κι εξοστρακίστηκαν.

Η Αγάθη πυροβόλησε τον Βασιλικό Φρουρό, επανειλημμένα, κάνοντάς τον να παραπατήσει και να πέσει. Ο γεμιστήρας στο πιστόλι της τελείωσε, και, καθώς εκείνη, από κεκτημένη ταχύτητα, συνέχισε να πατά τη σκανδάλη, αντήχησαν κάμποσα κλικ-κλικ-κλικ-κλικ, έντονα ύστερα απ’το χαλασμό των πυροβολισμών.

Ο Φαιόνυχος, καταχτυπημένος και γεμάτος σφαίρες, δεν έμοιαζε να πτοείται. Τα ρούχα του είχαν κουρελιαστεί, αλλά τα τραύματά του θεραπεύονταν· το ρευστό ασήμι ανάπλαθε το δέρμα του. Και, καθώς ο Βασιλικός Φρουρός σηκωνόταν στο ένα γόνατο, ύψωσε το πιστόλι του προς την Αγάθη.

Εκείνη στράφηκε, να τρέξει, ν’ανεβεί τα σκαλοπάτια–

«ΑΑΑΑΑααααρ!» Ο Αυγερινός, που είχε πλέον βρεθεί κοντά στον Φαιόνυχο, χίμησε, σπαθίζοντας.

Το γαλανόφωτο λεπίδι του Κελευστή χτύπησε τον καρπό του Βασιλικού Φρουρού, κόβοντάς του το χέρι. Το πιστόλι τινάχτηκε πέρα, εκπυρσοκροτώντας επικίνδυνα.

Το κομμένο μέλος δεν φάνηκε να αναδημιουργείται. Και το ρευστό ασήμι στο σημείο του τραύματος είχε μετατραπεί σε μια μαύρη μάζα, σαν κάρβουνο.

Ο Φαιόνυχος ούρλιαξε, και τινάχτηκε όρθιος, τραβώντας το δικό του ξίφος. Στα μάτια του, ο Αυγερινός μπορούσε να δει τρόμο.

«Τι σκατά είσαι;» γρύλισε, σπαθίζοντας πάλι με τον Κελευστή.

Ο Φαιόνυχος απέκρουσε με αρκετή δεξιοσύνη, παρότι βαστούσε το όπλο του με το αριστερό χέρι. «Ο θάνατός σου!» φώναξε, και επιτέθηκε. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του είχαν παραμορφωθεί: τα μάτια του είχαν τραβηχτεί αφύσικα προς τις πλευρές του κεφαλιού του, και τα δόντια του είχαν μεγαλώσει και γίνει σουβλερά, σκυλίσια.

Ο Αυγερινός απέφυγε το χτύπημα, σκύβοντας, και κάρφωσε τον Φαιόνυχο στα πλευρά, μπήγοντας τον Κελευστή βαθιά μέσα του. Η λεπίδα άστραφτε με γαλανό φως, και το ίδιο και τα μάτια του Αυγερινού, δίχως εκείνος να το αντιλαμβάνεται.

«Για θάνατός μου, δεν τα πας και πολύ καλά,» αντιγύρισε ο Αυγερινός, και γρονθοκόπησε τον Φαιόνυχο καταπρόσωπο, νιώθοντας τα κόκαλα της μύτης του να σπάνε. Το ξίφος του Βασιλικού Φρουρού έπεσε απ’το χέρι του, καθώς σπαραχτικές κραυγές έβγαιναν απ’το γεμάτο σουβλερά δόντια στόμα του.

Το λεπίδι του Κελευστή, που ήταν ακόμα μπηγμένο στο σώμα του, τον έκαιγε και τον έκανε να τραντάζεται ολόκληρος με τη γαλανόχρωμη ισχύ του.

Ο Αυγερινός τράβηξε πίσω το σπαθί, και ο Φαιόνυχος κατέρρευσε στο πάτωμα, ουρλιάζοντας και σφαδάζοντας, καθώς μετατρεπόταν σε κατάμαυρο κάρβουνο.

Η Αγάθη έκανε μερικά διστακτικά βήματα. «Αυγερινέ; Το τραύμα σου…» ψέλλισε.

Εκείνος κοίταξε τον χτυπημένο δεξή ώμο του, και συνειδητοποίησε ότι βαστούσε τον Κελευστή με το δεξί χέρι. Τον χειριζόταν με το δεξί χέρι. Και δεν αισθανόταν πόνο, σαν κάποιος να είχε αναισθητοποιήσει εκείνο το σημείο του σώματός του με αναισθητική βελόνα. Τώρα, όμως, που η Αγάθη τού είπε για το τραύμα, ο πόνος επέστρεψε, εκδικητικά, και ο Αυγερινός αναγκάστηκε να δώσει τη λαβή του σπαθιού στο αριστερό του χέρι.

«Είναι νεκρός,» είπε.

Η Αγάθη ήρθε κοντά του, κοιτάζοντας τις στάχτες. «Τι… τι ήταν; Δε μπορεί να ήταν ο Φαιόνυχος, Αυγερινέ… Αυτό ήταν ένα… ένα τέρας

«Πολύ φοβάμαι,» αποκρίθηκε ο Αυγερινός, «ότι ήταν ο Φαιόνυχος, και ότι, συγχρόνως, ναι, ήταν κάποιο… τέρας.»

Τα χείλη της Αγάθης στράβωσαν. «Δηλαδή, ήταν από την αρχή έτσι;»

«Δε νομίζω να μεταλλάχτηκε για χάρη μας.» Ο Αυγερινός πήγε να πάρει το πιστόλι του από κάτω και να το θηκαρώσει στη ζώνη του. Επίσης, έβγαλε έναν γεμιστήρα απ’τα ρούχα του και τον έδωσε στην Αγάθη. «Ξέρεις να τον αλλάζεις;»

Εκείνη κούνησε το κεφάλι, αρνητικά.

Ο Αυγερινός πήρε το όπλο της και της άλλαξε το γεμιστήρα. «Εντάξει;»

Η Αγάθη ένευσε. «Πού θα πάμε τώρα;» ρώτησε, κοιτάζοντας τις πόρτες και τα περάσματα τριγύρω.

«Αυτή είναι μια καλή ερώτηση…»

*

Το φορτηγό φάνηκε να έρχεται μέσα από τη νύχτα με τα φώτα του αναμμένα.

«Περιμένετε!» φώναξε ο Θελλέδης. «Δεν είναι εχθροί!»

Το φορτηγό σταμάτησε, και οι πόρτες του άνοιξαν, για να βγουν οπλισμένοι επαναστάτες, και ο κύριος Φαρνέλιος.

Η Βασιλική τον πλησίασε. «Δεν υπάρχει πρόβλημα,» είπε. «Τους διώξαμε.»

«Και ποιος είν’αυτός;» ρώτησε ο Φαρνέλιος, κοιτάζοντας τον πορφυρόδερμο άντρα.

«Ονομάζομαι Φένχιλ, κύριε,» αποκρίθηκε ο ίδιος. «Και έρχομαι από τη Σάρντλι, ύστερα από ειδοποίηση του Πρόμαχου Οδυσσέα.»

«Ενισχύσεις από τη Σάρντλι; Επιτέλους!» Ο Φαρνέλιος χαμογέλασε. «Καλωσόρισες, νεαρέ.»

«Καλώς σάς βρίσκω.» Ο Φένχιλ έκανε νόημα στους ανθρώπους του να αφήσουν την κάλυψή τους ανάμεσα στα δέντρα και να ζυγώσουν. «Ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος έχει προβλήματα, απ’ό,τι μάθαμε,» είπε. «Φτάνοντας στην Απαστράπτουσα, πληροφορηθήκαμε ότι είναι φυλακισμένος –από τον ίδιο του τον αδελφό, μάλιστα. Φαίνεται πως οι φόβοι του Πρόμαχου ήταν σοβαροί.»

«Πολύ σοβαροί,» τον διαβεβαίωσε ο Φαρνέλιος, και του συστήθηκε. Ύστερα, ρώτησε: «Πότε ήρθατε;»

«Χτες το απόγευμα. Μέσω Αιθέρα.»

«Δεν πιστεύω να προσγειωθήκατε στον Βασιλικό Αερολιμένα…»

«Ασφαλώς και όχι. Ήμασταν προσεκτικοί.»

«Το αεροσκάφος σας είναι ακόμα εδώ;»

«Δυστυχώς, όχι,» είπε ο Φένχιλ· «έπρεπε να επιστρέψει στη Σάρντλι. Δεν έχουμε και πολλά στη διάθεσή μας, όπως ίσως να γνωρίζετε, κύριε Φαρνέλιε.»

Ο Φαρνέλιε ένευσε, μοιάζοντας να καταλαβαίνει.

«Νομίζω,» είπε ο Θελλέδης, «ότι καλά θα ήταν να φύγουμε από τούτο το μέρος το συντομότερο δυνατό, γιατί–»

«Πολύ σωστά,» τον διέκοψε ο Φαρνέλιος. «Ελάτε όλοι στο φορτηγό. Κι εσύ επίσης, Φένχιλ, μαζί με τους συντρόφους σου. Πρέπει να συζητήσουμε.»

Η Βασιλική πλησίασε τη Βικτώρια και την πήρε πάλι απ’το χέρι, ενώ εκείνη κοίταζε τριγύρω, τη βλάστηση και τις σκιές.

«Δεν είναι κανένας εκεί,» τη διαβεβαίωσε η Πριγκίπισσα. «Τους διώξαμε.»

«Κι όμως, είναι εκείνος–»

«Βικτώρια,» της είπε η Βασιλική, καθώς ζύγωναν την πίσω πόρτα του φορτηγού. «Άκουσέ με. Αυτό που έχεις πάθει δεν είναι κάτι φυσιολογικό. Σ’το έχουν κάνει οι υπηρέτες του Μαύρου Νάρζουλ. Είναι κάποιου είδους ξόρκι. Έχουν χρησιμοποιήσει αυτό που ονομάζουν ‘Άγγιγμα’ επάνω στο μυαλό σου, κι έτσι νομίζεις ότι υπάρχει ο άντρας με το κέρατο. Είναι μια ψευδαίσθηση, αλλά μια ψευδαίσθηση που, για σένα, αποτελεί πραγματικότητα.»

Η Βικτώρια την άκουγε, αμίλητη και συνοφρυωμένη, ενώ οι επαναστάτες επιβιβάζονταν στο φορτηγό.

«Με καταλαβαίνεις;» ρώτησε η Βασιλική.

Η Βικτώρια ένευσε, αλλά διστακτικά.

«Ελάτε,» τους είπε ο Φαρνέλιος. «Μπείτε, κι οι δυο σας. Πρέπει να πηγαίνουμε.»

Η Βασιλική και η Βικτώρια ανέβηκαν στο φορτηγό. Ο Φαρνέλιος τις ακολούθησε, κλείνοντας την πόρτα πίσω του.

Το όχημα έβαλε μπροστά και, σβήνοντας τα φώτα του, χάθηκε μες στην Απολλώνια νύχτα.

*

Ο Αυγερινός πλησίασε την πόρτα μπροστά απ’την οποία στεκόταν ο Φαιόνυχος όταν ήταν ζωντανός.

Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη, και ο Αυγερινός τη ζύγωσε βαστώντας το πιστόλι του με τα δύο χέρια. Ο τραυματισμένος του ώμος τού έριχνε δυνατές σουβλιές, αλλά εκείνος προσπαθούσε να τις αγνοεί. Αναρωτήθηκε για πόσο θα κατάφερνε να το κάνει αυτό– Έδιωξε τη σκέψη απ’το νου του. Προείχε η αποστολή του! Η αποστολή του ήταν ιερή.

Κλότσησε την πόρτα, ανοίγοντάς την τελείως, και καλύφτηκε στο πλάι της, στρέφοντας την κάννη του πιστολιού του προς τη δεξιά μεριά του δωματίου, κοιτάζοντας πρώτα στις γωνίες, όπου, μάλλον, εκεί θα στεκόταν κάποιος που τον περίμενε. Κανείς, όμως, δεν υπήρχε. Και το δωμάτιο ήταν γεμάτο οθόνες, κονσόλες, πληκτρολόγια, και λαμπάκια.

Ο Αυγερινός πετάχτηκε στην άλλη πλευρά της πόρτας και, καλυμμένος εκεί, κοίταξε την αριστερή μεριά του δωματίου. Όπως το περίμενε, ούτε εδώ ήταν κανείς.

Κατεβάζοντας το όπλο του, μπήκε, και η Αγάθη τον ακολούθησε.

«Τι είναι εδώ;» τον ρώτησε.

«Δωμάτιο ελέγχου,» είπε ο Αυγερινός.

«Οι οθόνες δείχνουν δωμάτια…» παρατήρησε η Αγάθη, καθώς τα μάτια της πήγαιναν από τη μια στην άλλη. «Κελιά– Αυγερινέ!» Ύψωσε το χέρι της, δείχνοντας.

«Ναι, μια γυναίκα…»

Σ’ένα απ’τα κελιά φαινόταν μια γυναίκα. Γυμνή… ή, μάλλον, όχι. Φορούσε μια στολή από ένα πολύ λεπτό υλικό: ένα υλικό που έμοιαζε να γίνεται ένα με το δέρμα της. Η στολή κάλυπτε το στήθος, την κοιλιά, τους μηρούς, και τα χέρια της ώς τον αγκώνα· και είχε κάτι επάνω της που έλεγε στον Αυγερινό ότι δεν ήταν φυσιολογική. Στένεψε τα μάτια του. Ανασαλεύει; Η στολή ανασαλεύει; Η γυναίκα ήταν ξαπλωμένη στο πάτωμα του κελιού και κουλουριασμένη· δεν είχε κινηθεί καθόλου· αλλά η στολή έδινε την εντύπωση πως είχε κινηθεί…

«Κι άλλος ένας. Εδώ,» είπε η Αγάθη.

Ο Αυγερινός έστρεψε το βλέμμα του, και κοίταξε την οθόνη που κοίταζε κι εκείνη. Τα μάτια του γούρλωσαν. Ο Κύριος του Γαλανού Φωτός!

Ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος βρισκόταν σ’ένα κελί, γυμνός κι αυτός και ζαρωμένος σε μια γωνία με τα χέρια του τυλιγμένα γύρω απ’τα γόνατά του.

Ο Αυγερινός έτριξε τα δόντια του. «Μα τους θεούς!»

«Τι είναι;» ρώτησε η Αγάθη.

«Δεν τον αναγνωρίζεις;»

Εκείνη κούνησε το κεφάλι.

«Ο Πρίγκιπας είναι.»

Τα μάτια της Αγάθης γούρλωσαν και στράφηκε πάλι στην οθόνη, χάσκοντας.

«Πάμε,» είπε ο Αυγερινός. «Πρέπει να τον πάρουμε από κει.»

«Πού είναι, όμως, αυτά τα κελιά;»

«Δεν πρέπει νάναι μακριά. Εδώ κάτω πρέπει να είναι.»

Βγήκε απ’το δωμάτιο ελέγχου και βάδισε προς μια κουρτίνα. Την τράβηξε, απότομα, έχοντας το πιστόλι του υψωμένο, κι από πίσω είδε ένα μικρό δωμάτιο με καθρέφτη στον τοίχο και μια κρεμάστρα με μαύρους χιτώνες. Ο Αυγερινός τούς άγγιξε, και σκέφτηκε ότι έμοιαζαν με τον χιτώνα της γυναίκας στο κιγκλίδωμα.

Ύστερα, πήγε προς ένα άλλο άνοιγμα, το οποίο έβγαζε σ’έναν μακρύ διάδρομο.

Η Αγάθη ήταν στο κατόπι του, με το πιστόλι της έτοιμο.

Ο διάδρομος ήταν πετρόχτιστος και φωτιζόταν από ενεργειακές λάμπες. Ήταν υγρός, όπως και το υπόλοιπο υπόγειο, και ο αέρας του βρόμικος και περιορισμένος. Στο πέρας φάρδαινε, και εκεί υπήρχαν τρεις κλειστές σιδερένιες πόρτες. Στ’αριστερά, και πιο κοντά στον Αυγερινό και την Αγάθη, ανοιγόταν ένα πέρασμα· και στα δεξιά, λίγο πιο κάτω, ανοιγόταν ένα άλλο.

Ο Αυγερινός πήγε στο πρώτο πέρασμα, με το όπλο του υψωμένο, σημαδεύοντας πιθανούς εχθρούς. Ο διάδρομος όπου βρέθηκε ήταν μικρότερος από τον προηγούμενο, και από εχθρούς δεν υπήρχε κανένας. Δεξιά κι αριστερά μόνο υπήρχαν ξύλινες πόρτες. Δε μπορεί εδώ νάναι τα κελιά. Ο Αυγερινός τις άνοιξε, τη μία μετά την άλλη, και διαπίστωσε ότι στο εσωτερικό τους ήταν κοιτώνες. Οκτώ, συνολικά.

«Το μέρος δεν έχει και τόσους φρουρούς…» μουρμούρισε.

«Τι εννοείς;» ρώτησε η Αγάθη.

«Υπάρχουν δωμάτια για οκτώ ανθρώπους εδώ. Οκτώ φρουροί δεν είναι πολλοί.»

«Δε συναντήσαμε οκτώ,» παρατήρησε η Αγάθη. «Συναντήσαμε…» Μια μικρή παύση, για να υπολογίσει μέσα στο μυαλό της. «Τρεις. Και τη γυναίκα επάνω, στο κιγκλίδωμα. Πιστεύεις ότι ίσως νάναι κι άλλοι εδώ μέσα;»

Ο Αυγερινός κούνησε το κεφάλι. «Αυτή τη στιγμή, όχι, δεν το νομίζω. Αν ήταν, θα είχαν βγει να μας αντιμετωπίσουν. Μάλλον, δεν περίμεναν επισκέψεις απόψε –ή γενικότερα. Μάλλον, πίστευαν ότι αυτό το μέρος κανείς δε θα το έβρισκε και ποτέ δε θα δεχόταν επίθεση.»

Βγήκαν απ’τους κοιτώνες και πήγαν στο δεξί άνοιγμα του πρώτου διαδρόμου. Για να βρεθούν σ’έναν τρίτο διάδρομο, που το φως από τη μοναδική του λάμπα ήταν λιγοστό.

Ωστόσο, ακόμα και σ’αυτό το λιγοστό φως δεν μπορούσαν να μην προσέξουν το τέρας.

Η Αγάθη έβγαλε έναν έντονο λαρυγγισμό, προσπαθώντας να πνίξει ένα ουρλιαχτό μέσα της· και το ένα της χέρι πήγε στο στόμα της.

Το πλάσμα έφραζε το μέσο του διαδρόμου. Και έμοιαζε με σκισμένο τομάρι ζώου, που κάποιος το είχε απλώσει, πιάνοντας τις άκριές του στο ταβάνι, το πάτωμα, και τους τοίχους. Οι άκριές του, όμως, δεν πιάνονταν στις πέτρες με σχοινιά, ή με άλλο παρόμοιο, τεχνητό τρόπο· πιάνονταν με γαμψά νύχια, που προεξείχαν σε τριάδες από τις αποκρουστικές αποφύσεις του τέρατος. Το υπόλοιπό του σώμα δεν είχε παρά ελάχιστο πάχος· ήταν, πράγματι, σαν ένα τομάρι ζώου, τραβηγμένο και παραμορφωμένο. Το χρώμα του ήταν γκρίζο, και είχε μάτια και στόματα σε διάφορα, φαινομενικά τυχαία σημεία. Πώς ήταν δυνατόν τέτοιο πράγμα να υπήρχε, ο Αυγερινός δεν ήθελε καν να υποθέσει. Του θύμιζε, πάντως, ιστορίες που είχε ακούσει για τα εκτρώματα της Απολεσθείσας Γης. Αλλά τι μπορεί να έκανε ένα τέτοιο πλάσμα εδώ;

Δεν είχε χρόνο να αναρωτηθεί, καθώς το τέρας αντίκρυ του άρχισε να βγάζει διαπεραστικές κραυγές απ’τα στόματά του. Κραυγές και ουρλιαχτά και τσυρίγματα. Που τρυπούσαν τ’αφτιά και τον εγκέφαλο, μπερδεύοντας και ζαλίζοντας.

Η Αγάθη πυροβόλησε. Η σφαίρα της πέτυχε το πλάσμα δίπλα σ’ένα απ’τα μάτια του, τρυπώντας το πετσί του και φεύγοντας απ’την άλλη μεριά. Αίμα τινάχτηκε στο πάτωμα και στο ταβάνι.

Το τέρας άρχισε να πλησιάζει, κινούμενο πολύ γρήγορα με τις αποφύσεις του, που γαντζώνονταν παντού ολόγυρά του.

Ο Αυγερινός πέταξε το πιστόλι του και τράβηξε το σπαθί του. Η λεπίδα γυάλισε με γαλανό φως στα χέρια του. Οι σφαίρες τού κάνουν τρύπες. Αλλά τι νόημα έχει να κάνεις τρύπες επάνω σ’ένα τεντωμένο τομάρι;

«Μείνε πίσω μου!» είπε στην Αγάθη, και στάθηκε εμπρός της, καθώς το τέρας ερχόταν καταπάνω του, τσυρίζοντας δαιμονισμένα και κάνοντας το κρανίο του να πονά. Τα στόματά του ανοιγόκλειναν και τα μάτια του τον ατένιζαν με μίσος. Θα σε καταβροχθίσουμε! έμοιαζαν να του ψιθυρίζουν μες στο μυαλό του. Θα φάμε τη σάρκα σου, και τα μάτια σου, και τη γλώσσα σου, και τα σωθικά σου, και τα γεννητικά σου όργανα· και μετά, θα ρουφήξουμε το μεδούλι από τα κόκαλά σου, και θα μασήσουμε τον μαλακό σου εγκέφαλο.

Η Αυγερινός σπάθισε, βαστώντας τον Κελευστή με τα δύο χέρια. Η λεπίδα έσχισε το τομάρι του τέρατος από πάνω αριστερά προς κάτω δεξιά. Τα στόματα έβγαλαν κραυγές πόνου, και οι αποφύσεις τεντώθηκαν, για να πιαστούν πάνω στον Αυγερινό, ώστε το τέρας να μπορέσει να τον τυλίξει μέσα στο σώμα του.

Εκείνος σπάθισε ξανά, κόβοντας τον εχθρό του από διαφορετική γωνία, και ένα κομμάτι του τομαριού του σωριάστηκε. Το υπόλοιπο σώμα, όμως, κατάφερε να τυλίξει εν μέρει τον Αυγερινό, κι εκείνος αισθάνθηκε τα στόματα να τον δαγκώνουν.

«Όχι!» άκουσε την Αγάθη να φωνάζει πίσω· κι ένας πυροβολισμός ακολούθησε.

Τι κάνει;

Εκείνη, όμως, δεν είχε ρίξει στο σώμα του τέρατος, γιατί, αναμφίβολα, καταλάβαινε ότι έτσι θα σκότωνε τον Αυγερινό. Είχε ρίξει σε κάποια από τις αποφύσεις του, που πιάνονταν γύρω-γύρω και το στήριζαν. Ο Αυγερινός το κατάλαβε αυτό, καθώς αισθάνθηκε το πλάσμα να χαλαρώνει επάνω του.

Και, χρησιμοποιώντας τον Κελευστή, το λιάνισε περισσότερο. Το γαλανό φως της λεπίδας κομμάτιασε και έκαψε το τομάρι του. Τα στόματα κραύγαζαν και ούρλιαζαν, και το τέρας σωριάστηκε στο πάτωμα, κατακομμένο και κατασχισμένο. Το βρόμικο αίμα του κυλούσε στις πέτρες του διαδρόμου, και είχε ποτίσει και τα ρούχα του Αυγερινού. Η αποφορά ήταν δυνατή και εμετική.

Ο Αυγερινός άκουσε την Αγάθη να ξερνά πίσω του.

Στράφηκε να την κοιτάξει.

«…Καλά είμαι,» του είπε εκείνη, στηριζόμενη στον τοίχο και σκουπίζοντας το στόμα της με το μανίκι της υπηρετικής της στολής.

Ο Αυγερινός γύρισε πάλι για να κοιτάξει το πλάσμα. Δεν ήταν ακόμα νεκρό, αλλά σίγουρα ξεψυχούσε (αν υποτεθεί πως είχε ψυχή)· δε σπαρταρούσε πλέον τόσο έντονα, και οι φωνές του είχαν, επίσης, χάσει τη δύναμή τους.

Ο Αυγερινός πέρασε από πάνω του, ποδοπατώντας το, και κοίταξε μέσα σε μια μισάνοιχτη, σιδερένια πόρτα. Το δωμάτιο δεν είχε φως, αλλά πρέπει να ήταν άδειο· και, αναμφίβολα, δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα κελί.

Φτάσαμε στα κελιά. Κάπου εδώ θα είναι κι ο Πρίγκιπας.

Ο Αυγερινός πλησίασε μια άλλη πόρτα, η οποία ήταν κλειστή, και κοίταξε απ’το καγκελωτό παραθυράκι της. Μέσα, είδε μια γυναίκα. Τη γυναίκα που είχε δει κι από την οθόνη του δωματίου ελέγχου. Είχε κοντά, σγουρά, μαύρα μαλλιά και χρυσό δέρμα. Η στολή που φορούσε ήταν μελανόχρωμη, και… έμοιαζε ζωντανή. Αυτό που είχε προσέξει ο Αυγερινός από την οθόνη δεν ήταν κάποιου είδους οφθαλμαπάτη· ήταν η πραγματικότητα. Κι από κοντά, φαινόταν καλύτερα. Η στολή ανασάλευε. Κινιόταν. Ήταν φτιαγμένη από κάποια έμβια ύλη.

Τα μάτια της γυναίκας τον είδαν, καθώς την παρατηρούσε από το παραθυράκι. Η άγνωστη ανασηκώθηκε, σιωπηλά, και συνέχισε να τον κοιτάζει.

«Ποια είσαι;» τη ρώτησε ο Αυγερινός.

Εκείνη παρέμεινε σιωπηλή. Τα μάτια της στένεψαν.

Μουγκή είναι;

Ο Αυγερινός έκανε ένα βήμα πίσω και ύψωσε το ξίφος του. Η λεπίδα άστραψε με γαλανό φως. Και κατέβηκε πάνω στην κλειδαριά, σπάζοντάς την.

Ο Αυγερινός άνοιξε την πόρτα.

Η γυναίκα ήταν τώρα όρθια, και είχε υποχωρήσει στο βάθος του κελιού. Είχε πάρει πολεμική στάση.

«Μη φοβάσαι,» της είπε ο Αυγερινός. «Είμαι εδώ για να σε βοηθήσω. Με καταλαβαίνεις; Καταλαβαίνεις τη γλώσσα που μιλάω;» Μιλούσε στη Γλώσσα της Απολλώνιας.

«Ποιος… είσαι;» ψέλλισε η γυναίκα, στη Συμπαντική Γλώσσα.

«Ονομάζομαι Αυγερινός Αντίρρυθμος,» της απάντησε εκείνος, στην ίδια γλώσσα. «Υπηρετώ τον Πρίγκιπα Ανδρόνικο. Αυτό,» ύψωσε τον Κελευστή, «είναι το ξίφος του. Και του το φέρνω.»

Η γυναίκα ξεροκατάπιε. «…Σε παρακαλώ, βοήθησέ με.»

«Σου είπα, γι’αυτό είμαι εδώ–»

«Αυτό το πράγμα έχει πιαστεί επάνω μου.» Τα νύχια της μπήχτηκαν στη στολή της, και σ’εκείνο το σημείο η στολή φάνηκε να ζαρώνει, σα νάχε πονέσει. «Και δε μπορώ να το βγάλω! Και δε μ’αφήνει να χρησιμοποιήσω τη μαγεία μου· με συνθλίβει, κάθε φορά που το προσπαθώ!»

Μαγεία; Μάγισσα είσαι; Ο Αυγερινός πήγε κοντά της, και είδε το φως του Κελευστή να δυναμώνει. Πλησίασε τη λεπίδα του στη στολή της γυναίκας· ή, μάλλον, στο πλάσμα που την τύλιγε. Κι εκείνο αποτραβήχτηκε, λες κι είχε καψαλιστεί. Ζάρωσε, ελευθερώνοντας σημεία του σώματός της που, πριν από μερικές στιγμές, ήταν καλυμμένα από τη μαυρίλα του.

Ο Αυγερινός έφερε τη λεπίδα σε επαφή με το τέρας, και ατμός σηκώθηκε. Πράγματι, το ξίφος το έκαιγε! Το πλάσμα αποτραβήχτηκε περισσότερο από το σώμα της μάγισσας και, στο τέλος, αναγκάστηκε να πέσει στο πάτωμα και να συρθεί, σαν άμορφη αμοιβάδα.

Ο Αυγερινός το σπάθισε, κόβοντάς το στα δύο, και το τέρας σταμάτησε να κινείται και έλιωσε. Ολόκληρο το σώμα του έχασε την πυκνότητά του και έγινε τελείως ρευστό. Μετατράπηκε σε μαύρο αίμα, που κύλησε ανάμεσα στις πλάκες του κελιού.

Ο Αυγερινός στράφηκε στη γυναίκα. «Πώς σε λένε; Γιατί σε είχαν εδώ;»

«Άνμα,» αποκρίθηκε εκείνη, κρύβοντας με τα χέρια τη γύμνια της. «Άνμα’ταρ. Ήμουν με τον Πρίγκιπα Ανδρόνικο.»

«Με τον Πρίγκιπα Ανδρόνικο; Άνμα’ταρ;… ’ταρ; Δεν έχω ξανακούσει αυτή την κατάληξη. Σε ποιο τάγμα μάγων ανήκεις;»

«Στις Δράκαινες.»

«Στις Μαύρες Δράκαινες; Της Παντοκράτειρας;»

«Ναι. Αλλά οι μάγισσες λεγόμασταν ‘Δράκαινες’. Υπηρετούμε τον Ανδρόνικο τώρα. Πού είναι; Τον έχεις σώσει;»

Ο Αυγερινός κούνησε το κεφάλι. «Όχι ακόμα. Αλλά σκοπεύω. Σύντομα.

»Έλα μαζί μου,» της είπε, και βγήκε απ’το κελί, όπου τους περίμενε η Αγάθη.

Η υπηρέτρια της Βασίλισσας κοίταξε τη μάγισσα. «Πρέπει να σου βρούμε κάτι να φορέσεις.»

Η Άνμα ένευσε, σιωπηλά. Κοίταξε γύρω της. «Πού είμαστε; Πού είναι αυτό το μέρος;»

«Δεν ξέρεις;» απόρησε η Αγάθη. «Είσαι κάτω απ’το παλάτι της Απαστράπτουσας, σ’ένα υπόγειο που… που εγώ, τουλάχιστον, δεν είχα ιδέα ότι υπήρχε.»

Η Άνμα την ατένισε, συνοφρυωμένη. «Ποια είσαι εσύ;»

«Αγάθη, με λένε. Βρίσκομαι στις υπηρεσίες της Βασίλισσας.»

Ο Αυγερινός, εν τω μεταξύ, βάδισε προς τα υπόλοιπα κελιά, βλέποντας πως, το ένα μετά το άλλο, ήταν άδεια. Και η απογοήτευσή του μεγάλωνε. Αν δεν ήταν ο Κύριός του εδώ, πού ήταν; Πού τον είχαν φυλακισμένο;

Φτάνοντας, όμως, στο τελευταίο κελί, τον βρήκε. Τον είδε απ’το καγκελωτό παραθυράκι.

Ύψωσε το σπαθί του, έσπασε την κλειδαριά, και άνοιξε την πόρτα.

Ο Ανδρόνικος πετάχτηκε όρθιος, και: «Μείνε μακριά!» ούρλιαξε. «Μείνε μακριά!»

«Πρίγκιπά μου,» είπε ο Αυγερινός, «ήρθα να σας πάρω από εδώ. Φέρνω μαζί μου το ξίφος σας, τον Κελευστή.» Και έκανε να υποκλιθεί.

Αλλά ο Ανδρόνικος συνέχισε να ουρλιάζει, αλλόφρων: «ΕΞΩ! Βγες έξω! Βγες έξω, δαίμονα!»

Ο Αυγερινός τρομοκρατήθηκε. Αισθάνθηκε ένα ψύχος να τον διατρέχει πατόκορφα. Διότι δεν μπορούσε να δει κανένα ίχνος λογικής στην όψη και στα μάτια του Πρίγκιπα. Κοιτάζω το πρόσωπο ενός τρελού…

Όχι! ΟΧΙ!

«Πρίγκιπά μου, ονομάζομαι Αυγερινός Αντίρρυθμος! Έρχομαι εδώ σταλμένος από τη μητέρα σας, τη Βασίλισ–!»

«Εξαφανίσου από μπροστά μου!» κραύγασε ο Ανδρόνικος, χιμώντας καταπάνω του και γρονθοκοπώντας τον στο σαγόνι.

Ο Αυγερινός σωριάστηκε. Το σπαθί έφυγε απ’το χέρι του.

Ο Ανδρόνικος βγήκε απ’το κελί, γρυλίζοντας σα θηρίο. Το σώμα του ήταν γυμνό και βρόμικο, τα μαλλιά και τα μούσια του άλουστα και μαυρισμένα· είχαν χάσει την ξανθή τους γυαλάδα: έμοιαζε σαν κάποιος να τα είχε βουτήξει στο κάρβουνο.

«Ανδρόνικε!» φώναξε η Άνμα. «Ανδρόνικε! Τι κάνεις; Αυτός ο άνθρωπος δεν είναι εχθρός! Ήρθε για να μας–!» Αλλά σταμάτησε να μιλά, καθώς το βλέμμα του Πρίγκιπα την κάρφωσε.

Ο Αυγερινός προσπάθησε να σηκωθεί απ’το πάτωμα, λέγοντας: «Πρίγκιπά μου, ακούστε με–»

Ο Ανδρόνικος στράφηκε και τον κλότσησε στα πλευρά. Πήδησε πάνω του και τον καβάλησε, αρπάζοντας το λαιμό του με τα δύο χέρια κι αρχίζοντας να τον στραγγαλίζει. Η Άνμα και η Αγάθη έτρεξαν κοντά στους δύο άντρες κι έπιασαν τον Πρίγκιπα απ’τους ώμους, προσπαθώντας να τον απομακρύνουν απ’τον Αυγερινό. Δεν μπορούσαν, όμως, να τον κουνήσουν· είχε την ασυγκράτητη δύναμη ενός παράφρονα. Οι μύες του ήταν σαν σιδερένια σχοινιά.

Ο Αυγερινός δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Ζαλιζόταν, κι έβλεπε τα πάντα να σκοτεινιάζουν στις άκριες των ματιών του.

Κύριέ μου, όχι! Μην το κάνεις αυτό!

Τι σου έκαναν; Δε σκέφτεσαι καθαρά. Τι σου έκαναν;

Γαλανό φως τύλιξε το σύμπαν του Αυγερινού–

Το γαλανό φως!

Το γαλανό φως!

ΤΟ ΓΑΛΑΝΟ ΦΩΣ!

Ο Κύριός του τον κρατά κάτω και πιέζει το λαιμό του, προσπαθεί να τον πνίξει. Αλλά εκείνος ξέρει πως αυτός δεν είναι πραγματικά ο Κύριός του. Εξωτερικές δυνάμεις έχουν παρέμβει. Έχουν παίξει με την ψυχή και το μυαλό του· τον έχουν διαστρεβλώσει.

Κι αυτό δεν μπορεί να το επιτρέψει. Πρέπει να το αντιστρέψει. Τώρα.

Τα μάτια του βλέπουν από πού έρχεται το γαλανό φως. Από το σπαθί που είναι πεσμένο πλάι του. Από το σπαθί που η λεπίδα του είναι δεμένη με τη διάσταση της Απολλώνιας. Από το σπαθί των βασιληάδων.

Απλώνει το χέρι του κι αρπάζει τη λαβή.

Το υψώνει.

Το φέρνει ανάμεσα σ’εκείνον και στον Κύριό του.

Το φέρνει μπροστά στα μάτια του Κυρίου του.

Το γαλανό φως τώρα είναι παντού. Το γαλανό φως είναι τα πάντα.

Το γαλανό φως!

Το γαλανό φως!

ΤΟ ΓΑΛΑΝΟ ΦΩΣ!

Τα χέρια του Ανδρόνικου άφησαν το λαιμό του Αυγερινού, κι ο Πρίγκιπας πετάχτηκε πίσω, σαν να είχε, ξαφνικά, ξυπνήσει από κάποιο όνειρο, από κάποιον τρομαχτικό εφιάλτη.

«Τι… τι κάνω;» ψέλλισε. «Ποιος είσαι;…» Αποτραβήχτηκε απ’τον Αυγερινό, καθίζοντας στο πέτρινο πάτωμα με τα γόνατα λυγισμένα από κάτω του.

Ο Αυγερινός διπλώθηκε, βήχοντας. Στο δεξί του χέρι συνέχιζε να βαστά τον Κελευστή.

Ο Ανδρόνικος πρόσεξε τη γυμνή, χρυσόδερμη γυναίκα που στεκόταν πλάι του. «Άνμα;…» έκανε. «Άνμα;»

Εκείνη ένευσε, χαμογελώντας και κλαίγοντας. Γονάτισε δίπλα του. «Πρίγκιπά μου… είσαι καλά; Με καταλαβαίνεις;»

«Ναι.» Την αγκάλιασε, σφίγγοντάς την επάνω του. «Ναι.»

Μετά, καθώς την άφησε απ’την αγκαλιά του, της είπε: «Φοβήθηκα ότι σε είχαν σκοτώσει…»

Η Άνμα παραμέρισε μια τούφα ξανθών μαλλιών απ’το ταλαιπωρημένο πρόσωπό του. «Τι σου έκαναν;»

«Δεν… δεν είμαι σίγουρος,» είπε ο Ανδρόνικος· κι ύστερα, έστρεψε το βλέμμα του στον Αυγερινό. «Ποιος είσαι; Γιατί προσπαθούσα να σε πνίξω;»

«Πρίγκιπά μου. Ονομάζομαι Αυγερινός Αντίρρυθμος. Ήρθα να σας σώσω. Σας φέρνω το ξίφος σας, τον Κελευστή.» Και, μ’αυτά τα λόγια, έτεινε τη λαβή του σπαθιού προς τον Ανδρόνικο.

23

Οι επαναστάτες βγήκαν απ’το όχημα, νιώθοντας τον δυνατό ήλιο της ερήμου να τους χτυπά κατακέφαλα.

«Δεν πάει ρούπι εδώ πέρα,» είπε ο Οδυσσέας. «Πρέπει να βγάλουμε την εστία και να βάλουμε πάλι ενεργειακή φιάλη.»

Η Νελμίρα άνοιξε το πρόσθιο μέρος του οχήματος και κοίταξε το εσωτερικό, για να δει τι είχε κάνει η Ιλρίνα’νορ. Εκείνο που φαινόταν να έχει κάνει ήταν ότι είχε αλλάξει τις θέσεις κάποιων καλωδιώσεων, ώστε να συνδέονται με την εστία… η οποία τώρα έμοιαζε νεκρή. Δεν ήταν πλέον αυτό το περίεργο αμάλγαμα από μέταλλο και φως, αλλά κάτι σαν κάρβουνο, μαυρισμένο και φανερά καταναλωμένο.

Η Νελμίρα άπλωσε τα δάχτυλά της, για να το αγγίξει, και διαπίστωσε ότι έκαιγε, έτσι τράβηξε το χέρι της πίσω. «Χρειάζομαι εργαλεία,» είπε στον Οδυσσέα.

Εκείνος τής έφερε εργαλεία απ’το εσωτερικό του οχήματος. «Θα οδηγήσεις, ύστερα;» τη ρώτησε. Ο ίδιος αισθανόταν εξουθενωμένος, από την οδήγηση μέσα στις ερημιές της Βίηλ.

Η Νελμίρα κατένευσε, παίρνοντας δύο μεταλλικές δαγκάνες με μακριές λαβές και πλησιάζοντάς τες στις καλωδιώσεις, προκειμένου να τις αποσυνδέσει από την κατεστραμμένη εστία. Το εγχείρημα δεν ήταν δύσκολο, και σύντομα η εστία είχε απομονωθεί. Η Νελμίρα πήρε ένα άλλο εργαλείο, την έπιασε, και την πέταξε έξω, στο πετρώδες έδαφος της Εσχάτης. Το ελλειψοειδές αντικείμενο θρυμματίστηκε.

Η Νελμίρα, αφήνοντας τώρα τα εργαλεία, προσπάθησε να συνδέσει τα καλώδια με τα χέρια της. Να τα συνδέσει όπως ήταν συνδεδεμένα παλιά, ώστε να μπορούν να χρησιμοποιηθούν κανονικά οι ενεργειακές φιάλες. Η δουλειά αποδείχτηκε δυσκολότερη από την προηγούμενη, για δύο λόγους: πρώτον, δεν ήξερε πώς ακριβώς ήταν συνδεδεμένα τα καλώδια στο συγκεκριμένο όχημα, αφού η Ιλρίνα’νορ τα είχε αποσυνδέσει, όχι εκείνη· και, δεύτερον, η Νελμίρα δεν είχε τίποτα ιδιαίτερες γνώσεις μηχανικής πέρα από τις βασικές. Γνώριζε πώς ήταν φτιαγμένη γενικά η μηχανή ενός οχήματος, μα δεν ήταν βέβαιη για τις λεπτομέρειες.

Όταν τελείωσε, σκούπισε τον ιδρώτα απ’το μέτωπό της με την ανάστροφη του χεριού της (Μα τις Λάμιες, η ζέστη είναι ΑΝΥΠΟΦΟΡΗ εδώ!), και ζήτησε από τον Οδυσσέα να ρίξει κι αυτός μια ματιά στις καλωδιώσεις. Ο Πρόμαχος τις κοίταξε, και πρότεινε μια διόρθωση, με την οποία η Νελμίρα δε διαφώνησε.

Έκλεισαν το πρόσθιο μέρος του οχήματός τους και μπήκαν στο εσωτερικό. Η Νελμίρα πήρε τη μία από τις δύο ενεργειακές φιάλες που τους είχαν απομείνει και την έβαλε στην ειδική θυρίδα. Οι οθόνες και οι ενδείξεις εμπρός της άναψαν κανονικά. Ωραία, σκέφτηκε. Δε φαίνεται ότι θα εκραγεί. Ενεργοποίησε τους έξι τροχούς του οχήματος και είδε ότι κινιόταν όπως όφειλε.

«Εντάξει είμαστε, λοιπόν,» είπε, και πάτησε το πλήκτρο που έκανε τον χάρτη της Σάρντλι να παρουσιαστεί σε μια οθόνη.

«Γνωρίζεις πού πηγαίνουμε;» τη ρώτησε ο Οδυσσέας, που καθόταν στο πίσω κάθισμα. Στη θέση του συνοδηγού ήταν ο Ράθνης.

«Να πάρουμε αεροσκάφος για τον Αιθέρα, σωστά;»

«Σωστά. Εκείνο που ρωτάω είναι αν ξέρεις από πού θα το πάρουμε.»

«Από το Φτερωτό Όρος. Νότια από εδώ.» Η Νελμίρα εστίασε τον χάρτη στην περιοχή που αναφερόταν.

Ο Οδυσσέας ένευσε. «Μπορώ, λοιπόν, να κοιμηθώ με την ησυχία μου.»

Η Νελμίρα μειδίασε. «Τουλάχιστον, μέχρι ν’αρχίσει να μας κυνηγά κανένα άλλο θηρίο.»

Ο Οδυσσέας ξάπλωσε, ανάσκελα, στο πίσω κάθισμα, δίχως ν’αποκριθεί. Τα βλέφαρά του έκλεισαν.

Ο Ράθνης έδειξε την ψηλή, πέτρινη στήλη που φαινόταν μακριά τους. «Τι είναι αυτός ο πύργος;» ρώτησε.

Η Νελμίρα έβγαλε τις μπότες της και ακούμπησε τα γυμνά της πόδια στα πετάλια. «Δεν ξέρω. Κάποιο ερείπιο, υποθέτω.» Το εξάτροχο όχημά τους ξεκίνησε.

«Είσαι σίγουρη ότι το μέρος είναι ακατοίκητο; Μπορεί κανένας να μας είδε από εκεί.»

«Ακατοίκητο είναι,» ακούστηκε η φωνή του Οδυσσέα από πίσω, μοιάζοντας να μιλά με σιγουριά.

«Πώς το ξέρεις;» τον ρώτησε η Νελμίρα, δίχως να στραφεί να τον κοιτάξει· είχε τα μάτια της μπροστά, καθώς το όχημά τους περνούσε ανάμεσα από ψηλούς βράχους με σχηματισμούς τους οποίους συναντούσε κανείς μονάχα στην Εσχάτη και πουθενά αλλού στο γνωστό σύμπαν. Η εν λόγω Σάρντλια έρημος φημιζόταν για τους σχηματισμούς των βράχων της.

«Υπάρχουν τέτοιοι πύργοι σε διάφορα σημεία της Εσχάτης,» είπε ο Οδυσσέας. «Κανείς δεν τους χρησιμοποιεί ως κατοικία. Χρησιμοποιούνται μόνο για ορισμένα έθιμα, που αφορούν κυρίως τους ευγενείς της Σάρντλι, απ’όσο ξέρω. Τώρα, αφήστε με να κοιμηθώ.»

«Όπως επιθυμείς, αρχηγέ.»

Σε λίγο, ο Οδυσσέας ροχάλιζε.

«Υποθέτω,» είπε ο Ράθνης, απρόσμενα, «ότι δε γνωρίζεις τόσα για τις μηχανές όσα για τα θηρία…»

Η Νελμίρα τον κοίταξε, για μια στιγμή, με τις άκριες των ματιών της. Ο άνθρωπος προσπαθεί να με τρελάνει! Δεν του μίλησε.

«Δεν αληθεύει;» τη ρώτησε ο Ράθνης.

«Αληθεύει.»

«Αυτό συμβαίνει με όλους τους ανθρώπους της Φεηνάρκια;»

Η Νελμίρα είχε τα χέρια της στο τιμόνι και το βλέμμα της μπροστά. «Όχι. Όχι απαραίτητα.» Πού θέλει να καταλήξει; Θέλει να μάθει κάτι συγκεκριμένο από μένα;

«Γιατί συμβαίνει μ’εσένα;»

«Ίσως να βρίσκω τα θηρία πιο ενδιαφέροντα απ’τις μηχανές.»

«Ίσως;»

«Ναι, ίσως.»

«Δηλαδή, δε γνωρίζεις τις επιθυμίες του εαυτού σου;»

Ο άνθρωπος δε βγάζει κανένα νόημα απολύτως! Γιατί δεν είναι και τώρα σιωπηλός, όπως συνήθως; Αποφάσισε να τον ρωτήσει. Εξάλλου, εκείνος έκανε μέχρι στιγμής όλες τις ερωτήσεις· καιρός ήταν να του κάνει κι εκείνη μία. «Γιατί δεν είσαι σιωπηλός, όπως συνήθως;»

«Δεν απάντησες στην ερώτησή μου,» είπε, ήρεμα, ο Ράθνης.

Θα μου κάνει και παρατήρηση τώρα; «Ούτε εσύ απάντησες στη δική μου!»

«Υπάρχει λόγος που δεν είμαι σιωπηλός.»

«Αυτή δεν είναι απάντηση.»

«Γιατί;»

Ορίστε! Πάλι εκείνος κάνει τις ερωτήσεις! «Επειδή δε μου εξηγείς τον λόγο.»

«Δε μπορώ να σ’τον εξηγήσω.»

«Είναι τόσο ανεξήγητος;» Πρέπει να μου κάνει πλάκα. Ή είναι τελείως τρελός.

«Ο λόγος είναι πολύ απλός. Αλλά η εξήγηση πιθανώς να διαφθείρει το σκοπό της ενέργειας.»

Η Νελμίρα συνοφρυώθηκε, εξακολουθώντας να κοιτάζει την πετρώδη έρημο που απλωνόταν εμπρός της. Μου λέει ασυναρτησίες, επίτηδες, αντί να απαντήσει!

«Τι σήμαινε, λοιπόν, εκείνο το ‘ίσως’; Δε γνωρίζεις πραγματικά αν τα θηρία σε ενδιαφέρουν περισσότερο από τις μηχανές;»

Η Νελμίρα αναστέναξε. «Εντάξει. Τα θηρία με ενδιαφέρουν περισσότερο από τις μηχανές. Κυνηγός και ιχνηλάτρια είμαι, άλλωστε. Ικανοποιήθηκες τώρα;»

«Σχεδόν.»

Δόξα στους θεούς!

Ο Ράθνης, όμως, συνέχισε: «Αν και η απάντησή σου μοιάζει περισσότερο με υπεκφυγή.»

Λες να θυμώσει πολύ ο Οδυσσέας, αν τραβήξω το πιστόλι μου και τον σκοτώσω;

«Τι σ’έκανε να συστρατευθείς με την Επανάσταση, Νελμίρα;» ρώτησε ο Ράθνης.

Απ’τη μία ερώτηση μεταπηδά στην άλλη! Όλο απορίες είναι αυτό το παιδί! «Γιατί θες να μάθεις;» Και, ξαφνικά, μια σκέψη –μια υπόθεση– πέρασε απ’το νου της· και γέλασε. «Μη μου πεις! Μη μου πεις ότι τόσο καιρό με ψαρεύεις, για ν’ανακαλύψεις αν είμαι κατάσκοπος της Παντοκράτειρας ανάμεσα στους επαναστάτες.»

«Δεν είναι καθόλου αυτό.»

Γιατί, αν ήταν θα μου τόλεγες; Αν με υποπτευόσουν για κατάσκοπο, θα μου τόλεγες; Μάλλον όχι. «Ναι; Τι είναι, τότε;»

«Σε ενοχλούν οι ερωτήσεις μου;»

«Και οι ερωτήσεις σου και ο τρόπος σου,» του είπε, ευθέως, η Νελμίρα. «Μου δίνεις την εντύπωση ότι, κάπως, προσπαθείς να… να διαπιστώσεις κάτι για μένα. Και δεν έχω ιδέα τι μπορεί νάναι αυτό! Είσαι με τα καλά σου, ή τα έχεις χάσει;» Και τώρα στράφηκε να τον κοιτάξει, χωρίς όμως να πάρει και τελείως τα μάτια της από την έρημο· τα βράχια ήταν επικίνδυνα σε αρκετά σημεία.

Ο Ράθνης την ατένισε ήρεμα, αλλά το βλέμμα του έμοιαζε να τη ζυγιάζει. «Δεν έχεις άδικο. Είσαι έξυπνη, αν και οξύθυμη, πράγμα που θολώνει την κρίση σου, ορισμένες φορές.»

Η Νελμίρα έστρεψε πάλι τα μάτια της αποκλειστικά στην έρημο. «Σ’ευχαριστώ για τη διαπίστωση σχετικά με το χαρακτήρα μου.»

«Με τιμάς.»

«Τι πράγμα;»

«Υποθέτω πως θεωρείς ότι έχω δίκιο σχετικά μ’εσένα.»

Η Νελμίρα σταμάτησε απότομα το όχημα. Γύρισε να τον ατενίσει. «Τι σημασία έχει αν έχεις δίκιο; Υπάρχει κανένας λόγος να βρίσκομαι υπό την παρατήρησή σου;» είπε, θυμωμένα. Ο μπάσταρδος! Είχε έναν απίστευτο τρόπο να την εκνευρίζει. Και η Νελμίρα δεν το είχε προσέξει αυτό παλιότερα. Παλιότερα, ήταν απλά ένας σιωπηλός τύπος ανάμεσα στους υπόλοιπους επαναστάτες του υποποτάμιου άντρου της Αλβέρια. Σιωπηλός και μυστηριώδης. Μήπως, τελικά, αυτός ήταν ο κατάσκοπος της Παντοκράτειρας; Η Νελμίρα αισθάνθηκε ένα ρίγος να τη διατρέχει. Το πιστόλι της βρισκόταν μέσα σε μια θήκη δεμένη στον μηρό της· θα προλάβαινε να το τραβήξει;

Τα μάτια του Ράθνη εξακολουθούσαν να την κοιτάζουν ήρεμα. «Μη με παρεξηγείς,» είπε, μετά από μερικές στιγμές σιγής. «Ασφαλώς και δεν μπορείς να γνωρίζεις–»

Η Νελμίρα έκανε να τραβήξει το πιστόλι της–

Ο Ράθνης τής άρπαξε τον καρπό και τον έστριψε, προτού καν εκείνη προλάβει να πιάσει τη λαβή του όπλου. Το άλλο του χέρι τής έκλεισε το στόμα. «Μην είσαι ανόητη,» της είπε, γρήγορα· «δε θέλω το κακό σου. Είναι το έθιμο.»

Της άφησε το στόμα και τον καρπό, και έκανε πίσω στο κάθισμα του.

Η Νελμίρα τον ατένισε με στενεμένα μάτια, έκπληκτη κι απορημένη. Δεν είναι κατάσκοπος της Παντοκράτειρας. Δεν μπορεί να είναι… «Ποιο έθιμο;»

«Του λαού μου,» εξήγησε ο Ράθνης. «Κανονικά, όμως, δε θάπρεπε να σ’το πω αυτό. Το να μην το πω είναι επίσης μέρος του εθίμου.»

Η Νελμίρα αναποδογύρισε τα μάτια, αγανακτισμένα. «Επειδή δεν έχω ιδέα από τα έθιμα της Αρβήντλια, μήπως θα μπορούσες να κάνεις μια εξαίρεση, για να με διαφωτίσεις;»

Ο Ράθνης φάνηκε σκεπτικός. Ύστερα, είπε: «Συνέχισε να οδηγείς· δεν υπάρχει λόγος να καθυστερούμε.»

Η Νελμίρα δίστασε για μια στιγμή, αλλά, έπειτα, έπιασε το τιμόνι και πάτησε το πετάλι ώθησης. Το Φεηνάρκιο όχημα άρχισε πάλι να κυλά ανάμεσα στους παράξενους βραχώδεις σχηματισμούς της Εσχάτης.

Η ζέστη ήταν δυνατή, καθώς ο ήλιος της Σάρντλι έκανε τα πάντα να βράζουν. Η Νελμίρα νόμιζε πως ακόμα και το πετάλι ήταν καυτό κάτω απ’την πατούσα της. Το τιμόνι σίγουρα έκαιγε.

Ο Ράθνης ήταν σιωπηλός για κάμποση ώρα. Τελικά, είπε: «Ίσως δε θα έπρεπε να σε ξαναενοχλήσω. Το έθιμο πρέπει κανονικά να το ξέρεις, αλλιώς φυσικό είναι να αντιδράσεις. Το καταλαβαίνω τώρα.»

«Εγώ, όμως, δεν καταλαβαίνω τίποτα. Και καλύτερα να μου εξηγήσεις. Η συμπεριφορά σου μοιάζει, το λιγότερο, ύποπτη.»

«Στην Αρβήντλια κανείς δε θα το έλεγε αυτό…»

«Δεν είμαστε στην Αρβήντλια, όμως.»

«Το συγκεκριμένο έθιμο λένε πως έχει προέλθει από τη Σάρντλι, πριν από πολλούς, πολλούς αιώνες…»

«Δε θα με παραξένευε,» είπε η Νελμίρα. «Οι Σάρντλιοι έχουν ένα σωρό αλλόκοτα έθιμα. Αλλά πες μου. Μου έχεις κινήσει την περιέργεια.»

«Προσπαθώ να σε γνωρίσω,» εξήγησε ο Ράθνης.

«Και λοιπόν;»

«Στην Αρβήντλια, όταν κάποιος θέλει να πλησιάσει το αντίθετο φύλο, πρέπει να το κάνει μέσα από ερωτήσεις, ώστε να δείξει, συγχρόνως, το ενδιαφέρον του αλλά και να μάθει ο ίδιος αν το άλλο άτομο τον ενδιαφέρει πραγματικά.»

«Θες να πεις ότι σου αρέσω; Αυτό είναι όλο;» απόρησε η Νελμίρα. Μα όλους τους θεούς! αυτή η διαδικασία θεωρείται φυσιολογική στην Αρβήντλια;

«Προσπαθώ να μάθω αν μου αρέσεις. Αλλά με δυσκολεύεις, οφείλω να ομολογήσω. Αν ήσουν από την Αρβήντλια–»

«Δεν είμαι από την Αρβήντλια!»

«Αν ήσουν, όμως, θα ήξερες το έθιμο.»

«Δηλαδή, στη διάστασή σου, κάνετε ο ένας στον άλλο εξοντωτικές ερωτήσεις, μέχρι που το κεφάλι του ερωτούμενου να εκραγεί;»

«Στην Αρβήντλια παίρνουμε αυτά τα πράγματα πολύ σοβαρά,» είπε ο Ράθνης. «Η ένωση δύο ανθρώπων δεν είναι ελαφριά υπόθεση. Κανένας Αρβήντλιος δε θα έκανε αυτό που έκανες με τον Οδυσ–»

«Τι! Μας παρακολουθούσες;»

«Σε παρατηρώ από τότε που ήρθαμε για πρώτη φορά στη Σάρντλι,» αποκρίθηκε ο Ράθνης, σαν αυτό να ήταν κάτι το απόλυτα συνηθισμένο και φυσιολογικό.

Η Νελμίρα αναστέναξε. «Μπορείς να σταματήσεις να με παρατηρείς. Δε με ενδιαφέρει να ζευγαρώσω μαζί σου. Με το συμπάθιο, και χωρίς να θέλω να σε προσβάλω.» Έστρεψε το βλέμμα της για να κοιτάξει, στα γρήγορα, το πρόσωπό του. Αλλά δεν είδε την έκφρασή του να έχει αλλάξει: η όψη του ήταν ήρεμη, όπως πριν.

«Εντάξει,» είπε μόνο ο Ράθνης.

«Καταλαβαίνεις τι σου λέω, έτσι; Δεν είναι κάτι το προσωπικό. Απλά, εγώ δεν βλέπω τα πράγματα όπως… όπως τα βλέπετε στην Αρβήντλια, προφανώς.»

Ο Ράθνης έμεινε σιωπηλός.

Το πήρε προσωπικά, σκέφτηκε η Νελμίρα, νιώθοντας σαν ξαφνικά μια βαριά κουρτίνα να είχε πέσει ανάμεσά τους. Δεν πειράζει· θα το ξεπεράσει.

Καλύτερα, όμως, να πούμε κάτι. «Γιατί υπάρχει αυτό το έθιμο, αλήθεια; Έχει κάποιο νόημα;»

«Σου είπα: στην Αρβήντλια παίρνουμε αυτά τα πράγματα πολύ σοβαρά.»

«Γιατί, όμως;»

«Γιατί είναι σοβαρά. Οι γεννήσεις πρέπει να ελέγχονται. Προτού δύο άτομα αποφασίσουν να ζευγαρώσουν, πρέπει να γνωρίζουν ότι ο ένας έχει βρει στον άλλο τα προτερήματα που επιθυμεί· έτσι, αυτά τα προτερήματα διαιωνίζονται. Υπάρχουν άνθρωποι που επιλέγουν συντρόφους για την πολεμική τους ικανότητα, ώστε οι απόγονοί τους να γίνουν πολεμιστές στις στρατιές των Λευκών.»

(Των Λευκών; Εννοεί, ‘των λευκόδερμων’; Η Νελμίρα είχε ακούσει ότι η Αρβήντλια κατοικείτο αποκλειστικά από λευκόδερμους και μαυρόδερμους, και ότι αυτοί είχαν μεταξύ τους αιώνιο πόλεμο.)

«Υπάρχουν άνθρωποι που επιλέγουν συντρόφους για την ευφυία τους, ή για την ικανότητά τους με τα μηχανήματα, ή για την κλίση τους προς τη μαγεία. Τα προτερήματα, έτσι, δυναμώνουν· και οι απόγονοι προσανατολίζονται σε θέσεις της κοινωνίας όπου μπορούν να προσφέρουν περισσότερα.

»Δεν είναι τυχαίο που εγώ είμαι καλός ξιφομάχος. Η μητέρα μου επέλεξε τον πατέρα μου ακριβώς επειδή ήταν από τους καλύτερους ξιφομάχους του στρατού μας.»

«Μάλιστα,» είπε η Νελμίρα, αρχίζοντας τώρα να καταλαβαίνει. «Ο καθένας με τα γούστα του, υποθέτω… Και σ’εμένα εσύ τι είδες, μπορείς να μου πεις;»

«Κατ’αρχήν, φαίνεται να έχεις κλίση σε ό,τι αφορά τα θηρία. Αλλά δεν είχα τελειώσει ακόμα μαζί σου· προσπαθούσα να μάθω κι άλλα για σένα.»

«Ευχαριστώ που με βρήκες τόσο ενδιαφέρουσα…»

«Παρακαλώ.»

«Μιλούσα ειρωνικά, ανόητε!» μούγκρισε η Νελμίρα.

«Το ξέρω. Κι εγώ το ίδιο,» αποκρίθηκε, στωικά, ο Ράθνης.

«Δηλαδή,» ρώτησε σε λίγο η Νελμίρα, «το μόνο που σ’ενδιέφερε από μένα ήταν να σου κάνω δυο-τρία παιδιά που να έχουν κλίση σε ό,τι αφορά τα θηρία;»

«Μόνο αν δεχόσουν να τα δώσεις στους Λευκούς.»

«Δε δίνω τα παιδιά μου σε κανέναν, αγαπητέ.»

«Έχεις παιδιά;»

«Όχι. Αλλά, αν είχα, δε θα τα έδινα.»

«Ενδιαφέρον.»

«Σε παρακαλώ, πάψε!»

«Εντάξει.»

Έμειναν κατά κύριο λόγο σιωπηλοί για όλο το υπόλοιπο ταξίδι μέσα στις πετρώδεις εκτάσεις της Εσχάτης. Η Νελμίρα οδηγούσε το όχημά τους νότια, προς τα βουνά που έδειχνε ο χάρτης, και προς το σημείο που ήξερε ότι βρισκόταν το Φτερωτό Όρος, το οποίο δεν ήταν σημειωμένο στον χάρτη για λόγους ασφάλειας, αφού ήταν, ουσιαστικά, μια κρυφή βάση της Επανάστασης. Καθώς ταξίδευαν, δεν είδαν γηγενή πλάσματα μέσα στην έντονη ζέστη της Εσχάτης. Η έρημος απλωνόταν παντού άδεια, εκτός από τους ιδιόμορφους βραχώδεις σχηματισμούς της, που, αν ήταν νύχτα, μπορεί κανείς να τους περνούσε, κατά περίσταση, για ανθρώπους, ζώα, γίγαντες, οχήματα, μηχανήματα, ή τέρατα. Σ’ένα σημείο μονάχα, η Νελμίρα και ο Ράθνης παρατήρησαν ένα πλάσμα. Τετράποδο και κυνοειδές, αλλά μεγαλύτερο από οποιονδήποτε συνηθισμένο σκύλο. Στεκόταν πάνω σ’έναν βράχο που έμοιαζε με βωμό και ατένιζε το εξάτροχο όχημά τους να περνά.

«Τορχ,» είπε η Νελμίρα.

«Τι πράγμα;»

«Αυτό το πλάσμα ονομάζεται τορχ. Θεωρούνται ιερά θηρία από τους Σάρντλιους. Είναι τα μόνα μεγάλα ζώα που κατοικούν στην Εσχάτη, απ’όσο ξέρω. Το δέρμα τους είναι τόσο σκληρό που μπορεί να εξοστρακίζει σφαίρες.»

Μετά από μιάμιση ώρα από την αρχή του ταξιδιού τους, βγήκαν από την έρημο και μπήκαν σε μια πεδιάδα όπου υπήρχε κάποια βλάστηση, αν και χαμηλή. Τα δέντρα ήταν σποραδικά και χαμηλά, επίσης, αλλά όχι και θαμνώδη. Αντίκρυ, η Νελμίρα μπορούσε να δει τα βουνά, τα οποία υψώνονταν σαν άγρια δόντια στον ουρανό. Ο ήλιος εξακολουθούσε να είναι έντονος και να κάνει τα πάντα από κάτω του καυτά.

*

Το μέρος δεν ονομαζόταν επισήμως Φτερωτό Όρος. Ένας γηγενής της Σάρντλι δε θα το έλεγε ποτέ έτσι. Οι επαναστάτες τού είχαν δώσει αυτή την ονομασία, επειδή εδώ στάθμευαν τα αεροσκάφη τους που ταξίδευαν στον Αιθέρα. Επρόκειτο για μια βάση, που έκαναν το παν για να κρατούν κρυφή από τους πράκτορες της Παντοκράτειρας. Αν μαθευόταν η θέση της, θα έπρεπε να την εγκαταλείψουν, όπως είχε γίνει και με το υποποτάμιο άντρο στην Αλβέρια, όπου βρίσκονταν η Νελμίρα, ο Ράθνης, και οι υπόλοιποι, προτού ο Ανδρόνικος τούς πάρει από εκεί, άρον-άρον, και τους μεταφέρει στην Απολλώνια, μέσα στον Δύτη.

Επί του παρόντος, το εξάτροχο Φεηνάρκιο όχημα πλησίαζε την πλαγιά ενός βουνού. Το μέρος ήταν γεμάτο ξερές πέτρες, και ελάχιστα δέντρα υπήρχαν εδώ κι εκεί. Οι κορμοί τους ήταν στραβοί και έμοιαζαν με καμπούρηδες γέρους, ενώ τα κλωνάρια τους δεν είχαν φύλλα. Το τοπίο θα έλεγε κανείς πως ήταν μολυσμένο από κάποιου είδους δηλητηριώδη ενέργεια που είχε σκοτώσει καθετί ζωντανό. Δεν ήταν, όμως, έτσι· αυτή ήταν η φυσιολογική του κατάσταση, όσο περίεργο κι αν φαινόταν σε έναν μη-γηγενή της Σάρντλι. Η εν λόγω διάσταση είχε μέρη που ήταν απίστευτα πυκνά σε βλάστηση, αλλά και μέρη που ήταν τελείως, μα τελείως, ξερά.

«Ανέβα εκεί,» είπε ο Οδυσσέας στη Νελμίρα, περνώντας το χέρι του πάνω απ’τον ώμο της, για να δείξει ένα μονοπάτι το οποίο ίσα που διακρινόταν ανάμεσα από δύο μεγάλους βράχους.

«Δε χωράμε,» αποκρίθηκε εκείνη.

«Θα πάμε λόξα.»

«Εντάξει. Κρατηθείτε.»

Η Νελμίρα οδήγησε το όχημα μέσα στο στενό πέρασμα, έτσι που μονάχα οι τρεις ρόδες του κυλούσαν στη γη και οι άλλες τρεις κυλούσαν επάνω στον έναν από τους δύο βράχους. Πέρασαν χωρίς δυσκολία –αυτό το εμπόδιο δεν ήταν τίποτα για το Φεηνάρκιο όχημα– και βρέθηκαν σ’ένα ψηλότερο επίπεδο του βουνού. Πλάι τους, τώρα ανοιγόταν ένα βάραθρο.

«Μας τελειώνει η ενέργεια,» παρατήρησε η Νελμίρα. «Καλύτερα ν’αλλάξουμε φιάλη.»

Ο Οδυσσέας ένευσε, και την άλλαξε. «Αυτή είναι η τελευταία,» είπε. «Αλλά δεν πειράζει, γιατί φτάνουμε.»

Η Νελμίρα οδήγησε το όχημά τους κατά μήκος της προεξοχής πλάι στο βάραθρο (καθώς δεν υπήρχε άλλος, καλύτερος δρόμος), μέχρι που ο Πρόμαχος τής είπε να στρίψει αριστερά.

«Αριστερά;» απόρησε εκείνη. Δεν υπήρχε πέρασμα από εκεί.

«Ο βράχος που βλέπεις δεν είναι βράχος. Πέρνα από μέσα.»

Η Νελμίρα έστριψε το τιμόνι και το όχημά τους πήγε προς τον βράχο, ο οποίος διαλύθηκε γύρω τους και βρέθηκαν σ’έναν διάδρομο. Στο πέρας του μπορούσαν να δουν μια μεγάλη αίθουσα, όπου οχήματα βρίσκονταν σταθμευμένα, καθώς και αεροσκάφη.

Το όχημα της Νελμίρα συνάντησε κάποια αόρατη αντίσταση, μη μπορώντας να συνεχίσει. Οι τροχοί του γύριζαν, μα δεν προχωρούσε· ήταν ακινητοποιημένο.

Δύο άντρες μπήκαν στον διάδρομο, βαστώντας ρουκετοβόλα, υψωμένα στους ώμους. Μία από τις μικρές ρουκέτες τους θα ήταν αρκετή για να κάνει το εξάτροχο Φεηνάρκιο όχημα κομμάτια και θρύψαλα, σκέφτηκε η Νελμίρα.

Ο Οδυσσέας άνοιξε την πόρτα και βγήκε. «Δε μ’αναγνωρίζετε;»

«Πρόμαχε!» είπε ο ένας από τους δύο άντρες, αλλά κανένας τους δεν κατέβασε το όπλο του.

Ένας άλλος άντρας φάνηκε πίσω από τους δύο με τα ρουκετοβόλα. Ήταν μαυρόδερμος και είχε άσπρα μαλλιά και μούσια. Φορούσε έναν καφετή χιτώνα με διάφορα κεντήματα μυστικιστικών συμβόλων. Ο Οδυσσέας τον ήξερε: ονομαζόταν Σάνραντιλ’φεν, και ανήκε στο τάγμα των Γαιοδιφών. Επίσης, ήταν ο επιτηρητής του Φτερωτού Όρους.

«Οδυσσέα,» είπε, «τι σε φέρνει εδώ;»

«Μια μεγάλη ανάγκη, όπως ήδη θα γνωρίζεις. Δεν πέρασαν από εδώ άνθρωποι σταλμένοι από την Τάφκι;»

«Πράγματι, πέρασαν,» ένευσε ο Σάνραντιλ’φεν. «Για να πάνε στην Απολλώνια. Κι απ’όσο ξέρω, είναι τώρα εκεί.» Ύψωσε το χέρι του και άρθρωσε τα λόγια για ένα ξόρκι.

Ο Οδυσσέας νόμισε πως είδε γύρω του το φωτισμό να αλλάζει κάπως· και ήξερε πως τούτο οφειλόταν στους αισθητήρες που χρησιμοποιούσε ο μάγος, προκειμένου να προστατεύει την είσοδο του Φτερωτού Όρους. Ορισμένοι απ’αυτούς είχαν, προς το παρόν, απενεργοποιηθεί.

«Μπορείτε να περάσετε,» είπε ο Σάνραντιλ’φεν.

Ο Οδυσσέας μπήκε στο όχημα, και –καθώς ο μάγος και οι άντρες με τα ρουκετοβόλα παραμέριζαν– η Νελμίρα το οδήγησε στο εσωτερικό της βάσης, εκεί όπου ήταν σταθμευμένα και τα υπόλοιπα οχήματα.

Ο Σάνραντιλ’φεν πλησίασε τούς τρεις επαναστάτες, βαδίζοντας γρήγορα, παρά το γεγονός ότι ήταν, φανερά, μιας κάποιας ηλικίας.

Ο Οδυσσέας, η Νελμίρα, και ο Ράθνης είχαν ήδη βγει απ’το όχημά τους, και τώρα έπαιρναν τα πράγματά τους στους ώμους.

«Εντυπωσιακό όχημα,» παρατήρησε ο Σάνραντιλ’φεν, αγγίζοντας το μεταλλικό του περίβλημα. «Οι παρατηρητές μου δεν το πρόσεξαν να έρχεται, παρά μόνο όταν ήταν πολύ κοντά.»

«Διαθέτει χαμαιλεοντικές ιδιότητες,» εξήγησε ο Οδυσσέας, «από έναν θεό της Φεηνάρκια.»

Ο Σάνραντιλ ύψωσε το ένα του φρύδι. «Θεό;»

«Ναι. Ένας θεός είναι φυλακισμένος μέσα του. Ή, τουλάχιστον, έτσι μου είπαν.»

«Ελπίζω,» είπε ο μάγος με αυστηρή έκφραση, «να μην καταφέρει αυτός ο θεός να δραπετεύσει μέσα στο Φτερωτό Όρος.»

Ο Οδυσσέας μειδίασε. «Κι εγώ το ίδιο εύχομαι, Σάνραντιλ.»

Ο μάγος σταύρωσε τα χέρια του εμπρός του. «Τι θα μπορούσα να κάνω, λοιπόν, για να σας ξεφορτωθώ;»

«Χρειαζόμαστε ένα αεροσκάφος, για να πάμε στην Υπερυδάτια.»

«Το όχημά σας δε νομίζω ότι θα μπορέσετε να το πάρετε μαζί.»

«Το αντιλαμβάνομαι.»

«Σκοπεύετε να φύγετε αμέσως;»

«Το συντομότερο δυνατό.»

«Περιμένετε, τότε,» είπε ο Σάνραντιλ, «για να ετοιμάσουμε το σκάφος.» Και απομακρύνθηκε από τους τρεις τους, πλησιάζοντας ένα από τα αεροσκάφη και μιλώντας με τον έναν από τους δύο άντρες που κάθονταν κοντά του.

«Δε μ’αρέσει αυτός ο τύπος,» είπε η Νελμίρα στον Οδυσσέα.

«Ο Σάνραντιλ;»

Η Νελμίρα ένευσε.

«Όντως, είναι λιγάκι περίεργος. Ή, ίσως, πολύ περίεργος. Ωστόσο, η προσφορά του στην Επανάσταση είναι αξιοσημείωτη εδώ, στη Σάρντλι· και, κατά βάθος, είναι καλή ψυχή.»

«Μάγος, υποθέτω…»

Ο Οδυσσέας ένευσε. «Από το τάγμα των Γαιοδιφών. Οι γνώσεις του είναι που, ουσιαστικά, κρατάνε τούτο το μέρος ασφαλές και κρυμμένο από τους πράκτορες της Παντοκράτειρας.»

Ο Σάνραντιλ’φεν απομακρύνθηκε από τους δύο άντρες μπροστά στο αεροσκάφος και κατευθύνθηκε προς ένα πέρασμα μέσα στα βράχια, όπου και η μορφή του εξαφανίστηκε.

«Παλιότερα,» συνέχισε ο Οδυσσέας, «εργαζόταν για τον Οίκο των Ορειβατών, οι οποίοι υπηρετούν πιστά την Παντοκρατορία. Ύστερα, όμως, συνέβησαν κάποια… επεισόδια ανάμεσα σ’εκείνον και τους Ορειβάτες, κι έφυγε από τη δούλεψή της, για να ενταχθεί στην Επανάσταση. Είναι κι αυτός Πρόμαχος, σαν εμένα.»

Μετά από λίγη ώρα, ο Σάνραντιλ’φεν επέστρεψε κοντά τους, λέγοντας: «Ειδοποίησα τον πιλότο, τη μάγισσα, και τους μηχανικούς, όπως θα μπορείτε να δείτε.»

Πράγματι, κοντά στο αεροσκάφος είχαν συγκεντρωθεί πέντε άνθρωποι, τρεις άντρες και δύο γυναίκες. Η μία από τις γυναίκες πρέπει να ήταν η μάγισσα, στην οποία είχε αναφερθεί ο Σάνραντιλ. Φορούσε λευκό πουκάμισο χωρίς γιακά, μελανό πέτσινο γιλέκο, και ομόχρωμη φούστα από το ίδιο υλικό. Το δέρμα της ήταν κόκκινο και τα μαλλιά της κοντά και μαύρα. Η άλλη γυναίκα πρέπει να ήταν μία από τους μηχανικούς, καθώς ήταν ντυμένη παρόμοια μ’αυτούς και έλεγχε μαζί τους ορισμένα σημεία του σκάφους. Ο πιλότος, ένας μικρόσωμος, λιγνός, χρυσόδερμος άντρας, στεκόταν πλάι στη μάγισσα με τους αντίχειρές του περασμένους στη ζώνη του. Η ενδυμασία του έμοιαζε με τη δική της, με τη διαφορά ότι, αντί για πέτσινη φούστα, εκείνος φορούσε πέτσινο παντελόνι.

Ο Οδυσσέας τον γνώριζε από παλιά. Τη μάγισσα, όμως, πρώτη φορά την έβλεπε.

«Σ’ευχαριστούμε, Σάνραντιλ,» είπε, κι αντάλλαξε μια χειραψία με τον μάγο.

«Καλό σας ταξίδι,» ευχήθηκε εκείνος. «Και δώστε στον Πρίγκιπα Ανδρόνικο τούς χαιρετισμούς μου, όταν τον δείτε.»

Ο Οδυσσέας ένευσε, και μαζί με τους συντρόφους του ζύγωσαν το αεροσκάφος.

«Οδυσσέα!» είπε ο πιλότος, χαμογελώντας.

«Νάρτιλ,» αποκρίθηκε ο Πρόμαχος. «Χαίρομαι που σε ξαναβλέπω.»

«Αυτό σημαίνει ότι δε θα παραπονεθείς πάλι για τον τρόπο που πιλοτάρω;»

«Μόνο αν προσπαθήσεις να μας σκοτώσεις,» είπε ο Οδυσσέας.

Ο Νάρτιλ γέλασε· και ρώτησε: «Ποιοι είναι οι σύντροφοί σου;»

Ο Οδυσσέας τούς σύστησε.

Ο Νάρτιλ σύστησε την ερυθρόδερμη μάγισσα: «Από εδώ η Αλρίβα’σαρ.»

Η κατάληξη ’σαρ σήμαινε πως η γυναίκα ανήκε στο τάγμα των Ερευνητών. Ο Οδυσσέας αναρωτήθηκε πώς είχε καταλήξει μαζί με τους Επαναστάτες. Δεν υπήρχε, όμως, χρόνος για ερωτήσεις τώρα. «Χαίρω πολύ,» είπε μόνο.

Η Αλρίβα έκλινε το κεφάλι της προς το μέρος του. «Παρομοίως, Πρόμαχε.»

Περίμεναν τους μηχανικούς να τελειώσουν τη δουλειά τους, κι ύστερα ανέβηκαν στο αεροσκάφος.

«Βολευτείτε,» είπε ο Νάρτιλ. «Και προσδεθείτε καλά.»

«Μην αρχίσεις τα παλιά σου κόλπα,» τον προειδοποίησε ο Οδυσσέας, αφήνοντας το σάκο του πίσω από ένα κάθισμα.

«Μην ανησυχείς, Πρόμαχε. Σου είπα: θα είμαι φρόνιμος.»

Ο Οδυσσέας, η Νελμίρα, και ο Ράθνης κάθισαν σε αναπαυτικές, δερμάτινες θέσεις και προσδέθηκαν, όπως τους είχε συμβουλέψει ο πιλότος. Η Αλρίβα’σαρ πήγε σε μια άλλη θέση, πίσω απ’αυτούς, και προσδέθηκε κι εκείνη. Έπειτα, άρθρωσε μυστικιστικά λόγια με σταθερή, επίπεδη φωνή που έμοιαζε να γεμίζει το αεροσκάφος. Ο Οδυσσέας δεν είχε ιδέα τι έλεγε, μα ήταν βέβαιος πως αυτά ήταν τα λόγια για τη Μαγγανεία Κινήσεως. Ο μικρός λάκκος μπροστά στα πόδια της μάγισσας –ο οποίος ήταν πλημμυρισμένος από μικροσκοπικά κάτοπτρα, καλώδια, και κυκλώματα– φώτισε με πράσινη ακτινοβολία.

«Είμαστε έτοιμοι,» είπε ο Νάρτιλ, και πάτησε ένα μεγάλο πλήκτρο στην κονσόλα εμπρός του. Τα συστήματα του αεροσκάφους ενεργοποιήθηκαν πλήρως. Φωτάκια, οθόνες, και ενδείξεις άναψαν.

Και ο ήχος των προωθητήρων ακούστηκε δυνατός.

Οι επαναστάτες ήταν κλεισμένοι μέσα σ’ένα γυάλινο σκέπαστρο, και, κοιτάζοντας επάνω, μπορούσαν να δουν την ψηλή, θολωτή οροφή της βάσης, η οποία ερχόταν ολοένα και πιο κοντά τους, καθώς το σκάφος υψωνόταν.

«Δεν υπάρχει άνοιγμα!» είπε η Νελμίρα στον Οδυσσέα.

«Υπάρχει,» αποκρίθηκε εκείνος. «Οι πέτρες είναι εικονική προβολή, όπως και πριν.»

Το αεροσκάφος πέρασε μέσα από την οροφή και βγήκε στον ουρανό της Σάρντλι, πάνω απ’τα βουνά. Οι προωθητήρες του άλλαξαν κατεύθυνση: από κάθετη θέση πήραν οριζόντια· ο Οδυσσέας μπορούσε να το δει σε μια από τις ενδείξεις στην κονσόλα του Νάρτιλ. Το σκέπαστρο πάνω απ’τους επαναστάτες έκλεισε· το γυαλί καλύφτηκε από σκληρό μέταλλο: τα μόνα ανοίγματα που έμειναν ήταν στις πλευρές και μπροστά.

Το αεροσκάφος επιτάχυνε, ταξιδεύοντας ευθύγραμμα, αλλά με ανοδική κλίση, αφήνοντας τη γη της Σάρντλι ολοένα και πιο μακριά του. Σύντομα, βρέθηκε πάνω απ’τα σύννεφα, και οι επαναστάτες δεν μπορούσαν να δουν τίποτα πλέον από κάτω τους. Τίποτα, εκτός από λευκές, άμορφες μάζες.

«Στο σημείο μετάβασης μπορεί να ζαλιστείτε λίγο,» προειδοποίησε ο Νάρτιλ.

«Το ξέρουμε, επιστήμονα,» του είπε ο Οδυσσέας.

«Δεν το είπα για σένα, Πρόμαχε, αλλά για τους συντρόφους σου.»

«Κι εκείνοι το ξέρουν.»

«Αυτό είναι ευτυχές.» Ο Νάρτιλ επιτάχυνε κι άλλο. Το σκάφος τους χάθηκε μες στους ουρανούς. Παντού γύρω τους ήταν ένα ατελείωτο γαλάζιο…

…κι έπειτα, ο Οδυσσέας διέκρινε το σημείο μετάβασης: αυτή τη σχεδόν αδιόρατη μεταβολή του χρώματος, της υφής, και της κλίσης.

Ο Νάρτιλ πιλόταρε το αεροσκάφος καταπάνω του, και πέρασαν στον Αιθέρα.

*

Το αεροσκάφος βγήκε απ’τον Αιθέρα, μπαίνοντας στον ουρανό της Υπερυδάτιας, πάνω από την ηπειρόνησο που ήταν γνωστή ως Κεντρυδάτια. Η Υπερυδάτια είχε άλλες δύο υπειρόνησους, την Ιχθυδάτια και την Μικρυδάτια, και όλες τους έπλεαν επάνω σ’έναν απέραντο ωκεανό. Ποτέ δεν ήταν σταθερές, πάντοτε βρίσκονταν εν κινήσει· οι επιστήμονες, όμως, και οι μάγοι υποστήριζαν πως οι κινήσεις τους δεν ήταν τυχαίες, παρά ακολουθούσαν μια συγκεκριμένη λογική. Έτσι, βγαίνοντας κανείς από τον Αιθέρα, μπορούσε να γνωρίζει ακριβώς πάνω από ποια ηπειρόνησο θα βρισκόταν.

«Δεν είχες παράπονο, Πρόμαχε, είχες;» ρώτησε ο Νάρτιλ. «Ήμουν φρόνιμος ή όχι;»

«Οφείλω να ομολογήσω πως με εξέπληξες,» αποκρίθηκε ο Οδυσσέας.

«Πού θέλεις να σας αφήσω, λοιπόν;»

«Στη συμβολή των ποταμών Λόρνου και Λάηκου.»

«Πηγαίνεις κατευθείαν στους Βαλτότοπους των Όφεων, ε;»

«Δεν υπάρχει λόγος να καθυστερήσουμε.»

Το αεροσκάφος πέταξε πάνω από ένα ορεινό τοπίο κι ύστερα πάνω από έναν μεγάλο ποταμό, ο οποίος εκπήγαζε από τα βουνά και κυλούσε κατά μήκος μιας εύφορης πεδιάδας. Ο ποταμός ονομαζόταν Λόρνος και περίπου στη μέση του γεννούσε έναν άλλο, όχι και τόσο μικρότερο ποταμό, ο οποίος ονομαζόταν Λάηκος. Στις εκβολές του Λόρνου ήταν οικοδομημένη η Ελόπολη. Στις εκβολές του Λάηκου, πολλά χιλιόμετρα προς τα νοτιοανατολικά, η Ριλιάδα. Ανάμεσα στους δύο ποταμούς εκτείνονταν οι Βαλτότοποι των Όφεων, ένα μέρος άκρως επικίνδυνο, όχι μόνο εξαιτίας της απατηλής του φύσης και της κινούμενης άμμου, αλλά και –κυρίως– εξαιτίας των ερπετών που περιφέρονταν εδώ και το δάγκωμά τους προκαλούσε ένα σωρό ασθένειες. Οι γηγενείς απέφευγαν τους βαλτότοπους, κι επομένως οι επαναστάτες είχαν βρει ένα καλό σημείο για να φτιάξουν μία ακόμα από τις βάσεις τους…

Το αεροσκάφος έφτασε στη συμβολή των ποταμών, έκανε έναν κύκλο από πάνω της, και έστρεψε τους προωθητήρες του κάθετα, μειώνοντας σταδιακά την ισχύ τους και κατεβαίνοντας. Δεν προσγειώθηκε, όμως, στο λασπώδες έδαφος. Σταμάτησε περίπου δέκα μέτρα από πάνω του, μια μικρή θύρα άνοιξε στα πλευρά του αεροσκάφους, και μια ανεμόσκαλα έπεσε.

«Καλή τύχη, Πρόμαχε,» ευχήθηκε ο Νάρτιλ.

«Και σε σένα,» απάντησε ο Οδυσσέας, κι άρχισε να κατεβαίνει πρώτος.

Ο Ράθνης και η Νελμίρα τον ακολούθησαν, και βρέθηκαν κι οι τρεις τους να πατάνε τα μποτοφορεμένα τους πόδια στο ελώδες έδαφος της πιο νοτιοδυτικής γωνίας των Βαλτότοπων των Όφεων. Αντίκρυ τους, η βλάστηση των ελών πύκνωνε με βρύα, βούρλα, ιτιές, και άλλα ελοχαρή φυτά. Μια αραιή ομίχλη κάλυπτε τα πάντα.

Οι δίδυμοι ήλιοι στον ουρανό της Υπερυδάτιας βρίσκονταν κοντά στη Δύση, και οι σκιές σ’όλο τον τόπο ήταν λιγνές και μακριές. Η θερμότητα δεν είχε καμία σχέση μ’αυτή της Σάρντλι. Παρά τους δύο ήλιους, το κλίμα εδώ ήταν πολύ πιο ψυχρό· και, καθώς βράδιαζε, φαινόταν ότι θα γινόταν ακόμα ψυχρότερο.

Το αεροσκάφος του Νάρτιλ υψώθηκε στον ουρανό και έφυγε, αφήνοντας τους τρεις επαναστάτες μόνους στα έλη.

«Ας βρούμε ένα μέρος για να κατασκηνώσουμε,» πρότεινε ο Οδυσσέας. «Δεν είναι κανείς να διασχίζει τούτους τους τόπους μες στη νύχτα.»

Η Νελμίρα ένευσε, γιατί γνώριζε τους Βαλτότοπους των Όφεων· είχε ξαναπεράσει από εδώ και παλιότερα.

Οι τρεις επαναστάτες μπήκαν στη βλάστηση με προσοχή. Ο Οδυσσέας κρατούσε το πιστόλι του, η Νελμίρα το κυνηγετικό της τουφέκι, και ο Ράθνης το σπαθί του. Η ερυθρόδερμη Φεηνάρκια ήταν που βάδιζε πρώτη, μερικά βήματα μπροστά από τους δύο άντρες, διότι γνώριζε καλύτερα απ’αυτούς πώς να διασχίζει τέτοιου είδους αφιλόξενα εδάφη, και πώς ν’αποφεύγει τις παγίδες τους.

Σύντομα, πατούσαν σε βρόμικα, στάσιμα νερά, και τα πλάσματα που κολυμπούσαν γύρω τους ήταν ευδιάκριτα, ακόμα και μέσα στο αυξανόμενο σκοτάδι του σούρουπου. Επρόκειτο για μικρά όντα, ερπετοειδή, βατραχοειδή, ή έντομα, φαινομενικά άκακα. Ο Οδυσσέας, όμως, τα φοβόταν, καθώς ήξερε πολύ καλά πως ποτέ δεν έπρεπε να κρίνεις τίποτα από την εξωτερική του εμφάνιση. Αυτά τα πλάσματα μπορεί να ήταν μικρά, αλλά ίσως το δάγκωμά τους –ή ακόμα και το άγγιγμά τους– να ήταν δηλητηριώδες ή να μετέδιδε ασθένειες. Η Νελμίρα, ωστόσο, δεν έμοιαζε να διστάζει να περάσει ανάμεσά τους, κι αυτό έδινε στον Οδυσσέα μια κάποια βεβαιότητα· είχε εμπιστοσύνη στις υπαίθριες γνώσεις και ικανότητες της Φεηνάρκιας.

Το νερό άρχισε να βαθαίνει: πέρασε το ύψος των μποτών τους και έφτασε στα γόνατά τους. Ο Πρόμαχος ανησύχησε· αλλά η Νελμίρα δεν άργησε να τους οδηγήσει επάνω σ’ένα ύψωμα του εδάφους –ή, μάλλον, του πυθμένα– και, τελικά, σ’ένα στεγνό κομμάτι γης. Στεγνό, αν και λασπώδες, φυσικά. Τριγύρω υπήρχαν ιτιές, που άπλωναν τα κλωνάρια τους σαν μακριά, παράλυτα χέρια.

«Αυτό,» είπε η Νελμίρα, «μοιάζει καλό μέρος για να κατασκηνώσουμε.»

Κανείς δεν έφερε αντίρρηση.

Πρώτη σκοπιά φύλαξε ο Ράθνης, καθισμένος πλάι στη φωτιά τους και έχοντας στα γόνατά του ένα τουφέκι. Το σπαθί του το είχε καρφωμένο στο χώμα πλάι του. Τα μάτια του παρατηρούσαν στωικά τα σκοτάδια του βάλτου, αλλά με ετοιμότητα. Σε κάποια στιγμή, είδε ένα μακρύ έντομο με δεκάδες πόδια να πλησιάζει την κοιμισμένη μορφή του Οδυσσέα. Τράβηξε το ξίφος του από τη γη και το αποκεφάλισε με μια απλή, γρήγορη κίνηση που έμοιαζε να του βγαίνει εντελώς φυσικά. Ο Πρόμαχος δεν ξύπνησε, και ο Ράθνης επέστρεψε το λεπίδι στη θέση του και συνέχισε τη σκοπιά.

Τη δεύτερη βάρδια τη φύλαξε ο Οδυσσέας, τυλιγμένος στην κάπα του και ρίχνοντας μερικά ξύλα στη φωτιά για να τη δυναμώσει. Καθώς καθόταν, γυάλιζε τα όπλα του. Οι αισθήσεις του, όμως, συνέχιζαν να βρίσκονται σε εγρήγορση, και δεν άκουσε, ούτε είδε, τίποτα το ασυνήθιστο για τους Βαλτότοπους των Όφεων. Τα φτερωτά έντομα που περιφέρονταν γύρω από τις φλόγες τον είχαν ζαλίσει, μα δεν έκανε καμία κίνηση για να τα διώξει. Έτσι κι αλλιώς, αν τα έδιωχνε, άλλα θα έρχονταν.

Η Νελμίρα φύλαξε την τελευταία σκοπιά. Κάθισε πλάι στη φωτιά και άνοιξε το χάρτη που είχαν για τούτα τα μέρη. Τη θέση της βάσης της Επανάστασης την ήξερε μόνο από τις συντεταγμένες· όπως και η θέση του Φτερωτού Όρους, δεν ήταν σημειωμένη στο χαρτί, για λόγους ασφάλειας. Κρίνοντας από το μέρος όπου βρίσκονταν εκείνη κι οι σύντροφοί της, υπολόγιζε ότι θα χρειάζονταν τουλάχιστον τρεις μέρες οδοιπορίας μέσα στα έλη, μέχρι να φτάσουν στον προορισμό τους. Θα ήταν, αναμφίβολα, μια κάποια ταλαιπωρία. Όμως οι επαναστάτες δεν ήταν ασυνήθιστοι στις ταλαιπωρίες…

Ο Οδυσσέας θα μπορούσε, βέβαια, να είχε πει στον Νάρτιλ να πάει το αεροσκάφος του ακριβώς πάνω από τη βάση και να τους αφήσει εκεί. Αλλά δεν το είχε κάνει· και η Νελμίρα καταλάβαινε γιατί. Ήταν κι αυτό για λόγους ασφάλειας. Αν κάποιος παρακολουθούσε τούτα τα μέρη, ή το αεροσκάφος, θα του αποκάλυπταν έτσι τη θέση της βάσης.

Η Νελμίρα τύλιξε τον χάρτη και τον πέρασε μέσα στην κυλινδρική θήκη του. Τον έβαλε στο σάκο της κι έπιασε από κάτω το κυνηγετικό της τουφέκι.

Οι ήλιοι είχαν αρχίσει να ανατέλλουν. Το φως τους έσχιζε την ομίχλη των βάλτων κι έκανε το νερό να χρυσαφίζει. Πουλιά ακούγονταν να κρώζουν και να τιτιβίζουν, για να καλωσορίσουν την καινούργια ημέρα–

Κι ένας άλλος ήχος.

Η Νελμίρα τέντωσε τ’αφτιά της.

Ομιλίες. Σιγανές μεν, αλλά σίγουρα ομιλίες.

Και βήματα. Κινήσεις μέσα στα στάσιμα νερά.

Η Νελμίρα έσβησε, βιαστικά, τη φωτιά εμπρός της, πατώντας την με τη μπότα της. Ευτυχώς, δεν ήταν πολύ δυνατή πλέον· δεν την είχε ταΐσει πάλι με ξύλα καθώς το πρωί πλησίαζε.

Ζύγωσε τους συντρόφους της, για να τους ξυπνήσει, και τους έκανε νόημα να μείνουν σιωπηλοί, ψιθυρίζοντάς τους ότι κάποιοι έρχονταν.

Ο Οδυσσέας κι ο Ράθνης, αμέσως, σηκώθηκαν και πήραν τους σάκους και τα όπλα τους.

Τώρα μπορούσαν όλοι τους, όχι μόνο ν’ακούσουν ότι κάποιοι έρχονταν, αλλά και να δουν τις φιγούρες τους μες στην ομίχλη και στο φως της χαραυγής. Επίσης, ήταν φανερό ότι η μία απ’αυτές τις φιγούρες κρατούσε έναν δυνατό φακό.

Οι επαναστάτες απομακρύνθηκαν, βιαστικά, απ’τη θέση τους και κρύφτηκαν σ’ένα σημείο όπου οι ιτιές πρόσφεραν απλόχερα την κάλυψή τους.

Οι φιγούρες πλησίασαν, και οι ενδυμασίες τους φανερώθηκαν, καθώς και το έμβλημα που είχαν επάνω τους. Ένα έμβλημα που και οι τρεις επαναστάτες αναγνώριζαν: αυτό της Παντοκρατορίας.

Πολεμιστές της Παντοκράτειρας; απόρησε ο Οδυσσέας. Πολεμιστές της Παντοκράτειρας, εδώ, μέσα στους Βαλτότοπους των Όφεων; Μονάχα έναν λόγο μπορούσε να σκεφτεί για να συμβαίνει κάτι τέτοιο: Έχουν πληροφορίες για τη βάση μας. Προσπάθησε, όμως, να παραμείνει ψύχραιμος. Εξάλλου, ίσως να έκανε λάθος. Ίσως ετούτοι οι στρατιώτες να αναζητούσαν κάτι άλλο. Αλλά, ακόμα κι αν δεν έκανε λάθος, πάλι όφειλε να κρατήσει την ψυχραιμία του.

Και πρέπει να φτάσω στη βάση, για να μάθω τι αληθινά συμβαίνει.

Το πράγμα περιπλεκόταν. Είχε έρθει εδώ για να ζητήσει βοήθεια από τους επαναστάτες, αλλά ίσως, τελικά, αυτοί να χρειάζονταν βοήθεια. Κι αναρωτιόταν αν, δεδομένης της κατάστασης στην Απολλώνια, μπορούσε να τους την προσφέρει…

Η Νελμίρα έκανε νόημα ν’απομακρυνθούν κι άλλο, κι ο Οδυσσέας δε διαφώνησε. Ακολούθησε, μαζί με τον Ράθνη, την ερυθρόδερμη γυναίκα μέσα στην ελώδη βλάστηση. Τα βήματά τους ήταν, συγχρόνως, γρήγορα και αθόρυβα· οι Παντοκρατορικοί δεν έπρεπε να τους πάρουν είδηση.

Όταν βρίσκονταν αρκετά μακριά, και σ’ένα σημείο του βάλτου όπου ήταν βέβαιοι πως δεν τους παρακολουθούσε κανένας, η Νελμίρα είπε: «Είδατε το σύμβολο στις στολές τους;»

«Φυσικά και το είδαμε,» αποκρίθηκε ο Οδυσσέας.

«Τι κάνουν αυτοί εδώ; Μοιάζει κάτι να ψάχνουν.»

«Την ίδια σκέψη έκανα κι εγώ.»

«Και πού κατέληξες;»

«Ίσως να ψάχνουν τη βάση.»

Η Νελμίρα δε μίλησε. Τα χείλη της ήταν σφιγμένα.

«Ή ίσως,» πρόσθεσε ο Οδυσσέας, «να την έχουν ήδη βρει και να καταδιώκουν τους επαναστάτες που τους ξέφυγαν μες στα έλη.»

«Πραγματικά, το πιστεύεις αυτό;»

«Ελπίζω να κάνω λάθος.»

«Μπορεί να συμβαίνει και κάτι άλλο,» είπε η Νελμίρα. «Πολλά άλλα πράγματα.»

«Θα πρέπει να πάμε στη βάση, για να το ανακαλύψουμε.»

Από πάνω τους, ακούστηκε ένας θόρυβος. Από έλικες.

Οι επαναστάτες έσκυψαν και καλύφτηκαν μες στα βούρλα. Κοιτάζοντας ψηλά, είδαν, ανάμεσα από τις φυλλωσιές των ελοχαρών δέντρων, ένα ελικόπτερο να κάνει κύκλους στον ουρανό. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι ήταν της Παντοκράτειρας, αλλά ο Οδυσσέας έβγαλε, για καλό και για κακό, τα κιάλια του, ώστε να ελέγξει. Και, φυσικά, το έμβλημα στα πλευρά του αεροσκάφους ήταν αυτό που περίμενε.

«Ναι,» μουρμούρισε, «σίγουρα ψάχνουν για κάτι, οι καταραμένοι μπάσταρδοι…»

«Ίσως αυτό το ‘κάτι’ να είμαστε εμείς, Πρόμαχε,» είπε ο Ράθνης.

«Δεν είναι δυνατόν να γνώριζαν ότι θα έρθουμε εδώ!» διαφώνησε η Νελμίρα, έντονα, αλλά όχι μεγαλόφωνα· η φωνή της εξακολουθούσε νάναι χαμηλωμένη.

«Τα πάντα είναι δυνατά–»

«Δεν έχει νόημα να κάνουμε τέτοιες υποθέσεις, ετούτη τη στιγμή,» τους διέκοψε ο Οδυσσέας. «Αν ο στόχος τους είμαστε εμείς, πρέπει να φτάσουμε στη βάση, χωρίς να μας εντοπίσουν. Αν δεν είμαστε εμείς, τότε πάλι καλύτερα να μη μας βρουν.»

«Οδυσσέα,» είπε η Νελμίρα, «αν πάμε στη βάση και ανακαλύψουμε ότι την έχουν καταλάβει, τι θα κάνουμε;»

«Θα πρέπει να φύγουμε απ’την Υπερυδάτια, το συντομότερο δυνατό.» Έχοντας χάσει τους συμμάχους που θα μπορούσαμε να στείλουμε στον Ανδρόνικο, στην Απολλώνια…

*

Όλη την υπόλοιπη ημέρα διέσχιζαν τους βάλτους με οδηγό τη Νελμίρα. Και, εκτός από τους συνηθισμένους κινδύνους ετούτων των τόπων, είχαν να αντιμετωπίσουν και τον κίνδυνο των στρατιωτών της Παντοκράτειρας, οι οποίοι αποδείχτηκαν περισσότεροι απ’όσοι ο Οδυσσέας υπολόγιζε. Σα μυρμήγκια είχαν μαζευτεί στους Βαλτότοπους των Όφεων, οι τρισκατάρατοι! Τι στις Φωτιές του Μαύρου Νάρζουλ αναζητούσαν εδώ; Δε μπορεί όλοι αυτοί να ήρθαν για εμάς και μόνο!

Τώρα, όμως, θα γνώριζαν πλέον για την παρουσία τους. Θα είχαν εντοπίσει τα απομεινάρια της φωτιάς, όταν εκείνοι απομακρύνθηκαν βιαστικά από το σημείο της κατασκήνωσής τους. Ή, τουλάχιστον, αυτό ήταν το λογικό να είχαν κάνει, εκτός αν ήταν τελείως άχρηστοι. Και δε σε ωφελεί ποτέ να υποθέτεις ότι ο εχθρός είναι τελείως άχρηστος. Καλύτερα πάντα να υποθέτεις ότι είναι καλός, πολύ καλός, και να είσαι προσεχτικός μαζί του.

Οι στρατιώτες της Παντοκρατορίας, ορισμένες φορές, βρέθηκαν σε μικρή απόσταση από τους τρεις επαναστάτες. Σε απόσταση όπου θα μπορούσαν, άνετα, να τους είχαν δει. Μονάχα η ομίχλη των βάλτων και οι ικανότητες της Νελμίρα τούς γλίτωσαν από τον εντοπισμό. Μια φορά, μάλιστα, αναγκάστηκαν να βουτήξουν μες στα βρόμικα, ελώδη νερά και να κρατήσουν την αναπνοή τους. Μια άλλη φορά, κρύφτηκαν στο πλάι μιας λασπώδους νησίδας, ενώ από πάνω τους περνούσαν τουλάχιστον είκοσι πολεμιστές, οι οποίοι είχαν μαζί τους τρία ατσαλόποδα: μηχανικά κατασκευάσματα με τέσσερα πόδια, τα οποία περπατούσαν φορτιζόμενα με ενέργεια, και χρησιμοποιούνταν, κυρίως, για τη μεταφορά εφοδίων. Η ταχύτητα που μπορούσαν να αναπτύξουν ήταν μικρή: όχι περισσότερη από το γρήγορο βάδισμα ενός ανθρώπου.

«Αυτοί οι τύποι,» ψιθύρισε η Νελμίρα στον Οδυσσέα, όταν οι Παντοκρατορικοί βρίσκονταν μακριά τους, «μοιάζουν να πηγαίνουν στον πόλεμο.»

«Αλλά, μέχρι στιγμής, δεν έχουμε δει την αντίπαλη παράταξη…» είπε ο Πρόμαχος.

Ίσως, όμως, πρόσθεσε νοερά, η αντίπαλη παράταξη να έχει δει εμάς… Μια σκέψη που πέρασε φευγαλέα απ’το νου του, χωρίς συγκεκριμένο λόγο. Και, κατά πάσα πιθανότητα, ήταν ανούσια. Εξάλλου, τι είδους «παράταξη» (εξαιρουμένων των επαναστατών, φυσικά) θα μπορούσε να υπάρχει εδώ, μες στους βάλτους; Τίποτα παραμυθένια ξωτικά που γίνονταν ένα με το νερό, τις πέτρες, και τα δέντρα;

Πλησίαζε η νύχτα –το φως στα έλη ήταν ελάχιστο, οι σκιές μεγάλες, και η ομίχλη πυκνή– όταν τους εντόπισαν. Ο Οδυσσέας δεν μπορούσε να καταλάβει πώς τους βρήκαν, αλλά τους είχαν βρει.

Τέσσερις πολεμιστές παρουσιάστηκαν εμπρός τους, ξεπροβάλλοντας μέσα από τα βούρλα και έχοντας τα τουφέκια τους υψωμένα. Την ίδια στιγμή, πίσω από τους επαναστάτες, ακούστηκε ο ήχος βημάτων στο στάσιμο, χαμηλό νερό· και, στρεφόμενοι, είδαν άλλους τέσσερις πολεμιστές να έρχονται, σημαδεύοντάς τους επίσης. Από τα δεξιά παρουσιάστηκαν τέσσερις ακόμα, όπως κι από τ’αριστερά, βγαίνοντας από την κάλυψη του σκοταδιού. Μαζί μ’αυτούς στα δεξιά ήταν κι ένα ατσαλόποδο.

«Πετάξτε τα όπλα σας!» φώναξε ένας. «Παραδοθείτε και δε θα πεθάνετε! Σας θέλουμε ζωντανούς.»

Ο Οδυσσέας κοίταξε τους εχθρούς ολόγυρα. Αδύνατον να τους νικήσουμε. Απλά, αδύνατον. «Καλύτερα να κάνουμε ό,τι λέει,» είπε στους συντρόφους του· και έβγαλαν τα όπλα τους, πετώντας τα στο λασπώδες έδαφος.

Οι στρατιώτες τα πήραν και, πλησιάζοντάς τους, τους έψαξαν πατόκορφα, μήπως είχαν κανένα άλλο όπλο κρυμμένο επάνω τους. Δε βρήκαν τίποτα, όμως.

Τους φόρεσαν χειροπέδες, δένοντας τα χέρια τους πίσω απ’την πλάτη, και προσάρτησαν τα δεσμά σε μια αλυσίδα που ξεκινούσε απ’το οπίσθιο μέρος του ατσαλόποδου. Δεν τους έδωσαν καμία εξήγηση γιατί τους αιχμαλώτιζαν· θα μπορούσαν, κάλλιστα, να έψαχναν γι’αυτούς εξαρχής, ή θα μπορούσαν να τους είχαν εντοπίσει τυχαία και να είχαν αποφασίσει, καλού-κακού, να τους συλλάβουν.

Τα όπλα και τους σάκους τους τα φόρτωσαν στο ατσαλόποδο, και ξεκίνησαν να τους τραβάνε μέσα στους βάλτους.

«Πού μας πηγαίνετε;» ρώτησε ο Οδυσσέας, μην περιμένοντας πραγματική απάντηση, αλλά θέλοντας να δει την αντίδρασή τους.

«Σε κάποιον που σας γνωρίζει καλύτερα από εμένα,» αποκρίθηκε μια γυναίκα, που πρέπει να ήταν λοχαγός, αν έκρινε κανείς απ’τη στολή της. «Και μη νομίζετε ότι ο σύντροφός σας θα μπορέσει να παραμείνει κρυμμένος για πολύ.»

Ο σύντροφός μας; «Μας έχετε μπερδέψει για άλλους,» της είπε ο Οδυσσέας, πράγμα το οποίο, σίγουρα, δεν ήταν ψέμα. Φαίνεται ν’αναζητούν τέσσερις ανθρώπους, όχι τρεις.

Η λοχαγός δεν του αποκρίθηκε.

Ένας στρατιώτης την πλησίασε και της ψιθύρισε κάτι στ’αφτί, ενώ με τις άκριες των ματιών του κοίταζε τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του. Η λοχαγός στράφηκε να τους κοιτάξει επίσης. Ανασήκωσε τους ώμους και είπε κάτι στον στρατιώτη. Εκείνος απομακρύνθηκε, γνέφοντας.

Πρέπει να το έχουν καταλάβει, σκέφτηκε ο Οδυσσέας. Πρέπει να έχουν καταλάβει ότι δεν είμαστε οι άνθρωποι που ψάχνουν. Αναμφίβολα, αυτοί δε μοιάζουν μ’εμάς. Εξάλλου, εκείνος είχε δέρμα λευκό-ροζ, η Νελμίρα κόκκινο, και ο Ράθνης κατάλευκο. Αν οι Παντοκρατορικοί έψαχναν ανθρώπους από την Υπερυδάτια, οι συνηθισμένοι δερματικοί χρωματισμοί σε τούτη τη διάσταση ήταν λευκό-ροζ, γαλάζιο, και πράσινο. Αυτό σήμαινε ότι ήταν πολύ περίεργο να συναντήσεις μια ερυθρόδερμη γυναίκα κι έναν λευκόδερμο άντρα στην ίδια μικρή ομάδα.

Από την άλλη, βέβαια, οι Παντοκρατορικοί ίσως να κυνηγούσαν κάποιους επαναστάτες από διαφορετική διάσταση, όχι από την Υπερυδάτια· και, σ’αυτή την περίπτωση, οτιδήποτε μπορεί να ίσχυε…

Οι στρατιώτες, όμως, δεν κατάφεραν να πάνε μακριά τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του. Μέσα από το σκοτάδι των βάλτων, πυροβολισμοί ήρθαν, και οι Παντοκρατορικοί άρχισαν να σωριάζονται ο ένας κατόπιν του άλλου.

«Ανταποδώστε!» ούρλιαξε η λοχαγός, κρατώντας το χτυπημένο της χέρι. «Ανταποδώστε!»

Και οι πολεμιστές της έκαναν ό,τι καλύτερο μπορούσαν, ενώ ο Οδυσσέας, η Νελμίρα, κι ο Ράθνης κρύβονταν κάτω απ’το σταματημένο ατσαλόποδο, για να καλυφτούν από τις ριπές.

Η λοχαγός έπεσε στο ένα γόνατο και τράβηξε το πιστόλι της, ρίχνοντας μες στο σκοτάδι, εκεί όπου ο Οδυσσέας μπορούσε να διακρίνει μια σκιερή μορφή–

–και μετά, η μορφή εξαφανίστηκε, σα νάχε, ξαφνικά, κυλιστεί στις λάσπες του βάλτου, πίσω απ’τα βρύα· μα δεν μπορούσε νάναι και σίγουρος.

Μια σφαίρα βρήκε τη λοχαγό στο αριστερό μάτι, σκοτώνοντάς την.

Παντού γύρω, οι στρατιώτες της δε φαινόταν να τα πηγαίνουν καλύτερα, αν και ο Οδυσσέας είχε την εντύπωση ότι οι επιτιθέμενοι ήταν λιγότεροι από αυτούς: πολύ λιγότεροι. Ίσως λιγότεροι κι από τους μισούς. Πόσοι είναι, μα τον Απόλλωνα; Τέσσερις; Πέντε; Όποιοι κι αν είναι, πάντως, είναι καλοί. Και δεν αποκλείεται να ήταν επαναστάτες· πιθανώς, από τη βάση στους βάλτους. Εξάλλου, αν οι Παντοκρατορικοί αναζητούσαν κάποιους εδώ, οι επαναστάτες του μέρους, μάλλον, δε θα ήθελαν να τους αφήσουν να τους βρουν. Διακινδυνεύουν έτσι τη θέση τους, όμως. Ίσως να προδώσουν τη βάση, δίχως να το θέλουν.

Οι πυροβολισμοί σταμάτησαν.

Οι μαχητές της Παντοκράτειρας είχαν ηττηθεί. Οι περισσότεροι κείτονταν νεκροί στις λάσπες του βάλτου· οι υπόλοιποι έτρεχαν να φύγουν, μες στην ομίχλη και στο σκοτάδι. Οι κίνδυνοι των ελών θα αποτελείωναν αρκετούς απ’αυτούς, αν οι σύντροφοί τους δεν ήταν κάπου κοντά για να τους βοηθήσουν.

Ο Οδυσσέας, η Νελμίρα, και ο Ράθνης βγήκαν απ’την κάλυψή τους, και είδαν μια φιγούρα να ξεπροβάλλει απ’το σκοτάδι. Το φως του ατσαλόποδου αποκάλυψε τα χαρακτηριστικά της, καθώς πλησίαζε.

Ήταν μια γυναίκα, με κάπα στους ώμους και ντυμένη με μαύρη στολή. Τα μαλλιά της ήταν ξανθά και δεμένα πίσω απ’το κεφάλι της. Το πρόσωπό της ήταν λερωμένο απ’τις λάσπες του βάλτου. Στα χέρια της βαστούσε ένα τουφέκι. Το δέρμα της ήταν λευκό.

Και ο Οδυσσέας την ήξερε.

«Ιωάννα;» έκανε, έκπληκτος. Αυτή η γυναίκα ήταν Μαύρη Δράκαινα, και την τελευταία φορά που εκείνη κι ο Οδυσσέας είχαν συναντηθεί ήταν στο υποποτάμιο άντρο της Αλβέρια και στον Δύτη. Μετά, ο Ανδρόνικος την είχε στείλει σε μια αποστολή, προτού εκείνος κατευθυνθεί προς την Απολλώνια. Την είχε στείλει σε μια αποστολή, μαζί με τον μάγο Σέλιρ’χοκ. Και, κανονικά, θα έπρεπε τώρα κι οι δυο τους να βρίσκονταν στις Αιωρούμενες Νήσους και στο Πορφυρό Κενό, αναζητώντας ένα απομεινάρι από τον Ενιαίο Κόσμο, ώστε να το βρουν πριν από την Παντοκράτειρα.

«Δεν περίμενα να σε δω εδώ, Οδυσσέα,» είπε η Ιωάννα. «Ούτε αιχμάλωτο.»

«Το ίδιο μπορώ να πω κι εγώ για σένα. Γιατί είσαι εδώ; Και πού είναι ο Σέλιρ’χοκ;»

«Εδώ είμαι, Πρόμαχε.» Ο μάγος ξεπρόβαλε πίσω από ένα ελοχαρές δέντρο. Το κατάμαυρο δέρμα του γινόταν ένα με τις σκιές. Στο δεξί του χέρι κρατούσε το μακρύ ραβδί του, που ήταν γεμάτο κατά το ένα τρίτο με καλώδια και κάτοπτρα. «Αλλά καλύτερα να μην καθυστερούμε πολύ. Μπορεί να μπλοκάρω τον καταραμένο Βιοσκόπο, μα υπάρχουν πάντα και τα συμβατικά μέσα εντοπισμού. Κουνηθείτε!»

«Βιοσκόπος;» έκανε ο Οδυσσέας. Έτσι μας βρήκαν; Έχουν μαζί τους μάγο που εντοπίζει ζωτικές ενέργειες;

«Γυρίστε,» είπε η Ιωάννα, «για να σπάσω τα δεσμά σας.»

Ο Οδυσσέας κι οι σύντροφοί του υπάκουσαν, ενώ, συγχρόνως, δύο ακόμα σκιερές φιγούρες έβγαιναν απ’το σκοτάδι. Η Μαύρη Δράκαινα έβαλε το τουφέκι της στον ώμο, τράβηξε το πιστόλι της, και έσπασε τις αλυσίδες των χειροπεδών, πυροβολώντας τες.

Ο Οδυσσέας, η Νελμίρα, και ο Ράθνης άρπαξαν αμέσως τα όπλα και τους σάκους τους από τη ράχη του ατσαλόποδου–

Κι ύστερα, πρόσεξαν τον έναν απ’τους δύο άντρες που είχαν παρουσιαστεί.

Ερυθρόδερμος. Ψηλός. Κατάλευκα μαλλιά. Μικρό γένι στο σαγόνι. Ψυχρά, γκρίζα, μυστηριώδη μάτια.

Αδύνατον! Η σκέψη πέρασε σαν αστραπή απ’το νου του Οδυσσέα. Αδύνατον!

Υψώνοντας το πιστόλι του, τον σημάδεψε. «Σωσίας;»

«Όχι,» αποκρίθηκε, ήρεμα, ο άντρας που ονομαζόταν Τάμπριελ, Πρίγκιπας Τάμπριελ, και ήταν ένας από τους συζύγους της Παντοκράτειρας.

«Δε συμβαίνει, όμως, αυτό που νομίζετε,» είπε η Ιωάννα.

Ο Οδυσσέας έστρεψε το βλέμμα του, για να την κοιτάξει, γεμάτος απορία.

Η Νελμίρα, όμως, αγνόησε τελείως τη Μαύρη Δράκαινα, και ύψωσε το πιστόλι της· γιατί ο Τάμπριελ ήταν συμπατριώτης της, από τη Φεηνάρκια, και προδότης. Και στους προδότες άξιζε μόνο θάνατος στο μυαλό της.

Η Ιωάννα τής κατέβασε απότομα το όπλο, αφήνοντας τη σφαίρα να χωθεί στις λάσπες. «Είναι με το μέρος μας!»

«Σας λέει ψέματα!» γρύλισε η Νελμίρα, μοιάζοντας έτοιμη να χιμήσει στη Μαύρη Δράκαινα.

«Μην καθυστερούμε άλλο,» είπε ο δεύτερος άντρας που είχε εμφανιστεί. «Πάμε, και θα σας εξηγήσουμε μετά.» Ήταν κι αυτός ψηλός, και είχε μαύρα, κοντά μαλλιά και λευκό δέρμα, όπως του Οδυσσέα και της Ιωάννας. Αλλά ο Πρόμαχος δεν τον αναγνώριζε. Ποιος ήταν;

Δεν ειπώθηκαν άλλα λόγια, γιατί όλοι τους, παρά τη σύγχυση, γνώριζαν πως ετούτο δεν ήταν μέρος για να καθίσουν και να μιλήσουν. Σύντομα, πολεμιστές της Παντοκράτειρας θα βρίσκονταν παντού γύρω τους.

Απομακρύνθηκαν απ’το σημείο της σύγκρουσης, αφήνοντας κουφάρια στρατιωτών και το σταματημένο ατσαλόποδο πίσω τους, και χώθηκαν μέσα στη βλάστηση των βαλτότοπων. Διέσχισαν ένα μέρος όπου το νερό τούς έφτανε σχεδόν μέχρι τη μέση, και όπου αναγκάστηκαν να σκοτώσουν τρία ερπετά που ήταν πιθανώς επικίνδυνα· μετά, βγήκαν σε λασπώδες, αλλά στέρεο, έδαφος. Βάδισαν προσεχτικά ανάμεσα στα βούρλα, και έφτασαν, τελικά, κοντά σε μερικούς βράχους, πίσω από μια σειρά χαμόδεντρων που έμοιαζε να τους αρέσει να γλείφουν το στάσιμο νερό που βρισκόταν από κάτω τους· οι κορμοί τους έσκυβαν, καμπουριασμένοι.

Η ομάδα σταμάτησε την οδοιπορία της, και ο Οδυσσέας ρώτησε την Ιωάννα και τον Σέλιρ’χοκ: «Δεν μπορέσατε να πάτε στις Αιωρούμενες Νήσους;»

«Φυσικά και πήγαμε στις Αιωρούμενες Νήσους,» αποκρίθηκε η Μαύρη Δράκαινα. «Αυτός είναι ο Γεράρδος: ο καπετάνιος που μας ταξίδεψε μέσα στο Πορφυρό Κενό.»

Ο μαυρομάλλης άντρας ένευσε προς τη μεριά του Οδυσσέα.

«Χαίρω πολύ,» είπε εκείνος. «Είχα ακούσει για σένα, Γεράρδε.»

«Κι εγώ για σένα, Πρόμαχε.»

«Τι έγινε στις Αιωρούμενες Νήσους;» ρώτησε ο Οδυσσέας. «Βρήκατε το απομεινάρι;»

«Το βρήκαμε,» είπε ο Σέλιρ’χοκ, «αλλά δεν ήταν αυτό που περιμέναμε. Ήταν… ζωντανό.»

«Ζωντανό;»

«Ένας αρχαίος θεός. Αλλά δε χρειάζεται ν’ανησυχούμε γι’αυτόν τώρα. Η Παντοκράτειρα δεν πρόκειται να τον βρει. Καταστράφηκε, από άλλες δυνάμεις.»

«Κι αυτός τι κάνει μαζί σας;» απαίτησε να μάθει η Νελμίρα, καρφώνοντας τον Τάμπριελ μ’ένα εχθρικό βλέμμα. «Δε μου μοιάζει για αιχμάλωτος.»

«Ο Τάμπριελ’λι,» εξήγησε ο Σέλιρ’χοκ, «είναι πλέον με το μέρος μας… ή, τουλάχιστον, δεν είναι με το μέρος της Παντοκράτειρας.»

«Και πώς ακριβώς συνέβη αυτό το θαύμα;» ρώτησε ο Οδυσσέας.

«Εγώ δεν τον πιστεύω!» δήλωσε η Νελμίρα. «Σας έχει πει ψέματα.»

Ο Σέλιρ’χοκ κούνησε το κεφάλι. «Δεν το νομίζω, Νελμίρα. Όχι ύστερα από ό,τι του συνέβη. Βλέπει κάποια οράματα.»

«Δεν είναι οράματα,» είπε ο Τάμπριελ. «Εικόνες είναι. Εικόνες βλέπω· κι ακόμα προσπαθώ να τις ξεκαθαρίσω–»

«Κουράδες!» Η Νελμίρα ύψωσε το πιστόλι της.

Η Ιωάννα πάλι τη σταμάτησε.

«Αν το ξανακάνεις αυτό, θα σε σκοτώσω,» της είπε η Νελμίρα, στενεύοντας τα μάτια.

«Ο Τάμπριελ δε θα πεθάνει,» τόνισε η Μαύρη Δράκαινα.

«Είναι προδότης

«Ναι, αλλά δε θα κρίνεις εσύ αν θα ζήσει ή όχι.»

«Δεν υπάρχει κανένας άλλος Φεηνάρκιος εδώ.»

«Νελμίρα,» είπε ο Σέλιρ’χοκ, «ο Τάμπριελ πιστεύει ότι ίσως ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος να κινδυνεύει.»

«Τι είπες;» πετάχτηκε ο Οδυσσέας. «Πιστεύει ότι ίσως ο Πρίγκιπας να κινδυνεύει;»

Ο Σέλιρ’χοκ κατένευσε. «Ακριβώς.»

Η Ιωάννα συνοφρυώθηκε. «Γιατί βρίσκεστε εδώ, Οδυσσέα;»

«Γιατί,» είπε ο Οδυσσέας, «γνωρίζουμε ότι ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος πιθανώς να κινδυνεύει…» Κι έστρεψε το βλέμμα του στον Τάμπριελ. «Αλλά το ερώτημα είναι, πώς το ήξερες εσύ.»

«Τον είδα φυλακισμένο σ’ένα σκοτεινό κελί. Κουλουριασμένο και γυμνό, να κρατά το κεφάλι του.»

«Φυλακισμένο;» έκανε ο Οδυσσέας. Ω θεοί! Ω θεοί! Αργήσαμε! Αποτύχαμε!

Η Ιωάννα άγγιξε τον ώμο του. «Τι συμβαίνει, Οδυσσέα; Συμβαίνει κάτι κακό στην Απολλώνια;»

Ο Οδυσσέας ένευσε. «Ναι. Ναι… Ο Λούσιος είναι πολύ πιθανό– είναι, μάλλον, σίγουρο ότι μας έχει προδώσει.»

«Ο αδελφός του Ανδρόνικου;» έκανε η Ιωάννα. «Συμμάχησε με την Παντοκράτειρα;»

«Δεν ξέρω αν έχει συμμαχήσει με την Παντοκράτειρα ή όχι, πάντως πρέπει νάναι εναντίον μας.»

«Δεν υπάρχουν Παντοκρατορικοί στρατιώτες στην Απολλώνια;» ρώτησε ο Σέλιρ’χοκ.

«Όχι,» είπε ο Οδυσσέας, και τους εξήγησε την κατάσταση ακριβώς όπως την ήξερε.

Ύστερα, ζήτησε να μάθει τι είχε συμβεί μ’εκείνους, και η Ιωάννα τού είπε ότι έφτασαν στη Σεργήλη, κανονικά, κι εκεί επικοινώνησαν με τον Γεράρδο, όπως τους είχε πει ο Ανδρόνικος. Μπήκαν στο πλοίο του, την Ανεμομάχη, και ξεκίνησαν την αναζήτησή τους για το απομεινάρι του Ενιαίου Κόσμου. Στο κατόπι τους, όμως, βρισκόταν συνεχώς ο Τάμπριελ, με ανθρώπους της Παντοκράτειρας. Συνέβησαν διάφορα περιστατικά –που η Ιωάννα τώρα δε θεωρούσε πως άξιζε να αναφέρει, λόγω έλλειψης χρόνου– και, τελικά, έφτασαν στο νησί όπου υποτίθεται ότι βρισκόταν το απομεινάρι. Αλλά, όπως είχε πει ο Σέλιρ’χοκ, το απομεινάρι δεν ήταν αντικείμενο· ήταν ένας θεός, ο οποίος δεν απειλούσε κανέναν πλέον, και ούτε μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από την Παντοκράτειρα. Στο νησί, βέβαια, η Ιωάννα και οι υπόλοιποι συνάντησαν τον Τάμπριελ, συγκρούστηκαν μαζί του, και τον νίκησαν. Έτσι, φεύγοντας από εκεί, τον είχαν αιχμάλωτο.

«Υπήρχε, όμως, ένα πρόβλημα,» εξήγησε η Μαύρη Δράκαινα. «Το πλοίο μας δεν ήταν πια η Ανεμομάχη. Ήταν ένα σκάφος που ονομαζόταν Μακρινός Ταξιδευτής και που ήταν… εμ, ζωντανό, ουσιαστικά. Μιλούσε, και μπορούσε να κινηθεί από μόνο του, έχοντας τα απαιτούμενα καύσιμα–»

«Τι εννοείς, μιλούσε;» απόρησε ο Οδυσσέας.

«Ακριβώς αυτό. Είχε νοημοσύνη.»

«Δεν είναι δυνατόν μια μηχανή να έχει νοημοσύνη!»

Ο Σέλιρ’χοκ είπε: «Ο Μακρινός Ταξιδευτής δεν είναι μια μηχανή. Είναι ένα πνεύμα προσαρτημένο σ’ένα πλοίο του Πορφυρού Κενού.»

«Γίνεται αυτό το πράγμα;»

«Απ’ό,τι φαίνεται, ναι, αν και κανείς σήμερα δε γνωρίζει πώς. Ο Μακρινός Ταξιδευτής είναι ένα αρχαίο σκάφος. Και το πνεύμα εντός του κοιμόταν μέχρι στιγμής, ώσπου κάτι συνέβη και αφυπνίστηκε· δεν έχει σημασία τώρα. Το πρόβλημα στο οποίο αναφέρθηκε η Ιωάννα ήταν το εξής: Ο Μακρινός Ταξιδευτής και ο Τάμπριελ είχαν αναπτύξει έναν ειδικό δεσμό. Ο Τάμπριελ δεν ήταν μόνο καπετάνιος του· ήταν ο πνευματικός του αφέντης. Μονάχα εκείνος μπορούσε να τον προστάξει. Αυτό, φυσικά, για εμάς δεν ήταν καλό, καθώς έπρεπε να ταξιδέψουμε κανένα μήνα μέσα στο Κενό, μέχρι να φτάσουμε στη Σεργήλη· και δεν μπορούσαμε να έχουμε για καπετάνιο μας έναν σύζυγο της Παντοκράτειρας. Έτσι, ό,τι είχε γίνει έπρεπε να ξεγίνει. Ο δεσμός του Τάμπριελ με το σκάφος έπρεπε να διαλυθεί. Πράγμα που δεν ήταν εύκολο. Για την ακρίβεια, ήταν πολύ επικίνδυνο. Αλλά δεν μπορούσαμε να δώσουμε στον Τάμπριελ άλλη επιλογή: ή θα δεχόταν να υποστεί τη διαδικασία αφαίρεσης του δεσμού ή θα τον σκοτώναμε. Δέχτηκε, λοιπόν, και… κάτι μέσα του άλλαξε. Άρχισε να βλέπει αυτές τις εικόνες. Και δε νομίζω ότι λέει ψέματα.»

Ο Οδυσσέας κοίταξε τον Τάμπριελ, ο οποίος καθόταν αντίκρυ του σ’έναν βράχο, βαστώντας ένα μακρύ, ξύλινο ραβδί. «Είδες, πράγματι, τον Ανδρόνικο;»

Ο ερυθρόδερμος άντρας ένευσε. «Ναι. Γι’αυτό κιόλας ήθελα, εξαρχής, να τον συναντήσω. Υπάρχει κίνδυνος. Και όχι μονάχα για εκείνον. Ο κίνδυνος είναι γενικότερος.»

Ο Οδυσσέας συνοφρυώθηκε. «Τι σημαίνει αυτό;»

«Δε γνωρίζω ακριβώς. Έχω ένα σωρό περίεργες εικόνες μέσα μου, κι ακόμα δεν τις έχω ανασύρει όλες.»

«Και γιατί αποφάσισες να προδώσεις την αφέντρα σου;» τον ρώτησε η Νελμίρα. «Αυτό δεν το κατάλαβα.» Το βλέμμα της εξακολουθούσε να είναι εχθρικό, δολοφονικό.

«Δεν έχει νόημα να υπηρετώ την Παντοκράτειρα πλέον,» δήλωσε ο Τάμπριελ. «Η αποστολή μου είναι σημαντικότερη.»

«Ποια αποστολή;»

«Δεν την έχω ανακαλύψει ακόμα.»

«Σας κοροϊδεύει!» είπε η Νελμίρα στους υπόλοιπους. «Δεν το βλέπετε; Σας κοροϊδεύει! Είναι κατάσκοπος της Παντοκράτειρας! Θέλει να μάθει ό,τι μπορεί για εμάς και να της τα αναφέρει.»

«Δεν το νομίζω,» αποκρίθηκε ο Σέλιρ’χοκ.

«Κάνεις λάθος, τότε! Επειδή είσαι μάγος, δε σημαίνει ότι είσαι αλάνθαστος, Σέλιρ’χοκ!»

Το βλέμμα του σκλήρυνε. «Δεν υποστήριξα ότι είμαι αλάνθαστος. Ο Τάμπριελ, όμως, δεν είναι αυτός που ήταν· και, σύντομα, θα το διαπιστώσετε κι εσείς.»

«Επιπλέον,» πρόσθεσε η Ιωάννα, «δεν έχει κάνει καμία απόπειρα να μας προδώσει, καθώς ερχόμασταν εδώ· και, πίστεψέ με, Νελμίρα, υπήρξαν πολλοί κίνδυνοι.

»Όταν φύγαμε απ’το Πορφυρό Κενό, φύγαμε με σκοπό να πάμε στην Απολλώνια, ώστε να μιλήσουμε με τον Ανδρόνικο. Διασχίσαμε, λοιπόν, τη Σεργήλη, για να βγούμε στη Σάρντλι και να πάρουμε αεροσκάφος για τον Αιθέρα. Δεν μπορούσαμε να πάρουμε από τη Σεργήλη, καθώς η διάσταση είναι πολύ στενά ελεγχόμενη από την Παντοκράτειρα. Τα πράγματα, όμως, δεν πήγαν όπως τα υπολογίζαμε. Οι Παντοκρατορικοί μάς κυνήγησαν, όσο βρισκόμασταν ακόμα μέσα στη Σεργήλη, και μετά συνέχισαν να μας καταδιώκουν και μέσα στη Σάρντλι. Αναγκαστήκαμε να περάσουμε στην Αρβήντλια, κι εκεί αφήσαμε το πρώτο μας όχημα και πήραμε ένα άλλο, ειδικό για τη Διάσταση του Φωτός.»

«Μπήκατε στη Διάσταση του Φωτός;» είπε ο Οδυσσέας.

Η Ιωάννα ένευσε. «Υποχρεωτικά, ώστε να μπορέσουμε να κάνουμε κύκλο και να ξαναβγούμε στη Σεργήλη. Πράγμα το οποίο καταφέραμε εύκολα, και, όταν φτάσαμε στον προορισμό μας, μπαρκάραμε σε καράβι για την Υπερυδάτια. Τον καπετάνιο τον πήραμε όμηρο, γιατί αλλιώς δε θα πήγαινε εκεί όπου θέλαμε.

»Οι Παντοκρατορικοί, δυστυχώς, βρίσκονταν ξανά στο κατόπι μας και μόνο φτάνοντας στον ωκεανό της Υπερυδάτιας καταφέραμε να τους κάνουμε να μας χάσουν. Έτσι, κατευθυνθήκαμε στην Κεντρυδάτια και βάλαμε τον καπετάνιο να μας αφήσει στις ακτές των Βαλτότοπων των Όφεων, προκειμένου να πάμε στη βάση που βρίσκεται εδώ. Ο καπετάνιος μάς άφησε και έφυγε· κι εμείς, σύντομα, ανακαλύψαμε ότι οι Παντοκρατορικοί ετούτης της περιοχής είχαν, κάπως, ειδοποιηθεί και μας αναζητούσαν μέσα στους βάλτους. Το κυνηγητό τους μας ανάγκασε να κρυφτούμε, και τώρα, έτσι όπως έχουν δημιουργήσει τον κλοιό τους, μας έχουν αποκλείσει την πρόσβαση προς τη βάση.»

«Γνωρίζουν για τη βάση;» ρώτησε ο Οδυσσέας. «Γνωρίζουν τη θέση της;»

«Δεν το πιστεύω,» αποκρίθηκε η Ιωάννα. «Μάλλον, συμπτωματικό είναι το γεγονός ότι μας έχουν φράξει το δρόμο προς τα εκεί. Θέλουν να μας αποκλείσουν όσο το δυνατόν περισσότερες διόδους, ώστε να μας πιάσουν.»

«Και τι σκοπεύετε να κάνετε;»

«Θα συνεχίσουμε να προσπαθούμε. Μια Μαύρη Δράκαινα –όπως γνωρίζεις, Οδυσσέα– ποτέ δεν παραιτείται.»

 

 

 

 

Μέρος Τρίτο

Ο Κατακεραυνωτής

 

 

 

 

24

Το πλοίο εφοδιάστηκε και επανδρώθηκε μέχρι ο ήλιος της Απολλώνιας να φτάσει στο κέντρο του ουρανού. Οι προετοιμασίες έγιναν γρήγορα και χωρίς καμία καθυστέρηση, γιατί και ο Λούσιος και η Δομινίκη πίστευαν ότι δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο, ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Ο πρώτος ήθελε να χρησιμοποιήσει τον Κατακεραυνωτή ως όπλο εναντίον της Παντοκράτειρας, καθώς έβλεπε πως τα πράγματα πήγαιναν άσχημα στο Βόρειο Μέτωπο. Η δεύτερη, αν και επίσης ήθελε να χρησιμοποιήσει τον Κατακεραυνωτή για τον ίδιο σκοπό, δεν είχε αυτόν ως κύριο λόγο του ενθουσιασμού της. Η Δομινίκη αισθανόταν εκστασιασμένη που θα έβρισκε και θα ελευθέρωνε έναν από τους Δώδεκα του Δασκάλου. Επειδή έτσι θα αποθεωνόταν. Θα ήταν ξεχωριστή ανάμεσα σ’όλες τις Αρχιέρειες και τους Αρχιερείς· θα ήταν, ίσως, Εκλεκτή του Δασκάλου. Θα έβλεπε με τα ίδια της τα μάτια τον Κατακεραυνωτή, καθώς εκείνη –εκείνη!– θα τον αποφυλάκιζε. Η δόξα θα ήταν μεγάλη· η εξουσία της πάνω στην Απολλώνια θα ήταν απόλυτη· και το όνομά της θα έμενε για πάντα στην Ιστορία.

Η Δομινίκη είχε αυτό το όνειρο να τυλίγει το νου της, καθώς οι προετοιμασίες για την αναχώρηση γίνονταν, και καθώς, ύστερα, εκείνη, ο Λούσιος, και η Κορνηλία επιβιβάζονταν στο σκάφος.

Το πλοίο ήταν μεγάλο, θωρακισμένο, και διέθετε κανόνια. Είχε τρία καταστρώματα και τη δυνατότητα να μεταφέρει πάρα πολλούς στρατιώτες. Ήταν, κυρίως, φτιαγμένο για πόλεμο. Στο ενεργειακό κέντρο του τέσσερις μάγοι χρησιμοποιούσαν τη Μαγγανεία Κινήσεως, για να κατευθύνουν την ενεργειακή ροή στους μηχανισμούς του. Δεν είχε ιστία, ούτε λαμνοκόπους· κινιόταν αποκλειστικά και μόνο με ενέργεια, που έκανε τις πελώριες προπέλες του να περιστρέφονται, σχίζοντας το νερό σαν θανατηφόρα δρεπάνια. Επάνω σε μια υπερυψωμένη πλατφόρμα του πλοίου ήταν προσγειωμένο ένα μικρό ελικόπτερο με λίγα αποθέματα ενέργειας, το οποίο χρησιμοποιείτο για περιορισμένες ανιχνευτικές αποστολές, όταν ο πλοίαρχος έκρινε πως τα συστήματα εντοπισμού δεν επαρκούσαν και υπήρχε ανάγκη περαιτέρω έρευνας.

Ο Λούσιος, η Δομινίκη, και η Κορνηλία οδηγήθηκαν στις καμπίνες τους με όλες τις τιμές από τον στρατό και τους υπηρέτες. Η καμπίνα του βασιλικού ζεύγους (γιατί έτσι αναφέρονταν στον Πρίγκιπα Λούσιο και στη σύζυγό του, αφού έτσι είχαν δηλώσει εκείνοι ότι το απαιτούσαν) ήταν ευρύχωρη, στολισμένη στο χρυσάφι και στο ασήμι, και εξοπλισμένη με κάθε χρήσιμο μηχανικό εξοπλισμό που υπήρχε στο σκάφος. Η καμπίνα της Δούκισσας της Βανκάρης ήταν λίγο πιο μικρή και όχι τόσο βαριά στολισμένη, αλλά κι αυτή διέθετε κάθε χρήσιμο μηχανικό εξοπλισμό, φυσικά. Την Κορνηλία δεν την ενοχλούσε καθόλου η διαφορά στο μέγεθος και στον πλούτο· εξάλλου, σκεφτόταν, το… «βασιλικό ζεύγος» όφειλε να παραμένει ικανοποιημένο και χωρίς κανένα παράπονο. Οι άνθρωποι που δεν είχαν παράπονα υπηρετούσαν με την ίδια τους τη θέληση, ακόμα κι αν ήταν βασιληάδες.

Οι υπηρέτες άφησαν τα μπαγκάζια της Κορνηλίας κοντά στο κρεβάτι της καμπίνας και ρώτησαν αν η Δούκισσα θα επιθυμούσε τίποτε άλλο. Εκείνη αποκρίθηκε πως, όχι, ήταν όλα εντάξει. Τους ευχαρίστησε θερμά, χαμογελώντας τους (πράγμα το οποίο μπορούσε να δει ότι τους κολάκεψε), και έδωσε στον καθένα από ένα μικρό φιλοδώρημα (πράγμα που φάνηκε να τους κολακεύει ακόμα περισσότερο). Είναι δικοί μου τώρα, σκέφτηκε η Κορνηλία, βλέποντάς τους να φεύγουν απ’την καμπίνα, κάνοντας βαθιές υποκλίσεις. Με συμπαθούν πιο πολύ απ’τον ίδιο τους το Βασιληά.

Στράφηκε στον καθρέφτη της καμπίνας, ο οποίος την ξεπερνούσε σε ύψος, και κοίταξε τον εαυτό της και το ντύσιμό της. Δεν ήταν ντυμένη όπως όταν είχε επιστρέψει από τη Φλάνια· τώρα φορούσε ένα μακρύ, μαύρο φόρεμα με μικροσκοπικούς, πορφυρούς λίθους ραμμένους επάνω σ’όλο του το ύφασμα. Οι λίθοι γυάλιζαν στο φως και του έδιναν μια εντυπωσιακή απόχρωση. Το ντεκολτέ του ήταν βαθύ και μυτερό, και είχε ψηλό γιακά, που ορθωνόταν γύρω απ’τον αυχένα της Κορνηλίας. Στη δεξιά και στην αριστερή κνήμη είχε σχισίματα. Στο λαιμό της Δούκισσας κρεμόταν ένα χρυσό, λαξευτό περιδέραιο, και στα χέρια της υπήρχαν βραχιόλια και δαχτυλίδια. Η ζώνη της ήταν φαρδιά και αποτελείτο από δέρμα πλεγμένο με ασήμι. Στα πόδια της φορούσε μαύρες κάλτσες και παπούτσια με χαμηλό τακούνι· το ψηλό θα ήταν άβολο μέσα στο πλοίο. Της άρεσε η καλή εμφάνιση, αλλά όχι σε βάρος της πρακτικότητας.

Το πρόσωπό της ήταν επιμελώς βαμμένο, και τα μακριά, μαύρα της μαλλιά χύνονταν στους ώμους και στην πλάτη της, καλοχτενισμένα και γυαλίζοντας. Σε αρκετά τους σημεία ήταν πλεγμένα διάφορα μπιχλιμπίδια –μικροσκοπικοί λίθοι, σαν αυτοί στο φόρεμά της, χάντρες, και αργυρά σφαιρίδια–, τα οποία μια χάνονταν μια επανεμφανίζονταν μέσα στη μελανή θάλασσα της κόμης της.

Η Κορνηλία μειδίασε, ευχαριστημένη με τον εαυτό της· και σκέφτηκε να κάνει μια βόλτα στο σκάφος, για επίβλεψη, ή, μάλλον, από απλή περιέργεια. Ίσως να μιλούσε και στον Πλοίαρχο, να γνώριζε ποιος ήταν. Δε βλάπτει…

Με τον Λούσιο, εξάλλου, θα τα πούμε αργότερα. Τώρα βρίσκεται υπό παρακολούθηση.

*

Οι υπηρέτες άφησαν τα πράγματά τους στην καμπίνα, υποκλίθηκαν, και έφυγαν.

Η Δομινίκη ούτε καν που τους πρόσεξε, χαμένη στο όνειρό της καθώς ήταν. Τα μάτια της έμοιαζαν να κοιτούν κάπου μακριά, πέρα από τα τοιχώματα του πλοίου.

Ο Λούσιος ποτέ ξανά δεν την είχε δει έτσι. Η Δομινίκη ήταν, συνήθως, συγκροτημένη, προσγειωμένη, και πραγματίστρια. Δεν ήταν άνθρωπος που ονειροβατούσε. Αλλά τώρα έμοιαζε με μικρό κοριτσάκι που του είχαν υποσχεθεί κάποιο δώρο, και το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να σκέφτεται το δώρο αυτό.

«Δομινίκη;»

Η Δομινίκη στράφηκε να τον κοιτάξει. «Τι είναι;» Ένα αχνό χαμόγελο υπήρχε στα χείλη της. Τα πράσινά της μάτια γυάλιζαν. Πιο γοητευτική απ’ό,τι συνήθως, κατ’έναν παράξενο τρόπο, παρατήρησε ο Λούσιος.

«Το ίδιο ήμουν έτοιμος να σε ρωτήσω κι εγώ. Μου φαίνεσαι κάπως… αποπροσανατολισμένη.»

«Αποπροσανατολισμένη;» Η Δομινίκη γέλασε. «Ω όχι, αγάπη μου, δεν είμαι καθόλου αποπροσανατολισμένη. Τώρα, επιτέλους, κάνουμε κάτι που ήθελα πάντα! Πηγαίνουμε να ελευθερώσουμε έναν από τους Οκτώ του Δασκάλου!»

«Μη φωνάζεις.»

«Ποιος θα με ακούσει;» αντιγύρισε η Δομινίκη. «Και ποιος θα τολμήσει να μας κάνει κάτι; Θα γίνουμε σαν θεοί, Λούσιε! Σαν θεοί, όταν το έχουμε καταφέρει αυτό!» Πλησίασε την κάβα της καμπίνας.

«Θα σώσουμε την Απολλώνια από τις δυνάμεις της Παντοκράτειρας,» της θύμισε ο Λούσιος.

«Ναι,» η Δομινίκη γέμισε δύο ποτήρια με κρασί, «και αυτό. Ασφαλώς, και αυτό.» Στράφηκε, βαστώντας ένα ποτήρι σε κάθε χέρι, και, πλησιάζοντάς τον, του πρόσφερε το ένα. «Θα καταστρέψουμε την Παντοκράτειρα ολοσχερώς με τη βοήθεια των Οκτώ, Λούσιε. Μόλις κατορθώσουμε να αποφυλακίσουμε κι άλλους, θα έχουμε τη δύναμη να επιτεθούμε ακόμα και στη Ρελκάμνια! Δε θα σώσουμε μόνο την Απολλώνια, όχι· θα διαμορφώσουμε ολόκληρο το σύμπαν. Όλες τις διαστάσεις.»

Ο Λούσιος πήρε το ποτήρι που του πρόσφερε η σύζυγός του. «Στις άλλες διαστάσεις υπάρχουν άλλοι θεοί· δε θ’ανεχτούν την παρουσία του Μαύρου Νάρζουλ. Κι επιπλέον, είπαμε ότι θα χρησιμοποιήσουμε τη δύναμή του για να βοηθήσουμε την Απολλώνια, και τίποτα περισσότερο. Η Απολλώνια είναι που έχει σημασία. Γιατί παρασύρεσαι έτσι, Δομινίκη;»

Η Δομινίκη τον ατένισε για μερικές στιγμές, μπερδεμένη. Παρασύρομαι; σκέφτηκε. Παρασύρομαι; Και μετά, συνειδητοποίησε πως ο Λούσιος είχε δίκιο. Πράγματι, παρασυρόταν. Οι συλλογισμοί της την είχαν παρασύρει. Εξάλλου, δεν έχουμε ακόμα ελευθερώσει τον Κατακεραυνωτή, πόσω μάλλον τους υπόλοιπους Οκτώ. Η όψη της χαλάρωσε. Ήπιε μια γουλιά απ’το κρασί της.

Ο Λούσιος χάιδεψε τον ώμο της και έσφιξε το μπράτσο της. «Καταλαβαίνεις γιατί το λέω αυτό, έτσι; Εσύ πάντα μού επισήμαινες ότι η βιασύνη οδηγεί στην καταστροφή. Βρισκόμαστε κοντά στο σκοπό μας· ας μην τα χαλάσουμε όλα.»

Και η Δομινίκη απάντησε με τρόπο που εκείνος δεν περίμενε: «Έχεις δίκιο. Ο ενθουσιασμός μου με παρέσυρε.» Τον κοίταζε καταπρόσωπο καθώς μιλούσε, κι ύστερα ήπιε ακόμα μια γουλιά κρασί.

Ο Λούσιος αισθάνθηκε σαν να τον είχαν, ξαφνικά, λούσει μ’ένα κρύο ποτήρι νερό. Η Δομινίκη σπάνια παραδεχόταν τόσο γρήγορα –αν παραδεχόταν καθόλου– ότι είχε κάνει κάποιο λάθος. Μάλλον, ο ενθουσιασμός της ευθυνόταν και γι’αυτό· έμοιαζε να έχει απελευθερώσει κάτι μέσα της.

Ο Λούσιος δεν ήξερε τι να πει. Έφερε το ποτήρι στα χείλη του και ήπιε.

Η Δομινίκη είπε: «Ας πιάσουμε δουλειά.» Στράφηκε, πηγαίνοντας εκεί όπου οι υπηρέτες είχαν αφήσει τα μπαγκάζια τους.

«Δουλειά;»

Η Δομινίκη πήρε μια δερμάτινη θήκη και βάδισε προς την κονσόλα, σε μια από τις γωνίες της καμπίνας. «Ναι,» αποκρίθηκε. «Πρέπει να βρούμε τη σημερινή θέση του Κατακεραυνωτή.» Κάθισε στην πολυθρόνα μπροστά στην κονσόλα, έβγαλε από τη δερμάτινη θήκη μια συσκευή αποθήκευσης, και άρχισε να περνά στο σύστημα ορισμένες χρήσιμες πληροφορίες: τον χάρτη που είχε βρει η Κορνηλία στη Βυθισμένη Βιβλιοθήκη, την απαραίτητη κωδικοποίηση, κάποιους άλλους χάρτες της Απολεσθείσας Γης, και τις εξισώσεις για την ταχύτητα γεωγραφικής αλλαγής στην Απολεσθείσα Γη.

Ο Λούσιος πλησίασε και στάθηκε κοντά της με τα χέρια του σταυρωμένα στο στήθος. «Ας ελπίσουμε ότι δε θα πάμε σε λάθος μέρος,» είπε. «Η Απολεσθείσα Γη είναι μια από τις επικινδυνότερες διαστάσεις στο σύμπαν.»

«Δε θα πάμε σε λάθος μέρος,» τον διαβεβαίωσε η Δομινίκη. «Θα το φροντίσω.»

*

Ο Πλοίαρχος ήταν ένας ξερακιανός, πενηντάρης άντρας με χρυσό δέρμα και αραιά ψαρά μαλλιά. Τα μούσια του, ωστόσο, ήταν πυκνά και πλούσια, χωρίς να είναι μακριά. Ήταν ντυμένος με τη στολή που επιδείκνυε τον τίτλο του.

Η Κορνηλία τον συνάντησε στη γέφυρα του πλοίου, ενώ το σκάφος είχε μόλις αναχωρήσει απ’το λιμάνι της Απαστράπτουσας. Εκτός απ’αυτόν, στο δωμάτιο ήταν και ο τιμονιέρης, καθώς και μια γυναίκα που βρισκόταν καθισμένη μπροστά στον επικοινωνιακό δίαυλο. Ο Πλοίαρχος στεκόταν όρθιος με τα χέρια του πιασμένα πίσω απ’την πλάτη, και κοίταζε έξω, τη θάλασσα.

Ακούγοντας τα βήματα της Κορνηλίας, έστρεψε το βλέμμα του, και, παρατηρώντας πως η Δούκισσα της Βανκάρης ήταν που τον πλησίαζε, στράφηκε ολόκληρος προς αυτήν και έκανε μια επίσημη, κοφτή υπόκλιση. «Δούκισσά μου…» είπε με βαριά φωνή.

«Πλοίαρχε,» αποκρίθηκε η Κορνηλία, σταματώντας μερικά βήματα αντίκρυ του και έχοντας ένα φιλικό χαμόγελο στα χείλη. «Θα με συγχωρέσεις που δε γνωρίζω το όνομά σου, και θα πρέπει να ζητήσω να το μάθω.» Δεν επιχείρησε καν να αρχίσει μιλώντας του στον πληθυντικό· ήταν καλό να έχεις φιλικές σχέσεις με τον καπετάνιο του καραβιού στο οποίο επιβαίνεις.

«Ταχύβιος, ονομάζομαι· και, ασφαλώς, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα που δεν γνωρίζατε ήδη το όνομά μου. Δεν ήταν υποχρέωσή σας…»

Ήταν φανερό πως τον είχε φέρει σε δύσκολη θέση· και, βγάζοντάς τον από αυτή τη δύσκολη θέση, θα δημιουργούσε μαζί του ακόμα περισσότερη συμπάθεια. «Ανοησίες, Πλοίαρχε,» αποκρίθηκε, καλοπροαίρετα. «Φυσικά και θα έπρεπε να γνωρίζω εξαρχής το όνομά σου, από τη στιγμή που βρίσκομαι στο σκάφος σου. Παρεμπιπτόντως, έχεις το ίδιο όνομα με τον σύζυγό μου.»

Ταχύβιος: το όνομα του νέου Δούκα της Βανκάρης. Η Κορνηλία ήταν αρχικά παντρεμένη με τον πατέρα του, τον Δούκα Κωνστάντιο, ο οποίος ήταν στα εξήντα-οκτώ του χρόνια όταν η Κορνηλία έκανε γάμο μαζί του, κι εκείνη ήταν είκοσι-πέντε χρονών. Το ήξερε ότι ο Κωνστάντιος δε θα ζούσε για πολύ ακόμα –τον είχε, ασφαλώς, παντρευτεί γιατί επιθυμούσε τον τίτλο της Δούκισσας–, αλλά δεν πίστευε και ότι θα πέθαινε στα εβδομήντα. Ευτυχώς, όμως, η Κορνηλία είχε προνοήσει. Όσο ήταν γυναίκα του πατέρα, ήταν και ερωμένη του μεγαλύτερού του γιου, του Ταχύβιου, ο οποίος θα έπαιρνε το Δουκάτο μετά το θάνατό του. Πιο μεγάλη από τον Ταχύβιο ήταν μόνο η Ανδρομάχη, η αδελφή του· αυτή, όμως, δεν αποτελούσε κίνδυνο, καθώς ήταν ιέρεια του Απόλλωνα και Ορκισμένη –πράγμα το οποίο σήμαινε ότι της απαγορευόταν να κρατά κοσμική εξουσία και να παντρεύεται· έτσι, η διαδοχή πήγαινε, ιεραρχικά, στον Ταχύβιο. Κι επιπλέον, ο πατέρας του τον είχε επιλέξει ως νόμιμό του διάδοχο, επομένως δεν υπήρχε κίνδυνος ούτε από τα άλλα του αδέλφια, τον Πολύστρατο και τον Σελασφόρο, τα οποία ήταν μικρότερα από εκείνον. Η Κορνηλία τον παντρεύτηκε μερικούς μήνες ύστερα από την κηδεία του Κωνστάντιου. Παρίστανε, ασφαλώς, την καταρρακωμένη από το χαμό του συζύγου της, και ο Ταχύβιος παρουσιάστηκε δίπλα της για να την παρηγορήσει: και τότε είπαν ότι ήρθαν κοντά για πρώτη φορά.

Ο Πολύστρατος και ο Σελασφόρος, ωστόσο, που, παρότι δεν ήταν νόμιμοι διάδοχοι του Δουκάτου όσο ζούσε ο Ταχύβιος, ασχολούνταν ακόμα με την πολιτική ζωή και δεν είχαν εγκαταλείψει τα εγκόσμια όπως η Ανδρομάχη, δεν πολυσυμπαθούσαν την Κορνηλία. Ισχυρίζονταν, μέσα στις παρέες τους, ότι είχε ξελογιάσει τον Ταχύβιο, κι ότι ίσως μαζί να είχαν φροντίσει να ξεπαστρέψουν τον Κωνστάντιο. Δεν υπήρχαν, όμως, αποδείξεις για κάτι τέτοιο· ο Δούκας, καθ’όλα τα φαινόμενα, είχε πεθάνει φυσικά, από έμφραγμα.

Κι αυτή ήταν η αλήθεια. Η Κορνηλία ποτέ δεν είχε σχεδιάσει να τον δολοφονήσει. Τον είχε παντρευτεί γιατί επιθυμούσε την εξουσία, μα δεν ήταν φόνισσα. Πρόσφερε στον Κωνστάντιο εκείνο που αυτός ήθελε –μια ελκυστική θηλυκή συντροφιά– και έπαιρνε κι αυτή ό,τι ήθελε –τον τίτλο της Δούκισσας.

Ωστόσο, η Κορνηλία ήταν και νεαρή γυναίκα, που οι ορμόνες της δεν ησύχαζαν· και ο ηλικιωμένος Δούκας δεν μπορούσε να της δώσει την ερωτική ικανοποίηση που απαιτούσε το σώμα της. Ο Ταχύβιος, όμως, μπορούσε· και δεν της ήταν καθόλου απωθητικός. Ήταν όμορφος και πολύ καλός εραστής. Και η Κορνηλία δεν το βρήκε δύσκολο να τον κάνει να έρθει σε ρήξη με την τότε σύζυγό του, με την οποία ήταν παντρεμένος εδώ και εννιά χρόνια και ήταν φανερό πως είχε αρχίσει να τον κουράζει. Ύστερα από μια παρεξήγηση μεγάλης έντασης και φοβερών αλληλοπροσβολών –για τη δημιουργία της οποίας είχε και η Κορνηλία βάλει το χέρι της–, ο Ταχύβιος χώρισε με τη σύζυγό του. Έτσι, όταν ο Κωνστάντιος πέθανε, μπορούσε χωρίς κανένα πρόβλημα να παντρευτεί την Κορνηλία, με την οποία μέχρι τότε ερωτοτροπούσε μονάχα κρυφά.

Τα παιδιά του Ταχύβιου δεν ήταν μεγάλα, και η Κορνηλία δε δυσκολεύτηκε να κερδίσει τη συμπάθειά τους, παίζοντας μαζί τους, λέγοντάς τους αστεία και ιστορίες, και αγοράζοντάς τους όμορφα δώρα. Τώρα πλέον, την έβλεπαν σα μητέρα τους. Η Κορνηλία, μάλιστα, είχε την εντύπωση πως τη συμπαθούσαν περισσότερο από την πραγματική τους μητέρα, η οποία τα επισκεπτόταν αρκετά συχνά.

Επί του παρόντος, η Δούκισσα της Βανκάρης παρατήρησε την έκφραση στο πρόσωπο του Πλοίαρχου, καθώς του είχε αναφέρει ότι το όνομά του ήταν ίδιο με το όνομα του συζύγου της.

Ο Πλοίαρχος έκανε μονάχα μια σύντομη υπόκλιση, χαμογελώντας συγκρατημένα. Ήταν φανερό πως ακόμα αισθανόταν αμήχανα κοντά της.

«Πώς είναι, λοιπόν, ο καιρός;» ρώτησε η Κορνηλία, πλέκοντας τα χέρια της εμπρός της. Ένα, αναμφίβολα, πιο οικείο θέμα.

Το οποίο φάνηκε να αρέσει καλύτερα στον Πλοίαρχο. Είπε, πιο άνετα από πριν: «Καλός για την εποχή, θα έλεγα, Δούκισσά μου. Προς το παρόν, δε θα κουνηθούμε πολύ. Ωστόσο, καθώς θα μπαίνουμε στο ανοιχτό πέλαγος, εκεί τα πράγματα θα δυσκολέψουν λιγάκι.»

«Φουρτούνα;»

«Ίσως. Αλλά όχι τίποτα το ανησυχητικό. Επιπλέον, θα είναι βράδυ ώς τότε, επομένως μπορείτε να κοιμηθείτε και να μην καταλάβετε πολλά πράγματα. Για ό,τι άλλο θελήσετε, θα βρίσκομαι, βεβαίως, στη διάθεσή σας.»

«Σε ευχαριστώ πάρα πολύ, Πλοίαρχε,» είπε η Κορνηλία μ’ένα λεπτό μειδίαμα. «Θα το έχω στο μυαλό μου.»

«Υποχρέωσή μου, Δούκισσά μου.»

Η Κορνηλία κοίταξε δεξιά κι αριστερά, τα όργανα και τους μηχανισμούς της γέφυρας. «Να μη σ’απασχολώ άλλο, όμως. Ήθελα απλώς να σε γνωρίσω.»

«Δε με απασχολήσατε στο ελάχιστο. Η ευχαρίστηση ήταν όλη δική μου.» Το πρόσωπό του της έλεγε ότι την έβρισκε παράξενη, αλλά με ευχάριστο τρόπο. Δεν ήταν προσποιητή η ευγένειά του· η Κορνηλία ήταν βέβαιη. Ήξερε από προσποιητή ευγένεια, και δεν την ενδιέφερε. Ούτε η δική της ευγένεια ήταν προσποιητή· ακόμα κι όταν χρησιμοποιούσε την ευγένεια ως όπλο ή ως εργαλείο, ήταν ειλικρινής. Άλλωστε, γιατί να μην είναι;

Η Δούκισσα της Βανκάρης έφυγε από τη γέφυρα, και βάλθηκε να κάνει μια μικρή περιήγηση του σκάφους, για να μάθει τα κατατόπια…

*

Το βράδυ, η θαλασσοταραχή ήταν άσχημη. Σίγουρα, όχι επίφοβη, έκρινε ο Λούσιος· δεν μπορούσε να βάλει σε κίνδυνο το πλοίο. Μπορούσε, όμως, να το κάνει να κλυδωνίζεται, πέρα-δώθε, πέρα-δώθε, πέρα-δώθε.

Και η Δομινίκη δεν την άντεχε τη φουρτούνα. Ποτέ της δεν την άντεχε· ο Λούσιος το θυμόταν από παλιά. Είχε πάρει ένα χάπι για τη ζαλάδα, αλλά δεν την είχε βοηθήσει ιδιαίτερα. Το μεσημεριανό της το είχε βγάλει προ πολλού, και συνέχιζε να πηγαινοέρχεται στην τουαλέτα, μοιάζοντας να προσπαθεί πλέον να βγάλει τα ίδια της τα έντερα.

Ο Λούσιος –που, έχοντας πάρει ένα παρόμοιο χάπι, δεν ένιωθε τη θαλασσοταραχή να τον καταβάλλει– της πρότεινε να ξαπλώσει, να κλείσει τα μάτια, και να ηρεμήσει. Αν κατάφερνε να κοιμηθεί, όλα θα περνού– Η Δομινίκη τον καταράστηκε· του είπε να το βουλώσει· εκτόξευσε ένα ποτήρι καταπάνω του. Ο Λούσιος έσκυψε και το απέφυγε, αφήνοντάς το να σπάσει πάνω στον τοίχο.

Ύστερα, η Δομινίκη πήγε και ξάπλωσε στο κρεβάτι, πλαγιαστά, μαζεύοντας τα γόνατά της κοντά στο στήθος της. Έμπλεξε τα δάχτυλά της μέσα στα μαλλιά της, σαν να ήθελε με τις παλάμες της να βουλώσει τ’αφτιά της και να πάψει ν’ακούει το βουητό του ανέμου και τα χτυπήματα της θάλασσας. Τα μάτια της τα έκλεισε, και τα χείλη της άρχισαν να μουρμουρίζουν, ασταμάτητα, κάτι που ο Λούσιος δεν μπορούσε ν’ακούσει. Υποπτευόταν, όμως, ότι επρόκειτο για κάποια προσευχή στον Μαύρο Νάρζουλ.

Αναστέναξε. Και αναρωτήθηκε αν το γεγονός ότι η Δομινίκη ήταν Αρχιέρεια αυτής της θρησκείας την έκανε τόσο ευάλωτη στη ναυτία. Εξάλλου, δεν του είχε πει ότι, όποτε επικαλείτο αυτό το Εσώτερο Δαιμόνιό της, ένιωθε μετά σαν τα σωθικά της να είχαν πεταχτεί έξω; Μπορεί όλα τούτα να έκαναν τον οργανισμό της πιο τρωτό στο ταρακούνημα της θάλασσας.

Ή ίσως οι υποθέσεις μου να είναι τελείως ανόητες.

Ο Λούσιος χρειαζόταν λίγο να βγει από εδώ, κι η Δομινίκη ήταν φανερό πως δεν τον ήθελε κοντά της όσο ζαλιζόταν. Άνοιξε την πόρτα της καμπίνας και έφυγε.

Στους διαδρόμους του πλοίου δεν ήταν κανένας, εκτός από ελάχιστους φρουρούς, οι οποίοι δεν έμοιαζαν να νιώθουν και πολύ καλά, που ήταν υποχρεωμένοι να κάνουν τη βάρδια τους μέσα σε τούτη τη θαλασσοταραχή· ωστόσο, έκρυβαν καλά τη δυσαρέσκειά τους. Ο Λούσιος όφειλε να παραδεχτεί πως ο στρατός της Απολλώνιας ήταν από τους αρτιότερα εκπαιδευμένους στρατούς του σύμπαντος.

Αυτό, όμως, δε φαίνεται να μπορεί να μας γλιτώσει από την Παντοκράτειρα.

Ούτε αυτό ούτε οι άσκοπες περιπλανήσεις του αδελφού μου. Μονάχα οι Οκτώ έχουν τη δύναμη να μας βοηθήσουν: να σβήσουν ολόκληρο το Βόρειο Μέτωπο από το πρόσωπο της Απολλώνιας· και να σταματήσουν, επίσης, τις επιδρομές από το Νότιο Μέτωπο και την Απολεσθείσα Γη.

Θα φέρω την ισορροπία στην πατρίδα μου. Θα δώσω τέλος στον πόλεμο. Και τότε, ακόμα κι η μητέρα θ’αναγκαστεί να παραδεχτεί ότι είχε κάνει λάθος για τον Ανδρόνικο.

Εξάλλου, ο Ανδρόνικος είναι τώρα τρελός. Ένας τρελός δεν μπορεί να σώσει το βασίλειο.

Ο Λούσιος αισθανόταν ενοχές που είχε κάνει ό,τι είχε κάνει στον αδελφό του. Δε γινόταν, όμως, αλλιώς. Ο Ανδρόνικος θα χαλούσε τα πάντα, και θα καταδίκαζε την Απολλώνια σε καινούργια δεσμά της Παντοκράτειρας.

Ενώ εγώ–

«Λούσιε;»

Η φωνή της Κορνηλίας.

Ο Λούσιος δεν βάδιζε πλέον· είχε σταματήσει μπροστά σ’ένα μεγάλο, γυάλινο παράθυρο του σκάφους, κοιτάζοντας τα κύματα της αγριεμένης θάλασσας και ένα νησί στο βάθος, το οποίο δεν ήξερε καν ποιο ήταν. Ακούγοντας την Κορνηλία πίσω του, οι σκέψεις του έφυγαν απ’τον αδελφό του, την κατάσταση στο βασίλειο, την Παντοκράτειρα, και τους Οκτώ. Στράφηκαν προς άλλη κατεύθυνση, πολύ πιο απλή, πολύ πιο διεγερτική. Η καρδιά του χτυπούσε τώρα δυνατότερα· η αναπνοή του είχε γίνει πιο γρήγορη· το ανδρικό του μόριο πιεζόταν επώδυνα, μπερδεμένο στο παντελόνι του.

Μόνο με τη φωνή της; Ο Λούσιος είχε εκπλαγεί με την ίδια την αντίδραση του εαυτού του.

Δε στράφηκε να κοιτάξει την Κορνηλία, αλλά εκείνη ήρθε και στάθηκε πλάι του, τρίβοντας ελαφρά τον μηρό της επάνω στον δικό του.

«Γιατί τριγυρίζεις στο σκάφος;» τον ρώτησε. Το χέρι της άγγιξε το χέρι του· πέρασε τα δάχτυλά της ανάμεσα στα δάχτυλά του.

«Η Δομινίκη δεν αισθάνεται καλά με τη φουρτούνα, κι εγώ ήθελα να πάρω αέρα.» Αλλά, βαθιά εντός του, ήξερε ότι τούτο ήταν ψέμα. Δεν ήθελε αέρα. Δεν ήταν αυτός ο μόνος λόγος για τον οποίο είχε φύγει απ’την καμπίνα του. Ήλπιζε, επίσης, ότι θα συναντούσε την ξαδέλφη του μέσα στους διαδρόμους του σκάφους. Ήλπιζε ότι η Κορνηλία θα είχε την ίδια επιθυμία μ’εκείνον, και ότι θα σκεφτόταν πως, λογικά, ο Λούσιος κάποια στιγμή το βράδυ θα έφευγε από την καμπίνα του, πιθανώς όταν η σύζυγός του κοιμόταν.

Στράφηκε, για να κοιτάξει την όψη της ξαδέλφης του· και την είδε να χαμογελά, λοξά και πονηρά. Το ξέρει, σκέφτηκε. Ξέρει τι θέλω.

«Σου έλειψα;» τον ρώτησε.

Πάντα τού έκανε αυτή την ερώτηση, από τότε που είχαν συνευρεθεί για πρώτη φορά, όταν εκείνη ήταν δεκαπέντε κι εκείνος είκοσι-ένα. Πάντα τού έκανε αυτή την ερώτηση, επειδή ο τρόπος ζωής τους τους κρατούσε, ανέκαθεν, τον έναν για κάμποσο καιρό μακριά απ’τον άλλο. Κι ίσως τούτος να ήταν ο λόγος που υπήρχε ακόμα δυνατή η ερωτική έλξη ανάμεσά τους, υπέθετε ο Λούσιος. Την ήθελε τόσο πολύ. Όπως ποτέ δεν είχε επιθυμήσει τη Δομινίκη.

«Ναι,» αποκρίθηκε, ακούγοντας τη φωνή του βραχνή.

Η Κορνηλία άγγιξε τη μπροστινή μεριά του παντελονιού του, κι έκανε το όργανό του να ξεμπλεχτεί. Διέτρεξε ένα της δάχτυλο κατά μήκος του. Κι ύστερα, έχοντας ακόμα το άλλο της χέρι πιασμένο στο δικό του, βάδισε, κι εκείνος την ακολούθησε.

Άνοιξαν μια πόρτα και μπήκαν σ’ένα έρημο καθιστικό του πλοίου. Έκλεισαν πίσω τους, και ο Λούσιος άρπαξε το πρόσωπο της Κορνηλίας ανάμεσα στις χούφτες του και φίλησε λαίμαργα τα χείλη της. Τα γλυκά και σαρκώδη χείλη της. Ακόμα κι η γεύση του κραγιόν της τον διέγειρε. Αυτό το κραγιόν, παρότι νόμιζε ότι το είχε γευτεί και στα χείλη της Δομινίκης, επάνω στην Κορνηλία ήταν τόσο διαφορετικό…

Η Κορνηλία ήταν ξέπνοη, όταν το φιλί τους τελείωσε, λαχανιασμένη, σαν να είχε τρέξει· και ο Λούσιος δεν την άφησε να ξελαχανιάσει: την παρέσυρε μαζί του, σαν να χόρευαν, τυλίγοντας το χέρι του γύρω απ’τη μέση της, και την ξάπλωσε ανάσκελα σ’έναν καναπέ. Έσπρωξε το φόρεμά της επάνω, αποκαλύπτοντας την κοιλιά της. Φορούσε ένα λεπτό, δαντελωτό, μαύρο εσώρουχο. Ο Λούσιος το τράβηξε προς τα κάτω, περνώντας το από τα γόνατα, τις κνήμες, και τα πόδια της· το ένα της παπούτσι έφυγε, μαζί με τη λεπτή περισκελίδα. Και ο Λούσιος, ανοίγοντας το παντελόνι του, μπήκε μέσα της, και κόλλησε το πρόσωπό του στο βαθούλωμα του λαιμού της, γλείφοντας και φιλώντας. Η Κορνηλία ψιθύριζε τ’όνομά του, κι ένα βαθύ, σιγανό, λαρυγγώδες γέλιο ακουγόταν να έρχεται απ’τα χείλη της.

Ο Λούσιος πίεζε και πίεζε και πίεζε, γρήγορα, και το σπέρμα του τινάχτηκε σαν χείμαρρος μέσα της.

Το σώμα του ήταν καταϊδρωμένο, η αναπνοή του βαριά, κι αισθανόταν τα χέρια και τα πόδια του να τρέμουν. Οι όρχεις του πονούσαν και το πέος του ήταν ακόμα μακρύ και σκληρό.

Το βλέμμα του διασταυρώθηκε με το βλέμμα της Κορνηλίας. «Η γυναίκα σου,» ρώτησε εκείνη, «δε σε ταΐζει τίποτα εκτός από σούπα;»

«Κορνηλία…» είπε ο Λούσιος, ξέπνοα, «μόνο εσύ… μόνο για σένα…»

Αυτό το συγχρόνως περιπαιχτικό και σαγηνευτικό μειδίαμα στα τέλεια χείλη της… «Όλο ψέματα είσαι. Άσε με να σου δείξω τι μπορεί να σου κάνει μια πραγματική γυναίκα. Αλλά, πρώτα, βγάλε τα ρούχα σου, όπως πρέπει. Μην αφήσεις τίποτα επάνω σου.»

*

«Λούσιε;»

Καμία απάντηση.

Η Δομινίκη δεν άνοιξε τα μάτια της. «Λούσιε;» επανέλαβε.

Εκείνος δε μίλησε.

Δεν ήταν στην καμπίνα;

Η Δομινίκη γύρισε επάνω στο κρεβάτι και ανασηκώθηκε. Αισθανόταν ελαφρώς καλύτερα τώρα. Ίσως η θάλασσα να είχε κάπως γαληνέψει· ή ίσως το χάπι να την είχε πιάσει, επιτέλους· ή ίσως η σύντομη επίκληση στη Σοφία του Δασκάλου να την είχε βοηθήσει… ή ίσως απλά να άρχισα να συνηθίζω τούτο το τρισκατάρατο πέρα-δώθε.

Πού ήταν, όμως, ο Λούσιος; Δεν τον έβλεπε πουθενά.

«Στο μπάνιο είσαι;» φώναξε.

Πάλι, καμία απάντηση.

Η Δομινίκη σηκώθηκε απ’το κρεβάτι και πήγε στο μπάνιο. Ναι, ο Λούσιος δεν ήταν εδώ. Είχε, λοιπόν, φύγει απ’την καμπίνα; Χωρίς καν να της το πει;

Συνέβη κάτι που δεν κατάλαβα, όσο ζαλιζόμουν και προσευχόμουν στον Δάσκαλο;

Η Δομινίκη κάθισε σε μια καρέκλα, για να βάλει τις μπότες της. Και χρειάστηκε να περιμένει λίγο, προτού σηκωθεί, γιατί νόμιζε πως πάλι η καταραμένη ναυτία είχε αρχίσει να την καταλαμβάνει. Κλείνοντας, όμως, για μερικές στιγμές τα μάτια της, κατάφερε να την καταπνίξει.

Βγήκε απ’την καμπίνα και βάδισε στους διαδρόμους του σκάφους, ψάχνοντας για τον Λούσιο. Ρώτησε έναν απ’τους λιγοστούς φρουρούς αν τον είχε δει να περνά, κι εκείνος αποκρίθηκε πως, ναι, τον είχε δει, Αρχόντισσά μου· ο Βασιληάς είχε πάει προς τα εκεί. Και έδειξε, υψώνοντας το χέρι του.

Η Δομινίκη, παλεύοντας με τη ναυτία της, ακολούθησε αυτή την κατεύθυνση. Τον Λούσιο δεν τον συνάντησε, αλλά, κοντά σε μια στροφή των διαδρόμων, είδε μια μισάνοιχτη πόρτα. Μια πόρτα που φαινόταν νάχε ανοίξει απ’το ταρακούνημα της θάλασσας· κι απ’το εσωτερικό της έρχονταν ήχοι, σαν μουρμουρητά και έντονες αναπνοές, καθώς κι ένα λαρυγγώδες γέλιο.

Η Δομινίκη, παραξενεμένη, πλησίασε και κοίταξε από το στενό άνοιγμα–

Η ανάσα της κόπηκε.

Βλεφάρισε, πιστεύοντας προς στιγμή ότι, δεν μπορεί, πρέπει να έβλεπε ψευδαισθήσεις από τη ναυτία.

Αλλά αυτό δεν ήταν ψευδαίσθηση.

Ο Λούσιος στεκόταν μες στη μέση ενός άδειου καθιστικού. Ολόγυμνος. Πίσω του στεκόταν η Κορνηλία, με το φόρεμά της κατεβασμένο ώς τη μέση και τα στήθη της γυμνά και ξαναμμένα· ανάμεσά τους κρεμόταν ένα χρυσό περιδέραιο. Τα χέρια της ήταν περασμένα μπροστά απ’την κοιλιά του Λούσιου, κρατώντας τεντωμένο τον στηθόδεσμό της, τον οποίο η Κορνηλία έτριβε επάνω στο ορθωμένο όργανό του. Κι εκείνος είχε το κεφάλι του ριγμένο πίσω, στον ώμο της ξαδέλφης του, βογκώντας κι αναστενάζοντας, λες και ξεψυχούσε.

Η Δομινίκη δεν είχε αισθανθεί έτσι ποτέ ξανά.

Δεν είχε αισθανθεί τέτοιο θυμό, τέτοια απόλυτη οργή, ποτέ ξανά στη ζωή της.

Μια παγερή λόγχη διαπέρασε τα σωθικά της, και μια διάπυρη πλημμυρίδα γέμισε το κεφάλι της. Τα μέλη της τα ένιωθε σαν πέτρες· τα πόδια της δεν μπορούσαν να κουνηθούν, και τα χέρια της ήταν το ένα πιασμένο στον τοίχο και το άλλο γαντζωμένο στο πόμολο της πόρτας.

Θα ορμούσε μέσα τώρα, και θα τους σκότωνε και τους δύο! Θα τους έκανε κομμάτια, με τα νύχια της, με τα δόντια της!

Ο Λούσιος!

Ο ΛΟΥΣΙΟΣ!

Και η Κορνηλία!

Η ΚΟΡΝΗΛΙΑ!

Μαζί. Να πηδιούνται σα ζώα, μέσα σε τούτη την καταραμένη καταιγίδα, ενώ εκείνη βρισκόταν στην καμπίνα της, ξερνώντας και νιώθοντας το κεφάλι της έτοιμο να σπάσει!

Και πόσες φορές το έχουν ξανακάνει αυτό; Δεν μπορεί ετούτη νάναι η πρώτη τους φορά· πόσες φορές το έχουν ξανακάνει; Πόσες φορές μ’έχουν προδώσει έτσι;

Η Δομινίκη ήταν που είχε μυήσει αυτή την ξετσίπωτη πόρνη στα μυστήρια του Μαύρου Νάρζουλ. Η Δομινίκη ήταν που την είχε κάνει ιέρεια και της είχε πει τόσα μυστικά.

Και για τον Λούσιο το ίδιο ίσχυε –εκτός απ’το πιο σημαντικό, ότι ήταν άντρας της, πατέρας των παιδιών της!

Θα τους σκοτώσω! Θα τους ΣΚΟΤΩΣΩ!

Αλλά δεν μπορούσε να κουνηθεί· τα πόδια της εξακολουθούσαν νάναι πετρωμένα απ’την ταραχή.

Περίμενε. Περίμενε, Δομινίκη. Περίμενε. Δε χρειάζεται να κάνεις τίποτα τώρα. Τίποτα απολύτως. Άστους να χαρούν όσο μπορούν.

Πήρε τα μάτια της απ’τη χαραμάδα κι άρχισε να φεύγει.

Θα τους κάνω και τους δύο να υποφέρουν. Και τους δύο να υποφέρουν!

Τη ναυτία την είχε ξεχάσει· η θαλασσοταραχή δεν την ενοχλούσε πλέον. Ο οργανισμός της έμοιαζε να είχε αποβάλει τη ζαλάδα, και να την είχε αντικαταστήσει με οργή και μίσος.

Ο φρουρός τη ρώτησε, καθώς περνούσε από κοντά του: «Δεν τον βρήκατε, Αρχόντισσά μου;»

Μην αφήσεις να φανεί τίποτα στο πρόσωπό σου. «Όχι,» αποκρίθηκε η Δομινίκη. «Αλλά δεν πειράζει· υποθέτω, θα επιστρέψει όπου νάναι. Θα πήγε να βαδίσει λίγο.»

Όταν ήταν μόνη, στην καμπίνα, άρπαξε ένα από τα μαξιλάρια του κρεβατιού ανάμεσα στα χέρια της και έβγαλε ένα άναρθρο γρύλισμα. Ύστερα ξάπλωσε, κλαίγοντας και χτυπώντας το πρόσωπό της πάνω στο μαξιλάρι.

Ο Λούσιος, όταν επέστρεψε, τη βρήκε στο κρεβάτι, όπως πριν. Κουλουριασμένη, με τα γόνατά της σηκωμένα. Τα χέρια της, όμως, δεν ήταν τώρα μπλεγμένα στα μαλλιά της· τα είχε μπροστά της· και τα μάτια της δεν ήταν κλειστά.

«Πού ήσουν;» τον ρώτησε η Δομινίκη.

«Μια βόλτα έκανα,» απάντησε εκείνος. «Είσαι καλύτερα τώρα;»

«Όχι.»

«Δομινίκη…» Άπλωσε το χέρι του, ν’αγγίξει τα μαλλιά της.

Εκείνη το απομάκρυνε με μια απότομη κίνηση του δικού της χεριού. Πώς τολμάς να μ’αγγίζεις; Πριν από λίγο, αυτή η τσούλα είχε τα δάχτυλά της πάνω στο πουλί σου!

Ο Λούσιος αναστέναξε. «Δε φταίω εγώ για την καταιγίδα,» είπε, και βάδισε μες στην καμπίνα.

Η Δομινίκη έκλεισε τα μάτια, πήρε μια βαθιά ανάσα. Όχι τώρα, όχι τώρα. Υπομονή. Θα υποφέρουν και οι δύο, όπως τους αξίζει.

Τα μάτια της άνοιξαν. «Μου φέρνεις λίγο νερό, αγάπη μου;» Ανασηκώθηκε πάνω στο κρεβάτι.

Ο Λούσιος την ατένισε διστακτικά. «Είσαι σίγουρη; Δε ζαλίζεσαι;»

«Νομίζω ότι αισθάνομαι κάπως καλύτερα τώρα.»

Ο Λούσιος ανασήκωσε τους ώμους. Γέμισε ένα ποτήρι με νερό και της το πήγε.

«Κάθισε κοντά μου,» του ζήτησε εκείνη.

Ο Λούσιος κάθισε στην άκρη του κρεβατιού.

Η Δομινίκη ήπιε, κι αισθάνθηκε σαν όλο της το σώμα να ήταν από καυτό σίδερο και το νερό να είχε μόλις σβήσει την ένταση της φωτιάς. Επέστρεψε το ποτήρι στον Λούσιο, ο οποίος το απόθεσε στο κομοδίνο, σε μια ειδική θέση που δεν το άφηνε να παρασυρθεί απ’το πέρα-δώθε της θάλασσας και να πέσει.

Η Δομινίκη είπε: «Δεν πρόκειται να κλείσω μάτι απόψε.»

Ο Λούσιος δε μίλησε, παρατηρώντας την έκφρασή της και βλέποντας ότι είχε κάτι το διαφορετικό από πριν. Παραξενεύτηκε. Δε φαίνεται να ζαλίζεται τώρα…

«Μπορούμε, όμως, να κάνουμε διάφορα μέχρι την αυγή… για να περάσει η ώρα ευχάριστα.» Το χέρι της είχε πάει στον μηρό του, στην εσωτερική μεριά του μηρού του, και ανέβαινε.

«Δομινίκη, καλύτερα να ξεκουραστείς,» της είπε, αποφεύγοντας το βλέμμα της.

Δε με κοιτάζεις στα μάτια, Λούσιε! Δε με κοιτάζεις στα μάτια! σκέφτηκε εκείνη. Και το έχεις ξανακάνει αυτό, όταν μου αρνείσαι. Τώρα που το θυμόταν, δε νόμιζε ότι είχαν κάνει ποτέ έρωτα όταν η Κορνηλία βρισκόταν στο παλάτι της Απαστράπτουσας, ή όταν εκείνοι είχαν επισκεφτεί ένα μέρος όπου βρισκόταν και η Κορνηλία. Κι εκτός αυτού, πόσες φορές ο Λούσιος θα της είχε αρνηθεί επειδή στο μυαλό του ήταν αυτή η τσούλα… και πόσες φορές, όταν ήταν μαζί με τη Δομινίκη στο σκοτάδι, θα φανταζόταν το πρόσωπο της Κορνηλίας και το σώμα της Κορνηλίας…

«Δεν είμαι κουρασμένη,» του είπε. «Μπορείς, όμως, να με εξουθενώσεις, και τότε θα κοιμηθώ…»

Ο Λούσιος έκανε να σηκωθεί απ’το πλάι του κρεβατιού, αλλά σταμάτησε, γιατί η Δομινίκη είχε τώρα το χέρι της γύρω απ’τον ανδρισμό του και τον κρατούσε σταθερά. Ύστερα, άρχισε να τον πασπατεύει, αλλά το σώμα του δεν αντέδρασε.

Η Δομινίκη ύψωσε ένα της φρύδι. «Τίποτα;»

«Δεν έχω διάθεση· είναι η καταιγίδα.»

«Ναι,» είπε η Δομινική, «η καταιγίδα…» Κι αυτή η σκρόφα! «Αλλά έχεις κι άλλα πράγματα που μπορείς να χρησιμοποιήσεις.» Έφερε τα δάχτυλά της στα χείλη του. «Ένα υπέροχο στόμα, και μια μακριά γλώσσα…» Γλίστρησε δύο της δάχτυλα μέσα στο στόμα του, αγγίζοντας τη γλώσσα του. «Και τα χέρια σου, φυσικά.» Σήκωσε ένα χέρι του και έβαλε τον αντίχειρά του στο στόμα της. «Ε;»

Είναι με τα καλά της; απόρησε ο Λούσιος, παρατηρώντας την όψη της. Ταρακούνησε η θαλασσοταραχή το μυαλό της;

«Τι με κοιτάς έτσι, Λούσιε; Σου ζητάω κάτι υπερβολικό; Είναι υπερβολικό να με απασχολήσεις λίγο, για να ξεχάσω την καταιγίδα; Είσαι άντρας μου ή όχι; Δεν μπορείς να κάνεις αυτό το μικρό πραγματάκι για μένα;» Τα λόγια της δεν ήταν παραπονιάρικα, ούτε ερωτικά, ούτε παιχνιδιάρικα. Έμοιαζαν, κατά κάποιο τρόπο, να τον κατηγορούν. Ήταν ψυχρά λόγια. Σαν να γνωρίζει ό,τι συνέβη ανάμεσα σε μένα και την Κορνηλία, πριν από λίγο. Αλλά αυτό αποκλείεται. Είναι αδύνατον.

Η Δομινίκη σηκώθηκε στα γόνατα επάνω στο κρεβάτι· και, τραβώντας το φόρεμά της πάνω απ’το κεφάλι, το έβγαλε. Το μεσοφόρι της το ξεφορτώθηκε με παρόμοιο τρόπο. Ο Λούσιος την κοίταζε, χωρίς να κινείται. Η Δομινίκη πέρασε τα δάχτυλά της μέσα στα μαλλιά του και έφερε το πρόσωπό του κοντά της, όχι με δύναμη, ωθώντας τον απαλά αλλά σταθερά, και περιμένοντάς τον ν’ανταποκριθεί. Ο Λούσιος έβγαλε τη γλώσσα του και την έσυρε πάνω στην κοιλιά της…

25

Ο Ανδρόνικος θυμόταν ότι τον είχαν σ’έναν σκοτεινό λαβύρινθο με βασανιστικές παγίδες σε κάθε σημείο και αποκρουστικά πλάσματα πέρα από τη φαντασία του. Ύστερα, όμως, δεν ήταν πλέον στο λαβύρινθο, ή, αν ήταν, δεν το ήξερε· γιατί, όπως σκεφτόταν τα πράγματα τώρα, νόμιζε ότι τότε πρέπει να είχε χάσει τελείως τη λογική του. Ήταν σαν ένα μαύρο δίχτυ να είχε τυλίξει το νου του, θολώνοντας κάθε του σκέψη, διαστρεβλώνοντας κάθε του σκέψη. Ο Ανδρόνικος δεν είχε την παραμικρή ιδέα πού βρισκόταν. Το περιβάλλον αλλοιωνόταν διαρκώς γύρω του, και ειδεχθείς δαίμονες τον καταδίωκαν, θέλοντας να κλέψουν το θρόνο του και την ψυχή του. Ακόμα κι η Παντοκράτειρα είχε έρθει να τον επισκεφτεί, μεταμορφωμένη σε κάτι αποτρόπαιο με κέρατα, φτερά, και πλοκάμια.

Ο χρόνος είχε χάσει το νόημά του, όχι τώρα επειδή ο Ανδρόνικος βρισκόταν στο σκοτάδι, μην ξέροντας αν ήταν μέρα ή νύχτα, αλλά επειδή το μυαλό του βρισκόταν στο σκοτάδι και ψευδαισθήσεις κυριαρχούσαν στον κόσμο του.

Κάποια στιγμή, μια πόρτα άνοιξε κι ένας καινούργιος δαίμονας παρουσιάστηκε. Σπαθοφόρος κι επιθυμώντας κι αυτός να τον σκοτώσει, για να πάρει την Απολλώνια στα γαμψά του νύχια. Έτσι, ο Ανδρόνικος τού επιτέθηκε, σωριάζοντάς τον στο πάτωμα, χτυπώντας τον, και προσπαθώντας να τον πνίξει.

Τότε, όμως, το γαλανό φως είχε τυλίξει τα πάντα, και είχε διώξει το μαύρο δίχτυ απ’το μυαλό του. Το είχε πετάξει παραπέρα, σαν άχρηστο ρούχο. Τον είχε ελευθερώσει.

Και ο Ανδρόνικος είχε δει τον καστανομάλλη άντρα με την ουλή στο πρόσωπο, η οποία ξεκινούσε απ’το μέτωπό του, επάνω δεξιά, και τελείωνε στο σαγόνι του, κάτω αριστερά.

Μετά, η χρυσόδερμη γυναίκα τον είχε πλησιάσει. Η Άνμα’ταρ. Ζωντανή. Και ο Ανδρόνικος την είχε αγκαλιάσει, ανακουφισμένος που την ξανάβρισκε και που ο αδελφός του δεν την είχε σκοτώσει.

Η Άνμα χάιδεψε το πρόσωπό του με τα δάχτυλά της και παραμέρισε μια τούφα των ξανθών του μαλλιών. «Τι σου έκαναν;» ρώτησε, καθώς δάκρυα έτρεχαν απ’τις άκριες των ματιών της.

«Δεν… δεν είμαι σίγουρος,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος, γιατί, πραγματικά, δεν ήταν. Πώς να εξηγήσει ακριβώς αυτά που είχαν συμβεί; Και τι ήταν εκείνο το μαύρο δίχτυ (μόνο έτσι μπορούσε να το ονομάσει, μαύρο δίχτυ) που είχε τυλίξει το μυαλό του; Κάποιου είδους δηλητήριο που είχαν ρίξει στο φαγητό ή στο νερό του; Ή, μήπως, δεν ήταν παρά η ίδια η παραφροσύνη που είχε, επιτέλους, διαλύσει το νου του, έπειτα από τόσο καιρό (μέρες; βδομάδες; μήνες, ίσως;) μέσα στον σκοτεινό λαβύρινθο;

Ο Ανδρόνικος έστρεψε το βλέμμα του στον άντρα με την ουλή, ο οποίος είχε ανασηκωθεί επάνω στο πέτρινο πάτωμα, προσπαθώντας τώρα να ελέγξει τον βήχα του. «Ποιος είσαι;» τον ρώτησε. «Γιατί προσπαθούσα να σε πνίξω;»

Ο άντρας είπε: «Πρίγκιπά μου. Ονομάζομαι Αυγερινός Αντίρρυθμος. Ήρθα να σας σώσω. Σας φέρνω το ξίφος σας, τον Κελευστή.» Και έτεινε τη λαβή του σπαθιού προς το μέρος του Ανδρόνικου.

Τον Κελευστή; Ο Πρίγκιπας βλεφάρισε, βλέποντας το ξίφος. Ναι, πράγματι, ήταν ο Κελευστής. Το σπαθί του. Και η λεπίδα γυάλιζε μ’ένα απαλό γαλανό φως.

Το γαλανό φως που έδιωξε το δίχτυ απ’το νου μου. Το ίδιο γαλανό φως. Ήταν αδύνατον να μην το αναγνωρίσει.

Ο Ανδρόνικος έσφιξε τη λαβή του ξίφους και το σήκωσε. «Αυγερινός Αντίρρυθμός;» είπε. «Δε θυμάμαι κανέναν με το όνομα Αυγερινός Αντίρρυθμός.»

«Ανήκω στη φρουρά του παλατιού, Πρίγκιπά μου, αλλά δεν υπηρετώ τον Σφετεριστή. Όταν με χτυπήσατε, τα μάτια μου άνοιξαν.»

Ο Ανδρόνικος συνοφρυώθηκε. «Όταν σε χτύπησα;…»

Ο Αυγερινός έδειξε την ουλή στο πρόσωπό του. «Το ξίφος σας. Με χτύπησε, όταν ο Σφετεριστής πρόσταξε να σας συλλάβουμε. Με χτύπησε πρώτο απ’τους άλλους. Και μετά, το γαλανό φως ήρθε και μου έδειξε… μου έδειξε πράγματα. Και κατάλαβα ότι όφειλα να σας βοηθήσω, γιατί έτσι βοηθούσα την ίδια την Απολλώνια.»

Ο Ανδρόνικος παραξενεύτηκε. Τον σπάθισα με τον Κελευστή και, κάπως, ο τρόπος σκέψης του άλλαξε; Αυτό δεν είχε συμβεί ποτέ ξανά. Δεν ήταν, όμως, τώρα η ώρα ν’αναρωτηθεί για τέτοια πράγματα· θα έπρεπε, μονάχα, να είναι ευγνώμων που ο Αυγερινός τον είχε συντρέξει.

Ο Ανδρόνικος σηκώθηκε όρθιος, και πρόσεξε ότι ακόμα ένα άτομο ήταν κοντά του, στον πέτρινο διάδρομο με τις σιδερένιες πόρτες: μια κοπέλα, μικρόσωμη και μελαχρινή, με υπηρετική στολή.

«Αγάθη;» Αυτή ήταν η υπηρέτρια της μητέρας του.

«Πρίγκιπά μου,» είπε εκείνη, και υποκλίθηκε, έχοντας τα μάτια της στο πάτωμα, αποφεύγοντας να κοιτάξει το γυμνό του σώμα.

«Πώς βρέθηκες εσύ εδώ;»

Ο Αυγερινός ορθώθηκε, κρατώντας τον δεξή του ώμο, ο οποίος ήταν φανερά τραυματισμένος. «Μαζί μου ήρθε. Η Βασίλισσα την έστειλε.»

Ο Ανδρόνικος κοίταξε γύρω του. Εκτός απ’το ότι το μέρος έμοιαζε με φυλακές, δεν ήξερε τίποτ’άλλο γι’αυτό. «Και πού βρισκόμαστε;»

«Κάτω απ’το παλάτι της Απαστράπτουσας,» αποκρίθηκε ο Αυγερινός. «Κάτω απ’τα γνωστά υπόγεια του παλατιού. Προσωπικά, δεν ήξερα ότι τούτο το μέρος υπήρχε, Πρίγκιπά μου.»

«Ούτε κι εγώ,» είπε ο Ανδρόνικος.

Η Αγάθη παρενέβη: «Υπάρχουν ρούχα, Πρίγκιπά μου, έξω από εδώ. Χιτώνες.»

Ο Αυγερινός ένευσε. «Ναι, πράγματι. Ακολουθήστε μας, κι εν τω μεταξύ θα σας εξηγήσουμε τι έχει συμβεί.»

«Είσαι χτυπημένος,» παρατήρησε ο Ανδρόνικος. «Το έχεις δέσει το τραύμα σου;»

Ο Αυγερινός κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Δεν πειράζει–»

«Είναι τραύμα από σφαίρα;»

Ο Αυγερινός ένευσε.

Η Άνμα’ταρ τον πλησίασε. «Άσε με να το δω. Δεν είμαι γιατρός, αλλά έχω κάποιες βασικές γνώσεις για την περιποίηση τραυμάτων.»

Ο Αυγερινός πήρε το χέρι του απ’τον δεξή του ώμο.

Η Άνμα κοίταξε την πληγή, και είπε: «Είναι αδύνατον να βγάλω τη σφαίρα τώρα, αλλά θα κάνω ό,τι μπορώ.

»Πρέπει να σχίσω ένα κομμάτι απ’τον μανδύα σου.» Έσκυψε και τράβηξε το ξιφίδιο απ’τη μπότα του. Χρησιμοποιώντας το, έκοψε μια λωρίδα απ’τον μανδύα του και μ’αυτήν έδεσε την πληγή στον ώμο του. «Για να σταματήσω την αιμορραγία. Περισσότερα, όταν φύγουμε από δω.»

«Ευχαριστώ,» αποκρίθηκε ο Αυγερινός, κι ύστερα βάδισε πρώτος, οδηγώντας τους υπόλοιπους.

Ο Ανδρόνικος και η Άνμα’ταρ τον ακολούθησαν μέσα στον διάδρομο, και πέρασαν πάνω από ένα νεκρό πλάσμα, που έμοιαζε με σχισμένο τομάρι. Το αίμα του ήταν γλιστερό και γλοιώδες κάτω απ’τα γυμνά τους πόδια.

«Τι είν’αυτό;» έκανε η Άνμα, στραβώνοντας το στόμα της από απέχθεια.

«Δε γνωρίζω,» είπε η Αυγερινός. «Κάποιου είδους τέρας. Και δεν ήταν το μόνο που συναντήσαμε εδώ κάτω. Ο Φαιόνυχος, Πρίγκιπά μου, ένας καινούργιος άντρας της Βασιλικής Φρουράς, ήταν σε τούτο το μέρος και προσπάθησε να μας σταματήσει… και μεταμορφώθηκε. Η όψη του άλλαξε, και το σώμα του επίσης· και δεν μπορούσε να πεθάνει, παρά μόνο με τη λεπίδα του ξίφους σας.»

Βγήκαν απ’τον διάδρομο των κελιών και μπήκαν σ’έναν άλλο. Τον ακολούθησαν ώς το τέλος του και έφτασαν σ’ένα στρογγυλό δωμάτιο μ’αρκετές εξόδους και μια σκάλα που φαινόταν ν’ανεβαίνει, στριφογυριστά.

Πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν τούτα τα πράγματα κάτω απ’το παλάτι μου, χωρίς να το ξέρω; σκέφτηκε ο Ανδρόνικος.

«Αυτό, Πρίγκιπά μου,» είπε ο Αυγερινός, δείχνοντας, «είναι ό,τι απέμεινε απ’τον Φαιόνυχο.»

Ο Ανδρόνικος κοίταξε, και είδε έναν σωρό από κάρβουνο. Έστρεψε το βλέμμα του στον Αυγερινό, ατενίζοντάς τον ερωτηματικά.

«Ναι, Πρίγκιπά μου, αυτό είναι.»

Ο Ανδρόνικος συνοφρυώθηκε. «Είπες ότι δεν μπορούσε να πεθάνει;»

«Ναι. Όταν οι σφαίρες μας τον χτυπούσαν, δεν πεταγόταν αίμα. Κάτω απ’το δέρμα του, όμως, υπήρχε κάποιου είδους ρευστό ασήμι, που θεράπευε πολύ γρήγορα κάθε τραύμα.»

Μα τους θεούς! «Ένα Δημιούργημα…» μουρμούρισε ο Ανδρόνικος.

«Δημιούργημα;»

Ο Ανδρόνικος ένευσε. «Τα φτιάχνει η Παντοκράτειρα. Και μόνο εκείνη. Πώς είναι δυνατόν να βρέθηκε εδώ; Και είπες ότι ο Κελευστής το σκότωσε;» Ύψωσε το ξίφος εμπρός του, κοιτάζοντας τη λεπίδα, που τώρα δε γυάλιζε με γαλανό φως.

«Ναι. Σα να το έκαψε.»

«Φωτιά και οξέα: αυτά είναι τα δύο πράγματα που μπορούν να σκοτώσουν τα Δημιουργήματα. Και το σπαθί μου, επίσης, όπως φαίνεται…» Ο Λούσιος είναι, τελικά, συνασπισμένος με την Παντοκράτειρα; Γιατί; Γιατί; «Πού είναι ο αδελφός μου;»

«Έχει φύγει από την Απαστράπτουσα, μαζί με τη σύζυγό του και τη Δούκισσα Κορνηλία.»

«Η Κορνηλία είναι εδώ;»

«Μόλις ήρθε, έφυγαν όλοι τους.»

«Γιατί;»

«Δεν ξέρω, Πρίγκιπά μου. Πρέπει να βιάζονταν, όμως. Οι προετοιμασίες έγιναν άρον-άρον.»

«Και πού πηγαίνουν;»

«Στη Ρακμάνη. Με πλοίο.»

Η Αγάθη βάδισε προς ένα άνοιγμα με παραμερισμένη κουρτίνα. «Από δω, Πρίγκιπά μου.»

«Τι είναι εκεί;»

«Κάποιοι χιτώνες που μπορείτε να φορέσετε.»

Ο Ανδρόνικος μπήκε στο μικρό δωμάτιο, και είδε ότι σε μια κρεμάστρα, πράγματι, ήταν κρεμασμένοι μερικοί μαύροι χιτώνες. Πήρε έναν και τον φόρεσε. Μετά, η Άνμα’ταρ μιμήθηκε το παράδειγμά του.

«Χιτώνες εδώ κάτω;» είπε ο Ανδρόνικος. «Τι τους κάνουν τους χιτώνες;» Είναι, τελικά, αλήθεια αυτά που λέγονται για τον Λούσιο; Ότι λατρεύει τον Μαύρο Νάρζουλ; Δε θα του φαινόταν παράξενο πλέον. Όχι ύστερα απ’ό,τι είχε δει. Ο αδελφός του του είχε κλέψει το θρόνο, και είχε προσπαθήσει να τον τρελάνει.

«Δεν έχω ιδέα, Πρίγκιπά μου,» απάντησε ο Αυγερινός.

«Το έχεις εξερευνήσει όλο τούτο το μέρος;»

«Όχι.»

«Ας το εξερευνήσουμε, τότε.» Ίσως να είναι και κανένας άλλος φυλακισμένος εδώ.

Η στριφτή σκάλα οδηγούσε επάνω, στα γνωστά υπόγεια του παλατιού, εξήγησε ο Αυγερινός στον Ανδρόνικο· και η πόρτα μπροστά στην οποία ήταν τα καρβουνιασμένα απομεινάρια του Φαιόνυχου οδηγούσε σ’ένα δωμάτιο ελέγχου. Ο Πρίγκιπας θέλησε να το δει, και μπήκε. Έριξε μια ματιά σ’όλες τις οθόνες, ψάχνοντας μήπως υπήρχε κανένας άλλος κρατούμενος, εκτός από εκείνον και την Άνμα· μα δε βρήκε κανέναν. Ύστερα, μπήκαν όλοι τους στο τέταρτο άνοιγμα του στρογγυλού δωματίου –όπου ο Αυγερινός και η Αγάθη δεν είχαν πάει πριν– και βρέθηκαν σ’ένα δεύτερο στρογγυλό δωμάτιο, πολύ πιο μικρό. Ανάβοντας τις ενεργειακές λάμπες που υπήρχαν εδώ, είδαν ότι στους τοίχους του μορφές και γράμματα ήταν λαξεμένα.

Ο Ανδρόνικος τα κοίταξε, προσεχτικά. Ακούμπησε τα δάχτυλά του επάνω τους και τα ψηλάφισε. Σίγουρα, ανήκαν σε κάποια θρησκεία. Σίγουρα, ετούτο το στρογγυλό δωμάτιο ήταν κάποιου είδους ναός.

Ναός του Μαύρου Νάρζουλ; Ο Ανδρόνικος δεν ήξερε πολλά γι’αυτόν τον σκοτεινό θεό. Ήξερε μόνο το όνομά του, επειδή στην Απολλώνια λεγόταν ως κατάρα, όποτε κάτι δεν πήγαινε καλά.

Βγήκαν απ’το στρογγυλό δωμάτιο και πέρασαν την είσοδο που έβγαζε στον διάδρομο. Αριστερά και δεξιά του υπήρχε από ένα άνοιγμα. Το αριστερό οδηγούσε σε μερικούς κοιτώνες, εξήγησε ο Αυγερινός στον Ανδρόνικο· και το δεξί, στα κελιά. Στο βάθος, ο διάδρομος τελείωνε σε τρεις κλειστές σιδερένιες πόρτες.

«Πού βγάζουν αυτές;» ρώτησε ο Ανδρόνικος.

«Δεν ξέρω, Πρίγκιπά μου,» αποκρίθηκε ο Αυγερινός, και πλησίασε τη δεξιότερη. Έπιασε το πόμολο και προσπάθησε να την ανοίξει. Δεν άνοιγε, όμως. Ήταν κλειδωμένη.

Η αριστερή και η μεσαία ήταν επίσης κλειδωμένες, όπως σύντομα διαπίστωσε ο Αυγερινός.

«Αυτές οι πόρτες,» είπε ο Ανδρόνικος, «πρέπει να οδηγούν στο λαβύρινθο…»

«Ποιον λαβύρινθο;» ρώτησε η Άνμα’ταρ.

«Τον λαβύρινθο όπου με είχαν κλεισμένο, αρχικά.» Και τους εξήγησε, όσο καλύτερα μπορούσε, τη φρίκη εκείνου του σκοτεινού, μπλεγμένου μέρους.

«Τα πλάσματα που ήταν εκεί μέσα πρέπει να ήταν παρόμοια μ’αυτό που αντιμετώπισε ο Αυγερινός στον διάδρομο με τα κελιά,» υπέθεσε η μάγισσα.

«Και μ’αυτό που αντιμετωπίσαμε εμείς στον Δύτη. Το πλάσμα που μας απορρόφησε την ενέργεια από τις φιάλες.»

Η Άνμα’ταρ συνοφρυώθηκε, και ένευσε. «Ναι, πολύ πιθανόν… Τέρατα από την Απολεσθείσα Γη, τότε;»

«Και το Δημιούργημα;»

«Δεν ξέρω. Αυτό παραπέμπει, κατευθείαν, στην Παντοκράτειρα· όμως, αν η Παντοκράτειρα ήταν εδώ, δε νομίζω ότι θα έκρυβε την παρουσία της. Δε φέρεται έτσι. Θα είχε τις σημαίες της να κυματίζουν απ’άκρη σ’άκρη της Απολλώνιας.»

«Ο αδελφός μου, δηλαδή, έχει κάπως βρει τη μέθοδο με την οποία φτιάχνονται τα Δημιουργήματα…»

«Ίσως,» είπε η Άνμα’ταρ. «Ή ίσως αυτό το πλάσμα να ήταν κάτι που έμοιαζε με Δημιούργημα.»

«Τόσο πολύ, Άνμα;»

Η μάγισσα ανασήκωσε τους ώμους. «Μια υπόθεση κάνω. Γιατί, πέρα από την εξωτερική του εμφάνιση, δεν έχουμε τίποτα που να μας λέει ότι ήταν όντως σαν τα Δημιουργήματα της Παντοκράτειρας.»

Ο Ανδρόνικος φάνηκε σκεπτικός, και είπε: «Θα το ανακαλύψουμε, αργά ή γρήγορα. Τώρα, όμως, νομίζω πως είναι ώρα να ανεβούμε στο παλάτι, και ν’αρχίσουμε να διορθώνουμε την κατάσταση στο βασίλειο.»

«Δε θ’ανοίξουμε τις πόρτες, Πρίγκιπά μου;» ρώτησε ο Αυγερινός, κοιτάζοντας τις τρεις σιδερένιες πόρτες.

«Προς το παρόν, όχι. Εξάλλου, εκτός από παγίδες και δαιμονικά πλάσματα, δεν πιστεύω να βρούμε τίποτ’άλλο εκεί μέσα.»

*

«Αλτ!»

Ο φρουρός τράβηξε το πιστόλι του και τους σημάδεψε.

«Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο Αυγερινός, υψώνοντας το δικό του πιστόλι. «Δεν αναγνωρίζεις τον Πρίγκιπά σου;»

Βρίσκονταν σ’έναν απ’τους διαδρόμους των υπογείων του παλατιού που γνώριζαν και ο Αυγερινός και ο Ανδρόνικος και η Αγάθη. Η Άνμα’ταρ, φυσικά, δεν μπορούσε να τα γνωρίζει, αφού δεν είχε προηγούμενη εμπειρία από τα έγκατα του παλατιού της Απαστράπτουσας.

Τα μάτια του φρουρού στένεψαν, ατενίζοντας τον Ανδρόνικο. «Τι… Με ποιου την εντολή γίνεται αυτό;» απαίτησε, αλλά η φωνή του ήταν αδύναμη.

«Δε σε καταλαβαίνω, στρατιώτη,» είπε ο Ανδρόνικος, που ήταν ντυμένος με τον μαύρο χιτώνα και στο δεξί του χέρι βαστούσε το ξίφος του. «Χρειάζομαι την εντολή κάποιου για να βαδίσω μέσα στο ίδιο μου το παλάτι;»

«Με συγχωρείτε, Πρίγκιπά μου, αλλά, σύμφωνα με τις διαταγές του αδελφού σας, είστε κρατούμενος… και επίσης, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, είστε… τρελός.»

Τα μάτια του Ανδρόνικου γυάλισαν στο ημίφως του διαδρόμου. «Ο αδελφός μου είναι σφετεριστής, και στα πιο βαθιά μέρη αυτού του παλατιού κρύβει πράγματα αποτρόπαια.»

Ο φρουρός δε μίλησε, μα δεν κατέβασε και το πιστόλι του. Έμοιαζε να τάχει χαμένα, να μην ξέρει πώς να αντιδράσει.

«Πρίγκιπά μου…» άρχισε να ψιθυρίζει η Άνμα’ταρ στ’αφτί του Ανδρόνικου, αλλά εκείνος τής έκανε νόημα με το χέρι του να σωπάσει και να μείνει πίσω.

Και ζύγωσε τον φρουρό με σταθερά βήματα. «Αντιβασιλέας της Απολλώνιας εξακολουθώ να είμαι εγώ, στρατιώτη,» είπε. «Το έγγραφο του πατέρα μου, του Βασιληά Αρχίμαχου, ακόμα υφίσταται και δεν έχει αναιρεθεί. Ο Λούσιος καθάρπαξε την εξουσία, χωρίς κανένα νόμιμο δικαίωμα. Και μπορώ να σε διαβεβαιώσω πως δεν είμαι τρελός. Κατέβασε το όπλο σου και δε θα υπάρξει κανένα πρόβλημα· καταλαβαίνω ότι δεν είχες άλλη επιλογή παρά να κάνεις ό,τι σε είχαν διατάξει. Τώρα, όμως, οι διαταγές σου αλλάζουν.»

Ο φρουρός κατέβασε το πιστόλι του και υποκλίθηκε. «Πρίγκιπά μου.»

Ο Ανδρόνικος άγγιξε τον ώμο του. «Πώς σε λένε;»

«Ίδμονα, Υψηλότατε.» Και μετά, συνέχισε, σαν να ήταν υποχρεωμένος να εξηγήσει κάποια πράγματα, τώρα που βρισκόταν πάλι στις υπηρεσίες του Ανδρόνικου και όχι του αδελφού του: «Υψηλότατε, ακούστηκαν θόρυβοι από τα βάθη των υπογείων· και δεν τους άκουσα μόνο εγώ. Πυροβολισμοί, είπαν κάποιοι. Έχουν συγκεντρωθεί αρκετοί φρουροί στα υπόγεια, κι ορισμένοι έχουν πάει να ειδοποιήσουν τον διοικητή της φρουράς, για περαιτέρω εντολές.»

«Δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας για τους πυροβολισμούς,» τον διαβεβαίωσε ο Ανδρόνικος. «Έλα μαζί μας.»

«Ν’αφήσω το πόστο μου, Υψηλότατε;»

«Ναι.»

Έτσι, συνέχισαν να βαδίζουν μέσα στους διαδρόμους των υπογείων του παλατιού· και κάθε φρουρό που συναντούσαν ο Ανδρόνικος τον έπαιρνε μαζί του με τον ίδιο τρόπο. Όσο, δε, ο αριθμός των φρουρών που ήταν γύρω του μεγάλωνε, τόσο πιο εύκολο τού ήταν να επιστρατεύει κι άλλους σε τούτη την απλή εκστρατεία. Στο τέλος, οι στρατιώτες δεν έκαναν καν ερωτήσεις· έρχονταν μαζί του μόνο επειδή τους έλεγε να έρθουν. Όπως και όφειλαν, εξάλλου. Ήταν Πρίγκιπάς τους, παρά την προδοσία του Λούσιου.

Σε κάποιο σημείο των υπογείων συνάντησε τον Φινέα Πολύδικο, τον διοικητή της φρουράς του παλατιού, στο πλευρό του οποίου ήταν αρκετοί οπλισμένοι φρουροί.

«Φινέα,» είπε ο Ανδρόνικος, «τι έρχεσαι να ερευνήσεις;»

«Πρίγκιπά μου,» αποκρίθηκε ο Φινέας με ύφος και τόνο αμυντικό. «Είσαστε–»

«Φυλακισμένος; Τρελός;»

Ο Φινέας τον ατένισε παρατηρητικά. «Ο Πρίγκιπας Λούσιος πρόσταξε να συλληφθείτε. Δεν ήμουν στη συμπλοκή, εκείνο το βράδυ, αλλά, απ’όσο γνωρίζω, επιτεθήκατε στους φρουρούς–»

«Ο αδελφός μου είναι σφετεριστής, και πρόσταξε να με φυλακίσουν.»

«Υποστήριξε πως είστε τρελός, πως επιτεθήκατε χωρίς λόγο–»

«Και ακριβώς έτσι έγινε!» Ένας πρασινόδερμος άντρας ξεπρόβαλε ανάμεσα απ’τους στρατιώτες που περιστοίχιζαν τον Φινέα. Φορούσε τη στολή Βασιλικού Φρουρού, και ο Ανδρόνικος τον αναγνώριζε: ήταν ο άνθρωπος με τον οποίο είχε ξιφομαχήσει, έξω απ’τα διαμερίσματα του Λούσιου. «Ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος επιτέθηκε, πρώτα, σε μένα κι έπειτα στους φρουρούς του παλατιού! Είναι πράγματι τρελός, και πρέπει να επιστραφεί στο κελί του, απ’το οποίο δεν ξέρω πώς δραπέτευσε.»

Ο Αυγερινός άρπαξε το σπαθί ενός φρουρού και, φωνάζοντας «Λάθμιε!», επιχείρησε να διαγράψει το σύμβολο του Καλέσματος στον αέρα εμπρός του.

Ο Ανδρόνικος, όμως, τον σταμάτησε, πιάνοντάς του το χέρι. Είσαι τραυματισμένος! Τι κάνεις εκεί; «Το όνομά σου είναι Λάθμιος;» ρώτησε τον Βασιλικό Φρουρό.

Εκείνος δεν αποκρίθηκε, ατενίζοντας εχθρικά τον Ανδρόνικο.

«Το όνομά του είναι, πράγματι, Λάθμιος, Πρίγκιπά μου. Λάθμιος Καληβάτης,» απάντησε ο Φινέας, που έμοιαζε διχασμένος.

«Δε σε γνωρίζω,» είπε ο Ανδρόνικος στον Λάθμιο. «Ο αδελφός μου σε έβαλε πρόσφατα στη Βασιλική Φρουρά, επομένως έχεις κάθε λόγο να τον υποστηρίζεις, παρότι είναι προδότης και σφετεριστής. Αλλά δεν έχεις κανένα δικαίωμα να προστάζεις τους φρουρούς του παλατιού μου. Ο Λούσιος ήταν που διέταξε τους φρουρούς να μου επιτεθούν, έξω απ’τα διαμερίσματά του, και εγώ και η Άνμα’ταρ το μόνο που κάναμε ήταν να προσπαθήσουμε να αμυνθούμε.

»Φινέα, θέλω αυτός ο άνθρωπος να συλ–»

Ο Λάθμιος τράβηξε το σπαθί του και διέγραψε το σύμβολο του Καλέσματος στον αέρα, αντίκρυ του Ανδρόνικου.

«Εξωφρενικό!» γρύλισε ο Αυγερινός. «Ο Πρίγκιπας είναι ταλαιπωρημένος από τη φυλάκισή του. Αντιμετώπισε εμένα, προδότη!» Δεν έμοιαζε να αντιλαμβάνεται ότι ήταν τραυματισμένος.

Ο Ανδρόνικος τράβηξε τον Κελευστή, ανταποκρινόμενος στο Κάλεσμα.

«Οι Βασιλικοί Φρουροί δεν Καλούν τα μέλη της βασιλικής οικογένειας,» είπε ο Φινέας, «εκτός αν υπάρχει εξαιρετικά σημαντικός λόγος!» Κοίταζε τον Λάθμιο με κατάπληξη.

«Μα, υπάρχει εξαιρετικά σημαντικός λόγος,» αποκρίθηκε ο Λάθμιος. «Ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος είναι παράφρων και απίστευτα επικίνδυνος· και σκοπεύω να προστατέψω το βασίλειο απ’αυτόν. Τουλάχιστον, μέχρι να επιστρέψει ο Πρίγκιπας Λούσιος και να βάλει τα πράγματα στη θέση τους.»

«Όταν επιστρέψει ο Πρίγκιπας Λούσιος, εσύ δε θα είσαι ζωντανός!» γρύλισε ο Αυγερινός.

Ο Λάθμιος βάδισε μπροστά απ’τον Φινέα και τους άλλους φρουρούς, παίρνοντας πολεμική στάση, με το ξίφος του υψωμένο μέσα στον στενό, υπόγειο διάδρομο.

Ο Ανδρόνικος έγνεψε στον Αυγερινό και τους υπόλοιπους συντρόφους του να κάνουν πίσω, και πλησίασε τον Λάθμιο. Ο Κελευστής γυάλιζε μ’ένα γαλανό φως στο χέρι του.

«Οι όροι μου είναι οι εξής, Πρίγκιπα Ανδρόνικε,» είπε ο πρασινόδερμος άντρας: «Αν ηττηθείς, επιστρέφεις πρόθυμα στο κελί σου. Αν ηττηθώ, γίνομαι εγώ κρατούμενός σου.»

«Όχι,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος. «Αυτό το Κάλεσμα είναι μέχρι θανάτου.»

Ο Λάθμιος δε φάνηκε να εκπλήσσεται. «Καλώς,» συμφώνησε. «Μέχρι θανάτου.»

Κι επιτέθηκε καρφωτά με το ξίφος του.

Ο Ανδρόνικος τινάχτηκε στο πλάι και, χτυπώντας τη λεπίδα, την απομάκρυνε.

Ο Λάθμιος στράφηκε, για να επιτεθεί ξανά. Ο Ανδρόνικος απέκρουσε, και τα ξίφη τους διασταυρώθηκαν μπροστά στο πρόσωπό του. Ο Κελευστής φώτιζε με τη γαλανή του ακτινοβολία.

«Νόμιζα,» είπε ο Λάθμιος, «ότι ο αδελφός σου σου είχε πάρει αυτό το σπαθί.»

«Το σπαθί επέστρεψε στον κύριό του,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος.

Οι λεπίδες τους χώρισαν, και για λίγο οι δυο τους φάνηκαν να χορεύουν μέσα στον στενό διάδρομο, ενώ τα σπαθιά τους συγκρούονταν, ξανά και ξανά και ξανά. Η κλαγγή είχε γεμίσει τα υπόγεια. Οι φρουροί παρακολουθούσαν, προσηλωμένοι, και πολλοί κρατούσαν ακόμα και την αναπνοή τους. Ο Φινέας είχε τα χέρια του σταυρωμένα εμπρός του και κοίταζε τους δύο ξιφομάχους με τα μεγάλα, γκρίζα φρύδια του σουφρωμένα. Το βλέμμα του Αυγερινού ήταν δολοφονικό, και στο αριστερό του χέρι (όπου δεν ήταν τραυματισμένος ο ώμος) έσφιγγε το σπαθί του· δεν υπήρχε αμφιβολία πως, αν έβλεπε τον Ανδρόνικο να χτυπιέται, θα ορμούσε. Η Αγάθη είχε το ένα της χέρι υψωμένο στα χείλη της, και παρακολουθούσε την ξιφομαχία αγαλματωμένη στη θέση της. Η Άνμα’ταρ έμοιαζε ψύχραιμη· αν πρόσεχε, όμως, κανείς τα μάτια της, θα παρατηρούσε ότι η Δράκαινα βρισκόταν σε πολεμική ετοιμότητα· ίσως και σε ετοιμότητα να εξαπολύσει κάποιο απ’τα μαχητικά της ξόρκια.

Το σπαθί του Ανδρόνικου χτύπησε έναν τοίχο και ήχησε δυνατά πάνω στις πέτρες. Ο Λάθμιος, πιστεύοντας πως βρήκε άνοιγμα στην άμυνα του Πρίγκιπα, επιτέθηκε, πηγαίνοντας για τα πλευρά του. Εκείνος απέφυγε το λεπίδι, για μερικά εκατοστά· περιστράφηκε και σπάθισε τον Λάθμιο στον αριστερό ώμο.

Ο Βασιλικός Φρουρός γρύλισε, παραπατώντας, μα δεν έχασε την αμυντική του στάση. Κατάφερε να αποκρούσει την αμέσως επόμενη επίθεση του αντιπάλου του. Επάνω στη στολή του είχε πεταχτεί αίμα, μουσκεύοντάς την.

Αίμα, παρατήρησε ο Ανδρόνικος. Επομένως, εσύ δεν είσαι Δημιούργημα, όπως ο άλλος.

Απέκρουσε το σπαθί του Λάθμιου, έσυρε τη λεπίδα του πάνω στη λεπίδα του Βασιλικού Φρουρού, και τον χτύπησε στον μηρό, μια παλάμη πιο ψηλά απ’το γόνατο. Εκείνος έχασε την ισορροπία του· οπισθοχώρησε. Ο Ανδρόνικος τον ξανασπάθισε: μια σπαθιά που ήξερε ότι ο Λάθμιος θα απέκρουε. Όπως και απέκρουσε. Όμως, καθώς οι λεπίδες συναντήθηκαν, ο Βασιλικός Φρουρός έπεσε πίσω και σωριάστηκε στις πέτρινες πλάκες του πατώματος.

Ο Ανδρόνικος πάτησε το ένα γυμνό του πόδι στο στέρνο του πρασινόδερμου πολεμιστή, και έφερε την αιχμή του Κελευστή μπροστά στο λαιμό του.

Ο Λάθμιος δεν ικέτεψε για τη ζωή του. «Σκότωσέ με,» είπε. «Τελείωσε.»

«Όχι,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος, ατενίζοντάς τον χωρίς καμία συμπάθεια, «μου είσαι πιο χρήσιμος ζωντανός.»

Και απομακρύνθηκε απ’τον πεσμένο Βασιλικό Φρουρό, προστάζοντας τους στρατιώτες του Διοικητή Φινέα να τον συλλάβουν. Εκείνοι δε δίστασαν, έχοντας ήδη πλησιάσει με τα πιστόλια τους τραβηγμένα.

*

Η Γλυκάνθη αγκάλιασε σφιχτά τον Ανδρόνικο, κλαίγοντας.

«Είσαι ελεύθερος,» είπε, αφήνοντάς τον απ’την αγκαλιά της. Πήρε το πρόσωπό του ανάμεσα στα χέρια της. «Είσαι καλά, Ανδρόνικε; Είσαι καλά τώρα;»

Εκείνος ένευσε. «Την προηγούμενη φορά που με είδες, μητέρα–» Συνοφρυώθηκε. «Ή, μήπως, το ονειρεύτηκα; Με είδες, δε με είδες;»

«Ναι,» αποκρίθηκε η Γλυκάνθη. «Σε είχαν σ’ένα κελί. Έλεγαν ότι είσαι τρελός.»

«Δεν ήμουν τρελός. Ναρκωμένος ήμουν, για να μη μπορώ να συνεννοηθώ μαζί σου.»

Η Γλυκάνθη σκούπισε τα μάτια της με τα δάχτυλά της. «Ναι, αυτό υπέθεσα κι εγώ. Αλλά δε μπορούσα να κάνω τίποτα. Δόξα στον Απόλλωνα, όμως, παρουσιάστηκε ο Αυγερινός…» Έστρεψε το βλέμμα της στον σημαδεμένο άντρα, ο οποίος στεκόταν κοντά σε μια γωνία του καθιστικού των διαμερισμάτων της. «Παρουσιάστηκε όταν τον χρειαζόμασταν. Σαν, πραγματικά, να τον έστειλαν οι θεοί.»

Ο Ανδρόνικος ατένισε τον Αυγερινό. Σαν να τον έστειλαν οι θεοί…

Ο πολεμιστής υποκλίθηκε. «Το καθήκον μου είναι να υπηρετώ την Απολλώνια και τον Κύριο του Γαλανού Φωτός.»

«Τον Απόλλωνα;» ρώτησε ο Ανδρόνικος.

«Εσάς, Πρίγκιπά μου. Εσάς.»

«Και μ’αποκαλείς Κύριο του Γαλανού Φωτός;»

«Ασφαλώς.»

«Πού το έχεις ξανακούσει αυτό το όνομα;»

«Πουθενά. Το γνωρίζω, όμως.»

Ο Ανδρόνικος ύψωσε τον Κελευστή. Η λεπίδα τώρα δεν εξέπεμπε γαλανή ακτινοβολία· γυάλιζε όπως θα γυάλιζε κάθε άλλη λεπίδα στο ενεργειακό φως του καθιστικού. Κύριος του Γαλανού Φωτός… Ποιος έφτιαξε αυτό το ξίφος; Αναρωτιέμαι αν γνωρίζεις εσύ, πατέρα.

Ρώτησε τη μητέρα του πώς ήταν ο Βασιληάς Αρχίμαχος· είχε, μήπως, βελτιωθεί καθόλου η κατάστασή του; Η Γλυκάνθη, όμως, με θλίψη τού απάντηση πως, όχι μόνο δεν είχε βελτιωθεί, αλλά είχε χειροτερέψει: ο πατέρας του βρισκόταν σε κώμα, και δε φαινόταν να έχει καμία επαφή με το περιβάλλον.

Τα νέα τούτα στενοχώρησαν τον Ανδρόνικο, αλλά ήξερε ότι δεν μπορούσε να κάνει κάτι για να βοηθήσει· δεν ήταν γιατρός, ούτε θαυματουργός. Θα πήγαινε να δει τον πατέρα του, σύντομα· όχι αυτή τη στιγμή, όμως, γιατί ήταν κουρασμένος και βρώμικος. Ήθελε, πρώτα, να πλυθεί και να ξεκουραστεί· και μετά, θα πλησίαζε τον Βασιληά Αρχίμαχο, για να ζητήσει τη συμβουλή του, ακόμα κι αν εκείνος δεν μπορούσε, στην πραγματικότητα, να του δώσει καμία συμβουλή.

Ο Ανδρόνικος ρώτησε τη μητέρα του: «Πού έχει πάει ο Λούσιος;»

«Ταξιδεύει προς τη Ρακμάνη, μαζί με τη Δομινίκη και την Κορνηλία.»

«Γιατί;»

«Δεν ξέρω, δε μου είπε. Δε μου λέει και πολλά, τον τελευταίο καιρό, Ανδρόνικε. Και φοβάμαι γι’αυτόν. Τα πράγματα που κάνει… τα πράγματα που έκανε σ’εσένα… δεν μπορώ να τα κατανοήσω.»

«Υποθάλπει ακόλουθους του Μαύρου Νάρζουλ,» είπε ο Ανδρόνικος.

Η Γλυκάνθη κούνησε το κεφάλι. «Όχι, δεν μπορώ να το πιστέψω αυτό.»

«Κι εγώ, στην αρχή, δεν ήθελα να το πιστέψω, μητέρα· αλλά ύστερα απ’όσα είδα….»

«Τι είδες;»

«Θα σου εξηγήσω, όταν έχω ξεκουραστεί. Όταν έχω βάλει σε μια τάξη το μυαλό μου. Πάντως, στο παλάτι υπάρχουν μέρη που δεν έχεις ποτέ φανταστεί… Τα υπόγεια απ’όπου με πήρε ο Αυγερινός δεν μπορεί παρά νάναι φτιαγμένα από υπηρέτες του Μαύρου Νάρζουλ. Κατοικούν τέρατα εκεί μέσα, μητέρα. Τέρατα, σαν αυτά που έρχονται από την Απολεσθείσα Γη.»

Η Γλυκάνθη παρακολουθούσε τα λόγια του χάσκοντας· τα μάτια της ήταν ελαφρώς διασταλμένα.

«Πρέπει να πάρουμε την Απολλώνια από τα χέρια των ανθρώπων του Λούσιου,» είπε ο Ανδρόνικος, «κι αυτό δε νομίζω νάναι εύκολο. Ο αδελφός μου έχει κάνει πάρα πολλές αλλαγές μέσα στο κοινωνικοπολιτικό σύστημα του βασιλείου, κι εμείς, επομένως, θα πρέπει να κάνουμε άλλες τόσες.

»Προς το παρόν, όμως, το γεγονός ότι δραπέτευσα είναι κρυφό. Και προτιμώ να μείνει έτσι για απόψε. Ο Διοικητής Φινέας έχει ενημερωθεί, καθώς και οι φρουροί που με συνάντησαν στα υπόγεια. Κανείς δε θα αποκαλύψει τίποτα για την επιστροφή μου. Θα παρουσιαστώ το πρωί, με τον δικό μου τρόπο.»

«Γνωρίζεις ποιον έχει αφήσει ο Λούσιος ως Αντικαταστάτη του στον Κυανό Θρόνο;» ρώτησε η Γλυκάνθη.

Ο Ανδρόνικος ένευσε. «Τον Χρύσιππο, τον καναλάρχη του Φωτός της Απολλώνιας. Μου το είπε ο Φινέας.»

«Οι πάντες γνωρίζουν ότι είναι απόλυτα ελεγχόμενος από τους ανθρώπους του αδελφού σου. Τον υποστηρίζει πλήρως, και δε νομίζω να δεχτεί εύκολα αυτή την αλλαγή στην εξουσία.»

«Μην ανησυχείς, μητέρα,» είπε ο Ανδρόνικος. «Θα τον φροντίσω τον Χρύσιππο. Τόσο καιρό ήμουν σύζυγος της Παντοκράτειρας, και, θέλοντας και μη, έμαθα πολλά από τη γυναίκα μου.»

*

Η Άνμα κοίταξε το δεξί της χέρι, στεκόμενη μπροστά στον καθρέφτη του δωματίου που της είχε παραχωρήσει ο Ανδρόνικος. Μια σφαίρα την είχε πετύχει στον βραχίονα, όταν εκείνη κι ο Πρίγκιπας προσπαθούσαν να ξεφύγουν απ’τους φρουρούς του αδελφού του. Η Άνμα είχε χάσει τη λαβή της πάνω στον τοίχο του κήπου και είχε σωριαστεί μέσα σ’έναν θάμνο. Στρατιώτες είχαν μαζευτεί γύρω της, χτυπώντας την στα πλευρά και στο κεφάλι, και αναισθητοποιώντας την.

Όταν συνήλθε, βρισκόταν σ’εκείνο το καταραμένο, σκοτεινό κελί, και φορούσε μονάχα ένα ρούχο επάνω της. Ένα μαύρο ένδυμα που κάλυπτε το στήθος, τη λεκάνη, και μέρος των χεριών και των ποδιών της. Επίσης, το ένδυμα αυτό ήταν ζωντανό, όπως σύντομα ανακάλυψε η Άνμα. Μπορούσε να το αισθανθεί να κάνει ανάλαφρες κινήσεις επάνω στο δέρμα της, σαν να είχε μουδιάσει και να ήθελε να μετατοπιστεί λίγο. Κι εκτός αυτού, δεν την άφηνε να χρησιμοποιήσει τη μαγεία της.

Το πρώτο πράγμα που η Άνμα είχε επιχειρήσει να κάνει ήταν να υφάνει ένα Ξόρκι Ξεκλειδώματος επάνω στην κλειδαριά του κελιού, ώστε να δραπετεύσει· εξάλλου, δεν μπορούσε να διακρίνει κανέναν φρουρό έξω, στο μισοσκόταδο του διαδρόμου. Τότε ήταν που το ζωντανό της ένδυμα πρωτόκανε αισθητή την παρουσία του, συνθλίβοντας το στήθος, τα πλευρά, και την κοιλιά της, ζουλώντας την ανελέητα. Η Άνμα έχασε την αυτοσυγκέντρωση που ήταν απαραίτητη για να υφάνει το ξόρκι· διπλώθηκε στο πάτωμα, βογκώντας και μη μπορώντας ν’αναπνεύσει. Το πλάσμα, στο τέλος, την ελευθέρωσε· αλλά, φυσικά, δεν έφυγε από πάνω της. Και, όποτε άλλοτε εκείνη προσπάθησε να χρησιμοποιήσει μαγεία, το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο.

Ωστόσο, το ζωντανό ένδυμα φαίνεται πως είχε και κάποιες θεραπευτικές ιδιότητες, που, όσο βρισκόταν στο κελί της, η μάγισσα δεν είχε συνειδητοποιήσει ή καθίσει να αναλογιστεί. Κοιτάζοντας, όμως, τώρα τον εαυτό της στον καθρέφτη, έβλεπε ότι το τραύμα στον δεξή της βραχίονα είχε επουλωθεί, αφήνοντας μονάχα μια άσχημη ουλή. Το ζωντανό ένδυμα είχε, κατά κάποιο τρόπο, λειτουργήσει σαν σφιχτός επίδεσμος επάνω της.

Το βέβαιο, πάντως, ήταν ότι η Άνμα δεν ήθελε ποτέ ξανά να βρεθεί με ένα τέτοιο έκτρωμα τυλιγμένο στο σώμα της· και μόνο η θύμησή του έκανε τις τρίχες της να ορθώνονται και το χρυσό της δέρμα να ζαρώνει.

Φεύγοντας μπροστά από τον καθρέφτη, πήγε στο μπάνιο του δωματίου, όπου η πέτρινη λεκάνη ήταν γεμάτη ζεστό σαπουνόνερο. Η Άνμα έβαλε τα δάχτυλα του δεξιού της ποδιού μέσα, για να το δοκιμάσει. Ήταν ό,τι έπρεπε. Δίχως να διστάσει, βυθίστηκε ολόκληρη στο ζεστό υγρό, και έμεινε εκεί για αρκετή ώρα, πλένοντας το σώμα της και τα μαλλιά της, και καθίζοντας να ξεκουραστεί και να χαλαρώσει.

Υπέροχο… Ήταν υπέροχο…

Δεν μπορούσε, όμως, να μείνει εδώ όλη τη νύχτα, όπως θα επιθυμούσε, γιατί ο Ανδρόνικος τής είχε ζητήσει να τον συναντήσει στα διαμερίσματά του. Είχαν σχέδια να κάνουν, της είχε πει, και χρόνος δεν υπήρχε.

Συνέχεια αυτή η ιστορία… Ποτέ δεν υπάρχει χρόνος. Ούτε όταν υπηρετούσα την Παντοκράτειρα, ούτε τώρα…

Αναρωτήθηκε τι να γινόταν ο Σέλιρ’χοκ· πού να βρισκόταν ετούτη την ώρα; Στις Αιωρούμενες Νήσους ακόμα, αναζητώντας εκείνο το απομεινάρι από τον Ενιαίο Κόσμο; Ή, μήπως, το είχε βρει και επέστρεφε;

Σέλιρ, σκέφτηκε, μου λείπεις. Μου λείπει η σκοτεινή σου μορφή που γίνεται ένα με το σκοτάδι, όταν είμαστε μόνοι, και νομίζω ότι στριφογυρίζω στο κρεβάτι αγκαλιάζοντας κάτι αόρατο. Κάτι αόρατο με όμορφα μάτια…

Σε λίγο, η Άνμα’ταρ βγήκε απ’το μπάνιο, σκουπίστηκε, και ντύθηκε με τα ρούχα που υπήρχαν στη ντουλάπα του δωματίου. Χτένισε τα κοντά, σγουρά της μαλλιά, τα οποία ήταν ακόμα βρεγμένα, και πήγε να συναντήσει τον Πρίγκιπα Ανδρόνικο στα διαμερίσματά του.

Οι φρουροί δεν την εμπόδισαν, καθώς γνώριζαν, προφανώς, ότι θα ερχόταν, και η μάγισσα βρήκε την εξώπορτα των διαμερισμάτων μισάνοιχτη. Την έσπρωξε και μπήκε. Στο καθιστικό δεν την περίμενε μόνο ο Ανδρόνικος, αλλά και η μητέρα του, η Βασίλισσα Γλυκάνθη, ο Αυγερινός, και η υπηρέτρια που ονομαζόταν Αγάθη. Ο Πρίγκιπας, μάλλον, ήθελε να σχεδιάσουν κάποια πράγματα όλοι μαζί.

«Άνμα,» είπε, βλέποντας τη να μπαίνει, «κλείσε την πόρτα και έλα να καθίσεις μαζί μας. Δεν περιμένουμε κανέναν άλλο.» Ήταν κι εκείνος πλυμένος, και τα μαλλιά του ήταν νωπά. Είχε βγάλει τον μαύρο χιτώνα και φορούσε καινούργια ρούχα. Ο Αυγερινός και η Αγάθη φορούσαν επίσης καινούργια ρούχα, κι έμοιαζαν κι αυτοί πλυμένοι. Το τραύμα στον ώμο του πρώτου πρέπει να το είχε περιποιηθεί κάποιος γιατρός, γιατί το χέρι του ήταν δεμένο μ’ένα λευκό μαντήλι.

Η Άνμα’ταρ έκλεισε την εξώπορτα των διαμερισμάτων, πλησίασε το ξύλινο τραπέζι όπου κάθονταν οι υπόλοιποι, και κάθισε κι εκείνη.

Οι διαβουλεύσεις τους δεν κράτησαν πολλή ώρα, και μετά τής δόθηκε μια αποστολή από τον Πρίγκιπα…

26

Η Βασιλική στεκόταν μπροστά σ’ένα από τα παράθυρα του φορτηγού και κοίταζε έξω, τα νυχτερινά τοπία που περνούσαν γρήγορα μπροστά απ’τα μάτια της: δάση και αγροί και λοφότοποι, που σε σημεία σχίζονταν από χωματόδρομους.

Το μεγάλο όχημα των επαναστατών άφησε τον κεντρικό, καλοφτιαγμένο δρόμο και έστριψε σ’έναν απ’τους χωματόδρομους. Οι ρόδες του έκαναν δυνατότερο θόρυβο εδώ, καθώς τσάκιζαν από κάτω τους πέτρες, ξύλα, και ό,τι άλλο μικροαντικείμενο βρισκόταν στο διάβα τους.

Η Βασιλική πήρε το βλέμμα της από το παράθυρο και το έστρεψε στο εσωτερικό του φορτηγού. Η Βικτώρια ήταν καθισμένη σε μια γωνία με τα γόνατά της μαζεμένα και τα χέρια της τυλιγμένα γύρω τους. Μια κουβέρτα ήταν ριγμένη στους ώμους της. Τα μάτια της κοίταζαν ολόγυρα, διασταλμένα και γεμάτα τρόμο. Φοβόταν πράγματα που μπορούσε μονάχα εκείνη να δει: γεννήματα του μυαλού της· του μυαλού της και της διαβολικής μαγείας των ακόλουθων του Μαύρου Νάρζουλ. Η σκέψη εξόργιζε τη Βασιλική· την εξόργιζε το γεγονός ότι αυτά τα καθάρματα έπαιζαν έτσι με το μυαλό των άλλων.

Πλάι στη Βικτώρια καθόταν ο Φαρνέλιος, έχοντας την πίπα του αναμμένη και ένα βιβλίο ανοιχτό στα χέρια του. Ένα από τα βιβλία που, απ’ό,τι έβλεπε η Βασιλική, εξηγούσαν τις μεθόδους των υπηρετών του Μαύρου Νάρζουλ. Προσπαθεί να βρει τρόπο για να τη θεραπεύσει; Για να πάρει την επιρροή τους από την ψυχή της;

Επίσης κοντά στη Βικτώρια καθόταν ο Άγγελος, φορώντας ένα ζεστό πανωφόρι και βήχοντας κάπου-κάπου. Κατά τα άλλα, ήταν σιωπηλός· και η Βασιλική ήταν βέβαιη ότι θα αισθανόταν ενοχές για τις πράξεις του. Και πολύ καλά κάνει και αισθάνεται ενοχές! έλεγε ένα μέρος του εαυτού της. Πολύ καλά κάνει! Είχε προσπαθήσει να την οδηγήσει στο χείλος της παραφροσύνης, ώστε το μυαλό της να μείνει ανοιχτό στο Άγγιγμα του Μαύρου Νάρζουλ. Ο Άγγελος είχε συμμαχήσει μ’αυτά τα καθάρματα! Ένα άλλο μέρος του εαυτού της, όμως, της έλεγε πως ο Άγγελος δεν είχε πράξει οικειοθελώς ό,τι είχε πράξει. Κατ’αρχήν, δε γνώριζε για τους υπηρέτες του Μαύρου Νάρζουλ· ή, τουλάχιστον, έτσι ισχυριζόταν, και η Βασιλική δε νόμιζε ότι τώρα έλεγε ψέματα. Και, κατά δεύτερον, τον είχαν απειλήσει: τον είχαν κάνει να φοβηθεί, όχι μονάχα για τον εαυτό του, αλλά και για τον αδελφό του, που βρισκόταν στο Βόρειο Μέτωπο. Είχαν χρησιμοποιήσει τη δύναμη της πολιτικής τους εξουσίας επάνω του. Και, φυσικά, ο Λούσιος ευθυνόταν για όλα τούτα. Ο Λούσιος, και η Δομινίκη. Αυτοί είχαν φέρει την Απολλώνια στο τυραννικό χάλι που βρισκόταν. Πρέπει να ελευθερώσουμε τον Ανδρόνικο. Εκείνος θα τα διορθώσει όλα. Θα αποκαταστήσει την ελευθερία των Απολλώνιων πολιτών και θα εκδιώξει τους ανώμαλους μπάσταρδους που υπηρετούν τον Μαύρο Νάρζουλ.

Ο Θελλέδης, ο Φένχιλ, και τρεις άλλοι επαναστάτες στέκονταν στο βάθος, κοντά στη μπροστινή μεριά του φορτηγού και στη θέση του οδηγού. Μιλούσαν αναμεταξύ τους, χωρίς να φωνάζουν. Η Βασιλική δεν μπορούσε ν’ακούσει τι έλεγαν· ο Θελλέδης, πάντως, χαμογελούσε, κάπου-κάπου, οπότε δεν μπορεί να έλεγαν και πολύ άσχημα πράγματα. Η Βασιλική είχε, γενικά, παρατηρήσει ότι η άφιξη των επαναστατών από τη Σάρντλι είχε εμψυχώσει αξιοσημείωτα τους επαναστάτες που βρίσκονταν μαζί της και με τον κύριο Φαρνέλιο. Επιτέλους, βοήθεια είχε έρθει από τον Πρόμαχο Οδυσσέα, και ήλπιζαν ότι ήταν ένα βήμα πιο κοντά στο να απελευθερώσουν τον Ανδρόνικο.

Σ’ένα σημείο του φορτηγού, πολύ πιο πριν απ’τον Θελλέδη και τον Φένχιλ, ήταν ξαπλωμένη η Ασπασία, και δύο άλλες γυναίκες ήταν καθισμένες κοντά της. Η μία απ’αυτές πρέπει να είχε ιατρικές γνώσεις, γιατί φαινόταν να περιποιείται τα εγκαύματα που είχε εκείνη αποκτήσει από τη βόμβα φωτιάς. Η άλλη τής μιλούσε μονάχα, μάλλον για να της δίνει κουράγιο. Η Ασπασία βογκούσε και έσκουζε, κάπου-κάπου, καθώς η πλάτη και τα πλευρά της ήταν γεμάτα καψίματα· το δέρμα της ήταν κατακόκκινο και ξεφλουδισμένο.

Η Βασιλική απομάκρυνε το βλέμμα της από εκεί, μη μπορώντας να κοιτάζει άλλο. Πλησίασε τον Φαρνέλιο και τη Βικτώρια.

«Βασιλική,» είπε η Βικτώρια, ψιθυριστά.

Η Βασιλική γονάτισε πλάι της. «Τι είναι;»

«Τον είδες έξω απ’το παράθυρο;»

«Ποιον;»

«Τον άντρα με το κέρατο. Έχει πιαστεί έξω απ’το όχημά μας, Βασιλική! Μην του ανοίξεις!»

«Μη φοβάσαι,» είπε η Βασιλική, «δε θα του ανοίξω.» Κι έστρεψε το βλέμμα της στον Φαρνέλιο. «Τι θα κάνουμε;» τον ρώτησε.

Εκείνος γύρισε μια σελίδα του βιβλίου που διάβαζε. «Δε νομίζω ότι πρέπει να του ανοίξουμε.»

Πιστεύει πως είναι ώρα γι’αστεία; «Για τη Βικτώρια, εννοώ, κύριε Φαρνέλιε. Τι θα κάνουμε για να τη βοηθήσουμε; Εσείς είστε ο γιατρός.»

«Τι συμβαίνει, Βασιλική;» ρώτησε η Βικτώρια.

«Βικτώρια, κοίτα. Σ’το είπα και καθώς βγαίναμε απ’την κλι–»

Ο Φαρνέλιος τη διέκοψε: «Μπορείς νάρθεις λίγο μαζί μου, Πριγκίπισσα;» ζήτησε, καθώς σηκωνόταν.

Η Βασιλική τον ακολούθησε, και σταμάτησαν λίγο παραπέρα. Πάνω απ’τον ώμο της, μπορούσε να δει τη Βικτώρια να τους ατενίζει με περιέργεια.

«Δεν έχει νόημα να προσπαθείς να τη λογικέψεις,» είπε ο Φαρνέλιος. «Τα πράγματα που βλέπει τα εκλαμβάνει ως πραγματικά. Δεν είναι ιδέες, δεν είναι εμμονές. Είναι ψευδαισθήσεις, που κινούνται μπροστά στα μάτια της.»

«Και τι σημαίνει αυτό; Ότι πρέπει να την αφήσουμε στην κατάστασή της;»

«Φυσικά και όχι. Απλά, σου εξηγώ ότι δεν μπορείς να διαλύσεις το Άγγιγμα του Μαύρου Νάρζουλ με μερικά λόγια.»

«Και τι μπορεί να διαλύσει το Άγγιγμα του Μαύρου Νάρζουλ;» ρώτησε η Βασιλική. «Πείτε μου, και θα το κάνω.»

«Απ’ό,τι διαβάζω εδώ,» ο Φαρνέλιος ύψωσε το βιβλίο του, «μόνο οι ιερείς του Απόλλωνα μπορούν να το διαλύσουν, όταν είναι στα προχωρημένα του στάδια. Ή, τουλάχιστον, μπορούσαν, στο παρελθόν, που αυτά τα πράγματα ήταν πιο συχνά. Το βιβλίο αναφέρει ότι οι ακόλουθοι του Μαύρου Νάρζουλ φοβούνται το Γαλανό Φως· κι αυτό το Γαλανό Φως γράφεται με κεφαλαίο Γάμα και Φι. Προφανώς, πρόκειται για κάποιου είδους δύναμη αντίθετη της δύναμης του Μαύρου Νάρζουλ.»

«Δεν έχω ξανακούσει γι’αυτή τη δύναμη,» είπε η Βασιλική, αν και μέσα της… μέσα της νόμιζε ότι γνώριζε ακριβώς τι ήταν η εν λόγω δύναμη. Ακριβώς. Μα δεν μπορούσε να θυμηθεί…

Γιατί είχε μια τέτοια εντύπωση; Αποκλείεται να ήταν αληθινή. Δεν είχε ξανακούσει για κάποιο μυστηριώδες Γαλανό Φως… Γαλανό Φως;… Όχι, πουθενά.

Κι όμως…

«Τι είναι, Βασιλική;» τη ρώτησε ο Φαρνέλιος. «Τι σκέφτεσαι;»

Η Πριγκίπισσα ύψωσε το βλέμμα της. «Τίποτα. Απλά, είμαι κουρασμένη. Τέλος πάντων. Αφού οι ιερείς του Απόλλωνα ίσως να μπορούν να βοηθήσουν τη Βικτώρια, τότε πρέπει να την πάμε σ’αυτούς, δε νομίζετε κι εσείς, κύριε Φαρνέλιε;»

Ο Φαρνέλιος έγνεψε καταφατικά.

*

Στο Ναό της Απαστράπτουσας δεν μπορούσαν να πάνε, και το ίδιο ίσχυε και για τους Ναούς των υπόλοιπων κοντινών μεγάλων πόλεων· γιατί σ’αυτά τα μέρη οι πράκτορες του Λούσιου πιθανώς να ήταν ενημερωμένοι για την επίθεση στη Χρυσάνθια Κλινική. Κι ακόμα κι αν δεν ήταν ήδη ενημερωμένοι, τότε σίγουρα θα ενημερώνονταν σύντομα. Επιπλέον, δεν υπήρχε αμφιβολία πως θα ήξεραν για την εξαφάνιση της Πριγκίπισσας Βασιλικής και πως θα την αναζητούσαν. Επομένως, ο Φαρνέλιος πρότεινε να κατευθυνθούν προς τον Ναό των Δυτικών Βουνών, ο οποίος δεν ήταν καθόλου κοντά, μα, τουλάχιστον, εκεί μπορούσαν να πουν με κάποια βεβαιότητα ότι δε θα τους περίμεναν οι πράκτορες του Λούσιου.

Η Βασιλική συμφώνησε, κι έτσι το φορτηγό συνέχισε τη δυτική του πορεία, αυξάνοντας ταχύτητα. Ο Φαρνέλιος πήγε κοντά στον οδηγό, για να του δείξει επάνω στον χάρτη πού ακριβώς πήγαιναν και ποιος ήταν ο συντομότερος δρόμος.

«Ο Ναός των Δυτικών Βουνών δεν είναι μακριά απ’το Βόρειο Μέτωπο,» είπε ο Άγγελος, πίνοντας μια γουλιά απ’το ζεστό τσάι του. Η φωνή του ήταν βραχνή.

Η Βασιλική, που είχε καθίσει κοντά του, ένευσε. «Έχεις ξαναπάει εκεί;»

Ο Άγγελος κούνησε το κεφάλι αρνητικά. «Έχω, όμως, δει φωτογραφίες. Μαγευτικό μέρος. Και περιστοιχισμένο από ένα σωρό θρύλους. Πιστεύεις, πραγματικά, ότι οι ιερείς του θα μπορέσουν να βοηθήσουν τη Βικτώρια;»

«Το εύχομαι, γιατί αυτός φαίνεται νάναι ο μοναδικός τρόπος να τη θεραπεύσουμε.»

Ο Άγγελος έμεινε σιωπηλός για κάποια ώρα. Ύστερα, είπε: «Βασιλική. Αισθάνομαι χάλια για την όλη ιστορία…»

«Θα καλυτερέψεις, σύντομα. Ο κύριος Φαρνέλιος είπε ότι–»

«Δεν εννοώ το κρυολόγημά μου. Εννοώ, για ό,τι συνέβη στην Απαστράπτουσα.»

«Αυτά που συνέβησαν στην Απαστράπτουσα ανήκουν τώρα στο παρελθόν,» είπε η Βασιλική, αγγίζοντας το γόνατό του. «Εξάλλου, εμφανίστηκες για να με βοηθήσεις όταν έπρεπε. Και καταλαβαίνω ότι βρισκόσουν υπό πίεση, Άγγελε. Φοβόσουν για τον αδελφό σου. Δεν είναι πολλοί οι άνθρωποι που θα εναντιώνονταν στο καθεστώς της χώρας τους, οσοδήποτε τυραννικό· αλλά εσύ εναντιώθηκες.»

Ο Άγγελος μειδίασε. «Με κάνεις να μοιάζω ήρωας. Αλλά, στην πραγματικότητα, δεν έχω καμία σχέση με ήρωα. Εγώ ένα περιοδικό κυκλοφορώ μόνο· ή, μάλλον, θα έπρεπε πλέον να πω κυκλοφορούσα, γιατί δε νομίζω να μπορέσω να συνεχίσω, τουλάχιστον όσο ο Λούσιος βασιλεύει. Ο αδελφός μου είναι, αναμφίβολα, πιο ηρωική φιγούρα από εμένα. Γεμάτος με ιδεώδη κι άλλα τέτοια δυσνόητα.» Το μειδίαμά του πλάτυνε.

Η Βασιλική χαμογέλασε επίσης, αλλά πιο συγκρατημένα. «Δεν είναι όλοι οι ήρωες ίδιοι. Ούτε όλοι οι πόλεμοι του ίδιου είδους.»

Ο Άγγελος ήπιε μια γουλιά απ’το τσάι του. «Πριγκίπισσα, αρχίζεις να μιλάς σαν φιλόσοφος, κι αυτό με βάζει σε ανησυχίες.»

Γέλασαν.

*

Ο Ναός βρισκόταν γαντζωμένος επάνω σε ψηλούς βράχους. Ήταν οικοδομημένος με λευκό μάρμαρο, και οι κίονές του άστραφταν στο φως του πρωινού που ερχόταν από την Ανατολή, όπως επίσης και το άγαλμα του Απόλλωνα που ορθωνόταν πλάι στην είσοδό του, έχοντας το ύψος πέντε αντρών. Ένα στενό μονοπάτι οδηγούσε στον Ναό, λαξεμένο πάνω στις πέτρες της πλαγιάς.

Και κάτω απ’το μονοπάτι ήταν σταθμευμένα μερικά οχήματα, στρατιωτικά από την εμφάνισή τους.

Το φορτηγό των επαναστατών σταμάτησε κάπου τριακόσια μέτρα από αυτά, και ο Θελλέδης ξύπνησε τη Βασιλική, η οποία κοιμόταν ξαπλωμένη ανάμεσα στον Άγγελο και τη Βικτώρια.

«Πριγκίπισσα!» της είπε. «Φτάσαμε. Αλλά δεν είμαστε μόνοι.»

Η Βασιλική ανασηκώθηκε και, συνοφρυωμένη, ρώτησε: «Τι εννοείς;»

«Ελάτε.» Της έκανε νόημα.

Η Βασιλική σηκώθηκε και πλησίασε το μπροστινό τζάμι του φορτηγού, απ’όπου είδε τον Ναό, αλλά και τα οχήματα που ήταν συγκεντρωμένα κοντά στο μονοπάτι που οδηγούσε σ’αυτόν.

«Τι θέλουν;» ρώτησε.

«Δεν ξέρω,» αποκρίθηκε ο Θελλέδης. «Πάντως…» Σήκωσε ένα ζευγάρι κιάλια στα μάτια του. «Μοιάζουν, πάντως, χτυπημένα, Πριγκίπισσά μου. Ναι, σίγουρα, είναι χτυπημένα από βλήματα.»

Η Βασιλική έτεινε το χέρι της, για να της δώσει τα κιάλια, κι εκείνος τής τα έδωσε. Η Πριγκίπισσα τα ύψωσε και κοίταξε. Ο Θελλέδης δεν είχε άδικο, διαπίστωσε: τα οχήματα, πράγματι, έδειχναν χτυπημένα. Όχι, βέβαια, πως εξαρχής αμφισβητούσε το λόγο του Θελλέδη· ο άνθρωπος, προφανώς, γνώριζε περισσότερα από εκείνη για τα στρατιωτικά ζητήματα. Όμως ήθελε να το δει και με τα ίδια της τα μάτια.

Πολεμικά οχήματα της Απολλώνιας, παρατήρησε, όπως αυτά που χρησιμοποιούνται στο Βόρειο Μέτωπο. Δε συναντούσες τέτοια κατασκευάσματα στους δρόμους της Απαστράπτουσας· ούτε στους δρόμους των περισσότερων άλλων πόλεων. Τα οχήματα είχαν επάνω τους πυροβόλα, και ήταν ειδικά θωρακισμένα· και ένα από αυτά, μάλιστα, πρέπει να ήταν μεταβαλλόμενο, καθώς η Βασιλική μπορούσε να δει πως απ’την αριστερή του μεριά προεξείχε ένα μεταλλικό φτερό. Το φτερό ήταν σπασμένο, όμως, και λυγισμένο, και καλώδια έβγαιναν από μια του άκρια. Από τη δεξιά μεριά, το όχημα δεν είχε φτερό. Πρέπει να είχε χτυπηθεί τη στιγμή που μεταλλασσόταν, υπέθεσε η Βασιλική.

Και κατέβασε τα κιάλια, επιστρέφοντάς τα στον Θελλέδη. «Ο μόνος τρόπος να μάθουμε τι συμβαίνει είναι να πλησιάσουμε. Δε νομίζω οι στρατιώτες στα οχήματα να είναι πράκτορες του Λούσιου που ψάχνουν για εμάς.»

«Όταν σας δουν, όμως, κατά πάσα πιθανότητα θα σας αναγνωρίσουν, Πριγκίπισσά μου. Θέλετε να συμβεί αυτό;»

«Δεν είμαι σίγουρη…» είπε η Βασιλική, σκεπτικά. «Αναλόγως.»

«Ίσως θα έπρεπε να τους μιλήσει κάποιος άλλος, τότε.» Η φωνή δεν ήταν του Θελλέδη· ήταν του Φαρνέλιου, και είχε έρθει από πίσω της.

«Θα το αναλάβετε εσείς, κύριε Φαρνέλιε;» ρώτησε η Βασιλική, δίχως να στραφεί να τον κοιτάξει.

«Για την ακρίβεια, ακριβώς αυτό σκεφτόμουν.»

Η Βασιλική γύρισε τώρα για να τον αντικρίσει. «Πιστεύετε ότι ίσως να υπάρχουν πράκτορες του Λούσιου εδώ;»

Ο Φαρνέλιος κούνησε το κεφάλι του. «Το ψιλοαποκλείω. Νομίζω πως αυτοί οι στρατιώτες πρέπει να ήρθαν στο Ναό ζητώντας καταφύγιο.»

«Καταφύγιο;»

«Από τις δυνάμεις της Παντοκράτειρας.»

«Μα,» είπε η Βασιλική, «οι δυνάμεις της Παντοκράτειρας δε φαίνονται πουθενά εδώ γύρω.»

«Ναι,» συμφώνησε ο Φαρνέλιος· «αλλά τούτο δεν ακυρώνει την αρχική μου υπόθεση.»

*

Το φορτηγό σταμάτησε κοντά στα στρατιωτικά οχήματα, σηκώνοντας σκόνη. Οι στρατιώτες το κοιτούσαν από τα παράθυρα και τα ανοίγματα· ορισμένοι είχαν υψώσει όπλα, αν και, προφανώς, έβλεπαν ότι δεν επρόκειτο για κάποιο πολεμικό κατασκεύασμα που σκόπευε να τους επιτεθεί.

Μια πλαϊνή πόρτα του φορτηγού άνοιξε, και ο Φαρνέλιος βγήκε. Η Βασιλική τον κοιτούσε από ένα μισάνοιχτο παράθυρο. Ο χρυσόδερμος, γενειοφόρος άντρας είχε στους ώμους του ριγμένη μια κάπα, για να προστατεύεται από το κρύο, και στο κεφάλι του φορούσε ένα πλατύγυρο καπέλο. Στο στόμα του είχε την πίπα του, αλλά δεν ήταν αναμμένη.

Μια από τις πόρτες του οχήματος με το ένα χτυπημένο φτερό άνοιξε, και δύο άντρες βρήκαν. Ο ένας ήταν εύσωμος και ντυμένος με στρατιωτική στολή· είχε καστανά μαλλιά, μούσι, και κατάλευκο δέρμα. Ο άλλος ήταν λιγνός με ξυρισμένο κεφάλι και πρόσωπο, και η ενδυμασία του τον φανέρωνε για μάγο· το δέρμα του ήταν λευκό-ροζ, όπως της Βασιλικής.

«Τι συμβαίνει;» απαίτησε ο πρώτος απ’τους δύο άντρες με σταθερή (αλλά καχύποπτη, νόμιζε η Βασιλική) φωνή.

«Στο Ναό πηγαίνουμε,» αποκρίθηκε ο Φαρνέλιος. «Υπάρχει πρόβλημα μ’αυτό;» Ο τόνος του ήταν φιλικός.

«Κανένα,» είπε ο στρατιωτικός. «Εξάλλου, σας είδαμε από μακριά· δεν έρχεστε από την κατεύθυνση που θα σας έκανε ύποπτους.»

«Και ποια κατεύθυνση είναι αυτή;»

«Βόρεια, ή δυτικά.»

«Περιμένετε τις δυνάμεις της Παντοκράτειρας;»

Η όψη του στρατιωτικού σκοτείνιασε, σαν μια σκιά να είχε πέσει πάνω στο κατάλευκο πρόσωπό του. «Όχι ακριβώς: δεν τους περιμένουμε

«Τι κάνετε εδώ, τότε; Γιατί δεν είστε στο Μέτωπο;»

Η Βασιλική σκέφτηκε ότι τώρα ο στρατιωτικός μάλλον θα απαντούσε στον Φαρνέλιο: Ποιος είσαι εσύ που θέλεις να μάθεις; ή, Να κοιτάς τη δουλειά σου! ή κάτι παρόμοιο.

Όμως εκείνος την εξέπληξε, λέγοντας: «Αναγκαστήκαμε να υποχωρήσουμε.» Ο τόνος του έγινε κουρασμένος, μελαγχολικός. «Είχαμε τραυματίες. Τους φέραμε εδώ,» έδειξε τον Ναό πάνω στην πλαγιά με μια απλή, σχεδόν αδιάφορη κίνηση του χεριού του, «για να κάνουν οι ιερείς ό,τι μπορούν γι’αυτούς. Οι περισσότεροι, όμως, είναι πολύ άσχημα χτυπημένοι… Τα πράγματα πάνε απ’το κακό στο χειρότερο στο Βόρειο Μέτωπο.»

«Υπάρχει περίπτωση, δηλαδή, οι δυνάμεις της Παντοκράτειρας να φτάσουν ώς εδώ;» ρώτησε ο Φαρνέλιος.

«Μερικές μεμονωμένες μικρές μονάδες, ίσως. Μεγαλύτερα στρατιωτικά τάγματα αποκλείεται. Είμαστε αρκετά μακριά από εκεί όπου λαμβάνουν χώρα οι σοβαρότερες συγκρούσεις. Πάντως, σου λέω, από τότε που έπεσε το Φρούριο του Σμαραγδένιου Βουνού, τα πράγματα πάνε απ’το κακό στο χειρότερο.»

«Το Φρούριο του Σμαραγδένιου Βουνού;» έκανε ο Φαρνέλιος. «Έπεσε στα χέρια της Παντοκράτειρας;»

Το έλεγε σαν το συγκεκριμένο φρούριο να ήταν πολύ σημαντικό. Κι εγώ δεν έχω ιδέα γι’αυτό, σκέφτηκε η Βασιλική. Ποτέ της δεν ασχολιόταν με τα στρατιωτικά ζητήματα του βασιλείου· και τώρα, για πρώτη φορά στη ζωή της, αισθάνθηκε άσχημα γι’αυτό. Τι είχε αλλάξει;

Τι είχε αλλάξει;

Γελοίο ερώτημα. Τα πάντα είχαν αλλάξει, φυσικά.

Ο στρατιωτικός απαντούσε, καθώς τούτες οι σκέψεις περνούσαν απ’το νου της: «Ναι,» είπε στον Φαρνέλιο, «δυστυχώς. Δεν έχει ακουστεί στ’άλλα μέρη του βασιλείου;»

«Εγώ, τουλάχιστον, δεν έχω ακούσει τίποτα.»

«Ποιος είσαι; Και γιατί έρχεσαι στο Ναό; Σ’έχει στείλει καμια εταιρεία;» Ο στρατιωτικός κοίταξε το φορτηγό, απ’τη μια άκρη ώς την άλλη.

«Όχι,» αποκρίθηκε ο Φαρνέλιος, «δεν εργάζομαι για κάποια εταιρεία. Γιατρός είμαι, και πηγαίνω στο Ναό μια ασθενή μου. Τ’όνομά μου είναι Φαρνέλιος.»

«Αφού είσαι γιατρός, γιατί δεν τη θεραπεύεις μόνος σου;»

«Πρόκειται για μια ειδική περίπτωση διανοητικής ασθένειας. Αλλά εσύ ποιος είσαι, κύριε Ταγματάρχα;»

Ταγματάρχης; σκέφτηκε η Βασιλική. Ο Φαρνέλιος, μάλλον, το είχε καταλάβει απ’τη στολή του άντρα.

Και το γεγονός ότι το είχε καταλάβει φάνηκε ν’άρεσε στον στρατιωτικό, ο οποίος χαμογέλασε μέσα απ’τα μούσια του. «Φαίδων Υπόλυκος. Κι από δω, ο κύριος Νάτρης’μορ, μάγος και προσωπικός μου φίλος.» Έδειξε με μια κίνηση του σαγονιού τον λιγνό, ξυρισμένο άντρα πλάι του.

Ο Νάτρης’μορ έκλινε το κεφάλι προς τη μεριά του Φαρνέλιου.

’μορ· η Βασιλική ήξερε πως αυτή η κατάληξη σήμαινε ότι ο Νάτρης ήταν Τεχνομαθής: ένα τάγμα μάγων που επικεντρωνόταν –τουλάχιστον, στην Απολλώνια– στα πολεμικά οχήματα και στους οπλισμούς.

Ο μάγος είχε ένα αποτρόπαιο χαμόγελο, που φάνηκε μονάχα για μια στιγμή στο πρόσωπό του. Η Βασιλική δεν ήξερε τι ακριβώς ήταν εκείνο που δεν της άρεσε στο χαμόγελό του· αλλά, βλέποντάς τον να χαμογελά, αισθάνθηκε ένα ξαφνικό ρίγος να διατρέχει τον αυχένα της.

«Αυτοί οι άνθρωποι ίσως να ξέρουν για τον αδελφό μου. Αν είναι καλά. Πού βρίσκεται.» Ήταν η φωνή του Άγγελου, ο οποίος είχε μιλήσει από πίσω της.

«Δε νομίζω, όμως, ότι τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή για να τους ρωτήσεις,» του αποκρίθηκε η Βασιλική.

Συγχρόνως, ο Φαρνέλιος έλεγε στον Φαίδωνα Υπόλυκο: «Χαίρω πολύ για τη γνωριμία, κύριε Ταγματάρχα.» Και προς τον μάγο: «Κύριε Νάτρη’μορ.

»Εγώ και ορισμένοι από τους συντρόφους μου θα ανεβούμε τώρα στο Ναό, αν μας επιτρέπετε.»

«Ασφαλώς,» αποκρίθηκε ο Ταγματάρχης. «Δεν ήρθαμε εδώ για να κάνουμε κατάληψη του μέρους.»

*

Η Βασιλική βγήκε απ’το φορτηγό φορώντας κάπα και κουκούλα, γιατί ο Φαρνέλιος κι όλοι οι υπόλοιποι το έκριναν απαραίτητο να μην αναγνωρίσει κανείς την Πριγκίπισσα της Απολλώνιας –ακόμα και μερικοί απλοί στρατιώτες του βασιλείου. Η Βικτώρια είχε επίσης κουκούλα στο κεφάλι και μια κάπα ριγμένη στους ώμους, για να κρύβει τη γαλανόχρωμη στολή με την οποία ήταν ντυμένη από τότε που βρισκόταν στην κλινική. Στα πόδια της φορούσε μπότες, που της είχαν δώσει οι επαναστάτες. Μαζί με τις δύο γυναίκες ήταν ο Φαρνέλιος, ο Θελλέδης, κι άλλοι δύο επαναστάτες. Ο Άγγελος ήθελε να έρθει επίσης, μα ο Φαρνέλιος τού το είχε απαγορέψει, λέγοντας πως οι άνεμοι που φυσούσαν εκεί πάνω, στο ύψος του Ναού, δεν μπορούσαν παρά να κάνουν κακό στην υγεία του, στην κατάσταση που βρισκόταν.

Έτσι, η Πριγκίπισσα Βασιλική και οι σύντροφοί της ανηφόριζαν τώρα το μονοπάτι της πλαγιάς που οδηγούσε στο Ναό, ενώ ο ήλιος, που πριν από λίγες ώρες είχε ανατείλει, τους έλουζε με το χρυσαφένιο φως του. Το έδαφος του μονοπατιού ήταν στρωμένο με γλιστερές πλάκες, γι’αυτό η Βασιλική είχε το ένα της χέρι περασμένο γύρω από τους ώμους της Βικτώριας, φοβούμενη ότι ίσως η φίλη της να τρόμαζε από κάποια ψευδαίσθηση του μυαλού της και να έπεφτε.

«Γιατί ανεβαίνουμε;» ρώτησε η Βικτώρια.

«Πηγαίνουμε στο Ναό, για να σε βοηθήσουν οι ιερείς του Απόλλωνα.»

«Θα διώξουν τον άντρα με το κέρατο;»

«Ναι,» είπε η Βασιλική, «θα τον διώξουν.» Το Γαλανό Φως. Ελπίζω να ξέρουν τι ακριβώς είναι αυτό το Γαλανό Φως…

Ο Ναός ορθωνόταν επιβλητικός από πάνω τους, καθώς άστραφτε στις αχτίνες του ήλιου. Το άγαλμα του Απόλλωνα απεικόνιζε έναν πολεμιστή, ντυμένο με χιτώνα και μανδύα, ο οποίος βαστούσε ένα ξίφος υψωμένο προς τον ουρανό και μια ασπίδα τοποθετημένη αμυντικά εμπρός του. Τα μαλλιά του ήταν μακριά, και το πρόσωπό του πανέμορφο. Ήταν τόσο αριστοτεχνικά λαξεμένος που έμοιαζε ζωντανός. Νόμιζες ότι τα μάτια του θα στραφούν, από στιγμή σε στιγμή, επάνω σου και θα σε κοιτάξουν· θα κοιτάξουν μέσα στην ψυχή σου.

Η άνοδος του μονοπατιού ήταν κουραστική, όχι μόνο επειδή οι πλάκες ήταν γλιστερές και έπρεπε να προσέχεις, αλλά κι επειδή ο δρόμος ήταν πολύ, πολύ απότομος κι επικλινής. Φτάνοντας στην κορυφή, η Βασιλική αισθανόταν τις κνήμες της να πονάνε και τα πόδια της να έχουν πιεστεί επώδυνα μέσα στις μπότες της. Ο ψυχρός άνεμος που φυσούσε σε τούτα τα ύψη έκανε την κάπα της να κυματίζει πάνω απ’τους ώμους της, και η κουκούλα της παραλίγο να της φύγει απ’το κεφάλι, αν δεν την έπιανε για να την ξανατραβήξει μπροστά. Το ψύχος γλίστρησε μέσα στα ρούχα της, περονιάζοντας το ζεσταμένο από την ανάβαση κορμί της.

Βρισκόταν τώρα μπροστά στη μαρμάρινη πύλη του Ναού και πλάι στα πόδια του αγάλματος του Απόλλωνα. Ο Ναός δεν ήταν κλειστός· δεν είχε πόρτα: μπορούσες να δεις μέσα στη βαθιά, ψηλή του αίθουσα, χωρίς τίποτα να παρακωλύει την όρασή σου. Το πελώριο δωμάτιο στηριζόταν σε κολόνες, παρόμοιες αλλά μικρότερες από αυτές που βρίσκονταν απέξω, στην περιφέρεια του οικοδομήματος.

Στο εσωτερικό της αίθουσας υπήρχαν στρατιώτες, που οι περισσότεροι ήταν ξαπλωμένοι σε ράντσα. Δεν πρέπει να ξεπερνούσαν τους τριάντα, υπολόγιζε με το μάτι η Βασιλική. Περίεργο, σκέφτηκε. Απ’όλο το τάγμα του Ταγματάρχη Υπόλυκου μονάχα αυτοί απέμειναν; Τι ήταν εκείνο που τους επιτέθηκε;

Έστρεψε το βλέμμα της στον Φαρνέλιο, αλλά εκείνου το πρόσωπο δε φανέρωνε απορία. Δεν τον είχε παραξενέψει καθόλου το γεγονός, ή το έκρυβε;

«Πάμε μέσα,» της είπε.

Πέρασαν την πύλη και βάδισαν στο εσωτερικό της μεγάλης αίθουσας του Ναού με τα βήματά τους –αν και αργά– ν’αντηχούν πάνω στις πλάκες. Τα βλέμματα ορισμένων στρατιωτών στράφηκαν στο μέρος τους. Η Βασιλική είδε έναν που του έλειπε το δεξί πόδι, και το κεφάλι του ήταν τυλιγμένο με επιδέσμους· είδε έναν άλλο που ήταν τραυματισμένος στο στήθος, σκεπασμένος με κουβέρτες, και έμοιαζε να παραληρεί από τον πυρετό· έναν άλλο που καθόταν σ’ένα σκαμνί, με το χέρι του σε νάρθηκα και κοιτάζοντας με απογοητευμένα μάτια τους συμπολεμιστές του· μια γυναίκα που είχε χάσει το αριστερό της αφτί και το αριστερό της μάτι, και το μάγουλό της ήταν καμένο. Οι άνθρωποι του Ναού περιποιούνταν τους στρατιώτες, δίνοντας παυσίπονα, δένοντας τραύματα, βάζοντας νάρθηκες και αλοιφές–

Η Βικτώρια στράφηκε απότομα, κοιτάζοντας πίσω.

Η Βασιλική την κράτησε, γερά, από το μπράτσο. «Τι είναι;»

«Ο άντρας με το κέρατο,» της ψιθύρισε εκείνη. «Είναι έξω απ’το Ναό!»

«Δε θα μπει,» είπε η Βασιλική, αν και, μάλλον, είχε ήδη μπει, αφού βρισκόταν μες στο κεφάλι της φίλης της.

Η Βικτώρια, όμως, την αιφνιδίασε, λέγοντας: «Ναι, δε θα μπει. Δεν μπορεί να μπει εδώ. Αλλά θα με περιμένει απέξω. Τον έχω εξοργίσει…»

Δεν μπορεί να μπει εδώ… Γιατί; Κάποια δύναμη τον εμποδίζει; Η δύναμη του Απόλλωνα; Η δύναμη του Απόλλωνα σταματά τα μάγια των ακόλουθων του Μαύρου Νάρζουλ; «Πάμε, Βικτώρια. Πάμε.»

Προχώρησαν μέσα στη μεγάλη αίθουσα, περνώντας ανάμεσα από τους χτυπημένους στρατιώτες και τους ανθρώπους του Ναού, οι οποίοι τους ατένιζαν με κάποια περιέργεια, μα δεν τους μιλούσαν.

«Κύριε Φαρνέλιε,» ρώτησε η Βασιλική, «σε ποιον πρέπει να απευθυνθούμε;» Η ίδια, δυστυχώς, δεν είχε μεγάλη πείρα από Ναούς. Δεν πήγαινε παρά σπάνια, και κυρίως όταν ήταν μικρή, μαζί με τον Ανδρόνικο και τον Λούσιο, καθώς ο πατέρας τους επέμενε να παρευρίσκονται σ’όλες τις σημαντικές τελετές της θρησκείας του Απόλλωνα. Μετά, όταν η Βασιλική μεγάλωσε, προτιμούσε να πηγαίνει αλλού εκείνες τις ημέρες. Η μητέρα τους της έλεγε ότι είχε γίνει απαράδεκτη με τη συμπεριφορά της, όμως η Πριγκίπισσα την αγνοούσε· δεν έβρισκε κανένα ενδιαφέρον σε τίποτα το εθιμοτυπικό ή τυπολατρικό.

«Θα μας μιλήσουν αυτοί πρώτοι,» απάντησε ο Φαρνέλιος, και, ακολουθώντας το βλέμμα του, η Βασιλική είδε πως το είχε στραμμένο προς μια γυναίκα στο απώτερο βάθος της αίθουσας.

Μια ιέρεια.

Η γυναίκα ήταν μετρίου αναστήματος και είχε σπαστά, καστανά μαλλιά που έπεφταν ανάλαφρα στους ώμους της, συγκρατημένα από ένα αργυρό στεφάνι. Φορούσε γαλανό ράσο και χρυσή ζώνη, που μάζευε το ράσο γύρω απ’τη μέση της, κάνοντάς το να σχηματίζει έντονες πτυχές. Το αριστερό της χέρι ήταν ντυμένο με χρυσά κομμάτια που κάλυπταν τα δάχτυλα και την ανάστροφη του χεριού, μοιάζοντας να σχηματίζουν ένα γάντι από χρυσάφι. Αυτό το πράγμα παραξένεψε τη Βασιλική, η οποία δε νόμιζε ότι το είχε ξαναδεί σε ιερέα ή ιέρεια του Απόλλωνα.

«Φαρνέλιε,» είπε η γυναίκα με το γαλανό ράσο, όταν την πλησίασαν, «τι σε φέρνει εδώ, παλιέ μου φίλε;»

Γνωρίζεστε; εξεπλάγη η Βασιλική.

«Η ασθένεια μιας φίλης, Πάμφωτη,» αποκρίθηκε ο Φαρνέλιος.

Πάμφωτη; Τι είδους προσφώνηση είναι αυτή;

Η ιέρεια έστρεψε το γαλήνιο βλέμμα της στις κουκουλοφόρες μορφές της Βασιλικής και της Βικτώριας.

«Θα μπορούσαμε να πάμε σ’ένα άλλο δωμάτιο,» πρότεινε ο Φαρνέλιος, «με λιγότερο κόσμο;»

«Ασφαλώς,» αποκρίθηκε η ιέρεια. «Ακολουθήστε με.» Και, στρέφοντάς τους την πλάτη, βάδισε ανάμεσα στις ψηλές κολόνες της αίθουσας.

Εκείνοι υπάκουσαν· και η Βασιλική διαπίστωσε πως δεν ήταν μόνο το βλέμμα της γυναίκας γαλήνιο, αλλά κι όλη της η παρουσία, ακόμα και το βάδισμά της. Για την ακρίβεια, έμοιαζε να εκπέμπει γαλήνη.

Τους οδήγησε σ’ένα πλευρικό δωμάτιο της μεγάλης αίθουσας, όπου φωτιά έκαιγε μέσα σ’ένα τζάκι, ζεσταίνοντας το χώρο. Από ένα τζαμένιο παράθυρο έμπαινε έντονο το φως του ήλιου, σχίζοντας τις σκιές σαν μια μακριά λόγχη.

«Μιλήστε μου,» τους παρότρυνε η ιέρεια.

«Κατ’αρχήν,» είπε ο Φαρνέλιος, «το θεωρώ σωστό να σου γνωστοποιήσω ότι έχω μαζί μου την Πριγκίπισσα Βασιλική, του Οίκου των Ευφρόνων.» Και έστρεψε τη ματιά του στη Βασιλική.

Εκείνη κατέβασε την κουκούλα της.

Η ιέρεια χαμογέλασε, ζεστά. «Καλωσόρισες, Βασιλική, στον Οίκο του Απόλλωνα.»

Στον ενικό, και χωρίς να την προσφωνήσει Υψηλοτάτη ή Πριγκίπισσά μου. Ακόμα ένα παράξενο πράγμα. Γιατί, κανονικά, ούτε οι ιερείς του Απόλλωνα δεν μιλούσαν τόσο οικεία στη βασιλική οικογένεια.

Η Βασιλική έκλινε το κεφάλι σε χαιρετισμό, αλλά, προτού προλάβει να μιλήσει, ο Φαρνέλιος τής είπε: «Να σου γνωρίσω την Πάμφωτη Ανδρομάχη, Ορκισμένη Ιέρεια του Απόλλωνα, και πρώην κόρη του μακαρίτη Δούκα Κωνστάντιου της Βανκάρης.»

Του Δούκα Κωνστάντιου; Του ίδιου Δούκα Κωνστάντιου που είχε παντρευτεί η Κορνηλία; Αυτή είναι η κόρη του, που είχα ακούσει ότι εγκατέλειψε τα εγκόσμια;

Και γιατί την αποκάλεσε «πρώην κόρη» του; Εξαιτίας, ίσως, του ιερατικού της αξιώματος;

Η Ανδρομάχη κοίταξε τη Βικτώρια, μη μοιάζοντας να δίνει ιδιαίτερη σημασία στις εντυπωσιακές συστάσεις του Φαρνέλιου, ούτε στην έκπληκτη όψη της Βασιλικής. «Κι αυτή είναι η ασθενής;»

Η Βικτώρια κατέβασε την κουκούλα της.

«Ονομάζεται Βικτώρια Κατήνεμη, Πάμφωτη,» είπε ο Φαρνέλιος, και της εξήγησε όσα γνώριζε για την περίπτωσή της και για τις μεθόδους των ακόλουθων του Μαύρου Νάρζουλ.

Η Ανδρομάχη άκουγε σιωπηλά, αλλά η Βασιλική μπορούσε να δει το συνοφρύωμα στο πρόσωπό της να βαθαίνει ολοένα και περισσότερο, σαν να αντιλαμβανόταν πλήρως τη βαρύτητα των όσων τής έλεγε ο Φαρνέλιος και σαν, όσο εκείνος μιλούσε, να καταλάβαινε πόσο πολύ άσχημα ήταν τα πράγματα.

«Μια τέτοια περίπτωση δεν έχει παρουσιαστεί εδώ και αιώνες,» είπε, τελικά, η Ανδρομάχη. «Ωστόσο, με τη Χάρη του Απόλλωνα, θα καταπολεμήσουμε το Σκοτεινό Άγγιγμα.»

«Η Βικτώρια μού είπε ότι ο άντρας που βλέπει δεν μπορεί να μπει στο Ναό,» τόνισε η Βασιλική.

Η Βικτώρια κατένευσε, σιωπηλά.

«Καλό σημάδι αυτό,» είπε η Ανδρομάχη. Και ακούμπησε το δεξί της χέρι στους ώμους της Βικτώριας· το γαλανό ράσο της ιέρειας έμοιαζε να την καλύπτει προστατευτικά. «Θα έρθεις μαζί μου, Βικτώρια;»

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνη με χαμηλή φωνή, μιλώντας για πρώτη φορά από τότε που συνάντησαν την Ορκισμένη.

«Να έρθω κι εγώ μαζί σας;» ρώτησε η Βασιλική.

«Εάν θέλεις,» είπε η Ανδρομάχη.

Η Βασιλική κοίταξε τον Φαρνέλιο· εκείνος τής έγνεψε καταφατικά.

Η Ανδρομάχη άρχισε να βαδίζει, εξακολουθώντας να έχει το δεξί της χέρι στους ώμους της Βικτώριας. Η Βασιλική την ακολούθησε, βρίσκοντας το βλέμμα της να πηγαίνει συχνά-πυκνά στο αριστερό χέρι της ιέρειας, όπου γυάλιζε το χρυσό γάντι. Γιατί το φορά; Είναι μέρος της ενδυμασίας της; Μέρος της ενδυμασίας του αξιώματός της;

Η Ανδρομάχη, όσο προχωρούσαν, μίλησε σε μερικούς ανθρώπους του Ναού, καθώς και σ’έναν ιερέα. Ο ιερέας ήταν παρόμοια ντυμένος μ’εκείνη, φορώντας γαλανό ράσο, μα δεν είχε ούτε χρυσό γάντι ούτε χρυσή ζώνη. Επομένως, η Βασιλική υπέθεσε ότι, ναι, μάλλον, αυτά τα δύο αντικείμενα αποτελούσαν μέρος της ενδυμασίας μιας Ορκισμένης.

Η Ανδρομάχη οδήγησε τη Βικτώρια Κατήνεμη και την Πριγκίπισσα της Απολλώνιας μέσα σε μερικούς μικρούς, διακλαδιζόμενους διαδρόμους του Ναού και, τελικά, σ’ένα στρογγυλό δωμάτιο, που λουζόταν από γαλανό φως.

Το Γαλανό Φως; δεν μπόρεσε παρά να σκεφτεί αμέσως η Βασιλική. Μετά, όμως, παρατήρησε ότι ο θόλος του δωματίου ήταν καμωμένος από γαλανό κρύσταλλο, επομένως όλο το φως της ημέρας που έμπαινε εδώ γινόταν γαλανό.

Το δωμάτιο ήταν περιστοιχισμένο από κολόνες, πολύ μικρότερες από αυτές στη μεγάλη αίθουσα, αλλά γεμάτες με λαξευτά σύμβολα. Στο κέντρο του πατώματός του ήταν λαξεμένος ένας ήλιος, που μόνο οι ακτίνες του ξεπρόβαλλαν πίσω από ένα ολόγιομο φεγγάρι: ή, πιο απλά, ήταν ένας κλειστός κύκλος που από την περιφέρειά του προεξείχαν τρίγωνα. Η Βασιλική αναγνώριζε αυτό το σύμβολο ως το επίσημο σύμβολο της θρησκείας του Απόλλωνα. Και ήξερε ότι επρόκειτο για ένα φεγγάρι μπροστά από έναν ήλιο επειδή της το είχε πει η μητέρα της, όταν ήταν μικρή. Το φεγγάρι είναι η Γλαυκή, Βασιλική: η Ψυχή του Απόλλωνα· και πίσω της κρύβεται ένας ολόκληρος ήλιος. Η Βασιλική είχε ρωτήσει τη μητέρα της γιατί δεν φαινόταν αυτός ο ήλιος τη νύχτα· και η Βασίλισσα Γλυκάνθη είχε απαντήσει ότι ο ήλιος αυτός έλαμπε στις καρδιές των ανθρώπων. Αργότερα, όταν μεγάλωσε λίγο, η Βασιλική δεν τα θεωρούσε τούτα τίποτα παραπάνω από παραμύθια.

«Θα χρειαστεί να περιμένω την ανατολή της Γλαυκής,» είπε η Ανδρομάχη. «Στο μεταξύ, θα κάνω κάποιες απαραίτητες προετοιμασίες για την τελετή· αλλά, όταν πέσει η νύχτα, θα ήταν καλύτερα να μην είσαι παρούσα, Βασιλική. Όσο λιγότεροι οι παρευρισκόμενοι, τόσο ευκολότερο θα είναι για μένα να επικεντρωθώ στο πρόβλημα. Καθώς επίσης και για τη Βικτώρια.»

«Εντάξει,» αποκρίθηκε η Βασιλική. «Θα μπορούσα, όμως, να σας κάνω μια ερώτηση, Πάμφωτη, προτού αρχίσετε τις προετοιμασίες;»

«Ασφαλώς.» Η όψη της… τόσο γαλήνια…

Η Βασιλική τής μίλησε για το Σερπετό που την είχε συναντήσει στο δρόμο, έξω απ’την Απαστράπτουσα, και που την είχε βοηθήσει στο όνειρό της, και που, ύστερα, είχε εμφανιστεί ξανά για ν’αντιμετωπίσει τους ακόλουθους του Μαύρου Νάρζουλ και να δώσει σ’εκείνη και τον Άγγελο την ευκαιρία να ξεφύγουν.

«Γιατί με βοηθά αυτό το Σερπετό;»

«Τα Σερπετά είναι οι Αγγελιαφόροι του Απόλλωνα, Βασιλική, καθώς και οι Μαχητές του. Δεν είναι η πρώτη φορά που έχει ακουστεί να συντρέχουν τη βασιλική οικογένεια της Απολλώνιας, όταν υπάρχει ανάγκη.»

Η Βασιλική δεν το ήξερε αυτό. Και δεν είχε περάσει ποτέ από το νου της.

«Τα Σερπετά κατέχουν μια σοφία πέρα από την ανθρώπινη,» συνέχισε η Ανδρομάχη. «Κατέχουν τη σοφία της Γλαυκής, και σε γνωρίζουν καλύτερα απ’ό,τι νομίζεις. Δε θα έπρεπε να σε παραξενεύει η εμφάνισή τους σε τούτους τους δύσκολους καιρούς.» Χαμογέλασε, και το χαμόγελό της ήταν τόσο γαλήνιο όσο κι η όψη της.

*

Η Βασιλική επέστρεψε στη μεγάλη αίθουσα, όπου την περίμεναν ο Φαρνέλιος κι οι τρεις επαναστάτες. Είχε φορέσει πάλι την κουκούλα της, για να μην την αναγνωρίσει κανένας τυχαίος στρατιώτης.

«Τι έγινε;» τη ρώτησε ο Φαρνέλιος. «Όλα εντάξει;»

«Η Ανδρομάχη ετοιμάζεται για την τελετή,» εξήγησε η Πριγκίπισσα, «η οποία θα γίνει τη νύχτα, υπό το φως της Γλαυκής. Η Βικτώρια μού είπε ότι δε με χρειαζόταν άλλο κοντά της, έτσι αποφάσισα να φύγω. Μου φαίνεται πολύ καλύτερα τώρα…» Σαν η γαλήνη που εκπέμπει η Ανδρομάχη να την έχει εμποτίσει.

«Επομένως,» είπε ο Φαρνέλιος, «κάναμε καλά που τη φέραμε εδώ.»

Η Βασιλική ένευσε. «Έτσι φαίνεται. Μου σχιζόταν η καρδιά που την έβλεπα όπως ήταν.»

Ο Φαρνέλιος άγγιξε τον ώμο της. «Σύντομα, θα είναι τελείως καλά. Δε θα την καταδιώκουν πλέον τα σκοτεινά όνειρα του Μαύρου Νάρζουλ.

»Θέλεις τώρα να κατεβούμε στο φορτηγό;»

Η Βασιλική κούνησε το κεφάλι. «Όχι. Εγώ, τουλάχιστον, θα μείνω εδώ, στο Ναό. Θα βγω, όμως, για να πάρω λίγο καθαρό αέρα.» Δεν αισθανόταν βολικά με τόσους τραυματίες γύρω της, παρά το μέγεθος της αίθουσας. Δεν είσαι φτιαγμένη για πολέμους, Βασιλική, σκέφτηκε, καθώς βάδιζε προς την έξοδο. Δεν είσαι ο Ανδρόνικος, όπως θα ήθελαν οι επαναστάτες.

Ο Φαρνέλιος κι οι σύντροφοί του την ακολούθησαν.

Βγήκαν απ’το Ναό του Απόλλωνα κι αισθάνθηκαν τον παγερό αέρα των βουνών στα πρόσωπά τους. Από κάτω, μπορούσαν να δουν τα σταθμευμένα στρατιωτικά οχήματα, καθώς και το φορτηγό τους.

Κι από ακόμα πιο μεγάλη απόσταση, είδαν μια δυνατή έκρηξη να γίνεται, ο κρότος της οποίας έφτασε μέχρι τ’αφτιά τους. Το Βόρειο Μέτωπο δε βρισκόταν και τόσο μακριά…

27

Ο Χρύσιππος λάτρευε να ακούει και να βλέπει τον εαυτό του να μιλά. Δεν παρουσιαζόταν συχνά αυτοπροσώπως στο Φως της Απολλώνιας· ήταν ο καναλάρχης, όχι ένας οποιοσδήποτε παρουσιαστής –και, για την ακρίβεια, ο μεγαλύτερος καναλάρχης στο βασίλειο. Όμως, όσες φορές έβγαινε για να μιλήσει, το απολάμβανε. Ή, μάλλον, δεν απολάμβανε τόσο εκείνες τις στιγμές, όσο τις στιγμές που ακολουθούσαν: τις στιγμές που ήταν μόνος, στο σπίτι του, και έβλεπε στην οθόνη τον εαυτό του.

Το είχε κάνει πρόσφατα, όταν η Αρχόντισσα Δομινίκη τού είχε ζητήσει να εκφράσει δημοσίως την κατάπληξη –και τη βαθύτατη λύπη του– για το κατάντημα του Πρίγκιπα Ανδρόνικου: για το γεγονός ότι ο Ανδρόνικος είχε, από φθόνο, επιχειρήσει να επιτεθεί στον αδελφό του, που είχε προσφέρει τόσα στο βασίλειο, ενώ εκείνος –εν καιρώ πολέμου– έλειπε, περιπλανώμενος σε άλλες διαστάσεις που τον χρειάζονταν πολύ λιγότερο.

Ο Χρύσιππος αισθανόταν μάλλον ικανοποιημένος από αυτό του τον σχετικά σύντομο λόγο. Αισθανόταν –όπως είχε αισθανθεί κι άλλες φορές παλιότερα– τη μεθυστική δύναμη τού να επηρεάζεις τις μάζες. Του να εκπέμπεις και να σ’ακούνε πλήθη ανθρώπων, σ’όλη την Απαστράπτουσα και πέρα απ’αυτήν, μέσω πομπών που έστελναν σήμα σε άλλους πομπούς και σε άλλους πομπούς, μέχρι που το μήνυμά σου έφτανε απ’άκρη σ’άκρη της Απολλώνιας. Ναι, ο Χρύσιππος αντιλαμβανόταν πως το να ελέγχεις ένα τηλεοπτικό κανάλι όπως το Φως της Απολλώνιας ήταν να ασκείς εξουσία· κι αυτό τού άρεσε. Γιατί ήξερε πως οι πάντες τον είχαν ανάγκη, ακόμα κι οι βασιλείς. Μπορούσε με μερικά λόγια να στρέψει ολόκληρα πλήθη εναντίον οποιουδήποτε καθεστώτος. Μπορούσε να φτιάξει ή να αμαυρώσει τη φήμη οποιουδήποτε ανθρώπου.

Και απόδειξη ήταν αυτό που είχε συμβεί με τον Πρίγκιπα Ανδρόνικο. Ο Ανδρόνικος δε θα μπορούσε ποτέ ξανά να εξουσιάσει το λαό της Απολλώνιας, γιατί, στα μάτια του λαού του, ήταν τρελός.

Μονάχα εγώ εξουσιάζω. Εγώ. Όλα αρχίζουν από εμένα και καταλήγουν σε εμένα.

Βηματίζοντας μέσα στην παραποτάμια οικία του, ο Χρύσιππος αισθανόταν την ανάγκη να ξαναδεί τον εαυτό του στην οθόνη, γι’ακόμα μια φορά. Όχι την αποθηκευμένη παρουσίαση σχετικά με τον Πρίγκιπα Ανδρόνικο· αυτή είχε βαρεθεί, προς το παρόν, να τη βλέπει. Τώρα σκεφτόταν να δει μια άλλη, παλιότερη, στην οποία μιλούσε για το Βόρειο Μέτωπο, εξηγώντας στο λαό πόσο είχε βοηθήσει ο Αντιβασιλέας Λούσιος στην αντιμετώπιση των δυνάμεων της Παντοκράτειρας.

Ο Χρύσιππος άνοιξε μια διπλή ξύλινη πόρτα, άναψε το ενεργειακό φως, και μπήκε σ’ένα απ’τα τέσσερα σαλόνια του σπιτιού του: το μικρότερο, το οποίο διέθετε μια τεράστια οθόνη προσαρτημένη στον τοίχο. Πλησίασε μια μικρή κονσόλα που βρισκόταν κοντά στην οθόνη και, πατώντας μερικά πλήκτρα, αναζήτησε την αποθηκευμένη ομιλία που είχε στο μυαλό του.

Βήματα τον διέκοψαν. Στράφηκε, για να δει τον γιο του, Αυτόλυκο, να μπαίνει. Ήταν ένας ψηλός, όμορφος, καστανομάλλης νεαρός με χρυσαφένιο δέρμα. Έμοιαζε τόσο πολύ στη μητέρα του. Επί του παρόντος, φορούσε επίσημη ενδυμασία: μαύρα, καλοσιδερωμένα ρούχα, διακοσμημένα με αργυρά κεντήματα.

«Πατέρα,» είπε, «δε θα έρθεις, για την τελετή;»

Την τελετή… Ο Χρύσιππος την είχε σχεδόν ξεχάσει. Απόψε, υποτίθεται πως θα έκαναν μια οικογενειακή τελετή, για την επίκληση της δύναμης του Μαύρου Νάρζουλ, ώστε ο Δάσκαλος να συντρέξει την Αρχιέρεια Δομινίκη στον σκοπό της. Γιατί, φυσικά, ο Χρύσιππος γνώριζε ακριβώς τον λόγο που εκείνη, ο Πρίγκιπας Λούσιος, και η Δούκισσα Κορνηλία είχαν φύγει άρον-άρον από την Απαστράπτουσα: είχαν βρει στοιχεία για το μέρος φυλάκισης ενός από τους Οκτώ.

Ωστόσο, οι τελετές δεν του άρεσαν. Η αλήθεια ήταν πως τις βαριόταν, και δεν καταλάβαινε τη χρησιμότητά τους. Εκείνο που καταλάβαινε ήταν η χρησιμότητα του πολύ αποτελεσματικού δικτύου των ακόλουθων του Μαύρου Νάρζουλ: και το γεγονός ότι, μέσω αυτού, ο Χρύσιππος μπορούσε να εκτοπίσει σχεδόν τον οποιονδήποτε από τη θέση του. Και δε χρειαζόταν ούτε καν να βγει στην οθόνη για να το καταφέρει. Τον εξουδετέρωνε σιωπηλά, καταστρέφοντας το μυαλό του.

Ο Αυτόλυκος, όμως, δεν έβλεπε τα πράγματα μόνο από τη σκοπιά της χρησιμότητας. Ο Χρύσιππος γνώριζε πολύ καλά ότι ο γιος του ήταν πιστός ακόλουθος της θρησκείας του Μαύρου Νάρζουλ, και ευελπιστούσε να τον αναγνωρίσουν ως ιερέα. Υπήρχε κάτι που τον συνάρπαζε σ’αυτή τη θρησκεία, κάτι που τον εκστασίαζε. Η γοητεία του τρόμου, ίσως; Ο Χρύσιππος δεν μπορούσε να μαντέψει. Ο νους του Αυτόλυκου ήταν, ορισμένες φορές, τελείως ακατανόητος: σαν να είχες διεισδύσει μέσα σ’έναν παράξενο λαβύρινθο, γεμάτο ακανόνιστες γωνίες, απότομες και συνεχείς στροφές, και διακλαδώσεις.

Ο Χρύσιππος αναστέναξε. «Θα έρθω,» είπε, αφήνοντας την κονσόλα. «Η μητέρα σου είναι έτοιμη;» Βάδισε προς τον γιο του.

«Ετοιμάζεται ακόμα· την ξέρεις πώς είναι. Αλλά δε νομίζω ν’αργήσει.»

*

Η οικία του Χρύσιππου βρισκόταν στη βόρεια όχθη του μεγάλου ποταμού Οροκέλωρα, στη δυτική μεριά της Απαστράπτουσας, όχι πολύ μακριά από το παλάτι. Ήταν, ουσιαστικά, μια βίλα, περιτειχισμένη και με μεγάλο κήπο. Και, ασφαλώς, είχε και την απαραίτητη περιφρούρηση, καθώς ο καναλάρχης του Φωτός της Απολλώνιας ήταν ένα πρόσωπο που αρκετοί δυσαρεστημένοι θα επιθυμούσαν να δουν νεκρό. Υπήρχαν προβολείς που έσχιζαν με το φως τους τη νύχτα· υπήρχαν οπλισμένοι φύλακες που έκαναν περιπολίες· υπήρχαν εκπαιδευμένα σκυλιά, που περιπλανιόνταν στον κήπο· υπήρχε ένα περιορισμένης εμβέλειας σύστημα ανίχνευσης και παρακολούθησης, που λειτουργούσε με τη βοήθεια Βιοσκόπου και εντόπιζε κάθε έμβιο εισβολέα.

Κανένα από αυτά τα μέτρα προστασίας δεν κατάφερε, όμως, να εμποδίσει την Άνμα’ταρ. Ήταν μαθημένη να διαλύει τέτοια συστήματα, ώστε οι Μαύρες Δράκαινες να εισβάλλουν και να χτυπούν τους στόχους τους. Και η Παντοκράτειρα δεν ανεχόταν τα λάθη. Η Άνμα, βέβαια, δε δούλευε πλέον για την Παντοκράτειρα, αλλά οι παλιές συνήθειες πεθαίνουν δύσκολα.

Το δυστυχές ήταν πως δεν είχε Μαύρες Δράκαινες μαζί της, για να ακολουθήσουν το δρόμο που εκείνη θα τους άνοιγε με τη μαγεία της. Είχε μερικούς άντρες από την παλατιανή φρουρά, οι οποίοι δεν είχαν ούτε κατά διάνοια τις ικανότητες των Μαύρων Δρακαινών. Θα έπρεπε, όμως, να φανούν αρκετά ικανοί ώστε να φέρουν σε πέρας την αποστολή του Πρίγκιπά τους. Εξάλλου, δεν ήταν και τίποτα το σπουδαίο, έκρινε η Άνμα’ταρ.

Χρησιμοποιώντας κάποια ξόρκια ανίχνευσης, εντόπισε το σύστημα παρακολούθησης του Βιοσκόπου, ενώ εκείνη και η ομάδα της βρίσκονταν ακόμα έξω από τη βίλα. Έπειτα, ύφανε μια Μαγγανεία Εικονικής Νεκρώσεως γύρω από όλη της την ομάδα, και ένα αόρατο πέπλο έκρυψε τη ζωτική τους ενέργεια. Για το σύστημα του Βιοσκόπου θα ήταν τώρα νεκροί: άρα και αόρατοι.

Οι προβολείς της έπαυλης δεν ήταν σταθεροί· έκαναν περιστροφικές κινήσεις, προκειμένου να φωτίζουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερη περιοχή. Η Άνμα’ταρ δεν ήταν η πρώτη φορά που είχε να αντιμετωπίσει κάτι τέτοιο. Χρησιμοποιώντας, κατά περίσταση, ένα Ξόρκι Ελάσσονος Μηχανικού Ελέγχου, έκανε τους προβολείς που την ενδιέφεραν να στρέφονται προς την κατεύθυνση που εκείνη ήθελε.

Η μάγισσα και η ομάδα της σκαρφάλωσαν το τείχος της έπαυλης, χωρίς να τους χτυπά κανένα φως και αόρατοι για το σύστημα του Βιοσκόπου.

Η αντιμετώπιση των φρουρών που περιπολούσαν δεν ήταν δύσκολη υπόθεση για την Άνμα’ταρ, αν και υπέθετε πως μια Μαύρη Δράκαινα, όπως η Ιωάννα, θα τους ξεπάστρευε ακόμα ευκολότερα. Συντόνισε την ομάδα της έτσι ώστε να τους τραβήξουν μες στο σκοτάδι και να τους αναισθητοποιήσουν· γιατί ο Πρίγκιπας είχε τονίσει: Δεν θα σκοτώσετε κανέναν. Κανέναν. Παρά μόνο ως τελευταία λύση.

Αυτή, όμως, η εντολή αναφερόταν στους ανθρώπους, πίστευε η Άνμα, όχι και στα θηρία. Έτσι, χρησιμοποιώντας ένα Ξόρκι Οσφραντικής Προκαλύψεως, μπέρδεψε την όσφρηση των μεγάλων, επικίνδυνων σκύλων του κήπου, και έβαλε τους πολεμιστές της να τους τοξέψουν με βαλλίστρες. Δεν υπήρχε λόγος να χρησιμοποιήσουν πυροβόλα όπλα, που θα έκαναν θόρυβο. Όσα σκυλιά δεν πέθαναν με το πρώτο βέλος, οι άνθρωποι της μάγισσας τα πλησίασαν γρήγορα και τους έσχισαν το λαιμό με μακριά μαχαίρια.

«Δεν είστε τόσο κακοί όσο φοβόμουν,» είπε η Άνμα’ταρ.

Οι δύο άντρες που βρίσκονταν πιο κοντά της (συνολικά, η ομάδα απαρτιζόταν από έξι παλατιανούς πολεμιστές) χαμογέλασαν.

«Αλλά μην πάρουν και τα μυαλά σας αέρα,» τόνισε η Δράκαινα, και συνέχισαν την εισβολή τους. «Πάμε για τον Βιοσκόπο τώρα. Με προσοχή, γιατί πιθανώς να υπάρχουν τηλεοπτικοί πομποί γύρω απ’το κέντρο ελέγχου.»

Και δεν είχε άδικο. Πράγματι υπήρχαν, όπως της αποκάλυψε ένα Ξόρκι Τηλεοπτικής Ανιχνεύσεως. Η Άνμα οδήγησε την ομάδα της, μέσα απ’το σκοτάδι, προς έναν απ’τους πομπούς, που παρατηρούσε την είσοδο του κέντρου σαν ψυχρό, ορθάνοιχτο μάτι. Χρησιμοποιώντας ένα Ξόρκι Τηλεοπτικής Ασυνέχειας, η μάγισσα έκανε το μάτι να χάσει δύο λεπτά αληθινής εικόνας. Αρκετός χρόνος για να κινηθεί, μαζί με τους πολεμιστές της.

Ένας απ’αυτούς κλότσησε την πόρτα του κέντρου ελέγχου και εισέβαλαν σ’ένα στρογγυλό δωμάτιο, γεμάτο μηχανικούς εξοπλισμούς. Μια γυναίκα ήταν καθισμένη μπροστά σε μερικές οθόνες, κονσόλες, και διαύλους. Ένας άντρας καθόταν λίγο παραδίπλα, σε μια θρονοειδή πολυθρόνα· φορούσε ένα μαύρο γάντι στο δεξί χέρι, τυλιγμένο με καλώδια και κυκλώματα, και τα δάχτυλά του ακουμπούσαν σ’ένα άνοιγμα του βραχίονα της πολυθρόνας. Ακουμπούσαν εκεί και εφάπτονταν με άλλα κυκλώματα. Η όψη του Βιοσκόπου ήταν γαλήνια και τα μάτια του ορθάνοιχτα, και ένα αχνό χαμόγελο υπήρχε στο πρόσωπό του, σαν να βρισκόταν σε έκσταση. Πράγμα το οποίο δεν ήταν αναληθές, όπως ήξερε η Άνμα· είχε ακούσει πως οι Βιοσκόποι γίνονταν ένα με τις ρέουσες ζωτικές ενέργειες του σύμπαντος, όταν εργάζονταν –και η εργασία τους δεν τους κούραζε ιδιαίτερα, όχι όσο δεν υπήρχαν εμπόδια για να διαλύσουν. Η μαγγανεία της Άνμα’ταρ δεν είχε παρουσιαστεί ως εμπόδιο στη συνείδηση του Βιοσκόπου· ο νους του δεν την είχε εκλάβει σαν ένα τείχος που τον εμπόδιζε να δει από πίσω του: απλά, η μάγισσα κι η ομάδα της δεν υπήρχαν στον κόσμο του.

Η γαλήνια όψη άργησε μερικά δευτερόλεπτα να διαλυθεί απ’το πρόσωπο του μάγου, καθώς ο ένας παλατιανός φρουρός κλότσησε την πόρτα και οι άλλοι όρμησαν μέσα στο δωμάτιο. Τόσο απορροφημένος ήταν ο Βιοσκόπος από το έργο του.

«Ακίνητοι!» φώναξε ένας φρουρός, ενώ εκείνος κι οι σύντροφοί του σημάδευαν τη γυναίκα και τον μάγο με τις οπλισμένες βαλλίστρες τους.

Ο Βιοσκόπος βλεφάρισε και σηκώθηκε απ’την πολυθρόνα του με τα χέρια υψωμένα.

«Δέστε τους,» πρόσταξε η Άνμα’ταρ, και η προσταγή της γρήγορα εξετελέσθη. Οι παλατιανοί φρουροί έδεσαν τη γυναίκα και τον Βιοσκόπο χειροπόδαρα, και τους φίμωσαν επίσης. Εξάλλου, ο μάγος ήταν απαραίτητο να μη μπορεί καθόλου να κινηθεί, για να μην έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τα ξόρκια του.

Η Άνμα πλησίασε την κεντρική μονάδα του κέντρου ελέγχου και έστειλε ένα Ξόρκι Μηχανικής Δυσλειτουργία μέσα της, σαν σμήνος εντόμων. Ένα ξόρκι πολύ απλό για να καταστρέψει το σύστημα, αλλά αρκετά ισχυρό για να του προκαλέσει προβλήματα για ώρες, εκτός αν κάποιος άλλος το εξουδετέρωνε –πράγμα που, επί του παρόντος, δε φαινόταν και τόσο πιθανό στη μάγισσα.

Η Άνμα’ταρ πήρε την ομάδα της από το κέντρο ελέγχου και την οδήγησε σε μια πλαϊνή πόρτα της βίλας. Η πόρτα ήταν κλειδωμένη, αλλά ένα Ξόρκι Ξεκλειδώματος την έκανε ν’ανοίξει, πρόθυμα και αδιαμαρτύρητα. Η μάγισσα είχε αρχίσει να νιώθει ζαλισμένη από το πλήθος των ξορκιών που είχε χρησιμοποιήσει, μα παραμέρισε την κόπωσή της, όπως είχε μάθει να την παραμερίζει. Μέρος της εκπαίδευσής της ήταν κι αυτό. Οι Δράκαινες δεν παραδίδονταν ποτέ· ή ολοκλήρωναν την αποστολή τους ή πέθαιναν προσπαθώντας. Έτσι το ήθελε η Παντοκράτειρα, και, γι’ακόμα μια φορά, οι παλιές –καλές ή κακές– συνήθειες δύσκολα ξεχνιόνταν.

Η Άνμα και η ομάδα της μπήκαν στη βίλα και βάδισαν μέσα στα πολυτελή δωμάτια και τους διαδρόμους της.

Ένας φύλακας τούς είδε· έκανε να φωνάξει–

–έπεσε νεκρός, με το βέλος από τη βαλλίστρα της Δράκαινας καρφωμένο στο λαιμό του.

Συγνώμη, Ανδρόνικε. Δε γινόταν αλλιώς.

Έναν άλλο φύλακα, πολύ πιο μακριά απ’τον προηγούμενο, κατάφεραν να τον αδρανοποιήσουν δίχως να τον σκοτώσουν. Η Άνμα πέρασε γρήγορα από μπροστά του, κάνοντάς τον να στραφεί προς τη μεριά της, και, την ίδια στιγμή, ένας παλατιανός φρουρός πετάχτηκε πίσω του και τον χτύπησε στον αυχένα, σωριάζοντάς τον.

Στα υπνοδωμάτια, δεν ήταν κανένας. Ούτε ο Χρύσιππος, ούτε η γυναίκα του, ούτε τα παιδιά του.

Δεν μπορεί να περίμεναν τον ερχομό μας, σκέφτηκε η Άνμα’ταρ. Αδύνατον. Κάπου πρέπει να έχουν πάει.

«Πού είναι;» τη ρώτησε ένας σύντροφός της.

«Δεν ξέρω.»

«Δεν μπορείς να τους βρεις με τη μαγεία σου;»

«Όχι.»

«Κι ο άλλος μάγος, που δέσαμε, πώς μπορού–»

«Είναι περίπλοκο,» είπε η Άνμα’ταρ. «Αλλά δεν έχουμε ακόμα ερευνήσει όλη τη βίλα. Ελάτε. Και με προσοχή.»

Δεν άργησαν να βρουν πού είχε συγκεντρωθεί ολόκληρη η οικογένεια του Χρύσιππου. Εντός της οικίας ήταν· δεν είχαν φύγει. Είχαν, όμως, πάει σ’ένα αρκετά μεγάλο δωμάτιο που ήταν στολισμένο σαν ναός. Η Άνμα’ταρ τούς κοίταζε τώρα από τη γωνία ενός ανοίγματος, και έβλεπε πως δεν ήταν μόνοι τους. Μαζί με την οικογένεια ήταν άλλοι τρεις: δύο άντρες και μία γυναίκα. Ο ένας από τους δύο άντρες στεκόταν στο κέντρο του δωματίου, ντυμένος με ράσα, και έλεγε κάποια λόγια που έμοιαζαν ιεροτελεστικά. Κάποιου είδους ιερέας; Ιερέας αυτού του Μαύρου Νάρζουλ, ίσως; Φορούσε κουκούλα, η οποία σκίαζε την όψη του· έτσι, το μόνο που η Άνμα μπορούσε να δει καθαρά γι’αυτόν ήταν τα σκοτεινά του μάτια, που θύμιζαν δύο μαύρους λάκκους. Δεξιά του στεκόταν ο άλλος άντρας –ένας λευκόδερμος τύπος με έντονα πράσινα μάτια– και αριστερά του η γυναίκα –ερυθρόδερμη και με μάτια μαύρα, αλλά όχι τόσο σκοτεινά όσο εκείνου–, κι οι δυο τους επίσης ντυμένοι με ράσα.

Ο Χρύσιππος και η οικογένειά του στέκονταν γύρω από τους τρεις, και μουρμούριζαν σιγανά. Η Άνμα’ταρ τούς αναγνώριζε από τις φωτογραφίες που της είχε δείξει ο Ανδρόνικος. Ο Χρύσιππος ήταν αυτός ο εύσωμος άντρας με τα κοντά γκρίζα μαλλιά και το μουστάκι· το δέρμα του ήταν λευκό-ροζ. Η γυναίκα του, που ονομαζόταν Αυγούστα, είχε δέρμα χρυσό και μαλλιά καστανά και μακριά ώς τη μέση, τα οποία τώρα ήταν λυτά· το πρόσωπό της ήταν έντονα μακιγιαρισμένο. Ο Αυτόλυκος, ο γιος του Χρύσιππου, ένας νεαρός άντρας που θύμιζε τη μητέρα του, στεκόταν στα αριστερά εκείνου και στα δεξιά της Αυγούστας. Η Νίκη, η κόρη του Χρύσιππου, στεκόταν δεξιά του πατέρα της και αριστερά της μητέρας της: μια κοπέλα μικρότερη του Αυτόλυκου, αλλά επίσης χρυσόδερμη και με μαλλιά μαύρα, κομμένα πιο κοντά από της Αυγούστας, έτσι ώστε να πέφτουν στους ώμους της.

Η Άνμα’ταρ δεν έβλεπε λόγο να καθυστερήσει. Έκανε νόημα στους παλατιανούς φρουρούς να εισβάλουν, αυτή τη φορά κρατώντας πυροβόλα όπλα, όχι βαλλίστρες. Η ανάγκη για αθόρυβες κινήσεις είχε τελειώσει.

«Ακίνητοι!» φώναξε ένας απ’τους συντρόφους της.

Ο Χρύσιππος και η οικογένειά του φάνηκαν να πανικοβάλλονται, αλλά όχι και οι τρεις άγνωστοι στο κέντρο του κύκλου. Ή, τουλάχιστον, όχι τόσο πολύ. Χρησιμοποιώντας αυτούς που τους περιτριγύριζαν ως ασπίδα, πήδησαν πίσω από τα λιγοστά, χαμηλά έπιπλα του δωματίου, και τράβηξαν πιστόλια μέσα απ’τα ράσα τους.

Οι παλατιανοί φρουροί δε χρειάστηκαν διαταγή απ’την Άνμα’ταρ για ν’αρχίσουν να πυροβολούν· ο κίνδυνος ήταν προφανής και έκδηλος.

Και ένα χάος από φωτιά και σφαίρες επακολούθησε.

Η Άνμα δεν μπόρεσε να συλλάβει ακριβώς τι συνέβη, ούτε με ποια σειρά συνέβησαν τα γεγονότα, γιατί, πολύ απλά, έγιναν όλα τόσο γρήγορα. Αμφέβαλλε, δε, αν και μια Μαύρη Δράκαινα θα κατάφερνε να βγάλει άκρη εδώ.

Όταν οι πυροβολισμοί τελείωσαν, η σκηνή δεν ήταν ευχάριστη.

Από τους συντρόφους της μάγισσας, δύο έμοιαζαν νεκροί και ένας ήταν τραυματισμένος. Ο Χρύσιππος είχε καταφέρει να μη χτυπηθεί, ζαρωμένος σε μια γωνία και κατάχλομος. Η Αυγούστα είχε διπλωθεί στο πάτωμα, ουρλιάζοντας· μια σφαίρα πρέπει να την είχε πετύχει στο πόδι. Ο Αυτόλυκος είχε παρασύρει τη Νίκη κοντά σ’έναν τοίχο και προσπαθούσε να την προστατέψει με το σώμα του· κανένας απ’τους δυο τους δεν είχε χτυπηθεί, η Νίκη όμως έκλαιγε δυνατά, γαντζωμένη επάνω του. Η ερυθρόδερμη γυναίκα κειτόταν νεκρή, έχοντας δεχτεί μια σφαίρα στο κεφάλι. Ο λευκόδερμος άντρας ήταν τραυματισμένος στα πλευρά και διπλωμένος, αλλά όχι νεκρός. Ο άντρας με τα σκοτεινά μάτια –που η Άνμα υπέθετε ότι ήταν ιερέας– είχε πληγωθεί στο χέρι, και το πιστόλι του είχε πεταχτεί παραπέρα. Επί του παρόντος, σερνόταν προς το όπλο. Δε φαινόταν να έχει παραιτηθεί.

«Μην κινείσαι,» του είπε η Άνμα’ταρ, στεκόμενη στο κέντρο του δωματίου και σημαδεύοντάς τον. Βαστούσε το πιστόλι της με τα δύο χέρια και τεντωμένο εμπρός της.

Ο άντρας σταμάτησε να σέρνεται. Το σκοτεινό του βλέμμα στράφηκε επάνω της, και το μίσος του ήταν φανερό. Η κουκούλα είχε πέσει απ’το κεφάλι του, και τα μαλλιά του είχαν αποκαλυφτεί, μαύρα και κοντά.

«Συλλάβετέ τους,» πρόσταξε η Άνμα. «Όλους.»

«Τι συμβαίνει;» απαίτησε ο Χρύσιππος με δυνατή φωνή, μοιάζοντας να παλεύει να ανακτήσει την αυτοκυριαρχία του.

«Ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος θέλει να πει μερικές κουβέντες μαζί σου,» απάντησε η Άνμα’ταρ.

«Ο… Πρίγκιπας Ανδρόνικος;…» Ο Χρύσιππος έμοιαζε να νομίζει ότι του έκαναν κάποιο κακόγουστο αστείο.

Εκείνη τη στιγμή, φωνές ακούστηκαν απ’τους διαδρόμους της βίλας: «Κύριε Χρύσιππε! Πού είστε;»

Οι φύλακες του μέρους, σκέφτηκε η Άνμα. Είπε στον Χρύσιππο: «Ζήτησέ τους να απομακρυνθούν, και να κρατήσουν το στόμα τους κλειστό.» Και, υψώνοντας το όπλο της, σημάδεψε τα παιδιά του, στον αντικρινό τοίχο.

*

Ο Χρύσιππος καθόταν εκεί όπου τον είχαν οδηγήσει οι παλατιανοί φρουροί, σε μια πολυθρόνα, σ’ένα καθιστικό του παλατιού της Απαστράπτουσας. Κανένας άλλος δεν ήταν στο δωμάτιο, όμως ο Χρύσιππος δεν τολμούσε να κουνηθεί, καθώς ήταν βέβαιος ότι τον παρακολουθούσαν· δεν μπορεί να τον είχαν αφήσει αφύλαχτο.

Ακόμα δεν είχε καταλάβει τι ακριβώς είχε συμβεί. Πώς είχαν εισβάλει, έτσι απλά, οι παλατιανοί φρουροί στην οικία του; Και πώς ήταν δυνατόν ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος να ήθελε να του μιλήσει; Αυτός ήταν φυλακισμένος· δε μπορεί νάχε δραπετεύσει! Δε μπορεί!

Αλλά, αν δεν είχε γίνει κάτι τέτοιο, τότε τι…;

Μια πόρτα άνοιξε, και ο Ανδρόνικος μπήκε, ντυμένος βασιλικά, όχι σαν κρατούμενος. Από τη ζώνη του κρεμόταν ένα σπαθί. Ένα σπαθί που –ο Χρύσιππος το αναγνώριζε– δεν μπορεί να ήταν άλλο παρά το ξίφος των βασιλέων της Απολλώνιας.

Ο καναλάρχης του Φωτός της Απολλώνιας κοκάλωσε, για μια στιγμή, πάνω στην πολυθρόνα, νιώθοντας όλο του το σώμα μουδιασμένο και τον εαυτό του ανίκανο να αρθρώσει λέξη.

Ο Ανδρόνικος στάθηκε αντίκρυ του, ατενίζοντάς τον.

«…Πρίγκιπά μου,» κατάφερε, τελικά, να πει ο Χρύσιππος. Σηκώθηκε απ’την πολυθρόνα και επιχείρησε μια αδέξια υπόκλιση.

«Μη δείχνεις τόσο χαρούμενος που με βλέπεις, Χρύσιππε,» είπε, παγερά, ο Ανδρόνικος. Στα μάτια του υπήρχε μονάχα καταφρόνηση.

«Είχα ακούσει ότι… ότι ήσασταν άρρωστος, Υψηλότατε–»

Ο Ανδρόνικος γέλασε. «Μάλλον, άκουγες τον εαυτό σου να μιλάει.»

Τα μάτια του Χρύσιππου διαστάλθηκαν. Κανονικά, ούτε ο Βασιληάς της Απολλώνιας δε θα τολμούσε να τον προσβάλει έτσι. Εξακολουθούσε να είναι ο καναλάρχης του Φωτός, σωστά; Ανοιγόκλεισε το στόμα του, προσπαθώντας να βρει κάτι για ν’απαντήσει, μα τίποτα δεν ερχόταν.

«Κάθισε,» του πρότεινε ο Ανδρόνικος.

Ο Χρύσιππος δίστασε.

«Είπα, κάθισε

Ο Χρύσιππος υπάκουσε.

Ο Ανδρόνικος πήρε θέση αντίκρυ του. «Καταλαβαίνω,» είπε, «ότι έχει γίνει μια μικρή… παρεξήγηση’–»

«Ασφαλώς, Πρίγκιπά μου. Μια παρεξήγηση–»

«Βοήθησες τον αδελφό μου να σφετεριστεί τον Κυανό Θρόνο–»

«Δε θα έκανα ποτέ κάτι τέτ–»

«Αν με διακόψεις ξανά, θα προστάξω να σου κόψουν τη γλώσσα.»

Ο Χρύσιππος έχασε το χρώμα του.

«Θα προσπαθήσεις– ή, μάλλον, όχι, δε θα προσπαθήσεις· θα διορθώσεις ό,τι ζημιά έκανες. Θα αποκαλύψεις όλη την αλήθεια. Κι όταν λέω ‘όλη την αλήθεια’, εννοώ όλη την αλήθεια.»

Τι σήμαιναν τούτα τα λόγια; αναρωτήθηκε ο μπερδεμένος νους του Χρύσιππου. Του έκανε ο Πρίγκιπα κάποιου είδους πρόταση; Πρόταση συμμαχίας; Δεν μπορεί να μην αναγνώριζε τη χρησιμότητά του ως καναλάρχη του Φωτός! Ο Χρύσιππος ήταν η πραγματική εξουσία της Απολλώνιας· ακόμα κι ο Ανδρόνικος έπρεπε να μπορεί να το δει αυτό–

«Λοιπόν;» διέκοψε τους ταραγμένους συλλογισμούς του ο Πρίγκιπας.

«…Ναι,» αποκρίθηκε ο Χρύσιππος. «Ναι. Θα αποκαλύψω, ασφαλώς, την απάτη που συνέβη. Με είχαν κάνει να πιστέψω ότι ήσασταν διανοητικά άρρωστος, Υψηλότατε–»

«Δε με κατάλαβες καλά, νομίζω. Είπα: την αλήθεια. Θα αποκαλύψεις την αλήθεια: ότι, εν γνώσει σου, βοήθησες τον αδελφό μου να σφετεριστεί τον Κυανό Θρόνο, και ότι υποθάλπεις ακόλουθους του Μαύρου Νάρζουλ· ότι κι ο ίδιος ακόμα προσεύχεσαι στον Μαύρο Νάρζουλ.»

«Πρίγκιπά μου, αυτό, αυτό ήταν συμπτωματικό!»

Ο Ανδρόνικος συνοφρυώθηκε. «Ποιο απ’όλα;»

«Δεν είμαι πιστός στον Μαύρο Νάρζουλ! Δεν έχω καμία σχέση μ’αυτούς!»

«Οι άνθρωποί μου άλλα μού είπαν.»

Ο Χρύσιππος πήρε μια βαθιά ανάσα. Τα χέρια του έτρεμαν. Κοίταξε το πάτωμα. «Με καταδικάζεις…» είπε με χαμηλή φωνή. Καταλάβαινε πολύ καλά πως, αν έβγαινε στο Φως της Απολλώνιας και παραδεχόταν τέτοια πράγματα που του ζητούσε ο Ανδρόνικος, θα ήταν σα να παραδέχεται εσχάτη προδοσία. Άνθρωποι είχαν χάσει τη ζωή τους για εσχάτη προδοσία.

Ο Χρύσιππος ύψωσε το βλέμμα του, για ν’αντικρίσει τον Πρίγκιπα. «Θα με σκοτώσεις, είτε έτσι είτε αλλιώς,» είπε με περισσότερο θάρρος απ’ό,τι αισθανόταν: με το θάρρος του απεγνωσμένου.

«Όχι απαραίτητα,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος. «Στο βασίλειό μου υπάρχει χώρος για εξιλέωση, Χρύσιππε.»

«Τι θα κάνεις, λοιπόν; Θα με φυλακίσεις; Θα με εξορίσεις;»

«Θα το σκεφτώ. Πάντως, σίγουρα, όχι κάτι το τόσο τραγικό, όσο αν αρνηθείς να διορθώσεις τη ζημιά που έκανες. Τι λες;»

Ο Χρύσιππος έσμιξε τα χείλη. Δεν έχω περιθώρια επιλογής. Αισθανόταν χολή να έχει ανεβεί στο λαιμό του. Αυτό που συνέβαινε ήταν αδύνατον! Αδύνατον! Πριν από μερικές ώρες ήταν ο άνθρωπος που όριζε τη μοίρα της Απολλώνιας… και τώρα; Τι ήταν τώρα;

Ή, μήπως, ανέκαθεν ζούσα σε μια ψευδαίσθηση;

Ο Χρύσιππος ένευσε. «Θα το κάνω. Θα βγω στο Φως της Απολλώνιας και θα μιλήσω.»

«Αυτή,» είπε ο Ανδρόνικος, «είναι μια καλή αρχή. Εν τω μεταξύ, ασφαλώς, η οικογένειά σου θα βρίσκεται υπό κράτηση.»

Ο Χρύσιππος το περίμενε τούτο. Ο Πρίγκιπας δε θα το ριψοκινδύνευε. Μπορεί εγώ να ήθελα ν’αυτοκτονήσω, λέγοντας, αντί γι’αυτά που μου ζητά, πράγματα που θα του προκαλούσαν προβλήματα. Έτσι, όμως, εξασφαλίζεται.

Είμαι παγιδευμένος.

*

Ο Ανδρόνικος βημάτισε μέσα στο καθιστικό, μόνος του. Ο Χρύσιππος είχε φύγει, για να τον οδηγήσουν οι φρουροί στο δωμάτιο όπου θα διέμενε προσωρινά. Ο Πρίγκιπας γέμισε ένα ποτήρι κρασί για τον εαυτό του και ήπιε, κοιτάζοντας τη βαθιά, χειμωνιάτικη νύχτα έξω απ’το παράθυρο.

Γιατί είχε αυτό το άσχημο συναίσθημα μέσα του; Αυτό το πικρό συναίσθημα;

Τι ερώτηση! Γνώριζε την απάντηση, φυσικά. Τη γνώριζε πολύ καλά, και ήταν η εξής: Μου θυμίζω την Παντοκράτειρα…

Ναι, πράγματι, ο εαυτός του του θύμιζε την Παντοκράτειρα, όσο μιλούσε με τον Χρύσιππο. Του θύμιζε τις μεθόδους που χρησιμοποιούσε η πρώην σύζυγός του.

Ο Χρύσιππος, βέβαια, ήταν ένα κάθαρμα· δεν υπήρχε αμφιβολία γι’αυτό. Ήταν ένας από τους ανθρώπους που, άνετα, θα πουλούσαν την ψυχή τους στον Μαύρο Νάρζουλ, προκειμένου να ανελιχθούν μέσα στην κοινωνία και να αποκτήσουν εξουσία, δύναμη, χρήμα, κύρος. Ένας αδίστακτος άνθρωπος, με ελάχιστες αρετές. Ελάχιστες αρετές, που ο Ανδρόνικος η αλήθεια ήταν πως δεν μπορούσε να δει καμια τους, όμως αισθανόταν πως θα υπήρχαν, γιατί όλοι, οσοδήποτε διεστραμμένοι, έχουν και τις αρετές τους.

Παρ’όλ’αυτά, ένιωθε άσχημα για τις μεθόδους που είχε χρησιμοποιήσει. Είχε εκβιάσει τον Χρύσιππο· είχε απειλήσει και αυτόν και την οικογένειά του. Βέβαια, τούτο δεν ήταν, ίσως, τίποτα μπροστά σε όσα είχε κάνει ο Χρύσιππος στον Ανδρόνικο και σε άλλους ανθρώπους. Όμως η χρήση τέτοιων μεθόδων μολύνει πρώτα εκείνον που τις χρησιμοποιεί. Του ζητά να παραμερίσει τη συνείδησή του–

Ποτέ δε συμβιβάστηκες με την πραγματικότητα, Ανδρόνικε, διέκοψε ο Πρίγκιπας τον ειρμό των σκέψεών του. Η εξουσία έτσι ασκείται. Τίποτα, ποτέ, δεν μπορεί να είναι τελείως καθαρό. Ακόμα και το δικαιότερο πολίτευμα, συνήθως, στηρίζεται σε άσχημες πράξεις και πρακτικές.

Η εμπλοκή του στην Επανάσταση τον είχε κάνει, για λίγο, να πιστέψει ότι μπορούσε να ξεφύγει, να βγει απ’αυτό το καταραμένο κύκλωμα αλληλοεξόντωσης. Τον είχε κάνει να πιστέψει ότι η Παντοκράτειρα και η Παντοκρατορία της ήταν η πηγή όλου του κακού· και, στρεφόμενος εναντίον της πηγής του κακού, εκείνος ήταν καθαρός. Υπηρετούσε έναν ανώτερο σκοπό.

Δυστυχώς, τα πράγματα δεν ήταν τόσο απλά.

Ο Ανδρόνικος, βέβαια, δε σκόπευε να παραιτηθεί από την Επανάσταση. Η Επανάσταση ήταν αναγκαία· η Παντοκρατορία έπρεπε να καταπολεμηθεί· οι διαστάσεις έπρεπε να απελευθερωθούν από τον ζυγό της. Όμως, ακόμα κι αν ο Ανδρόνικος το πετύχαινε αυτό, πάλι δε θα κατόρθωνε να αλλάξει το σύμπαν…

Οι σκέψεις μου τρέχουν από δω κι από κει, σαν κυνηγημένα ελάφια. Αναστέναξε και ήπιε μια γουλιά κρασί. Πρέπει να ξεκουραστώ. Μόλις πριν από μερικές ώρες ήταν που ο Αυγερινός τον είχε βγάλει απ’το κελί του· ο Ανδρόνικος χρειαζόταν να ανασυγκροτηθεί, ψυχικά κυρίως.

Γιατί η μάχη που τον περίμενε δε θα ήταν ούτε μικρή ούτε εύκολη. Θα έπρεπε να κάνει πράγματα ενάντια στη συνείδησή του. Θα έπρεπε να διαλύσει το καθεστώς που είχε δημιουργήσει ο Λούσιος. Και, στο τέλος, θα έπρεπε, αναμφίβολα, να αντιμετωπίσει και τον ίδιο του τον αδελφό.

Κι αν αισθανόταν άσχημα τώρα, που αντιμετώπιζε ένα κάθαρμα σαν τον Χρύσιππο, πώς θα αισθανόταν τότε; Τότε που θα έπρεπε να αντιμετωπίσει ένα μέλος της οικογένειάς του;

Ο Λούσιος δε δίστασε να σε φυλακίσει και να προσπαθήσει να σε τρελάνει, είπε μια φωνή εντός του. Δεν του χρωστάς τίποτα.

Ναι, σκέφτηκε ο Ανδρόνικος. Ναι… Θα έπρεπε να το θυμάται τούτο, για να συνεχίσει.

Παλιότερα, είχε διαβάσει σε ιστορικά βιβλία του βασιλείου ότι υπήρχαν ολόκληρες βασιλικές οικογένειες που τα μέλη τους είχαν στραφεί το ένα εναντίον του άλλου, διαπράττοντας απίστευτες προδοσίες και βιαιοπραγίες. Ο Ανδρόνικος δεν μπορούσε να φανταστεί, τότε, τη δική του οικογένεια να καταλήγει έτσι. Δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του, τον Λούσιο, και τη Βασιλική να αλληλοσκοτώνονται για τον Κυανό Θρόνο· και, φυσικά, δεν μπορούσε να φανταστεί κανέναν τους να θέλει να βγάλει απ’τη μέση τον πατέρα τους, για να του κλέψει την εξουσία.

Τώρα, όμως, έχω εμπλακεί σε μια κατάσταση που είναι ακριβώς έτσι. Ακριβώς έτσι.

Ο Ανδρόνικος τελείωσε το κρασί στο ποτήρι του.

Δεν υπήρχε δρόμος ή περιθώριο για επιστροφή.

28

Την τελευταία σκοπιά τη φυλούσε η Ιωάννα και, μόλις είδε ότι χάραζε, ξύπνησε τους συντρόφους της. Το ηλιακό φως περνούσε σα χρυσόσκονη μέσα από τη βλάστηση και την πυκνή ομίχλη των βάλτων.

Ο Οδυσσέας είπε στην Ιωάννα: «Εσύ γνωρίζεις καλύτερα απ’όλους μας ετούτα τα μέρη· πώς σκέφτεσαι να συνεχίσουμε;»

Η Μαύρη Δράκαινα είχε γεννηθεί στην Υπερυδάτια και, πιο συγκεκριμένα, στην ηπειρόνησο Κεντρυδάτια. Αυτή ήταν η πατρίδα της, προτού μπει στις στρατιές της Παντοκράτειρας και προτού μπλεχτεί, τελικά, με την Επανάσταση. Ωστόσο, έμοιαζε να διστάζει ν’απαντήσει στο ερώτημα του Πρόμαχου. Έμοιαζε αβέβαιη.

«Κανείς δεν ξέρει τους Βαλτότοπους των Όφεων, Οδυσσέα,» αποκρίθηκε. «Για όλους έχουν εκπλήξεις.»

«Επομένως, και για τους διώκτες μας.»

Η Ιωάννα ένευσε. «Αυτό, όμως, δε λύνει το πρόβλημά μας.»

«Δεν υπάρχει κάποια άλλη βάση της Επανάστασης, έξω απ’τους βάλτους;» ρώτησε ο Ράθνης.

«Υπάρχει,» του είπε η Ιωάννα, «μα δεν είναι κοντά.»

«Ο Βιοσκόπος, όμως, μάλλον είναι κοντά μας,» τους διέκοψε ο Σέλιρ’χοκ, ατενίζοντας μέσα στις βαθιές ομίχλες. «Αισθάνομαι τη δύναμή του να προσπαθεί να τρυπήσει το προστατευτικό μου ξόρκι και να μας εντοπίσει.» Μερικοί από τους κρυστάλλους και τα καλώδια επάνω στο μακρύ ραβδί του μαυρόδερμου μάγου γυάλιζαν μ’ένα απαλό φως.

«Εντάξει,» είπε η Ιωάννα, «θ’αρχίσουμε να κινούμαστε.» Και προς τον Οδυσσέα: «Η αλήθεια είναι πως έχω ένα σχέδιο, αλλά είναι λίγο παράτολμο.»

«Μας δουλεύεις;» αποκρίθηκε εκείνος. «Κατά πρώτον, το γεγονός ότι έχεις κάποιο σχέδιο με χαροποιεί ιδιαίτερα. Κατά δεύτερον, ετούτη σίγουρα δε θα είναι η πρώτη, ούτε η τελευταία, φορά που κάνουμε κάτι παράτολμο.»

Η Ιωάννα μειδίασε. «Ωραία. Ας ξεκινήσουμε.»

Δε χρειάστηκε να καθυστερήσουν για να διαλύσουν τον καταυλισμό τους· ό,τι χρειάζονταν το είχαν επάνω τους, και φωτιά, παρά το κρύο των βάλτων, δεν είχαν ανάψει. Με τόσους στρατιώτες της Παντοκράτειρας να περιφέρονται στην περιοχή, δεν ήταν κανείς να το ριψοκινδυνεύει.

Καθώς οδοιπορούσαν, πρώτη βάδιζε η Ιωάννα, επειδή ήταν η μόνη που ήξερε ακριβώς πού πήγαιναν. Πλάι της βάδιζε η Νελμίρα, γιατί δεν εμπιστευόταν απόλυτα τη Μαύρη Δράκαινα, όσον αφορούσε τους κινδύνους των βάλτων. Πίσω τους έρχονταν ο Οδυσσέας και ο Τάμπριελ’λι, ο δεύτερος βαστώντας ένα μακρύ, ξύλινο ραβδί, που δε φαινόταν να έχει κάποια μυστικιστική σημασία· απλά, τον βοηθούσε να διασχίζει ετούτα τα δύσβατα μέρη. Μετά, ακολουθούσαν ο Γεράρδος και ο Σέλιρ’χοκ· ο μαυρόδερμος μάγος μουρμούριζε, κάθε τόσο, κάποια λόγια μέσα απ’τα δόντια του, μάλλον για να αντιμετωπίζει το ανιχνευτικό ξόρκι του Βιοσκόπου των Παντοκρατορικών. Τελευταίος ερχόταν ο Ράθνης, φυλώντας τα νώτα: και ο Οδυσσέας ήταν βέβαιος ότι, αν κάποιος ζύγωνε, τα μάτια του λευκόδερμου Αρβήντλιου θα τον εντόπιζαν αμέσως.

Μέχρι το μεσημέρι, χρειάστηκε να αποφύγουν δύο ομάδες πολεμιστών της Παντοκράτειρας. Η μία από αυτές ήταν εξαιρετικά μεγάλη, και είχε μαζί της τρία ατσαλόποδα.

«Τι στους δαίμονες;» σφύριξε η Νελμίρα, ατενίζοντας τους στρατιώτες. «Τόσο επικίνδυνους σάς θεωρούν, που έχουν φέρει όλο το στρατό τους σε τούτους τους βάλτους;»

«Με έχουν δει…» είπε ο Τάμπριελ.

Η Νελμίρα έστρεψε το βλέμμα της επάνω του· τα μάτια της ήταν στενεμένα και εχθρικά.

«Τι εννοείς, σε έχουν δει;» τον ρώτησε ο Οδυσσέας.

«Γνωρίζουν ότι είμαι μαζί με την Ιωάννα, τον Σέλιρ’χοκ, και τον Γεράρδο,» εξήγησε εκείνος, «και πιστεύουν ότι πρόδωσα την Παντοκράτειρα.»

«Αυτό δεν έκανες;»

«Στα μάτια τους, ναι.»

«Περίεργα μάς τα λες,» μούγκρισε η Νελμίρα.

Ο Τάμπριελ δεν αποκρίθηκε.

Το σπαθί του Ράθνη άστραψε και χτύπησε τα λιμνάζοντα νερά πίσω απ’τον Γεράρδο.

Άπαντες γύρισαν, για να κοιτάξουν τον λευκόδερμο επαναστάτη.

«Πλησίαζε το πόδι σου,» είπε ο Ράθνης στον Γεράρδο, δείχνοντας ένα αποκεφαλισμένο ερπετό.

Το μεσημέρι σταμάτησαν για μερικές ώρες, ώστε να ξεκουραστούν. Κι αποδείχτηκαν τυχεροί, γιατί βρέθηκαν κοντά σε κάτι σπηλιές, τις οποίες χρησιμοποίησαν για να κρυφτούν από στρατιώτες που πιθανώς να περνούσαν. Οι σπηλιές, βέβαια, δεν ήταν άδειες· στο εσωτερικό τους κατοικούσε μια οικογένεια σαυροειδών πλασμάτων, που όλοι υποπτεύονταν πως ήταν δηλητηριώδη.

«Όχι πυροβολισμοί,» προειδοποίησε η Ιωάννα τους συντρόφους της, όταν είδαν τα ερπετά να ξεπροβάλλουν απ’το σκοτάδι.

Ο Ράθνης τράβηξε και πάλι το σπαθί του, και η Νελμίρα κι ο Οδυσσέας ξεθηκάρωσαν μακριά μαχαίρια. Ο Γεράρδος και η Ιωάννα όπλισαν δύο βαλλίστρες. Τα ερπετά δεν είχαν πιθανότητες νίκης. Βέλη και λεπίδες διαπέρασαν τα σώματά τους, και τα σκότωσαν μέσα στην ίδια τους τη φωλιά. Κατόπιν, ο Οδυσσέας και ο Γεράρδος τα έβγαλαν από τις σπηλιές και τα έριξαν μες στα λιμνάζοντα νερά των ελών, τα οποία κατάπιαν τα κουφάρια τους σαν θηρία που έτρωγαν αργά μια γευστική τροφή.

Ο Τάμπριελ είπε στον Σέλιρ’χοκ: «Θα αναλάβω εγώ τον Βιοσκόπο, για σήμερα.»

Ο μαυρόδερμος μάγος τον ατένισε, για λίγο, σιωπηλά. Ύστερα, κατένευσε. Οι κρύσταλλοι επάνω στο ραβδί του έπαψαν να εκπέμπουν το απαλό τους φως.

Ο Τάμπριελ’λι ψιθύρισε μερικά λόγια, και το βλέμμα του χάθηκε μέσα στις ομίχλες.

Η Νελμίρα κοίταξε τον Οδυσσέα· ένα βλέμμα που, ξεκάθαρα, έλεγε: Πώς τον εμπιστεύονται;

Ο Πρόμαχος προτίμησε να μη μιλήσει, αν και κατανοούσε την ανησυχία της συντρόφισσάς του.

Το απόγευμα πέρασε ήσυχα, ενώ οδοιπορούσαν, έχοντας φύγει απ’τις σπηλιές. Οι πολεμιστές της Παντοκράτειρας πρέπει να τους είχαν χάσει τελείως, προς το παρόν, γιατί οι επαναστάτες δεν έβλεπαν ούτε καν τις απόμακρες φιγούρες τους μέσα από την ομίχλη.

Το ηλιακό φως μειώθηκε, οι σκιές πλήθυναν. Οι σκιές τύλιξαν τα πάντα, και το φως των δίδυμων ήλιων της Υπερυδάτιας έσβησε. Η νύχτα είχε απλωθεί πάνω από τους Βαλτότοπους των Όφεων. Η Ιωάννα οδήγησε την ομάδα της σε μια λασπώδη νησίδα, όπου μπορούσαν να ξεκουραστούν δίχως να βρίσκονται μες στο νερό. Τα βούρλα ήταν ψηλά και επικίνδυνα εδώ, μα δεν τα έκοψαν, γιατί τους πρόσφεραν κάλυψη.

Κοιμήθηκαν, φυλώντας βάρδιες.

*

Την αυγή, δέχτηκαν επίθεση.

Τελευταία σκοπιά φυλούσε πάλι η Ιωάννα, και ξύπνησε τους συντρόφους της αμέσως μόλις διέκρινε τις απειλητικές μορφές των εχθρών να ζυγώνουν με τέτοιο τρόπο που δεν υπήρχε αμφιβολία ότι έρχονταν γνωρίζοντας τη θέση τους.

Μας εντόπισε ο Βιοσκόπος; αναρωτήθηκε η Μαύρη Δράκαινα. Μας βρήκε καθώς ο Σέλιρ και ο Τάμπριελ κοιμόνταν;

Η Νελμίρα πυροβόλησε μέσα στην ομίχλη, και ο Γεράρδος κι ο Οδυσσέας ακολούθησαν το παράδειγμά της. Φωνές ήρθαν από τους Παντοκρατορικούς, και πυροβολισμοί επίσης. Οι επαναστάτες αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν, γρήγορα, καθώς τα βούρλα διαλύονταν πίσω τους από τις απανωτές ριπές· τα κομμάτια τους εκτοξεύονταν επικίνδυνα. Η Ιωάννα είχε το δάχτυλό της πατημένο στη σκανδάλη του τουφεκιού της, εξαπολύοντας θανατηφόρα τόξα από σφαίρες και φωτιά, ενώ, συγχρόνως, ακολουθούσε τους συντρόφους της μες στα νερά του βάλτου, τα οποία τινάζονταν ολόγυρά τους.

Ένας έντονος, διαπεραστικός θόρυβος ήρθε από την ομίχλη. Όχι ο θόρυβος των πυροβολισμών, αλλά ο θόρυβος που κάνουν τα βαριά μέταλλα όταν τρίβονται το ένα πάνω στο άλλο. Ένα μεγάλο μηχανικό κατασκεύασμα παρουσιάστηκε: ένα όχημα που μετακινιόταν επάνω σε τέσσερα χοντρά, ατσάλινα πόδια. Στη μπροστινή του μεριά είχε δύο πελώριες δαγκάνες και ένα μικρό παράθυρο· και στη ράχη του κουβαλούσε δύο πολυβόλα, τα οποία άρχισαν να βάλλουν κατά των επαναστατών.

Εκείνοι έτρεχαν μέσα στα ελώδη νερά, προσπαθώντας να βρουν κάποιο σημείο για να καλυφτούν. Πίσω τους επικρατούσε ένα χάος από πυροβολισμούς και φωνές. Η ομίχλη ήταν ο μόνος τους σύμμαχος, προς το παρόν, και πιθανώς ο μόνος λόγος που ήταν ακόμα ζωντανοί.

Πλησίασαν ένα μέρος όπου το έδαφος έπεφτε απότομα, και το γλοιώδες νερό μαζί του, σχηματίζοντας έναν «καταρράκτη», αν μπορούσε ποτέ καταρράκτης να σχηματιστεί σε μια βαλτώδη περιοχή. Ουσιαστικά, ήταν περισσότερο σαν μια ασταθής πλαγιά από λάσπες. Κάτω, φαίνονταν βούρλα, βρύα, και άλλα ελώδη φυτά.

Ο Οδυσσέας καταράστηκε.

«Πηδήστε!» είπε η Νελμίρα. «Θα κρυφτούμε στα νερά, αν οι μάγοι μπορούν να μας προστατέψουν απ’τον Βιοσκόπο.» Και πήδησε πρώτη μέσα στον λασπώδη καταρράκτη. Τα πόδια της δεν μπόρεσαν να βρουν κανένα σταθερό σημείο, για να πατήσουν, και παρασύρθηκε κάτω, κουτρουβαλώντας και κρατώντας το τουφέκι της κοντά της, αγκαλιασμένο.

Η Ιωάννα την ακολούθησε, δίχως δισταγμό, κι έπειτα όλοι οι υπόλοιποι.

Τα νερά του βάλτου τούς κατάπιαν, και, όταν βγήκαν από μέσα τους για ν’αναπνεύσουν, τα βρύα έγδαραν τα χέρια και τα πόδια τους.

«Σκορπιστείτε και κρυφτείτε!» σφύριξε η Νελμίρα, καλυμμένη με λάσπες από πάνω ώς κάτω. Το πορφυρό της πρόσωπο είχε γίνει καφέ, και τα μαλλιά της κολλούσαν επάνω του. Οι υπόλοιποι, φυσικά, δε βρίσκονταν σε καλύτερη κατάσταση.

Και ακολούθησαν τη συμβουλή της, θεωρώντας τη συνετή· γιατί προτιμότερο ήταν να κάνουν τους Παντοκρατορικούς να τους χάσουν, παρά να τους αντιμετωπίσουν. Χωρίστηκαν και βούτηξαν μέσα στα βαλτώδη νερά, χρησιμοποιώντας τα φυτά για επιπλέον κάλυψη. Ο Σέλιρ’χοκ και ο Τάμπριελ’λι έβαλαν σε λειτουργία τη μαγεία τους, για να μπλοκάρουν τον Βιοσκόπο.

Οι στρατιώτες φάνηκαν στην κορυφή της πλαγιάς, οπλισμένοι και κουβαλώντας δυνατούς φακούς. Το μηχανικό τετράποδο παρουσιάστηκε επίσης, και ένας προβολέας του άναψε. Κοιτάζοντάς το ανάμεσα από τα βρύα, ο Οδυσσέας δεν πίστευε ότι θα κατέβαινε. Δεν μπορεί να κατάφερνε να διατηρήσει την ισορροπία του· θα γλιστρούσε, θα αναποδογύριζε, και θα είχε προβλήματα. Οι στρατιώτες, όμως, μπορούσαν να κατεβούν, αν ήθελαν… αν και, βέβαια, κι αυτοί, μάλλον, δε θα έφταναν κάτω όρθιοι… πράγμα το οποίο θα μας δώσει ένα πολύ καλό πλεονέκτημα εναντίον τους. Ο Οδυσσέας έσφιξε τη λαβή του πιστολιού του στο χέρι του.

Οι Παντοκρατορικοί, ωστόσο, δεν αποφάσισαν να κατεβούν· και, βλέποντας τις χειρονομίες τους, ο Οδυσσέας έκρινε ότι το θεώρησαν συνετότερο να κάνουν τον κύκλο της πλαγιάς, ώστε να φτάσουν εδώ κάτω από ασφαλέστερο έδαφος. Απομακρύνθηκαν, αφήνοντας πίσω τους έξι πολεμιστές με τουφέκια.

Η Ιωάννα έκανε νόημα στον Οδυσσέα: Πρέπει να τους ξεπαστρέψουμε.

Ο Οδυσσέας κατένευσε, κι έκανε το ίδιο νόημα στη Νελμίρα, η οποία έκανε το ίδιο νόημα στον Ράθνη, ο οποίος έκανε το ίδιο νόημα στον Γεράρδο.

Οι πέντε επαναστάτες στόχευσαν, προσεχτικά, και πυροβόλησαν. Πέντε στρατιώτες της Παντοκρατορίας σωριάστηκαν. Ο ένας που έμεινε όρθιος, μην έχοντας ακόμα καταλάβει καλά-καλά τι είχε συμβεί, ύψωσε μηχανικά το όπλο του, ρίχνοντας. Οι σφαίρες του έπεσαν επικίνδυνα κοντά στην Ιωάννα. Η Νελμίρα τον σκότωσε με το κυνηγετικό της τουφέκι.

«Τρέξτε τώρα!» είπε η Ιωάννα στους συντρόφους της, και έτρεξαν πάλι μέσα στους βάλτους, ελπίζοντας πως ο χρόνος που είχαν κερδίσει θα αποδεικνυόταν αρκετός για να τους χάσουν οι δυνάμεις της Παντοκράτειρας.

*

Και έτσι αποδείχτηκε. Γιατί, όταν σταμάτησαν, ξέπνοοι και γεμάτοι λάσπες, κανείς δεν βρισκόταν πλέον στο κατόπι τους. Ο Οδυσσέας πρότεινε να ξεκουραστούν λίγο και ύστερα να συνεχίσουν την πορεία τους.

«Γνωρίζεις τώρα πού βρισκόμαστε;» ρώτησε την Ιωάννα. «Ή θα δυσκολευτούμε να ξαναβρούμε το δρόμο μας;»

Εκείνη κούνησε το κεφάλι. «Μην ανησυχείς. Ανατολικά πηγαίνουμε. Για να φτάσουμε στις ακτές. Στη θάλασσα.»

«Στη θάλασσα;»

Κατένευσε. «Θ’ακολουθήσουμε ένα ασυνήθιστο μονοπάτι.»

Αργότερα, καθώς οδοιπορούσαν πάλι, ο Οδυσσέας ρώτησε την Ιωάννα: «Η ανατολική ακτή δε θα φρουρείται από στρατιώτες; Δε θα μας περιμένουν;»

Η Μαύρη Δράκαινα κούνησε το κεφάλι ξανά. «Ξεκίνησαν να μας καταδιώκουν από τις βόρειες ακτές των βαλτότοπων· δεν μπορεί να ξέρουν ότι η βάση είναι κοντά στις ανατολικές, ούτε ότι πηγαίνουμε εκεί.»

Ο Οδυσσέας δε ρώτησε γιατί η Ιωάννα και οι σύντροφοί της είχαν επιλέξει να τους αφήσει το πλοίο τους στις βόρειες ακτές και όχι στις ανατολικές, καθώς η απάντηση ήταν προφανής: Δεν τους είχε αφήσει εκεί για τον ίδιο λόγο που κι ο Οδυσσέας δεν ήθελε το αεροσκάφος του Νάρτιλ να αφήσει εκείνον, τη Νελμίρα, και τον Ράθνη κοντά στη βάση: επειδή, αν κάποιος τους παρακολουθούσε, υπήρχε κίνδυνος να δώσουν, άθελά τους, πολύτιμες πληροφορίες.

Ωστόσο, και πάλι, ο Οδυσσέας είχε τους φόβους του. Ίσως οι Παντοκρατορικοί να είχαν αρκετές δυνάμεις σε τούτα τα μέρη, ώστε να έχουν καλύψει όλη την περιφέρεια των Βαλτότοπων των Όφεων… Από την άλλη, βέβαια, εκείνος κι οι σύντροφοί του είχαν μπει στα έλη χωρίς να συναντήσουν φρουρούς, επομένως αυτό ήταν μια ένδειξη ότι δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο. Κι επιπλέον, η περιφέρεια των βαλτότοπων ήταν πολύ μεγάλη για να την καλύψει κανείς εύκολα· από τους χάρτες που είχε δει, ο Οδυσσέας την υπολόγιζε πάνω από διακόσια χιλιόμετρα.

Το σούρουπο, έφτασαν στις ανατολικές ακτές των Βαλτότοπων των Όφεων, και είδαν τον απέραντο ωκεανό της Υπερυδάτιας να απλώνεται εμπρός τους, ατελείωτος και ολίγον ταραγμένος, αν έκρινε κανείς από τα κύματα. Τριγύρω δε φαίνονταν πολεμιστές της Παντοκράτειρας· ωστόσο, οι επαναστάτες όφειλαν να είναι προσεκτικοί, έτσι έμειναν κρυμμένοι μέσα στην ελώδη βλάστηση.

Η Ιωάννα είπε: «Δεν είμαστε μακριά τώρα…»

«Πού ακριβώς πηγαίνουμε;» ρώτησε ο Οδυσσέας.

«Η βάση έχει ένα άνοιγμα κάτω από την Κεντρυδάτια, για να μπορούν να βγαίνουν μικρά υποβρύχια και δύτες. Και το άνοιγμα αυτό βρίσκεται κάπου εδώ κοντά, στις ανατολικές ακτές των βαλτότοπων. Ωστόσο, νομίζω πως πρέπει να βαδίσουμε λίγο ακόμα, προς τα βόρεια.»

«Εννοείς ότι θα χρειαστεί να βουτήξουμε κάτω από την ηπειρόνησο; Αυτό είναι πολύ επικίνδυνο, Ιωάννα.» Ήταν γνωστό πως πολλοί είχαν πνιγεί, επειδή είχε τύχει, καθώς κολυμπούσαν, να βρεθούν κάτω από κάποια από τις ηπειρόνησους της Υπερυδάτιας.

«Το ξέρω,» αποκρίθηκε η Μαύρη Δράκαινα. «Εγώ θα βουτήξω. Κι όταν φτάσω στη βάση, θα ζητήσω να φέρουν ένα υποβρύχιο για εσάς. Το μόνο που χρειάζομαι είναι κάποιος εξοπλισμός κατάδυσης…» Κοίταξε τον Οδυσσέα, ερωτηματικά.

Εκείνος κούνησε το κεφάλι. «Δεν έχουμε μαζί μας. Δε φανταστήκαμε ότι θα χρειαζόταν.»

«Τότε,» είπε η Ιωάννα, «θα πρέπει να κρατήσω την αναπνοή μου περισσότερο απ’ό,τι συνήθως.»

«Θα πνιγείς.»

«Αν δεν καταφέρω να φτάσω στη βάση, είμαστε χαμένοι έτσι κι αλλιώς.»

«Θα βρούμε άλλη λύση.»

Η Νελμίρα παρενέβη: «Νομίζω ότι μπορώ να σε βοηθήσω,» είπε στη Μαύρη Δράκαινα.

Το μαυρισμένο απ’τις λάσπες των βάλτων πρόσωπο της Ιωάννας στράφηκε να την αντικρίσει. «Πώς;»

«Υπάρχουν κάποια ελόβια ερπετά που, από το δέρμα τους, μπορείς να φτιάξεις ασκούς και να τους γεμίσεις αέρα. Και τον αέρα μπορείς να τον χρησιμοποιήσεις όσο θα κολυμπάς κάτω από την ηπειρόνησο.»

«Η ιδέα σου ακούγεται καλή. Ξέρεις πώς να βρούμε αυτά τα ερπετά;»

Η Νελμίρα ένευσε. «Ναι, αλλά όχι μες στη νύχτα. Τώρα είναι κρυμμένα στις φωλιές τους. Θα πρέπει να περιμένουμε ώς το πρωί.»

«Θα περιμένουμε, τότε,» αποκρίθηκε η Ιωάννα. «Ούτως ή άλλως, χρειάζεται να βαδίσουμε λίγο ακόμα. Δεν είμαστε όσο κοντά θα ήθελα στο άνοιγμα της βάσης.»

*

Κατά τη διάρκεια της νύχτας, οι δυνάμεις της Παντοκράτειρας δεν τους πλησίασαν, καθώς ξεκουράζονταν κοντά σε μερικούς ψηλούς βράχους της ακτής, με τον αέρα που ερχόταν απ’τον ωκεανό να τους παγώνει και να τους κάνει να τυλίγονται δυνατά στις κάπες τους. Φωτιές, φυσικά, δεν είχαν ανάψει, για λόγους ασφάλειας.

Το πρωί, η Νελμίρα πήρε δύο μακριά μαχαίρια και έφυγε, για να κυνηγήσει. Μαζί της πήγε ο Ράθνης και, σύντομα, επέστρεψαν έχοντας σκοτώσει τέσσερις σαύρες, που σε μήκος ήταν όσο ο πήχης της Ιωάννας και σε πλάτος όσο ο βραχίονας του Οδυσσέα. Η Νελμίρα βάλθηκε να τις γδάρει, για να πάρει το δέρμα τους και να φτιάξει ασκούς. Εν τω μεταξύ, οι σύντροφοί της κοίταζαν τριγύρω, για τυχόν σημάδια των Παντοκρατορικών· κανένας, όμως, δε φαινόταν να ζυγώνει: μάλλον, δεν είχαν αντιληφτεί ότι οι επαναστάτες είχαν πάει στις ανατολικές ακτές. (Δε θ’αργήσουν, όμως, να έρθουν και προς τα δω, σκέφτηκε η Ιωάννα, καθώς ετοιμαζόταν για την κατάδυσή της.) Ο Σέλιρ’χοκ χρησιμοποιούσε τη μαγεία του, για να μπλοκάρει τις προσπάθειες εντοπισμού του Βιοσκόπου· οι κρύσταλλοι στο ραβδί του γυάλιζαν με το αχνό τους φως, που ήταν σχεδόν αόρατο στην πρωινή λάμψη των δίδυμων ήλιων της Υπερυδάτιας.

Ο Οδυσσέας ρώτησε τον μαυρόδερμο μάγο: «Δεν μπορεί να καταλάβει από ποια μεριά των εμποδίζεις;»

Ο Σέλιρ’χοκ μειδίασε, αδιόρατα. «Αν συνέβαινε αυτό, τότε θα μας έβρισκε.»

«Γι’αυτό ρωτάω.»

«Τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Οι ζωτικές ενέργειες δεν μοιάζουν με πιόνια που βρίσκονται πάνω σ’έναν χάρτη. Ο Βιοσκόπος δεν ξέρει πού ακριβώς είναι το τείχος που έχω υψωμένο εναντίον του. Γνωρίζει, βέβαια, ότι υπάρχει κάποιο εμπόδιο, μα δεν μπορεί να πει προς ποια κατεύθυνση είναι.»

«Με την ίδια λογική, όμως, πώς είναι δυνατόν να βρίσκει τη θέση μας από τη ζωτική μας ενέργεια;»

«Τροφοδοτεί τις πληροφορίες που παίρνει σ’ένα ανιχνευτικό μηχάνημα, και το μηχάνημα είναι που, αποκωδικοποιώντας τες, μας εντοπίζει. Δεν μπορεί, όμως, να αποκωδικοποιήσει τη θέση του ‘τείχους’ μου· αποκωδικοποιεί μόνο τις κατευθύνσεις όπου βρίσκονται οι ζωτικές ενέργειες. Δε νομίζω ότι καταλαβαίνεις πλήρως…»

Ο Οδυσσέας μειδίασε. Ο μάγος πρέπει να το είχε αντιληφτεί απ’την όψη του. «Θα συμβιβαστώ με το να μην ξέρω ακριβώς τι γίνεται.»

Ο Σέλιρ’χοκ ένευσε, στωικά.

Η Νελμίρα δεν άργησε να ετοιμάσει τους ασκούς από το δέρμα των ερπετών. Τους γέμισε με αέρα, έκλεισε την οπή τους με ένα πώμα, και τους έδωσε στην Ιωάννα, η οποία είχε ήδη ετοιμαστεί για την κατάδυση. Είχε βγάλει τις μπότες και τα κοντά της γάντια, καθώς και την κάπα της· φορούσε μόνο τη μαύρη της στολή. Τα μαλλιά της τα είχε πιάσει κότσο, και στο πλάι του κεφαλιού της είχε δέσει έναν αδιάβροχο φακό. Στη ζώνη της ήταν ένα πιστόλι κι ένα ξιφίδιο. Τους ασκούς της Νελμίρα τούς έδεσε μ’έναν γερό σπάγκο και τους πέρασε στους ώμους της, αφήνοντας αρκετό περιθώριο στον σπάγκο ώστε να μπορεί να φέρει στο στόμα της όποιον από αυτούς ήθελε, για να πάρει αέρα.

«Να προσέχεις,» της είπε ο Οδυσσέας.

«Ποτέ μη λες σε μια Μαύρη Δράκαινα να προσέχει,» αποκρίθηκε η Ιωάννα, και, ανεβαίνοντας στα βράχια, πλησίασε την άκρη της ηπειρόνησου.

Πήρε μια βαθιά ανάσα, για να γεμίσει τα πνευμόνια της με αέρα. Πήδησε και βούτηξε στο νερό, με το κεφάλι προς τα κάτω. Ο ήχος της θάλασσας γέμισε τ’αφτιά της. Κολύμπησε κάθετα, μην αφήνοντας τα πλευρά της Κεντρυδάτιας. Έτσι, από τη μια της μεριά εκτεινόταν ο σκοτεινός βυθός του ωκεανού, ατελείωτος, ώς εκεί όπου έφτανε η όρασή της· κι από την άλλη της μεριά υπήρχαν πέτρες και θαλάσσια φυτά. Δεξιά κι αριστερά, έβλεπε μικρά και μεγαλύτερα ψάρια, οστρακοειδή και μαλάκια. Άναψε τον φακό της, για να μπορεί να δει καλύτερα, γιατί, καθώς καταδυόταν, το περιβάλλον γινόταν ολοένα και πιο σκοτεινό. Και όχι μόνο πιο σκοτεινό, αλλά και πιο επικίνδυνο. Ετούτη ήταν η διάστασή της, και την ήξερε· είχε γεννηθεί σε μια παραθαλάσσια πόλη της Κεντρυδάτιας και είχε ζήσει όλα τα παιδικά, εφηβικά, και νεανικά της χρόνια εκεί· είχε βουτήξει πολλές φορές στον ωκεανό, νιώθοντας την αγκαλιά του στο σώμα της, αλλά μαθαίνοντας και τους κινδύνους του, τον έναν μετά τον άλλο. Ο ωκεανός πάντοτε επιφύλασσε εκπλήξεις, είχε διδαχθεί η Ιωάννα.

Επί του παρόντος, προσπαθούσε να φτάσει κάτω από την ηπειρόνησο, και γνώριζε πως ο γρηγορότερος και καλύτερος τρόπος για να το επιτύχει τούτο ήταν να βρει και ν’ακολουθήσει ένα ρεύμα που είχε ακριβώς αυτή την κατεύθυνση.

Το βρήκε (χωρίς καμια ιδιαίτερη δυσκολία, αφού όσο πιο βαθιά πήγαινε κανείς τόσο περισσότερα τέτοια ρεύματα υπήρχαν) και το ακολούθησε (ακόμα πιο εύκολα, αφήνοντας το σώμα της να παρασυρθεί από αυτό και κάνοντας η ίδια ελάχιστες και ανάλαφρες κινήσεις με τα χέρια και τα πόδια).

Το σκοτάδι έγινε βαθύ, έγινε απόλυτο, γύρω της, καθώς κατέληξε κάτω από την Κεντρυδάτια. Φως δεν ερχόταν από πουθενά, και ούτε αέρας υπήρχε. Μονάχα νερό ολόγυρα, και γη από πάνω, και πέτρες, και ρίζες που προεξείχαν, καθώς και υδρόβια φυτά, φύκια, και διάφορα θαλάσσια όντα με όστρακα ή μη και πολλές αποφύσεις. Η Ιωάννα είδε μικρά στόματα ν’ανοιγοκλείνουν, δείχνοντάς της σουβλερά δόντια. Είδε κατάμαυρα μάτια να την κοιτάζουν. Είδε μακριές κεραίες να στρέφονται προς το μέρος της, σαν να αναρωτιόνταν τι παράξενο ον περνούσε από τούτα τα λημέρια. Είδε ένα χοντρό πλοκάμι να την πλησιάζει, για να τυλιχτεί γύρω απ’την κνήμη της–

–τραβώντας το πιστόλι της, το πυροβόλησε, κάνοντάς το ν’απομακρυνθεί.

Και συνέχισε, αναζητώντας την υποβρύχια, ατσάλινη θύρα της βάσης των επαναστατών.

Ο αέρας στα πνευμόνια της τελείωνε. Άνοιξε έναν απ’τους ασκούς και έφερε την οπή του στα χείλη της. Τα πνευμόνια της γέμισαν πάλι με αέρα. Η Ιωάννα έκλεισε τον ασκό, που πρέπει να είχε αδειάσει κατά το ήμισυ. Δε θάχω πρόβλημα να φτάσω στη βάση. Κανένα πρόβλημα απολύτως.

Τώρα, χτυπούσε τα χέρια και τα πόδια της πιο δυνατά, καθώς αισθανόταν ότι τα υποβρύχια ρεύματα δεν τη βοηθούσαν. Το βλέμμα της το είχε στραμμένο στη γήινη μάζα από πάνω της, φωτίζοντάς τη με το φακό της και ψάχνοντας για τη θύρα.

Από κάτω, κάτι την πλησίασε. Μια πελώρια, μαύρη μορφή. Η Ιωάννα περισσότερο την αισθάνθηκε –αισθάνθηκε τις κινήσεις στο νερό, την απειλητική παρουσία– παρά την είδε. Συνέχισε, όμως, την πορεία της, ακάθεκτη, μη δίνοντας σημασία στο πλάσμα, ό,τι κι αν ήταν. Κι αυτό, τελικά, υποχώρησε, βουλιάζοντας στα απύθμενα βάθη του ωκεανού κάτω από την Κεντρυδάτια.

Η Ιωάννα εντόπισε εκείνο που έψαχνε. Εντόπισε τις ρίζες και τα φύκια που κάλυπταν την υποβρύχια θύρα της βάσης. Οι υπολογισμοί μου ήταν σωστοί, σκέφτηκε. Όχι πως πίστευε ότι μπορεί να ήταν λάθος, αλλά κάπου μέσα της υπήρχε και μια μικρή αμφιβολία, μια φυσιολογική αμφιβολία.

Ο αέρας τής τελείωνε ξανά. Έφερε τον ασκό στο στόμα της και τράβηξε στα πνευμόνια της ό,τι είχε απομείνει στο εσωτερικό του. Παραμέρισε με τα χέρια της τα φύκια και κολύμπησε ανάμεσά τους κι ανάμεσα στις ρίζες. Ο φακός της φώτισε μέταλλο. Ατσάλι. Μια πόρτα.

Η Ιωάννα γνώριζε ότι εδώ υπήρχε ένας τηλεοπτικός πομπός. Μπορούσε, μάλιστα, να τον δει –ένα μικρό, μαύρο μάτι, πλάι στην ατσάλινη θύρα–, και ήξερε ότι κι εκείνος μπορούσε να τη δει επίσης.

Χτύπησε την πόρτα με τις γροθιές της, δυνατά κι επίμονα. Τη γνώριζαν στη βάση· θα της επέτρεπαν πρόσβαση.

Το ατσάλι παραμέρισε· η πόρτα άνοιξε.

Η Ιωάννα κολύμπησε επάνω, και βγήκε στην επιφάνεια μιας μικρής λίμνης, η οποία βρισκόταν στο κέντρο ενός πέτρινου δωματίου. Δύο άντρες την περίμεναν στην όχθη, και μια γυναίκα. Η Ιωάννα τη γνώριζε: ήταν η Ανταρλίδα, μια Μαύρη Δράκαινα: ψηλή, με δέρμα κάτασπρο σαν κόκαλο και μαλλιά ξανθά και μακριά. Φορούσε τη συνηθισμένη μελανόχρωμη στολή των Μαύρων Δρακαινών. Η Ιωάννα δεν το ήξερε ότι βρισκόταν εδώ, σε τούτη τη βάση της Υπερυδάτιας.

Ο ένας από τους δύο άντρες ήταν γνωστός της, επίσης. Ονομαζόταν Γεώργιος, και είχε δέρμα λευκό όπως της Ιωάννας και μαύρα, κοντά μαλλιά. Ήταν Επιστάτης του Υποβρύχιου Θαλάμου –δηλαδή, του μέρους όπου τώρα βρίσκονταν όλοι τους.

Το όνομα του άλλου άντρα η Ιωάννα δεν το ήξερε, αλλά νόμιζε ότι τον είχε ξαναδεί σε τούτη τη βάση.

«Ιωάννα!» έκανε ο Γεώργιος, έκπληκτος. «Τι σε φέρνει εδώ;»

Η Ιωάννα κολύμπησε μέχρι την όχθη της μικρής λίμνης και βγήκε απ’το νερό, πατώντας τα γυμνά της πόδια στις πέτρινες πλάκες που έστρωναν το δωμάτιο. «Πολλά και διάφορα,» αποκρίθηκε.

«Γιατί έχω την αίσθηση ότι θα αποδειχτεί πως εσύ ευθύνεσαι, τελικά, για την εισβολή των Παντοκρατορικών στους βαλτότοπους;» είπε η Ανταρλίδα, κοιτάζοντάς την παρατηρητικά.

Η Ιωάννα μειδίασε. «Ίσως επειδή με ξέρεις καλύτερα απ’ό,τι νόμιζες, Ανταρλίδα.» Και, με πιο σοβαρή όψη: «Δεν πιστεύω να έχουν εντοπίσει τη βάση…»

Ο Γεώργιος κούνησε το κεφάλι. «Όχι, δεν την έχουν εντοπίσει. Πρέπει να ψάχνουν για κάτι άλλο μες στους βαλτότοπους.»

«Για εμένα,» εξήγησε η Ιωάννα, «και για τους συντρόφους μου, που τώρα περιμένουν στην ακτή, για να έρθουν εδώ. Μπορείς να στείλεις ένα υποβρύχιο;»

Ο Γεώργιος ένευσε. «Θα πάω να τους πάρω ο ίδιος.» Βάδισε προς ένα μικρό υποβρύχιο που ήταν αραγμένο στην όχθη της λίμνης. «Πόσοι είναι;»

«Έξι.»

«Με το ζόρι θα χωρέσουν.» Ο Γεώργιος άνοιξε την καταπακτή του υποβρυχίου.

«Κι αν δεις τον Πρίγκιπα Τάμπριελ μαζί τους, μην εκπλαγείς–»

«Τον Πρίγκιπα Τάμπριελ; Τον γνωστό Πρίγκιπα Τάμπριελ;»

«Ναι. Δεν είναι αιχμάλωτος, αλλά ούτε και κατάσκοπος.»

«Πρόδωσε την Παντοκράτειρα;»

«Περίπου. Πάντως, δεν είναι μαζί της πλέον.»

«Παράξενο ακούγεται αυτό.»

«Ο Σέλιρ’χοκ θα σ’τα εξηγήσει καλύτερα, μόλις τον φέρεις μέσα.»

Ο Γεώργιος μπήκε στην καταπακτή και την έκλεισε από πάνω του.

Το υποβρύχιο βυθίστηκε μέσα στη λίμνη στο κέντρο του πέτρινου δωματίου, και πήγε προς την ατσάλινη πόρτα στον πυθμένα της. Η πόρτα άνοιξε και το σκάφος βγήκε κάτω από τη μεγάλη γήινη μάζα της Κεντρυδάτιας, παίρνοντας ανατολική κατεύθυνση. Τα ψάρια και τα μαλάκια απομακρύνονταν απ’το πέρασμά του. Το υποβρύχιο άφηνε πίσω του μια δυνατή αναταραχή στα βαθιά νερά, από το γύρισμα της προπέλας του. Ο προβολέας του φώτιζε τα σκοτάδια.

Σύντομα, αναδύθηκε κοντά στην ακτή. Ένα μεταλλικό κέλυφος, που γυάλιζε στις ακτίνες των ήλιων, καθώς το νερό έτρεχε σε εκατοντάδες ρυάκια από πάνω του.

Ο Οδυσσέας και οι υπόλοιποι το είδαν και το πλησίασαν, έχοντας τα όπλα τους έτοιμα, για παν ενδεχόμενο, αν και η εμφάνισή του μπορούσε να σημαίνει μονάχα ένα πράγμα: η Ιωάννα τα είχε καταφέρει.

Η καταπακτή του υποβρυχίου άνοιξε, και ο Γεώργιος παρουσιάστηκε. «Πρόμαχε!» είπε, αντικρίζοντας τον Οδυσσέα. «Η Ιωάννα δεν είπε ότι ήσουν κι εσύ εδώ.»

«Δε χαίρεσαι που με βλέπεις;»

Ο Γεώργιος γέλασε. «Θα ήταν επικίνδυνο ν’απαντήσω όχι;» ρώτησε. Και τους έκανε νόημα με το χέρι. «Ελάτε μέσα.» Και μπήκε κι ο ίδιος στην καταπακτή.

Ο Οδυσσέας κι οι υπόλοιποι τον ακολούθησαν, ο ένας κατόπιν του άλλου, καθώς το άνοιγμα ήταν πολύ μικρό για να περνά παραπάνω από ένας άνθρωπος τη φορά.

«Δε θέλω να σας προσβάλω,» είπε ο Γεώργιος, «αλλά βρομάτε απίστευτα, και φαίνεστε σα να έχετε βουτήξει στα σκατά.»

«Ευχαριστούμε,» αποκρίθηκε ο Οδυσσέας.

Το υποβρύχιο βυθίστηκε, πέρασε κάτω από την ηπειρόνησο, ταξίδεψε για λίγο στο νερό, μπήκε στη βάση των επαναστατών, και αναδύθηκε μέσα από τη λίμνη. Η καταπακτή του άνοιξε, και οι επιβάτες του βγήκαν, για να συναντήσουν την Ιωάννα, την Ανταρλίδα, και μερικούς άλλους, που είχαν έρθει αφού ενημερώθηκαν για την κατάσταση. Ανάμεσά τους ήταν και η Ελένη, μια γαλανόδερμη γυναίκα με κοντά, πράσινα μαλλιά, Πρόμαχος της Επανάστασης και διοικήτρια σε τούτη τη βάση. Φορούσε ένα φαρδύ, καφέ πουκάμισο με σηκωμένα μανίκια και ένα επίσης καφέ, υφασμάτινο παντελόνι. Στη μέση της ήταν τυλιγμένη μια πλατιά, πέτσινη ζώνη, κι από τους ώμους της περνούσαν τιράντες. Στο πλάι της κρεμόταν ένα πιστόλι. Στα μικρά της αφτιά γυάλιζαν στρογγυλά σκουλαρίκια. Τα πόδια της ήταν ξυπόλυτα.

«Οδυσσέα…» είπε, κοιτάζοντάς τον από πάνω ώς κάτω και, μετά, κοιτάζοντας και τους συντρόφους του. «Γνωρίσατε τους βάλτους από πολύ κοντά, βλέπω.» Μειδίασε, αποκαλύπτοντας αστραφτερά δόντια.

«Είχαμε τη βοήθεια των ανθρώπων της Παντοκράτειρας,» αποκρίθηκε ο Οδυσσέας.

«Ναι. Τους έχουμε εντοπίσει κι εμείς. Και, για να είμαι ειλικρινής, θα ήταν δύσκολο να μην τους εντοπίσουμε, τόσοι που έχουν μαζευτεί. Πρώτη φορά συγκεντρώνεται τέτοιος αριθμός Παντοκρατορικών στους Βαλτότοπους των Όφεων.»

«Για εμένα ψάχνουν,» είπε ο Τάμπριελ’λι. «Όταν δουν ότι δεν μπορούν να με βρουν, θα διαλυθούν.»

Η Ελένη εστίασε το βλέμμα της στον ερυθρόδερμο άντρα, τον οποίο ήταν φανερό πως αναγνώριζε. Η Ιωάννα, βέβαια, την είχε προειδοποιήσει για την παρουσία του, έτσι δεν ενέργησε σπασμωδικά, ούτε φάνηκε να αιφνιδιάζεται που τον έβλεπε εδώ.

«Πρέπει να σου εξηγήσουμε μερικά πράγματα,» είπε ο Σέλιρ’χοκ στην Πρόμαχο.

Εκείνη ένευσε. «Έτσι είπε κι η Ιωάννα. Είσαι ο Σέλιρ’χοκ, σωστά;»

«Σωστά.»

«Καλύτερα να πλυθείτε πρώτα,» είπε η Ελένη. «Μετά, θα μιλήσουμε.»

*

Αφού πλύθηκαν και φόρεσαν καινούργια ρούχα, συγκεντρώθηκαν σ’ένα άνετο δωμάτιο, που ήταν το γραφείο της Προμάχου. Η Ελένη τούς πρόσφερε κάτι να φάνε και να πιουν και τους ζήτησε να της μιλήσουν. Ο Σέλιρ’χοκ τής είπε, εν συντομία, για την αποστολή στις Αιωρούμενες Νήσους και για τις παράξενες εικόνες που είχε αρχίσει να βλέπει ο Τάμπριελ. Έπειτα, ο Οδυσσέας τής εξήγησε τον λόγο για τον οποίο εκείνος, η Νελμίρα, κι ο Ράθνης βρίσκονταν στην Υπερυδάτια: Ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος χρειαζόταν βοήθεια στην Απολλώνια· έπρεπε να σταλούν κάποιοι επαναστάτες εκεί, οπωσδήποτε. Της έδωσε όσες διευκρινίσεις επιθυμούσε, κι εκείνη δεν αρνήθηκε να προσφέρει την αρωγή της. Γνώριζε πόσο σημαντική ήταν η Απολλώνια για την Επανάσταση.

«Και, όπως θα καταλαβαίνεις,» είπε ο Οδυσσέας, «δεν μπορούμε να μείνουμε άλλο εδώ. Πρέπει να φύγουμε αμέσως.»

«Για πού;» ρώτησε η Ελένη. Ήταν καθισμένη πίσω απ’το γραφείο της, με τα χέρια της διπλωμένα εμπρός της και τα πόδια της ανεβασμένα στην ξύλινη επιφάνεια του επίπλου και σταυρωμένα στον αστράγαλο. Φορούσε ένα αργυρό δαχτυλίδι στο μεγάλο δάχτυλο του δεξιού ποδιού, και ένα μπρούντζινο στο μεσαίο του αριστερού.

«Για τη Μοργκιάνη.»

Η Ελένη συνοφρυώθηκε, σκεπτικά. «Μέσω Αιθέρα δεν μπορείτε να πάτε κατευθείαν. Κι επιπλέον, εδώ δεν έχουμε αεροσκάφη· ελπίζω να το ξέρεις αυτό. Επομένως, μέσω Συμπλέγματος μού φαίνεται η λογικότερη πορεία.»

«Ναι,» συμφώνησε ο Οδυσσέας, «αλλά χρειαζόμαστε ειδικό σκάφος, για να διασχίσουμε το Σύμπλεγμα.» Ένα σκάφος σαν τον Δύτη, πρόσθεσε νοερά: ένα σκάφος που να μπορεί και να κολυμπά και να βαδίζει. Ένα αμφίβιο σκάφος.

Δεν υπήρχε λόγος, φυσικά, να τα εξηγήσει όλ’αυτά· η Ελένη γνώριζε. «Δεν έχω τέτοιο πράγμα σε τούτη τη βάση,» τους πληροφόρησε. «Νομίζω, όμως, πως έχει ο Δημήτριος, στην Ιχθυδάτια. Ή, μάλλον, είμαι σίγουρη ότι έχει.»

«Θα πάμε εκεί, τότε, αν μπορείς να μας προμηθεύσεις μ’ένα υποβρύχιο.»

«Αυτό κανονίζεται εύκολα.»

29

Η Δομινίκη δεν κοιμήθηκε πολύ και, όταν ξύπνησε, εκείνη η εικόνα στοίχειωνε ακόμα το νου της: η Κορνηλία και ο Λούσιος να κάνουν έρωτα, να την προδίδουν κι οι δυο τους. Ήταν πρωί τώρα, και βρισκόταν ξαπλωμένη ανάσκελα στην καμπίνα που μοιραζόταν με τον σύζυγό της. Ο Λούσιος ήταν ξαπλωμένος πλάι της, μπρούμυτα, και κοιμόταν.

Η Δομινίκη σηκώθηκε, φόρεσε μια ρόμπα, και βάδισε μες στην καμπίνα. Το πλοίο είχε πάψει να κλυδωνίζεται. Η θαλασσοταραχή είχε περάσει· τώρα τα νερά ήταν ήρεμα και, μάλλον, το υπόλοιπο ταξίδι θα ήταν καλό. Ώς το μεσημέρι θα έφταναν στη Ρακμάνη.

Και μετά, θα κατευθυνθούμε προς την Απολεσθείσα Γη, για να βρούμε και να ελευθερώσουμε τον Κατακεραυνωτή… Η Δομινίκη, όμως, δεν αισθανόταν πλέον τόσο ενθουσιασμένη· ή, μάλλον, ο ενθουσιασμός της είχε μολυνθεί από αυτό που είχε αντικρίσει χτες βράδυ. Κάτι που συνέβαινε καιρό πίσω απ’την πλάτη της, και δεν είχε πάρει είδηση… Τα δόντια της σφίχτηκαν. Στράφηκε να κοιτάξει την κοιμισμένη μορφή του Λούσιου. Ήθελε να τον σκοτώσει. Πρέπει να πληρώσουν! Κι οι δυο τους. Πρέπει να πληρώσουν! Η Δομινίκη έκλεισε τα μάτια. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Υπομονή. Χρειαζόταν υπομονή. Τώρα, δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Θα ήταν ανόητο. Τώρα, βρίσκονταν στην αρχή του ταξιδιού για την απελευθέρωση του Κατακεραυνωτή.

Ο θυμός, όμως, κατέτρωγε τα σωθικά της· και έπρεπε να τον κάνει να σταματήσει– Υπομονή, Δομινίκη… Υπομονή…

Στάθηκε μπροστά στο παράθυρο της καμπίνας, ακουμπώντας τα χέρια της στο περβάζι και κολλώντας το μέτωπό της στο τζάμι, νιώθοντάς το ψυχρό επάνω στο δέρμα της.

Ο Λούσιος άργησε να ξυπνήσει. Όταν ξύπνησε, βρήκε τη Δομινίκη καθισμένη στο γραφείο, να καπνίζει ένα μακρύ τσιγάρο.

«Είσαι καλά;» τη ρώτησε, καθώς ανασηκωνόταν επάνω στο κρεβάτι.

«Ναι, καλά είμαι.»

«Τι ώρα σηκώθηκες;»

Η Δομινίκη τίναξε λίγη στάχτη στο τασάκι. «Πριν από λίγο.»

Ο Λούσιος κοίταξε το ρολόι. «Σε δυο-τρεις ώρες πρέπει να έχουμε φτάσει στη Ρακμάνη.»

«Ναι.»

Ο Λούσιος σηκώθηκε απ’το κρεβάτι και πήγε στην τουαλέτα, για να πλυθεί. Όταν επέστρεψε, παρατήρησε το πρωινό επάνω στο τραπέζι. «Δεν άκουσα ούτε τους υπηρέτες να μπαίνουν,» είπε. «Έπρεπε να με είχες ξυπνήσει, να φάμε κάτι.»

«Δεν είχα όρεξη για φαγητό.»

Ο Λούσιος την κοίταξε παραξενεμένος. Υπήρχε κάτι περίεργο στον τρόπο της, δεν υπήρχε; Μπα, σκέφτηκε, η ιδέα μου είναι. Εξάλλου, είναι λογικό να μην έχει όρεξη, ύστερα από τη ναυτία. Άρχισε να ντύνεται.

«Δε θα ντυθείς;» τη ρώτησε, όταν τελείωσε και κάθισε στο τραπέζι, μπροστά στο πρωινό.

«Θα ντυθώ,» αποκρίθηκε η Δομινίκη, που τώρα πλέον είχε σβήσει το τσιγάρο της και σταυρώσει τα χέρια της εμπρός της, κοιτάζοντάς τον. Ωστόσο, δεν σηκώθηκε απ’την καρέκλα.

Ο Λούσιος άρχισε να τρώει.

Η Δομινίκη έμεινε σιωπηλή. Συμπεριφέρεται όπως πάντα, σκέφτηκε. Όπως πάντα. Καμία απολύτως διαφορά. Και αναρωτήθηκε πάλι πόσες φορές την είχε προδώσει μαζί με την Κορνηλία. Πόσες φορές την είχε προδώσει και εξακολουθούσε να συμπεριφέρεται όπως συνήθως…

Η Δομινίκη συνειδητοποίησε ότι τα νύχια της μπήγονταν στους βραχίονές της κάτω απ’τη ρόμπα της. Χαλάρωσε τα δάχτυλά της και σηκώθηκε απ’το γραφείο, πηγαίνοντας να ντυθεί.

*

Η Ρακμάνη ήταν μια από τις μεγαλύτερες πόλεις του Βασιλείου της Απολλώνιας, και το λιμάνι της ήταν εξίσου μεγάλο. Το πλοίο του Λούσιου πέρασε ανάμεσα από δύο φαρδιές, πανύψηλες, πέτρινες κολόνες και μπήκε στο λιμάνι, προσεγγίζοντας μια από τις προβλήτες και αγκυροβολώντας εκεί. Μπροστά από την προβλήτα, παραπάνω από δύο ντουζίνες επισήμως ντυμένοι στρατιώτες περίμεναν, καθώς και έξι τρίκυκλα οχήματα με ελαφριά θωράκιση και πυροβόλα όπλα. Οχήματα της τοπικής χωροφυλακής.

Δούκας της Ρακμάνης ήταν ο Φερέσβιος, Πρίγκιπας της Απολλώνιας και θείος του Λούσιου· και, έχοντας, μέσω τηλεπικοινωνιών, μάθει για τον ερχομό του ανιψιού του, είχε κάνει τις κατάλληλες προετοιμασίες. Ο Λούσιος γνώριζε πως ο θείος του δεν ήταν άνθρωπος που αρεσκόταν στα περιττά στολίδια και στις περιττές τιμές, όμως δεν έκανε ποτέ και τίποτα λιγότερο απ’ό,τι ακριβώς χρειαζόταν.

Και τώρα, με αναγνωρίζει ως Αντιβασιλέα της Απολλώνιας· ή, μάλλον, ως Βασιληά, ουσιαστικά. Όπως αρμόζει, σκέφτηκε ο Λούσιος, καθώς ατένιζε τη συνοδεία, στεκόμενος μπροστά στο παράθυρο της καμπίνας του.

Η Δομινίκη, ντυμένη πλέον και έτοιμη, καθόταν στην καρέκλα πίσω απ’το γραφείο με τα πόδια της σταυρωμένα στο γόνατο και τα χέρια της πλεγμένα πάνω στον μηρό της. Η διάθεσή της δεν ήταν όπως όταν είχαν αρχίσει το ταξίδι, παρατήρησε ο Λούσιος, κοιτάζοντάς την με τις άκριες των ματιών του. Της έχει φύγει ο ενθουσιασμός για την απελευθέρωση του Κατακεραυνωτή; Μάλλον όχι. Δε νομίζω ότι αυτό είναι κάτι που μπορεί να της φύγει έτσι εύκολα. Πρέπει ακόμα να είναι κουρασμένη απ’τη χτεσινή καταιγίδα…

Η πόρτα χτύπησε. «Μεγαλειότατε,» είπε κάποιος, «το όχημά σας σας περιμένει.»

Ο Λούσιος στράφηκε στη Δομινίκη και, πλησιάζοντάς την, της έδωσε το χέρι του. Εκείνη το πήρε, σηκώθηκε όρθια, και πιάστηκαν αγκαζέ. Του χαμογέλασε λοξά.

Και σκέφτηκε, καθώς χαμογελούσε: Δε χρειάζεται να δείχνεις τόσο μουτρωμένη· θα καταλάβει ότι κάτι δεν πάει καλά. Υπομονή. Εξάλλου, θα τιμωριόταν, όπως του άξιζε· και εκείνος και η Κορνηλία. Απλά, όχι τώρα· επειδή τώρα υπήρχαν σημαντικότερα πράγματα να κάνουν. Κι επειδή η Δομινίκη προτιμούσε να φτιάξει την εκδίκησή της ακριβώς όπως την ήθελε.

Ο Λούσιος άνοιξε την πόρτα και βγήκαν απ’την καμπίνα, ενώ μερικοί υπηρέτες έμπαιναν, για να μαζέψουν τα πράγματά τους.

Καθώς βάδιζαν μέσα στο πλοίο με τη συνοδεία φρουρών, ο Λούσιος είπε στη Δομινίκη: «Δεν έχεις φάει καθόλου από το πρωί. Πιστεύω θα φας κάτι όταν πάμε στο παλάτι του Φερέσβιου…»

«Φυσικά,» αποκρίθηκε εκείνη. «Απλά, το στομάχι μου ήταν άνω-κάτω μέχρι τώρα.»

Φτάνοντας στο όχημα που τους περίμενε στο γκαράζ του σκάφους, συνάντησαν την Κορνηλία, ντυμένη όμορφα και στολισμένη. Η Δούκισσα της Βανκάρης τούς χαιρέτησε, χαμογελώντας.

«Τι απίστευτη φουρτούνα, χτες!» είπε. «Ελπίζω να μην ταλαιπωρηθήκατε όσο εγώ.»

Θα τη γδάρω, τη σκρόφα! σκέφτηκε η Δομινίκη.

«Κοιμηθήκαμε,» αποκρίθηκε ο Λούσιος, «και δεν καταλάβαμε τίποτα.»

«Υπάρχουν και χειρότερες φουρτούνες…» πρόσθεσε η Δομινίκη, ευχάριστα. Και νάσαι σίγουρη πως θα τις βρεις μπροστά σου, σύντομα! πρόσθεσε νοερά.

Η Κορνηλία συνοφρυώθηκε ελαφρώς, σαν να αντιλήφτηκε κάτι ασυνήθιστο στον τόνο της Δομινίκης. Δεν είπε τίποτα, όμως, και μπήκαν στο όχημα.

Μια μεγάλη θύρα του καραβιού άνοιξε, αφήνοντας το ηλιακό φως να μπει άπλετο στο αμπάρι. Ο οδηγός του οχήματος έβαλε μπροστά και κατέβηκαν την πλατιά ράμπα, βγαίνοντας στο λιμάνι της Ρακμάνης, μαζί με τη συνοδεία άλλων οχημάτων και πολεμιστών.

Οι στρατιώτες του Δούκα Φερέσβιου τούς συνάντησαν και τους χαιρέτισαν, επίσημα, και ο αξιωματικός ανάμεσά τους δήλωσε πως θα τους συνόδευαν μέχρι το παλάτι. Ο Λούσιος, φυσικά, δεν έφερε αντίρρηση· πρόσταξε τους ανθρώπους του να ακολουθήσουν τη συνοδεία που είχε ετοιμάσει ο θείος του για εκείνον.

Οι δρόμοι της Ρακμάνης απ’όπου περνούσε ο Αντιβασιλέας ήταν ανοιχτοί· ο Δούκας Φερέσβιος είχε ήδη φροντίσει γι’αυτό. Κανένα εμπόδιο δεν υπήρχε στις μεγάλες λεωφόρους· το όχημα του Λούσιου κυλούσε επάνω τους σαν να πήγαινε βόλτα στην εξοχή. Τριγύρω ορθώνονταν ψηλές πολυκατοικίες με όμορφες λαξευτές κολόνες και αγάλματα. Η Ρακμάνη είχε καταφέρει να διατηρήσει μια τεχνοτροπία που δεν είχε καταφέρει να διατηρήσει η μεγαλούπολη της Απαστράπτουσας. Εκεί δεν έμοιαζε να υπάρχει χώρος για λαξευτές κολόνες και αγάλματα, ενώ εδώ αυτά τα πράγματα αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της πόλης· δε θα μπορούσες να τα διαχωρίσεις από τις πολυκατοικίες και τα υπόλοιπα οικοδομήματα, λες και χωρίς αυτά η Ρακμάνη θα γκρεμιζόταν, θα γινόταν ένα με τη γη.

Το παλάτι βρισκόταν στην καρδιά της πόλης, θρονιασμένο σ’ένα δεντρόφυτο ύψωμα. Ο δρόμος που ανέβαινε προς αυτό έκανε σπείρες επάνω στις πλευρές του υψώματος, σαν φίδι που είχε τυλιχτεί γύρω του. Τα οχήματα της συνοδείας του Λούσιου τον ακολούθησαν, περνώντας κάθε τόσο κάτω από ψηλές, πέτρινες καμάρες με όμορφα λαξεύματα.

«Το μέρος είναι υπέροχο,» παρατήρησε η Κορνηλία.

«Σίγουρα,» είπε η Δομινίκη, «δεν είναι η πρώτη φορά που έχεις έρθει…»

«Όχι, δεν είναι η πρώτη φορά. Αλλά δεν έρχομαι και πολύ συχνά.»

Κι αυτή, σκέφτηκε η Δομινίκη, θα έπρεπε, κανονικά, να είναι η τελευταία φορά που έρχεσαι εδώ! Θα έπρεπε να μείνεις μόνιμα εδώ! Νεκρή! Δεν είπε, όμως, τίποτα άσχημο· έκρυψε το μίσος εντός της. Άγγιξε το γόνατο του Λούσιου –ο οποίος καθόταν ανάμεσα σ’εκείνη και την Κορνηλία– και τον ρώτησε: «Θυμάσαι τότε που είχαμε κάνει ένα μήνα διακοπές εδώ; Ο Φερέσβιος μάς είχε φιλοξενήσει.» Χαμογέλασε, γυρίζοντας να κοιτάξει το πρόσωπό του.

Ο Λούσιος στράφηκε, επίσης. «Ναι,» είπε. «Είχαμε περάσει καλά, τότε…» Δεν είχαμε όλα τούτα τα προβλήματα στο κεφάλι μας, πρόσθεσε νοερά. «Ήταν σχεδόν μόλις είχαμε παντρευτεί.» Και ο Ανδρόνικος δεν είχε ακόμα γίνει σύζυγος της Παντοκράτειρας…

«Ναι…» Η Δομινίκη συνέχισε να χαμογελά. Χάιδεψε το μάγουλό του και, περνώντας το χέρι της πίσω απ’τον αυχένα του, τον φίλησε στα χείλη· γλίστρησε τη γλώσσα της μέσα στο στόμα του και έκανε το φιλί τους να διαρκέσει.

Η Κορνηλία παρίστανε πως δεν τους έδινε σημασία. Και η αλήθεια ήταν πως, μέσα της, δε ζήλευε. Δεν αισθανόταν πως όφειλε να ανταγωνιστεί τη Δομινίκη για να κερδίσει τον Λούσιο. Ο Λούσιος κι εκείνη ήταν εραστές από παλιά, και το ασυγκράτητο πάθος του ακόμα ήταν το ίδιο όπως τότε, και ακόμα τη διασκέδαζε με τον ίδιο τρόπο.

Το όχημά τους έφτασε στην κορυφή του υψώματος, και η πύλη του παλατιού άνοιξε.

Ο Λούσιος έδωσε εντολή να σταματήσουν. «Θα βαδίσουμε από δω και πέρα,» είπε.

Βγήκαν από το όχημά τους, και οι στρατιώτες τούς συνόδεψαν μέσα στην αυλή του παλατιού και, ύστερα, στο εντυπωσιακό εσωτερικό του. Το παλάτι της Ρακμάνης δεν ήταν τόσο μεγαλοπρεπές όσο αυτό της Απαστράπτουσας –κανένα παλάτι στην Απολλώνια δεν μπορούσε νάναι τόσο μεγαλοπρεπές όσο του Βασιληά–, αλλά δεν υστερούσε και πολύ. Δεν του έλειπαν ούτε τα ιριδίζοντα κρύσταλλα, ούτε οι πίνακες, ούτε τα λαξεύματα, ούτε τα αγάλματα, ούτε οι καθρέφτες με τα χρυσά και τα αργυρά πλαίσια, ούτε τα όμορφα άνθη. Και, φυσικά, το υπηρετικό προσωπικό και οι φρουροί ήταν καλοντυμένοι και στολισμένοι όπως άρμοζε στην περίσταση –μια επίσκεψη από τον ίδιο τον Αντιβασιλέα Λούσιο, τη σύζυγό του, και τη Δούκισσα της Βανκάρης.

Οι υπηρέτες τούς οδήγησαν σε μια μεγάλη αίθουσα, όπου τους περίμεναν ο Δούκας της Ρακμάνης και η οικογένειά του. Ο Φερέσβιος ήταν ένας ψηλός, πενηντάρης άντρας, που έμοιαζε με τον αδελφό του, τον Βασιληά Αρχίμαχο· το δέρμα του ήταν λευκό και τα μαλλιά και τα γένια του άσπρα και καλοχτενισμένα. Η σύζυγός του, η Ανδρομάχη, στεκόταν πλάι του, ντυμένη μ’ένα φανταχτερό φόρεμα όπου εναλλάσσονταν τα χρώματα μαύρο, πράσινο, και μπλε μέσα από περίτεχνα φτιαγμένες πτυχώσεις. Το δέρμα της Ανδρομάχης ήταν καφέ, σαν κορμός δέντρου, και τα μαλλιά της πυκνά, μακριά, και μαύρα. Ήταν μικρότερη απ’τον Φερέσβιο, και καταγόταν από τα Νότια Δουκάτα.

Τα τρία τους παιδιά στέκονταν πίσω τους. Ο Αχιλλέας ήταν ο μεγαλύτερος, και είχε πάρει στοιχεία και της μητέρας του και του πατέρα του: το δέρμα του ήταν λευκό, σαν του Φερέσβιου, αλλά τα κατάμαυρα, πυκνά μαλλιά του δεν μπορούσαν παρά να θυμίζουν αυτά της Ανδρομάχης. Η Ηρώ ήταν το δεύτερό τους παιδί, και είχε δέρμα καφέ και κόμη μελαχρινή και φτιαγμένη πλεξούδες. Η Θεοδώρα ήταν μόλις δεκάξι χρονών, και το δέρμα της ήταν τόσο λευκό που σχεδόν έμοιαζε με το δέρμα των κατάλευκων ανθρώπων της Απολλώνιας. Τα μαλλιά της ήταν ξανθά και το βλέμμα της ντροπαλό. Φαινόταν να πιάνει τον πιο λίγο χώρο απ’όλους, κι αυτό δεν οφειλόταν μόνο στο μικρό της ανάστημα.

Ο Δούκας Φερέσβιος χαιρέτησε τον Λούσιο, τη Δομινίκη, και την Κορνηλία με επισημότητα· κι ύστερα, ρώτησε τον ανιψιό του τι είχε συμβεί με τον Ανδρόνικο. «Άκουσα ότι προσπάθησε να σε σκοτώσει,» είπε. «Στην αρχή, δεν ήθελα να πιστέψω πως ήταν αλήθεια. Είναι δυνατόν ο Ανδρόνικος ν’άλλαξε τόσο, Λούσιε; Είναι δυνατόν;»

«Οι περιπλανήσεις σε άλλες διαστάσεις αλλάζουν τον άνθρωπο, θείε,» αποκρίθηκε ο Λούσιος. «Ποιος ξέρει πού πήγε και τι είδε, ο αδελφός μου…» Αναστέναξε. «Με θλίβει το γεγονός, αλλά πιστεύω πως είναι παράφρων. Έχει χάσει το μυαλό του.» Είσαι ψεύτης, ψιθύρισε μια φωνή μέσα του (η φωνή της συνείδησής του;). Εσύ τον οδήγησες στην παραφροσύνη. Αλλά μια άλλη φωνή είπε: Αυτός ήταν ο μόνος τρόπος! Ο μόνος τρόπος!

Πρέπει να σώσω την Απολλώνια από τις δυνάμεις της Παντοκράτειρας, κι από τις συγκρούσεις στο Νότιο Μέτωπο!

Ο Φερέσβιος πρότεινε στον ανιψιό του, στη Δομινίκη, και στην Κορνηλία να πάρουν μεσημεριανό μαζί με εκείνον και την οικογένειά του και, τρώγοντας, να συζητήσουν περισσότερο για τον Ανδρόνικο. Ήθελε οπωσδήποτε να μάθει τι είχε συμβεί με κάθε λεπτομέρεια.

Ο Λούσιος, φυσικά, δεν αρνήθηκε, ούτε η Κορνηλία ή η Δομινίκη έφεραν αντίρρηση.

Ο Φερέσβιος και η οικογένειά του οδήγησαν τους επισκέπτες τους στο μεγάλο, μακρόστενο τραπέζι της αίθουσας και τους έβαλαν να καθίσουν. Μερικά ελαφριά φαγητά και ποτά ήταν ήδη σερβιρισμένα, και άρχισαν να μασουλάνε και να πίνουν μικρές γουλιές, ενώ περίμεναν τους υπηρέτες να φέρουν το κυρίως γεύμα. Ο Δούκας της Ρακμάνης ρώτησε πάλι για τον Ανδρόνικο, και ο Λούσιος τού απάντησε πως, πραγματικά, δεν γνώριζε τι συνέβαινε με τον αδελφό του. Είχε προσπαθήσει να μπει κρυφά στο παλάτι, βάζοντας τη μάγισσά του να μπερδέψει τους τηλεοπτικούς πομπούς, και είχε επιτεθεί σ’έναν απ’τους Βασιλικούς Φρουρούς. Τον είχε Καλέσει, και παραλίγο να τον σκοτώσει. Δεν ήταν στα λογικά του. Τι λόγο θα μπορούσε να έχει ένα μέλος του Οίκου των Ευφρόνων να Καλέσει έναν Βασιλικό Φρουρό; Και δεν ήταν μόνο αυτό· ο Ανδρόνικος είχε, μετά, επιτεθεί και στους φρουρούς του παλατιού, που ο Λούσιος είχε φωνάξει για να τον οδηγήσουν έξω.

«Αναγκάστηκα να τον φυλακίσω,» είπε. «Δε γινόταν αλλιώς. Ήταν φανερό πως κάτι δεν πήγαινε καλά μαζί του. Κι ύστερα, όσο βρισκόταν υπό κράτηση, δε μου απέδειξε πως είναι λογικός. Αν μη τι άλλο, φερόταν ακόμα πιο παράλογα.» Αναστέναξε. «Αναρωτιέμαι αν, στις περιπλανήσεις του, του συνέβη κάτι που τον άλλαξε μόνιμα…»

Ετούτα τα νέα φάνηκαν να λυπούν τον Φερέσβιο· είπε, όμως, πως είχε εμπιστοσύνη στον Λούσιο, και πως πίστευε ότι εκείνος έκανε, σίγουρα, ό,τι καλύτερο μπορούσε για τον αδελφό του και για το βασίλειο. «Αλλά τι σε φέρνει εδώ;»

«Δε θα καθίσω για πολύ, θείε,» εξήγησε ο Λούσιος. «Πρέπει να φύγω, να ταξιδέψω νότια.»

«Στα Νότια Δουκάτα;»

«Στην Απολεσθείσα Γη.»

Ο Φερέσβιος συνοφρυώθηκε, παραξενεμένος. «Τι ζητάς εκεί, Λούσιε;»

Το κυρίως γεύμα τους είχε, εν τω μεταξύ, έρθει και έτρωγαν· ο Λούσιος κατάπιε τη μπουκιά του και ήπιε μια γουλιά ξινό κρασί. «Υπάρχει ένα… πρόβλημα, θείε, το οποίο πρέπει να λύσω.»

«Πρόβλημα; Στο Νότιο Μέτωπο;»

«Ναι. Αλλά δεν είναι ένα στρατιωτικό πρόβλημα. Είναι ένα… επιστημονικό πρόβλημα, θα μπορούσες να πεις. Πρέπει να χρησιμοποιήσω ενός είδους δύναμη· γι’αυτό το λόγο κιόλας έχω φέρει και τους κατάλληλους ανθρώπους μαζί μου.»

Ο Φερέσβιος εξακολουθούσε νάναι συνοφρυωμένος, και παραξενεμένος. «Δεν καταλαβαίνω. Για τι δύναμη μιλάς;»

«Πραγματικά, δεν μπορώ να πω περισσότερα. Και, για να είμαι ειλικρινής, δεν είναι εύκολο να το εξηγήσω. Πάντως, αν καταφέρω αυτό που θέλω, θείε, τότε ίσως να υπάρξει μεγάλη ενίσχυση στο Βόρειο Μέτωπο.»

«Στο Βόρειο Μέτωπο; Τι δουλειά μπορεί να έχει η Απολεσθείσα Γη με το Βόρειο Μέτωπο και την Παντοκράτειρα;»

«Κι όμως, θείε. Κι όμως…» είπε ο Λούσιος, και δεν διευκρίνισε τίποτα παραπάνω, καθώς έκοβε ένα κομμάτι ψητό κρέας, το πιρούνιαζε, και το έφερνε στο στόμα του.

*

Όταν το γεύμα τελείωσε, οι υπηρέτες του παλατιού τούς οδήγησαν στα πολυτελή δωμάτια που είχαν ετοιμάσει γι’αυτούς.

Η Δομινίκη έλυσε τη ζώνη της και ξάπλωσε, ανάσκελα, στο κρεβάτι. Αισθανόταν φουσκωμένη απ’το φαγητό. Ο Λούσιος κάθισε σε μια πολυθρόνα, ανάβοντας ένα πούρο και καπνίζοντας αργά.

«Σχετικά με τον χάρτη…» είπε, μετά από αρκετές στιγμές σιγής. «Θα τον ξαναελέγξεις;»

«Ναι,» απάντησε η Δομινίκη, «αν και δε νομίζω ότι θα βγάλω κανένα διαφορετικό αποτέλεσμα.»

«Το αποτέλεσμα που έχεις βγάλει δε γνωρίζουμε ακόμα σε ποιο ακριβώς σημείο της Απολεσθείσας Γης βρίσκεται.»

«Θα το εντοπίσουμε. Θα συγκρίνουμε τον χάρτη μας με τον ευρύτερο σημερινό χάρτη της Απολεσθείσας Γης, και θα δούμε πού ταιριάζει.»

Ο Λούσιος έμεινε πάλι σιωπηλός για κάποια ώρα. Μετά, ρώτησε: «Τι γνώμη έχεις για τον Φερέσβιο, Δομινίκη;»

Εκείνη έστρεψε το κεφάλι της, για να τον κοιτάξει, καθώς ήταν ξαπλωμένη. «Γιατί ρωτάς;»

Ο Λούσιος ανασήκωσε τους ώμους. «Πρέπει να υπάρχει κανένας ιδιαίτερος λόγος;»

«Καλός είναι,» είπε η Δομινίκη. «Δε μας έχει προκαλέσει προβλήματα, μέχρι στιγμής, και ούτε πιστεύω ότι θα μας προκαλέσει.»

«Δε γνωρίζει κάποια πολύ βασικά πράγματα, βέβαια…»

«Εννοείς ότι δεν είναι ακόλουθος του Δασκάλου, παρότι βρίσκεται σε μια τόσο σημαντική θέση.»

Ο Λούσιος ένευσε.

«Νομίζεις ότι ίσως να αντιδράσει στο μέλλον; Όταν επιστρέψουμε από την Απολεσθείσα Γη;»

«Δεν είμαι σίγουρος, αλλά το φοβάμαι.»

«Αν παρατηρήσουμε κάτι τέτοιο από μέρους του, τότε το ξέρεις ότι μπορούμε να τον βάλουμε στη θέση του,» είπε η Δομινίκη. «Οι άνθρωποί μας είναι ήδη γύρω του, και γύρω απ’την οικογένειά του.»

«Ναι…» Ο Λούσιος φάνηκε σκεπτικός.

Η εξώπορτα χτύπησε. «Μεγαλειότατε! Μεγαλειότατε!» Μια αντρική φωνή.

Ο Λούσιος κοίταξε τη Δομινίκη μ’ένα ερωτηματικό βλέμμα: Να του πω να μπει;

«Πήγαινε να δεις τι θέλει,» είπε εκείνη, που βαριόταν να σηκωθεί απ’το κρεβάτι.

Ο Λούσιος πλησίασε την πόρτα και την άνοιξε, για ν’αντικρίσει έναν από τους στρατιώτες του. «Τι είναι;»

«Στο Φως της Απολλώνιας, Μεγαλειότατε, είπαν ότι θα βγει μια σημαντική ανακοίνωση. Είπαν ότι θα μιλήσει ο κύριος Χρύσιππος και θα αποκαλύψει μια μεγάλη αλήθεια, που αφορά όλο το βασίλειο. Φανταστήκαμε ότι ίσως να σας ενδιέφερε.»

Ο Λούσιος παραξενεύτηκε. Μια μεγάλη αλήθεια, που αφορά όλο το βασίλειο; Τι σκατά κάνει ο Χρύσιππος; Δεν είχαμε συζητήσει για κάτι τέτοιο… ή, μήπως, το είχε συζητήσει μόνο με τη Δομινίκη;

«Πολύ καλά· μπορείς να πηγαίνεις,» αποκρίθηκε στον στρατιώτη· και, κλείνοντας την πόρτα, ζύγωσε τη σύζυγό του, η οποία ήταν ακόμα ξαπλωμένη.

«Τ’άκουσες αυτό;» τη ρώτησε.

«Ναι. Δεν ξέρω τι μπορεί να είναι.»

Ο Λούσιος άνοιξε τον τηλεοπτικό δέκτη του δωματίου στη συχνότητα του Φωτός. Αυτή τη στιγμή, περνούσαν κάποιες διαφημίσεις.

Εκείνος κι η Δομινίκη περίμεναν.

Και μετά, το σήμα του καναλιού φάνηκε στην οθόνη. Το σήμα έσβησε, και ο Χρύσιππος παρουσιάστηκε, καθισμένος σ’ένα γραφείο και καλοντυμένος. Η όψη του, όμως, ήταν χλομή· ο Λούσιος δε νόμιζε ότι τον είχε ξαναδεί ποτέ έτσι. Τι μπορεί να έχει να αποκαλύψει; Συνέβη κάτι όσο λείπαμε; Μα, δε λείπουμε και τόσο καιρό! Μόλις φύγαμε από την Απαστράπτουσα, ουσιαστικά…

«Αγαπητοί μου συμπολίτες,» άρχισε ο Χρύσιππος, «σας χαιρετώ με μεγάλη μου λύπη ετούτο το απόγευμα, καθώς γνωρίζω πως τα πράγματα που θα σας πω θα ταράξουν βαθιά πολλούς από εσάς. Ωστόσο, επίσης γνωρίζω πως θα χαροποιήσουν πολύ περισσότερους, γιατί η αλήθεια, όσο πικρή κι αν είναι, όσο δύσκολο κι αν είναι να την αποδεχτούμε, δεν μπορεί παρά να είναι σωστό να αποκαλύπτεται.

»Θα σας αποκαλύψω, λοιπόν, μια μεγάλη αλήθεια σχετικά με το σημερινό σας καθεστώς και σχετικά με τον Πρίγκιπα Ανδρόνικο.

»Όπως θα με είχατε ακούσει κι οι ίδιοι να λέω, ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος είχε επιτεθεί στον αδελφό του, Πρίγκιπα Λούσιο, και στους φρουρούς του παλατιού, τραυματίζοντας και σκοτώνοντας· κι όλα αυτά από φθόνο προς τον αδελφό του και επειδή –εμμέσως αλλά σαφώς σάς τόνισα– είχε παραφρονήσει.

»Δεν είχα πει την αλήθεια, όμως. Η αλήθεια, αγαπητοί μου συμπολίτες, είναι πως ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος δεν είναι τρελός. Ο αδελφός του, ο Πρίγκιπας Λούσιος, έβαλε τους φρουρούς του παλατιού να του επιτεθούν και να τον φυλακίσουν, για δικές του σκοπιμότητες. Ο Πρίγκιπας Λούσιος δεν ήθελε να αποχωρίσει από τον Κυανό Θρόνο. Ήθελε να τον σφετεριστεί από τον ίδιο του τον αδελφό!

»Και εγώ –και το ξέρω πως είναι μεγάλη ντροπή να το παραδέχομαι, αλλά πρέπει– τον βοήθησα. Βοήθησα τον Πρίγκιπα Λούσιο να σφετεριστεί τον Κυανό Θρόνο και να εκτοπίσει τον Πρίγκιπα Ανδρόνικο –τον μόνο δικαιωματικό διάδοχο του Κυανού Θρόνου, ύστερα από έγγραφη εντολή του πολυαγαπημένου μας Βασιλέως Αρχίμαχου!

»Αγαπητοί συμπολίτες, σας εξομολογούμαι ένα μεγάλο μου έγκλημα, και ζητώ, ταπεινά, τη συγχώρεσή σας. Φοβούμαι, ωστόσο, πως δε θα μπορέσετε ποτέ να με συγχωρέσετε, καθώς ό,τι πρόκειται να σας αναφέρω στη συνέχεια είναι πολύ χειρότερο από ό,τι μέχρι στιγμής ακούσατε…»

Ο Χρύσιππος καθάρισε το λαιμό του, ενώ ο Λούσιος και η Δομινίκη ατένιζαν την οθόνη τους κοκαλωμένοι, μη μπορώντας να αντιδράσουν και μη θέλοντας να αντιδράσουν μέχρι να τελειώσει.

Εκείνος συνέχισε: «Οφείλω, επίσης, να ομολογήσω το γεγονός ότι υπέθαλπα ακόλουθους του Μαύρου Νάρζουλ. Και οφείλω να σας αποκαλύψω ότι ο Πρίγκιπας Λούσιος είναι ιερέας του Μαύρου Νάρζουλ και η σύζυγός του, Δομινίκη, Αρχιέρεια αυτού του σκοτεινού και αποτρόπαιου θεού! Μέσα στο πάθος τους για εξουσία και για έλεγχο ολόκληρης της Απολλώνιας, λησμόνησαν ακόμα και τον Απόλλωνα και στράφηκαν στο έρεβος για να τους συντρέξει!

»Ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος –που βρισκόταν, μέχρι στιγμής, φυλακισμένος βαθιά κάτω απ’το παλάτι– μπορεί να διαβεβαιώσει ότι ο αδελφός του έκρυβε τέρατα της Απολεσθείσας Γης σε σκοτεινά δωμάτια, και ότι χρησιμοποιήθηκαν δόλιες μέθοδοι εναντίον του με την ελπίδα ότι θα έχανε το μυαλό του. Ευτυχώς, με τη βοήθεια του Απόλλωνα, ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος θριάμβευσε και βρίσκεται ξανά, όπως είναι σωστό και δίκαιο, στον Κυανό Θρόνο και στο παλάτι της Απαστράπτουσας.

»Και τώρα, αγαπητοί και σεβαστοί μου συμπολίτες, πρέπει να ζητήσω για μια τελευταία φορά συγχώρεση από εσάς και από τον ίδιο τον Απόλλωνα, προτού αποχωρήσω.

»Σας αφήνω με την ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο.» Ο Χρύσιππος σηκώθηκε απ’την πολυθρόνα του–

Η οθόνη έσπασε.

Ο Λούσιος ύψωσε το χέρι του, ακούσια, για να προφυλαχτεί από τα θραύσματα.

Η Δομινίκη είχε τραβήξει τη μια της γόβα και την είχε εκτοξεύσει πάνω στον τηλεοπτικό δέκτη. «Το γαμημένο κάθαρμα!» ούρλιαξε.

Ο Λούσιος δεν ήξερε τι να πει. «…Αδύνατον ο Ανδρόνικος να ξέφυγε…» μουρμούρισε. Αισθανόταν μουδιασμένος.

Η Δομινίκη είχε ανασηκωθεί πάνω στο κρεβάτι, είχε πάρει καθιστή θέση. «Εσύ λες να τα είπε αυτά ο Χρύσιππος ενώ ο Ανδρόνικος ήταν φυλακισμένος;» γρύλισε.

«Μου είπες ότι τον είχες τρελάνει!» φώναξε ο Λούσιος, ζυγώνοντάς την.

«Τον είχα! Τον είχα!»

«Λες ψέματα!»

«Όχι– Ααα!»

Ο Λούσιος τη χαστούκισε, δυνατά, ρίχνοντάς την ανάσκελα πάνω στο κρεβάτι.

Η Δομινίκη κλότσησε, τυχαία, προς τα πάνω, και το καλτσοντυμένο της πόδι τον χτύπησε στον αγκώνα. Ο Λούσιος την άρπαξε απ’τα μαλλιά και πίεσε το πρόσωπό της πάνω στο στρώμα, ενώ εκείνη ούρλιαζε.

«Είπες ότι τον είχες τρελάνει!» Τα μάτια του ήταν διασταλμένα, η όψη του παραμορφωμένη· τα δόντια του έτριζαν σα νάχε λυσσάξει. Ένας απερίγραπτος πανικός τον είχε καταλάβει· ένας πανικός αναμιγμένος με παγερό τρόμο.

Τα χέρια της Δομινίκης γαντζώθηκαν πάνω στο πουκάμισό του, τραβώντας το, σκίζοντάς το. «Άφησέ με! Το είχα κάνει! Το είχα κάνει, σου λέω! Δεν ξέρω τι συνέβη!» Προσπάθησε να περιστραφεί, να ξεφύγει απ’τη λαβή του, μα δεν μπορούσε. Ήταν σαν άγριο θηρίο επάνω της· σαν άγριο θηρίο που είχε χάσει κάθε ίχνος λογικής. «Λούσιε! Λούσιε! Λούσιε!» Η Δομινίκη έβαλε τα χέρια της γύρω απ’το πρόσωπό του. «Μη φοβάσαι. Δεν τελείωσε. Δεν τελείωσαν όλα.» Προσπάθησε να κρατήσει τη φωνή της σταθερή. Αν πανικοβληθώ κι εγώ, καταστραφήκαμε. «Δεν τελείωσαν όλα.» Το μάγουλό της έκαιγε από το χαστούκι του.

«Δεν τελείωσαν όλα;» φώναξε ο Λούσιος. «Δεν τον άκουσες τι είπε; Δομινίκη, δεν τον άκουσες τι είπε;»

«Και λοιπόν;» Η Δομινίκη έσφιξε το πρόσωπό του ανάμεσα στις παλάμες της, μπήγοντας τα νύχια της στο δέρμα του. «Και λοιπόν; Τι μπορεί να κάνει; Τι μπορεί να κάνει, και αυτός και ο Ανδρόνικος; Εμείς ελέγχουμε την Απολλώνια. Εμείς. Έχουμε ανθρώπους μας παντού, Λούσιε. Κανένας δεν έχει τη δύναμη να μας εκτοπίσει. Θα βγάλουμε τον Ανδρόνικο τρελό, και τον Χρύσιππο προδότη. Κανείς δε θα πιστέψει ότι είμαστε ακόλουθοι του Μαύρου Νάρζουλ. Ο λαός της Απολλώνιας μπορεί να εντυπωσιάστηκε απ’το λόγο που έβγαλε τώρα ο Χρύσιππος, μα σύντομα θα καταλάβει το ψέμα.» Καθώς μιλούσε, έβλεπε τον Λούσιο να ηρεμεί. Έβλεπε τον πανικό να υποχωρεί από το βλέμμα του· έβλεπε την όψη του να χαλαρώνει· έβλεπε το στόμα του να κλείνει και τα δόντια του να παύουν να είναι σφιγμένα. Τα χέρια του δεν την κρατούσαν πια τόσο δυνατά όσο πριν.

Ο Λούσιος άφησε τη Δομινίκη και κάθισε παραδίπλα, πάνω στο κρεβάτι. Το πουκάμισό του ήταν σκισμένο, και το πρόσωπό του έμοιαζε το ίδιο κουρελιασμένο με την ενδυμασία του.

Η Δομινίκη σηκώθηκε όρθια. «Μην κάθεσαι έτσι. Πρέπει να κινηθούμε.»

«Και να κάνουμε τι;» Η φωνή του ήταν ηττημένη.

Η Δομινίκη κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέφτη. Το μάγουλό της ήταν κατακόκκινο. «Είσαι ηλίθιος!» μούγκρισε. «Κοίτα δω τι έκανες…» Αναστέναξε και χτύπησε τα χέρια της στους μηρούς της.

Ένας χτύπος ήρθε από την πόρτα και, μετά, η φωνή της Κορνηλίας: «Λούσιε; Λούσιε;»

Τι θέλει αυτή η πόρνη εδώ; σκέφτηκε η Δομινίκη.

«Μπες,» φώναξε ο Λούσιος.

Και να δει ότι με χαστούκισες; γρύλισε εντός της η Δομινίκη· αλλά ήταν ήδη πολύ αργά: η Κορνηλία είχε ανοίξει την πόρτα και βάδιζε μες στο καθιστικό των διαμερισμάτων.

Η Δομινίκη έβαλε, στα γρήγορα, όση πούδρα προλάβαινε στο μάγουλό της.

«Ακούσατε τι είπε αυτός ο μαλάκας;» ρώτησε η Κορνηλία, μπαίνοντας στο υπνοδωμάτιό τους, χωρίς να σταματήσει καθόλου.

«Εσύ τι λες;» αποκρίθηκε ο Λούσιος.

Η Κορνηλία δε φάνηκε να δίνει σημασία ούτε στο σκισμένο πουκάμισο του ξαδέλφου της, ούτε στον σπασμένο τηλεοπτικό δέκτη, ούτε στο κοκκινισμένο μάγουλο της Δομινίκης. «Και τι σκατά θα γίνει τώρα, Λούσιε; Βγήκε και είπε ότι υπηρετείς τον Μα–»

«Γνωρίζω τι είπε, Κορνηλία.» Ο Λούσιος σηκώθηκε απ’το κρεβάτι.

«Και είπε, επίσης, ότι ο Ανδρόνικος–»

«–είναι ελεύθερος. Αλλά δεν πρόκειται να τον αφήσω να καταστρέψει όλα όσα εργάστηκα να δημιουργήσω. Αφού θέλει ανοιχτό πόλεμο, θα τον έχει!»

«Και ο Κατακεραυνωτής;» ρώτησε η Κορνηλία, με λιγάκι χαμηλωμένη φωνή. «Θα πάμε τώρα στην Απολεσθείσα Γη, ή όχι;»

Ο Λούσιος φάνηκε να μη μπορεί ν’απαντήσει αμέσως σ’αυτό.

Η Δομινίκη, όμως, μπορούσε. «Φυσικά και θα πάμε! Ο Κατακεραυνωτής είναι που θα μας δώσει τη νίκη, και ενάντια στον Ανδρόνικο και ενάντια στην Παντοκράτειρα.»

«Αν, όμως, φύγω απ’το βασίλειο τώρα….» είπε ο Λούσιος. «Τι θα γίνει, αν φύγω απ’το βασίλειο τώρα;… Δεν μπορώ να φύγω, Δομινίκη. Η κατάσταση θα βγει τελείως από τον έλεγχο, αν φύγω.»

Σ’αυτό έχει δίκιο, σκέφτηκε η Δομινίκη. «Ναι,» του είπε, «πράγματι. Όμως εγώ πρέπει να πάω στην Απολεσθείσα Γη· και θα πάω. Κι όταν επιστρέψω, θα έχω μαζί μου ακριβώς ό,τι χρειαζόμαστε.»

Ο Λούσιος ένευσε, θεωρώντας αυτή τη συνετότερη λύση, δεδομένης της κατάστασης. Ο Κατακεραυνωτής, σίγουρα, θα τους πρόσφερε μεγάλο πλεονέκτημα· δεν μπορούσαν να τον αγνοήσουν. Εξάλλου, είχαν κάνει τόσες προσπάθειες για να τον βρουν.

Η Δομινίκη είπε στην Κορνηλία: «Θα έρθεις μαζί μου.» Δεν ήταν ερώτηση.

Εκείνη συνοφρυώθηκε. «Γιατί;»

«Γιατί είμαι Αρχιέρειά σου, και το προστάζω.»

Τα μάτια της Κορνηλίας γυάλισαν, αλλά δε μίλησε. Δεν έφερε καμία αντίρρηση.

Έτσι μπράβο, σκέφτηκε η Δομινίκη. Κλείσε το στόμα σου, πόρνη.

Ο Λούσιος είπε: «Πρέπει να μιλήσω στον Φερέσβιο, γιατί κι εκείνος θ’άκουσε το λόγο του Χρύσιππου· κι αν δεν τον έχει ακούσει ακόμα, θα τον ακούσει σύντομα, από κάποιο σύστημα αποθήκευσης.»

«Ο Χρύσιππος είναι προδότης,» τόνισε η Δομινίκη· «αυτό θα του πεις.»

«Φυσικά,» αντιγύρισε ο Λούσιος. «Εσύ τι λες να του πω;» Έβγαλε το πουκάμισό του, για να φορέσει ένα άλλο από τη ντουλάπα. Η όψη του είχε, ξαφνικά, γίνει πολύ πιο αποφασιστική από πριν. Ήταν έτοιμος για πόλεμο.

30

Ο Δούκας Φερέσβιος έμοιαζε να μη μπορεί να πιστέψει τα όσα είχε ακούσει. Η όψη του ήταν –έκρινε ο Λούσιος– όψη ανθρώπου παντελώς αποπροσανατολισμένου, ή ίσως ανθρώπου που αισθανόταν παγιδευμένος ή που βρισκόταν σε μεγάλο δίλημμα. Σκέφτεσαι να με προδώσεις, θείε;

Οι δυο τους στέκονταν μέσα σ’ένα μικρό σαλόνι του παλατιού, δίχως κανέναν άλλο γύρω τους· ο Δούκας είχε επιμείνει σ’αυτό: ήθελε να είναι μόνοι, για να μιλήσουν. Και τώρα, απαιτούσε από τον Λούσιο να του εξηγήσει τι ακριβώς συνέβαινε. Πώς ήταν δυνατόν να συμβαίνει αυτό που συνέβαινε;

«Σου είπα και πριν, θείε: ο αδελφός μου είναι τρελός και άκρως επικίνδυνος. Και, όπως δείχνουν τα πράγματα, τώρα είναι κι ελεύθερος–»

«Κι αυτά που είπε ο Χρύσιππος;»

«Ο Χρύσιππος είναι προδότης!» σφύριξε ο Λούσιος. «Ή ίσως ο Ανδρόνικος, κάπως, να τον έχει στο χέρι–»

«Μα, ο αδελφός σου ήταν φυλακισμένος. Πώς είναι δυνατόν να κατάφερε τόσο γρήγορα–»

«Θείε. Μη με διακόπτεις,» είπε ο Λούσιος, με τρόπο που ήταν εν μέρει προστακτικός. «Ο Ανδρόνικος, προφανώς, δραπέτευσε. Και, για να δραπετεύσει, θα είχε κάποια μέσα στη διάθεσή του τα οποία εγώ δεν ήξερα. Υποστηρικτές μέσα στην ίδια την Απαστράπτουσα, κατά πάσα πιθανότητα.

»Ίσως θα έπρεπε να τον είχα σκοτώσει, εξαρχής, όταν επιτέθηκε στον Λάθμιο και στους φρουρούς του παλατιού. Δεν ήθελα, όμως… Δεν ήθελα… Τέλος πάντων. Το ζήτημα τώρα δεν είναι τι έγινε στο παρελθόν, αλλά τι πρέπει να γίνει στο μέλλον.»

Ο Δούκας Φερέσβιος είχε σταυρώσει τα χέρια του στο στήθος, καθώς ατένιζε τον ανιψιό του. Το βλέμμα του ήταν σκοτεινό και προβληματισμένο. «Και τι σχεδιάζεις για το μέλλον;»

Δε μ’εμπιστεύεσαι, θείε, έτσι δεν είναι; σκέφτηκε ο Λούσιος, παρατηρώντας τον. Δε μ’εμπιστεύεσαι, γι’αυτό με κοιτάζεις με τέτοιο τρόπο… «Πιστεύεις, όντως, ότι είμαι ακόλουθος του Μαύρου Νάρζουλ;» είπε, ξαφνικά.

Η ερώτηση έπιασε τον Φερέσβιο απροετοίμαστο. «Φυσικά και όχι!» αποκρίθηκε, αμέσως.

«Η σκέψη αυτή, δηλαδή, δεν έχει περάσει καθόλου απ’το μυαλό σου;» Ο Λούσιος άρχισε να βαδίζει, κάνοντας, αργά, κύκλο γύρω από τον θείο του, σαν σαρκοβόρο που γυρόφερνε το θήραμά του.

«Η αλήθεια είναι,» είπε ο Φερέσβιος, «ότι είχα ακούσει μια φήμη… αλλά τίποτα περισσότερο. Και υποθέτω πως μονάχα αυτό ήταν: φήμη, όπως διάφορες άλλες που κυκλοφορούν, οι οποίες είναι, στο μεγαλύτερό τους μέρος, ψευδείς.»

«Ακριβώς. Και ο Χρύσιππος χρησιμοποιεί αυτή τη φήμη, προκειμένου να δημιουργήσει κοινή δυσαρέσκεια προς εμένα. Μη μου πεις, θείε, ότι δεν τα ξέρεις τέτοιου είδους κόλπα…»

«Εντάξει,» είπε ο Φερέσβιος. «Τι θα γίνει τώρα, όμως;»

«Τώρα, θείε,» αποκρίθηκε ο Λούσιος, «έχουμε πόλεμο· και θα χρειαστώ τη Ρακμάνη ως προσωρινή μου πρωτεύουσα.»

«Δε θα επιστρέψεις στην Απαστράπτουσα;»

«Δεν μπορώ να το ρισκάρω, έτσι όπως έχουν έρθει τα πράγματα. Ο αδελφός μου έχει, προφανώς, καταφέρει να οργανώσει την κατάσταση υπέρ του εκεί, τουλάχιστον σε έναν μεγάλο βαθμό· πιθανώς να με φυλακίσει ή να με σκοτώσει, αν πάω. Θα μείνω, λοιπόν, στη Ρακμάνη, ενώ η Δομινίκη και η Κορνηλία θα ταξιδέψουν στην Απολεσθείσα Γη, μαζί με μερικούς άλλους ανθρώπους.»

«Η κίνησή σου αυτή θα διαιρέσει το βασίλειο, Λούσιε,» τον προειδοποίησε ο Φερέσβιος.

«Ναι, αλλά όχι για πολύ. Μόνο μέχρι να… εκτοπίσω τον αδελφό μου.

»Στο μεταξύ, όλοι οι πομποί που φέρνουν εδώ το σήμα του Φωτός της Απολλώνιας πρέπει να καταστραφούν. Το εν λόγω κανάλι είμαι βέβαιος πως θα χρησιμοποιείται, στο εξής, αποκλειστικά για προπαγάνδα του Ανδρόνικου, και δε νομίζω ότι οι κάτοικοι της Ρακμάνης χρειάζεται να την ακούν και να αποπροσανατολίζουν το νου τους. Θα δημιουργήσουμε έναν δικό μας τηλεοπτικό σταθμό εδώ, μέσω του οποίου θα μπορούμε να πληροφορούμε τον λαό της Απολλώνιας για το τι πραγματικά συμβαίνει.»

*

Η Δομινίκη ετοιμαζόταν για το ταξίδι, όταν ο Λούσιος μπήκε στο δωμάτιο.

«Θα φύγεις μες στο βράδυ;» τη ρώτησε.

«Το σκέφτομαι,» αποκρίθηκε εκείνη. «Το μόνο βέβαιο είναι ότι δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο.» Είχε αλλάξει ενδυμασία· δε φορούσε πλέον τα επίσημα και φανταχτερά ρούχα που φορούσε όταν είχαν έρθει στο παλάτι του Φερέσβιου. Ήταν ντυμένη μ’ένα ταξιδιωτικό φόρεμα κι ένα ζευγάρι γυαλιστερές, μαύρες μπότες. Επάνω στο γραφείο είχε βάλει έναν σάκο, και τον γέμιζε με διάφορα αντικείμενα που πίστευε ότι θα της χρειάζονταν στο ταξίδι της στην Απολεσθείσα Γη.

Ο Λούσιος ένευσε, αλλά έμεινε σιωπηλός. Ας έφευγε η Δομινίκη ό,τι ώρα πίστευε ότι ήταν καλύτερα. Την εμπιστευόταν στα θέματα του συγχρονισμού. Και όχι μόνο σ’αυτά. Γι’αυτό κιόλας απορούσε πώς ο Ανδρόνικος είχε ξεφύγει απ’την επιρροή της. Η Δομινίκη τού είχε πει ότι είχε στείλει το Εσώτερο Δαιμόνιό της και είχε Αγγίξει τον αδελφό του· κι απ’αυτό το Άγγιγμα –από το Άγγιγμα του Μαύρου Νάρζουλ– κανείς δε γλίτωνε: κανείς δεν έμενε σώφρων. Ο Ανδρόνικος, όμως, ήταν κάποτε σύζυγος της Παντοκράτειρας, σκέφτηκε ο Λούσιος, βηματίζοντας μες στο δωμάτιο με το κεφάλι σκυμμένο και τα μάτια στενεμένα. Και είναι γνωστό πως η Παντοκράτειρα διαθέτει διάφορες απόκρυφες γνώσεις. Θα μπορούσε ο αδελφός μου να χρησιμοποίησε κάποια απ’αυτές, προκειμένου να αποκρούσει τη νοητική επίθεση της Δομινίκης;

«Λούσιε.»

Στράφηκε, για να κοιτάξει τη σύζυγό του, και να δει ότι εκείνη είχε, για την ώρα, πάψει να ετοιμάζεται. Στεκόταν και τον ατένιζε· και είπε: «Δεν μπορούμε ν’αφήσουμε την Αρχιμάχη και τον Αλεξίλυπο στην Απαστράπτουσα.»

Ναι, φυσικά, σκέφτηκε ο Λούσιος. Φυσικά. Δεν μπορούσαν ν’αφήσουν τα παιδιά τους στα χέρια του Ανδρόνικου. Ίσως να προσπαθούσε να τους εκβιάσει μέσω αυτών. Ή, ίσως να τα σκότωνε ή να τα κακοποιούσε. Τι μπορούμε, όμως, να κάνουμε;

«Ακούς τι σου λέω;» ρώτησε η Δομινική.

«Ναι,» είπε ο Λούσιος, «καταλαβαίνω. Σκέφτομαι τι θα μπορούσαμε να κάνουμε, για να τα πάρουμε απ–»

«Θα χρησιμοποιήσουμε τους ανθρώπους μας· τι άλλο;»

«Πιστεύεις ότι ο Ανδρόνικος θ’αφήσει ανθρώπους μας μέσα στο παλάτι της Απαστράπτουσας;»

«Δεν μπορεί να τους σκοτώσει, να τους φυλακίσει, ή να τους διώξει όλους. Σε κάποιους θα κάνει και λάθος,» είπε η Δομινίκη.

«Τρέχα-γύρευε, δηλαδή…»

«Πώς μπορείς να είσαι τόσο αδιάφορος;» φώναξε η Δομινίκη.

«Δεν είμαι αδιάφορος. Απλά, δε μου φαίνεται εύκολο, αυτή τη στιγμή, να πάρουμε τα παιδιά μας από την Απαστράπτουσα–»

«Δε θα τ’αφήσουμε εκεί! Πρέπει να κάνεις κάτι όσο θα λείπω!»

«Ο Ανδρόνικος θα τα έχει ήδη υπό κράτηση–»

«Και λοιπόν;»

«Μη φωνάζεις, Δομινίκη. Τι περιμένεις να κάνω; Θαύματα; Εσύ τι θα έκανες, αν οι θέσεις μας ήταν αλλιώς –αν εγώ πήγαινα στην Απολεσθείσα Γη και εσύ έμενες εδώ;»

Η Δομινίκη τον κοίταξε για λίγο, δίχως να μιλά. Στην αρχή, η έκφρασή της ήταν θυμωμένη· μετά, έγινε απεγνωσμένη, κουρασμένη. Ανασήκωσε τους ώμους και χτύπησε τα χέρια της στο γραφείο. «Δεν ξέρω…» παραδέχτηκε. «Θα έβρισκα, όμως, κάτι. Μην το αφήσεις έτσι, Λούσιε. Σε παρακαλώ, μην το αφήσεις έτσι.»

Εκείνος πλησίασε και τύλιξε τα χέρια του γύρω απ’τη μέση της. «Δε θα τ’αφήσω έτσι,» υποσχέθηκε, και την έσφιξε κοντά του.

Η Δομινίκη ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του. Γιατί δεν μπορώ να συνεχίσω να σε μισώ τώρα; αναρωτήθηκε. Η απελευθέρωση του Ανδρόνικου και ο λόγος του Χρύσιππου την είχαν τραντάξει. Την είχαν κάνει σχεδόν να ξεχάσει ακόμα και εκείνη τη σκηνή στο πλοίο –τον Λούσιο και την Κορνηλία, μαζί. Σχεδόν να την ξεχάσει, σχεδόν· όχι απόλυτα· γιατί θα φρόντιζε κι οι δυο τους να πληρώσουν, αργά ή γρήγορα.

«Να προσέχεις,» της είπε ο Λούσιος, καθώς η Δομινίκη έκανε πίσω, για να τον κοιτάξει στο πρόσωπο. «Και να προσέχεις και την Κορνηλία. Η Απολεσθείσα Γη είναι επικίνδυνος τόπος.»

Και να προσέχεις και την Κορνηλία… Η Δομινίκη ήθελε, εκείνη τη στιγμή, να τον χτυπήσει. Αλλά δεν το έκανε· προσποιήθηκε ότι τίποτα δε συνέβαινε. «Θα το έχω υπόψη,» είπε. Ναι, θα το έχω υπόψη… Πέρασε τα χέρια της πίσω απ’το λαιμό του και τον φίλησε. «Θα με αποχαιρετήσεις όπως πρέπει;» τον ρώτησε.

«Ναι.» Ο Λούσιος έλυσε ένα από τα δεσίματα στην πλάτη του φορέματός της.

«Επάνω στο γραφείο;»

«Κάτω απ’το κρεβάτι.»

Η Δομινίκη γέλασε σαν κοριτσάκι: ένα γέλιο που βγήκε αυθόρμητα από μέσα της, γιατί ο Λούσιος είχε φέρει στο νου της μερικές ευχάριστες αναμνήσεις, κι απ’ό,τι φαινόταν, σκόπευε να κάνει κιόλας αυτές τις αναμνήσεις να ζωντανέψουν πολύ, πολύ περισσότερο…

*

Ο Φαρνέλιος, ο Θελλέδης, και οι άλλοι δύο επαναστάτες κατέβηκαν στο φορτηγό, αλλά η Βασιλική έμεινε επάνω στο ύψωμα, μπροστά στο Ναό του Απόλλωνα, τυλιγμένη στην κάπα της και νιώθοντας τον παγερό άνεμο να τη χτυπά. Κάθισε στα πόδια του γιγάντιου αγάλματος του Άρχοντα του Φωτός και περίμενε, αναλογιζόμενη τα όσα είχαν συμβεί και κάνοντας ασαφή σχέδια για το μέλλον. Ανησυχώντας.

Το μεσημέρι, ένας ιερέας τής έφερε ένα πιάτο φαγητό, και της πρότεινε να έρθει στο εσωτερικό του Ναού, για να μην κρυώνει. Η Βασιλική αρνήθηκε, γιατί δεν ήθελε να βλέπει τους τραυματίες. Η θέα τους τράνταζε κάτι ευαίσθητο εντός της. Προτιμούσε να είναι έξω.

Το φαγητό του ιερέα ήταν απλό: φασόλια και λίγο κρέας. Η Βασιλική αναρωτήθηκε αν γνώριζε πως ήταν Πριγκίπισσα της Απολλώνιας. Δεν την είχε αποκαλέσει Υψηλοτάτη ή Πριγκίπισσά μου· επομένως, μάλλον, δεν γνώριζε· και καλύτερα έτσι, κατέληξε η Βασιλική.

Η ημέρα πέρασε, και η νύχτα ήρθε. Η Γλαυκή φάνηκε λαμπερή στον ουρανό. Η Αθώρητη ίσα που ξεχώριζε. Ο άνεμος είχε πέσει, αλλά το κρύο είχε δυναμώσει. Η Βασιλική ακόμα καθόταν στα πόδια του αγάλματος του Απόλλωνα, περιμένοντας.

Η τελετή πρέπει να έχει αρχίσει τώρα, σκέφτηκε. Πρέπει να έχει αρχίσει…

*

Στο εσωτερικό του Ναού, μέσα σ’ένα μικρό δωμάτιο περιστοιχισμένο από κολόνες, το φως της Γλαυκής γλιστρά από τον γαλάζιο κρυστάλλινο θόλο. Πλημμυρίζει τον χώρο.

Μια γυναίκα είναι γονατισμένη στο κέντρο του δωματίου, επάνω στο ιερό σύμβολο του Απόλλωνα που είναι λαξεμένο στο πάτωμα. Έχει κοντά, καστανά μαλλιά, και τα μάτια της είναι κλειστά. Τα χέρια της ακουμπούν στα γόνατά της. Φορά έναν φαρδύ χιτώνα· τα πόδια της είναι ξυπόλυτα.

Πριν από ώρες, ψιθύριζε την προσευχή που της είχε πει η Ορκισμένη· τώρα, δε χρειάζεται πλέον να την ψιθυρίζει. Τώρα, νομίζει πως την ακούει να επαναλαμβάνεται μέσα στο κεφάλι της.

Πλάι της στέκεται η Ορκισμένη. Το αργυρό στεφάνι στα καστανά της μαλλιά γυαλίζει στο φως που έρχεται απ’τον κρυστάλλινο θόλο. Τα χρυσά κομμάτια στο αριστερό χέρι της, που μοιάζουν να φτιάχνουν ένα μεταλλικό γάντι, γυαλίζουν επίσης. Η ιέρεια στέκεται ακίνητη· τα μάτια της είναι ορθάνοιχτα, και κοιτάζουν επάνω. Τα χείλη της αρθρώνουν επικλήσεις, υποτονθορύζοντας.

Κεριά είναι αναμμένα στην περιφέρεια του δωματίου, σε κηροπήγια επάνω στις κολόνες. Αρωματικά κεριά, που έχουν γεμίσει με την οσμή τους τον χώρο. Μια μεθυστική ευωδιά που ελαφραίνει το κεφάλι και διευρύνει τις αισθήσεις.

Οι φλόγες των κεριών, ξάφνου, τρεμοπαίζουν, σα να φυσά άνεμος, αν και δεν υπάρχει τρόπος να μπει άνεμος στο δωμάτιο·