ΚΩΣΤΑΣ ΒΟΥΛΑΖΕΡΗΣ

Το Τραγούδι της Ψυχής

Mια ιστορία από το Θρυμματισμένο Σύμπαν

 

 

 

 

Περισσότερες Ιστορίες από το
Θρυμματισμένο Σύμπαν


◊ Ένα Τρένο με Πολύχρωμες Γυναίκες ◊
◊ Ο Διαιρεμένος Θεός ◊
◊ Γάμος του Ήλιου και του Ανέμου ◊
◊ Οι Υπέρμαχοι του Γαλανού Φωτός ◊
◊ Ο Θάνατος του Ξενιστή ◊
◊ Ο Πόλεμος των Ξένων ◊
◊ Οι Φύλακες των Πάγων ◊
◊ Ο Απομονωμένος Κόσμος ◊
◊ Ο Βασιληάς, οι Νύφες, και η Μαύρη Δράκαινα ◊

Δωρεάν στο
www.fantastikosorizontas.gr/kostasvoulazeris/thrymmatismeno_sympan

 

 

 

 

© Κώστας Βουλαζέρης
http://www.fantastikosorizontas.gr/kostasvoulazeris

 

Για τα πνευματικά δικαιώματα αυτού του κειμένου ισχύουν οι όροι του Creative Commons – http://creativecommons.org/licenses/by-nc-nd/3.0/gr/


Αυτό το βιβλίο είναι λογοτεχνικό. Όλα τα ονόματα, τα πρόσωπα, και οι καταστάσεις είναι φανταστικά ή χρησιμοποιούνται με φανταστικό, λογοτεχνικό τρόπο. Οποιαδήποτε ομοιότητα με αληθινά ονόματα, πρόσωπα, ή καταστάσεις είναι καθαρά συμπτωματική.

 

 

 

 

Μέρος Πρώτο
Η Φωνή και το Φως

 

 

 

 

Κεφάλαιο 1
Οι Επαναστάτες στη Σφαίρα

Η τηλεπαρουσιάστρια γύρισε σελίδα στα χαρτιά εμπρός της.

«Και τώρα, κύριες και κύριοι, πρέπει να αναφέρουμε ένα δυσάρεστο γεγονός που έχει ταράξει τις Αρχές της πόλης μας αλλά και όσους πολίτες βρίσκονταν κοντά στο καταστροφικό συμβάν. Στις δώδεκα και μισή περίπου, το μεσημέρι, εξερράγη μια σειρά από ισχυρούς εκρηκτικούς μηχανισμούς στα φοροτεχνικά/λογιστικά γραφεία Αρωγός. Το οικοδόμημα παραδόθηκε γρήγορα στις φλόγες και καταστράφηκε ολοσχερώς.»

Η οθόνη έδειξε τα απομεινάρια του. Ένας κατακρεουργημένος σκελετός ανάμεσα στα υπόλοιπα ψηλά οικήματα της περιοχής.

«Οι περισσότεροι υπάλληλοι που εργάζονταν εκεί τη συγκεκριμένη ώρα έχασαν τη ζωή τους, και είχαμε επίσης πολλούς τραυματίες.»

Η οθόνη έδειξε εικόνες με νοσοκόμους που προσπαθούσαν να βάλουν τους τραυματίες σε φορεία και να τους μεταφέρουν στα νοσοκομειακά οχήματα που ήταν σταματημένα παραδίπλα.

«Οι ακρωτηριασμοί και τα εγκαύματα, όπως μπορείτε να δείτε, είναι κάτι το φρικτό…» σχολίασε η τηλεπαρουσιάστρια. Και, καθώς οι εικόνες με τους τραυματίες έσβησαν, φάνηκε πάλι η όψη της: μια μελαχρινή γυναίκα με γαλανό δέρμα και έντονα βαμμένα μάτια. Πίσω της ήταν κρεμασμένο ένα μεγάλο πεντάκτινο αστέρι μέσα σε κύκλο: το σήμα του Άστρου, του μοναδικού τηλεοπτικού καναλιού της Θακέρκοβ.

Η τηλεπαρουσιάστρια έριξε μια ματιά στα χαρτιά της. «Οι Αρχές μάς έχουν ενημερώσει ότι πρόκειται για συντονισμένη τρομοκρατική ενέργεια από άκρως επικίνδυνους αποστάτες, που ακολουθούν τον γνωστό εγκληματία Πρίγκιπα Ανδρόνικο της Απολλώνιας. Η κίνησή τους αυτή είχε σκοπό να τραντάξει την πόλη μας και να υπονομεύσει την τάξη. Ο Αρχιφρούραρχος Λυχνοβάτης δήλωσε πως δεν θα ανεχθεί την τρομοκρατία των αποστατών, και τόνισε ότι η Θακέρκοβ δεν μπορεί να απειληθεί από κάποιους σαν αυτούς. Ωστόσο, προειδοποίησε ότι πιθανώς να ακολουθήσουν κι άλλες παρόμοιες επιθέσεις, και επομένως οι δυνάμεις της Παντοκρατορίας θα επαγρυπνούν. Αλλά επίσης και οι πολίτες πρέπει να φανούν συνεργάσιμοι σε ό,τι τους ζητηθεί.

»Ο Πολιτειάρχης Μακρώνυμος, φανερά εξοργισμένος, δήλωσε πως θα κάνει ό,τι περνά από το χέρι του προκειμένου να αποτραπεί κάθε παρόμοια τρομοκρατική επίθεση και να βρεθούν και να εξοντωθούν οι τρομοκράτες.»

Η τηλεπαρουσιάστρια άλλαξε φύλλο μπροστά της. «Και τώρα, ένα μεγάλο καλλιτεχνικό γεγονός στο Θέατρο Νυκτωδία–»

*

Ο Έκτορας έκλεισε τον τηλεοπτικό δέκτη, ρουθουνίζοντας.

«Πάνω στο καλό μάς έκοψες, αφεντικό,» είπε ο Άλκιμος, που ήταν καθισμένος στ’αριστερά του, μ’ένα μεγάλο ποτήρι μπίρα στο δεξί, μυώδες χέρι του.

Ο Έκτορας άναψε το πούρο του. «Επειδή είμαι λιγάκι χαζός και επίσης ξεχνάω, πείτε μου: Ανατινάξαμε εμείς αυτό το γαμημένο χτίριο;»

Ο Αίολος μειδίασε γατίσια, και τα τετράγωνα γυαλιά του φάνηκαν να γυαλίζουν καθώς κουνούσε το κεφάλι του μέσα στο ασθενικό φως του δωματίου. «Αν ξεχνούσες εύκολα, δε θα είχες θυμηθεί εκείνο τον τύπο που ήρθε χτες βράδυ και που τις προάλλες είχε φύγει χωρίς να πληρώσει. Και αν ήσουν χαζός δε θα τον άρπαζες απ’το σβέρκο για να τον βάλεις να πληρώσει τώρα τα διπλά.»

«Δεν τον άρπαξε το αφεντικό,» είπε ο Άλκιμος κλείνοντας το μάτι· «εγώ τον άρπαξα.»

«Κάτι πρέπει να κάνεις κι εσύ εδώ πέρα…» μουρμούρισε ο Αίολος.

Ο Έκτορας είπε: «Ανατινάξατε, λοιπόν, το γαμημένο χτίριο χωρίς να με ρωτήσετε;»

«Νομίζω πως όλοι ξέρουμε πως δεν το κάναμε εμείς,» είπε ο μαυρόδερμος, γαλανομάλλης Αλλάνδρης. «Κόψε τις παπαρολογίες.» Το κομπολόι του έκανε κλικ-κλακ στο δεξί του χέρι.

Η Νιρίφα τούς παρατηρούσε χωρίς να μιλά. Τα χέρια της ήταν σταυρωμένα εμπρός της· το ποτήρι της με τον Χρυσό Καύσωνα αφημένο στο τραπέζι, μισοτελειωμένο.

«Ευχαριστώ, Αλλάνδρη,» είπε ο Έκτορας· «γιατί για μια στιγμή νόμιζα ότι είχα αρχίσει να τρελαίνομαι μ’αυτούς τους πούστηδες.»

Η πόρτα του μικρού, καπνισμένου δωματίου άνοιξε, και οι πέντε τους στράφηκαν, για να δουν τη μικρόσωμη, χρυσόδερμη Σερφάντια να στέκεται στο κατώφλι, ντυμένη με κόκκινο πουκάμισο με σηκωμένα μανίκια, ριγωτό (μαύρο και άσπρο) παντελόνι, και μαλακές καφέ μπότες.

«Κάποιος βουτούσε, Έκτορα,» είπε.

«Από εμάς;» ρώτησε ο Έκτορας καθώς σηκωνόταν όρθιος.

«Από τις τσέπες των πελατών.»

«Τον μάζεψες;»

Η Σερφάντια κατένευσε. «Έλα μαζί μου.»

Ο Αλλάνδρης τούς ακολούθησε έξω απ’το μικρό δωμάτιο και στην κεντρική αίθουσα της Οινόσφαιρας, όπου άλλοι έπιναν, άλλοι χόρευαν, κι άλλοι έπαιζαν μπιλιάρδο. Από τα μεγάλα ηχεία ερχόταν η μουσική του συγκροτήματος Ελάσσονες Ανεμοβούβαλοι.

«Τι θες εσύ;» ρώτησε η Σερφάντια τον Αλλάνδρη, κοιτάζοντάς τον πάνω απ’τον ώμο της.

«Επαγγελματικό ενδιαφέρον,» αποκρίθηκε εκείνος. Ήταν κλέφτης και διαρρήκτης προτού μπλέξει με την Επανάσταση.

*

Δεν είχε καταλάβει από πού είχε έρθει η μικρόσωμη, χρυσόδερμη κοκκινομάλλα. Είχε απλά εμφανιστεί μπροστά του, μόλις εκείνος είχε αρπάξει το πορτοφόλι ενός τύπου και απομακρυνόταν διακριτικά, κουνώντας το σώμα του στο ρυθμό των Ανεμοβούβαλων.

«Χορεύουμε;» τον ρώτησε απλώνοντας το χέρι της προς το μέρος του.

Εκείνος τής έδωσε το δικό του χέρι χωρίς να το πολυσκεφτεί. Η κοκκινομάλλα το πήρε – και έστριψε τον αντίχειρά του ανάμεσα στα δάχτυλά της. Ο Χρίστος αισθάνθηκε ολόκληρο το χέρι του να παραλύει από τον πόνο, και πρόλαβε μονάχα να πει Οοο! προτού εκείνη τού πει: «Θα έρθεις μαζί μου.»

«…Αν επιμένεις,» βόγκησε ο Χρίστος.

Κι έτσι η μικρόσωμη κοκκινομάλλα, χωρίς ν’αφήσει τον αντίχειρά του, τον οδήγησε στην άκρη της κεντρικής αίθουσας της Οινόσφαιρας και στα σκαλιά που πήγαιναν στο υπόγειο.

«Τι… τι κάνεις;» ψέλλισε ο Χρίστος.

«Ωραία χέρια έχεις,» του είπε εκείνη. «Θες να τα κρατήσεις;»

«Θα προτιμούσα, ναι…»

«Μη μιλάς, τότε.»

Τον είχε πάει στο υπόγειο και, αφήνοντας τον αντίχειρά του, τον είχε γρονθοκοπήσει στο σαγόνι κάνοντας τον να σωριαστεί στο πέτρινο πάτωμα ενώ φώτα χόρευαν μπροστά του.

«Μην πας πουθενά,» του είπε, και έφυγε, κλείνοντας και αμπαρώνοντας (σύρτης ακούστηκε) την πόρτα.

Ο Χρίστος δεν θα το υποπτευόταν ποτέ ότι μπορεί να ήταν τόσο δυνατή, έτσι μικροκαμωμένη που φαινόταν. Τι σκατά ήταν, η τύπισσα;

Όταν κατάφερε να σηκωθεί από το πάτωμα, κάθισε πάνω σ’ένα κιβώτιο αναστενάζοντας, και ανοιγόκλεισε τον αντίχειρά του. Ευτυχώς δεν του τον είχε σπάσει. Η γαμημένη! Πρέπει να παραφύλαγε για κλέφτες. Πρέπει να ανήκε σε τίποτα κωλοδυνάμεις ασφαλείας. Και νόμιζα πως η Οινόσφαιρα ήταν ήσυχο μέρος… Πουθενά δεν μπορείς να κάνεις τη δουλειά σου με την ησυχία σου πια…

Άναψε τσιγάρο καθώς περίμενε.

Θα με δώσουν στη Χωροφυλακή τώρα, και θα με χώσουν σε καμια στενή, οι γαμιόληδες…

Γαμώ την πουτάνα την τύχη μου, γαμώ…!

Ο σύρτης ακούστηκε να τραβιέται. Η πόρτα άνοιξε, και τρεις μπήκαν στο υπόγειο. Η μία ήταν η κοκκινομάλλα. Ο άλλος ήταν ένας κατάμαυρος τύπος με γαλανά μαλλιά, ντυμένος με πράσινο γιλέκο και μελανό παντελόνι. Ο τρίτος ήταν γαλανόδερμος με μαύρο, σγουρό μαλλί και πούρο στο στόμα. Φορούσε μαύρη τουνίκα με αργυρό σιρίτι, σκούρο γκρι παντελόνι, και γυαλιστερές μπότες. Από τη ζώνη του κρεμόταν ένα πιστόλι.

Η μικρόσωμη κοκκινομάλλα έμοιαζε σχεδόν να εξαφανίζεται ανάμεσα στους δύο άντρες.

«Αυτός είναι;» ρώτησε ο γαλανόδερμος με το πούρο.

«Αυτός,» είπε η γυναίκα.

«Γιατί, ρε μαλάκα, κανείς τέτοιες μαλακίες μες στο μαγαζί μου;» ρώτησε ο γαλανόδερμος τον Χρίστο.

Εκείνος βλεφάρισε. «Εεε… κοίτα, φίλε, δε σε ξέρω, αλλά» – έριξε κάτω το τελειωμένο τσιγάρο και το πάτησε – «δεν είναι όπως–»

«Τι έκανες εκεί;»

«Ε;…»

«Το τσιγάρο εσύ θα το μαζέψεις;»

Ο τύπος είναι τρελός, γαμώ την πουτάνα μου! «’Ντάξει, δεν τρέχει τίποτα.» Ο Χρίστος έσκυψε και σήκωσε το πατημένο τσιγάρο· τόβαλε σε μια τσέπη της καπαρντίνας του.

«Μην ξαναδώ τέτοιες μαλακίες.»

«Καλά, ό,τι πεις εσύ. Κοίτα, άμα είναι, να την κάνω κιόλας, και δεν τρέχει μία.» Ο Χρίστος σηκώθηκε απ’το κιβώτιο χαμογελώντας.

«Μας δουλεύεις, ρε;» είπε ο γαλανόδερμος. «Σου φαινόμαστε για μαλάκες;»

«Σίγουρα όχι, αφεντικό.»

«Η δεύτερη μαλακία που ακούω σήμερα,» είπε ο γαλανόδερμος στον μαυρόδερμο και στην κοκκινομάλλα.

«Ποια ήταν η πρώτη;» ρώτησε εκείνη.

Ο γαλανόδερμος στράφηκε πάλι στον Χρίστο. «Για δώσε ό,τι βούτηξες.»

«Καλώς, θα τα δώσω, φίλε, δεν υπάρχει πρόβλημα.» Ο Χρίστος έβγαλε τα κλεψιμαίικα από τις τσέπες του και τ’άφησε πάνω στο κιβώτιο όπου καθόταν πριν από λίγο.

Πέντε πορτοφόλια.

«Πώς τον κόβεις;» ρώτησε ο γαλανόδερμος τον μαυρόδερμο. «Της κλίμακάς σου ή όχι;»

Εκείνος μειδίασε. «Μικρό ψάρι, αφεντικό.»

Ο Χρίστος καθάρισε το λαιμό του γιατί αισθανόταν έναν κόμπο εκεί. «Να φεύγω, το λοιπόν;»

Ο γαλανόδερμος τον αγριοκοίταξε. «Ξέρεις ποιος είμαι εγώ;»

Ο Χρίστος τον ατένισε προσεκτικά. Δεν του θύμιζε τίποτα. «Όχι… Είσαι γνωστός;»

«Με λένε Έκτορα. Αυτό εδώ είναι το μαγαζί μου.»

«Α… εντάξει. Είσαι τ’αφεντικό της Οινόσφαιρας. Δεν το ήξερα. Συγνώμη, ρε φίλε.»

«Γιατί ήρθες να σουφρώσεις στο μαγαζί μου;»

«Δεν είναι τίποτα επειδή δε σε συμπαθώ κι έτσι. Κάπου έψαχνα να μπω και να κάνω τη δουλειά μου.»

«Εσύ,» του είπε ο Έκτορας, «άμα είχες μαγαζί κι ερχόταν μέσα ένας καριόλης και βουτούσε πορτοφόλια, και τον έπιανες, τι θα του έκανες;»

«Ναι, σε καταλαβαίνω τελείως. Θα είχα θυμώσει πολύ. Αλλά δε μπορούμε, για την ώρα, να το ξεχάσουμε; Και να σ’έχει καλά όποιος θεός πιστεύεις.»

«Πώς σε λένε;» τον ρώτησε ο Έκτορας.

«Χρίστος.»

«Επώνυμο δεν έχεις;»

«Είμαι παιδί της πέτρας, αφεντικό· δεν έχουν επώνυμο τα παιδιά της πέτρας.»

Ο τύπος μεγάλωσε στο δρόμο, λοιπόν, σκέφτηκε ο Έκτορας παρατηρώντας τον. Ο Χρίστος ήταν ένας άντρας μετρίου αναστήματος με κατάλευκο δέρμα σαν το χιόνι και μαύρα, μακριά μαλλιά, άπλυτα και όλο ουρές. Το πρόσωπό του ήταν αξύριστο εδώ κι αρκετές μέρες. Φορούσε μια παλιά καπαρντίνα, κι από μέσα τα ρούχα του ήταν σε χειρότερη κατάσταση από αυτήν.

«Από δω είσαι;» τον ρώτησε ο Έκτορας. «Από το Χωνευτήρι;»

«Ναι. Νομίζω πως η μάνα μου είχε έρθει απ’τα βορειοανατολικά. Απ’την Κιρβώνη. Κάπου από εκεί. Από τα δάση Φέρνιλγκαν.» Τα μάτια του στένεψαν. «Θα μ’αφήσεις να φύγω; Υπόσχομαι να μη με ξαναδείς.»

«Κι αν θέλω να σε ξαναδώ;»

Τα μάτια του Χρίστου γούρλωσαν, τώρα. «Ε;… Γιατί;»

Ο Έκτορας πήρε μια τζούρα από το πούρο του. «Επειδή είσαι όμορφος.»

Ο Χρίστος τον ατένιζε φανερά απορημένος.

«Χα-χα-χα-χα!» Ο Έκτορας στράφηκε στη Σερφάντια. «Δε σου φαίνεται όμορφος;»

«Ο μόνος ωραίος άντρας εδώ μέσα είσαι εσύ, αφεντικό.»

Ο Έκτορας έκανε το κεφάλι πίσω. «Χα-χα-χα-χα-χα!» Πήρε μια τζούρα από το πούρο του. Στράφηκε στον Αλλάνδρη. «Βλέπεις τι είναι οι γυναίκες; Πάντα, άλλα λένε άλλα σκέφτονται!»

Ατένισε πάλι τον Χρίστο. «Λοιπόν, άκου τι θα κάνεις. Θα πάρεις τα πορτοφόλια που έχεις εκεί και θα τα επιστρέψεις στους πελάτες απ’τους οποίους τα βούτηξες – χωρίς να σε πάρουν είδηση.»

Ο Χρίστος συνοφρυώθηκε παραξενεμένος. Αυτός ο τύπος είναι σίγουρα τρελός! σκέφτηκε. Ξεροκατάπιε. «Ναι… ’ντάξει… Και, και μετά;»

«Τι θα πει ‘και μετά’;»

«Θα φύγω;»

«Φυσικά και όχι. Αν μπορέσεις να τους επιστρέψεις τα πορτοφόλια τους, σημαίνει ότι είσαι αρκετά καλός για να σε θέλω εδώ. Αν δεν μπορέσεις να τους τα επιστρέψεις, αν κάποιος σε καταλάβει, θα σε αρπάξουμε και θα σε πετάξουμε έξω, λέγοντας πως πήγες να κλέψεις. Μη νομίζεις, όμως, ότι δε θα σε δείρουμε κιόλας.»

«Ας δοκιμάσω να τους γυρίσω τα πορτοφόλια, να δούμε,» είπε ο Χρίστος, μαζεύοντας τα πορτοφόλια από το κιβώτιο.

«Σοφός ο κύριος,» είπε ο Έκτορας στη Σερφάντια και στον Αλλάνδρη, δείχνοντας τον Χρίστο φευγαλέα με τον δείκτη του αριστερού χεριού.

*

Ο Χρίστος δεν ήταν βέβαιος ότι θα τα κατάφερνε. Αλλά, όπως φαινόταν το πράγμα, δεν είχε και καμια άλλη επιλογή. Ανέβηκε στην κεντρική αίθουσα της Οινόσφαιρας κι έπιασε δουλειά, έχοντας τα πορτοφόλια στις τσέπες της καπαρντίνας του.

Εκείνη η γκόμενα απ’την οποία είχε κλέψει ήταν ακόμα στο μπαρ, κι η τσάντα της ήταν ακόμα πλάι της κι ακόμα μισάνοιχτη, ευτυχώς. Ο Χρίστος πλησίασε και γλίστρησε το πορτοφόλι στην τσάντα.

Ο χοντρός τύπος με τη μακριά αλογοουρά δε χόρευε τώρα· είχε καθίσει. Άντε να του βάλεις πάλι το πορτοφόλι στην κωλότσεπη. Ο Χρίστος σκόνταψε «κατά λάθος» στο τραπέζι του, και στηρίχτηκε εκεί, με τα δύο χέρια. «Συγνώμη, φίλε,» είπε. «Συγνώμη. Ζαλίζομαι.» Ο τύπος σηκώθηκε. «Να σε βοηθήσω να πας μέχρι τις τουαλέτες;» ρώτησε. Κι ο Χρίστος απάντησε: «Ναι, άμα θέλεις.» Και, καθώς πήγαιναν, του γλίστρησε το πορτοφόλι στην κωλότσεπη. Ο τύπος τον άφησε στις τουαλέτες και έφυγε, ενώ ο Χρίστος έκανε ότι μπήκε σε μία και ξερνούσε.

Τρία πορτοφόλια ακόμα.

Γαμώ τα κέρατα του Κάρτωλακ! Θα τα καταφέρω;

Επέστρεψε στην κεντρική αίθουσα.

Η τύπισσα που έπαιζε μπιλιάρδο ήταν ακόμα εκεί. Φορούσε κείνο το μαύρο δερμάτινο φόρεμα με τις μεγάλες τσέπες. Ήταν αυτές τσέπες για νάχεις το πορτοφόλι σου; Ο Χρίστος έφταιγε που τόχε σουφρώσει; Για όνομα των θεών! Την πλησίασε πάλι, τώρα. Το πορτοφόλι της βγήκε απ’την τσέπη της καπαρντίνας του και μπήκε στη δική της τσέπη, στον αριστερό της μηρό, καθώς εκείνη ήταν σκυμμένη πάνω στο τραπέζι του μπιλιάρδου κρατώντας τη στέκα και σημαδεύοντας. Αμέσως τινάχτηκε όρθια. «Τι κάνεις εκεί, ρε μαλάκα!» γρύλισε αγριοκοιτάζοντάς τον. «Συγνώμη, συγνώμη,» αποκρίθηκε ο Χρίστος υψώνοντας τα χέρια. «Περνούσα.» Εκείνη τον έσπρωξε, απότομα, από τον ώμο. «Τα χέρια σου κοντά!» είπε, κι ο Χρίστος αποκρίθηκε: «Απλά περνούσα. Συγνώμη. Συγνώμη.» Και απομακρύνθηκε μέσα στον κόσμο, χωρίς επεισόδιο.

Ο μαντράχαλος στο μπαρ, που έπινε τη μια μπίρα μετά την άλλη, ήταν λιγνός αλλά μυώδης. Το μαύρο δερμάτινο πανωφόρι του ακόμα πλάι του ήταν διπλωμένο κι ακουμπισμένο. Ο Χρίστος πλησίασε και έβαλε μέσα το πορτοφόλι που είχε βουτήξει από εκεί.

Και το τελευταίο γαμημένο πορτοφόλι, τώρα…

Ο Χρίστος έψαξε, με το βλέμμα, για τον μαυρόδερμο άντρα με το πράσινο κοστούμι. Τον είδε να πηγαίνει προς την έξοδο της Οινόσφαιρας μαζί με δύο γυναίκες· τα χέρια του ήταν περασμένα γύρω από τη μέση της καθεμίας. Έμοιαζαν με πόρνες. Καλές πόρνες, που παίρνουν ήλιους, όχι ακτίνια. Κι εγώ, παρ’όλη τη γαμημένη αποψινή δουλειά, δε θάχω ούτε ακτίνιο επάνω μου.

Πλησίασε βιαστικά τον άντρα με το πράσινο κοστούμι, προτού φύγει απ’την Οινόσφαιρα. Έπεσε πάνω του. «Πρόσεχε, ρε καθυστερημένε!» μούγκρισε εκείνος. «Πού σκατά πας; Δε βλέπεις μπροστά σου;» Ο Χρίστος είχε ήδη γλιστρήσει το πορτοφόλι στο εσωτερικό του σακακιού του. «Συγνώμη, κύριος, συγνώμη. Έχω πιει πολύ,» μουρμούρισε φεύγοντας. «Γαμημένοι αλήτες…» άκουσε τον τύπο να μουγκρίζει πίσω του, και τις πόρνες να γελάνε.

Ο Χρίστος βάδισε μέσα στον κόσμο της κεντρικής αίθουσας της Οινόσφαιρας, με την καπαρντίνα του ξαλαφρωμένη από πορτοφόλια. Αισθανόταν ότι κάποιος τον είχε ληστέψει.

Ένα χέρι τον έπιασε απ’τον ώμο.

«Είσαι καλύτερος απ’ό,τι νόμιζα, φιλαράκι,» του είπε ο Έκτορας.

Και τον τράβηξε προς μια σκοτεινή γωνία προτού εκείνος προλάβει ν’αντιδράσει.

*

Ο Έκτορας στεκόταν μπροστά σ’ένα παράθυρο του πρώτου ορόφου της Οινόσφαιρας το οποίο κοίταζε τον ημιώροφο: κι εκεί, στον ημιώροφο, ήταν ξαπλωμένος ο Χρίστος. Είχε φάει και είχε πιει ό,τι του είχαν δώσει, και τώρα κοιμόταν, κουλουριασμένος μέσα σε μια κουβέρτα, επάνω σ’ένα παλιό στρώμα. Την καπαρντίνα του την είχε βγάλει και την είχε αφήσει παραδίπλα.

«Το λες αλήθεια ότι θα τον κρατήσεις;»

Ο Έκτορας είχε ακούσει τα βήματά της προτού ακούσει τη φωνή της. Δε στράφηκε να την κοιτάξει αλλά γνώριζε τι θα έβλεπε να πλησιάζει: μια μελαχρινή γυναίκα με σγουρά μαλλιά και λευκό δέρμα με απόχρωση του ροζ, ντυμένη με πράσινο, τιραντωτό φόρεμα διχτυωτό από τον αριστερό μηρό και κάτω, μακριά λευκά γάντια, και παπούτσια με ψηλό τακούνι. Στον λαιμό της ήταν ένα αργυρό, κρικωτό περιδέραιο απ’όπου κρεμόταν η επίσης αργυρή απεικόνιση ενός αεροπλάνου μ’έναν μικρό γυαλιστερό λίθο στην ουρά. Πάνω από τα γαντοφορεμένα δάχτυλά της ήταν περασμένα δαχτυλίδια. Από τον ώμο της κρεμόταν η μικρή τσάντα της, όπου σίγουρα βρίσκονταν τουλάχιστον τρεις τράπουλες με διαφορετική εικονογράφηση.

«Νομίζεις ότι αστειεύομαι;» τη ρώτησε εξακολουθώντας να κοιτάζει κάτω, το κοιμισμένο παιδί της πέτρας.

Η Χλόη ήρθε να σταθεί πλάι του. Κοίταξε κι εκείνη τον Χρίστο. «Τον εμπιστεύεσαι αρκετά για να τον βάλεις στην Επανάσταση;»

Ο Έκτορας γέλασε. Πέρασε το χέρι του γύρω απ’τη μέση της. Έσκυψε για να κολλήσει τα χείλη του στο πλάι του λαιμού της, μυρίζοντας γυναικείο δέρμα, άρωμα, ιδρώτα, καπνό από τσιγάρα. Ένα κόκκινο σημάδι έμεινε επάνω της όταν το στόμα του απομακρύνθηκε. «Δεν είπα ότι θα τον βάλω στην Επανάσταση κιόλας. Ας δούμε τι μπορεί να κάνει, πρώτα. Ας δούμε αν μπορούμε να τον εμπιστευτούμε.» Τώρα την κοίταζε καθώς της μιλούσε.

«Ο Αλλάνδρης λέει ότι τον συμπάθησες αυτόν τον τύπο.»

«Μπορεί,» παραδέχτηκε ο Έκτορας. «Είναι παιδί της πέτρας κι αυτός. Σαν κι εμένα.»

«Δεν είσαι το μόνο παιδί της πέτρας στη Σφαίρα,» του είπε η Χλόη.

«Σοβαρά, μαντάμ; Νομίζω ότι κλέβεις.» Τράβηξε ένα τραπουλόχαρτο μέσα από το μπούστο της.

Εκείνη μειδίασε κι έκανε να του το πάρει, αλλά ο Έκτορας το κράτησε γερά. «Δεν το είδες αυτό,» του είπε.

«Το ξέρω, όμως, ότι πάντα κρύβεις ένα χαρτί εκεί.» Κοίταξε το φύλλο στο χέρι του: είχε επάνω ζωγραφισμένη μια γυναίκα που από τη δεξιά μεριά είχε μαύρο/κόκκινο καρό δέρμα κι από την αριστερή χρυσό/κόκκινο καρό δέρμα· τα μαλλιά της ήταν κατάλευκα. Ένας μπαλαντέρ. «Αλλά αναρωτιέμαι, ορισμένες φορές, πώς το βγάζεις όταν σου χρειάζεται. Θέλω να πω, οι άντρες κυρίως εκεί θα κοιτάνε.»

«Μπορεί να το βγάζω μόνο όταν παίζω με γυναίκες,» αποκρίθηκε αινιγματικά η Χλόη. «Ή μπορεί να το βγάζω με τέτοιο τρόπο που κανένας δεν το βλέπει.»

Ο Έκτορας έφερε το χαρτί μπροστά στο πρόσωπό του, το μύρισε. Μύριζε Χλόη και άρωμα. «Ή… μπορεί να το κρατάς εκεί για άλλους λόγους.»

Τα μάτια της έδειξαν λίγο θυμό. «Σαν τι;»

Ο Έκτορας το ήξερε πως ήταν προληπτική. Πίστευε στις δυνάμεις της Μοίρας, και πίστευε ότι τα χαρτιά ήταν άμεσα συνδεδεμένα μ’αυτές. Δεν το παραδεχόταν πάντα, όμως. Ο Έκτορας πέρασε πάλι το τραπουλόχαρτο μέσα στο μπούστο της, χωρίς να δυσκολευτεί. «Για γούρι;»

«Κι αν το κρατάω για γούρι, έχεις πρόβλημα εσύ;» ρώτησε η Χλόη, ήπια.

«Κανένα.»

Κάποτε, όταν έκαναν έρωτα, είχε βρει πέντε τραπουλόχαρτα κρυμμένα σε διάφορα σημεία κάτω από τα ρούχα της. Η Χλόη τού είχε πει ότι τα είχε εκεί για τη δουλειά της, αλλά εκείνη τη μέρα δεν είχε παίξει ούτε μια φορά…

*

Η κεντρική αίθουσα ήταν άδεια τώρα. Το μαγαζί είχε κλείσει. Η μουσική που ερχόταν από τα ηχεία ήταν απαλή: Κλόντια Νέρνηχ. Ο Αλέξανδρος και η Λιβώνη μάζευαν τα ποτήρια, τα πιάτα, και τα σκουπίδια.

Ένας άντρας με λευκό-ροζ δέρμα, μαύρα κοντά μαλλιά, και τετράγωνα γυαλιά καθόταν στο μπαρ, πίνοντας ήρεμα ένα ποτήρι Κρύο Ουρανό και καπνίζοντας. Ο Αίολος’σαρ.

Ο Σωσίας τον πλησίασε, αποφεύγοντας τα σκουπίδια που μάζευε με τη σκούπα της η Λιβώνη. «Τι γίνεται, μάγε; Σε βλέπω συλλογισμένο.»

«Ορισμένοι εσένα λένε μάγο, μάγε.» Ο Αίολος ήπιε μια γουλιά απ’το ποτό του.

Ο Σωσίας μειδίασε. Πράγματι, ορισμένοι τον έλεγαν μάγο, αλλά δεν ήταν αληθινός μάγος, όπως ο Αίολος’σαρ, που ανήκε στο τάγμα των Ερευνητών. Ήταν ταχυδακτυλουργός. Έκανε μόνο μερικά κόλπα που στους άλλους έμοιαζαν παράξενα.

«Ο κόσμος βλέπει ό,τι θέλει να δει,» είπε ο Σωσίας πηγαίνοντας να καθίσει πλάι του στο μπαρ. «Έτσι δεν είναι;»

«Έτσι είναι, όντως. Άκουσες τις ειδήσεις πιο πριν;»

«Μου τα είπαν.»

«Ποιος;»

«Η Νιρίφα.» Η οποία ήταν επίσης μάγισσα, του τάγματος των Τεχνομαθών. Νιρίφα’μορ. Αληθινή μάγισσα κι αυτή, όχι ταχυδακτυλουργός όπως ο Σωσίας.

«Ήταν μαζί μας όταν τ’ακούσαμε,» είπε ο Αίολος. «Τα τσιράκια της Παντοκράτειρας έχουν τη δική σου σοφία, μάγε.»

Ο Σωσίας ύψωσε ένα μαύρο φρύδι ερωτηματικά. Το πρόσωπό του έμοιαζε με λιονταριού καθώς ξεπρόβαλλε μέσα από μαύρα μαλλιά και πλούσια μούσια.

«Ξέρουν κι αυτοί πως ο κόσμος βλέπει ό,τι θέλει να δει,» εξήγησε ο Αίολος. «Βάζεις αυτό το ποτό εδώ.» Ύψωσε το ποτήρι του έτσι ώστε να το χτυπά η αντανάκλαση ενός κόκκινου φωτός. «Και λες ότι το ποτό είναι κόκκινο επειδή μια κακή κόκκινη μύγα πέρασε και το κατούρησε! Κι ο κόσμος θα συμφωνήσει.»

Ο Σωσίας γέλασε. «Ακριβώς έτσι. Τελικά, λοιπόν, είσαι μάγος.»

«Βλέπεις; Δεν είσαι ο μόνος.» Ο Αίολος ήπιε μια γουλιά Κρύο Ουρανό.

«Νομίζεις ότι θάχουμε προβλήματα;»

Ο Αίολος συνοφρυώθηκε. «Τι πα να πει αυτό, μάγε;»

«Εξαιτίας των όσων ακούστηκαν στις ειδήσεις…»

«Θες να πεις ότι δεν μας κυνηγάνε ούτως ή άλλως

«Μας κυνηγάνε, σίγουρα,» αποκρίθηκε ο Σωσίας. «Για να πάνε, όμως, να ανατινάξουν ολόκληρο χτίριο ώστε να κατηγορήσουν εμάς, πρέπει να θέλουν να χοντρύνουν το παιχνίδι.»

«Τα έχουν ξανακάνει αυτά. Γίνεται μια μαλακία, και ποιος φταίει; Οι ‘τρομοκράτες’ του Πρίγκιπα Ανδρόνικου, μπλα μπλα μπλα.»

«Σωστός, αλλά αυτή τη φορά, σου ξαναλέω, έχω την αίσθηση ότι επίτηδες ανατίναξαν το χτίριο για να μας κατηγορήσουν.»

«Δε μπορείς να το ξέρεις αυτό,» διαφώνησε ο Αίολος.

«Θες να μου πεις, δηλαδή, ρε μάγε, ότι κάτι λογιστικά γραφεία ανατινάχτηκαν από μόνα τους; Ή από ατύχημα; Τι είναι, ενεργειακή αποθήκη; Ολόκληρο το χτίριο έγινε κάρβουνο!»

Ο Αίολος ήπιε Κρύο Ουρανό. Το τσιγάρο του καιγόταν μέσα στο τασάκι χωρίς να το έχει αγγίξει από τότε που ο Σωσίας ήρθε κοντά του· κόντευε να τελειώσει πια. «Σκατά,» είπε. «Δεν ξέρω. Ακούγεται λογικό αυτό που λες, βέβαια…»

Ο Σωσίας είδε, με την άκρια του ματιού, κάποιον να τους πλησιάζει. Γύρισε. Κοντά κόκκινα μαλλιά, χρυσό δέρμα. Η Σερφάντια· που, αν την έβλεπε κάποιος έτσι μικροκαμωμένη όπως ήταν, ποτέ δε θα φανταζόταν ότι μπορούσε να τον σκοτώσει προτού προλάβει να μετρήσει ώς το δύο. Ήταν μία από τις Μαύρες Δράκαινες, οι οποίες παλιότερα υπηρετούσαν την Παντοκράτειρα αλλά τώρα ήταν με την Επανάσταση, αφού η Παντοκράτειρα τις είχε φυλακίσει και ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος τις είχε ελευθερώσει από τη φυλακή τους.

«Το αφεντικό θέλει να μας μιλήσει,» είπε η Σερφάντια.

«Τι να μας πει;» ρώτησε ο Αίολος.

«Όταν έρθεις θα δεις.» Η Μαύρη Δράκαινα στράφηκε, βαδίζοντας.

Ο ταχυδακτυλουργός και ο μάγος την ακολούθησαν.

*

Μέσα στο ημιφωτισμένο δωμάτιο, ο Έκτορας καθόταν σ’ένα ξύλινο τραπέζι. Η Χλόη ήταν καθισμένη πλάι του, έχοντας τα πόδια της ακουμπισμένα στα γόνατά του και ανακατεύοντας μια τράπουλα στα χέρια της πιο γρήγορα, ίσως, κι από τον Σωσία. Δε φορούσε τα μακριά λευκά γάντια της τώρα.

Ο Αλλάνδρης καθόταν στην άλλη άκρη του τραπεζιού, μοιάζοντας να βαριέται και στριφογυρίζοντας ένα πεντακτίνιο εμπρός του. Η Νιρίφα’μορ ήταν μισοξαπλωμένη σε μια πολυθρόνα, φανερά νυσταγμένη. Φορούσε ένα μακρύ μπεζ φόρεμα, και τα μακριά ξανθά της μαλλιά ήταν λυτά, πέφτοντας στους ώμους της. Το λευκό-ροζ δέρμα της έμοιαζε σχεδόν μαύρο, εκεί στις σκιές όπου καθόταν.

Ο Άλκιμος ήταν όρθιος, με τον έναν ώμο ακουμπισμένο στον τοίχο. Τα χοντρά, μυώδη χέρια του ήταν σταυρωμένα εμπρός του. Το δικό του δέρμα ήταν κατάλευκο σαν κόκαλο, και γυάλιζε ακόμα και σε τούτο τον ασθενικό φωτισμό. Τα μαύρα, άγρια μακριά μαλλιά του έμοιαζαν με σκιές.

Ο Σωσίας, ο Αίολος’σαρ, και η Σερφάντια μπήκαν στο δωμάτιο.

«Απαρτία, λοιπόν,» σχολίασε ο Αλλάνδρης. «Όλα τα μεγάλα κεφάλια είν’ εδώ.»

«Να μιλάς για το δικό σου κεφάλι,» του είπε η Χλόη.

Γέλια ακούστηκαν από γύρω, καθώς ο Σωσίας, ο Αίολος, και η Σερφάντια κάθονταν: οι δύο πρώτοι στον μικρό καναπέ και η τελευταία σε μια καρέκλα, σταυρώνοντας τα πόδια της στο γόνατο.

«Νυχτερινό συμβούλιο;» είπε ο Αίολος. «Δεν μπορούσε να περιμένει ώς το πρωί;»

«Το πρωί,» αποκρίθηκε ο Έκτορας, «ίσως να πρέπει να κουνήσουμε τα σκέλια μας λιγάκι.»

«Κατάλαβα. Δουλειές για τον Πρίγκιπα.»

«Δεν κατάλαβες. Καμια δουλειά για τον Πρίγκιπα δεν έχουμε να κάνουμε. Για την ώρα. Και ούτε καμια συγκεκριμένη δουλειά για εμάς. Μ’έχει βάλει σε σκέψεις, όμως, η έκρηξη στον Αρωγό. Το χτίριο διαλύθηκε από πάνω ώς κάτω. Κάποιοι πρέπει να τόχαν γεμίσει μ’εκρηκτικά. Μία βόμβα μονάχα δε μπορεί να τόκανε αυτό. Και μια τέτοια δουλειά… αφού, αν δεν είμαι τελείως τρελός, δεν την κάναμε εμείς, ποιος την έκανε; Αυτό θέλω να μάθουμε.»

«Νομίζω πως είναι προφανές, αφεντικό, ότι την έκαναν οι Παντοκρατορικοί προκειμένου να μας κατηγορήσουν,» είπε ο Σωσίας.

«Πιστεύεις, λοιπόν, ότι θα κάθονταν να τινάξουν στον αέρα ένα άσχετο οίκημα που στεγάζει λογιστικά γραφεία για να πουν ότι το έκαναν οι ‘κακοί τρομοκράτες’; Γιατί να μην ανατινάξουν κάτι πιο σοβαρό;»

«Όπως;»

«Δεν έχει σημασία το συγκεκριμένο παράδειγμα–»

«Επιπλέον,» τους διέκοψε ο Αίολος, «γιατί να μπουν, γενικά, στον κόπο να τινάξουν κάτι στον αέρα; Αν θέλουν να μας κυνηγήσουν, μπορούν, δε μπορούν; Δε μας κυνηγάνε ήδη; Δεν κυνηγάνε όλους τους επαναστάτες, παντού στο Γνωστό Σύμπαν; Τι λέμε τώρα; Είμαστε σοβαροί;»

«Πολύ καλή παρατήρηση,» είπε ο Έκτορας. «Γι’αυτό θέλω να μάθουμε γιατί ανατίναξαν το οίκημα του Αρωγού

«Είσαι σίγουρος ότι μας νοιάζει;» τον ρώτησε ο Αλλάνδρης. «Μπορεί κάτι να συνέβη και να είπαν, με την ευκαιρία, γιατί δεν κατηγορούμε και τους ‘τρομοκράτες’ για να βγάλουμε και τίποτα απ’την όλη υπόθεση;»

«Πάω στοίχημα πως η Λεγεώνα το έκανε,» είπε ο Άλκιμος. «Αυτοί κάνουν πάντα τις βρομοδουλειές των Παντοκρατορικών.»

«Το έχω σκεφτεί,» συμφώνησε ο Έκτορας νεύοντας. «Αλλά η Λεγεώνα πώς θα είχε πρόσβαση σε κάτι λογιστικά γραφεία; Μπορεί να μπούκαραν στο μέρος και να τόκαναν καλοκαιρινό· αλλά να μπουν κρυφά για να βάλουν εκρηκτικούς μηχανισμούς; Πώς;»

«Μπορεί να τους έβαλαν απ’την έξω μεριά,» είπε η Νιρίφα, τρίβοντας το αριστερό της μάτι, «όχι από τη μέσα.»

«Δηλαδή, πήγαν τη νύχτα και, σκαρφαλώνοντας από πάνω ώς κάτω, γέμισαν το οικοδόμημα μ’εκρηκτικά.»

«Δεν αποκλείεται,» είπε η μάγισσα. «Δε νομίζω ότι είναι δύσκολο για τη Λεγεώνα.»

«Και θα λειτουργούσαν τα εκρηκτικά το ίδιο αποτελεσματικά;»

«Γιατί όχι; Αν ήταν αρκετά ισχυρά. Κι απ’ό,τι είδαμε, πρέπει να ήταν. Το οικοδόμημα διαλύθηκε τελείως· μόνο ένας σκελετός έχει μείνει.»

Ο Έκτορας άναψε, συλλογισμένα, το πούρο του. Μετά είπε: «Θα πάμε να κοιτάξουμε το μέρος, το πρωί. Το θέμα δεν είναι μόνο πώς το διέλυσαν, αλλά και γιατί

«Περίεργος έχεις γίνει, αφεντικό,» είπε ο Αλλάνδρης.

«Γιατί δε λες στη φίλη μας από την Πόλη να πάει να το κοιτάξει και να μας τραβήξει και μερικές φωτογραφίες;» πρότεινε ο Αίολος στον Έκτορα.

«Η Τζάκι, μάλλον, θα έχει ήδη πάει. Οι εφημερίδες συνήθως βιάζονται να γράψουν τα νέα το πρωί. Ωστόσο, ίσως θα ήταν καλό να της μιλήσουμε μετά· μπορεί να ξέρει κάτι.»

«Πάμε για ύπνο, τώρα;» πρότεινε η Νιρίφα.

Ο Έκτορας, ο Πρόμαχος της Επανάστασης στην πόλη της Θακέρκοβ, σηκώθηκε από την καρέκλα του βγάζοντας τα πόδια της Χλόης από τα γόνατά του. «Δεν έχουμε κάτι άλλο να πούμε. Σχολείο τέλος· πηγαίνετε να διαβάσετε.»

«Με τον άστεγο που μάζεψες τι θα κάνουμε;» ρώτησε ο Αίολος.

«Να τον προσέχετε γι’απόψε. Ίσως να βρήκαμε έναν ακόμα σύντροφο.»

«Μπορεί να πάει να μας πουλήσει ο σύντροφός σου,» τον προειδοποίησε ο Αλλάνδρης.

«Θα τον δοκιμάσουμε πρώτα, κι άμα δε μας κάνει θα τον κλοτσήσουμε.»

*

Ο Αλλάνδρης φυλούσε σκοπιά, και τώρα βάδιζε στον πρώτο όροφο της Σφαίρας. Τα βήματά του δεν έκαναν θόρυβο: οι συνήθειες του διαρρήκτη δεν ξεχνιούνται· ο Αλλάνδρης πάντοτε βάδιζε πιο σιγανά από τους άλλους. Εκείνο που ακουγόταν περισσότερο ήταν το κομπολόι του, καθώς κάπου-κάπου (όχι πολύ συχνά, για να μη δίνει στόχο) το στριφογύριζε στο αριστερό του χέρι.

Από το παράθυρο του πρώτου ορόφου, κοίταξε στον ημιώροφο και είδε τον Χρίστο να κοιμάται. Ο δικός σου δεν είχε ούτε καν αλλάξει πλευρό· λιώμα ήταν. Η Σφαίρα σίγουρα θάναι το καλύτερο μέρος που έχει κοιμηθεί εδώ και χρόνια. Ή ίσως νάναι και το καλύτερο μέρος που έχει κοιμηθεί σ’ολόκληρη τη ζωή του, σκέφτηκε ο Αλλάνδρης. Παιδί της πέτρας… σαν εμένα και τον Πρόμαχο. Ξέρουμε.

Ήταν από παλιά φίλοι οι δυο τους, εκείνος κι ο Έκτορας – προτού μπουν στην Επανάσταση. Είχαν περάσει από πολλές ταλαιπωρίες στους δρόμους της Θακέρκοβ και σ’άλλες πόλεις της Σεργήλης. Αλλά πάντοτε στη Θακέρκοβ επέστρεφαν. Η λέρα εδώ πρέπει να τους τράβαγε· δεν υπήρχε άλλη εξήγηση.

Τ’αφτιά του Αλλάνδρη έπιασαν, ξαφνικά, βήματα. Κάποιος ξυπόλυτος· δε μπορεί να φορούσε παπούτσι και ν’ακουγόταν έτσι πάνω στο σανίδι. Περίμενε, χωρίς να χτυπά το κομπολόι του. Είδε μια σκιά. Η Νιρίφα. Με το νυχτικό της. Αϋπνίες;

Ο Αλλάνδρης καθάρισε το λαιμό του.

Η Νιρίφα αναπήδησε. Στράφηκε να τον κοιτάξει. «Για όνομα της Λόρκης! Είσαι ένα με το σκοτάδι,» του είπε.

Ο Αλλάνδρης μειδίασε, γνωρίζοντας ότι, όντως, το κατάμαυρο δέρμα του τον βοηθούσε να χάνεται στο σκοτάδι. Αλλά μάλλον δεν έφταιγε αυτό που η μάγισσα δεν τον είχε δει. Παραπατούσε. Ήταν μισοκοιμισμένη.

«Πού πας;» τη ρώτησε.

Τον κοίταξε καχύποπτα. «Γιατί ρωτάς;»

«Φυλάω σκοπιά, και είμαι περίεργος–»

«Δεν πάω να κάνω καμια ζημιά, αν αυτό φοβάσαι.» Του έστρεψε την πλάτη, βαδίζοντας πάλι.

Ο Αλλάνδρης την έπιασε από το μπράτσο, όχι δυνατά. «Αν έχεις αϋπνίες, κι εγώ αϋπνίες έχω. Να κεράσω ένα ποτό;» ρώτησε, αν και ήξερε ότι, ουσιαστικά, δεν μπορούσε να κεράσει ποτό: απλά θα το έπαιρνε από την κάβα της Σφαίρας.

«Άσε το χέρι μου,» του είπε η Νιρίφα, όχι απότομα.

Ο Αλλάνδρης το άφησε.

«Πηγαίνω να πάρω ένα ποτήρι γάλα,» εξήγησε η Νιρίφα, «και μετά, πάω να κοιμηθώ.» Βάδισε προς τη σκάλα.

Ο Αλλάνδρης την ακολούθησε.

«Γιατί μ’ακολουθείς;» τον ρώτησε εκείνη όταν έφτασαν κάτω.

«Δεν το κάνω επίτηδες. Σου είπα: φυλάω σκοπιά.» Και γουστάρω να παίρνω μάτι τα πισινά σου. –Αλλά γιατί αυτή η γυναίκα είναι τόσο παράξενη;

Η Νιρίφα δεν του απάντησε. Πήγε στην κουζίνα, χωρίς ν’ανάψει το φως.

Ο Αλλάνδρης την ακολούθησε και την είδε ν’ανοίγει το ψυγείο (που είχε δικό του, εσωτερικό φως), να παίρνει ένα μπουκάλι γάλα, και να γεμίζει ένα ποτήρι.

Έκλεισε πάλι το ψυγείο και του είπε: «Όπως βλέπεις, δεν ήρθα να βάλω βόμβα.»

Πραγματικά νομίζει ότι την ακολουθώ επειδή την υποπτεύομαι;

Η Νιρίφα πλησίασε την πόρτα της κουζίνας. Όπου στεκόταν ο Αλλάνδρης. «Να περάσω;» τον ρώτησε, και ήπιε μια γουλιά από το γάλα της.

Ο Αλλάνδρης παραμέρισε και, καθώς εκείνη περνούσε από μπροστά του, τη ρώτησε: «Πιο πριν, μου φαινόσουν έτοιμη να κοιμηθείς εκεί που καθόσουν – και τώρα έχεις αϋπνίες

Η Νιρίφα τον κοίταξε πάνω απ’τον ώμο της, συνοφρυωμένη. «Ποιος είπε ότι έχω αϋπνίες;»

«Υπέθεσα ότι για νάρχεσαι εδώ κάτω τέτοια ώρα….» Ο Αλλάνδρης μόρφασε.

Η Νιρίφα μειδίασε. Ήπιε ακόμα μια γουλιά γάλα. «Βγάζεις, όμως, περίεργα συμπεράσματα,» του είπε, και πήγε προς τη σκάλα.

Ο Αλλάνδρης δεν την ακολούθησε.

Παράξενη γυναίκα…

Κεφάλαιο 2
Οι Καβαλάρηδες του Σκοτεινού Δρόμου

Η Χωροφυλακή είχε περιτριγυρίσει το κατεστραμμένο οικοδόμημα με συρματόπλεγμα και με μερικούς φρουρούς, αφού οι ομάδες διάσωσης δήλωσαν πως είχαν βγάλει από τα συντρίμμια όλους τους νεκρούς και τους τραυματίες – μια διαδικασία που είχε κρατήσει ώρες.

Κατά τη διάρκεια αυτών των ωρών, οι δημοσιογράφοι του Άστρου έκαναν ζωντανή λήψη της σκηνής με μεγάλους τηλεοπτικούς πομπούς. Κάποιοι άλλοι άγνωστοι έκαναν – κρυφά, γιατί δεν είχαν άδεια – λήψη της σκηνής με μηχανικούς οφθαλμούς, αλλά η Χωροφυλακή γρήγορα τούς εντόπισε, τους κατάσχεσε τα μηχανήματα, και τους έβαλε σε ένα όχημα, παίρνοντάς τους από εκεί και πηγαίνοντάς τους, μάλλον, στο Κεντρικό Φρουραρχείο – αν έκρινε σωστά η Τζάκι από την κατεύθυνση που πήρε το όχημα.

Η ίδια δεν είχε επιχειρήσει να κάνει λήψη της σκηνής στο αποθηκευτικό σύστημα κάποιου μηχανικού οφθαλμού επειδή γνώριζε ότι σίγουρα θα την έπιαναν. Οι Παντοκρατορικοί είχαν πράκτορές τους παντού σε τέτοιες περιπτώσεις· κι επιπλέον, η Τζάκι μπορούσε να δει δύο τηλεοπτικούς πομπούς στις γωνίες των δρόμων, από τους οποίους κοίταζαν κι άλλοι πράκτορες της Παντοκράτειρας ή άνθρωποι της Χωροφυλακής. Δεν ήταν να το ριψοκινδυνεύει κανείς. Μόνο στο Άστρο επιτρεπόταν να κάνει ζωντανή λήψη, γιατί φυσικά το Άστρο ήταν απόλυτα ελεγχόμενο από τους λακέδες της Παντοκράτειρας. Όχι πως και τα υπόλοιπα μέσα μαζικής ενημέρωσης της Θακέρκοβ δεν ήταν ελεγχόμενα· απλά, ο έλεγχος εκεί δεν ήταν τόσο μεγάλος. Υπήρχαν και άνθρωποι που μιλούσαν ειλικρινά όταν μπορούσαν. Ή ακόμα και άνθρωποι σαν την Τζάκι. Άνθρωποι που υποστήριζαν – σιωπηλά, ασφαλώς – την Επανάσταση.

Η Τζάκι τριγύριζε γύρω από τα απομεινάρια του οικοδομήματος και γύρω από τα νοσοκομειακά και τους νοσοκόμους και τους τραυματίες και τους ανθρώπους των ειδικών δυνάμεων, τραβώντας γρήγορες φωτογραφίες με τη μηχανή της. Κανένας δεν το απαγόρευε αυτό – αρκεί να μη φωτογράφιζε εκεί όπου απαγορευόταν να πάει: δηλαδή, μέσα στα συντρίμμια. Οι χωροφύλακες εξαρχής το είχαν φωνάξει στους δημοσιογράφους: Όποιος πάει μέσα συλλαμβάνεται! Τέλος! Ό,τι κάνετε, απέξω!

Η Τζάκι ήταν ντυμένη με γκρίζο ταγέρ – γκρίζο μεσάτο σακάκι και γκρίζα κοντή φούστα – λευκό πουκάμισο, μαύρες κάλτσες, και γκρίζο πλατύγυρο καπέλο που καθόταν λοξά στο κεφάλι της. Τα ξανθά μαλλιά της ήταν δεμένα κότσο, κάνοντας το λευκό-ροζ πρόσωπό της να μοιάζει αιχμηρό σαν πουλιού. Εκτός από την τσάντα της, κουβαλούσε μόνο τη φωτογραφική της μηχανή. Είχε έρθει αμέσως μόλις έμαθε για το περιστατικό· δεν μπορούσε ν’αφήσει μια τέτοια είδηση. Κάτι περίεργο γινόταν εδώ· ήταν σίγουρη. Δεν πίστευε ότι οι επαναστάτες (οι τρομοκράτες, όπως τους έλεγαν τα τσιράκια της Παντοκράτειρας) είχαν προκαλέσει τούτη την καταστροφή. Οι σύντροφοι του Έκτορα έκαναν πολλά – ορισμένα απ’τα οποία όχι και τόσο όμορφα – όμως δεν θα σκότωναν έτσι, εν ψυχρώ, τόσους αθώους υπαλλήλους ακόμα κι αν ο χειρότερος πράκτορας της Παντοκράτειρας βρισκόταν μέσα σε τούτο το οίκημα. Η Τζάκι, τουλάχιστον, δεν το πίστευε.

Φωτογραφίζοντας από δω κι από κει, κάποια στιγμή άκουσε έναν άντρα των ειδικών δυνάμεων διάσωσης να λέει σε δύο συντρόφους του: «Εκείνο κει το φως… ίσως κανένας να ήταν εκεί κάτω.»

«Μας είπαν να μην το πλησιάσουμε, δεν το πλησιάζουμε – τέλος.»

«Κι αν είναι κάποιος παγιδευμένος;»

«Για να μας έδιωξαν, κανένας δεν είναι–»

«Πώς μπορεί να το ξέρουν;»

«Δεν έχει σημασία! Είσαι χαζός; Θες να μπλέξεις; Και θες να μπλέξεις κι εμάς; Κάτι γίνεται εκεί κάτω και δεν πρέπει να πάμε. Κουνήσου τώρα. Υπάρχει τόση δουλειά εδώ πέρα.»

Ο άντρας ένευσε. «Καλώς, έγινε. Έχεις δίκιο.» Η όψη του έδειχνε, όμως, ότι ήταν στεναχωρημένος.

Η Τζάκι σκέφτηκε, κοιτάζοντάς τους ν’απομακρύνονται: Εκείνο κει το φως;… Εκεί κάτω;… Παράξενο. Προφανώς, ο άντρας μιλούσε για κάποιο σημείο μέσα στα συντρίμμια: κάποια καταπακτή ή σκάλα, ή τρύπα. Και κάποιος τούς απαγόρευσε να πάνε εκεί. Πράκτορας της Παντοκράτειρας; Φρουρός; Αναρωτιέμαι γιατί… Η Τζάκι, όμως, δεν μπορούσε να μπει για να ερευνήσει. Τουλάχιστον, όχι ακόμα.

Αλλά η ώρα δεν άργησε να περάσει. Και η νύχτα ερχόταν γρήγορα τώρα που ήταν χειμώνας. Οι ομάδες διάσωσης τελείωσαν τη δουλειά τους· οι χωροφύλακες περιτριγύρισαν τα συντρίμμια του οικήματος με συρματόπλεγμα· ο γρυποκαβαλάρης της Χωροφυλακής που πετούσε από πάνω τους έφυγε, φτερουγίζοντας προς το Κεντρικό Φρουραρχείο.

Οι δημοσιογράφοι αποχωρούσαν ο ένας κατόπιν του άλλου· ό,τι φωτογραφίες ήταν να τραβήξουν τις είχαν τραβήξει, ό,τι λήψεις είχαν να κάνουν με τους τηλεοπτικούς πομπούς τους τις είχαν κάνει.

Η Τζάκι έμεινε. Γλιστρώντας στις πυκνές σκιές. Απαρατήρητη, ελπίζοντας.

Περίμενε μέχρι που οι χωροφύλακες αραίωσαν. Πλησίασε το σημείο όπου ήταν διπλωμένα τα δύο πέρατα του συρματοπλέγματος. Προχειροδουλειά: ούτε λουκέτο δεν είχαν περάσει, ούτε καν ένα σχοινί. Η Τζάκι παραμέρισε το συρματόπλεγμα, προσεχτικά αλλά γρήγορα, και γλίστρησε μέσα στα απομεινάρια του οικήματος του Αρωγού προτού ζυγώσει ο φρουρός που έκανε πέρα-δώθε.

Τα συντρίμμια έτριζαν ελαφρά κάτω από τα κοντά μποτάκια της. Το σκοτάδι ήταν πυκνό εδώ, κι έτσι βάδιζε με μεγάλη προσοχή για να μη σκοντάψει και χτυπήσει. Φακό, φυσικά, δεν άναψε για προφανείς λόγους. Το σκοτάδι ήταν, βασικά, φίλος της, όχι εχθρός της· ήταν το μόνο πράγμα που την έκρυβε απ’τα μάτια των Παντοκρατορικών.

Σε κάποια στιγμή πάτησε κάτι που έκανε ένα έντονο κρατς! κάτω απ’το δεξί της πόδι, και η Τζάκι το αισθάνθηκε, ό,τι κι αν ήταν, να σπάει, να θρυμματίζεται. Σταμάτησε. Έκανε ένα βήμα πίσω. Κλότσησε το άγνωστο αντικείμενο προς μια λωρίδα φωτός που έφτανε ώς εδώ από τα τεχνητά φώτα του δρόμου.

Τι σκατά είν’αυτό;

Και μετά, κατάλαβε.

Ένα καρβουνιασμένο χέρι, από τον αγκώνα και κάτω.

Της ήρθε να ξεράσει. Γύρισε απ’την άλλη και πήρε μια βαθιά ανάσα… νιώθοντας τα πνευμόνια της να γεμίζουν με βρόμικο αέρα από τη στάχτη που είχαν αφήσει πίσω τους οι καπνοί και η φωτιά.

Μεγάλη Αρτάλη!

Η Τζάκι συνέχισε να βαδίζει, προσεχτικά. Ψάχνοντας με το βλέμμα. Αναζητώντας εκείνο το φως που είχε αναφέρει ο άντρας των ειδικών δυνάμεων.

Υπήρχε ή ήταν της φαντασίας του;

Ή, μήπως, το είχαν πια σβήσει οι πράκτορες της Παντοκράτειρας;

Τελικά, δεν άργησε να το δει. Ένα λευκό φως, όχι πολύ δυνατό: όχι τόσο δυνατό ώστε να μπορεί να φανεί έξω απ’τα συντρίμμια. Τι ήταν εκεί πέρα;

Η Τζάκι ζύγωσε, και βρέθηκε μπροστά σε μια πέτρινη σκάλα γεμάτη κομμάτια πέτρας, σοβάδες, χώματα, και σπασμένα έπιπλα. Το φως ερχόταν από εκεί κάτω. Δε θάναι εύκολο να κατεβώ, σκέφτηκε η Τζάκι. Ύψωσε τη φωτογραφική μηχανή της και φωτογράφισε τη σκάλα χωρίς φλας.

Κοίταξε τη φωτογραφία στη μικρή οθόνη της μηχανής: Σκοτάδι μόνο. Πώς είναι δυνατόν; Υπήρχε φως. Άρα η φωτογραφία έπρεπε να είχε βγει κανονικά. Έμοιαζε απίθανο αλλά το φως που ερχόταν από τη σκάλα ήταν σαν… σαν να αρνιόταν να φωτογραφηθεί.

Ή ίσως κάτι άλλο να είχε συμβεί. Κάποια προσωρινή δυσλειτουργία της μηχανής.

Η Τζάκι – πάλι χωρίς φλας – φωτογράφισε ένα άνοιγμα ανάμεσα στα συντρίμμια απ’όπου φαινόταν ο δρόμος και το συρματόπλεγμα. Κοίταξε την οθόνη της μηχανής. Η φωτογραφία είχε βγει κανονικά.

Στράφηκε. Ξαναφωτογράφισε τη σκάλα. Κοίταξε τη φωτογραφία στην οθόνη: Σκοτάδι μόνο.

Η Τζάκι αισθάνθηκε ένα ρίγος να τη διαπερνά· και, συγχρόνως, μια δυνατή αίσθηση ενθουσιασμού. Τι κρυβόταν εκεί κάτω! Πρέπει να κατεβώ!

Προσέχοντας μη γλιστρήσει στα συντρίμμια, άρχισε να κατεβαίνει τη σκάλα που φωτιζόταν απ’το μυστηριώδες λευκό φως. Κάτω από τα πόδια της άκουγε – και έβλεπε – χώμα και μικρά κομμάτια πέτρας και ξύλου να φεύγουν απ’τη θέση τους και να κατρακυλούν. Και τα μποτάκια της δεν ήταν φτιαγμένα για σκαρφαλώματα· είχαν λείες σόλες. Καλύτερα να μην κατέβαινα, μου φαίνεται, σκέφτηκε έχοντας τα χέρια της απλωμένα για να πιάνεται απ’τους ραγισμένους τοίχους δεξιά κι αριστερά.

–Γλίστρησε!

–προσπάθησε να μη φωνάξει – προσπάθησε να πιαστεί – τα χέρια της έφυγαν από τον τοίχο – κατάφερε να βρεθεί στα τέσσερα στη μέση, περίπου, της σκάλας. Προς το τέλος, ουσιαστικά.

Πήρε μια βαθιά ανάσα. Κοίταξε τον εαυτό της. Οι παλάμες της είχαν τραυματιστεί επιφανειακά. Οι κάλτσες της είχαν σκιστεί, τα γόνατά της είχαν κοπεί. Τίποτα το σπουδαίο. Φτηνά την είχε γλιτώσει.

Σηκώθηκε όρθια, με προσοχή. Κατέβηκε όσα σκαλοπάτια τής απέμεναν, με ακόμα περισσότερη προσοχή.

Και βρέθηκε σ’ένα μικρό υπόγειο δωμάτιο γεμάτο συντρίμμια που είχαν κατρακυλήσει από τη σκάλα. Και όχι μόνο συντρίμμια. Ένας νεκρός ήταν εδώ. Μια γυναίκα, με το δεξί μάτι βγαλμένο και το κεφάλι της γυρισμένη έτσι που φαινόταν καθαρά ότι είχε σπάσει ο λαιμός της. Τα ρούχα της ήταν κουρελιασμένα και γεμάτα ξεραμένο αίμα.

Η Τζάκι πήρε γρήγορα το βλέμμα της από κει και κοίταξε τη μεταλλική πόρτα αντίκρυ, η οποία φαινόταν να έχει μετακινηθεί από την έκρηξη, ή μάλλον… ένα κομμάτι του τοίχου είχε διαλυθεί κι αυτό ήταν που έκανε την πόρτα να μοιάζει μετακινημένη. Από τη σχισμάδα ερχόταν το λευκό φως.

Μεγάλη Αρτάλη…!

Η Τζάκι, με τρεμάμενα χέρια, σήκωσε τη φωτογραφική της μηχανή (που κρεμόταν από τον ώμο της μ’ένα δερμάτινο λουρί) και τράβηξε μια φωτογραφία χωρίς φλας. Κοίταξε τη μικρή οθόνη. Τίποτα δεν είχε βγει· το φως ήταν σαν να μην υπήρχε!

Αποφάσισε να χρησιμοποιήσει φλας. Εξάλλου, ποιος θα την έβλεπε εδώ κάτω; Σήκωσε τη μηχανή και φωτογράφισε. Κοίταξε την οθόνη: το δωμάτιο είχε βγει κανονικά, και η πόρτα.

…Τζάκι…

Η Τζάκι αναπήδησε νιώθοντας την αναπνοή της κομμένη.

Από πού είχε έρθει η φωνή;

…Τζάκι…

Από την πόρτα. Η φωνή έμοιαζε να έρχεται από την πόρτα. Αλλά, συγχρόνως, η Τζάκι είχε την αίσθηση ότι αντηχούσε από παντού γύρω της.

Και πώς ξέρει τ’όνομά μου;

Πανικοβλήθηκε – πρέπει να φύγω!

Στράφηκε στη σκάλα, ανεβαίνοντας γρήγορα, πιάνοντας τους τοίχους δεξιά κι αριστερά με τα χέρια της και πατώντας άτσαλα πάνω στα συντρίμμια με τα πόδια της.

Τζάκι. Περίμενε.

Η Τζάκι αγνόησε τη φωνή. Επάνω! Πρέπει να πάω επάνω!

Πρόσεχε τους καβαλάρηδες του σκοτεινού δρόμου, Τζάκι!

Βρέθηκε στην κορυφή της σκάλας χωρίς να γλιστρήσει. Αγκομαχώντας. Καταϊδρωμένη. Τρέμοντας.

Περιμένοντας ότι θα την περίμεναν εδώ. Παντοκρατορικοί πράκτορες, ή χωροφύλακες. Κανένας, όμως, δεν ήταν κοντά της. Μονάχα σκοτάδι. Και ησυχία. Μερικές αχνές φωνές από τον δρόμο.

Η Τζάκι απομακρύνθηκε κάμποσο από τη σκάλα: αρκετά ώστε να μη μπορεί πλέον να δει το λευκό φως πάνω απ’τον ώμο της. Σταμάτησε. Ξεροκατάπιε. Σκούπισε τον ιδρώτα απ’το μέτωπό της.

Μεγάλη Αρτάλη… Τι σκατά ήταν εκεί κάτω;

Έβγαλε ένα μικρό, πλατύ παγούρι από την τσάντα της και ήπιε μια γουλιά Κρύο Ουρανό, για να συνέλθει.

Προσπάθησε να σκεφτεί λογικά. Δεν ήταν κάποια παγίδα των Παντοκρατορικών. Αν ήταν, θα με είχαν πιάσει. Επομένως;… Δεν έχει σημασία. Καλύτερα να φύγω τώρα.

Πλησίασε προσεχτικά το σημείο αναδίπλωσης του συρματοπλέγματος. Περίμενε, κρυμμένη μέσα στις πυκνές σκιές του διαλυμένου οικήματος, μέχρι να περάσει ο φρουρός με το τουφέκι στην αγκαλιά. Πήγε κοντά στο συρματόπλεγμα, το παραμέρισε ελαφρώς, και πέρασε.

Έφυγε από την περιοχή, βαδίζοντας στους σκοτεινούς δρόμους.

Χωρίς να ξέρει ότι την παρακολουθούσαν.

Ένας πράκτορας της Παντοκράτειρας την είχε δει να βγαίνει από τα συντρίμμια του οικοδομήματος του Αρωγού, και είχε ειδοποιήσει κάποιους άλλους. Κάποιους οι οποίοι τώρα βρίσκονταν στο κατόπι της. Κάποιους οι οποίοι, στη Θακέρκοβ, έκαναν τις δουλειές που οι Παντοκρατορικοί προτιμούσαν να μην κάνουν οι ίδιοι.

*

Η Τζάκι δεν έβγαζε αρκετά λεφτά για να έχει ενεργειακό όχημα· ίσα που κατάφερνε να πληρώνει το ενοίκιο του διαμερίσματός της. Είχε, όμως, ένα άλογο. Την Ανέμη. Και προτού πάει στο κατεστραμμένο οικοδόμημα του Αρωγού, την είχε αφήσει σ’έναν στάβλο δυο τετράγωνα απόσταση από εκεί. Βαδίζοντας γρήγορα, έφτασε τώρα στον στάβλο και μπήκε.

Ο άντρας που είχε βάρδια – ένας σωματώδης καστανομάλλης τύπος με δέρμα λευκό σαν το δικό της και μεγάλα μουστάκια – σηκώθηκε από τη θέση του και τη ρώτησε: «Είσαι καλά, μαντάμ;» Είχε δει το αίμα στα γόνατά της.

«Ναι, εντάξει είμαι,» αποκρίθηκε η Τζάκι. «Σκόνταψα μες στη νύχτα. Έχω αφήσει τ’άλογό μου εδώ.» Και του έδωσε την απόδειξη.

Ο άντρας έγνεψε. Πήγε εκεί όπου είχε τη φοράδα της, τη σέλωσε, και της την έφερε. «Καλό σου βράδυ, και να προσέχεις.»

«Ευχαριστώ.»

Η Τζάκι έβγαλε την Ανέμη από τον στάβλο και την καβάλησε. Η φούστα του ταγέρ της δεν τη δυσκόλευε: ήταν φτιαγμένη για ιππασία.

Η Ανέμη ρουθούνισε παραπονιάρικα. Πρέπει να κοιμόταν και ο σταβλίτης να την είχε ξυπνήσει. Η Τζάκι τη χάιδεψε στο λαιμό. «Υπομονή λίγο και θα πας πάλι για ύπνο. Έχεις γνωρίσει και χειρότερες νύχτες μαζί μου.»

Τρόχασε προς την Τέταρτη Γέφυρα της Θακέρκοβ. Η κίνηση δεν ήταν πολλή αυτή την ώρα, έτσι σ’ένα μισάωρο είχε φτάσει εκεί και διέσχιζε τη γέφυρα περνώντας ψηλά πάνω από τον ποταμό. Μερικά ενεργειακά οχήματα σφύριζαν καθώς έτρεχαν πλάι της, στη μεριά που ήταν φτιαγμένη γι’αυτά. Ένας πορφυρόδερμος τύπος επάνω σε δίκυκλο στράφηκε να κοιτάξει την Τζάκι, και της έδειξε τη γλώσσα του με τρόπο ερωτικό. Τι μαλάκας! Τον αγνόησε συνεχίζοντας το δρόμο της.

Βρέθηκε στη νότια όχθη του ποταμού Κάλμωθ και, με τα μικρά τακούνια των μποτών της, χτύπησε την Ανέμη στα πλευρά για να επιταχύνει τον τροχασμό της. Η φοράδα υπάκουσε πιστά. Και η Τζάκι, ακολουθώντας τη Λεωφόρο Ύδατος, κατευθύνθηκε προς το σπίτι της. Λίγο παραπάνω από μισή ώρα ακόμα, αν το υπολόγιζε σωστά…

Όταν πλησίαζε, βγήκε απ’τη λεωφόρο και μπήκε σε κάτι δρομάκια για να φτάσει πιο γρήγορα. Πίσω της άκουσε κάποιους να έρχονται. Κοίταξε πάνω απ’τον ώμο της και είδε τρεις καβαλάρηδες δίκυκλων. Τι ήθελαν αυτοί; Ή, μήπως, ήταν τυχαίο που βρίσκονταν πίσω της; Η Τζάκι αισθάνθηκε ανήσυχη για λίγο. Στο μυαλό της ήρθε το πιστόλι που είχε στην τσάντα της. Το ήξερε, ασφαλώς, ότι ήταν παράνομο να οπλοφορεί, αλλά πολλοί δημοσιογράφοι οπλοφορούσαν. Ένα σωρό παλαβοί κυκλοφορούσαν στη Θακέρκοβ, κι αν περίμενες τη Χωροφυλακή να σε προστατέψει….

Η Τζάκι, προσπαθώντας να αγνοήσει τους καβαλάρηδες, πήγε προς το σπίτι της. Δεν ήταν μακριά πια. Όμως…

Όμως οι καβαλάρηδες έρχονταν για εκείνη. Δεν μπορεί να ήταν σύμπτωση. Την πλησίαζαν!

Επιτάχυναν τώρα.

Η Τζάκι έκανε να βάλει το χέρι στην τσάντα της, αλλά κάποιος – ένας από τους καβαλάρηδες που είχε έρθει ξαφνικά δίπλα της – την άρπαξε απ’τον κότσο της και την τράβηξε από τη σέλα της Ανέμης ρίχνοντάς την κάτω, στον δρόμο. Ο καβαλάρης του δίκυκλου σταμάτησε, το ίδιο κι οι άλλοι δύο. Ο ένας άρπαξε την τσάντα της κι ο άλλος τη φωτογραφική μηχανή της, προτού προλάβει η Τζάκι να κάνει τίποτα για να τους σταματήσει, αιφνιδιασμένη και χτυπημένη καθώς ήταν. Το πλατύγυρο καπέλο είχε φύγει απ’το κεφάλι της και ήταν πεσμένο μπροστά της. Ο κότσος της είχε λυθεί.

«Τι θέλετε;» τους είπε. «Δεν έχω λεφτά! Δεν έχω τίποτα!»

Η Ανέμη χρεμέτιζε καθώς έφευγε αφηνιασμένα.

Ο καβαλάρης που είχε τραβήξει τη Τζάκι απ’τα μαλλιά κατέβηκε απ’το σταματημένο δίκυκλό του, γελώντας. «Δε θέλουμε τα λεφτά σου, κούκλα. Αυτά που θέλαμε τα πήραμε.» Ήταν ο πορφυρόδερμος άντρας που είχε δει στη γέφυρα, συνειδητοποίησε η Τζάκι με τρόμο.

Σηκώθηκε όρθια, κοιτάζοντας δεξιά κι αριστερά, τους δύο άλλους – ένας άντρας με δέρμα μαύρο και κατάλευκα μαλλιά, ο οποίος είχε επάνω στα ρούχα του τρεις αργυρές νεκροκεφαλές που γυάλιζαν· κι ένας άντρας με δέρμα λευκό-ροζ και μαύρα μαλλιά και μούσια, μονόφθαλμος. Ο πρώτος κρατούσε την τσάντα της, ο δεύτερος τη φωτογραφική μηχανή της.

«Αυτά είναι πράγματα της δουλειάς μου,» είπε η Τζάκι. «Σας παρακαλώ, αφήστε τα. Θα σας πληρώσω. Για σας δεν έχουν αξία.»

Ο πορφυρόδερμος, που είχε μακριά σκούρα μπλε μαλλιά (τα οποία έμοιαζαν σχεδόν μαύρα στο ασθενικό φως της μοναδικής λάμπας του μικρού δρόμου), γέλασε πάλι. «Δεν το πιάνεις το νόημα, ε, χαζοβιόλα;» της είπε πλησιάζοντάς την. «Γι’αυτά ήρθαμε, αυτά παίρνουμε. Κι ακόμα, μας είπανε να σε προειδοποιήσουμε.» Άρπαξε το σαγόνι της, δυνατά. «Το στοματάκι σου κλειστό για ό,τι κι αν είδες. Μπήκες, τσουλάκι;»

Η Τζάκι κοπάνησε τον πήχη του με τη γροθιά της. «Άφησέ με!» έτριξε τα δόντια, καθώς το χέρι του έφευγε από πάνω της.

Ο πορφυρόδερμος μούγκρισε και, αρπάζοντάς την απ’τα μαλλιά, την έριξε πάνω στη σέλα ενός δίκυκλου, μπρούμυτα, κρατώντας την εκεί με το ένα χέρι του στον αυχένα της και το άλλο στα πισινά της.

Η Τζάκι ούρλιαξε.

Ο πορφυρόδερμος την κοπάνησε στο κεφάλι με τη γροθιά. «Ήσυχα, καριόλα! Ξέρεις ποιοι είμαστε εμείς; Είμαστε η Λεγεώνα!»

«Είμαστε η Λεγεώνα!» είπε και κάποιος άλλος, σαν ηχώ.

Η Τζάκι ήξερε, φυσικά, για τη Λεγεώνα. Και ποιος δεν ήξερε γι’αυτούς μέσα στη Θακέρκοβ; Ήταν ο φόβος κι ο τρόμος. Οι Παντοκρατορικοί τούς έστελναν για να κάνουν τις βρομοδουλειές τους: πολλοί το γνώριζαν, κανένας δεν το έλεγε δημοσίως, γιατί θα φυλακιζόταν ως συκοφάντης και, ίσως, αποστάτης που προσπαθούσε να υπονομεύσει την τάξη.

Η Τζάκι, για μια στιγμή, παρέλυσε από τον τρόμο. Με είδαν… σκέφτηκε. Με είδαν στα συντρίμμια… Με είδαν… Ήταν καταδικασμένη. Ίσως ακόμα και να τη σκότωναν. Μεγάλη Αρτάλη, βοήθησέ με!

«Δε θέλω ν’ακούσω άλλες φωνές τώρα,» είπε ο άντρας πίσω της. «Σαν καλό τσουλάκι, δάγκωσε τα χείλια σου άμα θέλεις.» Και απότομα, σήκωσε τα πόδια της βάζοντας το σώμα του ανάμεσά τους και ανεβάζοντας τη φούστα ώς τη μέση της.

«Όχι!» ούρλιαξε η Τζάκι, προσπαθώντας να γυρίσει ανάσκελα, προσπαθώντας να του ξεφύγει – μάταια. «Δε θα πω τίποτα σε κανέναν! Άφησέ με! Άφησέ με!»

Ένας απ’τους άλλους – ο μαυρόδερμος, νόμιζε – ήρθε κοντά της απ’την άλλη μεριά του δίκυκλου και, πιέζοντας τα σαγόνια της ώστε να μείνουν ανοιχτά, έχωσε ένα κομμάτι ξύλο στο στόμα της και το έδεσε πίσω απ’το κεφάλι της. Συγχρόνως, ο πορφυρόδερμος άντρας έσκιζε το εσώρουχό της κι έχωνε τους δύο σκληρούς αντίχειρές του μέσα στον πισινό της. Η Τζάκι ούρλιαζε αλλά τώρα τα ουρλιαχτά της δεν ακούγονταν.

«Ωραίο κώλο έχει, ε; Δεν έχει;» άκουσε τον πορφυρόδερμο να λέει. «Κρίμα που μόνο εγώ θα τη γαμήσω, ε;» Γέλασε.

«Προλαβαίνουμε κι εμείς–»

«Σιγά, ρε κόπανε! Μες στη μέση του δρόμου είμαστε!» Η Τζάκι αισθανόταν τον καυλό του πορφυρόδερμου να τρίβεται πάνω στους μηρούς της, χωρίς ακόμα εκείνος να έχει βγάλει το παντελόνι του.

Με τα χέρια της, προσπάθησε να φτάσει τον δρόμο και να τραβηχτεί μακριά από τον κακοποιό. Έπιασε τις πέτρες αλλά ήταν αδύνατο να απομακρυνθεί· ο καταραμένος κρατούσε γερά τα πόδια της.

«Ζωηρούλα είναι, ρε Τροχέ. Πρόσεχε μη σου γλιστρήσει!» είπε κάποιος.

«Βλέπε συ τη δουλειά σου, μαλάκα,» αποκρίθηκε ο πορφυρόδερμος. Και η Τζάκι αισθάνθηκε τον καυλό του να χώνεται μέσα στον κόλπο της. Ούρλιαξε, δαγκώνοντας το ξύλο που έκλεινε το στόμα της. Με τα χέρια της χτυπούσε το δίκυκλο.

Και τότε, μια άλλη, καινούργια φωνή ακούστηκε: «Τι κάνετε εσείς εκεί, ρε; Τι σκατά κάνετε;»

«Προχώρα και μόκο!» φώναξε ένας από τους Λεγεωνάριους.

«Άστε κάτω την κοπέλα!»

Μετά, ξύλο ακούστηκε να πέφτει, ενώ ο πορφυρόδερμος συνέχιζε να πιέζει το όργανό του μέσα της, σαν μαχαίρι, γελώντας.

«Είμαστε η Λεγεώνα!» φώναξε κάποιος.

«Η Λεγεώνα!»

«Κι άλλη φορά όχι τέτοιες μαλακίες – καταλαβαίνεις; Θα σε σφάξω σα γουρούνι αλλιώς! Καταλαβαίνεις;»

Ο πορφυρόδερμος είπε, ενώ εξακολουθούσε να καρφώνει τον καυλό του μέσα της: «Μην τον σκοτώσετε, ρε ζώα, γαμώ τη φάρα σας! Διώξτε τον από δω, τον πούστη!»

Η Τζάκι, νομίζοντας ότι ο πόνος θα τη χώριζε στα δύο, άκουγε τους άλλους Λεγεωνάριους να χτυπάνε και να βρίζουν τον τύπο που είχε κάνει το λάθος να προσπαθήσει να τη βοηθήσει.

Το σπέρμα του πορφυρόδερμου τινάχτηκε καυτό μέσα της, κι εκείνος βόγκησε ικανοποιημένα· κι έσκυψε από πάνω της και έγλειψε τ’αφτί της, και ψιθύρισε: «Όπως είπαμε· μην ξεχνάς. Τσιμουδιά. Αλλιώς, άμα ξαναείσαι άτακτη, θα φέρω και τους άλλους δύο μαλάκες να σε πηδήξουν. Κρατά το ξυλαράκι στο στόμα σου, καλύτερα.» Χτύπησε την άκρη του φίμωτρού της με τα δάχτυλά του, γελώντας.

Και σηκώθηκε, απότομα, από πάνω της. Την άρπαξε απ’τα μαλλιά και την πέταξε στο πλάι του στενού δρόμου. «Σπίτι τώρα,» της είπε.

Η Τζάκι τούς άκουσε να ξεκινάνε τα δίκυκλά τους και να φεύγουν.

*

Για αρκετή ώρα έμεινε εκεί, διπλωμένη, τρέμοντας, κλαίγοντας. Πονούσε σαν να της είχαν περάσει ένα καυτό σίδερο ανάμεσα στα πόδια.

Μετά, έλυσε το φίμωτρό της. Το έβγαλε απ’το στόμα της κι έγλειψε τα ξεραμένα χείλη της. Αλλά δε σηκώθηκε· έμεινε εκεί, κλαίγοντας με λυγμούς που έκαναν ολόκληρο το σώμα της να τραντάζεται.

Μέχρι που άκουσε κάποιον να πλησιάζει. Οπλές επάνω στην πέτρα. Ύψωσε το βλέμμα και, μέσα από τα δάκρυά της, είδε ένα άλογο.

«Ανέμη…» ψέλλισε. «Ανέμη…»

Η φοράδα έσκυψε το κεφάλι για να γλείψει το πλάι του προσώπου της. Η Τζάκι πιάστηκε απ’το λαιμό της Ανέμης και σηκώθηκε όρθια. Δε μπορούσε να την καβαλήσει τώρα, αλλά μπορούσε να τη χρησιμοποιήσει για να σταθεί όρθια.

Οι μπάσταρδοι! Οι γαμημένοι καριόληδες! Κάθαρμα!

ΚΑΘΑΡΜΑΤΑ!

Ήθελε να τους κάνει κομμάτια.

Κι όμως, υπήρχε κάτι μέσα της που της έλεγε ότι ίσως να την είχε γλιτώσει φτηνά. Η Λεγεώνα… Μεγάλη Αρτάλη, η Λεγεώνα!…

Οι επαναστάτες θα τους τιμωρήσουν, τους γαμιόληδες! Θα τους ΤΙΜΩΡΗΣΟΥΝ! Έκλαιγε πάνω στον λαιμό της Ανέμης.

Η φοράδα ρουθούνισε, χρεμέτισε ανήσυχα.

Η Τζάκι βάδισε, με τη βοήθεια του αλόγου, ώς την είσοδο της πολυκατοικίας της. Και τότε, το συνειδητοποίησε. Δεν είχε τα κλειδιά του σπιτιού της. Της είχαν πάρει τα κλειδιά του σπιτιού της μαζί με την τσάντα της!

Έπεσε κάτω, στα γόνατα, κλαίγοντας ξανά με λυγμούς.

Δεν είχε πού να πάει…

Μόνο η Οινόσφαιρα ερχόταν στο μυαλό της. Το Χωνευτήρι, όμως, ήταν μακριά, τόσο μακριά από εδώ, στη βόρεια μεριά του ποταμού. Χιλιόμετρα μακριά.

Αλλά δεν είχε πού αλλού να ζητήσει βοήθεια. Η μητέρα της δεν ζούσε: ήταν ιέρεια της Αρτάλης και οι Παντοκρατορικοί την είχαν σκοτώσει όταν έκαναν τους διωγμούς για να εξαφανίσουν την επικίνδυνη επιρροή της θρησκείας της. Ο πατέρας της Τζάκι ήταν ξαναπαντρεμένος κι έμενε στις Λιμανοκατοικίες, που ήταν ίσως πιο μακριά από το Χωνευτήρι. Κι επιπλέον, η Τζάκι δεν ήθελε ο μπαμπάς της να τη δει έτσι…

Πρέπει να πάω στον Πρόμαχο…

Αλλά μετά θυμήθηκε και τη Βατράνια, μια πράκτορα της Επανάστασης, που ζούσε σε μονοκατοικία και ήταν πλούσια, κάνοντας παραγωγές κινηματογραφικών ταινιών.

Θα ήταν, όμως, ασφαλής εκεί; Δεν την ήξερε και τόσο καλά τη Βατράνια.

Καλύτερα στην Οινόσφαιρα. Πρέπει να πάω στην Οινόσφαιρα.

Σηκώθηκε όρθια.

Το καπέλο μου, σκέφτηκε. Και πήγε πίσω, στον δρόμο που την είχαν σταματήσει οι Λεγεωνάριοι· η Ανέμη την ακολούθησε. Το καπέλο της ήταν ακόμα πεταμένο εκεί. Το πήρε και το φόρεσε, χωρίς να δέσει κότσο τα μαλλιά της.

Η πόλη της Θακέρκοβ ήταν σκοτεινή και άγρια τη νύχτα, αλλά η Τζάκι δεν είχε άλλη επιλογή απ’το να τη διασχίσει περπατώντας.

Από κάτι σκουπίδια πήρε ένα σπασμένο μπουκάλι, να το έχει για κάθε ενδεχόμενο.

Κεφάλαιο 3
Βιαστική Αναχώρηση

Ο Άλκιμος φυλούσε την τελευταία βάρδια προτού ξημερώσει. Εκεί όπου βάδιζε, τα σανίδια έτριζαν κάτω από το βάρος του. Τον Χρίστο δεν τον είχε δει να κουνιέται καθόλου: κουλουριασμένος ήταν, στον ημιώροφο, και κοιμόταν. Δεν είχε κακό στο μυαλό του ο τύπος. Και γιατί να έχει; Καλά τού είχαν φερθεί. Είχε μπει στο μαγαζί, είχε βουτήξει πορτοφόλια, κι αντί να του ανοίξουν τη μύτη και να του σπάσουν μερικά πλευρά, του είχαν δώσει να φάει και να πιει κι ένα μέρος για να κοιμηθεί. Και τώρα, ο Πρόμαχος έλεγε κιόλας ότι μπορεί να τον κρατούσε εδώ – δοκιμαστικά στην αρχή. Ίσως να είχε δίκιο· εκείνος ήξερε καλύτερα από τέτοια, γι’αυτό ήταν Πρόμαχος άλλωστε.

Ο Άλκιμος ήταν καλύτερος στο να δέρνει κόσμο. Προτού πάει με την Επανάσταση ήταν πυγμάχος. Κι ακόμα ήταν, δηλαδή· δεν το είχε αφήσει το άθλημα, απλά το είχε αραιώσει. Μια στο τόσο, έδερνε κανέναν για να πάρει χρήματα. Σπάνια τον νικούσαν. Ήταν καλός. Οι γροθιές του είχαν σπάσει πολλά κόκαλα, και είχαν λιώσει πολλές μύτες–

Ξαφνικά, θόρυβος.

ΝΤΑΠ! ΝΤΑΠ! ΝΤΑΠ!

ΝΤΑΠ!

ΝΤΑΠ! ΝΤΑΠ!

Απανωτά χτυπήματα από την εξώπορτα. Τι σκατά γινόταν; Κανένας παλαβός μεθύστακας, λίγο πριν χαράξει;

Ο Άλκιμος άρπαξε μια καραμπίνα, την όπλισε, και κατέβηκε βιαστικά. Έξω απ’το γυαλί της πόρτας φαίνονταν θολά δύο φιγούρες: ένας άνθρωπος κι ένα άλογο πλάι του.

Ο Άλκιμος πλησίασε. «Ποιος είναι;» φώναξε.

«Ανοίξτε μου! Η Τζάκι είμαι! Σας παρακαλώ! Ξέρω τον Έκτορα.»

Η Τζάκι. Ο Άλκιμος γνώριζε τη δημοσιογράφο. Άνοιξε την πόρτα και την αντίκρισε. Πράγματι, αυτή ήταν, με το πλατύγυρο καπέλο της στο κεφάλι. Το πρόσωπό της ήταν όλο δάκρυα. «Τι κάνεις εδώ;»

«Να μπω; Δεν έχω πού άλλου να πάω. Μου πήραν τα κλειδιά του σπιτιού μου, μες στη νύχτα.»

«Ναι, έλα. Τι έγινε; Ποιος σου πήρε τα κλειδιά;»

Η Τζάκι μπήκε στην Οινόσφαιρα παραπατώντας, φανερά εξαντλημένη. Κάθισε, βαριά, αδέξια, σε μια καρέκλα. «Η Ανέμη…» είπε. «Θα την πας στο στάβλο;»

Ο Άλκιμος κοίταξε το άλογο απέξω, το οποίο χρεμέτισε. «Δεν έχουμε στάβλο εδώ. Το καλύτερο που μπορώ να κάνω είναι αυτό.» Έδεσε τη φοράδα έξω απ’την πόρτα. Ξαναμπήκε στην Οινόσφαιρα και έκλεισε.

Άφησε την καραμπίνα του πάνω σ’ένα τραπέζι. «Τι έπαθες εσύ; Θέλεις ένα ποτήρι κρασί;»

«Ναι, φέρε μου ένα ποτήρι κρασί.»

Ο Άλκιμος πήγε στο μπαρ, γέμισε ένα ποτήρι, και της το έδωσε.

Η Τζάκι ήπιε δυο μεγάλες γουλιές, σχεδόν τελειώνοντας το, κι άρχισε να κλαίει κρύβοντας το πρόσωπό της πάνω στους σταυρωμένους πήχεις της στο τραπέζι.

Ο Άλκιμος δεν ήξερε τι να κάνει. Δεν είχε καθίσει· στεκόταν και την κοίταζε. «Τι έπαθες; Σε λήστεψαν;»

Η Τζάκι σήκωσε το κεφάλι. Σκούπισε τα δάκρυά της με τα χέρια της. «Με συγχωρείς. Είμαι κουρασμένη.» Τελείωσε το κρασί. «Είναι ο Έκτορας εδώ;»

«Ναι, εδώ είναι. Κοιμάται, εννοείται. Ξέρεις τι ώρα είναι;»

«Ξέρω. Δεν είχα πού αλλού να πάω.»

«Δεν πειράζει που ήρθες· δεν εννοώ αυτό. Πάω να ειδοποιήσω τους άλλους, εντάξει; Υποθέτω είναι κάτι σοβαρό. Θες άλλο ένα ποτήρι κρασί;»

Η Τζάκι κατένευσε.

*

Ο Άλκιμος τούς ειδοποίησε, και σηκώθηκαν όλοι άρον-άρον.

«Νομίζω ότι κάτι άσχημο τής κάνανε, αφεντικό,» είπε στον Έκτορα, καθώς ο Πρόμαχος και η Χλόη έβγαιναν απ’το δωμάτιό τους πρόχειρα ντυμένοι. «Κάτι πολύ άσχημο.»

«Δε σου είπε τι έπαθε,» ρώτησε ο Αίολος, «ή δεν κατάλαβες;»

«Δε μου είπε! Είπε μόνο ότι της έκλεψαν τα κλειδιά της και δεν είχε πού αλλού να πάει.»

«Μας το είπες ήδη αυτό.»

Μιλώντας κατέβηκαν τελικά στο ισόγειο, όπου η Τζάκι τούς περίμενε καθισμένη στο τραπέζι που καθόταν και πριν, με δύο άδεια ποτήρια εμπρός της. Βλέποντάς τους, σκούπισε δάκρυα απ’το πρόσωπό της.

«Τζάκι,» είπε ο Έκτορας. «Τι συμβαίνει; Τι έτρεξε;»

«Συγνώμη που ήρθα αυτή την ώρα,» αποκρίθηκε εκείνη. «Δεν είχα πού αλλού να πάω. Πήραν τα κλειδιά μου, μαζί μ’όλα τ’άλλα που μου πήραν.»

«Ποιοι;» ρώτησε ο Έκτορας, καθώς οι επαναστάτες έπαιρναν θέσεις τριγύρω, πάνω σε καρέκλες και πάνω στα τραπέζια. Ο ίδιος ο Πρόμαχος έμεινε όρθιος.

«Η Λεγεώνα.»

«Η Λεγεώνα

Η Τζάκι ένευσε. Τα χέρια της έτρεμαν πάνω στο τραπέζι· έπλεξε τα δάχτυλά της για να τα κάνει να σταματήσουν να τρέμουν. «Ήμουν στον Αρωγό. Στα συντρίμμια. Ακούσατε για την έκρηξη;»

«Ακούσαμε,» είπε ο Έκτορας, σταυρώνοντας τα χέρια του εμπρός του και παρατηρώντας την. «Σ’αυτή τη γαμημένη πόλη πρέπει ν’αποδείξεις ότι δεν είσαι γρύπας όταν λένε πως έχεις φτερά και μπορείς να πετάξεις.»

Η Τζάκι μπόρεσε να χαμογελάσει για μια φευγαλέα στιγμή. «Ναι. Δεν το πίστεψα, βέβαια, ότι εσείς ανατινάξατε το χτίριο… Κι ενώ βρισκόμουν εκεί, άκουσα από κάποιους ανθρώπους των ειδικών δυνάμεων διάσωσης για ένα παράξενο φως μέσα, και σκέφτηκα να περιμένω και να ερευνήσω…» Τους μίλησε για όλα όσα είχαν συμβεί. Και, καθώς τους έλεγε για τη φωνή από την πόρτα, σκέφτηκε ότι η φωνή είχε προσπαθήσει να την προειδοποιήσει. Πρόσεχε τους καβαλάρηδες του σκοτεινού δρόμου, Τζάκι! είχε πει. Η Τζάκι αισθάνθηκε ένα ρίγος να τη διατρέχει. Πώς μπορεί να το ήξερε; Ήταν, τελικά, παγίδα των Παντοκρατορικών από την αρχή;

Συνεχίζοντας τη διήγησή της, απέφυγε να πει ευθέως στους επαναστάτες ότι τη βίασαν – δε μπορούσε να το πει μπροστά σε όλους τους. Είπε ότι ο πορφυρόδερμος Λεγεωνάριος την έριξε μπρούμυτα πάνω στο δίκυκλό του και τη χτύπησε. Αλλά νόμιζε ότι κατάλαβαν τι εννοούσε. Η όψη του Έκτορα αγρίεψε· έγινε σαν θηρίου που ήθελε να σκοτώσει κάποιον επιτόπου.

«Σερφάντια,» είπε ο Πρόμαχος. «Πήγαινε να κοιτάξεις γύρω. Δες αν κάποιος την ακολούθησε καθώς ερχόταν εδώ.»

Η Μαύρη Δράκαινα ένευσε, κι έφυγε από την Οινόσφαιρα.

«Κι αν την ακολούθησε, τι έγινε;» είπε η Χλόη. «Για τι θα μας κατηγορήσουν; Ότι πήραμε, μες στη νύχτα, στο μαγαζί μας μια γυναίκα που κάποιοι κακοποιοί τη λήστεψαν και τη χτύπησαν στον δρόμο;»

«Με τους νόμους των Παντοκρατορικών, αυτό μπορεί νάναι και πλημμέλημα…» σχολίασε ο Αίολος.

«Αν την έχουν ακολουθήσει, θέλω να το ξέρω,» είπε ο Έκτορας. «Για να σπάσω το κεφάλι κάποιου.»

Η Τζάκι είπε: «Δεν το σκέφτηκα ότι μπορεί ακόμα να μ’ακολουθούσαν. Ίσως δεν έπρεπε να είχα έρθ–»

«Μη λες σαχλαμάρες,» τη διέκοψε ο Έκτορας. «Καλά έκανες και ήρθες.» Άναψε ένα πούρο. «Θα τους βρω αυτούς τους καριόληδες της Λεγεώνας και θα τους καρφώσω τ’άντερα στον τοίχο. Τους ξέρω ποιοι είναι. Ο πορφυρόδερμος λέγεται Όρντιβελ ο Τροχός. Ο μπάσταρδος δεν ξέρω αν είναι καν Σεργήλιος. Δεν ξέρω αν γεννήθηκε εδώ. Μπορεί νάναι κι από τη Φεηνάρκια, και να ήρθε στη διάστασή μας μέσα σε κάποιο κάρο για σκουπίδια. Ο μονόφθαλμος είναι ο Σκοτ ο Μάγκας. Ο άλλος, ο μαυρόδερμος με τα τρία κρανία επάνω του, είναι ο Τζιν ο Θάνατος. Θα τους βρω, κι όταν τους βρω, την έχουνε γαμήσει.

»Καλύτερα, όμως, να ξεκουραστείς εσύ τώρα. Χλόη, πήγαινέ την στο δωμάτιό μας, να κοιμηθεί και να κάνει ένα μπάνιο, κι ό,τι άλλο χρειαστεί.»

Η Χλόη ένευσε. Σηκώθηκε απ’το τραπέζι όπου είχε καθίσει, με τα πόδια της σταυρωμένα στο γόνατο, και πλησίασε τη Τζάκι.

«Ευχαριστώ,» είπε η δημοσιογράφος καθώς κι εκείνη σηκωνόταν.

«Μην ακούω μαλακίες,» αποκρίθηκε ο Έκτορας.

Η Χλόη πήρε τη Τζάκι από την κεντρική αίθουσα της Οινόσφαιρας και ανέβηκαν τη σκάλα.

Ο Σωσίας είπε: «Ορίστε, λοιπόν, γιατί οι Παντοκρατορικοί διέλυσαν το χτίριο.»

«Θες να πεις ότι το διέλυσαν εξαιτίας αυτού του λευκού φωτός που δεν φωτογραφίζεται;» έκανε ο Αλλάνδρης.

«Εσύ τι λες; Δε σου φαίνεται αρκετά σημαντικό; Και δεν είναι μόνο το φως· είναι κι εκείνη η φωνή

«Η φωνή,» τόνισε ο Αίολος, «γνώριζε ποια είναι η Τζάκι. Και γνώριζε, επίσης, ότι οι καριόληδες της Λεγεώνας θα της επιτεθούν.»

Ο Έκτορας ένευσε. «Προφητικές δυνάμεις; Ή παγίδα των Παντοκρατορικών;»

«Ποιος ξέρει; Το φως, όμως, είναι πραγματικά περίεργο, Πρόμαχε.»

«Γιατί δεν φωτογραφίζεται;» ρώτησε ο Έκτορας, γνωρίζοντας πως, αν κάποιος εδώ μέσα μπορούσε ν’απαντήσει στο συγκεκριμένο ερώτημα, αυτός ήταν ο Αίολος, καθότι μάγος του τάγματος των Ερευνητών.

«Δύσκολο ν’απαντηθεί. Μπορεί να υπάρχουν χίλιοι-δύο λόγοι.» Ο μάγος βάδισε ώς το μπαρ, έβαλε ένα ποτήρι Κρύο Ουρανό για τον εαυτό του.

«Πες μας τους δύο τουλάχιστον.»

Ο Αίολος ήπιε μια γουλιά. Ανασήκωσε τους ώμους. «Κάποιες σπάνιες οντότητες έχει παρατηρηθεί ότι είναι αδύνατον να φωτογραφηθούν με κανονικές φωτογραφικές μηχανές. Όπως επίσης και κάποιες σπάνιες ουσίες. Για φως δεν έχω ξανακούσει, για νάμαι ειλικρινής. Μπορεί, όμως, να υπάρχει κάποια αναφορά κάπου σε κάποιο αρχείο των Ερευνητών· αλλά θα πρέπει να το ψάξω για να το βρω αυτό.»

«Γιατί, όμως, οι Παντοκρατορικοί να διαλύσουν το οικοδόμημα ώστε να φτάσουν στο φως;» είπε η Νιρίφα, που ήταν καθισμένη σε μια καρέκλα καπνίζοντας. «Δεν είναι περίεργο;»

«Ακόμα κι αυτοί πρέπει να παίζουν με τους κανόνες που υπάρχουν σε μια πόλη, αφού θέλουν να προσποιούνται πως όλα είναι ‘ευνομούμενα’ κι άλλες τέτοιες μαλακίες,» είπε ο Σωσίας.

«Τι εννοείς;»

Η Σερφάντια, τότε, επέστρεψε.

«Είναι κανένας εκεί έξω;» τη ρώτησε ο Έκτορας.

«Κανένας.»

Κι αυτό, ο Έκτορας γνώριζε, σήμαινε πως υπήρχε πιθανότητα μηδέν-ένα στα εκατό κάποιος να τους παρακολουθεί· επειδή, συνήθως, τίποτα δεν ξέφευγε από μια Μαύρη Δράκαινα, όπως είχε διαπιστώσει τόσο καιρό μαζί με τη Σερφάντια.

«Τι εννοείς, Σωσία;» ξαναρώτησε η Νιρίφα.

«Εννοώ ότι δεν μπορούν να μπουκάρουν μέσα στην επιχείρηση κάποιου και να πάρουν κάτι, εκτός αν υπάρχει πολύ καλός λόγος.»

«Επομένως,» είπε ο Έκτορας, «αποφάσισαν να διαλύσουν την επιχείρηση;»

«Προφανώς.»

«Και γιατί δεν πήγαν κατευθείαν να πάρουν ό,τι είναι εκεί κάτω;»

«Αυτό δεν το ξέρω, φυσικά.»

«Μπορεί,» υπέθεσε ο Αίολος, «να είναι επικίνδυνο. Ένα φως που δεν φωτογραφίζεται; Μια φωνή που γνωρίζει κάποιον που κανονικά δεν θα έπρεπε να γνωρίζει; Και που προβλέπει το μέλλον; Σίγουρα είναι κάτι το επικίνδυνο.» Κρίνοντας από τη γυαλάδα στα μάτια του, πίσω απ’τα γυαλιά του, έμοιαζε ενθουσιασμένος. Ήταν Ερευνητής, άλλωστε· τον τραβούσαν αυτά τα πράγματα. «Επιπλέον,» πρόσθεσε, «ίσως να μην είναι κάτι που μπορείς να το πάρεις και να φύγεις. Ίσως να είναι κάτι σταθερό.»

«Σταθερό;» είπε ο Έκτορας.

«Ναι, σταθερό. Κάτι που δε φεύγει από τη θέση του.»

«Και τι θα μπορούσε να είναι αυτό, μάγε;»

«Δεν ξέρω. Ούτε μπορώ να υποθέσω,» τόνισε προτού ο Έκτορας το προτείνει.

«Και όπως φαίνεται,» είπε ο Αλλάνδρης, «οι Παντοκρατορικοί δε θέλουν να μαθευτεί τι είναι εκεί κάτω. Γι’αυτό πήραν τη μηχανή της Τζάκι.»

«Εμείς, όμως,» είπε ο Έκτορας, «πρέπει να μάθουμε τι ακριβώς είναι εκεί κάτω.»

«Είσαι σίγουρος ότι μας αφορά;»

«Τα πάντα μάς αφορούν. Είμαστε οι ταραξίες της πόλης.

»Πριν απ’αυτό, όμως, έχω δυο λόγια να πω με τη Λεγεώνα.»

Ο Αλλάνδρης συνοφρυώθηκε. «Τι πράγμα;»

«Πηγαίνω στο Λημέρι.»

«Θες να σκοτωθείς, αφεντικό;» του είπε η Σερφάντια.

«Τι είναι, Μαύρη Δράκαινα – κωλλώνεις;» αποκρίθηκε ο Έκτορας σβήνοντας το πούρο του.

«Το ξέρω ότι κάνεις μαλακίες κάθε τόσο,» του είπε ο Αλλάνδρης, «αλλά αυτό παραείναι ηλίθιο. Και δεν πρόκειται να καταφέρεις να βρεις τους τύπους που βίασαν τη Τζάκι μέσα σ’όλο το Λημέρι.»

«Είπα – θα πάω!» φώναξε ο Έκτορας στρεφόμενος απότομα να τον αντικρίσει. Η φωνή του αντήχησε μέσα στην κεντρική αίθουσα της Σφαίρας. «Δε θ’αργήσω να επιστρέψω,» πρόσθεσε με σιγανότερη φωνή.

«Μην είσαι τόσο σίγουρος ότι θα επιστρέψεις,» μούγκρισε ο Αλλάνδρης.

«Άμα δε σ’αρέσει, να πας να γαμηθείς, Αλλάνδρη!» γρύλισε ο Έκτορας. «Σερφάντια: ετοιμάσου, θα έρθεις μαζί μου. Εκτός αν κωλλώνεις, οπότε μείνε εδώ να κάνεις παρέα στον Αλλάνδρη. Νιρίφα, θα έρθεις κι εσύ, γιατί σε χρειάζομαι για να κάνεις τη Μαγγανεία Κινήσεως. Θα σας συναντήσω στο κάτω υπόγειο, σε πέντε λεπτά.» Και ανέβηκε τη σκάλα με γρήγορα, αποφασιστικά βήματα.

«Το αφεντικό δεν πάει καλά,» παρατήρησε ο Άλκιμος. «Τι θα κάνει στο Λημέρι; Δεν έχει κανένα σχέδιο!»

«Δεν είναι η πρώτη φορά…» είπε, κυνικά, ο Αίολος.

Ο Αλλάνδρης έπιασε τη Σερφάντια απ’το μπράτσο προτού εκείνη φύγει, και της είπε: «Φρόντισε να μη σκοτωθεί ο μαλάκας, εντάξει;»

Η Μαύρη Δράκαινα ένευσε και ανέβηκε τη σκάλα.

Η Νιρίφα, δείχνοντας προβληματισμένη, την ακολούθησε.

*

«Είσαι ηλίθιος;» σύριξε η Χλόη.

Ο Έκτορας, που ετοιμαζόταν, φορώντας ρούχα και θηκαρώνοντας όπλα επάνω του, την αγνόησε.

«Πώς είναι η Τζάκι;» τη ρώτησε.

«Στο μπάνιο είναι, και στα μυαλά της είναι καλύτερα από σένα! Άσε τώρα τις μαλακίες και κάθισε τουλάχιστον να το σκεφτείς.»

«Δεν έχω τίποτα να σκεφτώ. Θα πάω, θα τους κάνω ζημιές, και θα επιστρέψω. Έχω κάνει και χειρότερα στη ζωή μου.»

«Κάποια στιγμή, έτσι θα την πατήσεις. Και ποτέ άλλοτε δεν είχες ξαναπάει μες στο Λημέρι να τους επιτεθείς ανοιχτά! Θα σε καθαρίσουν, ρε ηλίθιε!»

«Δε θα προλάβουν.» Ο Έκτορας φορούσε τώρα γκρίζο παντελόνι, ψηλές καφετιές μπότες με λουριά, και μαύρο πουκάμισο. Σε καθεμιά από τις μπότες ήταν θηκαρωμένο ένα ξιφίδιο. Στα πλευρά του, δεξιά κι αριστερά, κρεμόταν από ένα πιστόλι. Πήρε μια μαύρη καπαρντίνα και τη φόρεσε, κρύβοντας τον οπλισμό.

Η Χλόη τον άρπαξε απ’τον γιακά, τραβώντας τον. «Μείνε εδώ κι άσε τις μαλακίες, γαμώ την ανωμαλία σου!» έτριξε τα δόντια.

Ο Έκτορας την έσπρωξε προς τα πίσω. «Είπα θα πάω, και θα πάω.»

«Βοϊδοκέφαλε μαλάκα!» Το πόδι της πήγε προς τα αχαμνά του.

Ο Έκτορας έπιασε τον αστράγαλό της και την πέταξε στο κρεβάτι. «Δε θ’αργήσω,» είπε και στράφηκε στην εξώπορτα του δωματίου, απλώνοντας το χέρι του και πιάνοντας το πόμολο.

«Περίμενε!»

Κάτι στη φωνή της τον έκανε να σταματήσει και να στραφεί να την κοιτάξει.

Η Χλόη είχε σηκωθεί απ’το κρεβάτι. Άνοιξε ένα συρτάρι, πήρε μια τράπουλα από εκεί, έβγαλε ένα χαρτί, και τον πλησίασε προτείνοντάς το προς το μέρος του.

Ο Έκτορας το κοίταξε. Απεικόνιζε έναν άντρα με πράσινη πανοπλία, τσεκούρι, και ασπίδα. Δεξιά κι αριστερά του κρανοφόρου κεφαλιού του υπήρχαν κόκκινες φτερούγες. Κάτω από τα μποτοφορεμένα πόδια του πατούσε ένα τσακάλι. Τα σύμβολα στις γωνίες της κάρτας έδειχναν ότι ήταν ο Μαχητής του Πυρός.

«Τι μαλακία είν’αυτή;» είπε ο Έκτορας.

«Πάρτο μαζί σου.»

«Δε νομίζω να μου χρειαστεί.»

«Πάρτο μαζί σου.» Η Χλόη τον έπιασε απ’τον γιακά και πέρασε την κάρτα μέσα στο πουκάμισό του.

«’Ντάξει,» είπε ο Έκτορας.

Η Χλόη τον φίλησε, κι εκείνος έφυγε απ’το δωμάτιό τους.

*

Η Νιρίφα’μορ και η Σερφάντια τον περίμεναν στο κάτω υπόγειο, που ήταν γεμάτο μηχανικούς εξοπλισμούς, όπλα, και οχήματα. Κάπως, είχαν καταφέρει να ετοιμαστούν πριν από εκείνον. Μάλλον η Χλόη τον είχε καθυστερήσει περισσότερο απ’ό,τι νόμιζε.

Η Μαύρη Δράκαινα ήταν ντυμένη με τη μελανή στολή της και φορούσε κουκούλα. Στη ζώνη της είχε θηκαρωμένα ένα ξιφίδιο κι ένα πιστόλι. Στο γοφό της ήταν θηκαρωμένο άλλο ένα πιστόλι, και στις μπότες της ακόμα δύο ξιφίδια. Στον ώμο της ήταν περασμένο ένα τουφέκι. Στεκόταν σιωπηλή βλέποντας τον Πρόμαχο να κατεβαίνει.

Η Νιρίφα’μορ φορούσε λευκό πουκάμισο, καφέ πέτσινο γιλέκο, εφαρμοστό μαύρο παντελόνι, και μπότες. Από τη ζώνη της κρεμόταν ένα πιστόλι. Στη μια της μπότα ήταν θηκαρωμένο ένα ξιφίδιο. Στους ώμους της έπεφτε μια κάπα. Τα ξανθά της μαλλιά ήταν δεμένα αλογοουρά.

Είπε στον Έκτορα: «Έχε υπόψη ότι μπορεί εσύ να θες να σκοτωθείς αλλά εγώ δεν θέλω να σκοτωθώ.»

«Κανείς δε θα σκοτωθεί,» της αποκρίθηκε εκείνος, «εκτός από Λεγεωνάριους.»

«Έχεις κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο;» τον ρώτησε η μάγισσα.

«Ναι. Μπαίνουμε στο Λημέρι, τα κάνουμε όλα γυαλιά-καρφιά, βγαίνουμε από το Λημέρι, επιστρέφουμε στη Σφαίρα

«Αποκλείεται να τα κάνουμε όλα γυαλιά-καρφιά – το ξέρεις, δεν είσαι τελείως βλάκας, αφεντικό.»

«Τρόπος του λέγειν ήταν. Μην καθυστερούμε άλλο, τώρα.»

Ο Έκτορας βάδισε προς ένα μικρό τετράκυκλο όχημα, που η πίσω μεριά του ήταν πιο ψηλή από τη μπροστινή, και το φιμέ σκέπαστρό του ήταν ανοιχτό.

Η Νιρίφα κοίταξε τη Σερφάντια. Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους και, μετά, πήγε προς το δίκυκλο που χρησιμοποιούσε συνήθως.

Ο Έκτορας κάθισε στο τιμόνι του τετράκυκλου. Η Νιρίφα κάθισε πίσω του, στο ενεργειακό κέντρο. Δεν υπήρχε θέση για άλλον επιβάτη· το υπόλοιπο μέρος του οχήματος καταλάμβαναν περίπλοκοι μηχανισμοί και κυκλώματα, καθώς ήταν μεταβαλλόμενο με τρεις μορφές.

«Ενεργειακές φιάλες έχει;» ρώτησε ο Έκτορας.

«Ναι. Γεμάτο,» απάντησε η Νιρίφα. «Η Χλόη τι σου είπε; Της είπες τι πας να κάνεις;»

«Η Χλόη θα ρίξει μερικά χαρτιά για να διαβάσει την τύχη μας· εμείς θα φτιάξουμε την τύχη μας.» Πάτησε τον διακόπτη που ενεργοποιούσε το όχημα. Τα φωτάκια στην κονσόλα μπροστά του άναψαν. Πίεσε ένα πλήκτρο και το φιμέ σκέπαστρο έκλεισε.

Η Νιρίφα αναστέναξε, και ύφανε τη Μαγγανεία Κινήσεως για να ελέγχει την ενεργειακή ροή του περίπλοκου οχήματος.

Ο Έκτορας άνοιξε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό. «Σερφάντια, μ’ακούς;»

«Ναι, αφεντικό.»

«Είσαι έτοιμη;»

«Πάντα είμαι έτοιμη, αφεντικό.»

«Ξεκινάμε, λοιπόν.»

Κεφάλαιο 4
Επίθεση στο Λημέρι

Σ’ένα μέρος του Χωνευτηρίου, αρκετές εκατοντάδες μέτρα απόσταση από την Οινόσφαιρα, υπήρχε ένα παλιό υπόγειο γκαράζ. Κανείς δεν το χρησιμοποιούσε πλέον, και ήταν γεμάτο συντρίμμια παλιών οχημάτων, πέτρες, σίδερα, ξύλα, σκουπίδια, και άστεγους οι οποίοι έρχονταν εδώ για να βρουν κατάλυμα.

Επίσης, στα κατασκότεινα βάθη του εγκαταλειμμένου γκαράζ υπήρχε μια σήραγγα που περνούσε δίπλα από τους άθλια συντηρημένους υπονόμους του Χωνευτηρίου και διακλαδιζόταν σε πολλά σημεία. Ένα από τα παρακλάδια της έφτανε και στο μέρος της Οινόσφαιρας που οι επαναστάτες ονόμαζαν κάτω υπόγειο.

Και τώρα, τα οχήματα του Έκτορα και της Σερφάντιας ακριβώς αυτή τη σήραγγα ακολουθούσαν, διασχίζοντάς τη με προσοχή και φωτίζοντάς τη με τους προβολείς τους. Στο δρόμο τους μερικά υπερτροφικά ποντίκια σκορπίστηκαν. Κι ύστερα, οι επαναστάτες βγήκαν στo εγκαταλειμμένο γκαράζ. Οι άστεγοι έτρεξαν να κρυφτούν στις πυκνές σκιές, ακούγοντας το μούγκρισμα από τις μηχανές και βλέποντας τα δυνατά φώτα που διέλυαν τα σκοτάδια.

Δαίμονες από τα βάθη, ψιθύριζαν κάποιοι αναμεταξύ τους. Άνθρωποι-μηχανές.

Ενώ κάποιοι άλλοι είπαν: Πράκτορες της Παντοκράτειρας. Έχουν ξαναπεράσει.

Δεν είναι πράκτορες. Μάγοι είναι, που κρύβονται κει κάτω κι ετοιμάζουνε όπλα!

Τα δύο οχήματα διέσχισαν το γκαράζ πατώντας ή αποφεύγοντας τα συντρίμμια, και τελικά βγήκαν από εκεί, σβήνοντας τους προβολείς για να μη δίνουν στόχο.

Κινήθηκαν τώρα στους δρόμους του Χωνευτηρίου. Δεν υπήρχαν μεγάλες λεωφόροι εδώ, μονάχα σοκάκια και στενορύμια· τα φορτηγά και άλλα μεγάλα οχήματα μετά δυσκολίας περνούσαν, ή ορισμένες φορές δεν μπορούσαν να περάσουν καθόλου. Το τετράκυκλο του Έκτορα και το δίκυκλο της Σερφάντιας, όμως, ήταν μικρά και ευέλικτα – πράγμα όχι τυχαίο.

Επίσης, στους δρόμους του Χωνευτηρίου οι τηλεοπτικοί πομποί ήταν σπάνιοι. Υπήρχαν μόνο στα πιο πολυσύχναστα μέρη, και ακόμα κι εκεί ήταν, ουσιαστικά, άχρηστοι. Κάθε τόσο, κάποιος βάνδαλος τούς έσπαγε πετώντας πέτρες ή πυροβολώντας από εκεί όπου δεν μπορούσαν να τον δουν. Μερικοί είχαν συλληφθεί για την καταστροφή τηλεοπτικών πομπών, όταν τύχαινε πράκτορες της Παντοκράτειρας να παραφυλάνε, ή άνθρωποι της Χωροφυλακής να περιπολούν. Τι μπορούσαν, όμως, να κάνουν με τους συλληφθέντες; Ήταν ή άστεγοι, ή φτωχοί ταξιδιώτες, ή εξίσου φτωχοί μετανάστες, ή παιδιά της πέτρας. Αυτού του είδους τους ανθρώπους μάζευε η περιοχή. Έρχονταν από βορρά, δύση, και νότο. Το Χωνευτήρι ήταν στο σωστό σημείο γι’αυτό: στα βορειοδυτικά της Θακέρκοβ, όχι μακριά από την Κεντρική Δημοσιά που διέσχιζε την πόλη από τα βόρεια ώς τα νότια.

Ο Έκτορας έβγαλε, σε κάποια στιγμή, το όχημά του από το Χωνευτήρι, μπαίνοντας στη Μακριά Λεωφόρο και κατευθυνόμενος προς την Πρώτη Γέφυρα. Η Σερφάντια τον ακολούθησε πάνω στο δίκυκλό της.

Ελάχιστοι άνθρωποι κυκλοφορούσαν, καθώς τώρα μόλις χάραζε. Οι δρόμοι δεν ήταν συνωστισμένοι. Ο Έκτορας, όμως, ήξερε ότι τους παρακολουθούσαν, κατά πρώτον, οι τηλεοπτικοί πομποί και, κατά δεύτερον, οι πράκτορες που βρίσκονταν σε σημεία-κλειδιά. Δεν είχε σημασία, βέβαια· όσο δεν έκαναν κάτι παράνομο, δεν μπορούσαν να τους σταματήσουν. Και μετά από λίγο, πραγματικά δεν θα ήξεραν ποιον να συλλάβουν, σε περίπτωση που ήθελαν να παρουσιαστούν.

Οι επαναστάτες πέρασαν την Πρώτη Γέφυρα και έστριψαν ανατολικά, βγαίνοντας από τη Μακριά Λεωφόρο και μπαίνοντας στο Λημέρι.

Παρότι αυτό το μέρος ήταν το αρχηγείο της Λεγεώνας, ήταν σε καλύτερη κατάσταση από το Χωνευτήρι. Φυσικά, υπήρχαν κι εδώ άστεγοι και παιδιά της πέτρας κι ένα σωρό ρεμάλια, και μόνο η ίδια η Λόρκη έλειπε, αλλά οι δρόμοι ήταν μεγαλύτεροι, καλύτερα φωτισμένοι τις νύχτες (σε ορισμένα σημεία, τουλάχιστον), και υπήρχαν περισσότερα καταστήματα με πιο όμορφες βιτρίνες. Το πρόβλημα της περιοχής, βέβαια, ήταν η Λεγεώνα. Για να μένεις εδώ, ή για να έχεις μαγαζί εδώ, έπρεπε να τους πληρώνεις προκειμένου να μην έρθουν να σε σακατέψουν ή να σου γκρεμίσουν την περιουσία. Η Χωροφυλακή – παρότι το Νοτιοδυτικό Φρουραρχείο της ήταν στη δυτική άκρη του Λημεριού – δεν έκανε απολύτως τίποτα για να το σταματήσει αυτό. Οι χωροφύλακες προσποιούνταν απλώς, κάπου-κάπου, ότι έψαχναν για τη Λεγεώνα, αλλά δήλωναν ότι δεν κατάφερναν να εντοπίσουν πού κρυβόταν η κεφαλή της επικίνδυνης οργάνωσης. Συμπλοκές ο Έκτορας ήξερε ότι γίνονταν κάθε τόσο ανάμεσα στη Χωροφυλακή και στη Λεγεώνα, όμως οι Λεγεωνάριοι που συλλαμβάνονταν δεν αργούσαν να αποφυλακιστούν ύστερα από ανώτερες διαταγές. Η κατάσταση ήταν, το λιγότερο, γελοία. Οι Παντοκρατορικοί προστάτευαν τους Λεγεωνάριους για να τους υπηρετούν· ήταν προφανές και στους τυφλούς.

«Νιρίφα,» είπε ο Έκτορας καθώς έμπαιναν σ’έναν απ’τους δρόμους του Λημεριού. «Μορφή Δύο.» Δεξιά κι αριστερά τους ήταν καταστήματα με κατεβασμένα τα ρολά, αλλά και καταστήματα που μόλις τώρα άνοιγαν. Σε μια διασταύρωση ήταν σταματημένοι πέντε τύποι με δίκυκλα και όπλα. Λεγεωνάριοι. Κοίταζαν τριγύρω την περιοχή σαν να τους ανήκε. Μερικοί κάπνιζαν.

Η Νιρίφα’μορ άρθρωσε το Ξόρκι Μηχανικής Μεταβλητότητος, και η μορφή του οχήματος του Έκτορα άλλαξε. Έγινε κατάλληλο για μάχη, καθώς σκληρά προστατευτικά μέταλλα ξεπρόβαλαν ξαφνικά από τις πλευρές του, από μπροστά, και από πίσω του. Το μεγαλύτερο μέρος του γυάλινου σκέπαστρού του κρύφτηκε από αυτά· μονάχα μερικά σημεία έμειναν ανοιχτά σαν παράθυρα.

Και ένα ενεργειακό κανόνι βγήκε από την πίσω μεριά του οχήματος: ένα από τα καταστροφικότερα όπλα που υπήρχαν. Αυτά τα πράγματα μπορούσαν να εντοπιστούν από ορισμένους μάγους ή από ειδικά συστήματα ανίχνευσης, αλλά όχι όταν ήταν κρυμμένα μέσα στις πολλαπλές μορφές ενός μεταβαλλόμενου οχήματος.

Η Νιρίφα δεν είχε καλά-καλά ολοκληρώσει το Ξόρκι Μηχανικής Μεταβλητότητος και άρθρωσε τη Μαγγανεία Οπλικής Φορτίσεως, που ήταν απαραίτητη για τη χρήση του ενεργειακού κανονιού: διαφορετικά, μπορούσαν να προκληθούν σοβαρές βλάβες στα συστήματα του οχήματος ή και εκρήξεις που θα το διέλυαν ολοσχερώς – καθώς και τους επιβάτες του.

Τώρα η Νιρίφα είχε συγχρόνως σε λειτουργία και τη Μαγγανεία Κινήσεως και τη Μαγγανεία Οπλικής Φορτίσεως: πράγμα, κανονικά, δύσκολο, αλλά όχι για μια μάγισσα του τάγματος των Τεχνομαθών. Οι Τεχνομαθείς μάγοι ήξεραν τα μηχανήματα πιο καλά από τα σώματά τους. Η Νιρίφα’μορ αισθανόταν την ενεργειακή ροή του οχήματος και του κανονιού να γίνονται σχεδόν ένα με τη ροή του αίματος μέσα στις φλέβες της και με τη δική της ψυχική ενέργεια, και τις καθοδηγούσε εύκολα, αβίαστα.

Ο Έκτορας, κοιτάζοντας την κονσόλα εμπρός του (η οποία είχε υποστεί αλλαγές ύστερα από τη μεταμόρφωση), είδε μια μικρή οθόνη να γράφει: ΟΠΛΟ ΣΕ ΕΤΟΙΜΟΤΗΤΑ· και από κάτω: ΠΛΗΡΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑ.

Οι Λεγεωνάριοι είχαν στραφεί προς το όχημά του· η μοναδική γυναίκα ανάμεσά τους το έδειχνε.

Ο Έκτορας έστρεψε το κανόνι καταπάνω τους, και πάτησε το ΠΥΡ.

Μια παχιά δέσμη ακατέργαστης ενέργειας πετάχτηκε από την κάννη του κανονιού. Τα δίκυκλα των Λεγεωνάριων εκτοξεύτηκα δώθε-κείθε· οι Λεγεωνάριοι, το ίδιο. Εκρήξεις έγιναν καθώς χτυπήθηκαν οι ενεργειακές φιάλες των οχημάτων. Τροχοί πήδησαν στον αέρα, και κομμένα μέλη. Καρβουνιασμένα κουφάρια έπεσαν στον δρόμο. Οι πέτρες του πλακόστρωτου είχαν διαλυθεί. Ο τοίχος ενός οικήματος πίσω από τους Λεγεωνάριους είχε γκρεμιστεί.

Μια σειρήνα ήχησε.

Ο Έκτορας έτρεξε μέσα στους δρόμους του Λημεριού. Πυροβόλησε ξανά, διαλύοντας το ισόγειο μιας πολυκατοικίας.

Δίκυκλα φάνηκαν να έρχονται από γύρω· οι μηχανές τους γρύλιζαν, οι καβαλάρηδές τους πυροβολούσαν με καραμπίνες και τουφέκια. Οι σφαίρες τους εξοστρακίζονταν πάνω στις μεταλλικές ασπίδες του οχήματος του Έκτορα.

Η Σερφάντια οδήγησε το δικό της δίκυκλο σ’έναν πλευρικό δρόμο ενώ κι εκείνη πυροβολούσε. Με μια ριπή της, ένας Λεγεωνάριος έπεσε. Με μια δεύτερη ριπή, ένας ακόμα. Και μετά, η Μαύρη Δράκαινα κρύφτηκε καθώς εχθρικά πυρά την ακολουθούσαν.

Ο Έκτορας ενεργοποίησε το κανόνι, και οχήματα τινάχτηκαν στον αέρα, ενεργειακές φιάλες εξερράγησαν. Κομμάτια κατέληξαν στους ορόφους πολυκατοικιών ή μέσα σε καταστήματα, σπάζοντας ρολά, βιτρίνες, και πόρτες.

Σφαίρες έλουζαν τώρα το όχημα του Προμάχου καθώς οι Λεγεωνάριοι τον περικύκλωναν, ουρλιάζοντας σαν δαιμονισμένοι: «Είμαστε η Λεγεώνα! ΕΙΜΑΣΤΕ Η ΛΕΓΕΩΝΑ!»

«Σκατά είστε,» γρύλισε ο Έκτορας, και πυροβόλησε, ξανά και ξανά και ξανά.

Οι πέτρες του δρόμου τινάζονταν σαν πίδακες, τα δίκυκλα γίνονταν θρύψαλα, οι αναβάτες τους μετατρέπονταν σε κάρβουνα. Έβρεχε μαυρισμένα κόκαλα και κομμάτια από μηχανές, τροχούς, και σίδερα.

«Έκτορα,» είπε η Νιρίφα. «Η ενέργειά μας δεν είναι ατελείωτη – μην το ξεχνάς!»

Ο Πρόμαχος κοίταξε τις οθόνες του.

ΠΟΣΟΤΗΤΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ: 67,54%

Αυτή ήταν η ενέργεια που απέμενε και για το κανόνι και για να κινείται το όχημα.

«Το έχω υπόψη μου.»

Ξαφνικά, μια σφαίρα χτύπησε το παράθυρο εμπρός του, ραγίζοντάς το χωρίς να το σπάσει.

«ΦΑΤΕ ΤΟΥΣ ΖΩΝΤΑΝΟΥΣ!» γκάριζε κάποιος Λεγεωνάριος. «ΦΑΤΕ ΤΟΥΣ ΖΩΝΤΑΝΟΥΣ!»

Η έκρηξη μιας χειροβομβίδας τράνταξε το όχημα του Έκτορα.

Η ριπή του ενεργειακού κανονιού του πέτυχε μόνο δύο δίκυκλα, καθώς τώρα αυτά έκαναν κύκλους γύρω από το σταματημένο όχημά του.

Ο Έκτορας το έβαλε μπροστά. Χτύπησε ένα δίκυκλο, ανατρέποντάς το, και πάτησε τον αναβάτη του καθώς εκείνος ούρλιαζε.

Οι υπόλοιποι Λεγεωνάριοι ακολούθησαν τον Πρόμαχο, πυροβολώντας.

«ΣΚΟΤΩΣΤΕ ΤΟΥΣ! ΤΟΥΣ ΘΕΛΩ ΝΕΚΡΟΥΣ!» γκάριζε κάποιος.

Κι αναπάντεχα, η Σερφάντια πετάχτηκε από έναν πλευρικό δρόμο, κρατώντας ένα πιστόλι σε κάθε χέρι και πυροβολώντας. Λεγεωνάριοι έπεφταν από τις σέλες των δίκυκλών τους καθώς το δίκυκλο της Μαύρης Δράκαινας περνούσε ανάμεσά τους.

«ΣΚΟΤΩΣΤ–! Ααααργκχ!» Μια ριπή της πρέπει να βρήκε αυτόν που ούρλιαζε.

Ο Έκτορας, όμως, είδε περισσότερους καβαλάρηδες να έρχονται – από αντίκρυ του. Έστριψε για να τους αποφύγει – και βρέθηκε μπροστά σε άλλους. Όλοι τους τον πυροβολούσαν.

Το μπροστινό παράθυρο ξαναχτυπήθηκε, μία, δύο φορές – έγινε θραύσματα γυαλιού με την τρίτη ριπή, και ο Έκτορας έσκυψε για να μην τον σκοτώσουν οι σφαίρες των εχθρών του.

«Γαμιόληδες…!»

Πάτησε τη σκανδάλη του κανονιού, στα τυφλά. Η ακατέργαστη ενέργεια μούγκρισε, και το μουγκρητό της ακολούθησαν εκρήξεις, ουρλιαχτά, και ήχοι θραύσης.

Ο Πρόμαχος της Επανάστασης πέρασε πάνω από τα συντρίμμια Λεγεωνάριων. Συγκρούστηκε μ’ένα δίκυκλο, και ο αναβάτης του τινάχτηκε, ουρλιάζοντας, στην οροφή του οχήματος του Έκτορα, και μετά, μη βρίσκοντας από πού να κρατηθεί, έπεσε και τον πάτησαν οι τροχοί των συντρόφων του.

Η Σερφάντια ακολουθούσε τον Πρόμαχο, κρατώντας τώρα το τουφέκι της με το ένα χέρι (για να μπορεί συγχρόνως να στρίβει το δίκυκλό της) και πυροβολώντας. Μια σφαίρα την είχε χτυπήσει στον αριστερό ώμο, παρατήρησε ο Έκτορας κοιτάζοντας από ένα πλευρικό παράθυρο, και μια άλλη σφαίρα στον δεξή μηρό.

Μια έκρηξη τράνταξε το όχημά του. Έχασε για λίγο την πορεία του κι έπεσε μέσα σ’ένα κατάστημα ρούχων που τώρα έκανε ν’ανοίξει. Τα πάντα έγιναν συντρίμμια στο πέρασμά του. Υπάλληλοι έτρεχαν να φύγουν, ουρλιάζοντας.

Ο Πρόμαχος πάτησε τη σκανδάλη του κανονιού. Ο τοίχος στην πίσω μεριά του καταστήματος διαλύθηκε, και το όχημά του βρέθηκε σ’ένα άλλο κατάστημα το οποίο πουλούσε μηχανικά είδη. Κομμάτια και θρύψαλα άφησε πίσω του ο Έκτορας καθώς περνούσε. Το κανόνι διέλυσε τον αντικρινό τοίχο και το όχημα βγήκε σ’έναν δρόμο.

Το δίκυκλο της Σερφάντιας ακολουθούσε.

«Φύγε!» είπε ο Έκτορας στη Μαύρη Δράκαινα μέσω του πομπού του. «Γύρνα πίσω!»

«Θα γυρίσουμε μαζί!»

«Φύγε, λέω! Εγώ θα φύγω αλλιώς – το ξέρεις! Εσύ πρέπει να χαθείς! Φύγε!»

Η Σερφάντια έστριψε, επιταχύνοντας.

Ο Έκτορας κοίταξε την κονσόλα του.

ΠΟΣΟΤΗΤΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ: 32,66%

Δίκυκλα της Λεγεώνας έρχονταν από παντού. Έπρεπε για λίγο να καλύψει τη Μαύρη Δράκαινα, ώστε ν’απομακρυνθεί· μετά, τίποτα δε θα την έπιανε.

Έστρεψε το κανόνι.

«Έκτορα,» είπε η Νιρίφα. «Πρόσεχε – δεν έχουμε ατελείωτη ενέργεια!»

«Το ξέρω, μάγισσα!» γρύλισε εκείνος. Και πάτησε σκανδάλη – δύο φορές.

Εκρήξεις γέμισαν τον δρόμο. Δίκυκλα πετούσαν, άνθρωποι καίγονταν, πίδακες από πέτρες του πλακόστρωτου τινάζονταν.

«Φεύγουμε τώρα,» είπε ο Έκτορας, κι έστριψε το όχημά του προς τα βόρεια, πατώντας ώς το τέρμα το πετάλι. Οι τροχοί έκαναν το πλακόστρωτο να τρίζει.

Τρία δίκυκλα βρέθηκαν στο διάβα του. Οι καβαλάρηδες τους πυροβολούσαν σαν μανιακοί. Ο Έκτορας έσκυψε πάνω στο τιμόνι, και τους πάτησε.

Ενώ η Νιρίφα ακούστηκε να ουρλιάζει πίσω του.

Ένα φωτάκι αναβόσβηνε ξέφρενα επάνω στην κονσόλα. Η ενέργεια έπεφτε ραγδαία!

«Μάγισσα! Είσαι καλά;» φώναξε ο Έκτορας κοιτάζοντας πάνω απ’τον ώμο του.

«Ναι, γαμώ τα κέρατα του Κάρτωλακ!»

Ο Έκτορας είδε ότι κάποιες από τις σφαίρες είχαν πέσει επικίνδυνα κοντά στα πόδια της Νιρίφα· παρατρίχα είχαν αστοχήσει τα γόνατά της. Είχαν σκίσει το παντελόνι και το δέρμα της. Κι εκείνη είχε χάσει προς στιγμή τον έλεγχο του οχήματος. Τώρα, όμως, άρθρωνε πάλι τη Μαγγανεία Κινήσεως.

Και η ενέργεια στην κονσόλα του Έκτορα έπαψε να πέφτει ραγδαία.

23,11% είχαν τώρα μόνο.

Σκατά…

Βγήκε από τον δρόμο και βρέθηκε εκεί όπου ήθελε εξαρχής να βρεθεί όταν άρχισε να υποχωρεί. Πλάι στον ποταμό. Στις αποβάθρες.

«Μάγισσα, ξέρεις τι πα να κάνω, έτσι;»

«Ναι!»

«Ετοιμάσου, τότε!»

Και οι Λεγεωνάριοι που καταδίωκαν το οπλοφόρο όχημα – το οποίο περισσότερο με άρμα μάχης τούς έμοιαζε – το είδαν να μην κόβει καθόλου ταχύτητα και να βουτά στα νερά του Κάλμωθ, βουλιάζοντας στη στιγμή.

Σταμάτησαν τα δίκυκλά τους προτού βουτήξουν κι εκείνοι.

«Τι έκανε ο καταραμένος κωλότρελος;» φώναξε ένας Λεγεωνάριος. «Ο καταραμένος κωλότρελος!» Κατέβηκε από το όχημά του, βαστώντας την καραμπίνα του, και ζύγωσε την άκρη μιας αποβάθρας μαζί με μερικούς άλλους.

«Δε φαίνονται πουθενά…» είπε ένας.

«Τι παλαβοί μαλάκες του Κάρτωλακ ήταν αυτοί;» μούγκρισε κάποιος άλλος. «Τι σκατά θέλανε;»

Μετά από λίγο, ένα εξάτροχο όχημα ήρθε. Οι ρόδες του ήταν ψηλές όσο ένας ψηλός άντρας, και ήταν ανοιχτό, δεν είχε οροφή. Στην πίσω μεριά του ήταν δύο πολυβόλα, που τα κρατούσαν σε ετοιμότητα δύο χειριστές.

Το όχημα σταμάτησε ανάμεσα στα δίκυκλα, κι ένας άντρας σηκώθηκε όρθιος μέσα του. Χρυσόδερμος, σωματώδης, με μεγάλους γυαλιστερούς μύες που φαίνονταν απ’τα ανοίγματα του μαύρου, πέτσινου γιλέκο του. Ψηλός και επιβλητικός. Φορούσε μαύρα γυαλιά, και επάνω στο ξυρισμένο κεφάλι του ήταν η δερματοστιξία ενός δράκου – ενός μυθικού ερπετού.

Ο Ρούνης ο Αρχιλεγεωνάριος.

«Πού είναι;» φώναξε, εξαγριωμένος. «Πού είναι;»

«Βούτηξαν στον ποταμό, αφεντικό,» αποκρίθηκε ο Όρντιβελ ο Τροχός.

«Ποιοι ήταν, αφεντικό; Τι ήθελαν;» ρώτησε ο Κίμωνας ο Νεκρολάγνος.

«Είχανε ολόκληρο άρμα μάχης μαζί τους, οι πούστηδες!» είπε η Κυράλη η Παλαβή.

«Ποιοι ήταν…» μούγκρισε ο Ρούνης. «Ποιοι ήταν! Ρωτάτε ποιοι σκατάδες ΗΤΑΝ;» ούρλιαξε. «Ποιοι μπορεί να ήταν, ρε ζώα; Μόνο οι Παντοκρατορικοί θα μπορούσαν νάχουν τέτοιο άρμα – ή οι γαμημένοι επαναστάτες!

»Κανένας, όμως, δεν το κάνει αυτό στο Λημέρι και ζει! ΚΑΝΕΝΑΣ!»

«Αφεντικό,» είπε ο Τζακ ο Τρομερός, «βούτηξαν στο ποτάμι. Είναι τελειωμένοι από μόνοι τους.»

Ο Ρούνης πήδησε έξω απ’το όχημά του. «Έλα πιο κοντά γιατί δε σ’ακούω.»

Ο Τζακ πλησίασε. «Βούτηξαν στο ποτ–»

Ο Ρούνης τον γρονθοκόπησε καταπρόσωπο, σπάζοντας δόντια και σωριάζοντάς τον ανάσκελα εμπρός του. Μετά, τον κλότσησε άγρια στα πλευρά.

«Δεν είναι νεκροί, ρε ζώα του Κάρτωλακ! Από τα Φέρνιλγκαν κατεβήκατε, ρε κόπανοι; Θα βουτούσαν στο γαμημένο ποτάμι άμα δεν είχαν τρόπο να γλιτώσουν; Εσείς θα βουτούσατε;»

Και, αρπάζοντας τον πεσμένο Τζακ από τα παπάρια και από τα μαλλιά, τον σήκωσε πάνω απ’το κεφάλι του, έτρεξε ώς την άκρη μιας αποβάθρας, και τον πέταξε στον ποταμό Κάλμωθ.

*

Η Νιρίφα’μορ ήταν έτοιμη. Προτού καν πέσουν στον ποταμό, είχε αρχίσει το Ξόρκι Μηχανικής Μεταβλητότητος· και, όταν το νερό τούς σκέπασε, το όχημα είχε ήδη μετατραπεί σε μικρό υποβρύχιο χωρίς ενεργειακό κανόνι.

«Επιστρέφουμε ολοταχώς σπίτι, και τέρμα οι μαλακίες,» είπε η μάγισσα.

«Δεν πρότεινα να μείνουμε,» αποκρίθηκε ο Έκτορας· και, πιάνοντας το αλλαγμένο πηδάλιο εμπρός του, πιλόταρε το υποβρύχιο προς τα νοτιοδυτικά, αντίθετα από τη ροή του ποταμού.

Ευτυχώς που με τη μεταμόρφωση άλλαζαν και τα τζάμια, γιατί αλλιώς η τρύπα που είχαν κάνει οι Λεγεωνάριοι στο παράθυρο θα τους είχε πλημμυρίσει αμέσως. Οι εκρήξεις, όμως, και οι πυροβολισμοί δεν είχαν αφήσει το όχημα άθικτο, και ούτε, όπως φάνηκε, το υποβρύχιο σκάφος στο οποίο είχε αυτό μετατραπεί.

Άρχισε να μπάζει.

«Μπορούμε να κάνουμε κάτι γι’αυτό, μάγισσα;» ρώτησε ο Έκτορας, βλέποντας το νερό να μαζεύεται γύρω από τις μπότες του.

«Ναι – να φτάσουμε γρήγορα στον προορισμό μας!»

Μετά από λίγο, πρόσθεσε: «Κι ελπίζω και η Σερφάντια να κατάφερε να φύγει από κει μέσα.»

«Μην ανησυχείς· είναι Μαύρη Δράκαινα.» Ο Έκτορας, όμως, νόμιζε ότι δεν ακουγόταν και τόσο πειστικός.

«Είσαι τελείως μαλάκας ορισμένες φορές, το ξέρεις;» του είπε η Νιρίφα.

«Το ‘ορισμένες φορές’ τι το ήθελες;»

Η Νιρίφα αναστέναξε – αν και περισσότερο σαν γρύλισμα ακούστηκε.

Ο Έκτορας γέλασε. «Άμα ρωτήσεις τον Αλλάνδρη, θα σου πει ότι συνέχεια μαλακίες κάνω. Χωρίς όμως τις ‘μαλακίες’ μου, μάγισσα, οι Παντοκρατορικοί δε θα είχαν τίποτα να φοβηθούν σε τούτα τα μέρη.»

Όταν η ενέργεια είχε πέσει στο 16,31%, ο Πρόμαχος ήξερε ότι είχαν προ πολλού βγει από την Θακέρκοβ και νόμιζε επίσης πως ήξερε πού ακριβώς βρίσκονταν.

Έβαλε το υποβρύχιο να αναδυθεί και κοίταξε τη βόρεια όχθη του ποταμού, που δεν ήταν κατοικημένη. Δεν έπεσα και πολύ έξω, σκέφτηκε.

«Ετοιμάσου για Μορφή Ένα, μάγισσα,» είπε και πήγε προς την όχθη.

Η Νιρίφα έκανε το Ξόρκι Μηχανικής Μεταβλητότητος, και καθώς το υποβρύχιο έφτανε στα ρηχά, μετατράπηκε σε απλό τετράκυκλο όχημα χωρίς κανόνι και προστατευτικές ασπίδες. Το μπροστινό τζάμι του ήταν τώρα σπασμένο.

«Ωραία,» είπε ο Έκτορας. «Πάμε στην πόλη.»

Οδήγησε το όχημα μέσα στην ύπαιθρο, μέχρι που έφτασε στη μεγάλη δημοσιά βόρεια της Θακέρκοβ, την οποία και ακολούθησε προς τα νότια. Τα ψηλά οικοδομήματα της πόλης σύντομα βρίσκονταν γύρω του, κι εκείνος έστριψε και μπήκε στο Χωνευτήρι.

Κεφάλαιο 5
Δουλειές για έναν Πράκτορα

Δεν επέστρεψαν στο κάτω υπόγειο της Οινόσφαιρας από το εγκαταλειμμένο γκαράζ· επέστρεψαν από ένα άλλο σημείο που έβγαζε στη δαιδαλώδη σήραγγα η οποία οδηγούσε εκεί – αν ήξερες προς τα πού να πας.

Η Νιρίφα έπαψε τη χρήση της Μαγγανείας Κινήσεως· ο Έκτορας άνοιξε το σκέπαστρο του οχήματος, και βγήκαν. Το δίκυκλο της Σερφάντιας ήταν εδώ, παρατήρησαν. Η Μαύρη Δράκαινα, έχοντας γλιτώσει ζωντανή από το Λημέρι, είχε επιστρέψει πριν από αυτούς.

Ανέβηκαν στην κεντρική αίθουσα της Σφαίρας, κι εκεί βρήκαν τους υπόλοιπους να είναι συγκεντρωμένοι.

«Αφού είσαι ζωντανός, τυχερός είσαι,» είπε ο Αλλάνδρης στον Έκτορα.

«Δεν έχω παρτίδες με την τύχη,» αποκρίθηκε ο Πρόμαχος.

Η Χλόη τον πλησίασε και τον αγκάλιασε απ’το πλάι, φιλώντας το μάγουλό του. «Γιατί λες ψέματα;»

«Δε νομίζω να πιστεύεις ότι ήταν το χαρτί σου που μας έσωσε…» της είπε εκείνος, βγάζοντας τον Μαχητή του Πυρός μέσα απ’το πουκάμισό του και ρίχνοντάς τον πάνω σ’ένα άδειο τραπέζι.

Η Χλόη πήρε το χαρτί και το έκρυψε μέσα στο φόρεμά της.

Η Σερφάντια καθόταν σε μια καρέκλα, παραπέρα, ντυμένη με τα εσώρουχά της, καθώς ο Πολ έβγαζε τις σφαίρες από μέσα της και έραβε τα τραύματά της – ένα στον αριστερό ώμο και ένα στον δεξή μηρό. Ήταν θεραπευτής, και δεν έμενε μέσα στη Σφαίρα όπως οι άλλοι επαναστάτες: αυτό σήμαινε ότι κάποιος πρέπει να τον είχε ξυπνήσει πρωί-πρωί για να έρθει εδώ και να φροντίσει τη Μαύρη Δράκαινα. Το δέρμα του ήταν καφέ και τα μαλλιά του μαύρα. Φορούσε μια μπεζ, τριμμένη κάπα και παλιές μπότες – δυστυχώς, από το επάγγελμά του δεν έβγαζε πολλά στο Χωνευτήρι.

«Πώς είσαι;» ρώτησε ο Έκτορας τη Σερφάντια, καθώς έλυνε τα όπλα από πάνω του και τ’άφηνε στο τραπέζι μπροστά του.

«Εντάξει,» αποκρίθηκε εκείνη, «αν και λιγάκι στραπατσαρισμένη.»

«Εν ολίγοις, είναι κι αυτή τυχερή που είναι ζωντανή,» είπε ο Αλλάνδρης. «Τι ακριβώς σκεφτόσουν, αφεντικό, κι αποφάσισες να κάνεις επίσκεψη στη Λεγεώνα;»

«Ξέρεις πολύ καλά τι σκεφτόμουν.»

«Σκότωσες, τουλάχιστον, αυτούς που επιτέθηκαν στη Τζάκι;» ρώτησε ο Αίολος.

«Ξέχασα να κάνω καταμέτρηση των πτωμάτων,» αποκρίθηκε ο Έκτορας.

Η Νιρίφα’μορ είχε, εν τω μεταξύ, γεμίσει ένα ποτήρι με Κρύο Ουρανό και έπινε. Τώρα, είπε: «Μετά βίας επιστρέψαμε. Λίγο ακόμα και δε θα μας έμενε άλλη ενέργεια. Και το υποβρύχιο έμπαζε νερά όταν βουτήξαμε στον ποταμό.»

«Κατάλαβα…» μόρφασε ο Αίολος. «Άσκοπη σπατάλη ενέργειας και μηχανημάτων.»

«Η Λεγεώνα θα το θυμάται αυτό για καιρό,» του είπε ο Έκτορας. Κάθισε σε μια καρέκλα, έβγαλε ένα πούρο από την καπαρντίνα του, και το άναψε.

«Τους κάνατε πολλές ζημιές;» ρώτησε ο Αλλάνδρης.

«Πολλές;» Ο Έκτορας ρουθούνισε. Φύσηξε καπνό. «Τους τινάξαμε στον αέρα το μισό Λημέρι.»

«Όχι ακριβώς το μισό,» είπε η Νιρίφα, καθίζοντας πάνω σ’ένα τραπέζι.

«Μην είσαι μετριόφρων, μάγισσα.»

«Ας ανοίξουμε τις ειδήσεις, λοιπόν!» είπε ο Αίολος σαρκαστικά. «Θ’ακούσουμε σε λίγο γι’ακόμα ένα τρομοκρατικό χτύπημα.»

«Αναρωτιέμαι,» είπε ο Σωσίας, καθισμένος σ’ένα τραπέζι, με τα δάχτυλά του πλεγμένα και το γενειοφόρο σαγόνι του ακουμπισμένο πάνω στα ενωμένα χέρια του, «τι θα νομίσουν οι Παντοκρατορικοί. Χωρίς αμφιβολία, θα καταλάβουν ότι εμείς κάναμε την επίθεση. Αλλά πού θα την αποδώσουν; Σ’αυτό που έκαναν στη Τζάκι ή σ’αυτά που είπε το Άστρο χτες;»

«Δικό τους πρόβλημα,» είπε ο Έκτορας. «Εμείς έχουμε άλλα προβλήματα.»

«Όπως;» ρώτησε ο Αλλάνδρης.

«Πρέπει να μάθουμε τι είναι εκείνο το λευκό φως και η φωνή κάτω απ’τα συντρίμμια του Αρωγού, επιστήμονα.»

«Με την αυγή, επίθεση στο Λημέρι. Και μετά, έρευνα σε μια περιοχή ελεγχόμενη από τους Παντοκρατορικούς,» είπε η Νιρίφα’μορ. «Κάτι μού λέει ότι αυτή η μέρα θα εξελιχτεί… υπέροχα.»

Ο Πολ σηκώθηκε όρθιος, έχοντας τελειώσει με τα τραύματα της Σερφάντιας. Το βλέμμα του πήγε στα πόδια της μάγισσας: το παντελόνι ήταν σκισμένο και ποτισμένο με αίμα. «Χρειάζεσαι βοήθεια;» τη ρώτησε.

«Σου φαίνεται να χρειάζομαι; Ξυστά με πήραν οι σφαίρες τους.»

Ο Αίολος παρενέβη: «Δηλαδή, κατάφεραν να πέσουν σφαίρες μέσα στο τριπλό όχημα ενώ είχε τη μαχητική του μορφή

«Μάντης είσαι;» του είπε ο Έκτορας. «Το μπροστινό τζάμι έσπασε.»

Ο Αίολος κούνησε το κεφάλι του. «Για να πάθεις τέτοια, πρέπει να βρεθείς σε κανονικό πόλεμο. Ο Αλλάνδρης έχει δίκιο: κωλόφαρδοι είστε που βγήκατε ζωντανοί.»

«Το ξέρουμε,» του είπε η Νιρίφα. «Οι Λεγεωνάριοι έρχονταν από παντού.»

«Λογικό είναι, αφού στο Λημέρι πήγατε,» είπε ο Άλκιμος.

Ο Έκτορας φύσηξε καπνό μπροστά του. «Κάνετε σα νάναι η πρώτη φορά που παίζουμε ξύλο μ’αυτούς τους λεχρίτες.»

«Μεγαλύτερη βλακεία μαζί τους δεν έχουμε ξανακάνει, όμως,» τόνισε ο Αλλάνδρης. «Θα θέλουν να ανταποδώσουν· το καταλαβαίνεις, ε;»

«Ας χτυπήσουν τον αέρα. Δεν ξέρουν πού είμαστε.»

*

Ο Κριτόλαος είχε ξυπνήσει πρωί, και είχε παρακολουθήσει τα πρωινά νέα στον τηλεοπτικό δέκτη του. Τα ίδια έλεγαν πάλι: για την καταστροφή στον Αρωγό και για τους τρομοκράτες που την είχαν προκαλέσει. Επίσης, ανέφεραν ότι τώρα τα πράγματα ήταν ήσυχα γύρω από το οικοδόμημα, και στην πόλη γενικότερα, ωστόσο δεν έπρεπε οι πολίτες να εφησυχάζουν καθώς υπήρχε η πιθανότητα κι άλλου τρομοκρατικού χτυπήματος, σύμφωνα με τις Αρχές.

Ο Κριτόλαος έπαιρνε ήρεμα το πρωινό του: καφές, αβγό, πορτοκαλάδα, και μερικά αλατισμένα μπισκοτάκια. Από το παράθυρό του μπορούσε να δει κάμποσους από τους δρόμους του Γαιοδόμου, καθώς και το ψηλό χτίριο του τηλεοπτικού σταθμού Άστρο. Το διαμέρισμά του βρισκόταν στον δέκατο όροφο μιας δεκαώροφης πολυκατοικίας. Δεν ήταν ιδιαίτερα πλούσιο, αλλά κανένας φτωχός δεν θα μπορούσε ποτέ να το αγοράσει ή να το νοικιάσει.

Ο τηλεπικοινωνιακός πομπός του Κριτόλαου χτύπησε. Εκείνος σκούπισε το στόμα του με μια λευκή πετσέτα και τον άνοιξε.

«Μάλιστα.»

«Εξοχότατε,» είπε η φωνή ενός κατασκόπου που γνώριζε, «συνέβη ένα… επεισόδιο πριν από μερικές ώρες. Τα ξημερώματα.»

«Τι επεισόδιο;»

«Στο Λημέρι. Κάποιος επιτέθηκε μ’ένα όχημα που έφερε ενεργειακό κανόνι. Προκάλεσε πάρα πολλές ζημιές, και μετά βούτηξε στον ποταμό, οπότε και η Λεγεώνα τον έχασε. Μαζί του ήταν άλλο ένα όχημα: ένα δίκυκλο.»

«Και βούτηξε κι αυτό στον ποταμό;»

«Σύμφωνα με τις πηγές μας, όχι.»

«Πού πήγε, τότε; Το σταμάτησε η Λεγεώνα; Έχουμε αιχμαλώτους;»

«Όχι, Εξοχότατε. Το δίκυκλο… εξαφανίστηκε.»

«Τίποτα δεν εξαφανίζεται. Το χάσατε, θες να πεις.»

«Ναι, ίσως…»

Ο Κριτόλαος αναστέναξε. «Ποιοι ήταν; Τι ήθελαν; Ξέρει η Λεγεώνα;»

«Δε νομίζω, Εξοχότατε. Είναι παραξενεμένοι. Δεν υπήρχε κανένας συγκεκριμένος λόγος για την επίθεση.»

«Αποκλείεται,» είπε ο Κριτόλαος. «Ακόμα κι οι επαναστάτες δεν επιτίθενται έτσι χωρίς κάποιον λόγο. Πόσο μεγάλο ήταν αυτό το όχημα με το ενεργειακό κανόνι; Από πού ήρθε; Δεν το έπιασε κανένας τηλεοπτικός πομπός προτού μπει στο Λημέρι;»

«Κανένας. Είναι σαν να εμφανίστηκε ξαφνικά εκεί και να ξεκίνησε να χτυπά.»

Μεταβαλλόμενο όχημα, σίγουρα, σκέφτηκε ο Κριτόλαος. Το κανόνι του ήταν κρυμμένο ώς τότε· κι όταν έπεσε στον ποταμό, μεταμορφώθηκε σε υποβρύχιο. «Πόσο μεγάλο ήταν;»

«Μικρό, Εξοχότατε. Με τέσσερις τροχούς.»

«Ελέγξτε τις πληροφορίες στους τηλεοπτικούς πομπούς των δρόμων για το δίκυκλο που ‘εξαφανίστηκε’.»

«Μάλιστα, Εξοχότατε.»

«Να με κρατάς ενήμερο,» είπε ο Κριτόλαος, και η τηλεπικοινωνία τερματίστηκε.

Ακούμπησε την πλάτη του στην καρέκλα. Τι ήταν πάλι αυτό; Είχε συμβεί κάτι ανάμεσα στους επαναστάτες και στη Λεγεώνα χωρίς να το γνωρίζει; Και ήταν σημαντικό; ή καμια ανοησία όπως αυτές ανάμεσα σε συμμορίες των δρόμων;

Δεν είχε χρόνο ν’ασχολείται με βλακείες, αλλά δεν μπορούσε και ν’αγνοήσει το συγκεκριμένο περιστατικό. Έπρεπε να κάνει μια επίσκεψη προτού συνεχίσει με τις άλλες δουλειές του.

*

Στον Ρούνη τον Αρχιλεγεωνάριο δεν άρεσε να του κάνει κανένας έλεγχο. Ούτε καν οι Παντοκρατορικοί. Δεν ήταν, όμως, πρόθυμος και να τους εναντιωθεί. Είχε πολλά να κερδίσει από αυτούς. Υποστήριζαν τη Λεγεώνα, και η Λεγεώνα τούς υπηρετούσε γιατί ήταν πανίσχυρη στην πόλη. Ακόμα κι έξω απ’το Λημέρι, οι πάντες τη φοβόνταν. Επειδή ήταν η Λεγεώνα!

«Ας έρθει,» είπε ο Ρούνης, όταν τον ειδοποίησαν ότι ο Πράκτορας Κριτόλαος βρισκόταν εδώ. Δεν μπορούσε να αρνηθεί· κι εκτός αυτού, υποπτευόταν ότι ο Κριτόλαος είχε έρθει εξαιτίας της επίθεσης τα ξημερώματα. Μπορεί να μου πει πού βρίσκονται οι καταραμένοι που μας χτύπησαν, σκέφτηκε ο Ρούνης καθώς περίμενε· κι όταν το μάθω αυτό, θα πάω και θα τους τσακίσω τα κεφάλια! Ήπιε μια γουλιά από το μπουκάλι μπίρας στο χέρι του – το οποίο δεν περιείχε μπίρα αλλά καφέ με γάλα.

Ο Αρχιλεγεωνάριος ήταν καθισμένος στον Θρόνο της Λεγεώνας: ένα μεγάλο, δερμάτινο κάθισμα που το είχε ξεκολλήσει από ένα φορτηγό και το είχε στολίσει με αλυσίδες, καρφίτσες, και διάφορα άλλα μπιχλιμπίδια. Εξακολουθούσε να βάζει και να βγάζει μικροπράγματα επάνω του, κάθε τόσο. Επίσης, στις πλευρές του θρόνου ήταν κρεμασμένα και μερικά κρανία ανθρώπων που τον είχαν τσαντίσει και είχε φχαριστηθεί τους θανάτους τους – ενώ ήθελε συγχρόνως να τους κάνει και παράδειγμα προς αποφυγή για άλλους εξυπνάκηδες που μπορεί να σκέφτονταν να τα βάλουν με τη μεγάλη και παντοδύναμη Λεγεώνα!

Ο θρόνος βρισκόταν σε μια μεγάλη αίθουσα στον τέταρτο όροφο μιας πολυκατοικίας. Γύρω από τον Ρούνη ήταν ένα σωρό φρουροί καθισμένοι σε διάφορα σημεία ή όρθιοι, όλοι με όπλα στα χέρια. Στη γωνία ήταν το χαρέμι του: έξι ημίγυμνες τσούλες, επάνω σε χαμηλούς καναπέδες, ανάκλιντρα, και δύο κρεβάτια. Ένας απ’τους φρουρούς του Αρχιλεγεωνάριου πηδιόταν τώρα με μία από αυτές. Πράγμα που δεν πείραζε τον Ρούνη· τις έκανε δώρο σε ανθρώπους που τον υπηρετούσαν καλά. Αυτούς που δεν τον υπηρετούσαν καλά τούς πέταγε στο Λάκκο με τους Σκύλους.

Στα πόδια του Ρούνη ήταν τώρα κουλουριασμένος ένας από τους σκύλους που είχε επιβιώσει περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο στον Λάκκο. Ένα μεγάλο, κατάμαυρο λαγωνικό με μακριά μουσούδα και μυτερά αφτιά. Φορούσε ένα δερμάτινο κολάρο με αιχμηρά καρφιά, και είχε μια άσχημη ουλή στη ράχη, που είχε γίνει από το δάγκωμα ενός άλλου σκύλου, τον οποίο είχε μετά σκοτώσει. Τότε ήταν που ο Αρχιλεγεωνάριος τον είχε βγάλει από τον Λάκκο, τον είχε κάνει δικό του, και τον είχε ονομάσει Δαγκωμένο.

Ο Ρούνης άκουσε τον ανελκυστήρα να φτάνει στον τέταρτο όροφο, και μετά, βήματα να πλησιάζουν.

Από την κεντρική είσοδο της αίθουσας μπήκε ο Παντοκρατορικός πράκτορας: ένας ψηλός άντρας με δέρμα λευκό-ροζ, μαύρα μούσια, και μαύρα μαλλιά, ντυμένος με γκρίζα κάπα, μαύρη τουνίκα, γκρίζο παντελόνι, και καφετιές μπότες. Δε φαινόταν να κουβαλά όπλα επάνω του, αλλά ο Ρούνης ήταν βέβαιος ότι κουβαλούσε. Επίσης, είχε ακούσει ότι ο Κριτόλαος ήταν Τεχνομαθής μάγος, όμως ποτέ δεν τον είχε δει να κάνει τίποτα με τη μαγεία του. Γενικά, αυτός ο γαμημένος πράκτορας όλο… υπονοούμενα ήταν. Ήθελε να το παίζει δυνατός και να δίνει αυτή την εικόνα. Αλλά η Λεγεώνα ήταν η πραγματική δύναμη εδώ πέρα, βέβαια!

«Κριτόλαε,» είπε ο Ρούνης. «Ποιος σπασμένος τροχός σε φέρνει εδώ;» Ο Δαγκωμένος είχε σηκώσει το κεφάλι του κι ατένιζε τον πράκτορα· τα κατάμαυρα μάτια του γυάλιζαν στο πρωινό φως που έμπαινε από τις τζαμαρίες της αίθουσας.

«Δεν ακούγεσαι χαρούμενος που με βλέπεις, Αρχιλεγεωνάριε,» αποκρίθηκε ο Κριτόλαος, στεκόμενος αντίκρυ του.

«Είχα… προβλήματα. Είμαι τσαντισμένος. Και κάποιος θα την πληρώσει.»

«Κάποιοι άγνωστοι σάς επιτέθηκαν τα ξημερώματα. Ένα όχημα με ενεργειακό κανόνι.»

«Το έλεγα ότι γι’αυτό είχες έρθει. Τα μαντάτα ταξιδεύουν γρήγορα στ’αφτιά σου, όπως πάντα.»

«Μια βόλτα στο Λημέρι είναι σαν μια βόλτα σε πεδίο μάχης,» είπε ο Κριτόλαος. «Δεν μπορούσατε να διαλύσετε ένα όχημα, με τόσα οχήματα και όπλα που έχετε στη διάθεσή σας;»

«Μην παίζεις με την υπομονή μου!» μούγκρισε ο Ρούνης σφίγγοντας τη γροθιά του. «Δεν ήταν κανένα γαμημένο κανονικό όχημα αυτό! Ήταν καμωμένο για πόλεμο

«Δεν ήταν μόνο του, όμως· το υποστήριζε κι ένα δίκυκλο.»

«Μου το είπαν. Αλλά το δίκυκλο γρήγορα έφυγε. Ένας κουκουλοφόρος ήταν επάνω του – καλός οδηγός, καλός στο σημάδι επίσης. Νομίζω πως μεταφέρατε τα δικά σας προβλήματα σε μας, Κριτόλαε.»

«Δεν το κατάλαβα αυτό…»

«Μην κάνεις πως δεν ξέρεις! Πρέπει να ήταν επαναστάτες

«Οι επαναστάτες δεν είναι ‘δικό μας’ πρόβλημα,» τόνισε ο Κριτόλαος. «Είναι και δικό σας πρόβλημα. Περισσότερο εσείς χτυπιέστε μαζί τους παρά εμείς, νομίζω.»

«Κάνοντας, όμως, τις δουλειές σας!»

«Αυτή τη φορά, δεν κάνατε καμια δική μας δουλειά. Επομένως, υποψιάζομαι πως η υπόθεση αφορούσε εσάς.»

«Δεν υπήρχε δικαιολογία γι’αυτό που έγινε!» γρύλισε ο Ρούνης. «Δεν επιτεθήκαμε σε κανέναν επαναστάτη. Δεν τους κάναμε κανένα πρόβλημα.»

«Ή έτσι νομίζετε.»

Ο Ρούνης τον έδειξε με το δεξί του χέρι. «Μη μου λες εμένα αυτά τα μισόλογα! Υπάρχει κάτι που δεν ξέρω;»

«Χτες βράδυ, τρεις άνθρωποί σου ανέλαβαν μια δουλειά για εμάς. Κυνήγησαν μια δημοσιογράφο.»

Ο Ρούνης συνοφρυώθηκε. «Τι δημοσιογράφο;»

«Είχε μπει κρυφά στα συντρίμμια του οικήματος του Αρωγού. Σίγουρα, θα έχεις ακούσει για το τρομοκρατικό χτύπημα…» (Ο Ρούνης κατένευσε, μουγκρίζοντας.) «Καθώς έβγαινε από τα συντρίμμια, ένας πράκτοράς μας την είδε κι έστειλε τρεις δικούς σου ανθρώπους να της πάρουν ό,τι είχε επάνω της και να την απειλήσουν πως αν έλεγε τίποτα για όσα είχε δει θα της έκαναν κακό.»

«Και λοιπόν;»

«Οι άνθρωποί σου τής πήραν τη φωτογραφική μηχανή και την τσάντα, και την απείλησαν.»

«Και λοιπόν;»

«Ίσως,» υπέθεσε ο Κριτόλαος, «η επίθεση τα ξημερώματα να ήταν αντίποινα για ό,τι της έκαναν.»

«Η γκόμενα αυτή ήταν με την Επανάσταση, θες να πεις;»

«Συγκεκριμένες πληροφορίες δεν έχω. Είδα, όμως, τη δημοσιογραφική της ταυτότητα. Είναι μια δημοσιογράφος της εφημερίδας ‘Η Πόλη’.»

«Και τι μπορεί να είχε δει εκεί μέσα που δε θέλατε να το δει;» ρώτησε ο Ρούνης.

«Αυτό είναι δική μας υπόθεση, όχι δική σας.»

«Σ’εμάς επιτέθηκαν, όμως!»

«Εξαιτίας της δημοσιογράφου, ίσως, όχι εξαιτίας του ό,τι βρίσκεται στα συντρίμμια.»

«Θέλω,» είπε ο Ρούνης, «να βρω αυτούς τους γαμημένους που ήρθαν στο Λημέρι και μας χτύπησαν. Μπορείς να μου τους βρεις;»

«Με ρωτάς αν μπορώ να βρω επαναστάτες; Αυτή είναι η δουλειά μου – ανάμεσα σε άλλες, ασφαλώς. Αν τους βρω, να είσαι σίγουρος πως θα χρειαστώ τους ανθρώπους σου.

»Από ποια μεριά μπήκαν στο Λημέρι; Γνωρίζεις;»

«Από τη Μακριά Λεωφόρο πρέπει να ήρθαν, γιατί βορειοδυτικά άρχισαν τα χτυπήματα.»

«Και, στο τέλος, βούτηξαν στον ποταμό;»

«Ναι.»

«Και κανείς δεν είδε τίποτ’άλλο;»

«Το όχημά τους πρέπει ν’άλλαξε μορφή,» είπε ο Ρούνης.

«Κατά πάσα πιθανότητα έγινε υποβρύχιο,» συμφώνησε ο Κριτόλαος.

«Φαίνεται να ξέρεις πιο πολλά από μένα,» μούγκρισε ο Ρούνης.

«Να εύχεσαι να ξέρω πιο πολλά από σένα. Έτσι είσαι πιο ασφαλής.»

Ο Ρούνης τον παρατήρησε. Σαν απειλή τού είχε ακουστεί τούτο. Τον απειλούσε, ο καριόλης;

Ο Κριτόλαος ρώτησε: «Το δίκυκλο κανείς δεν το ακολούθησε;»

«Ήταν απασχολημένοι με το άλλο όχημα, τα ζώα. Τ’άφησαν να φύγει.»

Και ο Κριτόλαος σκέφτηκε: Ναι, πάντοτε οι άνθρωποι στρέφουν την προσοχή τους στη φαινομενικά μεγαλύτερη απειλή. Ωστόσο, συνήθως, από τα μικρά πράγματα είναι που μαθαίνεις την αλήθεια.

«Πρέπει να πηγαίνω,» είπε στον Ρούνη. «Σήμερα είναι γεμάτη μέρα.»

«Αν μάθεις γι’αυτούς τους επαναστάτες…»

«Ναι, θα σε ενημερώσω.»

Και ο πράκτορας έφυγε από την αίθουσα. Πήρε τον ανελκυστήρα και κατέβηκε στο ισόγειο της πολυκατοικίας, έξω απ’την οποία ήταν σταθμευμένο το τετράκυκλο όχημά του.

*

Καθώς έφευγε από το Λημέρι, κουδούνισε ο τηλεπικοινωνιακός πομπός του. Τον σήκωσε και είδε ότι η Χοαρκίδα Καμάρνη τον καλούσε, η Διευθύντρια του Άστρου.

Τι μπορεί να θέλει; Α, ναι, ασφαλώς…

Ο Κριτόλαος άνοιξε τον πομπό ενώ έβαζε το όχημά του στη Μεγάλη Δημοσιά, που ήταν γεμάτη οχήματα.

«Καλημέρα, Κριτόλαε,» χαιρέτησε η Χοαρκίδα.

«Καλημέρα.»

«Όλα καλά;»

«Υπέροχα, εσύ.»

Η Χοαρκίδα καθάρισε διακριτικά το λαιμό της. «Υποθέτω, θα το έχεις μάθει ήδη, αλλά εγώ μόλις έμαθα για μια άγρια επίθεση στο Λημέρι…»

«Το έχω μάθει.»

«Κάποιοι χτύπησαν τη συνοικία με ενεργειακά όπλα.»

«Όπως σου είπα, το έχω μάθει.»

Η Χοαρκίδα γέλασε. «Είσαι, ως συνήθως, πληροφορημένος.»

«Η φύση του επαγγέλματος, Χοαρκίδα.»

«Υπάρχει κάτι συγκεκριμένο που θα ήθελες να ειπωθεί για το περιστατικό στις ειδήσεις;»

«Είμαι βέβαιος πως οι τρομοκράτες ευθύνονται,» είπε ο Κριτόλαος.

«Μάλιστα, κατάλαβα. Να κάνω τώρα μια αδιάκριτη ερώτηση;»

«Δε θάναι η πρώτη φορά.»

Η Χοαρκίδα γέλασε ευγενικά. «Είναι πράγματι δουλειά των αποστατών;»

«Έτσι νομίζω.»

«Θες να πεις πως δεν ξέρεις;»

«Ακριβώς αυτό θέλω να πω.»

«Έχουμε, λοιπόν, ένα μυστήριο μπροστά μας;»

«Μην ακούγεσαι τόσο ενθουσιασμένη,» είπε ο Κριτόλαος.

«Όσο περισσότερα γνωρίζω,» τόνισε η Χοαρκίδα, «τόσο καλύτερα μπορώ να καλύψω το θέμα στα νέα. Είσαι κλεισμένος για μεσημέρι;»

«Δεν έχω τίποτα σπουδαίο να σου πω, αλλά αφού επιμένεις… Όχι, δεν είμαι κλεισμένος για μεσημέρι.»

«Στις δύο και μισή, τότε;»

«Καλώς.»

«Πού πηγαίνεις τώρα;» (Πρέπει να μπορούσε ν’ακούσει την κίνηση στο δρόμο μέσα από τον πομπό του.)

«Να επισκεφτώ έναν φίλο.»

*

Ο Κριτόλαος σταμάτησε το όχημά του μπροστά από τη μονοκατοικία στα βόρεια της Θακέρκοβ. Βγήκε, χωρίς να φορέσει την κάπα του. Πλησίασε την κλειδωμένη, ψηλή, μεταλλική πόρτα του κήπου. Πάτησε το κουδούνι παραδίπλα και περίμενε.

«Ποιος είναι;» ακούστηκε μια γυναικεία φωνή.

Ο Κριτόλαος ήξερε ότι τον έβλεπαν από τον μικρό τηλεοπτικό πομπό πάνω απ’το κουδούνι. «Ένας φίλος του πατέρα σου είμαι, Χρυσόχαρη.»

«Με γνωρίζετε;» Υπήρχε έντονη απορία στη φωνή της κοπέλας.

«Σε έχω δει, εσύ δεν με έχεις δει. Μπορείς να μου ανοίξεις;»

«Ποιο είναι το όνομά σας;»

«Στίβεν, πες στον πατέρα σου ότι με λένε.»

Ο Κριτόλαος περίμενε για λίγο και, μετά, η πόρτα άνοιξε μ’έναν αυτόματο μηχανισμό, αφήνοντάς τον να μπει. Βάδισε στο λιθόστρωτο μονοπάτι ανάμεσα στα φυτά του κήπου, πηγαίνοντας προς τη μονοκατοικία αντίκρυ του. Σκυλιά ακούστηκαν να γαβγίζουν από δίπλα.

«Ήρεμα! Ήρεμα,» τους φώναξε η Χρυσόχαρη, βγαίνοντας από την οικία και πλησιάζοντάς τα για να τα χαϊδέψει στο κεφάλι. Ήταν μια γαλανόδερμη κοπέλα με μακριά μαύρα μαλλιά. Ένα χειμωνιάτικο φόρεμα την έντυνε, και στα πόδια φορούσε παντόφλες. Ήταν δεκαεννιά χρονών, όπως γνώριζε ο Κριτόλαος.

«Ελάτε μαζί μου, κύριε,» του είπε. «Ο μπαμπάς σάς περιμένει στο σαλόνι.»

Ο Κριτόλαος την ακολούθησε στο εσωτερικό της οικίας και στο σαλόνι, όπου ήταν καθισμένος ένας χρυσόδερμος άντρας με καστανά μούσια και καράφλα στο κεφάλι. Φορούσε ένα ζευγάρι στρογγυλά γυαλιά, και μια χειμωνιάτικη ρόμπα έντυνε το ευτραφές σώμα του. Δίπλα του, στο τραπέζι, ήταν μια κούπα με καφέ και ένας δίσκος με πρόχειρο φαγητό.

«Κύριε Αρωγέ,» χαιρέτησε ο Κριτόλαος.

Ο Ευγένιος Αρωγός είπε στην κόρη του: «Χρυσόχαρη, μας αφήνεις;»

«Να μη φέρω κάτι στον κύριο Στίβεν;» ρώτησε εκείνη.

«Θα τον κεράσω εγώ, μη σε νοιάζει.»

Η Χρυσόχαρη έφυγε από το σαλόνι, μπαίνοντας σε μια πλευρική πόρτα και κλείνοντάς την πίσω της.

Ο Κριτόλαος είπε: «Κύριε Αρωγέ, είστε ένας πολύ τυχερός άνθρωπος, οφείλω να ομολογήσω.» Και κάθισε αντίκρυ του.

Η όψη του Ευγένιου αγρίεψε. «Τυχερός; Αυτό που μου συνέβη το ονομάζεις τύχη

«Δες το απ’τη θετική μεριά,» του είπε ο Κριτόλαος, «δεν ήσουν μέσα στην επιχείρηση όταν αυτή καταστράφηκε.»

Ο Ευγένιος πήρε μια βαθιά ανάσα, φανερά πολύ ταραγμένος. «Εσύ το έκανες, έτσι δεν είναι; Εσύ.»

«Εγώ έκανα τι;»

«Εσύ διέλυσες την επιχείρησή μου.»

«Αυτή είναι μια πολύ σοβαρή κατηγορία,» του είπε ο Κριτόλαος. «Νομίζεις ότι μπορείς να τη στηρίξεις;»

Ο Ευγένιος έμεινε σιωπηλός. Ήπιε μια γουλιά καφέ. Τα μάτια του ήταν κοκκινισμένα, και το βλέμμα του έλεγε πως αν το θεωρούσε συνετό θα επιχειρούσε να σκοτώσει τον Παντοκρατορικό πράκτορα αντίκρυ του.

«Από την αρχή,» είπε ο Κριτόλαος, «δεν ήμουν παρά φιλικός μαζί σου. Σου πρόσφερα, μάλιστα, ένα καθόλου ευκαταφρόνητο ποσό. Εσύ… δεν ήσουν και τόσο συνεργάσιμος.»

Η γροθιά του Ευγένιου σφίχτηκε. «Σου είπα: δεν με ενδιέφερε να πουλήσω τη δουλειά μου!» Μια φλέβα φαινόταν να χτυπά, έντονα, στον κρόταφό του.

Ο Κριτόλαος μόρφασε. «Δυστυχώς, τώρα θα πρέπει να σου προσφέρω ένα πολύ μικρότερο ποσό, αφού ουσιαστικά θα αγοράσω μόνο ένα οικόπεδο, και θα πρέπει να μαζέψω και τα συντρίμμια.»

«Δεν είναι για πώληση, κύριε Στίβεν,» αποκρίθηκε απότομα ο Ευγένιος.

Υποπτευόταν ότι το πραγματικό όνομα του Κριτόλαου δεν ήταν Στίβεν· ο πράκτορας το ήξερε, αλλά δεν τον ενδιέφερε· δεν είχε καμία σημασία, άλλωστε. «Γιατί όχι; Τι θα κάνεις; Θα ξαναχτίσεις εκεί; Θα επαρκέσουν τα οικονομικά σου;»

«Το ενδιαφέρον σου με συγκινεί,» είπε ο Ευγένιος, «και, ναι, τα οικονομικά μου θα επαρκέσουν. Δε νομίζω πως έχουμε κάτι άλλο να πούμε.»

Ο Κριτόλαος αναστέναξε. «Ο έξυπνος επιχειρηματίας, Ευγένιε, γνωρίζει πότε είναι καιρός να μετακινηθεί. Με τα χρήματα που θα σου δώσουμε, θα πας την επιχείρησή σου αλλού. Μπορεί να μην είναι τόσο μεγάλη όσο πριν, αλλά τουλάχιστον θα έχεις μια επιχείρηση. Εξάλλου, όπως είδες, η περιοχή είναι επικίνδυνη.»

«Η περιοχή δεν ήταν επικίνδυνη!» φώναξε ο Ευγένιος κοπανώντας τη γροθιά του πάνω στο τραπέζι· το πρόσωπό του είχε κοκκινίσει. «Εξαιτίας σας έγινε επικίνδυνη!»

«Εξαιτίας μας; Δεν το νομίζω. Κάποιοι τρομοκράτες είχαν βάλει στόχο το μέρος χωρίς να το ξέρεις. Γι’αυτό, άλλωστε, το θέλουμε· έχει… στρατηγική αξία για εμάς.»

«Δεν έχουμε κάτι άλλο να πούμε. Μπορείς να πηγαίνεις.»

«Καταλαβαίνω ότι είσαι ταραγμένος, αλλά σκέψου σοβαρά την πρότασή μου, σε παρακαλώ. Θα σου προσφέρουμε κι επιπλέον προστασία από τους τρομοκράτες αν φανείς συνεργάσιμος. Μπορεί να μην είχαν βάλει στόχο μόνο την επιχείρησή σου αλλά κι εσένα τον ίδιο. Και την οικογένειά σου.»

«Μην απειλείς την οικογένειά μου!» φώναξε ο Ευγένιος καθώς σηκωνόταν όρθιος. «Φύγε από δω! Τώρα!»

Ο Κριτόλαος σηκώθηκε απ’τη θέση του, ήρεμα. «Θα το ξανασκεφτείς, είμαι βέβαιος.» Έβγαλε μια κάρτα από την τσέπη του και την άφησε πάνω στο τραπέζι. «Κάλεσέ με όποτε θέλεις, και θα συζητήσουμε για την τιμή. Μην αργήσεις. Δεν είμαι τόσο υπομονετικός όσο δείχνω, και μπορεί μετά από λίγο να,» μόρφασε, «χάσεις την ευκαιρία σου.»

Στράφηκε και έφυγε από το σαλόνι και από τη μονοκατοικία του Ευγένιου Αρωγού.

*

Η πόρτα του διαμερίσματος άνοιξε αποκαλύπτοντας μια ψηλή, όμορφη γυναίκα με κατάλευκο δέρμα. Φορούσε ένα καφετί φόρεμα με μαύρα νερά και τριγωνικό ντεκολτέ. Τα μακριά, καστανά, σγουρά μαλλιά της χύνονταν στους ώμους της, λυτά και χτενισμένα προς τα πίσω, φανερώνοντας ένα μεγάλο μέτωπο. Χαμογέλασε βλέποντάς τον στο κατώφλι της, και τα καταγάλανα μάτια της – που έμοιαζαν με καθαρές λίμνες – γυάλισαν. Τα χείλη της ήταν βαμμένα μαύρα, τα βλέφαρά της μενεξεδιά.

«Στην ώρα σου ακριβώς,» του είπε.

«Σπανίως αργώ,» αποκρίθηκε ο Κριτόλαος. «Ελπίζω να μην ήρθα σε ακατάλληλη στιγμή.»

«Καθόλου. Πέρασε,» αποκρίθηκε η Χοαρκίδα παραμερίζοντας και αφήνοντάς τον να μπει.

Όταν ήταν μέσα, φίλησε πεταχτά τα χείλη του και πήρε την κάπα του για να την κρεμάσει στην κρεμάστρα κοντά στην εξώπορτα. «Είδες τις ειδήσεις;» τον ρώτησε.

«Δεν πρόλαβα,» αποκρίθηκε ο Κριτόλαος.

Η Χοαρκίδα τον ατένισε συνοφρυωμένη. «Θα πρέπει, λοιπόν, να είχες, όντως, πολλές δουλειές σήμερα.»

Την ακολούθησε ώς το σαλόνι του διαμερίσματός της. Στο τραπέζι υπήρχαν πιάτα, ποτήρια, πράσινη σαλάτα, και ένα μπουκάλι με Σεργήλιο οίνο.

«Χρειάστηκε να πάω από τη μια άκρη της πόλης ώς την άλλη και ξανά πίσω,» αποκρίθηκε ο Κριτόλαος.

«Συνάντησες τη Λεγεώνα;» τον ρώτησε η Χοαρκίδα, καθώς έμπαινε στην κουζίνα κι εκείνος περίμενε στο σαλόνι.

Ο Κριτόλαος κοίταξε έναν πίνακα στον τοίχο. Καινούργιος πρέπει να ήταν· δεν τον είχε ξαναδεί. Όπως επίσης και το χαλί κάτω απ’τα μποτοφορεμένα πόδια του. Και δεν ήταν τα μόνα πράγματα που είχαν αλλάξει εδώ, παρατήρησε.

«Τι έκανες; Ανακαίνιση;» φώναξε στη Χοαρκίδα.

«Ναι,» ήρθε η φωνή της από την κουζίνα. «Σ’αρέσει;»

«Ωραία είναι.»

Η Χοαρκίδα βγήκε απ’την κουζίνα φέρνοντας μαζί της μια πιατέλα με χοιρινό του φούρνου. «Συνάντησες τη Λεγεώνα, τελικά, ή όχι;»

«Ναι, πήγα και τους βρήκα.»

Η Χοαρκίδα μπήκε πάλι στην κουζίνα και, γρήγορα, επέστρεψε κρατώντας μια πιατέλα με ζυμαρικά με κίτρινη σάλτσα. «Τους δημοσιογράφους μου δεν τους άφησαν να προχωρήσουν και πολύ μέσα στο Λημέρι. Ούτε να μιλήσουν σε κανέναν. Μόνο μερικές φωτογραφίες τούς άφησαν να τραβήξουν.»

«Δεν πειράζει,» είπε ο Κριτόλαος, καθίζοντας στη μία από τις τρεις καρέκλες του τραπεζιού.

Η Χοαρκίδα κάθισε αντίκρυ του. «Δε θα μπορούσες να τους πείσεις να μας αφήσουν να κάνουμε καλύτερη έρευνα;»

«Δεν είναι απαραίτητο,» αποκρίθηκε ο Κριτόλαος, βάζοντας φαγητό στο πιάτο του και στο πιάτο της με τις ειδικές τσιμπίδες στην πιατέλα του χοιρινού και των ζυμαρικών. «Οι ειδήσεις προβλήθηκαν, κι έτσι κι αλλιώς δε θα μάθετε τίποτα περισσότερο.»

Η Χοαρκίδα στραβομουτσούνιασε σουφρώνοντας τα χείλη. «Πώς το ξέρεις;»

«Το ξέρω,» είπε ο Κριτόλαος βάζοντας κρασί στα ποτήρια τους, «επειδή, αν υπήρχε κάτι, θα το είχα μάθει. Οι Λεγεωνάριοι δεν έχουν ιδέα ποιος τους επιτέθηκε.»

«Δεν ήταν οι αποστάτες;» Η Χοαρκίδα έβαλε σαλάτα και στους δυο τους.

«Το υποπτεύονται, αλλά δεν το ξέρουν. Το μόνο που ίσως θα σε ενδιέφερε να μάθεις είναι ότι δεν ήταν μόνο ένα όχημα που επιτέθηκε στο Λημέρι. Το γνώριζες αυτό;»

«Όχι,» απάντησε η Χοαρκίδα καθώς άρχιζαν να τρώνε. «Όπως σου είπα, οι άνθρωποι στο Λημέρι δεν ήταν καθόλου συνεργάσιμοι. Όχι μόνο οι Λεγεωνάριοι αλλά κι οι απλοί πολίτες. Δεν ήθελαν να μας μιλήσουν. Βασικά, οι Λεγεωνάριοι το απαγόρευαν· όποτε πλησιάζαμε κάποιον για να του κάνουμε ερωτήσεις, μας έδιωχναν και μας απειλούσαν.»

«Είχες πάει κι η ίδια εκεί;»

«Εννοείται πως όχι. Αλλά για πες μου για το άλλο όχημα.»

«Ένα δίκυκλο ήταν. Κάποιος κουκουλοφόρος το καβαλούσε, και πυροβολούσε. Μετά, εξαφανίστηκε. Οι Λεγεωνάριοι δεν ξέρουν πού πήγε, αλλά θα τον βρω.»

«Το ελπίζεις ή είσαι σίγουρος;»

«Υπάρχουν πιθανότητες,» είπε ο Κριτόλαος πίνοντας μια γουλιά κρασί.

«Ήταν οι αποστάτες, λοιπόν;»

«Σου είπα: δεν ξέρω.»

«Μου είπες ότι οι Λεγεωνάριοι δεν ξέρουν,» του θύμισε ο Χοαρκίδα.

«Ούτε εγώ ξέρω, ουσιαστικά. Το υποθέτω. Θέλω να το ερευνήσω περισσότερο.»

«Ποιος ο λόγος να επιτεθούν, έτσι απροειδοποίητα, στο Λημέρι, Κριτόλαε;» ρώτησε η Χοαρκίδα.

«Δεν είναι εύκολο να φανταστεί κανείς. Ο Αρχιλεγεωνάριος δεν μου είπε ότι είχαν καμια σύγκρουση τελευταία με τους επαναστάτες. Και το μόνο που βάλαμε πρόσφατα τους Λεγεωνάριους να κάνουν για εμάς ήταν να απειλήσουν μια δημοσιογράφο.»

Η Χοαρκίδα συνοφρυώθηκε. «Δημοσιογράφο;»

«Ναι. Τη λένε Τζάκι Νίλκοφ. Δουλεύει για την Πόλη. Ένας πράκτοράς μας την είδε να βγαίνει απ’τα συντρίμμια του Αρωγού, μες στη νύχτα. Έβαλε τρεις Λεγεωνάριους να την κυνηγήσουν, να πάρουν τα πράγματά της, και να την απειλήσουν να μην αποκαλύψει ό,τι κι αν είχε δει εκεί μέσα.»

«Τι μπορεί να είχε δει;»

«Κάτι που δεν θέλουμε.»

«Είναι κάτι συγκεκριμένο;»

«Φυσικά και είναι κάτι συγκεκριμένο, αλλά δεν πρόκειται να σου πω, Χοαρκίδα, γιατί δεν σε αφορά. Πρόκειται για μια πολύ περίεργη υπόθεση η οποία απαιτεί πολύ, πολύ λεπτούς χειρισμούς. Οι Λεγεωνάριοι πήραν τη φωτογραφική μηχανή και την τσάντα της δημοσιογράφου και τη χτύπησαν.»

«Και πιστεύεις ότι αυτή η Τζάκι Νίλκοφ μπορεί να έχει σχέση με τους επαναστάτες;»

«Δεν αποκλείεται. Πρώτον, χώνει τη μύτη της εκεί όπου απαγορεύεται. Δεύτερον, μετά από ό,τι της συνέβη, οι Λεγεωνάριοι δέχτηκαν επίθεση μέσα στο ίδιο το Λημέρι, με όπλα που μόνο η Επανάσταση μπορεί να έχει. Η Επανάσταση ή εμείς – και εμείς δεν το κάναμε.

»Εσύ, Χοαρκίδα, έχεις ξανακούσει για τη Τζάκι Νίλκοφ;»

Η Χοαρκίδα κατάπιε τη μπουκιά της. Ήπιε μια γουλιά κρασί. «Δε νομίζω.»

«Μπορείς να ρωτήσεις τους δημοσιογράφους σου γι’αυτήν;»

«Θα ρωτήσω.»

«Καλώς. Θέλω να μάθω τα πάντα.»

«Δεν έχεις βάλει δικούς σου ανθρώπους να ερευνήσουν;» ρώτησε η Χοαρκίδα, παραξενεμένη.

«Φυσικά και έχω βάλει.»

*

Δεν είχε ακόμα φύγει απ’το σπίτι της Χοαρκίδας όταν ο τηλεπικοινωνιακός πομπός του κουδούνισε.

«Έχουμε εικόνες του δίκυκλου, Εξοχότατε. Να σας τις στείλουμε;»

«Αμέσως.»

Και τερμάτισε την επικοινωνία.

«Πρέπει να πηγαίνω,» είπε στη Χοαρκίδα, που ήταν καθισμένη στον καναπέ αντίκρυ του, με τα πόδια της επάνω και τα γόνατά της λυγισμένα. «Κάτι προέκυψε.»

«Ήλπιζα ότι θα έμενες μέχρι το απόγευμα,» είπε εκείνη.

«Δυστυχώς δεν γίνεται.» Ο Κριτόλαος σηκώθηκε από την πολυθρόνα όπου καθόταν αναπαυτικά, με μια κούπα καφέ ακουμπισμένη στο τραπεζάκι πλάι του. «Πρέπει να φύγω.»

Η Χοαρκίδα σηκώθηκε από τον καναπέ, τον πλησίασε, και στάθηκε εμπρός του για να φιλήσει γρήγορα τα χείλη του. «Κρίμα,» είπε.

Ο Κριτόλαος αισθάνθηκε τη θερμότητα του σώματός της να τον ξεσηκώνει. «Θα μπορούσες νάρθεις μαζί μου αν θέλεις. Σπίτι πηγαίνω.»

«Και δεν το έλεγες τόση ώρα;»

Χωρίς πολλές ετοιμασίες, έφυγαν από το διαμέρισμα. Πήραν το όχημα του Κριτόλαου από το γκαράζ της πολυκατοικίας και εκείνος οδήγησε προς τη δική του πολυκατοικία, η οποία δεν ήταν μακριά.

Καθοδόν, ο πομπός του κουδούνισε. Τον άνοιξε και τον έφερε στ’αφτί του.

«Εξοχότατε, τελειώσαμε την έρευνα στο διαμέρισμα της Τζάκι Νίλκοφ.»

«Τίποτα ενδιαφέρον;»

«Τίποτα, Εξοχότατε. Είναι, καταφανώς, δημοσιογράφος, αλλά δεν δείχνει να έχει καμια σχέση με την Επανάσταση. Ούτε περίεργο εξοπλισμό έχει, ούτε ύποπτα μηνύματα υπάρχουν πουθενά…»

«Αυτό,» είπε ο Κριτόλαος, «δε λέει κάτι από μόνο του. Μπορεί επίτηδες να μην έχει τέτοια πράγματα εκεί όπου μπορούν να βρεθούν. Βάλτε κοριούς, και να έχετε το μέρος υπό παρακολούθηση. Και δε μου λες: Είναι μεσημέρι· αυτή δεν ήταν στο σπίτι της;»

«Όχι, Εξοχότατε. Φαίνεται να λείπει. Το κρεβάτι της είναι στρωμένο. Φαγητό δεν υπάρχει αφημένο πουθενά. Τα πάντα είναι τακτοποιημένα, εκτός από κάποια ρούχα και άλλα μικροπράγματα.»

«Ενδιαφέρον…» Τα κλειδιά του σπιτιού της ήταν μέσα στην τσάντα που της είχαν πάρει οι Λεγεωνάριοι. Επομένως, ίσως να μη μπορούσε να επιστρέψει στο διαμέρισμά της τη νύχτα… και πού θα πήγε; Σε κάποιον φίλο; Κάποιον συγγενή; «Λοιπόν. Να παρακολουθείτε, και να με κρατάτε ενήμερο.»

«Μάλιστα, Εξοχότατε.»

Η επικοινωνία τερματίστηκε.

«Τι είναι;» ρώτησε η Χοαρκίδα, που καθόταν στη θέση του συνοδηγού. «Συνταρακτικές εξελίξεις;»

«Εμείς,» της είπε ο Κριτόλαος, «δεν κάνουμε ειδήσεις.» Και έβαλε το όχημά του στο υπόγειο γκαράζ της πολυκατοικίας του.

Όταν οι δυο τους ανέβηκαν στο διαμέρισμά του, ο Κριτόλαος πήγε στο γραφείο και ενεργοποίησε το μηχανικό σύστημα εκεί, που ήταν χρήσιμο και για αποθήκευση πληροφοριών και ως πομποδέκτης. Η οθόνη άναψε εμπρός του. Η Χοαρκίδα, θέλοντας να φανεί διακριτική, δεν κοίταζε· είχε βγάλει το πανωφόρι και τα παπούτσια της και ήταν στο σαλόνι.

Ο Κριτόλαος είδε τις εικόνες που είχε λάβει το σύστημά του. Ένα μαύρο δίκυκλο, κι ένας μαύρος αναβάτης με κουκούλα, μες στα ξημερώματα. Ερχόταν από τη Μακριά Λεωφόρο. Η πρώτη εικόνα ήταν στη διασταύρωση της Μακριάς Λεωφόρου με την Επτάπυλη. Και κοντά στο δίκυκλο ήταν κι άλλο ένα όχημα: ένα μικρό τετράκυκλο με φιμέ σκέπαστρο. Θα μπορούσε να είναι το μεταβαλλόμενο όχημα…

Ο Κριτόλαος εστίασε την εικόνα στο δίκυκλο, και μεγέθυνε. Ο αναβάτης πρέπει να ήταν γυναίκα… Κοίταξε κι άλλες εικόνες που είχαν πιάσει οι τηλεοπτικοί πομποί στους δρόμους. Ναι, σίγουρα γυναίκα είναι ο αναβάτης.

Μαζί με το τετράκυκλο, το δίκυκλο μπήκε στο Λημέρι. Και στις μετέπειτα εικόνες φάνηκε να επιστρέφει μόνο του, περνώντας πάλι από τη Μακριά Λεωφόρο και την Πρώτη Γέφυρα. Η αναβάτριά του ήταν τραυματισμένη, παρατήρησε ο Κριτόλαος, στον αριστερό ώμο και στον δεξή μηρό. Εξακολουθούσε, όμως, να φορά την κουκούλα της· η όψη της δε φαινόταν.

Εξαφανίστηκε πάλι κάπου κοντά στη διασταύρωση Μακριάς Λεωφόρου με Επτάπυλη. Μάλλον μπήκε στο Χωνευτήρι, γνωρίζοντας ότι εκεί θα τη χάσουμε. Ο Κριτόλαος από καιρό υποπτευόταν ότι αποστάτες κρύβονταν στο Χωνευτήρι· αλλά αυτή η περιοχή ήταν εξαιρετικά δύσκολο να ερευνηθεί όπως ήθελε να την ερευνήσει. Ήταν γεμάτη παιδιά της πέτρας και άστεγους, συμμορίες και κλίκες. Το Λημέρι, τουλάχιστον, ήταν οργανωμένο: εκεί ήξερες με ποιους να επικοινωνήσεις· ήξερες ποιοι έλεγχαν το μέρος.

Ο Κριτόλαος έκλεισε το μηχανικό του σύστημα και άρθρωσε μια Μαγγανεία Μηχανικού Κλειδώματος – η οποία έθετε έναν νοητικό κώδικα στο μηχάνημα· αν κάποιος προσπαθούσε να το ενεργοποιήσει χωρίς να έχει αυτό τον κώδικα στο μυαλό του, το σύστημα αρνιόταν να ανοίξει. Το κακό ήταν πως η μαγγανεία δεν διαρκούσε επ’άπειρον· ο Κριτόλαος έπρεπε να την ανανεώνει κάθε μέρα, καθώς και όποτε χρησιμοποιούσε το σύστημα διότι η χρήση του νοητικού κώδικα τη διέλυε.

Ασφαλώς, αυτή δεν ήταν η μοναδική μαγγανεία που προστάτευε το σύστημά του. Είχε επίσης υφάνει επάνω του μια Μαγγανεία Μηχανικής Διαισθήσεως Προσδιορισμένου Προσώπου – η οποία τον ειδοποιούσε αμέσως αν κάποιος άλλος εκτός από εκείνον προσπαθούσε να χρησιμοποιήσει το μηχάνημα.

Οι Τεχνομαθείς μάγοι σπάνια άφηναν αυτά τα πράγματα στην τύχη.

Ο Κριτόλαος σηκώθηκε απ’το γραφείο του και πήγε στο σαλόνι, όπου τον περίμενε η Χοαρκίδα.

Κεφάλαιο 6
Κατόπτευση και Παρατηρήσεις

Ο Σωσίας και ο Αλλάνδρης τούς είχαν κάνει μια ελαφριά μεταμφίεση προτού ξεκινήσουν, για λόγους ασφάλειας. Μετά, είχαν βγει από την Οινόσφαιρα, είχαν βαδίσει ώς τη Μεγάλη Δημοσιά, διασχίζοντας το Χωνευτήρι προς τα ανατολικά, και είχαν μπει σ’ένα στενόμακρο επιβατηγό όχημα μαζί με άλλο κόσμο. Τη Σερφάντια δεν την είχαν πάρει μαζί τους επειδή ήταν τραυματισμένη και επειδή κάποιος έπρεπε να μείνει πίσω, στη Σφαίρα, για να φυλά τον Χρίστο – κανένας δεν τον εμπιστευόταν αρκετά ακόμα ώστε να τον αφήσουν χωρίς φύλακα. Επίσης, η Χλόη είχε μείνει στη Σφαίρα για τον ίδιο λόγο, καθώς και για άλλους δύο: για να είναι κάποιος υπεύθυνος στο κατάστημα αν χρειαζόταν· και για να δει αν ήθελε τίποτα η Τζάκι όταν ξυπνούσε.

Επομένως, στα συντρίμμια του Αρωγού πήγαν ο Έκτορας, ο Αλλάνδρης, ο Σωσίας, ο Αίολος’σαρ, η Νιρίφα’μορ, και ο Άλκιμος. Το επιβατηγό όχημα που είχαν πάρει ακολούθησε την προκαθορισμένη πορεία του μέσα από τον Γαιοδόμο και κοντά από τον τηλεοπτικό σταθμό Άστρο, κατεβάζοντας και ανεβάζοντας κόσμο στις στάσεις. Στη διασταύρωση Γαιοδόμου και Αυγερινού, όπου γινόταν χαλασμός από την κίνηση των ενεργειακών οχημάτων, των πεζών, και των έφιππων, οι επαναστάτες κατέβηκαν από το επιβατηγό και, αφού αγόρασαν την Πόλη, το Μάτι, και τα Νέα της Θακέρκοβ, βάδισαν προς τα εκεί όπου κάποτε βρισκόταν η επιχείρηση Αρωγός.

Αποφάσισαν, όμως, χωρίς καμια ιδιαίτερη κουβέντα, να μην πάνε κοντά όλοι μαζί· το μόνο που, αρχικά, ήθελαν ήταν να ρίξουν μια ματιά, να δουν πώς ήταν η κατάσταση με τους φρουρούς και τα συστήματα ασφαλείας.

Ο Έκτορας, ο Σωσίας, ο Αίολος, και ο Άλκιμος περίμεναν σε μια γωνία, διαβάζοντας τις εφημερίδες που είχαν αγοράσει, ενώ ο Αλλάνδρης και η Νιρίφα πλησίασαν τα συντρίμμια.

Ακόμα φρουρείται το μέρος, παρατήρησε ο Αλλάνδρης βλέποντας τους φρουρούς της Χωροφυλακής γύρω από το κατεστραμμένο χτίριο, καθώς και το συρματόπλεγμα που περιέφραζε τα συντρίμμια. Και μάλιστα, καλά. Το βλέμμα του πήγε στην οροφή μιας πολυκατοικίας, όπου ήταν γαντζωμένο ένα μεγάλο φτερωτό θηρίο με κεφάλι που θύμιζε αετό και σώμα που θύμιζε αιλουροειδές – ένας γρύπας. Και πάνω του ήταν καθισμένος ένας άντρας της Χωροφυλακής, με πολυβόλο προσαρτημένο στη σέλα. Δε φέρνουν γρυποκαβαλάρηδες χωρίς λόγο. Κανονικά, αν το πράγμα ήταν όπως είχαν πει στις ειδήσεις, δεν χρειαζόταν πλέον φύλαξη εδώ. Οι εκρήξεις είχαν γίνει, οι τραυματίες και οι νεκροί είχαν μαζευτεί· τι φρουρούσε τώρα η Χωροφυλακή; Δεν είχε απομείνει παρά ένα ερείπιο! Μάλλον, σκέφτηκε ο Αλλάνδρης ειρωνικά, φοβούνται ότι μπορεί οι τρομοκράτες να επιστρέψουν…

Το βλέμμα του έψαξε – με τρόπο, όχι έκδηλα – για τηλεοπτικούς πομπούς, καθώς εκείνος κι η Νιρίφα περνούσαν κοντά από τα συντρίμμια. Δε δυσκολεύτηκε να εντοπίσει τον πομπό που ήταν φανερός στη γωνία των δρόμων. Πλάι του μπορούσε ν’ακούσει τη μάγισσα να μουρμουρίζει κάποιο ξόρκι, και ήταν βέβαιος πως κι εκείνη για τηλεοπτικούς πομπούς έψαχνε, λιγότερο φανερούς, καθώς και για άλλες συσκευές εντοπισμού, ίσως.

Χωρίς να ελαττώσουν καθόλου τον βηματισμό τους, απομακρύνθηκαν τελικά από τα συντρίμμια του Αρωγού και βρέθηκαν κοντά σε κάτι μαγαζιά σ’έναν διπλανό δρόμο της συνοικίας.

«Βρήκες τίποτα;» ρώτησε ο Αλλάνδρης τη Νιρίφα.

«Στη γωνία υπάρχει ένας τηλεοπτικός πομπός των δρόμων· θα τον είδες κι εσύ. Επίσης, υπάρχουν αισθητήρες επάνω στο συρματόπλεγμα.»

«Τι σκοπό εξυπηρετούν;»

«Υποθέτω δίνουν σήμα όταν κάποιος πλησιάζει.»

«Ούτε τράπεζα να ήταν,» είπε ο Αλλάνδρης. «Τη Τζάκι πώς δεν την εντόπισαν αμέσως, όμως, αν υπάρχουν αισθητήρες στο συρματόπλεγμα;»

«Δεν πρέπει να υπήρχαν τότε· μετά πρέπει να τους έβαλαν.»

«Μαθαίνουν από τα λάθη τους, λοιπόν. Κακό αυτό – για εμάς. Τι μπορεί νάναι μέσα στο ερείπιο, Νιρίφα; Προσπάθησες να εντοπίσεις τίποτα εκεί;»

Η μάγισσα κούνησε το κεφάλι της. «Ο Αίολος είναι πιο κατάλληλος γι’αυτό. Αν υπάρχει κάποιου είδους ενέργεια, θα την εντοπίσει ευκολότερα από μένα, και ίσως να μπορεί να μας πει και τι ακριβώς είναι.»

Καθώς μιλούσαν έκαναν τον κύκλο του τετραγώνου, και στο τέλος έφτασαν κοντά στους συντρόφους τους που τους περίμεναν. Η Νιρίφα και ο Αλλάνδρης τούς είπαν τι είχαν βρει.

«Θα υπάρχουν κι άλλα, που δεν παρατηρήσατε,» είπε ο Έκτορας. «Πράκτορες, σίγουρα, στα τριγυρινά χτίρια και στους δρόμους. Κι εμείς αρκετά μείναμε εδώ.»

Έφυγαν από τη γωνία και περπάτησαν προς μια τυχαία κατεύθυνση.

«Το μέρος είναι φρούριο, Έκτορα,» είπε ο Αλλάνδρης. «Δε νομίζω ότι μπορούμε να μπούμε χωρίς να κάνουμε φασαρία. Και δεν ξέρω αν μας συμφέρει να κάνουμε φασαρία.»

«Χωρίς φασαρίες, κύριοι,» είπε έντονα η Νιρίφα. «Αρκετά ήταν τα επεισόδια στο Λημέρι, τα ξημερώματα.»

«Για τρομοκράτες γράφουν πάλι όλες οι εφημερίδες,» είπε ο Αίολος μειδιώντας. «Τους αρέσει αυτή η λέξη, φαίνεται.»

«Μόνο που ετούτη τη φορά έχουν δίκιο.»

«Δεν είμαστε τρομοκράτες, μάγισσα,» τόνισε ο Έκτορας. «Η Λεγεώνα είναι τρομοκράτες. Άνοιξε το λεξικό σου.»

«Δεν έχουμε λεξικό στη Σφαίρα, αφεντικό.»

«Θα πρέπει να διορθωθεί αυτό, τότε.»

«Να μιλάτε για τον εαυτό σας,» τους είπε ο Αίολος. «Εγώ έχω λεξικό.»

Ο Έκτορας ακούμπησε το χέρι του στους ώμους του Ερευνητή. «Πάμε μια βόλτα οι δυο μας.»

«Θέλεις να σου δείξω το λεξικό μου;»

«Θέλω να δεις αν μπορείς να μυρίσεις τίποτα μέσα από τα συντρίμμια.»

Οι υπόλοιποι κάθισαν σ’ένα παρκάκι εκεί κοντά, ενώ ο Έκτορας και ο Αίολος’σαρ πήγαν στο διαλυμένο οίκημα του Αρωγού, καπνίζοντας ανέμελα και δείχνοντας πως δεν έκαναν παρά μια βόλτα. Όταν ήταν κοντά, ο Πρόμαχος είδε πως ο Αλλάνδρης είχε δίκιο στην εκτίμησή του: σαν φρούριο ήταν το μέρος. Φύλακες. Συρματοπλέγματα. Γρυποκαβαλάρης. Τηλεοπτικός πομπός στη γωνία. Ακόμα κι αν δεν υπήρχαν οι αισθητήρες, θα ήταν υπερβολικά δύσκολο να μπεις για να ελέγξεις. Πρέπει, όμως, να μπούμε. Για να το φυλάνε τα σκυλιά της Παντοκράτειρας, θάχουν λόγο – και τέτοιοι λόγοι μάς αφορούν.

Ο Αίολος μουρμούρισε κάποιο ξόρκι σαν να σφύριζε έναν σκοπό, ώστε να μην τον πάρει είδηση κανένας κατάσκοπος.

«Τι νέα, μάγε;» τον ρώτησε ο Έκτορας όταν είχαν απομακρυνθεί από το σημείο του ενδιαφέροντος.

«Πρέπει να υπάρχει κάτι εκεί μέσα. Αλλά ήταν πολύ μακριά μου, και…» Έμοιαζε προβληματισμένος. «Τελείως ξένο, Έκτορα. Τελείως ξένο

«Τι θες να πεις; Δεν τόχεις ξανασυναντήσει;»

«Εννοείται.»

«Πρόκειται για κάτι με νοημοσύνη

«Δε μπορώ να ξέρω. Εγώ απλά μια μορφή ενέργειας αισθάνθηκα. Μια μορφή ενέργειας που δεν έχω νιώσει ξανά. Ούτε εδώ, στη Σεργήλη, ούτε σε καμια άλλη διάσταση. Δεν ξέρω, όμως, αν είναι γενικά άγνωστη. Αν πλησιάσω περισσότερο, ίσως να την αναγνωρίσω από πράγματα που έχω διαβάσει.»

«Δεν είναι εύκολο να μπούμε, όπως θα είδες.»

«Λογικά, πάντως, πρέπει να είναι κάτι με νοημοσύνη αυτό που βρίσκεται εκεί κάτω,» είπε ο Αίολος καθώς επέστρεφαν προς τους συντρόφους τους. «Αλλιώς, δε θα είχε μιλήσει στη Τζάκι.»

«Δεν της μίλησε μόνο: ήξερε το όνομά της, και ήξερε ότι θα της επιτιθόταν η Λεγεώνα.»

«Πράγμα που δείχνει κάτι περισσότερο από απλή νοημοσύνη.» Ο Αίολος κούνησε το κεφάλι, ανάβοντας τσιγάρο. «Κάποιου είδους οντότητα, μάλλον…»

«Εκτός αν ήταν παγίδα των Παντοκρατορικών.»

«Θα φυλούσαν έτσι μια παγίδα; Πραγματικά, δεν θέλουν κανένας να πλησιάσει. Δεν υπάρχουν επιτηδευμένα ανοίγματα.»

Ο Έκτορας μούγκρισε, νεύοντας. «Ναι. Αλλά, αν είναι μια τόσο ισχυρή οντότητα εκεί κάτω, γιατί δεν φεύγει; Τι την κρατάει;»

«Μπορεί να υπάρχουν πολλοί λόγοι. Ίσως να είναι παγιδευμένη. Ή ίσως να μη μπορεί να φύγει.»

«Τι εννοείς, ‘να μη μπορεί να φύγει’;»

«Να μην έχει τη δυνατότητα, να είναι όπως τα δέντρα.»

«Δε με παραμυθιάζεις…»

«Δε θα μου περνούσε ποτέ απ’το μυαλό. Τέλος πάντων· όλ’αυτά είναι υποθέσεις.»

«Στάσου λίγο,» είπε ο Έκτορας. «Αν όντως εκεί κάτω είναι μια οντότητα που δεν μπορεί να φύγει, γιατί οι Παντοκρατορικοί ανατίναξαν το χτίριο;»

«Τώρα που το σκέφτομαι, ίσως να μην το ανατίναξαν οι Παντοκρατορικοί.»

«Και ποιος το ανατίναξε; Ο αέρας;»

«Η οντότητα.»

«Γιατί;»

«Πού να ξέρω;» είπε ο Αίολος. «Ακόμα μια υπόθεση κάνω.»

«Μα, αν η οντότητα βρισκόταν εκεί από χρόνια, μάλλον δε θα είχε πρόβλημα με το οικοδόμημα.»

«Ίσως… Καλό θα ήταν, νομίζω, να κάνουμε μια έρευνα της ιστορίας του Αρωγού

Ο Έκτορας δεν μπορούσε παρά να συμφωνήσει.

*

«Στην Πολεοδομία μόνο θα μάθουμε πότε χτίστηκε το οίκημα,» είπε ο Σωσίας, καθώς κάθονταν στο παρκάκι και έτρωγαν τοστ που είχαν αγοράσει από μια πλανόδια καντίνα, η οποία είχε τώρα σταματήσει εδώ για κάποια ώρα.

«Μια ημερομηνία θα βρούμε έτσι,» είπε ο Έκτορας. «Εμάς μάς ενδιαφέρει η ιστορία του. Από εκεί θα μάθουμε τι ίσως να είναι αυτό το φωτεινό πράγμα από κάτω.»

«Ο Σωσίας έχει δίκιο, αφεντικό,» τόνισε ο Αίολος. «Πρέπει να μάθουμε πότε χτίστηκε το οίκημα. Έχει διαφορά αν χτίστηκε πριν από μια πενταετία, ή αν ήταν εδώ από προτού έρθουν τα τσιράκια της Παντοκράτειρας, ή αν ήταν εδώ από προτού οικοδομηθεί η Θακέρκοβ.»

«Γνωρίζεις, σίγουρα, πόσο παλιά είναι η Θακέρκοβ, έτσι, μάγε;»

«Το γνωρίζω. Αλλά και η οντότητα κάτω από το οίκημα ίσως να είναι επίσης παλιά’. Αν λοιπόν το οίκημα χτίστηκε πριν από λίγο καιρό, θα μάθουμε τι ήταν εκεί πριν από αυτό – κι ίσως έτσι να πάρουμε κάποια χρήσιμη πληροφορία. Αν το οίκημα ήταν εδώ από προτού γεννηθεί ο προπάππους σου, τότε θα πρέπει να κάνουμε άλλου είδους έρευνα. Δε νομίζω πάντα να ήταν λογιστικά/φοροτεχνικά γραφεία.»

«Ο Αίολος είναι σωστός, μου φαίνεται, αφεντικό,» είπε ο Άλκιμος.

«Στην Πολεοδομία δεν ξέρουμε κανέναν,» τους θύμισε ο Έκτορας. «Θα πρέπει να σπάσουμε κλειδαριές.»

«Γιατί με έχετε εμένα;» μειδίασε ο Αλλάνδρης.

«Δε χρειάζεται καμια κλειδαριά να σπάσει,» τόνισε η Νιρίφα. «Αν δεν είναι ειδικά προστατευμένες, μπορώ να τις ανοίξω μ’ένα απλό Ξόρκι Ξεκλειδώματος.»

«Μου κλέβεις τη χαρά, μάγισσα,» μούγκρισε ο Αλλάνδρης κάνοντας κλικ-κλακ με το κομπολόι του.

«Εμείς,» είπε ο Σωσίας, «μπορεί να μην έχουμε κανέναν γνωστό στην Πολεοδομία αλλά η Βατράνια ίσως να έχει.»

«Η Βατράνια…» μούγκρισε ο Έκτορας καθώς τελείωνε το τοστ του και σκουπιζόταν με την πετσέτα.

«Δεν την πολυσυμπαθείς, ε, αφεντικό;» είπε ο Άλκιμος.

«Δεν έχει τίποτα να συμπαθήσεις. Η μύτη της είναι ψηλά.»

«Και τα βυζιά της επίσης,» μουρμούρισε ο Αλλάνδρης.

Ο Άλκιμος γέλασε. Η Νιρίφα αγριοκοίταξε τον Αλλάνδρη. Εκείνος τής έκλεισε το μάτι. Εκείνης η όψη αγρίεψε περισσότερο.

«Σκατά να φάτε,» είπε ο Έκτορας.

«Ευχαριστούμε, αφεντικό,» τον διέκοψε ο Σωσίας, που δεν είχε ακόμα τελειώσει το τοστ του.

«Έχετε δίκιο, όμως,» συνέχισε ο Έκτορας: «πρέπει να πάω να μιλήσω στη μαλακισμένη. Πρώτα παίρνεις τον εύκολο δρόμο, αν υπάρχει, και μετά τον δύσκολο.

»Την κάνουμε.» Σηκώθηκε από το παγκάκι, που κάποιος είχε γράψει με σπρέι στη ράχη του: φτεΡουγαΖ.

«Στον κινηματογράφο, λοιπόν;» είπε ο Αλλάνδρης καθώς κι εκείνος σηκωνόταν. «Παίζει τίποτα καλό σήμερα;»

«Το βράδυ ανοίγουν οι κινηματογράφοι,» του θύμισε η Νιρίφα.

«Και δε θα τη βρούμε στον κινηματογράφο, όπως όλοι ξέρετε,» τους είπε ο Έκτορας. «Επίσης, θα πάρω μαζί μου μόνο τον Αίολο. Οι άλλοι θα γυρίσετε στη Σφαίρα. Όσο περισσότεροι είμαστε, τόσο πιο εύκολα τραβάμε την προσοχή.»

*

Η Τζάκι ξύπνησε.

Δεν κατάλαβε τι ήταν ακριβώς εκείνο που την έκανε ν’ανοίξει τα μάτια της και, για λίγο, αισθάνθηκε χαμένη. Δεν ήξερε πού ήταν· το δωμάτιο γύρω της της έμοιαζε τελείως άγνωστο. Και δε θυμόταν πώς είχε καταλήξει εδώ.

Μετά από μια στιγμή, όμως, τα πάντα επέστρεψαν στο μυαλό της: το λευκό φως που δεν φωτογραφιζόταν· η παράξενη φωνή· οι Λεγεωνάριοι· το νυχτερινό της ταξίδι μέσα στη Θακέρκοβ, ώσπου να φτάσει εδώ, στην Οινόσφαιρα.

Ήταν ξαπλωμένη στο δωμάτιο του Προμάχου και της Χλόης, σκεπασμένη με μια ζεστή κουβέρτα. Κανείς δεν ήταν γύρω.

«Χλόη;» είπε η Τζάκι, όχι πολύ δυνατά.

Καμία απάντηση. Δεν είναι εδώ.

Η Τζάκι ανασηκώθηκε πάνω στο κρεβάτι, παίρνοντας καθιστή θέση. Η κουβέρτα γλίστρησε από τους ώμους της. Το νυχτικό που φορούσε ήταν της Χλόης.

Τι ώρα είναι;

Η Τζάκι έψαξε για το ρολόι της. Αλλά δε χρειάστηκε να το βρει: είδε ένα άλλο ρολόι, στο κομοδίνο. Λίγο πριν από το μεσημέρι ήταν.

Παρότι αισθανόταν ακόμα το σώμα της να πονά από την κακοποίηση των Λεγεωνάριων, σηκώθηκε από το κρεβάτι. Τα ρούχα της ήταν επάνω σε μια καρέκλα, παρατήρησε. Τα πλησίασε. Έπιασε το πουκάμισο. Ήταν λερωμένο, και βρομούσε. Και το σακάκι το ίδιο. Δε μπορούσε να τα φορέσει.

Άνοιξε τη ντουλάπα που πρέπει να ήταν της Χλόης. Στη μέσα μεριά του θυρόφυλλου ήταν ένας καθρέφτης κι επάνω του τραπουλόχαρτα κολλημένα. Η Τζάκι έψαξε για καμια ρόμπα. Βρήκε μία και τη φόρεσε, δένοντάς τη στη μέση της με την πάνινη ζώνη. Πλησίασε τα μποτάκια της, που ήταν πλάι στην καρέκλα με τα ρούχα της, και τα έβαλε χωρίς να τα δέσει.

Δε μπορώ να μείνω εδώ, σκέφτηκε. Πρέπει να πάω σπίτι, και στη δουλειά μου. Στην εφημερίδα θα με ψάχνουν σήμερα. Και ξαφνικά, συνειδητοποίησε ότι φοβόταν να επιστρέψει στο σπίτι της. Η Λεγεώνα ίσως να την περίμενε εκεί… Όχι, αποκλείεται! Της είχαν πάρει τη φωτογραφική μηχανή της· τι άλλο να ήθελαν από εκείνη; Δε μπορεί να ήξεραν ότι ήταν με την Επανάσταση. Αν το ήξεραν αυτό– Καλύτερα να μην το σκεφτόταν· αλλά η σκέψη ήρθε, βίαια, ούτως ή άλλως: Αν το ήξεραν, θα κατέληγε, ίσως, σαν τη μαμά της, που ήταν ιέρεια της Αρτάλης και που την είχαν σκοτώσει αφού την είχαν κατακρεουργήσει.

Η Τζάκι αισθάνθηκε, απρόσμενα, δάκρυα να κυλάνε στα μάγουλά της. Τα καθάρματα…! Σκούπισε τα μάτια της με τα δάχτυλά της.

Πρέπει να επιστρέψω. Και πρέπει να φτιάξω καινούργια κλειδιά, και να πάρω καινούργια μηχανή.

Για την ώρα, όμως, ας έβλεπε τι θα έλεγαν και οι επαναστάτες της Οινόσφαιρας.

Άνοιξε την πόρτα του δωματίου και βγήκε. Κατέβηκε στο ισόγειο και βρέθηκε στην κεντρική αίθουσα, όπου οι πελάτες ήταν λίγοι λόγω της ώρας. Σε τρία τραπέζια κάποιοι έπιναν και έτρωγαν πρόχειρο φαγητό. Σ’ένα μπιλιάρδο, δύο τύποι κοπανούσαν σφαίρες· ο θόρυβος – κρακ! ταπ ταπ – αντηχούσε στο δωμάτιο. Η μουσική που έπαιζε το ηχοσύστημα ήταν απαλή.

Η Χλόη και η Σερφάντια κάθονταν σ’ένα τραπέζι μαζί μ’έναν τύπο που η Τζάκι δεν ήξερε. Κατάλευκο δέρμα. Μαύρα, μακριά μαλλιά. Ρούχα τριμμένα, φανερά άπλυτα για καιρό. Έτρωγε μακαρονάδα και είχε πλάι του μια κούπα με καφέ.

Η Τζάκι βάδισε προς τα εκεί. Η Σερφάντια την είδε και την έδειξε, με το σαγόνι, στη Χλόη, η οποία στράφηκε να την κοιτάξει.

«Είσαι καλά;» τη ρώτησε όταν εκείνη ήταν κοντά.

«Ναι,» είπε η Τζάκι και κάθισε σε μια καρέκλα, προσπαθώντας να μη μορφάσει από τον πόνο που ένιωσε ξαφνικά να τη διαπερνά.

Ο λευκόδερμος άντρας σήκωσε το βλέμμα του από το φαγητό του και την ατένισε.

Η Τζάκι συνοφρυώθηκε.

«Ο φίλος μας,» είπε η Χλόη, «ονομάζεται Χρίστος. Πήγε να μας κλέψει.»

«Μια παρεξήγηση,» χαμογέλασε ο Χρίστος σκουπίζοντας το στόμα του. Ήπιε μια γουλιά καφέ.

«Κατά λάθος γλίστρησαν τα πορτοφόλια των πελατών στις τσέπες του· καταλαβαίνεις,» είπε η Σερφάντια στη Τζάκι.

Η Τζάκι μειδίασε.

Η Χλόη είπε: «Ο μεγάλος αφέντης μας αποφάσισε ότι ο Χρίστος είναι καλός και σκέφτηκε να τον κρατήσει… για την ώρα.»

«Ακόμα δεν έχω καταλάβει, όμως,» είπε ο Χρίστος· «κλέβετε κι εσείς; Θέλετε να βουτάω πράμα και να σας δίνω κομμάτι απ’αυτό;»

«Όχι ακριβώς,» αποκρίθηκε η Χλόη.

(Η Σερφάντια ψιθύρισε στ’αφτί της Τζάκι: «Δεν ξέρει για την Επανάσταση – και μην πεις τίποτα.»

Εκείνη ένευσε.)

«Γιατί με θέτε, το λοιπόν;» ρώτησε ο Χρίστος. «Γιατί, για να με ταΐζετε, κάτι με θέτε εσείς. Το αφεντικό το είπε. Αλήθεια, πού είναι τώρα;»

«Σε μια δουλειά,» απάντησε η Χλόη. «Θα επιστρέψει σύντομα, και εκείνος θα σου πει τι θέλει να κάνεις.»

«Εντάξει,» είπε ο Χρίστος και ήπιε καφέ. «Δε με πειράζει να περιμένω. Υπάρχει κανένα τσιγαράκι, μήπως;»

Η Χλόη άνοιξε την ταμπακιέρα της και του έδωσε τσιγάρο.

«Νάσαι καλά.» Ο Χρίστος το έβαλε στο στόμα του κι εκείνη τού το άναψε.

Η εξώπορτα άνοιξε μετά από λίγο και ο Σωσίας, η Νιρίφα, ο Άλκιμος, κι ο Αλλάνδρης μπήκαν. Πλησίασαν το τραπέζι όπου κάθονταν η Τζάκι κι οι άλλοι.

«Πού είναι ο Έκτορας;» ρώτησε η Χλόη.

Ο Αλλάνδρης έριξε ένα βλέμμα στον Χρίστο προτού στρέψει πάλι τα μάτια του επάνω της. «Πήγε σε μια δουλειά μαζί με τον Αίολο.»

Η Χλόη συνοφρυώθηκε.

Ο Σωσίας ακούμπησε το χέρι του στον ώμο του Χρίστου. «Φίλε μου, θα πας λίγο επάνω, στον ημιώροφο, γιατί θέλουμε να μιλήσουμε αναμεταξύ μας;»

«Ναι, δεν έχω πρόβλημα,» αποκρίθηκε εκείνος, αν και τους κοίταζε με περιέργεια. Πήρε τον καφέ του και έφυγε.

«Λίγο πιο δυνατή μουσική, παρακαλώ,» είπε ο Αλλάνδρης στη Νιρίφα – για λόγους ασφάλειας προφανώς, μπορούσε να καταλάβει η Τζάκι

«Ό,τι πεις εσύ,» αποκρίθηκε η μάγισσα πηγαίνοντας προς το ηχοσύστημα. Πάτησε μερικά πλήκτρα και η μουσική άλλαξε.

Η Τζάκι αναγνώριζε το τραγούδι: Οιμωγές του Δράκοντα· συγκρότημα, Άνεμοι του Κενού.

Η αίθουσα γέμισε με έντονους, διαπεραστικούς ήχους. Ο τραγουδιστής των Ανέμων τσύριζε σαν δαιμονισμένος.

«Είσαι με τα καλά σου;» φώναξε ο Αλλάνδρης στη Νιρίφα, που τους πλησίαζε πάλι.

«Τι;» φώναξε εκείνη.

«Θες να μας σκοτώσεις;»

Η μάγισσα ήταν τώρα κοντά. Χαμογέλασε. «Μην είσαι ξενέρωτος. Είναι και γαμώ τα συγκροτήματα.»

«Μερικές φορές απορώ με τα πράγματα που σου αρέσουν!»

Η Χλόη έκανε νόημα σε όλους να καθίσουν, κι εκείνοι κάθισαν και της είπαν πού είχαν πάει ο Έκτορας κι ο Αίολος.

«Θ’αργήσουν να έρθουν,» είπε η Σερφάντια. «Το σπίτι της Βατράνιας είναι στην ανατολική πλευρά της πόλης.»

«Καλύτερα να έρχονταν πρώτα εδώ, για να πάρουν κάποιο όχημα. Αλλά ο Έκτορας σπάνια τα σκέφτεται αυτά,» είπε η Χλόη, δυσαρεστημένα.

«Δες το απ’την καλή πλευρά: αυτή τη φορά δεν πάει στο Λημέρι να πυροβολήσει Λεγεωνάριους,» είπε ο Άλκιμος.

Η Χλόη μόρφασε και άναψε τσιγάρο.

Ο Αλλάνδρης μειδίασε. «Μη φοβάσαι για τον Έκτορα. Τον ξέρω από αιώνες, κι ο πούστης πάντα τα ίδια κάνει. Μυαλό δε θα βάλει ούτε όταν τον έχουν καθαρίσει.»

«Θάναι λίγο αργά τότε…» σχολίασε η Νιρίφα.

«Το λες αυτό επειδή δεν είσαι παιδί της πέτρας,» της είπε ο Αλλάνδρης. «Τα παιδιά της πέτρας ζούνε τη στιγμή· δεν τους νοιάζει ο θάνατος. Έτσι έχουν μάθει να είναι. Γιατί, όταν είσαι παιδί της πέτρας, ή έτσι σκέφτεσαι ή δε σκέφτεται καθόλου – είσαι νεκρός.» Χτυπούσε το κομπολόι του, αλλά το κλικ-κλακ δεν ακουγόταν παρά ελάχιστα μέσα από τη μουσική των Ανέμων του Κενού.

Όταν η Τζάκι είδε ότι κανένας δεν έλεγε τίποτα, είπε: «Θα πρέπει να φύγω όπου νάναι. Θα μου δώσετε μερικά ρούχα;»

«Φυσικά· και θα σε πάμε εμείς όπου θες να πας,» της είπε η Νιρίφα.

«Βασικά, θέλω να φτιάξω καινούργια κλειδιά για το διαμέρισμά μου.»

«Δε νοικιάζεις;» τη ρώτησε η Χλόη.

«Ναι.»

«Ο σπιτονοικοκύρης σου θα έχει κλειδιά.»

«Δε θέλω να του πω ότι τα έχασα, και να με ρωτά πού και γιατί και τέτοια. Καλύτερα έτσι.»

«Θα σου φτιάξω εγώ κλειδιά άμα θες,» της είπε ο Αλλάνδρης.

«Κλειδαράς είσαι;»

«Άμα χρειάζεται, και πιλότος είμαι.»

Η Νιρίφα, ο Σωσίας, κι ο Άλκιμος γέλασαν.

«Δεν είναι, όμως, καλό τώρα να επιστρέψεις στο διαμέρισμά σου, Τζάκι,» προειδοποίησε η Σερφάντια.

Η δημοσιογράφος την κοίταξε συνοφρυωμένη.

«Μπορεί να το παρακολουθούν,» εξήγησε η Μαύρη Δράκαινα. «Μπορεί ακόμα και νάχουν βάλει κοριούς μέσα.»

«Μα… γιατί

«Σοβαρολογείς; Σου πήραν τη φωτογραφική μηχανή. Ώς τώρα θάχουν δει ότι τράβηξες φωτογραφίες στο υπόγειο του Αρωγού. Κι αφού είχαν απαγορέψει στους δημοσιογράφους να μπαίνουν στα συντρίμμια, η κίνησή σου θα τους έχει βάλει σε υποψίες.»

«Καλύτερα, δηλαδή, ν’αλλάξω διαμέρισμα;»

Η Σερφάντια κούνησε το κεφάλι. «Όχι. Αυτό θα ήταν ύποπτο, ασφαλώς. Και μη νομίζεις ότι δε θα μπορούσαν να σε βρουν πανεύκολα. Θα πας στο διαμέρισμά σου κανονικά, και θα το ελέγξεις για κοριούς.»

«Δεν έχω κάποια συσκευή.»

«Θα σου δώσουμε εμείς, ανόητη.»

«Κι άμα βρω κοριούς, τι θα κάνω;»

«Τίποτα. Θα περιμένεις μέχρι να τελειώσει η μπαταρία τους, και μετά θα δούμε αν θα ξαναδιαρρήξουν το διαμέρισμά σου για να τους ανανεώσουν. Να προσέχεις μόνο τι λες, αν όντως υπάρχουν κοριοί. Κι αν οι κοριοί είναι τηλεοπτικοί, να προσέχεις και τι κάνεις.»

«Δε χρειάζεται, όμως, να πας από τώρα στο διαμέρισμά σου,» της είπε η Χλόη. «Κάτσε εδώ λίγο ακόμα, και πας αύριο.»

«Έχω αφήσει τη δουλειά μου. Στην εφημερίδα θ’αναρωτιούνται για μένα και δε θα με βρίσκουν.»

«Πες τους ότι σε λήστεψαν στο δρόμο και ότι πήγες σε κάτι φίλους για να συνέλθεις,» πρότεινε ο Σωσίας.

Η Τζάκι το σκέφτηκε και κατέληξε ότι ίσως να ήταν καλή ιδέα.

Κεφάλαιο 7
Συζήτηση με μια Πράκτορα της Επανάστασης

Ο Έκτορας και ο Αίολος πήγαν σε μια στάση στη διασταύρωση Γαιοδόμου και Αυγερινού, μπήκαν σ’ένα επιβατηγό όχημα όταν αυτό ήρθε, και ακολούθησαν τη γεμάτη κίνηση Γαιοδόμου προς τα νότια, φτάνοντας στην Τρίτη Γέφυρα, περνώντας πάνω από τον ποταμό Κάλμωθ, και κατεβαίνοντας στη στάση στη γωνία Καιροσκόπου και Ύδατος. Τα γραφεία της εφημερίδας Η Πόλη δεν βρίσκονταν μακριά από εδώ, όπως κι οι δυο τους ήξεραν· ο προορισμός τους, όμως, δεν ήταν εκεί.

«Η κίνηση είναι φριχτή,» είπε ο Αίολος καθώς βάδισαν στον πεζόδρομο της Λεωφόρου Ύδατος. «Μπορούσαμε να είχαμε πάρει και τον Υπόγειο.»

«Δεν τον πήραμε, όμως.»

«Ακόμα μπορούμε να τον πάρουμε.»

«Για μια στάση; Δεν αξίζει τον κόπο. Μπορούμε να πάμε και με τα πόδια· αλλά αν επιμένεις θα πάρουμε επιβατηγό.»

«Ό,τι πεις εσύ, αφεντικό.»

Είδαν ένα μακρύ σαν φίδι επιβατηγό να σταματά σε μια στάση αντίκρυ τους. Επάνω του είχε διαφημίσεις για τα τσιγάρα Αεροπόρος και το αναψυκτικό Φλεγόμενος Γρύπας. Ο Έκτορας και ο Αίολος έτρεξαν να το προλάβουν. Ανέβηκαν, μαζί μ’αρκετό άλλο κόσμο.

Το επιβατηγό πέρασε μπροστά από το Νοτιοανατολικό Φρουραρχείο, έστριψε νότια, και ακολούθησε την Ανατολική Λεωφόρο.

«Η κοιλιά μου έχει αρχίσει να γουργουρίζει,» είπε ο Αίολος στον Έκτορα, καθώς ήταν πιασμένοι από τις χειρολαβές, μ’ένα σωρό κόσμο γύρω τους να σπρώχνει ο ένας τον κώλο του άλλου.

«Οι περιστάσεις που σου ανοίγουν την όρεξη με εκπλήσσουν, μάγε.»

«Οι περιστάσεις είναι ότι είναι μεσημέρι, αφεντικό.»

«Η Ψηλή Μύτη κάτι θα έχει για φαΐ στη σπηλιά της,» είπε ο Έκτορας, «και δε μπορεί να μας αφήσει να ψοφήσουμε.»

Ένα άπλυτο αγοράκι με καστανά μαλλιά και πράσινο δέρμα (σπάνιος δερματικός χρωματισμός) τους πλησίασε. «Δεν έχω λεφτά, κύριος,» είπε απλώνοντας το χέρι του και δίνοντας ένα πακέτο με χαρτομάντιλα. «Τρία ακτίνια, κύριος.»

«Ποιος σ’τα δίνει αυτά;» ρώτησε ο Έκτορας αγγίζοντας το πακέτο με τα χαρτομάντιλα χωρίς να το πάρει απ’το χέρι του μικρού.

«Στη Χωροφυλακή μάς τα δίνουν.»

«Εδώ, λίγο πιο πάνω;»

«Ναι, κύριος. Τρία ακτίνια, παρακαλώ.»

«Κι απ’αυτά πόσα θα κρατήσεις εσύ;»

«Όταν δώσω δυο πακέτα, ένα ακτίνιο.»

Τι καλοί άνθρωποι… μούγκρισε εσωτερικά ο Έκτορας. Έβγαλε απ’το πορτοφόλι του πέντε ακτίνια και είπε στον μικρό: «Κρύψτα και μην τους τα δείξεις· δε θέλω μαντίλια.»

Το αγόρι τα έχωσε μέσα στο βρακί του.

«Πώς σε λένε;» το ρώτησε ο Έκτορας.

«Φοίβος, κύριος.»

«Και πού μένεις; Εδώ, στον Παλαιοπώλη;»

Το αγόρι ένευσε. «Ναι.»

Μπορεί να τα ξαναπούμε, μικρέ, σκέφτηκε ο Έκτορας, βλέποντας το πρασινόδερμο, καστανομάλλικο αγόρι να χάνεται μέσα στο πλήθος που γέμιζε το επιβατηγό.

«Φτάνουμε στη στάση μας, νομίζω,» είπε ο Αίολος κοιτάζοντας, ανάμεσα και πάνω από κεφάλια, τον δρόμο.

Ο Έκτορας προσπάθησε να δει επίσης. «Ναι.»

Στην επόμενη στάση κατέβηκαν, αναγκαζόμενοι να σπρώξουν για να περάσουν.

«Σου είπα να πάρουμε τον Υπόγειο, δε σου είπα;» μούγκρισε ο Αίολος.

Ο Έκτορας δεν αποκρίθηκε.

Βρίσκονταν στον πεζόδρομο της Ανατολικής Λεωφόρου. Έφυγαν από εκεί και βάδισαν μέσα στα δρομάκια της ανατολικής μεριάς της Θακέρκοβ, στην περιοχή που άκουγε στο όνομα «η Γραμμή», επειδή εκεί, παλιά, ήταν η νοητή γραμμή όπου τελείωνε η πόλη: πράγμα το οποίο δεν ίσχυε πλέον· η Θακέρκοβ είχε ξεπεράσει εκείνη τη γραμμή, τα οικοδομήματά της είχαν καταπιεί ένα μεγάλο μέρος της πεδιάδας που εκτεινόταν πριν από τους πρόποδες των βουνών.

Μετά από κάποια ώρα βαδίσματος, ο Έκτορας και ο Αίολος έφτασαν στη μονοκατοικία της Βατράνιας. Ήταν διώροφη, και στον πρώτο όροφο υπήρχε ένας μεγάλος, φαρδύς εξώστης που περιστοίχιζε το σπίτι. Ο κήπος δεν ήταν μεγάλος από τη μπροστινή μεριά, αλλά από πίσω, όπως ήξερε ο Έκτορας, ήταν λίγο μεγαλύτερος και είχε πισίνα.

Ο Πρόμαχος χτύπησε το κουδούνι.

«Ποιος είναι, παρακαλώ;» ακούστηκε, από το μεγάφωνο, μια γυναικεία φωνή που δεν πρόφερε και τόσο καλά τη Συμπαντική Γλώσσα.

«Εγώ είμαι, Κρόβ’κνι, ο Έκτορας.»

Μετά από λίγο, ο αυτόματος μηχανισμός που άνοιγε την καγκελόπορτα ενεργοποιήθηκε. Ο Έκτορας και ο Αίολος μπήκαν και βάδισαν ώς την κύρια είσοδο της οικίας, όπου τους περίμενε η Κρόβ’κνι, η υπηρέτρια της Βατράνιας, που καταγόταν από τη διάσταση της Σάρντλι. Ήταν πορφυρόδερμη, γύρω στα σαράντα-πέντε, και είχε μαύρα μαλλιά, τώρα δεμένα κότσο. Η Βατράνια την είχε αγοράσει από τους Παντοκρατορικούς, οι οποίοι δεν της φέρονταν σαν τίποτα περισσότερο από δούλα επειδή ανήκε σε μια φυλή νομάδων της Σάρντλι που, για κάποιο λόγο, είχαν διαλύσει. Η Κρόβ’κνι γνώριζε για την Επανάσταση· η Βατράνια τη θεωρούσε έμπιστη.

«Κύριος Έκτορας. Κύριος Αίολος. Περάστε, παρακαλώ.»

«Δεν είναι η κυρά σου εδώ, Κρόβ’κνι;» ρώτησε ο Πρόμαχος καθώς περνούσαν το κατώφλι.

«Εδώ είναι. Μόλις τελείωσε φαγητό,» αποκρίθηκε η υπηρέτρια κλείνοντας την πόρτα. «Ελάτε πάνω σαλόνι, μου είπε.»

Οι δύο επαναστάτες ανέβηκαν στον πρώτο όροφο του σπιτιού. Η Κρόβ’κνι τούς ακολούθησε.

Το σαλόνι ήταν στρωμένο με μαλακό γούνινο χαλί. Το πέτρινο τζάκι του ήταν αναμμένο. Γύρω υπήρχαν παράθυρα (άλλα με τα παντζούρια κλειστά, άλλα με τα παντζούρια μισάνοιχτα), καθώς και μια τζαμωτή μπαλκονόπορτα που έβγαζε στον εξώστη ο οποίος περιστοίχιζε το σπίτι. Η Βατράνια καθόταν σε μια φουσκωτή πολυθρόνα, κοντά στο τζάκι, μ’ένα ποτήρι Σεργήλιο οίνο στο αριστερό χέρι κι ένα μισοτελειωμένο τσιγάρο στο δεξί. Φορούσε μια ασημόχρωμη ρόμπα απ’όπου ξεπρόβαλλαν τα μακριά πόδια της καθώς ήταν τεντωμένα εμπρός της και σταυρωμένα στον αστράγαλο. Δεν φορούσε κάλτσες, αλλά φορούσε ένα ζευγάρι καφετιές γούνινες παντόφλες. Το δέρμα της ήταν λευκό με απόχρωση του ροζ· τα μαλλιά της ξανθά και κομμένα στο ύψος του σαγονιού. Τα μάτια της ήταν πράσινα και γυαλιστερά. Δεν ήταν βαμμένη, καθώς, προφανώς, δεν περίμενε επισκέψεις. Κανείς, όμως, δε θα μπορούσε να πει ότι ήταν άσχημη χωρίς καλλυντικά.

Βλέποντάς τους να μπαίνουν, άφησε το τσιγάρο της στο τασάκι παραδίπλα και το χέρι της πήγε στο πλάι της πολυθρόνας (για να πιάσει κάποιο όπλο, ήταν βέβαιος ο Έκτορας), ενώ συγχρόνως έλεγε: «Στους δρόμους της τελευταίας πόλης…»

«…θα στέκουμε χωρίς αφέντες…» συνέχισε το συνθηματικό ο Πρόμαχος, όπως όφειλε.

«…και ο χρυσός άνεμος θα χτυπά τα πρόσωπά μας,» τελείωσε η Βατράνια, και είπε: «Τι ευχάριστη έκπληξη!» χαμογελώντας και παίρνοντας το χέρι της από το πλάι της πολυθρόνας.

«Φοβόσουν ότι μπορεί να ήμασταν Δημιουργήματα;» απόρησε ο Έκτορας.

«Τυπικά μέτρα ασφαλείας, Πρόμαχε.»

Δημιουργήματα της Παντοκράτειρας. Άνθρωποι που δεν ήταν άνθρωποι. Τέρατα που έπαιρναν τη μορφή ανθρώπων. Οι επαναστάτες πάντα έπρεπε να φυλάγονται.

«Καθίστε,» συνέχισε η Βατράνια. «Έχετε φάει;»

«Η αλήθεια είναι πως πεθαίνουμε της πείνας,» αποκρίθηκε ο Αίολος καθώς κάθονταν σ’έναν καναπέ, αρκετά μακριά από τη Βατράνια αφού δεν υπήρχε κανένα κάθισμα πιο κοντά της.

«Κρόβ’κνι,» είπε η Βατράνια στην υπηρέτριά της. «Οι άνθρωποι είναι πεινασμένοι.»

«Θα τους φέρω φάνε αμέσως, κυρία,» αποκρίθηκε εκείνη. «Εσείς φάγατε όσο μισό άνθρωπο σήμερα· έχει μείνει φαγητό.»

Η Βατράνια την αγριοκοίταξε. Η Κρόβ’κνι έφυγε.

Η Βατράνια πήρε το τσιγάρο της από το τασάκι. Τίναξε στάχτη. Ρούφηξε καπνό. Τον φύσηξε απ’το στόμα, αργά. «Τι σας φέρνει, λοιπόν, εδώ;» ρώτησε τον Έκτορα και ήπιε μια γουλιά απ’το κρασί της.

«Νομίζουμε ότι ίσως έχεις κάτι που χρειαζόμαστε,» αποκρίθηκε ο Πρόμαχος.

Η Βατράνια ύψωσε ένα λεπτό φρύδι της ερωτηματικά.

Ακόμα κι η φάτσα της είναι σαν να θέλει να σε ειρωνευτεί, παρατήρησε ο Έκτορας. Ακόμα και τα πόδια της, έτσι όπως κάθεται. Δεν είχε κάνει την παραμικρή κίνηση να σκεπάσει τα μπούτια της με τη ρόμπα της, όταν μπήκαν, σαν να τους θεωρούσε αμελητέους.

«Θέλουμε μια πληροφορία από την Πολεοδομία,» εξήγησε ο Πρόμαχος.

«Τι είδους πληροφορία;» Η Βατράνια έσβησε το τσιγάρο της μέσα στο τασάκι.

«Έχεις πρόσβαση στην Πολεοδομία ή δεν έχεις;» τη ρώτησε ο Έκτορας.

«Τι είδους πληροφορία;» επέμεινε η Βατράνια, ατενίζοντάς τον διαπεραστικά με το πράσινο βλέμμα της.

Ψηλομύτικη σκρόφα… «Θέλουμε να δούμε πότε χτίστηκε ένα χτίριο.»

«Τι χτίριο;»

«Έχεις πρόσβαση στην Πολεοδομία ή δεν έχεις; Γιατί, αν δεν έχεις, τι σημασία έχει τι θέλουμε;»

«Η δουλειά σας έχει σχέση μ’αυτά που μας απασχολούν όλους από κοινού, έτσι δεν είναι;» Δεν έλεγε έχει σχέση με την Επανάσταση· φοβόταν ότι υπήρχαν κοριοί μες στο σπίτι της, μα τα κωλομέρια της Λόρκης;

Ο Έκτορας δεν απάντησε, αλλά κάτι στην έκφρασή του πρέπει να έλεγε Ναι. Έτσι, η Βατράνια συνέχισε: «Επομένως, θέλω να ξέρω.»

Η Κρόβ’κνι ήρθε τότε κρατώντας έναν μεγάλο δίσκο με το φαγητό τους. Πλησίασε το στρογγυλό τραπέζι και άρχισε να σερβίρει, προσκαλώντας τους να καθίσουν εκεί. Ο Έκτορας και ο Αίολος σηκώθηκαν από τον καναπέ και πήγαν.

«Θέλετε κάτι άλλο;» ρώτησε η Κρόβ’κνι.

Οι επαναστάτες κούνησε τα κεφάλια. «Ευχαριστούμε,» είπε ο Αίολος, «αλλά όχι.»

Καθώς έτρωγαν, ο Έκτορας είπε στη Βατράνια: «Το χτίριο που μας ενδιαφέρει είναι του Αρωγού. Αυτό που πρόσφατα ανατίναξαν.»

Η Βατράνια ήπιε μια γουλιά κρασί. «Οι Παντοκρατορικοί το έκαναν, έτσι;»

«Λες εμείς να το κάναμε;»

«Είστε σίγουροι ότι το έκαναν οι Παντοκρατορικοί;»

Ο Αίολος είπε: «Φρουρούν τώρα τα συντρίμμια σαν να υπάρχει κάποιος θησαυρός εκεί μέσα.»

«Υπάρχει;» ρώτησε η Βατράνια. Σηκώθηκε απ’την πολυθρόνα της και πήγε στο τραπέζι, για να καθίσει ανάμεσά τους.

Ο Έκτορας κι ο Αίολος αλληλοκοιτάχτηκαν. Ο μάγος ανασήκωσε τους ώμους, σαν να ήθελε να πει: Δική μας είναι. Γιατί να της το κρύψουμε; Ο Πρόμαχος τού έκανε νόημα να μιλήσει εκείνος, και ο Αίολος, καθώς έτρωγε, μίλησε στη Βατράνια για την ανακάλυψη της Τζάκι στο υπόγειο του Αρωγού.

«Χμμ…» έκανε η Βατράνια. «Παράξενο, κύριοι… Πολύ παράξενο.» Ήπιε μια γουλιά από το κρασί της, το οποίο τελείωνε.

«Μπορείς να μας βρεις την πληροφορία που θέλουμε;» ρώτησε ο Έκτορας.

«Νομίζω πως μπορώ.»

«Δηλαδή, έχεις σύνδεσμο στην Πολεοδομία;»

«Γνωρίζω πολύ κόσμο, Έκτορα.»

Ο Έκτορας την έδειξε με το πιρούνι του. «Δε θέλω κανένας να μας υποψιαστεί.»

«Το χρειάζομαι το μάτι μου,» είπε η Βατράνια.

Ο Έκτορας κατέβασε το πιρούνι του.

Η Βατράνια αποκρίθηκε: «Κανένας δε θα μας υποψιαστεί. Θα μάθω αυτό που χρειάζεσαι και θα σε ειδοποιήσω. Καλώς;»

Ο Έκτορας ένευσε. «Εντάξει.»

Η Βατράνια κοίταξε τον Αίολο. «Τι υποθέτετε ότι είναι κάτω από τα συντρίμμια;»

Ο μάγος ανασήκωσε τους ώμους σκουπίζοντας τα χείλη του με μια πετσέτα. «Κάποια οντότητα, ίσως. Δεν ξέρω, όμως, πότε βρέθηκε εκεί. Ούτε καταλαβαίνω γιατί κανείς δεν γνώριζε γι’αυτήν ώς τώρα, στην περίπτωση που ήταν εκεί από αιώνες.»

«Διάβασε το μυαλό της δημοσιογράφου σας,» τόνισε η Βατράνια. «Και προέβλεψε την επίθεση εναντίον της.»

«Ναι,» είπε ο Αίολος. «Είναι εντυπωσιακό.»

«Οι Παντοκρατορικοί, σίγουρα, θα θέλουν ένα τέτοιο όπλο. Θα ριψοκινδύνευαν, όμως, να το καταστρέψουν ανατινάζοντας το χτίριο;»

«Αυτό το έχω αναρωτηθεί κι εγώ.»

Η Βατράνια φάνηκε σκεπτική. Μετά από λίγο είπε: «Η μοναδική περίπτωση είναι ο ιδιοκτήτης του οικήματος να μην ήθελε να τους δώσει αυτό που κρύβεται στο υπόγειο…»

«Υπάρχει κι άλλη περίπτωση,» είπε ο Έκτορας.

Η Βατράνια ύψωσε ένα φρύδι της.

«Αυτό το πράμα που είναι στο υπόγειο δεν μετακινείται. Άρα οι Παντοκρατορικοί πρέπει να έχουν το οίκημα στην κατοχή τους. Ζητάνε από τον ιδιοκτήτη να τους το πουλήσει· εκείνος δεν δέχεται· έτσι, ανατινάζουν το χτίριο.»

«Το οικόπεδο, όμως, εξακολουθεί να του ανήκει,» του θύμισε η Βατράνια.

«Θα αναγκαστεί να τους το πουλήσει· τι θα κάνει; Και μάλιστα, σε πιο χαμηλή τιμή.»

«Δεν αποκλείεται να ισχύει αυτό που λες,» παραδέχτηκε η Βατράνια. «Βασικά, είναι αρκετά λογικό. Αλλά αναρωτιέμαι γιατί ο ιδιοκτήτης να μην τους πουλήσει το οίκημα εξαρχής. Υποθέτω, θα του έδιναν αρκετά χρήματα για να μεταφέρει την επιχείρηση σε άλλο σημείο της πόλης.»

Ο Αίολος είπε: «Η οντότητα στο υπόγειο θα είχε, προφανώς, κάποια αξία για εκείνον. Μπορεί να προέβλεπε το μέλλον γι’αυτόν. Το ερώτημα είναι γιατί

«Ποιος είχε τα γραφεία Αρωγός; Ξέρετε;» ρώτησε η Βατράνια.

«Δεν το έχουμε ψάξει,» είπε ο Έκτορας.

«Μπορώ να το μάθω εύκολα.»

«Μάθε το, τότε.»

Η Βατράνια είπε: «Ίσως να είναι μάγος. Αυτό θα εξηγούσε πώς μπορεί να ελέγχει την οντότητα κάτω από το οίκημά του.»

«Ναι, ίσως,» μουρμούρισε ο Αίολος, χωρίς να μοιάζει και τόσο πεπεισμένος.

«Το αμφιβάλλεις, ε;» είπε η Βατράνια.

«Ναι, επειδή η οντότητα πρέπει να είναι πολύ ισχυρή, λογικά. Εκτός…» Μόρφασε, σκεπτικός. «Εκτός αν έχει κάποιο τραγικό μειονέκτημα που ο μάγος μπόρεσε να εκμεταλλευτεί κάπως.»

«Τι είδους μάγος θα ήταν καταλληλότερος για να το κάνει αυτό;» ρώτησε η Βατράνια.

«Ερευνητής, σαν εμένα, υποθέτω. Ή, ίσως, Δεσμοφύλακας. Αλλά οι Δεσμοφύλακες δρουν κυρίως στη Φεηνάρκια, και απ’ό,τι ξέρω φυλακίζουν δαίμονες μέσα σε ειδικά προετοιμασμένα αντικείμενα. Είναι μια τελείως διαφορετική διαδικασία· δε νομίζω ότι θα κρατούσαν έναν δαίμονα κλειδωμένο στο υπόγειο.»

«Σαν σενάριο από κακή κινηματογραφική ταινία ακούγεται αυτό,» είπε η Βατράνια μειδιώντας. «Δαίμονας κλειδωμένος στο υπόγειο…»

Η τύπισσα έχει παράξενη αίσθηση του χιούμορ, παρατήρησε ο Έκτορας πίνοντας την τελευταία γουλιά από τη μπίρα του. «Εσύ θα ξέρεις, μάλλον,» της είπε, αφού η Βατράνια χρηματοδοτούσε κινηματογραφικές ταινίες.

Εκείνη αναποδογύρισε τα μάτια. «Δεν μπορείς να φανταστείς τι ελεεινά σενάρια μού έχουν δώσει να διαβάσω…»

«Θα είναι ενδιαφέρον να μάθουμε τι είναι ο ιδιοκτήτης του Αρωγού,» είπε ο Αίολος, που είχε τελειώσει το φαγητό του. Πήρε μια οδοντογλυφίδα και σκάλισε τα δόντια του. «Φυσικά, έχω κάνει και μια άλλη υπόθεση, ξέρεις, Βατράνια.»

«Συνέχισε. Η δουλειά μου είναι ν’ακούω σενάρια.»

«Μπορεί ο δαίμονας στο υπόγειο να ανατίναξε το οικοδόμημα.»

«Θα είχε τη δύναμη να κάνει κάτι τέτοιο;»

«Δεν ξέρω. Ίσως.»

«Αν είχε όμως τη δύναμη να ανατινάξει το οικοδόμημα, δε θα είχε και τη δύναμη να φύγει από εκεί; Τι περιμένει;»

«Μπορεί ανέκαθεν να ήταν εκεί. Όπως τα δέντρα.»

«Σοβαρολογείς τώρα;» είπε η Βατράνια.

«Ναι.»

«Μου φαίνεται πιθανότερο ο ιδιοκτήτης να είναι μάγος και να κρατούσε την οντότητα φυλακισμένη επειδή είχε κάτι να κερδίσει.»

«Πιθανώς. Θα δείξει όταν έχουμε περισσότερες πληροφορίες γι’αυτόν.»

*

Η Βατράνια τούς πρότεινε να καθίσουν στο σπίτι της το απόγευμα, αλλά εκείνοι αρνήθηκαν λέγοντας πως έπρεπε να επιστρέψουν στη Σφαίρα.

«Θα μπορούσες, τουλάχιστον, να της ζητήσεις να μας δανείσει το όχημά της,» είπε ο Αίολος, καθώς απομακρύνονταν από τη μονοκατοικία της και τα χρώματα στον ουρανό σκούραιναν. Ο ήλιος έδυε νωρίς το χειμώνα, και οι σκιές πύκνωναν στους δρόμους της Θακέρκοβ ανάμεσα από τα ψηλά οικοδομήματα. Αυτόματες λάμπες άναβαν, η μία κατόπιν της άλλης.

«Δε χρειαζόμαστε το όχημά της.»

«Δεν είναι ανάγκη, ξέρεις, να είσαι τόσο προκατειλημμένος μαζί της…»

«Τη γλυκοκοιτάζεις περισσότερο απ’όσο πρέπει, μάγε,» μούγκρισε ο Έκτορας.

«Δεν τη γλυκοκοιτάζω.»

«Μαλακίες. Τη γουστάρεις. Το βλέπω.»

«Και λοιπόν; Δεν είναι άσχημη. Τέτοιο πόδι έχεις ξαναδεί εσύ;»

«Βλέπεις που σου λέω; Τη γουστάρεις,» αποκρίθηκε ο Έκτορας. «Αλλά εκείνη, μάλλον, νομίζει ότι είσαι κάποιο ζώο του Κάρτωλακ που έχει κατεβεί από τα Φέρνιλγκαν.»

«Πού το ξέρεις;»

Ο Έκτορας ρουθούνισε. «Είναι προφανές!»

Καθώς πλησίαζαν την Ανατολική Λεωφόρο, είπε: «Μας έχουν πάρει στο κατόπι, μάγε.»

Ο Αίολος καταράστηκε μέσα απ’τα δόντια του.

Ο Έκτορας είπε: «Πρέπει να παρακολουθούν το σπίτι της. Την υποψιάζονται.»

«Μπορεί να την παρακολουθούν γενικά, επειδή είναι πλούσια και συναναστρέφεται πολύ κόσμο.»

«Ναι, μπορεί· αλλά πρέπει τώρα να κάνουμε αυτούς τους δυο πούστηδες να μας χάσουν.»

Ευτυχώς, οι επαναστάτες ήταν μεταμφιεσμένοι και οι κατάσκοποι δεν θα είχαν δει τις πραγματικές τους όψεις. Η μεταμφίεση δεν ήταν βαριά, αλλά ήταν αρκετή για να τους κρύψει από κάποιους που δεν τους ήξεραν.

«Κι εγώ που ήλπιζα να πάρουμε τον Υπόγειο στην επιστροφή…» είπε ο Αίολος. Ο σταθμός ήταν στην αντικρινή μεριά της Ανατολικής Λεωφόρου, αλλά, αν έπρεπε να κάνουν μανούβρες για να τους χάσουν οι κατάσκοποι, μάλλον δε θα μπορούσαν να πάνε εκεί.

«Θα τον πάρουμε τον Υπόγειο,» του είπε ο Έκτορας. «Μαλάκες φαίνονται, και το σκοτάδι πληθαίνει.»

Πέρασαν στην άλλη μεριά της Ανατολικής Λεωφόρου από μια διάβαση και βρέθηκαν στους δρόμους του Παλαιοπώλη. Οι δύο κατάσκοποι πέρασαν από την ίδια διάβαση (είδε ο Έκτορας, κοιτάζοντας πάνω απ’τον ώμο του) και συνέχισαν να τους ακολουθούν.

Τα μαγαζιά δεν είχαν κλείσει ακόμα. Υπήρχαν φωτισμένες βιτρίνες σε κάμποσα σημεία. Δεν έλειπαν, όμως, και τα κατασκότεινα μέρη, ειδικά στους μικρότερους δρόμους.

«Μάγε;» είπε ο Έκτορας.

«Τι;»

«Είσαι έτοιμος για ξύλο;»

«Το θεωρείς απαραίτητο; Αν παρακολουθούσαν το σπίτι της Βατράνιας, ίσως έτσι να τη μπλέξουμε.»

«Δε θα καταλάβουν ότι τους δείραμε εμείς.» Ο Έκτορας έβγαλε δυο μαύρες κουκούλες απ’το εσωτερικό της καπαρντίνας του.

«Και πάλι, δε μ’αρέσει.»

«Θες να πάμε με τον Υπόγειο ή όχι;»

Κρύφτηκαν μέσα σ’ένα σκοτεινό στενορύμι, ένα μέρος όπου οποιοσδήποτε θα μπορούσε να καιροφυλακτεί: ληστές, παράνομοι, άστεγοι, παιδιά της πέτρας… Και πράγματι, τρεις άνθρωποι ήταν κουλουριασμένοι εκεί, τυλιγμένοι σε τριμμένες, τρύπιες κάπες και φύλλα από εφημερίδες. Δεν σηκώθηκαν για να κοιτάξουν τον Έκτορα και τον Αίολο.

Οι δύο επαναστάτες, κρυμμένοι στο σκοτάδι, φόρεσαν τις κουκούλες τους.

Οι κατάσκοποι μπήκαν στο στενό δρομάκι. Δύο άντρες, ο ένας με δέρμα λευκό-ροζ, ο άλλος με δέρμα κατάλευκο. Ο πρώτος φορούσε δερμάτινο πανωφόρι, ο δεύτερος καπαρντίνα. Δε φαινόταν να κρατούν όπλα, αλλά σίγουρα τα είχαν κάπου κρυμμένα επάνω τους.

Ο Έκτορας κοπάνησε στο κεφάλι τον τύπο με την καπαρντίνα, χρησιμοποιώντας ένα ξύλο που είχε πάρει από κάτω. Ο κατάσκοπος σωριάστηκε, με αίματα στα μαλλιά του.

Ο Αίολος γρονθοκόπησε τον άλλο κατάσκοπο στο πλάι του κεφαλιού, αλλά εκείνος δεν έπεσε. Στράφηκε, παραπατώντας. Ο Έκτορας τινάχτηκε αμέσως, χτυπώντας τον με το ξύλο στα παπάρια. Ο άντρας διπλώθηκε, και ο Πρόμαχος τον βάρεσε στο κεφάλι κάνοντάς τον να χάσει τις αισθήσεις του.

Οι άστεγοι είχαν ανασηκωθεί και τους κοίταζαν.

Ο Έκτορας έβγαλε δύο δεκακτίνια και τους τα πέταξε – εκείνοι τα μάζεψαν προτού προλάβει να βλεφαρίσει. «Δρόμο!» τους είπε, έντονα· κι οι άστεγοι σηκώθηκαν κι έφυγαν τρέχοντας. (Για το καλό τους ήταν· θα έμπλεκαν με τα τσιράκια της Παντοκράτειρας αν έμεναν εδώ.)

Οι επαναστάτες έφυγαν επίσης, αλλά από άλλη μεριά. Έκαναν παράκαμψη και κατέληξαν στον σταθμό του Υπόγειου Σιδηρόδρομου. Κατέβηκαν τα σκαλιά, έκοψαν εισιτήρια, και περίμεναν στην αποβάθρα. Το τρένο ήρθε γρήγορα, με το μεταλλικό σκαρί του να βροντά μέσα στα υπόγεια και να σηκώνει αέρα γύρω του. Ενεργειακές λάμψεις πετάγονταν από τις ράγες.

Ο Έκτορας και ο Αίολος επιβιβάστηκαν, μαζί με άλλο κόσμο.

Ο επόμενος σταθμός του Υπόγειου ήταν στο Λημέρι. Στους τοίχους υπήρχε το σύμβολο της Λεγεώνας: η κατατομή ενός δίκυκλου κάτω από ένα κρανίο, και τα δύο μέσα σ’έναν κύκλο ζωγραφισμένο σαν αλυσίδα. Προτού ανοίξουν οι πόρτες του τρένου, ένας φρουρός βγήκε απ’το πρώτο βαγόνι και πλήρωσε τους Λεγεωνάριους που βρίσκονταν στον σταθμό. Ήταν ο μόνος σταθμός όπου υπήρχαν τέτοια «διόδια»· η Λεγεώνα το απαιτούσε. Μετά την πληρωμή του φόρου, οι πόρτες άνοιξαν· επιβάτες μπήκαν, επιβάτες βγήκαν. Ο Έκτορας κι ο Αίολος έμειναν μέσα.

Πέρασαν από δύο ακόμα σταθμούς, τον Ναό και τις Λιμανοκατοικίες, και στον Παλιάτσο, τον επόμενο σταθμό, κατέβηκαν από το τρένο και ανέβηκαν στους δρόμους της πόλης. Βρίσκονταν τώρα βόρεια του ποταμού και νότια από το Χωνευτήρι.

Πήγαν με τα πόδια ώς την Οινόσφαιρα, βαδίζοντας κάτω από λάμπες που το φως τους τρεμόπαιζε, ή λάμπες που ήταν από καιρό σπασμένες και κανείς δεν είχε μπει στον κόπο να τις αντικαταστήσει.

Κεφάλαιο 8
Επιστροφή και Συναίνεση

Όταν η κόρη του επέστρεψε το μεσημέρι από τη σχολή χορού, του είπε, με τρομαγμένη όψη στο πρόσωπό της: «Κάποιοι με παρακολουθούσαν, μπαμπά. Τρεις άντρες επάνω σε δίκυκλα. Νομίζω πως ήταν της Λεγεώνας.»

Εκείνος προσπάθησε να χαμογελάσει. «Ανοησίες. Η Λεγεώνα σπάνια έρχεται ώς εδώ πάνω. Δεν έχουν δουλειά εδώ.»

«Ποιοι ήταν, τότε;»

«Κάποιοι νεαροί της γειτονιάς, ίσως.»

«Δεν τους έχω ξαναδεί, μπαμπά.»

«Μην ανησυχείς. Αν ξαναφανούν, θα το αναφέρω στη Χωροφυλακή. Πήγαινε να πλυθείς και να ξεκουραστείς· το φαγητό είναι σχεδόν έτοιμο.»

Η Χρυσόχαρη, ντυμένη με το πανωφόρι της πάνω από την ενδυμασία για τον χορό, πήγε προς το δωμάτιό της, ανεβαίνοντας τη σκάλα του σπιτιού.

Το τρισκατάρατο κάθαρμα! σκέφτηκε ο Ευγένιος, που ένιωθε την καρδιά του να χτυπά πιο γρήγορα από τότε που η Χρυσόχαρη ανέφερε τους τρεις καβαλάρηδες.

Σηκώθηκε απ’την καρέκλα του και πήγε σ’ένα μπαλκόνι του σπιτιού, κοιτάζοντας τον δρόμο από κάτω. Τρεις άντρες επάνω σε δίκυκλα ήταν σταματημένοι στη γωνία, τρώγοντας έτοιμο φαγητό και πίνοντας μπίρες.

Λεγεωνάριοι. Δεν μπορεί να ήταν τίποτε άλλο. Ήταν προφανές από την εμφάνισή τους και από τις ενδυμασίες τους. Αλλά δεν θα έρχονταν εδώ αν κάποιος δεν τους είχε στείλει…

Θεοί! τι θα κάνω;

Πρέπει να συμφωνήσω. Δεν μπορώ να τους αφήσω να πειράξουν την οικογένειά μου!…

Κι όμως, όσο σκεφτόταν αυτό που θα έδινε… Αυτό που θα έδινε τον είχε φτιάξει σαν άνθρωπο. Τον είχε πλουτίσει.

Ο Ευγένιος κοπάνησε, θυμωμένα, τη γροθιά του στην κουπαστή του μπαλκονιού.

Έπρεπε να με είχε προειδοποιήσει γι’αυτό! Γιατί δεν με είχε προειδοποιήσει;

Πώς το έμαθαν οι Παντοκρατορικοί, γαμώ τα κέρατα του Κάρτωλακ;…

Δεν ήμουν όσο προσεχτικός όφειλα!

Τώρα, όμως, υπήρχε μονάχα μία λύση, αν ήθελε να τον αφήσουν σε ησυχία.

*

Η Νιρίφα ήταν χωμένη κάτω απ’το τριπλό μεταβαλλόμενο όχημα δουλεύοντας πυρετωδώς· άκουσε, όμως, τα βήματα που κατέβαιναν στο κάτω υπόγειο. Βγήκε από την κρυψώνα της για να δει τον Έκτορα να πλησιάζει.

«Η μούρη σου είναι μαύρη σαν του Αλλάνδρη, μάγισσα,» της είπε.

Η Νιρίφα σκούπισε, με το μανίκι, τον ιδρώτα από το πρόσωπό της καθώς σηκωνόταν όρθια. «Προσπαθώ να φτιάξω ό,τι φρόντισες να χαλάσει, αφεντικό.»

«Μην τα ρίχνεις σε μένα· η Λεγεώνα μάς πυροβολούσε.»

Η Νιρίφα μόρφασε. Τεντώθηκε, πιέζοντας τη μέση της για να ξεπιαστεί. «Καλά. Τι θέλεις τώρα;»

«Πώς πάει η δουλειά; Θα είναι ξανά κανονικό;» τη ρώτησε ο Έκτορας κοιτάζοντας το μεταβαλλόμενο όχημα.

«Ναι. Αλλά θα πρέπει να του αλλάξω και μερικά πράγματα στην εμφάνιση της πρώτης μορφής: το χρώμα κατά πρώτον.»

«Για λόγους ασφάλειας;»

Η Νιρίφα κατένευσε.

«Καλά θα κάνεις,» είπε ο Έκτορας αγγίζοντας το μέταλλο του οχήματος. «Αν δεν το σκόπευες, θα σ’το πρότεινα εγώ.»

«Τι θέλεις, λοιπόν; Δεν ήρθες μόνο για να δεις πώς πάνε οι επισκευές…»

«Χρειάζομαι ένα όχημα για να πάω τη Τζάκι ώς τον Υπόγειο.»

«Γιατί δεν την πας μέχρι το σπίτι της;»

«Για τον ίδιο λόγο που θα αλλάξεις εμφάνιση στο όχημά μας. Δε χρειάζεται κανένας να με πάρει μάτι να την αφήνω εκεί· και σίγουρα το σπίτι της θα το παρακολουθούν αφού είδαν τις φωτογραφίες της.»

«Αυτό το όχημα, πάντως, δε μπορείς να το πάρεις ακόμα. Πάρε το δίκυκλο.»

Ο Έκτορας το κοίταξε. «Καλό θα ήταν ν’αλλάξεις κι αυτού την εμφάνιση.»

«Ένα συνηθισμένο δίκυκλο είναι – ασχέτως αν η μηχανή του είναι πολύ καλύτερη από αυτή ενός συνηθισμένου δίκυκλου. Κανένας δε θα το προσέξει.»

Ο Έκτορας το πλησίασε. «Ναι, ίσως. Τα χτυπήματα από τις σφαίρες των Λεγεωνάριων τα έχεις φτιάξει, βλέπω…»

«Ναι. Χτες το απόγευμα.»

«Έγινε· μ’αυτό θα πάμε. Δε μου λες: χρειάζεσαι κανέναν να σε βοηθήσει εδώ κάτω;»

«Στείλε κάποιον, αν μπορεί.» Η Νιρίφα άναψε τσιγάρο, καθίζοντας σε μια καρέκλα.

Ο Έκτορας σήκωσε τον επικοινωνιακό δίαυλο του υπογείου και πάτησε ένα κουμπί.

«Δος μου τη Χλόη, Αλέξανδρε.»

Περίμενε.

«Έλα, Χλόη. Πες στη Τζάκι να κατεβεί, εντάξει; Και πες να κατεβεί και κάποιος για να βοηθήσει τη Νιρίφα στις επισκευές – όποιος ευκαιρεί. Κι αν κανένας δεν ευκαιρεί, πες τους ότι θα φάνε κλοτσιές.»

Έκλεισε τον δίαυλο. Πήρε μια ενεργειακή φιάλη και την προσάρμοσε στην ειδική θέση του δίκυκλου.

Η Τζάκι κατέβηκε στο υπόγειο, ντυμένη με το ταγέρ που φορούσε τη νύχτα που της επιτέθηκαν οι Λεγεωνάριοι· τώρα, όμως, τα ρούχα της ήταν πλυμένα.

«Φύγαμε;» τη ρώτησε ο Έκτορας.

Εκείνη ένευσε. «Πάμε.» Δεν ακουγόταν και πολύ πρόθυμη, τώρα που είχε τελικά έρθει η ώρα να αναχωρήσει. Φοβάται, παρατήρησε η Νιρίφα. Φοβάται να γυρίσει στο σπίτι της. Αλλά πρέπει.

«Θυμάσαι πώς να χρησιμοποιείς τη συσκευή που σου έδωσα, έτσι;» ρώτησε τη Τζάκι.

«Ναι,» είπε εκείνη.

«Μην ανησυχείς για τίποτα, τότε. Η Σερφάντια, εξάλλου, θα είναι ήδη εκεί κοντά· κάλεσέ την με τον πομπό σου αν παρουσιαστεί κάτι που δεν μπορείς ν’αντιμετωπίσεις.»

«Ναι.» Η Τζάκι ένευσε.

Ο Έκτορας ανέβηκε στο δίκυκλο και το ενεργοποίησε. Η δημοσιογράφος κάθισε πίσω του, τυλίγοντας τα χέρια της γύρω από τη μέση του, και έφυγαν μπαίνοντας στο στόμιο της σήραγγας στο βάθος.

Η Νιρίφα πήρε μια γρήγορη τζούρα και φύσηξε καπνό. Έσβησε το τσιγάρο της σ’ένα τασάκι και χώθηκε πάλι κάτω από το μεταβαλλόμενο όχημα μαζί με τα σύνεργά της.

Ο Αλλάνδρης, όταν έφτασε στο κάτω υπόγειο, τη βρήκε εκεί, και την άκουσε να μουρμουρίζει τα λόγια για κάποιο ξόρκι. Εκείνη δεν πρέπει να τον είχε ακούσει: πράγμα όχι τυχαίο, αφού πάντοτε, λόγω συνήθειας, βάδιζε σαν διαρρήκτης.

Μόνο τα πόδια της μάγισσας έβγαιναν κάτω από το μεταβαλλόμενο όχημα, και φορούσε υφασμάτινο παντελόνι, αλλά και πάλι ο Αλλάνδρης δεν μπόρεσε παρά να θαυμάσει για λίγο τη θέα.

Η Νιρίφα έπαψε να μουρμουρίζει το ξόρκι. Ένας μεταλλικός θόρυβος ήρθε από το κάτω μέρος του οχήματος και, μετά, τα φώτα του άναψαν προς στιγμή και ξανάσβησαν.

Ο Αλλάνδρης χτύπησε δυο φορές το κομπολόι του.

Η Νιρίφα πετάχτηκε έξω απ’τη σκιά του οχήματος, ξαφνιασμένη. «Τι στα κέρατα του Κάρτωλακ κάνεις εδώ;» Το πρόσωπό της ήταν μες στη μουτζούρα.

«Μου είπαν ότι ήθελες κάποιον να σε βοηθήσει. Προσφέρθηκα αμέσως.» Μειδίασε.

«Δε θα με βοηθήσεις παίζοντας κομπολόι.»

Ο Αλλάνδρης έκρυψε το κομπολόι με μια κίνηση που έμοιαζε σχεδόν ταχυδακτυλουργική, σαν του Σωσία. «Ποιο κομπολόι;»

Η Νιρίφα σηκώθηκε απ’το πάτωμα. «Ξέρεις να βάφεις.» Δεν ήταν ερώτηση. «Είναι απλό. Πιάσε μπογιά και βαφέα από εκεί και άρχισε.»

«Εννοείς να βάψω αυτό το όχημα;» Ο Αλλάνδρης έδειξε το μεταβαλλόμενο.

«Το έπιασες το υπονοούμενο.» Η Νιρίφα γλίστρησε πάλι κάτω από το όχημα.

Ο Αλλάνδρης πλησίασε τις μπογιές. «Τι χρωματάκι σ’αρέσει;»

«Φούξια.»

Γέλασαν.

«Σοβαρολογώ,» είπε μετά η Νιρίφα. «Ποιος θα υποψιαστεί ένα όχημα βαμμένο φούξια

«Δεν έχεις άδικο,» παραδέχτηκε ο Αλλάνδρης.

*

Ο Έκτορας πήγε τη Τζάκι ώς τον σταθμό στον Παλιάτσο, κι εκεί την άφησε, λέγοντάς της να προσέχει. Η Τζάκι κατέβηκε στον Υπόγειο Σιδηρόδρομο, έκοψε εισιτήριο, και επιβιβάστηκε. Δεν ήταν κι ο καλύτερος σταθμός για να φτάσει στο σπίτι της, αλλά ήταν ο σταθμός που βρισκόταν πιο κοντά στην Οινόσφαιρα.

Το τρένο πέρασε από Λιμανοκατοικίες, Ναό, Λημέρι (όπου η Τζάκι στάθηκε σε μια απόμακρη γωνία, κρύβοντας το πρόσωπό της με το καπέλο της όσο καλύτερα μπορούσε, καθώς οι Λεγεωνάριοι σταματούσαν τον συρμό για να εισπράξουν τον φόρο τους), Παλαιοπώλη, και έφτασε τελικά στον σταθμό Καιροσκόπου: όπου η Τζάκι κατέβηκε.

Χωρίς καθυστέρηση πήγε, βαδίζοντας, στον κλειδαρά της περιοχής της. Ο Αλλάνδρης είχε προσφερθεί να της φτιάξει εκείνος καινούργιο κλειδί αλλά, ύστερα από σκέψη, είχαν αποφασίσει ότι αυτή, μάλλον, δεν ήταν καλή ιδέα. Αν υπήρχαν κοριοί στο σπίτι της, δε χρειαζόταν να δώσουν στόχο. Καλύτερα να παραπλανούσαν τους Παντοκρατορικούς μ’έναν κανονικό κλειδαρά που δεν είχε τίποτα να κρύψει.

Η Τζάκι μίλησε στον κλειδαρά εξηγώντας του ότι την είχαν κλέψει. Εκείνος προθυμοποιήθηκε αμέσως να τη βοηθήσει, παρότι ήταν μεσημέρι και σε λίγο θα έκλεινε. Η δημοσιογράφος τον οδήγησε στο σπίτι της. Η εξώπορτα της πολυκατοικίας ήταν κλειστή, αλλά δεν δυσκολεύτηκαν να μπουν· χτύπησαν μερικά κουδούνια μέχρι που κάποιος τούς άνοιξε. Ανέβηκαν στο διαμέρισμα της Τζάκι και ο κλειδαράς έκανε τη δουλειά του: διέρρηξε την πόρτα και πήρε το αποτύπωμα της κλειδαριάς ώστε να φτιάξει ένα καινούργιο κλειδί.

Η Τζάκι έριξε μια γρήγορη ματιά στο σπίτι της για να δει μήπως κανένας είχε μπει και το είχε ψάξει· εκ πρώτης όψης, όμως, δεν παρατήρησε κανένα σημάδι. Αυτό δε σημαίνει τίποτα, θύμισε στον εαυτό της.

Πήρε χρήματα και πλήρωσε τον κλειδαρά. «Θα μου το φέρετε γρήγορα το κλειδί; Μπορείτε; Το χρειάζομαι πολύ.»

«Φυσικά, μαντάμ· καταλαβαίνω.»

«Και κάτι παραπάνω.» Η Τζάκι τού έδωσε είκοσι ακτίνια. «Για να μην πείτε τίποτα στον σπιτονοικοκύρη μου. Δε θέλω να ξέρει ότι με λήστεψαν. Θεωρήστε ότι είμαι περίεργη.»

Ο κλειδαράς χαμογέλασε κάτω απ’τα μουστάκια του. «Μην ανησυχείτε, μαντάμ. Δεν τον ξέρω τον σπιτονοικοκύρη σας, αλλά και να τον ήξερα….»

«Ευχαριστώ.»

«Επιστρέφω σε λίγο· μη φύγετε.»

«Πού να πάω;»

«Ναι, σωστά. Γεια σας.»

Η Τζάκι έκλεισε την πόρτα πίσω του, ξεφυσώντας. Ωραία.

Και τώρα, η μεγάλη στιγμή.

Έβαλε το χέρι της στην τσέπη του σακακιού της και πάτησε το κουμπί που ενεργοποιούσε τη μικρή συσκευή εντοπισμού.

«Αν δονηθεί κοφτά και γρήγορα, σημαίνει ότι έχεις κάποιον ακουστικό κοριό στο σπίτι σου,» της είχε πει η Νιρίφα. «Όσο πιο πολύ τον πλησιάζεις τόσο πιο γρήγορη θα γίνεται η δόνηση.» Και της είχε δείξει με έναν δικό της κοριό. «Αν δονηθεί μακρόσυρτα και δυνατά, σημαίνει ότι έχεις κάποιον τηλεοπτικό κοριό. Όσο πιο πολύ τον πλησιάζεις τόσο πιο δυνατή θα γίνεται η δόνηση.» Και της είχε δείξει ξανά με έναν δικό της κοριό.

Η Τζάκι αισθανόταν τώρα τη συσκευή μέσα στη χούφτα της να δονείται. Κοφτά και γρήγορα. Σκατά! Μπήκαν στο σπίτι μου, οι λεχρίτες.

Προχώρησε νιώθοντας τη δόνηση να γίνεται πιο γρήγορη. Ο κοριός ήταν μέσα στον επικοινωνιακό της δίαυλο. Η Νιρίφα την είχε προειδοποιήσει γι’αυτό: «Συνήθως στους διαύλους πάνε και τους βάζουν.» Αλλά και η Τζάκι το ήξερε· το είχε ξανακούσει. Υπήρχαν, μάλιστα, ορισμένοι δημοσιογράφοι που χρησιμοποιούσαν κοριούς.

Συνέχισε να βαδίζει μέσα στο σπίτι της. Και η συσκευή βρήκε ακόμα έναν ακουστικό κοριό, στο υπνοδωμάτιό της, κάτω απ’το κομοδίνο. Μ’έχουν γεμίσει, γαμώ τα χέρια της Λόρκης!

Ευτυχώς, όμως, η συσκευή της δεν είχε τουλάχιστον βρει κανέναν τηλεοπτικό κοριό. Αυτό σήμαινε ότι την άκουγαν αλλά δεν την έβλεπαν κιόλας.

Για να είναι σίγουρη, έκανε άλλη μια βόλτα του σπιτιού της έχοντας τη συσκευή ανοιχτή μέσα στη χούφτα της και στην τσέπη του σακακιού της.

Ναι, δεν υπήρχαν τηλεοπτικοί κοριοί. Ήταν βέβαιη πλέον.

Χρησιμοποιώντας τον τηλεπικοινωνιακό πομπό που της είχαν δώσει οι επαναστάτες, πάτησε δύο φορές απανωτά ένα πλήκτρο, για να πληροφορήσει τη Σερφάντια (που βρισκόταν κάπου κοντά στην πολυκατοικία της) ότι ήταν καλά και δε χρειαζόταν καμια βοήθεια. Στη συνέχεια, πάτησε δυο φορές ένα άλλο πλήκτρο: που σήμαινε ότι υπήρχαν δύο ακουστικοί κοριοί στο σπίτι της.

Το μόνο που έπρεπε τώρα να κάνει ήταν να είναι προσεχτική στο τι έλεγε εδώ μέσα.

Και πρέπει να αγοράσω και μια φωτογραφική μηχανή.

Και να πω στον Διευθυντή γιατί έλειψα…

Το κουδούνι της χτύπησε.

«Μαντάμ; Ο κλειδαράς είμαι,» ήρθε μια φωνή από έξω.

Τουλάχιστον, κάναμε καινούργιες γνωριμίες, σκέφτηκε ειρωνικά η Τζάκι, πηγαίνοντας να του ανοίξει.

*

Ο Κριτόλαος σήκωσε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό του.

«Στίβεν;»

«Κύριε Αρωγέ.»

«Σκέφτηκα την… πρότασή σου.»

«Πολύ χαίρομαι.»

«Μπορούμε να το συζητήσουμε από κοντά;»

«Ασφαλώς. Πότε θέλετε;»

«Σε καμια ώρα είναι καλά;»

Ήταν απόγευμα, γύρω στις πέντε και μισή.

«Ναι, γιατί όχι; Στο σπίτι σας;»

«Θα προτιμούσα αλλού. Γνωρίζετε το εστιατόριο Γίγας, στην Αυγερινού;»

«Ασφαλώς. Θα σας συναντήσω εκεί στις εφτά παρά τέταρτο.»

«Εντάξει.»

Ο Κριτόλαος έκλεισε τον πομπό και σηκώθηκε απ’το κρεβάτι του.

Δεν ήταν παρά θέμα χρόνου, σκέφτηκε. Μακάρι να ήταν το ίδιο εύκολο να ξετρυπώνεις και τους καταραμένους επαναστάτες…

*

Ο Διευθυντής της Πόλης, Ανάργυρος Νυκτόκαλος, δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος.

Η Τζάκι τού είχε πει ότι τη λήστεψαν μες στη νύχτα, αρπάζοντας τη μηχανή της και την τσάντα της· παραλίγο, μάλιστα, να τη σκοτώσουν. Μετά, είπε, είχε πάει σε κάτι φίλους για να αναρρώσει, γιατί την είχαν χτυπήσει, αν και ελαφρά.

«Και δεν ήξερες να με ενημερώσεις μέσω διαύλου, βρε κορίτσι μου;» ρώτησε ο κύριος Νυκτόκαλος, με τον πελώριο όγκο του σώματός του καθισμένο πίσω απ’το γραφείο του. Στο αριστερό του χέρι ήταν, ως συνήθως, ένα αναμμένο τσιγάρο. Το τασάκι παραδίπλα ήταν πλημμυρισμένο από γόπες. Στην οθόνη του μηχανικού του συστήματος χόρευε ένα εικονικό μπαλάκι. «Νόμιζα ότι είχες χαθεί ή σκοτωθεί. Μερικοί πρότειναν να το κάνουμε είδηση. Άλλοι πρότειναν να πάμε στη Χωροφυλακή. Άλλοι έλεγαν να προσλάβουμε ιδιωτικό ερευνητική – αλλά, βέβαια, δεν έχω χρήματα για τέτοια, το ξέρεις. Μεροκαματιάρης άνθρωπος είμαι. Τέλος πάντων, λίγο έλειψε να σε αντικαταστήσω – και θα το έκανα αν έλειπες κι άλλες μέρες χωρίς να με ειδοποιήσεις.»

«Με συγχωρείτε,» είπε η Τζάκι. «Δε θα ξανασυμβεί. Ήμουν πολύ ταραγμένη. Νόμιζα ότι θα με σκότωναν.»

«Ταραγμένη εσύ; Χα! Παράξενο… Μου έχεις δώσει τις πιο παλαβές ιστορίες στην ιστορία της εφημερίδας.» Ο κύριος Νυκτόκαλος μειδίασε, και πήρε μια επιπόλαια τζούρα από το τσιγάρο του. Το δέρμα του ήταν γαλανό, τα μούσια του και τα μαλλιά του κατάμαυρα. Φορούσε πελώρια τετράγωνα γυαλιά με κοκάλινο σκελετό. «Τέλος πάντων. Δε θα σου κόψω μισθό γι’αυτή την υπόθεση. Το θεωρώ λήξαν. Οι στήλες για το αυριανό φύλλο, όμως, πρέπει να ετοιμαστούν όπως πάντα· πήγαινε και πιάσε δουλειά.»

«Μάλιστα, κύριε Νυκτόκαλε,» είπε η Τζάκι καθώς σηκωνόταν από την καρέκλα μπροστά από το γραφείο του. «Σας ευχαριστώ.»

«Τους θεούς,» αποκρίθηκε ο Διευθυντής της Πόλης.

Η Τζάκι πήγε στο γραφείο της και άρχισε να δακτυλογραφεί.

Το βράδυ, προτού επιστρέψει στο σπίτι της, πέρασε από έναν στενό δρόμο της Μικρόπολης, όπου οι επαναστάτες τής είχαν πει ότι θα έφερναν το άλογό της, την Ανέμη. Και, όπως διαπίστωσε, δεν το είχαν αμελήσει. Η Τζάκι βρήκε την Ανέμη δεμένη σε μια ξύλινη στήλη που στην κορυφή της ήταν ένα φως το οποίο δεν δούλευε πλέον. Την έλυσε και χάιδεψε το λαιμό της. Η φοράδα την έγλειψε στο μάγουλο κι εκείνη χαμογέλασε. «Πάμε σπίτι,» είπε, και πήγε τη φοράδα στο στάβλο που την πήγαινε πάντα, όχι πολύ μακριά από την πολυκατοικία της.

Μετά, καθώς η Τζάκι επέστρεφε στο διαμέρισμά της, αισθανόταν ανήσυχη. Κοίταζε νευρικά τις σκιές, κι αναρωτιόταν αν υπήρχαν κατάσκοποι που την παρακολουθούσαν. Φοβόταν ότι ίσως να έβλεπε δίκυκλα να την πλησιάζουν… Κανένας, όμως, δεν την πείραξε. Άνοιξε την εξώπορτα της πολυκατοικίας και, χρησιμοποιώντας τον παλιό ανελκυστήρα που έτριζε, ανέβηκε στο διαμέρισμά της.

Τα πάντα ήταν απείραχτα. Όπως τα είχε αφήσει.

Ενεργοποίησε τη συσκευή εντοπισμού μέσα στην τσέπη της. Οι κοριοί ήταν επίσης στις θέσεις τους.

Δυσκολεύτηκε να κοιμηθεί, γιατί είχε την αίσθηση ότι κάποιος την κοίταζε περιμένοντάς τη να κάνει μια λάθος κίνηση.

*

Ο Κριτόλαος επέστρεψε ευχαριστημένος από τη συνάντησή του με τον Ευγένιο Αρωγό. Το μέρος όπου μέχρι πρότινος στεγάζονταν τα γραφεία Αρωγός θα ήταν σύντομα, και με τον νόμο, περιουσία της Παντοκράτειρας.

Κάθισε πίσω απ’το γραφείο του, άνοιξε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό του, και πάτησε μερικά πλήκτρα.

Άκουσε κάποιον άλλο πομπό να χτυπά σαν από μεγάλη απόσταση: το σήμα του μεταφερόταν έξω από την πόλη, με δυνατές κεραίες. Άκουσε τον πομπό ν’ανοίγει.

«Μάλιστα;» είπε μια γυναικεία φωνή.

«Ελεονόρα. Ακόμα δουλεύεις;»

Εκείνη γέλασε, κοφτά. «Με ξέρεις τόσο καλά…»

«Σου έχω μια έκπληξη.»

«Τι έκπληξη;» Υπήρχε κάποια αδημονία στη φωνή της.

«Το οικόπεδο του Αρωγού – και ό,τι βρίσκεται από κάτω του – είναι δικό μας.»

«Αυτό πρέπει να το γιορτάσουμε!» Ακουγόταν ενθουσιασμένη.

«Δεν ήταν και τόσο δύσκολο. Μια διαδικαστική υπόθεση.»

«Δε θα γιορτάσουμε για την επιτυχία της υπόθεσης – αλλά γι’αυτό που έχουμε τώρα στην κατοχή μας

«Δεν είναι ακόμα δικό μας. Όχι ακριβώς. Πρέπει να γίνουν κάποια συμβόλαια πρώτα.»

«Θα γίνουν όμως, έτσι; Δεν υπάρχει κίνδυνος να…»

«Όχι, δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος.»

«Εντάξει, λοιπόν. Θέλεις να έρθω εγώ εκεί;»

«Δε χρειάζεται να κατεβαίνεις από τώρα στην πόλη. Θ’αρχίσουμε την έρευνα αφού έχουμε το μέρος νομικά στην κατοχή μας.»

«Ναι, απλώς εγώ έλεγα…» Ακουγόταν απογοητευμένη. «Τέλος πάντων. Καληνύχτα. Θα τα ξαναπούμε.»

«Καληνύχτα, Ελεονόρα.»

Ο Κριτόλαος έκλεισε τον πομπό του.

Η γυναίκα ήταν απαράδεκτη! Συνέχεια προσπαθούσε να τον ρίξει στο κρεβάτι της – ή σε οποιοδήποτε άλλο κρεβάτι. Και ήταν παντρεμένη. Ο άντρας της ήταν συνταγματάρχης στον Παντοκρατορικό Στρατό. Ο Κριτόλαος δεν ήθελε τέτοια μπλεξίματα. Δεν του χρειάζονταν. Απλά θα δυσκόλευαν τη δουλειά του.

Σηκώθηκε απ’το γραφείο και πήγε να κάνει ένα μπάνιο.

Κεφάλαιο 9
Παρακολούθηση, Πληροφορίες, Αναμνήσεις

Η Χλόη μουρμούριζε ηδονικά κάτω από τα χάδια του Έκτορα. Η μουσική που ερχόταν από την κεντρική αίθουσα της Οινόσφαιρας πλημμύριζε το δωμάτιό τους στον πρώτο όροφο, και ήταν τόσο δυνατή που οι τοίχοι έμοιαζαν να δονούνται. Κανονικά, θα έπρεπε κι οι δυο τους να είναι στο ισόγειο, για κάθε ενδεχόμενο· σε μια περιοχή σαν το Χωνευτήρι πάντοτε όφειλες να είσαι σε ετοιμότητα. Αλλά είχαν αποφασίσει να κάνουν ένα διάλειμμα. Δε θ’αργούσαν. Και τελευταία, με το ένα και με το άλλο, είχαν πέντε μέρες να κάνουν έρωτα.

Ο τηλεπικοινωνιακός πομπός κουδούνισε καθώς το λεπτό, ημιδιαφανές μεσοφόρι της Χλόης γλιστρούσε από τους ώμους της.

Η Χλόη καταράστηκε.

Ο Έκτορας καταράστηκε.

Μετά, πήρε τον πομπό από το κομοδίνο και κοίταξε τη μικρή οθόνη του. Η κλήση ερχόταν από μια συχνότητα των επαναστατών. Και όποιος κι αν τον καλούσε δεν μπορεί να βρισκόταν μακριά· κάπου μέσα στο Χωνευτήρι ήταν. Για να μεταβιβάζονται πιο μακριά οι τηλεπικοινωνιακές συχνότητες, έπρεπε να χρησιμοποιούν ειδικές κεραίες· κι όλες τις κεραίες στη Θακέρκοβ τις έλεγχαν τα τσιράκια της Παντοκράτειρας, επομένως δεν ήταν ασφαλείς για τους επαναστάτες.

Ο Έκτορας άνοιξε τον πομπό. «Ναι.»

«Έκτορα;» Η φωνή της Βατράνιας.

«Τι είναι; Πού είσαι;»

«Κοντά. Έχω μαζί μου τις πληροφορίες που θέλεις. Αλλά έχω επίσης κι ένα πρόβλημα.»

«Τι πρόβλημα;»

«Νομίζω ότι με παρακολουθούν.»

*

Το τετράκυκλο όχημα πρέπει να την ακολουθούσε από τότε που έφυγε απ’το σπίτι της, αν και εκείνη το είχε προσέξει, μέσα απ’τον καθρέφτη του δικού της οχήματος, όταν βγήκε από την Κεντρική Δημοσιά μπαίνοντας στην Κυρτή Οδό. Και μετά, το έβλεπε συνεχώς πίσω της. Δεν ήταν ποτέ πολύ μακριά. Η Βατράνια, όμως, δεν είχε προσπαθήσει να κάνει καμια περίεργη μανούβρα για να του ξεφύγει· δεν ήθελε να δημιουργήσει υποψίες γύρω από το άτομό της.

Οι κατάρες της Λόρκης να τους βρουν! Γιατί παρακολουθούν το σπίτι μου; Δεν τους έχω δώσει κανέναν λόγο για να με κατασκοπεύουν! Εκτός αν πλέον κατασκόπευαν τους πάντες…

Η Βατράνια είχε περάσει την Πρώτη Γέφυρα και είχε φτάσει, τελικά, στο Χωνευτήρι. Το μυστηριώδες όχημα εξακολουθούσε να είναι πίσω της, και όταν εκείνη σταμάτησε σ’έναν τυχαίο δρόμο, το ίδιο έκανε κι ο κυνηγός της: σταμάτησε σε κάποια απόσταση από το δικό της όχημα.

Η Βατράνια αναστέναξε, και κάλεσε τον Πρόμαχο με τον τηλεπικοινωνιακό πομπό της.

«Θα στείλω κάποιους να τον αποπροσανατολίσουν,» της είπε εκείνος όταν του εξήγησε την κατάσταση. «Βγες απ’το όχημά σου κι άρχισε να βαδίζεις κανονικά προς τα εδώ. Όχι πολύ γρήγορα, όμως. Με το πάσο σου.»

«Εντάξει,» αποκρίθηκε η Βατράνια. «Έρχομαι.»

Βγήκε απ’το όχημά της τυλιγμένη στην καπαρντίνα της. Άκουσε τα σκουπίδια του δρόμου να τρίζουν κάτω απ’τα πόδια της. Πέρασε την τσάντα της σταυρωτά στον ώμο, γιατί σε μια περιοχή όπως το Χωνευτήρι ήξερε ότι όφειλε να είναι προσεχτική. Στην τσέπη της καπαρντίνας της είχε ένα πιστόλι, και έβαλε το χέρι της εκεί, με το δάχτυλο στη σκανδάλη, έτοιμη να τραβήξει το όπλο αν χρειαζόταν – κι ελπίζοντας ότι δεν θα χρειαζόταν.

Γύρω της δεν υπήρχε κανένα ανοιχτό κατάστημα· εκτός από ένα, στη γωνία που μπορούσε να δει στο βάθος. Κάποιο μπαρ, μάλλον. Τα σπίτια ήταν σκοτεινά, κυρίως, και κλειστά. Μερικοί άστεγοι βρίσκονταν από δω κι από κει. Οι δύο από τις τρεις λάμπες δούλευαν επάνω στις στήλες, κι από τις δύο η μία αναβόσβηνε.

Η Βατράνια αισθανόταν τις τρίχες της ορθωμένες καθώς άρχισε να βαδίζει μέσα στο νυχτερινό ψύχος. Το περιβάλλον τη φρίκαρε, αν και είχε περάσει από διάφορες δυσάρεστες καταστάσεις στη ζωή της και, σε περίπτωση που χρειαζόταν, μπορούσε να υπερασπιστεί τον εαυτό της.

Αφουγκράστηκε, προσπαθώντας ν’ακούσει βήματα πίσω της· μα τίποτα δεν ερχόταν στ’αφτιά της. Ωστόσο δεν αμφέβαλλε ότι ο κατάσκοπος – ή οι κατάσκοποι – που ήταν στο όχημα την ακολουθούσαν.

Ένας σκύλος τής γάβγισε μέσα απ’το σκοτάδι. Η Βατράνια τον αγνόησε, επισπεύδοντας το βηματισμό της.

*

Η Σερφάντια δεν ήταν τόσο σίγουρη ότι ο Χρίστος μπορούσε να βοηθήσει στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά το αφεντικό είχε επιμείνει. Ήθελε να τον δοκιμάσει, και του είχε πει: «Άκου τι θα κάνεις. Θα πας μαζί με τη Σερφάντια. Θα δείτε μια ξανθιά γυναίκα που θα την παρακολουθεί ένας ή, ίσως, δύο τύποι. Θέλω να κάνεις κάτι για να τη χάσουν. Μπορείς;»

«Είναι αναγκαίο;»

«Σε ταΐζουμε και σε ποτίζουμε τόσο καιρό εδώ πέρα. Μπορείς να το κάνεις;»

«Ναι, εντάξει, αφεντικό, γίνεται.»

Και ο Έκτορας είχε χαμογελάσει λοξά, σα να το ήξερε, και σα να εμπιστευόταν τον Χρίστο. Σα να εμπιστευόταν ένα παιδί της πέτρας.

Αυτοί που παρακολουθούν τη Βατράνια, όμως, πρέπει νάναι Παντοκρατορικοί, σκεφτόταν τώρα η Σερφάντια καθώς οι δυο τους διέσχιζαν τους στενούς δρόμους του Χωνευτηρίου. Μπορεί ένας αλήτης να τα βάλει μαζί τους; Ή θα πρέπει, στο τέλος, απλά να τους σκοτώσω;

Το τραύμα στο πόδι της, από την έφοδο στο Λημέρι, την ενοχλούσε· της έριχνε σουβλιές κάπου-κάπου. Μα δεν ήταν κάτι το πολύ σοβαρό· η Σερφάντια μπορούσε να πολεμήσει μ’αυτό, καθώς και με το τραύμα στον αριστερό της ώμο. Ήταν Μαύρη Δράκαινα. Ήταν εκπαιδευμένη για να αντέχει.

«Πού είναι; Τη βλέπεις;» ψιθύρισε ο Χρίστος, πλάι της.

«Μη μιλάς.»

«Ναι, συγνώμη.»

Η Σερφάντια άκουσε βήματα: τοκ, τοκ, τοκ, τοκ. Κάποιος με τακούνια βάδιζε με το πάσο του αλλά χωρίς να προσέχει.

Η Σερφάντια έστριψε, και ο Χρίστος την ακολούθησε. Εκείνη σταμάτησε απότομα, βάζοντας το χέρι της στο στήθος του, και κοίταξε από μια γωνία.

Είδε τη Βατράνια να έρχεται φορώντας καπαρντίνα. Τα ξανθά μαλλιά της αναδεύονταν γύρω από το κεφάλι της, από τον νυχτερινό αέρα που σφύριζε μέσα στους δρόμους. Χρρρατς χρουτς χρρρατς, έκανε μια εφημερίδα που έμοιαζε να σέρνεται από μόνη της επάνω στο πλακόστρωτο. Ένα άλογο χρεμέτισε από κάποιον στάβλο, όχι πολύ μακριά.

«Αυτή είναι,» είπε η Σερφάντια στον Χρίστο.

Εκείνος κοίταζε το αριστερό της χέρι που ήταν στο στήθος του, παρατηρώντας – μάλλον για πρώτη φορά – ότι το μισό μικρό δάχτυλο της Μαύρης Δράκαινας ήταν κομμένο. Το είχε χάσει σε μια συμπλοκή, πριν από κάποια χρόνια.

«Πού κοιτάς;» σύριξε η Σερφάντια.

Ο Χρίστος ύψωσε το βλέμμα του· κοίταξε τον δρόμο. Είδε τη Βατράνια. «Δε φαίνεται κανένας να την έχει πάρει από πίσω…»

«Περίμενε,» του είπε η Σερφάντια.

Η Βατράνια πέρασε, ενώ εκείνοι έμειναν κρυμμένοι στις σκιές.

Ένας άγνωστος άντρας ήρθε από το βάθος του δρόμου, βαδίζοντας γρήγορα αλλά αθόρυβα. Ήταν ντυμένος με κάπα και πλατύγυρο καπέλο. Σκοτάδι σκέπαζε το πρόσωπό του.

«Τι μπορείς να κάνεις, λοιπόν, για να τη χάσει;» ρώτησε η Σερφάντια τον Χρίστο.

«Θα τον… εε… καλύτερα ναρθείς μαζί μου. Από δω. Θα βρούμε τους Κατουρημένους· δεν είναι μακριά.»

Ο Χρίστος χώθηκε σ’ένα σοκάκι, γρήγορα.

Η Σερφάντια τον ακολούθησε, έχοντας το νου της μήπως το παιδί της πέτρας τής έπαιζε κανένα περίεργο παιχνίδι. Ήταν γνωστό ότι οι άνθρωποι του είδους του τα έκαναν αυτά.

Έφτασαν σ’ένα αδιέξοδο που μύριζε κάτουρα. Σωλήνες ήταν σπασμένοι· μόλις και μετά βίας διακρίνονταν στη φωτιά του μαγκαλιού που ήταν αναμμένο εδώ.

Ο Χρίστος σφύριξε, δύο φορές, μακρόσυρτα.

Κάτι μορφές που ήταν κουλουριασμένες στα σκοτάδια ορθώθηκαν, κι ένας ξερακιανός τύπος βγήκε από μια πόρτα που έκλεινε με ελαφριά μεταλλική κουρτίνα.

«Χρίστο!» είπε. «Τι κάνεις εδώ, μωρέ; Λέγανε κάτι χαμένα κορμιά ότι σε βουτήξανε.»

Ο Χρίστος έβγαλε απ’τη βρόμικη καπαρντίνα του τον έναν απ’τους δύο ήλιους που του είχε δώσει ο Έκτορας προτού φύγει από την Οινόσφαιρα. Κρατώντας το νόμισμα ανάμεσα στον αντίχειρα και στον δείκτη του δεξιού χεριού, είπε: «Το βλέπετε τούτο;»

Τα μάτια τους είχαν γουρλώσει: μες στο σκοτάδι η Σερφάντια νόμιζε πως γυάλιζαν πιο έντονα από το νόμισμα.

«Πού το βρήκες, ρε ξεκώλη!» έκανε ο ξερακιανός.

«Μια χάρη μού κάνετε κι είναι δικό μας–»

«Μπαγαποντιά μού μυρίζει!» είπε ένας άλλος.

«Αληθινά το λέω. Και δεν έχουμε χρόνο – βιαστείτε ή το χάνετε!»

*

Η Σερφάντια ανέβηκε σ’ένα δώμα και έβγαλε το πιστόλι της, έτοιμη να το χρησιμοποιήσει αν τα πράγματα πήγαιναν άσχημα.

Από κάτω της, είχε ήδη περάσει η Βατράνια και τώρα περνούσε ο κατάσκοπος. Τέσσερις Κατουρημένοι ήταν σ’ένα πλευρικό στενορύμι, μαζί με τον Χρίστο. Δεν μπορούσες να τους ξεχωρίσεις μέσα στο σκοτάδι· έπρεπε να ξέρεις ότι ήταν εκεί.

Τουλάχιστον, έχει σχέδιο, σκέφτηκε η Σερφάντια. Για να δούμε αν θα δουλέψει κιόλας…

Οι Κατουρημένοι βγήκαν απ’την κρυψώνα τους κι έτρεξαν προς τον κατάσκοπο. Έπεσαν πάνω του σπρώχνοντάς τον, παριστάνοντας πως προσπαθούσαν να ξεφύγουν από κάποιους άλλους που τους κυνηγούσαν. Ο άντρας σωριάστηκε βρίζοντας. Ένας απ’τους Κατουρημένους έκανε να χώσει τα χέρια του μέσα στην κάπα του κατασκόπου, μήπως αρπάξει κανένα πορτοφόλι. Εκείνος, χωρίς να σηκωθεί, τον κλότσησε στα πλευρά κι ο Κατουρημένος τινάχτηκε πίσω.

«Δρόμο! Δρόμο!» ακούστηκε ο κατάσκοπος να φωνάζει, καθώς η Σερφάντια έφευγε από το δώμα όπου είχε ανεβεί και πηδούσε σ’ένα άλλο δώμα και σ’ένα άλλο και σ’ένα άλλο.

Και τελικά, πήδησε στο δρόμο, πλάι στη Βατράνια.

Εκείνη στράφηκε, ξαφνιασμένη, βγάζοντας ένα πιστόλι μέσα από την καπαρντίνα της.

«Εγώ είμαι,» της είπε η Σερφάντια υψώνοντας τα χέρια· κι αμέσως μετά: «Πάμε. Γρήγορα.»

Έτρεξαν μέσα στα δρομάκια, και ο κατάσκοπος τις έχασε.

*

Ο Αίολος τής έδωσε ένα ποτήρι κρασί, καθώς κάθονταν στο δωμάτιο πίσω από την κεντρική αίθουσα της Οινόσφαιρας. Από την άλλη μεριά της κλειστής πόρτας, φωνές αναμιγνύονταν με τη δυνατή μουσική και τον θόρυβο από τα μπιλιάρδα.

«Ευχαριστώ,» είπε η Βατράνια, και ήπιε.

Στο δωμάτιο ήταν, εκτός από εκείνη και τον Αίολο, ο Έκτορας, η Χλόη, ο Αλλάνδρης, και η Νιρίφα.

«Δεν είναι η πρώτη φορά που σε παρακολουθούν,» είπε ο Πρόμαχος στη Βατράνια.

Εκείνη συνοφρυώθηκε. «Τι πράγμα;»

«Τις προάλλες, καθώς φεύγαμε απ’το σπίτι σου, δύο κόπανοι της Παντοκράτειρας μάς πήραν από πίσω.»

«Τουλάχιστον,» είπε ο Αίολος, «υποθέτουμε ότι ήταν της Παντοκράτειρας.»

«Ποιου θα ήταν, εξυπνάκια;» έκανε ο Έκτορας. «Του τοπικού μπακάλη;» Και προς τη Βατράνια: «Τους πλακώσαμε στο ξύλο σ’ένα σοκάκι στον Παλαιοπώλη.»

«Τους επιτεθήκατε

«Δε μας είδαν. Τους την πέσαμε από πίσω, και με κουκούλες στα κεφάλια.»

«Τους επιτεθήκατε!» σύριξε η Βατράνια. «Δεν καταλαβαίνεις ότι έτσι εμένα μπλέξατε; Αυτοί τώρα ξέρουν ότι, ακολουθώντας δύο άντρες που έφυγαν από το σπίτι μου, δέχτηκαν επίθεση–»

«Δε σε μπλέξαμε εμείς, μορφονιά. Μπλεγμένη ήσουν. Παρακολουθούσαν το σπίτι σου.»

Η Βατράνια δεν μίλησε, μοιάζοντας τσαντισμένη.

«Ξέρεις γιατί σε παρακολουθούν;» τη ρώτησε ο Έκτορας.

«Πού θες να ξέρω;» είπε η Βατράνια, με τα πράσινα μάτια της να τον αγριοκοιτάζουν.

«Πρέπει να σε έχουν υποπτευθεί για κάποιον λόγο.»

Η Βατράνια ήπιε μια γουλιά κρασί, κούνησε το κεφάλι. «Δεν τους έχω δώσει κανέναν λόγο, Έκτορα.»

«Μπορεί,» της είπε η Χλόη, «να τους έχεις δώσει χωρίς να το ξέρεις. Μπορεί κάτι να έχουν δει που να τους έχει κινήσει την περιέργεια.»

«Τα τσιράκια της Παντοκράτειρας τις κάνουν αυτές τις μπαγαποντιές,» είπε ο Αλλάνδρης. «Και νάχουν καταλάβει ότι είσαι με την Επανάσταση, δεν έρχονται αμέσως να σε βουτήξουν. Σε παρακολουθούν ελπίζοντας ότι θα τους οδηγήσεις σε άλλους επαναστάτες, ή ότι θα τους δώσεις πολύτιμες πληροφορίες. Μου το έχουν πει–»

«Ξέρω τι κάνουν!» τον διέκοψε απότομα η Βατράνια, νιώθοντας εκνευρισμένη μαζί του. Με όλους τους. Τι νόμιζαν ότι ήταν; Κανένα κοριτσάκι που είχε κατά τύχη μπλέξει με τους πράκτορες της Παντοκράτειρας και δεν γνώριζε πώς ενεργούσαν; Η Βατράνια υπηρετούσε το σκοπό της Επανάστασης εδώ και χρόνια! «Αλλά, μέχρι στιγμής, δεν είχα εντοπίσει κανέναν – ποτέ – να με παρακολουθεί έτσι. Και πρώτη φορά από εσένα, Έκτορα, ακούω ότι κατασκοπεύουν το σπίτι μου.»

«Κάποιος έπρεπε να σ’το πει…» μούγκρισε ο Πρόμαχος.

Τα μάτια της στένεψαν, οργισμένα. «Αν υπάρχουν κατάσκοποι έξω απ’το σπίτι μου, θα φροντίσω να τους αποτινάξω,» είπε. «Με τρόπο.»

«Για κοριούς έχεις ψαχτεί;» τη ρώτησε ο Αλλάνδρης.

«Φυσικά. Κανένας δεν έχει βάλει κοριούς στο σπίτι μου. Κάνω τακτικό έλεγχο. Και ο μόνος λόγος που με παρακολουθούν – ο μόνος λόγος που μπορώ να σκεφτώ – είναι επειδή παρακολουθούν περισσότερους ανθρώπους από ό,τι παλιά. Ανθρώπους που ίσως να κάνουν κάτι ύποπτο.»

«Αυτό,» είπε ο Αίολος, «είχα υποθέσει εξαρχής.»

«Επιτεθήκατε, όμως, στους κατασκόπους που σας ακολούθησαν! Πράγμα το οποίο θα έκανε τους Παντοκρατορικούς πιο περίεργους για το άτομό μου.»

«Το είπα στον Έκτορα…»

«Μην ακούω ανοησίες!» μούγκρισε ο Έκτορας. «Εκεί που τους επιτεθήκαμε, ο καθένας θα μπορούσε να τους την πέσει. Ένα σωρό λεχρίτες γυροφέρνουν.»

«Την επόμενη φορά, ελπίζω να μη συμβούν τα ίδια,» είπε η Βατράνια.

«Την επόμενη φορά δεν θα έρθουμε στο σπίτι σου. Τουλάχιστον, όχι μέχρι να βεβαιωθούμε ότι το μέρος είναι ασφαλές.

»Θα μας πεις τώρα τι πληροφορίες βρήκες για τον Αρωγό

«Αφού το ζητάς τόσο ευγενικά…» Η Βατράνια έβγαλε από την τσάντα της έναν φάκελο και τον άφησε πάνω στο τραπέζι, γύρω απ’το οποίο κάθονταν όλοι τους. «Το οικοδόμημα χτίστηκε πριν από δεκαπέντε χρόνια.»

«Δεν είναι και λίγος καιρός,» παρατήρησε ο Έκτορας καθώς άνοιγε τον φάκελο. «Τι ήταν εκεί πριν;»

«Τίποτα. Ένα οικόπεδο. Ιδιοκτησία κάποιου Ευγένιου Αρωγού.»

Ο Έκτορας ύψωσε τα φρύδια του. «Ευγένιου Αρωγού; Είναι επίσης ο ιδιοκτήτης των γραφείων Αρωγός

«Φυσικά,» είπε η Βατράνια. «Το όνομα δεν είναι τυχαίο.»

Ο Έκτορας γύρισε μερικά από τα φύλλα που είχε βγάλει από τον φάκελο, και είδε τη φωτογραφία του Ευγένιου Αρωγού.

«Στον Καλόπιστο μένει,» είπε η Βατράνια, «όχι και πολύ μακριά από το Χωνευτήρι.» Ήπιε μια γουλιά απ’το κρασί της.

Οι επαναστάτες κοίταξαν για λίγο τα χαρτιά.

«Από αυτά,» παρατήρησε ο Αίολος, «δεν φαίνεται τι μπορεί να είναι κρυμμένο κάτω από το οίκημα. Ήταν ένα οικόπεδο που μετά χτίστηκε. Τίποτα το ιδιαίτερο.»

«Επίσης,» τόνισε η Βατράνια, «ο Αρωγός δεν είναι μάγος. Δεν υπάρχει καμια κατάληξη μαγικού τάγματος στο όνομά του.»

Ο Αίολος ένευσε. «Πράγματι.»

«Δε βγάζει νόημα η υπόθεση,» είπε ο Έκτορας, και άναψε ένα πούρο.

Η Βατράνια άναψε ένα μακρύ, λευκό τσιγάρο, καθώς έκανε πίσω ακουμπώντας την πλάτη της στην καρέκλα. Από τότε που είχε εντοπίσει τον κατάσκοπο στο κατόπι της, ήταν τσιτωμένη, και τώρα, επιτέλους, αισθανόταν να έχει αρχίσει να χαλαρώνει. «Αυτή είναι η αλήθεια,» είπε. «Δεν φαίνεται να βγάζει κανένα νόημα.»

«Μήπως κάποιο από τα μέλη της οικογένειας του Αρωγού είναι μάγος;» είπε ο Αίολος.

«Δες τα χαρτιά ξανά,» τον προέτρεψε η Βατράνια. «Βλέπεις κανένας συγγενής του να έχει κατάληξη μάγου στο όνομά του;»

Ο Αίολος τα κοίταξε και κούνησε το κεφάλι. «Εκτός αν κρύβει την ιδιότητά του…»

«Οι πληροφορίες αυτές είναι έγκυρες,» είπε η Βατράνια. «Από το πολιτικό αρχείο της Χωροφυλακής.»

Τα μάτια του Έκτορα στένεψαν παρατηρώντας την. «Έχεις πρόσβαση στα αρχεία της Χωροφυλακής;»

«Μερικούς γνωστούς,» είπε η Βατράνια τινάζοντας στάχτη μέσα στο τασάκι.

«Και μετά αναρωτιόμαστε γιατί σε παρακολουθούν…» έκανε ο Αλλάνδρης.

«Δεν τους έχω δώσει λόγο για να με υποψιαστούν!» του είπε η Βατράνια. «Εκτός αν παρακολουθούν οποιονδήποτε έχει γνωστούς μέσα στη Χωροφυλακή!»

Ο Αλλάνδρης μόρφασε. «Αν ζητάς τέτοιες πληροφορίες κάθε τόσο, δεν είναι περίεργο να τους έχεις βάλει ζουζούνια στ’αφτιά.»

«Είπα ότι μου πρότειναν να χρηματοδοτήσω μια ταινία όπου γίνεται μια καταστροφή παρόμοια μ’αυτή στον Αρωγό, επομένως ήθελα να μάθω σε ποιον ανήκει η επιχείρηση ώστε να έχω υπόψη μου τι είδους άτομα διευθύνουν μια τέτοια δουλειά και να τα συγκρίνω με τους χαρακτήρες του σεναρίου. Νομίζεις πραγματικά ότι είναι ύποπτο; Στη δουλειά μου, αυτά δεν είναι σπάνια.»

«Εξαρτάται πόσο συχνά τα κάνεις,» είπε ο Έκτορας.

«Δεν τα κάνω τόσο συχνά ώστε να με έχουν υποψιαστεί,» επέμεινε η Βατράνια.

«Τέλος πάντων,» είπε ο Έκτορας. «Το θέμα είναι ότι κάτι περίεργο συμβαίνει στο χτίριο ή στο οικόπεδο του Αρωγού. Κάτι που εδώ πέρα,» άγγιξε τα χαρτιά, «δεν το γράφουν.»

Η Χλόη κοίταζε ένα φύλλο, και είπε: «Ο Αρωγός δεν κατοικούσε πάντα στον Καλόπιστο. Πιο πριν, κατοικούσε στον Γαιοδόμο, όχι και πολύ μακριά από το σημείο όπου αργότερα χτίστηκαν τα γραφεία Αρωγός

Η Βατράνια ένευσε. «Η επιχείρηση πρέπει να τον πλούτισε, απ’ό,τι φαίνεται.»

Η Χλόη εξακολουθούσε να κοιτά τα φύλλα με τις πληροφορίες για τον Αρωγό. «Παλιότερα, είχε ένα λογιστικό γραφείο σε κάποιο άλλο μέρος στον Γαιοδόμο, αλλά το έκλεισε όταν έφτιαξε το καινούργιο οικοδόμημα.»

«Κάτι,» είπε ο Αίολος, «μοιάζει ν’άλλαξε στη ζωή του, ξαφνικά. Κάπως, απέκτησε αρκετά χρήματα για να χτίσει τα καινούργια λογιστικά/φοροτεχνικά γραφεία, ενώ πριν οι οικονομίες του δεν πρέπει να επαρκούσαν.»

«Δεν ξέρουμε αν απ’την αρχή τα γραφεία Αρωγός ήταν ένα τόσο μεγάλο χτίριο,» τόνισε η Βατράνια. «Μπορεί να ξεκίνησε μικρό και μετά να μεγάλωσε.»

«Σ’αυτή την περίπτωση, γιατί να μετατοπιστεί; Γιατί να πάρει ο Αρωγός το γραφείο του από εκεί που ήταν και να το μεταφέρει στο οικόπεδο που μέχρι στιγμής ήταν άχτιστο;»

Η Βατράνια ανασήκωσε τους ώμους, μορφάζοντας.

«Συνέβη κάτι,» είπε ο Έκτορας. «Σίγουρα συνέβη κάτι.»

Κανένας δε μίλησε για κάποια ώρα. Ήταν όλοι τους σκεπτικοί. Η μουσική ακουγόταν δυνατή από την κεντρική αίθουσα. Η Βατράνια έσβησε το τσιγάρο της στο τασάκι.

Και είπε: «Πριν από καμια δεκαπενταριά χρόνια έπεσε εκείνο το πλάσμα απ’το φεγγάρι. Το θυμάστε;»

Οι άλλοι ένευσαν.

«Εκτός απ’τον Αίολο, όλοι ήμασταν πιτσιρικάδες τότε,» είπε ο Έκτορας. «Δηλαδή, όχι ακριβώς πιτσιρικάδες αλλά μικροί. Εγώ πρέπει να ήμουν γύρω στα είκοσι.»

Η Χλόη μειδίασε. «Εγώ είχα φοβηθεί. Νόμιζα ότι θα κατέβαιναν φεγγαράνθρωποι και θα μας έκλεβαν από τα σπίτια μας.»

Ο Έκτορας άγγιξε το χέρι της. «Ήσουν πάντα φαντασμένη, καρδιά μου.»

Η Χλόη τον κλότσησε κάτω απ’το τραπέζι.

«Τι σχέση έχει το πλάσμα που έπεσε απ’το φεγγάρι με τη δική μας υπόθεση;» ρώτησε ο Αλλάνδρης.

«Νομίζω,» είπε η Βατράνια, «πως έπεσε κάπου στα βορειοανατολικά του Γαιοδόμου. Εκεί, δηλαδή, όπου ήταν και το οικόπεδο του Αρωγού, άχτιστο ακόμα.»

Ο Αίολος συνοφρυώθηκε. «Είσαι σίγουρη;»

Η Βατράνια ένευσε. «Ναι. Την έχω διαβάσει κάμποσες φορές την υπόθεση από αρχεία εφημερίδων. Έχω δει και φωτογραφίες. Θέλω να ξέρω πώς είναι ένα πραγματικό πλάσμα απ’το φεγγάρι προτού χρηματοδοτήσω ταινίες με εισβολή από τους ουρανούς. Τέλος πάντων. Το πλάσμα αυτό είχε πέσει σ’ένα άχτιστο οικόπεδο.»

«Άχτιστο οικόπεδο…» έκανε ο Αίολος, και συνοφρυώθηκε πίσω απ’τα γυαλιά του.

«Εσύ που είσαι Ερευνητής δεν την ξέρεις την υπόθεση;» απόρησε η Βατράνια.

Εκείνος σήκωσε τους ώμους. «Δεν είχα την ευκαιρία ν’ασχοληθώ με το άγνωστο πλάσμα. Οι Παντοκρατορικοί πήγαν αμέσως και το μάζεψαν· και μετά, για κάμποσο καιρό, έλεγαν κάτι αηδίες ότι φοβόνταν εισβολή από δαίμονες του φεγγαριού, κι έτσι είχαν αυξήσει την αστυνόμευση σ’όλη την πόλη.»

«Ναι,» είπε η Βατράνια. «Το πλάσμα το πήραν οι πράκτορες της Παντοκράτειρας, και κανείς δεν ξέρει πού το πήγαν. Το μόνο που έχω ακούσει είναι ότι ήθελαν να κάνουν κάποια πειράματα επάνω του.

»Και μετά, έγινε η αποστολή στο φεγγάρι. Η πρώτη και η τελευταία. Σίγουρα, θα τη θυμάστε όλοι. Ήταν δύο χρόνια ύστερα από την πτώση του παράξενου πλάσματος. Εγώ θα ήμουν…» μόρφασε σκεπτικά, «δεκαεφτά χρονών, τότε.» Χαμογέλασε. «Θυμάμαι ότι είχα ενθουσιαστεί.» Άναψε άλλο ένα μακρύ, λευκό τσιγάρο, και ζήτησε από τον Αίολο να της ξαναγεμίσει το ποτήρι με κρασί, γιατί είχε τελειώσει.

Ο μάγος το γέμισε, ενώ ο Έκτορας, που τον λοξοκοίταζε, σκεφτόταν: Μάζεψε τα σάλια σου, κωλόγερε. Δεν είσαι υπηρέτης της Υψηλοτάτης…

Η Βατράνια ήπιε μια γουλιά απ’το κρασί της. «Παρακολουθούσα τις προετοιμασίες στον τηλεοπτικό δέκτη μου σαν παλαβή.»

«Εν ολίγοις, άκουγες παραμύθια…» είπε ο Έκτορας.

«Η αποστολή έγινε. Το αεροσκάφος πέταξε και έφτασε στο φεγγάρι.»

«Ή, τουλάχιστον, έτσι μας λένε…»

Ο Αίολος είπε: «Πράγματι έφτασε. Το είχαν ενισχύσει όσο κανένα άλλο αεροσκάφος. Ακόμα κι οι Τεχνομαθείς το έλεγαν· το φτιάξιμό του ήταν απίστευτο. Το έστησαν έξω απ’τη Θακέρκοβ και, όταν έγινε η απογείωση, η γη σείστηκε και ο ουρανός γέμισε καπνό.»

«Να υποθέσω ότι ήσουν εκεί, λοιπόν;» είπε η Βατράνια.

«Φυσικά και ήμουν.»

«Κι εγώ. Δεν ήθελα να το χάσω με τίποτα.»

Εμείς, σκέφτηκε ο Έκτορας, ήμασταν σε κάποιο σοκάκι προσπαθώντας να επιβιώσουμε… Κι εκείνος, όμως, θυμόταν το τράνταγμα της γης. Ολόκληρη η πόλη είχε κουνηθεί. Στην αρχή νόμιζε ότι είχε γίνει σεισμός· μετά έμαθε ότι ήταν ένα αεροσκάφος που θα πήγαινε στο φεγγάρι κάτι παλαβούς εξερευνητές, με τις ευλογίες της Παντοκράτειρας.

«Αφήστε αυτά τα παραμύθια,» είπε ο Έκτορας. «Το οικόπεδο του Αρωγού είναι το οικόπεδο όπου έπεσε το πλάσμα απ’το φεγγάρι, ή όχι;»

«Δεν είμαι σίγουρη,» αποκρίθηκε η Βατράνια, «αλλά είναι πιθανό.»

«Κι αν έπεσε εκεί, τι έγινε;» ρώτησε η Χλόη. «Δεν καταλαβαίνω.»

Κανένας δεν απάντησε σ’αυτό. Αλλά η Νιρίφα, που μέχρι στιγμής ήταν σιωπηλή, είπε: «Το αεροσκάφος λένε ότι συνάντησε κάποιον δαίμονα στο φεγγάρι. Είναι αλήθεια;» Η μάγισσα ήταν πιο μικρή από τον Έκτορα και τον Αλλάνδρη και τη Χλόη· πρέπει, άρα, να ήταν πολύ μικρή όταν είχε γίνει η αποστολή στο φεγγάρι.

«Επέστρεψε χτυπημένο,» της απάντησε ο Αίολος. «Επομένως, η ιστορία πρέπει να είναι αληθινή. Κάτι τού επιτέθηκε εκεί πάνω. Και υπάρχουν και κάποια αρχεία στη Μαγική Ακαδημία της Θακέρκοβ. Παρατηρήσεις Ερευνητών που ήταν με την αποστολή. Μπορεί να πρέπει να ρίξω μια ματιά ακόμα εκεί…»

«Τα έχεις ξανακοιτάξει, δηλαδή;» ρώτησε η Νιρίφα.

«Ναι. Τότε, είχα την περιέργεια να μάθω τι σκατά έγινε εκεί πάνω. Το πρόβλημα είναι ότι κι αυτοί που πήγαν δεν ξέρουν καλά-καλά τι συνέβη. Παραπάνω από τους μισούς τρελάθηκαν. Οι δύο Ερευνητές που ήταν μέσα στο σκάφος σίγουρα τρελάθηκαν· το ξέρω. Τους έχουν ακόμα κλεισμένους στον Βράχο των Ουρλιαχτών. Οι άλλοι δεν ξέρω τι γίνανε. Πάντως, και οι Τεχνομαθείς που ρύθμιζαν την ενεργειακή ροή του σκάφους δε νομίζω να είχαν πολύ καλύτερη κατάληξη.»

«Ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω ποια σχέση έχει ο Αρωγός με την υπόθεση στο φεγγάρι,» είπε η Χλόη.

«Η μόνη περίπτωση να έχει κάποια σχέση,» της απάντησε ο Αίολος, «είναι αν το παράξενο πλάσμα όντως έπεσε στο οικόπεδό του.»

«Κι αν έπεσε εκεί, τι έγινε; Είπατε ότι οι Παντοκρατορικοί το μάζεψαν. Δεν μπορεί να είναι το ίδιο πράγμα που συνάντησε η Τζάκι στο υπόγειο του κατεστραμμένου χτιρίου!»

«Αναρωτιέμαι…» είπε ο Αίολος σκεπτικά.

«Δεν είναι δυνατόν να είναι το ίδιο πλάσμα, Αίολε,» είπε και η Βατράνια.

Ο Αίολος κοίταξε τον Έκτορα. «Εκείνη η μορφή ενέργειας που εντόπισα από τα συντρίμμια… Δεν ήταν κάτι το γνωστό. Κάτι το άμεσα γνωστό σε μένα… Αλλά ίσως να είναι ίδια με τη μορφή ενέργειας που εντόπισαν οι Ερευνητές που πήγαν στο φεγγάρι.»

«Οι τρελοί;» έκανε ο Πρόμαχος, φυσώντας καπνό.

«Οι τρελοί.»

«Μπορείς να το διασταυρώσεις;» ρώτησε η Βατράνια τον Αίολο.

«Στην Ακαδημία,» είπε εκείνος. «Θα πάω αύριο κιόλας.»

Ο Έκτορας ένευσε. «Ναι. Να δούμε άμα θα βγάλουμε καμια άκρη από κει.»

Η Βατράνια σηκώθηκε απ’την καρέκλα της, λέγοντας: «Λοιπόν. Καλύτερα να φεύγω κι εγώ, τώρα.»

Οι άλλοι σηκώθηκαν επίσης. Ο Αίολος είπε: «Να προτείνω κάτι;»

Η Βατράνια ύψωσε ένα φρύδι της ερωτηματικά.

«Η Μαγική Ακαδημία δεν είναι μακριά από το σπίτι σου. Θα μπορούσα να έρθω εκεί απόψε, για να ερευνήσω για κατασκόπους, και το πρωί θα επισκεφτώ την Ακαδημία. Αν, φυσικά, συμφωνείς…»

«Για να είμαι ειλικρινής,» είπε η Βατράνια, «σκεφτόμουν να ζητήσω να έρθει κάποιος από εσάς μαζί μου στην επιστροφή.»

«Ωραία, τότε–»

«Μια στιγμή,» παρενέβη ο Έκτορας. «Δε θα πας μόνος σου, μάγε. Θα πάρεις και τη Σερφάντια μαζί σου.»

«Η Σερφάντια είναι τραυματισμένη, αφεντικό.»

«Η Σερφάντια είναι το καλύτερο άτομο που έχουμε για να ξετρυπώνει κρυμμένους λακέδες της Παντοκράτειρας. Θα την πάρεις μαζί σου. Τέλος. Και ο Σωσίας κι ο Αλλάνδρης θα σας κάνουν αγνώριστους προτού φύγετε από δω· δε θέλω να δουν οι κατάσκοποι τις φάτσες σας. Επίσης,» στράφηκε στη Βατράνια, «αν τύχει να σε ρωτήσει κανένας τι έκανες απόψε στο Χωνευτήρι, είχες πάει σ’ένα μπαρ για να συναντήσεις εκεί δυο φίλους που, μετά, φιλοξένησες στο σπίτι σου.»

«Δε χρειάζομαι οδηγίες, Πρόμαχε,» του είπε η Βατράνια. «Ξέρω τι θα πω σε τέτοια περίπτωση.»

Πραγματικά, αυτή η γυναίκα θέλει ξύλο, σκέφτηκε ο Έκτορας. Την αγνόησε και άνοιξε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό του.

«Σερφάντια;» είπε όταν η Μαύρη Δράκαινα άνοιξε τον δικό της πομπό.

«Ναι, αφεντικό.»

«Σου έχω μια δουλειά. Έλα στο δωμάτιο από πίσω.»

*

Ο Σωσίας διέκοψε για λίγο τα νούμερά του – «Ένα διάλειμμα για να αναπνεύσει ο μάγος και να πιει τη μπίρα του!» είπε στους θεατές του – και πήγε, μαζί με τον Αλλάνδρη, να μεταμφιέσει τον Αίολο’σαρ και τη Σερφάντια.

Εν τω μεταξύ, η Βατράνια περίμενε καθισμένη σε μια καρέκλα, με τα πόδια της σταυρωμένα στο γόνατο και τελειώνοντας το ποτήρι με το κρασί της.

Ο Έκτορας πήγε στον ημιώροφο, όπου βρισκόταν ο Χρίστος έχοντας φάει και πίνοντας μια μπίρα.

«Πώς είναι η φιλοξενία μας, αδελφέ;»

«Μια χαρά, αφεντικό. Είμαι υποχρεωμένος.»

Ο Έκτορας κάθισε κοντά του. «Καμια απορία;»

«Τι απορία, αφεντικό;»

«Κάτι που θες να με ρωτήσεις.»

«Η Σερφάντια τι είδους τύπισσα είναι; Είναι τελείως μυστήριο πρόσωπο.»

Ο Έκτορας μειδίασε. «Καμια άλλη απορία;»

«Το ήξερες ότι θα με παραξένευε το γεγονός απόψε, να πούμε, έτσι; Λογικό δεν είναι; Ποιος ήταν αυτός ο τύπος που ήθελες να χάσει την άλλη που ακολουθούσε; Ήταν της Χωροφυλακής; Η φίλη σου μετέφερε τίποτα παράνομο πράμα;»

«Δεν ξέρω αν ήταν της Χωροφυλακής, και, όχι, η φίλη μας δεν είναι παράνομη. Τα καταφέρνεις καλά, πάντως. Θα μπορούσες να μείνεις εδώ, αν σκοπεύεις να συνεχίσεις έτσι.»

Ο Χρίστος μειδίασε. «Δεν έχω λόγο ν’αλλάξω. Καλά είν’ εδώ. Πρέπει, όμως, να κάνετε τίποτα παράξενες δουλειές, ε;»

«Θα μάθεις για τις δουλειές μας στο μέλλον… αν πρέπει να μάθεις.»

«Ναι, εντάξει, μη νομίζεις ότι έχω πρόβλημα όπως και νάναι.»

Ο Έκτορας τού έκλεισε το μάτι. Σηκώθηκε και έφυγε από τον ημιώροφο.

Κεφάλαιο 10
Κατασκοπευτική Έρευνα, Σωματική Έρευνα, Μαγική Έρευνα

Το όχημα που παρακολουθούσε τη Βατράνια εξακολουθούσε να είναι εκεί, σταματημένο σε κάποια απόσταση από το δικό της· δεν φαινόταν, όμως, αν ήταν κανένας μέσα, ή αν ήταν άδειο.

Η Βατράνια ξεκλείδωσε την πόρτα του τετράκυκλου οχήματός της και κάθισε στη θέση του οδηγού. Πατώντας ένα πλήκτρο, άνοιξε και την πόρτα του συνοδηγού καθώς και μια από τις πισινές πόρτες. Ο Αίολος’σαρ κάθισε δίπλα της, η Σερφάντια κάθισε πίσω.

Η Βατράνια ξεκίνησε το όχημά της και έφυγαν. Από τον καθρέφτη είδε ότι το άλλο όχημα άρχισε πάλι να την ακολουθεί.

«Το βλέπετε;» ρώτησε τους άλλους.

«Ναι,» είπε η Σερφάντια. «Πήγαινε κανονικά.»

Βγήκαν στην Κεντρική Δημοσιά και την ακολούθησαν προς τα νότια. Πέρασαν από τη Δεύτερη Γέφυρα. Έστριψαν στην Καιροσκόπου, μετά στη Λεωφόρο Ύδατος, και μετά στην Ανατολική Λεωφόρο· και τέλος, μπήκαν στους μικρότερους δρόμους της Γραμμής. Εκεί, το όχημα που τους ακολουθούσε έπαψε να τους ακολουθεί: επειδή μάλλον ήξερε πλέον πού πήγαιναν.

Η Βατράνια οδήγησε το τετράκυκλό της μέσα στο υπόγειο γκαράζ της μονοκατοικίας της. Μαζί με τους άλλους δύο επαναστάτες βγήκαν, πήραν τον ανελκυστήρα, και ανέβηκαν στον πρώτο όροφο.

Η Κρόβ’κνι ήρθε να τους συναντήσει. «Κυρία, καλώς ορίσατε. Και εσείς…» Κοίταξε τη Σερφάντια και τον Αίολο σαν να μην τους αναγνώριζε. Η μεταμφίεση του Σωσία και του Αλλάνδρη ήταν αρκετά διεξοδική αυτή τη φορά.

Η Βατράνια μειδίασε. «Τους ξέρεις, Κρόβ’κνι.»

Η Σερφάντια έβγαλε μια συσκευή από την τσέπη της και την ενεργοποίησε, ψάχνοντας για κοριούς. «Το μέρος είναι καθαρό,» είπε.

Η Κρόβ’κνι συνοφρυώθηκε παρατηρώντας τους. «Σερφάντια…» είπε. «Σίγουρη. Κι εσείς, κύριος…»

«Ο Αίολος είμαι,» είπε ο Αίολος.

«Α, μάλιστα, κύριος Αίολος. Δέρμα σας έχει αλλάξει – και των δύο.»

Το πρόσωπο του μάγου ήταν βαμμένο γαλανό· της Σερφάντιας μαύρο. Η Κρόβ’κνι, μάλλον, την είχε αναγνωρίσει από το μικρό ανάστημά της.

«Όχι παντού.» Ο Αίολος έβγαλε τα γάντια του. Τα χέρια του ήταν λευκά με απόχρωση του ροζ. Πήρε τα γυαλιά του από την τσέπη του και τα φόρεσε.

«Θέλετε σας βάλω φάτε κάτι;» ρώτησε η Κρόβ’κνι.

«Δε χρειάζεται,» είπε ο Αίολος· «είμαστε χορτάτοι.»

«Να ετοιμάσω κρεβάτια, κυρία;» ρώτησε η Κρόβ’κνι τη Βατράνια.

Εκείνη ένευσε καθώς έβγαζε την καπαρντίνα της και κάθιζε σε μια πολυθρόνα. Η υπηρέτρια πήρε το μακρύ ένδυμα από τον καναπέ όπου το είχε πετάξει η κυρία της, και ζήτησε από τον Αίολο και τη Σερφάντια να της δώσουν τις κάπες τους.

«Πρέπει να ερευνήσω απέξω,» είπε η Μαύρη Δράκαινα στην Κρόβ’κνι.

Εκείνη φάνηκε παραξενεμένη.

Η Βατράνια τής εξήγησε: «Φαίνεται πως έχουμε πρόβλημα. Κάποιοι παρακολουθούν το σπίτι.»

«Άνθρωποι Παντοκράτειρας;»

«Μάλλον. Η Σερφάντια θέλει να ψάξει να δει πού κρύβονται και πόσοι είναι.»

Η Μαύρη Δράκαινα ρώτησε: «Ποιος είναι ο πιο κρυφός τρόπος για να βγει κανείς απ’αυτό το σπίτι;»

«Από τον πίσω κήπο,» αποκρίθηκε η Βατράνια. «Θα περάσεις από εκεί στον κήπο των διπλανών, κι έτσι θα βγεις στην άλλη μεριά του τετραγώνου, και μπορείς να έρθεις ξανά κάνοντας κύκλο.»

Η Σερφάντια ένευσε. «Κατάλαβα.»

«Χρειάζεσαι καμια βοήθεια;» τη ρώτησε ο Αίολος.

Εκείνη κούνησε το κεφάλι. «Να έχεις μόνο τον πομπό σου ανοιχτό.»

«Εννοείται.»

Η Σερφάντια έφυγε, κατεβαίνοντας τη σκάλα προς το ισόγειο.

Ο Αίολος έδωσε την κάπα του στην Κρόβ’κνι, η οποία τον ρώτησε: «Θέλετε κάποιο ποτό, κύριος;»

«Θα κεράσω εγώ τον Αίολο, Κρόβ’κνι· μπορείς να πηγαίνεις,» της είπε η Βατράνια.

«Εντάξει, κυρία.» Η πορφυρόδερμη υπηρέτρια αποχώρησε, ανεβαίνοντας στον δεύτερο όροφο της οικίας, όπου βρίσκονταν τα υπνοδωμάτια.

Η Βατράνια έβγαλε τα παπούτσια της και σηκώθηκε από την πολυθρόνα, βαδίζοντας προς την κάβα. «Τι θα πιεις;»

Ο Αίολος στεκόταν ακόμα όρθιος, βηματίζοντας αργά μέσα στο μεγάλο σαλόνι. «Νερό.»

Η Βατράνια ύψωσε ένα φρύδι, υπομειδιώντας. «Νερό;»

Ο Αίολος στράφηκε να την αντικρίσει. «Ναι. Έχω ήδη πιει αρκετά στη Σφαίρα

Η Βατράνια μόρφασε μοιάζοντας διασκεδασμένη. «Νερό, τότε.» Γέμισε δύο ποτήρια με νερό και, πλησιάζοντάς τον, του έδωσε το ένα.

«Νομίζεις πραγματικά ότι αυτό που βρίσκεται κάτω από τα συντρίμμια έχει σχέση με το πλάσμα που έπεσε από το φεγγάρι πριν από τόσα χρόνια;» τον ρώτησε.

Ο Αίολος ήπιε μια γουλιά νερό. «Θα μάθω αύριο, ελπίζω.» Η παρουσία της τόσο κοντά του αισθανόταν να τον αποπροσανατολίζει. Το άρωμά της ήταν λεπτό αλλά γαργαλιστικό. Κι αυτά τα πράσινα μάτια…

Η Βατράνια χαμογέλασε αινιγματικά. «Δεν είναι, όμως, πραγματικά η δουλειά σου να κυνηγάς κατασκόπους, έτσι δεν είναι, Αίολε;»

«Τι…;»

«Εσύ πρότεινες να έρθεις εδώ για να δεις αν το σπίτι παρακολουθείτε, και από ποιους…»

«Αυτή είναι δουλειά όλων των επαναστατών… Σκέφτηκα, εξάλλου, ότι θα χρειαζόσουν ίσως κάποια βοήθεια.» Τι συμβαίνει; σκέφτηκε ο Αίολος, μπερδεμένος. Συμβαίνει αυτό που νομίζω; Ήθελε να την αγγίξει εκεί που έχει νόημα ν’αγγίξεις μια γυναίκα, αλλά δεν ήταν βέβαιος ότι όντως συνέβαινε αυτό που νόμιζε ότι συνέβαινε.

«Ευχαριστώ,» είπε η Βατράνια, χωρίς να μπορεί να κρύψει μια ελαφριά ειρωνική χροιά από τη φωνή της. Το καταλάβαινε ότι ο Αίολος τη γλυκοκοίταζε. Το είχε καταλάβει αρκετές φορές που είχε τύχει να συναντηθούν. Ήταν βέβαιη πως θα ήθελε πολύ να κοιμηθεί μαζί της. Τα μάτια του κοιτάζουν εκεί που κοιτάζουν τα μάτια ενός άντρα που θέλει να σε κάνει να περάσεις καλά… Πρέπει να του δώσω την ευκαιρία – θα είναι ωραία, μάλλον.

Τεντώθηκε ελαφρώς – δε χρειαζόταν να τεντωθεί και πολύ, τόσο κοντά του που στεκόταν – και άγγιξε τα χείλη του με τα χείλη της.

Ο Αίολος ξαφνιάστηκε. Θεοί! σκέφτηκε, κι αναρωτήθηκε αν η Βατράνια τού έκανε πλάκα. Θυμήθηκε όσα έλεγε ο Έκτορας γι’αυτήν. («Εκείνη, μάλλον, νομίζει ότι είσαι κάποιο ζώο του Κάρτωλακ που έχει κατεβεί από τα Φέρνιλγκαν.»)

Η Βατράνια δεν άφησε το άγγιγμα των χειλιών να εξελιχτεί σε φιλί. Για να δούμε τι θα κάνει τώρα, σκέφτηκε και απομακρύνθηκε λίγο κάνοντας να στραφεί απ’την άλλη.

Ο Αίολος έπιασε τον αγκώνα της με το ελεύθερο χέρι του.

Η Βατράνια γύρισε πάλι να κοιτάξει το πρόσωπό του, υπομειδιώντας. Ύψωσε ένα ξανθό, λεπτό φρύδι.

Ο Αίολος την τράβηξε κοντά του, και τη φίλησε. Τα χέρια του τυλίχτηκαν γύρω της ενώ συγχρόνως κρατούσε το ποτήρι με το νερό.

«Μμμμμμμμ…» έκανε η Βατράνια, κι όταν τα χείλη της ήταν πάλι ελεύθερα: «Ωραίο ήταν αυτό.»

«Ναι;»

«Ναι.»

Τη φίλησε ξανά – εξακολουθώντας να φοβάται ότι ίσως να του έκανε πλάκα. Το φιλί τους, όμως, σύντομα βάθυνε, και το ένα της χέρι μπλέχτηκε δυνατά μέσα στα μαλλιά του: έτσι οι αμφιβολίες έφυγαν απ’το μυαλό του Αίολου. Δε μου κάνει πλάκα!

Η Βατράνια γέλασε. «Η μπογιά έχει παράξενη γεύση.»

«Η μπογιά;»

«Στο πρόσωπό σου.»

«Α, ναι… Μπορώ να την πλύνω–»

«Δε χρειάζεται. Μ’αρέσει.»

Άφησαν τα ποτήρια τους στο τραπέζι.

«Έλα επάνω, στο δωμάτιό μου,» του είπε η Βατράνια, αγγίζοντας τη μπροστινή μεριά του παντελονιού του και νιώθοντας τη στύση του κάτω από την παλάμη της. «Έλα στο δωμάτιό μου.»

Μία από τις βασικές προϋποθέσεις του τάγματος των Ερευνητών είναι τα μέλη του να έχουν τη μανία και τον ενθουσιασμό να εξερευνούν τα μυστήρια του σύμπαντος, έτσι ο Αίολος δεν μπορούσε να αρνηθεί μια τέτοια πρόσκληση…

Όταν η Σερφάντια επέστρεψε στο σπίτι (από τον ίδιο δρόμο που είχε χρησιμοποιήσει για να βγει), δεν βρήκε κανέναν ούτε στο ισόγειο ούτε στον πρώτο όροφο. Πού πήγαν;

Ανέβηκε, από τη σκάλα, στον δεύτερο όροφο, πάντοτε έτοιμη να τραβήξει το πιστόλι της ή το ξιφίδιό της σε περίπτωση που κάτι απρόοπτο συνέβαινε. Στον διάδρομο όπου βρέθηκε, όμως, είδε μια ανοιχτή πόρτα κι από μέσα άκουσε ήχους που δεν νόμιζε ότι προμήνυαν κίνδυνο. Τουναντίον: κάποια έμοιαζε να μην την ενδιαφέρει κανένας κίνδυνος σε τούτη τη διάσταση, είτε κρυβόταν μέσα στο σπίτι της είτε έξω από αυτό.

Η Σερφάντια πλησίασε το κατώφλι και είδε εκείνο που είχε υποψιαστεί. Το αφεντικό έχει δίκιο, τελικά, γι’αυτή τη σκύλα.

Η Βατράνια ήταν ξαπλωμένη ανάσκελα στο μεγάλο, χαμηλό κρεβάτι, γυμνή· και ο Αίολος, επίσης γυμνός, ήταν γονατισμένος μπροστά στο κρεβάτι, με τα πόδια της γύρω απ’το κεφάλι του και το πρόσωπό του να τρίβεται πάνω στην κοιλιά της.

Η Σερφάντια χτύπησε την πόρτα. «Με συγχωρείτε.»

Οι δυο τους τινάχτηκαν, ξαφνιασμένοι. Η Βατράνια άρπαξε το σεντόνι του κρεβατιού τυλίγοντάς το γύρω της. Ο Αίολος έπιασε ένα ρούχο από κάτω για να κρύψει τη στύση του· δεν τα κατάφερε και πολύ καλά.

«Η πόρτα ήταν ανοιχτή…» είπε η Σερφάντια.

«Σε στάβλο μεγάλωσες;» σύριξε η Βατράνια, με το πρόσωπό της να έχει αγριέψει. «Μπαίνεις όπου σκατά βρεις!»

«Δεν ήσασταν πουθενά αλλού στο σπίτι, και η πόρτα ήταν ανοιχτή,» επανέλαβε η Σερφάντια. «Επίσης, ίσως θα ήθελες να μάθεις ότι το σπίτι σου, όντως, το παρακολουθούν. Το όχημα που μας ακολουθούσε δεν το είδα πουθενά, αλλά ένα φορτηγάκι είναι σταθμευμένο λίγο παρακάτω. Γράφει ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΑ ΥΛΙΚΑ, όμως δεν υπάρχει καμια οικοδομή εδώ κοντά, ούτε καμια αποθήκη – όλο κατοικίες είναι. Περνώντας από δίπλα του, χωρίς να με προσέξουν, χτύπησα την πίσω πόρτα, κρύφτηκα, και περίμενα. Ένας τύπος άνοιξε και κοίταξε έξω. Μέσα, δεν υπήρχαν οικοδομικά υλικά. Ο τύπος βγήκε μαζί μ’έναν άλλο και έψαξαν τριγύρω· στα χέρια τους κρατούσαν πιστόλια, αν και τα μισόκρυβαν κάτω απ’τις κάπες τους. Τους ξεγλίστρησα χωρίς δυσκολία.

»Απέναντι από το σπίτι σου είναι στημένος ένας κατάσκοπος στη γωνία, κάτω από τα δέντρα, και κοιτάζει. Αυτά είναι όλα που βρήκα.»

«Σ’ευχαριστώ,» της είπε η Βατράνια, ψυχρά.

«Ευχαρίστησή μου,» αποκρίθηκε η Σερφάντια και έφυγε, κλείνοντας την πόρτα πίσω της.

«Τι… τι ελεεινή!» γρύλισε η Βατράνια. Άρπαξε ένα μαξιλάρι και το εκτόξευσε πάνω στην πόρτα.

Ο Αίολος σηκώθηκε απ’το χαλί και πέταξε παραδίπλα το ρούχο με το οποίο είχε σκεπαστεί – τη μπλούζα της Βατράνιας. Δεν έμοιαζε και τόσο ενθουσιασμένος τώρα. Πήρε ένα τσιγάρο από την ταμπακιέρα στο μικρό γραφείο και το άναψε.

«Μη φεύγεις,» του είπε η Βατράνια.

Ο Αίολος κάθισε δίπλα της στο κρεβάτι. «Δεν πηγαίνω πουθενά.»

Η Βατράνια άγγιξε το στήθος του. Φίλησε τα χείλη του. «Κάνεις παρέα με μερικούς πολύ άθλιους ανθρώπους.»

Ο Αίολος δεν είπε τίποτα, γιατί σκεφτόταν ότι η Σερφάντια είχε κάποιο δίκιο νάναι τσαντισμένη: εκείνη διακινδύνευε στους δρόμους ψάχνοντας για κατασκόπους της Παντοκράτειρας, ενώ αυτός κι η Βατράνια περνούσαν καλά σα να μην έτρεχε τίποτα. Όμως στο πρόσωπο της Βατράνιας έβλεπε ότι εκείνη, μάλλον, δεν μοιραζόταν αυτή την άποψη. Φαινόταν απλώς ενοχλημένη.

Ο Αίολος πήρε μια τζούρα απ’το τσιγάρο του, παρατηρώντας την.

«Τι;» ρώτησε η Βατράνια.

«Τίποτα.» Τη φίλησε κι έκανε να ξαπλώσει τραβώντας την μαζί του.

«Το τσιγάρο σου,» είπε η Βατράνια φέρνοντας αντίσταση. «Σβήστο· θα κάψει τα σεντόνια.»

Ο Αίολος πήγε και το έσβησε· ύστερα, επέστρεψε κοντά της.

*

Το πρωί, έφυγαν πάλι από το σπίτι με το όχημα της Βατράνιας, γιατί εκείνη είπε ότι είχε, ούτως ή άλλως, να συναντήσει κάποιον. Παρατηρούσαν μήπως κανένας τούς παρακολουθούσε αλλά δεν είδαν τίποτα το ύποπτο. Η κίνηση, βέβαια, ήταν αρκετή και ίσως να μην τον πρόσεξαν… Αλλά, σκέφτηκε ο Αίολος, ακόμα κι αν εμείς δεν τον προσέξαμε, η Σερφάντια μάλλον θα τον είχε προσέξει.

Η Βατράνια τούς άφησε σ’έναν δρόμο κοντά στη Μαγική Ακαδημία, μοιάζοντας ακόμα θυμωμένη για ό,τι είχε συμβεί χτες βράδυ. Στη Σερφάντια δεν μιλούσε, σαν η Μαύρη Δράκαινα να μην υπήρχε, και στον Αίολο κρατούσε μούτρα, λες και ήταν δυνατόν εκείνος να έφταιγε!

«Γεια σου, Βατράνια. Θα τα ξαναπούμε,» τη χαιρέτησε βγαίνοντας από το όχημά της.

Εκείνη σήκωσε απλά το χέρι της· τα μάτια της δε φαίνονταν πίσω από τα μαύρα γυαλιά της.

Ο Αίολος έκλεισε την πόρτα και το όχημα έφυγε.

«Τι σκύλα…!» μούγκρισε η Σερφάντια, καθώς βάδιζαν μέσα σε κάτι παράπλευρους δρόμους για να διαπιστώσουν αν κανένας τούς κατασκόπευε. «Πήγαμε στο σπίτι της για να δούμε τι γίνεται μ’αυτούς που την παρακολουθούν, κι έτσι μας ευχαριστεί.»

Ο Αίολος προτίμησε να μείνει σιωπηλός.

«Δε λες τίποτα, ε; Πέρασες καλά, υποθέτω.»

«Κοίτα… δεν έπρεπε να μπεις έτσι στο δωμάτιό της. Αλλά γενικά έχεις δίκιο.»

«Ναι, συγνώμη,» είπε η Σερφάντια. «Εκτός από την έρευνα για κατασκόπους, έπρεπε να της κάνουμε τη χάρη να την πηδήξουμε κιόλας. Νομίζεις ότι πηδάει κανένας αυτή τη στριμμένη μύτη;» Μόρφασε.

«Αρκετά άκουσα!» μούγκρισε ο Αίολος. «Κάνετε κι οι δύο σα να έπεσαν άνθρωποι από το φεγγάρι μες στην τουαλέτα σας.»

«Αν πέσουν άνθρωποι απ’το φεγγάρι στην τουαλέτα αυτηνής, θα φύγουν τρομοκρατημένοι.»

Μετά από λίγο, συμπέραναν ότι κανένας δεν τους κατασκόπευε.

Ο Αίολος, χρησιμοποιώντας πανί κι ένα υγρό που του είχε δώσει ο Σωσίας, έβγαλε τη βαφή από το πρόσωπό του (όση είχε απομείνει μετά από τις νυχτερινές του εξερευνήσεις με τη Βατράνια) και είπε: «Πηγαίνω στην Ακαδημία. Μπορείς να επιστρέψεις στη Σφαίρα

«Δεν πάω πουθενά,» αποκρίθηκε η Σερφάντια. «Εδώ γύρω θα είμαι, μήπως πάλι χάσεις το δρόμο σου με καμια ξανθιά.»

Ο Αίολος την αγριοκοίταξε πίσω από τα γυαλιά του. «Καλώς,» είπε. «Αλλά δεν ξέρω πόσο θ’αργήσω.» Και έφυγε από κοντά της.

Η Μαγική Ακαδημία ήταν ένα ψηλό οικοδόμημα στο κέντρο περίπου της Μικρόπολης. Χτισμένη με γκρίζα πέτρα και αστραφτερά μέταλλα. Στενά παράθυρα και τζαμαρίες υπήρχαν σε διάφορα σημεία στους τοίχους της. Πάνω από την κεντρική της είσοδο ήταν μια μεταλλική πινακίδα που τα λαξεμένα γράμματα επάνω της έλεγαν:

ΜΑΓΙΚΗ ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΤΗΣ ΘΑΚΕΡΚΟΒ

Ο Αίολος’σαρ πλησίασε τη μεγάλη, διπλή πόρτα που ήταν καμωμένη από άθραυστο κρύσταλλο, ημιδιαφανές αλλά έτσι που να δείχνει τα πράγματα πίσω του διαστρεβλωμένα και σαν σκιές.

Η είσοδος δεν είχε φανερή κλειδαριά· στη θέση της κλειδαριάς υπήρχε μια στενή οριζόντια οπή. Ο Αίολος έβγαλε την ταυτότητα του τάγματός του και την έσπρωξε εκεί μέσα. Ένα κλικ ακούστηκε και ένα κόκκινο φως άναψε πάνω από την οπή. Ο Αίολος τράβηξε πίσω την ταυτότητά του και η πόρτα άνοιξε εμπρός του, συρόμενη προς τα δεξιά και προς τ’αριστερά.

Καθώς μπήκε, έκλεισε πάλι πίσω του, με ελάχιστο θόρυβο.

Οι μαγικές σχολές και ακαδημίες που υπήρχαν στις διάφορες διαστάσεις του Γνωστού Σύμπαντος αποτελούσαν εξαίρεση μέσα στην Παντοκρατορία. Η Παντοκράτειρα και οι πράκτορές της δεν είχαν εδώ κανέναν έλεγχο. Δεν μπορούσαν να επιβάλλουν στα μαγικά τάγματα καμία πολιτική. Οι μάγοι ήταν αυτόβουλοι όσο βρίσκονταν στο εσωτερικό των ακαδημιών τους. Όταν έβγαιναν, όμως, υπέκειντο κανονικά στους νόμους των Παντοκρατορικών. Αυτό σήμαινε ότι, ακόμα κι αν ήξεραν ότι ο Αίολος ήταν επαναστάτης, κανένας δεν θα τον συλλάμβανε μέσα στη Μαγική Ακαδημία της Θακέρκοβ – ή σε καμια άλλη μαγική ακαδημία. Αλλά, μόλις έφευγε από εκεί, το κυνήγι μπορούσε ν’αρχίσει.

Αυτό – η αυτονομία των μαγικών ταγμάτων – ίσχυε για έναν πολύ απλό λόγο: Ακόμα και η Παντοκράτειρα δεν μπορούσε να διοικήσει χωρίς τους μάγους. Οι μάγοι, εκτός των άλλων, ήταν απαραίτητοι για τη λειτουργία πολλών μηχανημάτων, όπως τα μεγάλα οχήματα και σκάφη, τα μεταβαλλόμενα οχήματα και σκάφη, και τα ενεργειακά κανόνια. Επιπλέον, υπήρχαν ένα σωρό άλλες υπηρεσίες που πρόσφεραν οι μάγοι, και έκαναν και πολλές ανακαλύψεις, ή έβρισκαν λύσεις σε προβλήματα που αλλιώς θα ήταν άλυτα.

Ο Αίολος έριξε μια ματιά στην κοπέλα που καθόταν στο γραφείο του προθαλάμου της Ακαδημίας. Δεν της μίλησε, ούτε αυτή μίλησε σ’εκείνον· βρισκόταν εκεί μόνο για την περίπτωση που κάποιος ήθελε να ζητήσει πληροφορίες. Στο βάθος στέκονταν δύο φρουροί: μισθοφόροι, όχι άνθρωποι της Χωροφυλακής.

Ο Αίολος μπήκε σ’έναν ανελκυστήρα κι ανέβηκε στο τρίτο πάτωμα, όπου ήταν το τμήμα των Ερευνητών. Βαδίζοντας μέσα στους διαδρόμους και στα δωμάτια, δεν είδε κανένα πρόσωπο που γνώριζε. Ένας άγνωστος μάγος τον χαιρέτησε τυπικά, κι ο Αίολος αντιχαιρέτησε.

Πήγε στον Θάλαμο Αισθητηριακής Καταγραφής: ένα μεγάλο δωμάτιο γεμάτο καλώδια, συσκευές αποθήκευσης, κονσόλες, οθόνες, και καρέκλες. Εδώ οι Ερευνητές κατέγραφαν μέσα στα μηχανήματα αξιοσημείωτες εντυπώσεις τους, κατευθείαν από τη μνήμη τους. Τα συστήματα σε τούτο το δωμάτιο δεν ήταν εύκολο να κατασκευαστούν, όπως γνώριζε ο Αίολος: απαιτούσαν συνδυασμό προσπαθειών από τους Ερευνητές, τους Τεχνομαθείς, τους Διαλογιστές, και τους Βιοσκόπους συγχρόνως. Ο ρόλος των τελευταίων ήταν κυρίως βοηθητικός, για να μην είναι τα μηχανήματα επικίνδυνα για την υγεία των μάγων· αν κατασκευάζονταν λάθος, μπορούσαν ακόμα και να κάνουν το μυαλό του χειριστή να ανατιναχτεί, σκοτώνοντάς τον.

Επί του παρόντος, κανένας δεν ήταν στον Θάλαμο Αισθητηριακής Καταγραφής. Ο Αίολος ήταν μόνος. Πλησίασε μια καρέκλα και κάθισε. Μπροστά του ήταν μια κονσόλα και μια οθόνη. Έβγαλε την ταυτότητά του και, χρησιμοποιώντας την, ξεκλείδωσε το σύστημα. Αναζήτησε αισθητηριακές καταγραφές κατά την περίοδο της αποστολής στο φεγγάρι. Οι μάγοι που είχαν επιστρέψει από εκεί δεν είχαν τρελαθεί αμέσως· πρέπει να είχαν προλάβει να καταγράψουν τα πράγματα που αισθάνθηκαν.

Βρήκε εκείνο που ήθελε.

ΚΑΤΑΓΡΑΦΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΤΗΣ ΣΕΡΓΗΛΗΣ

[1]

[2]

[3]

Φόρεσε το ειδικό διάδημα, και το ενεργοποίησε. Αισθάνθηκε ένα ελαφρύ ενεργειακό ρεύμα να τυλίγει το κρανίο του. Δεν του άρεσε αυτή η αίσθηση – έκανε τις τρίχες του να ορθώνονται – αλλά ήταν απαραίτητο να την υποστεί.

Πάτησε το πλήκτρο που ενεργοποιούσε την πρώτη καταγραφή και άφησε την αίσθηση να τον πλημμυρίσει. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Όχι, δεν ήταν αυτό που είχε νιώσει από τα συντρίμμια. Διέκοψε την πρώτη καταγραφή. Ενεργοποίησε τη δεύτερη. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Υπήρχαν κάποιες ελαφριές διαφορές, νόμιζε, αλλά, ναι, κατά βάση αυτή ήταν. Ήταν το ίδιο πράγμα που είχε νιώσει κι εκείνος από το κατεστραμμένο χτίριο του Αρωγού. Η Βατράνια πρέπει, λοιπόν, να είχε δίκιο στην υπόθεσή της· το πλάσμα από το φεγγάρι είχε πέσει στο άχτιστο οικόπεδο του Ευγένιου Αρωγού, πριν από τόσα χρόνια.

Ο Αίολος διέκοψε την καταγραφή. Ενεργοποίησε την τρίτη. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Καμία σχέση μ’εκείνο που έψαχνε. Για την ακρίβεια, ετούτη η αίσθηση δεν ήταν καν ενεργειακή· ήταν… ήταν σαν μια αίσθηση αλλόκοτου τρόμου. Ο Αίολος σκέφτηκε ότι ίσως ο μάγος που την είχε περάσει στο σύστημα να ήταν ήδη τρελός. Και τη διέκοψε γρήγορα, θεωρώντας το καλύτερο να μην έρχεται για πολύ σε επαφή μαζί της.

Απενεργοποίησε το διάδημα και το έβγαλε από το κεφάλι του. Ένας ελαφρύς πόνος σφυροκοπούσε τους κροτάφους του, ο οποίος ήξερε ότι θα περνούσε. Σηκώθηκε απ’την καρέκλα λιγάκι ζαλισμένος.

Τι μπορεί να είχε συμβεί στο οικόπεδο του Αρωγού, λοιπόν; αναρωτήθηκε. Το πλάσμα που είχε πέσει είχε αφήσει κάποιο… κάποιο κατάλοιπο πίσω του; Είναι, όμως, δυνατόν αυτό το κατάλοιπο να εξελίχτηκε σε… τι; Σε ένα φως που δεν φωτογραφίζεται και σε μια φωνή;

Ο Αίολος πήγε στη βιβλιοθήκη του τάγματός του. Συνάντησε εκεί έναν μάγο και τον χαιρέτησε· δεν τον ήξερε καλά, μόνο εξ όψεως. Η βιβλιοθήκη ήταν γεμάτη ράφια με παλιά βιβλία, οθόνες, και κονσόλες. Οι Ερευνητές κρατούσαν πληροφορίες και σε έγγραφα και σε μηχανικά συστήματα· το θεωρούσαν πιο ασφαλές και εύχρηστο.

Ο Αίολος πληκτρολόγησε, ψάχνοντας κάποια φωτογραφία του πλάσματος από το φεγγάρι. Στην οθόνη παρουσιάστηκε μία μόνο, την οποία είχαν πάρει οι Ερευνητές από τις εφημερίδες. Ο Αίολος την εκτύπωσε, τη δίπλωσε, και την έκρυψε μέσα στην κάπα του – αν και τούτη δεν ήταν καμια σπουδαία ανακάλυψη. Αυτή τη φωτογραφία, μάλλον, και η Βατράνια θα την είχε, από περιέργεια αν μη τι άλλο.

Έψαξε να δει αν υπήρχαν περισσότερες πληροφορίες για το πλάσμα από το φεγγάρι, και το μήνυμα που του έδωσε το σύστημα ήταν: ΚΑΜΙΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ – ΑΠΟΡΡΗΤΟ ΚΑΤΟΠΙΝ Π.Δ.

Π.Δ. – Παντοκρατορική Διαταγή. Δε χρειαζόταν και πολύ φαντασία για να καταλάβει κανείς ότι τα τσιράκια της Παντοκράτειρας έκαναν κάτι μ’αυτό το πλάσμα που δεν ήθελαν κανένας να το ξέρει.

Τόσα χρόνια, όμως… Έχουν περάσει τόσα χρόνια από τότε… Μάλλον οι προσπάθειές τους είχαν αποβεί άκαρπες. Γι’αυτό τώρα θέλουν το οικόπεδο του Αρωγού; Τι ακριβώς ζητάνε;

Ο Αίολος έκλεισε το σύστημα.

Έφυγε από τη βιβλιοθήκη των Ερευνητών, πήρε τον ανελκυστήρα, κατέβηκε στο ισόγειο της Μαγικής Ακαδημίας, και βγήκε στους δρόμους της Μικρόπολης.

«Πεινάς;»

Η Σερφάντια παρουσιάστηκε από δίπλα του κρατώντας δύο τοστ στα χέρια, το ένα μισοφαγωμένο.

«Όχι,» αποκρίθηκε ο Αίολος· «είμαι ζαλισμένος.»

«Θα πρέπει να κοιμάσαι λιγότερο με ψηλομύτες ξανθιές.»

«Δεν είναι αυτός ο λόγος που είμαι ζαλισμένος.»

Η Σερφάντια τον κοίταξε ερωτηματικά.

«Δεν έχει σημασία. Βρήκα κάποια πράγματα,» της είπε καθώς βάδιζαν.

«Σοβαρά πράγματα;»

«Αρκετά σοβαρά.»

«Πάμε στη Σφαίρα δηλαδή;»

«Ναι.» Ο Αίολος προχώρησε προς μια εξέδρα σηματοδότησης.

«Με αερομεταφορέα;» έκανε η Σερφάντια.

«Ναι, γιατί όχι;»

«Λεφτά, κατά πρώτον…»

«Καλύτερα να μην αργούμε, όμως,» είπε ο Αίολος σταματώντας μπροστά από την εξέδρα.

«Γιατί;»

«Βαριέμαι.»

Ο μάγος ανέβηκε τα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στην κορυφή της εξέδρας. Δεν ήταν πιο ψηλή από τον πρώτο όροφο μιας πολυκατοικίας. Ο Αίολος κοίταξε στον ουρανό, να δει αν ήταν κοντά κάποιος αερομεταφορέας. Δεν είδε κανέναν, αλλά έπιασε τη σημαία από δίπλα και τη σήκωσε, κάνοντάς την πέρα-δώθε. Ήταν κόκκινη και είχε επάνω ζωγραφισμένες δύο λευκές φτερούγες.

Μετά από λίγο, ένας αερομεταφορέας κατέβηκε μπροστά στην εξέδρα καβάλα στον γρύπα του.

«Πού πάμε, αφεντικό;» ρώτησε.

«Στο Χωνευτήρι. Εγώ και η κυρία.» Κοίταξε τη Σερφάντια, κάτω απ’την εξέδρα.

«Εντάξει. Ανεβείτε και φύγαμε.»

Ο Αίολος και η Σερφάντια κάθισαν στις θέσεις πίσω από τη βασική σέλα του αερομεταφορέα. Ο γρύπας χτύπησε τις φτερούγες του και υψώθηκε πάνω από τους δρόμους και τα οικοδομήματα της Θακέρκοβ.

Κεφάλαιο 11
Σκοτεινή Περιπλάνηση

Η τηλεπαρουσιάστρια του Άστρου μιλά μέσα από τους τηλεοπτικούς δέκτες χιλιάδων ανθρώπων της Θακέρκοβ:

«Λίγες ώρες μετά τα ξημερώματα, στον σταθμό Λημεριού του Υπόγειου Σιδηροδρόμου, μαχητές της Λεγεώνας κατέλαβαν τον συρμό και από τις δύο κατευθύνσεις, όταν οι φύλακες βγήκαν για να πληρώσουν τα διόδια. Απαιτούν οι Αρχές της πόλης να εντοπίσουν, και να τιμωρήσουν παραδειγματικά, τους τρομοκράτες που επιτέθηκαν προχτές στο Λημέρι και προκάλεσαν θανάτους ανάμεσα στα μέλη της Λεγεώνας, καταστροφές στα οχήματά της, αλλά και πάρα πολλές ζημιές σε οικήματα και καταστήματα της περιοχής.

»Ο Αρχιλεγεωνάριος μίλησε αποκλειστικά στο Άστρο για την κατάσταση.»

Οι οθόνες δείχνουν έναν χρυσόδερμο, σωματώδη άντρα που επάνω στο ξυρισμένο κεφάλι του υπάρχει η δερματοστιξία ενός μυθικού δράκου. Ο άντρας μιλά:

«Προκαλούμε τον Πολιτειάρχη Μακρώνυμο και τον Αρχιφρούραρχο Λυχνοβάτη να αποδείξουν ότι μπορούν να προστατέψουν την πόλη μας! Πράγμα που έχουν αποδείξει ότι δεν μπορούν να κάνουν. Γι’αυτό κιόλας η Λεγεώνα προστατεύει τους πολίτες που κατοικούν στο Λημέρι και μας έχουν δείξει την εμπιστοσύνη τους. Εμείς θέλουμε να τιμήσουμε την εμπιστοσύνη τους αυτή! Αλλά δεν μπορούμε να το κάνουμε μόνοι μας όταν έχουμε ν’αντιμετωπίσουμε τόσο οργανωμένους εγκληματίες. Χρειαζόμαστε τη βοήθεια των Αρχών και της ίδιας της Παντοκράτειρας! Και, ως διαμαρτυρία, ο Υπόγειος δεν θα φύγει από εδώ μέχρι να βρεθούν οι τρομοκράτες και να παραδοθούν σε εμάς.»

Ένας δημοσιογράφος τον ρωτά: «Και οι πολίτες που βρίσκονται μέσα στον συρμό; Πότε θα αφεθούν ελεύθεροι;»

«Ποτέ! Θα αφεθούν ελεύθεροι όταν το θέλουμε εμείς! και εφόσον μας έχουν παραδοθεί οι τρομοκράτες από τους οποίους κινδύνεψαν τόσοι άνθρωποι που προστατεύουμε!»

Η τηλεπαρουσιάστρια φαίνεται πάλι στους τηλεοπτικούς δέκτες, και μιλά:

«Θυμίζουμε ξανά ότι ο Υπόγειος έχει σταματήσει πλήρως την κίνησή του σε όλους τους σταθμούς της πόλης. Ο Αρχιφρούραρχος Λυχνοβάτης προτείνει, επίσης, οι πολίτες να αποφεύγουν για την ώρα τους δρόμους που περνούν μέσα από το Λημέρι, για τη δική τους ασφάλεια. ‘Το ζήτημα θα λυθεί γρήγορα,’ μας απάντησε ο Πολιτειάρχης Άργης Μακρώνυμος, όταν τον ρωτήσαμε. ‘Δεν υπάρχει λόγος για ανησυχία. Οι δυνάμεις της πόλης έχουν κινητοποιηθεί.’

»Εμείς, κυρίες και κύριοι, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να ευχηθούμε στον Πολιτειάρχη καλή επιτυχία, ενώ αναμένουμε εναγωνίως τις εξελίξεις. Ακολουθούν τώρα κάποιες εικόνες από την καταστροφή στο Λημέρι, για να θυμηθούμε εκείνα τα τραγικά γεγονότα που μας σημάδεψαν όλους, και ειδικά τους πολίτες του Λημεριού, ασφαλώς…»

Εμφανίζονται στις οθόνες φωτογραφίες από κατεστραμμένα οικοδομήματα, οχήματα, και νεκρούς Λεγεωνάριους.

«Προσπαθούμε να προστατέψουμε τα μέρη μας και δεν μπορούμε,» ακούγεται η φωνή του Αρχιλεγεωνάριου πίσω από τις εικόνες, παρμένη από κάποια, πρόσφατη προφανώς, συνέντευξη. «Η πόλη μας έχει γίνει επικίνδυνη για τον απλό πολίτη, και ζητάμε βοήθεια από τους υπεύθυνους – και δικαιοσύνη!»

*

Ο Έκτορας, που έτρωγε τη μακαρονάδα του καθισμένος στο μπαρ της Οινόσφαιρας, είπε στον Αλέξανδρο, που σκούπιζε μερικά τραπέζια: «Κλείστο, μαλάκα, γιατί θα ξεράσω και θα πρέπει να τα μαζεύεις κι αυτά.»

Ο Αλέξανδρος γέλασε. «Ό,τι πεις, αφεντικό.» Έπιασε το τηλεχειριστήριο, πάτησε ένα κουμπί, και ο τηλεοπτικός δέκτης στον τοίχο έσβησε.

Ο Έκτορας ήπιε μια γουλιά από τη μπίρα του. «Οι καριόληδες δεν έχουν ούτε θεό ούτε δαίμονα!…»

«Μην ξεχνάς ότι εσύ τα ξεκίνησες όλ’αυτά,» του είπε η Χλόη, που καθόταν στην από πίσω μεριά του μπαρ, τρώγοντας κι εκείνη.

«Ορισμένες φορές υποψιάζομαι ότι είσαι μια πραγματικά αστεία γυναίκα.»

«Αν δεν είχες επιτεθεί στο Λημέρι–»

«Δεν ήταν θέμα επιλογής.»

«Και τι ήταν;»

«Ήταν αυτό που έπρεπε να γίνει, Χλόη,» είπε ο Έκτορας. «Αυτός ο σκατιάρης ο Αρχιλεγεωνάριος λέει πως προστατεύει τους ανθρώπους του. Κι εγώ τους ανθρώπους μου προστατεύω. Έστειλε τα κωθώνια του να επιτεθούν στη Τζάκι και έλαβε τα ρέστα που του αναλογούσαν.»

Η Χλόη πιρούνιασε τη σαλάτα. Έφαγε μια μπουκιά. «Ξέρεις κάτι;…»

«Τι;»

«Επειδή λες αυτές τις μαλακίες είναι που σ’αγαπάνε οι επαναστάτες. Και γι’αυτό είσαι Πρόμαχος της Επανάστασης εδώ πέρα.»

«Αλλά εσύ διαφωνείς με τις μαλακίες που λέω;»

«Βασικά, όχι,» είπε η Χλόη. «Δε διαφωνώ μ’αυτά που λες· διαφωνώ μ’αυτά που κάνεις

«Άμα λες κάτι, πρέπει να το κάνεις κιόλας, αλλιώς είσαι πλανόδιος παλιάτσος,» αποκρίθηκε ο Έκτορας.

Η Χλόη τράβηξε μια τράπουλα από την τσέπη του φορέματός της και πήρε ένα τυχαίο φύλλο. Το άφησε ανάμεσά σ’εκείνη και στον Έκτορα. Ο Βασιληάς των Ανέμων.

Ο Πρόμαχος ύψωσε τα φρύδια του. «Υποτίθεται πως, τώρα, τούτο σημαίνει κάτι;»

«Τα πάντα σημαίνουν κάτι.» Και, ξαφνικά, τον ρώτησε: «Τι θα γίνει με το οίκημα του Αρωγού;»

Ο Αίολος είχε επιστρέψει εδώ και κάμποσες ώρες και είχε αναφέρει στον Έκτορα αυτά που είχε ανακαλύψει στη Μαγική Ακαδημία. Επίσης, η Σερφάντια είχε αναφέρει αυτά που είχε ανακαλύψει γύρω από το σπίτι της Βατράνιας – κι έμοιαζε και λιγάκι θυμωμένη για κάποιον λόγο. Όταν όμως ο Έκτορας τη ρώτησε αν συνέβαινε κάτι, εκείνη αποκρίθηκε ότι όλα ήταν εντάξει.

«Οι Παντοκρατορικοί θέλουν κάτι που έπεσε απ’το φεγγάρι. Είναι προφανές, Χλόη.»

«Ναι, το κατάλαβα κι εγώ. Εμείς, όμως, θα κάνουμε κάτι γι’αυτό;»

«Δε νομίζω ότι μπορούμε να κάνουμε και πολλά, έτσι όπως έχουν περικυκλωμένο τώρα το χτίριο. Και δεν ξέρουμε τι ακριβώς είναι αυτό που βρίσκεται εκεί κάτω. Πάντως, σίγουρα αξίζει να τους παρακολουθήσουμε, να δούμε τι θα γίνει. Δεν είναι κάτι για το οποίο θα μάθουμε στις ειδήσεις.

»Αλλά περισσότερο με απασχολούν οι κατάσκοποι έξω από το σπίτι της Βατράνιας. Θα ήθελα πολύ να μάθω αν την υποψιάζονται για επαναστάτρια ή όχι. Φοβάμαι πως δεν βρίσκονται τυχαία εκεί. Φοβάμαι πως προσπαθούν, μέσω της Ψηλομύτας, να φτάσουν σ’εμάς.»

*

Τα διαδικαστικά με τον Ευγένιο Αρωγό θα τα αναλάμβανε ένας δικηγόρος της Παντοκρατορίας: και ευτυχώς, γιατί ο Κριτόλαος είχε άλλες δουλειές σήμερα. Δουλειές που δεν περίμενε.

Η καταραμένη Λεγεώνα είχε κλείσει τον Υπόγειο.

Σ’αυτή τη γαμημένη πόλη, όλοι είναι τρελοί!

Ο Κριτόλαος δεν έκανε τον κόπο να πάει να μιλήσει στον Ρούνη τον Αρχιλεγεωνάριο. Οι δημοσιογράφοι του Άστρου, εξάλλου, τον είχαν προλάβει. Από τον τηλεοπτικό του δέκτη είχε μάθει για το σταμάτημα του Υπόγειου στο σταθμό Λημεριού και για την ομηρία των επιβατών. Η Λεγεώνα πρέπει να είχε επικοινωνήσει αμέσως με το Άστρο, θέλοντας προβολή.

Προσπαθούν να μας εκβιάσουν, οι ανόητοι. Τι νομίζουν ότι μπορούμε να κάνουμε για να βρούμε τους αποστάτες; Κάτι περισσότερο από ό,τι έχουμε ήδη κάνει; Ο Κριτόλαος ήθελε περισσότερο από τον Ρούνη να τους εντοπίσει.

Ο Πολιτειάρχης της Θακέρκοβ, Άργης Μακρώνυμος, τον κάλεσε για να του μιλήσει, και ο Κριτόλαος τον συνάντησε τελικά σε μια αίθουσα της πολυτελούς οικίας του, στη Γραμμή.

«Κύριε Σάλκω,» είπε ο Πολιτειάρχης προτού καν καθίσουν, «τι συμβαίνει; Δεν μπορούν να βρεθούν αυτοί οι τρομοκράτες;» Ο Άργης Μακρώνυμος ήταν ένας ψηλόλιγνος, νευρώδης άντρας με γαλανό δέρμα και σκούρα μπλε μαλλιά. Φορούσε γυαλιστερό σακάκι και παντελόνι.

«Φοβάμαι πως δεν είναι εύκολο, Εντιμότατε,» αποκρίθηκε ο Κριτόλαος. «Είναι αποστάτες, και μάλιστα πολύ πεπειραμένοι, όπως δείχνει το πράγμα. Μπορούν και αποφεύγουν τις μεθόδους εντοπισμού μας. Σίγουρα, όλη τούτη η ιστορία είναι δουλειά του Αρχιπροδότη, του Πρίγκιπα Ανδρόνικου.»

«Η Λεγεώνα έχει απειλήσει ότι δεν θα αφήσει τον συρμό να φύγει αν δεν της παραδοθούν οι τρομοκράτες, κύριε Σάλκω!» Ο Πολιτειάρχης ήταν φανερά εκνευρισμένος.

«Νομίζω πως, εν τέλει, ο Αρχιλεγεωνάριος θα αλλάξει γνώμη. Όταν δει πως δεν είναι εφικτό να του παραδοθούν οι τρομοκράτες, τι θα κάνει; Θα συνεχίσει να κρατά τους ομήρους και το τρένο επ’άπειρον; Σ’αυτή την περίπτωση, η Λεγεώνα θα μετατραπεί σε τρομοκρατική οργάνωση και θα πρέπει να αντιμετωπιστεί αναλόγως.»

«Μα,» έκανε ταραγμένα ο Πολιτειάρχης, «δεν θέλω τέτοια… συμβάντα μέσα στην πόλη μου!»

«Μην ανησυχείτε, Εντιμότατε, δεν θα φτάσουμε ώς εκεί. Είμαι βέβαιος πως ο Αρχιλεγεωνάριος θα λογικευτεί σύντομα.»

«Εσείς, κύριε Σάλκω, δεν θέλετε να βρεθούν οι αποστάτες που προκάλεσαν αυτές τις ζημιές;» ρώτησε ο Μακρώνυμος.

Ο άνθρωπος πρέπει νάναι ηλίθιος! σκέφτηκε ο Κριτόλαος, περισσότερο διασκεδασμένος παρά εκνευρισμένος με τον άντρα που νόμιζε ότι διοικούσε τη Θακέρκοβ. «Φυσικά και θέλω να βρεθούν. Αλλά δεν είναι τόσο εύκολο όσο ίσως να σας φαίνεται. Όπως είπα, είναι πεπειραμένοι σ’αυτού του είδους τον πόλεμο. Κρύβονται και χτυπούν, συνεχώς.»

«Πού κρύβονται, όμως; Μέσα στην πόλη μου;»

«Ασφαλώς.»

«Και είναι δυνατόν, κύριε Σάλκω, να μη μπορούν να βρεθούν; Θα γυρίσουμε τη Θακέρκοβ ανάποδα, αν χρειαστεί!»

Νομίζεις ότι δεν το έχω ήδη κάνει, ανόητε; «Οι έρευνές μας συνεχίζονται, Εντιμότατε. Δε θ’αργήσουμε να δούμε αποτελέσματα· να είστε βέβαιος.» Και να μ’αφήσεις στην ησυχία μου – δεν έχω χρόνο για τις ανοησίες σου!

«Μην επιτρέψετε στη Λεγεώνα να παρεκτραπεί, κύριε Σάλκω,» είπε ο Πολιτειάρχης. «Και να με κρατάτε ενήμερο για κάθε εξέλιξη!»

Τις ειδήσεις νομίζει πως λέει; «Ασφαλώς.»

Αντάλλαξαν μια χειραψία, και ο Κριτόλαος έφυγε από την οικία του Πολιτειάρχη.

Καθώς οδηγούσε το όχημά του μέσα στους δρόμους της Θακέρκοβ, άνοιξε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό του και κάλεσε τον δικηγόρο που είχε αναλάβει την υπόθεση του Αρωγού.

«Πώς πήγαν τα πράγματα;»

«Κατά το αναμενόμενο, Εξοχότατε. Το οικόπεδο, και ό,τι έχει απομείνει από το οίκημα, είναι τώρα Παντοκρατορική περιουσία.»

«Υπέροχα. Σ’ευχαριστώ για την καλή δουλειά.»

«Δεν ήταν τίποτα σπουδαίο, Εξοχότατε

*

Ο κύριος Ανάργυρος Νυκτόκαλος τής ζήτησε να πάει στον σταθμό Λημεριού και να πάρει φωτογραφίες από την κατάσταση. Να δει τι γινόταν εκεί μέσα, τι έλεγε η Λεγεώνα και τι δεν έλεγε· πώς φερόταν στους ομήρους· και να διαπιστώσει αν είχε κάνει ζημιές στον συρμό ή αν μόνο τον είχε σταματήσει.

Η Τζάκι αποκρίθηκε στον Διευθυντή της Πόλης ότι δεν θα ήταν εύκολο αλλά – έχοντας εντοπίσει κάποιον φόβο μέσα της, τον παραμέρισε, θυμωμένα – θα προσπαθούσε. Θα έκανε το καλύτερο ρεπορτάζ που μπορούσε.

Ο κύριος Νυκτόκαλος χαμογέλασε πίσω από τον καπνό του διαρκώς αναμμένου τσιγάρου του. «Το ξέρω ότι μπορώ να βασιστώ σε σένα. Πάντα μπορώ να βασιστώ σε σένα. Είσαι γάτα. Γάτα.»

Η Τζάκι το σκέφτηκε αρκετά προτού ξεκινήσει. Και πάλι, έπιασε τον Φόβο να μπλέκεται με τα σχέδιά της και να τα μπερδεύει. Πες του ότι δεν μπορείς να το κάνεις, της πρότεινε ο Φόβος. Πες του να στείλει κάποιον άλλο. Οι Λεγεωνάριοι θα σε θυμούνται. Θες να ξαναπάθεις τα ίδια; –Η Τζάκι παραμέρισε τη φωνή του, λέγοντάς του, επίμονα, να το βουλώσει. Ήξερε τι έκανε. Δεν ήταν η πρώτη φορά που είχε κάνει επικίνδυνο ρεπορτάζ!

Πρώτα απ’όλα θα πήγαινε να δει πώς είχαν τα πράγματα στο σταθμό Λημεριού, αποφάσισε. Αναμφίβολα θα είχαν συγκεντρωθεί κι άλλοι δημοσιογράφοι εκεί ώς τώρα, και θα μάθαινε πώς ακριβώς τους αντιμετώπιζε η Λεγεώνα. Τους άφηνε να μπουν, ή άφηνε μόνο αυτούς του Άστρου;

Βγήκε από τα γραφεία της εφημερίδας, πήρε την Ανέμη από τον κοντινό στάβλο όπου την άφηνε πάντα, και την καβάλησε. Αισθανόταν ακόμα κάποιον πόνο όταν καθόταν στη σέλα, μα όχι πια πολύ δυνατό, και μετά από λίγο περνούσε, ειδικά αν ίππευε ήπια και χωρίς να καλπάζει.

Η αμφίεσή της σήμερα ήταν τελείως διαφορετική από εκείνη τη νύχτα που την είχαν κυνηγήσει οι Λεγεωνάριοι, κι αυτό ήλπιζε ότι θα τους αποπροσανατόλιζε, σε περίπτωση που μπορεί να την έβλεπαν ξανά εκείνοι οι τρεις – ο Όρντιβελ ο Τροχός, ο Τζιν ο Θάνατος, και ο Σκοτ ο Μάγκας (η Τζάκι θυμόταν τα ονόματα που της είχε πει ο Έκτορας, και δε σκόπευε να τα ξεχάσει καθόλου σύντομα). Φορούσε ένα άλλο πλατύγυρο καπέλο, μαύρο με γκρίζα ταινία· γκρίζα καπαρντίνα· μαύρο, δερμάτινο παντελόνι· λευκό πουκάμισο χωρίς γιακά· και ψηλές, μαλακές, καφετιές μπότες που δένονταν μ’ένα σωρό λουριά. Στην τσάντα της είχε ένα καινούργιο πιστόλι που της είχαν δώσει οι επαναστάτες, κι από τον ώμο της κρεμόταν η καινούργια φωτογραφική μηχανή που είχε η ίδια αγοράσει ξοδεύοντας το ένα τέταρτο του όχι και τόσο υψηλού μισθού της.

Ιππεύοντας την Ανέμη, έφυγε από τη Γωνιά (την περιοχή όπου βρίσκονταν τα γραφεία της Πόλης), κατευθύνθηκε νότια, και μπήκε στο Λημέρι. Χωρίς κανένας να την πειράξει (αν και έβλεπε Λεγεωνάριους σταματημένους σε κάθε σημαντική γωνία και διασταύρωση, όπως συνήθως εδώ) έφτασε στον σταθμό του Υπόγειου και αφίππευσε. Όπως το περίμενε, ένα σωρό δημοσιογράφοι ήταν συγκεντρωμένοι, από διάφορες εφημερίδες και, φυσικά, από το Άστρο. Δυνάμεις της Χωροφυλακής δεν έβλεπε· οι Λεγεωνάριοι δεν πρέπει να τους είχαν επιτρέψει να πλησιάσουν.

Το μάτι της πήρε έναν δημοσιογράφο που ήξερε, αν και δεν τον πολυσυμπαθούσε. Ούτε εκείνος συμπαθούσε τη Τζάκι. Ήταν του Άστρου, και θεωρούσε παρακατιανή μια δημοσιογράφο που δούλευε για την Πόλη. Τον έλεγαν Χαρίλαο, και ήταν ένας μαυρόδερμος άντρας μετρίου αναστήματος, με σγουρά καστανά μαλλιά και μουστάκι. Χαμογελούσε πάντα σαν ηλίθιος.

«Χαρίλαε,» είπε η Τζάκι καθώς τον πλησίαζε τραβώντας την Ανέμη από τα γκέμια. «Τι γίνεται εδώ;»

«Καλύτερα να πηγαίνεις από τώρα εσύ,» της αποκρίθηκε εκείνος, χαμογελώντας με το ηλίθιο χαμόγελό του.

«Γιατί;»

«Μας έδιωξαν ακόμα κι εμάς από το εσωτερικό του σταθμού,» είπε ο Χαρίλαος, εννοώντας, δίχως αμφιβολία, τον εαυτό του και τους υπόλοιπους δημοσιογράφους του Άστρου.

«Για ποιο λόγο; Συνέβη κάτι;»

«Ξέρω γω;» έκανε θυμωμένα ο Χαρίλαος. «Μας είπαν ‘Αρκετά μπανίσατε’ και άρχισαν να μας σπρώχνουν για να φύγουμε, λες κι είμαστε ζώα! Και να φανταστείς ότι εγώ πήρα συνέντευξη από τον Αρχιλεγεωνάριο»· το είπε με κάποια περηφάνια.

«Συγχαρητήρια· και εις ανώτερα…»

«Γιατί έχω την αίσθηση ότι με ειρωνεύεσαι; Φαντάζεσαι εσύ ποτέ να έπαιρνες συνέντευξη από κάποιον σαν τον Ρούνη τον Αρχιλεγεωνάριο; Χα! Χα-χα-χα! Χα! –Οογχκ…!»

Η Τζάκι, καθώς στεκόταν εμπρός του, τον γρονθοκόπησε στα χαμηλά, όχι πολύ δυνατά αλλά αρκετά δυνατά για να τον κάνει να σκύψει. Τραβώντας την Ανέμη πίσω της, στράφηκε και έφυγε. Ενώ απομακρυνόταν άκουσε κάποιους να γελάνε και κάποιους να τη βρίζουν. Τους αγνόησε.

Ένα ήταν το σίγουρο: δεν πρόκειται να έμπαινε στον σταθμό από αυτή τη μεριά για να κάνει το ρεπορτάζ της.

Θα χρησιμοποιούσε ένα μονοπάτι που είχε χρησιμοποιήσει και παλιότερα όταν ήθελε να παρακολουθήσει τα γεγονότα μέσα σε έναν σταθμό του Υπόγειου χωρίς να την αντιληφτούν.

Θα έμπαινε από τους αεραγωγούς.

Άφησε την Ανέμη σ’έναν στάβλο (με κάποιο δισταγμό, γιατί δεν της άρεσε ν’αφήνει την πιστή της φοράδα σ’ένα μέρος σαν το Λημέρι) και επέστρεψε στον σταθμό από άλλο δρόμο, προσέχοντας μην τη δουν. Κοιτάζοντας στο έδαφος, δεν μπόρεσε να εντοπίσει τις απολήξεις των αεραγωγών αμέσως. Υπήρχαν, όμως, θάμνοι και δέντρα γύρω απ’τον σταθμό, και σκέφτηκε ότι ίσως οι σχάρες που έψαχνε να ήταν κρυμμένες εκεί. Αφού αγόρασε μια μπίρα από ένα περίπτερο (για να μη δίνει την εντύπωση ότι πήγαινε να κάνει τίποτα ύποπτο), μπήκε στη βλάστηση· και κρύφτηκε πίσω από έναν κορμό όταν είδε έναν ρακένδυτο τύπο να κατουρά μέσα στους θάμνους. Καθώς τον περίμενε να τελειώσει τη δουλειά του, ήπιε μια γουλιά απ’τη μπίρα της και έψαξε, με το βλέμμα, για αεραγωγούς. Αμέσως βρήκε έναν. Εντάξει, λοιπόν. Υπάρχει δρόμος για μια έντιμη δημοσιογράφο, συλλογίστηκε υπομειδιώντας.

Ο ρακένδυτος είχε τελειώσει με το κατούρημα και είχε φύγει. Η Τζάκι άφησε τη μπίρα της στο χώμα, πλησίασε τη σχάρα του αεραγωγού, την άνοιξε, και, προσέχοντας να μη χτυπήσει τη φωτογραφική μηχανή της, γλίστρησε κάτω.

Βγάζοντας έναν φακό από την τσάντα της και ανάβοντάς τον, προχώρησε μέσα στις κυλινδρικές κατασκευές. Ο αέρας που περνούσε εδώ μέσα μύριζε περίεργα, αλλά δεν ήταν αποπνιχτικός. Δεν τη δυσκόλευε στην αναπνοή, ούτε τη ζάλιζε.

Η απόσταση που έπρεπε να διανύσει ήταν μικρή, αλλά επειδή ήταν υποχρεωμένη να σέρνεται – κάτι που δεν είχε συνηθίσει να κάνει – τα γόνατα και οι αγκώνες της πονούσαν όταν, τελικά, βρέθηκε στον προορισμό της. Σταμάτησε να κινείται, κοιτάζοντας τις αποβάθρες του Υπόγειου πίσω από τη σχάρα.

Τα δύο τρένα ήταν σταματημένα όπως τα είχαν δείξει οι τηλεοπτικοί δέκτες. Λεγεωνάριοι ήταν συγκεντρωμένοι παντού, κρατώντας πυροβόλα όπλα αλλά και ρόπαλα, σπαθιά, μεγάλα μαχαίρια, και αλυσίδες. Η Τζάκι αναγνώρισε ανάμεσά τους τον πορφυρόδερμο Όρντιβελ τον Τροχό: τα μάτια της στένεψαν, οργισμένα, και το σαγόνι της σφίχτηκε.

Οι όμηροι βρίσκονταν απλωμένοι στις αποβάθρες του υπόγειου σταθμού χωρίς καμία τάξη, αλλά δεν μπορούσαν να φύγουν: Λεγεωνάριοι στέκονταν μπροστά στις κλειστές πόρτες. Ακριβώς κάτω από τον αεραγωγό όπου βρισκόταν η Τζάκι ήταν μια μητέρα που κρατούσε στην αγκαλιά της ένα μικρό αγόρι και του ψιθύριζε, χαϊδεύοντας το κεφάλι του.

Η Τζάκι, χρησιμοποιώντας την καινούργια μηχανή της, τράβηξε μερικές φωτογραφίες πίσω από τη σχάρα.

Παρατήρησε ότι σ’ένα σημείο κάποιοι όμηροι βρίσκονταν ξαπλωμένοι στο πάτωμα, με αίματα στο κεφάλι, και μια γυναίκα ήταν γονατισμένη κοντά τους. Έμοιαζε να τους περιποιείται. Ίσως να ήταν γιατρός.

Σ’ένα άλλο σημείο, παρόμοια τραυματισμένοι ήταν δύο φρουροί του Υπόγειου, ένας άντρας και μια γυναίκα. Οι στολές τους ήταν ποτισμένες από το αίμα. Κανένας δεν τους περιποιόταν αυτή τη στιγμή, και η Τζάκι δεν ήξερε αν ήταν ζωντανοί ή νεκροί.

Τα τρένα, επίσης, δεν μπορούσε να είναι βέβαιη αν είχαν εσωτερικές ζημιές· μονάχα μερικά σπασμένα παράθυρα έβλεπε από εδώ.

Πρέπει να βγω. Να πάω πιο κοντά.

Ήταν, όμως, αδύνατο ν’ανοίξει τη σχάρα μπροστά της· οι Λεγεωνάριοι θα την έβλεπαν αμέσως, και δεν ήθελε να φανταστεί τη συνέχεια…

Προσπάθησε να κοιτάξει, προς όλες τις μεριές, τους άλλους αεραγωγούς. Κανένας δεν της φαινόταν αρκετά κρυμμένος από τα βλέμματα των Λεγεωνάριων… εκτός αν υπήρχε κανένας εκεί, πίσω απ’το σημείο που η σήραγγα έστριβε.

Πώς θα το ανακαλύψω, όμως;

Η Τζάκι άρχισε να σέρνεται προς τα πίσω – πράγμα δυσκολότερο απ’το να πηγαίνει μπροστά. Βρήκε ένα άνοιγμα αριστερά της και μπήκε. Προχώρησε. Λίγο παρακάτω σταμάτησε, για να τρίψει τους αγκώνες της που την πονούσαν. Συνέχισε. Πέρασε πλάι από μια διακλάδωση που οδηγούσε σ’έναν αεραγωγό που δεν τη συνέφερε. Συνέχισε. Πέρασε από ακόμα έναν αεραγωγό που θα ήταν αυτοκτονία να τον χρησιμοποιήσει για να βγει – κι αυτός πρέπει να ήταν ο τελευταίος. Πλησίαζε στη στροφή, νόμιζε. Συνέχισε…

…και, ναι! είδε εκείνο που ήλπιζε. Υπήρχε διακλάδωση στον σωλήνα όπου σερνόταν. Έστριψε πλησιάζοντας τη σχάρα. Κοίταξε έξω, για ν’αντικρίσει τη σήραγγα πίσω απ’τη στροφή. Από κάτω της ήταν ο διάδρομος έκτακτης ανάγκης πλάι στις ράγες.

Εκεί έπρεπε να κατεβεί.

Άνοιξε τη σχάρα, όσο πιο αθόρυβα μπορούσε.

Έβγαλε το ένα πόδι από τον αεραγωγό και πήδησε. Η πτώση δεν ήταν μεγάλη· προσγειώθηκε εύκολα – και χωρίς να κάνει φασαρία. Τα γόνατά της την πόνεσαν λίγο ύστερα από τόση ταλαιπωρία μέσα στους σωλήνες, αλλά αυτό δεν ήταν τίποτα σπουδαίο.

Προσεχτικά, η Τζάκι πλησίασε τη στροφή, έχοντας την πλάτη της στον τοίχο. Το σκοτάδι της σήραγγας την έκρυβε.

Κρυφοκοίταξε απ’το πλάι. Δεν υπήρχε φρουρός. Γλίστρησε στην αποβάθρα και αναμίχθηκε με το πλήθος, κοιτάζοντας χαμηλά και έχοντας το πλατύγυρο καπέλο της κατεβασμένο ώστε να κρύβει το πρόσωπό της. Τη φωτογραφική μηχανή της την κρατούσε κρυμμένη κάτω από την καπαρντίνα της.

Πλησίασε τους τραυματίες, που δεν ήταν και τόσο μακριά της. Η γυναίκα που τους περιποιόταν εξακολουθούσε νάναι γονατισμένη πλάι τους. Τέσσερις άντρες, μία γυναίκα, παρατήρησε η Τζάκι, όλοι τους άσχημα χτυπημένοι. Πρησμένα μάτια, μαχαιριές, σπασμένες μύτες, αίματα στο πρόσωπο, ένα φανερά σπασμένο χέρι.

Η γιατρός (;) έστρεψε το βλέμμα της στη Τζάκι. Ήταν καφετόδερμη με μαύρα, σγουρά μαλλιά που έφταναν ώς τους ώμους. Τα ρούχα της είχαν βαφτεί από το αίμα των ανθρώπων που βοηθούσε.

«Τι έγινε εδώ;» ρώτησε η Τζάκι.

«Πού ήσουν;» έκανε η καφετόδερμη γυναίκα. «Κοιμόσουν;»

«Δεν ήμουν εδώ,» της ψιθύρισε η Τζάκι, γονατίζοντας πλάι της, κι έβαλε το δάχτυλό της μπροστά στα χείλη.

Τα μάτια της γυναίκας διαστάλθηκαν προς στιγμή και μετά στένεψαν. «Είσαι απ’τη Χωροφυλακή;»

«Δεν έχει σημασία· συνέχισε να κάνεις τη δουλειά σου.»

Η γυναίκα υπάκουσε στρεφόμενη στον ασθενή της: έναν άντρα γεμάτο μαχαιριές· ήταν θαύμα που τα μάτια του είχαν γλιτώσει άθικτα.

«Είσαι γιατρός;» τη ρώτησε η Τζάκι.

«Ναι.»

«Πες μου τι έγινε. Τους επιτέθηκαν;»

«Προσπάθησαν να παραμερίσουν τους Λεγεωνάριους, για ν’ανοίξουν τις πόρτες και να φύγουμε. Οι Λεγεωνάριοι τούς χτύπησαν, όπως βλέπεις.»

«Και οι φρουροί στην αντικρινή αποβάθρα;»

«Αυτοί χτυπήθηκαν στην αρχή, όταν η Λεγεώνα μάς σταμάτησε και πρόβαλαν αντίσταση.»

Η Τζάκι, σημειώνοντας τα όλα αυτά στη μνήμη της, σηκώθηκε όρθια. Με μεγάλη προσοχή, πήρε μια φωτογραφία τους τραυματίες, χωρίς να βγάλει τη μηχανή από το εσωτερικό της καπαρντίνας της· χωρίς να τη σηκώσει για να κοιτάξει τι ακριβώς φωτογράφιζε: δεν είχε σημασία πώς θα έβγαινε η φωτογραφία, αρκεί να έβγαινε.

Κοιτάζοντας χαμηλά, προχώρησε παρακάτω με αργά βήματα, σα να ήταν φοβισμένη (που ήταν λιγάκι, όφειλε να παραδεχτεί, οπότε δε χρειαζόταν να προσποιείται). Πέρασε δίπλα από Λεγεωνάριους χωρίς να την πειράξουν, χωρίς να της δώσουν καμία σημασία.

Πλησίασε ένα ακριανό βαγόνι του τρένου, λίγο πριν από τα σκοτάδια της σήραγγας. Έριξε ένα βλέμμα δεξιά κι αριστερά· κανένας δεν την παρατηρούσε. Γλίστρησε μέσα. Αφουγκράστηκε· κανένας δεν της φώναζε. Δεν την είχαν δει.

Σκυμμένη – για να μη φαίνεται από τα παράθυρα – προχώρησε μέσα στο εσωτερικό του τρένου. Δεν είχαν γίνει και πολλές ζημιές, παρατήρησε. Και έφτασε μέχρι το πρώτο βαγόνι, όπου ήταν το ενεργειακό κέντρο του οχήματος (το μέρος όπου καθόταν ο μάγος για να ελέγχει την ενεργειακή ροή με τη Μαγγανεία Κινήσεως), οι μηχανές, και η θέση του οδηγού. Ούτε εδώ είχε γίνει καμία ζημιά, αλλά η Λεγεώνα είχε πάρει όλες τις ενεργειακές φιάλες για να μην μπορεί, προφανώς, κανένας να ξεκινήσει τον συρμό χωρίς τη συγκατάθεσή της.

Η Τζάκι τραβούσε φωτογραφίες όσο προχωρούσε μέσα στο τρένο.

Και τώρα πέρασε σ’αυτό που ήταν σταματημένο ακριβώς δίπλα. Οι ενδιάμεσες πόρτες ήταν ανοιχτές γιατί εξυπηρετούσαν τη Λεγεώνα, που ήθελε επίσης να περνά από το ένα τρένο στο άλλο και από τη μια αποβάθρα στην άλλη χωρίς δυσκολία.

Η Τζάκι ήταν προσεχτική και σκυμμένη.

Εξερεύνησε κι αυτό το τρένο από πάνω ώς κάτω. Σε κάποια στιγμή απέφυγε μερικούς Λεγεωνάριους που πήγαιναν στην αντικρινή αποβάθρα χρησιμοποιώντας τους συρμούς σαν γέφυρα.

Οι παρατηρήσεις της ήταν ίδιες με πριν: ελάχιστες ζημιές· όλες οι ενεργειακές φιάλες παρμένες. Τράβηξε και κάμποσες φωτογραφίες.

Και βγήκε, με μεγάλη επιφύλαξη και από ένα ακριανό βαγόνι, στην αποβάθρα όπου μέχρι στιγμής δεν είχε βαδίσει. Ο κόσμος δεν ήταν λίγος κι εδώ· η Τζάκι εύκολα αναμίχθηκε μες στους ομήρους, που βρίσκονταν, άτακτα, σε διάφορα σημεία. Οι Λεγεωνάριοι δεν της έδωσαν σημασία. Ανάμεσά τους, το μάτι της πήρε τον Όρντιβελ· η καρδιά της χτύπησε απότομα στο στήθος της. Η Τζάκι κοίταξε από την άλλη, απομακρυνόμενη από τον πορφυρόδερμο Λεγεωνάριο με τα σκούρα μπλε μαλλιά.

Πλησίασε τους χτυπημένους φρουρούς του τρένου· δεν πήγε πολύ κοντά τους, όμως, επειδή δυο Λεγεωνάριοι στέκονταν μερικά βήματα παραδίπλα, καπνίζοντας και κρατώντας ο ένας μακρύ, λιγνό ρόπαλο κι ο άλλος πλατυλέπιδο σπαθί.

Η Τζάκι παρατήρησε τους φρουρούς. Ήταν νεκροί ή ζωντανοί; Κανένας απ’τους δύο δεν κουνιόταν.

Προσπάθησε να τους φωτογραφίσει μέσα από την καπαρντίνα της–

«Ε, εσύ εκεί! Τι σκατά κάνεις!»

Την είχαν δει.

Η Τζάκι, ενστικτωδώς, πάτησε το κουμπί, τράβηξε τη φωτογραφία.

«Δημοσιογράφος!» Μια Λεγεωνάρια την έδειχνε.

Η Τζάκι στράφηκε και έφυγε, περνώντας μέσα από τον κόσμο.

«Πιάστε τη, ρε βλάκες!» γκάρισε κάποιος. «ΠΙΑΣΤΕ ΤΗ!»

Ο αεραγωγός απ’τον οποίο είχε έρθει βρισκόταν στην αντικρινή μεριά του συρμού. Κοιτάζοντας τα τρένα είδε Λεγεωνάριους να έρχονται από μέσα τους. Δεν μπορούσε να περάσει απέναντι· θα τη σταματούσαν. Και δεν είχε χρόνο ν’ανοίξει κάποιον απ’τους εδώ αεραγωγούς και να μπει.

Έτρεξε προς τη σκοτεινή σήραγγα, τραβώντας το πιστόλι από την τσάντα της.

Δύο Λεγεωνάριοι βρέθηκαν στο διάβα της. Ο ένας κρατούσε αλυσίδες, ο άλλος έριχνε κάτω το ρόπαλό του κι έκανε να πιάσει το πιστόλι από τη ζώνη του.

«Κάντε πίσω!» τους φώναξε η Τζάκι σημαδεύοντάς τους χωρίς να πάψει να προχωρά. «Πίσω!»

Την αγνόησαν.

Τους πυροβόλησε: δύο ριπές, η μία κατόπιν της άλλης.

Σωριάστηκαν, βογκώντας.

Η Τζάκι πήδησε από πάνω τους κι έτρεξε μέσα στη σκοτεινή σήραγγα, ακολουθώντας τον διάδρομο έκτακτης ανάγκης.

Τα σκάτωσα…! Τα σκάτωσα τα σκάτωσα τα σκάτωσα… γρύλισε από μέσα της, θυμωμένη με τον εαυτό της.

Πίσω της άκουσε πυροβολισμούς, και σφαίρες να εξοστρακίζονται στα τοιχώματα του Υπόγειου Σιδηρόδρομου.

«Πιάστε τη, ρε ζώα, γαμώ τα γαμημένα κεφάλια σας! ΠΙΑΣΤΕ ΤΗ!»

Μ’έχουν αναγνωρίσει; αναρωτήθηκε η Τζάκι καθώς έτρεχε. Ξέρουν ότι είμαι εγώ; Ξέρουν ότι είμαι αυτή που κυνήγησαν μετά την έκρηξη στον Αρωγό; –Σταμάτα να σκέφτεσαι! Σταμάτα να σκέφτεσαι!

Θυμήθηκε τη μητέρα της που της έλεγε ότι η Αρτάλη φώτιζε περισσότερο εκείνους που σκέφτονταν λιγότερο και είχαν περισσότερη πίστη.

Πίσω της, άκουγε βήματα. Οι Λεγεωνάριοι έρχονταν. Ευτυχώς είχε προβάδισμα.

Ακολούθησε τη σκοτεινή σήραγγα για ώρα πολλή: πόση ακριβώς δεν ήξερε: ούτε ήξερε προς τα πού πήγαινε. Λογικά, όμως, θα έφτανε είτε στον σταθμό Παλαιοπώλη είτε στον Ναό. Μάλλον στον Παλαιοπώλη… ναι, βέβαια, στον Παλαιοπώλη, αφού δεν είχε τρέξει από τη μεριά που ο συρμός πήγαινε προς Ναό.

Καθώς προχωρούσε, όμως, μες στα σκοτάδια, θυμήθηκε ιστορίες που έλεγαν ότι ο Υπόγειος συναντούσε άλλες σήραγγες σε διάφορα σημεία: μυστηριώδεις σήραγγες σκαμμένες από τους πράκτορες της Παντοκράτειρας για άγνωστους λόγους, ή σκαμμένες από άλλους, πολύ προτού έρθουν στη Θακέρκοβ οι Παντοκρατορικοί, αλλά για εξίσου άγνωστους λόγους. Μπορούσε κανείς να συναντήσει ανείπωτα πράγματα εκεί κάτω, στα ανήλιαγα βάθη της Θακέρκοβ. Τέρατα μεταλλαγμένα, σαρκοβόρα θηρία από άλλες διαστάσεις, πελώρια ποντίκια, δαίμονες με γυαλιστερά μάτια, ανθρωποφάγους που ζούσαν για αιώνες στα σκοτάδια…

Αυτές, όμως, δεν είναι παρά ιστορίες, είπε στον εαυτό της η Τζάκι. Ιστορίες. Αστικοί μύθοι.

*

Κάποτε, σκοντάφτει. Πιάνεται απ’τον τοίχο πλάι της για να σηκωθεί. Και αφουγκράζεται. Δεν ακούει πια τους Λεγεωνάριους να έρχονται. Τα παράτησαν; Ή έχει χαθεί τελείως μέσα σε κάποιον παράξενο λαβύρινθο; Πόση ώρα έχει περάσει;

Λαχανιασμένη, κάθεται κάτω για να ανασάνει. Τώρα συνειδητοποιεί πόσο πολύ είχε τρομάξει.

Νομίζει ότι το σκοτάδι μουρμουρίζει στ’αφτιά της, μα δεν καταλαβαίνει τι της λέει.

Πού είμαι; Πλησιάζω τον σταθμό Παλαιοπώλη; αναρωτιέται μετά από λίγο.

Βρίσκει τη δύναμη να σηκωθεί όρθια, και συνεχίζει, αγγίζοντας τον τοίχο πλάι της, βαδίζοντας πάνω στον διάδρομο έκτακτης ανάγκης.

Βαδίζει… και βαδίζει… και βαδίζει… και βαδίζει…

Για πόση ώρα;

Πόσο μακριά είναι ο σταθμός Λημεριού από τον σταθμό Παλαιοπώλη; Προσπαθεί να υπολογίσει μέσα στο μυαλό της. Τέσσερα χιλιόμετρα; Πέντε; Έξι, το μέγιστο. Αποκλείεται περισσότερο. Δε θάπρεπε κανονικά νάχω φτάσει;

Σταματά. Γονατίζει, πλησιάζει την άκρη του διάδρομου έκτακτης ανάγκης…

Την άκρη;

Δε μπορεί η άκρη να είναι τόσο μακριά… Δεν…

Δεν είναι πια στον διάδρομο έκτακτης ανάγκης! συνειδητοποιεί τρομαγμένη. Σηκώνεται, κάνει μερικά βήματα. Τα πόδια της δεν συναντούν ράγες πουθενά. Φτάνει στο άλλο τοίχωμα της σήραγγας. Το αγγίζει. Τραχιές πέτρες κάτω από τις παλάμες της.

«Όχι…» μουρμουρίζει απεγνωσμένα. «Όχι…!»

Και ξέρει ότι έχει χαθεί, κάπου στις δαιδαλώδεις σήραγγες που βγαίνουν από τον Υπόγειο Σιδηρόδρομο.

*

Ο Έκτορας έστειλε τον Αλλάνδρη να πάει να βρει τη Τζάκι, για να της πει ότι ήθελαν να τους φέρει παλιές εφημερίδες με αναφορές στο πλάσμα που έπεσε από το φεγγάρι. Ο Αλλάνδρης πήρε ένα δίκυκλο, έφυγε από τη Σφαίρα, και έφτασε στη Μικρόπολη. Σταμάτησε στο πλάι του δρόμου και, χρησιμοποιώντας τον πομπό του, κάλεσε τον πομπό που είχαν δώσει στη Τζάκι. Απάντηση δεν πήρε, όχι επειδή η δημοσιογράφος δεν άνοιγε τον πομπό της αλλά επειδή, απ’ό,τι φαινόταν, ο πομπός της ήταν εκτός εμβέλειας.

Ακόμα στην εφημερίδα είναι;

Ο Αλλάνδρης έβαλε μπροστά το δίκυκλό του και πήγε κοντά στα γραφεία της Πόλης. Σταμάτησε πάλι στο πλάι του δρόμου και κάλεσε τη Τζάκι. Η δημοσιογράφος – ή, τουλάχιστον, ο πομπός της – εξακολουθούσε νάναι κάπου μακριά.

Τι στα κωλομέρια της Λόρκης…;

Ο Αλλάνδρης κλείδωσε το όχημά του. Μπήκε σ’ένα σοκάκι, έκανε μια πρόχειρη μεταμφίεση στη μάπα του, βγήκε, και πήγε στα γραφεία της Πόλης.

«Γεια σας,» είπε στον τύπο που ήταν στις πληροφορίες. «Είναι εδώ η Τζάκι Νίλκοφ;»

Ο άντρας συνοφρυώθηκε. «Νομίζω ότι έφυγε, κύριε. Μια στιγμή να δω.» Σήκωσε τον δίαυλό του και πάτησε ένα κουμπί. Μετά, μάλλον επειδή δεν έλαβε απάντηση, πάτησε ένα άλλο κουμπί. «Έλα,» είπε σε κάποιον, «είναι εκεί η Τζάκι;… Εντάξει.» Έκλεισε τον δίαυλο και στράφηκε πάλι στον Αλλάνδρη. «Δεν είναι εδώ, κύριε.»

«Πού έχει πάει, αν επιτρέπεται; Είμαι ένας φίλος της, και την ψάχνω.»

«Νομίζω ότι πήγε στον σταθμό Λημεριού, να κάνει ρεπορτάζ για τα γεγονότα εκεί.»

Είναι τελείως ανισόρροπη, λοιπόν, σκέφτηκε ο Αλλάνδρης. «Ευχαριστώ,» είπε και έφυγε από τα γραφεία της Πόλης.

Το αφεντικό θα τσαντιστεί πάλι.

Προτού όμως επιστρέψει στη Σφαίρα, ο Αλλάνδρης πήγε στον σταθμό Λημεριού. Παρότι μεσημέρι, κάμποσοι παλαβοί δημοσιογράφοι ήταν μαζεμένοι εδώ. Τη Τζάκι δεν την είδε πουθενά. Την κάλεσε με τον πομπό του. Καμία απάντηση. Εκτός εμβέλειας.

Τη γαμήσαμε.

Ενεργοποίησε το δίκυκλό του και επέστρεψε στη Σφαίρα.

*

Η Τζάκι βαδίζει ώρα πολλή μέσα στο σκοτάδι, φοβούμενη ν’ανάψει τον φακό της. Φοβούμενη ότι, παρότι δεν τους ακούει, ίσως οι Λεγεωνάριοι να είναι κάπου κοντά και να τη δουν. Μετά, όμως, μια δυνατή κακοσμία έρχεται στα ρουθούνια της, και κάτω απ’τα πόδια της ακούει τριξίματα που την κάνουν ν’ανατριχιάζει.

Σταματά.

Δε μπορώ να συνεχίσω έτσι. Πρέπει να δω.

Βγάζει τον φακό της, τον ανάβει. Το σκοτάδι διαλύεται.

Στο πάτωμα βλέπει κόκαλα. Ανθρώπινα.

Παγώνει.

Ένα κρανίο παραδίπλα. Μια διαλυμένη θωρακική κοιλότητα. Μικρότερα κόκαλα από δω κι από κει.

Τι μέρος είν’ αυτό;

Τι έφαγε αυτόν τον τύπο; Τι τον έφαγε;

Η Τζάκι βαδίζει γρήγορα, για να φύγει όσο πιο μακριά γίνεται από εδώ. Συναντά ρηχά, βρόμικα νερά· οι μπότες της πλατσουρίζουν μέσα τους.

Σκέφτεται ότι ίσως να μην έφαγε τίποτα αυτόν τον άνθρωπο. Ίσως να πέθανε εδώ από πείνα, ή από γηρατειά, ή από αρρώστια…

Φοβάται.

Προσεύχεται στην Αρτάλη να τη βοηθήσει.

Περιπλανιέται σε ανέγνωρες σήραγγες, γεμάτες σκουπίδια, ποντίκια, ερπετά, και έντομα· κόκαλα, ανθρώπινα και μη· μολυσμένα νερά, λάσπες, χώματα, πέτρες. Λάκκοι υπάρχουν σε μερικά σημεία – ευτυχώς που άναψα τον φακό μου. Τα πόδια της πονάνε αλλά δεν δίνει σημασία – δεν μπορεί να σταματήσει εδώ πέρα· πρέπει να βγει.

Τουλάχιστον, η Λεγεώνα την έχει χάσει… Καλύτερα σε τούτο τον λαβύρινθο παρά στα χέρια τους…

Σε κάποιους τοίχους βλέπει γκράφιτι. Νεκροκεφαλές. Φτερούγες. Ένας γρύπας. Γυναικεία στήθη. Ένα σπαθί που στάζει αίμα. Ονόματα: Ριγγος· Καλκουνννης· ιπταΜΕΝΗ· ΧαΧαΣ.

Σκέφτεται να φωνάξει, μήπως κανένας είναι εδώ κοντά και τη βοηθήσει. Το ξανασκέφτεται και μένει σιωπηλή.

Ο φακός της αρχίζει να τρεμοπαίζει. Η μπαταρία τελειώνει.

Μη μου το κάνεις αυτό… Σε παρακαλώ, μη μου το κάνεις αυτό, γαμώ τη μάνα σου…!

Μετά από λίγο ο φακός σβήνει, αφήνοντάς τη στο σκοτάδι.

«Κατάρες!…» μουρμουρίζει η Τζάκι και τον βάζει μέσα στην τσάντα της. Θυμάται ότι είδε ένα ξύλο λίγο πιο πριν. Πηγαίνει πίσω, προσεχτικά· καταφέρνει να το βρει και, μετά, προχωρά κρατώντας το εμπρός της – πρόληψη για τις λακκούβες και για άλλους κινδύνους.

Τελικά, αποδεικνύεται χρήσιμο.

Πώς τα καταφέρνω και μπλέκω έτσι;

Για πόσο βαδίζει; Τα πόδια της την πεθαίνουν.

Αρτάλη, βοήθησέ με! Δεν μπορεί να μην υπάρχει έξοδος από εδώ. Αφού από κάπου μπήκα, από κάπου θα βγω.

Ώρα περνά…

Κι έπειτα, μια φωνή που κάτι τής θυμίζει:

…Τζάκι…

«Δε μπορεί…» μουρμουρίζει η Τζάκι. «Δε μπορεί…» Το μυαλό της ήταν.

Τζάκι…

Όχι, δεν ήταν το μυαλό της.

Ξεροκαταπίνει. «Τι θέλεις;» ρωτά, δειλά.

…Θέλεις να βγεις;

«Μάντης είσαι;»

…Χα-χα-χα-χα… Κάτι σαν μάντης, για σένα.

Υπάρχει έξοδος δεξιά σου; Ψάξε…

Η Τζάκι βαδίζει ψάχνοντας με το αυτοσχέδιο ραβδί της.

«Δεν υπάρχει.»

…Συνέχισε έτσι…

Παίζει μαζί της, ό,τι κι αν είναι αυτός ο… ο δαίμονας;

…Δεν θέλω να σε κοροϊδέψω…

Ο γαμημένος ήξερε τι σκεφτόταν!

…Εκπλήσσεσαι λόγω άγνοιας.

Συνέχισε να ψάχνεις στα δεξιά σου…

Η Τζάκι συνεχίζει να ψάχνει στα δεξιά, με το ραβδί της. Δεν έχει, εξάλλου, τίποτα καλύτερο να κάνει. Δεν έχει κανένα καλύτερο σχέδιο για να βγει.

Σε κάποιο σημείο – όχι και πολύ μακριά, νομίζει – συναντά ένα άνοιγμα.

…Το βρήκες. Έλα από εκεί. Πέρνα.

«Πού θα βγω;»

…Κοντά μου.

«Είσαι τρελός; Θα με κυνηγήσουν πάλι!»

…Την άλλη φορά, δεν κάθισες να με ακούσεις. Έπρεπε να με είχες ακούσει, Τζάκι…

Η Τζάκι μπαίνει στο δεξί πέρασμα.

…Ψάξε αριστερά, τώρα…

Ψάχνει αριστερά, με το ραβδί. «Δεν υπάρχει τίποτα. Μόνο τοίχος.» Τον αγγίζει με το χέρι της. Το πέρασμα εδώ είναι στενό.

…Είσαι δίπλα μου.

«Δε μπορώ να περάσω μέσα από τοίχους!»

…Χτύπα τον. Ίσως να πέσει.

Η Τζάκι τον κλοτσά, με δύναμη. «Δε γίνεται τίποτα.»

…Προσπάθησε!

Η Τζάκι ξανακλοτσά τον τοίχο, και μετά πέφτει πάνω του με τον ώμο. Νιώθει τις πέτρες να κουνιούνται. Δεν στέκονται καλά, συνειδητοποιεί. Μετά την έκρηξη στο οικοδόμημα, είναι ετοιμόρροπες.

Κλοτσά τον τοίχο, ξανά και ξανά και ξανά. Πέτρες αρχίζουν να πέφτουν. Κατάλευκο φως γλιστρά μέσα. Η Τζάκι δημιουργεί τελικά μια τρύπα αρκετά μεγάλη για να περάσει, αν και με κάποια δυσκολία. Φτάνει στο υπόγειο του Αρωγού, μπροστά στη σιδερένια πόρτα.

«Τι είσαι;» ρωτά, λαχανιασμένη και καταϊδρωμένη.

…Γνωρίζεις αυτούς που ονομάζουν τους εαυτούς τους επαναστάτες… Πες τους ότι τους χρειάζομαι. Πες τους ότι δεν θέλω να έρθουν εδώ οι πράκτορες της Παντοκράτειρας. Μπορούν να με χρησιμοποιήσουν για να κάνουν κάτι πολύ κακό – κάτι που επιθυμώ να αποφύγω.

Με καταλαβαίνεις, Τζάκι, έτσι δεν είναι;

Η Τζάκι κατένευσε. «Ναι.»

…Πήγαινε τώρα επάνω, και πρόσεχε. Στρίψε δεξιά. Περίμενε να περάσει ένα κόκκινο τετράκυκλο όχημα, και μετά ένα φορτηγό με πράσινες ρίγες. Και βγες πηγαίνοντας στον ακριβώς απέναντι δρόμο που κοιτάζεις.

Τα θυμάσαι, έτσι δεν είναι;

«Ναι… αλλά πώς ξέ–;»

…Δεν έχει σημασία. Πήγαινε, τώρα! Ο χρόνος μετρά!

Η Τζάκι έφυγε. Ανέβηκε τη σκάλα. Βγήκε επάνω, στα συντρίμμια του Αρωγού.

Ήταν νύχτα.

Μεγάλη Αρτάλη! πόσες ώρες πέρασα εκεί κάτω, βαδίζοντας; Δεν ήταν παράλογο, λοιπόν, που τα πόδια της την πονούσαν τόσο.

Προχώρησε στρίβοντας δεξιά. Κοίταξε το συρματόπλεγμα: αναδιπλωνόταν σ’εκείνο το σημείο, και ήταν ουσιαστικά μισάνοιχτο, μόλις και μετά βίας· αρκετό για να γλιστρήσει από εκεί μια λεπτή γυναίκα – σαν τη Τζάκι.

Κοίταξε τον δρόμο, πέρα από το συρματόπλεγμα. Περιμένοντας.

Είδε να περνά ένα κόκκινο τετράκυκλο.

Πώς σκατά το ήξερε;

Περίμενε μερικές στιγμές ακόμα.

Ένα φορτηγό με πράσινες ρίγες πέρασε.

Αδύνατον! Κι όμως…

Η Τζάκι έτρεξε, έσπρωξε ελαφρώς το μισάνοιχτο συρματόπλεγμα, και βγήκε απ’τα συντρίμμια του Αρωγού περνώντας στον αντικρινό δρόμο. Κανένας δεν τη σταμάτησε.

Βάδισε για λίγο, προσέχοντας να δει μήπως την παρακολουθούσαν. Τίποτα· ο δρόμος ήταν έρημος.

Θα τρελαθώ. Ήξερε ακριβώς τη σωστή στιγμή για να φύγω… Τι είναι εκεί κάτω;

Ήθελε απεγνωσμένα να πάει στο σπίτι της, να ξεκουραστεί. Αλλά η παράξενη οντότητα τής είχε πει να μιλήσει στους επαναστάτες: και η Τζάκι αποφάσισε ότι πρέπει να ήταν σημαντικό. Δε γινόταν να το αγνοήσει.

Ευτυχώς, είχε χρήματα επάνω της. Μπορούσε να πάρει ένα επιβατηγό. Ακόμα και αερομεταφορέα, αν ήθελε. Αλλά δεν ήθελε· δεν είχε και λεφτά για πέταμα.

Οι νυχτερινοί δρόμοι της Θακέρκοβ τής έμοιαζαν, για πρώτη φορά στη ζωή της, φωτεινοί καθώς τους διέσχιζε.

Κεφάλαιο 12
Διηγήσεις Μέσα στη Νύχτα

Η μουσική ήταν Ελάσσονες Ανεμοβούβαλοι, Αγώνας Πυρός.

Ο Έκτορας κράτησε τη στέκα οριζόντια, λύγισε τη μέση του μπροστά στο τραπέζι του μπιλιάρδου, σημάδεψε τη μπάλα εμπρός του. Τη χτύπησε, σπρώχνοντας τη στέκα απότομα από την πίσω μεριά. κρακ! ταπ ταπ – ταπ! Η μια μπάλα χτύπησε την άλλη, την άλλη, την άλλη, και την άλλη – και η τελευταία βούτηξε μέσα σε μια γωνιακή τρύπα.

«Καθίκι της Λόρκης!…» μούγκρισε ο Κλεόβουλος ο Φωνακλάς, ο αρχηγός της συμμορίας των Λυσσασμένων, ο οποίος στεκόταν αντίκρυ του Έκτορα με τη στέκα του στο χέρι και με τον συμπαίκτη του – έναν από τους Λυσσασμένους – πλάι του.

Συμπαίκτης του Έκτορα ήταν ο Χρίστος, που δεν ήταν τόσο καλός στο μπιλιάρδο αλλά μάθαινε.

«Μ’αυτό τον τύπο, πάντως, που έχεις μπλέξει, μη νομίζεις ότι θ’αντέξεις πολύ, Έκτορα,» είπε ο Κλεόβουλος. «Για κάθε μια μπάλα που θα βάζουμε εγώ κι ο Φιλλόνης, αυτός θα βάζει μισή μπάλα.»

«Κι εγώ θα βάζω τέσσερις,» αποκρίθηκε ο Έκτορας.

Ο Κλεόβουλος μειδίασε, σαν τσακάλι, μέσα απ’τα μούσια του. «Γαμημένο καθίκι.» Και, κάνοντας τον κύκλο του μπιλιάρδου, επέλεξε τη μπάλα που ήθελε να χτυπήσει. Τεντώθηκε επάνω στο τραπέζι, κρατώντας τη στέκα του οριζόντια. Σημαδεύοντας με προσοχή.

Ο Έκτορας τον περίμενε ενώ, συγχρόνως, έριχνε μια ματιά ολόγυρα στην αίθουσα της Οινόσφαιρας, όπου αρκετός κόσμος ήταν μαζεμένος απόψε. Εκτός από τον αρχηγό τους, είχε έρθει και σχεδόν όλη η υπόλοιπη συμμορία των Λυσσασμένων. Ο Σωσίας έκανε κάτι κόλπα σε μια γωνία του δωματίου, και τώρα έβγαζε, κάπως, φωτιά μέσα από μια λεκάνη νερό· οι θεατές του χειροκροτούσαν. Η Χλόη καθόταν σ’ένα στρογγυλό τραπέζι μαζί μ’άλλους τρεις (δύο γυναίκες, έναν άντρα) και έπαιζε χαρτιά· η όψη της ήταν αινιγματική καθώς κοιτούσε τα φύλλα στο γαντοφορεμένο χέρι της.

Η εξώπορτα της Σφαίρας άνοιξε κι ένα καινούργιο άτομο μπήκε. Φορούσε καπαρντίνα και πλατύγυρο καπέλο. Τα ρούχα του ήταν βρομισμένα και ταλαιπωρημένα. Και ο Πρόμαχος της Επανάστασης γνώριζε αυτό το άτομο.

Η Τζάκι!

Ο Αλλάνδρης είχε πάει να τη βρει το μεσημέρι – γιατί ο Έκτορας ήθελε εφημερίδες από την εποχή που το πλάσμα απ’το φεγγάρι είχε πέσει στο οικόπεδο του Αρωγού – αλλά η δημοσιογράφος ήταν εξαφανισμένη, και ο πομπός της εκτός εμβέλειας. Ο Αλλάνδρης τού είχε πει ότι η Τζάκι είχε πάει να κάνει ρεπορτάζ στο Λημέρι, στον σταθμό του Υπόγειου, όπου η Λεγεώνα είχε σταματήσει τα τρένα και είχε πάρει ομήρους. Ο Έκτορας είχε ανησυχήσει, και είχε αναρωτηθεί, θυμωμένα: Δε σκέφτηκε η μαλακισμένη ότι ίσως να τη μπανίσουν αυτοί που την κυνήγησαν εκείνο το βράδυ;

Βλέποντάς τη τώρα να κοιτάζει γύρω-γύρω, ύψωσε το χέρι του και το κούνησε προς το μέρος της.

(Άκουσε τη στέκα του Κλεόβουλου να χτυπά τη μπάλα που σημάδευε, κι αυτή τη μπάλα να χτυπά άλλες μπάλες.)

Η Τζάκι είδε τον Έκτορα, κι αμέσως τον πλησίασε. Το πρόσωπό της ήταν μαυρισμένο, παρατήρησε εκείνος. Τι έκανε πάλι; Μέσα σε υπονόμους σερνόταν;

«Καλώς την,» της είπε. «Έπιασες δουλειά υδραυλικού;» Σούφρωσε τη μύτη του: η τύπισσα δεν ήταν μαυρισμένη μόνο· βρομούσε κιόλας.

Η Τζάκι συνοφρυώθηκε. «Τι;»

«Δεν έχεις δει τον εαυτό σου στον καθρέφτη, μάλλον.»

(Η φωνή του Κλεόβουλου: «Σειρά σου, μεγάλε.» Μιλούσε στον Χρίστο.)

Η Τζάκι μόρφασε. «Μπορώ να κάνω ένα μπάνιο;»

«Τι έγινε πάλι;»

«Θα σου πω. Γι’αυτό είμαι εδώ. Πρέπει οπωσδήποτε να σου πω. Αλλά να κάνω ένα μπάνιο, πρώτα;»

Ο Έκτορας ένευσε. «Πάμε επάνω.»

«Ε! πού πας, Έκτορα;» του φώναξε ο Κλεόβουλος, καθώς εκείνος απομακρυνόταν μαζί με τη Τζάκι.

«Δουλειές, αρχηγέ. Αλλά θα σου βρω άλλον, εξίσου καλό. Ίσως και καλύτερο.» Ο Έκτορας έκανε νόημα στον Αλλάνδρη, που καθόταν στο μπαρ πίνοντας και παίζοντας το κομπολόι του. Ο Αλλάνδρης αμέσως κατάλαβε· ένευσε και πήγε προς το μπιλιάρδο, για να πάρει τη θέση του Προμάχου.

Ο Έκτορας οδήγησε τη Τζάκι στον πρώτο όροφο και στο δωμάτιό του.

«Πού έμπλεξες;» τη ρώτησε, ανοίγοντάς της την πόρτα για το μπάνιο. «Με τη Λεγεώνα;»

«Περίπου, αλλά όχι μόνο.»

«Με τους Παντοκρατορικούς;»

«Καθόλου. Βασικά, συνάντησα πάλι εκείνη τη φωνή στο υπόγειο του Αρωγού

«Νόμιζα ότι είχες πάει στο σταθμό στο Λημέρι.»

«Εκεί είχα πάει, στην αρχή. Τέλος πάντων· σε πειράζει να βγεις;»

«Καλώς, αλλά όχι με το πάσο σου,» της είπε ο Έκτορας βγαίνοντας από το μπάνιο.

Η Τζάκι έκλεισε την πόρτα.

Εκείνος περίμενε έξω, βηματίζοντας μέσα στο δωμάτιο.

Η μισάνοιχτη εξώπορτα χτύπησε. Ο Έκτορας στράφηκε και είδε τον Αίολο.

«Τρέχει τίποτα, αφεντικό;»

«Η Τζάκι είναι εδώ,» είπε ο Έκτορας δείχνοντας, με τον αντίχειρά του, την κλειστή πόρτα του μπάνιου. «Λέει πως μίλησε πάλι μ’εκείνη τη φωνή.»

«Στον Αρωγό

«Ναι.»

«Δεν πειράζει να μείνω, υποθέτω…» είπε ο Αίολος.

«Εκτός αν σκοπεύεις να κατουρήσεις τα παπλώματα.»

Ο μάγος μειδίασε και έστρωσε τα γυαλιά του.

Μετά από λίγο, η πόρτα του μπάνιου μισάνοιξε και το πρόσωπο της Τζάκι φάνηκε· τα μαλλιά της ήταν βρεγμένα. «Υπάρχει μια ρόμπα; Και μια πετσέτα;»

Ο Έκτορας τής έδωσε πετσέτα και ρόμπα, και μετά εκείνη βγήκε από το μπάνιο τυλιγμένη με τη δεύτερη.

«Ευχαριστώ,» είπε· «μου χρειαζόταν. Δε θα με πιστέψεις άμα σου πω πού κατέληξα… Τι κάνεις, Αίολε;» χαιρέτησε κοιτάζοντας τον μάγο.

«Εγώ καλά είμαι.»

«Κάθισε,» είπε ο Έκτορας στη Τζάκι, δείχνοντάς της το κρεβάτι με μια αδιάφορη χειρονομία.

Η δημοσιογράφος κάθισε. Ο Πρόμαχος κάθισε παραδίπλα, σε μια καρέκλα. Ο Αίολος έμεινε όρθιος, με τον ώμο ακουμπισμένο στον τοίχο.

Η Τζάκι τούς είπε τι συνέβη στον σταθμό Λημεριού και πώς, τελικά, βρέθηκε στο υπόγειο του Αρωγού.

«Αυτή η οντότητα, ό,τι κι αν είναι, λέει πως σας χρειάζεται. Λέει πως θέλει να τη σώσετε από τα χέρια των πρακτόρων της Παντοκράτειρας γιατί σκοπεύουν να τη χρησιμοποιήσουν για κάτι πολύ κακό.»

«Τι κακό;» ρώτησε ο Αίολος.

Η Τζάκι κούνησε το κεφάλι, πίνοντας μια γουλιά από τον Κρύο Ουρανό που της είχε προσφέρει ο Έκτορας πριν από λίγο καθώς εκείνη μιλούσε και είχε ζητήσει κάτι για να υγράνει το στόμα της. «Δε διευκρίνισε.»

«Μυστηριώδης ο φωτεινός φίλος μας, λοιπόν…» σχολίασε ο Αίολος.

«Το δίχως άλλο,» συμφώνησε ο Έκτορας.

«Τι λες, αφεντικό; Να του προσφέρουμε τις υπηρεσίες μας;»

«Εσύ είσαι ο μάγος, εσύ πες μου. Δεν ξέρω τι σκατά είναι αυτό το πλάσμα.»

«Όπως ξέρεις, ούτε εγώ ξέρω.»

«Νομίζεις ότι μπορεί να λέει ψέματα;» ρώτησε ο Έκτορας.

«Μάλλον όχι. Ό,τι κι αν έχουν οι Παντοκρατορικοί στο μυαλό τους, σίγουρα, δεν θα είναι τίποτα το καλό.»

«Δε μπορώ, όμως, να κάνω τίποτα εγώ για να πάρω αυτό το πλάσμα από το υπόγειο,» είπε ο Έκτορας. «Το φρουρούν ένα σωρό πούστηδες. Κι απ’ό,τι καταλαβαίνω, ούτε οι Παντοκρατορικοί μπορούν να το πάρουν από εκεί, γι’αυτό κάθονται και το φυλάνε. Τι να κάνω, λοιπόν; Να διώξω τους Παντοκρατορικούς;»

Στράφηκε στη Τζάκι. «Αφού βλέπει το μέλλον ο φίλος σου, γιατί δε σου είπε και πώς να τον βοηθήσουμε;»

Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους, υποδηλώνοντας άγνοια.

Ο Αίολος μόρφασε. «Δεν ξέρω αν βλέπει το μέλλον ακριβώς, Έκτορα. Σκέψου… Γνώριζε τι οχήματα θα περνούσαν έξω απ’τα συντρίμμια του Αρωγού· γνώριζε ποια ήταν η κατάλληλη στιγμή για να φύγει η Τζάκι· αλλά δεν γνώριζε αν υπήρχε άνοιγμα που να οδηγεί στο υπόγειο. Είπε στη Τζάκι να ψάξει να βρει κάποιο άνοιγμα· δεν της είπε, για παράδειγμα, ότι το άνοιγμα ήταν δέκα ή είκοσι ή ογδόντα βήματα από κει όπου βρισκόταν. Κι επιπλέον, τελικά δεν υπήρχε άνοιγμα· η Τζάκι αναγκάστηκε να γκρεμίσει έναν ετοιμόρροπο τοίχο για να φτάσει στο υπόγειο του Αρωγού

«Πού θες να καταλήξεις, μάγε;»

«Ότι δεν βλέπει το μέλλον.»

«Τι βλέπει, τότε; Ήξερε ότι η Λεγεώνα θα επιτιθόταν στη Τζάκι εκείνο το βράδυ.»

«Επίσης,» τόνισε ο Αίολος, «ήξερε το όνομα της Τζάκι, και γενικώς φαίνεται να μπορεί να διαβάζει τις σκέψεις της – ή, τουλάχιστον, ορισμένες από αυτές.»

«Μάλιστα…» είπε ο Έκτορας. «Αλλά προβλέπει και το μέλλον, δεν το προβλέπει;»

Ο Αίολος ήταν σκεπτικός. «Ίσως…»

«Θα με τρελάνεις, μάγε!» Ο Πρόμαχος σηκώθηκε από την καρέκλα του.

«Μα,» είπε ο Αίολος, «αν προέβλεπε το μέλλον, θα ήξερε ότι δεν υπήρχε άνοιγμα σ’εκείνες τις σήραγγες· θα ήξερε ότι η Τζάκι έπρεπε να σπάσει τον τοίχο! Επομένως, δεν βλέπει το μέλλον.»

«Μπορεί,» υπέθεσε η Τζάκι, «να μην προβλέπει τα πάντα. Μερικά πράγματα μόνο…»

«Γιατί;»

Η Τζάκι, φυσικά, δεν είχε απάντηση να δώσει.

Ο Αίολος κούνησε το κεφάλι. «Δεν προβλέπει το μέλλον· κάτι άλλο κάνει.»

Ο Έκτορας ρουθούνισε. «Καλά… Θα ρωτήσω τον Σωσία να μου πει.

»Από αύριο, αρχίζουμε να παρακολουθούμε τα συντρίμμια του Αρωγού, μήπως καταφέρουμε να βγάλουμε καμια άκρη σ’αυτή την υπόθεση.»

Κοίταξε πάλι τη Τζάκι. «Εσύ θέλεις να μείνεις εδώ απόψε;»

«Θα γυρίσω σπίτι μου, καλύτερα.»

«Εντάξει. Μαμούνια έχεις ακόμα εκεί;»

Η Τζάκι συνοφρυώθηκε. «Τι;»

«Κοριούς έχεις ακόμα στο σπίτι σου;»

Η Τζάκι ένευσε. «Ναι.»

Ο Αίολος είπε στον Έκτορα: «Η μπαταρία τους δε θάχει τελειώσει ακόμα, αφεντικό. Το θέμα είναι αν θα ξαναμπούν στο σπίτι της μετά για να τους ανανεώσουν.»

«Ας ελπίσουμε ότι δεν θα μπουν.» Και προς τη Τζάκι: «Μην τυχόν και πας τώρα, μες στη νύχτα, να πάρεις τ’άλογό σου από το στάβλο στο Λημέρι όπου το άφησες.»

Εκείνη μειδίασε. «Νομίζεις ότι είμαι τρελή.» Δεν ήταν ερώτηση.

«Ο γκόμενός σου σου έδωσε τη δύναμη να διαβάζεις το μυαλό;»

Η Τζάκι γέλασε. Σηκώθηκε από την άκρη του κρεβατιού όπου ήταν καθισμένη. «Εντάξει, δεν είμαι τόσο τρελή.»

«Το εύχομαι. Γιατί θέλω να μου κάνεις μια χάρη.»

«Τι χάρη;»

«Να μου βρεις κάτι παλιές εφημερίδες.»

*

Ο Κριτόλαος σηκώθηκε από το κρεβάτι, μέσα στο δωμάτιο που ήταν φωτισμένο από την αστροφεγγιά και τα φώτα της πόλης.

«Πού πηγαίνεις;» ρώτησε η Χοαρκίδα, ακόμα ξαπλωμένη, με μια ζεστή κουβέρτα τυλιγμένη σαν φίδι γύρω απ’το γυμνό κατάλευκο σώμα της.

«Πρέπει να μιλήσω σε κάποια,» αποκρίθηκε εκείνος, και πήρε τον πομπό του από το γραφείο της όπου τον είχε αφήσει. Κάθισε στην καρέκλα πίσω απ’το γραφείο και πάτησε ένα πλήκτρο, καλώντας την Ελεονόρα’σαρ.

Εκείνη δεν άργησε να απαντήσει. «…Ναι;» Ακουγόταν μισοκοιμισμένη.

«Εγώ είμαι, ο Κριτόλαος.»

«Κριτόλαε.» Καθάρισε το λαιμό της. «Σε είχα καλέσει και πριν. Τρεις φορές.»

«Το είδα. Δεν μπορούσα να απαντήσω αμέσως.»

«Τι έγινε με την υπόθεσή μας;»

«Το οικόπεδο είναι δικό μας. Μπορείς αύριο να έρθεις στην πόλη.»

«Υπέροχα!» Υπήρχε ενθουσιασμός στη φωνή της. «Δε βλέπω την ώρα να αρχίσω.»

«Χαίρομαι που η υπόθεση σε ενθουσιάζει.»

Η Ελεονόρα γέλασε. «Αυτή μπορεί να είναι μια από τις σημαντικότερες έρευνες που έχουν γίνει ποτέ, ξέρεις.»

«Ναι. Θα το δούμε. Θα σε περιμένω αύριο.»

«Δε θα κοιμηθώ, νομίζω, απόψε.»

«Να κοιμηθείς, για να μην κοιμηθείς όρθια όταν είσαι εδώ.»

Η Ελεονόρα γέλασε πάλι. Καληνυχτίστηκαν και η επικοινωνία τερματίστηκε.

«Ποια ήταν αυτή;» ρώτησε η Χοαρκίδα.

Ο Κριτόλαος σηκώθηκε απ’το γραφείο της και βάδισε προς το κρεβάτι. «Μια άγρια από τα Φέρνιλγκαν.»

Τα γαλανά μάτια της Χοαρκίδας γυάλισαν θυμωμένα μες στο μισοσκόταδο.

Ο Κριτόλαος κάθισε στο κρεβάτι, αντικρίζοντάς την. «Μια λέξη είπα.»

«Είπες παραπάνω από μια λέξη. Πολλές παραπάνω.» Η Χοαρκίδα καταγόταν από τις περιοχές κοντά στα Φέρνιλγκαν: εκεί ήταν η οικογένειά της: αλλά δεν της άρεσε να της το θυμίζουν. Προσπαθούσε, απεγνωσμένα ορισμένες φορές, να ξεχάσει το παρελθόν της. Νόμιζε ότι τη μείωνε, τώρα που ήταν Διευθύντρια του Άστρου.

«Δε θα μου εξηγήσεις, δηλαδή, πώς ακριβώς λατρεύουν οι ιέρειες τον Κάρτωλακ στα Φέρνιλγκαν;» τη ρώτησε ο Κριτόλαος, σοβαρά.

Η Χοαρκίδα ήταν τώρα εξαγριωμένη. Έκανε να παραμερίσει την κουβέρτα και να σηκωθεί απ’το κρεβάτι. Αλλά ο Κριτόλαος την έπιασε απ’το μπράτσο, σταματώντας την.

«Χοαρκίδα, σου έχω πει τι ήταν οι δικοί μου γονείς;»

Τον ατένισε κατάματα, για μερικές στιγμές, μες στο μισοσκόταδο· λίγος θυμός και λίγη αγριάδα είχαν υποχωρήσει από τα μάτια της. «Όχι,» η φωνή της ήταν επίπεδη, «δεν μου έχεις πει. –Και ούτε εγώ σου έχω πει,» τόνισε με πικρία, «αλλά το ξέρεις ούτως ή άλλως…»

Φυσικά και το ήξερε. Δε θα είχε πληροφορίες για τη Διευθύντρια του Άστρου; Τι έκανε, τότε, σε τούτη την πόλη;

«Ο πατέρας μου ήταν ιερέας του Κρόνου,» είπε στη Χοαρκίδα. «Η μητέρα μου σκότωνε κόσμο επί πληρωμή, από προτού σχηματιστεί η Παντοκρατορία.»

«Και λοιπόν; Δεν είναι χειρότερο απ’το να κατάγεσαι απ’τα Φέρνιλγκαν. Είσαι απ’τη Ρελκάμνια, έτσι;»

«Ναι,» είπε ο Κριτόλαος, «αλλά πραγματικά νομίζεις ότι έχει μεγάλη σημασία; Ούτε εγώ είμαι ευχαριστημένος με την οικογένειά μου, Χοαρκίδα.»

«Εγώ δεν έχω πρόβλημα με την οικογένειά μου. Έχω πρόβλημα με το γεγονός ότι κατάγομαι από τα Φέρνιλγκαν. Δεν ανήκω εκεί.»

«Γι’αυτό είσαι εδώ.»

«Ακριβώς.»

«Ήταν επιλογή σου πού θα πας, αλλά όχι πού θα γεννηθείς,» της είπε ο Κριτόλαος.

Η Χοαρκίδα ξάπλωσε πάλι. «Γιατί κάνουμε αυτή την κουβέντα τώρα;»

Ο Κριτόλαος μόρφασε μες στο μισοσκόταδο. «Προέκυψε.» Η αλήθεια ήταν ότι είχε αναφέρει την καταγωγή της για να της πάρει το μυαλό από την Ελεονόρα. Δε χρειαζόταν να ξέρει γι’αυτήν, ούτε για τις δουλειές των Παντοκρατορικών στο οικόπεδο του Ευγένιου Αρωγού.

«Η μητέρα σου ήταν δολοφόνος, λοιπόν;» τον ρώτησε η Χοαρκίδα, περίεργη.

«Περίπου… Ουσιαστικά, ναι.»

«Και πώς γνώρισε τον πατέρα σου που ήταν ιερέας;»

«Την είχαν στείλει να τον σκοτώσει.»

«Δε σοβαρολογείς!»

«Φυσικά και σοβαρολογώ,» αποκρίθηκε ο Κριτόλαος. «Τουλάχιστον, έτσι μου είπε ο πατέρας μου.»

«Αφού σκότωνε κόσμο επί πληρωμή, τι την έκανε ν’αλλάξει γνώμη στην περίπτωσή του;»

«Δεν ξέρω. Δε μου είπαν, αλλά νομίζω ότι η όλη υπόθεση είχε να κάνει με έναν τοπικό άρχοντα που, για κάποιο λόγο, φοβόταν τον πατέρα μου· πίστευε ότι επηρέαζε τον κόσμο, βγαίνοντας από τον ναό του και μιλώντας στους δρόμους της περιοχής. Ολόκληρη η διάσταση της Ρελκάμνια είναι μια απέραντη πόλη, ξέρεις…»

«Το ξέρω, φυσικά.»

«Κι αυτά που σου λέω έγιναν πριν πάρει η Παντοκράτειρα τον έλεγχο. Ο άρχοντας πρέπει να έστειλε τη μητέρα μου να σκοτώσει τον ιερέα, αλλά εκείνη άλλαξε γνώμη και νομίζω πως σκότωσε τον άρχοντα, επειδή όταν μεγάλωσα έμαθα ότι ο άρχοντας αυτός δολοφονήθηκε απροειδοποίητα.

»Τέλος πάντων. Η μητέρα μου δεν κάθισε να με μεγαλώσει. Όταν με γέννησε με άφησε στον ναό του Κρόνου. Μ’έδωσε στον πατέρα μου. Και ξέρεις πότε την είδα για πρώτη φορά; Όταν ήμουν δεκαπέντε χρονών και η Παντοκράτειρα ήταν πλέον στην εξουσία. Μετά, την είδα πάλι μερικές φορές, και κάποια στιγμή, απροειδοποίητα, εξαφανίστηκε. Έκτοτε δεν την έχω ξαναδεί.»

«Νομίζεις ότι είναι νεκρή;» Η φωνή της Χοαρκίδας ήταν τώρα ήπια.

«Κατά πάσα πιθανότητα. Κι ο πατέρας μου είναι επίσης νεκρός.»

«Τον σκότωσαν;»

«Από αρρώστια των πνευμόνων πέθανε. Κάπνιζε σαν δαιμονισμένος ό,τι χόρτο εισαγόταν στη Ρελκάμνια, σα να ήθελε να μάθει όλους τους καπνούς που υπάρχουν στο Γνωστό Σύμπαν.»

«Γι’αυτό ποτέ δεν καπνίζεις, ε;»

«Το σιχαίνομαι,» είπε ο Κριτόλαος νεύοντας.

«Μάλιστα…» Η Χοαρκίδα τεντώθηκε πάνω στο κρεβάτι. «Έμαθα, επιτέλους, κι εγώ κάτι για σένα. Θεωρούμαι, τώρα, παράνομη;»

Ο Κριτόλαος άρθρωσε μια σειρά από μυστηριακές λέξεις – ένα Ξόρκι Ελάσσονος Μηχανικού Ελέγχου – και ενεργοποιώντας τον μηχανισμό των αυτόματων παντζουριών της τζαμαρίας, τα έκανε να κλείσουν – απότομα.

Η Χοαρκίδα τρόμαξε απ’τον ξαφνικό θόρυβο και, μετά, γέλασε.

«Σε σκοτεινό κελί, λοιπόν, δημοσιογράφε,» είπε ο Κριτόλαος μέσα στο κατασκότεινο δωμάτιο.

*

Ο Έκτορας, αφού ο κόσμος έφυγε και η Οινόσφαιρα έκλεισε, μάζεψε τους ανθρώπους του κοντά του, στο δωμάτιο πίσω από την κεντρική αίθουσα.

«Η Τζάκι ήταν εδώ,» πληροφόρησε όσους δεν το ήξεραν· και τους είπε ό,τι είχε πει η δημοσιογράφος της Πόλης σ’εκείνον και τον Αίολο’σαρ.

«Τι είναι αυτό το πλάσμα;» απόρησε ο Αλλάνδρης. «Κολλημένο με κόλλα εκεί κάτω; Ας σηκωθεί να φύγει από μόνο του!»

«Μάλλον, είναι κολλημένο,» του είπε ο Αίολος. «Ή δεσμευμένο. Με κάποιον τρόπο.»

Ο Αλλάνδρης μόρφασε, παίζοντας το κομπολόι του. «Γάμησέ μας…» μουρμούρισε.

Ο Έκτορας τούς είπε ότι από αύριο θ’άρχιζαν να παρακολουθούν το μέρος, με μεγάλη προσοχή. Ήταν το καλύτερο που μπορούσαν να κάνουν. «Εκτός αν κάποιος άλλος έχει καμια καλύτερη ιδέα.»

Όπως αποδείχτηκε, κανένας δεν είχε.

Αργότερα, ενώ ο Έκτορας κοιμόταν μπρούμυτα πάνω στο κρεβάτι τους, η Χλόη καθόταν οκλαδόν δίπλα του ανακατεύοντας μια τράπουλά της και απλώνοντας σειρές από φύλλα εμπρός της, στην κουβέρτα.

Συνεχώς παρουσιαζόταν ένας μπαλαντέρ μέσα στους σχηματισμούς. Περιστοιχισμένος από φύλλα Ανέμου. Συνεχώς ένας μπαλαντέρ. Και στη συγκεκριμένη τράπουλα υπήρχαν μόνο δύο.

Κεφάλαιο 13
Ο Δαίμονας στο Υπόγειο

Βόρεια και ανατολικά της Θακέρκοβ, σ’ένα πεδινό μέρος κρυμμένο πίσω από λόφους, ερευνητικές εγκαταστάσεις είναι οικοδομημένες εδώ και χρόνια. Οι περισσότεροι, όμως, δεν γνωρίζουν γι’αυτές. Είναι από τα μέρη που οι πράκτορες της Παντοκράτειρας θέλουν, για λόγους ασφάλειας, να κρατούν κρυφά.

Οι εγκαταστάσεις ονομάζονται Κέντρο Ερευνών Θακέρκοβ, και αποτελούνται από κάποια οικοδομήματα (το ψηλότερο από τα οποία διώροφο) για πειράματα αλλά και για στέγαση του προσωπικού, έναν χώρο στάθμευσης οχημάτων, ένα ελικοδρόμιο, έναν μεταλλικό φράχτη που τα περιτριγυρίζει όλα, δύο πυροβόλα, και ένα ενεργειακό κανόνι (το οποίο μπαίνει σε λειτουργία μόνο σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης).

Τώρα, είναι αυγή και ασυνήθιστη κίνηση φαίνεται στον χώρο στάθμευσης των οχημάτων. Κάποιοι ετοιμάζονται να φύγουν, μπαίνοντας σ’ένα μακρύ, εξάτροχο όχημα με περίβλημα από ενισχυμένο μέταλλο. Πολεμιστές της Παντοκράτειρας, ντυμένοι με λευκές στολές. Μια γυναίκα με κατάμαυρο δέρμα, μακριά γαλανά μαλλιά, και κομψά γυαλιά, ντυμένη με γκρίζο ταγέρ και μαύρη κάπα. Επάνω στο πέτο της, είναι πιασμένη μια καρφίτσα που την αναγνωρίζει ως μάγισσα του τάγματος των Ερευνητών.

Εκτός από τη γυναίκα και τους πολεμιστές, μερικοί εργαστηριακοί βοηθοί επιβιβάζονται στο όχημα. Οι πάντες κάθονται στις θέσεις τους, οι πόρτες κλείνουν. Τα συστήματα του οχήματος ενεργοποιούνται, οι τροχοί του αρχίζουν να περιστρέφονται.

Η πύλη του μεταλλικού φράχτη ανοίγει, αφήνοντας το όχημα να βγει και να ταξιδέψει νότια, προς τη Θακέρκοβ, ενώ το φως της αυγής αντανακλά επάνω του.

Το όχημα δεν αργεί να φτάσει στην πόλη και να μπει από την Κεντρική Δημοσιά.

Η μαυρόδερμη μάγισσα ανοίγει τον τηλεπικοινωνιακό πομπό της και επικοινωνεί με τον σύνδεσμό της μέσα στη Θακέρκοβ, για να του πει έρχομαι, είμαι κοντά. Εκείνος τής αποκρίνεται ότι βρίσκεται ήδη στο σημείο συνάντησής τους.

Το όχημα στρίβει μέσα στους δρόμους της πόλης, και τελικά φτάνει στα συντρίμμια ενός οικήματος που, παλιότερα, ήταν λογιστικά γραφεία…

*

Ο Κριτόλαος περίμενε μπροστά από τα συντρίμμια του Αρωγού. Το μέρος ήταν περιτριγυρισμένο από δυνάμεις ασφαλείας και Παντοκρατορικούς πράκτορες. Επάνω στις οροφές των χτιρίων ήταν γαντζωμένοι τρεις γρυποκαβαλάρηδες της Χωροφυλακής.

Το συρματόπλεγμα γύρω από το ερείπιο – όπου ένας Τεχνομαθής μάγος είχε προσαρτήσει αισθητήρες που έδιναν σήμα όταν κάποιος το πλησίαζε από την έξω μεριά περισσότερο από μισό μέτρο – ο Κριτόλαος είχε τώρα προστάξει να το μαζέψουν. Δεν χρειαζόταν πλέον. Καλύτερα να μπορούσαν να μπαίνουν και να βγαίνουν εύκολα από τα συντρίμμια, αφού δεν ήξεραν τι ακριβώς θα συναντούσαν εκεί κάτω. Και, με τόσους ανθρώπους τώρα εδώ πέρα, οι αισθητήρες δεν είχαν νόημα· θα έδιναν σήμα κάθε φορά που κάποιος αδέξιος φρουρός έκανε ένα λάθος βήμα πιο κοντά στο συρματόπλεγμα απ’ό,τι έπρεπε.

Η Ελεονόρα τον κάλεσε στον τηλεπικοινωνιακό πομπό του για να του πει ότι ερχόταν, και ο Κριτόλαος την περίμενε από στιγμή σε στιγμή.

Ένα μεγάλο, εξάτροχο, θωρακισμένο όχημα ξεπρόβαλε από το πέρας του δρόμου, χωρώντας μετά βίας – δεν μπορούσε να περάσει άλλο όχημα όσο ήταν αυτό εδώ. Οι πόρτες του άνοιξαν καθώς σταμάτησε, και φρουροί βγήκαν ακολουθούμενοι από την Ελεονόρα’σαρ και τους εργαστηριακούς βοηθούς της.

«Κριτόλαε,» είπε η Ελεονόρα, χαμογελώντας και πλησιάζοντάς τον για να του δώσει το χέρι της.

Εκείνος αντάλλαξε μια χειραψία μαζί της. «Ελεονόρα.»

Η μάγισσα κοίταξε πίσω του. «Αυτό είναι το χτίριο;»

Ο Κριτόλαος ένευσε. «Αυτό είναι.»

«Δεν πιστεύω να έγιναν ζημιές…»

«Ούτε κι εγώ το πιστεύω. Είναι στο υπόγειο.»

«Δεν έχεις κατεβεί, έτσι;»

«Όχι,» είπε ο Κριτόλαος.

«Ωραία. Πάμε.» Έκανε νόημα σε τέσσερις από τους φρουρούς της να τους ακολουθήσουν, και στους βοηθούς της να μείνουν πίσω.

Ο Κριτόλαος και η Ελεονόρα μπήκαν στα συντρίμμια του Αρωγού, ακούγοντας χώματα και διαφόρων ειδών θραύσματα να τρίζουν κάτω από τα πόδια τους. Πλησίασαν τη σκάλα του υπογείου, η οποία ήταν γεμάτη κομμάτια πέτρας και σπασμένα έπιπλα. Από το βάθος ερχόταν ένα μυστηριώδες κατάλευκο φως.

«Ναι…» έκανε η Ελεονόρα, «το φως. Αυτό ακριβώς το φως, Κριτόλαε.»

Εκείνος ένευσε. «Αν και ήδη μια δημοσιογράφος κατέβηκε εδώ, καλύτερα να φανούμε επιφυλακτικοί–»

«Μια δημοσιογράφος;» έκανε η Ελεονόρα. «Την άφησες να κατεβεί;»

«Δεν την άφησα. Κατάφερε κάπως να γλιστρήσει μέσα στα συντρίμμια. Οι άνθρωποί μου, όμως, την έπιασαν και της πήραν τη φωτογραφική μηχανή και την τσάντα.» Ο Κριτόλαος έβγαλε μια φωτογραφία από το εσωτερικό της κάπας του.

Έδειχνε ένα δωμάτιο γεμάτο συντρίμμια. Στο πέρας του ήταν μια μεταλλική πόρτα που έμοιαζε βγαλμένη από τη θέση της. Πριν από την πόρτα ήταν μια νεκρή γυναίκα.

«Αυτό νομίζω ότι θα βρούμε κάτω.»

«Το φως δεν φωτογραφίζεται…» παρατήρησε η Ελεονόρα. «Όπως πρέπει…» Κι έστρεψε πάλι το βλέμμα της στη σκάλα.

Μαζί με τον Κριτόλαο άρθρωσαν μερικά ξόρκια ανίχνευσης και εντοπισμού, και όταν δεν βρήκαν παρά ό,τι περίμεναν, πρόσταξαν τους πολεμιστές τους να καθαρίσουν τη σκάλα από τα συντρίμμια.

*

Η Σερφάντια και ο Αλλάνδρης παρακολουθούσαν το ερείπιο του Αρωγού κρυμμένοι σ’ένα δώμα του από πίσω δρόμου. Από εδώ μπορούσαν να κοιτάζουν πάνω από μια άλλη, χαμηλότερη οροφή, και ανάμεσα από δύο ψηλότερες. Ήταν καλό μέρος για να βλέπεις χωρίς να σε βλέπουν.

Και τώρα, οι επαναστάτες έβλεπαν το μεγάλο, εξάτροχο όχημα να μπαίνει στον δρόμο μπροστά στα συντρίμμια, να σταματά, και να βγαίνουν μερικοί Παντοκρατορικοί πολεμιστές από μέσα του, καθώς και μια μαυρόδερμη, γαλανομάλλα γυναίκα: η οποία πλησίασε έναν άντρα ντυμένο με κάπα, και μαζί, συνοδευόμενοι από τέσσερις πολεμιστές, μπήκαν στο ερείπιο.

«Κάτι σοβαρό συμβαίνει,» είπε η Σερφάντια κοιτάζοντας με τα κιάλια της. «Ειδοποίησε τη μάγισσα.»

Ο Αλλάνδρης άνοιξε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό του και κάλεσε τη Νιρίφα’μορ…

…η οποία άνοιξε τον δικό της πομπό καθισμένη μέσα στο όχημά της, που ήταν σταθμευμένο σ’έναν δρόμο κάθετο στην Ελεγείας. Μαζί της ήταν ο Σωσίας.

«Τι είναι;» ρώτησε η Νιρίφα.

Ο Αλλάνδρης τής είπε τι είχαν δει.

«Συνέχισε να παρακολουθείς και λέγε μου.»

Ο Αλλάνδρης τής είπε ότι τώρα τίποτ’άλλο δε φαινόταν. Η μαυρόδερμη γυναίκα και ο τύπος με την κάπα είχαν μπει στα συντρίμμια.

Πηγαίνουν στο υπόγειο, σκέφτηκε η Νιρίφα. Δεν υπάρχει άλλη εξήγηση.

*

Ο Κριτόλαος και η Ελεονόρα κατέβηκαν την πέτρινη σκάλα και βρέθηκαν στο υπόγειο. Ήταν ίδιο όπως στη φωτογραφία, με τη διαφορά ότι φως έβγαινε από το σημείο όπου η πόρτα δεν ακουμπούσε πλέον στον τοίχο. Το κατάλευκο φως που δεν φωτογραφιζόταν.

Υπήρχε, όμως, και μια ακόμα διαφορά.

Ένας τοίχος στα δεξιά ήταν μισογκρεμισμένος.

«Δε νομίζω αυτό να είναι στη φωτογραφία.» Ο Κριτόλαος την έβγαλε ξανά από την κάπα του και την κοίταξε. «Όχι, δεν είναι.

»Τα Γένια του Κρόνου, γαμώ!…» γρύλισε, και πλησίασε το καινούργιο άνοιγμα. Άναψε έναν φακό και κοίταξε μέσα. Είδε μια σήραγγα. «Κάποιος ήρθε από εδώ,» είπε. «Ή έφυγε.» Μάλλον, ήρθε. Αν είχε προσπαθήσει να περάσει το συρματόπλεγμα, πρέπει να τον είχαν εντοπίσει οι αισθητήρες, αν όχι οι φρουροί.

«Μπορεί ο τοίχος να κατέρρευσε από τις εκρήξεις…» υπέθεσε η Ελεονόρα, κρατώντας ένα μαντήλι μπροστά στη μύτη της, γιατί η αποφορά της νεκρής γυναίκας, που το πτώμα της αποσυντίθετο, ήταν απλωμένη παντού στο χώρο.

Ο Κριτόλαος κούνησε το κεφάλι. «Όχι. Αν ήταν έτσι, θα είχε ήδη καταρρεύσει όταν η δημοσιογράφος τράβηξε τη φωτογραφία. Αυτό το άνοιγμα είναι πρόσφατο.»

«Εντάξει, ίσως,» είπε η Ελεονόρα. «Αλλά εκείνο που θέλουμε εξακολουθεί να είναι πίσω από την πόρτα.» Η αδημονία ήταν έκδηλη στη φωνή της.

Ερευνητές… Ο Κριτόλαος, που ανήκε στο τάγμα των Τεχνομαθών, δεν τους καταλάβαινε. Υπομονή ποτέ δεν είχαν, όταν νόμιζαν ότι βρίσκονταν μπροστά σε κάποια συνταρακτική ανακάλυψη που «θα άλλαζε το Γνωστό Σύμπαν» μπλα μπλα μπλα.

Ο Κριτόλαος είπε σε έναν από τους πολεμιστές: «Να φρουρείς αυτό το άνοιγμα.»

«Μάλιστα, Εξοχότατε.»

«Εσείς,» πρόσταξε τους άλλους τρεις, «βγάλτε το πτώμα από εδώ και, μετά, ανοίξτε την πόρτα.»

Υπάκουσαν. Το πτώμα της γυναίκας μεταφέρθηκε επάνω. Ύστερα πήγαν στην πόρτα. Στην αρχή φάνηκε επίμονη, και ανθεκτική· αλλά ήταν ήδη βγαλμένη από τη θέση της, κι έτσι οι πολεμιστές δεν άργησαν να τη σωριάσουν με μερικές κλοτσιές.

Η πόρτα έπεσε με πάταγο. Το μέταλλό της ήταν βαρύ.

Πίσω της αποκαλύφτηκε ένας θάλαμος πλημμυρισμένος από λευκό φως. Στο κέντρο του ήταν ένα… πλάσμα… που έμοιαζε νεκρό. Ή, τουλάχιστον, μισό νεκρό μισό ζωντανό. Κάποια σημεία του σώματός του ήταν καλυμμένα με σάρκα· κάποια είχαν και τρίχωμα· άλλα σημεία, όμως, ήταν χωρίς δερματικό περίβλημα, και όργανα και φλέβες φαίνονταν: ενώ αλλού δεν υπήρχαν ούτε όργανα, παρά μόνο φλέβες και κόκαλα, ή τίποτα περισσότερο από κόκαλα. Ένα μάτι κοίταζε, ένα κανονικό μάτι, αλλά από την άλλη μεριά εκείνου του εφιαλτικού προσώπου δεν υπήρχε παρά μονάχα μια κόγχη με ιστούς και μεμβράνες στο εσωτερικό της. Το κεφάλι του πλάσματος ήταν μεγάλο και θηριώδες, εν μέρει καλυμμένο από τρίχα, και το υπόλοιπο από κοκκινωπή-καφέ σάρκα. Τα δύο κέρατά του ήταν σπασμένα, το ένα περισσότερο από το άλλο. Το πλάσμα πρέπει να είχε τέσσερα πόδια, και ουρά, που εδώ κι εκεί φαινόταν το κόκαλό της. Το ένα φτερό του ήταν μισοσκεπασμένο από μεμβρανώδες δέρμα, το δεύτερο τελείως σκελετωμένο.

Το κατάλευκο φως ερχόταν από αυτό το τέρας, αλλά δεν ήταν βέβαιο από πού ακριβώς.

Η Ελεονόρα έβγαλε μια φωνή που υποδήλωνε κάτι ανάμεσα σε φρίκη, δέος, και θαυμασμό. «Κριτόλαε,» είπε, «δεν έχει την ίδια μορφή…»

Ο Κριτόλαος συνοφρυώθηκε. «Πώς βρέθηκε εδώ;» μουρμούρισε.

Τα γαμψά νύχια ενός σκελετώδους ποδιού τρίφτηκαν πάνω στο γήινο πάτωμα, αλλά το πλάσμα δεν μετακινήθηκε από τη θέση του, σα να μην μπορούσε, να μην ήταν αρκετά δυνατό.

Ο Κριτόλαος παρατήρησε τώρα ότι καλώδια έβγαιναν από διάφορα μέρη του σώματος του πλάσματος και πήγαιναν σ’ένα μηχάνημα στον τοίχο, απ’όπου ξεκινούσαν άλλα καλώδια τα οποία σκαρφάλωναν στις πέτρες και ανέβαιναν, χάνονταν μέσα τους.

Ορίστε, σκέφτηκε. Ο μυστηριώδης τρόπος που ο Αρωγός τροφοδοτούσε τα μηχανήματά του με ενέργεια. Οι κατάσκοποί του του είχαν αναφέρει ότι ο Αρωγός ποτέ δεν είχε φέρει ενεργειακές φιάλες εδώ· η ενέργεια ερχόταν από ένα κλειστό μέρος του υπογείου.

«Ελεονόρα.» Της έδειξε τα καλώδια.

«Τα βλέπω.»

«Το άλλο πλάσμα δεν είχε να διαθέσει τόση ενέργεια…»

«Δεν άντεξε και πολύ μετά την πτώση του,» είπε η Ελεονόρα. «Μερικές μέρες στο εργαστήριο μόνο, σύμφωνα με τις σημειώσεις των τότε επιστημόνων. Μετά πέθανε. Ήταν, έλεγαν οι Βιοσκόποι, σαν κάτι να είχε απορροφήσει τη ζωτική του ενέργεια.» Και κοίταξε το τέρας αντίκρυ τους.

«Αυτό το πράγμα; Αυτό τού απορρόφησε την ενέργεια;»

Η Ελεονόρα κούνησε το κεφάλι. «Δεν ξέρω.» Και προς το πλάσμα, δυνατά: «Μας καταλαβαίνεις;»

Το μοναδικό του μάτι κινήθηκε, γυαλίζοντας.

«Καταλαβαίνεις τι λέμε;»

…Ελεονόρα’σαρ. Ξέρω τι θέλετε από εμένα…

Η φωνή ήρθε σαν από παντού γύρω, ή ίσως να αντήχησε μόνο μέσα στα κεφάλια τους.

«Μας ξέρει!» είπε η Ελεονόρα στον Κριτόλαο, ενώ οι πολεμιστές ύψωναν τα όπλα τους σημαδεύοντας το πλάσμα. «Οι παλιές σημειώσεις λένε αλήθεια. Διαβάζει το μυαλό!»

…Θέλετε το απόσταγμα…

Στράφηκαν πάλι στο πλάσμα.

«Ποιος είσαι;» το ρώτησε ο Κριτόλαος. «Πώς βρέθηκες εδώ;»

…Θέλω μόνο να φύγω. Δεν με χρειάζεστε για τίποτα…

«Κι όμως,» είπε η Ελεονόρα, «σε χρειαζόμαστε.»

Το μάτι γυάλισε.

Φύγετε! Αφήστε με! Αν με πάρετε από εδώ, θα πεθάνω…

«Πώς βρέθηκες εδώ κάτω;» το ξαναρώτησε ο Κριτόλαος. «Εμείς ξέρουμε ότι, πριν από δεκάξι χρόνια, ένα πλάσμα που δεν σου μοιάζει καθόλου έπεσε από το φεγγάρι, σε αυτό ακριβώς το οικόπεδο. Το πλάσμα μεταφέρθηκε σ’ένα ασφαλές μέρος, για να ερευνηθεί. Δεν επιβίωσε, όμως· ήταν ετοιμοθάνατο – όχι εξαιτίας της πτώσης του, απ’ό,τι διέγνωσαν αυτοί που τότε το μελέτησαν.

»Εσύ εκπέμπεις την ίδια μορφή ενέργειας μ’εκείνο το πλάσμα, αλλά στην εμφάνιση είσαι τελείως διαφορετικός. Γιατί;»

Η οντότητα ακούστηκε τώρα οργισμένη:

Αυτή δεν είναι η πραγματική μου μορφή! Είναι ένα… κέλυφος! Και το περιμένω να μεγαλώσει. Αλλά πρέπει να με αφήσετε να το κάνω… Το ήξερα ότι με ψάχνατε… Το ήξερα ότι αργά ή γρήγορα….

Τα λόγια της ακούστηκαν να βυθίζονται σε κάποιο μυστηριώδες χάσμα.

«Τι σχέση έχεις με το πλάσμα που έπεσε από το φεγγάρι πριν από δεκάξι χρόνια;» ρώτησε η Ελεονόρα.

…Εγώ είμαι… Όταν έπεσα εδώ, είχα τραυματιστεί, δεν μπορούσα να πετάξω πίσω… Πέθαινα πάνω στο χώμα σας–

«Μα δεν υπήρχε κανένας τραυματισμός σ’εκείνο το σώμα,» είπε η Ελεονόρα.

Δεν ξέρατε να τον διακρίνετε!… Πέθαινα… Μπορούσα να αντιστρέψω την κατάσταση, αν είχα χρόνο. Αλλά δεν είχα: ήρθατε για να με πάρετε· και ήξερα τις προθέσεις σας: Με βλέπατε σαν όπλο.

Δεν μπορούσα να το δεχτώ αυτό. Η ψυχή μου βυθίστηκε στη γη σας… κι εκεί συνάντησα μια άλλη μορφή ζωής, θαμμένη, αλλά το αδ’σ’ρ της δεν είχε ακόμα ολοσχερώς καταστραφεί. Το χρησιμοποίησα, λοιπόν.

Η Ελεονόρα συνοφρυώθηκε. «Τι πράγμα χρησιμοποίησες;» Εκείνη η λέξη είχε ακουστεί τελείως παράξενη στ’αφτιά της και στ’αφτιά του Κριτόλαου – αδ’σ’ρ…

Η οντότητα την επανέλαβε, και πάλι έτσι ακούστηκε.

«Πρέπει νάναι κάποιου είδους ζωτική ενέργεια,» είπε η Ελεονόρα στον Κριτόλαο.

«Από τι πλάσμα είναι αυτό το σώμα;» τη ρώτησε εκείνος.

«Δεν είμαι σίγουρη… Πρέπει να είναι αρχαίο, πάντως. Δεν υπάρχει πλέον. Δεν το έχω ξαναδεί πουθενά.»

Ο Κριτόλαος ρώτησε την οντότητα: «Αναπλάθεις το σώμα του πλάσματος; Σκοπεύεις να το χρησιμοποιήσεις για να πετάξεις πίσω, στο φεγγάρι;»

…Ναι… αλλά δεν θα με αφήσετε…

Έχεις δίκιο, σκέφτηκε ο Κριτόλαος.

…Συμφωνείς ευθέως, παρατηρώ…

Πρέπει, όμως, να σας παρακαλέσω για ένα πράγμα τουλάχιστον: Μην με πάρετε από εδώ. Δεν μπορείτε να με πάρετε από εδώ. Το αδ’σ’ρ μου θα καταστραφεί! Αυτό δεν είναι το σώμα μου, και πρέπει να το κάνω δικό μου, παρότι βρήκα μόνο τον σκελετό του. Καταλαβαίνετε; Με καταλαβαίνετε, ναι…

Σας ευχαριστώ.

*

«Βγαίνουν πάλι,» είπε ο Αλλάνδρης στη Νιρίφα μέσω του πομπού του. «Και ο τύπος με την κάπα δίνει διαταγές. Μερικοί λακέδες της Χωροφυλακής μπαίνουν στα συντρίμμια.»

«Πόσοι;»

«Καμια ντουζίνα είναι, τα κέρατα του Κάρτωλακ.»

«Πρέπει να είδαν το άνοιγμα που έκανε η Τζάκι μπαίνοντας στο υπόγειο. Θα θέλουν να το ερευνήσουν

«Ναι, μάλλον έχεις δίκιο. Το αφεντικό καλό θα ήταν να τα μάθει αυτά.»

«Γιατί, τι θα κάνει αν τα μάθει;»

«Πρέπει να τα μάθει όπως και νάχει,» είπε ο Αλλάνδρης. Και προς τη Σερφάντια, που ήταν ξαπλωμένη πλάι του, επάνω στο δώμα: «Δε θα φύγεις…»

«Πού να πάω τώρα που έχω βολευτεί;»

«Θα περάσω πρώτα από τη Τζάκι, να δω αν μας έχει μαζέψει τις εφημερίδες που θέλουμε, και μετά θα πάω στη Σφαίρα

«Είναι πρωί ακόμα: δε νομίζω η Τζάκι νάχει βρει τις εφημερίδες.»

Ο Αλλάνδρης το ξανασκέφτηκε. «Έχεις δίκιο. Θα περιμένω, λοιπόν, να δω τι κάνουν οι φίλοι μας, και κατά το μεσημέρι θα πάω στη Τζάκι και, μετά, στο αφεντικό.»

Κεφάλαιο 14
Φιλοξενία, Ειδήσεις, Πληροφορίες, και Υποκλοπές

«Αποφάσισαν, λοιπόν, να πάνε μέσα και να πάρουν αυτό που θέλουν,» είπε ο Έκτορας, το μεσημέρι, αφού άκουσε τη διήγηση του Αλλάνδρη. (Τώρα, παρακολουθούσαν το ερείπιο του Αρωγού ο Αίολος και η Χλόη, ενώ η Νιρίφα και ο Σωσίας εξακολουθούσαν να είναι μέσα στο όχημά τους εκεί κοντά.)

«Δεν πήραν τίποτα, αφεντικό,» είπε η Σερφάντια. «Μπήκαν και, μετά από λίγο, βγήκαν. Κι έστειλαν κάποιους στρατιώτες μέσα, μάλλον για να ερευνήσουν το άνοιγμα που έκανε στο υπόγειο η Τζάκι.»

«Η μαυρόδερμη γυναίκα και ο άντρας δεν ξαναμπήκαν στα ερείπια;»

Η Σερφάντια κούνησε το κεφάλι αρνητικά.

Ο Αλλάνδρης είπε: «Πήραν ένα τετράκυκλο κι έφυγαν, ύστερα από κάποια ώρα.»

Οι τρεις τους ήταν καθισμένοι στο δωμάτιο πίσω από την κεντρική αίθουσα της Οινόσφαιρας και έτρωγαν το μεσημεριανό τους ενώ μιλούσαν. Μαζί τους ήταν ο Άλκιμος. Οι υπόλοιποι έλειπαν. Ο Έκτορας αισθανόταν ορισμένες φορές ότι οι επαναστάτες που θεωρούσε ενεργούς, και μπορούσαν να αναλάβουν δουλειές, ήταν πολύ λίγοι. Με την παρακολούθηση του Αρωγού έλειπαν τώρα τόσοι άνθρωποί του. Και δεν μπορούσε να στείλει κάποιους σαν τον Αλέξανδρο ή τη Λιβώνη, ούτε κάποιον σαν τον Πολ: οι πρώτοι ήταν εδώ κυρίως για να φροντίζουν το μαγαζί, παρότι γνώριζαν για την Επανάσταση, και ο δεύτερος ερχόταν όποτε τον χρειάζονταν ως γιατρό. Δεν ήταν κατάλληλοι για να κάνουν παρακολουθήσεις και άλλες παρόμοιες δουλειές· δεν ήταν ούτε εκπαιδευμένοι για τέτοια ούτε είχαν καμια πρακτική εμπειρία.

Χρειαζόμαστε κι άλλους ανθρώπους, σκέφτηκε ο Έκτορας, και στο μυαλό του ήρθε ο Χρίστος. Ανθρώπους σαν αυτόν. Αυτός θα μπορούσε να γίνει ενεργός. Θα μπορούσε να μάθει.

«Τι είναι, αφεντικό;» τον ρώτησε η Σερφάντια, βλέποντάς τον συλλογισμένο.

Ο Έκτορας κούνησε το κεφάλι. «Τίποτα.» Και ρώτησε τον Αλλάνδρη: «Τη Τζάκι την είδες;»

«Ναι,» απάντησε εκείνος. «Εδώ είναι οι φυλλάδες.» Και, από μια τσάντα πλάι του, έβγαλε μια στοίβα εφημερίδες και τις άφησε στην άκρη του τραπεζιού.

«’Ντάξει. Θα τις κοιτάξουμε…»

Για λίγο, έτρωγαν χωρίς να μιλούν, και ο Έκτορας άνοιξε τον τηλεοπτικό δέκτη για να παρακολουθήσουν τα νέα του Άστρου.

Εκτός από τις συνηθισμένες σαχλαμάρες, σε κάποια στιγμή αναφέρθηκε και το θέμα που τον απασχολούσε. Η τηλεπαρουσιάστρια είπε: «Η Λεγεώνα εξακολουθεί να έχει σταματημένο τον Υπόγειο Σιδηρόδρομο στον σταθμό Λημεριού και να κρατά ομήρους τους επιβάτες. Το αίτημα παραμένει ίδιο: ο Ρούνης ο Αρχιλεγεωνάριος ζητά να βρεθούν και να παραδοθούν στη Λεγεώνα οι τρομοκράτες που επιτέθηκαν στο Λημέρι προκαλώντας καταστροφές και θανάτους. Ο Αρχιφρούραρχος Λυχνοβάτης και ο Πολιτειάρχης Μακρώνυμος δήλωσαν ότι βρίσκονται στα ίχνη των τρομοκρατών και ότι αυτή η για όλους δυσάρεστη κατάσταση σύντομα θα λάβει τέλος.»

Ο Έκτορας χαμήλωσε τον ήχο. Ο Λυχνοβάτης και ο Μακρώνυμος, προφανώς, έλεγαν ψέματα, γιατί δεν νόμιζε ότι κανένας βρισκόταν στα ίχνη του και των επαναστατών του.

«Τι θα κάνουμε μ’αυτούς, αφεντικό;» ρώτησε ο Άλκιμος.

«Δεν είναι δικό μας το πρόβλημα,» είπε ο Έκτορας. «Η Λεγεώνα, τώρα, απλά κάνει μπελάδες για τους Παντοκρατορικούς – μας εξυπηρετεί, δηλαδή. Τα δικά μας προβλήματα είναι δύο: η οντότητα στο υπόγειο του Αρωγού, και οι κατάσκοποι έξω απ’το σπίτι της Ψηλομύτας. Και το άσχημο της υπόθεσης είναι πως δεν μπορώ να σκεφτώ καμία λύση ούτε για το ένα ούτε για το άλλο.»

Ο Αλλάνδρης είπε: «Αν ξέραμε πώς ακριβώς κατέληξε η Τζάκι στο υπόγειο του Αρωγού, θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε τον ίδιο δρόμο για να μπούμε κι εμείς, και να δούμε τουλάχιστον τι είναι αυτή η οντότητα.»

«Οι Παντοκρατορικοί θα φυλάνε αυτή την είσοδο τώρα,» του είπε η Σερφάντια. «Μάλλον, θα χτίσουν και τον τοίχο που έριξε η Τζάκι.»

«Η Σερφάντια έχει δίκιο.» Ο Έκτορας ήπιε μια γουλιά απ’τη μπίρα του, συλλογισμένος. Η κατάσταση είναι σκατά. «Το μόνο που μένει, για την ώρα, είναι να τους παρακολουθούμε, και να φροντίσουμε να μη μας εντοπίσουν.»

*

Η Ελεονόρα τού ζήτησε να τη φιλοξενήσει στο σπίτι του όσο θα βρισκόταν στην πόλη, και ο Κριτόλαος δεν μπορούσε να το αποφύγει. Τη ρώτησε: «Δε θα αισθανόσουν πιο βολικά σ’ένα ξενοδοχείο, μόνη σου;» Κι εκείνη τού απάντησε: «Καθόλου. Ίσα-ίσα, καλύτερα να είμαστε κοντά, τώρα που θα πρέπει να συνεργαστούμε. Εκτός αν δεν έχεις χώρο, φυσικά…» Δεν μπορούσε να της πει ότι δεν είχε χώρο, γιατί είχε: στο διαμέρισμά του υπήρχαν δύο δωμάτια που ουσιαστικά δεν χρησιμοποιούσε, και μέσα στο ένα υπήρχε κρεβάτι.

Πήγαν στο εστιατόριο Γίγας, κάθισαν σε μια από τις καλές θέσεις – σ’ένα από τα τραπέζια που βρίσκονταν ψηλότερα από τα υπόλοιπα – και παράγγειλαν μεσημεριανό και ένα μπουκάλι Σεργήλιο οίνο, που ήταν φημισμένος σ’όλο το Γνωστό Σύμπαν.

«Είσαι σίγουρος ότι το μέρος εδώ είναι ασφαλές;» ρώτησε η Ελεονόρα, κοιτάζοντας τριγύρω, τον κόσμο, πίσω από τα κομψά γυαλιά της.

«Απόλυτα σίγουρος,» της αποκρίθηκε ο Κριτόλαος. «Οι κατάσκοποί μου μας παρακολουθούν.»

«Στις ειδήσεις άκουσα ότι έγιναν κάτι άσχημα επεισόδια στο Λημέρι…»

«Τίποτα το σπουδαίο.»

«Αποστάτες;» ρώτησε η Ελεονόρα.

«Κατά πάσα πιθανότητα. Είχαν ενεργειακό κανόνι.»

Η Ελεονόρα συνοφρυώθηκε. Έβγαλε τα γυαλιά της, τα δίπλωσε, και τα έκρυψε μέσα στο σακάκι του ταγέρ της. «Ενεργειακό κανόνι;»

«Ναι.»

«Και το κρύβουν μες στην πόλη;»

«Προφανώς.»

«Και δεν τους έχεις βρει;»

«Προσπαθώ, αλλά είναι κάπου καλά κρυμμένοι.» Ο Κριτόλαος γέμισε τα ποτήρια τους με κρασί. «Πες μου τώρα, όμως: τι νομίζεις για το πλάσμα που συναντήσαμε; Μας λέει την αλήθεια;»

«Μάλλον…»

«Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούμε να το πάρουμε από το υπόγειο. Όπως υποψιαζόμουν εξαρχής: προτού αγοράσουμε το οικόπεδο.»

«Το υποψιαζόσουν;»

«Ναι. Ήταν προφανές πως ό,τι κι αν έκρυβε ο Αρωγός δεν μπορούσε να το βγάλει από τη θέση του. Γιατί, αλλιώς, ποιος ο λόγος να αλλάξει έδρα στην επιχείρησή του; Η οντότητα τού ζήτησε να έρθει εκεί για να την κρύψει. Να την κρύψει από εμάς. Και, συγχρόνως, του πρόσφερε κάποια πράγματα για την υπηρεσία του αυτή. Κατά πρώτον, δωρεάν ενέργεια: δεν έμαθα ποτέ ο Αρωγός να αγοράζει ενεργειακές φιάλες για την επιχείρησή του. Και θα είδες εκείνα τα καλώδια και τα μηχανήματα στο υπόγειο, έτσι;»

Η Ελεονόρα ένευσε. «Μετέτρεπε την ενέργεια της οντότητας σε μια μορφή ενέργειας που μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να τροφοδοτεί τα απλά μηχανικά συστήματα της επιχείρησής του. Απορώ, όμως, πώς ήξερε να φτιάξει τον μετατροπέα.»

«Η οντότητα θα του είπε, υποθέτω. Και μάλλον, η ενέργεια δεν ήταν το μόνο που του πρόσφερε, Ελεονόρα.»

Το φαγητό τους ήρθε, τότε, και η κουβέντα τους διακόπηκε για λίγο, καθώς περίμεναν τον σερβιτόρο να αφήσει τα πιάτα εμπρός τους.

Ο Κριτόλαος συνέχισε μετά: «Ο Αρωγός πλούτισε όταν άλλαξε έδρα η επιχείρησή του. Και είμαι βέβαιος ότι η οντότητα ευθύνεται γι’αυτό. Τον καθοδηγούσε, νομίζω.»

«Με τι τρόπο;»

«Δεν είδες ότι έχει… ασυνήθιστες νοητικές δυνάμεις;»

«Διάβαζε το μυαλό μας,» είπε η Ελεονόρα. «Ή, τουλάχιστον, καταλάβαινε κάποιες σκέψεις μας.» Χαμογέλασε. «Είναι καταπληκτικό εύρημα, Κριτόλαε!» Το χέρι της άγγιξε, έντονα, το δικό του. «Βρήκαμε περισσότερα απ’ό,τι περιμέναμε! Αυτή η οντότητα δεν θα μας δώσει μόνο το απόσταγμα, αλλά και ενέργεια – και πληροφορίες πιθανώς, διαβάζοντας τις σκέψεις άλλων. Θα μπορούσες ίσως, χρησιμοποιώντας την, να βρεις πού κρύβονται οι αποστάτες μέσα στη Θακέρκοβ!»

Ο Κριτόλαος το σκέφτηκε. «Ναι, δεν αποκλείεται…» Απομακρύνοντας το χέρι του από το δικό της, άρχισε να τρώει. «Θα πρέπει, όμως, να κινηθούμε προσεκτικά. Και ερχόμαστε έτσι σε κάτι που πρέπει να συζητήσουμε… Αφού δεν μπορούμε να πάρουμε το πλάσμα από το υπόγειο, θα πρέπει να το μελετήσεις εδώ, στη Θακέρκοβ, σωστά;»

«Ναι, όπως φαίνεται.»

«Δε θέλω, όμως, αυτό να είναι εμφανές. Δε μπορούμε, ξαφνικά, να μετατρέψουμε το ερείπιο του Αρωγού σε ερευνητικό κέντρο. Κατά πρώτον, κάτι τέτοιο θα τραβήξει την προσοχή των αποστατών. Κατά δεύτερον, των δημοσιογράφων–»

«Δεν ελέγχεις τους δημοσιογράφους;»

«Όχι απόλυτα,» είπε ο Κριτόλαος. «Ελέγχω τους περισσότερους, ίσως, αλλά υπάρχουν και κάποιοι που είναι… προβληματικοί. Βγάζουν πράγματα στις εφημερίδες τα οποία θα ήταν καλύτερα να μη βγαίνουν. Τα νέα μαθαίνονται εδώ, Ελεονόρα· είναι πόλη, όχι ερευνητικό κέντρο.»

«Το ξέρω,» είπε εκείνη, κάπως πειραγμένη.

«Χρειαζόμαστε ένα προκάλυμμα. Το οίκημα θα είναι, επισήμως, κάτι άλλο και, κρυφά, ερευνητικό κέντρο για την οντότητα από το φεγγάρι. Δε γίνεται αλλιώς.»

Η Ελεονόρα σκούπισε τα χείλη της με μια πετσέτα. «Εντάξει, δεν έχω πρόβλημα, αρκεί να μπορώ να κάνω άνετα τη δουλειά μου.»

«Μην ανησυχείς γι’αυτό.»

Ο τηλεπικοινωνιακός πομπός του Κριτόλαο κουδούνισε. Εκείνος τον άνοιξε σηκώνοντάς τον στ’αφτί του.

«Μάλιστα;»

«Εξοχότατε. Ερευνήσαμε τις σήραγγες πίσω από το άνοιγμα, και δε βρήκαμε τίποτα. Φαίνονται παλιές, και είναι λαβυρινθώδεις. Υπάρχουν μόνο κάποια ίχνη στο έδαφος, αλλά είναι αχνά και, στο τέλος, χάνονται.»

«Τι ίχνη; Πόσοι άνθρωποι;»

«Ένας

«Και φαίνεται να ερχόταν ή να έφευγε;»

«Ερχόταν, Εξοχότατε. Πρέπει να πήγε ώς τον τοίχο, να τον γκρέμισε, και να μπήκε στο υπόγειο.»

«Και μετά; Κατόρθωσε να βγει από τα συντρίμμια χωρίς κανένας να τον δει;»

«Έτσι υποθέτω.»

Παράξενο… Δουλειά των επαναστατών; Χρησιμοποιούσαν τις παλιές σήραγγες κάτω από τη Θακέρκοβ; Και γνώριζαν πού ακριβώς αυτές έφταναν στο υπόγειο του Αρωγού; Σε τέτοια περίπτωση, σήμαινε ότι ήταν πιο εξαπλωμένοι και δικτυωμένοι απ’ό,τι νόμιζε ο Κριτόλαος…

«Συνεχίστε να ερευνάτε τις σήραγγες,» πρόσταξε. «Δείτε αν οδηγούν σε κάποιο άλλο υπόγειο. Σε κάποιο μέρος όπου ίσως να κρύβονται… παράνομοι.»

«Μάλιστα, Εξοχότατε

Η επικοινωνία τους τερματίστηκε.

Η Ελεονόρα ρώτησε τον Κριτόλαο τι συνέβαινε, κι εκείνος τής είπε.

Μετά το φαγητό, την έβαλε πάλι στο όχημά του και οδήγησε μέχρι το γκαράζ της πολυκατοικίας του. Βγήκαν από το τετράκυκλο και, παίρνοντας τον ανελκυστήρα, ανέβηκαν στο διαμέρισμά του. Ανοίγοντας την πόρτα, ο Κριτόλαος βρήκε δίπλα από το κατώφλι μια στοίβα με τις σημερινές εφημερίδες. Οι κατάσκοποί του τις είχαν φέρει· ορισμένοι απ’αυτούς είχαν κλειδιά για το διαμέρισμά του. Τους εμπιστευόταν, φυσικά. Αν δεν μπορούσε να εμπιστευτεί τους κατασκόπους του, τότε κάτι δεν θα πήγαινε καθόλου καλά σε τούτη την πόλη.

Πάνω-πάνω στη στοίβα ήταν η Πόλη, και πλάι στον τίτλο της ο κατάσκοπος που είχε φέρει τις εφημερίδες είχε κάνει ένα σύμβολο που σήμαινε ενδιαφέρον αλλά όχι επείγον. Ο Κριτόλαος έπιασε την Πόλη και την άνοιξε.

Το πρωτοσέλιδο έγραφε: Η ΛΕΓΕΩΝΑ ΚΑΚΟΠΟΙΕΙ ΟΜΗΡΟΥΣ ΚΑΙ ΦΡΟΥΡΟΥΣ. Κι από κάτω ήταν μια φωτογραφία με τραυματίες.

Ο Κριτόλαος μόρφασε. «Τι είν’ αυτό;»

«Τι συμβαίνει;» έκανε η Ελεονόρα.

Ο Κριτόλαος τής έδειξε το πρωτοσέλιδο.

«Και λοιπόν;»

«Τι ‘και λοιπόν’; Αυτό δεν έπρεπε να είχε βγει, δεν το καταλαβαίνεις; Χαλάει την εικόνα της όλης ιστορίας. Το Άστρο δεν έχει πει τίποτα για κακοποιήσεις ομήρων. Και απορώ πώς η Πόλη ανακάλυψε ό,τι ανακάλυψε…» Ο Κριτόλαος γύρισε τις σελίδες για να βρει το ρεπορτάζ σχετικά με τη Λεγεώνα.

Τα κεντρικά φύλλα της Πόλης ήταν γεμάτα με εσωτερικές φωτογραφίες του σταθμού στο Λημέρι, και με φωτογραφίες χτυπημένων φρουρών και ομήρων. Κάποιος καταραμένος δημοσιογράφος είχε καταφέρει να γλιστρήσει εκεί μέσα και να φωτογραφίσει. Η Λεγεώνα δεν φρουρούσε το μέρος όσο καλά πίστευε.

Η Πόλη έγραφε ότι απορούσε πώς ήταν δυνατόν η Λεγεώνα να ζητά «δικαιοσύνη» κακοποιώντας αθώους ανθρώπους και προκαλώντας, συγχρόνως, πρόβλημα σ’ολόκληρη την πόλη με το σταμάτημα του Υπόγειου. Πραγματικά πίστευε ότι αυτές οι ενέργειες βοηθούσαν τις Αρχές να εντοπίσουν τους τρομοκράτες; Μήπως η Λεγεώνα ήταν οι αληθινοί τρομοκράτες;

Ο Κριτόλαος παρατήρησε ότι δεν έλεγε πουθενά ποιος είχε τραβήξει τις φωτογραφίες, ούτε ποιος είχε γράψει για το θέμα. Μάλλον, όχι ένας, συμπέρανε. Το θέμα χωριζόταν σε ενότητες, και την κάθε ενότητα πρέπει να είχε γράψει και άλλος δημοσιογράφος· το ύφος διέφερε.

Η Ελεονόρα είχε, εν τω μεταξύ, βγάλει την κάπα της και καθίσει στον καναπέ, καθώς εκείνος διάβαζε όρθιος, χωρίς ακόμα να έχει βγάλει τη δική του κάπα.

Ο Κριτόλαος έριξε, τελικά, την εφημερίδα πάνω στο τραπεζάκι μπροστά στον καναπέ. Έλυσε την κάπα του, την κρέμασε στην κρεμάστρα, και, παίρνοντας τη στοίβα με τις εφημερίδες κοντά του, κάθισε σε μια πολυθρόνα για να τις κοιτάξει γρήγορα όλες. Ήθελε να δει αν και κανένας άλλος είχε κάνει παρόμοιο ρεπορτάζ. Τίποτα, όμως. Μόνο η Πόλη. Αναμφίβολα, σήμερα θα πουλούσε πολλά φύλλα…

Η Ελεονόρα τον ατένιζε λιγάκι ενοχλημένα, παρατήρησε ο Κριτόλαος όταν έστρεψε πάλι το βλέμμα του σ’εκείνη. Την είχε αγνοήσει τελείως. «Με συγχωρείς,» της είπε καθώς σηκωνόταν από την πολυθρόνα του. «Έλα να σου δείξω το δωμάτιό σου.»

Η Ελεονόρα τον ακολούθησε, κι εκείνος την οδήγησε σ’ένα δωμάτιο με κρεβάτι. «Δυστυχώς, δεν έχω ετοιμάσει τίποτα, γιατί δεν ήξερα ότι θα έμενες εδώ,» εξήγησε. Δεν υπήρχαν ούτε κουβέρτες, ούτε σεντόνια, ούτε μαξιλάρια στο κρεβάτι, και μέσα στο δωμάτιο ήταν δυο κούτες με αχρηστίες.

«Δεν πειράζει,» αποκρίθηκε η Ελεονόρα. «Θα βολευτώ.»

Ο Κριτόλαος άνοιξε μια ντουλάπα και έβγαλε κουβέρτα και δύο σεντόνια, αφήνοντάς τα πάνω στο κρεβάτι. Μετά, πήγε να φέρει δύο μαξιλάρια.

«Σε βάζω σε κόπο…» είπε η Ελεονόρα.

«Δεν είναι κόπος. Αν μου είχες πει ότι θα έμενες εδώ, θα τα είχα ήδη έτοιμα.»

Το βλέμμα της φανέρωνε ενόχληση. «Νόμιζα ότι θα το είχες καταλάβει…»

Το φοβόμουν, σκέφτηκε εκείνος, αλλά έλεγα ότι θα ήσουν αρκετά συνετή για να μη θέλεις να δίνεις δικαιώματα. Τώρα, ο άντρας της μπορούσε, δικαιολογημένα, να υποψιαστεί το οτιδήποτε, ακόμα κι αν τελικά δεν γινόταν τίποτα ανάμεσά τους. Ευτυχώς που δεν ήταν εδώ, στη Θακέρκοβ, τουλάχιστον.

«Ναι,» είπε ο Κριτόλαος, «μάλλον θα έπρεπε να το είχα καταλάβει…»

Η Ελεονόρα μειδίασε λοξά, μοιάζοντας ευχαριστημένη με την απόκρισή του.

«Να φτιάξω καφέ;» ρώτησε ο Κριτόλαος.

«Ναι.»

Προτού φύγει, τον έπιασε απ’τον αγκώνα. «Περίμενε. Έχεις τίποτα ρούχα για ν’αλλάξω;»

Ο Κριτόλαος στράφηκε να την κοιτάξει. «Δεν έχεις φέρει ρούχα;»

«Στο όχημα από το ερευνητικό είναι ακόμα· θα πω, μετά, στους φρουρούς να τα φέρουν.»

«Περίμενε,» της είπε ο Κριτόλαος. Πήγε στο δωμάτιό του, πήρε μια ρόμπα, και επέστρεψε.

«Ευχαριστώ,» είπε η Ελεονόρα.

Ο πομπός του κουδούνισε. Ο Κριτόλαος κοίταξε να δει ποιος τον καλούσε. Η Χοαρκίδα.

Αφήνοντας την Ελεονόρα ν’αλλάξει, πήγε στο σαλόνι και άνοιξε τον πομπό.

«Χοαρκίδα.»

«Είδες τι γράφει η Πόλη σήμερα;»

«Πριν από λίγο.»

«Πριν από λίγο;» Ακουγόταν έκπληκτη.

«Είχα δουλειές το πρωί.»

«Κάποιος δημοσιογράφος τους μπήκε στο σταθμό και τράβηξε φωτογραφίες, Κριτόλαε! Και δε νομίζω η Λεγεώνα να τον άφησε να μπει – κατάφερε, κάπως, να τους κοροϊδέψει και να αναμιχθεί με τους ομήρους.»

«Ναι, αυτό είναι το πιθανότερο.»

«Έχω μια υποψία, ξέρεις…»

«Τι υποψία;»

«Για κάποιο πρόσωπο. Κάποιον συγκεκριμένο δημοσιογράφο της Πόλης.»

«Πες μου.»

«Να έρθω από κει; Ετοιμάζομαι να φύγω απ’το γραφείο. Έχεις φάει;»

«Φοβάμαι πως ναι. Και, βασικά, φιλοξενώ κάποιο άτομο εδώ. Για δουλειές της Παντοκρατορίας.»

«Σοβαρές δουλειές;»

«Αρκετά σοβαρές.»

Η Χοαρκίδα αναστέναξε, και είπε: «Η δημοσιογράφος που υποψιάζομαι ονομάζεται Τζάκι Νίλκοφ

«Τζάκι Νίλκοφ…»

«Ναι, η ίδια που παρακολουθούσες το σπίτι της.»

«Οι κατάσκοποί μου ακόμα παρακολουθούν το σπίτι της.»

«Ένας από τους δημοσιογράφους του Άστρου, ο Χαρίλαος Φερέντης, την είδε στο σταθμό στο Λημέρι.»

«Την είδε να μπαίνει στο σταθμό;»

«Όχι. Του μίλησε και μετά έφυγε. Εξαφανίστηκε.»

«Και υποθέτεις ότι, κάπως, κατάφερε να γλιστρήσει μέσα;»

«Ναι. Και το ίδιο υποθέτει κι ο Χαρίλαος. Επίσης, αν σκεφτείς ότι τις προάλλες είχε μπει κρυφά στα συντρίμμια του Αρωγού….»

«Ναι, καταλαβαίνω τι θες να πεις.»

«Οι κατάσκοποί σου δε σου έχουν αναφέρει τίποτα;»

«Οι κατάσκοποί μου παρακολουθούν το σπίτι της. Δεν το έκρινα, μέχρι στιγμής, απαραίτητο να τους βάλω να την κυνηγάνε γύρω-γύρω σ’όλη την πόλη. Τέλος πάντων. Σ’ευχαριστώ, Χοαρκίδα· θα το ψάξω περισσότερο το θέμα.»

«Καλό μεσημέρι,» είπε η Χοαρκίδα και του έστειλε ένα φιλί μέσα από τον πομπό.

Η επικοινωνία τερματίστηκε, και ο Κριτόλαος στράφηκε για να δει την Ελεονόρα να έχει έρθει στο σαλόνι, ντυμένη με τη ρόμπα που της είχε δώσει.

«Ποιος ήταν;» τον ρώτησε.

«Μια φίλη,» αποκρίθηκε ο Κριτόλαος. «Περίμενε λίγο.» Πάτησε ένα πλήκτρο στον πομπό του και τον έφερε πάλι στ’αφτί.

«Εξοχότατε.»

«Συνεχίζετε να παρακολουθείτε το σπίτι της Τζάκι Νίλκοφ;»

«Φυσικά, Εξοχότατε

«Τι έχουν πιάσει μέχρι στιγμής οι κοριοί σας;»

«Τίποτα σημαντικό, βασικά. Μόνη της μένει, και δεν παραμιλά.»

«Δεν την επισκέπτεται κανένας;»

«Μέχρι τώρα, κανένας δεν έχει έρθει.»

«Και στον δίαυλο; Τι λέει;»

«Τίποτα ύποπτο. Έχουμε αποθηκευμένες τις συνομιλίες, αν τις θέλετε, βέβαια. Το αφεντικό της από την εφημερίδα την πήρε μια φορά για να τη ρωτήσει αν κάποιο ρεπορτάζ ήταν έτοιμο, κι εκείνη απάντησε ότι ερχόταν αμέσως, ετοιμαζόταν, και το έκλεισε. Παλιότερα, την είχε πάρει κάποιος άλλος δημοσιογράφος για να τη ρωτήσει κάτι για την εφημερίδα. Λιγόλογη, πάντως, είναι γενικά: απαντά γρήγορα και χωρίς πολλά-πολλά. Μάλλον, ύστερα από ό,τι της συνέβη, πρέπει να είναι φοβισμένη, υποθέτω.»

Ο Κριτόλαος συνοφρυώθηκε. Φοβισμένη, ή… υποψιασμένη; Θα μπορούσε κάπως να είχε καταλάβει ότι παρακολουθούσαν το σπίτι της; «Δε μου λες, το αφεντικό της πότε την κάλεσε;»

«Χτες το βράδυ. Είχε ξαναπάρει αλλά η Τζάκι δεν ήταν εκεί.»

Μάλιστα… Κοίτα να δεις… «Καλώς. Θέλω να διευρύνετε την παρακολούθηση. Θα την κατασκοπεύετε παντού. Όπου πηγαίνει.»

«Υποψιάζεστε ότι είναι με τους αποστάτες, Εξοχότατε;»

«Πιθανώς. Να είστε σε εγρήγορση.»

«Ασφαλώς, Εξοχότατε.»

«Και να μου στείλετε όλες τις αποθηκευμένες συνομιλίες της.»

«Μάλιστα.»

Ο Κριτόλαος έκλεισε τον πομπό του.

Η Ελεονόρα είχε πάει στην κουζίνα και έφτιαχνε καφέ.

«Μαθαίνεις τα κατατόπια;» ρώτησε ο Κριτόλαος πλησιάζοντας.

Εκείνη μειδίασε. «Ερευνήτρια είμαι. Εξερευνώ τα πάντα.»

Ένα κουδούνισμα ακούστηκε να αντηχεί μέσα στο διαμέρισμα.

«Αυτός,» είπε ο Κριτόλαος, «πρέπει να είναι ο δικός σου πομπός.»

Η Ελεονόρα ένευσε· άφησε τον καφέ και έτρεξε προς το δωμάτιο που της είχε παραχωρήσει ο Κριτόλαος.

Ο Τεχνομαθής άρθρωσε ένα Ξόρκι Τηλεπικοινωνιακής Υποκλοπής, εντόπισε με το μυαλό του τη συχνότητα του πομπού της Ελεονόρας, και τη μετέφερε στον δικό του πομπό. Καθώς έβγαζε τον καφέ από τη φωτιά, άκουγε τη συνομιλία της.

—Πού βρίσκεστε, κυρία Επιτηρήτρια;

—Μαζί με τον κύριο Σάλκω. Υπάρχει κάποιο πρόβλημα;

—Κανένα. Απλώς, είμαστε στο ξενοδοχείο και θέλαμε να δούμε πού θα μεταφερθούν τα πράγματά σας.

—Τα πράγματά μου θα τα φέρετε στο διαμέρισμα του κύριου Σάλκω. Θα μένω εδώ.

—Πού είναι το διαμέρισμα;

Η Ελεονόρα είπε τη διεύθυνση και, μετά, τερμάτισε την επικοινωνία.

Ο Κριτόλαος τη συνάντησε στο σαλόνι, έχοντας μαζί του τους καφέδες.

«Σε λίγο θα μου φέρουν και τα πράγματά μου,» του είπε η Ελεονόρα παίρνοντας το φλιτζάνι της.

«Υπέροχα, γιατί νομίζω ότι η ρόμπα μου σου πέφτει μεγάλη.» Σερνόταν πίσω της.

«Μου αρέσει, όμως,» είπε η Ελεονόρα, και ήπιε μια μικρή γουλιά απ’τον ζεστό καφέ της.

Κεφάλαιο 15
Εικόνες Μέσα από Όνειρα και Οθόνες

Οι εφημερίδες που είχε μαζέψει η Τζάκι δεν διαφώτισαν τον Έκτορα πάνω στο θέμα. Ούτε και τον Αίολο. Τα πάντα που έγραφαν ήταν εικασίες. Κανείς δεν ήξερε γιατί οι Παντοκρατορικοί είχαν εξαφανίσει το πλάσμα από το φεγγάρι, ή τι είχαν κάνει τελικά μαζί του. Είκαζαν ότι το είχαν αποτεφρώσει επειδή το πτώμα του ήταν επικίνδυνο να μολύνει τη διάσταση της Σεργήλης· ή ότι προσπαθούσαν να κλέψουν τις δυνάμεις του για να φτιάξουν καινούργια όπλα· ή ότι το είχαν μεταφέρει στη Ρελκάμνια, τη διάσταση της Παντοκράτειρας, για να το παραδώσουν σ’εκείνη προσωπικά, ώστε οι δυο τους να κάνουν κάποια συμφωνία – σύντομα, ολόκληροι στρατοί θα έρχονταν από το φεγγάρι! Ορισμένοι, επίσης, υπέθεταν πως οι Παντοκρατορικοί ήθελαν να πάρουν πληροφορίες από το πλάσμα ώστε, αργότερα, να οργανώσουν κάποια αποστολή στο φεγγάρι.

Το τελευταίο είχε, τελικά, αποδειχτεί σωστά. Ή, τουλάχιστον, εν μέρει. Μετά από δύο χρόνια είχε, όντως, οργανωθεί αποστολή στο φεγγάρι, από εξερευνητές που οι Παντοκρατορικοί είχαν χρηματοδοτήσει. Αλλά αυτό δεν ενδιέφερε τώρα τους επαναστάτες. Τι ακριβώς είχε συμβεί όταν εκείνη η αποστολή έφτασε στο φεγγάρι, κανείς δε γνώριζε – ούτε καν τα μέλη της. Αυτό που ενδιέφερε τους επαναστάτες ήταν τι είχε γίνει, πριν από δεκάξι χρόνια, στο οικόπεδο του Ευγένιου Αρωγού, όπου έπεσε το πλάσμα από το φεγγάρι.

Και οι πληροφορίες που πήραν από τις εφημερίδες που είχε συγκεντρώσει η Τζάκι ήταν, ουσιαστικά, άχρηστες. Δεν έλεγαν τι μπορεί να ήταν η οντότητα στο υπόγειο του Αρωγού. Το πλάσμα απ’το φεγγάρι είχε απλά πέσει στο οικόπεδο· δεν είχε σκάψει εκεί για να κρυφτεί.

«Και πώς ήταν τόσο βέβαιοι ότι έπεσε απ’το φεγγάρι;» ρώτησε η Χλόη. Εκείνη κι ο Αίολος είχαν επιστρέψει από την παρακολούθηση των ερειπίων του Αρωγού, και κάθονταν γύρω από το τραπέζι του δωματίου πίσω από την κεντρική αίθουσα της Οινόσφαιρας, μαζί με τη Νιρίφα και τον Σωσία (που είχαν επίσης επιστρέψει στο μαγαζί, αφού όλη μέρα ήταν στο δρόμο), τον Έκτορα, και τη Σερφάντια. Ο Αλλάνδρης και ο Άλκιμος είχαν αναλάβει να παρακολουθούν τα συντρίμμια τη νύχτα.

Ο Έκτορας έδειξε τη σελίδα μιας εφημερίδας στη Χλόη. Εκείνη κοίταξε και είδε πως έγραφε ότι παρατηρητές της Παντοκράτειρας είχαν δει το πλάσμα να ξεπροβάλλει μέσα από το φεγγάρι – και, στην αρχή, είχαν φοβηθεί ότι ίσως να επρόκειτο για επικίνδυνο αεροσκάφος. Επίσης, και αρκετοί πολίτες το είχαν δει.

«Γιατί έπεσε, όμως;» είπε η Χλόη κοιτάζοντας τη φωτογραφία του στις εφημερίδες. «Δε μοιάζει τραυματισμένο εδώ.»

«Αυτό είναι αλήθεια,» συμφώνησε ο Αίολος. «Δε μοιάζει τραυματισμένο…»

Ο Έκτορας ρουθούνισε. «Μπορεί να ζαλίστηκε και να σκόνταψε· τι σημασία έχει;»

Η Χλόη είπε: «Δεν πρόκειται να βγάλουμε καμια άκρη μέσα από παλιές εφημερίδες.» Κάνοντας πίσω, ακούμπησε την πλάτη της στην καρέκλα, και τέντωσε τα πόδια της εμπρός της, σταυρωμένα στον αστράγαλο. Ήταν πιασμένη ύστερα από τόσες ώρες πάνω σ’εκείνο το δώμα. Και να πεις ότι είχε γίνει τίποτα αξιοσημείωτο στα συντρίμμια του Αρωγού… Τίποτα δεν είχε γίνει. Τσάμπα κόπος.

Η Χλόη το ήξερε: υπήρχε κάτι που εκείνη κι οι άλλοι επαναστάτες παρέβλεπαν. Αυτός ο μπαλαντέρ. Ένα κρυμμένο στοιχείο.

Ο Έκτορας, ο Αίολος, και η Σερφάντια συνέχισαν να ξεφυλλίζουν τις παλιές εφημερίδες, σα να μην την είχαν ακούσει να τους λέει ότι ήταν άχρηστες. Η Νιρίφα και ο Σωσίας δεν έδιναν πολλή σημασία· ήταν κι οι δυο τους φανερά κουρασμένοι από όλη την ημέρα μέσα σ’εκείνο το όχημα.

Η Χλόη έβγαλε, από μια τσέπη της δερμάτινης τουνίκας της, την τράπουλα που είχε πάρει μαζί της στην παρακολούθηση. Την ανακάτεψε επιδέξια μέσα στα χέρια της. Τη χώρισε ακριβώς στη μέση και πήρε το μεσαίο φύλλο. Το κοίταξε. Ο Μάγος της Γης.

…κρυμμένα μυστικά κάτω από τα πόδια του…

Η Χλόη συνοφρυώθηκε. Μια ιδέα τής είχε έρθει. Ανακάτεψε πάλι την τράπουλα και την έκρυψε στην τσέπη της.

«Γιατί δεν πηγαίνουμε να βρούμε τον Ευγένιο Αρωγό;» πρότεινε.

Οι άλλοι στράφηκαν να την ατενίσουν.

Η Χλόη κοίταξε τον Έκτορα ερωτηματικά.

«Νομίζεις ότι θα μας βοηθήσει;» είπε εκείνος.

«Γιατί όχι; Οι Παντοκρατορικοί κατέστρεψαν την επιχείρησή του. Και τώρα, μάλλον, αναγκάστηκε να τους πούλησε το οικόπεδο, αφού βλέπουμε τόσοι να έχουν μαζευτεί εκεί.»

Ο Αίολος είπε: «Δε μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ακόμα ότι τους πούλησε το οικόπεδο. Την εισβολή τους στα συντρίμμια θα μπορούσαν να τη δικαιολογήσουν και ‘για λόγους ασφαλείας’.»

«Ναι,» αποκρίθηκε η Χλόη, «αλλά δεν το νομίζω. Σκέψου τι γινόταν όσο ήμασταν οι δυο μας εκεί. Συνεχώς στρατιώτες μπαινόβγαιναν. Σαν κάτι να έψαχναν.»

«Τη σήραγγα έψαχναν,» της είπε ο Έκτορας. «Τη σήραγγα απ’όπου μπήκε η Τζάκι. Αυτό είναι το πιθανότερο.»

«Τέλος πάντων,» είπε η Χλόη. «Δε χάνουμε τίποτα να μιλήσουμε με τον Αρωγό. Μπορεί να μας πει τι ακριβώς συμβαίνει. Τι είναι κάτω από το οικόπεδό του.»

«Το σπίτι του ίσως να το παρακολουθούν,» την προειδοποίησε η Σερφάντια.

«Δε θάναι το πρώτο σπίτι που παρακολουθούν – ούτε το τελευταίο. Ούτε εμείς θάναι η τελευταία φορά που αποφεύγουμε τους κατασκόπους τους.»

«Ο Αρωγός, όμως, ίσως να μη φανεί τόσο συνεργάσιμος όσο νομίζεις,» είπε ο Σωσίας.

«Δε θα μάθουμε ποτέ αν δεν τον πλησιάσουμε,» τόνισε η Χλόη. Γιατί δεν έβλεπαν ότι η πρότασή της ήταν λογική; αναρωτιόταν, ενοχλημένη.

Ο Έκτορας είπε: «Θα περιμένουμε καμια μέρα ακόμα, για να βεβαιωθούμε ότι όντως τους πούλησε το οικόπεδο, και μετά θα το ξανασκεφτούμε.»

«Εντάξει,» αποκρίθηκε η Χλόη. «Αλλά νομίζω ότι μόνο από εκεί θα μάθουμε κάτι το ουσιαστικό.»

Ο Αίολος δίπλωσε την εφημερίδα που κοίταζε και την έριξε πάνω στον σωρό με τις υπόλοιπες. «Σ’αυτό ίσως νάχεις δίκιο.»

«Λοιπόν,» είπε ο Έκτορας. «Ποιοι θα πάνε για παρακολούθηση αύριο το πρωί;»

«Να προτείνω κάτι;» ρώτησε η Νιρίφα προτού κανείς απαντήσει στον Πρόμαχο.

«Σ’ακούμε,» της είπε ο Έκτορας.

«Μου φαίνεται ότι άδικα ταλαιπωρήστε όλοι. Θα μπορούσα να ταλαιπωρούμαι μόνο εγώ και, ίσως, ένας άλλος ακόμα.»

«Τι σημαίνει αυτό;»

«Δε χρειάζεται άνθρωποι να βρίσκονται πάνω σ’εκείνο το δώμα που έχουμε εντοπίσει. Μπορούμε να στήσουμε εκεί έναν τηλεοπτικό πομπό που θα μεταφέρει το σήμα του στο όχημά μου.»

«Θέλω, όμως, ο πομπός να μπορεί να μετακινηθεί και να εστιάσει,» είπε ο Έκτορας.

«Δεν υπάρχει θέμα,» αποκρίθηκε η Νιρίφα. «Έχω μια τέτοια συσκευή. Ο πομπός στέκεται πάνω σε τρίποδο και περιστρέφεται γύρω-γύρω, σύμφωνα με τις εντολές που του δίνεις από το χειριστήριο μέσω τηλεπικοινωνιακού σήματος. Επίσης, μπορεί να εστιάσει όπου θέλεις, φέρνοντας την εικόνα πιο κοντά. Και φυσικά, αυτά που βλέπει τα βλέπεις κι εσύ στην οθόνη σου, και μπορείς και να τ’αποθηκεύσεις.»

«Τι πιθανότητες υπάρχουν οι λακέδες της Παντοκράτειρας να μυριστούν το τηλεπικοινωνιακό σήμα;» ρώτησε ο Έκτορας.

Η Νιρίφα μόρφασε. «Αυτές που υπάρχουν πάντα, αφεντικό. Θα πρέπει, όμως, να ψάχνουν εσκεμμένα για κάτι τέτοιο. Και το δώμα που χρησιμοποιούμε δεν είναι καν στον ίδιο δρόμο όπου βρίσκεται το οικόπεδο του Αρωγού· είναι στον από πίσω δρόμο.»

«Και πάλι,» έκανε διστακτικά ο Έκτορας, «είναι ριψοκίνδυνο… Αν εντοπίσουν το σήμα θα δουν πού πηγαίνει και θα έρθουν να σε μαγκώσουν.»

«Θα το ρισκάρω,» είπε η Νιρίφα. «Το έχω ξανακάνει.»

«Δεν είναι εκεί το θέμα,» μούγκρισε ο Έκτορας. «Όλοι μας έχουμε ξαναρισκάρει εδώ πέρα. Το θέμα είναι ότι δε θα σε βάλω σε άσκοπο κίνδυνο αν μπορώ να το αποφύγω.»

«Η συνεχής παρακολούθηση, όμως, δεσμεύει πολλούς από εμάς, Έκτορα,» είπε η Χλόη. «Τέσσερις βρίσκονταν όλη μέρα εκεί – εκτός από τώρα, τη νύχτα, που πήγαν δύο. Αυτό σημαίνει ότι τα πρωινά και τα απογεύματα μένουν μόνο τέσσερις εδώ, και για να φυλάνε το μαγαζί και για οποιαδήποτε έκτακτη ανάγκη ή άλλη αποστολή προκύψει.»

Το ξέρω, σκέφτηκε ο Έκτορας. Λες να μην το ξέρω; Τον προβλημάτιζε αυτό το γαμημένο ζήτημα… και η Νιρίφα τώρα έδινε μια λύση. Αλλά ο Πρόμαχος δεν ήθελε να ρισκάρει να χάσει τη μάγισσα και όποιον άλλο τύχαινε νάναι μαζί της. Οι σύντροφοί του του ήταν πολύτιμοι: όλοι, και ο καθένας ξεχωριστά.

«Καλώδιο δεν μπορείς να βάλεις στον πομπό σου;» ρώτησε τη Νιρίφα. Με τη χρήση καλωδίου δεν θα εκπεμπόταν τηλεπικοινωνιακό σήμα εντοπίσιμο από τα τσιράκια της Παντοκράτειρας.

«Μπορώ,» αποκρίθηκε η μάγισσα. «Αλλά δε θάναι πολύ φανερό; Αν περάσει κάποιος και το δει–»

«Το δώμα είναι στον από πίσω δρόμο, όπως είπες κι εσύ.»

«Επιπλέον,» συνέχισε η Νιρίφα, «δε θα έχω τη δυνατότητα να είμαι και πολύ μακριά. Πόσο μακρύ θάναι αυτό το καλώδιο; Για να μην πούμε, βέβαια, ότι δε θα μπορώ να μετακινώ το όχημά μου – πράγμα που θα είναι σοβαρό μειονέκτημα.»

«Αφεντικό,» είπε η Σερφάντια, «αν έχουν πράκτορές τους στη γειτονιά, σίγουρα θα δουν το καλώδιο.»

«Και το σήμα δε θα το εντοπίσουν;»

«Μόνο αν ψάξουν ειδικά γι’αυτό. Το σήμα είναι, ουσιαστικά, πιο ασφαλές από το καλώδιο. Αν είναι να χρησιμοποιήσεις κάτι απ’τα δύο, χρησιμοποίησε αυτό – ή τίποτα.»

Η Νιρίφα είπε στον Έκτορα: «Ας το προσπαθήσουμε και βλέπουμε. Θα κρύψω και το τηλεπικοινωνιακό σήμα με μια Μαγγανεία Προκαλύψεως.»

Εκείνος μόρφασε. Δεν ήξερε πολλά από μαγεία, αλλά… «Ξόρκι Προκαλύψεως, δεν είναι, ή κάνω λάθος;»

«Το ίδιο πράγμα είναι, περίπου· απλώς η μαγγανεία διαρκεί πολύ περισσότερη ώρα.»

«Κι αυτή όμως μπορεί να εντοπιστεί,» της θύμισε ο Αίολος.

«Ναι, το ξέρω, παντού υπάρχει κάποιο πρόβλημα αν σκεφτείς έτσι.»

«Εντάξει,» είπε ο Έκτορας. «Ποιοι νομίζετε ότι πρέπει να κάνουμε αυτό που λέει η Νιρίφα;»

Η Χλόη συμφωνούσε. Ο Σωσίας συμφωνούσε. Το ίδιο και ο Αίολος. Η Σερφάντια έμεινε σιωπηλή.

«Θα το δοκιμάσουμε,» είπε ο Έκτορας. «Αλλά,» τόνισε στη μάγισσα, «να είσαι σταματημένη σε τέτοιο μέρος που μπορείς γρήγορα να την κάνεις, σε περίπτωση κινδύνου.»

Η Νιρίφα μειδίασε. «Την προηγούμενη φορά, που επιτεθήκαμε στο Λημέρι, δεν ήσουν τόσο προσεχτικός.»

«Αυτό ήταν άλλο.»

«Ναι,» είπε η Χλόη, «ήταν τελείως ηλίθιο.»

«Μη με τσαντίζεις,» μούγκρισε ο Έκτορας. «Τα κωθώνια της Λεγεώνας είχαν πάει γυρεύοντας. Πήραν το μάθημά τους.»

«Αμφιβάλλω αν ξέρουν γιατί δέχτηκαν τις κλοτσιές που δέχτηκαν.»

«Δεν έχει σημασία. Η όλη ιστορία, ούτως ή άλλως, πρόβλημα στους Παντοκρατορικούς έχει κάνει, όπως φαίνεται. Ας το λύσουν!»

*

Η Χλόη έπεσε νωρίς να κοιμηθεί γιατί ήταν κουρασμένη.

Και ονειρεύτηκε…

…δρόμοι μέσα σε μια πόλη, ο ένας κατόπιν του άλλου, χωρίς λογική σειρά…

Ένας πλανόδιος παλιάτσος χαιρετά. Στα πόδια του, ένα καπέλο με μερικά νομίσματα. Η μορφή του είναι η μορφή ενός μπαλαντέρ…

Μια πόρτα ανοίγει. Σκαλοπάτια που κατεβαίνουν. Μια σήραγγα. Από κάπου δίπλα, ο Υπόγειος ακούγεται να περνά· ο τοίχος τρίζει από τη δύναμή του.

Κι άλλες σήραγγες…

Ένα δωμάτιο γεμάτο μηχανήματα, καλώδια, σωλήνες, ενεργειακές φιάλες, οθόνες, κονσόλες. Σκιερές μορφές περιφέρονται.

Ένας ήχος θραύσης. (Γυαλί;)

Ένα υγρό στο πάτωμα. Εξαπλώνεται. Φωνές: οι σκιές τρέχουν. Το υγρό ανεβαίνει στους τοίχους, στα μηχανήματα. Στις σήραγγες.

Στην πόλη.

Δρόμοι, ξανά. Ατελείωτοι. Ο ένας κατόπιν του άλλου, μαυρίζουν. Οι περαστικοί δεν βλέπουν τη μόλυνση… μέχρι που αρχίζουν να σκοντάφτουν και να πέφτουν…

…και μια ομίχλη, παντού μια ομίχλη…

Ένα πρόσωπο λιώνει, αποκαλύπτοντας το κρανίο από πίσω του–

Η Χλόη ξύπνησε τρομαγμένη. Ανασηκώθηκε.

Ο Έκτορας δεν ήταν ακόμα εδώ. Το μαγαζί δεν είχε κλείσει. Μπορούσε ν’ακούσει μουσική.

Η Χλόη σηκώθηκε απ’το κρεβάτι και έβαλε ένα ποτό. Ήπιε μια γουλιά. Καμια φορά έβλεπε όνειρα που την τρόμαζαν. Δεν ήθελε να τα βλέπει, γιατί την μπέρδευαν και δε μπορούσε να τα εξηγήσει, αλλά τα έβλεπε. Και πάντοτε θυμόταν τη γιαγιά της, η οποία επίσης έβλεπε παράξενα όνειρα. Ορισμένοι στο χωριό τους έλεγαν ότι ήταν μάγισσα. Ανοησίες. Δεν είχε μαγικές δυνάμεις. Τουλάχιστον όχι σαν αυτούς που εκπαιδεύονται από τα μαγικά τάγματα. Η Χλόη την είχε ρωτήσει κάποτε, κι εκείνη τής είχε απαντήσει ότι όταν ήταν μικρή είχε συναντήσει τους μάγους των μαγικών ταγμάτων κι αυτοί, αφού την είχαν δοκιμάσει, της είχαν πει πως δεν είχε δυνάμεις που μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να υφάνει ξόρκια και μαγγανείες. Οι μάγοι μιλούσαν σε μια γλώσσα που το σύμπαν κατανοούσε και υπάκουγε· η γιαγιά της Χλόης, όμως, όταν μιλούσε σ’αυτή τη γλώσσα, δεν έμοιαζε να μπορεί να συνεννοηθεί με το σύμπαν. Δεν ήταν μάγισσα· αλλά έβλεπε αυτά τα παράξενα όνειρα, που ορισμένες φορές έλεγε ότι της τα έστελνε η Αρτάλη, κι άλλες πάλι φορές ότι έρχονταν από τη Λόρκη.

Η Χλόη κάθισε στην καρέκλα, σταυρώνοντας τα πόδια της στο γόνατο και πίνοντας άλλη μια γουλιά απ’το ποτό της. Άπλωσε το χέρι της πάνω στο μικρό τραπεζάκι, πήρε την ταμπακιέρα και τον ενεργειακό αναπτήρα, και άναψε ένα τσιγάρο.

Η γιαγιά της ήταν που, επίσης, της είχε διδάξει τη σημασία της τράπουλας, και πώς τα φύλλα ήταν όλα συνδεδεμένα με συγκεκριμένες αόρατες δυνάμεις του σύμπαντος.

Τζόγο είχε μάθει μόνη της. Αλλά πίστευε πως οι απόκρυφες γνώσεις της τράπουλας την είχαν, με κάποιο τρόπο, βοηθήσει – και ακόμα τη βοηθούσαν – στα παιχνίδια της. Και όχι μόνο.

Μέσα από το νυχτικό της τράβηξε ένα φύλλο. Το είχε βάλει εκεί χωρίς να κοιτάξει ποιο ήταν, παίρνοντάς το από μια τράπουλα που σπάνια χρησιμοποιούσε. Ήταν από τις πιο παράξενες τράπουλες· δεν έμπαινε στα περισσότερα τυχερά παιχνίδια, και οι περισσότεροι τζογαδόροι δεν γνώριζαν καν την ύπαρξή της.

Η Χλόη το έκανε αυτό ορισμένες φορές – έπαιρνε ένα τυχαίο χαρτί και το έκρυβε επάνω της προτού κοιμηθεί. Όταν ξυπνούσε το κοίταζε. Απόψε, προτού ξαπλώσει, δεν ήξερε τι την είχε κάνει να πάρει ένα φύλλο – και μάλιστα από μια τόσο περίεργη τράπουλα – και να το κρύψει επάνω της, ειδικά έτσι κουρασμένη καθώς ήταν…

Τώρα, το γύρισε και το κοίταξε.

Ένας άντρας που σε κάθε χέρι κρατούσε ένα φίδι με κεφάλι και στα δύο πέρατα της ουράς του.

Ο Άρχοντας των Δηλητηρίων.

Και το όνειρό της… Ένα δηλητήριο, μια μόλυνση, να εξαπλώνεται μέσα στους δρόμους μιας πόλης, από ένα υπόγειο…

Η Χλόη αισθάνθηκε την κοιλιά της να σφίγγεται.

Ακούμπησε το φύλλο στο τραπεζάκι, γυρισμένο ανάποδα, κλειστό.

Όταν, αργότερα, η μουσική στη Σφαίρα σταμάτησε και ο Έκτορας μπήκε στο δωμάτιο, τη βρήκε να κάθεται μπροστά στο τραπεζάκι, μ’ένα σωρό τραπουλόχαρτα απλωμένα μπροστά της και γύρω της, στο πάτωμα.

Συνοφρυώθηκε. «Νόμιζα ότι θα κοιμόσουν…»

«Δε μ’έπαιρνε ο ύπνος.»

«Τα κέρατα του Κάρτωλακ, γαμώ!…» μούγκρισε ο Έκτορας βγάζοντας το πουκάμισό του και ρίχνοντάς το στην κρεμάστρα. «Ορισμένες φορές, μου φαίνεται ότι είσαι σαλταρισμένη.»

Η Χλόη τον αγριοκοίταξε. «Σαλταρισμένη;»

Ο Έκτορας δεν μίλησε. Έβγαλε τα παπούτσια και το παντελόνι του και ξάπλωσε ανάσκελα στο κρεβάτι. Έτριψε το πρόσωπό του.

«Κάτι άσχημο θα συμβεί,» του είπε η Χλόη.

Ο Έκτορας στράφηκε να την κοιτάξει.

Εκείνη συνέχισε: «Στην πόλη.»

«Τι άσχημο;» τη ρώτησε, ήρεμα.

«Δεν ξέρω… Κάποια… κάποια αρρώστια, ίσως. Κάτι. Κάποια μόλυνση

«Γιατί; Πώς σου ήρθε αυτό;»

Η Χλόη αναστέναξε. Μάζεψε τα χαρτιά που ήταν εμπρός της, βάζοντάς τα μέσα σε μια τράπουλα. Την ανακάτεψε γρήγορα· κρ-κρ-κρ-κρ, έκαναν τα φύλλα.

«Το ονειρεύτηκα,» είπε τελικά.

«Θα με παλαβώσεις.» Ο Έκτορας τής γύρισε την πλάτη και τράβηξε την κουβέρτα επάνω του.

Η Χλόη τού πέταξε την τράπουλα. Τα χαρτιά σκορπίστηκαν στο κρεβάτι, άλλα κλειστά άλλα ανοιχτά. «Είσαι μεθυσμένος!»

Ο Έκτορας δεν κουνήθηκε απ’τη θέση του. «Δεν είμαι μεθυσμένος. Σκάσε και κοιμίσου. Δεν πρόκειται να γίνει τίποτα, γαμώ τα κέρατα του Κάρτωλακ – εφιάλτης λέγεται αυτό που είδες.»

Η Χλόη, όμως, δεν του έδινε σημασία· κοίταζε τον τρόπο που τα φύλλα είχαν απλωθεί επάνω στο κρεβάτι.

*

Την αυγή, ο Αλλάνδρης και ο Άλκιμος επέστρεψαν στην Οινόσφαιρα χωρίς να έχουν τίποτα ιδιαίτερο να αναφέρουν: τα πάντα ήταν ήσυχα στα συντρίμμια του Αρωγού.

Η Νιρίφα’μορ και η Σερφάντια πήραν τη θέση τους. Ή, μάλλον, όχι ακριβώς τη θέση τους. Στο δώμα όπου ήταν σκαρφαλωμένοι ο Αλλάνδρης και ο Άλκιμος, η Σερφάντια ανέβηκε μόνο για λίγο, ώστε να τοποθετήσει τον τηλεοπτικό πομπό, και μετά γύρισε στο όχημα όπου ήταν η Νιρίφα.

Το οποίο είχε τρεις τροχούς: ο μπροστινός πολύ ψηλός και μεγάλος, οι δύο πισινοί μικρότεροι. Διέθετε καθίσματα για δύο οδηγούς: ένα δεξιά του μεγάλου μπροστινού τροχού, και ένα αριστερά του. Ουσιαστικά, μπορούσες να το οδηγήσεις και από τη μια μεριά και από την άλλη, κατ’επιλογή. Πίσω ήταν η καρότσα, σκεπαστή, φυσικά, και αρκετά ευρύχωρη, για να μπορούν να μπουν ό,τι εξοπλισμοί ήθελαν κάθε φορά οι επαναστάτες. Το όχημα ήταν φτιαγμένο έτσι ώστε να είναι εύχρηστο και μέσα στην πόλη αλλά και στην ύπαιθρο: ο μεγάλος, μπροστινός τροχός του ήταν αρκετά δυνατός για να μπορεί να ξεπεράσει τα περισσότερα εμπόδια.

Αυτό το όχημα είχαν αποφασίσει να χρησιμοποιήσουν σήμερα· χτες η Νιρίφα και ο Σωσίας ήταν μέσα σ’ένα μικρό τετράκυκλο. Με τέτοιες εναλλαγές, οι πιθανότητες να τους εντοπίσουν οι Παντοκρατορικοί ήταν σαφώς λιγότερες.

Η Σερφάντια μπήκε από την αριστερή μεριά του μεγάλου τροχού και πήγε πίσω, στην καρότσα. «Όλα εντάξει;» ρώτησε τη Νιρίφα’μορ, η οποία καθόταν μπροστά σε μια οθόνη.

«Δες μόνη σου,» αποκρίθηκε η μάγισσα.

Η οθόνη έδειχνε τα συντρίμμια του Αρωγού.

«Και τώρα τι κάνουμε;» ρώτησε η Σερφάντια, καθίζοντας σ’ένα σκαμνί.

«Πίνουμε το γάλα μας.» Η Νιρίφα άνοιξε ένα μπουκάλι και ήπιε.

Μετά, άφησε το μπουκάλι παραδίπλα και άρθρωσε ένα Ξόρκι Εντοπισμού Τηλεπικοινωνιακού Σήματος. Χωρίς δυσκολία βρήκε το σήμα που έστελνε ο τηλεοπτικός πομπός στο σύστημά της. Το παγίδεψε για λίγο μέσα στο μυαλό της, και ύφανε τη Μαγγανεία Προκαλύψεως, εστιάζοντάς την επάνω του – πράγμα που της πήρε πάνω από ένα δεκάλεπτο. Αυτό, όμως, θα αποπροσανατόλιζε τους Παντοκρατορικούς, σε περίπτωση που έκαναν προσπάθειες να ανιχνεύσουν τίποτα ύποπτο στην περιοχή.

*

Κατά τις δέκα και μισή, ένα φορτηγό ήρθε μπροστά στα συντρίμμια του Αρωγού και εργάτες βγήκαν, πιάνοντας αμέσως δουλειά. Μαζεύοντας τα μπάζα. Κι αυτό συνεχίστηκε όλη την υπόλοιπη ημέρα.

Η Σερφάντια επέστρεψε το μεσημέρι στην Οινόσφαιρα και το είπε στον Έκτορα, ενώ ο Αλλάνδρης πήγε να καθίσει με τη Νιρίφα’μορ.

«Ο Αρωγός τούς το πούλησε, λοιπόν,» είπε η Χλόη, «αλλιώς δε θα γίνονταν τώρα αυτά. Είναι σίγουρο πλέον. Ας πάμε να του μιλήσουμε, Έκτορα. Πρέπει να του μιλήσουμε.» Ήταν πολύ ανήσυχη από χτες βράδυ, που του είχε πει για εκείνο το όνειρο: ότι η Θακέρκοβ θα μολυνόταν, ή κάτι τέτοιο. Ήταν δυνατόν ακόμα να το πίστευε; απορούσε ο Έκτορας.

«Μη βιάζεσαι. Κάτσε να δούμε τι γίνεται.»

Η Χλόη φαινόταν θυμωμένη. Του κρατούσε μούτρα.

Ο Χρίστος τον ρώτησε, το απόγευμα: «Συμβαίνει κάτι, αφεντικό; Θα μπορούσα, να πούμε, να βοηθήσω;»

«Γιατί νομίζεις ότι συμβαίνει κάτι;»

«Συνέχεια πηγαίνουν κι έρχονται οι δικοί σου. Μια ο ένας λείπει, μια ο άλλος.»

Ο Έκτορας δεν ήθελε να τον παραμυθιάζει. Κατένευσε. «Ναι, κάτι συμβαίνει. Αλλά δε μπορείς να βοηθήσεις. Άμα θέλω κάτι, θα σου πω· να είσαι σίγουρος. Και μια και τόφερε η κουβέντα… Αφού θες νάσαι μαζί μας, μπορείς τουλάχιστον να γυροφέρνεις μες στην κεντρική αίθουσα, να βλέπεις μήπως κανένας σουφρώνει, δε μπορείς;»

«Εννοείται, αφεντικό.»

«Καλώς. Ξεκινά.»

Λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, μια παρέα της συμμορίας των Σφυριχτάδων έκανε φασαρία στην Οινόσφαιρα. Επειδή κάποιος τούς έβρισε, έπιασαν να τον ξυλοκοπήσουν. Ένας τους έβγαλε και μαχαίρι, μεγάλο και πλατύ.

«Αφεντικό, υπάρχει πρόβλημα!» έτρεξε αμέσως να πει ο Χρίστος στον Έκτορα.

«Το μυρίστηκα,» αποκρίθηκε εκείνος βγαίνοντας στην κεντρική αίθουσα καθώς είχε ακούσει τη φασαρία.

Ο Άλκιμος ήταν ήδη κοντά στους Σφυριχτάδες, αρπάζοντας έναν απ’τον ώμο και φωνάζοντάς τους να ησυχάσουν αλλιώς να φύγουν! Εκείνοι διαμαρτύρονταν, κι ένας τους τον γρονθοκόπησε στην κοιλιά.

Ο Άλκιμος, γιγαντόσωμος και μυώδης, μειδίασε. «Αυτή είναι η πιο δυνατή σου;» τον άκουσε ο Έκτορας να λέει καθώς πλησίαζε, και τον είδε να γρονθοκοπά τον Σφυριχτή καταπρόσωπο, στέλνοντάς τον πάνω στο τραπέζι όπου πριν από λίγο εκείνος κι η παρέα του κάθονταν.

Ο Σφυριχτής με το μαχαίρι ζύγωσε, τότε, τον Άλκιμο απ’το πλάι ενώ οι άλλοι ετοιμάζονταν για μπουνιές και κλοτσιές. (Ο άντρας που τους είχε βρίσει έφευγε τώρα, μουλωχτά, προτού κανένας το πάρει χαμπάρι.)

Ο Έκτορας, καθώς ερχόταν, είχε αρπάξει μια στέκα μπιλιάρδου και, φτάνοντας κοντά χωρίς να τον έχουν προσέξει μέσα στη φασαρία της αίθουσας, χτύπησε τον τύπο με το μαχαίρι πίσω απ’το γόνατο. Εκείνος έπεσε, ουρλιάζοντας.

Οι άλλοι στράφηκαν.

«Έξω απ’το μαγαζί μου – τώρα!» τους φώναξε ο Έκτορας.

Εκείνοι δεν φαινόταν να βάζουν μυαλό· όρμησαν στον Πρόμαχο και στον Άλκιμο.

Η στέκα του Έκτορα κοπάνησε έναν στα παπάρια, χτύπησε έναν άλλο στο σαγόνι· κι οι δύο σωριάστηκαν σκούζοντας. Ο Άλκιμος απέκρουσε τη γροθιά ενός και τον γρονθοκόπησε στο διάφραγμα. Δέχτηκε την κλοτσιά ενός άλλου στα πλευρά, χωρίς να διπλωθεί· στράφηκε και του έσπασε τη μύτη.

Οι δύο που ήταν ακόμα όρθιοι έτρεξαν προς την έξοδο της Σφαίρας, κι ο ένας ούρλιαξε: «Τ’άφεντικό μας θα τ’ακούσει αυτό! Θα τ’ακούσει αυτό, πούστηδες! Πούστηδες!»

«Δεν πα να τ’ακούσει κι η γιαγιά σου!» του φώναξε ο Έκτορας. «Άμα ξανακάνετε εδώ φασαρίες θα σας πάρει το κέρατο του Κάρτωλακ στον κώλο!»

Οι δύο Σφυριχτάδες έφυγαν.

Ο Έκτορας κι ο Άλκιμος σήκωσαν από κάτω αυτούς που ήταν διπλωμένοι – τραβώντας τους από τα μαλλιά κι από τα ρούχα – και τους πέταξαν έξω απ’την Οινόσφαιρα.

«Ακόμα μια υπόθεση που λύθηκε με λεπτούς χειρισμούς,» είπε η Χλόη στον Έκτορα, όταν εκείνος πλησίασε το μπαρ.

«Τι λένε τα χαρτιά σου; Θα τους ξαναδούμε;»

Η Χλόη ανακάτεψε την τράπουλά της. Τράβηξε δύο φύλλα και τα κοίταξε, έχοντάς τα κρυμμένα από τον Έκτορα. «Σίγουρα. Αλλά δε θα είναι τόσο φασαριόζοι.»

«Το καλό που τους θέλω.»

*

Την επομένη, ήταν πια φανερό πως οι Παντοκρατορικοί είχαν βαλθεί να ανοικοδομήσουν το κατεστραμμένο χτίριο. Οι εργάτες τους δούλευαν πυρετωδώς.

Κανένας δεν είχε εντοπίσει, μέχρι στιγμής, τον τηλεοπτικό πομπό της Νιρίφα’μορ, κι εκείνη παρακολουθούσε άνετα μέσα από την οθόνη της.

Η Χλόη ρώτησε τον Έκτορα: «Τι θα γίνει; θα πάμε στον Ευγένιο Αρωγό ή όχι;»

Κεφάλαιο 16
Ηρωικές Πράξεις

Την επόμενη μέρα ύστερα από την άφιξη της Ελεονόρας’σαρ στη Θακέρκοβ, ο Κριτόλαος πρόσταξε τους πράκτορές του να πληρώσουν εργάτες για να μαζέψουν τα μπάζα στον Αρωγό και να ετοιμάσουν το μέρος για ανοικοδόμηση.

Η Ελεονόρα θα προτιμούσε να ξεκινήσει αμέσως τις έρευνές της με το παράξενο πλάσμα, αλλά ο Κριτόλαος τής είπε να περιμένει. Τα πάντα έπρεπε να είναι έτοιμα, πρώτα. Έπρεπε να έχουν την απαραίτητη προκάλυψη. Αυτό φάνηκε να δυσαρεστεί την Ελεονόρα· και το γεγονός ότι, επιπλέον, ο Κριτόλαος δεν ανταποκρινόταν στο κορτάρισμά της δεν της βελτίωνε τη διάθεση. Το προηγούμενο βράδυ είχε προσπαθήσει, με διάφορους έμμεσους τρόπους, να τον κάνει να έρθει στο κρεβάτι της, στο δωμάτιο που της είχε παραχωρήσει: κι εκείνος με το ζόρι είχε καταφέρει να αρνηθεί χωρίς να την προσβάλει και να δημιουργηθεί ψυχρότητα ανάμεσά τους.

Σήμερα, αφού είχε κανονίσει το θέμα με την αρχή της ανοικοδόμησης, δέχτηκε στον επικοινωνιακό δίαυλο του διαμερίσματός του μια κλήση από τον Πολιτειάρχη της Θακέρκοβ, ο οποίος απαιτούσε να μάθει τι γινόταν με την υπόθεση της Λεγεώνας. Οι Λεγεωνάριοι ακόμα δεν είχαν ελευθερώσει τον Υπόγειο – ούτε τους ομήρους. Και η Πόλη είχε γράψει χτες για ξυλοδαρμούς ομήρων και φρουρών του συρμού!

«Τι συμβαίνει, κύριε Σάλκω, για όνομα του Κρόνου! Δεν μπορούν να βρεθούν οι υπαίτιοι της επίθεσης στο Λημέρι, ώστε να πάψει αυτή η θλιβερή κατάσταση;»

«Δεν είναι στο χέρι μου, Εντιμότατε. Οι κατάσκοποί μου κάνουν ό,τι μπορούν.»

«Κύριε Σάλκω, οι πολιτικοί μου αντίπαλοι υπαινίσσονται ότι ευθύνομαι εγώ για το όλο ζήτημα! Ότι δεν είμαι ικανός να διοικήσω. Πρέπει να βρεθεί μια λύση – γρήγορα! Δεν τους είδατε, χτες βράδυ, στο Άστρο πώς μιλούσαν;»

Ο Κριτόλαος είχε, πράγματι, παρακολουθήσει στον τηλεοπτικό του δέκτη τη συζήτηση ανάμεσα στον Πολιτειάρχη Άργη Μακρώνυμο, στους δύο κύριους πολιτικούς αντιπάλους του – την Αλκυόνη Νυκτόψυχη και τον Σερφάντη Ακμάλθο – και σε μερικούς άλλους «εμπειρογνώμονες» – δημοσιογράφους, αξιωματικούς της Χωροφυλακής, πολιτικολόγους, και πολιτικομανείς. Τη συζήτηση συντόνιζε η ίδια η Χοαρκίδα Καμάρνη, η Διευθύντρια του Άστρου, κι απ’ό,τι φαινόταν η δουλειά της δεν ήταν καθόλου ευχάριστη. Ο Κριτόλαος τη λυπόταν σε ορισμένες στιγμές. Η Ελεονόρα, που παρακολουθούσε μαζί του, κοίταζε την οθόνη μ’ένα βαριεστημένο ύφος, καπνίζοντας.

«Ναι, Εντιμότατε, είδα τη συζήτηση–»

«Και τι σκοπεύετε να κάνετε, κύριε Σάλκω;»

«Η Λεγεώνα δεν μπορεί παρά να τους ελευθερώσει–»

«Μα έχουν ήδη τραυματιστεί όμηροι! Ίσως, μάλιστα, να θρηνήσουμε και νεκρούς πριν από το τέλος!»

Καταραμένοι επαναστάτες! Αυτοί έφταιγαν που είχε ξεκινήσει όλη τούτη η ιστορία. «Θα μιλήσω με τον Αρχιλεγεωνάριο. Είναι ό,τι καλύτερο μπορώ να κάνω, τώρα.»

«Πιστεύετε ότι θα καταφέρετε να συνεννοηθείτε μαζί του;»

«Το εύχομαι.»

«Πολύ καλά, κύριε Σάλκω. Καλή σας ημέρα.»

Καλή μέρα και σε σένα, κόπανε, σκέφτηκε ο Κριτόλαος καθώς έκλεινε τον επικοινωνιακό δίαυλο.

«Προβλήματα;» Η Ελεονόρα στεκόταν στην πόρτα του γραφείου.

Ο Κριτόλαος την προσπέρασε, βγαίνοντας. «Ναι.»

«Θα πας κάπου;» τον ρώτησε η Ελεονόρα, βλέποντάς τον να ετοιμάζεται.

«Ναι.»

«Πού;»

«Πρέπει να μιλήσω σε κάποιο πρόσωπο.»

«Να έρθω μαζί;» ρώτησε η Ελεονόρα ακολουθώντας τον, με τη ρόμπα της ν’ανεμίζει πίσω της.

«Όχι.»

«Και τι να κάνω εδώ, αφού δε μ’αφήνεις να κατεβώ στο υπόγειο και να διεξάγω την έρευνά μου;»

Ο Κριτόλαος στράφηκε να την κοιτάξει. «Μπορείς να πας στο ερευνητικό κέντρο έξω απ’την πόλη, αν θέλεις, και να επιστρέψεις πάλι όταν θα έχω το προκάλυμμά μας έτοιμο,» πρότεινε.

Η Ελεονόρα τον κοίταξε σκεπτικά για μια στιγμή· μετά είπε: «Τι νόημα έχει να κάνω πέρα-δώθε; Θα μείνω.»

«Όπως νομίζεις. Έχω κάτι μυθιστορήματα εκεί, αν θες να διαβάσεις για να περάσει η ώρα.» Έδειξε τη μικρή βιβλιοθήκη του σαλονιού, με τον αντίχειρά του. «Επίσης, υπάρχουν ταινίες αποθηκευμένες στο τηλεοπτικό σύστημα.»

«Ευχαριστώ…» είπε η Ελεονόρα, δυσαρεστημένα.

*

Το κομψό, γρήγορο τετράκυκλο όχημα του Κριτόλαου μπήκε στους δρόμους του Λημεριού και σταμάτησε έξω από την πολυκατοικία όπου διέμενε ο Αρχιλεγεωνάριος. Οι Λεγεωνάριοι που φρουρούσαν το μέρος, άλλοι καθισμένοι σε δίκυκλα άλλοι όρθιοι, στράφηκαν να τον ατενίσουν καθώς έβγαινε από το όχημά του.

Στην είσοδο της πολυκατοικίας γινόταν κάποια μικρή φασαρία, παρατήρησε. Ένας δημοσιογράφος ήταν εκεί, μαζί με τους βοηθούς και το συνεργείο του. Δημοσιογράφος του Άστρου. Ο Χαρίλαος Φερέντης: ο Κριτόλαος τον αναγνώριζε.

«Θέλετε να μας πείτε ότι ο Αρχιλεγεωνάριος αρνείται να κάνει το οποιοδήποτε σχόλιο; Τον ρωτήσατε;» έλεγε ο Χαρίλαος καθώς ο πράκτορας της Παντοκράτειρας πλησίαζε χωρίς να βιάζεται.

«Τράβα προτού μπλέξεις!» μούγκρισε ένας Λεγεωνάριος, αγριοκοιτάζοντας τον δημοσιογράφο. Ο Σουτούρης ο Αγριάνθρωπος: ο Κριτόλαος τον αναγνώριζε κι αυτόν – είχε πληροφορίες για πάρα πολλούς ανθρώπους μέσα στη Θακέρκοβ.

«Η Πόλη έγραψε χτες ότι έχετε κακοποιήσει ομήρους μέσα στον σταθμό!» επέμεινε ο Χαρίλαος. «Πρέπει οπωσδήποτε να δώσετε μια απάντηση για το τι πραγματικά συνέβη, αλλιώς η Κοινή Γνώμη–»

«ΕΙΣΑΙ ΚΟΥΦΟΣ, ΡΕ!;» γκάριξε ο Σουτούρης, κάνοντας τ’αφτιά του Κριτόλαου να κουδουνίσουν και τον δημοσιογράφο να πισωπατήσει τρομαγμένος. «Φύγε!»

«Παρακαλώ, ρωτήστε τον Αρχιλεγεωνάριο πρώτα–»

Ο Σουτούρης άρπαξε τον Χαρίλαο απ’τον λαιμό και τον σήκωσε πάνω από το έδαφος. Τα μάτια του δημοσιογράφου γούρλωσαν, και δεν μπορούσε τώρα να μιλήσει. Το μαυρόδερμο πρόσωπό του φάνηκε να παίρνει μια μοβ απόχρωση.

«Κύριε, τι κάνετε; Για όνομα του Κρόνου!» είπε μια βοηθός του Χαρίλαου, αλλά μια Λεγεωνάρια την έσπρωξε παραμερίζοντάς την.

Ο Κριτόλαος – που κανείς δεν του είχε δώσει σημασία μέχρι στιγμής – είπε: «Άφησέ τον κάτω, και θα φύγει από δω.»

Ο Σουτούρης στράφηκε να τον κοιτάξει. «Και ποιος είσαι συ, τώρα;»

«Ειδικός πράκτορας Σάλκω.» Ο Κριτόλαος τού έδειξε την ταυτότητά του. «Ο Αρχιλεγεωνάριος με ξέρει, και νομίζω θα θέλει να με δει. Τώρα. Μέχρι όμως να τον ειδοποιήσετε, άσε τον δημοσιογράφο και σου υπόσχομαι ότι θα φύγει από εδώ.»

Η μούρη του Σουτούρη έμοιαζε με άγριου θηρίου καθώς ήταν αναποφάσιστος.

«Καλά σού λέει ο ά’θρωπος,» του είπε ένας άλλος Λεγεωνάριος. «Άστον, και πάμε να ειδοποιήσουμε τ’αφεντικό. Τον ξέρει τον Σάλκω, κι έχει ξανάρθει ο Σάλκω εδώ – δεν είναι ο καθένας.» Κοπάνησε τον Σουτούρη στον ώμο με τη γροθιά του. «Άστον κάτω τον μπασμένο, ρε, λέμε, κουφάλα!»

Ο Σουτούρης ο Αγριάνθρωπος πέταξε τον Χαρίλαο Φερέντη στο πλακόστρωτο, όπου εκείνος διπλώθηκε αρχίζοντας να βήχει σπασμωδικά.

Ο Λεγεωνάριος που είχε μιλήσει στον Σουτούρη μπήκε τώρα στην πολυκατοικία: προφανώς για να ειδοποιήσει τον Ρούνη τον Αρχιλεγεωνάριο.

Οι βοηθοί του Χαρίλαου βοήθησαν τον πεσμένο δημοσιογράφο να σηκωθεί από κάτω.

Ο Κριτόλαος τού είπε: «Πρέπει να φύγεις τώρα.»

Ο Χαρίλαος προσπάθησε να ελέγξει τον βήχα του. «Δε μπορώ…» έκρωξε. «Κάνω ρεπορτάζ… πολύ σημαντικό.»

«Είναι διαταγή. Φύγε

Ο Χαρίλαος έβηξε δυνατά για μερικές στιγμές· μετά είπε: «Διαταγή; Και πώς μπορείτε να με διατ–;»

Ο Κριτόλαος ύψωσε την ταυτότητά του μπροστά στη μούρη του δημοσιογράφου. Φαινόταν ξεκάθαρα εκεί ότι ήταν ειδικός πράκτορας της Παντοκράτειρας.

«Μα,» έκανε ο Χαρίλαος, «η ενημέρωση είναι… είναι ελεύθερη. Δε μπορείτε να με… να με διώξετε!»

Τελείως βλάκας είναι; «Κοίταξε να δεις, θα σ’το πω απλά: Αν δεν φύγεις ύστερα από διαταγή μου, παρανομείς. Επίσης, αν δεν φύγεις, την άλλη φορά σίγουρα δε θα είμαι εδώ για να σε σώσω από αυτόν τον ευγενέστατο κύριο.» Έδειξε, με το σαγόνι, τον Σουτούρη τον Αγριάνθρωπο.

Οι βοηθοί του Χαρίλαου τού είπαν ότι ο κύριος Σάλκω μιλούσε σωστά. Καλύτερα να έφευγαν. Ήταν το λογικότερο. Τι άλλο μπορούσαν να κάνουν; Δε γινόταν ρεπορτάζ έτσι.

Ο Χαρίλαος Φερέντης αναγκάστηκε να συμφωνήσει.

«Και παρεμπιπτόντως,» τόνισε ο Κριτόλαος, «αυτά που έγιναν εδώ δεν θα πάτε να τα πείτε στις ειδήσεις. Δεν ήρθατε ποτέ στο Λημέρι, και ποτέ δεν με συναντήσατε. Κατανοητό;»

«Μα–» άρχισε ο Χαρίλαος.

«Μη με τσαντίζεις,» είπε ο Κριτόλαος, «γιατί αύριο θα είσαι στο δρόμο και θα ψάχνεις για καταφύγιο κάπου στο Χωνευτήρι.»

Όταν οι Λεγεωνάριοι ζήτησαν από τον πράκτορα να περάσει για να μιλήσει με τον αρχηγό τους, ο Χαρίλαος Φερέντης και οι βοηθοί του πήγαιναν στο φορτηγάκι τους για να φύγουν.

Ο Κριτόλαος συνάντησε τον Αρχιλεγεωνάριο στην Αίθουσα του Θρόνου της Λεγεώνας. Ο Ρούνης ήταν καθισμένος στο μεγάλο κάθισμα και μια γυναίκα ήταν γονατισμένη ανάμεσα στα πόδια του: χρυσόδερμη και με όμορφο σώμα, ντυμένη μόνο με μια λεπτή περισκελίδα, στηθόδεσμο, περικάρπια, και περικνημίδες. Τα μαλλιά της ήταν κόκκινα και μακριά· και κάθε τόσο έτριβε το πρόσωπό της επάνω στη μπροστινή μεριά του παντελονιού του Αρχιλεγεωνάριου, ο οποίος ήταν φανερά καυλωμένος.

«Κριτόλαε!» είπε ο Ρούνης. «Ήρθες να μου παραδώσεις τους κακοποιούς που επιτέθηκαν στα μέρη μου;»

«Όχι,» αποκρίθηκε ο πράκτορας. «Δεν τους έχω στα χέρια μου ακόμα.»

«Τι κάνεις τόσο καιρό; Θέλω να τους γδάρω ζωντανούς! Να τους σταυρώσω πάνω στις πολυκατοικίες! Να κρεμάσω τα κρανία τους στον θρόνο μου!»

Σ’αυτή την πόλη, άλλος ήταν ηλίθιος, άλλος τρελός… «Δε μπορώ να κάνω τίποτα για να επιταχύνω τη διαδικασία της εύρεσής τους. Και κακώς έχεις σταματήσει τον Υπόγειο. Μόνο πρόβλημα προκαλείς έτσι!»

«Θέλησα να… διαμαρτυρηθώ. Η Χωροφυλακή δεν κάνει τίποτα για εμάς – καιρός ν’αρχίσει!»

Το θράσος του ήταν, φυσικά, το κάτι άλλο. Διότι δεν ήταν λίγες οι φορές που οι Λεγεωνάριοι επιτίθεντο σε ανθρώπους της Χωροφυλακής… «Δεν μπορεί να γίνει κάτι έτσι,» του είπε ο Κριτόλαος. «Πρέπει να ελευθερώσεις τον Υπόγειο και τους ομήρους. Επιπλέον, έμαθα πως άφησες έναν δημοσιογράφο της Πόλης να μπει στον σταθμό!»

«Μια γαμημένη σκρόφα,» έφτυσε ο Ρούνης. «Από τους αεραγωγούς μπήκε· το κατάλαβαν, στο τέλος, οι άχρηστοι κόπανοι που είναι πολεμιστές μου. Την κυνήγησαν αλλά αυτή χάθηκε κάπου μες στις σήραγγες του Υπόγειου. Ένας απ’τους ανθρώπους μου, ο Όρντιβελ ο Τροχός, νομίζει ότι ήταν αυτή η πουτάνα που είχε κυνηγήσει και πριν από μερικές μέρες, με την κατάσταση στον Αρωγό

Κοίτα να δεις. Η Χοαρκίδα ίσως να έχει δίκιο. «Είναι σίγουρος;»

«Μου είπε ότι της έμοιαζε.»

«Είναι σίγουρος

«Θες να τον φωνάξουμε νάρθει; Νομίζω ότι κάπου εδώ τριγυρίζει σήμερα· δεν είναι στο σταθμό.»

«Ναι, φώναξέ τον.»

Ο Ρούνης πρόσταξε τους φρουρούς του να φέρουν εδώ τον Όρντιβελ τον Τροχό και, μετά από λίγη ώρα, ένας πορφυρόδερμος άντρας μπήκε στην αίθουσα. Ήταν ντυμένος με δερμάτινο παντελόνι και γιλέκο, και είχε σκούρα μπλε μαλλιά. Αντί για ζώνη, γύρω από τη μέση του τυλιγόταν μια αλυσίδα.

«Το αφεντικό από δω θα σου κάνει κάτι ερωτήσεις,» του είπε ο Ρούνης. «Να του πεις αλήθεια, μ’εννοείς;»

Ο Τροχός κατένευσε.

Ο Κριτόλαος τον ρώτησε για τη Τζάκι.

«Ναι, αυτή πρέπει να ήταν,» απάντησε ο Όρντιβελ.

«Πώς το ξέρεις; Την είδες καλά;»

«Δεν την είδα καλά, αλλά φορούσε πλατύγυρο καπέλο όπως και τότε–»

«Το ίδιο καπέλο;»

«Δεν είμαι σίγουρος. Αλλά νομίζω ότι είχε και ξανθά μαλλιά, που φαίνονταν λιγάκι από την πίσω μεριά του καπέλου καθώς έτρεχε.»

«Δεν την είδες από μπροστά, δηλαδή; Δεν είδες το πρόσωπό της;»

«Όχι, όμως αυτή πρέπει νάταν.»

Τρέχα-γύρευε… Δεν το απέκλειε, ωστόσο, ο Όρντιβελ να είχε δίκιο. Η Χοαρκίδα τού είχε πει ότι ο Χαρίλαος Φερέντης είδε τη Τζάκι Νίλκοφ έξω από τον σταθμό Λημεριού εκείνη την ημέρα. Οι συμπτώσεις άρχιζαν να πληθαίνουν…

«Εντάξει,» είπε ο Κριτόλαος. «Μπορείς να πηγαίνεις.»

Ο Όρντιβελ ο Τροχός έφυγε.

Ο Ρούνης ατένισε τον Κριτόλαο συνοφρυωμένος, απομακρύνοντας άκομψα το κεφάλι της κοκκινομάλλας από τον καυλό του. «Την προηγούμενη φορά, μου είπες ότι ίσως να μας επιτέθηκαν οι επαναστάτες εξαιτίας αυτής της δημοσιογράφου. Ως αντίποινα

«Ναι, ίσως να έγινε έτσι.»

«Αν την παρακολουθήσεις, λοιπόν, μπορεί να φτάσεις σ’αυτούς.»

«Θα μου πεις πώς να κάνω τη δουλειά μου;»

Ο Ρούνης τον αγριοκοίταξε. «Θέλω να βρεθούν!»

«Και θα βρεθούν, στο τέλος. Αλλά πρέπει πρώτα ν’αφήσεις τον συρμό να ξεκινήσει.»

Το βλέμμα του Ρούνη αγρίεψε ακόμα περισσότερο. «Γι’αυτό είσαι εδώ; Για να μου πεις ν’αφήσω το τρένο;»

«Ναι.»

«Και γιατί να το κάνω αυτό; Επειδή το λες εσύ;»

«Επειδή είναι ανούσιο να κρατάς τον συρμό σταματημένο, και δεν πρόκειται έτσι να πετύχεις τίποτα εκτός απ’το να προκαλέσεις προβλήματα στον εαυτό σου.»

Ο Αρχιλεγεωνάριος σηκώθηκε από τον θρόνο του. «Τολμάς να με απειλείς!» φώναξε.

«Δεν σε απειλώ. Ο Πολιτειάρχης, όμως, θα κάνει κάτι δραστικό αν δεν ελευθερώσεις τον συρμό· είμαι βέβαιος.»

«Να του πεις να μην κάνει τίποτα, γιατί η Λεγεώνα θα τσακίσει αυτόν και τους λακέδες του!»

«Δε μπορώ να τον σταματήσω αν θέλει να επέμβει. Το καλύτερο που έχεις να κάνεις είναι ν’αφήσεις το τρένο να ξεκινήσει. Σε διαφορετική περίπτωση θα πρέπει να παρθούν άλλα μέτρα,» είπε ο Κριτόλαος και στράφηκε, βαδίζοντας προς την έξοδο της αίθουσας.

«Κριτόλαε!» φώναξε ο Ρούνης. «Φρόντισε να μου βρεις τους επαναστάτες! Απαιτώ δικαιοσύνη

Τι νομίζουν όλοι; ότι είμαι υπηρέτης τους; μούγκρισε εσωτερικά ο Κριτόλαος αλλά χωρίς να νιώθει πραγματικά ενοχλημένος.

Η Λεγεώνα είχε αρχίσει να παραφέρεται. Κι αν δε συμμορφωνόταν, θα έπαυε να είναι χρήσιμη για τις δυνάμεις της Παντοκράτειρας. Πράγμα που σήμαινε ότι θα έπρεπε να αφανιστεί…

Προτού φύγει από την αίθουσα, ο Κριτόλαος είπε στον Αρχιλεγεωνάριο: «Σκέψου, τουλάχιστον, να ελευθερώσεις τους ομήρους, σήμερα κιόλας· θα φανεί σαν κίνηση καλής θέλησης. Αλλιώς, ολόκληρη η Θακέρκοβ θα νομίσει ότι η Λεγεώνα είναι οι αληθινοί τρομοκράτες, όπως γράφει η Πόλη

*

Η Χοαρκίδα, καθισμένη πίσω απ’το μεγάλο γραφείο της στο χτίριο του Άστρου, άκουσε τον Χαρίλαο Φερέντη να της διηγείται όσα είχαν συμβεί σήμερα στο Λημέρι, έξω από την πολυκατοικία του Αρχιλεγεωνάριου.

«Αυτός ο κύριος ήταν απαράδεκτος, και δεν είχε κανένα δικαίωμα να μας διώξει, ασφαλώς!» είπε ο Χαρίλαος. «Μας έδειξε την ταυτότητά του, όπως σας είπα, κυρία Καμάρνη, αλλά δεν είμαι καθόλου πεπεισμένος ότι ήταν όντως αληθινή. Μπορεί να ήταν και κάποιος τσαρλατάνος. Θυμάμαι, όμως, τ’όνομά του: Κριτόλαος Σάλκω, έγραφε η ταυτότητα – αλλά κι αυτό ίσως να μην ήταν αληθινό.»

Ο Χαρίλαος φερόταν ορισμένες φορές λες κι ήταν απίστευτα καθυστερημένος, σκέφτηκε η Χοαρκίδα. «Δεν ξέρω αν το πρόσεξες,» του είπε, «αλλά, απ’ό,τι εγώ κατάλαβα, αυτός ο κύριος Σάλκω σού έσωσε, ίσως, τη ζωή…»

Ο Χαρίλαος μόρφασε. «Μα δε θα με σκότωναν βέβαια! Δε θα τολμούσαν, κυρία Καμάρνη!»

(Πας στοίχημα;)

«Η Κοινή Γνώμη θα στρεφόταν εναντίον τους, αν έκαναν τέτοιο πράγμα σε δημοσιογράφο. Αλλά ακόμα κι αυτό που έκαναν… αυτό που έκαναν… Θα ήθελα να ζητήσω την άδειά σας να το συμπεριλάβουμε στις ειδήσεις.»

«Εσύ δεν είπες μόλις τώρα, Χαρίλαε, ότι ο κύριος Σάλκω σού ζήτησε να μην ειπωθεί τίποτα;»

«Ναι, μου το ζήτησε, αλλά… σας εξήγησα τι πιστεύω.» Την κοίταξε έντονα. Το μουστάκι του έμοιαζε να τρέμει από την ταραχή του· η όψη του ήταν σχεδόν κωμική.

«Νομίζεις ότι δεν είναι πραγματικός πράκτορας;» τον ρώτησε ήρεμα η Χοαρκίδα.

«Ναι, βέβαια.»

«Πραγματικός είναι.»

Ο Χαρίλαος συνοφρυώθηκε. «Το γνωρίζετε αυτό;»

«Αφού ο κύριος έχει ταυτότητα ειδικού πράκτορα της Παντοκράτειρας, καλύτερα να μην το ριψοκινδυνεύσουμε, Χαρίλαε.»

«Μα… αν δεν ξέρουμε ότι είναι όντως αυτό που λέει… μπορεί, μπορεί νάναι κανένας άγριος απ’τα Φέρνιλγκαν!»

Η Χαορκίδα αισθάνθηκε το αίμα της ν’ανάβει. Επίτηδες της το είχε πει αυτό ο Χαρίλαος; Θυμόταν την καταγωγή της; Ή ήταν ένα τυχαίο βλακώδες σχόλιο;

«Καλύτερα να πηγαίνεις. Δεν έχουμε κάτι άλλο να πούμε.»

«Κυρία Καμάρνη, θα δεχτείτε να μας φέρεται έτσι ένας… ένας οποιοσδήποτε

Η Χοαρκίδα σηκώθηκε απ’το γραφείο της και βάδισε προς την πόρτα. «Σου είπα: μάλλον είναι ό,τι λέει – ειδικός πράκτορας.» Άνοιξε την πόρτα. «Τώρα, μπορείς να πηγαίνεις.»

Ο Χαρίλαος πλησίασε. «Πρέπει, τουλάχιστον, να ελέγξουμε αν είναι όντως πράκτορας.»

«Ακόμα και να μην είναι πράκτορας – που, πίστεψέ με, είναι – νομίζεις ότι οι Λεγεωνάριοι θα σε άφηναν να μιλήσεις στον αρχηγό τους, αν αυτός δεν ήθελε να σου μιλήσει;»

«Μα δεν τον ρώτησαν καν

«Τέλος πάντων. Για την ώρα, δεν θα γίνει ρεπορτάζ εκεί.» Η Χοαρκίδα τον έσπρωξε, ελαφρά, προς την άλλη μεριά του κατωφλιού, για να τον βγάλει απ’το γραφείο της.

Εκείνος δεν έφερε αντίσταση, αλλά συνέχισε να μιλά: «Προτείνω να επιστρέψουμε με περισσότερους ανθρώπους και να–»

Η Χοαρκίδα τού έκλεισε την πόρτα καταπρόσωπο, και άκουσε ένα νταπ! κι ένα έντονα ΑΑααχ! απ’την άλλη μεριά. Μάλλον, τον είχε χτυπήσει στη μύτη, άθελά της.

Σκατά, σκέφτηκε. Τώρα, σίγουρα κάποιοι θα θυμόνταν την καταγωγή της.

«Ας τη θυμηθούν, λοιπόν!» μουρμούρισε, τσαντισμένη, καθώς βάδιζε προς το γραφείο της.

Κι αμέσως μετά, σκέφτηκε: Τι μαλάκας άνθρωπος!… Πώς είναι δυνατόν ποτέ να συνεννοηθείς μαζί του;

*

Το απόγευμα, η Λεγεώνα κάλεσε το επικοινωνιακό κέντρο του Άστρου, δήλωσε ότι ήταν έτοιμη να ελευθερώσει τους ομήρους από τον σταθμό, και ζήτησε τηλεοπτική κάλυψη.

Η Χοαρκίδα πήγε στο γραφείο του Χαρίλαου και του είπε: «Η ευκαιρία σου ήρθε.»

Η μύτη του ήταν πρησμένη, αλλά τα νέα αμέσως του έφτιαξαν τη διάθεση. Ξεκίνησε χωρίς καθυστέρηση, μαζί με το συνεργείο του.

Και η Χοαρκίδα αισθάνθηκε καλύτερα που τον έδιωξε από το χτίριο του Άστρου. Ύστερα από τη συζήτησή της μαζί του, της είχαν πει ότι ο Χαρίλαος (αφού έβαλε πάγο στη μύτη του και συνήλθε λίγο) άρχισε να λέει σε όλους τους δημοσιογράφους και τους βοηθούς για το περιστατικό, ρωτώντας αν εκείνοι θα δέχονταν να διωχτούν έτσι, ρωτώντας αν η συμπεριφορά της Διευθύντριας ήταν σωστή σ’αυτό το θέμα, φωνάζοντας, κάνοντας φασαρία, μην αφήνοντάς τους να ησυχάσουν ακόμα κι όταν του το ζήτησαν με όχι και τόσο ευγενικό τρόπο. Σε κάποια στιγμή, μια δημοσιογράφος σχετικά καινούργια στο κανάλι, και αρκετά οξύθυμη, του φώναξε Σκάσε πια, ρε φίλε! και τον χαστούκισε καταπρόσωπο.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που γίνονταν τέτοιες ιστορίες με τον Χαρίλαο Φερέντη. Η Χοαρκίδα τον είχε σιχαθεί πλέον. Απορούσε πώς η γυναίκα του τον ανεχόταν· γιατί, ναι – παραδόξως – ο τύπος ήταν παντρεμένος. Δε με εκπλήσσει που είναι συνέχεια στο κανάλι· η γυναίκα του, σίγουρα, θα τον διώχνει από το σπίτι!

*

Ο Χαρίλαος Φερέντης πήγε στο Λημέρι, και οι βοηθοί του έστησαν τον τηλεοπτικό εξοπλισμό έξω από τον σταθμό του Υπόγειου, για να κάνουν λήψη εικόνας καθώς οι Λεγεωνάριοι θα ελευθέρωναν τους ομήρους. Δεν ήταν, όμως, μόνο δημοσιογράφοι του Άστρου εδώ, αλλά και δημοσιογράφοι από εφημερίδες – γιατί η Λεγεώνα είχε ειδοποιήσει τους πάντες.

Ο Ανάργυρος Νυκτόκαλος, ο Διευθυντής της Πόλης, είχε φυσικά στείλει τη Τζάκι, και εκείνη δεν είχε αρνηθεί να πάει. Τώρα, λοιπόν, βρισκόταν ανάμεσα στους υπόλοιπους δημοσιογράφους βλέποντας τους Λεγεωνάριους να βγάζουν τους ομήρους από τον σταθμό. Τους τραυματίες τούς είχαν πάνω σε φορεία. Ο ένας από τους δύο χτυπημένους φρουρούς του συρμού – η γυναίκα – δεν κουνιόταν καθόλου: έμοιαζε νεκρή.

Οι σκιές του απογεύματος ήταν πυκνές μέσα στον χειμώνα, και η Τζάκι ήταν κρυμμένη πίσω από άλλους δημοσιογράφους καθώς παρατηρούσε, γιατί φοβόταν να βγει σε πιο φανερό σημείο. Φοβόταν τους Λεγεωνάριους.

Οι τραυματίες μεταφέρθηκαν στα νοσοκομειακά οχήματα που περίμεναν. Οι άλλοι όμηροι είχαν την επιλογή είτε να φύγουν από μόνοι τους είτε να μπουν σε οχήματα της Χωροφυλακής, τα οποία θα τους μετέφεραν στα σπίτια τους, όπως έλεγαν οι φύλακες της Θακέρκοβ. Ένας οπλισμένος γρυποκαβαλάρης ήταν γαντζωμένος στην οροφή μιας πολυκατοικίας, για παν ενδεχόμενο.

Η Τζάκι είδε τη γυναίκα που περιποιόταν τους τραυματίες στο σταθμό. Καφετόδερμη. Σγουρά, μαύρα μαλλιά. Τα ρούχα της βαμμένα με αίμα. Ναι, αυτή ήταν, σίγουρα.

Την πλησίασε βιαστικά. «Περίμενε!»

Η γιατρός στράφηκε να την κοιτάξει. Χαμογέλασε. «Είσαι καλά; Φοβήθηκα ότι ίσως να σε είχαν πιάσει και να σε είχαν σκοτώσει.»

Η Τζάκι κούνησε το κεφάλι. «Δε μ’έπιασαν.» Της επέστρεψε το χαμόγελο. «Έχω συνηθίσει.»

«Δεν είσαι της Χωροφυλακής, έτσι; Δημοσιογράφος είσαι.»

Η Τζάκι κατένευσε. «Μπορώ να σε ρωτήσω μερικά πράγματα;»

«Τι θέλεις;»

«Να μου πεις τι έγινε εκεί κάτω. Και ειδικά με τους τραυματίες.»

«Σου είπα ήδη: πήγαν να φύγουν και τους χτύπησαν. Τους φρουρούς τούς χτύπησαν στην αρχή, όταν πρόβαλαν αντίσταση. Η μία φρουρός δεν είναι ζωντανή: τη σκότωσαν στο ξύλο, τα παλιοτόμαρα.»

«Δε χτύπησαν κανέναν άλλο μετά, έτσι;»

«Όχι.»

«Πώς σε λένε;»

«Κοίτα,» είπε η γιατρός. «Δε θέλω να γράψεις ότι εγώ σου είπα τίποτα. Δε θέλω ν’αναφερθεί τ’όνομά μου.»

«Εντάξει, κανένα πρόβλημα. Πάρε, πάντως, την κάρτα μου, μήπως σου χρειαστεί για οτιδήποτε.»

Η γιατρός κοίταξε την κάρτα που της έδωσε η δημοσιογράφος. «Τζάκι Νίλκοφ, ε; Της Πόλης. Εντάξει, Τζάκι· σ’ευχαριστώ. Τ’όνομά μου είμαι Αμάντα Ζάρντιφ.» Της έδωσε το χέρι της κι αντάλλαξαν μια χειραψία. «Πάρε κι εσύ την κάρτα μου.»

Η κάρτα της έγραφε ότι εργαζόταν στην Πολυκλινική Παλαιοπώλη ως χειρούργος. Αλλά εκείνο που πρόσεξε πρώτα η Τζάκι ήταν το όνομα της γιατρού: Αμάντα’νιρ Ζάρντιφ.

«Είσαι Βιοσκόπος;» έκανε.

«Ναι,» απάντησε η Αμάντα, «είμαι και Βιοσκόπος.»

Και τότε, ξαφνικά, η Τζάκι άκουσε μια πολύ, πολύ ενοχλητική φωνή: «Με συγχωρείτε! Με συγχωρείτε. Ήσασταν ανάμεσα στους ομήρους, σωστά;»

Ο Χαρίλαος Φερέντης νόμιζε, μάλλον, ότι η Τζάκι έπαιρνε συνέντευξη από κάποιο σημαντικό πρόσωπο.

«Μάλιστα,» είπε η Αμάντα στον δημοσιογράφο.

«Μερικά λόγια θέλω να μας πείτε. Για το Άστρο.» Χαμογέλασε. Πλάι του ήταν ένας τύπος με τηλεοπτικό πομπό.

«Ευχαριστώ αλλά δε θα ήθελα να εμφανιστώ στην οθόνη.»

«Δε θα πάρει πολλή ώρα, και ο κόσμος πρέπει να μάθει! Βλέπω, τα ρούχα σας είναι αιματοβαμμένα αλλά δεν είστε τραυματισμένη. Και, καθώς έβγαζαν τους τραυματίες, νομίζω πως σας είδα κοντά τους. Τους περιποιηθήκατε; Είστε γιατρός;»

«Σας παρακαλώ,» επέμεινε η Αμάντα, «δεν θέλω να εμφανιστώ.»

Η Τζάκι τράβηξε κάτω τον βαρύ τηλεοπτικό πομπό που κρατούσε ο άντρας πλάι στον Χαρίλαο. «Η γυναίκα λέει δεν θέλει να εμφανιστεί

«Εντάξει!» έκανε ο άντρας με τον πομπό, παραπατώντας λίγο. «Δεν τον είχα ακόμα ανοιχτό, εξάλλου!»

«Φύγε, σε παρακαλώ, Τζάκι,» είπε ο Χαρίλαος. «Θέλω να μιλήσω με την κυρία μόνος.» Και προς την Αμάντα: «Πώς λέγεστε;»

«Δεν θέλω να σας μιλήσω,» του είπε η Αμάντα.

«Πήγαινε,» της είπε η Τζάκι. «Αγνόησέ τον.»

Η Αμάντα στράφηκε, βαδίζοντας γρήγορα.

«Μισό λεπτό!» φώναξε ο Χαρίλαος ακολουθώντας την. «Μην ακούτε–»

Η Τζάκι τον κλότσησε στο γόνατο, κάνοντάς τον να παραπατήσει και να διπλωθεί κρατώντας το πόδι του και γρυλίζοντας Αααχχ! Γαμώτο! γαμώτο!

Η δημοσιογράφος έτρεξε πίσω από την Αμάντα και την πρόλαβε.

«Τι είναι αυτός ο άνθρωπος;» έκανε η γιατρός. «Είναι αυτός που βγαίνει και στις ειδήσεις, έτσι δεν είναι; Που κάνει κάτι περίεργα ρεπορτάζ.»

«Ναι, αυτός είναι.»

«Ποτέ δεν τον χώνεψα, αλλά δεν τον είχα και για τόσο άθλιο άτομο.»

«Πίστεψέ με, είναι ακόμα χειρότερος,» είπε η Τζάκι. Και τη ρώτησε: «Έχεις κάποιο όχημα εδώ κοντά;»

«Δυστυχώς, όχι.»

«Θέλεις να σε πάω κάπου με το άλογό μου; Το έχω αφήσει σ’έναν κοντινό στάβλο.»

«Αν δε σου είναι κόπος. Στον Παλαιοπώλη πηγαίνω.»

«Κανένας κόπος,» είπε η Τζάκι. «Στο δρόμο μου είσαι.»

«Σ’ευχαριστώ, τότε.»

*

«Επιτέλους, έβαλαν λίγο μυαλό,» είπε ο Κριτόλαος, καθώς εκείνος και η Ελεονόρα παρακολουθούσαν τις απογευματινές ειδήσεις, βλέποντας τους Λεγεωνάριους ν’αφήνουν ελεύθερους τους ομήρους στον σταθμό Λημεριού.

(Η Χοαρκίδα είχε, πριν από λίγη ώρα, καλέσει τον Κριτόλαο στον πομπό του για να του πει να ανοίξει τον τηλεοπτικό δέκτη, καθώς έστελνε συνεργείο στο Λημέρι. Και τον είχε ρωτήσει, επίσης, αν θα ήταν διαθέσιμος το βράδυ για να δειπνήσουν. Εκείνος είχε αποκριθεί ότι, δυστυχώς, δεν μπορούσε τώρα· είχε ακόμα φιλοξενούμενο στο σπίτι του.

Μετά από τη Χοαρκίδα, ένας κατάσκοπός του τον είχε καλέσει στον πομπό λέγοντάς του ότι δημοσιογράφοι συγκεντρώνονταν στο Λημέρι και ότι η Λεγεώνα είχε δηλώσει πως θα ελευθέρωνε τους ομήρους. Το ξέρω, είχε αποκριθεί ο Κριτόλαος, εκπλήσσοντάς τον κάπως.)

Η Ελεονόρα τον λοξοκοίταξε, καθισμένη σε μια πολυθρόνα, με τα πόδια της μαζεμένα επάνω. «Σα ν’ακούω στη φωνή σου ότι εσύ ευθύνεσαι γι’αυτό.»

«Σχετικά.» Ο Κριτόλαος σηκώθηκε και πήγε προς την κάβα, για να βάλει ένα ποτό.

Η Ελεονόρα σηκώθηκε επίσης και τον ακολούθησε. «Εσύ δεν ευθύνεσαι;»

«Πρότεινα στον Αρχιλεγεωνάριο ν’αφήσει τους ομήρους – για να μη στραφεί, στο τέλος, όλη η πόλη εναντίον του.»

Η Ελεονόρα μειδίασε λοξά. «Έσωσες τους ομήρους, λοιπόν. Είσαι ήρωας.»

Ο Κριτόλαος ήπιε μια γουλιά από τον Γλυκό Κρόνο που είχε βάλει σ’ένα ποτήρι. «Θα πάρω και μετάλλιο, τώρα;»

Η Ελεονόρα γέλασε. «Δε βλέπεις ταινίες; Ο ήρωας δεν παίρνει μετάλλιο στις ταινίες. Ο ήρωας παίρνει–» Τον φίλησε, ξαφνικά, τυλίγοντας τα χέρια της πίσω απ’το κεφάλι του.

Το φιλί της δεν ήταν άσχημο. Η πίεση από τα στήθη της επάνω στο στέρνο του δεν ήταν άσχημη. Το τρίψιμο της κοιλιάς της επάνω στο πιο ευαίσθητό του σημείο δεν ήταν άσχημο. Ούτε άσχημα ήταν το άρωμά της και η μυρωδιά του κατάμαυρου δέρματός της. Ο Κριτόλαος αισθάνθηκε το σώμα του να ερεθίζεται, και, εκτός αν η Ελεονόρα ήταν τελείως αναίσθητη από τη μέση και κάτω, ήταν βέβαιος πως κι εκείνη θα το αισθανόταν.

«Παίρνει φιλιά,» του ψιθύρισε όταν τα χείλη της ξεκόλλησαν από τα δικά του, χωρίς το πρόσωπό της ν’απομακρυνθεί.

Τα χέρια του Κριτόλαου γλίστρησαν κάτω από τη ρόμπα της, και τη φίλησε ξανά, και ξανά…

*

Η Τζάκι άφησε την Αμάντα έξω απ’την πολυκατοικία της, σ’έναν δρόμο του Παλαιοπώλη.

«Σ’ευχαριστώ και πάλι,» της είπε η γιατρός. «Ίσως να τα ξαναπούμε, Τζάκι. Ο άντρας μου είναι παρόμοιου επαγγέλματος με το δικό σου… περίπου.»

«Τι κάνει;»

«Συγγραφέας είναι. Κρεμτέλβιος Πολύγωνος. Ίσως να τον έχεις ακούσει.»

«Ίσως να τον έχω ακούσει;» έκανε, έκπληκτη, η Τζάκι. Φυσικά και τον είχε ακούσει. Ο τύπος έγραφε τα πιο περίεργα σουρεαλιστικά μυθιστορήματα που είχε διαβάσει ποτέ της! Ώς τη μέση δεν καταλάβαινες τι έλεγε, αλλά μέχρι το τέλος όλα έβγαζαν υπέροχο νόημα.

Η Αμάντα μειδίασε. «Υποθέτω τον ξέρεις.»

«Είσαι σοβαρή;» είπε η Τζάκι, καθισμένη στη σέλα της Ανέμης και κοιτάζοντας τη γιατρό από κάτω της. «Έχω διαβάσει τα πάντα που έχει γράψει.»

«Εγώ δεν έχω προλάβει να διαβάσω τίποτα.»

«Είσαι σοβαρή;» ξαναείπε η Τζάκι.

Η Αμάντα γέλασε. «Εντάξει, κάποια άλλη φορά θα του πω να σου βάλει αυτόγραφο στα βιβλία που έχεις.»

Καληνυχτίστηκαν, και η Τζάκι έφυγε καβάλα στην Ανέμη.

Πηγαίνοντας προς το σπίτι της, είχε την αίσθηση ότι την ακολουθούσαν. Κοιτάζοντας τριγύρω, όμως, δεν μπορούσε να εντοπίσει κανέναν στο κατόπι της. Η ιδέα της πρέπει να ήταν· φοβόταν ακόμα μήπως εμφανιστεί η Λεγεώνα.

Ωστόσο, από ένα σημείο και μετά, οδήγησε την Ανέμη από πιο απόμερους δρόμους, για να διαπιστώσει αν όντως το είχε φανταστεί. Και τελικά συμπέρανε ότι δεν ήταν έτσι…

Μεγάλη Αρτάλη, με παρακολουθούν ξανά!

Δεν πρέπει, όμως, να ήταν Λεγεωνάριοι. Ήταν ένας τύπος πάνω σε άλογο· και μετά, όταν κάπου χάθηκε αυτός, άλλος ένας τύπος πάνω σε άλογο – ή, μάλλον, γυναίκα. Η Τζάκι νόμισε πως είδε ένα γυναικείο πρόσωπο.

Δεν το ζόρισε περισσότερο. Πήγε κατευθείαν στον στάβλο που άφηνε το άλογό της και, έπειτα, βάδισε γρήγορα μέχρι την πολυκατοικία της. Άνοιξε και μπήκε· πήρε τον ανελκυστήρα κι ανέβηκε στον όροφό της.

Παντοκρατορικοί πρέπει να είναι. Αυτοί που έχουν βάλει και τους κοριούς στο σπίτι μου. Οι γαμημένοι! Τι σκατά θέλουν πια από μένα; Δεν τελείωσαν μαζί μου;

Ξεκλείδωσε το διαμέρισμά της και μπήκε.

Έλεγξε για κοριούς, με τη συσκευή των επαναστατών. Ναι, τα πάντα στη θέση τους… Και τίποτε άλλο δεν είχε αλλάξει, συμπέρανε όταν έψαξε τριγύρω.

Τα κέρατα του Κάρτωλακ γαμώ…!

Πήγε να κάνει ένα μπάνιο για να ηρεμήσουν τα νεύρα της. Τις τελευταίες μέρες, όλο από κάτι έτρεχε. Όλο κάτι την κυνηγούσε.

Κεφάλαιο 17
Επικίνδυνοι Επισκέπτες

Οι επαναστάτες αποφάσισαν να επισκεφτούν τον Ευγένιο Αρωγό το απόγευμα, καθώς το σκοτάδι στους δρόμους πύκνωνε. Η Βατράνια τούς είχε πληροφορήσει πού έμενε ο Αρωγός, έτσι δεν είχαν πρόβλημα να βρουν το μέρος στον χάρτη της Θακέρκοβ και να οργανώσουν μια στρατηγική για την ασφάλεια της επίσκεψής τους:

(α) η Σερφάντια και ο Αλλάνδρης θα έκαναν μια γρήγορη έρευνα της γειτονιάς, και θα ειδοποιούσαν αν εντόπιζαν κάποιο εμφανές πρόβλημα·

(β) ο Έκτορας και η Νιρίφα’μορ θα πήγαιναν στη μονοκατοικία, θα χτυπούσαν το κουδούνι, και θα ζητούσαν να δουν τον κύριο Αρωγό ώστε να του μιλήσουν για κάποιο θέμα που τον ενδιέφερε·

(τη θέση της Νιρίφα κοντά στο ανοικοδομούμενο χτίριο θα έπαιρνε, προς το παρόν, ο Αίολος, μαζί με τον Σωσία)

(γ) με το που θα έμπαιναν στο σπίτι, ο Έκτορας θα ενεργοποιούσε μια συσκευή για τον εντοπισμό κοριών, και η Νιρίφα θα χρησιμοποιούσε ένα Ξόρκι Εντοπισμού Προκαλύψεως για την περίπτωση που κάποιος Παντοκρατορικός μάγος είχε προσπαθήσει να κρύψει τις τηλεπικοινωνιακές συχνότητες με μαγεία·

(δ) η Χλόη θα περίμενε τον Έκτορα και τη Νιρίφα μέσα στο τετράκυκλο όχημά τους, με τη μηχανή αναμμένη, έτοιμη να ξεκινήσει αν οι σύντροφοί της έρχονταν κυνηγημένοι·

(ε) ο Αλλάνδρης και η Σερφάντια θα συνέχιζαν να κάνουν βόλτες στην περιοχή, με τα μάτια και τ’αφτιά τους ανοιχτά για το οτιδήποτε·

(στ) ο Έκτορας και η Νιρίφα θα μιλούσαν στον Ευγένιο Αρωγό με κάθε δυνατή επιφύλαξη και διακριτικότητα (η Χλόη είχε πει ότι, μάλλον, ο Έκτορας δεν ήταν το καλύτερο πρόσωπο για επιφύλαξη και διακριτικότητα, αλλά εκείνος τής είχε αποκριθεί πως θα της έριχνε κλοτσιές και φάπες, έτσι το είχε βουλώσει)·

(ζ) μετά τη συζήτηση, θα έφευγαν, πηγαίνοντας κατευθείαν στο όχημά τους για να επιστρέψουν στη Σφαίρα – ό,τι κι αν είχε συμβεί. Ο Αλλάνδρης και η Σερφάντια θα γύριζαν μόνοι τους, όπως θα πήγαιναν και μόνοι τους, ώστε να μη μπορούν να κάνουν καμία σύνδεση τυχόν πράκτορες της Παντοκράτειρας που παραφυλούσαν στην περιοχή.

*

Οι επαναστάτες έβαλαν το σχέδιό τους σε δράση.

Η Σερφάντια και ο Αλλάνδρης πήγαν πρώτοι. Έλεγξαν στα γρήγορα τη γειτονιά.

Το τετράκυκλο όχημα ήρθε μετά. Η Χλόη, χρησιμοποιώντας τον τηλεπικοινωνιακό πομπό, ρώτησε τη Σερφάντια αν όλα ήταν εντάξει. Εκείνη αποκρίθηκε πως, ναι, όλα εντάξει φαίνονταν με μια πρώτη ματιά.

Ο Έκτορας και η Νιρίφα βγήκαν απ’το όχημα και πλησίασαν την ψηλή πόρτα του κήπου του Ευγένιου Αρωγού. Ο Πρόμαχος της Επανάστασης πάτησε το κουδούνι, πάνω απ’το οποίο υπήρχε ένας μικρός τηλεοπτικός πομπός, σαν γυαλιστερό μάτι.

«Ποιος είναι;» ρώτησε μια γυναικεία φωνή.

«Καλησπέρα,» είπε ο Έκτορας. «Θα θέλαμε να μιλήσουμε με τον κύριο Ευγένιο Αρωγό.»

«Σας περιμένει;»

«Δεν μας περιμένει, αλλά ίσως να θέλει να μας δεχτεί.»

«Δεν καταλαβαίνω, κύριε. Ποιος είστε;»

«Το όνομά μου δεν έχει σημασία αυτή τη στιγμή, αφού ο κύριος Αρωγός δεν με γνωρίζει προσωπικά. Πιστεύω, όμως, ότι έχουμε κάποια… κοινά πράγματα να συζητήσουμε. Αν δεν μας θέλει, θα φύγουμε αμέσως· δεν θα γίνουμε φορτικοί.»

Η γυναίκα δίστασε να αποκριθεί, αλλά τελικά είπε: «Μισό λεπτό

Καθώς περίμεναν, η Νιρίφα ψιθύρισε στον Έκτορα: «Αφεντικό, πραγματικά με εκπλήσσεις. Δεν το ήξερα ότι μπορείς να μιλήσεις και σαν άνθρωπος αν θέλεις.»

Ο Έκτορας αναποδογύρισε τα μάτια. «Σε παρακαλώ, μάγισσα…»

Η γυναίκα ξαναμίλησε από τον δίαυλο της πόρτας: «Μπορείτε να περάσετε

Η πόρτα άνοιξε από μόνη της, αυτόματα.

Ο Έκτορας και η Νιρίφα μπήκαν και βάδισαν επάνω σ’ένα λιθόστρωτο μονοπάτι, προς την είσοδο της μονοκατοικίας. Η οποία ήταν ανοιχτή και ένας άντρας στεκόταν στο κατώφλι. Τον αναγνώριζαν από τη φωτογραφία που τους είχε δώσει η Βατράνια: χρυσόδερμος, καστανό μούσι, καράφλα, στρογγυλά γυαλιά, παχύς: ο Ευγένιος Αρωγός. Και πλάι του, μια γυναίκα: γαλανόδερμη, μαύρα μαλλιά, με τις μπροστινές τούφες δεμένες πίσω απ’το κεφάλι της. Πρέπει να ήταν η σύζυγός του, Σαμάνθα.

Αμέσως, δύο μεγάλα σκυλιά ξεπρόβαλαν από τα δεξιά του Έκτορα και της Νιρίφα, γαβγίζοντας προς το μέρος τους. Η Σαμάνθα τα πλησίασε φωνάζοντάς τους να ησυχάσουν. Ο ένας σκύλος έτριψε τη μουσούδα του πάνω στο πόδι της, κι εκείνη τον χάιδεψε ανάμεσα στ’αφτιά.

«Ποιος είστε, κύριε;» ρώτησε ο Ευγένιος τον Έκτορα, καθώς οι επαναστάτες ήρθαν κοντά.

«Ονομάζομαι Χρύσανθος, αν σας ενδιαφέρει το όνομά μου, κύριε Αρωγέ. Κι από δω, η σύζυγός μου, Ερμιόνη. Θα ήθελα να σας μιλήσω για το θέμα της επιχείρησής σας. Για τα γραφεία Αρωγός, που πρόσφατα καταστράφηκαν.»

Η όψη του Ευγένιου φανέρωνε καχυποψία, και κάποιο φόβο. «Ποιος σας έστειλε;»

«Κανένας δε μας έστειλε. Είμαστε… ερευνητές.»

«Ερευνητές;»

«Θα ήταν καλύτερα να πούμε περισσότερο μέσα, νομίζω.»

«Δεν καταλαβαίνω γιατί θα έπρεπε να σας βάλω στο σπίτι μου,» είπε ευθέως ο Αρωγός.

Και η Σαμάνθα πρόσθεσε: «Έχουμε ήδη υποστεί πολλά, κύριε.»

«Το αντιλαμβάνομαι,» αποκρίθηκε ο Έκτορας, κοιτάζοντας μια τη γαλανόδερμη γυναίκα μια τον Ευγένιο. «Όμως το ζήτημα είναι… περίπλοκο. Γνωρίζουμε ότι σας έκαναν κακό επίτηδες. Γνωρίζουμε ότι σας πίεζαν να πουλήσετε το οίκημα.» Η αλήθεια ήταν ότι οι επαναστάτες δεν τα γνώριζαν αυτά· τα υπέθεταν, όμως· ήταν σχεδόν βέβαιοι.

Και τώρα, η έκφραση του Αρωγού μαρτυρούσε στον Έκτορα ότι οι υποθέσεις τους ήταν σωστές. «Τι… τι θέλετε να κάνω εγώ; Το πούλησα. Τελείωσε.»

«Να μπούμε για λίγο;» ζήτησε ο Έκτορας. «Δε θα σας απασχολήσουμε για πολύ. Το υπόσχομαι.»

Ο Ευγένιος αναστέναξε. «Εντάξει. Περάστε.»

Οι δύο επαναστάτες πέρασαν το κατώφλι και βάδισαν προς το σαλόνι της οικίας του Αρωγού, με τη συνοδεία του ίδιου και της συζύγου του. Τα καλογυαλισμένα σανίδια του πατώματος έτριζαν εύηχα κάτω από τα πόδια τους. Μετά, πατούσαν σε χαλί. Ένα μεγάλο τζάκι ήταν αναμμένο στο σαλόνι· φλόγες χόρευαν πάνω στα ξύλα, τρώγοντάς τα με το πάσο τους. Μια απαλή μουσική ερχόταν από τα ηχεία του ηχοσυστήματος. Πίνακες ήταν κρεμασμένοι στους τοίχους. Καλοφτιαγμένο μέρος. Πλούσιο.

Ο Έκτορας ενεργοποίησε τη συσκευή εντοπισμού μέσα στην τσέπη του, ενώ πλάι του άκουγε τη Νιρίφα να σιγομουρμουρίζει το ξόρκι της.

Ο Πρόμαχος δεν αισθάνθηκε τη συσκευή του να δονείται. Κοίταξε τη μάγισσα και ύψωσε τα φρύδια: Δεν έχει κοριούς.

Εκείνη έγειρε ελαφρώς το κεφάλι προς τ’αριστερά: Ούτε μαγείες προκαλύψεως υπάρχουν.

Ο Έκτορας στράφηκε στον Ευγένιο και τη Σαμάνθα. «Γνωρίζουμε ότι κάτι… ζωντανό είναι κάτω από το οικόπεδό σας, κύριε Αρωγέ.»

Τα μάτια του Ευγένιου γούρλωσαν πίσω απ’τα γυαλιά του. «Ποιος σας έστειλε;» ξαναρώτησε. «Πείτε μου, αλλιώς δεν μπορούμε να συζητήσουμε!»

«Σας είπα ήδη: δεν μας έστειλε κανένας.»

«Αποκλείεται, τότε, να ξέρετε για… Αποκλείεται να ξέρετε!»

Αφού θέλεις αποδείξεις, θα τις έχεις, σκέφτηκε ο Έκτορας, και είπε: «Η οντότητα στο υπόγειό σας μπορεί και προβλέπει το μέλλον. Το φως της δεν φωτογραφίζεται. Όπως βλέπετε λοιπόν, ξέρουμε

Ο Ευγένιος ξεροκατάπιε. «Σας έστειλε ο Στίβεν… Τι θέλει από εμένα πάλι; Δεν έχω τίποτ’άλλο να του δώσω!»

«Κανένας δεν μας έστειλε,» είπε ο Έκτορας γι’ακόμα μια φορά. «Ήρθαμε μόνοι μας.»

«Πώς είναι δυνατόν, τότε, να ξέρετε αυτά τα πράγματα;»

«Έχουμε τις πηγές μας.»

«Δεν είστε πράκτορες της Παντοκράτειρας…» είπε ο Ευγένιος παρατηρώντας τους. «Είστε…; Είστε, τότε…;»

«Ναι, θα μπορούσατε να πείτε ότι είμαστε επαναστάτες.»

Ο Ευγένιος φαινόταν τρομαγμένος. «Καλύτερα να πηγαίνετε, τότε. Δεν έχουμε τίποτ’άλλο να πούμε–»

«Μια στιγμή,» τον διέκοψε ο Έκτορας. «Άνθρωποι πιθανώς να κινδυνεύουν. Δεν είμαστε τυχαία εδώ.»

«Δεν σας είδα ποτέ! Σας παρακαλώ – φύγετε.» Ο Ευγένιος έδειξε προς την είσοδο του σπιτιού του.

«Μη φοβάστε,» του είπε η Νιρίφα, «κανένας δεν μας παρακολουθεί τώρα. Και μη ρωτήσετε πώς το ξέρουμε. Το ξέρουμε. Έχουμε ελέγξει.»

Ο Ευγένιος έμοιαζε τώρα λιγάκι – λιγάκι – πιο ήρεμος· και η Σαμάνθα επίσης, αν και το γαλανό της δέρμα είχε χάσει τη ζωηράδα του από τότε που άκουσε για επαναστάτες.

«Θέλουμε να μας εξηγήσετε τι ακριβώς είναι αυτό που βρίσκεται στο υπόγειο,» είπε ο Έκτορας.

«Δεν… δεν είναι εύκολο… Θέλω να πω, τώρα πια, δεν έχω… Δεν είναι στα χέρια μου το, το θέμα…»

«Δεν έχει σημασία,» τον πίεσε ο Έκτορας. «Πείτε μας: τι πλάσμα είναι; πώς το συναντήσατε; τι κάνει στο υπόγειό σας;»

Ο Ευγένιος αναστέναξε. «Καθίστε,» πρότεινε δείχνοντας το τραπέζι.

Οι επαναστάτες κάθισαν, και εκείνος κι η Σαμάνθα κάθισαν αντίκρυ τους.

«Γιατί θέλετε να μάθετε;» ρώτησε ο Ευγένιος.

«Επειδή ίσως να είναι κάτι το επικίνδυνο στα χέρια των Παντοκρατορικών,» απάντησε ευθέως ο Έκτορας.

«Θεοί…!» ξεφύσησε ο Ευγένιος. «Σαμάνθα, φέρε μας κανένα ποτό, σε παρακαλώ.» Εκείνη ένευσε και σηκώθηκε απ’το τραπέζι.

Ο Ευγένιος είπε: «Με μπλέκετε σε συνωμοσία… Εγώ δεν είμαι επαναστάτης, κύριε.»

«Σε καμία συνωμοσία δεν σας μπλέκουμε,» αποκρίθηκε ο Έκτορας. «Μερικές πληροφορίες θέλουμε μόνο. Πώς βρέθηκε στο οικόπεδό σας αυτό το πλάσμα;»

Ο Ευγένιος πήρε μια βαθιά ανάσα. «Έπεσε από το φεγγάρι. Έχετε ακούσει για την ιστορία με το πλάσμα που έπεσε απ’το φεγγάρι;»

«Ναι, ξέρουμε την ιστορία. Αλλά επίσης ξέρουμε ότι οι πράκτορες της Παντοκράτειρας πήραν το πλάσμα από εκεί και το εξαφάνισαν.»

«Πράγματι… Πράγματι… Αυτό, όμως, δεν πήγε μαζί τους. Δηλαδή, δεν ξέρω ακριβώς αλλά μου είπε… είπε ότι άφησε εκείνο το σώμα. Βυθίστηκε κάτω από τη γη. Η ψυχή του, κάτι σαν την ψυχή του, βυθίστηκε κάτω από τη γη. Κι εκεί έτυχε να βρει ένα άλλο σώμα, ένα σώμα που έτυχε νάναι θαμμένο κάτω από το οικόπεδό μου.» Πήρε το ποτό που του πρόσφερε η Σαμάνθα, η οποία έδωσε το ίδιο ποτό και στους δύο επαναστάτες – Φλεγόμενος Γρύπας: το δημοφιλές αναψυκτικό.

Ο Ευγένιος ήπιε μια γουλιά και συνέχισε: «Όταν επισκέφτηκα το οικόπεδο μια φορά – άχτιστο, βέβαια, τότε – άκουσα μια φωνή. Μέσα στο κεφάλι μου. Και μη νομίσετε τώρα ότι είμαι τρελός–»

«Το ξέρουμε πως δεν είστε τρελός,» είπε ο Έκτορας, κάνοντάς του συγχρόνως νόημα να συνεχίσει.

«Το πλάσμα που βρισκόταν θαμμένο εκεί κάτω. Που είχε μπει μέσα στο αρχαίο σώμα. Μου μίλησε. Μου ζήτησε να το βοηθήσω. Στην αρχή, πανικοβλήθηκα· νόμιζα ότι είχα παραισθήσεις. Έφυγα τρέχοντας. Κάτι όμως μ’έκανε, μετά από μια-δυο μέρες, να επιστρέψω στο οικόπεδο. Και η φωνή μού ξαναμίλησε. Μου είπε ότι χρειαζόταν βοήθεια. Μου είπε ότι ήταν το πλάσμα που έπεσε απ’το φεγγάρι. Τ’όνομά του… μου είπε τ’όνομά του αλλά – αλήθεια σάς λέω – δεν το θυμάμαι. Δε μπορούσα να το καταλάβω· ήταν πολύ παράξενο, μάλλον αδύνατο να το προφέρεις σωστά στη Συμπαντική. Τέλος πάντων. Το πλάσμα ήθελε να ξαναφτιάξει εκείνο το παλιό σώμα, για να μπορέσει να πετάξει πίσω στο φεγγάρι. Μη νομίζετε ότι προσπαθώ να σας κοροϊδέψω!»

«Δεν το νομίζουμε, κύριε Αρωγέ.» Ο Έκτορας ήπιε μια γουλιά από τον Φλεγόμενο Γρύπα.

«Για να φτιάξει το αρχαίο σώμα, όμως, έπρεπε να έχει χώρο: έτσι θαμμένο όπως ήταν, δεν μπορούσε. Μου είπε ότι με τις δυνάμεις του θα με βοηθούσε να πλουτίσω αν ήθελα. Μάντεψε το όνομά μου. Έκανε κι άλλες μαντείες για μένα, για να με πείσει. Δεν ξέρω πώς μπορεί και μαντεύει ακριβώς… αν και κάποτε το ρώτησα, και…» Μόρφασε, σκεπτικός.

«Τι σας είπε, κύριε Αρωγέ;» ρώτησε η Νιρίφα.

«Ότι… Πάνε χρόνια, καταλαβαίνετε. Ήμουν νέος τότε. Μου είπε, νομίζω, πως μας βλέπει όλους – όλους τους ανθρώπους – σαν να ήμασταν ένας άνθρωπος, κι έτσι ξέρει πράγματα για μας. Καταλαβαίνω, ακούγεται τρελό. Και δεν έχει σημασία, άλλωστε. Μπορεί και μαντεύει πολλά.

»Σκέφτηκα την πρόταση που μου έκανε και, τελικά, συμφώνησα μαζί του. Μετέφερα την επιχείρησή μου· την πήγα σ’εκείνο το οικόπεδο. Και η φωνή με οδήγησε σε πολύ καλές συμφωνίες με πελάτες και… Έκανα προβλέψεις στα οικονομικά επιχειρήσεων που άλλοι δεν μπορούσαν να κάνουν. Έβγαλα χρήματα έτσι, φυσικά. Κι επίσης, δεν είχα ενεργειακό κόστος. Έπαιρνα ενέργεια από το πλάσμα.»

«Ενέργεια;» έκανε η Νιρίφα. «Με τι τρόπο;»

«Μου εξήγησε πώς να φτιάξω μια συσκευή. Έναν μετατροπέα. Έδωσα το σχέδιο και τις οδηγίες σ’έναν Τεχνομαθή μάγο και μου τον έφτιαξε. Και συνέδεσα καλώδια που ξεκινούσαν από το σώμα του πλάσματος, πήγαιναν στον μετατροπέα, και μετά διακλαδίζονταν σ’όλη την επιχείρησή μου, τροφοδοτώντας τα μηχανικά συστήματα.»

«Και τα πάντα λειτουργούσαν κανονικά;» είπε η Νιρίφα.

«Ναι. Καλύτερα από κανονικά, ίσως.»

«Οι Παντοκρατορικοί δεν είχαν πάρει είδηση τίποτα;» τον ρώτησε ο Έκτορας.

«Τίποτα. Μέχρι στιγμής, που πρέπει κάποιος να πρόσεξε κάτι…»

«Σας πλησίασαν και σας ζήτησαν να τους δώσετε το πλάσμα;»

Ο Ευγένιος κούνησε το κεφάλι. «Όχι. Ήθελαν να τους πουλήσω το χτίριο και το οικόπεδο. Μου είπαν ότι με τα χρήματα που θα μου έδιναν θα μπορούσα να μεταφέρω την επιχείρησή μου αλλού. Και ήταν αλήθεια· θα μπορούσα να τη μεταφέρω. Αλλά, βέβαια, για εμένα το πλάσμα από το φεγγάρι ήταν που είχε σημασία… και είχα καταλάβει ότι κι εκείνοι αυτό ήθελαν, σίγουρα.»

«Αρνηθήκατε, λοιπόν, να τους πουλήσετε το οικοδόμημα και εκείνοι το ανατίναξαν.»

Ο Ευγένιος κατένευσε, με μια θλιμμένη έκφραση στο πρόσωπό του.

«Σας πλήρωσαν τώρα για να πάρουν το οικόπεδο;»

«Ναι. Αλλά μου έδωσαν λιγότερα. Δε θα τους το πουλούσα και πάλι, όμως φοβήθηκα για την οικογένειά μου, κύριε Χρύσανθε.»

«Μάλιστα,» είπε ο Έκτορας.

«Το καινούργιο σώμα του πλάσματος πώς είναι;» ρώτησε η Νιρίφα.

«Είναι… Δεν ξέρω πώς ακριβώς να το περιγράψω… Είναι κάποιο παλιό – εξαφανισμένο, υποθέτω – θηρίο. Δεν είναι πλήρες ακόμα. Χρειάζονται χρόνια για να γίνει η…» συνοφρυώθηκε, προσπαθώντας να θυμηθεί τη σωστή λέξη, «ανάπλαση. Είναι ημιτελές, γι’αυτό δεν μπορεί και να φύγει. Δεν μπορεί να κουνηθεί. Το μισό είναι κόκαλα και το μισό σάρκα.»

«Και πώς μοιάζει;» είπε η Νιρίφα. «Είναι ανθρωπόμορφο; Είναι τετράποδο; Ερπετοειδές;»

Ο Ευγένιος μόρφασε. «Είναι, χμμμ… Έχει φτερά. Στο κεφάλι έχει κέρατα. Ουρά. Τέσσερα πόδια. Η βασική μορφή αυτή είναι.»

«Δεν είναι γρύπας…» είπε ο Έκτορας.

«Όχι, δεν είναι γρύπας. Είναι κάποιο παλιότερο θηρίο. Δεν το έχω ξαναδεί.»

«Εντάξει,» είπε ο Έκτορας. «Σας ευχαριστούμε πολύ, κύριε Αρωγέ.» Σηκώθηκε από την καρέκλα του, και η Νιρίφα επίσης.

Ο Ευγένιος και η Σαμάνθα σηκώθηκαν αντίκρυ τους. Η δεύτερη είπε: «Δεν μιλήσαμε ποτέ, ελπίζω. Ποτέ. Έτσι;»

Ο Έκτορας μειδίασε. «Μην ανησυχείτε· δεν προδίδουμε τους ανθρώπους που μας βοηθάνε. Ευχόμαστε να κάνετε κι εσείς το ίδιο – να μην πείτε σε κανέναν ότι μας είδατε.»

Ο Ευγένιος ένευσε. «Ασφαλώς. Ασφαλώς, κύριε Χρύσανθε.»

«Κι επειδή πάντα ξεπληρώνω όσους με βοηθούν…» Ο Έκτορας τού έδωσε μια μικρή, πλατιά πέτρα με κάτι σκαλίσματα επάνω. «Αν ποτέ μας χρειαστείτε, δώστε αυτό σε όποιον υπάλληλο έχει γαλανά μαλλιά στο μπαρ που λένε ‘Το Φανάρι’, στο Χωνευτήρι.»

«…Ευχαριστώ,» είπε ο Ευγένιος, κάπως αμήχανα, κι έκρυψε την πέτρα σε μια τσέπη του, σαν να ήταν επικίνδυνη να εκραγεί όσο ερχόταν σε επαφή με τον αέρα του δωματίου.

Ο Έκτορας και η Νιρίφα βγήκαν από το σπίτι του Αρωγού, και η μάγισσα είπε στον Πρόμαχο: «Αυτό το τελευταίο, πραγματικά, δεν χρειαζόταν.»

«Ήταν, όμως, αυτό που έπρεπε να κάνουμε. Φάνηκε αρκετά καλός. Και δε νομίζω ότι είναι χαφιές – τι έχει να κερδίσει απ’τους Παντοκρατορικούς;»

«Ελπίζω όσα μάς είπε νάναι αλήθεια…» μουρμούρισε η Νιρίφα.

Πήγαν στο όχημά τους και μπήκαν.

«Τα πάντα εντάξει;» ρώτησε η Χλόη, καθισμένη στο τιμόνι.

«Ναι,» είπε ο Έκτορας. «Πάμε.»

«Σας μίλησε κανονικά, δηλαδή; Μάθατε χρήσιμα πράγματα;»

«Αρκετά χρήσιμα, νομίζω.»

«Βλέπεις που σ’το έλεγα;»

«Ξεκίνα κι άσε τη μουρμούρα.»

«Δε μουρμουρίζω!» Η Χλόη πάτησε το πετάλι και το όχημα κινήθηκε.

Ο πομπός τους χτύπησε, ξαφνικά.

Ο Έκτορας τον άνοιξε, έτσι ώστε ν’ακούνε όλοι.

«Αφεντικό,» είπε η φωνή της Σερφάντιας, «ένα δίκυκλο σάς έχει πάρει από πίσω.»

«Δεν τους είχες δει πριν;» έκανε η Χλόη.

«Τώρα βγήκε από ένα σπίτι μια γυναίκα και το καβάλησε

«Γαμήσου…!» μούγκρισε ο Έκτορας, κλείνοντας τον πομπό.

Από τον καθρέφτη του οχήματός τους μπορούσαν τώρα να δουν κι εκείνοι το δίκυκλο να έρχεται.

«Τελικά,» είπε η Νιρίφα, «το σπίτι το παρακολουθούν. Εξωτερικά, βέβαια, όπως φαίνεται.»

«Οι γαμιόληδες… Είναι πια και κανένα σπίτι στην πόλη που να μην παρακολουθούν;» είπε ο Έκτορας.

«Πού πηγαίνουμε;» τον ρώτησε η Χλόη. «Υπάρχει περίπτωση να έχεις κανένα σχέδιο;»

«Θα την πάμε βόλτα. Κλασικά.»

«Όχι στο Χωνευτήρι, δηλαδή;»

«Όχι.»

Η Χλόη έστριψε, βγαίνοντας στη Γαιοδόμου.

Το δίκυκλο ακόμα πίσω τους.

«Νότια,» είπε ο Έκτορας.

Η Χλόη ακολούθησε τη Γαιοδόμου προς τον ποταμό.

Ο Έκτορας κοίταζε από τον καθρέφτη καθώς περνούσαν δίπλα από άλλα οχήματα, πεζούς, και ιππείς. «Η καριόλα δεν τα παρατά εύκολα.»

«Θα ήταν ανόητο να τα παρατήσει από τώρα,» είπε η Νιρίφα.

Η Χλόη έστριψε μέσα στον Γαιοδόμο, προς τ’ανατολικά, μπαίνοντας σε μικρότερους δρόμους.

«Δική σου έμπνευση ήταν αυτή;» τη ρώτησε ο Έκτορας.

«Γιατί; Πειράζει; Δεν έχεις σχέδιο, ούτως ή άλλως – και πιο εύκολα μπορεί να μας χάσει μέσα στα δρομάκια παρά επάνω στη Γαιοδόμου και, μετά, στην Τρίτη Γέφυρα.»

«Θα δούμε…»

Βγήκαν στην Αυγερινού, κοντά στην Τέταρτη Γέφυρα: και το δίκυκλο ακόμα ήταν πίσω τους.

«Δεν το είχες δει στα χαρτιά αυτό;» είπε ο Έκτορας στη Χλόη.

«Αν δεν ήταν τα ποδιά μου στο πετάλι, θα σε είχα κλοτσήσει!» μούγκρισε εκείνη. «Μου έχεις σπάσει τα νεύρα!»

«Εσύ είσαι όλο έξυπνες ιδέες–»

«Τουλάχιστον έχω κάποιες ιδ–»

«Μπορείτε,» τους διέκοψε η Νιρίφα, «να τσακωθείτε και μετά, στο σπίτι· εντάξει;»

«Νότια,» είπε ο Έκτορας στη Χλόη. «Περνάμε την Τέταρτη Γέφυρα.»

«Είσαι σίγουρος;» ρώτησε εκείνη.

«Ναι

Πήγαν προς τη γέφυρα, ακολουθώντας την Αυγερινού.

«Επιπλέον,» είπε ο Έκτορας, «καλύτερα να μη φερόμαστε και πολύ ύποπτα. Δε θέλω να βάλω σε μπελάδες τον Αρωγό. Αποδείχτηκε εντάξει ο άνθρωπος.»

Πέρασαν την Τέταρτη Γέφυρα της Θακέρκοβ και κινήθηκαν πάνω στη Λεωφόρο Ύδατος.

«Στρίψε αριστερά,» είπε ο Έκτορας.

«Πού σκοπεύεις να βγούμε; Στις Ακροκατοικίες;»

«Στρίψε.»

Η Χλόη έστριψε, βγαίνοντας από τη Λεωφόρο Ύδατος και μπαίνοντας σε μικρότερους δρόμους.

Το δίκυκλο συνέχιζε να τους ακολουθεί, παρότι έκαναν αρκετές στροφές και έξυπνες μανούβρες που – ο Έκτορας ήλπιζε – δεν φαίνονταν πολύ ύποπτες.

«Στις Ακροκατοικίες είμαστε,» είπε η Χλόη.

«Σώπα…»

Γύρω τους τα μισά οικόπεδα ήταν χτισμένα και τα μισά άχτιστα. Το σκοτάδι ήταν πυκνό, καθώς οι λάμπες των δρόμων ήταν σποραδικές. Κυρίως μονοκατοικίες υπήρχαν εδώ, παρότι κι οι πολυκατοικίες δεν ήταν σπάνιες – χωρίς νάναι και πολύ ψηλές όμως. Οι Ακροκατοικίες δεν ήταν πλούσια περιοχή, όπως η Γραμμή, που βρισκόταν νότιά τους. Εδώ έμεναν άνθρωποι που, ναι μεν, δεν ήταν φτωχοί αλλά δεν ήταν και λεφτάδες. Ήταν αυτοί που, οικονομικά, βρίσκονταν λίγο πιο πάνω από εκείνους που πάλευαν να πληρώσουν το ενοίκιό τους στη Μικρόπολη, στα δυτικά.

«Μετά από δω η Θακέρκοβ τελειώνει,» είπε η Χλόη στον Έκτορα.

«Νομίζεις ότι μου λες νέα, τώρα;»

«Θες να βγούμε από την πόλη, άνθρωπέ μου;»

«Δε μπορείς να βγεις από εδώ· δεν υπάρχει δρόμος για οχήματα. Κι αυτό ακριβώς θέλω να εκμεταλλευτώ.»

«Τι εννοείς;»

«Από τούτη τη μεριά, υπάρχει ένα ερείπιο λίγο πιο έξω από την πόλη.»

«Πώς το ξέρεις;»

«Η Βατράνια το ήξερε. Δε θυμάσαι που εκεί έκρυψε κάτι επαναστάτες από τη Σάρντλι, μέχρι που να έρθει κατάλληλο όχημα για να τους πάρει από τη Σεργήλη και να τους μεταφέρει στο Σύμπλεγμα και από εκεί όπου ήθελαν να πάνε;»

«Τώρα που το λες, το θυμάμαι.»

«Σ’αυτό το ερείπιο πηγαίνουμε. Και έχω την απορία αν τούτη η καριόλα» – κοίταξε από τον καθρέφτη – «θα μας ακολουθήσει ώς εκεί.»

*

Το ερείπιο ήταν κάπου δύο χιλιόμετρα έξω από τη Θακέρκοβ, προς τ’ανατολικά.

Οι επαναστάτες πήγαν το όχημά τους ώς εκεί όπου τελείωνε ο αμαξιτός δρόμος, το σταμάτησαν, και, παίρνοντας τα πάντα από μέσα, βγήκαν. Το κλείδωσαν και ξεκίνησαν να βαδίζουν έξω από την πόλη, στην ύπαιθρο, μέσα στο χορτάρι και στα δέντρα, που τα περισσότερα ήταν άφυλλα αυτή την εποχή του χρόνου.

Το δίκυκλο που τους παρακολουθούσε είχε σταματήσει σε κάποια απόσταση από το όχημα των επαναστατών. Η Παντοκρατορική κατάσκοπος που το καβαλούσε, και που ονομαζόταν Κλαρίσσα, κατέβηκε από τη σέλα και βγήκε κι εκείνη από την πόλη, ακολουθώντας τους παράξενους επισκέπτες του Αρωγού. Το κράνος της το έβγαλε, αλλά σήκωσε στο κεφάλι την κουκούλα της κάπας της. Από τη ζώνη της τράβηξε ένα πιστόλι και το απασφάλισε.

Οι επαναστάτες βάδισαν για κανένα μισάωρο, με την κατάσκοπο στο κατόπι τους, και μετά βρέθηκαν στα ερείπια, τα οποία φωτίζονταν μόνο από το φεγγαρόφωτο. Παλιές κολόνες και γκρεμισμένα τείχη και σπίτια. Χόρτα και δέντρα φύτρωναν ανάμεσά τους. Άγρια σκυλιά, γάτες, και πουλιά φώλιαζαν εδώ.

Οι επαναστάτες γλίστρησαν μέσα στα ερείπια.

Η Κλαρίσσα τούς ακολούθησε, αναρωτούμενη ποιοι ήταν και τι πήγαιναν να κάνουν σ’ένα τέτοιο μέρος. Έκρυβαν κάποιον; Έψαχναν για κάτι;

Όταν έφτασαν στο σημείο που είχαν σχεδιάσει, οι επαναστάτες χωρίστηκαν. Η Νιρίφα, που κρατούσε έναν φακό, τον άφησε κάτω, γονάτισε, κι έκανε ότι έσκαβε στο έδαφος, με τα χέρια. Η Χλόη στεκόταν από πάνω της, με την πλάτη γυρισμένη προς τη μεριά όπου ήξεραν ότι θα ερχόταν η κατάσκοπος που τους παρακολουθούσε. Εμπρός της, κρατούσε ένα πιστόλι κάτω από το στήθος της. Ο Έκτορας είχε απομακρυνθεί, είχε χαθεί μες στα σκοτάδια των ερειπίων, κινούμενος σαν αγριόγατος.

Η Κλαρίσσα έφτασε κοντά στην πηγή του τεχνητού φωτός και, κρυμμένη πίσω από μια μισή κολόνα, ατένισε τις δύο γυναίκες, που η μία στεκόταν κι η άλλη έσκαβε στο χώμα. Κάτι έχουν κρύψει εδώ! σκέφτηκε.

Τότε, ο Έκτορας πετάχτηκε πίσω της, πηδώντας πάνω από τον γκρεμισμένο τοίχο ενός σπιτιού. Στο χέρι του γυάλιζε ένα ξιφίδιο.

Η Κλαρίσσα κάτι άκουσε, και αμέσως στράφηκε υψώνοντας το πιστόλι της. Ο Έκτορας, όμως, είχε ήδη βρεθεί κοντά της – πλάι της – και, με μια απότομη κίνηση του χεριού, της παραμέρισε το όπλο.

Πυροβολισμός – μια σφαίρα εξοστρακίστηκε στις αρχαίες πέτρες.

Μια λεπίδα κινήθηκε στο φεγγαρόφωτο.

Η γυναίκα σωριάστηκε, με αίμα να τινάζεται από την κομμένη αορτή στον λαιμό της.

Ο Έκτορας τής πήρε το πιστόλι καθώς εκείνη πέθαινε.

«Ήταν ανάγκη να τη σκοτώσεις;» είπε η Νιρίφα, πλησιάζοντάς τον μαζί με τη Χλόη.

«Δε μας άφησε κι άλλη επιλογή,» απάντησε η Χλόη αντί για τον Έκτορα.

«Και τι θα την κάνουμε τώρα;» είπε η Νιρίφα. «Εδώ θα την αφήσουμε;»

Ο Έκτορας ανασήκωσε τους ώμους. «Κάτι θα βρει φαγητό απόψε. Δε νομίζω να περάσει άνθρωπος και να την αναγνωρίσει, πάντως.»

«Καλύτερα θα ήταν να τη θάψουμε,» είπε η Χλόη. «Πιο ασφαλές.»

«Φτυάρι δεν έχουμε, αλλά άμα θες να σκάψεις με τα χέρια, εγώ δε θα διαφωνήσω.»

«Όλο εξυπνάδες είσαι…!»

«Το δίκυκλό της πρέπει να πάρουμε από κει που το άφησε,» τόνισε ο Έκτορας. «Εξάλλου, θα μας χρειαστεί.»

«Μόνο αφού του αλλάξουμε τελείως την εμφάνιση θα το χρησιμοποιήσουμε,» είπε η Νιρίφα.

«Εννοείται, μάγισσα.» Ο Έκτορας άρχισε να βαδίζει προς την πόλη, και οι δύο γυναίκες τον ακολούθησαν.

Η Χλόη τον έπιασε απ’το μπράτσο και με τα δύο χέρια. «Έκτορα, μην είσαι ανόητος! Πρέπει τουλάχιστον να την κρύψουμε, αν όχι να τη θάψουμε.»

Ο Έκτορας την ατένισε για μια στιγμή διστακτικά μες στο σκοτάδι. Μετά ένευσε.

Σήκωσαν τη νεκρή κατάσκοπο και την έκρυψαν μέσα σ’ένα από τα ερειπωμένα σπίτια, κάτω από πέτρες και χώματα. Η Χλόη την έψαξε στα γρήγορα προτού τη σκεπάσουν τα μπάζα, παίρνοντας ό,τι όπλα, χαρτιά, και χρήματα βρήκε επάνω της. Επίσης, της πήρε ένα δαχτυλίδι κι ένα περιδέραιο που φορούσε.

«Ακόμα κλέβεις;» είπε ο Έκτορας· επειδή παλιά, πριν η Χλόη μπει στην Επανάσταση, εκτός των άλλων έκλεβε κιόλας. Το έκανε από ανάγκη: εκείνη κι οι συγχωριανοί της δεν είχαν πώς να ζήσουν αφού οι Παντοκρατορικοί κατέστρεψαν το χωριό τους και τους έδιωξαν από εκεί, αναγκάζοντάς τους να γίνουν περιπλανώμενοι.

«Δεν είναι άσχημα!» είπε η Χλόη, κοιτάζοντας τα κοσμήματα στο φως του φεγγαριού.

«Πάμε να φύγουμε,» μούγκρισε ο Έκτορας, «γιατί εγώ λέω να το ρίξω στη νεκροφιλία…»

«Είσαι τελείως σιχαμερός και άθλιος!» του είπε η Χλόη, καθώς απομακρύνονταν από το μέρος όπου είχαν κρύψει τη νεκρή.

Η Νιρίφα αναστέναξε. Όταν το αφεντικό και η Χλόη ήταν – για κάποιον μυστηριώδη λόγο, πάντα – τσακωμένοι, όλο τέτοια άκουγες όποτε βρισκόσουν κοντά τους…

*

Η Νιρίφα’μορ ύφανε ένα Ξόρκι Προκαλύψεως επάνω στο δίκυκλο της κατασκόπου – για καλό και για κακό – και το καβάλησε.

«Είναι ριψοκίνδυνο,» είπε η Χλόη. «Μπορεί νάχει πάνω του κάτι που το αναγνωρίζουν αμέσως οι Παντοκρατορικοί.»

Ο Έκτορας το κοίταξε απ’όλες τις μεριές. «Δε νομίζω. Κανονικό είναι. Και τζάμπα.»

«Ναι, αλλά ίσως νάναι επικίνδυνο,» επέμεινε η Χλόη.

«Εδώ εσύ βουτούσες κάτι κωλο-κολιέ πριν από λίγο – και δε θες τώρα να πάρεις ολόκληρο εργαλείο!;»

«Δεν είναι το ίδιο, ρε σκατοκέ–!»

«Λοιπόν,» τη διέκοψε η Νιρίφα. «Λέω να ξεκινάω. Θα τα πούμε στη Σφαίρα

Ο Πρόμαχος ένευσε, και η μάγισσα έφυγε.

Ο Έκτορας και η Χλόη μπήκαν στο τετράκυκλο όχημα και ξεκίνησαν, περνώντας από τις αραιοκατοικημένες Ακροκατοικίες και μπαίνοντας στους δρόμους της Γραμμής, όπου δεξιά κι αριστερά τους ορθώνονταν πλούσιες μονοκατοικίες. Η Βατράνια δεν ήταν μακριά από εδώ, αλλά ο Έκτορας δεν αισθανόταν πως είχε διάθεση για κοινωνικές επισκέψεις απόψε…

*

«Δύο άγνωστοι επισκέφτηκαν τον Ευγένιο Αρωγό το απόγευμα, Εξοχότατε. Ήρθαν μέσα σ’ένα τετράκυκλο όχημα που δεν είχε κάτι το ιδιαίτερο επάνω του – τυπικό όχημα πόλης. Μετά από κανένα τέταρτο, βγήκαν από το σπίτι, μπήκαν πάλι στο όχημα, και έφυγαν. Η Κλαρίσσα τούς ακολούθησε… και από τότε δεν την ξαναείδαμε.»

«Τι θες να πεις, δεν την ξαναείδατε;»

«Εξαφανίστηκε, Εξοχότατε. Αναζητήσαμε πληροφορίες σε τηλεοπτικούς πομπούς των δρόμων και έχουμε, βέβαια, κάποια ένδειξη για το προς τα πού πήγε ακολουθώντας τους… Πέρασαν από τη Γαιοδόμου. Σε κάποιο σημείο βγήκαν στην Αυγερινού, μετά στην Τέταρτη Γέφυρα, μετά στη Λεωφόρο Ύδατος, και μετά στις Ακροκατοικίες…»

Ο Κριτόλαος καταράστηκε. Ήταν ξημερώματα τώρα. Αν η Κλαρίσσα έλειπε τόσες ώρες, μάλλον ήταν νεκρή.

Ποιους έβαλες στο σπίτι σου, Αρωγέ;

Τερματίζοντας την επικοινωνία με τον κατάσκοπο, ο Κριτόλαος σηκώθηκε απότομα από το κρεβάτι.

«Τι είναι;» ρώτησε η Ελεονόρα, βγάζοντας το κεφάλι της κάτω από τα σκεπάσματα και ψάχνοντας για τα γυαλιά της στο κομοδίνο.

«Μια επείγουσα δουλειά. Κοιμήσου.»

*

Ο Ευγένιος Αρωγός ταράχτηκε όταν άνθρωποι της Χωροφυλακής τον ξύπνησαν μέσα στα χαράματα. Ο Κριτόλαος παρατήρησε προσεχτικά τις αντιδράσεις του και τον έκρινε, αναμφίβολα, φοβισμένο. Τον ρώτησε ευθέως ποιους είχε βάλει στο σπίτι του το απόγευμα. Ο Αρωγός έχασε τα λόγια του. Η σύζυγός του, η Σαμάνθα, είπε ότι ήταν δύο πλασιέ, ένας άντρας και μια γυναίκα, οι οποίοι προσπαθούσαν να τους πουλήσουν κάτι χρυσαφικά. «Σκεφτήκαμε, όμως, ότι θα ήταν κλεμμένα ίσως, και τους διώξαμε όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε. Ήταν πολύ ενοχλητικοί και επίμονοι, κύριε Στίβεν.»

Ψεύδεται καλύτερα απ’τον άντρα της, παρατήρησε ο Κριτόλαος. «Δεν… αγοράσατε τίποτα;»

«Ασφαλώς και όχι.»

«Θα μου τους περιγράψετε;»

Ένας γαλανόδερμος άντρας με μαύρα μαλλιά, ντυμένος με κοστούμι. Μια γυναίκα με λευκό-ροζ δέρμα και ξανθά μαλλιά, ντυμένη με ταγέρ: φαρδύ παντελόνι και σακάκι. Ο Ευγένιος και η Σαμάνθα έμοιαζαν τώρα να συμφωνούν· πρέπει να έλεγαν αλήθεια. Επομένως, δεν ήθελαν να κρύψουν κάποιους, απλά ήταν φοβισμένοι.

Οι περιγραφές, πάντως, δεν έδιναν κανένα σοβαρό στοιχείο. Υπήρχαν χιλιάδες τέτοιοι άνθρωποι στη Θακέρκοβ.

«Αν… θυμηθείτε τίποτα περισσότερο, ή τίποτα διαφορετικό, ξέρετε πώς να επικοινωνήσετε μαζί μου, κύριε Αρωγέ,» είπε ο Κριτόλαος, προτού φύγει από το σπίτι μαζί με τους ανθρώπους της Χωροφυλακής.

Στους κατασκόπους του έδωσε διαταγή να παρακολουθούν το σπίτι του Αρωγού πιο στενά από πριν. Να βάλουν κοριούς, το συντομότερο δυνατό.

Κεφάλαιο 18
Ημέρες Αναμονής, Έρευνας, και Κατασκοπίας

Οι επαναστάτες συνέχισαν να παρακολουθούν την ανοικοδόμηση του κατεστραμμένου χτιρίου του Αρωγού. Ο Αίολος’σαρ ήθελε να διαπιστώσει αν σε κάποια στιγμή οι Παντοκρατορικοί θα έπαιρναν από το υπόγειο το πλάσμα για το οποίο είχε μιλήσει ο Ευγένιος Αρωγός στον Έκτορα και στη Νιρίφα. Ο τηλεοπτικός πομπός της μάγισσας, όμως, δεν έδειξε τίποτα που να μπορεί να σήμαινε κάτι τέτοιο: οι εργάτες, ή οι φρουροί, δεν έβγαλαν από τα ερείπια κάτι μυστηριώδες κλεισμένο σε πελώριο κουτί, ή σε κλουβί καλυμμένο με πανί. Και μάλλον υπήρχε καλός λόγος γι’αυτό. Το πλάσμα, εξάλλου, είχε ζητήσει από τον Αρωγό να μεταφέρει την επιχείρησή του ώστε να το κρύψει εκεί όπου βρισκόταν, κάτω από τη γη· δεν του είχε πει να μεταφέρει το ίδιο πουθενά: επομένως, δεν πρέπει να μπορούσε να μετακινηθεί στην κατάστασή του. Και οι Παντοκρατορικοί το ήξεραν αυτό, και δεν ριψοκινδύνευαν να το μετακινήσουν. Το ήθελαν ζωντανό. Ήθελαν να ολοκληρώσει την ανάπλαση του αρχαίου σώματος που είχε βρει κάτω από το οικόπεδο του Αρωγού.

Και τι μπορεί να ήταν αυτό το σώμα; ρώτησε ο Έκτορας τον Αίολο. Τι θηρίο; Ο Ερευνητής αποκρίθηκε ότι η περιγραφή δεν του έφερνε αμέσως κάτι στο μυαλό· θα το έψαχνε όμως. Και το έψαξε, στη Μαγική Ακαδημία της Θακέρκοβ, ενώ, φυσικά, η παρακολούθηση της ανοικοδόμησης συνεχιζόταν.

*

Η Λεγεώνα είχε ελευθερώσει τους ομήρους από τον σταθμό Λημεριού αλλά εξακολουθούσε να κρατά τα τρένα και, έτσι, να έχει σταματημένο τον Υπόγειο Σιδηρόδρομο σε μια πόλη που δεν της χρειαζόταν περισσότερο κυκλοφοριακό χάος. Οι αντίπαλοι του Άργη Μακρώνυμου κατηγορούσαν τον Πολιτειάρχη γι’αυτή την κατάσταση, και ο Πολιτειάρχης κατηγορούσε τον Αρχιφρούραρχο Λυχνοβάτη και τον Κριτόλαο, ο οποίος συνιστούσε, για την ώρα, υπομονή. «Δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι άλλο, Εντιμότατε. Πρέπει να περιμένουμε μέχρι η Λεγεώνα να βαρεθεί αυτό το ανόητο παιχνίδι.»

Το Άστρο δεν είχε τίποτα ιδιαίτερο να παρουσιάσει για την κατάσταση στον Υπόγειο· η Λεγεώνα δεν άφηνε κανέναν δημοσιογράφο να κατεβεί στον σταθμό για να ελέγξει τα τρένα. Ο Ρούνης ο Αρχιλεγεωνάριος, όμως, έδωσε μια συνέντευξη στον Χαρίλαο Φερέντη, λέγοντας πως η Λεγεώνα σκόπευε να κρατήσει τον Υπόγειο σταματημένο ως διαμαρτυρία για όσα είχαν κάνει οι τρομοκράτες στο Λημέρι. «Προσπαθούμε να προστατέψουμε τους ανθρώπους που μας εμπιστεύονται. Τους ανθρώπους που η Χωροφυλακή δεν μπορεί να τους προστατέψει από τους κακοποιούς που τριγυρίζουν. Δε βλέπετε; Ήρθαν εδώ με ολόκληρο άρμα μάχης, μας πυροβόλησαν κανονικά, και η Χωροφυλακή, όχι μόνο δεν μπορούσε να τους σταματήσει, αλλά ούτε και τώρα μπορεί να τους βρει! Απαιτούμε δικαιοσύνη· και ο Υπόγειος θα μείνει στο Λημέρι μέχρι που να έχουμε τους τρομοκράτες στα χέρια μας!»

(Ο Έκτορας παρακολουθούσε τις ειδήσεις και γελούσε. «Βλέπεις;» είπε στη Χλόη. «Εκείνη η επίθεση μάς βγήκε, τελικά, σε καλό.»

Εκείνη ύψωσε ένα φρύδι της. «Σε καλό;»

«Ναι. Τώρα, όσο κι αν προσπαθούν, τα τσιράκια της Παντοκράτειρας δεν μπορούν να δείχνουν ότι η Θακέρκοβ είναι μια ‘ευνομούμενη πόλη’.»

«Δείχνουν, όμως, ότι είναι οι προστάτες της πόλης, όχι οι καταπιεστές της.»

«Η ψευδαίσθηση θα διαλυθεί όταν η Λεγεώνα βγάλει την κουκούλα και φανερώσει την πραγματική φάτσα της. Νομίζεις ότι αυτός ο κόπανος ο Αρχιλεγεωνάριος θ’αφήσει τον Υπόγειο να ξεκινήσει, τώρα που τον σταμάτησε; Αυτοί οι τύποι είναι παλαβοί – θα φτάσουν στα άκρα, και θα φαγωθούν στο τέλος με τους Παντοκρατορικούς.»)

Οι εφημερίδες δεν είχαν τίποτα να γράψουν για το σταμάτημα του Υπόγειου. Οι Λεγεωνάριοι έδιωχναν τους δημοσιογράφους τους χωρίς κανένα σχόλιο. Ο Ανάργυρος Νυκτόκαλος, ο Διευθυντής της Πόλης, δεν πρότεινε στη Τζάκι να ξαναπάει εκεί κάτω για να κάνει ρεπορτάζ, γιατί εκείνη τού είχε εξηγήσει πόσο είχε κινδυνέψει την προηγούμενη φορά (χωρίς, βέβαια, να του αναφέρει τίποτα για τη φωνή κάτω από το οικόπεδο του Αρωγού), κι επιπλέον, ο κύριος Νυκτόκαλος δεν πίστευε ότι υπήρχε καμια είδηση τώρα σ’αυτό το μέρος. Τι ενδιαφέρον μπορεί να είχαν δύο σταματημένα τρένα; Προτιμότερες ήταν οι εικασίες των δημοσιογράφων και των πολιτικολόγων που έγραφαν στην εφημερίδα του. Πουλούσαν πολύ περισσότερα αντίτυπα.

*

Οι κατάσκοποι του Κριτόλαου δεν είχαν τίποτα αξιοσημείωτο να του αναφέρουν εκείνες τις ημέρες. Ο Ευγένιος Αρωγός δεν είχε καμια άλλη ύποπτη επαφή· το μόνο που έκανε τώρα ήταν να προσπαθεί να ξαναφτιάξει την επιχείρησή του, σ’έναν δρόμο του Γαιοδόμου. Η Τζάκι Νίλκοφ, επίσης, δεν φαινόταν να έχει παράξενες συναναστροφές. Πήγαινε από το σπίτι της στα γραφεία της εφημερίδας «Η Πόλη», και από τα γραφεία στο σπίτι της. Ενδιάμεσα επισκεπτόταν και κάποια άλλα μέρη για να κάνει κάτι μικρο-ρεπορτάζ: όχι τίποτα που θα μπορούσε να θεωρηθεί ύποπτο.

Και τα ίδια ίσχυαν, περίπου, και για τους υπόλοιπους ανθρώπους που ο Κριτόλαος είχε υπό παρακολούθηση μέσα στην πόλη – οι οποίοι, ομολογουμένως, δεν ήταν καθόλου λίγοι. Μία περίπτωση μόνο ήταν λίγο περίεργη: Οι κατάσκοποι που παρακολουθούσαν την παραγωγό κινηματογραφικών ταινιών Βατράνια Κινκάρδη την είχαν χάσει όταν εκείνη είχε βγει ένα βράδυ. Ένας από τους κατασκόπους ήταν πίσω της, και την είχε ακολουθήσει μέχρι τον Παλαιοπώλη· εκεί, η Βατράνια είχε κατεβεί σ’ένα υπόγειο γκαράζ, και ο κατάσκοπος είχε κατεβεί μετά από εκείνη· είχε βρει το όχημά της σταματημένο, αλλά η Βατράνια ήταν άφαντη. Μετά από τρεις ώρες, την είδε να επιστρέφει, να παίρνει το όχημά της, και να πηγαίνει στο σπίτι της.

(Η Βατράνια είχε, εκείνη τη νύχτα, αποφασίσει να πάει στην Οινόσφαιρα για να μάθει τι γινόταν με την υπόθεση του Αρωγού, που της είχε κινήσει την περιέργεια. Γνώριζε, όμως, ότι ακόμα την παρακολουθούσαν, κι έτσι έπρεπε να κάνει κάτι γι’αυτό. Είχε, επομένως, αφήσει το όχημά της σ’ένα δευτέρας κατηγορίας γκαράζ στον Παλαιοπώλη και είχε κρυφτεί σε μια σκοτεινή γωνιά. Μόλις είδε το όχημα που την ακολουθούσε να κατεβαίνει στο γκαράζ, έβγαλε μια κάπα από τον σάκο της, τη φόρεσε, σηκώνοντας την κουκούλα στο κεφάλι, και έφυγε. Την υπόλοιπη διαδρομή μέχρι την Οινόσφαιρα την είχε κάνει με τα πόδια και μέσα σε επιβατηγά οχήματα. Και δεν είχε εντοπίσει κανέναν να την παρακολουθεί.

Ο Έκτορας, ως συνήθως, φέρθηκε σαν κόπανος όταν την είδε, λέγοντάς της: Ελπίζω να μη μας έφερες τίποτα ποντίκια μαζί σου· αλλά, όταν η Σερφάντια έλεγξε, είπε ότι δε νόμιζε πως είχαν ακολουθήσει τη Βατράνια ώς εδώ – και κανείς δεν μπορούσε ν’αμφισβητήσει τη γνώμη μιας Μαύρης Δράκαινας σ’ένα τέτοιο θέμα. Τουλάχιστον, η Σερφάντια είχε κάποιες αρετές – σκέφτηκε η Βατράνια – γιατί, κατά τα άλλα, ήταν γέννημα της Λόρκης, σχεδόν ίδια με τον Έκτορα στη συμπεριφορά, όπως είχε αποδείξει όταν είχε έρθει στο σπίτι της Βατράνιας για να ψάξει για κατασκόπους των Παντοκρατορικών.

Η Βατράνια παρατήρησε ότι ο Αίολος χάρηκε που την είδε, παρά τα όσα είχαν συμβεί εκείνη τη βραδιά – και της άρεσε ο τρόπος που την κοίταζε. Ρώτησε τους επαναστάτες της Οινόσφαιρας τι είχε γίνει με την υπόθεση του Αρωγού, κι εκείνοι τής είπαν για τις ανακαλύψεις στη Μαγική Ακαδημία, για την ανοικοδόμηση, και για τη συζήτηση με τον Ευγένιο Αρωγό.)

Η υπόθεση της Κινκάρδης ήταν οριακά ύποπτη, έκρινε ο Κριτόλαος, διότι, σύμφωνα με τις αναφορές που είχε από τους κατασκόπους του, είχαν συμβεί τα εξής περίεργα περιστατικά:

δύο κατάσκοποι είχαν ακολουθήσει δύο άγνωστους άντρες που βγήκαν από το σπίτι της Βατράνιας, είχαν φτάσει ώς τον Παλαιοπώλη, κι εκεί, σ’ένα σκοτεινό σοκάκι, κάποιοι τούς είχαν ορμήσει από πίσω, χτυπώντας τους μέχρι αναισθησίας και φεύγοντας· τα πορτοφόλια τους έλειπαν όταν ξύπνησαν, καθώς και τα όπλα τους – τυχαία ληστεία, ή κάτι πιο ύποπτο;

μια βραδιά, ένας κατάσκοπος του Κριτόλαου είχε ακολουθήσει τη Βατράνια ώς το Χωνευτήρι· εκεί, η Κινκάρδη είχε αφήσει το όχημά της σ’έναν δρόμο, είχε βγει, και είχε αρχίσει να βαδίζει· ο κατάσκοπος την είχε πάρει από πίσω και, καθοδόν, κάτι λεχρίτες είχαν πέσει τρέχοντας επάνω του, ρίχνοντάς τον κάτω (και μάλιστα, ένας απ’αυτούς είχε προσπαθήσει να του αρπάξει το πορτοφόλι)· μετά, δεν μπόρεσε να ξαναεντοπίσει τη Βατράνια, παρά μόνο όταν εκείνη επέστρεψε στο όχημά της μαζί με δύο άλλους και, στη συνέχεια, πήγαν στο σπίτι της·

αργότερα την ίδια νύχτα, κάποιος είχε χτυπήσει την πίσω πόρτα στο φορτηγάκι όπου βρίσκονταν οι κατάσκοποι κοντά στο σπίτι της Κινκάρδης· όταν όμως αυτοί άνοιξαν για να κοιτάξουν, δεν βρήκαν κανέναν – όποιος κι αν ήταν, είχε εξαφανιστεί·

και τώρα, αυτό το περιστατικό στο γκαράζ…

Όλα τούτα, βέβαια, θα μπορούσαν να ήταν και τυχαία, σκεφτόταν ο Κριτόλαος. Αλλά ήταν; Η Βατράνια Κινκάρδη και παλιότερα τον είχε βάλει σε υποψίες με τις ενέργειές της, γι’αυτό κιόλας την παρακολουθούσε· ποτέ, όμως, δεν είχε καταφέρει να βρει κάτι ενοχοποιητικό για το άτομό της. Μπορεί, απλά, να ήταν μια πολύ παράξενη γυναίκα με λεφτά για πέταμα…

*

Ο Αίολος’σαρ, μετά από κάποια έρευνα στο τμήμα των Ερευνητών της Μαγικής Ακαδημίας, κατόρθωσε να βρει ένα πλάσμα που ταίριαζε στην περιγραφή του Ευγένιου Αρωγού.

«Το λένε Κάρσενωφ,» είπε στον Έκτορα και τους άλλους, στην Οινόσφαιρα. «Το είδος του θεωρείται εξαφανισμένο· υπάρχουν μόνο κάποιες εικασίες ότι ίσως μερικά ακόμα να ζουν κάπου στα βορειοανατολικά Φέρνιλγκαν, βαθιά μέσα στα δάση. Σύμφωνα με επίσημες πηγές, πάντως, δεν έχουμε Κάρσενωφ πια στη Σεργήλη. Εξαφανίστηκαν πριν από τριάντα-έξι χιλιάδες χρόνια, περίπου. Τα κόκαλά τους μπορεί κανείς να τα βρει θαμμένα σε διάφορα σημεία της διάστασής μας. Σύμφωνα με αρχαία κείμενα, υπήρχαν λαοί που λάτρευαν τα Κάρσενωφ σαν θεούς ή δαίμονες. Επίσης, φημολογείται πως είχαν κάποιες… δυνάμεις. Για παράδειγμα, ότι έφτυναν φωτιά.»

«Σαν δράκοι…» είπε η Χλόη, αφήνοντας εμπρός της το τραπουλόχαρτο που τύχαινε να κρατά εκείνη τη στιγμή: ο Δράκος του Πυρός.

Ο Αίολος ένευσε. «Ναι, είναι πολύ πιθανό ο μύθος των δράκων να προήλθε από τα Κάρσενωφ.»

«Τι άλλες δυνάμεις λέγεται πως έχουν;» ρώτησε ο Σωσίας. «Διαβάζουν τη σκέψη, μήπως;»

Ο Αίολος κούνησε το κεφάλι. «Όχι. Μην ξεχνάς ότι αυτή είναι, ουσιαστικά, μια δύναμη της οντότητας από το φεγγάρι. Το σώμα του Κάρσενωφ είναι μόνο ένα κέλυφος τώρα… Τουλάχιστον, έτσι νομίζω.»

*

Η Ελεονόρα’σαρ είχε επίσης ανακαλύψει για τα Κάρσενωφ, ψάχνοντας στη Μαγική Ακαδημία, στο τμήμα των Ερευνητών. Σε κάποια στιγμή είχε δει τον Αίολο, και ο Αίολος είχε δει εκείνη. Φυσικά, δεν τον είχε αναγνωρίσει· δεν ήξερε ποιος ήταν, ούτε, εννοείται, ότι ήταν με την Επανάσταση. Και, από τη μεριά του, ο Αίολος δεν είχε ποτέ παλιότερα ξαναδεί την Ελεονόρα: δεν ήταν εκεί όταν οι άλλοι επαναστάτες την είχαν παρακολουθήσει να μπαίνει και να βγαίνει από τα συντρίμμια του Αρωγού, και κανένας δεν την είχε φωτογραφίσει ή κάνει λήψη σε τηλεοπτικό πομπό.

Επομένως, ο Αίολος απλά παραξενεύτηκε που υπήρχε κι άλλο άτομο που έψαχνε, όπως κι ο ίδιος, για εξαφανισμένα θηρία της Σεργήλης. Και παραξενεύτηκε ακόμα περισσότερο όταν προθυμοποιήθηκε να βοηθήσει τη μάγισσα κι εκείνη τού είπε ότι αναζητούσε ένα θηρίο που ήταν έτσι κι έτσι κι έτσι: η περιγραφή ίδια μ’αυτή του Ευγένιου Αρωγού!

Τελικά, ο Αίολος το εντόπισε πρώτος μέσα στα παλιά, αλλά καλοδιατηρημένα, βιβλία των Ερευνητών, και η Ελεονόρα το είδε από εκείνον.

«Γιατί σ’ενδιαφέρει;» τον ρώτησε.

«Ασχολούμαι με την εξέλιξη των μύθων,» εξήγησε ο Αίολος. «Είναι, βασικά,» χαμογέλασε, «η προσωπική μου ενασχόληση. Εσύ;»

«Τι;»

«Γιατί σ’ενδιαφέρει;»

«Κάτι δουλειές,» είπε η Ελεονόρα. «Παλαιοντολογία.»

Το είχε θεωρήσει παράξενη σύμπτωση που άλλος ένας μάγος έψαχνε για το ίδιο πράγμα μ’εκείνη, αλλά δεν είχε δώσει και πολύ σημασία.

Επέστρεψε στο διαμέρισμα του Κριτόλαου και, όταν εκείνος ήρθε το μεσημέρι, του είπε για τα Κάρσενωφ.

«Μας βοηθάει αυτή η ανακάλυψη;» τη ρώτησε.

«Καμια ανακάλυψη δεν είναι άχρηστη. Σκέψου μόνο ότι θα πρέπει να πάρουμε το απόσταγμα από αυτό το σώμα.»

«Θα είναι εφικτό, όμως;»

«Τι εννοείς;»

«Το απόσταγμα έχει άμεση σχέση με τα σωματικά υγρά, σωστά; Επομένως, ίσως τώρα να μην είναι εφικτό να το πάρουμε.»

Η Ελεονόρα κούνησε το κεφάλι. «Όχι. Όχι, αποκλείεται.» Δεν της άρεσε τούτη η σκέψη. «Αυτό το πλάσμα είναι απλώς μετενσάρκωση του προηγούμενο. Ή, μάλλον, είναι ουσιαστικά το ίδιο πλάσμα. Το σώμα του Κάρσενωφ δεν είναι παρά μια αμφίεση, ένα κοστούμι.

»Η ανοικοδόμηση πότε τελειώνει; Πρέπει, επιτέλους, ν’αρχίσουμε

«Δεν αργεί ακόμα.»

«Τι ακριβώς θα είναι το προκάλυμμά μας; Δε θέλω να γίνεται πολλή φασαρία.»

*

Ο Κριτόλαος μίλησε, μέσω διαύλου, στη Χοαρκίδα όταν η ανοικοδόμηση του χτιρίου έφτανε στο τέλος της. Της είπε ότι ήθελε το Άστρο να μεταδώσει το εξής νέο: Το οικοδόμημα που παλιότερα ανήκε στην επιχείρηση Αρωγός και που είχαν καταστρέψει οι τρομοκράτες ήταν τώρα ιδιοκτησία της Παντοκράτειρας, και η Παντοκράτειρα, θέλοντας να δείξει το ενδιαφέρον της για τη Θακέρκοβ, θα το μετέτρεπε σε δημόσια δανειστική βιβλιοθήκη για τη μόρφωση και την ψυχαγωγία των κατοίκων της πόλης. Επίσης, θα υπήρχε καφετέρια και μπαρ στον δεύτερο (και τελευταίο) όροφο του οικοδομήματος.

«Χαίρομαι που ενδιαφέρεσαι για την αναβάθμιση της Θακέρκοβ, Κριτόλαε,» είπε η Χοαρκίδα.

«Αυτή είναι η δουλειά μου: να σας κρατάω όλους χαρούμενους, ευτυχισμένους, και μορφωμένους.»

Η Χοαρκίδα τον προσκάλεσε για δείπνο στο σπίτι της, και τον ρώτησε: «Ακόμα φιλοξενείς αυτό το πρόσωπο στο σπίτι σου;»

«Ναι.»

«Δε μπορεί να τον πειράζει αν φύγεις ένα βράδυ. Τόσες πολλές δουλειές έχετε;»

«Θα το κανονίσω, και θα είμαι σπίτι σου στις οχτώ.»

«Θα περιμένω.»

Ο Κριτόλαος είπε, αργότερα, στην Ελεονόρα ότι είχε μια επείγουσα δουλειά που ίσως να τον απασχολούσε ώς τα ξημερώματα.

«Βρήκαν κάτι οι κατάσκοποί σου;»

«Δε μπορώ να σου πω: είναι μπερδεμένο, και απόρρητο.» Προτιμούσε, για την ώρα, να κρατήσει την κατάσταση έτσι, για να μη δημιουργηθούν αχρείαστες εντάσεις. Επιπλέον, το ήξερε ότι δεν θα έπρεπε να κοιμάται με την Ελεονόρα, και σκόπευε αργά ή γρήγορα να διακόψει. Εξάλλου, μόλις άρχιζε η έρευνα, η μάγισσα θα είχε, σίγουρα, πολλές δουλειές, και θα έπρεπε πιθανώς να πηγαινοέρχεται στην πόλη και στο ερευνητικό κέντρο βορειοανατολικά της Θακέρκοβ.

Στις οχτώ ακριβώς ο Κριτόλαος ήταν στο σπίτι της Χοαρκίδας, και στις εννιά έτρωγαν, καθισμένοι αντικριστά, μ’ένα σωρό φαγητά ανάμεσά τους κι ένα μπουκάλι καλό Σεργήλιο οίνο.

«Ποιος είναι αυτός που φιλοξενείς τόσες μέρες;»

Μπορούσε να της απαντήσει ότι ήταν απόρρητο, αλλά προτίμησε να πει: «Μια μάγισσα του τάγματος των Ερευνητών· έχει έρθει στην πόλη για μια πολύ συγκεκριμένη δουλειά,» για να δει την αντίδρασή της.

«Μια μάγισσα; Γυναίκα είναι το πρόσωπο στο σπίτι σου;» ρώτησε η Χοαρκίδα, υπομειδιώντας.

«Ναι.»

«Τι δουλειά έχει εδώ;»

«Φοβάμαι πως αυτό δεν μπορώ να σ’το πω. Είναι δουλειά της Παντοκρατορίας. Απόρρητη.»

«Κι αυτή η δουλειά απαιτεί τη… διαρκή συνεργασία και των δυο σας;» είπε η Χοαρκίδα, υψώνοντας ένα καστανό φρύδι.

«Πρέπει να είμαστε σε επαφή. Είναι ένα λεπτό ζήτημα.» Ήπιε μια γουλιά απ’το κρασί του.

«Η επαφή σας φαίνεται να είναι στενή…»

«Σχετικά.»

«Θες να πεις ότι δεν κοιμάσαι μαζί της;» Δεν έμοιαζε θυμωμένη καθώς το έλεγε.

Πράγμα που δεν ήταν παράλογο. Εξάλλου, δεν είμαστε και παντρεμένοι· οι περιστάσεις είναι που μας έχουν φέρει κοντά. Τόσα χρόνια είχε ο Κριτόλαος την επίβλεψη της πόλης, και τόσα χρόνια ήταν η Χοαρκίδα Διευθύντρια του Άστρου, του μοναδικού τηλεοπτικού σταθμού της Θακέρκοβ: ήταν αναπόφευκτο ότι θα γνωρίζονταν καλύτερα, και ή θα μισούνταν ή θα συμπαθιούνταν. Τελικά, ήταν το δεύτερο. Κατά περιόδους, όμως, ο Κριτόλαος είχε κι άλλες ερωμένες, όπως κι η Χοαρκίδα είχε κι άλλους εραστές. Αλλά το παράξενο ήταν ότι, στο τέλος, πάντα έμεναν οι δυο τους. Πεπρωμένο; της είχε κάποτε πει ο Κριτόλαος, κι εκείνη είχε απαντήσει: Δεν πιστεύω στο πεπρωμένο.Ωραία· ούτε κι εγώ. Βλέπεις, λοιπόν, γιατί ταιριάζουμε; Πεπρωμένο… Και είχαν γελάσει.

Τώρα, ο Κριτόλαος είπε: «Θα είχε σημασία αν κοιμάμαι μαζί της;»

«Καθόλου,» αποκρίθηκε η Χοαρκίδα. «Σημασία έχει ότι, τόσες μέρες, προσπαθείς να με αποφύγεις. Και το ξέρεις ότι αυτό είναι χαζό. Δε με πειράζει αν κοιμάσαι μαζί της.»

«Βασικά, δεν ήθελα εκείνη να μάθει για σένα.»

Η Χοαρκίδα συνοφρυώθηκε. «Την ξέρεις από παλιά;»

«Ναι, αλλά όχι όπως νομίζεις. Δεν ήμασταν ποτέ άλλοτε εραστές.»

«Και τι άλλαξε τώρα;»

«Εκείνη ανέκαθεν το ήθελε. Υπάρχει, όμως, το πρόβλημα ότι είναι παντρεμένη.»

«Παντρεμένη;» είπε η Χοαρκίδα. «Και φοβάσαι μην την πειράξει η παρουσία μου;» Γέλασε, ήπιε κρασί.

«Είναι παράξενη, ορισμένες φορές… Ο άντρας της είναι ένας συνταγματάρχης του Παντοκρατορικού Στρατού. Δε μένει στη Θακέρκοβ. Αλλά το ξέρω πως καλύτερα να μην έχω μπλεξίματα μαζί του.»

Η Χοαρκίδα μόρφασε. «Παρ’όλ’αυτά, κοιμάσαι με τη γυναίκα του…»

«Δεν το είχα σχεδιάσει ακριβώς έτσι, αλλά… Ήθελε να μείνει στο διαμέρισμά μου για όσο καιρό θα είναι εδώ… και καταλαβαίνεις. Τέλος πάντων, θα μπορούσα να το είχα αποφύγει, αλλά δεν ήθελα και να παρεξηγηθούμε.»

«Από τις ελάχιστες φορές που σε βλέπω μπερδεμένο. Σου αρέσει;»

«Ποιο πράγμα;»

«Αυτή η γυναίκα. Πώς τη λένε;»

«Ελεονόρα.»

«Ελεονόρα,» είπε η Χοαρκίδα. «Ωραίο όνομα. Σου αρέσει;»

«Δεν είναι αυτό, Χοαρκίδα. Και σίγουρα, δεν είναι αυτός ο λόγος που σε απέφευγα τελευταία. Απλά δεν ήθελα να μάθει για μας.»

«Χαζοφέρνεις,» του είπε η Χοαρκίδα. «Αυτή απατά τον άντρα της· τι τη νοιάζει τι κάνεις εσύ;»

«Λογικά, έχεις δίκιο.»

«Θα μείνει εδώ πολύ καιρό;» ρώτησε η Χοαρκίδα.

Ο Κριτόλαος σκούπισε τα χείλη του με μια πετσέτα καθώς ακουμπούσε την πλάτη του στην καρέκλα. «Ναι, μάλλον θα μείνει. Η δουλειά μας δε νομίζω να τελειώσει γρήγορα. Έχει… διαδικασία.»

«Θέλω να τη γνωρίσω,» είπε η Χοαρκίδα μετά από λίγο, καθώς είχαν τελειώσει το φαγητό αλλά δεν είχαν ακόμα σηκωθεί από το τραπέζι.

«Δεν ξέρω αν αυτή θα ήταν καλή ιδέα…»

«Γιατί όχι; Θα μπορούσαμε και τώρα να συναντηθούμε, να πάμε κάπου έξω, οι τρεις μας.»

«Της έχω πει ότι είμαι σε κάποια επείγουσα δουλειά.»

Η Χοαρκίδα μόρφασε. «Είσαι πολύ μελοδραματικός. Θα το κανονίσεις να τη συναντήσω μια άλλη φορά;»

«Αν θέλεις, εντάξει…»

«Το υπόσχεσαι;»

«Ναι. Αλλά μην αρχίσεις να της λες τίποτα περίεργα,» την προειδοποίησε ο Κριτόλαος.

«Τι περίεργα να της πω;»

«Δεν ξέρω τι κάνετε εσείς οι αγριάνθρωποι…»

Η Χοαρκίδα τον κοίταξε επικριτικά, γνωρίζοντας ότι την πείραζε παρότι δεν χαμογελούσε· υπήρχε κάτι το παιχνιδιάρικο στο βλέμμα του.

 

 

 

 

Μέρος Δεύτερο
Το Απόσταγμα

 

 

 

 

Κεφάλαιο 19
Πειράματα

Ο τηλεοπτικός πομπός της Νιρίφα’μορ ήταν ασφαλής εκεί όπου βρισκόταν· τις ημέρες που ανοικοδομούσαν το χτίριο, οι Παντοκρατορικοί δεν τον εντόπισαν· και, με τη βοήθειά του, οι επαναστάτες είδαν τα συντρίμμια να παίρνουν πάλι μορφή: να γίνονται ένα διώροφο οίκημα, που πάνω από την είσοδό του οι εργάτες τοποθέτησαν μεγάλα, ασημένια γράμματα, τα οποία φώτιζαν τη νύχτα, και έγραφαν:

ΔΑΝΕΙΣΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ

ΕΝΑ ΔΩΡΟ ΤΗΣ ΣΥΜΠΑΝΤΙΚΗΣ ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΕΙΡΑΣ

ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΘΑΚΕΡΚΟΒ

Οι επαναστάτες δεν δυσκολεύτηκαν να καταλάβουν τι σήμαινε αυτό.

«Προκάλυμμα,» είπε ο Έκτορας, «για ό,τι κι αν συμβαίνει πραγματικά εκεί μέσα.»

«Και πώς θα μάθουμε τι συμβαίνει πραγματικά;» ρώτησε η Χλόη. «Και πώς θα το εμποδίσουμε; Το πλάσμα από το φεγγάρι ζήτησε τη βοήθειά μας.»

«Συνεχίζουμε να παρακολουθούμε,» είπε ο Έκτορας.

*

Τα εγκαίνια της βιβλιοθήκης θα γίνονταν το απόγευμα, αλλά η Ελεονόρα δεν μπορούσε να περιμένει άλλο για να ξεκινήσει τους πειραματισμούς της, και ο Κριτόλαος δεν έφερε αντίρρηση. Αφού εκείνη κάλεσε τους βοηθούς της να συγκεντρωθούν στη «βιβλιοθήκη», τη συνόδεψε ώς εκεί.

Το μέρος, φυσικά, το φρουρούσαν ακόμα πολεμιστές της Χωροφυλακής, και το παρακολουθούσαν πράκτορες, γιατί ο Κριτόλαος φοβόταν ότι ίσως οι επαναστάτες να επιχειρούσαν κάτι. Εκείνη η μυστηριώδης εισβολή από τις σήραγγες κάτω από τη Θακέρκοβ ήταν ύποπτη, παρότι, μετά από έρευνα, δεν είχε βρεθεί τίποτα το ιδιαίτερο. Επίσης, ύποπτη ήταν κι η επίσκεψη στο σπίτι του Αρωγού, εκείνο το βράδυ. Οι επαναστάτες ίσως να ήξεραν για τη μετενσαρκωμένη οντότητα από το φεγγάρι. Ή μάλλον, ήταν πολύ πιθανό.

Οι φρουροί της βιβλιοθήκης άνοιξαν την εξώπορτα για τον Κριτόλαο, την Ελεονόρα, και τους βοηθούς της, και τους άφησαν να περάσουν. Μερικοί άλλοι φρουροί – από αυτούς που είχαν έρθει από το ερευνητικό κέντρο έξω από τη Θακέρκοβ – τους ακολούθησαν, κρατώντας όπλα για παν ενδεχόμενο.

Περνώντας δίπλα και ανάμεσα από τα γεμάτα βιβλία ράφια της βιβλιοθήκης, άνοιξαν μια πόρτα, μπήκαν σ’ένα δωμάτιο, άνοιξαν άλλη μια πόρτα (κρυφή, έτσι ώστε να μοιάζει με μέρος της ξύλινης επένδυσης του τοίχου), και κατέβηκαν στο υπόγειο του οικοδομήματος. Όπου βρίσκονταν τέσσερις πράκτορες της Παντοκράτειρας – τρεις άντρες και μία γυναίκα – όλοι τους οπλισμένοι.

Βλέποντας τον Κριτόλαο τον χαιρέτησαν, αποκαλώντας τον Εξοχότατε.

«Είναι όλα εντάξει;» τους ρώτησε εκείνος.

«Μάλιστα, Εξοχότατε.»

«Ανοίξτε μας.»

Ένας πράκτορας με κατάμαυρο δέρμα και λευκά μαλλιά τούς άνοιξε τη σιδερένια πόρτα πίσω από την οποία ήταν το δωμάτιο με τη μετενσαρκωμένη οντότητα.

Η Ελεονόρα και ο Κριτόλαος μπήκαν, ακολουθούμενοι από τους εργαστηριακούς βοηθούς και από δύο φρουρούς.

Το πλάσμα ήταν όπως τότε που το είχαν πρωτοδεί. Η ανάπλασή του γινόταν αργά.

Ωστόσο, η Ελεονόρα νόμιζε ότι η μεμβράνη στο ένα φτερό του ήταν τώρα λίγο πιο πυκνή από πριν.

Τα καλώδια εξακολουθούσαν να είναι περασμένα στο σώμα του και να πηγαίνουν προς τον μετατροπέα ενέργειας. Κανένας δεν τα είχε πειράξει, όπως είχε προστάξει η Ελεονόρα.

Χαμογέλασε. «Μπορούμε, λοιπόν, να ξεκινήσουμε,» είπε.

Και οι βοηθοί άρχισαν να στήνουν τον εξοπλισμό τους, ενώ το πλάσμα τούς παρακολουθούσε, στωικά, με το μοναδικό του μάτι.

«Γιατί είμαστε εδώ;» το ρώτησε η Ελεονόρα. «Ξέρεις;»

Το πλάσμα έμεινε σιωπηλό.

«Ξέρεις τι θα κάνουμε;» επανέλαβε η Ελεονόρα, πιο έντονα.

…Ναι. Ξέρω τι θα κάνετε…

«Τι;»

…Ήρθατε για το… απόσταγμα…

«Ναι. Μπορείς πράγματι να διαβάζεις το μυαλό μας…» Η Ελεονόρα το πλησίασε, παρατηρώντας το πίσω από τα γυαλιά της. Παρατηρώντας τα ζωτικά του όργανα που έτρεμαν, εκτεθειμένα στον αέρα του δωματίου· παρατηρώντας τις παχιές φλέβες του, τα κόκαλά του, τους ιστούς, το κοκκινωπό-καφέ δέρμα εκεί όπου αυτό υπήρχε, το πυκνό τρίχωμα.

«Γνωρίζεις πώς λέγεται το σώμα που έχεις καταλάβει;» ρώτησε η Ελεονόρα.

…Εσείς το αποκαλείτε Κάρσενωφ…

«Εσύ πώς το αποκαλείς;»

…Εγώ το γνωρίζω. Είμαι ένα μαζί του, πλέον…

Η Ελεονόρα έριξε μια ματιά στους βοηθούς της: δεν είχαν ακόμα ετοιμάσει τον εξοπλισμό. «Απάντησέ μου σ’αυτό,» είπε στο πλάσμα ξαναστρέφοντας το βλέμμα της επάνω του: «Πώς ακριβώς διαβάζεις το μυαλό μας;»

…Για μένα, είστε ένα…

«Τι σημαίνει αυτό;»

…Δεν μπορείτε να καταλάβετε, όπως κι ο Ευγένιος δεν κατάλαβε όταν με ρώτησε κι εγώ τού απάντησα. Αυτή είναι η φύση σας. Για μένα είστε ένα. Ένας οργανισμός. Σκέφτεστε το ίδιο: εκεί πού τελειώνουν οι σκέψεις του ενός από εσάς, αρχίζουν οι σκέψεις του άλλου. Αλλά ο καθένας σας νομίζει ότι είναι ξεχωριστός…

«Κι αυτό σε βοηθά να ξέρεις τις σκέψεις μας;» είπε η Ελεονόρα, συνοφρυωμένη.

Το πλάσμα έμεινε σιωπηλό. Το μοναδικό του μάτι γυάλιζε καθώς την παρατηρούσε.

Η Ελεονόρα σκέφτηκε τις ιδιότητες του αποστάγματος που οι επιστήμονες είχαν πάρει από το πλάσμα το οποίο είχε τότε, πριν από τόσα χρόνια, πέσει από το φεγγάρι. Δυστυχώς, το απόσταγμα δεν ήταν πολύ, και δεν μπορούσαν να γίνουν αρκετά πειράματα, αλλά όσα είχαν γίνει είχαν δώσει κάποια μάλλον ενδιαφέροντα αποτελέσματα… Οι εγγραφές στα αρχεία έλεγαν ότι, με την πόση του αποστάγματος, δημιουργούνται παραισθήσεις στον ανθρώπινο εγκέφαλο· το άτομο νομίζει ότι βρίσκεται σε συνεχή επαφή με τους άλλους ανθρώπους, σχεδόν σαν να είναι προέκταση του εαυτού του. Τρεις τέτοιες δοκιμές είχαν γίνει: στη μία περίπτωση, ο λήπτης της ουσίας είχε κινδυνέψει να τρελαθεί· στην άλλη, είχε ζήσει μια παράξενη εμπειρία· και στην τρίτη… στην τρίτη είχε καταφέρει να προβλέψει το μέλλον.

«Μπορείς να δεις το μέλλον;» ρώτησε η Ελεονόρα το πλάσμα. «Μπορείς να προδείς τι θα συμβεί;»

…Εσείς έτσι πάντοτε νομίζετε…

«Μπορείς να δεις το μέλλον, ή όχι; Ξέρεις τι θα γίνει μετά από, ας πούμε, πέντε μέρες;»

…Αντιλαμβάνομαι πώς οι δονήσεις ενός μέρους του οργανισμού σας επηρεάζουν τα άλλα μέρη…

«Δεν καταλαβαίνω,» είπε η Ελεονόρα. «Βλέπεις μέσα στο σώμα μας, κάπως;»

…Εσείς, όλοι μαζί, είστε το Σώμα. Οι σκέψεις του ενός επηρεάζουν τις σκέψεις του άλλου… και το ένα φέρνει το άλλο… μια ακολουθία… τόσο λογική… αλλά, όπως λες, δεν καταλαβαίνετε…

Ο Κριτόλαος είπε: «Νομίζω πως αναφέρεται στο πώς οι πράξεις του ενός ανθρώπου επηρεάζουν τις ζωές των άλλων.»

«Τις σκέψεις μας, όμως, είναι που διαβάζει,» αποκρίθηκε η Ελεονόρα, παραξενεμένη.

…Σκέψεις, πράξεις… Νομίζετε ότι η διαφορά είναι μεγάλη;… Το μάτι σου βλεφαρίζει πίσω από τα γυαλιά σου, Ελεονόρα: τι έρχεται πρώτο, η σκέψη του βλεφαρίσματος ή η πράξη του βλεφαρίσματος;…

«Κυρία Επιτηρήτρια,» είπε ένας από τους βοηθούς, «είμαστε έτοιμοι.»

Η Ελεονόρα βλεφάρισε. Και το αισθάνθηκε. Από το μυαλό της πέρασε η σκέψη βλεφαρίζω-τώρα όπως δεν είχε περάσει ποτέ ξανά στη ζωή της. Ήταν τόσο παράξενο… Τα λόγια του πλάσματος την είχαν μπερδέψει για λίγο.

Στράφηκε στον βοηθό. «Εντάξει,» είπε. «Προτού ξεκινήσουμε, όμως….» Πλησίασε περισσότερο το πλάσμα. Άγγιξε ένα από τα καλώδια που προεξείχαν από τη ράχη του.

…Όχι, Ελεονόρα, δεν θα με βλάψει αν βγάλεις τα καλώδια από πάνω μου…

Γι’ακόμα μια φορά είχε διαβάσει το μυαλό της. Γνώριζε τι την απασχολούσε.

Η Ελεονόρα πρόσταξε τους βοηθούς της: «Βγάλτε του τα καλώδια. Με προσοχή. Χωρίς να το τραυματίσετε.»

Οι βοηθοί υπάκουσαν. Έβγαλαν τα καλώδια, τραβώντας τα αργά, επιφυλακτικά. Αναπόφευκτα, κάποια μικρά τραύματα έγιναν· λίγο αίμα κύλησε.

Ο Κριτόλαος ρώτησε το πλάσμα: «Προέβλεπες το μέλλον για τον Αρωγό, έτσι δεν είναι; Του έλεγες τι να κάνει. Γι’αυτό πλούτισε.»

…Ναι. Δεν ήταν δύσκολο. Απλή αλληλουχία, από το ένας μέρος του οργανισμού στο άλλο…

«Και, ως αντάλλαγμα, ο Αρωγός σε κρατούσε εδώ κάτω, κρυμμένο, μέχρι να φτιάξεις πάλι αυτό το αρχαίο σώμα…»

…Πράγματι…

Η Ελεονόρα είπε στους βοηθούς της ότι θα έπαιρναν τώρα λίγο από το απόσταγμα, όπως τους είχε δείξει στο ερευνητικό κέντρο. «Ξεκινήστε. Τοποθετήστε τους δύο πόλους.»

Οι βοηθοί έβαλαν μια μεγάλη μεταλλική πλάκα δεξιά του πλάσματος κι άλλη μία αριστερά του. Οι πλάκες ήταν γεμάτες κυκλώματα, καλώδια, και μικρά κρυσταλλικά τμήματα που… δεν αντανακλούσαν καθόλου το κατάλευκο φως το οποίο προερχόταν από το πλάσμα, παρατήρησε η Ελεονόρα.

«Ανάψτε μια ενεργειακή λάμπα,» πρόσταξε τους βοηθούς της.

Εκείνοι την άναψαν, και το φως της λάμπας φάνηκε να αντανακλάται κανονικά επάνω στους κρυστάλλους.

Ναι, σκέφτηκε η Ελεονόρα, ακριβώς όπως γράφει το αρχείο. Το φως της οντότητας ούτε φωτογραφίζεται ούτε αντανακλάται επάνω σε καμία γνωστή επιφάνεια. Είναι σχεδόν σαν να βρίσκεται μόνο στο μυαλό. Σχεδόν σαν ψευδαίσθηση… Σαν να σε κάνει να νομίζεις ότι βλέπεις ενώ, στην πραγματικότητα, είναι γύρω σου σκοτάδι.

«Αφήστε την αναμμένη. Συνδέστε τους πόλους με τις φιάλες. Συνδέστε τον συλλέκτη. Προχωρήστε.»

Οι βοηθοί υπάκουσαν.

Κάποια καλώδια που ξεκινούσαν από τους πόλους συνδέθηκαν με ψηλές ενεργειακές φιάλες· κάποια άλλα καλώδια συνδέθηκαν με μια συσκευή που είχε διακόπτες, πλήκτρα, και οθόνη – ο ελεγκτής των πόλων. Μια άλλη συσκευή, που περιλάμβανε φιαλίδια – ο συλλέκτης – συνδέθηκε με τρεις λεπτούς σωλήνες. Στο τέλος του καθενός από αυτούς υπήρχε μια βελόνα, και οι βοηθοί έμπηξαν τις τρεις βελόνες σε διαφορετικά σημεία του σώματος του πλάσματος. Η Ελεονόρα παρατήρησε τη δουλειά τους και έκρινε πως πρέπει, λογικά, η τοποθέτηση να ήταν σωστή. Οι βοηθοί συνέδεσαν, μετά, τα καλώδια μιας άλλης συσκευής με το δέρμα του πλάσματος, χωρίς να το τρυπήσουν: κολλώντας τα εκεί με μικροσκοπικές βεντούζες. Η συσκευή στην οποία κατέληγαν είχε οθόνη και πληκτρολόγιο, και ονομαζόταν σαρωτής ενεργειακού πεδίου και εκκρίσεων. Οι ενεργειακές φιάλες που τον τροφοδοτούσαν ήταν μικρές και κρυμμένες στο εσωτερικό του, μέσα σε ειδική θυρίδα.

«Εντάξει…» είπε η Ελεονόρα, βαδίζοντας γύρω-γύρω στο δωμάτιο, και γύρω από το πλάσμα, και παρατηρώντας τη δουλειά των εργαστηριακών βοηθών. «Εντάξει… Είμαστε εντάξει.»

…Αυτό που θα κάνεις θα με εξασθενίσει, Ελεονόρα…

Η φωνή του πλάσματος σχεδόν την τρόμαξε, έτσι ξαφνικά όπως ήρθε, σαν να εισέβαλε στις σκέψεις της, στο μυαλό της.

Η Ελεονόρα το αγνόησε. Ήταν προφανές ότι δεν ήθελε να συμμετέχει στα πειράματα, γι’αυτό κιόλας είχε κρυφτεί στο υπόγειο, ώστε να μην εντοπιστεί. Θα έλεγε οτιδήποτε για να τους απομακρύνει.

…Ναι, δυσπιστείς…

Η Ελεονόρα ενεργοποίησε τον σαρωτή. Κοίταξε τις ενδείξεις στην οθόνη. Το ενεργειακό πεδίο του πλάσματος δεν ήταν σε ηρεμία, αλλά σε ένταση· οι κυματισμοί το έδειχναν καθαρά αυτό. Επειδή αναπλάθει το σώμα του, συμπέρανε η Ελεονόρα, γιατί και ο ρυθμός των εκκρίσεων ήταν επίσης πολύ υψηλός. Θα μπορούσε αυτό να μας προκαλέσει προβλήματα; Η αστάθεια του ενεργειακού πεδίου, σίγουρα, δεν ήταν καλή για τη δουλειά που είχε στο μυαλό της.

Κοιτάζοντας το πλάσμα, είπε: «Μπορείς να σταματήσεις να αναπλάθεις το σώμα για λίγο;»

…Φοβάμαι πως όχι…

Το κάνει επίτηδες, σκέφτηκε η Ελεονόρα. Νομίζει ότι αυτό θα με εμποδίσει.

Το ξέρω ότι θα το κάνεις ούτως ή άλλως, Ελεονόρα…

Γαμώ τα Γένια του Κρόνου! Τίποτα δεν μπορούσες να του κρύψεις;

Η Ελεονόρα πλησίασε τον ελεγκτή των πόλων. «Όπως επιθυμείς, λοιπόν. Εγώ δεν έχω πρόβλημα,» είπε, διαδικαστικά. Είτε έτσι είτε αλλιώς, το πείραμά της θα γινόταν.

(Πίσω της, ο Κριτόλαος, παρατηρώντας την ένταση ανάμεσα στη μάγισσα και στην οντότητα από το φεγγάρι, έκανε νόημα στους φρουρούς να έχουν τα όπλα τους έτοιμα, κι ακούμπησε κι εκείνος το χέρι του στη λαβή του πιστολιού στη ζώνη του, απασφαλίζοντάς το.)

Η Ελεονόρα ενεργοποίησε τους πόλους. Ένα βουητό γέμισε το δωμάτιο, προερχόμενο, όπως ήξερε η μάγισσα, από τη διαρροή ενέργειας στον περιβάλλοντα χώρο. Δεν ήταν και ό,τι πιο υγιεινό να βρίσκεσαι κοντά σε ενεργειακούς πόλους που λειτουργούσαν, αλλά η Ελεονόρα σκόπευε, για αρχή, να τους χρησιμοποιήσει μόνο για λίγο. Σε άλλα, πιο εκτεταμένα πειράματα, θα φορούσε ειδική στολή – και εκείνη και όσοι βρίσκονταν μαζί της στο δωμάτιο.

Κοίταξε την οθόνη του ελεγκτή των πόλων. Το σύστημα βρισκόταν σε ετοιμότητα. Ο ρυθμός ενεργειακής ροής ήταν στο 0,35 (με το 1 να είναι το κανονικό μέγιστο· ενώ οι ενδείξεις που έφταναν ώς και το 2 θεωρούνταν επικίνδυνες, και καλύτερα να ελέγχονταν άμεσα από μάγο Ερευνητή με Ξόρκι Ενεργειακού Ελέγχου). Οι πόλοι εντόπιζαν ανάμεσά τους το ενεργειακό πεδίο του πλάσματος από το φεγγάρι.

«Εσύ,» είπε η Ελεονόρα σε μια βοηθό, «στον σαρωτή. Εσύ,» προς έναν άλλο βοηθό, «στον συλλέκτη.» Και έστρεψε το βλέμμα της πάλι στον ελεγκτή των πόλων.

Ο ρυθμός ενεργειακής ροής 0,35 δεν ήταν αρκετός για να γίνει η δουλειά της, σύμφωνα με το αρχείο του ερευνητικού κέντρου. Ήταν απλά αρκετός για τη βασική ενεργοποίηση των πόλων. Θα έπρεπε να τον αυξήσει στο 0,50 τουλάχιστον. Όμως, επειδή αυτό ήταν άλλο σώμα από εκείνο που είχαν μελετήσει οι επιστήμονες στον κέντρο, αποφάσισε να είναι, καλύτερα, επιφυλακτική.

Με τον ρυθμό στο 0,35, πάτησε τον διακόπτη που έκανε την ενέργεια στον έναν πόλο να έλκει την ενέργεια στον άλλο, και αντιστρόφως.

Η ενέργεια έγινε ορατή μέσα στο δωμάτιο, τρίζοντας και σπινθηροβολώντας. Γρυλίσματα ακούστηκαν από το πλάσμα: γρυλίσματα από το στόμα του – η Ελεονόρα δεν τα άκουσε μέσα στο μυαλό της, όπως τη φωνή του. Το αρχαίο σώμα ήταν που γρύλιζε, όχι το πνεύμα της οντότητας από το φεγγάρι.

«Τι λέει ο σαρωτής;» ρώτησε.

«Το πεδίο είναι… παράξενο, κυρία Επιτηρήτρια,» αποκρίθηκε η βοηθός που βρισκόταν εκεί. «Και οι εκκρίσεις… Δε, δεν ξέρω…»

Η Ελεονόρα αναστέναξε. Πλησίασε η ίδια τον σαρωτή, λέγοντας στην κοπέλα: «Πήγαινε στον ελεγκτή των πόλων!»

Κοίταξε την οθόνη του σαρωτή. Οι ενδείξεις του ενεργειακού πεδίου και των εκκρίσεων ήταν, πράγματι, ασυνήθιστες. Είχαν, όμως, αλλάξει σε σχέση με πριν. Παρ’όλ’αυτά δε νομίζω ότι θα έχουμε απόσταγμα.

«Νάνσυ,» είπε στη βοηθό, που τώρα στεκόταν μπροστά στον ελεγκτή των πόλων. «Ανέβασε τον ρυθμό στο μηδέν-πενήντα.»

Η βοηθός πάτησε μερικά πλήκτρα.

Η ενέργεια ανάμεσα στους πόλους έγινε ακόμα πιο ορατή· τα τριξίματά της γέμιζαν τ’αφτιά της Ελεονόρας. Το πλάσμα ανασάλευε πάνω στο πάτωμα, σα να προσπαθούσε να κινηθεί. Γρύλιζε δυνατότερα τώρα.

Η Ελεονόρα κοίταζε πάλι την οθόνη του σαρωτή. Έχουμε απόσταγμα; Οι ενδείξεις ήταν αλλιώτικες από εκείνες στο αρχείο του ερευνητικού κέντρου, αναμφίβολα εξαιτίας του διαφορετικού σώματος.

«Λεωνίδα,» είπε στον βοηθό που ήταν κοντά στον συλλέκτη. «Δοκίμασε να πάρεις απόσταγμα.»

Ο βοηθός πάτησε έναν διακόπτη. Υγρό φάνηκε να περνά από τα σωληνάκια και να συγκεντρώνεται στα φιαλίδια του συλλέκτη. Υγρό κόκκινο. Αίμα. Ό,τι κι αν είχε έρθει, είχε έρθει μαζί με αίμα. Όπως ήταν και το φυσιολογικό, άλλωστε.

«Σταμάτα,» είπε η Ελεονόρα.

Ο βοηθός απενεργοποίησε τον συλλέκτη.

«Σταμάτα κι εσύ,» είπε η Ελεονόρα στη Νάνσυ.

«Να το σβήσω τελείως, κύρια Επιτηρήτρια;»

«Ναι, κορίτσι μου, τι σου λέω;» αποκρίθηκε η Ελεονόρα.

Η ενέργεια έπαψε να είναι ορατή, το τρίξιμό της δεν ακουγόταν πλέον. Το πλάσμα δεν γρύλιζε. Βαριανάσαινε, όμως: πολύ έντονα.

…Θα με καταστρέψετε έτσι… Πρέπει να σταματήσετε… Να σταματήσετε…

Η Ελεονόρα αγνόησε τη φωνή. Πλησίασε τον συλλέκτη. Κοίταξε το υγρό που είχε συγκεντρωθεί. Δε μπορούσε να κρίνει αν μέσα στο αίμα υπήρχε απόσταγμα· δεν ήταν βέβαιη. Σίγουρα, πάντως, δεν είχε τον σωστό χρωματισμό. Αλλά το σώμα τώρα είναι διαφορετικό…

«Βγάλε μου ένα δείγμα,» είπε στον Λεωνίδα.

Εκείνος υπάκουσε, γεμίζοντας, με τη χρήση του αυτόματου μηχανισμού, ένα μπουκαλάκι.

Η Ελεονόρα έβαλε ένα ζευγάρι γάντια. Πήρε το μπουκαλάκι από τη θυρίδα και πλησίασε ένα μικρό τραπέζι που είχαν από πριν στήσει οι βοηθοί της. Γονάτισε πλάι του και άφησε το μπουκαλάκι επάνω. Άνοιξε μια βαλίτσα, πήρε από εκεί ένα φιαλίδιο και μια σύριγγα, και με τη σύριγγα τράβηξε λίγο διαφανές υγρό. Μετά, έριξε το διαφανές υγρό μέσα στο μπουκαλάκι που είχε πάρει από τον συλλέκτη. Του έκλεισε το στόμιο με τον δείκτη του δεξιού της χεριού και, κρατώντας το ανάμεσα στον δείκτη και στον αντίχειρα, το ταρακούνησε, ελαφρά.

Το κόκκινο χρώμα του αίματος φάνηκε να διαλύεται, ν’αλλάζει απόχρωση. Δεν ήταν, όμως, η απόχρωση που υποδήλωνε απόσταγμα.

Πρέπει να το ελέγξω στο ερευνητικό κέντρο, για να βεβαιωθώ.

Σηκώθηκε όρθια πάλι. «Εντάξει,» είπε προς όλους. «Πρέπει να βάλουμε τις στολές μας τώρα. Κριτόλαε, αν θες να μείνεις, πρέπει κι εσύ να βάλεις στολή. Κι εσείς επίσης,» είπε κοιτάζοντας τους φρουρούς.

Ο Κριτόλαος ένευσε. «Καλώς.»

Αφού ντύθηκαν κατάλληλα για να προστατευτούν από τη διαρροή της ενέργειας, η Ελεονόρα πήγε μπροστά στον σαρωτή. Το ενεργειακό πεδίο και οι εκκρίσεις του πλάσματος βρίσκονταν στην προηγούμενη κατάσταση, καθώς αυτό συνέχιζε να αναπλάθεται.

«Νάνσυ. Ρυθμός ροής στο μηδέν-εξήντα-πέντε.»

Η βοηθός ενεργοποίησε τους πόλους, και το τρίξιμο της ενέργειας γέμισε το δωμάτιο. Για λίγο, το λευκό φως της οντότητας φάνηκε να σβήνει, και ο μόνος φωτισμός ήταν από τη διαρροή της ενέργειας και από την ακόμα αναμμένη λάμπα. Το πλάσμα γρύλιζε. Τα μεγάλα νύχια των ποδιών του τρίβονταν στο πάτωμα, σα να προσπαθούσε να συρθεί, να απομακρυνθεί από τους πόλους· αλλά δεν είχε τη δύναμη να μετακινήσει το ημιτελές σώμα του.

Η Ελεονόρα κοίταζε τις ενδείξεις στον σαρωτή. Το ενεργειακό πεδίο της οντότητας έκανε σαν τρελό. Οι εκκρίσεις είχαν κορυφωθεί. Τώρα πρέπει να έχουμε απόσταγμα. Πρέπει!

«Λεωνίδα!» φώναξε, για ν’ακουστεί μέσα από το τρίξιμο της ενέργειας. «Απόσταγμα!»

Ο βοηθός ενεργοποίησε τον συλλέκτη.

Υγρό ήρθε μέσα από τους σωλήνες. Πορφυρό υγρό. Αίμα. Φιαλίδια γέμισαν.

«Εντάξει, Λεωνίδα! Σταμάτα!»

Ο συλλέκτης απενεργοποιήθηκε.

«Νάνσυ! Σταμάτα!»

«Τι;»

«Κλείσε τους πόλους, Νάνσυ! Κλείσε τους πόλους!»

Η βοηθός μείωσε σταδιακά την ενεργειακή ροή (γιατί δεν ήταν να τη διακόπτεις απότομα, σε τόσο υψηλό επίπεδο) και, τελικά, απενεργοποίησε το μηχάνημα.

Τα αφτιά της Ελεονόρας βούιζαν από το τρίξιμο της ενέργειας.

Η αναπνοή του αρχαίου πλάσματος ακουγόταν βαριά. Δύσκολη.

Υπέφερε.

Η Ελεονόρα είπε στον Λεωνίδα να της βγάλει ένα δείγμα. Πήρε το μπουκαλάκι από τον συλλέκτη, πήγε πάλι στο μικρό τραπέζι, και επανέλαβε τη διαδικασία με τη σύριγγα και το διαφανές υγρό. Το χρώμα που παρουσιάστηκε τώρα δεν ήταν ίδιο με πριν… αλλά ούτε ήταν και ακριβώς αυτό που έπρεπε να είναι, αυτό που έδειχνε το αρχείο του ερευνητικού κέντρου.

Γαμώτο!… Το διαφορετικό σώμα. Αυτό φταίει.

Η Ελεονόρα σηκώθηκε όρθια. «Πρέπει να πάμε τα δείγματα στο ερευνητικό κέντρο,» είπε. «Επίσης» – ρίχνοντας μια ματιά στην οντότητα από το φεγγάρι – «το πλάσμα χρειάζεται ξεκούραση προτού συνεχίσουμε με άλλα πειράματα.»

Άρχισαν να βγάζουν τις στολές τους.

Και ο Κριτόλαος νόμισε πως είδε το μοναδικό μάτι του πλάσματος να τους ατενίζει με απερίγραπτη οργή και μίσος…

Κεφάλαιο 20
Στα Εγκαίνια

Το μεσημέρι, ο Έκτορας είχε στα χέρια του την αποθηκευμένη λήψη του τηλεοπτικού πομπού της Νιρίφα’μορ. Η Σερφάντια τού είχε, πριν από λίγο, φέρει τα δεδομένα μέσα σε μια μικρή συσκευή αποθήκευσης, και τώρα εκείνος τα είχε περάσει στο μηχανικό σύστημα του κάτω υπογείου και κοίταζε μια οθόνη, μαζί με τη Χλόη, τον Αίολο, και τη Μαύρη Δράκαινα.

«Δεν είναι τίποτα σπουδαίο, αφεντικό,» του είχε πει η Σερφάντια. «Απλά, μπήκαν και μετά βγήκαν. Το τι έκαναν όσο βρίσκονταν μέσα θα ήταν, ίσως, ενδιαφέρον· αλλά εκεί δεν έχουμε πρόσβαση.»

Ο Έκτορας, όμως, ήθελε να ρίξει μια ματιά στα δεδομένα του τηλεοπτικού πομπού. Τρέχοντας την εικόνα προς τα εμπρός (γιατί η παρακολούθηση άρχιζε από την αυγή, και περνούσαν ώρες πριν από το ενδιαφέρον σημείο) έφτασε στην άφιξη των Παντοκρατορικών. Πρώτα, ένα μακρύ εξάτροχο όχημα ήρθε μπροστά στην καινούργια βιβλιοθήκη και σταμάτησε· από το εσωτερικό του βγήκαν μερικοί άνθρωποι με λευκές στολές, οι οποίοι θύμιζαν επιστήμονες ή εργαζόμενους σε νοσοκομείο ή βιομηχανία. Επίσης, βγήκαν και κάποιοι ένοπλοι, που δεν ήταν φρουροί της Χωροφυλακής αλλά φορούσαν στολές του Στρατού της Παντοκράτειρας.

Ο Έκτορας ρώτησε τη Σερφάντια: «Αυτό δεν είναι το όχημα που είχες δει και την προηγούμενη φορά;»

Εκείνη ένευσε. «Ναι, αφεντικό. Προχώρα το λίγο ακόμα· έρχονται κι οι άλλοι.»

Ο Έκτορας στεκόταν όρθιος μέσα στο υπόγειο, και η Σερφάντια στεκόταν παραδίπλα, ενώ η Χλόη και ο Αίολος ήταν καθισμένοι, η πρώτη επάνω στο δίκυκλο που είχαν πάρει από εκείνη την κατάσκοπο στις Ακροκατοικίες (και το οποίο η Νιρίφα είχε αλλάξει τελείως στην εμφάνιση), και ο μάγος σε μια παλιά ξύλινη καρέκλα που το ένα της πόδι ήταν κοντύτερο από τα άλλα.

Ο Έκτορας προχώρησε τα δεδομένα της οθόνης, και είδαν ένα ακόμα όχημα να έρχεται: λεπτό, τετράκυκλο, και μαύρο. Οι πόρτες του άνοιξαν και δύο άνθρωποι βγήκαν: ένας άντρας με λευκό-ροζ δέρμα, μαύρο μούσι, και μαύρα μαλλιά· και μια γυναίκα με δέρμα κατάμαυρο, γαλανά μαλλιά, και γυαλιά.

«Αυτός ο μπάσταρδος είναι πράκτορας της Παντοκράτειρας,» είπε ο Έκτορας. «Είναι χρόνια εδώ· τον έχω ξαναδεί.»

«Σταμάτα το λίγο!» έκανε, ξαφνικά, ο Αίολος.

Ο Έκτορας πάγωσε την οθόνη χρησιμοποιώντας το χειριστήριο στο χέρι του. «Τι είναι;» ρώτησε κοιτάζοντας τον μάγο πάνω απ’τον ώμο του.

«Μεγέθυνε την εικόνα γύρω από τη μαυρόδερμη γυναίκα.»

Ο Έκτορας τη μεγέθυνε.

«Δεν το πιστεύω…!» μούγκρισε ο Αίολος.

«Τι είναι, μάγε;» ρώτησε ο Έκτορας. «Την ξέρεις;»

Ο Αίολος ένευσε. «Τη συνάντησα στη Μαγική Ακαδημία, όταν πήγα να ψάξω για τα Κάρσενωφ. Κι εκείνη για το ίδιο πράγμα ήταν εκεί. Μαζί βρήκαμε τις αναφορές, βασικά.»

«Και δε σου φάνηκε παράξενη η παρουσία της; Πόσοι άνθρωποι μπορεί να ψάχνουν γι’αυτά τα γαμημένα θηρία την ίδια στιγμή μ’εσένα;»

«Ναι, μου φάνηκε περίεργο. Αλλά δεν… Δεν υπέθεσα ότι… Τέλος πάντων. Ακόμα κι αν το είχα υποθέσει, τι θα μπορούσα να κάνω; Μέσα στην Ακαδημία ήμασταν.»

Η Σερφάντια είπε στον Έκτορα: «Αυτή η τύπισσα ήταν, αφεντικό, που είχε πάει και την προηγούμενη φορά μέσα στα συντρίμμια του Αρωγού. Μαζί με τον ίδιο άντρα πάλι. Μόνο που τότε είχε βγει από το εξάτροχο όχημα.»

Ο Πρόμαχος ένευσε· το θυμόταν που του το είχαν πει.

«Ελεονόρα τη λένε,» τους είπε ο Αίολος. «Ελεονόρα’σαρ.»

«Γνωρίζει κι εκείνη το δικό σου όνομα;» τον ρώτησε ο Έκτορας.

«Ναι. Και τίποτ’άλλο. Ποιος είναι ο άντρας μαζί της; Είπες ότι τον ξέρεις.»

«Μη νομίζεις ότι είναι και γκόμενός μου· τον έχω, όμως, ξαναδεί.»

(«Αν ήταν γκόμενός σου, θα είχα τώρα πραγματικά τσαντιστεί,» είπε η Χλόη, χωρίς κανένας να της δώσει σημασία.)

«Είναι πράκτορας της Παντοκράτειρας, δίχως αμφιβολία. Έδινε διαταγές σε κάτι κωθώνια της Χωροφυλακής, και δε φορούσε στολή αξιωματικού της Χωροφυλακής ή του Παντοκρατορικού Στρατού. Ο τύπος είναι δικτυωμένος αλλιώς. Είναι αράχνη.»

Ο Έκτορας, πατώντας ένα κουμπί στο χειριστήριό του, έδωσε εντολή στη ροή των δεδομένων να συνεχίσει: και είδαν, στην οθόνη τους, τον πράκτορα και τη μαυρόδερμη μάγισσα να μπαίνουν στη βιβλιοθήκη, μαζί με τους ανθρώπους που είχαν βγει από το εξάτροχο όχημα.

«Και τώρα,» είπε η Σερφάντια, «τίποτα δε συμβαίνει για πολλή ώρα. Γύρνα το στα γρήγορα.»

Ο Πρόμαχος το γύρισε, και τελικά είδαν τον πράκτορα και τη μάγισσα να βγαίνουν από τη βιβλιοθήκη μαζί με τους υπόλοιπους. Η μάγισσα αντάλλαξε κάποιες σύντομες κουβέντες με τον πράκτορα (τις οποίες οι επαναστάτες, φυσικά, δεν μπορούσαν ν’ακούσουν, αφού ο πομπός τους έκανε μόνο λήψη εικόνας, καθώς βρισκόταν μακριά από τα γεγονότα) και, μετά, μπήκε στο εξάτροχο όχημα, ακολουθούμενη από τους ανθρώπους με τις λευκές στολές και τους φρουρούς. Το όχημα ξεκίνησε και έφυγε. Ο πράκτορας μπήκε στο άλλο όχημα (αυτό με το οποίο είχε έρθει) και έφυγε επίσης.

Πήγαν προς διαφορετικές κατευθύνσεις.

«Θέλω να μάθω πού πήγε το εξάτροχο,» είπε ο Έκτορας.

«Θα τ’ακολουθούσα, αφεντικό, αλλά δε μας το είχες πει πιο πριν.» Η Σερφάντια ανασήκωσε τους ώμους.

Ο Έκτορας καταράστηκε. «Την επόμενη φορά να το έχεις υπόψη σου.»

Η Σερφάντια κατένευσε.

«Και κάποιος να πάει τώρα να ειδοποιήσει τον Αλλάνδρη, για να το ξέρει κι εκείνος.» (Ο Αλλάνδρης ήταν μαζί με τη Νιρίφα, κοντά στην καινούργια βιβλιοθήκη.)

«Θα πάω εγώ,» προθυμοποιήθηκε η Μαύρη Δράκαινα.

«Μόλις ήρθες,» της είπε η Χλόη. «Κάτσε να ξεκουραστείς· θα πάω εγώ.»

«Δε χρειάζεται,» επέμεινε η Σερφάντια. Ανέβηκε σ’ένα δίκυκλο, το ενεργοποίησε, και έφυγε απ’το κάτω υπόγειο της Οινόσφαιρας ακολουθώντας μια σήραγγα.

*

Η Τζάκι ακόμα εντόπιζε κοριούς μέσα στο διαμέρισμά της, όποτε ενεργοποιούσε εκείνη τη συσκευή που της είχαν δώσει οι επαναστάτες. Αυτό σήμαινε ότι κάποιοι έμπαιναν, κάθε τόσο, και τους άλλαζαν. Γιατί συνεχίζουν να με παρακολουθούν, οι καταραμένοι; Τι νομίζουν ότι θα μάθουν από εμένα;

Υπήρχε κάτι να μάθουν, βέβαια. Η Τζάκι είχε επαφές με τους επαναστάτες· μπορούσε, άθελά της, να οδηγήσει τους Παντοκρατορικούς ακόμα και στην Οινόσφαιρα. Αυτοί, όμως, δεν μπορεί να ξέρουν ότι ξέρω τους επαναστάτες! Δεν μπορεί!

Ευτυχώς, ο Έκτορας δεν είχε στείλει κανέναν να της μιλήσει τελευταία. Ευτυχώς. Γιατί η Τζάκι είχε καταλάβει πως δεν την παρακολουθούσαν μόνο από τους κοριούς στο σπίτι της· είχαν κι ανθρώπους να την κατασκοπεύουν σ’όλη την πόλη. Όπου κι αν πήγαινε, τους έβλεπε πίσω της: ειδικά στα απόμερα σημεία, που γίνονταν πιο φανεροί. Και ακόμα κι εκεί που δεν τους έβλεπε να την παρακολουθούν, ήταν βέβαιη ότι την παρακολουθούσαν – από κάποιο μέρος που δεν μπορούσε να εντοπίσει.

Να δούμε πότε θα με βαρεθούν, οι καριόληδες…

Αυτό σκεφτόταν καθώς πήγαινε, καβάλα στην Ανέμη, προς την καινούργια δανειστική βιβλιοθήκη η οποία, σύμφωνα με τα λεγόμενα, ήταν δώρο της Παντοκράτειρας στην πόλη της Θακέρκοβ. Εκεί όπου παλιότερα ήταν τα γραφεία Αρωγός, τα οποία είχαν διαλύσει οι «τρομοκράτες», τώρα βρισκόταν κάτι που θα εξυπηρετούσε τους πολίτες.

Ο κύριος Νυκτόκαλος είχε στείλει τη Τζάκι για να κάνει ρεπορτάζ στα εγκαίνια της βιβλιοθήκης. «Είναι κάτι πιο… ελαφρύ απ’ό,τι συνηθίζεις, αλλά δε νομίζω νάχεις πρόβλημα, έτσι;» της είχε πει.

«Κανένα πρόβλημα, κύριε Νυκτόκαλε,» είχε αποκριθεί η Τζάκι, που το θέμα την ενδιέφερε αρκετά.

Τι είχαν στο μυαλό τους οι Παντοκρατορικοί; αναρωτιόταν. Προσπαθούσαν, με το χτίσιμο της βιβλιοθήκης, να κρύψουν αυτό που κρυβόταν στο υπόγειο; Εκείνη την παράξενη οντότητα;

Οι επαναστάτες ίσως να ήξεραν, αλλά δεν είχαν επικοινωνήσει μαζί της.

Μ’έχουν αποκλείσει εξαιτίας του ότι με παρακολουθούν;

Άφησε την Ανέμη στον στάβλο που την είχε αφήσει και την προηγούμενη φορά που βρισκόταν σε τούτη την περιοχή – τη νύχτα που της είχε επιτεθεί η Λεγεώνα. Ελπίζω αυτό να μη μου φέρει κακή τύχη, σκέφτηκε καθώς έφευγε από τον στάβλο και πήγαινε, βαδίζοντας, στην καινούργια βιβλιοθήκη.

Όταν ήταν κοντά, είδε έντονα φώτα να διαλύουν τις πυκνές σκιές του χειμωνιάτικου απογεύματος, και άκουσε απαλή, αλλά όχι άτονη, μουσική – Κλόντια Νέρνηχ. Η διπλή πόρτα της βιβλιοθήκης ήταν ορθάνοιχτη, και κόσμος φαινόταν μέσα. Απέξω υπήρχαν σταθμευμένα οχήματα σε κάθε σημείο του δρόμου.

Η Τζάκι μπήκε στη βιβλιοθήκη, παρατηρώντας πως, όπως ήταν αναμενόμενο, κι άλλοι δημοσιογράφοι βρίσκονταν εδώ. Ορισμένους τούς χαιρέτησε, με χαμόγελα, λόγια, ή και χειραψίες. Ευτυχώς, το Άστρο δεν είχε στείλει πάλι τον Χαρίλαο Φερέντη· μια άλλη δημοσιογράφος είχε έρθει, και στεκόταν μπροστά σ’έναν τηλεοπτικό πομπό μιλώντας μ’έναν άντρα ο οποίος πρέπει να ήταν από τους υπεύθυνους της βιβλιοθήκης, νόμιζε η Τζάκι. Ένας άλλος τηλεοπτικός πομπός έκανε λήψη ολόκληρης της αίθουσας υποδοχής, στημένος σε μια γωνία.

Η Τζάκι είδε και κάμποσους φρουρούς της Χωροφυλακής. Αληθινά πίστευαν ότι μπορεί τα εγκαίνια να κινδύνευαν από τους «τρομοκράτες»;

Πλησίασε τον μπουφέ για να πάρει ένα ποτήρι Χρυσό Καύσωνα, και, καθώς έπινε μια γουλιά από το χρυσόχρωμο καυτερό ποτό, είδε μια γνωστή της να την πλησιάζει, συνοδευόμενη από έναν άντρα που ίσως να ήταν και μικρότερός της.

Η Βατράνια, η πλούσια πράκτορας της Επανάστασης: ντυμένη μ’ένα αστραφτερό ασημόχρωμο φόρεμα χωρίς μανίκια, το οποίο είχε μυτερό ντεκολτέ ώς τον αφαλό, και έκανε τη Τζάκι να ντρέπεται παρότι δεν ήταν εκείνη που το φορούσε. Η Βατράνια είχε στα χέρια της περασμένα μακριά, μαύρα γάντια που ξεπερνούσαν τον αγκώνα, και κρατούσε ένα μακρύ λευκό τσιγάρο. Στους ώμους της τυλιγόταν μια γκρίζα γούνα λύκου, με τη λυκοκεφαλή να ξαπλώνει επάνω στο αριστερό της στήθος και τα μάτια του λύκου, που ήταν αντικατεστημένα με λίθους, να γυαλίζουν στο τεχνητό φως του δωματίου.

Ο άντρας που τη συνόδευε – και που έμοιαζε νεότερός της – ήταν ψηλός, ευρύστερνος, και όμορφος, με κατάλευκο δέρμα, καστανά μαλλιά κομμένα στους ώμους, και περιποιημένο γένι γύρω από το στόμα. Στα χείλη του είχε ένα υπεροπτικό χαμόγελο. Έμοιαζε με ηθοποιός, σκέφτηκε η Τζάκι. Και μπορεί να ήταν. Η Βατράνια, εξάλλου, χρηματοδοτούσε κινηματογραφικές ταινίες. Και σαν κάπου να τον έχω ξαναδεί… Πού, όμως;

«Τζάκι!» είπε η Βατράνια χαμογελώντας. «Πώς είσαι, Τζάκι;»

«Φίλη σου;» ρώτησε ο άντρας που τη συνόδευε.

«Γνωστή μου, ναι. Είναι δημοσιογράφος της Πόλης, ξέρεις.»

Ο άντρας ύψωσε τα φρύδια του, εκφραστικά, και χαμογέλασε.

«Να σου γνωρίσω τη Τζάκι Νίλκοφ,» είπε η Βατράνια. «Τζάκι, από εδώ ο κύριος Τελβάνιφ.»

«Χαίρω πολύ, κύριε Τελβάνιφ,» είπε η Τζάκι, δίνοντάς του το χέρι της και βάζοντας τον εαυτό της να χαμογελάσει.

«Μάριος, παρακαλώ,» αποκρίθηκε εκείνος, παίρνοντας το χέρι της μέσα στο δικό του με τρόπο που έμοιαζε να το χαϊδεύει.

«Τι κάνεις, Τζάκι; δε μου είπες,» είπε η Βατράνια, και πήρε μια τζούρα από το τσιγάρο της.

«Εντάξει είμαι. Καλά.» Η Τζάκι δεν ήξερε και τόσο τη Βατράνια, και η συνάντηση μαζί της την έκανε, ομολογουμένως, να αισθάνεται λιγάκι αμήχανα. Γιατί αυτή η γυναίκα πάντα τής έδινε την εντύπωση ότι την κοίταζε σαν να ήταν σκουπίδι; Η ιδέα της πρέπει να ήταν, αλλά και πάλι….

«Για δουλειά είσαι εδώ, ή για διασκέδαση;»

«Λίγο κι από τα δύο. Κυρίως, για ρεπορτάζ έχω έρθει.»

Ο Μάριος Τελβάνιφ είπε: «Δεν ήταν υπέροχη ιδέα αυτή η βιβλιοθήκη; Μια καλή κίνηση, επιτέλους, από τους προύχοντες ετούτης της πόλης!»

«Ναι, πράγματι: εξαιρετική ιδέα. Παρεμπιπτόντως, είδατε τους συγγραφείς; Έχουν έρθει;» Τρεις συγγραφείς είχαν δηλώσει πως θα έρχονταν στα εγκαίνια. Ανάμεσά στους οποίους και ο Κρεμτέλβιος Πολύγωνος. Η Τζάκι είχε πάρει μαζί της δύο βιβλία του, για να της τα υπογράψει.

«Ναι, φυσικά,» είπε η Βατράνια. «Μέσα είναι. Στο βάθος.»

«Θα πάω προς τα εκεί, τότε.»

Η Βατράνια στράφηκε στον Μάριο. «Η Τζούλι κι ο Χριστόδημος σε περιμένουν,» είπε χαριτωμένα. «Και θα έρθω κι εγώ, φυσικά, σε λίγο. Αφού τα πούμε με τη Τζάκι – έχω τόσο καιρό να τη δω.»

Ο Μάριος αναστέναξε, θεατρικά. «Ααχ, αισθάνομαι τόσο έντονα την απόρριψη και τον διωγμό.»

Η Βατράνια γέλασε. Ο Μάριος τη φίλησε στο μάγουλο και έφυγε.

«Πώς σου φαίνεται;» ρώτησε η Βατράνια τη Τζάκι, υπομειδιώντας και κλείνοντας ελαφρώς το μάτι.

«Εντάξει, καλά είναι…»

«Δεν εννοώ τα εγκαίνια. Ο Μάριος, εννοώ.»

«Αα…» έκανε η Τζάκι νιώθοντας να κοκκινίζει. «Είναι… εμ… εε, εμφανίσιμος, σίγουρα.»

Η Βατράνια γέλασε. «Ηθοποιός είναι. Θα τον έβαζες εσύ να παίξει έναν εξερευνητή στις ερήμους;»

«…Δεν ξέρω. Σου ζητά δουλειά, θες να πεις;»

«Τέλος πάντων. Γιατί είσαι πραγματικά εδώ;»

«Τι εννοείς;»

Η Βατράνια τής ψιθύρισε: «Ο Έκτορας;»

Η Τζάκι κούνησε το κεφάλι. «Όχι. Ο Διευθυντής μου, της Πόλης.» Ήπιε μια γουλιά Χρυσό Καύσωνα. Έβγαλε το πλατύγυρο καπέλο της από τα ξανθά μαλλιά της και το πήρε παραμάσκαλα.

Προχώρησε προς το βάθος, και η Βατράνια την ακολούθησε. Η βιβλιοθήκη ήταν γεμάτη κόσμο· μονοπάτια σχηματίζονταν ανάμεσα στους ανθρώπους, δημιουργώντας μια ιδιότυπη, διαρκώς μεταβαλλόμενη γεωγραφία.

«Ποιον θέλεις να δεις;» τη ρώτησε η Βατράνια.

«Τον Πολύγωνο. Η γυναίκα του ήταν μέσα στον Υπόγειο, όταν τον σταμάτησαν οι Λεγεωνάριοι. Τη γνώρισα.»

«Τι συγγραφέας, μα τους θεούς…» είπε η Βατράνια στραβώνοντας χαριτωμένα τα χείλη.

«Δεν είναι καταπληκτικός

«Καταπληκτικός; Δε θα το έλεγα, ακριβώς…»

«Τι εννοείς;»

«Δεν καταλαβαίνεις και τίποτα απ’αυτά που γράφει!» είπε η Βατράνια.

«Στην αρχή, είναι λίγο περίεργα τα μυθιστορήματά του, ναι· αλλά μετά όλα βγάζουν, ξαφνικά, νόημα – και είναι καταπληκτικά. Έχεις τελειώσει κανένα, ή τα αφήνεις στη μέση;»

Η Βατράνια την κοίταξε μ’έναν τρόπο που έμοιαζε να τη χλευάζει. «Το έχω τελειώσει το ένα που διάβασα. Δεν με εντυπωσίασε.»

«Ποιο ήταν;»

«Ο Κοντός και η Πύρινη Πεταλούδα. Το ξέρεις;»

«Το έχω διαβάσει τρεις φορές.»

«Καημένη μου!»

Η Τζάκι χαμογέλασε, και δεν είπε τίποτα, γιατί είδε, ανάμεσα από τον κόσμο, τον Κρεμτέλβιο Πολύγωνο να κάθεται πίσω από ένα τραπεζάκι και ν’ανταλλάσσει μια χειραψία μ’έναν άλλο άντρα.

«Μισό λεπτό,» είπε η Τζάκι στη Βατράνια, και πλησίασε τον συγγραφέα.

Ο Κρεμτέλβιος ήταν χρυσόδερμος με μαλλιά που είχαν αρχίσει να γκριζάρουν. Φορούσε στρογγυλά γυαλιά και είχε μουστάκι. Φάνηκε να χάρηκε ιδιαιτέρως όταν η Τζάκι τού συστήθηκε, λέγοντάς του συγχρόνως πως είχε γνωρίσει τη γυναίκα του την Αμάντα.

«Η Αμάντα σε συμπάθησε πολύ,» της είπε ο Κρεμτέλβιος. Και μετά: «Σε διαβάζω κι εγώ, ξέρεις, δε με διαβάζεις μόνο εσύ. Γράφεις ωραία, και κάνεις ενδιαφέροντα ρεπορτάζ.»

«Ευχαριστώ,» αποκρίθηκε η Τζάκι. «Ευχαριστώ.» Και είπε: «Έχω φέρει δύο βιβλία σας να μου υπογράψετε, αν είναι εύκολο.»

«Ναι, φυσικά.»

Η Τζάκι τού τα έδωσε, κι εκείνος δεν έβαλε απλώς υπογραφές αλλά έκανε και αφιερώσεις στην πρώτη σελίδα.

«Να έρθεις κανένα απόγευμα στο σπίτι, να σε κεράσουμε,» της πρότεινε.

«Ναι, γιατί όχι; Η Αμάντα δεν είναι εδώ; Δεν την είδα πουθενά.»

«Στο νοσοκομείο είναι. Η δουλειά της….» Ανασήκωσε τους ώμους, μη μοιάζοντας και τόσο χαρούμενος για την απουσία της γυναίκας του αλλά ούτε και θυμωμένος.

Η Τζάκι αναγκάστηκε τελικά να απομακρυνθεί από κοντά του γιατί υπήρχαν κι άλλοι που ήθελαν να του μιλήσουν και να τους υπογράψει τα βιβλία τους· έτσι, βρέθηκε πάλι πλάι στη Βατράνια, η οποία είχε προ πολλού τελειώσει το τσιγάρο της και τώρα κρατούσε ένα ποτήρι Κρύο Ουρανό.

«Να σε κεράσω κάτι;» είπε στη Τζάκι, βλέποντας ότι εκείνη είχε πιει τον Χρυσό Καύσωνά της.

«Όχι, ευχαριστώ· είμαι εντάξει.»

«Ο κύριος πρέπει να συμπεριφέρεται καλύτερα απ’ό,τι γράφει – το πρόσωπό σου έχει φωτίσει.»

Η Τζάκι αισθάνθηκε ξανά να κοκκινίζει. Τι είχε επάνω της, τέλος πάντων, αυτή η Βατράνια που την έκανε να νιώθει έτσι αμήχανα μαζί της; «Ναι. Δηλαδή, όχι. Δηλαδή, θέλω να πω ότι γράφει υπέροχα και, συγχρόνως, συμπεριφέρεται και πολύ καλά.»

Η Βατράνια ήπιε μια γουλιά Κρύο Ουρανό, παρατηρώντας την. «Πιο σιγά. Θα νομίσουν ότι είσαι ερωτευμένη.»

Η Τζάκι, μην ξέροντας τι άλλο να κάνει, γέλασε. «Νομίζω ότι τώρα θα πιω ένα ακόμα ποτό.»

«Θα σε κεράσω. Πάμε.»

Βάδισαν ανάμεσα στον κόσμο, και η Βατράνια την οδήγησε από τα μέρη που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «απόμερα» αν οι δρόμοι που σχηματίζονταν από τους ανθρώπους έφτιαχναν κάποιου είδους βιολογική πόλη.

«Ο Έκτορας μού είπε για τις… περιπέτειές σου στα υπόγεια,» ψιθύρισε η Βατράνια. «Κάτω από τα πόδια μας.»

«Ναι. Παραλίγο να σκοτωθώ. Δεν ήταν ταινία.»

«Δεν υπονόησα ότι ήταν αστείο. Είμαστε, όμως, στο ίδιο χτίριο, Τζάκι.»

«Ναι, και;»

«Πού είναι το υπόγειο; Θυμάσαι;»

«Το μέρος έχει αλλάξει τελείως· πού να ξέρω; Κι επιπλέον, τι σημασία έχει; Θα τόχουν κρυμμένο, δε νομίζεις;»

«Ναι, φυσικά και θα το έχουν κρυμμένο – αυτό είναι το όλο νόημα ετούτης της βιβλιοθήκης. Δε μπορείς, όμως, να προσανατολιστείς στο περίπου;»

«Γιατί;»

«Για να γλιστρήσουμε εκεί κάτω χωρίς να μας δουν. Να μάθουμε τι είναι το φως. Να δούμε το πλάσμα από το φεγγάρι, Τζάκι!»

Σταμάτησαν να βαδίζουν.

«Είσαι παλαβή!» είπε η Τζάκι.

Η Βατράνια γέλασε· και ρώτησε, σοβαρά: «Μπορείς να με οδηγήσεις εκεί, ή όχι;»

«Εννοείται πως όχι!»

«Μην είσαι φοβητσιάρα…»

Δεν είμαι φοβητσιάρα, μωρή ξεπαρμένη σκύλα! «Δεν ξέρω πού είναι,» είπε σταθερά η Τζάκι, προσπαθώντας να μην απαντήσει μ’αυτά που είχαν έρθει αμέσως στο μυαλό της. «Δεν έχω ιδέα. Αλλά, ακόμα κι αν είχα, νομίζεις ότι το μέρος θάναι αφύλαχτο; Θα το φρουρούν. Δεν πρόκειται να μας αφήσουν να μπούμε.»

«Θα μπορούσαμε να σκεφτούμε κάτι, όμως, για να τους προσπεράσουμε,» επέμεινε η Βατράνια. Κι άλλαξε θέμα: «Πάμε τώρα για το ποτό σου;»

Η Τζάκι αναστέναξε. «Πάμε.»

Πλησίασαν τον μπουφέ, και η Βατράνια την κέρασε ένα ψηλό ποτήρι Κρύο Ουρανό. Τα ποτά και τα φαγητά στον μπουφέ δεν ήταν δωρεάν, αλλά ήταν σε πολύ χαμηλότερη τιμή από ό,τι μπορούσε κανείς να τα βρει γενικά στη Θακέρκοβ. Η δικαιολογία ήταν πως, ύστερα από τόσες καταστροφές, υπήρχαν έξοδα για τις δυνάμεις της Παντοκράτειρας – επομένως, αυτό το μικρό ποσό δεν ήταν παρά μια ελάχιστη «προσφορά» από όσους ήθελαν να έρθουν στα εγκαίνια της δανειστικής βιβλιοθήκης (που η είσοδος, φυσικά, ήταν ανοιχτή).

«Τι λες, λοιπόν;» ρώτησε η Βατράνια.

Η Τζάκι ήπιε μια γουλιά, συνοφρυωμένη. Τι;

«Για το θέμα μας…» εξήγησε η Βατράνια.

«Ξέχασέ το,» είπε, τελεσίδικα, η Τζάκι.

Η Βατράνια δυσαρεστήθηκε και, μετά από λίγο, επέστρεψε στην παρέα του Μάριου και μερικών άλλων, που, αν έκρινε η Τζάκι απ’την εμφάνισή τους, πρέπει να ήταν όλοι άνθρωποι του θεάματος.

Καλύτερα. Ησυχάσαμε.

Πώς είναι δυνατόν να πιστεύει ότι μπορώ να την οδηγήσω εκεί κάτω, ύστερα από ολόκληρη ανοικοδόμηση; Δεν πάει καλά η γυναίκα!

Η Τζάκι δεν μίλησε άλλο με τη Βατράνια: περιπλανήθηκε στα δωμάτια της βιβλιοθήκης, κοιτάζοντας τις σειρές από τα ράφια, βλέποντας τον τρόπο που ήταν ταξινομημένα τα βιβλία, μιλώντας με δύο υπεύθυνους του μέρους (αφού τους απέδειξε τη δημοσιογραφική της ιδιότητα με την ταυτότητά της), συναντώντας κάποιους γνωστούς της δημοσιογράφους, και κοιτάζοντας τα βιβλία των άλλων δύο συγγραφέων που ήταν εδώ (τους οποίους δεν είχε διαβάσει). Η μία απ’αυτούς τής χάρισε, μάλιστα, ένα μυθιστόρημά της – το τελευταίο που είχε γράψει – όταν κατάλαβε ότι η Τζάκι ήταν δημοσιογράφος.

«Δεν κάνω κριτικές για βιβλία, αν γι’αυτό μου το δίνετε…»

«Όχι,» είπε εκείνη, «πάρε το. Δώρο είναι.»

«Ευχαριστώ. Ευχαριστώ πολύ.»

Αργότερα, καθώς είχε πλέον νυχτώσει για τα καλά, η Τζάκι βγήκε από τη βιβλιοθήκη, και είδε τη Βατράνια να στέκεται απέξω, μαζί με τον Μάριο και κάποιους άλλους. Μιλούσαν και γελούσαν, κι έμοιαζαν να ετοιμάζονται να φύγουν.

«Τζάκι!» της φώναξε η Βατράνια παρότι εκείνη είχε προσπαθήσει να την αποφύγει.

Σκατά! Με είδε… «Καληνύχτα, Βατράνια.»

«Θα πάμε στο σπίτι μου. Θ’ακούσουμε μουσική, θα μιλήσουμε, θα πιούμε καλύτερα πράγματα απ’ό,τι ήπιαμε εδώ. Θα έρθεις μαζί μας;»

«Εε… ναι, θα ήθελα να έρθω, αλλά έχω, έχω να κάνω το ρεπορτάζ. Πρέπει να γράψω κάποια πράγματα για την εφημερίδα, για το φύλλο που θα κυκλοφορήσει το πρωί. Κι έτσι δεν μπορώ.»

«Έλα,» της είπε ο Μάριος. «Θα σε βοηθήσουμε εμείς να γράψεις για την εφημερίδα!» Κάποιοι γέλασαν.

Η Τζάκι αισθάνθηκε άσχημα, και θυμωμένη μαζί τους. Γαμιόληδες!

Η Βατράνια χαμογελούσε· τα όμορφα λευκά δόντια της γυάλιζαν ανάμεσα από τα βαμμένα χείλη της. «Όπως θέλεις,» είπε. «Καλή σου νύχτα. Ελπίζω να τα ξαναπούμε πιο σύντομα, αυτή τη φορά.»

«Καληνύχτα,» αποκρίθηκε η Τζάκι προσπαθώντας να επιστρέψει – για τα προσχήματα – το χαμόγελο.

Και μετά, έφυγε, παίρνοντας το πλατύγυρο καπέλο της από τη μασκάλη και φορώντας το. Πίσω της, νόμιζε ότι τα λόγια και τα γέλια της παρέας της Βατράνιας την κορόιδευαν – αν και, κατά πάσα πιθανότητα, αυτοί θα την είχαν τελείως ξεχάσει τη στιγμή που τους γύρισε την πλάτη της και απομακρύνθηκε.

Πήρε την Ανέμη από τον στάβλο και επέστρεψε, χωρίς άλλα επεισόδια, στο σπίτι της. Υπό τη συνεχή παρακολούθηση των πρακτόρων της Παντοκράτειρας.

*

Τα εγκαίνια είχαν δίχως αμφιβολία μαζέψει πολλούς και διάφορους, σκέφτηκε ο Κριτόλαος όταν, αργά το βράδυ, επέστρεψε στο διαμέρισμά του, μετά το κλείσιμο των πορτών της καινούργιας βιβλιοθήκης.

Ακόμα και δύο από αυτούς που παρακολουθούσε είχαν έρθει.

Η Τζάκι Νίλκοφ.

Και η Βατράνια Κινκάρδη.

Τις είχε δει, με τα ίδια του τα μάτια, να περιφέρονται μέσα στα δωμάτια της βιβλιοθήκης… και να συναντιούνται για να μιλήσουν αναμεταξύ τους. Μόνες τους. Χωρίς κανέναν άλλο κοντά.

Δεν το ήξερε ότι γνωρίζονταν οι δυο τους.

Θα μπορούσε αυτό να χαρακτηριστεί ύποπτο; Αν είχαν, όντως, σχέση με την Επανάσταση, τότε δεν θα ήταν καθόλου παράξενο να γνωρίζονται…

Από την άλλη, βέβαια, η Κινκάρδη ήξερε πολύ κόσμο· αυτό ο Κριτόλαος δεν μπορούσε να το αμφισβητήσει. Είχε ένα σωρό γνωστούς. Ήταν ιδιαιτέρως κοινωνική.

Τέλος πάντων…

Έβαλε κάτι να φάει, και καθώς έτρωγε, η εξώπορτα του διαμερίσματός του άνοιξε και γνώριμα βήματα ακούστηκαν επάνω στο ξύλινο πάτωμα.

Η Ελεονόρα είχε, ασφαλώς, κλειδί για το σπίτι του, αφού έμενε εδώ τόσες μέρες.

Ο Κριτόλαος βγήκε απ’την κουζίνα και τη συνάντησε στο σαλόνι, καθώς εκείνη έλυνε την κάπα της και την κρεμούσε στην κρεμάστρα.

«Τι έγινε;» τη ρώτησε.

«Ούτε καλά ούτε άσχημα.» Η Ελεονόρα έβγαλε τα παπούτσια της και κάθισε στον καναπέ.

«Τι σημαίνει αυτό;» Ο Κριτόλαος στεκόταν ακόμα.

«Το πρώτο δείγμα» – η Ελεονόρα έβγαλε τα γυαλιά της, τα έκλεισε, και τα έκρυψε σε μια τσέπη του σακακιού της – «δεν περιέχει απόσταγμα. Είναι βέβαιο. Το δεύτερο…» Έσμιξε τα χείλη. «Περιέχει, μπορείς να πεις, κάποια στοιχεία του αποστάγματος· αλλά δεν είναι απόσταγμα. Χρειάζεται να… βελτιώσουμε τις μεθόδους μας.»

«Έχεις κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό σου;»

«Ναι. Όμως τώρα είμαι κουρασμένη, και θα ήθελα να το σκεφτώ με πιο καθαρό μυαλό όταν θα είμαι ξεκούραστη, αύριο.»

«Έχεις φάει;»

«Όχι.»

«Πεινάς;»

«Ναι.»

«Ωραία. Κάτι έχει ακόμα στην κουζίνα.»

Κεφάλαιο 21
Ένας Επικίνδυνος Δρόμος

Η οθόνη έδειξε ένα λεπτό, τετράτροχο, μαύρο όχημα να σταματά μπροστά στη βιβλιοθήκη· οι πόρτες του άνοιξαν και δύο άνθρωποι βγήκαν: η μαυρόδερμη μάγισσα που ονομαζόταν Ελεονόρα’σαρ (όπως είχε πει ο Αίολος) και ο άντρας που ο Έκτορας υπέθετε ότι ήταν πράκτορας της Παντοκράτειρας.

«Δουλειά από το πρωί, πάλι,» παρατήρησε η Νιρίφα καθώς χασμουριόταν.

Εκείνη και η Σερφάντια ήταν μέσα σε μια μικρή, παλιά αποθήκη που βρομούσε κλεισούρα, σάπιο ξύλο, και περιττώματα ποντικών. Μπροστά τους – επάνω σε τέσσερα κιβώτια, τοποθετημένα έτσι ώστε να σχηματίζουν (περίπου) κύβο – βρισκόταν το μηχανικό σύστημα που περιλάμβανε τον δέκτη της συχνότητας του τηλεοπτικού πομπού και μία οθόνη.

«Το εξάτροχο δεν ήρθε σήμερα…» είπε η Σερφάντια, συνοφρυωμένη. Στο δεξί της χέρι κρατούσε ένα ποτήρι καφέ. «Αναρωτιέμαι γιατί. Ή, μάλλον, τι λέω; Είναι προφανές.»

Η Νιρίφα στράφηκε να την κοιτάξει. «Προφανές;»

«Ναι. Αφού θέλουν τη βιβλιοθήκη για προκάλυμμα, δε μπορεί κάθε μέρα να σταματά ένα τέτοιο τεράστιο όχημα μπροστά της και να βγαίνουν από μέσα του φρουροί και άνθρωποι ντυμένοι σα νοσοκόμοι – άνθρωποι που πρέπει, μάλλον, νάναι εργαστηριακοί βοηθοί, αν έχω καταλάβει καλά.»

Η Νιρίφα ένευσε. «Ναι, έχεις δίκιο…» Πήρε τον δικό της καφέ από εκεί που ήταν ακουμπισμένος, πλάι στην οθόνη, και ήπιε μια γουλιά. «Αν όμως αυτοί είναι εργαστηριακοί βοηθοί, κι αν για κάποιο λόγο χρειάζονται, δε θα πρέπει να έρθουν από κάπου; Από κάποια άλλη είσοδο, ίσως;»

Η Σερφάντια συνοφρυώθηκε πάλι, και ένευσε. «Ναι. Σίγουρα θα υπάρχει και πίσω πόρτα. Θα πάω να ρίξω μια ματιά.» Σηκώθηκε από το σκαμνί όπου καθόταν, αφήνοντας τον καφέ της πλάι στα μηχανήματα.

«Να προσέχεις.»

«Πάντα προσέχω, Νιρίφα: είναι μέρος της εκπαίδευσής μου,» αποκρίθηκε η Μαύρη Δράκαινα. Φόρεσε την καπαρντίνα της κι έκρυψε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό της μέσα σε μια τσέπη. «Αν δεις καμια παράξενη κίνηση,» έδειξε με το σαγόνι της την οθόνη, «να με καλέσεις αμέσως.»

Η Νιρίφα ένευσε. «Έγινε.»

Η Σερφάντια μισάνοιξε την πόρτα, κοίταξε έξω για μια στιγμή, και έφυγε κλείνοντας πίσω της χωρίς θόρυβο.

Η Νιρίφα σηκώθηκε από το σκαμνί της για να τεντωθεί· αισθανόταν τα γόνατά της να έχουν πιαστεί εδώ πέρα. Άναψε ένα τσιγάρο με τον ενεργειακό αναπτήρα της, καθώς βημάτιζε. Ο καπνός δεν είχε και πολλές διεξόδους και μαζευόταν στο ταβάνι της μικρής, σκοτεινής αποθήκης.

Μετά από όχι πολλή ώρα, ο τηλεπικοινωνιακός πομπός της κουδούνισε. Στη μακρόστενη οθόνη, η Νιρίφα είδε ότι η Σερφάντια ήταν που την καλούσε. Ανακάλυψε κάτι; Άνοιξε τον πομπό.

«Έλα.»

«Όπως υποθέσαμε, υπάρχει μια πόρτα από την πίσω μεριά. Από έξω δεν τη φρουρεί κανένας· είμαι, όμως, βέβαιη ότι θα έχει φρουρούς από μέσα. Τους βοηθούς δεν τους έχω δει ακόμα να μπαίνουν, αλλά νομίζω ότι θα έχουν ήδη μπει.»

«Γιατί το νομίζεις αυτό;»

«Επειδή και χτες εκείνοι είχαν έρθει πρώτοι και μετά η μάγισσα κι ο πράκτορας.»

«Μάλιστα. Θα επιστρέψεις τώρα;»

«Θα μείνω λίγο ακόμα, για καλό και για κακό.»

«Είσαι σε ασφαλή θέση; Κρυμμένη;»

«Εννοείται

Η επικοινωνία τερματίστηκε.

Η Νιρίφα άφησε τον πομπό της πλάι στα άλλα μηχανήματα. Κάθισε πάλι στο σκαμνί. Το τσιγάρο της είχε τελειώσει, και το έσβησε μέσα στο τασάκι.

Η οθόνη του δέκτη δεν έδειχνε τίποτα το συναρπαστικό: Ένας άγνωστος τύπος έμπαινε στη βιβλιοθήκη· έμοιαζε με απλός πολίτης.

Η Νιρίφα βαριόταν.

Ήταν καλύτερα όταν ήταν κι η Σερφάντια εδώ. Περνούσαν καλά οι δυο τους.

Παρότι η Μαύρη Δράκαινα ήταν… Μαύρη Δράκαινα, κι επομένως παράξενη, η μάγισσα αισθανόταν πιο βολικά μαζί της απ’ό,τι με άλλους επαναστάτες της Οινόσφαιρας. Δεν έλεγαν και πολλά – η Σερφάντια δεν ήταν τόσο ομιλητική (ούτε και η Νιρίφα, εξάλλου) – αλλά έμοιαζε να υπήρχε κάτι που τις έδενε. Μπορεί να οφειλόταν στο γεγονός ότι οι δυο τους, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους, δεν ήταν από τη Θακέρκοβ, ούτε ανήκαν στην αρχική… συμμορία – δεν υπήρχε και καλύτερος τρόπος για να το πεις – του Έκτορα.

Ο Έκτορας ήξερε τον Αλλάνδρη από παλιά. Ήταν παιδιά της πέτρας· είχαν ήδη περάσει πολλά προτού μπουν στην Επανάσταση. Είχαν μάθει να επιβιώνουν στους δρόμους της Θακέρκοβ, και έξω από αυτήν.

Τη Χλόη την είχαν συναντήσει συμπτωματικά, απ’ό,τι ήξερε η Νιρίφα. Είχε μπλέξει σε κάποια παλιοϊστορία και την είχαν βοηθήσει να γλιτώσει. Έτσι είχε γνωριστεί μαζί τους και είχε μπει στην Επανάσταση.

Τον Άλκιμο τον ήξεραν πριν από τη Χλόη. Ήταν ήδη μέλος της συμμορίας του Έκτορα. Ήταν πυγμάχος, και η Νιρίφα είχε ακούσει ότι, κάποτε, ο Έκτορας στοιχημάτιζε σ’αυτόν επειδή τα στοιχήματα τού έδιναν καλά λεφτά.

Ο Σωσίας είχε βρεθεί μαζί τους όταν ήθελαν να στήσουν μια κομπίνα η οποία χρειαζόταν ταχυδακτυλουργό για να γίνει σωστά. Τελικά, η δουλειά αυτή δεν είχε πάει και πολύ καλά, είχε κάποτε πει ο Αλλάνδρης στη Νιρίφα· ο Σωσίας, όμως, είχε από τότε μείνει μαζί τους: και μετά, μπήκε κι αυτός στην Επανάσταση.

Τον Αίολο τον γνώρισαν αφότου έγιναν επαναστάτες. Προσφέρθηκε να συνεργαστεί με τον Έκτορα και τους υπόλοιπους επειδή χρειάζονταν έναν μάγο. Ήταν ήδη με την Επανάσταση, και καταγόταν από εδώ, από τη Θακέρκοβ. Είχε κι ένα σπίτι στον Ναό, το οποίο τώρα νοίκιαζε, αφού έμενε στην Οινόσφαιρα.

Η Νιρίφα είχε έρθει στη Θακέρκοβ επειδή της είχε ζητηθεί από την Επανάσταση. Κανονικά, έμενε στην Άντχορκ, όπου, δυστυχώς, δεν είχε και πολλά να κάνει ως επαναστάτρια: η πόλη ελεγχόταν τόσο πολύ από τους Παντοκρατορικούς που οι κινήσεις της Επανάστασης μπορούσαν να είναι μόνο εξαιρετικά περιορισμένες. Δεν ήταν τυχαίο αυτό, ασφαλώς. Η Παντοκράτειρα θεωρούσε την Άντχορκ μια από τις σημαντικότερες πόλεις της Σεργήλης. Βρισκόταν στις ακτές, και από το λιμάνι της ξεκινούσαν σκάφη που έφευγαν από τη Σεργήλη και πήγαιναν στη διάσταση της Υπερυδάτιας ή στο Σύμπλεγμα. Ή έρχονταν από εκεί.

Η Σερφάντια – παρόμοια με τη Νιρίφα – είχε έρθει στη Θακέρκοβ κατόπιν εντολής του Πρίγκιπα Ανδρόνικου (του Πρίγκιπα της Επανάστασης, όπως τον ονόμαζαν οι επαναστάτες· ή, Αρχιπροδότη, όπως τον ονόμαζαν οι Παντοκρατορικοί, αφού προτού ξεκινήσει την Επανάσταση ήταν ένας από τους συζύγους της ίδιας της Παντοκράτειρας). Πατρίδα της ήταν η Μέλβερηθ, στα νοτιοδυτικά: μια πόλη που, όπως κι η Θακέρκοβ, αποτελούσε σταυροδρόμι. Ο Πρίγκιπας, όμως, πρέπει να θεωρούσε ότι η Μαύρη Δράκαινα χρειαζόταν περισσότερο εδώ παρά εκεί.

Και δεν είχε άδικο, έκρινε η Νιρίφα. Η συμμορία του Έκτορα υστερούσε σε οργάνωση και σε προγραμματισμό. Η Σερφάντια ήταν πιο επαγγελματική από όλους τους.

Καθώς αυτές οι σκέψεις περνούσαν από το μυαλό της Νιρίφα’μορ, κοίταζε βαριεστημένα την οθόνη της, και είδε τον άντρα που είχε μπει πριν από λίγο στη βιβλιοθήκη να βγαίνει τώρα. Ύστερα, μια γυναίκα ήρθε, με σάκο στον ώμο. Πολίτης έμοιαζε κι αυτή. Αν και, βέβαια, ποτέ δεν μπορούσε κανείς νάναι σίγουρος. Οι πράκτορες της Παντοκράτειρας δεν φορούσαν αναγνωριστικά, ούτε είχαν κέρατο στο κούτελο…

*

Η Ελεονόρα μονάχα μία λύση έβλεπε για να πάρει το απόσταγμα από την οντότητα του φεγγαριού: να αυξήσει τον ρυθμό ενεργειακής ροής των πόλων, ώστε να αυξηθούν και οι εκκρίσεις.

Στο υπόγειο της δανειστικής βιβλιοθήκης, πρόσταξε τους πάντες να φορέσουν ειδικές στολές γιατί η διαρροή ενέργειας θα ήταν επικίνδυνη. Οι βοηθοί της, οι φρουροί, ο Κριτόλαος, και εκείνη ντύθηκαν όπως έπρεπε. Κι ύστερα, η Ελεονόρα στάθηκε μπροστά στον σαρωτή, ενώ ο Λεωνίδας μπροστά στον συλλέκτη και η Νάνσυ στον ελεγκτή των πόλων.

Η Ελεονόρα είπε στη Νάνσυ να ενεργοποιήσει τους πόλους με ρυθμό ενεργειακής ροής 0,75. Η ακτινοβολία της ενέργειας γέμισε το δωμάτιο, όπως επίσης και τα τριξίματά της και τα γρυλίσματα του ημιτελούς αρχαίου σώματος της οντότητας από το φεγγάρι.

«Απόσταγμα!» φώναξε η Ελεονόρα στον Λεωνίδα.

Και οι σωλήνες του συλλέκτη έφεραν στις φιάλες του κόκκινο υγρό.

Η Ελεονόρα, αφού πρόσταξε τη Νάνσυ να απενεργοποιήσει τους πόλους, πήρε ένα δείγμα του υγρού και το έλεγξε για παρουσία αποστάγματος. Ο χρωματισμός εξακολουθούσε να μην είναι όπως όφειλε. Ύστερα όμως από τις χτεσινές εργασίες της στο ερευνητικό κέντρο έξω από τη Θακέρκοβ, νόμιζε πως το υγρό αυτό πρέπει να πλησίαζε περισσότερο σ’εκείνο που ήθελε.

Δεν είμαστε μακριά…

«Νάνσυ. Ενεργοποίησε πάλι τους πόλους. Ρυθμός ενεργειακής ροής στο μηδέν-οδόντα-πέντε.»

«Πλησιάζουμε στο όριο ασφαλείας, κύρια Επιτηρήτρια…»

«Για νέο μού το λες;»

Η Νάνσυ ενεργοποίησε τους πόλους.

Δυνατά τριξίματα ενέργειας, λάμψεις, και θηριώδη γρυλίσματα γέμισαν το υπόγειο δωμάτιο.

Η Ελεονόρα κοίταζε τις ενδείξεις στον σαρωτή. Το ενεργειακό πεδίο δεν έβγαζε κανένα νόημα. Οι εκκρίσεις είχαν κορυφωθεί. Το όριο του προηγούμενου σώματος – αυτού που είχε μελετηθεί στο ερευνητικό κέντρο πριν από δεκάξι χρόνια – είχε ξεπεραστεί. Ετούτο το σώμα ήταν πιο σκληρό, πιο ανθεκτικό. Επομένως, μάλλον θα πρέπει να το χτυπήσουμε με περισσότερη ενέργεια, στο τέλος…

Ο Λεωνίδας μάζεψε πάλι υγρό με τον συλλέκτη, και η Ελεονόρα πρόσταξε τη Νάνσυ να απενεργοποιήσει τους πόλους. Έπειτα πήρε δείγμα. Το έλεγξε. Πλησιάζουμε, σκέφτηκε παρατηρώντας το χρώμα. Η απόχρωση δε θα είναι ίδια με παλιά, λόγω του διαφορετικού σώματος, αλλά θα μοιάζει.

Τώρα, θέλουμε κι άλλη ενέργεια.

Η φωνή της οντότητας αντήχησε, ξαφνικά:

…Σταματήστε. Με σκοτώνετε…

Η Ελεονόρα κοίταξε το ενεργειακό πεδίο του πλάσματος στον σαρωτή. Δεν μπορεί να έλεγε αλήθεια. Αν όντως πέθαινε, το πεδίο θα ήταν πολύ εξασθενημένο.

Σταματήστε! Δεν ξέρετε τι κάνετε! Αυτό που ζητάτε δεν είναι για εσάς! Δεν είναι για εσάς!

Οι βοηθοί της Ελεονόρας αλληλοκοιτάχτηκαν, κι εκείνη είδε, πίσω από τις διαφανείς μάσκες τους, κάποιο φόβο στα πρόσωπά τους.

«Μη δίνετε σημασία,» τους είπε. «Προσπαθεί να μας τρομάξει. Δε μπορεί να σας κάνει τίποτα.»

…Δεν θα σας κάνω εγώ κάτι. Μόνοι σας θα το κάνετε… Εκείνο που ονομάζετε «απόσταγμα» δεν είναι για εσάς!

Ανοησίες! Αυτή μπορεί να ήταν ίσως η μεγαλύτερη ανακάλυψη που είχε γίνει ποτέ στη διάσταση της Σεργήλης!

Η Ελεονόρα είπε στη Νάνσυ: «Ρυθμός ενεργειακής ροής στο ένα, αυτή τη φορά.»

«Επάνω στο όριο;»

«Ναι. Δε νομίζεις ότι μπορείς να πατήσεις μερικά πλήκτρα με τον σωστό τρόπο;»

«Ασφαλώς και μπορώ, κύρια Επιτηρήτρια.»

«Κάνε το, τότε.»

Οι πόλοι ενεργοποιήθηκαν, και τραντάχτηκαν, βουίζοντας, μοιάζοντας έτοιμοι να σπάσουν. Τα τριξίματα και οι λάμψεις που γέμισαν το δωμάτιο ήταν το κάτι άλλο. Το πλάσμα ανάμεσα στους πόλους ούρλιαζε και ανασάλευε πάνω στο πάτωμα.

Το φως του έσβησε, βυθίζοντας τον χώρο στο σκοτάδι. Μόνο τα φωτάκια από τα μηχανήματα φαίνονταν τώρα, και οι ενδείξεις στις οθόνες.

Το ενεργειακό πεδίο είχε χάσει κάθε λογική μορφή, παρατηρούσε η Ελεονόρα στον σαρωτή. Οι εκκρίσεις είχαν φτάσει ακόμα πιο ψηλά. Δεν υπήρχε κανένα όριο; Δεν υπήρχε περιορισμός στο πόσο ψηλά μπορούσαν να φτάσουν; Εντυπωσιακό! Πολύ εντυπωσιακό!

«Απόσταγμα, Λεωνίδα!»

Οι σωλήνες τράβηξαν υγρό μαζί με αίμα.

«Νάνσυ! Κλείσε τους πόλους!»

Οι πόλοι, σταδιακά, απενεργοποιήθηκαν.

Δύο βοηθοί άναψαν λάμπες για να διαλύσουν το σκοτάδι.

Η Ελεονόρα, με τ’αφτιά της να βουίζουν, πλησίασε τον συλλέκτη και πήρε δείγμα.

Το φως της οντότητας από το φεγγάρι επανήλθε. Το αρχαίο σώμα αγκομαχούσε. Τα φανερά όργανά του έτρεμαν. Το μοναδικό του μάτι ήταν κλειστό.

Η Ελεονόρα έλεγξε το δείγμα. Το παρατήρησε μέσα στο μπουκαλάκι. Αυτό πρέπει να είναι, σκέφτηκε. Πρέπει να έχουμε απόσταγμα. Αλλά, για να σιγουρευτεί, έπρεπε να το πάει στο ερευνητικό κέντρο, να το αναλύσει, να δει αν τα στοιχεία ήταν ίδια με του αποστάγματος που είχε δώσει το πλάσμα από το φεγγάρι πριν από δεκάξι χρόνια.

«Τελειώσαμε για σήμερα,» είπε η Ελεονόρα, κι άρχισαν όλοι να βγάζουν τις στολές τους.

*

Η Σερφάντια δεν είχε επιστρέψει στη μικρή αποθήκη. Αφού υπήρχαν δύο είσοδοι σ’ετούτο το οικοδόμημα, καλύτερα να τις είχαν υπό παρακολούθηση και τις δύο. Έτσι, η Μαύρη Δράκαινα ήταν κρυμμένη σ’ένα στενορύμι ανάμεσα στα χτίσματα της γειτονιάς, κοιτάζοντας την πίσω πόρτα της δανειστικής βιβλιοθήκης.

Η Νιρίφα την κάλεσε κάποια στιγμή και τη ρώτησε αν όλα ήταν εντάξει. Η Σερφάντια απάντησε πως δεν υπήρχε πρόβλημα. «Αν υπάρξει πρόβλημα θα σε καλέσω εγώ. Εκτός αν δεις τίποτα ύποπτο στη μπροστινή είσοδο της βιβλιοθήκης, οπότε και να με καλέσεις αμέσως.» Η Νιρίφα δεν είχε φέρει αντίρρηση.

Και τώρα, μετά από κάμποση ώρα, η Σερφάντια είδε την πίσω πόρτα ν’ανοίγει και τους εργαστηριακούς βοηθούς να βγαίνουν. Μαζί τους ήταν η Ελεονόρα’σαρ και οι φρουροί, όχι όμως και ο πράκτορας.

Η Σερφάντια κάλεσε τη Νιρίφα.

«Βλέπεις τίποτα από μπροστά;»

«Εμμ… όχι. Θα έπρεπε να βλέπω κάτι;»

Η Σερφάντια, κρυμμένη στις σκιές του σοκακιού, είδε την Ελεονόρα’σαρ και τους άλλους να βαδίζουν προς τ’ανατολικά· και ήξερε ότι δεν μπορούσε να μείνει άλλο εδώ: έπρεπε να τους ακολουθήσει μόλις απομακρύνονταν λίγο.

«Βγαίνει κανένας, Νιρίφα; Ο πράκτορας, ίσως;»

«Όχι. Βγαίνει κανένας από εκεί;»

Η Σερφάντια έφυγε από τη θέση της, αρχίζοντας να ακολουθεί την Ελεονόρα’σαρ. Δεν πήγαινε, όμως, πίσω από τη μάγισσα και τους υπόλοιπους: τους ακολουθούσε από έναν παράλληλο δρόμο, κοιτάζοντάς τους από τα κάθετα δρομάκια και τα ανοίγματα ανάμεσα στα οικήματα. Ήταν πιο ασφαλής έτσι. Διαφορετικά, μπορεί να την εντόπιζαν οι πράκτορες της Παντοκράτειρας – οι οποίοι, σίγουρα, δε θα ήταν λίγοι στην περιοχή γύρω από τη βιβλιοθήκη.

«Φεύγω, Νιρίφα. Τους ακολουθώ.»

«Βγαίνει τώρα,» είπε η μάγισσα ξαφνικά. «Ο πράκτορας.»

«Μείνε στη θέση σου. Μην πας πουθενά.»

Η Νιρίφα δεν αποκρίθηκε, αλλά η Σερφάντια δε νόμιζε ότι διαφωνούσε. Κι ύστερα, ήταν πια εκτός εμβέλειας του πομπού της μάγισσας.

*

Η Ελεονόρα’σαρ, οι βοηθοί της, και οι φρουροί έφτασαν σ’έναν δρόμο λίγο πριν από την Ελεγείας, όπου ήταν σταματημένο το γνωστό, πλέον, εξάτροχο όχημα. Επιβιβάστηκαν και το ενεργοποίησαν, στρίβοντάς το μετά δυσκολίας μέσα στους στενούς δρόμους, για να το βγάλουν τελικά στην Ελεγείας.

Η Σερφάντια το είδε ν’ακολουθεί νότια κατεύθυνση επάνω στη μεγάλη οδό.

Χρειάζομαι το δίκυκλό μου! σκέφτηκε. Αλλά φοβόταν ότι, αν πήγαινε να το πάρει, θα έχανε το όχημα της Ελεονόρας’σαρ.

Επομένως – έτρεξε.

Το εξάτροχο έφτασε εκεί που η Ελεγείας συναντούσε την Αυγερινού, και έστριψε στη δεύτερη, ακολουθώντας την προς τα δυτικά.

Ωραία. Αυτό συνέφερε τη Μαύρη Δράκαινα. Η οποία τώρα έτρεξε ακόμα πιο γρήγορα, για να πάει εκεί που είχε αφήσει το δίκυκλό της, όχι και τόσο μακριά από τη μικρή αποθήκη όπου βρισκόταν η Νιρίφα.

Τα οικήματα έμοιαζαν θολά γύρω της· τα πόδια της μόλις και μετά βίας πατούσαν στο έδαφος: μονάχα μια γάτα θα έτρεχε έτσι. Συγχρόνως, προσπαθούσε να πηγαίνει από τα πιο απόμερα μέρη, ελπίζοντας να μην τραβήξει την προσοχή πρακτόρων της Παντοκράτειρας – ελπίζοντας ότι, ακόμα κι αν την έβλεπαν, θα τη θεωρούσαν κάποια τυχαία αλήτισσα.

Φτάνοντας στο δίκυκλό της, το καβάλησε και το ενεργοποίησε. Βγήκε απ’τους μικρότερους δρόμους και μπήκε στη Γαιοδόμου. Έστριψε νότια, περνώντας ανάμεσα από δύο τετράκυκλα οχήματα, το ένα φορτηγό και ψηλό.

Βρέθηκε στη διασταύρωση Γαιοδόμου και Αυγερινού· και, όπως το περίμενε, είδε το εξάτροχο να έχει μόλις περάσει από εκεί και να πηγαίνει δυτικά, επάνω στην Αυγερινού.

Το ακολούθησε, χωρίς να βιάζεται τώρα.

Έφτασε στην Κεντρική Δημοσιά, που διέσχιζε τη Θακέρκοβ από το νότιο ώς το βόρειο άκρο της. Το εξάτροχο έστριψε βόρεια.

Το Χωνευτήρι βρισκόταν ακριβώς δυτικά της Κεντρικής Δημοσιάς, και η Σερφάντια το θεώρησε συνετό να ειδοποιήσει κάποιον ότι, σύντομα, μάλλον θα έβγαινε από την πόλη. Έστριψε σ’έναν δρόμο του Χωνευτηρίου, σταμάτησε το δίκυκλο, και κάλεσε με τον πομπό της έναν σύνδεσμο της Επανάστασης στο Φανάρι Οινόσφαιρα ήταν, δυστυχώς, εκτός εμβέλειας).

Έλα! Σήκωσέ το!

«Ναι;»

Αυτός ήταν. Αλλά έπρεπε να γίνει έλεγχος πρώτα.

«Στους δρόμους της τελευταίας πόλης…» του είπε.

«…θα στέκουμε χωρίς αφέντες…» της απάντησε.

«…και ο χρυσός άνεμος θα χτυπά τα πρόσωπά μας. –Άκουσέ με. Θα πας στον Γαλανό Αρχηγό και θα του πεις: Η Κόκκινη Χρυσή ακολουθεί τους Έξι Τροχούς έξω από τον Λαβύρινθο, προς τα βόρεια. Εντάξει;»

«Έγινε.»

Η Σερφάντια έκλεισε τον πομπό και ξεκίνησε το δίκυκλό της, ακολουθώντας δρόμους μέσα στο Χωνευτήρι τους οποίους ήξερε καλά και βγαίνοντας σ’ένα σημείο της Κεντρικής Δημοσιάς πιο ψηλά από εκεί όπου βρισκόταν πριν.

Το εξάτροχο φαινόταν στο βάθος: εξαιτίας του μεγέθους του δεν κρυβόταν εύκολα πίσω από τα υπόλοιπα οχήματα. Η Σερφάντια το ακολούθησε.

Μετά από λίγο, βγήκε από τη Θακέρκοβ.

Η Ελεονόρα’σαρ πήγαινε κάπου έξω απ’την πόλη, ακριβώς όπως είχε υποψιαστεί η Μαύρη Δράκαινα.

*

Το εξάτροχο όχημα, έπειτα από κάποια ώρα, βγήκε από τη δημοσιά στρίβοντας ανατολικά, σ’έναν χωματόδρομο.

Η Σερφάντια σταμάτησε σε αρκετή απόσταση, χωρίς να στρίψει· και το κοίταζε, βλέποντάς το να απομακρύνεται, να μικραίνει και να μικραίνει και να μικραίνει… Κανένα άλλο όχημα δεν ήταν κοντά του. Κανένας δεν πήγαινε σ’ετούτο τον δρόμο, γιατί ακριβώς επάνω στη στροφή υπήρχε μια μάλλον αποθαρρυντική πινακίδα–

Ακόμα ένα προκάλυμμα;

Κατά πάσα πιθανότητα. Η Σερφάντια, όμως, δίσταζε να ακολουθήσει το εξάτροχο: όχι επειδή πραγματικά πίστευε ότι ο δρόμος ήταν επικίνδυνος, αλλά επειδή μάλλον θα την εντόπιζαν εύκολα αφού κανένας δεν περνούσε από εδώ.

Κοίταξε τριγύρω, για να δει αν υπήρχαν πουθενά τηλεοπτικοί πομποί.

Τίποτα. Κανένας.

Η Σερφάντια περίμενε το εξάτροχο να χαθεί από το πεδίο όρασής της και, μετά, έστριψε στον δήθεν επικίνδυνο δρόμο, με επιφύλαξη και εξακολουθώντας να ψάχνει, με το βλέμμα, για τηλεοπτικούς πομπούς.

Δεν είχε πρόβλημα να εντοπίσει το όχημα που παρακολουθούσε. Εξάλλου, δεν υπήρχε και άλλο εδώ πέρα. Ο χωματόδρομος έμπαινε μέσα σε μια λοφώδη περιοχή, κι έκανε ένα σωρό απότομες στροφές. Η Σερφάντια κοίταζε γύρω της, μήπως δει κανέναν να κατασκοπεύει το μέρος. Το τοπίο της έμοιαζε έρημο, ωστόσο είχε ένα πολύ άσχημο προαίσθημα. Αν τούτη η περιοχή αποτελεί προκάλυμμα για κάποιες δραστηριότητες των Παντοκρατορικών, πρέπει σίγουρα να έχουν κατασκόπους· δεν μπορεί το μέρος νάναι αφύλαχτο.

Μετά από διαδρομή πέντε χιλιομέτρων, όπως το υπολόγιζε η Σερφάντια, το εξάτροχο όχημα σταμάτησε εκεί όπου ο δρόμος τελείωνε: μπροστά στην πύλη κάποιων εγκαταστάσεων που ήταν περιτριγυρισμένες από μεταλλικό φράχτη.

Η Μαύρη Δράκαινα κοίταζε από την τελευταία στροφή, όπου και είχε σταματήσει το δίκυκλό της.

Πάνω από τον φράχτη, μπορούσε να δει ένα πυροβόλο, στημένο σε περιστρεφόμενο κυλινδρικό αναβατήρα.

Η πύλη άνοιξε και το εξάτροχο όχημα μπήκε εκεί όπου η Σερφάντια δεν μπορούσε να το ακολουθήσει. Όχι ακόμα, τουλάχιστον. Καλύτερα να επιστρέψω στη Σφαίρα, να μιλήσω με το αφεντικό και τους άλλους.

Ενεργοποίησε το δίκυκλό της, γυρίζοντάς το και ακολουθώντας τον όλο στροφές δρόμο προς τα πίσω.

Δεν πήγε μακριά, όμως.

Στην επόμενη στροφή αντίκρισε τρεις αγνώστους να στέκονται μες στη μέση του δρόμου και να τη σημαδεύουν με τουφέκια.

«ΣΤΑΜΑΤΑ!» της φώναξε ο ένας, με παράξενα μεγεθυσμένη φωνή· πρέπει να είχε κάποιο μεγάφωνο προσαρτημένο στο κράνος του. Κι οι τρεις τους φορούσαν κράνη, αλλά όχι και στολές του Στρατού της Παντοκράτειρας: πράκτορες, μάλλον: κατάσκοποι.

Η Σερφάντια επιτάχυνε.

Οι τρεις άντρες πυροβόλησαν.

Η Μαύρη Δράκαινα ήταν, φυσικά, έτοιμη γι’αυτό και είχε ήδη στρίψει το δίκυκλό της προς τα δεξιά ελπίζοντας ν’αποφύγει τις βολές.

Αλλά δεν είχε υπολογίσει ότι δεν θα τις έριχναν με σφαίρες.

Τα δύο τουφέκια εξαπέλυσαν ενεργειακές ριπές, όχι αρκετά δυνατές για να τη σκοτώσουν αλλά αρκετά δυνατές για να παραλύσουν τους μύες της και να τη ρίξουν από το δίκυκλό της. Αυτές οι ριπές αστόχησαν, καθώς δεν διέφεραν και πολύ από τις σφαίρες.

Το τρίτο τουφέκι, όμως, το τουφέκι του άντρα που βρισκόταν ανάμεσα στους άλλους δύο – του άντρα που της είχε πει να σταματήσει – εκτόξευσε ένα ηχητικό κύμα. Η Σερφάντια δεν βρέθηκε στο επίκεντρό του αλλά στην περιφέρειά του, όμως ακόμα κι αυτό ήταν αρκετό για να την αποπροσανατολίσει. Αισθάνθηκε τ’αφτιά της να κουδουνίζουν και το κεφάλι της να πονά. Το δίκυκλό της είχε μόλις ανεβεί στην πλαγιά του λόφου, και η Σερφάντια παραλίγο να χάσει το τιμόνι και την ισορροπία της και να βρεθεί κάτω. Κρατήθηκε, όμως.

Και τα τουφέκια έβαλαν ξανά.

Η μία ενεργειακή ριπή αστόχησε. Η άλλη τη χτύπησε στον αριστερό μηρό, μουδιάζοντας ολόκληρο το πόδι της. Αλλά το χειρότερο ήταν το ηχητικό όπλο. Το κεφάλι της Μαύρης Δράκαινας γέμισε μ’ένα απερίγραπτο κουδούνισμα, και χρώματα σκέπασαν το οπτικό της πεδίο, ενώ αισθανόταν τα μέλη του σώματός της να τρέμουν.

Το δίκυκλό της ανατράπηκε, πλακώνοντας το αριστερό της πόδι, που ήταν ήδη άσχημα χτυπημένο από την ενεργειακή ριπή.

Η Σερφάντια έχασε τις αισθήσεις της–

Κεφάλαιο 22
Αιχμάλωτη

Άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε.

Είδε ένα δωμάτιο με λευκούς τοίχους και λευκή οροφή.

Ήταν ξαπλωμένη.

Σ’έναν τοίχο υπήρχε ένα μακρόστενο παράθυρο: από πίσω φαίνονταν δύο φρουροί, με τις λευκές στολές των πολεμιστών της Παντοκράτειρας. Είχαν τουφέκια στον ώμο, πιστόλια και ξιφίδια στη ζώνη.

Μια πόρτα ήταν στο βάθος του δωματίου, αντίκρυ της.

Το μέρος δεν της θύμιζε κελί. Αλλά σε κελί δε θα έπρεπε να βρίσκεται κανονικά;

Προσπάθησε να σηκωθεί, και συνειδητοποίησε ότι ήταν δεμένη. Κινώντας τον λαιμό της, μπόρεσε να δει ότι λουριά τυλίγονταν στους καρπούς και στους αστραγάλους της. Και δεν ήταν ντυμένη· το χρυσόδερμο σώμα της ήταν τελείως γυμνό.

Τι σκατά γίνεται εδώ!

Η Σερφάντια προσπάθησε να κάνει τα δεσμά να χαλαρώσουν, ώστε να γλιστρήσει από μέσα τους, αλλά δεν τα κατάφερε: ήταν πολύ σφιχτά δεμένα.

Οι φρουροί πρόσεξαν τις κινήσεις της, είδε. Ο ένας μίλησε στον τηλεπικοινωνιακό πομπό του.

Δεν έμοιαζε με κελί ετούτο το μέρος. Σαν θάλαμος για πειράματα ήταν. Γιατί την είχαν φέρει εδώ οι κατάσκοποι που την είχαν αδρανοποιήσει; Και πού ήταν το εδώ; Βρισκόταν πίσω από τον μεταλλικό φράχτη που είχε δει; Στο μέρος που είχε πάει και το εξάτροχο όχημα; Ή κάπου αλλού;

Η Σερφάντια, επικαλούμενη την εκπαίδευσή της ως Μαύρη Δράκαινα, προσπάθησε να μείνει ήρεμη. Και παρατηρητική. Αφού την είχαν φέρει εδώ, και δεν την είχαν σκοτώσει, σίγουρα θα έρχονταν για να την ανακρίνουν – και τότε, ίσως κατόρθωνε να δραπετεύσει.

*

«Όχι, δεν την είδα να με ακολουθεί. Ούτε και κανένας άλλος την είδε. Οι παρατηρητές στους λόφους την εντόπισαν,» είπε η Ελεονόρα μέσα από τον πομπό του Κριτόλαου. Το τηλεπικοινωνιακό σήμα της έφτανε ώς τη Θακέρκοβ μέσω προσεκτικά τοποθετημένων κεραιών.

Ο Κριτόλαος καταράστηκε. «Περίγραψέ μου την ξανά.»

«Μικρόσωμη. Κόκκινα, κοντά μαλλιά. Της λείπει το μισό μικρό δάχτυλο του αριστερού χεριού.»

«Κουβαλούσε όπλα επάνω της;»

«Ναι. Αρκετά. Δύο πιστόλια, δύο ξιφίδια. Και είχε κι έναν τηλεπικοινωνιακό πομπό.»

«Κανένα αναγνωριστικό;»

«Τίποτα. Κανονικά ρούχα φορούσε. Καπαρντίνα, μπότες, παντελόνι, τουνίκα, λεπτό πουκάμισο χωρίς γιακά, εσώρουχα.»

«Φωτογράφισέ την και στείλε μου τη φωτογραφία της,» είπε ο Κριτόλαος, καθώς ανέβαινε στο διαμέρισμά του μέσω του ανελκυστήρα της πολυκατοικίας.

«Εντάξει– Στάσου μια στιγμή.»

Ο Κριτόλαος ξεκλείδωσε το διαμέρισμά του εξακολουθώντας να έχει τον πομπό στο αφτί. Μπήκε και έκλεισε πίσω του. Πήγε στο γραφείο του και στο μηχανικό σύστημά εκεί, που, εκτός από χρήσιμο για αποθήκευση πληροφοριών, ήταν και πομποδέκτης. Το ενεργοποίησε χρησιμοποιώντας τον νοητικό κώδικα της Μαγγανείας Μηχανικού Κλειδώματος η οποία το προστάτευε.

«Μου λένε ότι μόλις ξύπνησε,» είπε η Ελεονόρα.

«Και τι κάνει;»

«Έχεις το σύστημά σου στο γραφείο ανοιχτό;»

«Ναι.»

«Μπορώ, δηλαδή, να σου μεταβιβάσω δεδομένα τηλεοπτικού πομπού αυτή τη στιγμή;»

«Ναι.»

«Ωραία

*

Είδε κάτι να κινείται από πάνω της, στο ταβάνι.

Τα μάτια της γούρλωσαν προς στιγμή, αλλά έπειτα κατάλαβε.

Μια θυρίδα άνοιγε, συρόμενη, και ένας τηλεοπτικός πομπός παρουσιαζόταν: ένα γυαλιστερό μαύρο μάτι που παρατηρούσε το γυμνό της σώμα με ανατριχιαστική ψυχρότητα, καθώς ήταν δεμένη πάνω στο κρεβάτι.

Αν δεν ήταν Μαύρη Δράκαινα θα είχε ουρλιάξει, παρότι ήταν βέβαιη ότι δεν έβγαινε ήχος από τούτο το δωμάτιο, όπως και δεν έμπαινε ήχος – δεν μπορούσε ν’ακούσει τι έλεγαν οι φρουροί πίσω από το τζάμι.

*

Ο Κριτόλαος είδε τη χρυσόδερμη, κοκκινομάλλα γυναίκα στην οθόνη του.

«Εστίασε στο πρόσωπό της, Ελεονόρα,» ζήτησε.

Το πρόσωπο της κοκκινομάλλας φάνηκε από κοντά.

«Κρύβει καλά τον φόβο της,» παρατήρησε ο Κριτόλαος. «Κανονικά, θα έπρεπε να ουρλιάζει και να χτυπιέται.»

«Ναι, μάλλον έχεις δίκιο…»

«Για να δούμε, λοιπόν… Σα να θυμάμαι την όψη της…» είπε ο Κριτόλαος, καθώς μίκραινε το τμήμα της οθόνης που έδειχνε την κοκκινομάλλα και σ’ένα άλλο τμήμα άρχιζε να αναζητά πληροφορίες.

«Τι κάνεις;»

«Περίμενε.» Δεν κρατούσε πια τον πομπό στο αφτί του: μιλούσε από ένα μικρόφωνο του συστήματός του και άκουγε από ένα μεγάφωνο.

Έψαξε για: ΜΑΛΛΙΑ [ΚΟΚΚΙΝΑ] συν ΔΕΡΜΑ [ΧΡΥΣΟ] συν ΓΕΝΟΣ [ΘΗΛΥ] συν ΗΛΙΚΙΑ [20 < Χ < 30] συν ΥΨΟΣ [≈1,50 Μ] συν ΑΡΤΙΜΕΛΕΙΑ [ΑΡΙΣΤΕΡΟ ΧΕΡΙ: ΜΙΚΡΟ ΔΑΧΤΥΛΟ] συν ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ [ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ]

Το σύστημα τού έδωσε μία και μόνο απάντηση:

ΣΕΡΦΑΝΤΙΑ ΝΑΡΤΛΩΦ

—ΜΑΥΡΗ ΔΡΑΚΑΙΝΑ

—ΚΑΤΑΓΩΓΗ: ΣΕΡΓΗΛΗ – ΜΕΛΒΕΡΗΘ

—ΚΑΤΑΖΗΤΟΥΜΕΝΗ ΓΙΑ ΕΣΧΑΤΗ ΠΡΟΔΟΣΙΑ

Και υπήρχε, φυσικά, και η φωτογραφία της.

Μια Μαύρη Δράκαινα, σκέφτηκε ο Κριτόλαος. Μάλιστα…

«Τη βρήκα,» είπε στην Ελεονόρα. «Μην κάνεις τίποτα. Έρχομαι εκεί. Εν τω μεταξύ, να τη φρουρείς με μεγάλη προσοχή.»

«Μα δε βλέπεις πώς είναι δεμένη;»

«Δεν έχει σημασία αυτό. Να την προσέχεις.»

*

Ο Κριτόλαος πήρε το όχημά του από το γκαράζ της πολυκατοικίας και έφυγε από τη Θακέρκοβ πηγαίνοντας βόρεια, στο ερευνητικό κέντρο. Οι φρουροί στην πύλη δεν τον σταμάτησαν γιατί τον γνώριζαν και αναγνώριζαν και την ταυτότητά του. Τον άφησαν να μπει και να βάλει το τετράκυκλό του στον χώρο στάθμευσης οχημάτων.

Η Ελεονόρα τον περίμενε στον περίβολο του ερευνητικού κέντρου, κι αμέσως τον πλησίασε.

«Κάποια αποστάτρια;» τον ρώτησε.

«Ναι. Μια Μαύρη Δράκαινα.»

«Μα τα Γένια του Κρόνου! Πώς με ακολούθησε; Γιατί;»

«Ρωτάς γιατί; Οι υποτακτικοί του Πρίγκιπα Ανδρόνικου προκαλούν φασαρίες όπου μπορούν. Τώρα, όμως, θα τους ξετρυπώσουμε στη Θακέρκοβ. Αν και δε νομίζω ότι η Μαύρη Δράκαινα θα μιλήσει εύκολα.

»Πού την έχεις;»

«Έλα μαζί μου.»

Η Ελεονόρα τον οδήγησε προς ένα από τα οικοδομήματα του ερευνητικού κέντρου, και μπήκαν σε φρουρούμενους διαδρόμους και δωμάτια.

*

Η Σερφάντια περίμενε για αρκετή ώρα ενώ ο τηλεοπτικός πομπός βρισκόταν από πάνω της, ατενίζοντάς την με το ψυχρό, μαύρο, γυαλιστερό μάτι του. Κάποιος την εξέταζε, για κάποιο λόγο· ή ίσως αυτό να μην ήταν παρά ένα ακόμα μέτρο ασφάλειας. Φοβούνται ότι θα ξεφύγω, έτσι δεμένη όπως είμαι; Αν ναι, τότε ξέρουν ποια είμαι. Ξέρουν τι είμαι.

Τελικά, η Σερφάντια είδε δύο γνώριμα πρόσωπα να πλησιάζουν το παράθυρό της περνώντας ανάμεσα από τους φρουρούς: η Ελεονόρα’σαρ και εκείνος πράκτορας.

Η μάγισσα πάτησε κάποιο πλήκτρο σε μια κονσόλα μπροστά της (την οποία η Σερφάντια δεν μπορούσε να δει από τη θέση της) και ο πράκτορας μίλησε:

«Ποια είσαι;»

Η Σερφάντια τον άκουγε κανονικά, και υπέθετε ότι κι αυτός θα μπορούσε ν’ακούσει εκείνη, αλλιώς ποιο το νόημα της ερώτησής του;

«Γιατί με κρατάτε εδώ;» του είπε, με το λαιμό της γυρισμένο, άβολα, στο πλάι για να τον ατενίζει.

«Θα απαντάς στις ερωτήσεις μου αν θέλεις να φύγεις από εδώ,» αποκρίθηκε ο άντρας. «Πες μου ποια είσαι.»

«Έκανα μια βόλτα στους λόφους και, χωρίς λόγο, κάποιοι άγνωστοι μού επιτέθηκαν!»

«Μη μου λες ψέματα.» Η φωνή του άντρα δεν φανέρωνε θυμό, ούτε ενόχληση· μιλούσε, μάλλον, διαδικαστικά. «Ακολουθούσες ένα εξάτροχο όχημα, κι έτσι έφτασες εδώ.»

Η Σερφάντια έμεινε σιωπηλή.

«Είσαι Μαύρη Δράκαινα,» είπε ο πράκτορας. «Το όνομά σου είναι Σερφάντια Νάρτλωφ. Κατάγεσαι από τη Μέλβερηθ.»

Με γνωρίζει. Αλλά αυτό δεν την εξέπληττε. Οι πράκτορες της Παντοκράτειρας ήξεραν όλους τους γνωστούς καταζητούμενους. Και οι Μαύρες Δράκαινες ήταν, φυσικά, καταζητούμενες αφού είχαν προδώσει την Παντοκράτειρα συμμαχώντας με τον Πρίγκιπα Ανδρόνικο.

Και πάλι, έμεινε σιωπηλή.

«Ακολουθούσες το εξάτροχο όχημα, έτσι δεν είναι;» τη ρώτησε ο πράκτορας.

Η Σερφάντια δεν μίλησε.

«Από πού ξεκίνησες να το ακολουθείς; Και για ποιο λόγο;»

Η Σερφάντια τον κοίταζε μόνο.

«Πες μου ποιοι άλλοι αποστάτες βρίσκονται στη Θακέρκοβ, και πού βρίσκονται.»

Τα χείλη της Σερφάντιας δεν κινήθηκαν.

«Καταλαβαίνεις, ασφαλώς, ότι μπορούμε να κάνουμε τη… διαμονή σου εδώ πολύ, πολύ δυσάρεστη, αν το θελήσουμε…» της είπε ο πράκτορας. «Στο τέλος θα μας αποκαλύψεις αυτά που επιθυμούμε. Ακόμα κι οι Μαύρες Δράκαινες δεν έχουν πλήρη ανοσία στον πόνο.»

«Να πας να γαμηθείς,» αποκρίθηκε η Σερφάντια, χωρίς να φωνάξει.

*

Ο Κριτόλαος πάτησε το κουμπί που απομόνωνε, ηχητικά, το δωμάτιο της Μαύρης Δράκαινας. «Δεν έχουμε άλλη επιλογή,» είπε στην Ελεονόρα.

Εκείνη τον κοίταξε με δισταγμό. «Καλύτερα να την πάρεις από εδώ,» του είπε. «Δεν είμαι βασανιστής – δεν ξέρω τι να της κάνω για να μιλήσει.»

«Εσύ δε χρειάζεται ν’ασχοληθείς καθόλου μαζί της,» αποκρίθηκε ο Κριτόλαος. «Θα το αφήσεις σ’εμένα και στους φρουρούς του ερευνητικού κέντρου.»

Η Ελεονόρα ένευσε, μοιάζοντας ένα βάρος να έχει φύγει από πάνω της.

*

Η Σερφάντια είδε τη μάγισσα και τον πράκτορα να φεύγουν· και μετά από λίγο, η πόρτα του δωματίου της άνοιξε και τέσσερις φρουροί μπήκαν, κουβαλώντας μαζί τους δύο σκάλες και εργαλεία.

Τι θα κάνουν; Μερεμέτια;

Χρησιμοποιώντας αυτά που είχαν φέρει, δεν άργησαν να προσαρτήσουν στο ταβάνι του δωματίου έναν γάντζο και, λίγο παραδίπλα, δύο κρίκους.

Μετά, ένας φρουρός τη σημάδευε με το πιστόλι του (το οποίο φαινόταν πως μπορούσε να βάλλει και με σφαίρες και με ενέργεια – και τώρα πρέπει να ήταν ρυθμισμένο στις ενεργειακές ριπές, που μούδιαζαν και αναισθητοποιούσαν αλλά δεν είχαν τη δύναμη να σκοτώσουν) ενώ δύο άλλοι έλυσαν τα πόδια της από το τραπέζι και έδεσαν τους αστραγάλους της μαζί, με αλυσίδα. Ο τέταρτος φρουρός καθόταν παραπέρα και κοίταζε, με τα χέρια σταυρωμένα εμπρός του.

Οι δύο άντρες που είχαν δέσει τους αστραγάλους της έλυσαν τώρα τους καρπούς της.

Ο φρουρός που είχε τα χέρια σταυρωμένα μπροστά του (και πρέπει να ήταν λοχίας, αν έκρινε κανείς από τα αναγνωριστικά στη στολή του) τράβηξε τώρα το πιστόλι του και τη σημάδεψε. «Μη σου μπαίνει στο μυαλό καμια έξυπνη ιδέα…»

Οι δύο φρουροί που είχαν λύσει τα χέρια της τη σήκωσαν ανάποδα, με το κεφάλι προς τα κάτω και τα πόδια προς τα πάνω, και την κρέμασαν από το ταβάνι. Η αλυσίδα στους αστραγάλους της πιάστηκε στον γάντζο που είχαν πριν από λίγο προσαρτήσει εκεί. Ένας από τους φρουρούς ανέβηκε σε μια σκάλα – ενώ οι άλλοι σημάδευαν τη Μαύρη Δράκαινα με τα πιστόλια τους – και έκλεισε τον γάντζο, μετατρέποντάς τον, ουσιαστικά, σε κρίκο. Η Σερφάντια, λυγίζοντας τον λαιμό και τη μέση της, είδε ότι υπήρχε μια μικρή κλειδαριά εκεί – μέτρο ασφαλείας για να μην ξεκρεμαστεί από μόνη της.

Ο φρουρός κατέβηκε από τη σκάλα, και όλοι μαζί έφυγαν από το δωμάτιο, κλείνοντας και κλειδώνοντας την πόρτα.

Η Σερφάντια ήξερε ότι δεν θα μπορούσε για πολλή ώρα να κρέμεται ανάποδα· το αίμα θα πήγαινε στο κεφάλι της: στην αρχή θα λιποθυμούσε και, μετά, θα πέθαινε. Οι βασανιστές της, ασφαλώς, το είχαν προβλέψει τούτο, γι’αυτό λίγο παραδίπλα είχαν βάλει τους δύο κρίκους στο ταβάνι.

Η Σερφάντια τεντώθηκε, κάμπτοντας τη μέση της, και εύκολα πιάστηκε εκεί. Το χρυσόδερμο σώμα της σχημάτιζε τώρα ένα U πάνω στην οροφή. Λόγω της εκπαίδευσής της θα μπορούσε να κρατιέται για κάμποσες ώρες έτσι, αλλά όχι για πάντα. Κάποια στιγμή, τα χέρια της θα μούδιαζαν, θα έχανε τη λαβή της, και θα έπεφτε… για να κρεμαστεί ανάποδα.

Ο πράκτορας πλησίασε πάλι το τζάμι. Πάτησε ένα πλήκτρο στην κονσόλα που τώρα η Μαύρη Δράκαινα μπορούσε να δει.

«Το δωμάτιο είναι ηχητικά ανοιχτό,» της είπε. «Όταν είσαι έτοιμη να μας μιλήσεις, δεν έχεις παρά να φωνάξεις, Σερφάντια.»

Και έφυγε.

Η Σερφάντια έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να χαλαρώσει το σώμα της, εστιάζοντας όλη της τη δύναμη στα χέρια, για να κρατιέται από τους κρίκους.

Κεφάλαιο 23
Ο Πρόμαχος της Επανάστασης Αντεπιτίθεται

Η Χλόη επέστρεψε στην Οινόσφαιρα και, ανεβαίνοντας τις σκάλες, έφτασε από το κάτω υπόγειο στο μικρό δωμάτιο πίσω από την κεντρική αίθουσα, όπου ήταν συγκεντρωμένοι ο Έκτορας, ο Άλκιμος, ο Αίολος, και ο Σωσίας.

«Δεν είναι μαζί με τη Νιρίφα και τον Αλλάνδρη,» είπε. «Δεν έχει έρθει ακόμα.»

Ο Έκτορας είχε λάβει το μήνυμα που η Σερφάντια τού είχε αφήσει μέσω των συνδέσμων τους στο Φανάρι, και ύστερα από κάποιες ώρες, ενώ το μεσημέρι πλησίαζε, είχε στείλει τη Χλόη στη Νιρίφα και στον Αλλάνδρη, για να δει αν η Μαύρη Δράκαινα είχε, γυρίζοντας, πάει εκεί αντί να έρθει στην Οινόσφαιρα. Όπως φαινόταν, όμως, το πράγμα δεν ήταν έτσι. Πρέπει, λοιπόν, να συνέβαινε αυτό που ο Έκτορας φοβόταν.

«Κάτι έπαθε. Θα πάμε να την αναζητήσουμε,» είπε και σηκώθηκε από τη θέση του στο τραπέζι, κλείνοντας τον τηλεοπτικό δέκτη στον τοίχο.

«Να την αναζητήσουμε;» έκανε η Χλόη. «Πού;»

«Βόρεια της πόλης.»

«Χωρίς κανένα άλλο στοιχείο;» είπε η Χλόη πλησιάζοντάς τον.

«Δεν έχουμε κανένα άλλο στοιχείο· άρα, αυτό είναι το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε,» αποκρίθηκε ο Έκτορας κοιτάζοντάς την.

Η Χλόη τον ατένισε για λίγο σιωπηλά· μετά, βάζοντας το χέρι της πίσω απ’το λαιμό του, τον φίλησε γρήγορα και ένευσε. «Πάμε.»

Τελευταία, για κάποιον λόγο, τα πήγαιναν καλά οι δυο τους. Στα πάντα σχεδόν συμφωνούσαν, κι ακόμα κι όταν διαφωνούσαν δεν τσακώνονταν. Τα πράγματα πάντοτε έτσι ήταν μεταξύ τους: ή στο ένα άκρο ή στο άλλο· και ούτε η Χλόη ούτε ο Έκτορας το θεωρούσε περίεργο. Τους υπόλοιπους επαναστάτες στην Οινόσφαιρα τούτη η κατάσταση, ορισμένες φορές, τους παραξένευε, αλλά όχι αυτούς τους δύο. Δεν ήξεραν τι ακριβώς ήταν εκείνο που τους έκανε να τσακώνονται ή να μονοιάζουν, όμως η Χλόη και ο Έκτορας δεν είχαν ποτέ αναρωτηθεί. Ήταν αυτό που ήταν.

Ο Πρόμαχος είπε στον Άλκιμο: «Πήγαινε να φωνάξεις τη Νιρίφα και τον Αλλάνδρη. Τους θέλω κι αυτούς μαζί μας. Είναι σημαντικότερο να ψάξουμε για τη Σερφάντια απ’το να φυλάμε τη βιβλιοθήκη.»

*

Βγήκαν από τη Θακέρκοβ πηγαίνοντας βόρεια.

Ο Έκτορας οδηγούσε το τριπλό μεταβαλλόμενο όχημα, ενώ η Νιρίφα’μορ ήταν στο ενεργειακό του κέντρο χρησιμοποιώντας τη Μαγγανεία Κινήσεως. Το όχημα είχε τώρα τη μορφή ενός μικρού τετράκυκλου.

Η Χλόη οδηγούσε το ψηλό τρίκυκλο που ο μπροστινός τροχός του ήταν μεγάλος και πλατύς και οι δύο οπίσθιοι τροχοί μικρότεροι. Μαζί της ήταν ο Αίολος’σαρ και ο Σωσίας: ο τελευταίος καθισμένος στη δεύτερη θέση οδηγού, από την άλλη μεριά του μεγάλου, μπροστινού τροχού· ενώ ο μάγος Ερευνητής ήταν στην κλειστή καρότσα του οχήματος, στεκόμενος πίσω από τη Χλόη.

Ο Άλκιμος και ο Αλλάνδρης οδηγούσαν δίκυκλα.

Το ένα όχημα δεν πήγαινε πολύ κοντά στο άλλο, για να μην τραβήξουν την προσοχή των πρακτόρων της Παντοκράτειρας. Επικοινωνούσαν μεταξύ τους με τηλεπικοινωνιακούς πομπούς που εξέπεμπαν σε κρυφές συχνότητες της Επανάστασης.

Κανένα σημάδι της Σερφάντιας δεν βρήκαν, και όταν είχε αρχίσει να βραδιάζει και να βρέχει, σταμάτησαν τα οχήματά τους στην ύπαιθρο και συγκεντρώθηκαν όλοι στην καρότσα του ψηλού τρίκυκλου.

«Η Μαύρη Δράκαινα είναι ή αιχμάλωτη ή νεκρή,» είπε ο Έκτορας, με όψη άγρια, που δεν έκρυβε τον θυμό του. «Και κάποιος θα φτύσει αίμα γι’αυτό.»

«Δε χρειάζεται να κάνουμε ανοησίες,» του είπε ήπια η Χλόη. «Ας επικεντρωθούμε στο να τη βρούμε – αν είναι ζωντανή.»

«Ναι, έχεις δίκιο,» παραδέχτηκε ο Έκτορας, και άναψε ένα πούρο καθώς ήταν καθισμένος σ’ένα σκαμνί. «Τι ξέρουμε, λοιπόν;… Η Σερφάντια μάς είπε, προτού εξαφανιστεί, ότι πήγαινε βόρεια, έξω από την πόλη, ακολουθώντας εκείνο το γαμημένο εξάτροχο. Επομένως, ψάχνουμε τουλάχιστον στη σωστή κατεύθυνση… Πού μπορεί, όμως, να πήγε το εξάτροχο από εδώ; Έχουμε ψάξει ήδη μια περιοχή πενήντα χιλιόμετρα από τη Θακέρκοβ. Αν ήταν κάπου σταματημένο, θα τόχαμε μπανίσει· δεν κρύβεται εύκολα.»

«Υπάρχουν μέρη που μπορείς να κρύψεις οτιδήποτε, Έκτορα,» του είπε ο Αλλάνδρης. «Και σίγουρα δεν έχουμε βρει κάθε πιθανή κρυψώνα σε τούτους τους τόπους.»

«Επίσης,» τόνισε ο Σωσίας, «μπορεί το όχημα να έφυγε μακριά. Μπορεί να πήγε σε κάποια άλλη πόλη, γι’αυτό κιόλας δεν έχει η Σερφάντια επιστρέψει ακόμα.»

Ο Έκτορας κούνησε το κεφάλι. «Δεν το νομίζω, Σωσία. Το εξάτροχο είχε έρθει την πρώτη φορά στα συντρίμμια του Αρωγού, και μετά είχε εμφανιστεί πάλι όταν χτίστηκε η βιβλιοθήκη, και τώρα ήταν ξανά εκεί και η Σερφάντια το ακολούθησε. Είναι σα να πηγαίνει πέρα-δώθε, έξω από την πόλη και μέσα στην πόλη.»

«Η Ελεονόρα’σαρ πρέπει να είχε πάλι μπει στο όχημα,» είπε η Νιρίφα, «όπως και την προηγούμενη φορά· γιατί η Σερφάντια, φεύγοντας, αυτήν ακολουθούσε. Και δε νομίζω ότι η Ελεονόρα θα πήγαινε μακριά από την πόλη. Είναι προφανές πως ερευνά το πλάσμα από το φεγγάρι.»

«Ναι,» συμφώνησε ο Αίολος νεύοντας. «Ούτε εγώ νομίζω ότι θα έφευγε μακριά.»

«Ακριβώς,» είπε ο Έκτορας βγάζοντας το πούρο του από το στόμα. «Το όχημα, λοιπόν, θα επιστρέψει

Κανένας δε μίλησε· τον περίμεναν να συνεχίσει. Τους φαινόταν πως είχε κάποιο σχέδιο στο μυαλό του.

«Αφού έφυγε από τα βόρεια, θα γυρίσει κι από τα βόρεια,» είπε ο Έκτορας. «Το μόνο που χρειάζεται είναι να παραφυλάμε την Κεντρική Δημοσιά.»

«Και μετά;» ρώτησε η Χλόη. «Όταν το δούμε να έρχεται;»

«Θα κάνουμε την κίνησή μας.»

*

Η Ελεονόρα ανέλυσε τα τρία δείγματα στο στοιχειομετρείο, και βρήκε ότι στο τρίτο υπήρχαν όλα τα στοιχεία του αποστάγματος.

Ναι! σκέφτηκε ενθουσιασμένα. Έχουμε απόσταγμα! Έχουμε το ίδιο ακριβώς απόσταγμα!

Χρησιμοποιώντας τα μηχανήματα του εργαστηρίου, αφαίρεσε το αίμα και τις άλλες άχρηστες ουσίες από το τρίτο δείγμα, ώστε να μείνει μόνο το απόσταγμα. Η ποσότητα ήταν λίγη, έκρινε η Ελεονόρα καθώς κοίταζε το υγρό μέσα στο φιαλίδιο, αλλά αυτό δε σήμαινε ότι δεν μπορούσε να τη δοκιμάσει. Επίσης, παρατηρούσε ότι το χρώμα του αποστάγματος δεν ήταν όπως εκείνο που είχε δει στις φωτογραφίες. Στις φωτογραφίες, ήταν ασημί και ημιδιαφανές· στη δική της περίπτωση, ήταν μαύρο και ημιδιαφανές.

Έλεγξε ξανά τα στοιχεία του, και διαπίστωσε ότι δεν διέφεραν σε τίποτα από αυτά που ήταν καταγεγραμμένα στο αρχείο. Πώς εξηγείτο, τότε, η αλλαγή χρώματος; Στο διαφορετικό σώμα, μάλλον. Δεν μπορεί να υπήρχε άλλη απάντηση.

Μια δοκιμή, λοιπόν.

Η Ελεονόρα πρόσταξε τους βοηθούς της να της ετοιμάσουν τον λαβύρινθο των κίρ’χικ, και σε λίγο ήταν έτοιμος. Ένα μεγάλο γυάλινο κατασκεύασμα όλο δωμάτια (κυλινδρικά και πολύγωνα) και διαδρόμους, μέσα στο οποίο περιφέρονταν τα ποντίκια που οι γηγενείς της Σάρντλι ονόμαζαν κίρ’χικ. Αυτά τα τρωκτικά ζούσαν στις ζούγκλες της εν λόγω διάστασης, και είχαν έξι πόδια, μαύρα γυαλιστερά μάτια, μεγάλα μυτερά αφτιά, και στενόμακρο κεφάλι με λεπτή μουσούδα, μουστάκια, και γένι. Η ουρά τους ήταν μακριά και δυνατή, και τη χρησιμοποιούσαν για να πιάνονται από κλαδιά ή να σέρνουν τροφή ή ξύλα. Το τρίχωμά τους ήταν πράσινο, και είχε χαμαιλεοντικές ιδιότητες· δηλαδή, το πράσινό του χρώμα έπαιρνε πάντα μια απόχρωση που έμοιαζε με του περιβάλλοντος: αν το περιβάλλον ήταν σκοτεινό, γινόταν σκούρο πράσινο· αν το περιβάλλον δεν είχε βλάστηση αλλά μόνο χώμα, γινόταν μια ανάμιξη πράσινου και καφέ.

Τα κίρ’χικ ήταν πιο έξυπνα από άλλα ποντίκια, κι έτσι καλύτερα για πολλά πειράματα. Μέσα στον γυάλινο λαβύρινθο τριγύριζαν τώρα οκτώ από αυτά· κι ένα άλλο βρισκόταν κλεισμένο σ’ένα γυάλινο δοχείο, έξω απ’τον λαβύρινθο. Η Ελεονόρα, φορώντας γάντια, άνοιξε το δοχείο, έπιασε το κίρ’χικ από το σβέρκο (το ασφαλέστερο σημείο για να το πιάσεις και να μη σε δαγκώσει), και με το άλλο της χέρι τού έκανε ένεση. Η σύριγγα περιείχε ένα μεγάλο μέρος της ποσότητας του αποστάγματος.

Το ποντίκι τσύριζε.

«Μη φοβάσαι,» του είπε η Ελεονόρα χαμογελώντας. «Τώρα, θα δεις πόσο πιο δυνατός θα είσαι.» Ανοίγοντας μια θυρίδα του λαβυρίνθου, έριξε το κίρ’χικ μέσα.

Και περίμενε. Παρακολουθώντας.

Τα άλλα ποντίκια είχαν όλα τροφή στις φωλιές τους. Το καινούργιο ποντίκι δεν είχε καθόλου τροφή, και ήταν νηστικό. Το ένστικτό του του έλεγε να βρει να φάει, ενώ το ένστικτο των άλλων ποντικιών τούς έλεγε να προστατέψουν τη λιγοστή τροφή που είχαν. Δεν ήξεραν ακόμα ότι υπήρχε κίνδυνος, βέβαια. Πίστευαν ότι εκεί όπου, μέσα στον λαβύρινθο, είχαν κρυμμένο τον θησαυρό τους ήταν ασφαλής. Το καθένα γνώριζε την περιοχή του καλύτερα από τα άλλα. Ο λαβύρινθος ήταν γυάλινος και διαφανής, αλλά δεν ήταν και τελείως άδειος. Υπήρχε χώμα και χόρτο στο έδαφος, και εμπόδια σε διάφορα σημεία: ξύλα, πέτρες, και μέταλλα· ακόμα και ένα τεχνητό ρυάκι και μια λίμνη.

Το κίρ’χικ που είχε δεχτεί την ένεση ήταν η πρώτη φορά που έμπαινε στον λαβύρινθο· κι όμως, η Ελεονόρα παρατήρησε ότι δεν άργησε να κινείται σαν να ήξερε το μέρος. Οι κινήσεις του μοιάζουν να συγχρονίζονται, με κάποιον μυστηριώδη τρόπο, με τις κινήσεις των ομοειδών του. Προσπαθούσε να προσπεράσει τους φρουρούς και να πάρει την τροφή. Είχε κάποια αίσθηση που εκείνοι δεν είχαν. Και, μετά από όχι πολλή ώρα, κατόρθωσε να φτάσει στη φωλιά ενός άλλου κίρ’χικ χωρίς αυτό να αντιληφτεί τον εισβολέα. Το ενισχυμένο ποντίκι έφαγε γρήγορα, πεινασμένα, μερικά κομμάτια τροφής κι ύστερα έφυγε, τραβώντας μαζί του κι άλλη τροφή με τη δυνατή του ουρά.

Ναι, σκέφτηκε η Ελεονόρα. Το απόσταγμα λειτουργεί! Λειτουργεί! Γέλασε, και είπε στους βοηθούς της ν’αφήσουν όλα τα ποντίκια μέσα στον λαβύρινθο ενώ, συγχρόνως, οι τηλεοπτικοί πομποί ήταν ενεργοποιημένοι και κατέγραφαν τις κινήσεις τους.

Η Ελεονόρα έβγαλε τα γάντια της και έφυγε από το εργαστήριο. Πήρε την κάπα της, τη φόρεσε, και βγήκε από το οικοδόμημα όπου βρισκόταν. Είχε βραδιάσει, και έβρεχε. Φόρεσε την κουκούλα της. Βάδισε ώς το αρχηγείο των φρουρών, και μέσα συνάντησε τον Κριτόλαο και τον Λοχαγό Αρδάνη, οι οποίοι κάθονταν αντικριστά πίνοντας καφέ. Ο δεύτερος κάπνιζε· ο πρώτος ποτέ δεν κάπνιζε, ούτως ή άλλως.

«Κυρία Επιτηρήτρια,» είπε ο λοχαγός.

Η Ελεονόρα τού έκανε νόημα να μη σηκωθεί και, βγάζοντας την κάπα της, κάθισε στον καναπέ, δίπλα στον Κριτόλαο.

«Καμια συνταραχτική ανακάλυψη;» τη ρώτησε εκείνος.

«Το ίδιο ήμουν έτοιμη να σε ρωτήσω κι εγώ. Όμως αφού εσύ ρώτησες πρώτος… Ναι, έχουμε απόσταγμα, Κριτόλαε. Και είναι κανονικό, όπως αυτό που είχαμε συγκεντρώσει πριν από δεκάξι χρόνια. Το δοκίμασα. Οι αντιδράσεις των κίρ’χικ είναι ίδιες.»

Ο Κριτόλαος συνοφρυώθηκε. «Των κίρ’χικ

Η Ελεονόρα τού εξήγησε τι ήταν τα κίρ’χικ. Και ρώτησε: «Με τη Μαύρη Δράκαινα τι γίνεται;»

«Ακόμα κρέμεται. Αμίλητη. Δες και μόνη σου.» Ο Κριτόλαος έκανε νόημα στον Αρδάνη να ενεργοποιήσει την οθόνη στον τοίχο.

Εκείνος, χρησιμοποιώντας ένα χειριστήριο, το έκανε. Η οθόνη έδειξε τη μικρόσωμη, χρυσόδερμη γυναίκα να είναι πιασμένη στο ταβάνι, ασάλευτη.

«Πώς είναι δυνατόν να το αντέχει, τόσες ώρες;» απόρησε η Ελεονόρα.

Ο Κριτόλαος ανασήκωσε τους ώμους. «Μαύρη Δράκαινα είναι. Κάποια στιγμή, όμως, θ’αναγκαστεί να μιλήσει.»

«Θα μείνεις εδώ και θα την περιμένεις;»

«Για την ώρα, ναι. Αν με χρειαστούν για τίποτα σημαντικό στη Θακέρκοβ, θα με ειδοποιήσουν.»

Η Ελεονόρα σηκώθηκε από τον καναπέ. «Να σε οδηγήσω σ’ένα δωμάτιο, τότε… Εκτός αν έχετε κάτι να πείτε ακόμα,» πρόσθεσε ρίχνοντας μια μάτια στον Αρδάνη.

«Απλώς καθόμασταν,» αποκρίθηκε εκείνος.

Η Ελεονόρα πήρε τον Κριτόλαο από το αρχηγείο των φρουρών και τον οδήγησε στο οίκημα διαμονής, όπου έμεναν όλοι όσοι εργάζονταν στο ερευνητικό κέντρο, εκτός από τους φρουρούς, οι οποίοι έμεναν στο οίκημα διαμονής φρουρών. Η Ελεονόρα πήρε ένα κλειδί από τον φύλακα της εισόδου και πήγε τον Κριτόλαο σ’ένα δωμάτιο. Το ξεκλείδωσε και μπήκαν. Το κρεβάτι ήταν στρωμένο, το παράθυρο κλειστό. Ο χώρος μύριζε κλεισούρα και απολυμαντικές ουσίες.

Η Ελεονόρα άνοιξε το παράθυρο για να αεριστεί το δωμάτιο. «Εδώ θα μένεις. Τυπικά,» είπε. «Αλλά μπορείς απόψε να έρθεις στο δικό μου δωμάτιο, φυσικά,» πρόσθεσε πλησιάζοντάς τον μ’ένα λοξό μειδίαμα στα χείλη. Έβγαλε τα γυαλιά της και έλυσε τα γαλανά της μαλλιά, που μέχρι στιγμής ήταν δεμένα κότσο πίσω απ’το κεφάλι της.

«Νομίζεις ότι θα ήταν φρόνιμο να δίνουμε δικαιώματα σ’ένα τέτοιο μέρος;» τη ρώτησε ο Κριτόλαος.

Η Ελεονόρα γέλασε. «Είσαι σοβαρός; Εδώ είναι σαν πόλη των νεκρών, τις νύχτες. Κανένας δεν κυκλοφορεί. Και συνήθως,» είπε αγγίζοντας τα κουμπιά του πουκαμίσου του, «βαριέμαι του θανατά…»

«Θα πρέπει, λοιπόν, κάτι να κάνουμε γι’αυτό.» Ο Κριτόλαος έπιασε το σαγόνι της ανάμεσα στον αντίχειρα και στον δείκτη του και φίλησε τα χείλη της.

*

Το δωμάτιο της Ελεονόρας ήταν πάνω από τα υπόλοιπα στο οίκημα διαμονής, και πολύ καλύτερα φτιαγμένο από αυτά. Πολύ πιο ευρύχωρο, κατά πρώτον. Και το κρεβάτι ήταν διπλό. Ο Κριτόλαος είχε αρχικά σκεφτεί ότι αργότερα θα πήγαινε στο δικό του δωμάτιο για να κοιμηθεί, αλλά, αφού έκαναν έρωτα, τον πήρε ο ύπνος και ξύπνησε με την αυγή. Πριν από την Ελεονόρα. Ανασηκώθηκε και την είδε ξαπλωμένη μπρούμυτα στην άλλη πλευρά του κρεβατιού, με το κατάμαυρο δέρμα της μισοχαμένο μέσα στις πυκνές σκιές του δωματίου. Ήταν ευχαριστημένη με τον εαυτό της, και κοιμόταν βαθιά.

Ο Κριτόλαος σηκώθηκε και ντύθηκε. Η Ελεονόρα δε σάλεψε καθόλου. Εκείνος βγήκε από το δωμάτιο για να πάει να δει τι γινόταν με τη Μαύρη Δράκαινα. Έφυγε από το οίκημα διαμονής και βάδισε ώς τα εργαστήρια. Κανένας φρουρός δεν τον σταμάτησε. Περνώντας από δωμάτια και διαδρόμους έφτασε μπροστά στο μακρόστενο παράθυρο και είδε ότι η κρατούμενη ακόμα κρεμόταν από το ταβάνι, με το χρυσόδερμο σώμα της ευέλικτα λυγισμένο. Τα μάτια της ήταν κλειστά. Ιδρώτας γυάλιζε επάνω της. Τα κοντά, κόκκινα μαλλιά της ήταν νοτισμένα.

«Σερφάντια,» είπε ο Κριτόλαος. «Είσαι έτοιμη να μου μιλήσεις;»

Καμία απάντηση, αν και ήταν βέβαιος ότι η Μαύρη Δράκαινα τον άκουγε.

Θα το τραβήξει όσο περισσότερο μπορεί. Περιμένει κάτι, ίσως; Περιμένει ότι οι άλλοι αποστάτες θα έρθουν να τη σώσουν; Ακόμα κι αν – κάπως – ανακάλυπταν ότι βρισκόταν εδώ, δε θα μπορούσαν ποτέ να εισβάλουν για να την πάρουν.

«Θα περιμένω, Σερφάντια.»

*

Ο Κριτόλαος έμεινε στο ερευνητικό κέντρο, αλλά η Ελεονόρα’σαρ έφυγε παίρνοντας μαζί της φρουρούς και εργαστηριακούς βοηθούς, για να πάει στη Θακέρκοβ και να συλλέξει περισσότερο απόσταγμα από το πλάσμα κάτω από τη δανειστική βιβλιοθήκη.

Το εξάτροχο όχημα μπήκε στην πόλη από την Κεντρική Δημοσιά.

Ο Αλλάνδρης, που παραφυλούσε εκεί όπου η Κεντρική Δημοσιά συναντούσε τη Μακριά Λεωφόρο, ξεκίνησε το δίκυκλό του. Ακολουθώντας. Στον δρόμο είχε αρκετή κίνηση, έτσι κανένας δεν θα μπορούσε να τον υποψιαστεί ότι κατασκόπευε το εξάτροχο – όχι αν δεν συνέχιζε να είναι πίσω του για πολλή ώρα: κι αυτό δεν σκόπευε να το κάνει.

Το είδε να στρίβει στην Κρυπτόχαρου, και έστριψε κι εκείνος, όχι εκεί όμως, αλλά σ’έναν άλλο, μικρότερο δρόμο, παράλληλο σ’αυτήν. Το εξάτροχο πέρασε από τον Καλόπιστο και έφτασε στη Γαιοδόμου, προτού μπει σε πιο στενούς δρόμους, όπου όφειλε να κινείται προσεκτικά. Δεν ήταν μακριά από τη δανειστική βιβλιοθήκη, τώρα.

Ο Αλλάνδρης κάλεσε τον Έκτορα με τον πομπό του.

Ο Πρόμαχος ήταν μαζί με τη Νιρίφα, όπως επίσης κι η Χλόη.

«Αλλάνδρη.»

«Είναι κοντά σας. Ψάχνει κάπου να σταματήσει.»

«Μην το ακολουθείς άλλο. Πες μου τον δρόμο πού είσαι.»

Ο Αλλάνδρης τού είπε.

Δεν ήταν μακριά.

Ο Έκτορας βγήκε από το τετράκυκλο όχημα όπου καθόταν μαζί με τη Νιρίφα και τη Χλόη, και προχώρησε πεζός, γρήγορα αλλά χωρίς να τρέχει. Συνάντησε τον Αλλάνδρη λίγο παρακάτω, και άλλαξαν θέσεις. Ο Πρόμαχος τώρα άρχισε να παρακολουθεί το εξάτροχο· ο μαυρόδερμος επαναστάτης απομακρύνθηκε επάνω στο δίκυκλό του.

Ο Έκτορας είδε το μεγάλο όχημα να πηγαίνει σ’έναν δρόμο προς τη μεριά της Ελεγείας και να σταματά. Οι πόρτες του άνοιξαν, και βγήκαν εργαστηριακοί βοηθοί, φρουροί, και η Ελεονόρα’σαρ. Ο Πρόμαχος τούς άφησε να περάσουν από δίπλα του, καθώς ήταν καθισμένος στα σκαλοπάτια κάτω από μια σιδερένια πόρτα. Δε χρειαζόταν να τους ακολουθήσει· ήξερε πού πήγαιναν. Στην πίσω πόρτα της βιβλιοθήκης.

Ο Αλλάνδρης ήταν ήδη εκεί, και του ανάφερε, μέσω τηλεπικοινωνιακού πομπού, ότι η Ελεονόρα’σαρ ερχόταν.

Ο Έκτορας μίλησε στη Νιρίφα και στη Χλόη. Είπε στην πρώτη να έρθει κοντά του, και στη δεύτερη να πάει να ειδοποιήσει τους άλλους, στη Σφαίρα. Στον Αλλάνδρη είπε, μετά, να έρθει κι εκείνος κοντά του. «Βάζουμε το σχέδιο σε δράση.»

Ο Πρόμαχος σηκώθηκε από τη θέση του, άνοιξε ένα μπουκάλι μπίρα, και, πίνοντας, πλησίασε το εξάτροχο όχημα. Κοίταξε από τα παράθυρά του. Δύο μορφές φαίνονταν μέσα. Ένας άντρας και μια γυναίκα. Δεν πρέπει να ήταν κανένας άλλος.

Ο Αλλάνδρης και η Νιρίφα ήρθαν.

Ο Έκτορας τούς έκανε νόημα να κρυφτούν και να είναι έτοιμοι. Σήκωσε τους γιακάδες της καπαρντίνας του, φόρεσε ένα πλατύγυρο καπέλο, και ζύγωσε πάλι το μεγάλο όχημα. Η μία πόρτα ήταν ανοιχτή· οι Παντοκρατορικοί δεν το είχαν θεωρήσει απαραίτητο να την κλείσουν: δεν πίστευαν ότι κανένας θα τολμούσε να μπει. Και μάλλον είχαν δίκιο: κανένας δε θα τολμούσε.

Ο Έκτορας στάθηκε μπροστά στην πόρτα και φώναξε, αλλοιώνοντας τη φωνή του: «Συγνώμη, μάγκες. Έχω ένα πρόβλεμα. Μ’ακούτε; Έχω ένα πρόβλεμα! Μπορώ να σας κουράσω λίγο; –Συγνώμη κιόλα. Μ’ακούτε;»

Μουρμουρητά αντήχησαν από το βάθος του οχήματος, κι ο Έκτορας είδε τη γυναίκα να πλησιάζει: ψηλή, ξανθιά, λευκό δέρμα με απόχρωση του ροζ, ντυμένη με την άσπρη στολή του Στρατού της Παντοκράτειρας, στον γοφό της ένα θηκαρωμένο πιστόλι.

«Τι θέλεις;» τον ρώτησε, ατενίζοντάς τον με κάποια απέχθεια: θεωρώντας τον, μάλλον, μεθυσμένο ή αλήτη.

«Συγνώμη κιόλα, βρε κοπελιά. Το τέτοιο μου έχει χαλάσει, λίγο πιο παραδίπλα.» Έδειξε με τον αντίχειρά του. «Δε μπαίρνει μπρος, και ξέρεις εσύ από τέτοια πράματα; Μπορείς να με βοηθήσεις; Κάτι με τον τροχό… δεν ξέρω. Ή μπορεί η μηχανή του. Και είναι πίσω απ’το δικό σου εργαλείο ακριβώς· φοβάμαι μη σ’το χτυπήσω κιόλα.»

Η γυναίκα, αναστενάζοντας, κατέβηκε από το όχημα. «Πού είναι; Δείξε μου.»

«Εδώ, έλα.» Ο Έκτορας, παριστάνοντας τον καμπούρη, πήγε βιαστικά στην πίσω μεριά του οχήματος.

Η πολεμίστρια της Παντοκράτειρας τον ακολούθησε.

Ο δρόμος ήταν στενός, και το μέρος εδώ, πίσω από το μεγάλο όχημα, ήταν σκιασμένο· δεν μπορούσε κάποιος εύκολα να σε δει εκτός αν έψαχνε επίτηδες.

«Δε βλέπω κανένα όχημα,» είπε η γυναίκα στον Έκτορα, αυστηρά.

Ο Αλλάνδρης πετάχτηκε ξαφνικά πίσω της, κλείνοντάς της το στόμα με το ένα χέρι και τη μύτη με το άλλο. Ο Έκτορας, την ίδια στιγμή, τη γρονθοκόπησε στο στομάχι, δύο φορές, απανωτά. Εκείνη διπλώθηκε ενώ ο Αλλάνδρης εξακολουθούσε να κρατά το στόμα και τη μύτη της κλειστά. Τα μάτια της αναποδογύρισαν, και λιποθύμησε.

Η Νιρίφα πλησίασε, γονάτισε πλάι της, κι άρχισε να τη δένει, ενώ ο Έκτορας και ο Αλλάνδρης πήγαν πάλι προς την ανοιχτή πόρτα του οχήματος.

«Τι γίνεται μ’αυτό τον τύπο, Τζούλι;» ακούστηκε εκείνη τη στιγμή η φωνή του άλλου Παντοκρατορικού.

Ο Έκτορας και ο Αλλάνδρης φόρεσαν κουκούλες και μπήκαν στο όχημα.

Ο Παντοκρατορικός πλησίαζε την πόρτα, κι αμέσως τους είδε. «Ε! τι κάνετε εσείς;» Το χέρι του πήγε στο πιστόλι στη ζώνη του.

Αλλά ο Έκτορας είχε ήδη τραβήξει το δικό του πιστόλι και, έχοντάς το ρυθμισμένο στις ενεργειακές ριπές, χτύπησε τον λευκοντυμένο πολεμιστή στο στήθος, κάνοντας το σώμα του να τρανταχτεί και να σωριαστεί στο δάπεδο, ανάσκελα. Η μπαταρία του πιστολιού τελείωσε, παρατήρησε ο Έκτορας· δεν ήταν για μεγάλη χρήση αυτά τα σκατοπράματα.

Μαζί με τον Αλλάνδρη έδεσαν τον λιποθυμισμένο άντρα και τον πήραν από το όχημα. Μετά, με τη βοήθεια της Νιρίφα, έβαλαν αυτόν και τη δεμένη πολεμίστρια σε τσουβάλια και τους πήγαν σε μια παλιά, εγκαταλειμμένη αποθήκη που ήξεραν ότι βρισκόταν εκεί κοντά.

Δεν πέρασε πολλή ώρα και η Χλόη κάλεσε τον Πρόμαχο στον πομπό του. «Είμαστε όλοι εδώ, Έκτορα.»

«Πες στον Σωσία να έρθει – γρήγορα. Και έλα κι εσύ.»

Όταν οι δυο τους ήταν στην αποθήκη, ο Έκτορας, ο Αλλάνδρης, και η Νιρίφα είχαν γδύσει τσίτσιδους τους Παντοκρατορικούς και τους είχαν δέσει ξανά. Τώρα, ήταν ξύπνιοι αλλά φιμωμένοι. Ο Έκτορας ήταν μισόγυμνος καθώς ντυνόταν με τη στολή του πολεμιστή της Παντοκράτειρας.

«Βιάσου,» είπε στον Σωσία. «Ο τύπος είναι κατάλευκος, όπως βλέπεις.»

Ο Σωσίας άρχισε να βάφει τη μούρη του Προμάχου, κάνοντάς την από γαλάζια άσπρη, ενώ συγχρόνως κοίταζε τον δεμένο Παντοκρατορικό για να προσθέτει τυχόν λεπτομέρειες. «Ευτυχώς, τα μαλλιά του είναι μαύρα σαν τα δικά σου. Θα πρέπει, όμως, να σε κουρέψω στα γρήγορα, γιατί αυτός δεν είναι κατσαρός.»

«Κουνήσου κι άσε την πάρλα,» αποκρίθηκε ο Έκτορας παρότι ο Σωσίας δούλευε όσο πιο γρήγορα μπορούσε καθώς μιλούσε.

Η Χλόη, εν τω μεταξύ, γδυνόταν και έβαζε τη στολή της Παντοκρατορικής πολεμίστριας. Το δέρμα της ήταν λευκό-ροζ, όπως εκείνης, έτσι δε θα χρειαζόταν βάψιμο. Τα μαλλιά της, όμως, ήταν μαύρα και σγουρά, ενώ της πολεμίστριας κοντά και ξανθά. Ο Αλλάνδρης άνοιξε τον σάκο του Σωσία και έψαξε μέσα στις περούκες, μέχρι που βρήκε μία κατάλληλη και την έδωσε στη Χλόη. «Κοίτα τι κούκλα που είσαι;» της είπε κρατώντας ένα καθρεφτάκι μπροστά της.

«Φρίκη,» αποκρίθηκε εκείνη παραμερίζοντας το καθρεφτάκι.

«Μη χαζολογάμε, Αλλάνδρη!» μούγκρισε ο Έκτορας. «Φτιάξτη λίγο καλύτερα ώστε να της μοιάζει.»

Ο Αλλάνδρης άρχισε να τη μακιγιάρει, ενώ ο Σωσίας δούλευε πάνω στο πρόσωπο του Έκτορα.

«Ας ελπίσουμε ότι κανένας δε θα σας καλοκοιτάξει,» είπε ο Σωσίας. «Ποιος απ’τους δύο είναι ο οδηγός; Ο άντρας ή η γυναίκα;»

«Ξέρω γω; Έχει σημασία;» ρώτησε ο Έκτορας.

«Εσύ τι λες; Δε θα φανεί παράξενο στους Παντοκρατορικούς αν ξαφνικά ο οδηγός αλλάξει φύλο;»

«Μάλλον…»

Ο Σωσίας συνέχισε: «Αυτός που είναι στο τιμόνι θα κάτσει εκεί κοιτάζοντας μπροστά – και μόνο. Ο άλλος θα κάτσει δίπλα, και θα κοιτάζει κι αυτός μπροστά. Έτσι οι υπόλοιποι θα βλέπουν την πλάτη σας, όχι το πρόσωπό σας.»

«Νιρίφα,» είπε ο Έκτορας. «Μάθε ποιος είναι ο οδηγός.»

Η μάγισσα ρώτησε τους δεμένους: «Ποιος απ’τους δυο σας είναι ο οδηγός του οχήματος; Να γνέψει με το κεφάλι.»

Κανένας δεν έγνεψε.

«Δεν είναι συνεργάσιμοι, αφεντικό.»

«Κάνε τους συνεργάσιμους.»

«Τι προτείνεις;»

Προτού απαντήσει ο Έκτορας, η Χλόη πλησίασε τον δεμένο άντρα, που ήταν καθισμένος στο έδαφος πλάι στη γυναίκα, και πάτησε τα αχαμνά του με το τακούνι της μπότας της. Εκείνος έσκουξε πίσω από το φίμωτρό του.

«Ποιος από τους δυο σας είναι ο οδηγός;» ρώτησε η Χλόη. «Να γνέψει.»

Ο άντρας έγνεψε.

«Εσύ; Είσαι σίγουρος;»

Εκείνος έγνεψε πάλι, σκούζοντας.

Η Χλόη πήρε το πόδι της από πάνω του και πήγε ξανά κοντά στον Αλλάνδρη. «Αυτός είναι ο οδηγός.»

Ο δεμένος άντρας, ξαπλώνοντας στο πλάι, διπλώθηκε.

Όταν ήταν έτοιμοι, η Χλόη και ο Έκτορας πήγαν στο εξάτροχο όχημα για να περιμένουν την επιστροφή των υπόλοιπων Παντοκρατορικών. Οι άλλοι επαναστάτες φρόντισαν να κρύψουν τους δύο δεμένους Παντοκρατορικούς μέσα σε τσουβάλια και, στη συνέχεια, να τους πάνε στην καρότσα του τρίκυκλου οχήματός τους.

«Τι θα τους κάνουμε αυτούς;» ρώτησε ο Αίολος, που ήταν ήδη εκεί.

«Θα τους φάει το ποτάμι,» είπε ο Αλλάνδρης.

«Εννοείς ότι θα τους πετάξουμε στον ποταμό;»

«Ναι, μάγε· δεν έχεις ξανακούσει την έκφραση; Είναι γνωστή σ’εμάς, τα παιδιά της πέτρας. Δεμένους, φιμωμένους, και τσουβαλιασμένους, θα τους πετάξουμε στον Κάλμωθ, να τους μασήσουν τα ψάρια. Έχουν δει τα πρόσωπά μας· δεν μπορούμε να τους αφήσουμε να ζήσουν.»

«Νομίζεις ότι θα θυμούνται λεπτομέρειες;» είπε ο Αίολος. «Θάχουν πάθει σοκ ύστερα απ’αυτή την ιστορία.» Κοίταξε τα δύο τσουβάλια, στην αντικρινή μεριά της κλειστής καρότσας.

«Δηλαδή, λες να τους αφήσουμε να τη σκαπουλάρουν;» απόρησε ο Άλκιμος.

«Δεν είναι ανάγκη να τους καθαρίζεις όλους, επιστήμονα,» του αποκρίθηκε ο Αίολος.

«Καλά,» είπε ο Αλλάνδρης, «θα μιλήσουμε μετά με τ’αφεντικό. Για τώρα, άστους εκεί που κάθονται.»

*

Η Ελεονόρα’σαρ, οι βοηθοί της, και οι φρουροί έφυγαν από τη βιβλιοθήκη μαζί με τέσσερα φιαλίδια αποστάγματος. Περισσότερα το πλάσμα από το φεγγάρι δεν μπορούσε να τους δώσει. Η Ελεονόρα φοβόταν ότι, αν το πίεζε πιο πολύ, ίσως να το σκότωνε, ειδικά στην κατάσταση που βρισκόταν, με το σώμα του έτσι ημιτελές.

Μ’αυτό το ρυθμό, όμως, δεν θα συγκεντρώσουμε ποτέ καμία σημαντική ποσότητα. Καμία ποσότητα που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε μαζικά, σκεφτόταν. Πρέπει κάτι να κάνουμε για να μπορούμε να παράγουμε απόσταγμα μόνοι μας, χωρίς τη βοήθεια του πλάσματος. Οι μελέτες των επιστημόνων πριν από δεκάξι χρόνια έλεγαν ότι, δυστυχώς, το απόσταγμα ήταν αδύνατο να παραχθεί με τεχνητό τρόπο· ή, τουλάχιστον, αν μπορούσε, δεν ήξεραν πώς. Μόνο ορισμένα από τα στοιχεία που το αποτελούσαν ήταν διαθέσιμα· τα υπόλοιπα ήταν άγνωστα. Μπορεί να υπήρχαν στο φεγγάρι της Σεργήλης, ασφαλώς, αλλά η πρώτη – και τελευταία – αποστολή που είχε πάει εκεί είχε καταλήξει σε μεγάλη καταστροφή…

Θα βρω έναν τρόπο, συλλογιζόταν η Ελεονόρα καθώς βάδιζε προς το μεγάλο, εξάτροχο όχημα. Θα βρω έναν τρόπο για να παράγω μεγαλύτερες ποσότητες. Θα είμαι η πρώτη που θα το κάνει! Τι μεγάλη ανακάλυψη που θα είναι! Αισθανόταν τον ενθουσιασμό της να της γαργαλά τον λαιμό, και γέλασε.

Μαζί με τους φρουρούς και τους βοηθούς της, μπήκε στο όχημα και πρόσταξε τον οδηγό: «Ξεκινάμε για το ερευνητικό κέντρο.»

Το ερευνητικό κέντρο, σκέφτηκε ο Έκτορας. Ελπίζω αυτό να είναι έξω από τη Θακέρκοβ. Και ενεργοποίησε τα συστήματα του οχήματος.

«Τζούλι, θα καθίσεις εκεί, μπροστά;» ρώτησε ένας από τους φρουρούς.

«Ναι,» απάντησε η Χλόη, καθισμένη δίπλα στον Έκτορα.

Ένας άλλος από τους πολεμιστές της Παντοκράτειρας γέλασε. «Μπορεί ν’άρχισαν να συμπαθιούνται οι δυο τους, τελικά.»

Ο Έκτορας οδήγησε το εξάτροχο στην Ελεγείας, μετά στην Αυγερινού, και μετά στην Κεντρική Δημοσιά, προς τα βόρεια. Βγήκαν από τη Θακέρκοβ, και κανένας δεν του είπε τίποτα.

Το ερευνητικό κέντρο τους, λοιπόν, είναι έξω από την πόλη, συμπέρανε. Αναρωτιέμαι αν η Σερφάντια έφτασε εκεί και την αιχμαλώτισαν…

Το εξάτροχο όχημα συνέχισε να πηγαίνει βόρεια…

…ενώ πίσω του έρχονταν τρία άλλα οχήματα: το μεταβαλλόμενο τριπλό όχημα των επαναστατών, μέσα στο οποίο ήταν η Νιρίφα στο ενεργειακό κέντρο και ο Αίολος στο τιμόνι· και δύο δίκυκλα, που επάνω στο πρώτο κάθονταν ο Άλκιμος κι ο Σωσίας, και πάνω στο δεύτερο ο Αλλάνδρης.

Ο Έκτορας ακολουθούσε τη δημοσιά χωρίς να στρίβει. Και σε κάποια στιγμή, ένας από τους φρουρούς τού φώναξε: «Πού πας, ρε; Δε βλέπεις τη στροφή;»

Ποια στροφή; αναρωτήθηκε ο Έκτορας. Αυτή που είχαν μόλις περάσει; Μα, εκεί η πινακίδα έγραφε ότι ο δρόμος ήταν επικίνδυνος.

Και τότε, άρχισε να καταλαβαίνει…

Ήρθε η ώρα.

«Τη συσκευή,» είπε στη Χλόη.

Εκείνη έβγαλε από τον μικρό σάκο της τη συσκευή που τους είχε δώσει η Νιρίφα: ένα τετράγωνο, μεταλλικό κουτί με τέσσερις μπαταρίες.

«Δεν ακούς, ρε Χρίστο;» φώναξε ο ίδιος φρουρός που είχε φωνάξει και πριν. «Πέρασες τη στροφή! Γύρνα πίσω!»

Η Χλόη συνέδεσε τη συσκευή με τα καλώδια του συστήματος της κονσόλας μπροστά σ’εκείνη και τον Έκτορα. «Τώρα,» είπε στον Πρόμαχο, κι αυτός πάτησε – απότομα – το φρένο.

Οι μεγάλοι τροχοί του οχήματος έτριξαν, και κάποιοι που στέκονταν όρθιοι ακούστηκαν να πέφτουν, βρίζοντας.

Η Χλόη ενεργοποίησε τη συσκευή. Ένα δυνατό τσιτσίρισμα αντήχησε καθώς τα κυκλώματα του οχήματος ψήνονταν, αδρανοποιώντας το τιμόνι του.

Ο Έκτορας άνοιξε την πόρτα πλάι του, και εκείνος κι η Χλόη πετάχτηκαν έξω, τραβώντας τα πιστόλια τους.

Οι άλλοι επαναστάτες δεν ήταν μακριά. Τα δίκυκλα σταμάτησαν πίσω από το μεγάλο εξάτροχο, και οι αναβάτες τους το πυροβόλησαν για εκφοβισμό, γιατί γνώριζαν ότι οι ριπές απλά θα εξοστρακίζονταν επάνω του.

Το μεταβαλλόμενο όχημα μεταμορφώθηκε: πήρε την πολεμική του μορφή, με το ενεργειακό κανόνι. Κι αυτό δεν ήταν μόνο για εκφοβισμό. Μία ριπή του κανονιού μπορούσε να κόψει το εξάτροχο στα δύο.

Ο Έκτορας και η Χλόη έτρεξαν, πηγαίνοντας στη διπλή πίσω πόρτα του μεγάλου οχήματος και ανοίγοντάς την, ξαφνικά.

Οι Παντοκρατορικοί στο εσωτερικό βρέθηκαν εκτεθειμένοι· δεν ήταν, όμως, και άοπλοι. Κρατούσαν τουφέκια και πιστόλια, ενώ η Ελεονόρα’σαρ και οι βοηθοί της είχαν, τρομοκρατημένοι, κρυφτεί πίσω από τα καθίσματα.

Οι επαναστάτες επάνω στα δίκυκλα φορούσαν κουκούλες, και ο Έκτορας κι η Χλόη φόρεσαν τώρα τις δικές τους.

«ΠΑΡΑΔΟΘΕΙΤΕ!» είπε ο Αίολος στους Παντοκρατορικούς, χρησιμοποιώντας ένα μεγάφωνο του μεταβαλλόμενου οχήματος. «ΠΑΡΑΔΟΘΕΙΤΕ! ΑΛΛΙΩΣ ΘΑ ΑΝΑΤΙΝΑΞΟΥΜΕ ΤΟ ΟΧΗΜΑ ΣΑΣ, ΚΑΙ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΤΕ ΟΛΟΙ!»

Και, στοχεύοντας ένα δέντρο στο πλάι της δημοσιάς, πυροβόλησε. Η ενεργειακή ριπή το αποτέφρωσε αμέσως, μετατρέποντας τον κορμό και τα φυλλώματά του σε στάχτη.

Ενεργειακό κανόνι! σκέφτηκε η Ελεονόρα, πανικόβλητη, παρατηρώντας το όπλο. Έχουν ενεργειακό κανόνι, μα τον Κρόνο! Έτρεμε. Δεν μπορούμε να ξεφύγουμε… Δεν μπορούμε…

«Παραδοθείτε,» πρόσταξε τους φρουρούς της. «Παραδοθείτε!»

Οι Παντοκρατορικοί κατέβασαν τα όπλα τους.

Κεφάλαιο 24
«Νόμισμα Είσαι»

«Αφήστε τα όπλα σας εδώ.» Ο Έκτορας έδειξε το έδαφος μπροστά από την πίσω πόρτα του εξάτροχου οχήματος. «Ένας-ένας. Ήσυχα.»

Οι Παντοκρατορικοί φρουροί υπάκουσαν, και εκείνος κι η Χλόη άρχισαν να μαζεύουν τα όπλα (πιστόλια, τουφέκια, ξιφίδια) και να τα βάζουν σε σάκους που τους έδωσε ο Αλλάνδρης.

Η Ελεονόρα κοίταζε από το εσωτερικό του οχήματος, πίσω από τους φρουρούς. «Τι θέλετε;» βρήκε το θάρρος να φωνάξει στους κουκουλοφόρους που την είχαν σταματήσει. «Χρήματα θέλετε; Ενέργεια;»

«Όχι,» της αποκρίθηκε ο Έκτορας. Και προς τους φρουρούς: «Βγάλτε τις στολές σας και βγείτε από το όχημα. Κουνηθείτε!» Κάποιος μπορεί να είχε όπλα κρυμμένα επάνω του, και ο Πρόμαχος δεν ήθελε να το ρισκάρει.

Οι φρουροί υπάκουσαν, και, ο ένας μετά τον άλλο, βγήκαν από το όχημα. Ήταν έξι στο σύνολό τους, και στέκονταν τώρα μπροστά στους επαναστάτες, με τα χέρια υψωμένα και ντυμένοι μόνο με τα εσώρουχά τους.

«Κι εσείς!» είπε ο Έκτορας στους υπόλοιπους μέσα στο όχημα. «Γδυθείτε και βγείτε!»

«Δε… δε μπορούμε να γδυθούμε!» άκουσε η Ελεονόρα τη Νάνσυ να διαμαρτύρεται πίσω της.

«Είναι χειμώνας, κύριε!» είπε ο Λεωνίδας. «Είναι επ–»

«Είπα γδυθείτε και βγείτε, τώρα!» Ο Έκτορας πυροβόλησε, με το πιστόλι του, το ταβάνι του εσωτερικού του εξάτροχου οχήματος· η σφαίρα εξοστρακίστηκε, και οι βοηθοί ούρλιαξαν. Άρχισαν αμέσως να γδύνονται· και η Ελεονόρα επίσης.

Ο Έκτορας τη σταμάτησε. «Όχι εσύ. Εσύ έλα εδώ. Κουνήσου!»

Γιατί; σκέφτηκε, τρομαγμένη, η Ελεονόρα. Τι θέλει μαζί μου; Με ξέρει; Κατέβηκε, τρέμοντας, από το όχημα και τον πλησίασε. «Αν θέλεις λεφτά,» είπε, «ή ενέργεια–»

Ο Έκτορας άρπαξε την τσάντα της.

«Όχι, σε παρακαλώ!» Είχε τα δείγματα εκεί μέσα! «Άσε την τσάντα!»

«Γιατί;» ρώτησε ο Πρόμαχος της Επανάστασης, ατενίζοντας την όψη της προσεκτικά. Κάτι άλλο την είχε αναστατώσει τώρα, παρατήρησε. Και σίγουρα δεν ήταν το ότι φοβόταν μην της πάρουν τα λεφτά. «Τι είναι εδώ μέσα;»

Η Ελεονόρα ξεροκατάπιε. «Τίποτα… τίποτα που έχει αξία για σένα.»

«Δεν ξέρεις τι έχει αξία για μένα,» είπε ο Έκτορας, και άνοιξε την τσάντα.

Εν τω μεταξύ, οι εργαστηριακοί βοηθοί είχαν γδυθεί και έβγαιναν από το όχημα, φορώντας τα εσώρουχά τους και έχοντας τα χέρια τους υψωμένα. Έτρεμαν φανερά, κι ορισμένοι έκλαιγαν.

Ο Έκτορας, ενώ κοιτούσε τα περιεχόμενα της τσάντας, είπε στη Χλόη: «Ψάξε τη να δεις μην έχει τίποτα όπλα πάνω της.»

«Δεν έχω όπλα,» τους διαβεβαίωσε η Ελεονόρα.

Η Χλόη την αγνόησε, θηκαρώνοντας το πιστόλι της και ψάχνοντάς την από πάνω ώς κάτω. «Δεν έχει όπλα,» είπε τελικά.

Ο Έκτορας είχε, ώς τώρα, βρει στην τσάντα της Ελεονόρας κάποια χρήματα, έναν τηλεπικοινωνιακό πομπό, ένα μπουκαλάκι με άρωμα, κάτι άλλα γυναικεία είδη, και τέσσερα φιαλίδια μ’ένα παράξενο υγρό.

Ύψωσε ένα από αυτά, δείχνοντάς το στη Χλόη. «Είναι κάποιο γυναικείο άρωμα που δεν ξέρω;»

«Δε νομίζω.»

Ο Έκτορας στράφηκε στην Ελεονόρα κρατώντας το φιαλίδιο. «Τι είν’αυτό, μάγισσα;»

Μάγισσα, σκέφτηκε εκείνη. Ξέρει ποια είμαι. «Τίποτα… Άρωμα είναι. Δικής μου παρασκευής.»

Ο Έκτορας γέλασε. «Άρωμα. Δικής σου παρασκευής. Καλό.» Έβαλε πάλι το φιαλίδιο στην τσάντα. «Θα ανακαλύψουμε μετά αν μυρίζει ωραία.»

Στράφηκε στους γυμνούς φρουρούς και βοηθούς. «Ακούστε με, κοπρίτες! Σήμερα, όταν ξύπνησα το πρωί, οι θεοί μού είπαν να δείξω έλεος. Μπορείτε, λοιπόν, να την κάνετε προτού αλλάξω γνώμη.»

Εκείνοι φάνηκε να διστάζουν για μια στιγμή.

«Φύγετε!» φώναξε ο Έκτορας. Και, πλησιάζοντας, κλότσησε έναν γυμνό άντρα στα οπίσθια. «Δρόμο!»

Χωρίς άλλο δισταγμό, άρχισαν να φεύγουν, βαδίζοντας γρήγορα.

«Τρεχάτε!» Ο Έκτορας πυροβόλησε το πλακόστρωτο του δρόμου· η σφαίρα εξοστρακίστηκε και παραλίγο να πετύχει το πόδι μιας φρουρού. Πράγμα που τους έκανε όλους ν’αρχίσουν να τρέχουν. Πηγαίνοντας προς τα νότια.

«Τι θέλετε;» ρώτησε η Ελεονόρα. «Τα όπλα; Την ενέργεια; Η τσάντα μου δεν έχει καμία αξ–»

Ο Έκτορας την άρπαξε απ’τον λαιμό, σφίγγοντάς την. «Εσένα θέλουμε,» της είπε.

Τα μάτια της γούρλωσαν πίσω από τα γυαλιά της, γεμάτα τρόμο.

Ο Έκτορας θηκάρωσε το πιστόλι του, της πήρε τα γυαλιά, και της άφησε τον λαιμό. Η Ελεονόρα διπλώθηκε, βήχοντας.

Ο Έκτορας στράφηκε στον Αλλάνδρη. «Ακολούθησε τους γυμνοκώληδες. Με τα πόδια. Δες προς τα πού θα πάνε. Μην απομακρυνθείς πολύ. Έλα γρήγορα εκεί πού ξέρεις.»

Ο Αλλάνδρης ένευσε. Κατέβηκε απ’το δίκυκλό του και ξεκίνησε, τυλιγμένος στην κάπα του.

«Φεύγουμε,» είπε ο Έκτορας στους συντρόφους του. «Τελειώσαμε εδώ.» Προς τον Αίολο, μέσα στο τετράκυκλο: «Το όχημα το ανατινάζεις μόλις έχουμε ξεμακρύνει λίγο.» Και ανέβηκε στο δίκυκλο του Αλλάνδρη, τραβώντας την Ελεονόρα μαζί του και βάζοντάς τη να καθίσει μπροστά του.

«Γιατί το κάνεις αυτό;» τον ρώτησε εκείνη. «Ποια νομίζεις ότι είμαι;»

«Νόμισμα είσαι.»

«Νόμισμα;»

Δεν της απάντησε.

Τα δύο δίκυκλα απομακρύνθηκαν από το εξάτροχο, βγαίνοντας από τη δημοσιά. Η Χλόη τα ακολούθησε τρέχοντας, γιατί δεν υπήρχε πουθενά θέση για εκείνη – όχι ακόμα, τουλάχιστον. Το όχημα με το ενεργειακό κανόνι πήρε κάποια απόσταση από το εξάτροχο των Παντοκρατορικών, κι ύστερα το ανατίναξε με μια ενεργειακή ριπή στη μεταλλική κοιλιά του. Η έκρηξη τράνταξε την ύπαιθρο.

Η Χλόη ανέβηκε στην οροφή του μεταβαλλόμενου οχήματος και πιάστηκε πλάι στο ενεργειακό κανόνι. «Μην αλλάξεις μορφή,» φώναξε στη Νιρίφα. «Θα πέσω.»

«Μην ανησυχείς,» της είπε η μάγισσα από μέσα. «Όταν είναι ν’αλλάξω θα σε ειδοποιήσω.»

*

Οι επαναστάτες σταμάτησαν τα οχήματά τους σε μια ερημιά, κοντά σ’ένα δάσος. Τα μόνα οικήματα που υπήρχαν εδώ φαίνονταν απόμακρα. Ο άνεμος που φυσούσε ήταν υγρός, ο ουρανός ήταν συννεφιασμένος: σύντομα θα έβρεχε.

Ο Έκτορας έκλεισε τα μάτια της Ελεονόρας με μαύρο δέρμα, το οποίο έδεσε σφιχτά πίσω απ’το κεφάλι της. «Και μην κάνεις να το βγάλεις,» της είπε, «γιατί θα σου βγάλω τα μάτια άμα δε μπορώ να σ’τα δέσω.»

«Δε θα το βγάλω,» αποκρίθηκε η Ελεονόρα, πιο φοβισμένη τώρα απ’ό,τι πριν. Όσο η ώρα περνούσε, τόσο πιο άσχημη τής φαινόταν τούτη η κατάσταση. Νόμισμα είσαι, της είχε πει ο κουκουλοφόρος. Νόμισμα είσαι. Τι εννοούσε; Σκόπευε να την ανταλλάξει με κάτι άλλο; Τι θέλουν από εμένα;

Ο Έκτορας οδήγησε την Ελεονόρα να καθίσει σε μια πέτρα, ενώ όλοι οι επαναστάτες έβγαζαν τις κουκούλες τους.

Μια αστραπή φώτισε τον ουρανό. Μια βροντή ακολούθησε. Και άρχισε να βρέχει.

«Τι… τι συμβαίνει;» ψέλλισε η Ελεονόρα.

«Βροχή το λένε, μάγισσα,» της απάντησε ο Έκτορας.

«Με ξέρεις;»

«Σε ξέρω.»

«Πες μου τι θέλεις από εμένα. Σε παρακαλώ…»

«Απάντησέ μου αλήθεια,» της είπε ο Έκτορας, «και δε θα πάθεις τίποτα. Έχετε μια αιχμάλωτη, σωστά;»

Η Ελεονόρα ξεροκατάπιε. «Τι αιχμάλωτη;»

«Κοκκινομάλλα. Χρυσόδερμη. Μικρόσωμη. Σου θυμίζει κάτι;»

«…Ναι» Η φωνή της έτρεμε.

«Πού την έχετε;»

Τα χείλη της Ελεονόρας έσμιξαν. Θέλει να με ανταλλάξει με τη Μαύρη Δράκαινα. Αυτό πρέπει να είναι. Αισθανόταν την καρδιά της να χτυπά δυνατά.

«Πού την έχετε;» επέμεινε ο Έκτορας. «Αν με κάνεις να ρωτήσω τρίτη φορά, θα τσαντιστώ – πολύ.»

«Στο… ερευνητικό κέντρο. Έξω από την πόλη. Εκεί που… που έπρεπε να είχε στρίψει ο οδηγός – εσύ, δηλαδή. Τι κάνατε στον οδηγό; Και στην άλλη φρουρό;»

Ο Έκτορας αγνόησε τις ερωτήσεις της. «Ξέρετε ποια είναι η γυναίκα που κρατάτε αιχμάλωτη;»

«Ναι.»

«Ποια είναι, μάγισσα; Πώς τη λένε;»

«Σερφάντια. Είναι… Μαύρη Δράκαινα.»

«Μάλιστα,» είπε ο Έκτορας. «Το θέμα είναι, λοιπόν, απλό. Θα μας δώσετε τη Σερφάντια, θα σας δώσουμε εσένα. Σε διαφορετική περίπτωση… ξέρω γω, κάτι θα πρέπει να βρούμε να σε κάνουμε. Ίσως να σε τεμαχίσουμε και να σε πετάξουμε στα σκυλιά μας.»

Το είπε με τέτοια φυσικότητα που η Ελεονόρα αισθάνθηκε ένα ρίγος να τη διατρέχει από την κορυφή του κεφαλιού μέχρι τις πατούσες. «Θα… θα, θα πω… Μπορώ να επικοινωνήσω…»

Ο Έκτορας πήρε τον πομπό από την τσάντα της και τον έβαλε στο χέρι της. «Μ’αυτό;»

«Ναι, αν… αν είμαστε κοντά σε κεραία.»

«Δοκίμασε.»

Η Ελεονόρα πάτησε τα κουμπιά του πομπού· ακόμα και με τα μάτια κλειστά δεν ήταν δύσκολο. Έφερε τη συσκευή στ’αφτί της, νιώθοντας το χέρι της να τρέμει. Απόμακρα, άκουσε το σήμα: πρέπει μόλις και μετά βίας να έφτανε σε κάποια κεραία. Απάντησέ μου, σε παρακαλώ, απάντησέ μου, απάντησέ μου…

Η φωνή του Κριτόλαου: «Ελεονόρα;» Μαζί με παράσιτα, πολλά παράσιτα.

Η Ελεονόρα πήρε μια βαθιά ανάσα. «Κριτόλαε. Άκουσέ με. Είμαι… Με έχουν… Είμαι αιχμάλωτη. Κάποιοι – δεν ξέρω ποιοι – μας σταμάτησαν στη δημοσιά, με πήραν μαζί τους–»

«Τι πράγμα!;»

Ο Έκτορας τής πήρε τον πομπό και τον έφερε στ’αφτί του.

«Ελεονόρα!»

«Όπως άκουσες, είναι ακόμα ζωντανή. Αλλά δεν ξέρω για πόσο θα εξακολουθήσει να είναι.»

«Σε ποιον» – κρρρ-κ-κ-κ-ξξξξ, έκαναν τα παράσιτα – «μιλάω;»

«Δεν έχει σημασία ποιος είμαι. Γνωρίζω πως έχεις αιχμάλωτη μια γυναίκα που ονομάζεται Σερφάντια. Σωστά;»

«Τι θέλεις;»

«Τη Σερφάντια. Για την Ελεονόρα.»

Σιγή για λίγο.

…κκρρ-κ-κ-ξξξξξξ…

«Πού προτείνεις να γίνει η ανταλλαγή;»

«Κατά πρώτον, πού έχεις τη Σερφάντια;»

«Σε ασφαλές μέρος.»

«Στο ερευνητικό κέντρο;»

«Έχει σημασία; Θέλεις να σ’τη φέρω, αυτό δε θέλεις;»

«Μην παίζεις με την υπομονή μου, Παντοκρατορικό αρχίδι,» μούγκρισε ο Έκτορας. «Είναι στο ερευνητικό κέντρο η Σερφάντια;»

«Εδώ είναι. Και λοιπόν; Μάλλον δε θάρθεις εδώ για να γίνει η ανταλλαγή. Πού θέλεις να συναντηθούμε;»

«Είσαι υπεύθυνος του ερευνητικού κέντρου;»

«Ναι.»

«Θα μου φέρεις τη Σερφάντια μόνος σου. Μαζί με δύο άλλους το πολύ. Καταλαβαίνεις;»

«Σε καταλαβαίνω.»

«Υπάρχει ένα πανδοχείο βόρεια της Θακέρκοβ, στο πεντηκοστό-τρίτο χιλιόμετρο της δημοσιάς. Το Ξερακιανό Αγρίμι, το λένε. Τρία χιλιόμετρα βορειοανατολικά του πανδοχείου θα μας συναντήσεις. Καθώς θα δύει ο ήλιος.»

«Σύμφωνοι.»

«Αν δω ότι κάνεις καμια μαλακία, δε θα τη σκοτώσω – θα της σπάσω τα γόνατα. Με καταλαβαίνεις;»

«Θα είμαι εκεί,» του είπε η φωνή από τον πομπό, «με το πολύ δύο ακόμα ανθρώπους. Και ένα όχημα, ασφαλώς.»

«Όχημα ξηράς,» τόνισε ο Έκτορας. «Όχι αεροσκάφος.»

«Καλώς. Όχημα.»

«Θα σε περιμένω.»

Ο Έκτορας έκλεισε τον πομπό και του έβγαλε τη μπαταρία, γιατί ήξερε ότι αλλιώς οι Παντοκρατορικοί, αφού είχαν κεραίες εδώ πέρα, ίσως κατόρθωναν να εντοπίσουν τη θέση του.

«Ο φίλος σου είναι συνεργάσιμος,» είπε στην Ελεονόρα. «Καλό αυτό για σένα. Κριτόλαο, είπες ότι τον λένε;»

«…Ναι.» Η φωνή της ήταν ένας ψίθυρος μέσα στη βροχή· το κεφάλι της ήταν κατεβασμένο. Έκλαιγε κάτω από το μαύρο δέρμα που σκέπαζε τα μάτια της.

«Τι είναι; Υπεύθυνος αυτού του ερευνητικού κέντρου;»

«Όχι.»

«Όχι;» Μου είπε ψέματα, ο πούστης, σκέφτηκε ο Έκτορας. Δεν τα χάνει εύκολα. «Γιατί κάλεσες αυτόν, τότε;»

«Είναι… είναι… Φίλος μου.»

«Ποια είναι η θέση του στην ιεραρχία;»

Η Ελεονόρα έπνιξε έναν λυγμό. «Στρατιωτικός είναι. Λοχαγός.»

Ο Έκτορας δεν ήταν σίγουρος ότι του έλεγε αλήθεια, αλλά δεν είχε και μεγάλη σημασία. Αν τον κάλυπτε, αυτό σήμαινε ότι ο τύπος μάλλον ήταν πράκτορας που δεν ήθελε να τον ξέρουν. Θα μπορούσε να ήταν ο άντρας που τη συνόδευε στη «βιβλιοθήκη»; Η αράχνη;

«Πού είναι το ερευνητικό κέντρο;»

«Λίγο… λίγο παρακάτω.»

«Εκεί που γράφει ‘επικίνδυνος δρόμος’;»

«Ναι.»

Ο Έκτορας κοίταξε τους υπόλοιπους επαναστάτες, που στέκονταν γύρω από εκείνον και την Ελεονόρα. Ο Πρόμαχος ήταν γονατισμένος στο ένα γόνατο εμπρός της, καθώς η μαυρόδερμη μάγισσα καθόταν στην πέτρα όπου την είχε οδηγήσει. Τώρα, έβγαλε πάλι ένα από τα παράξενα φιαλίδια απ’την τσάντα της και το έτεινε προς τον Αίολο.

«Τ’αναγνωρίζεις;»

Εκείνος το πήρε στα χέρια του, το άνοιξε, το μύρισε. «Δε μου λέει κάτι.» Το επέστρεψε στον Έκτορα.

Ο Πρόμαχος το μύρισε επίσης. Μια ασυνήθιστη οξεία οσμή, σαν από δυνατό ποτό. «Τι είναι αυτά τα φιαλίδια που έχεις στην τσάντα σου, Ελεονόρα;» ρώτησε.

«Τίποτα. Άρωμα, σου είπα.»

«Δεν είναι άρωμα. Τι είναι;»

«Κάτι χυμικά. Άχρηστα τελείως.»

«Ας πειραματιστούμε, λοιπόν, ε;» Ο Έκτορας την άρπαξε από το σαγόνι και πλησίασε το φιαλίδιο στα χείλη της. Το καπάκι ήταν κλειστό, αλλά εκείνη δεν μπορούσε να το δει αυτό. «Πιες λίγο.»

«Όχι!» ούρλιαξε η Ελεονόρα, προσπαθώντας να τραβηχτεί πίσω. «Όχι! Σε παρακαλώ, όχι! Σε παρακαλώ!»

«Τι είναι;» Ο Έκτορας δεν άφησε το σαγόνι της.

«…Μια ουσία. Δε θα καταλάβεις. Από ένα πλάσμα. Ένα απόσταγμα είναι, από ένα πλάσμα. Δε θα καταλάβεις, δεν έχει σημασία για σένα.»

Ο Έκτορας άφησε το σαγόνι της και κοίταξε τον Αίολο. Εκείνος ένευσε. «Δε μπορεί να μιλά για άλλο πλάσμα,» είπε. Και έβγαλε τα γυαλιά του, που είχαν γεμίσει βροχή, για να τα σκουπίσει.

«Ο Αλλάνδρης,» ψιθύρισε, τότε, η Χλόη στ’αφτί του Έκτορα.

Εκείνος σηκώθηκε όρθιος και στράφηκε, για να δει τον παλιό του φίλο να έρχεται τρέχοντας, τυλιγμένος στην κάπα του και με την κουκούλα της στο κεφάλι.

«Πού πήγαν;» τον ρώτησε ο Πρόμαχος όταν ήταν κοντά.

«Έστριψαν σ’έναν δρόμο που η πινακίδα γράφει ότι είναι επικίνδυνος.» Γέλασε. «Έπρεπε να τους δεις πώς έτρεχαν μες στη βροχή!»

«Στο ερευνητικό κέντρο πάνε,» είπε ο Έκτορας. Και πλησίασε πάλι την Ελεονόρα, γονατίζοντας εμπρός της. Τη ρώτησε: «Την ουσία αυτή την πήρες από το πλάσμα που έχετε κλεισμένο κάτω απ’τη βιβλιοθήκη;»

Μεγάλε Κρόνε! σκέφτηκε η Ελεονόρα. Το ξέρει! Ξέρει για το πλάσμα από το φεγγάρι! Ο Κριτόλαος είχε δίκιο… Φοβόταν ότι οι επαναστάτες μπήκαν στο υπόγειο από κείνο το άνοιγμα στον τοίχο… Είχε δίκιο!

«Μη με κάνεις να ξαναρωτάω, μάγισσα!»

«Ναι,» ψέλλισε η Ελεονόρα, «από αυτό είναι.»

«Και σε τι χρειάζεται; Τι κάνει;»

«Τίποτα. Δεν ξέρω. Είναι πειραματικό–»

«Να σου δώσω να πιεις λίγο, τότε–»

«Όχι! Σε παρακαλώ. Ίσως νάναι δηλητηριώδες.»

Ο Αλλάνδρης είπε: «Καλύτερα ν’απομακρυνθούμε από τούτο το μέρος, αφεντικό. Δεν ξέρεις ποιος μπορεί νάρθει.»

Ο Έκτορας σηκώθηκε όρθιος. «Ναι, πάμε.»

«Για την ανταλλαγή τα κανόνισες;»

«Ναι. Θα τους συναντήσουμε κοντά στο Ξερακιανό Αγρίμι

«Τα οχήματα δε μας χωράνε όλους,» παρατήρησε ο Αλλάνδρης, κοιτάζοντάς τα.

«Θα μας χωρέσουν.»

Ο Σωσίας και ο Άλκιμος κάθισαν στο ένα δίκυκλο. Ο Αλλάνδρης και η Χλόη κάθισαν στο άλλο. Η Νιρίφα κάθισε στο ενεργειακό κέντρο του μεταβαλλόμενου οχήματος (το οποίο είχε τώρα τη μορφή απλού τετράκυκλου), ο Αίολος κάθισε στο τιμόνι, και δεν υπήρχε θέση για άλλον άνθρωπο μέσα, έτσι ο Έκτορας έδεσε την Ελεονόρα (ακόμα με τα μάτια κλειστά) στην οροφή.

«Τι κανείς;» ρώτησε εκείνη, μην καταλαβαίνοντας τι γινόταν ακριβώς αλλά νιώθοντας ότι τη σήκωναν και την έδεναν επάνω σε κάτι. «Τι κάνεις;»

«Μη θεωρήσεις ότι προσπαθώ επίτηδες να σε βασανίσω,» της απάντησε ο Έκτορας, «αλλά σε δένω στην οροφή ενός οχήματος, για το δικό σου καλό· γιατί τώρα το όχημα θ’αρχίσει να κινείται, γρήγορα.»

«Τι! Σε παρακαλώ, μη–!»

«Μη φωνάζεις, μάγισσα. Κι εγώ στην οροφή θα είμαι,» είπε ο Έκτορας και, τελειώνοντας με το δέσιμό της, έδεσε και τον εαυτό του από τον έναν καρπό. «Είμαστε έτοιμοι!» φώναξε στον Αίολο, και το όχημα ξεκίνησε.

Κεφάλαιο 25
Ανταλλαγή, και Απρόβλεπτα Φύλλα

Τέσσερις φρουροί μπήκαν στο δωμάτιο, φέρνοντας μαζί τους μια μεταλλική σκάλα.

«Άσε τους κρίκους,» πρόσταξε ένας τους τη Μαύρη Δράκαινα που κρεμόταν από το ταβάνι.

Η Σερφάντια δεν αποκρίθηκε. Ούτε καν άνοιξε τα μάτια της. Ούτε κινήθηκε στο ελάχιστο από την παράξενη, λυγιστή θέση που είχε πάρει το χρυσόδερμο σώμα της. Η αναπνοή της ήταν ομαλή, αν και ιδρώτας κυλούσε επάνω της.

«Άσε τους κρίκους!» επανέλαβε ο φρουρός. «Θα σου λύσουμε τα πόδια για να κατεβείς.»

Η Σερφάντια δεν κινήθηκε.

Ο φρουρός καταράστηκε στο όνομα του Σκοτοδαίμονος, ενός διαβολικού αντίθεου της Ρελκάμνια, και είπε στους άλλους: «Λύστε τη, να τελειώνουμε!»

Τοποθετώντας τη σκάλα από κάτω της, ένας φρουρούς ανέβηκε εκεί, ξεκλείδωσε τον γάντζο που κρατούσε την αλυσίδα των αστραγάλων της Σερφάντιας, και ελευθέρωσε τα πόδια της. Η Μαύρη Δράκαινα ταλαντεύτηκε ξαφνικά, καθώς τώρα κρατιόταν μόνο με τα χέρια, και, διαγράφοντας μια τροχιά με το σώμα της, σαν εκκρεμές, κλότσησε τον φρουρό στο σαγόνι, στέλνοντάς τον να κοπανήσει στον τοίχο πίσω του.

«Τα Γένια του Κρόνου!» γρύλισε ένας άλλος και, στρέφοντας το πιστόλι του προς τη Μαύρη Δράκαινα, τη χτύπησε με μια ενεργειακή ριπή.

Η Σερφάντια αισθάνθηκε το ήδη ταλαιπωρημένο σώμα της να τραντάζεται. Τα χέρια της άφησαν, ακούσια, τους κρίκους κι έπεσε στο πάτωμα.

Σκοτάδι την τύλιξε. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Νερό την έλουσε.

Το σώμα της τραντάχτηκε γι’ακόμα μια φορά, κι άρχισε να τρέμει, καθώς εξακολουθούσε να βρίσκεται στο πάτωμα. Οι μύες και τα νεύρα της πλήρωναν το τίμημα για τις τόσες ώρες που κρεμόταν ακίνητη, και λυγισμένη, από το ταβάνι.

Τρεις φρουροί βρίσκονταν γύρω της, σημαδεύοντάς την με πιστόλια.

«Μην κάνεις άλλες εξυπνάδες,» της γρύλισε ένας.

«Οι φίλοι σου ήρθαν να σε πάρουν,» ακούστηκε μια φωνή πέρα από το πεδίο όρασής της – μια φωνή που αναγνώριζε. Ο πράκτορας. «Ντύσου.»

Τα ρούχα της έπεσαν δίπλα της.

«Τώρα.»

Η Σερφάντια, μετά δυσκολίας, κατόρθωσε να σηκωθεί όρθια στηριζόμενη στον τοίχο. Τα γόνατά της έτρεμαν, η μέση της πονούσε, οι μύες της ήταν δύσκαμπτοι, τα δάχτυλά της έκαναν ακούσιους νευρικούς σπασμούς. Το στόμα της ήταν ξερό, ο λαιμός της κολλημένος· δεν μπορούσε να μιλήσει. Τα ρούχα της χρειάστηκε κάμποση ώρα για να τα φορέσει, αλλά όταν τα κατάφερε νόμιζε ότι το σώμα της είχε ξεπιαστεί λίγο. Λίγο.

Και σκέφτηκε: Τι είπε; «Οι φίλοι σου ήρθαν να σε πάρουν»; Ποιοι φίλοι μου; Ο Έκτορας; Πώς είναι δυνατόν;

Ένας φρουρός την έπιασε απ’το μπράτσο και την έβγαλε από το δωμάτιο τραβώντας την. Τα πόδια της παραπατούσαν· οι μπότες της έμοιαζαν βαριές παρότι δεν ήταν.

Σκατά… Σκατά!… Πρέπει να συνέλθω. Να συνέλθω γιατί κάτι συμβαίνει εδώ. Κάτι σημαντικό.

Οι φρουροί την πήγαν σ’έναν περίβολο. Υπήρχαν νερά κάτω. Είχε βρέξει πρόσφατα; Οικοδομήματα ήταν γύρω της· και πέρα απ’αυτά, ένας μεταλλικός φράχτης. (Είμαι μέσα σ’εκείνο το μέρος που είχα δει να μπαίνει το εξάτροχο.) Ένα πυροβόλο… και ένα – δεν μπορεί να ήταν τίποτ’άλλο – ενεργειακό κανόνι… Οι φρουροί την οδήγησαν σ’έναν χώρο στάθμευσης οχημάτων. Τη σταμάτησαν μπροστά σ’ένα ψηλό, τετράκυκλο όχημα, πλάι στο οποίο στέκονταν δύο άντρες, ο ένας εκ των οποίων ο πράκτορας. Ο άλλος ήταν ένας τύπος με χρυσό δέρμα, ξανθά μαλλιά, και στολή που τον αναγνώριζε ως λοχαγό του Παντοκρατορικού Στρατού· η Σερφάντια δεν τον είχε ξαναδεί.

Της φόρεσαν χειροπέδες, δένοντας τα χέρια της πίσω απ’την πλάτη, και ανοίγοντας μια πόρτα την έσπρωξαν μέσα στο όχημα. Η Σερφάντια σωριάστηκε στο μεταλλικό πάτωμα.

«Δέστε και τα πόδια της,» πρόσταξε ο πράκτορας.

Δύο φρουροί μπήκαν στο όχημα· ο ένας τη σημάδευε με το πιστόλι του ενώ ο άλλος περνούσε έναν μεταλλικό κρίκο στους αστραγάλους της, δένοντας τα πόδια της μαζί.

Μετά, οι φρουροί έφυγαν, εκτός από έναν, ο οποίος επιβιβάστηκε στο όχημα μαζί με τον πράκτορα και τον άλλο άντρα – τον λοχαγό.

Ο λοχαγός κάθισε στο τιμόνι· ο φρουρός κάθισε πίσω, κοντά στη Μαύρη Δράκαινα, για να την προσέχει· και ο πράκτορας κάθισε – η Σερφάντια τώρα το πρόσεξε ότι υπήρχε – στο ενεργειακό κέντρο του οχήματος. Το όχημα είναι μεταβαλλόμενο.

Και ο πράκτορας είναι μάγος.

Η Σερφάντια τον άκουσε να υποτονθορύζει τα λόγια για κάποια μαγεία. Για τη Μαγγανεία Κινήσεως, κατά πάσα πιθανότητα.

«Είμαστε έτοιμοι,» είπε ο πράκτορας, μετά.

Ο λοχαγός έβαλε μπροστά.

Βγήκαν από τον χώρο στάθμευσης οχημάτων και, έπειτα, πέρασαν από την πύλη του μεταλλικού φράχτη καθώς αυτή άνοιγε εμπρός τους.

*

Στο Ξερακιανό Αγρίμι, οι επαναστάτες είχαν έναν σύνδεσμο. Δεν ήταν ο πανδοχέας, ούτε κάποιος από τους σερβιτόρους· ήταν ο υπεύθυνος του στάβλου και του γκαράζ. Τον έλεγαν Ρεϊμόνδο, και δεν ήταν από τη Σεργήλη· καταγόταν – καθώς υποδήλωνε και το όνομά του – από τη διάσταση της Χάρνταβελ, και απλά είχε «καταλήξει» εδώ, όπως έλεγε ο ίδιος. Ήταν πορφυρόδερμος και είχε κατάμαυρα, μακριά μαλλιά και μούσι. Επίσης, είχε μια μεγάλη ουλή στον αριστερό μηρό, που έλεγε ότι του την είχε κάνει ένας φρενιασμένος αγριόχοιρος στα δάση της Χάρνταβελ.

Ο Έκτορας ήρθε σε επαφή μαζί του για ν’αγοράσει ενεργειακές φιάλες· για ν’αφήσουν εκείνος κι οι σύντροφοί του τα δύο δίκυκλά τους στο γκαράζ· και για να του πει να παρακολουθεί τον δρόμο και να τον ειδοποιήσει, μέσω τηλεπικοινωνιακού πομπού, αν έβλεπε να γίνεται καμια πουστιά.

«Τι σημαίνει ‘πουστιά’ στη γλώσσα σου, Έκτορα;» ρώτησε ο Ρεϊμόνδος.

Ο Έκτορας τού εξήγησε ότι θα έκαναν μια ανταλλαγή. Οι Παντοκρατορικοί κρατούσαν έναν επαναστάτη, και ο Πρόμαχος σκόπευε να τον ανταλλάξει μ’έναν άνθρωπο της Παντοκράτειρας. Δεν έδωσε περισσότερες λεπτομέρειες, ούτε είπε ονόματα. Τόνισε, όμως, πως είχε πει στους Παντοκρατορικούς να έρθουν εδώ κοντά με όχημα ξηράς και με το πολύ τρία άτομα.

«Αν δεις, λοιπόν, να έρχονται φουσάτα από πολεμιστές, ή πολλά οχήματα, ή αεροσκάφη, ή κάτι άλλο παρόμοια ασυνήθιστο, αυτό είναι πουστιά στη γλώσσα μου.»

Ο Ρεϊμόνδος μειδίασε. «Καλώς. Αντιλαμβάνομαι.»

«Θα τα ξαναπούμε, Ρεϊμόνδε.»

«Να προσέχεις, Έκτορα.»

Ο Πρόμαχος πήρε τις δύο ενεργειακές φιάλες και έφυγε από το γκαράζ μαζί με τον Αλλάνδρη – που ήταν ο μόνος που τον είχε συνοδέψει εδώ· οι δυο τους είχαν φέρει τα δίκυκλα.

Τους υπόλοιπους τούς συνάντησαν αρκετές εκατοντάδες μέτρα βορειοανατολικά του πανδοχείου, στην ύπαιθρο, ενώ ο ήλιος της Σεργήλης είχε πάρει την τελική του τροχιά προς τη δύση αλλά δεν έδυε ακόμα.

Ο Αίολος εξακολουθούσε να οδηγεί το μικρό τετράκυκλο, και η Νιρίφα να βρίσκεται στο ενεργειακό του κέντρο. Ο Έκτορας τούς έδωσε τις ενεργειακές φιάλες.

Η Χλόη κρατούσε την Ελεονόρα’σαρ από το μπράτσο· τα μάτια της μάγισσας ήταν ακόμα σκεπασμένα με μαύρο δέρμα.

«Προχωράμε,» είπε ο Έκτορας. «Έχουμε κάποιο δρόμο να κάνουμε.»

Οι επαναστάτες οδοιπόρησαν, τραβώντας την αιχμάλωτη Ερευνήτρια μαζί τους· το μικρό τετράκυκλο ακολουθούσε κινούμενο αργά.

«Πού πηγαίνουμε;» ρώτησε η Ελεονόρα, ύστερα από την τρίτη φορά που σκόνταψε και παραλίγο να πέσει.

«Εκεί που θα σε ανταλλάξουμε,» της είπε η Χλόη, κρατώντας την από το μπράτσο. «Δε χρειάζεται να ξέρεις τίποτα περισσότερο.»

Οι επαναστάτες έφτασαν, τελικά, σ’ένα μέρος όλο δάση και απότομες πλαγιές, μακριά από κάθε κατοικημένη περιοχή. Δε φαινόταν κανένα σπίτι από εδώ· και φυσικά, ούτε το Ξερακιανό Αγρίμι, που ήταν τρία χιλιόμετρα προς τα νοτιοδυτικά.

Οι επαναστάτες κρύφτηκαν στις θέσεις που θεωρούσαν πιο κατάλληλες και, κατοπτεύοντας με κιάλια, περίμεναν τους Παντοκρατορικούς να έρθουν.

Η Χλόη, που καθόταν κοντά στον Έκτορα, πίσω από έναν ψηλό, γερτό βράχο, έβγαλε μια τράπουλα από τα ρούχα της και τράβηξε τρία φύλλα, τα οποία κράτησε με το ένα χέρι εμπρός της.

Μόρφασε.

«Τι είναι;» ρώτησε ο Έκτορας.

Η Χλόη τού έδειξε τα φύλλα: ο Μαχητής του Πυρός, το Πέντε των Ανέμων, η Πριγκίπισσα των Ανέμων.

«Και λοιπόν;» είπε ο Έκτορας.

«Αυτός είσαι εσύ,» του είπε η Χλόη δείχνοντας, με το άλλο χέρι, τον Μαχητή του Πυρός.

Ο Έκτορας μόρφασε μισοκλείνοντας το ένα μάτι. «Το ξέρεις ότι είμαι πιο όμορφος.»

Η Χλόη, ξαφνικά, τον φίλησε στα χείλη· έπειτα είπε: «Το Πέντε των Ανέμων συμβολίζει μέτρια αστάθεια, συνήθως. Κάτι δεν είναι και τόσο σταθερό στην περίπτωσή μας.»

«Δε νομίζω να το ρισκάρουν να χάσουν τη μάγισσα, Χλόη.»

«Η Πριγκίπισσα των Ανέμων είναι ένα ύπουλο πρόσωπο: πάντα κρύβεται πίσω από απάτες και κάνει σχέδια μέσα σε σχέδια, υφαίνει ιστούς.»

«…Η αράχνη,» μουρμούρισε ο Έκτορας, βλέποντας την Πριγκίπισσα των Ανέμων να γνέθει το υφαντό της ανάμεσα σε δύο πασσάλους καρφωμένους στη γη.

«Τι πράγμα;»

«Ο πράκτορας. Αυτός ο Κριτόλαος. Ίσως να μας έχει ετοιμάσει κάτι,» είπε ο Έκτορας. «Αλλά, απ’την άλλη, τούτα δεν είναι παρά τραπουλόχαρτα.» Έφερε πάλι τα κιάλια στα μάτια του, κοιτάζοντας τον ορίζοντα.

Η Χλόη δεν είπε τίποτα. Έβαλε τα χαρτιά μέσα στην τράπουλά της και την έψαξε για ένα άλλο φύλλο. Ο Μύστης των Υδάτων: κοιτάζει μέσα στη μαγική λίμνη και μαντεύει τα σχέδια των εχθρών του. Η Χλόη έκρυψε το τραπουλόχαρτο μέσα στον στηθόδεσμό της, πάνω στο αριστερό της στήθος.

Μετά από όχι πολλή ώρα, καθώς ο ήλιος έδυε και οι σκιές στην ύπαιθρο ήταν πυκνές, ο Έκτορας είδε ένα ψηλό, τετράκυκλο όχημα να έρχεται.

«Αυτοί είναι,» είπε· γιατί δεν μπορούσε να ήταν και κανένας άλλος εδώ πέρα.

Φόρεσε την κουκούλα του, και η Χλόη τη δική της.

*

«Σταμάτα εδώ,» είπε ο Κριτόλαος στον Λοχαγό Αρδάνη.

«Δε βλέπω κανέναν να μας περιμένει, Εξοχότατε,» αποκρίθηκε εκείνος.

Ο Κριτόλαος κοίταξε τον χάρτη της περιοχής, στη μικρή οθόνη της κονσόλας εμπρός του. «Έχουμε προχωρήσει τρία χιλιόμετρα βορειοανατολικά του πανδοχείου. Εδώ είναι· απλά δεν έχουν παρουσιαστεί ακόμα.»

Ο Αρδάνης σταμάτησε το όχημα.

Ο Κριτόλαος έπαψε να χρησιμοποιεί τη Μαγγανεία Κινήσεως. «Κλείσε της το στόμα, Λοχία,» είπε στον στρατιώτη που φυλούσε τη δεμένη Μαύρη Δράκαινα, «και λύσε της τα πόδια.»

Εκείνος – ένας άντρας με μαύρα μαλλιά και δέρμα λευκό-ροζ, ο οποίος ονομαζόταν Φοίνικας – υπάκουσε.

Ο Κριτόλαος και οι άλλοι δύο βγήκαν από το όχημα, βάζοντας τη Σερφάντια να σταθεί εμπρός τους. Όλοι τους κρατούσαν πιστόλια και τη σημάδευαν.

«Ήρθαμε για την Ελεονόρα!» φώναξε ο Κριτόλαος.

Η φωνή του αντήχησε στο τοπίο:

…Ήρθαμε για την Ελεονόρα…

…την Ελεονόρα…

…Ελεονόρα…

Και τότε, είδε δύο σκιερές φιγούρες να ξεπροβάλλουν επάνω σε μια πλαγιά. Καμία δεν έμοιαζε με όμηρο. Κι οι δύο βαστούσαν τουφέκια, όχι υψωμένα όμως. Φορούσαν κουκούλες στο κεφάλι.

«Είσαι ο Κριτόλαος;» φώναξε ο ένας από τους δύο.

«Μου είπατε ότι θα φέρετε την Ελεονόρα. Η Σερφάντια είναι μαζί μου, όπως βλέπετε.»

*

Ο Παντοκρατορικός δεν έλεγε ψέματα. Ο Έκτορας έβλεπε ότι, όντως, είχαν τη Μαύρη Δράκαινα μαζί τους, φιμωμένη και με τα χέρια δεμένα πίσω απ’την πλάτη. Έμοιαζε έτοιμη να καταρρεύσει· τι της είχαν κάνει;

Υψώνοντας το χέρι του έγνεψε στον Αλλάνδρη και στον Σωσία, κι εκείνοι (φορώντας κουκούλες) βγήκαν απ’την κρυψώνα τους μαζί με την Ελεονόρα. Τα χέρια της μάγισσας ήταν τώρα δεμένα πίσω απ’την πλάτη της, αλλά τα μάτια της ήταν ελεύθερα. Το στόμα της ήταν φιμωμένο.

Φαίνεται, σκέφτηκε ο Έκτορας, είχαμε την ίδια ιδέα με τον γαμημένο Παντοκρατορικό. Πράγμα που δεν τον εξέπληττε. Ήταν λογικό για την ανταλλαγή.

Ο Κριτόλαος ύψωσε ένα ζευγάρι κιάλια μπροστά στα μάτια του, κοιτάζοντας προς τη μεριά της Ελεονόρας.

«Αυτή δεν είναι;» του φώναξε ο Έκτορας.

«Αυτή είναι,» απάντησε εκείνος, κατεβάζοντας τα κιάλια. «Στείλτε τη προς το μέρος μας.»

«Ενώ εσείς θα στέλνετε τη Σερφάντια. Συγχρόνως.»

«Εννοείται,» φώναξε ο Κριτόλαος, κι έσπρωξε τη Μαύρη Δράκαινα ελαφρά στην πλάτη, λέγοντάς της κάτι που ο Έκτορας δεν μπορούσε, λόγω της απόστασης, ν’ακούσει.

Η Σερφάντια άρχισε να βαδίζει, παραπατώντας.

Τι της έκαναν οι γαμιόληδες; μούγκρισε εσωτερικά ο Έκτορας. Δεν έχασαν χρόνο να τη βασανίσουν! Οι γαμημένοι σκύλοι!

Την ίδια στιγμή έγνεφε στον Αλλάνδρη να στείλει στον Κριτόλαο την Ελεονόρα, κι εκείνος υπάκουσε. Η μάγισσα βάδισε προς τους Παντοκρατορικούς.

Οι οποίοι έβγαλαν τουφέκια και τα ύψωσαν. Όπως επίσης και οι επαναστάτες ύψωσαν τα δικά τους. Ένα απλό μέτρο ασφαλείας: αν η μία από τις δύο πλευρές επιχειρούσε προδοσία, η άλλη πλευρά θα πυροβολούσαν την αιχμάλωτή τους.

Η Σερφάντια και η Ελεονόρα πέρασαν σε απόσταση περίπου δύο μέτρων η μία από την άλλη.

Ο Έκτορας είδε τον Αλλάνδρη να λύνει το στόμα της Μαύρης Δράκαινας και να την αγκαλιάζει, όταν εκείνη έφτασε κοντά του.

*

Ο Κριτόλαος, χρησιμοποιώντας ένα ξιφίδιο, έκοψε το φίμωτρο της Ελεονόρας και τα σχοινιά από τα χέρια της, κι εκείνη τον αγκάλιασε σφιχτά, με δάκρυα να κυλάνε στα μάγουλά της.

«Πάμε!» της είπε, εσπευσμένα, ο Κριτόλαος. «Τώρα.»

Ο Λοχαγός Αρδάνης και ο Λοχίας Φοίνικας ήδη έμπαιναν στο όχημα.

«Γιατί…;» έκανε η Ελεονόρα «Τι…;»

Ο Κριτόλαος, σηκώνοντάς την από τη μέση, την τράβηξε μέσα στο όχημα, και κάθισε στο ενεργειακό κέντρο αρχίζοντας τη Μαγγανεία Κινήσεως.

*

«Τ’όχημά τους είναι μεταβαλλόμενο,» είπε η Σερφάντια στον Αλλάνδρη· η φωνή της ακουγόταν σαν κρώξιμο στ’αφτιά της: ο λαιμός της πονούσε. «Ίσως να σχεδιάζουν κάτι…»

«Σκατά, γαμώ τη φάρα τους!» μούγκρισε ο Αλλάνδρης, κι άνοιξε τον πομπό του. «Αίολε, Έκτορα: τ’όχημα είναι μεταβαλλόμενο – ετοιμαστείτε.»

«Γαμώ τον κώλο της Λόρκης!» άκουσε ο Αλλάνδρης τον Πρόμαχο να γρυλίζει.

*

Ο Κριτόλαος ολοκλήρωσε γρήγορα τη Μαγγανεία Κινήσεως· ήταν παιχνιδάκι για έναν Τεχνομαθή μάγο σαν εκείνον. Τα συστήματα του οχήματος τώρα λειτουργούν όλα άψογα, και η ενέργεια κυλούσε ομαλά.

Έτσι, άρθρωσε το Ξόρκι Μηχανικής Μεταβλητότητος, για να δώσει στο όχημα την άλλη του μορφή…

Την ίδια στιγμή, επάνω στην πλαγιά, ο Έκτορας και η Χλόη έτρεχαν να καλυφθούν· το ίδιο και ο Σωσίας, ο Αλλάνδρης, κι η Σερφάντια, αρκετά μέτρα απόσταση από αυτούς.

Και η Νιρίφα’μορ άρθρωνε τη Μαγγανεία Οπλικής Φορτίσεως, για να μπορεί να χρησιμοποιηθεί το ενεργειακό κανόνι του οχήματός της, που είχε την πολεμική του μορφή εκεί όπου ήταν κρυμμένο, πίσω από τα δέντρα και τη βλάστηση.

Η μαγγανεία της ολοκληρώθηκε σχεδόν ταυτόχρονα με την ολοκλήρωση του Ξορκιού Μηχανικής Μεταβλητότητος του Κριτόλαου. Οι επαναστάτες είδαν από την οροφή του Παντοκρατορικού τετράκυκλου να βγαίνει ένας μεγάλος έλικας, σαν να ξεπρόβαλλε μέσα από λιωμένα μέταλλα, και να αρχίζει αμέσως να περιστρέφεται. Συγχρόνως, οι τροχοί του οχήματος τραβιόνταν επάνω και εξαφανίζονταν, και το γενικότερο σχήμα του άλλαζε. Γινόταν αεροδυναμικό. Φτερά φύτρωναν στα πλευρά του, ουρά με μικρό έλικα πίσω του, και κάτω απ’τα φτερά, περιστρεφόμενα πολυβόλα.

Το ελικόπτερο υψώθηκε στον αέρα.

Πυροβολώντας.

Ο Έκτορας, καλυμμένος πίσω από τα βράχια, με σφαίρες, χώματα, και πέτρες να τινάζονται παντού γύρω του, γρύλισε μια σειρά από κατάρες και χυδαιολογίες για τη φάρα, τις μάνες, και τις γυναίκες των Παντοκρατορικών.

Ο Αίολος, καθισμένος στο τιμόνι του μικρού τετράκυκλου, σημάδεψε με το ενεργειακό κανόνι, που οι ενδείξεις στην κονσόλα μπροστά του του έλεγαν ότι ήταν έτοιμο για χρήση. «Δε φαίνεται να μας έχουν δει εμάς ακόμα, εδώ που είμαστε, Νιρίφα,» είπε.

«Ρίξτους!» γρύλισε η μάγισσα. «Υψώνονται!»

Ο Αίολος δεν ήταν και τόσο καλός στα οπλικά συστήματα· δεν ήταν αυτή η δουλειά του. Αλλά ούτε και τελείως άσχετος ήταν. Επιπλέον, η οθόνη της κονσόλας του έκανε τη σκόπευση εύκολη.

Το μόνο πρόβλημα ήταν ότι έπρεπε να χτυπήσει κινούμενο στόχο. Το ελικόπτερο πήγαινε ολοένα και πιο ψηλά καθώς πυροβολούσε.

Πατώντας τη σκανδάλη, ο Αίολος εξαπέλυσε μια ενεργειακή ριπή προς τους Παντοκρατορικούς.

*

«Σκατά!» φώναξε ο Αρδάνης προσπαθώντας να στρίψει το πηδάλιο γρήγορα.

Τα μάτια του Κριτόλαου γούρλωσαν βλέποντας την ενεργειακή ριπή να έρχεται. Ενεργειακό κανόνι–!

Το αεροσκάφος τους τραντάχτηκε. Τα φώτα στο εσωτερικό του αναβόσβησαν. Ο Τεχνομαθής αισθάνθηκε την ενεργειακή ροή του ελικοπτέρου να πάλλεται απότομα αλλά να ξαναβρίσκει την πορεία της.

Η Ελεονόρα ούρλιαξε.

Ο Φοίνικας καταράστηκε στο όνομα του Σκοτοδαίμονος.

Το ελικόπτερο έστριβε τώρα, παίρνοντας νότια κατεύθυνση ενώ, συγχρόνως, επιτάχυνε.

Καπνός έβγαινε από τη δεξιά του μεριά, πυκνός και σκούρος, κρύβοντας πλήρως τη θέα από εκεί.

«Το φτερό χτύπησαν,» είπε ο Αρδάνης ενώ πιλόταρε. «Το φτερό. –Πρέπει να φύγουμε!» Δεν περίμενε καν διαταγή από τον Κριτόλαο, και ο Κριτόλαος δεν τον αδικούσε.

«Οι μπάσταρδοι είχαν κρυμμένο το ενεργειακό κανόνι κάπου μέσα στη βλάστηση…» είπε, καθώς διατηρούσε απερίσπαστος τη Μαγγανεία Κινήσεως του αεροσκάφους.

«Μ’αυτό κατέστρεψαν το όχημά μου. Το ανατίναξαν,» του είπε η Ελεονόρα.

Ο Κριτόλαος ένευσε. «Το είδα διαλυμένο καθώς ερχόμουν.»

«Οι βοηθοί μου είναι καλά;»

«Ναι. Ήρθαν στο ερευνητικό κέντρο μαζί με τους φρουρούς.»

«Δεν ξέρω πώς το κατάφεραν αυτό το πράγμα οι επαναστάτες, Κριτόλαε…»

«Είναι πιο καλά οργανωμένοι στη Θακέρκοβ απ’ό,τι νομίζουμε,» αποκρίθηκε ο Κριτόλαος. «Η απειλή τους είναι πολύ σοβαρή, και πρέπει σύντομα, με κάποιον τρόπο, να την αντιμετωπίσουμε.

»Τι συμβαίνει, Αρδάνη;» ρώτησε ξαφνικά, καθώς αισθανόταν μια αλλαγή στην ενεργειακή ροή.

«Χάνουμε ενέργεια, Εξοχότατε. Από το χτυπ–»

«Θα φτάσουμε στο ερευνητικό κέντρο;»

«Ναι… Ναι. Νομίζω πως πρέπει, λογικά, να φτάσουμε. Δεν είναι μακριά.»

Ο Κριτόλαος έκλεισε τα μάτια και εστιάστηκε πλήρως στη Μαγγανεία Κινήσεως, για να κάνει όσο το δυνατόν καλύτερη διαχείριση της ενέργειας που έρρεε σαν αίμα στις φλέβες του μεταβαλλόμενου σκάφους.

*

Ο Αίολος προσπάθησε να ξαναχτυπήσει το ελικόπτερο αλλά αυτή τη φορά αστόχησε τελείως. Η ενεργειακή ριπή χάθηκε στον σκοτεινιασμένο ουρανό.

«Γαμήσου!…» μούγκρισε ο μάγος.

«Ήταν μακριά,» του είπε η Νιρίφα. «Και ο πιλότος τους μοιάζει καλός. Κοίτα πώς ελίσσεται… Δε νομίζω, πάντως, να επιστρέψουν.»

Η φωνή του Έκτορα, από τον πομπό: «Φεύγουν οι γαμημένοι!»

Η φωνή του Αλλάνδρη: «Και καλύτερα να την κάνουμε κι εμείς, αφεντικό, γιατί δεν ξέρεις με τι μπορεί να ξανάρθουν.»

Ο Έκτορας: «Είναι η Σερφάντια καλά;»

Η Σερφάντια: «Καλά είμαι.»

Ο Αίολος τούς είπε μέσω του πομπού: «Ξεκινάμε για το Αγρίμι. Τώρα.» Και οδήγησε το όχημα έξω από την κάλυψή του. «Νιρίφα, μεταμόρφωσέ το.»

Η μάγισσα άρθρωσε το Ξόρκι Μηχανικής Μεταβλητότητος, κάνοντας το όχημα πάλι ένα απλό μικρό τετράκυκλο και κρύβοντας το κανόνι του.

Κεφάλαιο 26
Επιστροφή στην Παράνοια της Πόλη

Το ελικόπτερο προσγειώθηκε, καπνίζοντας, στον περίβολο του ερευνητικού κέντρου. Ο Λοχαγός Αρδάνης, ο Λοχίας Φοίνικας, η Ελεονόρα, και ο Κριτόλαος βγήκαν γρήγορα από το αεροσκάφος, βήχοντας από τον καπνό που είχε αρχίσει πλέον να μπαίνει και στο εσωτερικό μέχρι να φτάσουν εδώ.

«Υπάρχει κάποιο πρόβλημα στη ροή της ενέργειας,» είπε ο Κριτόλαος σ’έναν Τεχνομαθή μάγο, καθώς άνθρωποι του ερευνητικού κέντρου συγκεντρώνονταν γύρω τους. «Φροντίστε το, γιατί μπορεί ακόμα και να γίνει καμια έκρηξη.»

Ο μάγος κατένευσε ενώ, συγχρόνως, μερικοί φρουροί χτυπούσαν το καπνίζον ελικόπτερο με κατασβεστήρες.

Η Ελεονόρα πήγε προς το οίκημα διαμονής, και προς το δωμάτιό της. Ο Κριτόλαος την ακολούθησε, κι εκείνη δεν έφερε αντίρρηση.

Όταν έφτασαν εκεί και η μάγισσα άρχισε να βγάζει τα βρόμικα ρούχα της, τη ρώτησε: «Δε σε βασάνισαν, έτσι;»

«Δεν θεωρείς ότι όλ’αυτά ήταν αρκετό βασανιστήριο;» έκανε απότομα η Ελεονόρα φορώντας μια ρόμπα πάνω από τα εσώρουχά της.

«Εννοώ αν σε χτύπησαν ζητώντας σου να τους αποκαλύψεις κάτι,» είπε ήπια ο Κριτόλαος.

Η Ελεονόρα αναστέναξε. Τον αγκάλιασε σφιχτά. «Με συγχωρείς,» μουρμούρισε. «Με συγχωρείς.»

Ο Κριτόλαος τύλιξε τα χέρια του γύρω της καθώς εκείνη έκλαιγε πάνω στον ώμο του. «Είσαι αναστατωμένη,» της ψιθύρισε, χαϊδεύοντας τα μαλλιά της. «Είναι λογικό.»

«Με ρώτησαν για τα φιαλίδια που είχα μαζί μου,» είπε η Ελεονόρα, όταν έκανε ένα βήμα πίσω φεύγοντας από την αγκαλιά του. Σκούπισε τα μάτια της με τα δάχτυλά της, βλεφαρίζοντας. «Τα φιαλίδια που περιείχαν απόσταγμα. Και… τους το είπα, Κριτόλαε–»

«Δεν πειράζει. Δεν είναι–»

«Δεν τους τα είπα όλα, όμως. Τους είπα ότι είναι μια ουσία που πήρα από το πλάσμα από το φεγγάρι· δεν τους είπα τι κάνει αυτή η ουσία: τους είπα πως δεν ξέρω τι κάνει. Εκείνοι, όμως, ήξεραν για το πλάσμα, Κριτόλαε, ήξεραν ότι είναι εκεί κάτω, το ήξεραν ήδη. Πρέπει νάχεις δίκιο: μπήκαν από κείνο το άνοιγμα στο υπόγειο.»

Ο Κριτόλαος ένευσε. «Όπως σου είπα, οι καταραμένοι επαναστάτες είναι καλύτερα οργανωμένοι στη Θακέρκοβ απ’ό,τι νομίζουμε.»

«Τα φιαλίδια τα έχουν μαζί τους τώρα,» είπε η Ελεονόρα. Βάδισε ώς την κάβα του δωματίου, γέμισε ένα ποτήρι με Γλυκό Κρόνο, και ήπιε το μισό μονοκοπανιά. Τα νεύρα της ήταν σε πολύ άσχημη κατάσταση· τα αισθανόταν σαν τεντωμένα, πυρακτωμένα καλώδια κάτω απ’το δέρμα της. «Και είναι καθαρό απόσταγμα εκεί μέσα, Κριτόλαε. Καθαρό απόσταγμα. Δηλαδή, όχι καθαρό ακριβώς. Είναι αναμιγμένο με αίμα και λοιπές άχρηστες ουσίες. Αλλά είναι απόσταγμα. Μπορούν να το μελετήσουν και να ανακαλύψουν τις ιδιότητές του. Και πολύ φοβάμαι ότι θα το κάνουν.» Ήπιε και τον υπόλοιπο Γλυκό Κρόνο. «Πάω να κάνω μπάνιο. Αυτός ο μαλάκας μού πήρε ακόμα και τα γυαλιά μου· θα πρέπει ν’αγοράσω άλλα.» Αναστέναξε. Πέταξε κάτω τη ρόμπα της και πήγε στο λουτρό.

Ο Κριτόλαος έβαλε ένα ποτήρι Σεργήλιο οίνο για τον εαυτό του και την περίμενε να πλυθεί, ακούγοντας το νερό να τρέχει.

Οι επαναστάτες μπορούσαν να γίνουν ακόμα πιο επικίνδυνοι τώρα. Αν ανακάλυπταν τις ιδιότητες του αποστάγματος, θα ήξεραν τι είχε η Παντοκράτειρα στα χέρια της… και όχι μόνο αυτό, αλλά θα το είχαν κι εκείνοι – έστω και περιορισμένα. Μόνο τέσσερα φιαλίδια. Εκτός αν έβρισκαν τεχνητό τρόπο για να το αναπαράγουν. Αλλά… ήταν αυτό δυνατό;

Ή, μάλλον, γιατί να μην ήταν;

Όπως και να είχε η υπόθεση, ένα ήταν το βέβαιο: ο Κριτόλαος όφειλε να διπλασιάσει τις προσπάθειές του για να βρει και να εξολοθρεύσει τους υποτακτικούς του Πρίγκιπα Ανδρόνικου μέσα στη Θακέρκοβ.

*

Οι επαναστάτες επέστρεψαν στη Θακέρκοβ από διαφορετικές μεριές, με διαφορετικά μέσα, και σε διαφορετικό χρόνο.

Ο Άλκιμος και ο Σωσίας μπήκαν στην πόλη από τα βόρεια, καβαλώντας ένα δίκυκλο και ακολουθώντας την Κεντρική Δημοσιά. Ο Αλλάνδρης και η Σερφάντια ήρθαν από τον ίδιο δρόμο, μετά από αυτούς, επίσης καβαλώντας δίκυκλο.

Ο Έκτορας και η Χλόη δανείστηκαν άλογα από τον Ρεϊμόνδο, στον στάβλο του Ξερακιανού Αγριμιού, και άρχισαν να ιππεύουν προς τα νότια, προς τη Θακέρκοβ. Η απόσταση ήταν πενήντα-τρία χιλιόμετρα, κι αυτό σήμαινε ότι τα άλογα χρειάζονταν περίπου οκτώ ώρες για να τη διανύσουν, με μια στάση ενδιάμεσα. Ο Αλλάνδρης είχε προτείνει να επιστρέψει για τον Πρόμαχο και τη Χλόη, αλλά εκείνοι είχαν αποκριθεί (συμφωνώντας χωρίς δισταγμό ο ένας με τον άλλο) ότι δε χρειαζόταν: «ώς το πρωί θα είμαστε εκεί,» είχε πει ο Έκτορας.

Ο Αίολος και η Νιρίφα πήγαν το μεταβαλλόμενο όχημά τους μέχρι τις όχθες του ποταμού Κάλμωθ, στα βόρεια· εκεί, η μάγισσα μετέτρεψε το μικρό τετράκυκλο σε υποβρύχιο και βυθίστηκαν κάτω από τα νερά του ποταμού. Βγήκαν από ένα βατό σημείο της αντικρινής όχθης, μεταμόρφωσαν ξανά το υποβρύχιο σε τετράκυκλο όχημα, και μπήκαν τελικά στη Θακέρκοβ από τη νότια μεριά.

*

Γύρω στα μεσάνυχτα, ο Έκτορας και η Χλόη σταμάτησαν για να ξεκουράσουν τα άλογά τους. Ξεκαβαλίκεψαν στο πλάι του δρόμου και άναψαν μια φωτιά.

Το κρύο ήταν τσουχτερό αλλά ευτυχώς είχαν κάπες μαζί τους, τις οποίες φορούσαν πάνω από τα ταξιδιωτικά ρούχα τους. Είχαν προ πολλού βγάλει τις στολές των Παντοκρατορικών στρατιωτών, καθώς και τη μεταμφίεση του Σωσία και του Αλλάνδρη.

Η Χλόη τέντωσε τα χέρια της πάνω από τις φλόγες για να τα ζεστάνει. «Καλά θα ήταν να είχαμε και τίποτα να φάμε…» είπε.

«Νόμιζες ότι ο θεός δεν θα είχε μεριμνήσει γι’αυτό;» Ο Έκτορας έβγαλε ένα δέμα από τον σάκο του.

«Πήρες φαγητό απ’το Αγρίμι

«Φυσικά.»

«Σε λατρεύω όταν είσαι προνοητικός.» Η Χλόη έπιασε τα μαλλιά του με το ένα χέρι και τεντώθηκε για να κολλήσει τα χείλη της πάνω στα χείλη του.

«Δεν είμαι πάντα προνοητικός;»

Η Χλόη συνοφρυώθηκε. «Συνήθως.» Ήταν στις καλές της και δεν ήθελε να του θυμίσει τις τόσες ανοησίες που είχε κάνει. Πριν από μερικές μέρες ήταν, εξάλλου, που είχε επιτεθεί στη Λεγεώνα, μέσα στο ίδιο το Λημέρι!

«Ας φάμε,» είπε ο Έκτορας.

Καθώς έτρωγαν, η Χλόη τον ρώτησε: «Εκείνα τα φιαλίδια που είχε η Ελεονόρα, τα έχεις μαζί σου;»

«Τα έδωσα στον Αίολο. Του είπα να τα αναλύσει, να μάθει τι είναι μέσα τους.»

«Νομίζεις ότι η μάγισσα μάς είπε αλήθεια; Ότι, όντως, δεν ξέρει τι είναι αυτή η ουσία;»

«Μάλλον ψέματα είπε, η καριόλα.»

Η Χλόη ήπιε μια γουλιά απ’τη μπίρα της. «Γιατί δεν την ανάγκασες να σου πει την αλήθεια;»

«Δεν ήταν αυτός ο σκοπός μου. Και δεν ήθελα να ρισκάρω τη ζωή της Σερφάντιας. Είμαι Πρόμαχος, και το πιο βασικό στην Επανάσταση είναι να κρατάς τους άλλους επαναστάτες ζωντανούς.»

Η Χλόη μειδίασε κοιτάζοντάς τον.

«Τι χαμογελάς εκεί πέρα, χαζοβιόλα;»

Η Χλόη γέλασε, τον κλότσησε στην κνήμη. «Επειδή σκέφτομαι ότι θες να κρατάς τους άλλους ζωντανούς αλλά δεν προσέχεις να κρατάς ζωντανό τον εαυτό σου.»

«Είμαι παιδί της πέτρας· τι περιμένεις;»

«Κι ο Αλλάνδρης τις ίδιες μαλακίες λέει. Τι νομίζετε ότι είστε επειδή είστε ‘παιδιά της πέτρας’; Κι εγώ στους δρόμους μεγάλωσα.»

«Τώρα, εσύ λες μαλακίες. Εσύ ήσουν στο χωριό σου με την οικογένειά σου μέχρι που σας έδιωξαν οι Παντοκρατορικοί. Εγώ δεν έχω οικογένεια, ποτέ δεν είχα· ούτε ο Αλλάνδρης. Είμαστε παιδιά της πέτρας. Μεγαλώσαμε στους δρόμους και στα ερείπια της Θακέρκοβ. Μη μπερδεύεις τα μήλα με τα κάστανα.»

«Τέλος πάντων. Άστο.

»Νομίζεις ότι οι Παντοκρατορικοί γι’αυτό θέλουν το πλάσμα από το φεγγάρι; Για την ουσία που παίρνουν; Την ουσία στα φιαλίδια;»

«Δεν αποκλείεται. Αν είναι αρκετά σημαντική…»

«Η Ελεονόρα, πάντως, δεν ήθελε να την πιει,» είπε η Χλόη. «Επομένως, δε μπορεί νάναι τίποτα καλό για τον οργανισμό. Ίσως να είναι δηλητήριο.»

«Θα έκαναν τόση φασαρία για ένα απλό δηλητήριο;»

«Ποιος είπε ότι είναι απλό;»

Ο Έκτορας, τελειώνοντας ένα κομμάτι ψητό κρέας, πέταξε ένα κόκαλο στις φλόγες και σκούπισε το στόμα του με το μανίκι του. «Τι το ιδιαίτερο νάχει; Το δηλητήριο είναι δηλητήριο. Ή σε σκοτώνει ή σε παραλύει, συνήθως. Πόσο σπουδαίο μπορεί νάναι το δηλητήριο αυτού του πλάσματος; Υπάρχουν ήδη δηλητήρια που σε στέλνουν στους θεούς μέσα σε δευτερόλεπτα.» Κούνησε το κεφάλι. «Όχι. Είναι κάτι σημαντικότερο. Σίγουρα είναι κάτι σημαντικότερο.»

«Καμια υπόθεση;»

«Θα δούμε τι θα μας πει ο Αίολος αύριο.» Ήπιε μια μεγάλη γουλιά απ’τη μπίρα του. «Θες να κοιμηθείς κάνα τρίωρο προτού συνεχίσουμε πάλι με τ’άλογα;» Έβγαλε ένα πούρο από την τσέπη του και το άναψε με τον ενεργειακό αναπτήρα του, ο οποίος έμοιαζε με το κεφάλι βρυχούμενου λιονταριού.

«Εσύ δε θα κοιμηθείς;» ρώτησε η Χλόη, τελειώνοντας κι εκείνη το φαγητό της και σκουπίζοντας τα χέρια και το πρόσωπό της μ’ένα μαντήλι.

«Θα φυλάω σκοπιά. Μπορεί να μην κυκλοφορούν ληστές εδώ πέρα, αλλά κυκλοφορούν τσιράκια της Παντοκράτειρας και ποιος ξέρει τι άλλοι καριόληδες.»

«Δε μπορώ να το δεχτώ αυτό,» είπε η Χλόη.

«Ποιο;»

«Να φυλάς σκοπιά κι εγώ να κοιμάμαι.»

Ο Έκτορας ρουθούνισε. «Ρίξε τα χαρτιά, να δεις τι θα σου πούνε.»

Τα μάτια της Χλόης γυάλισαν αντανακλώντας τις φλόγες.

«Κοίτα,» είπε ο Έκτορας, «μη με τσαντίζεις. Ή πέσε και κοιμήσου, ή γδύσου και μείνε να μου κάνεις παρέα.»

Η Χλόη δεν χαμογέλασε. «Αυτός δεν είναι ο καλύτερος τρόπος για να πεις σε μια γυναίκα να κοιμηθεί μαζί σου.»

«Ποιος είπε ότι θα κοιμηθούμε;» Ο Έκτορας την άρπαξε από τη μέση και την τράβηξε κοντά του. «Δεν είπα ότι θα κοιμηθούμε.» Φίλησε το πλάι του λαιμού της, γεμίζοντας τα ρουθούνια του με τη μυρωδιά της. Η Χλόη δεν αντιστάθηκε, ακόμα κι όταν το άλλο χέρι του ψηλαφούσε τα ξαναμμένα στήθη της και ο Έκτορας τής είπε: «Δεν κρύβεις χαρτιά απόψε;»

Η Χλόη γέλασε. Τα χείλη τους συναντήθηκαν. Το χέρι της πασπάτεψε το ορθωμένο του μόριο και τα μπαλάκια από κάτω. «Ούτε εσύ κρύβεις χαρτιά,» του είπε.

«Εγώ δεν το συνηθίζω.»

Η Χλόη τράβηξε ένα τυχαίο τραπουλόχαρτο από την τσέπη της και το πέρασε μέσα στη μπροστινή μεριά του παντελονιού του. «Ποτέ δεν είναι αργά για ν’αρχίσεις.»

«Θα σε πλακώσω στο ξύλο,» είπε ο Έκτορας.

*

Έφτασαν στη Θακέρκοβ με την αυγή και πήγαν κατευθείαν στο Χωνευτήρι και στην Οινόσφαιρα. Οι περισσότεροι από τους υπόλοιπους κοιμόνταν. Ο Αλλάνδρης φυλούσε σκοπιά.

«Γυρίσατε ζωντανοί, λοιπόν,» τους είπε, παίζοντας το κομπολόι του.

«Μόλις και μετά βίας,» αποκρίθηκε ο Έκτορας. «Αυτή,» έδειξε τη Χλόη με τον αντίχειρά του, «παραλίγο να με σκοτώσει.»

«Για μένα, όλο καλά πράγματα λέει.» Η Χλόη τον γρονθοκόπησε, ελαφρά, στα κωλομέρια.

«Οι άλλοι είναι εδώ;» ρώτησε ο Έκτορας τον Αλλάνδρη.

Εκείνος ένευσε.

«Πάμε να ψοφήσουμε, λοιπόν.»

Ο Πρόμαχος και η Χλόη ανέβηκαν στο δωμάτιό τους.

*

Το πρωί, η Ελεονόρα πρότεινε να πάνε στη Θακέρκοβ.

«Είσαι σίγουρη ότι θέλεις να επιστρέψεις από τώρα εκεί;» τη ρώτησε ο Κριτόλαος.

«Υποθέτω, θα πάρεις όλα τα απαραίτητα μέτρα ασφαλείας!»

«Αυτό εννοείται.»

«Τότε, ξεκινάμε.»

Στην περιοχή γύρω από τη δανειστική βιβλιοθήκη, τυφεκιοφόροι ακροβολίστηκαν στις οροφές των οικοδομημάτων· κατάσκοποι γέμισαν τους δρόμους, ορισμένοι απ’τους οποίους ήταν μάγοι και χρησιμοποιούσαν ξόρκια εντοπισμού και ανίχνευσης· γρυποκαβαλάρηδες της χωροφυλακής περιπολούσαν, φτερουγίζοντας πάνω και ανάμεσα από τα ψηλά οικοδομήματα της πόλης.

Ο Κριτόλαος, η Ελεονόρα, και οι βοηθοί της μπήκαν με ασφάλεια στη βιβλιοθήκη και κατέβηκαν στο υπόγειο, όπου βρισκόταν, υπό φρούρηση, το πλάσμα από το φεγγάρι.

«Γνωρίζεις τι συνέβη;» το ρώτησε ο Κριτόλαος, προτού ξεκινήσει η συλλογή του αποστάγματος.

…Ναι…

«Πού είναι οι επαναστάτες;» απαίτησε ο Κριτόλαος. «Πες μου πού κρύβονται.»

…Δεν γνωρίζω…

«Λες ψέματα! Νομίζεις ότι θα έρθουν εδώ για να σε ελευθερώσουν; Είσαι γελασμένος! Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι η καταστροφή! Πες μου πού κρύβονται, και θα σε ανταμείψω. Το υπόσχομαι.» Και το εννοούσε, γιατί ήξερε πως, αν έλεγε ψέματα, η οντότητα από το φεγγάρι μάλλον θα το καταλάβαινε αφού είχε μαντικές δυνάμεις.

…Δεν γνωρίζω πού κρύβονται οι επαναστάτες, Κριτόλαε…

«Γνωρίζεις τόσα πολλά, κι όμως αυτό σου… διαφεύγει

…Γνωρίζω όσα συνέβησαν στην Ελεονόρα επειδή εκείνη τα έφερε σ’εμένα… Οι επαναστάτες – οι άνθρωποι που την απήγαγαν – δεν είναι κοντά, κι έτσι δεν μπορώ να γνωρίζω γι’αυτούς. Το μονοπάτι σταματά στην Ελεονόρα, γιατί δεν είναι δεμένη μαζί τους.

«Θα μπορούσαμε κάπως να το… διορθώσουμε αυτό; Θα μπορούσαμε να διευρύνουμε την… εμβέλεια που έχουν οι δυνάμεις σου;» ρώτησε ο Κριτόλαος.

…Δεν γνωρίζω…

Ο Κριτόλαος στράφηκε στην Ελεονόρα, ατενίζοντάς την ερωτηματικά.

Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους. «Ούτε εγώ γνωρίζω αν γίνεται. Δεν ξέρω τι θα μπορούσε να ισχυροποιήσει τη ‘ματιά’ αυτής της οντότητας. Θα πρέπει να πειραματιστώ για να το ανακαλύψω.»

Σας παρακαλώ… Όλα τούτα είναι άσκοπα. Δεν έχω καμια χρησιμότητα για εσάς–

«Θέλεις να επιστρέψεις στην πατρίδα σου, δεν θέλεις;» διέκοψε ο Κριτόλαος το πλάσμα, που τον κοίταζε με το μοναδικό του μάτι.

Ναι. Και θα μου πεις πως πρέπει να σας υπηρετήσω για να με αφήσετε να επιστρέψω. Αλλιώς, σας είμαι άχρηστος, και τότε, θα με εξοντώσετε…

«Δεν θα το έθετα ακριβώς έτσι,» είπε σταθερά ο Κριτόλαος. «Για να σου προσφέρουμε, πρέπει να μας προσφέρεις. Αμοιβαίο συμφέρον. Αν δεν υπάρχει αμοιβαίο συμφέρον, τίποτα δεν γίνεται. Για κανέναν.»

…Λυπάμαι που το βλέπεις έτσι…

Ο Κριτόλαος δεν μίλησε.

Ούτε και η οντότητα από το φεγγάρι· μονάχα ανοιγόκλεισε μερικές φορές το μάτι του αρχαίου, ημιτελούς σώματός της.

Η Ελεονόρα είπε: «Ας συλλέξουμε τώρα το απόσταγμα. Φορέστε τις στολές σας.»

Καθώς οι πόλοι χτυπούσαν το ημιτελές θηρίο με ενέργεια και τριξίματα και ουρλιαχτά γέμιζαν το υπόγειο, ο Κριτόλαος αισθάνθηκε τον πομπό του να δονείται. Βγήκε απ’το δωμάτιο, κλείνοντας τη μεταλλική πόρτα πίσω του, έβγαλε το κράνος της στολής του, και άνοιξε τον πομπό, ενώ τέσσερις πράκτορες βρίσκονταν γύρω του, για λόγους φρούρησης του μέρους.

«Εξοχότατε. Εντοπίσαμε έναν τηλεοπτικό πομπό ο οποίος κοιτάζει την είσοδο της βιβλιοθήκης.»

*

Ένας από τους κατασκόπους του που ήταν μάγος, χρησιμοποιώντας ένα Ξόρκι Τηλεοπτικής Ανιχνεύσεως, είχε καταφέρει να εντοπίσει τον τηλεοπτικό πομπό. Η συσκευή ήταν σ’ένα δώμα, σ’έναν παράλληλο δρόμο, και κοίταζε ανάμεσα από δύο ψηλότερα χτίρια και πάνω από ένα χαμηλότερο. Έβλεπε την είσοδο της δανειστικής βιβλιοθήκης. Και δεν ήταν ενεργή τώρα. Ούτε μπορούσε να ενεργοποιηθεί από κοντά με κάποιο κουμπί. Ενεργοποιείτο εξ αποστάσεως μέσω τηλεπικοινωνιακής συχνότητας. Τώρα, πάντως, δεν εξέπεμπε τίποτα· ο Κριτόλαος το έλεγξε.

Οι δαιμονισμένοι επαναστάτες. Μας παρακολουθούσαν τόσον καιρό. Παρατηρούσαν και, στο τέλος, έδρασαν.

Τώρα, όμως, δε θα κάνουν τίποτ’άλλο σε τούτο το μέρος.

«Μην πειράξετε τίποτα,» είπε ο Κριτόλαος στους πράκτορες γύρω του, καθώς στέκονταν επάνω στο δώμα, δίπλα στον τηλεοπτικό πομπό. «Αφήστε τη συσκευή εδώ που είναι. Και παρακολουθείτε την. Μόλις ενεργοποιηθεί, δείτε πού πηγαίνει η συχνότητα – και ειδοποιήστε με αμέσως. Πρόκειται για αποστάτες, κατά πάσα πιθανότητα· κι αυτή τη φορά, θα τους πιάσω.»

*

Οι επαναστάτες, όταν συγκεντρώθηκαν το πρωί για να συζητήσουν, συμφώνησαν να μην ξαναπλησιάσουν τη δανειστική βιβλιοθήκη – για την ώρα, τουλάχιστον.

«Οι Παντοκρατορικοί θα έχουν πράκτορές τους παντού,» είπε η Σερφάντια, που ακόμα αισθανόταν εξουθενωμένη από τη δοκιμασία που είχε περάσει. Η μέση της ήταν πιασμένη από το άβολο κρέμασμα απ’το ταβάνι, και οι μύες της πονούσαν από τα χτυπήματα των ενεργειακών όπλων. «Σύντομα, θα βρουν και τον τηλεοπτικό πομπό της Νιρίφα· είμαι βέβαιη. Μπορεί, μάλιστα, να τον έχουν βρει ήδη

Η Νιρίφα’μορ κατένευσε και ήπιε μια γουλιά απ’τον καφέ της. «Ναι. Σίγουρα θα τον βρουν.»

«Δε μπορούμε πλέον να πλησιάσουμε,» είπε ο Αλλάνδρης· «αυτό εννοείται. Ακόμα και κάτι αυτοκτονικοί που περιφέρονται ανάμεσά μας πρέπει να το καταλαβαίνουν,» πρόσθεσε κοιτάζοντας τον Έκτορα.

«Θες να πεις κάτι λειανά, Αλλάνδρη;» μούγκρισε ο Πρόμαχος. «Πες το, και μετά πάμε να παίξουμε μπουνιές έξω απ’το μαγαζί.»

Οι άλλοι χαμογέλασαν, γιατί ήταν φανερό ότι κι οι δυο τους αστειεύονταν.

Ο Έκτορας ρώτησε τον Αίολο: «Τι λένε εκείνα τα φιαλίδια, μάγε;»

«Δε μου έχουν μιλήσει ακόμα,» αποκρίθηκε εκείνος καθώς καθάριζε τα γυαλιά του και τα κοίταζε για να δει αν το κρύσταλλο είχε ξεθολώσει. «Θα πιάσουμε κουβέντα σε λίγο, όμως. Και πιστεύω μέχρι το απόγευμα να έχω μια ιδέα περί τίνος πρόκειται.»

«Ωραία,» είπε ο Έκτορας. «Με τρώει η περιέργεια τι το θέλουν αυτό το πράμα οι Παντοκρατορικοί.»

*

Η Ελεονόρα κατάφερε να πάρει τέσσερα ακόμα φιαλίδια με απόσταγμα: και μετά, το αρχαίο σώμα της οντότητας από το φεγγάρι έμοιαζε να βρίσκεται στα όρια του θανάτου.

«Τι μπορώ να κάνω για να σε αναζωογονήσω;» ρώτησε η Ελεονόρα, αφού έβγαλε την ειδική στολή της και φόρεσε το ταγέρ της. «Θέλεις φαγητό; Ποτό;»

…Το ξέρεις ότι δεν χρειάζομαι τροφή… Αυτό το σώμα δεν μπορεί ακόμα να φάει· δεν είναι ολοκληρωμένο. Το αδ’σ’ρ μου είναι που το συντηρεί και που το αναδημιουργεί. Μ’αυτό που μου κάνεις, όμως, εξαντλείς το αδ’σ’ρ μου· δυσκολεύεις τη δουλειά μου…

Κάποιου είδους ενέργεια πρέπει να ήταν αυτή η παράξενη λέξη που ανέφερε κάθε τόσο η οντότητα, σκέφτηκε η Ελεονόρα. Κάποιου είδους ζωτική ενέργεια, σαν ψυχή, αν υπήρχε τέτοιο πράγμα – ή, μάλλον, ό,τι κι αν σήμαινε για τον καθένα.

«Δεν μπορούμε, με κάποιον τρόπο, να ισχυροποιήσουμε αυτό το… αδ’σ’ρ;» Ήταν σίγουρη ότι δεν πρόφερε σωστά τη λέξη γιατί δεν την άκουγε και σωστά· το μυαλό της δεν είχε τη δυνατότητα να την καταλάβει επακριβώς: έφτανε σ’εκείνη σαν μέσα από διαστρεβλωτικό δίαυλο.

…Φοβάμαι πως όχι, Ελεονόρα… Χρειάζομαι χρόνο… και ησυχία… ηρεμία…

Αυτά, μάλλον, δε θα τα έχεις, σκέφτηκε ακούσια η Ελεονόρα προτού προλάβει να σταματήσει το μυαλό της.

Ναι, γνωρίζω τις προθέσεις σας…

Η οντότητα είχε, φυσικά, διαβάσει τη σκέψη της. Μάλλον, δεν μπορούσε και να μην τη διαβάσει.

Έχεις δίκιο. Όπως εσύ δεν μπορείς να μην ακούς όταν οι άλλοι μιλάνε δυνατά. Είναι το ίδιο…

Η Ελεονόρα κούνησε το κεφάλι και βάδισε μέσα στο δωμάτιο, απομακρυνόμενη από το φανερά ταλαιπωρημένο ημιτελές σώμα. Η οντότητα από το φεγγάρι την έκανε ν’ανατριχιάζει, ώρες-ώρες.

*

Η Ελεονόρα δεν επέστρεψε στο ερευνητικό κέντρο έξω από τη Θακέρκοβ· το μεσημέρι το πέρασε μαζί με τον Κριτόλαο, στο διαμέρισμά του. Παράγγειλαν φαγητό από ένα εστιατόριο και τους το έφεραν. Καθώς έτρωγαν ο τηλεπικοινωνιακός πομπός του Κριτόλαου κουδούνισε, κι εκείνος σκούπισε τα χείλη του, σηκώθηκε από την καρέκλα, έπιασε τον πομπό από το τραπεζάκι όπου τον είχε αφήσει, και κοίταξε τη μικρή του οθόνη.

Η Χοαρκίδα.

Τον άνοιξε.

«Χοαρκίδα.»

«Τι κάνεις, Κριτόλαε; Είσαι καλά;»

«Ναι· γιατί ρωτάς;»

«Σε καλούσα χτες και προχτές και δεν απαντούσες, ούτε στον πομπό ούτε στον δίαυλο του σπιτιού σου.»

Η Χοαρκίδα δεν είχε πρόσβαση στις κεραίες που έφερναν το ερευνητικό κέντρο σε επαφή με τη Θακέρκοβ. «Είχα κάτι δουλειές και δεν ήμουν εδώ.»

«Εκτός πόλης;»

«Ναι.»

«Σε άλλη πόλη;»

«Όχι.»

«Απόρρητο, να υποθέσω;»

«Ναι.»

«Δε λες πολλά. Είναι η σύζυγος από κοντά;»

Ο Κριτόλαος γέλασε καθώς βάδιζε προς το γραφείο του. «Μη λες ανοησίες. Αλλά, ναι, εδώ είναι.»

«Μου υποσχέθηκες ότι θα τη γνωρίσω.»

«Ναι…»

«Απόψε;»

«Εμμ… Πραγματικά δεν ξέρω.»

«Γιατί όχι;»

«Κοίτα. Συνέβησαν κάποια πράγματα. Βλέπουμε από αύριο, εντάξει; Θα το πω στην Ελεονόρα.»

«Εντάξει,» είπε η Χοαρκίδα, και ρώτησε: «Τι πράγματα συνέβησαν;»

«Κάποια επεισόδια. Με αποστάτες. Ήταν μπλεγμένη κι η Ελεονόρα – ως όμηρος.»

«Θεοί!… Είναι χτυπημένη;»

«Όχι, ευτυχώς. Αν δεν το ήξερα πως της συνέβησαν όλα αυτά, δε θα το καταλάβαινα από τη σημερινή συμπεριφορά της. Είναι καλά.»

«Εντάξει· συγνώμη αν ενόχλησα,» είπε η Χοαρκίδα, χωρίς ειρωνική χροιά στη φωνή της.

«Δεν ενόχλησες. Θα τα πούμε σύντομα, Χοαρκίδα,» αποκρίθηκε ο Κριτόλαος.

Η Χοαρκίδα τού έστειλε ένα φιλί μέσα από τον πομπό.

Η επικοινωνία τερματίστηκε, και ο Κριτόλαος επέστρεψε στο τραπέζι, για να καθίσει αντίκρυ της Ελεονόρας.

«Ποιος ήταν;» τον ρώτησε εκείνη πίνοντας μια γουλιά κρασί.

«Μια φίλη.»

«Φίλη;»

«Ναι. Χοαρκίδα Καμάρνη τη λένε.»

Η Ελεονόρα συνοφρυώθηκε. «Η Διευθύντρια του Άστρου

«Ακριβώς.»

«Την ξέρεις από κοντά; Συνεργάζεσαι μαζί της;»

«Από παλιά,» παραδέχτηκε ο Κριτόλαος.

*

Το απόγευμα, ο Αίολος κάλεσε τον Έκτορα μέσω διαύλου και του είπε να έρθει στο κάτω υπόγειο.

«Βρήκες τι είναι αυτό το πράγμα;» ρώτησε ο Πρόμαχος.

«Έλα και θα σου πω.»

Ο Έκτορας έκλεισε τον δίαυλο, καθώς στεκόταν πίσω από το μπαρ. Στην αίθουσα της Οινόσφαιρας υπήρχε κάμποσος κόσμος, αλλά ήταν βέβαιος ότι οι υπόλοιποι θα τα κατάφερναν μια χαρά και χωρίς αυτόν· για την ακρίβεια, δε νόμιζε ότι η παρουσία του τους βοηθούσε τώρα σε τίποτα. Και ο Χρίστος φαινόταν να έχει αετίσιο βλέμμα, καθώς παραφυλούσε τους πορτοφολάδες. Δε λάθεψα που το μάζεψα αυτό το ρεμάλι απ’το δρόμο, σκέφτηκε ο Έκτορας. Κι έστρεψε τα μάτια του στη Χλόη, η οποία καθόταν σ’ένα τραπέζι κι έπαιζε χαρτιά μ’άλλους δύο. Φαινόταν απασχολημένη, όπως πάντα όταν είχε τραπουλόχαρτα στα χέρια της.

Ο Έκτορας βγήκε πίσω από το μπαρ και κατέβηκε στο κάτω υπόγειο της Οινόσφαιρας, όπου τον περίμεναν ο Αίολος και η Νιρίφα. Κάτι αποκρουστικές οσμές είχαν γεμίσει το μέρος.

Ο Έκτορας σούφρωσε τη μύτη του. «Τι σκατά είν’αυτό; Σκοτώσατε τίποτα;»

«Χυμικές ουσίες,» εξήγησε ο Αίολος, «για τη διάλυση άλλων ουσιών.»

Ο Έκτορας κοίταξε τη Νιρίφα ερωτηματικά. Εκείνη μόρφασε, λέγοντας: «Μη βλέπεις εμένα· εγώ διαμαρτύρομαι εδώ και ώρα· και δεν έχω ιδέα από τέτοια.»

Ο Έκτορας στράφηκε πάλι στον Αίολο. «Βρήκες τίποτα;»

«Σχετικό είναι αυτό…» είπε ο μάγος σκεπτικά.

Ο Έκτορας ύψωσε ένα φρύδι.

«Το υγρό της Ελεονόρας περιέχει αίμα, κατά πρώτον, που υποθέτω είναι το αίμα του ημιτελούς σώματος του Κάρσενωφ. Περιέχει, όμως, κι άλλα στοιχεία. Ορισμένα τα ξέρω: είναι από σωματικά υγρά και τέτοια. Οι ποσότητες φανερώνουν κάποιο πολύ δυνατό θηρίο. Αλλά υπάρχουν και στοιχεία που δεν έχω συναντήσει ποτέ ξανά στη ζωή μου.» Ο Αίολος άναψε τσιγάρο. «Είναι τελείως άγνωστα, και υποθέτω ότι προέρχονται από την οντότητα από το φεγγάρι. Το μόνο που καταλαβαίνω είναι ότι έχουν να κάνουν με ζωτική ενέργεια και νοητική λειτουργία. Δεν ξέρω τι μπορεί να πάθει κάποιος αν, για παράδειγμα, πιει αυτό το πράγμα. Ούτε αν το ρίξει επάνω του· δε δοκίμασα να το πιάσω με γυμνά χέρια.»

«Τι μπορεί να το θέλουν οι Παντοκρατορικοί, δηλαδή;» ρώτησε ο Έκτορας, συνοφρυωμένος.

«Κοίτα… κατ’αρχήν, δε νομίζω νάναι θανατηφόρο. Δε μου φαίνεται ότι τα στοιχεία που το αποτελούν είναι τέτοια που θα προκαλούσαν άμεση ζημιά στον άνθρωπο. Τουλάχιστον, όχι στο σώμα του.»

«Στο μυαλό του, τότε;»

«Μπορεί.»

«Θες να πεις ότι αν πιεις αυτό το πράγμα ίσως να τρελαθείς;»

«Δεν αποκλείεται,» είπε ο Αίολος. «Σκέψου μόνο ότι αρκετοί από αυτούς που πήγαν στο φεγγάρι τρελάθηκαν. Ακόμα όμως και να μην τρελαθείς, αυτή η ουσία θα επηρεάσει τη νοητική σου λειτουργία. Σαν ναρκωτικό, πολύ πιθανόν. Παραισθησιογόνο, ίσως· ή κάτι ισχυρότερο.»

«Ναρκωτικό;» Ο Έκτορας συνοφρυώθηκε πάλι, βαθύτερα. «Ένα πολύ ισχυρό ναρκωτικό;… Οι λακέδες της Παντοκράτειρας μπορεί να θέλουν να το εκμεταλλευτούν.»

«Ναι, μπορεί. Αλλά, για να γίνει αυτό, πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να το παράγουν μαζικά· και δε νομίζω ότι όπως κι αν παίρνουν την ουσία από το πλάσμα στο υπόγειο είναι ‘μαζική παραγωγή’.»

«Μου κάνεις τον χαζό, μάγε; Θα την αντιγράψουν στα εργαστήριά τους!»

Ο Αίολος κούνησε το κεφάλι και έσβησε το τσιγάρο του σ’ένα τασάκι. «Τα στοιχεία που αποτελούν την ουσία, όπως σου είπα, αφεντικό, είναι άγνωστα. Δε μπορείς να τα αναπαράγεις εσύ· δεν υπάρχουν στη φύση–»

«Τι είν’αυτά που λες; Αν δεν υπάρχουν στη φύση, τότε δε θα ήταν μέσα στην ουσία!»

«Εννοώ ότι δεν υπάρχουν εδώ, στο έδαφος της διάστασής μας. Ίσως να υπάρχουν μόνο στο φεγγάρι της Σεργήλης. Αλλά θα πάει κανένας εκεί να τα αναζητήσει; Δεν το νομίζω, Έκτορα.»

«Θες να μου πεις ότι δεν υπάρχει κανένας απολύτως τρόπος να αναπαράγουν αυτή την ουσία;» ρώτησε ο Πρόμαχος.

«Το ‘κανένας απολύτως τρόπος’ είναι πολύ… απόλυτο. Ίσως και να υπάρχει. Εγώ, πάντως, δεν τον ξέρω. Και αμφιβάλλω αν τον ξέρει η Ελεονόρα, ή κανένας άλλος Παντοκρατορικός.»

Κεφάλαιο 27
Αναλύοντας και Ερευνώντας

Το απόγευμα, η Ελεονόρα επέστρεψε στο ερευνητικό κέντρο χωρίς τον Κριτόλαο, έχοντας μαζί της, φυσικά, τα φιαλίδια με το απόσταγμα που είχε συγκεντρώσει. Ήθελε να το αναλύσει ξανά, για να δει αν ήταν το ίδιο με αυτό που είχε συλλέξει την προηγούμενη φορά. Κι επίσης, ήθελε να προσπαθήσει να βρει κάποια μέθοδο για να το αναπαράγει σε μεγάλες ποσότητες. Γιατί, αν ήταν να χρησιμοποιηθεί μαζικά, δεν είχε νόημα να το συγκεντρώνουν λίγο-λίγο από το πλάσμα στο υπόγειο σαν να άρμεγαν αγελάδα.

Προτού όμως κάνει οτιδήποτε, η Ελεονόρα έριξε μια ματιά στον γυάλινο λαβύρινθο με τα κίρ’χικ, και είδε ότι το ποντίκι στο οποίο είχε κάνει ένεση με το απόσταγμα ήταν τώρα νεκρό. Δεν το είχαν σκοτώσει τα άλλα· είχε πεθάνει από μόνο του. Το απόσταγμα είχε υπερφορτώσει τόσο πολύ τον μικρό του εγκέφαλο και το νευρικό του σύστημα, που το είχε σκοτώσει.

Αυτό ήταν φυσιολογικό. Και παλιότερα είχε, επανειλημμένως, συμβεί, όπως έλεγαν οι καταγραφές στο αρχείο του ερευνητικού κέντρου. Τα κίρ’χικ πάντοτε πέθαιναν στο τέλος, ύστερα από ένεση Ε-8.

Ε-8: το όνομα που είχαν δώσει οι ερευνητές στο απόσταγμα όταν το είχαν πρωτοανακαλύψει. Ε ήταν ο κωδικός για τις ουσίες που επηρέαζαν συγχρόνως το νευρικό σύστημα και τον εγκέφαλο. 8 ήταν ο αριθμός της συγκεκριμένης ουσίας· υπήρχαν άλλες εφτά πειραματικές ουσίες πριν από αυτήν – καμια τους τόσο σημαντική.

Η Ελεονόρα πήρε το νεκρό κίρ’χικ από τον λαβύρινθο και ζήτησε από τον Γρηγόριο’νιρ – έναν μάγο Βιοσκόπο του ερευνητικού κέντρου – να το ελέγξει. Εκείνος, ύστερα από ένα ξόρκι, της είπε ότι δεν είχε νόημα· το πλάσμα ήταν νεκρό: δεν υπήρχαν σημάδια ζωής μέσα του. Τίποτα απολύτως; ρώτησε η Ελεονόρα. Τίποτα απολύτως, της απάντησε εκείνος αφού έκανε ακόμα έναν έλεγχο με τη μαγεία του.

Η Ελεονόρα έδωσε το κίρ’χικ στους βοηθούς της για να του κάνουν εκτεταμένη βιολογική ανάλυση μέσω των ειδικών συσκευών. Όταν, μετά από κάποια ώρα, είχε τα αποτελέσματα στα χέρια της, τα συνέκρινε με τα αποτελέσματα παρόμοιων αναλύσεων πριν από δεκάξι χρόνια. Δεν υπήρχε καμία διαφορά, διαπίστωσε. Κάποια ξένη ουσία – το Ε-8, το απόσταγμα – φαινόταν καθαρά ότι είχε κάψει τον εγκέφαλο και το νευρικό σύστημα του κίρ’χικ, αφού τα είχε βάλει σε έντονη, παραφυσική λειτουργία.

Καθώς η νύχτα είχε έρθει, η Ελεονόρα έκανε, γι’ακόμα μια φορά, ανάλυση του αποστάγματος. Τα στοιχεία που το αποτελούσαν δεν διέφεραν σε τίποτα από πριν. Κι όμως, το χρώμα είναι διαφορετικό σε σχέση με παλιά… Στις φωτογραφίες που είχε η Ελεονόρα, το χρώμα του αποστάγματος ήταν ασημί και ημιδιαφανές· το δικό της απόσταγμα, όμως, ήταν μαύρο και ημιδιαφανές. Αναμφίβολα, αυτό οφειλόταν στο διαφορετικό σώμα. Αλλά κάπου στην ανάλυση δεν θα έπρεπε να φαίνεται η διαφορά;

Υπάρχει, σίγουρα, κάτι που τα μηχανήματα δεν πιάνουν.

Η Ελεονόρα στερέωσε ένα φιαλίδιο με Ε-8 εμπρός της, κάθισε αναπαυτικά στην πολυθρόνα της, και άρθρωσε τα λόγια για μια Μαγγανεία Στοιχειακής Αναλύσεως. Το βλέμμα της βυθίστηκε στο μαύρο ημιδιαφανές χρώμα του αποστάγματος, και μετά από λίγο, μέσα από αυτό το χρώμα, άρχισε να διακρίνει μορφές, σχηματισμούς, και άλλα χρώματα και αποχρώσεις, τα οποία πλημμύρισαν το σύμπαν της.

Η Ελεονόρα’σαρ έβλεπε τα στοιχεία του αποστάγματος ως αύρες, και τα αισθανόταν σαν κάτι το τελείως ξένο, κάτι με το οποίο δεν είχε ποτέ της ξανάρθει σε επαφή, είτε συνειδητά είτε ασυνείδητα. Με λίγη προσήλωση, κατόρθωσε να συμπεράνει τι ήταν τι, ποιος σχηματισμός που παρατηρούσε ήταν ποιο στοιχείο που της είχε δείξει η ανάλυση των μηχανημάτων του εργαστηρίου. Ή, τουλάχιστον, είχε μια πολύ συγκεκριμένη εντύπωση χωρίς να είναι απόλυτα βέβαιη. Και τότε, πρόσεξε ότι υπήρχε κάτι ακόμα: κάτι που έδενε τα στοιχεία μεταξύ τους, κάτι που τα μηχανήματα δεν είχαν εντοπίσει – κάτι σαν μεμβράνη, σαν κόλλα.

Κι αυτή η «κόλλα» είχε χρώμα μαύρο και ημιδιαφανές – έτσι την αντιλαμβάνονταν οι διευρυμένες από τη μαγγανεία αισθήσεις της Ελεονόρας. Μαύρο και ημιδιαφανές. Όπως το απόσταγμα, όταν το κοιτάζεις κανονικά.

Η Ελεονόρα διέκοψε τη Μαγγανεία Στοιχειακής Αναλύσεως, και, κοιτάζοντας το ρολόι της, διαπίστωσε ότι είχε περάσει περισσότερη ώρα από ό,τι νόμιζε. Όπως το περίμενε. Πάντα έτσι γινόταν με τη χρήση αυτής της μαγγανείας: ο μάγος έχανε την αίσθηση του αντικειμενικού χρόνου. Η Ελεονόρα, όσο κοίταζε τις αύρες των στοιχείων του αποστάγματος, είχε την αίσθηση ότι είχαν περάσει, το πολύ, πέντε λεπτά, ενώ στην πραγματικότητα είχε περάσει μισή ώρα.

Αναστέναξε κουρασμένα, και σηκώθηκε από την πολυθρόνα νιώθοντας τη μέση της πιασμένη. Πήρε τα γυαλιά της από το τραπέζι και τα φόρεσε. Ήταν καινούργια· της τα είχαν φτιάξει στη Θακέρκοβ κατόπιν εντολής του Κριτόλαου. Νόμιζε ότι της άρεσαν καλύτερα από τα προηγούμενα.

Πήγε προς το δωμάτιό της για να κοιμηθεί, και καθώς βάδιζε αναρωτιόταν για το απόσταγμα. Τι μπορούσε να κάνει για να το αναπαραγάγει; Πού μπορούσε να βρει αυτά τα παράξενα στοιχεία που το αποτελούσαν; Ή, πώς μπορούσε να τα δημιουργήσει;

Δεν γίνεται, σκέφτηκε μπαίνοντας στο δωμάτιό της. Ούτε το ένα ούτε το άλλο. Αν γινόταν, θα το είχαν ανακαλύψει πριν από δεκάξι χρόνια. Πρέπει ν’ακολουθήσω άλλο δρόμο.

Τι δρόμο, όμως;

Η Ελεονόρα πήρε μερικά βιβλία από τη βιβλιοθήκη της – τόμους σπάνιας στοιχειακής χυμείας και μαγείας του τάγματος των Ερευνητών.

Παραγωγή και Παράγωγα Αρχικών Ουσιών.

Μετάλλαξη Δεδομένων Στοιχείων.

Πολυμορφισμός και Εναλλακτικότητα Στοιχείων και Μικροοργανισμών.

Στοιχειογένεσις.

Διακρίσεις Βάθους και Κλίμακας Μέσω Αναλυτικών Μαγγανειών.

Η Αξία του Χρόνου στη Μαγική Ανάλυση.

Κρυπτοαναλυτική.

Η Ελεονόρα, ξαπλωμένη στο κρεβάτι, ξαγρύπνησε διαβάζοντας. Και τελικά, την πήρε ο ύπνος με το κεφάλι ακουμπισμένο πάνω στις ανοιχτές σελίδες του βιβλίου Στοιχειογένεσις.

Ονειρεύτηκε παράξενες αύρες και οργανισμούς με εκατομμύρια ψευδοπόδια… λόγια για την ενεργοποίηση ανύπαρκτων μαγγανειών… σώματα μεταλλαγμένα με αλλόκοτους τρόπους…

Το πρωί, την ξύπνησε το κουδούνισμα του τηλεπικοινωνιακού πομπού. Έβγαλε τα γυαλιά της, έτριψε τα μάτια της, ανασηκώθηκε πάνω στο κρεβάτι, και τον άνοιξε.

«Ναι;»

«Καλημέρα, Ελεονόρα. Κοιμόσουν;» είπε ο Κριτόλαος.

Η Ελεονόρα συνοφρυώθηκε. «Τι ώρα είναι;»

«Εντεκάμισι.»

Κοίταξε το ρολόι στο χέρι της και διαπίστωσε ότι δεν της έλεγε ψέματα. «Παρακοιμήθηκα,» είπε, και σηκώθηκε από το κρεβάτι.

«Είσαι καλά;»

«Ναι· απλά, καθόμουν και διάβαζα μέχρι αργά.»

«Θα έρθεις στην πόλη;»

Η Ελεονόρα το σκέφτηκε για μια στιγμή, και είπε: «Όχι, θα μείνω εδώ σήμερα. Πρέπει να ψάξω λίγο. Δεν έχει νόημα τώρα να πάρω κι άλλο απόσταγμα.» Έτριψε το αριστερό της μάτι, κοιτάζοντας έξω απ’το παράθυρο. «Πρέπει να βρω έναν τρόπο να το αναπαράγω χωρίς να χρειάζομαι την οντότητα από το φεγγάρι. Με την οντότητα δε θα μπορέσουμε ποτέ να κάνουμε μαζική παραγωγή.»

«Οι επαναστάτες έχουν επίσης το απόσταγμα, Ελεονόρα,» είπε ο Κριτόλαος. «Πιστεύεις ότι ίσως κι αυτοί να καταφέρουν να το αναπαράγουν, κάπως, από μόνοι τους;»

«Το αποκλείω. Τα στοιχεία που το αποτελούν δεν υπάρχουν πουθενά, παρά μόνο – ίσως – στο φεγγάρι της Σεργήλης: κι εκεί δεν πρόκειται να πάνε, όπως δεν πρόκειται να πάμε κι εμείς.» Κατουριόταν, και ήθελε αυτή η κουβέντα να τελειώσει σύντομα.

«Τα τέσσερα φιαλίδια που έχουν σε τι νομίζεις ότι μπορεί να τους χρειαστούν;»

«Σε τίποτα, βασικά. Εκτός αν αποφασίσουν να τα πιουν, οπότε δεν ξέρω…»

«Οι άνθρωποι που είχαν πιει απόσταγμα, παλιότερα, είχαν δει κάποια οράματα, έτσι δεν είναι;»

«Περίπου. Ο πρώτος είχε πάει να τρελαθεί· ο δεύτερος είχε δει, ναι, κάτι σαν οράματα, ίσως παραισθήσεις· κι ο τελευταίος είχε καταφέρει να προβλέψει το μέλλον.»

«Πώς;»

«Το ήξερε· έτσι λέει το αρχείο. Το ήξερε όπως ξέρεις κάτι δεδομένο. Έχει σημασία;»

«Δεν είναι αυτός ο άνθρωπος πια στο ερευνητικό κέντρο;»

«Εδώ είναι, απ’όσο ξέρω. Ήταν ένας απ’τους φρουρούς.»

«Οι άλλοι δύο;»

«Δεν έχει σημασία, Κριτόλαε! Οι αναφορές είναι αληθινές – ερευνητικό κέντρο είναι εδώ: δεν αποκρύπτει κανένας πληροφορίες.»

«Εντάξει. Βιάζεσαι να πας κάπου;»

«Έχω ήδη αργήσει να σηκωθώ.»

«Καλά, θα τα ξαναπούμε.»

Η Ελεονόρα έκλεισε τον πομπό, τον πέταξε στο κρεβάτι, και μπήκε στην τουαλέτα γιατί πήγαινε να σκάσει. Ενώ ετοιμαζόταν, σκέφτηκε ότι, ουσιαστικά, δεν θυμόταν πού βρίσκονταν οι άνθρωποι που είχαν πιει το απόσταγμα πριν από δεκάξι χρόνια. Νόμιζε ότι ο φρουρός που είχε προβλέψει το μέλλον ήταν ακόμα στο ερευνητικό κέντρο· δεν ήταν βέβαιη. Και για τους άλλους δύο δεν είχε καμία ιδέα.

Αλλά τι σχέση μπορεί να είχαν αυτοί με την παραγωγή Ε-8; Πώς μπορούσαν να βοηθήσουν την Ελεονόρα να φτιάξει δικό της απόσταγμα; Μάλλον δεν μπορούσαν.

Κι όμως, συλλογίστηκε βγαίνοντας από το μπάνιο. Κι όμως. Ίσως να με βοηθήσουν. Αυτοί, ή κάποιοι άλλοι που θα πιουν τώρα απόσταγμα. Σκέφτηκε ότι ίσως κατάφερνε να φτιάξει δικό της Ε-8 από το αποτέλεσμα. Από πίσω προς τα εμπρός. Σαν να βλέπεις ανάποδα μια κινηματογραφική ταινία. Θα παρατηρούσε, δηλαδή, τα ακριβή αποτελέσματα που είχε η ουσία επάνω στο ανθρώπινο σώμα και θα προσπαθούσε να φτιάξει μια άλλη ουσία που δημιουργούσε τα ίδια αποτελέσματα. Δεν θα ήταν, βέβαια, Ε-8 αλλά θα ήταν σαν Ε-8.

Γίνεται, άραγε;

Δεν ήξερε αν ήταν καλή ιδέα.

Μάλλον, δεν ήταν. Ήταν σαν να προσπαθείς να λύσεις ένα πρόβλημα λογικής ακολουθώντας μια σειρά από παράλογα βήματα που σε οδηγούσαν στην ίδια λύση με τα λογικά, ορθά βήματα.

Υπήρχε κάτι το λάθος στην όλη υπόθεση.

Όμως ένα τουλάχιστον πείραμα έπρεπε να το κάνει. Αν μη τι άλλο, για να δει η ίδια τα αποτελέσματα του αποστάγματος επάνω στον άνθρωπο. Και ποιος ξέρει σε τι χρήσιμα συμπεράσματα μπορεί να κατέληγε;

Αφού ετοιμάστηκε, είπε, μέσω διαύλου, στους βοηθούς της ότι ζητούσε κάποιον πρόθυμο να υποβληθεί σε πείραμα – με την ανάλογη αμοιβή, ασφαλώς.

*

Αρκετοί από τους φρουρούς ρώτησαν για τη φύση του πειράματος, και η Ελεονόρα, βρισκόμενη τώρα στα εργαστήρια του ερευνητικού κέντρου, τους απάντησε ότι επρόκειτο για μια ουσία που πιθανώς να τους προκαλούσε κάποιες παραισθήσεις αλλά, απ’όσο γνώριζε, δεν ήταν θανατηφόρα, ούτε μπορούσε να προξενήσει σωματικές βλάβες.

Οι φρουροί, όμως, ήταν διστακτικοί, όπως συνήθως σ’αυτές τις περιπτώσεις. Παρότι η αμοιβή δεν ήταν μικρή, φοβόνταν να υποβληθούν σε πειράματα.

Τελικά, καμια ώρα πριν από το μεσημέρι, ένας άντρας μεγαλύτερος από την Ελεονόρα ήρθε στα εργαστήρια και την πλησίασε. Ήταν ντυμένος με τη λευκή στολή των φρουρών, ψηλός και με δέρμα λευκό-ροζ. Τα μαλλιά του είχαν αρχίσει να γκριζάρουν. Τα μάτια του έμοιαζαν να είναι βαθιά μέσα στις κόγχες του κρανίου του. Η μύτη του ήταν γαμψή.

«Ονομάζομαι Φλοίσβος Ηλάβρης, κυρία Επιτηρήτρια,» είπε. «Θα ήθελα να ρωτήσω για το πείραμα.»

Φλοίσβος Ηλάβρης; Η Ελεονόρα συνοφρυώθηκε παρατηρώντας τον, καθώς ήταν καθισμένη στο γραφείο της και κάπνιζε. Δίπλα της ήταν ανοιχτή μια οθόνη η οποία έδειχνε την ανάλυση του Ε-8 στα στοιχεία του. Κάτι μού θυμίζει το όνομα…

«Μπορείς να ρωτήσεις,» του είπε.

«Για τι ουσία πρόκειται;»

Η Ελεονόρα είχε κουραστεί να το εξηγεί κάθε φορά. Ίσως θα έπρεπε να βγάλει ανακοίνωση, τελικά. «Μπορεί να σου προκαλέσει κάποιες παραισθήσεις. Δεν είναι επιβλαβής.»

Ο φρουρός χαμογέλασε αχνά. «Δεν είναι;»

Η Ελεονόρα έσβησε το τσιγάρο της. «Τι θέλεις να πεις;»

«Η Χαρίκλεια παραλίγο να τρελαθεί πριν από δεκάξι χρόνια, αν πρόκειται για την ίδια ουσία…»

Τα μάτια της Ελεονόρας στένεψαν. Σηκώθηκε όρθια. Φλοίσβος Ηλάβρης… «Είσαι από αυτούς που δοκίμασαν το Ε-8…» είπε.

Ο φρουρός κατένευσε. «Μάλιστα, κυρία Επιτηρήτρια. Η ουσία που θέλετε να δοκιμάσω είναι η ίδια;»

«Τι σου συνέβη όταν ήπιες το Ε-8;» τον ρώτησε η Ελεονόρα, αγνοώντας τη δική του ερώτηση.

«Είχα την αίσθηση ότι… ότι ήμουν,» χαμογέλασε, «παντού στο ερευνητικό κέντρο, κοντά στους υπόλοιπους εδώ μέσα.» Τα μάτια του φάνηκαν να γυαλίζουν ξαφνικά. «Μου είπαν ότι ήταν παραίσθηση, αλλά το ξέρω πως δεν ήταν. Και δεν ήταν παρόμοιο με τίποτ’άλλο που έχω δοκιμάσει – όπου κι αν έψαξα!»

(Τι θέλει να πει; Είναι τοξικομανής;)

«Αν πρόκειται για το Ε-8 πάλι, κυρία Επιτηρήτρια, τότε δε χρειάζεται να ψάξετε άλλο. Δέχομαι να υποβληθώ στο πείραμά σας.» Τα μάτια του γυάλισαν ξανά, με τρόπο σχεδόν ανατριχιαστικό. «Θα δεχόμουν ακόμα και χωρίς αμοιβή.»

Είναι καλά στα μυαλά του; Η Ελεονόρα καθάρισε το λαιμό της. «Είπες πριν κάτι για κάποια Χαρίκλεια…»

Ο Φλοίσβος ένευσε. «Μάλιστα. Η Χαρίκλεια. Δοκίμασε κι αυτή την ουσία. Δεν έχετε διαβάσει το αρχείο; Παραλίγο να τρελαθεί. Παραιτήθηκε, μετά, από τον Παντοκρατορικό Στρατό· δεν μπορούσε να μείνει. Δεν ήταν σε καλή κατάσταση. Πρόκειται, όμως, για την ίδια ουσία τώρα;»

«Ναι,» του είπε η Ελεονόρα. «Είσαι σίγουρος πως θέλεις να υποβληθείς στο πείραμα;» Κανονικά, δε θα έπρεπε να του κάνει αυτή την ερώτηση, έτσι δύσκολο που ήταν να βρει κάποιον να δεχτεί· αλλά ο άνθρωπος, πραγματικά, δεν της φαινόταν καλά στα μυαλά του. Ήταν κάτι στο βλέμμα του… στον τρόπο που μιλούσε για το απόσταγμα…

Ο Φλοίσβος χαμογέλασε. «Φυσικά! Μπορούμε να ξεκινήσουμε τώρα. Αμέσως. Ή όποτε θέλετε, βέβαια.»

Η Ελεονόρα άνοιξε τον δίαυλο του γραφείου της και ειδοποίησε τους βοηθούς της. «Θα σε οδηγήσουν στον θάλαμο όπου θα πιεις λίγη από την ουσία,» είπε στον Φλοίσβο.

Εκείνος ένευσε, μοιάζοντας ενθουσιασμένος.

Οι βοηθοί ήρθαν και τον πήραν από το γραφείο της. Η Ελεονόρα βγήκε επίσης, μετά από λίγο, και πήγε σ’ένα δωμάτιο δίπλα στον θάλαμο όπου ο Φλοίσβος Ηλάβρης θα έπινε απόσταγμα της οντότητας από το φεγγάρι. Υπήρχε ένα παράθυρο εδώ απ’όπου μπορούσε να τον βλέπει. Οι βοηθοί της τον είχαν βάλει να καθίσει σε μια αναπαυτική πολυθρόνα, και τώρα του έδεναν τα χέρια επάνω στους βραχίονές της. Εκείνος δεν φαινόταν να φέρνει καμια αντίσταση, ούτε να δυσανασχετεί. Τουναντίον: έμοιαζε ανυπόμονος. Η Ελεονόρα τον παρατηρούσε παραξενεμένη. Ό,τι κι αν βίωσε πριν από δεκάξι χρόνια τού άρεσε.

«Και δεν ήταν παρόμοιο με τίποτ’άλλο που έχω δοκιμάσει – όπου κι αν έψαξα!» είχε πει.

Προσπαθούσε, λοιπόν, να το ξαναζήσει. Προσπαθούσε. Το αναζητούσε. Είναι εθισμένος… ύστερα από μόνο μια δοκιμή. Το αρχείο δεν το αναφέρει αυτό…

Η Ελεονόρα, φυσικά, δεν εντυπωσιαζόταν που το απόσταγμα ήταν εθιστικό. Το περίμενε πως θα ήταν, όπως και οι περισσότερες ουσίες του είδους του. Αλλά αυτό – ο εθισμός – συνέβαινε συνήθως κατόπιν αρκετής χρήσης. Δε γινόσουν τοξικομανής επειδή έπινες μερικά γραμμάρια.

Η περίπτωση του Φλοίσβου ήταν παράξενη. Αναρωτιέμαι αν το ίδιο συνέβη και σ’εκείνον που προέβλεψε το μέλλον. Ο Κριτόλαος ίσως, τελικά, να είχε κάποιο δίκιο που ενδιαφερόταν γι’αυτούς…

Η Ελεονόρα είδε τους βοηθούς της να βάζουν τον Φλοίσβο να πιει λίγο από το απόσταγμα και να απομακρύνονται, πηγαίνοντας στην περιφέρεια του θαλάμου. Ο φρουρούς έμεινε για λίγο ακίνητος, σιωπηλός, και μετά, άρχισε να γελά και να γελά και να γελά.

«Χα-χα-χα-χα! Χα-χα-χα! Χα-χα-χα-χα-χα-χα! Χαχαχαχαχα! Χα-χα-χα-χα-χαχαχαχαχαχαχαχαχαχα!» Το γέλιο του αντηχούσε στα τριγυρινά δωμάτια και τους διαδρόμους.

Η Ελεονόρα άκουσε φρουρούς και βοηθούς να έρχονται για να δουν τι συνέβαινε. Τους είπε ότι όλα ήταν εντάξει· δεν υπήρχε πρόβλημα. Και συνέχισε να παρακολουθεί τον Φλοίσβο. Τα μάτια του έμοιαζαν, κατά κάποιον τρόπο, να έχουν έρθει πιο μπροστά, σαν να μην ήταν πλέον τόσο βαθιά στις κόγχες του κρανίου του όσο πριν· και η έκφραση του προσώπου του ήταν τελείως διαφορετική, λες και προηγουμένως προσποιούταν ότι ήταν άλλος άνθρωπος.

Η Ελεονόρα έφυγε από το πλευρικό δωμάτιο και μπήκε στην αίθουσα όπου ήταν δεμένος ο Φλοίσβος.

Τα μάτια του στράφηκαν στο μέρος της. «Σε παραξενεύει η συμπεριφορά μου, ε; Αναρωτιέσαι πώς είναι δυνατόν να με έχει επηρεάσει τόσο πολύ… Δέκα-έξι χρόνια περίμενα να έρθει τούτη η στιγμή, Ελεονόρα’σαρ… Δέκα-έξι χρόνια…»

«Τι βλέπεις;» τον ρώτησε η Ελεονόρα.

«Είμαι παντού!» φώναξε ο Φλοίσβος. «Παντού!­ Χα-χα-χα-χα…! Χαχαχαχα-χα-χα-χα…! Κρατάμε χέρια, όλοι μας. Ο λοχαγός μού δίνει ένα ποτήρι μπίρα…»

«Ο λοχαγός δεν είναι εδώ, Φλοίσβε,» του είπε η Ελεονόρα.

«Και τώρα, μου προτείνεις να χορέψουμε… αλλά είμαι δεμένος. Είμαι δεμένος! Χα-χα-χα-χα-χα!…»

Βλέπει παραισθήσεις. Δεν ξέρει πού βρίσκεται.

«Δε βλέπω παραισθήσεις, Ελεονόρα! Είμαι παντού! Λύσε με να χορέψουμε! Χα-χα-χα-χα!»

«Γνωρίζεις το μέλλον;» τον ρώτησε η Ελεονόρα. «Γνωρίζεις τι θα συμβεί στο μέλλον;»

«Τα πάντα! Τα πάντα θα συμβούν! Ό,τι θέλω μπορεί να συμβεί, Ελεονόρα – θα χορέψουμε! Σ’ευχαριστώ, Χαρίλαε,» είπε γυρίζοντας το κεφάλι στο πλάι, σαν να μιλούσε σε κάποιον που δεν ήταν εκεί. «Δεν έπρεπε, όμως. Είναι πολύ μεγάλο για μένα. Χα-χα-χα-χα!»

Αδύνατον να συνεννοηθείς μαζί του! σκέφτηκε η Ελεονόρα, κι απομακρύνθηκε από κοντά του, πλησιάζοντας τους βοηθούς της.

Η επίδραση της ουσίας κράτησε για περίπου δύο ώρες και, μετά, ο Φλοίσβος φάνηκε να επανέρχεται. Ήταν καταϊδρωμένος, κι έμοιαζε εξουθενωμένος. Με την παρουσία δύο φρουρών στο δωμάτιο, η Ελεονόρα είπε στους βοηθούς της να τον λύσουν, κι εκείνος σηκώθηκε από την πολυθρόνα τρίβοντας τους καρπούς του.

«Πώς αισθάνεσαι;» τον ρώτησε ο Ελεονόρα.

«Χάλια.»

Η Ελεονόρα συνοφρυώθηκε.

«Μετά από εκείνη την κατάσταση, μόνο χάλια μπορώ να αισθάνομαι τώρα, κυρία Επιτηρήτρια.»

«Μπορείς να μου περιγράψεις την κατάσταση πού βρισκόσουν;»

Εκείνος χαμογέλασε, κουρασμένα. «Ήμουν παντού. Μιλούσα με όλους σας στο ερευνητικό κέντρο. Κινιόμασταν όλοι μέσα σε… στο νερό.»

«Στο νερό;»

«Σα να ήμασταν κάτω από το νερό, ναι.» Αναστέναξε. «Μπορούμε να ξαναδοκιμάσουμε, αν θέλετε…»

Του αρέσει. «Δε χρειάζεται τώρα,» του είπε η Ελεονόρα. «Σ’ευχαριστώ που δέχτηκες, πάντως.»

Ο Φλοίσβος χαμογέλασε. «Κυρία Επιτηρήτρια, είμαι δικός σας άνθρωπος πλέον. Μπορείτε να με ειδοποιήσετε και πάλι όποτε θέλετε· δεν υπάρχει λόγος να πάτε σε άλλον.»

«Εντάξει,» είπε η Ελεονόρα, «θα το έχω υπόψη μου. Για την ώρα, όμως, πρέπει να περάσεις από κάποιες εξετάσεις.»

Ο Φλοίσβος ένευσε.

Η Ελεονόρα είχε ήδη καλέσει τον Γρηγόριο’νιρ στον θάλαμο, και του ζήτησε να ελέγξει την κατάσταση του Φλοίσβου. Ο Βιοσκόπος χρησιμοποίησε μερικά ξόρκια, και μετά είπε: «Ο οργανισμός του είναι κουρασμένος, όπως ύστερα από έντονη σωματική δραστηριότητα – τρέξιμο, για παράδειγμα. Το μυαλό του είναι υπερφορτωμένο, όπως ύστερα από έντονη σκέψη ή έντονη χρήση της φαντασίας. Επίσης, φαίνεται να υπάρχει κάποια ουσία μέσα του, η οποία όμως νομίζω ότι χάνει την ισχύ της και, σύντομα, θα εξαφανιστεί.»

Η Ελεονόρα είπε στους βοηθούς της να πάρουν αίμα από τον Φλοίσβο, κι εκείνοι υπάκουσαν.

«Πηγαίνετε να το αναλύσετε,» τους πρόσταξε ύστερα. Και προς τον Φλοίσβο: «Μπορείς να πας να ξεκουραστείς. Έχεις όλη την υπόλοιπη ημέρα άδεια. Αλλά μη φύγεις απ’το ερευνητικό κέντρο.»

*

Η Ελεονόρα κοίταξε τα αποτελέσματα της ανάλυσης του αίματος του Φλοίσβου Ηλάβρη. Υπήρχε, πράγματι, κάποια άγνωστη ουσία εκεί μέσα. Ή, μάλλον, όχι και τόσο άγνωστη. Ήταν το απόσταγμα, αν και σε πολύ ασθενική μορφή.

Η Ελεονόρα πήρε μεσημεριανό στο δωμάτιό της και, αφού κοιμήθηκε ένα δίωρο, σηκώθηκε και πήγε να αναλύσει το αίμα του Φλοίσβου για δεύτερη φορά, χρησιμοποιώντας τα μηχανήματα του εργαστηρίου μόνη της.

Τα αποτελέσματα ήταν ίδια. Η ουσία δεν είχε διαλυθεί: παρέμενε στη δεδομένη ποσότητα μέσα στο αίμα.

Ζήτησε να καλέσουν πάλι τον Φλοίσβο, και εκείνος, χωρίς να καθυστερήσει, ήρθε. Η Ελεονόρα του ξαναπήρε αίμα και το ανέλυσε.

Η ουσία Ε-8 είχε εξασθενίσει ακόμα περισσότερο, παρατήρησε από τα αποτελέσματα. Εξαφανιζόταν. Όπως είχε πει ο Γρηγόριος’νιρ, έχανε την ισχύ της. Το ανθρώπινο σώμα την έδιωχνε.

Ο εθισμός, όμως, παραμένει. Ύστερα από δεκάξι χρόνια, ο Φλοίσβος ήθελε να ξαναζήσει την εμπειρία, σκέφτηκε η Ελεονόρα, ενώ ο φρουρός είχε φύγει από το εργαστήριο. Από την άλλη, όμως, αυτό μπορεί να μην οφείλεται σε οργανικό εθισμό, αλλά σε ψύχωση. Το μυαλό του είναι που θέλει να ξαναδοκιμάσει το απόσταγμα· δεν είναι το σώμα του που το έχει ανάγκη.

Αναρωτήθηκε πάλι αν θα μπορούσε να δημιουργήσει κάτι παρόμοιο του Ε-8. Κάτι που θα είχε τα ίδια αποτελέσματα στον άνθρωπο. Αναμφίβολα, θα ήταν ένα πολύ ισχυρό ναρκωτικό· οι δυνάμεις της Παντοκράτειρας θα μπορούσαν να το εκμεταλλευτούν στη Συμπαντική Αγορά…

Στα αποτελέσματα που έχω στα χέρια μου, όμως, δεν υπάρχει τίποτα από το οποίο μπορώ να πιαστώ για να φτιάξω μια δική μου, παρόμοια ουσία.

Στο αίμα του Φλοίσβου δεν έχει αλλάξει κάτι· απλώς υπάρχει απόσταγμα μέσα του. Απόσταγμα που μπορούμε να πάρουμε μόνο από το πλάσμα από το φεγγάρι…

*

Η Ελεονόρα ζήτησε να έρθει στο γραφείο της ο άλλος φρουρός που είχε δοκιμάσει το απόσταγμα πριν από δεκάξι χρόνια – ένας άντρας που ονομαζόταν Νάργκιλ Βορχ και καταγόταν από τη Σάρντλι.

Μετά από λίγο, ο Λοχαγός Αρδάνης την κάλεσε στον δίαυλό της. «Δεν είναι ο Νάργκιλ Βορχ πια μαζί μας, κυρία Επιτηρήτρια,» της είπε.

«Δεν είναι; Γιατί;»

«Ήταν μεγάλος. Αποστρατεύτηκε πρόπερσι.»

Η Ελεονόρα αναστέναξε. «Είσαι σίγουρος;» Νόμιζε ότι ο φρουρός ήταν ακόμα στο ερευνητικό κέντρο…

«Φυσικά. Έχω εδώ και το χαρτί της αποστράτευσής του.»

«Πού βρίσκεται τώρα; Ξέρουμε;»

«Στην πατρίδα του έχει πάει, νομίζω: στη Σάρντλι. Υπάρχει λόγος που τον ζητάτε;»

«Προφανώς.»

«Εννοώ, συμβαίνει κάτι σοβαρό μ’αυτόν;»

«Συμμετείχε σ’ένα πείραμα πριν από δέκα-έξι χρόνια, και θέλω να του μιλήσω γι’αυτό.»

«Μάλιστα. Καταλαβαίνω.»

«Μπορούμε να τον βρούμε;»

«Γνωρίζουμε ποια είναι η γενέτειρά του στη Σάρντλι. Από κει και πέρα, δεν ξέρουμε ακριβώς πού βρίσκεται τώρα. Πιστεύω, όμως, ότι θα μπορούσε να εντοπιστεί. Ο κύριος Κριτόλαος σίγουρα θα ξέρει πώς να βρει τα ίχνη του.»

Μετά από τη σύντομη συνομιλία της με τον Αρδάνη, η Ελεονόρα ακούμπησε την πλάτη της στην πολυθρόνα του γραφείου κι αναρωτήθηκε αν πραγματικά άξιζε να αναζητήσει αυτόν τον Νάργκιλ Βορχ. Θα μου πει τίποτα περισσότερο απ’ό,τι έχω ήδη διαβάσει στο αρχείο; Θα θυμάται τίποτα περισσότερο;

Σύμφωνα με ό,τι έγραφε το αρχείο, αυτός δεν είχε δει παραισθήσεις όπως ο Φλοίσβος· απλώς γνώριζε κάποια πράγματα για το μέλλον. Μικρά βέβαια, αλλά, και πάλι, ήταν σημαντικό…

Η Ελεονόρα αποφάσισε να μην αρχίσει να τον αναζητά αμέσως. Μπορεί να αποδεικνυόταν χαμένος κόπος. Μάλλον θα αποδεικνυόταν χαμένος κόπος.

Πώς μπορώ να αναπαραγάγω το απόσταγμα; Πώς;

Σηκώθηκε απ’την πολυθρόνα, βηματίζοντας μέσα στο δωμάτιο με τα χέρια της σταυρωμένα εμπρός της. Οι σκιές ήταν πυκνές γύρω της καθώς ο ήλιος έδυε.

Αργότερα, έπιασε ξανά να διαβάζει: και ξενύχτησε.

Κεφάλαιο 28
Καλές και Κακές Ιδέες· Ένα Επείγον Μήνυμα· Ένα Παιχνίδι με Μπάλες

«Ανακάλυψες τίποτα ενδιαφέρον;»

«Δυστυχώς όχι,» αποκρίθηκε η Ελεονόρα, που είχε πριν από λίγο ξυπνήσει (νωρίτερα από χτες) και εκείνη ήταν που είχε, αυτή τη φορά, καλέσει τον Κριτόλαο στον τηλεπικοινωνιακό πομπό του, επειδή δεν είχε μιλήσει καθόλου μαζί του χτες και ίσως να νόμιζε ότι τον αγνοούσε εσκεμμένα. Ίσως, μάλιστα, να νόμιζε ότι ήταν, για κάποιον λόγο, θυμωμένη μ’εκείνον, ενώ αυτό δεν ίσχυε: απλώς ήταν απασχολημένη. «Βρήκα, όμως, αυτούς που ήπιαν απόσταγμα πριν από δεκάξι χρόνια. Τον έναν, τουλάχιστον…»

«Οι άλλοι;»

«Βασικά, δεν βρήκα εκείνον που σου είχα πει πως νόμιζα ότι ήταν ακόμα στο ερευνητικό κέντρο. Βρήκα τον δεύτερο. Έναν Φλοίσβο Ηλάβρη: αυτόν που είχε δει κάτι σαν παραισθήσεις – θα σου εξηγήσω. Ο Νάργκιλ Βορχ – αυτός που είχε προβλέψει το μέλλον – έχει αποστρατευθεί· είναι κάπου στη Σάρντλι, τώρα, στην πατρίδα του. Η Χαρίκλεια Κάντδη είχε κινδυνέψει να τρελαθεί, και έχει φύγει εδώ και χρόνια από τον Παντοκρατορικό Στρατό γιατί δεν ήταν σε καλή κατάσταση.» Και συνέχισε, λέγοντάς του για την περίπτωση του Φλοίσβου Ηλάβρη, ενώ ήταν καθισμένη στην άκρη του κρεβατιού του δωματίου της και έβαφε μπλε τα νύχια των ποδιών της. Τον τηλεπικοινωνιακό πομπό τον κρατούσε με τον ώμο στο αφτί της.

«Και τι θα κάνεις τώρα;» τη ρώτησε ο Κριτόλαος.

Η Ελεονόρα αναστέναξε. «Δεν ξέρω. Θέλω να βρω έναν τρόπο για να μπορώ να αναπαράγω το απόσταγμα μόνη μου, αλλά δεν έχω καμία ιδέα πώς να το καταφέρω αυτό.» Έχοντας τελειώσει με το βάψιμο των νυχιών, πήρε τον πομπό από τον ώμο της και τον κράτησε με το χέρι. «Το πείραμα με τον Φλοίσβο δε με βοήθησε καθόλου. Και, ειλικρινά, δεν ξέρω τι θα μπορούσε να με βοηθήσει…» Σηκώθηκε από την άκρη του κρεβατιού, βηματίζοντας νευρικά μέσα στο δωμάτιο.

«Θα έρθεις στην πόλη σήμερα; Η Χοαρκίδα επιμένει ότι θέλει να σε γνωρίσει.»

Η Ελεονόρα άναψε ένα τσιγάρο. «Θα με γνωρίσει. Γιατί βιάζεται;» Ο Κριτόλαος τής είχε πει ότι ήταν εδώ και χρόνια φίλος με τη Χοαρκίδα Καμάρνη. Δεν είχε εξηγήσει τίποτα περισσότερο, αλλά η Ελεονόρα νόμιζε πως οι δυο τους πρέπει να ήταν εραστές. Αναρωτιόταν γιατί ο Κριτόλαος τής το έκρυβε, και απορούσε πώς δεν είχε ήδη δει τη Χοαρκίδα, τόσες ημέρες που βρισκόταν στη Θακέρκοβ, στο διαμέρισμα του Κριτόλαου.

«Δε βιάζεται. Όπως σου είπα, μου το έχει ζητήσει εδώ και κάποιον καιρό.»

«Για ποιο λόγο μπορεί να την ενδιαφέρω εγώ, Κριτόλαε;» ρώτησε η Ελεονόρα, θέλοντας να τον κάνει να της πει την αλήθεια για τη Χοαρκίδα.

«Γνωρίζει ότι συνεργαζόμαστε. Περίεργη είναι, απλώς.»

«Δεν υπάρχει περίπτωση να έχει κάτι εναντίον μου…;»

«Εναντίον σου; Όχι. Γιατί το λες αυτό;»

Γιατί, σκέφτηκε η Ελεονόρα, τόσο καιρό που μένω μαζί σου, δεν τη βλέπεις καθόλου· κι αν όντως είναι ερωμένη σου.... «Είναι, δηλαδή… μμμ… όλα εντάξει;»

«Ναι.»

«Τέλος πάντων. Ούτως ή άλλως, θα έρθω στην πόλη· κι εδώ που κάθομαι, δε φαίνεται να καταφέρνω κάτι.»

«Θα σε συναντήσω στη βιβλιοθήκη;»

Η Ελεονόρα το σκέφτηκε. Τι είχε να κάνει εκεί; Περισσότερο απόσταγμα δεν της χρειαζόταν αυτή τη στιγμή. Μονάχα ένα πράγμα ίσως να έχω να κάνω… Αν και δε νόμιζε ότι θα είχε πραγματικά νόημα. «Ναι. Να έχεις την απαραίτητη φύλαξη.»

«Μην ανησυχείς.»

«Εντάξει,» είπε η Ελεονόρα. «Φιλιά.»

Έκλεισε τον πομπό και άνοιξε τον εσωτερικό δίαυλο του ερευνητικού κέντρου, προστάζοντας οι βοηθοί της και οι φρουροί να ετοιμαστούν για ταξίδι στη Θακέρκοβ.

«Τι μπορεί να θέλει αυτή;» μονολόγησε η Ελεονόρα καθώς ντυνόταν. Θέλει, πράγματι, να με γνωρίσει μόνο; Είναι αλήθεια αυτό που είπε ο Κριτόλαος – ότι όλα είναι εντάξει; Δεν τον εμπιστευόταν, επειδή ήδη της είχε κρύψει τη σχέση του με τη Χοαρκίδα Καμάρνη. Και γιατί το είχε κάνει αυτό; αναρωτιόταν η Ελεονόρα. Νόμιζε ότι εγώ θα θύμωνα; Πώς είναι δυνατόν; Με θεωρεί φαντασμένη; Πιστεύει ότι νομίζω πως περίμενε εμένα τόσα χρόνια στη Θακέρκοβ; Αποκλείεται. Μάλλον για τη Χοαρκίδα έκανε την όλη ιστορία· φοβόταν ότι εκείνη θα θύμωνε αν μάθαινε για εμένα και τον Κριτόλαο.

Το παράξενο ήταν πως η Ελεονόρα δεν είχε ποτέ ξανά ακούσει ότι η Χοαρκίδα Καμάρνη είχε σχέση – ούτε καν επαφή – με τον Κριτόλαο. Βασικά, δεν ήξερε αν ήταν καμια γυναίκα κοντά του· στο διαμέρισμά του έμενε μόνος· και ο Κριτόλαος τής άρεσε: επομένως είχε δοκιμάσει να δει τι θα γινόταν μαζί του. Αν ήταν αλλιώς η κατάσταση, κάποιον σαν τον Κριτόλαο θα είχε παντρευτεί, όχι σαν τον σύζυγό της, τον Σεβήρο. Ο Σεβήρος την είχε βοηθήσει να ανελιχθεί μέσα στην ιεραρχία της Συμπαντικής Παντοκρατορίας αλλά, ως άντρας, δεν της άρεσε. Και δεν έφταιγε μόνο το γεγονός ότι ήταν δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερός της. Ή, μάλλον, στην αρχή τής άρεσε ίσως. Λίγο. Μετά, όμως, η παρουσία του δεν την έκανε να αισθάνεται κάτι ενδιαφέρον.

Ο Κριτόλαος, από την άλλη, την έκανε να νιώθει τόσο ζωντανή. Ξυπνούσε στο σώμα της αισθήσεις που νόμιζε ότι είχαν πεθάνει ύστερα από την εφηβεία.

Δυστυχώς, όμως, ο Κριτόλαος είχε δική του ζωή προτού η Ελεονόρα ξαπλώσει στο ίδιο κρεβάτι μαζί του.

Η τύχη μου με τους άντρες είναι χάλια… σκεφτόταν καθώς έβαφε τα μάτια της μπροστά στον καθρέφτη.

*

Ο Κριτόλαος την περίμενε στο εσωτερικό της βιβλιοθήκης, κι όταν την άκουσε να πλησιάζει, στράφηκε να την κοιτάξει.

«Βρήκες κανένα καλό βιβλίο;» τον ρώτησε η Ελεονόρα, υπομειδιώντας.

Ο Κριτόλαος έβαλε στη θέση του στο ράφι το βιβλίο που κρατούσε – έναν τόμο για την ιστορία του Κινηματογράφου της Σεργήλης. «Μου έχουν πει ότι έχουν κάτι πολύ παράξενα πράγματα στο υπόγειο. Πολύ παράξενα, όμως.»

«Ας μην καθυστερούμε, τότε.»

Κατέβηκαν στο υπόγειο της βιβλιοθήκης, όπου ήδη βρίσκονταν οι φρουροί και οι βοηθοί της Ελεονόρας, καθώς επίσης και τέσσερις πράκτορες της Παντοκράτειρας.

Το αρχαίο σώμα του Κάρσενωφ τούς ατένισε παρατηρητικά με το μοναδικό του μάτι.

Ελεονόρα,

αντήχησε η φωνή της οντότητας από το φεγγάρι, ερχόμενη από παντού και πουθενά, σαν ψίθυρος μέσα στο μυαλό,

νιώθεις πως βρίσκεσαι σε αδιέξοδο… Δεν έχεις οδηγηθεί πουθενά… Σε προειδοποίησα.

«Γνωρίζεις τη λύση στο πρόβλημά μου;» ρώτησε η Ελεονόρα.

…Όχι…

«Ή έτσι λες,» είπε ο Κριτόλαος.

…Ναι, φυσικά και θα νομίζατε ότι σας λέω ψέματα…

«Υπάρχει τεχνητός τρόπος για να αναπαράγω την ουσία που παίρνω από το σώμα σου;» ρώτησε η Ελεονόρα το πλάσμα.

Μέχρι στιγμής δεν ήξερα ότι υπήρχε καν τρόπος να παίρνεις αυτή την ουσία από το σώμα μου. Το απόσταγμα, όπως το λέτε. Το απόσταγμα… είναι η υλική έκφανση του αδ’σ’ρ μου. Δεν είναι για εσάς…

«Να σου κάνω μια άλλη ερώτηση;» είπε ο Κριτόλαος. «Πώς βρέθηκες εδώ εξαρχής; Πώς ακριβώς έπεσες από το φεγγάρι;»

…Περιέργεια… Θα την ικανοποιήσω όσο καλύτερα μπορείς να κατανοήσεις, Κριτόλαε… Είχα εμπλακεί σε μια διαμάχη με κάποιους άλλους της φυλής μου. Πολεμήσαμε μέσα στις ομίχλες που καλύπτουν το φεγγάρι. Τραυματίστηκα, και έπεσα…

Δυσπιστείς ότι σου λέω την αλήθεια… Πολύ απλή; Σου φαίνεται πολύ απλή; Κι όμως, δεν χρειάζεται να είναι πολύπλοκη… Η σκέψη σου είναι υπερβολικά πολύπλοκη, Κριτόλαε. Η αλήθεια είναι απλή…

Ο Κριτόλαος δεν αποκρίθηκε· μονάχα παρατηρούσε το πλάσμα με τα χέρια του σταυρωμένα στο στήθος.

Η Ελεονόρα είπε στους βοηθούς της να πάρουν λίγο αίμα από το αρχαίο σώμα της οντότητας. Εκείνοι πέρασαν μια μεγάλη βελόνα σ’ένα σημείο του πλάσματος όπου υπήρχε σάρκα και τράβηξαν αίμα μέσα σε ένα φιαλίδιο, το οποίο έδωσαν στην Ελεονόρα.

Η μάγισσα είχε ήδη φορέσει ένα ζευγάρι λευκά γάντια προτού το πάρει στα χέρια της· και τώρα, κρατώντας το μπροστά της, εστίασε το βλέμμα της επάνω του και άρθρωσε τα λόγια για τη Μαγγανεία Στοιχειακής Αναλύσεως.

Οι σχηματισμοί που παρουσιάστηκαν ήταν απλοί, όπως η αλήθεια για την οποία είχε μιλήσει η οντότητα. Δεν έμοιαζαν με τους σχηματισμούς που είχε δει όταν είχε χρησιμοποιήσει τη Μαγγανεία Στοιχειακής Αναλύσεως επάνω στο Ε-8. Δεν υπάρχει κανένα από τα στοιχεία του αποστάγματος μέσα στο αίμα του.

Η Ελεονόρα τερμάτισε τη μαγγανεία. Οι σχηματισμοί και τα χρώματα διαλύθηκε από μπροστά της, και τη θέση τους πήρε το φιαλίδιο με το αίμα. Δε νόμιζε ότι είχε περάσει παραπάνω από ένα λεπτό· κοιτάζοντας το ρολόι της, όμως, είδε ότι είχαν περάσει πέντε.

Ο Κριτόλαος την ατένισε ερωτηματικά.

«Τίποτα,» είπε η Ελεονόρα, κι άφησε το φιαλίδιο πάνω σ’ένα τραπεζάκι.

Έστρεψε το βλέμμα της στην οντότητα από το φεγγάρι: στο ημιτελές σώμα που, αν δεν το κοίταζε ως κάτι άξιο μελέτης και θαυμασμού, θα την αηδίαζε· ήταν πραγματικά αποκρουστικό, με εσωτερικά όργανα, φλέβες, και κόκαλα να φαίνονται από δω κι από κει, ενώ άλλα σημεία ήταν καλυμμένα με σάρκα ή και με τρίχωμα.

«Κριτόλαε,» είπε. «Ίσως ν’αργήσω λίγο. Μην ανησυχήσεις. Αλλά να προσέχεις· αν με δεις να λιποθυμώ, ή να κάνω κάτι άλλο παρόμοια περίεργο, όπως να πέφτω κάτω και να χτυπιέμαι, τότε αυτό που συμβαίνει θα πρέπει να σ’ανησυχήσει.»

Ο Κριτόλαος συνοφρυώθηκε. «Τι θα κάνεις;»

«Μια Μαγγανεία Στοιχειακής Αναλύσεως. Επάνω σ’αυτό.» Η Ελεονόρα έδειξε, με το σαγόνι, το πλάσμα από το φεγγάρι. Το ήξερε ότι θα ήταν επικίνδυνο, επειδή δεν θα κοίταζε μόνο μία ουσία αλλά ένα ολόκληρο αμάλγαμα από ουσίες – υγρές, στερεές, και, ίσως, άυλες.

«Να προσέχεις.»

Η Ελεονόρα ένευσε.

Εστίασε το βλέμμα της στο αρχαίο σώμα του Κάρσενωφ και άρθρωσε τα λόγια για τη μαγγανεία. Ο κόσμος διαλύθηκε εμπρός της: έγινε, για την αντίληψή της, μια θάλασσα από σχηματισμούς, χρώματα, και παράξενη γεωμετρία. Η Ελεονόρα θυμόταν πώς έμοιαζαν τα στοιχεία που είχε δει αναλύοντας το απόσταγμα, και τα αναζήτησε.

Δεν τα βρήκε πουθενά. Οι μορφές που έβλεπε ήταν τελείως διαφορετικές. Στερεά και υγρά: νόμιζε ότι μπορούσε να τα ξεχωρίσει: σάρκα, κόκαλα, μεμβράνες, ιστοί… αίμα, μυελός, οξέα…

Πού ήταν αυτό το αδ’σ’ρ – ή όπως κι αν λεγόταν;

Η Ελεονόρα άφησε τη συνείδησή της να γλιστρήσει πιο κοντά στους μαγευτικούς (ή εφιαλτικούς – αναλόγως την προοπτική) σχηματισμούς, και βρήκε αναδιπλώσεις, σχισμάδες. Υπήρχε κάτι πίσω από το παραπέτασμα: ένα δεύτερο επίπεδο. Η Ελεονόρα κοίταξε μέσα από τις χαραμάδες, παραμέρισε με προσοχή τις αναδιπλώσεις – και η συνείδησή της τραντάχτηκε από τους καινούργιους σχηματισμούς και τα καινούργια, ασύλληπτα χρώματα. Βυθίστηκε σ’ένα τελείως ανέγνωρο γεωμετρικό σύμπαν· και μέσα στο μυαλό της άρχισε να χρησιμοποιεί πιο έντονα τις τεχνικές που είχε μάθει για να αντέχει τέτοιου είδους εμπειρίες που ο αντικειμενικός κόσμος διαλυόταν και η συνείδηση χανόταν σ’έναν ατέρμονο λαβύρινθο χαοτικής παραφροσύνης.

…Τα χρώματα! Τόσο υπέροχα χρώματα!

Ένας αγωγός που περνά μέσα από έναν άλλο αγωγό…

Μια οκτάδα από πέντε τριγωνικούς κύκλους…

Ο κύκλος στον πάτο της σπειροειδούς εξαγωνικής κλίμακας…

Γαλανός τοίχος χρώματος κόκκινου. Γαλανός τοίχος χρώματος γαλανού…

Οι σχηματισμοί χωρίς σχήμα… ένα μπροστινό βήμα προς τα πίσω, και ένα μπροστινό βήμα προς τα εμπρός… και εκεί, μέσα από το κυκλικό παράθυρο με το αιχμηρό πλαίσιο, η θέα αλλάζει κάπως: το τετράγωνο είναι το εσωτερικό κυλίνδρου, και στον πυθμένα ο κύκλος είναι η πυραμίδα στο πέρας της κλίμακας των

(κόκκινομπλεκίτρινομοβπράσινογαλανόκαφέμαύρομπλεκίτρινο)

χρωμάτων, οπότε ορισμένα σχήματα θυμίζουν ανώτερες μορφές των σχημάτων που έχει η Ελεονόρα στο μυαλό της.

Το απόσταγμα. Μια κατώτερη μορφή αυτού του πράγματος; (Του αδ’σ’ρ;)

Η Ελεονόρα ήταν ώρα να επιστρέψει. Με προσοχή, απομακρύνθηκε από τη θάλασσα των σχηματισμών και των χρωμάτων. Βρέθηκε στο πρώτο επίπεδο, κι αισθάνθηκε το σύμπαν, για κάποιο λόγο, να αναποδογυρίζει, σαν να την είχε πετάξει έξω μια στροβιλιζόμενη σήραγγα.

Οι αύρες διαλύθηκαν από μπροστά της, και το αρχαίο σώμα του Κάρσενωφ πήρε μορφή. Το μάτι του την ατένιζε βλεφαρίζοντας ήρεμα.

Τα πάντα τής φάνηκαν τόσο, μα τόσο, περίεργα εδώ. Τόσο λάθος τοποθετημένα στον χώρο

Η Ελεονόρα διπλώθηκε, ξερνώντας.

Τα γυαλιά της έφυγαν από το πρόσωπό της, πέφτοντας στο πάτωμα.

Αισθάνθηκε τα χέρια του Κριτόλαου γύρω από τη μέση και τους ώμους της. «Είσαι καλά;» τον άκουσε να ρωτά. «Είσαι καλά;»

Η Ελεονόρα ορθώθηκε, στηριζόμενη επάνω του. Έβγαλε ένα μαντήλι και σκούπισε το πρόσωπό της. «Ναι…»

Ένας από τους βοηθούς της – ο Λεωνίδας, είδε – έπιασε τα γυαλιά της από κάτω και της τα έδωσε.

«Ευχαριστώ,» είπε εκείνη, νιώθοντας ακόμα να ζαλίζεται.

«Τι έγινε;» τη ρώτησε ο Κριτόλαος. «Σου επιτέθηκε;»

Δεν της επιτέθηκα.

«Δεν μου επιτέθηκε,» αποκρίθηκε η Ελεονόρα. «Απλά… ζαλίστηκα.» Σκούπισε τα γυαλιά της και τα φόρεσε. «Βρήκα κάτι, όμως. Αλλά δεν ξέρω αν θα μας βοηθήσει. Είδα πώς είναι αυτό που ονομάζει… άδ’σ’ρ… Νομίζω. Και εκεί μέσα, ναι, υπάρχουν τα στοιχεία του αποστάγματος, αν και κάπως διαφορετικά. Δε με εκπλήσσει. Και δε νομίζω ότι έχουμε τρόπο να πάρουμε καθαρή αυτή την ενέργεια ώστε, μετά, να τη μεταστοιχειώσουμε για να μας δώσει απόσταγμα.»

…Σταματήστε, σας παρακαλώ. Δεν θα σας ωφελήσει αυτό που προσπαθείτε…

Η Νάνσυ έφερε ένα ποτήρι νερό στην Ελεονόρα. «Κύρια Επιτηρήτρια.»

Η Ελεονόρα πήρε το ποτήρι και ήπιε. Ο κόσμος γύρω της είχε αρχίσει πλέον να μοιάζει σωστά τοποθετημένος.

*

Η Βατράνια Κινκάρδη, παραγωγός κινηματογραφικών ταινιών και μυστική πράκτορας της Επανάστασης στην πόλη της Θακέρκοβ, έλαβε εκείνη την ημέρα ένα μήνυμα από έναν σύνδεσμό της. Το χαρτί, όταν το ξεδίπλωσε, φαινόταν άδειο. Η Βατράνια, όμως, ήξερε ότι δεν ήταν πραγματικά άδειο. Δίχως αμφιβολία, ήταν ένα «ευαίσθητο χαρτί», όπως το ονόμαζαν.

Η Βατράνια βρισκόταν στον δρόμο, όταν της το έδωσαν, και είχε σταματήσει το όχημά της για να πάρει περιοδικά από ένα περίπτερο. Επέστρεφε από μια πρωινή συνάντηση με τον σκηνοθέτη της επόμενης ταινίας που θα χρηματοδοτούσε. Ο σύνδεσμός της την πλησίασε στο περίπτερο και της έβαλε το χαρτί στο χέρι· αγόρασε μια εφημερίδα και έφυγε. Η Βατράνια αγόρασε πέντε περιοδικά μόδας και μπήκε πάλι στο τετράκυκλο όχημά της. Το ενεργοποίησε και ακολούθησε τους δρόμους που οδηγούσαν από τις Ακροκατοικίες προς τη Γραμμή.

Όταν έφτασε στο σπίτι της, έβαλε το όχημα στο υπόγειο γκαράζ, μπήκε στον ανελκυστήρα, και ανέβηκε στον πρώτο όροφο.

«Κύρια; Είστε εδώ;» ακούστηκε η φωνή της Κρόβ’κνι από το ισόγειο.

«Ναι,» φώναξε η Βατράνια. «Εδώ είμαι.»

Η Κρόβ’κνι ανέβηκε γρήγορα τη σκάλα και στάθηκε στο πλατύσκαλο του πρώτου ορόφου. «Θέλετε σας φέρω κάτι;»

Η Βατράνια έβγαλε την καπαρντίνα της, πετώντας την πάνω σε μια πολυθρόνα. «Μια ζεστή σοκολάτα ωραία θα ήταν.»

Η Κρόβ’κνι πήγε να μαζέψει την καπαρντίνα.

Η Βατράνια έριξε τα περιοδικά και το μήνυμα της Επανάστασης πάνω στον καναπέ και κάθισε δίπλα τους, βγάζοντας τα παπούτσια της και πετώντας τα, απρόσεχτα, στο πάτωμα.

Η Κρόβ’κνι πήρε από κάτω τα παπούτσια και έφυγε.

Η Βατράνια έβγαλε μια συσκευή από την τσέπη της ζώνης της και την ενεργοποίησε. Ένας τυπικός έλεγχος για κοριούς – πάντα τον έκανε, και τώρα τελευταία, που την παρακολουθούσαν περισσότερο οι πράκτορες της Παντοκράτειρας, ήταν ακόμα πιο σημαντικό.

Δεν υπήρχαν κοριοί στον χώρο.

Η Βατράνια άφησε τη συσκευή στο τραπεζάκι εμπρός της και άνοιξε το μήνυμα της Επανάστασης. Με τον δείκτη και τον αντίχειρα του δεξιού χεριού πίεσε την κάτω δεξιά γωνία του ευαίσθητου χαρτιού, και γράμματα παρουσιάστηκαν. Ένας μηχανισμός που τον έφτιαχνε η συνεργασία Τεχνομαθών, Ερευνητών, και Βιοσκόπων – και, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αναγνώριζε τα δαχτυλικά αποτυπώματα της Βατράνιας.

Η Βατράνια διάβασε το μήνυμα. Άφησε την άκρη του ευαίσθητου χαρτιού και τα γράμματα εξαφανίστηκαν πάλι.

Θα έπρεπε, λοιπόν, να πάει να μιλήσει στον Έκτορα το βράδυ.

Κάτι επείγον είχε προκύψει.

*

Η Ελεονόρα πέρασε το μεσημέρι στο σπίτι του Κριτόλαου, όπου έφαγαν μαζί το μεσημεριανό τους και μετά ξεκουράστηκαν, παρακολουθώντας συγχρόνως τις ειδήσεις του Άστρου.

«Αυτή η Λεγεώνα ακόμα κρατά σταματημένο τον Υπόγειο;» απόρησε η Ελεονόρα.

«Όπως βλέπεις, ναι. Δυστυχώς. Όχι μόνο για τους κατοίκους της πόλης, αλλά και για μένα. Ο Πολιτειάρχης κάθε τρεις και λίγο μού παραπονιέται. Πιστεύει ότι εγώ πρέπει να κάνω κάτι γι’αυτό. Λες και δεν προσπαθώ ούτως ή άλλως να βρω τους επαναστάτες που κρύβονται μες στη Θακέρκοβ!» Κούνησε το κεφάλι του, κουρασμένα, και ήπιε μια μικρή γουλιά Κρύο Ουρανό. «Χτες, άκου τι μου πρότεινε: Μου είπε να βρω ένα ‘εξιλαστήριο θύμα’. Να παραδώσω, δηλαδή, κάποιον άλλο ταραξία στον Αρχιλεγεωνάριο, λέγοντάς του πως αυτός προκάλεσε τις καταστροφές στο Λημέρι.»

«Ο άνθρωπος είναι ηλίθιος,» είπε η Ελεονόρα, ξαπλωμένη στον καναπέ, με το κεφάλι της ακουμπισμένο στα γόνατα του Κριτόλαου.

«Και, ακόμα περισσότερο, φοβισμένος.»

«Τι φοβάται; Τη Λεγεώνα;» Η Ελεονόρα τεντώθηκε, για να σβήσει το τσιγάρο της στο τασάκι.

«Τους πολιτικούς του αντιπάλους. Νομίζει ότι αυτά τα γεγονότα θα μετρήσουν κατά του στις επόμενες εκλογές – οι οποίες, μάλιστα, δεν αργούν.»

«Πότε είναι;» ρώτησε η Ελεονόρα.

«Του χρόνου.»

Η Ελεονόρα έκανε ν’ανάψει άλλο τσιγάρο.

«Μη,» είπε ο Κριτόλαος πιάνοντας τον καρπό της, κι έσκυψε για να φιλήσει τα χείλη της.

«Γιατί σιχαίνεσαι τόσο το κάπνισμα;» τον ρώτησε εκείνη, χαμογελώντας.

«Δεν μου αρέσει.»

Η Ελεονόρα άφησε τα τσιγάρα στην ταμπακιέρα της.

Το απόγευμα, ύστερα από πρόσκληση του Κριτόλαου, ήρθε η Χοαρκίδα να τους επισκεφτεί, ντυμένη με μακρύ, πράσινο φόρεμα με χρυσαφιά δαντέλα και μαύρη κάπα, την οποία ο Κριτόλαος πήρε από τους ώμους της και κρέμασε στην κρεμάστρα κοντά στην είσοδο. Τα καστανά μαλλιά της Χοαρκίδας ήταν καλοχτενισμένα και αστραφτερά· τα χείλη της ήταν βαμμένα κόκκινα, κάνοντας έντονη αντίθεση επάνω στο κατάλευκο δέρμα της.

Αντίκρυ της, η Ελεονόρα, κατάμαυρη όπως ήταν και με γαλανά μαλλιά, έκανε επίσης έντονη αντίθεση.

«Η Ελεονόρα,» τη σύστησε ο Κριτόλαος. «Και τη Χοαρκίδα, βέβαια, την έχεις δει, Ελεονόρα.» Δεν ήταν λίγες οι φορές που η Διευθύντρια του Άστρου παρουσιαζόταν στην οθόνη.

«Φυσικά,» είπε η Ελεονόρα και της έδωσε το χέρι της.

Η Χοαρκίδα το έσφιξε μέσα στο δικό της. «Χαίρω πολύ, Ελεονόρα.»

«Παρομοίως.»

Ο Κριτόλαος νόμιζε ότι υπήρχε κάτι το παράδοξα σεξουαλικό στη χειραψία τους, έτσι όπως ήταν, η μία με δέρμα μαύρο σαν τη νύχτα και η άλλη με δέρμα κατάλευκο σαν το χιόνι. Καθάρισε το λαιμό του και είπε: «Ας καθίσουμε.»

Πήγαν στο σαλόνι του διαμερίσματός του· καμία από τις δύο δεν χρειαζόταν να την οδηγήσει ώς εκεί: ήξεραν καλά τον δρόμο. Εκείνες βάδισαν πρώτες κι εκείνος τις ακολούθησε.

«Είσαι εδώ για δουλειές;» ρώτησε η Χοαρκίδα την Ελεονόρα.

«Ναι, αλλά δυστυχώς δεν μπορώ να πω τίποτα. Μη νομίσεις ότι το κάνω επίτηδες, όμως.»

«Καθόλου. Υποθέτω πως πρέπει να πρόκειται για κάτι απόρρητο.»

Η Ελεονόρα ένευσε. «Ναι, είναι απόρρητο. Δε σ’το είπε ο Κριτόλαος;»

«Μου το είπε.»

Κάθισαν στον καναπέ οι δυο τους, και ο Κριτόλαος τις ρώτησε τι ήθελαν να πιουν. Η Ελεονόρα ήθελε έναν Γλυκό Κρόνο, η Χοαρκίδα είπε ότι κι εκείνη έναν Γλυκό Κρόνο θα έπινε.

«Είσαι Παντοκρατορική πράκτορας, λοιπόν, σωστά;» είπε η Χοαρκίδα.

«Όχι,» αποκρίθηκε η Ελεονόρα. «Όχι, δεν είμαι πράκτορας. Είμαι επιστήμονας, και μάγισσα του τάγματος των Ερευνητών.»

«Επιστήμονας;»

«Ασχολούμαι με τη χυμεία και τις διάφορες μορφές ενέργειας.»

«Αισθάνομαι τόσο πολύ άσχετη και με το ένα θέμα και με το άλλο,» είπε η Χοαρκίδα, ευπροσήγορα. «Για να μην αναφέρω καν τη μαγεία των Ερευνητών!»

Ο Κριτόλαος τούς έφερε τα ποτά τους.

Η Ελεονόρα χαμογέλασε. Έστρωσε τα γυαλιά της, νευρικά, με το ένα χέρι. «Σε ξέρει πολύ περισσότερος κόσμος απ’ό,τι εμένα, παρ’όλ’αυτά,» είπε στη Χοαρκίδα.

«Δεν είναι πάντα καλό αυτό, πίστεψέ με,» αποκρίθηκε εκείνη, πίνοντας μια γουλιά απ’τον Γλυκό Κρόνο της.

Ο Κριτόλαος, έχοντας βάλει για τον εαυτό του ένα ποτήρι Σεργήλιο οίνο, κάθισε στην αντικρινή πολυθρόνα, κοιτάζοντας τις δύο γυναίκες να μιλάνε. Για την ώρα, αισθανόταν τελείως αόρατος – και δεν τον πείραζε καθόλου.

«Υπάρχουν περίεργοι που σε ενοχλούν;» ρώτησε η Ελεονόρα τη Χοαρκίδα.

«Δεν το λέω μόνο γι’αυτό. Νομίζεις ότι είναι καλό να γνωρίζουν όλοι το πρόσωπό σου;»

«Υποθέτω πως όχι…» Η Ελεονόρα ήπιε μια γουλιά από το ποτό της, σκεπτική. Ύστερα, είπε: «Είσαι, πάντως, τυχερή που είσαι Διευθύντρια του Άστρου. Δεν είσαι μεγαλύτερη από εμένα, έτσι;» Την παρατήρησε.

«Δεν το νομίζω,» είπε η Χοαρκίδα. «Τριάντα-εφτά είμαι.»

Η Ελεονόρα, που ήταν τριάντα-πέντε, είπε: «Εντάξει, είσαι λίγο μεγαλύτερη από εμένα, αλλά όχι πολύ.» Και δε σου φαίνεται καθόλου, πρόσθεσε νοερά, γιατί, με μια απλή ματιά, θα ορκιζόταν ότι η Χοαρκίδα ήταν μικρότερη. «Πώς τα κατάφερες να πάρεις τα ηνία του σταθμού;»

«Ήμουν δημοσιογράφος και δούλευα για το Άστρο. Είχα κάνει κάμποσα ενδιαφέροντα ρεπορτάζ, και ο τότε Διευθυντής με εμπιστευόταν. Έγινα το δεξί του χέρι, αφού το προηγούμενο δεξί του χέρι ας πούμε ότι στραμπούλιξε τον καρπό του.»

«Που τι ακριβώς σημαίνει;» ρώτησε η Ελεονόρα, μειδιώντας.

Η Χοαρκίδα γέλασε. «Έκανε λάθη. Ολοένα και περισσότερα. Μέχρι που δημιουργήθηκε μια δυσάρεστη ιστορία ανάμεσα σ’αυτόν και στον Διευθυντή. Και μη σου μπαίνουν ιδέες ότι εγώ είχα σκαρώσει τίποτα. Η αλήθεια είναι πως άλλοι μέσα στο κανάλι ήταν που δεν τον συμπαθούσαν. Αλλά αυτό δεν έχει σημασία. Όταν ήμουν είκοσι-εφτά χρονών, ήρθαν τα πράγματα έτσι που, με την υποστήριξη του Διευθυντή, πήρα τη θέση της Υποδιευθύντριας του καναλιού. Και όταν ο Διευθυντής πέθανε τον επόμενο χρόνο, βρέθηκε πως είχε γράψει ότι σε μια τέτοια δυσάρεστη περίπτωση πρότεινε για Διευθύντρια του Άστρου τη Χοαρκίδα Καμάρνη.»

«Δηλαδή, είσαι Διευθύντρια για μια δεκαετία…»

Η Χοαρκίδα ένευσε.

Η Ελεονόρα ρώτησε: «Από τι πέθανε ο Διευθυντής;»

«Από καρδιά. Απρόοπτα. Λυπήθηκα για το θάνατό του. Τον συμπαθούσα, Ελεονόρα. Ήταν… πολύ καλός στη δουλειά του, και άνθρωπος έξυπνος. Δαιμόνιος, ίσως. Ορισμένοι, μάλιστα, έλεγαν – ακόμα λένε – ότι ήταν μέλος του Χρυσού Ερπετού.»

«Σοβαρά;» είπε η Ελεονόρα. «Και είναι αλήθεια;»

Η Χοαρκίδα μόρφασε. «Εμένα, πάντως, δε μου είχε πει ποτέ τίποτα γι’αυτό, και συνεργαζόμασταν πολύ στενά. Για την ακρίβεια, όποτε άκουγε αυτές τις φήμες, έλεγε ότι ήταν τρελοί όσοι τις εξάπλωναν, ή ήθελαν, ίσως, να αμαυρώσουν τη φήμη του – να τον κάνουν να φαίνεται ύποπτος.»

«Δίκιο είχε ο άνθρωπος,» παρενέβη ο Κριτόλαος. «Το Χρυσό Ερπετό δεν υπάρχει.»

«Πώς το ξέρεις;» τον ρώτησε η Χοαρκίδα.

«Το ξέρω επειδή εγώ εξάπλωσα τις φήμες γι’αυτή τη ‘μυστική οργάνωση’.»

«Τι;…»

Ο Κριτόλαος γέλασε. «Όχι μόνος μου, βέβαια. Κι άλλοι πράκτορες της Παντοκράτειρας έχουν συμβάλλει. Πραγματικά πιστεύεις ότι θα υπήρχε κάποιος κρυφός πυρήνας Αρχόντων της Σεργήλης ο οποίος ελέγχει τα πάντα στη διάσταση και ουσιαστικά παίζει με την Παντοκράτειρα;»

«Ορισμένοι άνθρωποι έχουν ασχοληθεί πολύ μ’αυτές τις θεωρίες…» είπε η Χοαρκίδα.

«Το ξέρω. Αυτό είναι το νόημα κιόλας. Βάλε τον κόσμο να κυνηγά φαντάσματα, να απασχολείται με πράγματα που δεν υπάρχουν: έτσι βγάζεις πολλούς μπελάδες από το κεφάλι σου.

»Για τον μανιακό δολοφόνο της Άκρης έχεις ακουστά;»

«Νομίζω πως ναι.»

«Παρόμοια περίπτωση είναι,» είπε ο Κριτόλαος. «Η Χωροφυλακή της Άκρης έχει διαδώσει τη φήμη ότι, εδώ και δεν-ξέρω-κι-εγώ-πόσα χρόνια, αναζητά έναν μανιακό δολοφόνο που περιφέρεται στους δρόμους της πόλης, χωρίς να μπορεί να τον πιάσει. Επομένως, όταν η Χωροφυλακή θέλει να κάνει κάποιο έγκλημα, απλά το φορτώνει στον ‘μανιακό δολοφόνο που είναι αδύνατο να πιαστεί’.»

«Είσαι σοβαρός…;»

«Φυσικά και είμαι σοβαρός. Οι περισσότεροι αστικοί μύθοι από κάτι τέτοιες περιπτώσεις ξεκινάνε. Κάποιοι αρχίζουν να τους διαδίδουν για τα δικά τους συμφέροντα· κι ορισμένοι μένουν ζωντανοί ακόμα κι ύστερα από αιώνες.»

«Τέλος πάντων,» είπε η Χοαρκίδα. Και προς την Ελεονόρα: «Ο Διευθυντής μου δεν ήταν μέλος του Χρυσού Ερπετού, όπως άκουσες κι από έγκυρη πηγή.»

Η Ελεονόρα γέλασε, και άναψε τσιγάρο. «Ο Διευθυντής αυτός ήταν και ιδιοκτήτης του Άστρου

«Φυσικά και όχι. Αν ήταν, κανένας δε θ’άφηνε εμένα να γίνω Διευθύντρια· οι συγγενείς θα τρώγονταν αναμεταξύ τους ποιος θα πάρει τα ηνία. Το Άστρο ανήκει εν μέρει σε δύο επιχειρηματίες και εν μέρει στην Παντοκράτειρα.»

«Η Παντοκράτειρα το έχει αγοράσει;»

«Έχει το μεγαλύτερο μερίδιο. Το πενήντα-ένα τοις εκατό.»

«Απόψε,» είπε η Ελεονόρα, «μορφώνομαι.»

Η Χοαρκίδα μειδίασε. «Μου κάνει εντύπωση που δεν το ήξερες ήδη. Τέτοια πράγματα, για παράδειγμα, δεν διαφεύγουν του Κριτόλαου.»

«Εγώ, όπως σου είπα, δεν είμαι πράκτορας. Ασχολούμαι με άλλα θέματα.»

Η Χοαρκίδα σηκώθηκε από τον καναπέ. «Να ακούσουμε λίγη μουσική;» πρότεινε.

«Γιατί όχι;» είπε ο Κριτόλαος, ενώ η Ελεονόρα κατένευσε, μοιάζοντας να περνά καλά.

Η Χοαρκίδα πήγε προς το ηχοσύστημα του δωματίου και πάτησε τα πλήκτρα του.

Η Ελεονόρα, παρατηρώντας την, σκέφτηκε: Σίγουρα δεν είναι ούτε η πρώτη ούτε η δέκατη φορά που έρχεται εδώ. Μάλλον, η χιλιοστή… Είχε, όμως, αρχίσει να συμπαθεί πολύ τη Χοαρκίδα. Απορούσε γιατί τόσο καιρό ο Κριτόλαος δεν την είχε φέρει για να τη γνωρίσει.

*

Οι κατάσκοποι ήταν πάλι πίσω της, όπως το περίμενε. Γι’αυτό κιόλας δεν είχε αποφασίσει να πάει νωρίτερα στην Οινόσφαιρα· το βράδυ θεωρούσε ότι ήταν ευκολότερο να τους ξεφύγει.

Αυτή η ιστορία την είχε εκνευρίσει πλέον! Και παλιότερα είχε τύχει να την παρακολουθούν μερικές φορές, αλλά τώρα το πράγμα είχε παρατραβήξει! Τι ήθελαν, τέλος πάντων, από εκείνη; Δεν έβλεπαν ότι ήταν απλά μια φιλήσυχη κοπέλα με παραπάνω από αρκετά χρήματα στην τσέπη της;

Η Βατράνια άφησε το όχημά της σ’ένα γκαράζ στον Γαιοδόμο και βάδισε προς ένα μπαρ που ονομαζόταν «Οι Ευγενείς Βάρβαροι» και το είχαν δύο άντρες από την περιοχή των Φέρνιλγκαν. Το όνομα ήταν, φυσικά, σατιρικό. Τους άρεσε να σατιρίζουν τον εαυτό τους, και να κοροϊδεύουν την κοινωνία, επίσης.

Η Βατράνια είχε δει ότι το όχημα που την ακολουθούσε από τη Γραμμή ώς εδώ είχε σταματήσει στο ίδιο γκαράζ που είχε αφήσει κι εκείνη το δικό της όχημα· και τώρα, δύο άγνωστες γυναίκες έρχονταν πίσω της.

Δεν τα παρατάνε ποτέ.

Η Βατράνια έσπρωξε την πόρτα του μπαρ «Οι Ευγενείς Βάρβαροι» και, κατεβαίνοντας μερικά μεταλλικά σκαλοπάτια, μπήκε στην αίθουσα που ξεχείλιζε από δυνατή μουσική. Στην πίστα ήταν δύο κοπέλες που χόρευαν· αυτοί που στέκονταν από κάτω τους – πάνω από μια ντουζίνα, άντρες όλοι τους – φώναζαν, γελούσαν, και άπλωναν τα χέρια τους για να αγγίξουν τους αστραγάλους των χορευτριών.

Η Βατράνια πέρασε, δίχως καθυστέρηση, μέσα από τον κόσμο, προτού οι κατάσκοποι προλάβουν να μπουν στο μπαρ και να την ακολουθήσουν. Πήγε στις γυναικείες τουαλέτες, όπου ήξερε πως υπήρχε ένα στρογγυλό παράθυρο, αρκετά μεγάλο για να μπορεί να βγει από εκεί μια λεπτή γυναίκα και να βρεθεί στο σοκάκι πίσω από τους Ευγενείς Βαρβάρους.

Μια κοπέλα βαφόταν μπροστά στον καθρέφτη. Στράφηκε να κοιτάξει τη Βατράνια.

Εκείνη χαμογέλασε καθώς έβγαζε τα παπούτσια της που είχαν τακούνι και δεν βόλευαν στο σκαρφάλωμα. «Κάνε τη δουλειά σου. Δεν τρέχει τίποτα. Θέλω ν’αποφύγω έναν πρώην.» Έβαλε τα παπούτσια στις τσέπες της καπαρντίνας της, άνοιξε το παράθυρο, πιάστηκε από τις άκριες, και τράβηξε το σώμα της επάνω.

Το σοκάκι πίσω από το μπαρ ήταν – δεν υπήρχε σωστότερη λέξη για να το χαρακτηρίσει – σκατά. Βγαίνοντας από το παράθυρο, πάτησε μέσα σε νερά και λάσπες. Αυτός ήταν κι ο λόγος που δεν είχε φορέσει κάλτσες: το ήξερε ότι θα συνέβαινε τούτο, αφού είχε αποφασίσει απόψε ν’αποφύγει τους κατασκόπους με τη μέθοδο Το Μονοπάτι των Ευγενών Βαρβάρων.

Κλείνοντας το παράθυρο, έγνεψε γεια στην κοπέλα που την κοίταζε από μέσα.

«Καλή τύχη!» της είπε εκείνη, γελώντας.

«Ευχαριστώ!»

Η Βατράνια δεν έχασε χρόνο. Βάδισε γρήγορα μέσα στο σοκάκι, προσέχοντας μην πατήσει τίποτα γυαλιά και κόψει τα πόδια της. Βγήκε σ’έναν μεγαλύτερο δρόμο και συνέχισε να βαδίζει γρήγορα, διασχίζοντας τον Γαιοδόμο προς τα δυτικά. Σε μια ήσυχη, σκοτεινή γωνία, όπου ήταν βέβαιη ότι κανένας δεν την παρακολουθούσε, κάθισε σ’ένα σκαλοπάτι, σκούπισε τα πόδια της μ’ένα μαντήλι, φόρεσε ένα ζευγάρι ψηλές κάλτσες που είχε σε μια εσωτερική τσέπη της καπαρντίνας της, και έβαλε ξανά τα παπούτσια της. Σηκώθηκε και συνέχισε το δρόμο της.

Της άρεσε να περπατά το βράδυ μέσα στην πόλη, παρά το κρύο. Υπήρχε μια γοητεία που εξαφανιζόταν το πρωί.

Η Βατράνια βγήκε, τελικά, στην Κεντρική Δημοσιά, πέρασε απέναντι, κι έφτασε στο Χωνευτήρι. Όπου τα βήματά της έγιναν πιο προσεχτικά. Οι νύχτες εδώ δεν ήταν και τόσο ακίνδυνες όσο σ’άλλες γειτονιές της Θακέρκοβ. Εδώ, μπορούσαν να σε ληστέψουν ή να σε βιάσουν· δεν ήταν καθόλου σπάνιο.

Η Βατράνια κρατούσε χαλαρά τη λαβή του πιστολιού που είχε κρυμμένο μέσα στην καπαρντίνα της.

Σε μια στροφή, δύο τύποι παρουσιάστηκαν εμπρός της. Ο ένας ήταν λευκόδερμος, φορούσε σκουφί, και κρατούσε ξυλόσφυρα· ο άλλος είχε δέρμα λευκό-ροζ, μαύρα μούσια, κι ένα χασάπικο μαχαίρι στο χέρι.

«Τα λεφτά σου, κούκλα, και τα ρουχαλάκια σου,» είπε ο πρώτος, «για να μη γίνουμε άγριοι.»

«Φύγετε από μπροστά μου,» αποκρίθηκε η Βατράνια προσπαθώντας ν’ακουστεί ήρεμη. Και η αλήθεια ήταν πως δεν αισθανόταν και τόσο τρομαγμένη· δε νόμιζε ότι αυτοί οι δύο λεχρίτες μπορούσαν πραγματικά να τη νικήσουν.

Ο Σκούφος γέλασε. «Βαστά η καρδούλα σου, ε;» Έσεισε την ξυλόσφυρα απειλητικά. «Αλλά τέρμα τ’αστεία, μορφονιά. Κάνε όπως σου λέμε!»

Η Βατράνια έβγαλε το πιστόλι της, σημαδεύοντάς τον. «Είπα: φύγετε από μπροστά μου

Ο Σκούφος φάνηκε διστακτικός τώρα· έκανε ένα βήμα πίσω.

«Μην ψαρώνεις, ρε – ψεύτικο είναι!» του είπε ο Μούσιας.

Η Βατράνια πυροβόλησε τον τοίχο δίπλα του.

Οι δύο άντρες εξαφανίστηκαν τόσο γρήγορα που θα μπορούσαν ποτέ να μην είχαν υπάρξει.

Στην Οινόσφαιρα, δεν είχε τόσο κόσμο όσο στους Ευγενείς Βαρβάρους, αλλά είχε αρκετό κόσμο για κάνει βαβούρα και για να θεωρείται το μαγαζί σχεδόν γεμάτο. Η μουσική ήταν έντονη: Άνεμοι του Κενού. Τσυρίδες και κακό. Η Βατράνια δεν τους συμπαθούσε γενικά, αλλά υπήρχαν περιπτώσεις που μπορούσε να τους ακούσει με ευχαρίστηση. Ετούτη δεν ήταν μία από αυτές τις περιπτώσεις, δυστυχώς.

Ο Έκτορας καθόταν στο μπαρ τρώγοντας σποράκια και πίνοντας ένα ποτό. Παραδίπλα ήταν η Νιρίφα’μορ, κουνώντας το κεφάλι της έτσι που έδειχνε ότι απολάμβανε τους ήχους των Ανέμων του Κενού.

Η Βατράνια πλησίασε. «Καλησπέρα,» είπε.

«Γεια σου, Βατράνια,» αποκρίθηκε η Νιρίφα.

«Σε τι οφείλουμε την τιμή;» ρώτησε ο Έκτορας.

Η Βατράνια έβγαλε ένα τσιγάρο και το άναψε. «Μου λείψατε. Ειδικά οι δικοί σου… μαγευτικοί τρόποι, Έκτορα.»

«Άμα δε σ’αρέσω εγώ, υπάρχουν τόσα άλλα μαγαζιά στην πόλη,» μούγκρισε ο Πρόμαχος.

«Αρπάζεται αμέσως ο κύριος…» είπε η Βατράνια υπομειδιώντας και φυσώντας καπνό προς το μέρος του.

Ο Έκτορας κούνησε το χέρι του εμπρός του. «Η ομίχλη του γαμημένου θανάτου…»

Η Βατράνια ύψωσε ένα φρύδι. «Τίτλος βιβλίου;»

«Ο καπνός σου.»

«Υπάρχουν άντρες που με ικετεύουν να φυσήξω καπνό στο πρόσωπό τους,» είπε, θεατρικά αλλά όχι προσβεβλημένα, η Βατράνια.

«Εγώ δεν είμαι απ’αυτούς τους λιμασμένους,» αποκρίθηκε ο Έκτορας.

Η Νιρίφα γελούσε σχεδόν από την αρχή της κουβέντα τους. «Είστε θέατρο!» είπε τώρα, ακόμα γελώντας. «Σταματήστε, προτού με σκοτώσετε!»

Η Βατράνια, χαμογελώντας πλατιά, είπε στον Έκτορα: «Μου ήρθε ένα μήνυμα. Από κοινούς φίλους.»

Ο Πρόμαχος ήπιε μια γουλιά απ’το ποτό του. «Μάλιστα.»

«Θες να το συζητήσουμε εδώ;»

«Πάμε μέσα.» Ο Έκτορας σηκώθηκε από το ψηλό σκαμνί όπου καθόταν.

«Για μένα δεν έχει ποτό;»

«Θέλεις ποτό;»

«Αν έχετε την καλοσύνη.»

«Δεν την έχουμε· μπορείς όμως να το βάλεις μόνη σου.» Ο Έκτορας πήρε το ποτό του και βάδισε προς το δωμάτιο πίσω από την κεντρική αίθουσα.

Η Νιρίφα, γελώντας, ρώτησε τη Βατράνια: «Τι ποτό θέλεις;»

«Φλεγόμενο Γρύπα. Και το αφεντικό σας είναι ψυχοπαθές.»

«Το ξέρουμε.» Η Νιρίφα τής γέμισε ένα ποτήρι με το δημοφιλές αναψυκτικό και της το έδωσε.

Η Βατράνια το πήρε και πήγε στο δωμάτιο πίσω από την κεντρική αίθουσα της Οινόσφαιρας.

Ο Έκτορας την περίμενε εκεί, μαζί με τον Σωσία και τον Αίολο. Ο πρώτος πετούσε βελάκια σ’έναν στόχο κρεμασμένο στον τοίχο. Ο δεύτερος χαμογέλασε βλέποντας τη Βατράνια. «Καλώς την,» είπε.

«Τι κάνεις, Αίολε;»

«Δε μου λες,» τη ρώτησε ο Έκτορας προτού προλάβει να μιλήσει ο μάγος, «σ’ακολουθούν ακόμα οι Παντοκρατορικοί;»

«Ναι,» απάντησε η Βατράνια. «Αλλά μην ανησυχείς: με έχασαν πολύ πριν πλησιάσω την Οινόσφαιρα.»

«Είσαι σίγουρη γι’αυτό…»

Η Βατράνια κάθισε σε μια καρέκλα του τραπεζιού, σταυρώνοντας τα πόδια της στο γόνατο. «Φυσικά και είμαι σίγουρη. Πέρασα από ταλαιπωρία για να έρθω και να σας φέρω το μήνυμα – και η δουλειά μου δεν είναι καν να μεταφέρω μηνύματα.»

«Σε κυνήγησαν;» ρώτησε ο Έκτορας. «Σε πυροβόλησαν;»

«Δε θα το άφηνα να φτάσει ώς εκεί, βέβαια! Αναγκάστηκα, όμως, να βαδίσω μέσα σε λάσπες και νερά.»

«Ελπίζω να μη λέρωσες τα παπούτσια σου…»

«Το ενδιαφέρον σου με συγκινεί, αλλά, όπως βλέπεις» – τέντωσε το πόδι της – «είναι μια χαρά.»

«Υπέροχα!» είπε, σκωπτικά, ο Έκτορας, καθίζοντας αντίκρυ της. «Τι μήνυμα μας φέρνεις, λοιπόν, μέσα από δυσκολίες, λάσπες, χώματα, και ιδρώτα;»

Η Βατράνια έσβησε το τσιγάρο της. «Σε δύο ημέρες, θα περάσει ένα φορτηγό από τη Θακέρκοβ. Επάνω του θα γράφει ‘Μεταφορές Εξηκοστής Διάστασης’. Επωνυμία προφανώς. Το φορτηγό θα συνεχίσει – υποθέτουμε – προς τη Νίρβεκ με σκοπό να φτάσει – κι αυτό το γνωρίζουμε – στη διαστασιακή δίοδο προς Σάρντλι, μέσα από τα Φέρνιλγκαν. Ο Πρίγκιπας θέλει να το σταματήσουμε. Όχι εμείς, στη Θακέρκοβ. Εμείς δε θα του επιτεθούμε· πρέπει, όμως, να ειδοποιήσουμε τους επαναστάτες στα Φέρνιλγκαν.»

«Και γιατί το μήνυμα αυτό δεν ήρθε κατευθείαν σε μένα;» ρώτησε ο Έκτορας.

«Επειδή ήρθε μέσω δικού μου συνδέσμου.» Οι επαναστάτες έξω από τη Θακέρκοβ συνήθως προτιμούσαν τη Βατράνια για να έρχονται σε επαφή με τους επαναστάτες της πόλης. Ήταν περισσότερο δικτυωμένη, παρότι ο Έκτορας ήταν Πρόμαχος σε τούτα τα μέρη.

Του Έκτορα, γενικά, δεν του άρεσε αυτό. «Καλώς,» είπε. «Και πρέπει τώρα να τρέξουμε στα Φέρνιλγκαν;»

«Δε βλέπω καμια άλλη λύση. Βλέπεις εσύ;»

«Τι μεταφέρει αυτό το φορτηγό; Δεν έχω ξανακούσει για καμια επιχείρηση Μεταφορές Εξηκοστής Διάστασης

«Ούτε εγώ. Πρέπει νάναι προκάλυμμα, για να μη σαμποτάρει το φορτίο η Επανάσταση. Και δεν ξέρω τι μεταφέρει. Ενέργεια, πιθανώς. Ή όπλα.»

«Το δεύτερο, μάλλον,» είπε ο Έκτορας. «Στη Σάρντλι δεν έχουν έλλειψη από ενέργεια, απ’όσο ξέρω.»

Η Βατράνια ένευσε, συμφωνώντας.

«Εντάξει,» είπε ο Έκτορας. «Θα στείλω κάποιους με το υποβρύχιο να πάνε στα Φέρνιλγκαν και να ειδοποιήσουν τους Μασκοφόρους. Υπάρχει τίποτ’άλλο αναγνωριστικό πάνω σ’αυτό το φορτηγό πέρα από το Μεταφορές Εξηκοστής Διάστασης

Η Βατράνια έβγαλε το μήνυμα από την τσέπη της, πάτησε την κάτω δεξιά γωνία του ευαίσθητου χαρτιού, και διάβασε. Είπε: «Έχει έξι τροχούς, και ίσως στο εσωτερικό του να είναι οπλισμένοι φρουροί.»

«Ωραία. Έχεις κάτι άλλο να μας πεις;»

Η Βατράνια δίπλωσε το χαρτί και το έκρυψε πάλι μέσα στα ρούχα της. «Όχι.»

«Πήγαινε σπίτι σου για ύπνο, λοιπόν.»

Η Βατράνια ήπιε μια γουλιά απ’το αναψυκτικό της. «Ευχαριστώ για τη φιλοξενία, Έκτορα· θα συστήσω το μαγαζί και στους φίλους μου.»

«Τους ψωριάρηδες λεχρίτες τους φίλους σου δεν τους θέλω εδώ, γιατί κι αυτοί όπως κι εσύ μάλλον δε θα καταλαβαίνουν πότε κάποιος αστειεύεται και πότε μιλά σοβαρά.»

Η Βατράνια τον ατένισε για μια στιγμή με στενεμένα μάτια.

Ο Έκτορας γέλασε κάνοντας το κεφάλι πίσω. «Έπρεπε να δεις τη φάτσα σου! Χα-χα-χα-χα…!» Σηκώθηκε όρθιος. «Μείνε όσο θέλεις – αρκεί να μην ενοχλείς τους πελάτες μου.»

«Μπορείς να καθίσεις και μέχρι το πρωί άμα θες,» της είπε ο Αίολος, ανασηκώνοντας τους ώμους.

Ο Έκτορας τον λοξοκοίταξε. «Κάτι κομμένες κεφαλές που πετάγονται…»

«Προσπαθώ απλά να φανώ ευγενικός, αφεντικό.»

Η Βατράνια σηκώθηκε από τη θέση της. «Αν είστε καλοί με τους πελάτες σας, μπορεί να μείνω και μέχρι το μεσημέρι.»

«Θα σου δώσουμε ένα γερό χέρι ξύλο, όπως δίνουμε σ’όλους τους πελάτες μας,» είπε ο Έκτορας.

Ο Αίολος αναποδογύρισε τα μάτια πίσω απ’τα τετράγωνα γυαλιά του. Αλλά η Βατράνια γέλασε, και ρώτησε τον Πρόμαχο: «Εκτός απ’αυτό, τι άλλο κάνετε εδώ; Παίζετε μπιλιάρδο, ή έχετε τα τραπέζια, τις μπάλες, και τις στέκες για πλάκα;»

«Θες να πεις ότι ξέρεις μπιλιάρδο;»

Η Βατράνια ύψωσε ένα λεπτό, ξανθό φρύδι. «Τι νομίζεις; Ξέρω;»

«Πρέπει να σε δοκιμάσω στην πράξη.»

Η Βατράνια μειδίασε λοξά. «Αυτό ακούγεται τόσο… απειλητικό.»

«Είναι. Έλα μαζί μου και θα δεις.»

Ο Έκτορας πήγε στην κεντρική αίθουσα της Οινόσφαιρας, κι εκείνη τον ακολούθησε.

Ο Αίολος έμοιαζε απογοητευμένος.

Ο Σωσίας εκτόξευσε ένα βελάκι και το κάρφωσε μερικά εκατοστά δίπλα από το κέντρο του στόχου στον τοίχο.

*

Η Ελεονόρα περνούσε τον περισσότερο καιρό της στο ερευνητικό κέντρο, διαβάζοντας βιβλία, μελετώντας ουσίες και παράξενες περιπτώσεις, υφαίνοντας μαγγανείες και ξόρκια, και βάζοντας σε λειτουργία περίπλοκα μηχανήματα· δεν γνώριζε και τόσα πολλά για κινηματογραφικές ταινίες, για μυθιστορήματα και μυθιστοριογράφους, για ηθοποιούς και τηλεοπτικούς αστέρες, για μουσικούς, συγκροτήματα, και χορευτές, για την τελευταία λέξη της μόδας στα οχήματα ή ακόμα και στις ενδυμασίες. Ήταν, όμως, παραπάνω από πρόθυμη ν’ακούει τη Χοαρκίδα να της μιλά γι’ακριβώς αυτά τα πράγματα. Τα έτρωγε όπως ο πεινασμένος τρώει ένα καλομαγειρεμένο πιάτο φτιαγμένο από μάγειρα που γνωρίζει όλες τις λεπτές γεύσεις. Η Χοαρκίδα Καμάρνη την είχε εντυπωσιάσει.

Ο Κριτόλαος το έβλεπε αυτό πεντακάθαρα· και δεν ήξερε αν του άρεσε. Μάλλον, σίγουρα δεν του άρεσε. Η Χοαρκίδα είχε κάνει την Ελεονόρα του χεριού της. Και, συγχρόνως, έπιναν. Ήταν κι οι δυο τους λιγάκι ζαλισμένες.

«Δεν πάμε έξω για φαγητό;» πρότεινε ο Κριτόλαος.

Στράφηκαν να τον κοιτάξουν. Δεν ήταν βέβαιο ότι τον είχαν ακούσει.

«Δεν πάμε έξω για φαγητό;» επανέλαβε εκείνος.

«Δε μπορούμε να φάμε εδώ;» μόρφασε η Ελεονόρα.

«Εδώ;» είπε η Χοαρκίδα γελώντας. «Όταν υπάρχουν τόσα υπέροχα εστιατόρια στην πόλη;»

«Εντάξει, αν είναι, πάμε σε εστιατόριο…»

Ο Κριτόλαος σηκώθηκε από την πολυθρόνα του. «Πάμε.»

Η Χοαρκίδα τον πλησίασε. «Τι είναι; Συμβαίνει κάτι;»

«Τίποτα δε συμβαίνει,» είπε εκείνος. «Πάμε να φάμε. Ψοφάω της πείνας.»

«Κι εγώ.» Η Χοαρκίδα τον φίλησε. Στα χείλη. Και μετά, αμέσως, βάδισε προς την είσοδο του διαμερίσματος, όπου ήταν κρεμασμένη η κάπα της.

Ο Κριτόλαος είδε την Ελεονόρα να τον κοιτάζει μ’ένα βλέμμα που μόνο μπερδεμένο θα μπορούσε να χαρακτηρίσει. Την πλησίασε και πέρασε το χέρι του γύρω απ’τη μέση της. «Έλα,» της είπε και φίλησε το μάγουλό της.

Κατέβηκαν στο γκαράζ της πολυκατοικίας και μπήκαν στο όχημα της Χοαρκίδας, μ’εκείνη στο τιμόνι. Ο Κριτόλαος ήλπιζε να μην ήταν τόσο μεθυσμένη που να μη μπορεί να οδηγήσει και να τους ρίξει πάνω σε κανέναν τοίχο. Η οδήγησή της, όμως, δεν αποδείχτηκε άσχημη, αν και ήταν λιγάκι πιο παράτολμη απ’ό,τι άλλες φορές.

Πήγαν στο Κόσμημα της Σεργήλης, ένα εστιατόριο στη γωνία Ελεγείας και Αυγερινού. Παλιότερα, ονομαζόταν Κόσμημα της Αρτάλης· όμως, ύστερα από τους διωγμούς των ιερειών της εν λόγω θεάς, οι Παντοκρατορικοί είχαν απαιτήσει το όνομα να αλλάξει για να μην εξάπτει τα πνεύματα.

Το εστιατόριο ήταν μεγάλο και πολυτελείας, και οι τρεις τους παράγγειλαν πιο πολλά φαγητά απ’ό,τι μπορούσαν να φάνε και πιο πολλά ποτά απ’ό,τι μπορούσαν να πιουν. Η Χοαρκίδα φαινόταν να περνά καλά. Το ίδιο και η Ελεονόρα. Κι οι δυο τους μεθούσαν ολοένα και περισσότερο, και γελούσαν δυνατά. Ο Κριτόλαος είχε επίσης ζαλιστεί, αλλά προσπάθησε να μείνει πιο ξεμέθυστος από εκείνες, γιατί κάποιος θα έπρεπε μετά να τις πάει σπίτι. Η Ελεονόρα και η Χοαρκίδα ήταν φανερό ότι συμπαθιούνταν, αν και δεν υπήρχε αμφιβολία ότι η δεύτερη είχε το πλεονέκτημα. Η Ελεονόρα ήταν, πολύ απλά, εντυπωσιασμένη με τη Χοαρκίδα. Κάπνιζαν σα φουγάρα· ο Κριτόλαος κουνούσε κάπου-κάπου το χέρι του για ν’απομακρύνει τον καπνό.

Τελικά, ίσως να μην ήταν καλή ιδέα να συναντηθούν, σκέφτηκε σε κάποια στιγμή. Αλλά μετά: Υπερβάλλεις, θα σου έλεγε η Χοαρκίδα. Εξάλλου, φαίνεται να διασκεδάζουν κι οι δύο.

Το εστιατόριο είχε μουσική που, καθώς η ώρα περνούσε, δυνάμωνε ολοένα και περισσότερο. Όταν οι τρεις τους έφυγαν, μετά τα μεσάνυχτα, η μουσική ήταν εκκωφαντική: μετά βίας μπορούσες να μιλήσεις, και ακουγόταν κι έξω από το κατάστημα.

Πήραν το όχημά τους από το γκαράζ όπου το είχαν αφήσει και ο Κριτόλαος οδήγησε μέχρι την πολυκατοικία του. Η Ελεονόρα παραπατούσε καθώς πήγαιναν προς τον ανελκυστήρα, και έλεγε στη Χοαρκίδα ανέκδοτα. «Αυτό είναι παλιό,» της είπε η Χοαρκίδα ενώ ανέβαιναν. «Άκου αυτό: Πόσοι έξυπνοι Λεγεωνάριοι και πόσοι χαζοί Λεγεωνάριοι χρειάζονται για να ξεκινήσουν ένα τρένο που έχουν οι ίδιοι σταματήσει;»

Η Ελεονόρα ακούμπησε την πλάτη της σ’ένα απ’τα τοιχώματα του ανελκυστήρα, και κοίταξε το ταβάνι σκεπτικά ενώ γελούσε αναίτια. «Εεεεεεεμμμμμ…»

Έφτασαν στον δέκατο – και τελευταίο – όροφο της πολυκατοικίας, και η πόρτα του ανελκυστήρα άνοιξε.

«Δεν ξέρω,» είπε η Ελεονόρα καθώς έβγαιναν και πήγαιναν προς το διαμέρισμα του Κριτόλαου.

«Η απάντηση είναι πως η ερώτηση είναι ανούσια,» της είπε η Χοαρκίδα. «Επειδή – έξυπνοι Λεγεωνάριοι δεν υπάρχουν

«Χι-χι-χι-χι-χι!» γέλασε η Ελεονόρα, παραπατώντας και πιάνοντας τον τοίχο για να μην πέσει.

«Χα-χα-χα!» γέλασε η Χοαρκίδα, πηγαίνοντας λιγάκι πιο σταθερά.

Ο Κριτόλαος ξεκλείδωσε την πόρτα του, έχοντας αποφασίσει ότι τελικά, όντως, όλη αυτή η ιστορία δεν ήταν καλή ιδέα.

Μπήκαν στο διαμέρισμα και η Ελεονόρα είπε: «Είμαι πεθαμένηΠεθαμένη, σας λέω,» γελώντας.

Ο Κριτόλαος τη φίλησε στο στόμα. «Πήγαινε να κοιμηθείς,» της πρότεινε.

«Ναι,» συμφώνησε εκείνη. «Θα πάω για ύπνο. Στο δωμάτιό σου;»

Ο Κριτόλαος ένευσε. «Στο δωμάτιό μου.»

Η Ελεονόρα είπε: «Καληνύχτα, Χοαρκίδα! Ήταν πολύ ωραία.»

«Ναι, ήταν.»

«Θα τα ξαναπούμε!»

«Βέβαια,» είπε η Χοαρκίδα γελώντας.

«Καληνύχτα.»

«Καληνύχτα.»

Η Ελεονόρα πήγε στο δωμάτιο του Κριτόλαου.

Εκείνος είπε στη Χοαρκίδα: «Δεν ήταν ανάγκη να… να, εμμ, να γίνει όλο αυτό το σκηνικό…»

Η Χοαρκίδα ακούμπησε τους αγκώνες της στους ώμους του, στεκόμενη εμπρός του. «Έχει πλάκα η φίλη σου η Ελεονόρα. Πρέπει νάναι από άλλη διάσταση, ε;»

«Δεν έχει γεννηθεί εδώ…»

Η Χοαρκίδα τον φίλησε, δυνατά, και κόλλησε επάνω του.

Ο Κριτόλαος δεν ήταν και πολύ πιο νηφάλιος από τις δύο γυναίκες, έτσι μαζί με τη Χοαρκίδα δεν άργησαν να βρεθούν στον καναπέ χωρίς να τους ντύνει το παραμικρό ρούχο. Μονάχα κοσμήματα κρέμονταν επάνω στο κατάλευκο δέρμα της Χοαρκίδας καθώς εκείνη καβαλούσε τον καθισμένο Κριτόλαο και τα χέρια του έσφιγγαν τους γλουτούς της. Η Χοαρκίδα γελούσε και φώναζε, κι εκείνος, επίσης γελώντας, της είπε: Μη φωνάζεις. Κοιμάται μέσα. Κοιμ– Η Χοαρκίδα έφερε το δεξί της στήθος στο στόμα του. Αν κοιμάται δεν ακούει· κι αν δεν κοιμάται, δεν πειράζει – χαχαχαχαχα!…

Μια φωνή παρενέβη: «Χοαρκίδα! Είσαι ακόμα εδώ; Θυμήθηκα ένα άλλο!»

Η Ελεονόρα είχε βγει από το δωμάτιο ντυμένη μ’ένα μεσοφόρι. Τα μάτια της γούρλωσαν βλέποντάς τους· και μάλλον δε χρειαζόταν τα γυαλιά της για να καταλάβει τι συνέβαινε.

Σκατά… σκέφτηκε ο Κριτόλαος, νιώθοντας τη στύση του να λιώνει ανάμεσα στους μηρούς της Χοαρκίδας.

Η Χοαρκίδα, αντιθέτως, δε φάνηκε να πτοείται. Γέλασε. «Χα-χα! Ελεονόρα! Έλα, έλα!» Τέντωσε το χέρι της προς το μέρος της Ελεονόρας. «Έλα!»

Εκείνη δίστασε. «Μα… Εσείς…» Γέλασε· και ξαναγέλασε, πιο δυνατά. Πλησίασε παραπατώντας.

«Πού πας έτσι;» της είπε η Χοαρκίδα. «Με τόσα ρούχα επάνω σου;»

Η Ελεονόρα, γελώντας, γδύθηκε και ανέβηκε στον καναπέ.

Μετά από ώρα, ξαπλωμένος μπρούμυτα, ο Κριτόλαος κοιμόταν… και ξύπνησε από μουρμουρητά και σιγανά γέλια. Άνοιξε τα μάτια του και είδε ένα κατάμαυρο κι ένα κατάλευκο γυναικείο σώμα να κυλιούνται στο χαλί του πατώματος. Το χέρι της Χοαρκίδας ήταν κρυμμένο μέσα στους μηρούς της Ελεονόρας, και η Ελεονόρα έγλειφε τα στήθη της Χοαρκίδας.

«Για όνομα των θεών…» μουρμούρισε ο Κριτόλαος. Είχε ήδη τελειώσει μία φορά μέσα στην Ελεονόρα και δύο μέσα στη Χοαρκίδα. Ποτέ δεν μπορούσαν να κοιμηθούν;

Τελικά, δεν ήταν καλή ιδέα…

Σηκώθηκε από τον καναπέ και πήγε στο δωμάτιό του. Οι δύο γυναίκες δεν κατάλαβε αν τον πρόσεξαν ή όχι.

*

Η στέκα χτύπησε τη σφαίρα. Η σφαίρα χτύπησε δύο άλλες σφαίρες που βρίσκονταν κοντά-κοντά· η μία τινάχτηκε από δω, η δεύτερη από κει: και η πρώτη παραλίγο να μπει στην τρύπα. Αλλά δεν μπήκε.

«Κατάρες!» φώναξε η Βατράνια, τσαντισμένη. «Κατάρες!» Πέταξε στο πάτωμα το τσιγάρο της και το πάτησε, σβήνοντάς το.

«Μην κάνεις σκουπίδια στο μαγαζί μου,» της είπε ο Έκτορας.

Τρεις σφαίρες έμεναν ακόμα πάνω στο τραπέζι, και ο Πρόμαχος προηγείτο για μερικούς πόντους. Η Βατράνια μπορούσε να τον νικήσει… αν τα κατάφερνε.

«Στον κώλο της Λόρκης το μαγαζί σου!»

«Σε είχα για πιο γλυκομίλητη. Και τελευταία φορά σ’το λέω: μην κάνεις σκουπίδια στο μαγαζί μου.»

Η Βατράνια άναψε άλλο τσιγάρο.

Ο Έκτορας έβαλε το πούρο του στα δόντια, και τεντώθηκε στην άκρη του τραπεζιού, σημαδεύοντας με τη στέκα του.

Η Βατράνια κάθισε στην αντικρινή μεριά του τραπεζιού, με το γόνατό της επάνω και φροντίζοντας η φούστα της να είναι σηκωμένη ώστε να φαίνεται ο μηρός της και το σημείο όπου τελείωνε η κάλτσα της.

«Αυτή η μαλακία δεν πρόκειται να πιάσει,» της είπε ο Έκτορας.

Η όψη της αγρίεψε. «Δεν καταλαβαίνω τι θες να πεις.»

«Ναι, είμαι σίγουρος.»

Ο Έκτορας χτύπησε τη λευκή σφαίρα κι αυτή χτύπησε μια άλλη σφαίρα, η οποία μπήκε σε μια γωνιακή τρύπα. Μετά, αμέσως, ο Πρόμαχος χτύπησε με τη στέκα τη Βατράνια στα κωλομέρια. Αρκετά δυνατά για ν’ακουστεί ένα ηχηρό παπ!

«Ααα!» τσύριξε η Βατράνια καθώς πεταγόταν όρθια. «Καριόλη του κώλου της Λόρκης!» γρύλισε τρίζοντας τα δόντια. Είχε γίνει κατακόκκινη.

«Στο μαγαζί μου, δεν κάθεσαι πάνω στο μπιλιάρδο,» της είπε ο Έκτορας. «Δε θέλω ζημιές.»

«Είμαι ελαφριά, μη φοβάσαι!»

«Βαριά το παίζεις, όμως.»

«Αν το ξανακάνεις αυτό,» τον απείλησε η Βατράνια, «μα τους θεούς, θα το μετανιώσεις

«Σειρά σου,» της είπε ο Έκτορας.

Η Βατράνια κοίταξε το τραπέζι. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Σημάδεψε με τη στέκα – και χτύπησε.

Η σφαίρα δεν μπήκε στην τρύπα.

Ο Έκτορας σημάδεψε, χτύπησε, και η σφαίρα μπήκε στην τρύπα. «Τελείωσε,» δήλωσε.

«Έκλεψες,» του είπε η Βατράνια, θυμωμένα.

Ο Έκτορας πήρε μια ρουφηξιά από το πούρο του. Κοίταξε τον Αλλάνδρη, τη Χλόη, τον Σωσία, και τον Αίολο που τους παρακολουθούσαν να παίζουν. «Η κοπελιά είναι θεοπάλαβη ή όχι;»

«Νομίζω, αφεντικό,» είπε ο Αίολος, «ότι το έχεις παρατραβήξει.»

«Θεοπάλαβη είναι,» είπε ο Αλλάνδρης.

«Δεν έκλεψες πάντως,» είπε ο Σωσίας.

Η Χλόη ανακάτευε μια τράπουλά της.

«Με τσάντισες επίτηδες για να με αποπροσανατολίσεις!» κατηγόρησε η Βατράνια τον Έκτορα.

«Νόμιζα ότι αυτό ήταν το δικό σου σχέδιο, μαντάμ.»

«Δε φταίω εγώ άμα εσύ με κοιτάζεις με πρόστυχο τρόπο!»

«Οο-χα-χαχα! Καλό! Έχασες, όμως – άρα: κερνάς. Διαφωνείς;»

«Όχι,» είπε η Βατράνια.

«Είσαι ωραία, τότε.»

«Το ξέρω.»

Ο Έκτορας ρουθούνισε. «Οι θεοί να με συγχωρήσουν για ό,τι κι αν έχω κάνει και μ’έχουν καταραστεί με μια παλαβή συντρόφισσα σαν εσένα.»

Κεφάλαιο 29
Ταξίδι στα Φέρνιλγκαν

Ο Έκτορας πίστευε ότι η Νιρίφα ίσως να του χρειαζόταν για κάποια δουλειά με μηχανήματα, έτσι ο Αίολος ήταν που πήγε μαζί με τον Αλλάνδρη για να χρησιμοποιεί τη Μαγγανεία Κινήσεως μέσα στο μεταβαλλόμενο όχημα.

Οι δυο τους έφυγαν από την Οινόσφαιρα λίγο μετά τα μεσάνυχτα, και ο Αίολος, προτού ξεκινήσουν, πρότεινε να πάρουν και τη Βατράνια μαζί τους, ώστε να την αφήσουν εκεί όπου είχε σταθμεύσει το όχημά της. Ή, αν ήθελε, μπορούσαν να την πάνε κατευθείαν σπίτι της, πρόσθεσε.

«Νόμιζα,» είπε η Βατράνια, «ότι το μεταβαλλόμενο όχημά σας είναι διθέσιο – μία θέση για τον οδηγό και μία για τον μάγο στο ενεργειακό κέντρο.»

«Ναι, ουσιαστικά είναι διθέσιο. Όμως, αν δε σε πειράζει να στριμωχτούμε λίγο στην πίσω μεριά, θα μπορούσες να χωρέσεις. Για μια μικρή διαδρομή μέχρι τον Γαιοδόμο, δεν είναι τίποτα το σπουδαίο· και είναι καλύτερο απ’το να βαδίζεις μόνη σου το βράδυ.» Επιπλέον, τον Αίολο δεν θα τον δυσαρεστούσε καθόλου να στριμωχτεί με τη Βατράνια στην πίσω μεριά του μεταβαλλόμενου οχήματος, όπου υπήρχε μόνο η θέση του ενεργειακού κέντρου, και η Βατράνια, αναπόφευκτα, θα έπρεπε να καθίσει ή στα γόνατα του Αίολου ή στα πόδια του. Αναμφίβολα αυτό θα τον δυσκόλευε κάπως να υφάνει τη Μαγγανεία Κινήσεως, αλλά δεν θα ήταν μια δυσκολία ακατόρθωτο να ξεπεραστεί…

Η Βατράνια φάνηκε να καταλαβαίνει το σκεπτικό του, και χαμογέλασε λοξά. «Δε θα χρειαστεί να βαδίσω μόνη μου μες στη νύχτα,» του αποκρίθηκε· «υποθέτω πως, αν θέλω, κάποιος από τους άλλους θα με πετάξει ώς τον Γαιοδόμο. Αλλά μάλλον θα φύγω το πρωί, ούτως ή άλλως.» Και τον φίλησε στην άκρη του στόματος, καθώς οι δυο τους στέκονταν στη σκιερή περιφέρεια της κεντρικής αίθουσας της Οινόσφαιρας, μερικά βήματα απόσταση από τα σκαλοπάτια που οδηγούσαν κάτω.

Γαμώ την τύχη μου, σκεφτόταν τώρα ο Αίολος, καθώς καθόταν στο ενεργειακό κέντρο του μεταβαλλόμενου οχήματος και ύφαινε τη Μαγγανεία Κινήσεως. Μια φορά αποφάσισε να μείνει όλο το βράδυ στη Σφαίρα και τότε βρήκε ο δαιμονισμένος ο Έκτορας να στείλει εμένα σε δουλειά αντί για τη Νιρίφα! Αν ήμουν καχύποπτος άνθρωπος, θα έλεγα ότι ο πούστης το έκανε επίτηδες. Και ο Αίολος διαπίστωσε ότι, τελικά, ήταν καχύποπτος άνθρωπος κατά βάθος. Ο Πρόμαχος μπορεί – πολύ πιθανόν – να το είχε κάνει επίτηδες. Και, εντάξει, δικαίωμά του να αντιπαθεί τη Βατράνια· αλλά επειδή την αντιπαθούσε εκείνος, έπρεπε να την αντιπαθούν όλοι; Δεν πήγαινε καλά ο άνθ–

«Τι σκατά κάνεις εκεί πίσω, μάγε;» ρώτησε ξαφνικά ο Αλλάνδρης, που καθόταν στο τιμόνι του οχήματος και, στην κονσόλα εμπρός του, έβλεπε ότι η ενεργειακή ροή δεν μπορούσε να σταθεροποιηθεί κανονικά. «Θα ξεκινήσουμε ή όχι;»

Ο Αίολος επικεντρώθηκε στη Μαγγανεία Κινήσεως, και η ενεργειακή ροή του οχήματος σταθεροποιήθηκε. Ο Αλλάνδρης ενεργοποίησε τις μηχανές, και βγαίνοντας απ’το κάτω υπόγειο ακολούθησαν μια σήραγγα η οποία τους οδήγησε σ’ένα εγκαταλειμμένο γκαράζ στο Χωνευτήρι. Βγήκαν απ’το γκαράζ – τρομάζοντας τους άστεγους που κοιμόνταν εκεί – και βρέθηκαν στους δρόμους της πόλης.

«Τι έχεις, αδελφέ;» ρώτησε ο Αλλάνδρης, οδηγώντας το όχημα προς τα βόρεια, για να φτάσουν στη Μακριά Λεωφόρο, να πιάσουν την Κεντρική Δημοσιά, και να φύγουν από τη Θακέρκοβ. «Μου φαίνεσαι τσαντισμένος.»

«Δεν είχα όρεξη να τρέχω μες στη νύχτα,» αποκρίθηκε ο Αίολος.

«Κάποιος έπρεπε να πάει,» είπε ο Αλλάνδρης. «Και τη Νιρίφα μπορεί να τη χρειαστεί το αφεντικό. Η ειδικότητά της χρειάζεται πιο συχνά από τη δική σου, συνήθως.» Καθώς οδηγούσε, έπαιζε με το ένα χέρι το κομπολόι του, κάνοντας κλικ κλακ κλικ-κλικ μέσα στο όχημα.

«Ναι, αλλά δε θα λείψουμε και τόσο πολύ…»

Ο Αλλάνδρης δεν είπε τίποτα, αν και υποψιαζόταν τι ήταν εκείνο που είχε πραγματικά ενοχλήσει τον μάγο. Η Βατράνια. Του άρεσε αυτή η θεότρελη ξανθιά· ήταν τόσο φανερό όσο ένας λευκόδερμος άγριος από τα Φέρνιλγκαν που βαδίζει γυμνός και καυλωμένος μες στη μέση της Γαιοδόμου. Και, εντάξει, ο Αλλάνδρης δεν μπορούσε να διαφωνήσει, η Βατράνια ήταν φιγουρίνι και είχε τα πιο ωραία πόδια που είχε δει ποτέ του. Όμως: ο μάγος δεν καταλάβαινε ότι, μπλέκοντας μ’αυτήν, μόνο θα πονοκεφάλιαζε και τίποτα περισσότερο; Η Βατράνια έπαιζε μαζί του· και, σίγουρα, τον θεωρούσε κάποιον ηλίθιο αλήτη που δεν άξιζε να του πολυδώσει σημασία. Τις ήξερε ο Αλλάνδρης αυτές τις γυναίκες σαν τη Βατράνια. Εξάλλου, αν η τύπισσα δεν ήταν πράκτορας της Επανάστασης, ποια σχέση θα είχαν εκείνος κι οι σύντροφοί του μαζί της; Καμία. Από την άλλη, βέβαια, αν κι ο Αίολος δεν ήταν επαναστάτης, πάλι καμία σχέση δεν θα είχαν μαζί του… Αλλά αυτό δεν ήταν το ίδιο. Ο Αίολος ήταν πιο εντάξει άτομο. Η Βατράνια δεν ήταν εντάξει άτομο: πέρα απ’το γεγονός ότι δε θα πρόδιδε την Επανάσταση, δε μπορούσες να την εμπιστευτείς για τίποτα.

Και ο Αίολος είναι δέκα χρόνια μεγαλύτερος από μένα, ο πούστης· πώς είναι δυνατόν να μην τη βλέπει γι’αυτό που πραγματικά είναι; Καλά τα ωραία ρουχαλάκια και τα ωραία πόδια, ρε φίλε, αλλά δεν καταλαβαίνεις ότι θα σου σπάσει τα παπάρια στο τέλος, αφού σ’έχει κοροϊδέψει καλά-καλά;

Είχαν πλέον βγει από τη Θακέρκοβ, και ο Αλλάνδρης έστριψε σ’έναν δρόμο που οδηγούσε ανατολικά. Το φεγγάρι της Σεργήλης ήταν μισοκρυμμένο στα σύννεφα από πάνω τους· η νύχτα ήταν σκοτεινή. Οι προβολείς του οχήματός τους έσχιζαν το σκοτάδι.

Ο Αλλάνδρης βγήκε τελείως από τους δρόμους· κινήθηκε μέσα στην ύπαιθρο. Οι τροχοί ήταν φτιαγμένοι έτσι ώστε να μπορούν να το αντέξουν· το ίδιο και η γενικότερη φτιαξιά του οχήματος. Παρότι μικρό, δεν ήταν όχημα μόνο για πόλεις και για πλακόστρωτες δημοσιές.

Μα τους θεούς, σκέφτηκε ο Αλλάνδρης, η οδήγηση αυτού του εργαλείου είναι σα νάχεις πάρει ναρκωτικά. Προτού το δει, ποτέ του δε θα μπορούσε να το φανταστεί· κι ούτε συζήτηση να φανταστεί τον εαυτό του να το οδηγεί. Η Επανάσταση έχει κάνει τα όνειρα πραγματικότητα για πολλούς από εμάς.

Αναρωτιέμαι γιατί η Βατράνια είναι με την Επανάσταση. Τι ανάγκη έχει; Γιατί δεν είναι άλλο ένα τσιράκι της Παντοκράτειρας;

Λες ν’ανοίξουμε έτσι κουβέντα με τον μάγο, που φαίνεται νάχει μουγκαθεί;

Πλησίασαν τις όχθες του ποταμού Κάλμωθ, και οι σκέψεις του Αλλάνδρη, προς στιγμή, άλλαξαν. «Ετοιμάσου να μας μεταμορφώσεις,» είπε.

«Ναι.»

«Πρόσεχε, ε; Μην πιούμε νερό.»

«Ξέρω να κάνω τη δουλειά μου, Αλλάνδρη!»

«Καλά, ντε, μην αρπάζεσαι…»

Ο Αίολος άρχισε να υποτονθορύζει το Ξόρκι Μηχανικής Μεταβλητότητος. Ο Αλλάνδρης ζύγωσε τον ποταμό και έριξε το όχημα στο νερό–

Η μορφή της κονσόλας εμπρός του άλλαξε, το ίδιο και το τιμόνι. Δεν οδηγούσε πια τετράκυκλο ξηράς αλλά υποβρύχιο σκάφος. Από το μπροστινό παράθυρο μπορούσε να δει ψάρια να σκορπίζονται, φωτισμένα από τα τεχνητά φώτα.

Ο Αλλάνδρης σφύριξε. «Αυτά είναι, μάγκα μου.» Κοίταξε τον χάρτη στη μικρή οθόνη της κονσόλας και προσανατόλισε το σκάφος προς τα βόρεια, ακολουθώντας τη ροή του ποταμού. Επιτάχυνε. Γύρω του, βουητό ακουγόταν από τις μηχανές.

«Για πόση ώρα θ’αντέχεις να είσαι εκεί, μάγε;» ρώτησε.

«Τέσσερις ώρες, μετά θα ξεκουραστούμε λίγο, θα κάνουμε άλλες τέσσερις ώρες δρόμο, και μετά θα ξεκουραστούμε ακόμα περισσότερο.»

«Σωστά. Δε θα χρειάζεσαι μόνο εσύ ξεκούραση ύστερα από τέσσερις ώρες.»

«Το φαντάζομαι.»

«Δε μου λες, μάγε, τι λόγο έχει η Βατράνια να είναι με την Επανάσταση;» ρώτησε ο Αλλάνδρης.

«Πώς σου ήρθε αυτό;»

«Σκεφτόμουν διάφορα και πέρασε απ’το μυαλό μου. Γιατί είναι μαζί μας κι όχι με τους Παντοκρατορικούς;»

«Νομίζω ότι οποιοσδήποτε ελεύθερα σκεπτόμενος και σωστά πληροφορημένος άνθρωπος θα πρέπει να είναι με την Επανάσταση, Αλλάνδρη,» αποκρίθηκε ο Αίολος.

«Και πιστεύεις ότι η Βατράνια είναι αυτά τα δύο; Ελευθέρα σκεπτόμενη; Σωστά πληροφορημένη;»

«Ναι· το αμφισβητείς;»

«…Δεν ξέρω,» παραδέχτηκε ο Αλλάνδρης. «Ίσως να είναι. Αλλά ίσως, επίσης, η γνώμη σου να είναι… όχι και τόσο αντικειμενική, μάγε.»

«Δεν καταλαβαίνω πού θες να καταλήξεις,» είπε ο Αίολος. «Θεωρείς ότι η Βατράνια δεν είναι αρκετά πιστή στην Επανάσταση; Θεωρείς ότι ίσως να μας προδώσει;»

«Δεν το σκέφτηκα έτσι. Δεν έχουμε λόγο να την υποψιαζόμαστε. Όμως απλά απορώ γιατί είναι μαζί μας.»

«Γιατί όλοι οι υπόλοιποι επαναστάτες είναι επαναστάτες, Αλλάνδρη; Για ιδεολογικούς λόγους.»

«Όχι όλοι. Όταν εγώ κι ο Έκτορας πρωτομπήκαμε στην Επανάσταση, δεν το κάναμε για την ιδέα. Δηλαδή, δε γουστάραμε και τους Παντοκρατορικούς. Σίγουρα. Όμως δεν ήταν μόνο για την ιδέα. Η Επανάσταση μάς υποστηρίζει. Δες τώρα τι εργαλείο οδηγώ. Θα το οδηγούσα αν δεν ήμουν με την Επανάσταση; Δεν το νομίζω, μάγε.»

«Κινδυνεύεις, όμως, κιόλας,» του είπε ο Αίολος. «Αν σε μαγκώσουν οι Παντοκρατορικοί, την έχεις βάψει. Και για όλους μας ισχύει αυτό, βέβαια.»

«Παιδί της πέτρας είμαι· μια ζωή βαμμένη την έχω. Και ποτέ δεν τα πήγαινα καλά με τους Παντοκρατορικούς ούτως ή άλλως. Ξέρεις πόσες φορές έχω πλακωθεί στο ξύλο με τους στρατιώτες τους; Και το ίδιο κι ο Έκτορας.» Γέλασε κοφτά. «Εκείνος να δεις τι ιστορίες έχει κάνει μαζί τους. Μην τον βλέπεις τώρα που έχει γεράσει κι έχει ηρεμήσει.»

«Έχει ηρεμήσει;…» Η φωνή του Αίολου φανέρωνε έκδηλη δυσπιστία.

«Εσύ δεν τον ήξερες παλιά. Αν δεν ήμουν εγώ να γλιτώνω το τομάρι του, ξέρεις πόσες φορές θάταν ψόφιος; Παραπάνω απ’ό,τι έχεις δάχτυλα στα χέρια και στα πόδια. Δεν έχει μυαλό στο κεφάλι του. Εγώ όμως είμαι προσεχτικός άνθρωπος, μάγε. Παρατηρητικός και έτοιμος.»

Ο Αίολος δεν είπε τίποτα.

Ο Αλλάνδρης έβαλε μουσική (Ελάσσονες Ανεμοβούβαλοι) και έμεινε επίσης σιωπηλός.

Μετά από τέσσερις ώρες, σταμάτησαν το υποβρύχιο χωρίς να το φέρουν στην επιφάνεια του ποταμού. Ο Αίολος έπαψε να χρησιμοποιεί τη Μαγγανεία Κινήσεως, αλλά τα συστήματα που διατηρούσαν αέρα και φωτισμό μέσα στο σκάφος εξακολούθησαν να είναι σε λειτουργία, όπως επίσης το ηχοσύστημα, οι ανιχνευτές, και ο χάρτης. Δεν μπορούσες, όμως, να ξεκινήσεις τις μηχανές: όχι χωρίς να υπάρχει μεγάλος κίνδυνος σοβαρής βλάβης, ή καταστροφικής έκρηξης, ή στιγμιαίας κατανάλωσης όλης της ενέργειας.

Ο Αλλάνδρης άλλαξε τις ενεργειακές φιάλες, που είχαν σχεδόν τελειώσει· και εκείνος κι ο Αίολος έφαγαν και ξεκουράστηκαν για δύο ώρες. Μετά, έβαλαν πάλι σε λειτουργία το σκάφος και ταξίδεψαν για τέσσερις ακόμα ώρες. Τώρα, ο χάρτης τους τους έδειχνε ότι βρίσκονταν σε μέρος που θεωρείτο από την Επανάσταση σχετικά ασφαλές, έτσι αναδύθηκαν και, μετατρέποντας το υποβρύχιο σε τετράκυκλο όχημα, βγήκαν στην ανατολική όχθη του Κάλμωθ.

Ήταν πρωί, και ο ήλιος τούς φάνηκε πολύ δυνατός ύστερα από τόσες ώρες κάτω απ’το νερό. Βρίσκονταν μερικά χιλιόμετρα απόσταση από το σημείο όπου ο ποταμός Κάλμωθ συναντούσε τον ποταμό Τάρνοφ και χανόταν μέσα του, κυλώντας προς τη θάλασσα στα βόρεια. Στη διχάλα που σχηματιζόταν από τους δύο ποταμούς ήταν χτισμένη η πόλη της Έτρεβοθ, η οποία δεν φαινόταν από εδώ όπου βρίσκονταν οι δύο επαναστάτες.

Ο Αλλάνδρης και ο Αίολος βγήκαν από το όχημα, και ο μάγος τεντώθηκε. «Θα πέσω για ύπνο,» είπε, «κι αν θες κοιμήσου κι εσύ.» Και ύφανε μια Μαγγανεία Υλικής Διαισθήσεως, η οποία θα τον ειδοποιούσε αν κάποιος τούς πλησίαζε. «Είμαστε ασφαλείς.»

«Εξαιτίας αυτού που μόλις έκανες;» ρώτησε ο Αλλάνδρης, που καθόταν και τον κοίταζε όσο ο μάγος μουρμούριζε παράξενα λόγια και έκανε μπερδεμένες χειρονομίες.

«Ναι.» Ο Αίολος έριξε μια κάπα στο έδαφος και ξάπλωσε επάνω της, τυλιγμένος σε μια άλλη κάπα.

Ο Αλλάνδρης κοιμήθηκε μέσα στο όχημα, με την καραμπίνα του από κοντά.

Όταν ξύπνησαν ήταν απόγευμα.

Ο Αλλάνδρης είδε από μακριά ένα κάρο να ταξιδεύει. Δύο βόδια το έσερναν, κι ένας καβαλάρης ακολουθούσε. Έμπορος, μάλλον, ο οποίος πήγαινε σε κάποια κοντινή πόλη. Και δεν πρέπει να ήταν από τους ευκατάστατους, γιατί θα είχε ενεργειακό όχημα αντί για κάρο.

«Τι λες, μάγε; Συνεχίζουμε ακολουθώντας τα ποτάμια, ή κυλώντας πάνω στη γη;»

Ο Αίολος, ξεκούραστος τώρα, αποκρίθηκε: «Βαρέθηκα το βυθό.»

«Κι εγώ.»

Μπήκαν στο τετράκυκλο όχημα. Ο Αλλάνδρης κάθισε στο τιμόνι, ο Αίολος στο ενεργειακό κέντρο και ύφανε τη Μαγγανεία Κινήσεως.

Μετά από λίγη ώρα, βρίσκονταν στην Έτρεβοθ, η οποία, όπως όλες οι πόλεις της Σεργήλης, ήταν υπό τον στενό έλεγχο των πρακτόρων της Παντοκράτειρας. Ωστόσο, η Επανάσταση είχε και τους δικούς της πράκτορες εδώ. Ο Αλλάνδρης και ο Αίολος ήξεραν ποιους να συναντήσουν αν χρειάζονταν κάτι. Τώρα, όμως, δεν χρειάζονταν τίποτα. Έτσι, απλά πέρασαν μέσα από τους δρόμους της Έτρεβοθ και κάτω από τις ψηλές πολυκατοικίες της, και έφτασαν στη μεγάλη γέφυρά της που δρασκέλιζε τον ποταμό Τάρνοφ. Τη διέσχισαν και βρέθηκαν στις βόρειες όχθες του ποταμού. Έστριψαν ανατολικά και ταξίδεψαν προς τα μεγάλα δάση Φέρνιλγκαν.

Οι περιοχές από εδώ και πέρα, παρότι δεν ήταν όλες δασώδεις, θεωρούνταν «Φέρνιλγκαν». Αν καταγόσουν από κάποιο από αυτά τα μέρη, ήσουν «από τα Φέρνιλγκαν», και οι άλλοι άνθρωποι της Σεργήλης σε έβλεπαν σα να ήσουν βάρβαρος. Σε ορισμένες περιπτώσεις αυτό ίσχυε, αλλά όχι σε όλες. Πολλοί από τους κατοίκους των Φέρνιλγκαν ήταν σαφώς πιο εντάξει άνθρωποι από άλλους, όπως είχε παρατηρήσει ο Αλλάνδρης.

Αφού είχε δύσει ο ήλιος και είχαν περάσει κοντά από κάμποσες πόλεις και χωριά (μέρη χωρίς ψηλές πολυκατοικίες και φανταχτερά οικοδομήματα), έφτασαν στις παρυφές των μεγάλων δασών, σ’ένα τοπίο που ήταν χιονισμένο. Το χιόνι δεν ήταν πολύ αλλά οι μεταλλικοί τροχοί του μικρού τετράκυκλου οχήματος βυθίζονταν τελείως μέσα του, και τα κλαδιά των ψηλών αειθαλών δέντρων ήταν γεμάτα από αυτό.

Στο εσωτερικό του οχήματος είχε θέρμανση, και, βγαίνοντας, ο Αλλάνδρης κι ο Αίολος ξεπάγιασαν παρότι ήταν τυλιγμένοι σε κάπες και φορούσαν ζεστά γάντια και μπότες.

«Έχεις ξανάρθει εδώ, μάγε;» ρώτησε ο μαυρόδερμος επαναστάτης, που το πρόσωπό του έμοιαζε να εξαφανίζεται τελείως μέσα στο σκοτάδι της κουκούλας της κάπας του· μονάχα τα μάτια του φαίνονταν να γυαλίζουν, σχεδόν δαιμονικά.

«Όχι,» αποκρίθηκε ο Αίολος· «γι’αυτό ίσως θα ήταν καλύτερα το αφεντικό νάχε στείλει τη Νιρίφα αντί για μένα.»

«Ούτε η Νιρίφα έχει ξανάρθει. Αλλά, πίστεψέ με, κι εγώ θα προτιμούσα εκείνη αντί για σένα.»

Ο Αίολος συνοφρυώθηκε πίσω απ’τα τετράγωνα γυαλιά του.

Ο Αλλάνδρης μειδίασε· τα δόντια του γυάλισαν, παρότι δεν ήταν και τόσο λευκά ώστε να αποτελούν υπόδειγμα δοντιών. «Πάμε,» είπε, παίρνοντας στο δεξί χέρι την καραμπίνα του· στο άλλο χέρι βαστούσε έναν φακό, τον οποίο και άναψε τώρα. «Και πρόσεχε πού πατάς.»

Ο Αίολος τον ακολούθησε, βαστώντας μπαστούνι για το χιόνι.

Το σκοτάδι των Φέρνιλγκαν τούς κατάπιε. Τα ψηλά δέντρα ορθώνονταν απειλητικά γύρω τους, απλώνοντας τα κλαδιά τους προς τον ουρανό και προς τη γη, πλέκοντας δίχτυα μ’αυτά. Ένα νυχτοπούλι φτερούγισε δυνατά, πιάστηκε πάνω σ’ένα δέντρο, και έβγαλε ένα μακρόσυρτο κρώξιμο.

Ο Αίολος δεν αισθανόταν καθόλου καλά εδώ πέρα. Ήταν άνθρωπος της πόλης, όχι της υπαίθρου. Όλη του τη ζωή μέσα κι ανάμεσα σε χτίρια την είχε ζήσει· και ήταν πλέον σαράντα-τριών χρονών: δεν ήταν καιρός τώρα ν’αλλάξει τις συνήθειές του. Το σκοτάδι που τύλιγε το δάσος τον τρόμαζε, οι θόρυβοι που αντηχούσαν απόμακρα τον ανησυχούσαν. Τα νεύρα του ήταν τσιτωμένα.

Ο Αλλάνδρης, από την άλλη, ήταν πιο άνετος. Κι εκείνος το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το είχε περάσει στις πόλεις, αλλά είχε ζήσει και στην ύπαιθρο. Επιπλέον, άλλο να είσαι παιδί της πέτρας στις πόλεις κι άλλο να είσαι κανονικός πολίτης. Για τα παιδιά της πέτρας, η πόλη ήταν τόσο απειλητική όσο το δάσος που τώρα διέσχιζαν ο Αλλάνδρης και ο Αίολος.

Ο μάγος ρώτησε: «Ξέρεις πού πηγαίνουμε, έτσι;»

«Δε βλέπεις ότι ακολουθούμε μονοπάτι;»

«Ακολουθούμε μονοπάτι;»

«Ναι. Νομίζεις ότι αλλιώς θα βαδίζαμε τόσο άνετα εδώ πέρα;»

«Βαδίζουμε άνετα

Ο Αλλάνδρης γέλασε. «Είσαι δέκα χρόνια μεγαλύτερός μου, μάγε, αλλά δεν ξέρεις τίποτα.»

«Δεν έχω ζήσει στα δάση!» είπε, θυμωμένα, ο Αίολος. «Γιατί δεν πήγαμε στην πόλη που βλέπαμε τα φώτα της προτού φτάσουμε εδώ; Δε θα μπορούσαμε εκεί νάρθουμε σ’επαφή με τους Μασκοφόρους;»

«Ίσως και να μπορούσαμε. Αλλά από δω είμαστε πιο ασφαλείς.»

«Με δουλεύεις;»

«Οι περισσότεροι πράκτορες της Παντοκράτειρας δεν–»

Ένας θόρυβος τον έκανε να σταματήσει και να κοιτάξει ολόγυρα, υψώνοντας την καραμπίνα του με το ένα χέρι.

«Τι είναι;» ψιθύρισε ο Αίολος, τραβώντας το πιστόλι από τη ζώνη του.

Ο Αλλάνδρης αποκρίθηκε, επίσης ψιθυριστά, χωρίς να στραφεί να τον κοιτάξει: «Ένα κλαδί έσπασε.»

«Και λοιπόν;»

«Κάποιος είναι κοντά.»

Ακόμα ένας ήχος.

Ο Αλλάνδρης στράφηκε, φωτίζοντας και σημαδεύοντας.

Μια σκιά ανάμεσα στα δέντρα.

Γλίστρησε πίσω από έναν κορμό.

Οι Μασκοφόροι; σκέφτηκε ο Αλλάνδρης, και φώναξε την αρχή του συνθηματικού: «Μες στις σκοτεινές νύχτες των δασών, σαν το φεγγάρι έρχομαι!»

Μια κίνηση–

Ο Αλλάνδρης πετάχτηκε στο πλάι, σπρώχνοντας συγχρόνως και τον Αίολο.

Πυροβολισμός.

Ο Αλλάνδρης, μουγκρίζοντας, σωριάστηκε – και πυροβόλησε.

Ο Αίολος, σηκώνοντας το πιστόλι του και κρατώντας το με τα δύο χέρια, πυροβολούσε επίσης.

Κομμάτια από ξύλο και φυλλώματα τινάζονταν μαζί με χιόνι.

Ο Αλλάνδρης είχε τραυματιστεί στο αριστερό μπράτσο· ο πόνος μούδιαζε το χέρι του. Με το άλλο χέρι, όμως, πυροβολούσε πατώντας τη σκανδάλη της καραμπίνας.

Κι άλλοι πυροβολισμοί αντήχησαν, ξαφνικά, στο δάσος. Από γύρω. Λάμψεις διέλυαν το σκοτάδι.

Ο Αίολος, που ήταν ήδη γονατισμένος στο ένα γόνατο, τώρα έπεσε κάτω, δίπλα στον Αλλάνδρη. «Τι σκατά συμβαίνει εδώ; Παγίδα;»

Μια φωνή ακούστηκε από κάπου: «Μες στις σκοτεινές νύχτες των δασών, σαν το φεγγάρι έρχομαι!»

Οι Μασκοφόροι! σκέφτηκε ο Αλλάνδρης. Προσπαθούσαν να ξεχωρίσουν τους φίλους από τους εχθρούς. «Τα θηρία τρέχουν στο πέρασμά μου! Τα κοράκια την πορεία μου ακολουθούν!» φώναξε τη συνέχεια του συνθηματικού.

Οι πυροβολισμοί συνεχίζονταν. Μια κραυγή πόνου αντήχησε μες στη νύχτα. Κι ακόμα μία.

«Κατεβάστε τα όπλα σας!» φώναξε κάποιος, καθώς σκιερές μορφές συγκεντρώνονταν γύρω απ’τον Αλλάνδρη και τον Αίολο.

Οι δύο επαναστάτες υπάκουσαν, και ο Αλλάνδρης είπε: «Έρχομαι από τον Έκτορα. Δεν είμαστε εχθροί.» Κατέβασε την κουκούλα του.

Οι άνθρωποι γύρω τους φορούσαν δερμάτινες μάσκες και κάπες, και κρατούσαν όπλα.

«Αλλάνδρη;» είπε ένας.

«Ναι, εγώ είμαι.» Ο Αλλάνδρης σηκώθηκε όρθιος, κρατώντας το τραυματισμένο του μπράτσο· την καραμπίνα του την είχε αφήσει κάτω. Ο Αίολος σηκώθηκε δίπλα του, με το πιστόλι θηκαρωμένο στη ζώνη του.

«Δεν αναγνωρίζεις τη φωνή μου;» Ο Μασκοφόρος έβγαλε τη μάσκα του, αποκαλύπτοντας ένα πρασινόδερμο πρόσωπο με μαύρα μαλλιά και μούσια.

«Έχουμε καιρό να συναντηθούμε, Νιρμόδε. Αλλά ποιος ήταν αυτός που μας πυροβολούσε; Δε μπορεί να ήταν δικό σας…»

Τότε, δύο Μασκοφόροι έφεραν κοντά έναν τραυματισμένο άντρα, τραβώντας τον από τα πόδια, και αφήνοντάς τον μπροστά στον Αλλάνδρη και στον Αίολο, πάνω στο χιόνι. Ήταν μαυρόδερμος, με κοντοκουρεμένα πράσινα μαλλιά. Είχε χτυπηθεί στον αριστερό ώμο και στον δεξή μηρό· το αίμα είχε ποτίσει την ενδυμασία του.

«Ελπίζαμε,» είπε ο Νιρμόδος στον Αλλάνδρη, «ότι ίσως εσύ να τον ήξερες.»

Εκείνος κούνησε το κεφάλι. «Πρώτη φορά τον βλέπω.»

Ο Νιρμόδος φόρεσε πάλι τη μάσκα του και πλησίασε τον τραυματία – που ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα – για να σταθεί από πάνω του. «Εδώ και μέρες ξέρουμε πως ένας κυνηγός περιφέρεται σε τούτα τα μέρη, ψάχνοντας για εμάς. Κάποιος σταλμένος από τους Παντοκρατορικούς.»

«Δεν είμαι αυτός που νομίζεις,» είπε ο μαυρόδερμος άντρας με τα πράσινα μαλλιά.

«Τι όπλα βρήκατε πάνω του;» ρώτησε ο Νιρμόδος τους συντρόφους του.

Εκείνοι τού έδωσαν έναν σάκο, και ο Μασκοφόρος κοίταξε μέσα. Τράβηξε ένα πιστόλι και το ύψωσε στο φως των λαμπών – λαμπών λαδιού, όχι ενεργειακών – που είχαν ανάψει μερικοί άλλοι.

«Τα όπλα σου άλλη ιστορία μού ψιθυρίζουν,» είπε ο Νιρμόδος στον τραυματισμένο κυνηγό. Και όπλισε το πιστόλι.

«Μη με σκοτώσεις,» ζήτησε εκείνος, τρίζοντας τα δόντια από τον πόνο που του προκαλούσαν τα τραύματά του. «Θα σου πω ποιος μ’έστειλε να σας βρω.»

«Ποιος σ’έστειλε;»

«Ο Λοχαγός Πλατύσωμος, που είναι στη βάση που–»

«Ξέρω πού είναι,» είπε ο Νιρμόδος, και τον πυροβόλησε στο κεφάλι.

Στράφηκε στον Αλλάνδρη και στον Αίολο’σαρ. «Καλωσήρθατε στα Φέρνιλγκαν. Χάρη σε σας ξετρυπώσαμε τούτη τη νυφίτσα, και το εκτιμούμε.»

«Στις υπηρεσίες σας,» αποκρίθηκε ο Αλλάνδρης, υπομειδιώντας.

*

«Γιατί είστε δω;» τους ρώτησε ο Νιρμόδος, καθώς βάδιζαν μαζί του και με δύο άλλους Μασκοφόρους, μέσα στο σκοτεινό δάσος· οι υπόλοιποι Μασκοφόροι έμοιαζαν να έχουν εξαφανιστεί στη βλάστηση – εξαφανίζοντας και τον νεκρό κυνηγό, επίσης.

«Φέρνω ένα μήνυμα, από τον Έκτορα,» αποκρίθηκε ο Αλλάνδρης. «Πρέπει να μιλήσω στον Πρόμαχο Καμίρνο.»

«Σ’εκείνον και μόνο;»

«Ο Έκτορας μού είπε να το μεταφέρω στον Πρόμαχό σας· οπότε, εκτός αν λείπει, θέλω να μιλήσω μαζί του.» Οι Μασκοφόροι είχαν περιποιηθεί το τραύμα του Αλλάνδρη: είχαν βγάλει τη σφαίρα, είχαν ρίξει επάνω ένα τσουχτερό υγρό για να το αποστειρώσουν (ο Αλλάνδρης είχε τρίξει τα δόντια, γρυλίζοντας), και το είχαν δέσει με επίδεσμο. Το χέρι του δεν ήταν πια μουδιασμένο παρά ελάχιστα· μπορούσε να το χρησιμοποιήσει για οποιαδήποτε δουλειά.

«Δε λείπει,» είπε ο Νιρμόδος. «Θα πάμε να τον δούμε. Ο φίλος σου με τα γυαλιά είναι έμπιστος, έτσι;»

Ο Αίολος συνοφρυώθηκε ακούσια. Αν δεν ήμουν έμπιστος, θα έτρεχα εδώ πέρα, μες στα δάση, για να με πυροβολούν άγνωστοι κυνηγοί από το σκοτάδι; σκέφτηκε εκνευρισμένα.

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Αλλάνδρης στον Νιρμόδο. «Ονομάζεται Αίολος’σαρ.»

«Μάγος…»

«Του τάγματος των Ερευνητών. Είναι πολλά χρόνια μαζί μας στη Θακέρκοβ. Αλλά δεν είναι συνηθισμένος στις… περιπλανήσεις εκτός πόλης.»

Ο Μασκοφόρος ένευσε μουγκρίζοντας, δείχνοντας ότι καταλάβαινε.

Μ’αυτούς τους τύπους γύρω μου, σε λίγο θ’αρχίσω να νομίζω ότι είμαι ανάπηρος, σκέφτηκε ο Αίολος.

«Το άντρο σας δεν είναι τόσο κοντά που να μπορούμε να πάμε με τα πόδια, έτσι δεν είναι;» είπε ο Αλλάνδρης.

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Νιρμόδος. «Έχεις καλή μνήμη, Αλλάνδρη. Δε θα το περίμενα από έναν ποντικό της πόλης σαν του λόγου σου.»

«Με θίγεις, μάστορα. Ο Αλλάνδρης κι ο Έκτορας έχουν πάει από πόλη σε πόλη μέσα στη Σεργήλη· και πώς νομίζεις ότι το έχουν κάνει αυτό αν όχι διασχίζοντας την ύπαιθρο; Πετώντας;»

Ο Νιρμόδος γέλασε πίσω από τη δερμάτινη μάσκα του. «Είσαι φαφλατάς, μα τα Κοφτερά Αφτιά του Κάρτωλακ…» είπε. Και: «Ελάτε από δω.»

Πέρασαν μέσα από πυκνή βλάστηση, και τα μποτοφορεμένα πόδια τους πάτησαν σε νερό. Το χιονισμένο έδαφος έδινε εδώ τη θέση του σε μια ρηχή ρεματιά. Μερικά άλογα έπιναν, και δύο Μασκοφόροι κάθονταν κοντά τους· ο ένας πρέπει να ήταν γυναίκα, αν και ήταν δύσκολο να διακρίνεις μες στο σκοτάδι.

«Ελπίζω ο φίλος σου, Αλλάνδρη, να ξέρει να καβαλά άλογο,» είπε ο Νιρμόδος.

«Ξέρω,» είπε ο Αίολος, κάπως απότομα. Τον είχαν τσαντίσει.

Ο Νιρμόδος είπε στους δύο Μασκοφόρους: «Πηγαίνουμε στο Μεγάλο Λύκο,» και τράβηξε τρία άλογα απ’τα χαλινάρια. Πιάστηκε απ’τη σέλα του ενός και το καβάλησε. Ο Αλλάνδρης κι ο Αίολος ανέβηκαν στ’άλλα δύο.

Η αλήθεια ήταν πως ο Αίολος δεν ήξερε και τόσο καλή ιππασία, αλλά δεν ήταν και άσχετος με το θέμα· είχε καβαλήσει άλογο κάμποσες φορές στους δρόμους της Θακέρκοβ.

Σύντομα, διαπίστωσε ότι οι δρόμοι της Θακέρκοβ δεν είχαν καμία, μα καμία, σχέση με τα δύσβατα εδάφη των Φέρνιλγκαν.

Ο Νιρμόδος προπορευόταν, κρατώντας μια ενεργειακή λάμπα, και ο Αίολος κι ο Αλλάνδρης ακολουθούσαν. Ο μάγος είχε την αίσθηση ότι το άλογό του πήγαινε περισσότερο από μόνο του παρά ότι το οδηγούσε εκείνος. Και η πορεία δεν ήταν καθόλου ομαλή. Κλαδιά περνούσαν επικίνδυνα κοντά από το πρόσωπο και το κεφάλι του Αίολου, κι εκείνος πάσχιζε να τα αποφεύγει. Χιόνι έπεσε πάνω στην κουκούλα του, κυλώντας στους ώμους της κάπας του και, λίγο απ’αυτό, μέσα στο λαιμό του, ξεπαγιάζοντάς τον. Σε κάποια στιγμή, τα γυαλιά του παραλίγο να φύγουν, και τότε τα έβγαλε και τα έκρυψε σε μια τσέπη, για καλό και για κακό. Τα σκαμπανεβάσματα του εδάφους τον έκαναν να τραντάζεται πάνω στη σέλα του και να χοροπηδά. Η μέση του πονούσε.

«Δε μπορούμε να πάμε λιγάκι πιο αργά;» μούγκρισε μετά από κάμποση ώρα ταλαιπωρίας.

«Το άντρο είναι αρκετά μακριά,» του είπε ο Αλλάνδρης, «και δεν έχουμε χρόνο. Το φορτηγό, έλεγε το μήνυμα, θα περάσει σε δύο ημέρες από τη Θακέρκοβ: αυτό σημαίνει αύριο

«Από τη Θακέρκοβ μέχρι εδώ είναι τόσος δρόμος. Και μάλλον θα πάει μέσω Νίρβεκ, όχι όπως ήρθαμε εμείς! Έχουμε χρόνο.»

«Δεν ξέρουμε, όμως, πόσο χρόνο θέλει ο Πρόμαχος Καμίρνος για να προετοιμαστεί. Καλύτερα πιο γρήγορα παρά πιο αργά. Γιατί παραπονιέσαι;»

Ο Αίολος καταράστηκε. Ο δαιμονισμένος ο Έκτορας πρέπει πραγματικά να τον μισούσε για να τον στείλει εδώ. Ο γαμημένος τώρα θα κάθεται και θα γελά που έστειλε εμένα τον «κωλόγερο» να τρέχω μες στα χιονισμένα δάση. Και είμαι σίγουρος ότι τόκανε εξαιτίας της Βατράνιας, το καθίκι!

*

Ο Νιρμόδος τράβηξε τα ηνία του αλόγου του· το ζώο χρεμέτισε κλωτσώντας τον αέρα για μια στιγμή και, μετά, ηρέμησε. «Σταματάμε για ξεκούραση,» δήλωσε ο Μασκοφόρος, αφιππεύοντας μ’ένα ευέλικτο πήδημα.

Ο Αλλάνδρης αφίππευσε όχι το ίδιο άνετα αλλά ούτε και με δυσκολία. Ο Αίολος νόμιζε ότι του είχαν περάσει καρφιά στον κώλο καθώς κατέβαινε από τη σέλα. Τα κόκαλά του πονούσαν.

«Είμαστε μακριά ακόμα;» ρώτησε, ξέπνοα. Πήρε τα γυαλιά του από την τσέπη του, τα σκούπισε, και τα φόρεσε.

«Έχουμε δρόμο,» είπε ο Νιρμόδος. Έβγαλε τη μάσκα του, άνοιξε το φλασκί του, και ήπιε νερό. «Θέλετε;» τους ρώτησε.

«Ευχαριστούμε,» αποκρίθηκε ο Αλλάνδρης. «Έχουμε.»

«Κοιμηθείτε· θα φυλάω σκοπιά, κι όταν είναι ώρα θα σας ξυπνήσω.»

«Μπορώ,» είπε ο Αίολος, «να υφάνω μια Μαγγανεία Υλικής Διαισθήσεως γύρω μας.»

Ο Νιρμόδος φάνηκε να ξέρει τι ήταν αυτό. Κατένευσε. «Κάντο· αλλά εγώ και πάλι θα φυλάξω σκοπιά. Τώρα όμως ίσως να κοιμηθώ και κάνα μισάωρο.» Κάθισε σε μια πέτρα για ν’ανάψει φωτιά.

Ο Αίολος άρθρωσε τα λόγια για τη Μαγγανεία Υλικής Διαισθήσεως.

*

Ο Νιρμόδος τούς ξύπνησε πριν από την αυγή, ενώ η φωτιά τους αργοπέθαινε.

Ο Αίολος σηκώθηκε νιώθοντας τα πόδια και τη μέση του να τον πονάνε. Ο Αλλάνδρης ήταν σε καλύτερη κατάσταση, αλλά κι εκείνος έμοιαζε πιασμένος.

Ένας μπούφος τούς κοίταζε σιωπηλά από ένα κλαρί· τα μεγάλα του μάτια γυάλιζαν μες στο σκοτάδι.

«Πάμε,» είπε ο Νιρμόδος.

Ανέβηκαν στα άλογα και ταξίδεψαν πάλι. Ο Αίολος νόμιζε ότι είχε αρχίσει να συνηθίζει – με την κακή έννοια.

Καμια ώρα μετά την αυγή, έφτασαν στον προορισμό τους, ενώ το πρωινό φως γλιστρούσε ανάμεσα από τις φυλλωσιές και τα κλαδιά, αντανακλώντας επάνω στο χιόνι. Οι επαναστάτες ήταν τώρα σ’ένα μέρος κοντά στις όχθες του ποταμού Τάρνοφ· το βουητό του τρεχούμενου νερού ακουγόταν δυνατό από τα δεξιά τους. Αντίκρυ τους ήταν ένα άνοιγμα στη γη, πλαισιωμένο από ψηλούς βράχους και δέντρα.

Δύο Μασκοφόροι φρουροί πήδησαν από τα κλαδιά, σημαδεύοντάς τους με τουφέκια.

Ο Νιρμόδος έβγαλε τη μάσκα του. «Φέρνω δυο συντρόφους από τη Θακέρκοβ για να δουν το Μεγάλο Λύκο. Λένε πως έχουν σημαντικό μήνυμα.»

Οι φρουροί ένευσαν και τους άφησαν να περάσουν και να κατεβούν, έφιπποι, την πλαγιά που οδηγούσε σ’ένα υπόγειο σπήλαιο, φωτισμένο από ενεργειακές λάμπες, οι περισσότερες δεμένες πάνω σε σταλακτίτες. Δύο οχήματα ήταν σταθμευμένα εδώ: ένα δίκυκλο με μεγάλους τροχούς, κι ένα τετράκυκλο με ανοιχτή οροφή. Παραδίπλα βρίσκονταν τρεις βάρκες επάνω σε τρέιλερ. Τρεις άντρες και μία γυναίκα ήταν στη σπηλιά· κανένας δεν φορούσε μάσκα τώρα, αλλά δεν υπήρχε αμφιβολία ότι ήταν Μασκοφόροι. Οι δύο άντρες επιδιόρθωναν κάτι σε μια βάρκα· ο τρίτος και η γυναίκα κάθονταν πάνω στο ανοιχτό τετράκυκλο και μιλούσαν χαμηλόφωνα, καπνίζοντας.

«Πού είναι ο Μεγάλος Λύκος;» ρώτησε ο Νιρμόδος, αφιππεύοντας.

«Στο κρεβάτι του, τέτοια ώρα,» είπε ο άντρας που καθόταν πλάι στη γυναίκα. «Τι συμβαίνει;»

«Πήγαινε να τον φωνάξεις. Έχουν έρθει δυο σύντροφοι από τη Θακέρκοβ» – έδειξε, με τον αντίχειρα, τον Αλλάνδρη και τον Αίολο οι οποίοι αφίππευαν – «και θέλουν να μεταφέρουν ένα επείγον μήνυμα.»

Ο άντρας επάνω στο τετράκυκλο ένευσε, κατέβηκε απ’το όχημα, κι εξαφανίστηκε στο βάθος της σπηλιάς.

«Αλλάνδρη!» φώναξε ο ένας απ’τους δύο άντρες που επισκεύαζαν τη βάρκα. «Εσύ είσαι, ρε;»

«Έτσι φαίνεται. Ή του μοιάζω πάρα πολύ.»

Ο άντρας – που ονομαζόταν Κίριθος, και που ο Αλλάνδρης τον είχε γνωρίσει πριν από κάποια χρόνια – γέλασε. «Καλωσήρθες!» Σκούπισε τα λαδωμένα χέρια του σε μια βρόμικη γκρίζα πετσέτα. «Πώς είναι τα πράγματα στη Θακέρκοβ;»

«Τα ίδια,» είπε ο Αλλάνδρης, ενώ ο Νιρμόδος έπαιρνε τ’άλογά τους για να τα πάει στον στάβλο του άντρου των Επαναστατών. «Ή, μάλλον, έχει συμβεί κάτι ψιλο-ασυνήθιστο.»

«Ναι; Τι;»

Ο Αλλάνδρης κι ο Αίολος πλησίασαν τον Κίριθο και τον άλλο άντρα. Ο πρώτος ήταν κατάλευκος και είχε μακριά ξανθά μαλλιά και μούσια· ο δεύτερος ήταν επίσης κατάλευκος και του έμοιαζε: τα μαλλιά του ήταν καστανόξανθα και μακριά, αλλά δεν είχε μούσι.

Η γυναίκα που καθόταν πάνω στο τετράκυκλο κατέβηκε και ζύγωσε, για ν’ακούσει τι έλεγαν. Ήταν μετρίου αναστήματος, και είχε γαλανό δέρμα και πορφυρά μαλλιά, μακριά ώς τη μέση. Στο αριστερό της μάγουλο υπήρχε μια άσχημη ουλή.

Ο Κίριθος είπε: «Από δω το μικρό μου αδελφάκι, ο Βατράνος· δεν ξέρω αν τον ξέρεις.»

«Δεν τον ήξερα,» αποκρίθηκε ο Αλλάνδρης, κι έκλινε το κεφάλι προς τη μεριά του καστανόξανθου άντρα, σε χαιρετισμό. Μετά είπε: «Ο σύντροφός μου λέγεται Αίολος’σαρ.»

«Χαρήκαμε για τη γνωριμία,» είπε ο Κίριθος.

Η γαλανόδερμη γυναίκα καθάρισε, ηχηρά, τον λαιμό της.

«Α ναι,» είπε ο Κίριθος. «Η Χρυσόχαρη. Δε νομίζω ούτε αυτή να την ξέρετε.» Κι άλλαξε θέμα: «Συμβαίνει κάτι στη Θακέρκοβ, λοιπόν;»

«Βασικά, θυμάσαι εκείνη την ιστορία που ένα πλάσμα έπεσε απ’το φεγγάρι πριν από δεκάξι χρόνια;»

«Απ’το φεγγάρι; Όχι, πρώτη φορά τ’ακούω.»

«Είχε πέσει ένα πλάσμα απ’το φεγγάρι. Το είχαν πιάσει τα τσιράκια της Παντοκράτειρας και το είχαν πάρει μαζί τους· κανένας δεν ξέρει τι έγινε από τότε. Τώρα, όμως… Πώς να σ’το εξηγήσω; Είναι λίγο περίεργη υπόθεση.»

«Η οντότητα απ’το φεγγάρι μετενσαρκώθηκε,» είπε ο Αίολος. «Μπήκε σ’ένα άλλο σώμα, θαμμένο κάτω από τη γη, κι άρχισε να το αναδημιουργεί.»

Ο Κίριθος συνοφρυώθηκε. «Δε μας δουλεύεις, έτσι;»

«Σου φαίνεται ότι–;»

«Ο Μεγάλος Λύκος θα σας δει τώρα,» είπε ο άντρας που είχε πάει να ειδοποιήσει τον Πρόμαχο, και είχε μόλις επιστρέψει στη μεγάλη σπηλιά. «Ελάτε μαζί μου.»

«Θα τα πούμε μετά,» είπε ο Κίριθος.

Ο Αλλάνδρης ένευσε, και εκείνος κι ο Αίολος ακολούθησαν τον άλλο επαναστάτη μέσα στους υπόγειους διαδρόμους του άντρου των Μασκοφόρων. Ήταν ψηλός και είχε μακριά χέρια. Το δέρμα του ήταν πράσινο, όπως του Νιρμόδου (σπάνιος δερματικός χρωματισμός γενικά στο σύμπαν· στη Σεργήλη τον συναντούσες περισσότερο στα Φέρνιλγκαν και πουθενά αλλού). Τα μαλλιά του ήταν σκούρα μπλε και κατσαρά.

Τους οδήγησε σε μια αρκετά μεγάλη αίθουσα η οποία ήταν διακοσμημένη μ’έναν τρόπο που ο Αίολος είχε ξαναδεί μόνο σε εικόνες αλλά ο Αλλάνδρης είχε δει και στην πραγματικότητα. Γιατί, παλιότερα, είχε ξανάρθει εδώ. Αυτός ήταν ένας ναός του Κάρτωλακ. Τριγύρω υπήρχαν τοιχογραφίες με θηρία του δάσους και πτηνά: εκφάνσεις της δύναμης του Κάρτωλακ όλα τους. Μαγκάλια ήταν αναμμένα επάνω σε πέτρινες στήλες, καίγοντας αρωματικά χόρτα. Ψηλά στο ταβάνι υπήρχε μια τρύπα, προς την οποία πήγαινε ο καπνός, και από την οποία ερχόταν μια δυνατή δέσμη πρωινού φωτός που κατέληγε σ’έναν πέτρινο, λαξευτό βωμό.

Μπροστά στον βωμό στεκόταν ο Πρόμαχος Καμίρνος’χοκ, που, όπως ήξερε ο Αλλάνδρης, ήταν Αρχιερέας του Κάρτωλακ και, όπως υποδήλωνε η κατάληξη του ονόματός του, μάγος του τάγματος των Διαλογιστών. Φορούσε έναν μακρύ χιτώνα με κεντήματα, ανοιχτό μπροστά, αποκαλύπτοντας λευκό πουκάμισο και μαύρο πέτσινο παντελόνι. Το δέρμα του ήταν άσπρο με απόχρωση του ροζ, τα μαλλιά του μαύρα, μακριά, και δεμένα αλογοουρά πίσω απ’το κεφάλι του. Στο σαγόνι του φύτρωνε ένα μυτερό γένι. Τα μάτια του ήταν στενά και σκοτεινά, παρατηρητικά και, συγχρόνως, γαλήνια.

«Καλώς όρισες, Αλλάνδρη,» είπε, έχοντας τα χέρια του πιασμένα πίσω από την πλάτη.

«Σε χαιρετώ, Πρόμαχε Καμίρνε’χοκ,» αποκρίθηκε ο Αλλάνδρης κλίνοντας το κεφάλι.

«Πώς είναι ο Έκτορας;»

«Καλά. Έχεις τους χαιρετισμούς του.»

«Και ποιος είναι ο σύντροφός σου;»

«Αίολος’σαρ,» συστήθηκε ο Αίολος. «Χαίρομαι για τη γνωριμία, Πρόμαχε.»

«Μου είπαν ότι ήρθατε για να μεταφέρετε ένα επείγον μήνυμα.»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Αλλάνδρης.

«Σας ακούω, λοιπόν.» Ο Πρόμαχος τούς ζύγωσε, βγάζοντας τα χέρια του από την πλάτη.

Ο Αλλάνδρης τού είπε για το φορτηγό που θα ερχόταν, για να περάσει από τα Φέρνιλγκαν και να φτάσει στη διαστασιακή δίοδο που οδηγούσε στη Σεργήλη.

«Πρέπει να το σαμποτάρετε. Να μη φτάσει ποτέ.»

«Από το Φίδι θα πάει, σωστά;» είπε ο Καμίρνος’χοκ.

Φίδι ονόμαζαν, εξαιτίας του σχήματός της, τη λιθόστρωτη δημοσιά που περνούσε μέσα από τα Φέρνιλγκαν. Οι περιοχές ήταν πολύ δύσβατες και ο δρόμος δεν μπορούσε να είναι ευθύς· έκανε συνεχώς ζικ-ζακ και καμπύλες, σαν φίδι κρυμμένο μέσα στο χορτάρι.

«Υποθέτω,» αποκρίθηκε ο Αλλάνδρης. «Δε νομίζω ότι θα μπορεί να περάσει κι από αλλού.»

«Ποιος πρόσταξε να το σαμποτάρουμε; Ο Πρίγκιπας;» Δε χρειαζόταν να διευκρινίσει σε ποιον Πρίγκιπα αναφερόταν: ένας ήταν ο Πρίγκιπας για τους επαναστάτες. Ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος, της Απολλώνιας. Ο Πρίγκιπας της Επανάστασης. Ο άνθρωπος που παλιότερα ήταν ένας από τους συζύγους της Παντοκράτειρας αλλά την είχε προδώσει ξεκινώντας, επισήμως, την Επανάσταση.

«Έτσι έγραφε το μήνυμα που έλαβε η πράκτοράς μας,» είπε ο Αλλάνδρης.

«Τι μεταφέρει το φορτηγό;» θέλησε να μάθει ο Καμίρνος.

«Αυτό μάλλον θα το ανακαλύψετε εσείς, Πρόμαχε. Ο Έκτορας υποθέτει όπλα.»

«Ναι,» είπε ο Καμίρνος, «είναι πιθανό. Καλύτερα, λοιπόν, να αρχίσουμε να ετοιμαζόμαστε. Θα μείνετε να μας βοηθήσετε;»

«Ο Έκτορας έχει προστάξει να επιστρέψουμε στη Θακέρκοβ μετά την παράδοση του μηνύματος.»

«Καλό ταξίδι, τότε,» είπε ο Πρόμαχος, και έδωσε στον Αλλάνδρη το χέρι του.

Κεφάλαιο 30
Η Σκιά και η Έκρηξη

Όταν ο Αλλάνδρης και ο Αίολος’σαρ επέστρεψαν, ο Έκτορας τούς είπε ότι το φορτηγό που έγραφε επάνω ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ ΕΞΗΚΟΣΤΗΣ ΔΙΑΣΤΑΣΗΣ είχε περάσει από την πόλη. Οι επαναστάτες, κατασκοπεύοντας την Κεντρική Δημοσιά στα βόρεια του Χωνευτηρίου, το είχαν δει να έρχεται από τα νότια και να φεύγει από τη Θακέρκοβ.

«Μέσω Νίρβεκ θα πάει, λοιπόν,» συμπέρανε ο Αλλάνδρης.

«Κι αναρωτιέμαι τι μεταφέρει,» είπε ο Έκτορας.

«Ελπίζω μόνο να μη μας ξαναστείλεις στα Φέρνιλγκαν για να μάθουμε,» μούγκρισε ο Αίολος.

«Γιατί, μάγε; Δε σου άρεσε η εκδρομή;»

«Ακόμα κι αν άρεσε σε μένα, δεν άρεσε στα κόκαλά μου. Ζητώ άδεια, μέχρι ο κώλος και η μέση μου να σταματήσουν να με σουβλίζουν.»

«Ν’ασχοληθείς μ’εκείνη την περίεργη ουσία όσο θα κάθεσαι,» είπε ο Έκτορας. «Να μάθουμε περισσότερα. Δε γουστάρω τεμπελιές στο μαγαζί μου.»

*

Η Ελεονόρα’σαρ συνέχισε να ερευνά και να πειραματίζεται, για να δει σε τι θα μπορούσε, τελικά, να της φανεί χρήσιμο το απόσταγμα – σ’εκείνη και στους πράκτορες της Παντοκράτειρας.

Ζήτησε ακόμα έναν εθελοντή για να πιει μια μικρή ποσότητα Ε-8. Ο Φλοίσβος Ηλάβρης, ασφαλώς, προθυμοποιήθηκε αμέσως, αλλά η Ελεονόρα τού είπε ότι δεν ήθελε πάλι εκείνον· ήθελε κάποιον άλλο. Ο Φλοίσβος φάνηκε να δυσαρεστείται· η όψη του αγρίεψε· αλλά είπε: «Όπως επιθυμείτε, κύρια Επιτηρήτρια. Εγώ, όμως, να ξέρετε, είμαι πάντοτε στη διάθεσή σας.»

Ένας φρουρός προθυμοποιήθηκε τελικά να συμμετάσχει. Οι βοηθοί της Ελεονόρας τον έδεσαν στην ειδική πολυθρόνα και του έδωσαν να πιει απόσταγμα. Τα πράγματα δεν πήγαν τόσο καλά όπως με τον Φλοίσβο: μετά από λίγο, ο φρουρός άρχισε να ουρλιάζει ότι υπήρχε κάτι κακό μέσα στο ερευνητικό κέντρο που τους κυνηγούσε όλους, και ότι έπρεπε να φύγουν όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, να εγκαταλείψουν το μέρος. Και γιατί τον είχαν δεμένο; Γιατί; Λύστε με! Λύστε με! Μη με κρατάτε εδώ! ούρλιαζε· αλλά η Ελεονόρα είπε, αυστηρά, στους βοηθούς της κανένας να μην τον λύσει. Θα περίμεναν η επίδραση του αποστάγματος να περάσει, πρώτα.

Όταν η επίδραση πέρασε, το γαλανό δέρμα του φρουρού είχε πάρει μια πιο ανοιχτή χροιά, και ιδρώτας κυλούσε στο πρόσωπό του. Η αναπνοή του ήταν βαριά και γρήγορη. Έκλαιγε, εξαντλημένα, και τους ζητούσε να τον λύσουν.

Η Ελεονόρα έκανε νόημα στους βοηθούς της κι εκείνοι τον έλυσαν. Φυσικά, υπήρχαν οπλισμένοι φρουροί στο δωμάτιο για κάθε ενδεχόμενο· ο άντρας που είχε πιει Ε-8, όμως, δεν επιχείρησε να επιτεθεί σε κανέναν, ούτε να φύγει τρέχοντας. Η Ελεονόρα τον ρώτησε τι είχε δει, κι εκείνος τής είπε ότι είχε την αίσθηση πως κάτι μοχθηρό κινιόταν μέσα σ’όλο το ερευνητικό κέντρο, μεταπηδώντας από τον έναν άνθρωπο στον άλλο: κάτι που ήθελε να τους κατασπαράξει όλους.

«Τι εννοείς, μεταπηδώντας από τον έναν άνθρωπο στον άλλο;»

«Από το μυαλό του ενός στο μυαλό του άλλου, ίσως… Και ερχόταν για μένα στο τέλος.» Τα μάτια του ήταν γουρλωμένα.

«Αισθάνεσαι καλά τώρα;»

«Ναι.»

«Δε νομίζεις ακόμα ότι έρχεται αυτό το… τέρας.»

Ο γαλανόδερμος άντρας κούνησε το κεφάλι αρνητικά.

«Πήγαινε να ξεκουραστείς,» του είπε η Ελεονόρα, αφού ο Γρηγόριος’νιρ τον έλεγξε και οι βοηθοί της του πήραν αίμα.

Η ανάλυση του αίματος αποκάλυψε μια ποσότητα Ε-8 στο αίμα του άντρα. Ακριβώς όπως είχε αποκαλύψει και η ανάλυση του αίματος του Φλοίσβου.

Η Ελεονόρα αισθανόταν να βρίσκεται σε αδιέξοδο, αλλά, τις ημέρες που ακολούθησαν, συνέχισε τις έρευνές της, και πήρε κι άλλο απόσταγμα από το πλάσμα στο υπόγειο της δανειστικής βιβλιοθήκης, επειδή της χρειαζόταν. Ήθελε να κάνει περισσότερα πειράματα.

Τρεις φρουροί ακόμα δέχτηκαν να πιουν Ε-8 – όχι χάρη της επιστήμης αλλά χάρη της ανταμοιβής που πρόσφερε η Ελεονόρα από τα χρηματικά αποθέματα του ερευνητικού κέντρου.

Η πρώτη φρουρός είχε μια εμπειρία παρόμοια με του Φλοίσβου. Είδε πράγματα που της άρεσαν. Νόμιζε ότι κολυμπούσε σε μια ατελείωτη θάλασσα σκέψεων, και είπε μετά στην Ελεονόρα ότι μπορούσε ν’ακούσει ορισμένες από τις σκέψεις των ανθρώπων στο ερευνητικό κέντρο. Δεν ήξερε, όμως, ποιες σκέψεις ανήκαν σε ποιον. Μπορεί, λοιπόν, να ήταν και παραισθήσεις, σκέφτηκε η Ελεονόρα. Δεδομένου, όμως, ότι η οντότητα από το φεγγάρι πράγματι διάβαζε το μυαλό, υπήρχαν καλές πιθανότητες να μην ήταν παραισθήσεις.

Ο δεύτερος φρουρός ούρλιαζε και χτυπιόταν καθώς ήταν δεμένος στην πολυθρόνα, και σύντομα λιποθύμησε. Η Ελεονόρα είπε να μην τον ξυπνήσουν, να τον αφήσουν να συνέλθει μόνος του. Κι όταν εκείνος συνήλθε, τον ρώτησε τι είχε βιώσει. Ο άντρας είπε ότι δεν θυμόταν, πάντως ήταν κάτι που τον είχε τρομάξει πολύ.

Ο τρίτος φρουρός είχε μια σχεδόν συλλογισμένη όψη στο πρόσωπό του μετά την πόση του Ε-8, και τα μάτια του, κάπου-κάπου, γυάλιζαν μ’έναν περίεργο τρόπο. Όταν η επίδραση του αποστάγματος τελείωσε, είπε στην Ελεονόρα ότι νόμιζε πως είχαν περάσει μόνο δυο-τρία λεπτά (ενώ, στην πραγματικότητα, είχε περάσει πάνω από μισή ώρα) κατά τη διάρκεια των οποίων πληροφορίες έρχονταν στο μυαλό του. Τι πληροφορίες; ρώτησε η Ελεονόρα. Σχετικά με το μέλλον, απάντησε εκείνος κάπως διστακτικά, σα να φοβόταν ότι η Επιτηρήτρια θα δυσπιστούσε. Η Ελεονόρα, αντιθέτως, ενθουσιάστηκε. Του ζήτησε να της πει περισσότερα: τι ακριβώς είχε δει στο μέλλον; Ο άντρας μίλησε για κάποια μικρογεγονότα μέσα στο ερευνητικό κέντρο, τα οποία, αργότερα μέσα στο εικοσιτετράωρο, συνέβησαν ακριβώς έτσι. Η Ελεονόρα τον ρώτησε αν θα ήταν δυνατόν αύριο να ξαναπιεί λίγη από την ουσία. Ο φρουρός δέχτηκε.

Την επόμενη φορά, όμως, το πείραμα δεν είχε τα ίδια αποτελέσματα. Ο άντρας φώναζε να τον λύσουν επειδή κάποιοι μέσα στο ερευνητικό κέντρο ήθελαν το κακό του κι έρχονταν τώρα να τον σκοτώσουν. Όταν η επίδραση του Ε-8 πέρασε, ήταν κι αυτός εξαντλημένος όπως εκείνος ο προηγούμενος γαλανόδερμος φρουρός. Δεν ήθελε να υποβληθεί σε άλλο πείραμα.

Η Ελεονόρα, επομένως, ζήτησε να πιει λίγο απόσταγμα η φρουρός που είχε νομίσει ότι κολυμπούσε. Εκείνη αρχικά δίστασε, γιατί μάλλον είχε ακούσει τις εμπειρίες των άλλων, αλλά στο τέλος δέχτηκε. Τα αποτελέσματα ήταν παρόμοια με την πρώτη φορά.

Η Ελεονόρα άφησε να περάσουν κάποιες ημέρες και ξαναδοκίμασε μ’αυτή τη φρουρό, αναρωτούμενη αν υπήρχαν άνθρωποι στους οποίους τα αποτελέσματα του Ε-8 ήταν σταθερά και άνθρωποι στους οποίους μεταβάλλονταν. Η φρουρός ήπιε την ποσότητα που της έδωσαν και για λίγο ήταν σιωπηλή· μετά, άρχισε να γελά ξέφρενα: κάτι που δεν είχε συμβεί πριν· στη συνέχεια, το γέλιο διακόπηκε και η έκφρασή της έγινε σκεπτική· ύστερα, ούρλιαζε και τραβούσε τα δεσμά της, παρακαλώντας τους, ικετεύοντάς τους, να τη λύσουν. Και στο τέλος, λιποθύμησε.

Η Ελεονόρα είπε στους βοηθούς της να την περιμένουν να συνέλθει από μόνη της· κι όταν συνήλθε, τους πρόσταξε να τη λύσουν. Η φρουρός, εξουθενωμένη και τραυλίζοντας, δήλωσε ότι δεν ήθελε να ξαναδοκιμάσει την παράξενη ουσία. Τι είδες; τη ρώτησε η Ελεονόρα, κι εκείνη τής απάντησε ότι η εμπειρία ήταν φρικτή αυτή τη φορά. Δε θυμόταν ακριβώς τι είχε δει· νόμιζε, όμως, πως είχε την εντύπωση ότι την είχαν δέσει για να της ανοίξουν το κεφάλι και να μασήσουν το μυαλό της κάποια μαύρα πλάσματα από το φεγγάρι. Επίσης, είχε την αίσθηση πως ένας άντρας μέσα στο ερευνητικό κέντρο – αρνήθηκε να πει ποιος – ήθελε να τη βιάσει. Και είχαν έρθει και κάποιες… πληροφορίες στο μυαλό της. Από το μέλλον. Τι πληροφορίες; ρώτησε η Ελεονόρα, και η γυναίκα τής είπε.

Τα δύο περιστατικά συνέβησαν την επόμενη ημέρα μέσα στο ερευνητικό κέντρο. Κοινωνικής φύσης και τα δύο, μεταξύ των φρουρών – όπως και την προηγούμενη φορά, μ’αυτά που είχε προβλέψει ο άλλος φρουρός.

Η Ελεονόρα σκεφτόταν τώρα ότι, ακόμα κι αν κατόρθωνε να κάνει μαζική παραγωγή του Ε-8, μάλλον θα ήταν άχρηστο στις δυνάμεις της Παντοκράτειρας. Ως ναρκωτικό δεν μπορούσαν να το πουλήσουν γιατί τα αποτελέσματά του ήταν πολύ απρόβλεπτα· μόνο τρελοί θα το αγόραζαν. Και στρατιωτική ή κατασκοπευτική χρήση δεν είχε· δεν ήταν βέβαιο ότι κάποιος θα προέβλεπε το μέλλον πίνοντάς το.

Εν τω μεταξύ, η Ελεονόρα έπαιρνε κι άλλο απόσταγμα από την οντότητα από το φεγγάρι, για να το έχει για τα πειράματά της. Αγνοούσε τις προειδοποιήσεις του παγιδευμένου πλάσματος πως το απόσταγμα δεν ήταν για εκείνους.

Χρειάζομαι δύο πράγματα: έναν τρόπο για να ρυθμίζω την κατάσταση που σε φέρνει το απόσταγμα, κι έναν τρόπο για να το αναπαράγω.

Και τελικά η Ελεονόρα σκέφτηκε το εξής: Τα στοιχεία που αποτελούσαν το απόσταγμα βρίσκονταν, μάλλον, μόνο στο φεγγάρι της Σεργήλης. Κι αφού δεν μπορούσε να πάει εκεί για να τα πάρει, το καλύτερο που μπορούσε να κάνει ήταν να εκμεταλλευτεί ό,τι είχε ταξιδέψει εκεί και είχε επιστρέψει…

*

Ο Πολιτειάρχης πίεζε τον Κριτόλαο να λύσει την υπόθεση με τη Λεγεώνα και τον Υπόγειο Σιδηρόδρομο, διότι η πόλη υπέφερε από το κυκλοφοριακό πρόβλημα που είχε προκληθεί. Επομένως, ο Κριτόλαος ξαναπήγε να μιλήσει με τον Αρχιλεγεωνάριο, και ο Αρχιλεγεωνάριος τον κατηγόρησε πως δεν έκανε καμία προσπάθεια να βρει τους κακοποιούς που είχαν επιτεθεί στο Λημέρι. Ο Κριτόλαος τού απάντησε ότι προσπάθειες γίνονταν αλλά δεν είχαν αποδώσει ακόμα. Όμως, τόνισε, αν η Λεγεώνα συνέχιζε να έχει σταματημένο τον Υπόγειο, τότε οι καλές της σχέσεις με την Παντοκράτειρα θα χαλούσαν.

«Θα πρέπει να σας δούμε σαν εχθρούς.»

Ο Ρούνης ο Αρχιλεγεωνάριος σηκώθηκε από τον θρόνο του. «Ήρθες εδώ για να με απειλήσεις ξανά; Κανένας δεν απειλεί τη Λεγεώνα!»

«Το θέμα,» είπε ψέματα ο Κριτόλαος, «έχει ξεφύγει πλέον από τα χέρια μου. Η ίδια η Παντοκράτειρα έχει ακούσει για την κατάσταση εδώ στη Θακέρκοβ και έχει δηλώσει πως, αν μέσα σε πέντε ημέρες δεν ελευθερώσετε τον Υπόγειο, θα στείλει ειδικές δυνάμεις να σας χτυπήσουν.»

«Να της πεις πως αν το κάνει αυτό θα το μετανιώσει!» γκάριξε ο Ρούνης, και η φωνή του αντήχησε σαν αστροπελέκι μέσα στην αίθουσα. Ο μεγάλος μαύρος σκύλος του, ο Δαγκωμένος, έκρυψε τρομαγμένα το κεφάλι του κάτω από τα μπροστινά του πόδια.

«Η Παντοκράτειρα δεν δέχεται απειλές από εσένα, και ούτε συμβουλές από εμένα,» αποκρίθηκε ήρεμα ο Κριτόλαος. «Ακόμα κι αν της το έλεγα αυτό, δεν θα με άκουγε, να είσαι βέβαιος. Επομένως, η επιλογή είναι δική σου: ή ελευθερώνεις τον Υπόγειο ή δέχεσαι τις συνέπειες.» Και έφυγε από την Αίθουσα του Θρόνου της Λεγεώνας.

Ο Κριτόλαος ήξερε ότι το παιχνίδι που έπαιζε τώρα δεν ήταν και τόσο ασφαλές. Αν μέσα σε πέντε ημέρες ο Αρχιλεγεωνάριος δεν ελευθέρωνε τον συρμό, τότε θα ήταν αναγκασμένος ή να βάλει τον στρατό να του επιτεθεί ή να κάνει την Παντοκράτειρα να φανεί αδύναμη. Το δεύτερο δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να γίνει, συνεπώς θα γινόταν το πρώτο. Και αίμα θα κυλούσε. Φασαρίες θα συνέβαιναν στη Θακέρκοβ.

Ο Κριτόλαος, όμως, ήλπιζε ότι ο Αρχιλεγεωνάριος θα επιδείκνυε κάποια λογική.

Και είχε δίκιο. Ή, μάλλον, ήταν τυχερός.

Η Λεγεώνα ελευθέρωσε τον Υπόγειο, και το τρένο άρχισε πάλι να κινείται κάτω από τη Θακέρκοβ.

Ο Πολιτειάρχης Μακρώνυμος ήταν ευχαριστημένος.

*

Μία από τις επόμενες ημέρες ύστερα από την επιστροφή του Αλλάνδρη και του Αίολου, οι επαναστάτες στην Οινόσφαιρα δέχτηκαν επίσκεψη. Είχαν έρθει να τους βρουν επαναστάτες από τα Φέρνιλγκαν. Ο Κίριθος μαζί με άλλους δύο: τη Χρυσόχαρη και τον άντρα που είχε οδηγήσει τον Αλλάνδρη και τον Αίολο στον Πρόμαχο Καμίρνο, ο οποίος ονομαζόταν Νάρφλης και ήταν σύζυγος της Χρυσόχαρης.

«Τι έγινε με το φορτηγό;» τους ρώτησε ο Έκτορας. «Το σταματήσατε;»

«Ναι,» απάντησε ο Νάρφλης. «Δεν περίμεναν επίθεση· νόμιζαν ότι ήταν καλυμμένοι. Είχαν, βέβαια, φρουρούς στο εσωτερικό, μα δε δυσκολευτήκαμε να τους ξεπαστρέψουμε.»

«Και γιατί είστε εδώ τώρα;»

«Το φορτίο ήταν λιγάκι παράξενο, Πρόμαχε,» εξήγησε ο Νάρφλης, «και ο Πρόμαχός μας μας είπε να σας φέρουμε κι εσάς λίγο από αυτό.»

Ο Έκτορας συνοφρυώθηκε. «Περίεργα μού τα λες…»

«Θα δεις, Πρόμαχε,» του είπε ο Κίριθος.

Και οδήγησαν τον Έκτορα, τη Χλόη, τον Αλλάνδρη, και τον Αίολο σ’έναν δρόμο κοντά στην Οινόσφαιρα, όπου είχαν σταθμεύσει το όχημά τους: ένα ανοιχτό τετράκυκλο που τώρα το σκέπαζε ένας καμβάς. Λύνοντας την πίσω μεριά του καμβά, ο Νάρφλης άνοιξε ένα από τα κιβώτια στην καρότσα.

Μέσα, ήταν φάρμακα.

«Φάρμακα;» έκανε ο Έκτορας. «Το φορτηγό μετέφερε φάρμακα

«Ναι,» ένευσε ο Κίριθος. «Ήταν γεμάτο φάρμακα. Κι ο Πρόμαχός μας είπε ότι ίσως να θέλατε κι εσείς μερικά. Τι να τα κάνουμε όλα; Είναι πάρα πολλά.»

Ο Έκτορας έπιασε ένα κουτάκι με χάπια. «Παράξενο… Έχουν αρρωστήσει στη Σάρντλι;»

«Κι ο Πρόμαχός μας αυτό υπέθεσε,» είπε ο Νάρφλης. «Κάποια επιδημία, ίσως. Δεν είναι σπάνιες οι επιδημίες στη Σάρντλι, είπε.»

Η Χλόη θυμήθηκε το όνειρο που είχε δει – μια αρρώστια, μια μόλυνση, να εξαπλώνεται στους δρόμους μιας πόλης – και ρίγησε. Αυτό ήταν; αναρωτήθηκε. Αυτό; Μα, δεν μπορεί… Δεν είχε ποτέ της πάει στη Σάρντλι. Ούτε και κανένας συγγενής της, απ’ό,τι γνώριζε…

«Τέλος πάντων,» είπε ο Έκτορας. «Το πράγμα τελείωσε. Ευχαριστούμε για τα φάρμακα, και πάμε μέσα να σας κεράσουμε τίποτα.»

*

Μέσα στη βαθιά νύχτα…

Μια σκιά στο κατώφλι.

«Σε παρακαλώ, μη με πειράξεις…» Ο άντρας έχει ανασηκωθεί πάνω στο κρεβάτι, στο μικρό δωμάτιο. (Κάθε φρουρός έχει το δικό του δωμάτιο στο ερευνητικό κέντρο· η Παντοκράτειρα τούς περιποιείται καλά.)

Η σκιά μπαίνει.

«Γιατί σε βλέπω στα όνειρά μου;»

«Δε θα σε πειράξω. Σε βλέπω κι εγώ στα όνειρά μου.»

«Γιατί; Φταίει αυτό που μας έκαναν, ε; Αυτό που μας έβαλαν να πιούμε… Δεν έπρεπε ποτέ να το είχαμε πιει!»

«Μην είσαι ανόητος: είναι κάτι το υπέροχο!»

«Μου λες στα όνειρά μου ότι θα μου κάνεις κακό. Σε παρακαλώ, σταμάτα!»

«Δε μπορώ να σταματήσει. Ξέρεις τι θέλω να κάνουμε;»

«…Περίπου.»

«Άκουσέ με. Άκουσέ με πολύ προσεχτικά, και τίποτα κακό δε θα σου συμβεί…»

*

Εκείνος ο άγνωστος έρχεται στα όνειρά του, και τον βιάζει. Δεν μπορεί να δει το πρόσωπό του γιατί είναι πάντα πίσω του.

Και τα όνειρα είναι τόσο πραγματικά… Μοιάζουν τόσο πραγματικά… Νομίζει πως τον νιώθει αληθινά μέσα του, ανάμεσα στους μηρούς του. Ξυπνά τρομαγμένος και δεν τον αντικρίζει πουθενά. Αλλά έχει την αίσθηση ότι μια παρουσία ήταν στο δωμάτιο.

Απόψε βλέπει το ίδιο όνειρο. Ο άγνωστος που δεν έχει πρόσωπό τον κρατά κοντά του και τον βιάζει. Κι εκείνος νομίζει… νομίζει ότι του αρέσει: πράγμα που τον τρομάζει ακόμα πιο πολύ.

Εκσπερματώνει επάνω στο κρεβάτι, και ο άγνωστος εκσπερματώνει μέσα του, μουγκρίζοντας και γελώντας.

Αυτή τη φορά δεν είναι όνειρο.

«Τι θέλεις εδώ;»

«Μου ζητούσες να έρθω και ήρθα.»

«Όχι! Δε… δε σου το ζητούσα. Όχι!»

Γελά. «Μη λες ψέματα. Το ξέρω πως λες ψέματα.»

Εκείνος γυρίζει να τον κοιτάξει. «Τι θέλεις;»

Ο σκιερός άντρας ακουμπά την πλάτη του στον τοίχο καθώς κάθεται, ολόγυμνος, πάνω στο κρεβάτι, ανάβοντας τσιγάρο. «Ξέρεις τι θέλω. Να με κάνεις δυνατό.»

«…Εγώ;» κλαψουρίζει εκείνος.

«Θα έχουμε και παρέα.» Τα δόντια του γυαλίζουν μέσα στο σκοτάδι.

*

Ακόμα ένας βλέπει όνειρα… εφιάλτες… Ξέρει ότι κάτι, κάποιος, τον ψάχνει· και ξέρει, επίσης, πότε θα έρθει να τον βρει. Το ξέρει.

Τον περιμένει απόψε, όπως ο ήρωας ενός δράματος περιμένει να έρθει ο δαίμονας με τον οποίο τόσο καιρό μιλά. Στέκεται στον περίβολο του ερευνητικού κέντρου, κοντά στο ελικοδρόμιο με το μοναδικό ελικόπτερο, και καπνίζει.

Η σκιά πλησιάζει. «Είσαι έτοιμος;»

«Μπορώ να σε προδώσω.»

«Κανένας δε θα σε πιστέψει, ακόμα κι αν προλάβεις.»

«Ποιος είναι ο σκοπός σου; Δεν καταλαβαίνω.»

«Μ’έχουν θυμώσει.»

«Γιατί;»

«Δε μου δίνουν αυτό που θέλω.»

«Είσαι τρελός! Και δεν ξέρω πώς σκατά έρχεσαι και με βρίσκεις. Εξακολουθείς να είσαι άνθρωπος

«Εσύ… εξακολουθείς να είσαι;»

Πετά κάτω το τσιγάρο του. «Αρκετά άκουσα. Τελείωσε η ιστορία!» Γυρίζει να φύγει.

Η σκιά τραβά ένα ξιφίδιο και προσπαθεί να τον μαχαιρώσει. Εκείνος πιάνει τον καρπό του αντιπάλου του. Παλεύουν για λίγο μέσα στο σκοτάδι, μουγκρίζοντας. Ένας απ’τους δύο πέφτει. Το ξιφίδιο, συγχρόνως, πετάγεται παραδίπλα, γυαλίζοντας στο φεγγαρόφωτο.

Ένα πιστόλι πυροβολεί. Οι ενεργειακές φιάλες πλάι στο ελικόπτερο ανατινάσσονται. Η έκρηξη ξυπνά τους πάντες μέσα στο ερευνητικό κέντρο. Φρουροί έρχονται να ερευνήσουν τι συνέβη, και μέσα στα συντρίμμια βρίσκουν ένα αποτεφρωμένο πτώμα.

*

Η Ελεονόρα ξύπνησε, τρομαγμένη από την έκρηξη. Σηκώθηκε, κοίταξε από το παράθυρό της, και είδε φρουρούς να συγκεντρώνονται στο ελικοδρόμιο. Το ελικόπτερο έμοιαζε να έχει διαλυθεί.

Οι αποστάτες; σκέφτηκε. Ήρθαν εδώ;

Ντύθηκε βιαστικά και κατέβηκε στον περίβολο, όπου συνάντησε τον Λοχαγό Αρδάνη. «Τι έγινε;» τον ρώτησε.

«Δεν ξέρουμε,» αποκρίθηκε εκείνος. «Οι ενεργειακές φιάλες πρέπει να εξερράγησαν.»

«Πώς; Από μόνες τους;»

Πλησίασαν το ελικοδρόμιο, όπου οι φρουροί είχαν σβήσει τη φωτιά χρησιμοποιώντας πυροσβεστήρες. Ένας απ’αυτούς έδειξε στην Επιτηρήτρια και στον Λοχαγό το αποτεφρωμένο πτώμα ενός άντρα.

«Ποιος είν’αυτός;» είπε η Ελεονόρα.

Ο Αρδάνης στάθηκε από πάνω του και τον ατένισε. Τα ρούχα του πτώματος ήταν καμένα αλλά τα αναγνώρισε. «Φορούσε στολή φρουρού. Δείτε ποιος λείπει!» πρόσταξε τους άλλους φρουρούς.

Σύντομα βρέθηκε το όνομά του. Ήταν ένας απ’αυτούς που είχαν δεχτεί να πιουν απόσταγμα, συνειδητοποίησε η Ελεονόρα. Σύμπτωση, κατά πάσα πιθανότητα.

Πώς είχε γίνει, όμως, η έκρηξη;

«Δολιοφθορά;» ρώτησε τον Αρδάνη, ύστερα από κάποια ώρα, όταν βρίσκονταν στο γραφείο του.

«Για ποιο λόγο, κύρια Επιτηρήτρια; Και από ποιον; Οι φρουροί έλεγξαν και δεν βρήκαν να έχει γίνει καμία παραβίαση.»

Η Ελεονόρα σκόπευε αύριο να πάει να ερευνήσει το παλιό αεροσκάφος που είχε ταξιδέψει στο φεγγάρι και, μετά, να πάει στη Νιρικόνια Κλινική (τον Βράχο των Ουρλιαχτών, όπως την επονόμαζαν κάποιοι) για να δει τους μάγους που ήταν έγκλειστοι εκεί επειδή είχαν τρελαθεί από το ταξίδι στο φεγγάρι. Τώρα, όμως, αισθάνθηκε να φοβάται για κάποιον ανεξήγητο λόγο. Νόμιζε, τελείως παράλογα, ότι η έκρηξη στο ελικοδρόμιο είχε σχέση με την έρευνά της. Και νόμιζε επίσης πως, συνεχίζοντας την έρευνα, τα πράγματα μονάχα θα χειροτέρευαν…

Κεφάλαιο 31
Ο Εγκαταλειμμένος Ουρανοθραύστης, η Κυνηγημένη Δημοσιογράφος, το Χτεσινοβραδινό Πάρτι

Ο Αερολιμένας της Θακέρκοβ βρισκόταν βορειοανατολικά της πόλης, και μπορούσες να φτάσεις εκεί ακολουθώντας την Ελεγείας. Δεν υπήρχε άλλος δρόμος που να οδηγεί πιο γρήγορα από το ερευνητικό κέντρο στο αεροδρόμιο. Έτσι, η Ελεονόρα μπήκε σ’ένα τετράκυκλο όχημα μαζί με τέσσερις φρουρούς και ξεκίνησε για τη Θακέρκοβ. Προτίμησε να οδηγήσει η ίδια το όχημα, το οποίο δεν ήταν και πολύ μεγάλο: είχε δύο καθίσματα στη μπροστινή μεριά, ένα φαρδύ κάθισμα πίσω από αυτά, αρκετά μεγάλο για να καθίσουν μέχρι και τρεις άνθρωποι, κι ακόμα πιο πίσω υπήρχε μια μικρή καρότσα για τη μεταφορά πραγμάτων, όχι μεγαλύτερα από ένα μικρό δίκυκλο.

Η Ελεονόρα έβαλε το όχημα στη Θακέρκοβ από την Κεντρική Δημοσιά, έστριψε στην Αυγερινού, πέρασε τη διασταύρωση με τη Γαιοδόμου, και έπιασε την Ελεγείας, την οποία και ακολούθησε προς τα βόρεια. Βγήκε από την πόλη και, σύντομα, έφτασε στον Αερολιμένα της Θακέρκοβ, ο οποίος ήταν αρκετά μεγάλος, και από τον οποίο δεν πετούσαν μόνο αεροσκάφη που πήγαιναν σ’άλλα μέρη της Σεργήλης αλλά και αεροσκάφη που είχαν τη δυνατότητα αιθερικού ταξιδιού και ταξίδευαν σε άλλες διαστάσεις του Γνωστού Σύμπαντος.

Η Ελεονόρα σταμάτησε το όχημά της στο γκαράζ του αεροδρομίου, βγήκε με τη συνοδεία των φρουρών της, και ζήτησε να δει τον Διευθυντή του Αερολιμένα για μια επείγουσα έρευνα. Τη ρώτησαν ποια ήταν η ιδιότητά της, κι εκείνη τούς έδωσε το όνομα της, που φανέρωνε ότι ήταν μάγισσα του τάγματος των Ερευνητών, και τους είπε επίσης πως ήταν επιστήμονας. Αυτά, από μόνα τους, δεν φάνηκαν να τους ικανοποιούν, αλλά της αποκρίθηκαν να περιμένει σε μια αίθουσα αναμονής.

Η Ελεονόρα κάθισε σ’έναν καναπέ και περιμένετε, καπνίζοντας ένα τσιγάρο. Μετά από κανένα τέταρτο της ώρας, ο Διευθυντής αξιώθηκε να έρθει να τη χαιρετήσει. Ονομαζόταν Σερφάντης Καλογείτονας, και ήταν ευτραφής, με αραιά μαλλιά και λευκό δέρμα με απόχρωση του ροζ. Φορούσε φιμέ γυαλιά και ήταν ντυμένος με κοστούμι.

«Μου είπαν ότι συμβαίνει κάτι το επείγον…»

«Κάνω μια έρευνα,» εξήγησε η Ελεονόρα’σαρ, «και θα ήθελα να δω από κοντά το αεροσκάφος Ουρανοθραύστης, που πριν από δέκα-έξι χρόνια είχε ταξιδέψει στο φεγγάρι.»

Ο Καλογείτονας συνοφρυώθηκε. «Το έχουμε, αλλά… Κατ’αρχήν, δεν είναι σε καλή κατάσταση· το ξέρετε, έτσι;»

«Ασφαλώς και το ξέρω.»

«Έχει χαρακτηριστεί επικίνδυνο. Είναι στην αποθήκη, και… φοβάμαι πως η πρόσβαση απαγορεύεται. Εκτός αν έχετε ειδική άδεια.» Από το ύφος του, έμοιαζε να νομίζει ότι η Ελεονόρα, λογικά, θα είχε.

Εκείνη, όμως, δεν είχε. «Η ιδιότητά μου ως επιστήμονας και ως μάγισσα δεν είναι αρκετή;»

«Δυστυχώς, όχι.»

«Από ποιον πρέπει να πάρω άδεια;»

«Από κάποιο υπεύθυνο πρόσωπο.»

«Από εσάς, δηλαδή;»

Ο Καλογείτονας έστρωσε, νευρικά, τα φιμέ γυαλιά του. «Όχι· δεν θεωρούμαι υπεύθυνος για το συγκεκριμένο θέμα. Είναι από τα άκρως επικίνδυνα. Καλύτερα να μιλήσετε με κάποιον… αρμόδιο.»

Η Ελεονόρα είχε την εντύπωση πως ο Διευθυντής του Αερολιμένα δεν ήξερε ακριβώς ποιον εννοούσε λέγοντας αρμόδιο. Εκείνη, όμως, είχε μια σχετικά καλή ιδέα. «Μάλιστα,» αποκρίθηκε. «Σας ευχαριστώ, κύριε Διευθυντά.» Και του έδωσε το χέρι της.

Όταν ο Καλογείτονας έφυγε από την αίθουσα αναμονής, η Ελεονόρα άνοιξε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό της και κάλεσε τον αρμόδιο που είχε κατά νου.

«Είμαι στον αερολιμένα,» του είπε, «και έχω ένα πρόβλημα με τις προσβάσεις.»

Ο Κριτόλαος δεν άργησε να έρθει, ντυμένος με μια κοντή, μαύρη δερμάτινη καπαρντίνα, πράσινη τουνίκα με το κόκκινο κέντημα ενός γρύπα στη μπροστινή μεριά, γκρίζο παντελόνι, και γυαλιστερά μαύρα παπούτσια.

«Έχεις δουλειές, βλέπω,» της είπε. «Γιατί θέλεις να πας στον Ουρανοθραύστη

«Για το γνωστό θέμα,» αποκρίθηκε η Ελεονόρα.

«Νομίζεις ότι εκεί θα βρεις απαντήσεις για το απόσταγμα;»

«Σκέφτηκα ότι αφού δεν μπορώ να ταξιδέψω στο φεγγάρι για να πάρω τα απαραίτητα στοιχεία από εκεί, το καλύτερο που μπορώ να κάνω είναι να χρησιμοποιήσω ό,τι έχει ήδη πάει στο φεγγάρι και έχει επιστρέψει.»

«Μάλιστα,» είπε ο Κριτόλαος. «Έλα.» Της έκανε νόημα.

«Ξέρεις πού είναι το σκάφος;»

«Φυσικά και ξέρω. Είναι από εκείνα τα άκρως απόρρητα πράγματα που είναι η δουλειά μου να αναλαμβάνω.»

Η Ελεονόρα και οι φρουροί της τον ακολούθησαν. Βγήκαν στον αεροδιάδρομο και, με τον παγερό αέρα να τους χτυπά, βάδισαν προς τις αποθήκες. Ο Κριτόλαος τούς οδήγησε σε μια αποθήκη που βρισκόταν πίσω από τις άλλες, σε μέρος που θα μπορούσε να θεωρηθεί εγκαταλειμμένο. Η μεγάλη, διπλή σιδερένια πόρτα της ήταν κλειδωμένη, όπως ήξερε ο Κριτόλαος, με ειδική κλειδωνιά. Αν κάποιος προσπαθούσε να την ανοίξει, με οποιονδήποτε τρόπο – μαγικό ή μη – ενεργοποιείτο ένα σύστημα ασφαλείας που ειδοποιούσε αμέσως τους φρουρούς του αερολιμένα.

Εκτός αν ήξερες τον κώδικα.

Και ο Κριτόλαος τον ήξερε. Άρθρωσε ένα Ξόρκι Ξεκλειδώματος, έδωσε, νοητικά, τον κώδικα στο σύστημα, και αισθάνθηκε τον μηχανισμό της κλειδαριάς να κινείται χωρίς ο συναγερμός να μπαίνει σε λειτουργία.

«Ανοίξτε την,» είπε στους φρουρούς της Ελεονόρας, κι εκείνοι έσπρωξαν τα δύο φύλλα της μεγάλης πόρτας.

Το γιγάντιο αεροσκάφος Ουρανοθραύστης κοιμόταν στο εσωτερικό της αποθήκης, μέσα στο σκοτάδι, και τώρα, για πρώτη φορά ύστερα από χρόνια, ηλιακές αχτίνες χτύπησαν τα μέταλλα και τα τζάμια του κάνοντάς τα να γυαλίσουν.

Η Ελεονόρα άναψε έναν φακό και μπήκε, ακολουθούμενη από τους υπόλοιπους. Το μέγεθος αυτού του αεροπλάνου ήταν εντυπωσιακό. Θύμιζε ολόκληρη δεκαώροφη πολυκατοικία πεσμένη στο πλάι, και τα φτερά του έμοιαζαν να μπορούν ν’αγκαλιάσουν ολόκληρη τη Θακέρκοβ. Κάνοντας τον γύρο του, η Ελεονόρα είδε ότι οι προωθητήρες στην πίσω μεριά του ήταν πελώριοι· αδυνατούσε να φανταστεί πόση ενέργεια χρειαζόταν για να κινηθεί τούτο το πράγμα.

Επίσης, παρατήρησε ότι σε πολλά σημεία ήταν χτυπημένο. «Από τι έχουν γίνει αυτές οι ζημιές;» ρώτησε τον Κριτόλαο.

«Δεν έχω ξανάρθει εδώ,» παραδέχτηκε εκείνος. «Απλώς ήξερα πού βρίσκεται ο Ουρανοθραύστης για λόγους ασφαλείας. Όμως, απ’ό,τι μπορώ να κρίνω, κάποιες ζημιές, όπως αυτή εδώ,» έδειξε, «πρέπει να έχουν γίνει από ανώμαλη προσγείωση. Άλλες, πάλι, δεν μπορώ να υποθέσω…» είπε κοιτάζοντας τα σκισίματα επάνω στο δεξί φτερό του αεροπλάνου.

«Είναι σαν κάτι να του επιτέθηκε,» παρατήρησε η Ελεονόρα.

«Οι εξερευνητές του φεγγαριού ανέφεραν ότι συνάντησαν έναν δαίμονα εκεί πάνω.»

«Ναι,» είπε η Ελεονόρα. «Από τα όσα είπαν, όμως, δεν έμοιαζε και τόσο με το πλάσμα που πριν είχε πέσει στη Θακέρκοβ… πράγμα που είναι παράξενο.»

«Μπορεί να μη ζει μόνο ένα είδος πλάσματος στο φεγγάρι, Ελεονόρα.»

«Ναι, μάλλον…»

Η Ελεονόρα σταμάτησε να βαδίζει και έβγαλε μια συσκευή από την τσάντα της. Έναν στοιχειακό σαρωτή, του οποίου τις μνήμες είχε ρυθμίσει έτσι ώστε να εντοπίζει τα στοιχεία του αποστάγματος, αν αυτά βρίσκονταν σε σχετικά επιφανειακό σημείο. Δηλαδή, δεν μπορούσε να τα εντοπίσει μέσα στο αίμα κάποιου, αλλά μπορούσε να τα εντοπίσει επάνω σε μέταλλα, ή σ’ένα υγρό που αποτελούσαν βασικά συστατικά του.

Η Ελεονόρα ενεργοποίησε την πρώτη μνήμη (που είχε αποθηκευμένο το πρώτο στοιχείο), κάνοντας κύκλο γύρω από το πελώριο αεροπλάνο. Και συνέχισε έτσι, πατώντας, το ένα μετά το άλλο, και τα κουμπιά για τις υπόλοιπες μνήμες. Όταν ο Κριτόλαος τη ρώτησε τι έκανε, εκείνη τού εξήγησε.

Δυστυχώς, δεν βρήκε κανένα ίχνος των στοιχείων που έψαχνε· και πρότεινε να μπουν στο εσωτερικό του σκάφους.

Ο Κριτόλαος την ακολούθησε, προστάζοντας τους φρουρούς να μείνουν έξω και να έχουν τα μάτια τους ανοιχτά για πιθανούς κατασκόπους που μπορεί να κοίταζαν από την πόρτα της αποθήκης. Ήξερε, βέβαια, ότι κανένας κατάσκοπος δεν πρόκειται να κοίταζε από εκεί – κανένας δεν ενδιαφερόταν για τον Ουρανοθραύστη πλέον – αλλά ήθελε να κρατά τους φρουρούς απασχολημένους, για να μην τους μπαίνουν τίποτα περίεργες «εξερευνητικές» ιδέες στο μυαλό. Όσο λιγότερα γνώριζαν, τόσο το καλύτερο.

Η Ελεονόρα και ο Κριτόλαος περιπλανήθηκαν στο εσωτερικό του μεγάλου αεροσκάφους, ενώ η μάγισσα είχε τη συσκευή της ενεργοποιημένη και πατούσε πλήκτρα επάνω της για να αλλάζει τις μνήμες. Σε κάποια στιγμή, χρειάστηκε ν’αλλάξει και τη μπαταρία γιατί είχε τελειώσει. Το μηχάνημα, παρότι είχε μικρή εμβέλεια, απαιτούσε πολλή ενέργεια για να κάνει τη δουλειά του.

Υπήρχε κάτι το ανατριχιαστικό στο εσωτερικό του παλιού πελώριου αεροπλάνου, όπως σ’ένα αρχαίο οίκημα που θεωρείται στοιχειωμένο. Η Ελεονόρα είχε, διαρκώς, την ενοχλητική αίσθηση ότι κάτι μπορεί να πεταγόταν από τις γωνίες και τα σκοτεινά σημεία.

Ο Κριτόλαος κρατούσε τον φακό για να φωτίζει γύρω τους, γιατί εκείνη δεν μπορούσε να κρατά, συγχρόνως, και αυτόν και τον στοιχειακό σαρωτή. Πέρασαν από το πιλοτήριο, από τον κεντρικό θάλαμο του σκάφους, από το ενεργειακό κέντρο (όπου υπήρχαν τρεις ειδικές θέσεις για να κάθονται μάγοι και να χρησιμοποιούν τη Μαγγανεία Κινήσεως), από τις καμπίνες, από την αποθήκη, από το οπλοστάσιο, από τον θάλαμο του μοναδικού πυροβόλου του αεροπλάνου. Τα μέταλλα του σκάφους έτριζαν, κάθε τόσο, κάτω από τα πόδια τους, δίπλα τους, ή πάνω απ’τα κεφάλια τους, για μυστηριώδεις λόγους.

Ο σαρωτής της Ελεονόρας εντόπισε κάτι στο ενεργειακό κέντρο. Μόλις και μετά βίας.

«Τι είναι;» ρώτησε ο Κριτόλαος, παρατηρώντας την αλλαγή στις ενδείξεις του μηχανήματος.

«Υπάρχει ένα από τα στοιχεία εδώ…» Η Ελεονόρα ενεργοποίησε μια άλλη μνήμη. «Κι άλλο ένα…»

Το ενεργειακό κέντρο ήταν ένα στρογγυλό δωμάτιο που στη μέση του πατώματός του βρισκόταν ένα οκταγωνικό άνοιγμα, μέσα στο οποίο υπήρχαν καλώδια, κυκλώματα, και μικρά κάτοπτρα. Ορισμένα καλώδια έβγαιναν από εκεί και πήγαιναν στις τρεις πολυθρόνες γύρω του, καθώς και στην περιφέρεια του δωματίου, στις θέσεις που προορίζονταν για ενεργειακές φιάλες αλλά τώρα ήταν άδειες.

«Στα καλώδια είναι,» είπε η Ελεονόρα, γονατίζοντας. «Έχουν παραμείνει κάποια στοιχεία στα καλώδια.» Δεν τα άγγιξε· τα κοίταζε μόνο.

«Μπορεί να σου φανούν χρήσιμα;»

«Δε νομίζω. Πρέπει να είναι υπολείμματα. Κάποιου είδους ενέργεια» – σηκώθηκε όρθια πάλι – «πρέπει να κατόρθωσε να γλιστρήσει μέσα στα συστήματα του Ουρανοθραύστη

«Γι’αυτό τρελάθηκαν οι μάγοι…» είπε ο Κριτόλαος.

«Πολύ πιθανόν. Μην ξεχνάς, όμως, ότι δεν τρελάθηκαν μόνο οι μάγοι. Κανένας απ’όσους επέστρεψαν δεν ήταν και πολύ καλά στα λογικά του.»

Συνεχίζοντας την έρευνά της με τον στοιχειακό σαρωτή, δεν βρήκε τίποτε άλλο που να την ενδιαφέρει.

«Θα σε ξαναχρειαστώ, μάλλον,» είπε στον Κριτόλαο καθώς έβγαιναν απ’το αεροσκάφος. «Γιατί, μετά, θα πάω στη Νιρικόνια Κλινική.»

«Για ποιο λόγο;»

«Για να δω τους μάγους που είναι ακόμα έγκλειστοι εκεί,» εξήγησε η Ελεονόρα. «Μπορεί να έχουν στον οργανισμό τους στοιχεία του αποστάγματος.»

«Και πώς θα σε βοηθήσει αυτό να το αναπαράγεις;»

«Κατά πρώτον, δεν με ενδιαφέρει πλέον μόνο να το αναπαράγω. Τα αποτελέσματα που έχει στον άνθρωπο είναι πολύ απρόβλεπτα, Κριτόλαε… Θα σου εξηγήσω τι εννοώ. Έχω κάνει κάποια πειράματα για τα οποία δεν σου έχω μιλήσει.»

Ο Κριτόλαος κοίταξε το ρολόι του. «Θέλεις να πάμε τώρα αμέσως στη Νιρικόνια Κλινική;» Πλησίαζε μεσημέρι.

Η Ελεονόρα κοίταξε το δικό της ρολόι. «Σκεφτόμουν να πάω το απόγευμα, ούτως ή άλλως. Υποθέτω, ώς τότε, θα έχω τη φιλοξενία σου.»

«Εξυπακούεται,» είπε ο Κριτόλαος. «Αρκεί να μη φέρουμε πάλι τη Χοαρκίδα για παρέα.»

Η Ελεονόρα γέλασε, νιώθοντας αμήχανα. Ήταν τελείως μεθυσμένη εκείνη τη βραδιά, και δεν ήξερε ακριβώς τι έκανε– Ή, μάλλον, ήξερε τι έκανε – σχεδόν – κι αυτό ήταν που ύστερα, και τώρα, την έκανε να αισθάνεται αμήχανα. Ο Κριτόλαος, πάντως, ίσως να είχε δίκιο να είναι ενοχλημένος, σκεφτόταν.

«Εσύ την έφερες,» του είπε, παριστάνοντας ότι ήταν απασχολημένη με το να βάζει τον στοιχειακό σαρωτή στην τσάντα της.

*

Η Τζάκι έφευγε από το χτίριο της Πόλης ενώ ο μεσημεριανός ήλιος ήταν δυνατός πάνω από τη Θακέρκοβ. Φορούσε το πλατύγυρο καπέλο της, ένα γκρίζο ταγέρ με κοντή φούστα, καφετιά κάπα με γούνα γύρω απ’το λαιμό, λευκές κάλτσες, και μαύρα μποτάκια με χαμηλό τακούνι. Από τον ώμο της κρεμόταν ένας δερμάτινος σάκος που έκλεινε με κορδόνι στην κορυφή και σκέπασμα με αγκράφα.

Οι κατάσκοποι της Παντοκράτειρας ακόμα την παρακολουθούσαν, έτσι όταν κάποιος ήρθε απρόσμενα δίπλα της, η Τζάκι αιφνιδιάστηκε.

Μετά, όμως, κάτω απ’τη σκιά του πλατύγυρου καπέλου του αγνώστου, είδε ότι το μαυρόδερμο πρόσωπο δεν ήταν καθόλου άγνωστο.

«Τι κάνουμε, Τζάκι;» είπε ο Αλλάνδρης.

«Καλά είμαστε, αλλά με τρόμαξες,» αποκρίθηκε η δημοσιογράφος, ενώ συνέχιζαν να βαδίζουν.

«Συγνώμη. Μπορείς να έρθεις μαζί μου μέχρι την Οινόσφαιρα

«Συμβαίνει κάτι;»

«Όχι επείγον. Αλλά το αφεντικό θέλει να μας οδηγήσεις στο υπόγειο μέρος όπου σου μίλησε η οντότητα από το φεγγάρι.»

«Δεν ξέρω πώς να το ξαναβρώ αυτό το μέρος,» είπε η Τζάκι. «Και δεν ακούσατε ότι η Λεγεώνα ελευθέρωσε τον Υπόγειο; Δεν μπορείτε τώρα να περάσετε από κει κάτω· θα σκοτωθείτε.»

«Το μέρος όπου σου μίλησε η φωνή δεν ήταν στις σήραγγες του Υπόγειου· έτσι δεν είπες;»

«Ναι, αλλά, και πάλι, δεν ξέρω πώς να σας οδηγήσω.»

«Το αφεντικό θέλει να έρθεις, όμως. Λέει πως έχει ένα σχέδιο,» επέμεινε ο Αλλάνδρης.

«Τέλος πάντων,» είπε η Τζάκι, νευρικά. «Με παρακολουθούν, το ξέρεις;» Κοίταξε μια δεξιά και μια αριστερά: μέσα στην πολυκοσμία, δεν μπορούσε να διακρίνει ποιος την κατασκόπευε και ποιος όχι. «Είναι συνεχώς στο κατόπι μου.»

«Θα πρέπει να τους αποφύγουμε, τότε.»

«Θα το ρισκάρεις, δηλαδή, να μας ακολουθήσουν και να–;»

«Μην είσαι χαζή,» μειδίασε ο Αλλάνδρης· «η δουλειά μας είναι να παίζουμε με το ζάρι – και έχουμε παίξει και με πολύ χειρότερες πιθανότητες.» Πιάνοντας το χέρι της, την παρέσυρε σ’έναν μικρό δρόμο της Γωνιάς.

Και ενεργοποίησε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό στο ρολόι του. «Σερφάντια, μ’ακούς;»

«Ναι.»

«Η Τζάκι νομίζει ότι την παρακολουθούν. Τσέκαρέ το· κι αν είναι πίσω μας, κάνε τους να μας χάσουν.»

«Μετά χαράς

Η Τζάκι κοίταξε πάνω απ’τον ώμο της και είδε μια σκιά. Αισθάνθηκε την κοιλιά της να σφίγγεται.

*

Η Σερφάντια παρακολούθησε τον Αλλάνδρη και τη Τζάκι, και σύντομα διαπίστωσε ότι δεν ήταν η μόνη που τους παρακολουθούσε καθώς κινούνταν μέσα στα δρομάκια της Γωνιάς πηγαίνοντας νοτιοδυτικά, προς την Κεντρική Δημοσιά.

Ένας άντρας ήταν πίσω τους. Ή, για την ακρίβεια, όχι πάντα πίσω τους. Ακολουθούσε, συνήθως, δρόμους παράλληλους, για να τους κατασκοπεύει από τα κάθετα σοκάκια. Δεν ήταν πρωτάρης σ’ετούτη τη δουλειά.

Αλλά ούτε η Σερφάντια ήταν.

Τον παρακολουθούσε πηγαίνοντας μια πίσω από τη Τζάκι και τον Αλλάνδρη – σε ασφαλή απόσταση, πάντα – μια πίσω από εκείνον. Ανέβαινε σε δώματα και σε σκάλες, και σε χαμηλά μπαλκόνια· κοίταζε τη γενικότερη κατεύθυνση και αποφάσιζε την πορεία της. Μερικές φορές παρουσιαζόταν πρώτη στις γωνίες απ’τις οποίες ο κατάσκοπος θα περνούσε, και τον ατένιζε από τις σκιές.

Η Γωνιά δεν ήταν και τόσο μεγάλη περιοχή: ο Αλλάνδρης και η Τζάκι σύντομα έφτασαν στην Κεντρική Δημοσιά, βρήκαν μια διάβαση, και πέρασαν απέναντι, στο Λημέρι. Ο κατάσκοπος τούς κοίταζε από την άλλη μεριά του μεγάλου δρόμου, μ’ένα τσιγάρο στο στόμα του. Πλησίασε τη διάβαση κι έκανε να τη διασχίσει κι εκείνος.

Η Σερφάντια είδε ότι, την ίδια στιγμή, στη μεριά που ήταν για τους έφιππους τρόχαζε ένας νεαρός επάνω σε λευκό άλογο. Έπιασε μια πέτρα και την εκτόξευσε, με το σημάδι Μαύρης Δράκαινας, στο κεφάλι του αλόγου. Το ζώο χρεμέτισε αιφνιδιασμένα και πονεμένα, και σηκώθηκε στα πισινά του πόδια, κλωτσώντας τον αέρα με τα μπροστινά. Ο κατάσκοπος τινάχτηκε πίσω για να μη χτυπηθεί. Ο ιππέας έπεσε από τη σέλα, κραυγάζοντας.

Δύο ενεργειακά οχήματα σταμάτησαν. Κάποια άλλα από πίσω κόρναραν. Ένας καβαλάρης τράβηξε απότομα τα ηνία του αλόγου του, κάνοντάς το κι αυτό να σηκωθεί στα πισινά πόδια αλλά χωρίς να τον πετάξει απ’τη σέλα. Μερικοί πεζοί, επίσης, είχαν σταματήσει, και ένας πλησίαζε για να βοηθήσει.

Η Σερφάντια, φορώντας την κουκούλα της κάπας της, παρίστανε ότι βιαζόταν και προσπαθούσε να περάσει γρήγορα τον δρόμο. Και, καθώς ο κατάσκοπος προσπαθούσε επίσης να περάσει, έπεσε πάνω του· το γόνατό της χτύπησε την πίσω μεριά του δικού του γονάτου, κι εκείνος σωριάστηκε, βρίζοντας, ενώ το τσιγάρο έφευγε απ’το στόμα του.

Η Σερφάντια μπήκε χωρίς καθυστέρηση στο Λημέρι.

*

Ο Αλλάνδρης οδηγούσε τη Τζάκι μέσα από το Λημέρι, το άντρο της Λεγεώνας, που έμοιαζε με οποιαδήποτε άλλη μικρομεσαία περιοχή της Θακέρκοβ, αν εξαιρούσες το γεγονός ότι σε κάθε γωνία Λεγεωνάριοι είχαν σταματημένα τα δίκυκλά τους και παρακολουθούσαν τους πάντες σαν να τους ανήκε το μέρος.

Η Τζάκι είδε στα οικοδομήματα μερικές από τις ζημιές που, όπως της είχαν πει οι επαναστάτες, είχε προκαλέσει ο Έκτορας για χάρη της. Δεν έπρεπε να το είχε κάνει αυτό, όμως· είχε διακινδυνέψει άσκοπα τη ζωή του. Η Τζάκι, από τη μια, αισθανόταν άσχημα που εξαιτίας της είχαν συμβεί όλα τούτα, αλλά, από την άλλη, ένιωθε επίσης ένα συναίσθημα δικαίωσης ύστερα από αυτό που της είχαν κάνει οι Λεγεωνάριοι.

Ο Αλλάνδρης έφερε ξαφνικά τον πομπό του κοντά στα χείλη του. «Τι;»

«Πού είστε; Σας έχω χάσει.» Η φωνή της Σερφάντιας.

«Ελπίζω αυτό να σημαίνει ότι μας έχουν χάσει κι οι κατάσκοποι.»

«Σας έχουν χάσει κι αυτοί. Θες νάρθω να σας βρω, ή να επιστρέψω στη Σφαίρα με το δίκυκλό μας;»

«Γύρνα στη Σφαίρα

Η Τζάκι ρώτησε τον Αλλάνδρη: «Εμείς πού πάμε;»

«Θα πάρουμε τον Υπόγειο στον Ναό,» αποκρίθηκε εκείνος, «και θα βγούμε στον Παλιάτσο.»

Ναός ονομαζόταν η περιοχή νότια του Λημεριού, επειδή εκεί ήταν παλιά ένας ναός της Αρτάλης, ο οποίος τώρα είχε κλείσει κατόπιν Παντοκρατορικής διαταγής. Δεν γίνονταν πλέον λειτουργίες σ’εκείνο το μέρος. Η Τζάκι, όμως, εξακολουθούσε να πιστεύει στην Αρτάλη· δεν την είχε ξεχάσει όπως μερικοί-μερικοί. Η μητέρα της – μια από τις ιέρειες που είχαν πεθάνει για την Αρτάλη, αφού τις είχαν κυνηγήσει οι Παντοκρατορικοί – δεν θα ήθελε να την ξεχάσει…

«Εντάξει,» είπε στον Αλλάνδρη. «Πάμε.» Ο Παλιάτσος ήταν ακριβώς κάτω από το Χωνευτήρι· θα έστριβαν και θα έφταναν μετά από λίγο στην Οινόσφαιρα.

Ο Πρόμαχος, όμως, δεν έπρεπε να με είχε καλέσει. Σε τι νομίζει ότι μπορώ να τον βοηθήσω, για όνομα της Αρτάλης; Δεν θυμάμαι σχεδόν τίποτα από εκείνη την υπόγεια περιπλάνηση!

*

Η Βατράνια ξύπνησε αργά μετά από το πάρτι στο σπίτι της. Όταν σηκώθηκε απ’το κρεβάτι, ήταν μεσημέρι. Αφού πλύθηκε, χτενίστηκε, βάφτηκε, και ντύθηκε, πήγε στον πρώτο όροφο για να πάρει πρωινό (το οποίο η Κρόβ’κνι είχε σερβίρει όσο εκείνη ετοιμαζόταν). Καθώς έτρωγε, κοίταζε τις εφημερίδες (που, επίσης, της είχε αγοράσει η Κρόβ’κνι).

«Θέλετε τίποτα άλλος, κυρία;» ρώτησε η πορφυρόδερμη Σάρντλια υπηρέτρια.

Η Βατράνια ένευσε αρνητικά ενώ διάβαζε τον ΠανΣεργήλιο: μια εφημερίδα που κυκλοφορούσε σ’όλη τη Σεργήλη, ταξιδεύοντας με γρήγορα αεροσκάφη από πόλη σε πόλη. «Όχι. Είμαι εντάξει,» και δάγκωσε το κρακεράκι στο χέρι της.

Αργότερα, χρησιμοποιώντας μια συσκευή, έκανε έναν τυπικό έλεγχο για κοριούς.

Και, σοκαρισμένη, εντόπισε για πρώτη φορά κοριό μέσα στο σπίτι της.

Για μια στιγμή, παρέλυσε. Δεν είναι δυνατόν! Πάτησε πάλι το κουμπί της συσκευής. Το σήμα ήταν θετικό: υπήρχε κοριός. Γαμώ την τύχη μου!

Πλησίασε τη μεριά που της έδειχνε η συσκευή. Το σήμα δυνάμωσε.

Η Βατράνια βρέθηκε μπροστά σ’έναν καθρέφτη, να κοιτάζει την όψη της. Έφτιαξε μια ξανθιά τρίχα που πετούσε. Ήταν δίπλα στον κοριό. Ακουστικός κοριός, όπως έδειχνε η συσκευή της, όχι τηλεοπτικός. Η Βατράνια κοίταξε κάτω απ’το πλαίσιο του καθρέφτη.

Και τον βρήκε.

Ποιο καθίκι το έκανε αυτό;

Ξεκάρφωσε τον κοριό, πήγε στην τουαλέτα, τον πέταξε μέσα στη λεκάνη, και τράβηξε το καζανάκι.

Χτες, στο πάρτι, ένα σωρό άτομα ήταν στο σπίτι της. Και δεν είχε την παραμικρή ιδέα ποιος μπορεί να είχε βάλει τον κοριό… ποιος μπορεί να δούλευε για την Παντοκράτειρα…

Η Βατράνια συνειδητοποίησε, ξαφνικά, ότι έπρεπε να γίνει πιο προσεχτική απ’ό,τι ήδη ήταν.

Κεφάλαιο 32
Ο Βράχος των Ουρλιαχτών

Η Νιρικόνια Κλινική, το ψυχιατρικό άσυλο γνωστό και ως Βράχος των Ουρλιαχτών, ήταν νότια της Θακέρκοβ, κάτω από τα ψηλά βουνά της Ραχοκοκαλιάς.

Η Ελεονόρα και ο Κριτόλαος πήγαν εκεί το απόγευμα, ενώ το ηλιακό φως λιγόστευε και ήταν κοκκινωπό. Η κλινική βρισκόταν επάνω σ’ένα δενδρώδες ύψωμα, και προς την είσοδό της οδηγούσε ένας φιδογυριστός χωματόδρομος, που η πινακίδα στην αρχή του έγραφε ΝΙΡΙΚΟΝΙΑ ΚΛΙΝΙΚΗ (1,5 ΧΛΜ) =>

Η Ελεονόρα καθόταν στο τιμόνι του τετράκυκλου οχήματος που είχε φέρει από το ερευνητικό κέντρο, και πλάι της, στη θέση του συνοδηγού, καθόταν ο Κριτόλαος· οι τέσσερις φρουροί της ήταν πίσω, δύο στο μεγάλο κάθισμα και δύο στην καρότσα.

Η μάγισσα σταμάτησε μπροστά στην είσοδο της κλινικής, κι εκείνη κι ο Κριτόλαος βγήκαν και μίλησαν στον φύλακα πίσω από την καγκελόπορτα, δηλώνοντας ότι ήθελαν να μπουν για να κοιτάξουν κάποιους από τους ασθενείς. Ο Κριτόλαος έδειξε την ταυτότητά του, που τον αναγνώριζε ως ειδικό πράκτορα της Παντοκράτειρας. Ο φύλακας ειδοποίησε, μέσω επικοινωνιακού διαύλου, τον γιατρό που ήταν υπεύθυνος της κλινικής αυτή την ώρα, και μετά άνοιξε την πόρτα και τους ζήτησε να περάσουν.

Η Ελεονόρα είπε στους φρουρούς της να μείνουν έξω, και μπήκε στην αυλή της Νιρικόνιας Κλινικής μαζί με τον Κριτόλαο.

«Πηγαίνετε όλο ευθεία,» τους είπε ο φύλακας της εισόδου. «Ο γιατρός σάς περιμένει στον θάλαμο υποδοχής.»

Καθώς διέσχιζαν την αυλή, άκουσαν το αλύχτημα ενός λύκου από ένα παράθυρο – και, σίγουρα, δεν ήταν πραγματικός λύκος εκεί μέσα. Αμέσως μετά, άλλες κραυγές ακολούθησαν: Δεν θα ξανάρθεις εδώ! Δεν θα ξανάρθεις εδώ! Η ΜΑΝΑ ΣΟΥ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙ! ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙ! ΤΡΕΞΕ, ΤΩΡΑ!

Δεν αποκαλούσαν τη Νιρικόνια Κλινική Βράχο των Ουρλιαχτών χωρίς λόγο.

Η Ελεονόρα αισθάνθηκε ένα ρίγος να τη διατρέχει, ακούσια. Οι ψυχικά άρρωστοι άνθρωποι που είχαν χάσει την επαφή με την πραγματικότητα την τρομοκρατούσαν, παρότι ήξερε ότι οι περισσότεροι ήταν ουσιαστικά άκακοι. Το χέρι της άγγιξε το χέρι του Κριτόλαου.

Πέρασαν την είσοδο του κεντρικού οικήματος της κλινικής και βρέθηκαν σ’ένα λιτά στολισμένο δωμάτιο, φωτισμένο με πολύφωτο. Ένας άντρας τούς περίμενε εκεί. Μετρίου αναστήματος, με δέρμα κατάλευκο, μάτια τόσο έντονα καστανά που έμοιαζαν σχεδόν κόκκινα, και μαλλιά ξανθά και κοντοκουρεμένα. Φορούσε πολιτικά ρούχα κι από πάνω τους είχε ριγμένο έναν ιατρικό χιτώνα. Χαιρέτησε τον Κριτόλαο και την Ελεονόρα ευγενικά, συστήθηκε ως Γρύπας Πυραιθέριος, και τους ρώτησε τι θα ήθελαν.

Ο Κριτόλαος τού έδειξε την ταυτότητά του, για να τον διαβεβαιώσει ότι το ζήτημα αφορούσε άμεσα την Παντοκράτειρα· κι έπειτα, η Ελεονόρα είπε στον Γρύπα Πυραιθέριο ότι βρισκόταν εδώ για να δει τους μάγους που είχαν επιστρέψει από το φεγγάρι. Ανέφερε τα ονόματά τους, ένα προς ένα.

«Βρίσκονται ακόμα εδώ, σωστά;»

Ο Πυραιθέριος ένευσε. «Μάλιστα, κυρία. Εδώ είναι όλοι τους. Ή, τουλάχιστον, ήταν. Κάποιοι αυτοκτόνησαν. Ένας απ’αυτούς δε γνωρίζουμε πώς ακριβώς.»

Η Ελεονόρα συνοφρυώθηκε. «Τι εννοείτε, γιατρέ;»

«Τον βρήκαμε με κομμένο τον λαιμό, ενώ ήταν μόνος στο δωμάτιό του και δεν είχε κανένα κοπτικό εργαλείο μαζί του.»

«Αποκλείεται κάποιος να τον σκότωσε;»

«Δεν υπάρχει τέτοια πιθανότητα, κυρία. Κανένας δεν είχε μπει.»

«Πόσοι άλλοι αυτοκτόνησαν;» ρώτησε η Ελεονόρα. «Και πώς;»

«Δύο ακόμα. Η μία έβαλε το κεφάλι της μέσα στη λεκάνη της τουαλέτας της, και έπνιξε τον εαυτό της. Ο άλλος κατόρθωσε, κάπως, ν’ανεβεί στην οροφή του οικήματος και πήδησε. Σύμφωνα με το αρχείο μας, οι μάγοι ήταν οκτώ στην αρχή, αν θυμάμαι καλά. Τώρα, έχουμε πέντε. Ελάτε να κοιτάξουμε, για να βεβαιωθούμε.»

Η Ελεονόρα και ο Κριτόλαος τον ακολούθησαν σ’ένα μέρος που πρέπει να ήταν το κεντρικό γραφείο της κλινικής, καθώς υπήρχαν ξύλινοι πάγκοι με χαρτιά, μια βιβλιοθήκη, και πάνω σ’έναν πάγκο, ένα μηχανικό σύστημα αποθήκευσης δεδομένων, με οθόνη και κονσόλα.

Ο Γρύπας Πυραιθέριος κάθισε μπροστά στην κονσόλα, πληκτρολόγησε, και τα ονόματα των ασθενών παρουσιάστηκαν στην οθόνη. «Πράγματι,» είπε. «Πέντε απομένουν. Ένας του τάγματος των Τεχνομαθών, δύο Ερευνητές, και δύο Βιοσκόποι. Δύο Τεχνομαθείς αυτοκτόνησαν, καθώς και ένας Ερευνητής.

»Τι ακριβώς θέλετε εσείς από αυτούς, κυρία;»

«Είναι επικίνδυνοι;» ρώτησε η Ελεονόρα.

Ο γιατρός φάνηκε σκεπτικός. «Δεν είμαι βέβαιος. Η περίπτωσή τους είναι… ασυνήθιστη. Και, βασικά, η περίπτωση του ενός δεν είναι ίδια ακριβώς με του άλλου. Αυτός εδώ, για παράδειγμα» – έδειξε ένα όνομα Βιοσκόπου στην οθόνη – «νομίζει ότι τα πάντα είναι διαρκώς τυλιγμένα σε μια πυκνή ομίχλη, και λέει πως έχει χάσει το δρόμο του εκεί μέσα και δεν μπορεί να γυρίσει σπίτι. Είναι πολύ θλιμμένος.

»Αυτή» – έδειξε μια μάγισσα του τάγματος των Ερευνητών – «φωνάζει ότι σέρνεται επάνω στο δέρμα της κάποιου είδους ενέργεια που την ενοχλεί. Περιφέρεται γυμνή και ξύνεται προσπαθώντας να τη διώξει· έχει τραυματίσει τον εαυτό της πολλές φορές.»

«Έχετε ελέγξει αν όντως υπάρχει κάποια ενέργεια επάνω της;» ρώτησε η Ελεονόρα.

«Εγώ, προσωπικά; Όχι, κυρία. Νομίζω, όμως, πως όταν τους έφεραν εδώ πρέπει να έγιναν έλεγχοι. Δεν ήμουν εγώ εδώ, τότε.»

«Πες μου για τις άλλες περιπτώσεις,» τον προέτρεψε η Ελεονόρα.

«Ετούτος» – ο Γρύπας έδειξε τον άλλο Ερευνητή – «θεωρεί ότι οι σύντροφοί του δεν γύρισαν ποτέ από το φεγγάρι, αλλά τον παρακολουθούν από εκεί, και κάθε νύχτα έρχονται στον ύπνο του και του λένε ότι θα τον πάρουν.

»Αυτός» – έδειξε τον Τεχνομαθή – «ουρλιάζει ότι το κεφάλι του έχει πιάσει φωτιά. Τραβά τα μαλλιά του μόλις μεγαλώσουν, γι’αυτό κιόλας του τα ξυρίζουμε. Όπως και τα μούσια του.

»Και αυτή» – έδειξε τη Βιοσκόπο – «δε μιλάει καθόλου. Μονάχα κάθεται σε μια γωνία και κλαίει. Δεν έχει αλλάξει η κατάστασή της από τότε που την έφεραν εδώ.»

«Και δε μπορείτε να κάνετε τίποτα για να βοηθήσετε αυτούς τους ανθρώπους;» απόρησε η Ελεονόρα.

«Κυρία,» είπε ο Γρύπας, «δεν είναι δικό μου το φταίξιμο για την κατάστασή τους· μη με κοιτάζετε έτσι!»

Για μια στιγμή, η Ελεονόρα νόμισε ότι κι αυτός τρελός πρέπει να ήταν, βλέποντας το ύφος και το βλέμμα του. «Δεν εννοώ ότι είναι δικό σας το φταίξιμο, γιατρέ. Απλώς ρωτάω.»

«Τους έχουν δοθεί φάρμακα, τους έχει γίνει η… μια κάποια αγωγή,» είπε ο Γρύπας Πυραιθέριος. «Η περίπτωσή τους είναι πολύ παράξενη… Ορισμένα, μάλιστα, από τα συμπτώματα έχουν μεταβληθεί.»

«Μεταβληθεί;»

«Ναι. Μια στιγμή…» Ο Γρύπας πληκτρολόγησε ψάχνοντας μέσα στο σύστημα. Κοίταξε τις πληροφορίες στην οθόνη. «Ναι, φυσικά. Ναι, ναι…» Επανέφερε πάλι στην οθόνη τα ονόματα, μαζί με φωτογραφίες τούτη τη φορά. «Αυτή εδώ» – έδειξε την Ερευνήτρια που ξυνόταν – «παλιά έλεγε ότι την κυνηγούσαν κάποιες μαύρες μορφές στο ταβάνι. Δε νόμιζε τότε ότι υπήρχε καμια παράξενη ενέργεια επάνω της.»

«Θα χρειαστεί να πάρω δύο από τους ασθενείς μαζί μου,» δήλωσε η Ελεονόρα.

Ο Γρύπας βλεφάρισε. «Για ποιο λόγο;» ρώτησε, απότομα, έντονα συνοφρυωμένος.

Ο άνθρωπος δεν μπορεί να είναι τελείως καλά, σκέφτηκε η Ελεονόρα παρατηρώντας τον. «Είναι απόρρητο. Πρέπει να γίνουν κάποια πειράματα.»

Ο Γρύπας κοίταξε τον Κριτόλαο, που στεκόταν πίσω του με τα χέρια σταυρωμένα στο στέρνο.

«Αυτό που σου λέει,» του είπε ο ειδικός πράκτορας.

«Εντάξει,» είπε ο Γρύπας υψώνοντας λιγάκι τα χέρια. «Εεεν-τάξει. Ποιους από τους ασθενείς θέλετε; Και πώς… πώς σκοπεύετε να τους πάρετε;»

«Τον Στάνλι’μορ και την Καλλιστώ’νιρ,» είπε η Ελεονόρα – τον Τεχνομαθή μάγο που νόμιζε ότι το κεφάλι του είχε αρπάξει φωτιά, και τη Βιοσκόπο μάγισσα που δεν μιλούσε. «Δεν θα τους πάρουμε μαζί μας απόψε. Θα έρθει ένα φορτηγό εδώ αύριο, με στρατιώτες. Θα τους παραδώσετε σ’αυτούς.»

Ο Γρύπας ένευσε. «Εντάξει… Εντάξει.»

«Καλή σου νύχτα, γιατρέ,» είπε ο Κριτόλαος. «Θα βρούμε μόνοι μας την έξοδο.»

«Κ-καληνύχτα,» αποκρίθηκε ο Γρύπας Πυραιθέριος ύστερα από μια στιγμή, καθώς οι δυο τους έφευγαν από το γραφείο της κλινικής.

Ο Κριτόλαος και η Ελεονόρα βγήκαν από το κεντρικό οίκημα και, διασχίζοντας την αυλή προς την καγκελόπορτα, άκουγαν ένα παράξενα διαβολικό σφύριγμα ν’αντηχεί πίσω τους.

Ο φύλακας της εισόδου τούς άνοιξε για να φύγουν.

Οι στρατιώτες που τους περίμεναν έξω μπήκαν στο όχημά τους. Η Ελεονόρα κάθισε στο τιμόνι, ο Κριτόλαος κάθισε δίπλα της.

Η μάγισσα ξεφύσησε.

«Είσαι καλά;» τη ρώτησε ο Κριτόλαος.

«Περίπου.» Η Ελεονόρα ενεργοποίησε τα συστήματα του οχήματος κι έβαλε μπροστά τη μηχανή.

«Το περιβάλλον αυτό δεν είναι και το πιο ευχάριστο…» σχολίασε ο Κριτόλαος.

Η Ελεονόρα έστριψε το όχημα για να το βάλει ν’ακολουθήσει τον στριφτό χωματόδρομο προς την αντίθετη μεριά και να κατεβούν από το ύψωμα όπου βρισκόταν η Νιρικόνια Κλινική. «Δεν είν’αυτό. Δεν έχω συνηθίσει να είμαι συνέχεια σε ευχάριστα περιβάλλοντα. Αλλά εδώ… εδώ είναι σαν κάτι να πέφτει πάνω σου και να ροκανίζει την ψυχή σου.»

«Ναι, καταλαβαίνω τι εννοείς.»

«Κι αυτός ο τύπος δεν ήταν τελείως με τα καλά του.»

Ο Κριτόλαος μειδίασε. «Ο κύριος Πυραιθέριος;»

«Ναι.»

«Είναι γνωστό ότι πολλοί που εργάζονται σε ψυχιατρεία, στο τέλος, καταλήγουν παρέα με τους ασθενείς, Ελεονόρα.»

Η Ελεονόρα δυνάμωσε τους προβολείς του οχήματος γιατί το σκοτάδι μπροστά τους ήταν πυκνό· ο ήλιος είχε δύσει όσο βρίσκονταν στο εσωτερικό της κλινικής. «Γιατί συμβαίνει αυτό;»

«Δεν ξέρω. Εσύ είσαι επιστήμονας.»

«Ούτε εγώ ξέρω.»

Αφήνοντας τον Βράχο των Ουρλιαχτών πίσω τους, έπιασαν τη δημοσιά και την ακολούθησαν ώς τη Θακέρκοβ.

«Θα επιστρέψεις στο ερευνητικό κέντρο τώρα;» ρώτησε ο Κριτόλαος.

«Όχι,» είπε η Ελεονόρα, «θα μείνω εδώ απόψε.» Η επίσκεψη στην κλινική τής είχε φέρει μια παράξενη δυσφορία, και δεν ήθελε να γυρίσει στο ερευνητικό κέντρο και να κοιμηθεί μόνη της.

*

Ξεφωνίζει. Από ευχαρίστηση. Το κεφάλι της κάνει πίσω, και χαμογελά. Οι άλλοι της εραστές έχουν σβήσει απ’το μυαλό της.

Εκείνος σηκώνεται από πάνω της, στέκεται στα γόνατα. «Απόψε,» λέει, «πρέπει κι εσύ να κάνεις κάτι για μένα.»

Εκείνη ανασηκώνεται. «Τι;» Τα χείλη της πηγαίνουν προς τον ορθωμένο καυλό του, που γυαλίζει μέσα στο μισοσκόταδο. «Τι;»

Εκείνος πιάνει τα μαλλιά της, τραβά το κεφάλι της πίσω. «Όχι,» λέει. «Κάτι άλλο.» Χαμογελά. «Θα πάμε βόλτα. Φόρεσε τα ρούχα σου. Τα ρούχα της δουλειάς.»

*

Η Βασιλική χασμουριόταν καθώς έκανε τη βάρδια της στους άδειους διαδρόμους των εργαστηρίων. Ο μόνος ήχος που ακουγόταν ήταν τα βήματα των μποτών της. Απορούσε, πολλές φορές, γιατί υπήρχε αυτή η βάρδια· ποιος θα ερχόταν εδώ; Για να μπει κάποιος στο ερευνητικό κέντρο, θα έπρεπε να περάσει πρώτα από τον μεταλλικό φράχτη και τους φρουρούς εκεί· κι αν το κατόρθωνε αυτό, τότε τι πιθανότητες είχε η Βασιλική να τον σταματήσει;

Χασμουρήθηκε πάλι. Μια ώρα είναι ακόμα. Θα περάσει, σκέφτηκε. Και μετά θα πάμε για ύπνο.

Κι ελπίζω αύριο να μου δώσουν έξοδο, να πάω στην πόλη. Είχε τρεις μέρες να δει τον άντρα της, και ήταν βέβαιη πως εκείνος θα της έκανε ένα σωρό παράπονα, ότι τον αγνοούσε και τα λοιπά και τα λοιπά…

Καθώς ήταν χαμένη στους συλλογισμούς της, δεν είχε ακούσει τους τέσσερις εισβολείς που είχαν γλιστρήσει κρυφά μέσα στα εργαστήρια βαδίζοντας ξυπόλυτοι για να μην κάνουν θόρυβο.

Και τώρα, μια γυναίκα παρουσιάστηκε ξαφνικά μπροστά στη Βασιλική. Μια φρουρός, σαν εκείνη. Ντυμένη με τη λευκή στολή του Στρατού της Παντοκράτειρας. «Έχεις αναπτήρα;» ρώτησε, κρατώντας ένα τσιγάρο.

Η Βασιλική συνοφρυώθηκε. «Πώς βρέθηκες εσύ εδώ;» Την ήξερε, φυσικά, αν και όχι από κοντά. Την έλεγαν Κλόντια, και είχε δεχτεί να πιει αυτό το παράξενο υγρό της Επιτηρήτριας.

Ένας άντρας ξεπρόβαλε γρήγορα πίσω απ’τη Βασιλική, αρπάζοντάς την από τη μέση κι από το στόμα.

«Μμμμμ!» έσκουξε εκείνη, καθώς το χέρι της πήγαινε προς το πιστόλι στη ζώνη της.

Ένας άλλος άντρας παρουσιάστηκε. Μαλλιά που γκριζάριζαν, γαμψή μύτη, μάτια βαθιά μέσα στις κόγχες του κρανίου του. Στο χέρι του ήταν ένα ξιφίδιο, το οποίο αμέσως έμπηξε ανάμεσα στα στήθη της Βασιλικής, κι ύστερα στην κοιλιά της και στην καρδιά της.

Η Βασιλική πέθανε, ενώ το πιστόλι που είχε τραβήξει από τη ζώνη της έπεφτε στο πάτωμα.

Ένας τρίτος άντρας εμφανίστηκε, κρατώντας τσεκούρι. «Ήταν… ανάγκη να τη σκοτώσουμε;»

«Μας είχε δει,» απάντησε ο Φλοίσβος Ηλάβρης. Κανένας δεν έφερε αντίρρηση.

Σκούπισε το ξιφίδιό του, το θηκάρωσε, και βάδισε πρώτος. Οι άλλοι τον ακολούθησαν.

Πλησίασαν μια κλειστή πόρτα, κι ο Φλοίσβος έκανε ένα κοφτό νόημα με το χέρι. Ο άντρας με το τσεκούρι άρχισε να κοπανά την κλειδαριά της πόρτας, ώσπου αυτή έσπασε.

Ο Φλοίσβος τον παραμέρισε απότομα και μπήκε στο εργαστήριο. Το βλέμμα του αμέσως στράφηκε στο τραπέζι επάνω στο οποίο βρισκόταν ένα ανοιχτό μεταλλικό κουτί… και μέσα στο μεταλλικό κουτί, φιαλίδια μ’ένα υγρό που είχε μαύρο ημιδιαφανές χρώμα.

Δικά μου! σκέφτηκε ο Φλοίσβος. Τώρα, όλα είναι δικά μου! Γέλασε πλησιάζοντας το κουτί. Το έκλεισε και το πήρε μαζί του, βγαίνοντας από το εργαστήριο.

«Τελειώσαμε,» είπε στους πιστούς του υπηρέτες. «Είδατε που σας είπα ότι θα ήταν εύκολο;» Χαμογέλασε.

«Κι αν το βρουν;» ρώτησε ο άντρας με το τσεκούρι. «Αν βρουν ποιος το πήρε;»

«Μην είσαι ανόητος! Δεν έχει καν τηλεοπτικούς πομπούς εδώ μέσα. Η Επιτηρήτρια απλά θα πάει και θα μαζέψει κι άλλο υγρό από εκείνο το πλάσμα που σας είπα ότι είδα πως είναι στο υπόγειο, όταν ήμουν μαζί της για να τη συνοδεύω με τους άλλους φρουρούς. Κανένα κακό δεν έγινε. Τίποτα το σημαντικό. Πάμε τώρα!»

Κεφάλαιο 33
Σχέδιο Εισβολής, και η Εκτέλεσή του

«Δεν έχει νόημα αυτό. Δε μπορώ να σας οδηγήσω. Δε θυμάμαι πώς έφτασα εκεί. Εξαρχής δε θυμόμουν. Κι εξάλλου, τώρα ο Υπόγειος κινείται πάλι· είναι αδύνατο να πάμε εκεί κάτω.»

Έτσι είπε η Τζάκι στον Έκτορα, όταν ο Αλλάνδρης την έφερε το μεσημέρι στην Οινόσφαιρα.

Αλλά ο Πρόμαχος της Επανάστασης τής αποκρίθηκε: «Δε θα πάμε από τον Υπόγειο. Και το ξέρω πως δε θυμάσαι πώς ακριβώς έφτασες εκεί. Όμως θυμάσαι σίγουρα κάποια πράγματα, ακόμα κι αν τώρα δεν ξέρεις πως τα θυμάσαι. Εκείνο που θέλω να πω είναι πως όταν τα δεις θα τα θυμηθείς. Κι όταν είμαστε κοντά στον προορισμό μας, θα μας πεις Φτάνουμε.

»Αν βέβαια δε γουστάρεις να μας βοηθήσεις, έχει καλώς, δε θα σε βάλω και με το ζόρι – εδώ δεν είμαστε σαν αυτά τα Παντοκρατορικά αρχίδια.»

«Δεν είναι ότι δε θέλω να βοηθήσω,» είπε η Τζάκι. «Θα βοηθήσω· απλά έπρεπε να σου πω πως δε θυμάμαι το δρόμο, για να το ξέρεις.»

«Μην ανησυχείς, το ξέρω.»

Κάθονταν στο μικρό δωμάτιο πίσω από την κεντρική αίθουσα της Οινόσφαιρας καθώς συζητούσαν. Εκτός από τον Έκτορα, ήταν εδώ η Χλόη, ο Αίολος, ο Αλλάνδρης, και η Σερφάντια.

«Γιατί αποφάσισες τώρα να πας εκεί κάτω;» ρώτησε η Τζάκι τον Πρόμαχο.

Ο Έκτορας τής είπε για το υγρό που είχαν πάρει από την Ελεονόρα’σαρ και το οποίο ο Αίολος είχε μελετήσει, και πρόσθεσε: «Επιπλέον, εκείνη η οντότητα, μιλώντας σου, ζήτησε τη βοήθειά μας γιατί οι Παντοκρατορικοί μπορεί να τη χρησιμοποιήσουν για να κάνουν κάτι πολύ κακό. Έτσι δεν είναι;»

Η Τζάκι ένευσε.

«Θα ήθελα, λοιπόν, να το προλάβω αυτό. Ό,τι κι αν είναι. Το γεγονός ότι ασχολούνται έτσι μανιωδώς με το πλάσμα από το φεγγάρι δεν μπορεί νάναι καλό για εμάς – κάτι πιστεύουν πως έχουν ανακαλύψει.

»Θα πάμε το βράδυ, που αποκλείεται να βρούμε εκεί την Ελεονόρα’σαρ και τους βοηθούς της.»

«Θα έχουν φρουρούς, όμως,» τόνισε η Τζάκι. «Και θα έχουν, σίγουρα, δει το άνοιγμα που έκανα στον τοίχο για να μπω στο υπόγειο του Αρωγού

«Ναι,» είπε ο Έκτορας· «και μάλλον θα το έχουν κλείσει. Θάχουν χτίσει πάλι τον τοίχο. Δε μας πειράζει αυτό, Τζάκι· μπορούμε άνετα να τον ξαναγκρεμίσουμε. Και τους φρουρούς…» μόρφασε· «τους φρουρούς θα πρέπει να τους ξεπαστρέψουμε.»

«Εντάξει,» είπε η Τζάκι, και ήπιε μια γουλιά από τον Κρύο Ουρανό της. Κι ας μας βοηθήσει όλους η Αρτάλη, πρόσθεσε νοερά.

«Δε μου λες,» τη ρώτησε ο Έκτορας αλλάζοντας θέμα, «από πότε σε κυνηγάνε από πίσω οι λακέδες της Παντοκράτειρας;»

«Εδώ και κάμποσο καιρό. Πριν από τα εγκαίνια της δανειστικής βιβλιοθήκης. Από όταν η Λεγεώνα ελευθέρωσε τους ομήρους από τον Υπόγειο.»

«Γιατί; Έγινε κάτι;»

Η Τζάκι κούνησε το κεφάλι. «Τίποτα.»

«Κοριούς,» ρώτησε η Σερφάντια, «έχουν ακόμα στο σπίτι σου;»

«Ναι.»

«Θεωρούν, επομένως, ότι αξίζει να καταναλώνουν πολλή ενέργεια και ανθρώπινο δυναμικό σε σένα…» παρατήρησε η Σερφάντια.

«Θα σταματήσουν ποτέ;»

Ο Έκτορας είπε, ανάβοντας το πούρο του: «Μετά απ’όσα έγιναν με την Ελεονόρα, αυτός ο Κριτόλαος θα μας ψάχνει σαν παλαβός. Θα μας θεωρεί πιο επικίνδυνους από πριν. Οπότε, δε νομίζω να σταματήσουν να σε παρακολουθούν σύντομα.»

«Ποιος είναι ο Κριτόλαος;»

«Ένας πράκτορας της Παντοκράτειρας. Τον έχουμε μπανίσει να μπαίνει μαζί με τη μάγισσα στη βιβλιοθήκη, κι αυτός ήταν που ήρθε να την ανταλλάξει με τη Σερφάντια. Και είναι πονηρός· του είπα νάρθει με όχημα ξηράς, και το μουνί της Λόρκης έφερε μεταβαλλόμενο όχημα που, ύστερα από την ανταλλαγή, μετατράπηκε σε ελικόπτερο κι άρχισε να μας πυροβολεί.»

«Για όνομα της Αρτάλης…!» έκανε η Τζάκι. «Και πώς του ξεφύγατε;»

«Είχαμε κρυμμένο εκεί κοντά το δικό μας μεταβαλλόμενο όχημα με το ενεργειακό κανόνι, επειδή το φοβόμουν ότι αυτή η αράχνη θάκανε καμια πουστιά.»

«Παρατρίχα τη σκαπουλάραμε, πάντως,» είπε ο Αλλάνδρης. «Ο Αίολος, που ήταν στο κανόνι, δεν ξέρει σημάδι.»

«Ο κλανιάρης ο Αλλάνδρης είναι πάντα ένας ηττοπαθής κόπανος,» μούγκρισε ο Έκτορας, φυσώντας καπνό απ’τα ρουθούνια.

«Και νομίζει ότι θα τα κατάφερνε καλύτερα αν ήταν εκείνος στο κανόνι!» είπε ο Αίολος, πειραγμένος.

Ο Αλλάνδρης σηκώθηκε απ’το τραπέζι παίρνοντας μαζί τη μπίρα του. «Αποχωρώ γιατί διαισθάνομαι τα κέρατα του Κάρτωλακ να πλησιάζουν τα κωλομέρια μου,» είπε κι έφυγε απ’το δωμάτιο, ενώ η Τζάκι γελούσε.

*

«Ορίστε,» είπε ο Έκτορας στη Χλόη, όταν ήταν μόνοι στο δωμάτιό τους, «θα πάμε να βρούμε το πλάσμα από το φεγγάρι – κι ελπίζω τώρα να πάψεις να με ζαλίζεις με τα όνειρά σου.»

«Είσαι καθίκι,» του είπε η Χλόη, καθισμένη μπροστά στον καθρέφτη και χτενίζοντας τα μακριά, σγουρά μαύρα μαλλιά της. «Το μόνο που σου είπα είναι ότι ανησυχώ που έχουμε αγνοήσει αυτή την υπόθεση τόσες ημέρες–»

«Δεν την έχουμε ‘αγνοήσει’: ο Αίολος προσπαθεί να καταλάβει τι σκατά είν’αυτό το ζουμί που ενδιαφέρει τόσο τους Παντοκρατορικούς,» τη διέκοψε ο Έκτορας, ξαπλωμένος ανάσκελα στο κρεβάτι και καπνίζοντας το πούρο του.

«Η φωνή, όμως, ζήτησε βοήθεια από τη Τζάκι. Από εμάς – από τους επαναστάτες. Και, για να το έκανε, πρέπει να είχε κάποιο καλό λόγο, δε νομίζεις; –Και μη μου πεις τώρα ότι αποφάσισες τελικά να κατεβούμε εκεί κάτω μόνο και μόνο επειδή σου ξαναμίλησα για το όνειρό μου, γιατί δε θα σε πιστέψω.»

«Το παραδέχομαι,» είπε ο Έκτορας, θέλοντας να την πειράξει: «αν ήταν μόνο το όνειρό σου, θα το είχα αγνοήσει τελείως. Επειδή νομίζω ότι, κατά βάθος, είσαι σαλεμένη.»

Η συνέχεια ήταν πραγματικά πολύ γρήγορη. Τη μια στιγμή η Χλόη βρισκόταν καθισμένη μπροστά στον καθρέφτη, και την άλλη ήταν επάνω στο κρεβάτι καβαλώντας τον Έκτορα και χαστουκίζοντας και γρονθοκοπώντας τον και με τα δύο χέρια. Το πούρο του τινάχτηκε παραδίπλα, καθώς εκείνος προσπαθούσε να προστατευτεί, βρίζοντας και γελώντας συγχρόνως.

«Τι κάνεις, μωρή παλαβή γάτα!» μούγκρισε. «Τι κάνεις!» Έπιασε τον ένα της καρπό και μετά τον άλλο, ακινητοποιώντας τα χέρια της. Η μύτη του αιμορραγούσε – πράγμα που τώρα συνειδητοποίησε.

«Έχεις αίμα στο πρόσωπό σου,» του είπε η Χλόη, κι άρχισε να γελά.

Ο Έκτορας δεν γελούσε.

«Άφησέ με. Να σε σκουπίσω,» είπε η Χλόη. Εκείνος τής άφησε τους καρπούς, και η Χλόη, παίρνοντας ένα μαντήλι από μια τσέπη της ρόμπας της, σκούπισε το αίμα από το πρόσωπό του.

«Ευχαριστώ,» μούγκρισε ο Έκτορας.

«Με αγαπάς;» ρώτησε η Χλόη, πολύ σοβαρά.

«Προτού μου σπάσεις τη μύτη, ή μετά;»

«Μετά.»

«Ναι, αλλιώς θα σε είχα καθαρίσει.»

«Πριν;»

«Ναι, αλλιώς πάλι πρέπει να σε είχα καθαρίσει.»

Η Χλόη συνοφρυώθηκε. «Γιατί;»

«Κάποια αφορμή, σίγουρα, θα μου έχεις δώσει.»

«Θα σου πω ένα μυστικό,» δήλωσε η Χλόη, σκουπίζοντας για μια τελευταία φορά το πρόσωπό του και βάζοντας το μαντήλι στην τσέπη της. «Προτού σ’το πω, όμως, έχεις τρεις ευκαιρίες να το μαντέψεις από μόνος σου.» Από μια άλλη τσέπη, έβγαλε μια τράπουλα. «Τι είναι; Τι λες;»

Ο Έκτορας συνοφρυώθηκε. Κάτι δεν πάει καλά, ή νομίζω; «Το μυστικό αφορά εσένα;»

«Ναι. Μάντεψε!» Ανακάτευε την τράπουλα.

Ο Έκτορας μόρφασε. «Αγόρασες καινούργιο ζευγάρι παπούτσια;»

Η Χλόη αναποδογύρισε τα μάτια. «Θα το ήξερες,» είπε. Τράβηξε ένα τυχαίο χαρτί από την τράπουλα και το άφησε να πέσει πλάι στο κεφάλι του. «Πάει η πρώτη ευκαιρία. Η δεύτερη, τώρα…»

Ο Έκτορας αναστέναξε. «Αποφάσισες, μετά από τόσο καιρό, να φύγεις από την Επανάσταση και να αναζητήσεις τη μοίρα σου ανάμεσα στους βουκόλους της Σεργήλης;»

«Μη γίνεσαι χυδαίος.» Η Χλόη τράβηξε ακόμα ένα τυχαίο χαρτί και το άφησε να πέσει από την άλλη μεριά του κεφαλιού του. «Τρίτη ευκαιρία;»

«Είσαι πράκτορας της Παντοκράτειρας, με έχεις δηλητηριάσει, και σε λίγα λεπτά θα πεθάνω.»

«Είσαι παρανοϊκός.» Η Χλόη τράβηξε ένα τρίτο τυχαίο χαρτί και το άφησε να πέσει πάνω στο στήθος του. «Και δεν το βρήκες.»

«Τι σχέση έχουν τα τραπουλόχαρτα;»

«Καμία, βασικά.» Η Χλόη τα μάζεψε και τα έβαλε πάλι μέσα στην τράπουλά της. «Είμαι έγκυος,» του είπε.

«Θεοί!…» έκανε ο Έκτορας, ξαφνιασμένος. Και γέλασε. «Είναι δικό μου το παιδί;» ρώτησε.

«Να πας να γαμηθείς,» του είπε η Χλόη, μειδιώντας. «Δικό σου είναι, εκτός αν το έκανα με τον καθρέφτη.»

Ο Έκτορας σταύρωσε τα χέρια του πίσω απ’το κεφάλι. «Τον καθρέφτη δεν τον φοβάμαι. Αλλά αυτές οι τράπουλες είναι πολύ ύποπτες.»

Η Χλόη γέλασε, και πέταξε την τράπουλα παραδίπλα, κάτω απ’το κρεβάτι. «Το κατάλαβα προχτές,» του είπε.

«Ελπίζω, τουλάχιστον, να έχει γαλανό δέρμα,» είπε ο Έκτορας, που είχε γαλανό δέρμα.

«Γαλανό; Εγώ θα ήθελα να έχει δέρμα σαν το δικό μου,» είπε η Χλόη, που το δέρμα της ήταν λευκό με απόχρωση του ροζ.

«Γιατί;»

Η Χλόη ανασήκωσε τους ώμους, καθώς ήταν ακόμα καθισμένη επάνω του. «Το γαλανό δέρμα μού φαίνεται ότι είναι, κάπως, για άγριους…»

«Τι!»

«Και εμένα δε με πειράζει – μ’αρέσει που φαίνεσαι άγριος. Αλλά το παιδί μου γιατί να φαίνεται άγριο στους άλλους;»

«Εντάξει. Ας ελπίσουμε ότι θα είναι λιγάκι γαλανό.»

«Λιγάκι γαλανό; Γίνεται;»

«Στην ουσία, όχι. Αλλά, ψυχολογικά, θα σε ηρεμήσει.»

Η Χλόη συνοφρυώθηκε, αγριοκοιτάζοντάς τον.

*

«Το βράδυ,» είπε ο Έκτορας στον Χρίστο, «δε θα είμαστε εδώ. Θα πάμε σε μια δουλειά. Εγώ και οι υπόλοιποι.»

Οι δυο τους ήταν στον ημιώροφο της Οινόσφαιρας, κοιτάζοντας από κάτω, την πελατεία του απογεύματος.

«Δε θα μείνει κανένας εδώ;» έκανε ο Χρίστος.

«Θα μείνουν ο Αλέξανδρος και η Λιβώνη. Κι εσύ. Φρόντισε να προσέχεις το μέρος όπως το προσέχω εγώ, με εννοείς;»

«Ναι, βέβαια, αφεντικό,» ένευσε ο Χρίστος. «Τα πάντα θα πάνε ρολόι.»

«Το εύχομαι.»

Ο Χρίστος ήπιε μια γουλιά από το μπουκάλι μπίρας που κρατούσε. «Εσείς που θα πάτε, για νάχουμε καλό ρώτημα;»

«Σε μια δουλειά,» του είπε μόνο ο Έκτορας.

Είχε παρατηρήσει ότι τελευταία ο Χρίστος ξεθάρρευε ολοένα και περισσότερο. Ρωτούσε ολοένα και πιο πολλά. Ήθελε να μάθει τι πραγματικά συνέβαινε με τον Έκτορα και τους συντρόφους του. Μπορεί, μάλιστα, να υποψιαζόταν ήδη πως ήταν με την Επανάσταση – για την οποία πολλοί μουρμούριζαν στη Θακέρκοβ αλλά ελάχιστοι ήξεραν συγκεκριμένα πράγματα. Θα πρέπει, αργά ή γρήγορα, να τον βάλω στο κόλπο. Κανονικά, σκέφτηκε ο Έκτορας. Ή να τον ξεφορτωθώ.

*

Η Νιρίφα’μορ εργαζόταν πυρετωδώς στο κάτω υπόγειο της Οινόσφαιρας. Επί του παρόντος, ήταν σκυμμένη πάνω από έναν πάγκο και βίδωνε μερικές βίδες σε μια συσκευή που θύμιζε τετράγωνη πλάκα με τέσσερα καρφιά – ένα σε κάθε γωνία.

Ο Αλλάνδρης, που, έχοντας φτάσει αθόρυβα ώς εδώ, κοίταζε από το τέλος της σκάλας, δεν μπορούσε να καταλάβει τι ήταν αυτό το μηχάνημα. Δεν το είχε ξαναδεί ποτέ του. Και το βλέμμα του, κάθε λίγο, έφευγε από το μηχάνημα και πήγαινε στη Νιρίφα. Ήταν ντυμένη με μπλε αμάνικη μπλούζα η οποία έφτανε σχεδόν ώς τη μέση της και, καθώς η μάγισσα έσκυβε, σηκωνόταν αποκαλύπτοντας το κάτω μέρος της πλάτης της και το πάνω μέρος των γλουτών της. Το παντελόνι της ήταν καφετί και δερμάτινο, και χαλαρά δεμένο· και φορούσε ένα ζευγάρι σκονισμένα παπούτσια. Τα ξανθά της μαλλιά ήταν δεμένα κότσο, σφιχτά.

Τι παράξενη γυναίκα… σκεφτόταν ο Αλλάνδρης. Τι παράξενη γυναίκα… Δε μπορούσε να καταλάβει τι χρειαζόταν για να την πάρει από αυτό τον κόσμο των μηχανών όπου βρισκόταν και να τη φέρει στο κρεβάτι του. Ήταν δυνατόν η Νιρίφα να μην είχε καταλάβει τις προθέσεις του; Ήταν δυνατόν – ακόμα πιο περίεργο – να τον αντιπαθούσε; Δε νόμιζε ότι του είχε δείξει αντιπάθεια. Τι θέλει, λοιπόν;

Ο Αλλάνδρης βάδισε μέσα στο κάτω υπόγειο, παίζοντας το κομπολόι του.

Η Νιρίφα αναπήδησε, αιφνιδιασμένη, και στράφηκε να τον κοιτάξει. «Πάλι τα ίδια!» είπε, θυμωμένα. «Δε σου έχω πει να μην έρχεσαι έτσι;»

Ο Αλλάνδρης σήκωσε τα χέρια. «Δεν το έκανα επίτηδες.»

Η Νιρίφα αναστέναξε και στράφηκε πάλι στη δουλειά της, αγνοώντας τον.

Ωραία… σκέφτηκε ειρωνικά ο Αλλάνδρης. Καθάρισε το λαιμό του. «Τι κάνεις εκεί, μάγισσα;»

«Φτιάχνω μια συσκευή για το αφεντικό.»

«Τι συσκευή;»

«Που διαλύει πράγματα χωρίς να κάνει φασαρία.»

Ο Αλλάνδρης μόρφασε. «Υπάρχει τέτοια συσκευή;»

«Φυσικά και υπάρχει.» Η Νιρίφα πήρε το κατσαβίδι της από το μηχάνημα και στάθηκε ευθυτενής. «Μόλις την έφτιαξα.»

«Και τι τη θέλει ο Έκτορας;» ρώτησε ο Αλλάνδρης.

«Μπορεί να μας χρειαστεί απόψε. Βοήθησέ με λίγο να τη σηκώσω.»

Ο Αλλάνδρης τη βοήθησε, και μετέφεραν τη μεταλλική πλάκα ώς ένα ψηλό σιδερένιο κιβώτιο. «Είναι άδειο,» του είπε η Νιρίφα· «μην ανησυχείς.» Πάτησε έναν διακόπτη πάνω στη συσκευή, και ενέργεια φάνηκε να πάλλεται στις άκριες των τεσσάρων καρφιών της.

«Τι κάνεις εκεί;»

«Σπρώξε την επάνω στο κιβώτιο.»

Ο Αλλάνδρης και η Νιρίφα πλησίασαν τη συσκευή στο μεγάλο κιβώτιο, και τα ενεργειακά φορτισμένα καρφιά της τρύπησαν το σίδερό του σαν βούτυρο.

«Άφησέ την τώρα,» είπε η Νιρίφα, και οι δυο τους την άφησαν. Η συσκευή παρέμεινε κολλημένη στο κιβώτιο. Η μάγισσα πάτησε ένα πλήκτρο επάνω της κι έκανε νόημα στον Αλλάνδρη να απομακρυνθούν. Απομακρύνθηκαν, και είδαν το κιβώτιο να τραντάζεται από εσωτερικές δονήσεις. Το σίδερό του ζάρωσε σαν χαρτί: μαζεύτηκε και μαζεύτηκε και μαζεύτηκε. Η παραλληλόγραμμη μορφή του διαλύθηκε· τρύπες δημιουργήθηκαν σε πολλά σημεία του.

Η συσκευή έπεσε κάτω.

Η Νιρίφα σήκωσε, αμέσως, ένα τηλεχειριστήριο και πάτησε ένα κουμπί. Τα καρφιά της συσκευής έπαψαν να είναι φορτισμένα με ενέργεια.

«Δουλεύει!» είπε η μάγισσα, χαμογελώντας.

«Εντάξει…» είπε ο Αλλάνδρης, «και… σε τι ακριβώς θα μας χρειαστεί;»

«Θα γκρεμίσουμε τον τοίχο, για να μπούμε στο υπόγειο,» εξήγησε η Νιρίφα. «Χωρίς να κάνουμε θόρυβο.»

«Δεν είναι τελείως αθόρυβο.»

«Ναι, αλλά δεν κάνει κι έκρηξη.»

«Και είσαι σίγουρη ότι είναι αρκετά δυνατό για να διαλύσει τοίχο;»

«Ναι,» είπε η Νιρίφα. Και κάθισε σε μια καρέκλα, ανάβοντας ένα τσιγάρο.

«Θέλεις να σου φέρω τίποτα να πιεις;» ρώτησε ο Αλλάνδρης.

«Όχι, είμαι εντάξει. Έχω εδώ.» Έδειξε ένα μπουκάλι νερό. «Εσύ θέλεις κάτι συγκεκριμένο που ήρθες;»

«Είπα μήπως χρειαζόσουν καμια βοήθεια…» Ο Αλλάνδρης μόρφασε, παίζοντας το κομπολόι του.

«Χρειαζόμουν. Για να μεταφέρω τον δονούμενο καταστροφέα. Και τώρα,» είπε, σβήνοντας το τσιγάρο της χωρίς να το έχει τελειώσει, «πρέπει να ελέγξω κάποια καλώδια. Γιατί η μπαταρία του δε θα φτάσει για να γκρεμίσει τον τοίχο. Θα χρειαστεί να τον συνδέσουμε με ενεργειακή φιάλη.» Σηκώθηκε απ’την καρέκλα και πλησίασε μια γωνία του υπογείου.

«Με θέλεις για τίποτ’άλλο;»

«Όχι, ευχαριστώ.»

«Αν πάντως θες τίποτα, είμαι διαθέσιμος.»

«Αν θέλω θα σε ειδοποιήσω.»

Ωραία… σκέφτηκε ειρωνικά ο Αλλάνδρης, γι’ακόμα μια φορά, και πήγε προς τη σκάλα.

Είναι παράξενη. Δεν υπάρχει άλλη εξήγηση.

Και μετά, είπε στον εαυτό του: Ξεκόλλα, ρε φίλε. Κάνεις σαν τον Αίολο μ’αυτή την ψηλομύτα τη Βατράνια. Η Νιρίφα, όμως, δεν ήταν η Βατράνια. Ήταν εντάξει κοπέλα. Ο Αλλάνδρης το ήξερε ότι ήταν εντάξει. Και τη γούσταρε. Δεν ήξερε τι είχε επάνω της που τον έκανε να τη γουστάρει, αλλά τη γούσταρε. Δεν ήταν όπως άλλες γυναίκες που συναντούσες στο Χωνευτήρι, ή αλλού στα μέρη όπου τριγύριζε ο Αλλάνδρης.

Κατάρες! Σε λίγες ώρες θα πάμε εκεί κάτω, στα μπερδεμένα κατάβαθα της Θακέρκοβ, κι εγώ κάθομαι και σκέφτομαι γυναίκες αντί να ετοιμάζομαι για το ξύλο που θα πέσει με τα Παντοκρατορικά μπαστάρδια–

Σταμάτησε απότομα καθώς είχε ανεβεί από το κάτω υπόγειο και είχε βρεθεί στο πάνω υπόγειο της Οινόσφαιρας γλιστρώντας μέσα από την κρυφή πόρτα.

Δεν ήταν μόνος εδώ, συνειδητοποίησε.

Η Σερφάντια καθόταν επάνω σ’ένα βαρέλι, με τα πόδια σταυρωμένα στο γόνατο, και τον κοίταζε. Φορούσε κόκκινο πουκάμισο με ψηλούς όρθιους γιακάδες, γυαλιστερό μαύρο παντελόνι, και παρόμοιες μπότες. Από τη μια μπότα ξεπρόβαλλε η λαβή στιλέτου.

«Σαλιαρίζεις πάλι πίσω από τη μάγισσα, Αλλάνδρη;»

Ο Αλλάνδρης θύμωσε. «Τι σε νοιάζει εσένα; Και… με παρακολουθείς, Μαύρη Δράκαινα; Ποιος σου είπε να με παρακολουθείς; Ο Έκτορας;»

«Κανένας δε μου είπε. Κοίταζα γύρω-γύρω, όπως πάντα, κι έτυχε να περάσω κι από δω.»

«Παραμύθια!» γρύλισε ο Αλλάνδρης, βαδίζοντας προς το μέρος της. «Μη σε ξαναβρώ πίσω μου!» της είπε, στεκόμενος εμπρός της και δείχνοντάς την με τον δείκτη του δεξιού του χεριού (με το οποίο κρατούσε και το κομπολόι του).

«Η Νιρίφα δε σε γουστάρει,» τον πληροφόρησε, ήρεμα, η Σερφάντια. «Μου το είπε.»

Τα μάτια του Αλλάνδρη στένεψαν. Έμεινε σιωπηλός για μια στιγμή· μετά, είπε: «Λες ψέματα. Δε θα σου τόλεγε αυτό–»

«Εγώ μιλάω μαζί της περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο από εσάς. Ταιριάζουμε. Η Νιρίφα δε σας έχει συνηθίσει· είναι διαφορετικής νοοτροπίας. Τελείως διαφορετικής.»

Γιατί κάθομαι και την ακούω; σκέφτηκε ο Αλλάνδρης, απορημένος με τον εαυτό του.

«Έχει έρθει εδώ για να κάνει τη δουλειά της,» συνέχισε η Σερφάντια. «Για την Επανάσταση. Και τίποτα περισσότερο.»

«Ξαφνικά, έγινες πολύ πιο ομιλητική απ’ό,τι είσαι συνήθως,» παρατήρησε ο Αλλάνδρης. Τι παιχνίδι έπαιζε η Μαύρη Δράκαινα;

Προς στιγμή, δισταγμός φάνηκε στα μάτια της. (Γιατί;) Και φόβος, ίσως. (Είναι δυνατόν; Τι μπορεί να φοβάται;)

Μετά, καθώς ήταν ακόμα καθισμένη πάνω στο βαρέλι, το μποτοφορεμένο πόδι της τρίφτηκε στο εσωτερικό του αριστερού μηρού του Αλλάνδρη. «Μπορεί να μη γουστάρω να βλέπω την καλή ποιότητα να πηγαίνει χαμένη,» είπε η Σερφάντια.

Αδύνατον! «Δεν είχα καταλάβει ότι σου άρεσαν οι άντρες, Μαύρη Δράκαινα.»

Τα μάτια της, στιγμιαία, γέμισαν θυμό. «Νόμιζες ότι μου άρεσαν οι γυναίκες;» είπε κοφτά.

Ο Αλλάνδρης γέλασε. «Δεν ήξερα τι να υποθέσω. Αλλά, όπως και νάχει το πράγμα… με τρομάζεις,» είπε και, γυρίζοντάς της την πλάτη, βάδισε προς τη σκάλα. «Δε θα πω στη Νιρίφα ότι είπες ψέματα για κείνη, Μαύρη Δράκαινα.»

Πίσω του, η όψη της Σερφάντιας σκοτείνιασε.

*

Όταν είχε βραδιάσει για τα καλά, συγκεντρώθηκαν στο κάτω υπόγειο της Οινόσφαιρας. Η Τζάκι, ο Έκτορας, η Χλόη, η Σερφάντια, ο Αλλάνδρης, η Νιρίφα’μορ, ο Άλκιμος, ο Αίολος’σαρ, ο Σωσίας. Ο Πρόμαχος της Επανάστασης είχε αποφασίσει ότι πολύ πιθανόν να χρειάζονταν όλοι σ’αυτό που θα επιχειρούσαν· δεν ήθελε να το ρισκάρει ν’αφήσει κανέναν πίσω. Αν κατόρθωναν να φτάσουν στο υπόγειο κάτω από τη δανειστική βιβλιοθήκη, κλοτσιές θα έπεφταν απόψε. Και σφαίρες.

Ο Έκτορας μπήκε πρώτος στη σήραγγα που οδηγούσε έξω από τη Σφαίρα, σε μέρη που ήταν μυστηριώδη, σκοτεινά, και, κατά πάσα πιθανότητα, αρχαία. Στο ένα χέρι κρατούσε φακό, και δίπλα του βάδιζε η Τζάκι.

«Δεν ήξερα ότι τα περάσματα κάτω απ’την Οινόσφαιρα ενώνονται με τις περιώνυμες σήραγγες της Θακέρκοβ,» είπε η δημοσιογράφος, όταν είχαν βαδίσει κάμποσο. «Νόμιζα ότι απλά ήταν μερικές υπόγειες δίοδοι που έβγαζαν σε συγκεκριμένα μέρη του Χωνευτηρίου.»

«Και τώρα που τόμαθες δεν χρειάζεται να το δημοσιεύσεις στην εφημερίδα,» αποκρίθηκε ο Έκτορας.

Η Τζάκι μειδίασε. «Δε μ’έχεις για τόσο χαζή, έτσι;»

«Περίπου.»

«Μην του δίνεις σημασία,» είπε η Χλόη· «συνέχεια τα ίδια ακούμε απ’αυτόν.»

«Δεν πειράχτηκα,» τη διαβεβαίωσε η Τζάκι, κοιτάζοντάς την πάνω απ’τον ώμο της, καθώς η Χλόη κι ο Αλλάνδρης έρχονταν αμέσως μετά από εκείνη και τον Έκτορα.

Ύστερα, κοιτάζοντας γύρω της, τους τοίχους της σήραγγας και τα μικρότερα και μεγαλύτερα ανοίγματα που υπήρχαν, η δημοσιογράφος ρώτησε τον Έκτορα: «Αυτά τα περάσματα οδηγούν παντού κάτω απ’τη Θακέρκοβ;»

«Δεν είμαι σίγουρος για το παντού,» αποκρίθηκε εκείνος. «Πάνε, πάντως, σε πάρα πολλά μέρη… και κυκλοφορούν ένα σωρό μύθοι γι’αυτά.»

Ο Αλλάνδρης είπε: «Η αλήθεια είναι, βέβαια, πως ακόμα δεν έχουμε συναντήσει τους ανθρωποφάγους που μένουν εδώ κάτω.» Οι ανθρωποφάγοι στα αρχαία υπόγεια περάσματα της Θακέρκοβ ήταν διαδεδομένος αστικός μύθος. Αλλά δεν ήταν ο μόνος, ασφαλώς.

Οι επαναστάτες έφτασαν σύντομα σε μια διασταύρωση, και σταμάτησαν.

«Εδώ είναι που στρίβουμε συνήθως, δεν είναι;» είπε η Χλόη.

«Ναι,» απάντησε ο Έκτορας, και ξεδίπλωσε έναν χάρτη που είχε φέρει μαζί του, ο οποίος απεικόνιζε τη Θακέρκοβ. «Νιρίφα, έχεις φέρει πυξίδα;»

«Εδώ είναι.» Η μάγισσα πλησίασε, περνώντας ανάμεσα από τους υπόλοιπους και κρατώντας στο χέρι της μια ανοιχτή πυξίδα.

Ο Έκτορας έδωσε τον χάρτη στον Αλλάνδρη. «Προσανατόλισέ τον.»

«Όλο αγγαρείες μού ρίχνεις, αφεντικό…»

Ο Έκτορας άνοιξε έναν άλλο χάρτη: έναν χάρτη με γραμμές που θύμιζαν δρόμους και σύμβολα που ήταν, απλά, περίεργα.

«Τι είν’αυτό;» ρώτησε η Τζάκι, συνοφρυωμένη.

«Αυτός,» είπε ο Έκτορας, «είναι ένας χάρτης που υποτίθεται πως δείχνει τις σήραγγες κάτω από τη Θακέρκοβ. Μάλλον, είναι ψεύτικος. Ή, τουλάχιστον, αποκλείεται να είναι ολόκληρος αληθινός. Δες εδώ, για παράδειγμα.» Έδειξε ένα σημείο που έμοιαζε με σπηλιά. «Βλέπεις αυτά τα κρανία; Υποτίθεται ότι εδώ μένουν οι ανθρωποφάγοι.»

«Κι εμείς πού είμαστε, αφεντικό;» ρώτησε ο Αλλάνδρης.

Ο Έκτορας έδειξε. «Εδώ.» Και προσανατόλισε τον χάρτη σύμφωνα με την πυξίδα της Νιρίφα.

«Τουλάχιστον είμαστε μακριά απ’τους ανθρωποφάγους…» σχολίασε ο Αλλάνδρης.

«Είναι, όμως, κοντά μας κάποια τέρατα.» Ο Έκτορας έδειξε ένα σημείο που είχε κάτι περίεργα σύμβολα σαν τετράποδα με ουρές.

«Μη φοβάσαι,» του είπε ο Αλλάνδρης· «έχω πάρει το μαγικό μου μαστίγιο μαζί.»

«Λοιπόν. Τέρμα οι αηδίες. Προχωράμε προς τα… εκεί.» Ο Έκτορας έδειξε.

«Γιατί;»

«Γιατί πρέπει να πάμε βορειοανατολικά, εξυπνάκια, για να φτάσουμε εδώ.» Έδειξε, επάνω στον χάρτη του Αλλάνδρη, τη σημειωμένη με κόκκινη κουκίδα δανειστική βιβλιοθήκη.

«Στο δικό σου χάρτη, πάντως, βλέπω κάτι μαχαίρια προς τα εκεί…»

«Αφού έχεις το μαγικό σου μαστίγιο μαζί, δεν ανησυχώ για τίποτα.»

Προχώρησαν σε μια σήραγγα όλο τραχιές πέτρες και μικρές λακκούβες. Κάπου-κάπου, έβλεπαν ποντίκια να σκορπίζονται, τρομαγμένα από τα φώτα τους. Οι τοίχοι γύρω τους ήταν χτισμένοι με πανάρχαιους πλίνθους. Από κάποιο αόρατο σημείο άκουγαν νερό να στάζει.

Σ’ένα μέρος, αρκετά πιο κάτω, συνάντησαν μια πέτρινη σκάλα η οποία ανέβαινε, με τα περισσότερα σκαλοπάτια της μισοσπασμένα.

«Σου θυμίζουν τίποτα όλ’αυτά;» ρώτησε ο Έκτορας τη Τζάκι.

Εκείνη κούνησε το κεφάλι. «Όχι.»

«Είναι νωρίς ακόμα,» είπε ο Αλλάνδρης. «Έχουμε κάμποσο δρόμο.»

«Μπορεί, όμως, νάχε περάσει από δω, επιστήμονα,» του είπε ο Έκτορας. «Τόσες ώρες περιπλανιόταν στο σκοτάδι. Έτσι δεν είναι, Τζάκι;»

Εκείνη ένευσε. «Περιπλανιόμουν πολλές ώρες· αυτό είν’αλήθεια.»

«Ν’ανεβώ να δω τι είναι πάνω, αφεντικό;» ρώτησε η Σερφάντια, γλιστρώντας ανάμεσα από τους υπόλοιπους για να ζυγώσει τον Έκτορα.

«Δε μας καίει το ζήτημα. Προχωράμε, κι άλλη μέρα πάμε εκδρομή για εξερεύνηση και αναζήτηση ανθρωποφάγων.»

Προσπέρασαν τη σκάλα και, λίγο παρακάτω, συνάντησαν γκράφιτι πάνω στους τοίχους.

Μαχαίρια.

Ορισμένα διασταυρωμένα. Ορισμένα μοναχικά, δείχνοντας δεξιά, αριστερά, πάνω, ή κάτω.

«Τα μαχαίρια στο χάρτη σου, Έκτορα!» είπε ο Αλλάνδρης γελώντας. «Τα βρήκαμε!»

«Ζωγραφιστά, όμως.»

«Καλύτερα από κανονικά, έτσι δεν είναι;»

Ο Έκτορας μούγκρισε καταφατικά.

Μέχρι στιγμής, ο χάρτης του Προμάχου είχε – παραδόξως – αποδειχτεί αρκετά ακριβής. Τώρα, όμως, ύστερα από κάμποσες εκατοντάδες μέτρα υπόγειας οδοιπορίας, έγινε τελείως αναξιόπιστος. Οι στροφές που έδειχνε δεν είχαν καμία σχέση με τις πραγματικές στροφές που συναντούσαν οι επαναστάτες.

«Γαμώ τη μάνα της Λόρκης!» καταράστηκε ο Έκτορας. Και κοίταξε την πυξίδα που του είχε δώσει η Νιρίφα. Δεν υπήρχε πέρασμα προς τα βορειοανατολικά. Υπήρχε, όμως, προς τα νοτιοανατολικά. «Πάμε από κει.»

Το έδαφος άρχισε να γίνεται λασπώδες κάτω από τα πόδια τους, και στο φως των φακών τους είδαν ερπετά να σέρνονται μες στη λάσπη. Η Τζάκι κλότσησε ένα για να το απομακρύνει από το μποτάκι της. Από ένα άνοιγμα παρακάτω ερχόταν μια δυνατή αποφορά που μπορεί να ήταν μόνο από τους υπονόμους.

«Γιακ, ρε αφεντικό,» έκανε ο Αλλάνδρης· «θες να μας πεθάνεις;»

«Το παλεύω αλλά αντιστέκεσαι σα νάσαι από τα Φέρνιλγκαν,» του είπε ο Έκτορας.

Ο Αλλάνδρης γέλασε. «Έχεις μεγάλη εκτίμηση για τους φίλους μας τους Μασκοφόρους.»

«Το ξέρεις ότι είμαι άνθρωπος που αγαπά όλο τον κόσμο, Αλλάνδρη.»

Έστριψαν σ’ένα σημείο που τους οδηγούσε μακριά από την αποφορά και προς τα ανατολικά. Από κάπου στα δεξιά τους άκουσαν, απρόσμενα, ένα δυνατό βουητό, και μετά, ο θόρυβος απομακρύνθηκε, σαν κάτι να είχε περάσει γρήγορα. Κάτι μεγάλο, μακρύ, και μεταλλικό.

«Ο Υπόγειος…» ακούστηκε να λέει η φωνή του Σωσία μέσα από το σκοτάδι. «Είμαστε κάπου κοντά στις ράγες.»

Μετά από κάποια ώρα είδαν δύο ανθρώπινα σκέλεθρα στο έδαφος. Τα κόκαλά τους ήταν σπασμένα, και το ένα κρανίο κομμένο στα δύο. Το άλλο ήταν πεταμένο μακριά από το σκελετωμένο σώμα του, σαν κάποιος ή κάτι να το είχε κλοτσήσει εκεί.

«Οι ανθρωποφάγοι μάς περιμένουν…» είπε ο Αλλάνδρης.

«Τι σκατά μπορεί να σκότωσε τούτους τους ανθρώπους;» είπε η Χλόη.

«Είχα δει κόκαλα,» είπε η Τζάκι, παρατηρώντας τους σκελετούς εμπρός της. «Δεν ήταν, όμως, δύο νεκροί. Ήταν ένας, νομίζω. Εκτός αν… αν δεν πρόσεξα τον άλλο.» Κούνησε το κεφάλι. «Όχι. Σίγουρα, ένας ήταν ο νεκρός που είδα.»

«Τι μπορεί να τους σκότωσε, όμως;» ρώτησε ξανά η Χλόη.

«Οι ανθρωποφάγοι;» υπέθεσε ο Αλλάνδρης.

«Μιλάω σοβαρά!»

«Κι εγώ σοβαρά μιλάω…»

«Ό,τι κι αν τους σκότωσε δε μας νοιάζει,» είπε ο Έκτορας, και συνέχισαν να βαδίζουν.

Το μέρος έγινε πολύ λασπώδες για αρκετή ώρα. Μετά, το έδαφος ξεράθηκε ξαφνικά, και πατούσαν σε πέτρες. Εδώ κι εκεί υπήρχαν επικίνδυνοι λάκκοι· ορισμένοι απ’αυτούς έμοιαζαν να φτάνουν πολύ βαθιά. Ο Έκτορας είχε καταλήξει ότι ο χάρτης του των μυστηριωδών σηράγγων της Θακέρκοβ ήταν άχρηστος· δεν είχε νόημα πλέον να τον συμβουλεύεται – καθόλου. Ήταν προφανές ότι όποιος κι αν τον είχε φτιάξει είχε προσθέσει δεκάδες σήραγγες από τη φαντασία του ενώ δεν είχε συμπεριλάβει δεκάδες πραγματικές σήραγγες. Το ένα δέκατο του χάρτη ήταν αληθινό, τα εννέα δέκατα φανταστικά.

«Αυτός ήταν!» είπε η Τζάκι, όταν συνάντησαν ένα σκέλεθρο χωρίς κεφάλι και με διαλυμένη θωρακική κοιλότητα. Το κρανίο ήταν λίγο παραδίπλα. «Αυτό τον νεκρό είχα δει. Αυτόν θυμάμαι.»

«Πλησιάζουμε, λοιπόν…» Ο Έκτορας κοίταξε την πυξίδα του. Και τον χάρτη των σηράγγων, μπας κι έβγαζε κανένα νόημα εδώ πέρα – τίποτα, όμως.

«Ποιος τους σκοτώνει όλους αυτούς τους ανθρώπους;» είπε, γι’ακόμα μια φορά, η Χλόη.

«Μπορεί να μη σκοτώθηκαν εδώ,» υπέθεσε ο Αλλάνδρης. «Μπορεί να τους σκότωσαν πάνω, στην πόλη, και να τους πέταξαν εδώ.»

Ο Έκτορας ένευσε. «Ναι, άκουσα και μια λογική κουβέντα απ’το στόμα σου, Αλλάνδρη.»

«Με γλείφεις πάλι, αφεντικό;»

«Με την άκρη της γλώσσας, μόνο.»

«Αν είναι σε καλό σημείο, δε με πειράζει.»

Ο Αίολος είπε, από πίσω: «Υπάρχει κάποιου είδους ενέργεια εδώ κάτω.»

«Τι ενέργεια, μάγε;» ρώτησε ο Έκτορας. «Σαν αυτή της οντότητας απ’το φεγγάρι;»

Τα γυαλιά του Αίολου έμοιαζαν να εκπέμπουν φωτεινότητα από μόνα τους, καθώς αντανακλούσαν το φως των φακών. «Όχι. Καμία σχέση. Είναι συνηθισμένη ενέργεια, όπως από ενεργειακές φιάλες. Πίσω από τούτο τον τοίχο.» Έδειξε με τον αντίχειρά του.

«Μπορεί νάναι κάποια αποθήκη από κει,» είπε η Νιρίφα.

«Δεν αποκλείεται,» συμφώνησε ο Έκτορας· και τους έκανε νόημα να τον ακολουθήσουν, καθώς βάδιζε και έστριβε, μερικά βήματα παρακάτω.

«Ελπίζω,» είπε στη Τζάκι, σε λίγο, «ο φίλος σου να μας μιλήσει όταν είμαστε κοντά, όπως μίλησε και σ’εσένα.»

«Ναι, μάλλον θα μας μιλήσει,» αποκρίθηκε η δημοσιογράφος. «Μου είχε ζητήσει να σας φέρω σ’αυτόν, εξάλλου.»

«…Μπορεί και να μην το κάνει.» Η φωνή του Αίολου, από πίσω.

«Έλα πιο κοντά, μάγε,» του είπε ο Έκτορας, «για να σ’ακούω.»

Ο Αίολος πλησίασε περνώντας ανάμεσα από τους άλλους. «Λέω ότι ίσως και να μην μας μιλήσει.»

«Γιατί;»

«Επειδή δεν είναι βέβαιο ότι έχει τη δύναμη να κατευθύνει την ομιλία του σε συγκεκριμένα άτομα και μόνο.»

«Τι πάει να πει τούτο;»

«Αν οι Παντοκρατορικοί έχουν φρουρούς στο υπόγειο, θα τον ακούσουν κι αυτοί,» εξήγησε ο Αίολος.

«Μάλιστα· κατάλαβα τώρα. Και ίσως νάχεις δίκιο. Πράγμα που σημαίνει ότι δε μπορούμε να βασιστούμε στη φωνή που θάρθει από το πουθενά…»

Όταν συνάντησαν τον τοίχο με τα γκράφιτι, η Τζάκι είπε: «Από δω έχω ξαναπεράσει.»

«Είσαι σίγουρη; Το θυμάσαι;» τη ρώτησε ο Έκτορας.

Εκείνη ένευσε. «Ναι.»

Ο Έκτορας έβγαλε το πιστόλι του, κι οι υπόλοιποι τον μιμήθηκαν, γιατί ήταν προφανές ότι πλησίαζαν το υπόγειο της δανειστικής βιβλιοθήκης και μπορεί οι Παντοκρατορικοί να είχαν φύλακες κάπου κοντά.

Αρκετή ώρα πέρασε, όμως, προτού η Νιρίφα’μορ πει επιτακτικά: «Σταθείτε! Σταθείτε.»

Σταμάτησαν.

«Τι είναι;» ρώτησε ο Έκτορας.

Η Νιρίφα τον πλησίασε. «Υπάρχουν αισθητήρες παρακάτω. Δέκα μέτρα απόσταση.»

«Μπορείς να τους εξουδετερώσεις κάπως;»

Η Νιρίφα υποτονθόρυσε ένα ξόρκι· το μέτωπό της ζάρωσε· το αριστερό της μάτι μισόκλεισε. Είπε: «Οι αισθητήρες λειτουργούν με τηλεπικοινωνιακή συχνότητα. Δηλαδή, όταν εντοπίσουν κάποιον να περνά από κοντά τους, στέλνουν σήμα… κάπου. Μπορώ να μπλοκάρω για λίγο αυτό το σήμα.»

«Χωρίς οι Παντοκρατορικοί να καταλάβουν την παρεμβολή σου;»

«Το ελπίζω.»

«Δε θέλω να παίζω ζάρια, μάγισσα· νομίζεις ότι μπορείς να το κάνεις, ή όχι;»

«Μπορώ,» είπε η Νιρίφα.

«Εντάξει· κάντο.»

Η Νιρίφα’μορ ύφανε ακόμα ένα ξόρκι, κι έχοντας τα μάτια της κλειστά είπε στους συντρόφους της: «Περάστε – γρήγορα. Γρήγορα!»

Εκείνοι προχώρησαν δίχως καθυστέρηση.

Ο Έκτορας, φωτίζοντας τους τοίχους δεξιά κι αριστερά, είδε κάτι μικρά μεταλλικά μαραφέτια να γυαλίζουν επάνω τους. Οι αισθητήρες.

«Μάγισσα!» φώναξε, καθώς εκείνος κι οι υπόλοιποι είχαν σταματήσει σ’αρκετή απόσταση από τους μηχανισμούς εντοπισμού των Παντοκρατορικών.

Η Νιρίφα, εξακολουθώντας να δείχνει εστιασμένη στη μαγική δουλειά της, τους πλησίασε χωρίς να τρέχει· μάλλον, δεν μπορούσε και να τρέχει και να διατηρεί την προσεκτική παρεμβολή στην τηλεπικοινωνιακή συχνότητα των αισθητήρων.

Όταν έφτασε κοντά στους συντρόφους της, τα χαρακτηριστικά του προσώπου της χαλάρωσαν, και πήρε μια βαθιά ανάσα. Ιδρώτας γυάλιζε στο μέτωπό της.

«Είσαι καλά;» τη ρώτησε ο Αλλάνδρης.

Η Νιρίφα ένευσε. «Ναι, ’ντάξει.» Άνοιξε ένα μικρό παγούρι και ήπιε μια γουλιά νερό. «Πάμε.»

Ο Έκτορας είπε: «Για να συναντήσαμε αισθητήρες, σημαίνει ότι δεν είμαστε μακριά από το άνοιγμα που έκανε η Τζάκι εδώ κάτω.»

«Θα τόχουν κλείσει το άνοιγμα, όμως,» τόνισε η Σερφάντια. «Αποκλείεται να τόχουν αφήσει έτσι.»

«Ναι,» συμφώνησε ο Έκτορας. «Αλλ’αυτό δεν αλλάζει τίποτα.

»Τζάκι, σου θυμίζει κάτι τούτο το μέρος που βρισκόμαστε;»

Εκείνη κούνησε το κεφάλι αρνητικά. «Ο φακός μου είχε σβήσει όταν έφτασα τελικά κοντά στο υπόγειο του Αρωγού

«Σκατά,» μούγκρισε ο Έκτορας. «Θα πρέπει, λοιπόν, να πάμε ψηλαφώντας.»

«Δε θάναι δύσκολο, αφεντικό,» είπε η Σερφάντια. «Αν έχουν χτίσει πάλι τον τοίχο, εύκολα θα τον διακρίνουμε.»

Και η Μαύρη Δράκαινα δεν είχε άδικο. Μετά από λίγη ώρα, τον εντόπισαν. Ήταν καταφανής ανάμεσα στους υπόλοιπους πανάρχαιους τοίχους. Τα υλικά κατασκευής του ήταν τελείως διαφορετικά.

«Εδώ είμαστε,» είπε ο Έκτορας. «Όλοι έτοιμοι;»

Οι επαναστάτες, ο ένας μετά τον άλλο, κατένευσαν, κρατώντας όπλα στα χέρια.

Ο Πρόμαχος είπε στον Άλκιμο: «Τη συσκευή για το γκρέμισμα.»

Ο Άλκιμος έβγαλε απ’την πλάτη του τον δονούμενο καταστροφέα της Νιρίφα, τον οποίο κουβαλούσε καθ’όλη την υπόγεια διαδρομή μέσα στις σήραγγες της πόλης. Ήταν αρκετά μεγαλόσωμος για να μη δείχνει να έχει κουραστεί και τόσο. Χρειάστηκε, όμως, τη βοήθεια του Έκτορα για να κρατήσει σωστά και σταθερά τη συσκευή μπροστά στον καινούργιο τοίχο.

Η Νιρίφα είπε στον Αλλάνδρη ν’αφήσει στο πάτωμα την ενεργειακή φιάλη που είχε στον σάκο του. Εκείνος υπάκουσε, και η μάγισσα συνέδεσε, μέσω ενός καλωδίου, τη φιάλη με τον δονούμενο καταστροφέα. Ύστερα, πάτησε ένα κουμπί επάνω του. Τα τέσσερα καρφιά του φορτίστηκαν από ενέργεια· έγιναν κατακόκκινα. Ο Έκτορας και ο Άλκιμος τα πίεσαν στον τοίχο, κι αυτά χώθηκαν εύκολα στις πέτρες, τρυπώντας τις.

«Απομακρυνθείτε τώρα,» είπε η Νιρίφα. «Όλοι.»

Πήραν απόσταση από τη συσκευή, η οποία ήταν γαντζωμένη στον τοίχο σαν πελώριο μεταλλικό έντομο. Η μάγισσα ύψωσε το τηλεχειριστήριό της και πάτησε ένα κουμπί.

Ο τοίχος τραντάχτηκε, σαν από κάποια μεγάλη εσωτερική δύναμη. Οι πέτρες του έτριξαν δαιμονισμένα. Ράγισαν. Κομματιάστηκαν.

Ο τοίχος διαλύθηκε.

Ενώ φωνές – έκπληκτες, αιφνιδιασμένες, τρομαγμένες φωνές – ακούγονταν από πίσω.

«ΤΩΡΑ!» γκάριξε ο Έκτορας, τρέχοντας και πηδώντας μέσα από τη σκόνη και τα χαλάσματα.

Κρατούσε ένα πιστόλι σε κάθε χέρι, και πυροβολούσε.

Μια βολή του πέτυχε έναν άντρα στο κεφάλι, σπάζοντας το κρανίο του και τινάζοντας έξω τα μυαλά του.

Μια γυναίκα είχε πέσει στο πάτωμα, κι έκανε να σηκωθεί ενώ τραβούσε το πιστόλι της–

–οι σφαίρες της Χλόης τη βρήκαν στο στήθος, κάνοντάς τη να τρανταχτεί και να πεθάνει.

Ο Αλλάνδρης πυροβόλησε με την καραμπίνα του, σκοτώνοντας ακόμα έναν άντρα.

Ένας άλλος όμως πυροβόλησε εκείνον, και τον πέτυχε· ο μαυρόδερμος επαναστάτης σωριάστηκε κραυγάζοντας.

Η Σερφάντια, μ’ένα πιστόλι σε κάθε χέρι, γέμισε τον εχθρό με σφαίρες, σκοτώνοντάς τον. Ήταν ο τελευταίος, και η Μαύρη Δράκαινα αμέσως πήγε στη σκάλα κοιτάζοντας επάνω, για να δει μήπως έρχονταν κι άλλοι. Κανείς δεν πλησίαζε, όμως· και η βιβλιοθήκη μάλλον ήταν κλειστή, μια τέτοια, νυχτερινή ώρα.

Ο Έκτορας γονάτισε πλάι στον Αλλάνδρη. «Είσαι ζωντανός;»

«Ο γαμιόλης…!» μούγκρισε ο Αλλάνδρης, έχοντας το δεξί του χέρι στ’αριστερά του πλευρά, απ’όπου αίμα κυλούσε. «Ο γαμιόλης…!»

«Χλόη,» είπε ο Έκτορας. «Επίδεσμο.»

Η Χλόη άνοιξε τον σάκο της, ενώ εκείνος – έχοντας θηκαρώσει τα πιστόλια του – τράβηξε ένα ξιφίδιο από τη μπότα του κι έσκισε τη μαύρη δερμάτινη τουνίκα του Αλλάνδρη για ν’αποκαλύψει το τραύμα του. «Πάρ’το χέρι σου από πάνω, ρε μαλάκα,» του είπε.

Ο Αλλάνδρης υπάκουσε, χωρίς σχόλιο· ο πόνος του πρέπει να ήταν δυνατός: τα δόντια του έτριζαν, τα χαρακτηριστικά του προσώπου του είχαν στραβώσει.

Η Χλόη έδωσε τον επίδεσμο στον Έκτορα. «Και αντισηπτικό,» της είπε εκείνος, και σύντομα το είχε κι αυτό στο χέρι του.

«Λοιπόν,» είπε στον Αλλάνδρη. «Άκου: Δεν έχω χρόνο τώρα να σου βγάλω τη σφαίρα. Θα σε δέσω όσο καλύτερα γίνεται, και τη σφαίρα θα τη βγάλουμε μετά. Μ’ακούς;»

«Ναι – τελείωνε!» γρύλισε εκείνος.

Ο Έκτορας τού έριξε αντισηπτικό στο τραύμα – ο Αλλάνδρης γρύλισε – και πέρασε τον επίδεσμο γύρω από τα πλευρά του, δένοντάς τον σφιχτά – ο Αλλάνδρης ξαναγρύλισε.

«Θα με σκοτώσεις, γαμώ το σπίτι σου, γαμώ!»

«Δεν έχω σπίτι, Αλλάνδρη. Ούτε εσύ έχεις,» είπε ο Έκτορας, και σηκώθηκε όρθιος. Προς τον Σωσία: «Βοήθησέ τον να σηκωθεί.»

Ο Σωσίας υπάκουσε, υποβαστάζοντας τον Αλλάνδρη για να σταθεί στα πόδια του.

«Εδώ είναι.» Η Τζάκι στεκόταν μπροστά σε μια μεταλλική πόρτα. «Πίσω από εδώ.»

Ο Έκτορας πλησίασε κι έκανε ν’ανοίξει την πόρτα, ενώ οι άλλοι είχαν τα όπλα τους υψωμένα.

Η πόρτα ήταν κλειδωμένη· δεν άνοιγε.

«Νιρίφα,» είπε ο Έκτορας.

Η μάγισσα ένευσε. «Θα το προσπαθήσω.» Άρθρωσε τα λόγια για ένα Ξόρκι Ξεκλειδώματος, κι οι άλλοι την είδαν να δυσκολεύεται. «Γαμώτο!» γρύλισε τελικά η μάγισσα. «Κάποιος την έχει φτιάξει έτσι ώστε ν’αποκρούει τα Ξόρκια Ξεκλειδώματος, σα να γλιστράνε από πάνω της.»

…Μη μ’αφήσετε εδώ. Προσπαθήστε!…

Η φωνή είχε έρθει από… κάπου. Από παντού. Από πουθενά.

Ο Έκτορας βλεφάρισε. «Δεν έχω παραισθήσεις, έτσι;»

«Δε νομίζω, αφεντικό,» είπε ο Αίολος. «Έκτος αν είναι ομαδικές παραισθήσεις.»

…Σπάστε την πόρτα. Σας παρακαλώ…

«Είσαι το πλάσμα απ’το φεγγάρι, εσύ που μιλάς;» ρώτησε ο Έκτορας.

…Ναι. Σας παρακαλώ, βοηθήστε με. Είναι μεγάλη ανάγκη…

«Δεν ήρθαμε εδώ τσάμπα,» του είπε ο Έκτορας· «κάτι θα κάνουμε.» Στράφηκε στη Νιρίφα. «Ο δονούμενος καταστροφέας σου μπορεί να ρίξει την πόρτα;»

«Θα το ανακαλύψουμε,» είπε η μάγισσα.

Ο Έκτορας έκανε νόημα στον Άλκιμο, και εκείνος τον ακολούθησε στο άνοιγμα που είχαν δημιουργήσει. Σήκωσαν μαζί τον δονούμενο καταστροφέα από τα συντρίμμια και έκαναν να τον πάνε προς τη σιδερένια πόρτα.

«Μισό λεπτό,» τους είπε η Νιρίφα. «Μισό λεπτό.» Και, περνώντας πίσω τους, σήκωσε την ενεργειακή φιάλη που ήταν συνδεδεμένη με τη συσκευή μέσω καλωδίου. «Πάμε τώρα.»

Ο Έκτορας και ο Άλκιμος πλησίασαν τον δονούμενο καταστροφέα στην πόρτα. Η Νιρίφα άφησε κάτω τη φιάλη – που ήταν σχεδόν τελειωμένη – και πάτησε το κουμπί πάνω στη συσκευή. Τα τέσσερα καρφιά φορτίστηκαν, έγιναν κατακόκκινα. Ο Έκτορας και ο Άλκιμος τα κάρφωσαν στο σίδερο της πόρτας.

Οι επαναστάτες απομακρύνθηκαν, ανεβαίνοντας ώς ένα σημείο της σκάλας του υπογείου, και η Νιρίφα ενεργοποίησε τον καταστροφέα μέσω του τηλεχειριστήριού της.

Η πόρτα τραντάχτηκε. Το μέταλλό της ζάρωσε, διπλώθηκε. Οι μεντεσέδες τραβήχτηκαν, άγρια. Σίδερα ακούστηκαν να σπάνε. Και μετά, ο θόρυβος έπαψε.

Η ενέργεια της φιάλης είχε σωθεί.

«Αυτό ήταν,» είπε η μάγισσα. «Δε γίνεται τίποτα καλύτερο.»

«Με τις κλοτσιές η συνέχεια,» είπε ο Έκτορας, και ο Άλκιμος ένευσε.

Πλησίασαν τον δονούμενο καταστροφέα, τον ξεκάρφωσαν από την πόρτα, και άρχισαν να την κλοτσάνε, ξανά και ξανά και ξανά. Ώσπου εκείνη, ήδη πολύ ταλαιπωρημένη από τις δονήσεις του καταστροφέα, σωριάστηκε εμπρός τους.

Και είδαν αντίκρυ τους ένα πλάσμα όπως αυτό που τους είχε περιγράψει ο Ευγένιος Αρωγός. Ένα σχεδόν μυθικό θηρίο. Ένα Κάρσενωφ. Ημιτελές. Κόκαλα ξεπρόβαλλαν από δω κι από κει στο σώμα του. Οι φτερούγες του ήταν μισοκαλυμμένες από μεμβράνη. Φλέβες και εσωτερικά όργανα φαίνονταν. Ένα αλλόκοτο, κατάλευκο φως έμοιαζε να έρχεται από το τερατόμορφο σώμα αλλά και, συγχρόνως, παραδόξως, να μην έχει καμία συγκεκριμένη πηγή προέλευσης.

Μηχανήματα υπήρχαν τριγύρω στο δωμάτιο.

…Επιτέλους, ήρθατε. Σας ευχαριστώ.

Ευχαριστώ κι εσένα, Τζάκι, που τους έφερες…

Ο Έκτορας κι οι επαναστάτες μπήκαν στο δωμάτιο, ζυγώνοντας αργά το πλάσμα ενώ, συγχρόνως, κοίταζαν ολόγυρα, μήπως υπήρχε καμια παγίδα των Παντοκρατορικών.

…Είστε ασφαλείς, νομίζω… Δε χρειάζεται ανησυχία…

«Τι συμβαίνει εδώ;» ρώτησε ο Έκτορας το πλάσμα. «Τι είναι αυτό το υγρό που παίρνουν οι Παντοκρατορικοί από σένα;»

…Η υλική έκφανση του αδ’σ’ρ μου.

«Τι πράγμα;» έκανε ο Έκτορας.

Είναι το αδ’σ’ρ μου… Αλλά δεν είναι για εσάς. Μπορεί να σας προκαλέσει… ανεπιθύμητες καταστάσεις.

«Είναι κάτι καταστροφικό αυτό το πώς-το-λένε;»

…Μπορεί και να είναι, ναι…

«Τι ιδιότητες έχει;» ρώτησε ο Αίολος. «Επηρεάζει το ανθρώπινο μυαλό, έτσι δεν είναι; Και το νευρικό σύστημα.»

…Ναι, υποθέτω έχεις δίκιο, Αίολε’σαρ…

«Ξέρεις τ’όνομά μου.»

…Μόλις μου το είπες. Βλέπεις τον εαυτό σου ως Αίολο’σαρ, άρα κι εγώ έτσι σε ξέρω…

«Ο Αρωγός είχε δίκιο: έχεις μαντικές δυνάμεις…» παρατήρησε ο Αίολος.

Για εσάς, ναι, είναι… μαντικές δυνάμεις…

«Τέλος πάντων,» είπε ο Έκτορας. «Ο Αρωγός μάς είπε επίσης ότι δεν μπορείς να φύγεις από εδώ. Είναι αλήθεια;»

Ναι. Αν μετακινηθώ θα πεθάνω.

«Τι προτείνεις να γίνει, τότε;»

…Δυστυχώς, πρέπει να με σκοτώσετε. Δεν υπάρχει άλλο μονοπάτι, παρότι γνωρίζω πως αυτό θα εξασθενίσει πολύ το ήδη εξασθενισμένο αδ’σ’ρ μου…

«Μας έφερες, δηλαδή, εδώ για να σε σκοτώσουμε;» απόρησε ο Έκτορας.

…Υπάρχουν τέσσερα νεκρά σώματα έξω από την πόρτα. Τραβήξτε μέσα αυτό που είναι, μόλις βγαίνεις, στη γωνία δεξιά.

«Γιατί;» ρώτησε ο Έκτορας.

Για να μεταφέρω το αδ’σ’ρ μου εκεί όταν με σκοτώσεις, Έκτορα.

«Θα μπεις μέσα στο σώμα ενός ανθρώπου;» είπε ο Αίολος, έκπληκτος.

…Δεν έχω άλλη επιλογή.

«Δεν θέλεις να επιστρέψεις στο φεγγάρι;»

…Ναι. Θέλω…

«Το ξέρεις πως οι άνθρωποι δεν πετάνε, έτσι;»

…Χα-χα-χα-χα… Αίολε, το είδος σας με παραξενεύει αρκετά, οφείλω να ομολογήσω, αλλά γνωρίζω τα βασικά πράγματα για εσάς…

Φέρτε τώρα εδώ το νεκρό σώμα, παρακαλώ…

Ο Έκτορας έκανε νόημα στον Άλκιμο, κι εκείνος πήγε και το έφερε τραβώντας το από τα πόδια.

«Είναι το πτώμα της γυναίκας,» είπε.

…Ναι, Άλκιμε, είναι ένα θηλυκό σώμα του είδους σας. Μου ταιριάζει καλύτερα. Αναρωτιέστε αν είμαι γυναίκα… Η απάντηση δεν θα έχει νόημα για εσάς. Μπορείτε να με θεωρήσετε γυναίκα αν επιθυμείτε…

Σκοτώστε με τώρα, παρακαλώ.

Σκοτώστε με.

Ο Έκτορας τράβηξε τα πιστόλια του και σημάδεψε το αρχαίο, ημιτελές σώμα του Κάρσενωφ. Ο Άλκιμος σήκωσε την καραμπίνα του Αλλάνδρη, που είχε μαζέψει προηγουμένως από κάτω.

«Πυρ!» είπε ο Πρόμαχος.

Οι πυροβολισμοί τους αντήχησαν στο υπόγειο. Το σώμα του Κάρσενωφ τραντάχτηκε, και σύντομα – αλλά όχι και πολύ γρήγορα, δεδομένης της ημιτελούς κατάστασής του – πέθανε.

Μια αχνή ενέργεια φάνηκε να φεύγει από μέσα του… μια γκρίζα αχλή… κάτι σαν ημιορατός κυματισμός… ο οποίος τύλιξε το πτώμα της γυναίκας, σκεπάζοντάς το· και μετά, χάθηκε μέσα του.

Το κατάλευκο φως έσβησε· οι επαναστάτες έβλεπαν και πάλι μόνο με τους φακούς τους.

Τα μάτια της νεκρής γυναίκας άνοιξαν, κι αμέσως άρχισε να βήχει. Σπαρταρώντας βίαια.

«Οι σφαίρες μέσα της!» είπε η Χλόη. «Έχει σφαίρες μέσα στο στήθος της!»

«Σκατά!…» μούγκρισε ο Έκτορας. «Κρατήστε την κάτω! Ακίνητη!»

Ο Άλκιμος, η Χλόη, και η Σερφάντια την ακινητοποίησαν. Ο Πρόμαχος έσκισε το πουκάμισό της· χρησιμοποιώντας το ξιφίδιό του, έκανε μεγάλες τομές στο στέρνο τους· και, με τα δάχτυλά του, έβγαλε τις σφαίρες. Κανένας χειρούργος δεν θα ενέκρινε τις μεθόδους του: ήταν βέβαιος. Αυτή η τύπισσα, όμως, ήταν ήδη νεκρή· τι σκατά άλλο μπορούσε να πάθει;

Ο Έκτορας σηκώθηκε από πάνω της και είπε στους υπόλοιπους να την αφήσουν. Η γυναίκα έπαιρνε τώρα βαθιές ανάσες, φτύνοντας κάπου-κάπου λίγο αίμα. Τελικά, ανασηκώθηκε πάνω στο πάτωμα κρύβοντας το στήθος της με τα απομεινάρια του πουκαμίσου της.

«Ευχαριστώ, Έκτορα,» είπε. Από τα χείλη της η φωνή ακουγόταν περίεργη, σαν να μην είχε συνηθίσει να μιλά με ανθρώπινη γλώσσα.

«Γιατί δε μας μιλάς όπως πριν;» τη ρώτησε ο Αίολος. «Γιατί δε μιλάς στο μυαλό μας;»

Η γυναίκα έβηξε φτύνοντας αίμα πάνω στο χέρι της. «Διότι… το αδ’σ’ρ μου… Έτσι ακούγεται σ’εσάς; Τι φρικτό… Το αδ’σ’ρ μου έχει εξασθενίσει. Από τις… μετενσαρκώσεις.»

«Μπορείς, όμως, ακόμα να κάνεις μαντείες, έτσι;» είπε ο Αίολος.

«Ναι… έχω ακόμα… αυτή τη δύναμη. Σχεδόν όπως και πριν. Αλλά είμαι… αδύναμη… Τόσο αδύναμη…»

Ο Έκτορας τη βοήθησε να σηκωθεί όρθια.

«Θα με πάτε στην Οινόσφαιρα,» είπε η γυναίκα, και δεν ήταν ερώτηση: έμοιαζε να ήξερε ότι ο Έκτορας ήταν έτοιμος να πει Πάμε στη Σφαίρα. «Εκεί θα… ανακτήσω τις δυνάμεις μου. Κάπως. Ποτέ, όμως, δεν θα είμαι όπως πριν…» Δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά της. Τα μάζεψε με το αιματοβαμμένο χέρι της. «Τι περίεργο αυτό…» μουρμούρισε, κι έφερε τα δάκρυα στα χείλη της, σαν να ήθελε να τα δοκιμάσει.

Κεφάλαιο 34
Κλοπές και Καταστροφές

Το κουδούνισμα του τηλεπικοινωνιακού πομπού ξύπνησε την Ελεονόρα.

Παραμέρισε την κουβέρτα κι ανασηκώθηκε, ζαρώνοντας τα μάτια της στο φως της αυγής που γλιστρούσε από τα μισάνοιχτα παντζούρια του δωματίου.

«Νομίζω ότι είναι για σένα,» είπε ο Κριτόλαος, έχοντας κι εκείνος ξυπνήσει στην άλλη πλευρά του κρεβατιού.

Η Ελεονόρα σηκώθηκε, ντυμένη με τα εσώρουχά της, πλησίασε την τσάντα της, την άνοιξε, και πήρε τον πομπό από μέσα. Η κλήση ήταν από το ερευνητικό κέντρο, έδειχνε η οθόνη. Από τον Λοχαγό Αρδάνη.

Η Ελεονόρα άνοιξε τον πομπό. «Ναι;»

«Κύρια Επιτηρήτρια. Συγνώμη για το ακατάλληλο της ώρας.» Ήταν πράγματι ο Αρδάνης. «Συνέβη, όμως, κάτι που πρέπει να μάθετε.»

«Σ’ακούω, Λοχαγέ.» Η Ελεονόρα κάθισε στο σκαμνί μπροστά στον καθρέφτη· μέσα στο κρύσταλλο, η αντανάκλαση του μαυρόδερμου σώματός της έμοιαζε με σκιά.

«Κάποιος ή κάποιοι σκότωσαν μία φρουρό στους διαδρόμους των εργαστηρίων και έσπασαν μια κλειδωμένη πόρτα. Δεν ξέρουμε αν πήραν κάτι από μέσα.»

Η Ελεονόρα αισθάνθηκε σαν να την είχε ξαφνικά λούσει κρύο νερό. Κι αμέσως θυμήθηκε το περιστατικό στο ελικοδρόμιο – την έκρηξη. Δεν ήταν συμπτωματική, τελικά! Το ήξερε! Και τότε ο Αρδάνης δεν ήθελε να την πιστέψει…

«Κύρια Επιτηρήτρια;»

«Ναι, σ’ακούω… Πώς – πώς είναι δυνατόν κάποιος να κατάφερε να μπει;»

«Το ερευνώ τώρα, κυρία Επιτηρήτρια. Οι φρουροί του μεταλλικού φράχτη, πάντως, δεν δέχτηκαν καμία επίθεση–»

«Πρέπει, τότε, κάπως να τους απέφυγε, όποιος κι αν ήταν!»

«…Δεν ξέρω, κύρια Επιτηρήτρια… Ίσως.»

«Τι θέλεις να πεις, δηλαδή;» Η Ελεονόρα τώρα αισθανόταν να θυμώνει. «Ότι κάποιος από μέσα από το ερευνητικό κέντρο το έκανε αυτό;»

«Δεν είμαι βέβαιος ακόμα–»

«Θα έρθω από κει.»

«Ναι, ήθελα να σας το–»

Η Ελεονόρα έκλεισε τον πομπό καθώς σηκωνόταν όρθια. «Τα Γένια του Κρόνου…! Πώς γίνονται αυτά;»

Ο Κριτόλαος, που την παρακολουθούσε καθισμένος στο κρεβάτι και συνοφρυωμένος, ρώτησε: «Τι είναι, Ελεονόρα; Τι συνέβη;»

«Κάποιος σκότωσε μια φρουρό μέσα στους διαδρόμους των εργαστηρίων κι έσπασε μια κλειδωμένη πόρτα.»

«Για ποιο λόγο;»

«Δεν ξέρω. Μάλλον για να κλέψει κάτι. Δε μπορώ να φανταστώ τι. Είχε συμβεί, όμως, κι ένα άλλο περιστατικό πρόσφατα. Μια έκρηξη στο ελικοδρόμιο. Ένας φρουρός σκοτώθηκε, και το ελικόπτερο διαλύθηκε.»

«Γιατί δε μου το είχες πει;»

«Προχτές συνέβη, τη νύχτα προτού έρθω στην πόλη για τον Ουρανοθραύστη και για να πάω στη Νιρικ–»

Ο πομπός της χτύπησε πάλι. Η Ελεονόρα κοίταξε τη μικρή του οθόνη: από τη φρουρά του ερευνητικού κέντρου την καλούσαν.

Τον άνοιξε. «Μάλιστα.»

«Κύρια Επιτηρήτρια, ετοιμαζόμαστε να πάμε στη Νιρικόνια Κλινική, όπως μας είχατε προστάξει χτες βράδυ. Σας ενημέρωσε, όμως, για τα γεγονότα ο Λοχαγός Αρδάνης;»

«Με ενημέρωσε.»

«Θα συνεχίσουμε εμείς όπως μας είπατε χτες; Θα πάμε στην κλινική;»

«Ναι. Σας περιμένουν.»

«Μάλιστα. Ξεκινάμε, τότε.»

Η Ελεονόρα έκλεισε τον πομπό. «Νομίζεις ότι μπορεί να τα κάνουν αυτά οι επαναστάτες;» ρώτησε τον Κριτόλαο.

«Δεν ξέρω,» είπε εκείνος. «Γιατί ανατίναξαν το ελικόπτερο; Μετέφερε κάτι;»

«Όχι,» αποκρίθηκε η Ελεονόρα.

«Πώς έγινε η έκρηξη; Με εκρηκτικούς μηχανισμούς;»

«Όχι. Ο Λοχαγός Αρδάνης υποθέτει ότι ανατινάχθηκαν οι ενεργειακές φιάλες που βρίσκονταν κοντά στο ελικόπτερο.»

«Αποκλείεται οι επαναστάτες να είχαν εισβάλει στο ερευνητικό κέντρο μόνο και μόνο για να ανατινάξουν ένα άδειο ελικόπτερο και να φύγουν,» είπε ο Κριτόλαος. «Βρέθηκαν σημάδια εισβολής;»

Η Ελεονόρα κούνησε το κεφάλι. «Όχι. Ο Αρδάνης δε βρήκε τίποτα.»

«Ποιος σε κάλεσε τώρα, πριν από λίγο;»

«Οι φρουροί που θα πάρουν από τη Νιρικόνια Κλινική τους δύο παράφρονες. Με ρώτησαν αν εξακολουθώ να θέλω να πάνε, και τους είπα να συνεχίσουν κανονικά.» Ανασήκωσε τους ώμους της. «Πρέπει τώρα να πάω στο ερευνητικό κέντρο, Κριτόλαε,» είπε. «Θέλω να δω αν όντως κλάπηκε κάτι από τα εργαστήρια.»

«Θα έρθω μαζί σου,» της είπε ο Κριτόλαος.

Μετά από λίγη ώρα, καθώς ετοιμάζονταν, κουδούνισε ο δικός του τηλεπικοινωνιακός πομπός, κι εκείνος τον άνοιξε.

«Εξοχότατε, κάτι απρόοπτο συνέβη.» Ήταν ένας από τους κατασκόπους του. «Οι τρεις πράκτορες στο υπόγειο της δανειστικής βιβλιοθήκης είναι νεκροί· η πράκτορας Ηλέννια Καρτάνη έχει εξαφανιστεί. Ο τοίχος που είχαμε χτίσει έχει διαλυθεί. Η σιδερένια πόρτα επίσης έχει διαλυθεί. Και το πλάσμα πίσω από αυτήν είναι νεκρό–»

«Νεκρό!» φώναξε ο Κριτόλαος. «Νεκρό!»

«Από σφαίρες, Εξοχότατε. Σφαίρες πιστολιού και καραμπίνας.»

«Μην πειράξετε τίποτα. Έρχομαι εκεί. Και μη μαζέψετε τη Χωροφυλακή. Το θέμα θεωρείται απόρρητο.»

«Ασφαλώς, Εξοχότατε.»

Η επικοινωνία τερματίστηκε.

«Τι είναι;» τον ρώτησε η Ελεονόρα, καταλαβαίνοντας ότι πρέπει, αναμφίβολα, να είχε συμβεί κάτι πολύ άσχημο. Δεν είχε ξαναδεί τον Κριτόλαο ποτέ τόσο ξαφνιασμένο.

«Το πλάσμα από το φεγγάρι,» της είπε εκείνος. «Κάποιοι το σκότωσαν.»

Τα μάτια της γούρλωσαν. Το στόμα της ανοιγόκλεισε, χωρίς να βγει ήχος.

«Οι τρεις πράκτορές μας είναι νεκροί· η μία εξαφανίστηκε μυστηριωδώς. Θα πάω τώρα να το κοιτάξω. Έλα κι εσύ μαζί μου, και μετά θα πάμε στο ερευνητικό κέντρο.»

«Μα…» Η Ελεονόρα τα είχε χάσει. Ξαφνικά, νόμιζε ότι ο κόσμος είχε αναποδογυρίσει. Νόμιζε πως είχε κοιμηθεί και είχε ξυπνήσει σ’άλλη πραγματικότητα. Μυστηριώδεις επιθέσεις στο ερευνητικό κέντρο; Το πλάσμα από το φεγγάρι νεκρό; Τι σκατά συνέβαινε; «Μα… δε μπορεί νάναι νεκρό, Κριτόλαε! Ποιος θα πήγε να το σκοτώσει;»

«Οι επαναστάτες. Γνώριζαν για την ύπαρξή του. Και δεν υπάρχει άλλη εξήγηση.» Της έκανε νόημα να συνεχίσει να ντύνεται. «Τελείωνε, για να φύγουμε.»

*

Ο Έκτορας και οι σύντροφοί του επέστρεψαν στην Οινόσφαιρα λίγο πριν από τα χαράματα.

Καθώς διέσχιζαν τις σήραγγες για να φτάσουν εδώ, η οντότητα από το φεγγάρι τούς είχε πει ότι τώρα ονομαζόταν Ηλέννια Καρτάνη.

«Αυτό,» είχε παρατηρήσει ο Πρόμαχος, «μοιάζει με πραγματικό Σεργήλιο όνομα.»

«Είναι το όνομα του σώματός μου. Έτσι λεγόταν η πράκτορας της Παντοκράτειρας. Μου το είχε… πει η ίδια, όσο εκείνη κι οι άλλοι με φρουρούσαν. Κι οι υπόλοιποι μού είχαν πει τα ονόματά τους, ασφαλώς…» Φαινόταν να δυσκολεύεται στην ομιλία με τη χρήση της ανθρώπινης γλώσσας, αλλά, όσο περνούσε η ώρα, τα κατάφερνε ολοένα και καλύτερα.

Και τώρα, καθώς ανέβαιναν από το κάτω υπόγειο, φτάνοντας στην κεντρική αίθουσα της Οινόσφαιρας, ο Αίολος ρώτησε την οντότητα από το φεγγάρι: «Είσαι κουρασμένη; Θα ήθελες να κοιμηθείς;»

Η Ηλέννια ένευσε. «Ναι. Τα τραύματά μου χρειάζονται κάποιο χρόνο για να επουλωθούν πλήρως.»

Ο Χρίστος, η Λιβώνη, και ο Αλέξανδρος – οι μόνοι άλλοι άνθρωποι στην αίθουσα, που δεν είχε πελάτες αυτή την ώρα – σηκώθηκαν από το τραπέζι όπου κάθονταν κι έπαιζαν χαρτιά και τους πλησίασαν.

«Τι έγινε, αφεντικό;» ρώτησε ο Αλέξανδρος. «Όλα εντάξει;» Εκείνος και η Λιβώνη γνώριζαν τι είχαν πάει να κάνουν ο Πρόμαχος και οι άλλοι· ο μόνος που δεν ήξερε ήταν ο Χρίστος.

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Έκτορας. «Αλλά ο Αλλάνδρης, όπως βλέπεις, χτυπήθηκε.» Κοίταξε τον μαυρόδερμο επαναστάτη, που ο Άλκιμος τον βοηθούσε να περπατά. «Ειδοποίησε τον Πολ. Αμέσως.»

Ο Αλέξανδρος ένευσε κι έτρεξε να πιάσει έναν τηλεπικοινωνιακό πομπό πίσω από το μπαρ.

Ο Έκτορας, ενώ διέσχιζαν τις σήραγγες κάτω από τη Θακέρκοβ, είχε δει μήπως μπορούσε να βγάλει τη σφαίρα από το τραύμα του Αλλάνδρη, αλλά είχε διαπιστώσει ότι το βλήμα βρισκόταν βαθιά μέσα του και καλύτερα να άφηνε αυτή τη δουλειά σ’έναν ειδικό. Γνώριζε πώς να βγάζει σφαίρες, όμως δεν ήθελε να το ριψοκινδυνέψει.

«Ποια είναι η κοπέλα;» ρώτησε η Λιβώνη κοιτάζοντας την Ηλέννια.

«Το όνομά της είναι Ηλέννια,» είπε ο Αίολος. «Είναι… μια καινούργια φίλη.»

Η Λιβώνη συνοφρυώθηκε, παραξενεμένη.

«Αυτό που λέει ο μάγος,» της είπε ο Έκτορας, κι έκανε νόημα στον Αίολο να οδηγήσει την οντότητα από το φεγγάρι κάπου για να ξεκουραστεί.

Ο Άλκιμος πήγε τον Αλλάνδρη στο δωμάτιό του, και ο Έκτορας κι η Χλόη τον ακολούθησαν. Ο Πρόμαχος είπε στους υπόλοιπους επαναστάτες να μην έρθουν.

«Έκτορα…» μούγκρισε ο Αλλάνδρης, καθώς ο Άλκιμος τον έβαζε να ξαπλώσει στο κρεβάτι. «Πώς με κόβεις; Είμαι στα τελευταία μου;»

«Σα βουβάλι που το έχει χτυπήσει σφαίρα είσαι,» του απάντησε ο Πρόμαχος. «Τίποτα δεν έχεις καταλάβει.»

Ο Αλλάνδρης μειδίασε πονεμένα. «Κάτι έχω καταλάβει… Σα να μου έχεις περάσει ένα γαμημένο παλούκι μέσα μου και να τόχεις αφήσει εκεί…»

«Κάνε υπομονή. Θάρθει ο γιατρός όπου νάναι, αλλιώς θα γδάρω το καφετί τομάρι του και θα το κάνω μπότες.»

Ο Αλλάνδρης πήγε να γελάσει και έβηξε. Το σώμα του τραντάχτηκε.

«Ήρεμα,» του είπε η Χλόη αγγίζοντας τον ώμο του. «Ήρεμα. Μη μιλάς, και μην κουνιέσαι.»

Ο Αλλάνδρης καθάρισε το λαιμό του. «Παιδιά… πάντως, αν δεν τη βγάλω καθαρή, χάρηκα που περάσαμε μαζί όσα περάσαμε… δε θα μπορούσα νάχα περάσει και καλύτερα… Έκτορα.»Ύψωσε το χέρι του. «Είσαι αδελφός μου, φίλε.»

Ο Έκτορας τού έσφιξε το χέρι. «Αδελφός σου θα είμαι και μετά απ’αυτό. Δε θα πεθάνεις. Τώρα, καλά σού λέει η Χλόη, μη μιλάς

Ο Πολ δεν άργησε να έρθει, ντυμένος με την καπαρντίνα του και με τον σάκο του στον ώμο.

«Αλλάνδρη,» είπε, καθίζοντας δίπλα στο κρεβάτι και αφήνοντας τον σάκο κάτω. «Πού πήγες κι έμπλεξες τώρα, φίλε μου;» Χρησιμοποιώντας ένα λεπτό ψαλίδι έκοψε τον επίδεσμο γύρω απ’τα πλευρά του τραυματία.

«Ξέρεις…» μούγκρισε ο Αλλάνδρης. «Μ’αυτό το τομάρι τον Έκτορα.»

Ο Πολ κοίταξε το τραύμα, αγγίζοντάς το συγχρόνως. Μετά, έβγαλε ένα φιαλίδιο και μια ένεση απ’το σάκο του.

«Τι σκατά πας να κάνεις εκεί;» ρώτησε ο Αλλάνδρης.

«Μια τοπική αναισθητοποίηση, για να λιγοστέψω τον πόνο. Πρέπει να βγάλω τη σφαίρα – και φαίνεται νάχει πάει βαθιά, η καταραμένη.»

*

Ο Κριτόλαος κοίταζε την καταστροφή στο υπόγειο της δανειστικής βιβλιοθήκης. Οι πράκτορες είχαν σκοτωθεί από σφαίρες. Και το πιστόλι της Ηλέννιας βρισκόταν στο πάτωμα. Επίσης, υπήρχαν αίματα γύρω του· η πράκτορας, λοιπόν, πρέπει να είχε χτυπηθεί προτού εξαφανιστεί. Την είχαν αιχμαλωτίσει; Για ποιο λόγο; Δεν μπορούσε να καταλάβει.

Ο ξαναχτισμένος τοίχος είχε γκρεμιστεί και πάλι, παρότι τώρα τον είχαν φτιάξει πιο δυνατό από πριν. Δε φαινόταν κανένας να είχε βάλει εκρηκτικά· με άλλο τρόπο τον είχαν ρίξει. Και το ίδιο ίσχυε και για την πόρτα: ούτε εκεί φαινόταν να είχε γίνει έκρηξη.

Το πλάσμα από το φεγγάρι είχε σκοτωθεί από σφαίρες πιστολιού και καραμπίνας, όπως του είχε πει ο κατάσκοπός του.

Ο Κριτόλαος τράβηξε φωτογραφίες παντού.

Η Ελεονόρα καταριόταν και κλοτσούσε το πάτωμα, οργισμένη. «Τα καθάρματα!» έλεγε. «Τα καθάρματα! Κατέστρεψαν τα πάντα! Τα πάντα!… Τόση έρευνα. Τόσος κόπος… Και τώρα, δε θα μπορούμε να πάρουμε απόσταγμα… Οι εγκληματίες!…»

Ο Κριτόλαος στράφηκε σ’έναν πράκτορά του. «Οι αισθητήρες στις σήραγγες δεν τους εντόπισαν να έρχονται;»

«Πρέπει κάπως να τους αδρανοποίησαν, Εξοχότατε.»

«Τους κατέστρεψαν;»

«Όχι· είναι στις θέσεις του, και λειτουργούν κανονικά.»

Ο Κριτόλαος καταράστηκε. «Να ερευνήσετε τις σήραγγες,» είπε. «Θέλω να βρείτε τα ίχνη τους.»

«Μάλιστα, Εξοχότατε.»

Η Ελεονόρα πλησίασε τον Κριτόλαο. «Σκότωσαν το πλάσμα από το φεγγάρι, τα παλιοτόμαρα…» είπε. «Τι θα κάνουμε τώρα;»

«Δεν έχεις καθόλου απόσταγμα στο ερευνητικό κέντρο;»

«Έχω,» είπε η Ελεονόρα. «Αλλά αν μου χρειαστεί κι άλλο; Δεν έχω τελειώσει τα πειράματά μου.»

Ο Κριτόλαος αναστέναξε. «Δε μπορούμε να κάνουμε τίποτα τώρα.»

«Έπρεπε να ήσουν πιο προσεκτικός! Έπρεπε να φυλάς αυτό το μέρος πιο καλά!»

«Τι άλλο να έκανα; Είχα πάρει ό,τι μέτρα ασφαλείας μπορούσα–»

«Δεν ήταν αρκετά για να τους σταματήσουν, όμως!» Η Ελεονόρα ήταν εξοργισμένη. «Αυτή θα ήταν η μεγαλύτερη ανακάλυψη στη Σεργήλη, Κριτόλαε! Η μεγαλύτερη ανακάλυψη στη Σεργήλη! Και δε μας έχει τώρα μείνει τίποτα

Πέρασε από δίπλα του, βαδίζοντας προς τη σκάλα του υπογείου.

«Πού πηγαίνεις;» τη ρώτησε ο Κριτόλαος.

«Στο ερευνητικό κέντρο.»

«Δε θα πας εκεί μόνη σου.»

Η Ελεονόρα σταμάτησε στο πρώτο σκαλοπάτι. Στράφηκε να τον κοιτάξει. «Δε θα μείνεις εδώ να ερευνήσεις;»

«Οι πράκτορές μου θα ερευνήσουν ετούτη την υπόθεση. Εγώ θα έρθω στο ερευνητικό κέντρο – για τώρα, τουλάχιστον.»

Η Ελεονόρα συνοφρυώθηκε. «Πιστεύεις ότι η επίθεση εκεί ίσως να συνδέεται με την επίθεση εδώ;»

«Δεν ξέρω. Αυτό θέλω να ανακαλύψω.»

*

Επειδή ήθελε να την προσέχει αλλά και, για ακαδημαϊκούς λόγους, να την παρατηρεί, ο Αίολος έβαλε την Ηλέννια να κοιμηθεί στο δωμάτιό του.

«Θέλεις να σου φέρω καινούργια ρούχα;» τη ρώτησε.

Η οντότητα από το φεγγάρι κοίταξε τον εαυτό της: το κουρελιασμένο, αιματοβαμμένο πουκάμισο που φορούσε. «Ναι,» είπε.

«Επίσης, ίσως να ήθελες να πλυθείς,» της είπε ο Αίολος. «Το μπάνιο είναι από κει.» Έδειξε.

Η Ηλέννια συνοφρυώθηκε. «Να πλυθώ;»

«Να ρίξεις νερό πάνω στο σώμα σου; Νερό και σαπούνι;»

«Το σώμα μου είναι τραυματισμένο. Το… αδ’σ’ρ μου πρέπει να κλείσει το τραύμα.» Δυσκολευόταν μ’αυτή τη λέξη όπως και ο Αίολος, παρότι αναφερόταν σε κάτι τελείως δικό της· τα ανθρώπινα χείλη και η ανθρώπινη γλώσσα ήταν αδύνατο να την προφέρουν σωστά.

«Ναι,» αποκρίθηκε ο μάγος, «αλλά πρέπει να πλυθείς. Δεν είναι μόνο για σένα.» Ζάρωσε τη μύτη του. «Καταλαβαίνεις;»

Η Ηλέννια βλεφάρισε παρατηρώντας τον. «Ναι,» είπε τελικά.

«Μπορείς απλά να αποφύγεις να βρέξεις το τραύμα.»

Η Ηλέννια ένευσε, με τρόπο που φανέρωνε ότι προσπαθούσε να μιμηθεί τα νεύματα που είχε δει άλλους να κάνουν.

«Πάω να σου φέρω ρούχα. Ή θέλεις να σου ετοιμάσω το μπάνιο πρώτα; Ξέρεις να το ετοιμάσεις μόνη σου;»

«Όχι.»

Ο Αίολος παραξενεύτηκε και, καθότι Ερευνητής, ενθουσιάστηκε συγχρόνως. Αυτή η οντότητα μπορούσε να γνωρίζει τις σκέψεις των ανθρώπων, κι όμως δεν ήξερε πώς οι άνθρωποι ετοίμαζαν το μπάνιο τους!

«Θα σ’το ετοιμάσω εγώ, τότε,» είπε ο μάγος, και της το ετοίμασε, γεμίζοντας τη μικρή, πέτρινη λεκάνη με χλιαρό νερό και σαπούνι.

Έκανε νόημα στην Ηλέννια να πλησιάσει κι εκείνη ήρθε κοντά του. «Μπορείς τώρα να πλυθείς;» τη ρώτησε. «Ξέρεις τι να κάνεις;»

«Νομίζω…»

«Ή θα βουτήξεις η ίδια μέσα, ή θα πάρεις μια πετσέτα» – έπιασε μια πετσέτα και της την έδωσε – «θα τη βουτήξεις, και θα τη χρησιμοποιήσεις για να πλύνεις το σώμα σου.»

«Καταλαβαίνω,» είπε η Ηλέννια.

«Ωραία,» αποκρίθηκε ο Αίολος. «Πάω να σου φέρω ρούχα, τώρα. Εντάξει;»

«Εντάξει.»

Ο μάγος βγήκε από το δωμάτιο του κλείνοντας την πόρτα και νιώθοντας ενθουσιασμένος. Απίστευτη περίπτωση! σκεφτόταν. ΑΠΙΣΤΕΥΤΗ περίπτωση! Μια οντότητα από το φεγγάρι μέσα σ’ένα ανθρώπινο σώμα! Ήταν, σίγουρα, κάτι άξιο μελέτης. Κάτι άξιο να καταγραφεί στο αρχείο της Μαγικής Ακαδημίας. Ο Αίολος, όμως, δεν μπορούσε να μπλέξει την Ακαδημία σ’ετούτη την υπόθεση, γιατί τότε οι Παντοκρατορικοί θα μάθαιναν τι συνέβαινε και τα αποτελέσματα θα ήταν… δυσάρεστα.

Πλησίασε την πόρτα της Νιρίφα και χτύπησε. Νόμιζε ότι τα ρούχα της μάγισσας πρέπει να έκαναν στην Ηλέννια· είχαν περίπου το ίδιο ανάστημα οι δυο τους, και καμια δεν ήταν παχιά. Η Νιρίφα ίσως να ήταν ελαφρώς πιο μεγαλόσωμη, αλλά αυτό ο Αίολος δεν πίστευε ότι θα παρουσίαζε πρόβλημα.

«Ποιος είναι;» ακούστηκε η φωνή της μάγισσας από μέσα.

«Εγώ. Θέλω να σου ζητήσω κάτι.»

Η Νιρίφα άνοιξε. «Τι είναι, Αίολε; Όλα εντάξει με τη φιλοξενούμενή σου;» Πίσω της στεκόταν η Τζάκι και κοιτούσε· η μάγισσα είχε προθυμοποιηθεί να την κρατήσει στο δωμάτιό της μέχρι η δημοσιογράφος να κάνει ένα μπάνιο, να ξεκουραστεί, και να φύγει από την Οινόσφαιρα

«Ναι. Χρειάζομαι, όμως, ρούχα. Γυναικεία.»

Η Νιρίφα ένευσε. «Ναι, λογικά θα θέλει ν’αλλάξει. Θα σου φέρω μερικά. Θα έρθω εγώ.»

«Ευχαριστώ,» είπε ο Αίολος.

«Μην είσαι ανόητος,» χαμογέλασε η Νιρίφα.

Ο Αίολος επέστρεψε στο δωμάτιό του και, σε λίγο, η μάγισσα ήρθε φέρνοντας μαζί της κάμποσα ρούχα για να διαλέξει η Ηλέννια, η οποία ακόμα πλενόταν.

*

«Το τραύμα δεν είναι θανάσιμο. Θα γίνει καλά,» είπε ο Πολ στον Έκτορα, όταν είχε τελειώσει τη δουλειά του και εκείνος, ο Πρόμαχος, και η Χλόη ήταν στην κεντρική αίθουσα της Οινόσφαιρας. «Του έδωσα τώρα ένα υπνωτικό για να κοιμηθεί και να ανακτήσει τις δυνάμεις του. Η πληγή θα χρειαστεί κάμποσο καιρό, βέβαια, για να επουλωθεί πλήρως. Είναι άσχημη. Θα πρότεινα για είκοσι ημέρες τουλάχιστον να μην μπει σε περιπέτειες· θα είναι ακόμα πολύ αδύναμος.»

Ο Έκτορας ένευσε. «Θα το έχω υπόψη. Θα τον κρατήσω μέσα ακόμα κι αν πρέπει να τον δέσω στο κρεβάτι.»

Ο Πολ χαμογέλασε. «Ελπίζω να μη φτάσετε ώς εκεί. Κι αν χρειαστεί κάποιο παυσίπονο, δώσε του αυτό.» Έβγαλε από την τσάντα του ένα κουτάκι και το έτεινε προς τον Έκτορα.

«Ευχαριστώ, γιατρέ, αλλά νομίζω ότι έχουμε πολλά απ’αυτό ήδη.»

Ο Πολ ύψωσε ένα φρύδι, παραξενεμένος.

«Μετά από μια… υπόθεση, βρέθηκαν στην κατοχή μας ένα σωρό φάρμακα. Μπορώ να σου δώσω κι εσένα μερικά, αν θέλεις.»

«Φάρμακα;» έκανε ο Πολ. «Δε θα το περίμενα ότι ασχολείσαι με φάρμακα, Πρόμαχε.»

«Δεν το έκανα επίτηδες,» τον διαβεβαίωσε ο Έκτορας. «Έλα μαζί μου, να σου δείξω· και παίρνεις ό,τι θέλεις.»

Ο Πολ και η Χλόη τον ακολούθησαν προς το υπόγειο της Οινόσφαιρας.

Ο Έκτορας άνοιξε δύο κιβώτια και άφησε τον γιατρό να δει τα κουτάκια και τα μπουκαλάκια που ήταν μέσα.

«Ολόκληρος θησαυρός,» είπε ο Πολ κοιτάζοντάς τα. «Σίγουρα, θα πάρω κάποια, αν μου το επιτρέπεις.»

«Ναι, αυτό δε σου είπα; Πάρε ό,τι γουστάρεις.»

«Σχετικά με τον Αλλάνδρη, πρώτα.» Ο Πολ σήκωσε το βλέμμα του από τα φάρμακα και το έστρεψε στον Πρόμαχο. «Θα του δώσεις αυτό το παυσίπονο που σου έδειξα, αν το χρειαστεί.»

«Δείξτο μου πάλι.»

Ο Πολ πήρε ένα κουτάκι από το κιβώτιο. «Αυτό είναι.»

Ο Έκτορας ένευσε.

«Και,» πρόσθεσε ο Πολ, «αν ανεβάσει πυρετό – που είναι πολύ πιθανό – θα του δώσεις…» Έψαξε μέσα στο κιβώτιο. «Αυτό.» Κρατούσε ένα μπουκαλάκι. «Δύο κουταλάκια. Καλώς;»

Ο Έκτορας ένευσε πάλι.

«Μην τα ξεχάσεις, Πρόμαχε.»

«Δεν είμαι ηλίθιος, γιατρέ.»

Ο Πολ μειδίασε. «Ωραία. Τώρα, άφησέ με να σε ληστέψω με την ησυχία μου. Για το καλό της ανθρωπότητας είναι.»

«Το δίχως άλλο.»

*

Η Ελεονόρα επέστρεψε στο ερευνητικό κέντρο, μαζί με τους φρουρούς της και τον Κριτόλαο, και πήγε κατευθείαν να δει τον Λοχαγό Αρδάνη στο αρχηγείο των φρουρών.

«Τι συμβαίνει, Λοχαγέ;» ρώτησε. «Πώς είναι δυνατόν να έγινε αυτό το πράγμα;»

«Δεν έχω ιδέα, κύρια Επιτηρήτρια.» Το χρυσόδερμο πρόσωπό του φανέρωνε απόγνωση. «Σκότωσαν μία φρουρό. Με ξιφίδιο. Την τρύπησαν τρεις φορές: μία εδώ,» έδειξε το κέντρο του στήθους του, «μία εδώ,» έδειξε το αριστερό στήθος, «και μία εδώ,» έδειξε την κοιλιά.

«Αυτοί που της επιτέθηκαν ήταν πολλοί;» ρώτησε ο Κριτόλαος.

«Νομίζω πως, ναι, πρέπει να ήταν. Είχε καταφέρει να τραβήξει το πιστόλι της, αλλά δεν είχε προλάβει να πυροβολήσει. Και ο καρπός της είναι μελανιασμένος. Πιστεύω ότι κάποιος την άρπαξε από πίσω και κάποιος άλλος τη μαχαίρωσε από μπροστά. Επομένως, πρέπει να ήταν τουλάχιστον δύο.»

«Κανένα σημάδι εισβολής υπάρχει;»

«Δε βρήκαμε τίποτα. Μια πόρτα μέσα στα εργαστήρια μόνο είναι παραβιασμένη. Μια πόρτα που ήταν κλειδωμένη. Πρέπει να χτύπησαν την κλειδαριά με κάποιο μεγάλο εργαλείο – πιθανώς τσεκούρι – μέχρι που την έσπασαν.»

Η Ελεονόρα ρώτησε: «Σε ποιο εργαστήριο;»

Ο Αρδάνης τής είπε.

«…Όχι!» έκανε η Ελεονόρα, κι αμέσως έτρεξε.

Ο Κριτόλαος την ακολούθησε, έχοντας μια πολύ καλή ιδέα τι συνέβαινε. Πρέπει να ήταν το εργαστήριο όπου κρατούσε το απόσταγμα.

Βγήκαν από το αρχηγείο των φρουρών και πήγαν σ’ένα άλλο οίκημα. Διέσχισαν τους διαδρόμους του γρήγορα και έφτασαν στη σπασμένη πόρτα, την οποία τώρα φυλούσαν δύο φρουροί.

«Κάντε πέρα!» τους είπε απότομα η Ελεονόρα, κι εκείνοι υπάκουσαν.

Στο εσωτερικό του εργαστηρίου δεν υπήρχαν ζημιές, όμως η Ελεονόρα είδε ότι κάτι έλειπε.

«Όχι!» φώναξε. «Όχι!» Και κλοτσώντας μια καρέκλα την έστειλε πάνω σ’έναν πάγκο, κάνοντας τα γυάλινα δοχεία που βρίσκονταν εκεί να ανατραπούν και να σπάσουν. Οξείες οσμές απλώθηκαν στο δωμάτιο. «Όχι!»

«Τι είναι;» ρώτησε ο Κριτόλαος. «Τι πήραν;»

Η Ελεονόρα στράφηκε να τον κοιτάξει. «Το απόσταγμα. Πήραν το απόσταγμα! Δεν άφησαν τίποτα

Ο Κριτόλαος συνοφρυώθηκε, απορημένος. Δε μπορεί οι επαναστάτες να μπήκαν τόσο εύκολα εδώ πέρα, σκέφτηκε. Κι επιπλέον, δε μπορεί να ήξεραν πού ακριβώς βρισκόταν το απόσταγμα μέσα στο ερευνητικό κέντρο. Αν ήταν αυτοί, θα έπρεπε κανονικά να είχαν κάνει ολόκληρο το χτίριο άνω-κάτω.

Επομένως, δεν ήταν αυτοί.

Και ποιος ήταν;

«Τι σκατά με κοιτάς έτσι;» φώναξε η Ελεονόρα, και κλότσησε μια άλλη καρέκλα, η οποία κοπάνησε στον τοίχο.

«Κάποιος από δω μέσα έκλεψε το απόσταγμα,» είπε ο Κριτόλαος.

«Τι είν’αυτά που λες; Τι να το κάνει; Οι επαναστάτες το πήραν!»

Ο Κριτόλαος κούνησε το κεφάλι. «Δεν το νομίζω–»

«Ποιος το πήρε, τότε, ανόητε;» ούρλιαξε η Ελεονόρα.

«Σκέψου!» της είπε ο Κριτόλαος αρπάζοντάς την από το μπράτσο. «Πώς είναι δυνατόν οι επαναστάτες να ήξεραν πού ακριβώς είχες το απόσταγμα; Τους το είχες πει όταν σε είχαν αιχμαλωτίσει;»

«Φυσικά και όχι!»

«Επομένως, αν ήταν αυτοί που εισέβαλαν, θα έπρεπε να είχαν ψάξει τα πάντα εδώ πέρα. Δε θα είχαν έρθει κατευθείαν σε τούτο το εργαστήριο. Αυτός που ήρθε και έκλεψε το απόσταγμα ήξερε ακριβώς πού να έρθει, δεν το βλέπεις; Σκότωσε τη φρουρό στον διάδρομο, έσπασε την πόρτα, και πήρε το απόσταγμα χωρίς να πειράξει τίποτε άλλο

Η Ελεονόρα ηρέμησε κάπως καθώς τον άκουγε. Συνοφρυώθηκε. Τα λόγια του Κριτόλαου τής έμοιαζαν λογικά. Πράγματι, ο κλέφτης πρέπει να ήξερε πού να έρθει…

«Κάποιος μέσα από το ερευνητικό κέντρο;…» έκανε. «Μα… γιατί, Κριτόλαε;»

«Δεν ξέρω,» είπε εκείνος. «Θα πρέπει να το ανακαλύψουμε.»

Κεφάλαιο 35
Το Κρασί των Θεών

«Αν όντως το έκαναν αυτό κάποιοι από εδώ μέσα,» είπε η Ελεονόρα, «θα έχουν κρύψει το κλεμμένο απόσταγμα κάπου στο εσωτερικό του ερευνητικού κέντρου. Εκτός αν βγήκαν…» Φάνηκε σκεπτική, καθώς ήταν καθισμένη σε μια καρέκλα κοντά στο γραφείο του Λοχαγού Αρδάνη. Ο λοχαγός και ο Κριτόλαος ήταν οι μόνοι άλλοι άνθρωποι στο δωμάτιο.

«Αυτό,» είπε ο πρώτος, «μπορούμε εύκολα να το μάθουμε. Σημειώνεται ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει από την πύλη.»

«Ναι,» αποκρίθηκε η Ελεονόρα, «πρέπει να το μάθουμε.»

Ο Αρδάνης σήκωσε τον δίαυλο στο γραφείο του και ζήτησε μια λίστα με όσους είχαν μπει και όσους είχαν βγει από το ερευνητικό κέντρο χτες βράδυ.

Ο Κριτόλαος είπε: «Θα χρειαστεί να γίνει έρευνα σ’όλους τους χώρους εδώ. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος να βρούμε το απόσταγμα αν κάποιος το έχει κρύψει μέσα στο ερευνητικό κέντρο.»

«Ναι,» συμφώνησε ο Αρδάνης, «έτσι πρέπει να γίνει.» Ένα χαρτί ήρθε μέσα από το μηχανικό σύστημα του γραφείου του. Το πήρε και το κοίταξε. Είπε: «Αυτοί πρέπει να έφυγαν πολύ πριν από τον φόνο…»

Ο τηλεπικοινωνιακός πομπός της Ελεονόρας κουδούνισε. Η μάγισσα τον άνοιξε. «Μάλιστα;»

«Κυρία Επιτηρήτρια, έχουμε φέρει τους δύο ασθενείς από τη Νιρικόνια Κλινική. Τι θέλετε να κάνουμε μαζί τους;»

Η Ελεονόρα ήξερε ότι αυτή η δουλειά δεν μπορούσε να περιμένει.

*

Οι φρουροί έβγαλαν τους δύο μάγους από το εσωτερικό του φορτηγού. Ο ένας ονομαζόταν Στάνλι’μορ, και ήταν ψηλός και ευρύστερνος, αλλά δεν είχε και πολύ σάρκα επάνω του· θύμιζε σκελετό. Μια εντύπωση που ενισχυόταν ακόμα περισσότερο από το τελείως ξυρισμένο κεφάλι του. Τα μάτια του ήταν άγρια, σαν να βρισκόταν σε συνεχή πόνο. Το δέρμα του ήταν κατάλευκο.

Η άλλη ονομαζόταν Καλλιστώ’νιρ· το δικό της δέρμα ήταν λευκό με απόχρωση του ροζ, και είχε μακριά, μαύρα μαλλιά που φαινόταν να έχουν να χτενιστούν για μήνες. Ήταν μετρίου αναστήματος, κι έδειχνε φοβισμένη. Μόλις οι φρουροί την έβγαλαν από το φορτηγό, διπλώθηκε πάνω στο έδαφος, κλαίγοντας.

Οι φρουροί στράφηκαν αμήχανα στην Ελεονόρα, τον Κριτόλαο, και τον Λοχαγό Αρδάνη, που στέκονταν παραδίπλα και κοιτούσαν.

«Σηκώστε την,» πρόσταξε η Ελεονόρα.

Δύο φρουροί έπιασαν την Καλλιστώ από τις μασκάλες, προσπαθώντας να τη βάλουν να σταθεί όρθια. Εκείνη έκλαιγε μα δε μιλούσε· ποτέ δε μιλούσε.

Ο Στάνλι’μορ έπιασε ξαφνικά το κεφάλι του. «Γιατί μας φέρατε εδώ;» ούρλιαξε. «Γιατί; Είναι κάποιος εδώ! Κάποιος εδώ! Θέλει να κάψει το μυαλό μου! Θέλει να κάψει το μυαλό μου!»

«Προχώρα!» του είπε ένας φρουρός, και μαζί μ’έναν άλλο άρπαξαν τον μάγο τραβώντας τον.

«Πού θέλετε να τους πάμε, κυρία Επιτηρήτρια;» ρώτησε ο Λοχίας Φοίνικας.

«Σε θαλάμους για πειράματα. Τον καθένα σε ξεχωριστό θάλαμο,» είπε η Ελεονόρα. «Και δώστε τους φαγητό και νερό. Φερθείτε τους σα νάναι άνθρωποι.»

«Μάλιστα, κυρία Επιτηρήτρια.»

«Θα έρθω να τους δω σε λίγο.»

Ο Στάνλι’μορ συνέχιζε να ουρλιάζει καθώς οι φρουροί τον τραβούσαν μαζί τους. Κατάφερε να σπρώξει έναν και να τον πετάξει στη γη. «ΑΦΗΣΤΕ ΜΕ, ΣΑΣ ΛΕΩ! ΑΦΗΣΤΕ ΜΕ! Δε μ’ακούτε; Είναι εδώ, και θα κάψει το μυαλό μου! Θα σας κάψει όλους! ΘΑ ΣΑΣ ΚΑΨΕΙ ΟΛΟΥΣ!» Γρονθοκόπησε έναν φρουρό στο πρόσωπο. Ήρθαν περισσότεροι γύρω του, για να τον ακινητοποιήσουν· κλότσησε έναν στην κοιλιά, έσπρωξε έναν πάνω σ’έναν άλλο. Ούρλιαξε, ξαφνικά, τα λόγια για ένα ξόρκι.

Ο Κριτόλαος, καθότι κι εκείνος Τεχνομαθής μάγος, το αναγνώρισε αμέσως – ένα Ξόρκι Ελάσσονος Μηχανικού Ελέγχου – και του έκανε εντύπωση που ο Στάνλι, στην κατάστασή του, μπορούσε να ασκήσει αρκετό αυτοέλεγχο για να κάνει μαγεία.

Ένας προβολέας που βρισκόταν κοντά τους άναψε κι άρχισε να στριφογυρίζει. Οι φρουροί αιφνιδιάστηκαν, κι ο Στάνλι τούς χτύπησε ξανά, παλεύοντας να τους ξεφύγει.

Ο Κριτόλαος ύφανε ένα δικό του Ξόρκι Ελάσσονος Μηχανικού Ελέγχου, σταματώντας την κίνηση του προβολέα και κάνοντάς τον να σβήσει.

«Αναισθητοποιήστε τον!» πρόσταξε η Ελεονόρα. «Αναισθητοποιήστε τον!»

Ένας φρουρός ύψωσε το πιστόλι του και χτύπησε τον Στάνλι’μορ με μια ενεργειακή ριπή. Το σώμα του μάγου τραντάχτηκε, καθώς ούρλιαζε, και σωριάστηκε στο έδαφος, ακίνητο. Οι φρουροί τον σήκωσαν και τον πήγαν στα εργαστήρια, μαζί με την Καλλιστώ’νιρ, η οποία δεν έφερνε καμία αντίσταση αλλά συνέχιζε να κλαίει με δυνατούς λυγμούς σαν κάποια μεγάλη καταστροφή να την είχε βρει.

Η Ελεονόρα αναστέναξε. Είπε στον Κριτόλαο: «Και μπορεί να τους φέραμε, τελικά, άδικα…»

«Εσύ ξέρεις,» της αποκρίθηκε εκείνος. «Αυτό που ξέρω εγώ είναι ότι καλύτερα ν’αρχίσουμε την έρευνα το συντομότερο δυνατό.»

Ο Λοχαγός Αρδάνης ένευσε. «Ναι, σίγουρα, Εξοχότατε.»

*

Η Βατράνια είχε σήμερα ξυπνήσει με πονοκέφαλο, και τώρα, που πλησίαζε μεσημέρι, ακόμα πονοκέφαλο είχε. Πράγμα που δεν την παραξένευε. Χτες, όλη μέρα, έσπαγε το κεφάλι της να καταλάβει ποιος μπορεί να είχε φυτέψει εκείνον τον καταραμένο κοριό κάτω απ’τον καθρέφτη της – και απάντηση δεν μπορούσε να βρει. Θεωρητικά, οι πάντες ήταν ύποπτοι. Κανέναν δεν εμπιστευόταν απόλυτα. Οποιοσδήποτε θα μπορούσε να είναι πράκτορας της Παντοκράτειρας· αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι ήταν κιόλας.

«Κυρία, πρέπει επιτέλους φάτε κάτι,» είπε η Κρόβ’κνι, ακουμπώντας ένα μπολ με κουλουράκια στο τραπεζάκι δίπλα στον καναπέ όπου ήταν μισοξαπλωμένη η Βατράνια.

«Δεν αντιλαμβάνεσαι πόσο δύσκολη είναι η κατάστασή μας;» έκανε η Βατράνια, απότομα, θυμωμένη.

«Αντιλαμβάνεται, κυρία.» Η Κρόβ’κνι κάθισε αντίκρυ της. «Σκέφτομαι κι εγώ, μήπως είδα κάποιος βάζει κάτι όσο γινόταν πάρτι. Αλλά δεν θυμάμαι τίποτα. Ήταν πολύς κόσμος.»

Η Βατράνια αναστέναξε. Άναψε ένα τσιγάρο.

«Δεν θα βρείτε λύση έτσι, κυρία…»

«Και τι προτείνεις να κάνω;»

«Να παρατηρείτε,» είπε η Κρόβ’κνι. «Μόνο έτσι θα βρείτε. Αν αυτός ξαναπροσπαθήσει κάνει κάτι κακό.»

Η Βατράνια κατέβασε τα πόδια της από τον καναπέ. «Δε φαίνεται να μπορώ να κάνω και τίποτ’άλλο, ε;»

Ο επικοινωνιακός δίαυλος χτύπησε.

Η Κρόβ’κνι πήγε και τον σήκωσε. «Οικία κυρίας Κινκάρδης. Παρακαλώ λέγετε.»

Η Βατράνια φύσηξε καπνό προς το ταβάνι.

«Μάλιστα. Μισό λεπτό, κύριος,» είπε η Κρόβ’κνι και έκλεισε το μικρόφωνο του διαύλου. Πλησίασε τη Βατράνια. «Ο κύριος Μακρύδρομος είναι.» Ο σκηνοθέτης με τον οποίο συνεργαζόταν τελευταία η Βατράνια για να χρηματοδοτήσει μια ταινία του.

Σηκώθηκε απ’τον καναπέ και πήγε στον δίαυλο, ανοίγοντάς τον. «Καλημέρα, Νικηφόρε,» είπε, κάνοντας τη φωνή της ν’ακουστεί ευχάριστη.

«Καλημέρα, Βατράνια· πώς είσαι;»

«Καλά.»

«Συγνώμη που σε ανησυχώ κιόλας, αλλά–»

«Δε με ανησυχείς καθόλου. Πες μου.»

«Ήθελα να σε ρωτήσω αν είδες τις δοκιμαστικές σκηνές που γυρίσαμε, και ποια η γνώμη σου.»

Η Βατράνια έπρεπε να τις είχε δει, κανονικά, χτες, αλλά δεν τις είχε δει. Η ιστορία με τον κοριό δεν την είχε αφήσει να ηρεμήσει. «Μου έτυχε κάτι και δεν πρόλαβα. Θα τις δω σήμερα και θα επικοινωνήσουμε το βράδυ, εντάξει;» Προσπάθησε πάλι να κάνει τη φωνή της ν’ακουστεί ευχάριστη.

«Εντάξει,» είπε ο Νικηφόρος Μακρύδρομος. «Ανυπομονώ να μάθω τη γνώμη σου.»

«Θα τα πούμε σύντομα.»

«Καλό μεσημέρι, Βατράνια.»

«Επίσης, Νικηφόρε.»

Η Βατράνια έκλεισε τον δίαυλο, κι έσβησε το τσιγάρο της σ’ένα τασάκι. «Σκατά…» μουρμούρισε. Δεν είχε όρεξη τώρα να βλέπει δοκιμαστικές σκηνές. Αλλά, απ’την άλλη, δε μπορούσε να κάθεται κι όλη μέρα ν’αναρωτιέται για τους γνωστούς της.

Ο Νικηφόρος ήταν επίσης ένας από τους ανθρώπους σ’εκείνο το πάρτι. Βασικά, το πάρτι είχε γίνει για τα πρώτα δοκιμαστικά γυρίσματα της ταινίας του. Ηθοποιοί είχαν έρθει στο σπίτι της Βατράνιας, ράφτες κοστουμιών, χειριστές μηχανικών οφθαλμών, σεναριογράφοι, μακιγιέρ, κι ένα σωρό γνωστοί τους – φίλοι και σύζυγοι.

Ποιος ήταν ποιος, πραγματικά;

Ο καθένας μπορούσε να είχε βάλει εκείνο τον καταραμένο κοριό!

Ακόμα κι ο Νικηφόρος.

Αλλά η Βατράνια δεν νόμιζε ότι ήταν αυτός. Θα ασχολιόταν ο Νικηφόρος με δουλειές της Παντοκράτειρας; Ο άνθρωπος ήταν από εκείνους τους σκηνοθέτες που είναι χαμένοι στον κόσμο τους. Δεν μπορεί να ήταν πράκτορας…

Ας δω τις δοκιμαστικές σκηνές, σκέφτηκε η Βατράνια. Ίσως να βοηθήσουν το μυαλό μου να καθαρίσει. Πήγε στο γραφείο της, στον δεύτερο όροφο, για να πάρει από κει τη μικρού μήκους, ημιτελή ταινία.

*

Ο Αίολος κοιμήθηκε μερικές ώρες σε μια κουβέρτα που είχε απλώσει στο πάτωμα, αφήνοντας την οντότητα από το φεγγάρι να κοιμηθεί στο κρεβάτι του.

Όταν ξύπνησε βρήκε την Ηλέννια να είναι καθισμένη οκλαδόν επάνω στο στρώμα και να κοιτάζει τριγύρω, ήρεμα.

«Κοιμήθηκες εντάξει;» τη ρώτησε.

«Παράξενα όνειρα,» είπε. «Το μυαλό σας με ενοχλεί. Και η δύναμη του… αδ’σ’ρ μου έχει περιοριστεί, πολύ.» Έμοιαζε να τη δυσαρεστεί όποτε διαπίστωνε ότι δεν μπορούσε να προφέρει σωστά το αδ’σ’ρ.

«Τι ακριβώς είναι αυτό το αδ’σ’ρ;» ρώτησε ο Αίολος.

«Δεν μπορεί να εξηγηθεί. Όχι στη δική σας γλώσσα.»

«Χρησιμοποιώντας αυτό αλλάζεις σώματα;»

«Ναι… και όχι.»

«Χάνει, όμως, τη δύναμή του όταν αλλάζεις σώματα, σωστά;»

«Όταν αλλάζω σώμα, είναι σαν να ξαναγεννιέμαι, Αίολε,» αποκρίθηκε η Ηλέννια. «Ήμουν τυχερή με το σώμα του Κάρσενωφ. Πολύ τυχερή. Διατηρούσε ακόμα κάποιο από το αδ’σ’ρ του, παρότι ήταν μονάχα κόκαλα. Από εκεί έμαθα τη μορφή του. Το αδ’σ’ρ του και το αδ’σ’ρ μου έγιναν ένα, και άρχισα να αναδημιουργώ το σώμα. Το ήξερα πως θα χρειάζονταν πολλά χρόνια – με τη δική σας μέτρηση του χρόνου – αλλά ήξερα επίσης ότι άξιζε να περιμένω. Το σώμα του Κάρσενωφ ήταν αρκετά δυνατό για να πετάξω και να πάω πίσω στην πατρίδα μου…» Υπήρχε θλίψη στα μάτια της.

Ο Αίολος συνοφρυώθηκε, σκεπτικός. «Αν σου βρίσκαμε το σώμα ενός άλλου Κάρσενωφ; Τα κόκαλά του, τουλάχιστον. Σίγουρα, υπάρχουν πολλά τέτοια κόκαλα θαμμένα κάτω από το έδαφος της Σεργήλης…»

«Δεν έχει νόημα τώρα. Αν μετενσαρκωθώ ξανά, δεν ξέρω αν το αδ’σ’ρ μου θα επιβιώσει· έχει ήδη εξασθενίσει πολύ.»

«Τι σκοπεύεις να κάνεις, λοιπόν; Θα μείνεις εδώ;»

«…Δεν ξέρω.» Η φωνή της ήταν ένας ψίθυρος απόγνωσης.

«Δε θα σε διώξουμε, βέβαια,» της είπε ο Αίολος. «Ακόμα κι ο Έκτορας δε νομίζω να προτείνει να σε διώξουμε.»

Η οντότητα από το φεγγάρι έμεινε σιωπηλή.

Μετά από λίγο, ο Αίολος τη ρώτησε: «Το αδ’σ’ρ της Ηλέννιας Καρτάνη ήταν ακόμα στο σώμα της όταν μετενσαρκώθηκες;»

Η Ηλέννια ένευσε αρνητικά – μια κίνηση που θύμιζε θέατρο. «Όχι. Το αδ’σ’ρ σας είναι πολύ αδύναμο. Όταν πεθαίνετε, χάνεται σχεδόν αμέσως. Διαλύεται. Δεν έχει διάρκεια.»

Ο Αίολος έβρισκε το θέμα πολύ ενδιαφέρον. Η κοιλιά του, όμως, είχε αρχίσει να γουργουρίζει. «Πεινάς;» ρώτησε την Ηλέννια.

Εκείνη ένευσε πάλι, καλύτερα από πριν. «Νομίζω πως ναι.»

Ο Αίολος σηκώθηκε από το πάτωμα, μουγκρίζοντας. Πήρε τα γυαλιά του από το κομοδίνο και τα φόρεσε. «Τα τραύματά σου πώς είναι;» ρώτησε.

Η Ηλέννια άνοιξε τη ρόμπα της. «Καλύτερα, νομίζω.»

Πράγματι, οι πληγές φαίνονταν να έχουν σχεδόν κλείσει. «Εξαντλεί το αδ’σ’ρ σου αυτό; Η θεραπεία;»

«Ναι. Αλλά η ανάπλαση που πρέπει να κάνω σε τούτο το σώμα είναι μικρή· μπορώ να αντέξω εύκολα, ακόμα και τώρα, στην ασθενική κατάστασή μου.»

«Λοιπόν,» είπε ο Αίολος. «Πηγαίνω να φέρω φαγητό.»

*

«Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο Φλοίσβος, όταν του ζήτησαν να βγει από το δωμάτιό του. «Υπάρχει κάποιο πρόβλημα;»

«Μια απλή έρευνα,» του είπε ένας άντρας που δεν αναγνώριζε, ντυμένος με πολιτικά. Μαζί του ήταν δύο φρουροί, τους οποίους αναγνώριζε. «Για κάτι που χάθηκε από τα εργαστήρια.»

Ο Φλοίσβος βγήκε απ’το δωμάτιο, κι ένας άλλος φρουρός, που περίμενε απέξω, του έκανε σωματική έρευνα, από πάνω ώς κάτω, μη βρίσκοντας φυσικά τίποτα ύποπτο.

Ο άγνωστος άντρας – που ο Φλοίσβος υποπτευόταν πως ήταν πράκτορας της Παντοκράτειρας – και οι δύο φρουροί άρχισαν να ψάχνουν το δωμάτιό του. Εκείνος περίμενε ήρεμα, με τα χέρια του σταυρωμένα στο στήθος. Δεν μπορεί να έβρισκαν το μέρος όπου είχε κρύψει τα φιαλίδια με το Κρασί των Θεών. Σίγουρα δεν θα είχαν τον χρόνο για να κάνουν μια τόσο διεξοδική έρευνα, αφού έψαχναν ολόκληρο το οίκημα διαμονής των φρουρών και κάθε άλλη γωνιά του ερευνητικού κέντρου. Ναι, αποκλείεται να το έβρισκαν…

Ο Φλοίσβος περίμενε, βλέποντάς τους να κοιτάζουν κάτω από το κρεβάτι, κάτω από το στρώμα, μέσα στη ντουλάπα, στην τουαλέτα, στα συρτάρια του μικρού κομοδίνου. Τους σάκους του τους άνοιξαν, τα ρούχα του τα πασπάτεψαν όλα.

Δεν βρήκαν τίποτα.

Βγήκαν απ’το δωμάτιο και συνέχισαν την αναζήτησή τους.

Ο Φλοίσβος μπήκε και έκλεισε – κλειδώνοντας πίσω του. Γιατί ήθελε να ελέγξει ότι το Κρασί των Θεών εξακολουθούσε να βρίσκεται εκεί όπου έπρεπε να βρίσκεται. Πού να είχε πάει βέβαια; Αφού κανένας δεν το είχε πάρει, εκεί θα ήταν! Όμως καλό ήταν να το έλεγχε, έτσι;

Παραμέρισε το κομοδίνο και άνοιξε τη μικρή θυρίδα στο πάτωμα, την οποία είχε ο ίδιος κατασκευάσει προκειμένου να κρύβει ουσίες που έπαιρνε εδώ και χρόνια – από τότε που είχε πρωτοδοκιμάσει το Κρασί των Θεών και είχε γνωρίσει την απόλυτη, την εξαιρετική, τη μοναδική επιρροή του!

Τα φιαλίδια ήταν μέσα στη θυρίδα. Κανένα δεν έλειπε. Ναι, φυσικά! Πού να είχαν πάει;

Ο Φλοίσβος γέλασε, σιγανά – γιατί μπορεί κανένας να κρυφάκουγε έξω απ’την πόρτα και με το γέλιο του να κινούσε υποψίες.

Το Κρασί μου είναι εδώ! Είναι εδώ! Χι-χι-χι! Χι! Δάγκωσε το χείλος του. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Έκλεισε τη θυρίδα, τράβηξε το κομοδίνο από πάνω, και σηκώθηκε όρθιος.

Καθάρισε το λαιμό του. Έστρωσε τη στρατιωτική του στολή. Ξεκλείδωσε την πόρτα και βγήκε από το δωμάτιο.

Μια φρουρός, η οποία βρισκόταν στον διάδρομο, του είπε: «Πρέπει να μείνεις εκεί πού ήσουν μέχρι να τελειώσει η έρευνα. Διαταγές του λοχαγού.»

«Εντάξει,» είπε ο Φλοίσβος. «Όπως θέλει ο λοχαγός.»

Το Κρασί των Θεών είναι δικό μου!

*

Ο Κριτόλαος φρόντισε να ερευνηθούν όλοι οι χώροι μέσα στο ερευνητικό κέντρο. Πρόσταξε να έρθουν και δύο πράκτορες από τη Θακέρκοβ για να βοηθήσουν.

Το απόγευμα, όμως, που είχε ολοκληρωθεί η έρευνα, τα φιαλίδια με το απόσταγμα δεν είχαν ακόμα βρεθεί.

Και η Ελεονόρα ήταν εξοργισμένη. «Ορίστε!» είπε, καθώς οι δυο τους βρίσκονταν στο δωμάτιό της. «Δεν είναι εδώ! Εξακολουθείς να πιστεύεις ότι δεν τα έχουν κλέψει οι αποστάτες;»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Κριτόλαος, καθισμένος δίπλα το παράθυρο.

«Πού πήγαν, λοιπόν; Ποιος τα πήρε;» απαίτησε η Ελεονόρα, που στεκόταν.

«Κάποιος από δω μέσα.»

«Γιατί, τότε, δε βρέθηκαν;»

«Γιατί τα έχει κρύψει σ’ένα πολύ κρυφό μέρος,» είπε ο Κριτόλαος.

«Τι κρυφό μέρος;» έκανε η Ελεονόρα, στριφογυρίζοντας μέσα στο δωμάτιο. «Δεν υπάρχουν ‘κρυφά μέρη’ στο ερευνητικό κέντρο, Κριτόλαε! Ερευνητικό κέντρο είναι, μα τα Γένια του Κρόνου, όχι λαβύρινθος!»

«Τα πάντα είναι λαβύρινθος, Ελεονόρα,» αποκρίθηκε εκείνος.

Η μάγισσα έπαψε να κάνει πέρα-δώθε. Τον πλησίασε. Ακούμπησε τον ώμο της στο πλάι του παραθύρου, ατενίζοντάς τον. «Πώς θα βρούμε το απόσταγμα, λοιπόν, αφού θεωρείς ότι είναι εδώ μέσα; Πώς; Και ποιος μπορεί να το πήρε; Ο καθένας μπορεί νάναι ο κλέφτης! Κάποιος φρουρός, κάποιος από τους βοηθούς του εργαστηρίου. Ακόμα και κάποιος μάγος, όπως ο Γρηγόριος’νιρ. Αλλά γιατί να το πάρει οποιοσδήποτε από αυτούς; Τι είχε να κερδίσει;»

«Ξεχνάς κάτι,» της είπε ο Κριτόλαος. «Δεν έκλεψε το απόσταγμα ένας άνθρωπος. Το έκλεψαν τουλάχιστον δύο. Επομένως, μιλάμε για οργανωμένη ενέργεια.»

«Οργανωμένοι είναι κι οι αποστάτες.»

«Το θεωρείς, δηλαδή, πιθανό να υπάρχουν κρυμμένοι αποστάτες μέσα στο ερευνητικό κέντρο;»

Η Ελεονόρα συνοφρυώθηκε. Η όψη της έγινε ανήσυχη. Απομακρύνθηκε απ’το παράθυρο για να πάρει ένα τσιγάρο και να το ανάψει· μετά, επέστρεψε πάλι. «Δεν το νομίζω,» είπε. «Αν ήταν εδώ, δε θα προσπαθούσαν να σώσουν τη Σερφάντια, όταν την είχαμε αιχμαλωτίσει;»

«Μπορεί ναι, μπορεί και όχι. Γιατί, αν το προσπαθούσαν, θα αποκάλυπταν την ύπαρξή τους.»

Η Ελεονόρα κούνησε το κεφάλι. «Όλοι οι άνθρωποι εδώ είναι διαλεγμένοι πολύ προσεκτικά· δε μπορεί νάναι αποστάτες, Κριτόλαε. Δε μπορεί.»

«Τι θα μπορούσε κάποιος να κάνει με το απόσταγμα;»

Η Ελεονόρα ανασήκωσε τους ώμους της μορφάζοντας. «Τίποτα. Δεν ξέρω. Είναι, ουσιαστικά, άχρηστο, έτσι όπως είναι. Δε μπορείς να το αναπαράγεις.» Φύσηξε καπνό απ’την άκρη του στόματος. «Δεν είναι δυνατόν να φανταστώ κανέναν λόγο για την κλοπή του – εκτός από έναν: Κάποιος ήθελε να μας σαμποτάρει. Και, νομίζω, μόνο οι επαναστάτες το θέλουν αυτό, έτσι δεν είναι;»

Ο Κριτόλαος ήταν σκεπτικός. Κάτι δεν έδενε σ’όλη τούτη την ιστορία…

Έβγαλε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό του και κάλεσε τους κατασκόπους του στη Θακέρκοβ.

«Εξοχότατε.»

«Βρήκατε τίποτα στις σήραγγες;»

«Σ’ορισμένα σημεία υπάρχουν ίχνη, αλλά δεν μπορούμε να τ’ακολουθήσουμε γιατί γρήγορα χάνονται. Το έδαφος εδώ κάτω δεν είναι ομοιόμορφο, και τα περάσματα είναι πάρα πολλά – ολόκληρος λαβύρινθος.»

«Εν ολίγοις, δεν έχετε πιθανότητες να εντοπίσετε τους κακοποιούς;»

«Το κρίνω υπερβολικά δύσκολο, Εξοχότατε.»

«Έως και ακατόρθωτο;»

«Το φοβάμαι. Αλλά θα συνεχίσουμε να προσπαθούμε.»

Ο Κριτόλαος τον χαιρέτησε και έκλεισε τον πομπό.

«Μπέρδεμα,» μουρμούρισε, συλλογισμένα.

Κεφάλαιο 36
Η Αρχή μιας Υπόγειας Επιχείρησης· Κουβέντες στην Οινόσφαιρα

Το βράδυ, σ’ένα ημιφωτισμένο δωμάτιο ενός οικοδομήματος της Θακέρκοβ, ο Κριτόλαος στεκόταν μπροστά σ’ένα ξύλινο, στρογγυλό τραπέζι, γύρω απ’το οποίο κάθονταν τρεις άντρες και δύο γυναίκες.

Του ανέφεραν τις μέχρι τώρα ανακαλύψεις τους – που δεν ήταν ούτε πολλές ούτε αξιοσημείωτες. Εν ολίγοις, δεν είχαν ιδέα πού μπορεί να πήγαν οι αποστάτες ύστερα από τον φόνο του πλάσματος από το φεγγάρι.

Μπορούσε, όμως, να εξαχθεί ένα συμπέρασμα από τούτα, καθώς και από την προηγούμενη εισβολή των επαναστατών στο υπόγειο, όταν είχαν σπάσει τον τοίχο για πρώτη φορά: Χρησιμοποιούσαν τις παλιές σήραγγες της Θακέρκοβ για να κάνουν τις βρομοδουλειές τους.

Ενδιαφέρον…

Για τις σήραγγες υπήρχαν ένα σωρό αστικοί μύθοι οι οποίοι, βέβαια, ελάχιστη βάση είχαν στην πραγματικότητα: και κάποιους από τους οποίους, μάλιστα, οι πράκτορες της Παντοκράτειρας είχαν εξαπλώσει, για να αποθαρρύνουν τους κατοίκους της πόλης απ’το να χώνουν τη μύτη τους εκεί όπου δε χρειαζόταν. Το είχαν κάνει αυτό επειδή ορισμένα σημεία των σηράγγων τούς ήταν χρήσιμα. Τα χρησιμοποιούσαν για τις δικές τους βρομοδουλειές.

Προφανώς, δεν ήταν οι μόνοι που είχαν αυτή την ιδέα.

Οι καταραμένοι επαναστάτες είχαν την ίδια ιδέα ακριβώς.

Το παράξενο ήταν ότι ποτέ δεν τους είχαν συναντήσει. Ή, μάλλον, όχι και τόσο παράξενο. Εξάλλου, οι σήραγγες ήταν λαβυρινθώδεις και πολύπλοκες· και οι πράκτορες της Παντοκράτειρας δεν είχαν συστηματικές περιπολίες εκεί κάτω. Πήγαιναν όποτε τους χρειαζόταν· κι όποτε δεν τους χρειαζόταν, το εγκατέλειπαν τελείως το μέρος, με τη λογική ποιος σώφρων άνθρωπος θα κατεβεί εκεί;

Για να είσαι επαναστάτης, όμως, έπρεπε, εξ ορισμού, να μην είσαι σώφρων. Έπρεπε να είσαι τρελός.

Οι σήραγγες είχαν, λοιπόν, γίνει επικίνδυνες. Και ο Κριτόλαος έκρινε πως όφειλε να κάνει κάτι γι’αυτό.

Ο βαθμός του στην ιεραρχία των ειδικών πρακτόρων ήταν Ανώτατος Ελεγκτής. Δεν υπήρχε κανένας ανώτερος από εκείνον στη Θακέρκοβ. Αμέσως μετά από τον Ανώτατο Ελεγκτή ήταν ο Ανώτερος Ελεγκτής, κι έπειτα οι Ελεγκτές. Και μετά απ’αυτούς ήταν οι απλοί πράκτορες.

Μπροστά στον Κριτόλαο ήταν επί του παρόντος καθισμένοι όλοι οι ειδικοί πράκτορες της πόλης: η Ανώτερη Ελέγκτρια Αλίκη Μυρτώνη και τέσσερις Ελεγκτές. Η Αλίκη ήταν γαλανόδερμη και εύσωμη, με κοντά, μαύρα μαλλιά και βλέμμα που νόμιζες ότι θα σου έτρωγε την ψυχή. Ήταν γέννημα-θρέμα της Θακέρκοβ, και ήξερε καλά την πόλη. Φορούσε λευκό πουκάμισο κι από πάνω ένα μαύρο, δερμάτινο, γυαλιστερό πανωφόρι. Είχε τα χέρια της σταυρωμένα εμπρός της.

Οι δύο από τους Ελεγκτές κάπνιζαν, οι άλλοι δύο απλά παρακολουθούσαν, καθώς ο Κριτόλαος τούς έλεγε τι νόμιζε πως έπρεπε να γίνει.

«Ποια είναι η γνώμη σας;» τους ρώτησε στο τέλος.

«Θα είναι χρονοβόρο,» είπε η Αλίκη.

«Αν όμως οι αποστάτες χρησιμοποιούν τις σήραγγες, δε μπορούμε να το αφήσουμε έτσι,» είπε ο Βίκτορας, ένας Ελεγκτής που κάπνιζε.

«Από εκεί μπορεί να φτάσουμε και στο άντρο τους,» πρόσθεσε ο Βασνάρος, ένας άλλος Ελεγκτής, που δεν κάπνιζε.

«Δεν διαφωνείτε, δηλαδή, να διεξαχθεί η επιχείρηση,» συμπέρανε ο Κριτόλαος.

«Βασικά, ούτε εγώ διαφωνώ,» δήλωσε η Αλίκη. «Θα είναι, όμως, χρονοβόρα. Και θα χρειαστεί να πάρουμε πράκτορές μας από άλλα σημεία για να τους πάμε εκεί.»

«Αυτό είναι, όντως, ένα μικρό πρόβλημα,» συμφώνησε ο Κριτόλαος. «Θα πρέπει να διαιρέσουμε τους ανθρώπους μας όσο καλύτερα μπορούμε.»

Έτσι, ξεκίνησε η επιχείρηση Έρευνα και Χαρτογράφηση των Παλιών Σηράγγων της Θακέρκοβ, από τους πράκτορες της Παντοκράτειρας.

*

Ο Κριτόλαος συζητούσε ακόμα με τους υπόλοιπους ειδικούς πράκτορες όταν η Χοαρκίδα τον κάλεσε στον τηλεπικοινωνιακό πομπό του· δεν της απάντησε, όμως: θα την καλέσω μετά, σκέφτηκε.

Και τώρα, μέσα στο τετράκυκλο όχημά του, καθώς επέστρεφε στο σπίτι του, άνοιξε τον πομπό του και πάτησε ένα κουμπί.

«Μάλιστα;» είπε η φωνή της Χοαρκίδας.

«Καλησπέρα, Χοαρκίδα.»

«Σε καλούσα πιο πριν…»

«Το είδα, αλλά δεν μπορούσα ν’απαντήσω. Ήμουν σε μια συνάντηση.»

«Τέτοια ώρα;»

«Δυστυχώς, όπως ξέρεις, οι συναντήσεις μου γίνονται, συχνά, σε περίεργες ώρες.»

«Σκεφτόμουν να περάσω από το σπίτι σου, αλλά μετά έκανα μπάνιο, και τώρα είμαι λουσμένη…»

«Θα έρθω εγώ από κει. Έχεις φαγητό;»

«Αν δεν έχω φαγητό δε θα έρθεις;»

«Θα το σκεφτώ.»

Η Χοαρκίδα γέλασε. «Για να είμαι ειλικρινής, έλεγα να παραγγείλω κάτι από έξω.»

«Θα πάρω εγώ κάτι από έξω και θα έρθω.»

«Τι θα πάρεις;»

«Είναι έκπληξη.»

«Θα φέρεις και την Ελεονόρα;» Υπήρχε κάτι το ζαβολιάρικο στη φωνή της.

«Η Ελεονόρα δεν είναι εδώ. Την τρόμαξες κι έφυγε.»

«Μη λες ψέματα.»

Ο Κριτόλαος μειδίασε. «Έχει δουλειές εκτός πόλης. Θα επιστρέψει, όμως, σύντομα.»

Πήγε σ’ένα εστιατόριο στον Γαιοδόμο και σταμάτησε σ’ένα δρομάκι από πίσω. Βγήκε απ’το όχημά του και μπήκε από την πισινή πόρτα. Ο διευθυντής του εστιατορίου ήταν πράκτορας της Παντοκράτειρας, και τον εξυπηρέτησε αμέσως: σε χρόνο μηδέν είχε φαγητά και ποτά συσκευασμένα και μέσα σε μια χάρτινη σακούλα. Βγήκε απ’το εστιατόριο και βρήκε έναν λεχρίτη να πασπατεύει την πόρτα του οχήματός του, προσπαθώντας να τη διαρρήξει – μάταια: το όχημά του είχε από τις καλύτερες κλειδαριές που υπήρχαν στη Σεργήλη.

«Χρειάζεσαι καμια βοήθεια;» ρώτησε ο Κριτόλαος πλησιάζοντας.

Ο τύπος έγινε καπνός.

Η κλειδαριά δεν είχε ούτε γρατσουνιστεί.

Ο Κριτόλαος πήρε το όχημά του και πήγε στο σπίτι της Χοαρκίδας, που δεν ήταν μακριά από το δικό του.

«Έχουμε φασαρίες,» της είπε καθώς έτρωγαν.

«Τι φασαρίες;» Η Χοαρκίδα ήταν καθισμένη αντίκρυ του, τυλιγμένη με μια μενεξεδιά ρόμπα. Τα καστανά μαλλιά της ήταν ακόμα νωπά από το λούσιμο. Το σαπούνι που χρησιμοποιούσε μύριζε έντονα, και καθόλου άσχημα.

«Δε μπορώ να σου πω, γιατί είναι απόρρητο το θέμα.»

Η Χοαρκίδα αναποδογύρισε τα μάτια. «Υπάρχει και τίποτα μ’εσένα που να μην είναι απόρρητο;»

«Ελάχιστα πράγματα. Τέλος πάντων· το ζήτημα αυτό αφορά και την Ελεονόρα και εμένα, άμεσα. Και τους επαναστάτες της Θακέρκοβ, επίσης.»

Η Χοαρκίδα ύψωσε ένα φρύδι. «Τους επαναστάτες;» Υπήρχε έκδηλο ενδιαφέρον στη φωνή της.

«Ναι. Έχουν συμβεί κάποια… περιστατικά, πέρα απ’το γεγονός ότι είχαν πρόσφατα αιχμαλωτίσει την Ελεονόρα – που δεν είναι μικρό, βέβαια… Και θέλω να σε ρωτήσω κάτι, Χοαρκίδα.»

Η Χοαρκίδα ήπιε μια γουλιά Σεργήλιο οίνο. «Είμαι όλο αφτιά.»

«Τι ξέρεις για τις παλιές σήραγγες κάτω από την πόλη;»

«Είναι πολύ παλιές, απ’ό,τι έχω ακούσει. Και λέγονται ένα σωρό μύθοι γι’αυτές – τους οποίους σίγουρα θα ξέρεις. Ανθρωποφάγοι, μεταλλαγμένα τέρατα, θηρία από άλλες διαστάσεις, γιγάντια ποντίκια…» Συνοφρυώθηκε παρατηρώντας τον. «Υποθέτω ότι ίσως εσύ να έχεις εξαπλώσει κάποιες από αυτές τις φήμες, αφού έκανες το ίδιο και με το Χρυσό Ερπετό.»

«Δεν έχεις άδικο,» παραδέχτηκε ο Κριτόλαος. «Πράγματι, έχω εξαπλώσει κάποιες φήμες για τις σήραγγες.»

«Γιατί;»

«Τις χρησιμοποιούμε κατά περίσταση, και δε θέλουμε άλλοι να τριγυρίζουν εκεί.»

«Επομένως, τις ξέρεις καλύτερα από μένα. Γιατί με ρωτάς λοιπόν;»

«Για να μάθω κάτι που ίσως δεν ξέρω. Θα ήθελα να κάνεις μια έρευνα για τις σήραγγες. Δημοσιογραφική έρευνα, εννοώ – να δεις τι υπάρχει στο αρχείο του Άστρου γι’αυτές.»

«Εντάξει,» είπε η Χοαρκίδα· «δε θα είναι δύσκολο.» Φάνηκε σκεπτική για μια στιγμή. «Θέλεις να μου πεις, δηλαδή, ότι δεν ξέρεις ήδη τα πάντα για τις σήραγγες;»

«Είσαι ιδιοφυία.»

«Κόλακα.»

Ο Κριτόλαος δεν μίλησε καθώς έτρωγε.

«Γιατί ενδιαφέρεσαι τώρα γι’αυτές, λοιπόν; Είναι οι επαναστάτες εκεί κάτω;»

«Πολύ φοβάμαι πως ναι. Σκοπεύω να τις χαρτογραφήσω και να τους παγιδέψω.»

«Νόμιζα ότι είναι πολύ λαβυρινθώδεις…»

«Είναι,» τη διαβεβαίωσε ο Κριτόλαος. «Θα δυσκολευτούμε, σίγουρα. Αλλά πιστεύω ότι αξίζει τον κόπο.»

*

Ο Πολ αποδείχτηκε σωστός στις προβλέψεις του: ο Αλλάνδρης σύντομα ανέβασε πυρετό. Καιγόταν ολόκληρος, και έτρεμε. Η Χλόη τού έδωσε από εκείνο το φάρμακο που είχε προτείνει ο Πολ, και τον ρώτησε αν ήθελε και κάτι για τον πόνο. Ο Αλλάνδρης αποκρίθηκε ναι, με ξερή φωνή, και η Χλόη έβγαλε ένα παυσίπονο χάπι από το κουτάκι και του το έδωσε μαζί μ’ένα ποτήρι νερό το οποίο εκείνος ήπιε μονορούφι.

Μετά απ’αυτό, βρισκόταν για κάμποσες ώρες σε μια μουδιασμένη κατάσταση μεταξύ ύπνου και ξύπνιου, και πρέπει να έβλεπε και κάποιες παραισθήσεις, αν έκρινε κανείς από τα ασυνάρτητα μουρμουρητά του.

Όταν ο πυρετός ανέβηκε πάλι, ο Σωσίας – που είχε τότε βάρδια στο πλευρό του – του έδωσε δύο κουταλιές από το αντιβιοτικό στο μπουκαλάκι.

«Δεν ξέρω τι μου γίνεται, μάγε, γαμώ την ανωμαλία μου…» μούγκρισε ο Αλλάνδρης. «Μ’έχει γαμήσει αυτή η μαλακία.»

«Υπομονή χρειάζεται λίγο,» αποκρίθηκε ο Σωσίας.

«Υπομονή τ’αρχίδια μου…»

«Θέλεις κι ένα παυσίπονο;»

«Μόνο αν δε με γαμήσει ακόμα περισσότερο.»

«Δε μπορεί να σου κάνει κακό.»

«Φέρτο κι αυτό το κέρατο του Κάρτωλακ να το καταπιώ,» μούγκρισε ο Αλλάνδρης.

Ο Σωσίας τού έδωσε το χάπι κι εκείνος το έριξε στο στόμα του. Πήρε το ποτήρι με το νερό και το ήπιε ολόκληρο.

«Το στόμα μου είναι ξερό σαν πετσί… σαν πετσί, μάγε…»

Και μετά, κοιμήθηκε.

*

Το βράδυ είχε ησυχία στην Οινόσφαιρα. Ο κόσμος ήταν λίγος, η μουσική απαλή, και οι μπάλες του μπιλιάρδου αντηχούσαν δυνατά καθώς τις χτυπούσαν οι στέκες.

Ο Αίολος καθόταν στο μπαρ πίνοντας ένα ποτήρι Χρυσό Καύσωνα, όταν ο Έκτορας τον πλησίασε καπνίζοντας το πούρο του.

«Πώς πάει, μάγε;»

«Με κοιτάζεις περίεργα, αφεντικό. Προσεύχομαι σ’όλους τους θεούς να μη σκέφτεσαι να με ξαναστείλεις στα Φέρνιλγκαν.»

Ο Έκτορας μειδίασε άγρια. «Δε σ’αρέσει η φύση;»

«Η φύση μ’αρέσει… στις φωτογραφίες, στους πίνακες, στις οθόνες… Ξέρεις. Σ’όλες τις άλλες περιπτώσεις εκτός από όταν πρέπει να διασχίζω χιονισμένα δάση με τα πόδια ή πάνω σε άλογο.»

«Θα τόχω υπόψη μου.»

«Θα το εκτιμούσα.»

«Ήταν όμως αναγκαίο να πας τότε. Ή εσύ θα έπρεπε να πας ή η Νιρίφα. Δε γινόταν αλλιώς. Και τη Νιρίφα ίσως να τη χρειαζόμουν εδώ.»

«Αυτός είναι ο μόνος λόγος που μ’έστειλες;»

«Τι θες να πεις;» ρώτησε ο Έκτορας. «Μίλα καθαρά.»

«Οφείλω να ομολογήσω ότι μου πέρασε απ’το μυαλό πως ίσως να έστειλες εμένα επειδή εγώ δεν αντιπαθώ τη Βατράνια τόσο όσο εσύ.»

«Δεν την αντιπαθείς όσο εγώ; Χα-χα-χα-χα!… Θα με πνίξεις στον καπνό μου, μάγε. Σου τρέχουν τα σάλια όποτε τη βλέπεις – και θα νόμιζα ότι είχες περισσότερο μυαλό.»

«Τα παραλές,» αποκρίθηκε ο Αίολος. «Απλά, προσπαθώ να είμαι…» μόρφασε, «φιλικός.»

«Δεν είναι, πάντως, αυτός ο λόγος που σ’έστειλα στα Φέρνιλγκαν. Νομίζεις ότι είμαι τόσο καριόλης;»

Ο Αίολος τον ατένισε διστακτικά.

«Δεν είσαι σίγουρος, μου φαίνεται,» είπε ο Έκτορας. «Κοίτα, μάγε. Η Βατράνια με τσαντίζει γιατί, παρότι είναι γενικώς εντάξει στις δουλειές της, είναι μια ψηλομύτα καριόλα και μισή. Αλλά δε μ’ενδιαφέρει με ποιους πηδιέται, ακόμα κι αν κάποιος απ’αυτούς είσαι εσύ. Με εννοείς;»

Ο Αίολος ένευσε. «Καλώς. Θέλεις, όμως, κάτι τώρα, έτσι δεν είναι; Δεν ήρθες τυχαία.»

Ο Έκτορας πήρε μια τζούρα από το πούρο του, φύσηξε καπνό στο πλάι. «Η κόρη σου πώς τα πηγαίνει;»

Η κόρη σου. Δεν ήταν ούτε μια ολόκληρη μέρα ακόμα που ο Αίολος φιλοξενούσε την οντότητα από το φεγγάρι στο δωμάτιό του και οι άλλοι επαναστάτες την είχαν ονομάσει κόρη του! Ο ίδιος το θεωρούσε μάλλον αστείο, αν όχι εξωφρενικό.

Επί του παρόντος η… κόρη του βρισκόταν στο δωμάτιο πίσω από την κεντρική αίθουσα της Οινόσφαιρας επειδή ο Έκτορας δεν ήθελε το πρόσωπό της να είναι σε κοινή θέα. Μην ξεχνάτε ότι ήταν πράκτορας της Παντοκράτειρας, είχε τονίσει. Οι άλλοι Παντοκρατορικοί μπάσταρδοι θα την ξέρουν· και μπορεί κάποιο απ’αυτά τα τσογλάνια να περάσει τυχαία – ή μη – από εδώ και να την αναγνωρίσει.

Δεν είχε άδικο, νόμιζε ο Αίολος. Πράγματι, όφειλαν να είναι επιφυλακτικοί με την Ηλέννια.

«Καλά είναι, απ’ό,τι βλέπω,» αποκρίθηκε τώρα ο μάγος. «Προσαρμόζεται. Δεν αισθάνεται και πολύ βολικά στο καινούργιο της σώμα, βέβαια, αλλά πιστεύω ότι σύντομα θα το συνηθίσει. Είναι πολύ θλιμμένη που δεν έχει τρόπο να επιστρέψει στην πατρίδα της…»

«Γιατί όχι;» ρώτησε ο Έκτορας. «Δε μπορεί να ξαναλλάξει σώμα; Να μπει μέσα σε κάποιο πουλί, ας πούμε;»

«Τα πουλιά δεν έχουν τη δύναμη να πετάξουν τόσο ψηλά,» του είπε ο Αίολος. «Γιατί νομίζεις ότι χρειάστηκε να κατασκευαστεί ειδικό αεροσκάφος για να πάει στο φεγγάρι; Τα κανονικά αεροσκάφη δεν μπορούν να φτάσουν ώς εκεί. Βρίσκουν μεγάλη αντίσταση από τον αέρα.

»Αλλά δεν είναι αυτό το βασικό πρόβλημα.»

«Δεν είναι;»

«Όχι. Γιατί θα μπορούσαμε να της βρούμε τα κόκαλα ενός άλλου Κάρσενωφ – και, σύμφωνα με τα λεγόμενά της, τα Κάρσενωφ ήταν αρκετά δυνατά για να πετάξουν ώς το φεγγάρι.»

«Υπάρχουν πολλά τέτοια κόκαλα;» απόρησε ο Έκτορας.

«Θαμμένα σε διάφορα σημεία της Σεργήλης, ναι, σίγουρα υπάρχουν. Αλλά, όπως σου είπα, το θέμα δεν είναι εκεί. Η… κόρη μου δεν μπορεί να μπει σε άλλο σώμα. Δεν είναι σίγουρη ότι το άδ’σ’ρ της θα επιβιώσει· είναι ήδη πολύ εξασθενημένο ύστερα από την τελευταία μετενσάρκωση.»

«Τι ακριβώς είναι αυτό το πώς-το-λένε;»

«Δεν έχω καταλάβει,» παραδέχτηκε ο Αίολος. «Και δεν το έχω ξανακούσει, για να είμαι ειλικρινής.» Ήπιε μια γουλιά από τον Χρυσό Καύσωνα. «Θυμίζει ζωτική ενέργεια, αλλά δεν είναι ζωτική ενέργεια σαν αυτή με την οποία ασχολούνται οι Βιοσκόποι. Θυμίζει επίσης και την… ψυχή, όπως αναφέρονται σ’αυτήν οι θρησκείες και όχι μόνο. Είναι κάτι σαν ενεργειακή μνήμη, ενεργειακή δύναμη…»

«Τέλος πάντων. Εξακολουθεί να μπορεί να διαβάζει μυαλά;»

«Μάλλον. Αλλά όχι και να μιλά μέσα στο μυαλό μας, καθώς έχουμε διαπιστώσει. Το εξασθενημένο αδ’σ’ρ της ευθύνεται γι’αυτό. Και ίσως, μάλιστα, να μη μπορεί να διαβάσει τις σκέψεις μας ακριβώς όπως παλιά – ποιος ξέρει; Μπορεί κι η ίδια να μην ξέρει ακόμα.»

«Τα τραύματά της;»

«Θεραπεύονται πολύ γρήγορα. Υπερφυσικά γρήγορα. Μου είπε όμως ότι δεν είναι τίποτα αυτό. Κι αν το καλοσκεφτείς, μάλλον δεν είναι. Είχε βρει μονάχα τα κόκαλα του Κάρσενωφ και θα το είχε αναστήσει κανονικά, αν είχε το χρόνο. Υπήρχε η μορφή του αποθηκευμένη στο αδ’σ’ρ του, μου είπε. Ένα μικρό μέρος του είχε επιβιώσει ύστερα από το θάνατό του. Δεν ισχύει το ίδιο μ’εμάς, τους ανθρώπους: το δικό μας αδ’σ’ρ είναι πολύ ασθενές· διαλύεται αμέσως μετά το θάνατό μας.» Του Αίολου φαινόταν, ξεκάθαρα, ότι του άρεσε να τα λέει όλ’αυτά.

«Βλέπω, έχεις μορφωθεί από την κόρη σου,» παρατήρησε ο Έκτορας.

Ο Αίολος μειδίασε· έφτιαξε τα γυαλιά του και ήπιε μια γουλιά Χρυσό Καύσωνα.

«Αν κατάλαβα καλά, λοιπόν,» είπε ο Έκτορας, «είμαστε αναγκασμένοι να την κρατήσουμε μαζί μας, αφού δεν μπορεί να πετάξει στο σπίτι της.»

«Ναι, έτσι φαίνεται…» Ο Αίολος τον ατένισε επιφυλακτικά. Δεν πιστεύω να σκέφτεσαι να τη διώξεις, συλλογίστηκε, ή να τη σκοτώσεις!

«Καταλαβαίνει τι είμαστε, μάγε;»

«Νομίζω πως ναι.»

«Φρόντισε να την κάνεις να το καταλάβει καλά,» τόνισε ο Πρόμαχος της Επανάστασης. «Δε θέλω νάχω τίποτα περίεργες ιστορίες, ’ντάξει;»

«Καλώς,» είπε ο Αίολος. «Δε χρειάζεται ν’ανησυχείς για την κόρη μου.»

«Θα το δούμε αυτό, μάγε.»

*

Ο Έκτορας ακούμπησε το χέρι του στους ώμους του Χρίστου. «Πάμε πάνω να συζητήσουμε.»

Εκείνος τον λοξοκοίταξε. «Τι έκανα, αφεντικό;»

«Τίποτα, αλλά θα φας ξύλο ούτως ή άλλως.»

Ο Χρίστος μειδίασε, ελπίζοντας ότι ο Έκτορας αστειευόταν. Πίνοντας μια γουλιά από τη μπίρα του, τον ακολούθησε επάνω, στον ημιώροφο της Οινόσφαιρας, απ’όπου φαινόταν η κεντρική αίθουσα. Ο Σωσίας έκανε ένα από τα νούμερά του, και πέντε άλλοι ήταν συγκεντρωμένοι αντίκρυ του. Έβγαλε το δεξί λευκό γάντι του αποκαλύπτοντας ένα κομμένο χέρι από τον καρπό και κάτω. Μετά, έβαλε πάλι το γάντι και ανοιγόκλεισε τα δάχτυλά του. Οι πέντε που τον παρακολουθούσαν γέλασαν, κι ένας τους φώναξε, φιλικά: Παλιοκλέφτη θεατρίνε!

«Τι είναι, αφεντικό;» ρώτησε ο Χρίστος.

«Πρέπει να μάθεις κάτι σημαντικό για να συνεχίσεις να είσαι μαζί μας,» του είπε ο Έκτορας. «Είμαστε με την Επανάσταση.»

Ο Χρίστος, που εκείνη την ώρα έπινε μια γουλιά μπίρα, την έφτυσε στο πλάι.

Ο Έκτορας τον ατένισε σοβαρά.

«Α-χα-χα-χα-χα!» γέλασε ο Χρίστος δείχνοντάς τον με το αριστερό χέρι. «Με δουλεύεις! Με δουλεύεις, αφεντικό!» Η όψη του έγινε κάπως αβέβαιη. «Με δουλεύεις, έτσι;»

Ο Έκτορας τον γρονθοκόπησε καταπρόσωπο, σωριάζοντάς τον στο πάτωμα. Στάθηκε από πάνω του και ρώτησε: «Σου φαίνεται ότι αστειεύομαι;»

Ο Χρίστος δεν γύρισε να δει τη μπίρα του που είχε χυθεί. «Αφού… αφού το θέτεις έτσι, να πούμε, ναι, καταλαβαίνω… πρέπει νάσαι σοβαρός.»

Ο Έκτορας τού έδωσε το χέρι του. Ο Χρίστος το έπιασε, αν και με κάποιο δισταγμό, και σηκώθηκε όρθιος.

«Αυτό που σου είπα,» του είπε ο Έκτορας, «δεν θα το πεις πουθενά. Κανένας δεν το ξέρει εκτός από έναν πολύ, πολύ στενό κύκλο. Κατανοητό;»

«Ναι, βέβαια.»

«Κατανοητό;»

«Ναι, αφεντικό! Ξέρω να κρατώ μυστικά.»

«Από δω και πέρα,» του είπε ο Έκτορας, «είσαι μαζί μας. Είσαι επαναστάτης, δεν είσαι ένας τυχαίος αλήτης, ένα οποιοδήποτε παιδί της πέτρας. Είσαι δικός μας άνθρωπος.»

Ο Χρίστος χαμογέλασε. «Αυτό είναι καλό, έτσι;»

«Μέχρι να σε πιάσουν τα σκυλιά της Παντοκράτειρας. Τότε θα φτύσεις αίμα.»

Ο Χρίστος συνοφρυώθηκε. «Εσάς δε σας έχουν πιάσει…»

«Επειδή είμαστε προσεχτικοί. Γι’αυτό, όπως σου είπα, μυστικότητα. Δεν λες σε κανέναν ότι είσαι επαναστάτης. Αν είχες μάνα και δεν ήσουν παιδί της πέτρας, ούτε στη μάνα σου δε θα το έλεγες.»

Ο Χρίστος κατένευσε. «Εννοείται.»

«Εγώ,» είπε ο Έκτορας, «είμαι Πρόμαχος της Επανάστασης σε τούτα τα μέρη, δεν είμαι μόνο ο ιδιοκτήτης της Οινόσφαιρας

Ο Χρίστος συνοφρυώθηκε. «Και τι σημαίνει αυτό;»

«Σημαίνει ότι αν σου πω να μου φιλήσεις τον κώλο θα μου τον φιλήσεις.»

Ο Χρίστος μειδίασε. «Ελπίζω να μη γίνεις τόσο κακός μαζί μου, αφεντικό.»

«Ορίστε,» μούγκρισε ο Έκτορας· «από τώρα άρχισες κι εσύ να πετάς μια γλώσσα από δω ώς κάτω, στα μπιλιάρδα.»

Κεφάλαιο 37
Λαβυρινθώδεις Δρόμοι

Η Ελεονόρα αποφάσισε ν’ασχοληθεί με τους ψυχοπαθείς μάγους που είχε φέρει από τη Νιρικόνια Κλινική, όσο ο Λοχαγός Αρδάνης και οι άλλοι αρμόδιοι θα ερευνούσαν την υπόθεση με την εξαφάνιση του αποστάγματος. Εξάλλου, εκείνη δε μπορούσε να κάνει τίποτα συγκεκριμένο για να βοηθήσει· επομένως, καλύτερα να έκανε κάτι άλλο, που θα έπαιρνε το μυαλό της απ’αυτή τη δυσάρεστη ιστορία, γιατί κάθε φορά που σκεφτόταν το χαμένο απόσταγμα την έπιανε πονοκέφαλος. Κάτι τόσο πολύτιμο είχε εξαφανιστεί μέσα σε μια βραδιά!

Δεν είχε απόσταγμα για να δώσει να πιουν ο Στάνλι’μορ και η Καλλιστώ’νιρ, αλλά μπορούσε να κάνει οργανική ανάλυση για να δει αν είχαν ποσότητες Ε-8 μέσα τους, όπως είχαν για μερικές ώρες αυτοί που έπιναν απόσταγμα. Τα αποτελέσματα της έρευνας τής έδειξαν ότι δεν υπήρχε στον οργανισμό τους κάποια ουσία που να αποτελείται από τα ίδια στοιχεία με το Ε-8· όμως υπήρχε μια άλλη ουσία, που δεν τη συναντούσε κανείς στο αίμα των φυσιολογικών ανθρώπων.

Οι μάγοι είχαν και οι δύο αυτή την ουσία εντός τους, παρότι τα συμπτώματα της ψυχασθένειάς τους ήταν διαφορετικά. Και η Ελεονόρα συμπέρανε ότι τούτο δεν μπορεί παρά να οφειλόταν στην έκθεσή τους στην ατμόσφαιρα του φεγγαριού της Σεργήλης.

Με μια πιο διεξοδική έρευνα της άγνωστης ουσίας, παρατήρησε πως δεν πρέπει να ήταν κάποια αρχική ουσία, αλλά μια μεταλλαγμένη ουσία. Έκανε ακόμα κάποια πειράματα και διαπίστωσε πως η ουσία ήταν το Ε-8 αλλά μεταλλαγμένο. Είχε προσαρμοστεί στον ανθρώπινο οργανισμό. Είχε αλλάξει τελείως.

Εκτός αν η Ελεονόρα ήταν που έκανε τελείως λάθος.

Δεν το νόμιζε, όμως. Οι χυμικές μέθοδοι που είχε χρησιμοποιήσει για να φτάσει σ’αυτό το συμπέρασμα ήταν αξιόπιστες.

Μια μεταλλαγμένη μορφή του Ε-8… Αυτό σήμαινε ότι οι δύο παράφρονες μάγοι ήταν γεμάτοι απόσταγμα. Ωστόσο η Ελεονόρα δεν θα μπορούσε να το πάρει από μέσα τους όπως το έπαιρνε μέσα από την οντότητα από το φεγγάρι. Αν χρησιμοποιούσε ενεργειακούς πόλους και παρόμοια εργαλεία επάνω τους, ήταν πολύ πιθανό να τους σκοτώσει. Επιπλέον, πόσο απόσταγμα θα μπορούσε να δώσει ο καθένας τους; Και, κατά δεύτερον, αυτό το απόσταγμα δεν ήταν ίδιο με το προηγούμενο· ήταν μια μετάλλαξή του.

Κοιτάζοντας προσεκτικά τη στοιχειακή του σύσταση, η Ελεονόρα κατέληξε πως πιθανώς να μπορούσε να το αναπαράγει με χυμικές μεθόδους, ύστερα από κάποιες προσπάθειες.

Δεδομένου όμως ότι επρόκειτο για διαφορετική ουσία, θα έπρεπε να τη δοκιμάσει κιόλας, να δει ποια ήταν τα αποτελέσματά της· γιατί δεν ήταν καθόλου βέβαιο πως θα ήταν τα ίδια όπως του Ε-8.

Η Ελεονόρα ονόμασε την καινούργια ουσία Ε-9.

Και πήγε να επισκεφτεί τα κίρ’χικ στον γυάλινο λαβύρινθο. Έπιασε, με εργαστηριακά γάντια, ένα από αυτά και του έκανε ένεση με Ε-9. Το παρακολούθησε για καμια μέρα για να δει τα αποτελέσματα της ουσίας επάνω του. Δεν ήταν ίδια με τα αποτελέσματα του Ε-8: το εξάποδο ποντίκι δεν έγινε ξαφνικά πιο έξυπνο από τα άλλα. Το μόνο που παρατήρησε η Ελεονόρα ήταν πως φάνηκε να βρίσκεται σε μια γενικότερη υπερδιέγερση και, ίσως, ευφορία. Όταν η επιρροή του Ε-9 πέρασε, το κίρ’χικ δεν πέθανε· απλά επέστρεψε στην αρχική του κατάσταση.

Αναρωτιέμαι τι μπορεί να κάνει στον άνθρωπο…

Προτού όμως το δοκιμάσει αυτό, η Ελεονόρα θέλησε να μάθει αν μπορούσε να το αναπαράγει εργαστηριακά, και έβαλε τους βοηθούς της να δουλέψουν πυρετωδώς τις επόμενες ημέρες.

Εν τω μεταξύ, κανένας δεν είχε βρει τον κλέφτη των φιαλιδίων με το Ε-8. Αλλά όποτε η Ελεονόρα μιλούσε με τον Κριτόλαο εκείνος επέμενε ότι κάποιοι μέσα από το ερευνητικό κέντρο ήταν που είχαν πάρει το απόσταγμα.

«Μπορεί να το πήγαν αλλού, όμως!» του είπε η Ελεονόρα, ένα απόγευμα, καθώς ήταν καθισμένη σε μια καρέκλα του δωματίου της, δίπλα στο παράθυρο. «Μπορεί να το πήγαν στην πόλη για να το πουλήσουν.»

«Δεν το θεωρώ πιθανό,» αποκρίθηκε ο Κριτόλαος μέσα από τον πομπό της. «Το έχω ψάξει, όμως.»

«Το έχεις ψάξει

«Ναι. Έχω, φυσικά, συνδέσμους στη μαύρη αγορά της Θακέρκοβ, εκεί όπου πωλούνται τα ναρκωτικά.»

«Γιατί κάποιος να το πουλήσει ως ναρκωτικό; Κανένας δεν το γνωρίζει.»

«Ακριβώς. Γι’αυτό κιόλας δεν το θεωρούσα πιθανό να βρω τίποτα. Όπως και δεν βρήκα. Για να το πουλήσουν θα έπρεπε, κάπως, να το παρουσιάσουν πρώτα· κι αν γινόταν μια τέτοια παρουσίαση, πίστεψέ με, θα το μάθαινα.»

«Μπορεί να πήγαν να το παρουσιάσουν αλλού, σ’άλλη πόλη.»

«Έχω ειδοποιήσει και τους πράκτορες άλλων πόλεων. Αν δουν να εμφανίζεται κάποιο παράξενο καινούργιο ναρκωτικό, θα με ειδοποιήσουν.»

«Μέχρι στιγμής, όμως, τίποτα, ε;»

«Είναι πολύ νωρίς για να το βρούμε σ’άλλη πόλη – αν όντως το έχουν πάει εκεί.»

*

Ο Φλοίσβος δεν μπορούσε να κρατηθεί για πολύ μακριά από το Κρασί των Θεών παρότι αντιλαμβανόταν πως η ποσότητά του ήταν περιορισμένη. Μια νύχτα, ήπιε τη μισή ουσία από ένα φιαλίδιο…

…και ονειρεύτηκε…

…ότι συνάντησε τον έναν από τους δύο τρελούς που είχε φέρει η Επιτηρήτρια στο ερευνητικό κέντρο: τον μάγο Στάνλι’μορ, βαθιά στον πυθμένα μιας μαύρης θάλασσας· και ο Στάνλι ούρλιαζε Μείνε μακριά μου! Μείνε μακριά μου! Μη μ’αγγίζεις! αλλά ο Φλοίσβος τον άγγιξε στον αυχένα, το χέρι του έπιασε τον μάγο σαν δαγκάνα, και το ξυρισμένο κεφάλι του Στάνλι’μορ άρπαξε φωτιά, φλόγες το τύλιξαν· και ο Φλοίσβος γελούσε ενώ ο μάγος ούρλιαζε πεσμένος στα γόνατα. Μετά, ο Στάνλι έχασε τις αισθήσεις του επειδή κάποιοι ήρθαν και τον τρύπησαν με δηλητηριώδεις λόγχες, και ο Φλοίσβος…

…κολυμπώντας, πήγε εκεί όπου κοιμόταν η μάγισσα Καλλιστώ’νιρ, ξαπλωμένη ανάσκελα στο στενό της κρεβάτι, με τους μηρούς της μισάνοιχτους. Ο Φλοίσβος καύλωσε. Έχωσε το χέρι του κάτω από το φόρεμά της, και είδε τα μάτια της ν’ανοίγουν, τρομαγμένα· αλλά η μάγισσα δεν ούρλιαξε. Γύρισε προσπαθώντας να του ξεφύγει, όμως ο Φλοίσβος την άρπαξε εύκολα και την έριξε τελικά μπρούμυτα πάνω στο κρεβάτι, σηκώνοντας το φόρεμα ώς τη μέση της. Παραμερίζοντας το εσώρουχό της, την κάρφωσε με τον ορθωμένο φαλλό του, και την άκουσε να κλαίει με λυγμούς. Δε φώναζε, όμως· η Καλλιστώ ποτέ δε φώναζε· ήταν σιωπηλή. Γιατί δε μιλάς; της είπε καθώς πιεζόταν μέσα της. Γιατί δεν – αααααχχ – μιλάς! Μίλα μου! ΜΙΛΑ ΜΟΥ!Άρπαξε τα μαλλιά της, τραβώντας το κεφάλι της πίσω. Μίλα μου! γρύλισε κοντά στ’αφτί της, και της δάγκωσε τον λοβό – κι αισθάνθηκε το μόριό του να χύνει.

Ο Φλοίσβος μούγκρισε, είδε πολύχρωμα φώτα παντού γύρω του, παρασύρθηκε από τα ρεύματα του πυθμένα της μαύρης θάλασσας–

Ξύπνησε στο δωμάτιό του, νιώθοντας το σπέρμα να κολλάει μέσα στο παντελόνι του.

Κι άρχισε να γελά, και να γελά, και να γελά…

*

Η Αλίκη Μυρτώνη δεν είχε άδικο όταν είπε ότι η επιχείρηση Έρευνα και Χαρτογράφηση των Παλιών Σηράγγων της Θακέρκοβ θα ήταν χρονοβόρα. Οι πράκτορες της Παντοκράτειρας δεν ήξεραν από πού να ξεκινούσαν, κι αποφάσισαν πως το ασφαλέστερο θα ήταν να ξεκινήσουν από τα μέρη που κατά περίσταση χρησιμοποιούσαν και γνώριζαν καλύτερα. Αυτό σήμαινε ότι είχαν, πραγματικά, πολλή δουλειά μπροστά τους.

Πρόχειροι, ημιτελείς χάρτες συγκεντρώνονταν στο γραφείο του Κριτόλαου καθώς οι ημέρες περνούσαν. Ο ένας έδειχνε μερικά περάσματα από μια μεριά της πόλης, ο άλλος μερικά περάσματα από κάποια άλλη μεριά. Κανένας δεν ήξερε πώς μπορεί αυτά να συνδέονταν μεταξύ τους. Και σ’ορισμένα σημεία ο Κριτόλαος παρατηρούσε φανερά κενά λογικής συνέχειας. Τι γινόταν εκεί κάτω; Έκαναν λάθη οι πράκτορές του, ή τα περάσματα ήταν φτιαγμένα με τόσο χαοτικό τρόπο που ήταν δύσκολο να βγάλεις νόημα;

Η δημοσιογραφική έρευνα της Χοαρκίδας δεν του πρόσφερε καμια πολύ χρήσιμη πληροφορία. Έμαθε για κάποια περιστατικά που άνθρωποι είχαν χαθεί στις σήραγγες και ή είχαν ξαναβρεθεί τελικά ή είχαν εξαφανιστεί τελείως ή όταν είχαν βρεθεί ήταν νεκροί – κάποιος ή κάτι τούς είχε σκοτώσει: και οι θεωρίες, φυσικά, ήταν πάμπολλες. Έμαθε για περιπτώσεις που οι πολίτες της Θακέρκοβ είχαν δει «παράξενες, εφιαλτικές μορφές» να περιφέρονται στα υπόγεια της πόλης. Έμαθε για νοσηρούς εγκληματίες που πετούσαν τα σκοτωμένα θύματά τους στις σήραγγες για να μην τα βρεί ποτέ κανείς. Έμαθε ότι κάποιοι άνθρωποι είχαν τρέξει εκεί κάτω για να ξεφύγουν από τις Αρχές και κανένας δεν τους είχε ξαναδεί: ορισμένοι έλεγαν ότι είχαν σκοτωθεί, ορισμένοι ότι είχαν βγει από την πόλη, ότι τα υπόγεια περάσματα οδηγούσαν και έξω από τη Θακέρκοβ. Είδε κάμποσους χάρτες των σηράγγων: χάρτες που δεν πρέπει να είχαν καμία σχέση με την πραγματικότητα – χάρτες που μερικούς τούς είχε ξαναδεί και παλιότερα. Υπήρχαν σημειωμένες φωλιές γιγάντιων αρουραίων επάνω τους, και λημέρια ανθρωποφάγων, ακόμα και μια υπόγεια βάση των πρακτόρων της Παντοκράτειρας (Αν είχαμε τέτοια υπόγεια βάση, σίγουρα θα την ήξερα!) και μια βάση των επαναστατών (Οι επαναστάτες θα το άφηναν να μαθευτεί έτσι απλά; Δεν το νομίζω – θα το έλεγχε, όμως, για να το διαψεύσει).

«Σου έφερα κι ένα σουβενίρ,» του είπε η Χοαρκίδα, μια βραδιά, και ύψωσε εμπρός του ένα μπρελόκ απ’το οποίο κρεμόταν ένα κυρτό δόντι.

«Τι είναι αυτό; Κάτι από τα Φέρνιλγκαν;»

«Μη με τσιγκλάς. Αυτό υποτίθεται πως είναι δόντι ανθρωποφάγου.»

«Θα το δείξω στον οδοντίατρό μου,» είπε ο Κριτόλαος, και γέλασαν.

Εκτός από την υπόθεση των σηράγγων, τον είχε απασχολήσει πάλι και η Βατράνια Κινκάρδη. Ένας από τους πράκτορές του είχε βάλει κοριό στο σπίτι της, και ο κοριός, το επόμενο πρωί, είχε εξαφανιστεί. Η Κινκάρδη τον είχε βρει και τον είχε πετάξει στην τουαλέτα· τον είχαν, τελικά, εντοπίσει στους υπονόμους.

Αποκλείεται η εύρεση του κοριού να ήταν τυχαία. Η Κινκάρδη πρέπει να είχε στη διάθεσή της κάποια συσκευή· και μια τέτοια συσκευή δεν ήταν κάτι που είχε ο καθένας. Οι πιθανότητες να είναι μπλεγμένη με την Επανάσταση είχαν μόλις αυξηθεί. Ωστόσο, ο Κριτόλαος δεν μπορούσε να είναι βέβαιος, γιατί, κοιτάζοντας το ιστορικό της Βατράνιας, έκρινε πως δεν ήταν κι απίθανο να είχε συσκευή εντοπισμού κοριών ακόμα και χωρίς να είναι πράκτορας της Επανάστασης. Κατά πρώτον, ήταν πλούσια, οπότε μπορούσε να αγοράσει άνετα ό,τι συσκευή ήθελε. Κατά δεύτερον, είχε ένα σωρό γνωστούς σε πάρα πολλά σημεία της πόλης και πιθανώς να φοβόταν ότι κάποιος μπορεί να την παρακολουθούσε.

Παρ’όλ’αυτά, είχε κάνει έλεγχο το επόμενο πρωί αφότου μπήκε ο κοριός στο σπίτι της.

Αυτό σήμαινε πως ή ήταν παρανοϊκή ή είχε κάποιον πολύ καλό λόγο να φοβάται την παρακολούθηση. Και ο πολύ καλός λόγος μπορεί να είχε σχέση με την Επανάσταση, μπορεί και όχι. Ο Κριτόλαος, από τις πληροφορίες που είχε μέσω των πρακτόρων του, αδυνατούσε να βγάλει συμπέρασμα για την αιτία του φόβου της Κινκάρδης. Δεν έκανε κανένα παράνομο εμπόριο, δεν ήταν μπλεγμένη σε καμια σκοτεινή επιχείρηση. Ήταν καθαρή απ’όλες τις μεριές, όπως φαινόταν.

Συνεπώς: πολύ πιθανόν να ήταν πράκτορας της Επανάστασης.

Πρέπει να την έχω κατά νου. Μπορεί να με οδηγήσει στο άντρο τους μέσα στη Θακέρκοβ.

*

Ο χειμώνας, που βρισκόταν στο τέλος του, είχε τώρα περάσει και η άνοιξη είχε μπει. Ο καιρός ζέστανε λιγάκι, αλλά στη Θακέρκοβ ελάχιστοι έδωσαν σημασία σ’αυτό.

Στο Χωνευτήρι, ένας πόλεμος μεταξύ των συμμοριών ξέσπασε, και ένα σωρό ζημιές έγιναν σε σπίτια και σε καταστήματα. Δεν ήταν παράξενο αυτό: τέτοιοι πόλεμοι ανάμεσα στις συμμορίες γίνονταν κάθε τρεις και λίγο. Η Χωροφυλακή σπάνια ανακατευόταν για να σταματήσει την αιματοχυσία· κάποιες φορές, μάλιστα, οι χωροφύλακες συνέβαλλαν κι εκείνοι στο χάος, ρίχνοντας σφαίρες μέσα από οχήματα, ή από τον ουρανό, με οπλοπολυβόλα, καβαλώντας γρύπες.

Στην Οινόσφαιρα ευτυχώς δεν έγιναν ζημιές, αν και μια, δυο βραδιές συμμορίες χτυπήθηκαν έξω απ’το κατάστημα. Ο Έκτορας και οι άλλοι πήραν όπλα στα χέρια, και ήταν σε ετοιμότητα. Όταν είδαν κάποιους να ζυγώνουν, πυροβόλησαν στο έδαφος κοντά τους και τους φώναξαν να φύγουν, να πάνε αλλού. Εκείνοι δεν τους κοντράρισαν: είχαν άλλα προβλήματα, που τους πίεζαν περισσότερο.

Οι συμπλοκές έπαψαν μετά από τέσσερις, πέντε μέρες και η ζωή στο Χωνευτήρι επέστρεψε στον φυσιολογικό της ρυθμό. Ο Χριστός και ο Άλκιμος, που ρώτησαν παλιούς γνωστούς τους, είπαν στον Έκτορα πως ο πόλεμος είχε γίνει επειδή τσακώθηκαν οι Λυσσασμένοι με τους Μαντρόσκυλους: οι πρώτοι είχαν βουτήξει μια κούτα με ναρκωτικά και ταμπάκο από τους δεύτερους, και χαλασμός είχε αρχινήσει. Οι Σφυριχτάδες, οι Νάνοι, και οι Χορευτές είχαν παρασυρθεί στη διαμάχη γιατί χρωστούσαν είτε στους μεν είτε στους δε. Τελικά, οι Μαντρόσκυλοι είχαν ησυχάσει και το θέμα είχε λήξει.

*

Η οντότητα από το φεγγάρι – η κόρη του Αίολου, όπως την έλεγαν οι άλλοι επαναστάτες – έδειχνε ν’αρχίζει να συνηθίζει ολοένα και περισσότερο το ανθρώπινο σώμα της. Δυσκολότερο φαινόταν να της είναι να κατανοήσει την ανθρώπινη συμπεριφορά. Ο Έκτορας τής είπε ότι δεν μπορούσε να μιλά συνέχεια στους άλλους σαν να διάβαζε τις σκέψεις τους. Θα κινήσουμε υποψίες, την προειδοποίησε. Μη νομίζεις ότι εδώ δεν κυκλοφορούν χαφιέδες των Παντοκρατορικών. Δεν είμαστε ασφαλείς. Πουθενά δεν είσαι ασφαλής στη Σεργήλη. Με καταλαβαίνεις, κοπελιά;

Κι αυτό το όνομα, είπε κάποια άλλη στιγμή ο Έκτορας, έπρεπε ν’αλλάξει. Δε μπορούσαν να την αποκαλούν Ηλέννια· και σίγουρα όχι Ηλέννια Καρτάνη. Της πρότεινε να βρει ένα άλλο όνομα που της άρεσε. Εκείνη δε φάνηκε να έχει προτιμήσεις· δε μπορούσε να διαλέξει.

«Θα σε λέμε Ουρανία από δω και μπρος,» είπε ο Έκτορας, ενώ ήταν καθισμένοι στο δωμάτιο πίσω από την κεντρική αίθουσα της Οινόσφαιρας, εκείνος, ο Αίολος, η οντότητα από το φεγγάρι, η Χλόη, και ο Άλκιμος. «Εντάξει;»

Η γυναίκα που δεν ήταν γυναίκα ανασήκωσε τους ώμους – μια κίνηση που είχε αντιγράψει από τους άλλους. «Εντάξει.»

«Και το επώνυμό της;» ρώτησε ο Αίολος.

«Δε χρειάζεται επώνυμο,» είπε ο Έκτορας. «Είναι παιδί της πέτρας.»

«Μεγάλωσα στον δρόμο. Ποτέ δε γνώρισα τους γονείς μου· η μάνα μου μπορεί να ήταν πόρνη,» είπε η Ουρανία. Κανείς δεν της είχε εξηγήσει τι σήμαινε παιδί της πέτρας.

«Σταμάτα να διαβάζεις το μυαλό μου· με τσαντίζεις,» μούγκρισε ο Έκτορας.

«Τις σκέψεις του Άλκιμου είδα,» αποκρίθηκε εκείνη. Και συνοφρυώθηκε. «Νομίζω.»

«Νομίζεις;» έκανε παραξενεμένα ο Αίολος. «Τι θέλεις να πεις; Δεν ξέρεις ποιου τις σκέψεις διάβασες;»

«Τελευταία, μπερδεύομαι αρκετές φορές,» παραδέχτηκε η Ουρανία. «Υποθέτω φταίει το εξασθενημένο αδ’σ’ρ μου.» Και συνοφρυώθηκε πάλι, θυμωμένα τώρα· ακόμα δεν μπορούσε να συνηθίσει το γεγονός ότι η ανθρώπινη γλώσσα αδυνατούσε να αρθρώσει σωστά αυτό το αδ’σ’ρ.

«Χλόη,» ρώτησε ο Έκτορας, «θα ήθελες να παίξεις χαρτιά με τη μάντισσα από δω;»

Η Χλόη μειδίασε. «Θα ήταν ενδιαφέρον.» Και έβγαλε μια τράπουλα.

Παραδόξως, η οντότητα από το φεγγάρι έχασε.

Ο Έκτορας άρχισε ν’αναρωτιέται μήπως η Χλόη είχε, πραγματικά, μαγικές δυνάμεις.

«Το ανακάτεμα των φύλλων είναι τελείως τυχαίο,» εξήγησε μετά η Ουρανία. «Το παιχνίδι σας είναι καθαρή τύχη κατά το ήμισυ τουλάχιστον.»

*

Ο Αλλάνδρης ήταν χάλια εκείνες τις μέρες. Δεν είχε ακόμα συνέλθει από το τραύμα του, αν και ο πυρετός του είχε κάπως ελαττωθεί. Οι άλλοι έκαναν εκ περιτροπής βάρδιες κοντά του, για να μην τον αφήνουν ποτέ μόνο· ο Έκτορας είχε πει συνέχεια να τον προσέχουν. Παρότι, όπως όλοι ήξεραν, ο Πρόμαχος ήταν τσαμπουκάς, οξύθυμος, και παρορμητικός, αγαπούσε ιδιαίτερα τον Αλλάνδρη γιατί είχαν μεγαλώσει μαζί στους δρόμους της Θακέρκοβ. Παιδιά της πέτρας, έχοντας μόνο την πονηριά τους και τη δύναμή τους για να πολεμήσουν μια ολόκληρη πόλη.

Η Σερφάντια απέφευγε να καθίσει κοντά στον Αλλάνδρη, μέχρι που αυτό έγινε ύποπτο.

«Υπάρχει κάποιο πρόβλημα;» τη ρώτησε η Χλόη.

Η Μαύρη Δράκαινα κούνησε το κεφάλι. «Όχι, απλώς βαριέμαι. Υπάρχουν καλύτερα πράγματα να κάνω, νομίζω – πιο χρήσιμα για όλους μας.»

«Αυτή τη στιγμή, το πιο χρήσιμο που μπορείς να κάνεις είναι να καθίσεις κοντά στον Αλλάνδρη,» της είπε η Χλόη. «Δεν υπάρχει καμια άλλη πιο επείγουσα δουλειά.»

Η Σερφάντια αναστέναξε και, μετά από μερικές στιγμές δισταγμού, αποκρίθηκε: «Εντάξει, θα πάω.»

Ανέβηκε στο δωμάτιο του Αλλάνδρη, ενώ δυνατή μουσική και φωνές έρχονταν από την κεντρική αίθουσα της Οινόσφαιρας· είχε πολύ κόσμο απόψε.

Ο τραυματισμένος επαναστάτης ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα στο κρεβάτι του, σκεπασμένος με μια κουβέρτα. Τα μάτια του ήταν μισόκλειστα και μουρμούριζε, ενώ το μαυρόδερμο σώμα του έκανε σπασμούς κάπου-κάπου.

Η Σερφάντια δε νόμιζε ότι αντιλήφτηκε την παρουσία της. Κάθισε στο σκαμνί δίπλα του, ακουμπώντας τους πήχεις της στα γόνατα και παρατηρώντας τον σιωπηλά.

Ο Αλλάνδρης βλεφάρισε. «Χλόη;…» έκανε, με ξερή φωνή.

«Δεν είμαι η Χλόη,» του είπε η Σερφάντια. «Θέλεις λίγο νερό;»

«Ναι, νερό…»

Η Σερφάντια πήρε το μπουκάλι από το κομοδίνο και τον βοήθησε να πιει. Τα δάχτυλά της έμειναν μέσα στα γαλανά του μαλλιά λίγο παραπάνω απ’ό,τι ήταν απαραίτητο.

«Μ’έχουν μαστουρώσει μ’αυτές τις μαλακίες,» μούγκρισε ο Αλλάνδρης. «Είναι σα να πετάω, Χλόη, και έρχονται κάτι σύννεφα επάνω μου και κολλάνε στα μάγουλά μου… σαν ζαχαρωτές σκατούλες, γαμώ τα κέρατα του Κάρτωλακ, γαμώ…»

«Δεν είμαι η Χλόη,» του ξαναείπε η Σερφάντια, καθίζοντας τώρα στην άκρη του κρεβατιού. «Δε βλέπεις ποια είμαι;»

Ο Αλλάνδρης γέλασε.

Η Σερφάντια συνοφρυώθηκε. «Τι είναι τόσο αστείο;»

«Γιατί ρωτάς;»

«Επειδή γελάς, ρε καθυστερημένε.»

«Μμμμ…» Τα μάτια του μισόκλεισαν. «Εσύ είσαι, Μαύρη Δράκαινα, ε;»

Η Σερφάντια αισθάνθηκε να διστάζει για λίγο ν’αποκριθεί. Γιατί διστάζω; σκέφτηκε, θυμωμένη με τον εαυτό της. Δεν ήρθα κρυφά! Και δε με νοιάζει που είναι ηλίθιος όπως είναι! «Ναι, εγώ είμαι, η Σερφάντια.»

«…Ναι.» Ο Αλλάνδρης έσμιξε τα φρύδια, βλεφάρισε. «Έχεις ξανάρθει;»

Η Σερφάντια προτίμησε να μη μιλήσει· ούτως ή άλλως δεν ήξερε τι του γινόταν: ήταν στον κόσμο του τώρα, τελείως. Για κάποιον περίεργο λόγο, όμως, τον έβρισκε πολύ ερωτικό έτσι όπως ήταν, με το μαυρόδερμο σώμα του γυμνό κάτω απ’την κουβέρτα, τραυματισμένος από μια πρόσφατη μάχη, παραληρώντας από τα φάρμακα που του είχαν δώσει…

Ο Αλλάνδρης σήκωσε το χέρι του σαν μεθυσμένος· άγγιξε τον καρπό της, και η Σερφάντια αισθάνθηκε να παραλύει – οι άντρες γενικά την έφερναν σε αμηχανία, και ειδικά αυτοί που της άρεσαν· έπρεπε να κάνει αγώνα με τον εαυτό της για να φέρεται φυσικά μαζί τους. Συνήθως τα κατάφερνε.

«Για κείνο το περιστατικό…» είπε ο Αλλάνδρης. «Τα είπα χάλια, το ξέρω… Δεν έχει σημασία που είπες ψέματα. Δεν τρέχει τίποτα.» Έσφιξε το χέρι της. «Είσαι ’ντάξει, το ξέρω…»

Η Σερφάντια είχε, όντως, πει ψέματα στον Αλλάνδρη εκείνη τη βραδιά. Η Νιρίφα δεν της είχε πει ποτέ ότι δεν τον συμπαθούσε· δεν της είχε πει τίποτα γι’αυτόν, βασικά. Πάντως, προφανώς δεν τον ήθελε. Αν τον ήθελε θα τον είχε κοντά της, σωστά; Ο Αλλάνδρης δεν το έκρυβε ότι του άρεσε η μάγισσα.

«Ναι,» αποκρίθηκε η Σερφάντια. «Ξέχασέ το. Ξέχασέ το.» Το χέρι της, γλιστρώντας από το χέρι του, άγγιξε την κουβέρτα… και πέρασε από κάτω, για ν’ακουμπήσει στο στέρνο του και να τριφτεί εκεί. Ήταν ωραίο το δέρμα του στην αφή. Πολύ ωραίο.

«Μαύρη Δράκαινα,» μουρμούρισε, ζαλισμένα, ο Αλλάνδρης, «θα μου φέρεις μια μπίρα;»

«Δε νομίζω ότι κάνει,» του είπε εκείνη, χωρίς να πάρει το χέρι της από πάνω του. «Όχι όταν παίρνεις φάρμακα.»

«Σκατά… γαμώ…» μούγκρισε ο Αλλάνδρης. «Τι θα κάνω τώρα, Μαύρη Δράκαινα; Θα με σκοτώσουν, οι πούστηδες…»

Η Σερφάντια έσκυψε από πάνω του. «Πες με Σερφάντια.»

«…Σερφάντια.»

Η Σερφάντια φίλησε τα χείλη του, με το ένα της χέρι στο μάγουλό του και το άλλο στο στέρνο του, κάτω απ’την κουβέρτα. Το δικό του χέρι άγγιξε το εσωτερικό του μηρού της, στέλνοντας ένα κύμα ερωτικού ενθουσιασμού μέσα της.

«Αφού δεν έχεις μπίρα, αυτό είναι ό,τι πιο καλό χωρίς μπίρα…» είπε ο Αλλάνδρης, όταν τα χείλη τους χώρισαν.

«Λένε ότι ρίχνει τον πυρετό.» Το χέρι της που ήταν κάτω απ’την κουβέρτα πήγε στην κοιλιά του, συνάντησε τον επίδεσμο, τον προσπέρασε, και άγγιξε τον ανδρισμό του, παρακάτω. Το μόριό του ήταν μισοορθωμένο, και με μερικές κινήσεις των δαχτύλων της ορθώθηκε τελείως, έγινε σκληρό και μακρύ μέσα στη χούφτα της.

Ο Αλλάνδρης μούγκριζε ευχαριστημένα, χωρίς να μιλά. Ίσως και να νόμιζε ότι ονειρευόταν. Χαμογελούσε.

Η Σερφάντια τον ξαναφίλησε, πιο δυνατά από πριν· και μετά, έβγαλε τις μπότες, το παντελόνι, και τη λεπτή περισκελίδα της και, παραμερίζοντας απότομα την κουβέρτα του, ανέβηκε στο κρεβάτι.

Ο Αλλάνδρης, παρότι τραυματισμένος και μαστουρωμένος, ήταν αποδοτικότατος, διαπίστωσε η Σερφάντια. Αυτά που έλεγε, πάντως, έδειχναν ότι πρέπει όντως να νόμιζε πως ονειρευόταν…

*

Οι πράκτορες της Παντοκράτειρας, όσο περισσότερο εξερευνούσαν τις σήραγγες κάτω από τη Θακέρκοβ, τόσο περισσότερο μπλέκονταν. Βρήκαν κόκαλα και κρανία που μπορούσαν να είναι μόνο ανθρώπινα, σε διάφορα τυχαία σημεία, χωρίς να υπάρχει καμία εξήγηση, ή έστω εικασία, για το πώς κατέληξαν εκεί. Βρήκαν δωμάτια και περάσματα πλημμυρισμένα από νερά, που άλλοτε πρέπει να έρχονταν από τον ποταμό Κάλμωθ κι άλλοτε από τους υπονόμους, βρομώντας αποκρουστικά, ενώ κόπρανα και άλλες ακαθαρσίες επέπλεαν επάνω τους. Βρήκαν σημεία που οι σήραγγες είχαν σχισμάδες, ρωγμές, ανοίγματα, κι από εκεί μπορούσες να περάσεις για να βγεις στις ράγες του Υπόγειου Σιδηρόδρομου. Βρήκαν γκράφιτι πάνω σε τυχαίους τοίχους: σχήματα που απεικόνιζαν κρανία, ή μαχαίρια, ή ανθρώπους που καταβρόχθιζαν άλλους ανθρώπους, ή ακατονόμαστα τέρατα. Βρήκαν ένα μέρος όπου έμεναν άστεγοι, τυλιγμένοι σε παλιά ρούχα και παλιές εφημερίδες, δίπλα σε μαγκάλια που ο καπνός τους βρομούσε. Βρήκαν σκαλοπάτια που έβγαιναν σε εγκαταλειμμένες αποθήκες ή ερειπωμένα οικοδομήματα ή μυστηριώδη σοκάκια, ή ακόμα και σε μέρη που ήταν κατοικημένα: υπόγεια σπιτιών ή επιχειρήσεων, όπου υπήρχαν βαριές πόρτες από ξύλο ή μέταλλο οι οποίες απαγόρευαν την πρόσβαση, και οι πράκτορες μονάχα τις σημείωναν στους χάρτες τους, χωρίς να τις παραβιάζουν, για να τις ερευνήσουν αργότερα, ανάλογα με τις εντολές των ανώτερών τους. Βρήκαν μέχρι και σκαλοπάτια που πήγαιναν προς τα κάτω, σε σπήλαια και σήραγγες όπου ο αέρας ήταν αποπνιχτικός και από μακριά αντηχούσαν αλλόκοτοι ήχοι: νερό, πιθανώς, ή τρωκτικά, ή τίποτα χειρότερο. Βρήκαν ένα μέρος που, σίγουρα, ήταν ναός της Αρτάλης, αν έκριναν από την διακόσμηση – κυρίως, πρόχειρες τοιχογραφίες και λαξεύματα. Ήταν γνωστό πως υπήρχαν ακόμα πιστοί της Αρτάλης οι οποίοι έκαναν παράνομες τελετές, παρότι η θρησκεία τους είχε απαγορευτεί από την ίδια την Παντοκράτειρα. Οι πράκτορες σημείωσαν τη θέση του ναού για να παρακολουθήσουν το μέρος κάποια άλλη στιγμή, αν λάμβαναν τέτοιες διαταγές.

Τους επαναστάτες, πάντως, δεν φαινόταν εύκολο να τους βρουν.

Δεν υπήρχαν ούτε ίχνη τους στο έδαφος ούτε κανένα άλλο σημάδι. Μονάχα μια φορά είδαν κάποιους να τρέχουν να φύγουν γρήγορα. Οι πράκτορες τούς κυνήγησαν και τους έπιασαν. Τους ακινητοποίησαν και τους ρώτησαν τι έκαναν εδώ· εκείνοι αποκρίθηκαν ότι είχαν έρθει να κάνουν γκράφιτι, δεν ήθελαν μπελάδες. Και πράγματι, υπήρχε ένας θάλαμος γεμάτος γκράφιτι εκεί κοντά – από παλιά έρχονταν άτομα και ζωγράφιζαν εδώ. Οι πράκτορες τούς άφησαν να φύγουν, αλλά τους παρακολούθησαν και τους είδαν, τελικά, να ανεβαίνουν μια επικίνδυνη αρχαία σκάλα και να βγαίνουν σε μια μικρή πλατεία στις Λιμανοκατοικίες. Η παρακολούθηση δεν τελείωσε εκεί, φυσικά, και οι πράκτορες διαπίστωσαν ότι αυτοί οι νεαροί κατά πάσα πιθανότητα δεν είχαν καμία σχέση με την Επανάσταση.

Ολοένα και περισσότεροι χάρτες συγκεντρώνονταν στο γραφείο του Κριτολάου, αλλά, παραδόξως, εκείνος νόμιζε ότι η υπόθεση μπλεκόταν αντί να ξεμπλέκεται. Ήταν δυνατόν οι σήραγγες κάτω από τη Θακέρκοβ να είναι τόσες πολλές και τόσο μπερδεμένες;

Προσπαθούσε να συναρμολογήσει τα κομμάτια που του έφερναν οι πράκτορές του και, σε ορισμένες περιπτώσεις, τα κατάφερνε. Οι χάρτες, κατά περίσταση, έβγαζαν νόημα όταν τους κολλούσες τον έναν δίπλα στον άλλο.

Εκείνο που δεν περίμενε, πάντως, όταν ξεκίνησε ετούτη την επιχείρηση, ήταν ότι θα υπήρχαν και σήραγγες κάτω από τις σήραγγες. Οι πράκτορές του είχαν βρει σημεία όπου μπορούσες να κατεβείς ακόμα περισσότερο. Αν ήταν δυνατόν! Πού τελείωνε αυτός ο λαβύρινθος; Έτσι όπως πήγαινε το πράγμα, μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι οι Επαναστάτες είχαν ακόμα και κάποια κρυφή βάση στα έγκατα της γης κάτω από τη Θακέρκοβ!

Αν, όμως, χωρίς καμία σοβαρή ένδειξη το υποθέσω αυτό, θα γίνω κι εγώ συνωμοσιολόγος. Σε τελική ανάλυση, εκεί κάτω μπορεί, όντως, ακόμα και δαιμονισμένοι ανθρωποφάγοι να υπάρχουν!

*

Ο νεαρός ηθοποιός Μάριος Τελβάνιφ κοιμόταν δίπλα της· και η Βατράνια έκανε επίσης ότι κοιμόταν. Τον περίμενε να κινηθεί. Αν, τελικά, είχε δίκιο γι’αυτόν.

Ο Μάριος ήταν ο μόνος από τους παρευρισκόμενους σ’εκείνο το πάρτι που μπορούσε να ελέγξει άμεσα. Για τους άλλους, μόνο υποθέσεις μπορούσε να κάνει. Αλλά, επίσης, πότε θα τους ξανάβλεπε αυτούς; Και, κυρίως, πότε θα τους ξανάβαζε στο σπίτι της; Μπορεί να μην τους ξανάβαζε και ποτέ. Αν όμως οι Παντοκρατορικοί ήθελαν να την παρακολουθούν, δε θα χρησιμοποιούσαν κάποιον που ήταν συχνά κοντά της; Λογικά, ναι. Και ο Μάριος, καθότι περιστασιακός εραστής της Βατράνιας, ήταν συχνά κοντά της. Αλλά όχι και τόσο συχνά ώστε να τον υποψιαστεί άμεσα. Μια στο τόσο κοιμόταν μαζί του.

Οι Παντοκρατορικοί θα είχαν, σίγουρα, καταλάβει ότι βρήκε τον κοριό τους, και θα ήθελαν να φυτέψουν άλλο. Ή να σκαρώσουν κάποια παρόμοια απάτη. Αν επομένως ο Μάριος ήταν άνθρωπός τους, έπρεπε να δράσει σύντομα· και η καλύτερη ώρα ήταν τη νύχτα, όταν η Βατράνια, αφού είχαν κάνει έρωτα, κοιμόταν γαλήνια…

…ή, τουλάχιστον, έτσι προσποιείτο.

Θα σηκωθεί ή δε θα σηκωθεί; αναρωτιόταν, καθώς ήταν ξαπλωμένη πλάι του, με τα μάτια κλειστά και αναπνέοντας ήρεμα.

Η ώρα κυλούσε. Δεν τον ακούω να σηκώνεται…

Ο ύπνος άρχισε να την απειλεί. Μην κοιμηθείς, Βατράνια. Μην κοιμηθείς! Μην κοιμηθείς, όμορφή μου κοπέλα.

Μην-κοιμηθείς μην-κοιμηθείς μην-κοιμηθείς μην-κοιμηθείς–

Αισθάνθηκε τον Μάριο να ανασηκώνεται δίπλα της, και το μυαλό της έπαψε απότομα να λειτουργεί, σαν οι σκέψεις της να πάγωσαν. Συνέχισε να αναπνέει ρυθμικά, όπως κάποιος που κοιμάται· παραγωγός κινηματογραφικών ταινιών ήταν, δεν ήταν και τόσο άσχετη από ηθοποιία, σωστά;

Ο Μάριος φίλησε τον ώμο της.

Η Βατράνια δεν αντέδρασε, χαμογέλασε μονάχα, κοιμισμένα. Ο Μάριος ήθελε, μάλλον, να βεβαιωθεί ότι όντως κοιμόταν· και πράγματι, μετά σηκώθηκε απ’το κρεβάτι. Η Βατράνια δεν άνοιξε τα μάτια της, δεν κινήθηκε καθόλου. Αφουγκραζόταν.

Βάζει το παντελόνι του… και το πουκάμισό του… και τι κάνει τώρα;…

Άκουσε βήματα. Έχει βάλει τα παπούτσια του. Φεύγει.

Τον άκουσε να βγαίνει απ’το υπνοδωμάτιο.

Τα μάτια της άνοιξαν. Σηκώθηκε απ’το κρεβάτι. Φόρεσε μια ρόμπα και τον ακολούθησε, ξυπόλυτη, αθόρυβα. Τον είδε, μέσα στο ημιφωτισμένο σπίτι της, να κατεβαίνει τις σκάλες: από τον δεύτερο όροφο στον πρώτο, από τον πρώτο όροφο στο ισόγειο, από το ισόγειο στο υπόγειο.

Πού σκατά πάει; Θα φύγει, τελικά; Απλά θα σηκωθεί και θα φύγει, μες στην άγρια νύχτα;

Η Βατράνια στάθηκε στο τέλος της σκάλας, κρυμμένη στις πυκνές σκιές. Το βλέμμα της ήταν εστιασμένο στον Μάριο, ο οποίος τώρα, έχοντας ανάψει το φως, βάδιζε μέσα στο γκαράζ. Πλησίασε το τετράκυκλο όχημά της. Έβγαλε το αριστερό του παπούτσι. Σήκωσε τη σόλα και πήρε από κάτω της ένα μικρό μεταλλικό αντικείμενο. Φόρεσε πάλι το παπούτσι και γονάτισε πλάι στο όχημα, προσαρμόζοντας το μικρό μεταλλικό αντικείμενο από κάτω του.

Αυτός είναι! Αυτός είναι ο πράκτοράς τους! Και η συσκευή που προσάρμοζε ήταν, μάλλον, κάποιος πομπός για να εντοπίζουν οι Παντοκρατορικοί το όχημά της μέσα στην πόλη.

Η Βατράνια αισθάνθηκε την παρόρμηση να του χιμήσει ακριβώς εκείνη τη στιγμή και να τον πλακώσει στο ξύλο, αλλά δεν το έκανε. Δεν ήταν καλή στρατηγική. Δε θα κατάφερνε τίποτα έτσι· έπρεπε να τον ξεφορτωθεί αλλιώς.

Προτού ο Μάριος αρχίσει πάλι ν’ανεβαίνει, ανέβηκε εκείνη πρώτη. Πήγε στο υπνοδωμάτιό της, έβγαλε τη ρόμπα της, και ξάπλωσε όπως πριν, παριστάνοντας την κοιμισμένη. Τον άκουσε να επιστρέφει, να γδύνεται, και να ξαπλώνει.

Αυτό το καθίκι μπορεί να ψάξει, κάποια στιγμή, ολόκληρο το σπίτι μου όσο κοιμάμαι. Πρέπει οπωσδήποτε να τον ξεφορτωθώ.

Μετά σκέφτηκε ότι η ταινία που θα χρηματοδοτούσε είχε σκηνές στην έρημο, και δεν νόμιζε ότι ο σκηνοθέτης θα χρησιμοποιούσε κάποια ερημιά εδώ κοντά· μάλλον θα πήγαινε στις ερήμους στα νοτιοδυτικά της Σεργήλης.

Η Βατράνια θα φρόντιζε ο Μάριος να πάρει εκείνο τον ρόλο του εξερευνητή της ερήμου.

*

Η Ελεονόρα’σαρ, ύστερα από αρκετές ημέρες εργασίας στο ερευνητικό κέντρο, κατόρθωσε τελικά να βρει μια μέθοδο για να παράγει το Ε-9. Και τώρα, μπορούσε ν’αρχίσει να πειραματίζεται σε ανθρώπους.

Ήλπιζε να είχε ανακαλύψει κάτι τόσο αξιόλογο όσο το Ε-8…

Κεφάλαιο 38
Καταστροφική Νύχτα

Για να κάνει πειράματα σε ανθρώπους έπρεπε να ζητήσει εθελοντές – οι οποίοι, όπως πάντα, θα συμμετείχαν με το αζημίωτο.

Ο Φλοίσβος Ηλάβρης παρουσιάστηκε πρώτος-πρώτος για να ρωτήσει αν η Επιτηρήτρια ήθελε να δοκιμάσει το ίδιο υγρό με πριν. Δεν είχε μάθει ότι η οντότητα από το φεγγάρι ήταν νεκρή κι επομένως δεν μπορούσαν να πάρουν άλλο απόσταγμα· οι φρουροί του ερευνητικού κέντρου δεν το ήξεραν: η Ελεονόρα δεν το είχε θεωρήσει απαραίτητο να τους το κοινοποιήσει.

«Δεν είναι το ίδιο υγρό,» αποκρίθηκε στον Φλοίσβο, καθώς ήταν καθισμένη πίσω απ’το γραφείο της. «Είναι, όμως… παρόμοιο.»

Ο Φλοίσβος συνοφρυώθηκε. «Παρόμοιο;»

«Δεν μπορώ να πω περισσότερα. Τα αποτελέσματά του, πάντως, δεν ξέρω ποια θα είναι. Πιθανώς να είναι πολύ διαφορετικά.»

Ο Φλοίσβος φάνηκε απογοητευμένος προς στιγμή.

«Αν θέλεις, βέβαια, να δοκιμάσεις, νομίζω πως θα ήσουν ο κατάλληλος άνθρωπος,» είπε η Ελεονόρα, ενώ σκεφτόταν: Αυτός είναι ο μόνος που φαίνεται να έχει προσαρμοστεί πλήρως στο Ε-8· τα αποτελέσματα του αποστάγματος είναι πάντα ίδια στον οργανισμό του, σ’αντίθεση με τους άλλους που δέχτηκαν να υποβληθούν στα πειράματα.

Ο Φλοίσβος συνοφρυώθηκε, σκεπτικός. Μετά είπε: «Θα το δοκιμάσω.»

Η Ελεονόρα χαμογέλασε. «Ωραία.» Και, ανοίγοντας τον δίαυλο του γραφείου της, ειδοποίησε τους εργαστηριακούς βοηθούς της, οι οποίοι ήρθαν σύντομα και πήραν μαζί τους τον Φλοίσβο.

Τον οδήγησαν στο δωμάτιο που τον είχαν οδηγήσει και την προηγούμενη φορά. Τον έβαλαν να καθίσει σε μια αναπαυτική πολυθρόνα και τον έδεσαν εκεί για λόγους ασφάλειας. Του έδωσαν να πιει μια μικρή ποσότητα του Ε-9, που είχαν παραγάγει με χυμικές μεθόδους, και περίμεναν. Η Ελεονόρα παρακολουθούσε μέσα από ένα παράθυρο, αθέατη.

Ο Φλοίσβος, μετά από λίγο, χαμογέλασε. Γέλασε. Έγειρε το κεφάλι πίσω κι άρχισε να σφυρίζει. Έκλεισε τα μάτια. Έμοιαζε χαρούμενος.

Όταν η επήρεια της ουσίας πέρασε, η Ελεονόρα μπήκε στο δωμάτιο και τον ρώτησε πώς αισθανόταν.

«Καλά,» αποκρίθηκε εκείνος. «Πολύ καλά.»

«Σου άφησε ωραία αίσθηση, δηλαδή;»

«Ναι. Αλλά δεν ήταν τόσο καλό όσο το άλλο.»

Η Ελεονόρα έκανε νόημα να τον λύσουν, και οι βοηθοί της υπάκουσαν. Ρώτησε τον Φλοίσβο: «Τι εννοείς;»

«Δεν ήταν το ίδιο, εμμμ… έντονο. Ήταν σα να έχεις ρίξει νερό στο Κρασί των Θεών!» Γέλασε, απότομα, κοφτά.

«Τι αισθάνθηκες ακριβώς;»

«Ότι πετούσα. Και έβλεπα όμορφα χρώματα. Και άκουγα ωραίους ήχους. Κι ένιωθα ότι είχα γύρω μου μια ζεστή παρουσία, όπως όταν έχεις μια – με συγχωρείτε κιόλας, κυρία Επιτηρήτρια – γυναίκα κοντά σου. Και μετά, όταν άρχισε το όλο ταξίδι να περνά κι επέστρεψα εδώ, δεν ήταν τόσο ξαφνικό όσο με το Κρα– την άλλη ουσία. Μου άφησε μια ωραία αίσθηση. Σα νάχεις μεθύσει – ένα παράξενο, βέβαια, πολύ παράξενο μεθύσι – αλλά χωρίς τα άσχημα αποτελέσματα μετά απ’αυτό.»

«Θα ήθελες να ξαναπιείς, δηλαδή;»

«Ναι, σίγουρα.»

«Ωραία, Φλοίσβε,» είπε η Ελεονόρα. «Σ’ευχαριστώ. Μπορείς να πηγαίνεις. Σύντομα, θα λάβεις την ανταμοιβή σου.»

Ο Φλοίσβος χαμογελούσε καθώς σηκωνόταν από την πολυθρόνα. «Σας έχω πει, κυρία Επιτηρήτρια, είμαι άνθρωπός σας.»

Την Ελεονόρα αυτός ο τύπος την έκανε ν’ανατριχιάζει· αποκλείεται να ήταν τελείως καλά στα μυαλά του. Ωστόσο, του χαμογέλασε κι εκείνη, τυπικά.

Τις επόμενες ημέρες έκανε κι άλλα πειράματα σε φρουρούς που δέχτηκαν να πιουν Ε-9. Και δεν ήταν λίγοι· ήταν παραπάνω από αρκετοί. Γιατί, καθώς κάποιοι δοκίμαζαν, μαθευόταν ανάμεσα στους υπόλοιπους ότι η ουσία ήταν ακίνδυνη: δεν είχε άσχημες παρενέργειες. Βασικά, τα αποτελέσματά της έμοιαζαν να μην είναι παρά θετικά. Τα πειράματα της Ελεονόρας έδειξαν ότι το Ε-9 προκαλούσε μια φοβερή αίσθηση ευφορίας στον άνθρωπο. Κάποιοι άκουγαν μια όμορφη μουσική, κάποιοι έβλεπαν ευχάριστα οράματα, κάποιοι και τα δύο. Και μετά δεν αισθάνονταν κουρασμένοι ή ζαλισμένοι, αλλά καλύτερα από πριν.

Επίσης, απ’ό,τι η Ελεονόρα καταλάβαινε, η ουσία πρέπει να ήταν εθιστική. Σίγουρα, δεν ήταν τόσο ισχυρή όσο το απόσταγμα – όπως είχε πει κι ο Φλοίσβος ήταν σαν να είχες ρίξει νερό στο Κρασί των Θεών (όχι κι άσχημη παρομοίωση) – όμως μπορούσε να γίνει ένα πολύ καλό ναρκωτικό.

Ένα ναρκωτικό που την παραγωγή του θα έλεγχαν αποκλειστικά οι δυνάμεις της Παντοκράτειρας. Μόνο εκείνοι θα μπορούσαν να το προμηθεύουν στη μαύρη αγορά της Θακέρκοβ, και όλης της Σεργήλης· και σε άλλες διαστάσεις πολύ πιθανόν.

Ο Κριτόλαος αναμφίβολα θα ενδιαφέρεται.

Η Ελεονόρα επικοινώνησε μαζί του.

«Δεν μπορείς μ’αυτό να προβλέψεις το μέλλον,» του είπε, «αλλά τα αποτελέσματά του είναι σταθερά στον άνθρωπο, και νομίζω πως μπορεί να έχει οικονομική αξία.»

*

Η βροχή ήταν κατακλυσμική. Οι νυχτερινοί δρόμοι της Θακέρκοβ είχαν πλημμυρίσει· ο ποταμός Κάλμωθ είχε φουσκώσει· τα εξωτερικά φώτα έσβηναν το ένα μετά το άλλο· το κυκλοφοριακό χάος ήταν κάτι το απαίσιο· νερά έτρεχαν μέσα στον Υπόγειο Σιδηρόδρομο, και μέσα στις σήραγγες που επί του παρόντος εξερευνούσαν οι πράκτορες της Παντοκράτειρας· τα πουλιά είχαν κρυφτεί στις φωλιές τους, κι ακόμα κι οι γρύπες της Χωροφυλακής και των αερομεταφορέων αρνούνταν να πετάξουν· οι άστεγοι προσπαθούσαν να βρουν κάλυψη όπου μπορούσαν· οι πολίτες έτρεχαν να γυρίσουν στα σπίτια τους, αν βρίσκονταν στο δρόμο· οι περιπτεράδες πάσχιζαν να προστατέψουν περιοδικά και εφημερίδες με μουσαμάδες…

Και αυτή την άγρια νύχτα ήταν που η Βατράνια ήρθε στην Οινόσφαιρα, φορώντας κάπα με κουκούλα και ψηλές μπότες, και στάζοντας νερό από παντού.

Στο μαγαζί δεν είχε πολύ κόσμο· όσοι είχαν μέρος να μείνουν είχαν πάει εκεί για να κρυφτούν από τη βροχή, δεν είχαν έρθει εδώ για να πιουν και να παίξουν μπιλιάρδο. Μερικοί άστεγοι ήταν καθισμένοι σε μια γωνία, πίνοντας· ο Έκτορας τούς είχε βάλει μέσα για να μη βρέχονται, και τα ποτά τούς τα είχε κεράσει· «αλλά να θυμάστε ότι μου τα χρωστάτε,» τους είχε πει, εννοώντας ότι ίσως κάποτε να τους ζητούσε κάποια χάρη.

Η Βατράνια πλησίασε τον Πρόμαχο χωρίς να βγάλει την κουκούλα της. (Καλό είναι να φυλάγομαι, σκεφτόταν· δεν υπήρχε εδώ κανένα πλήθος για να την κρύψει.) «Έχω ένα πρόβλημα,» του είπε. «Ένα μεγάλο πρόβλημα.»

Ο Έκτορας συνοφρυώθηκε. Δεν του άρεσε καθόλου έτσι όπως το άκουγε αυτό. Μυρίζομαι ότι έχει να κάνει με τους Παντοκρατορικούς, συλλογίστηκε, γιατί ήξερε ότι παρακολουθούσαν τη Βατράνια. «Σ’ακούω,» της αποκρίθηκε. Στεκόταν πίσω από το μπαρ, και η Χλόη ήταν καθισμένη παραδίπλα, παίζοντας ένα ατομικό παιχνίδι με μια από τις πολλές τράπουλές της.

«Καλύτερα σε κάποιο πιο… ασφαλές μέρος,» είπε η Βατράνια.

Κατάλαβα, σκέφτηκε ο Έκτορας. Τα πράγματα φαντάζουν σκούρα. Πού πήγε κι έμπλεξε, τώρα;

Την οδήγησε στο δωμάτιο πίσω απ’την κεντρική αίθουσα της Σφαίρας, και η Χλόη, μαζεύοντας σιωπηλά την τράπουλά της, τους ακολούθησε.

Στο μικρό δωμάτιο ήταν καθισμένοι ο Άλκιμος κι ο Σωσίας, παρακολουθώντας τα νέα στον τηλεοπτικό δέκτη· η εικόνα τρεμόπαιζε από τα παράσιτα που προκαλούσε ο καιρός.

Η Βατράνια έβγαλε την κάπα της και την κρέμασε στην κρεμάστρα.

«Κάθισε,» της είπε ο Έκτορας, ανάβοντας ένα πούρο.

Η Βατράνια ένευσε και κάθισε. Ήταν φανερά ταραγμένη. Φοβόταν πως, παρότι είχε βγάλει εκείνο τον πομπό από το όχημά της, ίσως οι Παντοκρατορικοί να είχαν καταφέρει, κάπως, να την ακολουθήσουν ώς εδώ. Με παρακολουθούν παντού πια!

«Θέλεις ένα ποτό;» τη ρώτησε η Χλόη.

Η Βατράνια ένευσε. «Ναι. Κρασί.»

Η Χλόη βγήκε από το πίσω δωμάτιο και σε λίγο επέστρεψε μαζί μ’ένα ποτήρι κρασί.

Η Βατράνια ήπιε το μισό, και άναψε ένα τσιγάρο. «Βρήκα στο σπίτι μου έναν κοριό,» τους πληροφόρησε. Πράγμα που τους έκανε όλους να καρφώσουν τα βλέμματά τους έντονα στο πρόσωπό της. «Και κατάφερα ν’ανακαλύψω και ποιος τον έβαλε.» Τους μίλησε για τον Μάριο Τελβάνιφ.

«Το ήξερα ότι κάποτε θα έμπλεκες, με τόσους λεχρίτες που έχεις να κάνεις!» μούγκρισε ο Έκτορας. «Και το πρόβλημα είναι ότι ίσως να τους φέρεις κι εδώ.»

«Δε, δε νομίζω ότι μ’ακολούθησε κανένας, Έκτορα. Τον πομπό τον πέταξα, επίτηδες, σ’ένα τυχαίο σημείο στη Γραμμή προτού έρθω στην Οινόσφαιρα

Ο Πρόμαχος την αγνόησε. Έπιασε έναν τηλεπικοινωνιακό πομπό και κάλεσε τη Σερφάντια.

«Αφεντικό;» Εκτός από τη φωνή της έρχονταν και πολλά παράσιτα.

«Μ’ακούς, Μαύρη Δράκαινα;»

«Ναι. Συμβαίνει κάτι;»

«Η Βατράνια είναι εδώ. Κάνε έναν έλεγχο να δεις μήπως έχει τραβήξει μαζί της τίποτα ανεπιθύμητους.»

«Θα το κοιτάξω

Ο Έκτορας έκλεισε τον πομπό.

Η Βατράνια είπε: «Πρέπει να τον ξεφορτωθώ με κάποιον τρόπο.»

«Με το μαλακό,» τόνισε ο Έκτορας. «Τώρα που σ’έχουν στο στόχαστρο δεν είναι ώρα γι’απότομες κινήσεις. Να τόχεις στο μυαλό σου αυτό.»

«Μη μου κάνεις μάθημα!» είπε απότομα η Βατράνια· και μετά, με πιο ήπια φωνή: «Έχω ένα σχέδιο…»

Ο Έκτορας ακούμπησε την πλάτη του στην καρέκλα. «Σχέδιο… Για πες.» Έβαλε το πούρο του στο στόμα· το δάγκωσε. Οι μαλακίες σου μας οδήγησαν εδώ, σκέφτηκε. Να δούμε πώς σκατά θα σε ξεμπλέξουμε, γαμώ τα κωλομέρια της Λόρκης!

«Χρειάζομαι τη βοήθειά σας, όμως,» τόνισε η Βατράνια.

Το ήξερα, γαμώ τη φάρα της… Ο Έκτορας δεν μίλησε, περιμένοντάς τη να συνεχίσει.

Η Βατράνια τού είπε για τον σκηνοθέτη Νικηφόρο Μακρύδρομο και για την ταινία που ετοίμαζε, την οποία εκείνη θα χρηματοδοτούσε–

«Τι σχέση έχουν όλ’αυτά;» τη διέκοψε ο Έκτορας.

«Ο Μάριος είναι ηθοποιός, όπως σου είπα. Και θα παίξει στην ταινία. Σκεφτόμουν να του δώσω τον ρόλο ενός εξερευνητή της ερήμου. Και ο Νικηφόρος, για να γυρίσει τις σκηνές στην έρημο, θα πάει σε πραγματική έρημο, στα νοτιοδυτικά της Σεργήλης. Επομένως, λογικά, κι ο Μάριος εκεί θα πάει, αν συμφωνήσω να πάρει τον ρόλο του εξερευνητή.»

«Θα τον ξεφορτωθείς έτσι, λοιπόν,» είπε ο Έκτορας. «Εμείς σε τι ακριβώς χρειαζόμαστε;»

«Θέλω κάποιος από σας ν’ακολουθήσει τον Μακρύδρομο στην έρημο, για να σκοτώσει τον Μάριο. Να το κάνει να φανεί σαν ατύχημα, βέβαια – αυτό θα είναι το καλύτερο.»

«Είσαι τρελή,» της είπε ο Έκτορας. «Να το βγάλεις απ’το μυαλό σου.»

Η Βατράνια χτύπησε το χέρι της, νευρικά, στο τραπέζι. «Κινδυνεύουμε όλοι απ’αυτόν! Δεν το καταλαβαίνεις;»

«Καταλαβαίνω ότι εσύ έμπλεξες, εσύ πρέπει να βρεις τρόπο να ξεμπλέξεις–»

«Είσαι ηλίθιος;» γρύλισε η Βατράνια καθώς σηκωνόταν όρθια, με τα χέρια της ακουμπισμένα στο τραπέζι και τεντωμένη προς τη μεριά του Έκτορα. «Δεν τον κάλεσα εγώ, ξέρεις! Ένας ηθοποιός είναι!»

«Εσύ τον έβαλες στο σπίτι σου–!»

«Δεν ήξερα ότι ήταν πράκτοράς τους! Θα μπορούσε και να μην ήταν! Νομίζεις ότι είναι ο πρώτος άνθρωπος που βάζω στο σπίτι μου; Το θέμα είναι ότι τώρα πρέπει να τον ξεφορτωθούμε

«Εντάξει,» είπε ο Έκτορας, προσπαθώντας να φανεί λογικός. «Να τον ξεφορτωθούμε, εννοείται. Αλλά μη μου ζητάς να στείλω ανθρώπους μου στην άλλη άκρης της Σεργήλης, γιατί αυτό δεν πρόκειται να γίνει. Βρες διαφορετικό τρόπο να τον ξεκάνεις. Ή – καλύτερα – μην τον σκοτώσεις. Ο θάνατός του θα κινήσει αμέσως υποψίες, ακόμα κι αν μπορέσεις μετά να εξαφανίσεις κάπως το πτώμα. Διώξ’τον με το μαλακό. Φρόντισε να τσακωθείς μαζί του, να τον κάνεις να ξεκουμπιστεί και να μην ξανάρθει στο σπίτι σου.»

Η Βατράνια κάθισε πάλι, αναστενάζοντας.

«Αυτό που λέει ο Έκτορας είναι λογικό,» της είπε η Χλόη. «Αν δεν μπαίνει στο σπίτι σου, δε θα μπορεί να βάζει κοριούς. Δε χρειάζεται να τον σκοτώσεις.»

«Έχεις πανικοβληθεί,» είπε ο Έκτορας στη Βατράνια. «Σκέψου το ήρεμα.»

Η Βατράνια κοίταξε μια τη Χλόη μια τον Έκτορα· και νόμιζε ότι, για πρώτη φορά, έβλεπε στο πρόσωπο του Προμάχου της Επανάστασης αυτό που έβλεπαν άλλοι επαναστάτες: ότι πραγματικά νοιαζόταν για εκείνους. Και ότι πραγματικά νοιαζόταν και για τη Βατράνια, επίσης.

«Θα σε βοηθήσουμε,» της είπε ο Έκτορας. «Εννοείται πως θα σε βοηθήσουμε. Αλλά το να πάμε να τρέξουμε στις ερήμους της Σεργήλης είναι λιγάκι ανόητο, δε νομίζεις;»

Η Βατράνια τελείωσε το κρασί της. «Καλώς,» αποκρίθηκε. «Θα βρω έναν άλλο τρόπο να τον αντιμετωπίσω.»

«Μην παίρνεις αυτή τη φάτσα,» είπε ο Έκτορας. «Είμαστε μαζί σου. Δε σε διώχνουμε. Αν χρειαστείς κάτι, μας ειδοποιείς. Αμέσως.»

Η Βατράνια ένευσε. «Εντάξει.»

«Θέλεις να στείλω έναν άνθρωπο μαζί σου, τώρα; Τη Σερφάντια, ίσως;»

«Όχι, δεν υπάρχει λόγος.»

«Μην προσπαθήσεις να τον σκοτώσεις μες στο σπίτι σου. Έγινε;»

Η Βατράνια ένευσε πάλι. «Ναι.»

«Η Νιρίφα έχει εδώ ένα σωρό συσκευές· ίσως κάποια απ’αυτές να σου φανεί χρήσιμη. Θέλεις να της μιλήσεις;»

Η Βατράνια το σκέφτηκε για λίγο. «Ναι,» είπε. «Θα της μιλήσω.»

*

Στην επόμενη συνάντησή της με τον Μάριο, προσπάθησε να τσακωθεί μαζί του. Πραγματικά, προσπάθησε. Δεν μπορούσε, όμως, να βρει κάποια καλή αιτία για να πιαστεί και να ξεκινήσει καβγά· δεν είχαν καμια ουσιαστική διαφορά οι δυο τους. Κι αν μάλωνε αναίτια μαζί του και τον έδιωχνε απ’το σπίτι της, τότε σίγουρα θα κινούσε τις υποψίες των πρακτόρων της Παντοκράτειρας· θα ήξεραν ότι τον είχε καταλάβει, και θα έπαιρναν, ίσως, χειρότερα μέτρα εναντίον της.

Ωστόσο, τον κόντραρε αρκετά, δείχνοντας ότι τον ψιλο-κορόιδευε για το ταλέντο του ως ηθοποιός. Του είπε ότι δεν ήξερε αν ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος για τον ρόλο του εξερευνητή· δεν ήξερε καν αν ήταν ο κατάλληλος για κανέναν ρόλο. Δε διευκρίνισε αν εννοούσε στη συγκεκριμένη ταινία ή γενικά.

Τα λόγια της φάνηκε ότι τον πείραξαν, αλλά προσπάθησε να παραμείνει ευχάριστος μαζί της. Στημένο, αναμφίβολα, εξαιτίας των διαταγών του, να είναι κοντά της και να την παρακολουθεί.

Η Βατράνια αύξησε την ψυχολογική πίεση. Όταν της ζήτησε, αργότερα, να κάνουν έρωτα, εκείνη αρνήθηκε λέγοντας ότι ήταν πολύ κουρασμένη και ζαλισμένη (παρότι, ομολογουμένως, ο Μάριος δεν της ήταν καθόλου απωθητικός).

«Με διώχνεις δηλαδή;» τη ρώτησε εκείνος.

«Όχι,» αποκρίθηκε η Βατράνια. «Αν θέλεις μείνε.»

Και, τελικά, το μετάνιωσε που το είπε αυτό. Εκείνη τη στιγμή, όμως, της φάνηκε πως είχε ενεργήσει σωστά. Αν του έλεγε να φύγει, τότε θα ήταν σαν πραγματικά να τον διώχνει από κοντά της, πράγμα που δεν ήξερε τι αποτελέσματα ίσως να είχε…

Ο Μάριος, εκείνη τη νύχτα, ξάπλωσε στο ίδιο κρεβάτι με τη Βατράνια, αλλά στην αντικρινή μεριά.

Η Βατράνια δεν κοιμήθηκε. Δεν μπορούσε να επιτρέψει στον εαυτό της να κοιμηθεί όσο ο πράκτορας ήταν στο σπίτι της. Θα έβαζε κι άλλους κοριούς εδώ μέσα· και ποιος ξέρει τι άλλο μπορεί να έκανε.

Πρέπει να τον ξεφορτωθώ… Πρέπει να τον ξεφορτωθώ…

Προσποιήθηκε ότι κοιμόταν.

Και, όπως αποδείχτηκε, το ίδιο έκανε κι ο Μάριος· γιατί, μετά από ώρα, η Βατράνια τον αισθάνθηκε να σηκώνεται. Άκουσε τα ελαφριά βήματα των ξυπόλυτων ποδιών του στο πάτωμα του υπνοδωματίου της… Ερχόταν προς τη μεριά της, κάνοντας τον κύκλο του κρεβατιού. Γιατί;

Τώρα, στεκόταν δίπλα της. Από πάνω της.

Και ξαφνικά, την καβάλησε.

Τα μάτια της άνοιξαν αμέσως, και μόνο το γεγονός ότι δεν κοιμόταν πραγματικά την έσωσε. Αν κοιμόταν και τώρα είχε ξυπνήσει, δε θα προλάβαινε να αντιδράσει όπως αντέδρασε.

Το χέρι της έπιασε τον καρπό του, καθώς ο Μάριος προσπαθούσε να βάλει ένα μαντήλι – μάλλον ποτισμένο με κάποιο υγρό – μπροστά στο πρόσωπό της.

«Τι σκατά κάνεις εκεί;» γρύλισε η Βατράνια.

Ήταν αιφνιδιασμένος. «Είσαι ξύπνια;» Τη χαστούκισε, και προσπάθησε να βάλει το μαντήλι στο πρόσωπό της. Η Βατράνια, όμως, συνέχισε να του κρατά τον καρπό, μπήγοντας τα νύχια της, δυνατά, μέσα στο δέρμα του.

Το άλλο της χέρι, το αριστερό, φορούσε ένα ρολόι. Αλλά δεν ήταν ένα συνηθισμένο ρολόι. Η Νιρίφα’μορ τής το είχε δώσει, τη βραδιά που η Βατράνια είχε επισκεφτεί τους επαναστάτες στην Οινόσφαιρα για να ζητήσει τη βοήθεια του Έκτορα. Το ρολόι αυτό, αν το χτυπούσες δυνατά επάνω σε κάποιον ή κάτι, τίναζε ένα κύμα ενέργειας προς τη μεριά του. Η μπαταρία του ήταν αρκετή για μία μονάχα χρήση, και το ενεργειακό κύμα δεν ήταν, φυσικά, ούτε θανατηφόρο αλλά ούτε και τόσο ισχυρό για να παραλύσει ή να αναισθητοποιήσει κάποιον. Ωστόσο, μπορούσε να τον τραντάξει. Άσχημα.

Και τώρα, η Βατράνια χτύπησε το ρολόι της πάνω στο γόνατο του Μάριου.

Εκείνος κραύγασε καθώς έτρεμε σύγκορμος. Το βρεγμένο μαντήλι έπεσε απ’τα δάχτυλά του. Και η Βατράνια κατάφερε να τον σπρώξει και να τον πετάξει από πάνω της, ρίχνοντάς τον στο ξύλινο πάτωμα.

Πάραυτα, κύλησε στην άλλη μεριά του κρεβατιού της και σηκώθηκε όρθια. Τι σκατά κάνω τώρα; σκέφτηκε. Έπρεπε να υπερασπιστεί τον εαυτό της· δεν υπήρχε άλλη λύση. Έτρεξε στη ντουλάπα, την άνοιξε, άνοιξε και την εσωτερική θυρίδα, και–

«Έλα δω!» άκουσε πίσω της, καθώς ο Μάριος την πλησίαζε απλώνοντας το χέρι του για να την αρπάξει απ’τα μαλλιά.

Η Βατράνια έπιασε τη λαβή ενός πιστολιού μέσα από τη θυρίδα–

Ο Μάριος έπιασε τα μαλλιά της, τραβώντας την πίσω· κι εκείνη, γυρίζοντας, τον κοπάνησε στο μέτωπο με το όπλο, χρησιμοποιώντας το σαν ρόπαλο.

Ο Μάριος παραπάτησε μουγκρίζοντας. Το χέρι του δεν την κρατούσε πλέον. Η Βατράνια έκανε να τον κλοτσήσει στα χαμηλά· εκείνος, σε εγρήγορση παρότι χτυπημένος, κατάφερε να πιάσει το πόδι της και να την πετάξει κάτω. Γύρισε και έτρεξε προς την έξοδο του υπνοδωματίου.

Η Βατράνια, πέφτοντας, δεν είχε χάσει το όπλο της – και τον πυροβόλησε. Ο Μάριος σωριάστηκε στον διάδρομο έξω απ’το δωμάτιο, με αίματα στη δεξιά του κνήμη. Η Βατράνια σηκώθηκε και πήγε να σταθεί από πάνω του, σημαδεύοντάς τον.

«Αν σε δω να κινείσαι, θα σε σκοτώσω,» του είπε, ξέπνοα αλλά σταθερά.

«Περισσότερη ψυχραιμία απ’ό,τι περίμενα…» έκανε ο Μάριος, μουγκρίζοντας από τον πόνο. «Είσαι αυτό που νομίζαμε, ε; Έτσι δεν είναι, Βατράνια;… Όπλα στη ντουλάπα σου… Γρήγορη και ετοιμοπόλεμη… Είσαι με την Επανάσταση.»

Εκείνη τη στιγμή, μια πόρτα άνοιξε και η Κρόβ’κνι βγήκε, ντυμένη με το νυχτικό της. «Κυρία Βατράνια;»

«Ο φίλος μας προσπάθησε να με δηλητηριάσει,» της είπε η Βατράνια χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει· το βλέμμα της ήταν εστιασμένο στον Μάριο.

«Δεν ήταν δηλητήριο,» εξήγησε εκείνος· «υπνωτικό ήταν.»

«Γιατί; Τι σκόπευες; Να με απαγάγεις;»

«Καθόλου.»

«Τι σκόπευες – πες μου!» Το πιστόλι της συνέχιζε να τον σημαδεύει.

«Θα κοιμόσουν. Κάποιοι θα έρχονταν εδώ. Θα… σου έκαναν μια μικρή εγχείρηση–»

«Εγχείρηση;»

«Θα περνούσαν μέσα σου έναν πομπό–»

«Τι! Κάθαρμα!» Η Βατράνια τον κλότσησε στα πλευρά. «Και νόμιζες ότι μετά θα σας άφηνα να με κάνετε ό,τι θέλετε; Κάθαρμα!» Τον έφτυσε καταπρόσωπο.

Ο Μάριος σκούπισε το σάλιο από το μάγουλό του. «Δε θα θυμόσουν τίποτα. Ένας μάγος θα φρόντιζε να σου σβήσει τη μνήμη. Δε θα θυμόσουν ότι ήρθα από πάνω σου και σε υπνώτισα.»

Η Κρόβ’κνι είχε, εν τω μεταξύ, μπει στο δωμάτιό της (για να φορέσει κάτι, είχε υποθέσει η Βατράνια) και τώρα βγήκε πάλι, λέγοντας: «Κυρία! Κάποιοι μπαίνουν σπίτι! Τους είδα από παράθυρο!»

«Α ναι,» είπε ο Μάριος, μ’ένα στραβό μειδίαμα στα χείλη, «ξέχασα να σου πω. Έχω κι εγώ έναν τέτοιο πομπό μέσα μου, Βατράνια: ακούνε αυτά που ακούω.»

Τα μάτια της Βατράνιας γούρλωσαν. Σκατά! Τον κλότσησε στο κεφάλι, ξανά και ξανά, μέχρι που εκείνος έχασε τις αισθήσεις του.

«Κρόβ’κνι, πρέπει να φύγουμε!» φώναξε στην πορφυρόδερμη Σάρντλια, που είχε ξαναμπεί στο δωμάτιό της.

«Το ξέρω, κυρία – παίρνω απαραίτητα πράγματα!»

Η Βατράνια έτρεξε στο δικό της δωμάτιο. Έχει δίκιο: πρέπει να πάρουμε κάποια πράγματα. Φόρεσε γρήγορα ένα παντελόνι και μια μπλούζα, κι ένα ζευγάρι μπότες. Πήρε όλα τα όπλα και τις συσκευές απ’τη θυρίδα της ντουλάπας.

Από κάτω, άκουγε τους πράκτορες της Παντοκράτειρας να χτυπάνε την πόρτα της – όχι για να τους ανοίξει – την κλοτσούσαν, και την κοπανούσαν και με βαριοπούλες ίσως.

Η Βατράνια ενεργοποίησε άλλη μια συσκευή που της είχε δώσει η Νιρίφα’μορ και την έκρυψε κάτω απ’το κρεβάτι. Δουλειά της ήταν να προκαλεί παρεμβολές σε κάθε τηλεπικοινωνιακή συχνότητα μέσα σε εμβέλεια εκατό-πενήντα μέτρων. Αυτό θα απέτρεπε τους Παντοκρατορικούς απ’το να καλέσουν ενισχύσεις, και θα βοηθούσε τη Βατράνια να ξεφύγει.

Δεν ήθελε τώρα να σκέφτεται όλα τα πράγματα που θα έχανε – έπρεπε πρώτα να γλιτώσει τον εαυτό της από τα χέρια τους.

«Κρόβ’κνι!» φώναξε βγαίνοντας απ’το δωμάτιο, έτοιμη. «Πάμε!»

Η πορφυρόδερμη Σάρντλια, ντυμένη για ταξίδι και κουβαλώντας έναν σάκο, την ακολούθησε. Στο χέρι της κρατούσε πιστόλι.

Μπήκαν στον ανελκυστήρα, και καθώς κατέβαιναν στο υπόγειο άκουσαν την εξώπορτα του σπιτιού να πέφτει με πάταγο και τους πράκτορες να μπαίνουν.

Ο ανελκυστήρας άνοιξε και η Βατράνια κι η Κρόβ’κνι βρέθηκαν στο γκαράζ. Η πρώτη ανέβηκε στο δίκυκλό της, κι έκανε νόημα και στη δεύτερη ν’ανεβεί πίσω της. Είχε καιρό να χρησιμοποιήσει αυτό το όχημα, αλλά τώρα ήταν βέβαιη πως θα την εξυπηρετούσε καλύτερα απ’το τετράκυκλο. Το ενεργοποίησε, άναψε τον προβολέα, έβαλε μπροστά τη μηχανή.

Πάτησε έναν διακόπτη στον τοίχο του γκαράζ και η μεγάλη πόρτα του σηκώθηκε.

Αντίκρυ της είδε σταματημένο ένα φορτηγάκι – επίτηδες, αναμφίβολα, για να την εμποδίσουν να φύγει. Πρέπει να νόμιζαν όμως ότι θα έπαιρνε το τετράκυκλο, αφού το δίκυκλο δεν το πολυχρησιμοποιούσε· επομένως, ίσως να υπήρχε λίγος χώρος για να περάσει αν κινιόταν έξυπνα.

Η Βατράνια έβαλε το όχημά της σε κίνηση, και αμέσως είδε ότι είχε δίκιο. Υπήρχε ένα μικρό άνοιγμα από το πλάι.

«Κυρία, σκοτωθούμε!» φώναξε η Κρόβ’κνι.

Η Βατράνια την αγνόησε–

–και πέρασε από το στενό άνοιγμα–

–νιώθοντας το δεξί της πόδι να τραυματίζεται επάνω στα σίδερα του μικρού φορτηγού.

«Φεύγει! ΦΕΥΓΕΙ!» άκουσε κάποιον να ουρλιάζει πίσω της, καθώς απομακρυνόταν αυξάνοντας την ταχύτητα.

«Κυρία, έχει αίμα πάνω σας,» είπε η Κρόβ’κνι.

«Σκάσε πια!» γρύλισε η Βατράνια. «Προσπαθώ να σώσω τα τομάρια μας!»

Οδήγησε το δίκυκλό της, γρήγορα, μέσα στους νυχτερινούς δρόμους της Γραμμής, προς τα νότια· και μετά, έστριψε δυτικά μπαίνοντας στον Γύρο.

Κοιτάζοντας πίσω της, δε νόμιζε ότι κανένας την ακολουθούσε. Μπορούσε, άρα, να μειώσει την ταχύτητά της – καλό, ούτως ή άλλως, για να μην τραβήξει την προσοχή της Χωροφυλακής ή άλλων πρακτόρων της Παντοκράτειρας.

Διέσχισε τον Γύρο και μπήκε στον Ναό, προσπαθώντας ν’αποφεύγει τους κεντρικούς δρόμους, που παρακολουθούνταν από τηλεοπτικούς πομπούς.

«Πού πηγαίνει, κυρία;» ρώτησε η Κρόβ’κνι.

«Μονάχα ένα μέρος υπάρχει για να πάμε, Κρόβ’κνι. Μονάχα ένα μέρος, για τώρα…»

Θεοί, τι συνέβη; Τι ήταν αυτό που συνέβη;… Καθώς οδηγούσε μέσα στη νύχτα, άρχισε να το συνειδητοποιεί. Θα την κυνηγούσαν παντού, τώρα, σε κάθε γωνιά της Θακέρκοβ. Θα έπρεπε να κρύβεται… Θα…

Η Βατράνια αισθανόταν μια ατσάλινη γροθιά να σφίγγει τον λαιμό της, κι άλλη μια τα σωθικά της. Δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια της, και τα παρέσερνε ο αέρας που σήκωνε το δίκυκλο καθώς διέσχιζε τους δρόμους της Θακέρκοβ.

Δεν θα μπορούσε ποτέ ξανά να γυρίσει στο σπίτι της. Είχε, μέσα σε μια νύχτα, χάσει τα πάντα…

 

 

 

 

Μέρος Τρίτο
Ε-9

 

 

 

 

Κεφάλαιο 39
Νόμιμη Κλοπή· Νυχτερινή Επιχείρηση

«Πρέπει επίσης να αναφέρουμε ένα μάλλον δυσάρεστο – και παράξενο – γεγονός, κυρίες και κύριοι,» έλεγε η τηλεπαρουσιάστρια του Άστρου. «Η κυρία Βατράνια Κινκάρδη, γνωστή παραγωγός κινηματογραφικών ταινιών, εξαφανίστηκε χτες βράδυ μετά τα μεσάνυχτα. Κανένας δεν έχει μάθει νέα της από τότε, και η Χωροφυλακή την αναζητά. Το τελευταίο άτομο που την είδε ήταν ο κύριος Μάριος Τελβάνιφ, ηθοποιός στο επάγγελμα, ο οποίος ήταν φιλοξενούμενός της τη μοιραία νύχτα. Ο κύριος Τελβάνιφ είπε στη Χωροφυλακή πως η κυρία Κινκάρδη έφυγε απροειδοποίητα και βιαστικά από το σπίτι χωρίς να δώσει καμία εξήγηση: σχεδόν σαν κάτι να την κυνηγούσε. Η υπηρέτριά της – μια πορφυρόδερμη γυναίκα από τη διάσταση της Σάρντλι – εξαφανίστηκε επίσης, μυστηριωδώς.

»Ο κύριος Τελβάνιφ, αφού είδε ότι κανένας δεν ήταν στο σπίτι, βγήκε στους δρόμους της Γραμμής για να αναζητήσει την κυρία Κινκάρδη, όμως στάθηκε άτυχος και δέχτηκε πυρά από ληστές που έτυχε να τριγυρίζουν εκείνη την ώρα στην περιοχή. Ευτυχώς δεν τραυματίστηκε σοβαρά και, επιστρέφοντας στο σπίτι, ειδοποίησε τη Χωροφυλακή.»

Η τηλεπαρουσιάστρια γύρισε σελίδα. «Η Χωροφυλακή συνιστά ψυχραιμία στους κατοίκους της Γραμμής, διαβεβαιώνοντάς τους πως σύντομα οι ληστές που περιφέρονται στην περιοχή τους θα βρεθούν και θα φυλακιστούν. Εν τω μεταξύ, καλό θα ήταν να μη βγαίνουν από τα σπίτια τους τις νύχτες.

»Εάν κάποιος δει την κυρία Βατράνια Κινκάρδη ή την υπηρέτριά της, που ακούει στο όνομα Κρόβ’κνι, παρακαλείται να ειδοποιήσει αμέσως τις Αρχές.» Τα πρόσωπα της Βατράνιας και της Κρόβ’κνι παρουσιάστηκαν στην οθόνη. «Η Χωροφυλακή προειδοποιεί ότι η εξαφάνιση της κυρίας Κινκάρδης πιθανώς να οφείλεται σε εμπλοκή της με τρομοκράτες και παρανόμους που σχετίζονται με τον αποστάτη Πρίγκιπα Ανδρόνικο της Απολλώνιας αλλά και με τη βίαιη επίθεση στο Λημέρι και την έκρηξη που κατέστρεψε το οίκημα του Αρωγού.

»Μετά το σύντομο διαφημιστικό διάλειμμα, η Χοαρκίδα Καμάρνη θα μιλήσει με τους καλεσμένους μας για όλα αυτά τα ομολογουμένως πολύ ενδιαφέροντα και ανησυχητικά γεγονότα. Μείνετε μαζί μας!»

*

«Να πάτε να γαμηθείτε,» είπε ο Έκτορας κλείνοντας τον τηλεοπτικό δέκτη.

«Γιατί είσαι απότομος, ρ’αφεντικό;» μούγκρισε ο Άλκιμος. «Ίσως να πουν κάτι που να μας ενδιαφέρει.»

«Μη με τσαντίζεις κι εσύ!» είπε ο Έκτορας.

Η Βατράνια, που είχε έρθει στην Οινόσφαιρα μες στα άγρια μεσάνυχτα, καθόταν τώρα μαζί τους στο δωμάτιο πίσω από την κεντρική αίθουσα, καπνίζοντας και χωρίς να μιλά. Το βλέμμα της μαρτυρούσε ξεκάθαρα ότι ήθελε να δολοφονήσει κάποιον. Βρισκόταν σ’αυτήν την κατάσταση εδώ και ώρες· αφού είχε εξηγήσει στους άλλους επαναστάτες τι της συνέβη, δεν έμοιαζε πρόθυμη να μιλήσει περισσότερο. Κι ακόμα κι ο Έκτορας δίσταζε να της πει αυτά που της έλεγε συνήθως.

Ο Αίολος κούνησε το κεφάλι. «Η κατάσταση δε φαίνεται νάναι αντιστρέψιμη…»

«Μετά απ’αυτά που έγιναν, περίμενες να ήταν;» απόρησε ο Έκτορας. «Τα τσιράκια της Παντοκράτειρας θα γυρίσουν την πόλη ανάποδα για να τη βρουν. Το καλύτερο ίσως θα ήταν να τη στείλουμε μακριά από τη Θακέρκοβ – έξω απ’τη Σεργήλη, ίσως: σε άλλη διάσταση.»

«Δεν θα φύγω από τη Θακέρκοβ.» Η φωνή της Βατράνιας τούς ξάφνιασε. Ήταν ξερή και κοφτή. «Θα μείνω εδώ.» Έσβησε το τσιγάρο της σ’ένα τασάκι.

«Τότε,» είπε ο Έκτορας, «καλά θα κάνεις να κυκλοφορείς μόνο τη νύχτα και με κουκούλα στο κεφάλι.»

Η Βατράνια δεν αποκρίθηκε.

«Θέλεις κάτι να πιεις;» τη ρώτησε ο Αίολος.

«Έναν καφέ.»

«Ο καφές δε θα σε βοηθήσει να κοιμηθείς,» της είπε η Χλόη – το τελευταίο άτομο μέσα στο δωμάτιο.

«Δε θέλω να κοιμηθώ,» αποκρίθηκε η Βατράνια, παρότι δεν είχε κλείσει μάτι όλη νύχτα. Η Κρόβ’κνι, αντιθέτως, είχε κατεβεί στο κάτω υπόγειο μαζί με τη Νιρίφα και είχε πέσει για ύπνο, αφού φρόντισε το τραυματισμένο πόδι της Βατράνιας.

Ο Αίολος σηκώθηκε από την καρέκλα του και βγήκε απ’το δωμάτιο, πηγαίνοντας να φτιάξει τον καφέ.

Ο Έκτορας είπε στη Βατράνια: «Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να σε κρατήσουμε εδώ για όσο θέλεις…»

Εκείνη ένευσε μόνο· δεν μίλησε. Άναψε ακόμα ένα τσιγάρο. Τα μάτια της είχαν κάνει μαύρους κύκλους, και το πράσινο γυαλιστερό χρώμα τους είχε σκοτεινιάσει· έμοιαζαν να προσπαθούν να βουλιάξουν μέσα στις κόγχες του κρανίου της.

Ο Έκτορας, παρότι δεν τη συμπαθούσε, τώρα αισθανόταν εξοργισμένος μ’αυτό που είχε συμβεί. Ήθελε να σπάσει τα κεφάλια Παντοκρατορικών. Κάποιος έπρεπε να πληρώσει!

Η Χλόη είδε την έκφρασή του, και της θύμισε την έκφραση που είχε στο πρόσωπό του μετά από εκείνο που έκαναν οι Λεγεωνάριοι στη Τζάκι. Ελπίζω, σκέφτηκε, να μην έχει πάλι καμια ανοησία κατά νου.

*

Ο Έκτορας είπε στη Σερφάντια και στον Σωσία: «Θέλω να πάτε να ρίξετε μια ματιά στο σπίτι της Βατράνιας. Να δείτε τι γίνεται τώρα εκεί. Αν το έχουν κυκλωμένο με δυνάμεις ασφαλείας, μην προσπαθήσετε να μπείτε – δεν υπάρχει τίποτα μέσα που να το θέλουμε.»

Η Μαύρη Δράκαινα και ο ταχυδακτυλουργός έφυγαν, κι όταν επέστρεψαν, το μεσημέρι, είπαν ότι το σπίτι ήταν, πράγματι, περικυκλωμένο από δυνάμεις της Χωροφυλακής και δεν επιτρεπόταν σε κανέναν να μπει.

Θα κατασχέσουν όλη μου την περιουσία, σκέφτηκε η Βατράνια, απελπισμένα. Δεν έχω τίποτα τώρα. Τίποτα… Ίσως και να μου αξίζει. Ίσως οι θεοί να θέλουν να με κοροϊδέψουν, να κάνουν ένα χοντροκομμένο αστείο εις βάρος μου. Την περιουσία της την είχε αποκτήσει σχεδόν από τύχη. Ο πατέρας της και η μητέρα της δεν ήταν πλούσιοι· δεν ήταν και φτωχοί, βέβαια, μα δεν είχαν και αρκετά χρήματα για να τα επενδύουν στην παραγωγή κινηματογραφικών ταινιών. Μια θεία της, όμως, που δεν έμενε στη Θακέρκοβ αλλά στην Άντχορκ, κολυμπούσε στους ήλιους, όπως έλεγαν, και συμπαθούσε πολύ τη Βατράνια. Ήταν η αγαπημένη της ανιψιά.

Η θεία Καλυψώ ήθελε ανέκαθεν να γίνει ηθοποιός αλλά, για κάποιον λόγο που τότε δεν πολυκαταλάβαινε η μικρή Βατράνια, δεν το είχε κάνει. (Η μεγάλη Βατράνια είχε πλέον συμπεράνει ότι η θεία της ήταν, μάλλον, λιγάκι δειλή και δεν είχε προσπαθήσει αρκετά να πραγματοποιήσει το όνειρό της. Μπορεί να μη γινόταν αστέρας του κινηματογράφου αλλά σίγουρα κάτι θα κατόρθωνε αν είχε το σθένος να παλέψει!) Οι δυο τους, επομένως, πήγαιναν πολύ συχνά στο θέατρο και στον κινηματογράφο. Η θεία Καλυψώ τής μιλούσε για την καριέρα διάφορων ηθοποιών, αλλά και για σκηνοθέτες, για σεναριογράφους, και για τις τεχνικές λεπτομέρειες των ταινιών. Παλιά, τις έφτιαχναν έτσι, σήμερα αλλιώς· τότε, αυτά ήταν τα υπέρ κι αυτά τα κατά, τώρα άλλα ήταν τα υπέρ και άλλα τα κατά – δεν είχαν τα πάντα βελτιωθεί.

Η θεία Καλυψώ ήταν χήρα – ο άντρας της είχε πεθάνει σε αεροπορικό δυστύχημα – και παιδιά δεν είχε. Είχε ρωτήσει τη Βατράνια αν της άρεσε ο κινηματογράφος. Εκείνη είχε απαντήσει ότι της άρεσε. Η θεία την είχε ρωτήσει: «Αν σου άφηνα ένα μέρος της περιουσίας μου, θ’ασχολιόσουν με τον κινηματογράφο;» Και η Βατράνια είχε απαντήσει: «Ναι· γιατί όχι, θεία; Τι άλλο καλύτερο θα είχα να κάνω;»

(Δεν ήξερε για την Επανάσταση, τότε.)

Η θεία Καλυψώ πέθανε από μια αρρώστια των νεφρών που την ταλαιπωρούσε για χρόνια· και, όταν ανοίχτηκε η διαθήκη της, αποκαλύφθηκε πως είχε αφήσει όλη της την περιουσία στη Βατράνια Κινκάρδη (που δεν ήταν και τόσο μικρή πλέον). Ορισμένοι συγγενείς της Βατράνιας εξοργίστηκαν. Ένας λιποθύμησε από τον θυμό του. Κάμποσοι δεν της ξαναμίλησαν ποτέ, σαν εκείνη να έφταιγε για την απόφαση της θείας Καλυψώς· σαν εκείνη, με κάποιον δόλιο τρόπο, να την είχε επηρεάσει.

Και τώρα, μέσα σε μια καταραμένη νύχτα, όλη η περιουσία της Βατράνιας είχε χαθεί. Είχε εξαφανιστεί τόσο ξαφνικά όπως είχε έρθει. Και το χειρότερο ήταν ότι οι Παντοκρατορικοί την είχαν κατασχέσει και, δίχως αμφιβολία, θα τη χρησιμοποιούσαν για τους δικούς τους σκοπούς. Θα ανακοίνωναν ότι η Βατράνια ήταν αποστάτρια, εναντίον της Συμπαντικής Παντοκράτειρας, και επομένως προδότρια, εγκληματίας, και επικίνδυνη για τους νομοταγείς πολίτες της Παντοκρατορίας: και θα της έπαιρναν ό,τι είχε και δεν είχε. Δεν χρειαζόταν τίποτα περισσότερο. Κανένας δεν μπορούσε να τους σταματήσει. Ούτε καν ο Πολιτειάρχης. Οι πράκτορες της Παντοκράτειρας ήταν, ουσιαστικά, η ανώτατη εξουσία στη Σεργήλη.

Μονάχα η Επανάσταση τούς αντιστεκόταν· αλλά, στην περίπτωση της Βατράνιας, οι επαναστάτες δεν μπορούσαν να της δώσουν πίσω όσα είχε χάσει.

Το μόνο που της είχε απομείνει ήταν μια κοχλάζουσα απελπισία βαθιά εντός της. Και μια παγερή οργή.

*

Η Τζάκι νόμιζε ότι τελευταία είχαν πάψει να την παρακολουθούν. Δεν τύχαινε πλέον να τους δει πίσω της όταν διέσχιζε μοναχικούς δρόμους· και, στο σπίτι της, είχε μια φορά ενεργοποιήσει εκείνη τη συσκευή και δεν είχε εντοπίσει ενεργούς κοριούς. Είχε ανοίξει τον επικοινωνιακό δίαυλο και είχε βρει τον κοριό μέσα, με τη μπαταρία του τελειωμένη· κανένας δεν είχε διαρρήξει το σπίτι της για να τον αλλάξει.

Οι πράκτορες της Παντοκράτειρας δεν ενδιαφέρονταν γι’αυτήν πια. Την είχαν, επιτέλους, βαρεθεί.

Και η Τζάκι αισθανόταν ελεύθερη. Ήθελε να πάει στην Οινόσφαιρα και να το πει στους επαναστάτες εκεί, αλλά δεν είχε ακόμα βρει την ευκαιρία, και κανένας τους δεν είχε έρθει να την επισκεφτεί.

Μια μέρα, στα γραφεία της εφημερίδας «Η Πόλη», έμαθε τα νέα για τη Βατράνια Κινκάρδη, ακριβώς όπως τα είχε μεταδώσει το Άστρο· και δεν πίστεψε λέξη, φυσικά. Η Τζάκι δεν ήξερε και τόσο καλά τη Βατράνια, αλλά δεν πίστευε ότι θα εξαφανιζόταν αν κάτι δεν την είχε εξαφανίσει. Επιπλέον, η αναφορά ότι η Βατράνια ίσως να σχετιζόταν με τρομοκράτες και παρανόμους τα έλεγε όλα: οι Παντοκρατορικοί την είχαν βρει, και μάλλον εκείνη είχε καταφέρει να τους ξεφύγει, και τώρα την έψαχναν, γι’αυτό κιόλας το Άστρο προέτρεπε τους πολίτες να ειδοποιήσουν αμέσως τις Αρχές στην περίπτωση που τύχαινε να δουν τη Βατράνια.

Μεγάλη Αρτάλη… σκέφτηκε η Τζάκι. Ο Έκτορας θα είναι εξοργισμένος. Και φοβήθηκε μήπως κι οι επαναστάτες στην Οινόσφαιρα είχαν μπλεξίματα, μήπως τους είχαν εντοπίσει κι εκείνους.

Λες γι’αυτό να σταμάτησαν να με παρακολουθούν; Επειδή βρήκαν το άντρο της Επανάστασης μέσα στη Θακέρκοβ; Θεοί! Αν ήταν έτσι, τότε… τότε τα πράγματα ήταν πολύ άσχημα. Δεν θα υπήρχε τίποτα πλέον στην πόλη για να εναντιωθεί στους Παντοκρατορικούς. Η Θακέρκοβ δεν θα είχε καμια ελπίδα να ελευθερωθεί – ποτέ.

Η Τζάκι πήγε στο γραφείο του κύριου Ανάργυρου Νυκτόκαλου, Διευθυντή της Πόλης, και χτύπησε τη μισάνοιχτη ξύλινη πόρτα.

«Περάστε. Περάστε.»

Η Τζάκι μπήκε σ’ένα δωμάτιο που βρομούσε απ’τον καπνό· το ανοιχτό παράθυρο στ’αριστερά δεν βοηθούσε και πολύ την κατάσταση. Ο κύριος Νυκτόκαλος καθόταν πίσω από στοίβες εντύπων και την οθόνη του μηχανικού συστήματος του γραφείου του. Στο αριστερό χέρι κρατούσε ένα αναμμένο τσιγάρο.

«Τι είναι, Τζάκι;» ρώτησε παίρνοντας τα μάτια του από τις σελίδες κάποιου περιοδικού.

Η Τζάκι πλησίασε. «Ακούσατε γι’αυτή την υπόθεση με την παραγωγό κινηματογραφικών ταινιών; Τη Βατράνια Κινκάρδη;»

Ο Νυκτόκαλος έβηξε. «Την άκουσα.» Πήρε μια τζούρα απ’το τσιγάρο του, παρατηρώντας την πίσω απ’τα μεγάλα τετράγωνα γυαλιά του με τον κοκάλινο σκελετό.

«Νομίζω ότι υπάρχει ένα ρεπορτάζ κρυμμένο κάπου εκεί,» είπε η Τζάκι.

«Θέλεις, λοιπόν, να το κυνηγήσεις;»

«Δε θα έβλαπτε να ρίξω μια ματιά για να γράψουμε λίγα λόγια στην εφημερίδα. Μέχρι στιγμής, μόνο το Άστρο φαίνεται να έχει ασχοληθεί μ’αυτή την υπόθεση.»

«Πράγμα όχι τυχαίο, αναμφίβολα.» Ο Νυκτόκαλος έσβησε το τσιγάρο του μέσα σ’ένα τασάκι γεμάτο γόπες και καπνό. Άναψε ένα άλλο τσιγάρο. «Άκουσες που είπανε ότι αυτή η Κινκάρδη ίσως να είναι μπλεγμένη με αποστάτες, έτσι;»

Η Τζάκι ένευσε.

«Αν θέλεις να το ερευνήσεις, πήγαινε,» της είπε ο Νυκτόκαλος. «Αν το ρεπορτάζ σου έχει κάτι να πει – και είμαι σίγουρος πως θα έχει – θα το συμπεριλάβουμε στο επόμενο φύλλο. Να προσέχεις, πάντως. Η υπόθεση μού βρομάει.»

Η Τζάκι έφυγε απ’το γραφείο του κι άρχισε να ετοιμάζεται. Πήρε την τσάντα της στον ώμο, φόρεσε το πλατύγυρο καπέλο της, και βγήκε απ’το οίκημα των γραφείων της Πόλης.

Γνώριζε πού έμενε η Βατράνια παρότι δεν την επισκεπτόταν σχεδόν ποτέ. Οι επαναστάτες τη θεωρούσαν πολύ σημαντική πράκτορά τους: συνδετικό κρίκο για πολλά που συνέβαιναν μέσα στην πόλη. Και τώρα που οι Παντοκρατορικοί την είχαν εντοπίσει….

Η Τζάκι διέσχισε κάθετα την Καιροσκόπου και έφτασε στον σταθμό του Υπόγειου Σιδηρόδρομου. Επιβιβάστηκε στον συρμό και κατέβηκε στον επόμενο σταθμό, τον Παλαιοπώλη. Ανέβηκε τις σκάλες που έφταναν βαθιά κάτω από τους δρόμους της Θακέρκοβ και βρέθηκε κοντά στην Ανατολική Λεωφόρο. Πέρασε στην απέναντι μεριά και μπήκε στη Γραμμή, όπου υπήρχαν όλο μονοκατοικίες ευκατάστατων.

Έχοντας τη φωτογραφική μηχανή της κρυμμένη στην τσέπη της καπαρντίνας της, βάδισε προς το σπίτι της Βατράνιας παριστάνοντας πως έκανε βόλτα. Φτάνοντας εκεί κοντά, συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν η μόνη που είχε σκεφτεί ότι το ρεπορτάζ θα άξιζε τον κόπο. Είδε έναν δημοσιογράφο του Ματιού και μια δημοσιογράφο των Νέων της Θακέρκοβ να περιφέρονται κοντά στο σπίτι, το οποίο φρουρούσαν δυνάμεις ασφαλείας της Χωροφυλακής. Η δημοσιογράφος των Νέων μιλούσε τώρα μ’έναν αξιωματικό.

Η Τζάκι τράβηξε μερικές φωτογραφίες απ’όλες τις πλευρές. Και σύντομα είδε δύο ανθρώπους της Χωροφυλακής να έρχονται προς τη μεριά της.

«Τι συμβαίνει εδώ, κυρία;» τη ρώτησε ο ένας.

«Είμαι δημοσιογράφος,» τους είπε η Τζάκι, και τους έδειξε την ταυτότητά της που το αποδείκνυε.

Ο χωροφύλακας κοίταξε την ταυτότητα προσεχτικά. Ένευσε. «Καλώς. Πάρε μερικές φωτογραφίες και μετά πήγαινε. Δεν επιτρέπεται να μπεις στο σπίτι· το είπαμε και στους άλλους. Αν σας πιάσουμε μέσα, πρέπει να σας συλλάβουμε.»

«Καταλαβαίνω,» είπε η Τζάκι νεύοντας και κρύβοντας στην τσάντα της την ταυτότητά της. «Να σας κάνω μερικές ερωτήσεις;»

«Δεν απαντάμε τίποτα εμείς. Στον λοχαγό ό,τι θέλεις.» Ο χωροφύλακας έδειξε τον αξιωματικό με τον οποίο μιλούσε η δημοσιογράφος των Νέων της Θακέρκοβ.

Η Τζάκι τον πλησίασε.

Ο λοχαγός στράφηκε να την κοιτάξει. «Τι θέλετε εσείς;»

«Δημοσιογράφος είμαι.» Η Τζάκι τού έδειξε την ταυτότητά της. «Μου είπαν ότι–»

«Κι άλλη δημοσιογράφος; Τα ίδια θα πω και σ’έσενα. Δεν έχω να προσθέσω κάτι άλλο, ούτε πρόκειται να τα πω διαφορετικά.»

«Δεν αμφιβάλλω για την αξιοπιστία σας, κύριε Λοχαγέ,» αποκρίθηκε η Τζάκι.

«Γιατί δεν το συζητάτε αναμεταξύ σας;» πρότεινε ο λοχαγός κοιτάζοντας μια τη Τζάκι μια την άλλη δημοσιογράφο. «Έχω κι άλλες δουλειές να κάνω.» Δεν περίμενε να του αποκριθούν· θεωρώντας την απάντησή τους θετική, απομακρύνθηκε.

Η δημοσιογράφος των Νέων αναστέναξε, στρεφόμενη στη Τζάκι. «Όχι και τόσο συνεργάσιμος, ε;» είπε. Ήταν ψηλή, με γαλανό δέρμα και κοντά ξανθά μαλλιά. Το όνομά της ήταν – η Τζάκι προσπάθησε να θυμηθεί – Καλλιστώ.

«…Ναι. Τι σου είπε;»

«Ουσιαστικά, τίποτα. Τον έστειλαν εδώ για να φρουρεί το σπίτι. Δεν ξέρει τι συνέβη. Οι διαταγές του είναι απλά να μην αφήσει κανέναν να μπει.»

Η Καλλιστώ και ο δημοσιογράφος του Ματιού δεν άργησαν να αποχωρήσουν, αλλά η Τζάκι δεν έφυγε. Έμεινε στην περιοχή και χτύπησε μερικά κουδούνια για να δει αν κανένας απ’τους ανθρώπους της γειτονιάς θα της μιλούσε. Μπορεί κάποιος απ’αυτούς να είχε δει ή ακούσει τίποτα ενδιαφέρον. Δυστυχώς, οι περισσότεροι ούτε καν της άνοιξαν· της ζήτησαν να φύγει, δηλώνοντας πως δεν ήθελαν να μιλήσουν σε δημοσιογράφους. Μία γυναίκα, μάλιστα, απείλησε να φωνάξει τη Χωροφυλακή αν η Τζάκι δεν εξαφανιζόταν αμέσως. «Εντάξει, κυρία μου, φεύγω,» αποκρίθηκε εκείνη. «Δεν είμαι ληστής, μην ανησυχείτε!»

Ένας γέρος, παραδόξως, της άνοιξε. «Έλα μέσα,» της είπε. «Θέλεις έναν καφέ;» Η μονοκατοικία του δεν ήταν μεγάλη· σχεδόν εξαφανιζόταν ανάμεσα στις υπόλοιπες. Ήταν ένα μικρό μονώροφο σπίτι μ’έναν εξίσου μικρό κήπο μπροστά. Δεν είχε γκαράζ.

«Αν έχετε την καλοσύνη.»

«Ναι, βέβαια· έλα, κάθισε, κορίτσι μου.» Ο γέρος ήταν καμπουριασμένος αλλά τα μαλλιά και τα μούσια του δεν είχαν χάσει το χρώμα τους: ήταν κατάμαυρα. Το δέρμα του, αντιθέτως και εκ φύσεως, ήταν κατάλευκο. Έφτιαξε δύο κούπες καφέ και έδωσε τη μία στη Τζάκι, η οποία είχε καθίσει στο σαλόνι του, που ήταν γεμάτο διάφορα μπιχλιμπίδια, έργα τέχνης, και βιβλία, το ένα πάνω και πίσω απ’το άλλο. Ένας βαλσαμωμένος αετός έμοιαζε ν’αγριοκοιτάζει τη Τζάκι από την κορυφή της ντουλάπας όπου έκανε τη φωλιά του ανάμεσα σε κιτρινισμένα έντυπα.

«Δημοσιογράφος, είπες, είσαι, ε;»

«Ναι. Θα ήθελα να σας κάνω μερικές ερωτήσεις, αν έχετε το χρόνο.» Ήπιε μια γουλιά καφέ. Δεν ήταν σκέτος διαπίστωσε· πρέπει να είχε κάποιο αρωματικό μέσα.

«Χρόνος υπάρχει. Τουλάχιστον μέχρι να έρθει ο Νεκροφύλακας για μένα.» Μειδίασε.

Ο Νεκροφύλακας ήταν ο απεσταλμένος της Αρτάλης ο οποίος, σύμφωνα με τον μύθο, παρουσιαζόταν σε όσους ήταν η ώρα τους να πεθάνουν.

«Νομίζω, λοιπόν, ότι έχουμε αρκετό χρόνο,» αποκρίθηκε, ευχάριστα, η Τζάκι.

«Σου φαίνομαι για μικρός, ε;» έκανε ο γέρος. «Ήμουν εδώ από προτού χτιστούν όλα τούτα τα σπίτια, ξέρεις, κορίτσι μου. Ήμουν εδώ από τότε που η Γραμμή ήταν η Γραμμή – τότε που εδώ τέλειωνε η πόλη.» Το χέρι του έτρεμε καθώς έφερνε την κούπα του στο στόμα για να πιει. «Τότε, τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά, ξέρεις, κορίτσι μου… και πολύ πιο ήσυχα.

»Μου είπες ότι θέλεις να με ρωτήσεις, ε; Γι’αυτά που γίνανε το βράδυ πρέπει νάναι, νομίζω, ε;»

«Τι έγινε το βράδυ;»

«Έναν πυροβολισμό άκουσα ενώ καθόμουν και διάβαζα. Κοίταξα απ’το παράθυρό μου και είδα ένα φορτηγάκι να έρχεται και να σταματά μπροστά σ’εκείνο το διώροφο σπίτι με την καγκελόπορτα – αυτό που είναι αυτής της Κινκάρδης που λένε τα νέα ότι εξαφανίστηκε τώρα. Το φορτηγάκι σταμάτησε και άνθρωποι βγήκαν. Τρεις. Πηδήσανε πάνω απ’την καγκελόπορτα, μπήκαν στον κήπο, κι άρχισαν να κοπανούν την πόρτα του σπιτιού με βαριοπούλες. Τα παντζούρια στα παραθύρια ήτανε κλειστά και δε μπορούσανε φαίνεται να μπούνε από κει. Μόλις όμως είχαν ρίξει την πόρτα και είχαν μπει στο σπίτι, η πόρτα του γκαράζ σηκώθηκε κι ένα δίκυκλο βγήκε, με δυο γυναίκες επάνω – η μία ξανθιά και με δέρμα σαν το δικό σου (πολύ όμορφη), η άλλη με δέρμα κόκκινο και μαλλί μαύρο. Τις ξέρω, βέβαια· δεν ήταν η πρώτη φορά που τις αντίκριζα. Η Βατράνια Κινκάρδη και η υπηρέτριά της που είναι απ’τη Σάρντλι. Το φορτηγάκι βρισκότανε στο δρόμο τους, μπροστά στο γκαράζ, επίτηδες σίγουρα, αλλά εκείνες κατόρθωσαν και πέρασαν από πλάι του, και μετά χαθήκανε μες στη νύχτα. Αυτά δεν μας τα είπανε τα νέα, όμως, ε;» Μειδίασε και ήπιε μια γουλιά καφέ. «Άλλα μάς είπανε.»

Η Τζάκι κρατούσε σημειώσεις στο μικρό σημειωματάριό της όσο ο γέρος μιλούσε. «Τα νέα είπαν και για έναν κύριο Τελβάνιφ ο οποίος τραυματίστηκε. Δεν τον είδατε αυτόν;»

Ο γέρος κούνησε το κεφάλι. «Όχι, καθόλου. Παρά μόνο μετά, ίσως. Μαζί με τους τρεις που είχανε μπει στο σπίτι της Κινκάρδης, βγήκε κι ένας τύπος ο οποίος κούτσαινε απ’τη μια μεριά.»

«Επομένως, τραυματίστηκε μέσα στο σπίτι, όχι έξω…»

«Προφανώς. Εκείνος ο πυροβολισμός π’άκουσα στην αρχή πρέπει να ήταν. Κάποιος τον πιστόλισε· κι ίσως νάταν η Κινκάρδη ή η υπηρέτριά της, γιατί αλλιώς γιατί δεν έφυγε κι αυτός μαζί τους;»

«Οι άνθρωποι που εισέβαλαν στο σπίτι της Κινκάρδης ήταν της Χωροφυλακής;»

«Δεν φορούσαν στολές, πάντως, αν ήταν. Πολιτικά φορούσαν.»

Πράκτορες της Παντοκράτειρας, σκέφτηκε η Τζάκι, σημειώνοντας.

Και σαν ο γέρος να είχε ακούσει τη σκέψη της, πρόσθεσε: «Α’θρώποι της Παντοκράτειρας πρέπει να ήταν, νομίζω. Ποιος ξέρει τι παλιοϊστορία είναι τούτη, κοπελιά… Νομίζεις ότι είναι η πρώτη φορά που έχω δει παράξενα κι αλλόκοτα στη ζωή μου;» Κι άρχισε να της λέει για κάτι άσχετα επεισόδια, καθώς έπιναν καφέ.

Η Τζάκι δεν τον διέκοψε παρά μόνο όταν είχε πια περάσει αρκετή ώρα και έπρεπε, πραγματικά, να φύγει. «Θα ήθελα πολύ να σας ακούσω, αλλά έχω καθυστερήσει,» του είπε.

«Μη σε νοιάζει· μπορούσα να σου μιλώ ώς τη νύχτα, αλλιώς,» αποκρίθηκε ο γέρος, μειδιώντας μέσα απ’τα μαύρα μούσια του. «Για ποια εφημερίδα είπες ότι δουλεύεις;»

«Για την Πόλη

Ο γέρος ένευσε. «Μην αναφέρεις τ’όνομά μου πουθενά, έτσι;»

«Μην ανησυχείτε, ποτέ δε γράφω ονόματα.»

Ο γέρος την ξεπροβόδισε, και η Τζάκι έφυγε από τη Γραμμή και πήγε στον σταθμό Παλαιοπώλη για να πάρει τον Υπόγειο. Αποβιβάστηκε στον σταθμό Καιροσκόπου και πήγε στον στάβλο όπου είχε αφήσει την Ανέμη. Την πήρε από εκεί, την καβάλησε, και τρόχασε ώς το σπίτι της, γιατί ήταν μεσημέρι και τα γραφεία της Πόλης τώρα θα είχαν ήδη κλείσει.

Μέσα στο διαμέρισμά της, το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να ελέγξει για κοριούς. Διαπίστωσε ότι δεν υπήρχαν, και χαλάρωσε. Οι πράκτορες της Παντοκράτειρας την είχαν πραγματικά αφήσει ήσυχη. Ορισμένες φορές δεν μπορούσε να το πιστέψει.

Έβγαλε τα σκονισμένα ρούχα της, φόρεσε μια ρόμπα, και έφτιαξε κάτι να φάει. Ευτυχώς που υπήρχε και φαγητό από χτες βράδυ, πάντως, γιατί ήταν κουρασμένη και βαριόταν να μαγειρέψει για παραπάνω από μισή ώρα. Καθώς έτρωγε – έχοντας τον τηλεοπτικό δέκτη της ανοικτό χωρίς να του δίνει πολλή σημασία – αναρωτήθηκε πού μπορεί να είχε πάει η Βατράνια, και γρήγορα κατέληξε ότι υπήρχε μονάχα ένα ασφαλές μέρος για να ζητήσει προστασία: η Οινόσφαιρα.

Εκεί θα είναι τώρα. Δεν μπορεί να είναι αλλού.

Η δημοσιογραφική περιέργεια της Τζάκι, όμως, την έκανε να θέλει να πάει στη Σφαίρα για να το διαπιστώσει, παρότι σίγουρα δεν ήταν κάτι που σκόπευε να βάλει στην εφημερίδα.

Θα τους επισκεφτώ το βράδυ, αφού έχω παραδώσει το ρεπορτάζ μου στην Πόλη.

Κι ας ελπίσουμε ότι οι Παντοκρατορικοί δεν θα έχουν εντοπίσει και την Οινόσφαιρα.

Η Τζάκι έκανε μια προσευχή στην Αρτάλη.

*

Ο Έκτορας ήταν πιο σιωπηλός απ’ό,τι συνήθως. Κι όταν συνέβαινε αυτό, η Χλόη ήξερε ότι κάτι άσχημο θα γινόταν. Κάτι είχε στο μυαλό του. Κάτι σκόπευε να κάνει.

«Τι είναι;» τον ρώτησε, καθώς ήταν στο δωμάτιό τους, μέσα στο μεσημέρι, και ξεκουράζονταν. «Τι σκέφτεσαι;»

Ο Έκτορας καθόταν στο πάτωμα, στη γωνία, με τους πήχεις του ακουμπισμένους στα γόνατά του, παρότι υπήρχαν και καρέκλες και κρεβάτι. Ορισμένες φορές, όταν ήθελε να σκεφτεί ή όταν ήταν τσαντισμένος και δεν ήταν βέβαιος τι να κάνει, έπαιρνε αυτή τη θέση, είχε παρατηρήσει επανειλημμένως η Χλόη. Τα παιδιά της πέτρας δεν κάθονται σε καρέκλες, της είχε απαντήσει κάποτε, όταν εκείνη τού είχε πει, Γιατί δεν κάθεσαι σε καμια καρέκλα σαν άνθρωπος;

«Ρίξε τα χαρτιά σου να μάθεις,» της αποκρίθηκε τώρα, χωρίς να στραφεί να την κοιτάξει. Είχε το βλέμμα του εστιασμένο στον τοίχο.

Η Χλόη ήταν ξαπλωμένη μπρούμυτα στο κρεβάτι, μ’ένα μαξιλάρι από κάτω της. Πήρε μια τράπουλα από δίπλα, την ανακάτεψε, και τράβηξε ένα τυχαίο φύλλο.

Το Επτά του Πυρρός: ένα τρίγωνο που δείχνει δεξιά, σχηματισμένο από εφτά φλογερές κουκίδες.

«Σκοπεύεις να επιτεθείς στους Παντοκρατορικούς; Και πού ακριβώς θα επιτεθείς, Έκτορα; Οι πράκτορες της Παντοκράτειρας δεν είναι η Λεγεώνα· δε μπορείς να πας στην περιοχή τους, να κάνεις ζημιές, και να φύγεις.»

«Πρέπει να πάρουν απάντηση!» είπε ο Έκτορας, στρέφοντας τώρα το βλέμμα του επάνω της.

«Κι αν δεν μπορείς να τους δώσεις απάντηση;»

«Πάντα μπορείς να δώσεις απάντηση, Χλόη. Πάντα υπάρχει τρόπος.»

Η Χλόη ανακάτεψε πάλι την τράπουλά της. «Υποθέτω πως αυτό σημαίνει ότι δεν έχεις σχέδιο.»

«Κάνεις λάθος, όμως. Έχω σχέδιο.»

Η Χλόη συνοφρυώθηκε.

Ο Έκτορας σηκώθηκε όρθιος, πλησιάζοντας την πόρτα.

«Πού πας;»

«Να ρωτήσω κάτι τη Νιρίφα. Μείνε εδώ.»

Η Χλόη δεν έφερε αντίρρηση.

Ο Έκτορας βγήκε απ’το δωμάτιό του και πήγε στο δωμάτιο της Τεχνομαθούς μάγισσας. Χτύπησε την πόρτα και περίμενε.

«Ποιος είναι;» ακούστηκε η φωνή της.

«Εγώ.»

Η Νιρίφα άνοιξε, μοιάζοντας να έχει μόλις ξυπνήσει. «Τι είναι, αφεντικό;»

«Θέλω κάτι να σε ρωτήσω.»

Η μάγισσα τού έκανε χώρο για να μπει και ο Έκτορας μπήκε, λέγοντας: «Χρειάζομαι ένα ενεργειακό κανόνι. Εκτός απ’αυτό που έχουμε στο μεταβαλλόμενο όχημα.»

Η Νιρίφα κάθισε σ’ένα σκαμνί, παρατηρώντας τον χωρίς να μιλά.

«Μπορείς να μου φτιάξεις ένα;» τη ρώτησε ο Έκτορας.

«Δεν είναι κάτι που φτιάχνεται έτσι γρήγορα. Νομίζω, πάντως, ότι έχω κάποια κομμάτια. Θα μπορούσα να τα συνδυάσω… Δε θάναι βέβαια και το καλύτερο κανόνι που υπάρχει. Ούτε καν μέτριο.»

«Δε με πειράζει.»

«Τι το θέλεις;»

Ο Έκτορας τής εξήγησε το σχέδιό του.

Ακόμα μια τρελή επιχείρηση, σκέφτηκε η Νιρίφα, αναστενάζοντας. Τόσο καιρό μάς έλεγε πόσο σιχαίνεται τη Βατράνια, που είναι ψηλομύτα και τα λοιπά και τα λοιπά, και τώρα θέλει να πάρει αμέσως εκδίκηση γι’αυτό που της έκαναν οι Παντοκρατορικοί! Ο Πρόμαχός μας είναι τελείως παλαβός!

«Τι με κοιτάζεις έτσι, μάγισσα;» μούγκρισε ο Έκτορας, σταυρώνοντας τα χέρια του εμπρός του.

Η Νιρίφα είπε: «Καταλαβαίνεις πως, αν το κάνουμε αυτό, θ’αναγκαστούμε μετά ν’αφήσουμε το όπλο εκεί, έτσι; Εν ολίγοις, θα πάνε όλα τα υλικά χαμένα.»

«Εσύ δεν είπες πως δεν θα είναι και το καλύτερο κανόνι που υπάρχει; Ούτε καν μέτριο;»

«Ναι, αλλ’αυτό δε σημαίνει ότι τα υλικά θάναι για πέταμα.»

«Δε μ’ενδιαφέρουν τα υλικά!» είπε ο Έκτορας. «Θα βρούμε άλλα όταν τα χρειαστούμε. Θέλω ν’αρχίσεις να μου το ετοιμάζεις, Νιρίφα. Τώρα. Το βράδυ ξεκινάμε.»

«Το βράδυ; Σα να λένε απόψε

«Ναι. Μην κάθεσαι· πήγαινε στο κάτω υπόγειο κι άρχισε να δουλεύεις.»

Ο Πρόμαχος της Επανάστασης άνοιξε την πόρτα του δωματίου της και έφυγε.

Θεοί, γιατί σε μένα; σκέφτηκε η Νιρίφα καθώς σηκωνόταν από το σκαμνί.

Αφού ο Έκτορας ήθελε να χτυπήσει τους Παντοκρατορικούς απόψε, δεν είχε χρόνο για χάσιμο. Ντύθηκε γρήγορα και κατέβηκε στο κάτω υπόγειο.

Η Βατράνια και η Κρόβ’κνι, που έμεναν εκεί για την ώρα, σε δύο πρόχειρα κρεβάτια, στράφηκαν να κοιτάξουν τη Νιρίφα παραξενεμένες. Η μάγισσα δεν τους μίλησε· άρχισε αμέσως να δουλεύει, συγκεντρώνοντας τα κομμάτια για το ενεργειακό κανόνι και συναρμολογώντας τα. Όταν χρειάστηκε βοήθεια για να μεταφέρει κάτι, ζήτησε από την Κρόβ’κνι να τη βοηθήσει κι εκείνη δεν έφερε αντίρρηση. Ούτε έκανε ερωτήσεις.

Η Βατράνια ήταν που, τελικά, ρώτησε τη Νιρίφα: «Τι συμβαίνει; Τι ετοιμάζεις;»

«Κανόνι. Ενεργειακό,» απάντησε εκείνη, καθώς συνέδεε κάτι καλώδια στους δέκτες του κανονιού: τα κομμάτια που έπρεπε ν’αγγίζει ο μάγος, δεξιά κι αριστερά του, προκειμένου να ελέγχει την ενεργειακή ροή όταν είχε υφάνει τη Μαγγανεία Οπλικής Φορτίσεως.

«Θα γίνει κάποια επίθεση;»

Να της το πω ή να μην της το πω; Ο Έκτορας δεν μου ζήτησε να το κρύψω. Μπορεί να μην το σκέφτηκε, βέβαια· αλλά, και πάλι, άμα δεν ήθελε να πω τίποτα, ας το θυμόταν – ή ας μη μ’έμπλεκε καθόλου σ’ακόμα μια τρελή ιστορία εκδίκησης!

«Ο Πρόμαχός μας σχεδιάζει να πάρει το αίμα σου πίσω,» απάντησε στη Βατράνια χωρίς να στραφεί να την κοιτάξει καθώς δούλευε.

«Θα χτυπήσει τους Παντοκρατορικούς;»

«Ναι.»

Η Βατράνια έφυγε από το κάτω υπόγειο, ανεβαίνοντας τις σκάλες.

Αναρωτιέμαι τι σκοπεύει να του πει, σκέφτηκε η Νιρίφα. Μπορεί να έχει πλάκα η υπόθεση. Κρίμα που δε θα είμαι εκεί για να δω τίποτα…

*

Τη νύχτα, η Τζάκι πήρε την Ανέμη και πήγε στην Οινόσφαιρα. Η κεντρική αίθουσα είχε κάμποσο κόσμο, και κάποιοι τύποι φώναζαν γύρω από ένα απ’τα μπιλιάρδα. Ένας τους έκανε κωλοδάχτυλο σ’έναν άλλο, βγάζοντάς του τη γλώσσα.

Η Τζάκι πλησίασε το τραπέζι όπου κάθονταν ο Αίολος, ο Σωσίας, και η Χλόη.

«Τι γίνεται;» χαιρέτησε.

«Τζάκι,» είπε η Χλόη χαμογελώντας. «Τι κάνεις;»

«Καλά.» Η δημοσιογράφος τράβηξε μια καρέκλα και κάθισε κοντά τους. «Το πρωί, άκουσα για τη Βατράνια…»

«Τυχερή ήταν που γλίτωσε χωρίς να τη μαγκώσουν,» είπε ο Σωσίας.

«Είναι εδώ τώρα;»

«Αυτή τη στιγμή, όχι,» απάντησε η Χλόη, μοιάζοντας τσαντισμένη για κάποιο λόγο.

Η Τζάκι συνοφρυώθηκε. «Πού είναι;»

«Μαζί με τον Έκτορα, που αποφάσισε να κάνει κάτι βλαμμένο και αυτοκτονικό.»

«Ως συνήθως,» πρόσθεσε ο Αίολος, και ήπιε μια γουλιά απ’τον Κρύο Ουρανό στο ποτήρι του.

*

Ο Άλκιμος κουβαλούσε τον σάκο με τα κομμάτια του ενεργειακού κανονιού. Ευτυχώς δεν ήταν πολύ μεγάλο, γιατί αν ήταν, σίγουρα, θα χρειαζόταν κι άλλον έναν για να τον βοηθά, εξίσου δυνατό με εκείνον.

Ο Έκτορας πήγαινε μπροστά μαζί με τη Βατράνια, και ο Άλκιμος κι η Νιρίφα ακολουθούσαν. Η Σερφάντια ήταν κάπου τριγύρω, για να παρακολουθεί μήπως τους παρακολουθούσαν.

«Ακόμα δε μπορώ να χωνέψω ότι σχεδίαζες να το κάνεις αυτό χωρίς να μου πεις τίποτα,» μούγκρισε η Βατράνια στον Πρόμαχο της Επανάστασης, καθώς βάδιζαν μέσα στους δρόμους της Γραμμής.

«Τώρα το έμαθες. Κλείσε το στόμα σου, λοιπόν.»

«Το θέμα με αφορούσε άμεσα: έπρεπε να είχες έρθει πρώτα σ’εμένα να μιλήσεις.»

«Το θέμα αφορούσε άμεσα την Επανάσταση. Τώρα σκάσε.»

Η Βατράνια δεν του μίλησε άλλο. Ήταν ανούσιο, εξάλλου! Ο άνθρωπος δεν είχε ούτε καν σκεφτεί ότι εκείνη θα ήξερε τη γειτονιά της καλύτερα από εκείνον. Άσε πια που η εκδίκηση τούτη ήταν, ουσιαστικά, δική της υπόθεση. Θέλω να δω αυτό που θα συμβεί. Θέλω να το δω! Και τότε θα ήξερε ότι οι Παντοκρατορικοί θα λήστευαν, τουλάχιστον, κάτι λιγότερο από εκείνη. Κάτι λιγότερο.

Η Σερφάντια τούς συνάντησε σ’ένα σκοτεινό σημείο των δρόμων. «Βρήκα ένα κατάλληλο δώμα,» είπε. Και έδειξε, υψώνοντας το χέρι της.

Η Βατράνια ένευσε. «Ναι, αυτό θα πρότεινα κι εγώ.»

Ήταν η οροφή ενός γκαράζ, και στον κήπο από κάτω υπήρχε μόνο ένας σκύλος. Η Βατράνια το είπε αυτό στον Έκτορα. «Θα πρέπει κάπως να βγάλουμε το ζώο από τη μέση.»

«Θα το φροντίσω,» αποκρίθηκε ο Πρόμαχος.

Πλησίασαν την πίσω μεριά του κήπου, και ο Έκτορας έκανε νόημα στους άλλους να μην πλησιάσουν. Σκαρφάλωσε τα κάγκελα, γρήγορα σαν αγριόγατος των πόλεων, και πήδησε μέσα. Κοιτάζοντας στο σκοτάδι, είδε δύο μάτια ν’ανοίγουν και να τον ατενίζουν, κι άκουσε ένα γρύλισμα, κι ένα γάβγισμα. Ύψωσε το πιστόλι του και πάτησε τη σκανδάλη. Μια ενεργειακή ριπή εκτοξεύτηκε, τελειώνοντας τη μπαταρία του όπλου και χτυπώντας τον σκύλο. Το σώμα του ζώου τραντάχτηκε, βίαια, κι έχασε τις αισθήσεις του.

Ο Έκτορας γύρισε το όπλο πάλι στις κανονικές ριπές, και σφύριξε στους άλλους να έρθουν. Ο Άλκιμος σκαρφάλωσε στην κορυφή του φράχτη χωρίς να κουβαλά τον σάκο του· η Βατράνια, η Νιρίφα, και η Σερφάντια τού τον έδωσαν όταν ήταν επάνω, κι εκείνος τον έδωσε στον Έκτορα που στεκόταν από την άλλη μεριά. Ύστερα, πήδησε μέσα. Οι υπόλοιπες σύντομα τον ακολούθησαν. Η Νιρίφα δυσκολεύτηκε λίγο να σκαρφαλώσει, αλλά η Σερφάντια, που ανέβηκε τελευταία, τη βοήθησε σπρώχνοντάς την από τις φτέρνες.

Στη συνέχεια, οι επαναστάτες σκαρφάλωσαν στην οροφή του γκαράζ και συναρμολόγησαν γρήγορα το ενεργειακό κανόνι. Αντίκρυ τους, ανάμεσα από τα άλλα οικοδομήματα, φαινόταν το σπίτι της Βατράνιας.

Το σπίτι που δεν είναι πια σπίτι μου, σκέφτηκε εκείνη. Ανήκει στους Παντοκρατορικούς τώρα. Αλλά σύντομα θ’ανακαλύψουν ότι δεν έχουν στην κατοχή τους παρά μονάχα ένα ερείπιο! Έσφιξε τη γροθιά της, σιωπηλά.

Όταν το κανόνι ήταν έτοιμο, η Νιρίφα’μορ γονάτισε ανάμεσα στους δύο δέκτες, άγγιξε τον έναν με το δεξί χέρι, τον άλλο με το αριστερό, και υποτονθόρυσε τα λόγια για τη Μαγγανεία Οπλικής Φορτίσεως.

Το κανόνι ενωνόταν με καλώδια με τους δέκτες καθώς και με μία μεγάλη ενεργειακή φιάλη. Στεκόταν επάνω σ’ένα μεταλλικό τρίποδο. Ο Έκτορας πήγε πίσω του και, γονατίζοντας στο ένα γόνατο, έπιασε τους μοχλούς.

Η Βατράνια άγγιξε τον ώμο του. «Εγώ θα το κάνω.»

Ο Έκτορας έστρεψε το λαιμό του για να την κοιτάξει. «Έχεις ξαναχρησιμοποιήσει τέτοιο πράγμα;»

«Όχι,» παραδέχτηκε η Βατράνια, «αλλά εγώ θα είμαι που θα ανατινάξω το σπίτι μου.»

«Δε θάχουμε πολλές ευκαιρίες. Αν αστοχήσεις–»

«Πες μου τι πρέπει να κάνω και δε θ’αστοχήσω.»

Ο Έκτορας σηκώθηκε όρθιος και της έγνεψε να γονατίσει πίσω απ’το κανόνι. Εκείνη γονάτισε.

«Πιάσε τους μοχλούς,» της είπε.

Η Βατράνια τούς έπιασε.

«Αυτό το κουμπί,» της έδειξε, «είναι η σκανδάλη. Από εδώ,» της έδειξε ξανά, «κοιτάζεις και στοχεύσεις. Όπως βλέπεις, το κανόνι είναι πρωτόγονο· δεν έχει αυτόματο σύστημα στόχευσης· θα πρέπει, λοιπόν, να είσαι προσεχτική.»

«Θα είμαι.»

Το είναι της έχει αγριέψει, παρατήρησε ο Έκτορας βλέποντας την έκφραση του προσώπου της αλλά κι ακούγοντας τον τόνο της φωνής της. Δεν είναι κακό αυτό. Ίσως νάχει αρχίσει να βάζει μυαλό. «Με τους μοχλούς, μπορείς να στρέψεις το κανόνι από δω κι από κει.»

Η Βατράνια το δοκίμασε.

«Αυτά είναι,» είπε ο Έκτορας. «Επίσης,» πρόσθεσε, «τούτος δω είναι ο μετρητής ενέργειας.» Έδειξε έναν δείκτη ανάμεσα στους μοχλούς. «Τώρα η ενεργειακή φιάλη είναι γεμάτη· και, σύμφωνα μ’ό,τι μου είπε η Νιρίφα, έχουμε τρεις ριπές. Φρόντισε να μην αστοχήσεις.»

Η Βατράνια σημάδεψε το σπίτι της– το παλιό μου σπίτι, διόρθωσε τον εαυτό της. Κοίταξε μέσα από το στόχαστρο. Έστρεψε το κανόνι στον δεύτερο όροφο της οικίας.

Αντίο, σκέφτηκε. Και, χωρίς δισταγμό, πάτησε τη σκανδάλη.

Αισθάνθηκε ολόκληρο το κανόνι να τραντάζεται, και είδε ακατέργαστη ενέργεια να εκτοξεύεται από την κάννη του. Ο τοίχος στον δεύτερο όροφο του σπιτιού της τρύπησε, και σκόνη σηκώθηκε καθώς πέτρες άρχισαν να καταρρέουν.

Η Βατράνια κατέβασε λίγο το όπλο· σημάδεψε τώρα τον πρώτο όροφο. Πάτησε τη σκανδάλη: ακόμα μια ενεργειακή ριπή εκτοξεύτηκε, γρυλίζοντας μέσα στον νυχτερινό αέρα. Το παλιό της σπίτι ταρακουνήθηκε σαν από σεισμό· καπνός το τύλιξε.

«Ακόμα μία ριπή έχεις,» είπε ο Έκτορας. «Γρήγορα! – πρέπει να την κάνουμε!»

Η Βατράνια προσπάθησε να σημαδέψει το ισόγειο: το δυσκολότερο σημείο, γιατί ίσα που φαινόταν πίσω από ένα άλλο σπίτι.

Πάτησε τη σκανδάλη.

Η ενεργειακή ριπή διέλυσε μια κεραία και κάποιες πέτρες του άλλου σπιτιού, και μετά χτύπησε το σπίτι της Βατράνιας, φωτίζοντας τη νύχτα.

«Τα κάναμε όλα μαντάρα,» είπε ο Άλκιμος.

«Φεύγουμε!» είπε ο Έκτορας. «Τώρα!»

Και πήδησαν από την οροφή του γκαράζ, εγκαταλείποντας το κανόνι· δεν είχαν χρόνο για να το διαλύσουν και να το πάρουν μαζί τους. Σκαρφάλωσαν τον καγκελωτό φράχτη και βγήκαν από το σπίτι, για να τρέξουν μέσα στους δρόμους της Γραμμής και ν’απομακρυνθούν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν – προτού τους καταδιώξουν οι πράκτορες της Παντοκράτειρας και η Χωροφυλακή.

Η Σερφάντια, που κατόπτευε, εντόπισε έναν από τους πρώτους να έρχεται στο κατόπι τους. Δεν είπε τίποτα στον Έκτορα, παρά μόνο Συνεχίστε να τρέχετε· θα σας προλάβω. Γλίστρησε μέσα στα σκοτάδια ανάμεσα από τα φώτα δύο λαμπών των δρόμων. Έκανε μερικές πεπειραμένες μανούβρες. Πλησίασε τον πράκτορα από πίσω, τραβώντας το ξιφίδιό της.

Εκείνος, ξαφνικά, στράφηκε.

Την είχε αντιληφτεί, και κρατούσε έτοιμο το πιστόλι του.

Η Σερφάντια τού κλότσησε το χέρι, κάνοντας τ’όπλο να τιναχτεί εκπυρσοκροτώντας.

Ο πράκτορας, αιφνιδιασμένος, προσπάθησε να τραβήξει κάτι άλλο μέσα απ’την κάπα του– Πολύ αργά. Η Σερφάντια τον κάρφωσε στο διάφραγμα με το ξιφίδιό της.

Αφήνοντάς τον να πεθάνει, χάθηκε μέσα στα σκοτάδια, για να προλάβει τους συντρόφους της.

Κεφάλαιο 40
Το Τραγούδι της Ψυχής

Νύχτα στο Χωνευτήρι.

Μέσα στην παλιά μάντρα, που αποτελούσε πλέον δημόσιο χώρο, τα ψηλά ηχεία του ηχοσυστήματος χαλούσαν τον τόπο με τη μουσική τους, καθώς έπαιζαν Νυκτόβιους Εργατοπατέρες. Γύρω από το ηχοσύστημα κάθονταν ή στέκονταν μέλη της συμμορίας των Χορευτών, γιατί ήταν δικό τους και δεν ήθελαν καμια άλλη συμμορία να τους το κλέψει. Αυτούς που έρχονταν κοντά για να μπουν στο γλέντι τούς έβαζαν να πληρώνουν τρία δεκακτίνια – πάνω από ένα τέταρτο του ήλιου, μια τιμή που ορισμένοι θεωρούσαν εξωφρενική για τα δεδομένα του Χωνευτηρίου. Αλλά οι Χορευτές χρέωναν τόσο επειδή ήξεραν πως η μουσική, ούτως ή άλλως, ακουγόταν και πιο μακριά και υπήρχαν κάμποσοι τζαμπατζήδες που άκουγαν από ασφαλή απόσταση. Σ’αυτούς που πλησίαζαν, όμως, έδιναν δωρεάν ποτό· κι επίσης οι Χορευτές, όπως υποδήλωνε το όνομά τους, χόρευαν κι έκαναν και άλλα νούμερα που ήταν πιο ωραίο να τα βλέπεις από κοντά αντί για παραγκωνισμένος πίσω από το πλήθος.

Ο Κρίκος, ένα πρασινόδερμο παιδί της πέτρας με μαύρα μαλλιά, που δεν ανήκε σε καμία συμμορία, σήκωσε το μεγάλο μπουκάλι και έβαλε μπίρα στο ποτήρι του και στα ποτήρια των δύο φίλων του. «Τούτο είναι πράμα, αδελφέ, όχι το κάτουρο που δίνουνε οι Χορευτές,» είπε. «Θα γλείφετε και τα μούσια σας. Εγγυημένα.»

Οι άλλοι δύο ανήκαν στη συμμορία των Νάνων· ο ένας είχε δέρμα λευκό-ροζ, ο άλλος κατάλευκο. Ο πρώτος ήταν, ομολογουμένως, λιγάκι κοντός, αλλά όχι και νάνος· ο δεύτερος ήταν ντερέκι. Η συμμορία ονομαζόταν Νάνοι επειδή, λέγανε, αυτοί που την ξεκίνησαν ήταν τρεις πανύψηλοι τύποι που χρησιμοποιούσαν το παρατσούκλι οι Νάνοι για να γελάνε μεταξύ τους. Κανένας τους δε ζούσε πλέον· μπορεί να ήταν και αστικός μύθος, υπέθεταν κάποιοι. Αρκεί να μην το έλεγες, όμως, στους Νάνους αυτό γιατί θα έτρωγες ξύλο· είχαν μεγάλη άποψη για τους πατέρες της συμμορίας τους.

Ο Κρίκος, αφού ήπιαν όλοι λίγη μπίρα, είπε: «Καλή, ε;»

«Μμμμ,» έκανε ο κοντός, θετικά.

«Χουχμμμ,» έκανε ο ψηλός, επίσης θετικά.

Οι τρεις τους κάθονταν πάνω σε κάτι πέτρινες πεζούλες, σε μια γωνία, όχι εκεί όπου είχαν οι Χορευτές το ηχοσύστημά τους και ήταν μαζεμένος ο κόσμος. Παραδίπλα ήταν μια παλιά βρύση: νερό έτρεχε, γαργαρίζοντας, από το πέτρινο στόμα ενός λύκου.

«Και σας έχω κάτι ακόμα καλύτερο εδώ,» είπε ο Κρίκος, βγάζοντας ένα σακουλάκι απ’την τουνίκα του. «Τραγούδι της Ψυχής. Θα τόχετε ακούσει, ε;»

Οι δύο Νάνοι τον ατένισαν συνοφρυωμένοι. «Αυτό που δίνουν οι Μαντρόσκυλοι;» είπε ο κοντός.

«Ναι, αυτοί και κανένας άλλος.»

«Πώς το πήρες εσύ; Τους το βούτηξες;»

Ο Κρίκος κούνησε το κεφάλι. «Το πλήρωσα τίμια, αγαπητέ.»

«Είναι τόσο καλό όσο λένε;»

«Φίλε, είναι άφταστο το πράμα! Όσοι το παίρνουν δεν έχουν παράπονο· λένε ότι βλέπουν τους θεούς και η ψυχή τους τραγουδά.»

«Ναι αλλά οι Σκύλοι το δίνουν ακριβά· σ’τον πιάνουνε κανονικά.»

«Εγώ θα σας το δώσω πιο φτηνά: μονάχα έναν ήλιο ολόκληρο αυτό το σακούλι, φίλε.»

Το ντερέκι είπε: «Πώς μπορείς να το αγοράζεις απ’τους Μαντρόσκυλους και μετά να το δίνεις πιο φτηνά απ’αυτούς;»

«Φίλε,» είπε ο Κρίκος, «αυτά είναι ανώτερα κόλπα για ανώτερους ανθρώπους, και δεν μπορούμε να τα πούμε. Σας ενδιαφέρει λοιπόν;»

Ο κοντός φάνηκε να το σκέφτεται. «Κοίτα, δεν τόχω ξαναπάρει…»

«Δε θα χάσεις, φίλε, δε θα χάσεις! Σου λέω, είναι άφταστο το πράμα!»

Οι δύο Νάνοι αλληλοκοιτάχτηκαν. «Να τα βάλουμε μισά-μισά;» είπε ο κοντός· «Ας τα βάλουμε,» συμφώνησε το ντερέκι, μετά από λίγη σκέψη. Και, μετρώντας πεντακτίνια και δεκακτίνια, έφτασαν τον ήλιο και πλήρωσαν τον Κρίκο για να πάρουν το σακούλι με το Τραγούδι της Ψυχής.

«Πώς πάνε οι δουλειές, παλικάρια;»

Οι τρεις τους αναπήδησαν, ξαφνιασμένοι.

Ο Αλλάνδρης ξεπρόβαλε. Με το κατάμαυρο δέρμα του και τα σκούρα του ρούχα έμοιαζε να είναι προέκτασή των σκιών μέσα στη νύχτα. Το τραύμα του είχε πια θεραπευτεί, και τριγύριζε πάλι στο Χωνευτήρι, κάθε τόσο, για να μαθαίνει νέα που μπορεί να ενδιέφεραν τον Έκτορα και την Επανάσταση. Μαζί του τώρα ήταν ο Χρίστος, ο οποίος βρίσκονταν παραπέρα, μέσα στο πλήθος που χτυπιόταν, φώναζε, και έπινε κοντά στο ηχοσύστημα των Χορευτών.

Ο Κρίκος χαμογέλασε. «Αλλάνδρη! Τι γίνεσαι, ρε μπαγάσα;»

«Παραλίγο να σκοτωθώ αλλά έζησα,» απάντησε εκείνος· και κλικ κλικ, κλακ έκανε το κομπολόι στο αριστερό του χέρι. «Κάτι τομάρια με πυροβόλησαν, μια σφαίρα με πήρε στα παΐδια.»

Ο Κρίκος μόρφασε. «Κωλοϊστορίες αυτές. Η Λόρκη, όμως, σε ευνοεί.»

«Γουστάρει τα γαργαλητά μου.»

Ο Κρίκος γέλασε. «Φίλε,» είπε μετά, «τυχαίνει να έχω ένα πολύ ωραίο καινούργιο πράμα, και το πουλάω πιο φτηνά απ’ό,τι θα το βρεις αλλού. Μόλις έδωσα ένα κομμάτι στα δύο παλικάρια από δω.» Κοίταξε τους Νάνους: ο κοντός άνοιγε το σακούλι κι έβλεπε μέσα, κλείνοντας το ένα μάτι· ύστερα, άδειασε λίγο απ’το περιεχόμενο – μια λεπτή, αστραφτερή σκόνη – στη μπίρα του και ήπιε μια γουλιά.

«Τι είναι;» ρώτησε ο Αλλάνδρης.

«Τραγούδι της Ψυχής, το λένε. Δε θα τόχεις ξαναδεί. Μόνο οι Μαντρόσκυλοι το δίνουν, και να μου το θυμηθείς, θα γίνει πολύ γνωστό. Σε λίγο όλοι θα το παίρνουν. Σε στέλνει αλλού, φίλε!»

Ο Αλλάνδρης μόρφασε. «Αποκλείεται ν’ανακαλύφτηκε τώρα, Κρίκε.»

«Κι όμως, αγαπητέ, τώρα το βρήκαν.»

«Ποιοι; Οι Μαντρόσκυλοι;» Ο Αλλάνδρης δεν μπορούσε να το πιστέψει.

«Όχι αυτοί, ρε. Κάποιοι άλλοι θα το βρήκαν. Οι Μαντρόσκυλοι απλά το έχουν. Κανένας άλλος δεν το έχει στο Χωνευτήρι.»

Ο Αλλάνδρης συνοφρυώθηκε. «Σοβαρά…»

«Εκτός αν του το πουλήσουν οι Σκύλοι, εννοείται. Αλλά απ’αυτούς ξεκινά το πράμα.»

«Απ’αυτούς το πήρες κι εσύ;»

«Ναι, αμέ.»

«Το πλήρωσες;»

«Βέβαια!»

«Προσπαθείς να με δουλέψεις, μωρή αλεπού;» Ο Αλλάνδρης ήξερε τον Κρίκο για κλέφτη.

Ο Κρίκος μειδίασε. «Τ’ορκίζομαι, φίλε,» είπε ακουμπώντας τη γροθιά του στη καρδιά. «Η Λόρκη να μου πάρει τα παπάρια άμα σε δουλεύω. Θέλεις λίγο, να δεις πώς είναι; Μπορεί να σ’αρέσει.»

Ο Αλλάνδρης έβαλε το κομπολόι του σε μια τσέπη της καπαρντίνας του. Κάθισε πλάι στον Κρίκο, επάνω στην πέτρινη πεζούλα. «Πριν από λίγο, έλεγες ότι το πουλάς πιο φτηνά από τους Μαντρόσκυλους.»

«Ναι.»

«Τι κερδίζεις, λοιπόν; Και μη μου πεις τις ίδιες μαλακίες που είπες σ’αυτούς τους δύο.» Έδειξε, με το σαγόνι, τους Νάνους που έπιναν μπίρα πασπαλισμένη με Τραγούδι της Ψυχής. Δε μιλούσε αρκετά δυνατά για να τον ακούνε, καθώς κάθονταν αντίκρυ και η μουσική των Χορευτών ήταν δυνατή: τώρα το ηχοσύστημα δεν έπαιζε Νυκτόβιους Εργατοπατέρες αλλά Πολίτες Απολίτιστους.

«Φίλε, την αλήθεια είπα. Υπάρχει σύστημα.»

Ο Αλλάνδρης τον λοξοκοίταξε.

«Καλά, ρε φίλε,» είπε ο Κρίκος, «με συμφέρει κι εμένα να εξαπλωθεί το πράμα.»

«Γιατί;»

«Για να μεταφέρω.»

«Οι Σκύλοι πού το βρίσκουν;» τον ρώτησε ο Αλλάνδρης.

Ο Κρίκος ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν ξέρω.»

Ο Αλλάνδρης τον ατένισε επίμονα.

«Δεν ξέρω, φίλε! Σοβαρά. Είναι, πάντως, καλό πράμα και προσπαθούν να το εξαπλώσουν. Θα κολυμπήσουν οι πούστηδες στους ήλιους, να μου το θυμηθείς. Γι’αυτό τους βοηθάω κι εγώ, βλέπεις· να κάνουμε κι εμείς κάνα μπανάκι στο λεφτό, χε-χε-χε.» Μειδίασε, δείχνοντας δόντια που χρειάζονταν επίσκεψη σε οδοντογιατρό. «Το λοιπόν, παλιόφιλε Αλλάνδρη, γουστάρεις να τραγουδήσει η ψυχή σου απόψε;» Ο Κρίκος τού έκλεισε το μάτι. «Μόνο έναν ήλιο το δίνω. Τόσο καλό πράμα για έναν μόνο ήλιο; Με ληστεύεις, αγαπητέ! Θ’αρχίσω να σκούζω.»

Ένα καινούργιο ναρκωτικό, που κανένας δεν το έχει ξανακούσει, και που μόνο οι Μαντρόσκυλοι το δίνουν, σκέφτηκε ο Αλλάνδρης. Ο κόσμος τρελάθηκε όσο ήμουν τραυματισμένος. «’Ντάξει,» είπε, «το θέλω.»

«Χα-χα! τόξερα πως είσαι ξύπνιος. Πάντα ο Αλλάνδρης είναι ξύπνιος.» Ο Κρίκος έβγαλε μέσα από την τουνίκα του ένα σακουλάκι και το έπαιξε μέσα στη χούφτα του. «Εδώ είσαι. Μου δίνεις το λεφτό, σου δίνω το πράμα.»

Ο Αλλάνδρης έβγαλε έναν ήλιο απ’το βαλάντιό του.

«Σιγά, ρε κολυμβητή!» γέλασε ο Κρίκος, σπρώχνοντας πίσω το χέρι του. «Όχι τόσο χοντρά πράματα· θες να το δουν τίποτα υποψιασμένοι και να μου την πέσουν; Δώσε σταγόνες, καλύτερα.»

Ο Αλλάνδρης αναστέναξε. Έκρυψε τον ήλιο. Μέτρησε ακτίνια, πεντακτίνια, και δεκακτίνια και τα έδωσε στον Κρίκο.

«Τώρα είσ’ ωραίος!» Ο Κρίκος τού έδωσε το σακουλάκι με το Τραγούδι της Ψυχής.

Ο Αλλάνδρης το πήρε και σηκώθηκε όρθιος. Μορφάζοντας λίγο. Το τραύμα του, παρότι είχε θεραπευτεί, ακόμα τον ενοχλούσε όταν μαζευόταν ή όταν τεντωνόταν.

Πλησίασε τον Χρίστο μέσα στο πλήθος, και τον είδε να μιλά με δυο γυναίκες που δεν ήξερε. Κι οι τρεις τους κρατούσαν ποτά.

«Ποιος είναι αυτός ο τύπος, Χρίστο;» ρώτησε η μία, βλέποντας τον Αλλάνδρη ν’ακουμπά το χέρι του στον ώμο του Χρίστου. Ήταν πρασινομάλλα και καφετόδερμη, και το ένα αφτί της ήταν κομμένο.

«Ένα φιλαράκι απ’την Οινόσφαιρα. Ο Αλλάνδρης. Δουλεύει κι αυτός για το αφεντικό.»

«Ποιον θεό προσκυνάτε;» τις ρώτησε ο Αλλάνδρης – που σήμαινε σε ποια συμμορία ανήκετε.

«Μακροχέρηδες,» απάντησε η πρασινομάλλα.

«Τ’αφεντικό σας με ξέρει,» τους είπε ο Αλλάνδρης. «Ρωτήστε τον για μένα και θα δείτε τι θα σας πει.»

*

Ήταν αργά στην Οινόσφαιρα. Ο κόσμος είχε φύγει. Ο Αλέξανδρος και η Λιβώνη σκούπιζαν το μαγαζί. Ο Έκτορας καθόταν σ’ένα τραπέζι και έπινε, αργά, ένα ποτήρι Χρυσό Καύσωνα· μαζί του κάθονταν ο Άλκιμος κι ο Αίολος. Παραδίπλα, σ’ένα άλλο τραπέζι, ήταν η Χλόη, η Κρόβ’κνι, και η Βατράνια, παίζοντας χαρτιά. Η Ουρανία καθόταν στο μπαρ, σιωπηλά, πίνοντας ένα ποτήρι λεμονάδα. Κοντά της ήταν η Σερφάντια και ο Σωσίας. Ο δεύτερος είχε τρία ποτήρια εμπρός του, γυρισμένα ανάποδα, και έκρυβε έναν ήλιο κάτω από ένα απ’αυτά, τα γύριζε επιδέξια από δω κι από κει, και μετά άφηνε την Ουρανία να μαντέψει πού ήταν το νόμισμα. Εκείνη απλά έδειχνε, αδιάφορα, και κάθε φορά το έβρισκε.

Ο Σωσίας αποφάσισε ν’αλλάξει τακτική. Έκανε πέρα-δώθε τα ποτήρια και τη ρώτησε: «Πού είναι ο ήλιος μου τώρα;»

Η Ουρανία έχωσε το χέρι της μέσα στο μανίκι του και τράβηξε έξω το νόμισμα.

«Δεν υπάρχει, δηλαδή, τρόπος να σε κοροϊδέψω;» ρώτησε ο Σωσίας.

«Μόνο αν σταματήσεις να σκέφτεσαι,» απάντησε η Ουρανία.

«Επομένως, δεν με είδες να βάζω τον ήλιο μέσα στο μανίκι μου…»

Η Ουρανία κούνησε το κεφάλι αρνητικά.

Η εξώπορτα άνοιξε και ο Αλλάνδρης κι ο Χρίστος μπήκαν.

«Καλώς τα κουρασμένα παλικάρια,» είπε ο Έκτορας.

Ο Αλλάνδρης πλησίασε το τραπέζι του και έριξε μπροστά του ένα σακουλάκι που δεν κουδούνισε πέφτοντας – άρα, δεν είχε νομίσματα μέσα.

«Τι είν’αυτό;» ρώτησε ο Έκτορας.

«Τραγούδι της Ψυχής. Έναν ήλιο το πήρα, δύο ήλιους σ’το δίνω· είσαι μέσα;» Ο Αλλάνδρης τράβηξε κοντά μια καρέκλα και κάθισε.

Ο Έκτορας άνοιξε το σακουλάκι και κοίταξε στο εσωτερικό, βλέποντας μια σκόνη. «Τραγούδι της Ψυχής; Ναρκωτικό είναι;»

«Έτσι φαίνεται.»

«Με ξέρεις να παίρνω ναρκωτικά; Ή πας να με δουλέψεις επειδή Τραγούδι της Ψυχής δεν υπάρχει;» Ο Έκτορας αγριοκοίταξε τον Αλλάνδρη.

«Είναι καινούργιο,» εξήγησε εκείνος. «Ο Κρίκος μού το πούλησε. Λέει πως μόνο οι Μαντρόσκυλοι το έχουν, και κανένας άλλος στο Χωνευτήρι. Και λέει, επίσης, ότι θα γίνει πολύ γνωστό.»

Ο Έκτορας συνοφρυώθηκε. «Μόνο οι Μαντρόσκυλοι το έχουν;…»

«Και πού το βρίσκουν αυτοί, ρε Αλλάνδρη;» ρώτησε ο Άλκιμος.

«Ο Κρίκος είπε ότι δεν ξέρει.»

Ο Αίολος έπιασε το σακουλάκι και άφησε λίγη σκόνη να πέσει στην αριστερή παλάμη του. Τη μύρισε. «Δε μου θυμίζει κάτι…»

«Παίρνεις πράμα, μάγε;» ρώτησε ο Αλλάνδρης. «Δε σ’έχω δει ποτέ μαστουρωμένο.»

«Δεν παίρνω ναρκωτικά, Αλλάνδρη. Αλλά ξέρω πώς μοιάζει το καθένα. Τούτο δω δεν το έχω ξαναπετύχει. Πρέπει, πράγματι, να είναι καινούργιο.»

«Και ο Κρίκος λέει ότι είναι πολύ καλό.»

«Κανένα ναρκωτικό δεν είναι καλό, Αλλάνδρη,» είπε ο Έκτορας.

«Αφεντικό, εσύ δεν έχεις τον πρέποντα αυτοέλεγχο, γι’αυτό το βλέπεις έτσι.»

«Μη με τσιγκλάς, πούστη,» μούγκρισε ο Έκτορας.

Η Χλόη πλησίασε το τραπέζι τους μαζί με τη Βατράνια.

«Εσείς δεν παίζατε χαρτιά;» τις ρώτησε ο Πρόμαχος.

«Τελειώσαμε,» είπε η Χλόη.

«Δεν έχει νόημα να παίζεις με τη γυναίκα σου,» του είπε η Βατράνια. «Έχει την τύχη της Λόρκης.»

Η Χλόη έπιασε το σακουλάκι με το Τραγούδι της Ψυχής. «Τι είν’αυτό;»

Ο Αλλάνδρης επανέλαβε τα ίδια που είχε ήδη πει.

«Παράξενο,» είπε η Βατράνια. «Καινούργιο ναρκωτικό;» Εκείνη κι η Χλόη είχαν πάρει καρέκλες και κάθονταν τώρα. «Είσαι σίγουρος ότι δε σου είπε ψέματα;»

«Δεν το νομίζω, γιατί ξέρει ότι θα τον βρω και θα τον σαπίσω. Επιπλέον, έδωσε το ίδιο πράμα και σε δύο Νάνους.»

«Νάνους;» έκανε η Βατράνια.

«Μια συμμορία,» εξήγησε ο Αλλάνδρης. «Λέγονται Νάνοι.»

Η Βατράνια μόρφασε.

Οι υπόλοιποι επαναστάτες, βλέποντας ότι κάτι συνέβαινε σ’εκείνο το τραπέζι, μαζεύτηκαν από γύρω. Εκτός από τον Χρίστο, που ήξερε ποιο ήταν το θέμα και πήγε να κοιμηθεί στον ημιώροφο της Οινόσφαιρας, όπου είχε το ράντζο του.

Η Βατράνια πήρε το σακουλάκι στα χέρια της. «Τι αποτελέσματα έχει;»

«Σε στέλνει κοντά στους θεούς, σύμφωνα με τον Κρίκο,» είπε ο Αλλάνδρης.

«Και κοντά στους διαβόλους,» πρόσθεσε ο Έκτορας.

«Το έχεις πάρει;» τον ρώτησε η Βατράνια.

«Δε χρειάζεται· όλα τα ναρκωτικά τα ίδια σκατά είναι.»

Η Βατράνια τον ατένισε παρατηρητικά. «Μιλάς από πείρα, ή, ως συνήθως, μιλάς προτού σκεφτείς;»

«Μη με τσαντίζεις σαν τον Αλλάνδρη.»

Η Σερφάντια είπε: «Η αλήθεια είναι, πάντως, αφεντικό, ότι έχεις μεγάλο μίσος για τα ναρκωτικά. Το έχω ξαναπροσέξει.»

Ο Έκτορας ήπιε μια γερή γουλιά από τον Χρυσό Καύσωνά του. Άναψε το πούρο του, ενώ κανένας δεν μιλούσε γιατί ήταν προφανές ότι ο Πρόμαχος σκόπευε να τους δώσει κάποια απάντηση. Ο Έκτορας ρούφηξε καπνό και τον φύσηξε προς τη μεριά της Βατράνιας.

Εκείνη κούνησε το χέρι της εμπρός της. «Είσαι λεχρίτης,» του είπε.

«Ακούστε ένα παραμύθι, λοιπόν, αφού γουστάρετε να πονέσουν τ’αφτιά σας τα παράταιρα,» είπε ο Έκτορας. «Μια φορά κι έναν καιρό, δεν ήμουνα με την Επανάσταση. Ήμουν μαζί μ’αυτό το ρεμάλι» – έδειξε τον Αλλάνδρη με το χέρι του που κρατούσε το πούρο – «και κάναμε ό,τι μπορούσαμε για να ζήσουμε εδώ, στη Θακέρκοβ, κι αλλού που τα μέρη είναι πιο πολιτισμένα και το κλίμα δε μας σήκωνε. Σ’ένα απ’αυτά τα μέρη, είχα κολλήσει με την Ανάσα του Δράκοντα. Ολοένα και περισσότερο φούσκωνα το σώμα μου μ’αυτή τη μαλακία, κι ένα σωρό λεφτά πήγαιναν εκεί – λεφτά που θα μπορούσα να τα είχα κάνει καλύτερα πράγματα. Στο τέλος, δε μπορούσα να σταθώ χωρίς την Ανάσα. Δεν ήξερα τι μου γινόταν, και κόντεψα να καταντήσω μαριονέτα μιας κωλοσυμμορίας που διακινούσε το πράμα.

»Ευτυχώς, έχω καλούς φίλους, αν και λίγο καθυστερημένους ώρες-ώρες.» Κοίταξε τον Αλλάνδρη, ο οποίος έπαιζε το κομπολόι του σιωπηλά. «Μ’έπιασε και με πλάκωσε στις φάπες και με ρώτησε αν ήθελα να είμαι έτσι όπως είχα καταντήσει. Κατάλαβα ότι είχε δίκιο. Η Λόρκη είχε το δάχτυλό της στον κώλο μου. Έπρεπε να κάνω κάτι για να ξεκολλήσω από την Ανάσα του Δράκοντα. Αλλά δε μπορούσα· είχα πάθει ιστορία. Ο Αλλάνδρης, έτσι, μ’αλυσόδεσε σε μια παλιά αποθήκη σε κάτι ερημιές, κι όσο κι αν ούρλιαζα δε μου έδινε το πράμα. Ερχόταν μόνο για να μου φέρνει κάτι κωλομπιφτέκια που πρέπει να τα έβρισκε στα σκουπίδια–»

«Από τα καλύτερα εστιατόρια τού τα έκλεβα και πάλι γκρινιάζει,» μούγκρισε ο Αλλάνδρης.

«Και μου έφερνε κι ένα γάλα που πρέπει να το είχε αρμέξει από σαύρες. Ξερνούσα τα πάντα που μου έδινε για μέρες ολόκληρες. Σιγά-σιγά, όμως, συνήλθα και στάθηκα ξανά στα πόδια μου σαν άνθρωπος, όχι σα μεθυσμένος. Από τότε, δεν έχω αγγίξει ούτε την Ανάσα του Δράκοντα ούτε κανένα άλλο πράμα, και ούτε πρόκειται ν’αγγίξω ποτέ στη ζωή μου. Ο Αλλάνδρης ας φάει το κεφάλι του μόνος του.»

Ο Αλλάνδρης είπε: «Σου έχω ξαναεξηγήσει: δεν έχεις αυτοέλεγχο, γι’αυτό σκάλωσες.»

«Ναι, ’ντάξει,» μούγκρισε ο Έκτορας και ήπιε μια γουλιά Χρυσό Καύσωνα.

«Δυο, τρεις φορές το μήνα παίρνω πράμα,» είπε ο Αλλάνδρης προς όλους, μορφάζοντας. «Κανένας δεν πέθανε από τόσο λίγο.» Κλικ-κλακ κλικ-κλακ, έκανε το κομπολόι του.

«Τέλος πάντων,» είπε ο Αίολος. «Είναι παράξενο που εμφανίστηκε έτσι ξαφνικά αυτό το Τραγούδι της Ψυχής. Θ’άξιζε να το αναλύσω να δω από τι αποτελείται, γιατί έτσι δεν μπορώ να καταλάβω.»

Η Βατράνια είπε: «Θα δοκιμάσω λίγο. Βάλε μου ένα ποτό, Κρόβ’κνι.» Και προς τον Αλλάνδρη: «Κάνει να το ρίχνεις σε πότο, έτσι;»

«Απ’ό,τι κατάλαβα, ναι.»

«Είστε σίγουρη, κυρία;» ρώτησε η Κρόβ’κνι.

«Σου έχω ξαναπεί να μη με λες πια ‘κυρία’!» έκανε απότομα η Βατράνια, και τα πράσινα μάτια της γυάλισαν οργισμένα. «Και, ναι, είμαι σίγουρη.»

Η Κρόβ’κνι πήγε προς το μπαρ.

Η Ουρανία είπε, ξαφνιάζοντάς τους όλους: «Νομίζω ότι το ξέρω…» Και, απλώνοντας το χέρι της ανάμεσα από τον Αίολο και τη Βατράνια, έπιασε το σακούλι με το Τραγούδι της Ψυχής. Το άνοιξε και το έφερε κοντά στο πρόσωπό της. «Ναι…» μουρμούρισε. «Ναι…» Το άφησε πάλι στο τραπέζι.

«Τι είναι, Ουρανία;» ρώτησε ο Έκτορας.

«Δεν είναι από εδώ,» απάντησε εκείνη. «Είναι από… Έχει κάποια… στοιχεία… από την πατρίδα μου.»

Ο Αίολος συνοφρυώθηκε, παραξενεμένος. «Από το φεγγάρι;»

Η Ουρανία ένευσε – η κίνηση αυτή τής είχε γίνει, πλέον, σχεδόν φυσική. Έμοιαζε ολοένα και περισσότερο με κανονικό άνθρωπο.

Ο Έκτορας είπε: «Οι Παντοκρατορικοί…»

«Μα δε μπορούν να πάνε στο φεγγάρι!» διαφώνησε η Βατράνια. «Είσαι σίγουρη, Ουρανία;» Κοίταξε πάνω απ’τον ώμο της, την οντότητα από το φεγγάρι. Εκείνη έμεινε σιωπηλή· κατένευσε μόνο.

«Είχαν πάρει εκείνο το υγρό από την Ουρανία,» τους θύμισε ο Έκτορας. «Πρέπει να το χρησιμοποίησαν κάπως για να φτιάξουν αυτό το ναρκωτικό.»

«Δεν είναι δυνατόν!» είπε ο Αίολος. «Τα στοιχεία του ήταν τελείως άγνωστα. Δε μπορεί να τα αντέγραψαν.»

«Να που το έκαναν, όμως, μάγε.»

«Ουρανία,» ρώτησε ο Αίολος, «είναι αυτή η σκόνη ίδια με το υγρό που έπαιρναν από εσένα;»

«Δεν είναι ίδια,» αποκρίθηκε εκείνη. «Αλλά έχει… έχει… κάτι το ίδιο…»

«Μοιάζει, θες να πεις;»

«Έχει κάτι από την πατρίδα μου. Αυτό μόνο μπορώ να καταλάβω.»

Ο Αίολος πήρε το σακουλάκι στο χέρι του. «Κανένας δεν δοκιμάζει αυτό το πράγμα μέχρι να το αναλύσω, να δούμε τι περιέχει.»

*

Ο Αίολος ξενύχτισε στο κάτω υπόγειο, αναλύοντας τη σκόνη που είχε φέρει ο Αλλάνδρης: το ναρκωτικό που ονόμαζαν Τραγούδι της Ψυχής. Οξείες οσμές και αραιοί ατμοί είχαν απλωθεί στον χώρο, γεμίζοντάς τον παρότι μεγάλος – εδώ κάτω, οι επαναστάτες δεν είχαν μόνο το χυμικό εργαστήριο του Αίολου, ούτε μόνο το τεχνικό εργαστήριο της Νιρίφα, αλλά και το γκαράζ για τα οχήματά τους. Το μέρος δεν μπορούσε να φωτιστεί μονάχα από μία λάμπα: μία λάμπα δημιουργούσε έναν κύκλο φωτός γύρω της αφήνοντας όλο τον υπόλοιπο χώρο στο σκοτάδι.

Η Νιρίφα δεν ήταν στο κάτω υπόγειο τώρα· ήταν επάνω, στο δωμάτιό της, και κοιμόταν. Για την ακρίβεια, κοιμόταν από προτού έρθει ο Αλλάνδρης και φέρει τα νέα για το Τραγούδι της Ψυχής. Δεν είχε μάθει για το καινούργιο ναρκωτικό.

Εκτός από τον Αίολο, στο κάτω υπόγειο ήταν μόνο η Βατράνια και η Κρόβ’κνι. Η τελευταία είχε, κάπως, καταφέρει να κοιμηθεί παρά τις οσμές εξαιτίας της χυμικής ανάλυσης που έκανε ο μάγος. Η Βατράνια την άκουγε να σιγοροχαλίζει στο διπλανό κρεβάτι, καθώς η ίδια δεν μπορούσε να κλείσει μάτι. Οι οσμές την ενοχλούσαν, την έκαναν να θέλει να φταρνιστεί κάθε τρεις και λίγο.

Τελικά, σηκώθηκε από το ράντζο της, έβαλε τις μπότες της, έριξε μια κάπα πάνω από το νυχτικό της, και, διασχίζοντας τα σκοτάδια του υπογείου, πλησίασε τη μεριά όπου φαινόταν το φως του Αίολου.

Ο μάγος την άκουσε να πλησιάζει κι έστρεψε το βλέμμα του. Τα γυαλιά του έμοιαζαν να γυαλίζουν εξώκοσμα στον ασθενικό φωτισμό. «Είναι κάποιος εκεί;» ρώτησε.

«Εγώ είμαι,» είπε η Βατράνια, σιγανά, και πλησίασε έχοντας την κάπα της τυλιγμένη σφιχτά γύρω της· έκανε κρύο εδώ κάτω: τη διαπερνούσε ώς το κόκαλο.

«Σε ξύπνησα;»

«Δε μπορούσα να κοιμηθώ,» αποκρίθηκε η Βατράνια, και μετά φταρνίστηκε γυρίζοντας στο πλάι.

Ο Αίολος κατάλαβε ότι πρέπει να την ενοχλούσαν οι οσμές. «Δε θ’αργήσω να τελειώσω,» της είπε, και στράφηκε πάλι στη δουλειά του.

Η Βατράνια δεν έφυγε· περίμενε, στεκόμενη στο σημείο που το φως συναντούσε το σκοτάδι.

«Αν θέλεις κάθισε,» είπε ο Αίολος, πατώντας, συγχρόνως, πλήκτρα σ’ένα μηχάνημα και κοιτάζοντας μια μικρή οθόνη.

Η Βατράνια βρήκε ένα σκαμνί και κάθισε, αγκαλιάζοντας τα γόνατά της. Αναστέναξε. Ήθελε πίσω το σπίτι της. Δεν ήταν κατάσταση αυτή. Δε μπορούσε να ζει σ’ετούτο το καταραμένο υπόγειο!

Οι οσμές μειώθηκαν σε ένταση μετά από κάποια ώρα, καθώς ο Αίολος τελείωσε με την ανάλυσή του. Εκτύπωσε ένα φύλλο χαρτί από ένα μηχάνημα. Άνοιξε ένα συρτάρι, πήρε ένα άλλο φύλλο χαρτί, και το διάβασε. Μετά, κοίταξε το χαρτί που είχε εκτυπώσει.

Η Βατράνια φταρνίστηκε για πολλοστή φορά. Σκούπισε τη μύτη της πάνω στο μανίκι του νυχτικού της.

«Καμία σχέση…» μουρμούρισε ο Αίολος.

«Τι ‘καμία σχέση’;» ρώτησε η Βατράνια.

Ο μάγος στράφηκε να την κοιτάξει. «Το ναρκωτικό δεν φαίνεται να έχει καμία σχέση μ’εκείνη την ουσία που οι Παντοκρατορικοί έπαιρναν από την Ουρανία.»

«Η Ουρανία είπε ότι είναι απ’την πατρίδα της.»

«Ναι, αλλά τα στοιχεία που το αποτελούν είναι τελείως διαφορετικά. Επιπλέον, τα στοιχεία εκείνης της ουσίας είναι όλα άγνωστα, ενώ τα στοιχεία του ναρκωτικού… σίγουρα δεν είναι κοινά, αλλά νομίζω ότι με κάποια προσπάθεια θα μπορούσε κάποιος να τα αναπαραγάγει.»

«Δεν είναι απ’το φεγγάρι;» απόρησε η Βατράνια.

«Δεν είμαι βέβαιος αν είναι απ’το φεγγάρι. Δε μου είναι όλα άγνωστα. Το ναρκωτικό, πάντως, σίγουρα δεν είναι το ίδιο πράγμα με την ουσία που αντλούσαν οι Παντοκρατορικοί.»

«Περίεργο δεν είναι αυτό;» ρώτησε η Βατράνια καθώς σηκωνόταν απ’το σκαμνί.

Ο Αίολος ένευσε. «Ναι. Κάπως. Αν λάβουμε υπόψη μας εκείνο που είπε η Ουρανία.»

«Νομίζεις ότι ίσως να έκανε λάθος;»

«Τίποτα δεν αποκλείεται· κι η ίδια έχει δηλώσει πως οι δυνάμεις της έχουν εξασθενίσει. Δεν είναι αυτό που ήταν παλιά. Ωστόσο…» Ο Αίολος έβγαλε τα γυαλιά του, σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό του. Η Βατράνια αναρωτήθηκε πώς ήταν δυνατόν να έχει ιδρώσει εδώ κάτω, με τόσο κρύο και τόση υγρασία.

«Ωστόσο;» τον ρώτησε, υψώνοντας ένα φρύδι.

«Για να το είπε, κάτι θα αισθάνθηκε, Βατράνια. Κάτι προερχόμενο από το ναρκωτικό.» Φόρεσε πάλι τα γυαλιά του. «Τέλος πάντων, είναι αργά· θα πάω να ξεκουραστώ. Οι οσμές σύντομα θα διαλυθούν εδώ κάτω· ήδη θα έχουν διαλυθεί κάπως. Με συγχωρείς που έπρεπε να σε κρατήσω ξύπνια.» Άγγιξε το μπράτσο της πάνω από την κάπα.

«Δεν πειράζει,» αποκρίθηκε η Βατράνια. «Δεν έχω όρεξη για ύπνο, ούτως ή άλλως. Όλο εφιάλτες βλέπω. Θέλεις να πιούμε ένα ποτό;»

Ο Αίολος ένευσε. «Γιατί όχι;» Πριν από λίγο αισθανόταν κουρασμένος, έτοιμος να πέσει για ύπνο, αλλά τώρα, ξαφνικά, δεν είχε καμια διάθεση να κοιμηθεί. Η Βατράνια δεν είχε χάσει, για εκείνον, τη γοητεία της επειδή είχε χάσει τα λεφτά της.

Ανέβηκαν στην κεντρική αίθουσα της Οινόσφαιρας, όπου η Σερφάντια περιφερόταν φυλώντας σκοπιά. Δεν τους μίλησε· συνέχισε να βαδίζει, με τα χέρια της στις τσέπες του παντελονιού της.

Ο Αίολος είπε στη Βατράνια: «Πηγαίνω να φορέσω κάτι άλλο· αυτά τα ρούχα είναι χάλια πια.»

Εκείνη ένευσε καθώς καθόταν σ’ένα τραπέζι.

Η Σερφάντια τής έριξε ένα λοξό βλέμμα όσο ο Αίολος έλειπε (η Βατράνια την αγνόησε), και μετά ανέβηκε προς τον πρώτο όροφο ενώ ο μάγος κατέβαινε ντυμένος με λευκό πουκάμισο και μαύρο παντελόνι.

«Αισθάνομαι χάλια,» του είπε η Βατράνια, όταν ήρθε στο τραπέζι της κρατώντας δύο ποτήρια Κρύο Ουρανό τα οποία είχε γεμίσει από το μπαρ. «Εσύ είσαι ντυμένος για νυχτερινή έξοδο κι εγώ φοράω νυχτικό, παλιές μπότες, και μια βρόμικη κάπα από πάνω.» Μειδίασε.

«Δεν έχουν σημασία τα ρούχα,» αποκρίθηκε ο Αίολος, «αλλά το υπέροχο πλάσμα κάτω από τα ρούχα.» (Αργότερα, αναρωτήθηκε πώς του είχε έρθει μια τόσο καλή και ποιητική ατάκα – συνήθως, οι καλές και ποιητικές ατάκες δεν ήταν το ατού του.)

Η Βατράνια κοκκίνισε λίγο. Τσούγκρισε το χείλος του ποτηριού της πάνω στο χείλος του ποτηριού του, και ήπιαν.

«Σου αρέσει εδώ;» τον ρώτησε μετά από λίγο.

«Τι εννοείς;»

«Μένεις στην Οινόσφαιρα συνέχεια, έτσι;»

«Ναι.»

«Δεν έχεις πού αλλού να μείνεις;»

«Βασικά, έχω ένα σπίτι στο Ναό,» εξήγησε ο Αίολος, «αλλά το νοικιάζω.»

«Γιατί;»

«Ο Πρόμαχος χρειάζεται έναν Ερευνητή και εγώ χρειάζομαι τα χρήματα του ενοικίου,» είπε ο Αίολος. «Επιπλέον, δε νομίζω ότι υπάρχει κάτι καλύτερο να κάνω απ’το να εργάζομαι για την Επανάσταση.»

«Ναι…» μουρμούρισε η Βατράνια, νεύοντας και κοιτάζοντας το ποτό μέσα στο ποτήρι της να γυαλίζει στο χαμηλό φως των λαμπών. «Εσύ, όμως, έχεις κάτι πραγματικά να προσφέρεις εδώ,» είπε μετά, υψώνοντας το βλέμμα της για να τον ατενίσει. «Είσαι μάγος. Είσαι σημαντικός. Εγώ, τώρα, έτσι όπως έχουν έρθει τα πράγματα, δεν έχω τίποτα να προσφέρω. Απλώς βρίσκομαι εδώ και με κρύβετε. Σας είμαι, ουσιαστικά, βάρος.»

«Μην το λες αυτό.» Ο Αίολος έσφιξε το χέρι της. «Είμαστε επαναστάτες, Βατράνια· υποστηρίζουμε ο ένας τον άλλο. Αν πάψουμε να υποστηρίζουμε ο ένας τον άλλο, την έχουμε άσχημα. Είμαστε χαμένοι.»

«Ναι, αλλά κάτι πρέπει να κάνω κι εγώ για εσάς, δεν πρέπει;» Η Βατράνια ήπιε μια γουλιά απ’το ποτό της.

«Είμαι βέβαιος πως ο Πρόμαχος θα βρει τρόπο να σε αγγαρέψει όταν έρθει η ώρα.»

Η Βατράνια χαμογέλασε, αν και μελαγχολικά. «Θα κάνω ό,τι μπορώ,» είπε. «Τώρα, το μόνο που με νοιάζει είναι ο πόλεμος εναντίον της Παντοκράτειρας. Δε μου έχει μείνει τίποτ’άλλο, Αίολε.»

Κεφάλαιο 41
Κίνδυνος στις Σήραγγες

Το πρωί, ο Αίολος είπε τις ανακαλύψεις του στον Έκτορα, κι εκείνος ρώτησε: «Είναι, λοιπόν, κάτι που σπρώχνουν οι Παντοκρατορικοί στο Χωνευτήρι, ή όχι;»

«Δε μπορώ να το ξέρω αυτό. Σου είπα, πάντως: δεν βρίσκω καμία ουσιαστική ομοιότητα με την ουσία που έπαιρναν από την Ουρανία. Αν η Ουρανία δεν μας είχε πει ότι το ναρκωτικό έχει μέσα του κάτι από το φεγγάρι, ποτέ δε θα το είχα καταλάβει.»

Οι δυο τους κάθονταν στην κεντρική αίθουσα της Οινόσφαιρας, σ’ένα απ’τα τραπέζι, και έπιναν καφέ. Μαζί τους ήταν η Νιρίφα (που, καθώς είχε κοιμηθεί νωρίς, είχε σηκωθεί και νωρίς – πιο πρωί από αυτούς), η Χλόη, ο Σωσίας, και η Ουρανία.

Ο Πρόμαχος στράφηκε στην τελευταία. «Εξακολουθείς να νομίζεις ότι το ναρκωτικό είναι από το φεγγάρι;»

Το σακουλάκι που είχε φέρει ο Αλλάνδρης ήταν ανάμεσά τους. Η Ουρανία το έπιασε, το άνοιξε, έφερε τη σκόνη κοντά στο πρόσωπό της. «Ναι,» απάντησε.

Ο Αίολος ανασήκωσε τους ώμους όταν ο Έκτορας τον ατένισε ερωτηματικά.

Ο Πρόμαχος της Επανάστασης είπε: «Αν τα σκυλιά της Παντοκράτειρας έφτιαξαν κάπως το Τραγούδι της Ψυχής από εκείνη την ουσία που έπαιρναν από την Ουρανία, τότε πρέπει, πράγματι, να πρόκειται για καινούργιο, ολοκαίνουργιο ναρκωτικό. Κι αν είναι εθιστικό (που σίγουρα θα είναι, γιατί όλα τα ναρκωτικά είναι εθιστικά), αυτό σημαίνει ότι θα τους φέρει χρήματα και ακόμα περισσότερο έλεγχο πάνω στην πόλη, αφού θα έχουν το μονοπώλιο.» Και ρώτησε τον Αίολο: «Μπορεί κάποιος άλλος να φτιάξει Τραγούδι της Ψυχής, μάγε;»

Εκείνος φάνηκε σκεπτικός αλλά είπε: «Υποθέτω, με τις σωστές χυμικές μεθόδους, δεν θα ήταν αδύνατο. Ούτε κι εύκολο, όμως. Εγώ, εδώ που είμαι, με τον εξοπλισμό που έχω, δεν νομίζω ότι θα μπορούσα να το κάνω.»

«Το μονοπώλιό τους, λοιπόν, είναι ισχυρό. Επιπλέον, αν κάποιος αρχίσει να διακινεί κι εκείνος Τραγούδι της Ψυχής, δε θάναι δύσκολο να τον βρουν και να τον εξοντώσουν, με το δίκτυο κατασκόπων που έχουν σε τούτα τα μέρη.»

Η Χλόη είπε: «Μπορεί να εξαπλώσουν το ναρκωτικό και σ’άλλες περιοχές της Σεργήλης…»

«Δεν αποκλείεται,» συμφώνησε ο Έκτορας. «Αλλά πάω στοίχημα πως θα θέλουν πρώτα να πειραματιστούν στη Θακέρκοβ.»

«Κι αν κάνουμε λάθος;» έθεσε το ερώτημα ο Σωσίας. «Αν πίσω απ’το ναρκωτικό δεν κρύβονται οι Παντοκρατορικοί;»

«Θα το ερευνήσουμε, έτσι κι αλλιώς,» απάντησε ο Πρόμαχος. «Η υπόθεση είναι σίγουρα κάτι που ενδιαφέρει την Επανάσταση.

»Τα πρώτα πράγματα που θέλω να μάθω είναι – ένα – ποιοι πλασάρουν το Τραγούδι της Ψυχής στους Μαντρόσκυλους και – δύο – αν το Τραγούδι της Ψυχής διακινείται και έξω από το Χωνευτήρι.»

«Στο δεύτερο θέμα,» είπε ο Σωσίας, «η Βατράνια θα μπορούσε να μας βοηθήσει αν δεν ήταν κυνηγημένη…»

«Δεν είναι η μόνη πράκτοράς μας στη Θακέρκοβ,» αντιγύρισε ο Έκτορας. «Ήταν, όμως, η καλύτερη ίσως,» παραδέχτηκε μουντά, και ήπιε μια γουλιά από τον καφέ του.

*

Ο Αλλάνδρης ανέβηκε στο δίκυκλο, και η Σερφάντια ανέβηκε πίσω του.

«Δε σε πονάω, έτσι;» τον ρώτησε, τυλίγοντας το ένα της χέρι γύρω απ’τη μέση του, όχι από τη μεριά όπου εκείνος είχε τραυματιστεί αλλά ούτε και πολύ μακριά από εκεί.

«Δε είμαι τόσο μυγιάγγιχτος, Μαύρη Δράκαινα,» αποκρίθηκε ο Αλλάνδρης· «και η πληγή έχει κλείσει.» Ενεργοποίησε το δίκυκλο και έβαλε μπροστά τη μηχανή του, η οποία μούγκρισε μέσα στο κάτω υπόγειο της Οινόσφαιρας.

Η μεγάλη πόρτα στο βάθος ήταν ανοιχτή· ο Αλλάνδρης και η Σερφάντια την είχαν ανοίξει πριν από λίγο. Και τώρα, προτού αναχωρήσουν, ο μαυρόδερμος επαναστάτης στράφηκε και είπε στη Βατράνια: «Μην ξεχάσεις να την κλείσεις.»

«Δεν το ξεχνάω,» αποκρίθηκε εκείνη, που είχε ξυπνήσει ακούγοντάς τους να κατεβαίνουν στο κάτω υπόγειο.

Το δίκυκλο έφυγε, μπαίνοντας στις σήραγγες και ακολουθώντας μια γνωστή στους επαναστάτες διαδρομή η οποία θα το έβγαζε στα ερείπια μιας αποθήκης στη νοτιοανατολική μεριά Χωνευτηρίου.

Ο Αλλάνδρης και η Σερφάντια ήξεραν ότι τα υπόγεια μέρη που διέσχιζαν ήταν έρημα: κανένας άστεγος δεν έμενε εδώ, και κανένας δεν κυκλοφορούσε. Αυτή τη φορά, όμως, από μια παράπλευρη, κάθετη σήραγγα, κάποιος τούς φώναξε: «Ε! Σταματήστε!»

Η Σερφάντια, κοιτάζοντας, είδε τέσσερις σκιερές φιγούρες να έρχονται, λίγο προτού το δίκυκλό της και του Αλλάνδρη περάσει μπροστά από εκείνο το άνοιγμα.

«Σταματήστε! Χωροφυλακή!»

Και τρέξιμο ακούστηκε μέσα στις σήραγγες, κάνοντας ηχώ.

«Τι σκατά…;» μούγκρισε ο Αλλάνδρης κάτω απ’την ανάσα του, μη μπορώντας να πιστέψει ότι οι χωροφύλακες της Θακέρκοβ πράγματι είχαν, για κάποιο λόγο, έρθει εδώ κάτω.

Πυροβολισμοί αντήχησαν. Σφαίρες ακούστηκαν να εξοστρακίζονται στα τοιχώματα της σήραγγας.

Ο Αλλάνδρης έστριψε, απότομα, αριστερά. Δεν είχε άλλη επιλογή· έπρεπε να βγάλει το δίκυκλο από το πεδίο βολής τους. Σταμάτησε τη μηχανή, αλλά δεν απενεργοποίησε τα συστήματα.

«Τι σκατά είν’αυτοί;» μούγκρισε.

Η Σερφάντια είχε ήδη πηδήσει από το δίκυκλο, τραβήξει δύο πιστόλια, και κολλήσει την πλάτη της στον τοίχο. «Καλύψου,» του είπε. «Δε νομίζω ότι είναι φαντασμένοι αναζητητές ανθρωποφάγων.»

«Το κατάλαβα αυτό.»

«Μείνετε εκεί πού είστε!» αντήχησε πάλι η φωνή. Και τα βήματα πλησίαζαν.

Ο Αλλάνδρης είχε πάρει την καραμπίνα του στα χέρια και είχε κρυφτεί πίσω από το δίκυκλο· οι άγνωστοι δεν είχαν φτάσει ακόμα στη στροφή. «Ποιοι είστε;» τους φώναξε.

«Χωροφυλακή, είπαμε! Θα γίνει έλεγχος!» Η φωνή αντηχούσε μέσα στις σήραγγες.

«Δεν είναι από τη Χωροφυλακή,» είπε η Σερφάντια.

«Ναι, ούτε κι εγώ το νομίζω.»

Οι τέσσερις φιγούρες φάνηκαν στο τέρμα της σήραγγας, κρατώντας όπλα. Οι δύο που ήταν μπροστά γονάτισαν αμέσως, σημαδεύοντας με τα πιστόλια τους· οι δύο που ήταν πίσω έμειναν όρθιοι, έχοντας τουφέκια υψωμένα στον ώμο.

«Ακίνητοι!» φώναξε ένας από τους μπροστά. «Ελάτε προς τα δω με τα χέρια σας σηκωμένα και με αργά βήματα!»

Ο Αλλάνδρης, καθώς ήταν καλυμμένος πίσω από το δίκυκλο, άναψε ξαφνικά τον οπίσθιο προβολέα του. Το δυνατό φως τύφλωσε προς στιγμή τους αγνώστους, κάνοντάς τους να φωνάξουν και να βρίσουν δυνατά.

Η Σερφάντια πυροβόλησε και με τα δύο πιστόλια.

Ο Αλλάνδρης πυροβόλησε με την καραμπίνα του.

Οι ξαφνιασμένες φωνές των αγνώστων μετατράπηκαν σε κραυγές πόνου. Ορισμένοι απ’αυτούς πυροβόλησαν αλλά αστόχησαν τους δύο επαναστάτες, καθώς δεν μπορούσαν να τους δουν μέσα από το φως του προβολέα.

Όταν ήταν όλοι τους πεσμένοι, ο Αλλάνδρης και η Σερφάντια άλλαξαν γεμιστήρες στα όπλα τους και τους πλησίασαν. Ένας απ’τους αγνώστους έκανε να ανασηκωθεί και να τραβήξει το πιστόλι από τη ζώνη του· η Μαύρη Δράκαινα τον πυροβόλησε στο κεφάλι, ακινητοποιώντας τον για πάντα.

«Δε φοράνε, πάντως, τις στολές της Χωροφυλακής,» παρατήρησε ο Αλλάνδρης.

Η Σερφάντια θηκάρωσε τα πιστόλια της και έπιασε ένα από τα τουφέκια των αγνώστων. «Παντοκρατορικοί,» είπε κοιτάζοντας το όπλο. «Πράκτορες της Παντοκράτειρας.»

«Και τι ήθελαν εδώ κάτω;»

«Μπορεί να έψαχναν για εμάς.»

«Αν ήξεραν πού βρισκόμαστε….»

«Δεν ξέρουν πού βρισκόμαστε, προφανώς,» είπε η Σερφάντια. «Όμως ξέρουν ότι μπήκαμε στο υπόγειο της δανειστικής βιβλιοθήκης από τις σήραγγες.»

«Κι από κει πέρα κατόρθωσαν ν’ακολουθήσουν τα ίχνη μας ώς εδώ;» απόρησε ο Αλλάνδρης. «Δε μου φαίνεται και πολύ πιθανό.»

«Καταλαβαίνω τι θες να πεις. Αλλά τι άλλο μπορεί να κάνουν οι πράκτορες της Παντοκράτειρας σε τούτες τις σήραγγες αν όχι να ψάχνουν για επαναστάτες;»

Ο Αλλάνδρης ανασήκωσε τους ώμους, μορφάζοντας. «Θα μπορούσαν να ερευνούν για ανθρωποφάγους,» αστειεύτηκε· και πιο σοβαρά: «Εμείς τι θα κάνουμε με τα πτώματα;»

«Κατ’αρχήν, θα βγάλουμε τις μπαταρίες απ’τους πομπούς τους, γιατί μπορεί κάποιοι να εντοπίσουν το σήμα τους. Μετά, θα κρύψουμε εδώ τους νεκρούς, και επιστρέφοντας θα τους πάρουμε μαζί μας, στην Οινόσφαιρα

«Αν στο μεταξύ έρθουν οι άλλοι και τους βρουν;»

«Δεν ξέρουμε ότι υπάρχουν άλλοι πράκτορες εδώ κοντά, Αλλάνδρη. Και μάλλον δεν υπάρχουν. Αν υπήρχαν θα τους ακούγαμε τώρα να έρχονται, ύστερα από τόσους πυροβολισμούς. Για καλό και για κακό, όμως, θα ρίξω μια ματιά. Μείνε εδώ – και απενεργοποίησε τους πομπούς τους.»

Προτού η Μαύρη Δράκαινα απομακρυνθεί, την έπιασε από τον ώμο. «Είσαι σίγουρη;»

«Μην είσαι ανόητος· δε θα χαθώ.»

Ο Αλλάνδρης έβγαλε γρήγορα τις μπαταρίες από τους πομπούς των νεκρών και, μετά, περίμενε μέσα στη σήραγγα που φωτιζόταν από τον οπίσθιο προβολέα του δίκυκλού του, ενώ συγχρόνως έψαχνε τα τέσσερα πτώματα – τρεις άντρες, μία γυναίκα, ντυμένοι όλοι με πολιτικά και κουβαλώντας όπλα και άλλους εξοπλισμούς, όπως σχοινιά και γάντζους. Ύστερα από λίγο, η Σερφάντια επέστρεψε.

«Κανένας δεν είναι εδώ,» είπε. «Πάμε.»

Έκρυψαν τους νεκρούς, ανέβηκαν στο δίκυκλο, και έφυγαν.

*

«Θα μπορούσα να το δοκιμάσω,» είπε η Βατράνια στον Έκτορα.

«Δεν είσαι μικρή, ούτε κόρη μου,» της είπε ο Πρόμαχος. «Εδώ είναι· αν θέλεις δοκίμασέ το.» Έδειξε το σακουλάκι επάνω στο τραπέζι του μικρού δωματίου πίσω από την κεντρική αίθουσα της Οινόσφαιρας.

«Κυρία, καλύτερα όχι,» είπε η Κρόβ’κνι.

«Πόσες φορές πρέπει να σου πω να μη με λες πια κυρία;» έκανε απότομα η Βατράνια.

«Καλύτερα να μη δοκιμάσει,» επέμεινε η Κρόβ’κνι. «Μπορεί επικίνδυνο.»

«Για να το παίρνουν ένα σωρό τύποι στο Χωνευτήρι, δε θάναι και θανάσιμο,» είπε ο Άλκιμος.

«Παρ’όλ’αυτά, είναι ναρκωτικό,» τόνισε ο Αίολος. «Και δεν υπάρχει κανένας συγκεκριμένος λόγος να το πάρεις εσύ, Βατράνια.» Δε χρειάζεται να μας αποδείξεις τίποτα, πρόσθεσε νοερά, καθώς θυμόταν τη χτεσινοβραδινή τους κουβέντα. Και σίγουρα όχι μ’αυτόν τον τρόπο. Ανησυχούσε για εκείνη – και δεν εμπιστευόταν καθόλου τούτη την καινούργια ουσία.

«Δεν είναι η πρώτη φορά που παίρνω ναρκωτικά, Αίολε,» αποκρίθηκε η Βατράνια. Σήκωσε το σακουλάκι από το τραπέζι και έριξε λίγη σκόνη μέσα στην πορτοκαλάδα στο ποτήρι της. Ανακίνησε το υγρό και το έφερε κοντά στα χείλη της.

Διστάζοντας για λίγο.

Μετά σκέφτηκε: Αφού δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο πια για την Επανάσταση, ας κάνω αυτό.

Ήταν οργισμένη με όσα είχαν συμβεί, και νόμιζε πως δεν την πολυένοιαζε ό,τι άλλο κι αν πάθαινε. Επιπλέον, ο Άλκιμος πρέπει να είχε δίκιο: αφού τόσοι έπαιρναν το Τραγούδι της Ψυχής, δεν μπορεί να ήταν και θανάσιμο.

Στη χειρότερη περίπτωση να ζαλίζομαι και να ξερνάω για καμια μέρα.

Η Βατράνια ήπιε, με μερικές γουλιές, την πορτοκαλάδα στο ποτήρι της. Και περίμενε.

Αρχικά, τίποτα δεν συνέβη. Η Βατράνια κοίταζε τους άλλους επαναστάτες να την κοιτάζουν, και κανένας δεν μιλούσε. Μετά, αισθάνθηκε μια θερμότητα να την περιβάλλει, σαν το σώμα κάποιου άλλου να ήταν κοντά της. Είχαν μήπως ανεβάσει το θερμαντικό σύστημα μέσα στο δωμάτιο; Η Βατράνια άνοιξε τον γιακά του πουκαμίσου της, έκανε πίσω τα ξανθά της μαλλιά.

Και άκουσε έναν ήχο, μια μουσική, να έρχεται από την κεντρική αίθουσα. Γλυκιά και διαπεραστική, συγχρόνως. Μια μουσική που πρέπει να ήταν από βιολί, αν δεν έκανε λάθος. Βιολί στην Οινόσφαιρα;

«Ποιος παίζει έτσι;» ρωτά η Βατράνια, νομίζοντας ότι το τραγούδι έχει πλημμυρίσει τα πάντα, το σύμπαν ολόκληρο.

«Τι εννοείς;» λέει ο Έκτορας, συνοφρυωμένος.

Και ο Αίολος: «Πώς αισθάνεσαι, Βατράνια;»

«Ποιος παίζει μουσική;» ρωτά η Βατράνια.

«Κανένας δεν παίζει μουσική,» της λέει ο Έκτορας.

Η Βατράνια γελά. «Με δουλεύεις;» Σηκώνεται από τη θέση της και βαδίζει προς την πόρτα· τη σπρώχνει και κοιτάζει μέσα στην κεντρική αίθουσα της Οινόσφαιρας.

Βλέπει μια φασματική μορφή να στέκεται στη μέση του μεγάλου δωματίου και να παίζει βιολί, χωρίς τα πόδια της ν’ακουμπάνε στο πάτωμα. Αιωρείται, και οι νότες που βγαίνουν από το όργανό της είναι ορατές, όπως σε κάτι πίνακες. Φεύγουν απ’το βιολί και πηγαίνουν δεξιά κι αριστερά, επάνω και κάτω. Φτιάχνουν γέφυρες.

Μία από τις γέφυρες έρχεται προς τη Βατράνια.

Η Βατράνια, γελώντας, απλώνει το χέρι της, πιάνει την κορδέλα από νότες, και σκαρφαλώνει επάνω. Χορεύει, και χορεύει, και χορεύει, πατώντας στις νότες. Το βάρος έχει εγκαταλείψει την ψυχή της· δε θυμάται πια ούτε τον Μάριο Τελβάνιφ, ούτε τους Παντοκρατορικούς, ούτε την περιουσία που έχασε, ούτε την Επανάσταση, ούτε ότι πρέπει να μένει σ’ένα υγρό υπόγειο για να κρύβεται, για να μην την εντοπίσουν οι πράκτορες της Παντοκράτειρας…

Τώρα, η Βατράνια είναι θεά, και το Τραγούδι είναι ο οδηγός της. Είναι το σύμπαν της.

Η Βατράνια γελά και χορεύει, και γύρω της βλέπει κάποιους να μαζεύονται και να την παρακολουθούν και να τη χειροκροτούν.

Μέχρι που γλιστρά πάνω στις νότες, πέφτει από τη γέφυρα, και καταλήγει σ’ένα τραπέζι, ανατρέποντάς το.

«Βατράνια! Είσαι καλά; Μ’ακούς;»

Ο Αίολος την κρατά στα χέρια του. Τα γυαλιά του γυαλίζουν· οι νότες αντανακλώνται επάνω τους.

Η Βατράνια γελά. «Χόρεψέ μαζί μου!» Βγάζει τα γυαλιά του και φιλά τα χείλη του. Τον πιάνει από το χέρι, παρασέρνοντάς τον προς μια από τις γέφυρες.

Η φασματική μορφή με το βιολί συνεχώς αιωρείται μερικά μέτρα παραδίπλα, και τα μάτια της στραφταλίζουν.

*

Η Τζάκι ξαφνιάστηκε μπαίνοντας στο σπίτι της, το μεσημέρι, και βρίσκοντας δύο άλλους μέσα, να κάθονται στην κουζίνα και να πίνουν μπίρες.

Ευτυχώς, η παρουσία τους δεν ήταν ανησυχητική.

«Ελπίζω οι μπίρες να είναι δικές σας…» τους είπε.

«Δικές σου είναι, βασικά,» αποκρίθηκε ο Αλλάνδρης. «Αλλά θα πληρώσουμε αν επιμένεις.»

«Δεν επιμένω,» είπε η Τζάκι. Έβγαλε το πλατύγυρο καπέλο της και το πέταξε προς την κρεμάστρα κοντά στην εξώπορτα: δεν αστόχησε. Καπαρντίνα δεν φορούσε γιατί είχε ζέστη σήμερα. Πήρε την τσάντα της από τον ώμο και την κρέμασε στην καρέκλα όπου καθόταν η Σερφάντια. Δεν υπήρχε άλλη καρέκλα στην κουζίνα, και η Μαύρη Δράκαινα σηκώθηκε για να καθίσει η δημοσιογράφος.

Η Τζάκι κάθισε. «Γιατί είστε εδώ, λοιπόν;»

«Το σπίτι σου κανένας δεν το παρακολουθεί πλέον· το έλεγξα,» της είπε η Σερφάντια. «Οπότε δε χρειάζεται να σ’ανησυχεί αυτό.»

«Το ξέρω ότι κανένας δε με παρακολουθεί,» αποκρίθηκε η Τζάκι· «κι εγώ το έχω ελέγξει.»

«Εννοώ ότι έκανα κάτι παραπάνω απ’το να πατήσω το κουμπί μιας συσκευής που εντοπίζει κοριούς,» εξήγησε η Σερφάντια.

Ο Αλλάνδρης είπε στη Τζάκι: «Θέλουμε να έχεις τα μάτια σου και τ’αφτιά σου ανοιχτά για κάτι.»

«Τι είναι αυτό το κάτι;»

«Ένα καινούργιο ναρκωτικό. Τραγούδι της Ψυχής, το λένε· τόχεις ακουστά;»

Η Τζάκι συνοφρυώθηκε. «Δε νομίζω. Είναι καινούργιο, είπες;»

«Ναι.» Ο Αλλάνδρης τής εξήγησε τα βασικά γι’αυτό. «Εκείνο που θέλει να ξέρει ο Έκτορας είναι αν διακινείται κι έξω απ’το Χωνευτήρι.»

«Θα το μάθω,» αποκρίθηκε η Τζάκι. «Αν όντως είναι καινούργιο και όντως κυκλοφορεί, σίγουρα θα το μάθω. Στην Πόλη ασχολούμαστε μ’αυτά τα πράγματα.» Και ρώτησε: «Όταν έχω κάποια πληροφορία, να έρθω να σας μιλήσω;»

«Ναι.»

«Τι σκοπεύει να κάνει ο Πρόμαχος, αν οι Παντοκρατορικοί είναι που το διακινούν;»

«Δεν έχει ακόμα κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο. Αλλά αυτό δεν είναι τίποτα πρωτότυπο για τον Έκτορα.»

«Μάλιστα,» είπε η Τζάκι. «Θα καθίσετε για φαγητό;»

«Έχεις και φαγητό;»

«Σκέφτηκα ότι ίσως να μαγειρεύαμε κάτι όλοι μαζί.»

Ο Αλλάνδρης μειδίασε.

«Τι μου κάνεις γκριμάτσες;» του είπε η Τζάκι. «Ήπιατε δυο μπίρες μου, δεν ήπιατε;»

Η Σερφάντια είπε στον Αλλάνδρη: «Το θέμα στις σήραγγες;»

«Ναι, σωστά,» μούγκρισε εκείνος. «Δυστυχώς πρέπει να φύγουμε, Τζάκι. Μια άλλη φορά, ίσως. Τώρα υπάρχει μια δουλειά που δεν περιμένει.» Σηκώθηκε απ’την καρέκλα του. «Στην Πόλη, όλα ήσυχα;»

«Μια απ’τα ίδια,» αποκρίθηκε η Τζάκι καθώς κι εκείνη σηκωνόταν.

«Το ρεπορτάζ για τη Βατράνια;» ρώτησε ο Αλλάνδρης.

«Τι;»

«Ουσιαστικά, γράψατε ότι κάτι άλλο συνέβη από αυτό που είπε το Άστρο στα νέα.»

«Δεν είναι η πρώτη φορά. Νομίζεις ότι όλοι μάς πιστεύουν; Κάποιοι θεωρούν ότι, εσκεμμένα, προσπαθούμε να λασπολογούμε τους εξουσιαστές της πόλης και το Άστρο. Και οι Παντοκρατορικοί μάς ανέχονται απλά και μόνο επειδή δεν είμαστε επικίνδυνοι ακόμα κι επειδή θέλουν να δίνουν την εντύπωση ‘ελεύθερης κοινωνίας’ στους πολίτες της Θακέρκοβ.

»Επιπλέον, μετά την έκρηξη στο σπίτι της Βατράνιας, πιστεύεις ότι κανένας θα καθόταν ν’ασχοληθεί με το δικό μας ρεπορτάζ για τα μυστηριώδη γεγονότα εκείνης της νύχτας;»

«Σωστό κι αυτό,» είπε ο Αλλάνδρης. «Αλλά μη με μπλέκεις εμένα με την πολιτική· παιδί της πέτρας είμαι.»

Η Τζάκι γέλασε. «Ποια πολιτική;»

«Για κάποιους ανθρώπους αυτά που προσπαθείς να εξηγήσεις είναι συμπαντική αριθμητική από βιβλίο του τάγματος των Ερευνητών,» της είπε η Σερφάντια, έχοντας τα χέρια της σταυρωμένα μπροστά της.

«Σ’ευχαριστώ πολύ, Μαύρη Δράκαινα,» είπε ο Αλλάνδρης λοξοκοιτάζοντάς την.

*

Η Βατράνια καθόταν πάλι στο δωμάτιο πίσω από την κεντρική αίθουσα της Οινόσφαιρας, έχοντας μια κούπα καφέ μπροστά της. Αισθανόταν υπέροχα ύστερα από την επήρεια του Τραγουδιού της Ψυχής. Είχε καιρό να αισθανθεί έτσι: πολύ καιρό.

«Ευτυχώς που δεν ήταν κόσμος στο μαγαζί,» είπε ο Έκτορας. «Μπορεί να κινδύνευες, και να έβαζες κι εμάς σε μπελάδες.» Ο Πρόμαχος και οι άλλοι την έβλεπαν να χορεύει για τουλάχιστον μισή ώρα λες και ακουγόταν κάποια μουσική που μόνο εκείνη μπορούσε ν’ακούσει· και ο Αίολος, από ένα σημείο και μετά, είχε αρχίσει να χορεύει μαζί της. Η Βατράνια, όταν η επιρροή του ναρκωτικού πέρασε, τους είπε ότι νόμιζε πως δε χόρευε παραπάνω από δέκα λεπτά.

«Αν θεωρούσες ότι κινδύνευα, ας μ’έπαιρνες από εκεί.»

«Δεν ξέρω,» είπε ο Έκτορας, μεταξύ αστείου και σοβαρού, «μου φάνηκες τρομαχτική για λίγο.»

Ο Άλκιμος μειδίασε. «Δεν ήταν και τόσο τρομαχτική, αφεντικό. Ήταν να κάθεσαι και να τη χαζεύεις.»

«Εν ολίγοις αισθανόσουν ωραία, έτσι;» ρώτησε ο Αίολος τη Βατράνια.

«Φυσικά!» Ήπιε μια γουλιά απ’τον καφέ της. «Πολύ ωραία.»

«Ο λεχρίτης ο Κρίκος είχε δίκιο που είπε ότι αυτό το πράμα θα εξαπλωθεί γρήγορα,» συμπέρανε ο Έκτορας. Και προς τη Βατράνια: «Μην το ξαναπάρεις.»

Εκείνη συνοφρυώθηκε θυμωμένα. «Θα μου πεις τώρα τι να κάνω και τι όχι;»

«Ακόμα υπό την επήρεια αυτής της μαλακίας είσαι;» μούγκρισε ο Έκτορας. «Ναρκωτικό είναι! Θέλεις να σκαλώσεις;»

«Ξέρω τι κάνω, Έκτορα,» αποκρίθηκε η Βατράνια, κι άναψε ένα τσιγάρο.

Ο Έκτορας, πραγματικά, το αμφέβαλλε. «Αν σε ξαναπιάσω να χορεύεις έτσι εδώ μέσα, θα σε δέσω και θα σε πάω στο κάτω υπόγειο σηκωτή,» της είπε.

Η Βατράνια τον αγριοκοίταξε αλλά δεν μίλησε.

«Κυκλοφορούν πράκτορες της Παντοκράτειρας – το ξέρεις. Κι αν θέλεις μπορείς να πας να βάλεις τον εαυτό σου σε κίνδυνο σε οποιοδήποτε άλλο μέρος, αλλά όχι εδώ μέσα

Ο επικοινωνιακός δίαυλος που κρεμόταν στον τοίχο κουδούνισε. Η Χλόη τον σήκωσε. «Ναι;» Συνοφρυώθηκε. «Εντάξει,» είπε. «Ερχόμαστε. Ναι, εδώ είναι ο Έκτορας· θα τον φέρω.» Έκλεισε τον δίαυλο.

«Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο Πρόμαχος.

«Ο Αλλάνδρης και η Σερφάντια έχουν φέρει κάτι νεκρούς μαζί τους.»

*

«Δε σας έστειλα να καθαρίσετε κόσμο!» γρύλισε ο Έκτορας, βλέποντας τα πτώματα στο πάτωμα του κάτω υπογείου. Οι επαναστάτες της Οινόσφαιρας ήταν όλοι εδώ, ακόμα κι ο Αλέξανδρος και η Λιβώνη. Μονάχα ο Άλκιμος έλειπε: είχε μείνει επάνω για παν ενδεχόμενο· δεν μπορούσαν ν’αφήσουν το μαγαζί μόνο του. Η Νιρίφα βρισκόταν ήδη στο κάτω υπόγειο, και τώρα καθόταν σ’ένα κιβώτιο.

«Δε γινόταν αλλιώς, αφεντικό,» απάντησε ο Αλλάνδρης στον Έκτορα. «Εκείνοι μάς επιτέθηκαν.» Και του μίλησε για το περιστατικό στις σήραγγες.

«Πράκτορες της Παντοκράτειρας,» είπε η Σερφάντια· «δε μπορεί να ήταν τίποτ’άλλο. Δες τα όπλα τους, αφεντικό.» Έδωσε ένα πιστόλι στον Έκτορα, ο οποίος το πήρε στα χέρια του και το κοίταξε. «Υποθέτω πως προσπαθούν να μας βρουν. Πρέπει να νομίζουν ότι χρησιμοποιούμε τις σήραγγες κάτω απ’την πόλη για να κάνουμε τις δουλειές μας.»

Ο Πρόμαχος ένευσε. «Μάλλον έχεις δίκιο. Αλλά… οι σήραγγες είναι απέραντες, Μαύρη Δράκαινα. Δε μπορεί να μην το ξέρουν αυτό. Είναι δυνατόν να θεωρούν ότι θα φτάσουν κάπου ακολουθώντας τες;»

«Το γεγονός ότι τους συναντήσαμε, πάντως, δε μπορεί να ήταν τυχαίο. Δύο περιπτώσεις υπάρχουν, όπως το βλέπω εγώ: Ή κατόρθωσαν να βρεθούν τόσο κοντά στην Οινόσφαιρα επειδή ακολούθησαν τα ίχνη μας από τότε που εισβάλαμε στο υπόγειο της δανειστικής βιβλιοθήκης· ή εξερευνούν τις σήραγγες σε κάθε μεριά της πόλης και είναι απλωμένοι παντού, άρα και στο Χωνευτήρι. Προσωπικά,» είπε η Σερφάντια, «θεωρώ το δεύτερο πολύ πιο πιθανό από το πρώτο. Γιατί, τι ίχνη ν’αφήσαμε τότε που πήγαμε στο υπόγειο της βιβλιοθήκης; Δε μπορείς ν’αφήσεις ίχνη για παραπάνω από εκατό μέτρα εκεί κάτω, έτσι όπως είναι το έδαφος.»

Ο Έκτορας ένευσε πάλι. «Κι εγώ με τη δεύτερη υπόθεσή σου συμφωνώ περισσότερο.»

«Υποθέτουμε, δηλαδή, ότι οι Παντοκρατορικοί έχουν αρχίσει να εξερευνούν όλες τις σήραγγες κάτω από την πόλη;» ρώτησε η Νιρίφα.

«Αυτό ακριβώς υποθέτουμε, μάγισσα,» είπε ο Έκτορας. «Πράγμα που σημαίνει ότι ίσως κάποια στιγμή να τους βρούμε έξω από την πόρτα μας, έστω και τυχαία.»

«Δε μπορούμε να τ’αφήσουμε στην τύχη!» είπε ο Αίολος. «Το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να βάλουμε αισθητήρες στα περάσματα, ώστε να ξέρουμε αν κάποιος πλησιάζει.»

Η Νιρίφα ένευσε. «Ναι, αυτό πρέπει οπωσδήποτε να γίνει.»

«Επιπλέον,» είπε σκεπτικά ο Αίολος, «ίσως να μπορώ να κάνω και κάτι ακόμα…»

Κεφάλαιο 42
Προετοιμασίες και Μαγείες

Οι περισσότεροι επαναστάτες επέστρεψαν στις δουλειές τους, οι οποίες, καθότι μεσημέρι, ήταν κυρίως να φάνε και να ξεκουραστούν. Η Νιρίφα, όμως, άρχισε να ψάχνει τους εξοπλισμούς της για αισθητήρες που θα μπορούσε να τοποθετήσει στις σήραγγες κοντά στο κάτω υπόγειο της Οινόσφαιρας. Ο Αίολος πήγε να φέρει ένα βιβλίο μαγείας από το δωμάτιό του, και κατέβηκε πάλι. Ο Έκτορας δεν έφυγε καθόλου, ούτε και η Ουρανία. Η Βατράνια και η Κρόβ’κνι πήραν το μεσημεριανό τους στο κάτω υπόγειο, αφού έτσι κι αλλιώς εκεί διέμεναν.

«Τι θα κάνεις, μάγε;» ρώτησε ο Πρόμαχος τον Αίολο, όταν τον είδε να έρχεται με το βιβλίο μαγείας παραμάσκαλα.

Εκείνος στράφηκε στον Έκτορα. «Υπάρχει μια μαγγανεία που ονομάζεται Μαγγανεία Νοητικής Συγχύσεως. Οι Διαλογιστές γνωρίζουν πώς να τη χρησιμοποιούν καλύτερα από εμάς, τους Ερευνητές, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να τη χρησιμοποιήσουμε καθόλου αν την έχουμε μελετήσει. Κι εγώ την έχω μελετήσει και δοκιμάσει–»

«Τι κάνει;» τον διέκοψε ο Έκτορας, που δεν τον ενδιέφεραν οι λεπτομέρειες σχετικά με το ποιος ήταν, θεωρητικά, καταλληλότερος για τι.

«Στην περίπτωσή μας, θα κάνει τον δρόμο προς τη Σφαίρα δυσκολότερο να τον δει κανείς.»

Ο Έκτορας συνοφρυώθηκε. «Τι εννοείς, δυσκολότερο να τον δει;»

«Μπερδεύει το μυαλό. Θα σε κάνει να νομίζεις ότι δεν υπάρχει άνοιγμα εκεί όπου υπάρχει. Εκτός αν ψάχνεις συγκεκριμένα γι’αυτό, βέβαια, ή αν δώσεις ιδιαίτερη προσοχή. Όταν όμως απλά περνάς, το πιθανότερο είναι το μυαλό σου να το… προσπεράσει και, ως συνέπεια, να το προσπεράσουν και τα μάτια σου και τα πόδια σου.»

«Αρχίζω να καταλαβαίνω.»

«Το περιβάλλον, ασφαλώς, ενισχύει ή εξασθενεί τη μαγγανεία ανάλογα. Στη δική μας περίπτωση, αναμφίβολα την ενισχύσει. Οι σήραγγες είναι σκοτεινές και λαβυρινθώδεις, εύκολο να μπερδευτείς μέσα τους, πράγμα που είναι υπέρ μας.»

«Εντάξει,» είπε ο Έκτορας. «Είναι σίγουρα χρήσιμο. Ίσως θα έπρεπε να το είχες κάνει από καιρό, για κάθε ενδεχόμενο.»

«Δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα, αφεντικό,» αποκρίθηκε ο Αίολος φτιάχνοντας τα γυαλιά του με το ένα χέρι. «Δεν υφαίνεις τη μαγγανεία μια φορά κι αυτό ήταν· πρέπει κάπως να διατηρείται σε λειτουργία συνεχώς. Και για να το πετύχεις αυτό χρειάζεσαι ενέργεια. Θα εστιάσω τη μαγγανεία μέσω των αισθητήρων που θα τοποθετήσει η Νιρίφα, και οι αισθητήρες θα συνδεθούν με ενεργειακές φιάλες. Επομένως, όπως καταλαβαίνεις, όσο η Μαγγανεία Νοητικής Συγχύσεως βρίσκεται σε λειτουργία τόσο περισσότερη ενέργεια θα καταναλώνουμε.»

«Αυτό,» σχολίασε ο Έκτορας, «δεν μου αρέσει.»

«Δεν γίνεται αλλιώς. Εκτός αν θέλεις να μην υφάνω τη μαγγανεία. Αλλά δεν θα το πρότεινα.»

«Συνέχισε όπως νομίζεις,» του είπε ο Πρόμαχος.

Ο Αίολος απομακρύνθηκε από αυτόν και πλησίασε τη Νιρίφα, η οποία είχε μαζέψει ένα σωρό αισθητήρες επάνω σ’έναν πάγκο. «Με άκουσες που μιλούσα στον Έκτορα;» τη ρώτησε.

«Ναι.»

«Επομένως, ξέρεις ότι θα χρειαστώ περισσότερους αισθητήρες απ’ό,τι είναι αρκετοί για τον εντοπισμό κάποιων που έρχονται.»

«Είσαι σίγουρος ότι θα μπορέσεις να υφάνεις σωστά τη Μαγγανεία Νοητικής Συγχύσεως;» τον ρώτησε η Νιρίφα.

Ο Αίολος ακούμπησε το βιβλίο του στην άκρη του πάγκου. «Ναι,» είπε. «Αλλά, όπως βλέπεις, ήρθα προετοιμασμένος.» Πήρε ένα σκαμνί από δίπλα και κάθισε. Άνοιξε το βιβλίο στη σελίδα που ήθελε. «Θα κοιτάξω κάποιες λεπτομέρειες για να βεβαιωθώ ότι δεν θα κάνω λάθος. Εσύ δεν έχεις μελετήσει ποτέ τη Μαγγανεία Νοητικής Συγχύσεως;»

«Όχι. Δε θεώρησα ότι θα μου χρειαστεί στη δουλειά μου.»

«Ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να σου χρειαστεί, Νιρίφα,» είπε ο Αίολος, κι έστρεψε το βλέμμα του στις σελίδες του βιβλίου.

*

Η Νιρίφα’μορ μισάνοιξε τη διπλή πόρτα και βγήκε από το κάτω υπόγειο της Οινόσφαιρας μπαίνοντας στη σήραγγα. Μια δερμάτινη τσάντα κρεμόταν στο πλευρό της από τον ώμο της, και μέσα ήταν όλα τα εργαλεία που θα χρειαζόταν. Στον δεξή της γοφό ήταν ένα θηκαρωμένο πιστόλι, γιατί, ειδικά ύστερα από την παρουσία Παντοκρατορικών σε τούτα τα μέρη, έπρεπε να είναι επιφυλακτική.

Αφουγκράστηκε, μήπως ακούσει βήματα ή ομιλίες. Δεν άκουσε τίποτα, όμως. Οι σήραγγες ήταν σιωπηλές.

Η Νιρίφα άναψε την ενεργειακή λάμπα της και προχώρησε με σταθερά βήματα. Στη διακλάδωση σταμάτησε, άφησε κάτω τη λάμπα, και κοίταξε τους τοίχους γύρω της, για να δει πού θα ήταν καλύτερα να τοποθετήσει τους αισθητήρες.

«Χρειάζεσαι καμια βοήθεια, μάγισσα;» ρώτησε ο Έκτορας, βγαίνοντας από το κάτω υπόγειο και βαδίζοντας προς το μέρος της.

«Αυτή τη στιγμή, όχι, δε νομίζω,» αποκρίθηκε εκείνη όταν ο Πρόμαχος ήταν κοντά. «Μετά, ίσως, όταν θα πρέπει να τραβήξω καλώδια.»

Ο Έκτορας δεν έφυγε, όμως· έμεινε εκεί, σαν φρουρός, μήπως κάτι παρουσιαζόταν από τα σκοτεινά βάθη των σηράγγων και η μάγισσα είχε ανάγκη τη βοήθειά του.

Η Νιρίφα έβγαλε τα σύνεργά της από την τσάντα της κι άρχισε να προσαρμόζει τους αισθητήρες στους τοίχους.

Ο Έκτορας, εν τω μεταξύ, αναρωτιόταν τι θα έκαναν σε περίπτωση που οι Παντοκρατορικοί κατόρθωναν να εντοπίσουν – κατά τύχη ή μη – το άντρο τους στην Οινόσφαιρα. Θα πρέπει να φύγουμε από εδώ. Ακόμα κι αν καταφέρουμε να τους απωθήσουμε την πρώτη φορά που θα πλησιάσουν, δε νοείται να ξέρουν πού συγκεντρώνονται επαναστάτες. Το άντρο μας θα πρέπει ν’αλλάξει θέση. Ήλπιζε να μην έφταναν τα πράγματα ώς εκεί, γιατί είχε αγαπήσει την Οινόσφαιρα τόσο καιρό που ήταν ιδιοκτήτης της. Αλλά ήταν, όπως πάντα, έτοιμος για οτιδήποτε. Τα παιδιά της πέτρας δεν προσκολλούνταν. Δεν τους ανήκε τίποτα σ’αυτό τον κόσμο, και το ήξεραν, βαθιά μέσα στα κόκαλά τους. Επιπλέον, οι άλλοι επαναστάτες – οι άνθρωποι για τους οποίους, ως Πρόμαχος, ήταν υπεύθυνος – τον ενδιέφεραν πολύ περισσότερο από ένα γαμημένο μπιλιαρδάδικο.

Κανένας κίνδυνος δεν ήρθε από τις σήραγγες όσο η Νιρίφα’μορ δούλευε. Ούτε ο Έκτορας άκουσε κάτι το ανησυχητικό από μακριά.

Η μάγισσα ήταν ιδρωμένη και κοκκινισμένη όταν τελείωσε με την τοποθέτηση των αισθητήρων, καθώς η όλη διαδικασία περιλάμβανε άνοιγμα μικρών, προσεγμένων τρυπών με τρυπάνι, πέρασμα βιδών, και σύνδεση της αρχής καλωδίων.

«Τώρα,» είπε στον Έκτορα, «χρειάζομαι τη βοήθειά σου, αφεντικό. Περίμενε εδώ λίγο.» Και πήγε γρήγορα στο κάτω υπόγειο. Επιστρέφοντας, είχε μαζί της κουλούρες καλωδίων, και η Βατράνια κι η Κρόβ’κνι την ακολουθούσαν.

«Λοιπόν,» είπε προς όλους η Νιρίφα, αφήνοντας τα καλώδια στο πάτωμα. «Θα σας σημειώσω πάνω στους τοίχους από πού ακριβώς θέλω να περάσουν τα καλώδια, και θα τα περάσετε από εκεί, πιάνοντάς τα με καρφιά και φροντίζοντας να είναι σταθερά.» Έβγαλε μια κιμωλία από την τσέπη της μπλούζας της και έκανε σημάδια στους τοίχους, από τη διακλάδωση μέχρι την είσοδο του κάτω υπογείου.

«Κι από την πόρτα πώς θα περνάνε;» ρώτησε η Βατράνια.

«Θα πρέπει ν’ανοίξουμε τρύπες στις άκριές της,» απάντησε η Νιρίφα.

«Η πόρτα είναι από ανθεκτικό μέταλλο, μάγισσα,» παρατήρησε ο Έκτορας.

«Το ξέρω, αφεντικό. Δεν είπα ότι θα είναι εύκολο ν’ανοίξουμε τις τρύπες, αλλά πρέπει να γίνει.»

«Ωραία,» είπε ο Έκτορας. «Ξεκινάμε.»

Ακολουθώντας τις οδηγίες της Νιρίφα, τοποθέτησαν τα καλώδια και, μετά, άνοιξαν τρύπες στη διπλή πόρτα του κάτω υπογείου, χρησιμοποιώντας ένα ισχυρό τρυπάνι το οποίο έφεραν από μέσα, και το οποίο συνδεόταν με μια μεγάλη ενεργειακή φιάλη.

«Αν πράκτορες της Παντοκράτειρας περιφέρονται σε τούτες τις σήραγγες,» είπε η Βατράνια, «αποκλείεται να μην άκουσαν αυτόν τον θόρυβο.»

«Είχες να προτείνεις κάτι καλύτερο;» μούγκρισε ο Έκτορας.

Η Βατράνια δεν απάντησε. Άναψε ένα τσιγάρο.

Η Νιρίφα και η Κρόβ’κνι πέρασαν τα καλώδια από τις τρύπες της πόρτας και τα έφεραν στο εσωτερικό του κάτω υπογείου, για να τα ενώσουν, τελικά, με ενεργειακές φιάλες.

Η μάγισσα ρώτησε τον Αίολο: «Πόσες θα χρειαστείς; Μ’ακούς, Αίολε; Πόσες θα χρειαστείς;»

Εκείνος, που ακόμα διάβαζε, πήρε το βλέμμα του από το βιβλίο μαγείας και σηκώθηκε για να πλησιάσει τη Νιρίφα.

«Πόσες φιάλες θα χρειαστείς;» τον ρώτησε η Τεχνομαθής μάγισσα, δείχνοντας τις ενεργειακές φιάλες παραδίπλα.

«Εξαρτάται…» είπε εκείνος, σκεπτικά. «Εξαρτάται από τον χρόνο που θα είναι ενεργή η μαγγανεία. Θα πρέπει να τις αλλάζουμε κάθε τόσο, λογικά. Κι επίσης, θα πρέπει κι εγώ να ελέγχω τη μαγγανεία συχνά-πυκνά, για να βεβαιώνομαι ότι δεν έχει απορρυθμιστεί…» Έμοιαζε περισσότερο να μιλά στον εαυτό του, να λέει τις σκέψεις του φωναχτά. «Τέλος πάντων, αυτό δεν έχει σχέση με τις φιάλες,» είπε στη Νιρίφα. «Βάλε τρεις για την ώρα.»

Εκείνη ένευσε και πήγε να τις συνδέσει.

Ο Αίολος βγήκε από το κάτω υπόγειο, μπαίνοντας στη σήραγγα· και η Ουρανία, που μέχρι στιγμής ήταν σιωπηλή και ακίνητη, τον ακολούθησε.

«Είσαι έτοιμος, μάγε;» ρώτησε ο Έκτορας.

Εκείνος ένευσε. «Έτσι νομίζω,» αποκρίθηκε, και πήγε να παρατηρήσει την τοποθέτηση των αισθητήρων στον τοίχο. «Όλα φαίνονται εντάξει…» μουρμούρισε.

Η Νιρίφα ήρθε από το εσωτερικό του υπογείου. «Οι φιάλες είναι έτοιμες.»

Ο Αίολος έκανε νόημα σε όλους να πάνε πίσω, κι όταν εκείνοι υπάκουσαν, στάθηκε στη μέση της σήραγγας, ύψωσε τα χέρια του, και άρθρωσε σειρές από λόγια στη γλώσσα της μαγείας: τη γλώσσα που, όπως οι μάγοι ισχυρίζονταν, το σύμπαν κατανοούσε και ανταποκρινόταν.

Κανένας από τους άλλους επαναστάτες δεν είδε να συμβαίνει κάτι το μυστηριώδες ή παράξενο, καθώς ο Αίολος ύφαινε τη Μαγγανεία Νοητικής Συγχύσεως. Εκτός από τα λόγια του, άκουσαν μονάχα ένα λεπτό σύριγμα, κάτι που τρυπούσε περισσότερο το μυαλό τους παρά τ’αφτιά τους, κάτι που έμοιαζε να εκπέμπεται από κάποιο ακαθόριστο σημείο.

Και μετά, έπαψε.

Ο Αίολος στράφηκε να τους κοιτάξει. Στο πρόσωπό του υπήρχε κούραση και αβεβαιότητα, συγχρόνως.

«Αυτό ήταν;» ρώτησε ο Έκτορας.

«Ναι,» απάντησε ο μάγος. «Αυτό πρέπει να ήταν.»

Η Ουρανία είπε, ξαφνιάζοντάς τους: «Μάλλον το έκανες σωστά. Διαισθάνομαι την παρεμβολή σ’εκείνο το σημείο της σήραγγας. Με μπερδεύει, αν και δε νομίζω πως θα μ’έκανε να παραβλέψω το άνοιγμα. Εμένα, όχι εσάς. Ένας από εσάς είναι πολύ πιθανό να το παραβλέψει.»

Ο Αίολος αναστέναξε. «Ωραία, τότε.»

Ο Έκτορας ακούμπησε το χέρι του στους ώμους του μάγου. «Πάμε να ξεκουραστούμε,» είπε, «γιατί, παρότι εμείς ανοίγαμε τρύπες και κρεμούσαμε καλώδια, εσύ είσαι έτοιμος να καταρρεύσεις.» Κα