Κώστας Βουλαζέρης

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ
ΤΩΝ ΞΕΝΩΝ

Μια Ιστορία από το
Θρυμματισμένο Σύμπαν

 

 

© Κώστας Βουλαζέρης

http://www.fantastikosorizontas.gr/kostasvoulazeris

 

Για τα πνευματικά δικαιώματα αυτού του κειμένου ισχύουν οι όροι του Creative Commonshttp://creativecommons.org/licenses/by-nc-nd/3.0/gr/


Αυτό το βιβλίο είναι λογοτεχνικό. Όλα τα ονόματα, τα πρόσωπα, και οι καταστάσεις είναι φανταστικά ή χρησιμοποιούνται με φανταστικό, λογοτεχνικό τρόπο. Οποιαδήποτε ομοιότητα με αληθινά ονόματα, πρόσωπα, ή καταστάσεις είναι καθαρά συμπτωματική.


 

 

 

Στο
www.fantastikosorizontas.gr/kostasvoulazeris/
thrymmatismeno_sympan
μπορείτε να βρείτε περισσότερες ιστορίες από το Θρυμματισμένο Σύμπαν,
τελείως δωρεάν,
σε πολλές μορφές ηλεκτρονικού βιβλίου.

 

 

 

 

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
Η Εκστρατεία

 

 

 

 

Κεφάλαιο 1
Οι Φωτιές της Εκδίκησης

•1•

Θυέλλης Τόπος.

Έτσι ονομάζονταν οι περιοχές νοτιοανατολικά της μεγάλης (και μοναδικής) θάλασσας της Αρβήντλια, η οποία εκτεινόταν κάπου τριακόσια-εξήντα χιλιόμετρα από τον Βορρά ώς τον Νότο, και ήταν γεμάτη με αρμυρό νερό, τροφοδοτούμενη από τα ποτάμια που κυλούσαν βαθιά κάτω από τη γη ετούτης της ξερής διάστασης και σπανίως έβγαιναν στην επιφάνεια για να ευλογήσουν τους γηγενείς, δημιουργώντας οάσεις μέσα στις ερήμους. Υδάτων Τόπος, είχαν οι Αρβήντλιοι ονοματίσει τη μοναδική τους θάλασσα, για προφανείς λόγους.

Και τα εδάφη που αποκαλούνταν Θυέλλης Τόπος είχαν ονομαστεί έτσι για επίσης προφανείς λόγους. Επρόκειτο για εκτάσεις που μαστίζονταν από καταστροφικές θύελλες: πανίσχυρους ανέμους οι οποίοι έμοιαζαν να σηκώνονται από το πουθενά, και έκαναν τη σκόνη και τις πέτρες να στροβιλίζονται, ενώ παρέσερναν ό,τι τύχαινε να βρουν στο διάβα τους: θηρία που δεν είχαν προφτάσει να κρυφτούν σε βαθιές τρύπες, σκηνές και άμαξες νομάδων που δεν είχαν αλλάξει πορεία εγκαίρως, ταξιδιώτες που δεν είχαν προλάβει να καλυφτούν, χωριά ολόκληρα που αυτοί που τα είχαν κτίσει είχαν, λανθασμένα, προβλέψει ότι οι θύελλες δε θα περνούσαν από εκείνο το μέρος για τουλάχιστον τα επόμενα πενήντα χρόνια.

Τώρα, όμως, καθώς βράδιαζε, και ο Φωτεινός Ήλιος βυθιζόταν στη Δύση, ακολουθούμενος επίμονα (ως συνήθως) από τον Σκοτεινό Ήλιο, δεν είχε ξεσπάσει καμία θύελλα σε τούτες τις ερήμους. Ή, μάλλον, δεν είχε ξεσπάσει θύελλα στην περιοχή όπου κάλπαζαν οι πέντε ιππείς, επάνω σε λιγνά αλλά γεροδεμένα άτια.

Ο πρώτος ανάμεσά τους –ο οποίος ήταν, καταφανώς, αρχηγός τους– είχε δέρμα κατάλευκο, σαν μάρμαρο, σαν κόκαλο, κι αυτό, στη διάσταση της Αρβήντλια, σήμαινε ότι ανήκε στην ευρύτερη φυλή των Λευκών. Τα μαλλιά του ήταν μακριά και καστανά, και στο πρόσωπό του υπήρχε το μούσι δύο ημερών. Ήταν ντυμένος με δέρμα και λευκό ύφασμα, και ο μανδύας του ανέμιζε πάνω απ’τους ώμους του, καθώς το άτι του κάλπαζε, γρήγορα και λαχανιασμένα. Επάνω στον μανδύα ήταν κεντημένα δύο σύμβολα: το σύμβολο του Θρόνου που τώρα υπηρετούσε και, κάτω απ’αυτό, το σύμβολο της φυλής που τον είχε γεννήσει. Από την πλάτη του κρεμόταν, λοξά, ένα μακρύ, πλατυλέπιδο ξίφος με μεγάλο μανίκι.

Κάραγγελ τον ονόμαζαν και, κατόπιν γάμου, ήταν ο Πρωτοσπαθάριος του Θρόνου της Ελρείσβα.

Οι άλλοι τέσσερις καβαλάρηδες ήταν πολεμιστές του τάγματός του, όλοι τους Λευκοί, φυσικά, και όλοι τους στην υπηρεσία του Θρόνου της Ελρείσβα. Όταν ο Κάραγγελ είχε φύγει από την πόλη, αριθμούσαν οκτώ· και τώρα, επέστρεφε με τους μισούς. Μεγάλη ντροπή. Και ακόμα χειρότερο ήταν το γεγονός που τον είχε κάνει να υποχωρήσει, μαζί με όσους μαχητές τού είχαν απομείνει.

Η οργή έβραζε μέσα του. Μια φλογερή, έντονη οργή. Μια οργή που άστραφτε σαν τον Φωτεινό Ήλιο. Μια οργή που τύφλωνε σαν τον Φωτεινό Ήλιο. Μια οργή που αποζητούσε να ρίξει σκοτάδι στους εχθρούς του, όπως όταν ο Σκοτεινός Ήλιος σκεπάζει τον Φωτεινό και έρχονται οι Σκιερές Ημέρες.

Εκδίκηση! Εκδίκηση!

Εκδίκηση! Αυτό που είχε συμβεί απαιτούσε εκδίκηση!

Ο Κάραγγελ και οι τέσσερις ιππείς του έφτασαν κοντά στον Υδάτων Τόπο και στην παράκτια πόλη της Ελρείσβα όταν το σκοτάδι είχε πέσει για τα καλά και τα δύο πράσινα φεγγάρια είχαν υψωθεί στους έναστρους ουρανούς. Τα τείχη της πόλης διακρίνονταν καθαρά, καθώς επάνω τους ήταν αναμμένες φωτιές και, σε ορισμένα σημεία, ενεργειακές λάμπες. Ο Θρόνος της Ελρείσβα είχε στην κατοχή του μία από τις σημαντικότερες πηγές ενέργειας της Αρβήντλια, κι έτσι του επιτρεπόταν μια παραπάνω σπατάλη. Εξάλλου, δεν ήταν ανάγκη όλη τους την ενέργεια να τους την παίρνουν οι Παντοκρατορικοί! πίστευε ο Κάραγγελ.

Εκείνος και οι τέσσερις ιππείς του τράβηξαν τα ηνία των αλόγων τους μπροστά από την πύλη, καθώς οι φρουροί εκεί τούς έκαναν νόημα να σταματήσουν, σημαδεύοντάς τους με βαλλίστρες. Τα άτια χρεμέτισαν δυνατά και σηκώθηκαν, αγριεμένα, στα πίσω πόδια τους, κλοτσώντας τον αέρα με τα μπροστινά.

«Πρωτοσπαθάριος Κάραγγελ!» φώναξε ο Κάραγγελ, βάζοντας το άλογό του να πλησιάσει με αργό βηματισμό τα φώτα, για να φανεί το πρόσωπό του και να τον αναγνωρίσουν. Δεν υπήρχαν φρουροί και πολεμιστές στην Ελρείσβα που να μην έχουν δει την όψη του. «Παραμερίστε να περάσω!» Τα λόγια του φανέρωναν, πέρα από κάθε σκιά αμφιβολίας, ότι βιαζόταν.

Οι φύλακες παραμέρισαν, κατεβάζοντας τις βαλλίστρες τους, χωρίς να τον παρακωλύσουν άλλο.

Ο Κάραγγελ και οι τέσσερις ιππείς μπήκαν στην πόλη, και διέσχισαν τους δρόμους της με τις οπλές των αλόγων τους να βροντούν επάνω στο πλακόστρωτο, ενώ όσοι βρίσκονταν στο διάβα τους γρήγορα απομακρύνονταν. Γύρω τους, ορθώνονταν μεγαλύτερα και μικρότερα οικοδομήματα, καμωμένα αποκλειστικά από πέτρα, αφού το ξύλο ήταν σπάνιο στην Αρβήντλια και δεν το σπαταλούσαν. Ανάμεσα στα υπόλοιπα χτίρια της Ελρείσβα, υπήρχαν και κάμποσες πολυκατοικίες, που είτε ήταν πανύψηλες –ο ένας όροφος πάνω από τον άλλο πάνω από τον άλλο πάνω από τον άλλο–, είτε επρόκειτο για έναν λαβύρινθο οικημάτων ο οποίος έπιανε ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο.

Οι κάτοικοι της Ελρείσβα ήταν όλοι λευκόδερμοι, αφού η πόλη ανήκε στους Λευκούς. Εξαίρεση αποτελούσαν αυτοί που υπηρετούσαν την Παντοκρατορία, που μπορεί να είχαν και πολλούς άλλους δερματικούς χρωματισμούς. Ωστόσο, όσοι ανάμεσά τους ήταν μαυρόδερμοι λάμβαναν μονάχα καχυποψία και εχθρικά βλέμματα, παρότι, φυλετικά, δεν ανήκαν στους Μελανούς, που ήταν οι προαιώνιοι εχθροί των Λευκών στην Αρβήντλια (οι μαυρόδερμοι Παντοκρατορικοί ήταν, συνήθως, από άλλες διαστάσεις, όπως τη Μοργκιάνη ή τη Ρελκάμνια).

Στους δρόμους της Ελρείσβα, που ήταν, ομολογουμένως, μια από τις μεγαλύτερες πόλεις της Αρβήντλια, εκτός από ιππείς και πεζούς, συναντούσες, κάπου-κάπου, και κανένα ενεργειακό όχημα. Και ο Κάραγγελ κι οι σύντροφοί του αναγκάστηκαν να προσπεράσουν δύο από αυτά, προτού φτάσουν στον προορισμό τους, το ένα σταματημένο και το άλλο εν κινήσει. Τα ενεργειακά οχήματα ήταν, συνήθως, μεγάλα και χρησιμοποιούνταν για μαζικές μεταφορές και για περιπτώσεις ανάγκης, ή περιπτώσεις που κάποιο άλλο μέσο δεν βόλευε· κι αυτό συνέβαινε επειδή η ενέργεια που ο Θρόνος της Ελρείσβα συγκέντρωνε σε φιάλες (αλλά και κάθε είδους άλλη παρόμοια ενέργεια) καταναλωνόταν πολύ γρήγορα από τα συστήματα των οχημάτων, σε σημείο που να συμφέρει περισσότερο να πουλάς την ενέργεια παρά να τη χρησιμοποιείς ευρέως ο ίδιος. Ο Κάραγγελ, αν και προσωπικά δεν είχε ποτέ στη ζωή του φύγει από την Αρβήντλια, είχε ακούσει πως, σε άλλες διαστάσεις, τα πράγματα δεν ήταν έτσι· η ενέργεια καταναλωνόταν με πολύ πιο αργούς ρυθμούς. Υπήρχαν διαστάσεις, μάλιστα, όπως η Απολλώνια και η Ρελκάμνια, όπου σχεδόν ο καθένας μπορούσε να έχει ενεργειακό όχημα και να τριγυρίζει χάρη αναψυχής! Εξωφρενικό! Ο Κάραγγελ πάντοτε εμπιστευόταν τα άλογα περισσότερο. Τουλάχιστον, όταν πάθαιναν κάτι, ήξερε τι να κάνει για να τα συνεφέρει· δε χρειαζόταν να έχει ούτε μάγους μαζί του ούτε ανθρώπους με ειδικές μηχανικές γνώσεις.

Το Μέγαρο της Ελρείσβα βρισκόταν στο κέντρο της πόλης, και όλες οι συνοικίες έμοιαζαν να σχηματίζουν ομόκεντρους κύκλους γύρω του. Ο Πρωτοσπαθάριος Κάραγγελ και οι ιππείς του ζύγωσαν την ψηλή πύλη του μεγαλειώδους, πετρόχτιστου οικήματος και μπήκαν, ξεκαβαλικεύοντας και δίνοντας τα άλογά τους σε ιπποκόμους για να τα φροντίσουν.

Η Αίθουσα του Θρόνου βρισκόταν στον δεύτερο όροφο του Μεγάρου. Ήταν ένα μεγάλο, στρογγυλό δωμάτιο που στην περιφέρειά του υπήρχαν είκοσι-τέσσερις κίονες. Το κέντρο του ήταν υπερυψωμένο, και εκεί πάνω έστεκε ο Θρόνος της Ελρείσβα, καμωμένος από πανάκριβο και σπάνιο γυαλιστερό ξύλο, και σκεπασμένος με μαλακά μαξιλάρια και αριστοτεχνικά κεντημένα υφάσματα, στιλπνά και έντονα στο χρώμα. Γύρω από τον Θρόνο υπήρχαν πέτρινες θέσεις, όπου κάθονταν οι διάφοροι σύμβουλοι του Βασιληά της Ελρείσβα στις συσκέψεις.

Το Μέγαρο είχε έναν ανελκυστήρα ο οποίος περνούσε από όλα τα πατώματά του, κι επομένως, και από το πάτωμα όπου βρισκόταν η Αίθουσα του Θρόνου· ο Κάραγγελ και οι σύντροφοί του, όμως, προτίμησαν να πάνε από την πέτρινη σκάλα· δεν υπήρχε λόγος να σπαταλούν, άσκοπα, ενέργεια.

Φτάνοντας στον προορισμό τους, είδαν ότι, στην Αίθουσα του Θρόνου, βρίσκονταν τώρα δύο άνθρωποι, πέρα από τους συνηθισμένους φρουρούς: ο Παντοκρατορικός Πρέσβης και η Αρχιέρεια της Κρωμβέλης. Στέκονταν κοντά στα σκαλοπάτια του Θρόνου και μιλούσαν· η δεύτερη χαμογελούσε, δείχνοντας τα αστραφτερά της δόντια, ενώ κρατούσε ένα αργυρό κύπελλο στο χέρι της. Μόλις, όμως, αντιλήφτηκαν τον Κάραγγελ και τους συντρόφους του να μπαίνουν, στράφηκαν να τους αντικρίσουν, και η όψη της Αρχιέρειας σοβάρεψε. Έγινε μυστηριώδης και αινιγματική, όπως πάντα. Τα μάτια της γυάλιζαν σαν μαύροι λίθοι επάνω στο κατάλευκο πρόσωπό της, που πλαισιωνόταν από έναν καταρράκτη μακριών μαύρων μαλλιών. Ο Πρέσβης της Παντοκρατορίας έμοιαζε κοντός πλάι της, καθώς ήταν πολύ ψηλή γυναίκα.

«Συμβαίνει κάτι;» ρώτησε ο Πρέσβης, μιλώντας πρώτος απ’όλους. Το δέρμα του ήταν κατάλευκο, αν και δεν καταγόταν από τους Λευκούς· δεν ήταν Αρβήντλιος. Το μουστάκι του ήταν καστανό, και το κεφάλι του ξυρισμένο. Στο αριστερό του μάτι φορούσε ένα στρογγυλό γυαλί, περιτριγυρισμένο από μέταλλο με κυκλώματα και λεπτά καλώδια. Το γυαλί στηριζόταν στο αριστερό του αφτί και στη μύτη του, και ο Κάραγγελ ποτέ δεν τον είχε δει χωρίς αυτό.

«Ναι, Εξοχότατε,» του αποκρίθηκε τώρα. «Κάτι, όντως, συμβαίνει. Και πρέπει να μιλήσω στον Βασιληά.» Στράφηκε σ’έναν απ’τους φρουρούς. «Καλέστε τον Μεγαλειότατο στην αίθουσα! Πείτε του ότι είναι επείγον.»

«Μάλιστα, Υψηλότατε!» είπε ο φρουρός, κλίνοντας το κεφάλι και φεύγοντας αμέσως.

«Ακούγεται ανησυχητικό…» παρατήρησε ο Παντοκρατορικός Πρέσβης, που ονομαζόταν Άνσελμος.

«Τι είναι, Πρωτοσπαθάριε;» ρώτησε ευθέως η Αρχιέρεια της Κρωμβέλης.

Τα μάτια του Κάραγγελ γυάλισαν, και τα δόντια του έτριξαν· η όψη του έγινε σαν την όψη εξαγριωμένου λύκου της ερήμου. «Οι Μελανοί, Ιερότατη. Ερχόμενοι από το Φαράγγι του Πεπρωμένου, επιτέθηκαν στη φυλή μου. Σκότωσαν τους πάντες! Μονάχα εγώ απομένω απ’τους Τουρβάλκλι, κι αναγκάστηκα να τραπώ σε φυγή, σαν δειλός! Αλλά τούτο δε θα περάσει έτσι, Αρχιέρεια! Όχι, δεν θα περάσει έτσι!» Τράβηξε το μεγάλο του σπαθί από την πλάτη του και χτύπησε τις πέτρες του πατώματος, κάνοντας σπίθες να πεταχτούν. «Θα χύσω το αίμα τους στην άμμο και θα σκορπίσω τα διαμελισμένα κορμιά τους απ’τη μια άκρη του Κοράκου Τόπου στην άλλη!»

*

Ο Βασιληάς της Ελρείσβα ήταν ένας χοντρός άντρας που έμοιαζε έτοιμος να σκάσει από το πάχος. Ανήκε στην ευρύτερη φυλή των Λευκών, φυσικά, και τα μαλλιά του ήταν μακριά και ξανθά. Το πρόσωπό του ήταν πλούσιο σε γένια, και τα φρύδια του μεγάλα και πεταχτά. Οι ρυτίδες στο μέτωπό του ήταν βαθιές, σαν αρχαία ξεραμένα ποτάμια, αν και δεν πρέπει να ήταν μεγαλύτερος από πενήντα-πέντε χρονών.

«Ολόκληρη τη φυλή των Τουρβάλκλι;» απόρησε, καθισμένος στον Θρόνο του και ατενίζοντας τον Κάραγγελ από κάτω. «Πώς είναι δυνατόν, Πρωτοσπαθάριε; Πόσοι ήταν; Και πώς το ξέρεις ότι όλοι οι Τουρβάλκλι είναι νεκροί; Ήταν όλοι τους συγκεντρωμένοι μόνο σ’ένα μέρος;»

«Βασιληά μου,» αποκρίθηκε ο Κάραγγελ, συγκρατώντας μετά δυσκολίας τη μάνητα που έκαιγε στην καρδιά του, «ήταν η Εορτή της Εμφανίσεως. Και όλοι οι Τουρβάλκλι που θέλουν να λέγονται Τουρβάλκλι συγκεντρώνονται γύρω από το Ιερό Δέντρο εκείνη την ημέρα. Γι’αυτό είχα κι εγώ ζητήσει την άδειά σου για να εγκαταλείψω, προσωρινά, την πόλη.»

«Ναι, σωστά…» είπε ο Βασιληάς Ίρσολμπελ, κάνοντας μια ημικυκλική χειρονομία, η οποία έμοιαζε να υποδηλώνει ότι θεωρούσε το ζήτημα δευτερεύον, αφού υπήρχαν τόσες φυλές που η καθεμία είχε τις ιδιαίτερές της εορτές. «Πόσοι, όμως, ήταν οι Μελανοί; Ήταν τόσοι πολλοί ώστε να–;»

«Ναι, Βασιληά μου!» είπε ο Κάραγγελ. «Φυσικά και ήταν!» Γνώριζε πως μ’αυτό που έκανε μπορούσε να τιμωρηθεί· δεν επιτρεπόταν να διακόπτει τον Κάτοχο του Θρόνου της Ελρείσβα, και ειδικά ενώπιον τρίτων. Του ήταν αδύνατον, όμως, να συγκρατήσει την οργή του. «Παρουσιάστηκαν μέσ’από τη νύχτα, ντυμένοι στα μαύρα. Μαύρα ρούχα, μαύρο δέρμα, μαύρη νύχτα· δεν τους αντιληφτήκαμε να ζυγώνουν, καθώς γιορτάζαμε. Και μετά, άρχισαν οι σκοτωμοί!»

«Από ποιες φυλές ήταν;» ρώτησε ο Ίρσολμπελ, αγνοώντας το γεγονός ότι ο Πρωτοσπαθάριός του τον είχε διακόψει. «Ή ήταν από μονάχα μία φυλή;»

Ο Κάραγγελ κούνησε το κεφάλι. «Όχι, Άρχοντά μου, δεν ήταν από μία φυλή. Ήταν από πολλές, σίγουρα· μέσα στη νύχτα, όμως, δεν μπορούσα να διακρίνω, ακόμα κι αν είχαν επάνω στις ενδυμασίες τους εμβλήματα. Με ανάγκασαν να υποχωρήσω, Βασιληά μου· και δεν κάθισα να πεθάνω για ένα λόγο και μόνο: γιατί ήξερα ότι ετούτη η πράξη τους δεν έπρεπε να μείνει ατιμώρητη!» Τράβηξε πάλι το σπαθί του. «Απαιτώ εκδίκηση, Βασιληά μου! Απαιτώ δικαιοσύνη! Ζητώ την άδειά σου να τους κυνηγήσω σαν ύαινες των βράχων και να τους σφάξω μέχρι τον τελευταίο!»

«Ποιους θα κυνηγήσεις, όμως, Κάραγγελ; Είπες ότι δεν ξέρεις από ποιες φυλές ήταν.»

«Γνωρίζω ότι ήταν Μελανοί και ότι ήρθαν από τη μεριά του Φαραγγιού του Πεπρωμένου· αυτό είναι αρκετό!»

«Θα κυνηγήσεις όλους τους Μελανούς στον Κοράκου Τόπο, Κάραγγελ;»

Ο Πρωτοσπαθάριος χτύπησε πάλι με το πλατύ του λεπίδι, τις πλάκες του πατώματος, κάνοντας κομμάτια πέτρας να σπάσουν και σπίθες να πεταχτούν. «Ναι!» φώναξε.

«Μην είσαι παράλογος. Θα προκαλέσεις έτσι ένα σωρό προβλήματα στον Θρόνο της Ελρείσβα–»

«Άρχοντά μου,» φώναξε ο Κάραγγελ, «πρόκειται για την τιμή μου, και για την τιμή της φυλής μου! Θα αποδώσω δικαιοσύνη όπως οφείλω! Και, καθώς είμαι Πρωτοσπαθάριός σου, αυτό πρέπει να το–!»

«Αρκετά!» τον διέκοψε ο Ίρσολμπελ, υψώνοντας το χέρι του. «Αρκετά. Καταλαβαίνω την οργή σου, Κάραγγελ, μα δεν έχουμε αρκετούς πολεμιστές για να τους… για να κάνουμε επίθεση σ’όλους τους Μελανούς του Κοράκου Τόπου!»

«Το αίμα θα ξεπληρωθεί με αίμα!»

Τα χέρια του Ίρσολμπελ έσφιξαν, νευρικά, τους βραχίονες του Θρόνου του· το κατάλευκο δέρμα στις φάλαγγες των δαχτύλων του φάνηκε να μαυρίζει από την πίεση. «Είσαι Πρωτοσπαθάριός μου, Κάραγγελ,» γρύλισε ο Βασιληάς, «και θα κάνεις ό,τι σε προστάζω! Πρώτα, εμένα υπηρετείς! Σκοπεύεις να με προδώσεις;»

«Δεν παύω να είμαι και γόνος της φυλής μου,» αποκρίθηκε ο Κάραγγελ, ατενίζοντας τον Βασιληά του κατάματα, αλλά τώρα χωρίς να φωνάζει.

«Τι επιθυμείς να κάνω μ’εσένα, λοιπόν; Να σε κρεμάσω; Να σε καρατομήσω;»

Η όψη του Κάραγγελ σκοτείνιασε. «Δεν είμαι προδότης…»

«Ναι,» είπε ο Βασιληάς Ίρσολμπελ, «δεν είσαι. Πράγματι, δεν είσαι…» Και, καθώς μιλούσε, αναρωτιόταν ποια θα ήταν η αντίδραση παρόμοιων αντρών και γυναικών που τον υπηρετούσαν, αν εκτελούσε τον Κάραγγελ, ή αν απλά τον καθαιρούσε. Τι θα σκέφτονταν; Ότι μπορεί ο Βασιληάς τους να κάνει το ίδιο και σ’εκείνους, αν προέκυπτε κάποιο ζήτημα με τη φυλή τους; Δε χρειάζομαι αντάρτες ανάμεσα στους υπηκόους μου· έχω ήδη αρκετούς εχθρούς, συλλογίστηκε, στρίβοντας τα ξανθά του μούσια με τον δείκτη και τον μέσο του αριστερού του χεριού. «Ωστόσο,» είπε, «εξακολουθεί να υφίσταται το εξής πρόβλημα, Κάραγγελ: Δεν ξέρω αν οι δυνάμεις μου θα επαρκέσουν για να σου δώσω την εκδίκηση που ζητάς.» Και, προτού ο Πρωτοσπαθάριος μιλήσει, ο Ίρσολμπελ ύψωσε το χέρι του. «Περίμενε· μη βιάζεσαι. Ο Βασιληάς σου σ’αγαπά, Κάραγγελ, παρότι δε φαίνεται να το νομίζεις.» Στράφηκε στον Πρέσβη Άνσελμο, λέγοντας: «Θα ήθελα να μιλήσω με τον Παντοκρατορικό Επόπτη, Εξοχότατε.»

*

Ο Ευρύμαχος ταρακούνησε τα παγάκια μέσα στην αργυρή κούπα του και, ύστερα, ήπιε μια αργή γουλιά από το ποτό που οι Αρβήντλιοι ονόμαζαν ίνφετ και γινόταν από το στύψιμο ενός καρπού που φύτρωνε μόνο στις ακτές του Υδάτων Τόπου, ενώ περιείχε και δυο σταγόνες (όπως μετρούσαν τη σταγόνα με το ειδικό μηχάνημα) αίματος λεοντόσαυρου, το οποίο ήταν γνωστό ως επικίνδυνο ναρκωτικό και, σε μεγάλες ποσότητες, θανατηφόρο.

Ο Ευρύμαχος αισθάνθηκε το ίνφετ να τσιμπά τη γλώσσα του, αλλά, κατεβαίνοντας στον λαιμό του, του πρόσφερε μια παράξενη, θα έλεγε κανείς, αίσθηση δροσιάς και ευφορίας.

«Θέλεις ένα;» ρώτησε την Αλντάρνη, στεκόμενος μπροστά στην κάβα των διαμερισμάτων του, μέσα στο Μέγαρο της Ελρείσβα.

Η Παντοκρατορική Αρχικατάσκοπος αποκρίθηκε: «Όχι,» και άφησε τον φάκελό της επάνω στο τραπέζι του δωματίου.

Ο Ευρύμαχος ήλπιζε ότι θα δεχόταν. Ήταν πιο… δραστήρια όταν ήταν πιωμένη· ή, μάλλον, όχι πιωμένη ακριβώς, αλλά όταν είχε πιει αρκετά ώστε να είναι πιο ευδιάθετη, πιο πρόθυμη. Γιατί η δραστηριότητα που ενδιέφερε τώρα τον Ευρύμαχο δεν ήταν η δραστηριότητά της ως Αρχικατάσκοπος, αλλά η δραστηριότητά της ως γυναίκα. Ασφαλώς, καθότι Επόπτης της περιοχής, μπορούσε να έχει όσες πόρνες επιθυμούσε· όμως πάντοτε υπήρχε διαφορά ανάμεσα σε μια πόρνη και σε μια αληθινή, πρόθυμη γυναίκα. Και η Αλντάρνη ήταν και αληθινή και πρόθυμη –όταν ήταν πρόθυμη, τουλάχιστον.

Η ομορφιά της δεν ήταν τέτοια που θα αποκαλούσε κανείς εκθαμβωτική· είχε, όμως, μια φυσική γοητεία στις κινήσεις της, στον τρόπο που περπατούσε, ακόμα και στον τρόπο που καθόταν. Το δέρμα της ήταν λευκό με απόχρωση του ροζ, όχι λευκό όπως του Ευρύμαχου και των λευκόδερμων κατοίκων της Αρβήντλια. Τα μαλλιά της ήταν μακριά, ξανθά, και λεία· και, συνήθως, έδενε τις δύο μπροστινές τούφες πίσω απ’το κεφάλι της, ενώ άφηνε την υπόλοιπη κώμη να πέφτει στους ώμους της. Τώρα ήταν ντυμένη σύμφωνα με την Αρβήντλια μόδα ανάμεσα στις αριστοκράτισσες: φορούσε ένα μακρύ, καφετί φόρεμα, το οποίο διπλώνονταν μπροστά της και κούμπωνε στο σημείο της δίπλωσης με μερικά κοκάλινα κουμπιά. Δεν είχε μανίκια, και το ντεκολτέ του ήταν διακριτικό. Στα χέρια της, σε διάφορα σημεία από τον βραχίονα μέχρι τον καρπό, τυλίγονταν βραχιόλια από μπρούντζο και άργυρο, κάνοντας φιδοειδείς σχηματισμούς. Στη μέση της δενόταν μια φαρδιά, πέτσινη, μαύρη ζώνη.

«Υπάρχει κάτι ενδιαφέρον εκεί μέσα;» ρώτησε ο Ευρύμαχος, στρέφοντας το βλέμμα του στον φάκελο επάνω στο τραπέζι.

«Τίποτα το ιδιαίτερο,» αποκρίθηκε η Αλντάρνη, «αλλά θα πρέπει να τον κοιτάξεις.»

«Φυσικά και θα τον κοιτάξω.» Ο φάκελος περιείχε τη συνηθισμένη της αναφορά: όλα όσα είχε πληροφορηθεί η Αρχικατάσκοπος μέσω του δικτύου της. Ο Ευρύμαχος ήπιε ακόμα μια γουλιά από το ίνφετ. «Είσαι σίγουρη πως δε θέλεις ένα ποτό;»

«Ναι,» αποκρίθηκε η Αλντάρνη, τρίβοντας τον αυχένα της κάτω απ’την ξανθιά της κώμη· «δε θα καθίσω.»

«Κρίμα· μου είπαν ότι το δείπνο θα είναι πλούσιο απόψε…» Ασφαλώς, δεν του είχαν πει τίποτα τέτοια, αλλά ένα μικρό ψεματάκι δε βλάπτει…

Τα μάτια της Αλντάρνης κινήθηκαν· τον ατένισαν από πάνω ώς κάτω· και εκεί που ήταν έτοιμη να πει κάτι, το κουδούνι της εξώπορτας χτύπησε.

Ο Ευρύμαχος καταράστηκε, εσωτερικά, και φώναξε: «Ποιος είναι;»

«Εγώ,» ήρθε μια αντρική φωνή. Ο Άνσελμος.

«Είναι σημαντικό;»

«Είναι.»

«Πέρασε.»

Η εξώπορτα των διαμερισμάτων του Επόπτη άνοιξε και ο λευκόδερμος Πρέσβης μπήκε. Το μηχανικό γυαλί στο αριστερό του μάτι γυάλισε, έντονα, στο φως της ενεργειακής λάμπας.

«Δεν είμαστε μόνοι, βλέπω…» παρατήρησε ο Άνσελμος, ρίχνοντας ένα βλέμμα στην Αλντάρνη.

Ναι, σκέφτηκε ο Ευρύμαχος, δεν είμαστε μόνοι, αλλά εσύ είσαι ο περιττός.

«Καλησπέρα,» χαιρέτησε η Αρχικατάσκοπος.

Ο Άνσελμος τής ανταπέδωσε την καλησπέρα, κι ύστερα, είπε στον Ευρύμαχο: «Ένα θέμα προέκυψε στην Αίθουσα του Θρόνου.»

«Αυτή την ώρα;» Ο ήλιος είχε, προ πολλού, δύσει· ήταν νύχτα.

«Τα απρόοπτα συμβαίνουν οποιαδήποτε ώρα, φίλτατε.»

Οι σοφίες του Άνσελμου… «Επί του προκειμένου,» είπε ο Ευρύμαχος.

«Ο Πρωτοσπαθάριος Κάραγγελ επέστρεψε από μια επίσκεψη στη φυλή του για την Εορτή της Εμφανίσεως… μαζί με τους τέσσερις από τους οκτώ ιππείς που τον είχαν συνοδέψει. Οι Μελανοί επιτέθηκαν στους Τουρβάλκλι, και, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Πρωτοσπαθάριου, τους σκότωσαν όλους.»

«Ολόκληρη τη φυλή;»

«Έτσι φαίνεται. Οι Μελανοί πρέπει να ήταν από διάφορες φυλές, αν και ο Πρωτοσπαθάριος δεν είδε κανένα έμβλημα επάνω τους –ίσως, λόγω του σκοταδιού της νύχτας, υποθέτει.» Και ο Άνσελμος συνέχισε, μεταφέροντας στον Ευρύμαχο και την Αλντάρνη όλες τις πληροφορίες που είχε στη διάθεσή του σχετικά με το θέμα. Τελειώνοντας, είπε: «Ο Βασιληάς Ίρσολμπελ ρωτά αν μπορούμε εμείς να τον βοηθήσουμε. Ήθελε, μάλιστα, να σου μιλήσει πάραυτα, αλλά του είπα ότι καλύτερα θα ήταν να σου μιλήσω εγώ πρώτα, να μη σε ανησυχήσουμε, τέτοια ώρα που είναι…»

«Ζητά να τον βοηθήσουμε;» απόρησε ο Ευρύμαχος. «Πώς;»

«Προσφέροντάς του την απαιτούμενη μαχητική δύναμη, ώστε να επιτεθεί στους Μελανούς και να πάρει ο Πρωτοσπαθάριος Κάραγγελ την εκδίκησή του.»

«Θέλει, δηλαδή, να επιτεθούμε σ’όλους τους Μελανούς που βρίσκονται στον Κοράκου Τόπο;» μούγκρισε ο Ευρύμαχος. «Είναι τρελός; Τι όφελος θα υπάρξει για εμάς; Προσπαθούμε να κρατάμε ετούτη την περιοχή υπό τον έλεγχο της Παντοκράτειρας, όχι να τη διαλύσουμε!»

«Ασφαλώς,» αποκρίθηκε, ήρεμα, ο Άνσελμος. «Αλλά,» πρόσθεσε, υπομειδιώντας, «υπάρχουν ορισμένα μέρη όπου δε θα μπορέσουμε ποτέ να φτάσουμε, χωρίς κάποιους… εμ… λεπτούς χειρισμούς, φίλτατε Ευρύμαχε.»

Συνηθισμένος τρόπος ομιλίας για τον Άνσελμο, παρατήρησε ο Ευρύμαχος. Και εκνευριστικός! Έμοιαζε να προσπαθεί να επιδείξει το γεγονός ότι ήξερε κάτι παραπάνω από σένα. Ή, μήπως, δεν το έκανε επίτηδες; Όπως και να ήταν, εξακολουθούσε να είναι εκνευριστικό! Ο Ευρύμαχος ρώτησε: «Σε τι ακριβώς αναφέρεσαι;»

«Θυμάμαι εκείνη την αναφορά της Αλντάρνης, ότι πάλι κάποιοι επαναστάτες πέρασαν τη δίοδο για τη Διάσταση του Φωτός, έχοντας ένα κατάλληλα σχεδιασμένο όχημα μαζί τους… το οποίο πρέπει να βρήκαν στη βάση που δεν μπορούμε να φτάσουμε.»

Ναι, πράγματι, έτσι ήταν: Υπήρχε μια βάση επαναστατών κάπου στα βουνά, στις δυτικές περιοχές του Κοράκου Τόπου, η οποία, είχαν την πληροφόρηση οι Παντοκρατορικοί, μπορούσε να εφοδιάζει τους επαναστάτες με οχήματα ειδικά φτιαγμένα για να αντέχουν στη Διάσταση του Φωτός. Αυτό σήμαινε ότι η βάση πρέπει να είχε εξελιγμένο εξοπλισμό, κι επομένως αποτελούσε απειλή. Οι Παντοκρατορικοί, όμως, δεν είχαν καταφέρει να την εντοπίσουν και να τη διαλύσουν, γιατί δεν μπορούσαν καν να πλησιάσουν αυτές τις περιοχές. Οι φυλές των Μελανών δεν τους άφηναν, και, μέχρι στιγμής, εκείνοι δεν είχαν βρει κάποιον τρόπο ώστε να διαπραγματευτούν επιτυχώς μαζί τους. Στην ανατολική Αρβήντλια, η μεγαλύτερη επιρροή των Παντοκρατορικών επικεντρωνόταν γύρω από τις πόλεις Νιργκέλβα και Ελρείσβα, που η μία βρισκόταν στις βόρειες ακτές του Υδάτων Τόπου και η άλλη στις νότιες. Τα βουνά στα δυτικά του Κοράκου Τόπου ήταν εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από την Ελρείσβα. Χιλιόμετρα γεμάτα άνυδρες ερημιές, γεμάτες πέτρα, ξερό χώμα, καυτή άμμο, και εχθρικές, μυστικοπαθείς, κρυψίνοες φυλές.

«Οι γηγενείς του Κοράκου Τόπου δε νομίζω να εκτιμήσουν το γεγονός ότι θα τους επιτεθούμε…» είπε ο Ευρύμαχος, πίνοντας μια γουλιά ίνφετ.

«Δε χρειάζεται μόνο να τους επιτεθούμε,» εξήγησε ο Άνσελμος. «Μπορούμε, συγχρόνως, να διαπραγματευτούμε μαζί τους.»

«Σοβαρά;…» είπε ο Ευρύμαχος, ειρωνικά και δύσπιστα. Και τότε, μια άλλη απορία ήρθε στο μυαλό του. «Αλήθεια, εσύ πώς έμαθες ότι, τώρα τελευταία, ακόμα ένα όχημα με επαναστάτες πέρασε στη Διάσταση του Φωτός; Η Αλντάρνη μού το ανέφερε τις προάλλες.» Έριξε ένα βλέμμα στην Αρχικατάσκοπο, που η όψη της ήταν ανέκφραστη.

«Κι εμένα η Αλντάρνη μού το είπε,» αποκρίθηκε ο Άνσελμος.

Παράξενο… παρατήρησε ο Ευρύμαχος. «Νόμιζα ότι η Αρχικατάσκοπος έδινε την αναφορά της κατευθείαν στον Επόπτη, όπως οφείλει,» είπε, ατενίζοντάς την.

Η Αλντάρνη αποκρίθηκε: «Φυσικά και δίνω την αναφορά μου κατευθείαν σ’εσένα, Ευρύμαχε. Και μετά από εσένα, δεν τη δίνω πουθενά αλλού. Τη συγκεκριμένη πληροφορία απλώς έτυχε να την αναφέρω στον Άνσελμο, επειδή πλέον αυτή η κατάσταση ίσως θα μπορούσε να ειπωθεί ότι έχει παραγίνει…» Ανασήκωσε τους ώμους.

Παράξενο, ακόμα κι έτσι, σκέφτηκε, καχύποπτα, ο Ευρύμαχος· δε σε είχα για γυναίκα που της… ξεφεύγουν πράγματα τα οποία δε θα ήθελε να της ξεφύγουν. Κι επιπλέον, δε νομίζω ότι θα κατάφερνες να φτάσεις στο αξίωμα της Αρχικατασκόπου αν ήσουν τέτοια. Προτίμησε, όμως, να μη δώσει συνέχεια στο ζήτημα (για την ώρα, τουλάχιστον). Στράφηκε στον Άνσελμο. «Τι μου έλεγες, λοιπόν, για τους Μελανούς στον Κοράκου Τόπο; Να τους κατασφάξουμε, προκειμένου να διαπραγματευτούμε μαζί τους; Θα περίμενα κάτι καλύτερο από εσένα, αγαπητέ…»

Ο Άνσελμος μειδίασε στραβά. «Ναι,» είπε. «Προφανώς, με ξέρεις αρκετά καλά για να μην πιστεύεις ότι θα έκανα μια τόσο ηλίθια πρόταση. Ή, μάλλον, μια πρόταση που εσύ θεωρείς τόσο ηλίθια…»

Ο Ευρύμαχος συνοφρυώθηκε, ατενίζοντάς τον, και περιμένοντάς τον να συνεχίσει.

Ο Άνσελμος είπε, ενώ το μειδίαμά του μετατρεπόταν σε μια σκιά μονάχα, μια υποψία, επάνω στο πρόσωπό του: «Εκπληρώνοντας την επιθυμία του Βασιληά Ίρσολμπελ, μπορούμε να διαπραγματευτούμε και με εκείνον, και με τον Πρωτοσπαθάριο Κάραγγελ, και με τους Μελανούς–»

«Με τους δύο πρώτους είναι καταφανές γιατί μπορούμε να διαπραγματευτούμε–»

«Θα επιτεθούμε στους Μελανούς και, μετά, θα έρθουμε σε κρυφή συνεννόηση μαζί τους, ζητώντας τους να βρουν τη βάση των επαναστατών για εμάς, προκειμένου να σταματήσουμε την επίθεση.»

«Χμμ…» έκανε, σκεπτικά, ο Ευρύμαχος.

Ο Άνσελμος γέλασε. «Αρχίζει η πρότασή μου να σου φαίνεται… υποσχόμενη, φίλτατε;»

«Δεν είναι άσχημη, πρέπει να παραδεχτώ. Δεν είναι άσχημη… Ωστόσο, αν οι Μελανοί ανταποκριθούν στην απαίτησή μας και μας βρουν τη βάση των επαναστατών, τι θα κάνουμε τότε; Θα πάψουμε την επίθεση;»

«Θα κάνουμε ό,τι μας βολεύει, βέβαια!» είπε ο Άνσελμος. «Αν μας βολεύει να τη σταματήσουμε, θα τη σταματήσουμε –έχοντας, μάλιστα, αποκτήσει διασυνδέσεις ανάμεσα στις φυλές του Κοράκου Τόπου. Αν δεν μας βολεύει να τη σταματήσουμε,» ο Πρέσβης μόρφασε αδιάφορα, «δε θα τη σταματήσουμε.»

«Μοιάζει πιο συμφέρον να τη σταματήσουμε, εφόσον οι Μελανοί αποδειχτούν συνεργάσιμοι. Τι θα πούμε, όμως, στον Βασιληά Ίρσολμπελ, τότε; Ότι οι δυνάμεις μας δεν επαρκούν, τελικά, για μια τόσο μεγάλη επίθεση;»

«Ναι. Ή ίσως να μη χρειαστεί καν να δώσουμε εξηγήσεις. Ίσως η… εκδικητική μανία του Πρωτοσπαθάριου Κάραγγελ να έχει κορεστεί, ύστερα από… εμ… έναν αρκετά μεγάλο αριθμό μαζικών φόνων.»

Ο Ευρύμαχος κάθισε σε μια πολυθρόνα, αναλογιζόμενος την πρόταση του Πρέσβη. Ο Άνσελμος και η Αλντάρνη παρέμειναν όρθιοι.

Ο Επόπτης ρώτησε, τελικά: «Τι ακριβώς είναι η Εορτή της Εμφανίσεως;»

«Οι Τουρβάλκλι γιορτάζουν την ημέρα που εμφανίστηκε το Ιερό Δέντρο τους,» εξήγησε ο Άνσελμος.

Ο Ευρύμαχος ύψωσε τα φρύδια του. «Ιερό Δέντρο;»

«Ναι, έχουν ένα Ιερό Δέντρο. Πρόκειται για ένα φυτό που, σύμφωνα με τις δοξασίες τους, φύτρωσε μέσα στη μέση της ερήμου. Περισσότερα, ασφαλώς, δεν γνωρίζω, γιατί οι Τουρβάλκλι θεωρούν τις λεπτομέρειες ανάμεσα στα μυστικά της φυλής τους· και ξέρεις πόσο μυστικοπαθείς είναι όλοι οι Αρβήντλιοι.»

«Ναι…» μουρμούρισε ο Ευρύμαχος, κοιτάζοντας το δάπεδο. Ύστερα, ύψωσε το βλέμμα του. «Γιατί, όμως, τόσες φυλές Μελανών να συγκεντρωθούν ώστε να επιτεθούν στους Τουρβάλκλι, κατά την Εορτή της Εμφανίσεως; Είχε συμβεί κάτι, πρόσφατα;» Η ερώτησή του δεν απευθυνόταν σε κάποιον συγκεκριμένα, αλλά ο Ευρύμαχος πίστευε ότι, αν κάποιος γνώριζε την απάντηση, μάλλον θα ήταν η Αλντάρνη.

Ωστόσο, η Αρχικατάσκοπος είπε: «Δεν έχω πληροφορηθεί τίποτα.»

«Ούτε εγώ,» παραδέχτηκε ο Άνσελμος.

«Αυτό που συνέβη, όμως, δεν είναι συνηθισμένο,» είπε ο Ευρύμαχος, «ακόμα και για την Αρβήντλια. Γιατί τόσες φυλές Μελανών να επιτεθούν στους Τουρβάλκλι;»

«Οι Τουρβάλκλι είναι Λευκοί,» του θύμισε ο Άνσελμος.

«Ναι, το ξέρω. Αλλά, και πάλι, είναι… ασυνήθιστο. Πρέπει να είχε προκύψει κάτι, για να γίνει μια τέτοια μαζική επίθεση. Ίσως οι Τουρβάλκλι να είχαν διαπράξει κάποιο κακό εναντίον των Μελανών.»

«Εναντίον τόσων φυλών;» είπε η Αλντάρνη, υψώνοντας ένα φρύδι.

«Δεν ξέρω τι άλλο να υποθέσω…»

«Θέλεις να το ερευνήσω;»

«Ναι,» ένευσε ο Ευρύμαχος, «πρέπει να το ερευνήσεις. Είναι, αναμφίβολα, αξιοπερίεργο.»

«Εν τω μεταξύ,» ρώτησε ο Άνσελμος, «θα βοηθήσουμε τον Πρωτοσπαθάριο να πάρει την εκδίκησή του;»

«Θα τον βοηθήσουμε,» δήλωσε ο Παντοκρατορικός Επόπτης της Ελρείσβα. «Αλλά μην το πεις ακόμα στον Βασιληά, ούτε σε κανέναν άλλο. Πες τους μονάχα ότι το σκέφτομαι και θα τους απαντήσω το πρωί.»

•2•

Ύστερα από την απόφαση του Ευρύμαχου, η Αλντάρνη και ο Άνσελμος έφυγαν από τα διαμερίσματα του Παντοκρατορικού Επόπτη της Ελρείσβα και βάδισαν μέσα στο Μέγαρο, ο ένας πλάι στον άλλο.

«Δεν έπρεπε να του το είχες πει!» σφύριξε η Αρχικατάσκοπος, όταν ήταν βέβαιη ότι κανείς δε μπορούσε να τους κρυφακούσει.

«Ποιο πράγμα;»

«Μην παριστάνεις τον ανόητο! Τώρα θα υποψιάζεται ότι αναφέρω και σε άλλους, εκτός από εκείνον!»

Ο Άνσελμος ανασήκωσε τους ώμους, βαδίζοντας. «Μην κάνεις έτσι. Δεν είμαι κανένας εχθρός της Παντοκράτειρας· ο Ευρύμαχος το καταλαβαίνει αυτό.»

«Δεν έχει σημασία! Δεν έπρεπε να του το είχες πει! Ήταν ανάγκη να το αναφέρεις;»

«Χρειαζόμουν ένα… εμ… σκαλοπάτι, προκειμένου να μιλήσω για τη βάση των επαναστατών–»

«Μπορούσες να το κάνεις αυτό και χωρίς να πεις για το όχημα που πέρασε, τελευταία, από τη δίοδο για τη Διάσταση του Φωτός–»

Ο Άνσελμος στράφηκε να την αντικρίσει, καθώς πλησίαζαν τα δωμάτιά του μέσα στο Μέγαρο. «Έχει τόση μεγάλη σημασία;»

«Φυσικά και έχει! Γιατί, μετά, του είπες ότι εγώ σού–»

«Και λοιπόν; Όπως τόνισα και πριν, δεν είμαι εχθρός.» Ο Άνσελμος άνοιξε την εξώπορτα των δωματίων του και μπήκε. Ο χώρος ήταν σκοτεινός, και τον φώτισε, πατώντας έναν διακόπτη κι ανάβοντας μια ενεργειακή λάμπα στον τοίχο. Το σαλόνι που αποκαλύφτηκε δεν ήταν στολισμένο με υπερβολή, αλλά ήταν άνετο και βολικό.

Η Αλντάρνη ακολούθησε τον Πρέσβη στο εσωτερικό των δωματίων του, κλείνοντας την εξώπορτα. Ορισμένες φορές, πραγματικά, δεν τον καταλάβαινε! Δεν έβλεπε ότι, με τα λόγια του, την είχε φέρει σε δύσκολη θέση; «Θα με κάνεις να μετανιώσω για τις πληροφορίες που σου δίνω,» του είπε.

«Τώρα λες ανοησίες. Αφού το ξέρεις πως οι πληροφορίες που μου δίνεις χρησιμοποιούνται μόνο για το καλό της Παντοκρατορίας και για τίποτε άλλο…» Ο Άνσελμος στάθηκε εμπρός της· το δεξί του χέρι άγγιξε, ήπια, τον γυμνό της βραχίονα: τα δάχτυλά του κινήθηκαν επάνω στο δέρμα της και στα βραχιόλια εκεί.

Η Αλντάρνη αισθάνθηκε να αναριγεί, αλλά με ευχάριστο τρόπο. Ο Άνσελμος είχε μια σχεδόν παράξενη επιρροή επάνω της. Μια γοητεία που ήταν, συγχρόνως, ενοχλητική και ανυπέρβλητη, αν και δεν ήταν κάτι που μπορούσες να αντιληφτείς με την πρώτη μάτια. Όταν, όμως, τον γνώριζες λίγο, όταν σου μιλούσε λίγο, τα πράγματα ξαφνικά άλλαζαν, σαν ο κόσμος να είχε αναποδογυρίσει. Η Αλντάρνη θυμόταν ότι, την πρώτη φορά που τον είχε αντικρίσει, είχε σκεφτεί: Τι είν’αυτός ο ηλίθιος; Μετά, η ψευδαίσθηση της ηλιθιότητας είχε εξαφανιστεί, όπως ο καπνός.

«Δεν αμφιβάλλω ότι χρησιμοποιείς τις πληροφορίες για το καλό της Παντοκρατορίας,» του είπε. «Ο Ευρύμαχος, όμως, θα σκεφτεί πως υπονομεύεις την εξουσία του στην Ελρείσβα, αν μάθει πως σου μιλάω για ό,τι μαθαίνω. Οι πληροφορίες μου πρέπει, κανονικά, να πηγαίνουν κατευθείαν στον Επόπτη και, αν εκείνος κρίνει ότι κάποιες από αυτές οφείλουν να μεταφερθούν και αλλού –όπως στον Πρέσβη–, τις μεταφέρει ο ίδιος.»

«Γνωρίζω τους κανόνες. Το ξέρεις, όμως, ότι πάντοτε προσπαθώ να… προλαμβάνω.»

«Εντάξει,» είπε η Αλντάρνη, «δε διαφωνώ μ’αυτό, αλλιώς δε θα σου έλεγα τίποτα. Αλλά δε χρειάζεται να κάνεις φανερό στον Ευρύμαχο ότι αγνοώ το τυπικό της οργάνωσης–»

«Μην ανησυχείς,» τη διέκοψε ο Άνσελμος, κάνοντας, αργά, κύκλο γύρω της και αγγίζοντας τον ώμο της. «Ο Ευρύμαχος, κατά πάσα πιθανότητα, θα το έχει ήδη ξεχάσει. Επιπλέον, θεωρώ πως είμαι άτομο της εμπιστοσύνης του, όπως κι εσύ είσαι άτομο της εμπιστοσύνης του. Και γνωρίζει πολύ καλά ότι… εμ, συνδιαλεγόμαστε οι δυο μας. Επομένως, πού είναι το παράξενο, αν μου ανέφερες κάτι που σου έκανε αίσθηση;» Σταμάτησε να βαδίζει και, στεκόμενος πίσω της, παραμέρισε μια τούφα από τα μακριά, ξανθά της μαλλιά, αποκαλύπτοντας το πλάι του λαιμού της.

Η Αλντάρνη αισθάνθηκε την ανάσα του επάνω στο δέρμα της. Η καρδιά χτυπούσε δυνατά κάτω απ’το στήθος της· το αίμα κυλούσε γρήγορα μέσα στις φλέβες της. «Εντάξει,» είπε, κάνοντας μερικά βήματα, για ν’απομακρυνθεί. «Πάψε.» Στράφηκε να τον αντικρίσει. «Το κάνεις επίτηδες, και το καταλαβαίνω· δεν είμαι ανόητη.»

Ο Άνσελμος γέλασε. «Φυσικά,» είπε. Και διευκρίνισε: «Φυσικά και το κάνω επίτηδες· και φυσικά και δεν είσαι ανόητη.»

Τα μάτια της στένεψαν. «Τι πάει να πει αυτό; Το κάνεις ενώ ξέρεις ότι δεν πρόκειται να πιάσει;»

«Με βαρέθηκες, λοιπόν, τόσο σύντομα; Με τραυματίζεις.»

«Προσπαθείς να με τρελάνεις; Τι εννοείς; Σου λέω ότι το καταλαβαίνω πως επιδιώκεις να μου αποσπάσεις την προσοχή από αυτό που συζητάμε!»

«Δεν επιδιώκω τέτοιο πράγμα,» είπε ο Άνσελμος, και η έκφρασή του έμοιαζε ειλικρινής. Η Αλντάρνη, όμως, τον ήξερε καλά, κι επομένως γνώριζε ότι μπορούσε να ψεύδεται με μια τελείως αθώα όψη στο πρόσωπό του.

«Τι επιδιώκεις, τότε;»

«Νόμιζα ότι ήταν προφανές,» αποκρίθηκε ο Άνσελμος. «Αλλά, εφόσον δεν ήταν, τότε θα πρέπει να γίνω πιο… έκδηλος.» Πλησίασε, τυλίγοντας τα χέρια του γύρω απ’τη μέση της και φιλώντας τα χείλη της.

Η Αλντάρνη δεν απομακρύνθηκε αυτή τη φορά. Τουναντίον, ανταποκρίθηκε με θέρμη, σταυρώνοντας τους πήχεις της πίσω απ’τον λαιμό του. Σε αντίθεση με τον Ευρύμαχο, δεν αισθανόταν ποτέ ότι ο Άνσελμος την άφηνε αδιάφορη, και ποτέ δε χρειαζόταν να πιει για να έρθει σε ερωτική διέγερση μαζί του. Βασικά, με τον Ευρύμαχο πήγαινε, πού και πού, επειδή πίστευε ότι ήταν καλό να έχει από κοντά τον Επόπτη της Ελρείσβα, ο οποίος ήταν η ανώτατη εξουσία της περιοχής, τουλάχιστον για όσο η Παντοκρατορία είχε ετούτα τα εδάφη υπό τον έλεγχό της. Με τον Άνσελμο, όμως, δεν ήταν έτσι· ερωτοτροπούσε μαζί του επειδή της άρεσε. Ο Άνσελμος έμοιαζε, πολλές φορές, να γνωρίζει τις επιθυμίες του σώματός της καλύτερα από ό,τι η ίδια. Και ικανοποιούσε εξίσου και τα μάτια της και το μυαλό της.

Τα χείλη τους χώρισαν. Η γλώσσα της γλίστρησε έξω απ’το στόμα του, και η Αλντάρνη τού είπε: «Συζητούσαμε, όμως, για το γεγονός ότι ανέφερες στον Ευρύμαχο το όχημα που πέρασε από τη δίοδο για τη Διάσταση του Φωτός…» Αισθανόταν τη στύση του, σκληρή και μακριά, να πιέζει το φόρεμα και την κοιλιά της. Θα τον καβαλούσε απόψε· ω ναι, θα τον καβαλούσε μέχρι που κι οι δυο τους να λιποθυμήσουν· αλλά, πρώτα, θα τον έβαζε να λογοδοτήσει για την ανοησία που είχε κάνει!

Ο Άνσελμος γέλασε. «Τι άλλο απομένει να συζητήσουμε; Τελείωσε. Έγινε. Και ο Ευρύμαχος δε νομίζω να κάνει κάτι εναντίον σου· δεν είναι επαρκής λόγος αυτός!»

«Πράγματι,» αποκρίθηκε εκείνη, «δεν είναι. Όμως δεν πρέπει να ξανασυμβεί. Δε θα του ξαναπείς τίποτα, συνεννοηθήκαμε; Τίποτα από όσα σού αναφέρω. Υποτίθεται ότι δεν τα ξέρεις.»

«Εννοείται,» είπε ο Άνσελμος. «Αυτή ήταν εξαρχής η συμφωνία μας, έτσι δεν είναι;» Τα χέρια του έλυσαν τις δύο τούφες των ξανθών μαλλιών της που η Αλντάρνη είχε δεμένες πίσω απ’το κεφάλι της.

«Έτσι είναι. Αλλά φάνηκε να το ξέχασες απόψε.»

«Τίποτα δεν ξεχνάω· απλώς, το θεώρησα απαραίτητο να αναφερθεί, προκειμένου να… χμμ… παρακινήσω τον Ευρύμαχο να επιλέξει σωστά. Εξάλλου, κάποτε πρέπει να βρεθεί αυτή η βάση των επαναστατών· και το κάποτε, μάλλον, έχει έρθει.»

*

Στην Αρβήντλια, οι νύχτες ήταν τόσο κρύες όσο οι ημέρες ζεστές. Και ανάμεσα στα πολλά ρητά των Αρβήντλιων υπήρχε και ένα που έλεγε ότι «μια καλή γυναίκα είναι, την ημέρα, δροσερή σαν τη νύχτα και, τη νύχτα, ζεστή σαν την ημέρα».

Ο Κάραγγελ, που, ασφαλώς, γνώριζε αυτό το ρητό, δε θα μπορούσε ποτέ να πει πως είχε παράπονο από τη σύζυγό του, η οποία ονομαζόταν Ταράλβι και ήταν ανιψιά του Βασιληά Ίρσολμπελ. Επί του παρόντος, ήταν ξαπλωμένος στην αγκαλιά της, ανάσκελα, δίπλα στο αναμμένο τζάκι του υπνοδωματίου των διαμερισμάτων του. Δε φορούσε τίποτα, ούτε καν την περισκελίδα του, και οι μύες του έμοιαζαν να γυαλίζουν σαν μάρμαρο στο φως της φωτιάς. Στα αριστερά του πλευρά υπήρχε ένα τραύμα, το οποίο είχε προκληθεί πρόσφατα, στην Εορτή της Εμφανίσεως, από μια λεπίδα των τρισκατάρατων Μελανών· ευτυχώς, δεν ήταν παρά επιδερμικό. Στον δεξή του μηρό, από την εξωτερική μεριά, υπήρχε άλλο ένα τραύμα, που είχε επίσης προκληθεί στην Εορτή της Εμφανίσεως, από ένα βέλος των Μελανών, το οποίο είχε μονάχα ξύσει το δέρμα του Κάραγγελ, και γι’ακόμα μια φορά είχε σταθεί τυχερός. Υποχωρώντας από εκείνη τη σφαγή (γιατί για σφαγή επρόκειτο, όχι για έντιμη μάχη, τέτοιοι δειλοί που ήταν οι Μελανοί, να επιτεθούν τόσοι πολλοί σε τόσους λίγους!), είχε δέσει πρόχειρα τα τραύματά του, ώστε να πάψει η αιμορραγία, και μετά δεν τα είχε ξανακοιτάξει, ενόσω ερχόταν ολοταχώς προς την Ελρείσβα. Η Ταράλβι είχε, όμως, τώρα περιποιηθεί τις πληγές όπως έπρεπε, βάζοντας επάνω τους θεραπευτικές αλοιφές και τυλίγοντάς τες με επιδέσμους.

Καθώς ο Κάραγγελ είχε το κεφάλι του ξαπλωμένο στα γεμάτα στήθη της, εκείνη έτριβε τις παλάμες της στους ώμους και στο στέρνο του, αλείφοντάς τον με ένα αρωματικό έλαιο που έκανε το λευκόδερμο σώμα του να γυαλίζει ακόμα πιο έντονα στο φως της φωτιάς του τζακιού.

Ο Κάραγγελ βαριαναστέναξε.

«Τι μπορώ να κάνω για ν’απαλύνω τον πόνο σου, αγάπη μου;» τον ρώτησε η Ταράλβι. Η φωνή της ήταν μαλακή, και αναμιγνυόταν με τον θόρυβο των ξύλων που καίγονταν.

«Έχεις ήδη κάνει ό,τι μπορείς,» αποκρίθηκε ο Κάραγγελ, φιλώντας το δεξί της χέρι. «Έχεις ήδη κάνει ό,τι μπορείς… Δεν υπάρχει κάτι άλλο που μπορείς να κάνεις… Και δε μου αρέσει που πρέπει να μας συντρέξουν οι ξένοι. Αυτή η εκδίκηση είναι δική μου! Πρέπει να είναι δική μου.»

Οι ξένοι… Δε χρειαζόταν να εξηγήσει ποιους εννοούσε. Στην Αρβήντλια, συνήθως, έτσι αναφέρονταν στους Παντοκρατορικούς. Παρότι τους είχαν –εν μέρει– αποδεχτεί μέσα στην κοινωνία τους, δεν τους έβλεπαν ως δικούς τους ανθρώπους.

«Ο θείος σου με ντρόπιασε… Με ντρόπιασε κι άλλο, ύστερ’από–»

«Σσς…» Η Ταράλβι τον διέκοψε, βάζοντας τα δάχτυλά της στα χείλη του· ο Κάραγγελ γεύτηκε το αρωματικό έλαιο που γυάλιζε επάνω τους. «Μη μιλάς έτσι.»

«Μα, είναι αλήθεια! Είμαι ο Πρωτοσπαθάριος του Θρόνου της Ελρείσβα, και μου φέρθηκε σα νάμαι ένας κοινός πολεμιστής της ερήμου –ένας νομάδας!»

«Δεν είναι έτσι, αγάπη μου. Σε παρακαλώ, μη μιλάς έτσι. Ο θείος, μάλλον, έχει προβλήματα… και, όντως, θα του είναι δύσκολο να… να επιτεθεί σ’όλους τους Μελανούς στον Κοράκου Τόπο.»

«Αρχίζοντας την επίθεση, θα συγκεντρώσουμε κι άλλους, Ταράλβι λεοντόσαυρά μου!» της είπε ο Κάραγγελ, καθώς ανασηκωνόταν και στρεφόταν, για να κοιτάξει τα καταγάλανα μάτια της. «Θα έρθουν ένα σωρό Λευκές φυλές από τον Θυέλλης Τόπο, για να μας βοηθήσουν! Θα λιανίσουμε τους Μελανούς! Θα τους κάνουμε να πληρώσουν, και να θυμούνται για πάντα το έγκλημά τους –και την τιμωρία τους γι’αυτό το έγκλημα!»

«Ναι,» είπε η Ταράλβι, αποφεύγοντας το βλέμμα του, «ίσως να γίνει όπως το λες. Ίσως να έρθουν… Μα, ο θείος φοβάται για διάφορα πράγματα–»

«Ο Κάτοχος του Θρόνου της Ελρείσβα δε χρειάζεται να φοβάται τίποτα!»

Τα μάτια της κοίταξαν πάλι τα μάτια του. «Θα το έλεγες αυτό αν ήσουν στη θέση του; Αν ήξερες ότι έπρεπε να κρατήσεις μια ισορροπία, όχι μονάχα ανάμεσα στις φυλές της Αρβήντλια, αλλά και ανάμεσα σ’αυτές και τους Παντοκρατορικούς;» Και του ψιθύρισε: «Τι θα γίνει αν αποδυναμωθούμε πολύ, αγάπη μου, από τις εσωτερικές μας συγκρούσεις; Δε θα έρθουν, τότε, οι Παντοκρατορικοί να μας κατακτήσουν; Δε θα έρθουν να μας κάνουν δούλους τους, όπως έχουν κάνει σε άλλες διαστάσεις; Τουλάχιστον, τώρα υπάρχει κάποια… συνεργασία, ας πούμε, ανάμεσα σ’εμάς και σ’αυτούς. Δε είμαστε υποτελείς τους. Όχι εντελώς. Και τούτο γιατί δεν μπορούν να μας έχουν υποταγμένους. Η Αρβήντλια είναι πολύ περίεργη γι’αυτούς: ό,τι είναι για εμάς καθημερινό, για εκείνους είναι εξωτικό, αγάπη μου.»

Ο Κάραγγελ ατένιζε την Ταράλβι άφωνος, καθώς του μιλούσε. Ορισμένες φορές, η σύζυγός του τον εξέπληττε. Το μυαλό της ήταν τόσο κοφτερό όσο τα δόντια μιας λεοντόσαυρας! Και ο Κάραγγελ όφειλε να παραδεχτεί ότι τώρα είχε δίκιο. Οι σκέψεις της ήταν σωστές. Οι Παντοκρατορικοί, πράγματι, πιθανώς να περίμεναν οι Αρβήντλιοι να αποδυναμωθούν, για να τους υποτάξουν πλήρως…

Η Ταράλβι χάιδεψε το πλάι του προσώπου του· το αρωματικό έλαιο πλημμύρισε τα ρουθούνια του.

«Πρέπει, όμως, να παρθεί εκδίκηση,» της είπε ο Κάραγγελ.

Εκείνη ένευσε. «Πρέπει,» συμφώνησε. «Αλλά ας αφήσουμε τους Παντοκρατορικούς να κάνουν τη δουλειά μας –ή, τουλάχιστον, ένα μεγάλο μέρος αυτής. Γιατί όχι; Οι Μελανοί θα χτυπηθούν, όπως τους αξίζει, ενώ εμείς θα παραμείνουμε το ίδιο ισχυροί όπως πριν. Να εύχεσαι μόνο ο Επόπτης να συναινέσει με την επίθεση,» είπε, και φίλησε τα χείλη του.

Το κλάμα ενός μωρού αντήχησε από το διπλανό δωμάτιο.

«Η κόρη μας η Κράσνι με καλεί,» παρατήρησε η Ταράλβι, χαμογελώντας. Σηκώθηκε στα γυμνά της πόδια και βγήκε απ’το δωμάτιο. Ήταν ντυμένη μονάχα μ’ένα αραχνοΰφαντο, ημιδιαφανές πέπλο, και ο Κάραγγελ κοίταζε τη λυγερή μορφή της, καθώς εκείνη περνούσε το κατώφλι και χανόταν απ’τα μάτια του.

Τον παραξένευε πώς η γυναίκα του μπορούσε να αναγνωρίζει ποια από τις δίδυμες κόρες τους έκλαιγε. Και δεν ήταν κάτι που είχε κάνει μόνο τώρα· ήταν κάτι που έκανε πάντα. Ποτέ δεν είχε μαντέψει λάθος. Όταν εκείνος την είχε ρωτήσει, η Ταράλβι είχε μονάχα γελάσει, λέγοντας ότι ήταν μυστικό.

Ο Κάραγγελ έπιασε το κύπελλο με το ίνφετ, που βρισκόταν πλάι του, και ήπιε μια μεγάλη γουλιά. Η ζέστη του τζακιού τον είχε κάνει να διψάσει.

Το κλάμα του μωρού δεν άργησε να πάψει, και, σύντομα, η Ταράλβι επέστρεψε στο υπνοδωμάτιο. Πλησίασε τον ξαπλωμένο σύζυγό της, αφήνοντας το αραχνοΰφαντο πέπλο της να πέσει, ανάλαφρα, γύρω απ’τους αστραγάλους της. Το κατάλευκο δέρμα της έμοιαζε σχεδόν να φωσφορίζει. «Θα μου δανείσει ο Πρωτοσπαθάριος το σπαθί του γι’απόψε;» ρώτησε.

Ο Κάραγγελ στράγγισε το κύπελλο του και το πέταξε μακριά, για να κυλήσει επάνω στο πέτρινο πάτωμα.

*

Ο Φωτεινός Ήλιος ξεπρόβαλε πίσω από τα ανατολικά βουνά, ακολουθούμενος από τον Σκοτεινό Ήλιο, ο οποίος, όμως, δεν ήταν ακόμα ορατός, αλλά, και να ήταν, δεν θα πρόσφερε κανέναν σπουδαίο φωτισμό στη διάσταση της Αρβήντλια. Το φως του ήταν χαμηλό και ασθενικό, ασθενικότερο από των φεγγαριών· και, όταν η Αρβήντλια διάνυε τη χρονική περίοδο αμέσως μετά τις Σκιερές Ημέρες, που εκείνος ξεπρόβαλλε πρώτος από την Ανατολή και ο Φωτεινός Ήλιος ακολουθούσε, η εμφάνισή του δεν θεωρείτο πως έφερνε την ημέρα· για την ακρίβεια, πολλοί θεωρούσαν ότι, τότε, το σκοτάδι ήταν πιο βαθύ κι από της βαθύτερης νύχτας, και το αρρωστιάρικο, ασθενικό φως ήταν διαβολικό και ικανό να καλέσει δαίμονες από τις ερήμους οι οποίοι καταβρόχθιζαν ψυχές και βίαζαν γυναίκες στον ύπνο τους.

Σήμερα, όμως, ούτε οι πιο προληπτικοί δε χρειαζόταν ν’ανησυχούν για την ψυχή τους ή για τα ερωτικά όνειρα που πιθανώς να είχαν δει τη νύχτα· γιατί σήμερα ο Φωτεινός Ήλιος προηγείτο, τυλίγοντας με τη λαμπρότητά του την Αρβήντλια, στέλνοντας τις χρυσαφιές του ακτίνες να χορέψουν στους ξερούς βράχους των βουνών, να γλιστρήσουν παιχνιδιάρικα επάνω στις άμμους των ερήμων, να τρεμοπαίξουν στα ρηχά (σε σύγκριση πάντα μ’αυτά των θαλασσών άλλων διαστάσεων) νερά του Υδάτων Τόπου, να εισβάλουν σε καταυλισμούς και χωριά, μέσα σε σκηνές και σπίτια, μπαίνοντας από χαραμάδες κι από ανοιχτά παράθυρα και πόρτες, κλέφτες που κανείς δεν δυνόταν να εμποδίσει το πέρασμά τους, ούτε γηγενείς φρουροί ούτε Παντοκρατορικοί.

Στην Ελρείσβα, οι ηλιακές ακτίνες πλημμύρισαν τους δρόμους με φως, και το ίδιο και το Μέγαρο του Θρόνου, εκτός από τα σκοτεινότερά του σημεία, εκεί όπου τα πάντα ήταν αμπαρωμένα και σφαλισμένα, ώστε να μην περνά η παραμικρή αχτίδα.

Μια έντονη δέσμη πρωινού φωτός χτύπησε κι ένα παράθυρο του Μεγάρου που ήταν κλειστό αλλά τα παντζούρια του σχημάτιζαν μια χαραμάδα ανάμεσά τους, κι απ’αυτή τη χαραμάδα το φως μπήκε, σαν μακριά, θεϊκή λεπίδα, φωτίζοντας το ημίγυμνο σώμα μιας γυναίκας, που ήταν ξαπλωμένη μπρούμυτα σ’ένα μεγάλο κρεβάτι. Το δέρμα της δεν ήταν άσπρο όπως των Λευκών που κατοικούσαν στην Ελρείσβα· ήταν άσπρο με απόχρωση του ροζ, αλλά αρκετά ψημένο από τον ήλιο –κάτι που, παραδόξως, δε συνέβαινε στους γηγενείς: το κατάλευκό τους δέρμα πάντοτε έμενε σαν μάρμαρο, σαν ελεφαντοστό· ο ήλιος δεν τους μαύριζε (εκτός από τους Μελανούς, φυσικά, που ήταν ήδη κατάμαυροι σαν κάρβουνο). Τα μαλλιά της γυναίκας ήταν μακριά και ξανθά, κι έπεφταν, λυτά και ανακατεμένα, στους ώμους της.

Το φως ενόχλησε τα μάτια της, κι εκείνη βλεφάρισε· τεντώθηκε, βγάζοντας ένα μακρόσυρτο Μμμμμμμ, και άπλωσε το χέρι της πλάι… δε βρήκε, όμως, αυτό που έψαχνε. Ο νυχτερινός εραστής της είχε ήδη σηκωθεί.

Η Αλντάρνη παραξενεύτηκε. Πού είχε να πάει, πρωί-πρωί; αναρωτήθηκε. Και μετά: Είσαι χαζή! μάλωσε τον εαυτό της, πικαρισμένη. Τίποτα δεν πήρες χαμπάρι! Επιτρεπόταν η Παντοκρατορική Αρχικατάσκοπος να μην καταλαβαίνει πότε έφευγε από δίπλα της ένας άντρας που βρισκόταν εκεί όλη νύχτα; Κανονικά, όχι, πίστευε η Αλντάρνη. Και, γυρίζοντας ανάσκελα, ανασηκώθηκε, στηριζόμενη στους αγκώνες.

Παρατήρησε μια σκιερή μορφή μπροστά στον ψηλό καθρέφτη του δωματίου.

Τελικά, δεν είχε πάει μακριά… Έμοιαζε να ετοιμάζεται για κάπου. Ντυνόταν.

«Καλημέρα,» της είπε, χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει. Ξαφνιάζοντάς την.

Πρέπει να την είχε δει από τον καθρέφτη. Και ήταν εκνευριστικό έτσι όπως την αιφνιδίαζε, πρώτα με το γεγονός ότι σηκώθηκε δίχως εκείνη να τον αντιληφτεί, και τώρα με το γεγονός ότι την πρόσεξε να ξυπνά ενώ, συγχρόνως, ήταν απασχολημένος με το να ετοιμάζεται. Ναι, ήταν εκνευριστικό, αλλά, επίσης, την ενθουσίαζε μ’έναν παράξενο, ερωτικό τρόπο. Η Αλντάρνη είχε μάθει να παρατηρεί τα πάντα, να προσπαθεί να προβλέπει όσο το δυνατόν περισσότερα, και τίποτα να μην την ξαφνιάζει. Αλλά ο Άνσελμος, χωρίς να κάνει κάτι το ιδιαίτερο, μπορούσε να ξεγλιστρά από τον έλεγχό της, σα να μην ήταν παρά απόλυτα φυσιολογικό για εκείνον, όπως περπατούσε και όπως ανέπνεε. Μόνο όταν τον είχε παγιδευμένο ανάμεσα στα πόδια της νόμιζε ότι μπορούσε να τον ελέγξει. Κι αυτό την ενθουσίαζε ακόμα περισσότερο· έκανε τους οργασμούς της μνημειώδεις, τον έναν μετά τον άλλο.

«Νωρίς σηκώθηκες,» είπε η Αλντάρνη.

«Ναι. Πρέπει να είμαι στην Αίθουσα του Θρόνου, σύντομα.»

Η Αλντάρνη συνοφρυώθηκε. «Για ποιο λόγο;»

Ο Άνσελμος τελείωσε με το θηλύκωμα των κουμπιών του πουκαμίσου του και στράφηκε να την κοιτάξει. «Για τη συζήτηση του Επόπτη μας με τον Βασιληά και τον Πρωτοσπαθάριο, φυσικά.»

«Θα πάει ο Ευρύμαχος τόσο νωρίς;»

«Δε νομίζω να το καθυστερήσει. Είναι άνθρωπος… εμ… ταχύς στις ενέργειές του. Σ’αντίθεση μ’εμένα.

»Παρεμπιπτόντως,» πρόσθεσε, βαδίζοντας προς το κρεβάτι, «σκεφτόμουν εκείνο που είπε. Κατά καιρούς, έχει κάποιες καλές ιδέες, ξέρεις…»

Η Αλντάρνη, ωθώντας το σώμα της με τους αγκώνες, γλίστρησε επάνω στο στρώμα, φέρνοντας τον εαυτό της στην κάτω άκρη του κρεβατιού, μπροστά από την οποία τώρα στεκόταν ο Άνσελμος. «Και ποια ήταν η καλή του ιδέα, αυτή τη φορά;»

«Το γεγονός ότι αναρωτήθηκε για τον λόγο της επίθεσης των Μελανών κατά των Τουρβάλκλι, την ημέρα της Εορτής της Εμφανίσεως· και το γεγονός ότι σου ζήτησε να μάθεις αυτόν τον λόγο.»

Η Αλντάρνη, καθισμένη στην άκρη του κρεβατιού και ντυμένη μόνο με το μεσοφόρι της και τίποτε άλλο, ύψωσε το δεξί φρύδι. «Πιστεύεις ότι θα είναι κάτι σημαντικό;»

«Δεν αποκλείεται. Είναι, πράγματι, πολύ περίεργο που τόσες φυλές Μελανών ενώθηκαν, προκειμένου να επιτεθούν σε μία και μόνο φυλή Λευκών· και, μάλιστα, την ημέρα που γνώριζαν ότι οι Τουρβάλκλι θα είναι άπαντες συγκεντρωμένοι σ’ένα συγκεκριμένο μέρος… Εν ολίγοις, οι Μελανοί είχαν, εκ των προτέρων, σχεδιάσει γενοκτονία. Σκέψου το, Αλντάρνη· δεν είναι… εεε… αξιοσημείωτο;»

Η Αλντάρνη ανασήκωσε τους ώμους. «Είπα εγώ πως δεν είναι;» αποκρίθηκε. «Μέχρι στιγμής, όλο εσύ μιλάς,» πρόσθεσε, με σοβαρό τόνο στη φωνή της αλλά με έκδηλη διάθεση να τον πειράξει.

Ο Άνσελμος φάνηκε να το αγνοεί αυτό. «Να δώσεις… ιδιαίτερη σημασία στην εύρεση της αιτίας για την επίθεση. Πρέπει να μάθουμε.»

Τι προσπαθούσε τώρα να κάνει; Να της μάθει τη δουλειά της; «Ξέρω τη δουλειά μου,» του αποκρίθηκε.

«Καλώς· δεν ισχυρίστηκα το αντίθετο. Θέλησα μόνο να σου επιστήσω την προσοχή–»

«Τα κατάφερες.»

«Μην είσαι τόσο… εμ… ετοιμοπόλεμη,» της είπε, και έσκυψε, για να φιλήσει τα χείλη της, βάζοντας το χέρι του κάτω απ’το σαγόνι της.

Η Αλντάρνη δεν αντιστάθηκε.

Μετά, είπε: «Μείνε.»

«Πρέπει να πάω στην Αίθουσα του Θρόνου, όπως σου εί–»

«Κανείς δε θα είναι εκεί–»

«Τότε, θα είμαι ο πρώτος– Τι κάνεις;»

Η Αλντάρνη είχε τυλίξει τα πόδια της γύρω απ’τη μέση του, καθώς εκείνος ακόμα στεκόταν μπροστά από το πέρας του κρεβατιού. Γέλασε. «Είπα, μείνε!»

Ο Άνσελμος δεν έμοιαζε το ίδιο εύθυμος μ’εκείνη. «Θα έχουμε ώρα αργότερα,» είπε. «Πρέπει να πηγαίνω.» Προσπάθησε να ξεμπλέξει από τα πόδια της και ν’απομακρυνθεί.

Η Αλντάρνη τα τύλιξε πιο επίμονα γύρω του, σχεδόν βίαια, και νόμισε πως άκουσε ένα ελαφρύ κρακ από τη ράχη του. Τα μάτια της είχαν εστιαστεί στη μπροστινή μεριά του παντελονιού του, όπου σχηματιζόταν ένας υφασμάτινος λοφίσκος. Τα χέρια της πήγαν στο φερμουάρ. Ο Άνσελμος έπιασε τους καρπούς της.

«Αλντάρνη…!»

«Γιατί λες ψέματα; Αφού βλέπω ότι δε θες να φύγεις –όχι αμέσως, τουλάχιστον.» Τα δάχτυλά της χάιδεψαν τη στύση του.

«…Δεν καταλαβαίνεις ότι πρέπει να πάω–;» άρχισε, αλλά η φωνή του ήταν πιο αδύναμη τώρα.

«Υπερβάλλεις απλώς. Κι επιπλέον,» πρόσθεσε η Αλντάρνη, μειδιώντας λοξά, «δε θ’αργήσουμε· το υπόσχομαι. Δεν πρόκειται να φύγεις αλλιώς· είναι η μόνη επιλογή που έχεις.»

«Μην κάνεις παιχνίδια…»

«Μιλάω σοβαρά.» Τα πόδια της τυλίχτηκαν πάλι δυνατά γύρω απ’τη μέση του. Την έφτιαχνε τόσο, να τον κρατά έτσι εκεί… Αν ο Άνσελμος μπορούσε να δει ανάμεσα στους μηρούς της –που, μάλλον, μπορούσε στο σημείο όπου στεκόταν–, αναμφίβολα, θα το διέκρινε αυτό. Ήταν κάθυγρη.

Ελευθέρωσε τους καρπούς της, και η Αλντάρνη γέλασε, λέγοντάς του: «Λογικεύεσαι τώρα!…» Τράβηξε κάτω το φερμουάρ του και το παντελόνι του.

Ο Άνσελμος έσκυψε από πάνω της, σηκώνοντας το μεσοφόρι της και πιάνοντας το αριστερό της στήθος, ενώ τα δάχτυλα του άλλου του χεριού πλέκονταν με τα δάχτυλα του δεξιού της χεριού. «Έφτασα σ’ένα πολύ κρίσιμο συμπέρασμα σήμερα,» της είπε, καθώς τα σώματά τους γίνονταν ένα.

«Τι συμπέρασμα;» ρώτησε η Αλντάρνη, μη μπορώντας (και μη θέλοντας) να απομακρύνει μια χροιά ερωτικής ευχαρίστησης από τη φωνή της.

«Τα φιλιά είναι επικίνδυνα, τα ξημερώματα.»

Η Αλντάρνη γέλασε. «Δεν ήταν το φιλί.»

«Τι ήταν, τότε;»

«Δε θα σου πω.»

Και δεν ήξερε ακριβώς.

*

Στην Αίθουσα του Θρόνου παρουσιάστηκε πρώτος ο Πρωτοσπαθάριος Κάραγγελ, ντυμένος με δέρμα και έχοντας στους ώμους του ριγμένο τον λευκό του μανδύα, όπου υπήρχαν ραμμένα το σύμβολο της (βλάσφημα δολοφονημένης πλέον) φυλής του και το σύμβολο του Θρόνου της Ελρείσβα. Στην πλάτη του ήταν περασμένο το μακρύ, πλατυλέπιδο σπαθί του.

Ο Πρωτοσπαθάριος είχε σκοτεινή όψη στο πρόσωπό του· δολοφονική όψη, θα έλεγαν ορισμένοι απ’τους φρουρούς –Παντοκρατορικοί και γηγενείς– που τον είδαν. Προχώρησε αργά μέσα στην άδεια αίθουσα, με τα βήματα των μποτοφορεμένων του ποδιών ν’αντηχούν. Έφτασε σ’ένα από τα πέτρινα καθίσματα γύρω από τον Θρόνο και κάθισε, βαριά, ακουμπώντας τους αγκώνες του στα γόνατά του. Και περιμένοντας.

Η όψη του δεν καλυτέρευσε.

Δεύτερος ήρθε ο Βασιληάς Ίρσολμπελ, με τα ξανθά μούσια και μαλλιά του καλοχτενισμένα, και ντυμένος πλούσια, όπως άρμοζε σ’έναν άνθρωπο του αξιώματός του. Κοιτάζοντας τον Πρωτοσπαθάριο, συμπέρανε πως δε θα είχε νόημα να τον καλημερίσει, αφού ούτε εκείνος φάνηκε πρόθυμος να το κάνει· μονάχα τον ατένιζε μ’ένα βλέμμα που έβαζε τον Βασιληά σε δυσοίωνες υποψίες, ότι μπορεί ο Κάραγγελ να είχε χάσει τα λογικά του. Έτσι, ο Ίρσολμπελ ανέβηκε τα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στον Θρόνο από πανάκριβο, γυαλιστερό ξύλο και κάθισε. Περιμένοντας κι αυτός.

Περιμένοντας τον Παντοκρατορικό Επόπτη να παρουσιαστεί.

Επόμενος, όμως, ήρθε ο Παντοκρατορικός Πρέσβης Άνσελμος, καλοντυμένος και καλοχτενισμένος, αλλά με κάτι το βιαστικό στον βηματισμό του. Κοίταξε ολόγυρα και, μετά, το βλέμμα του εστιάστηκε στον Βασιληά. «Καλημέρα σας, Μεγαλειότατε,» είπε.

«Καλημέρα, Πρέσβη,» αποκρίθηκε ο Ίρσολμπελ.

«Καλημέρα, Υψηλότατε,» χαιρέτησε ο Άνσελμος τον Κάραγγελ.

Ο Πρωτοσπαθάριος τον αγνόησε.

Ο Πρέσβης αποφάσισε πως το συνετότερο θα ήταν να μην κάνει θέμα ετούτη τη μικρή παράληψη. Προχώρησε προς μια από τις πέτρινες θέσεις και κάθισε. Μόρφασε, δυσδιάκριτα, καθώς αισθάνθηκε τα γεννητικά του όργανα –που, πριν από κανένα πεντάλεπτο, περιβάλλονταν ακόμα από την ερωτική ζέση της Αλντάρνης– να ακουμπούν στην ψυχρή πέτρα του καθίσματος.

«Ο Επόπτης;» ρώτησε ο Βασιληάς Ίρσολμπελ.

«Δε θ’αργήσει να παρουσιαστεί, Μεγαλειότατε· είμαι βέβαιος,» απάντησε ο Άνσελμος.

Και πράγματι, μετά από λίγο, ο Παντοκρατορικός Επόπτης Ευρύμαχος κατέφτασε, ντυμένος με την επίσημη ενδυμασία του, την ενδυμασία που υποδήλωνε την εξουσία του επί της Αρβήντλια: έναν λευκό χιτώνα με χρυσό σιρίτι, κάτω από τον οποίο μπορούσε να φορά ό,τι ρούχα ήθελε, και πάνω από τον οποίο έπεφτε ένας άλικος μανδύας, που το σιρίτι του ήταν επίσης χρυσό και σχημάτιζε μαιάνδρους. Στο στέρνο του χιτώνα υπήρχαν τα εμβλήματα της Παντοκρατορίας και του Θρόνου της Ελρείσβα. Στο χέρι του, ο Επόπτης βαστούσε ένα μακρύ, μαύρο ραβδί, διακοσμημένο με χρυσάφι, άργυρο, και πολύτιμους λίθους, που γυάλιζαν στο πρωινό φως το οποίο γλιστρούσε μέσα στην αίθουσα.

Το δέρμα του Ευρύμαχου ήταν ολόλευκο, αλλά και ο Κάραγγελ και ο Ίρσολμπελ θα μπορούσαν εύκολα να αντιληφτούν ότι δεν ανήκε στη φυλή των Λευκών, ακόμα κι αν δεν το ήξεραν ήδη. Ήταν ένας ξένος, ένας εξωδιαστασιακός, παρά την ψευδαίσθηση που προκαλούσε η εμφάνισή του.

(Προσέχετε τις ψευδαισθήσεις, παιδιά μου, έλεγε ο παππούς του Κάραγγελ, τον οποίο οι δαιμονισμένοι Μελανοί είχαν δολοφονήσει μαζί με τους υπόλοιπους Τουρβάλκλι· μπορεί να αποδειχτούν πιο θανατηφόρες κι από τα δηλητηριασμένα βέλη.)

Τα μαλλιά του Ευρύμαχου ήταν πυρόξανθα και σγουρά, κι επάνω τους βρισκόταν τώρα ένα αργυρό διάδημα με λίθους. Το πρόσωπό του ήταν φρεσκοξυρισμένο, το βλέμμα του σοβαρό.

«Καλή σας ημέρα, κύριοι,» είπε, στεκόμενος αντίκρυ τους κι ακουμπώντας, ηχηρά, το ραβδί του στο πάτωμα.

Ο Βασιληάς της Ελρείσβα τού ανταπέδωσε την καλημέρα, καθώς και ο Άνσελμος. Ο Κάραγγελ έμεινε σιωπηλός κι ακίνητος, λες κι ήταν καμωμένος από πέτρα: το άγαλμα κάποιου αρχαίου πολεμιστή της ερήμου. Το βλέμμα του ήταν, επίσης, σκληρό σαν πέτρα.

«Υποθέτω, Υψηλότατε, γνωρίζετε πώς έχουν τα πράγματα…» είπε ο Ίρσολμπελ.

«Ασφαλώς,» αποκρίθηκε ο Ευρύμαχος. «Ο Άνσελμος με ενημέρωσε πλήρως, και οφείλω να ομολογήσω ότι αντιλαμβάνομαι το πρόβλημα που υφίσταται.» Βημάτισε μέσα στην αίθουσα, με μια συλλογισμένη όψη στο πρόσωπό του. Προσποιητά συλλογισμένη· εξάλλου, είχε ήδη σκεφτεί το θέμα: ήξερε ακριβώς τι να πει. «Ο Πρωτοσπαθάριος Κάραγγελ δικαιολογημένα αποζητά εκδίκηση, ύστερα από αυτό το τερατώδες έγκλημα κατά της φυλής του. Μιλάμε για γενοκτονία…» Κοίταξε τον Πρωτοσπαθάριο, και είδε τα μάτια του να γυαλίζουν, λες και ξαφνικά να είχαν φλογιστεί. «Εσείς, όμως, Βασιληά μου, είστε επίσης δικαιολογημένος να φοβάστε μια μεγάλη σύγκρουση με τους Μελανούς.» Ο Ευρύμαχος έστρεψε το βλέμμα του στον Ίρσολμπελ, παύοντας να βηματίζει. «Αναμφίβολα, αν επιτεθείτε τώρα σ’όλες τις φυλές των Μελανών που κατοικούν στον Κοράκου Τόπο, αυτό θα έχει συνέπειες… πάρα πολλές συνέπειες. Ας σκεφτούμε τι θα συμβεί με το εμπόριο της ενέργειας, κατά πρώτον–»

«Κάθε άνθρωπος της φυλής μου είναι νεκρός!» φώναξε ο Κάραγγελ, καθώς ορθωνόταν. «Άντρες, γυναίκες, παιδιά! Οι πάντες! Και συζητάμε εδώ για το εμπόριο ενέργειας;»

«Σε καταλαβαίνω, Πρωτοσπαθάριε,» του είπε ο Ευρύμαχος, ατενίζοντάς τον ευθέως. «Η οργή σου είναι αυτό που θα ονομάζαμε ‘δίκαιη οργή’, πιστεύω. Και είμαι πρόθυμος να σε βοηθήσω. Η Συμπαντική Παντοκρατορία είναι πρόθυμη να σε βοηθήσει.»

Ο Ίρσολμπελ φάνηκε να ανακουφίζεται.

Ο Κάραγγελ φάνηκε καχύποπτος· τα μάτια του στένεψαν. Τα λόγια της γυναίκας του, της Ταράλβι, είχαν έρθει στο νου του. Οι Παντοκρατορικοί δεν ήταν άξιοι εμπιστοσύνης.

«Ωστόσο, θα πρέπει να κάνετε κι εσείς κάτι για τη Συμπαντική Παντοκρατορία,» πρόσθεσε ο Ευρύμαχος. «Ως δείγμα καλής θέλησης προς την Παντοκράτειρα.»

Τώρα, και τα μάτια του Ίρσολμπελ στένεψαν.

Ο Άνσελμος παρατηρούσε τις αντιδράσεις τους δίχως να μιλά. Τα συμπεράσματα που θα έβγαζε από τούτη τη μικρή συγκέντρωση πίστευε ότι, σίγουρα, θα του φαίνονταν χρήσιμα για μελλοντικούς σχεδιασμούς κινήσεων.

«Και τι επιθυμεί η Παντοκράτειρα;» ρώτησε ο Βασιληάς Ίρσολμπελ, αγγίζοντας τους βραχίονες του Θρόνου του και τεντώνοντας τον εαυτό του μπροστά, προς το μέρος του Επόπτη.

«Μια κάποια έκπτωση στην ενέργεια που της δίνετε, Μεγαλειότατε,» αποκρίθηκε ο Ευρύμαχος.

«Μα, οι τιμές είναι ήδη πολύ χαμηλές!» διαμαρτυρήθηκε ο Ίρσολμπελ, ενώ πρόσθετε νοερά: Εξευτελιστικά χαμηλές!

«Μεγαλειότατε,» είπε, σταθερά, ο Ευρύμαχος, «περιμένετε, πραγματικά, η Παντοκράτειρα να θυσιάσει στρατιώτες και άρματα μάχης εντελώς δωρεάν; Θα τολμούσε κανείς να πιστέψει πως ισχυρίζεστε, έστω και εμμέσως, ότι σας χρωστά κάποιου είδους χάρη…»

«Δεν ήθελα να πω αυτό, Επόπτη…»

«Επιπλέον, η έκπτωση δε θα κρατήσει για πάντα. Θα κρατήσει για… ένα ορισμένο χρονικό διάστημα, ανάλογα με το πόσος χρόνος θα χρειαστεί γι’αυτό τον πόλεμο εκδίκησης.

»Συμφωνείτε, λοιπόν, Βασιληά μου;»

Ο Ίρσολμπελ έσμιξε, νευρικά, τα χείλη του. «Θα προσπαθήσετε, όμως, να συντομέψετε τα πράγματα, υποθέτω, σωστά; Γνωρίζω πως έχετε τεχνικές πολέμου που προκαλούν μεγάλες καταστροφές.»

«Βεβαίως και θα κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε, Μεγαλειότατε.»

«Καλώς, τότε,» είπε ο Κάτοχος του Θρόνου της Ελρείσβα. «Είμαστε σύμφωνοι.»

«Χαίρομαι,» αποκρίθηκε ο Ευρύμαχος. «Προσφέροντας, όμως, στρατό, δεν εξυπηρετούμε μονάχα εσάς σ’αυτή την περίπτωση, Βασιληά μου. Εξυπηρετούμε και τον Πρωτοσπαθάριό σας.» Το βλέμμα του στράφηκε στον Κάραγγελ.

«Υπηρετώ τον Θρόνο της Ελρείσβα,» δήλωσε εκείνος, που ήταν ακόμα όρθιος, όπως κι ο Επόπτης.

«Το γνωρίζω αυτό, Πρωτοσπαθάριε,» είπε ο Ευρύμαχος. «Ωστόσο, κι εσύ θα πρέπει, μάλλον, να παραδεχτείς ότι ετούτη η υπόθεση είναι κάπως… προσωπικής φύσεως, δεν είναι;»Ύψωσε τα φρύδια του.

Ο Κάραγγελ έσμιξε τα δικά του φρύδια, οργισμένα. Αλλά αποκρίθηκε: «Πράγματι, είναι. Τι θέλετε, λοιπόν, από εμένα; Τι μπορώ εγώ να προσφέρω;»

«Επί του παρόντος, δεν έχω κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό μου. Όμως να έχεις υπόψη σου, Πρωτοσπαθάριε, ότι, από εδώ και στο εξής, χρωστάς στην Παντοκρατορία, και η Παντοκρατορία, αργά ή γρήγορα –πιθανότατα, γρήγορα–, θα σου ζητήσει κάποια υπηρεσία, την οποία δε θα δύνασαι να αρνηθείς. Είμαστε σύμφωνοι;»

Ο Κάραγγελ έβλεπε, καθαρά, ότι έπεφτε σε παγίδα· ή, αν όχι ακριβώς σε παγίδα, τότε έβλεπε ότι ήταν έτοιμος να «κάνει συμφωνία με τον Μόρμαμ», όπως έλεγαν στην Αρβήντλια, αναφερόμενοι στον Αρουραίο της Ερήμου, έναν ύπουλο, διαβολικό θεό. Η οργή του Κάραγγελ, όμως, ήταν μεγάλη εναντίον των Μελανών που είχαν κατασφάξει τους Τουρβάλκλι, και ήξερε ότι έπρεπε, οπωσδήποτε, να αποδοθεί δικαιοσύνη.

Έτσι, απάντησε στον Παντοκρατορικό Επόπτη: «Είμαστε σύμφωνοι.»

Η Ταράλβι δε θα το έβρισκε συνετό ετούτο· ήταν βέβαιος.

Ο Ευρύμαχος ένευσε. «Μπορούμε να ξεκινήσουμε τον πόλεμο, επομένως,» είπε, στρέφοντας το βλέμμα του στον Βασιληά Ίρσολμπελ.

•3•

Θα χρειαζόταν παραπάνω από μία ημέρα, προκειμένου να ετοιμαστούν και να συγκεντρωθούν οι βασικές δυνάμεις των Παντοκρατορικών που θα επιτίθονταν στις φυλές των Μελανών στον Κοράκου Τόπο. Κι αυτό επειδή ο Επόπτης Ευρύμαχος της Ελρείσβα έκρινε ότι οι δυνάμεις που βρίσκονταν εδώ, στην πόλη, δεν επαρκούσαν, επομένως έπρεπε να ζητηθεί βοήθεια τουλάχιστον και από την Επόπτρια Χάνρρα, της Νιργκέλβα. Του επιτρεπόταν να το κάνει αυτό, καθώς όλοι οι Παντοκρατορικοί Επόπτες της Αρβήντλια είχαν άδεια από την Παντοκράτειρα να μπορούν να απαιτήσουν ο ένας από τον άλλο έναν συγκεκριμένο αριθμό μαχητών και αρμάτων μάχης ως στρατιωτική αρωγή, σε περίπτωση πολέμου στις περιοχές τους. Και ο Ευρύμαχος θεωρούσε την περίπτωση που του είχε τύχει «περίπτωση πολέμου». Είχε βαλθεί να χτυπήσει ένα σωρό φυλές Μελανών!

Η Ελρείσβα βρισκόταν στο νότιο άκρο του Υδάτων Τόπου, ενώ η Νιργκέλβα στο βόρειο άκρο, και, για να πλεύσει ένα καράβι από τη μία πόλη στην άλλη, απαιτούνταν δώδεκα ώρες, αν το καράβι αυτό είχε ενεργειακές μηχανές. Αν το καράβι ήταν ιστιοφόρο ή κωπήλατο, χωρίς ενεργειακές μηχανές, τότε ο απαιτούμενος χρόνος για το ταξίδι θα ήταν, περίπου, δεκαπλάσιος. Ευτυχώς, ο Ευρύμαχος είχε στις διαταγές του ένα ενεργειακό πλοίο για να κάνει τη δουλειά· και ήταν αρκετά μεγάλο ώστε να φορτώσει τους στρατιώτες και τα άρματα που ήθελε από τη Νιργκέλβα και να τα φέρει στην Ελρείσβα.

Δε σκόπευε, όμως, να ζητήσει βοήθεια μόνο από τη Νιργκέλβα, γιατί ήταν βέβαιος πως η Επόπτρια Χάνρρα –μια στριφνή Φεηνάρκια, που δεν τον πολυσυμπαθούσε, και τα αισθήματα ήταν αμοιβαία– δε θα του πρόσφερε τίποτα παραπάνω από την ελάχιστη στρατιωτική αρωγή που η Παντοκρατορική Άδεια των Αρβήντλιων Εποπτών τής επέβαλλε να του προσφέρει. Αν, δε, αφιέρωνε χρόνο για να της εξηγήσει τον λόγο του πολέμου του εναντίον των Μελανών του Κοράκου Τόπου, ήταν βέβαιος πως εκείνη, όχι μόνο θα τον κατέκρινε και θα διαφωνούσε μαζί του, αλλά ίσως και να ερχόταν σε επαφή με τη Ρελκάμνια, την Ατέρμονη Πολιτεία, την έδρα της ίδιας της Παντοκράτειρας, προκειμένου να ζητήσει να παρεμποδίσουν το σχέδιό του, ως υπερφίαλο και υπερβολικά παράτολμο. Επομένως, ο Ευρύμαχος έκρινε ότι καλύτερα ήταν να μην έχει πολλά-πολλά μ’αυτή τη σκύλα· όχι περισσότερα απ’ό,τι του ήταν απαραίτητο, τουλάχιστον. Κι έτσι, θα ζητούσε επιπλέον στρατιωτική αρωγή από δύο άλλες διαστάσεις: τη Σεργήλη και τη Σάρντλι. Θα έστελνε δύο ειδικά κατασκευασμένα οχήματα στη δίοδο που οδηγούσε στη Διάσταση του Φωτός (η οποία βρισκόταν περίπου τριακόσια-εξήντα χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Ελρείσβα, διασχίζοντας τον Θυέλλης Τόπο), ώστε αυτά, περνώντας από την εν λόγω ακατοίκητη διάσταση, να φτάσουν το ένα στη Σεργήλη και το άλλο στη Σάρντλι.

Οι δυνάμεις που θα έρχονταν από εκεί δεν πίστευε ότι θα έφταναν στην Ελρείσβα μέσα σε δύο ημέρες, αλλά, τουλάχιστον, μέσα σε δύο ημέρες θα είχε τις δυνάμεις από τη Νιργκέλβα και θα μπορούσε να αρχίσει τις πρώτες επιθέσεις στον Κοράκου Τόπο…

Εν τω μεταξύ, ο Βασιληάς Ίρσολμπελ είχε προστάξει τον Στρατάρχη της Ελρείσβα –έναν άντρα μετρίου αναστήματος με πονηρό βλέμμα, ο οποίος ονομαζόταν Άλφερκεμ και είχε το παρωνύμιο «ο Λύκος της Ερήμου»– να συγκεντρώσει τους Λευκούς μαχητές της πόλης και να τους ετοιμάσει για τον επερχόμενο πόλεμο.

Ο Πρωτοσπαθάριος Κάραγγελ κανόνισε να σταλούν έφιπποι μαντατοφόροι σε πολλές από τις φυλές των Λευκών που κατοικούσαν στον Θυέλλης Τόπο, ώστε να ειδοποιηθούν για το τι συνέβαινε, καθώς επίσης και για τους λόγους που συνέβαινε ό,τι συνέβαινε. Ο Κάραγγελ ήλπιζε ότι, έτσι, θα είχε την υποστήριξη κάμποσων από αυτές τις φυλές, οι οποίες, αναμφίβολα, θα έβλεπαν το έγκλημα που είχε διαπραχθεί εναντίον των Τουρβάλκλι και θα κατανοούσαν την ανάγκη να αποδοθεί δικαιοσύνη με σκληρό και άμεσο τρόπο. Οι Μελανοί είχαν, γι’ακόμα μια φορά μέσα στους αιώνες, προβεί σε πράξεις ανήθικες και αποτρόπαιες, και έπρεπε, επομένως, να τιμωρηθούν! Οι Λευκοί δε θα ανέχονταν τη γενοκτονία καμίας φυλής τους!

*

Όταν ο Κάραγγελ είχε δώσει τις τυλιγμένες περγαμηνές –τα μηνύματα που είχε ετοιμάσει– σ’έναν υπηρέτη, ώστε να τα μεταφέρει στους μαντατοφόρους που θα ταξίδευαν στον Θυέλλης Τόπο, η Ταράλβι είπε: «Ο Επόπτης συμφώνησε πολύ εύκολα, νομίζω, και πολύ γρήγορα… Δε μου αρέσει.» Ήταν καθισμένη σ’ένα μπαλκόνι των διαμερισμάτων του Πρωτοσπαθάριου, επάνω σ’ένα στρογγυλό πέτρινο κάθισμα. Τα πόδια της ήταν σταυρωμένα στον αστράγαλο, οκλαδόν, και οι παλάμες των χεριών της ακουμπούσαν στα γόνατά της. Το βλέμμα της ήταν στραμμένο προς τον Βορρά, προς την ατελείωτη θάλασσα που ονομαζόταν Υδάτων Τόπος και στα πλοία που έπλεαν στα νερά της, εδώ, τόσο κοντά στην Ελρείσβα. Τα μακριά, ξανθά, σγουρά μαλλιά της Ταράλβι αναδεύονταν ανάλαφρα στον αδύναμο, ξερό, καυτό αγέρα της Αρβήντλια. Ήταν ντυμένη μ’ένα ελαφρύ, ασημόχρωμο, μεταξωτό φόρεμα που, πέφτοντας γύρω της, έμοιαζε να τυλίγει και το πέτρινο κάθισμα όπου η Ταράλβι καθόταν.

Ο Κάραγγελ, που βρισκόταν στο εσωτερικό των διαμερισμάτων του, ίσα που την άκουσε να μιλά, και ζύγωσε την πόρτα του μπαλκονιού, για να την ατενίσει.

Η Ταράλβι τον αντιλήφτηκε να έρχεται, αλλά δε γύρισε το πρόσωπό της προς το μέρος του.

«Μα,» είπε ο Κάραγγελ, «εσύ δε μου έλεγες, χτες, ότι καλύτερα να αφήσουμε τους Παντοκρατορικούς να πολεμήσουν για εμάς; Ε, λοιπόν, αποφάσισαν να το κάνουν, απ’ό,τι φαίνεται!»

«Ακριβώς,» αποκρίθηκε η Ταράλβι. «Πράγμα το οποίο είναι περίεργο. Ποιος ο λόγος να κάνουν κάτι που δεν τους συμφέρει και τόσο;»

Ο Κάραγγελ γρύλισε πίσω απ’τα δόντια του και βημάτισε πάνω στο μπαλκόνι, για να σταθεί κοντά στην κουπαστή και ν’αντικρίσει το πρόσωπο της συζύγου του. «Είσαι μυστήρια γυναίκα!» της είπε. «Όπως και οι περισσότερες γυναίκες. Αλλά εσύ είσαι περισσότερο μυστήρια από τις περισσότερες!»

Η Ταράλβι μειδίασε, αχνά. «Δε σε καταλαβαίνω, αγάπη μου.»

«Χτες, μου έλεγες ότι μας συμφέρει να μας βοηθήσουν οι Παντοκρατορικοί, και τώρα που μας βοηθάνε, δείχνεις να το θεωρείς ύποπτο!»

«Φυσικά και το θεωρώ ύποπτο,» είπε η Ταράλβι, ήρεμα, «γιατί δεν υπάρχει κανένας ουσιαστικός λόγος να μας κάνουν ένα τέτοιο δώρο. Η συμφωνία του Επόπτη με τον θείο μου και μ’εσένα δε νομίζω ότι δικαιολογεί έναν πόλεμο.» Ανασήκωσε τους ώμους της, κάνοντας το μεταξωτό της φόρεμα ν’αστράψει στον πρωινό ήλιο. «Εντάξει, θα υπάρξει κάποια μείωση στην τιμή της ενέργειας, για ένα μικρό χρονικό διάστημα. Και λοιπόν; Δεν είναι αυτό τόσο σπουδαίο ώστε να απασχολεί άμεσα τη Συμπαντική Παντοκρατορία. Ούτε, βέβαια, είναι τόσο σπουδαίο το γεγονός ότι εσύ θα τους χρωστάς μια χάρη, αγάπη μου. Είσαι, ουσιαστικά, ένα τίποτα γι’αυτούς τους ανθρώπους, που ενδιαφέρονται να ελέγχουν διαστάσεις ολόκληρες. Με το συμπάθιο, αγάπη μου, και μ’όλη την εκτίμηση που ξέρεις ότι σου τρέφω.»

Ο Κάραγγελ είχε σταυρώσει τα χέρια του εμπρός του, ατενίζοντάς την αμίλητα. Και ούτε τώρα μίλησε για να πει το παραμικρό. Η όψη του ήταν σκοτεινή, όπως ο ουρανός τις Σκιερές Ημέρες.

Η Ταράλβι έπλεξε τα δάχτυλά της, κοιτάζοντάς τον καρτερικά. «Είσαι θυμωμένος μαζί μου, αγάπη μου;»

Ο Κάραγγελ κούνησε το κεφάλι. «Όχι.»

«Τι είναι, τότε;»

«Με τρομάζεις, ορισμένες φορές.»

«Όπως τώρα;»

«Ναι.»

«Δεν το έκανα επίτηδες,» τον διαβεβαίωσε η Ταράλβι.

«Το ξέρω,» είπε ο Κάραγγελ. Και ρώτησε: «Τι νομίζεις, λοιπόν, ότι πρέπει να κάνουμε;»

«Τίποτα απολύτως. Το ζητούμενο είναι να παρατηρούμε, για να μάθουμε τι σκοπεύουν να κάνουν οι Παντοκρατορικοί

*

Ο Παντοκρατορικός Πρέσβης Άνσελμος στεκόταν σε μια από τις πέτρινες αποβάθρες του λιμανιού της Ελρείσβα και έβλεπε το σκάφος να απομακρύνεται, πλέοντας επάνω στα γαλαζοπράσινα νερά της θάλασσας και κατευθυνόμενο βόρεια με προορισμό τη Νιργκέλβα. Το πλοίο ήταν μεγάλο, και χωρούσε αρκετούς στρατιώτες και άρματα μάχης. Οι γιγάντιες προπέλες του φαίνονταν να αναταράζουν το νερό και να κάνουν αφρούς να σηκώνονται. Η καρίνα του δεν ήταν βαθιά, ήταν περίπου όπως αυτή των ποταμόπλοιων, γιατί ο Υδάτων Τόπος, παρότι εντυπωσιακός για τη γενικότερα άνυδρη Αρβήντλια, δεν ξεπερνούσε σε βάθος τους μεγάλους ποταμούς άλλων διαστάσεων. Στο εσωτερικό του πλοίου, στα σπλάχνα του, βρίσκονταν δύο μάγοι, οι οποίοι, χρησιμοποιώντας τη Μαγγανεία Κινήσεως, ρύθμιζαν την ενεργειακή ροή του σκάφους. Η ενέργεια προερχόταν από ενεργειακές φιάλες, που εδώ, στην Αρβήντλια, απαιτούνταν πολύ περισσότερες απ’ό,τι σε άλλες διαστάσεις, καθώς ο ρυθμός ενεργειακής κατανάλωσης ήταν μεγάλος για όλα τα μηχανήματα, εκτός από εξαιρέσεις· και οι Παντοκρατορικοί επιστήμονες δεν είχαν καταφέρει να κάνουν τίποτα αξιοσημείωτες προόδους, ώστε να τον μειώσουν, ενώ οι μάγοι που ανήκαν στο τάγμα των Ερευνητών ισχυρίζονταν ότι δε χρειαζόταν καν να προσπαθούν, αφού δεν πρόκειται ποτέ να γινόταν κάτι ουσιαστικό: η κάθε διάσταση ακολουθούσε τους δικούς της νόμους, και αυτοί οι νόμοι δεν ήταν εύκολο –ή, μάλλον, ήταν αδύνατον– να αλλοιωθούν ή να παρακαμφθούν.

Ο Άνσελμος δεν απασχολούσε, όμως, το νου του με τέτοια… συμπαντικά θέματα. Η μελέτη της φύσης των διαστάσεων ήταν για άλλους, όχι για εκείνον. Εκείνος προτιμούσε να ασχολείται με πιο άμεσα προβλήματα, τα οποία, κατά κανόνα, σχετίζονταν με την πολιτική. Εξάλλου, τι να τις κάνεις τις μηχανές και την ενέργεια και την έρευνα του σύμπαντος και την ανακάλυψη καινούργιων χρήσιμων ξορκιών και μαγγανειών, όταν δεν μπορείς να ελιχθείς με τρόπο ορθό μέσα στα κοινωνικά συστήματα που η ανθρωπότητα έχει –ακούσια, συνήθως· χωρίς καμία μελέτη, κανέναν σχεδιασμό· τελείως χαοτικά και ανεξέλεγκτα– δημιουργήσει σε τόσες διαστάσεις του σύμπαντος;

Πολιτική… Δυσκολότερη από τη μηχανική, πιο μπερδεμένη από τις διόδους των διαστάσεων, πιο δυσνόητη από τους κώδικες διαφόρων συστημάτων, πιο επικίνδυνη από τη μαγεία, πιο δυσέλεγκτη από κάθε μορφή ενέργειας…

Ευελπιστώ η τακτική μας να λειτουργήσει, σκεφτόταν ο Άνσελμος, αναλογιζόμενος τι ήθελαν πραγματικά να επιτύχουν με τούτο τον πόλεμο κατά των Μελανών του Κοράκου Τόπου. Αυτή η βάση των επαναστατών πρέπει να βρεθεί και να διαλυθεί, διότι, μελλοντικά, πιθανώς να μας προκαλέσει περισσότερα προβλήματα. Πολύ περισσότερα από μερικά οχήματα που περνούν στη Διάσταση του Φωτός… Η Αρβήντλια, πίστευε ο Άνσελμος, ήταν ιδανική για να στήσουν οι αποστάτες οποιαδήποτε σκοτεινή πλεκτάνη κατά της Παντοκράτειρας. Η φύση της διάστασης ενδεικνυόταν–

«Πρέσβη…»

Ο Άνσελμος στράφηκε και την αντίκρισε να στέκεται πίσω του. Ψηλή, κατάλευκη, με μακριά, μαύρα μαλλιά και μυστηριώδη, μαύρα μάτια, που μπορούσαν, όμως, να γυαλίσουν και με τρόπο σαγηνευτικό. Η Αρχιέρεια της Κρωμβέλης, που ο περισσότερος κόσμος δεν ήξερε το όνομά της –ήξερε μονάχα το ιερατικό της αξίωμα–, αλλά στον Άνσελμο είχε πει ότι την έλεγαν Βενάρδα: σημάδι ότι του έδινε αξία ανάμεσα στους άλλους· σημάδι ότι τον εκτιμούσε ιδιαίτερα· σημάδι ότι τον τιμούσε.

Ήταν ντυμένη με τα ιερατικά της ράσα, και επάνω στα μαύρα της μαλλιά φορούσε ένα αργυρόχρωμο δίχτυ που γυάλιζε. Στα πόδια της δένονταν μαλακά, δερμάτινα σανδάλια, τα οποία δεν έκαναν τον παραμικρό θόρυβο επάνω στην πέτρινη αποβάθρα, κι έτσι ο Άνσελμος δεν την είχε ακούσει να ζυγώνει.

Χαμογέλασε, συγκρατημένα. «Βενάρδα.» Πίστευε ότι μπορούσε πλέον να την αποκαλεί με το όνομά της· πίστευε ότι είχε αναπτυχθεί αρκετή οικειότητα ανάμεσά τους.

Και πράγματι, η Αρχιέρεια δε φάνηκε να ενοχλείται στο ελάχιστο. Ωστόσο, ήταν φανερά προβληματισμένη, εξαιτίας άλλου θέματος. «Έχουμε πόλεμο…» είπε.

«Δεν έχει αρχίσει ακόμα,» αποκρίθηκε, σοβαρά, ο Άνσελμος, «αλλά, ναι, σύντομα θα έχουμε πόλεμο με τους Μελανούς του Κοράκου Τόπου.»

«Ο Επόπτης αποφάσισε να βοηθήσει. Το έμαθα.»

«Προτιμότερη, ασφαλώς, θα ήταν μια διπλωματική λύση,» είπε ο Άνσελμος. «Αλλά δε νομίζω ότι η επιθυμία για εκδίκηση του Πρωτοσπαθάριου μάς αφήνει περιθώριο για διπλωματικές ενέργειες.»

«Μπορούσατε, όμως, να του αρνηθείτε τη βοήθειά σας,» αποκρίθηκε η Αρχιέρεια της Κρωμβέλης με ήπιο τόνο.

«Ο Ευρύμαχος θεώρησε ότι ήταν καλύτερα έτσι. Μοιάζει να είναι πολεμοχαρής, ορισμένες φορές, το ξέρω… Σου υπόσχομαι, όμως, Βενάρδα, πως θα κάνω ό,τι περνά απ’το χέρι μου για να χαθούν όσο το δυνατόν λιγότερες ζωές και να βρεθεί μια διπλωματική λύση.»

«Σ’ευχαριστώ…» ψιθύρισε η Αρχιέρεια, και, προς στιγμή, το χέρι της άγγιξε το δικό του· τα δάχτυλά της έσφιξαν τα δικά του· κι ύστερα, απομακρύνθηκαν, για να κρυφτούν πάλι μέσα στις πτυχές του ιερατικού της ράσου.

Δεν ήταν εραστές οι δυο τους, όχι ακόμα, αλλά ο Άνσελμος υπολόγιζε ότι δε θ’αργούσαν να γίνουν· και τότε, θα είχε πρόσβαση, ήλπιζε, στον Ναό της Κρωμβέλης, πράγμα καθόλου ασήμαντο.

Η Αρχιέρεια φαινόταν να τον συμπαθεί, και το γεγονός ότι τα συνηθισμένα έθιμα δεν τη δέσμευαν βόλευε τον Άνσελμο. Στην Αρβήντλια, έπαιρναν το ζευγάρωμα πολύ σοβαρά, και οι Λευκοί και οι Μελανοί. Προτού ζευγαρώσουν, προσπαθούσαν, μέσα από σχεδόν τελετουργικές ερωτήσεις, να μάθουν τα πάντα ο ένας για τον άλλο, τα προτερήματά του και τα ελαττώματά του. Αλλά, κυρίως, τα προτερήματα, γιατί αυτά ήταν που ήθελαν να διαιωνίσουν. Πίστευαν ότι, επιλέγοντας τους κατάλληλους συντρόφους, βελτίωναν τη φυλή τους και την κοινωνία τους. Εξέλισσαν το είδος τους. Όταν ένας άντρας ήθελε να κάνει παιδιά που θα ήταν καλοί ιχνηλάτες, επέλεγε να ζευγαρώσει με μια καλή ιχνηλάτρια. Όταν μια γυναίκα ήθελε να κάνει παιδιά που θα ήταν ικανοί ιππείς, επέλεγε να ζευγαρώσει με έναν ικανό ιππέα. Κι έτσι, ανάλογα με τις δυνατότητές τους, οι απόγονοι έβρισκαν τη θέση τους μέσα στην κοινωνία των Αρβήντλιων. Πράγμα που ίσχυε και για τους Μελανούς και για Λευκούς. Τα έθιμά τους ήταν απίστευτα όμοια, συνήθως, παρά την –επίσης απίστευτη– έχθρα ανάμεσά τους.

Οι ιέρειες της Κρωμβέλης, όμως, της θεάς των υπόγειων υδάτων της Αρβήντλια, της θεάς που πρόσφερε τη σπάνια ευλογία της όπου και όπως επιθυμούσε, δεν δεσμεύονταν από τα συνήθη έθιμα των κατοίκων της διάστασης, διότι υποτίθεται πως όφειλαν να προσηλώνονται στο λειτούργημά τους. Δεν ήταν η θέση τους να τεκνοποιούν, αλλά να καθοδηγούν, να μαντεύουν το θέλημα της θεάς, και να προσφέρουν την ευλογία της. Κατά συνέπεια, πιστευόταν πως ήταν παρθένες, πράγμα που ο Άνσελμος αμφέβαλλε από παλιά· και τώρα, ύστερα από κάποιες γενικότερες παρατηρήσεις του, καθώς και ύστερα από τη συναναστροφή του με την Αρχιέρεια, είχε συμπεράνει ότι αυτό, σίγουρα, δεν ίσχυε. Οι ιέρειες έπαιρναν εραστές και, μάλιστα, αρκετά συχνά. Τούτο, όμως, γινόταν κρυφά, χωρίς να κοινοποιείται. (Κι επιπλέον, αν κάποιος ισχυριζόταν πως είχε κοιμηθεί με μια ιέρεια της Κρωμβέλης, ποιος θα τον πίστευε; Απλώς, θα γελοιοποιείτο και, ακόμα χειρότερα, θα θεωρείτο βλάσφημος και απορριπτέος.) Ήταν ένα από τα μυριάδες μυστικά των Αρβήντλιων, ενός άκρως μυστικοπαθή λαού.

«Δεν έχω κάνει τίποτα ακόμα, Βενάρδα,» αποκρίθηκε ο Άνσελμος. «Θα μπορούσα, όμως, να σε ενημερώνω, τουλάχιστον, για τα δρώμενα του πολέμου, αν επιθυμείς. Μαθαίνω πολλά που δεν τα ξέρουν άλλοι.»

«Θα το ήθελα,» είπε η Αρχιέρεια της Κρωμβέλης. «Ελπίζω μονάχα να μη σε βάζω σε κόπο, Άνσελμε. Ή σε κίνδυνο…»

Ο Άνσελμος κούνησε το κεφάλι. «Όχι, δεν υπάρχει πρόβλημα. Και δεν είναι κόπος. Ωστόσο, θα πρέπει να γίνεται με κάποια… εμ… διακριτικότητα, όπως καταλαβαίνεις. Ο Επόπτης δεν υπάρχει λόγος να το γνωρίζει.»

Η Αρχιέρεια κατένευσε. «Ασφαλώς. Τούτο είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω. Δε θα σε εκθέσω.»

Ο Άνσελμος χαμογέλασε, γοητευτικά, και η Βενάρδα τού επέστρεψε το χαμόγελο.

Το πλοίο που ταξίδευε βόρεια είχε πλέον χαθεί στον ορίζοντα.

•4•

Ο Κάραγγελ προτιμούσε να ιππεύει άλογα απ’το να κάθεται στο εσωτερικό μεταλλικών ενεργοβόρων οχημάτων, όπως επίσης προτιμούσε να χτυπά τους εχθρούς του από κοντά, πρόσωπο με πρόσωπο, κατεβάζοντας το ξίφος του και τσακίζοντάς τους τα κρανία. Ο Παντοκρατορικός Επόπτης της Ελρείσβα, όμως, είχε διαφορετική άποψη για το θέμα· και, όταν είχαν έρθει οι δυνάμεις από τη Νιργκέλβα και ο Βασιληάς Ίρσολμπελ είχε συγκεντρώσει όλους τους συμβουλάτορές του στην Αίθουσα του Θρόνου, ο Ευρύμαχος είπε στον Πρωτοσπαθάριο με τελεσίδικο τόνο στη φωνή του:

«Τα πράγματα θα γίνουν όπως επιθυμώ εγώ, με γρήγορο και αποτελεσματικό τρόπο. Αποφάσισα να σας προσφέρω τη βοήθεια της Παντοκράτειρας, λειτουργώντας ως όπλο της, ως όργανό της, αλλά δεν πρόκειται να χάσω, άσκοπα, πολύτιμο χρόνο, ούτε πολεμιστές. Προτιμώ να χάσω ενέργεια–»

(Τη δική μας ενέργεια, μούγκρισε, νοερά, ο Κάραγγελ, ατενίζοντάς τον, καθώς κι οι δυο τους ήταν όρθιοι μπροστά από τα πέτρινά τους καθίσματα, όχι τη δική σου!)

«–και τίποτα περισσότερο. Οι στρατιώτες μας θα μεταφερθούν στους στόχους με φορτηγά, και θα επιτεθούμε με ενεργειακά όπλα, που θα διαλύσουν εύκολα το μεγαλύτερο μέρος των χωριών. Κατόπιν, οι πολεμιστές μας θα κάνουν έφοδο, ώστε να αποτελειώσουν ό,τι έχει απομείνει ακόμα όρθιο.»

Ο Κάραγγελ είχε ακούσει ότι, σε άλλες διαστάσεις, οι Παντοκρατορικοί χρησιμοποιούσαν, κυρίως, «πυροβόλα όπλα», όπως τα ονόμαζαν: δηλαδή, όπλα μακρινής απόστασης που εκτόξευαν σφαίρες μέσα από κυλίνδρους που λέγονταν «κάννες». Στην Αρβήντλια, όμως, αυτά τα όπλα –για κάποιον λόγο που ο Κάραγγελ δεν καταλάβαινε ακριβώς– δεν λειτουργούσαν, και οι Παντοκρατορικοί ήταν αναγκασμένοι να μάχονται με ξίφη και δόρατα και τόξα και βαλλίστρες, όπως οι Αρβήντλιοι. Εκτός από όταν θεωρούσαν ότι βιάζονταν. Τότε, χρησιμοποιούσαν τα ενεργειακά τους κανόνια, τα οποία εξαπέλυαν ακατέργαστη ενέργεια και προκαλούσαν τεράστιες καταστροφές. Η ενεργειακή κατανάλωση ήταν επίσης τεράστια, και για την ορθή λειτουργία του κανονιού χρειαζόταν μάγος· αλλά αυτά τα άκρως επικίνδυνα όπλα ήταν για περιπτώσεις ανάγκης.

Και ο Επόπτης Ευρύμαχος φαίνεται να θεωρούσε ετούτη την περίπτωση «περίπτωση ανάγκης».

Θέλει να τελειώνει στα γρήγορα, σκέφτηκε ο Κάραγγελ, σαν η εκδίκησή μου να είναι ασήμαντη. Έσφιξε τις γροθιές του, αλλά προτίμησε να μη φωνάξει· με συγκρατημένη φωνή, είπε: «Θέλω, όμως, οι Μελανοί να μάθουν γιατί πεθαίνουν! Θέλω να μάθουν ότι ετούτο αποτελεί ανταπόδοση για το έγκλημά τους κατά των Τουρβάλκλι! Θέλω να ξέρουν ότι πρόκειται για απόδοση δικαιοσύνης!»

Δεν μπορούσε να μείνει σιωπηλός, γιατί τόσοι άνθρωποι βρίσκονταν στην Αίθουσα του Θρόνου, κι αισθανόταν την ανάγκη –άσκοπα, ίσως– να τους τονίσει, γι’ακόμα μια φορά, τις προθέσεις του και τον λόγο της οργής του.

«Μπορείς, τότε, να βρεις έναν τρόπο για να τους… πληροφορήσεις,» του αποκρίθηκε ο Ευρύμαχος. «Δεν με ενοχλεί αυτό.» Ανασήκωσε τους ώμους του, αδιάφορα. Μη με σκοτίζεις με τα προσωπικά σου προβλήματα, έμοιαζε να λέει η κίνησή του· δεν έχω χρόνο για ανοησίες.

Και τότε μίλησε η Πριγκίπισσα Θυάλκνα, που βρισκόταν τρίτη στη σειρά διαδοχής για τον Θρόνο της Ελρείσβα: «Θα αφήνουμε κάθε φορά και κάποιον ζωντανό, Κάραγγελ. Θα του λέμε γιατί του χαρίσαμε τη ζωή και θα τον στέλνουμε να μεταφέρει το μήνυμά μας σε όσους περισσότερους από τους άλλους Μελανούς του Κοράκου Τόπου μπορεί.»

Τα δόντια του Κάραγγελ γυμνώθηκαν, καθώς ένα άγριο χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό του. «Ναι,» είπε. «Ακούγεται σωστό και δίκαιο, Πριγκίπισσά μου.»

Η Θυάλκνα, το τρίτο παιδί του Βασιληά Ίρσολμπελ, ήταν μια Λευκή γυναίκα μετρίου αναστήματος με καστανόξανθα μαλλιά, που ήταν δεμένα σε μια μακριά αλογοουρά πίσω απ’το κεφάλι της και ξεπερνούσαν τη μέση της σε μήκος. Το σώμα της ήταν γυμνασμένο, αλλά όχι χωρίς τη θηλυκή του γοητεία. Ήταν από τις αγριότερες πολεμίστριες που ο Κάραγγελ είχε ποτέ αντικρίσει· μαχόταν σαν στρόβιλος από ατσάλι και επικίνδυνες κλοτσιές, που τσάκιζαν μύτες, σαγόνια, λαιμούς, γεννητικά όργανα, γόνατα, και αστραγάλους. Αν δεν είχε παντρευτεί την Ταράλβι, ο Πρωτοσπαθάριος θα παντρευόταν τη Θυάλκνα (αν κι εκείνη, φυσικά, το επιθυμούσε). Οι απόγονοί τους, αναμφίβολα, θα συνέθλιβαν στρατούς στο πέρασμά τους.

Επί του παρόντος, η Πριγκίπισσα φορούσε πανοπλία από φολίδες λεοντόσαυρου, και, καθισμένη καθώς ήταν στο πέτρινο κάθισμά της, ακουμπούσε τα δαχτυλιδοφορεμένα χέρια της στη λαβή του ανεστραμμένου της σπαθιού, η αιχμή του οποίου στηριζόταν στο πάτωμα. Η Θυάλκνα θα πήγαινε μαζί με τις δυνάμεις των Παντοκρατορικών που θα επιτίθονταν στους Μελανούς του Κοράκου Τόπου· είχε ήδη αποφασιστεί από τον πατέρα της, κι εκείνη είχε πρόθυμα συμφωνήσει.

«Καλώς,» είπε ο Επόπτης Ευρύμαχος. «Αφού λύσαμε κι ετούτο το ζήτημα, υπάρχει κάτι άλλο που πιστεύετε ότι θα έπρεπε να συζητηθεί, προτού ξεκινήσει η εκστρατεία;»

«Ναι.»

Άπαντες στράφηκαν να κοιτάξουν τη γυναίκα που είχε μιλήσει. Την Αρχιέρεια της Κρωμβέλης.

«Σας ακούμε, Ιερότατη,» την προέτρεψε ο Ευρύμαχος, στηριζόμενος στο μακρύ ραβδί του αξιώματός του.

«Θα ήθελα να θέσω το εξής ερώτημα: Γνωρίζουμε ποιος είναι ο λόγος που τόσες φυλές Μελανών επιτέθηκαν στους Τουρβάλκλι, την ημέρα της Εορτής της Εμφανίσεως;»

«Ομολογώ πως, όχι, δεν τον γνωρίζουμε ακόμα, Ιερότατη,» αποκρίθηκε ο Ευρύμαχος. «Ή, τουλάχιστον, εγώ δεν τον γνωρίζω.» Έστρεψε το βλέμμα του στον Βασιληά Ίρσολμπελ, που καθόταν στον Θρόνο της Ελρείσβα, στο υπερυψωμένο επίπεδο.

Ο Ίρσολμπελ είπε: «Ούτε εγώ τον γνωρίζω, Υψηλότατε.» Και κοίταξε τον Κάραγγελ με ερωτηματικό βλέμμα. Γνώριζε εκείνος, μήπως;

Ο Πρωτοσπαθάριος αποκρίθηκε: «Δεν ξέρω, και δε νομίζω ότι οι Μελανοί χρειάζονται συγκεκριμένο λόγο για να διαπράξουν ένα τέτοιο έγκλημα. Είναι στη φύση τους, όπως όλοι μας πολύ καλά γνωρίζουμε.»

«Κανένα παρόμοιο συμβάν, όμως, δεν έχει υποπέσει στην αντίληψή μου, Πρωτοσπαθάριε,» είπε η Αρχιέρεια της Κρωμβέλης. «Σε τι θα τους ωφελούσε η γενοκτονία των Τουρβάλκλι; Σκοπεύουν να επεκταθούν στα εδάφη σας;»

Ο Κάραγγελ, με τη σιωπή του, δήλωσε την άγνοιά του.

Ο Βασιληάς Ίρσολμπελ είπε: «Ο λόγος των Μελανών για την επίθεσή τους, αν έχει όντως ενδιαφέρον, θα μας απασχολήσει αργότερα. Προς το παρόν, νομίζω ότι μπορούμε να συνεχίσουμε με την εκστρατεία μας.» Και κοιτάζοντας τον Επόπτη: «Τι λέτε κι εσείς, Υψηλότατε;»

«Της ίδιας γνώμης είμαι, Βασιληά μου,» αποκρίθηκε ο Ευρύμαχος.

Και το συμβούλιο δεν άργησε να διαλυθεί.

*

Το επόμενο πρωί, με την αυγή, ξεκίνησαν. Δέκα φορτηγά οχήματα των Παντοκρατορικών και δύο φορτηγά οχήματα του Θρόνου της Ελρείσβα, γεμάτα στρατιώτες, Παντοκρατορικούς και Αρβήντλιους, και εξοπλισμένα με τέσσερα ενεργειακά κανόνια. Ο Κάραγγελ ήταν στο ένα από τα δύο Ελρείσβια οχήματα, μαζί με την Πριγκίπισσα Θυάλκνα. Στέκονταν ο ένας πλάι στον άλλο, πίσω από τον οδηγό του οχήματος, και ατένιζαν έξω από το μεγάλο γυάλινο παράθυρο. Ο Επόπτης Ευρύμαχος, φυσικά, δεν είχε έρθει μαζί τους· επικεφαλής των Παντοκρατορικών δυνάμεων είχε διοριστεί ένας γαλανόδερμος άντρας που ονομαζόταν Αλκίνοος Λιτόγελος και είχε το αξίωμα του συνταγματάρχη· για την παρούσα εκστρατεία και μόνο, όμως, ο Επόπτης τον είχε προβιβάσει σε προσωρινό στρατηγό.

Συνολικά, τα μεγάλα οχήματα μετέφεραν οχτακόσιους Παντοκρατορικούς στρατιώτες και εκατόν-πενήντα πολεμιστές του Θρόνου της Ελρείσβα. Από αυτούς, οι διακόσιοι Παντοκρατορικοί και οι πενήντα Ελρείσβιοι ήταν ιππείς (επομένως, και τα άλογά τους ήταν φορτωμένα στα οχήματα).

Στον ουρανό, ο Σκοτεινός Ήλιος φαινόταν να πλησιάζει τον Φωτεινό, καθώς το στράτευμα είχε ξεκινήσει την προέλασή του προς τα νοτιοδυτικά. Η επόμενη ημέρα θα ήταν η πρώτη από τις πέντε Σκιερές Ημέρες.

Ταιριαστό, δεν μπόρεσε παρά να παρατηρήσει ο Κάραγγελ. Ετούτες οι ημέρες πρέπει, σίγουρα, να είναι σκοτεινές για τους Μελανούς. Ωστόσο, όφειλε να παραδεχτεί πως το γεγονός τον ανησυχούσε κιόλας, εν μέρει, γιατί ήταν γνωστό ότι οι Μελανοί χρησιμοποιούσαν το σκοτάδι προς όφελός τους, λόγω του δερματικού τους χρωματισμού. Τι μπορούσαν, όμως, να κάνουν ενάντια στις δυνάμεις που συνέτρεχαν τώρα τον Πρωτοσπαθάριο του Θρόνου της Ελρείσβα στην εκδίκησή του; Μάλλον, όχι και πολλά.

Θα πληρώσουν.

Τα φορτηγά οχήματα διέσχισαν τα άνυδρα εδάφη του Θυέλλης Τόπου, τσακίζοντας πέτρες και χαλίκια στο πέρασμά τους και αναταράζοντας την άμμο με τους πελώριους τροχούς τους. Ένας πολεμιστής που ήταν στην κορυφή του οχήματος του Πρωτοσπαθάριου Κάραγγελ και της Πριγκίπισσας Θυάλκνα βίγλιζε τον ορίζοντα, χρησιμοποιώντας ένα μακρύ κιάλι και ψάχνοντας για πιθανές θύελλες άμμου και πέτρας που μπορεί να παρακώλυαν, ή ακόμα και να έθεταν σε σοβαρό κίνδυνο, την εκστρατεία. Κατά συνέπεια, το όχημα του Κάραγγελ και της Θυάλκνα ήταν που οδηγούσε τα υπόλοιπα, πράγμα με το οποίο ο Συνταγματάρχης –και, προσωρινά, Στρατηγός– Αλκίνοος Λιτόγελος δεν διαφωνούσε, αφού οι Παντοκρατορικοί δεν γνώριζαν ετούτα τα εδάφη τόσο καλά όσο οι γηγενείς. Για την ακρίβεια, δεν τα γνώριζαν παρά ελάχιστα· η Αρβήντλια ήταν μια άγρια διάσταση γι’αυτούς.

Κάποιες ώρες πριν από το μεσημέρι, συνάντησαν το χωριό των Τουρβάλκλι, που ήταν χτισμένο γύρω από μια όαση και τώρα έρημο. Μονάχα ο άνεμος τριγύριζε ανάμεσα στα χαμηλά, πέτρινα σπίτια του, σφυρίζοντας πένθιμα τραγούδια.

Σε απόσταση περίπου μισού χιλιομέτρου από το χωριό, δέσποζε το Ιερό Δέντρο, πανύψηλο και επιβλητικό, επάνω σ’έναν λόφο. Ολομόναχο, χωρίς καμια άλλη βλάστηση κοντά του: ένα θαύμα για τους Τουρβάλκλι.

Τώρα, όμως, το Δέντρο δεν ήταν ακριβώς μόνο: παντού γύρω του κουφάρια κείτονταν. Εκατοντάδες κουφάρια. Και τα κοράκια, οι γύπες, και οι ύαινες είχαν έρθει για να γλεντοκοπήσουν επάνω στις νεκρές σάρκες. Θα είχαν, αναμφίβολα, να τρώνε για καιρό πολύ.

Κανείς δεν ήταν στο χωριό κατά την επίθεση· οι πάντες βρίσκονταν γύρω από το Ιερό Δέντρο. Και οι Μελανοί τούς είχαν κατασφάξει. Κάθε Τουρβάλκλι. Άντρες και γυναίκες. Γηραιούς και νέους. Και, όπως φαινόταν, είχαν φύγει χωρίς να πειράξουν τίποτ’άλλο. Ούτε το Ιερό Δέντρο είχαν κόψει, ούτε τα σπίτια είχαν ρημάξει.

Περίεργο, όφειλε να παρατηρήσει ο Κάραγγελ, ακόμα και μέσα από τη δυνατή οργή που φούντωνε στο στήθος του και στο μυαλό του. Πολύ περίεργο.

Και δεν ήταν ο μόνος που το πρόσεξε. Η Πριγκίπισσα Θυάλκνα παραξενεύτηκε επίσης, και το είπε. «Φαίνεται πως τους ενδιέφερε μόνο να σκοτώσουν, Κάραγγελ. Μόνο να σκοτώσουν… τους πάντες. Γιατί;»

Ο Πρωτοσπαθάριος δεν είχε απάντηση. Έδωσε, όμως, διαταγή στον οδηγό οχήματός του και, μέσω τηλεπικοινωνιακού πομπού, στον οδηγό του άλλου οχήματος του Θρόνου της Ελρείσβα να σταματήσουν.

Οι πελώριοι τροχοί έπαψαν να περιστρέφονται, αφήνοντας το σύννεφο σκόνης γύρω τους να καταλαγιάσει.

Τα Παντοκρατορικά οχήματα σταμάτησαν επίσης, και ο Στρατηγός Λιτόγελος μίλησε στην Πριγκίπισσα, μέσω του τηλεπικοινωνιακού πομπού, απαιτώντας να μάθει γιατί ετούτη η «αχρείαστη στάση».

Ο Κάραγγελ έτριξε τα δόντια, γρυλίζοντας: «Θα τον σκοτώσω, τον αναιδή μπάσταρδο!»

Ο Θυάλκνα μειδίασε, άγρια, αλλά έκανε νόημα στον Κάραγγελ να σωπάσει. Μιλώντας στον τηλεπικοινωνιακό πομπό, είπε: «Θα ερευνήσουμε, Στρατηγέ. Μέχρι στιγμής, δεν έχει γίνει έρευνα τούτου του τόπου.»

«Η αποστολή μας δεν είναι αυτή, Υψηλοτάτη!» διαμαρτυρήθηκε ο Παντοκρατορικός.

«Γνωρίζω ποια είναι η αποστολή μας, Στρατηγέ. Εδώ, όμως, θα κάνουμε μια… αχρείαστη στάση,» αποκρίθηκε η Θυάλκνα, και έκλεισε τον πομπό.

Οι Λευκοί πολεμιστές του Θρόνου της Ελρείσβα κατέβηκαν από τα οχήματα, καθώς κι ένα μεγάλο μέρος των Παντοκρατορικών στρατιωτών, ανάμεσα στους οποίους και ο Στρατηγός Λιτόγελος.

Ο Κάραγγελ καβάλησε το άλογό του και η Θυάλκνα το δικό της. Ιππεύοντας πλάι-πλάι, ζύγωσαν τον Αλκίνοο, ο οποίος ήταν επίσης έφιππος. Φορούσε την επίσημή του στολή, και η έκφρασή του έμοιαζε ενοχλημένη.

«Θα μας συντροφεύσεις, Στρατηγέ;» ρώτησε η Πριγκίπισσα.

«Προτιμώ να μείνω εδώ, Υψηλοτάτη,» αποκρίθηκε εκείνος. «Παρακαλώ, μην αργήσετε.» Το παρακαλώ φάνηκε να του βγαίνει μετά δυσκολίας, καθώς μάλλον είχε συνηθίσει να δίνει διαταγές, και μάλλον πίστευε ότι και τώρα αυτό έπρεπε να κάνει· αλλά αποφάσισε να δείξει ευγένεια, καθότι, αναμφίβολα, αντιλαμβανόταν ότι τα άτομα στα οποία μιλούσε δεν ήταν όποιοι κι όποιοι.

Ο Κάραγγελ και η Θυάλκνα ίππευσαν προς το χωριό, περιστοιχισμένοι από καβαλάρηδες του Θρόνου της Ελρείσβα. Φτάνοντας εκεί, είδαν –προς έκπληξή τους– ότι δεν ήταν μόνοι.

Από ένα πετρόχτιστο σπίτι, ένας νεαρός ξεπρόβαλε. Φορούσε λευκό μαντήλι στο πρόσωπο και λευκό μανδύα, και στο δεξί χέρι βαστούσε ένα ξίφος.

«Ποιοι είστε;» ρώτησε, θαρρετά, αν και ήταν φανερό ότι πρέπει να τους φοβόταν.

Ένας επιζών; σκέφτηκε ο Κάραγγελ. Ένας επιζών της φυλής μου; Αισθάνθηκε χαρά να τον γεμίζει. «Είσαι Τουρβάλκλι, μικρέ; Αν είσαι Τουρβάλκλι, πρέπει να μπορείς να μ’αναγνωρίσεις.»

Τα μάτια του νεαρού εστιάστηκαν στον Κάραγγελ, και γούρλωσαν. Το αριστερό του χέρι κατέβασε το μαντήλι του, φανερώνοντας την όψη του. «Πρωτοσπαθάριε!…» έκανε, ξέπνοα. «Ναι, Τουρβάλκλι είμαι, Πρωτοσπαθάριε! Νόμιζα πως ήσουν νεκρός! Αλλά, δόξα στους θεούς, είσαι ζωντανός!» Το χαμόγελό του έμοιαζε έτοιμο να σκίσει το λευκό του πρόσωπο. Στράφηκε στη σκοτεινή είσοδο του σπιτιού, φωνάζοντας: «Έλα, Σιρτάνι! Δεν υπάρχει κίνδυνος.»

Ένα κοριτσάκι βγήκε, το οποίο έφτανε ώς τη μέση του νεαρού. Ήταν Λευκό, όπως κι εκείνος, και η όψη του φοβισμένη.

«Η αδελφή μου, κύριε,» εξήγησε ο νεαρός, στρεφόμενος στον Κάραγγελ. «Είμαστε οι μόνοι που επιζήσαμε. Καταφέραμε… κάπως… να τους ξεφύγουμε, και τρέξαμε μες στις ερήμους. Μετά, επιστρέψαμε, για να βρούμε… να βρούμε μήπως ήταν και κανείς άλλος εδώ… μα, κανένας,» μόρφασε, και η όψη του φανέρωσε πόνο, οδύνη μεγάλη, «κανένας δεν είναι ζωντανός… Στο Δέντρο δεν έχουμε πάει ακόμα…» Κατέβασε το βλέμμα του, δείχνοντας να ντρέπεται που δεν είχε βρει το θάρρος.

Ο Κάραγγελ αφίππευσε κι ακούμπησε το χέρι του στον ώμο του νεαρού Τουρβάλκλι. «Προστάτεψες την αδελφή σου από τους Μελανούς δαίμονες,» του είπε· «δε χρειάζεται να ντρέπεσαι για τίποτα. Μπορείς νάρθεις μαζί μας τώρα, και κανείς δε θα σε πειράξει. Ποιο είναι τ’όνομά σου;»

«Ζάρκαμεθ, κύριε.»

«Οι θεοί σού έδωσαν τη ματιά τους, Ζάρκαμεθ, για να μπορέσεις να βρεις άνοιγμα μέσα από κείνη τη σφαγή και να ξεφύγεις· και μετά, σε κάλυψαν με το χέρι τους, εσένα και την αδελφή σου. Να χαίρεσαι γι’αυτό.» Του έσφιξε τον ώμο. «Εγώ είναι που πρέπει να ντρέπομαι.»

Τα μάτια του Ζάρκαμεθ τον κοίταξαν πάλι γουρλωμένα, απορημένα.

«Αναγκάστηκα να φύγω, ενώ η φυλή μου σκοτωνόταν,» εξήγησε ο Κάραγγελ. «Δε μπορούσα να διώξω τους Μελανούς, ούτε είχα προβλέψει τον ερχομό τους. –Μπορώ, όμως, να εκδικηθώ, και θα το κάνω. Αλλιώς, δε θα έχω πλέον το δικαίωμα να είμαι Πρωτοσπαθάριος του Θρόνου της Ελρείσβα· οι θεοί θα μου τόχουν στερήσει.»

Αφότου έκαναν μια βιαστική έρευνα στα σπίτια του χωριού –χωρίς να βρουν τίποτα αξιοσημείωτο–, ζύγωσαν τον λόφο, και ο Κάραγγελ έγνεψε στους υπόλοιπους ιππείς να σταματήσουν. Ο ίδιος αφίππευσε, και ο Ζάρκαμεθ, που καθόταν πίσω του στη σέλα του δυνατού αλόγου, αφίππευσε επίσης.

«Είσαι σίγουρος ότι θέλεις να έρθεις;» ρώτησε ο Κάραγγελ τον νεαρό.

Εκείνος κατένευσε, βουβά. Η έκφρασή του ήταν επίπεδη, σα να προσπαθούσε να πνίξει κάθε συναίσθημα εντός του. Στο πρόσωπό του, το γένι που φύτρωνε ήταν αραιό και μαλακό· ήταν, πράγματι, πολύ μικρός, σκέφτηκε ο Κάραγγελ. Πολύ μικρός για να αναγκαστεί να δει ένα τόσο τερατώδες έγκλημα. Αυτό δε σήμαινε ότι δεν έπρεπε να εμπλακεί σε μάχη· βρισκόταν σε μια ηλικία που μπορούσε να το κάνει. Άλλο μάχη, όμως, κι άλλο σφαγή. Οι δειλοί Μελανοί είχαν έρθει σα φονιάδες που υψώνουν στριφτά στιλέτα πάνω από τις κούνιες μωρών. Οι τρισκατάρατοι ποντικοί της ερήμου!

Ο Κάραγγελ έστρεψε το βλέμμα του στη Θυάλκνα, που ήταν ακόμα έφιππη και κρατούσε εμπρός της την αδελφή του Ζάρκαμεθ. «Πάρε τη μικρή από δω, Πριγκίπισσα. Σε παρακαλώ.»

Εκείνη ένευσε, και, στρέφοντας τον ίππο της, κάλπασε προς τα μεγάλο φορτηγά οχήματα, που τα μέταλλά τους γυάλιζαν, εκτυφλωτικά, στις δυνατές αχτίνες του πρωινού ήλιου.

Ο Κάραγγελ, ο Ζάρκαμεθ, και μερικοί ακόμα πολεμιστές βάδισαν επάνω στον ξερό λόφο κι ανάμεσα στα κουφάρια, πηγαίνοντας προς το Ιερό Δέντρο, στην κορυφή. Τα κοράκια και οι γύπες φτερούγιζαν, φεύγοντας από το πέρασμά τους, ενώ οι ύαινες απομακρύνονταν, έφταναν σε μια απόσταση ασφαλείας, και τους ατένιζαν από εκεί με στενά μάτια και μουσούδες γεμάτες αίμα. Τριγύρω, οι νεκροί ήταν όλοι Λευκοί, παρατήρησε ο Κάραγγελ· ήταν, όμως, βέβαιος πως και Μελανοί είχαν σκοτωθεί. Αλλά εκείνοι είχαν, προφανώς, πάρει τους δικούς τους νεκρούς, για να τους κηδέψουν… αφήνοντας τους ανθρώπους της φυλής μου στους πτωματοφάγους! Έσφιξε τις γροθιές του, έτριξε τα δόντια. Πόσο ήθελε να τους κάνει να πληρώσουν! Να τους κάνει να πληρώσουν! Να ΠΛΗΡΩΣΟΥΝ!

Και θα γινόταν. Δε θα αργούσε. Ω, δε θα αργούσε καθόλου, μα καθόλου!…

Τα μάτια των πτωμάτων ατένιζαν άψυχα τον ουρανό, ή ήταν στραμμένα στη γη, όταν τα νεκρά σώματα ήταν μπρούμυτα. Εντόσθια, αίμα, και σωματικά υγρά είχαν ποτίσει το ξερό έδαφος, κάνοντας σκουρόχρωμες κηλίδες. Μια δυνατή, ασφυκτική αποφορά πλανιόταν παντού, ενώ ο ουρανός ήταν γεμάτος κοράκια και γύπες.

Ωστόσο, παρατήρησε ο Κάραγγελ, κανένα από τα πτωματοφάγα πουλιά δεν είχε καθίσει πάνω στα κλαδιά του Ιερού Δέντρου. Τυχαίο; Δεν το νόμιζε.

Τα πτηνά το φοβόνταν, για κάποιο λόγο.

Ο Πρωτοσπαθάριος, φτάνοντας στην κορυφή του λόφου, πλησίασε το Ιερό Δέντρο της φυλής του. Ο κορμός του ήταν παχύς, οι γραμμές του βαθιές και μπλεγμένες, σχηματίζοντας διάφορες μορφές και σύμβολα. Οι σαμάνοι ισχυρίζονταν ότι μπορούσαν να τα διαβάσουν, κι έτσι να κάνουν προβλέψεις.

Ο Κάραγγελ ύψωσε το δεξί του χέρι, κι άγγιξε τον κορμό του δέντρου–

Βαριά αναπνοή, από κάπου. Από μεγάλο βάθος–

Νερά τρέχουν στα υπόγεια. Καταρράκτες ολόκληροι πέφτουν μέσα σε μια λίμνη. Ένα απέραντο σπήλαιο παντού γύρω–

Κροτάλισμα από αλυσίδες–

Ρίζες –πλατιές, πανίσχυρες ρίζες, σαν πλοκάμια– γαντζώνονται πάνω σε βράχους ποτισμένους από νερό. Περνούν μέσα από τους καταρράκτες, φτάνουν στη λίμνη–

Μια φωνή· μιλά σε μια ανέγνωρη γλώσσα–

Ένα στριφτό σύμβολο. Τρεις σπείρες, από τις οποίες ξεπροβάλλουν ουρές–

Το χέρι του Κάραγγελ τινάχτηκε πίσω, σπασμωδικά. Οι εικόνες χάθηκαν από τα μάτια του. Οι ήχοι δεν αντηχούσαν πλέον μέσα στο μυαλό του.

Βλεφάρισε, μπερδεμένος.

«Κύριε;…» έκανε ο Ζάρκαμεθ, πλάι του.

«Υψηλότατε, είστε καλά;» ρώτησε ένας πολεμιστής του Θρόνου της Ελρείσβα.

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Κάραγγελ, και κοίταξε τους σχηματισμούς επάνω στον κορμό του Δέντρου. Τι μου έδειξες;

Βρήκε το σύμβολο. Τρεις σπείρες, με ουρές να ξεπροβάλλουν από την καθεμία και να μπλέκονται αναμεταξύ τους. Ναι, εδώ είναι…

Τι σημαίνουν, όμως, όλα τούτα;

Δυστυχώς, δεν υπήρχε ούτε ένας σαμάνος της φυλής του για να του εξηγήσει. Ήταν όλοι τους νεκροί· τους είχε δει, λίγο προτού φτάσει στο Ιερό Δέντρο. Οι λαιμοί τους ήταν σχισμένοι, οι κοιλιές τους ανοιγμένες, τα στήθη τους τρυπημένα. Πτωματοφάγα πουλιά είχαν φάει τα μάτια των περισσότερων, αφήνοντας μονάχα άδειες, αιματοβαμμένες κόγχες.

Όταν επέστρεψε στα φορτηγά οχήματα, ο Κάραγγελ είπε στον Στρατηγό Αλκίνοο: «Θα κηδέψουμε τους νεκρούς.»

«Αυτό,» αποκρίθηκε εκείνος, «δεν ήταν μέσα στο αρχικό μας σχέδιο.»

«Τότε,» γρύλισε ο Κάραγγελ, «το αρχικό μας σχέδιο έχει αλλάξει!»

«Από πότε, Πρωτοσπαθάριε;»

«Από τώρα που το λέω εγώ–»

«Επιπλέον,» παρενέβη η Θυάλκνα με ηπιότερο αλλά αποφασιστικό τρόπο, «ήταν αναπόφευκτο να περάσουμε από το χωριό των Τουρβάλκλι, πηγαίνοντας προς τον πρώτο μας στόχο, Στρατηγέ. Και, πραγματικά, πίστευες ότι δε θα επιθυμούσε ο Πρωτοσπαθάριος να κηδέψει τους νεκρούς της φυλής του; Πραγματικά, πίστευες ότι θα τους άφηνε στις ύαινες; Πες μου, Στρατηγέ, είσαι τόσο ανόητος;»

Το βλέμμα του Αλκίνοου σκλήρυνε. Αλλά είπε: «Ίσως να έχετε δίκιο, Υψηλοτάτη, αλλά θα έπρεπε να είχε αναφερθεί τούτο, ώστε να είμαστε προετοιμασμένοι…»

Η Θυάλκνα σήκωσε τους ώμους. «Δεν καταλαβαίνω τι είδους προετοιμασία μπορεί να χρειαζόταν από μέρους σας.»

«Απλώς, δεν ήξερα ότι θα γίνει αυτή η στάση· και θα προτιμούσα να το ξέρω,» τόνισε ο Αλκίνοος.

«Θα το έχουμε υπόψη μας, στο μέλλον.»

Οι Παντοκρατορικοί περίμεναν, καθώς οι γηγενείς της Αρβήντλια άρχισαν να διώχνουν τα κοράκια, τους γύπες, και τις ύαινες από τον λόφο και να συγκεντρώνουν τους νεκρούς κάτω απ’αυτόν, σχηματίζοντας έναν άλλο λόφο εμπρός του: έναν λόφο από πεθαμένους.

Ο Κάραγγελ παρακολουθούσε σιωπηλά, καθώς ετούτη η διαδικασία ολοκληρωνόταν, γνωρίζοντας πως ανάμεσα στα πτώματα που απάρτιζαν τον μακάβριο λόφο ήταν κοντινότεροι και μακρινότεροι συγγενείς του: ο πατέρας του, η μητέρα του, τα αδέλφια του, ξάδελφοι και ξαδέλφες, θείοι και θείες, δεύτερα και τρίτα ξαδέλφια… Οι ψυχές τους είχαν πάει στους θεούς· ή ίσως να είχαν κατοικήσει, αέναα, στο εσωτερικό του Ιερού Δέντρου…

Και τι ήταν αυτό που το Ιερό Δέντρο μού έδειξε; Τι ήταν αυτό που μου έδειξε;

Ο Κάραγγελ άναψε έναν δαυλό και, έχοντας προ πολλού αφιππεύσει, βάδισε προς τον λόφο των νεκρών, βαστώντας τη φωτιά υψωμένη εμπρός του. Φτάνοντας εκεί, πλησίασε τις φλόγες στα πτώματα με μια τελευταία, γρήγορη προσευχή στους θεούς και στο Ιερό Δέντρο, και άφησε την πυρά να καταβροχθίσει το σάρκινο γεύμα της.

Καθώς επέστρεφε εκεί όπου στέκονταν η Πριγκίπισσα Θυάλκνα, ο Ζάρκαμεθ, η μικρή Σιρτάνι, και οι πολεμιστές του Θρόνου της Ελρείσβα, οι φλόγες θέριευαν πίσω του, βρυχούμενες και εντείνοντας την ήδη δυνατή ζέστη της ημέρας.

Ο Κάραγγελ στράφηκε να τις αντικρίσει, και είδε ολόκληρο τον λόφο των νεκρών να φλέγεται, από την κορυφή ώς τους πρόποδες.

Μετά από κάποια ώρα, κι ενώ σιγή επικρατούσε, εκτός από τον θόρυβο που έκαναν η πυρά κι ο ξερός άνεμος της ερήμου, μια φωνή αντήχησε:

«Καβαλάρης πλησιάζει!» φώναξε ο πολεμιστής που βίγλιζε τον ορίζοντα με το κιάλι.

Ο Κάραγγελ στράφηκε και, περιμένοντας λίγο, είδε ότι ο άντρας είχε δίκιο. Πράγματι, ένας ιππέας ζύγωνε, ερχόμενος από τα νότια.

Ο Πρωτοσπαθάριος του Θρόνου της Ελρείσβα τράβηξε το σπαθί από την πλάτη του και βάδισε προς τα εκεί, κάνοντας νόημα στους Λευκούς πολεμιστές και στην Πριγκίπισσα Θυάλκνα να μείνουν πίσω.

Στάθηκε, και περίμενε…

…ενώ ο ιππέας ζύγωνε, και η μορφή του γινόταν ολοένα και πιο ευδιάκριτη. Ήταν ντυμένος στα άσπρα, και ο μανδύας του ήταν επίσης άσπρος, όπως και η κουκούλα που έκρυβε το πρόσωπό του. Στην πλάτη του ήταν περασμένο ένα μεγάλο τόξο και μια φαρέτρα με βέλη.

Φτάνοντας στα είκοσι μέτρα από τον Κάραγγελ, τράβηξε τα ηνία του γκρίζου αλόγου του, σταματώντας το και κάνοντάς το να ανασηκωθεί στα πίσω πόδια. Ύψωσε το δεξί του χέρι και τα δάχτυλά του σχημάτισαν ένα σύμβολο.

Φίλος, έλεγε.

Ο Κάραγγελ ύψωσε το δικό του χέρι και σχημάτισε με τα δάχτυλα ένα άλλο σύμβολο. Καλωσόρισες.

Ο λευκοντυμένος καβαλάρης αφίππευσε και, παίρνοντας τ’άλογό του από τα γκέμια, πλησίασε τον Πρωτοσπαθάριο.

Ο Κάραγγελ είχε ώς τώρα υποψιαστεί ποιος ήταν, και, κοιτάζοντας μέσα στη σκιά της κουκούλας του, βεβαιώθηκε. «Ώλριχ,» είπε. «Σε χαιρετώ.»

«Κι εγώ εσένα, Κάραγγελ,» αποκρίθηκε ο άντρας, που ανήκε στη φυλή των Αλβάλκλι και ήταν ανιχνευτής. «Είδα φωτιά και αποφάσισα να πλησιάσω.»

«Είναι νεκροί…» είπε ο Κάραγγελ, νιώθοντας το λαιμό του ξερό· το βλέμμα του στράφηκε, προς στιγμή, στον φλεγόμενο λόφο. «Όλοι τους, νεκροί…»

Ο Ώλριχ ένευσε. «Το ξέρω. Χαίρομαι που είσαι ζωντανός.»

«Εγώ όχι,» αποκρίθηκε, μουντά, ο Κάραγγελ.

«Σε καταλαβαίνω, Πρωτοσπαθάριε. Ήσουν εδώ, όταν το κακό συνέβη;»

Ο Κάραγγελ μούγκρισε, γνέφοντας καταφατικά. «Κι αναγκάστηκα να υποχωρήσω μ’όσους ιππείς μού απέμειναν. Τώρα, όμως, επέστρεψα για να εκδικηθώ.» Τα μάτια του στένεψαν, ατενίζοντας τη σκιασμένη κατάλευκη όψη του Ώλριχ. «Γνωρίζεις ποιοι ήταν; Από ποιες φυλές;»

«Οι Μελανοί;»

Ο Κάραγγελ ένευσε πάλι.

«Δεν ξέρω,» παραδέχτηκε ο Ώλριχ. «Μέχρι τώρα, δεν ήξερα ούτε καν ότι είχε συμβεί αυτό….» Ύψωσε το χέρι του προς την πυρά. «Χτες το εντόπισα. Οι Μελανοί το έκαναν, λοιπόν… Το είχα υποψιαστεί, αλλά…» κούνησε το κεφάλι, «είναι τερατώδες.»

«Την ημέρα της Εορτής της Εμφανίσεως έγινε. Τη νύχτα. Ήρθαν σα σκιές, και τους σκότωσαν όλους. Αποκλείεται να ήταν από μία μόνο φυλή, Ώλριχ. Ήταν πάρα πολλοί.»

«Για ποιο λόγο αυτή η επίθεση, φίλε μου;»

«Δεν ξέρω.»

«Ανταπόδοση για κάτι;»

Ο Κάραγγελ μόρφασε. «Δεν είχε συμβεί τίποτα, τελευταία. Αλλά από πότε οι Μελανοί χρειάζονται λόγο, Ώλριχ;»

«Για μια τόσο μεγάλη και συγχρονισμένη επίθεση; Θα έλεγα πως ακόμα κι αυτοί χρειάζονται λόγο, φίλε μου.»

Ο Κάραγγελ έμεινε σιωπηλός για λίγο.

«Πού κατευθύνεσαι τώρα μαζί με τόσο στρατό;» ρώτησε ο Ώλριχ.

«Στους Ερνεό’ωμ,» αποκρίθηκε ο Κάραγγελ. «Θα τους κάνουμε ό,τι έκαναν εδώ. Οι… σύμμαχοί μας,» κοίταξε τους Παντοκρατορικούς, «έχουν φέρει πανίσχυρα όπλα. Ενεργειακά.»

«Δεν το ήξερα ότι οι Παντοκρατορικοί είναι εναντίον των Μελανών και μαζί με τους Λευκούς…» Τα γαλανά μάτια του Ώλριχ γυάλισαν. Υποψίες, πολλές υποψίες στο μυαλό του.

«Χρειάζονται τον Θρόνο της Ελρείσβα,» είπε ο Κάραγγελ, «κι έτσι μας βοηθάνε.»

«Και είσαι βέβαιος ότι οι Ερνεό’ωμ ήταν μπλεγμένοι στην επίθεση κατά των Τουρβάλκλι;»

«Δεν έχει σημασία! Οι Μελανοί του Κοράκου Τόπου θα πληρώσουν για τούτο το έγκλημα! Όλοι τους! Δε μ’ενδιαφέρει ποιοι και γιατί. Θα θυμούνται για αιώνες την εκδίκηση των Τουρβάλκλι!»

«Μάλιστα…» είπε, σιγανά, ο Ώλριχ, η φωνή του τίποτα περισσότερο από ένας ψίθυρος μέσα στον άνεμο της ερήμου. «Είθε η Δύναμη του Άρσαγκαρ να είναι μαζί σου, Κάραγγελ.»

«Και η Ματιά του Σάρκλιφ μαζί μ’εσένα, Ώλριχ.»

Ο Ώλριχ ανέβηκε στη σέλα του γκρίζου αλόγου του. «Θα προσπαθήσω να μάθω περισσότερα, αν μπορώ.»

«Για την επίθεση;»

Ο Ώλριχ κατένευσε. «Καλή τύχη, Κάραγγελ,» είπε, και απομακρύνθηκε, καλπάζοντας.

•5•

Τα φορτηγά οχήματα έφτασαν στο χωριό των Ερνεό’ωμ δύο ώρες μετά το μεσημέρι, και, όπως το περίμενε ο Κάραγγελ, οι Μελανοί τούς είχαν βιγλίσει από απόσταση και ήταν έτοιμοι γι’αυτούς. Στέκονταν και τους ατένιζαν, μοιάζοντας με μαύρες κηλίδες μέσα στην έρημο, καθώς μαύρο ήταν το δέρμα τους και μαύρες κι οι ενδυμασίες τους. Στα χέρια τους βαστούσαν λεπιδοφόρα όπλα, αλλά και τόξα και βαλλίστρες. Κατά πάσα πιθανότητα, δεν ήταν βέβαιοι αν οι ξένοι έρχονταν εχθρικά ή όχι, αλλά προτιμούσαν να είναι επιφυλακτικοί. Οι σημαίες επάνω στα οχήματα δήλωναν, φανερά, ότι επρόκειτο για Παντοκρατορικούς, καθώς και για ανθρώπους του Θρόνου της Ελρείσβα.

Πίσω από το χωριό φαινόταν το γιγαντιαίο Φαράγγι του Πεπρωμένου, που απλωνόταν για εκατοντάδες χιλιόμετρα προς το Βορρά και γι’άλλα τόσα προς το Νότο. Το έδαφος έχανε απότομα ύψος εκεί όπου άρχιζε το φαράγγι, κι από κάτω μπορούσε κανείς να δει περιοχές που έμοιαζαν βγαλμένες από άλλο κόσμο. Το χωριό των Ερνεό’ωμ βρισκόταν στο χείλος του Φαραγγιού του Πεπρωμένου, σα να αποτελούσε πύλη για τον κόσμο αυτό.

Ο Κάραγγελ γνώριζε ότι ετούτα τα μέρη δεν ονομάζονταν πλέον Θυέλλης Τόπος. Εκείνος κι οι σύντροφοί του είχαν μόλις περάσει στον Κοράκου Τόπο, όπου κυριαρχούσαν οι Μελανοί. Και η εκδίκησή του μπορούσε ν’αρχίσει. Θάνατος στους εγκληματίες! Δικαιοσύνη!

Ο Στρατηγός Αλκίνοος Λιτόγελος έδωσε διαταγή, μέσω του τηλεπικοινωνιακού πομπού, να σταματήσουν σε απόσταση διακοσίων μέτρων από τον στόχο.

Δηλαδή, τώρα, σκέφτηκε ο Κάραγγελ, ατενίζοντας το χωριό των Ερνεό’ωμ αντίκρυ τους.

Τα φορτηγά σταμάτησαν. Οι πελώριοι τροχοί έπαψαν να κυλάνε· η αιφνίδια ησυχία, μετά από τον θόρυβο της ακατάπαυστης περιστροφής τους, έμοιαζε σχεδόν ενοχλητική. Το σύννεφο σκόνης που είχαν σηκώσει γύρω απ’τα οχήματα άρχισε να καταλαγιάζει στη γη.

Αντίκρυ, οι Μελανοί παρέμειναν ακίνητοι, αναμφίβολα περιμένοντας ότι κάποιος θα τους πλησίαζε για να τους μιλήσει.

Κάνουν λάθος, σκέφτηκε ο Κάραγγελ· κανείς δεν πρόκειται να τους πει τίποτα. Όχι τώρα, τουλάχιστον. Η αρχική επίθεση θα γινόταν εξ αποστάσεως, αν και εκείνος, προσωπικά, θα προτιμούσε να ορμήσει ανάμεσα στους εχθρούς του, σπαθίζοντάς τους από κοντά, παίρνοντας την εκδίκησή του με αίμα και στομώνοντας τη λεπίδα του ύστερα από δεκάδες μισητούς Μελανούς που θα είχε σκοτώσει.

Ο Στρατηγός Αλκίνοος έδωσε διαταγή τα ενεργειακά κανόνια να βάλουν.

Και οι χειριστές τους, στρέφοντας τις μεγάλες κάννες προς το μικρό χωριό, στόχευσαν και έβαλαν. Παχιές δέσμες ακατέργαστης ενέργειας εκτοξεύτηκαν, σαν λόγχες που έσχιζαν τον αέρα. Οι πολεμιστές των Μελανών που στέκονταν πρώτοι-πρώτοι εξαϋλώθηκαν, μην προλαβαίνοντας ούτε να ουρλιάξουν. Τα οικοδομήματα που χτυπήθηκαν σμπαραλιάστηκαν· οι πέτρες τους πετάχτηκαν δώθε-κείθε, μαζί με πίδακες χώματος.

Οι Ερνεό’ωμ, αναμενόμενα, πανικοβλήθηκαν. Τρέχοντας. Ουρλιάζοντας. Προσπαθώντας να απομακρυνθούν από την καταστροφή.

Ο Κάραγγελ τούς ατένιζε με ψυχρά μάτια, γνωρίζοντας ότι τους άξιζε η μοίρα τους, γνωρίζοντας πως θέριζαν ό,τι είχαν σπείρει, γνωρίζοντας πως, επειδή και μόνο ήταν Μελανοί, επειδή και μόνο ήταν ο προαιώνιος εχθρός, δίκαια σκοτώνονταν…

Αυτή είναι, όμως, η εκδίκησή μου; δεν μπόρεσε παρά να αναρωτηθεί ο Πρωτοσπαθάριος του Θρόνου της Ελρείσβα. Γιατί, αν ήταν αυτή η εκδίκησή του, τον άφηνε… κενό. Τόσο κενό…

Τα ενεργειακά κανόνια είχαν εξαπολύσει την πρώτη καταστροφική τους βολή, αφήνοντας το χωριό σχεδόν ισοπεδωμένο, στάχτες και συντρίμμια παντού, ενώ οι κάτοικοί του έτρεχαν να γλιτώσουν ή έψαχναν, ξέφρενα, ανάμεσα στις πέτρες, για συγγενείς. Μάνες που αναζητούσαν τα παιδιά τους· παιδιά που αναζητούσαν τις μάνες τους· αδέλφια που αναζητούσαν αδέλφια· άντρες που αναζητούσαν τις γυναίκες τους· γυναίκες που αναζητούσαν τους άντρες τους–

«Δεύτερη βολή!» αντήχησε η φωνή του Στρατηγού Αλκίνοου, μέσα από τον τηλεπικοινωνιακό πομπό.

Δεύτερη βολή; εξεπλάγη ο Κάραγγελ. Μα, δεν υπάρχει λόγος! Μπορούμε τώρα να τους επιτεθούμε κανονικά· δεν έχουν τη δύναμη να– Προσπαθώντας να προλάβει την εκτέλεση της διαταγής, άνοιξε τον πομπό του και φώναξε: «Όχι! Μη ρίξετε!»

Αλλά ήταν πολύ αργά.

Οι χειριστές των κανονιών το μόνο που χρειαζόταν να κάνουν ήταν να πατήσουν ένα πλήκτρο, καθώς ήδη σημάδευαν το χωριό. Τα καταστροφικά όπλα ρούφηξαν ενέργεια από τις φιάλες στα σπλάχνα των οχημάτων, και από τις κάννες τους παχιές δέσμες βλήθηκαν, έσχισαν τον αέρα, και χτύπησαν το χωριό. Πέτρες εκτινάχτηκαν, χώμα, και άνθρωποι, άντρες και γυναίκες, μεγάλοι και μικροί, ενώ άλλοι εξαϋλώθηκαν κατευθείαν, μην αφήνοντας τίποτα παρά στάχτες από την προηγούμενη ύπαρξή τους.

«Όχι!» φώναξε ο Κάραγγελ, κοπανώντας τη δεξιά του γροθιά στην κονσόλα εμπρός του και κάνοντάς τη να τρίξει. «Όχι!»

Οι Ερνεό’ωμ έτρεχαν να γλιτώσουν, μα δεν είχαν απομείνει πλέον και πολλοί απ’αυτούς.

«Στρατηγέ!» είπε ο Κάραγγελ, μιλώντας μέσω του τηλεπικοινωνιακού πομπού. «Όχι άλλη ριπή! Θα τους αναλάβουμε εμείς τώρα.»

Ο Αλκίνοος δεν έφερε αντίρρηση, και ο Πρωτοσπαθάριος πρόσταξε τους πολεμιστές του Θρόνου της Ελρείσβα να βγουν απ’τα φορτηγά και να ζυγώσουν το χωριό. Ο ίδιος ανέβηκε στο άλογό του και κάλπασε πλάι στην επίσης έφιππη Πριγκίπισσα Θυάλκνα.

Εξακολουθούσε να αισθάνεται κενός, καθώς ζύγωναν το κατεστραμμένο χωριό. Δεν υπήρχε και τίποτα που να στέκεται όρθιο εδώ, εκτός από μερικά κομμάτια τοίχων. Αυτή είναι η εκδίκησή μου; Αυτή είναι η εκδίκησή μου;

Οι Μελανοί που είχαν απομείνει προσπαθούσαν να κατεβούν μέσα στο Φαράγγι του Πεπρωμένου, ακολουθώντας ένα στριφτό μονοπάτι ανάμεσα σε ψηλούς βράχους. Κραυγές οδύνης αντηχούσαν στον άνεμο, το κλάμα γυναικών και τα ουρλιαχτά αντρών.

Ένας Ερνεό’ωμ ξεπρόβαλε μέσα από τα σμπαραλιασμένα οικήματα, καθώς οι ιππείς του Κάραγγελ και της Πριγκίπισσας έφταναν κοντά, και, υψώνοντας μια βαλλίστρα, έβαλε καταπάνω τους. Το βέλος του πέτυχε έναν καβαλάρη στο στήθος, σωριάζοντάς τον.

Ο Κάραγγελ τράβηξε το σπαθί του και, κραυγάζοντας Τουρβάλκλι! Τουρβάλκλι!, βρέθηκε πλάι στον Μελανό και διέγραψε ένα θανατηφόρο ημικύκλιο με την πλατιά του λεπίδα, κόβοντας το κεφάλι του Ερνεό’ωμ από τους ώμους του. Ωστόσο, καθώς τον σκότωσε, όφειλε να αναγνωρίσει το θάρρος του πολεμιστή, ο οποίος είχε μείνει πίσω για να χτυπήσει τους εχθρούς του, παρότι ήξερε ότι ήταν καταδικασμένος.

«Κυνηγήστε τους!» φώναξε ο Κάραγγελ, δείχνοντας τους Μελανούς που είχαν τραπεί σε φυγή. «Μονάχα έναν κρατήστε ζωντανό! Μονάχα έναν!»

Οι καβαλάρηδες του Θρόνου της Ελρείσβα υπάκουσαν, καλπάζοντας καταπάνω στους υποχωρούντες Ερνεό’ωμ και σπαθίζοντας, ξέφρενα. Οι Μελανοί πρόβαλαν όση αντίσταση μπορούσαν, μα ήταν πολύ τρομαγμένοι και πολύ αποπροσανατολισμένοι, και δεν είχαν, ουσιαστικά, καμία πιθανότητα να αμυνθούν με επιτυχία. Οι ιππείς του Κάραγγελ τούς κατέκοψαν, και ένας απ’αυτούς έφερε μπροστά στον Πρωτοσπαθάριο μια γυναίκα, τραβώντας την από τα μαλλιά, καθώς εκείνη ούρλιαζε και θρηνούσε. Τα πόδια της ακουμπούσαν στραβά στη γη, και ο καβαλάρης ήταν που την κρατούσε όρθια· μόλις την άφησε, εκείνη σωριάστηκε στα γόνατα και στις παλάμες.

Ο Κάραγγελ αφίππευσε, ζυγώνοντάς την, ενώ συγχρόνως, με τις άκριες των ματιών του, έβλεπε την Πριγκίπισσα Θυάλκνα να έρχεται, έφιππη.

«Πώς σε λένε, γυναίκα;» ρώτησε ο Πρωτοσπαθάριος.

Η Μελανή δεν απάντησε· τα γαλανά μαλλιά της έπεφταν ανακατεμένα γύρω απ’το κεφάλι της, τα μάτια της ήταν κοκκινισμένα από τα δάκρυα, το στόμα της έκανε ακούσιους σπασμούς.

«Σε ρώτησα πώς σε λένε.»

«Κτήνη!» ούρλιαξε η γυναίκα. «Δειλοί! Ποντίκια της ερήμου! Κτήνη!»

Ο Κάραγγελ τη χαστούκισε, κάνοντας το κεφάλι της να συναντήσει την καυτή άμμο, καθώς το σώμα της έγειρε στο πλάι. Τα δόντια του Πρωτοσπαθάριου έτριζαν και η όψη του είχε αγριέψει. Το μποτοφορεμένο πόδι του πάτησε τον ώμο της γυναίκας, κάνοντάς τη να κραυγάσει. Το αιματοβαμμένο ξίφος του πιέστηκε στο πλάι του λαιμού της.

«Δεν είχες την ίδια γνώμη όταν σκοτώνατε τους Τουρβάλκλι, ε, σκύλα;» φώναξε. «Φονιάδες!» Έφτυσε πάνω στο πρόσωπό της. «Ήσουν κι εσύ ανάμεσά τους; Ήταν τ’αδέλφια σου; Ο άντρας σου;» Ο Κάραγγελ ύψωσε το σπαθί του, νιώθοντας μια δυνατή παρόρμηση να το κατεβάσει και να τσακίσει το κρανίο αυτής της Μελανής ύαινας–

«Τη χρειαζόμαστε, για να διαδώσει το μήνυμά μας.» Η φωνή της Θυάλκνα, καθώς η Πριγκίπισσα ζύγωνε, έχοντας ξεπεζέψει. «Μην τη σκοτώσεις, Πρωτοσπαθάριε.»

Ναι, σκέφτηκε ο Κάραγγελ, έτσι έχουμε πει. Ένας θα μείνει ζωντανός, για να μάθουν κι οι άλλοι Μελανοί μπασταρδόσκυλοι το λόγο που πεθαίνουν. Κατέβασε το σπαθί του, αλλά όχι για να σκοτώσει, παρά για να τοποθετήσει πάλι την πλατιά, αιματοβαμμένη λάμα στο πλάι του λαιμού της γυναίκας, όπου το δέρμα της είχε ελαφρά τραυματιστεί.

«Το όνομά σου,» απαίτησε ο Κάραγγελ. «Ζήτησα να μάθω το όνομά σου.»

«…Νατλάο,» ψιθύρισε η Μελανή μέσα από ματωμένα χείλη.

«Θα ζήσεις ετούτη την ημέρα, γυναίκα,» είπε η Κάραγγελ, «επειδή έτσι το θέλω. Αφήνοντάς σε να ζήσεις, όμως, σημαίνει πως, τουλάχιστον, ένα μικρό μέρος της ζωής σου μου ανήκει. Συμφωνείς;»

Η Νατλάο δε μίλησε, αλλά η λύπη, η απόγνωση, στα μάτια της μαρτυρούσε πως, ναι, έτσι ήταν. Δεν μπορούσε να το αρνηθεί. Θα ήταν ανόητο να το αρνηθεί· είτε ήταν Λευκή είτε Μελανή, δεν είχε σημασία.

«Αυτό που συνέβη σήμερα στους Ερνεό’ωμ ήταν ξεπλήρωμα για ό,τι κάνατε στους Τουρβάλκλι κατά την Εορτή της Εμφανίσεως,» της είπε ο Κάραγγελ. «Και το ξεπλήρωμα δεν έχει τελειώσει ακόμα. Εγώ, ο Πρωτοσπαθάριος Κάραγγελ, του Θρόνου της Ελρείσβα, της φυλής των Τουρβάλκλι, δεν έχω ακόμα τελειώσει μαζί σας. Η γενοκτονία με γενοκτονία απαντιέται, και μόνο.

»Τώρα,» είπε, παίρνοντας το σπαθί του απ’το λαιμό της και το μποτοφορεμένο του πόδι από τον ώμο της, «σήκω και πήγαινε να μεταφέρεις τα λόγια μου σ’όσους περισσότερους από τους Μελανούς του Κοράκου Τόπου μπορείς. Με καταλαβαίνεις; Σ’όσους περισσότερους μπορείς! Απ’άκρη σ’άκρη στον Κοράκου Τόπο! Θέλω όλοι τους να μάθουν! Με καταλαβαίνεις, γυναίκα;»

Η Νατλάο ένευσε, αμίλητα, τρέμοντας. Τα μάτια της έμοιαζαν να έχουν στερέψει τώρα από δάκρυα· έμοιαζαν να έχουν ξεραθεί. Η όψη της ήταν σαν μια πέτρινη μάσκα.

«Πήγαινε, λοιπόν!» φώναξε ο Κάραγγελ. «Εξαφανίσου από τα μάτια μου! Και να ξέρεις πως, αν σε ξαναδώ μπροστά μου, θα σε σκοτώσω, γυναίκα.»

Η Νατλάο σηκώθηκε από την άμμο της ερήμου, ενώ τα γόνατά της έτρεμαν. Στράφηκε κι άρχισε να τρέχει, παραπατώντας, πηγαίνοντας προς το μονοπάτι που είχαν προσπαθήσει ν’ακολουθήσουν κι οι υπόλοιποι της φυλής των Ερνεό’ωμ: το μονοπάτι που, περνώντας ανάμεσα από μεγάλους βράχους, οδηγούσε στα βάθη του Φαραγγιού του Πεπρωμένου.

Ο Κάραγγελ ατένιζε την πλάτη της, μέχρι που εκείνη εξαφανίστηκε.

Σκούπισε το σπαθί του και το θηκάρωσε. «Ο πρώτος μας στόχος καταστράφηκε, Πριγκίπισσα,» είπε, δίχως να κοιτάζει τη Θυάλκνα.

«Ναι, και με μεγάλη ευκολία.»

Ο Κάραγγελ, όμως, δεν αισθανόταν όπως θα έπρεπε να αισθάνεται. Δεν αισθανόταν καλά μ’ετούτη την εκδίκηση. Και δεν ήξερε γιατί. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί. Έσφιξε τις γροθιές του. Οι καταραμένοι Παντοκρατορικοί έφταιγαν, σίγουρα! Αυτοί έφταιγαν! Είχαν ισοπεδώσει τα πάντα με τα δαιμονικά τους κανόνια, και δεν είχαν αφήσει τίποτα για εκείνον! Τον είχαν κάνει να νιώσει σαν ένας κοινός φονιάς.

Τι αξίζουν, όμως, οι Μελανοί; Αξίζουν κάτι περισσότερο; Τι έκαναν εκείνοι στους Τουρβάλκλι; Πώς τους σκότωσαν; Σαν κοινοί φονιάδες τούς σκότωσαν, οι ύαινες της ερήμου!

Ο Κάραγγελ ανέβηκε στο άλογό του κι άρχισε να καλπάζει προς τα μεγάλα φορτηγά οχήματα.

Οι Τουρβάλκλι, όμως, αξίζουν κάτι καλύτερο. Η εκδίκησή μου θάπρεπε να είναι καλύτερη –γι’αυτούς!

Αλλά, χωρίς τη βοήθεια των Παντοκρατορικών, δε θα υπήρχε καθόλου εκδίκηση… τουλάχιστον, όχι εκδίκηση του μεγέθους που επιθυμούσε ο Κάραγγελ.

Πίσω του, άκουσε τους ιππείς του να τον ακολουθούν, και είδε την Πριγκίπισσα Θυάλκνα να τον πλησιάζει πλευρικά.

«Πρωτοσπαθάριε,» του είπε, «δεν μοιάζεις ικανοποιημένος.»

«Δεν είμαι. Όχι ακόμα,» απάντησε ο Κάραγγελ, και προτίμησε να το αφήσει εκεί. Τι να της έλεγε; Ότι ο πατέρας της δεν είχε κάνει καλά που είχε δεχτεί τη βοήθεια των Παντοκρατορικών; Ότι, έτσι, η εκδίκησή του γινόταν λιγότερο… προσωπική;

Όχι, δεν μπορούσε να της πει τίποτα από αυτά.

Μπορούσε, όμως, να προσευχηθεί στον Άρσαγκαρ, τον Λύκο της Ερήμου, να προσφέρει στην ψυχή του την άγρια ικανοποίηση που αποζητούσε.

Την επόμενη φορά, οι Μελανοί, μάλλον, θα ήταν καλύτερα προετοιμασμένοι γι’αυτούς, και ίσως να γινόταν πραγματική μάχη, πραγματική σύγκρουση, που θα τιμούσε τους Τουρβάλκλι και η δικαιοσύνη θα αποδιδόταν όπως έπρεπε!

Κεφάλαιο 2
Οι Μάσκες της Επανάστασης

•1•

Στη διάσταση που ονομαζόταν Σάρντλι, στις βορειότερες όχθες του μεγάλου ποταμού Ράντραμ, όχι πολύ μακριά από εκεί όπου αυτός εκπήγαζε, κάτω από τα βουνά, βρισκόταν η Τόλκα, μια πόλη που, κανονικά, λόγω της θέσης της, δε θα έπρεπε να είναι πολυσύχναστη. Ωστόσο, αρκετός κόσμος ερχόταν εδώ, μέσω οχημάτων ή μέσω των περίφημων ατμόπλοιων της Σάρντλι που κινούνταν με την καύση καπνόλιθου· κι αυτό συνέβαινε γιατί η Τόλκα βρισκόταν κοντά σε μια άλλη πόλη, μικρότερη μα σημαντικότερη, η οποία δεν ήταν στις όχθες του ποταμού αλλά περίπου εκατόν-πενήντα χιλιόμετρα δυτικά απ’αυτές, και ονομαζόταν Νόλρι.

Η Νόλρι ήταν, ουσιαστικά, ένας σταθμός, καθώς και μια βάση για τις δυνάμεις της Παντοκράτειρας. Οικοδομημένη στους πρόποδες των βουνών, αποτελούσε πέρασμα προς τα ορυχεία μετάλλων και πολύτιμων λίθων που βρίσκονταν σε τούτα τα μέρη, καθώς και πέρασμα προς τη δίοδο για τη διάσταση της Αρβήντλια, η οποία ήταν επίσης στα βουνά, μέσα σε μια σκοτεινή σήραγγα. Επομένως, οι Παντοκρατορικοί είχαν δύο πολύ, πολύ καλούς λόγους για να θεωρούν τη Νόλρι μια σημαντικότατη (παρότι μικρή) πόλη· και, φυσικά, την είχαν μετατρέψει σχεδόν σε φρούριο, έχοντας βάλει περιπολίες οχημάτων και στρατιωτών γύρω της, καθώς και κανόνια και πολυβόλα σε διάφορα στρατηγικά σημεία. Επιπλέον, ένα αρκετά μεγάλο ελικοδρόμιο υπήρχε εδώ. Και μάγοι διαφόρων ταγμάτων διέμεναν στη Νόλρι: Ερευνητές και Γαιοδίφες, Τεχνομαθείς και Διαλογιστές.

Η κίνηση δεν ήταν λιγοστή σε τούτη την πόλη, παρά το μέγεθός της, καθώς περνούσαν κάθε λογής άνθρωποι, Σάρντλιοι και μη. Ταξιδιώτες που πήγαιναν και έρχονταν από την Αρβήντλια, ή στρατιωτικοί, ή έμποροι· και σ’όλους, ασφαλώς, γινόταν έλεγχος για το τι όφειλαν να πληρώσουν (αν είχαν πραμάτεια), για το τι οπλισμούς έφεραν (δεν επιτρεπόταν ο καθένας να κουβαλά ό,τι όπλα ήθελε μέσα σε διαστάσεις ελεγχόμενες από τους Παντοκρατορικούς), και για το αν ήταν καταζητούμενοι ή αποστάτες. Επίσης, από τη Νόλρι περνούσαν και έμποροι, Γαιοδίφες μάγοι, επιστήμονες, και μηχανικοί που πηγαινοέρχονταν στα ορυχεία μετάλλων και πολύτιμων λίθων· και σ’αυτούς ο έλεγχος ήταν ακόμα πιο εξονυχιστικός, διότι όλοι ήξεραν ότι κάποιος επιτήδειος μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές ζημιές στα ορυχεία, αν είχε τον κατάλληλο εξοπλισμό. Και υπήρχαν άνθρωποι που, αναμφίβολα, θα ήθελαν να κάνουν καταστροφές εκεί, προκειμένου να παρακωλύσουν τους Παντοκρατορικούς: άνθρωποι όπως οι αποστάτες και ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος, ένας πρώην σύζυγος της Παντοκράτειρας ο οποίος είχε επαναστατήσει εναντίον της.

Οι Παντοκρατορικές δυνάμεις πάντοτε είχαν τα μάτια τους δεκατέσσερα γι’αυτόν και τους συνεργούς του, γιατί το κίνημα που είχε ονομάσει «Επανάσταση» ολοένα και εξαπλωνόταν τελευταία…

*

Έξι ταξιδιώτες είχαν σταματήσει στην ανατολική όχθη του ποταμού Ράντραμ, και δυτικά, μέσα στη νύχτα, μπορούσαν να δουν τα φώτα της Τόλκα, στην αντίπερα όχθη. Στο μέρος όπου ήταν κατασκηνωμένοι δεν υπήρχε ούτε πόλη ούτε οικισμός· υπήρχε, όμως, αρκετή βλάστηση για να τους κρύβει, αν και σε αρκετούς από αυτούς δεν άρεσε το γεγονός ότι, εδώ, ένα σωρό φτερωτά έντομα έκαναν κύκλους γύρω τους ή έρχονταν να καθίσουν επάνω τους, πιθανώς προσπαθώντας να πιούν μερικές σταγόνες αίμα.

Κανένας τους δεν ήταν γηγενής της Σάρντλι· η χρυσόδερμη επαναστάτρια που ονομαζόταν Σιλάνα τούς είχε οδηγήσει ώς εδώ και μετά είχε φύγει, λέγοντάς τους πως τώρα τα πράγματα πρέπει να ήταν εύκολα γι’αυτούς, αν ακολουθούσαν τις οδηγίες της.

Οι έξι ταξιδιώτες είχαν ανάψει μια φωτιά και είχαν κατασκηνώσει. Κανείς, όμως, δεν είχε πέσει για ύπνο· κοίταζαν τα σκοτάδια γύρω τους, καθώς και τα φώτα της Τόλκα, η οποία ήταν ο προορισμός τους.

Ένας απ’αυτούς, ο Δάρυλμος, που ήταν πρασινόδερμος και καταγόταν από τη διάσταση Βίηλ, βρισκόταν σε δουλειά, φτιάχνοντας διαφόρων χρωμάτων πολτούς μέσα σε μεγάλα, ξύλινα γουδιά. Γύρω του είχε σύνεργα που του χρειάζονταν, ανάμεσα στα οποία ήταν φιαλίδια με χρωματιστά υγρά, καλούπια, φακοί επαφής, θύσανοι από τρίχες, ψαλίδια, μαχαίρια, και σπάτουλες.

Η νύχτα ήταν ζεστή, όπως και οι περισσότερες νύχτες στη Σάρντλι, και οι πέντε υπόλοιποι ταξιδιώτες ίδρωναν κάτω απ’τα ρούχα τους, καθώς περίμεναν τον έκτο σύντροφό τους να τελειώσει τη δουλειά του. Όλοι τους ήταν σιωπηλοί. Ένας απ’αυτούς, που είχε δέρμα κατάλευκο, καταγόταν από την Αρβήντλια, και ονομαζόταν Ράθνης, σκότωνε τα ιπτάμενα έντομα που τον πλησίαζαν με αιφνίδιες κινήσεις των χεριών του. Ήταν πολύ γρήγορος.

Η απαραίτητη ώρα πέρασε, και ο Δάρυλμος, στρεφόμενος στους συντρόφους του, είπε: «Είμαστε έτοιμοι,» ενώ ένα λεπτό ρυάκι ιδρώτα κυλούσε επάνω στο μέτωπό του. «Ποιος θα έρθει πρώτος;»

Ο Ράθνης πλησίασε, και κάθισε κοντά του με την πλάτη σε μια μεγάλη πέτρα. Ο Δάρυλμος γέμισε ένα καλούπι –το οποίο είχε φτιάξει χτες, ακριβώς στα μέτρα του Ράθνη– και το πλησίασε στο πρόσωπο του λευκόδερμου επαναστάτη. «Πάρε βαθιά ανάσα,» του είπε. «Και μην αναπνεύσεις ξανά, μέχρι που να σου πω.»

Ο Ράθνης εισέπνευσε βαθιά.

Ο Δάρυλμος προσάρμοσε το καλούπι επάνω στο πρόσωπο του λευκόδερμου άντρα, και μέτρησε, φωναχτά, ώς το είκοσι. Ύστερα, έβγαλε το καλούπι και όλοι είδαν ότι το πρόσωπο του Ράθνη δεν ήταν πλέον κατάλευκο σαν κόκαλο, αλλά ερυθρό, όπως ορισμένων από τους κατοίκους της Σάρντλι.

Ο Δάρυλμος, που το επάγγελμά του ήταν μασκοποιός, του έδωσε έναν καθρέφτη.

Ο Ράθνης κοίταξε τον εαυτό του και μόρφασε. «Μα τους θεούς, άνθρωπέ μου!»

Αυτοί που κάθονταν γύρω απ’τη φωτιά μειδίασαν.

«Δεν είμαι καλλιτέχνης;» είπε ο Δάρυλμος.

«Είσαι τελείως τρελός,» αποκρίθηκε ο Ράθνης, επιστρέφοντάς του τον καθρέφτη.

«Σ’ευχαριστώ, φίλε μου. Άνοιξε τη μπλούζα σου τώρα.»

Ο Ράθνης υπάκουσε, και ο Δάρυλμος έτριψε μια αλοιφή επάνω στο στέρνο και στο λαιμό του λευκόδερμου άντρα, με αποτέλεσμα το δέρμα του να γίνει κόκκινο.

«Ελπίζω,» είπε ο Ράθνης, «να μη μείνω έτσι για πάντα.»

«Μην ανησυχείς· δε θα κρατήσει για πολύ. Η τέχνη μου είναι, δυστυχώς, εφήμερη. Δώσε μου τα χέρια σου.»

Ο Ράθνης τού τα έδωσε, και ο Δάρυλμος τα έκανε κι αυτά κόκκινα, αλείφοντάς τα και στεγνώνοντάς τα μ’ένα πανί.

Ύστερα, κοίταξε τον Ράθνη συλλογισμένα.

«Τι είναι;» ρώτησε εκείνος. «Έχω αρχίσει να ξεφλουδίζω;»

«Αναρωτιέμαι αν θα έπρεπε να βάψουμε και τα μαλλιά σου–»

«Καλύτερα όχι!»

Ο Δάρυλμος ύψωσε τον καθρέφτη μπροστά στον Ράθνη. «Τα μαλλιά σου είναι γκρίζα. Και τα γένια σου, επίσης.»

«Και μ’αρέσουν έτσι! Μη μου πεις ότι δεν υπάρχουν ερυθρόδερμοι, σε τούτη τη διάσταση, με γκρίζα μαλλιά και γένια.»

«Χμμμ…» Ο Δάρυλμος φάνηκε σκεπτικός. «Λογικά, πρέπει να υπάρχουν. Γιατί όχι; Ας σε αφήσουμε έτσι. Μπορείς να σηκωθείς. Και να θυμάσαι: να έχεις καλυμμένα τα σημεία του σώματός σου που δεν έχω κάνει κόκκινα.»

«Δε σκόπευα να δείξω σε κανέναν τον κώλο μου,» αποκρίθηκε ο Ράθνης, καθώς σηκωνόταν και απομακρυνόταν από τον πρασινόδερμο μασκοποιό.

Ορισμένοι από αυτούς που βρίσκονταν γύρω απ’τη φωτιά γέλασαν.

Ο Δάρυλμος αναστέναξε. «Καμία εκτίμηση για την τέχνη μου… Ποιος είναι επόμενος;»

Μια γυναίκα ορθώθηκε, πλησιάζοντας. Το δέρμα της ήταν λευκό με απόχρωση του ροζ, και τα μαλλιά της, μακριά και ξανθά, έπεφταν λυτά στους ώμους της. Το όνομά της ήταν Ιωάννα και, παλιότερα, ανήκε στο (διαλυμένο πλέον) τάγμα των Μαύρων Δρακαινών της Παντοκράτειρας, προτού επαναστατήσει εναντίον της.

Ο Δάρυλμος τής έκανε νόημα να καθίσει εκεί όπου, πριν, καθόταν ο Ράθνης. Εκείνη κάθισε, ακουμπώντας την πλάτη της στον βράχο, που ήταν καλυμμένος με μαλακά μούσκλια.

Ο Δάρυλμος πήρε από τα σύνεργά του το καλούπι που είχε φτιάξει ειδικά για το πρόσωπό της και το γέμισε με τον απαραίτητο χρωματικό πολτό. Ο δερματικός χρωματισμός της Ιωάννας δεν ήταν σπάνιος στη Σάρντλι· υπήρχαν πάρα πολλοί γηγενείς με λευκό-ροζ δέρμα· όμως η Μαύρη Δράκαινα ήταν γνωστή και καταζητούμενη από τις δυνάμεις της Παντοκράτειρας· επομένως, μια μεταμφίεση δεν μπορεί παρά να αποτελούσε συνετό μέτρο προστασίας.

Ο Δάρυλμος είπε στην Ιωάννα να πάρει βαθιά ανάσα και μετά να μην αναπνέει, ακριβώς όπως είχε κάνει κι ο Ράθνης. Εκείνη γέμισε τα πνευμόνια της με τον υγρό, σχεδόν απτό αέρα της όχθης και τον κράτησε εντός της. Ο Δάρυλμος προσάρμοσε το καλούπι στο πρόσωπό της και μέτρησε ώς το είκοσι. Ύστερα, το έβγαλε και κράτησε έναν καθρέφτη μπροστά στην Ιωάννα.

Εκείνη μειδίασε, βλέποντας το καινούργιο, κατάμαυρο δέρμα της. «Τα μάτια μου δεν ταιριάζουν, όμως,» παρατήρησε.

«Μην ανησυχείς για τα μάτια,» της είπε ο Δάρυλμος, φέρνοντας κοντά μια πήλινη κούπα, μισογεμάτη με νερό, μέσα στην οποία έπλεε ένα ζευγάρι φακοί επαφής· «σύντομα, θα γίνουν σκούρα-μπλε. Να σ’τους βάλω εγώ, ή προτιμάς να τους βάλεις μόνη σου;»

Η Ιωάννα ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν έχω πρόβλημα.»

Ο Δάρυλμος πήρε τον έναν φακό επάνω στο δάχτυλό του και, ανοίγοντας διάπλατα το δεξί μάτι της Ιωάννας με το άλλο χέρι, τον προσάρμοσε στον κερατοειδή χιτώνα του ματιού. Έπειτα, επανέλαβε τη διαδικασία για το αριστερό μάτι.

«Πολύ ωραία,» είπε η Ιωάννα, κοιτάζοντας τον εαυτό της στον καθρέφτη. «Θα κάνουμε τα μαλλιά τώρα;»

«Καλύτερα να τελειώσουμε, πρώτα, με το σώμα. Ελπίζω να μην είσαι ντροπαλή.»

«Θα περίμενες από μια Μαύρη Δράκαινα να είναι;»

«Έχεις δίκιο.»

Η Ιωάννα έβγαλε τη στενή μπλούζα που φορούσε και τον άφησε να αλείψει τους ώμους της, το λαιμό της, και το επάνω μέρος του στήθους της, κάνοντας το δέρμα να γίνει μαύρο σαν μελάνι.

Στη συνέχεια, ο Δάρυλμος έβαψε τα χέρια της με παρόμοιο χρώμα, και τη ρώτησε αν θα ήθελε να βάψει και κανένα άλλο μέρος του σώματός της.

«Πιστεύεις ότι θα χρειαστεί;»

«Αναλόγως πώς σκοπεύεις να ντυθείς,» της είπε.

«Θα ντυθώ όπως είμαι τώρα.»

«Καλώς, τότε.»

«Τα μαλλιά;»

Ο Δάρυλμος έφερε κοντά έναν ξύλινο κουβά, έριξε μέσα στο νερό κάποια υγρά από φιαλίδια, και είπε στην Ιωάννα να βάλει τα μαλλιά της μέσα και να περιμένει εκεί για μισή ώρα.

Η Μαύρη Δράκαινα ξάπλωσε στο έδαφος, αφήνοντας την ξανθιά της κώμη να μπει στη βαφή.

«Θα γίνουν πράσινα,» της είπε ο Δάρυλμος.

Και ζήτησε ο επόμενος να έρθει.

Ένας μαυρόδερμος άντρας ρώτησε: «Θα χρειαστεί να με αλλάξεις κι εμένα;» Το όνομά του ήταν Σέλιρ’χοκ και, όπως υποδήλωνε η κατάληξη ’χοκ, ήταν μάγος και ανήκε στο τάγμα των Διαλογιστών.

«Νομίζεις ότι είσαι τόσο πολύ καταζητούμενος όσο η Ιωάννα;»

«Μάλλον όχι.»

«Επομένως, δεν πιστεύω να χρειαστεί. Όχι στην Τόλκα, τουλάχιστον. Μετά, όμως–»

«Μετά, είναι άλλη ιστορία· θ’αλλάξουμε όλοι μεταμφίεση, έτσι δεν είναι;»

Ο Δάρυλμος κατένευσε.

«Τότε, μάλλον, ήρθε η δική μου σειρά.» Μια γυναίκα σηκώθηκε, πλησιάζοντας τον μασκοποιό. Είχε χρυσό δέρμα και κοντά, μαύρα μαλλιά. Ονομαζόταν Άνμα’ταρ, και ήταν μάγισσα του τάγματος των Δρακαινών: ένα τάγμα προσαρτημένο στη στρατιωτική ελίτ θηλέων Μαύρες Δράκαινες, όταν αυτές υπηρετούσαν την Παντοκράτειρα. Δεν εκπαιδεύονταν τέτοιες μάγισσες πια· η Άνμα’ταρ ήταν από τις τελευταίες.

Ο δερματικός της χρωματισμός δεν ήταν σπάνιος στη Σάρντλι· ήταν τόσο κοινός όσο και το λευκό-ροζ δέρμα της Ιωάννας· μα, ακριβώς όπως κι η Ιωάννα, η Άνμα ήταν γνωστή και καταζητούμενη. Η Παντοκράτειρα ήθελε εκδίκηση από όλες τις Δράκαινες που την είχαν προδώσει, συμμαχώντας με τον Πρίγκιπα Ανδρόνικο.

Ο Δάρυλμος ζήτησε από την Άνμα να καθίσει, και έκανε, περίπου, ό,τι είχε κάνει και με τον Ράθνη και την Ιωάννα. Το δέρμα της το έβαψε κόκκινο και, επιπλέον, της μάκρυνε τα μαλλιά, βάζοντας προσθετικές τρίχες που ήταν αδύνατον να τις ξεχωρίσεις απ’τις κανονικές. Επίσης, δημιούργησε αδιόρατες σκιές γύρω απ’τα μάτια και τα χείλη της, που την έκαναν να φαίνεται πολύ πιο άγρια απ’ό,τι συνήθως.

Η Άνμα’ταρ πέρασε τα δάχτυλά της μέσα από τα καινούργια της μαλλιά, ενώ κοίταζε τον εαυτό της στον καθρέφτη. «Με τρομάζω!» είπε, γελώντας. Και ζήτησε από τον Δάρυλμος να βάψει και τις κνήμες και τα πόδια της, γιατί θα φορούσε φούστα και σανδάλια στην Τόλκα.

Ο Σέλιρ’χοκ, που ήταν εραστής της Άνμα’ταρ εδώ και κάμποσο καιρό, κοίταζε τον μασκοποιό να κάνει τη δουλειά του, χωρίς η όψη του να φανερώνει ζήλια ή ενόχληση.

Ο Δάρυλμος τελείωσε και, αφότου έπλυνε τα χέρια του από την αλοιφή, έστρεψε το βλέμμα του στον τελευταίο άνθρωπο που καθόταν κοντά στη φωτιά, μισοτυλιγμένος στις σκιές της νύχτας.

«Πρίγκιπά μου,» είπε, «μπορείς να έρθεις.»

Ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος της Απολλώνιας, πρώην σύζυγος της Παντοκράτειρας και Αρχιεπαναστάτης (ή Αρχιπροδότης, αναλόγως την οπτική γωνία του καθενός), σηκώθηκε και πλησίασε τον πρασινόδερμο μασκοποιό.

Μετά από κάποια ώρα, το λευκό-ροζ δέρμα του είχε γίνει χρυσό, και τα ξανθά μούσια και μαλλιά του είχαν γίνει μαύρα, ενώ ο Δάρυλμος είχε προσθέσει και μερικές πινελιές στο πρόσωπό του, για να του δώσει μια ελαφρώς πιο παιδική όψη.

Η Ιωάννα, που είχε πλέον βγάλει τα πράσινα μαλλιά της από τον κουβά, είπε, κοιτάζοντάς τον και χαμογελώντας: «Αξιολάτρευτος είσαι!»

«Αυτό, θέλω να πιστεύω, είναι κομπλιμέντο…» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος.

*

Ο Δάρυλμος έκανε το δικό του πρόσωπο λευκό-ροζ και φόρεσε μια πρόσθετη μαύρη γενειάδα, ενόσω οι υπόλοιποι συναρμολογούσαν τη βάρκα τους, που θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι έμοιαζε με σχεδία, μα δεν ήταν. Δεν αποτελείτο από απλά κομμάτια ξύλο που δένονται το ένα πλάι στο άλλο· τα κομμάτια της ήταν ειδικά κατασκευασμένα ώστε να προσαρμόζονται εύκολα αναμεταξύ τους και να φτιάχνουν ένα πλήρες σκάφος με κουπιά και μικρό κατάρτι. Το ιστίο αποφάσισαν να το αφήσουν τυλιγμένο· θα διέσχιζαν τον ποταμό κωπηλατώντας.

Όταν και ο Δάρυλμος είχε ετοιμαστεί, έσπρωξαν τη βάρκα στο νερό, πήδησαν μέσα, και ο Ράθνης κι η Ιωάννα έπιασαν τα κουπιά, ξεκινώντας το σύντομο ταξίδι τους. Ο ποταμός Ράντραμ ήταν σκοτεινός μέσα στη νύχτα, και η σιγαλιά έκανε τον θόρυβο των κουπιών να ακούγεται έντονα. Οι επαναστάτες, όμως, δε σκόπευαν να μπουν στην Τόλκα απαρατήρητοι· δεν τους ενδιέφερε αυτό. Θεωρούσαν πως οι μεταμφιέσεις τους ήταν αρκετές για να τους προστατέψουν, σε περίπτωση που οι Παντοκρατορικοί τούς σταματούσαν για έλεγχο. Τα όπλα που είχαν φανερά επάνω τους ήταν απλά: τίποτα περισσότερο από ό,τι μπορεί να είχε ένας οποιοσδήποτε ταξιδιώτης που τριγύριζε στους αγριότοπους και στις ζούγκλες της Σάρντλι. Τα υπόλοιπα όπλα τα είχαν κρυμμένα, και ο Σέλιρ’χοκ είχε υφάνει ένα Ξόρκι Προκαλύψεως γύρω από την κρυψώνα τους, προκειμένου να αποκρούσει πιθανά ξόρκια εντοπισμού των Παντοκρατορικών.

Η βάρκα έφτασε στη δυτική όχθη του ποταμού, χωρίς κανένα δυσάρεστο επεισόδιο. Μπαίνοντας στο λιμάνι της Τόλκα, άραξε σε μια μικρή αποβάθρα δίχως φωτισμό. Ο Ράθνης έδεσε το σκάφος σε μια δέστρα, και οι επαναστάτες βγήκαν και βάδισαν στους δρόμους της πόλης. Τα χτίρια γύρω τους ήταν οικοδομημένα από πέτρα και ξύλο, και τα περισσότερα δεν ήταν ψηλά. Πολυκατοικίες υπήρχαν ελάχιστες, και χαμηλές. Η Τόλκα μπορεί να είχε αρκετό κόσμο, λόγω της θέσης της, μα εξακολουθούσε να είναι μια μικρή πόλη.

Η κίνηση των δρόμων δεν ήταν πολλή, πράγμα που, αναμφίβολα, οφειλόταν και στη νυχτερινή ώρα. Ωστόσο, στις ταβέρνες και στα πανδοχεία υπήρχαν πελάτες που οι φωνές τους αντηχούσαν. Σε διάφορα σημεία ήταν παρκαρισμένα ενεργειακά οχήματα, τετράκυκλα και δίκυκλα κυρίως, μικρά, όχι φορτηγά, ιδιοκτησία των πιο εύπορων κατοίκων ετούτου του μέρους. Χωρίς να υπολογίζονται, βέβαια, τα Παντοκρατορικά οχήματα της φρουράς.

Η Σιλάνα, που ήταν Σάρντλιας καταγωγής, είχε δώσει στον Πρίγκιπα Ανδρόνικο και τους συντρόφους του δύο διευθύνσεις: η μία ήταν του εμπόρου που θα τους βοηθούσε· η άλλη ήταν αυτή ενός πανδοχείου όπου υπήρχαν μικρές πιθανότητες οι Παντοκρατορικοί να κάνουν έρευνα (χωρίς, όμως, το μέρος να είναι προσανατολισμένο στο σκοπό της Επανάστασης! τους είχε τονίσει, για να είναι προσεχτικοί).

«Καλύτερα να χωριστούμε,» είπε ο Ανδρόνικος τώρα στους υπόλοιπους. «Δε χρειάζεται να πάμε όλοι σ’αυτόν τον Κέλκιλ.»

«Γιατί;» ρώτησε η Ιωάννα. «Φοβάσαι κάτι συγκεκριμένο;»

«Όχι· δεν είναι, όμως, προτιμότερο να είμαστε επιφυλακτικοί;»

«Σ’αυτή την περίπτωση, εσύ σίγουρα δεν πρέπει να πας στον έμπορο. Αν, παρ’ελπίδα, έχει προδοτικές διαθέσεις, θα ξέρει ότι η Παντοκράτειρα θέλει τον Πρίγκιπα Ανδρόνικο όσο κανέναν άλλο επαναστάτη…»

«Προσβάλλεις τη μεταμφίεσή μου, Μαύρη Δράκαινα!» της είπε ο Δάρυλμος. «Πιστεύεις ότι είναι δυνατόν κάποιος να τον αναγνωρίσει, έτσι όπως τον έχω κάνει;»

Η Ιωάννα μόρφασε. «Δεν ξέρω. Εξαρτάται από τις ικανότητές του–»

«Το αποκλείω,» είπε ο Δάρυλμος.

«Είσαι πολύ σίγουρος για τον εαυτό σου. Κακό σημάδι. Το τελευταίο κακό σημάδι, ίσως.»

«Δε μπορώ να λείπω από τις διαπραγματεύσεις με τον έμπορο, όσο σύντομες κι αν είναι,» δήλωσε ο Ανδρόνικος. «Επομένως, η διαφωνία σας δεν έχει νόημα.»

«Το φοβόμουν ότι θα τόλεγες αυτό…» μούγκρισε η Ιωάννα.

«Και τώρα εγώ είμαι σίγουρος ότι εσύ θα πεις πως θα έρθεις μαζί μου.»

«Φυσικά και θα έρθω μαζί σου. Αν, τελικά, αποδειχτεί προδότης, θα με χρειαστείς.»

Κι αυτό ήταν αλήθεια, όπως ήξερε ο Ανδρόνικος πολύ καλά. Λίγοι άνθρωποι στο Γνωστό Σύμπαν είχαν τις πολεμικές ικανότητες μιας Μαύρης Δράκαινας.

Σταμάτησαν να βαδίζουν σε μια μικρή πλατεία της Τόλκα, όπου υπήρχαν καμια δεκαριά άνθρωποι. Τόσοι ήταν φανεροί, τουλάχιστον, γιατί πιθανώς να βρίσκονταν κι άλλοι μέσα στα πυκνά σκοτάδια, κάτω από καμάρες ή σε στενορύμια εκεί κοντά.

«Ετούτη,» είπε ο Ανδρόνικος, «πρέπει νάναι η Κεντρική Πλατεία, που μας ανέφερε η Σιλάνα. Θυμάστε τις κατευθύνσεις που μας έδωσε;»

Οι άλλοι κατένευσαν.

«Καλώς. Εγώ, η Ιωάννα, και ο Ράθνης θα πάμε να επισκεφτούμε τον έμπορο. Οι υπόλοιποι θα πάτε στο πανδοχείο.»

Αντάλλαξαν μικρούς τηλεπικοινωνιακούς πομπούς κωδικοποιημένου σήματος, για περίπτωση ανάγκης, και χωρίστηκαν, δίχως άλλες κουβέντες.

•2•

Η οικία ήταν διώροφη, κι αυτό την καθιστούσε ένα από τα ψηλά οικοδομήματα της Τόλκα. Οι τοίχοι της ήταν πέτρινοι και η οροφή της από χοντρό, στέρεο ξύλο, οι άκριες του οποίου ήταν λαξεμένες με διάφορα σχήματα. Από ορισμένα απ’τα παράθυρα φως φαινόταν. Έξω απ’την είσοδο της οικίας υπήρχε μια ενεργειακή λάμπα, αναμμένη. Δίπλα από το σπίτι, ήταν ένα μικρότερο οίκημα που αποτελούσε στάβλο και γκαράζ, συγχρόνως· ένα μεταλλικό όχημα φαινόταν στο εσωτερικό του, καθώς και κάποια άλογα, τουλάχιστον τρία.

Δε χρειαζόταν πολλή φαντασία για να καταλάβει κανείς ότι εδώ έμενε κάποιος εύπορος άνθρωπος. Κι επίσης, δε χρειαζόταν πολλή φαντασία για να καταλάβει ότι η οικία, αναμφίβολα, θα φρουρείτο, παρότι, εκ πρώτης όψης, ούτε ένας φύλακας δεν ήταν φανερός.

Ο Ανδρόνικος πλησίασε την εξώπορτα, που φωτιζόταν από το λευκό φως της ενεργειακής λάμπας. Η Ιωάννα βάδιζε δεξιά του και ο Ράθνης αριστερά του. Ο Πρίγκιπας ύψωσε το χέρι του και πάτησε το κουδούνι.

Ένα ελαφρύ ντριιιιιν ακούστηκε απ’το εσωτερικό της οικίας, και η πόρτα άνοιξε, σαν κάποιος να στεκόταν ακριβώς πίσω της. Και μάλλον στεκόταν, γιατί ο άντρας που παρουσιάστηκε είχε την όψη φρουρού: ήταν γεροδεμένος και από τη ζώνη του κρέμονταν ένα πιστόλι κι ένα σπαθί. Το δέρμα του ήταν λευκό με απόχρωση του ροζ, τα μαλλιά του κοντά και καστανά, το μουστάκι του λεπτό και μακρύ. Τα μάτια του ήταν μαύρα, σταθερά, και καχύποπτα.

«Καλησπέρα,» χαιρέτησε. «Τι θα θέλατε;»

«Καλησπέρα,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος. «Θα θέλαμε να μιλήσουμε στον κύριο Κέλκιλ. Ενδιαφερόμαστε για μια… ειδική μεταφορά. Μας περιμένει.» Έτσι του είχε πει η Σιλάνα να μιλήσει: να τονίσει ότι τους ενδιέφερε μια ειδική μεταφορά, και να προσθέσει ότι ο έμπορος τούς περίμενε, παρότι αυτό μπορεί να μην ήταν αληθές. Επρόκειτο για συνηθισμένο σύνθημα, και, όταν οι φρουροί του Κέλκιλ μετέφεραν τα λόγια του Ανδρόνικου στον έμπορο, εκείνος θα τους δεχόταν, ό,τι ώρα κι αν ήταν· ή θα τους έλεγε πότε να τον συναντήσουν, αν τύχαινε να είναι απασχολημένος.

Ο φύλακας συνοφρυώθηκε, κοιτάζοντας το πρόσωπο του Ανδρόνικου, που ήταν καλυμμένο από τη μάσκα του Δάρυλμος. Στα μάτια του, ο Πρίγκιπας είδε καχυποψία, αλλά τίποτα περισσότερο· και η καχυποψία ήταν δικαιολογημένη –η ώρα είναι προχωρημένη, εξάλλου.

«Περιμένετε εδώ, παρακαλώ,» ζήτησε ο φρουρός, κλείνοντας την πόρτα.

Η οποία, μετά από μερικά λεπτά, άνοιξε και πάλι. Και ο φρουρός τώρα είπε στον Ανδρόνικο: «Ο κύριος Κέλκιλ δεν σας περιμένει. Κάποιο λάθος θα κάνετε.»

Λάθος; Η Σιλάνα δεν τους είχε προειδοποιήσει για μια τέτοια απάντηση. «Είσαι βέβαιος; Του είπες ότι ενδιαφερόμαστε για ειδικές μεταφορές

«Του το είπα, αλλά δεν περιμένει κανέναν. Αν θέλετε να μου πείτε ποιος είστε, ίσως να σας θυμηθεί, σε περίπτωση που έχει ξεχάσει γι’αυτή τη συνάντηση. Δεν είναι καλά ετούτη τη στιγμή.»

Δεν είναι καλά; απόρησε ο Ανδρόνικος. Τι εννοεί; «Δε χρειάζεται να τον ανησυχήσουμε περισσότερο. Θα ξαναπεράσουμε.»

«Όπως επιθυμείτε.» Η καχυποψία δεν είχε φύγει απ’το βλέμμα του φύλακα· αν μη τι άλλο, είχε ενταθεί. «Καλή σας νύχτα,» τους ευχήθηκε, τυπικά, και έκλεισε την πόρτα.

*

ΤΟ ΣΙΩΠΗΛΟ ΕΡΠΕΤΟ, έγραφε η κυματιστή πινακίδα πάνω από την πόρτα του πανδοχείου: ένα μονώροφο χτίριο από πέτρα, λάσπη, και ξύλο. Τα υλικά έμοιαζαν να έχουν αναμιχθεί τόσο πολύ αναμεταξύ τους, ώστε να αποτελούν ένα καινούργιο αμάλγαμα. Και οι τοίχοι του ήταν κάθε άλλο παρά καθαροί: υπήρχαν λεκέδες κάθε είδους επάνω τους· ορισμένοι ήταν, αναμφίβολα, από κάτουρα, άλλοι από αίμα, και κάποιοι η Άνμα’ταρ δεν μπορούσε με τίποτα να μαντέψει από τι είχαν γίνει. Από ποτά, ίσως. Λάδια, ή άλλες ουσίες.

Εκατέρωθεν της εισόδου του πανδοχείου κρέμονταν δύο λάμπες λαδιού, που φώτιζαν το κουρασμένο, γεμάτο βαθιές ρυτίδες ξύλο της πόρτας, επάνω στην οποία υπήρχε ένα μεγάλο σύμβολο χαραγμένο, πλαισιωμένο από έναν κύκλο.

«Τι σημαίνει αυτό;» ρώτησε ο Δάρυλμος, κοιτάζοντάς το με επιφύλαξη.

«Δεν είναι τίποτα,» τον διαβεβαίωσε ο Σέλιρ’χοκ. «Επικαλείται τη δύναμη του Βάσλεοθ, που βοηθά τους ταξιδιώτες.»

«Σάρντλιος θεός;»

«Ναι.»

Η Άνμα πλησίασε την πόρτα του πανδοχείου και την έσπρωξε, ανοίγοντάς την και μπαίνοντας σε μια χαμηλοτάβανη τραπεζαρία με καμπουριασμένα δοκάρια. Στα τραπεζάκια κάθονταν κάμποσοι πελάτες. Ο φωτισμός ήταν ασθενικός και το μέρος πλημμυρισμένο στις σκιές, αφού υπήρχαν λάμπες λαδιού μόνο επάνω σε ορισμένα από τα τραπέζια, ενώ από το ταβάνι δεν κρεμόταν καμία λάμπα, ούτε, φυσικά, πολύφωτο. Ο χώρος μύριζε φαγητό, ποτό, καπνό, και ιδρώτα. Γάτες περιφέρονταν από δω κι από κει, αναζητώντας πεταμένα αποφάγια· κάποιες ήταν αξιοσημείωτα παχιές. Ένας μεγάλος, μαύρος, λιγνός σκύλος στεκόταν κοντά στον πάγκο του μπαρ, ακίνητος, με μάτια παρατηρητικά και βλέμμα επικίνδυνο.

Η Άνμα’ταρ διέσχισε την τραπεζαρία, με τον Σέλιρ’χοκ και τον Δάρυλμος στο κατόπι της. Μερικοί από τους πελάτες τούς κοίταξαν· κανένας, όμως, δε φάνηκε να τους δίνει ιδιαίτερη σημασία.

Η γυναίκα πίσω από τον πάγκο του μπαρ ήταν ερυθρόδερμη και είχε μακριά, μαύρα μαλλιά. Από τη μέση και πάνω φορούσε μόνο έναν στηθόδεσμο και πέτσινα περικάρπια, μέσα σ’ένα απ’τα οποία ήταν θηκαρωμένο ένα ξιφίδιο. Από τη μέση και κάτω, η ενδυμασία της ήταν κρυμμένη από το παλιό, γεμάτο τρύπες και χαρακιές έπιπλο.

Η Άνμα σκέφτηκε ότι η γυναίκα του μπαρ τής έμοιαζε, ύστερα από τη μεταμφίεση που της είχε κάνει ο Δάρυλμος: η μάγισσα ήταν τώρα ερυθρόδερμη (τουλάχιστον, εκεί όπου το δέρμα της φαινόταν), και είχε μακριά, μαύρα μαλλιά.

«Θέλουμε να κλείσουμε δωμάτια,» είπε η Άνμα στη γυναίκα του μπαρ. «Για έξι.»

Εκείνη τούς κοίταξε. «Τρεις φαίνεται νάστε.»

«Οι φίλοι μας θάρθουν σε λίγο.»

«Δύο τρίκλινα είναι καλά;»

«Υποθέτω πως ναι.»

«Πόσο καιρό θα καθίσετε;»

«Θα δείξει.»

Η Άνμα’ταρ πλήρωσε τη γυναίκα για την πρώτη βραδιά και, μετά, απομακρύνθηκε απ’το μπαρ μαζί με τον Σέλιρ’χοκ και τον Ράθνη. Βρήκαν ένα άδειο τραπέζι και κάθισαν.

Μια σερβιτόρα τούς πλησίασε, ρωτώντας τι ήθελαν να παραγγείλουν.

*

«Η Σιλάνα δε μας είχε προειδοποιήσει ότι μπορεί να μας έδιωχναν,» είπε η Ιωάννα, καθώς απομακρύνονταν απ’την οικία του Κέλκιλ και βάδιζαν μέσα σ’ένα σκιερό σοκάκι.

«Ακριβώς το ίδιο σκεφτόμουν κι εγώ,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος, προβληματισμένα. Και είπε: «Είχες περάσει πρόσφατα από τη δίοδο που οδηγεί στην Αρβήντλια, έτσι δεν είναι, Ιωάννα;»

Η Μαύρη Δράκαινα κατένευσε.

«Δεν είχες έρθει σε επαφή με τον Κέλκιλ, όμως· επομένως, τι τρόπο είχες χρησιμοποιήσει για να περάσεις;»

«Είχαμε όχημα μαζί μας, και ήμασταν αρκετά τυχεροί ώστε, επίσης, να έχουμε τον Γεράρδο, που η όψη του δεν είναι γνωστή στους Παντοκρατορικούς. Έτσι, εγώ, ο Τάμπριελ’λι, και ο Σέλιρ’χοκ κρυφτήκαμε μέσα στο όχημα και, με τον Γεράρδο να οδηγεί, διασχίσαμε τη δίοδο. Στους Παντοκρατορικούς φρουρούς ο Γεράρδος είπε ότι ήταν ταξιδιώτης, και τους έδειξε μια πλαστή ταυτότητα. Στο όχημα δεν έγινε λεπτομερής έλεγχος, επειδή ήταν φανερό πως δεν ήταν φορτηγό κι επομένως δεν μπορεί να μετέφερε πραμάτεια. Χρησιμοποιήθηκε μονάχα ένα όργανο αυτόματης ανίχνευσης, το οποίο πρέπει να χειριζόταν κάποιος μάγος· αλλά, με τον Σέλιρ’χοκ και τον Τάμπριελ’λι μαζί μας, είναι να απορείς που δε βρήκε τίποτα;»

Ο Ανδρόνικος όφειλε να συμφωνήσει μ’αυτό το τελευταίο. Ο Σέλιρ’χοκ ήταν ένας ικανότατος μάγος, ενώ ο Τάμπριελ’λι ήταν ακόμα καλύτερος, σύμφωνα με τις φήμες. Πάρα πολύ ισχυρός. Επίσης, μέχρι πρότινος, ήταν ένας από τους συζύγους της Παντοκράτειρας, αλλά, ύστερα από κάποια… οράματα που είχε δει, την είχε εγκαταλείψει, αναζητώντας πράγματα που ο Ανδρόνικος δεν μπορούσε ακριβώς να καταλάβει. Τελευταία φορά που ο Πρίγκιπας είχε αντικρίσει τον Τάμπριελ ήταν λίγο προτού ένας υπερδιαστασιακός στρόβιλος τον ρουφήξει. Ο μάγος δε θα έπρεπε, κανονικά, να μπορεί να επιβιώσει από κάτι τέτοιο, όμως ο ίδιος είχε ισχυριστεί ότι θα επιβίωνε. Ο Ανδρόνικος, πάντως, δεν τον είχε ξαναδεί από τότε.

Ευτυχώς, πριν εξαφανιστεί, είχε μιλήσει στον Απολλώνιο Πρίγκιπα για ένα από τα οράματά του: του είχε πει για μια από τις εικόνες που περνούσαν μπροστά από τα πνευματικά του μάτια· και τώρα, ο Ανδρόνικος πήγαινε στην Αρβήντλια εξαιτίας αυτού του οράματος, για να ξεκλειδώσει ένα μυστήριο που είχε μείνει για πολύ καιρό κλειδωμένο. Για να αποκωδικοποιήσει ένα μήνυμα που ίσως να φαινόταν πολύ σημαντικό για το σκοπό της Επανάστασης.

«Θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε την ίδια μέθοδο,» είπε ο Ανδρόνικος στην Ιωάννα. «Να περάσουμε τη δίοδο ισχυριζόμενοι ότι είμαστε ταξιδιώτες. Με τις μεταμφιέσεις του Δάρυλμος, δε θα είναι δύσκολο να κρυφτούμε από τα μάτια των φρουρών.»

«Δεν έχουμε όχημα, όμως, πράγμα το οποίο θα μας παρουσιάσει πρόβλημα στην Αρβήντλια. Ο Κέλκιλ υποτίθεται ότι θα είχε οχήματα και ότι θα περνούσαν από κάμποσες πόλεις της Αρβήντλια.»

«Ναι, εντάξει,» είπε ο Ανδρόνικος. «Τι θα γίνει, όμως, αν φανεί αδύνατον να επικοινωνήσουμε μαζί του; Η Σιλάνα μάς είπε ότι, λογικά, σε λίγες μέρες θα είναι έτοιμος να φύγει, αν συνεχίζει ν’ακολουθεί την τακτική που–»

«Νομίζω,» τους διέκοψε ο Ράθνης, «πως κάποιος μάς παρακολουθεί.»

Οι ψιθυριστές φωνές του Ανδρόνικου και της Ιωάννας έπαψαν, καθώς βάδιζαν μέσα στα σκιερά σοκάκια της Τόλκα. Η Μαύρη Δράκαινα καταράστηκε, εσωτερικά, που δεν είχε προσέξει ότι βρίσκονταν υπό παρακολούθηση· η κουβέντα της με τον Πρίγκιπα είχε αποσπάσει την προσοχή της, αλλά, κανονικά, αυτό δεν θα έπρεπε να είχε συμβεί! Κοιτάζοντας, φευγαλέα, πάνω απ’τον ώμο της, καθώς έστριβαν σε μια γωνία, παρατήρησε ότι, πράγματι, ο Ράθνης είχε δίκιο: τους παρακολουθούσαν. Μια σκιερή φιγούρα ερχόταν πίσω τους. Η Ιωάννα δεν μπόρεσε να διακρίνει καμια άλλη λεπτομέρεια γι’αυτήν, ούτε καν αν επρόκειτο για άντρα ή γυναίκα.

Ο Ανδρόνικος δεν προσπάθησε να δει πίσω του, καθώς είχε εμπιστοσύνη και στην Ιωάννα και στον Ράθνη, και ήξερε ότι κι οι δυο τους ήταν πολύ καλύτεροι από εκείνον σε τέτοιου είδους παιχνίδια. «Πόσοι είναι;» ρώτησε.

«Ένας,» απάντησε η Μαύρη Δράκαινα.

Ο Ράθνης ένευσε μονάχα, λιγομίλητος ως συνήθως.

«Από την οικία του Κέλκιλ μάς έχει πάρει από πίσω;» ρώτησε ο Ανδρόνικος.

«Δεν αποκλείεται,» είπε η Ιωάννα· «εξάλλου, δεν είμαστε παρά πέντε βήματα απόσταση από εκεί. Πότε τον εντόπισες εσύ, Ράθνη;»

«Μόλις τον εντόπισα, σας ειδοποίησα.»

Ο Ανδρόνικος λοξοκοίταξε την Ιωάννα. «Πράκτορας της Παντοκράτειρας;» Αν οι Παντοκρατορικοί είχαν υποψιαστεί ότι ο Κέλκιλ περνούσε παρανόμους στην Αρβήντλια μέσα στα οχήματά του, τότε πιθανώς να κατασκόπευαν το σπίτι του, σκέφτηκε ο Πρίγκιπας. Ήταν μια συνηθισμένη τακτική τους. Και, όταν έβρισκαν κάποιο στοιχείο, ή θα τον κατέστρεφαν φανερά, ή θα τον έκανα να «εξαφανιστεί» (με διάφορους τρόπους), ή θα τον εκβίαζαν, προκειμένου να τους υπηρετήσει ακριβώς όπως επιθυμούσαν –εν ολίγοις θα τον καθιστούσαν σπιούνο τους.

Τα μάτια της Ιωάννας στένεψαν. «Ό,τι κι αν είναι, ας μην τον οδηγήσουμε στους άλλους. Ας δούμε μέχρι πού είναι πρόθυμος να μας ακολουθήσει.»

Ο Ανδρόνικος ένευσε.

Και συνέχισαν να βαδίζουν, πηγαίνοντας προς το λιμάνι και σε μέρη που ήταν σκοτεινά.

Η Ιωάννα είδε ότι ο κατάσκοπος εξακολουθούσε να βρίσκεται στο κατόπι τους. Θέλει να μάθει τον προορισμό μας, συμπέρανε. Επομένως, μάλλον είναι Παντοκρατορικός. Αν ήταν κάποιος ληστής, θα είχε σφυρίξει στα φιλαράκια του ώς τώρα, για να μας την πέσουν.

Καθώς έστριψαν, πρόσεξε μια σκάλα στ’αριστερά της. «Καλά είμαστε εδώ,» είπε στους συντρόφους της. «Ήρθε η ώρα να τον ξεφορτωθούμε. Ανδρόνικε, θα συνεχίσεις να βαδίζεις· Ράθνη, θα κρυφτείς εκεί.» Έδειξε ένα στενορύμι στα δεξιά: τίποτα περισσότερο από μια χαραμάδα ανάμεσα σε δυο παλιά πέτρινα χτίρια.

Δεν περίμενε απάντηση· αμέσως, έτρεξε πάνω στη σκάλα, τραβώντας ένα ξιφίδιο μέσα απ’τα ρούχα της.

Ο Ανδρόνικος δεν της έφερε αντίρρηση, καταλαβαίνοντας το σχέδιό της. Συνέχισε να βαδίζει στο σοκάκι, πιάνοντας, συγχρόνως, το πιστόλι του και απασφαλίζοντάς το.

Ο Ράθνης χώθηκε στις σκιές του σοκακιού, κι εξαφανίστηκε μέσα στο σκοτάδι.

Η Ιωάννα αφουγκράστηκε: τα βήματα του κατασκόπου ίσα που ακούγονταν, καθώς ζύγωνε. Δεν ήταν κακός στη δουλειά του. Αλλά δεν μπορεί να παραβγεί με μια Μαύρη Δράκαινα. Η Ιωάννα λύγισε το σώμα της, ετοιμάζοντας τον εαυτό της για επίθεση.

Ο άγνωστος παρουσιάστηκε, φορώντας κάπα και κουκούλα –μια ακόμα απ’τις σκιές της νύχτας.

Η Ιωάννα τινάχτηκε.

Το μποτοφορεμένο πόδι της τον κλότσησε στο πλάι του κεφαλιού, κάνοντάς τον να χάσει την ισορροπία του και να πέσει στα γόνατα, αιφνιδιασμένος.

Το χέρι του πήγε, ενστικτωδώς, στο πιστόλι στη ζώνη του, για να το τραβήξει–

Το γόνατο της Ιωάννας κοπάνησε πάνω στο πρόσωπό του, σπάζοντας τη μύτη του. Ο άντρας σωριάστηκε, αναίσθητος.

Ο Ράθνης είχε ήδη ξεπροβάλει απ’το στενορύμι και πλησιάσει.

«Τράβηξέ τον μέσα,» του είπε η Ιωάννα.

Εκείνος έπιασε τον άγνωστο απ’τα χέρια και, γρήγορα, τον έσυρε. Η Μαύρη Δράκαινα ακολούθησε τον Ράθνη στο στενορύμι· το ίδιο κι ο Ανδρόνικος.

Μέσα στο σκοτάδι, ο Πρίγκιπας της Απολλώνιας άναψε έναν μικρό φακό και φώτισε το πρόσωπο του κατασκόπου. Δεν ήταν κάποιος που γνώριζε. Έριξε ένα ερωτηματικό βλέμμα στην Ιωάννα, μήπως τον ήξερε εκείνη, αλλά η Μαύρη Δράκαινα κούνησε το κεφάλι. Ο άντρας ήταν χρυσόδερμος με κοντά, πορφυρά μαλλιά· αίμα κυλούσε από τη μύτη του.

Η Ιωάννα έψαξε, εσπευσμένα, τα ρούχα του, μα δε βρήκε τίποτα το αξιοσημείωτο, τίποτα που μπορούσε να τους πει ποιος ήταν. Είχε, ωστόσο, κάμποσα όπλα επάνω στο άτομό του. Και δεν ήταν όπλα τρίτης κατηγορίας.

«Παντοκρατορικός πρέπει νάναι,» είπε η Μαύρη Δράκαινα. «Σίγουρα.»

«Άρα, παρακολουθούσαν την οικία του Κέλκιλ,» συμπέρανε ο Ανδρόνικος. «Λες γι’αυτό να μας έδιωξε ο έμπορος; Επειδή ήξερε πως τον κατασκοπεύουν και δεν ήθελε να δώσει δικαιώματα;»

«Ίσως. Αλλά δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι. Όχι ακόμα, τουλάχιστον.»

«Πάμε στο πανδοχείο. Κι ας ελπίσουμε ότι δε συμβαίνει κι εκεί τίποτα παράξενο που δεν ήξερε η Σιλάνα…»

*

«Καλ’σπέρα, φιλαράκια.»

Ο άντρας που ζύγωσε το τραπέζι τους ήταν ψηλός με δέρμα λευκό-ροζ και φαρδείς ώμους. Φορούσε τριμμένη τουνίκα και υφασμάτινο παντελόνι με τουλάχιστον δύο αμέσως φανερές τρύπες. Τα μαλλιά του ήταν μαύρα και σγουρά, το πρόσωπό του αξύριστο. Τα μάτια του έμοιαζαν θολά. Στο αριστερό χέρι βαστούσε ένα αναμμένο τσιγάρο.

Ο Σέλιρ’χοκ ύψωσε το βλέμμα του από το φαγητό του (σούπα με Σάρντλια μανιτάρια του βουνού) και κοίταξε τον άντρα. «Καλησπέρα,» του είπε στη Συμπαντική Γλώσσα, αφού κι εκείνος σ’αυτή τη γλώσσα είχε μιλήσει.

«Λέμε να στήσουμε ένα παιχνιδάκι, εκεί πέρα, μαζί με κάτι άλλους…» Ο άντρας έστρεψε το βλέμμα του σ’ένα μεγαλύτερο τραπέζι, γύρω απ’το οποίο ήταν συγκεντρωμένοι τρεις άντρες και μια γυναίκα. Τράπουλες και πούλια φαίνονταν απλωμένα κοντά στη λάμπα λαδιού, ανάμεσα σε ποτήρια με ποτά και μπουκάλια. «Γουστάρετε ναρθείτε; Δε θα παίξουμε τίποτα μεγαλοποσά… χε-χε… Κάτι ψιλά, μόνο, για να περάσ’ η βραδιά.»

«Σ’ευχαριστούμε, αλλά θα πρέπει ν’αρνηθούμε.»

«Δεν είμαστε κλέφτες, άμα σκέφτεσ’ αυτό.»

«Δε σκέφτομαι αυτό. Είμαστε, όμως, κουρασμένοι απ’το ταξίδι μας.»

«Ααα, κρίμα. Αλλά δεν πειράζει. Καλή σας βραδιά, φιλαράκια.»

Ο άντρας απομακρύνθηκε, πηγαίνοντας σ’ένα άλλο τραπέζι παραδίπλα και λέγοντας, μάλλον, τα ίδια.

«Δε μας ρώτησες εμάς, μάγε,» είπε ο Δάρυλμος στον Σέλιρ’χοκ. «Ίσως να θέλαμε να δοκιμάσουμε την τύχη μας.»

«Ο Πρίγκιπάς μας δε νομίζω να το θεωρούσε συνετό,» αποκρίθηκε ο Σέλιρ.

«Επιπλέον,» πρόσθεσε η Άνμα, «αν θες τόσο να παίξεις, μπορείς να πας.»

«Ούτε αυτό, πιστεύω, θα ήταν συνετό,» τόνισε ο Σέλιρ.

«Δεν έχετε καθόλου πλάκα.» Ο Δάρυλμος ήπιε μια γουλιά απ’τη μπίρα του. «Παρεμπιπτόντως, αυτό το πράμα είναι σα νάχουν κατουρήσει τούτες οι γάτες μέσα του!» Έσπρωξε με το πόδι μια απ’τις γάτες που είχε ζυγώσει το τραπέζι τους, κοιτάζοντας επάνω και νιαουρίζοντας απαιτητικά. «Στη Βίηλ, ο ζύθος δεν είναι έτσι, φίλοι μου. Καθόλου έτσι.»

Η Άνμα πήρε μια λωρίδα κρέατος από το πιάτο της και την έριξε στη γάτα, η οποία την πάτησε με τα μπροστινά της πόδια κι άρχισε να τη μασουλά.

Ο Δάρυλμος αναποδογύρισε τα μάτια. «Γιατί το έκανες τώρα αυτό, μάγισσα; Δε θα μας αφήσουν σε ησυχία!»

«Έχουμε παρέα,» παρατήρησε ο Σέλιρ, κοιτάζοντας τους τρεις ανθρώπους που είχαν μόλις μπει στο Σιωπηλό Ερπετό και πλησίαζαν το τραπέζι τους.

Ο Ανδρόνικος, η Ιωάννα, και ο Ράθνης πήραν καρέκλες και κάθισαν κοντά τους. Ίσα-ίσα χωρούσαν γύρω απ’το μικρό τραπέζι, το οποίο δεν έμοιαζε να στέκεται και πολύ καλά στα τρία πόδια του, καθώς το ένα ήταν ελαφρώς κοντύτερο από τα άλλα δύο.

«Συναντήσατε κανένα πρόβλημα;» ρώτησε ο Ανδρόνικος.

«Κανένα,» αποκρίθηκε η Άνμα. «Εσείς;»

«Δυστυχώς, ναι. Φαίνεται πως, τελικά, δε θα είναι τόσο εύκολο να φύγουμε από τη διάσταση.» Και τους εξήγησε τι είχε γίνει στην οικία του Κέλκιλ, καθώς και τι είχε γίνει ύστερα με τον –πιθανώς Παντοκρατορικό– κατάσκοπο.

«Το σπίτι του εμπόρου πρέπει νάναι υπό παρακολούθηση,» είπε η Άνμα.

Η Ιωάννα ένευσε, καπνίζοντας ένα τσιγάρο. «Αυτό είναι προφανές. Και ίσως αυτός νάναι κι ο λόγος που δεν δέχτηκε να μας μιλήσει. Αλλά δε μπορούμε να είμαστε σίγουροι…»

«Τι άλλος λόγος να υπάρχει, δηλαδή;»

«Ο φρουρός στην είσοδο μάς είπε ότι ο έμπορος δεν είναι καλά…»

«…και δεν πρέπει να έλεγε ψέματα,» πρόσθεσε ο Ανδρόνικος. «Δε χρειαζόταν καν να το πει αυτό· μας είχε ήδη διώξει, ισχυριζόμενος ότι ο Κέλκιλ δε μας περίμενε.»

Η Ιωάννα ένευσε. «Ναι. Άρα, ο έμπορος, όντως, δεν ήταν καλά, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό.»

«Ίσως, βέβαια, νάναι και κάτι ασήμαντο. Μπορεί απλά νάχε πονοκέφαλο ή να ήταν κουρασμένος εκείνη την ώρα.»

«Μπορεί.»

Ο Σέλιρ’χοκ είπε: «Το βασικό ερώτημα είναι, τι θα κάνουμε τώρα. Πώς θα πάμε στην Αρβήντλια;» Κοίταξε την Ιωάννα. «Όπως πήγαμε και την προηγούμενη φορά;»

«Την προηγούμενη φορά, είχαμε όχημα μαζί μας· τώρα, δεν έχουμε.»

«Το ξέρω. Αλλά τι άλλη λύση υπάρχει;»

«Νομίζω,» είπε η Ιωάννα, «ότι χρειαζόμαστε περισσότερες πληροφορίες για τον Κέλκιλ. Υποπτεύομαι πως η Σιλάνα δεν ήξερε αρκετά για την τωρινή του κατάσταση.»

«Και πιστεύεις πως έχουμε χρόνο να μάθουμε πιο πολλά γι’αυτόν; Μονάχα να περάσουμε τη δίοδο θέλουμε, εξάλλου· δε μας απασχολεί ο ίδιος ο έμπορος.»

«Σωστά,» αποκρίθηκε η Ιωάννα. «Ωστόσο, μην ξεχνάς, Σέλιρ, ότι ο έμπορος έχει οχήματα που θα μας βοηθήσουν να ταξιδέψουμε μέσα στην Αρβήντλια· επομένως, δεν μας είναι αμελητέος. Ίσως, μάλιστα, να μας είναι απαραίτητος.»

Ο Ανδρόνικος είπε: «Αν δεν κάνω κάποιο τραγικό λάθος, υπάρχει ένας σύνδεσμός μας στην Τόλκα–»

Η Ιωάννα ένευσε αμέσως. «Ακριβώς. Αυτόν σκεφτόμουν κι εγώ. Θα πάω, όμως, να τον επισκεφτώ το πρωί, γιατί τώρα, υποθέτω, θα είναι απασχολημένος.»

•3•

Χάρκελμ, τον έλεγαν, και το επίσημο επάγγελμά του ήταν συνοδός: που ήταν ευγενικότερο από το να τον αποκαλεί κανείς πόρνο. Πρόσφερε ερωτικές υπηρεσίες σε γυναίκες –και, ορισμένες φορές, σε άντρες– επί πληρωμή. Το ανεπίσημό του επάγγελμα (που, ασφαλώς, ελάχιστοι γνώριζαν) ήταν σύνδεσμος της Επανάστασης, και κατάσκοπος. Συνήθως, εργαζόταν τα βράδια, οπότε η Ιωάννα ήξερε ότι θα έπρεπε να πάει να τον βρει το πρωί.

Διανυκτέρευσε, μαζί με τον Ανδρόνικο και τον Ράθνη, στο ένα από τα δύο δωμάτια που είχε κλείσει η Άνμα’ταρ στο Σιωπηλό Ερπετό. Ο χώρος ήταν στενός και επάνω στα στρώματα κυκλοφορούσαν κοριοί. Ετούτο το πανδοχείο, προφανώς, δεν ήταν και το καλύτερο μέρος για να μείνει κανείς, αλλά αφού το είχε προτείνει η Σιλάνα….

«Έχω την αίσθηση,» είπε, μέσα στο σκοτάδι, ο Ανδρόνικος στην Ιωάννα, «ότι κοιμάμαι με παρέα.»

Η Μαύρη Δράκαινα μειδίασε, και άπλωσε το χέρι της για να τον αγγίξει. Βρήκε τον πήχη του. «Να έρθω κι εγώ στην παρέα σας;»

Τον άκουσε να γελά. «Μόνο αν πιστεύεις ότι δε θα ενοχληθεί ο Ράθνης.»

Ο Πρίγκιπας της Απολλώνιας και η Μαύρη Δράκαινα ήταν εραστές από προτού ξεκινήσει επίσημα η Επανάσταση· προτού η Απολλώνια αποτινάξει τον ζυγό της Παντοκρατορίας και αποτελέσει πυρήνα αντίστασης στο Γνωστό Σύμπαν. Η Παντοκράτειρα ίσως και να γνώριζε για τη σχέση τους, μα δεν την ενδιέφερε· εξάλλου, μπορούσε να έχει όποιον άντρα ήθελε.

«Ο Ράθνης είναι Αρβήντλιος,» ψιθύρισε η Ιωάννα στον Ανδρόνικο, «κι αυτό σημαίνει ότι, ακόμα κι αν τώρα δεν κοιμάται, ή ακόμα κι αν καταλάβει κάτι, θα φανεί διακριτικός.»

«Αφού το νομίζεις…» Ο Ανδρόνικος ήταν σεμνότυφος, ορισμένες φορές, είχε παρατηρήσει η Ιωάννα. Ίσως να έφταιγε η αριστοκρατική του καταγωγή από την Απολλώνια, υπέθετε.

Κατέβηκε απ’το κρεβάτι της και γλίστρησε στο κρεβάτι του, και μέσα στα χέρια του που ήταν έτοιμα να τυλιχτούν γύρω απ’τη μέση της.

Ο Ράθνης, πράγματι, δεν έδωσε κανένα σημάδι ότι τους είχε καταλάβει.

Το πρωί, η Ιωάννα είδε ότι η μάσκα του Ανδρόνικου είχε διαλυθεί· το χρυσό του δέρμα είχε κομματιαστεί, για να αποκαλύψει από κάτω λευκό-ροζ δέρμα. Επίσης, η μαύρη βαφή είχε αρχίσει να φεύγει απ’τα μαλλιά του. Και τούτο δεν είχε συμβεί μόνο σ’εκείνον· είχε συμβεί και στην Ιωάννα: δεν είχε πλέον μαύρο δέρμα, ούτε πράσινα μαλλιά. Προς στιγμή, πίστεψε ότι η καταστροφή της μεταμφίεσής τους οφειλόταν στις νυχτερινές τους δραστηριότητες, αλλά, ύστερα, είδε ότι και η μάσκα του Ράθνη είχε διαλυθεί.

«Ο Δάρυλμος μάς το είπε ότι δε θα κρατούσαν για πολύ,» της θύμισε ο Ανδρόνικος.

«Θα φορέσω την κουκούλα της κάπας μου. Δε νομίζω κανένας να με σταματήσει για να με ελέγξει.» Η Ιωάννα πήρε την ελαφριά κάπα από εκεί όπου την είχε τυλίξει και την έριξε στους ώμους της, δένοντάς την. «Όσο θα λείπω, ρώτησε τον Δάρυλμος αν μπορεί να μας φτιάξει κι άλλες μάσκες, γιατί δεν ξέρουμε, τελικά, πόσο ίσως χρειαστεί να μείνουμε εδώ.»

Ο Ανδρόνικος ένευσε. «Θα μας έκανε καινούργιες μάσκες, ούτως ή άλλως, προτού ξεκινήσουμε για τη δίοδο της Αρβήντλια –και, μάλιστα, καλύτερες από τις προηγούμενες. Δε θυμάσαι τι είχε πει; Αυτές που θα έφτιαχνε για να περάσουμε τον ποταμό και να μπούμε στην Τόλκα ήταν πρόχειρες.»

«Εντάξει,» αποκρίθηκε η Ιωάννα. «Πηγαίνω.» Έχοντας πάρει μαζί της ό,τι πιθανώς να της χρειαζόταν, άνοιξε τη μικρή πόρτα του στενόχωρου δωματίου και έφυγε.

Κατέβηκε στο ισόγειο του Σιωπηλού Ερπετού, διέσχισε την τραπεζαρία, που δεν είχε ούτε τον μισό κόσμο απ’ό,τι χτες βράδυ, και βγήκε στους λιθόστρωτους δρόμους της Τόλκα.

Θυμόταν πού ήταν το σπίτι του Χάρκελμ, κι έτσι βάδισε κατευθείαν προς τα εκεί, ενώ, συγχρόνως, είχε το νου της μήπως κανείς την παρακολουθούσε. Όχι, βέβαια, πως είχε λόγο να πιστεύει κάτι τέτοιο, όμως μια Μαύρη Δράκαινα ήταν πάντοτε προσεχτική. Δευτέρα φύση, αδύνατον να ξεπεραστεί.

Καθώς πήγαινε στον προορισμό της και έτυχε να περνά από έναν δρόμο δίπλα από το λιμάνι, παρατήρησε ότι κάτι γινόταν εκεί, κοντά στις αποβάθρες. Κόσμος είχε συγκεντρωθεί, για να κοιτάξει. Ένα μεγάλο καράβι είχε αγκυροβολήσει, και κάτι πρέπει να έβγαινε από μέσα. Κάτι μεγάλο. Εμπορεύματα; Δε μπορεί να ήταν εμπορεύματα· δε θα γινόταν τόση φασαρία.

Παρακινημένη από την περιέργεια, η Ιωάννα ζύγωσε, και είδε ότι, πράγματι, δεν ήταν εμπορεύματα αυτά που έβγαιναν από το πλοίο.

Αεροπλάνα ήταν. Μαχητικά. Αυτά που χρησιμοποιούσαν οι Παντοκρατορικοί όταν ήθελαν να κάνουν πόλεμο. Γιατί τα έφερναν εδώ, στην Τόλκα; Απ’όσο γνώριζε η Ιωάννα, δεν υπήρχε κανένα ανοιχτό μέτωπο στη Σάρντλι· και σίγουρα όχι σε τούτα τα μέρη της Σάρντλι, που ελέγχονταν πολύ στενά από τις Παντοκρατορικές δυνάμεις.

Τα αεροπλάνα ήταν φορτωμένα σε μεγάλα φορτηγά οχήματα, που έβγαιναν, το ένα μετά το άλλο, από το πελώριο καράβι, το οποίο δεν ήταν ατμόπλοιο (τα ατμόπλοια της Σάρντλι ήταν επικίνδυνα να εκραγούν, και, μάλλον, οι Παντοκρατορικοί δεν ήθελαν να το ρισκάρουν με τόσα αεροσκάφη επάνω), αλλά πρέπει να κινιόταν με ενέργεια ρυθμιζόμενη από μάγους στο εσωτερικό του.

Μονάχα ένας λόγος μπορεί να υπάρχει, για να φέρνουν μαχητικά αεροπλάνα εδώ… ή, τουλάχιστον, μονάχα έναν λόγο μπορούσε να σκεφτεί η Ιωάννα… Τα πηγαίνουν στη δίοδο. Τη δίοδο που οδηγεί στην Αρβήντλια.

Συνοφρυώθηκε. Είχε ξεσπάσει πόλεμος εκεί; Δεν είχε πληροφορηθεί κάτι τέτοιο. Ούτε νόμιζε ότι κι ο Ανδρόνικος το είχε πληροφορηθεί. Πρέπει να ήταν πρόσφατο, πολύ πρόσφατο.

Καλύτερα, όμως, να πάω στη δουλειά μου.

Άρχισε πάλι να βαδίζει προς το σπίτι του Χάρκελμ.

Ή, ίσως…

Το χέρι της γλίστρησε μέσα στην κάπα της.

*

Ο Ανδρόνικος άνοιξε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό του και άκουσε την Ιωάννα να του λέει για τα αεροσκάφη στο λιμάνι της Τόλκα. Εκείνη τη στιγμή, βρισκόταν στο δωμάτιο της Άνμα, του Σέλιρ, και του Δάρυλμος, μαζί με τον Ράθνη –και το στενό μέρος ίσα που τους χωρούσε.

«Δε θα το πιστέψετε,» είπε ο Ανδρόνικος στους συντρόφους του, κλείνοντας τον τηλεπικοινωνιακό πομπό.

«Κάτι κακό, Πρίγκιπά μου;» ρώτησε ο Σέλιρ’χοκ, καθώς ήταν καθισμένος οκλαδόν επάνω στο κρεβάτι του. Το μακρύ του ραβδί ήταν ξαπλωμένο πλάι του, καλυμμένο κατά το ένα τρίτο με μικροσκοπικά κάτοπτρα, κρύσταλλα, και κυκλώματα. Μέχρι στιγμής, το είχε τυλιγμένο με χοντρά υφάσματα και κρεμασμένο από τον σάκο στην πλάτη του, για να μη δίνει στόχο· εδώ, όμως, μέσα στο δωμάτιο, μάλλον δεν έβρισκε λόγο να το κρατά κρυμμένο. Επιπλέον, απ’ό,τι ήξερε ο Ανδρόνικος, το ραβδί τον βοηθούσε στις μαγείες του.

«Δε γνωρίζω αν είναι ‘κακό’ ακριβώς, πάντως είναι… περίεργο.» Και τους είπε ό,τι του είχε πει η Ιωάννα.

«Νομίζω πως θα έπρεπε να ρίξουμε μια ματιά,» πρότεινε η Άνμα’ταρ.

«Σε πόση ώρα θα έχεις έτοιμες τις μεταμφιέσεις μας;» ρώτησε ο Ανδρόνικος τον Δάρυλμος.

«Αν θέλεις τις καλύτερες μεταμφιέσεις που σου είχα πει, Πρίγκιπά μου, αυτές θα χρειαστούν χρόνο. Αν θέλεις τις ίδιες μεταμφιέσεις όπως όταν διασχίσαμε τον ποταμό, τότε ο χρόνος που χρειάζεται είναι λίγος. Αλλά να ξέρεις ότι τα υλικά μού τελειώνουν. Είχα μαζέψει κάποιες φυτικές ουσίες, καθώς ερχόμασταν, και δε μου έχει μείνει κανένα μεγάλο περίσσευμα.»

«Δε χρειάζονται μεταμφιέσεις για να ρίξουμε μια ματιά,» παρενέβη η Άνμα’ταρ. «Θα πάω εγώ να δω τι γίνεται.»

«Όχι,» διαφώνησε ο Σέλιρ’χοκ· «καλύτερα να πάω εγώ. Είμαι λιγότερο γνωστός. Και οι Παντοκρατορικοί, σίγουρα, θα φρουρούν την περιοχή, για να μη χτυπήσει κανείς τα αεροσκάφη τους.» Σηκώθηκε απ’το κρεβάτι, χωρίς να πάρει το ραβδί του.

Ο Ράθνης τον σταμάτησε, βάζοντας το χέρι του στον ώμο του Σέλιρ’χοκ. «Θα πάω εγώ, Σέλιρ.»

Εκείνος συνοφρυώθηκε.

«Είσαι μάγος. Ίσως ο Πρίγκιπάς μας να χρειαστεί τις υπηρεσίες σου. Κι αν είναι να συμβεί κάτι, καλύτερα να συμβεί σε μένα, που η χρησιμότητά μου είναι μικρότερη.»

«Κανενός η χρησιμότητα δεν είναι ‘μικρότερη’, Ράθνη,» είπε ο Ανδρόνικος. «Και ο Σέλιρ’χοκ έχει μαύρο δέρμα, που είναι πιο συνηθισμένο στη Σάρντλι, ενώ εσύ είσαι ολόλευκος κι έτσι θα ξεχωρίζεις. Εκείνος θα πάει.»

*

Η Ιωάννα πλησίασε τη γυαλιστερή, κόκκινα βαμμένη πόρτα. Ύψωσε το χέρι της και χτύπησε με τις φάλαγγες των δαχτύλων. Περίμενε λίγο και, μετά, ένας άντρας άνοιξε. Ήταν ψηλός και ερυθρόδερμος, με πλούσια αλλά όχι μακριά, μαύρα, σπαστά μαλλιά. Το πρόσωπό του ήταν φρεσκοξυρισμένο. Μια μεταξωτή ρόμπα τον έντυνε, η οποία ήταν ανοιχτή στο στέρνο· και το στήθος του Χάρκελμ δεν ήταν καθόλου άσχημο, όφειλε να παραδεχτεί η Ιωάννα.

«Ο ήλιος βρίσκεται χαμηλά κάτω από το φεγγάρι,» του ψιθύρισε, μέσα απ’τη σκιά της κουκούλας της.

«Αλλά δε χρειάζεται παρά λίγος κόπος για να τον βγάλουμε από τον βυθό,» αποκρίθηκε ο άντρας, ακριβώς όπως έπρεπε. «Πέρασε.»

Η Ιωάννα μπήκε σ’ένα όμορφα διακοσμημένο καθιστικό, καθώς ο Χάρκελμ παραμέριζε από το κατώφλι. Ζωγραφικοί πίνακες υπήρχαν στους τοίχους, καθώς και μια ταπετσαρία κυνηγιού. Μαλακοί σοφάδες και πολυθρόνες ήταν ολόγυρα. Μια γλυκιά μυρωδιά πλανιόταν στο χώρο, αναμφίβολα από την καύση κάποιου αρωματικού φυτού.

«Είμαστε μόνοι;» ρώτησε η Ιωάννα.

Ο Χάρκελμ έκλεισε την πόρτα. «Ναι.»

Η Ιωάννα έβγαλε την κουκούλα της.

Ο Χάρκελμ χαμογέλασε, γιατί τη γνώριζε. «Καλωσόρισες, Μαύρη Δράκαινα. Τι θα μπορούσα να κάνω για σένα;» Πλησίασε μια μικρή κάβα του καθιστικού.

«Μερικές πληροφορίες θέλω.»

«Μόνο;» Ο Χάρκελμ γέμισε δύο ποτήρια από ένα μπουκάλι, και της πρόσφερε το ένα.

Η Ιωάννα κοίταξε το βαθυκόκκινο ποτό. «Τι είναι;»

«Τάο βις. Φτιάχνεται από την ανάμιξη υπόγειου οίνου με ένα είδος κουκουνάρας που βρίσκεται στα δάση νότια της λίμνης Κρούκ’φα. Νομίζω ότι θα σου αρέσει.» Ήπιε μια γουλιά.

«Δεν έχω φάει τίποτα απ’το πρωί,» είπε η Ιωάννα. «Ελπίζω να μη μου κάνει το στομάχι άνω-κάτω.» Δοκίμασε το ποτό, και διαπίστωσε ότι είχε γλυκιά γεύση. «Καλό φαίνεται.»

«Και είναι δωρεάν,» της είπε ο Χάρκελμ. «Ό,τι άλλο θέλεις, πάει στη μισή τιμή,» πρόσθεσε, στεκόμενος εμπρός της.

Η Ιωάννα αναρωτήθηκε αν το τάο βις, το άρωμα του Χάρκελμ, ή η ίδια η παρουσία του έκανε το σώμα της να ανταποκριθεί ερωτικά· αισθάνθηκε τα στήθη της να πιέζονται μέσα στο στηθόδεσμό της. Έκανε μερικά βήματα παραδίπλα, στρέφοντας την πλάτη στον ερυθρόδερμο άντρα και απομακρυνόμενη. «Κάποια άλλη στιγμή, ίσως. Τώρα, μ’ενδιαφέρει να μάθω για έναν συγκεκριμένο έμπορο. Κέλκιλ, τον λένε. Τον ξέρεις;»

«Ναι,» είπε ο Χάρκελμ. «Ακουστά μόνο, βέβαια. Από φήμες και τα λοιπά. Τι θες να μάθεις γι’αυτόν;» Ήπιε μια γουλιά τάο βις. Το βλέμμα του έμοιαζε να τη γδύνει, παρατήρησε η Ιωάννα, που τώρα είχε στραφεί πάλι να τον αντικρίσει. Μα την Έχιδνα, πώς το κάνει αυτό; Και πώς το κάνει χωρίς να φαίνεται γελοίο αλλά ερωτικό; Μάλλον, ήταν από τα μυστικά της δουλειάς…

«Ταξιδεύει στην Αρβήντλια, συχνά. Θα το γνωρίζεις, υποθέτω.»

Ο Χάρκελμ ένευσε. «Το γνωρίζω. Όπως επίσης γνωρίζω ότι κάνει και κάποιες… αμφίβολες μεταφορές, ας πούμε.»

«Μεταφορές ανθρώπων.»

«Ναι. Σ’ενδιαφέρουν αυτές οι μεταφορές, σωστά;»

«Μ’ενδιαφέρει να μάθω αν είναι καλά.»

Ο Χάρκελμ συνοφρυώθηκε. «Αν είναι καλά;»

«Ναι. Έχεις ακούσει τίποτα για την υγεία του, τελευταία;»

Ο Χάρκελμ ανασήκωσε τους ώμους και κάθισε σ’έναν σοφά. «Αυτό που ξέρω δεν είναι ‘τελευταία’.» Έκανε νόημα στην Ιωάννα να καθίσει πλάι του, χτυπώντας το μαξιλάρι.

Εκείνη –παρότι υποπτευόταν ότι ίσως να το μετάνιωνε τούτο– κάθισε, κρατώντας το ποτήρι με το τάο βις στα χέρια, χωρίς να πίνει. «Δεν πειράζει· πες μου.»

«Ο άνθρωπος είναι άρρωστος· αυτό είναι αρκετά γνωστό σ’όσους ακούν διάφορες φήμες. Έχει μια ασθένεια εκ γενετής. Δε θυμάμαι πώς λέγεται, αλλά τον δυσκολεύει στην αναπνοή, στο φαγητό, και στην όραση. Έχει να κάνει με κάποια βιολογική δυσλειτουργία του οργανισμού του. Παίρνει βοτάνια για να στέκεται.»

«Μάλιστα…» μουρμούρισε η Ιωάννα. Αυτό, λοιπόν, ίσως να εξηγεί το γεγονός ότι δε μας δέχτηκε… Ωστόσο, εκείνος ο Παντοκρατορικός κατάσκοπος δεν παύει να βρισκόταν κοντά στην οικία του… «Γνωρίζεις αν τον παρακολουθούν;»

«Τον Κέλκιλ; Υποθέτω, πολλοί άνθρωποι θα τον παρακολουθούν, για διάφορους λόγους.» Πίνοντας ακόμα μια γουλιά, είχε αδειάσει πλέον το μισό ποτήρι από τάο βις.

«Οι Παντοκρατορικοί;»

«Ίσως. Αλλά δεν ξέρω κάτι συγκεκριμένο.»

«Χτες, τη νύχτα, συνέβη ένα… επεισόδιο κοντά στην οικία του,» είπε η Ιωάννα. «Είχαμε πάει να του μιλήσουμε, αλλά ο φρουρούς μάς είπε ότι δεν μπορούσε να μας δει· και πρόσθεσε ότι ο κύριός του δεν ήταν καλά. Οπότε, φύγαμε… και παρατηρήσαμε ότι κάποιος μάς είχε πάρει στο κατόπι. Όταν καταφέραμε να τον αδρανοποιήσουμε, ανακαλύψαμε ότι, κατά πάσα πιθανότητα, ήταν Παντοκρατορικός κατάσκοπος.»

«Χμμ.» Ο Χάρκελμ την κοίταζε, πίνοντας και, προφανώς, περιμένοντάς τη να συνεχίσει.

«Πιστεύεις ότι μας έδιωξε από την οικία του λόγω της ασθένειάς του, ή επειδή γνώριζε ότι οι Παντοκρατορικοί τον παρακολουθούν;»

Ο Χάρκελμ μόρφασε. «Δύσκολο ν’απαντήσω. Μπορεί να οφείλεται είτε στο ένα είτε στο άλλο. Ίδιες πιθανότητες. Ίσως και να μην ξέρει ότι τον παρακολουθούν…

»Είχα ακούσει ότι η αρρώστια του έχει χειροτερέψει, πράγμα που, μάλλον, αληθεύει, αν αυτός είναι ο λόγος που σας έδιωξε· σε διαφορετική περίπτωση, θα σας είχε δεχτεί, αφού πάντοτε παίρνει τα βοτάνια που τον κάνουν καλά.»

Η Ιωάννα ήπιε μια μικρή γουλιά τάο βις, σκεπτική. «Ό,τι απ’τα δύο κι αν ισχύει, δε νομίζω πως θα ήταν συνετό να ξαναπάμε στην οικία του…»

«Ούτε κι εγώ το νομίζω. Αφού χτυπήσατε τον κατάσκοπο, θα σας περιμένουν.»

«Πώς μπορούμε, όμως, να έρθουμε αλλιώς σε επαφή μαζί του;»

«Θέλετε να σας πάει στην Αρβήντλια, ε;»

«Οπωσδήποτε.»

«Κοίτα· έτσι όπως έχουν εξελιχθεί τα πράγματα, ο καλύτερος τρόπος για να του μιλήσετε είναι όταν θα έχει βγει από το σπίτι του, για να πάει στις αποθήκες του, πιθανώς. Τις ελέγχει πριν από τα ταξίδια του στην Αρβήντλια. Περιμένετέ τον εκεί και θα τον δείτε. Γνωρίζετε πώς είναι;»

Η Ιωάννα ένευσε. «Έχουμε δει φωτογραφίες του.»

«Τότε, λοιπόν, αυτό σας προτείνω να κάνετε.»

«Πού είναι οι αποθήκες;»

Ο Χάρκελμ τής είπε.

Η Ιωάννα σηκώθηκε από τον σοφά. «Σ’ευχαριστώ.»

Εκείνος σηκώθηκε επίσης. «Έχω κατορθώσει και δυσκολότερες αποστολές. Σίγουρα δε θέλεις τίποτ’άλλο;»

Η Ιωάννα χαμογέλασε. «Όχι,» και του έδωσε το ποτήρι της με το τάο βις.

Ο Χάρκελμ την ξεπροβόδισε μέχρι την εξώπορτα του σπιτιού του. «Αν αλλάξεις γνώμη, εδώ θα είμαι,» της είπε.

«Το ξέρω.»

Η Μαύρη Δράκαινα φόρεσε την κουκούλα της και χάθηκε μέσα στους λιθόστρωτους δρόμους της Τόλκα.

*

Τα φορτηγά έβγαιναν το ένα μετά το άλλο από το πελώριο ποταμόπλοιο, μεταφέροντας μικρά μαχητικά αεροπλάνα. Η τοπική Παντοκρατορική φρουρά προσπαθούσε να κάνει το περίεργο πλήθος να παραμερίσει, ώστε τα οχήματα να κινηθούν κατά μήκος του λιμανιού, κατευθυνόμενα νότια. Ήταν φανερό πως δεν είχαν σκοπό να μπουν στους μικρούς δρόμους της Τόλκα, στους περισσότερους από τους οποίους δε θα χωρούσαν καν, και σε όσους χωρούσαν οι τροχοί τους, αναμφίβολα, θα προκαλούσαν μεγάλες ζημιές στο λιθόστρωτο, από το βάρος.

Τα αεροπλανοφόρα οχήματα σκόπευαν να βγουν από τη νότια μεριά της πόλης και να κυλήσουν επάνω στον δρόμο που ένωνε αυτήν με μια άλλη πόλη στα δυτικά: τη Νόλρι, η οποία βρισκόταν κοντά στη δίοδο για την Αρβήντλια.

Ο Σέλιρ’χοκ είχε ανεβεί σε μια πέτρινη σκάλα και παρακολουθούσε, χωρίς να χρησιμοποιεί τα κιάλια που είχε μαζί του, γιατί φοβόταν ότι αυτό πιθανώς να τραβούσε την προσοχή των πρακτόρων της Παντοκράτειρας που, σίγουρα, θα περιφέρονταν αθέατοι εδώ γύρω. Επιπλέον, δεν είχε πραγματική ανάγκη τα κιάλια· ό,τι ήταν σημαντικό να δει το έβλεπε εύκολα: οι λεπτομέρειες δεν πίστευε πως θα του αποκάλυπταν κανένα σπουδαίο μυστικό.

Μέτρησε τα αεροπλανοφόρα οχήματα που κατευθύνονταν προς τη νότια έξοδο της πόλης, κυλώντας κατά μήκος του λιμανιού. Τρία… έξι… οκτώ. Δώδεκα.

Δώδεκα αεροπλάνα για την Αρβήντλια. Αναρωτιέμαι τι θα τα κάνουν εκεί. Σ’αυτή τη διάσταση, τα πυροβόλα όπλα δεν λειτουργούσαν, ούτε οι συνηθισμένες βόμβες εκρήγνυντο· οι εκρηκτικές ύλες, που αλλού ήταν καταστροφικές, εκεί ήταν αδρανείς, και δεν είχε βρεθεί κάτι για να τις αντικαταστήσει. Επομένως, ακόμα και πόλεμο να είχαν στην Αρβήντλια οι Παντοκρατορικοί, τι θα τα έκαναν δώδεκα μαχητικά αεροσκάφη; Μονάχα μία απάντηση μπορούσε να σκεφτεί ο Σέλιρ: εκτόξευση ακατέργαστης ενέργειας κατά των εχθρών. Αλλά, για να γίνει αυτό, θα έπρεπε ένα ενεργειακό κανόνι να προσαρτηθεί σε κάθε αεροπλάνο· και επίσης σε κάθε αεροπλάνο θα έπρεπε να υπάρχει ένας μάγος του τάγματος των Τεχνομαθών. Επιπλέον, η ποσότητα ενέργειας που θα ξοδευτεί για όλα τούτα θα είναι τεράστια, δεδομένου του υψηλού ρυθμού ενεργειακής κατανάλωσης που ισχύει στην Αρβήντλια. Ενέργεια και για την εναέρια κίνηση των αεροσκαφών και για τις επιθέσεις…

Οι Παντοκρατορικοί ή έχουν τρελαθεί τελείως ή βιάζονται πολύ να εξολοθρεύσουν κάποιον, χωρίς να τους ενδιαφέρει το κόστος.

Ο Σέλιρ δεν μπόρεσε παρά να αναρωτηθεί αν είχαν, κάπως, εντοπίσει τη βάση των επαναστατών στην Αρβήντλια και γι’αυτό υπήρχε τέτοια κινητοποίηση.

Θα τους ήταν, όμως, τα αεροπλάνα απαραίτητα για να χτυπήσουν τη βάση; Το αμφέβαλλε.

Καλύτερα να επιστρέψω στον Ανδρόνικο· δε νομίζω ότι έχω κάτι άλλο να κάνω εδώ.

Τα αεροπλανοφόρα οχήματα είχαν αρχίσει να βγαίνουν από τη νότια έξοδο της Τόλκα και, σύντομα, θα κατευθύνονταν προς τη Νόλρι –απόσταση εβδομήντα-πέντε χιλιόμετρα, περίπου–, για να περάσουν τη διαστασιακή δίοδο.

*

Ο Σέλιρ’χοκ επέστρεψε στο Σιωπηλό Ερπετό λίγο μετά την Ιωάννα, και συνάντησε τους συντρόφους του στο δωμάτιο που, τη νύχτα, μοιραζόταν με την Άνμα’ταρ και τον Δάρυλμος. Ο χώρος ήταν στριμωγμένος με όλους τους συγκεντρωμένους εδώ.

Ο Ανδρόνικος ρώτησε τον μάγο τι είχε δει, κι εκείνος τού απάντησε, μιλώντας επίσης για τις υποθέσεις, τις υποψίες, και τα ερωτηματικά του.

«Ο Σέλιρ έχει δίκιο,» είπε η Ιωάννα· «είναι περίεργο που μεταφέρουν μαχητικά αεροπλάνα στην Αρβήντλια. Η μόνη λογική εξήγηση είναι, πράγματι, ότι σκοπεύουν να τα εξοπλίσουν με ενεργειακά κανόνια και μάγους, ώστε να χτυπήσουν κάποιον εχθρό, γρήγορα και καταστροφικά.»

«Τι εχθρό, όμως;» έθεσε το ερώτημα ο Ράθνης, που ήταν από την Αρβήντλια κι έδειχνε πολύ προβληματισμένος από την όλη κατάσταση. Η όψη του με τα γκρίζα μούσια και μαλλιά, που έμοιαζε με λύκου, τώρα έμοιαζε με αγριεμένου λύκου. «Δεν έχουν κανένα ανοιχτό μέτωπο εκεί. Τίποτα που να δικαιολογεί τα μαχητικά αεροπλάνα που φέρνουν.»

«Προφανώς,» είπε ο Ανδρόνικος, «πρόκειται για κάποια καινούργια υπόθεση. Πολύ πρόσφατη, για την οποία δεν έχουμε πληροφορηθεί.»

«Και ίσως να μας δυσκολέψει στην αποστολή μας…» πρόσθεσε η Άνμα’ταρ.

«Ίσως,» συμφώνησε ο Ανδρόνικος. «Θα δείξει. Θ’ασχοληθούμε μ’αυτό το θέμα όταν φτάσουμε στην Αρβήντλια. Για την ώρα, πρέπει να βρούμε τρόπο να πάμε εκεί.

»Δάρυλμος.» Στράφηκε στον πρασινόδερμο μασκοποιό. «Χρειάζομαι να μου φτιάξεις την καλή μεταμφίεσή σου τώρα: αυτή που θα έχω και στο ταξίδι μας. Θα προσπαθήσω να συναντήσω τον Κέλκιλ στην αποθήκη του, όπως πρότεινε ο σύνδεσμός μας. Κι εύχομαι, ετούτη τη φορά, να μπορέσω να τον βρω και να συνεννοηθώ μαζί του.»

Ο Δάρυλμος ένευσε. «Αρχίζω αμέσως, Πρίγκιπά μου. Σε καμια, μιάμιση ώρα, θα είσαι έτοιμος. Πράγμα που σημαίνει ότι θα μπορείς να πας να τον δεις ώς το μεσημέρι.»

«Δεν ξέρουμε, όμως, τι ώρες ακριβώς επισκέπτεται την αποθήκη,» είπε η Άνμα’ταρ.

«Θα πρέπει να τον παραφυλάξουμε,» εξήγησε ο Ανδρόνικος· «δεν υπάρχει άλλος τρόπος.»

•4•

Ο Δάρυλμος έπιασε δουλειά, απλώνοντας τα σύνεργά του σ’όλο το δωμάτιο, πράγμα το οποίο ανάγκασε τους υπόλοιπους να φύγουν και να πάνε στο άλλο δωμάτιο που είχαν νοικιάσει. Μονάχα ο Ανδρόνικος έμεινε, καθώς εκείνος ήταν που θα φορούσε τη μεταμφίεση που έφτιαχνε ο μασκοποιός.

Ο Δάρυλμος καταπιάστηκε με κόλλες, βαφές, πολτούς, υγρά, τρίχες, και λεπτά δέρματα. Χρησιμοποίησε γουδιά, πινέλα, δοχεία και σταγονόμετρα, βελόνες και κλωστές, μικρές ξύλινες ράβδους, και, φυσικά, το καλούπι του προσώπου του Πρίγκιπα της Απολλώνιας, το οποίο, αυτή τη φορά, δεν προσάρμοσε πάνω στην όψη του Ανδρόνικου, αλλά το μεταχειρίστηκε για να φτιάξει εντός του μια μάσκα. Όταν την τελείωσε, την έβγαλε απ’το καλούπι και την κρέμασε από ένα ξύλινο Τ, βάζοντας ένα ειδικό ανεμιστηράκι (που λειτουργούσε με μια βραχύβια μπαταρία) να τη στεγνώσει. Η μάσκα δεν ήταν καμωμένη έτσι ώστε να καλύπτει μόνο το πρόσωπο, αλλά ολόκληρο το κεφάλι· και ο Ανδρόνικος την κοίταζε με κάποια δυσπιστία καθώς ήταν κρεμασμένη. Θα μου κάνει; αναρωτήθηκε, γιατί του φαινόταν μικρή, σχεδόν παιδική.

Αυτό, όμως, αποδείχτηκε πως δεν ήταν παρά μια ψευδαίσθηση. Όταν στέγνωσε, ο Δάρυλμος την πέρασε άνετα πάνω από το κεφάλι του Πρίγκιπα και έκανε μερικές μικρές τελευταίες ραφές κοντά στο λαιμό, από την πίσω μεριά.

«Κοίταξε τον εαυτό σου, Πρίγκιπά μου,» του είπε, «και θαύμασε την τελειότητα της τέχνης μου!»

Ο Ανδρόνικος στράφηκε στον καθρέφτη που ο Δάρυλμος είχε κρεμάσει στον τοίχο–

–και είδε ένα πρόσωπο που παραλίγο να μην αναγνωρίσει. Ήταν μαύρο σαν μελάνι, χωρίς μούσι ή μουστάκι, και τα μαλλιά ήταν κοντοκουρεμένα και γαλανά. Δεν θύμιζε το κανονικό πρόσωπο του Πρίγκιπα ούτε καν στο γενικότερο σχήμα· τα μάγουλα έμοιαζαν πιο βαθουλά, το σαγόνι πιο τραβηγμένο.

«Φωτιές του Μαύρου Νάρζουλ…!» καταράστηκε ο Ανδρόνικος, κάτω απ’την ανάσα του.

«Τέλειο, έτσι;» είπε ο Δάρυλμος, χαμογελώντας πλατιά.

«Αν τύχει να ξεχάσω ποιος είμαι, θα πρέπει κάποιος άλλος να μου το θυμίσει.» Ο Ανδρόνικος πήρε το βλέμμα του από τον καθρέφτη και στράφηκε ν’αντικρίσει τον πρασινόδερμο μασκοποιό. «Είσαι ένας πολύ επικίνδυνος άνθρωπος, Δάρυλμος.»

«Με κολακεύεις, Πρίγκιπά μου,» αποκρίθηκε εκείνος, αλλά ήταν φανερό πως η φιλοφρόνηση δεν τον δυσαρεστούσε καθόλου. «Να ολοκληρώσουμε τώρα;»

«Δεν έχουμε ολοκληρώσει;»

«Τα χέρια σου…»

Ο Ανδρόνικος ύψωσε τα χέρια του και είδε ότι ήταν ακόμα λευκά-ροζ, όπως πριν. «Φυσικά,» είπε, και κάθισε.

Ο Δάρυλμος, χρησιμοποιώντας πάλι τα σύνεργά του, ετοίμασε ένα ζευγάρι γάντια και τα άφησε να στεγνώσουν. Μετά, τα πήρε από τις ράβδους όπου τα είχε κρεμάσει και τα φόρεσε στα χέρια του Ανδρόνικου. Τα γάντια έγιναν ένα με το πετσί του, κάνοντάς το από λευκό-ροζ, κατάμαυρο. Επίσης, τα δάχτυλά του ήταν τώρα πιο παχιά και πιο κοντά απ’ό,τι κανονικά.

Ο Ανδρόνικος ανοιγόκλεισε τις γροθιές του, μη νιώθοντας καμία αντίσταση· τίποτα που να τον δυσκολεύει. Ήταν βέβαιος ότι θα μπορούσε, άνετα, να κάνει οτιδήποτε φορώντας ετούτα τα γάντια. Ή, μάλλον, ίσως να μην ήταν σωστό να τα αποκαλεί γάντια· περισσότερο με δεύτερο δέρμα έμοιαζαν, τέλεια προσαρμοσμένο πάνω στο πρώτο.

«Κι αυτή η μεταμφίεση δεν καταστρέφεται ποτέ;» ρώτησε τον Δάρυλμος.

«Τίποτα δεν είναι άφθαρτο, Πρίγκιπά μου,» αποκρίθηκε ο μασκοποιός. «Μπορεί, όμως, να αντέξει ακόμα και χρόνια. Βέβαια, μάλλον, δε θα θες να τη φοράς για χρόνια… Όπως και νάχει, δε χρειάζεται ν’ανησυχείς ότι θα φύγει από πάνω σου στο άμεσο μέλλον. Το νερό δεν την καταστρέφει, για παράδειγμα, ούτε σκίζεται εύκολα. Επιπλέον, είναι φτιαγμένη από δέρμα που έχει πόρους· επομένως, το φυσικό σου δέρμα αναπνέει από κάτω της, και δε θα αισθανθείς καμία ενόχληση για πολύ καιρό. Ωστόσο, θα πρέπει να προσέχεις τη φωτιά και, ασφαλώς, τα χτυπήματα από λεπίδες, σφαίρες, ή βέλη. Ό,τι καταστρέφει το δέρμα καταστρέφει και τη μεταμφίεσή σου.»

«Εντάξει,» είπε ο Ανδρόνικος, καθώς σηκωνόταν από την άκρη του κρεβατιού όπου είχε καθίσει. «Μπορώ να ξεκινήσω τώρα;»

«Χωρίς καμία καθυστέρηση,» απάντησε ο Δάρυλμος. Και ρώτησε: «Θα ήθελες ν’αρχίσω να φτιάχνω και τις μεταμφιέσεις των υπολοίπων, για να είναι έτοιμες όταν θα τις χρειαστούν;»

«Ναι, γιατί όχι; Μπορείς, όμως, να το κάνεις ενώ θα λείπουν;»

Ο Δάρυλμος ύψωσε ένα του φρύδι ερωτηματικά.

«Δε σκοπεύω να πάω τελείως μόνος στις αποθήκες του Κέλκιλ,» εξήγησε ο Ανδρόνικος.

«Μην ανησυχείς· τα καλούπια για τα πρόσωπά τους τα έχω, οπότε είμαστε εντάξει.»

Ο Ανδρόνικος άνοιξε την πόρτα του τρίκλινου δωματίου, διέσχισε τον διάδρομο, και πήγε στο άλλο δωμάτιο.

«Ποιος–;» έκανε, αιφνιδιασμένη, η Άνμα’ταρ, βλέποντάς τον να περνά το κατώφλι. Ύστερα, πρόσεξε τα ρούχα του. «Πρίγκιπά μου;» έκανε, συνοφρυωμένη.

Ο Ανδρόνικος γέλασε, παρατηρώντας το πρόσωπο της μάγισσας και των υπολοίπων. «Υποθέτω, θα σας φαίνομαι, κάπως… ασυνήθιστος. Χα-χα-χα-χα…!» Έκλεισε την πόρτα πίσω του.

«Ασυνήθιστος;» είπε η Ιωάννα. «Μοιάζεις με άλλο άνθρωπο! Τελείως, όμως.»

«Αν δεν ήταν τα ρούχα σου, δε θα σε πίστευα,» δήλωσε η Άνμα’ταρ.

«Εγώ,» είπε ο Ράθνης, που είχε την πλάτη του ακουμπισμένη σε μια γωνία του δωματίου και τα χέρια του σταυρωμένα εμπρός του, «ακόμα έχω τις υποψίες μου.»

Ο Ανδρόνικος άνοιξε τα μπροστινά κουμπιά του πουκαμίσου του, για να δείξει ότι το πραγματικό του δέρμα ήταν λευκό με απόχρωση του ροζ. «Ελπίζω αυτό να διώχνει κάθε αμφιβολία απ’το μυαλό σας.»

«Ο Ράθνης, μάλλον, αστειευόταν,» είπε ο Σέλιρ’χοκ. «Αν και πάντοτε πρέπει να φυλάγεται κανείς από τους πράκτορες της Παντοκράτειρας…»

«Ακριβώς,» συμφώνησε ο Ανδρόνικος. «Γι’αυτό δε θα πάω μόνος να παραφυλάξω τον Κέλκιλ. Ιωάννα, Άνμα: θα έρθετε μαζί μου. Θέλω να βεβαιωθώ ότι κανένας κατάσκοπος δεν παρακολουθεί τις αποθήκες του εμπόρου. Ή, αν, τελικά, διαπιστώσετε ότι τις παρακολουθεί, θέλω να τον απομακρύνετε, ώστε να μπορέσω να μιλήσω με τον Κέλκιλ ελεύθερα.»

«Δε θα είναι πρόβλημα,» είπε η Άνμα’ταρ, καθώς σηκωνόταν από το κρεβάτι όπου είχε μισοξαπλώσει.

«Αυτή είναι η δουλειά μας,» πρόσθεσε η Ιωάννα.

Ο Ράθνης ρώτησε: «Εμείς τι θα κάνουμε;»

«Μπορείτε να κάνετε παρέα στον Δάρυλμος,» απάντησε ο Ανδρόνικος.

Αυτό δε φάνηκε να τους χαροποίησε και πολύ.

*

Οι αποθήκες του Κέλκιλ –τέσσερα χτίρια καθόλου ευκαταφρόνητου μεγέθους– δεν βρίσκονταν κοντά στο λιμάνι, όπως οι αποθήκες άλλων εμπόρων οι οποίοι εμπορεύονταν, κυρίως, επί του ποταμού Ράντραμ· βρίσκονταν κοντά στο κέντρο της πόλης και προς τον Βορρά, ώστε να είναι εύκολο τα οχήματα του Κέλκιλ να φεύγουν από εκεί και, βγαίνοντας από την Τόλκα, να κατευθύνονται δυτικά, στη Νόλρι και στη δίοδο για την Αρβήντλια.

Ο Ανδρόνικος, η Ιωάννα, και η Άνμα’ταρ δεν πλησίασαν όλοι μαζί, ούτε από την ίδια μεριά· πλησίασαν με κάποια χρονική διαφορά ο ένας από τον άλλο, και από διαφορετικές μεριές, ώστε, αν το μέρος παρακολουθείτο, το μυαλό που βρισκόταν πίσω από τα περίεργα μάτια να μη μπορούσε να δημιουργήσει καμια σύνδεση μεταξύ τους.

Η ζέστη ήταν δυνατή, καθότι μεσημέρι, και ο ήλιος βρισκόταν στο κέντρο του ουρανού, σαν πύρινος οφθαλμός. Ο Ανδρόνικος, κοιτάζοντας τη μεγάλη είσοδο των αποθηκών στον κεντρικό δρόμο, παρατήρησε ότι, μάλλον, κανείς δεν ήταν εδώ τώρα· η πόρτα έμοιαζε κλειδωμένη και λουκετωμένη. Θα έπρεπε, επομένως, να περιμένει. Ευτυχώς, υπήρχε μια ταβέρνα εκεί κοντά, όπου και κάθισε, παραγγέλνοντας μια μπίρα. Εκτός από εκείνον, στο μαγαζί βρίσκονταν κι ένα σωρό άλλοι άνθρωποι, κυρίως της εργατικής τάξης και της μισθοφορικής. Άνθρωποι που δούλευαν για εμπόρους, ή που μπορεί να έκαναν διάφορες ευκαιριακές δουλειές. Ανάμεσά τους, ο Ανδρόνικος είδε και μερικούς Παντοκρατορικούς πολεμιστές, ντυμένους με τις άσπρες στολές τους· προφανώς, όμως, δεν ήταν εν ώρα υπηρεσίας, και, δίχως αμφιβολία, δεν μπορούσαν να τον αναγνωρίσουν. Μα τον Απόλλωνα, εδώ εγώ κοντεύω να μη μπορώ να με αναγνωρίσω!

Η Σιλάνα, καθώς έφερνε τον Ανδρόνικο και τους συντρόφους του προς τις ανατολικές όχθες του ποταμού Ράντραμ, τους είχε πει ότι ο Κέλκιλ πρέπει, λογικά, να έφευγε σε λίγες ημέρες για την Αρβήντλια, οπότε δεν είχαν πολύ καιρό στη διάθεσή τους· καλό θα ήταν να του μιλούσαν αμέσως μόλις έφταναν στην Τόλκα. Το συντομότερο δυνατό. Δεν έχει, όμως, φύγει ακόμα, σκέφτηκε ο Ανδρόνικος, πίνοντας μια γουλιά από τη μπίρα του. Αν είχε φύγει, ο Χάρκελμ θα το ήξερε. Πράγμα που σημαίνει ότι –αν, όντως, συνηθίζει να ελέγχει τις αποθήκες του προτού αναχωρήσει– θα φανεί, αργά ή γρήγορα. Κι ελπίζω να το κάνει σήμερα, γιατί δε θέλω να γίνω τακτικός πελάτης σε τούτη την ταβέρνα. Οι τακτικοί πελάτες που, κατά τα άλλα, είναι άγνωστοι στην περιοχή τραβούν ανεπιθύμητη προσοχή.

Καθώς η ώρα περνούσε και η μπίρα του είχε πλέον τελειώσει, αναρωτήθηκε τι να έκαναν η Ιωάννα και η Άνμα’ταρ. Είχαν, άραγε, εντοπίσει κάποιον Παντοκρατορικό κατάσκοπο, ή περιφέρονταν τριγύρω, παρατηρώντας και περιμένοντας; Καμία, πάντως, δεν τον είχε πλησιάσει, εδώ όπου καθόταν, ούτε του είχε κάνει νόημα να φύγει απ’την ταβέρνα ώστε να του μιλήσει. Το οποίο, κατά πάσα πιθανότητα, είναι καλό σημάδι. Οι αποθήκες του Κέλκιλ δεν πρέπει να παρακολουθούνται.

Το πρόβλημα, βέβαια, είναι πως κι ο Κέλκιλ δε φαίνεται να έρχεται…

Ο Ανδρόνικος παράγγειλε φαγητό από την ερυθρόδερμη σερβιτόρα, κι εκείνη τού έφερε το πιάτο της ημέρας: κάποιου είδους βραστό σαυροειδές με σάλτσα ντομάτα.

Το απόγευμα, όταν ο ήλιος είχε πέσει λιγάκι, ένας άντρας –ψηλός με δέρμα λευκό-ροζ και γκρίζα μούσια– τον ζύγωσε, ρωτώντας: «Φίλε, είσαι εδώ ψάχνοντας για δουλειά;»

«Όχι,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος. «Γιατί ρωτάς;»

«Ψάχνω κάποιον για μια δουλειά που θέλω να μου κάνει. Κάποιον που ασχολείται με… διάφορες δουλειές, ξέρεις.»

«Καλή τύχη,» του ευχήθηκε ο Ανδρόνικος, ανάβοντας τσιγάρο.

Ο άντρας ανασήκωσε το καπέλο του σε χαιρετισμό. «Φχαριστώ,» αποκρίθηκε, φεύγοντας απ’την ταβέρνα.

Ο Ανδρόνικος αναρωτήθηκε αν ο άγνωστος μπορεί να ήταν ύποπτος… δηλαδή, πράκτορας της Παντοκράτειρας. Αν ήταν τέτοιος, όμως, δεν είχε δώσει κανένα σημάδι· μονάχα η συνήθης παράνοια όλων των επαναστατών είναι που μου λέει πως ίσως να ήταν.

Ωστόσο, τελειώνοντας το τσιγάρο του, ο Ανδρόνικος σηκώθηκε απ’το τραπέζι και έφυγε από την ταβέρνα· γιατί, ακόμα κι αν ο άντρας δεν ήταν πράκτορας της Παντοκράτειρας (που, μάλλον, δεν ήταν), πάλι η παρουσία του σήμαινε ότι ο Απολλώνιος Πρίγκιπας είχε αρχίσει να τραβά την προσοχή, κι αυτό ήταν κάτι που, αναμφίβολα, δεν ήθελε.

Βαδίζοντας στους γύρω δρόμους, βρήκε μια μεγάλη καμάρα που σχηματιζόταν κάτω από ένα μπαλκόνι και στάθηκε εκεί, μέσα στις σκιές, οι οποίες ολοένα και πλήθαιναν με τον ερχομό του απογεύματος.

Η Ιωάννα παρουσιάστηκε πλάι του. «Αρχίσαμε να βαριόμαστε;»

«Λίγο. Αλλά δεν υπάρχει κάτι καλύτερο να κάνω. Βρήκατε κανένα ζευγάρι μάτια;»

«Τίποτα, μέχρι στιγμής,» είπε η Μαύρη Δράκαινα, κι απομακρύνθηκε.

Ο Ανδρόνικος άναψε άλλο ένα τσιγάρο, κοιτάζοντας τους περαστικούς στον κεντρικό δρόμο.

Το τσιγάρο δεν είχε ακόμα τελειώσει, όταν είδε τέσσερις ανθρώπους να πλησιάζουν τη μεγάλη, διπλή πόρτα της αποθήκης του Κέλκιλ και να την ξεκλειδώνουν. Ο Ανδρόνικος τούς παρατήρησε, και διαπίστωσε πως ένας απ’αυτούς ήταν ο ίδιος ο έμπορος. Τον θυμόταν από τις φωτογραφίες που του είχε δείξει η Σιλάνα. Ένας άντρας μετρίου αναστήματος, λιγάκι παχύς, με χρυσό δέρμα, καραφλό κεφάλι, και μακρύ μουστάκι. Στις φωτογραφίες ήταν ντυμένος με φαρδιά ρούχα, και το ίδιο κι εδώ.

Ο κύριος Κέλκιλ. Και δε μου μοιάζει άρρωστος. Για να δούμε τι έχει να μας πει…

Ο Ανδρόνικος βγήκε απ’τις σκιές της καμάρας, πετώντας κάτω το τσιγάρο του και σβήνοντάς το με τη μπότα. Πλησίασε τον έμπορο με γρήγορα βήματα, καθώς ένας απ’τους φρουρούς τελείωνε με το ξεκλείδωμα της πόρτας. Ένας άλλος φρουρός ήταν ο άντρας με τον οποίο ο Απολλώνιος Πρίγκιπας είχε μιλήσει στην οικία του εμπόρου, χτες βράδυ.

«Κύριε Κέλκιλ!» είπε ο Ανδρόνικος. «Θα μπορούσα να σας απασχολήσω για λίγο;»

Ο έμπορος στράφηκε να τον αντικρίσει, στενεύοντας τα μάτια. Οι φρουροί του είχαν ήδη στραφεί στον Πρίγκιπα, εκτός από αυτόν που ξεκλείδωνε την πόρτα, ο οποίος γύρισε τώρα να τον κοιτάξει. Τα χέρια τους πήγαν στις λαβές των πιστολιών στις ζώνες τους.

«Τι επιθυμείτε, κύριε;» ρώτησε ο Κέλκιλ. «Σας γνωρίζω;»

Και τώρα, ο Ανδρόνικος παρατήρησε ότι η όψη του εμπόρου ήταν… κουρασμένη, θα μπορούσε να πει. Εξουθενωμένη, σαν να είχε περάσει πολλές νύχτες άυπνος. Τελικά, ίσως όντως να είναι άρρωστος. Και ίσως, όντως, η αρρώστια του να έχει χειροτερέψει, όπως είπε ο Χάρκελμ στην Ιωάννα…

«Όχι, δε με γνωρίζετε, αλλά δεν έχει σημασία. Μ’ενδιαφέρουν κάποιες… ειδικές μεταφορές που κάνετε, προς την Αρβήντλια.»

«Συνήθως, έρχονται να μου μιλήσουν στο σπίτι μου για κάτι τέτοιο. Δεν γνωρίζετε πού βρίσκεται;»

«Γνωρίζω· μου είχαν πει, όμως, πως ήσασταν άρρωστος. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε τώρα;»

Ο Κέλκιλ τον ατένισε με δισταγμό· μετά, όμως, ένευσε. «Ελάτε,» είπε, «ελάτε,» περνώντας την είσοδο της αποθήκης.

Ο Ανδρόνικος τον ακολούθησε, υπό το καχύποπτο βλέμμα των φρουρών. Ο μισθοφόρος που είχε συναντήσει ο Πρίγκιπας χτες βράδυ δεν πρέπει να τον είχε αναγνωρίσει –όπως ήταν φυσικό, άλλωστε, ύστερα από τις μεταμφιέσεις του Δάρυλμος. Την πρώτη φορά, είχε δει έναν χρυσόδερμο άντρα με μαύρα μαλλιά και μούσι, ενώ τώρα έβλεπε έναν κατάμαυρο τύπο, χωρίς μούσι και με κοντά, γαλανά μαλλιά. Δεν υπήρχε καμία ομοιότητα, ούτε καν στις λεπτομέρειες του σχήματος του προσώπου.

Το εσωτερικό της αποθήκης μύριζε μπαχαρικά, φρούτα, και δέρμα· υπήρχαν κι άλλες οσμές, αλλά αυτές ήταν που επικρατούσαν και κάλυπταν τις υπόλοιπες. Ο Κέλκιλ άναψε μια σχετικά μικρή ενεργειακή λάμπα, και ο χώρος φάνηκε πως ήταν μεγάλος και σκιερός. Τριγύρω ήταν στοιβαγμένα καφάσια, κιβώτια, και βαρέλια.

«Χρειάζεστε μια ‘ειδική μεταφορά’, είπατε,» είπε ο έμπορος στον Ανδρόνικο. «Τι ακριβώς…» Σταμάτησε, βάζοντας το χέρι του στο στήθος, για να πάρει μια βαθιά ανάσα, σαν, ξαφνικά, κάτι να τον είχε πνίξει. Ξεροκατάπιε. «Τι ακριβώς θέλετε; Τι μεταφορά; Τον εαυτό σας, μήπως;»

Ο Ανδρόνικος ένευσε. «Κι άλλους πέντε. Ονομάζομαι Φένχιλ,» συστήθηκε. «Μπορούμε να έρθουμε ως φρουροί στο καραβάνι σας. Γνωρίζουμε πώς να χειριζόμαστε όπλα κι ίσως να σας φανούμε χρήσιμοι, σε περίπτωση ανάγκης.»

Ο Κέλκιλ τον παρατήρησε με στενεμένα μάτια. «Ως φρουροί,» είπε, «δε νομίζω ότι θα μπορείτε να κρυφτείτε και τόσο εύκολα… αν σας ψάχνουν, βέβαια.»

«Μην ανησυχείτε, κύριε Κέλκιλ· κανείς δε θα μας αναγνωρίσει, σας το εγγυώμαι.»

«Χμμμ…» Ο Κέλκιλ έστριψε τη μία άκρη του μακρύ μουστακιού του. «Δηλαδή, είναι σα να μου λέτε ότι μου προσφέρετε έξι δωρεάν φρουρούς… Για ποιο λόγο να το κάνετε αυτό, κύριε, αν κανείς δε σας κυνηγά; Για ποιο λόγο να χρειάζεστε το δικό μου καραβάνι, ώστε να αλλάξετε διάσταση;»

«Το καραβάνι σας θα ταξιδέψει μέσα στην Αρβήντλια, έτσι δεν είναι;»

Ο Κέλκιλ ένευσε.

«Αυτό ακριβώς χρειαζόμαστε: κάποιον να μας μεταφέρει, επάνω σε οχήματα. Κι ως αντάλλαγμα, θα σας προσφέρουμε την προστασία μας, αν παρουσιαστεί κίνδυνος.»

«Τι όπλα έχετε μαζί σας; Στην Αρβήντλια, τα πυροβόλα δε λειτουργούν· το ξέρετε αυτό, έτσι;»

«Μην ανησυχείτε, το γνωρίζουμε, και είμαστε όλοι μας αρκετά καλοί με το ξίφος, το τόξο, και τη βαλλίστρα.» Ο Ανδρόνικος άγγιξε τη λαβή του σπαθιού που κρεμόταν από τη ζώνη του. Ήταν εξαίρετος ξιφομάχος· δεν ήταν ψέμα. Στην Απολλώνια, όλοι οι αριστοκράτες ήταν καλοί στο ξίφος, και θεωρούσαν τις μονομαχίες πολύ σοβαρή υπόθεση.

«Χμμμ…» έκανε πάλι ο Κέλκιλ, εξακολουθώντας να τον παρατηρεί. «Αποκλείεται τα πράγματα να είναι ακριβώς όπως μου τα λέτε, κύριε Φένχιλ. Αναμφίβολα–» Έκλεισε τα μάτια του, και τα έτριψε μ’ένα υγρό μαντήλι που έβγαλε από μια τσέπη της φαρδιάς αμφίεσής του. «Αναμφίβολα,» είπε, βλεφαρίζοντας, σαν για να καθαρίσει τα μάτια του από τσίμπλες, «κάτι κρύβετε. Αλλά,» πρόσθεσε, υπομειδιώντας, «όλοι έχουμε τα μυστικά μας. Πράγμα το οποίο είναι λογικό και θεμιτό, θα έλεγα· επομένως, δε θα ζητήσω πληροφορίες που, προφανώς, δεν επιθυμείτε να μου δώσετε. Ωστόσο, θα πρέπει να σας προειδοποιήσω πως, αν τύχει να προκαλέσετε προβλήματα μέσα στο καραβάνι μου, οι φρουροί μου θα σας φερθούν ανάλογα.»

«Το καταλαβαίνω αυτό, και δε ζητώ τίποτα περισσότερο.»

«Καλώς, τότε,» είπε ο Κέλκιλ, δίνοντάς του το χέρι του. «Είμαστε σύμφωνοι.»

Ο Ανδρόνικος το έσφιξε, και διαπίστωσε ότι ήταν κρύο. Μ’αυτή τη δαιμονισμένη ζέστη! Κρύο!

«Το καραβάνι μου ξεκινά αύριο το πρωί, στις εννέα ακριβώς,» δήλωσε ο έμπορος. «Δε χρειάζεται να έρθετε νωρίτερα, για τη φόρτωση των εμπορευμάτων, εφόσον δεν είστε πληρωμένοι φρουροί. Θα μας συναντήσετε βόρεια της πόλης. Απλώς, ακολουθήστε τον δρόμο όπου βρίσκεται τούτη η αποθήκη. Ακολουθήστε τον βόρεια και θα μας βρείτε. Θα έχουμε τέσσερα φορτηγά, και θα είμαι κι εγώ ο ίδιος εκεί, ασφαλώς.»

«Θα τα πούμε αύριο, λοιπόν,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος.

«Εις το επανιδείν.»

Ο Πρίγκιπας της Απολλώνιας βγήκε από την αποθήκη και βάδισε μέσα στους δρόμους της Τόλκα, μην πηγαίνοντας κατευθείαν στο Σιωπηλό Ερπετό, αλλά κάνοντας αχρείαστες στροφές, σε περίπτωση που κάποιος τον παρακολουθούσε (αν και δεν το νόμιζε). Η Ιωάννα και η Άνμα’ταρ ήταν βέβαιος ότι τον είχαν δει να φεύγει και θα τον συναντούσαν όταν έφτανε στο πανδοχείο.

Όπως αποδείχτηκε, είχε δίκιο.

•5•

Μέχρι το πρωί, ο Δάρυλμος είχε φτιάξει μεταμφιέσεις για όλους τους: δερμάτινες μάσκες που γίνονταν ένα με το πρόσωπό τους, και γάντια που γίνονταν ένα με τα χέρια τους. Τους ζήτησε να κρύβουν οποιοδήποτε άλλο μέρος του σώματός τους, πάση θυσία, γιατί, διαφορετικά, η ψευδαίσθηση θα χαλούσε. Τους είχε κάνει άπαντες ή κατάμαυρους ή κατάλευκους, επειδή, στην Αρβήντλια, έτσι θα τραβούσαν λιγότερο την προσοχή. Εκεί, οι μισοί γηγενείς ήταν μαυρόδερμοι, και ονομάζονταν Μελανοί, κι οι άλλοι μισοί ήταν λευκόδερμοι, και ονομάζονταν Λευκοί. Μονάχα τον Ράθνη και τον Σέλιρ’χοκ ο Δάρυλμος τούς άφησε όπως ήταν, τουλάχιστον όσον αφορούσε τον δερματικό τους χρωματισμό· γιατί ο Ράθνης ήταν Αρβήντλιος και λευκόδερμος, και ο Σέλιρ’χοκ, αν και όχι Αρβήντλιος, είχε δέρμα κατάμαυρο σαν μελάνι. Ωστόσο, ο Δάρυλμος τούς έφτιαξε μάσκες που άλλαζαν τελείως την όψη τους, τους έκαναν άλλους ανθρώπους.

Τη νύχτα, ο μασκοποιός ίσα που κατόρθωσε να κοιμηθεί δύο ώρες, ύστερα από τόση δουλειά, και, όταν βγήκαν από το Σιωπηλό Ερπετό για να πάνε στο καραβάνι του Κέλκιλ, ήταν φανερά εξουθενωμένος, παρά μια ολόκληρη κούπα δυνατό καφέ που είχε πιει για να μπορέσει να σταθεί.

Ο έμπορος τούς περίμενε εκεί όπου είχε υποσχεθεί. Διέσχισαν τον δρόμο μπροστά από τις αποθήκες του, βγήκαν από τη βόρεια μεριά της πόλης, και βρήκαν τα τέσσερα φορτηγά οχήματα εμπρός τους. Ήταν όλα τους τετράτροχα, εκτός από ένα, το μεγαλύτερο, που είχε έξι τροχούς. Οι χαμάληδες φόρτωναν τα τελευταία εμπορεύματα, ενώ αρκετοί φρουροί στέκονταν τριγύρω, κρατώντας τουφέκια. Στις ζώνες τους και στην πλάτη τους βρίσκονταν σπαθιά και τόξα, τα οποία είχαν πάρει μαζί τους για πιθανή χρήση στην Αρβήντλια.

Ο Κέλκιλ στεκόταν μπροστά από το εξάτροχο όχημα, όπου η φόρτωση των εμπορευμάτων φαινόταν να έχει τελειώσει. Ήταν πάλι ντυμένος με φαρδιά ρούχα, αν και όχι τα ίδια με τα οποία τον είχε δει ο Ανδρόνικος χτες το απόγευμα. Το βλέμμα του εμπόρου στράφηκε στους έξι που πλησίαζαν και, αμέσως, τα μάτια του γυάλισαν, καθώς αναγνώρισε εκείνον που βάδιζε πρώτος. Ορισμένοι απ’τους φρουρούς είχαν ήδη υψώσει τα τουφέκια τους, αλλά ο Κέλκιλ τούς έκανε νόημα να τα κατεβάσουν, και περίμενε τον προπορευόμενο Ανδρόνικο (που ήξερε ως Φένχιλ) να έρθει κοντά του.

Εκείνος ζύγωσε και αντάλλαξε μια χειραψία με τον έμπορο, ενώ ένας καυτός άνεμος σφύριζε γύρω τους, ερχόμενος από τα βορειοανατολικά, από την απέραντη έρημο που ονομαζόταν Εσχάτη, πέρα από την οποία οι Σάρντλιοι θρύλοι έλεγαν ότι βρίσκονταν τα Επτά Βασίλεια του Θανάτου.

«Καλημέρα, Φένχιλ,» είπε ο Κέλκιλ. Και, κοιτάζοντας τους υπόλοιπους: «Οι σύντροφοί σου;»

«Ναι,» απάντησε ο Ανδρόνικος.

«Καλή σας ημέρα, φίλοι μου,» τους χαιρέτησε ο Κέλκιλ, ανασηκώνοντας το πλατύγυρο καπέλο που φορούσε. «Παρατηρώ, ήρθατε εξοπλισμένοι, όπως μου υποσχέθηκε ο Φένχιλ.» Κοίταξε τα όπλα τους: σπαθιά και βαλλίστρες. «Θα είστε στο τρίτο φορτηγό.» Ύψωσε το χέρι του, για να δείξει. «Υπάρχει αρκετός χώρος εκεί, πιστεύω.»

«Είμαι βέβαιος πως θα καταφέρουμε να βολευτούμε,» του είπε ο Ανδρόνικος.

«Καλώς,» αποκρίθηκε ο Κέλκιλ. «Επιβιβαστείτε τώρα, γιατί είμαστε σχεδόν έτοιμοι να ξεκινήσουμε.»

Ο Ανδρόνικος και οι σύντροφοί του πλησίασαν το τρίτο όχημα, και βρήκαν μια από τις πόρτες του ανοιχτή, να τους περιμένει. Ανέβηκαν τα λιγοστά μεταλλικά σκαλάκια και μπήκαν σ’έναν χώρο που μύριζε δέρμα και ήταν γεμάτος με κιβώτια. Εκτός από αυτούς, άλλοι τέσσερις μισθοφόροι βρίσκονταν εδώ, καθισμένοι ανάμεσα στα εμπορεύματα και συζητώντας. Οι δύο κάπνιζαν· ένας άλλος έπινε κάποιο ρόφημα από μια κούπα. Η μοναδική γυναίκα ακόνιζε κάτι μαχαίρια και τα έβαζε σε θήκες.

«Ποιοι είστε σεις;» ρώτησε ένας απ’αυτούς που κάπνιζαν, κοιτάζοντας τους έξι επαναστάτες. Ήταν ξανθός, με κοντά μαλλιά, λευκό-ροζ δέρμα, στενά μάτια, και γωνιώδες, σκληρό πρόσωπο.

Ο Ανδρόνικος συστήθηκε ως Φένχιλ, και σύστησε και τους υπόλοιπους: με ψεύτικα ονόματα, ασφαλώς. Δήλωσε πως ήταν αρχηγός της ομάδας τους.

«Οι μισθοφόροι που περίμενε ο κύριος Κέλκιλ, λοιπόν…» είπε η γυναίκα που ακόνιζε τα μαχαίρια. Είχε δέρμα κατάμαυρο, και μαλλιά κατάμαυρα επίσης. Τα μάτια της ήταν βιολετιά και έμοιαζαν τριγωνικά.

«Περιμένει ότι θα υπάρξει κάποιος κίνδυνος;» τη ρώτησε ένας άντρας που ήταν ερυθρόδερμος και είχε μακριά, μαύρα μαλλιά, δεμένα κοτσίδα, η οποία έφτανε σχεδόν ώς τη μέση του. «Εννοώ, κάτι περισσότερο απ’ό,τι συνήθως…»

«Δεν ξέρω,» είπε η γυναίκα. Κι έστρεψε το βλέμμα της στους νεόφερτους. «Ίσως εσείς θα μπορούσατε να μας πείτε…»

«Ούτε εμείς γνωρίζουμε,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος, ενώ εκείνος κι οι σύντροφοί του έβρισκαν θέσεις για να καθίσουν και ν’αφήσουν τους σάκους τους ανάμεσα στα εμπορεύματα.

«Δεν είναι μισθοφόροι ετούτοι,» είπε ο άντρας που κρατούσε μια κούπα στο χέρι και δεν είχε μιλήσει ώς τώρα. «Εγώ λέω ότι ‘ειδικές μεταφορές’ είναι.» Το χαμόγελό του ήταν άγριο, δείχνοντας πολλά δόντια που έμοιαζαν επικίνδυνα. Ο άντρας είχε δέρμα λευκό με απόχρωση του ροζ και μαλλιά αραιά και γκρίζα· ένα άγριο μούσι στόλιζε το πρόσωπό του. Πρέπει να ήταν τουλάχιστον σαράντα-πέντε χρονών, αλλά το κορμί του ήταν σφριγηλό και δε φαινόταν κουρασμένο. Το αριστερό του αφτί ήταν κομμένο. Στο επάνω μέρος του σώματός του φορούσε μονάχα ένα μαύρο, πέτσινο γιλέκο, που μέσα στο τριγωνικό άνοιγμα του στήθους του γυάλιζαν ένα σωρό μπιχλιμπίδια τα οποία κρέμονταν από περιδέραια.

«Έχει σημασία;» απαίτησε η Ιωάννα, καρφώνοντας τον άντρα με το βλέμμα της. Το δέρμα της ήταν τώρα κατάμαυρο, όπως και τα μαλλιά της. Έμοιαζε με τη μισθοφόρο, αν και τα μαλλιά αυτής ήταν κοντά, ενώ τα μαλλιά της Μαύρης Δράκαινας μακριά.

«Δεν είπα ότι έχει, μορφονιά,» απάντησε ο άντρας. «Τις ξέρουμε τις ειδικές μεταφορές του κύριου Κέλκιλ –κάθε είδους. Δε μας πειράζουνε· γι’αυτό είμαστε δω, ’ξάλλου.»

«Αν νομίζεις, πάντως, ότι αυτά τα όπλα τα κουβαλάμε μόνο για μόστρα, κάνεις λάθος, φίλε μου,» τον πληροφόρησε ο Ανδρόνικος. «Δεν είπα ψέματα στον κύριο Κέλκιλ, όταν υποστήριξα ότι μπορούμε να προστατέψουμε το καραβάνι του, αν χρειαστεί.»

«Σοβαρά, ε; Ε, καλό αυτό, τότε. Αισθάνομαι πιο ασφαλής τώρα.» Μειδίασε και ήπιε μια ακόμα γουλιά απ’το ρόφημα στην κούπα του. «Τ’όνομά μου είναι Λεονάρδος, παρεμπιπτόντως. Χάρηκα για τη γνωριμία.»

«Λεονάρδος;» είπε ο Ανδρόνικος. «Αυτό δεν είναι Σάρντλιο όνομα.»

«Ναι,» μούγκρισε ο Λεονάρδος, νεύοντας, «δεν είναι. Δε με γέννησαν εδώ.

»Η κοπελιά,» έδειξε τη μαυρόδερμη γυναίκα με τον αντίχειρα του αριστερού του χεριού, «ονομάζεται Σάθρα. Και τα παλικάρια τα φωνάζουνε Ναβόνρι,» κοίταξε τον ερυθρόδερμο, «και Κάβμικ,» κοίταξε τον ξανθομάλλη.

«Έτοιμοι γι’αναχώρηση!» αντήχησε μια φωνή απ’τη μπροστινή μεριά του φορτηγού. «Κλείστε όλες τις πόρτες!»

«Αν έχετε την καλοσύνη….» είπε ο Λεονάρδος, δείχνοντας την ανοιχτή πόρτα στον Ανδρόνικο και τους συντρόφους του, που βρίσκονταν πιο κοντά της.

Ο Δάρυλμος πλησίασε και την έκλεισε, γυρίζοντας τη χειρολαβή, για να τη σφαλίσει.

«Περίφημα,» είπε ο Λεονάρδος. «Η βόλτα μας αρχινά.»

Οι μηχανές των φορτηγών μούγκρισαν, και τα οχήματα ξεκίνησαν να κινούνται. Σύντομα, έφυγαν από τη βόρεια μεριά της Τόλκα και ακολούθησαν τη δημοσιά δυτικά της, η οποία ήταν λιθόστρωτη και καλοφτιαγμένη, γιατί οι Παντοκρατορικοί τη χρησιμοποιούσαν συχνά και την ήθελαν σε άριστη κατάσταση.

Δεξιά κι αριστερά του δρόμου δεν υπήρχαν τίποτα σπουδαία αξιοθέατα, εκτός από πέτρες, ψηλό χορτάρι, χαμηλά δέντρα, και, πού και πού, καμια περιπολία Παντοκρατορικών επάνω σε ξεσκέπαστο τετράτροχο όχημα με ψηλές ρόδες.

Μετά από μία ώρα, τα τέσσερα φορτηγά του Κέλκιλ έφτασαν στη Νόλρι, μια πόλη μικρότερη από την Τόλκα, που ο στρατός της Παντοκράτειρας είχε κάνει σαν φρούριο. Οι περιπολίες εδώ ήταν πολύ περισσότερες, είτε επάνω σε οχήματα είτε όχι. Επίσης, σε αρκετά σημεία υπήρχαν τείχη, κι επάνω στα τείχη πολυβόλα και κανόνια.

Η Ιωάννα, που στεκόταν κοντά σ’ένα απ’τα παράθυρα και κοίταζε έξω, σκέφτηκε ότι δε θυμόταν ποτέ –ούτε όταν δούλευε για την Παντοκράτειρα, ούτε ύστερα, που είχε πάει με τους επαναστάτες– να είχε γίνει επίθεση στη Νόλρι· κι όμως, οι Παντοκρατορικοί φαινόταν να παίρνουν ύψιστα μέτρα ασφαλείας εδώ. Αναμφίβολα, αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι η Νόλρι ήταν διπλό πέρασμα, που οδηγούσε και στη δίοδο για την Αρβήντλια και στα ορυχεία μετάλλων τα οποία βρίσκονταν στα βουνά, βόρεια.

Η τοπική φρουρά σταμάτησε το καραβάνι του Κέλκιλ, για να γίνει έλεγχος, και, σε λίγο, στρατιώτες είχαν μπει σ’όλα τα οχήματα, για να ρίξουν μια ματιά στα εμπορεύματα. Με τους μισθοφόρους δεν είχαν όρεξη ν’ασχοληθούν· πέραν του ότι κοίταξαν τα πρόσωπά τους, δεν έμοιαζε να τους ενδιαφέρει τίποτ’άλλο γι’αυτούς. Τα πάντα είχαν την αίσθηση ρουτίνας.

Όταν ο έλεγχος τελείωσε, τα οχήματα πέρασαν τη Νόλρι και ακολούθησαν τον έναν απ’τους δύο δρόμους που ξεκινούσαν απ’αυτήν: τον δρόμο ο οποίος πήγαινε βορειοδυτικά, προς τη διαστασιακή δίοδο. Ο άλλος δρόμος πήγαινε βορειοανατολικά, προς τα ορυχεία μετάλλων, και ήταν ορατός στην αρχή, προτού χαθεί πίσω από τα ψηλά βράχια.

Το καραβάνι ανηφόριζε, και οι τροχοί των οχημάτων του ακούγονταν να τσακίζουν χαλίκια από κάτω τους. Πού και πού, ανάμεσα στα βράχια, η Ιωάννα μπορούσε να δει παρατηρητήρια των Παντοκρατορικών, όπου κάποιος πολεμιστής στεκόταν με κιάλια υψωμένα και αγναντεύοντας τους. Σίγουρα, όλοι τους είχαν λάβει σήμα, μέσω τηλεπικοινωνιακού πομπού, ότι ένα καραβάνι θα περνούσε, ώστε να μην επιχειρήσουν να το χτυπήσουν. Γιατί, σε ορισμένα από αυτά τα παρατηρητήρια, η Ιωάννα διέκρινε και όπλα μεγάλης εμβέλειας, που οι ριπές τους θα έφταναν με άνεση τα οχήματα του Κέλκιλ.

Η κλίση του εδάφους έγινε κατηφορική, απότομα.

Πλησιάζουμε, σκέφτηκε η Ιωάννα, στρέφοντας το βλέμμα της μπροστά και βλέποντας, στο βάθος, τη σήραγγα που ανοιγόταν ανάμεσα στους βράχους των βουνών. Ένα πελώριο σπήλαιο, σαν το ορθάνοιχτο στόμα μυθικού τέρατος. Στο εσωτερικό του, το σκοτάδι έμοιαζε να ανασαλεύει, λες κι ήταν ζωντανό. Η δίοδος προς την Αρβήντλια…

Τα οχήματα του καραβανιού πέρασαν την είσοδο και μπήκαν στη σήραγγα, φωτίζοντάς τη με τους προβολείς τους και αποκαλύπτοντας πέτρινα τοιχώματα με ασυνήθιστους σχηματισμούς, που θύμιζαν ζαρωμένη σάρκα γέρικου πλάσματος. Σταλαγμίτες, ωστόσο, δεν υπήρχαν, ούτε σταλακτίτες. Πράγμα το οποίο η Ιωάννα θεωρούσε περίεργο. Σ’ένα μέρος σαν κι ετούτο, λογικά, θα έπρεπε να είχαν δημιουργηθεί τέτοιοι σχηματισμοί. Αλλά, βέβαια, στις διαστασιακές διόδους πάντοτε τα πράγματα ήταν λιγάκι παράξενα. Και θα γίνουν ακόμα πιο παράξενα… σκέφτηκε, καθώς, έχοντας ξαναπεράσει από εδώ, γνώριζε τι ακολουθούσε.

Οι σχηματισμοί στα τοιχώματα γύρω από τα οχήματα άρχισαν να παίρνουν πιο έντονες μορφές, δίνοντας την εντύπωση ότι οι ίδιες οι πέτρες προσπαθούσαν να αναδιπλωθούν, να καταπιούν τον εαυτό τους· κι αυτό, για κάποιο λόγο, έκανε την Ιωάννα ν’ανατριχιάζει –παρότι λίγα πράγματα την έκαναν ν’ανατριχιάζει. Οι Μαύρες Δράκαινες είχαν συνηθίσει σε ορισμένα από τα πιο αποτρόπαια θεάματα· ήταν μέρος της εκπαίδευσής τους.

Τα τοιχώματα σκοτείνιασαν. Παρά τους προβολείς των οχημάτων, σκοτείνιασαν. Ένα αλλόκοτο σκοτάδι τα τύλιξε, σαν ομίχλη αντιφωτός. Οι σχηματισμοί τους έγιναν θολοί. Έγιναν μέρος του σκοταδιού. Θύμιζαν πρόσωπα τώρα, και στόματα, και μάτια.

Τα πάντα έμοιαζαν να κινούνται γρηγορότερα από πριν, αν και η Ιωάννα ήταν βέβαιη πως τα οχήματα του εμπόρου δεν είχαν επιταχύνει.

Τα τοιχώματα εξαφανίστηκαν.

Παντού σκοτάδι τώρα, και μια αίσθηση ότι τα οχήματα γλιστρούσαν επάνω σε μια συμπαντική τσουλήθρα–

–Φως!

Ξαφνικό φως, ύστερα από το απόλυτο σκοτάδι.

Σύντομα, όμως, οι επιβάτες των οχημάτων αντιλήφτηκαν ότι αυτό δεν μπορεί να ήταν κανονικό φως ημέρας. Ούτε καν κανονικό φως απογεύματος. Δεν ήταν λυκόφως.

Είχαν φτάσει στην Αρβήντλια, σε μια από τις πέντε ονομαζόμενες Σκιερές Ημέρες.

Κεφάλαιο 3
Η Γραφή του Πεπρωμένου

•1•

Η Νατλάο κατέβαινε το στριφτό μονοπάτι, παραπατώντας, σκοντάφτοντας και σηκώνοντας πάλι τον εαυτό της από κάτω για να συνεχίσει. Τα βράχια έγδερναν τα γόνατα και τα πόδια της, όταν έπεφτε, αλλά εκείνη δεν έδινε σημασία. Δεν μπορούσε να αισθανθεί τίποτα. Είχε μουδιάσει. Ολόκληρο το είναι της, ολόκληρη η ύπαρξή της, είχε μουδιάσει.

Τους είχαν σκοτώσει! Τους είχαν σκοτώσει όλους! Όλη τη φυλή της! Μ’αυτή την ακτινοβολία… αυτό το θανατηφόρο φως. Τους είχαν κάψει. Τους είχαν κάνει να εξαφανιστούν μέχρι να προλάβει το μάτι να βλεφαρίσει. Και τα σπίτια του χωριού των Ερνεό’ωμ, το ίδιο· είχαν γίνει σωροί από πέτρες και χώμα, τόσο γρήγορα, τόσο γρήγορα…

Η Νατλάο σκόνταψε γι’ακόμα μια φορά, αλλά τώρα δε σηκώθηκε για να συνεχίσει. Έμεινε εκεί, γονατισμένη, πιέζοντας τις γροθιές της σ’έναν ψηλό βράχο, κολλώντας το πρόσωπό της επάνω του, κι αφήνοντας τον εαυτό της να κλάψει και να ουρλιάξει, και να αισθανθεί αυτή τη μεγάλη καταστροφή.

Οι γονείς της δεν υπήρχαν πια. Ο άντρας της, τα παιδιά της. Οι περισσότεροι είχαν εξαϋλωθεί κατευθείαν από το θανατηφόρο φως, και ο γιος της που είχε τρέξει μαζί της προς το μονοπάτι του φαραγγιού –το ίδιο μονοπάτι όπου βρισκόταν τώρα η Νατλάο, έχοντας φτάσει σχεδόν στο τέλος του–, τον είχαν σκοτώσει τον γιο της, όπως και τους υπόλοιπους, καλπάζοντας καταπάνω τους και κατακόπτοντάς τους με ξίφη, σωριάζοντας το ένα πτώμα μετά το άλλο. Τόσοι πολλοί νεκροί γύρω της… Τα πρόσωπά τους, στις τελευταίες τους στιγμές… Τα ουρλιαχτά, το αίμα, οι σπασμοί των χεριών και των ποδιών τους…

Οι αποτρόπαιες εικόνες βασάνιζαν το νου της, σα μοχθηροί δαίμονες. Κάρφωναν μακριά, πυρακτωμένα καρφιά μέσα του. Και ένας από τους δαίμονες μίλησε και είπε: Αυτό που συνέβη σήμερα στους Ερνεό’ωμ ήταν ξεπλήρωμα για ό,τι κάνατε στους Τουρβάλκλι κατά την Εορτή της Εμφανίσεως. Και το ξεπλήρωμα δεν έχει τελειώσει ακόμα. Εγώ, ο Πρωτοσπαθάριος Κάραγγελ, του Θρόνου της Ελρείσβα, της φυλής των Τουρβάλκλι, δεν έχω ακόμα τελειώσει μαζί σας. Η γενοκτονία με γενοκτονία απαντιέται, και μόνο.

«Μα δε φταίγαμε εμείς!» ούρλιαξε η Νατλάο, κοπανώντας τη γροθιά της πάνω στον βράχο. «Δε φταίγαμε εμείς!» Τσακάλια της ερήμου! Καταραμένα τσακάλια της ερήμου! Πάντοτε έτσι ήταν οι Λευκοί: κατέστρεφαν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους! Πάντοτε κατέστρεφαν και κατέστρεφαν και κατέστρεφαν! Και τους σκότωσαν όλους! Όλους τους ανθρώπους μου! Όλους!...

Η Νατλάο είχε δαγκώσει τα χείλη της· μπορούσε να γευτεί το αίμα της… κι αυτό, για κάποιο λόγο, την έκανε να συνέλθει. Την έκανε να σταματήσει να χτυπιέται πάνω στο βράχο, να σταματήσει να κλαίει, και να σταματήσει να ουρλιάζει. Ξεροκατάπιε. Σκούπισε τα μάτια της με το μανίκι της φαρδιάς, μαύρης πουκαμίσας της. Το πρόσωπό της πονούσε από το χτύπημα του άντρα που είχε αποκαλέσει τον εαυτό του Πρωτοσπαθάριο Κάραγγελ. Και ο λαιμός της έτσουζε, από το επικίνδυνο γδάρσιμο που είχε κάνει εκεί το ξίφος του.

Πρωτοσπαθάριος Κάραγγελ. Του Θρόνου της Ελρείσβα. Ένας Τουρβάλκλι.

Δεν ήταν ανάμεσα στους υπόλοιπους της φυλής του, την ημέρα εκείνης της τελετής; Ή ήταν και, κάπως, κατόρθωσε να επιβιώσει;

Η Νατλάο είχε ακούσει πως όλοι οι Τουρβάλκλι ήταν νεκροί, πως τους είχε σκοτώσει όλους μια συμμαχία φυλών από τα βάθη του Φαραγγιού του Πεπρωμένου. Για να αποτρέψουν κάποιο κακό… έτσι είχε ακούσει η Νατλάο. Ποιο κακό, όμως, είχαν αποτρέψει; Στη δική μου φυλή περισσότερο κακό έφεραν, τελικά! Δεν έπρεπε να το είχαν κάνει αυτό! Δεν έπρεπε να είχαν σκοτώσει τους Τουρβάλκλι!

Και τα λόγια του Πρωτοσπαθάριου αντήχησαν πάλι στο νου της: Αυτό που συνέβη σήμερα στους Ερνεό’ωμ ήταν ξεπλήρωμα για ό,τι κάνατε στους Τουρβάλκλι κατά την Εορτή της Εμφανίσεως. Και το ξεπλήρωμα δεν έχει τελειώσει ακόμα.

Η Νατλάο, γονατισμένη καθώς ήταν, έσφιξε το ξερό χώμα μέσα στις χούφτες της. Οι Λευκοί! Καταραμένοι νάναι όλοι τους! Αιμοβόρα τσακάλια! Ποντίκια της ερήμου! Δεν είχαν ούτε το θάρρος να επιτεθούν σαν πολεμιστές στους Ερνεό’ωμ· είχαν φέρει αυτά… αυτά τα όπλα που πετούσαν το θανατηφόρο φως. Είχαν κάνει κάποια διαβολική συμφωνία με τους ξένους, αυτούς που ισχυρίζονταν πως υπηρετούσαν μια γυναίκα που διαφέντευε ολάκερο το Σύμπαν, την Παντοκράτειρα.

Και θα συνεχίσει. Ο Πρωτοσπαθάριος είπε ότι θα συνεχίσει.

Και μου ζήτησε να μεταφέρω το μήνυμά του. Γι’αυτό μ’άφησε ζωντανή: για να μεταφέρω το μήνυμά του.

Η Νατλάο αισθανόταν δυνατή οργή να καίει βαθιά μέσα στο στήθος της. Δεν ήθελε νάναι υποχρεωμένη σ’αυτόν τον τρισκατάρατο Λευκό δαίμονα! Δεν ήθελε να του χρωστά τη ζωή της! Και σκέφτηκε ν’αυτοκτονήσει: να τραβήξει το ξιφίδιο που ήταν δεμένο στην κνήμη της και να το μπήξει στην καρδιά της. Μα, αν το έκανε αυτό, τότε και η τελευταία των Ερνεό’ωμ θα είχε πεθάνει. Έτσι, αποφάσισε να ζήσει. Να ζήσει και να προειδοποιήσει τους άλλους Μελανούς. Εξάλλου, εκείνο που της ζητούσε ο Κάραγγελ –χίλιες κατάρες επάνω του!– δεν ήταν κάτι που, ούτως ή άλλως, δε θα επεδίωκε κι από μόνη της.

Η Νατλάο σηκώθηκε όρθια με τη βοήθεια του βράχου, νιώθοντας τα γόνατά της να τρέμουν, αλλά νιώθοντας και μια καινούργια αποφασιστικότητα εντός της.

Βρισκόταν σχεδόν στον πυθμένα του φαραγγιού, και συνέχισε να κατεβαίνει, τώρα χωρίς να σκοντάφτει κάθε τρεις και λίγο, έχοντας συνέλθει κάπως από το πρώτο σοκ. Η θλίψη, όμως, που πλημμύριζε την ψυχή της ήταν δίχως τέλος. Οι θάνατοι που είχε δει, το μέγεθος της καταστροφής που είχε δει, την είχαν αλλάξει για πάντα. Το ήξερε, αν και δεν ήξερε ακόμα πώς ακριβώς την είχαν αλλάξει. Το ατελείωτο μυστήριο του εαυτού… έτσι θα έλεγε ο άντρας της, ο Λάρμελ, που ήταν πολεμιστής, αλλά και ποιητής και φιλόσοφος. Ένας πολύ ευαίσθητος άνθρωπος.

Δάκρυα γέμισαν πάλι τα μάτια της Νατλάο, κι έτρεξαν σαν ρυάκια στα μάγουλά της.

Εκείνη δε σταμάτησε να βαδίζει επάνω στο στριφτό μονοπάτι, που τα βράχια γύρω του ολοένα και αραίωναν, ώσπου, σχεδόν απρόσμενα, έφτασε στο τέλος του, και η Νατλάο βρισκόταν τώρα στον πυθμένα του Φαραγγιού του Πεπρωμένου: ένα μέρος που έμοιαζε με άλλον κόσμο, συγκρινόμενο με τις περιοχές έξω από το φαράγγι. Εδώ, παρότι τα ανατολικά και δυτικά τοιχώματα του φαραγγιού απείχαν χιλιόμετρα το ένα από το άλλο, πολλά σημεία ήταν σκιερά, σκεπασμένα από πελώριους βράχους που είχαν απότομη κλίση ή που σχημάτιζαν καμάρες και φυσικές οροφές. Αλλού φύτρωνε βλάστηση, χωρίς να υπάρχει όαση κοντά· βλάστηση που τρεφόταν από τα υπόγεια νερά της Αρβήντλια, βλάστηση ευλογημένη από την Κρωμβέλη. Υπήρχαν, όμως, και κίνδυνοι στο φαράγγι: θηρία από τα οποία έπρεπε κανείς να φυλάγεται, και ερπετά και έντομα δηλητηριώδη και ύπουλα. Ακόμα και λεοντόσαυροι, σοφά αλλά θανατηφόρα πλάσματα.

Οι Ερνεό’ωμ ήταν μια από τις επονομαζόμενες φυλές των Φαραγγοφυλάκων. Τις φυλές που βρίσκονταν στα μονοπάτια που οδηγούσαν στον πυθμένα του φαραγγιού. Τις φυλές που, σύμφωνα με αρχαία έθιμα, όφειλαν να το φρουρούν, ώστε να κατεβαίνουν μέσα του μόνο όσοι ήταν άξιοι να κατεβούν. Αυτό, ωστόσο, δεν ίσχυε πλέον. Ο ρόλος των Φαραγγοφυλάκων δεν ήταν παρά τυπικός, αφού υπήρχαν πολλές φυλές που, έτσι κι αλλιώς, κατοικούσαν στα βάθη του φαραγγιού. Σε παλιότερες εποχές, όμως, το Φαράγγι του Πεπρωμένου ήταν ακατοίκητο από ανθρώπους: το κατοικούσαν μονάχα θηρία, λεοντόσαυροι, δαίμονες, και θεοί. Έτσι, τουλάχιστον, είχε διδαχθεί η Νατλάο από τη Γερόντισσα των Ερνεό’ωμ, τη γηραιότερη γυναίκα της φυλής της… η οποία ήταν τώρα νεκρή, μαζί με τους υπόλοιπους. Η καταστροφική ακτινοβολία την είχε σκοτώσει.

Η Νατλάο βάδισε κοντά σε ψηλούς βράχους, επάνω στους οποίους υπήρχαν σχήματα, σαν σύμβολα, σαν γράμματα, σαν ζωγραφική. Σχήματα που ορισμένοι σαμάνοι μπορούσαν να διαβάσουν, και να προβλέψουν το μέλλον μέσω αυτών· μπορούσαν να μάθουν αν ένα μέρος ήταν επικίνδυνο, αν ένα θηρίο ήταν εφικτό να ημερωθεί, αν μια γυναίκα θα έπιανε παιδί, αν ήταν τώρα καλή εποχή να ξεκινήσει κάποιος ένα ταξίδι… Δεν ονομαζόταν τυχαία «το Φαράγγι του Πεπρωμένου». Ορισμένα από τα σχήματα των βράχων του λεγόταν πως μπορούσαν να καθοδηγήσουν έναν άνθρωπο μέσα σ’όλη τη ζωή του, ή μια ολόκληρη φυλή μέσα στους αιώνες· ή μπορούσαν να προμηνύσουν μεγάλους κινδύνους και καταστροφές, ώστε να αποφευχθούν.

Την καταστροφή της φυλής μου, όμως, κανένας δεν την προείδε, και κανένας δεν την εμπόδισε, σκέφτηκε με πικρία η Νατλάο, περνώντας δίπλα από μια σειρά παράξενων σχημάτων που δεν είχε καμία ιδέα τι, ίσως, να έλεγαν, και δεν ήξερε αν ήταν εδώ χτες ή αν θα ήταν εδώ αύριο. Τα σχήματα στους βράχους του Φαραγγιού του Πεπρωμένου ήταν γνωστό πως άλλαζαν: εξαφανίζονταν και εμφανίζονταν, σε τυχαία σημεία, δίχως κανείς να ξέρει γιατί, σαν οι πέτρες να ήταν ζωντανές και να τα γεννούσαν…

Υπάρχει ζωή στις ερήμους, είχε η Νατλάο ακούσει τους σαμάνους της φυλής της να λένε, αλλά πρέπει να κοιτάξεις προσεχτικά για να τη δεις. Πολύ προσεχτικά. Και καρτερικά. Η ζωή στις ερήμους είναι πολύτιμη, και γεμάτη νόημα.

Η Νατλάο αναρωτήθηκε τι νόημα μπορούσε να είχε τώρα η δική της ζωή. Χωρίς τον άντρα της, χωρίς τα παιδιά της, χωρίς κανέναν από τη φυλή της. Μόνη, ολομόναχη… Θα έπρεπε να στραφεί στην εκδίκηση; Ήταν αυτός ο μοναδικός δρόμος που της απέμενε; Να γίνει σαν τον Πρωτοσπαθάριο Κάραγγελ –ένα κτήνος που αποζητά αίμα, αγνοώντας ποιου το αίμα θα χυθεί;

Η Νατλάο θα μισούσε τον εαυτό της, αν γινόταν έτσι. Το ήξερε πως θα τον μισούσε.

Δεν έπρεπε, όμως, να σταματήσει την καταστροφή; Δεν έπρεπε να κάνει κάτι, για να βάλει τέλος στη δολοφονική εκστρατεία του Πρωτοσπαθάριου και των συμμάχων του;

Η Νατλάο βάδιζε στον πυθμένα του Φαραγγιού του Πεπρωμένου, βάδιζε στον κόσμο του Φαραγγιού του Πεπρωμένου, περιτριγυρισμένη από μυστηριώδη σχήματα στους βράχους, ανεβαίνοντας σε μικρές πλαγιές, κατεβαίνοντας από μικρές πλαγιές, κλοτσώντας την άμμο που απλωνόταν ανάμεσα σε ογκόλιθους, βηματίζοντας προσεχτικά μέσα σε χαμηλή βλάστηση– ή, μάλλον, όχι και τόσο χαμηλή: εδώ υπήρχαν δέντρα που έφταναν ώς το στήθος της!

Η Νατλάο σταμάτησε, καθώς ο Φωτεινός Ήλιος είχε χαθεί πίσω από τη δυτική άκρη του φαραγγιού και μονάχα το πέρας του Σκοτεινού Ήλιου ήταν φανερό από εκείνη την κατεύθυνση. Αύριο, σκέφτηκε η Νατλάο, κουρασμένα, θα έχουμε την πρώτη από τις πέντε Σκιερές Ημέρες. Και, για κάποιο λόγο, δεν της άρεσε που βρισκόταν στον πυθμένα του φαραγγιού μια τέτοια χρονική περίοδο· θα ήταν σχεδόν σαν υπόγειος κόσμος εδώ…

Προς το παρόν, όμως, έπρεπε να ξεκουραστεί. Τα πόδια της την πονούσαν. Κι επιπλέον, πεινούσε. Υπήρχε, άραγε, τίποτα για να κυνηγήσει;

Τραβώντας το ξιφίδιο από την κνήμη της, βάδισε ανάμεσα στη βλάστηση, κοιτάζοντας στο έδαφος, πίσω από τους κορμούς και κάτω από τις φυλλωσιές.

Ένα μικρό τρωκτικό την ατένισε, βλεφαρίζοντας–

–ύστερα, έτρεξε!

Η Νατλάο τινάχτηκε, για να το πιάσει, και κατέληξε μπρούμυτα στο έδαφος, έχοντας χάσει το θήραμά της. Σηκώθηκε, αποφασίζοντας να είναι προσεχτικότερη την επόμενη φορά.

Τι είδους τρωκτικό ήταν αυτό που είχε δει; Σίγουρα, όχι συνηθισμένος ποντικός της ερήμου. Στον πυθμένα του φαραγγιού ζούσαν πλάσματα που η Νατλάο δεν ήξερε, εκτός από ελάχιστα, πολύ γνωστά.

Λυγίζοντας τα γόνατά της και έχοντας το ξιφίδιό της ανεστραμμένο και υψωμένο πάνω απ’το κεφάλι της, περίμενε, να δει ή ν’ακούσει κάποια κίνηση.

Το τρωκτικό δεν ξαναφάνηκε, αλλά η Νατλάο κάρφωσε ένα φίδι λίγο προτού τη ζυγώσει αθόρυβα, από τα πλάγια, και δαγκώσει τον αστράγαλό της. Περισσότερο από ένστικτο το αντιλήφτηκε παρά από οτιδήποτε άλλο. Τα μάτια της γούρλωσαν, βλέποντάς το να πλησιάζει, σερνόμενο μέσα στο χαμηλό χορτάρι· κι ύστερα, στένεψαν, και το λεπίδι της κατέβηκε, αστραπιαία. Πάνω στο κεφάλι του, καρφώνοντάς το στο έδαφος. Σκοτώνεις το κεφάλι του φιδιού και πεθαίνει και το σώμα. Πάντα έτσι είναι, και ποτέ αντίστροφα.

Η Νατλάο γνώριζε το συγκεκριμένο ερπετό· δεν της ήταν άγνωστο, όπως το τρωκτικό. Επομένως, ήξερε πώς να αφαιρέσει το δηλητήριό του και να το μαγειρέψει, χωρίς φόβο, αφού θα έβγαζε τις φολίδες. Το κρέας του ήταν πολύ τρυφερό, αν και λιγάκι άγευστο. Ωστόσο, τώρα η Νατλάο δεν είχε την πολυτέλεια για γευστικό φαγητό· συγκέντρωσε μερικά ξύλα, άναψε μια φωτιά, και το άφησε να ψηθεί από πάνω.

Έβγαλε τα δερμάτινα παπούτσια της –που δεν ήταν για πεζοπορία και είχαν ήδη αρχίσει να καταστρέφονται σε τούτα τα δύσβατα μέρη– και, καθισμένη σε μια πέτρα, τέντωσε τα πληγιασμένα πόδια της μέσα στο χώμα. Ήταν ζεστό, όχι καυτό, και ανακουφιστικό επάνω στο δέρμα της.

Όταν το φίδι είχε ψηθεί, το πήρε από τη φωτιά και το έφαγε, ενώ, συγχρόνως, σκεφτόταν πως είχε παραμελήσει να βρει νερό. Το στόμα της ήταν ξερό, κι ο λαιμός της το ίδιο.

Για να υπάρχουν, όμως, φυτά εδώ, σκέφτηκε, το νερό δε μπορεί νάναι μακριά.

Τελειώνοντας το γεύμα της, έσκαψε κοντά στις ρίζες με τα χέρια και το ξιφίδιό της, και σύντομα βρήκε αυτό που έψαχνε. Δεν την πείραζε που είχε και λίγο χώμα μέσα· δεν την πείραζε καθόλου. Γέμισε τις χούφτες της με νερό και ήπιε όσο περισσότερο μπορούσε.

Έπειτα, μισοξάπλωσε κοντά στη σβησμένη φωτιά, για να ξεκουραστεί κάποια ώρα, προτού συνεχίσει το ταξίδι της.

Σκόπευε να πάει στους Σασμάτουμ, τη φυλή του συζύγου της, οι οποίοι δεν βρίσκονταν μακριά. Δεν είχε ποτέ ιδιαίτερες σχέσεις μαζί τους, μα γνώριζε κάποιους απ’αυτούς, κι επιπλέον δεν είχε κανένα άλλο μέρος να πάει. Κανένα άλλο μέρος που να μπορούσε να θεωρήσει πιο φιλικό.

Οι ήλιοι είχαν δύσει· τα δύο φεγγάρια κρέμονταν στον σκοτεινό ουρανό, το ένα καταπράσινο, το άλλο πράσινο με αποχρώσεις του γαλάζιου. Η Νατλάο είχε καθίσει εδώ παραπάνω απ’όσο, αρχικά, σκόπευε· το σώμα της ήταν πιο κουρασμένο απ’ό,τι νόμιζε, το πνεύμα της πιο καταπονημένο. Έπρεπε, όμως, να συνεχίσει· δεν έπρεπε να κοιμηθεί μες στις ερημιές: δεν ήξερε τι μπορεί να ερχόταν τη νύχτα. Ίσως εγώ να γίνω θήραμα, όπως το φίδι που έφαγα.

Φορώντας τα μισοδιαλυμένα της παπούτσια, σηκώθηκε απ’το έδαφος και στάθηκε όρθια. Άναψε ένα κομμάτι ξύλο και το κράτησε ώς δαυλό, αν και ήξερε ότι δε θα διαρκούσε πολύ. Προσανατολίστηκε, κοιτάζοντας τον ουρανό, και συνέχισε να βαδίζει.

Τα σκοτάδια ήταν πυκνά γύρω της και, κάπου-κάπου, νόμιζε ότι μπορούσε να διακρίνει γυαλιστερά μάτια να την ατενίζουν και μετά να χάνονται, ή σκιερές σιλουέτες να περνάνε και να φεύγουν. Η Νατλάο ρίγησε. Δεν ήθελε να μάθει τι ήταν αυτά τα πλάσματα· δεν ήθελε να μάθει καν αν ήταν άνθρωποι ή θηρία. Τάχυνε το βήμα της, προσπαθώντας να φτάσει στον προορισμό της το συντομότερο δυνατό, κατά προτίμηση πριν από τα μεσάνυχτα· γιατί είχε ακούσει ότι, τη βαθιά νύχτα, μέσα στο Φαράγγι του Πεπρωμένου, δαίμονες τριγυρνούσαν, οι οποίοι μπορούσαν ν’αρπάξουν το μυαλό και την ψυχή.

Το ξύλο του δαυλού της είχε σχεδόν φαγωθεί και η φωτιά πλησίαζε το χέρι της, όταν η Νατλάο διέσχιζε ένα μέρος γεμάτο μυτερούς βράχους. Πέταξε τον δαυλό στο έδαφος και τον άφησε να σβήσει μόνος του, ενώ εκείνη συνέχιζε να βαδίζει, μη σταματώντας καθόλου. Η στάση δεν ήταν λύση· δε θα τη βοηθούσε να ανακτήσει τις δυνάμεις της: απλά, θα την έκανε να λιποθυμήσει. Το σώμα της ήταν ήδη κουρασμένο, περισσότερο απ’ό,τι θυμόταν να είναι ποτέ στη ζωή της. Το πώς δεν σκόνταφτε ξανά ήταν θαύμα. Ίσως οι θεοί της ερήμου να τη συνέτρεχαν. Ίσως να είχαν δει την αδικία και να είχαν αποφασίσει να κάνουν κάτι γι’αυτό.

Η Νατλάο νόμιζε ότι βρισκόταν μέσα σε όνειρο, όταν, τελικά, είδε φώτα αντίκρυ της: οι φωτιές των Σασμάτουμ, ήλπιζε. Οι φωτιές των Σασμάτουμ. Θα έφτανε, και θα μπορούσε, επιτέλους, να ξεκουραστεί…

Μακάρι να ήταν κι ο Λάρμελ μαζί της… Μακάρι να ήταν κι ο Λάρμελ μαζί της… Ζωντανός…

Δάκρυα κυλούσαν πάλι στο πρόσωπό της. Η όρασή της είχε θολώσει. Όλες της οι αισθήσεις είχαν θολώσει. Δυσκολευόταν ν’αναπνεύσει, αλλά συνέχισε να προχωρά. Το ένα της παπούτσι πρέπει να είχε διαλυθεί τελείως και να είχε φύγει απ’το πόδι της, αν και δεν ήταν σίγουρη, και δεν κάθισε να κοιτάξει· το σκοτάδι δεν την άφηνε να δει εύκολα, κι εξάλλου δεν είχε σημασία. Πλησίαζε! Οι φωτιές τώρα ήταν πιο κοντά!

Πιο κοντά…!

Τα γόνατα της Νατλάο λύθηκαν, και λιποθύμησε.

•2•

Τα μάτια της άνοιξαν, και είδε σκοτάδι παντού γύρω. Έναν χώρο γεμάτο σκιές. Ένα ημιφωτισμένο δωμάτιο. Και το λιγοστό φως ερχόταν από έξω, από ένα παράθυρο.

Είχε φτάσει στους Σασμάτουμ; Δε θυμόταν.

Το σώμα της… το ένιωθε τόσο αδύναμο. Τόσο αδύναμο… Προσπάθησε, ωστόσο, να ανασηκωθεί επάνω στο δερμάτινο στρώμα όπου ήταν ξαπλωμένη.

Και είδε μια γυναίκα να κάθεται, οκλαδόν, στα δεξιά της κι ελαφρώς προς τα πίσω, έτσι που, αρχικά, δεν την είχε προσέξει. Ήταν Μελανή και τα μαλλιά της μακριά και… πρέπει να ήταν καστανά, νόμιζε η Νατλάο, αν και το ασθενικό φως δεν τη βοηθούσε.

Τι ώρα είναι; Νύχτα; Όχι, συνειδητοποίησε αμέσως. Όχι, δεν ήταν νύχτα. Ετούτη είναι η πρώτη από τις πέντε Σκιερές Ημέρες.

«Πώς σε λένε, κόρη μου;» ρώτησε η γυναίκα, που, αν έκρινε η Νατλάο απ’τη φωνή της (γιατί το πρόσωπό της ήταν σκιασμένο), πρέπει να ήταν μιας κάποιας ηλικίας. Τουλάχιστον δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερη από εμένα.

«Νατλάο,» είπε, διαπιστώνοντας πως η δική της φωνή ήταν ξερή σαν άμμος που τρίβεται πάνω στην πέτρα, επειδή κι ο λαιμός της ήταν ξερός.

Η μεγαλύτερη γυναίκα γέμισε μια πήλινη κούπα με νερό από μια κανάτα και της την πρόσφερε. Η Νατλάο την κράτησε με τα δύο χέρια και ήπιε βαθιά, ανακτώντας τη μιλιά της.

«Ευχαριστώ,» ψιθύρισε. Και μετά, είπε: «Έρχομαι από τους… τους Ερνεό’ωμ…» Η φωνή της έσπασε. Είμαι η τελευταία από τους Ερνεό’ωμ, η τελευταία… Αλλά δεν το είπε αυτό· ρώτησε: «Είμαι στους Σασμάτουμ;»

«Ναι,» απάντησε η γυναίκα, «και νομίζω πως σ’αναγνωρίζω, Νατλάο. Μοιάζεις, όμως, πολύ… κουρασμένη. Το ταξίδι δεν είναι τόσο μακρινό.»

«Είναι όλοι τους νεκροί,» είπε η Νατλάο. «Όλοι οι Ερνεό’ωμ.»

Η γυναίκα σηκώθηκε απ’τη θέση της και την πλησίασε, για να γονατίσει κοντά της. Τώρα, το πρόσωπό της φαινόταν καθαρά, όπως επίσης κι η ηλικία του. Τα μαλλιά της ήταν, πράγματι, καστανά με τούφες γκρίζων ανάμεσα τους.

«Τι είν’αυτά που λες, κόρη μου; Πώς είναι νεκροί;»

Η Νατλάο αισθάνθηκε δάκρυα στα μάτια κι έναν κόμπο στο λαιμό. «Τους σκότωσαν… οι Λευκοί. Ένας Τουρβάλκλι…»

«Ένας Τουρβάλκλι, είπες;» Τα μάτια της γυναίκας γυάλισαν.

«Ναι. Εκείνος μ’άφησε να φύγω, αλλιώς θα με είχανε σκοτώσει κι εμένα. Και μου ζήτησε να μεταφέρω το μήνυμά του.»

«Τι είναι το μήνυμά του;» ρώτησε η μεγαλύτερη γυναίκα.

«Ονομάζεται Πρωτοσπαθάριος Κάραγγελ, είπε, του Θρόνου της Ελρείσβα, της φυλής των Τουρβάλκλι, και αυτό που κάνει είναι ξεπλήρωμα για ό,τι έγινε στη φυλή του. Αλλά δεν ήταν μόνος του. Είχε μαζί του τους ξένους που υπηρετούν την Παντοκράτειρα, και χτύπησαν το χωριό μας με όπλα που πετούσαν φως. Θανατηφόρο φως που κατέστρεφε τα πάντα. Τους έκανε σκόνη, ανθρώπους και σπίτια και ζώα…»

Τα μάτια της μεγαλύτερης γυναίκας είχαν γουρλώσει. Σηκώθηκε όρθια, λέγοντας: «Ξεκουράσου, Νατλάο.» Και βάδισε προς την έξοδο του μικρού δωματίου.

«Το όνομά σας;» ζήτησε να μάθει η Νατλάο, προτού η γυναίκα φύγει.

«Βακάημ,» αποκρίθηκε εκείνη, και, παραμερίζοντας το δερμάτινο παραπέτασμα της πόρτας, βγήκε.

Βακάημ… Η Νατλάο το ήξερε αυτό το όνομα. Το είχε ξανακούσει… από τον άντρα της. Βακάημ! Η Γερόντισσα των Σασμάτουμ! Μα τους θεούς, η Νατλάο τη νόμιζε για μεγαλύτερη· έτσι όπως την περιέγραφε ο Λάρμελ, τη νόμιζε για πολύ μεγαλύτερη. Αυτή ήταν η γηραιότερη γυναίκα των Σασμάτουμ;

Η Νατλάο ξάπλωσε πάλι, πιστεύοντας ότι η Γερόντισσα –αν ήταν, όντως, η Γερόντισσα– θα επέστρεφε σε λίγο.

Η κούρασή της ήταν ακόμα μεγάλη, και την πήρε ο ύπνος.

Την προηγούμενη φορά δε θυμόταν να είχε δει όνειρα. Τώρα, όμως, ονειρεύτηκε…

…Βρισκόταν σε μια σκοτεινή όαση, κάπου στις ερήμους του Κοράκου Τόπου, και βάδιζε επάνω σε μυτερές πέτρες που έκοβαν τα γυμνά πόδια της. Στο κέντρο της όασης υπήρχε μια μικρή λίμνη, που τα νερά της ήταν μαύρα… ή, μάλλον, όχι· όχι μαύρα: βαθυκόκκινα. Η λίμνη ήταν γεμάτη αίμα. Και δέντρα την περιστοίχιζαν: δέντρα με ψηλούς, χοντρούς κορμούς, σαν αυτά που η Νατλάο είχε ακούσει ότι βρίσκονταν μακριά, πέρα απ’το Φαράγγι του Πεπρωμένου και πίσω απ’τα βουνά, προς τη Δύση, στον Λεοντόσαυρων Τόπο, μα δεν είχε ποτέ της δει κανένα τέτοιο δέντρο στην πραγματικότητα. Κι όμως, εδώ, στον Τόπο των Ονείρων (γιατί, κάπως, ήξερε ότι ονειρευόταν), τα έβλεπε. Αλλά δεν της έδιναν την εντύπωση πως ήταν υγιή. Τουναντίον, νόμιζε πως ήταν… νεκρά. Και παρατήρησε πως οι ρίζες όλων τους απλώνονταν προς τη λίμνη του αίματος, σαν να έπιναν από εκεί, για να επιβιώνουν, για να βρίσκονται σ’αυτή την ημιζωντανή κατάσταση–

…Νατλάο…

Μια βαθιά φωνή, σαν τον άνεμο, η οποία ερχόταν από… Από πού; Τριγύρω.

Η Νατλάο περιστράφηκε, ψάχνοντας με το βλέμμα –και η ψυχή της γέμισε τρόμο. Οι κορμοί των δέντρων ήταν λαξεμένοι, και τα λαξεύματα σχημάτιζαν τα πρόσωπα και τα σώματα των ανθρώπων της φυλής της. Όλοι οι Ερνεό’ωμ βρίσκονταν εδώ!

Νατλάοοοοο… μουρμούρισε ο άνεμος.

Εκείνη έκανε μερικά βήματα όπισθεν, νιώθοντας να τρέμει.

Το βλέμμα της έπεσε πάνω στον κορμό του δέντρου που βρέθηκε πλάι της. Είδε το πρόσωπο του Λάρμελ να την κοιτάζει, γεμάτο οδύνη και σύγχυση.

Νατλάο, είπε το πρόσωπο. Έχει τόση ξεραΐλα εδώ… Διψάω.

Όλοι μας διψάμε, αντήχησε μια άλλη φωνή.

Η Νατλάο είχε παραλύσει· δεν μπορούσε να κινηθεί. Πίσω της άκουσε ένα βαθύ ΧΡΡΡΡΡΡΡΡ, λες και κάτι απορροφιόταν. Κοίταξε, και είδε ότι η λίμνη του αίματος είχε σχεδόν στερέψει.

Διψάμε…

–Και η Νατλάο ξύπνησε. Τινάχτηκε πάνω στο στρώμα της, παίρνοντας καθιστή θέση.

Μια σκιερή φιγούρα στεκόταν στην είσοδο του δωματίου. Τα μάτια της γυάλιζαν στο λιγοστό φως της Σκιερής Ημέρας.

«Ποιος είσαι;» έκανε αμέσως η Νατλάο με πνιχτή φωνή.

«Με συγχωρείς αν σε τρόμαξα, Νατλάο,» είπε ο άντρας, και άναψε μια λάμπα. «Είμαι ο Άνκαμερ, ο αδελφός του Λάρμελ. Σίγουρα, θα με θυμάσαι.» Πλησίασε. Ήταν ένας ψηλός άντρας με πορφυρά μαλλιά και μούσια. Δεν έμοιαζε καθόλου με τον Λάρμελ, αλλά, ναι, ήταν αδελφός του· η Νατλάο τον γνώριζε.

«Ναι,» αποκρίθηκε. «Φυσικά και σε θυμάσαι, Άνκαμερ. Και δεν ήσουν εσύ που με τρόμαξες. Έβλεπα ένα όνειρο.» Ή, μήπως, ήταν κάτι παραπάνω από όνειρο; Τι θέλουν να μου πουν οι Ερνεό’ωμ; Ότι ζητούν εκδίκηση; Ότι ζητούν αίμα; Δεν μπορώ εγώ να γίνω αυτό που ο Πρωτοσπαθάριος Κάραγγελ έγινε για τους Τουρβάλκλι! Δεν μπορώ να γίνω έτσι! Δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά της.

Ο Άνκαμερ κάθισε πλάι της, οκλαδόν, αφήνοντας τη λάμπα ανάμεσά τους, να πλημμυρίζει το σκοτεινό δωμάτιο με τη ρόδινη ακτινοβολία της.

«Ο Λάρμελ,» ρώτησε, «είναι νεκρός;»

Η Νατλάο ένευσε, σκουπίζοντας τα δάκρυα με τα δάχτυλά της. «Όλοι τους είναι νεκροί…»

«Ο Λόγκροθ το Τσακάλι να καταβροχθίσει τους Λευκούς!» μούγκρισε ο Άνκαμερ.

«Κάποιος που ονομάζεται Πρωτοσπαθάριος Κάραγγελ, ένας Τουρβάλκλι… αυτός ευθύνεται για την καταστροφή. Και θα συνεχίσει. Θα συνεχίσει σ’όλους τους Μελανούς–»

«Το ξέρω· η Γερόντισσα μάς το είπε. Αυτός ο Πρωτοσπαθάριος Κάραγγελ θα πεθάνει!»

«Οι άνθρωποι που υπηρετούν την Παντοκράτειρα είναι μαζί του, και έχουν φέρει όπλα που εκτοξεύουν φως που καταστρέφει τα πάντα. Δε μπορούμε να τους πλησιάσουμε–»

«Γιατί το κάνουν αυτό; Τους πειράξαμε; Γιατί βοηθούν τους Λευκούς;»

Η Νατλάο κούνησε το κεφάλι. «Δεν ξέρω, Άνκαμερ. Νομίζω, όμως, πως σχετίζεται με το γεγονός ότι ο Κάραγγελ είναι Πρωτοσπαθάριος του Θρόνου της Ελρείσβα. Οι ξένοι πρέπει νάχουν κάνει κάποια συμφωνία με τον Θρόνο της Ελρείσβα.»

«Κι έχουν στραφεί, λοιπόν, εναντίον των Μελανών;» γρύλισε ο Άνκαμερ. «Θέλουν να εξολοθρεύσουν εμάς και να δώσουν την Αρβήντλια στους Λευκούς;»

«Δεν ξέρω,» ψιθύρισε η Νατλάο. «Δε νομίζω ότι είναι έτσι ακριβώς. Ο Πρωτοσπαθάριος… αυτός τα ξεκίνησε όλα. Για εκδίκηση.»

«Ναι, αλλά γιατί οι ξένοι τον βοηθούν;»

«Αυτά που συμβαίνουν στην Ελρείσβα είναι, πολλές φορές, αινιγματικά. Είναι γνωστό.»

Η όψη του Άνκαμερ είχε αγριέψει. Τα μάτια του είχαν σκληρύνει. Είχαν γίνει σχεδόν όπως τα μάτια του Πρωτοσπαθάριου.

«Δεν έπρεπε να το είχαν κάνει αυτό στους Τουρβάλκλι,» είπε η Νατλάο.

Τα φρύδια του Άνκαμερ υψώθηκαν. Η όψη του ήταν τώρα αιφνιδιασμένη.

«Γιατί τους σκότωσαν; Τι ήταν εκείνη η τελετή;»

«Επικίνδυνη,» απάντησε ο Άνκαμερ. «Μονάχα αυτό ξέρω.»

«Αυτό που έκαναν ήταν επικίνδυνο! Δες τώρα τι συμβαίνει!» φώναξε η Νατλάο. «Οι ανόητοι! Οι άμυαλοι! Τώρα, θα έρθουν οι ξένοι και, τον έναν μετά τον άλλο, θα μας–!»

«Δε θα τους αφήσουμε!» τη διέκοψε ο Άνκαμερ, σφίγγοντας το μπράτσο της. «Δε θα τους αφήσουμε.»

Και τι θα κάνετε; σκέφτηκε η Νατλάο. Πώς θα αντιμετωπίσετε τα όπλα τους; Δεν τα έχεις δει να εξαπολύουν το καταστροφικό φως τους, Άνκαμερ. Δεν τα έχεις δει, γι’αυτό το λες τούτο. Γι’αυτό το λες. Δεν αποκρίθηκε τίποτα, όμως. Ρώτησε μονάχα: «Ποιοι συμμάχησαν κατά των Τουρβάλκλι; Για δύο από τις φυλές έχω ακούσει: οι Κρατ’μάελ και οι Ζιντ’κέιλ. Ποιοι ήταν οι άλλοι, όμως; Δε μπορεί να ήταν μόνο αυτοί.»

«Γιατί ρωτάς, Νατλάο;»

«Ο Πρωτοσπαθάριος –αν και δεν του το ζήτησα με κανέναν τρόπο– μου χάρισε τη ζωή και μου είπε να μεταφέρω το μήνυμά του σε όσους περισσότερους Μελανούς στον Κοράκου Τόπο μπορώ. Πιστεύω, λοιπόν, πως καλύτερα θα ήταν ν’αρχίσω από–»

«Δεν του χρωστάς τίποτα! Είναι Λευκός!»

«Μπορούσε να με είχε σκοτώσει, όμως… και ίσως να το προτιμούσα. Αλλά δεν έχει σημασία. Μου είπε ότι, αφού σου χαρίζω τη ζωή, ένα μικρό της μέρος, τουλάχιστον, μου ανήκει. Και δεν έλεγε ψέματα· είναι έτσι, πράγματι. Κι αυτό που ζήτησε…» Ατένισε τον Άνκαμερ καταπρόσωπο. «Θα το έκανα, έτσι κι αλλιώς, αυτό, αν ζούσα. Θα προειδοποιούσα όσους περισσότερους μπορώ, για να κρυφτούν από τους ξένους. Πρώτοι, όμως, δε θα πρέπει να μάθουν για την κατάσταση εκείνοι που ευθύνονται γι’αυτήν; Πρώτοι δε θα πρέπει να μάθουν εκείνοι που ευθύνονται για το θάνατο της φυλής μου;»

«Οι Λευκοί ευθύνονται για το θάνατο των Ερνεό’ωμ, Νατλάο!»

«Αν δεν είχαν σκοτώσει τους Τουρβάλκλι–»

«Κάποιοι σαμάνοι είπαν ότι έπρεπε να σταματήσουν την τελετή τους, γιατί κάτι κακό θα γινόταν!»

«Το κακό έγινε!» φώναξε η Νατλάο, οργισμένη. «Το κακό έγινε! Δεν το βλέπεις; Ο άντρας μου είναι νεκρός! τα παιδιά μου είναι νεκρά! όλοι μου οι συγγενείς είναι νεκροί!» Έκλαιγε πάλι. «Επειδή αυτές οι άμυαλες ύαινες ήθελαν να σταματήσουν την καταραμένη τελετή που αφορούσε μόνο τους καταραμένους Λευκούς! Μη μου λες, λοιπόν, ποιος φταίει για όλα τούτα, Άνκαμερ.» Η Νατλάο παραμέρισε τα δέρματα και σηκώθηκε από το στρώμα. Τα πόδια της πονούσαν, αλλά αγνόησε τον πόνο. Έπιασε τα ρούχα της, που βρίσκονταν σ’έναν μικρό σωρό παραδίπλα, κι άρχισε να ντύνεται.

«Πού πηγαίνεις;» τη ρώτησε ο Άνκαμερ, καθώς κι εκείνος ορθωνόταν, μοιάζοντας μουδιασμένος.

«Ποιες ήταν οι άλλες φυλές; Ξέρεις;» είπε η Νατλάο, καθώς ντυνόταν.

«Οι Ενκούτεν και οι Νεφρέλεθ.»

«Τέσσερις φυλές, στο σύνολό τους;»

«Ναι. Ή, τουλάχιστον, για τόσες ξέρω.»

«Ποια απ’αυτές τις φυλές πρότεινε τη συμμαχία;»

«Δε γνωρίζω, Νατλάο.» Έσκυψε, για να πάρει τη λάμπα του από κάτω.

«Γιατί μου λες ψέματα;»

Τα λόγια της άφησαν σιωπή μέσα στο πέτρινο δωμάτιο για μερικές στιγμές.

Ο Άνκαμερ αναστέναξε. «Νομίζω –δεν είμαι σίγουρος– πως ήταν οι Ζιντ’κέιλ.»

«Οι Ζιντ’κέιλ…» Η Νατλάο ήξερε γι’αυτούς. Ήταν μια από τις πιο παράξενες φυλές στον πυθμένα του Φαραγγιού του Πεπρωμένου. Κατοικούσαν μέσα σε σπηλιές, και ορισμένοι έλεγαν ότι ήταν μισότρελοι από γεννησιμιού τους. Άλλοι έλεγαν πως ήταν καταραμένοι. «Ποιος θ’ακολουθούσε τους Ζιντ’κέιλ, Άνκαμερ;»

«Να, όμως, που τους ακολούθησαν. Ή έτσι έχω ακούσει, τουλάχιστον. Σου είπα, δεν είμαι σίγουρος αν είναι αλήθεια.

»Μην πας να τους βρεις, Νατλάο· τι νόημα θα έχει, ό,τι και να τους πεις; Επιπλέον… φοβάμαι για σένα.»

Φοβάσαι για μένα; Τι έχω να χάσω; Τι άλλο έχω να χάσω; Τη ζωή μου; Δε με νοιάζει η ζωή μου πλέον. Δεν ξέρω τι να κάνω μ’αυτήν. «Θα μου δώσεις κάποια πράγματα;» τον ρώτησε. «Τρόφιμα, ρούχα, μερικά όπλα;»

Ο Άνκαμερ παρατήρησε ότι η Νατλάο δεν του είχε απαντήσει· δεν του είχε πει αν θα πήγαινε, τελικά, στους Ζιντ’κέιλ ή όχι, και, μάλλον, αυτό δεν του άρεσε· μάλλον, υποπτευόταν ότι θα πήγαινε. Ωστόσο, δεν προσπάθησε να τη μεταπείσει. Έγνεψε μονάχα, μελαγχολικά. «Μπορείς να πάρεις ό,τι θέλεις, Νατλάο. Αλλά να προσέχεις τον εαυτό σου. Σ’αγαπώ σαν αδελφή μου.»

•3•

Η Νατλάο έφαγε με την παρέα του Άνκαμερ και της Βακάημ. Η Γερόντισσα των Σασμάτουμ τη συμβούλεψε να μην πάει στους Ζιντ’κέιλ, γιατί όλοι γνώριζαν πόσο παράξενοι και επικίνδυνοι μπορούσαν να αποδειχτούν. Επιπλέον, υπήρχαν άλλες, κοντινότερες φυλές που μπορούσε να προειδοποιήσει· δεν ήταν ανάγκη να ταξιδέψει σ’αυτούς, που βρίσκονταν σχεδόν δυο μέρες δρόμο από εδώ. Η Νατλάο, όμως, αποκρίθηκε ότι μπορούσαν οι Σασμάτουμ να ειδοποιήσουν τις κοντινές τους φυλές· εκείνη θα πήγαινε στους Ζιντ’κέιλ, επειδή ο βασικός λόγος που θα τους επισκεπτόταν, είπε, δεν ήταν για να τους προειδοποιήσει· ήταν για να δει καταπρόσωπο τους ανθρώπους που είχαν προκαλέσει την καταστροφή της φυλής της και να μάθει γιατί τα είχαν ξεκινήσει όλα τούτα.

«Δεν είναι δίκαιο αυτό, Νατλάο,» της είπε ο Άνκαμερ, χωρίς όμως να την κοιτάζει στα μάτια. «Οι Ζιντ’κέιλ, ό,τι κι αν είναι, δεν προκάλεσαν οι ίδιοι την καταστροφή της φυλής σου–»

«Αν δεν είχαν επιτεθεί στους Τουρβάλκλι, αν δεν τους είχαν σκοτώσει όλους, δε θα είχε συμβεί αυτό!» αντιγύρισε εκείνη.

Ο Άνκαμερ έμεινε σιωπηλός, πίνοντας μια γουλιά απ’το νερό του.

Η Βακάημ είπε: «Η κατάληξη των πραγμάτων, κόρη μου, δεν είναι πάντοτε όπως θα επιθυμούσαν εκείνοι που έκαναν την αρχή. Ούτε εσύ ξέρεις τι κατάληξη ακριβώς θα έχει το ταξίδι σου στους Ζιντ’κέιλ, κι όμως είσαι αποφασισμένη να το ξεκινήσεις.»

«Δε σκοπεύω να σκοτώσω κανέναν, Γερόντισσα.»

«Ο σκοπός δεν είναι πάντοτε και η κατάληξη. Αυτό σού λέω,» αποκρίθηκε η Βακάημ, και πήρε μια ρουφηξιά από την πίπα της, καθώς ήταν καθισμένη σ’ένα πέτρινο σκαμνί, που είχε φέρει στο δωμάτιο όπου ξεκουραζόταν η Νατλάο.

«Θα το έχω στο μυαλό μου, Γερόντισσα,» αποκρίθηκε η τελευταία των Ερνεό’ωμ, παρατηρώντας ότι τα λόγια της Βακάημ δεν ήταν ασυλλόγιστα και, όντως, περιείχαν σοφία. Ωστόσο, η Νατλάο δε θα έκανε πίσω· θα επισκεπτόταν τους Ζιντ’κέιλ, θα μάθαινε τι τους είχε ωθήσει να επιτεθούν στους Τουρβάλκλι.

Όταν τελείωσε το φαγητό της, ευχαρίστησε τους Σασμάτουμ για τη φιλοξενία τους, καθώς και για τα τρόφιμα, τα ρούχα, και τα όπλα που της είχαν δώσει. Ο Άνκαμερ τής αποκρίθηκε ότι δεν ήταν παρά υποχρέωσή τους. «Δεν είσαι ξένη, Νατλάο· είσαι γυναίκα του αδελφού μου. Αλλά, ακόμα και να μην ήσουν, πάλι θα σε βοηθούσαμε, ύστερα από μια τέτοια καταστροφή. Οι Λευκοί θα μετανιώσουν για τις πράξεις τους· σ’το υπόσχομαι.»

Και τι θα γίνει, τότε; αναρωτήθηκε η Νατλάο. Θα ξεκινήσει πόλεμος ανάμεσα σ’εμάς και σ’αυτούς; Ασφαλώς, πόλεμος υπήρχε πάντοτε ανάμεσα στους Λευκούς και στους Μελανούς: από τότε που υπήρχε η Αρβήντλια, υπήρχε και πόλεμος μεταξύ τους, και οι περισσότεροι πλέον είχαν λησμονήσει γιατί τα πράγματα έπρεπε να είναι έτσι. Οφείλονταν όλα σε κάτι που είχε συμβεί παλιά, πολύ παλιά, πριν από χιλιετίες. Η Νατλάο είχε ακούσει ότι οι αρχαίοι Μελανοί είχαν έρθει από μια διάσταση που ονομαζόταν Μοργκιάνη και είχαν βρει τους Λευκούς εδώ, στην Αρβήντλια, σχεδόν ημιάγριους. Οι Μελανοί τούς είχαν διδάξει πολλά πράγματα και, γι’αρκετά χρόνια, είχαν ζήσει μαζί τους, φιλικά. Μετά, όμως, οι Λευκοί, δόλιοι καθώς ήταν, είχαν προσπαθήσει να καταστρέψουν τους Μελανούς, επειδή δεν ήθελαν να αισθάνονται κατώτεροι μπροστά τους. Κι έτσι, ο αέναος πόλεμος είχε αρχινήσει.

Συγκρούσεις γίνονταν πάντοτε, από τότε που θυμόταν η Νατλάο. Σκοτωμοί μεταξύ φυλών των Λευκών και των Μελανών. Μεγαλύτερες και μικρότερες μάχες. Ποτέ, όμως, δε θυμόταν ολόκληρες φυλές να εξολοθρεύονται έτσι όπως είχαν εξολοθρευτεί οι Ερνεό’ωμ… Τι μπορούσε να προμηνύει κάτι τέτοιο; Η Νατλάο αισθανόταν έναν παγερό τρόμο εντός της.

Γιατί οι καταραμένοι Ζιντ’κέιλ έπρεπε να το αρχίσουν αυτό; Γιατί;

Στον Άνκαμερ δεν αποκρίθηκε τίποτα· τον φίλησε μονάχα, και στα δύο μάγουλα, και τον ευχαρίστησε πάλι. Στη Γερόντισσα έκανε μια μικρή υπόκλιση και, ύστερα, μάζεψε τα πράγματά της, παραμέρισε το δερμάτινο παραπέτασμα από την πόρτα του δωματίου, και βγήκε.

Το μεσημέρι είχε περάσει, και οι ήλιοι έγερναν προς τη Δύση· δεν είχαν, όμως, ακόμα χαθεί πίσω απ’το χείλος του φαραγγιού. Κινούνταν συγχρονισμένα οι δυο τους· ο Σκοτεινός κάλυπτε τον Φωτεινό, εκτός από ένα λαμπερό στεφάνι μονάχα. Τα πάντα ήταν τυλιγμένα στις σκιές.

Η Νατλάο διέσχισε το χωριό των Σασμάτουμ, ενώ, με τις άκριες των ματιών της, έβλεπε ανθρώπους να την κοιτάζουν, μεγάλους και παιδιά, και μπορούσε να αισθανθεί άλλες τόσες ματιές επάνω της: ματιές κάποιων που αδυνατούσε να δει, αλλά οι οποίοι την ατένιζαν από μισοτραβηγμένα παραπετάσματα παραθύρων ή πορτών. Κανένας δεν την πλησίασε για να της μιλήσει. Αναμφίβολα, όλοι τους είχαν μάθει ώς τώρα ποια ήταν και τι είχε συμβεί στη φυλή της. Ίσως και να τη λυπούνταν, αλλά η Νατλάο δεν το ήθελε τούτο. Δεν ήθελε να τη λυπούνται. Ήθελε… Δεν ήξερε τι ακριβώς ήθελε απ’αυτούς. Μάλλον, να την αφήσουν ήσυχη. Καλύτερα που κανείς δεν τολμούσε να της μιλήσει. Εξάλλου, δε θα ήξερε τι να του αποκριθεί.

Η Νατλάο άφησε τους Σασμάτουμ πίσω της και βάδισε μέσα στα βάθη του Φαραγγιού του Πεπρωμένου, περιτριγυρισμένη από βράχους με αλλόκοτα σχήματα επάνω τους: σχήματα που έμοιαζαν να προσπαθούν να της πουν κάτι, αλλά εκείνη δεν είχε ιδέα τι, έτσι προτίμησε να τα αγνοήσει. Γνώριζε τι έπρεπε να κάνει –προς το παρόν, τουλάχιστον–· δε χρειαζόταν καθοδήγηση από πέτρες.

Ένας δυνατός αέρας έπιασε, καθώς οι ήλιοι χάνονταν πίσω από το δυτικό χείλος του φαραγγιού. Ένας δυνατός αέρας που έφερνε ξερή άμμο και μικρά χαλίκια. Η Νατλάο τυλίχτηκε στην κάπα που της είχαν δώσει οι Σασμάτουμ, για να προστατευτεί, μη θέλοντας να σταματήσει ακόμα, αφού δεν θεωρούσε ότι είχε πέσει η νύχτα –παρότι, τις Σκιερές Ημέρες, νύχτα και μέρα είχαν μικρή διαφορά. Ο άνεμος τη σφυροκοπούσε, αλλά η Νατλάο συνέχιζε, προφυλάσσοντας το πρόσωπό της από την άμμο και τα χαλίκια, πατώντας γερά στα πόδια της και νιώθοντας ότι πάλευε κάποιο ζωντανό θηρίο.

Όταν οι μυστηριακές ανταύγειες των ήλιων είχαν εξαφανιστεί τελείως, και στον ουρανό είχε μείνει μονάχα ο ελαφρύς φωτισμός που πρόσφεραν τα πράσινα φεγγάρια, ο άνεμος αποφάσισε να κοπάσει. Δεν ήταν πλέον παρά ένα απαλό χάδι, και η Νατλάο δε χρειαζόταν να προστατεύεται απ’αυτόν, ούτε αισθανόταν ότι πάλευε μαζί του.

Ήταν ώρα να ξεκουραστεί. Έπρεπε να βρει ένα καλό μέρος, να φάει λίγο, και να κοιμηθεί. Η μέρα της είχε τελειώσει. Πριν από κάποια ώρα, είχε δει φώτα από μακριά· και, κατά πάσα πιθανότητα, εκεί ήταν το χωριό μιας φυλής που γνώριζε· μα δε θέλησε να σταματήσει και να ζητήσει κατάλυμα· προτίμησε να μη χάσει χρόνο, συνεχίζοντας την πορεία της. Και τώρα, μες στις ερημιές του Φαραγγιού του Πεπρωμένου, βρήκε μια ρηχή σπηλιά, που το στόμιό της ήταν περιτριγυρισμένο από σχήματα, τα οποία έμοιαζαν να διαγράφουν μια αψίδα. Η Νατλάο έβγαλε από το σάκο της τον φακό που της είχε δώσει ο Άνκαμερ: έναν μεταλλικό κύλινδρο με κρύσταλλο στο ένα άκρο, τον οποίο οι Σασμάτουμ είχαν πάρει από κάποια εμπορική δοσοληψία. Η Νατλάο πάτησε το κουμπί επάνω στον φακό και φως βγήκε από τον κρύσταλλό του, για να διώξει το σκοτάδι στο εσωτερικό της σπηλιάς, και να φανεί ότι το μέρος ήταν ασφαλές για διανυκτέρευση.

Κλείνοντας τον φακό (για να διατηρήσει τη μοναδική μπαταρία που είχε), μπήκε. Άναψε μια φωτιά και έφαγε, ενώ, απόμακρα, άκουγε τα ουρλιαχτά των τσακαλιών. Αργότερα, τυλίχτηκε στην κάπα της και κοιμήθηκε, έχοντας κοντά της, οπλισμένη, μια βαλλίστρα που της είχαν δώσει οι Σασμάτουμ.

Το πρωί, ξύπνησε περισσότερο από ένστικτο παρά από το φως της αυγής. Η δεύτερη από τις πέντε Σκιερές Ημέρες είχε ξημερώσει. Η Νατλάο παρατήρησε ότι η φωτιά της είχε σβήσει κάποια στιγμή μέσα στη νύχτα. Βγήκε απ’τη σπηλιά και τεντώθηκε, νιώθοντας λιγάκι μουδιασμένη.

Δεν είχε ονειρευτεί τίποτα. Δεν είχε ξαναδεί εκείνη τη λίμνη του αίματος και τα δέντρα. Και δεν το θεωρούσε καθόλου αρνητικό σημάδι. Ίσως να σήμαινε ότι τα πνεύματα των ανθρώπων της φυλής της είχαν βρει γαλήνη, παρά τον άδικο χαμό τους.

Η Νατλάο στράφηκε στη σπηλιά, για να μαζέψει τα πράγματά της… αλλά έμεινε ακίνητη. Κοιτάζοντας τα σχήματα γύρω από την είσοδο. Ήταν έτσι και πριν; Ήταν έτσι και όταν είχε μπει; Είχε την εντύπωση πως ήταν διαφορετικά. Όχι πολύ διαφορετικά, αλλά αρκετά διαφορετικά.

Κούνησε το κεφάλι. Τι σημασία έχει; Πήρε τα πράγματά της και έφυγε, συνεχίζοντας προς τα βόρεια, προς τους Ζιντ’κέιλ.

Θα έφτανε, άραγε, μέχρι το βράδυ; αναρωτήθηκε. Μάλλον, όχι. Μάλλον, θα έφτανε το επόμενο πρωί. Επομένως, θα έπρεπε να περάσει άλλη μια νύχτα σε κάποια σπηλιά του φαραγγιού –αν ήταν τυχερή.

Και μετά, τι θα γίνει; σκέφτηκε η Νατλάο, καθώς ταξίδευε επάνω σ’ένα στενό, κατηφορικό μονοπάτι, περιτριγυρισμένο από βράχους. Τι θα γίνει όταν έχω συναντήσει τους Ζιντ’κέιλ και μου έχουν πει ό,τι είναι να μου πουν; Πώς θα συνεχίσω να ζω; Τι μου έχει απομείνει να κάνω; Η ζωή της ήταν άδεια τώρα χωρίς τη φυλή της· και η Νατλάο αισθανόταν σαν ένα φύλλο μέσα σε αντικρουόμενους άγριους ανέμους. Ποιο ήταν το νόημα της ύπαρξής της; Ήταν Ερνεό’ωμ, Φαραγγοφύλακας· αλλά δεν υπήρχαν πλέον Ερνεό’ωμ. Το όνομά τους βρισκόταν τώρα μονάχα στη Βίβλο της Αιώνιας Καταγραφής του Σέλεντουρ, και οι θνητοί, σύντομα, θα το ξεχνούσαν.

Είμαι μόνη. Τελείως μόνη…

Ακόμα και το γεγονός ότι πήγαινε στους Ζιντ’κέιλ τής έμοιαζε ανόητο, ανούσιο. Τι καλύτερο, όμως, είχε να κάνει;

Όταν πλησίαζε το μεσημέρι, και το λαμπερό στεφάνι που τύλιγε τη σκοτεινή σφαίρα ήταν στο κέντρο του ουρανού, η Νατλάο βρέθηκε σε μια μικρή όαση: ένα μέρος όπου φύτρωναν χαμηλά δέντρα, νερό τιναζόταν από μια μικρή πηγή ανάμεσα σε δύο βράχους, και ποντίκια με μακριά πόδια χοροπηδούσαν από δω κι από κει, δίχως να φαίνονται επικίνδυνα.

Η Νατλάο, όμως, αμέσως διαπίστωσε ότι δεν ήταν ο μοναδικός άνθρωπος εδώ. Ένας άντρας στεκόταν μέσα στη βλάστηση, ντυμένος με μαύρο χιτώνα και έχοντας μαύρο μαντήλι τυλιγμένο γύρω απ’το σαγόνι του. Στο κεφάλι φορούσε κουκούλα. Τα μάτια του γυάλιζαν, καταπράσινα, σα σμαράγδια. Ήταν Μελανός. Και έμοιαζε να την περιμένει, γιατί την κοιτούσε καθώς εκείνη πλησίαζε. Από τη μέση του κρεμόταν ένα ξίφος, μα δεν το είχε τραβήξει· δεν έδειχνε νάχει εχθρικές διαθέσεις.

«Ποιος είσαι;» ρώτησε η Νατλάο, σταματώντας στα πέντε μέτρα απόσταση από τον άγνωστο.

«Σημασία δεν έχει ποιος είμαι εγώ,» αποκρίθηκε εκείνος, «αλλά ποια είσαι εσύ. Είσαι η τελευταία των Ερνεό’ωμ, ή λαθεύω;»

Η Νατλάο έμεινε σιωπηλή για λίγο. «Γιατί ν’απαντήσω;»

«Γιατί θέλω να σε ρωτήσω κάποια πράγματα, αν είσαι όντως αυτή. Το όνομά μου είναι Ίσναχ, αν τούτο σού λέει κάτι –που αμφιβάλλω ότι θα σου λέει.»

«Έχεις δίκιο, δε μου λέει τίποτα. Αλλά τι θέλεις να με ρωτήσεις;»

«Κάποια πράγματα σχετικά με την καταστροφή της φυλής σου. Έχεις χρόνο να καθίσεις λίγο μαζί μου; Έχω ετοιμάσει και φαγητό.» Ο άγνωστος έκανε στο πλάι, τεντώνοντας το χέρι του, και η Νατλάο είδε πως πίσω του, σε απόσταση κανενός μέτρου, ήταν, πράγματι, φαγητό απλωμένο επάνω σε μερικές πέτρες.

«Εντάξει,» του αποκρίθηκε. «Εξάλλου, κι εγώ σκεφτόμουν να σταματήσω εδώ για μεσημέρι.»

Κάθισαν αντικριστά, με το φαγητό ανάμεσά τους: κάποιου είδους κρέας, που η Νατλάο δεν αναγνώριζε, καθώς και καρποί, που αναγνώριζε.

«Από τι ζώο είναι το κρέας;»

Ο Ίσναχ έδειξε ένα από τα ποντίκια με τα μακριά πόδια, καθώς αυτό πηδούσε μεσ’από τα χόρτα και κρυβόταν πίσω από ένα δέντρο.

Η Νατλάο μειδίασε. «Μάλιστα. Ελπίζω να έχει καλή γεύση.» Το δοκίμασε, και δεν έμεινε δυσαρεστημένη.

Ο Ίσναχ έβγαλε το μαντήλι απ’το πρόσωπό του και κατέβασε την κουκούλα του, αποκαλύπτοντας γαλανά μαλλιά και ξυρισμένο σαγόνι. «Με συγχωρείς που θα σου ζητήσω να μου μιλήσεις για πράγματα που είμαι βέβαιος ότι σου είναι δυσάρεστο να θυμάσαι.»

Η Νατλάο είπε, ύστερα από μερικές ανάσες σιγής: «Δε μπορώ να κάνω τίποτ’άλλο απ’το να τα θυμάμαι. Οπότε, δε μου κάνεις κάποιο κακό που δεν κάνω ήδη η ίδια στον εαυτό μου, Ίσναχ.»

«Λυπάμαι για το χαμό της φυλής σου.»

«Ναι, κι εγώ…» αποκρίθηκε, πικρά, η Νατλάο. «Πες μου τώρα: τι θέλεις να μάθεις;» Ήταν περίεργη, όφειλε να ομολογήσει.

«Θέλω να μου πεις πόσοι ήταν οι εχθροί, αν θυμάσαι, και τι όπλα είχαν στη διάθεσή τους. Τι λεπτομέρειες πρόσεξες γι’αυτούς. Τα πάντα.»

Τα μάτια της Νατλάο στένεψαν. «Γιατί σ’ενδιαφέρουν αυτά; Σχεδιάζεις κάποιου είδους αντεπίθεση;»

«Ας πούμε ότι προτιμώ να ξέρω τι έχω να αντιμετωπίσω προτού το αντιμετωπίσω.»

«Φοβάσαι για τη φυλή σου; Το καλύτερο που έχετε να κάνετε είναι να απομακρυνθείτε όσο το δυνατόν περισσότερο απ’αυτούς τους εχθρούς, όχι να τους αντιμετωπίσετε. Τα όπλα τους εκτοξεύουν φως που θα σας κάψει προτού προλάβετε να ξεσπαθώσετε.»

«Ενεργειακά κανόνια, λοιπόν, όπως είπαν οι Σασμάτουμ…» μουρμούρισε ο Ίσναχ.

«Από τους Σασμάτουμ έρχεσαι;»

«Όχι ακριβώς. Και δε σε ρωτάω ό,τι σε ρωτάω επειδή μ’ενδιαφέρει για τη φυλή μου, Νατλάο. Ελπίζω η φυλή μου να μη χρειαστεί να πολεμήσει αυτούς τους εχθρούς.»

«Γιατί ρωτάς, τότε; Σκοπεύεις να τους πολεμήσεις μόνος σου;»

«Αλίμονο,» είπε ο Ίσναχ, «θα ήταν ανόητο.»

Η Νατλάο τον ατένισε, καρτερικά, περιμένοντας μια καλύτερη απάντηση.

«Σίγουρα, γνωρίζεις για τους Παντοκρατορικούς…»

«Τους ξένους που υπηρετούν την Παντοκράτειρα,» είπε εκείνη. «Φυσικά και τους ξέρω. Από πού νομίζεις ότι είμαι;»

«Γνωρίζεις, όμως, και για τους εχθρούς τους;»

«Τους εχθρούς τους;»

«Την Επανάσταση.»

Η Νατλάο συνοφρυώθηκε, προσπαθώντας να θυμηθεί. «Πρέπει νάχω ακούσει κάτι. Μα, δεν είμαι σίγουρη αν είναι αλήθεια… Θες να πεις ότι εσύ…;»

Ο Ίσναχ ένευσε. «Ναι, έχω άμεση σχέση με την Επανάσταση, Νατλάο.»

Τα μάτια της γυάλισαν. «Και θα τους σταματήσετε; Θα σταματήσετε τους ξένους και τον Πρωτοσπαθάριο;»

«Δεν ξέρω αν θα είναι τόσο εύκολο. Γι’αυτό, όμως, θέλω να μου πεις ό,τι έχεις προσέξει. Κάθε λεπτομέρεια.»

Η Νατλάο δε δίστασε άλλο· του είπε τα πάντα, όλα όσα είχε μπορέσει να διακρίνει μέσα από την καταστροφή. «Τουλάχιστον οκτώ μεταλλικά οχήματα είχαν, και τουλάχιστον δύο από αυτά τα ενεργειακά κανόνια. Και πολλούς πολεμιστές. Τα οχήματα πρέπει να ήταν γεμάτα με πολεμιστές. Δε χρειάστηκε, όμως, να βγουν για πολύ, ούτε όλοι,» εξήγησε, στραβώνοντας τα χείλη. «Σαν δειλοί, μας έκαψαν, και μονάχα στο τέλος ήρθαν καλπάζοντας καταπάνω μας, για να σκοτώσουν τους επιζώντες. Και ο Πρωτοσπαθάριος Κάραγγελ– Σου είπαν οι Σασμάτουμ γι’αυτόν;»

«Ναι, έμαθα…» Ο Ίσναχ φαινόταν συλλογισμένος, καθώς είχε τελειώσει το φαγητό του.

Η τελευταία των Ερνεό’ωμ δε συνέχισε να μιλά, ύστερα από την απόκρισή του, έτσι εκείνος τη ρώτησε: «Πού πηγαίνεις τώρα, Νατλάο;»

«Στους Ζιντ’κέιλ. Αυτό δεν το έμαθες;»

«Το άκουσα κι αυτό, αλλά δεν ήμουν βέβαιος αν αλήθευε.»

«Γνωρίζεις γιατί επιτέθηκαν στους Τουρβάλκλι;»

«Απ’όσο ξέρω,» αποκρίθηκε ο Ίσναχ, «οι σαμάνοι των Ζιντ’κέιλ διάβασαν κάτι στα σχήματα του φαραγγιού. Μια προειδοποίηση. Και ήξεραν ότι έπρεπε να σταματήσουν μια τελετή που θα έκαναν οι Τουρβάλκλι μια συγκεκριμένη ημέρα. Τρεις άλλες φυλές συμμάχησαν με τους Ζιντ’κέιλ και η επίθεση έγινε.»

«Και τώρα, εξαιτίας αυτού, η δική μου φυλή καταστράφηκε…» είπε η Νατλάο.

Ο Ίσναχ έμεινε σιωπηλός· και, για κάποια ώρα, μονάχα τα πηδήματα των μακρόποδων ποντικιών ακούγονταν στην όαση. Ύστερα, ρώτησε: «Τι σε παρακινεί να πας να τους βρεις, Νατλάο;»

«Θέλω να μάθω περισσότερα.»

«Κι αν είναι μυστικό της φυλής τους;»

«Ο λόγος της επίθεσης;»

Ο Ίσναχ ένευσε.

Η Νατλάο συνοφρυώθηκε. «Θα πρέπει, τότε, να το μοιραστούν μαζί μου,» είπε, επίμονα. Και πρόσθεσε: «Επιπλέον, αν είναι μυστικό, πώς κατάφεραν να πείσουν τις άλλες τρεις φυλές να συμμαχήσουν μ’αυτούς;»

«Δυστυχώς, δε γνωρίζω ακόμα. Θα ήθελα, όμως, κι εγώ να μάθω, για να είμαι ειλικρινής. Αλλά, όπως φαίνεται, άλλα πράγματα προέχουν: Πρέπει να σταματήσουμε την εκστρατεία των Παντοκρατορικών στον Κοράκου Τόπο. Κάπως, πρέπει να τη σταματήσουμε. Σ’ευχαριστώ που κάθισες να μου μιλήσεις, Νατλάο. Είθε ο Σάρκλιφ να είναι μαζί σου, και να σε κάνει να προβλέπεις τους κινδύνους.»

«Οι θεοί εγκατέλειψαν τη φυλή μου,» είπε εκείνη.

«Δεν την εγκατέλειψαν,» αποκρίθηκε ο Ίσναχ· «βρέθηκαν ενάντια σε μεγαλύτερες δυνάμεις. Ούτε οι θεοί δεν είναι παντοδύναμοι. Η δικαιοσύνη, όμως, θα αποδοθεί, Νατλάο.

»Τώρα, πρέπει να σε αφήσω.» Σηκώθηκε όρθιος. «Ίσως να ξανασυναντηθούμε στο σύντομο μέλλον.»

«Καλό ταξίδι, Ίσναχ, όπου κι αν πορεύεσαι,» αποκρίθηκε εκείνη.

Ο επαναστάτης φόρεσε το μαντήλι και την κουκούλα του, και έφυγε από την όαση.

•4•

Τη νύχτα η Νατλάο την πέρασε σ’ένα αμμώδες μέρος, κουλουριασμένη πλάι σ’έναν αμμόλοφο, τυλιγμένη στην κάπα της και έχοντας τη βαλλίστρα της από κοντά. Ο άνεμος σφύριζε από πάνω της κι έκανε την άμμο να σηκώνεται και να στροβιλίζεται· τα φεγγάρια πλημμύριζαν τη νύχτα με την αχνή, πράσινη ακτινοβολία τους.

Η Νατλάο δεν κοιμήθηκε καλά· κάθε τρεις και λίγο ξυπνούσε, από το ουρλιαχτό του ανέμου και από τα αλυχτήματα λύκων ή τσακαλιών. Έτσι, όταν ήρθε το πρωί, όταν η τρίτη Σκιερή Ημέρα ξημέρωσε, δεν αισθανόταν καλά. Το κεφάλι της ήταν βαρύ και νόμιζε πως μπορούσε ν’ακούσει ένα επίμονο βουητό ακριβώς ανάμεσα στ’αφτιά της, μέσα στο κρανίο της. Ολόκληρο το σώμα της ήταν μουδιασμένο· τα κόκαλά της πονούσαν. Και τα πόδια της επίσης· δεν ήταν τόσο συνηθισμένη στις πεζοπορίες, και είχε βαδίσει πολλά χιλιόμετρα τις τελευταίες ημέρες. Χιλιόμετρα και χιλιόμετρα και χιλιόμετρα.

Επιπλέον, το βάρος στην ψυχή της, το βάρος για το θάνατο της φυλής της, του συζύγου της, και των παιδιών της, δεν έμοιαζε να λιγοστεύει καθώς ο χρόνος κυλούσε. Αν μη τι άλλο μεγάλωνε, απειλώντας να τη λιώσει από κάτω του.

Η Νατλάο πήρε μια βαθιά ανάσα, και βλεφάρισε, κοιτάζοντας προς τα βόρεια, άμμο και βράχους και σκιές. Τόσες πολλές σκιές και τόσο λίγο φως. Πλησιάζω, όμως. Σήμερα, πρέπει να φτάσω στους Ζιντ’κέιλ. Είμαι κοντά. Και προσπάθησε να αντλήσει θάρρος από αυτό, και να αποτινάξει λίγο από το βάρος που την πλάκωνε, αρκετό ώστε να μπορέσει να βάλει τα πόδια της να συνεχίσουν την οδοιπορία.

Μάλλον, τα κατάφερε· γιατί άρχισε πάλι να βαδίζει, κλοτσώντας άμμο και, μετά από λίγο, χαλίκια, ξερά χαλίκια που απλώνονταν ανάμεσα σε ψηλούς βράχους, επάνω στους οποίους υπήρχαν ακατανόητα σχήματα, που έμοιαζαν σχεδόν να την ικετεύουν να σταματήσει και να τα διαβάσει, παρότι εκείνη ήξερε πως δεν υπήρχε ούτε μία περίπτωση στο εκατομμύριο να καταλάβει το παραμικρό απ’ό,τι έλεγαν. Και, για να ήταν ειλικρινής, δεν ήθελε να καταλάβει.

Οι απαντήσεις που αναζητούσε βρίσκονταν στους Ζιντ’κέιλ.

Και κάθε της βήμα την πήγαινε πιο κοντά σ’αυτούς. Ώσπου, καθώς το φωτεινό στεφάνι πλησίαζε στο κέντρο του ουρανού, η Νατλάο έφτασε σε μια περιοχή γεμάτη απότομους, μυτερούς βράχους που σχημάτιζαν υψώματα και βαθουλώματα, κατηφόρες κι ανηφόρες όπου μπορούσε κάποιος εύκολα να γλιστρήσει, να πέσει, και να τσακίσει τη ράχη του. Και μέσα σ’ετούτο το… θρυμματισμένο τοπίο, που θα τολμούσε κανείς να πει ότι πρέπει να είχε υποστεί δυνατούς σεισμούς, διακρίνονταν σπηλιές, η μία κοντά στην άλλη. Το χωριό των Ζιντ’κέιλ. Αν και η Νατλάο δεν μπορούσε, επί του παρόντος, να δει κανέναν άνθρωπο εκεί κοντά. Ίσως, όμως, αν πλησίαζε να τους ξεχώρισε· ίσως απλώς να κρύβονταν, φρουρώντας την περιοχή τους. Ελπίζω να μη με τοξέψουν, βλέποντάς με να έρχομαι. Λένε πως είναι τρελοί, αλλά δεν πιστεύω νάναι τόσο τρελοί…

Η Νατλάο άρχισε να κατηφορίζει ένα μονοπάτι, προσέχοντας πού έβαζε τα μποτοφορεμένα πόδια της, για να μη γλιστρήσει. Χαλίκια κατρακυλούσαν από εκεί όπου περνούσε, μαζί με ξερό χώμα.

Οι σπηλιές φαίνονταν ακόμα μακριά. Δε θα είναι τόσο εύκολο να τις πλησιάσω όσο αρχικά νόμιζα, σκέφτηκε η Νατλάο. Πώς οι Ζιντ’κέιλ έρχονται και φεύγουν από εδώ; Ή, μήπως, δεν φεύγουν και πολύ, παρά κάθονται διαρκώς στα υπόγεια σκοτάδια;

Η Νατλάο, ίσως, θα μάθαινε σύντομα. Προς το παρόν, όμως, έπρεπε να στρίψει, γιατί το κατηφορικό μονοπάτι τελείωνε μπροστά σ’έναν κατακόρυφο κρημνό, που, παρότι δεν ήταν πολύ ψηλός, η τελευταία των Ερνεό’ωμ δεν είχε καμια όρεξη να προσπαθήσει να τον κατεβεί. Επιπλέον, δεν είχε ούτε σχοινί μαζί της· δεν είχε σκεφτεί να ζητήσει κάτι τέτοιο από τους Σασμάτουμ.

Επομένως, έστριψε και βρέθηκε σ’ένα ελαφρώς πιο επίπεδο σημείο: ένα σημείο που, τουλάχιστον, δεν ήταν τόσο απότομο όσο τα προηγούμενα από τα οποία είχε περάσει. Η Νατλάο το χρησιμοποίησε αυτό ως μονοπάτι της για λίγο, παρότι της έμοιαζε ότι έκανε κύκλο–

Ένα γρύλισμα.

Η Νατλάο τινάχτηκε, στρεφόμενη.

Ανάμεσα από δύο μεγάλους βράχους, είδε μια λεοντόσαυρα να ξεπροβάλλει. Μια λεοντόσαυρα!

Παρέλυσε, αιφνιδιασμένη και τρομαγμένη.

Η λεοντόσαυρα την ατένισε με κατάμαυρα, γυαλιστερά μάτια. Τα δόντια της ήταν γυμνωμένα. Τα τέσσερα νυχάτα πόδια της κινήθηκαν, πηγαίνοντας το μακρύ σώμα της –αργά, προσεχτικά, σαν το θηρίο να προετοιμαζόταν για μάχη– προς τη Νατλάο.

Μα τους θεούς! δεν έχω κάνει καμία εχθρική κίνηση! Δεν την έχω απειλήσει. Γιατί μου επιτίθεται; Πώς θα της δείξω ότι δεν είμαι εχθρός;

Ή, μήπως, θα ήταν ανόητο να επιχειρήσει κάτι τέτοιο; Μήπως είχε, κάπως, προσβάλει το θηρίο; Οι λεοντόσαυροι ήταν περίεργα πλάσματα: σοφά και θανατηφόρα.

Θα προλάβαινε, άραγε, να τραβήξει τη βαλλίστρα της;

Ή να έτρεχε καλύτερα; Η λεοντόσαυρα απείχε ακόμα μερικά μέτρα –δεν έχω πολύ χρόνο, όμως!

Αποφάσισε να τρέξει, πηδώντας επάνω στους απότομους βράχους.

Η λεοντόσαυρα σύριξε, κυνηγώντας την.

Η Νατλάο σκαρφάλωσε, γρήγορα, σ’έναν ψηλό βράχο και, από εκεί, πήδησε πιο μακριά, προς έναν άλλο. Τον έφτασε, αλλά τα κουρασμένα πόδια της δεν πάτησαν καλά. Γλίστρησε, χάνοντας την ισορροπία της–

«…όχι!» έκανε πνιχτά, πέφτοντας, απλώνοντας τα χέρια της για να πιαστεί. Τα δάχτυλά της γδάρθηκαν πάνω στην πέτρα. Χαλίκια έφυγαν, τινάχτηκαν προς το πρόσωπό της. «Ααααααααααααααα…!» Η Νατλάο κατρακύλησε.

Κοπάνησε σ’ένα βαθούλωμα ανάμεσα σε πέτρες, χτυπώντας τον γοφό της, επώδυνα. Ο σάκος της είχε φύγει απ’τον ώμο της· είχε πέσει παραδίπλα, ανοίγοντας κι απλώνοντας τα πράγματά της ολόγυρα.

Ένα γρύλισμα!

Η λεοντόσαυρα την ατένιζε από ένα ψηλότερο σημείο των βράχων. Πίσω της φαινόταν το λαμπερό στεφάνι στον ουρανό. Τα μάτια της είχαν στενέψει.

Η βαλλίστρα μου! Η Νατλάο είχε τη βαλλίστρα κρεμασμένη στον ώμο της, μα δεν ήταν πια εκεί. Κοίταξε ολόγυρα, ψάχνοντας να τη βρει. Και την είδε παραδίπλα. Σπασμένη. Όχι! ΟΧΙ!

Η λεοντόσαυρα πήδησε από εκεί όπου βρισκόταν και προσγειώθηκε παρακάτω, ανάλαφρα όπως τα αιλουροειδή, επάνω σε κάτι πέτρες, όχι μακρύτερα από πέντε μέτρα απόσταση από την τελευταία των Ερνεό’ωμ.

Η Νατλάο προσπάθησε να σηκωθεί–

Ο γοφός της την τύλιξε με πόνο, και έτριξε τα δόντια της. Τα χέρια της σφίχτηκαν επάνω στις πέτρες, για να την κρατήσουν όρθια.

Αναπάντεχα: μια φωνή!

Κάποιος είχε φωνάξει κάτι που η Νατλάο δεν μπορούσε να καταλάβει. Έστρεψε το βλέμμα της και είδε έναν γέρο να ζυγώνει, φορώντας μαύρο χιτώνα και στηριζόμενος σ’ένα μακρύ μπαστούνι. Σαμάνος. Η όλη του εμφάνιση το υποδήλωνε. Ένας σαμανός των Ζιντ’κέιλ. Και δεν κοίταζε τη Νατλάο.

Κοίταζε τη λεοντόσαυρα.

Το θηρίο γρύλισε προς το μέρος του.

Ο σαμάνος είπε πάλι κάτι που η Νατλάο δεν καταλάβαινε και έδειξε στα δεξιά της λεοντόσαυρας με το ραβδί του.

Η λεοντόσαυρα γύρισε και κοίταξε. Στα μάτια της καθρεπτίστηκε… τι ήταν αυτό που καθρεπτίστηκε στα μάτια της;… φόβος, ναι· αναμφίβολα, φόβος.

Γιατί; Τι βλέπει;

Σχήματα. Τα αλλόκοτα σχήματα επάνω στους βράχους του Φαραγγιού του Πεπρωμένου.

Η λεοντόσαυρα στράφηκε και έφυγε, πηδώντας απ’τον έναν βράχο στον άλλο.

Η Νατλάο πήρε μια βαθιά ανάσα. Θεοί… Ω, θεοί…! Αντιλαμβανόταν ότι παρατρίχα είχε γλιτώσει ζωντανή.

«Γέροντα,» ρώτησε, λαχανιασμένα, τον σαμάνο, «τι της κάνατε;»

Εκείνος γύρισε να την κοιτάξει με σταθερό βλέμμα. Τα μαλλιά του ήταν άσπρα και αραιά, και τα γένια του επίσης. Το δέρμα του ήταν, φυσικά, κατάμαυρο. Τα μάτια του είχαν μια γκρίζα, απόκοσμη χροιά. «Της έδειξα το θάνατό της,» αποκρίθηκε, στηριζόμενος στο ραβδί του.

Η Νατλάο ξεροκατάπιε, προσπαθώντας να ξελαχανιάσει. «Το θάνατό της;»

«Εκεί,» ο σαμάνος έδειξε· «εκεί είναι γραμμένος.»

Στα σχήματα του φαραγγιού. «Σας ευχαριστώ,» του είπε η Νατλάο. «Κι εγώ νομίζω πως σήμερα είδα το θάνατό μου. Ευτυχώς, δε με πρόφτασε, χάρη σ’εσάς.

»Γιατί, όμως, μου επιτέθηκε; Δεν καταλαβαίνω. Δεν την πείραξα.» Η Νατλάο εξακολουθούσε να κρατιέται απ’τις πέτρες, για να στέκεται όρθια. Ο γοφός της τη λόγχιζε με έντονο πόνο. Ήλπιζε να μην είχε σπάσει κανένα κόκαλο. Το τελευταίο που της χρειαζόταν τώρα ήταν να είχε σπάσει και κόκαλο!

«Οι λεοντόσαυροι έρχονται συχνά εδώ, για να διαβάσουν τη Γραφή,» εξήγησε ο σαμάνος. «Πρέπει να της απέσπασες την προσοχή από την Ανάγνωση, κι αυτό πρέπει να τη θύμωσε.»

«Δε μου έδωσε την ευκαιρία να της ζητήσω συγνώμη,» είπε η Νατλάο, μορφάζοντας απ’τον πόνο στο γοφό της.

«Είσαι χτυπημένη;»

«Λιγάκι.»

«Μπορείς να βαδίσεις;»

Η Νατλάο άφησε τις πέτρες και προσπάθησε να σταθεί, έτοιμη όμως να τις ξαναπιάσει, σε περίπτωση που αισθανόταν ότι ο γοφός της την εγκατέλειπε. Ευτυχώς, δεν την εγκατέλειψε. Δεν πρέπει να είχε σπάσει κόκαλο.

Πήρε ακόμα μια βαθιά ανάσα. «Ναι,» αποκρίθηκε στον σαμάνο, «μπορώ να βαδίσω. Όχι γρήγορα, όμως.»

Εκείνος έτεινε το ραβδί του προς το μέρος της. «Θα το χρειαστείς μέχρι να πάμε στη σπηλιά.»

Η Νατλάο το πήρε.

Ο σαμάνος σήκωσε το σάκο της από κάτω και τη βαλλίστρα. «Αυτό το όπλο έχει σπάσει,» παρατήρησε. «Θα δούμε αν μπορούμε να σ’το φτιάξουμε εμείς. Εξάλλου, έκανες τόσο δρόμο για νάρθεις να μας βρεις.»

Η Νατλάο βλεφάρισε. «Γνωρίζετε γιατί έχω έρθει;»

«Όχι ακριβώς,» αποκρίθηκε ο σαμάνος. «Είχα Διαβάσει, όμως, ότι μια γυναίκα θα ερχόταν κοντά στο μεσημέρι, ολομόναχη, έχοντας βαδίσει κάμποση απόσταση. Μια γυναίκα γεμάτη λύπη, που θέλει απαντήσεις.»

«Δεν ξέρετε, δηλαδή, ποια είμαι;»

Ο σαμάνος κούνησε το κεφάλι του. «Όχι.»

*

Οι σπηλιές ήταν λαβυρινθώδεις για τη Νατλάο, αλλά ο σαμάνος δε φαινόταν να έχει πρόβλημα να βαδίζει εδώ μέσα, πράγμα λογικό, άλλωστε, αφού ήταν το σπίτι του. Τα τοιχώματα ολόγυρα ήταν γεμάτα σχήματα, και λίγη άλλη διακόσμηση υπήρχε στο υπόγειο χωριό των Ζιντ’κέιλ. Μάλλον, πίστευαν ότι δε χρειάζονταν πολλά περισσότερα.

Λάμπες φώτιζαν τα περάσματα και τις φυσικές αίθουσες. Τα καθίσματα και τα τραπέζια ήταν όλα καμωμένα από πέτρα, όπως και στα περισσότερα χωριά της Αρβήντλια, αφού το ξύλο ήταν σπάνιο υλικό και το χρησιμοποιούσαν μόνο σε ειδικές περιπτώσεις.

Φρουροί υπήρχαν εκεί όπου διασταυρώνονταν τα περάσματα, καθώς και στα μέρη που οι Ζιντ’κέιλ πρέπει να θεωρούσαν σημαντικότερα από τα άλλα.

Ενόσω ο σαμάνος οδηγούσε τη Νατλάο μέσα στον λαβύρινθο του χωριού του, εκείνη μπορούσε να δει μάτια να την παρατηρούν. Μάτια που ήταν γεμάτα περιέργεια, γιατί, αναμφίβολα, δεν την αναγνώριζαν· καταλάβαιναν ότι ήταν άγνωστη, παρείσακτη ίσως.

Ο σαμάνος σταμάτησε σε μια σπηλιά, γεμάτη σχήματα στους τοίχους, στο ταβάνι, στο πάτωμα, παντού. Δύο άλλοι άντρες βρίσκονταν εδώ, κι αυτοί μεγάλης ηλικίας, αλλά, μάλλον, νεότεροι από εκείνον. Σηκώθηκαν από τα πέτρινα καθίσματά τους και παρατήρησαν τη Νατλάο με βλέμματα που εκείνη εύκολα θα μπορούσε να χαρακτηρίσει καχύποπτα.

Σαμάνοι. Η εμφάνισή τους τους πρόδιδε.

Κι ετούτος ο χώρος πρέπει νάναι ιερός για τη φυλή τους. Κάποιου είδους ναός, ίσως. Γι’αυτό κιόλας ήταν γεμάτος σχήματα, που, σίγουρα, δεν τα είχαν κάνει εκείνοι, αλλά είχαν δημιουργηθεί φυσικά, από τις μυστηριώδεις δυνάμεις του Φαραγγιού του Πεπρωμένου.

«Ποια είναι τούτη η γυναίκα, Σάτμεκ;» ρώτησε ο ένας από τους δύο σαμάνους, που είχε καστανά μαλλιά και μούσια, τόσο σκούρα που ήταν σχεδόν μαύρα· με το ζόρι μπορούσε η Νατλάο να ξεχωρίσει το πραγματικό τους χρώμα, στο φως των τριών μαγκαλιών που βρίσκονταν στα άκρα της αίθουσας.

Ο σαμάνος που την είχε φέρει εδώ –και που, όπως φαινόταν, ονομαζόταν Σάτμεκ– τη σύστησε: «Το όνομά της είναι Νατλάο. Τα υπόλοιπα υποσχέθηκε ότι θα μου τα πει τώρα.»

«Μοιάζει τραυματισμένη,» παρατήρησε ο άλλος σαμάνος, που πρέπει να ήταν ο νεότερος από τους τρεις. Τα μαλλιά του ήταν σκούρα-μπλε και μακριά· μούσια δεν είχε.

«Έπεσα,» εξήγησε η Νατλάο, «καθώς ερχόμουν. Δεν πρέπει, όμως, νάναι τίποτα το σοβαρό. Μπορώ να καθίσω;»

Ο σαμάνος έτεινε το χέρι του προς ένα πέτρινο κάθισμα.

Η Νατλάο κάθισε, επιστρέφοντας το ραβδί στον Σάτμεκ.

Οι άλλοι δύο σαμάνοι συστήθηκαν. Αυτός με τα καστανά, σχεδόν μαύρα μαλλιά και μούσια ονομαζόταν Ίγκολαμ· ο άλλος, Νίρνεμοκ.

«Γιατί ήρθες εδώ, Νατλάο;» ρώτησε ο Νίρνεμοκ.

«Θέλω να μάθω γιατί επιτεθήκατε στους Τουρβάλκλι, και να σας προειδοποιήσω. Και να σας δείξω το κακό που μου κάνατε,» πρόσθεσε, κάπως απότομα.

Οι σαμάνοι ταράχτηκαν.

«Τι κακό σού κάναμε;» απόρησε ο Ίγκολαμ, που η όψη του είχε αγριέψει. «Δε σε ξέρουμε καν. Από ποια φυλή είσαι;»

«Ερνεό’ωμ. Η τελευταία που έχει απομείνει.»

Τα μάτια του Ίγκολαμ στένεψαν. «Η τελευταία;»

«Οι υπόλοιποι είναι νεκροί,» είπε η Νατλάο, τρίζοντας τα δόντια, όχι μονάχα από τον πόνο στο γοφό της. «Εξαιτίας σας! Επειδή δε σκοτώσατε όλους τους Τουρβάλκλι, και τώρα έχουν βαλθεί να μας ξεκληρίσουν! Να σκοτώσουν κάθε Μελανό στον Κοράκου Τόπο–»

«Αδύνατον!» φώναξε ο Ίγκολαμ. «Οι Τουρβάλκλι δεν υπάρχουν πια! Τους κυκλώσαμε και–»

«Ο Πρωτοσπαθάριος Κάραγγελ είναι ζωντανός! Και έχει φέρει στρατό από το Θρόνο της Ελρείσβα, ενώ τον συντρέχουν και οι ξένοι, αυτοί που υπηρετούν την Παντοκράτειρα! Ήρθαν στο χωριό μας και μας χτύπησαν με τα όπλα τους, που εκτοξεύουν θανατηφόρο φως και διαλύουν τα πάντα. Δεν προλάβαμε ούτε να τρέξουμε!»

«Μα τους θεούς…» μουρμούρισε ο Σάτμεκ. Τα μάτια του είχαν γουρλώσει και κοίταζε τα σχήματα στους τοίχους, σα να περίμενε από εκεί κάποια καθοδήγηση.

«Ποιος είναι αυτός ο Πρωτοσπαθάριος Κάραγγελ;» ρώτησε ο Ίγκολαμ.

«Ένας Τουρβάλκλι,» απάντησε η Νατλάο. «Ο τελευταίος, μάλλον, που έμεινε απ’αυτούς. Και τώρα, έχει έρθει στον Κοράκου Τόπο για ν’αφανίσει όλους τους Μελανούς. Μ’άφησε να ζήσω για να μεταφέρω το μήνυμά του. Θέλει να ξέρουμε γιατί πεθαίνουμε–»

«Εκείνος είναι που θα πεθάνει!» είπε, σταθερά, ο Ίγκολαμ. «Δεν έχει ελπίδες ενάντια σε όλους μας.» Γέλασε κοφτά. «Θα πάει, σύντομα, να συναντήσει τους άλλους της άθλιας φυλής του!»

«Δεν άκουσες τι σας είπα;» φώναξε η Νατλάο. Έκανε να σηκωθεί, απότομα, αλλά αναγκάστηκε να ξανακαθίσει απ’τον πόνο στο γοφό της. «Είσαι κουφός; Έχει μαζί του τους ξένους! Και οι ξένοι έχουν όπλα που πετάνε θανατηφόρο φως. Διαλύουν τα πάντα, αυτές οι ακτίνες. Τα πάντα.»

«Τι έχουν εναντίον μας οι ξένοι;» έκανε ο Νίρνεμοκ. «Δεν τους προσβάλαμε με κανέναν τρόπο…»

Η Νατλάο τον αγνόησε, και ρώτησε: «Γιατί επιτεθήκατε στους Τουρβάλκλι; Γιατί;»

«Υπήρχε καλός λόγος που το κάναμε,» της είπε ο Ίγκολαμ.

«Δεν το ξέρατε ότι θα ήθελαν εκδ–»

«Υποτίθεται πως θα πέθαιναν όλοι!»

«Γιατί, όμως;»

«Ήταν αναγκαίο,» είπε ο Ίγκολαμ.

«Αναγκαίο,» τόνισε ο Σάτμεκ, «ήταν να σταματήσουμε την τελετή. Ίσως να το παρακάναμε–»

«Ανόητε!» Ο Ίγκολαμ στράφηκε να τον αντικρίσει. «Αν τους αφήναμε ζωντανούς, θα συνέχιζαν.»

«Τι θα συνέχιζαν;» ρώτησε η Νατλάο.

«Την τελετή, τι άλλο;»

«Και γιατί έπρεπε να σταματήσετε αυτή την τελετή; Τι θα συνέβαινε αν την ολοκλήρωναν;»

«Μεγάλη καταστροφή,» είπε ο Ίγκολαμ. «Στην ίδια την Αρβήντλια. Θα τραυμάτιζαν την ίδια την Αρβήντλια, και ένα ακατονόμαστο θηρίο θα ξαμολιόταν ανάμεσά μας.»

«Πώς το…;» Πώς το ξέρετε; ήταν έτοιμη να ρωτήσει, μα διέκοψε τον εαυτό της, γιατί η ερώτηση ήταν, φυσικά, αφελής. Προφανώς, το είχαν Διαβάσει. «Το θηρίο ξαμολήθηκε. Η φυλή μου πέθανε.»

«Δεν ξέρεις τι λες, γυναίκα.»

«Το θεωρείτε ασήμαντο; Και νομίζετε ότι τώρα θα σταματήσουν; Δε θα σταματήσουν! Ο Πρωτοσπαθάριος–!»

«–θα πεθάνει!» είπε ο Ίγκολαμ. «Ο τελευταίος των Τουρβάλκλι θα πεθάνει. Πρέπει να πεθάνει.»

«Και οι ξένοι;» έθεσε το ερώτημα ο Σάτμεκ. «Δεν αμφιβάλλω ότι όσα είπε η Νατλάο αληθεύουν, Ίγκολαμ. Τα όπλα τους θα είναι, όντως, θανατηφόρα.»

«Δε μπορώ να καταλάβω τι θέλουν αυτοί από εμάς…» είπε ο Ίγκολαμ. «Εκτός… εκτός αν είχαν κάνει κάποιου είδους συμφωνία με τους Τουρβάλκλι–»

«Δεν Διαβάσαμε κάτι τέτοιο,» του θύμισε ο Σάτμεκ.

Η Νατλάο ακούμπησε το πρόσωπό της στις παλάμες της και έπαψε να τους ακούει, καθώς άρχισαν να μιλούν αναμεταξύ τους. Δεν την ένοιαζε τι θα έλεγαν. Ανοησίες, αυτό θα έλεγαν! Ανοησίες! Η φυλή της… δεν υπήρχε πλέον. Κι ετούτοι εδώ… δε φαινόταν αυτό να τους ενδιαφέρει και τόσο…

Τι περίμενες, δηλαδή; είπε μια φωνή εντός της. Ν’αρχίσουν ν’αυτοκτονούν από τη θλίψη τους; Περισσότερο θα τους ενδιέφερε η απειλή των ξένων παρά ο χαμός των Ερνεό’ωμ. Έπρεπε να το ξέρεις.

–Οι τρισκατάρατοι!

Τι θα κάνω τώρα; Θεοί, τι θα κάνω;

Επιτέθηκαν στους Τουρβάλκλι επειδή είδαν κάτι ακαθόριστες απειλές στα σχήματα των βράχων… κι εξαιτίας αυτού, η φυλή μου καταστράφηκε! Είναι τρελοί!

Η Νατλάο αισθανόταν τις σκέψεις της να παραδέρνουν μέσα σ’έναν αγριεμένο αμμοστρόβιλο. Ολόκληρη η νόησή της παράδερνε μέσα σ’έναν αγριεμένο αμμοστρόβιλο.

«Είστε δολοφόνοι!» ούρλιαξε, ξαφνικά, και η φωνή της αντήχησε στις σπηλιές. «ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ!»

Οι τρεις σαμάνοι στράφηκαν να την κοιτάξουν, σαστισμένοι.

«Είστε ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟΙ και ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ, και οι θεοί μάς τιμωρούν γι’αυτό που κάνατε! ΑΝΟΗΤΟΙ!» συνέχισε να ουρλιάζει η Νατλάο, με δάκρυα να κυλάνε στο πρόσωπό της.

Σκιερές φιγούρες άρχισαν να συγκεντρώνονται στην είσοδο του ναού.

«Νατλάο, σε παρακαλώ,» είπε ο Σάτμεκ. «Σε καταλαβαίνω, αλλά–»

«Δεν καταλαβαίνεις τίποτα! Η φυλή μου δεν υπάρχει πια –κι εσείς φταίτε!»

«Οι Λευκοί φταίνε για–» άρχισε ο Ίγκολαμ.

«Εσείς το αρχίσατε!» Η Νατλάο τινάχτηκε όρθια, παρά τον πόνο στο γοφό της, και τράβηξε ένα ξιφίδιο.

Οι φιγούρες που βρίσκονταν στην είσοδο όρμησαν μέσα, και κάποιος άρπαξε τον καρπό της.

«Αφήστε με!» φώναξε η Νατλάο, κλοτσώντας. «Αφήστε με!»

Κι άλλοι είχαν μαζευτεί γύρω της, προσπαθώντας να τη συγκρατήσουν.

«Δολοφόνοι!»

Κάποιος έβαλε ένα πανί στο πρόσωπό της. Ένα πανί που μύριζε, μύριζε τόσο έντονα, και την έκανε να μουδιάσει· έκανε τα μέλη της να γίνουν βαριά· έκανε τους ήχους να έρχονται απόμακρα στ’αφτιά της· έκανε τα βλέφαρά της να κλείσουν–

•5•

Μια μεγάλη, σπηλαιώδης αίθουσα. Μαγκάλια αναμμένα. Δαυλοί κρεμασμένοι στους τοίχους. Σχήματα επάνω σε κάποιες πέτρες: σχήματα που θύμιζαν μορφές ή γράμματα, σχήματα που μιλούσαν σε όσους μπορούσαν να τα διαβάσουν. Άνθρωποι καθισμένοι από δω κι από κει, από τη μια άκρη της αίθουσας στην άλλη: Μελανοί όλοι τους, μοιάζοντας να γίνονται ένα με το σκοτάδι εκεί όπου οι σκιές ήταν πυκνότερες.

Η Νατλάο, έχοντας μόλις ξυπνήσει, ανασηκώθηκε επάνω στο δερμάτινο στρώμα όπου την είχαν βάλει να ξαπλώσει.

Ένας άντρας, που καθόταν κοντά της, έστρεψε το βλέμμα του προς το μέρος της. Τα χέρια του τα είχε ακουμπισμένα στη λαβή του σπαθιού του, η αιχμή του οποίου στηριζόταν στο πέτρινο πάτωμα. Τα μάτια του προειδοποιούσαν τη Νατλάο πως, αν έκανε καμια εχθρική κίνηση, ήταν έτοιμος γι’αυτήν.

Τι νόημα θα έχει; σκέφτηκε, πικρά, εκείνη. Ό,τι και να κάνω, δεν πρόκειται να φέρει πίσω τη φυλή. Ούτε τον Λάρμελ, ούτε τα παιδιά μας. Έχουν όλα χαθεί, επειδή εσείς αρχίσατε τούτο τον πόλεμο, χωρίς αιτία…

Αν, όμως, είχαν δίκιο οι σαμάνοι; δεν μπόρεσε παρά ν’αναρωτηθεί η Νατλάο. Αν είχαν δίκιο σχετικά με την τελετή των Τουρβάλκλι; Αν, όντως, μπορούσε να προκαλέσει κάποιο κακό σ’ολόκληρη την Αρβήντλια;

Δε μ’ενδιαφέρει! Και δεν το ξέρω πως είναι έτσι. Εγώ δε Διάβασα τίποτα. Δεν είδα τίποτα. Είδα μόνο τους δικούς μου να πεθαίνουν, τόσο γρήγορα, τόσο άδοξα, τόσο… άδικα.

Κοίταξε πλάι της και διαπίστωσε πως οι Ζιντ’κέιλ δεν της είχαν πάρει τα πράγματά της. Ο σάκος της ήταν εκεί, όπως επίσης και η σπασμένη βαλλίστρα της. Επιπλέον, της είχαν αφήσει ένα μακρύ μπαστούνι· όχι αυτό που ανήκε στον σαμάνο Σάτμεκ, φυσικά: ένα άλλο. Μάλλον, θα της χρειαζόταν, μέχρι να περάσει ο πόνος στον γοφό της.

Πού έχω να πάω, όμως; Πού έχω τώρα να πάω; Είχε έρθει στους Ζιντ’κέιλ, τους είχε πει ό,τι ήταν να τους πει, είχε μάθει ό,τι ήταν να μάθει· δε νόμιζε ότι υπήρχε πια λόγος για να βρίσκεται εδώ· δε νόμιζε, μάλιστα, ότι κανένας την ήθελε εδώ –όχι ύστερα από τη σπασμωδική της αντίδραση κατά των σαμάνων. Αναμφίβολα, θα την έβλεπαν ως επικίνδυνη. Δεν έπρεπε να είχα φερθεί έτσι. Ο θυμός μου… Αναστέναξε.

«Πεινάς;» τη ρώτησε ο πολεμιστής που καθόταν κοντά της με τα χέρια του στη λαβή του σπαθιού του.

Πεινούσε; Πεινούσε. «Ναι. Υπάρχει κάτι να φάω;»

Ο άντρας σηκώθηκε· πήγε λίγο παραπέρα και μίλησε σε τρεις γυναίκες, οι οποίες γέμισαν ένα βαθύ, πήλινο πιάτο με χυλό, καθώς και μια κούπα με νερό, και του τα έδωσαν. Εκείνος επέστρεψε στη Νατλάο και άφησε το φαγητό και το πιοτό πλάι της.

«Ευχαριστώ,» είπε η τελευταία των Ερνεό’ωμ, προσπαθώντας να πάρει βολική θέση πάνω στο δερμάτινο στρώμα και νιώθοντας τον γοφό της να την πονά. «Και συγνώμη για πριν. Ήμουν αναστατωμένη.»

«Δε χρειάζεται να ζητάς συγνώμη από εμένα,» της είπε ο πολεμιστής, καθώς καθόταν πάλι εκεί όπου καθόταν και πριν. «Άκουσα ότι έχασες ολόκληρη τη φυλή σου. Ο θυμός σου είναι κατανοητός.»

Η Νατλάο δεν ήξερε τι ν’αποκριθεί σ’αυτό. Άρχισε να τρώει, σιωπηλά.

Τι θα κάνω τώρα; σκέφτηκε ξανά. Πού θα πάω;

Ο Πρωτοσπαθάριος Κάραγγελ μίλησε, γι’ακόμα μια φορά, μέσα στο μυαλό της: «Σήκω και πήγαινε να μεταφέρεις τα λόγια μου σ’όσους περισσότερους από τους Μελανούς του Κοράκου Τόπου μπορείς. Με καταλαβαίνεις; Σ’όσους περισσότερους μπορείς! Απ’άκρη σ’άκρη στον Κοράκου Τόπο! Θέλω όλοι τους να μάθουν! Με καταλαβαίνεις, γυναίκα;»

Να υπάκουγε, όμως, αυτόν το φονιά;

Την είχε, βέβαια, αφήσει να ζήσει· τούτο ήταν δεδομένο, και δεν άλλαζε· επομένως, η Νατλάο τού χρωστούσε, είτε το ήθελε είτε όχι· κι ετούτο ήταν δεδομένο, και δεν άλλαζε. Θα πήγαινε, λοιπόν, και θα μετέφερε τα λόγια του. Όμως…

Αυτή, όμως, δεν είναι ζωή. Ούτε κάποιος άξιος σκοπός. Μπορούσε να ξεπληρώσει τον Πρωτοσπαθάριο για το γεγονός ότι δεν τη σκότωσε και μπορούσε, συγχρόνως, να κάνει κάτι άλλο… κάτι που θα… που θα αντικαθιστούσε την παλιά της ζωή; Με τη φυλή της, με τον Λάρμελ, με τα παιδιά της; Ήταν δυνατόν να γίνει αυτό;

Τι επιλογές έχω;

Της φαινόταν πως το μόνο που της απέμενε ήταν ν’ακολουθήσει τον δρόμο της εκδίκησης. Μα, δεν της άρεσε αυτός ο δρόμος. Κι επιπλέον, εκδίκηση ενάντια σε ποιον; Στους Λευκούς; Στον Πρωτοσπαθάριο; Στους ξένους, που τον είχαν συντρέξει χωρίς να φαίνεται να έχουν καλό λόγο γι’αυτό; Στους Ζιντ’κέιλ, που είχαν αρχίσει την αιματοχυσία;

Η Νατλάο ήταν μπερδεμένη.

Και τότε, θυμήθηκε τον Ίσναχ. Τον είχε ρωτήσει πώς κατόρθωσαν οι Ζιντ’κέιλ να πείσουν τις άλλες τρεις φυλές να συμμαχήσουν μαζί τους, κι εκείνος είχε αποκριθεί: «Δυστυχώς, δε γνωρίζω ακόμα. Θα ήθελα, όμως, κι εγώ να μάθω, για να είμαι ειλικρινής.»

Θα τον ενδιέφεραν, άραγε, τα όσα είχαν πει οι σαμάνοι στη Νατλάο; Δε μου είπαν, βέβαια, και τίποτα σπουδαίο. Αλλά είναι, σίγουρα, κάποιες πληροφορίες που ίσως να ενδιαφέρουν τους επαναστάτες.

«Μεγάλη καταστροφή,» είχε πει ο σαμάνος Ίγκολαμ. «Στην ίδια την Αρβήντλια. Θα τραυμάτιζαν την ίδια την Αρβήντλια, και ένα ακατονόμαστο θηρίο θα ξαμολιόταν ανάμεσά μας.»

Ένα ακατονόμαστο θηρίο… Τι θηρίο; Η Νατλάο αμφέβαλλε αν κι αυτοί γνώριζαν. Η Γραφή, μάλλον, δεν ήταν ξεκάθαρη. Όπως επίσης δεν πρέπει να ήταν ξεκάθαρη και σχετικά με τη «μεγάλη καταστροφή». Τι θα πει Θα τραυμάτιζαν την ίδια την Αρβήντλια; Πώς ήταν δυνατόν να τραυματιστεί μια διάσταση, ένας ολόκληρος κόσμος; Η Νατλάο δεν μπορούσε να καταλάβει.

Ο Ίσναχ, όμως, ίσως να μπορεί. Αλλά πώς θα τον έβρισκε για να του μιλήσει; Δεν είχε ιδέα πού βρισκόταν. Εκείνος είχε έρθει για να τη συναντήσει.

Οι επαναστάτες θα έχουν κάποιου είδους… δίκτυο –ναι, αυτή ήταν η λέξη: δίκτυογια να επικοινωνούν. Αν καταφέρω να εντοπίσω το δίκτυο και να πω ότι ζητάω τον Ίσναχ…. Γιατί, όμως, να την εμπιστεύονταν; Εκείνη θα εμπιστευόταν μια άγνωστη που θα ερχόταν και θα ζητούσε κάποιον; Κι επιπλέον, οι επαναστάτες υποτίθεται πως έπρεπε να μένουν κρυμμένοι, γιατί τους κυνηγούσαν οι άνθρωποι της Παντοκράτειρας.

Με τι άλλο τρόπο μπορούσε να συναντήσει τον Ίσναχ;

«Πρέπει να σταματήσουμε την εκστρατεία των Παντοκρατορικών στον Κοράκου Τόπο. Κάπως, πρέπει να τη σταματήσουμε,» της είχε πει ο επαναστάτης. Και, για να σταματήσουν τους Παντοκρατορικούς, θα πρέπει να είναι κάπου κοντά τους, σωστά;

Στα χωριά που αυτοί επιτίθενται, λοιπόν. Εκεί θα βρω και τους επαναστάτες. Στα χωριά των Μελανών που θα πάει να καταστρέψει ο Πρωτοσπαθάριος Κάραγγελ.

Η Νατλάο είχε σχεδόν τελειώσει τον χυλό της. Ήπιε μια γουλιά νερό από την πήλινη κούπα και ρώτησε τον πολεμιστή που καθόταν κοντά της: «Τι ώρα είναι;»

«Απόγευμα.»

«Της ίδιας ημέρας; Της τρίτης Σκιερής Ημέρας;»

Ο άντρας κατένευσε.

«Θα διανυκτερεύσω εδώ, αν δεν πειράζει.»

Ο άντρας ανασήκωσε τους ώμους. «Όπως επιθυμείς.»

Και το πρωί, θα φύγω, σκέφτηκε η Νατλάο, και θα αναζητήσω τον Ίσναχ, ανατολικά του Φαραγγιού του Πεπρωμένου, εκεί όπου πρέπει να συνεχίζει τις επιθέσεις του ο Πρωτοσπαθάριος.

*

Αργότερα, ο Σάτμεκ ήρθε να την επισκεφτεί.

«Θα μου επιτεθείς, αν καθίσω εδώ;» τη ρώτησε.

Η Νατλάο μειδίασε αχνά. «Όχι,» είπε. «Και συγνώμη για πριν. Δεν έπρεπε να το είχα κάνει αυτό.»

«Δεν έπρεπε,» αποκρίθηκε ο Σάτμεκ, καθίζοντας κοντά της, «αλλά σε καταλαβαίνω, Νατλάο. Είναι δύσκολες οι μέρες που περνάς… και, για να είμαι ειλικρινής μαζί σου, δεν ξέρω αν θα γίνουν ποτέ ευκολότερες. Είναι άσχημο να χάνει κανείς τη φυλή του. Όμως, για να σ’αφήσουν οι θεοί να ζήσεις, αυτό σημαίνει πως έχουν κάποιο σχέδιο για σένα. Η ζωή σου εξακολουθεί να έχει νόημα.»

«Αν έχει,» είπε η Νατλάο, «τότε δεν το έχω βρει ακόμα.»

«Θα το βρεις.» Υπήρχε βεβαιότητα στη φωνή του Σάτμεκ. «Θα το βρεις, όσο κι αν αργήσεις.»

Η Νατλάο έμεινε σιωπηλή, για λίγο. Ύστερα, ρώτησε: «Μπορείτε να δείτε τι λέει η Γραφή για μένα;»

«Ίσως,» απάντησε ο Σάτμεκ. «Όλων των ανθρώπων η μοίρα είναι γραμμένη στο Φαράγγι του Πεπρωμένου, Νατλάο.»

«Θα το κάνετε, δηλαδή;»

«Δεν μπορώ να Διαβάσω ό,τι θέλω, όποτε θέλω,» εξήγησε ο σαμάνος· «τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Σχετικά μ’εσένα, Διάβασα μονάχα ότι θα έρθεις, αναζητώντας μας.»

«Τώρα, όμως, με γνωρίζετε καλύτερα.»

«Αυτό είναι αλήθεια,» παραδέχτηκε ο Σάτμεκ. «Ωστόσο, η Γραφή δε μου έχει αποκαλύψει τίποτα.»

«Έχετε προσπαθήσει;»

«Δεν απαιτείται προσπάθεια. Ή Διαβάζεις ή δεν Διαβάζεις. Προσπαθώ δεν υπάρχει.»

Της Νατλάο τής φαινόταν περίεργο τούτο, ωστόσο δεν έφερε αντίρρηση στον σαμάνο. Προφανώς, εκείνος γνώριζε περισσότερα γι’αυτά τα θέματα.

«Αν θέλεις φιλοξενία,» της είπε ο Σάτμεκ, «μπορούμε να σου την προσφέρουμε. Εξάλλου, είχες, εν μέρει, δίκιο, όταν είπες ότι φταίμε κι εμείς για την καταστροφή της φυλής σου,» παραδέχτηκε, με μελαγχολικό βλέμμα.

«Δεν είναι μόνο η φυλή μου,» αποκρίθηκε η Νατλάο. «Και τόσες άλλες φυλές θα καταστραφούν από τους ξένους και τον Πρωτοσπαθάριο Κάραγγελ.»

«Θα βρεθεί τρόπος να τους σταματήσουμε.»

Εσείς; Δε νομίζω ότι μπορείτε. Η Επανάσταση, όμως… Μακάρι η Επανάσταση να κάνει κάτι. «Όπως και νάχει, αύριο θα φύγω,» είπε η Νατλάο.

«Το χτύπημά σου;»

«Θα γιατρευτεί από μόνο του.»

«Γιατί βιάζεσαι τόσο, Νατλάο; Έχεις κάποιον συγκεκριμένο προορισμό;»

«Περίπου.»

Ο Σάτμεκ παρατήρησε την όψη της. «Υποθέτω, δε θες να πεις περισσότερα.»

«Θ’αναζητήσω κάποιον γνωστό μου· αυτό είν’όλο,» εξήγησε η Νατλάο, νιώθοντας ότι δεν ήταν ευγενικό να μην του πει τίποτα. Εξάλλου, κι ο Σάτμεκ τής είχε σώσει τη ζωή, όπως ο Πρωτοσπαθάριος· εκείνη η λεοντόσαυρα πιθανώς να τη σκότωνε.

«Οι θεοί μαζί σου, ό,τι κι αν κάνεις, Νατλάο. Εγώ, για την ώρα, ο μόνος τρόπος για να σε βοηθήσω είναι να» –σηκώθηκε απ’τη θέση του και ζύγωσε τη βαλλίστρα της, σκύβοντας για να την πάρει από κάτω– «πάω αυτό το όπλο σ’εκείνους που μπορούν να το επισκευάσουν. Ίσως να το χρειαστείς στα ταξίδια σου.»

«Σας ευχαριστώ, γέροντα. Για όλα,» πρόσθεσε, εννοώντας το γεγονός ότι την είχε σώσει από τη λεοντόσαυρα.

Ο Σάτμεκ φάνηκε να το καταλαβαίνει, και είπε: «Θεώρησε πως ήταν υποχρέωσή μου για το κακό που, άθελά μας, σου κάναμε.» Και, παίρνοντας τη σπασμένη βαλλίστρα μαζί του, απομακρύνθηκε από τη Νατλάο. Η μορφή του έμοιαζε σαν τίποτα περισσότερο από μια ακόμα σκιά μέσα στη μεγάλη, σπηλαιώδη αίθουσα.

Ο πολεμιστής που καθόταν εκεί κοντά είπε στη Νατλάο: «Πολύ σοφός, ο σαμάνος Σάτμεκ. Και πολύ καλός άνθρωπος.»

Είναι, σίγουρα, σκέφτηκε εκείνη. Αλλά, επίσης σίγουρα, δεν αντιπροσωπεύει όλους τους σαμάνους των Ζιντ’κέιλ. Όχι αυτούς που υποκίνησαν τη μαζική επίθεση κατά των Τουρβάλκλι.

Παρότι ο Σάτμεκ, πράγματι, της είχε δείξει καλοσύνη, η Νατλάο δεν μπορούσε να πει ότι λυπόταν που θα έφευγε από τούτες τις σπηλιές.

Κεφάλαιο 4
Η Απειλή της Επανάστασης

•1•

Τρίτη ημέρα της εκστρατείας.

Η δεύτερη από τις Σκιερές Ημέρες της Αρβήντλια.

Απόβραδο.

Το όγδοο χωριό είχε καταστραφεί. Τα ενεργειακά κανόνια των Παντοκρατορικών δεν είχαν αφήσει παρά συντρίμμια από τα σπίτια του και στάχτες από τους κατοίκους του.

Το χωριό βρισκόταν στο χείλος του Φαραγγιού του Πεπρωμένου, και από κάτω φαίνονταν τα βάθη του φαραγγιού, που ο Πρωτοσπαθάριος Κάραγγελ γνώριζε ότι ήταν κατοικημένα από τους Μελανούς. Ετούτη ήταν η τρίτη φυλή που είχε καταστρέψει η οποία έμενε στο χείλος του φαραγγιού. Μετά τους Ερνεό’ωμ, η εκστρατεία δεν είχε ακολουθήσει πορεία κατά μήκος του φαραγγιού· είχε στρίψει προς τα βορειοανατολικά, χτυπώντας άλλο ένα χωριό το βράδυ· οι Μελανοί, τελείως ανυποψίαστοι, είχαν πεθάνει σαν σκυλιά, προτού προλάβουν να αντιδράσουν. Ο Κάραγγελ κατάφερε να κρατήσει έναν γέρο ζωντανό και να τον στείλει να μεταφέρει το μήνυμά του. Όταν, όμως, ο γέροντας είχε απομακρυνθεί καμια πενηνταριά βήματα, ο Πρωτοσπαθάριος τον είδε να βγάζει ένα λυγιστό μαχαίρι απ’τον χιτώνα του και ν’αυτοκτονεί, ο θεοπάλαβος. Μερικοί ξιπασμένοι Μελανοί δεν μπορούσαν να εκτιμήσουν ούτε το γεγονός ότι τους χάριζε την άθλια ζωή τους! Ο Κάραγγελ είχε τρίξει τα δόντια, σφίγγοντας τη λαβή του σπαθιού του, οργισμένος. Ακόμα ένας λόγος για να τους έκανε να πληρώσουν! Δεν άξιζαν έλεος!

Ωστόσο, και πάλι, δεν αισθανόταν πως είχε κορέσει στο ελάχιστο την επιθυμία του για εκδίκηση. Κι ετούτο δεν άλλαξε την επόμενη ημέρα, που η εκστρατεία συνέχισε την πορεία της, χτυπώντας τρία χωριά στον Κοράκου Τόπο, το ένα κατόπιν του άλλου. Οι Παντοκρατορικοί τελείωναν στα γρήγορα με τα δαιμονικά τους κανόνια· έσβηναν τα χωριά από τον χάρτη, σα να μην είχαν ποτέ υπάρξει. Και έκλεβαν την εκδίκηση του Κάραγγελ, ο οποίος έπρεπε να αρκεστεί μόνο στο να επιτίθεται σε μερικούς επιζώντες που δεν είχαν καμια ελπίδα εναντίον του, ώστε να τους κατακόψει και ν’αφήσει έναν ζωντανό για να μεταφέρει το μήνυμά του.

Αυτή τη φορά, κανένας από εκείνους στους οποίους έδειξε έλεος δεν αυτοκτόνησε. Είχαν, φαίνεται, περισσότερη σύνεση –και περισσότερη τιμή– από τον ψωριάρη γέρο.

Τη νύχτα, μέσα στη σκηνή του, ο Πρωτοσπαθάριος Κάραγγελ ήταν ανήσυχος. Εξακολουθούσε να πιστεύει πως η εκδίκησή του δεν ήταν όπως θα έπρεπε να είναι. Αυτό που συνέβαινε ήταν… ήταν λάθος. Ήταν… στρεβλό. Δεν άξιζε στους Τουρβάλκλι. Μια πιο άμεση αντιμετώπιση· ναι, αυτό χρειαζόταν: μια πιο άμεση αντιμετώπιση. Μια σύγκρουση, πρόσωπο με πρόσωπο!

Και οι τρισκατάρατοι Μελανοί δε φαινόταν να οργανώνονται, για να του δώσουν κάτι τέτοιο. Δεν συγκεντρώνονταν για να αντιμετωπίσουν την επίθεσή του. Γιατί;

Γιατί; Ηλίθια ερώτηση. Ο Κάραγγελ και οι Παντοκρατορικοί κινούνταν πολύ γρήγορα γι’αυτούς, παρότι κατέστρεφαν τα χωριά, το ένα μετά το άλλο, δίχως να βιάζονται ιδιαίτερα. Τα οχήματά τους έτρωγαν δεκάδες και δεκάδες χιλιόμετρα κάτω απ’τις μεγάλες ρόδες τους, και τα κανόνια τους έκαναν σκόνη τα πάντα που χτυπούσαν.

Και πάλι, όμως, δεν μπορεί, οι Μελανοί θα οργανώνονταν κάποια στιγμή. Δε θα οργανώνονταν;

Όταν, τελικά, κοιμήθηκε εκείνο το βράδυ, ο Κάραγγελ ονειρεύτηκε ένα παράξενο όνειρο. Είδε ένα απέραντο σπήλαιο, όπου νερά κυλούσαν από καταρράκτες, πέφτοντας μέσα σε μια λίμνη, ενώ παχιές ρίζες απλώνονταν στα τοιχώματα. Και μετά, είδε να αιωρείται μπροστά του ένα στριφτό σύμβολο: τρεις σπείρες απ’όπου ουρές ξεπρόβαλλαν.

Ο Κάραγγελ ξύπνησε και, ανοίγοντας τα βλέφαρά του, συνέχισε να βλέπει, για λίγο, το σύμβολο εμπρός του, όπως όταν έχεις κοιτάξει για πολλή ώρα κάτι φωτεινό κι έπειτα δε φεύγει αμέσως απ’τα μάτια σου.

Το όραμα… σκέφτηκε. Το όραμα που μου έδειξε το Ιερό Δέντρο, όταν το άγγιξα… Το όνειρό του ήταν ίδιο με το όραμα. Είχε δει το ίδιο μέρος, νόμιζε· το σπήλαιο με τους καταρράκτες. Και το σύμβολο· το σύμβολο ήταν ίδιο, δίχως καμία αμφιβολία.

Τι σημαίνουν όλα τούτα; Γιατί τα έβαλε το Δέντρο στο μυαλό μου; Πρέπει να κάνω κάτι; Κάτι που δεν γνωρίζω;

Βγήκε απ’τη σκηνή του, και δεν κοιμήθηκε άλλο εκείνη τη νύχτα, τριγυρίζοντας σαν φάντασμα μέσα στον καταυλισμό.

Την επόμενη ημέρα, η εκστρατεία συνεχίστηκε, στρίβοντας τώρα προς τα βορειοδυτικά, έχοντας στόχο μια φυλή που βρισκόταν πιο κοντά στο Φαράγγι του Πεπρωμένου, αλλά όχι και στο χείλος του. Το χωριό καταστράφηκε γρήγορα, όπως και τα προηγούμενα· τα ενεργειακά κανόνια άφησαν πίσω τους μονάχα διαλυμένες πέτρες, συντρίμμια, στάχτες, και μισοκαμένα, αποκρουστικά πτώματα. Τους επιζώντες οι καβαλάρηδες του Κάραγγελ τούς καταδίωξαν και τους σφάγιασαν· δεν κατόρθωσαν, όμως, να πιάσουν κανέναν αιχμάλωτο· τα τσακάλια της ερήμου πολέμησαν αποφασισμένα, ώς το τέλος.

Όταν η σύγκρουση είχε λήξει, ο Στρατηγός Αλκίνοος Λιτόγελος είπε στον Πρωτοσπαθάριο ότι θα έπρεπε, σύντομα, να κάνουν μια στάση, μέχρι να έρθουν καινούργια ενεργειακά αποθέματα, γιατί αυτά που είχαν πάρει μαζί τους –τα οποία δεν ήταν καθόλου λίγα– είχαν σχεδόν ξοδευτεί, και μάλιστα πολύ, πολύ γρήγορα. Καθώς το έλεγε τούτο, ο Κάραγγελ μπορούσε να διαβάσει στο βλέμμα του ότι ο γαλανόδερμος Παντοκρατορικός, ουσιαστικά, θεωρούσε όλη την εκστρατεία μια τεράστια και παράλογη σπατάλη. Ο Πρωτοσπαθάριος προτίμησε να το αγνοήσει αυτό, αλλιώς, κανονικά, θα έπρεπε να λογομαχήσουν, ή ίσως ακόμα και να μονομαχήσουν.

Μετά το μεσημέρι, άλλο ένα χωριό καταστράφηκε, αυτό στο χείλος του Φαραγγιού του Πεπρωμένου. Φαραγγοφύλακες, είχε ακούσει ο Κάραγγελ πως τους ονόμαζαν αυτούς που κατοικούσαν στο χείλος, αλλά δεν ήταν και σίγουρος, ούτε είχε, εξάλλου, μεγάλη σημασία πώς ήθελαν να αποκαλούν τους εαυτούς τους. Οι Φαραγγοφύλακες σκοτώθηκαν το ίδιο εύκολα όσο κι οι υπόλοιποι Μελανοί. Ο Κάραγγελ κατάφερε να κρατήσει ζωντανό έναν τραυματισμένο άντρα και να τον στείλει μέσα στο φαράγγι, για να μεταφέρει το μήνυμά του.

Το βράδυ, ρήμαξαν το όγδοο χωριό· και τώρα, ο Πρωτοσπαθάριος του Θρόνου της Ελρείσβα βάδιζε ανάμεσα στα ερείπια, αναζητώντας επιζώντες.

Δυστυχώς, δεν έβρισκε κανέναν. Οι τρισκατάρατοι Παντοκρατορικοί είχαν βιαστεί να τελειώσουν! Οι παράφρονες, ελεεινοί σκύλοι! Έβλεπαν την εκδίκησή του ως μια δουλειά που έπρεπε να ολοκληρώσουν στα γρήγορα, για να επιστρέψουν σπίτι! Ο Κάραγγελ ήταν οργισμένος, καθώς βημάτιζε ανάμεσα στα συντρίμμια και στους κατακαμένους νεκρούς. Οι στάχτες έτριζαν κάτω απ’τις μπότες του. Ο αέρας ήταν βρόμικος, σχεδόν μολυσμένος. Το νερό της όασης που βρισκόταν κοντά στο χωριό είχε μαυρίσει· ο Κάραγγελ υποπτευόταν ότι κανένας δε θα το ξαναπλησίαζε, ούτε άνθρωπος ούτε ζώο.

Τα έκαναν όλα μαύρα σαν την ψυχή τους! γρύλισε, εσωτερικά, ο Πρωτοσπαθάριος του Θρόνου της Ελρείσβα. Και, με τις γροθιές του σφιγμένες, στράφηκε και βάδισε, με μεγάλες, γρήγορες δρασκελιές, προς τα εκεί όπου ήταν σταματημένα τα οχήματα, γύρω απ’τα οποία οι Παντοκρατορικοί είχαν ήδη αρχίσει να στήνουν τον καταυλισμό τους. Οι Λευκοί πολεμιστές που είχαν συνοδέψει τον Κάραγγελ τον πήραν στο κατόπι, σιωπηλά.

«Στρατηγέ!» φώναξε ο Πρωτοσπαθάριος, ζυγώνοντας τον γαλανόδερμο άντρα. «Τι χάλια είν’αυτά, Στρατηγέ; Είναι ηλίθιοι οι καταραμένοι στρατιώτες σου; Δε μπορούν να υπακούσουν σε απλές διαταγές; Δεν υπάρχει ούτε ένας επιζών! Δεν υπάρχει τίποτα όρθιο εδώ!» Ο Κάραγγελ, σταματώντας μπροστά απ’τον Παντοκρατορικό, έδειξε τα συντρίμμια του χωριού.

«Δεν πρέπει να υπολόγισαν σωστά,» αποκρίθηκε ο Αλκίνοος Λιτόγελος. «Λάθη συμβαίνουν, Πρωτοσπαθάριε· μην–»

«Λάθη;» γρύλισε ο Κάραγγελ.

«Είναι νύχτα!» τόνισε ο Αλκίνοος. «Πού να δουν αν κάποιοι προσπαθούσαν να φύγουν; Επιπλέον, δεν είναι παρά άλλο ένα χωριό–»

«Είσαι κι εσύ ηλίθιος, Στρατηγέ; Εξαρχής, είχα πει ότι ήθελα να αφήνω έναν επιζώντα, για να–»

«–μεταφέρει το μήνυμά σου, ναι, το ξέρω–»

«Μη με διακόπτεις όταν σου μιλάω!» Τα δόντια του Κάραγγελ είχαν γυμνωθεί, κι έμοιαζε νάναι έτοιμος να δαγκώσει τον λαιμό του Στρατηγού, σαν λύκος της ερήμου.

Η όψη του Αλκίνοου αγρίεψε επίσης, αλλά με πιο… πολιτισμένο τρόπο. «Μου φαίνεται, Πρωτοσπαθάριε, ότι ξεχνάς τη θέση σου.»

«Τη θέση μου;»

«Κύριοι! Κύριοι!» Η Πριγκίπισσα Θυάλκνα πλησίασε. «Είναι νύχτα, και είμαστε όλοι κουρασμένοι…»

«Οι ηλίθιοι μπάσταρδοι τούς σκότωσαν όλους!» της είπε ο Κάραγγελ.

«Θα έπρεπε, Πρωτοσπαθάριε,» άρχισε ο Αλκίνοος, «να δείχνεις περισσότερη ευγνωμοσύνη στους ανθρώπους που σε συντρέ– Ααγκχ!»

Ο Κάραγγελ τον γρονθοκόπησε καταπρόσωπο, σωριάζοντάς τον στην άμμο.

Ο Αλκίνοος κοίταξε τον Πρωτοσπαθάριο κατάπληκτος, με αίμα να τρέχει απ’τη μύτη του.

Η Θυάλκνα άρπαξε τον Κάραγγελ από το στέρνο της δερμάτινης πανοπλίας του και τον έσπρωξε όπισθεν. «Έχεις χάσει το μυαλό σου, Πρωτοσπαθάριε;» του φώναξε. Και, πιο σιγανά: «Αυτό ήταν περιττό, όσο ανόητοι κι αν είναι!»

Ο Αλκίνοος σηκώθηκε από κάτω και, ρίχνοντας ένα σκοτεινό βλέμμα στον Κάραγγελ, απομακρύνθηκε, βγάζοντας ένα μαντήλι μέσα απ’τη στολή του, για να σκουπίσει το αίμα στο πρόσωπό του.

Ο Κάραγγελ αναστέναξε, ατενίζοντας την όψη της Πριγκίπισσας. «Έχεις δίκιο,» είπε.

Η Θυάλκνα συνοφρυώθηκε, κοιτάζοντας ερευνητικά το πρόσωπό του. «Τι έχεις πάθει; Κανονικά, δε θάπρεπε νάσαι ικανοποιημένος; Δεν είναι αυτή η εκδίκηση» –το χέρι της έδειξε το κατεστραμμένο χωριό– «αρκετή για σένα;»

«Δεν είναι σωστή,» αποκρίθηκε ο Κάραγγελ, και, στρεφόμενος, απομακρύνθηκε από την Πριγκίπισσα.

«Όλα τούτα για χάρη σου γίνονται,» είπε εκείνη πίσω του με τόνο που, πιθανώς, υπονοούσε ότι ήταν αχάριστος προς τον Θρόνο της Ελρείσβα.

Και, μάλλον, έχει πάλι δίκιο, σκέφτηκε ο Κάραγγελ, πλησιάζοντας τη σκηνή που του είχαν ετοιμάσει οι πολεμιστές του. Αλλά δεν μπορώ να διώξω από μέσα μου αυτό που νιώθω. Δεν είναι δικαιοσύνη ετούτη! Δεν είναι σωστή εκδίκηση! Δεν είναι… δεν είναι δική μας εκδίκηση. Είναι εκδίκηση με ξένα όπλα· κι οι ξένοι δεν είναι σαν κι εμάς.

Μπήκε στη σκηνή του, παραμερίζοντας απότομα τον μπερντέ. Έβγαλε τον μανδύα του, τη δερμάτινη αρματωσιά του, και τις μπότες του και κάθισε πάνω στα μεγάλα μαξιλάρια με μια κούπα ίνφετ στο χέρι. Το δροσιστικό ποτό κατάφερε να ηρεμήσει λιγάκι τα νεύρα του, αλλά δεν έκανε τίποτα για τον βαθύ θυμό που έτρωγε τα σωθικά του. Αυτόν μπορούσε να τον καταλαγιάσει μονάχα η σωστή απόδοση δικαιοσύνης. Και ο Κάραγγελ πολύ φοβόταν ότι δε θα συνέβαινε ποτέ κάτι τέτοιο.

Όταν η φασαρία από το στήσιμο του καταυλισμού είχε πάψει, ο Κάραγγελ σηκώθηκε από τα μαξιλάρια και, ξαναγεμίζοντας την κούπα του με ίνφετ, βγήκε απ’τη σκηνή. Απέξω, το μέρος ήταν γεμάτο με παρόμοιες σκηνές, καθώς και φωτιές, γύρω απ’τις οποίες κάθονταν στρατιώτες. Παραπέρα φαίνονταν τα συντρίμμια του χωριού, καθώς και η μολυσμένη πλέον όαση. Μετά, ήταν το φαράγγι. Το Φαράγγι του Πεπρωμένου, όπου ο Αλκίνοος Λιτόγελος είχε πει στον Κάραγγελ ότι δε θα μπορούσαν να κατεβούν. Τουλάχιστον, όχι από τώρα. Τα οχήματα ήταν αδύνατον να ακολουθήσουν τα στενά μονοπάτια που οδηγούσαν εκεί κάτω. «Θα πρέπει να φέρουμε πιο μικρά και ευέλικτα οχήματα για να γίνει αυτό,» είχε πει ο γαλανόδερμος Παντοκρατορικός.

Του Κάραγγελ, όμως, καθώς τώρα το σκεφτόταν, δεν του άρεσε καθόλου ως ιδέα. Θα κατεβούμε οι ίδιοι και θα επιτεθούμε στους Μελανούς. Όπως πρέπει!

Ωστόσο, δεν ήταν βέβαιος ότι ο Αλκίνοος θα συμφωνούσε μ’ετούτο. Δεν ήταν καθόλου, μα καθόλου, βέβαιος. Μάλλον, οι καταραμένοι Παντοκρατορικοί δεν ήθελαν να χάσουν ούτε έναν στρατιώτη τους σ’αυτή την εκστρατεία. Ούτε έναν. Ίσως να μην ήθελαν ακόμα και να γρατσουνιστούν, οι ελεεινοί, δειλοί ποντικοί της ερήμου!

Ο Κάραγγελ έσφιξε την κούπα μέσα στη χούφτα του. Ήπιε μια μεγάλη γουλιά ίνφετ· αισθάνθηκε το ποτό να τσιμπά τη γλώσσα του και να κατεβαίνει δροσιστικά στο λαιμό του.

Άκουσε βήματα να τον πλησιάζουν. Στράφηκε και είδε την Πριγκίπισσα Θυάλκνα. Το κατάλευκο δέρμα της έπαιρνε μια πρασινωπή απόχρωση στο φως των φεγγαριών. Τα καστανόξανθα μαλλιά της χύνονταν λυτά στους ώμους της, φτάνοντας ώς τη μέση. Δε φορούσε τώρα την πανοπλία της από φολίδες λεοντόσαυρου· φορούσε μονάχα μια μαύρη υφασμάτινη μπλούζα, η οποία έπεφτε φαρδιά μέχρι τα γόνατά της. Τεχνοτροπίας των Παντοκρατορικών, παρατήρησε ο Κάραγγελ. Τα πόδια της Πριγκίπισσας ήταν γυμνά.

«Τι σε προβληματίζει;» τον ρώτησε, χωρίς να τον χαιρετήσει. Δεν της άρεσαν τα περιττά λόγια. Κι ετούτο ήταν καλό· ο Κάραγγελ συμφωνούσε.

«Αυτό που συμβαίνει, σε βρίσκει σύμφωνη, Πριγκίπισσα;»

«Εσένα, πάντως, δεν φαίνεται να σε βρίσκει σύμφωνο,» του είπε η Θυάλκνα. «Τι είναι εκείνο που φταίει; Άλλαξες γνώμη για την επίθεση κατά των Μελανών, ή σε ενοχλεί η τακτική των συμμάχων μας;»

«Γνωρίζεις τι από τα δύο είναι. Ετούτος δεν είναι πόλεμος!»

«Οι Παντοκρατορικοί έχουν δικό τους ορισμό για τον πόλεμο–»

«Ας τον κρατήσουν για τον εαυτό τους!»

«Εμείς ζητήσαμε τη βοήθειά τους,» του θύμισε η Θυάλκνα.

Ο Κάραγγελ έμεινε σιωπηλός για λίγο. Ήπιε ακόμα μια γουλιά από την κούπα του. «Εγώ δεν την ήθελα. Όχι… όχι μ’αυτό τον τρόπο.» Μόρφασε, στραβώνοντας τα χείλη, αηδιασμένος.

«Χωρίς αυτούς, δε θα γινόταν επίθεση· το ξέρεις πολύ καλά.»

«Θα μου το αρνιόταν ο πατέρας σου;»

«Δεν μπορούσε να επιτεθεί μόνος του–»

«Οι άλλες φυλές των Λευκών από τον Θυέλλης Τόπο θα μας υποστήριζαν, Πριγκίπισσα!»

«Ίσως,» αποκρίθηκε η Θυάλκνα. «Αλλά, και πάλι, το ρίσκο ήταν μεγάλο.»

«Η τιμή μου, και η τιμή της φυλής μου, απαιτούσαν να εκδικηθώ.»

«Το ξέρω. Μην κάνεις σαν παιδί, λοιπόν. Η εκδίκησή σου πραγματοποιείται.»

Ο Κάραγγελ κοίταξε τον σκοτεινό ουρανό. «Δεν είμαι βέβαιος ότι αυτό θα ήθελαν οι άνθρωποι της φυλής μου… Δεν είμαι βέβαιος.»

Η Θυάλκνα ακούμπησε το χέρι της στον ώμο του. «Δεν είναι εδώ για να μας πουν. Επομένως, θα πρέπει να αποφασίσεις εσύ γι’αυτούς. Αν εσύ είσαι ικανοποιημένος, τότε κι εκείνοι είναι ικανοποιημένοι. Έτσι λέω εγώ, Κάραγγελ. Σκέψου το.» Και η Πριγκίπισσα έφυγε, αφήνοντάς τον μόνο.

Το ίνφετ είχε τελειώσει στην κούπα του.

*

Το πρωί, ο Πρωτοσπαθάριος του Θρόνου της Ελρείσβα ρώτησε τους πολεμιστές του γιατί δεν διέλυαν τον καταυλισμό τους, ούτε αυτοί ούτε οι Παντοκρατορικοί.

«Ο Στρατηγός είπε πως πρέπει να σταματήσουμε εδώ,» αποκρίθηκε ένας τους, «μέχρι να έρθουν καινούργια ενεργειακά αποθέματα από την Ελρείσβα, Υψηλότατε.»

«Μας έχουν τελειώσει; Δεν μπορούν να κινηθούν τα οχήματα;»

«Μπορούν, Υψηλότατε, αλλά, μάλλον, όχι για παραπάνω από μία ημέρα.»

Υπό το ασθενικό φως της Σκιερής Ημέρας, ο Κάραγγελ πήγε προς τη σκηνή του Στρατηγού Αλκίνοου, ο οποίος στεκόταν απέξω και μιλούσε μ’έναν αξιωματικό του. Βλέποντας τον Πρωτοσπαθάριο να ζυγώνει, η μούρη του στράβωσε. Το χέρι του ακούμπησε τη λαβή του σπαθιού στη ζώνη του, αλλά δεν το τράβηξε· αν το τραβούσε, θα ήταν πρόκληση, και, όσο ηλίθιος κι αν ήταν, αυτό το ήξερε.

«Θα περιμένουμε εδώ;» τον ρώτησε ο Κάραγγελ.

«Σ’το είπα από χτες, Πρωτοσπαθάριε, δε σ’το είπα; Μας τελειώνουν τα ενεργειακά αποθέματα.»

Πράγματι, του το είχε πει.

«Αυτή η εκστρατεία είναι πολύ… εξαντλητική,» συνέχισε ο Αλκίνοος, «για όλους μας.»

Ο Κάραγγελ προτίμησε να το αγνοήσει τούτο. «Πόσος καιρός θα χρειαστεί για να ανεφοδιαστούμε;» ρώτησε.

«Θα στείλω ένα από τα οχήματα τώρα,» εξήγησε ο Αλκίνοος, «για να φορτώσει φιάλες και να επιστρέψει. Αυτό σημαίνει ότι, ώς το βράδυ, το αργότερο, θα έχουμε αναπληρώσει τα ενεργειακά αποθέματά μας.»

«Καλώς,» είπε ο Κάραγγελ· και σκέφτηκε: Η καθυστέρηση ίσως να δώσει χρόνο στους Μελανούς να οργανωθούν. Ίσως να τους δώσει χρόνο να ετοιμαστούν για μια ΑΛΗΘΙΝΗ μάχη! Μια αληθινή σύγκρουση, που θα τιμήσει τους Τουρβάλκλι ενώπιον των θεών!

Τα μάτια του Πρωτοσπαθάριου της Ελρείσβα γυάλισαν. «Καλώς, Στρατηγέ,» επανέλαβε. «Θα περιμένουμε.» Και, γυρίζοντας την πλάτη στον Αλκίνοο, έφυγε.

•2•

Ο Ευρύμαχος πήρε τα μάτια του από την αναφορά της Αρχικατασκόπου και τα ύψωσε, για να την κοιτάξει, καθώς ήταν καθισμένος στο γραφείο του. «Τίποτα για τους Τουρβάλκλι;» ρώτησε.

Η Αλντάρνη ύψωσε ένα της φρύδι. «Τους Τουρβάλκλι;»

«Ναι,» είπε ο Ευρύμαχος. «Έμαθες γιατί τους επιτέθηκαν κατά την Εορτή της Εμφανίσεως;»

«Όχι ακόμα.»

Ο Ευρύμαχος συνοφρυώθηκε. «Δεν είναι το δίκτυό μας αρκετό για να πάρει μια τέτοια απλή πληροφορία;»

«Το δίκτυό μας δεν επεκτείνεται παρά με δυσκολία στις ερήμους του Κοράκου Τόπου,» εξήγησε η Αλντάρνη, που στεκόταν αντίκρυ του. «Δεν είναι εύκολο να μάθω τους λόγους της συμμαχίας μερικών Μελανών φυλών, ειδικά έτσι μυστικοπαθείς όπως είναι οι Αρβήντλιοι.»

Ο Ευρύμαχος ακούμπησε την πλάτη του στην πολυθρόνα. «Ναι,» είπε, συλλογισμένα, «αυτό είναι αλήθεια. Όποιοι κι αν συμμάχησαν για να γίνει η επίθεση δε θ’αποκαλύψουν εύκολα τους λόγους τους…»

«Θεωρείς ότι είναι σημαντικό πλέον;»

«Σημαντικό να μάθουμε; Φυσικά και είναι. Μην ξεχνάς ποιο είναι το πραγματικό μας σχέδιο για την εκστρατεία του Πρωτοσπαθάριου.»

Ναι, σκέφτηκε η Αλντάρνη, σκοπεύουμε να εκφοβίσουμε τους Μελανούς του Κοράκου Τόπου, ώστε να συνεργαστούν μαζί μας για να βρούμε τη βάση των επαναστατών. Μα, δεν μπορώ να καταλάβω σε τι θα μας ωφελήσει να μάθουμε τον λόγο για τον οποίο επιτέθηκαν στους Τουρβάλκλι. Τίποτα από αυτά, όμως, δεν είπε στον Παντοκρατορικό Επόπτη της Ελρείσβα. «Όταν έχω καταφέρει να συλλέξω περισσότερες πληροφορίες, θα ξαναμιλήσουμε,» αποκρίθηκε μόνο, και, στρεφόμενη, βάδισε προς την έξοδο των διαμερισμάτων του.

Ο Ευρύμαχος δεν προσπάθησε να τη σταματήσει· έμεινε σιωπηλός πίσω της και καθισμένος –η Αρχικατάσκοπος δεν τον άκουσε να σηκώνεται.

Η Αλντάρνη άνοιξε την εξώπορτα και βγήκε στους διαδρόμους του Μεγάρου της Ελρείσβα. Ήταν πρωί, αλλά το φως που έμπαινε από τα παράθυρα ήταν ασθενικό, και… περίεργο. Η Αρβήντλια διένυε την τρίτη Σκιερή Ημέρα. Κάθε είκοσι μέρες τα ίδια. Πρέπει να υφιστάμεθα τούτη την άθλια κατάσταση. Παρότι η Αλντάρνη ήταν αρκετά χρόνια στην Αρβήντλια, ακόμα δεν είχε συνηθίσει τις Σκιερές Ημέρες· προτιμούσε τις διαστάσεις που το πρωί ήταν πρωί και η νύχτα ήταν νύχτα, όλες τις ημέρες.

Διασχίζοντας τους διαδρόμους του Μεγάρου, έφτασε στα δωμάτιά της και μπήκε. Έλεγξε να δει μήπως κανένας την είχε καλέσει στον επικοινωνιακό δίαυλο και διαπίστωσε ότι κανένας δεν την είχε καλέσει. Έφτιαξε καφέ και, βγάζοντας τα παπούτσια της, κάθισε σε μια βαθιά πολυθρόνα, πίνοντας αργές γουλιές.

Δεν είχε τίποτα ιδιαίτερο να κάνει. Τα πράγματα έδειχναν να είναι ήσυχα στον Θρόνο της Ελρείσβα, αν εξαιρούσε κανείς την εκστρατεία που είχε αρχίσει στον Κοράκου Τόπο. Αλλά οι εκστρατείες δεν ήταν θέματα που αφορούσαν άμεσα την Αλντάρνη, τουλάχιστον μέχρι που να μπλεχτούν και εχθρικοί κατάσκοποι στην όλη ιστορία, οπότε εκείνη έπρεπε να τους εντοπίζει και να τους εξολοθρεύει, πράγμα που, πολλές φορές, αποδεικνυόταν… ταραχώδες, και αιματηρό. Δεν ήταν απλή υπόθεση να ξετρυπώνεις κατασκόπους. Ωστόσο, η Αλντάρνη δεν πίστευε ότι με την εκστρατεία του Πρωτοσπαθάριου θα είχαν να αντιμετωπίσουν τέτοιες καταστάσεις. Οι Μελανοί του Κοράκου Τόπου δε θα ήξεραν πού να κρυφτούν, και σίγουρα δε θα είχαν χρόνο να στέλνουν κατασκόπους τους εδώ.

Η Αλντάρνη, επομένως, δεν είχε καμία σοβαρή δουλειά. Κι αυτό που της είχε ζητήσει ο Ευρύμαχος να μάθει –τον λόγο της επίθεσης κατά των Τουρβάλκλι– δε φαινόταν εύκολο. Το μόνο που της έμενε ήταν να περιμένει, ώσπου το δίκτυό της να της φέρει την πληροφορία· η ίδια δε χρειαζόταν να κάνει τίποτα συγκεκριμένο. Τους συνδέσμους της τους είχε ρωτήσει μήπως γνώριζαν κάτι, μα της είχαν απαντήσει αρνητικά. Κανείς δε γνώριζε γιατί οι φυλές των Μελανών είχαν συμμαχήσει ώστε να επιτεθούν στους Τουρβάλκλι κατά την Εορτή της Εμφανίσεως. Και οι περισσότεροι τής είχαν πει: «Οι άνθρωποι της ερήμου έχουν παράξενα έθιμα και παράξενες αιτίες για τις οποίες κινούνται ο ένας εναντίον του άλλου», ή κάτι παρόμοιο. Τι συμπέρασμα, λοιπόν, να έβγαζε η Αλντάρνη;

Κατά πάσα πιθανότητα, ποτέ δε θα μάθουμε, σκέφτηκε τώρα, καθώς σηκωνόταν από την πολυθρόνα, για να πλησιάσει τη βιβλιοθήκη και να πάρει ένα βιβλίο από εκεί. Τα Μυστήρια της Οδού Χαμαιλέοντος και η Κυρία Ζιμπάνη, έγραφε ο τίτλος, και ανάμεσα στις σελίδες του υπήρχε ένας πάνινος σελιδοδείκτης. Ένα μυθιστόρημα μυστηρίου, που η Αλντάρνη διάβαζε για να περνά την ώρα. Εκείνο που της άρεσε στο συγκεκριμένο βιβλίο ήταν ότι δεν είχε ξεκάθαρο τέλος· δηλαδή, στο τέλος λυνόταν η υπόθεση, μα δεν ήξερες πώς ακριβώς είχε λυθεί: έπρεπε εσύ, ο αναγνώστης, να εντοπίσεις τα στοιχεία από τις προηγούμενες σελίδες. Επομένως, μπορούσες να το διαβάζεις και να το ξαναδιαβάζεις και να το ξαναδιαβάζεις, ψάχνοντας. Και δεν ήταν καθόλου μικρό: πεντακόσιες-εξήντα-εφτά πυκνογραμμένες σελίδες.

Η Αλντάρνη ξάπλωσε στον καναπέ, ανοίγοντας το μυθιστόρημα εκεί όπου το είχε αφήσει.

Η ώρα κύλησε. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .Ο επικοινωνιακός δίαυλος κουδούνισε. Η Αλντάρνη ανασηκώθηκε επάνω στον καναπέ, κοιτάζοντας το ρολόι στον τοίχο. Πλησιάζει μεσημέρι. Ο χρόνος είχε περάσει χωρίς να το καταλάβει.

Πήγε στον επικοινωνιακό δίαυλο και τον άνοιξε.

«Ναι;» είπε.

«Αρχικατάσκοπε,» ακούστηκε η φωνή ενός απ’τους συνδέσμους της, «ένα από τα οχήματα της εκστρατείας μόλις επέστρεψε στην πόλη, μάλλον για ανεφοδιασμό. Θα πρέπει να μπορείτε να το δείτε από το παράθυρό σας.»

«Σ’ευχαριστώ.»

Η Αλντάρνη έκλεισε τον δίαυλο και ζύγωσε το παράθυρο, για να κοιτάξει έξω. Και, πράγματι, είδε το φορτηγό να είναι σταματημένο σε μια εσωτερική αυλή του Μεγάρου.

Αποφάσισε να κατεβεί· εξάλλου, δεν είχε τίποτα καλύτερο να κάνει. Φόρεσε τα παπούτσια της, έφτιαξε στα γρήγορα τα μαλλιά της μπροστά στον καθρέφτη, και βγήκε απ’τα δωμάτιά της. Βαδίζοντας βιαστικά μέσα στους πέτρινους διαδρόμους, πήγε προς τον μοναδικό ανελκυστήρα του Μεγάρου. Η πόρτα του έκλεινε όταν τον ατένισε, έτσι έτρεξε, για να καλύψει τα τελευταία τρία μέτρα και να την πιάσει προτού κλείσει τελείως. Τα κατάφερε και, μπαίνοντας, βρέθηκε μπροστά στον Άνσελμο.

«Αλντάρνη,» είπε εκείνος, κλίνοντας το κεφάλι.

«Γεια. Πού πηγαίνεις;»

«Κάτω, στο όχημα που μόλις ήρθε.»

Η Αλντάρνη συνοφρυώθηκε. «Πώς το ξέρεις ότι ήρθε;» ρώτησε, πατώντας ένα από τα πλήκτρα πλάι τους. Ο ανελκυστήρας άρχισε να κατεβαίνει.

«Το περίμενα.»

«Το περίμενες;»

Ο Άνσελμος ανασήκωσε τους ώμους. «Είχα υπολογίσει, περίπου, πότε θα τελείωναν τα ενεργειακά αποθέματα του Συνταγματάρχη Λιτόγελου. Επομένως, ήξερα ότι κάποιο όχημα πρέπει να εμφανιζόταν, ή χτες βράδυ ή σήμερα το πρωί.»

Η Αλντάρνη αναστέναξε. Ορισμένες φορές, ο Άνσελμος τής έδινε την εντύπωση πως μπορούσε να υπολογίσει τα πάντα με το μυαλό του και μόνο.

«Κι εσύ για το όχημα κατεβαίνεις;» τη ρώτησε.

«Ναι.»

Ο ανελκυστήρας έφτασε στο ισόγειο. Η Αλντάρνη άνοιξε την πόρτα και βγήκαν στους διαδρόμους του Μεγάλου. Κι από τους διαδρόμους βγήκαν, τελικά, στην αυλή όπου είχε σταματήσει το μεγάλο όχημα. Το γυαλί στο αριστερό μάτι του Άνσελμου γυάλιζε σα να ήταν πυρακτωμένο στο αλλόκοτο φως της Σκιερής Ημέρας.

«Τι συμβαίνει εδώ;» ρώτησε ο Πρέσβης τον οδηγό του φορτηγού, ο οποίος είχε βγει, μαζί με τους συντρόφους του.

«Έχουμε έρθει για ανεφοδιασμό,» εξήγησε ο στρατιώτης, που, αναμφίβολα, αναγνώριζε τον Άνσελμο. «Στείλαμε κάποιον να ειδοποιήσει τον Επόπτη, για να μας φέρουν ενεργειακές φιάλες.»

«Πώς πηγαίνει η εκστρατεία σας;»

«Καλά, μέχρι στιγμής. Δεν υπάρχει αντίσταση.»

«Τίποτ’άλλο;» ρώτησε ο Άνσελμος, ζυγώνοντας τον στρατιώτη. «Τίποτα… εμμ, αξιοσημείωτο

Η Αλντάρνη ακολούθησε τον Πρέσβη, παρατηρώντας και ακούγοντας. Αυτή ήταν, εξάλλου, η δουλειά της: να παρατηρεί και να ακούει· να βλέπει ακόμα κι αυτά που ήταν καλυμμένα πίσω από ψευδαισθήσεις, και να αφουγκράζεται ακόμα κι αυτά που κρύβονταν πίσω από υπονοούμενα.

«Μπα,» είπε ο στρατιώτης. «Κανονικά πράγματα, ευτυχώς, Εξοχότατε. Τα χωριά πέφτουν εύκολα. Δεν έχουν όπλα για να μας αντιμετωπίσουν.»

«Πόσα έχετε καταστρέψει;» θέλησε να μάθει ο Άνσελμος.

«Εεε, οχτώ, νομίζω. Ναι, οχτώ πρέπει νάναι. Και τώρα, βρισκόμαστε πλάι στο Φαράγγι του Πεπρωμένου, προς τη βόρεια μεριά του.»

«Από το χωριό των Τουρβάλκλι περάσατε;» Αυτή τη φορά η Αλντάρνη ήταν που ρώτησε.

Ο στρατιώτης έστρεψε το βλέμμα του επάνω της, κοιτάζοντάς την σαν τώρα να την είχε προσέξει. Γνώριζε, ασφαλώς, ότι ήταν Αρχικατάσκοπος σε τούτα τα μέρη, κι αυτό έμοιαζε να τον κάνει διστακτικό μαζί της, καχύποπτο, λες και τόση ώρα να μη μιλούσε μπροστά της!

«Ναι,» αποκρίθηκε, «περάσαμε…»

«Και;»

Ο στρατιώτης ανασήκωσε τους ώμους. «Ρημαγμένο ήταν, κυρία. Όλοι οι Τουρβάλκλι νεκροί. Ο Πρωτοσπαθάριος ζήτησε να σταματήσουμε για να τους κάψει. –Α, ναι, υπήρχαν και δύο επιζώντες.»

«Επιζώντες;» είπε ο Άνσελμος.

«Μάλιστα, Εξοχότατε. Ένας νεαρός κι ένα κοριτσάκι. Προτού φύγουμε, ο Πρωτοσπαθάριος τούς έστειλε και τους δύο σε μια κοντινή φυλή Λευκών με τη συνοδεία δύο ιππέων του.»

Ένας άλλος στρατιώτης ζύγωσε, ερχόμενος από το εσωτερικό του Μεγάρου. «Ο Επόπτης έδωσε την άδεια,» είπε. «Σύντομα, θα έχετε τις φιάλες.»

Ο οδηγός του οχήματος ένευσε προς το μέρος του, και άναψε τσιγάρο.

Ο Άνσελμος δε συνέχισε την κουβέντα μαζί του, και η Αλντάρνη αποφάσισε να παραμείνει επίσης σιωπηλή. Το βλέμμα της πλανήθηκε γύρω-γύρω, όπως συνήθιζε, και κάπου… σταμάτησε.

Σ’ένα μπαλκόνι του Μεγάρου.

Μια φιγούρα στεκόταν εκεί, λευκόδερμη και ντυμένη στα λευκά. Τα μακριά, ξανθά μαλλιά της γυάλιζαν σαν παλιό χρυσάφι στο φως της Σκιερής Ημέρας. Ήταν προφανές ότι κοίταζε κάτω, το φορτηγό που είχε έρθει από την εκστρατεία και τους ανθρώπους που ήταν συγκεντρωμένοι κοντά του.

Η Ταράλβι, σκέφτηκε η Αλντάρνη. Η ανιψιά του Βασιληά Ίρσολμπελ, και σύζυγος του Πρωτοσπαθάριου. Ανησυχεί για τον άντρα της, ή άλλος είναι ο λόγος που μας παρατηρεί;

Η Αρχικατάσκοπος πήρε τη ματιά της από τη Λευκή, για να μην αντιληφτεί εκείνη ότι την είχε προσέξει.

Ο Ευρύμαχος ήρθε στην αυλή, ντυμένος με την επίσημη ενδυμασία του Επόπτη, αλλά χωρίς να κρατά το ραβδί του. Οι στρατιώτες τον χαιρέτισαν.

«Ποιος είναι επικεφαλής εδώ;» ρώτησε ο Ευρύμαχος.

«Εγώ, Υψηλότατε,» αποκρίθηκε ο οδηγός.

«Ανάφερέ μου. Θέλω να ξέρω πώς πηγαίνει η εκστρατεία.»

Ο στρατιώτης τού είπε όσα είχε ήδη πει στον Άνσελμο και στην Αλντάρνη, και ο Ευρύμαχος φάνηκε ικανοποιημένος. Έκανε νόημα στον Πρέσβη και στην Αρχικατάσκοπο να τον ακολουθήσουν, και βάδισε προς το εσωτερικό του Μεγάρου. Εκείνοι υπάκουσαν, πηγαίνοντας ο ένας δεξιά του κι η άλλη αριστερά του.

«Πώς κρίνετε την κατάσταση;» τους ρώτησε με χαμηλωμένη φωνή, καθώς βημάτιζαν μέσα στους πέτρινους διαδρόμους του Μεγάρου.

«Νομίζω πως τα πάντα πηγαίνουν σύμφωνα με το σχέδιό μας, Ευρύμαχε,» αποκρίθηκε ο Άνσελμος. «Παρατηρείς εσύ κάποιο πρόβλημα;»

Ο Επόπτης κούνησε το κεφάλι. «Όχι. Ομολογώ πως όχι. Ωστόσο, η επίθεση κατά των Τουρβάλκλι εξακολουθεί να με βάζει σε σκέψεις· θέλω να μάθω τον λόγο.»

«Η Αλντάρνη δεν έχει ακόμα ανακαλύψει κάτι;»

«Αν είχα ανακαλύψει κάτι,» παρενέβη η Αρχικατάσκοπος, ενοχλημένα, «ο Επόπτης θα ήταν ο πρώτος που θα το μάθαινε.»

«Ασφαλώς,» είπε ο Άνσελμος. «Η ερώτησή μου ήταν… εμμ… ρητορική, θα μπορούσες να πεις. Τέλος πάντων. Δεν θεωρώ, Ευρύμαχε, το ζήτημα τόσο σημαντικό. Κι επιπλέον, ίσως η Αλντάρνη να μάθει σύντομα τον λόγο της επίθεσης. Εκείνο που με απασχολεί περισσότερο είναι η… διατήρηση της ισορροπίας.»

«Που σημαίνει τι;» ρώτησε ο Επόπτης, κάπως απότομα.

«Αν καταστραφούν πιο πολλά χωριά απ’ό,τι είναι… μμμ… πρέπον για τον σκοπό μας, τα αποτελέσματα ίσως να είναι αντίστροφα. Οχτώ χωριά είπε ο στρατιώτης πως έχουν καταστραφεί ώς τώρα. Αναρωτιέμαι αν θα ωφελούσε να έχουμε κάποιο ‘ξαφνικό πρόβλημα’ στην παράδοση των ενεργειακών φιαλών, ώστε να κερδίσουμε χρόνο.»

«Χρόνο; Για ποιο λόγο;»

«Μα, για να προλάβουν οι Μελανοί να αντιδράσουν, αρκετά ώστε να μην τους αφανίσει όλους ο Πρωτοσπαθάριος.»

Ο Επόπτης σταμάτησε να βαδίζει και κοίταξε καταπρόσωπο τον Πρέσβη. «Πιστεύεις ότι έχει έρθει η ώρα να τους μιλήσουμε, δηλαδή;»

«Όχι, δε θα το έλεγα. Ωστόσο, φοβάμαι μήπως ο… ρυθμός της καταστροφής τούς τραντάξει τόσο ώστε να μη μπορούμε πλέον να έχουμε καμία συνεννόηση μαζί τους.»

«Χμμμ…» Ο Ευρύμαχος κοίταξε, για λίγο, το πάτωμα, σκεπτικός. Μετά, είπε: «Δεν θα καθυστερήσουμε αυτόν τον ανεφοδιασμό, Άνσελμε. Τον επόμενο, ίσως· αλλά όχι αυτόν. Γιατί, παρότι όντως φαίνεται να έχουν καταστραφεί πολλά χωριά, ξέρεις πόσα ακόμα υπάρχουν στον Κοράκου Τόπο;»

«Ακριβώς όχι–»

«Είναι παρά πολλά, όμως,» τόνισε η Αλντάρνη. «Δεκάδες. Πιθανώς, εκατοντάδες.»

Ο Ευρύμαχος ένευσε. «Ναι. Επιπλέον, οι δυνάμεις μας δεν έχουν κατεβεί μέσα στο Φαράγγι του Πεπρωμένου, ούτε νομίζω πως θα μπορούν. Αν αυτά που έχω διαβάσει για τη μορφολογία του αληθεύουν, είναι αδύνατον να κατεβάσεις μεγάλα οχήματα εκεί κάτω. Και θέλουμε να στείλουμε πεζούς; Η απάντηση είναι όχι. Επομένως, περιμένουμε τα αεροσκάφη για να κάνουμε τη δουλειά μας στα βάθη του φαραγγιού. Όλα τούτα εμένα μού δείχνουν πως δεν βρισκόμαστε παρά στην αρχή ετούτης της εκστρατείας, και μια εσκεμμένη καθυστέρηση δε νομίζω πως θα μας ωφελήσει τώρα.»

«Πιθανώς να έχεις δίκιο,» παραδέχτηκε ο Άνσελμος. «Ωστόσο,» τόνισε, «θα πρέπει να υπάρξει κάποιο… χμμ, μέτρο στις καταστροφές που θα γίνουν, για να μπορώ, έπειτα, να διαπραγματευτώ με τους Μελανούς. Διότι, αν πάτε και τους κάνετε κομμάτια, μετά το μόνο που θα εισπράξουμε θα είναι εχθρότητα από μέρους τους, ενώ θέλουμε να συνεργαστούν

«Καταλαβαίνω, Άνσελμε,» αποκρίθηκε ο Ευρύμαχος, με τρόπο που έμοιαζε να προσθέτει: Δεν είμαι ηλίθιος, όπως φαίνεται να νομίζεις!

Ο Άνσελμος ένευσε. «Καλώς, φίλτατε Ευρύμαχε. Καλώς.»

*

Ήταν βράδυ· τα δύο πράσινα φεγγάρια βρίσκονταν στον ουρανό, και το όχημα είχε προ πολλού φύγει, κατευθυνόμενο προς το Φαράγγι του Πεπρωμένου, όπου θα συναντούσε τα υπόλοιπα οχήματα της εκστρατείας, γεμάτο με ενεργειακές φιάλες.

Η σπατάλη ήταν πραγματικά μεγάλη, σκεφτόταν η Αλντάρνη, καθώς έβαφε το πρόσωπό της μπροστά στον καθρέφτη. Όλη αυτή η ενέργεια πήγαινε, ουσιαστικά, χαμένη. Δεν άξιζε η κατανάλωσή της για την εύρεση μιας βάσης των επαναστατών. Αν ήμουν εγώ Επόπτρια, δε θα το επέτρεπα. Δεν ήταν, όμως· και, παρότι είχε κάποια επιρροή επάνω στον Επόπτη, δε νόμιζε ότι θα μπορούσε να τον μεταπείσει σχετικά μ’αυτό το θέμα. Επιπλέον, δεν ήταν και σίγουρη ότι έπρεπε να τον μεταπείσει. Ίσως ο Άνσελμος να είχε δίκιο, που πίστευε ότι η βάση όφειλε να βρεθεί το συντομότερο δυνατό, ότι ήταν άκρως επικίνδυνη.

Η Αλντάρνη, τελειώνοντας με το βάψιμό της, σηκώθηκε και ντύθηκε μ’ένα μακρύ, μαύρο φόρεμα, το οποίο ήταν έξωμο και είχε ένα προκλητικό σχίσιμο στο δεξί πόδι. Ο Ευρύμαχος την είχε καλέσει στα διαμερίσματά του απόψε, και δεν μπορούσε να του αρνηθεί· του είχε αρνηθεί πολλές φορές τελευταία. Έπρεπε να πάει, αν δεν ήθελε να διακόψει τις πιο στενές επαφές μαζί του. Πράγμα το οποίο δεν ήθελε, γιατί, βρισκόμενη κοντά σ’έναν Επόπτη, πολλές ευκαιρίες μπορούσαν να της παρουσιαστούν. Ίσως, κάποια στιγμή, να κατόρθωνε να γίνει Επόπτρια κι η ίδια. Δε θα ήταν άσχημα. Καθόλου άσχημα. Αν κι οι Επόπτες ήταν κατά κανόνα στρατιωτικοί, όχι κατάσκοποι, δεν ήταν κι αδύνατον ένας κατάσκοπος να πάρει τη θέση Επόπτη. Η Αλντάρνη, παρότι δεν το έδειχνε στους περισσότερους, είχε κι εκείνη τις βλέψεις της. Επιθυμούσε, κάποια μέρα, να ανελιχθεί σε υψηλές θέσεις εξουσίας μέσα στην Παντοκρατορία.

Έφτιαξε το φόρεμά της, φόρεσε ένα ζευγάρι ψηλοτάκουνα παπούτσια, αρωματίστηκε, και έφυγε από τα δωμάτιά της, διασχίζοντας τους πέτρινους διαδρόμους, για να πάει στα διαμερίσματα του Επόπτη, όπου ο Ευρύμαχος την περίμενε, καλοντυμένος κι εκείνος και έχοντας βάλει τους υπηρέτες του να ετοιμάσουν ένα όμορφο δείπνο.

Την ίδια ώρα, σ’έναν άλλο διάδρομο του Μεγάρου της Ελρείσβα, ο Παντοκρατορικός Πρέσβης Άνσελμος έβγαινε από τα δικά του δωμάτια και, έχοντας μια κάπα ριγμένη στους ώμους του, άρχιζε να βαδίζει, όχι βιαστικά αλλά ούτε και αργά. Αναμφίβολα, δεν πήγαινε περίπατο για χάρη αναψυχής· πήγαινε σε κάποιο συγκεκριμένο μέρος, για κάποια συγκεκριμένη δουλειά.

Σηκώνοντας την κουκούλα της κάπας του, βγήκε από το Μέγαρο και προχώρησε μέσα στους δρόμους της Ελρείσβα, που φωτίζονταν, κυρίως, από λάμπες λαδιού και σε ελάχιστα σημεία μόνο υπήρχαν ενεργειακές λάμπες. Στην Αρβήντλια, δεν σπαταλούσαν την ενέργεια, καθώς καταναλωνόταν με ταχείς ρυθμούς.

Ειρωνικό, συλλογίστηκε ο Άνσελμος, αν σκεφτεί κανείς αυτό που κάνουμε τώρα εμείς στον Κοράκου Τόπο. Η ενέργεια που καταναλώνεται για την εκστρατεία μας θα φώτιζε εκατό πόλεις σαν την Ελρείσβα για δέκα χρόνια. Ωστόσο, άξιζε το κόστος, πίστευε ο Άνσελμος· διότι, μπορεί όλα τούτα να ήταν σπατάλη για τα δεδομένα της Αρβήντλια, μα η Παντοκρατορία είχε ενεργειακούς πόρους από ολάκερο το Γνωστό Σύμπαν, και η Επανάσταση έπρεπε, οπωσδήποτε, να συνθλιβεί. Η Επανάσταση, που, επίσης, δεν απειλούσε μονάχα την Αρβήντλια, αλλά όλο το Γνωστό Σύμπαν. Ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος, που είχε ξεσηκώσει την Απολλώνια κατά της Παντοκράτειρας και είχε συγκεντρώσει γύρω του τόσους δυσαρεστημένους, απείθαρχους, παρανόμους, και κακοποιούς, έπρεπε να ηττηθεί! Ο άνθρωπος ήταν σαν μάστιγα, και η Επανάστασή του το ίδιο! Οι βάσεις τους έπρεπε να καταστραφούν, ώς την τελευταία, ώσπου να μη μείνει κανένα μέρος για να κρυφτούν, εκτός από την Απολλώνια· και τότε, απλά ολόκληρο το Γνωστό Σύμπαν θα στρεφόταν εναντίον της Απολλώνιας, και η Παντοκρατορία θα την επανακτούσε.

Ο Άνσελμος, όμως, τα έδιωξε τώρα ετούτα από το μυαλό του. Η ώρα της Επανάστασης θα ερχόταν· σταδιακά βήματα χρειάζονταν, αυτό ήταν όλο.

Προχώρησε προς το λιμάνι της Ελρείσβα, και μετά έστριψε, κατευθυνόμενος δυτικά, για να πάρει τον φιδογυριστό δρόμο που οδηγούσε στον Ναό της Κρωμβέλης.

Το μεγάλο, λίθινο οικοδόμημα βρισκόταν πάνω από τα νερά της μοναδικής θάλασσας της Αρβήντλια, του Υδάτων Τόπου. Αέρας φυσούσε απόψε, όχι πολύ δυνατός, αλλά αρκετός για να κάνει κύματα να σηκώνονται και να διαλύονται στα βράχια, όπου ήταν χτισμένος ο Ναός.

Ο Άνσελμος σταμάτησε μπροστά στην καγκελωτή, διπλή πύλη που βρισκόταν στο πέρας του στριφτού δρόμου, λίγο πριν από τον Ναό. Πίσω της στέκονταν δύο φρουροί: Λευκοί, φυσικά, και οπλισμένοι με δόρατα και ασπίδες, ενώ κοντά ξίφη κρέμονταν από τις ζώνες τους.

«Θα επιθυμούσα να μιλήσω με την Αρχιέρεια,» είπε ο Άνσελμος.

«Σας περιμένει, κύριε;»

«Ναι.»

«Το όνομά σας;» Ο πολεμιστής προσπαθούσε να δει μέσα στη σκιά της κουκούλας του, αλλά δεν έμοιαζε να τα καταφέρνει.

«Το όνομά μου δεν έχει σημασία. Πείτε της, όμως, πως της φέρνω νέα από… τον Κοράκου Τόπο.»

Οι πολεμιστές αλληλοκοιτάχτηκαν για μια στιγμή. Ύστερα, ο ένας απ’τους δύο έκανε νόημα σε κάποιον που βρισκόταν μακριά, επάνω στα βράχια. Μια σκιερή φιγούρα –την οποία ο Άνσελμος δεν είχε προσέξει πριν– ξεπρόβαλε και ήρθε, τρέχοντας. Μια Λευκή κοπέλα με κοντά, μαύρα μαλλιά, η οποία δεν πρέπει να ήταν πάνω από δεκαεφτά χρονών και φορούσε ένα γαλανό χιτώνιο, ενώ ένα ξίφος ήταν περασμένο στην πλάτη της.

«Ο κύριος,» της είπε ο φρουρός που είχε μιλήσει και στον Άνσελμο, «θέλει να δει την Αρχιέρεια–»

«Τόσο αργά;» τον διέκοψε η κοπέλα, και το βλέμμα της στράφηκε στον Πρέσβη. Τα μάτια της ήταν μαύρα αλλά αστραφτερά. Συνοφρυώθηκε, καθώς δεν μπορούσε να διακρίνει την όψη του. «Ποιος είσαι;»

Προτού μιλήσει ο Άνσελμος, ο φρουρός είπε: «Ο κύριος λέει πως το όνομά του δεν έχει σημασία. Και ζητά να πούμε στην Αρχιέρεια πως φέρνει νέα από τον Κοράκου Τόπο. Θα την ειδοποιήσεις;»

Η κοπέλα δίστασε για μια στιγμή, αλλά, έπειτα, ένευσε και έφυγε, τρέχοντας πάλι.

Ο Άνσελμος περίμενε, καθώς ο άνεμος σφύριζε γύρω του.

Σε λίγο, είδε κάποιον –την κοπέλα, μάλλον– να κάνει νόημα στους φρουρούς, από τον Ναό. Εκείνοι άνοιξαν το ένα φύλλο της καγκελωτής πύλης και τον άφησαν να περάσει.

Ο Άνσελμος ανηφόρισε τον λιθόστρωτο δρόμο, πλησιάζοντας τον Ναό πάνω από τα κύματα. Καθοδόν, μια ιέρεια τον συνάντησε, λέγοντάς του: «Η Αρχιέρεια σάς περιμένει στους βράχους, βόρεια.»

«Ευχαριστώ,» αποκρίθηκε ο Άνσελμος.

Έκανε τον κύκλο της κιονοστοιχίας του Ναού και βρέθηκε στους βόρειους βράχους, όπου, πράγματι, η Αρχιέρεια τον περίμενε μ’ένα μακρύ πέπλο ν’ανεμίζει γύρω της.

«Καλησπέρα, Άνσελμε,» είπε, αναγνωρίζοντάς τον, παρότι εκείνος δεν είχε ακόμα βγάλει την κουκούλα του.

Ο Πρέσβης πλησίασε. «Καλησπέρα, Βενάρδα,» αποκρίθηκε. «Και με συγχωρείς για το… μυστηριώδες της εμφάνισής μου, αλλά δεν επιθυμούσα οι πάντες να μάθουν ότι ήρθα εδώ απόψε.»

«Μην ανησυχείς,» είπε η Αρχιέρεια· «οι άνθρωποι του Ναού είναι όλοι εχέμυθοι.»

Ή έτσι νομίζεις, σκέφτηκε ο Άνσελμος, που δεν εμπιστευόταν και πολλούς ανθρώπους στη ζωή του. Για την ακρίβεια, κανέναν. «Αυτό,» είπε, βγάζοντας την κουκούλα του, «είναι ευχάριστο.»

«Μου φέρνεις νέα από τον Κοράκου Τόπο;»

«Ναι. Φαντάστηκα ότι θα ήθελες να γνωρίζεις τι συμβαίνει, κι αυτά είναι πράγματα που έμαθα μόλις σήμερα.»

«Ναι, Άνσελμε,» είπε η Αρχιέρεια της Κρωμβέλης, «θα ήθελα να ξέρω τι συμβαίνει· θα το ήθελα πολύ.»

«Οχτώ χωριά των Μελανών έχουν καταστραφεί. Οι πολεμιστές μας δεν έχουν δυσκολευτεί μέχρι στιγμής, αλλά φοβάμαι πως η ανταπόδοση δε θ’αργήσει να έρθει.»

«Μου είχες πει ότι θα προσπαθούσες να βρεθεί μια λύση… να γίνει κάτι, για να σταματήσει αυτός ο πόλεμος. Στο τέλος, οι συνέπειες θα είναι δυσάρεστες. Για όλους μας, Λευκούς και Μελανούς. Είμαι βέβαιη, Άνσελμε.»

Ο Άνσελμος ένευσε. «Σε καταλαβαίνω, Βενάρδα. Και σκοπεύω να προσπαθήσω· αλλά, ώς τώρα, δε μου έχει δοθεί καμία ευκαιρία. Ελπίζω… ελπίζω η ευκαιρία που περιμένω να μην αργήσει να παρουσιαστεί.»

«Σ’ευχαριστώ,» είπε η Αρχιέρεια της Κρωμβέλης.

«Δε χρειάζεται. Εκείνο που επιθυμώ μονάχα είναι η σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή,» αποκρίθηκε ο Άνσελμος, αγγίζοντας το μπράτσο της. «Εν τω μεταξύ, ό,τι νέα έχω θα σου τα φέρνω.»

«Με υποχρεώνεις,» είπε η Αρχιέρεια· και ρώτησε: «Θα φύγεις τώρα; Θα επιστρέψεις στο Μέγαρο;»

«Εκτός αν υπάρχει κάποιος άλλος λόγος για να μείνω…»

«Έλα μέσα. Τόσο δρόμο έκανες για νάρθεις εδώ. Θα σε κεράσω κάτι.»

Ο Άνσελμος την ακολούθησε προς την κιονοστοιχία. Προτού μπουν στο Ναό, όμως, είδε εκείνη την κοπέλα να τους παρατηρεί, καθισμένη σ’έναν βράχο· και το βλέμμα της ήταν παράξενο, σχεδόν απειλητικό… κι επιπλέον, κάτι μού θυμίζει. Τι μου θυμίζει;

Μετά, πρόσεξε τα μάτια της Αρχιέρειας της Κρωμβέλης, καθώς εκείνη άνοιγε μια ξύλινη θύρα στο πλάι του Ναού και του ζητούσε να περάσει.

*

Ο νυχτερινός ουρανός φωτίστηκε από τις μακριές, λαμπερές ουρές των μεγάλων μεταλλικών πουλιών. Και ο θόρυβος από τις μηχανές τους ήταν δυνατός, ξεσηκώνοντας τους ανθρώπους της Ελρείσβα μέσα στη νύχτα, οι οποίοι δεν ήταν συνηθισμένοι σε τέτοιου είδους αφίξεις. Τα αεροσκάφη ήταν σπάνια εδώ· πολύ, πολύ σπάνια. Κι όσα, ορισμένες φορές, χρησιμοποιούνταν (από Παντοκρατορικούς, κυρίως) ήταν ελικόπτερα. Ετούτα, όμως, ήταν αεροπλάνα, τα οποία, φτάνοντας από τα βορειοδυτικά, διέσχισαν τον ουρανό πάνω από την πόλη προς τα ανατολικά, με προορισμό το πρόσφατα στημένο αεροδρόμιο στις υπώρειες των βουνών, κοντά στα ορυχεία ενέργειας.

Ο Ευρύμαχος είχε μόλις ρίξει την Αλντάρνη στο μεγάλο κρεβάτι της κρεβατοκάμαρας των διαμερισμάτων του, με μοναδικό ρούχο επάνω της έναν λεπτό στηθόδεσμο που δεν έκρυβε, ουσιαστικά, τίποτα από το στήθος της κι αν μη τι άλλο το τόνιζε περισσότερο. Τα χείλη και η γλώσσα του Ευρύμαχου σέρνονταν επάνω στην επίπεδη κοιλιά της, όταν ο δυνατός βόμβος των αεροπλάνων τάραξε τη νυχτερινή ησυχία της Ελρείσβα.

Ο Παντοκρατορικός Επόπτης τινάχτηκε, αιφνιδιασμένος, και η Αρχικατάσκοπος το ίδιο, πιάνοντας το σεντόνι που βρισκόταν παραδίπλα και τραβώντας το επάνω της.

Ο Ευρύμαχος άνοιξε το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας και κοίταξε στον ουρανό. Τα αεροπλάνα που είχε καλέσει από τη Σάρντλι είχαν έρθει… αλλά ήρθαν τη χειρότερη δυνατή στιγμή! μούγκρισε εσωτερικά, γνωρίζοντας πως τώρα θα επικοινωνούσαν μαζί του από το καινούργιο, πρόχειρο αεροδρόμιο, για να τον ειδοποιήσουν για την άφιξή τους, κι εκείνος θα έπρεπε να πάει εκεί για να ελέγξει.

Αισθάνθηκε την Αλντάρνη να έρχεται πλάι του· ο γυμνός της ώμος τρίφτηκε επάνω του, εξάπτοντάς τον. «Τα αεροπλάνα μας;»

«Ναι,» είπε ο Ευρύμαχος, τυλίγοντας το ένα του χέρι γύρω απ’τη μέση της και κρατώντας την κοντά του, καθώς κοίταζε τα αεροσκάφη να ξεμακραίνουν προς τ’ανατολικά, να γίνονται φωτεινές κουκίδες, και να χάνουν ύψος. Προσγειώνονταν στο αεροδρόμιο, το ένα μετά το άλλο. «Θα πρέπει να πάω, για να ελέγξω…»

«Δεν πειράζει.» Η Αλντάρνη φίλησε το μάγουλό του.

Ο Ευρύμαχος στράφηκε να την κοιτάξει. «Θα με περιμένεις εδώ;»

Η Αλντάρνη χαμογέλασε, ενώ, συγχρόνως, δύο πράγματα περνούσαν από το μυαλό της: ότι ήθελε να φύγει και όχι να τον περιμένει· και ότι, αν δεν τον περίμενε, θα ήταν αγενές και, ως εκ τούτου, θα ήταν σα να τον απομακρύνει από κοντά της –το οποίο δεν επιθυμούσε να κάνει. Χρειαζόταν να ισορροπήσει, κάπως, την κατάσταση, λοιπόν.

«Θα έρθω μαζί σου,» είπε.

Ο Ευρύμαχος δε δυσαρεστήθηκε από τούτο. Έσκυψε και τη φίλησε. «Εντάξει,» αποκρίθηκε. «Ντύσου–» Αλλά τότε θυμήθηκε το φόρεμά της: ένα φόρεμα με το οποίο, μάλλον, δεν ήταν να επισκέπτεται μια γυναίκα ένα στρατιωτικό αεροδρόμιο, μέσα στη νύχτα. «Αν και αυτό το φόρεμα… εε, υποθέτω θα θες να φορέσεις κάτι άλλο.»

Η Αλντάρνη μειδίασε. «Αυτό σκοπεύω να κάνω. Θα πάω στα δωμάτιά μου και θα επιστρέψω. Δε θ’αργήσω.»

Ο Ευρύμαχος ένευσε.

Η Αλντάρνη απομακρύνθηκε. Άφησε το σεντόνι να πέσει από πάνω της και φόρεσε την περισκελίδα και το φόρεμά της, που βρίσκονταν ριγμένα στο πάτωμα. Ο Ευρύμαχος αναστέναξε, κοιτάζοντας την πλάτη της. Θα μπορούσα να έχω αυτή τη γυναίκα όλη μέρα στο κρεβάτι μου, σκέφτηκε. Αλλά, ορισμένες φορές, μοιάζει να έχει τόσο κακή διάθεση, και χωρίς να φαίνεται να υπάρχει λόγος. Από την άλλη, βέβαια, ποιος μπορούσε να καταλάβει τις γυναίκες; Δεν είχε σημασία να τις καταλαβαίνεις, αλλά να μπλέκεσαι μέσα στην αγκαλιά των χεριών και των ποδιών τους και να παίρνεις ό,τι είχαν να σου δώσουν–

Ο επικοινωνιακός δίαυλος κουδούνισε απ’το γραφείο του.

Ο Ευρύμαχος πέρασε πλάι από την Αλντάρνη –χαϊδεύοντας φευγαλέα τον μηρό της, καθώς εκείνη έφτιαχνε το φόρεμα γύρω απ’τη μέση της– και βγήκε απ’το υπνοδωμάτιο, πηγαίνοντας να απαντήσει. Ήταν βέβαιος πως τον καλούσαν από το αεροδρόμιο, για να τον ειδοποιήσουν ότι τα αεροπλάνα είχαν έρθει, λες και δεν το είχε μάθει αυτό όλη η πόλη.

Η Αλντάρνη μόρφασε πίσω του, βλέποντάς τον να περνά το κατώφλι του δωματίου και να φεύγει. Είναι τελείως άγαρμπος! συλλογίστηκε. Ποιος ήταν ο λόγος τώρα να τη χουφτώσει έτσι; Δεν ήταν στο κρεβάτι οι δυο τους· ετοιμαζόταν να φύγει! Ορισμένοι άντρες ήταν απλά… ανεπίκαιροι. Μόνο ο Άνσελμος ήταν πάντα σωστός· ό,τι κι αν έκανε έμοιαζε πως έπρεπε να γίνει, και ποτέ δεν την άφηνε αδιάφορη, ακόμα κι όταν το μυαλό της της έλεγε ότι, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, θα όφειλε να την αφήνει. Υπήρχε κάτι μέσα της που, πάντοτε, αντιδρούσε θετικά μαζί του. Κι αυτό μπορούσε να γίνει και ενοχλητικό!... αλλά με ευχάριστο τρόπο.

Η Αλντάρνη έδεσε τα παπούτσια της και βγήκε απ’το υπνοδωμάτιο, παραμερίζοντας τον Άνσελμο απ’το νου τους.

Ο Ευρύμαχος είχε μόλις κλείσει τον δίαυλο και τη συνάντησε κοντά στην εξώθυρα των διαμερισμάτων του.

«Τι είναι;» τον ρώτησε η Αλντάρνη.

«Τίποτα. Ήρθα να σε ξεπροβοδίσω…»

Περιμένεις φιλάκι; «Δεν είπαμε ότι θα ξανάρθω;»

«…Ναι. Τέλος πάντων–»

Η Αλντάρνη χαμογέλασε και έφυγε.

Ο Ευρύμαχος καταράστηκε την ώρα που είχαν έρθει τα αεροπλάνα. Δεν μπορούσαν να είχαν αργήσει λίγο; Μισή ώρα θα ήταν αρκετή. Μία, ακόμα καλύτερα.

*

Ο Παντοκρατορικός Πρέσβης και η Αρχιέρεια της Κρωμβέλης έπιναν μια κούπα ίνφετ, καθισμένοι στο μπαλκόνι των διαμερισμάτων της, όταν άκουσαν το δυνατό βουητό και είδαν τα αεροπλάνα να περνούν πάνω από την Ελρείσβα και να κατευθύνονται ανατολικά, προς τη μεριά όπου βρίσκονταν τα ορυχεία ενέργειας.

Η Αρχιέρεια συνοφρυώθηκε. «Τι είν’αυτό; Αεροσκάφη;» Σηκώθηκε από την καρέκλα της. Την ξύλινη καρέκλα της –και δεν είχε ο καθένας ξύλινα έπιπλα στην Αρβήντλια. Η Βενάρδα πλησίασε την άκρη του μπαλκονιού, ατενίζοντας πέρα, στον νυχτερινό ουρανό, τις φωτεινές κουκίδες.

«Δικά μας είναι,» αποκρίθηκε ο Άνσελμος, πίνοντας μια γουλιά ίνφετ, δίχως να σηκωθεί· «μην ανησυχείς.»

«Δεν ανησυχώ γι’αυτό.» Η Αρχιέρεια στράφηκε να τον αντικρίσει. «Σε τι θα χρειαστούν;»

«Στην εκστρατεία–»

«Κι αυτό δε θα χειροτερέψει τα πράγματα;»

«Ίσως,» παραδέχτηκε ο Άνσελμος. «Ή, ίσως όχι.»

Η Βενάρδα στένεψε τα μάτια. «Τι εννοείς;»

«Τα αεροπλάνα θα πάνε σε μέρη που αλλιώς δεν μπορούμε να φτάσουμε. Αυτό μπορεί νάχει και θετικά αποτελέσματα, ξέρεις. Μπορεί να μου δώσει την ευκαιρία που χρειάζομαι, ώστε να σταματήσω την άσκοπη αιματοχυσία και να προσφέρω μια ειρηνική λύση.»

Η Αρχιέρεια της Κρωμβέλης αναστέναξε. «Πιστεύεις, πραγματικά, ότι θα καταφέρεις κάτι τέτοιο;»

Ο Άνσελμος σηκώθηκε. «Θα το προσπαθήσω· αυτό σ’το υπόσχομαι.

»Και τώρα,» άφησε την κούπα του στην κουπαστή του μπαλκονιού, «φοβάμαι πως πρέπει να φύγω, αγαπητή Βενάρδα. Θέλω να δω αυτά τα αεροσκάφη από κοντά. Ο Ευρύμαχος, μάλλον, θα ετοιμάζεται επίσης για να πάει στο αεροδρόμιο.»

«Εντάξει,» είπε η Αρχιέρεια, πλησιάζοντάς τον για να σταθεί εμπρός του. «Θα τα ξαναπούμε.»

«Αναμφίβολα.» Ο Άνσελμος χάιδεψε, ανάλαφρα, το μπράτσο της.

Η Βενάρδα –χωρίς να χρειαστεί να τεντωθεί, καθώς ήταν αξιοσημείωτα ψηλή γυναίκα– τον φίλησε στο μάγουλο, αλλά πολύ κοντά στο στόμα για να μπορεί να θεωρηθεί το φιλί της φιλικό μονάχα.

Ο Άνσελμος χαμογέλασε και, φορώντας την κουκούλα της κάπας του, έφυγε από τα διαμερίσματά της και από τον Ναό.

Την παράξενη κοπέλα δεν την ξαναείδε (πράγμα που, ασφαλώς, δεν σήμαινε ότι κι αυτή δεν είδε εκείνον), αλλά αισθανόταν βέβαιος πως, πριν από λίγη ώρα, έπινε ίνφετ μαζί με τη μητέρα της…

•3•

Το φορτηγό που είχε πάει στην Ελρείσβα για ανεφοδιασμό έφυγε μερικές ώρες μετά το μεσημέρι, κατευθυνόμενο νοτιοδυτικά και διασχίζοντας τις ξερές εκτάσεις του Θυέλλης Τόπου. Μια μεγάλη θύελλα άμμου και πέτρας φαινόταν να στροβιλίζει το σύμπαν, πολλά χιλιόμετρα νότιά του, μα, απ’ό,τι μπορούσαν να καταλάβουν οι στρατιώτες στο εσωτερικό του, δεν υπήρχε κίνδυνος να έρθει προς το μέρος τους, τουλάχιστον για τώρα.

Και, μετά από κάποια ώρα, εξακολουθώντας να έχουν νοτιοδυτική κατεύθυνση, απομακρύνθηκαν από τη θύελλα, αφήνοντάς την πίσω τους. Πράγμα το οποίο τους έκανε να χαλαρώσουν.

Και δε θα έπρεπε.

Γιατί, καθώς περνούσαν δίπλα από ένα βραχώδες μέρος, μάτια τούς παρακολουθούσαν. Πολλά ζευγάρια μάτια, που διακρίνονταν μέσα από το άνοιγμα της κουκούλας που καλύπτει το κεφάλι και του μαντηλιού που κρύβει το στόμα, τη μύτη, και το σαγόνι.

Καβαλάρηδες, που γνώριζαν ακριβώς τι είχε πάει να κάνει ετούτο το μεταλλικό όχημα στην Ελρείσβα. Έφερνε ενέργεια στα άλλα οχήματα· ενέργεια που θα χρησιμοποιούσαν για να κινήσουν τους μεγάλους τροχούς τους, αλλά και για να προκαλέσουν ανείπωτη καταστροφή σε ακόμα περισσότερα χωριά.

Οι καβαλάρηδες ήταν όλοι Λευκοί, μα δε συμφωνούσαν μ’ετούτη την εκστρατεία κατά των Μελανών του Κοράκου Τόπου. Τουλάχιστον, όχι με τον τρόπο που γινόταν η εκστρατεία –δεν ήταν έντιμος– και με το γεγονός ότι γινόταν από τους παρείσακτους. Οι Παντοκρατορικοί δεν είχαν θέση στην Αρβήντλια· έπρεπε να διωχτούν. Όσο πιο γρήγορα τόσο το καλύτερο.

Ο αρχηγός ύψωσε το χέρι του, δίνοντας το σύνθημα για την επίθεση.

Τα άγρια άλογα της ερήμου κάλπασαν καταπάνω στο όχημα, ενώ οι καβαλάρηδές τους τραβούσαν όπλα. Λεπίδες γυάλισαν στο ασθενικό φως της Σκιερής Ημέρας, και πολεμικές κραυγές αντήχησαν στον άνεμο.

Οι Παντοκρατορικοί στρατιώτες είδαν τους ιππείς να έρχονται, και καταράστηκαν.

«Ρίξτε τους!» πρόσταξε ο λοχαγός. «Με τις βαλλίστρες!»

Δεν είχαν αρκετό χρόνο, όμως. Όταν είχαν υψώσει τα όπλα και ανοίξει τα παράθυρα, οι καβαλάρηδες βρίσκονταν ήδη κοντά στο όχημα και πηδούσαν επάνω του, προσπαθώντας να πιαστούν από την οροφή.

Οι Παντοκρατορικοί πάτησαν τις σκανδάλες, και δύο εχθροί έπεσαν από τις σέλες τους, καθώς ζύγωναν· όμως, από κει και πέρα, ήξεραν ότι τα εκηβόλα όπλα τους θα τους ήταν άχρηστα, έτσι τράβηξαν ξίφη.

Ένας από τους εχθρούς που ήταν στην οροφή του οχήματος χτύπησε με τη λεπίδα του το μπροστινό τζάμι. Δεν το έσπασε, γιατί ήταν γερό, φτιαγμένο για ν’αντιστέκεται σε χτυπήματα· μα, αμέσως μετά, ακόμα ένας άρχισε να το κοπανά με το σπαθί του.

«Διώξτε τους από πάνω!» γκάριξε ο λοχαγός.

Οι στρατιώτες άνοιξαν την καταπακτή που έβγαζε στην οροφή του οχήματος, κι έριξαν βέλη προς τα πάνω, τα οποία αστόχησαν, περνώντας ανάμεσα από τους εχθρούς. Και εκείνοι έριξαν τα δικά τους βέλη μέσα στο όχημα. Ένας στρατιώτης χτυπήθηκε στον ώμο κι έπεσε, ουρλιάζοντας. Δύο άλλοι τον τράβηξαν παραδίπλα, καθώς περισσότερα βέλη έπεφταν, σαν βροχή.

Τα σπαθιά εξακολουθούσαν να χτυπούν το μπροστινό τζάμι, χωρίς να το σπάνε. Ένας εχθρός προσπάθησε να μπει στο όχημα από ένα παράθυρο που ήταν ακόμα ανοιχτό, αλλά δεν τα κατάφερε, καθώς ο λοχαγός τού έκοψε τα δάχτυλα του δεξιού χεριού με το τσεκούρι του. Ο άντρας πετάχτηκε στη γη, κραυγάζοντας.

Ένας πανίσχυρος γδούπος τράνταξε το μπροστινό τζάμι! Οι επιτιθέμενοι είχαν δέσει μια χοντρή πέτρα με σχοινιά και, χρησιμοποιώντας την σαν σφύρα, το χτυπούσαν, ενώ οι ίδιοι, βρισκόμενοι στην οροφή του οχήματος, ήταν αόρατοι γι’αυτούς στο εσωτερικό του.

«Πετάξτε τους κάτω!» φώναξε ο λοχαγός. «Βγείτε έξω και πετάξτε τους κάτω! Κουνηθείτε!»

Οι στρατιώτες προσπάθησαν να σκαρφαλώσουν στην οροφή, και η σύγκρουση αγρίεψε. Οι λεπίδες γέμισαν αίμα, και ουρλιαχτά αντηχούσαν.

Έξω απ’το όχημα, υπήρχαν ακόμα μερικοί καβαλάρηδες που κάλπαζαν, παρατήρησε ο λοχαγός. Και καταράστηκε κάτω απ’την ανάσα του, γιατί ήξερε πως οι πολεμιστές του ήταν αιφνιδιασμένοι και σε μειονεκτική θέση.

Η πέτρα έκανε το μπροστινό τζάμι να ραγίσει.

Οι Παντοκρατορικοί δυσκολεύονταν να φτάσουν στην οροφή του οχήματος, καθώς τρεις από τους εχθρούς στέκονταν από πάνω τους, γύρω από την καταπακτή, και τους χτυπούσαν. Μέχρι που ένας από τους στρατιώτες είπε στους συντρόφους του: «Απ’τα παράθυρα! Θα βγούμε απ’τα παράθυρα και θα σκαρφαλώσουμε επάνω–»

«Είσαι τρελός!» τον διέκοψε μια γυναίκα.

Εκείνος την αγνόησε. Άνοιξε ένα παράθυρο και, πιάνοντας το σπαθί του με τα δόντια, βγήκε από εκεί· γάντζωσε τα χέρια του στα πλευρά του μεγάλου οχήματος κι άρχισε να σκαρφαλώνει. Καθώς ανέβαινε, άκουσε έναν από τους καβαλάρηδες που κάλπαζαν τριγύρω να φωνάζει μια προειδοποίηση στους συμμάχους του· είχε μιλήσει στη Γλώσσα των Λευκών, αλλά ο Παντοκρατορικός στρατιώτης, έχοντας μείνει κάμποσα χρόνια εδώ, τη γνώριζε. Η φωνή δεν τον πτόησε· συνέχισε να σκαρφαλώνει, ακόμα πιο γρήγορα, και βρέθηκε επάνω, τη στιγμή που οι τρεις εχθροί γύρω απ’την καταπακτή στρέφονταν να τον αντικρίσουν.

Λευκές κάπες και κουκούλες. Πρόσωπα μισοκρυμμένα με μαντήλια. Κακοποιοί. Κι επαναστάτες, πιθανώς.

Ο στρατιώτης πήρε το ξίφος του στο χέρι και, βρυχούμενος, όρμησε καταπάνω τους, σπαθίζοντας άγρια και ημικυκλικά. Ο ένας αντίπαλός του προσπάθησε ν’αποκρούσει το χτύπημα, μα η λεπίδα του Παντοκρατορικού ερχόταν με ορμή και, παραμερίζοντας τη δική του λεπίδα, του έσκισε το στήθος και συνέχισε προς τον άντρα πλάι του. Εκείνος απέφυγε το όπλο, που πήγαινε προς το κεφάλι του, σκύβοντας.

Ο τρίτος κουκουλοφόρος –που πρέπει να ήταν γυναίκα απ’την εμφάνισή της– επιτέθηκε καρφωτά στον Παντοκρατορικό, βρίσκοντάς τον στον ώμο και κάνοντάς τον να παραπατήσει επικίνδυνα επάνω στην οροφή του οχήματος, το οποίο ακόμα έτρεχε, σηκώνοντας ένα σύννεφο άμμου από τον Θυέλλης Τόπο.

Ο κουκουλοφόρος που είχε τραυματιστεί στο στήθος δεν ήταν νεκρός, και επιχείρησε να σπαθίσει τον Παντοκρατορικό στο κεφάλι, καθώς εκείνος ήταν τώρα αποπροσανατολισμένος. Ο στρατιώτης, όμως, ήταν βετεράνος, όχι κανένας τυχαίος, κι ετούτη δεν ήταν η πρώτη φορά που όπλο τον είχε πληγώσει· απέφυγε την επίθεση του κουκουλοφόρου και, βάζοντάς του τρικλοποδιά, τον πέταξε από το όχημα.

Αμέσως μετά, απέκρουσε τη σπαθιά της γυναίκας–

Ένα βέλος τού διαπέρασε το στήθος, σωριάζοντάς τον νεκρό στην οροφή του οχήματος.

Η γυναίκα στράφηκε προς τη μπροστινή μεριά, όπου στέκονταν τρεις από τους συντρόφους της. Οι δύο βαστούσαν τα σχοινιά της πέτρας που κοπανούσε το μπροστινό τζάμι· ο τρίτος κρατούσε το τόξο του υψωμένο.

Η αιφνίδια επίθεση του Παντοκρατορικού βετεράνου, όμως, είχε δώσει ένα σημαντικό πλεονέκτημα στους συμμαχητές: είχε απομακρύνει δύο από τους φρουρούς της καταπακτής, αφήνοντας μονάχα έναν, τον οποίο εκείνοι μπορούσαν πολύ πιο εύκολα ν’αντιμετωπίσουν. Ένα βέλος βαλλίστρας τον βρήκε τώρα στην κνήμη, σωριάζοντάς τον, και οι στρατιώτες άρχισαν ν’ανεβαίνουν.

Η γυναίκα, ακούγοντας την κραυγή του συντρόφου της, στράφηκε πάλι, για να δει τους Παντοκρατορικούς να βγαίνουν στην οροφή. Υψώνοντας το σπαθί της, τους επιτέθηκε.

Ενώ ο τοξοφόρος εξαπέλυε το ένα βέλος κατόπιν του άλλου, διαπερνώντας τους.

Δύο από τους καβαλάρηδες που κάλπαζαν γύρω απ’το όχημα πήδησαν επάνω, για να προσφέρουν τη βοήθειά τους.

Κουφάρια κύλησαν στην οροφή κι έπεσαν στις καυτές άμμους της ερήμου.

Το μπροστινό τζάμι θρυμματίστηκε από τα χτυπήματα της βαριάς πέτρας. Ο οδηγός ούρλιαξε, καθώς σπασμένα γυαλιά καρφώθηκαν στο πρόσωπό του. Ο λοχαγός, που ήταν ακόμα στο εσωτερικό του οχήματος, πέταξε το τσεκούρι του κι έπιασε αμέσως το τιμόνι, προσπαθώντας ν’αποφύγει μια πρόσκρουση με τους βράχους, αλλά, συγχρόνως, κάνοντας μια απότομη στροφή που ήλπιζε ότι θα πετούσε τους εχθρούς από την οροφή.

Καθώς άρχιζε τη μανούβρα, ένα μποτοφορεμένο πόδι τον κλότσησε καταπρόσωπο, μπαίνοντας από το σπασμένο μπροστινό τζάμι. Ο λοχαγός παραπάτησε, πέφτοντας ανάσκελα, και είδε έναν κουκουλοφόρο να πηδά στο εσωτερικό του οχήματος, κρατώντας ένα ξιφίδιο στο δεξί χέρι και τραβώντας άλλο ένα με το αριστερό.

«Ποιοι διάολοι είστε;» γρύλισε ο λοχαγός, πιάνοντας το τσεκούρι του από κάτω –καθώς, για καλή του τύχη, είχε βρεθεί δίπλα στο όπλο– και προσπαθώντας να σηκωθεί.

«Χαιρετισμούς από την Επανάσταση,» είπε ο κουκουλοφόρος, και, υψώνοντας ένα ξιφίδιό του, έκανε να το εκτοξεύσει καταπάνω στον λοχαγό. Και κατά πάσα πιθανότητα, τότε, θα τον σκότωνε· δεν είχε, όμως, υπολογίσει τον οδηγό, ο οποίος μπορεί να είχε χτυπηθεί από τα σπασμένα γυαλιά του μπροστινού παραθύρου, μα δεν ήταν νεκρός, ούτε αναίσθητος· κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή σηκώθηκε και έπεσε πάνω στα γόνατα του επαναστάτη, σωριάζοντάς τον στο πάτωμα και κάνοντας το ξιφίδιο να φύγει απ’το χέρι του.

Ο κουκουλοφόρος γρύλισε, κι έμπηξε το άλλο του ξιφίδιο στην κοιλιά του οδηγού, του οποίου το στόμα άνοιξε διάπλατα καθώς ένα υπόκωφο βογκητό έβγαινε από μέσα του.

Ο λοχαγός είχε τώρα σηκωθεί και, πλησιάζοντας, στάθηκε πάνω από τον επαναστάτη και ύψωσε το τσεκούρι του με τα δύο χέρια. «Χαιρετισμούς απ’τη Μάνα του Σκοτοδαίμονος, καθίκι!» μούγκρισε, κατεβάζοντας το όπλο του στο κεφάλι του εχθρού και κόβοντάς του το πρόσωπο στα δύο.

Το όχημα, τότε, κοπάνησε πάνω σ’έναν βράχο.

Τραντάχτηκε.

Αναπήδησε.

Τα μεταλλικά του τοιχώματα ακούστηκαν να γρυλίζουν, το ίδιο και οι τροχοί του.

Τα τζάμια έτριξαν.

Ορισμένοι από τους ανθρώπους που βρίσκονταν στην οροφή του τινάχτηκαν πέρα, για να κουτρουβαλήσουν επάνω σε άμμους και πέτρες. Άλλοι πρόλαβαν να πιαστούν, προτού πέσουν.

Ο λοχαγός έχασε την ισορροπία του και κοπάνησε, επώδυνα, τη ράχη του στην κονσόλα ελέγχου του οχήματος. Το τσεκούρι είχε φύγει απ’τα χέρια του.

Σκοτάδι τύλιξε την όρασή του, για λίγο. Μετά, συνήλθε και συνειδητοποίησε ότι το όχημα είχε σταματήσει· δεν έτρεχε πλέον.

Μια φιγούρα τον πλησίαζε.

Βλεφάρισε, για να ξεθολώσουν τα μάτια του. Ο εχθρός κρατούσε ξίφος!

Ο λοχαγός έκανε να τραβήξει το ξιφίδιο απ’τη μπότα του–

Το ξίφος τού διαπέρασε το λαιμό με μια ξαφνική, γρήγορη κίνηση.

Ο λοχαγός πέθανε.

Ο Ώλριχ τράβηξε πίσω το σπαθί του και σκούπισε τη λεπίδα μ’ένα μαντήλι.

«Το όχημα είναι γεμάτο με φιάλες ενέργειας, Πρόμαχε,» είπε ένας από τους συντρόφους του, που είχε αμέσως πάει να κοιτάξει τι βρισκόταν πίσω. «Γεμάτο απ’τη μια άκρη ώς την άλλη!»

Ο Ώλριχ στράφηκε να τον αντικρίσει, νεύοντας. «Όπως το περίμενα. Τα καταραμένα τσακάλια της ερήμου ρουφάνε το αίμα της Αρβήντλια για να κάνουν τα πάντα ερείπια και στάχτες.» Θηκάρωσε το σπαθί του.

«Πολέμησαν καλά, όμως, ετούτοι εδώ,» παραδέχτηκε η σύζυγός του, Ατάλι, βγάζοντας την κουκούλα της και το μαντήλι απ’το πρόσωπό της.

«Ναι,» είπε ο Ώλριχ. «Είχαμε περισσότερες απώλειες απ’ό,τι υπολόγιζα.»

«Και τώρα;» ρώτησε ο άντρας που είχε μιλήσει και πριν. «Πού θα τις πάμε όλες τούτες τις φιάλες, Πρόμαχε;»

«Θα βρούμε μέρος.» Ο Ώλριχ, παραμερίζοντας το πτώμα του λοχαγού από την κονσόλα, κάθισε μπροστά στο τιμόνι και δοκίμασε να δει αν το όχημα ακόμα λειτουργούσε ή αν οι μηχανές του είχαν καταστραφεί, ύστερα από τη σύγκρουση με τον βράχο.

Λειτουργούσε. Οι τροχοί του κινούνταν, αν και κάτι βαθιά εντός του έκανε ένα εκνευριστικό τοκ τοκ τοκ τοκ.

Δεν είχε σημασία. Ο Ώλριχ το πήρε από εδώ, βάζοντάς το να τρέξει πάλι μέσα στον Θυέλλης Τόπο, αλλά προς διαφορετική κατεύθυνση.

•4•

Ο Κάραγγελ καθόταν έξω απ’τη σκηνή του, καθώς οι ήλιοι βασίλευαν, ανακοινώνοντας το τέλος της τρίτης Σκιερής Ημέρας. Το βλέμμα του Πρωτοσπαθάριου πήγαινε μια από δω μια από κει, και τώρα και πριν, που τριγύριζε μέσα στον καταυλισμό. Έψαχνε για τυχόν σημάδια στον ορίζοντα, ότι οι Μελανοί πλησίαζαν, οργανωμένοι κι έτοιμοι να επιτεθούν. Μα, μέχρι στιγμής, κανένα τέτοιο σημάδι δεν είχε δει. Και ήξερε ότι, όπου νάταν, θα έρχονταν τα ενεργειακά αποθέματα, και η εκστρατεία θα συνεχιζόταν με τον προηγούμενό της ρυθμό –τον ρυθμό που δεν του έδινε την ευκαιρία να διαμορφώσει την εκδίκησή του όπως επιθυμούσε.

Δεν έχουν αργήσει πολύ, όμως; σκέφτηκε ο Κάραγγελ. Ο γαλανομούτσουνος Παντοκρατορικός έλεγε ότι, κανονικά, το φορτηγό πρέπει να είχε έρθει ώς το βράδυ…

Είχε δεν είχε ολοκληρώσει τούτη τη σκέψη και είδε την Πριγκίπισσα Θυάλκνα να τον ζυγώνει, ντυμένη με την αρματωσιά της από φολίδες λεοντόσαυρου κι έχοντας το σπαθί της περασμένο στην πλάτη.

«Ο Αλκίνοος ανησυχεί,» του είπε, φτάνοντας κοντά του.

«Γιατί;»

«Επειδή το φορτηγό δεν έχει επιστρέψει ακόμα. Αναρωτιέται αν κάτι τού έτυχε.»

Ο Κάραγγελ συνοφρυώθηκε. «Σαν τι;»

«Οτιδήποτε.» Η Πριγκίπισσα κάθισε κοντά του.

Ο Κάραγγελ έμεινε για λίγο σιωπηλός· έπειτα, είπε: «Σκέφτεται να κάνει κάτι για να διαπιστώσει τι έγινε; Σκέφτεται να στείλει κάποιον;»

«Αν το σκέφτεται, δε μου το είπε. Μάλλον, σκοπεύει να περιμένει ώς το πρωί, προτού κινηθεί με οποιονδήποτε τρόπο.»

«Εσύ τι πιστεύεις, Πριγκίπισσα; Τι μπορεί να συνέβη;»

«Υποθέτω ότι απλά υπήρξε κάποια καθυστέρηση στο φόρτωμα των ενεργειακών φιαλών. Δε νομίζω ότι πρόκειται για τίποτα το ανησυχητικό. Ο Αλκίνοος» –έστρεψε το βλέμμα της προς τη σκηνή του Στρατηγού– «μοιάζει, γενικά, πολύ νευρικός μ’ετούτη την εκστρατεία…»

«Γιατί την ανέλαβε, τότε;» μούγκρισε ο Κάραγγελ.

«Τι εννοείς;» Η Θυάλκνα έστρεψε πάλι το βλέμμα της στον Πρωτοσπαθάριο. «Αυτές ήταν οι διαταγές του.»

«Ο Επόπτης, τότε, θα έπρεπε να είχε αναθέσει την αρχηγεία της εκστρατείας σε κάποιον άλλο, καλύτερο. Πιο… πρόθυμο.»

«Ίσως. Ή ίσως να μην είχε κανέναν καλύτερο, ή πιο πρόθυμο.»

*

Όταν ο Κάραγγελ μπήκε στη σκηνή του και ξάπλωσε, για να κοιμηθεί, το όνειρο επέστρεψε. Εντονότερο ετούτη τη φορά. Πολύ εντονότερο.

Ο Κάραγγελ είδε τον εαυτό του –ναι, τον είδε από πάνω και από πίσω, σαν το πνεύμα του να ήταν, κάπως, αποκομμένο απ’το σώμα του– να κατεβαίνει μέσα σε μια τρύπα του ξερού εδάφους, όπου πρόχειρα σκαλιά ήταν λαξεμένα, ή ίσως να μην επρόκειτο για τίποτα παραπάνω από οριζόντιες ρωγμές. Τα πόδια του με δυσκολία κατάφερναν να πατήσουν εκεί, και, καθώς ήταν ξυπόλυτος, αισθανόταν τις πέτρες να τον κόβουν, να μπήγονται στη σάρκα του.

Από το βάθος, μια βαριά αναπνοή ερχόταν, και ο Κάραγγελ αυτή την αναπνοή ήταν που ακολουθούσε.

Ψάχνω να βρω κάτι ζωντανό; Η σκέψη διαπέρασε το μυαλό του, αλλά δεν μπορούσε να σταματήσει τον ονειρικό εαυτό του απ’το να προχωρά, κατεβαίνοντας τα σκαλοπάτια.

–Μια σήραγγα, ξαφνικά! Τώρα, ήταν σε μια σήραγγα, στα τοιχώματα της οποία ρίζες απλώνονταν, και στο έδαφος υπήρχε νερό που έφτανε ώς τους μηρούς του Κάραγγελ, παγώνοντάς τον.

Η αναπνοή ακουγόταν πιο βαριά, και συνοδευόταν από το κροτάλισμα αλυσίδων.

Είναι κανείς εκεί; άκουσε ο Κάραγγελ τον εαυτό του να φωνάζει. Είναι κανείς εκεί;

Μια τρύπα άρχισε να ρουφά το νερό, σχηματίζοντας δίνη!

Ο Κάραγγελ προσπάθησε να κρατηθεί από τις ρίζες, για να μην παρασυρθεί· οι ρίζες, όμως, γλίστρησαν απ’τα χέρια του, σαν φίδια που ήθελαν να τον αποτινάξουν.

Η δίνη τον ρούφηξε, στέλνοντάς τον μέσα στο νερό, σ’έναν υποβρύχιο κόσμο, γεμάτο βράχους και παράξενες σπηλιές, όπου το φως ερχόταν από λαξεύματα. Λαξεύματα που όλα απεικόνιζαν το ίδιο σύμβολο: τρεις σπείρες, από τις οποίες ξεπρόβαλλαν ουρές. Το ίδιο σύμβολο και το ίδιο σύμβολο και το ίδιο σύμβολο, παντού γύρω του· και η συνεχής επανάληψη έμοιαζε να φτιάχνει μια ευρύτερη εικόνα –ή, μήπως, το φανταζόταν;

Δεν είχε χρόνο! Έπρεπε να βιαστεί, γιατί –ο αέρας τού τελείωνε! –και μονάχα νερό τον περιέβαλλε! Δεν είχε χρόνο! Ο Κάραγγελ κολύμπησε γρήγορα, χαμένος ανάμεσα στους βράχους και στις σπηλιές.

Πού είναι η έξοδος;

Πού είναι η επιφάνεια;

Πώς βγαίνω από εδώ;

Τα πνευμόνια του έκαιγαν.

–Τα μάτια του άνοιξαν.

Είδε από πάνω του ένα φωτεινό σύμβολο. Το ίδιο σύμβολο, πάλι!

Το οποίο χάθηκε, καθώς το φως του έσβησε.

Τα πνευμόνια του Κάραγγελ άνοιξαν· μπορούσε ξανά να αναπνεύσει. Και τώρα, από πάνω του ήταν μια οροφή. Από δέρμα.

Η σκηνή του. Ήταν στη σκηνή του.

Ζαλισμένος, ανακάθισε πάνω στο στρώμα, ακουμπώντας τους αγκώνες του στα γόνατά του και το πρόσωπό του στις παλάμες του.

Νυράθα, Κυρά των Ονείρων, τι μου συμβαίνει;

Σηκώθηκε και, στο φως των κεριών, ζύγωσε ένα μπαούλο. Το άνοιξε και πήρε από μέσα μια κούπα κι ένα μπουκάλι. Γέμισε την κούπα με ίνφετ και επέστρεψε το μπουκάλι στο μπαούλο.

Ήπιε, βαθιά.

Τι ήθελε να μου πει το Ιερό Δέντρο; Τι ήθελε να μου πει; Δεν μπορώ να καταλάβω! Δεν μπορώ να ΚΑΤΑΛΑΒΩ!

Έσφιξε την κούπα μέσα στη χούφτα του, κι ύστερα τη στράγγισε, και την ξαναγέμισε με ίνφετ.

Πού μπορούσε να βρει απαντήσεις; Μονάχα ένας σαμάνος των Τουρβάλκλι θα είχε τις απαραίτητες γνώσεις για να του πει τι συνέβαινε· αλλά τώρα όλοι οι Τουρβάλκλι ήταν νεκροί –και, μα τα Δόντια του Άρσαγκαρ, οι Μελανοί θα πληρώσουν για τούτο!

Ο Κάραγγελ βγήκε απ’τη σκηνή του, ντυμένος μόνο με την περισκελίδα του, αφήνοντας το νυχτερινό ψύχος να παγώσει τον ιδρώτα επάνω στο σώμα του.

Ο καταυλισμός ήταν ήσυχος. Οι περισσότεροι κοιμόνταν· μονάχα οι φρουροί ήταν έξω, προσέχοντας μήπως κανένας εχθρός ζυγώσει. Προφανώς, όμως, κανένας δεν ερχόταν. Οι Μελανοί, δειλοί καθώς είναι, έχουνε λουφάξει στις τρύπες τους.

Ο Κάραγγελ ήπιε μια γουλιά ίνφετ.

Και ούτε το φορτηγό με τις ενεργειακές φιάλες έχει φανεί ακόμα… παρατήρησε. Μάλλον, η Πριγκίπισσα είχε άδικο. Ετούτη δε μπορεί νάναι μια απλή καθυστέρηση.

Τι να είχε συμβεί, όμως; Ποιος να είχε επιτεθεί στο όχημα, μέσα στις περιοχές των Λευκών; Ή, μήπως, δεν επρόκειτο για επίθεση; Μήπως οι ηλίθιοι Παντοκρατορικοί είχαν πέσει σε κάποια θύελλα και είχαν πάθει ζημιές; Ο Κάραγγελ δε θα το απέκλειε. Δε θα το απέκλειε καθόλου.

Επέστρεψε στη σκηνή του.

*

Το πρωί, ο Αλκίνοος Λιτόγελος συνάντησε τον Πρωτοσπαθάριο Κάραγγελ και την Πριγκίπισσα Θυάλκνα, και το γαλανό δέρμα του ήταν πιο χλωμό απ’ό,τι συνήθως, πιο ανοιχτόχρωμο. Πράγμα το οποίο δεν συνέβαινε ποτέ στους Λευκούς, αλλά οι Λευκοί είχαν παρατηρήσει ότι συνέβαινε σε άλλους, ειδικά όταν ήταν φοβισμένοι ή ανήσυχοι.

«Η ενέργεια δεν έχει έρθει,» είπε ο Στρατηγός, καθώς οι τρεις τους στέκονταν μπροστά από τη σκηνή του. «Πρέπει κάτι να έχει συμβεί στο φορτηγό.» Το έλεγε σα να ανακοίνωνε ότι είχε φτάσει η συντέλεια του σύμπαντος.

Ο Κάραγγελ είχε τα χέρια του σταυρωμένα εμπρός του. «Και τι θέλεις να κάνουμε εμείς γι’αυτό;»

«Τίποτα συγκεκριμένο,» αποκρίθηκε, κάπως απότομα, ο Αλκίνοος. «Πρέπει, όμως, να μάθουμε τι έγινε. Να στείλουμε κάποιους.»

«Άλλο ένα φορτηγό;»

Ο Αλκίνοος φάνηκε διστακτικός. «Ίσως… Δεν είμαι σίγουρος. Σκέφτομαι πως… Πρωτοσπαθάριε, αν κάποιοι επιτέθηκαν στο ένα φορτηγό, ίσως να επιτεθούν και στο άλλο.»

«Ποιοι μπορεί να του επιτέθηκαν; Περιοχές των Λευκών διέσχιζε, στις οποίες δε θυμάμαι να γίνεται καμια φυλετική διαμάχη ετούτο τον καιρό.»

«Δεν αναφέρομαι σε εσωδιαστασιακές συγκρούσεις, Πρωτοσπαθάριε. Οι επαναστάτες είναι που με ανησυχούν.»

Ο Κάραγγελ ύψωσε ένα του φρύδι. «Οι επαναστάτες;»

«Δεν ξέρεις για την Επανάσταση; Τη μάστιγα της εποχής μας; Έχουν εξαπλωθεί παντού, τελευταία!»

«Τους ξέρω, Στρατηγέ· αλλά τι σχέση μπορεί νάχουν αυτοί με την εκστρατεία μας;»

«Οι επαναστάτες μπλέκονται εκεί που δεν το περιμένεις,» είπε ο Αλκίνοος.

«Κι αν είναι επαναστάτες,» ρώτησε η Πριγκίπισσα Θυάλκνα, «τι έγινε; Δε μπορεί να έχουν αρκετές δυνάμεις για να μας επιτεθούν! Ίσως να έστησαν ενέδρα σ’ένα φορτηγό, αλλά από κει και πέρα….» Μόρφασε.

«Όλα τούτα, βέβαια, δεν είναι παρά υποθέσεις,» τόνισε ο Αλκίνοος.

«Μονάχα ένας τρόπος υπάρχει για να μάθουμε, Στρατηγέ,» είπε η Θυάλκνα: «να στείλουμε κάποιους στην Ελρείσβα. Εκεί, θα μας πληροφορήσουν αν το φορτηγό έφτασε ή όχι.»

Ο Αλκίνοος αναστέναξε. «Ναι, δυστυχώς έτσι φαίνεται πως πρέπει να γίνει. Δυστυχώς…»

Χάνουμε χρόνο, σκέφτηκε ο Κάραγγελ. Αυτό σ’απασχολεί, Στρατηγέ, σωστά; Αυτό σε φοβίζει. Φοβάσαι μήπως οι Μελανοί οργανωθούν και μας επιτεθούν όσο δεν διαθέτουμε ακόμα αρκετή ενέργεια. Είσαι δειλός, που προτιμά να αποφεύγει τον δίκαιο πόλεμο! Δεν είπε, όμως, τίποτα απ’αυτά, φυσικά, αν και, για μια στιγμή, παραλίγο να ξεφύγουν απ’το στόμα του. Δάγκωσε τη γλώσσα του και δε μίλησε.

«Θα πάω εγώ,» δήλωσε η Θυάλκνα. «Μαζί με μερικούς πολεμιστές κι ένα από τα οχήματα.»

Ο Αλκίνοος την κοίταξε αιφνιδιασμένος, αλλά η πρότασή της δε φάνηκε να τον δυσαρεστεί. «Όπως επιθυμείτε, Υψηλοτάτη,» είπε.

«Εκτός αν έχουμε κάτι άλλο να πούμε, λοιπόν, καλύτερα να πηγαίνω…» Η Θυάλκνα κοίταξε μια τον Κάραγγελ και μια τον Αλκίνοο.

Ο Πρωτοσπαθάριος αποκρίθηκε: «Δε νομίζω ότι υπάρχει κάτι άλλο, Πριγκίπισσα. Ο Σάρκλιφ να είναι μαζί σου.»

«Σ’ευχαριστώ, Κάραγγελ. Δε θ’αργήσω να επιστρέψω, ό,τι κι αν μάθω, τελικά, στην Ελρείσβα. Εν τω μεταξύ, μη φύγετε από εδώ, σε καμία περίπτωση.»

Ο Αλκίνοος κατένευσε. «Ασφαλώς, Πριγκίπισσά μου.»

Ο Κάραγγελ έμεινε σιωπηλός.

Η Θυάλκνα στράφηκε και βάδισε προς το ένα από τα δύο φορτηγά οχήματα του Θρόνου της Ελρείσβα, φωνάζοντας στους πολεμιστές της να έρθουν.

Ελπίζω, σκέφτηκε ο Κάραγγελ, να μη σε χάσουμε κι εσένα, Πριγκίπισσα. Θα ήταν μεγάλη απώλεια για τους Λευκούς.

•5•

Η Πριγκίπισσα Θυάλκνα καθόταν δίπλα στη θέση του οδηγού, καθώς το όχημα διέσχιζε τις ερήμους του Θυέλλης Τόπου. Στο τιμόνι ήταν ένας πολεμιστής που ονομαζόταν Λάτμερ και το δέρμα του ήταν πορφυρό· ωστόσο, θεωρείτο πως ανήκε στους Λευκούς. Η μητέρα του είχε, κάποτε, ταξιδέψει σε άλλες διαστάσεις, και εκεί είχε συνδεθεί μ’έναν πορφυρόδερμο άντρα, τον οποίο είχε, κατόπιν, φέρει στην Αρβήντλια. Η φυλή της της είχε επιτρέψει να τον παντρευτεί, ώστε ο γάμος να νομιμοποιηθεί. Ορισμένα από τα παιδιά τους είχαν γεννηθεί κατάλευκα, ορισμένα ερυθρόδερμα. Ο Λάτμερ ήταν από τα δεύτερα. Αλλά ο δερματικός του χρωματισμός δεν είχε καμία σημασία· η Θυάλκνα τον θεωρούσε από τους καλύτερους πολεμιστές του Θρόνου της Ελρείσβα, και τον έβλεπε όπως κάθε άλλον Λευκό. Στα μάτια της, το δέρμα του θα μπορούσε να ήταν και κάτασπρο.

Επιπλέον, ήταν εξαιρετικός οδηγός, πράγμα το οποίο δεν ήταν τυχαίο. Ένας από τους λόγους που η μητέρα του είχε παντρευτεί τον πατέρα του ήταν επειδή ήταν τόσο καλός στην οδήγηση οχημάτων.

«Κοιτάξτε, Πριγκίπισσά μου,» είπε ο Λάτμερ, όταν βρίσκονταν στα μισά της διαδρομής τους. «Αντίκρυ μας.»

Η Θυάλκνα στένεψε τα μάτια, προσπαθώντας να διακρίνει μέσα στο ασθενικό φως της Σκιερής Ημέρας. Πτώματα; «Σταμάτα κοντά τους.»

Τα πλησίασαν, και το όχημα σταμάτησε. Τώρα, ήταν πλέον φανερό πως επρόκειτο για πτώματα. Γύπες και τσακάλια τρέφονταν από τις σάρκες τους, αλλά σκόρπισαν, τρομαγμένα, καθώς το μεγάλο, μεταλλικό κατασκεύασμα ήρθε κοντά.

Παντοκρατορικοί, σκέφτηκε η Θυάλκνα, βλέποντας τις λευκές στρατιωτικές στολές των νεκρών. Άνοιξε την πόρτα που βρισκόταν πλάι της και πήδησε έξω απ’το όχημα. Οι πολεμιστές της βγήκαν επίσης, σχηματίζοντας έναν προστατευτικό κλοιό γύρω της· μάλλον, φοβόνταν ότι ίσως εχθροί να βρίσκονταν ακόμα εδώ.

Η Πριγκίπισσα, ωστόσο, δεν το νόμιζε· όποιοι κι αν ευθύνονταν για τούτη την καταστροφή πρέπει να είχαν φύγει. Πλησίασε τα κουφάρια και κοίταξε τα πρόσωπά τους, αναγκαζόμενη να αναποδογυρίσει μερικά από αυτά με το μποτοφορεμένο πόδι της. Δεν ήταν σίγουρη αν ετούτοι ήταν οι στρατιώτες που είχε στείλει ο Στρατηγός Αλκίνοος για να φέρουν ενέργεια –δε θυμόταν την όψη τους–, μα είχε την υποψία πως αυτοί ήταν. Ποιοι άλλοι Παντοκρατορικοί πολεμιστές θα τριγύριζαν μες στις ερήμους και θα δέχτηκαν τέτοια επίθεση; Οι Παντοκρατορικοί δε συνήθιζαν να ταξιδεύουν· καταλάμβαναν κάποια στρατηγικά πόστα (όπως ήταν η Ελρείσβα, για παράδειγμα) και έμεναν εκεί, ελέγχοντας τη γύρω περιοχή χωρίς οι ίδιοι να περιφέρονται παντού.

Πού είναι, όμως, το όχημά τους; Η Θυάλκνα κοίταξε προς όλες τις μεριές του ορίζοντα, μα δεν το είδε πουθενά. Αν κάποιοι το είχαν καταστρέψει, τα συντρίμμια του θα ήταν φανερά· επομένως, πρέπει να το έκλεψαν.

Το είχαν κλέψει, όμως, προτού φτάσουν οι στρατιώτες στην Ελρείσβα ή καθώς επέστρεφαν;

Και ποιοι μπορεί να το είχαν κάνει αυτό; Ήταν, όντως, οι επαναστάτες, όπως υπέθετε ο Αλκίνοος;

Αποκλείεται να βρούμε τα ίχνη τους μες στην έρημο.

«Συνεχίζουμε,» είπε η Πριγκίπισσα στους πολεμιστές της, και σκαρφάλωσε πάλι μέσα στο όχημα.

Ο Λάτμερ δεν είχε σηκωθεί απ’τη θέση του οδηγού. «Προς την Ελρείσβα, Πριγκίπισσά μου;» ρώτησε.

Η Θυάλκνα ένευσε. «Ναι. Θέλω να μάθω αν τους σκότωσαν στον πηγεμό ή στην επιστροφή.»

Οι πολεμιστές της είχαν ξαναμπεί στο εσωτερικό του οχήματος, έτσι ο Λάτμερ το ξεκίνησε, σηκώνοντας σκόνη γύρω απ’τους μεγάλους τροχούς του.

Από πάνω τους, το φωτεινό στεφάνι της Σκιερής Ημέρας πλησίαζε στο κέντρο του ουρανού.

*

«Βασιληά μου, η κόρη σας είναι εδώ,» ανέφερε ο υπηρέτης.

Ο Βασιληάς Ίρσολμπελ βρισκόταν στην Αίθουσα του Θρόνου, μαζί με μερικούς συμβουλάτορές του, καθώς και τον Παντοκρατορικό Επόπτη Ευρύμαχο. Κανένας τους δεν ήταν καθισμένος· στέκονταν όλοι μπροστά από τον ξύλινο Θρόνο της Ελρείσβα και συζητούσαν σχετικά μ’ένα θέμα που αφορούσε το εμπόριο της ενέργειας.

«Ποια κόρη μου;» ρώτησε ο Ίρσολμπελ τον υπηρέτη, παραξενεμένος και αιφνιδιασμένος.

«Μία κόρη δεν έχεις, πατέρα;» είπε η Πριγκίπισσα Θυάλκνα, μπαίνοντας στην Αίθουσα του Θρόνου, ντυμένη με την αρματωσιά της από φολίδες λεοντόσαυρου, και με το ξίφος της περασμένο στην πλάτη.

Ο Ίρσολμπελ συνοφρυώθηκε. «Θυάλκνα… Τι κάνεις εδώ; Η εκστρατεία;»

«Με περιμένει,» αποκρίθηκε η Πριγκίπισσα. Και συνέχισε: «Στείλαμε ένα φορτηγό στην Ελρείσβα, για να ανεφοδιαστούμε με ενέργεια. Ήρθε;»

«Φυσικά και ήρθε.» Δεν ήταν ο Βασιληάς Ίρσολμπελ που μίλησε, αλλά ο Επόπτης Ευρύμαχος, που η όψη του είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει, καθώς διαισθανόταν ότι η Πριγκίπισσα βρισκόταν εδώ για να αναφέρει κάτι άσχημο.

«Σ’εμάς, όμως, δεν έφτασε ποτέ.»

«Για ποιο λόγο;»

«Τους επιτέθηκαν καθοδόν,» εξήγησε η Θυάλκνα. «Βρήκα πτώματα, καθώς ταξίδευα προς την Ελρείσβα. Πτώματα Παντοκρατορικών στρατιωτών, Επόπτη.»

Η όψη του Ευρύμαχου είχε τώρα αγριέψει. «Και το φορτηγό; Τα αποθέματα ενέργειας;»

Η Θυάλκνα ανασήκωσε τους ώμους. «Άφαντα.»

Ο Ευρύμαχος έσφιξε το μαύρο ραβδί μέσα στη γροθιά του, το οποίο ήταν στολισμένο με χρυσό, άργυρο, και πολύτιμους λίθους. «Ποιος ευθύνεται γι’αυτό;»

«Ο Στρατηγός Αλκίνοος υποπτεύεται ότι ίσως να ευθύνονται οι επαναστάτες, χωρίς, βέβαια, ο ίδιος να έχει δει τα πτώματα. Την υπόθεση αυτή την έκανε όσο βρισκόμουν μαζί με την εκστρατεία και το φορτηγό αργούσε να έρθει.»

Ο Ευρύμαχος καταράστηκε στο όνομα κάποιου Σκοτοδαίμονος –ενός διαβολικού θεού που η Θυάλκνα είχε ακούσει ότι υπήρχε στη Ρελκάμνια, τη διάσταση-έδρα της Παντοκρατορίας. «Κανένα άλλο σημάδι εντόπισες, Πριγκίπισσα;» ρώτησε ο Επόπτης.

«Όπως;»

«Από πού ήρθαν οι επαναστάτες.»

«Αυτό δεν είναι εύκολο να βρεθεί, λόγω της φύσης του τοπίου. Μπορεί να ήρθαν από οποιαδήποτε κατεύθυνση.»

Ο Ευρύμαχος καταράστηκε πάλι, βηματίζοντας μέσα στην αίθουσα με το ραβδί του πιασμένο πίσω απ’την πλάτη.

«Υπάρχει κίνδυνος για την εκστρατεία, δηλαδή;» ρώτησε ο Ίρσολμπελ τη Θυάλκνα.

«Δεν ξέρω, πατέρα,» αποκρίθηκε εκείνη. «Δε νομίζω, όμως. Αν αυτοί οι επαναστάτες μπορούσαν να μας επιτεθούν ανοιχτά, πιστεύω, θα το είχαν κάνει, όποιοι κι αν είναι και όποιος κι αν είναι ο σκοπός τους.»

«Ο σκοπός τους είναι να προκαλούν προβλήματα στο ευνομούμενο καθεστώς της Παντοκρατορίας!» είπε απότομα ο Ευρύμαχος, γυρίζοντας να την κοιτάξει. «Ο σκοπός τους είναι να φέρνουν το χάος εκεί όπου βασιλεύει η τάξη! Ο σκοπός τους είναι η έλλειψη σκοπού!» Σταμάτησε να μιλά, προσπαθώντας να συγκρατήσει τον εκνευρισμό του. «Πριγκίπισσα,» ρώτησε, «θα ανεφοδιάσεις εσύ την εκστρατεία;»

«Αυτό σκεφτόμουν–»

«Μπορεί να είναι επικίνδυνο,» παρενέβη ο Ίρσολμπελ. «Αν οι επαναστάτες επιτέθηκαν στο προηγούμενο φορτηγό, πολύ πιθανόν να επιτεθούν και στο δικό σου.»

Τα μάτια της Θυάλκνα στένεψαν. «Άστους να προσπαθήσουν, πατέρα.»

«Δε χρειάζονται τέτοιοι άσκοποι ηρωισμοί!» είπε ο Ευρύμαχος. «Δε θέλω να χαθούν άλλες τόσες φιάλες ενέργειας. Το κόστος αρχίζει να μεγαλώνει με άσχημο ρυθμό, Βασιληά μου.»

Ο Ίρσολμπελ δε μίλησε· φαινόταν, όμως, προβληματισμένος. Ανέβηκε τα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στον ξύλινο Θρόνο και κάθισε, σιωπηλά, ακουμπώντας το σαγόνι του στη γροθιά του.

«Θα μας δώσετε κάποιους φρουρούς, Υψηλότατε;» ρώτησε η Θυάλκνα τον Ευρύμαχο. Ποτέ δεν είχε συνηθίσει να του μιλά στον πληθυντικό όταν εκείνος της μιλούσε στον ενικό, και ποτέ δεν είχε συνηθίσει να τον αποκαλεί Υψηλότατε· ωστόσο, τα έκανε και τα δύο, γιατί ο πατέρας της της το είχε ζητήσει, λέγοντας ότι έπρεπε να τα έχουν καλά με την Παντοκρατορία. Κι επιπλέον, δεν ήταν τίποτα σπουδαίο να τηρούν τους τύπους, ήταν;

Για μια στιγμή, η Πριγκίπισσα αναρωτήθηκε αν οι επαναστάτες ήταν άνθρωποι που είχαν βαρεθεί να ανέχονται τους Επόπτες.

«Φρουρούς…» είπε ο Ευρύμαχος, συνεχίζοντας να βηματίζει μες στην αίθουσα κι αγνοώντας τους συμβουλάτορες του Βασιληά Ίρσολμπελ, καθώς περνούσε ανάμεσά τους. «Έχουμε στείλει ήδη αρκετούς πολεμιστές μας σε τούτη την εκστρατεία, Πριγκίπισσα–»

«Θα προσφέρω δικούς μου–» άρχισε ο Ίρσολμπελ.

«Μη με διακόπτετε, παρακαλώ, Βασιληά μου,» είπε ο Ευρύμαχος, με τρόπο ευγενικό αλλά απότομο συγχρόνως: τρόπο που υποδήλωνε ότι δε θα το ανεχόταν ξανά. «Θα μπορούσαμε να στείλουμε δύο από τα αεροπλάνα που ήρθαν χτες βράδυ. Ήδη έχουμε αρχίσει να τα προετοιμάζουμε για την εκστρατεία.»

«Τα αεροπλάνα,» είπε ο Ίρσολμπελ, «πετάνε στον αέρα. Ποιος θα προστατέψει το φορτηγό στη γη, αν δεχτεί επίθεση;»

«Τα αεροπλάνα πετάνε στον αέρα, αλλά βάλλουν στη γη, Βασιληά μου,» αποκρίθηκε ο Ευρύμαχος, σα να εξηγούσε κάτι απλό σ’ένα παιδάκι. «Έχουμε προσαρτήσει ενεργειακά κανόνια επάνω τους. Αν εντοπίσουν τους επαναστάτες να ζυγώνουν, θα τους κάνουν σκόνη.»

Ο Ίρσολμπελ έστριψε τα πλούσια μούσια του ανάμεσα στον δείκτη και τον μέσο του δεξιού του χεριού, αμίλητος.

Ο Ευρύμαχος ρώτησε τη Θυάλκνα: «Πώς σου φαίνεται η ιδέα, Πριγκίπισσα;»

«Δεν είναι άσχημη, Επόπτη,» αποκρίθηκε εκείνη.

«Χαίρομαι, λοιπόν, που είμαστε σύμφωνοι. Δύο από τα αεροπλάνα μας θα σε συνοδέψουν, όταν θα έχεις ανεφοδιαστεί και θα κατευθύνεσαι προς τα υπόλοιπα οχήματα της εκστρατείας.»

«Και τα άλλα αεροπλάνα; Θα μείνουν εδώ;»

«Προς το παρόν, ναι. Όταν έρθει η ώρα, όμως, θα τα στείλω για να σας συντρέξουν. Απ’ό,τι καταλαβαίνω, θα έχετε δυσκολία να κατεβείτε στο Φαράγγι του Πεπρωμένου με τα οχήματά σας, σωστά;»

«Αυτό είναι αλήθεια,» είπε η Θυάλκνα.

«Τα μαχητικά αεροπλάνα μου θα ρημάξουν ό,τι βρίσκεται στα βάθη του φαραγγιού, χωρίς να χρειαστεί να κάνουν τίποτα περισσότερο απ’το να πετάξουν από πάνω του.» Τα χέρια του Ευρύμαχου ακούμπησαν στην κορυφή του μακρύ, μαύρου ραβδιού του.

*

«Επαναστάτες! Τόσο κοντά στην Ελρείσβα! Πώς το εξηγείς αυτό;»

Η Αλντάρνη βημάτισε μέσα στο καθιστικό των διαμερισμάτων του Ευρύμαχου. «Δε μπορώ να το εξηγήσω… Θα έπρεπε, κανονικά, να είχαν βρεθεί–»

«Ναι,» είπε ο Ευρύμαχος. «Κανονικά, θα έπρεπε.» Τα μάτια του τη διαπερνούσαν, αλλά όχι με ερωτικό τρόπο τώρα.

«Θες να πεις ότι δεν κάνω σωστά τη δουλειά μου;» αντιγύρισε η Αλντάρνη, στεκόμενη για να τον αντικρίσει.

«Το κατασκοπευτικό δίκτυο θα έπρεπε να ξέρει για τους επαναστάτες, δε θα έπρεπε;»

«Το κατασκοπευτικό δίκτυο ξέρει για τους επαναστάτες–»

«Τότε, γιατί συνέβη αυτό;» γρύλισε ο Ευρύμαχος, κοπανώντας το ραβδί του στο πάτωμα. «Αντιλαμβάνεσαι πόσες ενεργειακές φιάλες χάθηκαν με το φορτηγό;»

«Το φταίξιμο δεν είναι δικό μου!» φώναξε η Αλντάρνη. «Ας πρόσεχαν, ο οδηγός του φορτηγού και οι πολεμιστές μαζί του!»

«Τους είχαν στήσει ενέδρα, προφανώς! Τόσο κοντά στην Ελρείσβα!»

«Μες στις ερήμους είπες πως έγινε η επίθεση, όχι κοντά στην Ελρείσβα!»

«Δηλαδή, έπρεπε να γίνει μέσα στην ίδια την καταραμένη την πόλη; Είναι απαράδεκτο που υπάρχουν ενεργοί επαναστάτες σε τούτα τα μέρη! Θα έπρεπε να είχαν, προ πολλού, βρεθεί και εξολοθρευτεί!»

«Ευρύμαχε,» είπε η Αλντάρνη, «γνωρίζεις πολύ καλά ότι είναι αδύνατον να ελέγχονται όλες οι φυλές. Ίσως κάποιες απ’αυτές να πήγαν με την Επανάσταση–»

«Τότε, θέλω να βρεθούν οι προδότες και να πεθάνουν!» πρόσταξε ο Ευρύμαχος. «Θα μου τους βρεις, Αλντάρνη; Μπορείς να μου τους βρεις; Ή θα έχει κι αυτή η υπόθεση την ίδια μοίρα με το λόγο της επίθεσης κατά των Τουρβάλκλι;»

«Μη συγχέεις άσχετα πράγματα!»

«Η δουλειά σου είναι να μου αποκαλύπτεις ό,τι δεν μπορώ άμεσα να δω! Δε συγχέω πράγματα.»

«Οι επαναστάτες θα βρεθούν,» τον διαβεβαίωσε, ξερά, η Αλντάρνη. «Θα μάθω ποιες φυλές έχουν πάει με την Επανάσταση, το συντομότερο δυνατό. Σίγουρα, δε θα βρίσκονται πολύ μακριά από την Ελρείσβα· μέσα σε ακτίνα εκατό χιλιομέτρων νότια της πόλης θα είναι, έτσι όπως μου περιέγραψες την κατάσταση.

»Υπάρχει κάτι άλλο που θα ήθελες, Επόπτη, ή θα μπορούσα να αρχίσω τη δουλειά μου;»

«Πήγαινε,» της είπε ο Ευρύμαχος, κάνοντας μια αποδεσμευτική χειρονομία με το αριστερό του χέρι.

Η Αλντάρνη έφυγε απ’τα διαμερίσματά του με το σαγόνι της σφιγμένο.

Το καθίκι του Σκοτοδαίμονος! Συνέβη μια τυχαία καταστροφή και πρέπει ΕΓΩ να φταίω γι’αυτό! Έχει τρελαθεί; Δεν έχει ιδέα πόσο μπλεγμένη είναι η δουλειά ενός κατασκόπου στην Αρβήντλια! Δεν έχει ιδέα! Εδώ, δεν ήταν τόσο απλό να παίρνει κανείς πληροφορίες, όπως σε άλλες διαστάσεις. Υπήρχαν ένα σωρό φυλές· το κατασκοπευτικό δίκτυο «έσπαγε» από τις μεγάλες αποστάσεις στις ερήμους· και η έμφυτη μυστικοπάθεια των Αρβήντλιων δε βοηθούσε τα πράγματα καθόλου!

Και έφταιγα ΕΓΩ για την καταραμένη επίθεση κατά του φορτηγού!

Το καθίκι!...

*

Η Πριγκίπισσα Θυάλκνα είχε την πλάτη της ακουμπισμένη στο πλάι του φορτηγού και τα χέρια της σταυρωμένα εμπρός της, καθώς περίμενε να φέρουν τις ενεργειακές φιάλες και να γεμίσουν το όχημα, ώστε να μπορέσει να επιστρέψει στην εκστρατεία. Οι πολεμιστές της είχαν, εν τω μεταξύ, πάει να φάνε κάτι και να ξεκουραστούν, γιατί ήταν μεσημέρι. Η ίδια δεν αισθανόταν την ανάγκη ούτε να φάει ούτε να κοιμηθεί. Είχε πιει μονάχα λίγο νερό, για να υγράνει τον λαιμό της.

Και είχε αρχίσει να το μετανιώνει. Η κοιλιά της γουργούριζε, ζητώντας φαγητό· και η Θυάλκνα σκεφτόταν ότι καλύτερα να πήγαινε στα διαμερίσματά της, να κάνει ένα μπάνιο, να φάει, και να ξαπλώσει στο μεγάλο της κρεβάτι, παρά να στέκεται εδώ, σε τούτη την καυτή αυλή.

Ήταν σχεδόν έτοιμη να φύγει, όταν είδε μια γυναίκα να την πλησιάζει, ξεπροβάλλοντας κάτω από μια καμάρα, ντυμένη μ’ένα φαρδύ, πράσινο πέπλο.

«Πριγκίπισσα,» χαιρέτησε η Ταράλβι.

«Ο άντρας σου είναι καλά,» της είπε η Θυάλκνα, γνωρίζοντας ότι η ξαδέλφη της, μάλλον, γι’αυτόν ερχόταν να τη ρωτήσει. Πρέπει ν’ανησυχούσε για τον Κάραγγελ. «Σωματικά, τουλάχιστον.»

Η Ταράλβι συνοφρυώθηκε. «Τι πάει να πει αυτό;» ρώτησε με παράδοξα ήρεμη φωνή. Η Ταράλβι πάντοτε –ή, τουλάχιστον, συνήθως– ήταν παράδοξα ήρεμη. Στωική.

«Δε νομίζω ότι αισθάνεται ικανοποιημένος μ’αυτό που συμβαίνει.»

«Με ποιο;»

«Την εκστρατεία. Πηγαίνουμε στα χωριά των Μελανών, τα διαλύουμε… αυτό.»

«Γιατί; Ήθελε εκδίκηση για τη γενοκτονία της φυλής του.»

Η Θυάλκνα ένευσε. «Δεν του αρέσει, όμως, η μέθοδος των Παντοκρατορικών. Επιθυμεί μια πιο άμεση σύγκρουση.»

«Καταλαβαίνω…» είπε η Ταράλβι. «Κι εσύ;» ρώτησε. «Συμφωνείς μαζί του;»

«Δεν είναι προσωπικό το ζήτημα για μένα, ξαδέλφη,» αποκρίθηκε η Πριγκίπισσα. «Είναι περισσότερο… διαδικαστικό. Αν και, ναι, καταλαβαίνω κι εγώ τον άντρα σου. Αν βρισκόμουν στη θέση του, μάλλον το ίδιο θα ένιωθα. Οι σύμμαχοί μας βάλλουν με τα ενεργειακά κανόνια τους και ισοπεδώνουν τα πάντα· δε μένει τίποτα παρά μερικοί πανικόβλητοι επιζώντες, τους οποίους μπορούμε να καταδιώξουμε, έφιπποι, και να τους σκοτώσουμε. Ουσιαστικά, δεν προβάλλουν καμια αντίσταση.» Ανασήκωσε τους ώμους. «Η όλη υπόθεση μοιάζει ανούσια.»

«Πες του ότι τον αγαπώ,» ζήτησε η Ταράλβι.

Η Θυάλκνα ένευσε πάλι. «Θα του πω.»

«Και να προσέχεις.»

Ένα λεπτό μειδίαμα χάραξε το πρόσωπο της Πριγκίπισσας. «Τους επαναστάτες; Δε φοβάμαι αυτούς τους επαναστάτες, ξαδέλφη. Δε φοβάμαι κανέναν.»

«Μην υπερεκτιμάς τον εαυτό σου, Θυάλκνα,» είπε η Ταράλβι, σοβαρά.

Η Θυάλκνα γέλασε. «Μ’αρέσεις, ξαδέλφη!» Ακούμπησε το χέρι της στον ώμο της Ταράλβι. «Πάντα έχεις κάτι συνετό να πεις.

»Δε μου λες, έχεις φάει για μεσημέρι;»

«Όχι.»

«Να σε κεράσω στα διαμερίσματά μου;»

«Ευχαρίστως, Θυάλκνα.»

Έφυγαν από την αυλή, αφήνοντας το φορτηγό μόνο του, υπό την επίβλεψη δύο φρουρών.

*

«Ο Ευρύμαχος έχει δίκιο που είναι αναστατωμένος,» είπε ο Άνσελμος, σκεπτικά, αφότου η Αλντάρνη είχε πάψει να βρίζει τον Παντοκρατορικό Επόπτη με όλες τις βρισιές που ήξερε.

«Τι!» Η Αρχικατάσκοπος, που έκανε πέρα-δώθε μέσα στο καθιστικό των δωματίων της, σταμάτησε τώρα να βαδίζει και στράφηκε να κοιτάξει τον Πρέσβη, ο οποίος καθόταν σε μια πολυθρόνα, σταυροπόδι.

«Νομίζω,» είπε ο Άνσελμος, «ότι είναι, όντως, ανησυχητικό το γεγονός ότι οι επαναστάτες μπορούν να σαμποτάρουν τόσο εύκ–»

«Δεν έφταιγα εγώ, όμως, γι’αυτό!» Το λευκό-ροζ πρόσωπο της Αλντάρνης πλησίαζε να γίνει τόσο κόκκινο όσο μιας ερυθρόδερμης γυναίκας.

«Δεν είπα ότι έφταιγες εσύ,» αποκρίθηκε, νηφάλια, ο Άνσελμος. «Είπα ότι είναι ανησυχητικό. Σταμάτα να κάνεις γύρω-γύρω και κάθισε κάτω, Αλντάρνη· έχω αρχίσει να ζαλίζομαι.»

«Κι εγώ έχω αρχίσει να ζαλίζομαι, αλλά για άλλο λόγο!» είπε εκείνη, και πήρε θέση αντίκρυ του.

«Πώς σκοπεύεις να τους βρεις;»

«Θα βάλω να κατοπτεύσουν όλη την περιοχή, γι’αρχή.»

«Και πιστεύεις ότι αυτό θα φέρει αποτελέσματα;»

«Ίσως να εντοπίσω το όχημα,» είπε η Αλντάρνη. «Ολόκληρο φορτηγό είναι· πού θα το έχουν κρύψει;»

«Σε κάποια σπηλιά;»

«Δεν υπάρχουν πολλές σπηλιές μέσα σε εκατό χιλιόμετρα νότια της Ελρείσβα. Και δεν είναι όλες οι σπηλιές κατάλληλες για να κρύψεις ένα τόσο μεγάλο όχημα.»

«Σωστά,» είπε ο Άνσελμος. «Όμως μπορεί οι επαναστάτες να εγκατέλειψαν το όχημα σε κάποιο τυχαίο σημείο και να έφυγαν. Δε σημαίνει πως εκεί όπου θα βρεις το φορτηγό θα βρεις κι αυτούς.»

«Το ξέρω. Αλλά, όπως σου είπα, τούτη δεν είναι παρά η αρχή.»

«Και μετά;»

Η Αλντάρνη συνοφρυώθηκε. «Γιατί θες να ξέρεις;»

Ο Άνσελμος γέλασε. «Δεν είμαι κατάσκοπος, σε διαβεβαιώνω.»

«Αν ήσουν κατάσκοπος, θα το γνώριζα.»

«Βλέπεις;

»Τι θα κάνεις μετά, λοιπόν;»

«Θα χρησιμοποιήσω τις διασυνδέσεις του δικτύου μου, τι άλλο; Θα τους βρω. Εκτός από το φορτηγό, έχουν κλέψει και τις φιάλες, κι αυτές δε νομίζω ότι θα τις εγκαταλείψουν κάπου μέσα στις ερήμους, γιατί, αναμφίβολα, θα τους χρειάζονται. Τόση ενέργεια δεν την πετάς.»

«Ναι, πράγματι,» είπε ο Άνσελμος. «Σου εύχομαι καλή τύχη, γιατί θα τη χρειαστείς.»

Η Αλντάρνη τον αγριοκοίταξε.

«Δε νομίζω ότι θα καταφέρεις τίποτα–»

«Σ’ευχαριστώ πολύ!»

Ο Άνσελμος σηκώθηκε απ’την πολυθρόνα. «Το κακό το κόβεις από τη ρίζα, Αλντάρνη. Αυτά δεν είναι παρά τα παρακλάδια. Ό,τι κι αν βρεις μέσα σε εκατό χιλιόμετρα από την Ελρείσβα –αν, τελικά, βρεις κάτι–, δε θα είναι παρά καμια μικρή ομάδα. Τίποτα το σημαντικό. Τίποτα το ουσιώδες. Τη βάση είναι που πρέπει να καταστρέψουμε. Ο λόγος που οι επαναστάτες έχουν καταφέρει να κάνουν τέτοιες ζημιές τόσο κοντά στην Ελρείσβα είναι ότι έχουν αποκτήσει στην Αρβήντλια περισσότερη επιρροή απ’ό,τι πρέπει· και, για να διαλύσουμε την επιρροή τους, χρειάζεται να διαλύσουμε τη βάση τους στα βουνά δυτικά του Κοράκου Τόπου.»

«Όλο σοφίες είσαι…» μούγκρισε η Αλντάρνη. «Γιατί δεν προσπαθείς εσύ να εντοπίσεις αυτούς τους τρελούς, να δεις τι όμορφα που είναι;»

«Επειδή δεν είναι η δουλειά μου. Η δουλειά μου είναι να διατηρώ την πολιτική κατάσταση σε μια τάξη στον Θρόνο της Ελρείσβα, και αμφιβάλλεις ότι το έχω επιτύχει;»

Η Αλντάρνη τού χτύπησε παλαμάκια. «Μπράβο!»

Ο Άνσελμος μειδίασε. «Είσαι πολύ τσαντισμένη, τελικά, ε;» Βάδισε, για να σταθεί πίσω απ’την καρέκλα της. «Μην ανησυχείς· θα λυθεί, σύντομα, το πρόβλημα.» Έβαλε τα χέρια του στους ώμους της, μαλάσσοντάς τους, αργά, επιδέξια.

Η Αλντάρνη αναστέναξε. «Θα βρω τους επαναστάτες που επιτέθηκαν στο φορτηγό,» του είπε, υψώνοντας το βλέμμα της για να τον κοιτάξει.

«Είμαι βέβαιος πως θα τους βρεις,» αποκρίθηκε ο Άνσελμος, σκύβοντας, για να φιλήσει τα χείλη της.

*

Η Θυάλκνα έφαγε μαζί με την ξαδέλφη της, καθισμένες κι οι δυο τους σε μεγάλα μαλακά μαξιλάρια, με πιατέλες γεμάτες φαγητό ανάμεσά τους. Η Πριγκίπισσα δεν είχε ξύλινο τραπέζι στα διαμερίσματά της· προτιμούσε την απλή επίπλωση, παρότι διέθετε αρκετό πλούτο για να έχει όσα έπιπλα επιθυμούσε, από τα καλύτερα ξύλα της Αρβήντλια ή και από ξύλα άλλων διαστάσεων, σπάνια και εξωτικά.

Καθώς έτρωγαν, συζητούσαν για την εκστρατεία, για τα ορυχεία ενέργειας, για τα μαχητικά αεροπλάνα που είχαν έρθει χτες βράδυ ταράζοντας ολάκερη την Ελρείσβα, αλλά και για πιο απλά κι ανάλαφρα πράγματα.

Όταν τελείωσαν το γεύμα τους, η Ταράλβι ευχαρίστησε τη Θυάλκνα και είπε ότι έπρεπε να επιστρέψει στα παιδιά της. Η Πριγκίπισσα τη χαιρέτησε μ’ένα φιλί σε κάθε μάγουλο, κι εκείνη έφυγε.

Η Θυάλκνα τη συμπαθούσε πολύ αυτή την ξαδέλφη της, και χαμογελούσε αχνά, ικανοποιημένη από την παρέα της, καθώς φώναζε μια υπηρέτρια για να μαζέψει τα πιάτα και τα ποτήρια. Όταν τα αποφάγια είχαν εξαφανιστεί, η Θυάλκνα έκανε ένα δροσερό μπάνιο μέσα στο μεγάλο, πέτρινο λουτρό της (που είχε ακούσει από Παντοκρατορικούς ότι, σε άλλες διστάσεις, θα το ονόμαζαν πισίνα –μια λέξη άγνωστη στην Αρβήντλια) και, μετά, σκουπίστηκε και ξάπλωσε στο κρεβάτι της, ντυμένη μόνο με τα εσώρουχά της.

Η γλυκιά, γαλήνια λήθη του μεσημεριανού ύπνου τύλιξε τη συνείδησή της· και, όταν ξύπνησε, ανασηκώθηκε πάνω στο στρώμα και κοίταξε το ρολόι στον τοίχο. Ήταν ενεργειακό, από αυτά που έφερναν οι Παντοκρατορικοί, και της έδειχνε ότι είχε κοιμηθεί καμια ώρα. Παράξενο· η ίδια θα νόμιζε ότι είχε κοιμηθεί περισσότερο. Αισθανόταν ξεκούραστη.

Σηκώθηκε απ’το κρεβάτι και ζύγωσε το σπαθί της, που ήταν κρεμασμένο στον τοίχο. Το τράβηξε από το θηκάρι και πήγε στο εκπαιδευτήριο των διαμερισμάτων της, όπου άρχισε να μάχεται με αόρατους εχθρούς και με ανθρώπινα ομοιώματα από ύφασμα και άμμο.

Μετά από κάποια ώρα, το κουδούνι της εξώθυρας χτύπησε. Η Πριγκίπισσα, με το ξίφος της ανά χείρας, πήγε και άνοιξε. Μια υπηρέτρια ήταν, η οποία είπε: «Το φορτηγό είναι έτοιμο να ξεκινήσει, Υψηλοτάτη.»

Η Θυάλκνα ένευσε.

Η υπηρέτρια υποκλίθηκε και έφυγε.

Η Πριγκίπισσα σκούπισε τον ιδρώτα απ’το κατάλευκο δέρμα της και φόρεσε ρούχα, μπότες, και την αρματωσιά της από φολίδες λεοντόσαυρου.

Ύστερα, κατέβηκε στην αυλή όπου την περίμενε το φορτηγό, μαζί με τους πολεμιστές της, γεμάτο με ενεργειακές φιάλες.

*

Καθώς το φορτηγό βγήκε απ’τη νότια πύλη της Ελρείσβα, δύο μαχητικά αεροπλάνα πετούσαν από πάνω του και, κάπου-κάπου, έκαναν μεγάλους κύκλους στην περιοχή γύρω του. Στην κάτω μεριά του καθενός ήταν προσαρτημένο ένα ειδικά κατασκευασμένο ενεργειακό κανόνι. Στο εσωτερικό των αεροσκαφών, κάθονταν ένας πιλότος κι ένας Τεχνομαθής μάγος, ο πρώτος για να οδηγεί το σκάφος και να χειρίζεται το κανόνι, κι ο δεύτερος για να ελέγχει την ενεργειακή ροή που, αλλιώς, θα ήταν επικίνδυνη.

Η Πριγκίπισσα Θυάλκνα δεν ήξερε τις λεπτομέρειες για το πώς ακριβώς λειτουργούσαν αυτά τα πράγματα. Καθώς, όμως, έβλεπε τα αεροπλάνα, μέσα από το τζάμι του οχήματός της, όφειλε να παραδεχτεί ότι την τρόμαζαν κάπου βαθιά εντός της. Ή, μάλλον, καλύτερα, της προκαλούσαν δέος, αυτά τα δύο γιγάντια, μεταλλικά πουλιά που γυάλιζαν στον ασθενικό φωτισμό της Σκιερής Ημέρας και μπορούσαν να εξαπολύσουν καταστροφική ενέργεια στη γη.

Κεφάλαιο 5
Τα Ίχνη Ενός Νεκρού

•1•

Ο Αρίσταρχος ήταν κατάσκοπος, ένας πράκτορας της Επανάστασης που γύριζε στις διαστάσεις, ανακαλύπτοντας μυστικά και κρυμμένες αλήθειες. Η καταγωγή του ήταν από την Απολλώνια, και ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος εμπιστευόταν πολύ τις ικανότητές του. Τελευταία, ο Αρίσταρχος βρισκόταν σ’ένα μεγάλο προσωπικό κυνήγι· προσπαθούσε ν’ανακαλύψει κάτι που θα πρόσφερε σημαντική βοήθεια στην Επανάσταση, και, για κάποιον καιρό, ο Ανδρόνικος είχε χάσει τα ίχνη του. Τελικά, ο Αρίσταρχος πρέπει να βρήκε εκείνο που αναζητούσε, γιατί ο Πρίγκιπας πληροφορήθηκε, από μια πράκτορα της Επανάστασης που βρισκόταν στη Σεργήλη, πως την είχε συναντήσει και, εσπευσμένα, της είχε πει δύο πράγματα, προτού εξαφανιστεί: ότι είχε κάνει μια σπουδαία και συνταρακτική ανακάλυψη που ίσως να άλλαζε τα δεδομένα του πολέμου της Επανάστασης κατά της Παντοκρατορίας, και ότι κάποιοι μυστηριώδεις πράκτορες ήταν στο κατόπι του. Κάποιοι πράκτορες που ήταν χειρότεροι από τους κανονικούς πράκτορες της Παντοκράτειρας, είχε τονίσει· και τι μπορούσε να εννοεί με τούτο, ο Ανδρόνικος δεν είχε ιδέα.

Εκτός από αυτά, ο Αρίσταρχος είχε πει στην πράκτορα ότι θα πήγαινε τώρα στη Διάσταση του Φωτός, και ότι δεν μπορούσε άλλο να καθυστερήσει· έπρεπε να βιαστεί.

Κι από τότε, ο Ανδρόνικος είχε χάσει τελείως τα ίχνη του.

Είχε αρχίσει να πιστεύει ότι ίσως να ήταν νεκρός· γιατί, αν ο Αρίσταρχος ζούσε, λογικά θα ερχόταν σ’εκείνον, να του πει τι είχε βρει που ήταν τόσο σημαντικό για την Επανάσταση. Θα διέσχιζε τη Διάσταση του Φωτός, υπέθετε ο Ανδρόνικος, θα έβγαινε στη Σάρντλι, θα περνούσε στον Αιθέρα, και θα κατέληγε έτσι στην Απολλώνια.

Ο Αρίσταρχος, όμως, ήταν εξαφανισμένος.

Ο Πρίγκιπας είχε, λοιπόν, στείλει την Ιωάννα να τον εντοπίσει, λέγοντάς της να ξεκινήσει από τη Διάσταση του Φωτός, αφού, προτού χαθεί, ο Αρίσταρχος εκεί είχε δηλώσει ότι θα κατευθυνόταν. Η Μαύρη Δράκαινα πήγε στο πυρακτωμένο μέρος που ονομαζόταν Διάσταση του Φωτός και, επιστρέφοντας, είπε στον Ανδρόνικο ότι βρήκε τον Αρίσταρχο νεκρό, μέσα σ’ένα όχημα. Η μονωτική ιδιότητα του οχήματος, που κρατούσε έξω την ακτινοβολία της διάστασης, είχε χαλάσει και ο πράκτορας της Επανάστασης είχε πεθάνει. Δολιοφθορά, αναμφίβολα, σκέφτηκε ο Ανδρόνικος· γιατί ο Αρίσταρχος ήταν πολύ προσεκτικός ώστε να ταξιδεύει μέσα σε όχημα με χαλασμένη μονωτική ιδιότητα.

Ο Πρίγκιπας, όμως, ήταν βέβαιος πως, αν ο Αρίσταρχος είχε αποκτήσει κάποια σημαντική πληροφορία, δε θα την άφηνε να πεθάνει μαζί του. Σίγουρα, θα την είχε καταγράψει, για την περίπτωση του θανάτου του· και, μάλλον, θα την είχε συμπιέσει μοριακά και θα την είχε κρύψει επάνω του.

Ο Ανδρόνικος είχε δίκιο στην υπόθεσή του: η Ιωάννα είχε, πράγματι, βρει στα μαλλιά του Αρίσταρχου ένα μοριακά πεπιεσμένο αντικείμενο, το οποίο, όταν η Άνμα’ταρ επανέφερε στη φυσιολογική του κατάσταση με μια Μαγγανεία Μοριακής Αποσυμπιέσεως, ο Ανδρόνικος είδε πως ήταν ένα κομμάτι χαρτί, γραμμένο σε κάποιον κώδικα που δεν γνώριζε. Δεν ήταν ένας απ’τους γνωστούς κώδικες της Επανάστασης, ούτε θύμιζε έστω και το παραμικρό στον Πρίγκιπα.

Αργότερα, ο Ανδρόνικος είχε συναντήσει τον Τάμπριελ’λι, έναν Φεηνάρκιο μάγο του τάγματος των Δεσμοφυλάκων, ο οποίος ήταν πρώην σύζυγος της Παντοκράτειρας και, ύστερα από μια παράξενη πνευματική εμπειρία, έβλεπε οράματα –ή, μάλλον, όπως υποστήριζε ο ίδιος, εικόνες, που περνούσαν σαν φωτογραφίες απ’το μυαλό του: σαν φωτογραφίες που τις ανέσυρε από ένα συρτάρι. Ο Τάμπριελ είπε στον Ανδρόνικο ότι τον είχε «δει» να αποκωδικοποιεί το παράξενο μήνυμα του Αρίσταρχου· τον είχε «δει» να το διαβάζει, ενώ γύρω του βρισκόταν μια έρημος και κοντά του ήταν ένας λεοντόσαυρος. Αυτά τα δύο στοιχεία μπορούσαν να σημαίνουν μονάχα ένα πράγμα: ο Πρίγκιπας της Απολλώνιας θα αποκωδικοποιούσε το μήνυμα του Αρίσταρχου στην Αρβήντλια.

Ο Ανδρόνικος το σκέφτηκε και διαπίστωσε ότι έβγαζε κάποιο νόημα. Στην Αρβήντλια υπήρχε δίοδος για τη Διάσταση του Φωτός, και στην Αρβήντλια υπήρχαν, επίσης, πολλοί μυστικοί κώδικες, μυστικοπαθείς και κρυψίνοες καθώς ήταν οι γηγενείς της. Αν ο Αρίσταρχος είχε περάσει από εδώ, θα μπορούσε να είχε κωδικοποιήσει το μήνυμά του, για ασφάλεια, και μετά να είχε μπει στη Διάσταση του Φωτός… όπου και πέθανε.

Το πρόβλημα, βέβαια, ήταν ότι η πράκτορας της Επανάστασης που είχε μιλήσει τελευταία με τον Αρίσταρχο βρισκόταν στη Σεργήλη, και εκείνος τής είχε πει ότι από εκεί θα περνούσε στη Διάσταση του Φωτός. Μετά, όμως, η επαναστάτρια είχε χάσει τα ίχνη του, όπως κι όλοι οι άλλοι. Επομένως, ο Ανδρόνικος υπέθετε ότι ο Αρίσταρχος είχε αναγκαστεί ν’αλλάξει δρόμο, επειδή τον κυνηγούσαν εκείνοι οι μυστήριοι πράκτορες (που ήταν, μάλιστα, επικινδυνότεροι από τους «κανονικούς» πράκτορες της Παντοκράτειρας –πράγμα τελείως περίεργο ως προς το τι μπορεί να σήμαινε), και, κάπως, είχε καταλήξει στην Αρβήντλια.

Ο Πρίγκιπας της Απολλώνιας είχε αποφασίσει να ασχοληθεί προσωπικά πλέον με το ζήτημα του Αρίσταρχου και του κωδικοποιημένου μηνύματός του· έτσι, τώρα είχε μόλις φτάσει στην Αρβήντλια.

Τα οχήματα του καραβανιού του εμπόρου Κέλκιλ είχαν διασχίσει το σπήλαιο που αποτελούσε δίοδο από τη Σάρντλι, είχαν βρεθεί στο απόλυτο σκοτάδι, κι έπειτα–

–φως!

Οι τροχοί τους είχαν, ξαφνικά, πατήσει σε άμμο και ξερές πέτρες. Πίσω τους δεν υπήρχε κανένα άνοιγμα, καμια σπηλιά ή τίποτα παρόμοιο. Η συγκεκριμένη δίοδος ήταν μονόδρομη. Για να επιστρέψει κανείς στη Σάρντλι, έπρεπε να πάει από αλλού.

Το φως, στην αρχή, φάνηκε δυνατό στον Ανδρόνικο και τους συντρόφους του, καθώς είχαν μόλις βγει από το απόλυτο σκοτάδι· μετά, όμως, διαπίστωσαν ότι ήταν ασθενικό, αλλόκοτο… Στον ουρανό δεν υπήρχε παρά μονάχα ένα στεφάνι φωτός, σα να γινόταν ηλιακή έκλειψη.

«Σκιερή Ημέρα…» είπε ο Ράθνης, που ήταν Αρβήντλιος.

«Ναι,» ένευσε ο Ανδρόνικος, που ήξερε για τις Σκιερές Ημέρες της Αρβήντλια.

«Φρικτό!» σχολίασε ο Δάρυλμος. «Είναι συνέχεια έτσι εδώ;»

«Για πέντε μέρες μόνο,» εξήγησε ο Ανδρόνικος. «Η Αρβήντλια έχει δύο ήλιους: τον Σκοτεινό Ήλιο και τον Φωτεινό Ήλιο. Και κάθε είκοσι μέρες, ο Σκοτεινός προλαβαίνει τον Φωτεινό στους ουρανούς, και τον κρύβει· έτσι, οι επόμενες πέντε ημέρες είναι Σκιερές Ημέρες.»

Ο Ράθνης ένευσε, αμίλητα.

«Και σε ποια από τις πέντε βρισκόμαστε τώρα;» ρώτησε η Άνμα’ταρ.

«Θα μάθουμε σύντομα,» είπε ο Ανδρόνικος.

Στο ίδιο όχημα μαζί τους βρίσκονταν πολλά κιβώτια με εμπορεύματα, καθώς και τέσσερις μισθοφόροι του Κέλκιλ: ένας ξανθός άντρας με κοντά μαλλιά, λευκό-ροζ δέρμα, και γωνιώδες πρόσωπο, ο οποίος ονομαζόταν Κάβμικ· μια μαυρόδερμη γυναίκα που την έλεγαν Σάθρα· ένας ερυθρόδερμος πολεμιστής που ονομαζόταν Ναβόνρι και είχε μακριά, μαύρα μαλλιά τα οποία έδενε κοτσίδα που έφτανε σχεδόν ώς τη μέση του· και ένας άντρας με λευκό-ροζ δέρμα και κομμένο αριστερό αφτί, ο οποίος πρέπει να ήταν τουλάχιστον σαράντα-πέντε χρονών, μα έμοιαζε ετοιμοπόλεμος. Τ’όνομά του ήταν Λεονάρδος. Ένα όνομα που, σίγουρα, δεν ήταν Σάρντλιο, και θύμιζε στον Ανδρόνικο όνομα από τη Χάρνταβελ.

Και οι τέσσερις μισθοφόροι κοίταζαν τώρα έξω απ’τα παράθυρα του οχήματος, το έρημο τοπίο γύρω τους.

Έρημο, δηλαδή, με την εξαίρεση του Παντοκρατορικού φυλακίου που βρισκόταν εδώ: ένα μεγάλο, λίθινο οικοδόμημα με πολεμιστές στις επάλξεις, καθώς και τεράστιες βαλλίστρες. Κοντά του, παρατήρησε ο Ανδρόνικος, είχε στηθεί ένα πρόχειρο αεροδρόμιο. Τίποτα περισσότερο από ένα μέρος όπου μπορούσαν να απογειωθούν στα γρήγορα αεροπλάνα.

Τα αεροπλάνα που οι Παντοκρατορικοί έφεραν από τη Σάρντλι…

«Το βλέπεις αυτό;» μουρμούρισε στην Ιωάννα, που στεκόταν πλάι του, καθώς τα φορτηγά του Κέλκιλ ζύγωναν το φυλάκιο, κατόπιν νοήματος των φρουρών.

«Ναι,» αποκρίθηκε η Μαύρη Δράκαινα. «Προφανώς, είχαν δουλειές που δεν μπορούσαν να περιμένουν.»

Ο έμπορος Κέλκιλ μίλησε στους Παντοκρατορικούς στρατιώτες από ένα παράθυρο του προπορευόμενου εξάτροχου οχήματος του καραβανιού του και τους έδειξε κάποια απαραίτητα χαρτιά. Εκείνοι έγνεψαν καταφατικά και του έκαναν νόημα να συνεχίσει.

Έτσι, τα φορτηγά κύλησαν επάνω στην ατελείωτη, ανοιχτή έκταση που ονομαζόταν Ηλίου Τόπος, και ο Ανδρόνικος, που είχε ξαναβρεθεί εδώ παρότι δεν ήταν Αρβήντλιος, γνώριζε γιατί είχε τέτοιο όνομα. Δεν υπήρχε πουθενά τίποτα που να σε κρύβει από τις ακτίνες του ήλιου. Το μέρος ήταν καμίνι, ακόμα και τις Σκιερές Ημέρες. Αν τύχαινε να βρεθείς εδώ χωρίς κάτι για προστασία, όπως ένα όχημα ή μια σκηνή, ήταν σχεδόν σαν να είχες βρεθεί μες στη μέση της Διάστασης του Φωτός δίχως ειδική στολή.

Και το παράξενο ήταν ότι άνθρωποι ζούσαν σε τούτο το μέρος.

Τους Αρβήντλιους ο Ανδρόνικος, πραγματικά, ποτέ δε θα τους καταλάβαινε. Ακόμα κι οι Σάρντλιοι τού ήταν πιο κατανοητοί απ’αυτούς, παρά τα άκρως παράξενα έθιμα που είχαν.

*

Ο οδηγός του οχήματος, που είχε ρυθμισμένα τα όργανα στην κονσόλα του έτσι ώστε να μετατρέπουν τον χρόνο από Σάρντλιο σε Αρβήντλιο, τους φώναξε ότι βρίσκονταν στη δεύτερη από τις Σκιερές Ημέρες.

«Τέσσερις μέρες σκοταδιού, λοιπόν, υπολογίζοντας κι ετούτην,» είπε ο Λεονάρδος. «Τι άλλο να θέλαμε; Το αισχρό εδώ πέρα είναι, βέβαια, πως, παρότι δε βλέπεις τη μύτη σου τις Σκιερές Ημέρες, η ζέστη παραμένει το ίδιο αναθεματισμένα δαιμονισμένη.» Παρατήρησε τον Ανδρόνικο και τους συντρόφους του, καθώς ήταν καθισμένος πάνω σ’ένα κιβώτιο με τους αγκώνες του ακουμπισμένους στα γόνατά του. «Δεν εντυπωσιάζεστε, βλέπω. Είστε περίεργοι εσείς. Σας είχα κόψει απ’την αρχή.»

Η Ιωάννα ανασήκωσε τους ώμους της. «Έχουμε ξαναπεράσει απ’την Αρβήντλια.»

Ο Λεονάρδος ένευσε, κοιτάζοντάς την με το ένα μάτι μισόκλειστο.

«Πού θα είναι ο πρώτος μας σταθμός;» ρώτησε ο Ανδρόνικος.

«Στην Ούσλετ,» απάντησε ο Λεονάρδος, «αν τ’αφεντικό κάνει τα πράματα όπως συνήθως. Και δε νομίζω νάχει λόγο να μην τα κάνει έτσι.»

«Πηγαίνουμε από τον Κρυστάλλου Τόπο,» εξήγησε ο Κάβμικ, «περνάμε κοντά απ’τον Λεοντόσαυρων Τόπο, διασχίζουμε τη Διχάλα, μπαίνουμε στον Κοράκου Τόπο, δε μένουμε για πολύ εκεί, πηγαίνουμε στον Θυέλλης Τόπο και στην Ελρείσβα, και μετά διασχίζουμε τον Υδάτων Τόπο με κάποιο πλοίο, για να φτάσουμε στη Νιργκέλβα και, τέλος, να επιστρέψουμε στη Σάρντλι πάλι.»

Υπήρχε μια διαστασιακή δίοδος από κείνη τη μεριά· ο Ανδρόνικος το ήξερε. Όπως επίσης ήξερε και όλα τα μέρη που είχε αναφέρει ο μισθοφόρος· ήταν πολύ γνωστά: μια ματιά αν έριχνες στο χάρτη της Αρβήντλια, αμέσως τα εντόπιζες.

«Εσείς,» ρώτησε ο Σάθρα, «πού θα μας αφήσετε;»

Οι τέσσερις μισθοφόροι γνώριζαν ότι ο Ανδρόνικος και οι σύντροφοί του ήταν από τις «ειδικές μεταφορές» που έκανε ο έμπορος Κέλκιλ· γνώριζαν ότι δεν ήταν πραγματικοί συνάδελφοί τους.

«Θα δούμε,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος, που είχε συστηθεί στον έμπορο και στους μισθοφόρους ως Φένχιλ. «Δεν έχουμε αποφασίσει ακόμα. Και η συμφωνία μας με τον κύριο Κέλκιλ ήταν ότι θα ταξιδέψουμε μαζί του· δε μας απασχολούσε μονάχα να φύγουμε απ’τη Σάρντλι. Αυτό μπορούσαμε να το κάνουμε και μόνοι μας.»

«Περίφημα,» είπε ο Λεονάρδος. «Θάχουμε παρεούλα στο δρόμο.» Μειδίασε, δείχνοντας εκείνα τα δόντια που ήταν τρομαχτικά, χωρίς να έχουν τίποτα το ιδιαίτερο.

*

Οι επαναστάτες απομακρύνθηκαν από τους τέσσερις μισθοφόρους, για να συζητήσουν αναμεταξύ τους, ανάμεσα στα κιβώτια. Ο Ανδρόνικος κάθισε στη μέση κι οι άλλοι γύρω του.

«Από πού θ’αρχίσουμε ν’αναζητούμε τον Αρίσταρχο;» ρώτησε η Ιωάννα.

«Δεν έχουμε κάποιο φανερό στοιχείο,» είπε ο Ανδρόνικος· «επομένως, θα χρησιμοποιήσουμε τις διασυνδέσεις μας εδώ.» Κοίταξε τον Ράθνη, ο οποίος έγνεψε καταφατικά.

«Από ποιο μέρος της Αρβήντλια είσαι, Ράθνη;» ρώτησε ο Σέλιρ’χοκ.

«Από τον Ανέμου Τόπο,» αποκρίθηκε εκείνος.

Ο Σέλιρ’χοκ συνοφρυώθηκε. «Δεν τον ανέφερε ο Κάβμικ…»

Ο Ράθνης έβγαλε έναν χάρτη, ξετυλίγοντάς τον ανάμεσά τους. «Εδώ είναι,» είπε, δείχνοντας μια περιοχή βορειοδυτικά του Υδάτων Τόπου, κοντά στη δίοδο προς τη Σάρντλι. «Μην ανησυχείτε, όμως· έχω ταξιδέψει σ’ολόκληρη τη διάσταση, έχω διασυνδέσεις μ’όλους τους επαναστάτες εδώ.»

«Αν δεν κάνω λάθος,» είπε η Άνμα’ταρ, «έχουμε μια βάση στην Αρβήντλια, όπου φτιάχνονται και οχήματα για τη Διάσταση του Φωτός…»

«Δεν κάνεις λάθος,» τη διαβεβαίωσε ο Ανδρόνικος.

«Αν ο Αρίσταρχος πήγε στη Διάσταση του Φωτός, λοιπόν, μάλλον από εκεί θα πέρασε πρώτα.»

«Μπορεί και όχι. Για δύο λόγους. Πρώτον: αφού ήξερε πως τον καταδίωκαν, ίσως να μην ήθελε να βάλει τη βάση σε κίνδυνο. Δεύτερον: δε θέλω να πιστέψω ότι κάποιος μέσα από τη βάση μας ήταν που σαμπόταρε τη μονωτική ιδιότητα του οχήματός του.»

Αυτό τούς έκανε όλους να σωπάσουν για λίγο, γιατί ήταν, πραγματικά, τρομαχτικό να έχουν έναν προδότη ανάμεσά τους. Από την άλλη, όμως, αν είχαν προδότη ανάμεσά τους, τότε αυτός δε θα είχε, εδώ και καιρό, αποκαλύψει τη θέση της βάσης στους Παντοκρατορικούς; Τι περίμενε;

«Με την Ιωάννα είχαμε περάσει πρόσφατα από τη βάση στην οποία αναφέρεστε,» είπε ο Σέλιρ’χοκ, «καθώς πηγαίναμε προς την Απολλώνια.»

Η Μαύρη Δράκαινα κατένευσε. «Ναι. Και δε μας ανέφεραν τίποτα για τον Αρίσταρχο, όσο ήμασταν εκεί. Βέβαια, δε ρωτήσαμε κιόλας…»

«Η αλήθεια είναι αυτή,» συμφώνησε ο Σέλιρ’χοκ. «Δε ρωτήσαμε. Είχαμε, όμως, άλλα πράγματα να μας απασχολούν, τότε. Έπρεπε να φέρουμε τον Τάμπριελ’λι στον Ανδρόνικο.»

«Πού ακριβώς είναι αυτή η βάση;» ρώτησε ο Δάρυλμος, που δεν ήξερε.

Ο Ράθνης κοίταξε πάνω απ’τον ώμο του, τους τέσσερις μισθοφόρους· και, βλέποντας ότι ήταν στραμμένοι αλλού και κανένας δεν παρακολουθούσε εκείνον και τους συντρόφους του, έδειξε, ακουμπώντας το δάχτυλό του στον χάρτη: ένα σημείο νότια της Διχάλας, στα βουνά ανάμεσα στον Κοράκου Τόπο και στον Λεοντόσαυρων Τόπο.

«Δε νομίζω ο Αρίσταρχος να πέρασε από τη βάση,» είπε ο Ανδρόνικος. «Από κάπου αλλού προμηθεύτηκε το όχημα για τη Διάσταση του Φωτός.» Στρεφόμενος στην Ιωάννα, ρώτησε: «Θυμάσαι να είδες κάτι επάνω στο όχημα που να φανερώνει την προέλευσή του;»

Εκείνη συνοφρυώθηκε για λίγο. Ύστερα, κούνησε το κεφάλι. «Όχι…

»Ναι!» είπε, καθώς ήταν έτοιμη να μιλήσει η Άνμα’ταρ. «Ναι, κάτι θυμάμαι. Υπήρχε ένα σύμβολο στην πίσω μεριά του.» Πήρε μολύβι και το διέγραψε στην άκρη του χάρτη. «Δε μου λέει κάτι, όμως.»

«Ούτε κι εμένα,» παραδέχτηκε ο Ανδρόνικος, και κοίταξε τον Ράθνη, ερωτηματικά.

Ο Αρβήντλιος κούνησε το κεφάλι αρνητικά.

«Μοιάζει με μέρος λογότυπου,» είπε ο Δάρυλμος. «Δεν έχει, όμως, καθόλου γράμματα που να μας λένε το όνομα της επιχείρησης.» Κοίταξε την Ιωάννα. «Είσαι σίγουρη πως το θυμάσαι καλά;»

«Όχι,» αποκρίθηκε εκείνη. «Αλλά αυτό θυμάμαι.»

«Ας το έχουμε υπόψη μας,» είπε ο Ανδρόνικος, «μήπως το δούμε πουθενά. Επάνω σε κάποιο όχημα, επάνω σε κάποιο χτίριο, επάνω σε κάποια στολή. Οπουδήποτε.»

Οι υπόλοιποι κατένευσαν.

«Επιπλέον,» πρόσθεσε ο Ανδρόνικος, «ας μην ξεχνάμε πως η βασική μας αποστολή δεν είναι να μάθουμε από πού προμηθεύτηκε ο Αρίσταρχος το όχημα που τον σκότωσε, αλλά να βρούμε τον κώδικα που αποκωδικοποιεί το μήνυμά του.»

«Στην Αρβήντλια,» είπε ο Ράθνης, «υπάρχουν εκατοντάδες κώδικες, Πρίγκιπά μου. Θα πρέπει να εντοπίσουμε, πρώτα, τα ίχνη του Αρίσταρχου· αλλιώς, μπορούμε να ψάχνουμε για πάντα, χωρίς κανένα αποτέλεσμα.»

•2•

Έφτασαν στην Ούσλετ καθώς νύχτωνε.

Ήταν μια πόλη κοντά στα βουνά, περιτειχισμένη και φρουρούμενη από Παντοκρατορικούς στρατιώτες, πέρα από τους τοπικούς φρουρούς. Τα χτίριά της δεν ήταν ψηλά, με μερικές εξαιρέσεις ανάμεσά τους. Ο Κέλκιλ μίλησε στους φύλακες της πύλης, κι αυτοί μπήκαν στα οχήματα του καραβανιού, για να κάνουν έναν πρόχειρο έλεγχο των εμπορευμάτων. Στον Ανδρόνικο και τους συντρόφους του δεν έδωσαν ιδιαίτερη σημασία, ούτε και στους υπόλοιπους μισθοφόρους.

Το καραβάνι μπήκε στους δρόμους της Ούσλετ, κινούμενο με μειωμένη ταχύτητα, καθώς εδώ τα ενεργειακά οχήματα ήταν ελάχιστα και πολλοί οι πεζοί, οι έφιπποι, και οι αμαξάδες. Τα τροχοφόρα του Κέλκιλ αποτελούσαν λόγο για τους ντόπιους να σταματήσουν τις δουλειές τους και να κοιτάξουν, καταλαβαίνοντας ότι ξένοι είχαν έρθει στην πόλη.

Μελανοί, παρατήρησε η Ιωάννα, κοιτάζοντας έξω απ’το παράθυρο. Όλοι τους Μελανοί είναι εδώ. Έστρεψε το βλέμμα στους συντρόφους της. Λευκό δέρμα είχε η μεταμφίεση της Άνμα’ταρ και του Ράθνη (ο οποίος ήταν, εκ φύσεως, λευκόδερμος και ήθελε να παραμείνει έτσι, ακόμα και φορώντας μάσκα)· η μεταμφίεση των υπόλοιπων ήταν μαυρόδερμη, συμπεριλαμβανομένης και της Ιωάννας. Ελπίζω οι λευκοί ανάμεσά μας να μην αντιμετωπίσουν κανένα πρόβλημα… Η Μαύρη Δράκαινα γνώριζε για τον αιώνιο πόλεμο στην Αρβήντλια, αλλά γνώριζε επίσης ότι οι Αρβήντλια σπάνια ενοχλούσαν τους ξένους, εκτός αν εκείνοι τούς ενοχλούσαν πρώτοι, ό,τι δερματικό χρωματισμό κι αν είχαν. Επιπλέον, είχε ακούσει πως ο Λευκός και ο Μελανός της Αρβήντλια είχαν κάποια διαφορά από έναν οποιοδήποτε λευκόδερμο ή μαυρόδερμο άνθρωπο άλλης διάστασης. Η Ιωάννα δε μπορούσε να εντοπίσει αυτή τη διαφορά, μα ήταν βέβαιη πως ένας Αρβήντλιος –όπως ο Ράθνης– εύκολα μπορούσε.

Τα οχήματα του Κέλκιλ σταμάτησαν σ’ένα μεγάλο, ξεσκέπαστο γκαράζ, και ο έμπορος κι οι μισθοφόροι του βγήκαν. «Θα φυλάτε βάρδιες,» είπε ο πρώτος. «Εδώ πέρα, γυρίζουν ένα σωρό λωποδύτες.»

«Μην ανησυχείτε, κύριε Κέλκιλ· θα φροντίσουμε για όλα,» αποκρίθηκε ένας πολεμιστής, που ο Ανδρόνικος και οι σύντροφοί του δεν ήξεραν, καθώς ήταν από άλλο όχημα, όχι από το δικό τους.

Ο Κέλκιλ πήρε μια βαθιά ανάσα, σαν πριν να είχε πρόβλημα ν’αναπνεύσει ελεύθερα. «Καλώς,» είπε. «Κανονίστε μεταξύ σας ποιοι θα μείνουν εδώ για τώρα. Οι υπόλοιποι θα πάμε στο γνωστό μέρος.» Έβηξε μέσα στο μαντήλι του.

Ο άντρας που είχε μιλήσει με τον Κέλκιλ πρέπει να ήταν επικεφαλής όλων των πολεμιστών του καραβανιού, καθώς άρχισε να δίνει διαταγές στους άλλους. Ήταν ερυθρόδερμος, με μαύρα μούσια και κοντά μαλλιά, και μάτια που βρίσκονταν βαθιά μέσα στις κόγχες του κρανίου του. Η μύτη του, αντιθέτως, φαινόταν να προεξέχει περισσότερο απ’όσο έπρεπε. Ήταν ντυμένος με φολιδωτό θώρακα, κι απ’τη ζώνη του κρεμόταν ένα σπαθί. Οι άλλοι μισθοφόροι τον αποκάλεσαν Φάλρεμακ.

Ο Κέλκιλ οδήγησε τους φρουρούς του καραβανιού του σ’ένα τετραώροφο πανδοχείο που ονομαζόταν «Ο Χορευτής της Άμμου». Απ’ό,τι φάνηκε, γνώριζε τον ιδιοκτήτη, καθώς πήγε αμέσως να τον συναντήσει και μίλησαν με κάποια σχετική οικειότητα: την οικειότητα δύο ανθρώπων που έχουν ξανασυνεργαστεί με επιτυχία στο παρελθόν, χωρίς να έχουν παράπονα ο ένας από τον άλλο.

Η ομάδα του Ανδρόνικου κάθισε σ’ένα τραπέζι, και ο Ράθνης είπε: «Δεν είναι άσχημο μέρος ο Χορευτής της Άμμου. Θεωρείται απ’τα καλά πανδοχεία σε τούτες τις περιοχές.»

«Δηλαδή, είναι φυσιολογικό αυτό;» Η Άνμα’ταρ έτριψε τις παλάμες της πάνω στην πέτρινη επιφάνεια του τραπεζιού. Τα καθίσματά τους ήταν επίσης πέτρινα.

«Ναι,» είπε ο Ράθνης. «Στην Αρβήντλια, το ξύλο χρησιμοποιείται όσο το δυνατόν λιγότερο, γιατί βρίσκεται σε έλλειψη. Το μοναδικό δάσος εδώ είναι ο Λεοντόσαυρων Τόπος, και είναι ένα μέρος επικίνδυνο.»

«Η πέτρα, πάντως, δεν είναι κακή επιλογή υλικού για να φτιάχνει κανείς έπιπλα για τις τραπεζαρίες πανδοχείων,» σχολίασε η Ιωάννα. «Αποθαρρύνει τους καβγατζήδες απ’το να πετάνε τραπέζια και καρέκλες δεξιά κι αριστερά, όταν μεθύσουν.»

Η Άνμα’ταρ μειδίασε.

Μια μαυρόδερμη σερβιτόρα πλησίασε, η οποία κοίταξε την Άνμα και τον Ράθνη με φανερή δυσαρέσκεια, αναμφίβολα λόγω του λευκού δέρματός τους. Ωστόσο, δεν είπε τίποτα γι’αυτό. Ρώτησε, στη Συμπαντική Γλώσσα: «Είστε με τον κύριο Κέλκιλ, σωστά;»

«Σωστά,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος.

«Θα κλείσετε δωμάτια;»

«Ναι. Έχετε τρία δίκλινα;»

«Έχουμε.»

«Εντάξει, τότε. Τρία δίκλινα γι’απόψε, και ίσως και για αύριο, αναλόγως πόσο ο κύριος Κέλκιλ θέλει να μείνουμε εδώ. Επίσης, θα φέρεις φαγητό και ποτό.»

Η σερβιτόρα τούς έδωσε καταλόγους, οι οποίοι ήταν όμορφα τυπωμένοι σε κάποια τυπογραφική μηχανή, όχι γραμμένοι στο χέρι. Οι επαναστάτες παράγγειλαν, χωρίς να καθυστερήσουν πολύ.

Το φαγητό τους, επίσης, δεν καθυστέρησε να έρθει.

Και η Άνμα διαπίστωσε, κοιτάζοντας με γουρλωμένα μάτια, ότι ένα μικρό σαυράκι βρισκόταν επάνω στα ζυμαρικά της, μοιάζοντας κολλημένο μέσα στη σάλτσα. Η σερβιτόρα, που έφερε το φαγητό, έφυγε αμέσως, έτσι η μάγισσα δεν πρόλαβε να της μιλήσει.

«Επίτηδες το έκαναν αυτό το πράγμα;» ρώτησε, δείχνοντας το σαυράκι επάνω στα ζυμαρικά της.

Οι άλλοι κοίταξαν το φαγητό της Άνμα’ταρ.

Ο Ράθνης γέλασε. «Ορεκτικό είναι.»

«Ορεκτικό; Εμένα, πάντως, δε μου ανοίγει την όρεξη!»

Ο Σέλιρ’χοκ μειδίασε και φίλησε το μάγουλο της Άνμα πάνω από τη λευκόδερμη μάσκα. Άπλωσε το χέρι του, πήρε το σαυράκι απ’τα ζυμαρικά της, και το έκανα μια χαψιά.

Η Άνμα μόρφασε. «Ήταν καλό;»

«Ήταν, πράγματι. Αλλά δεν έχει άλλο για σένα.»

«Τι κρίμα…»

Καθώς οι επαναστάτες και οι υπόλοιποι μισθοφόροι του Κέλκιλ έτρωγαν και συζητούσαν, μερικοί οργανοπαίκτες άρχισαν να παίζουν μια ανάλαφρη μουσική από μια γωνία της τραπεζαρίας. Η ατμόσφαιρα στο πανδοχείο ήταν ευχάριστη.

Ο Ανδρόνικος έστρεψε το βλέμμα του στον Ράθνη. «Μπορούμε να μάθουμε αν πέρασε ο Αρίσταρχος από εδώ;»

«Από το πανδοχείο ή από την Ούσλετ;»

«Από την Ούσλετ.»

«Υπάρχει μια σύνδεσμός μας στην πόλη. Μπορώ να πάω να τη βρω απόψε, αν επιθυμείς, Πρίγκιπά μου.»

«Μη με λες έτσι,» του είπε ο Ανδρόνικος. «Δε νομίζω ότι κανένας κρυφακούει τώρα, αλλά καλύτερα να μη μας γίνεται συνήθειο.»

Ο Ράθνης κατένευσε, θεωρώντας το συνετό.

«Θα πάμε να τη βρούμε απόψε,» είπε ο Ανδρόνικος. «Δεν υπάρχει λόγος να χάνουμε χρόνο.»

*

Όταν είχαν τελειώσει το φαγητό τους και οι περισσότεροι μισθοφόροι είχαν αρχίσει να αποσύρονται στα δωμάτιά τους, ο Ανδρόνικος, ο Ράθνης, και η Ιωάννα βγήκαν απ’τον Χορευτή της Άμμου και βάδισαν μέσα στους νυχτερινούς δρόμους της Ούσλετ. Από πάνω τους, στον σκοτεινό ουρανό, κρέμονταν τα δύο πράσινα φεγγάρια της Αρβήντλια.

Πέρασαν από στενά σοκάκια, από μεγάλες λεωφόρους, και κάτω από καμάρες, μέχρι που έφτασαν μπροστά σε μια πέτρινη σκάλα, στο πλάι ενός από τα σπάνια ψηλά οικοδομήματα της πόλης. Ο Ανδρόνικος και η Ιωάννα, υψώνοντας το βλέμμα τους, υπολόγισαν πως είχε έξι ορόφους. Πολυκατοικία.

Ο Ράθνης άρχισε πρώτος ν’ανεβαίνει την εξωτερική σκάλα, που περνούσε πάνω από το ισόγειο και οδηγούσε σε μια πόρτα στον πρώτο όροφο. Ο Ανδρόνικος και η Ιωάννα τον ακολούθησαν.

Ο Ράθνης χτύπησε την πόρτα με τη γροθιά του, κι αυτή…

…άνοιξε από μόνη της, τρίζοντας. Δεν ήταν κλειδωμένη.

Ο Ανδρόνικος έπιασε τη λαβή του σπαθιού που κρεμόταν απ’τη μέση του.

Το χέρι της Ιωάννας πήγε σ’ένα ξιφίδιο κάτω απ’την κάπα της.

Αυτό που είχε συμβεί δε μπορεί να ήταν φυσιολογικό, ακόμα και για την Αρβήντλια.

Στο εσωτερικό, ο χώρος ήταν σκοτεινός.

«Αυγούστα;» είπε ο Ράθνης.

Καμια απάντηση.

Ο Ράθνης άναψε έναν φακό, φωτίζοντας το δωμάτιο και φανερώνοντας ότι ήταν άνω-κάτω. Έμοιαζε κάποιοι να είχαν μπει εδώ και να είχαν αναποδογυρίσει τα πάντα, ψάχνοντας.

Στην Ιωάννα, όμως, κάτι δεν άρεσε στο όλο σκηνικό, καθώς εκείνη κι οι σύντροφοί της έμπαιναν, κλείνοντας την πόρτα πίσω τους και τραβώντας όπλα. Κάτι υπάρχει εδώ… Κάτι περίεργο… Κάτι… μη-φυσιολογικό.

«Αυγούστα;» φώναξε ο Ράθνης, βαστώντας το ξίφος του στο δεξί χέρι και τον φακό του στο αριστερό. Η εξώπορτα ήταν από ξύλο, αλλά οι είσοδοι των άλλων δωματίων δεν είχαν καθόλου πόρτα· ήταν μονάχα ανοίγματα με τραβηγμένες κουρτίνες. Το φως του Ράθνη δε δυσκολευόταν να ταξιδέψει μέσα σ’όλους τους χώρους του διαμερίσματος.

«Ανδρόνικε,» ψιθύρισε η Ιωάννα στ’αφτί του Απολλώνιου Πρίγκιπα, «δε μ’αρέσει αυτό.»

«Ούτε κι εμένα. Φοβάμαι ότι–»

«Όχι, δεν κατάλαβες τι εννοώ. Εννοώ ότι η… ακαταστασία του χώρου δεν είναι φυσιολογική.»

Ο Ανδρόνικος στράφηκε για να κοιτάξει την κατάμαυρη μάσκα της, που έμοιαζε με κανονικό πρόσωπο, ακόμα και στο ότι, ετούτη τη στιγμή, φανέρωνε το γεγονός ότι η Μαύρη Δράκαινα ήταν παραξενεμένη κι ανήσυχη, συγχρόνως. Το συνοφρύωμά της ήταν τόσο έντονο. «Δεν είναι ‘φυσιολογική’;»

«Στημένη,» ψιθύρισε η Ιωάννα. «Η ακαταστασία πρέπει νάναι στημένη. Σαν θεατρικό σκηνικό.»

Ο Ράθνης, που είχε μπει φευγαλέα στα γύρω δωμάτια, επέστρεψε κοντά στους συντρόφους του. «Παντού τα ίδια. Πρέπει να ερευνήσ–»

Ο Ανδρόνικος ύψωσε το χέρι του, κάνοντάς του νόημα να πάψει. Θηκαρώνοντας το σπαθί του, τράβηξε μια μικρή συσκευή απ’το δερμάτινο βαλάντιο στη ζώνη του και την ενεργοποίησε. Η ένδειξη που άναψε επάνω της ήταν προειδοποιητική.

Ο Ανδρόνικος στράφηκε προς μια γωνία του δωματίου, και το βλέμμα του υψώθηκε στο ταβάνι. Για να δει ένα μικροσκοπικό, μεταλλικό μάτι να γυαλίζει εκεί.

«Τηλεοπτικός πομπός,» είπε. «Παγίδα είναι.»

Την ίδια στιγμή, η Ιωάννα είχε εκτοξεύσει το ξιφίδιό της, και η στροβιλιζόμενη λεπίδα του χτύπησε τη συσκευή που βρισκόταν κοντά στο ταβάνι, διαλύοντάς την.

Καθώς το όπλο έπεφτε, η Μαύρη Δράκαινα τινάχτηκε, πιάνοντάς το απ’τη λαβή.

«Οι Παντοκρατορικοί την έχουν αιχμαλωτίσει,» είπε ο Ανδρόνικος στον Ράθνη, «και περίμεναν ότι κάποιος θα έρθει εδώ, για να τον αιχμαλωτίσουν κι αυτόν. Πρέπει να φύγουμε.»

Ανοίγοντας την εξώπορτα, η Ιωάννα βγήκε πρώτη, και είδε δύο σκιερές φιγούρες να πλησιάζουν την πέτρινη σκάλα. Το ήξερα! σκέφτηκε. Το σπίτι παρακολουθείται κι από ανθρώπινα μάτια.

Άρχισε να κατεβαίνει, καθώς ο Ανδρόνικος κι ο Ράθνης έβγαιναν πίσω της.

«Μείνε εκεί που είσαι!» της είπε ο ένας από τους δύο που ζύγωναν τη σκάλα, πριν από λίγο, και που τώρα την ανέβαιναν. Το χέρι του πήγαινε μέσα στην κάπα του, για να τραβήξει κάποιο όπλο.

Η Ιωάννα, εκμεταλλευόμενη το πλεονέκτημα της ανώτερης θέσης της, τον κλότσησε καταπρόσωπο, νιώθοντας το σαγόνι του να σπάει και στέλνοντάς τον πάνω στον σύντροφό του.

Αμέσως μετά, η Μαύρη Δράκαινα πήδησε πάνω απ’το πέτρινο τοίχωμα της σκάλας, για να προσγειωθεί με τα γόνατα λυγισμένα στον δρόμο μπροστά απ’την πολυκατοικία –και να κουτρουβαλήσει, οικιοθελώς και επιδέξια, ενώ ένα βέλος έσχιζε τον αέρα από πάνω της.

Όπως είχε υπολογίσει, οι δύο Παντοκρατορικοί κατάσκοποι δεν είχαν έρθει χωρίς κάποιον να τους καλύπτει.

Εν τω μεταξύ, ο Ανδρόνικος και ο Ράθνης ορμούσαν καταπάνω στους δύο αιφνιδιασμένους εχθρούς, κραδαίνοντας τα σπαθιά τους. Ο Πρίγκιπας της Απολλώνιας διέγραψε μια τροχιά με τη λεπίδα του, χτυπώντας τον αλώβητο κατάσκοπο στο στήθος και στέλνοντάς τον να κατρακυλήσει, αιμόφυρτος, μαζί με τον μισολιποθυμισμένο σύντροφό του που είχε δεχτεί την κλοτσιά της Ιωάννας.

Η Μαύρη Δράκαινα είχε καταλάβει, περίπου, από πού είχε έρθει το βέλος, και, καθώς ανασηκωνόταν στο ένα γόνατο, κοίταξε. Για να διακρίνει έναν βαλλιστροφόρο στην οροφή ενός αντικρινού μονώροφου οικοδομήματος. Ο εχθρός προσπαθούσε, βιαστικά, να περάσει δεύτερο βέλος στη βαλλίστρα του.

Η Ιωάννα έτρεξε –τα πόδια της πατούσαν και τινάζονταν, πατούσαν και τινάζονταν, ελαφριά σαν γάτας, και το ίδιο γρήγορα. Δεν είχε χρόνο να δει από πού υπήρχε σκάλα, για ν’ανεβεί στην οροφή του πέτρινου οικοδομήματος· ίσως, μάλιστα, η σκάλα να ήταν στο εσωτερικό, όχι απέξω. Λυγίζοντας τα γόνατα και τεντώνοντάς τα ξανά, η Ιωάννα πετάχτηκε προς τα πάνω. Πιάστηκε στην επάνω μεριά του περβαζιού ενός απ’τα παράθυρα του ισογείου, ανέβηκε εκεί, και τινάχτηκε πάλι, για να πιαστεί τώρα απ’το περβάζι ενός παραθύρου του πρώτου ορόφου και, μ’ακόμα ένα τίναγμα, να γραπωθεί απ’το χείλος της οροφής και ν’ανεβεί.

Η γυναίκα που βρισκόταν εκεί –γιατί η Ιωάννα τώρα μπορούσε να διακρίνει ότι ήταν γυναίκα: μαυρόδερμη και λιγνή– είχε προλάβει να οπλίσει τη βαλλίστρα της, και στράφηκε.

Η Μαύρη Δράκαινα εκτόξευσε δύο στροβιλιζόμενα ξιφίδια καταπάνω της, πετυχαίνοντάς τη στο στήθος. Εκείνη παραπάτησε κι έπεσε απ’την άκρη της οροφής, βροντώντας στο έδαφος.

Σκατά, σκέφτηκε η Ιωάννα. Έχω γίνει αδέξια!

Ο Ανδρόνικος και ο Ράθνης, που είχαν πλέον κατεβεί τη σκάλα και βρίσκονταν στον δρόμο, είδαν τη μορφή της βαλλιστροφόρου κατασκόπου να χτυπά στο πλακόστρωτο, όχι και πολλά μέτρα στ’αριστερά τους. Στο στήθος της ήταν καρφωμένα δύο ξιφίδιο, και ο Ανδρόνικος αμέσως σκέφτηκε: Η Ιωάννα.

«Εκεί!» Ο Ράθνης έδειξε με το ξίφος του κάποιον ο οποίος στεκόταν μέσα σ’ένα σοκάκι, κοντά στο οικοδόμημα απ’το οποίο είχε πέσει η βαλλιστροφόρος.

Η φιγούρα στράφηκε κι έτρεξε. Μια άλλη φιγούρα, που τότε φανερώθηκε απ’τις σκιές, την ακολούθησε.

Ο Ανδρόνικος και ο Ράθνης τούς κυνήγησαν.

*

Οι δύο σκιερές φιγούρες έτρεξαν να φύγουν, αφού κατάλαβαν ότι τις είχαν αντιληφτεί· γιατί πίστευαν ότι ο δρόμος πίσω τους ήταν ανοιχτός.

Μα, δεν ήταν.

Δύο άλλοι ξεπρόβαλαν, ενώ, ταυτόχρονα, επιτίθονταν. Τα πρόσωπά τους δε φαίνονταν μες στο σκοτάδι και στις κουκούλες τους. Ο ένας απ’αυτούς κλότσησε, χτυπώντας στην κοιλιά τον έναν απ’τους δύο που έτρεχαν και κάνοντάς τον να διπλωθεί. Ο άλλος κρατούσε ένα μακρύ ραβδί, τυλιγμένο με πανιά, και, βάζοντάς το ανάμεσα στις κνήμες του δεύτερου από τους δύο που έτρεχαν, τον έκανε να σωριαστεί.

«Φωτιές του Μαύρου Νάρζουλ!…» γρύλισε ο Ανδρόνικος, βλέποντας τη σύντομη σύγκρουση.

Εκείνος που κρατούσε το ραβδί παραμέρισε την κουκούλα του, και η μάσκα του Σέλιρ’χοκ αποκαλύφτηκε.

Η άλλη ήταν, ασφαλώς, η Άνμα’ταρ.

«Τι κάνετε εδώ;» απόρησε ο Ανδρόνικος.

«Ακολουθούσαμε αυτούς που σας ακολουθούσαν,» αποκρίθηκε η Άνμα.

Οι δύο άγνωστοι, που είχαν τρέξει να φύγουν, δεν ήταν καθόλου άγνωστοι, παρατήρησε ο Ανδρόνικος. Η φιγούρα που είχε διπλωθεί απ’την κλοτσιά της Άνμα ήταν η Σάθρα, και η φιγούρα που είχε σωριαστεί απ’το ραβδί του Σέλιρ ήταν ο Ναβόνρι. Δύο από τους μισθοφόρους που βρίσκονταν στο όχημα μαζί με τους επαναστάτες.

Ο Ανδρόνικος έβαλε τη λεπίδα του ξίφους του στο λαιμό του ερυθρόδερμου άντρα. «Για ποιον δουλεύετε;»

«Για κανέναν εκτός απ’τον κύριο Κέλκιλ,» αποκρίθηκε εκείνος.

«Ναι, και όλως τυχαίως αποφασίσατε να μας παρακολουθήσετε!» είπε ο Πρίγκιπας.

Η Ιωάννα παρουσιάστηκε πίσω απ’τον Ανδρόνικο και τον Ράθνη. «Καλύτερα ν’απομακρυνθούμε από εδώ.»

«Σήκω πάνω,» είπε ο Ανδρόνικος στον Ναβόνρι, κι εκείνος υπάκουσε.

Με τους δύο μισθοφόρους περιτριγυρισμένους, οι επαναστάτες απομακρύνθηκαν από τον τόπο της σύγκρουσης.

«Κανένας δε μας έβαλε να σας παρακολουθήσουμε,» είπε η Σάθρα, που τώρα μπορούσε πάλι ν’αναπνεύσει και να μιλήσει. «Μας είχατε φανεί περίεργοι από την αρχή–»

«Περίεργοι;» είπε ο Ανδρόνικος.

«Είστε όλοι μαυρόδερμοι, εκτός από δύο που είναι ασπρόδερμοι. Αναρωτιόμασταν αν είστε Αρβήντλιοι και ποια μπορεί νάναι η δουλειά σας εδώ. Δεν υπήρχε άλλος λόγος που σας ακολουθήσαμε.»

«Γιατί να σας πιστέψουμε;» έθεσε το ερώτημα η Άνμα’ταρ.

«Γιατί όχι;» αντιγύρισε η Σάθρα, καθώς σταματούσαν σ’ένα άλλο σοκάκι της πόλης, μακριά από την πολυκατοικία όπου είχαν αντιμετωπίσει τους Παντοκρατορικούς. «Υπάρχει κανένας που σας κυνηγάει; –Αλλά τι λέω; Φυσικά και υπάρχει…»

«Νομίζω ότι ξέρετε πολλά, οι δυο σας,» είπε η Ιωάννα, κοιτάζοντας μια τη Σάθρα μια τον Ναβόνρι. «Περισσότερα απ’ό,τι χρειάζεται.»

«Και τι σκοπεύετε να κάνετε;» ρώτησε ο τελευταίος. «Να μας σκοτώσετε;»

«Δεν είναι άσχημη ιδέα,» αποκρίθηκε η Ιωάννα. «Κανείς δεν πρόκειται να μάθει τίποτα, έτσι κι αλλιώς.» Περισσότερο, όμως, ήθελε να τους τρομάξει· και, κρίνοντας απ’τα πρόσωπά τους, το είχε καταφέρει. Εκτός των άλλων, οι Μαύρες Δράκαινες ήταν εκπαιδευμένες και στην τέχνη του εκφοβισμού.

Ο Σέλιρ’χοκ κοίταξε τον Ανδρόνικο, ερωτηματικά.

Ο Πρίγκιπας πήρε την Ιωάννα από το μπράτσο και την απομάκρυνε μερικά βήματα απ’τους υπόλοιπους. «Πιστεύεις ότι ίσως νάναι πράκτορες της Παντοκράτειρας;» της ψιθύρισε.

«Δεν το νομίζω. Η συνάντησή μας μαζί τους ήταν πολύ συμπτωματική για να είναι. Ωστόσο, ποτέ δεν ξέρεις…»

«Εννοείς το γεγονός ότι τους συναντήσαμε στο ίδιο όχημα μ’εμάς, μέσα στο καραβάνι του Κέλκιλ, έτσι;»

Η Ιωάννα ένευσε.

«Τι προτείνεις να κάνουμε;»

«Να τους προσέχουμε. Και να τους ψάξουμε. Αν και δεν πιστεύω να βρούμε τίποτα ιδιαίτερο επάνω τους, ακόμα κι αν είναι πράκτορες.»

Ο Ανδρόνικος και η Ιωάννα επέστρεψαν κοντά στους υπόλοιπους.

«Ψάξτε τους,» πρόσταξε ο Πρίγκιπας, και ο Ράθνης κι η Μαύρη Δράκαινα έκαναν σωματική έρευνα στη Σάθρα και τον Ναβόνρι, από πάνω ώς κάτω.

«Το χέρι σου πάει παντού!» μούγκρισε η Σάθρα στην Ιωάννα, αγριοκοιτάζοντάς την, όταν εκείνη είχε βάλει τα δάχτυλά της μέσα στην περισκελίδα της μαυρόδερμης μισθοφόρου.

«Μου το έχουν ξαναπεί,» αποκρίθηκε η Ιωάννα, και γλίστρησε τον δείκτη και τον μέσο του χεριού της μέσα στον πισινό της Σάθρα.

Τα μάτια της μισθοφόρου γούρλωσαν, κι ύστερα αποκάλεσε τη Μαύρη Δράκαινα γαμημένη λεσβία. Η Ιωάννα την αγνόησε.

Τα πράγματα που βρέθηκαν τελικά επάνω στη Σάθρα και τον Ναβόνρι, όντως, δεν έδειχναν τίποτα το ιδιαίτερο· και, σίγουρα, δε φανέρωναν ότι μπορεί οι δύο μισθοφόροι να ήταν στη δούλεψη της Παντοκράτειρας.

«Αυτά που είδατε απόψε θα τα ξεχάσετε,» τους είπε ο Ανδρόνικος. «Δε συνέβη τίποτα απολύτως.»

Οι δύο μισθοφόροι κατένευσαν, σιωπηλά.

«Οι δουλειές μας δε σας αφορούν,» συνέχισε ο Ανδρόνικος. «Κι ελπίζω να μη σας ξαναπιάσω να μπλέκεστε σ’ό,τι δε σας αφορά.»

Οι μισθοφόροι κατένευσαν πάλι.

«Επιστρέφουμε στο πανδοχείο τώρα. Σαν τίποτα να μη συνέβη. Εσείς θα μπείτε πρώτοι και εμείς μετά. Είμαστε σύμφωνοι σε όλα;»

«Σύμφωνοι,» είπε ο Ναβόνρι.

«Σύμφωνοι,» είπε και η Σάθρα.

*

Ο Δάρυλμος τούς περίμενε στην τραπεζαρία, και, όταν ήρθαν, ανέβηκαν όλοι μαζί σ’ένα απ’τα δωμάτιά τους, για να συζητήσουν.

«Ποια ήταν αυτή η Αυγούστα;» ρώτησε η Ιωάννα τον Ράθνη.

«Το πραγματικό της όνομα δεν είναι Αυγούστα,» εξήγησε εκείνος. «Το ‘Αυγούστα’ δεν είναι Αρβήντλιο όνομα· έτσι, όμως, τη λένε όσοι θέλουν να της δείξουν ότι είναι με την Επανάσταση.»

«Κωδικός, δηλαδή.»

«Ναι. Αλλά, δυστυχώς, μάλλον η Αυγούστα μας πιάστηκε από τους Παντοκρατορικούς.»

«Και οι Παντοκρατορικοί,» πρόσθεσε ο Ανδρόνικος, «είχαν στήσει καρτέρι, για να πιάσουν κι άλλους επαναστάτες. Θα πρέπει να ειδοποιήσουμε τους συμμάχους μας για τούτο, με την πρώτη ευκαιρία· γιατί πιθανώς η παγίδα του σπιτιού της Αυγούστας να συνεχίσει να υφίσταται για κάμποσο καιρό.»

«Δεν έχουμε άλλο σύνδεσμο στην Ούσλετ;» ρώτησε η Άνμα’ταρ. «Δεν υπάρχουν άλλοι επαναστάτες εδώ;»

«Επαναστάτες υπάρχουν,» είπε ο Ράθνης. «Τώρα, όμως, δεν ξέρω πώς ακριβώς να έρθω σε επαφή μαζί τους. Με την Αυγούστα συνεννοούμουν πρώτα, κι ύστερα εκείνη με κατεύθυνε σε άλλους ανθρώπους.»

«Εν ολίγοις,» είπε η Άνμα, «δεν έχουμε άλλους συνδέσμους εδώ.»

«Φοβάμαι πως αυτό αληθεύει, μάγισσα.»

Η απάντησή του τους έριξε, για λίγο, το ηθικό.

Ο Ανδρόνικος, όμως, είπε: «Έχουμε ακόμα πολλές περιοχές να επισκεφτούμε· η Ούσλετ δεν είναι παρά μόνο μία. Είμαι βέβαιος ότι αλλού θα βρούμε τα ίχνη του Αρίσταρχου. Πρέπει να τα βρούμε.» Ο Τάμπριελ είδε ότι εδώ, στην Αρβήντλια, θα αποκωδικοποιήσω το μήνυμα. Επομένως, ακόμα κι αν η μοίρα δεν είναι προδιαγεγραμμένη, αναμφίβολα έχω καλές πιθανότητες να τα καταφέρω.

•3•

Ολόκληρη την επόμενη ημέρα, το καραβάνι του Κέλκιλ έμεινε στην Ούσλετ, γιατί ο έμπορος είχε να διαπραγματευτεί με άλλους εμπόρους που έδρευαν στην Αρβήντλια και πουλούσαν αγαθά σε τιμές λιανικής, καθώς και με διακινητές εμπορευμάτων, ενδιάμεσους που θα μετέφεραν την πραμάτεια σε λιανοπωλητές, πιθανώς εκτός της Ούσλετ.

Στο μεταξύ, οι μισθοφόροι έπρεπε να περιφρουρούν τα εμπορεύματα και τα σταθμευμένα οχήματα, καθώς και να συνοδεύουν τον Κέλκιλ όπου κι αν πήγαινε. Επίσης, κάμποσες φορές, έπρεπε να κουβαλάνε κιόλας κιβώτια ή βαρέλια· και το έκαναν δίχως να παραπονιούνται: οι μισθοί τους, επομένως, μάλλον δεν ήταν καθόλου ευκαταφρόνητοι.

Ο Ανδρόνικος και οι σύντροφοί του ήταν μαζί με τους πολεμιστές που βρίσκονταν κοντά στα οχήματα του καραβανιού. Ασφαλώς, ο Κέλκιλ δεν τους πλήρωνε τίποτα και, ως εκ τούτου, δεν ήταν υποχρεωμένοι να κάθονται εδώ· αλλά, επί του παρόντος, δεν είχαν και πού αλλού να πάνε.

Ο Ράθνης, που ήταν ο πιο έμπειρος ανάμεσά τους σχετικά με την Αρβήντλια, απομακρύνθηκε μερικές ώρες, όμως όχι μόνος· μαζί του πήρε την Ιωάννα και τον Σέλιρ’χοκ, γιατί εκείνος ήταν κατάλευκος ενώ εκείνοι κατάμαυροι, και η Ούσλετ ήταν μια πόλη των Μελανών. Φυσικά, η μεταμφίεση του Δάρυλμος δεν του προσέδιδε και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των Λευκών της Αρβήντλια, πέρα από το άσπρο δέρμα, αλλά και πάλι καλύτερα νάναι κανείς προσεχτικός.

Η περιπλάνησή τους δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα· δεν έμαθαν τίποτα που να τους ενδιαφέρει. Δεν κατάφεραν να εντοπίσουν επαναστάτες, ούτε έτυχε να δουν το σύμβολο που είχε προσέξει η Ιωάννα επάνω στο όχημα του Αρίσταρχου, στη Διάσταση του Φωτός. Επέστρεψαν στον Ανδρόνικο όταν είχε έρθει το μεσημέρι.

Ήταν η τρίτη Σκιερή Ημέρα, και ο Δάρυλμος εξακολουθούσε να παραπονιέται για τον ασθενικό φωτισμό.

«Πιστεύεις ότι ο Αρίσταρχος ήρθε στην Αρβήντλια από τη Σάρντλι;» ρώτησε η Άνμα’ταρ τον Πρίγκιπα της Απολλώνιας, καθώς γευμάτιζαν στην τραπεζαρία του Χορευτή της Άμμου. (Αυτή τη φορά, η μάγισσα είχε φάει το σαυράκι-ορεκτικό επάνω στα ζυμαρικά της, και είχε δηλώσει ότι, τελικά, δεν ήταν και τόσο άσχημο.)

«Γιατί ρωτάς;» θέλησε να μάθει ο Ανδρόνικος.

«Γιατί, αν δεν ήρθε από τη Σάρντλι, αλλά από τη Μοργκιάνη –που είναι η μόνη άλλη λογική είσοδος–, τότε ψάχνουμε από μια τελείως λάθος μεριά. Θα έπρεπε να βρισκόμαστε στα βορειοανατολικά της Αρβήντλια, όχι στα δυτικά, κατευθυνόμενοι νοτιοανατολικά.»

«Ναι,» παραδέχτηκε ο Ανδρόνικος, «έτσι είναι. Αλλά, πρώτον, δεν ξέρω από πού ήρθε ο Αρίσταρχος· δεν έχω κανένα στοιχείο. Και, δεύτερον, το καραβάνι του Κέλκιλ θα μας πάει, στο τέλος, και στα βορειοανατολικά. Μπορεί σήμερα να καθόμαστε στην Ούσλετ και να φαίνεται ότι χάνουμε χρόνο, μα τα οχήματα θα μας μεταφέρουν γρήγορα μέσα στην Αρβήντλια. Δε μας συμφέρει να τα εγκαταλείψουμε, αν αυτό προτείνεις.»

«Θα ήταν καλύτερα αν είχαμε δικό μας όχημα,» είπε η Άνμα.

«Θα πρέπει να συναντήσουμε τους επαναστάτες της Αρβήντλια και να τους ρωτήσουμε αν έχουν να μας δώσουν,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος. Και κοίταξε, ερωτηματικά, τον Ράθνη.

«Μπορεί και να έχουν,» είπε εκείνος. «Αναλόγως την περίπτωση. Αν φτάσουμε στη βάση μας, νότια της Διχάλας, εκεί λογικά πρέπει να βρούμε όχημα…»

«Η βάση, όμως, δεν είναι κοντά,» τόνισε η Άνμα.

«Ούτε και τόσο μακριά είναι,» διαφώνησε ο Ράθνης. «Υποθέτω, με τα οχήματα του Κέλκιλ, θα έχουμε φτάσει εκεί σε δυο-τρεις μέρες. Λαμβάνοντας υπόψη μου και τις στάσεις που θα κάνει ο έμπορος, φυσικά. Γιατί, σε διαφορετική περίπτωση, θα μπορούσαμε να φτάσουμε και σε μία μέρα.»

«Εντάξει,» είπε ο Ανδρόνικος. «Όταν είμαστε κοντά στη βάση, βλέπουμε τι θα κάνουμε. Μέχρι, όμως, να φτάσουμε εκεί, θα διασχίσουμε τόσα μέρη· και σ’αυτά τα μέρη ίσως να βρούμε χρήσιμα στοιχεία για την αναζήτησή μας. Νάχετε τα μάτια και τ’αφτιά σας ανοιχτά, όπως πάντα.»

Ο Ράθνης ένευσε. «Ο σοφός ταξιδευτής μετρά τα βήματά του και περιμένει τα σημάδια των θεών.»

«Και σε τι θεούς πιστεύετε στην Αρβήντλια;» τον ρώτησε η Άνμα’ταρ.

Οπότε ο Ράθνης, καθώς έτρωγαν, τους μίλησε για τον Άρσαγκαρ, τον Λύκο της Ερήμου, που έδινε δύναμη στους πολεμιστές και σε όλους όσους αγωνίζονταν· τους μίλησε για τον Μόρμαμ, τον Αρουραίο της Ερήμου, που ήταν ύπουλος και διαβολικός θεός, και υπέσκαπτε το έδαφος κάτω απ’τα πόδια των γενναίων· τους μίλησε για τον Σάρκλιφ, τον Αετό της Ερήμου, που πρόσφερε οξυδέρκεια σ’όσους είχαν την εύνοιά του και ασφάλεια στους ταξιδιώτες· τους μίλησε για τον Λόγκροθ, το Τσακάλι της Ερήμου, που ήταν αιμοβόρος και εκδικητικός, και αγαπούσε τον θάνατο και την καταστροφή· τους μίλησε για την Κρωμβέλη, την Κυρά των Υδάτων, που, όπου έδινε την ευλογία της, το νερό έσπαγε το ξερό έδαφος και ανάβλυζε από ιερές πηγές· τους μίλησε για τη Νυράθα, την Κυρά των Ονείρων, που ήταν αινιγματική και μυστηριώδης· και, τέλος, τους μίλησε για τον Σέλεντουρ, που όριζε τη μοίρα και τον θάνατο, και που κατέγραφε τους πάντες στη Βίβλο της Αιώνιας Καταγραφής.

«Οι θεοί σας μου έκαναν την τρίχα να σηκωθεί, αγαπητέ,» δήλωσε ο Δάρυλμος.

Ο Ανδρόνικος μειδίασε.

Το φαγητό τους είχε τελειώσει.

*

Η Ιωάννα παρατήρησε ότι η Σάθρα και ο Ναβόνρι τούς έριχναν λοξά βλέμματα κάθε τόσο, μα δεν προσπάθησαν να τους προσεγγίσουν για να μιλήσουν μαζί τους, ούτε πρέπει να είπαν τίποτα στον Κάβμικ και τον Λεονάρδο, ή σε κανέναν άλλο. Επίσης, αν έκρινε από τις κινήσεις τους, μάλλον δεν ήταν πράκτορες της Παντοκράτειρας· δεν είχαν επιχειρήσει να απομακρυνθούν, ώστε να ειδοποιήσουν κάποιον. Η υπόθεσή μου γι’αυτούς ήταν, επομένως, σωστή, σκέφτηκε η Μαύρη Δράκαινα.

Ωστόσο, θέλησε να βεβαιωθεί περισσότερο για τους μισθοφόρους. Σε κάποια στιγμή του απογεύματος, που είχε δει ότι η Σάθρα και ο Ναβόνρι ήταν έξω, κοντά στα οχήματα, ζήτησε από την Άνμα’ταρ να έρθει μαζί της, και την πήγε στο δωμάτιο των δύο μισθοφόρων, στον Χορευτή της Άμμου. Εκεί, η μάγισσα ύφανε ένα Ξόρκι Ξεκλειδώματος και η κλειδαριά –απροστάτευτη από μαγεία καθώς ήταν– άνοιξε εύκολα. Η Ιωάννα μπήκε και ερεύνησε γρήγορα τον χώρο, αφού πρώτα τον έλεγξε για κοριούς με μια συσκευή εντοπισμού. Δε βρήκε ούτε κοριούς ούτε τίποτε άλλο ύποπτο. Βγήκε απ’το δωμάτιο, και η Άνμα κλείδωσε πάλι την πόρτα.

«Δεν υπάρχει κίνδυνος απ’αυτούς,» είπε η Ιωάννα, αργότερα, στον Ανδρόνικο.

«Καλύτερα, όμως, να τους δείξουμε πως δεν τους κρατάμε κακία για ό,τι συνέβη τη νύχτα,» παρενέβη ο Δάρυλμος. «Ας τους κεράσουμε κανένα ποτό απόψε, στο πανδοχείο.»

Η Ιωάννα μόρφασε, σκεπτικά, αλλά ο Ανδρόνικος συμφώνησε με την πρόταση του μασκοποιού.

Το βράδυ, κάλεσαν και τους τέσσερις μισθοφόρους κοντά τους –όχι μόνο τη Σάθρα και τον Ναβόνρι, για να μη φανεί περίεργο– και τους κέρασαν ποτά. Ενόσω έπιναν, ο Ναβόνρι τούς είπε Σάρντλια ανέκδοτα (μερικά από τα οποία ήταν πολύ παράξενα, καθότι βασίζονταν σε τοπικά έθιμα) και ο Λεονάρδος τούς διηγήθηκε διάφορες ιστορίες· πρέπει να ήταν πολυταξιδεμένος και να είχε εργαστεί σε πολλά μέρη ως μισθοφόρος. Είχε δουλέψει και για λογαριασμό της Παντοκράτειρας, απ’ό,τι φάνηκε, μα δεν έδειχνε νάναι πιστός σ’αυτήν.

Η διάθεση όλων, σύντομα, έφτιαξε.

Ο Σέλιρ’χοκ είπε μερικές δικές του ιστορίες, από την πατρίδα του, τη Μοργκιάνη, και η Άνμα’ταρ από τη Ρελκάμνια, που ήταν η δική της πατρίδα. Κανένας απ’τους δυο τους, ασφαλώς, δεν αποκάλυψε τίποτα για τη σχέση τους με την Επανάσταση. Ο Ανδρόνικος συμμετείχε στις κουβέντες, αλλά προτίμησε να μη δείξει ότι ήταν από την Απολλώνια, ενώ η Ιωάννα προτίμησε απλώς να είναι παρατηρητική. Ο Ράθνης ποτέ δεν ήταν ιδιαίτερα ομιλητικός άνθρωπος, και ούτε και τώρα. Ο Δάρυλμος, όμως, μόλις ξεθάρρεψε, άρχισε να λέει διάφορα (ευτυχώς, όχι τίποτα που μπορούσε να βάλει τους συντρόφους του σε μπελάδες), ανάμεσα στα οποία και κάμποσα ανέκδοτα που προσπαθούσαν να συναγωνιστούν αυτά του Ναβόνρι.

Άργησαν να πάνε στα δωμάτιά τους, και πιθανώς ν’αργούσαν ακόμα περισσότερο, αν δεν ήξεραν ότι αύριο θα σηκώνονταν με την αυγή, διότι το καραβάνι του Κέλκιλ θα έφευγε από την Ούσλετ.

Η Ιωάννα έβγαλε τις μπότες της κι έπεσε μπρούμυτα στο στρώμα της, καθώς, όφειλε να παραδεχτεί, ήταν λιγάκι ζαλισμένη απ’τα ποτά. Δυστυχώς, η εκπαίδευσή της ως Μαύρη Δράκαινα δε συμπεριλάμβανε την κατανάλωση ποτών που χτυπούσαν στο κεφάλι· για την ακρίβεια, αποθάρρυνε την πόση τέτοιων ουσιών.

Ο Ανδρόνικος ξάπλωσε στο διπλανό στρώμα, ανάσκελα, κοιτάζοντας το ταβάνι.

Ο ύπνος δεν τους είχε πάρει ακόμα, όταν ύποπτοι θόρυβοι τούς ανησύχησαν, προερχόμενοι από τον τοίχο.

Η Ιωάννα τράβηξε ένα ξιφίδιό της, καθώς ανασηκωνόταν.

«Δε νομίζω πως είναι τίποτα που πρέπει να μας θορυβήσει,» είπε ο Ανδρόνικος.

Η Ιωάννα αφουγκράστηκε, διαπιστώνοντας ότι οι ήχοι έρχονταν από το πλαϊνό δωμάτιο, όπου βρίσκονταν η Άνμα’ταρ και ο Σέλιρ’χοκ. Μια θηλυκή φωνή ήταν που ακουγόταν περισσότερο, αλλά δεν έμοιαζε να εκφράζει τη δυσαρέσκειά της με ό,τι της συνέβαινε· το αντίθετο, μάλιστα.

Η Ιωάννα αναστέναξε και θηκάρωσε το ξιφίδιό της. «Θα την πλακώσω στις κλοτσιές,» μούγκρισε, ξαπλώνοντας πάλι.

«Ίσως να μην το κάνει επίτηδες…»

«Είναι νύχτα! Ο κόσμος θέλει να κοιμηθεί.»

*

Το καραβάνι ξεκίνησε με την αυγή, όπως ήταν προκαθορισμένο, και ταξίδεψε νότια, με τα ψηλά, ξερά βουνά να βρίσκονται ανατολικά του και αριστερά των οχημάτων, που οι μεγάλοι τροχοί τους άλλοτε τίναζαν άμμο, άλλοτε τσάκιζαν μικρές πέτρες, άλλοτε έκαναν και τα δύο συγχρόνως.

Επόμενη στάση ήταν η Νουρασέκ, στην αρχή του Κρυστάλλου Τόπου, μια πόλη των Λευκών, στην οποία έφτασαν περίπου μιάμιση ώρα προτού οι ήλιοι της τέταρτης Σκιερής Ημέρας μεσουρανήσουν. Το μέρος δεν είχε τρομερές διαφορές από την Ούσλετ: η Νουρασέκ ήταν περιτειχισμένη, και τα ψηλά οικοδομήματα ήταν σπάνια, αν και όχι ανύπαρκτα.

Στο κέντρο της πόλης, υπήρχε μια όαση, γύρω από την οποία είχε χτιστεί η υπόλοιπη Νουρασέκ, και εκεί ήταν που ο Κέλκιλ οδήγησε τα οχήματα του καραβανιού του, για να σταματήσουν κάτω από πλούσια δέντρα, σ’έναν χώρο στάθμευσης στρωμένο με μαλακή άμμο. Κατέβηκαν όλοι από τα φορτηγά, και ο Κέλκιλ πρόσταξε να ξεφορτώσουν ορισμένη από την πραμάτεια και να τη μεταφέρουν στην αγορά της πόλης, η οποία δε βρισκόταν μακριά από την όαση. Κάποιοι από τους μισθοφόρους πήγαν μαζί με τον έμπορο, κάποιοι έμειναν πίσω, κοντά στα οχήματα. Ο Ανδρόνικος και οι σύντροφοί του ήταν ανάμεσα στους δεύτερους· ο Κάβμικ και ο Ναβόνρι ανάμεσα στους πρώτους.

Ο Δάρυλμος έδειξε ένα κιόσκι που βρισκόταν πλάι στα δροσερά νερά της όασης, και πρότεινε να πάνε εκεί. Οι επαναστάτες συμφώνησαν, και, όταν ήταν στο κιόσκι, ο Ράθνης αγόρασε σ’όλους ένα ποτό που ονομαζόταν κράσνετ και ήταν παχύρευστο (και λιγάκι βαρύ στην κοιλιά) αλλά δροσιστικό.

«Τι επιλογές έχουμε;» ρώτησε ο Ανδρόνικος τον Ράθνη, πίνοντας μια γουλιά απ’το ποτό του. Δε χρειαζόταν να διευκρινίσει σε τι αναφερόταν.

«Υπάρχει ένα μέρος κάτω από μια σκάλα. Εκεί θα βρούμε αυτό που ζητάμε.»

«Θα μας οδηγήσεις;»

Ο Ράθνης ένευσε, κι αφού τελείωσαν τα ποτά τους, έφυγαν από το κιόσκι.

Η Ιωάννα έριξε μια ματιά πίσω τους, για να δει μήπως η Σάθρα τούς ακολουθούσε πάλι· αλλά η μισθοφόρος δεν είχε φύγει από τη θέση της κοντά στα οχήματα του καραβανιού.

«Μας κοιτάζουν περίεργα,» παρατήρησε ο Δάρυλμος, καθώς καταδύονταν μέσα στους δρόμους της Νουρασέκ, που έκαναν πολλά σκαμπανεβάσματα, σαν το έδαφος όπου ήταν χτισμένη η πόλη να ήταν ανώμαλο.

«Οι περισσότεροι από μας είναι μαύροι,» εξήγησε ο Ράθνης. «Ωστόσο,» πρόσθεσε, καθησυχαστικά, «είμαι βέβαιος πως οι ντόπιοι καταλαβαίνουν ότι δεν είμαστε παρά εξωδιαστασιακοί ταξιδιώτες και, επομένως, περαστικοί.»

Καθώς διέσχιζαν μερικά μπλεγμένα στενορύμια, άκουσαν μια βρισιά στην Κοινή Γλώσσα της Αρβήντλια, η οποία, ουσιαστικά, σήμαινε παρείσακτοι, αλλά με την πιο άσχημη δυνατή έννοια: ανεπιθύμητοι, βρώμικοι, ελεεινοί, μολυσμένοι. Και είχε έρθει από το στόμα ενός παιδιού που αποκλείεται να ήταν πάνω από δεκατριών χρονών. Οι επαναστάτες στράφηκαν, και είδαν το αγόρι να τους ατενίζει μέσα από ένα σοκάκι, μαζί με κάμποσα άλλα παιδιά της ηλικίας του. Όλα τους κρατούσαν πέτρες στα χέρια, κι άρχισαν να τις εκτοξεύουν καταπάνω στους ξένους, συνεχίζοντας να βρίζουν.

Οι επαναστάτες έτρεξαν, για ν’απομακρυνθούν, καθώς τους κυνηγούσε η λίθινη βροχή. Μια πέτρα βρήκε τον Σέλιρ’χοκ στο κεφάλι, ευτυχώς χωρίς να τον τραυματίσει ή να καταστρέψει τη μάσκα του. Μια άλλη πέτρα βρήκε τον Ανδρόνικο στον ώμο, και μια ακόμα την Ιωάννα στην πλάτη.

«Εσύ δεν είπες πως θα καταλάβουν ότι είμαστε ξένοι κι επομένως όλα θα πάνε καλά;» μούγκρισε ο Δάρυλμος στον Ράθνη.

«Ηρέμησε,» του αποκρίθηκε εκείνος· «παιδιά είναι.»

«Λυπάμαι που σ’το λέω, φίλε μου, αλλά σ’αυτή τη διάσταση πρέπει να κάνετε κάτι για το σύστημα διαπαιδαγώγησής σας!»

«Γιατί;»

«Μα, πετάνε πέτρες!»

«Εξασκούνται στο σημάδι, λοιπόν.»

«Επάνω μας;»

«Φτάσαμε,» είπε ο Ράθνης.

«Τι;»

Ο Ράθνης, αγνοώντας τον Δάρυλμος, πλησίασε μια πλατιά, πέτρινη σκάλα, που οδηγούσε σε μια γέφυρα. Δεν την ανέβηκε, όμως· έσκυψε, μπαίνοντας από κάτω της.

Ο Ανδρόνικος τον ακολούθησε, κάνοντας νόημα στους υπόλοιπους να περιμένουν.

Η Ιωάννα πήρε τον Πρίγκιπα στο κατόπι, μη δίνοντας σημασία στο νόημά του.

Εκείνος στράφηκε να την κοιτάξει. «Νομίζω πως είπα να μείνετε πίσω.»

«Υπέθεσα ότι δεν ίσχυε για μένα.»

«Οι υποθέσεις σου με εκπλήσσουν.»

«Ίσως να είναι επικίνδυνα εδώ,» είπε η Ιωάννα, σοβαρά.

Το μέρος εμπρός τους ήταν κατασκότεινο και βαθύ, σαν κάποιο σπήλαιο, και, αναμφίβολα, εκτεινόταν πέραν των πλατιών σκαλοπατιών, μέσα σε κάποιο εγκαταλειμμένο, μάλλον, οικοδόμημα. Σ’ορισμένα σημεία, αναμμένα φανάρια ή μικρές φωτιές διέλυαν το πυκνό σκοτάδι.

Ο Ράθνης έγνεψε στον Ανδρόνικο και την Ιωάννα να έρθουν μαζί του, και προχώρησε, σκυφτός, γιατί το ταβάνι εδώ ήταν χαμηλό.

Πήγε αριστερά, πλησιάζοντας ένα από τα φωτεινά σημεία, που, συνολικά, ήταν τρία, μπορούσαν να δουν ο Απολλώνιος Πρίγκιπας και η Μαύρη Δράκαινα.

Ένα παιδί καθόταν πλάι στο φανάρι, λευκόδερμο και της ίδιας ηλικίας μ’αυτά που τους είχαν πετροβολήσει. Έφτιαχνε χάντρες από πολύχρωμα κορδόνια· τα χεράκια του ήταν πληγιασμένα απ’τη δουλειά. Έστρεψε τα ολοστρόγγυλα μάτια του επάνω τους με περιέργεια, όχι με φόβο.

«Γεια θαθ,» είπε. Το ένα του μάγουλο ήταν μελανιασμένο, σαν κάποιος να το είχε πρόσφατα σφαλιαρίσει.

«Αναζητώ το λευκό φως κάτω από τη σκάλα του σκότους,» του είπε ο Ράθνης.

«Τα βήματά θου κάνε αργά κι έχε το βλέμμα θου θτιθ θκιέθ,» αποκρίθηκε το παιδί. «Φτιάχνω κομποθκοίνια, κύριε· τι θέλειθ;»

«Πρέπει να μιλήσω σ’έναν δικό μας άνθρωπο, να τον ρωτήσω κάποια πράγματα.»

«Θα έλθει να θε βρει. Πώθ θε λένε;»

Ο Ράθνης τού είπε το ψεύτικο όνομα που είχαν δώσει και στον Κέλκιλ και τους μισθοφόρους του. «Στην Όαση θα είμαι. Στο κιόσκι.» Έβγαλε την κουκούλα της κάπας του. «Δες με καλά, και πες του να με ψάξει.»

Ο μικρός ένευσε, κοιτάζοντας τον Ράθνη.

Ο Ράθνης ξανάβαλε την κουκούλα του. «Επίσης, πες του να βιαστεί· δε θα είμαι εκεί όλη μέρα.»

Και, με τούτα τα λόγια, έφυγε.

Ο Ανδρόνικος κι η Ιωάννα τον ακολούθησαν, και βγήκαν κάτω από την πέτρινη γέφυρα. Οι άλλοι τούς περίμεναν έξω.

«Δε συναντήσατε τίποτα απρόοπτο…» είπε η Άνμα.

«Όχι,» απάντησε ο Ανδρόνικος. «Επιστρέφουμε στο κιόσκι· θα έρθουν να μας βρουν, σύντομα.»

«Κι αυτή τη φορά, προτείνω να πάμε από μεγάλους δρόμους,» τόνισε ο Δάρυλμος. «Πιστεύω, εκεί υπάρχει μικρότερη πιθανότητα να μας λιθοβολήσουν!»

*

Ο Δάρυλμος αποδείχτηκε ότι είχε δίκιο.

Και, κατά το μεσημέρι, ενώ βρίσκονταν στο κιόσκι, μια βοϊδάμαξα, φορτωμένη με βαρέλια, σταμάτησε εκεί κοντά. Πλάι στον αμαξά καθόταν μια γυναίκα, η οποία κατέβηκε και ζύγωσε την Όαση. Ήταν λευκόδερμη και λυγερή, και τα μαλλιά της ήταν μαύρα και κομμένα στους ώμους. Φορούσε γκρίζο φόρεμα, σανδάλια, και πλατύγυρο καπέλο. Από τη ζώνη της κρεμόταν ένα μαχαίρι μέσα σε παλιό, τριμμένο δερμάτινο θηκάρι.

Μπήκε στο κιόσκι και κοίταξε τριγύρω, ψάχνοντας για κάποιον αλλά χωρίς να το δείχνει υπερβολικά. Αν δεν περίμενες να σε αναζητήσουν, ή αν δεν ήσουν κατάσκοπος ή Μαύρη Δράκαινα, δε θα σου έκανε εντύπωση. Η γυναίκα θα μπορούσε απλά να ψάχνει και θέση να καθίσει.

Εντοπίζοντας τον Ράθνη, τον πλησίασε.

Και είπε το ψεύτικο όνομά του.

«Ο ίδιος,» αποκρίθηκε εκείνος, που καθόταν παράμερα από τους άλλους, μαζί με τον Ανδρόνικο, πίνοντας ένα ποτήρι μπίρα ο καθένας. «Κι εσύ ποια είσαι;»

«Νίρνιφα, με λένε. Μου είπαν ότι με ζήτησες, κάτω από τη σκάλα.» Και η γυναίκα έριξε ένα βλέμμα στον Ανδρόνικο.

«Φίλος είναι,» της είπε ο Ράθνης. «Πολύ καλός φίλος. Ψάχνουμε για έναν άνθρωπο: δικό μας

Η Νίρνιφα ένευσε. «Αν μπορώ να βοηθήσω…»

«Αρίσταρχος, ονομάζεται. Ξέρουμε ότι πέρασε από την Αρβήντλια. Τον έχεις υπόψη σου;»

«Όχι.» Η Νίρνιφα έβγαλε ένα τσιγάρο μέσα απ’το φόρεμά της και το άναψε.

Ο Ράθνης τής περιέγραψε τον Αρίσταρχο.

Η Νίρνιφα κούνησε το κεφάλι αρνητικά.

«Μπορείς να ρωτήσεις αν πέρασε από τη Νουρασέκ; Είναι πολύ σημαντικό. Ο ίδιος ο Πρίγκιπας ενδιαφέρεται γι’αυτόν.» Δε χρειαζόταν να διευκρινίσει σε ποιον Πρίγκιπα αναφερόταν· όταν οι επαναστάτες μιλούσαν για τον Πρίγκιπα, ήξεραν ότι αναφέρονταν στον Ανδρόνικο.

«Πού θα σε βρω;» ρώτησε η Νίρνιφα.

«Εδώ,» απάντησε ο Ράθνης. «Λογικά, πρέπει να μείνω μέχρι το απόγευμα. Μετά, ίσως φύγω από την πόλη.»

«Εντάξει. Θα προσπαθήσω να κάνω γρήγορα.»

Η Νίρνιφα βγήκε από το κιόσκι και την είδαν να επιστρέφει στη βοϊδάμαξα. Ο αμαξάς μαστίγωσε τα κερασφόρα βόδια κι αυτά ξεκίνησαν.

*

Οι επαναστάτες δεν έμειναν στο κιόσκι, για να μη δίνουν στόχο, σε περίπτωση που κάποιος πράκτορας της Παντοκράτειρας παρακολουθούσε· μετά από λίγο, έφυγαν, επιστρέφοντας στα φορτηγά του Κέλκιλ. Οι περισσότεροι μισθοφόροι που δεν είχαν τώρα βάρδια είχαν αρχίσει να πηγαίνουν σ’ένα κοντινό πανδοχείο για να φάνε. Οι επαναστάτες αποφάσισαν να τους μιμηθούν. Ωστόσο, ένας έπρεπε να μείνει πίσω, για να βλέπει μήπως επιστρέψει η Νίρνιφα.

Η Ιωάννα προθυμοποιήθηκε να μείνει, και περίμενε, καθισμένη στα σκαλοπάτια μιας εισόδου του φορτηγού και καπνίζοντας το ένα τσιγάρο μετά το άλλο.

«Καπνίζεις πολύ,» της είπε ο Λεονάρδος, που στεκόταν παραδίπλα, πίνοντας έναν χυμό που είχε αγοράσει από το κιόσκι. Το αναψυκτικό ήταν μέσα σ’ένα κρυστάλλινο ποτήρι, όπως και όλα τα ποτά που πρόσφερε το κιόσκι. (Κρυστάλλου Τόπος, είχε σκεφτεί η Ιωάννα, όταν το πρωτοπρόσεξε. Μάλλον ο κρύσταλλος είναι ντόπιος.) «Σε παρατήρησα και όσο ταξιδεύαμε. Θα σε σκοτώσει στο τέλος.»

«Στο τέλος, ίσως,» του αποκρίθηκε η Ιωάννα. «Αλλά όχι τώρα.»

Ο Λεονάρδος γέλασε, και ήπιε μια γουλιά απ’το ποτήρι του.

Η Νίρνιφα δεν παρουσιάστηκε.

Ο Ανδρόνικος κι οι άλλοι επέστρεψαν από το πανδοχείο, για να κάνουν παρέα στην Ιωάννα· και ο Πρίγκιπας τής έφερε ένα τυλιχτό φαγητό του χεριού.

Ο Ράθνης πήγε πάλι στο κιόσκι, όταν οι ήλιοι είχαν αρχίσει να γέρνουν προς τα δυτικά.

Η Νίρνιφα δεν ήρθε, αυτή τη φορά, επάνω σε βοϊδάμαξα· ήρθε μόνη της, και από διαφορετική μεριά, διασχίζοντας την Όαση και ξεπροβάλλοντας ανάμεσα από τα φυτά, προτού μπει στο κιόσκι.

Ο Ανδρόνικος την είδε να πηγαίνει κοντά στον Ράθνη, να μιλά μαζί του, και να κάθονται εκεί, για κάποια ώρα, πίνοντας. Προφανώς, το τελευταίο δεν ήταν απαραίτητο· το έκαναν για τα μάτια των περίεργων.

Όταν η Νίρνιφα έφυγε, ο Ράθνης επέστρεψε στους συντρόφους του και κούνησε το κεφάλι αρνητικά.

«Τίποτα;» είπε η Άνμα’ταρ. «Δεν τον έχουν καν ακούσει;»

«Τίποτα. Δεν πρέπει να πέρασε από δω· ή, αν πέρασε, δεν είχε καμια επαφή με τους τοπικούς επαναστάτες.»

*

Καθώς βράδιαζε, ο Κέλκιλ ανακοίνωσε ότι είχε ολοκληρώσει τις αγοραπωλησίες του στη Νουρασέκ και ότι έπρεπε να φύγουν απόψε, παρότι έμοιαζε πιο άρρωστος απ’ό,τι συνήθως: έβηχε συχνά-πυκνά κι έδειχνε να μη μπορεί ν’αναπνεύσει ελεύθερα, ενώ σκούπιζε τα μάτια του μ’ένα μαντήλι, σα να γέμιζαν τσίμπλες κάθε λίγο και λιγάκι.

«Ελπίζω,» μουρμούρισε η Άνμα, «να μη μας μείνει στο δρόμο.»

Οι επαναστάτες μπήκαν στο όχημα που φρουρούσαν μαζί με τους άλλους τέσσερις μισθοφόρους, και το καραβάνι σύντομα ξεκίνησε, βγαίνοντας από τη Νουρασέκ και κατευθυνόμενο νοτιοανατολικά, με τα φώτα του αναμμένα, να σχίζουν το αυξανόμενο σκοτάδι των ερήμων της Αρβήντλια.

Μετά από δύο και κάτι ώρες, έφτασαν κοντά στο μεγάλο άνοιγμα του εδάφους που ονομαζόταν Κρυστάλλινο Φαράγγι. Τα οχήματά τους κυλούσαν τώρα πλάι του και, κοιτάζοντας από τα παράθυρα, οι επιβαίνοντες μπορούσαν να δουν τα βάθη του να… γυαλίζουν. Γιατί, στα τοιχώματά του, φύτρωναν κρυσταλλικοί σχηματισμοί, που αντανακλούσαν το φως των πράσινων φεγγαριών της Αρβήντλια και τα φώτα των φορτηγών του καραβανιού· αλλά πολλοί απ’αυτούς εξέπεμπαν και δικό τους φως: έναν φασματικό φωσφορισμό που τους διέγραφε μαγευτικά μέσα στη νύχτα.

Μια ώρα ακόμα τα οχήματα κυλούσαν πλάι στο φαράγγι και, έπειτα, πλησίασαν μια πόλη που ήταν οικοδομημένη στο χείλος του, και που εμπρός της υπήρχε μια πελώρια γέφυρα, η οποία περνούσε πάνω από το Κρυστάλλινο Φαράγγι και κατέληγε στη νότιά του μεριά, όπου διακρίνονταν τα φώτα μιας άλλης πόλης.

«Η γέφυρα είναι φυσική,» είπε ο Ράθνης στους συντρόφους του. «Η πόλη που ζυγώνουμε ονομάζεται Ντίλκνα-μερ. Αυτή που βλέπετε αντίκρυ είναι η συνέχειά της, και ονομάζεται Ντίλκνα-σερ. Άνω Ντίλκνα και Κάτω Ντίλκνα.»

«Το πρώτο όμορφο θέαμα που είδα σε τούτη την ξερή διάσταση,» σχολίασε ο Δάρυλμος, κοιτάζοντας έξω απ’το παράθυρο. Και προς τον Ράθνη: «Με το συμπάθιο, αγαπητέ.»

Ο Αρβήντλιος έμεινε σιωπηλός.

Το καραβάνι σταμάτησε μπροστά στην πύλη της Ντίλκνα-μερ, ζητώντας άδεια να περάσει. Ο Κέλκιλ βγήκε και μίλησε με τους φρουρούς για μερικά λεπτά. Η πύλη άνοιξε, και τα οχήματα μπήκαν μετά από έναν σύντομο έλεγχο από Παντοκρατορικούς στρατιώτες.

Μέσα στην πόλη, στάθμευσαν σ’ένα γκαράζ, και ο Κέλκιλ οδήγησε τους μισθοφόρους του (όσους δεν έμειναν πίσω, για να φρουρούν τα φορτηγά και τα εμπορεύματα) σ’ένα πανδοχείο εκεί κοντά, το οποίο ονομαζόταν «Ο Μεγάλος Κρύσταλλος». Στην τραπεζαρία του, υπήρχε ένα πελώριο κομμάτι κρύσταλλο που λαμπύριζε.

Ο Ανδρόνικος και οι σύντροφοί του κάθισαν σ’ένα από τα πέτρινα τραπέζια και έφαγαν βραδινό. Ύστερα, έκλεισαν τρίκλινα δωμάτια και πήγαν για ύπνο.

Ο Ράθνης μοιραζόταν το ίδιο κατάλυμα με τον Ανδρόνικο και την Ιωάννα, και ο Πρίγκιπας τον ρώτησε πού θα πήγαιναν αύριο για να πάρουν πληροφορίες.

«Στα βάθη του φαραγγιού,» απάντησε ο Αρβήντλιος, και ξάπλωσε στο στρώμα του, μοιάζοντας με λύκο που είχε αποφασίσει ότι η ημέρα τον είχε κουράσει και ήταν πια ώρα να κοιμηθεί.

•4•

Πρωί της πέμπτης Σκιερής Ημέρας, και οι σκιές ήταν πυκνές στο Κρυστάλλινο Φαράγγι, δημιουργώντας ένα εξώκοσμο θέαμα ανάμεσα στους φωσφορίζοντες κρυστάλλους που φύτρωναν από τα τοιχώματά του.

Ο Κέλκιλ είχε σηκωθεί από την αυγή, ξυπνώντας και τους μισθοφόρους του, και είχε πιάσει δουλειά: διαπραγματεύσεις με λιανοπωλητές, διανομείς, και χοντρέμπορους, στη Ντίλκνα-μερ αλλά και απέναντι, στη Ντίλκνα-σερ, διασχίζοντας τη μεγάλη, φυσική γέφυρα του φαραγγιού.

Ο Ανδρόνικος και οι σύντροφοί του δεν τον ακολουθούσαν μέσα στις πόλεις –που κατοικούνταν από Λευκούς–, αλλά ούτε περίμεναν στα οχήματα. Ο Ράθνης είχε πει ότι θα τους οδηγούσε στα βάθη του φαραγγιού, και τώρα εκπλήρωνε την υπόσχεσή του. Τους έβγαλε από τη Ντίλκνα-μερ και ακολούθησε ένα μονοπάτι που κατηφόριζε ανάμεσα σε μικρούς, γυαλιστερούς κρυστάλλους, οι οποίοι φύτρωναν σαν λουλούδια γύρω του.

«Πού ακριβώς βρίσκεται ο σύνδεσμός μας;» ρώτησε η Άνμα’ταρ.

«Θα δεις, μάγισσα,» απάντησε ο Ράθνης.

«Αν δε λαθεύω,» είπε ο Ανδρόνικος, καθώς έφταναν σ’ένα σημείο του μονοπατιού όπου υπήρχε καλή θέα προς τα βάθη του φαραγγιού, «εδώ είναι τα ορυχεία κρυστάλλων, τα οποία ελέγχονται από τις δυνάμεις της Παντοκράτειρας.»

Και οι σύντροφοί του δε χρειάζονταν να βασιστούν μονάχα στα λόγια του, καθώς, από εκεί όπου τώρα στέκονταν, μπορούσαν άνετα να ατενίσουν ένα σωρό εργάτες που δούλευαν επάνω σε μια πλαγιά του φαραγγιού, πλούσια σε κρυστάλλους. Οι περισσότεροι ήταν Μελανοί και ημίγυμνοι, δεν μπόρεσαν παρά να παρατηρήσουν οι επαναστάτες. Οι Παντοκρατορικοί που επιτηρούσαν, με τις άσπρες στρατιωτικές στολές τους, έκαναν έντονη αντίθεση ανάμεσά τους.

«Δούλοι;» είπε η Άνμα’ταρ.

«Ναι,» απάντησε ο Ράθνης, καθώς συνέχιζαν να κατεβαίνουν το μονοπάτι και, προς το παρόν, η θέα των εργατών μειωνόταν.

«Από πού; Γίνεται πόλεμος; Επιδρομές;»

«Συνεχώς γίνεται πόλεμος, Άνμα,» παρενέβη ο Ανδρόνικος. «Στην Αρβήντλια είμαστε. Οι Μελανοί και οι Λευκοί ποτέ δεν παύουν να πολεμούν.»

«Ναι, αλλά… τόσοι δούλοι… Από πού προέρχονται; Σίγουρα, οι Παντοκρατορικοί έχουν βάλει το χέρι τους.»

Ο Ράθνης κούνησε το κεφάλι. «Όχι. Τα ορυχεία κρυστάλλων υπήρχαν από πολύ πριν έρθουν οι Παντοκρατορικοί, και από τότε χρησιμοποιούνταν δούλοι. Τους μαζεύουν, κυρίως, από τον Ηλίου Τόπο και τον Γιγάντων Τόπο.»

«Γιγάντων Τόπος;» είπε ο Δάρυλμος. «Πού είν’αυτός;»

«Νότια από δω. Δε θα περάσουμε.»

«Και υπάρχουν γίγαντες εκεί;»

«Μόνο στους θρύλους.» Ο Ράθνης ανασήκωσε τους ώμους. «Ίσως κάποτε να υπήρχαν και στην πραγματικότητα· ποιος ξέρει; Και τι σημασία έχει, τώρα πλέον;» Η κουβέντα έμοιαζε να τον έχει κουράσει· προτιμούσε να μη λέει πολλά. Ή ίσως αυτά τα θέματα να ήταν τόσο κοινότοπα για εκείνον, που τον έκαναν να βαριέται.

Η Ιωάννα είπε, καθώς έστριβαν σε μια διακλάδωση του μονοπατιού: «Καλύτερα να μην πλησιάσουμε τα ορυχεία, εκτός αν είναι τελείως απαραίτητο.» Διέσχιζαν τώρα ένα δάσος από ψηλούς, λιγνούς κρυστάλλους, ορισμένοι απ’τους οποίους έμοιαζαν επικίνδυνοι, σαν ρομφαίες. Το αλλόκοτο φως της Σκιερής Ημέρας τούς έκανε να γυαλίζουν εφιαλτικά. «Οι πράκτορες της Παντοκράτειρας, αναμφίβολα, θα παρακολουθούν το μέρος. Ίσως ήδη να μας έχουν δει.»

«Μάλλον, ναι, θα μας έχουν δει, Ιωάννα,» αποκρίθηκε ο Ράθνης· «αλλά δεν πειράζει.»

Η Μαύρη Δράκαινα τον ατένισε ερωτηματικά μέσα απ’τη σκιά της κουκούλας της.

Ο Ράθνης δε γύρισε να την κοιτάξει. «Ο άνθρωπος στον οποίο πηγαίνουμε δέχεται κάμποσες επισκέψεις. Είναι σαμάνος. Μάντης. Σοφός. Τον λένε Καλθάρη.»

Βγήκαν απ’το κρυσταλλικό δάσος και περπάτησαν σ’ένα μονοπάτι που ήταν ολίγο επικίνδυνο, καθώς το φάρδος του ήταν μόλις ενάμιση μέτρο, και από τη μια του μεριά βρισκόταν το τοίχωμα του φαραγγιού, ενώ από την άλλη κρημνός. Κι αν έπεφτες από εκεί, θα κατρακυλούσες για πολλά μέτρα επάνω στην απότομη πλαγιά, η οποία ήταν γεμάτη μυτερούς κρυστάλλους. Πιθανώς, θα σκοτωνόσουν.

Δε χρειάστηκε, ωστόσο, ν’ακολουθήσουν το μονοπάτι για πολύ. Σύντομα, ο Ράθνης μπήκε σε μια σπηλιά και οι υπόλοιποι μαζί του. Το μέρος ήταν τυλιγμένο στο σκοτάδι, χωρίς να υπάρχει καμία εστία φωτός· και το ασθενικό φως της Σκιερής Ημέρας, που ερχόταν απέξω, δεν ήταν παρά αρκετό για να φωτίζει τρία βήματα στο εσωτερικό της σπηλιάς.

Η Ιωάννα έκανε ν’ανάψει φακό, αλλά ο Ράθνης τη σταμάτησε, αγγίζοντάς της το μπράτσο και κουνώντας το κεφάλι. Η Μαύρη Δράκαινα επέστρεψε τον φακό στην τσέπη της.

«Καλθάρη!» φώναξε ο Ράθνης, και η φωνή του ακούστηκε ν’αντηχεί: το σπήλαιο είναι βαθύ, λοιπόν, συμπέρανε η Ιωάννα.

Καμια απόκριση δεν ήρθε.

«Καλθάρη!»

«Σας περιμένω;» αντήχησε μια αντρική φωνή, που φανέρωνε άτομο ηλικιωμένο. Ήταν δύσκολο, όμως, να καθορίσει κανείς από πού ακριβώς προερχόταν. Κι ετούτο ανησύχησε την Ιωάννα· μια Μαύρη Δράκαινα μπορούσε εύκολα να εντοπίσει τη θέση κάποιου από θορύβους και μόνο. Αυτή η σπηλιά διαστρεβλώνει τους ήχους.

«Σε σκοτεινά μέρη έχουμε βαδίσει για να φτάσουμε εδώ, Γέροντα,» είπε ο Ράθνης –και η Ιωάννα ήταν βέβαιη πως επρόκειτο για σύνθημα.

«Ακολουθήστε το φως μου, τότε.» Ακόμα ένα σύνθημα, και η φωνή εξακολουθούσε να φτάνει περίεργα στ’αφτιά τους.

Ένα μέρος του σκοταδιού διαλύθηκε από φως, που εκπεμπόταν από έναν κρυσταλλικό σχηματισμό στο ταβάνι. Κανένας δε φαινόταν κοντά του, και η Ιωάννα αναρωτήθηκε πώς αυτός ο σαμάνος είχε κάνει τους κρυστάλλους να φωτίσουν ενώ, πριν από λίγο, ήταν σκοτεινοί.

Ο Ράθνης ακολούθησε το φως, και οι υπόλοιποι ακολούθησαν τον Ράθνη. Κατέβηκαν μέσα σε μια στενή σήραγγα και, στο βάθος, ατένισαν κι άλλους φωτεινούς κρυστάλλους. Πήγαν προς τα εκεί, κι έφτασαν σε μια σπηλιά που, μάλλον, ήταν πολύ μικρότερη από την προηγούμενη.

Στο κέντρο της καθόταν, οκλαδόν, ένας γέρος. Το δέρμα του ήταν κατάλευκο και το κεφάλι του ξυρισμένο· στο πρόσωπό του φύτρωνε μια πλούσια, γκρίζα γενειάδα που έφτανε ώς την κοιλιά του. Τομάρια ζώων τον έντυναν. Γύρω του, κρύσταλλοι προεξείχαν από το έδαφος, σχηματίζοντας έναν δακτύλιο και φωτίζοντας. Το δεξί του χέρι έτριβε, αργά, έναν απ’τους κρυστάλλους, σαν αυτός να μπορούσε να αντιληφτεί το άγγιγμά του.

«Καλθάρη…»

Το βλέμμα του γέροντα ήταν ήρεμο, στωικό. «Ράθνη. Η όψη σου είναι κρυμμένη, αλλά η φωνή σου όχι. Ούτε το βήμα σου. Η νυχτερίδα δε χρειάζεται μάτια για να δει.»

Ο Ράθνης μειδίασε. «Αναγκαιότητα του επαγγέλματος, Γέροντα.» Άγγιξε το μάγουλο της μάσκας που του είχε φτιάξει ο Δάρυλμος. «Κι ευτυχώς που οι πράκτορες της Παντοκράτειρας δεν είναι νυχτερίδες.»

«Οι πράκτορες της Παντοκράτειρας είναι τυφλοί, φίλε μου. Ούτε βλέπουν ούτε ακούνε.»

Μακάρι αυτό να ήταν αλήθεια, γέρο… σκέφτηκε η Ιωάννα, αλλά έμεινε σιωπηλή.

«Γιατί είσαι εδώ, λοιπόν;» ρώτησε ο Καλθάρης.

«Αναζητούμε κάποιον.»

«Αναζητάτε…» Ο σαμάνος ατένισε τους συντρόφους του Ράθνη, που στέκονταν πίσω και γύρω του. Ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος ήταν δεξιά του Αρβήντλιου, η Ιωάννα αριστερά.

«Όπως καταλαβαίνεις, είναι φίλοι.»

«Ποιον αναζητάτε;»

Ο Ανδρόνικος ήταν που απάντησε: «Έναν άντρα ο οποίος ονομαζόταν Αρίσταρχος. Άνθρωπός μας, που πέρασε από την Αρβήντλια, πήγε στη Διάσταση του Φωτός, κι εκεί πέθανε.»

«Το ένα απ’αυτά δεν το ξέρεις, όποιος κι αν είσαι,» παρατήρησε ο Καλθάρης. «Το ότι πέρασε από την Αρβήντλια το υποθέτεις, σωστά;»

«Σωστά. Αλλά έχει καμια σημασία;»

Ο Καλθάρης δεν αποκρίθηκε.

«Έχεις ακούσει τ’όνομα του Αρίσταρχου;» τον ρώτησε ο Ράθνης.

«Φοβάμαι πως όχι. Δεν τον γνωρίζω.»

Ο Ανδρόνικος περιέγραψε τον Αρίσταρχο στον σαμάνο.

«Δεν τον έχω δει,» δήλωσε εκείνος.

Ο Ράθνης τον ρώτησε: «Ποιος θα μπορούσε να μας βοηθήσει;»

«Κάποιος που τον είχε δει,» είπε ο Καλθάρης. «Είναι σημαντικό να εντοπίσετε τα ίχνη ενός νεκρού;»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος. «Πολύ σημαντικό.»

«Θα ειδοποιήσω κάποιους ανθρώπους, τότε. Πού μπορούν να σας βρουν για να σας μιλήσουν;»

«Στον Μεγάλο Κρύσταλλο μένουμε,» είπε ο Ράθνης. «Θα έχουμε απάντηση ώς το βράδυ;»

«Μετά, θα φύγετε;»

«Κατά πάσα πιθανότητα. Εκτός αν πιστεύεις πως υπάρχει λόγος να μείνουμε, πως θα μας βρεις τα ίχνη του Αρίσταρχου.»

«Θα έχετε τις απαντήσεις που ζητάτε μέχρι να σουρουπώσει,» υποσχέθηκε ο σαμάνος.

*

Το μεσημέρι, ένας νάνος μπήκε στον Μεγάλο Κρύσταλλο και βάδισε ανάμεσα στα πέτρινα τραπέζια, με ανάλαφρο βήμα και έχοντας το κοντό ραβδί του κάτω απ’τη μασκάλη. Ήταν Λευκός και είχε καστανά, αραιά μαλλιά· τα μούσια του ήταν άγρια και το ίδιο αραιά. Το ντύσιμό του μπορεί να φανέρωνε ταξιδιώτη, αλλά και πένητα· για πλούσιος, πάντως, δεν έμοιαζε.

Έβγαλε ένα κατακόκκινο μαντήλι και σκούπισε το μέτωπό του (που, αν κάποιος παρατηρούσε, θα έβλεπε ότι δεν ήταν και τόσο ιδρωμένο). Το σύνθημα.

Ο Ανδρόνικος έριξε την άδεια πήλινη κούπα του στο πάτωμα, και καταράστηκε τον Μόρμαμ, σκύβοντας να την πιάσει. Η απάντηση στο σύνθημα.

Ο νάνος πλησίασε τον Πρίγκιπα της Απολλώνιας και τον χαιρέτησε σα να ήταν παλιοί γνωστοί. «Να καθίσω;» ρώτησε.

«Κάτσε,» του αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος. Και φώναξε στη σερβιτόρα να γεμίσει πάλι την κούπα του με μπίρα και να φέρει μια κούπα μπίρα και στον νάνο.

Όταν τα ποτά είχαν έρθει, ο νάνος ήπιε βαθιά, έριξε μια ματιά στον Ράθνη, που καθόταν δεξιά του Ανδρόνικου, και μια ματιά στην Ιωάννα, που καθόταν αριστερά, και είπε: «Δεν τον ξέρω το φίλο σας, ούτε έχω ξανακούσει τ’όνομά του. Έχω, όμως, ακούσει μια φήμη από άλλους φίλους, ότι ένας άνθρωπός μας έφτασε στον Άμμου Τόπο, κυνηγημένος από κάποιους και ζητώντας εφόδια για να συνεχίσει. Βασικά πράματα: νερό, φαγητό, τέτοια. Τον θυμούνταν οι φίλοι μου επειδή τους έκανε αίσθηση η βιάση του.»

«Στον Άμμου Τόπο, ε;…» είπε ο Ράθνης, σκεπτικά.

Ο νάνος ένευσε προς το μέρος του. Και συνοφρυώθηκε. «Για στάσου, ρε αλήτη… Κάτι μού θυμίζει η φωνή σου…»

«Μου φαίνεται πως όλοι έχετε τ’αφτιά του λύκου εδώ, στο Κρυστάλλινο Φαράγγι. Ή, μήπως, σ’το είπε ο σαμάνος;»

«Μα το σκελετωμένο τομάρι του Σέλεντουρ, δε μου είπε τίποτα για σένανε.»

«Ο Ράθνης είμαι, Έθραβελ.»

Ο νάνος γούρλωσε τα μάτια. «Και τι φάτσα είν’αυτή, ρε;»

Ο Ράθνης μειδίασε. «Τα παράπονά σου στον δημιουργό. Αλλά όχι τώρα,» τόνισε.

Ο Έθραβελ τελείωσε τη μπίρα του με μια μεγάλη γουλιά. «Καλώς.»

*

Δύο ώρες μετά το μεσημέρι, ένας άλλος Αρβήντλιος επαναστάτης ήρθε να τους βρει, χωρίς να χρησιμοποιήσει κανένα σύνθημα. Είδε τον Ανδρόνικο, την Ιωάννα, και τον Ράθνη να κάθονται μαζί και τους πλησίασε· ο Καλθάρης πρέπει να του είχε δώσει τις περιγραφές τους. Τους είπε μια κωδική φράση κι εκείνοι τού απάντησαν όπως όφειλαν.

Ο άντρας –ένας ψηλός, γεροδεμένος Λευκός με ξανθά, μακριά μαλλιά– κάθισε στο τραπέζι τους, συστήθηκε ως Βαθλάμης, και τους είπε ότι δεν ήξερε τίποτα για τον Αρίσταρχο: ούτε είχε ακούσει γι’αυτόν, ούτε τον είχε συναντήσει. Δυστυχώς.

Ο Ανδρόνικος τον ευχαρίστησε που είχε έρθει να τους βρει, κι εκείνος, μετά από λίγο, έφυγε απ’τον Μεγάλο Κρύσταλλο.

«Τουλάχιστον, έχουμε ένα στοιχείο,» είπε η Ιωάννα. «Είναι μακριά αυτός ο Άμμου Τόπος;» Κοίταξε τον Ράθνη.

Εκείνος άνοιξε τον χάρτη του, για να της δείξει. Το μέρος βρισκόταν βόρεια της Διχάλας. Το ένα παρακλάδι της οδηγούσε εκεί.

«Δε νομίζω ο Κέλκιλ να πάρει αυτή την κατεύθυνση,» είπε η Ιωάννα. «Οι μισθοφόροι του λένε ότι ταξιδεύει προς τον Θυέλλης Τόπο και την Ελρείσβα.»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος. «Κι αυτό είναι ένα πρόβλημα. Θα δούμε τι θα κάνουμε, όταν φτάσουμε στη Διχάλα. Αν δεν έχουμε κανένα άλλο στοιχείο ώς τότε, ίσως χρειαστεί ν’αφήσουμε το καραβάνι.»

*

Ο Κέλκιλ δήλωσε ότι θα έφευγαν όταν νύχτωνε· γι’αυτό πρότεινε στους οδηγούς των οχημάτων του να κοιμηθούν και στους υπόλοιπους μισθοφόρους που δε χρειαζόταν άμεσα το ίδιο. Εν τω μεταξύ, είχε κι άλλες δουλειές να κάνει μέχρι την αναχώρησή τους από τη Ντίλκνα-μερ.

Ο Ανδρόνικος και οι σύντροφοί του αγνόησαν τη συμβουλή περί ύπνου, γιατί περίμεναν ότι ίσως και κανένας άλλος επαναστάτης να ερχόταν να τους βρει για να τους μιλήσει. Ο Ράθνης είχε πει ότι τρεις, τουλάχιστον, πρέπει να έρχονταν· ο Καλθάρης είχε πολλές διασυνδέσεις, και θεωρείτο σεβαστό πρόσωπο ανάμεσα στους επαναστάτες της Αρβήντλια: όταν ζητούσε κάτι, οι άλλοι έτρεχαν να υπακούσουν.

Καθώς νύχτωνε, μια γλυκιά, μελαγχολική μουσική ακούστηκε έξω απ’το πανδοχείο. Και, κοιτάζοντας από το παράθυρο της τραπεζαρίας, μπορούσε κανείς να δει μια γυναίκα να κάθεται οκλαδόν σε μια γωνία, παίζοντας φλογέρα. Το δέρμα της ήταν γαλανό, αλλά είχε μια σκούρα χροιά. Τα μαλλιά της ήταν μαύρα και μακριά. Φορούσε μια φαρδιά, γκρίζα κάπα.

«Δική μας είναι,» είπε ο Ράθνης.

«Πώς το ξέρεις;» ρώτησε η Ιωάννα.

«Από τη μουσική της,» είπε ο Ανδρόνικος.

Ο Ράθνης κατένευσε.

Σηκώθηκε απ’την πέτρινη θέση του και βγήκε απ’το πανδοχείο, πλησιάζοντας τη γυναίκα, για να της δώσει ένα νόμισμα. Ύστερα, επέστρεψε κοντά στον Πρίγκιπα της Απολλώνιας και τους υπόλοιπους συντρόφους του. Άνοιξε τη χούφτα του και παρουσίασε μια μικρή αλλά πλατιά πέτρα, επάνω στην οποία ήταν χαραγμένο ένα Χ.

«Δεν ξέρει τίποτα,» είπε στον Ανδρόνικο.

•5•

Το καραβάνι του Κέλκιλ έφυγε από τη Ντίλκνα-μερ μέσα στη νύχτα. Οι προβολείς των οχημάτων του έσχιζαν τα σκοτάδια της ερήμου, και οι τροχοί τους έκαναν τις άμμους να σηκώνονται γύρω τους. Οι περισσότεροι μισθοφόροι είχαν κοιμηθεί πριν, κι έτσι τώρα ήταν φρέσκοι. Το ίδιο και οι οδηγοί, φυσικά.

Ο Ανδρόνικος και οι σύντροφοί του, όμως, δεν είχαν πέσει για ύπνο, όσο βρίσκονταν στη Ντίλκνα-μερ, επομένως αισθάνονταν κουρασμένοι. Η Ιωάννα προέτρεψε τους υπόλοιπους να κοιμηθούν· είπε ότι εκείνη θα φυλούσε σκοπιά, μήπως τίποτα απρόοπτο συνέβαινε. Κανείς δε διαφώνησε. Ωστόσο, ο Ανδρόνικος τής είπε: «Μετά από καμια-δυο ώρες, να ξυπνήσεις έναν άλλο.»

«Θα σας ξυπνήσω όλους όταν φτάσουμε στη Σάηρλεσκ,» αποκρίθηκε η Ιωάννα, που ήξερε ότι αυτός ήταν ο νέος προορισμός του καραβανιού.

Καθώς οι σύντροφοί της κοιμόνταν, άναψε τσιγάρο, κοιτάζοντας έξω από ένα παράθυρο του οχήματος, τις ξερές εκτάσεις που απλώνονταν βόρεια. Από ένα άλλο, αντικρινό παράθυρο φαινόταν ακόμα το Κρυστάλλινο Φαράγγι, στα νότια· μετά από καμια ώρα, όμως, το καραβάνι το άφησε πίσω του. Η Ιωάννα, φέρνοντας στο νου της τον χάρτη του Ράθνη, προσπάθησε να υπολογίσει πόσο μεγάλο ήταν περίπου το φαράγγι, και συμπέρανε πως πρέπει να ήταν γύρω στα εκατό-πενήντα χιλιόμετρα από τη δυτική ώς την ανατολική του άκρη. Δεν ήταν, όμως, το μεγαλύτερο φαράγγι της Αρβήντλια· το μεγαλύτερο, σύμφωνα με τον χάρτη, ήταν το Φαράγγι του Πεπρωμένου, στον Κοράκου Τόπο. Τουλάχιστον διπλάσιο από το Κρυστάλλινο Φαράγγι· ίσως και τριπλάσιο.

Η Ιωάννα άνοιξε λίγο το τζάμι του παραθύρου, νιώθοντας τον παγερό αγέρα της νύχτας, και πέταξε έξω το τρίτο τελειωμένο τσιγάρο, βλέποντας την καύτρα του να εξαφανίζεται μες στο σκοτάδι.

«Από την Αρβήντλια είσαι;»

Η Ιωάννα είχε ακούσει τα βήματα του Λεονάρδου πολύ πριν από τη φωνή του. Στράφηκε να τον αντικρίσει. «Γιατί ρωτάς;»

«Επειδή είσαι κατάμαυρη. Από πάνω ώς κάτω.»

Η Ιωάννα μειδίασε αχνά. Όχι, σκέφτηκε· μόνο επάνω. «Δεν είμαι από την Αρβήντλια. Ούτε κανένας από τους συντρόφους μου.»

«Πρέπει, όμως, νάχετε γνωστούς εδώ, ε; Στο πανδοχείο, στη Ντίλκνα, σας μπάνισα να μιλάτε μ’έναν κοντό.»

«Ναι,» είπε η Ιωάννα, «έχουμε ξαναπεράσει.»

«Είστε, τελικά, μισθοφόροι, όπως λέτε;»

«Δεν είπαμε ποτέ ότι είμαστε μισθοφόροι.»

«Είπατε ότι μπορείτε να προσφέρετε προστασία στο καραβάνι, αν χρειαστεί.»

«Πράγματι,» αποκρίθηκε η Ιωάννα. «Αλλά δεν είπαμε ότι είμαστε μισθοφόροι.»

«Είστε, λοιπόν, ή δεν είστε;»

«Ορισμένες φορές. Γιατί ρωτάς;»

Ο Λεονάρδος ανασήκωσε τους ώμους. «Κανένας ιδιαίτερος λόγος.»

Η Ιωάννα δε μίλησε, και ο μισθοφόρος απομακρύνθηκε, μη συνεχίζοντας την κουβέντα.

Δεν της άρεσαν οι άγνωστοι άνθρωποι που έκαναν πολλές ερωτήσεις. Τους υποπτευόταν. Μπορεί να μην είχε καμία απόδειξη ότι κάποιος από τους συνεπιβάτες του οχήματος ήταν πράκτορας της Παντοκράτειρας, αλλά αυτό δε σήμαινε και πως, όντως, δεν ήταν.

Βέβαια, αν ήταν, θα επρόκειτο για άσχημη σύμπτωση, επειδή δεν το θεωρούσε δυνατό οι εχθροί της Επανάστασης να ήξεραν ότι σε τούτο το όχημα θα έμπαιναν επαναστάτες ως «ειδικές μεταφορές».

Βηματίζοντας αθόρυβα ανάμεσα στα κιβώτια, κρυφοκοίταξε τους μισθοφόρους: Ο Λεονάρδος είχε πάει κοντά σε μια μικρή, φορητή εστία, η οποία άναβε με ενεργειακή φιάλη, και ετοίμαζε κάποιο ρόφημα μέσα σ’ένα μπρίκι. Ο Κάβμικ στεκόταν μπροστά σ’ένα παράθυρο, ατενίζοντας έξω και καπνίζοντας, όπως η Ιωάννα πριν από λίγο.

Τον Ναβόνρι και τη Σάθρα η Μαύρη Δράκαινα δεν τους εντόπισε αμέσως· συνεχίζοντας, όμως, να βηματίζει, αθόρυβη και αθέατη, ανάμεσα στα κιβώτια, τους βρήκε. Ήταν σε μια σκιερή γωνία και ερωτοτροπούσαν. Η Ιωάννα είχε αντιληφτεί, εδώ και κάποιο καιρό, ότι οι δυο τους ήταν εραστές, οπότε αυτό δεν την εξέπληξε. Απομακρύνθηκε, αθόρυβα όπως είχε έρθει.

Ακόμα μια ώρα πέρασε, κι ύστερα τα οχήματα του καραβανιού σταμάτησαν, απότομα.

Απέξω, μονάχα έρημος φαινόταν.

«Τι συμβαίνει;» ρώτησε η Ιωάννα τον Λεονάρδο.

Ο γκριζομάλλης μισθοφόρος ήταν συνοφρυωμένος. «Δεν έχω ιδέα,» είπε, οπλίζοντας τη βαλλίστρα του.

Ο Κάβμικ τράβηξε το σπαθί του, και άνοιξε μια πόρτα του οχήματος, προσεχτικά. Κοίταξε τριγύρω και βγήκε.

Η Ιωάννα τον ακολούθησε, βλέποντας πως κι άλλοι μισθοφόροι είχαν βγει από τα οχήματα του καραβανιού που είχαν σταματήσει μες στη μέση της ερήμου.

«Τι είναι, ρε σεις;» φώναξε ο Λεονάρδος.

«Ο έμπορος,» απάντησε ένας μισθοφόρος. «Είναι άρρωστος.»

«Γι’αυτό σταματήσαμε;»

«Ναι. Πρέπει νάθελε να πάρει αέρα.» Ο άντρας μόρφασε, δείχνοντας ότι δεν ήξερε και πολύ καλά τι συνέβαινε.

«Ο Κέλκιλ είναι άρρωστος;»

Η Ιωάννα στράφηκε, για να δει τον Ανδρόνικο να στέκεται στην ανοιχτή θύρα του οχήματός τους. «Έτσι φαίνεται,» του είπε. Και ρώτησε τον Λεονάρδο: «Έχει ξαναγίνει αυτό; Όσο εργάζεστε για τον έμπορο, σας έχει ξανασταματήσει έτσι, μες στην έρημο;»

Ο μισθοφόρος κούνησε το κεφάλι. «Όχι.»

Ο Ανδρόνικος κατέβηκε από το όχημα, λέγοντας: «Πάμε να δούμε από κοντά.» Οι άλλοι επαναστάτες –που είχαν, επίσης, ξυπνήσει από την απρόσμενη στάση κι από τη φασαρία– τον ακολούθησαν έξω.

Ο Πρίγκιπας άρχισε να πηγαίνει προς το πρώτο όχημα του καραβανιού, που ήταν εξάτροχο. Οι σύντροφοί του βάδισαν πίσω του· η Ιωάννα έχοντας το νου της, μήπως κανένας τούς ζυγώσει με ύπουλες, δολοφονικές διαθέσεις μες στην αναστάτωση. Η λογική της δεν το θεωρούσε και πολύ πιθανό, μα το ένστικτο της Μαύρης Δράκαινας δεν την άφηνε να κάνει αλλιώς.

«Τι είστε;» φώναξε πίσω τους ο Λεονάρδος. «Γιατροί είστε;»

Εκείνοι δεν του απάντησαν.

Πλησίασαν το σημείο όπου βρισκόταν ο Κέλκιλ, περιτριγυρισμένος από μισθοφόρους. Ήταν γονατισμένος επάνω στο σκληρό, ξερό έδαφος, βήχοντας μέσα σ’ένα μαντήλι.

«Τι θέλετε δω;» ρώτησε ο Φάλρεμακ, ο επικεφαλής των μισθοφόρων του καραβανιού, τον Ανδρόνικο.

«Να δούμε τι έχει.»

«Είναι άρρωστος, δε βλέπετε;»

«Δε θάπρεπε να τον κοιτάξει κάποιος ειδικός;» είπε ο Ανδρόνικος. «Δεν υπάρχει γιατρός στο καραβάνι;»

«Υπάρχει,» είπε μια γυναίκα, που στεκόταν εκεί κοντά. Ήταν μετρίου αναστήματος, με λευκό-ροζ δέρμα και μαύρα, μακριά μαλλιά, δεμένα κοτσίδα. Φορούσε μια μελανή κάπα. «Με λένε Ωκεανίδα, και δεν ξέρω τι πρέπει να του κάνω· δεν είναι η ειδικότητά μου. Ανέκαθεν, είχε μια σπάνια ασθένεια ο κύριος Κέλκιλ· εκ γενετής, απ’όσο γνωρίζω· αλλά, παίρνοντας τα κατάλληλα βοτάνια, την αντιμετώπιζε.»

«Και τώρα,» ρώτησε ο Σέλιρ’χοκ, «τι άλλαξε;»

«Δεν έχω ιδέα. Ήταν, πάντως, χειρότερα σ’ετούτο το ταξίδι απ’ό,τι σε άλλα.»

Ο έμπορος ακόμα δεν έμοιαζε να έχει συνέλθει, αν και τώρα ο βήχας του είχε κάπως ελαττωθεί.

Ο Σέλιρ’χοκ έκανε να τον πλησιάσει, αλλά δύο μισθοφόροι τον σταμάτησαν, διασταυρώνοντας τα δόρατά τους εμπρός του.

«Δε θα τον πειράξω,» τους είπε.

Οι φρουροί κοίταξαν τον Φάλρεμακ, ο οποίος έγνεψε καταφατικά.

Τα δόρατα χώρισαν μπροστά απ’τον Σέλιρ’χοκ, κι εκείνος ζύγωσε τον Κέλκιλ και γονάτισε πλάι του στο ένα γόνατο. Ο έμπορος έστρεψε το βλέμμα του, για να τον κοιτάξει· τα μάτια του είχαν γίνει κατακόκκινα.

«Τι μπορούμε να κάνουμε;» τον ρώτησε ο μάγος.

Εκείνος, μάλλον, δεν είχε τη δύναμη να μιλήσει· ο λαιμός του πρέπει να είχε κλείσει από τους σπασμούς.

«Σου έχει τελειώσει το φάρμακο;»

Ο Κέλκιλ κατάφερε να γνέψει αρνητικά.

«Συνέβη κάτι;»

Ο Κέλκιλ έγνεψε πάλι αρνητικά, προσπαθώντας συγχρόνως να κάνει τον βήχα του να καταλαγιάσει. Τα μάτια του ήταν μισόκλειστα τώρα· τα βλέφαρά του πρέπει να ζοριζόταν να τ’ανοίξει. Κι επίσης, η αναπνοή του ακουγόταν βαριά, δύσκολη, σα να πάλευε για κάθε ανάσα που έπαιρνε.

Η Ιωάννα, που τον παρατηρούσε από κάποια απόσταση, σκέφτηκε: Μα τους θεούς, άμα πεθάνει, τι θα γίνει μ’ετούτο το καραβάνι; Γιατί, πραγματικά, ο άνθρωπος τής φαινόταν λίγο ώς πολύ ετοιμοθάνατος.

Ο Σέλιρ’χοκ σηκώθηκε από πλάι του και ζύγωσε τους υπόλοιπους. «Νομίζω,» είπε, «πως το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να τον ναρκώσουμε. Έτσι οι σπασμοί του θα πάψουν.»

Η Ωκεανίδα ατένισε τον μάγο διστακτικά. Ύστερα, το βλέμμα της πήγε στον έμπορο που πάλευε με το σώμα του, το οποίο αρνιόταν να τον υπακούσει. «Ναι, ίσως νάχεις δίκιο…»

«Έχετε κάποιο ναρκωτικό;» ρώτησε ο Ανδρόνικος τον Φάλρεμακ.

Ο Φάλρεμακ κοίταξε την Ωκεανίδα.

«Έχω,» είπε εκείνη, «για τους τραυματίες.» Και έβγαλε από τον δερμάτινο σάκο της ένα φιαλίδιο και μια σύριγγα.

Πλησίασε τον Κέλκιλ, χωρίς άλλο δισταγμό. Χρησιμοποιώντας τη σύριγγα, τράβηξε υγρό από το φιαλίδιο και γονάτισε δίπλα στον έμπορο. «Αυτό θα σε ηρεμήσει,» του είπε. «Θα σε κάνει να κοιμηθείς…» Περίμενε την απόκρισή του.

Εκείνος κατένευσε, κρώζοντας κάτι ακατανόητο. Το χρυσό δέρμα του προσώπου του είχε αρχίσει να γίνεται μελανό, αναμφίβολα λόγω του ότι δυσκολευόταν ν’αναπνεύσει.

Η Ωκεανίδα τού έκανε την ένεση, στο μπράτσο, και ο Κέλκιλ, μετά από μερικά δευτερόλεπτα, έπεσε σε ύπνο. Το σώμα του, όμως, δεν είχε ακόμα ηρεμήσει τελείως· συνέχιζε να κάνει σπασμούς, αν και όχι τόσο δυνατούς όσο πριν.

«Πάρτε τον μέσα,» είπε η Ωκεανίδα στους μισθοφόρους. «Βάλτε τον να ξαπλώσει στο κρεβάτι του.»

*

Ο Φάλρεμακ έδωσε διαταγή τα οχήματα να συνεχίσουν το δρόμο τους, ισχυριζόμενος πως, όσο γρηγορότερα έφταναν στη Σάηρλεσκ, τόσο το καλύτερο. Ίσως εκεί να υπήρχε κάποιος γιατρός που να ήξερε τι να κάνει στον κύριο Κέλκιλ για να συνέλθει.

Οι μισθοφόροι, επομένως, επέστρεψαν στις θέσεις τους και το καραβάνι κύλησε προς τα ανατολικά.

Οι επαναστάτες δεν έπεσαν πάλι για ύπνο.

«Το θεωρείς πιθανό να πεθάνει;» ρώτησε η Άνμα’ταρ τον Σέλιρ’χοκ.

«Δεν ξέρω,» αποκρίθηκε εκείνος. «Δεν έχω ιδέα τι ασθένεια είναι αυτή που έχει. Πάντως, για να είμαι ειλικρινής, μοιάζει ότι θα μπορούσε να τον σκοτώσει, αφού του εμποδίζει την αναπνοή.»

Ο Λεονάρδος τούς πλησίασε, με τους άλλους τρεις μισθοφόρους γύρω του. «Τι έγινε;» ρώτησε.

Ο Ανδρόνικος τούς είπε.

«Το πράμα φαίνεται άσχημο,» συμπέρανε ο Λεονάρδος. Αλλά δεν είπε τίποτ’άλλο· απομακρύνθηκε, για να πάρει μια κούπα με κάποιο ρόφημα, που είχε ετοιμάσει πριν από λίγο, και ν’αρχίσει να πίνει.

Οι υπόλοιποι μισθοφόροι δεν έδειχναν νάχουν όρεξη για συζήτηση· επέστρεψαν κι αυτοί εκεί όπου κάθονταν συνήθως.

«Πόσο μακριά είμαστε από τη Σάηρλεσκ;» ρώτησε η Άνμα’ταρ τους συντρόφους της.

Ο Ράθνης κοίταξε την Ιωάννα. «Πόσες ώρες ταξιδεύουμε;»

«Δυο ώρες, πάνω-κάτω.»

«Δεν αργούμε, λοιπόν,» είπε ο Αρβήντλιος, ρίχνοντας μια ματιά σ’ένα ρολόι. «Θα είμαστε εκεί μετά τα μεσάνυχτα. Το πρόβλημα, βέβαια, είναι ότι ίσως να μη μας αφήσουν να μπούμε.»

«Γιατί;» ρώτησε ο Ανδρόνικος.

«Λόγω της προχωρημένης ώρας.»

«Ακόμα κι όταν έχουμε έναν άρρωστο μαζί μας;»

«Θα δείξει…»

Η πρόβλεψη του Ράθνη αποδείχτηκε σωστή: μετά τα μεσάνυχτα έφτασαν έξω από τη Σάηρλεσκ, μια πόλη κοντά στα βουνά, η οποία ήταν οικοδομημένη σαν απόρθητο φρούριο, με ψηλά τείχη που έδιναν την εντύπωση πως έκλειναν από πάνω, δημιουργώντας σκεπή. Αλλά ο Ανδρόνικος δεν πίστευε να ίσχυε κάτι τέτοιο· ή, τουλάχιστον, αν ίσχυε, θα ίσχυε μόνο για ορισμένα σημεία: δεν μπορεί να σκέπαζαν ολόκληρη την πόλη, στερώντας της το ηλιακό φως.

Η δυτική πύλη ήταν ψηλή, πλατιά, και κλειστή με ατσάλι, χωρίς να έχει κάγκελα ή ανοίγματα. Τα οχήματα του καραβανιού σταμάτησαν εμπρός της, και ο Ανδρόνικος κοίταξε από το παράθυρό του, τις επάλξεις, εκεί όπου κυμάτιζαν σημαίες οι οποίες είχαν για έμβλημα έναν αετό. Απ’όσο ήξερε ο Πρίγκιπας της Απολλώνιας, η Σάηρλεσκ ήταν μια πόλη ακόμα ελεύθερη από τον ζυγό της Παντοκράτειρας. Ίσως οι Παντοκρατορικοί να μην τη θεωρούσαν αρκετά σημαντική ώστε να αναλώσουν δυνάμεις για να την κατακτήσουν. Ωστόσο, είχε ακούσει πως είχαν προσπαθήσει να την πάρουν με τον έναν τρόπο ή τον άλλο· αλλά όλες τους οι προσπάθειες είχαν αποβεί μάταιες.

Επί του παρόντος, ο Ανδρόνικος πάσχιζε να διακρίνει τους φρουρούς στις επάλξεις των απόρθητων τειχών, και κατόρθωσε να δει μονάχα μερικές αντανακλάσεις μετάλλου, από πανοπλίες μάλλον.

Έφυγε από το παράθυρο και πήγε σε μια πλευρική θύρα του οχήματος· την άνοιξε και βγήκε. Οι επαναστάτες του τον πήραν στο κατόπι. Ο Φάλρεμακ βρισκόταν ήδη έξω, παρατήρησε ο Πρίγκιπας, όπως επίσης και η Ωκεανίδα, και μαζί βάδιζαν προς την κλειστή πύλη της Σάηρλεσκ. Εκτός απ’αυτούς, και κάποιοι άλλοι μισθοφόροι είχαν βγει, αλλά έμεναν ακίνητοι, περιμένοντας.

Ο Φάλρεμακ στάθηκε μπροστά στην πανύψηλη πύλη, φωνάζοντας: «Ζητάμε πρόσβαση!»

«Οι πύλες μένουν κλειστές τη νύχτα!» αντήχησε μια φωνή από τις επάλξεις.

«Έχουμε έναν άρρωστο! Χρειάζεται άμεση φροντίδα. Ίσως να πεθάνει.»

«Ποιοι είστε;»

«Το όνομά μου είναι Φάλρεμακ. Αλλά εμένα δε θα με ξέρετε. Τον ασθενή, όμως, ίσως κάποιοι να τον γνωρίζουν εδώ. Ονομάζεται Κέλκιλ και είναι έμπορος. Έρχεται από τη διάσταση Σάρντλι και περνά από πολλά μέρη της Αρβήντλια.»

«Περιμένετε,» είπε η φωνή του φρουρού.

Και, για λίγη ώρα, μονάχα το σφύριγμα του ανέμου ακουγόταν, καθώς παρέσερνε το χώμα επάνω στην ξερή γη της ερήμου.

Ύστερα, ο ίδιος φρουρός φώναξε: «Μπορείτε να περάσετε! Αλλά μόνο όσοι είναι απαραίτητοι για να μεταφέρουν τον ασθενή!»

Η Ωκεανίδα έκανε νόημα να φέρουν έξω τον Κέλκιλ. Δύο μισθοφόροι μπήκαν στο εξάτροχο όχημα του καραβανιού και, όταν βγήκαν, κρατούσαν τον έμπορο ανάμεσά τους, ξαπλωμένο σ’ένα φορείο κι ακόμα ναρκωμένο. Το σώμα του εξακολουθούσε να κάνει ακούσιους σπασμούς, παρατήρησε ο Ανδρόνικος.

Μια μικρή θύρα άνοιξε επάνω στην πύλη της Σάηρλεσκ, και οι μισθοφόροι που κουβαλούσαν το φορείο την πλησίασαν, καθώς επίσης και η Ωκεανίδα κι ο Φάλρεμακ. Εκεί, ένας φρουρός τούς συνάντησε, και μίλησαν μαζί του, βιαστικά· ο Ανδρόνικος δεν μπορούσε ν’ακούσει τι έλεγαν, γιατί βρίσκονταν μακριά του και δε φώναζαν. Ο φρουρός, τελικά, παραμέρισε, επιτρέποντάς τους να μπουν στη Σάηρλεσκ.

Η μικρή θύρα έκλεισε μ’έναν μεταλλικό γδούπο, αφήνοντας τα περισσότερα μέλη του καραβανιού έξω απ’την πόλη.

«Θα πρέπει να περιμένουμε ώς το πρωί,» είπε ο Ράθνης.

«Ναι…» μουρμούρισε ο Ανδρόνικος.

«Και καλύτερα να κοιμηθούμε,» πρότεινε, πρακτικά, ο Δάρυλμος. «Δεν ωφελεί κανέναν να ξαγρυπνήσουμε.»

*

Με το χάραμα, παρατήρησαν ότι οι Σκιερές Ημέρες είχαν περάσει. Ο Σκοτεινός Ήλιος δεν κάλυπτε πλέον εξολοκλήρου τον Φωτεινό· άφηνε την ακτινοβολία του να πέσει άπλετη, και καυτή, στη γη της Αρβήντλια.

Η πύλη της Σάηρλεσκ είχε ανοίξει, και τα οχήματα του καραβανιού οδηγήθηκαν μέσα, ύστερα από έναν εξονυχιστικό έλεγχο από τους φρουρούς.

Ούτε οι Παντοκρατορικοί δεν σε ψαχουλεύουν τόσο πολύ, σκέφτηκε ο Ανδρόνικος. Αλλά υπέθετε πως τούτο οφειλόταν στο γεγονός ότι οι κάτοικοι της Σάηρλεσκ φοβόνταν την Παντοκράτειρα και ήθελαν να είναι ασφαλείς. Δυστυχώς, όμως, δεν μπορούν να είναι ασφαλείς. Όσο η Παντοκρατορία συνεχίζει να υφίσταται, κανείς δεν μπορεί να είναι ασφαλής, ούτε από τις επιθέσεις της, ούτε από την επιρροή της.

Οι δρόμοι της Σάηρλεσκ που βρίσκονταν πιο κοντά στα τείχη ήταν σκιεροί, καθώς αυτά δημιουργούσαν ένα προστατευτικό σκέπαστρο από πάνω τους: μια οροφή από σκληρή, επεξεργασμένη πέτρα. Πιο μέσα στην πόλη, όμως, ο ουρανός φαινόταν ξανά και το φως έλουζε τις λεωφόρους και τα σοκάκια.

Τα οικοδομήματα εδώ δεν ήταν ψηλά, και πολυκατοικίες δεν υπήρχαν. Ωστόσο, έμοιαζε να υπάρχει άριστη οργάνωση, και σε πολλά μέρη μπορούσες να δεις περιπολίες. Οι φρουροί ήταν όλοι τους Μελανοί, καθώς αυτή η φυλή κυβερνούσε τη Σάηρλεσκ.

Τα οχήματα του καραβανιού σταμάτησαν σ’ένα γκαράζ μιας μεγάλης αγοράς, και οι μισθοφόροι βγήκαν. Ο Φάλρεμακ τούς πλησίασε· προφανώς, τους περίμενε εδώ, γιατί φάνηκε να ξεπροβάλλει αμέσως. Εκείνοι τον ρώτησαν τι συνέβαινε με τον κύριο Κέλκιλ. Ήταν καλά;

«Τον έχουμε πάει σ’ένα τοπικό νοσοκομείο,» τους πληροφόρησε. «Οι γιατροί τον περιποιούνται. Μέχρι στιγμής, κανένας δεν ξέρει την ασθένειά του· υποθέτουν ότι ίσως να πρόκειται για κάποια ασθένεια που υπάρχει μόνο στη Σάρντλι. Μας ζήτησαν, όμως, να τους αφήσουμε τα βοτάνια που χρησιμοποιεί, για να τα εξετάσουν.»

«Είναι ακόμα ναρκωμένος;» ρώτησε ο Ανδρόνικος.

«Ναι, αλλά η Ωκεανίδα μού λέει ότι, όπου νάναι, πρέπει ν’αρχίσει να ξυπνά. Η ένεση που του έκανε δεν ήταν τόσο δυνατή ώστε να τον κρατήσει σε ύπνο για περισσότερη ώρα.»

Οι επαναστάτες απομακρύνθηκαν από τους μισθοφόρους του Κέλκιλ, για να μιλήσουν αναμεταξύ τους.

«Δε νομίζω ότι μπορούμε να κάνουμε τίποτα για τον έμπορο, προς το παρόν,» είπε ο Ανδρόνικος.

Ο Σέλιρ’χοκ έγνεψε καταφατικά. «Ούτε κι εγώ το νομίζω.»

«Συνεχίζουμε, λοιπόν, την αναζήτησή μας;» ρώτησε η Άνμα’ταρ.

«Προφανώς,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος, και στράφηκε στον Ράθνη.

«Ακολουθήστε με,» τους είπε εκείνος. «Θα σας οδηγήσω σ’έναν άνθρωπό μας. Στη Σάηρλεσκ, τα πράγματα είναι πολύ πιο άνετα με τους Παντοκρατορικούς απόντες.»

Οι σύντροφοί του τον ακολούθησαν, φεύγοντας από τα οχήματα του Κέλκιλ.

«Τελείως απόντες;» ρώτησε η Ιωάννα.

«Κυκλοφορούν πράκτορες της Παντοκράτειρας, βέβαια. Ετούτη η πόλη, όμως, είναι, ας πούμε… ουδέτερο έδαφος. Δεν βρίσκεται υπό τον έλεγχό τους, τουλάχιστον.»

Ο Ράθνης οδήγησε τους συντρόφους του μέσα στους δρόμους της Σάηρλεσκ και προς το κέντρο της, όπου βρισκόταν ένα ψηλό οικοδόμημα –το ψηλότερο στην πόλη– που έμοιαζε με παλάτι. Δεν τους πήγε, όμως, εκεί· τους πήγε σ’ένα άλλο μέρος, όχι πολύ μακριά. Έναν ναό, ο οποίος ήταν περιστοιχισμένος από μηχανήματα που τον ξεπερνούσαν σε ύψος. Μηχανήματα που η λειτουργία τους έμοιαζε να βασίζεται σε πελώριες τροχαλίες και αλυσίδες.

«Τι είν’αυτό;» ρώτησε ο Δάρυλμος.

«Υδραγωγείο,» εξήγησε ο Ράθνης. «Βαθιά κάτω απ’την πόλη υπάρχει νερό. Πολύ νερό. Και οι κάτοικοι το οδηγούν σε πήλινες σωληνώσεις με ένα κατά βάση απλό σύστημα πίεσης.»

«Κι ο ναός;»

«Ο ναός,» είπε ο Ανδρόνικος, προτού μιλήσει ο Ράθνης, «είναι της Κρωμβέλης, αν δεν κάνω λάθος απ’την εμφάνισή του· και μπορώ να καταλάβω γιατί βρίσκεται εδώ.»

«Κανένα λάθος δεν κάνεις,» τον διαβεβαίωσε ο Ράθνης.

Πλησίασαν ένα πλευρικό οικοδόμημα του Ναού της Κρωμβέλης, και ο Αρβήντλιος πήγε κοντά σε μια γυναίκα που ήταν απέξω. Στεκόταν μπροστά σ’έναν πέτρινο πάγκο και έμοιαζε να προσπαθεί να φτιάξει κάποιο ποτό από αναμίξεις. Από το ντύσιμό της, φαινόταν για ιέρεια.

Στράφηκε να κοιτάξει τον Ράθνη από πάνω ώς κάτω. Ήταν Μελανή, και δεν έμοιαζε να της αρέσει το γεγονός ότι εκείνος ήταν λευκόδερμος. Ωστόσο, πρέπει, εξαιτίας της μάσκας του, να τον πέρασε για εξωδιαστασιακό, όχι για έναν από τους Λευκούς. «Τι επιθυμείτε, κύριε;» ρώτησε στη Συμπαντική Γλώσσα.

«Θα ήθελα να μιλήσω με τη Φάσρι, Σεβασμιότατη. Είμαι εδώ εκ μέρους της Επανάστασης.»

Η Ιωάννα ταράχτηκε. Πολύ ανοιχτός δεν είναι ο τρόπος του; σκέφτηκε. Μπορεί εδώ να είναι «ουδέτερο έδαφος», μα, αν τριγυρίζουν πράκτορες της Παντοκράτειρας, δε θα ήταν καλό να μάθουν για εμάς.

«Θα την ειδοποιήσω,» αποκρίθηκε η ιέρεια, αφήνοντας τη δουλειά της.

«Ευχαριστώ, Σεβασμιότατη,» είπε ο Ράθνης, καθώς εκείνη έμπαινε στο παράπλευρο οικοδόμημα του Ναού.

Η Ιωάννα κοίταξε τον Ανδρόνικο, έντονα. Στην όψη της ήταν φανερός ο λόγος της ανησυχίας της. Και ίσως νάχει δίκιο που ανησυχεί, σκέφτηκε ο Πρίγκιπας.

«Ράθνη,» είπε, παίρνοντας το βλέμμα του από τη Μαύρη Δράκαινα, «την ξέρεις αυτή τη γυναίκα στην οποία μίλησες;»

«Δεν είναι με τους εχθρούς μας,» του αποκρίθηκε εκείνος. «Ούτε υπάρχει περίπτωση να μας προδώσει. Είναι ιέρεια της Κρωμβέλης, και οι ιέρειες της Κρωμβέλης που βρίσκονται στη Σάηρλεσκ ήταν, ανέκαθεν, φιλικές προς την Επανάσταση. Δεν κάνουν όλες τους δουλειές μαζί μας, μα καμία δεν κάνει δουλειές με τους Παντοκρατορικούς. Είμαστε ασφαλείς εδώ.»

Κακό πράγμα οι βεβαιότητες, όμως, σκέφτηκε η Ιωάννα. Σε οδηγούν στην απροσεξία.

Η ιέρεια που έφτιαχνε τα ποτά σύντομα επέστρεψε, αλλά όχι μόνη. Μαζί της ήταν μια άλλη ιέρεια, πολύ νεότερη, όμως επίσης Μελανή. Τα μαλλιά της ήταν μακριά, σπαστά, και γαλάζια. Το σώμα της τύλιγε ένας ιερατικός χιτώνας.

«Εσείς θέλετε να μου μιλήσετε;» ρώτησε η Φάσρι, κοιτάζοντας τον Ράθνη και τους συντρόφους του.

«Ναι,» είπε εκείνος, νεύοντας και κάνοντας μερικά βήματα, για ν’απομακρυνθεί από την άλλη ιέρεια.

Δεν είναι, λοιπόν, τόσο απρόσεχτος όσο εξαρχής φάνηκε, συμπέρανε η Ιωάννα, καθώς εκείνη κι οι υπόλοιποι επαναστάτες τον ακολουθούσαν, όπως επίσης και η ιέρεια με τη γαλανή κώμη.

«Ένας σκοτεινός ήλιος έχει υψωθεί πάνω από τα όρη…» είπε η Φάσρι.

«…για να βυθιστεί και πάλι μέσα στο νερό…» αποκρίθηκε ο Ράθνης.

«…που μας δίνει ζωή,» τελείωσε η ιέρεια. «Είστε, λοιπόν, πράγματι επαναστάτες.»

«Με γνωρίζεις, Φάσρι.» Δεν ήταν ερώτηση.

Η ιέρεια συνοφρυώθηκε, κοιτάζοντάς τον προσεχτικά και με κάποια καχυποψία στο βλέμμα. «Δεν το νομίζω,» είπε, τελικά.

«Ο Ράθνης είμαι.»

Η Φάσρι έκανε ένα βήμα όπισθεν, σαν από ένστικτο. «Αν είσαι ο Ράθνης, τότε έχεις αλλάξει πολύ…»

«Φοράω μάσκα,» εξήγησε εκείνος, και άνοιξε το μπροστινό μέρος της ενδυμασίας του. «Αν αγγίξεις εδώ, θα δεις ότι υπάρχει κάποια διαφορά,» της είπε, πιάνοντας το σημείο που τελείωνε ο λαιμός του.

Η Φάσρι τον πλησίασε· ύψωσε το χέρι της και τα δάχτυλά της τον άγγιξαν. Φάνηκε να ικανοποιείται. «Ναι, υπάρχει κάποια διαφορά,» παραδέχτηκε. «Πάντως, είναι δύσκολο να διακριθεί. Ο άνθρωπος που έφτιαξε τη μάσκα πρέπει νάναι πολύ καλός.»

«Εξαίρετος είναι, για την ακρίβεια!» είπε ο Δάρυλμος, μειδιώντας.

«Κι επίσης, είναι παρών,» εξήγησε ο Ράθνης, κουμπώνοντας την ενδυμασία του.

Η Φάσρι γέλασε. «Εντάξει,» είπε. «Πώς θα μπορούσα να σας βοηθήσω; Μου φαίνεται ότι βρίσκεστε, ως συνήθως, σε κάποια αποστολή.»

«Αναζητούμε κάποιον,» αποκρίθηκε ο Ράθνης. «Το όνομά του είναι Αρίσταρχος.»

«Άνθρωπος της Επανάστασης;»

«Ναι. Πιστεύουμε ότι πιθανώς να πέρασε από την Αρβήντλια, κυνηγημένος, προτού πεθάνει στη Διάσταση του Φωτός. Έχουμε ανακαλύψει κι ένα στοιχείο ώς τώρα: μάθαμε ότι κάποιοι επαναστάτες βοήθησαν έναν άλλο επαναστάτη στον Άμμου Τόπο, δίνοντάς του τρόφιμα και χρήσιμα αντικείμενα. Έναν επαναστάτη που τους έκανε εντύπωση, γιατί βιαζόταν πολύ.»

«Δεν ξέρετε, όμως, ότι ήταν σίγουρα αυτός ο Αρίσταρχος…»

«Όχι, αλλά το υποπτευόμαστε.»

«Και είπες ότι πέθανε στη Διάσταση του Φωτός;»

«Ναι· βρέθηκε νεκρός μέσα στο όχημά του. Κάποιος πρέπει να είχε σαμποτάρει τη μονωτική ιδιότητα που κρατά έξω την επικίνδυνη ακτινοβολία.»

Η Φάσρι συνοφρυώθηκε. «Αφού είναι νεκρός, τι νόημα έχει να τον αναζητάτε;»

Ο Ανδρόνικος μίλησε: «Πρέπει να βρούμε τα ίχνη του, γιατί νομίζουμε ότι κωδικοποίησε ένα μήνυμά του εδώ.»

«Και δεν μπορείτε να σπάσετε μόνοι σας τον κώδικα, επομένως ψάχνετε…»

«Ακριβώς.»

«Υπάρχουν πάρα πολλοί μυστικοί κώδικες στην Αρβήντλια,» είπε η Φάσρι.

«Το ξέρουμε,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος, «γι’αυτό προσπαθούμε να μάθουμε όλα τα μέρη από τα οποία πέρασε ο Αρίσταρχος.»

«Προσωπικά,» είπε η Φάσρι, «δεν τον έχω δει. Το όνομά του δε μου λέει κάτι.»

Ο Ανδρόνικος τής περιέγραψε την εμφάνισή του.

«Όχι,» αποκρίθηκε η ιέρεια, «δεν έχει περάσει από το Ναό. Θα προσπαθήσω, όμως, να μάθω περισσότερα. Αν ήρθε στη Σάηρλεσκ, κάποιος δικός μας άνθρωπος θα τον συνάντησε, ελπίζω. Εκτός αν ο ίδιος δεν ήθελε να μιλήσει σε κανέναν.»

«Πολύ φοβάμαι,» είπε ο Ανδρόνικος, «ότι, αν δεν του ήταν απαραίτητο να μιλήσει, δε θα μιλούσε. Πίστευε ότι τον καταδίωκαν.»

«Πότε να έρθουμε ξανά στον Ναό, Φάσρι;» ρώτησε ο Ράθνης.

«Θα ξεκινήσω από τώρα να ψάχνω,» είπε η ιέρεια. «Ίσως να έχω απάντηση και ώς το μεσημέρι, αν είμαι τυχερή. Εσείς θα μείνετε για πολύ στη Σάηρλεσκ;»

Ο Ράθνης κοίταξε τον Ανδρόνικο, ο οποίος έμεινε σιωπηλός. Κανείς τους δεν ήξερε για πόσο θα ήταν άρρωστος ο Κέλκιλ.

«Θα δούμε,» είπε ο Ράθνης στην ιέρεια της Κρωμβέλης.

•6•

Το μεσημέρι, ο Ράθνης πήγε να επισκεφτεί τη Φάσρι στον Ναό της Κρωμβέλης, και δεν άργησε να επιστρέψει. Οι επαναστάτες είχαν καθίσει σ’ένα πανδοχείο κοντά στην αγορά της Σάηρλεσκ, το οποίο ονομαζόταν Πατρόθεν. Δεν ήταν πολύ μεγάλο, ούτε φασαριόζικο, και τους βόλευε. Οι περισσότεροι μισθοφόροι του Κέλκιλ βρίσκονταν κοντά στα οχήματα του καραβανιού, κι οι υπόλοιποι είχαν καθίσει σε άλλα πανδοχεία.

Ο Ράθνης δεν είχε πάει μόνος του να επισκεφτεί την ιέρεια· μαζί του είχε έρθει η Ιωάννα, γιατί, καθότι λευκόδερμος, υπήρχε πιθανότητα να μπλέξει, σε μια πόλη που ανήκε στους Μελανούς. Ευτυχώς, δεν έμπλεξε, καθώς φορούσε την κουκούλα της κάπας του στους δρόμους, και κανείς δεν έμοιαζε να είχε προσέξει τον δερματικό του χρωματισμό· ή, αν τον είχε προσέξει, τον είχε αγνοήσει, θεωρώντας τον Ράθνη εξωδιαστασιακό. Εξάλλου, κι η Ιωάννα, που βάδιζε πλάι του χωρίς κουκούλα (επίτηδες, για να φαίνεται πως ήταν μαυρόδερμη), δεν έδειχνε για εσωδιαστασιακή· δεν είχε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των Μελανών, πέραν του μελανόχρωμου δέρματος.

Μπαίνοντας στο Πατρόθεν, πλησίασαν το κοντό, πέτρινο τραπέζι όπου κάθονταν ο Ανδρόνικος, ο Σέλιρ’χοκ, η Άνμα’ταρ, και ο Δάρυλμος.

«Τα νέα μας θα σας αρέσουν,» είπε η Ιωάννα, καθώς εκείνη κι ο Ράθνης έπαιρναν θέση κοντά τους.

«Βρήκε η ιέρεια κάποιον που έχει ακούσει για τον άνθρωπό μας;» ρώτησε ο Ανδρόνικος.

«Όχι μόνο· βρήκε κάποιον που έχει μιλήσει στον άνθρωπό μας.»

«Του έχει μιλήσει; Σα να λέμε ότι ο Αρίσταρχος πήγε και τον επισκέφτηκε;»

Η Ιωάννα ένευσε. «Ακριβώς. Υπάρχει μόνο ένα πρόβλημα.»

Δε μου αρέσει αυτό, σκέφτηκε ο Ανδρόνικος. «Τι πρόβλημα;»

«Είναι νεκρός.»

«Νεκρός; Και πώς, τότε, η ιέρεια ξέρει ότι μίλησε με τον Αρίσταρχο;»

«Της το είπε ένας άλλος, που τον γνώριζε,» εξήγησε η Ιωάννα.

«Κι αυτός ο άλλος δεν έχει όνομα;»

«Έχει,» είπε ο Ράθνης, «και μπορούμε να πάμε να τον συναντήσουμε.»

«Τον γνωρίζεις;» ρώτησε ο Ανδρόνικος.

«Προσωπικά, όχι. Αλλά η Φάσρι λέει ότι είναι δικός μας άνθρωπος. Και δεν είναι Αρβήντλιος.»

Ο Ανδρόνικος συνοφρυώθηκε. «Τι είναι;»

«Πρέπει να κατάγεται από τη Σεργήλη· το δέρμα του είναι ροζ.»

«Μακριά από εδώ…» Η Σεργήλη δε συνδεόταν άμεσα με την Αρβήντλια.

Η Άνμα’ταρ είπε: «Θα πάμε να τον βρούμε, λοιπόν;»

Ο Ανδρόνικος ήπιε την τελευταία γουλιά της μπίρας του. «Δεν έχουμε κάτι καλύτερο να κάνουμε.»

*

Ο δρόμος ήταν στενός και βρώμικος, και η μυρωδιά κρέατος πλανιόταν στον αέρα, καθώς εκεί κοντά βρισκόταν ένα σφαγείο. Η πόρτα στο τέλος του δρόμου ήταν χαμηλή, και δεν έκλεινε με ξύλο αλλά με μια δερμάτινη κουρτίνα.

«Πώς ζει εδώ αυτός ο άνθρωπος;» μούγκρισε ο Δάρυλμος, σουφρώνοντας τη μύτη του. «Είσαι σίγουρος πως είναι, όντως, μάγος, Ράθνη;»

«Έτσι είπε η ιέρεια.»

«Γιατί να μην είναι μάγος, Δάρυλμος;» είπε ο Σέλιρ’χοκ. «Πιστεύεις ότι οι μάγοι μένουν σε καλύτερα μέρη;»

«Εσύ, μάγε, θα έμενες σε τούτο τον οχετό;»

«Μόνο αν ήταν απαραίτητο… πράγμα το οποίο δε σημαίνει τίποτα.»

Πλησίασαν το πέρας του σοκακιού, που τελείωνε σε αδιέξοδο.

Ο Ράθνης άγγιξε την κουρτίνα, για να δηλώσει την παρουσία του, και φώναξε με όχι πολύ δυνατή φωνή: «Γιάρντικ’χοκ;» Μετά, περίμενε, ακίνητος και σιωπηλός.

Η Ιωάννα έριξε μια ματιά πίσω τους, να δει μήπως κανείς τούς παρακολουθούσε, μα δεν εντόπισε κανέναν, ούτε στο δρόμο, ούτε στα παράθυρα, ούτε στις πόρτες. Δεν είχαν τραβήξει την προσοχή, πράγμα που ήταν, αναμφίβολα, καλό.

Η δερμάτινη κουρτίνα παραμερίστηκε, και ένα πρόσωπο παρουσιάστηκε με δερμά λευκό-ροζ, κόκκινα μαλλιά, και ξυρισμένο σαγόνι. Τα μάτια του ήταν πράσινα.

«Ποιος είσαι;» ρώτησε.

«Το λευκό παλάτι ήταν κάποτε ο τόπος μου,» είπε ο Ράθνης.

«Αλλά τώρα οι αίθουσές του δεν είναι πια δικές μου.»

«Είσαι ο Γιάρντικ’χοκ, έτσι;»

«Ναι.»

«Να περάσουμε;»

«Περάστε.» Ο μάγος παραμέρισε απ’την είσοδο.

Οι επαναστάτες μπήκαν σ’ένα δωμάτιο που δεν ήταν τόσο χαμηλοτάβανο όσο χαμηλή ήταν η πόρτα. Για την ακρίβεια, δεν ήταν καθόλου χαμηλοτάβανο· ήταν, όμως, αναμφίβολα, κάτω απ’το επίπεδο του δρόμου. Η διακόσμησή του ήταν συνηθισμένη για την Αρβήντλια: σ’έναν απ’τους τοίχους υπήρχε μια μπάντα με σκηνές από τις ερήμους, χωρισμένες με γραμμές που έμοιαζαν να απεικονίζουν φαράγγια· ένα κοντό, πέτρινο τραπέζι ήταν στο κέντρο του δωματίου, με μια πήλινη κανάτα επάνω· γύρω απ’το τραπέζι, υπήρχαν μεγάλα μαξιλάρια· σε μια απ’τις γωνίες του δωματίου έστεκε μια ψηλή λάμπα, αναμμένη. Παράθυρα δεν είχε ο χώρος.

«Καθίστε,» είπε ο Γιάρντικ’χοκ, καθίζοντας οκλαδόν επάνω σ’ένα απ’τα μαξιλάρια.

Ο Ανδρόνικος κι οι σύντροφοί του τον μιμήθηκαν.

«Δε σας έχω ξαναδεί σε τούτα τα μέρη…» παρατήρησε ο Γιάρντικ’χοκ.

«Ερχόμαστε από άλλη διάσταση,» απάντησε ο Ανδρόνικος, «αναζητώντας κάποιον.»

«Και πιστεύετε πως εγώ μπορώ να σας βοηθήσω να τον βρείτε;»

«Γνωρίζουμε ότι ξέρεις γι’αυτόν,» είπε ο Ράθνης. «Ή, τουλάχιστον, γνώριζες τον άνθρωπο που τον ήξερε.»

«Γνώριζα…» Ο Γιάρντικ’χοκ πρόσεξε τον παρελθοντικό χρόνο.

«Ζάλφαμ.»

Τα μάτια του Γιάρντικ’χοκ στένεψαν. «Είναι νεκρός.»

«Ναι,» είπε ο Ανδρόνικος. «Αλλά, προτού πεθάνει, έχουμε την πληροφορία ότι συνάντησε κάποιον Αρίσταρχο. Αληθεύει;»

Ο Γιάρντικ’χοκ ένευσε. «Αληθεύει. Και ίσως αυτός να ήταν που έφταιγε για τον θάνατό του.»

«Γιατί;» ρώτησε ο Ανδρόνικος.

«Τον Αρίσταρχο ψάχνετε;»

«Τα ίχνη του, ναι. Ο Αρίσταρχος είναι νεκρός.»

«Ακόμα ένας νεκρός, λοιπόν,» είπε ο Γιάρντικ’χοκ.

«Πώς πέθανε ο Ζάλφαμ;»

«Θα σας τα πω με τη σειρά. Κατά πρώτον, όταν με συνάντησε εμένα και μου μίλησε για τον Αρίσταρχο, το έκανε επειδή αντιλήφτηκε ότι κάποιοι είχαν μπει και του είχαν ψάξει το σπίτι. Μου είπε ότι ο Αρίσταρχος –ένας πράκτορας της Επανάστασης που γύριζε σε διάφορες διαστάσεις– παρουσιάστηκε απρόσκλητος μια νύχτα, ζητώντας του προσωρινό κατάλυμα και εφόδια. Ο Ζάλφαμ δεν του αρνήθηκε ούτε το ένα ούτε το άλλο, και, καθώς τον είδε ταλαιπωρημένο και κατάκοπο, τον ρώτησε τι του συνέβαινε. Εκείνος απάντησε πως δεν μπορούσε να του πει· ήταν πολύ επικίνδυνο. Κάποιοι πράκτορες βρίσκονταν στο κατόπι του, και τον κυνηγούσαν μέσα στις διαστάσεις, εξαιτίας μιας πληροφορίας που είχε, την οποία δεν μπορούσε να εμπιστευτεί παρά μόνο στο κατάλληλο πρόσωπο και σε κανέναν άλλο.»

Σ’εμένα, σκέφτηκε ο Ανδρόνικος, παρακολουθώντας σιωπηλά την αφήγηση του μάγου. Σ’εμένα ερχόταν, αλλά ποτέ δεν έφτασε…

«Το μόνο που ήθελε από τον Ζάλφαμ ήταν τα εφόδια που του είχε ζητήσει και τίποτα περισσότερο· θα έφευγε γρήγορα από τη Σάηρλεσκ, για να μην τον κάνει κι αυτόν στόχο. Έπρεπε να βγει από την Αρβήντλια, είπε, και να πάει στη Διάσταση του Φωτός. Ο Ζάλφαμ τού πρότεινε να επισκεφτεί τη βάση μας στα βουνά, αλλά ο Αρίσταρχος αμέσως κούνησε το κεφάλι, σα να τον είχε τσιμπήσει σφήκα, και τόνισε αυτά που είχε πει και πριν: ότι κάποιοι τον καταδίωκαν και έπρεπε να απομακρυνθεί, και να μην κάνει κανέναν άλλο στόχο. Ο Ζάλφαμ τον ρώτησε αν ήταν πράκτορες της Παντοκράτειρας, κι εκείνος αποκρίθηκε πως δεν ήταν βέβαιος· υποπτευόταν ότι ήταν πολύ πιο επικίνδυνοι από τους πράκτορες της Παντοκράτειρας… πράγμα το οποίο ο Ζάλφαμ μού ομολόγησε ότι τον παραξένεψε.

»Ο Αρίσταρχος έφυγε από τη Σάηρλεσκ το επόμενο πρωί, πηγαίνοντας μάλλον προς τον Κοράκου Τόπο. Μετά από καμια-δυο μέρες, κάποιοι μπήκαν στο σπίτι του Ζάλφαμ και το έψαξαν, κάνοντάς το άνω-κάτω, όσο εκείνος έλειπε. Κι αυτά που σας λέω τώρα είναι πράγματα που έχουν συμβεί πριν από κανένα χρόνο, έχετε υπόψη σας –υπολογίζοντας πάντα τον χρόνο σύμφωνα με τη χρονική ροή της Αρβήντλια.

»Εκείνο τον καιρό, έτυχε να συναντήσω τον Ζάλφαμ, και μου μίλησε γι’αυτό το παράξενο περιστατικό, λέγοντας ότι υποπτευόταν πως ίσως να είχαν ψάξει το σπίτι του οι πράκτορες για τους οποίους τον είχε προειδοποιήσει ο Αρίσταρχος. Του αποκρίθηκα ότι δεν αποκλειόταν, αλλά εγώ δεν μπορούσα να κάνω τίποτα γι’αυτό· δεν είχα κανένα στοιχείο για το ποιοι μπορεί να ήταν, και δεν πίστευα ότι θα συνέβαινε ό,τι συνέβη μετά… Σκότωσαν τον Ζάλφαμ κοντά στο σπίτι του· το βέλος μιας βαλλίστρας τού τρύπησε το λαιμό.»

Ο Γιάρντικ’χοκ γέμισε μια κούπα με νερό από την κανάτα στο κέντρο του τραπεζιού, και ήπιε. «Αυτά ξέρω,» είπε. «Ελπίζω να σας βοήθησα κάπως.»

«Μας βοήθησες,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος. «Σ’ευχαριστούμε.»

«Να προσέχετε,» τους είπε ο Γιάρντικ’χοκ. «Αυτοί που καταδίωκαν τον Αρίσταρχο ίσως ν’αρχίσουν να καταδιώκουν κι εσάς, αν αντιληφτούν ότι βρίσκεστε στα ίχνη του.»

Ο Ανδρόνικος ένευσε. «Ναι, θα πρέπει να το έχουμε υπόψη μας.»

*

«Ποιοι μπορεί να είναι αυτοί οι πράκτορες;» είπε η Άνμα’ταρ, όταν βρίσκονταν σ’ένα απ’τα δίκλινα δωμάτιά τους στο Πατρόθεν.

«Πράκτορες της Παντοκράτειρας θα είναι,» υπέθεσε η Ιωάννα. «Δε μπορεί νάναι κάτι άλλο. Απλά, ο Αρίσταρχος ήταν πολύ ταραγμένος και νόμιζε ότι ήταν διαφορετικοί.»

«Δεν πρέπει να είμαστε τόσο σίγουροι για τούτο,» είπε ο Ανδρόνικος. «Δεν ήταν άνθρωπος που έβγαζε αυθαίρετα συμπεράσματα.»

«Οι πάντες βγάζουν αυθαίρετα συμπεράσματα όταν είναι τρομαγμένοι,» επέμεινε η Ιωάννα. «Η πληροφορία που μετέφερε ο Αρίσταρχος αφορούσε την Επανάσταση, έτσι δεν είναι; Επομένως, ποιος άλλος θα ήθελε να τον σταματήσει, εκτός από την Παντοκράτειρα;»

«Ναι,» παραδέχτηκε ο Ανδρόνικος, «ακούγεται λογικό αυτό που λες… αλλά, και πάλι, έχω τις αμφιβολίες μου.»

«Η ιέρεια τι πιστεύει για τον φόνο του Ζάλφαμ;» ρώτησε ο Σέλιρ’χοκ τον Ράθνη.

«Δεν ξέρω. Δε μου είπε κάτι, και δεν τη ρώτησα.»

«Θα την ξαναδείς;»

«Ναι, το απόγευμα.»

«Ρώτησέ την, αυτή τη φορά. Ίσως να μπορεί να μας δώσει κάποιο στοιχείο, ακόμα κι αν δεν το νομίζει.»

Ο Ράθνης συμφώνησε.

Ο Ανδρόνικος είπε: «Θα πάω τώρα να μάθω τι γίνεται με τον Κέλκιλ. Θέλω να ξέρω πότε το καραβάνι μας θ’αρχίσει πάλι να κινείται.»

Η Ιωάννα σηκώθηκε απ’την άκρη του κρεβατιού όπου καθόταν. «Θα έρθω μαζί σου.»

Βγήκαν απ’το πανδοχείο και πήγαν στην αγορά, όπου η κίνηση ήταν μειωμένη, εξαιτίας της ανυπόφορης ζέστης του μεσημεριού. Οι κανονικές ημέρες της Αρβήντλια δεν ήταν τόσο δροσερές όσο οι Σκιερές, και οι Σκιερές Ημέρες δε θα μπορούσε κανείς να πει ότι ήταν κάτι λιγότερο από ζεστές, για τα δεδομένα άλλων διαστάσεων.

Ο Ανδρόνικος και η Ιωάννα πλησίασαν το όχημά τους, και μπήκαν από μια πλευρική θύρα που ήταν μισάνοιχτη. Στο εσωτερικό, βρίσκονταν μόνο η Σάθρα και ο Ναβόνρι, παίζοντας ζάρια, καθισμένοι οκλαδόν στο πάτωμα. Ο καθένας είχε πλάι του μια κούπα μπίρα.

«Πού ήσασταν εσείς;» ρώτησε ο ερυθρόδερμος άντρας, βλέποντας τους δύο επαναστάτες να μπαίνουν.

«Είχαμε πάει σ’ένα πανδοχείο, να φάμε και να ξεκουραστούμε,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος. «Πατρόθεν, το λένε.»

«Το ξέρω. Αλλά ποτέ δεν έχω πάει.»

«Με τον κύριο Κέλκιλ τι γίνεται; Έχει συνέλθει;»

«Ο Φάλρεμακ είπε ότι έχει ξυπνήσει από την ένεση που του έκαναν και ότι πηγαίνει καλύτερα, παίρνοντας τα βοτάνια του.»

«Αυτό είναι ευχάριστο. Έχει βγει απ’το νοσοκομείο;»

«Δε νομίζω. Όχι ακόμα.» Ο Ναβόνρι κούνησε τα ζάρια μέσα στη χούφτα του και τα πέταξε ανάμεσα σ’εκείνον και τη Σάθρα. Αυτά κύλησαν στο πάτωμα και σταμάτησαν κοντά στο γόνατό της.

Η Σάθρα τα κοίταξε κι αναποδογύρισε τα μάτια. «Η κωλοφαρδία σου δε φαίνεται να γνωρίζει όρια σήμερα!» μούγκρισε.

Ο Ναβόνρι μειδίασε.

Η Σάθρα πέταξε δύο νομίσματα προς το μέρος του.

«Θα μας ειδοποιήσετε όταν βγει απ’το νοσοκομείο;» ρώτησε ο Ανδρόνικος.

«Στο Πατρόθεν θα είστε;» είπε ο Ναβόνρι.

«Ναι, μάλλον.»

«Εντάξει, τότε.»

Ο Ανδρόνικος και η Ιωάννα κατέβηκαν απ’το όχημα και διέσχισαν την αγορά, ενώ οι ηλιακές αχτίνες τούς σφυροκοπούσαν κατακέφαλα. Κι οι δύο σήκωσαν τις κουκούλες τους, για να προστατευτούν.

Φτάνοντας στο πανδοχείο –που δεν ήταν μακριά από την αγορά–, πήραν δύο κούπες κρύο νερό από το μπαρ και ανέβηκαν στο δωμάτιό τους, όπου δεν ήταν πλέον κανένας από τους υπόλοιπους. Είχαν, μάλλον, πάει στα δικά τους δωμάτια.

Ο Ανδρόνικος πέρασε το χέρι του πίσω απ’το λαιμό της Ιωάννας και τη φίλησε.

«Δεν είναι περίεργο να φιλάς κάποιον που φορά μάσκα;» ρώτησε εκείνη.

«Ναι. Αλλά είναι επίσης περίεργο που μπορείς καν να τον φιλήσεις.»

«Ο Δάρυλμος δεν είναι ερασιτέχνης.»

«Πράγμα το οποίο, αναμφίβολα, θα μπορούσε να μας πει κι ο ίδιος, χωρίς δισταγμό.»

Η Ιωάννα μειδίασε, και φιλήθηκαν ξανά.

Έκαναν έρωτα και, μετά, τους πήρε ο ύπνος, και πρέπει να κοιμήθηκαν περισσότερο απ’ό,τι υπολόγιζαν, γιατί τους ξύπνησαν ελαφρά χτυπήματα στην πόρτα.

«Φένχιλ;» Η φωνή της Άνμα’ταρ. Φώναζε τον Ανδρόνικο με το ψεύτικο όνομά του για λόγους ασφάλειας.

Ο Πρίγκιπας της Απολλώνιας και η Μαύρη Δράκαινα σηκώθηκαν απ’το κρεβάτι τους και ντύθηκαν βιαστικά, για να κρύψουν το σώμα τους που είχε διαφορετικό χρώμα από το κεφάλι και τα χέρια τους. Κατά πάσα πιθανότητα, ήταν μόνο η Άνμα και κανείς άλλος, αλλά οι επαναστάτες όφειλαν πάντα να είναι προσεχτικοί.

«Φένχιλ;»

«Μισό λεπτό!»

Ο Ανδρόνικος φόρεσε τις μπότες του, κούμπωσε τα τελευταία κουμπιά της ενδυμασίας του, και άνοιξε την πόρτα.

Η Άνμα’ταρ στεκόταν στο κατώφλι, μόνη. Κοίταξε πάνω απ’τον ώμο του Πρίγκιπα, για να δει πού ήταν η Ιωάννα. «Διασκεδάζουμε;» της είπε, πειραχτικά.

«Με λιγότερη φασαρία, ευτυχώς,» αποκρίθηκε εκείνη.

Η Άνμα συνοφρυώθηκε. «Τι εννοεί;» ρώτησε τον Ανδρόνικο.

Εκείνος προσπάθησε να μη χαμογελάσει. «Δεν έχω ιδέα. Συμβαίνει κάτι;»

«Να μπω;»

Ο Ανδρόνικος παραμέρισε και η μάγισσα μπήκε, κλείνοντας την πόρτα πίσω της. «Ο Ράθνης επέστρεψε.»

«Είχε πάει στο Ναό;»

«Ναι, μαζί με τον Σέλιρ.»

Ο Ανδρόνικος άνοιξε ένα ρολόι, για να δει τι ώρα ήταν. «Παρακοιμηθήκαμε,» παρατήρησε. Ήταν εφτά και πέντε, το απόγευμα. Ρώτησε την Άνμα: «Έμαθε κάτι ενδιαφέρον;»

Η μάγισσα κούνησε το κεφάλι. «Η ιέρεια δεν ξέρει τίποτα για τον φόνο· υποθέτει ότι ίσως οι πράκτορες της Παντοκράτειρας να σκότωσαν τον Ζάλφαμ. Και δεν βρήκε κανέναν άλλο που να έχει ακούσει για τον Αρίσταρχο.»

«Λογικό,» είπε ο Ανδρόνικος, «αφού ο Αρίσταρχος ήρθε, επισκέφτηκε τον Ζάλφαμ, και έφυγε.»

Η Άνμα ένευσε. Κι έπειτα, ρώτησε την Ιωάννα: «Τι εννοούσες, ‘Με λιγότερη φασαρία’;»

«Δεν ενοχλήσαμε κανέναν, έτσι δεν είναι;»

«Φυσικά και όχι· δεν το ανέφερα γι’αυτό! Ορισμένες φορές, αναρωτιέμαι, Ιωάννα, γιατί δεν έχεις καθόλου αίσθηση του χιούμορ.»

Η Ιωάννα απλώς χαμογέλασε στραβά, και παραμέρισε τη βαριά κουρτίνα του παραθύρου, για να κοιτάξει έξω απ’το πανδοχείο.

«Τέλος πάντων,» είπε η Άνμα. «Θα είμαι κάτω.» Και έφυγε απ’το δωμάτιο.

Ο Ανδρόνικος γέλασε. «Δεν έπρεπε να το κάνεις αυτό.»

«Δεν μπόρεσα να κρατηθώ. Αλλά, μετά, είδες ότι το διόρθωσα. Πράγμα που, ίσως, δεν της άξιζε. Εκείνη τη νύχτα μάς είχε πάρει τ’αφτιά.»

«Μάλλον, όμως, όπως σου είχα πει, δεν το έκανε επίτηδες. Ήταν μεθυσμένη.»

Η Ιωάννα άναψε τσιγάρο. «Δεν είναι αυτή δικαιολογία.»

*

Ο Κέλκιλ είχε βγει απ’το νοσοκομείο. Όταν ο Ανδρόνικος και οι σύντροφοί του πήγαν στα οχήματα του καραβανιού, για να δουν τι γινόταν, τον βρήκαν εκεί, να μιλά με τον Φάλρεμακ, την Ωκεανίδα, και μερικούς άλλους μισθοφόρους.

«Μας ξέχασες,» είπε η Ιωάννα στον Ναβόνρι, που δεν είχε έρθει να τους ειδοποιήσει.

«Θα ερχόμουν τώρα,» αποκρίθηκε εκείνος. «Ο κύριος Κέλκιλ μόλις επέστρεψε· δεν είναι πολλή ώρα.»

Η Ιωάννα, όμως, δεν τον πολυπίστευε. Ίσως να το είχε κάνει επίτηδες, επειδή είχαν ορμήσει σ’αυτόν και τη Σάθρα, τότε, στην Ούσλετ.

Ο Κέλκιλ πλησίασε τους επαναστάτες, απομακρυνόμενος από τον Φάλρεμακ και τους άλλους μισθοφόρους. Η όψη του ήταν χλωμή, αλλά φαινόταν πολύ καλύτερα από πριν· το σώμα του δεν τρανταζόταν από σπασμούς.

«Θα ήθελα να σας ευχαριστήσω,» είπε. «Και ειδικώς εσένα.» Κοίταξε τον Σέλιρ’χοκ. «Μου είπαν ότι εσύ ήσουν που πρότεινες να με ναρκώσουν.»

«Δεν έκανα τίποτα το ιδιαίτερο,» αποκρίθηκε ο μάγος, κλίνοντας το κεφάλι. «Αισθάνεστε καλά τώρα;»

«Αρκετά καλά,» είπε ο Κέλκιλ. «Αρκετά καλά,» αν και υπήρχε κάτι στο βλέμμα του που υποδήλωνε πως φοβόταν. Ίσως να πίστευε ότι η ασθένειά του είχε, μετά από τόσα χρόνια, αρχίσει να θέλει τη ζωή του, σαν αιμοβόρο θηρίο.

«Θα συνεχίσουμε την πορεία μας κανονικά, δηλαδή;» ρώτησε ο Ανδρόνικος.

«Ναι,» είπε ο Κέλκιλ. «Αλλά όχι από αύριο. Αύριο, έχω ανθρώπους να συναντήσω εδώ, στη Σάηρλεσκ. Και σκοπεύω να το κάνω με την άνεσή μου. Επομένως, δε θα φύγουμε το επόμενο απόγευμα, ούτε το επόμενο βράδυ, αλλά τη μεθεπόμενη μέρα.»

Κεφάλαιο 6
Η Αναζήτηση Μιας Μελανής

•1•

Το πρωί της τέταρτης Σκιερής Ημέρας, η Νατλάο βγήκε από τις σπηλιές που αποτελούσαν κατοικία των Ζιντ’κέιλ και διέσχισε τη βραχώδη περιοχή γύρω τους από το μονοπάτι που της έδειξε ο σαμάνος Σάτμεκ. Στον ώμο της είχε τον σάκο της, και στο δεξί της χέρι βαστούσε το μπαστούνι που της είχαν δώσει οι Ζιντ’κέιλ, γιατί ο πόνος στον γοφό της δεν είχε περάσει ακόμα, και της χρειαζόταν ώστε να βαδίζει με άνεση. Τη βαλλίστρα της –που είχε σπάσει, όταν η Νατλάο έπεσε, προσπαθώντας να γλιτώσει από μια λεοντόσαυρα σε τούτα τα μέρη– οι Ζιντ’κέιλ την είχαν επισκευάσει, και τώρα την είχε κι αυτή κρεμασμένη στην πλάτη, πλάι στον σάκο της.

Παρότι δεν της είχαν φερθεί άσχημα, η Νατλάο είχε την αίσθηση ότι χαίρονταν που έφευγε. Δεν πρέπει να την ήθελαν κοντά τους, επειδή, μάλλον, αισθάνονταν πως ποτέ δε θα μπορούσε να τους συγχωρέσει για ό,τι συνέβη στη φυλή της, πως για πάντα θα τους θεωρούσε υπεύθυνους, ή, τουλάχιστον, συνυπεύθυνους. Κι επιπλέον, ίσως να φοβόνταν να την έχουν μέσα στις σπηλιές τους· ίσως να φοβόνταν τι μπορεί να έκανε, όταν καμια εκδικητική παραφροσύνη την καταλάμβανε.

Και μπορεί νάχουν δίκιο που με φοβούνται, σκέφτηκε η Νατλάο. Κι εγώ η ίδια φοβάμαι τον εαυτό μου τώρα. Δεν είμαι σίγουρη τι μπορώ να κάνω και τι όχι. Δεν της είχε, εξάλλου, απομείνει κανένας λόγος για να ζει: ο άντρας της ήταν νεκρός, τα παιδιά της ήταν νεκρά, ολόκληρη η φυλή της ήταν νεκρή. Κι ένας άνθρωπος που δεν του έχει απομείνει λόγος για να ζει η Νατλάο είχε ακούσει –και τώρα διαπίστωνε εκ πείρας– ότι μπορεί να ήταν πολύ απρόβλεπτος, και πολύ επικίνδυνος –ακόμα και για τον εαυτό του. Απρόβλεπτος για τον εαυτό του, επικίνδυνος για τον εαυτό του.

Πρέπει να βρω έναν σκοπό. Η σκέψη ήταν επιτακτική εντός της. Της χρειαζόταν να βρει έναν σκοπό: για να μην τρελαθεί.

Και, προς το παρόν, είχε αποφασίσει να συναντήσει και πάλι τον επαναστάτη που ονομαζόταν Ίσναχ. Ίσως να τον ενδιέφερε να μάθει τι είχαν δει οι σαμάνοι των Ζιντ’κέιλ, ώστε να βάλουν άλλες τρεις φυλές να συμμαχήσουν μαζί τους και να επιτεθούν στους Τουρβάλκλι κατά την Εορτή της Εμφανίσεως. Πρώτα, όμως, η Νατλάο έπρεπε να εντοπίσει τον Ίσναχ, κι αυτό ίσως να μην αποδεικνυόταν εύκολο. Ίσως να μην αποδεικνυόταν καθόλου εύκολο, καθώς οι επαναστάτες, που αντιμάχονταν τους ανθρώπους της Παντοκράτειρας, ήταν καλοί στο να κρύβονται και να μένουν κρυμμένοι. Μια παρείσακτη, σαν τη Νατλάο, θα δυσκολευόταν να έρθει σε επαφή με το δίκτυό τους.

Επομένως, το καλύτερο που μπορούσε να κάνει ήταν να πάει στα μέρη ανατολικά του Φαραγγιού του Πεπρωμένου, όπου ο Πρωτοσπαθάριος Κάραγγελ και οι ξένοι σύμμαχοί του, κατά πάσα πιθανότητα, ακόμα προκαλούσαν καταστροφές, διαλύοντας το ένα χωριό μετά το άλλο: εξαφανίζοντας τη μία φυλή μετά την άλλη. Οι καταραμένοι δολοφόνοι! Οι επαναστάτες, αν ήθελαν να τους σταματήσουν (όπως είχε υποστηρίξει ο Ίσναχ πως ήθελαν), θα βρίσκονταν επίσης στα ανατολικά του φαραγγιού· κι εκεί η Νατλάο ήλπιζε πως θα τους συναντούσε, αν το επιδίωκε.

Τα πετρώδη μέρη των Ζιντ’κέιλ έδωσαν τη θέση τους σε μια περιοχή γεμάτη άμμο και χαμηλά φυτά εδώ κι εκεί, ανάμεσα στα οποία σέρνονταν μικρά ερπετά, που κοίταζαν, κάπου-κάπου, τη Νατλάο με μάτια γυαλιστερά στο αλλόκοτο φως της Σκιερής Ημέρας.

Οι Σασμάτουμ τής είχαν δώσει τρόφιμα, προτού φύγει απ’το χωριό τους, έτσι εκείνη δε χρειαζόταν να σταματήσει εδώ για να κυνηγήσει. Συνέχισε την πορεία της, αγνοώντας τα μικρά ζώα της περιοχής. Και, σύντομα, στο τοπίο προστέθηκαν ψηλοί βράχοι, που σχημάτιζαν κολόνες ή καμάρες, ή έπαιρναν ακαθόριστες μορφές· κι επάνω τους υπήρχε η παράξενη γραφή του φαραγγιού, που ελάχιστοι μπορούσαν να κατανοήσουν και, μέσω αυτής, να διαβάσουν τη μοίρα.

Η Νατλάο στάθηκε, σε κάποια στιγμή, για να ξεκουράσει τον χτυπημένο της γοφό. Ακούμπησε την πλάτη της σ’έναν βράχο γεμάτο φυσικά λαξεύματα, έβγαλε απ’το σάκο της ένα φλασκί, το άνοιξε, και ήπιε νερό. Και, καθώς το κατέβαζε από εμπρός της για να το ξανακλείσει, διέκρινε ότι κάποιοι την πλησίαζαν από απόσταση, ερχόμενοι απ’τ’ανατολικά. Ούτε ένας, ούτε δύο. Ούτε δέκα, ούτε είκοσι. Αυτοί πρέπει νάναι ολόκληρο χωριό… Τι συμβαίνει; Τι βλέπω;

Η Νατλάο επέστρεψε το φλασκί στον σάκο της και, ζυγώνοντας έναν πελώριο βράχο ακαθόριστου σχήματος, γαντζώθηκε επάνω του και σκαρφάλωσε, παρά τον πόνο στον γοφό της. Εξάλλου, είχε μονάχα χτυπήσει· το κόκαλο δεν είχε σπάσει, ούτε η σάρκα της είχε τραυματιστεί. Πιάνοντας τις φυσικές χειρολαβές του μεγάλου βράχου, έφτασε στην κορυφή του, από μια μεριά που πίστευε ότι αυτοί που έρχονταν θα ήταν δύσκολο να τη δουν, αλλά εκείνη θα μπορούσε να τους παρατηρήσει με άνεση.

Ποιοι είναι; αναρωτήθηκε, κοιτάζοντάς τους. Αναμφίβολα, δεν ήταν μονάχα πολεμιστές· είχαν μαζί τους και γέρους και παιδιά. Και κουβαλούσαν ένα σωρό πράγματα στις πλάτες τους, κι επάνω σε μουλάρια και άλογα.

Από τ’ανατολικά έρχονταν… Από τ’ανατολικά· και τι ήταν προς εκείνη την κατεύθυνση; Ένα από τα ψηλά τοιχώματα του φαραγγιού. Η Νατλάο μπορούσε να το δει από εδώ όπου βρισκόταν. Και το τοίχωμα δεν ήταν πολύ μακριά· ώς το μεσημέρι, περίπου, πρέπει να το έφτανε· άντε να έκανε λίγο περισσότερο χρόνο.

Τα μάτια της εστιάστηκαν πάλι στους ανθρώπους που ταξίδευαν. Από έξω απ’το φαράγγι πρέπει να έρχονται. Κι έτσι όπως κουβαλάνε τόσα πράγματα μαζί τους, μόνο μία εξήγησε μπορεί να υπάρχει για την παρουσία τους: εγκατέλειψαν το χωριό τους, για να γλιτώσουν από τον Πρωτοσπαθάριο και τους ξένους με τα όπλα του καταστροφικού φωτός.

Η Νατλάο κατέβηκε απ’τον βράχο, και μόρφασε, καθώς πάτησε απότομα στην άμμο και ο γοφός της τη λόγχισε με πόνο γι’ακόμα μια φορά. Έπιασε το μπαστούνι της, τη βαλλίστρα της, και το σάκο της από κάτω, όπου τα είχε αφήσει προτού σκαρφαλώσει, και ξεκίνησε να βαδίζει προς τους ανθρώπους που έρχονταν από τα ανατολικά.

Εκείνοι την είδαν να ζυγώνει, και ένας απ’αυτούς που έμοιαζαν να οδηγούν τους υπόλοιπους έκανε νόημα να σταματήσουν.

Η Νατλάο ήρθε κοντά τους και ατένισε τον άντρα που είχε κάνει το νόημα. Φορούσε κουκούλα, αλλά δεν είχε το πρόσωπό του κρυμμένο, κι έτσι τον αναγνώρισε. Ήταν ο φύλαρχος των Κά’ορνωμ, οι οποίοι έμεναν στο χείλος του Φαραγγιού του Πεπρωμένου, κοντά σ’ένα μονοπάτι, όπως οι Ερνεό’ωμ, και ήταν, επομένως, κι αυτοί Φαραγγοφύλακες. Το χωριό τους δεν ήταν πολύ μακριά από το χωριό των Ερνεό’ωμ (όταν αυτό ακόμα υπήρχε): λιγότερο από μιάμιση μέρα δρόμος.

Η Νατλάο έκανε ένα σήμα με τα δάχτυλά της, το οποίο δήλωνε ότι ερχόταν φιλικά. Ύστερα, είπε: «Φύλαρχε Σαφάλκι, σε χαιρετώ.»

«Με γνωρίζεις…» παρατήρησε ο άντρας.

«Ονομάζομαι Νατλάο, της φυλής των… Είμαι η τελευταία της φυλής των Ερνεό’ωμ. Η φυλή μου δεν υπάρχει πλέον, Φύλαρχε.»

Τα μάτια του άντρα στένεψαν. «Οι ξένοι…!» σφύριξε, οργισμένα, πίσω απ’τα δόντια του.

«Ναι,» ένευσε η Νατλάο, «αλλά όχι μόνο αυτοί. Μαζί τους είναι ένας πολεμιστής που ονομάζεται Πρωτοσπαθάριος Κάραγγελ, του Θρόνου της Ελρείσβα–»

«Οι τρισκατάρατοι Λευκοί!» φώναξε ο Σαφάλκι. «Τι δουλειά έχει ο Θρόνος της Ελρείσβα στα μέρη μας;»

«Ο Κάραγγελ είναι ο τελευταίος της φυλής των Τουρβάλκλι.»

Ο Σαφάλκι καταράστηκε στο όνομα του Λόγκροθ, του Τσακαλιού της Ερήμου.

«Επιτέθηκαν στο χωριό σας, Φύλαρχε;» ρώτησε η Νατλάο.

«Φύγαμε, προτού προλάβουν να επιτεθούν.» Κι αν έκρινε κανείς απ’τον τόνο της φωνής του Σαφάλκι, δεν του άρεσε το γεγονός ότι είχαν αφήσει τα σπίτια τους. «Τους είδε ένας από μας να καταστρέφουν το χωριό των Νακελμά’ω, στα βόρεια, και ήρθε να μας προειδοποιήσει. Οι ξένοι έκαναν τα πάντα στάχτη με κάτι όπλα που εκτοξεύουν φως–»

«Ναι,» είπε η Νατλάο, «παντού αυτά χρησιμοποιούν.»

«Δεν έφυγαν, όμως, αμέσως από τα ερείπια του χωριού των Νακελμά’ω· κατασκήνωσαν εκεί. Κι ίσως ακόμα νάναι κατασκηνωμένοι, απ’όσο ξέρω. Μοιάζουν να περιμένουν κάτι, σύμφωνα μ’ό,τι μου είπαν οι ανιχνευτές μου. Δεν μπορώ να φανταστώ τι…» Η όψη του, πάντως, φανέρωνε ότι πίστευε πως, ό,τι κι αν περίμεναν, δεν μπορεί να ήταν τίποτα το καλό για τους Μελανούς στον Κοράκου Τόπο.

Μια γυναίκα μίλησε, τότε, η οποία στεκόταν κοντά στον φύλαρχο: «Σκεφτήκαμε ότι θα είμαστε πιο ασφαλείς μέσα στο φαράγγι. Τα οχήματα τους δεν πρέπει να μπορούν να κατεβούν εδώ, άρα ούτε και τα όπλα τους.»

«Ναι,» είπε η Νατλάο, που δεν το είχε ξανασκεφτεί η ίδια, «αυτό είναι πολύ πιθανό.»

«Εσύ, Νατλάο,» ρώτησε ο Σαφάλκι, «πώς γνωρίζεις τόσα για τον Πρωτοσπαθάριο Κάραγγελ;»

Δεν της άρεσε να το λέει, αλλά… «Επειδή με άφησε να ζήσω, προστάζοντάς με να μεταφέρω το μήνυμά του σε όσους περισσότερους από τους Μελανούς του Κοράκου Τόπου μπορώ. Να τους πω πως ό,τι συμβαίνει είναι ξεπλήρωμα γι’αυτό που έκαναν στους Τουρβάλκλι.»

Ο Σαφάλκι έτριξε τα δόντια. «Ο Λευκός είναι τρελός! όπως κι όλοι οι Λευκοί! Τι φταίμε εμείς για την επίθεση κατά των Τουρβάλκλι;»

«Ο Πρωτοσπαθάριος, μάλλον, δεν ενδιαφέρεται να βρει τους πραγματικούς υπευθύνους–»

«Θα το μετανιώσει, όμως, τούτο! Τ’ορκίζομαι στ’όνομα του Άρσαγκαρ και στην τιμή μου ως Φαραγγοφύλακας!»

«Καλύτερα να προσπαθήσετε να κρυφτείτε για τώρα, Φύλαρχε,» είπε η Νατλάο. «Έχεις να σκεφτείς το λαό σου–»

«Θα μου υποδείξεις τι πρέπει να κάνω, γυναίκα;» αντιγύρισε απότομα ο Σαφάλκι.

«Σε προειδοποιώ μόνο, Φύλαρχε· τίποτα περισσότερο. Τα όπλα τους δεν μπορείτε να τ’αντιμετωπίσετε. Υπάρχουν, όμως, κάποιοι που ίσως να μπορούν…»

«Κάποιοι; Ποιοι;»

«Δεν μπορώ να πω περισσότερα,» αποκρίθηκε η Νατλάο, γιατί δεν ήξερε αν ο Ίσναχ ήθελε να μιλήσει για τους επαναστάτες και για το σχέδιό τους.

Ο Σαφάλκι την ατένισε από πάνω ώς κάτω. «Και πού πηγαίνεις τώρα;» τη ρώτησε.

Η Νατλάο έδειξε ανατολικά με το σαγόνι.

«Από κει είναι οι εχθροί μας.»

«Το ξέρω.» Και δεν τους φοβάμαι.

«Οι θεοί μαζί σου, Νατλάο,» είπε ο Σαφάλκι. Και πρόσθεσε: «Αν θέλεις, πάντως, να έρθεις μ’εμάς, θα σε δεχτούμε.»

«Σ’ευχαριστώ, Φύλαρχε, αλλά πρέπει να αρνηθώ.» Δεν είστε η φυλή μου· δεν είστε οι Ερνεό’ωμ, και, μα τους θεούς, δε θα προσποιηθώ πως είστε.

«Όπως επιθυμείς.» Ο Σαφάλκι δεν φαινόταν να είχε δυσαρεστηθεί από την απόφασή της. Ίσως, μάλιστα, να την είχε θεωρήσει γενναία απόφαση, αξιοθαύμαστη.

«Καλό ταξίδι,» είπε η Νατλάο, «όπου κι αν πηγαίνετε.»

Και συνέχισε την πορεία της προς το ανατολικό τοίχωμα του Φαραγγιού του Πεπρωμένου, ενώ οι Κά’ορνωμ συνέχισαν τη δική τους πορεία, προς την αντίθετη κατεύθυνση.

*

Το μεσημέρι, η Νατλάο δεν ήταν κοντά στο ανατολικό τοίχωμα του φαραγγιού. Ο γοφός της την είχε καθυστερήσει περισσότερο απ’ό,τι υπολόγιζε, παρά το μπαστούνι που χρησιμοποιούσε. Σταμάτησε σ’ένα βαθούλωμα ανάμεσα σε δύο μεγάλους βράχους και κάθισε να ξεκουραστεί και να φάει. Στον ουρανό, οι ήλιοι ήταν ενωμένοι, και φαίνονταν σαν μια σκοτεινή, σφαιρική μάζα, περιτριγυρισμένη από ένα πύρινο στεφάνι.

Ο πόνος στο γοφό της Νατλάο είχε κάνει όλη της τη μία πλευρά να μουδιάσει, και, τώρα που καθόταν, αισθάνθηκε τα βλέφαρά της να βαραίνουν, και τα μάτια της να κλείνουν, και ο ύπνος να την παίρνει…

…για να βρεθεί σε μια όαση, περιστοιχισμένη από πανύψηλα δέντρα με πολλά κλαδιά, όλα τους άφυλλα. Ανάμεσά τους ήταν μια λίμνη που, αντί για νερό, είχε αίμα· αλλά το αίμα βρισκόταν στο τέλος του, σαν κάποια ζώα να έρχονταν εδώ και να το έπιναν.

Ένα υπόκωφο χρρρρρ ακούστηκε. Ένας ήχος που έφερε στο μυαλό της Νατλάο έναν ξεδοντιάρη γέρο ο οποίος προσπαθεί να ρουφήξει νερό μέσα από ένα ξύλινο καλάμι. Προσπαθεί, και δεν τα καταφέρνει και πολύ καλά.

Ακόμα ένα χρρρρρ…

Κι άλλο ένα… Κι άλλο ένα…

Τα δέντρα γύρω της: αυτά ήταν που έκαναν τον θόρυβο. Και, παρατηρώντας τους κορμούς τους, μπορούσε τώρα να διακρίνει ότι είχαν πρόσωπα επάνω τους, και σώματα. Ανθρώπινες λαξευτές μορφές, που έμοιαζαν γνώριμες.

Άνθρωποι της φυλής μου! Αισθάνθηκε την καρδιά της να χτυπά δυνατά κάτω απ’το στήθος της.

Είχε ξαναβρεθεί εδώ, σ’ένα άλλο όνειρο, μα τώρα δεν το θυμόταν· ήταν σαν ποτέ να μην είχε συμβεί. Τώρα, υπήρχε μονάχα ετούτο το όνειρο. Ετούτο το όνειρο και τίποτε άλλο.

Το όνειρό της ήταν το σύμπαν της.

Ο εφιάλτης της ήταν το σύμπαν της.

Νατλάοοοοο… Η φωνή ήρθε από τον αέρα, πίσω της.

Στράφηκε, για να κοιτάξει, και είδε ένα δέντρο που της θύμιζε τον Λάρμελ, τον άντρα της· και κοντά του ήταν τρία ακόμα δέντρα: τα παιδιά τους.

Διψάμε, μαμά! Διψάμε!

Η λίμνη στερεύει, μαμά! Διψάμε!

Νατλάοοοοοο…

–Η Νατλάο ξύπνησε, τρομαγμένη. Τα βλέφαρά της άνοιξαν σαν κάποιος να την είχε κεντρίσει, δυνατά. Η αναπνοή της ήταν γρήγορη, και το σώμα της ιδρωμένο. Ανασηκώθηκε, κι έτριψε τα μάτια της με τις παλάμες των χεριών της.

Τι θέλετε να κάνω; σκέφτηκε, απεγνωσμένα, νιώθοντας δάκρυα να κυλάνε στα μάγουλά της. Τι θέλετε να κάνω; Δεν μπορώ να κάνω τίποτα! Με συγχωρείτε! Με συγχωρείτε! Με συγχωρείτε!...

Είχαν πεθάνει τόσο άσκοπα… Τόσο ξαφνικά…

Σας αγαπούσα… Σας αγαπώ.

Η Νατλάο σκούπισε τα δάκρυά της και κοίταξε τον απειλητικό ουρανό της Σκιερής Ημέρας. Οι ενωμένοι ήλιοι είχαν ταξιδέψει κάμποσο προς τη Δύση· έπρεπε να σηκωθεί και να συνεχίσει κι εκείνη το ταξίδι της, αλλά αντίθετα απ’αυτούς, προς την Ανατολή. Μέχρι το τέλος της ημέρας, πρέπει να έχω βγει από το φαράγγι. Πρέπει!

Έπιασε τα πράγματά της και το μπαστούνι της, και άρχισε να βαδίζει. Παραδόξως, αισθανόταν τον γοφό της καλύτερα· ή ίσως να της φαινόταν έτσι μετά την ξεκούρασή της. Δεν είχε σημασία τι απ’τα δύο ίσχυε· σημασία είχε ότι μπορούσε τώρα να οδοιπορεί ευκολότερα.

Το τοίχωμα του Φαραγγιού του Πεπρωμένου ερχόταν ολοένα και πιο κοντά της, καλύπτοντας όλο και μεγαλύτερο μέρος του ουρανού. Μέχρι που, από τ’ανατολικά, το τοίχωμα έγινε, για τη Νατλάο, ολόκληρος ο ουρανός. Και οι σκιές ήταν τώρα μακριές μπροστά της, καθότι απόγευμα· και έμοιαζαν να την κοροϊδεύουν: Ακόμα κι εμείς είμαστε πιο γρήγορες από εσένα! Ακόμα κι εμείς! Ακόμα κι εμείς!

Η Νατλάο, αγνοώντας τες, ακολούθησε ένα μονοπάτι επάνω στην πλαγιά, ανεβαίνοντας. Και τώρα, ο γοφός της είχε αρχίσει πάλι να την πονά πιο έντονα· δεν μπορούσε, όμως, να τα παρατήσει: βρισκόταν πολύ κοντά. Σήμερα το βράδυ, είχε πει στον εαυτό της, θα ξεκουραζόταν έξω από το Φαράγγι του Πεπρωμένου.

Καθώς ανηφόριζε το μονοπάτι, περιτριγυρισμένη από ψηλούς βράχους και νιώθοντας χαλίκια και άμμο να τρίζουν και να κυλούν κάτω απ’τις μπότες της, σκέφτηκε ότι από εδώ πρέπει να είχαν έρθει και οι Κά’ορνωμ. Ετούτο το μονοπάτι πρέπει να οδηγεί στο εγκαταλειμμένο χωριό τους. Στο τέλος, θα το συναντήσω.

Και δεν είχε άδικο. Φτάνοντας στην κορυφή του ανατολικού τοιχώματος του φαραγγιού, βρέθηκε κοντά σ’ένα χωριό που, αμέσως, φαινόταν για εγκαταλειμμένο. Μονάχα ο άνεμος της ερήμου κατοικούσε εδώ, σφυρίζοντας ανάμεσα στα μικρά οικοδομήματά του.

Ο Πρωτοσπαθάριος Κάραγγελ δεν πρέπει, πάντως, να είχε περάσει ακόμα από τούτο το μέρος. Αν είχε περάσει, η Νατλάο υποπτευόταν ότι θα έβρισκε μονάχα ερείπια. Τίποτα δε θα στεκόταν όρθιο.

Και, καθώς ζύγωνε το χωριό, αναρωτήθηκε αν θα ήταν συνετό να διανυκτερεύσει εδώ. Αν τύχαινε να έρθουν οι ξένοι όσο βρισκόταν στο χωριό των Κά’ορνωμ, μάλλον θα τη σκότωσαν με τα όπλα του καταστροφικού φωτός.

Ο Φύλαρχος Σαφάλκι είπε, όμως, ότι οι άνθρωποι της Παντοκράτειρας είναι στα βόρεια, στους Νακελμά’ω, περιμένοντας κάτι… σκέφτηκε η Νατλάο, βαδίζοντας ανάμεσα στα εγκαταλειμμένα σπίτια και σέρνοντας το ένα της πόδι. Ο γοφός της τη βάραινε πολύ τώρα, μετά την ανάβαση του μονοπατιού.

Καλύτερα να φύγω από δω, αποφάσισε. Καλύτερα να είσαι σαν τον αετό, που βλέπει πιο μακριά, παρά σαν τον αμμοπόντικα που βλέπει μονάχα μπροστά του.

Στράφηκε βόρεια κι άρχισε να βαδίζει, βγαίνοντας από το εγκαταλειμμένο χωριό.

Οι ήλιοι έγερναν προς τη Δύση· τα φεγγάρια φαίνονταν να έχουν ανατείλει. Το σκοτάδι πύκνωνε στις ερήμους. Ο άνεμος γινόταν ψυχρός, και η Νατλάο τον αισθανόταν έντονο επάνω στο ιδρωμένο της δέρμα, καθώς γλιστρούσε μέσα στα ρούχα της. Εκτός απ’τον γοφό της, και τα πόδια της πονούσαν απ’την οδοιπορία· έπρεπε, σύντομα, να βρει κάπου να σταματήσει.

Το βλέμμα της, ωστόσο, τράβηξε κάτι στον ουρανό, όχι στη γη.

Βόρεια. Κάτι που γυάλιζε στις τελευταίες φωτεινές αχτίνες της ηλιακής στεφάνης.

Η Νατλάο ένιωσε την αναπνοή της να κόβεται, για λίγο.

Δύο γιγαντιαία πουλιά με πετσί σαν μέταλλο, που φαίνονταν από πολύ μακριά –πάνω από δέκα χιλιόμετρα απόσταση, σίγουρα.

Τι είναι τούτα; σκέφτηκε, σταματώντας και στηριζόμενη στο μπαστούνι της. Κατασκευάσματα των ξένων; Μηχανές;

Παρατήρησε. Είδε τα πουλιά να φτάνουν ώς ένα σημείο του ουρανού και, μετά, να διαγράφουν ημικύκλιο στον αέρα και να φεύγουν, πετώντας πιο γρήγορα απ’ό,τι όταν είχαν έρθει –πολύ, πολύ πιο γρήγορα, βγάζοντας δυνατή φωτιά από τα οπίσθιά τους.

Σύντομα, πήγαν τόσο μακριά που η Νατλάο δεν μπορούσε πια να τα δει.

Γιατί ήρθαν; Τι ήθελαν;

Θα μπορούσαν να είχαν πετάξει πάνω απ’το χωριό των Νακελμά’ω, δε θα μπορούσαν; Ναι, η Νατλάο πίστευε ότι βρίσκονταν στη σωστή απόσταση για να είχαν πετάξει πάνω απ’το χωριό. Αυτό περίμεναν οι ξένοι; Τα μεταλλικά πουλιά;

Ήταν αδύνατον να βρει απάντηση τώρα· έτσι, αντ’αυτού, αρκέστηκε στο να βρει ένα μέρος για να περάσει τη νύχτα.

Δεν άργησε να εντοπίσει μια σπηλιά ανάμεσα στους βράχους, και κουλουριάστηκε εκεί, έχοντας τη βαλλίστρα της από κοντά, οπλισμένη.

•2•

Ακούγοντας τον θόρυβο, ξύπνησε και βγήκε απ’τη σπηλιά της, στα τέσσερα, παρατηρώντας να δει τι ερχόταν. Και είδε τα οχήματα των ξένων να κινούν τους μεγάλους τροχούς τους επάνω στην έρημο, πλησιάζοντας το εγκαταλειμμένο χωριό των Κά’ορνωμ.

Αυτή τη φορά, η Νατλάο τα μέτρησε, για να θυμάται πόσα ακριβώς ήταν. Έντεκα, συνολικά. Αλλά δεν ήταν όλα τα ίδια. Δύο από τα έντεκα πρέπει να ανήκαν στον Θρόνο της Ελρείσβα, ενώ τα υπόλοιπα εννέα στους ξένους. Επάνω σε τέσσερα από τα τελευταία υπήρχαν μεταλλικά, κυλινδρικά κατασκευάσματα. Τα ενεργειακά κανόνια που της είχε πει ο Ίσναχ, αναμφίβολα. Τα όπλα που εκτόξευαν το καταστροφικό φως.

Η Νατλάο αποτραβήχτηκε στο εσωτερικό της σπηλιάς της, φοβούμενη μην την προσέξουν, αν και δεν το θεωρούσε και πολύ πιθανό. Τα οχήματα πέρασαν από μπροστά της, αλλά όχι από κοντά· υπήρχε απόσταση τουλάχιστον διακοσίων μέτρων. Συνέχισαν και έφτασαν στο χωριό των Κά’ορνωμ, σταματώντας και σημαδεύοντάς το με τα όπλα τους.

Φυσικά, κανένας δεν ξεπρόβαλε για να τους αντικρίσει, κι αυτό πρέπει να τους παραξένεψε, γιατί ορισμένοι απ’αυτούς βγήκαν απ’τα οχήματα. Ανάμεσά τους, η Νατλάο νόμιζε ότι μπορούσε να δει και τον Πρωτοσπαθάριο Κάραγγελ. Μπορούσε να ξεχωρίσει τον λευκό του μανδύα και το μεγάλο σπαθί που κρεμόταν από την πλάτη του. Παραδόξως, συνειδητοποίησε ότι, ετούτη τη στιγμή, δεν αισθανόταν τίποτα γι’αυτό τον άνθρωπο. Απολύτως τίποτα. Σα να μην ήταν δυνατόν να υπάρξει μίσος ή οργή μέσα της. Ήταν, όμως, σωστό αυτό; αναρωτήθηκε. Ήταν σωστό να μην αισθάνεται μίσος και οργή για τον άνθρωπο που είχε αφανίσει τη φυλή της; Ή, μήπως, ήταν ακόμα τόσο κλονισμένη από την απώλειά της, που δεν είχε ξεκαθαρίσει τα πράγματα εντός της;

Η Νατλάο είδε ορισμένους από τους εχθρούς να βάζουν κιάλια στα μάτια τους, για να κοιτάξουν το χωριό. Ίσως να υποπτεύονταν ότι οι Κά’ορνωμ είχαν στήσει κάποια παγίδα. Αλλά τι σημασία είχε να τους στήσει κανείς παγίδα, όταν εκείνοι διέθεταν τα όπλα που διέθεταν;

Η Νατλάο αποφάσισε να εκμεταλλευτεί το γεγονός ότι αργοπορούσαν και ότι είχαν εστιασμένη την προσοχή τους στο χωριό. Βγήκε απ’τη σπηλιά της και, διαγράφοντας ημικύκλιο με την πορεία της, βάδισε βιαστικά προς τα οχήματα, για να τα πλησιάσει απ’τα νώτα. Πιθανώς η ενέργειά της να ήταν παράτολμη, αλλά δεν την ενδιέφερε. Δεν είχε τίποτα να χάσει. Τα είχε ήδη χάσει όλα.

Κατάφερε να φτάσει στα οχήματα, χωρίς κανείς να την προσέξει· και χωρίς ο χτυπημένος της γοφός να την πονέσει ιδιαίτερα, δεν μπόρεσε παρά να παρατηρήσει. Πλησίασε το πλάι ενός από τα πελώρια φορτηγά και, με το βλέμμα της, έψαξε να βρει ένα σημείο… ένα σημείο όπως περίπου το φανταζόταν… ένα σημείο για να γαντζωθεί εκεί και να μπορέσει ν’ακολουθήσει τους ξένους στην καταστροφική τους εκστρατεία· γιατί υποψιαζόταν πως όπου πήγαιναν αυτοί, αργά ή γρήγορα, θα παρουσιάζονταν κι οι επαναστάτες. Έτσι είχε πει ο Ίσναχ· είχε πει ότι θα τους εμπόδιζαν.

Η Νατλάο, δίχως να δυσκολευτεί, εντόπισε μια εγκοπή επάνω στο μέταλλο, αρκετά μεγάλη για να τη χωρέσει και βρισκόμενη κοντά στην πίσω μεριά ενός από τα οχήματα, πλάι στις κλειστές του πόρτες. Ήταν βέβαιη πως δε θα έβρισκε τίποτα καλύτερο. Αφήνοντας το μπαστούνι της να πέσει στην ξερή γη, σκαρφάλωσε πάνω στα πλευρά του μεταλλικού θηρίου και χώθηκε μέσα στην εγκοπή, μαζεύοντας τα γόνατά της και έχοντας τη βαλλίστρα της στην αγκαλιά της. Αν με δουν, σκέφτηκε, σίγουρα θα με σκοτώσουν. Θα με περάσουν για κατάσκοπο και θα με σκοτώσουν. Αλλά ετούτη η σκέψη δεν την έκανε να ανησυχήσει. Αν ήταν να τελειώσει έτσι η ζωή της, τότε ας τελείωνε έτσι!

Μετά από λίγο, άκουσε τα κανόνια να εξαπολύουν το καταστροφικό τους φως, και τα μικρά σπίτια του χωριού των Κά’ορνωμ να διαλύονται. Η Νατλάο έκλεισε τα μάτια, σα να μπορούσε να τα δει από εκεί όπου ήταν κρυμμένη, αν και στην πραγματικότητα δεν μπορούσε. Ο Φύλαρχος Σαφάλκι είχε κάνει καλά που είχε πάρει τους ανθρώπους του από εδώ, παρότι πρέπει να του φαινόταν δειλία να εγκαταλείπει τα μέρη των προγόνων του. Δεν ήταν δειλία, όμως· ήταν σύνεση. Ακόμα κι ο λεοντόσαυρος ξέρει να υποχωρεί μπροστά σ’έναν ισχυρότερο εχθρό. Και οι άνθρωποι που υπηρετούσαν την Παντοκράτειρα δεν ήταν απλά ισχυρότεροι· τα όπλα τους τους καθιστούσαν άτρωτους για τις φυλές των Μελανών του Κοράκου Τόπου.

Το Φαράγγι του Πεπρωμένου, σκέφτηκε η Νατλάο. Μονάχα αυτό μάς μένει. Πρέπει να το εκμεταλλευτούμε: να κρυφτούμε εκεί, όπου δεν μπορούν να έρθουν τα οχήματά τους. Ήλπιζε κι άλλοι να είχαν δείξει την ίδια «δειλία» με τον Φύλαρχο Σαφάλκι και να είχαν υποχωρήσει στα βάθη του φαραγγιού.

Τα κανόνια των ξένων δεν συνέχισαν την επίθεσή τους για πολύ. Μία ριπή ήταν αρκετή για να γίνει κομμάτια το μικρό χωριό των Κά’ορνωμ· και μετά, σιγή απλώθηκε για λίγο.

Κάποιοι άρχισαν να μιλάνε, αλλά η Νατλάο, καθώς είχε κρυφτεί στα νώτα του σχηματισμού των οχημάτων, δεν μπορούσε να καταλάβει τι έλεγαν. Ο άνεμος έφερνε τα λόγια τους ακατανόητα στ’αφτιά της.

Ύστερα, άκουσε τις πόρτες μερικών οχημάτων να κλείνουν, και οι τροχοί των φορτηγών άρχισαν να περιστρέφονται, κάνοντάς τα να στρίψουν και να κατευθυνθούν προς τα νότια. Κι αυτή τους η στροφή έφερε τη Νατλάο σε τέτοια θέση ώστε να μπορεί να δει το κατεστραμμένο χωριό των Κά’ορνωμ, καθώς απομακρυνόταν. Τα σπίτια του δεν ήταν τώρα παρά σωροί από πέτρες.

•3•

Τα μεγάλα οχήματα των ξένων κύλησαν προς τα νότια, σηκώνοντας σκόνη γύρω τους και κινούμενα κοντά στο Φαράγγι του Πεπρωμένου.

Η Νατλάο βρισκόταν πιασμένη επάνω στο τελευταίο από αυτά, κρυμμένη μέσα σε μια εγκοπή του μεταλλικού του περιβλήματος· και γνώριζε πως, αν το όχημά της άλλαζε θέση, αν πήγαινε πιο μπροστά και ανάμεσα σε άλλα οχήματα, τότε πιθανώς κάποιος να την έβλεπε. Και δεν είχε καμία αμφιβολία ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, θα τη σκότωναν. Κανονικά, θα έπρεπε να το φοβάται αυτό. Κανονικά, θα έπρεπε να φοβάται ακόμα και να γαντζωθεί πάνω στο εχθρικό όχημα και να κρατιέται εκεί ενώ το μηχανικό κατασκεύασμα κυλούσε. Όμως δεν είχε απομείνει άλλος φόβος εντός της. Ο φόβος της είχε πεθάνει, μαζί με τον άντρα της, τα παιδιά της, και όλη τη φυλή της.

Έτσι, η Νατλάο έμενε στη θέση της, ασάλευτη και, προς το παρόν, αθέατη, ενώ αισθανόταν κενή. Υπήρχε μονάχα ένας σκοπός στο μυαλό της, και ο σκοπός τώρα ήταν να παραμείνει εδώ, γαντζωμένη σε τούτο το όχημα, ακολουθώντας τους φονιάδες των Μελανών. Δεν είχε χώρο για συναισθήματα στην ψυχή της. Κι επομένως, κατά μία έννοια, η Νατλάο θα μπορούσε να πει ότι έβλεπε τον εαυτό της, όχι ως άνθρωπο, αλλά ως στοιχειό της ερήμου. Μια δύναμη, που κινιόταν για συγκεκριμένους λόγους και που αποσκοπούσε να φέρει ορισμένα αποτελέσματα, αδιαφορώντας για τη δική της ύπαρξη. Μια δύναμη… όπως ο άνεμος.

Τα οχήματα πέρασαν μπροστά απ’το κατεστραμμένο χωριό της. Μπροστά από το κατεστραμμένο χωριό των Ερνεό’ωμ, που, σαν το χωριό των Κά’ορνωμ, δεν ήταν πλέον παρά σωροί πέτρας. Και η Νατλάο εξακολουθούσε να μην αισθάνεται τίποτα, πέρα από τον αέρα που, αλωνίζοντας τις άμμους, έκανε τα ρούχα της να φουσκώνουν και ουρές απ’αυτά να κυματίζουν.

Τα οχήματα άφησαν γρήγορα πίσω τους τα συντρίμμια του χωριού των Ερνεό’ωμ και πήραν νοτιοανατολική κατεύθυνση. Απομακρύνθηκαν από το χείλος του Φαραγγιού του Πεπρωμένου, και η Νατλάο το έχασε απ’τα μάτια της. Για λίγο, ανησύχησε μήπως, στρίβοντας, τα οχήματα θα άλλαζαν το σχηματισμό τους· αλλά αυτό δε συνέβη: έτσι, η Νατλάο εξακολούθησε να βρίσκεται στο τελευταίο τροχοφόρο του σχηματισμού, αθέατη από όλους.

Και τα οχήματα δεν άργησαν να φτάσουν σ’ένα άλλο χωριό, που δεν της ήταν άγνωστο. Ήταν το χωριό των Φάντ’νεχ, μιας ακόμα φυλής των Μελανών, η οποία είχε, πολλές φορές, συγκρούσεις με τους Λευκούς του Θυέλλης Τόπου, καθώς βρισκόταν, ουσιαστικά, επάνω στα σύνορα Κοράκου Τόπου και Θυέλλης Τόπου.

Η Νατλάο υπολόγιζε ότι πρέπει να είχε περάσει, περίπου, μία ώρα και μισή, από τότε που γαντζώθηκε στο μηχανικό κατασκεύασμα των ξένων για ν’ακολουθήσει την εκστρατεία. Η ταχύτητα με την οποία κινούνταν ετούτα τα μεταλλικά τροχοφόρα ήταν εφιαλτική. Για να βαδίσει κανείς από τους Κά’ορνωμ μέχρι τους Ερνεό’ωμ, χρειαζόταν πάνω από μία ημέρα· και, για να ιππεύσει την ίδια απόσταση, χρειαζόταν περισσότερο από μισή ημέρα. Για να βαδίσει από τους Ερνεό’ωμ μέχρι τους Φάντ’νεχ, ήθελε μερικές ώρες πιο λίγο, όπως και για να ιππεύσει. Τα οχήματα εκμηδένιζαν αυτές τις αποστάσεις με τρόπο που σχεδόν ζάλιζε τη Νατλάο. Δεν ήταν, φυσικά, η πρώτη φορά που είχε δει ενεργοβόρο όχημα, μα ποτέ δεν είχε δει τόσα πολλά μαζεμένα, ούτε τόσο μεγάλα. Και, ούτως ή άλλως, αυτά τα μηχανήματα πάντοτε την εξέπλητταν. Τέτοια πράγματα είχαν μόνο στις μεγάλες πόλεις, όχι στα χωριά στις ερήμους.

Επί του παρόντος, τα τροχοφόρα σταμάτησαν μπροστά στο χωριό των Φάντ’νεχ, και τα όπλα του καταστροφικού φωτός, υπέθεσε η Νατλάο, σημάδεψαν τα μικρά σπίτια. Από τη θέση όπου βρισκόταν δεν είχε καλή θέα, πράγμα που δεν το θεωρούσε και τόσο αρνητικό. Καλύτερα να μην έβλεπε την πανωλεθρία που θ’ακολουθούσε.

Ωστόσο, δεν άκουσε τα όπλα να εξαπολύουν το φως τους· άκουσε τις πόρτες ορισμένων οχημάτων ν’ανοίγουν και, μετά, κάποιους να μιλούν. Δυστυχώς, όμως, ήταν πολύ μακριά τους, για να καταλάβει τι ακριβώς έλεγαν.

Αλλά, για να μιλάνε και να μη σκοτώνουν, σημαίνει ότι κάτι δεν πάει καλά. Σημαίνει, ίσως, ότι κι ετούτο το χωριό είναι εγκαταλειμμένο. Οι Μελανοί έχουν αρχίσει να αντιστέκονται: να μαθαίνουν τι συμβαίνει και να αντιστέκονται! Η Νατλάο αισθάνθηκε μια άγρια χαρά εντός της, η οποία έσβησε γρήγορα, αφήνοντας την ψυχή της στο κενό όπου βρισκόταν και πριν.

Το επόμενο πράγμα που άκουσε ήταν καλπασμός. Οι εχθροί είχαν βγάλει τα άλογά τους από τα οχήματα και πήγαιναν στο χωριό, για να ερευνήσουν. Μάλλον, δε θα έβρισκαν τίποτα…

Και πράγματι, μετά από λίγο, η Νατλάο άκουσε τα άλογα να επιστρέφουν, κι ανθρώπους πάλι να μιλάνε.

Στη συνέχεια, τα όπλα του καταστροφικού φωτός έβαλαν. Το χωριό των Φάντ’νεχ χάθηκε, για πάντα. Αλλά όχι και η φυλή των Φάντ’νεχ. Αυτοί κάπου είχαν πάει· κάπου είχαν κρυφτεί. Ίσως, στο Φαράγγι του Πεπρωμένου, το οποίο δε βρισκόταν μακριά από εδώ: μισής μέρας οδοιπορία.

Μετά την καταστροφή του χωριού, τα οχήματα συνέχισαν την πορεία τους, στρίβοντας νοτιοδυτικά τώρα. Στους Νέζρε’ωμ πηγαίνουν, σκέφτηκε η Νατλάο. Οι Νέζρε’ωμ ήταν μια ακόμα φυλή στο χείλος του Φαραγγιού του Πεπρωμένου: μια ακόμα φυλή Φαραγγοφυλάκων. Μακάρι κι αυτοί να έχουν φύγει. Μακάρι να έχουν κατεβεί στα βάθη του φαραγγιού, για να γλιτώσουν τις ζωές τους.

Κι ύστερα, συλλογίστηκε: Ο Πρωτοσπαθάριος Κάραγγελ φαίνεται να γνωρίζει τη θέση όλων των χωριών στον Κοράκου Τόπο: κατευθύνει τους ξένους από το ένα στο άλλο, δίχως να χάνουν την πορεία τους. Ο Θρόνος της Ελρείσβα πρέπει να έχει τις περιοχές μας χαρτογραφημένες απ’άκρη σ’άκρη. Επικίνδυνο τούτο. Πολύ, πολύ επικίνδυνο. Δεν έπρεπε ποτέ να είχε συμβεί. Έπρεπε να περιφρουρούμε καλύτερα τα μέρη μας. Έτσι όπως φαίνονται τα πράγματα, ίσως οι εχθροί να ξέρουν τα πάντα για μας. Τα πάντα… Γνώριζε, όμως, ότι αυτό δε μπορεί να ήταν αλήθεια. Πολλές κρυψώνες και άλλα σημαντικά στοιχεία θα τους διέφευγαν. Τα χωριά, κατά πάσα πιθανότητα, τα είχαν μάθει από τους εμπόρους που περνούσαν από τούτα τα μέρη, χρηματίζοντάς τους, καθώς επίσης κι από κατασκόπους. Οι καταραμένοι Λευκοί πάντοτε ετοιμάζονταν για πόλεμο· πάντοτε ήθελαν να χύνουν αίμα. Και, όταν είχαν περισσότερη δύναμη στα χέρια τους –όπως αυτοί στον Θρόνο της Ελρείσβα–, τόσο το χειρότερο… Τόσο το χειρότερο…

Καταβροχθίζοντας τα χιλιόμετρα κάτω απ’τους μεγάλους τροχούς τους, τα οχήματα έφτασαν στο χωριό των Νέζρε’ωμ σε λιγότερο από μία ώρα· κι εκεί, σταμάτησαν, περιτριγυρισμένα από ψηλούς βράχους.

Η Νατλάο άκουσε πόρτες ν’ανοίγουν κι ανθρώπους να βγαίνουν, μιλώντας. Έχουν φύγει! σκέφτηκε. Οι Νέζρε’ωμ έχουν φύγει!

Οι φωνές δυνάμωσαν, σαν κάποιοι να διαφωνούσαν. Ύστερα, άλογα ακούστηκαν να βγαίνουν απ’τα οχήματα και να καλπάζουν προς το χωριό. Πήγαιναν να ερευνήσουν πάλι, αλλά αποκλείεται να έβρισκαν τίποτα, όπως και πριν–

Κραυγές!

Πολεμικές κραυγές, από γύρω.

Πολεμικές κραυγές, που η Νατλάο αναγνώριζε, γιατί ήταν των Μελανών. Από τη θέση της, στην εγκοπή του τελευταίου οχήματος, είδε πολεμιστές να πηδάνε από τους ψηλούς βράχους ολόγυρα και να εφορμούν καταπάνω στους ανθρώπους της Παντοκράτειρας και του Θρόνου της Ελρείσβα, ενώ ορισμένοι έμεναν πίσω, βάλλοντας με τόξα.

Οι φωνές παντού γύρω της δυνάμωσαν, καθώς οι εχθροί ξεσπάθωναν ή ανταπέδιδαν βέλη. Η Νατλάο γλίστρησε από την εγκοπή και, πέφτοντας στο ξερό, πετρώδες έδαφος, κύλησε ανάμεσα από τους πελώριους τροχούς και κάτω απ’το όχημα.

Η σύγκρουση αγρίεψε, καθώς τώρα πολεμιστές χτυπιόνταν με πολεμιστές, από κοντά. Όπλα ηχούσαν επάνω σε όπλα. Ουρλιαχτά αντηχούσαν, οδύνης ή πολεμικής παραφροσύνης. Η Νατλάο είδε ένα κουφάρι να πέφτει κοντά της, κρύβοντας το σημείο απ’το οποίο είχε περάσει για να συρθεί κάτω απ’το όχημα. Ήταν μια γυναίκα, ντυμένη με λευκή στολή. Είχε δέρμα άσπρο με απόχρωση ροζ. Μία από τους ξένους.

*

Ο Πρωτοσπαθάριος Κάραγγελ και δώδεκα από τους ιππείς του Θρόνου της Ελρείσβα είχαν φτάσει στο χωριό που έμοιαζε εγκαταλειμμένο, όπως τα δύο προηγούμενα, όταν πολεμικές κραυγές αντήχησαν από τα βράχια.

Ο Κάραγγελ στράφηκε για να δει Μελανούς να επιτίθενται από γύρω με στόχο τα οχήματα. Γελώντας, τράβηξε το σπαθί απ’την πλάτη του. «Επιτέλους!» φώναξε. «Οι δειλοί φονιάδες έδειξαν το πρόσωπό τους!

»Επίθεση, ιππείς της Ελρείσβα! Επίθεση!» Και, μπήγοντας τα τακούνια των μποτών του στα πλευρά του αλόγου του, κάλπασε καταπάνω στους Μελανούς, κραυγάζοντας.

Οι καβαλάρηδες τον ακολούθησαν, φωνάζοντας: «Ελρείσβα! Ελρείσβα! Ελρείσβα!» και σπαθίζοντας τους εχθρούς τους, κάνοντας ξαφνικούς πίδακες αίματος να τινάζονται, μαζί με κομμένα χέρια και κεφάλια, πολλές φορές.

«Για τους Τουρβάλκλι!» κραύγασε ο Κάραγγελ. Το μεγάλο λεπίδι του χτύπησε έναν Μελανό στο πρόσωπο, σχίζοντάς του την όψη στα δύο. «Για τους ΤΟΥΡΒΑΛΚΛΙ!» Το σπαθί του απέκρουσε μια επίθεση και έκοψε το κουκουλοφόρο κεφάλι του εχθρού του. «ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΤΟΥΡΒΑΛΚΛΙ!» Το άλογό του ποδοπάτησε έναν Μελανό, ενώ η λεπίδα του καρφώθηκε στο στήθος ενός άλλου προτού ξαναβγεί, με κάποια δυσκολία, από τα τσακισμένα κόκαλα της θωρακικής του κοιλότητας.

Έχοντας φτάσει ανάμεσα στα οχήματα, είδε την Πριγκίπισσα Θυάλκνα αρκετά μέτρα παραπέρα, να μάχεται χωρίς νάναι έφιππη. Το λεπίδι της γυάλιζε στο ασθενικό φως της τελευταίας Σκιερής Ημέρας, σχίζοντας το λαιμό μιας πολεμίστριας των Μελανών. Το δεξί της πόδι κλότσησε έναν εχθρό στο γόνατο, κάνοντάς τον να χάσει την ισορροπία του, και το σπαθί της του άνοιξε την κοιλιά, αφήνοντάς τα εντόσθιά του να κυλήσουν έξω. Ύστερα, στιγμιαία, η λεπίδα της υψώθηκε και πήγε στην πλάτη της, για ν’αποκρούσει ένα χτύπημα που ερχόταν από τα νώτα. Η Πριγκίπισσα στράφηκε, κλοτσώντας τον πελεκυφόρο Μελανό στην κοιλιά, κι έπειτα του έσπασε το κρανίο με το ξίφος της, προτού γυρίσει ν’αντικρίσει έναν ακόμα που ερχόταν καταπάνω της, βαστώντας δόρυ και κραυγάζοντας. Η Θυάλκνα παραμέρισε και χτύπησε το μακρύ όπλο με το λεπίδι της, κρατώντας το κάτω. Το πόδι της κλότσησε τον εχθρό στα αχαμνά, και το σπαθί της ανέβηκε πάλι, για να μπηχτεί στο στέρνο του.

Ο Κάραγγελ πήρε το βλέμμα του από το εξαίρετο θέαμα που αποτελούσε η Πριγκίπισσα, και κοίταξε να δει τι γινόταν ολόγυρα. Προς το παρόν, οι Μελανοί δεν ήταν κοντά του, γι’αυτό είχε κιόλας χρόνο να κοιτάζει: οι Παντοκρατορικοί και οι μαχητές του Θρόνου της Ελρείσβα τούς κρατούσαν σε κάποια απόσταση από τα οχήματα, εκτός από ορισμένα σημεία, όπου αυτοί είχαν καταφέρει να σπάσουν την άμυνα και να περάσουν. Μάχονται λυσσασμένα, τα τσακάλια της ερήμου. Μ’αρέσει αυτό! Η νίκη μου θα είναι πιο γλυκιά! Η εκδίκησή μου πιο σωστή! Άξια των Τουρβάλκλι!

Και τότε, ένα ενεργειακό κανόνι γύρισε, βάλλοντας.

Η ακατέργαστη ενέργεια που εκτοξεύτηκε από την κάννη του ανατίναξε τους βράχους στα βόρεια, απ’όπου ερχόταν ένα μέρος των Μελανών. Ογκόλιθοι διαλύθηκαν σε χαλίκια και σκόνη. Ανθρώπινα σώματα αποσυντέθηκαν.

–Ακόμα μια έκρηξη.

Ο Κάραγγελ στράφηκε και είδε ότι άλλο ένα κανόνι είχε βάλει, προς τα νότια, ανατινάζοντας τους βράχους κι από εκείνη τη μεριά και προκαλώντας παρόμοια καταστροφή, ενώ σήκωνε πυκνό σύννεφο σκόνης.

Τούτο, όμως, δε φάνηκε να πτοεί τους Μελανούς, οι οποίοι συνέχιζαν να έρχονται από γύρω.

Δεν πρέπει να είναι μονάχα από μία φυλή, παρατήρησε ο Κάραγγελ. Είναι πάρα πολλοί για να είναι μόνο από μία φυλή. Πρέπει να έχουν πολεμιστές και από το προηγούμενο χωριό που περάσαμε. Μια συμμαχία ανάμεσα στους Φάντ’νεχ και τους Νέζρε’ωμ.

Και πιστεύουν ότι αυτό θα είναι αρκετό για να σταματήσει τη δική μου οργή;

Ο Κάραγγελ γέλασε και, ωθώντας το άλογό του, κάλπασε μέσα στη μάχη. Το σπαθί του διψούσε για αίμα.

Τα πνεύματα των Τουρβάλκλι απαιτούσαν εκδίκηση! Εκδίκηση! Εκδίκηση!

*

Δαίμονες της ερήμου!

Η Νατλάο είδε κάποιον να χώνεται κάτω απ’το όχημα, όπως εκείνη, και να σέρνεται, βιαστικά. Ήταν ένας άντρας με γαλανό δέρμα και λευκή στολή. Πολεμιστής της Παντοκράτειρας. Και φαινόταν πανικόβλητος· πρέπει να προσπαθούσε να ξεφύγει από τους Μελανούς. Μπορεί να μην την είχε καν δει, κατάμαυρη καθώς ήταν μες στο σκοτάδι, κάτω απ’το όχημα. Σίγουρα δεν την είχε δει.

Κι αυτό θάναι το τελευταίο του λάθος. Η Νατλάο τράβηξε το ξιφίδιό της και σύρθηκε γρήγορα προς το μέρος του.

Είδε τα μάτια του άντρα να γουρλώνουν, τρομαγμένα. Αναμφίβολα, δεν περίμενε κανέναν εδώ κάτω.

Το λεπίδι της Νατλάο μπήχτηκε στο λαιμό του, κι έστριψε, καθώς ο πολεμιστής σπαρταρούσε, βγάζοντας αίμα απ’το στόμα και τη μύτη. Τα μάτια του είχαν αναποδογυρίσει.

Η Νατλάο δεν αισθανόταν λύπη γι’αυτόν. Δεν αισθανόταν τίποτα. Της ήταν ασήμαντος.

Τράβηξε πίσω το ξιφίδιό της και, μετά, προσπάθησε να κάνει το πτώμα να κυλήσει έξω απ’την κρυψώνα της, να βγει από κάτω απ’το όχημα.

Αφού το κατάφερε, έμεινε ακίνητη, αφουγκραζόμενη τη μάχη. Μέσα της, ήλπιζε ότι οι Μελανοί θα νικούσαν και η εκστρατεία του Πρωτοσπαθάριου θα τελείωνε εδώ· αλλά η λογική της της έλεγε πως, μάλλον, αυτό δε θα συνέβαινε.

Ύστερα, άκουσε τα όπλα του καταστροφικού φωτός να βάλλουν και δυνατές εκρήξεις να γίνονται.

Τι ανατινάζουν; Το χωριό; Δεν μπορεί· δεν έχει νόημα τώρα. Μάλλον, χτυπούν τα βράχια απ’όπου έρχονται οι Μελανοί.

*

Οι Μελανοί πολεμιστές ήταν πολλοί, αλλά ο Κάραγγελ ήξερε, εξαρχής, ότι δεν μπορούσαν να νικήσουν. Οι Παντοκρατορικοί ήταν επίσης πολλοί –οχτακόσιοι στρατιώτες, εκ των οποίων οι διακόσιοι ιππείς–, καθώς και οι μαχητές της Ελρείσβα –εκατόν-πενήντα, εκ των οποίων οι πενήντα ιππείς. Και δε θα έπρεπε κανείς να ξεχνά το γεγονός ότι ήταν εξοπλισμένοι με τα καλύτερα όπλα και τις καλύτερες πανοπλίες στην Αρβήντλια και έξω απ’αυτήν. Επιπλέον, είχαν μαζί τους τα ενεργειακά κανόνια, που ήταν τρομερά θανατηφόρα, παρότι χρήσιμα μόνο για να χτυπούν στόχους σε κάμποση απόσταση και όχι σε κοντινή μάχη.

Παρ’όλ’αυτά, ο Πρωτοσπαθάριος θεωρούσε πως τώρα η δικαιοσύνη που ήθελε να αποδώσει αποδιδόταν αρτιότερα: πιο άξια για τους Τουρβάλκλι. Το σπαθί του είχε γεμίσει αίμα· οι φονιάδες δεν είχαν πεθάνει από ένα δυνατό φως, που τους έσβηνε σα να μην είχαν ποτέ υπάρξει.

Οι Μελανοί δεν άργησαν να τραπούν σε φυγή, κατευθυνόμενοι προς το Φαράγγι του Πεπρωμένου· και, όταν συνέβη αυτό, ο Κάραγγελ, έφιππος, τους έδειξε με το ξίφος του, φωνάζοντας: «Καταδιώξτε τους! Σκοτώστε τους όλους!» Και κάλπασε ξοπίσω τους. Οι καβαλάρηδές του τον ακολούθησαν, μακελεύοντας και μακελεύοντας και μακελεύοντας.

Ελάχιστοι Μελανοί ξέφυγαν ανάμεσα στα βράχια, κατερχόμενοι στα βάθη του φαραγγιού.

Ο Κάραγγελ σκέφτηκε να τους ακολουθήσει ακόμα κι εκεί, να τους σκοτώσει μέχρι τον τελευταίο· αλλά, τότε, ακούστηκε η φωνή του Στρατηγού Αλκίνοου Λιτόγελου, που πρόσταζε να έρθουν πίσω και να ανασυγκροτηθούν. Τον Πρωτοσπαθάριο δεν τον ενδιέφερε και πολύ η γνώμη του μαλθακού Παντοκρατορικού, ούτε θεωρούσε τον εαυτό του υπό τις διαταγές του Αλκίνοου· ωστόσο, όφειλε να παραδεχτεί πως τώρα είχε δίκιο.

Οι καβαλάρηδες του Κάραγγελ επέστρεψαν κοντά στα οχήματα, και το ίδιο κι εκείνος.

Ο Αλκίνοος πρόσταξε με δυνατή φωνή να καταστραφεί το χωριό, και δύο από τα ενεργειακά κανόνια έβαλαν, μετατρέποντάς το σε σωρούς πέτρας, στάχτης, και μαύρου χώματος.

Ύστερα, ο Στρατηγός ζύγωσε την Πριγκίπισσα Θυάλκνα και τον Πρωτοσπαθάριο Κάραγγελ, ο οποίος είχε μόλις αφιππεύσει.

«Ήμασταν απρόσεκτοι!» είπε, οργισμένα, ο Αλκίνοος. «Πολύ απρόσεκτοι! Πέσαμε σε παγίδα! Αυτό δεν πρέπει να ξανασυμβεί.»

Η Πριγκίπισσα τον αγριοκοίταξε. «Υπονοείς, Στρατηγέ, ότι φταίμε εμείς για την παγίδα;»

«Όχι,» είπε ο Αλκίνοος. «Ωστόσο, Υψηλοτάτη, γνωρίζοντας καλύτερα τις μεθόδους των εχθρών σας στην Αρβήντλια, θα μπορούσατε να με είχατε προειδοποιήσει ότι ίσως να–»

«Οι κάτοικοι των δύο προηγούμενων χωριών είχαν τραπεί σε φυγή, Στρατηγέ,» τον διέκοψε η Θυάλκνα. «Δε βλέπω τον λόγο γιατί να μην είχε συμβεί το ίδιο κι εδώ.»

«Σε τούτο το μέρος,» είπε ο Κάραγγελ, «οι Φάντ’νεχ είχαν συμμαχήσει με τους Νέζρε’ωμ· είμαι βέβαιος. Αλλιώς, δε θα είχαμε να κάνουμε με τόσους πολλούς αντιπάλους.»

Η Θυάλκνα κατένευσε. «Ναι, πολύ πιθανόν, Πρωτοσπαθάριε.»

«Όπως και νάχει,» είπε ο Αλκίνοος, «θα είμαστε προσεχτικότεροι στο μέλλον. Οι Μελανοί φαίνεται να έχουν αρχίσει να οργανώνονται εναντίον μας.» Στράφηκε, απομακρυνόμενος από την Πριγκίπισσα και τον Πρωτοσπαθάριο.

*

Η Νατλάο περίμενε, κρυμμένη κάτω απ’το όχημα, καθώς οι εχθροί μάζευαν τους νεκρούς. Μπορούσε να δει τι γινόταν από τις άκριες του μηχανικού κατασκευάσματος: τα πτώματα μετακινούνταν, καθώς κάποιοι τα τραβούσαν από τα χέρια ή από τα πόδια, ή τα σήκωναν.

Οι Μελανοί ηττήθηκαν, αλλά είμαι βέβαιη πως θα πήραν κάμποσους απ’αυτούς τους καταραμένους αμμοπόντικες μαζί τους.

Ωστόσο, η Νατλάο θα προτιμούσε οι Μελανοί να μην είχαν επιτεθεί ποτέ. Δεν ήξεραν ότι δεν μπορούσαν να νικήσουν; Δεν είχαν μάθει για τα όπλα του καταστροφικού φωτός; Δεν είχαν μάθει πόσα οχήματα βρίσκονταν μέσα στην εκστρατεία, και πόσοι πολεμιστές; Στο φαράγγι θα ήσασταν ασφαλείς. Στήσατε καρτέρι εδώ και ηττηθήκατε. Ίσως να είστε τώρα όλοι σας νεκροί, όπως η φυλή μου…

Καθώς η ώρα περνούσε και η Νατλάο έβλεπε ότι είχαν μαζέψει τους νεκρούς μέχρι εκεί όπου έφτανε η ματιά της, σύρθηκε προς μια από τις μπροστινές άκριες του οχήματος, ανάμεσα από τους πελώριους τροχούς. Μπορούσε να δει καλύτερα τώρα· και είδε ότι οι άνθρωποι της Παντοκράτειρας είχαν συγκεντρώσει τα πτώματα των πολεμιστών τους σ’ένα σημείο και τα έκαιγαν. Παραδίπλα, οι Λευκοί είχαν μαζέψει τους δικούς τους νεκρούς, για να τους κάψουν. Ο Πρωτοσπαθάριος ήταν ζωντανός, παρατήρησε η Νατλάο, και πλάι του στεκόταν μια Λευκή που, αν έκρινε κανείς απ’την όψη και το παράστημά της, δεν μπορεί να ήταν κάποια απλή πολεμίστρια. Η αρματωσιά της, επίσης, ήταν περίεργη… Από τι ήταν φτιαγμένη;

Και μετά, η Νατλάο κατάλαβε: Από φολίδες λεοντόσαυρου! Μα τους θεούς, αυτό δεν ήταν και το συνηθέστερο υλικό για να φτιάξει κανείς πανοπλία. Η γυναίκα πρέπει, αναμφίβολα, να είχε κάποια αξιοσημείωτη θέση στον Θρόνο της Ελρείσβα.

Η Νατλάο πήρε τα μάτια της απ’αυτήν και κοίταξε τριγύρω. Σε αρκετή απόσταση από τις δύο νεκρικές πυρές, ήταν συγκεντρωμένα τα πτώματα των Μελανών, σ’έναν μεγάλο σωρό, προφανώς ως τροφή για τα σαρκοφάγα της ερήμου. Μια ιεροσυλία, που θα έπρεπε κανονικά να την εξοργίζει, αν δεν αισθανόταν τόσο κενή εντός της.

Όσοι δεν ασχολούνταν με το κάψιμο των νεκρών έστηναν σκηνές λίγο παραπέρα. Σκόπευαν να καταυλιστούν εδώ για το μεσημέρι. Καλό αυτό, γιατί η Νατλάο ήθελε να κατουρήσει, κι αν συνέχιζαν την πορεία τους, δεν ήξερε πώς θα το κατάφερνε, γαντζωμένη επάνω στο όχημα.

Σύρθηκε πάλι κάτω απ’την προστατευτική σκιά του μεγάλου τροχοφόρου. Το μέταλλό του ανέδιδε μια άσχημη οσμή, από την κατανάλωση της ενέργειας που το κινούσε, μάλλον.

Όταν υπολόγιζε ότι η καύση των νεκρών θα είχε τελειώσει και οι εχθροί θα είχαν καταυλιστεί, η Νατλάο ξαναπλησίασε μια άκρια του οχήματος και κοίταξε έξω. Δεν πρέπει να ήταν πολύ δύσκολο να πάει απαρατήρητη εκεί όπου ήθελε, σκέφτηκε. Όχι αν ήταν γρήγορη και προσεχτική.

Αφήνοντας τον σάκο και τη βαλλίστρα της, βγήκε απ’την κρυψώνα και πήγε προς τα βράχια στα βόρεια, που τα κανόνια του καταστροφικού φωτός είχαν σμπαραλιάσει. Κινήθηκε μέσα στις σκιές της ασθενικής ακτινοβολίας της Σκιερής Ημέρας, ανάμεσα από τα μεγάλα οχήματα και τις σκηνές, κι έφτασε στον προορισμό της.

Το μέρος ήταν ρημαγμένο. Οι ψηλοί, παχείς βράχοι δεν είχαν μόνο θρυμματιστεί και γίνει σωροί από πέτρες και χαλίκια, αλλά αυτές οι πέτρες και τα χαλίκια είχαν μαυρίσει κιόλας, σαν κάτι μοχθηρό, βλαβερό, και άσχημο να τα είχε μολύνει ανεπανόρθωτα. Το ίδιο ίσχυε και για ορισμένα σημεία του εδάφους. Η Νατλάο δίστασε, για μια στιγμή, να κάνει την ανάγκη της εδώ· έπειτα, όμως, είπε στον εαυτό της να μην είναι ανόητη και τελείωσε με τη δουλειά της, προτού επιστρέψει πάλι στα οχήματα των ξένων.

Κανένας δεν την αντιλήφτηκε, και η Νατλάο σύρθηκε κάτω απ’το τροχοφόρο όπου βρισκόταν και πριν.

Και περίμενε, προσέχοντας να μην την πάρει ο ύπνος. Δεν ήθελε κατά λάθος να ξεκινήσουν αφήνοντάς την πίσω ή, ίσως, συνθλίβοντάς την με τους μεγάλους τροχούς τους.

Αναρωτήθηκε αν αυτοί που είχαν επιτεθεί ήταν οι επαναστάτες του Ίσναχ. Αλλά κατέληξε πως δεν μπορεί να ήταν. Ο Ίσναχ θα έκανε κάτι καλύτερο, σωστά; Θα έκανε κάτι που θα προκαλούσε πραγματικό πρόβλημα στους ανθρώπους της Παντοκράτειρας. Θα έθετε τέλος στην εκστρατεία τους. Η επίθεση των Μελανών εδώ, αν και γενναία, ήταν ουσιαστικά ανόητη. Δεν είχαν ελπίδα να νικήσουν. Ο Ίσναχ θα είχε σχεδιάσει καλύτερα τα πράγματα. Είμαι σίγουρη.

Κι επίσης, είμαι σίγουρη πως δε θ’αργήσει να κάνει κάτι.

Το ήλπιζε, τουλάχιστον.

*

Όταν το μεσημέρι πέρασε, οι εχθροί άρχισαν να ετοιμάζονται για αναχώρηση. Η Νατλάο τούς άκουσε να διαλύουν τον καταυλισμό τους και να μπαίνουν στα οχήματα. Κοιτάζοντας από τις άκριες γύρω της, περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να ξεμυτίσει και να πιαστεί πάλι από την εγκοπή.

Περίμενε τη στιγμή που όλοι θα είχαν μπει στα οχήματα, αλλά αυτά δε θα είχαν ξεκινήσει ακόμα.

Περίμενε…

…και άκουσε το μηχανικό θηρίο να βρυχάται από πάνω της. Αισθάνθηκε την έντονη θερμότητά του να γλείφει το δέρμα της, αγνοώντας τα ρούχα που το κάλυπταν.

Θεοί!

Η Νατλάο βγήκε απ’τη σκιά του τροχοφόρου, πιστεύοντας ότι κανένας δε θα την έβλεπε. Και είχε δίκιο: κανείς δεν ήταν έξω πλέον, και το όχημά της εξακολουθούσε να είναι στο τέλος του σχηματισμού· η θέση του δεν είχε αλλάξει.

Η Νατλάο ορθώθηκε γρήγορα, ανέβηκε στα πλευρά του τροχοφόρου, και κουλουριάστηκε μέσα στην εγκοπή.

Τα οχήματα ξεκίνησαν, κάνοντας στροφή και διατηρώντας τον σχηματισμό τους. Αυτό της Νατλάο συνέχιζε να βρίσκεται στο τέλος, και κανένα άλλο δεν ήταν από τη μεριά όπου κάποιος θα μπορούσε να τη δει.

Εκείνη αναρωτήθηκε τι σκοπό εξυπηρετούσε το όχημά της. Δεν είχε επάνω του κανένα από τα όπλα του καταστροφικού φωτός, ούτε άλογα μετέφερε. Ορισμένοι πολεμιστές, ωστόσο, βρίσκονταν στο εσωτερικό του· η Νατλάο τούς είχε δει να βγαίνουν, όταν γινόταν η σύγκρουση. Εκτός απ’τους πολεμιστές, όμως, πίστευε ότι το όχημα πρέπει να μετέφερε ή πολεμοφόδια ή ενέργεια, με την οποία κινούνταν ετούτα τα μηχανικά θηρία και έβαλλαν τα ενεργειακά κανόνια, όπως ονόμαζε ο Ίσναχ τα όπλα των ξένων.

Και πού πηγαίνουμε τώρα; Σ’άλλη φυλή; Για να προκαλέσουμε κι άλλες καταστροφές;

Σύντομα, θα μάθαινε. Η έρημος περνούσε γρήγορα μπροστά απ’τα μάτια της, καθώς οι μεγάλοι τροχοί κυλούσαν, μουγκρίζοντας.

•4•

Το επόμενο χωριό που συνάντησαν, λιγότερο από μια ώρα αφότου έφυγαν από το χωριό των Νέζρε’ωμ, ήταν αυτό της φυλής των Τάσμιλ. Το πύρινο στεφάνι που σχημάτιζαν οι ήλιοι της Σκιερής Ημέρας δεν είχε δύσει ακόμα, αν και κατευθυνόταν προς τον δυτικό ορίζοντα. Τα οχήματα σταμάτησαν, και τα ενεργειακά κανόνια έβαλαν. Μία, δύο, τρεις ριπές, ακολουθούμενες από δυνατές εκρήξεις. Κραυγές και ουρλιαχτά αντηχούσαν στον αέρα, καθώς και χρεμετίσματα αλόγων.

Η Νατλάο, που δεν είχε καλή θέα από τα πλευρά του τελευταίου οχήματος όπου ήταν γαντζωμένη, μπορούσε να καταλάβει ότι οι Τάσμιλ δεν είχαν εγκαταλείψει τα μέρη τους. Ίσως να ήταν απλά πεισματάρηδες, ή ίσως να μην είχαν μάθει για τη φονική εκστρατεία ακόμα.

Οι ιππείς του Πρωτοσπαθάριου Κάραγγελ ακούστηκαν να βγαίνουν από τα μεγάλα τροχοφόρα και να ξεκινούν την καταδίωξη των λιγοστών επιζώντων. Κραυγές και ουρλιαχτά συνέχισαν ν’αντηχούν, ώσπου έπαψαν τελείως, και μονάχα ο καλπασμός των αλόγων που επέστρεφαν ακουγόταν για λίγο. Μετά, μερικοί άνθρωποι μίλησαν αναμεταξύ τους, χωρίς η Νατλάο να μπορεί να καταλάβει τι έλεγαν, λόγω της απόστασης. Τέλος, τα οχήματα της εκστρατείας συνέχισαν την πορεία τους, πηγαίνοντας νοτιοανατολικά.

Το επόμενο χωριό που συνάντησαν η Νατλάο δε θυμόταν σε ποια φυλή ανήκε. Ήταν αρκετά μακριά από τα δικά της μέρη, των Ερνεό’ωμ. Και είχε, τελικά, την ίδια μοίρα όπως και το χωριό των Τάσμιλ. Οι κάτοικοί του δεν είχαν φύγει, και ο Πρωτοσπαθάριος Κάραγγελ και οι ξένοι ισοπέδωσαν τα πάντα. Σκότωσαν τους πάντες. Κατά πάσα πιθανότητα, άφησαν μονάχα έναν ζωντανό, όπως συνήθιζαν, για να μεταφέρει το μήνυμά τους.

Η εκστρατεία δε συνεχίστηκε αμέσως μετά από τούτη την καταστροφή. Αποφάσισαν πως ήταν ώρα να καταυλιστούν. Η Νατλάο κατέβηκε απ’την εγκοπή όπου κρατιόταν και σύρθηκε κάτω απ’το όχημα, καθώς οι άνθρωποι της Παντοκράτειρας και οι πολεμιστές του Θρόνου της Ελρείσβα άρχιζαν να στήνουν σκηνές.

Σιγά-σιγά, οι ήλιοι έγερναν προς τη Δύση. Οι ούτως ή άλλως πυκνές σκιές της Σκιερής Ημέρας τώρα πύκνωναν, και πύκνωναν, και πύκνωναν. Η Νατλάο δε χρειαζόταν ν’ανησυχεί ότι κάποιος θα την έβλεπε κατά λάθος, εκεί όπου ήταν κρυμμένη· μπορούσαν να τη βρουν μονάχα αν έψαχναν εσκεμμένα: και δεν είχαν κανένα λόγο για να το κάνουν αυτό.

Η επόμενη ημέρα δε θα ήταν Σκιερή, σκέφτηκε η Νατλάο. Ετούτη ήταν η πέμπτη: η τελευταία. Αύριο, οι ήλιοι θα ανέτειλαν με κάποια απόσταση ο ένας από τον άλλο· και ο Φωτεινός Ήλιος θα έλουζε την Αρβήντλια με τη δυνατή ακτινοβολία του. Οι δικές μου ημέρες, όμως, θα είναι για πάντα σκιερές…

Η νύχτα έπεσε. Η Νατλάο μπορούσε να δει, από τις άκριες της κρυψώνας της, ότι οι εχθροί είχαν ανάψει φωτιές ανάμεσα στις σκηνές τους και ότι κάμποσοι απ’αυτούς στέκονταν φρουροί.

Τι κάνουμε τώρα; σκέφτηκε. Γιατί βρίσκομαι εδώ; Ήθελα να συναντήσω τον Ίσναχ και τους επαναστάτες, αλλά, σ’ετούτο το δρόμο που ακολούθησα, θα τους συναντήσω ποτέ;

Ή, μήπως, είμαι εδώ για να ενεργήσω από μόνη μου; Ιδέες πέρασαν απ’το νου της: ότι μπορούσε να βγει κρυφά κάτω από το όχημα και να σκοτώσει όσους περισσότερους εχθρούς κατόρθωνε· ή ότι μπορούσε να ψάξει να βρει τη σκηνή του Πρωτοσπαθάριου Κάραγγελ, για να τον δολοφονήσει στον ύπνο του κι έτσι, ίσως, να δώσει τέλος στην εκστρατεία· ή ότι μπορούσε να εντοπίσει όλες τις σκηνές των αρχηγών της εκστρατείας και να τους σκοτώσει, τον έναν μετά τον άλλο.

Σταμάτησε, όμως, αυτές τις σκέψεις, γιατί γνώριζε ότι, μάλλον, δε θα τα κατάφερνε· οι προσπάθειές της δε θα απέδιδαν. Δεν ήταν δολοφόνος, ούτε στην ψυχή της, ούτε στην εκπαίδευσή της. Ήξερε πώς να μάχεται σε μια ανάγκη, όπως όλοι στη φυλή της, μα δεν ήξερε πώς να κινείται απαρατήρητη ανάμεσα σε τόσους εχθρούς, φονεύοντάς τους έναν-έναν, κόβοντας τους λαιμούς τους στο σκοτάδι.

Επομένως, παρέμεινε κάτω απ’το μεγάλο τροχοφόρο. Το καλύτερο, μάλλον, που είχε να κάνει ήταν να προσπαθήσει να κοιμηθεί, ώστε, το πρωί, να έχει αρκετή δύναμη για να πιαστεί πάλι από την εγκοπή στο πλάι του οχήματος και ν’ακολουθήσει τους φονιάδες της φυλής της στην εκστρατεία τους.

Ο ύπνος, όμως, δεν ερχόταν, διαπίστωσε μετά από λίγη ώρα. Παρότι έκλεινε τα βλέφαρά της και, καθώς ήταν μπρούμυτα, ακουμπούσε το πρόσωπό της στα διπλωμένα χέρια της· παρότι ήταν κουρασμένη και μουδιασμένη απ’όλη την ημέρα που βρισκόταν μέσα στη στενή εγκοπή του τροχοφόρου, ο ύπνος δεν ερχόταν. Τα νεύρα της ήταν πολύ τσιτωμένα.

Και η ώρα περνούσε. Πρέπει να ήταν βαθιά νύχτα τώρα. Στον καταυλισμό γύρω της δεν ακούγονταν φωνές πλέον· κανένας δε μιλούσε. Οι περισσότεροι πρέπει να είχαν κοιμηθεί. Όλοι, ίσως, εκτός από τους φρουρούς.

Η Νατλάο χασμουρήθηκε. Ο ύπνος μπορεί, τελικά, να ερχόταν, παρότι είχε αποφασίσει να αργήσει. Τα βλέφαρά της βάραιναν· το αισθανόταν.

Και τότε, είδε πόδια να βαδίζουν πλάι σε μια από τις άκριες της κρυψώνας της. Μποτοφορεμένα πόδια. Και δεν πήγαιναν σαν ο κάτοχός τους να έκανε περιπολία. Πήγαιναν σαν… τα πόδια ενός κλέφτη.

Εισβολέας;

Οι αισθήσεις της Νατλάο ξύπνησαν, αμέσως. Ο ύπνος έτρεξε κι έφυγε, πανικόβλητος. Τα βλέφαρά της δεν ήταν πλέον καθόλου βαριά.

Τα μάτια της παρατηρούσαν τα πόδια. Τα είδε να προχωρούν, προσεχτικά, και να πλησιάζουν ένα άλλο ζευγάρι πόδια, τα οποία πρέπει, σίγουρα, να ανήκαν σε κάποιον φρουρό, γιατί η Νατλάο τα έβλεπε εκεί από πολλή ώρα.

Ένας θόρυβος ακούστηκε. Ένας πνιχτός θόρυβος.

Τα πόδια του φρουρού κλότσησαν, άσκοπα· κι έπειτα, το σώμα του ολόκληρο βρέθηκε εκεί όπου ήταν τα πόδια του. Δεν έπεσε απότομα, όμως· κάποιος πρέπει να το κατέβασε ομαλά. Κάποιος που είχε σκοτώσει τον φρουρό –με μια μαχαιριά στο λαιμό, κατά πάσα πιθανότητα, αν έκρινε η Νατλάο απ’τον πνιχτό θόρυβο που είχε ακουστεί.

Εισβολέας!

Επαναστάτης, ίσως. Γνωστός του Ίσναχ.

Η Νατλάο άρχισε να σέρνεται κάτω απ’το τροχοφόρο, προς τη μεριά των ποδιών που κινούνταν ακόμα. Τα είδε να σταματούν, και άκουσε μια πόρτα ν’ανοίγει. Πηγαίνει να κοιτάξει μέσα στο όχημα. Πρέπει να το έκανε με προσοχή, όμως· δεν πρέπει να είχε ανοίξει ολόκληρη τη θύρα.

Η Νατλάο έβγαλε το κεφάλι της από την άκρια του οχήματος, για να δει–

–και βρήκε μια λεπίδα μπροστά στο αριστερό της μάτι.

«Δεν είμαι εχθρός!» είπε αμέσως στον άντρα που στεκόταν από πάνω της, χωρίς όμως να φωνάζει, διατηρώντας τη φωνή της χαμηλωμένη, γιατί καταλάβαινε ότι μπορεί κάποιος φρουρός να την άκουγε και να πλησίαζε.

«Ποια είσαι;» ρώτησε ο άγνωστος, που φορούσε κουκούλα και είχε μαντήλι στο πρόσωπο. Το δέρμα του δε φαινόταν καλά στο φως των πράσινων φεγγαριών, αλλά η Νατλάο νόμιζε ότι ήταν Λευκός.

Λευκός ή Μελανός, όμως, πρέπει να ήταν εναντίον των ξένων, για να έρχεται σαν κλέφτης, σωστά;

«Νατλάο, με λένε,» του απάντησε. «Και τους ακολουθώ, γι’αυτό είμαι εδώ. Δεν το ξέρουν ότι είμαι εδώ. Εσύ ποιος είσαι; Είσαι με τους επαναστάτες; Γνωρίζεις κάποιον Ίσναχ;»

«Σήκω όρθια. Χωρίς απότομες κινήσεις.»

Η Νατλάο σηκώθηκε.

Τα μάτια του αγνώστου –ναι, σίγουρα ήταν Λευκός, μπορούσε να δει τώρα– την παρατήρησαν. Γαλανά, καταγάλανα μάτια.

«Η φυλή μου,» είπε η Νατλάο, «ήταν οι Ερνεό’ωμ. Ο Πρωτοσπαθάριος Κάραγγελ και οι ξένοι τούς σκότωσαν όλους. Είμαι η τελευταία.» Την παραξένεψε που είχε καταφέρει να το πει τόσο εύκολα. Πολύ ευκολότερα από τις άλλες φορές. Μάλλον, επειδή η κατάσταση ήταν έντονη, κι επειδή δεν είχε ιδέα ποιος ήταν αυτός στον οποίο μιλούσε. «Είσαι επαναστάτης;»

Ο άντρας θηκάρωσε το σπαθί του, και μπήκε στο εσωτερικό του οχήματος από την πόρτα που είχε μισανοίξει, κάνοντας νόημα στη Νατλάο να τον ακολουθήσει. Εκείνη υπάκουσε, και βρέθηκαν σ’έναν σκοτεινό χώρο. Ο άγνωστος άναψε έναν φακό, και γύρω τους είδαν δοχεία. Πολλά δοχεία, ανάμεσα σε άλλα πράγματα μέσα σε κιβώτια.

«Γιατί τους ακολουθείς, Νατλάο;»

«Ψάχνω να βρω τους επαναστάτες. Τον Ίσναχ. Ξέρεις τον Ίσναχ;»

«Τον έχω ακουστά.»

«Είσαι επαναστάτης, δηλαδή;»

«Ναι, είμαι.»

Η Νατλάο δίστασε λίγο, παρατηρώντας το λευκό του δέρμα ανάμεσα στην κουκούλα και στο μαντήλι. Οι Λευκοί ήταν ο προαιώνιος εχθρός των Μελανών· είχε διαφορά αν ήταν επαναστάτες; Ο Ίσναχ, όμως, ήταν και Μελανός και επαναστάτης…

«Σκοπεύεις να μείνεις εδώ, κρυμμένη;» τη ρώτησε ο άγνωστος.

«Σου εξήγησα: περίμενα να συναντήσω τον Ίσναχ. Θέλω να του πω κάτι. Μου είχε πει ότι οι επαναστάτες θα προσπαθήσουν να εμποδίσουν την εκστρατεία–»

«Καλύτερα νάρθεις μαζί μου, λοιπόν, καθώς θα φεύγω.» Ο άγνωστος ξεθηκάρωσε ένα μακρύ, κοφτερό ξιφίδιο. Πλησίασε ένα από τα δοχεία και κάρφωσε την αιχμή του ξιφιδίου επάνω του, πιέζοντας τη λεπίδα με δύναμη και τραβώντας την, για να διαγράψει μια μεγάλη χαρακιά στο γυαλί του δοχείου.

Υγρό άρχισε να κυλά.

«Τι είν’αυτό;» ρώτησε η Νατλάο.

«Ενέργεια,» εξήγησε ο επαναστάτης. «Ήρθαμε για να τους πάρουμε αυτό που τους κάνει πανίσχυρους σε τούτους τους τόπους.» Χρησιμοποιώντας το ξιφίδιό του, χάραξε ακόμα ένα δοχείο, αφήνοντας το υγρό να τρέξει στο πάτωμα. Η οσμή του ήταν έντονη. «Αυτά τα πράγματα ονομάζονται ‘ενεργειακές φιάλες’, Νατλάο. Τροφοδοτούν τα οχήματα, και τα ενεργειακά κανόνια.» Ο άγνωστος επιτάχυνε τη δουλειά του, σπάζοντας τη μία φιάλη μετά την άλλη. Ήταν, όμως, τόσες πολλές, παρατήρησε η Νατλάο· θα προλάβαινε να τις σπάσει όλες;

«Μπορώ να βοηθήσω!» Τράβηξε το ξιφίδιό της.

«Όχι,» της είπε ο επαναστάτης, χωρίς να διακόψει τη δουλειά του. «Το όπλο σου πρέπει να είναι ειδικά φτιαγμένο, ώστε να μπορεί να τρυπήσει άνετα το γυαλί. Αν δεν είναι, τότε θα χρειαστεί να χτυπήσεις τη φιάλη με δύναμη, προκειμένου να τη σπάσεις, κι αυτό θα κάνει θόρυβο και θα ειδοποιήσει τους φρουρούς.»

Η Νατλάο θηκάρωσε πάλι το ξιφίδιό της.

«Βλέπε από το άνοιγμα της πόρτας,» της είπε ο επαναστάτης, «μήπως πλησιάσει κανένας.»

Η Νατλάο υπάκουσε, κοιτάζοντας από τη σχισμάδα με το ένα μάτι. Οι φρουροί δεν έμοιαζαν να έχουν πάρει είδηση τίποτα ακόμα. Δε θ’αργούσαν, όμως· σύντομα, θα έβρισκαν τους νεκρούς που είχαν αφήσει πίσω τους οι επαναστάτες: γιατί, σίγουρα, δεν είχε σκοτώσει φρουρό μόνο ο άντρας που συνάντησε η Νατλάο, αλλά κι οι υπόλοιποι που είχαν εισβάλει. Ήρθαμε για να τους πάρουμε αυτό που τους κάνει πανίσχυρους σε τούτους τους τόπους, είχε πει ο Λευκός. Ήρθαμε. Επομένως, ήταν κι άλλοι εδώ.

Αναπάντεχα, η τελευταία των Ερνεό’ωμ παρατήρησε περισσότερη κίνηση στη μεριά του καταυλισμού που μπορούσε να δει. Παντοκρατορικοί πολεμιστές πήγαιναν κι έρχονταν. Κάτι πρέπει να είχαν αντιληφτεί.

Αμέσως, στράφηκε στον επαναστάτη που έσπαγε τις φιάλες (και είχε διαλύσει πολλές απ’αυτές ώς τώρα). «Νομίζω ότι σας κατάλαβαν,» τον προειδοποίησε.

Πρόλαβε δεν πρόλαβε να τελειώσει τα λόγια της και δυνατές φωνές άρχισαν ν’ακούγονται απέξω.

«Ο Λόγκροθ να τους φάει!» καταράστηκε ο επαναστάτης, σπάζοντας μια τελευταία φιάλη και πλησιάζοντας την πόρτα του φορτηγού, κοντά στην οποία στεκόταν η Νατλάο.

Πολεμιστές της Παντοκράτειρας φάνηκαν να έρχονται προς το όχημα. Τέσσερις απ’αυτούς.

«Βγάλε τη βαλλίστρα σου,» είπε ο άγνωστος στη Νατλάο και, τραβώντας το σπαθί του, άνοιξε την πόρτα, προτού προλάβει να την ανοίξει ο πρώτος από τους εχθρούς.

Το λεπίδι του επαναστάτη κινήθηκε αστραπιαία, σχίζοντας το λαιμό του στρατιώτη.

Η Νατλάο, υψώνοντας τη βαλλίστρα της, πάτησε τη σκανδάλη και πέτυχε έναν άλλο στο στήθος.

Ο επαναστάτης πήδησε έξω απ’το όχημα, σπαθίζοντας.

Συγχρόνως, φωνές ακούγονταν απ’όλο τον καταυλισμό.

Η Νατλάο ήξερε ότι δεν πρόφταινε να ξαναοπλίσει τη βαλλίστρα της για να ρίξει. Την πέρασε στην πλάτη και τράβηξε το ξιφίδιό της, ορμώντας καταπάνω στα πλευρά ενός απ’τους δύο Παντοκρατορικούς που ξιφομαχούσαν με τον Λευκό επαναστάτη. Το όπλο της μπήχτηκε ανάμεσα στα κόκαλα του εχθρού, μάλλον τρυπώντας τον πνεύμονά του, κι εκείνος διπλώθηκε, καθώς πνιγόταν στο αίμα του.

Η Νατλάο τράβηξε έξω το ξιφίδιο, βλέποντας συγχρόνως τον επαναστάτη να αποφεύγει, με μια ευέλικτη κίνηση, το σπαθί του τελευταίου του αντιπάλου και να του σχίζει το στήθος.

«Νατλάο, έλα!» της είπε, αρχίζοντας να τρέχει.

Κι άλλοι Παντοκρατορικοί έρχονταν, δείχνοντας εκείνη και τον καινούργιο σύντροφό της. Ένα βέλος σφύριξε επικίνδυνα κοντά στο κεφάλι της.

Η Νατλάο ακολούθησε τον επαναστάτη. Ο γοφός της της έριξε μια έντονη σουβλιά, αλλά τον αγνόησε. Σχεδόν τον είχε ξεχάσει ώς τώρα. Δεν την είχε ενοχλήσει εδώ και πολλές ώρες.

Μαζί με τον άγνωστο, κουκουλοφόρο Λευκό, έτρεξαν ανάμεσα στις σκηνές–

–και βρήκαν τρεις οπλισμένους Παντοκρατορικούς μπροστά τους, οι οποίοι φαινόταν ότι είχαν σηκωθεί άρον-άρον από τον ύπνο τους, καθώς ήταν ημίγυμνοι και ξυπόλυτοι.

Ο επαναστάτης απέκρουσε το ξίφος ενός και χτύπησε έναν άλλο με τον αγκώνα του. Η Νατλάο πετάχτηκε όπισθεν, για ν’αποφύγει μια θανατηφόρα λεπίδα. Ύστερα, προσπάθησε να χτυπήσει την αντίπαλό της –μια κοκκινόδερμη γυναίκα– με το ξιφίδιό της, μα εκείνη το σταμάτησε εύκολα με το ξίφος της, και γρονθοκόπησε τη Νατλάο στο πλάι του κεφαλιού. Η τελευταία των Ερνεό’ωμ σωριάστηκε. Η πολεμίστρια στάθηκε από πάνω της, πατώντας την στην κοιλιά. Εκείνη την κάρφωσε στο γόνατο, και η Παντοκρατορική έπεσε, ουρλιάζοντας.

Η Νατλάο προσπάθησε να σηκωθεί, γρήγορα, νιώθοντας την αναπνοή της κομμένη και την καρδιά της να σφυροκοπά το στήθος της.

Ο σύντροφός της ακόμα μαχόταν με τους Παντοκρατορικούς, που ο αριθμός τους είχε αυξηθεί. Αλλά, απρόσμενα, κάποιος άλλος παρουσιάστηκε, χτυπώντας τους απ’τα νώτα. Το κρανίο ενός θρυμματίστηκε από μια δυνατή τσεκουριά, τινάζοντας αίματα και μυαλά τριγύρω. Ένας άλλος σωριάστηκε από τραύμα στην πλάτη.

Ο σύντροφος της Νατλάο σπάθισε έναν τρίτο στο στήθος.

Ένας καινούργιος επαναστάτης είχε έρθει. Φορούσε κουκούλα κι αυτός και μαντήλι, και σε κάθε χέρι βαστούσε ένα μικρό τσεκούρι. Η Νατλάο μπορούσε να διακρίνει ότι ήταν Λευκός. Τι γίνεται εδώ; Όλοι οι επαναστάτες Λευκοί είναι; Ο Ίσναχ ήταν Μελανός!

«Τρεχάτε,» είπε ο πελεκυφόρος. «Τρεχάτε!»

Ο σύντροφος της Νατλάο τής έκανε νόημα να τον ακολουθήσει, κι εκείνη τον ακολούθησε.

Πέντε Παντοκρατορικοί μαχητές ήρθαν καταπάνω τους, καθώς έτρεχαν. «Σκατίσιοι ποντικοί του Μόρμαμ!» μούγκρισε ο επαναστάτης, κάτω απ’την ανάσα του, κι αρπάζοντας την τελευταία των Ερνεό’ωμ απ’τον καρπό, την τράβηξε μέσα σε μια σκηνή. Μονάχα ένας στρατιώτης ήταν εδώ, ημίγυμνος, και ο επαναστάτης τον χτύπησε στο πρόσωπο με το σπαθί του κι έτρεξε στην άλλη άκρη της σκηνής, σχίζοντας το πάνινο τοίχωμά της.

Η Νατλάο τον ακολούθησε έξω.

Ο επαναστάτης στράφηκε κι έκοψε ένα χοντρό σχοινί. Ένα μέρος της σκηνής κατέρρευσε. Φωνές ακούστηκαν από μέσα, καθώς οι πέντε πολεμιστές, μάλλον, είχαν έρθει ξοπίσω τους.

Η Νατλάο έτρεξε, και ο επαναστάτης το ίδιο.

Δύο πολεμιστές του Θρόνου της Ελρείσβα φάνηκαν, πλησιάζοντάς τους με τα όπλα τους υψωμένα. Δεν τους έφτασαν, όμως, καθώς ένας ιππέας ήρθε, καλπάζοντας, και ποδοπάτησε τον έναν. Ο άλλος στράφηκε, ξαφνιασμένος. Ο ιππέας στράφηκε επίσης, καθόλου ξαφνιασμένος, αλλά τινάζοντας ένα μακρύ, δερμάτινο μαστίγιο και χτυπώντας τον πολεμιστή καταπρόσωπο. Εκείνος παραπάτησε, με το ένα του χέρι στα μάτια και το ξίφος του σηκωμένο αμυντικά. Ο σύντροφος της Νατλάο εκτόξευσε ένα μικρό βέλος με το αριστερό του χέρι, πετυχαίνοντας τον άντρα στο στήθος.

Ο καβαλάρης ζύγωσε, και φάνηκε ότι ήταν γυναίκα. Φορούσε κουκούλα και μαντήλι, όπως τους άλλους επαναστάτες, και ήταν Λευκή.

«Ποια είν’αυτή η μαύρη σκύλα;» ρώτησε.

Τα μάτια της Νατλάο στένεψαν. Μαύρη σκύλα!

«Δική μας είναι. Πάρτη μαζί σου,» είπε ο επαναστάτης στην καβαλάρισσα. «Φύγετε!»

«Δεν την παίρνω εγώ μαζί μου· πάρτη εσύ.»

«Πάρτη και φύγετε!»

«Καλά, ντε, μη γκαρίζεις,» είπε η καβαλάρισσα, και τέντωσε το χέρι της προς τη Νατλάο. «Έλα.»

Η τελευταία των Ερνεό’ωμ ανέβηκε πίσω της και κάλπασαν, έξω απ’την άκρη του καταυλισμού και μέσα στις ερήμους. Γρήγορα. Ολοένα και πιο γρήγορα.

«Ο άλλος;» ρώτησε η Νατλάο. «Τι θα γίνει ο άλλος;»

«Ο Κάφλαχ;» είπε η καβαλάρισσα. «Μην ανησυχείς· θάρθει κι αυτός. Καταφέραμε να πάρουμε τ’άλογα των ξένων.

»Αλλά ποια είσαι συ;»

«Νατλάο. Και μη με ξαναπείς ‘μαύρη σκύλα’!»

«Μη νομίζεις ότι, επειδή σε πήρα στ’άλογό μου, συμπάθησα ξαφνικά και το είδος σου,» αντιγύρισε η καβαλάρισσα. «Και θα σε λέω όπως θέλω!»

Η Νατλάο δεν ήξερε αμέσως πώς ν’απαντήσει, και δεν είχε και χρόνο, καθώς είδε ότι κάπου έφταναν. Σ’ένα όχημα, που τους περίμενε. Ένα όχημα που δεν ήταν μεγάλο όπως αυτά της εκστρατείας. Δεν ήταν φορτηγό· ήταν πολύ πιο χαμηλό και πολύ πιο κοντό. Οι δύο πίσω τροχοί του ήταν μεγαλύτεροι, ενώ οι δύο μπροστινοί μικρότεροι. Και ήταν ξεσκέπαστο. Είχε, ωστόσο, αρκετές θέσεις επιβατών στο εσωτερικό του. Ένας άντρας καθόταν μπροστά στο τιμόνι, χωρίς να φορά κουκούλα ή μαντήλι. Είχε κόκκινα μαλλιά και μούσια, και ήταν Λευκός κι αυτός.

Δεν υπάρχει ούτε ένας Μελανός ανάμεσά τους;

Εκείνη τη στιγμή, φάνηκαν να πλησιάζουν άλλα δύο άλογα. Στο ένα κάθονταν δύο άνθρωποι.

Η καβαλάρισσα αφίππευσε πλάι στο όχημα και πήδησε μέσα. Η Νατλάο κατέβηκε επίσης απ’το άλογο.

Ο οδηγός την ατένισε, συνοφρυωμένος. «Μελανή;» είπε. «Ποια είσαι;»

«Ο Κάφλαχ την έφερε,» τον πληροφόρησε η γυναίκα.

«Από πού την έφερε; Από τον ουρανό; Γιατί εγώ δεν τη θυμάμαι, όταν ερχόμασταν.»

«Ήμουν μέσα στην εκστρατεία,» εξήγησε η Νατλάο. «Τους… κατασκόπευα.» Προτίμησε να το θέσει έτσι, για να κερδίσει, ίσως, το σεβασμό τους. «Τον Κάφλαχ τον συνάντησα κατά τύχη.»

Τα άλλα δύο άλογα είχαν έρθει, και οι τρεις επαναστάτες είχαν αφιππεύσει. Δύο άντρες, μία γυναίκα· κι αυτοί Λευκοί.

«Πού είν’οι υπόλοιποι;» είπε ο οδηγός. «Πώς σας πήραν χαμπάρι οι ξένοι;»

«Θα σου πούμε,» του απάντησε η γυναίκα που είχε φέρει εδώ τη Νατλάο. «Ο Κάφλαχ κι ο Ίσμαρ θάρθουν όπου νάναι. Περίμενε λίγο.»

«Το λίγο δεν είναι πάντα πραγματικά λίγο, αν θες να μείνεις ζωντανός.» Ο οδηγός έβαλε μπροστά τη μηχανή του οχήματος, κάνοντάς το να μουγκρίσει· δεν έβαλε, όμως, και τους τροχούς να κινηθούν. «Τι θα γίνει μ’εσένα;» ρώτησε τη Νατλάο. «Θα μπεις, ή θα στέκεσαι εκεί, να μας κοιτάς;»

Η Νατλάο πήδησε μέσα.

Ένα σύννεφο σκόνης φάνηκε να έρχεται: μέσα του διακρινόταν ένα άλογο με δύο καβαλάρηδες.

Οι μηχανές του οχήματος μούγκρισαν δυνατότερα. Ο οδηγός έκανε νόημα στους ερχόμενους επαναστάτες, καθώς σηκωνόταν απ’τη θέση του. «Γρήγορα, ρε τσάκαλοι! Κουνηθείτε!»

Το άλογο έφτασε κοντά, λαχανιασμένο. Ο Κάφλαχ και ο επαναστάτης με τα δύο μικρά τσεκούρια (τα οποία τώρα κρέμονταν απ’τη ζώνη του) αφίππευσαν και πήδησαν μέσα στο όχημα. Ίσα που τους χωρούσε όλους.

Ιππείς φαίνονταν να ζυγώνουν, τυλιγμένοι σ’ένα ακόμα μεγαλύτερο σύννεφο σκόνης.

«Ήρθε η ώρα της συνετής υποχώρησης, αδέλφια μου,» είπε ο οδηγός, και οι τροχοί του οχήματός του γρύλισαν, βάζοντάς το να τρέξει μέσα στις ερήμους, κατευθυνόμενο ανατολικά.

Στον Θυέλλης Τόπο, σκέφτηκε η Νατλάο. Πηγαίνουμε προς τον Θυέλλης Τόπο.

Κοίταξε πίσω της, και είδε τους καβαλάρηδες να διαλύονται, καταλαβαίνοντας ότι δεν είχαν ελπίδες να τους προφτάσουν.

Το όχημα άρχισε να κάνει απότομες στροφές, μια από δω μια από κει, μια από δω μια από κει.

«Τι συμβαίνει;» γρύλισε η Νατλάο.

«Τα κανόνια,» είπε ο οδηγός. «Ετοιμάζομαι για τα κανόνια. Η μόνη μας ελπίδα είναι να κάνουμε τους χειριστές τους ν’αστοχήσουν· δε μπορείς ν’αποφύγεις την ενεργειακή ριπή αφότου έχει–»

Ο κόσμος τραντάχτηκε. Κομμάτια γης και πέτρας εκτοξεύτηκαν στον νυχτερινό ουρανό. Το όχημα αναπήδησε. Θολούρα σηκώθηκε παντού γύρω.

«Χα-χα-χα-χα-χα!» γέλασε ο οδηγός, σαν τρελός. Φαινόταν να το διασκεδάζει. «Αυτό ήταν!»

«Όχι,» του είπε ο Κάφλαχ. «Αυτό ήταν το πρώτο.»

«Δε θα ρίξουν άλλη· έχει θολούρα, τώρ–»

Ο κόσμος τραντάχτηκε. Κι άλλα κομμάτια γης και πέτρας εκτοξεύτηκαν στον ουρανό, και όχι μόνο στον ουρανό· πολλά έπεσαν μες στο όχημα, που αναπηδούσε. Η Νατλάο έσκυψε κι έβαλε τα χέρια της στο κεφάλι, για να καλυφτεί. Άκουσε έναν επαναστάτη να μουγκρίζει, καθώς κάτι πρέπει να τον πέτυχε.

«Γαμώ την ψωριάρα μάνα του Μόρμαμ!…» καταράστηκε ο Κάφλαχ.

Η θολούρα είχε πυκνώσει.

Ο οδηγός ακόμα γελούσε. (Ο άνθρωπος πρέπει, σίγουρα, να είναι τρελός! σκέφτηκε η Νατλάο.) «Ρίχνουν εκεί που δε μπορούν να δουν! Η Παντοκρατορική βλακεία κυριαρχεί! Χα-χα-χα!»

«Αν η Παντοκρατορική βλακεία δεν κυριαρχούσε,» του είπε η γυναίκα που είχε φέρει τη Νατλάο επάνω στο άλογό της, «τώρα δε θα ζούσες για να παραπονιέσαι γι’αυτήν.»

«Είναι προφανές, όμως, ότι έπρεπε να περιμένουν το σύννεφο να καταλαγιάσει.»

«Οι ξένοι δεν έχουν υπομονή,» είπε μια φωνή πίσω απ’τη Νατλάο· «και η υπομονή πάντα ανταμείβεται· το αντίθετό της, όχι.»

«Αυτό το έχεις πει και για μένα, μάγε,» είπε ο οδηγός.

«Και λοιπόν;»

«Σε τούτη την κωλοπερίπτωση,» είπε ο Κάφλαχ, «αν περίμεναν να καταλαγιάσει η θολούρα, θα είχαμε βγει απ’το βεληνεκές των κανονιών τους, πανέξυπνα τσακάλια μου όλοι σας –όπως και έχουμε ήδη βγει.»

Το όχημά τους έτρεχε τώρα μέσα στις ερημιές του Θυέλλης Τόπου, ενώ, μακριά στον βόρειο ορίζοντα, η Νατλάο νόμιζε ότι μπορούσε να δει ένα πελώριο, μαύρο σύννεφο να έρχεται…

•5•

Ο Αλκίνοος στεκόταν επάνω σ’ένα απ’τα οχήματα, πίσω απ’το ενεργειακό κανόνι. Μπροστά στα μάτια του είχε ένα ζευγάρι κιάλια και ατένιζε προς τ’ανατολικά, βλέποντας το πυκνό σύννεφο να διαλύεται.

«Είναι ζωντανοί!» μούγκρισε, και κατέβασε τα κιάλια, αφήνοντάς τα να κρεμαστούν απ’το λαιμό του. Στρεφόμενος στον χειριστή του κανονιού, ρώτησε: «Είναι εντός εμβέλειας;»

«Όχι, κύριε Στρατηγέ.»

Ο Αλκίνοος καταράστηκε στο όνομα του Σκοτοδαίμονος, και πήδησε κάτω απ’το όχημα, πλάι στον Πρωτοσπαθάριο Κάραγγελ και στην Πριγκίπισσα Θυάλκνα.

«Ποιοι ήταν αυτοί;» ρώτησε η τελευταία. «Οι πολεμιστές μου μου είπαν ότι ήταν Λευκοί

«Επαναστάτες ήταν, Πριγκίπισσά μου,» αποκρίθηκε ο Αλκίνοος. «Εισέβαλαν στον καταυλισμό μας με σκοπό να διαλύσουν τις ενεργειακές φιάλες και να σαμποτάρουν τα μηχανήματα. Μας έκαναν αρκετές ζημιές,» πρόσθεσε με σκοτεινό ύφος. «Το ένα απ’τα κανόνια μας έχει χαλάσει· και δεν ξέρω αν μπορούμε να το επισκευάσουμε εδώ, μέσα στις ερήμους.»

«Τα οχήματα;» ρώτησε η Θυάλκνα. «Λειτουργούν όλα; Μπορούν να κινηθούν;»

«Νομίζω πως ναι. Τους αντιληφτήκαμε προτού καταφέρουν να ολοκληρώσουν τη δουλειά τους.»

«Γιατί, όμως, οι Λευκοί να κάνουν κάτι τέτοιο;» απόρησε ο Κάραγγελ. «Τι μπορεί να έχουν εναντίον μας; Πολεμάμε τους Μελανούς!»

«Οι επαναστάτες είναι κατά της Παντοκρατορίας, Πρωτοσπαθάριε,» είπε ο Αλκίνοος. «Δεν τους ενδιαφέρει τίποτ’άλλο.»

«Οι Λευκοί δεν υπερασπίζονται τους Μελανούς!»

«Δεν τους είδα να υπερασπίζονται’ κανέναν· τους είδα να επιτίθενται σ’εμάς,» αντιγύρισε ο Στρατηγός. «Φαίνεται πως τα πράγματα ολοένα και χειροτερεύουν. Το πρωί, δεχτήκαμε εκείνη την επίθεση· τώρα, μες στη νύχτα–»

«Εκείνη η επίθεση έγινε από τους Μελανούς,» τόνισε ο Κάραγγελ. «Δεν υπήρχε ούτε ένας Λευκός ανάμεσά τους, όπως είναι και το λογικό, εξάλλου.»

«Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί η επίθεση να είχε υποκινηθεί από την Επανάσταση. Η Επανάσταση, Πρωτοσπαθάριε, δεν ασχολείται με το ποιος είναι Λευκός και ποιος Μελανός–»

«Λες τρελά πράγματα, Στρατηγέ! Αδυνατώ να καταλάβω γιατί οι Λευκοί να μου επιτεθούν!»

Ο Αλκίνοος αναστέναξε. «Επιτέθηκαν, όμως. Και ίσως αυτοί που χτύπησαν το όχημα που είχαμε στείλει στην Ελρείσβα να ήταν επίσης Λευκοί–»

«Αποκλείεται!»

«Ποιοι άλλοι θα μπορούσαν να βρίσκονται στον Θυέλλης Τόπο, Πρωτοσπαθάριε; Οι Μελανοί; Δεν το νομίζω.» Και, λέγοντας αυτά, ο Αλκίνοος στράφηκε απ’την άλλη κι απομακρύνθηκε, βαδίζοντας ανάμεσα στους αναστατωμένους στρατιώτες του και μιλώντας σ’έναν αξιωματικό.

Ο Κάραγγελ γύρισε να κοιτάξει τη Θυάλκνα. «Δεν είναι λογικό αυτό που συνέβη. Είναι βέβαιοι οι πολεμιστές μας ότι είδαν Λευκούς;»

Η Πριγκίπισσα ένευσε. «Ναι. Πρέπει, όντως, να ήταν επαναστάτες, όπως λέει ο Αλκίνοος. Και το ξέρεις ότι υπάρχουν επαναστάτες ανάμεσα στους Λευκούς, Κάραγγελ· μη δείχνεις τόσο έκπληκτος.»

«Φυσικά και το ξέρω πως υπάρχουν. Αλλά ετούτη η εκστρατεία… δεν μπορώ να καταλάβω γιατί θα έπρεπε να τους αφορά. Χτυπάμε τους Μελανούς, Πριγκίπισσα! Γιατί οι Λευκοί να θέλουν να τους προστατέψουν;»

«Γιατί τους χτυπάμε με τη βοήθεια των Παντοκρατορικών,» απάντησε η Θυάλκνα. «Ίσως να μη θεωρούν αυτό τον πόλεμο σωστό. Ή ίσως να νομίζουν ότι ετούτη είναι μια καλή ευκαιρία για να προκαλέσουν ζημιές στους ανθρώπους της Παντοκράτειρας.»

Ο Κάραγγελ κοίταξε προς τ’ανατολικά, τις ερήμους, μέσα στη νύχτα. «Θα πρέπει, λοιπόν, να είμαστε προσεκτικότεροι στο μέλλον…»

«Σ’αυτό συμφωνεί μαζί σου και ο Αλκίνοος, είμαι σίγουρη.»

*

«Μια θύελλα,» παρατήρησε ο Ίσμαρ, κοιτάζοντας βόρεια. «Και νομίζω πως έρχεται προς το μέρος μας.»

«Θα την αποφύγουμε,» αποκρίθηκε ο πορφυρομάλλης οδηγός του οχήματός τους, με ήρεμο ύφος και φωνή.

Και πράγματι, μετά από λίγη ώρα, είχαν απομακρυνθεί αρκετά από τη θύελλα ώστε να μην κινδυνεύουν απ’αυτήν, παρότι είχε προχωρήσει αρκετά νότια.

«Πού πηγαίνουμε;» ρώτησε η Νατλάο.

«Ας αρχίσουμε, πρώτα, από βασικότερα πράγματα,» της είπε η γυναίκα που την είχε πάρει πάνω στο άλογό της. Έχοντας βγάλει τώρα το μαντήλι και την κουκούλα της, φαινόταν ότι είχε μακριά, ξανθά μαλλιά. «Ποια είσαι και πώς ακριβώς κατέληξες να βρίσκεσαι μαζί με τους ξένους;»

«Δεν ήμουν μαζί τους,» αντιγύρισε η Νατλάο. «Τους κατασκόπευα.»

«Για ποιον;» τη ρώτησε ο Ίσμαρ, που –όπως όλοι τους– είχε κι αυτός βγάλει την κουκούλα και το μαντήλι του, φανερώνοντας σγουρά, μαύρα μαλλιά κι αξύριστο πρόσωπο.

«Ουσιαστικά, έψαχνα για εσάς,» εξήγησε η Νατλάο. «Για τους επαναστάτες. Επειδή ήθελα να βρω τον Ίσναχ. Τον ξέρετε τον Ίσναχ, έτσι;»

«Τον Ίσναχ; Δε νομίζω ότι έχουμε κανέναν που να τον λένε Ίσναχ.» Ο επαναστάτης που μίλησε είχε ξυρισμένο κεφάλι και μυτερό, καστανό μούσι. Η Νατλάο δεν ήξερε πώς λεγόταν.

«Ο Ίσναχ,» του είπε ο Κάφλαχ, «είναι ένας απ’τους επαναστάτες που δρουν, κυρίως, στον Κοράκου Τόπο. Έχουμε έρθει κάποιες φορές σε επαφή μαζί του.»

«Ναι; Δεν το θυμάμαι.»

«Η Νατλάο,» είπε ο Κάφλαχ προς όλους, «είναι η τελευταία των Ερνεό’ωμ, ή έτσι μου είπε.»

«Ποιοι είναι οι Ερνεό’ωμ;» ρώτησε μια γυναίκα με λεία, μαύρα μαλλιά και στενά μάτια.

«Μια φυλή των Μελανών.»

«Ο Πρωτοσπαθάριος Κάραγγελ, του Θρόνου της Ελρείσβα, σκότωσε όλους τους ανθρώπους της φυλής μου,» εξήγησε η Νατλάο.

«Και γιατί εσύ είσαι ζωντανή;» τη ρώτησε η μαυρομάλλα Λευκή. «Έτρεξες να σωθείς;»

Η Νατλάο την αγριοκοίταξε. «Δεν έτρεξα να σωθώ! Ο Πρωτοσπαθάριος με άφησε να ζήσω, για να μεταφέρω το μήνυμά του σε όσους περισσότερους Μελανούς μπορώ.»

«Τι μήνυμα;» ρώτησε ο άντρας που ο οδηγός είχε αποκαλέσει μάγο, πιο πριν. Είχε δέρμα λευκό, όπως τους άλλους, και τα μαλλιά του ήταν μακριά, λυτά, και καστανά, μοιάζοντας άγρια.

«Στους Μελανούς, της είπε να το πει, όχι σ’εμάς,» παρενέβη η επαναστάτρια με τα ξανθά μαλλιά.

«Ο Πρωτοσπαθάριος σκοτώνει τους Μελανούς του Κοράκου Τόπου γι’αυτό που νομίζει ότι έκαναν στους Τουρβάλκλι. Αλλά δε φταίμε εμείς για ό,τι συνέβη στους Τουρβάλκλι!»

Ο τύπος με το μυτερό μούσι και το ξυρισμένο κεφάλι ρουθούνισε. «Και ποιος φταίει;»

«Δεν τους σκότωσαν οι Ερνεό’ωμ, ούτε οι άλλες φυλές που διαλύει ο Πρωτοσπαθάριος!»

Τα μάτια του άντρα στένεψαν. «Ποιες φυλές το έκαναν; Ξέρεις;»

Η Νατλάο παρατήρησε ότι υπήρχε κάποια μοχθηρία κρυμμένη πίσω απ’την ερώτησή του. Γιατί θέλει να μάθει; Για να ανταποδώσει το κακό εκεί όπου πρέπει; Δεν μπορούσε να δώσει μια τέτοια πληροφορία στους Λευκούς. Δεν ήταν σωστό. Μία Μελανή όφειλε να προστατεύει τους Μελανούς. «Δεν είμαι βέβαιη.»

«Λέει ψέματα, η μαύρη σκύλα,» είπε η ξανθιά γυναίκα.

Η Νατλάο γύρισε, απότομα, και τη χαστούκισε.

Η επαναστάτρια τράβηξε ένα ξιφίδιο–

Ο Κάφλαχ τής έπιασε τον καρπό, ενώ με το άλλο χέρι απομάκρυνε τη Νατλάο, πιέζοντας τον ώμο της. «Γαμώ τη μάνα του Μόρμαμ, γαμώ!» φώναξε. «Δεν έχουμε χρόνο για τέτοια!» Και προς την ξανθιά γυναίκα: «Είναι αναστατωμένη, δεν το βλέπεις;»

Εκείνη άγγιξε την άκρη του στόματός της· το χείλος της είχε κοπεί και λίγο αίμα έτρεχε. «Ναι, φαίνεται…» είπε. «Ωστόσο, εξακολουθεί να λέει ψέματα.»

«Πιθανώς,» συμφώνησε ο Κάφλαχ, αφήνοντας τον καρπό της επαναστάτριας και τον ώμο της Νατλάο, «αλλ’αυτό δε σημαίνει τίποτα.»

«Σημαίνει,» είπε ο άντρας με το μυτερό μούσι, «ότι μας κρύβει ποιοι μπάσταρδοι σκότωσαν τους καημένους τους Τουρβάλκλι.»

«Και δε νομίζω πως πρόκειται να μας το πει, επειδή είμαστε Λευκοί. Εκτός αν προτείνεις να τη βασανίσουμε, Νάσκρωμ…» Ο τόνος της φωνής του Κάφλαχ υποδήλωνε, όμως, ότι ο ίδιος δεν ενέκρινε κάτι τέτοιο.

«Δεν είπα να τη βασανίσουμε…» αποκρίθηκε ο άντρας με το μυτερό μούσι, που ονομαζόταν Νάσκρωμ.

«Στον Ίσναχ είμαι βέβαιος ότι θα μιλήσει, χωρίς κανένα πρόβλημα,» είπε ο μάγος, στρέφοντας το βλέμμα του στη Νατλάο. «Έτσι δεν είναι;»

Εκείνη ένευσε.

«Επομένως,» είπε ο μάγος στους άλλους, «δεν έχουμε παρά να βρούμε τον Ίσναχ.»

«Δεν έχουμε χρόνο να ψάχνουμε για τον Ίσναχ,» είπε η ξανθιά επαναστάτρια. «Έχουμ’ άλλες δουλειές!»

«Όπως;»

«Να πολεμάμε τους Παντοκρατορικούς, μήπως;»

«Οι Παντοκρατορικοί θα είναι τώρα καλύτερα φυλαγμένοι,» είπε ο μάγος. «Θα πρέπει κι εμείς, λοιπόν, να οργανωθούμε καλύτερα.»

«Και για νάχουμε καλό ερώτημα, πώς σας πήραν χαμπάρι, ρε;» ρώτησε ο οδηγός.

«Ένας φρουρός είδε το πτώμα ενός άλλου φρουρού,» είπε η μαυρομάλλα Λευκή. «Ο βλάκας ο Νάσκρωμ δεν το είχε τραβήξει πιο πέρα–»

«Μη ρίχνεις το φταίξιμο σε μένα! Εσύ τον σκότωσες.»

«Και σου είπα να τον τραβήξεις παραπέρα, για να μην τον δουν, κουφιοκέφαλε!»

«Στη σκιά ήταν, ούτως ή άλλως!»

«Τέλος πάντων,» τους διέκοψε ο Κάφλαχ, «το κακό έγινε. Ελπίζω μόνο να προκαλέσαμε αρκετές ζημιές στους Παντοκρατορικούς, ώστε να τους καθυστερήσουμε στην εκστρατεία τους. Σαμποτάρατε τη μηχανή κανενός φορτηγού;»

Κανείς δεν απάντησε.

«Κατάλαβα, γαμώ τη μάνα του Μόρμαμ…»

«Σαμπόταρα, όμως, ένα κανόνι,» είπε η μαυρομάλλα γυναίκα. «Δε νομίζω να μπορέσουν να το βάλουν να ξαναλειτουργήσει, εκτός αν το στείλουν πίσω, στην Ελρείσβα.»

Τα γαλανά μάτια του Κάφλαχ γυάλισαν. «Καλό αυτό, Οτλάβι. Μπράβο.»

Η επαναστάτρια μειδίασε.

Ο οδηγός ρώτησε: «Τη Νατλάο θα την πάρουμε στην κρυψώνα;»

«Εγώ λέω να την αφήσουμε κάπου μέσα στον Θυέλλης Τόπο, κι ας βρει μόνη το δρόμ–» άρχισε η ξανθιά επαναστάτρια.

«Ναι,» είπε ο Κάφλαχ στον οδηγό. Και προς τη Νατλάο: «Εσύ μάς έχεις συστηθεί· εμείς, όχι ακόμα, και καιρός είναι να το κάνουμε. Το όνομά μου είναι Κάφλαχ. Ο οδηγός λέγεται Νίρχαλμον. Αυτή,» έδειξε με τον αντίχειρά του τη μαυρομάλλα Λευκή, «τη λένε Οτλάβι. Από δω είναι ο Νάσκρωμ. Από δω, ο Λόαχραμ’νιρ: μάγος του τάγματος των Βιοσκόπων. Έχει ταξιδέψει και σε διαστάσεις πέρα απ’την Αρβήντλια.» Ο Λόαχραμ’νιρ ένευσε προς τη μεριά της Νατλάο.

«Αυτός,» συνέχισε ο Κάφλαχ, «είναι ο Ίσμαρ. Αυτή,» κοίταξε την ξανθιά γυναίκα, «ονομάζεται Μιρνάβρα.»

«Καλωσήρθες στην ευτυχισμένη μας οικογένεια,» είπε ο Νίρχαλμον, «και καλά ξεμπερδέματα.»

*

Διέσχισαν περιοχές του Θυέλλης Τόπου όπου η Νατλάο δεν είχε ποτέ ξανά ταξιδέψει, αφού δεν είχε ποτέ της βγει από τον Κοράκου Τόπο, ούτε είχε ποτέ απομακρυνθεί πολύ από το Φαράγγι του Πεπρωμένου. Πράγμα το οποίο ίσχυε για τους περισσότερους ανθρώπους: δεν απομακρύνονταν απ’το χωριό τους, αν δεν υπήρχε καλός λόγος, εκτός αν ήταν πραματευτάδες.

Οι έρημοι απλώνονταν γύρω απ’το ταχέως κινούμενο όχημα, ενώ, σε διάφορα σημεία του ορίζοντα, φαίνονταν αμμοθύελλες να στροβιλίζονται μέσα στη νύχτα. Ο Νίρχαλμον, όμως, ούτε μία φορά δεν έπεσε κοντά τους. Έμοιαζε έμπειρος οδηγός. Αλλά, βέβαια, τι ξέρω εγώ από οδήγηση;

Οι Λευκοί επαναστάτες γύρω απ’τη Νατλάο είχαν πάψει να μιλούν, εδώ και κάμποση ώρα, και σιγή είχε απλωθεί ανάμεσά τους. Μια σιγή που, για κάποιο λόγο, την έκανε να αισθάνεται άβολα. Τους Λευκούς δεν ήταν κανείς να τους εμπιστεύεται· ποιος ξέρει πότε μπορεί ν’αποφάσιζαν να τη σκοτώσουν;

Το όχημα σταμάτησε, τελικά, κάτω από ένα βραχώδες μέρος, και οι επαναστάτες βγήκαν, εκτός από τον Νίρχαλμον. Ο Κάφλαχ έκανε νόημα στη Νατλάο να τους ακολουθήσει, κι εκείνη υπάκουσε.

«Κανονικά, δε θάπρεπε να τη φέρουμε εδώ,» είπε η Μιρνάβρα στον Κάφλαχ. «Εγώ δεν την εμπιστεύομαι. Μπορεί να προδώσει το μέρος στους–»

«Σε ποιους; Στους Παντοκρατορικούς, που σκότωσαν όλη τη φυλή της;»

Της Νατλάο δεν της άρεσε που μιλούσαν γι’αυτήν σα να ήταν απούσα, αλλά προτίμησε να μην πει τίποτα.

Μαζί με τους επαναστάτες, ακολούθησε ένα ανηφορικό μονοπάτι επάνω στα βράχια. Ένας παγερός νυχτερινός άνεμος είχε σηκωθεί, γλιστρώντας μέσα στα ρούχα της και κάνοντάς τη ν’ανατριχιάζει.

Η ανάβασή τους δεν κράτησε πολλή ώρα· δεν ήταν, όμως, κι ευθύγραμμη. Χρειάστηκε να κάνουν κάμποσες στροφές μέχρι να φτάσουν στον προορισμό τους, και η Νατλάο νόμιζε πως, αν λάθευες σε κάποια απ’αυτές τις στροφές, θα ήταν κάπως δύσκολο να ξαναβρείς τον κανονικό δρόμο.

Τελικά, βρέθηκαν μπροστά στην είσοδο μιας σπηλιάς, και ο Κάφλαχ άναψε έναν φακό, μπαίνοντας πρώτος. Η Νατλάο παρατήρησε ότι η σπηλιά δεν ήταν μεγάλη· στο έδαφός της, όμως, υπήρχε μια φαρδιά τρύπα, κι από εκεί σχοινιά ξεκινούσαν.

Ο Κάφλαχ, στρέφοντας τον φακό του προς την τρύπα, έκανε κάποιο σήμα με αναβοσβήσματα του φωτός. Από κάτω, πρέπει να ήρθε ένα παρόμοιο σήμα.

Ο Κάφλαχ πιάστηκε από ένα σχοινί κι άρχισε να κατεβαίνει.

Η Μιρνάβρα έκανε νόημα στη Νατλάο να κατεβεί εκείνη μετά. Η τελευταία των Ερνεό’ωμ βεβαιώθηκε ότι ο σάκος και η βαλλίστρα της ήταν πιασμένα καλά στην πλάτη της, κι ύστερα, προσέχοντας με την άκρια του ματιού της τη Μιρνάβρα (ίσως η Λευκή να επιχειρούσε να τη σπρώξει), άρπαξε ένα σχοινί με τα δύο χέρια, σταύρωσε τα πόδια της γύρω του, κι άρχισε να κατεβαίνει.

Η τρύπα δεν ήταν πολύ βαθιά, αλλά ούτε και πολύ ρηχή. Μετά από λίγο, η Νατλάο βρέθηκε να πατά σε πετρώδες έδαφος, και δεξιά της είδε ένα άλλο άνοιγμα: μια είσοδο, απ’την οποία ερχόταν χαμηλό φως, και στο κατώφλι της οποίας στεκόταν ο Κάφλαχ.

Η τελευταία των Ερνεό’ωμ πλησίασε, και ο επαναστάτης την άφησε να περάσει. Μέσα, ήταν ένας άλλος άντρας, οπλισμένος και Λευκός. Δε φαινόταν να εκπλήσσεται που έβλεπε μια Μελανή εδώ· ο Κάφλαχ πρέπει να τον είχε προειδοποιήσει.

«Έλα μαζί μου, Νατλάο,» της είπε ο Κάφλαχ. «Θα σε οδηγήσω σ’ένα δωμάτιο, για να ξεκουραστείς.»

Η Νατλάο τον ακολούθησε μέσα σε πέτρινους διαδρόμους και δωμάτια. Σε ορισμένα σημεία, παρατήρησε, υπήρχαν ενεργειακές λάμπες, ενώ αλλού το μέρος φωτιζόταν από λάμπες λαδιού. Περίεργα μάτια την ατένιζαν, και ανήκαν όλα σε Λευκούς. Κανένας, όμως, δεν την πλησίασε για να την πειράξει, γιατί έβλεπαν ότι ήταν μαζί με έναν δικό τους άνθρωπο.

Σε κάποια στιγμή, η Νατλάο νόμισε πως είδε και κάποιον που δεν ήταν Λευκός. Μια γυναίκα με δέρμα όπως των ξένων: άσπρο αλλά με απόχρωση του ροζ. Ο Κάφλαχ, όμως, προχωρούσε γρήγορα, και η τελευταία των Ερνεό’ωμ δεν είχε χρόνο να παρατηρήσει περισσότερο αυτή την επαναστάτρια.

Έφτασαν σ’ένα μικρό δωμάτιο, που στο πάτωμά του ήταν απλωμένο ένα παλιό, σκονισμένο στρώμα.

«Το έχουμε για τυχόν επισκέπτες,» εξήγησε ο Κάφλαχ, «αλλά, δυστυχώς ή ευτυχώς, δε μας επισκέπτονται πολλοί. Επομένως, όπως βλέπεις, το στρώμα είναι λιγάκι χάλια.»

«Θα βολευτώ.»

«Θα σου φέρω ένα άλλο,» της είπε ο Κάφλαχ. «Κάθισε, προς το παρόν, να ξαποστάσεις. Θα επιστρέψω σε λίγο.»

Η Νατλάο έβγαλε τον σάκο και τη βαλλίστρα της απ’την πλάτη και κάθισε σε μια γωνία του μικρού δωματίου, μαζεύοντας τα γόνατά της και τυλίγοντας τα χέρια της γύρω τους. Ο γοφός της της έριξε μια ξαφνική σουβλιά, αλλά μετά ο πόνος πέρασε.

Καθώς περίμενε, είδε, παραπάνω από μία φορά, σκιερές μορφές να πλησιάζουν, για να την κοιτάξουν από το άνοιγμα του δωματίου. Ποτέ, όμως, δεν έρχονταν αρκετά κοντά ώστε να μπορέσει να διακρίνει τα πρόσωπά τους. Οι επαναστάτες που βρίσκονταν σε τούτο το μέρος ήταν, μάλλον, περίεργοι για εκείνη. Λογικό, άλλωστε. Και μακάρι να μην ήταν όλοι τους Λευκοί. Αλλά, δυστυχώς, ήταν.

Εκτός από κείνη την παράξενη εξωδιαστασιακή γυναίκα, θύμισε στον εαυτό της η Νατλάο.

Ο Κάφλαχ δεν άργησε να επιστρέψει, έχοντας δεμένο στην πλάτη του ένα καινούργιο στρώμα, και κρατώντας στα χέρια του έναν δίσκο με φαγητό και νερό.

«Ευχαριστώ,» είπε η Νατλάο, παίρνοντας τον δίσκο.

Ο Κάφλαχ έλυσε το καινούργιο στρώμα από την πλάτη του και, αφού τύλιξε το παλιό, το άπλωσε στο πέτρινο πάτωμα. «Ξεκουράσου, κι αύριο θα μιλήσουμε περισσότερο. Είσαι μέρος της Επανάστασης τώρα, Νατλάο.»

Η Νατλάο ήπιε μια γουλιά απ’το νερό της, σκεπτόμενη: Και είναι καλό αυτό, ή κακό; Δε μίλησε, όμως.

Κεφάλαιο 7
Οι Δουλειές της Αρχικατασκόπου

•1•

Η Αλντάρνη ξεκίνησε την έρευνά της το ίδιο απόγευμα που η Πριγκίπισσα Θυάλκνα έφυγε από την Ελρείσβα. Το απόγευμα της τέταρτης Σκιερής Ημέρας. Έστειλε τους κατασκόπους της σε ανιχνευτική αποστολή, στην περιοχή που εκτεινόταν έως εκατό χιλιόμετρα νότια της πόλης, και η ίδια κατευθύνθηκε στο σημείο όπου είχε γίνει η επιδρομή.

Έχοντας ανεβεί σ’ένα τετράκυκλο όχημα, μαζί μ’έναν οδηγό και τρεις στρατιώτες, διέσχισε την έρημο, καθώς το φως ολοένα και λιγόστευε. Φτάνοντας εκεί όπου είχε πει η Πριγκίπισσα Θυάλκνα πως βρήκε τους νεκρούς, σταμάτησε και κατέβηκε απ’το όχημά της. Ήταν ντυμένη με μια λευκή, εφαρμοστή στολή και ψηλές, μαύρες μπότες. Στους ώμους της έπεφτε μια επίσης μαύρη κάπα. Οι δύο μπροστινές τούφες των ξανθών της μαλλιών ήταν δεμένες πίσω απ’το κεφάλι της, όπως συνήθιζε. Το βλέμμα της κοίταξε γύρω-γύρω, το μέρος, καθώς το φώτιζαν οι προβολείς του οχήματος.

Το έδαφος, πράγματι, ήταν γεμάτο νεκρούς. Παντοκρατορικοί πολεμιστές, όλοι τους. Ορισμένους τούς μασουλούσαν ή τους τσιμπολογούσαν τσακάλια και σαρκοφάγα πτηνά. Ορισμένων τα κόκαλα ήδη φαίνονταν.

Η Αλντάρνη βάδισε ανάμεσα στα κουφάρια, ψάχνοντας για κάποιο στοιχείο, αν και ήξερε πως οι πιθανότητες να βρει κάτι ήταν ελάχιστες. Η έρημος, αναμφίβολα, θα έχει κρύψει το πέρασμα των επαναστατών· δε θα εντοπίσω ποτέ τα ίχνη τους έτσι.

Και είχε δίκιο: δεν υπήρχαν ίχνη για ν’ακολουθήσει.

Πήραν το φορτηγό με όλες τις ενεργειακές φιάλες και έφυγαν.

Αλλά θα τους βρω. Πού θα έχουν κρύψει ένα τόσο μεγάλο όχημα; Θα τους βρω!

Την εξόργιζε το γεγονός ότι ο Ευρύμαχος την είχε κατηγορήσει για τούτη την καταστροφή. Της είχε, ουσιαστικά, πει ότι δεν έκανε καλά τη δουλειά της. Ότι έπρεπε να είχε, κάπως, προβλέψει την επίθεση και να την είχε σταματήσει.

Ανοησίες! Πώς μπορούσε να είχε προβλέψει κάτι τέτοιο; Οι καταραμένοι επαναστάτες είχαν έρθει απ’τις ερήμους, και οι έρημοι δύσκολα ελέγχονταν. Ή, μάλλον, δεν ελέγχονταν καθόλου.

Ωστόσο, θα βρω πού έχουν λουφάξει. Θα τους βρω, και θα τους αφανίσω!

Η Αλντάρνη τράβηξε μια φωτογραφική μηχανή απ’τη ζώνη της και πήρε μερικές φωτογραφίες των πτωμάτων, καθώς κι ολόκληρου του μέρους. Ύστερα, πήγε στο όχημά της και είπε στον οδηγό να φύγουν, να επιστρέψουν στην Ελρείσβα.

Όταν έφτασαν, είχε νυχτώσει για τα καλά· μονάχα τα δύο πράσινα φεγγάρια της Αρβήντλια υπήρχαν στον ουρανό. Το όχημά της Αρχικατασκόπου πέρασε πλάι από πεζούς, έφιππους, και άμαξες, προτού καταλήξει στο Μέγαρο, αλλά ούτε μία φορά δεν συνάντησε άλλο ενεργειακό όχημα. Η Αλντάρνη κατέβηκε και, λέγοντας στους στρατιώτες να πάνε να ξεκουραστούν, πήγε κι εκείνη προς τα δωμάτιά της.

Καθοδόν, και καθώς έμπαινε στον μοναδικό ανελκυστήρα του Μεγάρου, άλλαξε γνώμη. Πήγε στα δωμάτια του Άνσελμου. Ύψωσε το χέρι της να χτυπήσει την εξώθυρα, μα ξανά άλλαξε γνώμη. Λίγος αιφνίδιος έλεγχος δεν έβλαπτε. Εξάλλου, ήταν η Αρχικατάσκοπος σε τούτο το μέρος· έπρεπε να ξέρει τα πάντα, σωστά; Βγάζοντας ένα διπλωμένο εργαλείο διάρρηξης απ’τη στολή της, το άνοιξε, το πέρασε μέσα στην κλειδαριά, και την ξεκλείδωσε. Μισάνοιξε την πόρτα και μπήκε, αθόρυβα.

Ο Άνσελμος δεν ήταν στο καθιστικό του, παρατήρησε. Στο γραφείο υπήρχε φως, έτσι πλησίασε εκεί, αλλά είδε ότι κανείς δεν ήταν μέσα. Τότε, άκουσε θορύβους από το μπάνιο. Νερό που έτρεχε. Κάποιος πλενόταν.

Η Αλντάρνη έριξε μια ματιά στο γραφείο. Μια οθόνη ήταν ανοιχτή, δείχνοντας τον χάρτη της ανατολικής Αρβήντλια: τον Κοράκου Τόπο, τον Θυέλλης Τόπο, τον Υδάτων Τόπο, και τον Πτερού Τόπο. Παραδίπλα, ήταν απλωμένα κάποια χαρτιά: καταστάσεις με τα ενεργειακά αποθέματα της Ελρείσβα, καθώς και με τις στρατιωτικές μονάδες που υπήρχαν εδώ.

Η Αλντάρνη έφυγε απ’το γραφείο του Άνσελμου και πήγε στο υπνοδωμάτιο, που ήταν σκοτεινό. Δεν άναψε το φως, γιατί το ήξερε αρκετά καλά ώστε να μη μπερδεύεται. Έλυσε την κάπα της και την κρέμασε στην κρεμάστρα. Έβγαλε τις μπότες της και τη λευκή της στολή και, φορώντας μόνο τα εσώρουχά της, πλησίασε το κομοδίνο, άνοιξε το συρτάρι όπου γνώριζε πως ο Άνσελμος έβαζε τα τσιγάρα του, πήρε ένα, το άναψε, κι ύστερα ξάπλωσε στο κρεβάτι, καπνίζοντας.

Μετά από λίγο, άκουσε την πόρτα του μπάνιου ν’ανοίγει και είδε τη μορφή του Άνσελμου να έρχεται στο κατώφλι του υπνοδωματίου. Επάνω στην αριστερή μεριά του κεφαλιού του είχε ριγμένη μια πετσέτα, ώστε να καλύπτει το ένα του μάτι. Γύρω απ’τη μέση του τυλιγόταν μια άλλη πετσέτα, πολύ μεγαλύτερη.

Το χέρι του πήγε, βιαστικά (ανήσυχα, ίσως), προς τον διακόπτη του φωτός. Η Αλντάρνη είχε τελειώσει το τσιγάρο της, αλλά, αναμφίβολα, η μυρωδιά του καπνού τον είχε παραξενέψει.

«Εγώ είμαι,» του είπε, προτού ανάψει το φως. Γνώριζε πως ο Άνσελμος προτιμούσε το σκοτάδι, προτού φορέσει το γυαλί του.

«Αλντάρνη… Πώς μπήκες;» Είδε το δεξί του μάτι να γυαλίζει, καθώς εστιαζόταν στο κρεβάτι, έχοντας πλέον εντοπίσει τη μορφή της.

Η Αλντάρνη ανακάθισε, γελώντας. «Εσύ πώς λες; Διέρρηξα την κλειδαριά.» Έλυσε τα μαλλιά της, ρίχνοντας το κοκαλάκι επάνω στο κομοδίνο.

Ο Άνσελμος βάδισε προς τον καθρέφτη. Έβγαλε την πετσέτα απ’το κεφάλι του και, πιάνοντας το γυαλί του, άρχισε να το προσαρμόζει μπροστά στο αριστερό του μάτι. Η Αλντάρνη γνώριζε ποιο ήταν το πρόβλημά του: Κάποτε, διασχίζοντας τη Διάσταση του Φωτός, του είχε συμβεί ένα ατύχημα. Το αριστερό κρύσταλλο των ειδικά κατασκευασμένων γυαλιών του είχε σπάσει, και η θανατηφόρα ακτινοβολία αυτής της τρομερής διάστασης τον είχε χτυπήσει. Μετά βίας είχε καταφέρει να σώσει το μάτι του, και από τότε δεν μπορούσε ν’αντέξει στο δυνατό φως, εκτός αν φορούσε το ειδικό του γυαλί, που περιβαλλόταν από μέταλλο και κυκλώματα, τα οποία το ενίσχυαν.

«Τελείωσε η… αναζήτησή σου;» τη ρώτησε τώρα, καθώς στρεφόταν στο μέρος της με το γυαλί στη θέση του.

«Περίμενες να έχει τελειώσει;» Ορισμένες φορές, νόμιζε ότι της έκανε πλάκα!

«Δε βρήκες τίποτα;»

«Όχι ακόμα. Αλλά έχω βάλει ανθρώπους να χτενίσουν όλη την περιοχή νότια της Ελρείσβα. Αν οι επαναστάτες έχουν το φορτηγό κρυμμένο εκεί, θα το βρουν.

»Εγώ τράβηξα μόνο μερικές φωτογραφίες.»

«Τι φωτογραφίες;»

«Των νεκρών στρατιωτών.»

«Ήταν εκεί όπου έλεγε η Πριγκίπισσα;»

«Ναι. Μισοφαγωμένοι από τα σαρκοβόρα. Δε νομίζω ότι υπάρχει κάποιο στοιχείο στις φωτογραφίες· τους φωτογράφισα για διαδικαστικούς λόγους.»

«Να τις δω;» Ο Άνσελμος άναψε το φως.

Η Αλντάρνη κάθισε στην άκρη του κρεβατιού, έσκυψε, και τράβηξε τη φωτογραφική μηχανή απ’τη ζώνη της, που ήταν στο πάτωμα. «Εδώ είναι.»

Ο Άνσελμος πήρε τη μηχανή και πήγε προς το γραφείο του. Η Αλντάρνη τον ακολούθησε. Εκείνος κάθισε στη δερμάτινη πολυθρόνα του, έβγαλε τον μικρό δίσκο της μηχανής, και τον πέρασε στο σύστημά του. Πάτησε μερικά πλήκτρα στην κονσόλα εμπρός του και ο χάρτης που φαινόταν στην οθόνη έσβησε, για ν’αντικατασταθεί από τη λίστα των φωτογραφιών.

«Από εδώ και κάτω κοιτάς,» του είπε η Αλντάρνη, δείχνοντας.

«Οι άλλες τι είναι;»

«Απόρρητες. Όπως και όλα τα δεδομένα που έχει η Αρχικατάσκοπος της Ελρείσβα.» Καθώς στεκόταν πίσω του, ακούμπησε τους αγκώνες της στους ώμους του και στηρίχτηκε, ελαφριά, εκεί. Λυγίζοντας, κοίταξε το πλάι του προσώπου του.

Ο Άνσελμος στράφηκε και φίλησε τα χείλη της, και η Αλντάρνη χαμογέλασε, γιατί, στο μυαλό της, ακριβώς αυτό ήταν που έπρεπε να κάνει.

Ο Άνσελμος κοίταξε τις φωτογραφίες, μία προς μία. Και τη ρώτησε: «Τι συμπέρασμα βγάζεις εσύ απ’αυτές;»

«Κανένα. Σου είπα: για διαδικαστικούς λόγους τις τράβηξα. Δε νομίζω ότι μπορούν να με οδηγήσουν πουθενά. Οι στρατιώτες φαίνεται να έχουν σκοτωθεί από όπλα συνηθισμένα για την Αρβήντλια: λεπίδες και βέλη. Οι επαναστάτες θα μπορούσαν, άνετα, να έχουν τέτοια. Δεν υπάρχει κανένα ιδιαίτερο συμπέρασμα για να εξάγω.»

Ο Άνσελμος έκλεισε το σύστημά του, για εξοικονόμηση ενέργειας, έβγαλε τον μικρό δίσκο, και τον επέστρεψε στη φωτογραφική μηχανή της Αλντάρνης.

«Πάμε μέσα,» του ψιθύρισε εκείνη, φιλώντας τον κάτω απ’το αφτί.

Ο Άνσελμος σηκώθηκε απ’την πολυθρόνα και γλίστρησε τα χέρια του μέσα στην περισκελίδα της, σφίγγοντας τους γλουτούς της, καθώς τα χείλη τους συναντιούνταν. Η Αλντάρνη αισθάνθηκε το σώμα της ν’αρπάζει φωτιά. Τα πόδια της τυλίχτηκαν γύρω απ’τη μέση του και τα χέρια της πιάστηκαν πίσω απ’το λαιμό του.

Δε χρειάστηκε να πάνε μέσα, τελικά· η δερμάτινη πολυθρόνα αποδείχτηκε αρκετά βολική.

*

Το πρωί, η Αλντάρνη ξύπνησε πριν από τον Άνσελμο, χωρίς να έχει βάλει κανένα ρολόι να χτυπήσει· γιατί, παρότι ο έρωτάς του την είχε πρώτα εκστασιάσει και μετά χαλαρώσει, μέσα της φώλιαζε η ανησυχία σχετικά με την εύρεση των επαναστατών και του κλεμμένου φορτηγού. Σηκώθηκε απ’το κρεβάτι και φόρεσε τα εσώρουχά της, τη λευκή της στολή, τις μπότες, και την κάπα της. Πήρε το κοκαλάκι της από το κομοδίνο και έδεσε τα μαλλιά της κότσο, γιατί ήταν πολύ μπερδεμένα από τις νυχτερινές της ερωτικές δραστηριότητες.

«Φεύγεις;»

Η φωνή του την έκανε να αναπηδήσει, εσωτερικά. Δεν τον είχε αντιληφτεί να ξυπνά, κι αυτό, ως συνήθως, τη θύμωνε. Στράφηκε να τον αντικρίσει, καθώς ήταν ανασηκωμένος, στηριζόμενος στον ένα αγκώνα. «Γιατί ρωτάς;» του είπε, κάπως απότομα.

Ο Άνσελμος κοίταξε το ρολόι, στενεύοντας τα μάτια. «Είναι αυγή…»

«Έχω πολλές δουλειές.»

«Καλώς.»

Δε θα μου ζητήσεις να μείνω; σκέφτηκε η Αλντάρνη. Έστω και για λίγο;

Ο Άνσελμος έκλεισε τα μάτια, σταυρώνοντας τα χέρια του πίσω απ’το κεφάλι.

Η Αλντάρνη συνέχισε να τον κοιτάζει. Ζήτησέ μου!

Εκείνος δεν είπε τίποτα.

Γιατί δεν της ζητούσε να μείνει; Για λίγο, έστω. Για μια γρήγορη τούμπα ακόμα.

Η Αλντάρνη πλησίασε το κρεβάτι και ανέβηκε, χωρίς να βγάλει τις μπότες ή την κάπα της. Τα μάτια του Άνσελμου άνοιξαν, κι εκείνη, καθώς βρισκόταν από πάνω του, έσκυψε και τον φίλησε. Συγχρόνως, το ένα της χέρι πήγε κάτω απ’το σεντόνι, βρίσκοντας το ανδρικό του όργανο, και χαϊδεύοντας και μαλάσσοντάς το, ώσπου το αισθάνθηκε μακρύ και σκληρό ανάμεσα στα δάχτυλά της. Η αναπνοή του ήταν λαχανιασμένη, καθώς τα χείλη τους συναντιόνταν, ξανά και ξανά.

Ικανοποιημένη, η Αλντάρνη σηκώθηκε απότομα απ’το κρεβάτι, παίρνοντας το χέρι της από το μόριο του Άνσελμου και τα χείλη της από τα χείλη του. Εκείνος την κοίταζε, μοιάζοντας σαστισμένος. «Αργότερα,» του είπε η Αλντάρνη, και έφυγε απ’το υπνοδωμάτιο.

Βγήκε απ’την εξώθυρα των δωματίων του Άνσελμου και, διασχίζοντας τους πέτρινους διαδρόμους του Μεγάρου –οι οποίοι, μια τέτοια ώρα, ήταν έρημοι με την εξαίρεση των φρουρών–, πήγε στα δικά της δωμάτια.

Εκεί, έκανε ένα μπάνιο και μετά περίμενε την αναφορά των κατασκόπων της, καθώς η πέμπτη Σκιερή Ημέρα ξημέρωνε και οι δύο ήλιοι άφηναν πίσω τους τον ανατολικό ορίζοντα, μοιάζοντας μ’ένα πύρινο στεφάνι.

Ο επικοινωνιακός πομπός της, τελικά, κουδούνισε κι εκείνη τον σήκωσε και άκουσε μια γνώριμη φωνή, που της είπε ότι δεν είχαν βρει τίποτα. Κανένα ίχνος των επαναστατών.

«Δε σας ζήτησα να βρείτε ίχνος τους! Σας ζήτησα να βρείτε το φορτηγό

«Δυστυχώς, δεν έχει βρεθεί ακόμα, Αρχικατάσκοπε. Ωστόσο, συνεχίζουμε την έρευνά μας. Μέχρι το βράδυ θα μπορούμε να πούμε με κάποια βεβαιότητα τι συμβαίνει.»

«Καλώς,» είπε η Αλντάρνη, αναστενάζοντας. «Να με κρατάς ενήμερη για οτιδήποτε τύχει να συναντήσετε.»

*

Καμια ώρα πριν από το μεσημέρι, ο Ευρύμαχος την κάλεσε στα διαμερίσματά του.

Γιατί δεν έρχεται εκείνος να βρει εμένα; σκέφτηκε η Αλντάρνη, καθώς διέσχιζε τους διαδρόμους του Μεγάρου της Ελρείσβα, με τα χαμηλά τακούνια των παπουτσιών της να αντηχούν επάνω στις πέτρες. Δεν ήταν ντυμένη με τη λευκή στολή που φορούσε χτες βράδυ· τώρα, φορούσε ένα καφετί, αμάνικο φόρεμα με γιακά. Στα χέρια της ήταν περασμένα βραχιόλια και περικάρπια. Από τη ζώνη της κρεμόταν ένα στολισμένο ξιφίδιο.

Φτάνοντας στα διαμερίσματα του Επόπτη, πάτησε το κουμπί που χτυπούσε το κουδούνι.

«Περάστε,» ακούστηκε η φωνή του Ευρύμαχου από μέσα.

Η Αλντάρνη άνοιξε και μπήκε, πηγαίνοντας να τον βρει στο γραφείο του, όπου εκείνος την περίμενε, καθισμένος.

«Κάθισε,» της είπε, δείχνοντας την καρέκλα αντίκρυ του.

Η Αλντάρνη κάθισε, σταυρώνοντας τα πόδια της στο γόνατο.

Ο Ευρύμαχος τής πρόσφερε τσιγάρο.

Προσπαθεί να επανορθώσει για τη χτεσινή του συμπεριφορά; Νομίζει ότι τόσο εύκολα θα με τουμπάρει; Είναι γελασμένος! Η Αλντάρνη κούνησε το κεφάλι, αρνητικά.

Ο Ευρύμαχος άναψε ένα τσιγάρο για τον εαυτό του. «Τι βρήκες;» τη ρώτησε.

«Είναι πολύ νωρίς για να έχω βρει κάτι.»

Ο Ευρύμαχος συνοφρυώθηκε. «Θες να πεις ότι δε βρήκες τίποτα;»

Καθίκι! «Σου είπα: είναι πολύ νωρίς,» τόνισε η Αλντάρνη. «Έχω, ωστόσο, κάποιες φωτογραφίες, αν σ’ενδιαφέρουν.» Τράβηξε από τη ζώνη της έναν μικρό, μεταλλικό δίσκο και τον απόθεσε πάνω στο γραφείο, ανάμεσά τους.

«Τι φωτογραφίες;»

«Των νεκρών στρατιωτών μας στην έρημο.»

«Δίνουν κάποιο στοιχείο;»

«Αποκαλύπτουν ότι σκοτώθηκαν από όπλα κανονικά για την Αρβήντλια: λεπίδες και βέλη.»

Ο Ευρύμαχος ρουθούνισε. «Αυτό δεν είναι στοιχείο. Από τι άλλο μπορεί να είχαν σκοτωθεί;»

«Δεν ξέρω,» αποκρίθηκε, ξερά, η Αλντάρνη. «Αυτό βρήκα, αυτό λέω.»

«Καλώς,» είπε ο Ευρύμαχος, καπνίζοντας.

«Δε θα τις κοιτάξεις;»

«Τι να τις κάνω; Αν εσύ, που είναι η δουλειά σου, δεν μπορείς να βρεις κάποιο στοιχείο απ’αυτές, τι να βρω εγώ;»

«Πολύ καλά.» Η Αλντάρνη πήρε τον δίσκο και τον έκρυψε πάλι στη ζώνη της.

«Περισσότερα πότε υπολογίζεις να έχεις μάθει;»

«Μέχρι το βράδυ. Οι κατάσκοποί μου χτενίζουν τις ερήμους νότια της Ελρείσβα, σε ακτίνα εκατό χιλιομέτρων.»

«Εντάξει,» είπε ο Ευρύμαχος, τινάζοντας στάχτη μέσα σ’ένα αργυρό τασάκι. «Ενημέρωσέ με, μόλις ανακαλύψεις κάτι.»

«Θα σ’ενημερώσω.» Η Αλντάρνη σηκώθηκε απ’τη θέση της.

«Δε θα καθίσεις για μεσημεριανό;» ρώτησε ο Ευρύμαχος, σβήνοντας το τσιγάρο του.

Πώς τολμούσε να της προτείνει κάτι τέτοιο, ύστερα από την ελεεινή συμπεριφορά του; «Είμαι πολύ κουρασμένη μ’ετούτη την ιστορία,» αποκρίθηκε η Αλντάρνη, όσο πιο ευγενικά μπορούσε (αν και δεν πίστευε ότι του άξιζε η ευγένεια!). «Θέλω μόνο να ξαπλώσω, να κοιμηθώ λίγο. Το θέμα μ’απασχολούσε όλη νύχτα.»

«Μια άλλη φορά, τότε.»

«Ναι, μια άλλη φορά.»

Η Αλντάρνη έφυγε απ’τα διαμερίσματα του Παντοκρατορικού Επόπτη της Ελρείσβα.

*

Το βράδυ, τα νέα ήταν απογοητευτικά.

«Τι κάνετε τόσες ώρες;» φώναξε η Αλντάρνη, μιλώντας μέσω του επικοινωνιακού διαύλου. «Είστε ηλίθιοι;»

«Ίσως να έχουν απομακρυνθεί, Αρχικατάσκοπε. Ίσως να πήραν το φορτηγό και να έφυγαν. Με τόσες ενεργειακές φιάλες που είχε μέσα, μπορούσαν θεωρητικά να πάνε οπουδήποτε στην Αρβήντλια.»

«Ερευνήσατε όλα τα πιθανά μέρη; Όλες τις σπηλιές; Όλους τους κρημνούς; Τα πάντα;»

«Ασφαλώς, Αρχικατάσκοπε. Κάναμε ό,τι βρισκόταν εντός των δυνατοτήτων μας. Αν θέλετε, μπορούμε να συνεχίσουμε την έρευνα, αλλά, προσωπικά, δεν πιστεύω ότι θα ανακαλύψουμε κάτι άλλο.»

«Να συνεχίσετε,» πρόσταξε η Αλντάρνη. «Και να επεκτείνετε την εμβέλεια της έρευνας σας άλλα πενήντα χιλιόμετρα. Επίσης, να μιλήσετε με τους ιθαγενείς των ερήμων. Έχετε μιλήσει με κανέναν τους ώς τώρα;»

«Όχι–»

«Γιατί;»

«Δεν ήταν μέσα στις διαταγές μας. Υποτίθεται πως θα κατοπτεύαμε τα εδάφ–»

«Η δουλειά σας είναι να βρείτε τους επαναστάτες που έκλεψαν το φορτηγό! Βρείτε τους, λοιπόν! Με ό,τι μέσα έχετε στη διάθεσή σας.»

«Μάλιστα, Αρχικατάσκοπε.»

Η Αλντάρνη έκλεισε τον επικοινωνιακό δίαυλο, εκνευρισμένη.

«Ωραία…!» γρύλισε, βηματίζοντας μέσα στο καθιστικό των δωματίων της. «Ωραία…!» Τι θα πούμε τώρα, στον Ευρύμαχο;

«Θα του πούμε αυτό που είναι να του πούμε!» μονολόγησε. «Κι άμα του αρέσει!»

Πήρε το ποτήρι που ήταν επάνω στο τραπέζι και ήπιε την τελευταία γουλιά ίνφετ, νιώθοντας το ποτό να τσιμπά τη γλώσσα της και να τη δροσίζει.

Φόρεσε τα παπούτσια της και έφυγε απ’τα δωμάτιά της, πηγαίνοντας στα διαμερίσματα του Ευρύμαχου. Και να δεις τώρα που θα μου ζητήσει να μείνω για βραδινό… σκέφτηκε η Αλντάρνη, καθώς ύψωνε το χέρι της για να χτυπήσει το κουδούνι. Έχω αρχίσει να τον σιχαίνομαι!

Πάτησε το κουδούνι.

Ντιν-ντον!

Η εξώθυρα άργησε λίγο ν’ανοίξει, αλλά άνοιξε, για ν’αποκαλύψει τον Ευρύμαχο. «Αλντάρνη,» είπε ο Επόπτης. «Πέρασε.» Παραμέρισε απ’το κατώφλι, αφήνοντάς τη να μπει.

«Έχουμε νέα;» τη ρώτησε, κλείνοντας την πόρτα πίσω της.

«Όχι,» απάντησε η Αλντάρνη. «Οι επαναστάτες δεν πρέπει να έκρυψαν το φορτηγό κάπου κοντά στην Ελρείσβα. Έχω επεκτείνει, όμως, την εμβέλεια της έρευνας, και είπα επίσης στους κατασκόπους μου να μιλήσουν με τους ιθαγενείς, αν μπορούν. Δεν είναι δυνατόν τέτοιο μεγάλο όχημα να πέρασε απαρατήρητο.»

«Μάλιστα…» είπε ο Ευρύμαχος με τα χέρια σταυρωμένα εμπρός του. «Μάλιστα…»

«Δε μπορεί να γίνει κάτι άλλο,» τόνισε η Αλντάρνη. «Χρειάζεται χρόνος.»

«Ναι,» είπε ο Ευρύμαχος, βαδίζοντας, «το καταλαβαίνω αυτό. Έχεις αναρωτηθεί, όμως, πώς η πληροφορία διέρρευσε τόσο γρήγορα, Αλντάρνη;»

Η Αλντάρνη συνοφρυώθηκε. «Ποια πληροφορία;»

«Ο ερχομός του φορτηγού από την εκστρατεία. Οι επαναστάτες γνώριζαν ότι ήρθε να πάρει φιάλες από εδώ, γι’αυτό μπόρεσαν να συγχρονίσουν την επίθεσή τους με την αναχώρηση του οχήματος.»

«Θες να πεις ότι πιστεύεις πως υπάρχει κάποιος… κάποιος προδότης εδώ;»

Ο Ευρύμαχος έπαψε να βηματίζει, στρεφόμενος να την αντικρίσει. «Δε σου φαίνεται πιθανό;»

«Καθόλου,» είπε η Αλντάρνη. «Θα τον είχα βρει.»

«Όπως έχεις βρει κι αυτούς που έκλεψαν το φορ–;»

«Δεν είναι το ίδιο! Και ακόμα κι αυτούς θα τους βρω. Δεν είναι παρά θέμα χρόνου.»

«Νομίζω, Αλντάρνη, πως δεν είσαι πλέον τόσο αποτελεσματική όσο παλιά–»

«Τι!» φώναξε η Αλντάρνη. «Πώς τολμάς; Πιστεύεις ότι θα ήσουν ακόμα εδώ, αν δεν έκανα ό,τι χρειαζόταν για να βρίσκω προδότες και κατασκόπους;»

«Σου λέω ό,τι βλέπω,» αντιγύρισε ο Ευρύμαχος, χωρίς να υψώσει τη φωνή του. «Για να διαρρεύσει μια τέτοια πληροφορία–»

«Αν επαναστάτες ήταν εδώ μέσα, θα ήσουν νεκρός!»

«Μην είσαι τόσο σίγουρη. Σκοτώνοντας εμένα, το μόνο που θα καταφέρουν θα είναι να σταλεί ένας άλλος Επόπτης, για να συνεχίσει τη δουλειά μου.»

Η Αλντάρνη μόρφασε. «Τα ξέρεις όλα, λοιπόν… Να αποχωρήσω;»

«Νομίζεις ότι αυτό είναι προσωπική επίθεση εναντίον σου; Δεν είναι.»

«Δεν είναι;»

«Όχι, δεν είναι–»

«Μου λες ότι είμαι άχρηστη!»

«Σου λέω ότι παλιότερα ήσουν πιο προσεχτική, και ότι υποπτεύομαι πως υπάρχει ένας πληροφοριοδότης της Επανάστασης κοντά μας. Μπορείς να μου τον βρεις;»

«Αν όντως υπάρχει, θα τον βρω,» είπε η Αλντάρνη.

«Εντάξει,» είπε ο Ευρύμαχος, «αυτό θέλω.» Την πλησίασε, για ν’αγγίξει το μπράτσο της. «Με συγχωρείς αν σ’έκανα να πιστέψεις ότι έχω κάτι εναντίον σου, Αλντάρνη. Πώς θα μπορούσε να ισχύει αυτό; Απλώς, είμαι εκνευρισμένος με την κλοπή του φορτηγού και, κυρίως, των ενεργειακών φιαλών.»

«Εντάξει,» αποκρίθηκε η Αλντάρνη, «άστο… Κι εγώ είμαι εκνευρισμένη, ούτως ή άλλως.» Στράφηκε, για να βαδίσει προς την εξώπορτα.

Ο Ευρύμαχος, όμως, την κράτησε από τον αγκώνα. «Αλντάρνη. Μη φεύγεις. Μείνε.»

Εκείνη έκλεισε τα βλέφαρά της, καθώς του είχε στραμμένη την πλάτη. «Δεν έχω διάθεση, Ευρύμαχε. Σου είπα, είμαι εκνευρισμένη.»

«Άσε με να επανορθώσω,» της ψιθύρισε ο Ευρύμαχος, τυλίγοντας τα χέρια του γύρω της.

Δεν μπορείς. Όχι με τον τρόπο που νομίζεις.

«Εξάλλου,» συνέχισε ο Ευρύμαχος, «την προηγούμενη φορά, ήρθαν τ’αεροπλάνα· δεν προλάβαμε να κάνουμε τίποτα.» Φίλησε το πλάι του λαιμού της. «Σε περιμένω, από τότε.»

Η Αλντάρνη ήθελε να πάει στον Άνσελμο, αλλά γνώριζε πως έπρεπε να έχει και τον Ευρύμαχο από κοντά. Θα τον χρησιμοποιούσε για να ανελιχθεί μέσα στο Παντοκρατορικό σύστημα. Μπορεί να μην ήταν προφανές, ακόμα, το πώς θα της φαινόταν χρήσιμος, αλλά θα της φαινόταν· το ήξερε. Κι απόψε, ίσως, ήταν καιρός ν’αρχίσει να κάνει κάτι προς αυτή την κατεύθυνση.

Στράφηκε μέσα στην αγκαλιά του, για να τον φιλήσει. «Θα ετοιμαστώ και θα έρθω,» του είπε. «Θα έχεις κάτι να φάμε;»

Ο Ευρύμαχος χαμογέλασε. «Ναι.» Το δεξί του χέρι χτύπησε τον μηρό της, ηχηρά.

Η Αλντάρνη πήγε στα δωμάτιά της, ετοιμάστηκε, και επέστρεψε, φορώντας ένα φόρεμα που αμέσως κατάλαβε ότι ενθουσίασε τον Ευρύμαχο, καθώς έμοιαζε ν’αποκαλύπτει περισσότερα απ’όσα έκρυβε. Εκείνος, όπως είχε υποσχεθεί, είχε ένα πλούσιο βραδινό έτοιμο, το οποίο, ασφαλώς, δεν είχε φτιάξει ο ίδιος, αλλά ο προσωπικός του μάγειρας. Ενόσω έτρωγαν, η Αλντάρνη έβγαλε τα παπούτσια της και χρησιμοποίησε τα πόδια της χωρίς συστολές, αφήνοντάς τα να ακουμπήσουν, να χαϊδέψουν, και να εξερευνήσουν τα γόνατα, τους μηρούς, την κοιλιά, και το ορθωμένο μόριο του Ευρύμαχου. Εκείνος έμοιαζε πολύ ευχαριστημένος μ’όλα τούτα, και της είπε, ύστερα από ένα γρήγορο φιλί πάνω απ’το τραπέζι: «Είδες που η διάθεσή σου δεν άργησε να φτιάξει;»

«Ναι,» αποκρίθηκε η Αλντάρνη, χαμογελώντας, «έχεις τόσο πολύ δίκιο…» Αλλά θα είχες ακόμα περισσότερο αν ήσουν ο Άνσελμος.

Μετά από το γεύμα και προτού ο Ευρύμαχος την τραβήξει (Τι άγαρμπα που αρπάζει!) στη μεγάλη κρεβατοκάμαρά του, η Αλντάρνη τού είπε ότι ήθελε να την ποτίσει πρώτα, για να ανθίσει. Εκείνος φάνηκε, αρχικά, να μπερδεύεται, αλλά δεν άργησε, τελικά, να μπει στο νόημα· και η Αλντάρνη ξάπλωσε σ’έναν μαλακό καναπέ, ενώ ο Ευρύμαχος τής έδινε να πιει Σεργήλιο οίνο από ένα ψηλό, κρυστάλλινο ποτήρι και, μετά, άρχισε να βρέχει το σώμα της με το ίδιο ποτό, μουσκεύοντας το ημιδιαφανές φόρεμά της και φιλώντας την πάνω από αυτό. Ήταν ενθουσιασμένος όπως ποτέ άλλοτε, παρατήρησε η Αλντάρνη· και όφειλε να παραδεχτεί πως κι εκείνη ψιλοδιασκέδαζε. Το γέλιο της δεν ήταν προσποιητό, αν και οι ηδονικές της φωνές ήταν.

Όταν την πήγε στο κρεβάτι του υπνοδωματίου του, είχε βγάλει το βρεγμένο φόρεμά της και ο Ευρύμαχος τη γύρισε ανάσκελα επάνω στο στρώμα και την καβάλησε σα να μην υπήρχε αύριο. Αυτό, όμως, δεν ήταν αρκετό για την Αλντάρνη, ώστε να είναι βέβαιη πως θα έκανε τη δουλειά της όπως επιθυμούσε. (Από ερωτικής άποψης, βέβαια, ήταν υπεραρκετό και κάτι παραπάνω, μέχρι να έρθουν οι επόμενες Σκιερές Ημέρες! Αλλά δεν ήταν ο έρωτας που την απασχολούσε τώρα.) Όταν κι οι δυο τους είχαν ξελαχανιάσει, τον ξεσήκωσε και πάλι, και τον καβάλησε εκείνη τώρα, ενώ τα χέρια του έσφιγγαν και ζουλούσαν το σώμα της. Μετά απ’αυτό, ο Ευρύμαχος έμοιαζε έτοιμος για ύπνο, όμως η Αλντάρνη δεν τον άφησε να κοιμηθεί· ήθελε να δει αν ήταν πραγματικά στα όρια της λιποθυμίας. Λίγο ακόμα, του ψιθύρισε. Δε θα μου δώσεις λίγο ακόμα; Και τα χείλη της φιλούσαν το κατάλευκο στήθος του, ενώ το χέρι της χάιδευε το κουρασμένο όργανό του… και το αισθάνθηκε να ανταποκρίνεται, αν και όχι τόσο πρόθυμα όσο πριν. Ο Ευρύμαχος είπε, λαχανιασμένα, κάτι που η μνήμη της δε συγκράτησε ακριβώς –ότι ήταν υπέροχη, ίσως· ή, γιατί δεν ήταν πάντα τόσο υπέροχη;– και έσφιξε το αριστερό της στήθος, πιο δυνατά απ’ό,τι εκείνη θα προτιμούσε –αλλά, έτσι κι αλλιώς, ήταν άγαρμπος σε όλα του. Η Αλντάρνη τον έβαλε να τελειώσει στη χούφτα της, κι ύστερα τον δοκίμασε ξανά, να δει αν είχε μείνει άλλη δύναμη μέσα του· μα, ετούτη τη φορά, ο Ευρύμαχος ήθελε μόνο να κοιμηθεί. Έτσι, η Αλντάρνη άφησε τον ύπνο να τον πάρει, κι όταν ροχάλιζε πλάι της, σηκώθηκε απ’το κρεβάτι, γνωρίζοντας πως τα διαμερίσματα του Επόπτη ήταν όλα δικά της, καθότι κανείς άλλος δε βρισκόταν εδώ.

Από την τσάντα της πήρε τη φωτογραφική της μηχανή, μια συσκευή αποθήκευσης δεδομένων, κι ένα εργαλείο διάρρηξης. Δε φόρεσε το μουσκεμένο φόρεμά της, και εσώρουχα δε φορούσε εξαρχής· γυμνή, με μόνο τον απαραίτητο μηχανικό εξοπλισμό μαζί της, περιπλανήθηκε στα αφύλαχτα διαμερίσματα. Φωτογράφησε ό,τι έγγραφο βρήκε στο γραφείο, και έκλεψε όλα τα δεδομένα που είχε ο Ευρύμαχος στο αποθηκευτικό του σύστημα. Συρτάρια και ντουλάπια που ήταν κλειδωμένα τα ξεκλείδωσε, για να δει τα περιεχόμενά τους και να τα φωτογραφίσει όλα. Όταν έβρισκε συσκευές αποθήκευσης δεδομένων, τις ένωνε με τη δική της συσκευή και έκλεβε τις πληροφορίες τους. Ακόμα κι ένα μεταλλικό κιβώτιο ασφαλείας κατάφερε να διαρρήξει και να φανερώσει ό,τι είχε στο εσωτερικό του.

Δεν άφησε σημείο των διαμερισμάτων του Επόπτη που να μην ψάξει· τώρα, ό,τι είχε ο Ευρύμαχος ήταν και δικό της. Επέστρεψε τον εξοπλισμό της στην τσάντα της και την έκλεισε. Χαμογελώντας, κάθισε σε μια πολυθρόνα και άναψε τσιγάρο, καπνίζοντας αργά. Είχε μείνει ικανοποιημένη από την έρευνά της. Τελικά, άξιζε τον κόπο.

Το αριστερό της χέρι πήγε ανάμεσα στους μηρούς της, και δύο δάχτυλά της βυθίστηκαν μέσα της, προσπαθώντας να δώσει στον εαυτό της αυτό που ο Ευρύμαχος, με τον άγαρμπο έρωτά του, δεν είχε καταφέρει να της δώσει ούτε μία φορά. Όταν ο οργασμός της ήρθε, δάγκωσε τα χείλη της για να μη φωνάξει, αν και ήξερε πως ο Επόπτης, έτσι όπως τώρα κοιμόταν, δεν υπήρχε πιθανότητα να την ακούσει.

Τεντώθηκε και έσβησε το τελειωμένο της τσιγάρο μέσα σ’ένα κρυστάλλινο τασάκι.

•2•

Ο επικοινωνιακός δίαυλος κουδούνιζε, αντηχώντας μέσα στα διαμερίσματα.

Ο Ευρύμαχος κοιμόταν, ανάσκελα, μην ακούγοντάς τον.

Ο επικοινωνιακός δίαυλος συνέχισε να κουδουνίζει, επίμονα, και ο Παντοκρατορικός Επόπτης της Ελρείσβα κουνήθηκε επάνω στο κρεβάτι του. Τα βλέφαρά του τρεμόπαιξαν, και άνοιξαν. Κοίταξε πλάι του· είδε ότι η Αλντάρνη δεν ήταν εκεί. Είχε φύγει;

Σηκώθηκε, βιαστικά, φορώντας μια ρόμπα, ενώ ο δίαυλος εξακολουθούσε να κουδουνίζει. Διέσχισε τα διαμερίσματά του, έφτασε στο γραφείο του, και τον άνοιξε.

«Ναι;»

«Καλημέρα, Υψηλότατε.» Η φωνή ενός από τους αξιωματικούς του.

«Τι είναι, Κωνσταντίνε;»

«Ένα όχημα ήρθε από την εκστρατεία, Υψηλότατε. Ένα από τα οχήματα με τα κανόνια. Ο οδηγός του ζητά να σας μιλήσει. Να τον στείλω στα διαμερίσματά σας;»

Τι ώρα είναι; σκέφτηκε ο Ευρύμαχος, και κοίταξε ένα ρολόι. Μα τους θεούς, ήταν δέκα και μισή! Είχε παρακοιμηθεί. Είχε χρόνια να παρακοιμηθεί τόσο πολύ. «Ναι, Κωνσταντίνε,» είπε στον δίαυλο. «Στείλτον στα διαμερίσματά μου, σε κανένα τέταρτο, εντάξει;»

«Μάλιστα, Υψηλότατε.»

Η επικοινωνία τερματίστηκε.

Ο Ευρύμαχος έφυγε από το γραφείο του, και περιπλανήθηκε μέσα στα δωμάτια των διαμερισμάτων του. Πού είχε πάει η Αλντάρνη; Δεν ήταν εδώ· ούτε τα ρούχα της ήταν εδώ. Παράξενο που είχε σηκωθεί τόσο νωρίς. Χτες βράδυ, η γυναίκα ήταν σα να την είχαν ποτίσει ό,τι Σάρντλιο αφροδισιακό υπήρχε! Και ήταν υπέροχη, αν και λίγο ακραία, όφειλε να ομολογήσει ο Ευρύμαχος.

Τέλος πάντων· έπρεπε να ετοιμαστεί.

Πήγε στο μπάνιο, έκανε ένα γρήγορο ντους, και μετά ντύθηκε με την επίσημη ενδυμασία του Παντοκρατορικού Επόπτη. Πήρε το μακρύ, μαύρο ραβδί του, που ήταν διακοσμημένο με άργυρο, χρυσό, και πολύτιμους λίθους, και περίμενε, βηματίζοντας μέσα στην αίθουσα υποδοχής των διαμερισμάτων του.

Για ποιο λόγο μπορεί να είχε επιστρέψει ένα οπλοφόρο όχημα από την εκστρατεία; αναρωτήθηκε. Σύντομα θα μάθαινε, βέβαια, αλλά υπέθετε ότι δεν μπορεί να ήταν για καλό λόγο. Αν ήθελαν κι άλλες φιάλες, θα έστελναν ένα όχημα χωρίς ενεργειακό κανόνι. Ή, μήπως, φοβόνταν ότι καθοδόν θα τους επιτίθονταν πάλι οι επαναστάτες και γι’αυτό είχαν προτιμήσει να έχουν ένα τέτοιο πανίσχυρο όπλο μαζί τους;

Το κουδούνι χτύπησε.

Ο Ευρύμαχος στάθηκε στο κέντρο της αίθουσας υποδοχής, ακουμπώντας τα χέρια του στην κορυφή του ραβδιού του. «Περάστε,» φώναξε.

Η εξώθυρα άνοιξε και ένας στρατιώτης μπήκε, ντυμένος με τη λευκή του στολή και χαιρετώντας τον Παντοκρατορικό Επόπτη στρατιωτικά.

«Πλησίασε,» του είπε ο Ευρύμαχος. «Και πες μου γιατί είσαι εδώ.»

«Με διαταγή του Στρατηγού Λιτόγελου, φέραμε το όχημα στην Ελρείσβα, Υψηλότατε. Το ενεργειακό κανόνι του έχει πάθει βλάβη, ύστερα από δολιοφθορά που υποπτευόμαστε πως οφείλεται στην Επανάσταση.»

«Στην Επανάσταση;» έκανε ο Ευρύμαχος. Το ήξερα ότι δεν είχατε έρθει εδώ για καλό!

Ο στρατιώτης έβγαλε ένα διπλωμένο και σφραγισμένο κομμάτι χαρτί. «Ο Στρατηγός Λιτόγελος έχει ετοιμάσει μια αναφορά για εσάς, Υψηλότατε.»

Ο Ευρύμαχος πήρε το χαρτί. «Υπάρχει κάτι άλλο που πρέπει να μου πεις;»

«Όχι, Υψηλότατε. Αναμένω τις διαταγές σας.»

«Πήγαινε,» του είπε ο Ευρύμαχος. «Θα σε ειδοποιήσω όταν σε χρειαστώ.»

Ο άντρας χαιρέτισε και έφυγε.

Ο Ευρύμαχος έσπασε τη σφραγίδα και άνοιξε την αναφορά του Στρατηγού Αλκίνοου.

 

ΠΡΟΣ: Παντοκρατορικό Επόπτη Ευρύμαχο Νάλφερ, του Θρόνου της Ελρείσβα

ΑΠΟ: Συνταγματάρχη και Προσωρινό Στρατηγό Αλκίνοο Λιτόγελο

 

 

Υψηλότατε,

 

Έχω να αναφέρω δύο δυστυχή περιστατικά που συνέβησαν την έκτη ημέρα από την αρχή της εκστρατείας μας, ήτοι την πέμπτη Σκιερή Ημέρα.

Περιστατικό 1ο: Φτάνοντας στο χωριό της φυλής των Νέζρε’ωμ (το οποίο θα μπορείτε, υποθέτω, να βρείτε στον χάρτη σας, κοντά στο Φαράγγι του Πεπρωμένου), δεχθήκαμε επίθεση από Μελανούς. Επρόκειτο για ενέδρα, και ο Πρωτοσπαθάριος Κάραγγελ υποπτεύεται ότι είχαν συμπράξει δύο φυλές: οι Νέζρε’ωμ και οι Φάντ’νεχ, των οποίων το χωριό είχαμε πρωτύτερα βρει εγκαταλειμμένο. Η ενέδρα αντιμετωπίστηκε χωρίς μεγάλη δυσκολία και χωρίς πολλές απώλειες.

Περιστατικό 2ο: Τη νύχτα, ενώ ήμασταν καταυλισμένοι στο χωριό της φυλής των Τορμόκομ (το οποίο, επίσης, θα πρέπει να μπορείτε να βρείτε στον χάρτη σας, ανατολικά του Φαραγγιού του Πεπρωμένου), κάποιοι κατόρθωσαν να εισβάλουν στον καταυλισμό μας και να προκαλέσουν ζημιές. Κατέστρεψαν αρκετές ενεργειακές φιάλες, καθώς και το ενεργειακό κανόνι που σας επιστρέφω στην Ελρείσβα, γιατί εδώ δεν έχουμε τρόπο να το επισκευάσουμε. Ευτυχώς, οι εισβολείς εντοπίστηκαν εγκαίρως, προτού προλάβουν να προκαλέσουν περισσότερες ζημιές. Δυστυχώς, δεν κατορθώσαμε να αιχμαλωτίσουμε ούτε έναν από αυτούς· διέφυγαν προς τα ανατολικά –προς τον Θυέλλης Τόπο– επάνω σε ταχύ ενεργειακό όχημα. Ωστόσο, γνωρίζουμε πως ήταν της ευρύτερης φυλής των Λευκών, και, ως εκ τούτου, υποπτεύομαι πως επρόκειτο για μέλη της Επανάστασης.

Οφείλω να ομολογήσω πως η εκστρατεία μας εξελίσσεται πιο επικίνδυνη από ό,τι, αρχικώς, ανέμενα. Θα ήθελα να σας προτρέψω να στείλετε τα μαχητικά αεροσκάφη το συντομότερο δυνατό. Αν οι Μελανοί, και οι επαναστάτες, αρχίσουν να οργανώνονται ακόμα καλύτερα, τότε πιθανώς να βρεθούμε σε μεγάλο κίνδυνο.

 

Τιμή και Δόξα στην Παντοκράτειρα!

 

Προσωρινός Στρατηγός Αλκίνοος Λιτόγελος

 

Ο Ευρύμαχος δίπλωσε πάλι το χαρτί.

Το ένα… δυστυχές περιστατικό –όπως τα είχε αποκαλέσει ο Αλκίνοος– φαίνεται πως διαδεχόταν το άλλο, τελευταία! Οι τρισκατάρατοι επαναστάτες βρίσκονταν εκτός ελέγχου μέσα στην Αρβήντλια! Εκτός ελέγχου!

Κάτι έπρεπε να γίνει γι’αυτό.

Καλά θα κάνει η Αλντάρνη να βρει πού φωλιάζουν, οι δαιμονισμένοι! Και γρήγορα! σκέφτηκε ο Ευρύμαχος, βαδίζοντας προς το γραφείο του. Γρήγορα!

Άνοιξε τον επικοινωνιακό του δίαυλο και πρόσταξε να πουν στην Αρχικατάσκοπο και στον Πρέσβη να έρθουν, το συντομότερο δυνατό, στα διαμερίσματά του.

Ύστερα, κάθισε στην πολυθρόνα του και παράγγειλε –πάλι μέσω του επικοινωνιακού διαύλου– να του φέρουν καφέ και πρωινό, τα οποία σύντομα είχε ακουμπισμένα μπροστά του.

Ο Άνσελμος ήρθε πρώτος και, μετά από λίγο, η Αλντάρνη. Κάθισαν αντίκρυ του Ευρύμαχου σε δύο ξύλινες καρέκλες.

«Ένα όχημα ήρθε, από την εκστρατεία,» είπε η Αρχικατάσκοπος.

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Ευρύμαχος, «γι’αυτό σάς κάλεσα εδώ. Πρέπει να μιλήσουμε.» Και τους είπε πώς είχαν τα πράγματα. «Τι γνώμη έχετε;» τους ρώτησε, πίνοντας μια γουλιά από τον καφέ του.

«Αναμενόμενο ήταν οι επαναστάτες να δουν την εκστρατεία ως ευκαιρία για να μας χτυπήσουν,» είπε ο Άνσελμος. «Ο Αλκίνοος θα έπρεπε να είναι προετοιμασμένος καλύτερα, και να μη χάσει ούτε ένα κανόνι. Ούτε μία φιάλη.»

«Πιστεύεις, δηλαδή, ότι το λάθος ήταν δικό του;»

«Εν μέρει, ναι. Απόλυτα, όχι. Η φύλαξη του καταυλισμού του ήταν, αναμφίβολα… εμ… ανεπαρκής, για να καταφέρουν οι δολιοφθορείς να εισβάλουν.»

Ο Ευρύμαχος έστρεψε το βλέμμα του στην Αλντάρνη, περιμένοντας και τη δική της ερμηνεία των γεγονότων.

Εκείνη απλώς ανασήκωσε τους ώμους. «Συμφωνώ με τον Άνσελμο. Ο Αλκίνοος θα έπρεπε να είναι καλύτερα προετοιμασμένος.»

«Και οι επαναστάτες πρέπει να βρεθούν,» τόνισε ο Ευρύμαχος.

Τα μάτια της Αλντάρνης στένεψαν. «Θα βρεθούν, αργά ή γρήγορα.»

«Το βασικό,» είπε ο Άνσελμος, «δεν είναι να βρεθούν αυτοί οι επαναστάτες. Αυτοί κρύβονται στις ερήμους, από δω κι από κει· δεν είναι εύκολο να τους εντοπίσεις. Η βάση στα βουνά, δυτικά του Κοράκου Τόπου, είναι που πρέπει να βρεθεί.»

«Ο Αλκίνοος μού πρότεινε να χρησιμοποιήσω τα αεροπλάνα,» είπε ο Ευρύμαχος. «Πιστεύεις ότι έχει δίκιο; Ότι είναι ώρα;»

Ο Άνσελμος φάνηκε σκεπτικός. «Δεν είμαι σίγουρος… Όχι, δε νομίζω ότι είναι ώρα ακόμα. Μέχρι πού έχει φτάσει η εκστρατεία;»

Ο Ευρύμαχος πάτησε μερικά πλήκτρα στην κονσόλα του και έστρεψε την οθόνη προς τον Άνσελμο και την Αλντάρνη. Επάνω της φαινόταν ο χάρτης του Κοράκου Τόπου, και τα μέρη που είχε αναφέρει ο Αλκίνοος ήταν σημειωμένα.

«Σίγουρα,» είπε ο Ευρύμαχος, «έχουν διαλύσει πολλά χωριά Μελανών. Μιλάμε για εκατοντάδες νεκρούς. Παραπάνω από εκατοντάδες, ίσως. Χιλιάδες.»

«Τα χωριά που υπάρχουν στον Κοράκου Τόπο δεν είναι μόνο γύρω απ’το Φαράγγι του Πεπρωμένου,» του θύμισε η Αλντάρνη. «Αντικειμενικά, η εκστρατεία δεν έχει προχωρήσει πολύ.»

Ο Άνσελμος έτριψε το φρεσκοξυρισμένο σαγόνι του. «Το θέμα, βέβαια, είναι να μην εξαγριώσουμε τόσο τους Μελανούς, ώστε μετά να μη μπορούμε να συνεννοηθούμε μαζί τους. Η ισορροπία που οφείλουμε να διατηρήσουμε είναι… λεπτή.»

«Να στείλω, όμως, τα αεροπλάνα, ή όχι;» έθεσε το ερώτημα ο Ευρύμαχος. «Τι νομίζετε εσείς;»

Ο Άνσελμος και η Αλντάρνη έμειναν σιωπηλοί για μερικές ανάσες.

Μετά, η δεύτερη είπε: «Είναι τόσο σημαντικό το πότε θα τα στείλεις;»

«Η επίθεση των αεροπλάνων,» εξήγησε ο Άνσελμος, «αναμφίβολα, θα προκαλέσει ένα κάποιο… μμμ, δέος στους Μελανούς. Δε βλέπουν κάθε μέρα αεροσκάφη. Κι αυτό πιθανώς να μετρήσει υπέρ μας στις διαπραγματεύσεις μας μαζί τους. Πιθανώς να κάνει τη ζυγαριά να γείρει προς τα εκεί όπου επιθυμούμε. Ο φόβος… πολύ σοβαρό κίνητρο, ορισμένες φορές.»

Ο Ευρύμαχος ένευσε. «Ακριβώς.

»Τι πιστεύεις, λοιπόν, Άνσελμε; Θα πρέπει να περιμένω, μέχρι να έρθει η κατάλληλη στιγμή; ή η κατάλληλη στιγμή έχει ήδη έρθει;»

«Φρονώ,» αποκρίθηκε ο Άνσελμος, «ότι οφείλουμε να κάνουμε υπομονή ακόμα. Η Αλντάρνη έχει δίκιο στο ότι ο Κοράκου Τόπος είναι ένα πολύ μεγάλο μέρος, που δεν περιορίζεται μόνο γύρω από το Φαράγγι του Πεπρωμένου. Ας περιμένουμε, κι ας παρακολουθούμε, ώστε να μην… υπερβούμε το όριο –εκείνο το όριο που διαχωρίζει την έντρομη υποταγή των Μελανών από την παράτολμη, απεγνωσμένη αντίσταση.»

«Μάλιστα,» είπε ο Ευρύμαχος και, ακουμπώντας την πλάτη του στην πολυθρόνα, άναψε τσιγάρο.

«Και ποια είναι η δική σου γνώμη, φίλτατε;» τον ρώτησε ο Άνσελμος.

«Περίπου ίδια με τη δική σου. Πιστεύω ότι πρέπει να περιμένουμε λίγο ακόμα. Δε θα είχε νόημα να στείλω τα αεροπλάνα από τώρα. Ωστόσο, θα φροντίσω το ενεργειακό κανόνι να επισκευαστεί και να πάει πίσω στην εκστρατεία και πάλι.»

«Είσαι σίγουρος ότι, ώς τότε, η εκστρατεία θα βρίσκεται σ’αυτό το χωριό των Τορμόκομ;» είπε η Αλντάρνη.

«Θα προστάξω ένα αεροσκάφος να δει πού βρίσκονται, προτού τους στείλω το κανόνι. Πόσο μακριά θα έχουν πάει;

»Και τώρα,» άλλαξε θέμα ο Ευρύμαχος, «θα ήθελα να επιστήσω την προσοχή και των δυο σας σε ένα ζήτημα που θεωρώ πολύ σημαντικό. Χτες, συζήτησα με την Αλντάρνη το ενδεχόμενο ότι μπορεί κάποιος πληροφοριοδότης της Επανάστασης να βρίσκεται μέσα στην Ελρείσβα, Άνσελμε· μέσα στο ίδιο το Μέγαρο, πιθανώς. Η υπόθεσή μου βασίζεται στο ότι πρέπει κάποιος να ειδοποίησε τους επαναστάτες για το φορτηγό που επέστρεψε από την εκστρατεία, ώστε εκείνοι να το χτυπήσουν και να κλέψουν τις ενεργειακές φιάλες, καθώς θα έφευγε από την πόλη.

»Το λέω και στους δυο σας, επειδή πιστεύω πως πρέπει να έχουμε όλοι τα μάτια μας ανοιχτά, αν όντως υπάρχει αυτός ο πληροφοριοδότης που υποπτεύομαι.»

Ή, σκέφτηκε η Αλντάρνη, το λες και στους δυο μας επειδή δεν εμπιστεύεσαι εμένα αρκετά… Πιστεύεις ότι ο Άνσελμος θα μπορέσει να λύσει τούτο το μυστήριο; Γέλασε, εσωτερικά. Ο Άνσελμος μπορεί να έχει πολλά χαρίσματα, αλλά δεν είναι εκπαιδευμένος στην αντικατασκοπία, ανόητε! Αν υπάρχει πληροφοριοδότης, εγώ θα τον βρω!

Ο Άνσελμος συνοφρυώθηκε, παρατηρώντας τον Ευρύμαχο. «Σωστά…» είπε, συλλογισμένα. «Σωστά… Για να έμαθαν ότι το φορτηγό ήρθε και ότι πήρε φιάλες από εμάς, πρέπει κάποιος να τους το ανέφερε, αλλιώς δε θα είχαν τον απαιτούμενο χρόνο ώστε να ενεργήσουν…» Στράφηκε στην Αλντάρνη. «Ποιον υποπτεύεσαι; Ποιος μπορεί να είναι ο πληροφοριοδότης;»

Εκείνη μόρφασε. «Δεν ξέρω… Δεν ξέρω καν αν οι υποψίες του Ευρύμαχου είναι βάσιμες. Ίσως απλά οι επαναστάτες να καιροφυλακτούσαν στα νότια της Ελρείσβα και να επιτέθηκαν στο όχημα καθώς το είδαν να έρχεται.»

«Δεν είναι δυνατόν να το πιστεύεις αυτό,» είπε ο Άνσελμος, σχεδόν γελώντας, αν έκρινε κανείς από το λύγισμα των χειλιών του.

Η Αλντάρνη αισθάνθηκε να εξοργίζεται. Κοροϊδεύει εμένα; Εμένα; «Είναι μια πιθανότητα!» αντιγύρισε. «Γιατί, αν υπήρχε προδότης εδώ μέσα, θα τον είχα εντοπίσει. Σε περίπτωση, όμως, που πρόκειται για κάποιο τόσο ικανό άτομο που μου ξέφυγε, θα τον εντοπίσω τώρα. Έχω ήδη βάλει τους ανθρώπους μου να ψάχνουν.» Στην πραγματικότητα, δεν τους είχε βάλει ακόμα, αλλά θα τους έβαζε σύντομα. Πολύ σύντομα.

«Καλώς,» είπε ο Ευρύμαχος. «Θέλω, όμως, και οι δύο να έχετε τα μάτια σας ανοιχτά. Εσύ, Άνσελμε, έρχεσαι σε επαφή με πολύ κόσμο. Να τους προσέχεις όλους. Και, κυρίως, να προσέχεις τι τους λες.»

«Πάντοτε προσέχω τι λέω, αγαπητέ. Σου μοιάζω για άνθρωπος που φλυαρεί ασκόπως;»

•3•

Η Βενάρδα θα ενδιαφερόταν για τις εξελίξεις σχετικά με την εκστρατεία· ο Άνσελμος ήταν βέβαιος γι’αυτό. Και, μεταφέροντάς της εκείνος τα νέα, θα αποκτούσε περισσότερο την εύνοιά της, ενώ, συγχρόνως, θα της δημιουργούσε μια κάποια συναισθηματική φόρτιση μιλώντας –με λύπη– για τόσους άσκοπους θανάτους. Μια συναισθηματική φόρτιση που αυξανόταν, σταδιακά, κάθε φορά που ο Άνσελμος τής έφερνε άσχημα μαντάτα. Έτσι, όταν τελικά ερχόταν η ώρα για να διαλυθεί –ως δια μαγείας– η εκστρατεία, και όταν ο Άνσελμος εξηγούσε στη Βενάρδα ότι εκείνος ήταν που είχε βοηθήσει στην επίτευξη της ειρήνης, η αρνητική συναισθηματική φόρτιση θα μετατρεπόταν σε θετική: σε ανακούφιση, και σε ευγνωμοσύνη –προς τον Άνσελμο. Ο οποίος, μ’αυτό τον τρόπο, θα αποκτούσε τον έλεγχο που επιθυμούσε επάνω στον Ναό της Κρωμβέλης.

Τώρα, στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη του υπνοδωματίου του και ετοιμαζόταν, φορώντας ρούχα που ήταν καλά χωρίς να είναι φανταχτερά. Δεν ήταν σκοπός του να εντυπωσιάσει με την εμφάνιση· δεν μπορούσες να εντυπωσιάσεις την Αρχιέρεια της Κρωμβέλης με την εμφάνιση. Χρειαζόταν κάτι πολύ περισσότερο.

Ο Άνσελμος φόρεσε μια κάπα, σήκωσε την κουκούλα στο κεφάλι, και έφυγε από τα δωμάτιά του. Διέσχισε τους διαδρόμους του Μεγάρου της Ελρείσβα και βγήκε απ’αυτό, στους λιθόστρωτους δρόμους της πόλης. Οι ήλιοι έγερναν προς τη Δύση, πλημμυρίζοντας τα πάντα στις σκιές. Ετούτη ήταν η πρώτη «κανονική» ημέρα μετά από τις πέντε Σκιερές Ημέρες.

Ο Άνσελμος κατευθύνθηκε προς το λιμάνι της Ελρείσβα και, μετά, δυτικά, ακολουθώντας τον στριφτό δρόμο που οδηγούσε στον Ναό της Κρωμβέλης.

Το γεγονός ότι μπορεί να τον παρακολουθούσαν δεν είχε περάσει καθόλου απ’το μυαλό του, επειδή έκρυβε το πρόσωπό του μέσα στη σκιά της κουκούλας του, κι επειδή… ποιος θα μπορούσε να τον παρακολουθεί; και για ποιο λόγο;

Ένας άνθρωπος, όμως, βρισκόταν πίσω του, από τότε που ο Παντοκρατορικός Πρέσβης έφυγε από τα δωμάτιά του μέσα στο Μέγαρο…

*

Η Αλντάρνη είχε βάλει να παρακολουθούν τους πάντες, αποφασισμένη ότι, αν υπήρχε πληροφοριοδότης της Επανάστασης μέσα στο Μέγαρο ή στην Ελρείσβα, θα τον εντόπιζε. Οι κατάσκοποί της θα κουράζονταν, αλλά θα της τον έβρισκαν –αν, όντως, ήταν υπαρκτός. Που δεν ήταν καθόλου βέβαιη ότι ήταν έτσι τα πράγματα. Η υπόθεση του Ευρύμαχου μπορεί να ήταν λανθασμένη.

Καθόταν σε μια πολυθρόνα του καθιστικού της, καθώς βράδιαζε, και ατένιζε την πόλη, έξω από ένα ανοιχτό παράθυρο. Ένα ψυχρό αεράκι ερχόταν, δροσίζοντας το πρόσωπό της. Στο δεξί της χέρι κρατούσε μια κούπα με ίνφετ και πάγο.

Ο επικοινωνιακό δίαυλος κουδούνισε. Η Αλντάρνη σηκώθηκε από την πολυθρόνα, πλησίασε το γραφείο της, και τον άνοιξε.

«Αρχικατάσκοπε;»

«Τι είναι;»

«Έχω μια πληροφορία που ίσως να σας ενδιαφέρει. Ο Παντοκρατορικός Πρέσβης, πριν από λίγη ώρα, βγήκε απ’τα δωμάτιά του, φορώντας κουκούλα και δίνοντάς μου την εντύπωση πως ήθελε να μείνει απαρατήρητος–»

Η Αλντάρνη συνοφρυώθηκε. «Είδες πού πήγε;»

«Ασφαλώς, Αρχικατάσκοπε. Στο Ναό της Κρωμβέλης. Κι εκεί, βέβαια, δεν μπορούσα να τον ακολουθήσω… Οι φρουροί του Ναού, πάντως, δε φάνηκαν ν’αργούν να του ανοίξουν για να περάσει.»

«Εντάξει…» είπε η Αλντάρνη, παραξενεμένη. «Να συνεχίσεις να τον παρακολουθείς. Να δεις πότε θα επιστρέψει.»

«Μάλιστα.»

Η Αλντάρνη έκλεισε τον επικοινωνιακό δίαυλο, ταρακούνησε το ίνφετ μέσα στην κούπα της, και ήπιε μια γουλιά.

Τι δουλειές έχει αυτός με το Ναό της Κρωμβέλης; Οι ιέρειες της Κρωμβέλης δεν ήταν, γενικά, πολύ ανοιχτές με τους ξένους. Ούτε καν με τους γηγενείς. Ήταν μυστηριώδεις και αινιγματικές· περισσότερο από τους συνηθισμένους Αρβήντλιους, ίσως. Κι αυτό σήμαινε πως ήταν πολύ μυστηριώδεις και αινιγματικές. Η Αλντάρνη, παρότι Παντοκρατορική Αρχικατάσκοπος της Ελρείσβα, δεν ήξερε, ουσιαστικά, τίποτα γι’αυτές. Αλλά ούτε και ποτέ είχε περάσει απ’το νου της η υποψία ότι μπορεί να ήταν με την Επανάσταση. Οι ιέρειες της Κρωμβέλης έπαιζαν, συνήθως, έναν… παθητικό ρόλο μέσα στην Αρβήντλια κοινωνία, νόμιζε η Αλντάρνη. Ήταν καθοδηγήτριες· ειρηνικές καθοδηγήτριες. Η θεά τους ήταν θεά των υπόγειων υδάτων της διάστασης, που θεωρούνταν ευλογία όταν έσπαγαν την ξερή γη και ανάβλυζαν, για να ποτίσουν ανθρώπους, ζώα, και φυτά.

Τι δουλειές μπορεί, λοιπόν, να έχει ο Άνσελμος μαζί τους;

Η Αλντάρνη αδυνατούσε να καταλάβει. Ο Άνσελμος μπλεκόταν στα πολιτικά δρώμενα, κυρίως· και τι επιρροή είχαν οι ιέρειες της Κρωμβέλης σ’αυτά; Μικρή, πίστευε η Αλντάρνη, πολύ μικρή.

Ήπιε ακόμα μια γουλιά ίνφετ, κι επέστρεψε στην πολυθρόνα της, χωρίς να καθίσει. Κοίταξε έξω απ’το ανοιχτό παράθυρο, και το βλέμμα της στράφηκε προς τα βορειοδυτικά: προς τα εκεί όπου φαινόταν ο Ναός της Κρωμβέλης, γαντζωμένος στα βράχια και πάνω απ’τα νερά του Υδάτων Τόπου.

Ο Άνσελμος δεν είναι ανόητος. Σίγουρα, θα έχει κάποιον καλό λόγο για να πηγαίνει εκεί, μια τέτοια ώρα. Και ούτε πρέπει νάναι η πρώτη φορά που έχει πάει… Η Αλντάρνη συνοφρυώθηκε. Από καιρό πρέπει νάχει πάρε-δώσε με τις ιέρειες.

Αλλά γιατί;

*

Τα νέα δεν ευχαρίστησαν την Αρχιέρεια. Δεν της άρεσαν ούτε οι συνεχόμενες καταστροφές των χωριών στον Κοράκου Τόπο –παρότι επρόκειτο για χωριά Μελανών–, ούτε η ενέδρα των Μελανών κατά των Παντοκρατορικών και του Πρωτοσπαθάριου, ούτε η επιχείρηση δολιοφθοράς των επαναστατών, οι οποίοι, μάλιστα, ήταν Λευκοί.

«Πρέπει να σταματήσει αυτό, Άνσελμε!» είπε, ταραγμένα. «Πρέπει να σταματήσει! Δεν το βλέπετε ότι μας οδηγεί απ’το κακό στο χειρότερο; Τα όσα θ’ακολουθήσουν θα είναι… θα είναι…» κούνησε το κεφάλι της, «καταστροφικά.»

«Έχω ήδη ένα σχέδιο στο μυαλό μου…»

«Τι σχέδιο;» ρώτησε αμέσως η Αρχιέρεια.

«Δε μπορώ να σου πω από τώρα, Βενάρδα. Πιστεύω, όμως, ότι θα επιτευχθεί ειρήνη, αν τα καταφέρω. Αν δεν τα καταφέρω, μάλλον η πρόβλεψή σου θα βγει σωστή. Τα αποτελέσματα της εκστρατείας θα είναι καταστροφικά. Για όλους. Ούτε οι Λευκοί θα κερδίσουν τίποτα από τούτη την κατάσταση, αλλά ούτε κι η Παντοκράτειρα. Μπορεί οι Μελανοί να βγουν πιο ζημιωμένοι, μα, από ένα σημείο και μετά, αυτό δεν έχει σημασία· είναι… αμελητέο.»

Η Αρχιέρεια κατένευσε. «Ακριβώς,» είπε, σιγανά. Και, κερνώντας τον Άνσελμο ένα ποτό, τον οδήγησε σ’ένα μπαλκόνι των διαμερισμάτων της.

«Αισθάνομαι υποχρεωμένη απέναντί σου, και δεν ξέρω πώς να σε ξεπληρώσω,» του είπε, ύστερα από μερικά λεπτά σιωπής, όταν κι οι δυο τους ήταν καθισμένοι σε ξύλινες καρέκλες και έπιναν.

«Ανοησίες,» αποκρίθηκε ο Άνσελμος μ’ένα ήπιο χαμόγελο. «Έχουμε τον ίδιο σκοπό, Βενάρδα. Και νομίζω πως, ώς ένα βαθμό, οι σκέψεις μας… συναντιούνται, παρότι δεν είμαι Αρβήντλιος.» Δεν είχε νόημα να προσπαθήσει να απομακρύνει απ’το μυαλό της την αλήθεια· η Αρχιέρεια της Κρωμβέλης δεν παρέβλεπε το γεγονός ότι ο Πρέσβης δεν ήταν Λευκός. Τον συμπαθούσε επειδή τον συμπαθούσε, όχι επειδή ανήκαν στην ίδια φυλή.

Η Βενάρδα τού επέστρεψε το χαμόγελο. «Ναι, πράγματι, οι σκέψεις μας συναντιούνται… Δεν είναι περίεργο;»

«Για ποιο λόγο να είναι;»

«Εγώ είμαι ιερωμένη της Κρωμβέλης· εσύ, Πρέσβης της Παντοκρατορίας.»

«Και οι δύο επιθυμούμε τη σταθερότητα της περιοχής,» τόνισε ο Άνσελμος. «Δεν είμαι εδώ για να… εμ… υποτάξω κανέναν, Βενάρδα. Είμαι εδώ για να ρυθμίζω έτσι τα πράγματα ώστε να αποφεύγονται οι άσκοπες εντάσεις. Μπορούμε όλοι να επωφ–» Σταμάτησε απότομα να μιλά, καθώς, με την άκρια του ματιού του, πρόσεξε μια σκιά.

Μια ανθρώπινη σκιά. Από το εσωτερικό των διαμερισμάτων της Αρχιέρειας.

Κοίταξε ανάμεσα απ’τις κουρτίνες της πόρτας του μπαλκονιού, και είδε δύο αστραφτερά μαύρα μάτια να τον παρατηρούν, κι ένα κατάλευκο πρόσωπο.

Η κοπέλα στράφηκε και χάθηκε μες στο σκοτάδι, γρήγορα, σα να μην ήταν τίποτα παραπάνω από μια οπτασία.

Αυτή… σκέφτηκε ο Άνσελμος, που τη θυμόταν από την προηγούμενη φορά που είχε έρθει εδώ. Η κόρη της… Πρέπει νάναι κόρη της, αν και είναι απαγορευμένο–

«Τι συμβαίνει, Άνσελμε;» Η φωνή της Αρχιέρειας διέκοψε τις σκέψεις του. «Τι είναι;» Το βλέμμα της στράφηκε προς τα εκεί όπου κοίταζε κι ο Πρέσβης.

«Δεν είμαστε μόνοι,» της είπε εκείνος.

Τα μάτια της Αρχιέρειας διαστάλθηκαν, προς στιγμή. Σηκώθηκε απ’την ξύλινη καρέκλα της και μπήκε, βιαστικά, στο εσωτερικό των διαμερισμάτων, παραμερίζοντας τις κουρτίνες.

Εκνευρισμένα. Τόσο εκνευρισμένα… παρατήρησε ο Άνσελμος. Δεν της ταιριάζει. Δεν την έχω ξαναδεί να φέρεται έτσι.

Αφουγκράστηκε.

Άκουσε βήματα από το εσωτερικό των διαμερισμάτων, και κάποιες ομιλίες. Αλλά δεν ήταν τόσο κοντά ώστε να μπορεί να καταλάβει τι έλεγαν. Τα διαμερίσματα της Αρχιέρειας ήταν μεγάλα: αποτελούνταν από πολλά δωμάτια, και οι φωνές έρχονταν απόμακρα στ’αφτιά του Άνσελμου. Οι δύο γυναίκες –μητέρα και κόρη, κατά πάσα πιθανότητα– βρίσκονταν πολύ μακριά του.

Μετά από κάποια ώρα, η Βενάρδα επέστρεψε στο μπαλκόνι.

«Με συγχωρείς γι’αυτό,» είπε, και κάθισε στην ξύλινη καρέκλα της. «Ήταν… Μην ανησυχείς· δεν ήταν τίποτα το ανησυχητικό. Μια βοηθός, μόνο.»

«Την έχω ξαναδεί,» σχολίασε ο Άνσελμος, δήθεν αδιάφορα.

Η Αρχιέρεια βλεφάρισε. «Την έχεις ξαναδεί;»

«Ναι, την προηγούμενη φορά. Ήταν κοντά στην πύλη. Αυτή δε σε ειδοποίησε για την άφιξή μου;»

Η Αρχιέρεια συνοφρυώθηκε, σκεπτικά. Ύστερα, είπε: «Τέλος πάντων, δεν είναι τίποτα το σημαντικό.»

Ο Άνσελμος ήπιε μια γουλιά απ’το ποτό του. «Δε νομίζω ότι με συμπαθεί…»

«Γιατί το λες αυτό;»

«Από το βλέμμα της.»

Η Αρχιέρεια αναστέναξε. «Είναι εκνευριστική ορισμένες φορές, το ξέρω. Μην της δίνεις σημασία. Ήταν από πολύ μικρή στο Ναό· εδώ μεγάλωσε. Δεν έχει συνηθίσει καθόλου τους ξένους. Και ως ξένους χαρακτηρίζει όλους όσους δεν είναι άνθρωποι του Ναού.»

«Εδώ μεγάλωσε… Δεν είναι ιέρεια, όμως;»

«Αν ήταν ιέρεια, θα ήταν ντυμένη και σαν ιέρεια.»

«Σωστά…» είπε ο Άνσελμος.

«Γιατί σ’έχει αναστατώσει;»

Δεν έχει αναστατώσει εμένα, Βενάρδα· εσένα έχει αναστατώσει. «Απλώς, μου έχει κινήσει την περιέργεια.»

Η Αρχιέρεια χαμογέλασε. «Είναι καλό κορίτσι κατά βάθος, αν και λιγάκι ατίθασο.»

«Δεν το αμφιβάλλω…» είπε ο Άνσελμος, παρατηρώντας την, καθώς έπινε ακόμα μια γουλιά απ’το ποτό του.

*

Αργότερα, επέστρεψε στο Μέγαρο της Ελρείσβα και στα δωμάτιά του. Άνοιξε την εξώθυρα, μπήκε, και–

Σταμάτησε, κλείνοντας σιγανά πίσω του.

«Αλντάρνη,» είπε, φωναχτά. «Τι κάνεις εδώ;»

Από το σκοτάδι της πόρτας του υπνοδωματίου, η Παντοκρατορική Αρχικατάσκοπος ξεπρόβαλε. Και είναι ντυμένη, παρατήρησε ο Άνσελμος. Φορούσε μια μαύρη, δερμάτινη τουνίκα, που δενόταν με λουριά εμπρός της, και ένα γκρίζο, εφαρμοστό παντελόνι. Στα πόδια της ήταν καφετιά σανδάλια, σφιχτοδεμένα. Από τη ζώνη της κρεμόταν ένα ξιφίδιο. Βρισκόταν εδώ για κάποια δουλειά. Ήθελε να μιλήσουν.

«Πώς στο Μάτι του Σκοτοδαίμονος το κατάλαβες;» τον ρώτησε, δείχνοντας ενοχλημένη, καθώς σταύρωνε τα χέρια της μπροστά της.

«Ότι είσαι εδώ; Όταν έφυγα, είχα κλείσει την πόρτα του υπνοδωματίου μου και τώρα ήταν ανοιχτή.»

Η Αλντάρνη τον καταράστηκε από μέσα της. Τόσο παρατηρητικός! Τόσο παρατηρητικός! Σε σημείο παραφροσύνης. Ωστόσο, δε θέλησε να του δείξει ότι την είχε αιφνιδιάσει. Άνοιξε το στόμα της για να μιλήσει–

Αλλά ο Άνσελμος μίλησε πρώτος, πλησιάζοντάς την: «Δε μ’αρέσει, όμως, αυτό που κάνεις, Αλντάρνη. Δε μ’εμπιστεύεσαι;»

«Τι εννοείς;»

«Μπαίνεις σαν κλέφτης στα δωμάτιά μου.»

«Αυτή είναι η δουλειά μου–»

«Δεν είναι η δουλειά σου να κατασκοπεύεις τον Παντοκρατορικό Πρέσ–»

«Η δουλειά μου είναι να ξέρω τα πάντα για τους πάντες! Ή, μήπως, έχεις κάτι να κρύψεις;»

Ο Άνσελμος άγγιξε το μάγουλό της με τις άκριες των δαχτύλων του, χαμογελώντας. «Από εσένα; Δε νομίζω.»

«Μην προσπαθείς να με αποπροσανατολίσεις! Ήρθα εδώ για να σου μιλήσω για κάτι.»

Ο Άνσελμος γέλασε. «Δεν προσπαθώ να σε αποπροσανατολίσω.»

Η όψη της Αλντάρνης σκοτείνιασε. «Πού ήσουν;»

Ο Άνσελμος έλυσε την κάπα του και την κρέμασε στην κρεμάστρα. «Έχει σημασία;»

«Είχες πάει στο Ναό της Κρωμβέλης.» Δεν ήταν ερώτηση.

Με παρακολουθείς τώρα, Αλντάρνη; Ο Άνσελμος είχε παρατηρήσει ότι, τον τελευταίο καιρό, η Αρχικατάσκοπος είχε αρχίσει να φέρεται πιο… ακραία απ’ό,τι παλιότερα. Ίσως να έφταιγαν τα γεγονότα, αλλά και πάλι–

«Δεν είχες πάει;» συνέχισε η Αλντάρνη.

Προφανώς, δεν έχει νόημα να το αρνηθώ. «Ναι, είχα πάει. Και τι μ’αυτό;»

«Γιατί;»

«Πρέπει να ξέρεις;»

Κι εσύ πρέπει να το κρύψεις; σκέφτηκε η Αλντάρνη. Τι είναι αυτό που πρέπει να κρύψεις; «Μόλις τώρα δε μου έλεγες ότι δεν έχεις να κρύψεις τίποτα από εμένα;» Η φωνή της ήταν ψυχρή, αλλά έντονη.

«Δεν το κρύβω· απλά, δεν είναι και τίποτα το ιδιαίτερο.» Ο Άνσελμος ανασήκωσε τους ώμους, βηματίζοντας μέσα στο καθιστικό και πλησιάζοντας την κάβα. «Είχα πάει να μιλήσω με την Αρχιέρεια.»

«Γιατί;»

Ο Άνσελμος γέμισε ένα ποτήρι με νερό. «Θέλεις;» ρώτησε.

«Όχι. Γιατί είχες πάει να μιλήσεις στην Αρχιέρεια;»

Ο Άνσελμος ήπιε μια γουλιά νερό. Κάτι έχει αρχίσει να μην πηγαίνει καθόλου καλά μαζί σου, Αλντάρνη… σκέφτηκε, παρατηρώντας την. «Μιλάω με πολύ κόσμο μέσα στην Ελρείσβα. Το ξέρεις αυτό, έτσι; Υποθέτω πως δεν είναι τόσο δύσκολο για την Αρχικατάσκοπο να το ανακαλύψει–»

«Ήταν προφανές, όμως, ότι δεν ήθελες να σε δουν να πηγαίνεις στο Ναό!»

«Ναι,» παραδέχτηκε ο Άνσελμος, «επειδή δεν αφορά κανέναν. Συζητώ με την Αρχιέρεια όπως συζητώ και με πολλούς άλλους, Αλντάρνη. Μη μου πεις ότι είναι η πρώτη φορά που αντιλήφτηκες το γεγονός ότι συζητώ μαζί της.»

«Δεν ξέρω, όμως, αν είχες ξαναπάει στο Ναό.»

«Είχα πάει.»

«Δεν επιτρέπεται να μπαίνει ο οποιοσδήποτε εκεί.»

«Δεν είμαι ο οποιοσδήποτε· είμαι ο Παντοκρατορικός Πρέσβης της Ελρείσβα. Μην το ξεχνάς αυτό. Είμαι ο άνθρωπος που κρατά τα πράγματα ισορροπημένα εδώ.»

Μεγάλη ιδέα έχεις για τον εαυτό σου! σκέφτηκε η Αλντάρνη.

«Και, για να το καταφέρνω αυτό,» συνέχισε ο Άνσελμος, «πρέπει να μιλάω με πολύ κόσμο. Μη μου πεις ότι υποπτεύεσαι πως εγώ είμαι ο πληροφοριοδότης που φοβάται ο Ευρύμαχος.»

Η Αλντάρνη κούνησε το κεφάλι. «Όχι, δεν είναι αυτό που υποπτεύομαι,» είπε, και το εννοούσε.

«Τι υποπτεύεσαι, τότε;»

«Τίποτα συγκεκριμένο. Απλά, η νυχτερινή σου επίσκεψη στο Ναό της Κρωμβέλης ήταν παράξενη… Τι ακριβώς είπατε με την Αρχιέρεια;»

Ο Άνσελμος αναστέναξε. «Για την εκστρατεία τής μίλησα. Προσπαθώ, ουσιαστικά, να την… εμμ… ηρεμήσω σχετικά με το όλο θέμα. Δε θα θέλαμε οι ιέρειες της Κρωμβέλης να στραφούν, ξαφνικά, εναντίον μας, Αλντάρνη. Μπορεί να μην τις θεωρείς και τίποτα το… σπουδαίο, αλλά, πίστεψέ με, ασκούν αρκετή επιρροή στους Αρβήντλιους. Το νερό είναι πολύτιμο εδώ. Πολυτιμότερο από την ενέργεια, ίσως.»

Η Αλντάρνη έμεινε σιωπηλή, για λίγο. «Κι αυτό ήταν; Γι’αυτό πήγες να τη βρεις;»

«Ναι, μα τον Κρόνο! Για τι άλλο να πάω;» Ο Άνσελμος άφησε το ποτήρι του επάνω στην κάβα και βάδισε προς το λουτρό. «Θα κάνω ένα μπάνιο. Αν θες να μείνεις, μείνε. Σαν στο σπίτι σου.»

Η Αλντάρνη στάθηκε ακίνητη μέσα στο καθιστικό, ακούγοντας το νερό ν’αρχίζει να τρέχει πίσω απ’την κλειστή πόρτα. Ύστερα, έφυγε απ’τα δωμάτια του Άνσελμου, λιγάκι προβληματισμένη. Δεν είχε όρεξη για ερωτικά παιχνίδια απόψε.

Κεφάλαιο 8
Η Βάση της Επανάστασης

•1•

Ο Κέλκιλ έμεινε ακόμα μια μέρα στη Σάηρλεσκ, για να διεκπεραιώσει τις δουλειές που είχε εδώ. Τώρα, φαινόταν πολύ καλύτερα από πριν, αλλά επίσης δεν έδειχνε να βιάζεται. Ήθελε να κάνει ό,τι ήταν να κάνει με το πάσο του. Μάλλον, φοβόταν πως ίσως η κούραση να επιδείνωνε την ασθένειά του.

Ο Ανδρόνικος και οι σύντροφοί του περίμεναν, μένοντας κυρίως στο Πατρόθεν. Δεν είχαν τίποτ’άλλο να κάνουν στην πόλη· την πληροφορία που ήθελαν να πάρουν την είχαν πάρει: Ο Αρίσταρχος είχε περάσει από εδώ, για να προμηθευτεί κάποια πράγματα, και είχε φύγει, γρήγορα, κατευθυνόμενος προς τον Κοράκου Τόπο, καθώς πίστευε ότι τον κυνηγούσαν. Και οι διώκτες του, αναμφίβολα, δεν ήταν φανταστικοί, γιατί, λίγες μέρες ύστερα από την αναχώρησή του, κάποιοι σκότωσαν τον Ζάλφαμ, τον επαναστάτη που είχε βάλει τον Αρίσταρχο στο σπίτι του.

Όλα τούτα, βέβαια, δεν απαντούσαν στον Ανδρόνικο ένα πολύ βασικό ερώτημα: πώς είχε ο Αρίσταρχος κωδικοποιήσει το μήνυμά του· τι κώδικα είχε χρησιμοποιήσει. Επομένως, ο Πρίγκιπας της Απολλώνιας ήξερε ότι βρισκόταν ακόμα στην αρχή της αναζήτησής του.

Προτού φύγουν από τη Σάηρλεσκ, επισκέφτηκε πάλι τον Γιάρντικ’χοκ, τον μάγο που είχε πει σ’εκείνον και τους συντρόφους του για τον θάνατο του Ζάλφαμ. Αυτή τη φορά, ο Ανδρόνικος τού έδειξε το ίδιο το μήνυμα του Αρίσταρχου και τον ρώτησε μήπως αναγνώριζε τον κώδικα. Ο Γιάρντικ’χοκ αποκρίθηκε πως δεν τον είχε ξαναδεί.

Και την ίδια απάντηση έδωσε κι η Ιέρεια Φάσρι, που ο Ανδρόνικος τη ρώτησε μετά από τον μάγο.

«Δε με εκπλήσσει,» του είπε ο Ράθνης, όταν είχαν επιστρέψει στο Πατρόθεν. «Αν γνώριζαν τον κώδικα, τότε δε θα ήταν μυστικός.»

Ορισμένες φορές, σκέφτηκε ο Ανδρόνικος, απορώ γιατί ο Αρίσταρχος αισθάνθηκε την ανάγκη να κωδικοποιήσει έτσι το μήνυμά του. Ποιος φοβόταν ότι μπορεί να το διάβαζε; Οι Παντοκρατορικοί; Μα, αν η πληροφορία βοηθά την Επανάσταση, τότε οι Παντοκρατορικοί, κατά πάσα πιθανότητα, θα την ξέρουν ήδη…

Η ενέργεια του Αρίσταρχου έμοιαζε να δείχνει ότι μέσα στο μήνυμά του υπήρχε κάτι το τόσο επικίνδυνο που δεν έπρεπε κανένας να το μάθει: κανένας, εκτός απ’τον Ανδρόνικο, στον οποίο και το μετέφερε όταν πέθανε στη Διάσταση του Φωτός.

*

«Θα εγκαταλείψουμε το καραβάνι του Κέλκιλ, όταν φτάσουμε στη Διχάλα;» ρώτησε η Άνμα’ταρ, το απόγευμα, που είχαν όλοι τους συγκεντρωθεί στο δωμάτιο του Ανδρόνικου και της Ιωάννας. «Εννοώ, για να πάμε στη βάση.»

«Ο Αρίσταρχος πρέπει να πήγε, κατευθείαν, στον Κοράκου Τόπο,» της είπε ο Ράθνης.

«Ναι, αλλά και πάλι νομίζω πως μας συμφέρει να πάμε στη βάση. Ίσως εκεί να μπορέσουμε να πάρουμε και κάποιο όχημα και να κάνουμε τη δουλειά μας πιο εύκολα.»

«Συμφωνώ,» είπε ο Ανδρόνικος. «Κι εγώ πιστεύω πως πρέπει να επισκεφτούμε τη βάση, για γενικότερους λόγους. Εκτός από το όχημα που μπορεί να προμηθευτούμε, ίσως να μάθουμε και κάτι επιπλέον για τον Αρίσταρχο. Το γεγονός ότι ο ίδιος, μάλλον, δεν πέρασε από εκεί, δε σημαίνει πως κι οι επαναστάτες της βάσης δεν άκουσαν τίποτα γι’αυτόν.»

*

Το επόμενο πρωί, το καραβάνι του Κέλκιλ έφυγε από την αγορά της Σάηρλεσκ, και τα τέσσερα μεγάλα φορτηγά οχήματά του, γυαλίζοντας στις ακτίνες του πρωινού ήλιου, κατευθύνθηκαν προς την ανατολική πύλη της πόλης. Αρκετές δεκάδες μέτρα προτού την πλησιάσουν, μπήκαν κάτω από τη σκιά των ψηλών, πέτρινων τειχών, τα οποία σχημάτιζαν σκέπαστρο πάνω από τους δρόμους που βρίσκονταν κοντά τους. Το λιθόστρωτο έτριζε κάτω από τους τροχούς των βαριών οχημάτων.

Κι ένας άντρας παρακολουθούσε, από το ψηλότερο παράθυρο ενός μονώροφου σπιτιού. Στα μάτια του είχε ένα ζευγάρι κιάλια, και κοίταζε το τρίτο κατά σειρά όχημα. Το όχημα όπου βρίσκονταν οι μισθοφόροι που είχαν κινήσει την περιέργεια εκείνου και των κατασκόπων του. Οι μισθοφόροι αυτοί, μάλλον, δεν ήταν κανονικοί μισθοφόροι, αλλά πράκτορες της Επανάστασης· γιατί ο άντρας είχε μάθει ότι αναζητούσαν τα ίχνη ενός άλλου πράκτορα της Επανάστασης: του Αρίσταρχου, ο οποίος είχε ανακαλύψει ένα πολύ επικίνδυνο μυστικό και ο οποίος τώρα ήταν νεκρός, στη Διάσταση του Φωτός.

Και το μυστικό του είχε πεθάνει μαζί του… ή, έτσι νομίζαμε.

Αλλά δεν πρέπει να ήταν αλήθεια.

Όταν οι κατάσκοποι του άντρα τού είχαν αναφέρει ότι οι παράξενοι μισθοφόροι είχαν επισκεφτεί ανθρώπους που υπήρχε η έντονη υποψία –η βεβαιότητα, ουσιαστικά– ότι δούλευαν για την Επανάσταση, εκείνος είχε πάει στο πανδοχείο που ονομαζόταν Πατρόθεν, είχε κλείσει ένα δωμάτιο, και, χρησιμοποιώντας τη μαγεία του, τους είχε παρακολουθήσει.

Και, ναι, είχε καταφέρει να μάθει ανησυχητικά πράγματα. Πολύ ανησυχητικά.

Ο Αρίσταρχος ήταν νεκρός, αλλά όχι και το μυστικό του. Αυτό ακόμα ζούσε, κάπως. Μέσα σε κάποιο κωδικοποιημένο μήνυμα, απ’ό,τι είχε καταλάβει ο άντρας, το οποίο οι επαναστάτες προσπαθούσαν να αποκωδικοποιήσουν.

Δυστυχώς, δεν τους είχε εντοπίσει από την αρχή της άφιξής τους στη Σάηρλεσκ. Μόλις χτες είχαν τραβήξει την προσοχή των κατασκόπων του με τις συνεχείς επισκέψεις τους στα ύποπτα πρόσωπα· επομένως, ο άντρας δεν είχε χρόνο να μάθει όσα θα ήθελε. Γιατί, σήμερα, το καραβάνι έφευγε.

Και δε μπορώ να το ακολουθήσω, σκεφτόταν, καθώς κατέβαζε τα κιάλια από μπροστά του, βλέποντας τα οχήματα να περνάνε την ανατολική πύλη της Σάηρλεσκ και να βγαίνουν από τα τείχη της πόλης. Δε μπορώ ν’αφήσω το πόστο μου.

Ούτε έχω τη δυνατότητα να στείλω κατασκόπους πίσω τους. Θα πρέπει να πάρουν ενεργειακά οχήματα, για να προλάβουν τα οχήματα του καραβανιού, και οι επαναστάτες, σίγουρα, θα τους αντιληφτούν. Θα καταλάβουν ότι παρακολουθούνται–

Αλλά ίσως να άξιζε το ρίσκο. Ίσως να άξιζε πολύ. Επειδή είχε ακούσει τους επαναστάτες να αναφέρουν ότι θα επισκέπτονταν τη βάση της Επανάστασης στα βουνά, ανατολικά από εδώ· κι αυτή τη βάση οι άνθρωποι της Παντοκράτειρας την έψαχναν από καιρό.

Τέλος πάντων. Το ακόμα πιο βασικό ήταν να ειδοποιήσει τους Αφέντες του για ετούτους τους επαναστάτες, γιατί αυτό που αναζητούσαν ήταν πολύ επικίνδυνο.

Ο άντρας έφυγε απ’το παράθυρο και από το σπίτι, βαδίζοντας βιαστικά.

Καθοδόν, έδωσε κάποιες διαταγές στους κατασκόπους του, χωρίς τη χρήση τηλεπικοινωνιακού πομπού, αλλά μ’ένα Ξόρκι Προφορικής Τηλεπικοινωνίας, μουρμουρίζοντας τα λόγια του μηνύματος μέσα στην κουκούλα του και στέλνοντάς τα στην κατάλληλη συχνότητα. Κάτι απλό για έναν Τεχνομαθή. Το μήνυμα, ασφαλώς, μπορούσε να υποκλαπεί, αλλά μόνο αν κάποιος τον παρακολουθούσε εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ή αν παρακολουθούσε τον λήπτη του μηνύματος· κι αυτό ο μάγος δεν πίστευε ότι συνέβαινε.

Μπήκε σ’ένα άλλο χτίριο και κατέβηκε σκάλες, για να φτάσει στο υπόγειο, το οποίο ήταν πλημμυρισμένο από μηχανικούς εξοπλισμούς. Πλησίασε ένα μηχάνημα που ήταν από τα πιο περίπλοκα, πιο τεχνολογικά εξελιγμένα, και πιο ενεργοβόρα που υπήρχαν. Ένα μηχάνημα που δεν χρησιμοποιούσε κανείς χωρίς καλό λόγο, πουθενά στο Γνωστό Σύμπαν, και ειδικά στην Αρβήντλια. Ένα μηχάνημα το οποίο έστελνε μηνύματα μέσα από τις διαστάσεις. Εξέπεμπε σε συχνότητες που έσχιζαν τα συμπαντικά τοιχώματα των διαστάσεων, μεταλλάσσονταν, και συνέχιζαν σε άλλες διαστάσεις και σε άλλες διαστάσεις και σε άλλες διαστάσεις, ώσπου να φτάσουν στον προορισμό τους.

Δεν ήταν μια συσκευή που μπορούσε να χειριστεί ο καθένας εύκολα. Ο άντρας, όμως, μπορούσε· και τώρα, ήταν αναγκαίο να επικοινωνήσει με τους Αφέντες του, ώστε εκείνοι να δουν πώς θα λύσουν ετούτο το απρόσμενο πρόβλημα που είχε παρουσιαστεί.

Ο Τεχνομαθής μάγος χρησιμοποίησε ένα Ξόρκι Υπερδιαστασιακής Αποστολής και πάτησε μερικά πλήκτρα. Ένα κόκκινο φωτάκι άναψε, έντονα, επάνω στη συσκευή. ΜΗΝΥΜΑ ΣΤΕΛΝΕΤΑΙ, έγραψε η οθόνη. Ένας ήχος σαν από ξαφνικό ανεμοστρόβιλο αντήχησε στο υπόγειο, αν και αέρας δεν είχε σηκωθεί. Πέντε ενεργειακές φιάλες καταναλώθηκαν μέσα σε λιγότερο από ένα λεπτό.

ΜΗΝΥΜΑ ΕΣΤΑΛΗ, έγραψε η οθόνη.

*

Τα οχήματα του καραβανιού κυλούσαν επάνω σε άμμο και πέτρες, κατευθυνόμενα νοτιοανατολικά, προς τη Διχάλα.

Ο Ανδρόνικος στεκόταν μπροστά σ’ένα παράθυρο και κοίταζε βόρεια, τα ξερά, απόκρημνα βουνά, στους πρόποδες των οποίων ταξίδευε το καραβάνι. Ο Ράθνης ακόνιζε το σπαθί του, καθισμένος επάνω σ’ένα κιβώτιο. Ο Σέλιρ’χοκ καθόταν στο πάτωμα του φορτηγού και, έχοντας τα μάτια του κλειστά, διαλογιζόταν. Η Άνμα’ταρ έδειχνε να βαριέται, καθώς έπινε καφέ από μια κούπα. Ο Δάρυλμος καθόταν κοντά της και έπαιζε χαρτιά· της είχε προτείνει να παίξουν μαζί, αλλά εκείνη δεν ήθελε.

Η Ιωάννα ήταν η μόνη που πρόσεξε αμέσως ότι κάποιοι τούς ακολουθούσαν, γιατί ήταν επίσης η μόνη που κοίταζε προς τα νώτα του καραβανιού, από ένα μικρό, ακριανό παράθυρο.

Δύο δίκυκλα οχήματα, με πολύ παχείς τροχούς· κι επάνω στο καθένα, ένας καβαλάρης με κλειστό κράνος.

Παράξενο. Ύποπτο. Τουλάχιστον για μια Μαύρη Δράκαινα και επαναστάτρια.

Η Ιωάννα άφησε το πόστο της και ζύγωσε τον Ανδρόνικο, ψιθυρίζοντάς του: «Μας ακολουθούν.» Δε μίλησε πιο δυνατά, γιατί δεν ήθελε να την ακούσουν οι άλλοι μισθοφόροι που μοιράζονταν το ίδιο φορτηγό μ’εκείνους. Αναμφίβολα, είχαν καταλάβει ότι η Ιωάννα και οι σύντροφοί της είχαν κάτι το ασυνήθιστο, μα δεν ήξεραν τι ακριβώς ήταν αυτό, ούτε υπήρχε λόγος να μάθουν τώρα ότι οι «ειδικές μεταφορές» του Κέλκιλ φοβόνταν μήπως κάποιος τούς παρακολουθεί.

Τα μάτια του Πρίγκιπα της Απολλώνιας στράφηκαν στο πρόσωπό της. «Πώς το ξέρεις;»

Η Ιωάννα τού έκανε νόημα να έρθει μαζί της, και τον οδήγησε στο μικρό, ακριανό παράθυρο, όπου κι ο Ανδρόνικος είδε τα δίκυκλα οχήματα.

Δε μπορεί…! σκέφτηκε. Δεν είναι δυνατόν να μας πήραν είδηση οι Παντοκρατορικοί!

«Είσαι βέβαιη ότι–;»

«Φυσικά και όχι. Αλλά εσύ τι νομίζεις;»

Φωτιές του Μαύρου Νάρζουλ!

Ο Ανδρόνικος ζύγωσε τον Ράθνη. Εκείνος πήρε το βλέμμα του από το σπαθί που ακόνιζε και κοίταξε τον Πρίγκιπα. «Συμβαίνει κάτι;» ρώτησε, παρατηρώντας την έκφρασή του.

«Δύο δίκυκλα βρίσκονται στο κατόπι μας.»

«Μπορεί νάναι τυχαίο.»

«Μπορεί.»

Η Άνμα’ταρ είχε ήδη σηκωθεί απ’τη θέση της, καταλαβαίνοντας ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, και τώρα ζύγωσε τον Ανδρόνικο και τον Ράθνη. Η Ιωάννα βρισκόταν ακόμα κοντά στο μικρό, ακριανό παράθυρο, κοιτάζοντας έξω.

«Τι είναι;» ρώτησε η Άνμα τον Πρίγκιπα και τον Αρβήντλιο επαναστάτη.

«Δύο δίκυκλα, πίσω μας,» είπε ο Ανδρόνικος.

«Πράκτορες;» Η Άνμα μιλούσε σιγανά.

«Πιθανώς· δε μπορώ να ξέρω. Η παρουσία τους, πάντως, είναι περίεργη.»

«Και τι θα κάνουν; Θα επιτεθούν στο καραβάνι;» είπε η Άνμα. «Δεν το νομίζω.»

«Ούτε κι εγώ. Μάλλον, θέλουν να μάθουν πού πηγαίνουμε.»

Τα μάτια της μάγισσας στένεψαν. «Να βρουν τη βάση;»

«Για να το κάνουν αυτό, θα πρέπει να ξέρουν πολλά για εμάς,» τους θύμισε ο Ράθνης.

«Καλή παρατήρηση,» είπε ο Ανδρόνικος, νιώθοντας ένα ρίγος να τον διαπερνά. Πώς τους είχαν καταλάβει οι Παντοκρατορικοί; Τι λάθος κάναμε;

Η Άνμα ένευσε. «Ναι… Δε μπορούν να ξέρουν….» Φαινόταν, όμως, σκεπτική. Πρέπει να έψαχνε τη μνήμη της κι εκείνη, όπως ο Ανδρόνικος, για να βρει πού είχαν κάνει το λάθος: πώς είχαν καταλήξει να παρακολουθούνται από πράκτορες της Παντοκράτειρας, χωρίς να το αντιληφτούν.

«Τι παλαβοί είν’ετούτοι;» Η φωνή αντήχησε μες στο όχημα, και ανήκε στον Κάβμικ.

Ο Ανδρόνικος, κοιτάζοντας έξω από ένα παράθυρο, είδε τους δύο καβαλάρηδες των δίκυκλων να περνάνε δίπλα απ’το καραβάνι. Συνοφρυώθηκε, παραξενεμένος.

«Εξερευνητές, ίσως,» ακούστηκε η τραχιά φωνή του Λεονάρδου. «Ή τίποτα χειρότερο.»

«Δε μου μοιάζουν για εξερευνητές…» είπε η Σάθρα.

«Τίποτα χειρότερο, λοιπόν!» γέλασε ο Λεονάρδος. «Εντάξει· κοιτάτε τη δουλειά σας. Δε νομίζω νάναι ληστές.»

«Μην το λες,» τον προειδοποίησε ο Ναβόνρι. «Μπορεί ετούτοι να μας προσπερνάνε για να ειδοποιήσουν τους φίλους τους, παρακάτω, ώστε να μας στήσουν ενέδρα.»

Αυτή η υπόθεση έκανε τους υπόλοιπους μισθοφόρους να σωπάσουν. Ακόμα κι ο Λεονάρδος δεν είχε κάτι να πει.

Η Ιωάννα πλησίασε τον Ανδρόνικο, μαζί με τον Δάρυλμος και τον Σέλιρ’χοκ. «Ο Ναβόνρι ίσως νάχει δίκιο,» τόνισε η Μαύρη Δράκαινα. «Αν δεν έχω εγώ δίκιο, τότε πρέπει νάχει αυτός.»

«Μπορεί,» είπε ο Σέλιρ’χοκ, «να μην έχει δίκιο κανένας απ’τους δυο σας. Παρότι η εμφάνιση των δίκυκλων μοιάζει ύποπτη, αφού έφυγαν απ’τη Σάηρλεσκ αμέσως μετά από εμάς, δε μπορούμε να αποκλείσουμε και την πιθανότητα να μην έχουν καμία σχέση μ’εμάς ή με το καραβάνι.»

*

Μετά από δύο ώρες έφτασαν στο μεγάλο πέρασμα που ανοιγόταν ανάμεσα στα βουνά, το ένα παρακλάδι της Διχάλας, και άρχισαν να το ακολουθούν. Γύρω από τα οχήματα του καραβανιού ορθώνονταν τώρα πανύψηλοι βράχοι, ο ένας πάνω στον άλλο, δημιουργώντας απότομους, απειλητικούς κρημνούς.

«Οι κατολισθήσεις δεν πρέπει να είναι σπάνιες εδώ…» είπε ο Δάρυλμος, κοιτάζοντας έξω από ένα παράθυρο.

«Όχι,» τον διαβεβαίωσε ο Ράθνης, «δεν είναι καθόλου σπάνιες. Είμαι βέβαιος, όμως, πως ο οδηγός του κύριου Κέλκιλ έχει το νου του για τα προειδοποιητικά σημάδια.»

«Ποιος απ’όλους τους οδηγούς;»

«Ο οδηγός του πρώτου οχήματος, προφανώς,» είπε ο Ανδρόνικος, όταν ο Ράθνης δεν απάντησε αμέσως στην ερώτηση του μασκοποιού.

«Οι φίλοι μας με τα δίκυκλα δεν έχουν ξαναφανεί…» παρατήρησε η Άνμα’ταρ, μετά από λίγο.

«Αυτό δε σημαίνει τίποτα,» της είπε η Ιωάννα.

«Το ξέρω.»

Ο Ανδρόνικος ρώτησε τον Ράθνη: «Πότε θα κατεβούμε;»

«Κατά το μεσημέρι,» αποκρίθηκε εκείνος, «θα έχουμε φτάσει στο κέντρο της Διχάλας: εκεί όπου ενώνονται τα τρία παρακλάδια της. Σ’αυτό το σημείο, υπάρχει ένα αρκετά μεγάλο χωριό Μελανών, που ονομάζεται Τάσλαμ Τε’έμ –‘η Καρδιά της Διχάλας’. Ο κύριος Κέλκιλ, υποθέτω, θα σταματήσει εκεί· και το μέρος βολεύει κι εμάς. Δεν έχει νόημα να φύγουμε πιο νωρίς από το καραβάνι.»

Ο Ανδρόνικος ένευσε. «Καλώς,» είπε· «θα προχωρήσουμε όπως λες.»

Μετά από λίγο, ρώτησε την Ιωάννα: «Αν ήταν πράκτορες αυτοί οι καβαλάρηδες, πώς νομίζεις ότι μας εντόπισαν;»

«Δεν ξέρω,» αποκρίθηκε η Μαύρη Δράκαινα.

«Καμια υπόθεση;»

«Μάλλον, τους κινήσαμε την περιέργεια επειδή ήρθαμε σε επαφή με κάποιον που ήδη παρακολουθούσαν.»

«Κάποιον από τους συνδέσμους μας στη Σάηρλεσκ…»

«Πιθανώς. Παρότι η Σάηρλεσκ δεν βρίσκεται υπό τον πλήρη έλεγχο της Παντοκράτειρας, ξέρουμε ότι πράκτορές της περιφέρονται εκεί –όπως και δικοί μας.»

«Για να στείλουν, όμως, ανθρώπους τους να μας ακολουθήσουν μες στις ερήμους, θα πρέπει να βρήκαν κάτι πιο συγκεκριμένο για εμάς, δε νομίζεις;»

«Ίσως να έχεις δίκιο. Αλλά δεν ξέρω πώς. Και, αυτή τη στιγμή, δεν έχει μεγάλη σημασία. Εκείνο που θα πρέπει να κάνουμε είναι να πλησιάσουμε τη βάση μας πολύ, πολύ προσεχτικά. Κι αν δούμε ότι κάποιοι μάς παρακολουθούν, θα πρέπει να τους εξολοθρεύσουμε.»

*

Ο Φωτεινός Ήλιος πλησίαζε στο κέντρο του ουρανού, ακολουθώντας από κοντά τον Σκοτεινό Ήλιο, καθώς δεν ήταν πολύς καιρός που οι Σκιερές Ημέρες είχαν περάσει και τα δύο μεγάλα ουράνια σώματα δεν είχαν ακόμα απομακρυνθεί πολύ.

Το καραβάνι του Κέλκιλ είχε μόλις φτάσει στο κέντρο της Διχάλας, στο χωριό Τάσλαμ Τε’έμ. Ψηλά, απόκρημνα ξεροβούνια βρίσκονταν παντού γύρω, σαν φυσικά τείχη. Τα σπίτια του χωριού ήταν οικοδομημένα από πέτρα, και οι κάτοικοί του έμοιαζαν καχύποπτοι, παρότι βρίσκονταν σ’ένα μέρος που ήταν περαστικό από εμπόρους και ταξιδευτές.

Ο Κέλκιλ είχε βγει, μαζί με κάμποσους μισθοφόρους του, για να διαπραγματευτεί με τους ντόπιους.

«Μάλλον,» είπε ο Ανδρόνικος, παρατηρώντας τον από απόσταση, «δεν έχουμε χρόνο να τον αποχαιρετήσουμε.»

«Δε χρειάζεται,» είπε η Ιωάννα. «Καλύτερα έτσι.»

Ο Πρίγκιπας και οι σύντροφοί του βρίσκονταν έξω απ’το όχημά τους, όπως επίσης κι οι περισσότεροι μισθοφόροι του καραβανιού. Είχαν βγει για να ξεσκάσουν, παρότι, ουσιαστικά, στο εσωτερικό των φορτηγών είχε περισσότερη δροσιά απ’ό,τι έξω. Έξω, ήταν καμίνι. Ο Ανδρόνικος νόμιζε ότι μπορούσε να αισθανθεί το καυτό έδαφος κάτω απ’τις μπότες του. Νόμιζε ότι η γη της Αρβήντλια προσπαθούσε να καψαλίσει τις πατούσες του.

«Είμαστε όλοι έτοιμοι;» ρώτησε τους συντρόφους του.

Ο Ράθνης κατένευσε.

«Ναι,» είπε η Άνμα’ταρ. Όλοι τους είχαν τους σάκους τους στους ώμους και τα όπλα τους δεμένα επάνω τους.

«Καλώς,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος.

Αναπάντεχα, μια φωνή: «Για πού το βάλατε εσείς;»

Ο Πρίγκιπας στράφηκε, για να δει τον Λεονάρδο να πλησιάζει.

«Φεύγετε;» τους ρώτησε.

«Ναι,» του είπε ο Ανδρόνικος. «Πρέπει να συνεχίσουμε μόνοι μας.»

«Για πού;»

Η Ιωάννα, που ήταν πάντοτε σε εγρήγορση, έψαξε να δει (διακριτικά) μήπως και κανένας άλλος τούς κοίταζε: κι αμέσως εντόπισε τη Σάθρα. Η μαυρόδερμη, μαυρομάλλα μισθοφόρος τούς ατένιζε από ένα απ’τα παράθυρα του φορτηγού, ενώ η ίδια βρισκόταν στη δροσερή σκιά του εσωτερικού του. Ακόμα αναρωτιέται για εμάς…

Αναμενόμενο.

Ο Ανδρόνικος είπε στον Λεονάρδο: «Νότια.»

Εκείνος συνοφρυώθηκε. «Νότια; Μες στα βουνά;» Ύψωσε το χέρι του, για να δείξει τους ξερούς, απόκρημνους βράχους.

«Ναι.»

«Έχουμε φίλους εκεί,» είπε ο Ράθνης.

Ο Λεονάρδος ύψωσε ένα του φρύδι. «Σοβαρά;»

«Σου μοιάζει να αστειεύομαι;»

Ο Λεονάρδος μειδίασε, υψώνοντας τα χέρια με τις παλάμες προς τα έξω. «Μην αρπάζεσαι, αδελφέ! Μια κουβέντα είπα. Καλό ταξίδι, όπου κι αν πηγαίνετε.» Έδωσε το χέρι του στον Ανδρόνικο.

Ο Πρίγκιπας το έσφιξε. «Καλό ταξίδι και σ’εσάς.»

«Και να είστε προσεχτικοί,» είπε η Ιωάννα. «Αυτοί οι τύποι με τα δίκυκλα ίσως, όντως, να έχουν πάει να ετοιμάσουν κάποια ενέδρα παρακάτω.» Δεν το ανέφερε επειδή πραγματικά πίστευε ότι χρειαζόταν να προειδοποιήσει τον Λεονάρδο και τους άλλους μισθοφόρους, αλλά επειδή ήθελε να αποσπάσει την προσοχή του από την αναχώρηση της ομάδας της. Καλύτερα να σκέφτεται πώς θα προστατέψει τον εαυτό του και το καραβάνι, παρά να αναρωτιέται για το παράξενο γεγονός ότι κατευθυνόμαστε νότια, μες στα βουνά.

Ο Λεονάρδος ένευσε. «Ναι, κι εμένα δε μου καλοφανήκανε αυτοί. Θα χρειαστούν, όμως, πολύ περισσότεροι από δυο ληστές για να πάρουν τούτο το καραβάνι.»

Ο Ανδρόνικος και οι σύντροφοί του απομακρύνθηκαν από το φορτηγό τους και από τα υπόλοιπα φορτηγά του Κέλκιλ, βαδίζοντας επάνω στις ξερές πέτρες. Στα κεφάλια τους σήκωσαν τις κουκούλες τους, για να προστατευτούν, όσο ήταν δυνατόν, από το έντονο φως του μεσημεριού.

Η Ιωάννα έριξε μια γρήγορη, επιφυλακτική ματιά πίσω τους, για να δει μήπως κανείς τούς ακολουθούσε. Δεν εντόπισε κανέναν, όμως εκείνοι οι καβαλάρηδες συνέχιζαν να την ανησυχούν. Δεν ήταν η πρώτη της φορά στην Αρβήντλια, και γνώριζε ότι υπήρχαν διάφορα μονοπάτια που διέσχιζαν ετούτα τα βουνά· η Διχάλα ήταν απλά το μεγαλύτερο. Οι καβαλάρηδες θα μπορούσαν να είχαν πάει από κάποιο απ’τα μικρότερα μονοπάτια και να βρίσκονταν κοντά τους. Ίσως, μάλιστα, να τους παρακολουθούσαν ετούτη τη στιγμή, χωρίς εκείνοι να μπορούν να τους δουν…

Οι επαναστάτες άρχισαν ν’ανεβαίνουν στα επικίνδυνα βράχια από μια γλιστερή πλαγιά, όπου χαλίκια και άμμος κυλούσαν κάτω απ’τις μπότες τους.

•2•

«Σε πόσες ώρες θα είμαστε στη βάση;» ρώτησε ο Δάρυλμος, καθώς οδοιπορούσαν μέσα στα κακοτράχαλα βουνά και οι ήλιοι είχαν αρχίσει να γέρνουν προς τη Δύση.

«Δε θα είμαστε εκεί σε ώρες,» του είπε ο Ανδρόνικος. «Θα είμαστε εκεί σε μέρες

Ο Δάρυλμος μόρφασε. «Μέρες; Πόσες;»

«Τέσσερις, περίπου,» του απάντησε η Ιωάννα, που είχε μελετήσει τους χάρτες της Αρβήντλια και παλιότερα, και ήξερε τις αποστάσεις γύρω από τη βάση.

«Λίγο παραπάνω,» τη διόρθωσε ο Ράθνης.

«Λίγες μέρες παραπάνω;» πετάχτηκε ο Δάρυλμος.

«Λίγο παραπάνω από τέσσερις ημέρες,» διευκρίνισε ο Ράθνης.

Ο Δάρυλμος κοίταξε τον Ανδρόνικο. «Πρίγκιπά μου, μήπως θα ήταν καλύτερα, τελικά, αν δεν είχαμε εγκαταλείψει το καραβάνι;»

«Μένοντας στο καραβάνι, δε θα μπορούσαμε να επισκεφτούμε τη βάση,» είπε ο Ανδρόνικος· «και θέλουμε να την επισκεφτούμε.»

Συνέχισαν το ταξίδι τους σιωπηλά.

*

Όταν νύχτωσε, σταμάτησαν σε μια σπηλιά, και η Ιωάννα είπε στον Σέλιρ’χοκ: «Θα φροντίσεις να μη μας πλησιάσει κανείς απροειδοποίητα;»

Ο μάγος κατένευσε· και, καθώς οι σύντροφοί του βολεύονταν μέσα στη σπηλιά, πάτησε γερά το ραβδί του στο ξερό έδαφος κι άρχισε να υφαίνει τα μάγια του. Οι κρύσταλλοι επάνω στο ραβδί γυάλισαν κάτω απ’τα υφάσματα που το τύλιγαν για να μην είναι φανερό.

Ο Σέλιρ’χοκ, τελειώνοντας τη δουλειά του, πλησίασε τους υπόλοιπους και κάθισε σε μια πέτρα. «Οποιαδήποτε υλική οντότητα μάς πλησιάσει μέσα σε εμβέλεια εκατό-πενήντα μέτρων, θα την καταλάβω.»

«Οποιαδήποτε υλική οντότητα;» είπε ο Δάρυλμος. «Και τα έντομα;»

Ο Σέλιρ’χοκ κούνησε το κεφάλι. «Όχι, όχι τα έντομα. Μπορώ να εστιάσω τη μαγγανεία στη μάζα που με ενδιαφέρει.»

«Αυτό δε σημαίνει πως δε θα φυλάμε σκοπιές, βέβαια,» είπε η Ιωάννα στους συντρόφους της, πάντοτε επιφυλακτική.

Μέσα στη νύχτα, όμως, κανένας δεν τους πλησίασε. Το πρωί, σηκώθηκαν με την ανατολή του Φωτεινού Ήλιου και συνέχισαν το ταξίδι τους. Η Ιωάννα ερεύνησε με το βλέμμα τα βράχια γύρω τους, μήπως δει κάποιον να τους ακολουθεί, μα δεν είδε κανέναν. Ωστόσο, τόνισε στους συντρόφους της να είναι προσεχτικοί.

«Αν μας παρακολουθούν,» της είπε ο Ράθνης, «το μεσημέρι θα έχουμε μια καλή ευκαιρία να τους εντοπίσουμε.»

«Γιατί;»

«Θα έχουμε φτάσει σ’ένα μέρος με καλή ορατότητα σ’όλη τη γύρω περιοχή.»

Το καυτό φως της Αρβήντλια τούς σφυροκοπούσε ανελέητα, καθώς οδοιπορούσαν, και οι αντανακλάσεις έκαναν τα μάτια τους να πονάνε. Είχαν ιδρώσει κάτω απ’τα ρούχα τους, αλλά κανένας δε σκέφτηκε να βγάλει την κάπα ή την κουκούλα του, γιατί, χωρίς κάλυψη, το φως θα τους έκαιγε χειρότερα. Συχνά-πυκνά, τραβούσαν παγούρια απ’τους σάκους τους κι έπιναν νερό. Μονάχα ο Ράθνης έμοιαζε να μην πολυεπηρεάζεται από το θερμό περιβάλλον, πράγμα που δεν εξέπληττε τους άλλους, ασφαλώς, αφού ετούτη ήταν η πατρίδα του· είχε συνηθίσει τη ζέστη.

Η Ιωάννα, επίσης, ήταν εκπαιδευμένη να αντεπεξέρχεται σε οποιεσδήποτε συνθήκες, περιβαλλοντικές ή μη. Η Παντοκράτειρα ήθελε τις Μαύρες Δράκαινες άτρωτες, όταν διαμόρφωσε το τάγμα τους. Τις ήθελε να μπορούν να πάνε παντού, να εισβάλλουν παντού, και να φέρνουν σε πέρας ό,τι αποστολή επιθυμούσε. Δυστυχώς, δεν είχαν αποδειχτεί αντάξιες των προσδοκιών της κυράς τους, κι εκείνη είχε αρχίσει να τις τιμωρεί, τη μία κατόπιν της άλλης. Τα άκρα στα οποία η Παντοκράτειρα έφτασε έφεραν, τελικά, τις Μαύρες Δράκαινες –όσες είχαν απομείνει απ’αυτές– με το μέρος του Πρίγκιπα Ανδρόνικου και της Επανάστασης.

Η εκπαίδευση, ωστόσο, δεν ξεχνιέται. Έτσι, τώρα η Ιωάννα, παρότι ζεσταινόταν αφόρητα κάτω απ’την κάπα και τα ρούχα της, μπορούσε να κάνει το μυαλό της να αγνοεί τη δυσφορία και το σώμα της να συνεχίζει, σαν μηχανή. Ορισμένες φορές, ο Ανδρόνικος τής είχε πει ότι αναρωτιόταν αν, με τη δημιουργία του τάγματος των Μαύρων Δρακαινών, η Παντοκράτειρα προσπαθούσε να φτιάξει ανθρώπους-μηχανές. Πράγμα που η Ιωάννα έβρισκε λίγο προσβλητικό, και πάντοτε του απαντούσε ότι δεν ήξερε τι έλεγε. Επιπλέον, και σε σένα έχουμε φανεί χρήσιμες· δεν είναι αλήθεια;

Αλήθεια είναι. Αλλά εγώ δεν σας εκπαίδευσα. Σας έδωσα την ευκαιρία να είστε ελεύθερες.

Θες να πεις, λοιπόν, ότι συμπεριφέρομαι σαν μηχανή;

Θέλω να πω ότι η εκπαίδευσή σου, και όλων των Μαύρων Δρακαινών, προσπάθησε να σας κάνει να συμπεριφέρεστε σαν μηχανές.

Αλλά δεν τα κατάφερε; Πιστεύεις ότι δεν κάνω καλά τη δουλειά μου;

Ο Ανδρόνικος γέλασε, και είπε ότι παραδινόταν, γιατί δεν μπορούσε να βγάλει άκρη μαζί της.

Η Παντοκράτειρα, πάντως, αυτό πίστευε… συνέχισε η Ιωάννα. Γι’αυτό μάς τιμωρούσε. Δε νομίζω, όμως, ότι είχε δίκιο. Κάναμε ακριβώς ό,τι ήμασταν εκπαιδευμένες να κάνουμε.

Η πρώην σύζυγός μου είναι τρελή, Ιωάννα–––

Η Ιωάννα βλεφάρισε, για να διώξει τον ιδρώτα που έτρεχε απ’το μέτωπό της στα μάτια της, και η ανάμνηση της κουβέντας της με τον Ανδρόνικο διαλύθηκε. Ύψωσε το μανίκι της, για να σκουπίσει το πρόσωπό της. Η μάσκα του Δάρυλμος ήταν τόσο εξαιρετικά κατασκευασμένη, που είχε πόρους μέσα από τους οποίους μπορούσε να κυλά ο ιδρώτας.

Η ζέστη έχει αρχίσει να με ζαλίζει, σκέφτηκε η Ιωάννα· και γίνομαι απρόσεκτη! Πράγμα απαράδεκτο για μια Μαύρη Δράκαινα. Οι εχθροί μπορεί να πλησίαζαν, όσο εκείνη αεροβατούσε. Κοίταξε πίσω της και γύρω, για να δει αν ήταν κανένας άνθρωπος κοντά. Η αντηλιά, όμως, δεν τη βοηθούσε· δεν τη βοηθούσε καθόλου. Φαινομενικά, κανένας δεν τους ακολουθούσε, μα η Ιωάννα δεν μπορούσε νάναι βέβαιη.

Σκέφτηκε να χρησιμοποιήσει τα κιάλια της και, συγχρόνως, να ζητήσει μαγική βοήθεια από την Άνμα’ταρ, αλλά το απέρριψε. Θα περίμενε, καλύτερα, ώς το μεσημέρι, οπότε θα έφταναν στο μέρος που της είχε πει ο Ράθνης.

*

Η ζέστη είχε γίνει αβάσταχτη. Θα νόμιζε κανείς ότι πύρινες λόγχες εξαπολύονταν απ’τον ουρανό.

Ο Φωτεινός Ήλιος βρισκόταν ακριβώς πάνω απ’τους επαναστάτες, καθώς σκαρφάλωναν σ’ένα ύψωμα. Οι πέτρες γύρω τους ήταν γεμάτες με σαύρες οι οποίες έμοιαζαν ν’απλώνονται, προσπαθώντας να τις αγκαλιάσουν. Και όχι μόνο αυτό, αλλά τούτες οι σαύρες έδειχναν να απολαμβάνουν τον έντονο ήλιο του μεσημεριού. Ο Ανδρόνικος τις έβλεπε και τρόμαζε, καθώς ο ίδιος αισθανόταν να βρίσκεται στα όρια της λιποθυμίας. Ήθελε, απελπισμένα, να καθίσει και να ξεκουραστεί· κι απορούσε γιατί ο Ράθνης τούς οδηγούσε εδώ πάνω, σ’ετούτη την ανηφόρα. Είχε ξεχάσει αυτό που ο Λευκός Αρβήντλιος είχε πει στην Ιωάννα –η θερμότητα τον είχε κάνει να ξεχάσει.

Όταν έφτασαν, όμως, στην κορυφή του υψώματος, θυμήθηκε, γιατί ο Ράθνης είπε: «Εδώ είμαστε. Κοιτάξτε γύρω σας.»

Κοιτάζοντας, παρατήρησαν ότι βρίσκονταν στο πιο ψηλό σημείο για αρκετές εκατοντάδες μέτρα.

«Δε φαίνεται κανένας να μας ακολουθεί,» είπε ο Ανδρόνικος, ξέπνοα.

Η Ιωάννα έβγαλε τα κιάλια της απ’τον σάκο και ζήτησε από την Άνμα’ταρ: «Βοήθησέ με να δω καλύτερα.»

Η μάγισσα ένευσε. «Άρχισε να κοιτάζεις.»

Η Ιωάννα ύψωσε τα κιάλια στα μάτια της και έστρεψε το βλέμμα της προς τα βόρεια: την κατεύθυνση από την οποία θα ήταν λογικό να έρχεται κάποιος που τους παρακολουθούσε.

Η Άνμα’ταρ ύφανε ένα Ξόρκι Οπτικής Ενισχύσεως, και η Ιωάννα είδε, ξαφνικά, ένα σωρό περισσότερες λεπτομέρειες απ’ό,τι πριν. Επίσης, μπορούσε να δει καλύτερα μέσα στις σκιές, κάτω απ’τους βράχους. Ο κόσμος έμοιαζε να είναι πολλές βαθμίδες πιο καθαρός, πιο ευδιάκριτος.

Κι έτσι, η Μαύρη Δράκαινα ερεύνησε…

Αν μας ακολουθούν, σκέφτηκε, αποκλείεται νάναι πιο μακριά. Πρέπει να μπορώ να τους δω. Ο Ράθνης είχε δίκιο που είπε ότι ετούτο το σημείο ήταν το καλύτ–

Νάτοι!

Δύο φιγούρες. Ένας άντρας και μια γυναίκα· η Ιωάννα μπορούσε να τους διακρίνει, παρότι ήταν κρυμμένοι στη σκιά των βράχων, για προστασία και από το ηλιακό φως και από τα μάτια των επαναστατών. Ο άντρας ήταν μαυρόδερμος, πιθανώς Μελανός Αρβήντλιος· η γυναίκα ήταν χρυσόδερμη, εξωδιαστασιακή. Δεν είχαν κανένα όχημα μαζί τους, μα η Ιωάννα ήταν βέβαιη ότι επρόκειτο για τους δύο καβαλάρηδες που ακολουθούσαν το καραβάνι επάνω στα δίκυκλα.

Κατέβασε τα κιάλια της, και ο κόσμος φάνηκε να θολώνει εμπρός της. Βλεφάρισε, για να διώξει την ενοχλητική εντύπωση από τα μάτια της. Η Άνμα’ταρ είχε υφάνει το Ξόρκι Οπτικής Ενισχύσεως επάνω στα κιάλια, όχι επάνω στους οφθαλμούς της Ιωάννας. Αυτό θα ήταν επικίνδυνο, όπως ήξερε η Μαύρη Δράκαινα: επικίνδυνο για την όρασή της. Μπορούσες να πάθεις ανεπανόρθωτη ζημιά, γι’αυτό κιόλας αποφευγόταν.

«Μας ακολουθούν,» είπε η Ιωάννα. «Ένας μαυρόδερμος άντρας και μια χρυσόδερμη γυναίκα. Κατά πάσα πιθανότητα, οι δύο που ήρθαν από τη Σάηρλεσκ πάνω στα δίκυκλα.»

«Φωτιές του Μαύρου Νάρζουλ…!» καταράστηκε ο Ανδρόνικος κάτω απ’την ανάσα του.

«Θα πρέπει να τους ξεφορτωθούμε,» είπε η Ιωάννα.

«Για την ώρα,» πρότεινε ο Ράθνης, «καλύτερα ν’αναπαυθούμε. Αν μας δουν ν’αλλάζουμε, απρόσμενα, πορεία και να πηγαίνουμε προς το μέρος τους, θα χάσουμε το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού.»

Η Ιωάννα ένευσε, συμφωνώντας.

«Ελάτε μαζί μου,» τους είπε ο Ράθνης, αρχίζοντας να κατεβαίνει το ύψωμα απ’την άλλη μεριά.

Η κάθοδος ήταν ευκολότερη από την άνοδο, αλλά ο Ανδρόνικος παρατήρησε ότι έπρεπε να προσέχει, για να μη σκοντάψει, από την κούραση, και κουτρουβαλήσει μέσα στις πέτρες και την ξερή άμμο.

Όταν έφτασαν κάτω, ο Ράθνης τούς οδήγησε μπροστά σ’ένα άνοιγμα που δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια στενή τρύπα στο έδαφος.

«Εδώ;» απόρησε ο Ανδρόνικος.

Ο Ράθνης ένευσε.

«Σίγουρα, θα υπάρχει κάποιο καλύτερο μέρος!»

«Αυτό είναι αρκετά καλό μέρος, Πρίγκιπά μου.» Ο Αρβήντλιος άναψε φακό, έσκυψε, και σύρθηκε μέσα στην τρύπα.

Ο Ανδρόνικος τον ακολούθησε και, αμέσως, διαπίστωσε ότι το άνοιγμα πλάταινε πολύ, παρακάτω. Πλάταινε τόσο που γινόταν μια ευρύχωρη σπηλιά. Και δροσερή.

Το κελάρυσμα του νερού ερχόταν από κάπου. Ο Ανδρόνικος άναψε τον δικό του φακό και έψαξε για την προέλευση του ήχου. Δεν είδε, όμως, πουθενά νερό· πρόσεξε μονάχα μια σχισμάδα σ’ένα απ’τα τοιχώματα της σπηλιάς.

Κοίταξε τον Ράθνη, ερωτηματικά.

«Το νερό κυλά δίπλα μας,» εξήγησε ο Αρβήντλιος, καθώς κι οι υπόλοιποι επαναστάτες έρχονταν, ο ένας κατόπιν του άλλου. «Αυτό το μέρος είναι ιερό· ανήκει στην Κρωμβέλη. Βγάλτε όλοι τα υποδήματά σας.» Και, όταν τους είδε να διστάζουν: «Κάντε το. Πρέπει να τιμήσουμε τη θεά, εφόσον βρισκόμαστε σ’ένα από τα ιερά της μέρη.»

Οι επαναστάτες υπάκουσαν, και διαπίστωσαν ότι το έδαφος ήταν δροσερό κάτω απ’τα γυμνά τους πόδια.

Ο Δάρυλμος ήπιε νερό απ’το παγούρι του, αχόρταγα. Κι ύστερα, ενώ ήταν καθισμένος στο έδαφος με την πλάτη ακουμπισμένη στις πέτρες, ρώτησε: «Υπάρχουν κι άλλα τέτοια μέρη, Ράθνη;»

«Υπάρχουν.»

«Εννοώ, αν υπάρχουν στο δρόμο μας.»

«Στο δρόμο μας, όχι.»

«Κακό αυτό.»

Η Άνμα’ταρ είπε: «Τα πράγματα θα μπορούσαν να ήταν χειρότερα.»

Ο Δάρυλμος στράφηκε να την κοιτάξει, υψώνοντας το ένα του φρύδι ερωτηματικά.

«Θα μπορούσε να μην υπήρχε ούτε αυτό το μέρος στο δρόμο μας,» είπε η μάγισσα.

Ο Δάρυλμος αναποδογύρισε τα μάτια, και ήπιε ξανά απ’το παγούρι του.

«Θα κοιμηθούμε μερικές ώρες,» είπε ο Ανδρόνικος. «Φυλώντας σκοπιές, φυσικά. Και ο Σέλιρ’χοκ θα κάνει πάλι τη Μαγγανεία Υλικής Διαισθήσεως.» Κοίταξε τον μάγο. «Έτσι δε λέγεται;»

Εκείνος ένευσε, και ορθώθηκε μέσα στη σπηλιά, αρθρώνοντας τα κατάλληλα λόγια.

Όταν ξανακάθισε, η Άνμα ρώτησε: «Χρειαζόμαστε ακόμα τις μάσκες μας; Ήταν απαραίτητες όσο βρισκόμασταν μέσα στο καραβάνι, αλλά τώρα….» Μόρφασε.

«Η αλήθεια είναι πως κι εγώ ήθελα να προτείνω να τις βγάλουμε,» είπε ο Ανδρόνικος, «γιατί, όταν φτάσουμε στη βάση, καλό θα ήταν να μπορούν να δουν τα αληθινά μας πρόσωπα. Αλλιώς, δικαιολογημένα, θα πρέπει να μας υποψιαστούν.»

Η Ιωάννα ρώτησε τον Δάρυλμος: «Μπορούμε να τις ξαναχρησιμοποιήσουμε μετά, αφότου τις έχουμε βγάλει;»

Εκείνος κούνησε το κεφάλι αρνητικά. «Τα έργα τέχνης μια φορά γίνονται, Μαύρη Δράκαινα. Θα πρέπει να τις ξαναφτιάξω απ’την αρχή.»

«Δε θα ήθελα να χαλάσω το έργο σου, Δάρυλμος,» είπε ο Ανδρόνικος, «αλλά πρέπει να τις βγάλουμε, νομίζω.»

«Εντάξει,» αποκρίθηκε ο μασκοποιός, τραβώντας ένα λεπτό εγχειρίδιο από τον σάκο, «δε θα το πάρω προσωπικά.» Χρησιμοποιώντας τη λεπίδα, έσκισε τη μάσκα του και την έβγαλε. Ύστερα, επανέλαβε τη διαδικασία για τα χέρια του, σκίζοντας και βγάζοντας τα ειδικά κατασκευασμένα γάντια.

Σηκώθηκε απ’τη θέση του και πήγε να αφαιρέσει τη μεταμφίεση και των συντρόφων τους. Σε λίγο, όλοι τους είχαν τη φυσική τους εμφάνιση.

«Παράξενο…» είπε η Άνμα. «Δεν αισθάνομαι μεγάλη διαφορά. Εννοώ, επάνω στο δέρμα μου.»

«Ούτε κι εγώ,» συμφώνησε ο Ανδρόνικος, τρίβοντας το ξανθό μούσι του, που, πριν, κρυβόταν κάτω απ’τη μαυρόδερμη μάσκα.

«Δεν είμαι ερασιτέχνης, φίλοι μου.» Ο Δάρυλμος δίπλωσε τα σκισμένα κομμάτια και τα έβαλε στο σάκο του.

*

Πέρασαν το μεσημέρι μέσα στη δροσερή σπηλιά και, ύστερα, βγήκαν πάλι στη θερμή κόλαση των βουνών. Η ζέστη δεν ήταν τόσο δυνατή όσο πριν, αλλά ήταν αρκετά δυνατή για να θεωρείται βασανιστική από τους μη-Αρβήντλιους.

Η Ιωάννα δεν κοίταξε προς τα βόρεια, για να δει αν οι κατάσκοποι συνέχιζαν να τους ακολουθούν, όμως ήταν σίγουρη πως τους ακολουθούσαν.

«Πού μας συμφέρει να τους στήσουμε ενέδρα;» ρώτησε τον Ράθνη, χωρίς να χρειαστεί να διευκρινίσει σε ποιους αναφερόταν.

«Οποιοδήποτε καλυμμένο σημείο είναι καλό.»

«Το ξέρω αυτό. Λέω μήπως γνωρίζεις τίποτα περισσότερο. Κάποιο μέρος όπως το προηγούμενο, για παράδειγμα, που ήταν ιδανικό για να ερευνήσουμε τη γύρω περιοχή.»

Ο Ράθνης έγνεψε αρνητικά.

«Εντάξει, λοιπόν,» είπε η Ιωάννα. «Δεν υπάρχει λόγος να καθυστερούμε.» Και στράφηκε να κοιτάξει τον Πρίγκιπα της Απολλώνιας. «Ανδρόνικε;»

«Δε διαφωνώ.»

Συνέχισαν να οδοιπορούν για κάμποση ώρα ακόμα, μέχρι που οι ήλιοι άρχισαν να βυθίζονται στη Δύση και οι σκιές να μακραίνουν και να πυκνώνουν παντού στο ξερό τοπίο.

«Εκεί,» είπε η Ιωάννα, δείχνοντας ένα βαθούλωμα του εδάφους, που ψηλοί βράχοι βρίσκονταν από τη βόρεια μεριά του.

«Καλή επιλογή,» συμφώνησε ο Ράθνης.

Κατέβηκαν μια μικρή, απότομη πλαγιά και βρέθηκαν μέσα στο βαθούλωμα. Οι βράχοι τώρα βρίσκονταν από πάνω τους, μοιάζοντας απειλητικοί. Στην κορυφή ενός απ’αυτούς φαινόταν να έχουν τη φωλιά τους κάποια όρνια.

Η Ιωάννα –που γνώριζε περίπου τα ξόρκια που χρησιμοποιούσαν οι Δράκαινες, οι μάγισσες που ήταν προσαρτημένες στο τάγμα των Μαύρων Δρακαινών όταν υπηρετούσαν την Παντοκράτειρα– είπε στην Άνμα’ταρ: «Πρέπει να μπορώ μ’ευκολία να σκαρφαλώσω εκεί πάνω.» Έδειξε τους βράχους.

«Γιατί;» ρώτησε ο Ανδρόνικος, προτού μιλήσει η Άνμα. «Θα τους τοξέψεις από εκεί;»

«Όχι· θέλω να δω πού βρίσκονται.»

«Θα πάω εγώ να δω. Εσύ κι οι άλλοι ετοιμαστείτε να τους πλησιάσετε. Θα σας ενημερώσω για τη θέση τους.» Ύψωσε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό του.

Η Ιωάννα ένευσε. «Εντάξει.»

«Καλύτερα να βγάλεις τις μπότες σου,» είπε η Άνμα στον Ανδρόνικο.

Εκείνος τις έβγαλε, και η μάγισσα ύφανε ένα Ξόρκι Λιθικής Έλξεως. Ο Ανδρόνικος αισθάνθηκε τα πόδια του να έχουν, ξαφνικά, αποκτήσει μια αφύσικη έλξη για τις πέτρες από κάτω τους. Και το ίδιο ίσχυε και για τα χέρια του, όπως διαπίστωσε όταν άγγιξε έναν απ’τους ψηλούς βράχους.

«Στάσου,» του είπε η Άνμα, προτού αρχίσει να σκαρφαλώνει. «Δώσε μου τα κιάλια σου.»

Ο Ανδρόνικος τής τα έδωσε, κι εκείνη έκανε άλλο ένα ξόρκι. Ύστερα, του τα επέστρεψε. «Για να μπορείς να δεις καλύτερα.»

Ο Ανδρόνικος ένευσε, και τα κρέμασε από το λαιμό του.

Με τα χέρια και τα πόδια του να κολλούν εύκολα επάνω στην πέτρα, άρχισε ν’ανεβαίνει στον ψηλό βράχο, σχεδόν όπως θα ανέβαινε κι ένα έντομο. Και το παράδοξο ήταν ότι του έμοιαζε απόλυτα φυσικό, σα να είχε γεννηθεί για να το κάνει. Γνώριζε, όμως, πως τούτο δεν ήταν πραγματικό· το ξόρκι, σύντομα, θα τελείωνε, κι όταν τελείωνε, η λιθική έλξη θα έπαυε να υφίσταται. Η Άνμα δεν του είχε πει πόσο χρόνο είχε στη διάθεσή του, αλλά ο Ανδρόνικος υπέθετε ότι ο χρόνος του ήταν υπεραρκετός για ν’ανεβεί στον βράχο και, κατά πάσα πιθανότητα, για να κατεβεί κιόλας.

Φτάνοντας στην κορυφή, είδε, από τον διπλανό βράχο, τα όρνια που φώλιαζαν εκεί να στρέφουν τα ραμφοφόρα κεφάλια τους προς το μέρος του και να τον ατενίζουν με περίεργα, αν και όχι φοβισμένα, μάτια.

Ο Ανδρόνικος έφερε στα δικά του μάτια τα κιάλια του, που ήταν ενισχυμένα από την Άνμα’ταρ, και κοίταξε βόρεια. Οι σκιές ήταν πυκνές, αλλά κατάφερε να διακρίνει τους δύο που ακολουθούσαν εκείνον και τους συντρόφους του. Όπως είχε πει η Ιωάννα, ήταν ένας μαυρόδερμος άντρας (Μελανός, μάλλον) και μια χρυσόδερμη γυναίκα. Και πλησίαζαν· δεν είχαν σταματήσει να βαδίζουν. Δεν πρέπει να έχουν καταλάβει ότι είμαστε εδώ· πρέπει να νομίζουν ότι συνεχίζουμε το δρόμο μας.

Άνοιξε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό του και το είπε αυτό στην Ιωάννα και στους υπόλοιπους. Επίσης, έδωσε την ακριβή θέση των κατασκόπων, εκείνη τη στιγμή που τους έβλεπε. «Περιμένετε, όμως· μην κινηθείτε. Θα σας πω μόλις πάψουν να προχωρούν. Κι αν δεν πάψουν, πάλι θα σας το πω.»

Τα κιάλια δεν τα είχε βγάλει απ’τα μάτια του, και παρατηρούσε όσες περισσότερες λεπτομέρειες μπορούσε για τους κατασκόπους: Ο άντρας είχε ένα ξίφος περασμένο στη μέση του, κι ένα τόξο και μια φαρέτρα στην πλάτη· και, ναι, πρέπει σίγουρα να ανήκε στη φυλή των Μελανών. Τα μαλλιά του ήταν γκρίζα, το ίδιο και τα μούσια του, κι έμοιαζαν με του Ράθνη, παρότι ο Ράθνης ήταν Λευκός. Η γυναίκα είχε μαύρα μαλλιά και στη μέση της ήταν θηκαρωμένα δύο ξιφίδια· από την πλάτη της κρεμόταν μια βαλλίστρα. Η φαρέτρα με τα βέλη ήταν δεμένη στον αριστερό γοφό της.

«Πλησιάζουν κι άλλο,» είπε ο Ανδρόνικος μέσω του τηλεπικοινωνιακού πομπού, «αλλά προσεχτικά. Δεν είναι βέβαιοι αν έχουμε σταματήσει ή όχι πίσω από τους βράχους.»

«Εντάξει,» άκουσε τη φωνή της Ιωάννας. «Ξεκινάμε. Μείνε εκεί που είσαι.»

*

Η Ιωάννα και η Άνμα’ταρ πήγαν από τα ανατολικά, τη μεριά απ’όπου ο Ανδρόνικος τούς είχε πει ότι ζύγωναν οι δύο κατάσκοποι· ο Ράθνης πήγε από τα δυτικά, με το ξίφος του ξεθηκαρωμένο στα χέρια του. Ο Σέλιρ’χοκ κι ο Δάρυλμος έμειναν πίσω, με τις βαλλίστρες τους έτοιμες.

Η Ιωάννα και η Άνμα’ταρ γλίστρησαν μέσα στις σκιές των βράχων, και αμέσως είδαν τους δύο κατασκόπους, οι οποίοι είχαν πλέον φτάσει κοντά και –όπως είχε πει ο Ανδρόνικος– ζύγωναν με επιφύλαξη. Ο μαυρόδερμος άντρας είχε τραβήξει το σπαθί του, και η χρυσόδερμη γυναίκα είχε βγάλει τη βαλλίστρα της από την πλάτη.

Η Άνμα έβγαλε τη δική της βαλλίστρα· η Ιωάννα ξεθηκάρωσε δύο ξιφίδια, και της έγνεψε να μείνει σ’ένα συγκεκριμένο σημείο. Η μάγισσα υπάκουσε, και η Μαύρη Δράκαινα, κάνοντας κύκλο, κατάφερε να βρεθεί στα πλάγια των εχθρών, δίχως να την αντιληφτούν.

Εκτόξευσε το ένα της ξιφίδιο, στέλνοντάς το να στροβιλιστεί στον αέρα και να καρφωθεί στον ώμο της χρυσόδερμης γυναίκας. Εκείνη διπλώθηκε, κραυγάζοντας· η βαλλίστρα έπεσε απ’τα χέρια της.

Ο Ράθνης όρμησε απ’τα δυτικά, κραδαίνοντας το σπαθί του, κι αμέσως βρέθηκε να ξιφομαχεί με τον Μελανό άντρα.

Η Άνμα, που σημάδευε με τη βαλλίστρα της, δίστασε να ρίξει, για να μην τραυματίσει τον σύντροφό της.

Η Ιωάννα όρμησε στη χρυσόδερμη κατάσκοπο, προτού εκείνη προλάβει να συνέλθει. Την κλότσησε πίσω απ’το γόνατο, κάνοντάς τη να πέσει, και μετά τη χτύπησε με τον αγκώνα της στον αυχένα. Η κατάσκοπος έχασε τις αισθήσεις της.

Τα ξίφη του Ράθνη και του Μελανού άντρα συγκρούονταν ξέφρενα· ήταν, όμως, προφανές ποιος θα έβγαινε νικητής. Ο Ράθνης ήταν από τους καλύτερους ξιφομάχους που είχε γνωρίσει η Ιωάννα στη ζωή της. Καλύτερος κι απ’τον Ανδρόνικο, ίσως. Μπορούσε να τη νικήσει στο σπαθί –και οι Μαύρες Δράκαινες ήταν άριστα εκπαιδευμένες σ’όλα τα όπλα. Οι Αρβήντλιοι, όμως, δεν αναπαράγονταν τυχαία· αναπαράγονταν προσπαθώντας να διαιωνίζουν κάποιες ικανότητες και να τις εξελίσσουν. Και η μητέρα του Ράθνη είχε επιλέξει τον πατέρα του ακριβώς επειδή ήταν από τους καλύτερους ξιφομάχους του στρατού τους.

Το σπαθί του Μελανού, σύντομα, έφυγε απ’τα χέρια του, κι εκείνος έκανε μερικά βήματα όπισθεν.

«Παραδώσου!» του φώναξε η Άνμα’ταρ, ξεπροβάλλοντας από την κάλυψή της με τη βαλλίστρα της υψωμένη και σημαδεύοντάς τον.

Η Ιωάννα βρισκόταν στα νώτα του, και δεν είχε κινηθεί· αν χρειαζόταν, όμως, ήταν έτοιμη να του ορμήσει.

Ο κατάσκοπος ύψωσε τα χέρια του, σιωπηλά.

Ο Σέλιρ’χοκ πλησίασε, με τον Ανδρόνικο και τον Δάρυλμος εκατέρωθέν του. Στο δεξί του χέρι βαστούσε το ραβδί του, που τώρα δεν ήταν τυλιγμένο με υφάσματα, και οι κρύσταλλοι, τα μικροσκοπικά κάτοπτρα, και τα κυκλώματα επάνω του γυάλιζαν στο τελευταίο φως της ημέρας.

«Ποιος σας έστειλε;» ρώτησε ο Ανδρόνικος.

«Κανένας. Εσείς μάς επιτεθήκατε!» αποκρίθηκε ο Μελανός.

«Σκότωσέ τον,» είπε ο Ανδρόνικος στην Άνμα. «Η άλλη ίσως να αποδειχτεί πιο–»

«Εντάξει!» παρενέβη ο κατάσκοπος. «Κάποιος μάς έστειλε.»

«Ποιος;»

«Ένας πράκτορας.»

«Της Παντοκράτειρας;»

«Ναι. Αλλά…» Τους κοίταξε όλους. «Αλλά δεν ακολουθούσαμε εσάς…. Δεν ήσασταν εσείς…» Έμοιαζε παραξενεμένος.

Μας είχε δει με τις μάσκες του Δάρυλμος, σκέφτηκε ο Ανδρόνικος, και τώρα δε μας αναγνωρίζει. «Δεν ήμασταν εμείς; Τι πάει να πει αυτό; Εμάς ακολουθούσατε!»

«Ναι, αλλά… Δεν ξέρω… Ίσως να έγινε κάποιο λάθος. Ειλικρινά σού μιλάω. Εμείς κατασκοπεύαμε κάποιους άλλους. Έξι ήταν κι αυτοί, οι τέσσερις με μαύρο δέρμα κι οι δύο με λευκό. Εσείς… δε μοιάζετε εσείς μ’αυτούς…» Ήταν σαστισμένος.

«Θες να με πείσεις, λοιπόν, ότι κάπου στο δρόμο μπερδέψατε αυτούς τους άλλους μ’εμάς;»

Ο κατάσκοπος μόρφασε. «…Ναι,» αναγκάστηκε να παραδεχτεί.

Ο Ανδρόνικος γέλασε, και ο Δάρυλμος επίσης. Το ίδιο κι η Άνμα’ταρ.

«Σας λέω αλήθεια!» φώναξε ο κατάσκοπος. «Δεν έχουμε τίποτα εναντίον σας. Αφήστε μας να φύγουμε!»

«Ποιος ήταν ο πράκτορας που σας έστειλε;» τον ρώτησε ο Ανδρόνικος. «Πώς τον λένε;»

«Τι… τι σημασία έχει;»

«Θέλω να μάθω. Υπάρχει πρόβλημα;»

«…Είστε επαναστάτες, έτσι δεν είναι;»

«Εγώ,» είπε ο Ανδρόνικος, «κάνω τις ερωτήσεις. Και ρωτάω: Ποιος ήταν ο πράκτορας που σας έστειλε;»

«Δεν ξέρω τ’όνομά του–»

«Τότε, μας είσαι άχρηστος.» Ο Ανδρόνικος στράφηκε στην Άνμα.

«Θέλω να πω ότι δεν ξέρω αν είναι το πραγματικό του όνομα!»

«Η αλήθεια είναι,» είπε η Ιωάννα, «πως ούτε εμείς ξέρουμε αν θα μας πει το πραγματικό του όνομα’. Προτείνω να τον πάρουμε μαζί μας.»

Ο Ανδρόνικος την κοίταξε ερωτηματικά. «Μαζί μας;» Στη βάση;

Η Ιωάννα ένευσε, καταλαβαίνοντας ολόκληρη την ερώτησή του. «Ναι· εκεί ίσως να δώσει περισσότερες χρήσιμες πληροφορίες για τους Παντοκρατορικούς κατασκόπους στη Σάηρλεσκ.»

Ο Ανδρόνικος στράφηκε στον Ράθνη. «Τι λες;»

«Ακούγεται συνετό.»

«Με τη γυναίκα τι θα κάνουμε;» ρώτησε ο Δάρυλμος, κοιτάζοντας τη λιπόθυμη κατάσκοπο στα πόδια της Ιωάννας. «Θα την πάρουμε κι αυτή μαζί μας;»

«Δεν έχει νόημα,» είπε η Ιωάννα· «λογικά, τα ίδια πράγματα θα ξέρουν. Θα τη γδύσουμε και θα την αφήσουμε εδώ. Δε θάναι σε κατάσταση να μας ακολουθήσει, και δε θα ξέρει τι έγινε με τον σύντροφό της.»

Ο Ανδρόνικος έγνεψε καταφατικά. «Αφοπλίστε αυτόν, πρώτα,» είπε, κοιτάζοντας τον Μελανό κατάσκοπο, «και δέστε του τα χέρια.»

Ο Ράθνης πήρε τα όπλα του κατασκόπου και τον έβαλε να γδυθεί, αφήνοντάς τον μόνο με την περισκελίδα του. Πέρασε ένα σχοινί γύρω απ’τους καρπούς του και τους έδεσε, ώστε να μπορεί να τον τραβά απ’αυτό.

Τη γυναίκα την αφόπλισε και την έγδυσε η Ιωάννα, ενώ εκείνη εξακολουθούσε να είναι αναίσθητη.

Οι επαναστάτες εγκατέλειψαν τη χρυσόδερμη κατάσκοπο μέσα στα ξεροβούνια και συνέχισαν το ταξίδι τους, τραβώντας τον Μελανό από το σχοινί του.

«Πραγματικά, δεν έχω τίποτα σπουδαίες πληροφορίες να σας δώσω, όποιοι κι αν είστε,» τους είπε εκείνος. «Δεν ξέρω πολλά. Δε μου λένε σχεδόν τίποτα.»

«Θα το κρίνουμε αυτό όταν έρθει η ώρα,» του απάντησε ο Ανδρόνικος. «Και, ώς τότε, καλά θα κάνεις να έχεις κάτι χρήσιμο να μας πεις.»

Ο άντρας δε μίλησε· τα ξυπόλυτα πόδια του παραπατούσαν επάνω στις άγριες πέτρες, καθώς ο Ράθνης τον τραβούσε απ’το σχοινί.

«Τ’όνομά σου;» τον ρώτησε ο Δάρυλμος.

«Έρνταοκ.»

«Από τη Σάηρλεσκ είσαι;»

«Από τον Κρυστάλλου Τόπο, έξω απ’τη Σάηρλεσκ. Το χωριό μου βρίσκεται μακριά από την πόλη, στα νοτιοδυτικά.»

«Και τι έκανες στη Σάηρλεσκ, τότε;» θέλησε να μάθει ο Δάρυλμος.

«Δούλευα, εσύ τι λες να έκανα;»

«Ελπίζω να πληρωνόσουν καλά, τουλάχιστον.»

«Δε φαίνεται νάχει μεγάλη σημασία τώρα…» μούγκρισε ο Μελανός.

•3•

Δύο ημέρες ταξίδευαν μέσα στα ξερά βουνά, τραβώντας τον Έρνταοκ μαζί τους. Τα ξυπόλυτα πόδια του είχαν ματώσει από την οδοιπορία επάνω στις άγριες πέτρες, και το δέρμα του είχε καεί από το ανελέητο ηλιακό φως της Αρβήντλια. Ο Ανδρόνικος σκεφτόταν, κάπου-κάπου, να προστάξει να του δώσουν, τουλάχιστον, τα ρούχα και τις μπότες του, ώστε να μην ταλαιπωρείται άσκοπα. Ο Ράθνης, όμως, δεν έμοιαζε να λυπάται καθόλου τον αιχμάλωτό τους. Πράγμα που, μάλλον, οφειλόταν στην αιώνια διαμάχη των Λευκών με τους Μελανούς. Τον τραβούσε από το σχοινί του όπως θα τραβούσε κανείς έναν δεμένο σκύλο.

Ο Ανδρόνικος αποφάσισε ν’αφήσει την κατάσταση ως είχε, εκτός αν έβλεπε τον Έρνταοκ να σωριάζεται και να μη μπορεί να συνεχίσει.

Την Ιωάννα δεν τη συγκινούσε το θέαμα του δεμένου κατασκόπου· είχε δει χειρότερα στη ζωή της, όσο υπηρετούσε την Παντοκράτειρα. Και για την Άνμα’ταρ το ίδιο ίσχυε. Γι’αυτές, ο Έρνταοκ ήταν ένας αιχμάλωτος από τη μεριά του εχθρού· δεν έπρεπε να τον σκοτώσουν, αλλά ούτε χρειαζόταν και να του φερθούν με καμια ιδιαίτερη επιείκεια. Εξάλλου, αν του έδιναν τα ρούχα του, μπορεί να προσπαθούσε να δραπετεύσει, ελπίζοντας ότι ίσως να κατόρθωνε να διασχίσει τα βουνά μόνος του. Κι αυτό η Ιωάννα το τόνισε στον Ανδρόνικο, όταν, το μεσημέρι της δεύτερης ημέρας, εκείνος τής είπε ότι ίσως ο Έρνταοκ να βασανιζόταν χωρίς λόγο. Ο Πρίγκιπας της Απολλώνιας φάνηκε προβληματισμένος από την απάντησή της, έτσι η Ιωάννα τού θύμισε ότι ο Έρνταοκ ήταν κατάσκοπος. «Νομίζεις ότι εκείνος θα λυπόταν εσένα, αν σε είχε στα χέρια του; Θα σε παρέδιδε στην Παντοκράτειρα και θα κόμπαζε γι’αυτό! Δεν είναι καλό να είσαι τόσο ιδεαλιστής σε τούτο το σύμπαν, Ανδρόνικε…»

«Αν δεν ήμουν ιδεαλιστής σε τούτο το σύμπαν, θα ήμουν ακόμα μαζί με την Παντοκράτειρα,» της είπε εκείνος, «και η διάστασή μου θα ήταν υποτελής. Κι εσείς, οι Μαύρες Δράκαινες, θα ήσασταν πιθανώς νεκρές, ή, αν όχι νεκρές, τότε ακόμα φυλακισμένες στα παρανοϊκά παιχνίδια της Παντοκράτειρας.»

«Η Έχιδνα να σε φάει!» μούγκρισε η Ιωάννα. «Έχεις δίκιο. Γενικά. Αλλά δεν έχεις πάντα δίκιο· μην το ξεχνάς αυτό.»

Ο Σέλιρ’χοκ δεν έμοιαζε να δίνει και πολύ σημασία στον Έρνταοκ· ήταν στωικός και λιγομίλητος, ως συνήθως. Οι μάγοι του τάγματος των Διαλογιστών έτσι ήταν, εκτός από εξαιρέσεις. Αυτό, βέβαια, δεν αποκάλυπτε τίποτα για το τι πραγματικά πίστευε ο Σέλιρ’χοκ σχετικά με την κατάσταση.

Ο Δάρυλμος μιλούσε αρκετά συχνά στον Μελανό κατάσκοπο. Για την ακρίβεια, ήταν ο μόνος που του μιλούσε για κάτι άλλο πέρα απ’το για να τον απειλήσει. Ωστόσο, δεν πρότεινε ποτέ να τον λύσουν ή να του δώσουν τα ρούχα του. Ο μασκοποιός ίσως και να έπαιζε κάποιο παιχνίδι, σκέφτηκε η Ιωάννα, προκειμένου να αποσπάσει πληροφορίες από τον Έρνταοκ. Οι άνθρωποι που κατάγονταν από τη Βίηλ ήταν, πολλές φορές, πονηροί.

Το απόγευμα της τρίτης ημέρας του ταξιδιού τους, ο Ράθνης έδεσε τα μάτια του Έρνταοκ μ’ένα μαύρο πανί. «Πλησιάζουμε τη βάση,» εξήγησε στους συντρόφους του.

«Θα με σκοτώσετε έτσι!» διαμαρτυρήθηκε, κουρασμένα, ο Μελανός κατάσκοπος.

«Σκασμός!» φώναξε ο Ράθνης, γρονθοκοπώντας τον στο στομάχι και κάνοντάς τον να διπλωθεί και να γονατίσει.

«Αυτό,» είπε ο Ανδρόνικος, αγριοκοιτάζοντας τον Λευκό, «δεν ήταν απαραίτητο.»

Ο Ράθνης δεν αποκρίθηκε.

Όταν νύχτωσε, έφτασαν στη βάση της Επανάστασης.

Η Ιωάννα αναγνώριζε το μέρος, καθώς είχε πρόσφατα ξαναπεράσει από εδώ. Το ίδιο κι ο Σέλιρ’χοκ, που ήταν, τότε, μαζί της. Ο Ανδρόνικος, επίσης, ήξερε την περιοχή, γιατί δεν ήταν η πρώτη φορά που ερχόταν.

Φαινομενικά, δεν υπήρχε τίποτα το ασυνήθιστο εδώ. Μονάχα ψηλά βράχια: και ψηλά βράχια υπήρχαν παντού σε τούτα τα βουνά.

Η βάση ήταν κάτω από το έδαφος.

Οι επαναστάτες βάδισαν προς μια σπηλιά, με μοναδικό φως τους την επουράνια ακτινοβολία των πράσινων φεγγαριών. Στο εσωτερικό της σπηλιάς, όμως, ο Ράθνης άναψε έναν φακό και έστρεψε το βλέμμα του προς τη γωνιά στο βάθος αριστερά, όπου ήξερε πως βρισκόταν ένας τηλεοπτικός πομπός που τους έβλεπε. Με τα δάχτυλά του έκανε κάποια νοήματα, χρησιμοποιώντας έναν μυστικό κώδικα των επαναστατών της Αρβήντλια.

Περίμεναν λίγο, χωρίς κανείς να μιλά. Τον Έρνταοκ τώρα τον κρατούσε απ’το σχοινί του ο Δάρυλμος.

Ένας μηχανικός θόρυβος έσπασε τη σιγαλιά, και το έδαφος στο βάθος της σπηλιάς φάνηκε ν’ανοίγει, δημιουργώντας κεκλιμένο επίπεδο.

Η είσοδος της βάσης.

Ο Ράθνης έσβησε το φακό του, γιατί από το εσωτερικό ερχόταν αρκετό φως για να βλέπουν. Κατέβηκαν τη μικρή πλαγιά και βρέθηκαν σ’ένα δωμάτιο σκαμμένο μέσα στη γη, το οποίο φωτιζόταν από μια δυνατή ενεργειακή λάμπα. Δύο γυναίκες και ένας άντρας βρίσκονταν εδώ. Η μία ήταν ερυθρόδερμη, η άλλη Μελανή, και ο άντρας Λευκός. Ήταν σπάνιο να βλέπεις Λευκούς και Μελανούς να συνυπάρχουν ειρηνικά στην Αρβήντλια, αλλά, για χάρη της Επανάστασης, ορισμένοι είχαν αποφασίσει ν’αφήσουν κατά μέρος τον αιώνιο πόλεμό τους –προς το παρόν, τουλάχιστον: μέχρι να διώξουν τους ανεπιθύμητους Παντοκρατορικούς απ’τη διάστασή τους.

Σε μια γωνία του δωματίου, υπήρχαν μηχανικά συστήματα και οθόνες: η μία απ’αυτές έδειχνε τη σπηλιά επάνω, από τα δεδομένα που της μετέφερε ο τηλεοπτικός πομπός.

«Καλησπέρα, Ράθνη,» είπε ο Λευκός επαναστάτης. «Και…» Συνοφρυώθηκε, κοιτάζοντας τον Ανδρόνικο. «Υψηλότατε;»

«Δεν ξέρω ποιος είσαι,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος, «αλλά εσύ φαίνεται να ξέρεις ποιος είμαι εγώ.»

Ο Λευκός επαναστάτης κοίταξε τη Μελανή επαναστάτρια. «Αυτή τη φορά, κερδίζεις το στοίχημα, μαύρο σκυλί…»

Εκείνη μειδίασε, δείχνοντας αστραφτερά άσπρα δόντια.

Ο Λευκός επαναστάτης έκανε μια υπόκλιση προς τον Ανδρόνικο.

Η ερυθρόδερμη επαναστάτρια πάτησε ένα κουμπί επάνω στον μηχανικό εξοπλισμό, και η καταπακτή ακούστηκε να κλείνει από πάνω τους.

«Πρίγκιπά μου,» είπε ο Ράθνης, «να σου συστήσω τον Τάλλαχ,» κοίταξε τον Λευκό επαναστάτη, «τη Ρέισκα,» κοίταξε τη Μελανή, «και τη Ντρίλια,» κοίταξε την ερυθρόδερμη γυναίκα, «η οποία δεν είναι από την Αρβήντλια.»

«Από τη Φεηνάρκια είμαι, Υψηλότατε,» είπε η ίδια. «Και το κλίμα εδώ δεν είναι και ό,τι καλύτερο για μένα…»

Ο Ράθνης σύστησε την Ιωάννα, τον Σέλιρ’χοκ, την Άνμα’ταρ, και τον Δάρυλμος. Επίσης, είπε ότι ο Έρνταοκ ήταν Παντοκρατορικός κατάσκοπος, τον οποίο είχαν αιχμαλωτίσει στο δρόμο, αφού είχαν εντοπίσει αυτόν και τη σύντροφό του να τους παρακολουθεί.

«Έχουμε ξανασυναντηθεί…» είπε η Ντρίλια, κοιτάζοντας την Ιωάννα και τον Σέλιρ’χοκ. Είχαν περάσει από εδώ πριν από κάποιους μήνες, για να πάρουν ένα όχημα για τη Διάσταση του Φωτός.

«Χαίρομαι που είστε καλά,» τους είπε ο Τάλλαχ. «Οι άλλοι δύο που ήταν μαζί σας είναι επίσης εντάξει;»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Σέλιρ’χοκ, «αν και, δυστυχώς, έχουμε χάσει τα ίχνη του ενός, για την ώρα.»

Ο Τάλλαχ συνοφρυώθηκε. «Αυτός που νομίζω; Ο Πρίγκιπας Τάμπριελ;»

«Ναι.»

«Σας πρόδωσε τελικά;»

«Δε μας πρόδωσε, και ελπίζουμε να τον ξανασυναντήσουμε σύντομα… αν είναι ζωντανός.»

«Χρειάζεστε πάλι όχημα για τη Διάσταση του Φωτός, λοιπόν;» ρώτησε η Ρέισκα.

«Όχι,» είπε ο Ανδρόνικος. «Θέλουμε να μιλήσουμε με τον Πρόμαχο Γεθβάρη.»

«Είμαι βέβαιος πως θα χαρεί που θα σας δει, Πρίγκιπά μου,» είπε ο Τάλλαχ. «Ελάτε μαζί μου.»

Στο δωμάτιο υπήρχαν τρία άνοιγμα: το ένα ήταν αρκετά μεγάλο και πλατύ, ώστε να μπορούν να περάσουν οχήματα, και βρισκόταν στο βάθος· τα άλλα δύο ήταν μικρότερα, και βρίσκονταν δεξιά κι αριστερά. Ο Τάλλαχ βάδισε προς αυτό στ’αριστερά.

«Τον αιχμάλωτό σας,» ρώτησε η Ντρίλια, «να τον πάμε σ’ένα κελί;»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος. «Καλύτερα να μην είναι μπροστά, όταν θα μιλάμε με τον Πρόμαχο.»

Η Ντρίλια πλησίασε και πήρε το σχοινί του Έρνταοκ από τον Δάρυλμος. «Τα μάτια του πρέπει νάναι δεμένα; Έχει κάποιο πρόβλημα;»

«Όχι,» είπε ο Ανδρόνικος. «Μπορείς να του τα λύσεις τώρα.»

Η Ντρίλια τα έλυσε, και ο Έρνταοκ βλεφάρισε στο δυνατό φως της ενεργειακής λάμπας.

«Οδήγησέ μας στον Πρόμαχο, Τάλλαχ,» προέτρεψε τον Λευκό επαναστάτη ο Πρίγκιπας της Απολλώνιας.

*

Ο Πρόμαχος Γεθβάρης ήταν Λευκός και μεγαλόσωμος. Τα γένια του ήταν μαύρα και τα μαλλιά του αραιά. Καθόταν σ’ένα φαρδύ, πέτρινο κάθισμα, σκεπασμένο με δέρματα. Φορούσε καφετί, πέτσινο παντελόνι και γκρίζα τουνίκα που έπεφτε ώς τα γόνατά του· δεν υπήρχε τίποτα το φανταχτερό στην ενδυμασία του. Ολόκληρο το όνομά του ήταν Γεθβάρης’μορ, επειδή ήταν μάγος του τάγματος των Τεχνομαθών. Είχε, για κάποιο καιρό, φύγει από την Αρβήντλια για να διδαχθεί τα μυστικά της τέχνης του και, μετά, είχε επιστρέψει για να πολεμήσει τις δυνάμεις της Παντοκράτειρας.

Δίπλα του στεκόταν μια γυναίκα που πρέπει να είχε τα μισά του χρόνια. Ήταν γαλανόδερμη και μαυρομάλλα, με μικρά χαρακτηριστικά. Φορούσε ένα πράσινο φόρεμα με μακριά μανίκια και ψηλό γιακά, το οποίο τελείωνε στα γόνατά της. Στα πόδια της δενόταν ένα ζευγάρι μαύρα, δερμάτινα σανδάλια. Στη μέση της τυλιγόταν μια φαρδιά ζώνη.

Αφού ο Πρόμαχος Γεθβάρης καλωσόρισε τον Ανδρόνικο και τους συντρόφους του, σύστησε τη γαλανόδερμη γυναίκα ως Νίσκρι. «Αρβήντλια είναι,» είπε. «Λευκή, παρότι δεν το δείχνει.» Μειδίασε. «Ο πατέρας της ήταν Λευκός και η σύζυγός του γαλανόδερμη, από άλλη διάσταση· η φυλή του τη δέχτηκε, όμως. Η Νίσκρι είναι η καλύτερη τεχνουργός που έχω γνωρίσει, Πρίγκιπά μου! Πράγμα όχι τυχαίο, σε διαβεβαιώνω: η μητέρα της ήταν τεχνουργός, επίσης, και ο πατέρας της έφτιαχνε ένα σωρό μπιχλιμπίδια εδώ, στην Αρβήντλια.»

Ο Ανδρόνικος παρατήρησε ότι ο Γεθβάρης μιλούσε σε παρελθοντικό χρόνο για τους γονείς της. Το οποίο σήμαινε ότι, μάλλον, δεν ήταν ζωντανοί. «Τότε, είσαι τυχερός,» αποκρίθηκε στον Πρόμαχο. «Υποθέτω πως χρειάζεσαι ικανούς ανθρώπους. Όπως και όλοι χρειαζόμαστε ικανούς ανθρώπους στον αγώνα μας κατά της Παντοκρατορίας.»

Ο Γεθβάρης κούνησε το κεφάλι, αργά. «Ναι, αυτό είναι αλήθεια, Πρίγκιπά μου. Είναι αλήθεια…» Έκανε νόημα με το δεξί χέρι, και μια Λευκή γυναίκα μπήκε στο δωμάτιο, κρατώντας έναν δίσκο με ποτά. Πλησίασε τον Ανδρόνικο και τους συντρόφους του, που ήταν καθισμένοι σε πέτρινα καθίσματα σκεπασμένα με δέρματα, και τους κέρασε. Τα περισσότερα ποτήρια –τα οποία πρέπει να ήταν φτιαγμένα από κρύσταλλο που έβγαινε στον Κρυστάλλου Τόπο– περιείχαν ίνφετ και τα υπόλοιπα νερό (που δεν ήταν καθόλου αμελητέο στην Αρβήντλια).

«Στην υγειά σου, Πρόμαχε!» είπε ο Ανδρόνικος, υψώνοντας το ποτήρι ίνφετ που πήρε από τον δίσκο.

«Και στη δική σου, Πρίγκιπά μου!» αποκρίθηκε ο Γεθβάρης, υψώνοντας την αργυρή κούπα του.

Ήπιαν.

Και μετά, ο Πρόμαχος ρώτησε: «Τι σε φέρνει εδώ, λοιπόν, Πρίγκιπά μου; Άκουσες για τα προβλήματα που έχουμε στην Ελρείσβα;»

Ο Ανδρόνικος συνοφρυώθηκε. «Προβλήματα στην Ελρείσβα;»

Ο Γεθβάρης ένευσε. «Ναι… ή, μάλλον, προβλήματα που εκπορεύονται από την Ελρείσβα. Και τους Παντοκρατορικούς, όπως θα καταλαβαίνεις.»

«Για να είμαι ειλικρινής, δε γνωρίζω τίποτα γι’αυτά τα προβλήματα. Θα ήθελα να μάθω, όμως.»

«Και θα μάθεις. Ίσως, μάλιστα, να χρειαστούμε και τη βοήθειά σου· θα δείξει… Αλλά πες μου, πρώτα, γιατί ήρθες εδώ.»

Ο Ανδρόνικος ακούμπησε την πλάτη του στο κάθισμά του. «Αναζητώ τα ίχνη ενός πράκτορά μου,» εξήγησε. «Τα ίχνη του, όχι τον ίδιο,» τόνισε. «Ο ίδιος ξέρω πού βρίσκεται, κι από εκεί δεν υπάρχει γυρισμός.»

«Νεκρός, δηλαδή…»

Ο Ανδρόνικος ένευσε. «Στη Διάσταση του Φωτός πέθανε. Μ’ενδιαφέρει, ωστόσο, να μάθω από πού πέρασε, γιατί προσπαθώ ν’αποκωδικοποιήσω ένα μήνυμά του, το οποίο εκείνος πιστεύω ότι κωδικοποίησε εδώ, στην Αρβήντλια, χρησιμοποιώντας κάποιον μυστικό κώδικα.»

«Μυστικό κώδικα, ε;» Ο Γεθβάρης ήπιε μια γουλιά απ’το ποτό στην αργυρή κούπα του. «Ξέρεις πόσοι μυστικοί κώδικες υπάρχουν στην Αρβήντλια; Πιο πολλοί απ’ό,τι θα ήθελες να καθίσεις να μετρήσεις!»

«Το ξέρω, Πρόμαχε.» Ο Ανδρόνικος σηκώθηκε απ’τη θέση του, έβγαλε το τυλιγμένο μήνυμα του Αρίσταρχου απ’τα ρούχα του, και, πλησιάζοντας τον Γεθβάρη, του το έδωσε. «Μήπως, παρ’ελπίδα, τον αναγνωρίζεις;»

Ο μάγος τον κοίταξε, συνοφρυωμένος. Αλλά, τελικά, είπε: «Όχι, δε μου λέει τίποτα.» Επέστρεψε το μήνυμα στον Ανδρόνικο.

Εκείνος κάθισε πάλι, τυλίγοντας το χαρτί και κρύβοντάς το. «Μήπως ο Αρίσταρχος πέρασε από εδώ; Από ετούτη τη βάση, εννοώ.»

«Απ’όσο θυμάμαι, όχι. Και πιστεύω ότι θα το θυμόμουν.»

«Πρέπει να πηγαίνει κανένας χρόνος από τότε,» του είπε ο Ανδρόνικος, και τον πληροφόρησε και για όλα τα άλλα που, ώς τώρα, είχε μάθει για το ταξίδι του Αρίσταρχου.

Ο Γεθβάρης έτριβε τα γένια του, ακούγοντας. «Είχε, λοιπόν, περάσει από τον Άμμου Τόπο κι από τη Σάηρλεσκ, ε;»

«Ναι, και κατευθυνόταν προς τον Κοράκου Τόπο, για να πάει, τελικά, στη Διάσταση του Φωτός.»

«Με τι όχημα, όμως; Είχε όχημα;»

«Δεν το νομίζω. Πρέπει να το προμηθεύτηκε καθοδόν.»

«Εγώ, πάντως, δεν του έδωσα κανένα όχημα,» είπε ο Γεθβάρης. «Αποκλείεται να το είχα ξεχάσει. Να, για παράδειγμα, τους φίλους σου τους θυμάμαι.» Έδειξε με το σαγόνι την Ιωάννα και τον Σέλιρ’χοκ.

«Από πού θα μπορούσε να το προμηθεύτηκε;» ρώτησε ο Ανδρόνικος.

Ο Γεθβάρης ανασήκωσε τους ώμους. «Το πρώτο μέρος που έρχεται στο μυαλό μου είναι η Ελρείσβα. Εκεί, μπορείς να βρεις όχημα ειδικό για τη Διάσταση του Φωτός. Αλλά, με τόσους Παντοκρατορικούς σε κείνα τα μέρη, είναι επικίνδυνο, Πρίγκιπά μου.»

«Το όχημα του Αρίσταρχου κάποιος το σαμπόταρε,» είπε ο Ανδρόνικος, «προκειμένου να τον σκοτώσει…»

«Βλέπεις, λοιπόν, τι σου λέω;…»

«Πιστεύεις, δηλαδή, ότι το πήρε από την Ελρείσβα;»

«Το πιθανότερο.»

«Και πού μπορεί να κωδικοποίησε το μήνυμά του;»

Ο Γεθβάρης μόρφασε, συλλογισμένα. «Αυτό δεν το ξέρω…»

Για λίγο, σιγή βασίλεψε στο δωμάτιο.

«Λυπάμαι αν δε μπορώ να προσφέρω περισσότερη βοήθεια, Πρίγκιπά μου,» είπε ο Γεθβάρης.

«Δε φταις εσύ, Πρόμαχε,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος. «Η αναζήτησή μου είναι, ούτως ή άλλως, δύσκολη. Πες μου τώρα για τα προβλήματα στην Ελρείσβα. Μ’ενδιαφέρει να μάθω, ειδικά αν είναι να ταξιδέψω εκεί.»

«Απ’ό,τι γνωρίζω, ξεκίνησαν από τη γενοκτονία μιας φυλής των Λευκών,» είπε ο Γεθβάρης, και η όψη του αγρίεψε καθώς το έλεγε τούτο, γιατί –όπως ήξερε ο Ανδρόνικος– κι η δική του φυλή είχε καταστραφεί ολοσχερώς από τους Παντοκρατορικούς. Αυτό, μάλιστα, ήταν που ανάγκασε τον Γεθβάρη να φύγει από την Αρβήντλια, να ταξιδέψει σ’άλλες διαστάσεις, να διδαχθεί την τέχνη του Τεχνομαθή μάγου (για την οποία είχε εκ γενετής κλίση, ασφαλώς, όπως πρέπει να έχουν όλοι οι μάγοι), να μπλέξει με την Επανάσταση, και να επιστρέψει, τελικά, στην πατρίδα του με σκοπό να αγωνιστεί κατά της Παντοκράτειρας. «Της φυλής των Τουρβάλκλι, η οποία βρισκόταν στον Θυέλλης Τόπο. Ορισμένες φυλές των Μελανών του Κοράκου Τόπου συνωμότησαν και επιτέθηκαν στους Τουρβάλκλι την ημέρα που εκείνοι είχαν μια εορτή. Τους σκότωσαν όλους. Ή σχεδόν όλους. Ο Πρωτοσπαθάριος του Θρόνου της Ελρείσβα, ο οποίος ονομάζεται Κάραγγελ, γλίτωσε και θέλησε να πάρει εκδίκηση. Ο Παντοκρατορικός Επόπτης της Ελρείσβα αποφάσισε –για λόγο που αγνοώ– να τον βοηθήσει. Κι έτσι, οι Παντοκρατορικοί έχουν στείλει τώρα στρατό στον Κοράκου Τόπο, και καταστρέφουν τα χωριά των Μελανών. Τη μία φυλή μετά την άλλη. Και δε σταματούν πουθενά.

»Επιπλέον, δεν έχουν μόνο πεζούς και ιππείς μαζί τους, αλλά και κανόνια, Πρίγκιπά μου. Ενεργειακά κανόνια, που αφανίζουν τα πάντα. Οι Μελανοί δεν έχουν ελπίδες εναντίον τους. Και, σα να μην έφτανε τούτο, πρόσφατα πληροφορήθηκα ότι οι Παντοκρατορικοί έχουν φέρει κι αεροπλάνα στην Ελρείσβα. Δώδεκα μαχητικά αεροσκάφη, τα οποία υποπτεύομαι ότι σκοπεύουν να χρησιμοποιήσουν επίσης στην εκστρατεία του Πρωτοσπαθάριου.»

Η Ιωάννα είπε στον Ανδρόνικο: «Τ’αεροπλάνα που είδαμε να φεύγουν από τη Σάρντλι.»

Εκείνος έγνεψε καταφατικά. Και ρώτησε τον Γεθβάρη: «Γιατί ο Πρωτοσπαθάριος δεν επιτίθεται σ’εκείνους που κατέστρεψαν τη φυλή του; Γιατί επιτίθεται σε όλους τους Μελανούς του Κοράκου Τόπου;»

«Δε νομίζω ότι ξέρει ποιες φυλές συμμάχησαν εναντίον των Τουρβάλκλι. Ούτε αυτό είναι ένα μυστικό που θα μπορούσε να μάθει εύκολα· οι Μελανοί δε θα πρόδιδαν άλλους Μελανούς σ’έναν Λευκό. Έτσι, ο Πρωτοσπαθάριος παίρνει όση εκδίκηση μπορεί…» Ο Γεθβάρης ήπιε μια γουλιά απ’την κούπα του. «Για να είμαι ειλικρινής, Πρίγκιπά μου, δεν τον αδικώ. Η οργή του είναι δικαιολογημένη. Πρέπει κανείς να δίνει σκληρή απάντηση στη γενοκτονία. Όμως… αυτός δεν είναι ο σωστός τρόπος. Ενεργειακά κανόνια; Αεροπλάνα; Βοήθεια από τους ξένους; Αυτός δεν είναι ο σωστός τρόπος, Πρίγκιπά μου!»

«Οι Παντοκρατορικοί…» είπε ο Ανδρόνικος. «Γιατί βοηθούν σε τούτη την εκστρατεία; Τι όφελος έχουν;»

«Δε γνωρίζω. Αλλά θα ήθελα κι εγώ να μάθω. Η όλη τους στρατηγική μού μοιάζει παράλογη. Σπαταλούν τόση ενέργεια, για να κάνουν τα οχήματα και, κυρίως, τα κανόνια τους να λειτουργήσουν… Και ξέρεις πόσο γρήγορα καταναλώνεται η ενέργεια στην Αρβήντλια, Πρίγκιπά μου.»

«Ναι…» είπε ο Ανδρόνικος, σκεπτικά. Πραγματικά, ποιο μπορεί να είναι το σχέδιο των Παντοκρατορικών; Αποκλείεται όλα τούτα να τα κάνουν τυχαία. Κάτι θέλουν να επιτύχουν…

«Με τα καμώματά τους, όμως,» συνέχισε ο Γεθβάρης, «μας έχουν δώσει την ευκαιρία να τους χτυπήσουμε.»

«Έχετε επιτεθεί στους Παντοκρατορικούς;»

«Δολιοφθορές, μέχρι στιγμής· τίποτα περισσότερο. Αλλά θα έρθει κι η ώρα…» Τα μάτια του Γεθβάρη στένεψαν.

«Τι σημαίνει αυτό, Πρόμαχε;»

«Ετοιμάζω ένα ενεργειακό κανόνι, Πρίγκιπά μου. Θα τους χτυπήσουμε με ό,τι χτυπούν κι αυτοί τους Μελανούς του Κοράκου Τόπου! Η Νίσκρι» –κοίταξε τη γαλανόδερμη γυναίκα πλάι του, η οποία είχε τώρα καθίσει οκλαδόν επάνω σ’ένα μαξιλάρι– «με βοηθά στην κατασκευή του. Θα γίνει υπέροχο όπλο, Πρίγκιπά μου: καλοφτιαγμένο και τρομερό!»

«Και πώς θα το… ταΐζεις αυτό το όπλο, Πρόμαχε;»

«Έχω εξασφαλίσει ενεργειακές φιάλες. Ο Πρόμαχος Ώλριχ τις λήστεψε από τους Παντοκρατορικούς. Από ένα απ’τα φορτηγά τους, μάλιστα, που πήγαινε στην εκστρατεία! Εκείνος δεν έχει τα μέσα για να φτιάξει ενεργειακό κανόνι, αλλά εγώ έχω· έτσι, είπαμε να συμπράξουμε.» Ο Γεθβάρης έμοιαζε ευχαριστημένος με τον εαυτό του.

Και ο Ανδρόνικος όφειλε να παραδεχτεί ότι το σχέδιό του δεν ήταν άσχημο, ούτε τα κατορθώματα αυτού και των υπόλοιπων επαναστατών ασήμαντα. Ωστόσο, εξακολουθούσε να τον προβληματίζει η στρατηγική των Παντοκρατορικών. Οι στρατηγοί της Παντοκράτειρας δεν είναι ηλίθιοι. Είναι οι καλύτεροι στο Γνωστό Σύμπαν. Δε θα έκαναν κάτι ασύμφορο. Ποιο είναι το κέρδος γι’αυτούς από την επίθεση στον Κοράκου Τόπο; Ποιο;

«Διαφωνείς με τις ενέργειές μας, Πρίγκιπά μου;» ρώτησε ο Γεθβάρης, παρατηρώντας τον.

«Καθόλου,» τον διαβεβαίωσε ο Ανδρόνικος. «Απλώς, ορισμένα πράγματα με ανησυχούν…»

«Αναρωτιέσαι πώς θα βρεις τα ίχνη του Αρίσταρχου μέσα σε τούτο το χαλασμό;»

«Ναι, και αυτό.»

«Κοίτα,» είπε ο Γεθβάρης, «ο πράκτοράς σου, για να φτάσει στην Ελρείσβα, λογικά θα πέρασε από τον Κοράκου Τόπο. Επομένως, ίσως να μπορούν να σε βοηθήσουν οι επαναστάτες εκεί. Ο Ράθνης γνωρίζει κάποιους απ’αυτούς, αν δε λαθεύω…» Κοίταξε τον εν λόγω επαναστάτη.

«Οι σχέσεις μου με τους Μελανούς, όμως, δεν είναι και τόσο στενές,» τόνισε εκείνος.

«Λευκός είσαι· εννοείται αυτό,» του είπε ο Γεθβάρης. «Αλλά ξέρεις πού να οδηγήσεις τον Πρίγκιπά μας, έτσι δεν είναι;»

Ο Ράθνης κατένευσε.

«Το μόνο που θα πρέπει να προσέξετε,» τους προειδοποίησε ο Γεθβάρης, «είναι ότι, ουσιαστικά, γίνεται ανοιχτός πόλεμος στον Κοράκου Τόπο· και κυρίως, γύρω από το Φαράγγι του Πεπρωμένου.»

«Θα μπορούσες να μας προμηθεύσεις με κάποιο όχημα;» τον ρώτησε ο Ανδρόνικος. «Είμαι βέβαιος ότι θα μας χρειαστεί.»

«Το συζητάς, Πρίγκιπά μου; Εγώ το είχα θεωρήσει δεδομένο.»

•4•

Ο Γεθβάρης’μορ τούς οδήγησε στα βάθη της επαναστατικής βάσης, μέσα από διαδρόμους σκαμμένους στους βράχους, πηγαίνοντάς τους σε μια πελώρια αίθουσα, γεμάτη μηχανικούς εξοπλισμούς κάθε είδους. Ανάμεσά τους, ο Ανδρόνικος και οι σύντροφοί του είδαν ολόκληρα κομμάτια από οχήματα και τροχούς διαφόρων μεγεθών.

«Εδώ,» είπε ο Γεθβάρης, «είναι το δώρο που ετοιμάζω για τους Παντοκρατορικούς.» Στάθηκε πλάι σ’ένα ημιτελές ενεργειακό κανόνι που τον ξεπερνούσε σε ύψος. Τα κυκλώματα και οι μηχανισμοί στο εσωτερικό του φαίνονταν και γυάλιζαν στο φως των ενεργειακών λαμπών, καθώς δεν είχε περίβλημα προς το παρόν· ήταν γυμνό, όπως μια ζωντανή οντότητα χωρίς το δέρμα της. «Είναι πολύ ισχυρό,» τόνισε ο Τεχνομαθής μάγος. «Ό,τι καλύτερο μπορούμε να κατασκευάσουμε, εγώ και η Νίσκρι.» Η γαλανόδερμη τεχνουργός στεκόταν μερικά βήματα αριστερά του και κοίταζε το κανόνι, έχοντας το ένα της χέρι στη μέση. Το κοίταζε όπως ένας ζωγράφος θα κοίταζε έναν ημιτελή πίνακα, ή ένας γλύπτης ένα ημιτελές άγαλμα.

«Γνωρίζοντας τις ικανότητές σου, Γεθβάρη, δεν εντυπωσιάζομαι,» είπε ο Ανδρόνικος.

«Με κολακεύεις, Πρίγκιπά μου,» αποκρίθηκε ο μάγος. «Δε θα μπορούσα, όμως, να το είχα φτιάξει μόνος μου. Κι επιπλέον, δεν είναι ακόμα τελειωμένο, όπως θα μπορείς να δεις. Πρέπει να χρειαζόμαστε καμια-δυο μέρες για να το ολοκληρώσουμε. Έχουμε βάλει τα δυνατά μας.

»Αλλά αρκετά μ’ετούτη την αυτάρεσκη επίδειξη· θα δεις το κανόνι εν δράσει, πιθανώς: και τότε θα κρίνεις πόσο καλό είναι. Θα σου δείξω τώρα το όχημα που σκέφτομαι να σου δώσω.» Ο Γεθβάρης στράφηκε και βάδισε με τη Νίσκρι πλάι του.

Ο Ανδρόνικος και οι σύντροφοί του τον ακολούθησαν μέσα από τους διαδρόμους που σχηματίζονταν απ’τους μηχανικούς εξοπλισμούς.

«Σου έχουμε φέρει κι έναν αιχμάλωτο,» είπε ο Πρίγκιπας στον Πρόμαχο, καθώς βάδιζαν.

Εκείνος τον κοίταξε πάνω απ’τον ώμο του. «Τι αιχμάλωτο;»

«Έναν Παντοκρατορικό κατάσκοπο που μας παρακολουθούσε, από τη Σάηρλεσκ και μετά. Είναι Μελανός, και είχε μαζί του και μια χρυσόδερμη γυναίκα. Αφού τους αδρανοποιήσαμε, εκείνη την αφήσαμε στα βουνά, χωρίς εξοπλισμό· αυτόν, όμως, τον πήραμε μαζί μας. Τον έδωσα στη Ντρίλια, όταν μπήκαμε στη βάση, για να τον πάει σ’ένα κελί. Εμάς το μόνο που μας είπε είναι ότι τον έστειλε κάποιος πράκτορας της Παντοκράτειρας, που βρίσκεται στη Σάηρλεσκ. Δεν τον πιέσαμε και ιδιαίτερα, βέβαια· προτιμήσαμε να τον φέρουμε εδώ, σ’εσένα. Ίσως, μέσω αυτού του κατασκόπου, να μπορέσεις ν’αποκαλύψεις πράγματα για το Παντοκρατορικό δίκτυο στη Σάηρλεσκ.»

«Καλά κάνατε, Πρίγκιπά μου. Είμαι βέβαιος πως, όντως, θα μου φανεί χρήσιμος,» είπε ο Γεθβάρης, και σταμάτησε πλάι σε κάτι καλυμμένο με βαθυπράσινο ύφασμα: έναν όγκο που ήταν στο ύψος του, αλλά πολύ πιο μακρύς και φαρδύς απ’αυτόν.

Ο μάγος έπιασε το ύφασμα. «Ιδού ο Αμμοπόντικας!» είπε και, τραβώντας το ύφασμα, αποκάλυψε ένα όχημα που το περίβλημά του είχε χρώμα καφέ της άμμου και διέθετε τέσσερις μεγάλους τροχούς, ειδικούς για δύσβατα εδάφη. «Ο οποίος,» συνέχισε ο Γεθβάρης, «δεν είναι τόσο απλός όσο φαίνεται. Είναι ένα μεταλλασσόμενο όχημα, Πρίγκιπά μου.» Άνοιξε μια θύρα του Αμμοπόντικα και μπήκε στο εσωτερικό του.

Το τζάμι ήταν σκούρο, κι έτσι ο Ανδρόνικος κι οι σύντροφοί του δεν μπορούσαν να δουν τον μάγο· υποψιάζονταν, όμως, τι είχε πάει να κάνει. Είχε πάει να υφάνει ένα Ξόρκι Μηχανικής Μεταβλητότητος. Κι όπως αποδείχτηκε, είχαν δίκιο: το όχημα άλλαξε μορφή. Οι τροχοί μαζεύτηκαν και εξαφανίστηκαν, σαν να έλιωσαν μέσα στα υπόλοιπα μέταλλά του· και το μήκος του μεγάλωσε: από τη μπροστινή μεριά φάνηκε να ξεπροβάλλει μια μουσούδα, κι από την πίσω μεριά μια ουρά. Συγχρόνως, τέσσερα πόδια φύτρωσαν εκεί όπου, πριν από λίγο, βρίσκονταν οι τροχοί. Το καθένα τους είχε τρία δάχτυλα με αστραφτερά νύχια. Τα παράθυρα του Αμμοπόντικα έκλεισαν με μεταλλικά κομμάτια, αφήνοντας μονάχα μικρά, κυκλικά φινιστρίνια, για να μπορεί να δει κανείς έξω.

Ο Γεθβάρης’μορ άνοιξε και βγήκε. «Ο φίλος μου,» είπε, ακουμπώντας το χέρι του επάνω στο όχημα, σα να ήταν πλάσμα ζωντανό, «είναι ειδικός στο σκάψιμο. Στην άμμο είναι ό,τι πρέπει, αλλά και στο πιο σκληρό χώμα τα καταφέρνει. Μην τον βάλετε, όμως, να σκάψει και μέσα σε βράχους· θα σπάσετε τα πόδια του.»

«Είσαι βέβαιος ότι θέλεις να μας δώσεις ένα τόσο χρήσιμο όχημα, Πρόμαχε;» είπε ο Ανδρόνικος. Ο Αμμοπόντικας δεν ήταν ένα μηχάνημα εύκολο να κατασκευαστεί, ειδικά εδώ, στην Αρβήντλια. Ο Γεθβάρης, σίγουρα, δεν έκανε μαζική παραγωγή από τέτοια.

«Δεν περνά κάθε μέρα ο Πρίγκιπας της Επανάστασης από τη βάση μου,» αποκρίθηκε ο μάγος.

*

Ο Πρόμαχος Γεθβάρης είπε σε μερικούς επαναστάτες να οδηγήσουν τον Ανδρόνικο και τους συντρόφους του σε ξενώνες, για να ξεκουραστούν. Έτσι, ο Πρίγκιπας της Απολλώνιας και η Ιωάννα βρέθηκαν στο καλύτερο δωμάτιο που είχε η βάση να προσφέρει. Δεν ήταν τίποτα το σπουδαίο, αλλά ήταν αρκετό. Είχε ακόμα και λουτρό. Το νερό προερχόταν από τα υπόγεια βάθη της Αρβήντλια, ευλογημένο από την Κρωμβέλη.

Ο Ανδρόνικος και η Ιωάννα έβγαλαν τα ρούχα τους και βυθίστηκαν στην πέτρινη λεκάνη του λουτρού, γύρω απ’την οποία υπήρχαν μπουκαλάκια με σαπούνια και έλαια.

«Δεν είναι παράλογη η στρατηγική των Παντοκρατορικών στον Κοράκου Τόπο;» είπε ο Ανδρόνικος, παίρνοντας ένα μπουκαλάκι με σαπούνι στα χέρια του. Έβγαλε το πώμα και έχυσε λίγο από το περιεχόμενο στο νερό, το οποίο θόλωσε και αφρός άρχισε να βγαίνει, ενώ μια γλυκιά μυρωδιά απλωνόταν.

«Μοιάζει παράλογη,» αποκρίθηκε η Ιωάννα. «Επειδή δεν ξέρουμε τι παίζεται από πίσω.»

Ο Ανδρόνικος έκλεισε το μπουκαλάκι και το επέστρεψε στο πλάι του λουτρού. Ανακίνησε το νερό με τα χέρια του, κάνοντας το σαπούνι να απλωθεί παντού. «Κι εγώ το ίδιο πιστεύω. Τι θα μπορούσε, όμως, να κρύβεται πίσω από τη στρατηγική τους, Ιωάννα; Η Παντοκράτειρα θέλει να κρατά ολόκληρη την Αρβήντλια υποταγμένη· δεν την ενδιαφέρει να βοηθήσει τους Λευκούς κατά των Μελανών, ή τους Μελανούς κατά των Λευκών. Και, στη συγκεκριμένη περίπτωση, φαίνεται να βοηθά τους Λευκούς· ή, τουλάχιστον, να καταστρέφει τους Μελανούς –που, σε τελική ανάλυση, ίσως νάναι το ίδιο πράγμα.»

«Υποθέτω,» είπε η Ιωάννα, παίρνοντας ένα μπουκαλάκι από το πλάι της λεκάνης, «ότι ο Παντοκρατορικός Επόπτης της Ελρείσβα έχει κάνει κάποια συμφωνία με τον Βασιληά της περιοχής. Πρόκειται για συναλλαγή, ουσιαστικά.

»Γύρνα.» Έκανε μια περιστροφική κίνηση με τον δείκτη του αριστερού της χεριού.

Ο Ανδρόνικος γύρισε. «Συναλλαγή; Ο Βασιληάς δίνει κάτι στους Παντοκρατορικούς, και οι Παντοκρατορικοί δίνουν κάτι σ’εκείνον;»

Η Ιωάννα άνοιξε το μπουκαλάκι, έριξε λίγο αρωματικό έλαιο στη χούφτα της, και άρχισε να τρίβει στην πλάτη του Απολλώνιου Πρίγκιπα. «Αυτό σημαίνει συναλλαγή, αν δεν κάνω λάθος.»

«Ναι,» είπε ο Ανδρόνικος· «αλλά δε μπορώ να φανταστώ τι έχει να δώσει ο Θρόνος της Ελρείσβα στους Παντοκρατορικούς, ώστε εκείνοι να ξεκινήσουν μια τόσο μεγάλη εκστρατεία κατά των Μελανών. Ο Κοράκου Τόπος δεν είναι μικρή περιοχή, Ιωάννα. Θυμάσαι τον χάρτη;»

Η Μαύρη Δράκαινα συνέχισε ν’αλείφει την πλάτη και τους ώμους του με το λάδι. «Τον θυμάμαι. Εσύ θυμάσαι ότι η Ελρείσβα έχει ορυχεία ενέργειας;»

«Ο Θρόνος της Ελρείσβα, ούτως ή άλλως, προμηθεύει την Παντοκράτειρα με ενέργεια.»

«Περισσότερη ενέργεια, τότε;»

«Δηλαδή, θες να πεις ότι ο Επόπτης κάνει όλη τούτη την εκστρατεία για να του δώσει ο Βασιληάς της Ελρείσβα καμια εκατοστή ενεργειακές φιάλες παραπάνω; Τι να τις κάνει τις φιάλες, αφού θα τις καταναλώσει στην ίδια την εκστρατεία;»

«Σωστό αυτό που λες. Αλλά, και πάλι, πρέπει να υπάρχει κάποια συναλλαγή ανάμεσά τους. Αλλιώς, η εκστρατεία δε θ’άρχιζε ποτέ.»

Ο Ανδρόνικος στράφηκε να την κοιτάξει, καθώς η Ιωάννα έπαψε να τον αλείφει με το αρωματικό έλαιο. «Οι Παντοκρατορικοί μπορεί να έχουν κάτι άλλο να κερδίσουν.»

Η Ιωάννα ύψωσε το ένα της φρύδι. «Όπως;»

«Δεν ξέρω ακόμα…»

«Τι μπορεί ποτέ να έχουν να κερδίσουν, εξολοθρεύοντας όλους τους Μελανούς του Κοράκου Τόπου, Ανδρόνικε; Το μοναδικό πράγμα που έχουν να κερδίσουν –και θα το κερδίσουν– είναι η έχθρα όλων των Μελανών της Αρβήντλια.»

«Και αποκλείεται να είναι τόσο ηλίθιοι ώστε να το θέλουν αυτό.» Ο Ανδρόνικος πήρε το μπουκαλάκι με το λάδι, που η Ιωάννα είχε αφήσει στο πλάι του λουτρού όσο του άλειφε την πλάτη.

«Ακριβώς.»

«Επομένως, οι ενέργειές τους δε βγάζουν κανένα νόημα.»

«Αλλά κάποιο νόημα, σίγουρα, υπάρχει,» είπε η Ιωάννα.

Ο Ανδρόνικος συνοφρυώθηκε. «Γιατί νομίζω ότι κάνουμε κύκλους;»

«Επειδή κάνουμε.»

«Ο Παντοκρατορικός Επόπτης της Ελρείσβα μοιάζει να είναι παράφρονας,» είπε ο Ανδρόνικος. «Γύρνα.» Έβγαλε το πώμα του μπουκαλιού.

Η Ιωάννα γύρισε, κι ο Ανδρόνικος άρχισε ν’αλείφει την πλάτη της με το αρωματικό έλαιο. Το σώμα της ήταν, συγχρόνως, σφριγηλό και απαλό κάτω απ’τις παλάμες του. «Έχεις σκεφτεί,» της είπε, «ότι ίσως αυτός ο Πρωτοσπαθάριος Κάραγγελ να ανάγκασε κάπως τον Επόπτη να επιτεθεί στους Μελανούς;»

«Να τον ανάγκασε; Πώς, Ανδρόνικε;»

«Δε μπορώ να το ξέρω αυτό. Αλλά ο Πρωτοσπαθάριος είναι, ουσιαστικά, ο μόνος που φαίνεται να έχει καλό λόγο για να γίνει η εκστρατεία. Θέλει εκδίκηση κατά των Μελανών, ως απάντηση για τη γενοκτονία της φυλής του.»

«Δε νομίζω,» είπε η Ιωάννα, «ότι ένας οποιοσδήποτε Λευκός της Αρβήντλια έχει τη δύναμη να αναγκάσει έναν Παντοκρατορικό Επόπτη να κάνει κάτι… Απ’την άλλη, βέβαια, ποτέ δεν ξέρεις… Ωστόσο, το πιθανότερο–

»Ανδρόνικε, δεν τρίβεις την πλάτη μου.»

«Το ξέρω.» Τα χέρια του κινούνταν επάνω στην επίπεδη κοιλιά της, ανεβαίνοντας· κι ύστερα, έκλεισαν τα στήθη της ανάμεσα στα δάχτυλά τους. Οι θηλές της ήταν σκληρές.

Η Ιωάννα γύρισε το κεφάλι, μειδιώντας, και φιλήθηκαν. «Μμμμμ… Το πιθανότερο, ωστόσο,» είπε, καθώς τα χείλη τους χώρισαν, «είναι οι Παντοκρατορικοί να έχουν κάτι να κερδίσουν απ’την εκστρατεία, όχι ο Πρωτοσπαθάριος να έχει, κάπως, αναγκάσει τον Επόπτη να κινηθεί κατά των Μελανών.»

«Το ίδιο νομίζω κι εγώ,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος, «αλλά, ορισμένες φορές, συμβαίνουν και απρόσμενα πράγματα.»

Το αριστερό χέρι της Ιωάννας, που ήταν κάτω απ’το αφρώδες σαπουνόνερο, γλίστρησε ανάμεσά τους και ζούληξε ελαφρά τα αχαμνά του.

«Προσπαθείς να μου δώσεις ένα παράδειγμα απρόσμενου γεγονότος;» της είπε ο Ανδρόνικος.

Η Ιωάννα γέλασε και γύρισε μέσα στην αγκαλιά του. Φιλήθηκαν ξανά, και βούτηξαν κάτω απ’το νερό.

*

Ο Δάρυλμος παραμέρισε τη βαριά, δερμάτινη κουρτίνα της πόρτας, και ο Ράθνης μπήκε στο δωμάτιό του.

«Ο τελευταίος άνθρωπος που περίμενα,» είπε ο πρασινόδερμος γηγενής της Βίηλ. «Ήρθες για να πιούμε; Να παίξουμε ζάρια; Χαρτιά;»

«Τίποτα από τα τρία.»

«Κάτι μέσα μου ήξερε ότι θ’απαντούσες έτσι,» είπε ο Δάρυλμος, κλείνοντας την κουρτίνα. «Τι σε φέρνει εδώ, λοιπόν; Δεν έχω τελειώσει το φαγητό μου, όπως βλέπεις.»

«Να μη σε παρακωλύω,» αποκρίθηκε ο Ράθνης. «Συνέχισε.»

«Είσαι πολύ καλός, φίλε μου.» Ο Δάρυλμος κάθισε, οκλαδόν, μπροστά στο πέτρινο τραπεζάκι, όπου βρισκόταν το μισοτελειωμένο βραδινό που του είχαν προσφέρει οι επαναστάτες της βάσης: το οποίο, όφειλε να παραδεχτεί, δεν ήταν καθόλου άσχημο. Απορούσε πού έβρισκαν αυτοί οι Αρβήντλιοι την τροφή τους μέσα σε τούτες τις ερημιές. Ήταν αληθινοί θαυματοποιοί, οι άνθρωποι!

«Μπορείς να μας ξαναφτιάξεις μάσκες, αν τις χρειαστούμε;» ρώτησε ο Ράθνης, στεκόμενος στη μέση του δωματίου.

Ο Δάρυλμος χαμογέλασε. «Τι ανόητες ερωτήσεις είναι τούτες;» Σήκωσε το κύπελλό του και ήπιε νερό. «Εννοείς, μάσκες σαν τις προηγούμενες;»

«Ναι.»

«Χμμ…» Ο Δάρυλμος έφαγε λίγο από το βραδινό του, σκεπτικά. «Θα χρειαστώ τα κατάλληλα υλικά, και δεν ξέρω αν θα μπορούσα να τα βρω στην Αρβήντλια. Ή, τουλάχιστον, δεν ξέρω πόσο εύκολα θα μπορούσα να τα βρω. Στη Σάρντλι, τα πράγματα είναι σε περισσότερη αφθονία, αν καταλαβαίνεις τι θέλω να πω…»

«Τα πάντα υπάρχουν στην Αρβήντλια,» αποκρίθηκε ο Ράθνης.

«Με συγχωρείς, τότε. Απλά μπερδεύτηκα· ξέρεις, μ’όλες αυτές τις ερημιές παντού γύρω, όλο βράχοι και άμμος και τίποτ’άλλο φανερό.» Ο Δάρυλμος μειδίασε, και ήπιε νερό. «Τέλος πάντων. Θα μου βρεις εσύ τα υλικά; Αυτό θες να πεις;»

«Θέλω να πω ότι καλύτερα να πάρεις ό,τι χρειάζεσαι από εδώ. Από τη βάση.»

«Εντάξει, αυτό μπορούσα να το σκεφτώ κι εγώ. Το θέμα είναι…» Τα μάτια του Δάρυλμος στένεψαν. «Πιστεύεις ότι θα χρειαστούμε πραγματικά τις μάσκες; Υπάρχει κίνδυνος να μπλέξουμε;»

«Θα ταξιδέψουμε στον Κοράκου Τόπο,» του είπε ο Ράθνης: «ένα μέρος γεμάτο Μελανούς –κι εγώ είμαι Λευκός. Επίσης, στο ίδιο μέρος κάνουν εκστρατεία οι Παντοκρατορικοί –και έχουμε τον ίδιο τον Πρίγκιπα της Επανάστασης μαζί μας. Καλό είναι να είμαστε έτοιμοι για τα πάντα, δε νομίζεις;»

«Σωστός,» συμφώνησε ο Δάρυλμος, ύστερα από μερικές μπουκιές από το βραδινό του.

Ο Ράθνης στράφηκε για να φύγει.

«Δεν κάθεσαι λίγο;» τον πρόλαβε ο Δάρυλμος.

Ο Ράθνης τον κοίταξε πάνω απ’τον ώμο του. «Ο λόγος;»

«Να παίξουμε κάνα χαρτάκι, βρε αδελφέ…»

«Άλλη φορά.» Ο Λευκός επαναστάτης παραμέρισε τη δερμάτινη κουρτίνα και έφυγε, κλείνοντας πίσω του.

Ο Δάρυλμος αναποδογύρισε τα μάτια. «Αν μου έλεγαν ότι όλοι οι Αρβήντλιοι είναι έτσι, δε θα ερχόμουν ποτέ για διακοπές σε τούτη τη διάσταση…» μονολόγησε. Και, απ’ό,τι είχε δει ώς τώρα, οι περισσότεροι Αρβήντλιοι ήταν κάπως έτσι. Ακατανόητοι για τους εξωδιαστασιακούς. Και δεν είχαν καθόλου, μα καθόλου, πλάκα!

Ο Δάρυλμος αναστέναξε, και βάλθηκε να τελειώσει το βραδινό του. Ευτυχώς, το φαγητό τους δεν είναι τόσο ξινό όσο η συμπεριφορά τους!…

*

Ο Σέλιρ’χοκ κάθισε οκλαδόν στο πάτωμα και έκλεισε τα μάτια του, διαλογιζόμενος. Το φαγητό που του είχαν φέρει οι επαναστάτες της βάσης ούτε που το άγγιξε. Η Άνμα’ταρ, όμως, έφαγε όλο το δικό της φαγητό και μια πιρουνιά απ’το δικό του. Ήπιε νερό και έμεινε καθισμένη αντίκρυ του, περιμένοντάς τον ν’ανοίξει τα μάτια και να επανέλθει στον κόσμο των ξυπνητών.

Εκείνος δεν άνοιξε τα μάτια.

Η Άνμα σηκώθηκε, κάνοντας πέρα-δώθε μες στο δωμάτιο και καπνίζοντας ένα τσιγάρο. Είχε βγάλει τις μπότες της, αλλά τα πόδια της την πονούσαν λιγάκι, καθώς βημάτιζε πάνω στο πέτρινο δάπεδο. Το ταξίδι στα βουνά είχε κάνει φουσκάλες να εμφανιστούν στις πατούσες, στα δάχτυλα, και στις φτέρνες της. Δεν της άρεσε να διανύει μεγάλες αποστάσεις οδοιπορώντας, παρότι ήταν, εν μέρει, εκπαιδευμένη γι’αυτό, όπως και η Ιωάννα. Η εκπαίδευση της Ιωάννας, όμως, ήταν πιο σκληρή. Οι Μαύρες Δράκαινες ήταν πολεμίστριες. Οι Δράκαινες ήταν ένα τάγμα μαγισσών. Αυτό, βέβαια, δε σήμαινε πως δεν ήξεραν να πολεμάνε, ούτε ότι ήταν μαλθακές. Απλά, δεν ήταν και τόσο καλές όσο οι συντρόφισσές τους. Ο ρόλος τους ήταν να τις υποβοηθούν, όχι να τις αντικαθιστούν. Απ’την άλλη, βέβαια, οι Δράκαινες ήταν σκληρότερα εκπαιδευμένες από οποιονδήποτε κανονικό στρατιώτη της Παντοκράτειρας. Η Άνμα μπορούσε, με τα χέρια και τα πόδια της μόνο, να τα βάλει με τέσσερις στρατιώτες και να νικήσει χωρίς μεγάλη δυσκολία.

Το τσιγάρο της τελείωσε, κι αφού ο Σέλιρ διαλογιζόταν ακόμα, αποφάσισε να γυμναστεί. Μέρος της εκπαίδευσής της ήταν, επίσης, να βρίσκεται πάντοτε σε φόρμα. Έβγαλε τα ρούχα της και έκανε διάφορες ασκήσεις, μέχρι που το χρυσό δέρμα της γυάλιζε από τον ιδρώτα.

Πήρε μια πετσέτα απ’το σάκο της και σκουπίστηκε.

Ο Σέλιρ εξακολουθούσε να έχει τα βλέφαρά του κλειστά και να βρίσκεται στην ίδια θέση.

Η Άνμα ξάπλωσε, μπρούμυτα, στο κρεβάτι, στηρίζοντας το σαγόνι στα ενωμένα χέρια της και σταυρώνοντας τα πόδια της στον αστράγαλο.

Σφύριξε, μακρόσυρτα.

Ο Σέλιρ άνοιξε ένα μάτι. «Τι είναι;»

«Αναρωτιόμουν ποιος απ’τους δυο μας θα κάνει τη Μαγγανεία Κινήσεως, αύριο, μέσα στον Αμμοπόντικα.»

«Δεν είναι αυτός ο λόγος που μου μιλάς.» Ο Σέλιρ άνοιξε και το άλλο μάτι.

«Ναι; Και ποιος είναι;»

«Θέλεις να μιλήσεις. Πέρα-δώθε κάνεις συνέχεια, τόση ώρα.»

«Πού ξέρεις τι κάνω εγώ; Ουσιαστικά, κοιμάσαι!»

«Δεν είναι και πολύ δύσκολο να το αντιληφτώ.»

Η Άνμα αναστέναξε. «Τέλος πάντων. Θα καθίσεις εσύ στο ενεργειακό κέντρο του οχήματος, ή να καθίσω εγώ;»

Ο Σέλιρ άρχισε να τρώει από το φαγητό που του είχαν φέρει πριν από ώρα. «Μπορούμε να το κάνουμε εναλλάξ. Τι σημασία έχει;»

Η Άνμα χασμουρήθηκε. «Είπα να πω κάτι…»

«Εμένα με απασχολεί περισσότερο γιατί οι Παντοκρατορικοί αποφάσισαν να ξεκινήσουν την εκστρατεία τους στον Κοράκου Τόπο.»

«Γνωρίζεις τα πολιτικά θέματα της Αρβήντλια;»

«Όχι, εκτός από λίγα πράγματα που με συνδέουν, ίσως, με την αρχαία ιστορία της. Το ζήτημα της εκστρατείας, όμως, φαίνεται να έχει προβληματίσει τον Πρίγκιπά μας, και καταλαβαίνω γιατί–»

«Τι εννοείς ότι κάποια πράγματα σε συνδέουν με την αρχαία ιστορία της;» ρώτησε η Άνμα, συνοφρυωμένη.

«Υπάρχει ένας μύθος που λέει ότι οι Μοργκιανοί, κάποτε, αποφάσισαν να επεκταθούν σε μια άλλη διάσταση: την Αρβήντλια–»

«Δηλαδή, οι Μελανοί που βρίσκονται εδώ είναι Μοργκιανοί; Συμπατριώτες σου;»

«Δε θα τους ονόμαζα ‘συμπατριώτες μου’,» αποκρίθηκε ο Σέλιρ. «Μιλάμε για πολύ παλιά γεγονότα. Και δεν είμαι βέβαιος ότι αληθεύουν καν.»

Η Άνμα έτριψε τα μάτια της. «Ο Ανδρόνικος τον ξέρει αυτό τον μύθο;»

«Υποθέτω πως ναι. Αν και δεν έχει μεγάλη σημασία πλέον.»

«Οι Μελανοί δεν έχουν τα δικά σου χαρακτηριστικά,» τόνισε η Άνμα.

«Ακριβώς. Γι’αυτό σού λέω πως, ακόμα κι αν ο μύθος αληθεύει, πρόκειται για γεγονότα πάρα, πάρα πολύ παλιά.»

Ο Σέλιρ συνέχισε το φαγητό του, σιωπηλά.

«Ο Δάρυλμος μού έδειξε ένα παιχνίδι,» είπε η Άνμα.

«Τι παιχνίδι;»

«Με ζάρια.»

«Ο άνθρωπος είναι τζογαδόρος…»

«Θέλεις να παίξουμε για το ποιος θα κάνει τη Μαγγανεία Κινήσεως αύριο;»

«Έχεις εθιστεί, λοιπόν…»

Η Άνμα γέλασε. «Λες υπερβολές!»

«Σε πειράζω.»

«Πολύ αστείο.» Η Άνμα ανασηκώθηκε πάνω στο κρεβάτι και άπλωσε το δεξί της χέρι, για να φτάσει τον σάκο της. Από μέσα πήρε τρία ζάρια. Σηκώθηκε και πήγε να καθίσει στο πάτωμα, οκλαδόν, αντίκρυ του Σέλιρ.

Εκείνος δεν είχε ακόμα τελειώσει το φαγητό του. «Από πότε κουβαλάς ζάρια μαζί σου;»

«Δεν είναι δικά μου.»

«Αυτού του αχρείου είναι;»

«Ναι.»

«Για δώστα μου.»

Η Άνμα τού τα έδωσε.

Ο Σέλιρ τα κράτησε, ένα-ένα, μέσα στη δεξιά του χούφτα, σα να τα ζύγιαζε.

«Τι κάνεις εκεί;»

«Αυτό το ζάρι,» της είπε, κρατώντας το ένα από τα τρία ανάμεσα στον δείκτη και στον αντίχειρά του, «είναι ζυγιασμένο, ώστε συνήθως να παρουσιάζεται ετούτη η πλευρά του.» Της έδειξε την πλευρά που εννοούσε, και άφησε το ζάρι να κυλήσει στο πάτωμα.

Η πλευρά που είχε πει παρουσιάστηκε.

Πήρε το ζάρι από κάτω και το ξανάριξε. Η ίδια πλευρά παρουσιάστηκε. Το ξαναπήρε από κάτω και το έριξε πάλι. Η ίδια πλευρά παρουσιάστηκε για τρίτη φορά.

«Τρίτωσε το κακό,» είπε ο Σέλιρ.

«…Το καθίκι!» μούγκρισε η Άνμα. «Γι’αυτό μού έδωσε αυτά τα ζάρια: για να νικά εκείνος κάθε γαμημένη φορά!»

Ο Σέλιρ μειδίασε. «Ο Δάρυλμος έπαιζε με άλλα ζάρια;»

«Ναι.»

«Μια Δράκαινα θα έπρεπε νάναι πιο προσεχτική.»

«Μη μου κάνεις μάθημα εμένα!» Η Άνμα πήρε και τα τρία ζάρια από κάτω, όπου τα είχε αφήσει ο Σέλιρ.

Κεφάλαιο 9
Η Αντεπίθεση της Ερήμου

•1•

Ο Κάφλαχ είχε πει ότι αύριο θα μιλούσαν με τη Νατλάο περισσότερο, αλλά ολόκληρη την επόμενη ημέρα δε φάνηκε. Το μεσημέρι –τουλάχιστον, εκείνη υπολόγιζε ότι πρέπει να ήταν μεσημέρι– της έφερε φαγητό ο επαναστάτης που ονομαζόταν Νάσκρωμ, καθώς επίσης και μερικά μαξιλάρια, ώστε να μπορεί να κάθεται πιο βολικά στο πάτωμα. Η Νατλάο τον κοίταζε χωρίς να του μιλά, και ούτε εκείνος τής είπε τίποτα. Άφησε τον δίσκο κοντά της και τα μαξιλάρια λίγο παραδίπλα, και έφυγε. Αργότερα, η Νατλάο μετάνιωσε που δεν τον είχε ρωτήσει τι είχαν αποφασίσει για εκείνη, πότε θα την πήγαιναν στον Ίσναχ. Το μετάνιωσε, γιατί είδε ότι ο Κάφλαχ, μάλλον, δεν είχε σκοπό να έρθει…

Θεοί, τι κάνω εδώ; Είμαι σαν φυλακισμένη!

Μερικές φορές, βγήκε απ’το μικρό δωμάτιό της, αλλά δεν πήγε πολύ μακριά απ’το κατώφλι της πόρτας του. Κι από εκεί είδε μονάχα Λευκούς να περνάνε, ορισμένοι απ’τους οποίους την κοίταζαν με περιέργεια. Κανείς, όμως, δεν πλησίασε για να της μιλήσει, και ούτε εκείνη είχε το θάρρος να μιλήσει σε κανέναν.

Το βράδυ (που σύμφωνα πάλι με τους υπολογισμούς της πρέπει να ήταν βράδυ, γιατί δεν υπήρχε παράθυρο εδώ, ώστε να μπορεί να δει τον ουρανό, ούτε ρολόι είχε), η Μιρνάβρα ήρθε στο δωμάτιό της, κρατώντας έναν δίσκο με φαγητό και ποτό. Η Νατλάο την ατένιζε, καθισμένη οκλαδόν επάνω σ’ένα απ’τα μαξιλάρια. Απ’όλους τους επαναστάτες, αυτήν βρήκαν να μου στείλουν;

Η Λευκή, ξανθομάλλα πολεμίστρια άφησε τον δίσκο κοντά στη Νατλάο και πήρε τον προηγούμενο. «Επιθυμεί τίποτ’άλλο η Βασίλισσα;» είπε.

Βασίλισσα; «Κρατούμενη», θες να πεις! «Μια ερώτηση: Πότε θα με πάτε στον Ίσναχ;»

«Μόλις φτάσει το αεροσκάφος σας,» αποκρίθηκε η Μιρνάβρα, φεύγοντας απ’το δωμάτιο.

Σκύλα! Τσακάλι! γρύλισε η Νατλάο εντός της· και δοκίμασε το φαγητό με επιφύλαξη, γιατί, ποτέ δεν ξέρεις, αυτή η τρισκατάρατη Λευκή μπορεί και να το είχε δηλητηριάσει.

Τι είναι, όμως, το «αεροσκάφος»; αναρωτήθηκε, καθώς έτρωγε, προσεχτικά. Κάποιο αστείο; Λογοπαίγνιο των επαναστατών; Δεν μπορούσε να καταλάβει.

Το φαγητό, τελικά, δεν ήταν δηλητηριασμένο. Η Νατλάο το τελείωσε και, μετά, βγήκε για λίγο στον διάδρομο, περιμένοντας μήπως εμφανιστεί ο Κάφλαχ. Εκείνος, όμως, δε φάνηκε, έτσι επέστρεψε στο δωμάτιό της και ξάπλωσε για να κοιμηθεί.

Στα όνειρά της, είδε μεταλλικά πουλιά να πετούν στον ουρανό, βγάζοντας φωτιά από τις ουρές τους. Κι από κάτω τους κείτονταν χιλιάδες νεκροί. Σωροί από νεκρούς. Ολόκληροι λόφοι. Το αίμα τους είχε φτιάξει μια καινούργια όαση μέσα στις ερήμους. Και κοντά στην όαση αυτή καθόταν ένας ζωντανός σκελετός, ντυμένος με κουρέλια και κρατώντας ένα βιβλίο μπροστά του, απ’το οποίο διάβαζε ονόματα. Ο Σέλεντουρ, δε μπόρεσε παρά να συνειδητοποιήσει η Νατλάο, και η Βίβλος της Αιώνιας Καταγραφής.

Ξυπνώντας, δεν είχε τρόπο να γνωρίζει τι ώρα ήταν. Ήξερε μόνο ότι ήταν τρομαγμένη από τον εφιάλτη της, και ότι δεν της άρεσε καθόλου το γεγονός ότι βρισκόταν σ’ένα υπόγειο μέρος γεμάτο Λευκούς. Την έκανε να νιώθει φυλακισμένη, και νόμιζε πως κάποιος έγδερνε τα σωθικά της μ’ένα τραχύ μαχαίρι.

Περίμενε, μέχρι να της φέρουν φαγητό, ελπίζοντας ότι, αυτή τη φορά, θα ερχόταν ο Κάφλαχ, για να της μιλήσει, να της πει πότε θα την πήγαιναν στον Ίσναχ. Αλλιώς, γιατί την κρατούσαν εδώ; Για να τη βασανίζουν; Ήθελε να φύγει! Πριν, ήθελε να βρει τους επαναστάτες, και τώρα που τους είχε βρει, ήθελε να φύγει μακριά τους! Δεν ήξερε, τότε, ότι θα ήταν όλοι τους Λευκοί, οι καταραμένοι! Νόμιζε πως θα ήταν Μελανοί, όπως ο Ίσναχ. Και υπήρχαν Μελανοί επαναστάτες· σίγουρα, υπήρχαν. Εκείνη ήταν τόσο άτυχη ώστε να πέσει πάνω στους Λευκούς!…

Το φαγητό τής έφερε, τελικά, κάποιος που η Νατλάο δεν περίμενε: η γυναίκα με το λευκό-ροζ δέρμα, την οποία είχε δει όταν ο Κάφλαχ την οδηγούσε μέσα από τους πέτρινους διαδρόμους της βάσης.

Μια ξένη…

Η γυναίκα δεν ήταν ψηλότερη από τη Νατλάο, και κάτι στις κινήσεις της έδινε στην τελευταία των Ερνεό’ωμ να καταλάβει ότι ήταν πολεμίστρια. Φορούσε μια μαύρη, δερμάτινη στολή, κάτω απ’την οποία το σώμα της φαινόταν καλογυμνασμένο. Τα μαλλιά της ήταν καστανά και έπεφταν λυτά στους ώμους της.

Στα χέρια της κρατούσε έναν δίσκο με φαγητό, τον οποίο άφησε δίπλα στη Νατλάο.

«Θα πρέπει να αισθάνεσαι λιγάκι… αφιλόξενα εδώ, υποθέτω,» της είπε, και κάθισε οκλαδόν επάνω σ’ένα μαξιλάρι.

«Αφιλόξενα;»

«Η βάση είναι γεμάτη Λευκούς, κι εσύ είσαι Μελανή…» εξήγησε η γυναίκα.

Η Νατλάο συνοφρυώθηκε. «Φαίνεται να γνωρίζεις πολλά για μας. Αλλά δεν είσαι Αρβήντλια, έτσι δεν είναι;»

«Όχι,» παραδέχτηκε εκείνη, «δεν είμαι Αρβήντλια. Το όνομά μου είναι Νίκη.» Πρότεινε το χέρι της.

Οι Αρβήντλιοι, συνήθως, δεν αντάλλασσαν χειραψίες· ήταν ένα ξενόφερτο έθιμο. Αλλά, στην προκειμένη περίπτωση, η γυναίκα αντίκρυ στη Νατλάο ήταν ξένη· επομένως, εκείνη άπλωσε το δικό της χέρι και έσφιξε το χέρι της Νίκης. «Νατλάο,» συστήθηκε. «Είμαι η τελευταία της φυλής των Ερνεό’ωμ.»

«Μου το έχουν πει,» αποκρίθηκε η Νίκη, νεύοντας. «Λυπάμαι για τη φυλή σου.»

Η Νατλάο αναστέναξε, κοιτάζοντας το φαγητό της. «…Ναι,» μουρμούρισε. Πήρε ένα κομμάτι αποξηραμένο φρούτο και το έβαλε στο στόμα της, μασώντας. Ύψωσε το βλέμμα της στο πρόσωπο της Νίκης. «Επαναστάτρια είσαι, έτσι;»

Εκείνη ένευσε.

«Πώς βρέθηκες εδώ;»

«Πηγαίνω όπου υπάρχει ανάγκη. Στην Αρβήντλια έχετε αρκετούς επαναστάτες που δεν είναι Αρβήντλιοι, Νατλάο.»

«Από πού είσαι; Πού είναι η πατρίδα σου;»

«Η πατρίδα μου είναι σε μια διάσταση που ονομάζεται Σεργήλη. Την έχεις ακουστά;»

Η Νατλάο κούνησε το κεφάλι αρνητικά.

«Τη Σάρντλι, όμως, θα την ξέρεις, υποθέτω…»

«Την έχω ακούσει,» είπε η Νατλάο, τρώγοντας. «Από τη Σάρντλι μπορείς να πας στην Αρβήντλια, και αντιστρόφως.»

«Ναι,» αποκρίθηκε η Νίκη. «Και από τη Σάρντλι μπορείς, επίσης, να πας στη Σεργήλη.»

Η Νατλάο έμεινε σιωπηλή, για λίγο, μασουλώντας το φαγητό της και πίνοντας νερό. Και παρατηρώντας τη Νίκη. Θέλει κάτι από μένα; Ή βρίσκεται εδώ μόνο για να μου κάνει παρέα; Όχι πως η παρέα της ήταν δυσάρεστη. Για ξένη, καλή ήταν. Μιλούσε κι αρκετά καλά την Κοινή Γλώσσα της Αρβήντλια.

Και το βλέμμα της είναι… ήρεμο. Καρτερικό. Είναι… είναι σαν το βλέμμα ενός κυνηγού, ανθρώπου ή ζώου. Λιγάκι τρομαχτικό αυτό, αν σκεφτόταν κανείς ότι μιλούσε τόσο φιλικά. Ήταν σα να είχε δύο φύσεις.

«Δεν ήμουν πάντοτε με την Επανάσταση, Νατλάο…» είπε η Νίκη.

Παρατήρησε ότι την παρατηρώ; Κατάλαβε τις σκέψεις μου γι’αυτήν; «Τι εννοείς;»

«Υπηρετούσα την Παντοκράτειρα.»

Η Νατλάο συνοφρυώθηκε. «Ήσουν με τους ανθρώπους που καταστρέφουν τις φυλές στον Κοράκου Τόπο;»

«Φοβάμαι πως ναι. Πριν από πολύ καιρό, όμως. Ανήκα σ’ένα στρατιωτικό τάγμα θηλέων που ονομαζόταν Μαύρες Δράκαινες. Ήμασταν ειδικά εκπαιδευμένες για να φέρνουμε σε πέρας ό,τι επιθυμούσε η Παντοκράτειρα.»

«Και τι έγινε μετά;»

Η Νίκη ανασήκωσε τους ώμους. «Τη δυσαρεστήσαμε… Δε φανήκαμε αντάξιες των προσδοκιών της… Έτσι είναι η Παντοκράτειρα, Νατλάο… παράξενη. Παρανοϊκή. Και δυσαρεστείται πολύ εύκολα. Ακόμα κι από μας δυσαρεστήθηκε, που μας είχε εκπαιδεύσει ακριβώς όπως ήθελε. Κι άρχισε να μας τιμωρεί με διάφορους τρόπους… Εγώ και κάποιες άλλες καταλήξαμε σ’ένα…» Χαμογέλασε. «Δε θα ξέρεις τι είναι αυτό, Νατλάο, αλλά μας έριξε σ’ένα Μεταβλητό Αυτοσυντηρούμενο Όχημα, που τότε είχε τη μορφή τρένου… Ξέρεις τι είναι το τρένο;»

Η Νατλάο κούνησε το κεφάλι.

«Είναι ένα… Το τρένο αποτελείται από πολλά οχήματα που ενώνονται το ένα με το άλλο, και όλα μαζί κυλάνε επάνω σε… ράγες: σε σίδερα, όπου ακουμπούν οι ρόδες τους.

»Η Παντοκράτειρα είχε βάλει μάγους να σβήσουν τη μνήμη μας, και μας είχε ρίξει σ’αυτό το τρένο, που περνούσε από διάφορες μικρές, διαρκώς μεταβαλλόμενες διαστάσεις. Και μέσα στο τρένο υπήρχαν τηλεοπτικοί πομποί, για να μπορεί να μας παρακολουθεί: για να αποτελούμε ‘φυσικό θέατρο’ για εκείνη και τον περίγυρό της. Εμείς, ασφαλώς, δεν ξέραμε τίποτα γι’αυτό· δεν ξέραμε καν πού είμαστε–»

«Δεν καταλαβαίνω,» είπε η Νατλάο. «Δεν καταλαβαίνω τίποτα.»

Η Νίκη μειδίασε. «Μάλλον, τα λέω λιγάκι μπερδεμένα. Ποτέ δεν ήμουν καλή στο να αφηγούμαι πράγματα. Τέλος πάντων, θα σου πω τα βασικά: Η Παντοκράτειρα μάς είχε φυλακίσει σ’αυτό το τρένο, έχοντας βάλει τους μάγους της να παίξουν με το μυαλό μας, ώστε να μη θυμόμαστε τίποτα για την περασμένη μας ζωή· και ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος κατάφερε, μέσω ενός τεχνάσματός του, να μας ελευθερώσει· έτσι, πήγαμε με το μέρος του και με το μέρος της Επανάστασης.»

«Ποιος είναι ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος;» ρώτησε η Νατλάο.

«Δεν έχεις ακούσει ποτέ για τον Πρίγκιπα Ανδρόνικο; Τον αποκαλούν, επίσης, ‘ο Πρίγκιπας της Επανάστασης’. Ήταν, παλιότερα, σύζυγος της Παντοκράτειρας, αλλά αποφάσισε να της εναντιωθεί, να ελευθερώσει τη διάστασή του από τον ζυγό της, και να κάνει την Επανάσταση να φουντώσει σ’ολόκληρο το Γνωστό Σύμπαν.»

«Ήταν σύζυγός της;» είπε η Νατλάο.

«Ναι.»

«Και μετά, στράφηκε εναντίον της;»

«Αυτό δεν είπα;»

«Πρέπει να είναι κακός άνθρωπος,» παρατήρησε η Νατλάο. «Ανήθικος.»

Η Νίκη γέλασε. «Εξαρτάται από ποια οπτική γωνία βλέπεις τα πράγματα,» είπε. «Οι Παντοκρατορικοί τον ονομάζουν ‘ο Αρχιπροδότης’.»

Η Νατλάο συνέχισε το φαγητό της, χωρίς να μιλά.

Όταν το είχε σχεδόν τελειώσει, είπε: «Ο Κάφλαχ μού είχε πει ότι θα ερχόταν να μου μιλήσει, αλλά δεν ήρθε…»

«Δεν το έκανε επίτηδες,» τη διαβεβαίωσε η Νίκη. «Έτυχαν κάποια πράγματα, κι έπρεπε να φύγει.»

«Γνωρίζεις τον Ίσναχ;»

Η Νίκη ένευσε. «Τον έχω δει μερικές φορές.»

«Ο Κάφλαχ μού είχε πει ότι θα με πάνε στον Ίσναχ. Πρέπει να του μιλήσω.»

«Ξέρεις κάτι που ενδιαφέρει την Επανάσταση, σωστά;»

«Ναι.»

«Γιατί δεν το λες, τότε, σ’εμάς;»

«Ξέρεις γιατί…» είπε η Νατλάο.

«Επειδή όλοι εδώ είναι Λευκοί;»

Η Νατλάο κατένευσε.

«Και λοιπόν;» είπε η Νίκη. «Κι αυτοί εναντίον των Παντοκρατορικών είναι, όπως εσύ.»

«Δεν είναι τόσο απλό. Ο Ίσναχ θα ξέρει τι να κάνει. Αυτούς εδώ… δεν τους εμπιστεύομαι.»

Η Νίκη έσμιξε τα χείλη. «Είστε όλοι σας τόσο ξεροκέφαλοι, και οι Λευκοί και οι Μελανοί!»

«Δεν ξέρεις τίποτα για εμάς,» της είπε η Νατλάο. Ποια ήταν ετούτη η ξένη που θα μιλούσε για τους Αρβήντλιους;

«Εντάξει,» είπε η Νίκη, καθώς η όψη της μαλάκωνε, «μην το παίρνεις προσωπικά.»

Η Νατλάο τελείωσε το φαγητό της. «Πότε θα με πάτε στον Ίσναχ;» ρώτησε.

«Σύντομα, ίσως χρειαστεί να στείλουμε κάποιους ανθρώπους μας στον Κοράκου Τόπο. Ανάμεσα σ’αυτούς θα είμαι κι εγώ. Αν θέλεις, μπορείς να είσαι κι εσύ. Μπορώ να το φροντίσω.»

Η Νατλάο συνοφρυώθηκε. «Στον Κοράκου Τόπο; Όχι στον Ίσναχ;»

«Θα προσπαθήσουμε να βρούμε και τον Ίσναχ. Ή ίσως αυτός να βρει εμάς. Στον Κοράκου Τόπο τριγυρίζει, εξάλλου.

»Πρέπει να καταλάβεις ότι τα γεγονότα μάς κυνηγούν, Νατλάο· οι Παντοκρατορικοί δεν περιμένουν. Διαλύουν τα πάντα. Σκοτώνουν Μελανούς. Ανθρώπους του είδους σου–»

«Και νομίζεις ότι δε με νοιάζει γι’αυτούς;» τη διέκοψε απότομα η τελευταία των Ερνεό’ωμ. «Θα βοηθήσω, όσο μπορώ. Κανείς, όμως, δεν έρχεται να μου μιλήσει εδώ! Κανείς δεν έρχεται να μου πει τίποτα! Και είναι όλοι τους Λευκοί…»

«Εκτός από εμένα,» τόνισε η Νίκη. «Άκουσέ με, λοιπόν. Μόλις αποφασιστεί να φύγουμε για τον Κοράκου Τόπο, θα έρθεις μαζί μου. Εντάξει; Θα πολεμήσουμε τους Παντοκρατορικούς, και, κατά πάσα πιθανότητα, θα συναντήσουμε και τον Ίσναχ.»

«Εντάξει,» είπε η Νατλάο.

«Επιπλέον,» πρόσθεσε η Νίκη, «ίσως να μας φανείς περισσότερο χρήσιμη απ’ό,τι νομίζεις.»

Η Νατλάο την κοίταξε ερωτηματικά, με το ένα μάτι στενεμένο.

«Δεν είσαι η μόνη ξεροκέφαλη Αρβήντλια που έχω γνωρίσει,» της είπε η Μαύρη Δράκαινα. «Στον Κοράκου Τόπο, θα βρούμε όλο Μελανούς, και οι δικοί μου επαναστάτες θα είναι όλοι τους Λευκοί. Εσύ ίσως να μπορείς να συνεννοηθείς καλύτερα με τους ανθρώπους που θα συναντήσουμε.» Σηκώθηκε από το μαξιλάρι, πατώντας στα μποτοφορεμένα πόδια της.

«Θα τα ξαναπούμε, σύντομα, Νατλάο,» υποσχέθηκε η Νίκη, και έφυγε από το δωμάτιο.

•2•

Με την αυγή, ο Αλκίνοος Λιτόγελος έστειλε στην Ελρείσβα το όχημα με το κανόνι που είχαν σαμποτάρει οι επαναστάτες το προηγούμενο βράδυ. Ο Κάραγγελ το είδε να απομακρύνεται, σηκώνοντας ένα σύννεφο άμμου γύρω απ’τους τροχούς του.

Ο Πρωτοσπαθάριος στεκόταν μπροστά απ’τη σκηνή του, ξυπόλυτος και χωρίς ακόμα να έχει φορέσει τη δερμάτινη πανοπλία του. Τη νύχτα μετά την επίθεση των επαναστατών, δεν είχε μπορέσει να πολυκοιμηθεί: κυρίως, επειδή αδυνατούσε να πιστέψει αυτό που είχε συμβεί. Οι Λευκοί! Στραμμένοι εναντίον μου. Γιατί; Ακόμα και το γεγονός ότι ήταν συνασπισμένοι με την Επανάσταση δεν το δικαιολογούσε τούτο. Πολεμάμε τους Μελανούς, μα όλους τους θεούς της ερήμου! Τους Μελανούς! Που διέλυσαν τη φυλή μου! Ολόκληρη τη φυλή μου! Σκότωσαν τους πάντες, οι μαύροι δαίμονες!

Δεν υπήρχε λογική εξήγηση γι’αυτό. Οι Λευκοί που τους είχαν επιτεθεί πρέπει να ήταν τρελοί!

Ο Κάραγγελ αντιλήφτηκε κάποιον να τον πλησιάζει. Στράφηκε και είδε την Πριγκίπισσα Θυάλκνα. Ούτε εκείνη φορούσε την αρματωσιά της από φολίδες λεοντόσαυρου, και, όπως κι ο Κάραγγελ, ήταν ξυπόλυτη επάνω στην άμμο, που δεν ήταν ακόμα τόσο καυτή ώστε να μη μπορείς να την αγγίξεις με γυμνό πόδι. Το κατάλευκο δέρμα της άστραφτε στο πρωινό φως, και τα καστανόξανθα μαλλιά της επίσης, καθώς χύνονταν, λυτά, από τους ώμους στην πλάτη της, στη μέση της, και παρακάτω, σαν μανδύας.

«Δεν κοιμήθηκες;…» είπε η Θυάλκνα.

«Όχι πολύ,» παραδέχτηκε ο Κάραγγελ. «Αναρωτιόμουν… διάφορα πράγματα.»

«Οι επαναστάτες είναι επαναστάτες. Μην προβληματίζεσαι γι’αυτούς. Ο πόλεμός τους είναι με τους Παντοκρατορικούς.»

«Οι συγκεκριμένοι επαναστάτες, όμως, ήταν Λευκοί

«Αυτό δεν αλλάζει τίποτα,» του είπε η Θυάλκνα. «Δεν έχουν κάτι ενάντια σ’εσένα ή στον Θρόνο της Ελρείσβα.»

«Παρακωλύουν την εκστρατεία μου.»

«Σου εξήγησα: οι Παντοκρατορικοί τούς ενδιαφέρουν. Δεν είσαι τόσο ανόητος ώστε να μη μπορείς να το καταλάβεις αυτό, Πρωτοσπαθάριε!» είπε η Πριγκίπισσα, και, στρεφόμενη, απομακρύνθηκε, βαδίζοντας προς τη σκηνή της.

Ο Κάραγγελ κούνησε το κεφάλι του, προβληματισμένα. Το γεγονός ότι ήταν Λευκοί έπρεπε, κανονικά, να σημαίνει περισσότερα γι’αυτούς από το γεγονός ότι ήταν επαναστάτες. Έτσι πίστευε.

Μπήκε στη σκηνή του, για να ετοιμαστεί· και, όταν βγήκε, ήταν ντυμένος με την πανοπλία του και είχε το σπαθί του θηκαρωμένο στην πλάτη. Γύρω του, ο στρατός είχε αρχίσει να διαλύει τον καταυλισμό. Οι πολεμιστές της Ελρείσβα και της Παντοκράτειρας μάζευαν τις σκηνές και έμπαιναν στα οχήματα.

Ο Κάραγγελ πήγε στο όχημα που μοιραζόταν με την Πριγκίπισσα. Η Θυάλκνα βρισκόταν ήδη εκεί, καθισμένη πίσω από τον οδηγό, ντυμένη με την πανοπλία της από φολίδες λεοντόσαυρου. Ο Κάραγγελ δεν κάθισε· ακούμπησε τα χέρια του στην πλάτη ενός καθίσματος, παραμένοντας όρθιος και κοιτάζοντας έξω από το μπροστινό τζάμι του οχήματος.

Η εκστρατεία δεν άργησε να συνεχίσει την πορεία της, κατευθυνόμενη προς την επόμενη φυλή που είχε ως στόχο. Οι μεγάλοι τροχοί των οχημάτων της τράνταζαν τις άμμους.

Μετά από καμια ώρα περίπου, έφτασαν στον προορισμό τους: ακόμα ένα χωριό στο χείλος του Φαραγγιού του Πεπρωμένου, οικοδομημένο γύρω από μια όαση. Κανένας Μελανός δεν βγήκε για να τους αντιμετωπίσει, και ο Κάραγγελ αμέσως υποπτεύθηκε ότι οι κάτοικοι είχαν τραπεί σε φυγή, έχοντας μάθει για τον ερχομό τους.

Χρησιμοποιώντας τον τηλεπικοινωνιακό πομπό, είπε στον Αλκίνοο να μην επιτεθεί με τα κανόνια του. «Θέλω, πρώτα, να ερευνήσω το μέρος.»

«Με προσοχή, όμως!» τόνισε ο Στρατηγός. «Ίσως οι Μελανοί να μας έχουν στήσει πάλι ενέδρα!»

Τα μάτια του Κάραγγελ ερεύνησαν το τοπίο, κοιτάζοντας έξω απ’το μπροστινό τζάμι του οχήματός του. «Δεν το νομίζω,» είπε. «Αλλά θα έχω υπόψη μου την προειδοποίησή σου, Στρατηγέ.» Και έκλεισε τον πομπό.

Ο Πρωτοσπαθάριος βγήκε απ’το όχημα και, μαζί με αρκετούς ιππείς του, κάλπασαν προς το χωριό. Φτάνοντας, τριγύρισαν ανάμεσα στα λίθινα σπίτια, χωρίς να συναντήσουν ψυχή. Ορισμένοι μπήκαν και στο εσωτερικό των σπιτιών, για να ερευνήσουν, μα ούτε αυτοί βρήκαν κανέναν.

Ένας καβαλάρης είπε στον Κάραγγελ: «Πρέπει να έχουν πάρει μαζί τους ό,τι πολύτιμο είχαν, Υψηλότατε. Δε φαίνεται να έχουν αφήσει τίποτα για εμάς.»

«Δεν έχει σημασία,» αποκρίθηκε ο Κάραγγελ. «Δεν ήρθαμε εδώ για να πλιατσικολογήσουμε. Δεν είμαστε ληστές. Ο σκοπός μας είναι ιερός.» Και, μ’ετούτα τα λόγια, τράβηξε τα ηνία του αλόγου του και το έστρεψε προς τα οχήματα της εκστρατείας, καλπάζοντας.

«Στρατηγέ,» είπε στον Αλκίνοο, όταν είχε ανοίξει πάλι τον τηλεπικοινωνιακό πομπό, «μπορείς να κανείς τη δουλειά σου.»

Και τα ενεργειακά κανόνια έβαλαν, εξαπολύοντας το καταστροφικό φως τους και ανατινάζοντας τα σπίτια του χωριού, κάνοντάς τα κομμάτια πέτρας και σωρούς σκόνης. Μολύνοντας τα νερά της όασης, μαυρίζοντάς τα.

Αυτό, σκέφτηκε ο Κάραγγελ, δε θάπρεπε να συμβαίνει. Η όαση ήταν της Κρωμβέλης. Ήταν ιερή, όπως και όλες οι οάσεις. Πώς, όμως, μπορούσαν να καταστρέψουν το χωριό χωρίς να μολύνουν το νερό; Μια άσχημη αναγκαιότητα… Είμαι βέβαιος πως οι θεοί θα καταλάβουν. Οι Μελανοί διέπραξαν έγκλημα κατά των Τουρβάλκλι, και πρέπει να δεχτούν τις συνέπειες.

Η εκστρατεία συνεχίστηκε προς τα ανατολικά, αφήνοντας το χείλος του Φαραγγιού του Πεπρωμένου και μπαίνοντας σε αμμώδεις περιοχές, όπου, μετά από καμια ώρα, συνάντησε άλλο ένα χωριό. Κι αυτό δεν ήταν εγκαταλειμμένο. Οι Μελανοί πολεμιστές του είχαν βγει, για ν’αντιμετωπίσουν τους εχθρούς. Δεν ήξεραν, άραγε, ότι ήταν όλοι τους καταδικασμένοι; Δεν είχαν ακούσει για την εκστρατεία; Ή είχαν προτιμήσει να πεθάνουν παρά ν’αφήσουν τα μέρη τους;

Δεν είχε σημασία. Δεν ήταν παρά ακόμα μια φυλή ανάμεσα σε τόσες.

Τα κανόνια έβαλαν, καίγοντας με ακατέργαστη ενέργεια ανθρώπους και ζώα, και διαλύοντας οικοδομήματα. Αφήνοντας στάχτες και πέτρες μονάχα. Και μερικούς επιζώντες, που έτρεξαν να σωθούν, ορισμένοι απ’αυτούς έφιπποι.

Ο Κάραγγελ και οι ιππείς του βγήκαν, για να τους καταδιώξουν· και οι Μελανοί δεν πρόβαλαν καμια σπουδαία αντίσταση. Δεν μπορούσαν να προβάλουν· ήταν πολύ πανικόβλητοι και αποδιοργανωμένοι. Ο Πρωτοσπαθάριος της Ελρείσβα τούς σκότωσε όλους, εκτός από έναν, για να μεταφέρει το μήνυμά του σε όσους περισσότερους κατοίκους του Κοράκου Τόπου μπορούσε: ότι το κακό ετούτο είχε πέσει στα κεφάλια των Μελανών επειδή είχαν καταστρέψει την φυλή των Τουρβάλκλι, και εκείνος, ο Πρωτοσπαθάριος Κάραγγελ, του Θρόνου της Ελρείσβα, ήταν που απέδιδε δικαιοσύνη.

Οι καβαλάρηδες επέστρεψαν στα οχήματα, και η εκστρατεία συνέχισε, φτάνοντας, μετά από άλλη μια ώρα, στο ανατολικότερο άκρο του Φαραγγιού του Πεπρωμένου, όπου βρήκε μια φυλή Φαραγγοφυλάκων να τους περιμένει για να υπερασπιστεί το έδαφός της. Ετούτοι οι Μελανοί, όμως, δεν είχαν βγει μπροστά από το χωριό τους, έτοιμοι να πεθάνουν· είχαν χωθεί μέσα στις άμμους, νοτιοανατολικά του χωριού, και, όταν τα οχήματα σταμάτησαν, αυτοί ξεπρόβαλαν και, βρυχούμενοι πολεμικές κραυγές, επιτέθηκαν με τα όπλα τους ν’αστράφτουν στο δυνατό φως της ημέρας.

Ο Κάραγγελ δε μπορούσε να αισθανθεί δυσαρεστημένος από τούτο το απρόσμενο γεγονός. Ακόμα μια σύγκρουση με τους Μελανούς ήταν ευπρόσδεκτη! Μια σύγκρουση πρόσωπο με πρόσωπο –όπως έπρεπε!

Τα άλογα δεν είχαν χρόνο να τα βγάλουν από τα οχήματα, καθώς ο εχθρός ερχόταν καταπάνω τους, έτσι οι πολεμιστές της Ελρείσβα και της Παντοκράτειρας πετάχτηκαν έξω πεζοί, τραβώντας τα όπλα τους και συναντώντας τους Μελανούς.

Η άμμος γέμισε αίμα και κουφάρια. Ο αέρας γέμισε πολεμικές κραυγές, κλαγγή, και ουρλιαχτά οδύνης.

Ο Πρωτοσπαθάριος Κάραγγελ μαχόταν φωνάζοντας Τουρβάλκλι! Τουρβάλκλι! ΤΟΥΡΒΑΛΚΛΙ! για να μην ξεχνούν οι Μελανοί το λόγο της εκδίκησής του. Για να μην ξεχάσουν το έγκλημα που είχαν διαπράξει.

Η Πριγκίπισσα Θυάλκνα μαχόταν σιωπηλά, αλλά το ίδιο θανατηφόρα, μοιάζοντας να χορεύει έναν επικίνδυνο χορό ανάμεσα στους αντιπάλους της.

Ο Στρατηγός Αλκίνοος βρισκόταν στο εσωτερικό του οχήματός του και παρατηρούσε τη μάχη. Δεν βγήκε παρά μόνο όταν αυτή είχε τελειώσει, και βάδισε αποφεύγοντας να πατήσει στα κουφάρια. Το γαλανόδερμο πρόσωπό του έμοιαζε ζαρωμένο· αναμφίβολα, δεν ήταν ευχαριστημένος από τούτη τη σύγκρουση, όπως ήταν ο Πρωτοσπαθάριος.

«Κι άλλες απώλειες!» μούγκρισε. «Κι άλλες απώλειες!…»

Ο Κάραγγελ σκούπισε το σπαθί του επάνω στον μανδύα ενός νεκρού Μελανού. Ο Πρωτοσπαθάριος ήταν τραυματισμένος στ’αριστερά πλευρά· η πανοπλία του, όμως, είχε κόψει την περισσότερη ορμή του χτυπήματος και η πληγή δεν ήταν άσχημη.

«Τι εννοείς, Στρατηγέ;» φώναξε. «Ήρθαμε να κάνουμε πόλεμο!»

Ο Αλκίνοος στράφηκε απ’την άλλη, βαδίζοντας προς έναν αξιωματικό του. Προφανώς, είχε διαφορετική ιδέα για τον πόλεμο.

Ο Κάραγγελ έφτυσε πίσω του. Το σάλιο του περιείχε αίμα, καθώς τα χείλη του ήταν κομμένα από μια γροθιά που είχε δεχτεί.

«Έχεις γίνει απρόσεχτος,» του είπε η Θυάλκνα, πλησιάζοντάς τον. «Τραυματίστηκες.»

«Δεν είναι τίποτα, Πριγκίπισσα. Όπως βλέπεις, μπορώ και στέκομαι. Οι θεοί είναι μαζί μου.»

Το βλέμμα της Θυάλκνα ήταν θυμωμένο, σαν να είχε κάνει προσωπική της υπόθεση το να μείνει ο Πρωτοσπαθάριος ζωντανός. «Πάμε σ’έναν θεραπευτή,» του είπε.

Τα κανόνια του Αλκίνοου κατέστρεψαν ολοσχερώς το χωριό στο χείλος του Φαραγγιού του Πεπρωμένου, και η εκστρατεία στρατοπέδευσε κάμποσα χιλιόμετρα ανατολικά του. Σκηνές στήθηκαν, και οι πολεμιστές έκαψαν τους νεκρούς τους και, έπειτα, κάθισαν να ξεκουραστούν. Ο Στρατηγός είπε ότι θα προχωρούσαν πάλι το απόγευμα. Ένα χωριό ακόμα θα κατέστρεφαν και εκεί θα τελείωνε η σημερινή ημέρα. Οι Παντοκρατορικοί στρατιώτες δε φάνηκαν και πολύ ευχαριστημένοι· μάλλον, ήθελαν η σημερινή ημέρα να τελειώσει τώρα.

Ο Κάραγγελ, ξαπλωμένος μέσα στη σκηνή του, άφησε τον θεραπευτή να περιποιηθεί το τραύμα στα πλευρά του.

«Δεν είναι τίποτα σοβαρό, Υψηλότατε,» είπε ο άντρας. «Δε νομίζω ότι θα σας παρακωλύει παρά ελάχιστα. Θα επιθυμούσατε κάτι άλλο από εμένα;»

Ο Κάραγγελ τού αποκρίθηκε ότι μπορούσε να πηγαίνει, και ο θεραπευτής έφυγε.

Η Θυάλκνα καθόταν παραδίπλα, επάνω σ’ένα μαξιλάρι, έχοντας βγάλει την πανοπλία της από φολίδες λεοντόσαυρου.

«Βλέπεις;» της είπε ο Κάραγγελ. «Δεν ήταν τίποτα.»

«Θα πρέπει, όμως, να είσαι προσεχτικότερος. Ετούτη δεν ήταν παρά μια μικρή σύγκρουση. Νομίζω ότι η οργή σου σε κάνει απρόσεχτο, κι αυτό είναι σοβαρό μειονέκτημα για έναν πολεμιστή.» Η όψη της ήταν απόλυτα σοβαρή, καθώς μιλούσε.

«Ίσως να έχεις δίκιο,» παραδέχτηκε ο Κάραγγελ. «Ίσως, όντως, η οργή μου να με έχει κάνει λιγότερο προσεχτικό απ’ό,τι ήμουν. Μπορείς, όμως, να με κατηγορήσεις γι’αυτό;»

«Δεν είπα ότι σε κατηγορώ.»

«Τι είναι, τότε;»

«Δε θα ήθελα να πεθάνεις άσκοπα. Θα ήταν μεγάλη απώλεια για τον Θρόνο της Ελρείσβα, Πρωτοσπαθάριε.»

Ο Κάραγγελ την παρατήρησε. Κι όμως, δε νομίζω ότι λες αλήθεια, Πριγκίπισσα. Ή, τουλάχιστον, όχι όλη την αλήθεια. Το ζήτημα μοιάζει να είναι, για σένα, λίγο πιο… προσωπικό.

Δεν καταλαβαίνω…

Ο Κάραγγελ ήταν παντρεμένος με την Ταράλβι, την ανιψιά του Βασιληά Ίρσολμπελ, κι αυτό απέκλειε το γεγονός ότι μπορεί η Θυάλκνα να ενδιαφερόταν για εκείνον ως πιθανό σύζυγο. Επιπλέον, η γενικότερη συμπεριφορά της δεν υποδήλωνε κάτι τέτοιο· δεν του έκανε ερωτήσεις σχετικά με τις δεξιότητές του, και δεν έδειχνε κάποιο ιδιαίτερο ενδιαφέρον για εκείνον, όπως απαιτούσε το έθιμο.

Εξάλλου, αν η Πριγκίπισσα το έκανε αυτό, θα ήταν άπρεπο, όχι μόνο για τη θέση της, αλλά και ενώπιον των θεών και της κοινωνίας.

Κι όμως, ο Κάραγγελ διαισθανόταν ότι υπήρχε κάτι το προσωπικό, όταν του έλεγε πως όφειλε να είναι προσεχτικότερος.

«Γιατί με κοιτάζεις έτσι;» ρώτησε η Θυάλκνα.

«Με συγχωρείς, Πριγκίπισσα,» είπε ο Κάραγγελ, παίρνοντας τα μάτια του από πάνω της.

Η Θυάλκνα σηκώθηκε από το μαξιλάρι της, πήγε στην είσοδο της σκηνής, και πρόσταξε να τους φέρουν φαγητό.

«Θα γευματίσεις μαζί μου;» τη ρώτησε ο Κάραγγελ.

«Ναι.»

*

Το απόγευμα διέλυσαν το στρατόπεδό τους και κινήθηκαν προς τα νότια, περνώντας δίπλα από την ανατολικότερη άκρη του Φαραγγιού του Πεπρωμένου και προχωρώντας μέσα στις ερήμους, για να φτάσουν, πριν από τη δύση των ήλιων, σ’ένα χωριό που βρισκόταν κοντά σε μια όαση. Δυστυχώς, οι περισσότερες φυλές της ερήμου συγκεντρώνονταν γύρω από οάσεις, έτσι ήταν αναπόφευκτο ότι οι Παντοκρατορικοί θα μόλυναν τα νερά με τις επιθέσεις των κανονιών τους.

Δεν είναι σωστός πόλεμος αυτός, σκεφτόταν ο Κάραγγελ, καθώς τα οχήματα σταματούσαν μπροστά απ’το χωριό και έβλεπε τους Μελανούς να βγαίνουν με όπλα στα χέρια. Είναι, όμως, ο μόνος τρόπος για να αποδώσω δικαιοσύνη.

Τα κανόνια έβαλαν, προσφέροντας απλόχερα την καταστροφή τους.

Ο Κάραγγελ αρνήθηκε, αυτή τη φορά, να καλπάσει ο ίδιος εναντίον των λιγοστών επιζώντων. Πρόσταξε, όμως, τους ιππείς του να το κάνουν και να του φέρουν έναν –μόνο έναν– Μελανό ζωντανό, ως συνήθως.

«Φαίνεται,» του είπε η Θυάλκνα, καθώς οι δυο τους στέκονταν έξω απ’το όχημα, «ότι πήρες την προειδοποίησή μου πιο σοβαρά απ’ό,τι έπρεπε…»

«Όχι, Πριγκίπισσα,» αποκρίθηκε ο Κάραγγελ, «δεν είναι η προειδοποίησή σου που με κρατά εδώ.»

«Τι είναι, τότε;»

«Η έλλειψη αντιπάλου…» είπε ο Κάραγγελ, στραβώνοντας τα χείλη. «Δεν είναι πόλεμος αυτός.» Ύψωσε το χέρι του, δείχνοντας τους καβαλάρηδές του, που κατέκοπταν τους λιγοστούς επιζώντες. «Αυτή είναι σφαγή. Και δε λέω πως οι Μελανοί αξίζουν κάτι καλύτερο: εμείς, όμως, το αξίζουμε. Φαινόμαστε δειλοί, παίρνοντας έτσι την εκδίκησή μας. Κι αυτό είναι… ανάρμοστο. Δε θα έπρεπε να συμβαίνει!»

Η Θυάλκνα έμεινε σιωπηλή για λίγο. Έπειτα, είπε: «Είναι πολύ τρομαγμένοι για να μας θεωρήσουν δειλούς, ή οτιδήποτε άλλο. Είμαστε απλά ο θάνατός τους…»

Ο Κάραγγελ μπορούσε να καταλάβει, όμως, πως κατά βάθος η Πριγκίπισσα συμφωνούσε μαζί του. Ήταν πολεμίστρια, εξάλλου· ήξερε τι σήμαινε δίκαιος πόλεμος. Και, σίγουρα, δίκαιος πόλεμος δεν ήταν αυτές οι… μέθοδοι των ξένων.

Οι καβαλάρηδες επέστρεψαν με τα όπλα τους αιματοβαμμένα. Κανένας τους δεν είχε πεθάνει· μονάχα ένας, μπορούσε να δει ο Κάραγγελ, είχε τραυματιστεί, αλλά όχι σοβαρά.

«Πολέμησαν μέχρι τέλους, Υψηλότατε,» ανέφερε ένας ιππέας, τραβώντας τα ηνία του αλόγου του μπροστά στον Πρωτοσπαθάριο. «Δεν καταφέραμε να αιχμαλωτίσουμε κανέναν. Δύο πήραν οι ίδιοι τη ζωή τους, καρφώνοντας μαχαίρια στο λαιμό τους.»

Ο Κάραγγελ ένευσε μόνο. «Κάνατε ό,τι μπορούσατε,» είπε, κουρασμένα. «Αναπαυθείτε.»

Την ίδια στιγμή, άκουγε τον Αλκίνοο να δίνει διαταγή να στρατοπεδεύσουν για το βράδυ.

*

Ένα σύμβολο, φωτεινό μέσα στο απόλυτο σκοτάδι.

Τρεις περιστρεφόμενες σπείρες, με ουρές να ξεπροβάλλουν γύρω τους σαν μαλλιά που ανέμιζαν σ’ένα ανάλαφρο αεράκι.

Ο Κάραγγελ ακολουθούσε το σύμβολο όπως οι υπνοβάτες. Εξάλλου, δεν υπήρχε τίποτ’άλλο για ν’ακολουθήσει σ’ετούτο το έρεβος. Τι είχε απογίνει ο κόσμος; Πού ήταν οι έρημοι της Αρβήντλια;

–Και ξαφνικά, τα πόδια του πάτησαν σε ζεστή άμμο. Την αισθανόταν να καίει τις πατούσες του με μένος, σα να προσπαθούσε να τον ψήσει ζωντανό.

Κοίταξε το σώμα του, και είδε ότι ήταν γυμνός. Ένιωθε νεογέννητος. Νεογέννητος. Σαν πρώτη φορά να είχε περπατήσει σε τούτο τον κόσμο.

Πού είχε πάει το σύμβολο; Είχε εξαφανιστεί; Ο οδηγός του τον είχε εγκαταλείψει;

Το βλέμμα του σταμάτησε σε μια τρύπα στο έδαφος. Μια τρύπα που είχε μείνει ύστερα από… Ύστερα από τι;… Κάτι είχε ξεριζωθεί από εκεί, για να μείνει αυτή η τρύπα. Ο Κάραγγελ το ήξερε: κάτι είχε ξεριζωθεί.

Πλησίασε, καθώς, από τα υπόγεια βάθη, νόμιζε πως άκουγε μια αναπνοή. Στάθηκε στο χείλος του ανοίγματος και είδε σκαλοπάτια να κατεβαίνουν. Έβαλε τα πόδια του επάνω τους, ανακαλύπτοντας ότι ήταν δροσερά, όχι καυτά όπως η άμμος της ερήμ–

Μέσα σ’έναν υδάτινο κόσμο, κολυμπούσε πανικόβλητος. Παντού γύρω του υπήρχε νερό, κι εκείνος έπρεπε να βγει! Να βγει! Να αναπνεύσει!

Χωρίς να ξέρει πώς, έφτασε κοντά σ’ένα τοίχωμα. Το τοίχωμα κάποιας σπηλιάς, που επάνω του υπήρχαν ρίζες. Παχιές, σκληρές ρίζες. Ο Κάραγγελ γαντζώθηκε σ’αυτές, σκαρφαλώνοντας. Ελπίζοντας ότι ανέβαινε, ότι πήγαινε προς τα εκεί όπου ήταν ο αέρας, όχι προς τα απύθμενα βάθη ετούτης της ατελείωτης λίμνης.

Το κεφάλι του βγήκε απ’το νερό, και ο Κάραγγελ ανέπνευσε, πεινασμένα, γεμίζοντας τα πνευμόνια του με μια λαιμαργία που δεν είχε νιώσει ποτέ του. Οι σκληρές ρίζες μπήγονταν στο γυμνό δέρμα του, αλλά ο πόνος ήταν αμελητέος μπροστά στην έκσταση της ελεύθερης αναπνοής.

Ύστερα από λίγο, όμως, αντιλήφτηκε ότι δεν ήταν ο μόνος που ανέπνεε εδώ μέσα. Καθώς η δική του ανάσα καταλάγιαζε, άκουσε μια άλλη αναπνοή, πολύ δυνατότερη, η οποία ακουγόταν σαν ηχώ, σαν να πλημμύριζε ένα ολόκληρο σπήλαιο. Και, συγχρόνως, το κροτάλισμα των αλυσίδων…

Ο Κάραγγελ πήρε το βλέμμα του από τις πέτρες και κοίταξε ολόγυρα.

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ, είπε μια φωνή από τα βάθη του σπηλαίου, ΗΡΘΕΣ…

Η σπηλιά διαλύθηκε.

Οι ρίζες διαλύθηκαν κάτω από τα χέρια και τα πόδια του Κάραγγελ…

…κι εκείνος ξύπνησε. Μέσα στη σκηνή του.

Σηκώθηκε απ’το στρώμα του, άνοιξε ένα φλασκί, και ήπιε νερό.

Αυτά τα όνειρα, πάλι… Από τότε που είχε αγγίξει το Ιερό Δέντρο των Τουρβάλκλι, έρχονταν αυτά τα όνειρα… Γιατί; Τι σήμαιναν; Τι γινόταν;

Ο Κάραγγελ έριξε τον μανδύα του στους ώμους, τον μανδύα του Πρωτοσπαθάριου της Ελρείσβα, και βγήκε απ’τη σκηνή. Έξω, το κρύο ήταν έντονο, όπως είναι συνήθως στην έρημο μέσα στη νύχτα.

Και ο Κάραγγελ διαπίστωσε πως δεν ήταν ο μόνος που ξαγρυπνούσε εκτός από τους σκοπούς. Μια σκιερή φιγούρα βάδιζε εκεί κοντά, με τα χέρια της σταυρωμένα εμπρός της, σα να σκεφτόταν. Τα καστανόξανθά της μαλλιά γυάλιζαν στο πράσινο φως των φεγγαριών.

«Πριγκίπισσα!» είπε ο Κάραγγελ με αρκετά δυνατή φωνή ώστε εκείνη να τον ακούσει, αλλά όχι τόσο δυνατή ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι φώναζε.

Η Θυάλκνα στράφηκε –τότε πρέπει να είχε αντιληφτεί την παρουσία του– και τον πλησίασε. «Δεν είμαι μόνη, λοιπόν…» παρατήρησε, υπομειδιώντας.

«Σ’έχει ανησυχήσει κάτι;» τη ρώτησε ο Κάραγγελ.

«Όχι· τίποτα το ιδιαίτερο. Εσένα;»

«Ναι…» παραδέχτηκε ο Πρωτοσπαθάριος, παίρνοντας το βλέμμα του από το πρόσωπό της και στρέφοντάς το προς τον ουρανό, προς τα δύο πράσινα φεγγάρια, σαν εκεί να μπορούσε να βρει απαντήσεις.

«Τι είναι;» ρώτησε η Πριγκίπισσα.

Ο Κάραγγελ δεν κατέβασε το βλέμμα του. Να της πω; Θα καταλάβει; Θα έχει κάποια λύση να μου δώσει; Λύση; Δε νόμιζε πως η Θυάλκνα θα μπορούσε να του δώσει λύση. Μονάχα ένας σαμάνος των Τουρβάλκλι ίσως μπορούσε, μα δεν υπήρχε κανένας απ’αυτούς πλέον.

Ωστόσο, θα αισθανόταν καλά αν το έβγαζε από μέσα του. Αν το μοιραζόταν με κάποιον. Ή, τουλάχιστον, έτσι νόμιζε. Ήλπιζε να είχε δίκιο…

Κατέβασε το βλέμμα του από τα φεγγάρια και κοίταξε την Πριγκίπισσα. «Όνειρα…» είπε.

Η Θυάλκνα συνοφρυώθηκε. «Όνειρα;»

«Ναι· τα βλέπω από τότε που άγγιξα το Ιερό Δέντρο των Τουρβάλκλι.»

«Τι όνειρα ακριβώς;»

Ο Κάραγγελ μόρφασε. «…Δεν είναι εύκολο να…. Όταν άγγιξα τον κορμό του Δέντρου, είδα ένα όραμα. Δεν κοιμόμουν, τότε· ήμουν ξύπνιος, κι αυτό το όραμα πέρασε… πέρασε από μπροστά μου. Ήταν σα να βρισκόμουν, συγχρόνως, σε δύο μέρη.» Συνοφρυώθηκε, προσπαθώντας να θυμηθεί πώς ακριβώς ήταν. «Είδα καταρράκτες νερού να πέφτουν σε βαθιές σπηλιές. Ρίζες να σκαρφαλώνουν επάνω σε πέτρες. Άκουσα μια βαριά αναπνοή, και το κροτάλισμα αλυσίδων. Ένα απέραντο σπήλαιο ήταν παντού γύρω. Και μια λίμνη, όπου χύνονταν οι καταρράκτες… Τόσο πολύ νερό δεν υπάρχει πουθενά στην Αρβήντλια, Θυάλκνα. Πουθενά… Μια φωνή μού μίλησε σε μια γλώσσα που δεν καταλάβαινα, και είδα ένα σύμβολο. Τρεις σπείρες, και γύρω τους ουρές, σαν ξέφτια παλιού μανδύα.»

«Αυτό ήταν το όραμα;»

«Ναι.»

«Και τα όνειρα;»

«Τα όνειρα είναι παρόμοια, αλλά όχι ίδια. Βλέπω ότι κατεβαίνω σε υπόγεια βάθη, και υπάρχει πολύ νερό παντού. Ορισμένες φορές πνίγομαι μέσα σ’αυτό, προσπαθώντας να βγω στην επιφάνεια. Ρίζες σκαρφαλώνουν στα πέτρινα τοιχώματα, πάντοτε. Και γύρω υπάρχει αυτή η σπηλιά… Και βλέπω το σύμβολο. Ναι, πολύ συχνά βλέπω το σύμβολο. Συνήθως, σαν φως μέσα στο σκοτάδι. Μια άλλη φορά, το είδα χαραγμένο πάνω σε πέτρες.

»Απόψε, ενώ είχα βγει απ’το νερό και μπορούσα ν’αναπνεύσω, ενώ ήμουν πιασμένος σε παχιές ρίζες, κι ενώ είχα καταλάβει ότι γύρω υπήρχε ένα απέραντο σπήλαιο, άκουσα μια φωνή. Και μπορούσα να την καταλάβω. Επιτέλους, ήρθες… μου είπε. Και ξύπνησα…»

Ναι, αισθανόταν καλύτερα τώρα που είχε μιλήσει στην Πριγκίπισσα. Σαν να είχε ακουμπήσει, για λίγο, ένα βαρύ φορτίο στον ώμο κάποιου άλλου.

Η Θυάλκνα έμεινε σιωπηλή, μοιάζοντας προβληματισμένη.

«Τι νομίζεις για όλ’αυτά;» τη ρώτησε ο Κάραγγελ. «Τι σχέση μπορεί να έχει το Ιερό Δέντρο μ’αυτό το σύμβολο και με τον υπόγειο κόσμο που ονειρεύομαι;»

«Κανονικά, εσύ θα έπρεπε να ξέρεις. Το Ιερό Δέντρο είναι των Τουρβάλκλι.»

«Οι σαμάνοι μας θα ήξεραν…» είπε ο Κάραγγελ.

«Ίσως θα έπρεπε να ρωτήσεις κάποιον άλλο σαμάνο, τότε.»

Ο Κάραγγελ κούνησε το κεφάλι. «Δε νομίζω ότι θα είχε νόημα. Ήταν το Δέντρο που μου μίλησε, Πριγκίπισσα. Το Δέντρο

Η Θυάλκνα ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν ξέρω…» είπε. «Και δεν μπορώ να βγάλω και κάποιο ξεκάθαρο μήνυμα απ’τα όνειρά σου, έτσι όπως μου τα περιγράφεις. Καλύτερα να το ξεχάσεις και να μη δώσεις άλλη σημασία, Κάραγγελ,» πρότεινε, και απομακρύνθηκε, βαδίζοντας νωχελικά ανάμεσα στις σκιές του καταυλισμού.

*

Την επομένη, κατευθύνθηκαν βορειοδυτικά και επιτέθηκαν σ’ένα χωριό στο χείλος του Φαραγγιού του Πεπρωμένου. Οι κάτοικοι δεν είχαν φύγει, και τα κανόνια των Παντοκρατορικών τούς έκαναν στάχτη, μαζί με τα σπίτια, τα ζώα, και τα παιδιά τους. Τους επιζώντες τούς καταδίωξαν οι Ελρείσβιοι καβαλάρηδες, και μία γυναίκα την άφησαν ζωντανή, για να μεταφέρει το μήνυμα του Κάραγγελ σ’όλο τον Κοράκου Τόπο.

Καθώς ετοιμάζονταν να φύγουν από το ρημαγμένο τοπίο, κάτι έκρυψε τον ουρανό από πάνω τους, ρίχνοντας μια μαύρη σκιά. Υψώνοντας το βλέμμα, είδαν ένα μαχητικό αεροπλάνο, που το μεταλλικό του περίβλημα άστραφτε στο φως του Φωτεινού Ήλιου. Το αεροπλάνο έχασε ύψος, διαγράφοντας σπείρες στον ουρανό–

(Σπείρες, δε μπόρεσε παρά να σκεφτεί ο Κάραγγελ, όπως το σύμβολο στα όνειρά μου…)

–και άφησε ένα σιδερένιο, κυλινδρικό αντικείμενο να πέσει, από το οποίο πετάχτηκε κάτι σαν φτερά, που ο Κάραγγελ δε γνώριζε πώς ονομαζόταν, αλλά οι Παντοκρατορικοί ήξεραν ότι λεγόταν αλεξίπτωτο.

Το αεροπλάνο πήρε πάλι ύψος και έφυγε, πετώντας προς τα βορειοανατολικά.

Η Θυάλκνα πλησίασε πρώτη τον μεταλλικό κύλινδρο και, παραμερίζοντας το αλεξίπτωτο που τον σκέπαζε, τον σήκωσε στα χέρια της.

«Πριγκίπισσα,» της είπε ο Αλκίνοος, ζυγώνοντας την, «αυτό νομίζω ότι είναι για μένα.»

Ο Κάραγγελ τούς παρατηρούσε, διατηρώντας την απόστασή του.

Η Θυάλκνα έδωσε τον κύλινδρο στον Στρατηγό, κι εκείνος τον άνοιξε, βγάζοντας από μέσα ένα κομμάτι χαρτί. Ένα μήνυμα, το οποίο άρχισε να διαβάζει. Όταν το τελείωσε, έκανε νόημα στον Κάραγγελ να έρθει κοντά.

Εκείνος ήρθε. «Τι συμβαίνει, Στρατηγέ;» ρώτησε.

«Ο Επόπτης Ευρύμαχος λέει πως έχει έτοιμο το κανόνι που σαμπόταραν οι επαναστάτες, και προστάζει να μείνουμε στη θέση μας μέχρι να έρθει.»

«Σε πόσες ώρες θα είναι εδώ;» ρώτησε η Θυάλκνα.

«Υποθέτω, μέχρι το απόγευμα θα το έχουμε.

»Εκτός αυτών, ο Επόπτης λέει πως, μαζί με το κανόνι, θα μας στείλει και κάποιες ενεργειακές φιάλες –τις οποίες οφείλω να ομολογήσω ότι θα χρειαστούμε. Και, τέλος, μας δίνει την εξής οδηγία για περαιτέρω ανεφοδιασμό: Κάθε μέρα –ίσως και δύο φορές την ημέρα– ένα αεροπλάνο θα περνά από πάνω μας και θα κάνει κύκλους. Σε περίπτωση που έχουμε ανάγκη από ενέργεια, θα υψώνουμε μια κόκκινη σημαία. Το αεροπλάνο θα φεύγει κι εμείς θα περιμένουμε στη θέση που βρισκόμαστε, μέχρι να σταλούν οι φιάλες. Νομίζω ότι είναι καλή ιδέα από μέρους του Επόπτη, ειδικά τώρα που απομακρυνόμαστε πολύ από την Ελρείσβα.»

Η Θυάλκνα ένευσε. «Πράγματι,» συμφώνησε. Και ρώτησε: «Θα κατασκηνώσουμε, λοιπόν;»

«Ναι,» είπε ο Αλκίνοος.

*

«Ο επόμενός μας στόχος πρέπει να είναι αυτός.» Ο Κάραγγελ έδειξε μια κουκίδα επάνω στον χάρτη, η οποία βρισκόταν νοτιοδυτικά από την παρούσα θέση τους, καμια πενηνταριά χιλιόμετρα απόσταση από το φαράγγι, σε κάτι πετρώδη υψώματα.

Ο Πρωτοσπαθάριος του Θρόνου της Ελρείσβα, η Πριγκίπισσα Θυάλκνα, και ο Στρατηγός Αλκίνοος Λιτόγελος στέκονταν γύρω από ένα ξύλινο τραπέζι, μπροστά από τη σκηνή του τελευταίου. Το γεγονός ότι το τραπέζι ήταν ξύλινο φαινόταν τρομερή σπατάλη στον Πρωτοσπαθάριο και την Πριγκίπισσα, αλλά τι μπορούσε να πει κανείς στους Παντοκρατορικούς;

«Γιατί;» ρώτησε ο Αλκίνοος, σκουπίζοντας το γαλανόδερμο πρόσωπό του μ’ένα μαντήλι, για να μαζέψει τον ιδρώτα που γεννούσε η μεσημεριανή ζέστη.

«Διότι,» είπε ο Κάραγγελ, «εδώ δεν είναι απλά άλλο ένα χωριό, αλλά ένα φρούριο.»

«Φρούριο;»

Ο Κάραγγελ ένευσε. «Ναι, και πολύ παλιό. Ονομάζεται ‘Φωλιά του Αετού’, επειδή βρίσκεται σε θέση απ’την οποία μπορεί κανείς να κοιτά τα πάντα γύρω, χωρίς ο εχθρός να έχει τη δυνατότητα να βρει κάλυψη.»

«Έχεις ξαναπάει εκεί, Πρωτοσπαθάριε;»

«Όχι. Έχω, όμως, ακούσει γι’αυτό, και έχω διαβάσει γι’αυτό. Έχουν γίνει πολλές μάχες γύρω από τη Φωλιά του Αετού. Οι περισσότερες ανάμεσα σε φυλές Μελανών.»

«Χμμ…» Ο Αλκίνοος άναψε τσιγάρο. «Από τι είναι κατασκευασμένο; Από πέτρα;»

«Από τι άλλο να ήταν, Στρατηγέ;»

«Η πέτρα δεν μπορεί να αποτελέσει πρόβλημα για τα κανόνια μας. Η Φωλιά του Αετού θα καταστραφεί εύκολα… αν και, βέβαια, θα χρειαστεί να καταναλώσουμε αρκετή ενέργεια. Η δουλειά μας δε θα τελειώσει τόσο γρήγορα όπως με τα χωριά.»

«Το φαντάζομαι,» είπε, ξερά, ο Κάραγγελ. «Νομίζω, όμως, ότι θα χρειαστούμε κάτι παραπάνω από ενεργειακά κανόνια…»

«Τι θες να πεις;»

«Υπάρχουν σήραγγες κάτω από τη Φωλιά, ή έτσι έχω ακούσει.»

«Και προτείνεις να στείλω τους στρατιώτες μου μέσα σ’αυτές τις σήραγγες;»

«Εκεί θα πάνε να κρυφτούν οι Μελανοί, όταν δουν τα τείχη τους να πέφτουν.»

«Δεν είμαστε προετοιμασμένοι για κάτι τέτοιο, Πρωτοσπαθάριε,» είπε ο Αλκίνοος, φυσώντας καπνό, νευρικά, από την άκρη του στόματός του.

Η όψη του Κάραγγελ αγρίεψε. «Συμφωνήσατε να κάνετε την εκστρατεία, δε συμφωνήσατε;»

«Ναι, αλλά όχι να πάμε μέσα σε σήραγγες! Αυτό που λες είναι πολύ επικίνδυνο, Πρωτοσπαθάριε! Οι Μελανοί, σίγουρα, θα γνωρίζουν τις σήραγγές τους καλύτερα από εμάς. Θα μας αποδεκατίσουν! Αν είναι να μπούμε σ’ένα τέτοιο μέρος –πράγμα που δεν προτείνω–, θα πρέπει να προετοιμαστούμε κατάλληλα. Θα πρέπει, ίσως, να έχουμε και περισσότερους πολεμιστές. Κι ο Επόπτης δε μας έχει ακόμα στείλει ενισχύσεις, παρότι γνωρίζω πως έχει ζητήσει στρατό από άλλες διαστάσεις.»

«Τι προτείνεις, λοιπόν, να γίνει, Στρατηγέ; Να ρίξουμε το φρούριο και να φύγουμε, αφήνοντας τους Μελανούς να γλιτώσουν μέσα από τις σήραγγές τους;»

«Δε βλέπω να υπάρχει άλλη λύση. Εκτός, βέβαια, αν θες να πας εσύ στις σήραγγες, Πρωτοσπαθάριε, μαζί με τους δικούς σου πολεμιστές.»

«Θα το σκεφτώ,» είπε ο Κάραγγελ, και έφυγε από το τραπέζι, πηγαίνοντας προς τη σκηνή του.

*

Το απόγευμα, είδαν ένα σύννεφο σκόνης να έρχεται από τα ανατολικά· και, σύντομα, διέκριναν ότι ήταν ένα φορτηγό όχημα με μεγάλους τροχούς. Επάνω του υπήρχε ένα κανόνι.

Ο Αλκίνοος έμοιαζε ανακουφισμένος. Φοβόταν ότι ίσως να το σαμπόταραν πάλι οι επαναστάτες, σκέφτηκε ο Κάραγγελ, παρατηρώντας τον, καθώς στεκόταν μπροστά από την είσοδο της σκηνής του, στηριζόμενος στο μακρύ μανίκι του ξίφους του, η λεπίδα του οποίου ήταν καρφωμένη στην άμμο.

Το όχημα έφτασε στο στρατόπεδο και σταμάτησε. Οι στρατιώτες άνοιξαν τις πόρτες του και ο Αλκίνοος πήγε να ελέγξει τις ενεργειακές φιάλες στο εσωτερικό του. Κανένα πρόβλημα δεν πρέπει να υπήρχε, γιατί ο Στρατηγός βγήκε από το φορτηγό και έδωσε διαταγή να διαλύσουν τον καταυλισμό τους.

Στη Φωλιά του Αετού, τώρα, σκέφτηκε ο Κάραγγελ, τραβώντας το σπαθί του από την άμμο και θηκαρώνοντάς το.

Καθώς οι πολεμιστές του μάζευαν τις σκηνές και τον εξοπλισμό τους, εκείνος ανέβηκε στο ένα από τα δύο οχήματα του Θρόνου της Ελρείσβα. Ο οδηγός δεν ήταν ακόμα εδώ· ο Πρωτοσπαθάριος ήταν μόνος. Έβγαλε το ξίφος του από την πλάτη και κάθισε σ’ένα από τα δερμάτινα καθίσματα. Μετά από λίγο, ήρθε η Πριγκίπισσα Θυάλκνα και κάθισε πλάι του.

«Ο Αλκίνοος έχει δίκιο σε ένα πράγμα,» του είπε: «δε θα είναι εύκολο να εισβάλουμε στις σήραγγες.»

«Έχουμε μιάμιση εκατοστή στρατιώτες μαζί μας,» αποκρίθηκε ο Κάραγγελ.

«Υπολογίζεις μόνο τους δικούς μας…» παρατήρησε η Θυάλκνα.

«Φυσικά. Οι ξένοι είναι δειλοί· δε θα έρθουν. Το είπε ο Στρατηγός τους.»

«Και νομίζεις ότι οι δικοί μας θα είναι αρκετοί για να νικήσουμε;»

«Δεν έχεις εμπιστοσύνη στους πολεμιστές του πατέρα σου, Πριγκίπισσα;»

«Δεν έχω εμπιστοσύνη στους Μελανούς,» είπε η Θυάλκνα. «Είναι πονηροί και επικίνδυνοι. Ειδικά όταν βρίσκονται σ’ένα μέρος που γνωρίζουν καλά.»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Κάραγγελ. «Αλλά δε θα κάνω πίσω. Ήρθα για να πάρω εκδίκηση.»

«Αν οι Μελανοί αποδεκατίσουν τους πολεμιστές μας, αυτό θα είναι εκδίκηση για σένα;»

Ο Κάραγγελ την ατένισε με στενεμένα μάτια. «Τι θες να πεις, Πριγκίπισσα; Ότι πρέπει να μην στείλω τους πολεμιστές μας στις σήραγγες;»

«Νομίζω,» είπε η Θυάλκνα, «ότι η διάλυση της Φωλιάς του Αετού θα είναι αρκετά μεγάλο πλήγμα για τους Μελανούς. Θα το δουν ως ήττα, ακόμα κι αν οι ίδιοι καταφέρουν να διαφύγουν μέσω των υπόγειων περασμάτων. Αν, όμως, προσπαθήσουμε να τους επιτεθούμε εκεί κάτω, τότε δεν έχω αμφιβολία ότι θα μας κατατροπώσουν, Κάραγγελ· κι αυτό, δικαίως, θα το δουν ως νίκη

Ο Κάραγγελ έμεινε σιωπηλός. Συλλογισμένος.

Ο οδηγός του οχήματος ήρθε και κάθισε μπροστά στο τιμόνι. Ο καταυλισμός είχε σχεδόν διαλυθεί· ελάχιστα πράγματα απέμεναν για να μαζέψουν οι στρατιώτες. Και, όταν τα μάζεψαν, τα οχήματα ξεκίνησαν. Οι μηχανές τους ακούστηκαν να βρυχώνται και οι τροχοί τους να περιστρέφονται. Σύννεφα άμμου σηκώθηκαν γύρω τους, καθώς έπαιρναν νοτιοδυτική κατεύθυνση, προς τη Φωλιά του Αετού.

*

Το φρούριο βρισκόταν στα άκρα της βραχώδους περιοχής, επάνω σ’έναν λόφο: τον ψηλότερο σε ακτίνα πέντε χιλιομέτρων. Ήταν οικοδομημένο με τέτοιο τρόπο που έμοιαζε να βγαίνει μέσα από τον λόφο, σα να το είχε χτίσει η φύση και να το είχε λαξέψει ο άνεμος. Οι ήλιοι βρίσκονταν πίσω του, γέρνοντας προς τη Δύση, δίνοντάς του μια απόκοσμη όψη. Κάνοντάς το να φαίνεται επιβλητικό και απόρθητο.

Ο Κάραγγελ γνώριζε πως η ιστορία της Φωλιάς του Αετού ήταν μεγάλη. Είχε ακούσει ότι κανείς δεν ήξερε ποιος ακριβώς είχε χτίσει το φρούριο· ορισμένοι έλεγαν ότι το είχε χτίσει κάποιος ξεχασμένος θεός· άλλοι ισχυρίζονταν πως δεν ήταν θεός, αλλά γίγαντας, και πως υπήρχαν παρόμοια οικοδομήματα στον Γιγάντων Τόπο, μακριά από εδώ, πέρα από τα δυτικά βουνά και πέρα από τον Λεοντόσαυρων Τόπο.

Τον τελευταίο αιώνα, μια φυλή Μελανών είχε κάνει το φρούριο μόνιμη κατοικία της. Το είχε κάνει χωριό της, μεγάλο και ασφαλές καθώς ήταν. Η φυλή ονομαζόταν Ρέτλιμ’εχ, και ο Κάραγγελ είχε ακούσει γι’αυτούς ότι ήταν δεινοί πολεμιστές. Θα ήθελε να τους αντικρίσει στη μάχη· θα ήθελε να δει ποιος, τελικά, ήταν καλύτερος: αυτοί ή εκείνος;

Τα λόγια της Θυάλκνα, όμως, τον έκαναν να είναι διστακτικός σχετικά με το θέμα. Η Πριγκίπισσα δεν έλεγε ανοησίες.

Τα οχήματα σταμάτησαν στους πρόποδες του ψηλού λόφου, και η φωνή του Αλκίνοου ακούστηκε από τον τηλεπικοινωνιακό πομπό: «Αυτό είναι το φρούριο, Πρωτοσπαθάριε;»

«Δεν υπάρχει κανένα άλλο εδώ πέρα,» αποκρίθηκε ο Κάραγγελ.

«Βρίσκεται εκτός της εμβέλειας των όπλων μας.»

«Θα πρέπει, τότε, να ανεβούμε την πλαγιά.»

«Δε μου φαίνεται και πολύ ομαλή, αλλά θα προσπαθήσουμε. Τουλάχιστον, για να φτάσουμε ώς εκεί απ’όπου τα κανόνια μας θα μπορούν να βάλλουν.»

Τα οχήματα άρχισαν ν’ανεβαίνουν. Οι τροχοί τους γρύλιζαν επάνω στις ξερές πέτρες, και η ανάβαση γινόταν ολοένα και πιο δύσκολη, καθώς η πλαγιά έπαιρνε απότομη κλίση.

Αναπάντεχα, βράχοι φάνηκαν να κατρακυλούν προς το μέρος τους. Τρεις μεγάλοι ογκόλιθοι. Προερχόμενοι από το φρούριο.

Ο Κάραγγελ καταράστηκε, βλέποντας τους να πλησιάζουν. «Έξω!» φώναξε. «Έξω απ’τα οχήματα!»

Η Πριγκίπισσα Θυάλκνα άνοιξε την πόρτα που ήταν κοντά της, και εκείνη, ο οδηγός, και ο Κάραγγελ πήδησαν έξω.

Οι ογκόλιθοι έκαναν ολόκληρη την πλαγιά να τραντάζεται καθώς κατρακυλούσαν.

Και μετά, ένας άλλος ήχος γέμισε τον αέρα. Ο ήχος των ενεργειακών κανονιών που έβαλλαν.

Οι ογκόλιθοι διαλύθηκαν σε μικρά θραύσματα, προτού φτάσουν στα οχήματα.

«Οι καταραμένοι μπάσταρδοι!» αντήχησε η φωνή του Αλκίνοου, ο οποίος είχε, επίσης, πεταχτεί έξω απ’το όχημά του, όπως είχαν κάνει και πολλοί άλλοι πολεμιστές, Παντοκρατορικοί και του Θρόνου της Ελρείσβα. «Ρίξτε τους! Διαλύστε αυτό το φρούριο! Κάντε το κομμάτια!»

«Δεν είναι δυνατόν, Στρατηγέ,» είπε ένας από τους χειριστές των κανονιών. «Εξακολουθούμε να βρισκόμαστε εκτός εμβέλειας.»

«Θα ανεβούμε, τότε. Θα ανεβούμε κι άλλο! Χτυπήστε το αμέσως μόλις είναι εντός εμβέλειας!»

«Μάλιστα, Στρατηγέ!»

Οι Παντοκρατορικοί και οι Ελρείσβιοι ξαναμπήκαν στα οχήματα και συνέχισαν την άνοδό τους, η οποία τώρα ήταν ακόμα δυσκολότερη από πριν. Η πλαγιά γινόταν πιο απότομη, οι πέτρες της πιο άτσαλες. Οι μεγάλοι τροχοί ζορίζονταν, οι μηχανές βρυχιόνταν.

Ο ουρανός άρχισε να βρέχει πέτρες.

Όχι τόσο μεγάλες όσο πριν. Όχι ογκόλιθους. Αλλά αρκετά μεγάλες για να μπορούν να προκαλέσουν ζημιά.

Τα Παντοκρατορικά κανόνια έβαλαν, προσπαθώντας να τις διαλύσουν στον αέρα. Μερικές έγιναν σκόνη από τα ενεργειακά πυρά. Άλλες αστόχησαν τα οχήματα και κατρακύλησαν στην πλαγιά. Ορισμένες, όμως, πέτυχαν τους στόχους τους. Μέταλλα ακούστηκαν να τρίζουν, τζάμια να σπάζουν.

Ο Κάραγγελ και η Θυάλκνα αισθάνθηκαν το όχημα τους να τραντάζεται ολόκληρο, καθώς κάποια πέτρα είχε χτυπήσει στην οροφή του.

Τα κανόνια έβαλαν προς το φρούριο: εστιασμένες δέσμες φωτός εκτοξεύτηκαν, πετυχαίνοντας τα τείχη του, ανοίγοντας τρύπες, προκαλώντας τεράστιες ζημιές. Βροντές θα νόμιζε κανείς ότι αντηχούσαν παντού.

Και τα οχήματα συνέχιζαν ν’ανεβαίνουν, παρά το ζόρισμα των τροχών τους. Ο Αλκίνοος, μάλλον, ήθελε τα όπλα του να μπορούν να στοχεύσουν καλύτερα, να μπορούν να χρησιμοποιήσουν όλη την καταστροφική τους ισχύ.

Εν τω μεταξύ, η λίθινη βροχή δεν είχε σταματήσει. Οι υπερασπιστές του φρουρίου εξακολουθούσαν να τους επιτίθενται με καταπέλτες.

Μια πέτρα χτύπησε το μπροστινό μέρος του οχήματος του Κάραγγελ και της Θυάλκνα, κάνοντας το τζάμι να ραγίσει. Οι μεγάλοι τροχοί γλίστρησαν πάνω στην πλαγιά· το μηχανικό κατασκεύασμα πήγε λίγο προς τα κάτω, προτού ο οδηγός καταφέρει να το σταματήσει. Ιδρώτας γυάλιζε στο πρόσωπό του, και τα μάτια του ήταν γουρλωμένα, η αναπνοή του γρήγορη. Ήταν σχεδόν τρομοκρατημένος.

Τα ενεργειακά κανόνια έβαλλαν, ξανά και ξανά και ξανά. Η Φωλιά του Αετού τρανταζόταν, η πλαγιά τρανταζόταν, ολόκληρος ο λόφος τρανταζόταν. Ο Κάραγγελ μπορούσε να δει πυκνά σύννεφα σκόνης να έχουν τυλίξει το φρούριο.

Η λίθινη βροχή δεν έπεφτε τώρα τόσο πυκνή όσο πριν.

Τους έχουμε τρομοκρατήσει. Τους έχουμε διαλύσει…

Τα κανόνια έβαλλαν. Δέσμες ενέργειας φώτιζαν το δειλινό, σχίζοντας τους καπνούς, κομματιάζοντας πέτρες, σηκώνοντας σκόνη, άμμο, και χαλίκια. Άνθρωποι δε φαίνονταν να πεθαίνουν, αλλά αυτό δε σήμαινε ότι δεν πέθαιναν. Οι Ρέτλιμ’εχ ήταν κρυμμένοι πίσω απ’τα τείχη τους… που κατακερματίζονταν. Ο Κάραγγελ μπορούσε να φανταστεί τον φόβο που θα τους είχε κυριεύσει. Αναμφίβολα, δε θα ήταν και πολύ διαφορετικός από τον φόβο που είχε κυριεύσει εκείνον και τους μαχητές του, καθώς δέχονταν τις πέτρες επάνω στα οχήματά τους.

«Μην ανεβαίνετε άλλο!» ακούστηκε η φωνή του Αλκίνοου από τον τηλεπικοινωνιακό πομπό. «Σταματήστε! Κρατήστε τη θέση σας! Και αποτελειώστε τους! Αποτελειώστε τους!»

Οι βολές των κανονιών αντηχούσαν. Η έντονη οσμή της ενέργειας είχε γεμίσει τον αέρα.

Πέτρες δεν έπεφταν πλέον. Η Φωλιά του Αετού ήταν αόρατη πίσω απ’τον πυκνό καπνό.

«Παύσατε πυρ!» πρόσταξε ο Αλκίνοος. «Παύσατε πυρ!»

Τα κανόνια σταμάτησαν να ρίχνουν.

Ο Κάραγγελ κοίταζε μέσα από το ραγισμένο τζάμι του οχήματός του, και είδε τον καπνό, μετά από κάποια ώρα, να διαλύεται για να αποκαλύψει τα συντρίμμια του φρουρίου. Η Φωλιά του Αετού δεν υπήρχε πλέον. Υπήρχαν μονάχα ερείπια που θύμιζαν αμυδρά ότι εδώ, κάποτε, έστεκε ένα μεγάλο, επιβλητικό, προαιώνιο οικοδόμημα.

«Κατεβείτε τον λόφο,» πρόσταξε η φωνή του Αλκίνοου, «και στρατοπεδεύσατε!»

Τα οχήματα κατέβηκαν, κάνοντας όπισθεν. Η κάθοδος ήταν πολύ πιο επικίνδυνη από την άνοδο, όπως διαπίστωσαν. Το όχημα του Κάραγγελ δύο φορές παραλίγο να γλιστρήσει. Ένα άλλο όχημα γλίστρησε και, κάνοντας τούμπες, κατρακύλησε ώς τις υπώρειες του λόφου. Όταν κατέβηκαν και οι υπόλοιποι, ο Κάραγγελ είδε πως δεν ήταν ένα από τα οχήματα που έφεραν κανόνι. Πολλοί στρατιώτες, όμως, που βρίσκονταν μέσα του είχαν τραυματιστεί, και οι ζημιές στις μηχανές του δεν ήταν μικρές, απ’ό,τι είπαν οι Παντοκρατορικοί.

Ο Αλκίνοος καταριόταν θεούς και δαίμονες, καθώς οι στρατιώτες του έστηναν το στρατόπεδο.

«Αυτή η ιστορία ήταν σκέτη καταστροφή, Πρωτοσπαθάριε!» φώναξε. «Σκέτη καταστροφή! Δεν έπρεπε ποτέ να έρθουμε εδώ! Ποτέ!»

Ο Κάραγγελ τον αγνόησε, προσπερνώντας τον. Ο καταραμένος γαλανομούρης Παντοκρατορικός μιλούσε πολύ και έπραττε λίγο. Μεγάλο ελάττωμα σ’έναν πολεμιστή. Τι νόμιζε ότι θα έρχονταν να κάνουν στον Κοράκου Τόπο; Περίπατο;

Ο Πρωτοσπαθάριος πήγε στη σκηνή που του είχαν ετοιμάσει. Έριξε το θηκαρωμένο σπαθί του στο έδαφος και έβγαλε τον μανδύα του και τη δερμάτινη αρματωσιά του. Ύστερα, βγήκε πάλι απ’τη σκηνή, και το βλέμμα του πήγε στην κορυφή του λόφου, στην ερειπωμένη Φωλιά του Αετού.

Τόσους αιώνες είχες κρατήσει και τώρα έπεσες… μέσα σε λίγη ώρα. Δεν είναι παράξενα τα αστεία που μας κάνουν οι θεοί;

Οι θεοί… Ποιοι θεοί; Αυτοί της Αρβήντλια; Ή αυτοί που είχαν έρθει από έξω, μαζί με τους ξένους;

Ετούτος ο πόλεμος είναι πολύ περίεργος… Πολύ περίεργος…

Αισθάνθηκε ένα χέρι στον ώμο του, και στράφηκε, για ν’αντικρίσει την Πριγκίπισσα Θυάλκνα.

«Τι σκέφτεσαι;» τον ρώτησε. «Θα τους επιτεθούμε μέσα στις σήραγγες;»

«Όχι,» είπε ο Κάραγγελ. «Αρκετά.»

•3•

«Νατλάο. Σήκω.»

Η τελευταία των Ερνεό’ωμ γύρισε επάνω στο στρώμα της και, ανοίγοντας τα μάτια, είδε τη Νίκη να στέκεται στην είσοδο του δωματίου της.

«Φεύγουμε,» είπε η Μαύρη Δράκαινα.

Η Νατλάο σηκώθηκε. «Τι ώρα είναι;»

«Αυγή. Ετοιμάσου.»

Η Νατλάο ντύθηκε και πήρε τα λιγοστά πράγματά της.

«Ωραία,» είπε η Νίκη. «Έλα μαζί μου,» και βάδισε μέσα στους πέτρινους διαδρόμους του άντρου των επαναστατών.

Η Νατλάο την ακολούθησε. Γύρω της, όποτε κοίταζε, έβλεπε μονάχα Λευκούς. Ούτε έναν εξωδιαστασιακό, όπως τη Μαύρη Δράκαινα, δεν είδε. Σύντομα, όμως, θα είμαστε στον Κοράκου Τόπο· κι εκεί, οι Μελανοί θα είναι περισσότεροι από τους Λευκούς. Εκεί, εγώ θα έχω το πλεονέκτημα. Εξάλλου, η Νίκη το είπε: «Στον Κοράκου Τόπο, θα βρούμε όλο Μελανούς, και οι δικοί μου επαναστάτες θα είναι όλοι τους Λευκοί. Εσύ ίσως να μπορείς να συνεννοηθείς καλύτερα με τους ανθρώπους που θα συναντήσουμε.»

Πέρασαν από μια πέτρινη θύρα και βγήκαν σ’ένα μεγάλο σπήλαιο, όπου σχοινιά έρχονταν από ψηλά. Η Νατλάο το θυμόταν, ασφαλώς, αυτό το μέρος: εδώ την είχε φέρει ο Κάφλαχ, όταν πρωτοήρθαν στο άντρο των επαναστατών.

«Μπορείς να σκαρφαλώσεις, υποθέτω,» είπε η Νίκη, και πιάστηκε σ’ένα απ’τα σχοινιά, αρχίζοντας ν’ανεβαίνει.

Η Νατλάο, δίχως να μιλήσει, πιάστηκε επίσης από ένα σχοινί και την ακολούθησε. Η ταχύτητα, όμως, με την οποία σκαρφάλωνε η Μαύρη Δράκαινα την εξέπληξε. Πώς ήταν ποτέ δυνατόν αυτή η γυναίκα ν’ανεβαίνει τόσο γρήγορα, μα τους θεούς της ερήμου;

Όταν η Νατλάο έφτασε επάνω, βρήκε τη Νίκη να την περιμένει. «Πού είναι οι άλλοι;» τη ρώτησε. «Μόνες μας θα πάμε;»

«Όχι.» Η Μαύρη Δράκαινα στράφηκε, βαδίζοντας.

Βγήκαν απ’τη σπηλιά και βρέθηκαν στη βραχώδη πλαγιά. Από τ’ανατολικά, η Νατλάο μπορούσε να δει τον Φωτεινό Ήλιο να έχει ξεπροβάλλει. Οι Σκιερές Ημέρες είχαν περάσει· όταν ο Κάφλαχ την είχε οδηγήσει στο εσωτερικό του άντρου, ήταν η πέμπτη (και τελευταία) Σκιερή Ημέρα.

Κατεβαίνοντας τη βραχώδη πλαγιά, μαζί με τη Νίκη, η Νατλάο είδε ένα όχημα σταματημένο από κάτω. Το όχημα του Νίρχαλμον· και μέσα του, ήταν τέσσερις άνθρωποι που αναγνώριζε. Τέσσερις Λευκοί: ο ίδιος ο Νίρχαλμον –πολύ εύκολο να τον ξεχωρίσεις, με τα κατακόκκινα μαλλιά και μούσια του–, ο Ίσμαρ, η Οτλάβι, και ο Λόαχραμ’νιρ. Ευτυχώς, δεν ήταν και η Μιρνάβρα εδώ, η οποία έδειχνε να αντιπαθεί τη Νατλάο περισσότερο από όλους τους.

«Νόμιζα,» είπε ο Νίρχαλμον, όταν η Νατλάο και η Νίκη έφτασαν κοντά στο όχημα, «πως οι Μαύρες Δράκαινες ήταν πιο γρήγορες.» Οι μηχανές του οχήματός του έβγαζαν ένα ρυθμικό μουρμουρητό.

«Μην ακούω ανοησίες.» Η Νίκη έριξε τον σάκο της μέσα και κάθισε στη θέση του συνοδηγού.

Η Νατλάο κάθισε πίσω, μαζί με τους άλλους τρεις επαναστάτες.

Ο Νίρχαλμον έστρεψε το κεφάλι του, για να της ρίξει μια ματιά. «Αυτή τη φορά, έχουμε μια Μελανή πηγαίνοντας στον Κοράκου Τόπο… καλό σημάδι.»

Η Νατλάο συνοφρυώθηκε. «Τι σημαίνει αυτό;»

Ο Νίρχαλμον γέλασε. «Ότι θα μπλέξουμε σε λιγότερους καβγάδες, ασφαλώς!» Και στράφηκε εμπρός του, πιάνοντας το τιμόνι. Ο ήχος των μηχανών του οχήματός του δυνάμωσε. Οι δύο μεγάλοι πίσω τροχοί περιστράφηκαν, το ίδιο και οι δύο μικρότεροι μπροστινοί, εκτινάσσοντας άμμο γύρω τους.

Το όχημα ξεκίνησε, κινούμενο νοτιοδυτικά, ενώ στον νότιο ορίζοντα φαινόταν μια δυνατή αμμοθύελλα να σκουραίνει τον ουρανό. Μα τους θεούς, σκέφτηκε η Νατλάο, πώς ζουν οι Λευκοί σε τούτα τα μέρη; Πώς ξέρουν ότι μια απ’αυτές τις θύελλες δε θα τους πάρει μαζί της; Οι Λευκοί, όμως, ήταν όλοι τους παλαβοί, έτσι κι αλλιώς…

Το όχημα του Νίρχαλμον έτρεχε πάνω σε άμμο και πέτρες, διασχίζοντας εκτάσεις όπως ποτέ κανένας άνθρωπος και κανένα άλογο δε θα μπορούσε να τις διασχίσει. Και ούτε μία φορά δε βρέθηκε κοντά σε θύελλα. Ούτε μία φορά δεν κινδύνεψε.

Υπάρχει κάποια λογική στις θύελλες, παρατήρησε η Νατλάο. Κάποιο θεϊκό σχέδιο. Και οι Λευκοί το βλέπουν αυτό. Ο Νίρχαλμον, σίγουρα, το βλέπει· γνωρίζει πού να στρίψει και πού όχι, για να μας οδηγήσει με ασφάλεια στον προορισμό μας.

Η Νατλάο κοίταζε το ρολόι του οχήματος, και είδε ότι είχαν περάσει λιγότερο από δύο ώρες, όταν τελικά έφτασαν στην ανατολικότερη άκρη του Φαραγγιού του Πεπρωμένου, αφήνοντας πίσω τους τον Θυέλλης Τόπο και μπαίνοντας στον Κοράκου Τόπο.

«Μας πρόλαβαν, απ’ό,τι φαίνεται…» είπε ο Ίσμαρ, καθώς το όχημά τους σταματούσε.

Αντίκρυ τους βρίσκονταν τα ερείπια ενός χωριού. Η άμμος πριν από αυτό ήταν γεμάτη κουφάρια, όπου τσακάλια και κοράκια –ολόκληρα σύννεφα από κοράκια– είχαν μαζευτεί για να φάνε.

Οι γροθιές της Νατλάο σφίχτηκαν, ακούσια, και δάγκωσε το κάτω χείλος της. Πόσους Μελανούς είχαν καταστρέψει αυτά τα καθάρματα; Πόσες φυλές είχαν διαλύσει ολοσχερώς; Μεγαλύτερη βλασφημία δεν είχε δει ποτέ στη ζωή της, και δεν πίστευε ότι θα έβλεπε. Οι ξένοι έπρεπε να διωχτούν από την Αρβήντλια! Έπρεπε, οπωσδήποτε, να διωχτούν! Οι επαναστάτες είχαν δίκιο που τους πολεμούσαν. Κάτι το τελείως… αφύσικο συνέβαινε μαζί τους.

«Δε νομίζω πως μπορούμε να κάνουμε τίποτα εδώ,» είπε η Οτλάβι. «Πάμε να φύγουμε, Νίρχαλμον.»

«Μισό λεπτό,» τους πρόλαβε ο Λόαχραμ’νιρ. «Μισό λεπτό.» Σηκώθηκε όρθιος μέσα στο ξεσκέπαστο όχημα, και ύψωσε τα χέρια του προς το κατεστραμμένο χωριό. Τα μάτια του μισόκλεισαν, κι απ’τα χείλη του κύλησαν λόγια σε μια γλώσσα που η Νατλάο αδυνατούσε να κατανοήσει.

«Τι κάνει;» ψιθύρισε.

«Υποθέτω ότι προσπαθεί να δει αν υπάρχει κανένας ζωντανός εδώ γύρω,» της είπε η Νίκη. «Ο Λόαχραμ είναι μάγος του τάγματος των Βιοσκόπων, Νατλάο: αυτό σημαίνει και η κατάληξη ’νιρ του ονόματός του. Μπορεί να εντοπίσει ζωτικές ενέργειες.»

Ο μάγος κατέβασε τα χέρια του και άνοιξε τα μάτια. Κάθισε πάλι, και είπε: «Μπορούμε να φύγουμε. Μόνο τσακάλια και όρνια είναι ζωντανά εδώ.» Έμοιαζε αηδιασμένος, σαν τα μάγια που είχε κάνει να του είχαν δείξει κάτι αποτρόπαιο, παρατήρησε η Νατλάο.

«Αρκετά καθυστερήσαμε, λοιπόν,» είπε ο Νίρχαλμον. «Πάμε να βρούμε τον σύνδεσμό μας, για να δούμε τι γίνεται εδώ πέρα.»

Το όχημά τους ξεκίνησε πάλι να διασχίζει τις ερήμους, προς τα νότια.

«Ποιον σύνδεσμό μας;» ρώτησε η Νατλάο. «Έχουμε σύνδεσμο εδώ;»

«Εσύ θες να τα μάθεις όλα αμέσως!» της είπε ο Νίρχαλμον, γελώντας.

«Μπορεί να είσαι επαναστάτρια τώρα, Νατλάο,» εξήγησε ο Ίσμαρ, «αλλά αυτό δε σημαίνει ότι δε θα πρέπει και να μας αποδείξεις την αξία σου, προτού αρχίσουμε να σου λέμε όλα μας τα μυστικά.»

«Είμαι επαναστάτρια;…» έκανε εκείνη, αβέβαια.

«Γιατί,» είπε η Οτλάβι, «έχεις κάτι καλύτερο να κάνεις;»

Σωστά, αναγκάστηκε να παραδεχτεί η Νατλάο.

«Μην ανησυχείτε,» είπε η Νίκη στους συντρόφους της. «Η Νατλάο δε θα μας απογοητεύσει. Βλέπω ότι έχει τη φλόγα της Επανάστασης μέσα της.»

«Αφού μου το λέει αυτό μια Μαύρη Δράκαινα, δε μπορώ να διαφωνήσω,» αποκρίθηκε ο Νίρχαλμον, υπομειδιώντας και λοξοκοιτάζοντάς την, καθώς εκείνη καθόταν πλάι του.

*

Το αεροσκάφος έκανε κύκλους στον ουρανό από πάνω τους, γυαλίζοντας στο πρωινό φως.

Ο Αλκίνοος, στεκόμενος επάνω σ’ένα απ’τα οχήματα, ύψωσε μια κόκκινη σημεία, κάνοντάς την πέρα-δώθε.

Το αεροσκάφος έφυγε, πετώντας προς τα βορειοανατολικά, πίσω στην Ελρείσβα.

Ο Στρατηγός κατέβηκε απ’το όχημα και συνάντησε τον Κάραγγελ και τη Θυάλκνα λίγο παραπέρα. «Οι ενέδρες των Μελανών δε μας προκάλεσαν κανένα ιδιαίτερο πρόβλημα,» τους είπε. «Οι επαναστάτες, επίσης, αντιμετωπίστηκαν σχετικά εύκολα. Κι εδώ, σ’αυτό το καταραμένο φρούριο,» ύψωσε το χέρι του, δείχνοντας τα ερείπια της Φωλιάς του Αετού επάνω στον λόφο, «πήγαμε και καταστραφήκαμε από μόνοι μας!»

«Η φυγοπονία σου δε με συγκινεί, Στρατηγέ,» αποκρίθηκε ο Κάραγγελ. Το βλέμμα του ήταν σχεδόν δολοφονικό, καθώς ατένιζε τον γαλανόδερμο Παντοκρατορικό. «Αντιθέτως, με εκνευρίζει. Βρισκόμαστε σε πόλεμο. Χρειάζεται να σ’το θυμίζω εγώ αυτό; Δεν είσαι αρκετά καλά εκπαιδευμένος για να το θυμάσαι από μόνος σου;»

Ο Αλκίνοος, που ήδη ήταν εκνευρισμένος, τώρα φάνηκε να εκνευρίζεται ακόμα περισσότερο. «Ποιος νομίζεις ότι είσαι, Πρωτοσπαθάριε;» είπε, με φωνή τόσο επίπεδη που ήταν τρομαχτική. «Πιστεύεις ότι γνωρίζεις την έννοια του πολέμου καλύτερα από εμένα, κλεισμένος συνεχώς στη διάστασή σου; Εγώ, Πρωτοσπαθάριε, έχω πολεμήσει σε περισσότερες διαστάσεις από ετούτη! Πώς τολμάς να με αμφισβητείς; Ξεχνάς ότι ο Θρόνος της Ελρείσβα είναι υποτελής στην Παντοκράτειρα;»

Το χέρι του Κάραγγελ πήγε στο μανίκι του μεγάλου ξίφους που κρεμόταν από την πλάτη του. «Δεν είμαστε υποτελείς σε κανέναν άνθρωπο!» φώναξε. «Ο Βασιληάς μας και η Παντοκράτειρά σας έχουν κάνει μεταξύ τους μια επικερδή συμφωνία, επειδή εκείνη χρειάζεται εμάς –χρειάζεται τα ορυχεία ενέργειας.»

«Ναι,» είπε ο Αλκίνοος, στραβώνοντας τα χείλη, «μια… επικερδή συμφωνία.» Γέλασε.

Ο Κάραγγελ τράβηξε το σπαθί του.

Η Θυάλκνα πετάχτηκε ανάμεσά τους με το δικό της ξίφος στα χέρια. «Πρωτοσπαθάριε, θηκάρωσε το όπλο σου!»

Εκείνος δίστασε, ατενίζοντας τον Στρατηγό με στενεμένα μάτια και σφιγμένα χείλη.

«Σε προστάζω, Πρωτοσπαθάριε: θηκάρωσε το όπλο σου!» είπε η Πριγκίπισσα.

Ο Κάραγγελ έφτυσε στην άμμο, και έφυγε με το ξίφος του κατεβασμένο.

Η Θυάλκνα θηκάρωσε το σπαθί της και είπε στον Αλκίνοο: «Στρατηγέ, το παρακάνεις. Αν ετούτη η εκστρατεία είναι, για κάποιο λόγο, πέρα από τις δυνατότητές σου, τότε θα έπρεπε να ζητήσεις από τον Παντοκρατορικό Επόπτη να σε πάρει από εδώ και να φέρει έναν άλλο.»

«Η εκστρατεία δεν είναι πέρα από τις δυνατότητές μου, Πριγκίπισσα. Η επίθεση, όμως, σ’αυτό το φρούριο δεν ήταν απαραίτητη. Καταλαβαίνεις πόση ενέργεια καταναλώθηκε; Για να μην αναφέρω καν τις ζημιές στα οχήματα.»

«Καταλαβαίνω τα πάντα,» είπε η Θυάλκνα. «Αυτό, ωστόσο, δε δικαιολογεί τη συμπεριφορά σου. Δε θα δεχτώ άλλη φορά να εξοργίζεις έτσι τον Πρωτοσπαθάριό μου. Είναι ήδη πολύ ταραγμένος από την καταστροφή της φυλής του. Εσύ το καταλαβαίνεις αυτό; Πώς θα αισθανόσουν αν κάποιοι συνωμοτούσαν για να σκοτώσουν όλη σου την οικογένεια;»

Ο Αλκίνοος δεν απάντησε, αλλά η όψη του μαλάκωσε κάπως. Στράφηκε και απομακρύνθηκε, πηγαίνοντας στους αξιωματικούς του.

Η Θυάλκνα αναστέναξε. Ταράλβι, σκέφτηκε, μου ζήτησες να προσέχω τον σύζυγό σου. Αλλά αυτό, μέρα με τη μέρα, γίνεται ολοένα και δυσκολότερο…

*

Συνεχίζοντας νότια, συνάντησαν ακόμα ένα κατεστραμμένο χωριό, που δε βρισκόταν στο χείλος του Φαραγγιού του Πεπρωμένου, αλλά μέσα στις ερήμους. Ο Νίρχαλμον δε σταμάτησε καθόλου το όχημά τους εδώ, αποφεύγοντας τα ερείπια και εξακολουθώντας να έχει νότια κατεύθυνση.

«Απομακρυνόμαστε από το φαράγγι…» παρατήρησε η Νατλάο. «Γιατί;»

«Γιατί ο προορισμός μας δεν είναι κοντά στο φαράγγι,» απάντησε ο Νίρχαλμον, ανασηκώνοντας τους ώμους.

«Οι ξένοι, όμως, είναι κοντά στο φαράγγι, σωστά;»

«Έτσι υποθέτουμε, μέχρι στιγμής.»

«Και θα το διαπιστώσουμε, σύντομα,» είπε η Νίκη, κρατώντας έναν ανοιχτό χάρτη εμπρός της. «Αν το επόμενο χωριό που θα συναντήσουμε είναι κατεστραμμένο, τότε οι Παντοκρατορικοί έχουν απομακρυνθεί πολύ από το φαράγγι.»

Η Νατλάο ευχόταν το χωριό να μην ήταν κατεστραμμένο. Ευχόταν οι Μελανοί εκεί να ήταν ζωντανοί, αν και δε γνώριζε ποιοι ήταν. Δεν είχε ποτέ της ξαναπεράσει από τούτες τις περιοχές του Κοράκου Τόπου. Υπήρχαν τόσα πράγματα που δεν είχα δει… σκέφτηκε. Τόσα μέρη… Αλλά, αν ήταν η φυλή της, ο άντρας της, και τα παιδιά της να ζούσαν, θα προτιμούσε ποτέ της να μην τα είχε δει.

Μετά από καμια ώρα περίπου, αφότου είχαν απομακρυνθεί από το ανατολικότερο άκρο του Φαραγγιού του Πεπρωμένου, είδαν καβαλάρηδες να κατεβαίνουν, καλπάζοντας, από μια σειρά αμμόλοφων.

Να κατεβαίνουν και να έρχονται καταπάνω τους, κρατώντας όπλα.

Μελανοί! παρατήρησε η Νατλάο.

«Τι κάνουν αυτοί οι ηλίθιοι;» γρύλισε η Οτλάβι.

Ο Νίρχαλμον προσπάθησε να τους αποφύγει, αλλά δεν ήταν εύκολο, καθώς έρχονταν από τα πλάγια, και η απόσταση που τους χώριζε από το όχημα δεν ήταν μεγάλη.

Ο Ίσμαρ τράβηξε τα δύο μικρά τσεκούρια του. Η Οτλάβι τράβηξε ένα ξίφος.

Η Νίκη είπε: «Νατλάο: φώναξέ τους! Πες τους ότι δεν είμαστε εχθροί! Νίρχαλμον: σταμάτα το όχημα! Σταμάτα το!»

Ο οδηγός δίστασε για μια στιγμή, αλλά, ύστερα, το σταμάτησε, κάνοντας τους τροχούς του να τρίξουν. Τη μηχανή, ωστόσο, δεν την έσβησε.

Συγχρόνως, η Νατλάο πιανόταν από μια άκρη του οχήματος και σηκωνόταν όρθια. Ύψωσε το ένα της χέρι και έκανε σημάδια στους καβαλάρηδες, θέλοντας να τους πει ότι ήταν φίλοι. Κι επιπλέον, σίγουρα, θα έβλεπαν ότι ήταν Μελανή…

Οι καβαλάρηδες τούς κύκλωσαν, κρατώντας σπαθιά και τσεκούρια. «Είσαι αιχμάλωτη;» φώναξε ένας τους στη Νατλάο.

«Όχι,» αποκρίθηκε εκείνη, πηδώντας έξω απ’το όχημα, για να τους δείξει πως κανένας δεν την κρατούσε μέσα χωρίς τη θέλησή της.

«Τι κάνεις, τότε, με τους Λευκούς;»

«Είναι… σύμμαχοί μου. Και δικοί σας,» πρόσθεσε αμέσως. «Και δικοί σας.»

Μερικοί καβαλάρηδες γέλασαν, όπως επίσης κι αυτός που της μιλούσε. «Και δικοί μας;»

«Ναι,» είπε η Νατλάο. «Είναι επαναστάτες. Είναι εναντίον των ξένων που καταστρέφουν τις φυλές γύρω απ’το Φαράγγι του Πεπρωμένου.»

«Τι τους νοιάζει τους Λευκούς για εμάς;»

«Δεν τους νοιάζει για εμάς. Τους νοιάζει για τους ξένους. Σου είπα: είναι επαναστάτες. Είναι εναντίον των ανθρώπων που υπηρετούν την Παντοκράτειρα.»

Ο άντρας αφίππευσε. Φορούσε μαύρα ρούχα, κουκούλα, και μαντήλι στο πρόσωπο. Το σπαθί του δεν το θηκάρωσε, καθώς ζύγωνε το όχημα και τον Νίρχαλμον. «Ποιοι είστε;» τον ρώτησε.

«Η Νατλάο σού είπε όσα χρειάζεται να ξέρεις για εμάς,» του απάντησε εκείνος. «Είμαστε επαναστάτες. Προσπαθούμε να σώσουμε το τομάρι σας, ασχέτως αν η προσπάθεια αξίζει τον κόπο ή όχι.»

Τα μάτια του Μελανού στένεψαν και γυάλισαν, θυμωμένα.

Η Νίκη σηκώθηκε όρθια. «Πολεμάμε τους Παντοκρατορικούς, και κανέναν άλλο. Μη μου πεις ότι δεν έχεις ξανακούσει για την Επανάσταση, όποιος κι αν είσαι…»

«Έχω ακούσει,» παραδέχτηκε ο Μελανός. «Εσύ, όμως, είσαι εξωδιαστασιακή… ή, τουλάχιστον, έτσι φαίνεσαι.»

Η Νίκη πήδησε έξω απ’το όχημα. «Το όνομά μου είναι Νίκη,» είπε, δίνοντάς του το χέρι της.

Ο Μελανός το έσφιξε με κάποιο δισταγμό. «Φάτριμ,» συστήθηκε.

«Αν δεν κάνω λάθος,» είπε η Νίκη, «πλησιάζουμε ένα χωριό που ονομάζεται Κάμροχ. Είσαι από εκεί;»

«Ναι.»

«Και είναι όλοι στο χωριό καλά;»

«Γιατί ρωτάς;»

«Γιατί φοβόμαστε μήπως οι Παντοκρατορικοί έχουν περάσει από εδώ.»

«Δεν έχουν περάσει,» είπε ο Φάτριμ. «Όχι ακόμα. Νομίζαμε ότι εσείς ήσασταν Παντοκρατορικοί. Ανιχνευτές τους.»

«Δεν είμαστε μαζί τους,» του είπε ο Ίσμαρ. «Τώρα το ξέρεις.» Είχε κρύψει τα μικρά τσεκούρια του.

«Θα έρθετε στο χωριό μας;» ρώτησε ο Φάτριμ. Από τη φωνή του, όμως, δεν έμοιαζε να το προτείνει· οι Λευκοί δεν ήταν ευπρόσδεκτοι στα χωριά των Μελανών.

Η Νίκη κούνησε το κεφάλι. «Δε θα θέλαμε να προκαλέσουμε αναστάτωση. Το μόνο που χρειαζόμασταν ήταν να μάθουμε αν οι εχθροί μας πέρασαν από εδώ.»

«Προτού φύγουμε, όμως,» είπε η Νατλάο, «πρέπει να σας μεταφέρω ένα μήνυμα.»

«Τι μήνυμα;» ρώτησε ο Φάτριμ.

Η Νατλάο τού είπε το μήνυμα του Πρωτοσπαθάριου Κάραγγελ, και πρόσθεσε: «Είμαι η τελευταία των Ερνεό’ωμ, μιας φυλής Φαραγγοφυλάκων. Ο Πρωτοσπαθάριος με άφησε ζωντανή, λέγοντάς μου να μεταφέρω τα λόγια του σε όσους περισσότερους Μελανούς του Κοράκου Τόπου μπορώ… κι επιπλέον, δε νομίζω πως αυτό είναι ενάντια στο δικό μου σκοπό.»

«Καταλαβαίνω, Νατλάο,» είπε ο Φάτριμ. «Αλλά ποιος είναι ο δικός σου σκοπός;»

«Ο σκοπός μου είναι ίδιος με των επαναστατών. Είμαι μία απ’αυτούς τώρα.»

Ο Φάτριμ ένευσε. «Σας εύχομαι καλό ταξίδι, τότε. Είθε ο Σάρκλιφ να είναι μαζί σας.»

«Και μαζί σου, Φάτριμ,» αποκρίθηκε η Νατλάο. «Και, αν δείτε τους ξένους να έρχονται προς το χωριό σας, μην καθίσετε να τους αντιμετωπίσετε. Φύγετε. Πηγαίνετε όσο πιο μακριά μπορείτε. Κρυφτείτε κάπου. Έχουν όπλα που τους κάνουν πανίσχυρους. Εκτοξεύουν θανατηφόρο φως που καταστρέφει τα πάντα.»

Ο Φάτριμ έμεινε σιωπηλός για μια στιγμή· μετά, είπε: «Θα σκεφτώ τα λόγια σου, Νατλάο.» Και έκανε νόημα στους καβαλάρηδές του να ανοίξουν τον δακτύλιο που είχαν σχηματίσει γύρω απ’τους επαναστάτες.

Η Νατλάο και η Νίκη μπήκαν στο όχημα, και ο Νίρχαλμον έβαλε τους τροχούς σε κίνηση. Σηκώνοντας ένα σύννεφο άμμου πίσω τους, έφυγαν από την περιοχή των Κάμροχ, παίρνοντας νοτιοδυτική κατεύθυνση.

«Οι Παντοκρατορικοί, λοιπόν, πρέπει να εξακολουθούν να βρίσκονται κοντά στο φαράγγι,» είπε η Οτλάβι.

«Ναι,» αποκρίθηκε η Νίκη, «έτσι δείχνει.»

Τα εδάφη γίνονταν ολοένα και πιο βραχώδη, καθώς ταξίδευαν, χωρίς όμως να χάνεται και τελείως η άμμος. Και δεν άργησαν να σταματήσουν επάνω σ’έναν αμμόλοφο, απ’όπου μπορούσαν να δουν πετρώδη υψώματα αντίκρυ τους και, μπροστά από τα υψώματα, ένα χωριό.

«Ούνμαχ,» είπε η Νίκη. «Σύμφωνα με τον χάρτη μας, αυτό το χωριό ονομάζεται Ούνμαχ.»

Ο Νίρχαλμον ένευσε, σα να είχε ξαναπεράσει από εδώ. «Ναι…»

Η Νίκη κοίταξε πάνω απ’τον ώμο της. «Το γνωρίζεις εσύ, Νατλάο;»

Η Νατλάο κούνησε το κεφάλι αρνητικά.

«Δε φαίνεται κατεστραμμένο, πάντως,» παρατήρησε ο Ίσμαρ.

«Σ’αυτά τα μέρη υπάρχει και κάτι άλλο…» είπε η Νατλάο. «Κάτι που θυμάμαι να το λένε στο χωριό μου, γιατί είναι πολύ γνωστό. Ένα φρούριο… πανάρχαιο–»

«Η Φωλιά του Αετού,» τη διέκοψε ο Νίρχαλμον.

«Ναι.»

«Βρίσκεται βόρεια από εδώ. Λίγο παραπάνω από τριάντα χιλιόμετρα.»

«Θα το επισκεφτούμε;»

Η Οτλάβι παρενέβη: «Δε νομίζω ότι θα ήταν καλό να επισκεφτούμε ένα φρούριο των Μελανών.»

«Δεν είναι στο δρόμο μας, εξάλλου,» είπε ο Νίρχαλμον.

Το όχημά τους κατέβηκε από τον αμμόλοφο, περνώντας νότια του χωριού των Ούνμαχ και συνεχίζοντας δυτικά, προς τα βραχώδη υψώματα, που δεν έμοιαζαν να είναι τόσο δύσβατα ώστε να μη μπορούν να τα διασχίσουν.

*

Το μεσημέρι, είχαν διασχίσει τη βραχώδη περιοχή, καθώς επίσης και αρκετά χιλιόμετρα αμμώδους ερήμου. Τώρα, ο Νίρχαλμον είχε σταματήσει το όχημα τους και κοίταζαν τον τελικό τους προορισμό: μια όαση με αρκετή βλάστηση, κοντά στην οποία βρισκόταν ένα χωριό που ονομαζόταν Νίσρακ. Η Νατλάο δεν είχε ποτέ ξανά ακούσει γι’αυτή τη φυλή· ήταν πολύ μακριά από τους Ερνεό’ωμ. Έπρεπε να είσαι έμπορος για να την ξέρεις, ή ταξιδευτής.

Ο Νίρχαλμον είχε σηκωθεί όρθιος, και κρατούσε ένα ζευγάρι κιάλια στα μάτια του. «Δε νομίζω ότι είναι εδώ…» είπε. «Δε βλέπω πουθενά το όχημά της. Όχι εκεί όπου το αφήνει συνήθως, τουλάχιστον. Ούτε σε κανένα άλλο σημείο.»

«Για ποια μιλάει;» ρώτησε η Νατλάο τη Νίκη.

«Για το σύνδεσμό μας.»

«Και γιατί δεν είναι εδώ;»

Ο Νίρχαλμον κατέβασε τα κιάλια του και κάθισε. «Το όνομά της είναι Ταμλάκο, και μεταφέρει μηνύματα για την Επανάσταση. Δεν είναι παράξενο που λείπει. Υποθέτω, μάλιστα, πως αυτή τη στιγμή προσπαθεί να ειδοποιήσει όσο το δυνατόν περισσότερες φυλές Μελανών για τους Παντοκρατορικούς.»

Η Νίκη ένευσε, μοιάζοντας να συμφωνεί.

«Ελπίζω μόνο,» συνέχισε ο Νίρχαλμον, «να καταφέρει να συγκεντρώσει αρκετούς, ώστε να έχουμε μια ελπίδα εναντίον των εχθρών μας…»

«Κι εμείς,» ρώτησε η Νατλάο, «τι θα κάνουμε τώρα;»

«Θα περιμένουμε. Τι άλλο απομένει να κάνουμε; Το πρώτο σκέλος της αποστολής μας είναι να συναντήσουμε την Ταμλάκο· εκείνη θα μας πει πώς έχει η κατάσταση και τι πρέπει να γίνει μετά.»

«Γνωρίζει τον Ίσναχ;»

«Ναι,» είπε ο Νίρχαλμον, «τον γνωρίζει.»

*

Τρεισήμισι η ώρα, το μεσημέρι.

Το φως της Αρβήντλια, καυτό.

Ο Κάραγγελ ήταν μέσα στη σκηνή του, μισοξαπλωμένος, αναλογιζόμενος το όραμα που του είχε δείξει το Ιερό Δέντρο και τα παράξενα όνειρα που είχαν ακολουθήσει. Δε μπορούσε να βγάλει κανένα συμπέρασμα· το ήξερε πως δε θα έβγαζε κανένα συμπέρασμα· έφερνε, όμως, τις εικόνες και τους ήχους και τα συναισθήματα στο μυαλό του. Απορημένος από αυτά.

Τους συλλογισμούς του διέκοψε ο ήχος μηχανών και οι φωνές ανθρώπων. Φορώντας τις μπότες του –δε μπορούσες να πατήσεις στην άμμο ξυπόλυτος μες στο μεσημέρι–, βγήκε απ’τη σκηνή του και είδε ότι δύο φορτηγά οχήματα είχαν μόλις έρθει.

Ο Κάραγγελ τα πλησίασε, παρατηρώντας ότι ο Στρατηγός Αλκίνοος βρισκόταν ήδη εκεί κοντά.

«Οι ενεργειακές φιάλες;» ρώτησε ο Πρωτοσπαθάριος.

«Ναι,» απάντησε ο γαλανόδερμος ξένος, χωρίς να στραφεί να τον κοιτάξει.

Ένας στρατιωτικός βγήκε απ’το ένα φορτηγό, πλησιάζοντας τον Αλκίνοο και χαιρετώντας. «Σας φέραμε τις ενεργειακές φιάλες, Στρατηγέ, καθώς και τρόφιμα και πολεμοφόδια.»

Ο Αλκίνοος ένευσε. «Πολύ καλά,» είπε. «Ο Επόπτης φαίνεται πως σκέφτεται για εμάς πριν από εμάς.»

«Επίσης,» πρόσθεσε ο στρατιωτικός, «έχω να σας μεταφέρω ένα μήνυμά του.»

«Του Επόπτη;»

«Μάλιστα, Στρατηγέ. Μόλις έφτασαν στην Ελρείσβα ενισχύσεις από άλλες διαστάσεις. Ο Επόπτης σάς ζητά να παραμείνετε εδώ, μέχρι να έρθουν σ’εσάς.»

«Επιτέλους,» είπε ο Αλκίνοος, «και μερικά καλά νέα!»

Ο στρατιωτικός τού έδωσε ένα τυλιγμένο χαρτί. «Εδώ είναι και το επίσημο έγγραφο του Επόπτη, σε περίπτωση που θέλετε να διαβάσετε ο ίδιος τα λόγια του.»

«Σ’ευχαριστώ, Λοχία. Μπορείς να καθίσεις τώρα μαζί μας, να ξεκουραστείς, και εσύ και οι στρατιώτες σου.»

Ο λοχίας χαιρέτησε, στρατιωτικά. «Σας ευχαριστούμε, Στρατηγέ.»

Ο Κάραγγελ απομακρύνθηκε από τον Αλκίνοο Λιτόγελο, βαδίζοντας προς τη σκηνή του. Στο δρόμο, το βλέμμα του πήγε στο πιο άσχημα χτυπημένο όχημα της εκστρατείας: αυτό που είχε κατρακυλήσει πάνω στην απότομη πλαγιά του λόφου της Φωλιάς του Αετού. Οι Παντοκρατορικοί το είχαν πλέον γυρίσει από την καλή μεριά, και ένας από τους μάγους τους –ένας απ’αυτούς που εργάζονταν στα ενεργειακά κανόνια, «ρυθμίζοντας την ενεργειακή ροή», όπως έλεγαν– χρησιμοποιούσε τα ξόρκια του, προσπαθώντας να εντοπίσει τις βλάβες και να καθοδηγήσει τους στρατιώτες, ώστε να το επισκευάσουν σωστά.

Τεχνομαθείς. Όλοι οι μάγοι που εργάζονταν στα κανόνια ήταν Τεχνομαθείς: ένα τάγμα που ασχολιόταν αποκλειστικά με τα μηχανήματα. Και μία μάγισσα ανάμεσά τους, μάλιστα, ήταν Αρβήντλια. Ο Κάραγγελ την είχε δει κάμποσες φορές: μια ψηλή, Λευκή γυναίκα με μακριά, ξανθά μαλλιά, που μιλούσε λίγο και έμοιαζε να κοιτάζει τους πάντες με καχυποψία. Προφανώς, είχε φύγει απ’την Αρβήντλια, για να ενταχθεί στο τάγμα. Είχε ακολουθήσει τους Παντοκρατορικούς, σε άλλες διαστάσεις. Ο Κάραγγελ αναρωτιόταν αν ήταν σωστό πλέον να τη θεωρεί Αρβήντλια. Έμοιαζε να έχει αφομοιωθεί από τους ξένους. Να έχει ασπαστεί τον τρόπο ζωής τους. Ή ίσως έναν ακόμα πιο μυστηριώδη τρόπο ζωής…

Παίρνοντας το βλέμμα του από το επισκευαζόμενο όχημα, ο Κάραγγελ συνέχισε να βαδίζει προς τη σκηνή του. Και συνάντησε την Πριγκίπισσα Θυάλκνα, η οποία στεκόταν μερικά βήματα απόσταση από τη δική της σκηνή.

«Οι ενεργειακές φιάλες ήρθαν…» του είπε, κοιτάζοντας πίσω του, προς τα δύο φορτηγά που είχαν σταματήσει στην άκρη του στρατοπέδου.

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Κάραγγελ· «και, σύντομα, θα έρθουν και ενισχύσεις.»

Η Θυάλκνα συνοφρυώθηκε. «Ενισχύσεις;»

«Στρατιώτες από άλλες διαστάσεις. Βρίσκονται ήδη στην Ελρείσβα.»

«Θα τους χρειαστούμε,» είπε η Πριγκίπισσα.

«Το ίδιο υποψιάζομαι κι εγώ.»

•4•

Η Νατλάο καθόταν οκλαδόν, έχοντας διπλώσει την κάπα της από κάτω της, για να μην την καίει η άμμος της ερήμου. Οι υπόλοιποι επαναστάτες είχαν επίσης απομακρυνθεί από το όχημα, εκτός από τον Νίρχαλμον, που φαινόταν να ελέγχει κάποια πράγματα στη μηχανή και στους τροχούς του. Ο Ίσμαρ είχε ανεβεί σ’έναν αμμόλοφο και ατένιζε τον ορίζοντα. Η Οτλάβι βημάτιζε, κλοτσώντας άμμο. Ο Λόαχραμ’νιρ στεκόταν με τα χέρια του σταυρωμένα εμπρός του, ακίνητος, σχεδόν σα να κοιμόταν όρθιος. Η Νίκη καθόταν στην άμμο, κοντά στη Νατλάο, και, έχοντας ένα ζευγάρι κιάλια στα μάτια της, κοίταζε την όαση αντίκρυ τους και το χωριό των Νίσρακ.

«Νομίζω,» είπε, «ότι έχουμε αρχίσει να τραβάμε την προσοχή τους…»

«Φυσικό είναι,» αποκρίθηκε η Νατλάο. «Δεν έχουμε κάνει τίποτα για να κρυφτούμε, κι αυτό το όχημα γυαλίζει σαν τρίτος ήλιος.»

«Και τι πιστεύεις ότι θα κάνουν τώρα;» Η Νίκη εξακολουθούσε να κοιτά το χωριό, έχοντας τα κιάλια στα μάτια της.

«Θα στείλουν κάποιους να ερευνήσουν. Οπλισμένους, κατά πάσα πιθανότητα. Τις άλλες φορές, πώς ερχόσασταν σε επαφή με την Ταμλάκο; Δε μπαίνατε στο χωριό;»

«Προσωπικά, δεν έχω ξανάρθει εδώ.» Η Μαύρη Δράκαινα κατέβασε τα κιάλια. «Νίρχαλμον!» φώναξε.

Ο Λευκός, κοκκινομάλλης επαναστάτης ήταν γονατισμένος δίπλα σε μια απ’τις μεγάλες πισινές ρόδες του οχήματός του, κι έμοιαζε να σκαλίζει κάτι από πίσω της, χρησιμοποιώντας ένα μακρύ, μεταλλικό εργαλείο. Ακούγοντας τη φωνή της Νίκης, σηκώθηκε και πλησίασε. «Τι είναι;» ρώτησε.

«Εδώ όπου βρισκόμαστε, μας έχουν δει. Τους ξέρεις τους ανθρώπους αυτού του χωριού;»

Ο Νίρχαλμον συνοφρυώθηκε. «Τι εννοείς αν τους ξέρω; Ξέρω την Ταμλάκο.»

«Και πώς ερχόσουν, παλιότερα, σε επαφή μαζί της; Δεν έμπαινες στο χωριό; Δε μιλούσες σε κανέναν από τους ντόπιους;»

Ο Νίρχαλμον κούνησε το κεφάλι. «Όχι,» είπε. «Αποφεύγω τις συναναστροφές με τους Μελανούς, φυσικά.» Κοίταξε τη Νατλάο. «Με το συμπάθιο, συντρόφισσα.» Στράφηκε πάλι στη Νίκη. «Συνήθως, γλιστράμε μέσα στο χωριό τη νύχτα. Βλέπεις πού είναι το σπίτι της Ταμλάκο;» Ύψωσε το χέρι του, για να δείξει. «Στη νότια άκρη του χωριού. Μπορείς εύκολα να πας εκεί, χωρίς να σε δουν, έτσι πλούσια σε βλάστηση που είναι η όαση. Άλλες φορές πάλι, η Ταμλάκο έβγαινε για να μας συναντήσει.»

«Μάλιστα,» είπε η Νίκη. «Κι άμα πλησιάσουν τώρα οι ντόπιοι, τι προτείνεις να κάνουμε;»

«Έχουμε μαζί μας τη Νατλάο,» αποκρίθηκε ο Νίρχαλμον. «Γι’αυτό δεν την πήραμε;» Στράφηκε, βαδίζοντας προς το όχημά του, και ξαναγονάτισε δίπλα στον ένα απ’τους δύο πίσω τροχούς.

Η Νίκη κοίταξε τη Νατλάο, υψώνοντας ένα φρύδι.

«Τι;» ρώτησε εκείνη.

«Είσαι σίγουρη ότι μπορείς να ταχτοποιήσεις ό,τι πρόβλημα κι αν προκύψει;» είπε η Μαύρη Δράκαινα.

«Τα κατάφερα με τους Κάμροχ, δεν τα κατάφερα;»

«Δεν ήταν, όμως, πολύ δύσκολο, καθώς θα φεύγαμε από τις περιοχές τους, ούτως ή άλλως. Τώρα, θέλουμε να μείνουμε εδώ…»

«Μην ανησυχείς,» της είπε η Νατλάο. «Δε νομίζω να παρουσιαστεί κανένα πρόβλημα.»

Η Νίκη την ατένισε, συνοφρυωμένη. «Με βάζεις σε σκέψεις, Νατλάο.»

«Τι σκέψεις;»

«Αναρωτιέμαι αν η ψυχραιμία σου προέρχεται από το γεγονός ότι ξέρεις τι λες, ή από το γεγονός ότι πιστεύεις πως δεν έχεις τίποτα πλέον να χάσεις.»

«Δεν είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο.»

«Τι είναι, τότε;»

«Ένας συνδυασμός και των δύο,» απάντησε η Νατλάο.

Η έκφραση της Νίκης μαρτυρούσε ότι δεν ήξερε αν έπρεπε να καθησυχαστεί από αυτό ή να θορυβηθεί. Ύψωσε πάλι τα κιάλια στα μάτια της και στράφηκε προς το χωριό των Νίσρακ.

«Δε μ’αρέσει τούτο…» είπε. «Βλέπω να συγκεντρώνονται. Φέροντας όπλα.»

Η Νατλάο δε μίλησε.

Η Νίκη κατέβασε τα κιάλια της.

Οι Νίσρακ φάνηκαν να βγαίνουν απ’το χωριό τους και να διασχίζουν την αμμώδη έκταση που τους χώριζε από τους επαναστάτες. Πρέπει να ήταν καμια εικοσαριά, και, όπως είχε παρατηρήσει η Νίκη, κρατούσαν όπλα.

Ο Ίσμαρ κατέβηκε απ’τον αμμόλοφο και στάθηκε κοντά στην Οτλάβι, που είχε ήδη τραβήξει το σπαθί της. Ο Λόαχραμ’νιρ δεν είχε κινηθεί απ’τη θέση του, μοιάζοντας με άγαλμα. Ωστόσο, είπε, αρκετά δυνατά ώστε να τον ακούσουν: «Νατλάο, νομίζω ότι σε χρειαζόμαστε.»

Ο Νίρχαλμον δεν είχε σταματήσει την περιποίηση του οχήματός του.

Η Νίκη ήταν όρθια, αλλά δεν είχε τραβήξει όπλα.

Η Νατλάο σηκώθηκε, τίναξε την άμμο απ’την κάπα της, και βάδισε, για να σταθεί μπροστά απ’όλους τους επαναστάτες. Για να σταθεί ανάμεσα σ’εκείνους και τους ερχόμενους Μελανούς.

Υψώνοντας τα χέρια της, έκανε νόημα πως δεν ήταν εχθροί.

Οι Νίσρακ συνέχισαν να βαδίζουν, χωρίς να κάνουν κανένα παρόμοιο νόημα. Σταμάτησαν στα πέντε μέτρα από τη Νατλάο, κι εκείνη είδε πως αρχηγός τους πρέπει να ήταν ένας μυώδης άντρας με ξυρισμένο κεφάλι και πρόσωπο, ο οποίος είχε ένα μεγάλο σπαθί περασμένο στην πλάτη. Πλάι του στεκόταν μια γυναίκα, που βαστούσε ραβδί και φορούσε τον ιερατικό χιτώνα των ιερειών της Κρωμβέλης. Στο σαγόνι της υπήρχε μια έντονη ουλή. Η Νατλάο αναρωτήθηκε ποιος είχε τολμήσει να χτυπήσει μια ιέρεια της Κρωμβέλης, γιατί η ουλή, μάλλον, δεν είχε γίνει από κάποιο πέσιμο.

Ο μυώδης άντρας ζύγωσε τη Νατλάο. «Ονομάζομαι Σέφσαλ, και είμαι ο Φύλαρχος των Νίσρακ,» δήλωσε. Υπήρχε περηφάνια στη φωνή του. «Ποια είσαι εσύ, και τι γυρεύεις μ’αυτούς τους Λευκούς;» Έκανε μια ημικυκλική χειρονομία, που φανέρωνε απέχθεια, για να δείξει τους ανθρώπους πίσω απ’τη Νατλάο.

«Το όνομά μου είναι Νατλάο, και είμαι η τελευταία των Ερνεό’ωμ. Μάλλον, δε θα έχεις ακούσει για τη φυλή μου· ήμασταν, όμως, μια φυλή Φαραγγοφυλάκων, στα βόρεια του Φαραγγιού του Πεπρωμένου.» Η ηρεμία στη φωνή της την εξέπληττε. Τόσο γρήγορα είχε συμβιβαστεί με τη γενοκτονία της φυλής της; «Οι ξένοι μάς σκότωσαν όλους, εκτός από εμένα. Γιατί ο Λευκός που έχει υποκινήσει αυτή την εκστρατεία ήθελε να μεταφέρω ένα μήνυμα απ’άκρη σ’άκρη στον Κοράκου Τόπο.» Και μίλησε στον φύλαρχο για τον Πρωτοσπαθάριο Κάραγγελ και για τους Τουρβάλκλι.

Ο Σέφσαλ κούνησε το κεφάλι. «Ναι,» είπε, «έχω ακούσει γι’αυτή την εκστρατεία.» Έφτυσε στην άμμο. «Καταραμένοι απ’τους θεούς νάναι όλοι οι Λευκοί!» Ατένισε τους επαναστάτες πίσω απ’τη Νατλάο με εχθρικό βλέμμα. «Τι θες, λοιπόν, με δαύτους;»

«Δεν είναι εχθροί σου αυτοί–»

«Τι έχεις πάθει, γυναίκα;» μούγκρισε ο Σέφσαλ, εστιάζοντας τώρα το βλέμμα του επάνω της. «Έχεις τρελαθεί; Όλοι οι Λευκοί είναι εχθροί μας!»

«Οι συγκεκριμένοι είναι περισσότερο εχθροί των ξένων. Και αναζητούν την Ταμλάκο…»

Το όνομα της επαναστάτριας έκανε τα μάτια του Φύλαρχου των Νίσρακ να στενέψουν.

«Καταλαβαίνεις;» τον ρώτησε η Νατλάο.

«Γνωρίζω ότι η Ταμλάκο έχει… διάφορες επαφές.»

«Με ανθρώπους που θέλουν να διώξουν τους ξένους απ’την Αρβήντλια.» Δεν ήταν ερώτηση.

Ο Σέφσαλ ένευσε.

«Οι σύντροφοί μου» –η Νατλάο τούς έδειξε με μια κίνηση του σαγονιού της– «είναι σύμμαχοι της Ταμλάκο. Μάχονται για τον ίδιο σκοπό. Όπως κι εγώ.»

«Θες να πεις ότι η Ταμλάκο συναναστρέφεται Λευκούς;» Η όψη του Σέφσαλ είχε αγριέψει.

«Συναναστρέφεται επαναστάτες –ανθρώπους που εναντιώνονται στους ξένους. Και δεν είναι μόνο Λευκοί· είναι και Μελανοί.»

«Οι Μελανοί δεν έχουν επαφές με τους Λευκούς! Οι Λευκοί είναι όλοι τους αιμοβόρα τσακάλια!»

«Αυτοί που είναι μαζί μου δε θα επιτεθούν στο χωριό σου, Φύλαρχε,» τον διαβεβαίωσε η Νατλάο. «Θα περιμένουμε, μόνο, τον ερχομό της Ταμλάκο, αν μας το επιτρέπεις. Δε θα πλησιάσουμε καν.»

«Εσύ είσαι ευπρόσδεκτη στο χωριό των Νίσρακ, τελευταία των Ερνεό’ωμ,» της είπε ο Σέφσαλ. «Οι… σύντροφοί σου» –τα χείλη του στράβωσαν καθώς άρθρωνε τη λέξη σύντροφοι– «όχι. Και καλύτερα να μείνουν μακριά, αλλιώς θα τους διώξουμε με τα όπλα!»

«Δε θα χρειαστεί,» τον διαβεβαίωσε η Νατλάο. «Και σ’ευχαριστώ για την πρόσκληση. Ίσως να έρθω σε λίγο.

»Μήπως γνωρίζεις πότε θα επιστρέψει η Ταμλάκο;»

«Δυστυχώς, κανείς δεν ξέρεις πότε έρχεται και πότε φεύγει αυτή,» αποκρίθηκε ο Σέφσαλ. «Κι όσο περνά ο καιρός, γίνεται ολοένα και πιο μυστηριώδης.»

«Δεν έχει κάποιον σύζυγο εδώ;»

«Ο σύζυγός της ήταν έμπορος, και, κάποτε, εξαφανίστηκε. Κανείς μας δε γνωρίζει τι του συνέβη. Η Ταμλάκο, όμως, δε θα το απέκλεια να γνωρίζει· ωστόσο, δε νομίζω ότι είναι διατεθειμένη να μας πει.»

Η Νατλάο ένευσε. «Εντάξει,» είπε. «Θα πρέπει να την περιμένουμε, λοιπόν. Σ’ευχαριστώ για την ανοχή σου, Φύλαρχε.»

«Αν δεν ήσουν εσύ εδώ, Νατλάο, θα τους είχα διώξει ετούτους από τα μέρη μου,» της είπε ο Σέφσαλ, δείχνοντας τους Λευκούς με το βλέμμα του. «Θα τους είχα κάνει να φύγουν τόσο μακριά, ώστε να μη μπορώ να τους δω ούτε με το κιάλι που μου έχει πουλήσει ένας έμπορος.»

Και μ’ετούτα τα λόγια, ο Φύλαρχος των Νίσρακ στράφηκε και βάδισε προς τους πολεμιστές του και την ιέρεια της Κρωμβέλης· και όλοι μαζί πήγαν πίσω, στο χωριό τους.

Η Νατλάο επέστρεψε στους συντρόφους της και κάθισε πάλι οκλαδόν στην άμμο.

«Βλέπεις;» είπε ο Νίρχαλμον στη Νίκη, κοιτάζοντάς τη πάνω απ’τον ώμο του, «το πρόβλημα λύθηκε.»

Η Μαύρη Δράκαινα δεν του απάντησε, καθίζοντας στην άμμο και φέρνοντας τα κιάλια στα μάτια της, για να κοιτάξει το χωριό των Νίσρακ.

«Θα πας εκεί, Νατλάο;» ρώτησε.

«Αν συμφωνείτε κι εσείς…» Κοίταξε τους επαναστάτες, που ήταν συγκεντρωμένοι τριγύρω.

«Δε νομίζω ότι θα ήταν κακή ιδέα,» είπε ο Λόαχραμ’νιρ. «Τουλάχιστον, ένας από μας θα είναι στη σκιά.»

«Δεν είναι από ‘εμάς’,» τόνισε η Οτλάβι. «Είναι Μελανή.»

«Είμαστε, όμως, όλοι επαναστάτες,» αποκρίθηκε ο μάγος.

«Το γεγονός ότι έχεις περάσει καιρό έξω απ’την Αρβήντλια σ’έχει κάνει περίεργο, Λόαχραμ.»

«Ίσως. Ή ίσως να έχω αντιληφτεί πόσο μεγάλος είναι πραγματικά ο κόσμος…»

Η Νατλάο σηκώθηκε απ’την άμμο. «Θα πάω.»

«Αν δεις πριν από εμάς την Ταμλάκο να έρχεται, έλα αμέσως να μας ειδοποιήσεις,» της είπε ο Νίρχαλμον. «Αν και δε νομίζω να τη δεις εσύ και να μην τη δούμε εμείς, αφού, σίγουρα, επάνω στ’όχημά της θα έρθει.»

Δεν την έχω ξαναδεί ποτέ μου, σκέφτηκε η Νατλάο· πώς θα την αναγνωρίσω; Αλλά δεν είπε τίποτα· ένευσε μονάχα προς τη μεριά του Νίρχαλμον και βάδισε προς το χωριό των Νίσρακ.

*

«Έρχονται! Έρχονται!»

Ο Κάραγγελ, ακούγοντας τις φωνές, βγήκε απ’τη σκηνή του και κοίταξε μες στο νυχτερινό σκοτάδι, πέρα απ’τον καταυλισμό. Φώτα έσχιζαν το μαύρο πέπλο. Προβολείς οχημάτων. Πέντε οχήματα, τα μέτρησε ο Κάραγγελ. Μεγάλα. Φορτηγά, όπως αυτά που είχαν στην εκστρατεία.

Οι ενισχύσεις των Παντοκρατορικών.

Ο Πρωτοσπαθάριος βάδισε προς την ανατολική άκρη του στρατοπέδου, όπως επίσης και ο Στρατηγός Αλκίνοος και η Πριγκίπισσα Θυάλκνα, μαζί με αρκετούς πολεμιστές.

Τα ερχόμενα οχήματα σταμάτησαν κάμποσα μέτρα απόσταση από αυτούς, και οι προβολείς τους έσβησαν. Μικρότερα φώτα, όμως, άναψαν, καθώς στρατιώτες έβγαιναν από μέσα, ντυμένοι με τις λευκές στολές του Παντοκρατορικού Στρατού, δερμάτινους θώρακες, και σιδερένια κράνη, και φέροντας ξίφη και ασπίδες. Ανάμεσά τους ξεχώρισε ένας άντρας ο οποίος φορούσε μόνο τη στρατιωτική του στολή, χωρίς να φορά κανενός είδους φανερή πανοπλία. Απ’τη μέση του κρεμόταν ένα θηκαρωμένο ξίφος. Τα μαλλιά του ήταν μαύρα και κουρεμένα κοντά. Στο σαγόνι του είχε ένα μικρό γένι. Το δέρμα του ήταν κατάλευκο, μα δεν ανήκε στη φυλή των Λευκών: πράγμα εμφανές στον Κάραγγελ και στη Θυάλκνα, που έβλεπαν ότι ο Παντοκρατορικός δε διέθετε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που αναγνώριζαν έναν Αρβήντλιο. Στο αριστερό του αφτί κρεμόταν ένα αργυρό σκουλαρίκι. Τα μάτια του βρίσκονταν βαθιά μέσα στις κόγχες του κρανίου του, και έμοιαζαν πολύ σκοτεινά και πολύ παρατηρητικά.

«Ο Στρατηγός Αλκίνοος Λιτόγελος, υποθέτω…» είπε, πλησιάζοντας τον Αλκίνοο, πίσω απ’τον οποίο στέκονταν ο Κάραγγελ και η Θυάλκνα.

«Ο ίδιος.»

«Στρατηγός Ίδας Οξύβιος,» συστήθηκε ο άντρας, και αντάλλαξαν μια χειραψία. «Φέρνω μαζί μου πέντε οχήματα και τετρακόσιους πολεμιστές, πενήντα από τους οποίους είναι ιππείς. Ερχόμαστε από τη Σεργήλη.»

«Καλωσήρθατε,» αποκρίθηκε ο Αλκίνοος. «Πιστεύω πως θα χρειαστούμε τη βοήθειά σας.»

«Είναι τα πράγματα άσχημα εδώ, Στρατηγέ;»

«Κατά περίσταση, ναι· κατά περίσταση, όχι. Είναι παράξενη υπόθεση, θα μπορούσες να πεις. Έχεις ξαναπολεμήσει στην Αρβήντλια;»

«Όχι,» παραδέχτηκε ο Ίδας. «Πιστεύεις ότι αυτό θα προκαλέσει πρόβλημα;»

«Δεν το νομίζω.» Ο Αλκίνοος στράφηκε στους δύο Λευκούς πίσω του. «Να σου συστήσω την Πριγκίπισσα Θυάλκνα, του Θρόνου της Ελρείσβα, και τον Πρωτοσπαθάριο Κάραγγελ.»

«Χαίρω πολύ,» είπε ο Ίδας με επίσημο τρόπο, και τους έδωσε το χέρι του.

Η Θυάλκνα και ο Κάραγγελ αντάλλαξαν μια σύντομη χειραψία μαζί του.

«Θα ήθελα να μου πεις κάποιες λεπτομέρειες για την εκστρατεία, Στρατηγέ,» ζήτησε ο Ίδας από τον Αλκίνοο, στρέφοντας πάλι το βλέμμα του σ’εκείνον.

«Ασφαλώς. Ακολούθησέ με στη σκηνή μου.»

*

Οι Νίσρακ ήταν φιλικοί με τη Νατλάο. Της πρόσφεραν φαγητό και ποτό, και την άφησαν να καθίσει στη σκιά της όασής τους, για να ξεκουραστεί. Κανένας δε φάνηκε να δίνει σημασία στο γεγονός ότι είχε για συντρόφους της Λευκούς (έστω και επαναστάτες). Ο Σέφσαλ μονάχα τη ρώτησε πώς μπορούσε να ανέχεται την παρέα τους. Εκείνη αποκρίθηκε πως, όταν είχε κάποιος χάσει όλη του τη φυλή, ανακάλυπτε ξαφνικά ότι μπορούσε να ανεχθεί πολλά πράγματα· κι ετούτο σώπασε τον φύλαρχο, γιατί δεν υπήρχε κανένας που να μη θεωρεί τραγική μια τέτοια μοίρα.

Η ιέρεια της Κρωμβέλης πλησίασε τη Νατλάο, όταν εκείνη καθόταν μόνη πλάι στα νερά της όασης, ανάμεσα στην ευλογημένη βλάστηση. Τα μαλλιά της ιέρειας ήταν κατάμαυρα, όπως και το δέρμα της, και, καθώς ήταν ντυμένη με επίσης μαύρο χιτώνα, η Νατλάο, για μια στιγμή, παραλίγο να τη μπερδέψει με τις σκιές. Μετά, όμως, την ξεχώρισε και σηκώθηκε, για να κάνει μια σύντομη υπόκλιση. Η ιέρεια τής έγνεψε να ξανακαθίσει, και κάθισε κοντά της. Τη ρώτησε τι σχεδίαζε να κάνει τώρα στη ζωή της, και της είπε πως, αν ήθελε, μπορούσαν να της βρουν έναν σύζυγο εδώ, ανάμεσα στους Νίσρακ. Θα τη δέχονταν σαν παιδί τους.

Το χωριό ήταν όμορφο, και η όαση επίσης, αλλά η Νατλάο έπρεπε να αρνηθεί. Δεν είχε ξεχάσει ακόμα τον Λάρμελ και τα παιδιά της, ούτε τους Ερνεό’ωμ, και δε νόμιζε ότι ποτέ θα τους ξεχνούσε, όχι αρκετά για να πάρει καινούργιο σύζυγο και να ζήσει με μια άλλη φυλή. Στην ιέρεια είπε ότι είχε αποφασίσει να πολεμήσει μαζί με τους επαναστάτες. Ωστόσο, την ευχαρίστησε για την προσφορά της. Ήταν πολύ καλή.

Εκείνη τη στιγμή, ένας θόρυβος ήρθε από την πυκνή βλάστηση, κάμποση απόσταση από τις δύο Μελανές. Και η Νατλάο στένεψε τα μάτια, νομίζοντας πως είδε μια ερπετοειδή σκιά να κινείται. Ένα μεγάλο ερπετό… «Μοιάζει με…» έκανε.

«…λεοντόσαυρο,» της είπε η ιέρεια. «Κυκλοφορεί ένας λεοντόσαυρος σ’ετούτη την όαση. Μη φοβάσαι, όμως· δεν είναι εχθρικός. Συνήθως, τουλάχιστον…» Άγγιξε την ουλή στο σαγόνι της.

Η Νατλάο συνοφρυώθηκε, παραξενεμένη. Και η ιέρεια τής εξήγησε πως, κάποτε, όταν ήταν μικρότερη, είχε προσπαθήσει να πάει κοντά στον λεοντόσαυρο και να τον πάρει μαζί της, μέσα στο χωριό· «εκείνος, όμως, διαφωνούσε, δύστροπος γέρος καθώς είναι,» είπε, μειδιώντας.

Η Νατλάο μειδίασε επίσης.

«Μην τον πειράξεις και δε θα σε πειράξει,» της είπε η ιέρεια.

Όταν νύχτωσε, οι Νίσρακ προθυμοποιήθηκαν να στήσουν μια σκηνή για τη Νατλάο. Εκείνη δέχτηκε, ζητώντας, αν ήταν δυνατόν, η σκηνή να στηθεί κοντά στο σπίτι της Ταμλάκο. Οι Νίσρακ δεν έφεραν καμία αντίρρηση· ο Σέφσαλ είπε πως υπήρχε, μάλιστα, αρκετός χώρος κοντά σ’αυτό το σπίτι, αφού βρισκόταν στη νότια άκρη του χωριού. Δύο νεαροί έστησαν τη σκηνή της Νατλάο και την άφησαν να ξεκουραστεί.

Εκείνη κοίταξε προς τ’ανατολικά, για να διαπιστώσει αν μπορούσε να δει τη Νίκη και τους Λευκούς. Το όχημά τους το ξεχώρισε αμέσως στην πράσινη ακτινοβολία των δύο φεγγαριών της Αρβήντλια. Οι επαναστάτες κάθονταν παραδίπλα, γύρω από μια φωτιά.

Η Νατλάο μπήκε στη σκηνή της. Έβγαλε τις μπότες και τα περισσότερα ρούχα της και ξάπλωσε. Για πρώτη φορά από τότε που είχε καταστραφεί η φυλή της, αισθανόταν τόσο βολικά τη νύχτα. Αισθανόταν σχεδόν –σχεδόν– σα να βρισκόταν με μια καινούργια οικογένεια. Γνώριζε, όμως, πως δεν έπρεπε να το πολυσκέφτεται αυτό, γιατί, σύντομα, θα έφευγε από εδώ. Η ζωή της τώρα την οδηγούσε με τους επαναστάτες.

Ο ύπνος είχε αρχίσει να την παίρνει, όταν πίσω απ’τη σκηνή της άκουσε ένα σούρσιμο. Ένα σούρσιμο που της θύμιζε κάτι… Ο λεοντόσαυρος;

Η Νατλάο σηκώθηκε στα τέσσερα και πήγε προς τη μεριά απ’όπου είχε έρθει ο ήχος. Παραμέρισε το ύφασμα της σκηνής με το χέρι της και, από το άνοιγμα που δημιουργήθηκε, είδε τον λεοντόσαυρο να την ατενίζει. Τα κατάμαυρα μάτια του γυάλιζαν μέσα από την πυκνή βλάστηση. Γύρω απ’το κεφάλι του υπήρχε ένα μεγάλο λοφίο από δέρμα και κόκαλο –σημάδι ότι ήταν αρσενικός.

Η ιέρεια είπε ότι είναι άκακος… εγώ, όμως, είμαι ξένη εδώ· δεν είμαι από τους Νίσρακ. Κι ο λεοντόσαυρος, μάλλον, μπορεί να το νιώσει αυτό… Για λίγο, η Νατλάο έμεινε ακίνητη. Τρομαγμένη.

Ο λεοντόσαυρος έβγαλε ένα σιγανό σύριγμα, κοιτάζοντάς την· και μετά, εξαφανίστηκε μέσα στη βλάστηση.

Ελπίζω αυτό να σημαίνει πως με συμπάθησε…

Η Νατλάο άφησε το ύφασμα της σκηνής και επέστρεψε στο στρώμα της, ξαπλώνοντας.

Κοιμήθηκε, χωρίς ν’ανησυχεί άλλο για τον λεοντόσαυρο.

Και, μετά από πόση ώρα δεν ήξερε, ένας δυνατός θόρυβος την ξύπνησε. Αμέσως, πετάχτηκε σε γονατιστή θέση, τραβώντας το ξιφίδιό της από το θηκάρι. Μέσα στον ύπνο της, ο θόρυβος τής είχε φανεί σαν το βρυχηθμό κάποιου πελώριου θηρίου· τώρα, όμως, που ήταν ξύπνια, μπορούσε να καταλάβει ότι δεν ήταν θηρίο που βρυχιόταν. Μηχάνημα. Αυτός ο ήχος προέρχεται από κάποιο μηχάνημα, όπως το όχημα του Νίρχαλμον. Όπως τα οχήματα του στρατού των ξένων.

Η Ταμλάκο; Είχε έρθει η Ταμλάκο;

Η Νατλάο, φορώντας βιαστικά τα ρούχα της κι αφήνοντας τις μπότες της εκεί όπου ήταν, βγήκε απ’τη σκηνή της. Και, μπροστά απ’το μικρό, πέτρινο σπίτι, είδε ένα μεταλλικό κατασκεύασμα με δύο μεγάλους τροχούς, έναν στο πρόσθιο μέρος και έναν στο οπίσθιο. Από τη μουσούδα του φως έβγαινε, κι από τη ράχη του, εκείνη τη στιγμή, κατέβαινε μια γυναικεία μορφή που το καβαλούσε. Έβγαλε την κουκούλα της κάπας της και κοίταξε τη Νατλάο. Τα μαλλιά της ήταν πράσινα και κομμένα στους ώμους.

«Ποια είσαι εσύ;» ρώτησε.

Η Νατλάο την πλησίασε. «Η Ταμλάκο;»

«Σε ρώτησα ποια είσαι!» επέμεινε η γυναίκα, και το χέρι της πήγε στη λαβή του σπαθιού που ήταν δεμένο πλάι στη σέλα του οχήματός της.

«Μην ανησυχείς,» είπε η Νατλάο, υψώνοντας τα χέρια της, για να δείξει ότι δεν κρατούσε κανένα όπλο, «δεν είμαι εχθρός. Είμαι με την Επανάσταση.»

«Τα φεγγάρια κοιτάζουν χαμηλά απόψε…»

Η Νατλάο συνοφρυώθηκε. «Χαμηλά; Τι θες να πεις;»

Η Ταμλάκο τράβηξε το σπαθί της. «Λες ψέματα! Δεν είσαι με την Επανάσταση!»

Η Νατλάο πετάχτηκε πίσω. «Σ’τ’ορκίζομαι: είμαι με την Επανάσταση!» Έδειξε προς τ’ανατολικά. «Κοίτα εκεί! Βλέπεις αυτό όχημα; Είναι του Νίρχαλμον. Πρέπει να τον ξέρεις τον Νίρχαλμον. Ήρθαμε να σε βρούμε. Το όνομά μου είναι Νατλάο. Είμαι καινούργια στην Επανάσταση. Είμαι η τελευταία των Ερνεό’ωμ,» πρόσθεσε με σιγανότερη φωνή.

«Φαραγγοφύλακες, έτσι;» είπε η Ταμλάκο, κατεβάζοντας το ξίφος της.

Η Νατλάο κατένευσε.

«Οι Παντοκρατορικοί κατέστρεψαν τη φυλή σου;»

«Ναι.»

Η Ταμλάκο κοίταξε προς τ’ανατολικά. Ύστερα, θηκάρωσε το σπαθί της και καβάλησε το δίκυκλο όχημα. Έβαλε τους τροχούς του σε κίνηση και πήγε προς τα εκεί όπου ήταν κατασκηνωμένοι ο Νίρχαλμον και οι υπόλοιποι.

«Ε!» της φώναξε η Νατλάο. «Περίμενε!» Αλλά εκείνη δεν περίμενε. Ήταν αμφίβολο, μάλιστα, αν την άκουσε.

Η Νατλάο μπήκε στη σκηνή της, φόρεσε τις μπότες της, και μάζεψε τα λιγοστά πράγματά της. Βγήκε και, αφήνοντας το χωριό των Νίσρακ πίσω της, έτρεξε προς τους επαναστάτες, διασχίζοντας την αμμώδη έκταση που τη χώριζε απ’αυτούς.

Φτάνοντας, τους βρήκε συγκεντρωμένους γύρω από τη φωτιά τους, μαζί με την Ταμλάκο, η οποία είχε σταματήσει το όχημά της μπροστά από το όχημα του Νίρχαλμον. Καθώς αντιλήφτηκαν τη Νατλάο να ζυγώνει, έπαψαν να μιλούν και την περίμεναν να έρθει κοντά τους.

«Γιατί έφυγες έτσι;» είπε η τελευταία των Ερνεό’ωμ στην Ταμλάκο.

«Έπρεπε να διαπιστώσω αν έλεγες αλήθεια,» αποκρίθηκε εκείνη. «Οι πράκτορες της Παντοκράτειρας στήνουν περίτεχνες παγίδες.»

«Δεν είμαι πράκτορας της Παντοκράτειρας.»

«Όχι, δεν είσαι,» είπε η Ταμλάκο, και στράφηκε στον Νίρχαλμον. «Νομίζω ότι έχω καταφέρει να συγκεντρώσω αρκετούς πολεμιστές, ώστε να επιτεθούμε. Θα πρέπει να είμαστε προσεχτικοί, όμως, και έτοιμοι να υποχωρήσουμε. Γιατί είμαι βέβαιη πως δεν μπορούμε να τους κατατροπώσουμε ακόμα. Και το μέρος όπου θα τους επιτεθούμε θα μετρήσει πολύ.»

«Έχει αποφασιστεί αυτό το μέρος;» τη ρώτησε η Νίκη.

«Ναι.»

«Πού είναι;»

«Έχετε χάρτη;»

Η Νίκη έβγαλε τον χάρτη της και τον άπλωσε πάνω σε μια πέτρα.

Η Ταμλάκο, γονατίζοντας στο ένα γόνατο, έδειξε ένα σημείο στη νοτιοδυτική μεριά του Φαραγγιού του Πεπρωμένου. «Εδώ,» είπε. «Σύμφωνα με ό,τι έχω καταλάβει, οι Παντοκρατορικοί κινούνται, προς το παρόν, γύρω απ’το φαράγγι. Πέρασαν από ετούτη τη μεριά,» έδειξε σχεδόν όλο το βόρειο χείλος του φαραγγιού, «έστριψαν εδώ,» το χέρι της πήγε στο ανατολικότερο άκρο του φαραγγιού, «και τώρα κινούνται στα νότια. Η τελευταία πληροφορία που έχω είναι ότι, χτες βράδυ, χτύπησαν τη Φωλιά του Αετού και με τα κανόνια τους την ισοπέδωσαν.» Υπήρχε θλίψη στη φωνή της, και η Νατλάο καταλάβαινε γιατί. Η Φωλιά του Αετού ήταν, σύμφωνα με τις ιστορίες που είχε ακούσει, ένα πανάρχαιο φρούριο. «Οι Ρέτλιμ’εχ –η φυλή που κατοικούσε στο φρούριο– κατάφεραν να διαφύγουν μέσω των υπόγειων περασμάτων. Οι Παντοκρατορικοί δεν τους καταδίωξαν εκεί, είτε επειδή δεν ήξεραν για τις σήραγγες είτε επειδή φοβόνταν.»

«Δηλαδή,» είπε ο Νίρχαλμον, «ο εχθρός βρίσκεται τώρα εδώ.» Έδειξε το μέρος όπου ήταν σημειωμένη η Φωλιά του Αετού επάνω στον χάρτη. «Όχι και τόσο μακριά μας.»

Η Ταμλάκο ένευσε. «Κι αν ακολουθήσουν την προβλεπόμενη πορεία, πρέπει να συνεχίσουν έτσι.» Διέτρεξε το δάχτυλό της επάνω στο νότιο χείλος του Φαραγγιού του Πεπρωμένου. «Πιθανώς να χτυπήσουν και κάποια χωριά που βρίσκονται σε μικρή απόσταση από το φαράγγι, αλλά αυτή τη γενικότερη κατεύθυνση πιστεύω πως θα έχουν.»

«Ναι,» είπε η Νίκη, «λογικά έτσι θα γίνει.»

Η Ταμλάκο σηκώθηκε όρθια. «Απόψε είμαι έτοιμη να λιποθυμήσω από την κούραση. Ελπίζω, λοιπόν, να μη θέλετε να ξεκινήσουμε τώρα.»

«Δεν υπάρχει πρόβλημα,» της είπε ο Νίρχαλμον. «Θα ξεκινήσουμε το πρωί.»

«Καλώς. Θα μου συστήσεις τους συντρόφους σου;»

«Φυσικά. Από εδώ ο Ίσμαρ –τον οποίο, νομίζω, έχεις ξαναδεί–, η Οτλάβι, και ο Λόαχραμ’νιρ.»

«Βιοσκόπος;» Η Ταμλάκο κοίταξε τον μάγο μ’ένα φρύδι υψωμένο.

«Ναι,» απάντησε ο ίδιος.

«Θα είναι πολύ καλό να έχουμε έναν Βιοσκόπο μαζί μας,» είπε η Ταμλάκο. «Όλοι οι μάγοι είναι χρήσιμοι.»

Της Νατλάο τής έκανε εντύπωση που η Ταμλάκο μπορούσε να μιλά τόσο άνετα με τους Λευκούς. Μάλλον, είχε συνηθίσει από τις πολλές συναναστροφές μαζί τους.

«Κι αυτή,» είπε ο Νίρχαλμον, δείχνοντας τη Νίκη με το βλέμμα του, «είναι η Νίκη, που κάποτε ήταν Μαύρη Δράκαινα.»

«Ακόμα είμαι,» τόνισε εκείνη. «Δε μπορείς να ξεγίνεις Μαύρη Δράκαινα, Νίρχαλμον. Απλώς, πλέον δεν υπηρετώ την Παντοκράτειρα.»

«Μαύρη Δράκαινα;» είπε η Ταμλάκο, και τα μάτια της γυάλισαν. «Μαύρη Δράκαινα;»

«Ναι,» αποκρίθηκε η Νίκη.

«Δεν είχα δει ποτέ μια Μαύρη Δράκαινα. Είχα μόνο ακούσει για σας. Είστε κάτι σαν μύθος, ξέρεις.»

«Τιμή μας, τότε.» Η Νίκη μειδίασε.

Η Ταμλάκο σταύρωσε τα χέρια της εμπρός της, παρατηρώντας την. «Ναι… Ο Πρίγκιπας της Επανάστασης και οι Μαύρες Δράκαινες. Κάτι σαν μύθος… Δε θα σε περίμενα να είσαι έτσι· τόσο… κανονική.»

Η Νίκη ανασήκωσε τους ώμους. «Αυτή είμαι.»

«Τέλος πάντων,» είπε η Ταμλάκο. «Θα σας ξαναδώ το πρωί.» Βάδισε προς το όχημά της, και, φτάνοντας κοντά του, ρώτησε: «Νατλάο, θα έρθεις;»

«Ναι.»

«Ανέβα, τότε.»

Η Ταμλάκο καβάλησε το δίκυκλο, και η Νατλάο ανέβηκε πίσω της. Η αίσθηση ήταν παράξενη. Ήταν σα να καβαλάς άλογο, μόνο που δεν ήταν ζωντανό· ήταν μηχανή.

Η Ταμλάκο έβαλε μπροστά, λέγοντας: «Κρατήσου καλά επάνω μου,» και έτρεξαν προς το χωριό των Νίσρακ.

Η Νατλάο τύλιξε τα χέρια της γύρω απ’τη μέση της επαναστάτριας, γιατί διαπίστωσε πως, όντως, υπήρχε κίνδυνος να πέσει, από τη μεγάλη ταχύτητα.

Η Ταμλάκο σταμάτησε το δίκυκλο πλάι στο σπίτι της, και κατέβηκαν. «Η πρώτη φορά που ανεβαίνεις σε τέτοιο πράγμα;» ρώτησε τη Νατλάο.

«Ναι.»

«Φαίνεται,» χαμογέλασε η Ταμλάκο.

«Να σε ρωτήσω κάτι;»

«Ναι.»

«Γνωρίζεις τον Ίσναχ;»

«Τον γνωρίζω.»

«Θα τον συναντήσουμε εκεί όπου θα πάμε;»

«Θα τον συναντήσουμε,» είπε η Ταμλάκο. «Γιατί ρωτάς, όμως;»

«Ο Ίσναχ ήταν ο πρώτος επαναστάτης που γνώρισα. Τον συνάντησα μέσα στο Φαράγγι του Πεπρωμένου. Και τώρα, θέλω να του πω κάτι… σχετικά με την επίθεση κατά των Τουρβάλκλι.»

Η Ταμλάκο την κοίταξε με περιέργεια. «Μπορείς να το πεις μόνο σ’εκείνον;»

«Μόνο σε κάποιον Μελανό, γιατί δεν ξέρω πώς θα το εκλάβουν οι Λευκοί. Δεν τους εμπιστεύομαι. Και μέχρι στιγμής, μετά τον Ίσναχ, όλοι οι επαναστάτες που έχω συναντήσει είναι Λευκοί.»

«Εγώ δεν είμαι Λευκή.»

Η Νατλάο ένευσε, διστακτικά. Υπάρχει, όμως, κάτι το περίεργο επάνω σου…

«Θα μου μιλήσεις;» τη ρώτησε η Ταμλάκο.

«Γνωρίζεις γιατί οι Μελανοί επιτέθηκαν στους Τουρβάλκλι, Ταμλάκο;»

«Ορισμένες φυλές θεώρησαν ότι υπήρχε κίνδυνος από αυτούς. Αλλά δεν ξέρω τι κίνδυνος ακριβώς. Ξέρεις εσύ;»

Η Νατλάο ένευσε. «Επισκέφτηκα τους Ζιντ’κέιλ, στα βάθη του Φαραγγιού του Πεπρωμένου. Και οι Ζιντ’κέιλ… αυτοί είναι που ξεκίνησαν ετούτη την καταστροφή. Οι σαμάνοι τους διάβασαν κάποια πράγματα στα σχήματα του φαραγγιού…»

«Έλα μέσα, Νατλάο,» είπε η Ταμλάκο, λύνοντας τη δερμάτινη κουρτίνα από την είσοδο του σπιτιού της. «Και θα μου τα εξηγήσεις όλα καθώς θα τρώμε κάτι.»

«Ευχαριστώ, αλλά δεν πεινάω.»

«Εγώ, όμως, πεινάω. Πολύ,» είπε η Ταμλάκο, και μπήκε στο σπίτι της.

Η Νατλάο την ακολούθησε· και, μετά από λίγο, της έλεγε όσα τής είχαν πει οι σαμάνοι των Ζιντ’κέιλ, ενώ εκείνη έβραζε σούπα.

•5•

Κοιμήθηκε στο σπίτι της Ταμλάκο και, με την αυγή, εκείνη την ξύπνησε, λέγοντας της πως ήταν ώρα να φύγουν. Είχε μαζέψει κάποια πράγματά της σ’έναν σάκο, και, εκτός από το σπαθί της, είχε πάρει και ένα τόξο και μια φαρέτρα γεμάτη βέλη.

«Μην το βλέπεις έτσι,» είπε στη Νατλάο· «δεν είμαι καλή τοξότρια. Κάποιες βασικές γνώσεις μόνο.» Και παραμέρισε τη δερμάτινη κουρτίνα του σπιτιού, βγαίνοντας.

Η Νατλάο την ακολούθησε. Το ηλιακό φως ήταν ακόμα ήπιο, σχεδόν γκρίζο· ο Φωτεινός Ήλιος τώρα ξεμύτιζε. Κοιτάζοντας προς την Ανατολή, η τελευταία των Ερνεό’ωμ μπορούσε να δει το όχημα του Νίρχαλμον να γυαλίζει· αλλά δεν διέκρινε και πολλά άλλα πράγματα, εκτός απ’το γεγονός ότι κάποιος –μια σκιερή φιγούρα– στεκόταν όρθιος, φρουρώντας μάλλον τους υπόλοιπους επαναστάτες.

Η Ταμλάκο κρέμασε το σάκο και τα όπλα της από τη σέλα του δίκυκλου οχήματός της, και το καβάλησε. «Θα έρθεις;» ρώτησε.

Η Νατλάο πλησίασε. «Χτες βράδυ, τι συμπέρασμα έβγαλες απ’αυτά που σου είπα;»

«Σχετικά με τους Ζιντ’κέιλ;»

Η Νατλάο κατένευσε.

«Μια υπόθεση έχω στο μυαλό μου, μονάχα…»

«Τι υπόθεση;»

«Δεν έχει νόημα τώρα.»

«Φυσικά και έχει!» είπε η Νατλάο. «Θέλω να ξέρω γιατί άρχισε αυτός ο ανόητος πόλεμος!»

«Η υπόθεσή μου δε θ’απαντήσει στα ερωτηματικά σου.»

Η Νατλάο σταύρωσε τα χέρια της εμπρός της, καρφώνοντας την Ταμλάκο με το βλέμμα της.

Εκείνη αναστέναξε. «Έχω ακούσει,» είπε, «ότι, με ορισμένους τρόπους, μπορεί κανείς να αποκτήσει πρόσβαση σε άλλες διαστάσεις. Και το γεγονός ότι οι σαμάνοι των Ζιντ’κέιλ σού είπαν πως οι Τουρβάλκλι θα ‘τραυμάτιζαν’ την ίδια την Αρβήντλια με κάνει να υποψιάζομαι ότι, ίσως, εκείνο που οι Τουρβάλκλι ήθελαν ήταν, ουσιαστικά, να ανοίξουν μια κλειστή δίοδο προς κάποια άλλη διάσταση.»

«Δεν καταλαβαίνω…» είπε η Νατλάο.

«Αν σκεφτείς την Αρβήντλια ολόκληρη ώς ένα σώμα, τότε ένα άνοιγμα επάνω της δε θα μπορούσε να είναι ‘τραύμα’;»

«Ναι… Εντάξει, καταλαβαίνω τώρα το σκεπτικό σου. Αλλά οι σαμάνοι δεν είπαν μόνο αυτό: είπαν και ότι ένα ακατονόμαστο θηρίο θα ξαμολιόταν ανάμεσά μας.»

«Μάλλον,» αποκρίθηκε η Ταμλάκο, «φοβόνταν ότι κάτι θα ερχόταν από την άλλη διάσταση. Δεν είμαι σίγουρη, όμως. Δεν είμαι σίγουρη για τίποτα απ’αυτά. Μονάχα ένας μάγος του τάγματος των Ερευνητών θα μπορούσε να μας απαντήσει.»

«Μάγος του τάγματος των Ερευνητών;»

«Ναι. Ασχολούνται με τη φύση των διαστάσεων. Με τις δυνάμεις που τις συγκροτούν.

»Τέλος πάντων. Έλα πάνω· πρέπει να πηγαίνουμε.»

Η Νατλάο ανέβηκε πίσω από την Ταμλάκο, κι εκείνη έβαλε τους παχείς τροχούς του δίκυκλου σε κίνηση.

Έστριψαν ανατολικά και, σύντομα, βρίσκονταν κοντά στους επαναστάτες. Η όρθια φιγούρα που είχε δει η Νατλάο ήταν η Νίκη. Οι υπόλοιποι ήταν ξαπλωμένοι –ο Νίρχαλμον και η Οτλάβι μέσα στο όχημα, ο Ίσμαρ και ο Λόαχραμ’νιρ στην άμμο, τυλιγμένοι στις κάπες τους– και, ακούγοντας την Ταμλάκο να έρχεται, είχαν αρχίσει να σηκώνονται.

«Είμαστε έτοιμοι να ξεκινήσουμε;» ρώτησε ο Νίρχαλμον, τρίβοντας τα μάτια του και πίνοντας μια γουλιά απ’το φλασκί του.

«Ναι,» αποκρίθηκε η Ταμλάκο.

Ο Ίσμαρ έσβησε τη νυχτερινή φωτιά τους, ρίχνοντας επάνω της άμμο, κι ύστερα ακολούθησε τον Λόαχραμ’νιρ στο εσωτερικό του τετράκυκλου οχήματος. Η Οτλάβι, που βρισκόταν ήδη μέσα, είχε σηκωθεί και τεντωνόταν, για να ξεπιαστεί. Η Νίκη κάθισε στη θέση του συνοδηγού, βγάζοντας τον χάρτη της και ανοίγοντάς τον εμπρός της.

«Θα ταξιδέψεις μαζί μας, Νατλάο;» ρώτησε ο Νίρχαλμον. «Ή προτιμάς να μείνεις εκεί όπου είσαι;»

Η Νατλάο δεν προτιμούσε το δίκυκλο όχημα της Ταμλάκο· της έδινε μια πολύ παράξενη αίσθηση, αυτό το μεταλλικό άλογο. «Θα πάμε μακριά;» ρώτησε τη γυναίκα εμπρός της.

«Σας είπα χτες βράδυ: θα πάμε στα νοτιοδυτικά του Φαραγγιού του Πεπρωμένου. Πρέπει να είμαστε στον προορισμό μας σε… δύο, δυόμισι ώρες.»

Δυόμισι ώρες εδώ πάνω; σκέφτηκε η Νατλάο. «Εντάξει,» είπε, «θα ταξιδέψω με τον Νίρχαλμον.»

«Όπως θέλεις.»

Η Νατλάο κατέβηκε απ’τη σέλα του δίκυκλου και πήδησε σε μια απ’τις πίσω θέσεις του άλλου οχήματος των επαναστατών.

«Ακολουθήστε με!» είπε η Ταμλάκο, και έστριψε το δίκυκλό της προς τα βορειοδυτικά.

Ο Νίρχαλμον την ακολούθησε.

Τα δύο οχήματα τίναζαν μεγάλα σύννεφα άμμου πίσω και γύρω τους, καθώς έμοιαζαν να κυνηγούν τις σκιές τους, οι οποίες πάντα ήταν λίγο πιο μπροστά και ποτέ δε μπορούσαν να τις φτάσουν. Διέσχιζαν την έρημο γρήγορα, προσπερνώντας χωριά και οάσεις, ενώ οι ήλιοι σκαρφάλωναν ολοένα και πιο ψηλά στον ουρανό. Η Νατλάο εξακολουθούσε να νιώθει εντυπωσιασμένη από τη μεγάλη ταχύτητα, παρότι είχε ταξιδέψει αρκετές φορές επάνω σε οχήματα, τις τελευταίες μέρες.

Η Ταμλάκο είχε πει ότι θα πήγαιναν στο Φαράγγι του Πεπρωμένου, αλλά, καθώς η ώρα περνούσε, η Νατλάο δεν μπορούσε να το δει πουθενά. Έβλεπε μονάχα ερήμους, και δεξιά και αριστερά της.

«Ακολουθούμε τη σωστή πορεία;» ρώτησε τη Νίκη, ακουμπώντας τον ώμο της.

«Γιατί;»

«Δε βλέπω πουθενά το φαράγγι!»

«Κινούμαστε ανάμεσα στο βασικό άνοιγμα του φαραγγιού και στο νότιο από τα δύο δυτικά παρακλάδια του,» της είπε ο Νίρχαλμον. «Νίκη, άνοιξε τον χάρτη.»

Η Μαύρη Δράκαινα τον άνοιξε, και η Νατλάο είδε πως, στη δυτική μεριά, το Φαράγγι του Πεπρωμένου χωριζόταν, σχεδόν σαν ψαλίδα. Τα οχήματα του Νίρχαλμον και της Ταμλάκο πρέπει τώρα να κινούνταν ανάμεσα στο νότιο σαγόνι της «ψαλίδας» και στο κυρίως στέλεχος του φαραγγιού.

«Βλέπεις;» ρώτησε ο επαναστάτης τη Νατλάο, χωρίς να στραφεί να την κοιτάξει. Παρότι διέσχιζαν ανοιχτή έρημο, φαινόταν να είναι πολύ προσεχτικός στην οδήγησή του.

«Ναι,» αποκρίθηκε η τελευταία των Ερνεό’ωμ.

«Υποψιάζομαι,» είπε ο Νίρχαλμον, «πως η Ταμλάκο μάς πηγαίνει σ’αυτό το χωριό που βρίσκεται στο βάθος, τελευταίο-τελευταίο. Πώς το λένε, Νίκη;»

«Δέριβακ.»

«Φαραγγοφύλακες…» είπε η Νατλάο.

*

Ο Νίρχαλμον ήταν σωστός στην υπόθεσή του. Η Ταμλάκο τούς πήγε στους Δέριβακ, κι εκεί σταμάτησαν τα οχήματά τους. Αντίκρυ τους ήταν το χείλος του φαραγγιού και το χωριό, που δεν ήταν μεγαλύτερο από το χωριό της Νατλάο, όταν αυτό ακόμα υπήρχε.

Οι επαναστάτες κατέβηκαν από τα οχήματά τους και, πλησιάζοντας, είδαν ότι μπροστά από τα πέτρινα σπίτια τούς περίμεναν μερικοί Μελανοί, όλοι τους οπλισμένοι και με όψεις που μαρτυρούσαν πως ήταν αποφασισμένοι, στο εγγύς μέλλον, να δώσουν τη σκληρότερη μάχη της ζωής τους. Η Ταμλάκο χαιρέτησε έναν απ’αυτούς, και τον σύστησε στους συντρόφους της ως Καδρόζο, Φύλαρχο των Δέριβακ. Ήταν ένας λιγνός, νευρώδης άντρας με μακριά, μαύρα μαλλιά και πυκνά μούσια· τα μάτια του γυάλιζαν σαν αναμμένα κάρβουνα. Φαινόταν άγριος, αλλά καλωσόρισε τους επαναστάτες φιλικά (παρότι εκείνοι ήταν, ως επί το πλείστον, Λευκοί), λέγοντάς τους πως είχαν συγκεντρωθεί αρκετοί πολεμιστές εδώ, αλλά αναμενόταν να συγκεντρωθούν ακόμα περισσότεροι. Ο Ίσναχ, είπε, σύντομα θα ερχόταν, μαζί με τουλάχιστον άλλους εκατό.

Η Νατλάο παρατήρησε ότι σκηνές ήταν στημένες μέσα στο χωριό. Πρέπει να βρίσκονταν εδώ Μελανοί από κάμποσες φυλές –και, μάλιστα, πολλοί από αυτούς. Πραγματικά, όμως, πίστευαν ότι έτσι θα μπορούσαν να σταματήσουν τους ξένους; Τα κανόνια του καταστροφικού φωτός θα έκαναν όλους ετούτους τους πολεμιστές στάχτη, μαζί με τα σπίτια του χωριού και τις σκηνές.

Η Νατλάο το είπε αυτό στον Φύλαρχο Καδρόζο και στην Ταμλάκο. «Είστε σίγουροι ότι ξέρετε τι κάνετε;» τους ρώτησε. «Δεν έχει σημασία πόσοι είστε. Τα όπλα τους δε μπορείτε να τα αντιμετωπίσετε.»

«Μην ανησυχείς,» της αποκρίθηκε ένας άλλος άντρας, που, μέχρι στιγμής, η Νατλάο δεν είχε προσέξει· «δε θα τους περιμένουμε εδώ, στο χωριό, για να έρθουν και να μας αποτελειώσουν.»

Η τελευταία των Ερνεό’ωμ τον κοίταξε ερωτηματικά. Η όψη της έλεγε, ξεκάθαρα: Ποιος είσαι εσύ;

«Το όνομά μου είναι Ράλναχ,» συστήθηκε ο άντρας, «και είμαι μέλος της Επανάστασης.» Ήταν ψηλός και πιο παχύς από τον Φύλαρχο των Δέριβακ, χωρίς όμως να είναι χοντρός. Τα μαλλιά του ήταν σκούρα-μπλε και δεμένα κότσο πίσω απ’το κεφάλι του. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του ήταν μυτερά, έντονα. Στην πλάτη του ήταν περασμένα ένα μακρύ τόξο και μια φαρέτρα. «Θα εγκαταλείψουμε το χωριό, Νατλάο, προτού έρθουν οι Παντοκρατορικοί. Θα τους επιτεθούμε από τους αμμόλοφους που βλέπεις στα ανατολικά σου και από τις σπηλιές που βλέπεις στα δυτικά. Θα τους περικυκλώσουμε. Στα πλευρά και στα νώτα τους θα έχουν εμάς· μπροστά τους θα έχουν το χείλος του φαραγγιού.»

«Και νομίζετε ότι αυτό θα τους αποτελειώσει;» ρώτησε η Οτλάβι. «Απ’όσο γνωρίζουμε, πλησιάζουν να αριθμούν χίλιοι, μαζί με τους μαχητές της Ελρείσβα.»

«Δε μπορούμε να τους κατατροπώσουμε,» της είπε η Ταμλάκο· «μπορούμε, όμως, να τους προκαλέσουμε τόσες πολλές ζημιές ώστε να τους καθυστερήσουμε.

»Επιπλέον, καθώς θα πλησιάζουν, θα προσπαθήσουμε να τους κάνουμε κάποιο σαμποτάζ. Γι’αυτό κιόλας χρειάζομαι εσάς και το όχημά σας.»

«Το φανταζόμουν,» είπε ο Νίρχαλμον, γνέφοντας. «Γιατί, έτσι όπως περιγράφετε το σχέδιό σας, το όχημά μου θα ήταν, ουσιαστικά, άχρηστο εδώ. Οι Παντοκρατορικοί θα το διέλυαν με μια ριπή από τα κανόνια τους, κι αυτό θα ήταν το τέλος του –και το δικό μου. Δεν έχω χώρο να ελιχθώ άνετα σε τούτο το μέρος.»

«Ναι,» συμφώνησε η Ταμλάκο. «Πριν από τη σύγκρουση, θα πάρεις το όχημά σου από εδώ. Η Επανάσταση το χρειάζεται, και δεν υπάρχει λόγος να καταστραφεί αναίτια.»

«Η πραγματική επίθεση κατά των Παντοκρατορικών,» είπε ο Ράλναχ, «θα γίνει όταν έχουμε και το δικό μας κανόνι.»

«Ποιο δικό μας κανόνι;» ρώτησε η Νίκη.

«Ο Πρόμαχος Γεθβάρης κατασκευάζει ένα ενεργειακό κανόνι, στη βάση μας στα βουνά. Κι όταν είναι έτοιμο, θα μπορέσουμε να το χρησιμοποιήσουμε εναντίον των εχθρών μας.»

«Με τι ενέργεια;»

«Με τις ενεργειακές φιάλες που λήστεψε ο Πρόμαχος Ώλριχ από τους Παντοκρατορικούς.»

«Μάλιστα,» είπε η Νίκη. «Ας φροντίσουμε, λοιπόν, να μείνουμε ζωντανοί μέχρι τότε… Πράγμα που φέρνει την εξής ερώτηση στο μυαλό μου: Αφού δε σχεδιάζετε να κατατροπώσετε τους Παντοκρατορικούς εδώ, πού θα υποχωρήσετε; Γιατί δε θα είναι μόνο αυτοί αποκλεισμένοι σε τούτο το μέρος, αλλά κι εσείς.»

«Θα πάμε στο φαράγγι,» εξήγησε ο Φύλαρχος Καδρόζο. «Θα κρυφτούμε στα βάθη του. Υπάρχουν δύο περάσματα που μπορείς ν’ακολουθήσεις για να φτάσεις εκεί: το ένα ξεκινά πίσω απ’το χωριό μας· το άλλο είναι μες στις σπηλιές στα δυτικά. Μόλις δούμε ότι έχουμε προκαλέσει αρκετές ζημιές στους εχθρούς, θα υποχωρήσουμε… και θ’αφήσουμε τα σπίτια μας στο έλεός τους,» πρόσθεσε με βαριά φωνή, που μαρτυρούσε ότι δεν του άρεσε αυτό αλλά το θεωρούσε αναγκαίο.

*

Οι Δέριβακ τούς πρόσφεραν φαγητό από τις αποθήκες τους και νερό από το βαθύ πηγάδι που υπήρχε στο κέντρο του χωριού τους, και τους άφησαν να ξεκουραστούν κάτω από μια σκηνή, την οποία έστησαν έξω από την ανατολική άκρη του χωριού. Προφανώς, δεν ήθελαν τους Λευκούς ανάμεσά τους, αλλά, συγχρόνως, δεν μπορούσαν και να τους διώξουν, αφού είχαν έρθει για να προσφέρουν βοήθεια.

«Είναι αχάριστοι και ξιπασμένοι, όπως όλοι οι Μελανοί…» μούγκρισε η Οτλάβι.

«Το ίδιο δε θα κάνατε κι εσείς, αν αυτοί έρχονταν στα μέρη σας;» τη ρώτησε, κάπως απότομα, η Ταμλάκο.

Η Οτλάβι δεν απάντησε.

Φυσικά και δεν απαντάει, σκέφτηκε η Νατλάο, γιατί οι Λευκοί κάνουν χειρότερα πράγματα από τους Μελανούς. Πολύ, πολύ χειρότερα! Αιμοβόρα τσακάλια, όλοι τους!

Η Ταμλάκο, μετά από λίγο, είπε: «Εγώ πρέπει να φύγω. Προσπαθήστε να μη μπλέξετε, όσο θα λείπω.» Και βγήκε απ’τη σκηνή.

«Πού πηγαίνεις;» Ο Νίρχαλμον την ακολούθησε έξω.

Και η Νατλάο, επίσης. Ήταν καλά να έχει μια Μελανή επαναστάτρια κοντά της. Παρότι οι Λευκοί ήταν με το μέρος της, δεν αισθανόταν τόσο βολικά μαζί τους όπως με την Ταμλάκο.

«Νοτιοανατολικά,» απάντησε η Ταμλάκο στον Νίρχαλμον, «να κατοπτεύσω. Πρέπει να ξέρουμε πού βρίσκονται οι Παντοκρατορικοί, προκειμένου να τους σαμποτάρουμε προτού φτάσουν στους Δέριβακ. Επιπλέον, ίσως να συγκεντρώσω και καμια άλλη χρήσιμη πληροφορία.»

«Να προσέχεις,» της είπε ο Νίρχαλμον.

«Εσείς να προσέχετε,» αποκρίθηκε η Ταμλάκο, και δεν υπήρχε αμφιβολία ότι το έλεγε τούτο επειδή φοβόταν πως ίσως να γινόταν κανένας καβγάς –ή τίποτα χειρότερα– ανάμεσα σ’αυτούς και τους Μελανούς.

Ο Νίρχαλμον μειδίασε. «Τι να μας κάνουν; Θα τους λιώσουμε, έτσι και μας κουνηθούν!»

Η Ταμλάκο τον αγριοκοίταξε, παρότι ήταν φανερό πως αστειευόταν.

Η Νατλάο τη ρώτησε: «Να έρθω μαζί σου;»

«Δε χρειάζομαι βοηθό. Και, ούτως ή άλλως, καλύτερα να μείνεις εδώ. Θα είσαι πιο ασφαλής. Τουλάχιστον, το ελπίζω.» Κοίταξε πάλι τον Νίρχαλμον.

«Τώρα,» είπε εκείνος, «υπερβάλλεις.»

Η Ταμλάκο απομακρύνθηκε, πηγαίνοντας στο δίκυκλο όχημά της. Το καβάλησε και έφυγε. Σύντομα, έγινε μια μαύρη κουκίδα μες στις ερήμους· μετά, ακόμα κι αυτή η κουκίδα εξαφανίστηκε.

Η Νατλάο προσευχήθηκε οι θεοί να ήταν μαζί με την επαναστάτρια. Ιδιαίτερα ο Σάρκλιφ, ο Αετός της Ερήμου, που προφύλασσε τους ανιχνευτές και τους ταξιδιώτες.

*

Καθώς πλησίαζε το μεσημέρι, η Νατλάο βγήκε απ’τη σκηνή και, φορώντας κουκούλα στο κεφάλι της για να μην τη χτυπά ο δυνατός ήλιος, βάδισε προς τα δυτικά, όπου φαίνονταν μεγάλα βράχια και όπου ο Φύλαρχος των Δέριβακ και ο Ράλναχ είχαν πει ότι υπήρχαν σπηλιές, τις οποίες θα χρησιμοποιούσαν στο εγγύς μέλλον για να επιτεθούν στους Παντοκρατορικούς. Η Νατλάο ήθελε να τις δει· και ήθελε, επίσης, να δει το πέρασμα που είχε αναφέρει ο φύλαρχος ότι οδηγούσε από τις σπηλιές στο φαράγγι. Στο χωριό των Ερνεό’ωμ δεν υπήρχαν παρόμοιες σπηλιές, ούτε κανένα παρόμοιο υπόγειο πέρασμα.

Δεν άργησε να φτάσει στον προορισμό της και να πιαστεί στις πέτρες, σκαρφαλώνοντας. Η ανάβαση ήταν εύκολη, καθώς η πλαγιά δεν ήταν πολύ απότομη. Από απόσταση, οι σπηλιές δύσκολα διακρίνονταν· για να τις δεις, έπρεπε να ξέρεις ήδη γι’αυτές, ή τα μάτια σου έπρεπε να είναι εκπαιδευμένα, ώστε να εντοπίζουν λεπτομέρειες που άλλοι παραβλέπουν. Πλησιάζοντας, όμως, οι σπηλιές γίνονταν αμέσως φανερές: ανοίγματα στους βράχους, όχι πολύ μεγάλα, αλλά αρκετά μεγάλα για να χωρά άνθρωπος, σκύβοντας.

Η Νατλάο άναψε τον φακό της και μπήκε σ’ένα απ’αυτά. Η μυρωδιά της γης γέμισε τα ρουθούνια της· και, μετά από λίγο, διαπίστωσε ότι είχε μπλεχτεί σ’έναν μικρό λαβύρινθο από περάσματα και διόδους. Οι σπηλιές δεν ήταν μεγάλες· ήταν πολλές και μικρές. Πού ήταν η σήραγγα που οδηγούσε στο φαράγγι; Η Νατλάο είχε μπερδευτεί. Για την ακρίβεια, δεν ήταν βέβαιη ότι θυμόταν πώς να επιστρέψει εκεί απ’όπου είχε έρθει· υπέθετε, όμως, ότι δεν μπορεί να ήταν και τόσο δύσκολο να βγει από εδώ, έτσι δεν πανικοβλήθηκε. Ο φύλαρχος, εξάλλου, δεν είχε πει ότι το μέρος ήταν επικίνδυνο.

Σε κάποια στιγμή, σταμάτησε να βαδίζει και τ’αφτιά της έπιασαν έναν άλλο ήχο, που πριν καλυπτόταν από το περπάτημά της. Δεν είμαι μόνη εδώ, διαπίστωσε η Νατλάο. Υπήρχε και κάποιος άλλος. Πίσω της. Άκουγε τα βήματά του.

Στρέφοντας το φακό της, φώτισε, μα δεν είδε κανέναν. Το τεχνητό φως αποκάλυψε μονάχα βράχους. Και πόση ενέργεια έχω ακόμα; Θα κρατούσε η μπαταρία μέχρι να βγει από δω; Γιατί δεν το είχε σκεφτεί τούτο προτού μπει;

Η Νατλάο τράβηξε το ξιφίδιο που ήταν δεμένο στην κνήμη της, και αφουγκράστηκε.

Τα βήματα σταμάτησαν. Τώρα, όμως, νόμιζε πως είχε καταλάβει από πού έρχονταν. Προχώρησε προς τα εκεί, επιφυλακτικά. Δεν πίστευε ότι ήταν κάποιος εχθρός, αλλά καλό θα ήταν να προσέχει. Κρατούσε το ξιφίδιό της έτοιμο.

Φως ήρθε προς το μέρος της. Φως όπως το δικό της: από φακό.

«Ποιος είν’εκεί;» είπε η Νατλάο, μισοκλείνοντας τα μάτια της, για να τα προστατεύσει από την ακτινοβολία.

Ο φακός κατέβηκε. «Νατλάο;»

Η τελευταία των Ερνεό’ωμ κατέβασε και τον δικό της φακό, και τον έσβησε. Αναγνώριζε τον άντρα που της είχε μιλήσει. Ο Ράλναχ. Ο επαναστάτης που είχε γνωρίσει μαζί με τον Φύλαρχο των Δέριβακ.

«Με παρακολουθείς;» τον ρώτησε, απότομα.

«Δεν ήξερα πως ήσουν εσύ,» αποκρίθηκε ο Ράλναχ. «Είδα κάποιον να πηγαίνει προς τις σπηλιές, και σκέφτηκα να ερευνήσω. Πράκτορες της Παντοκράτειρας μπορεί να εμφανιστούν παντού, Νατλάο. Ακόμα κι εδώ, ανάμεσα στις φυλές της ερήμου.»

Η Νατλάο θηκάρωσε το ξιφίδιό της. «Είχα έρθει να δω πού βρίσκεται το πέρασμα που οδηγεί στα βάθη του φαραγγιού. Από περιέργεια. Στα μέρη μου δεν υπήρχε τέτοιο πέρασμα.»

Ο Ράλναχ θηκάρωσε το δικό του ξιφίδιο στη μέση του –και μόνο τότε η Νατλάο πρόσεξε ότι ήταν οπλισμένος· πριν, δεν είχε δει τη λεπίδα. «Και υποθέτω πως μπλέχτηκες εδώ μέσα…»

«Η αλήθεια είναι ότι, ναι, μπλέχτηκα.»

Ο Ράλναχ γέλασε, και το γέλιο του αντήχησε μες στις σπηλιές. «Μονάχα ο Μόρμαμ θα μπορούσε να βρει το δρόμο του με την πρώτη, σε τούτο το μέρος!»

Η Νατλάο μειδίασε.

«Θα σε οδηγήσω εγώ,» προθυμοποιήθηκε ο Ράλναχ, «αν θέλεις.»

Η Νατλάο ένευσε.

«Έλα μαζί μου, τότε.»

Ο Ράλναχ προχώρησε πρώτος, κι εκείνη τον ακολούθησε, έχοντας την αίσθηση ότι συνεχώς κατέβαιναν· πράγμα λογικό, άλλωστε, αφού πήγαιναν προς τα βάθη του Φαραγγιού του Πεπρωμένου. Η ατμόσφαιρα γινόταν ολοένα και πιο αποπνιχτική, ο αέρας ολοένα και λιγόστευε, και η μυρωδιά της γης ήταν ολοένα και πιο έντονη.

Μέχρι που έφτασαν στην έξοδο.

Η Νατλάο είδε ηλιακό φως να σχίζει το σκοτάδι, και ο Ράλναχ έσβησε τον φακό του. Σε τούτο το σημείο, το πέρασμα ήταν πιο ψηλό από αλλού: η τελευταία των Ερνεό’ωμ μπορούσε να στέκεται ευθυτενής, χωρίς να χτυπά το κεφάλι της· και ο σύντροφός της μπορούσε να στέκεται σχεδόν ευθυτενής, καθώς ήταν ψηλός άντρας.

Βγήκαν, και βρέθηκαν σε μια προεξοχή στα τοιχώματα του Φαραγγιού του Πεπρωμένου. Από κάτω τους έμοιαζε να απλώνεται ένας ολόκληρος κόσμος. Η αντικρινή, βόρεια μεριά του φαραγγιού ήταν τόσο μακριά από εδώ που μπορούσαν να τη δουν μονάχα ως μια υποψία, μισοχαμένη στις αντανακλάσεις του ήλιου. Η κάψα του μεσημεριού έκανε τον ορίζοντα να φαίνεται να τρεμοπαίζει. Από την προεξοχή όπου στέκονταν ξεκινούσε ένα μονοπάτι, το οποίο οδηγούσε κάτω, στον πυθμένα του φαραγγιού.

«Αυτό το μέρος είναι πανέμορφο,» παρατήρησε η Νατλάο, που, παρά τα όσα τής είχαν συμβεί, μπορούσε ακόμα να αναγνωρίσει την ομορφιά –κι αυτό, πίστευε, πρέπει σίγουρα να ήταν αρετή στα μάτια των θεών.

«Πράγματι, είναι,» συμφώνησε ο Ράλναχ. «Το άλλο μονοπάτι –αυτό που ξεκινά από το χωριό των Δέριβακ– βρίσκεται εκεί.» Ύψωσε το χέρι του, για να της δείξει.

Η Νατλάο ένευσε, βλέποντάς το. «Είσαι από τη φυλή τους;» τον ρώτησε.

«Από τη φυλή των Δέριβακ; Όχι, δεν είμαι από εδώ.»

Η Νατλάο στράφηκε να τον κοιτάξει. «Από πού είσαι;»

«Από εκεί.» Διέγραψε ένα ημικύκλιο με το χέρι του, δείχνοντας όλα όσα φαίνονταν από κάτω τους.

«Από τα βάθη του φαραγγιού;»

«Ναι,» είπε ο Ράλναχ. «Από τη φυλή των Ενκούτεν.»

Τα μάτια της Νατλάο διαστάλθηκαν. «Μια από τις φυλές που συμμάχησαν κατά των Τουρβάλκλι!…»

Ο Ράλναχ δε μίλησε· ένευσε μονάχα.

«Ήσουν κι εσύ στην επίθεση που έγινε;»

«Ήμουν.»

«Μα τους θεούς! γιατί τους ακούσατε;» απαίτησε η Νατλάο, σφίγγοντας τις γροθιές της. «Είδες τι καταστροφή έγινε εξαιτίας σας!» φώναξε. Η φωνή της αντήχησε μέσα στο φαράγγι, καθώς την παρέσυρε ο ελαφρύς, καυτός άνεμος του μεσημεριού.

«Ποιους ακούσαμε;»

«Τους Ζιντ’κέιλ! Τους αφήσατε να σας οδηγήσουν σ’αυτή τη γενοκτονία, και τώρα… τώρα υποφέρουμε όλοι για τις πράξεις σας!»

«Μη ρίχνεις το φταίξιμο σ’εμάς, Νατλάο. Οι Παντοκρατορικοί είναι που–»

«Οι ξένοι απλά βρήκαν την ευκαιρία!»

«Ίσως,» αποκρίθηκε ο Ράλναχ· «αλλά δεν τους καλέσαμε εμείς…»

«Γιατί ακούσατε τους Ζιντ’κέιλ; Μα τους θεούς, γιατί τους ακούσατε;»

«Οι σαμάνοι μας είπαν ότι οι σαμάνοι τους είχαν δίκιο: ότι οι Τουρβάλκλι θα έκαναν μια τελετή που θα έβαζε σε κίνδυνο ολόκληρη την Αρβήντλια.»

«Κι αυτό που κάνατε εσείς έβαλε σε κίνδυνο όλους τους Μελανούς!»

«Δε γνωρίζαμε τι θα συνέβαινε!» αντιγύρισε ο Ράλναχ. «Κι επιπλέον–» Διέκοψε τα λόγια. «Τα κοράκια που κρώζουν απερίσκεπτα δε λένε τίποτα. Ούτε σκέφτονται αυτά που λένε,» είπε, πιο ήρεμα, προφέροντας ένα γνωμικό των λαών του Κοράκου Τόπου. «Καλύτερα να το αφήσουμε, Νατλάο, και να επιστρέψουμε στο χωριό.» Μπήκε στην είσοδο του περάσματος, πίσω τους.

Η τελευταία των Ερνεό’ωμ δεν τον ακολούθησε.

«Δεν έρχεσαι;» τη ρώτησε ο Ράλναχ.

«Θα μείνω εδώ για λίγο ακόμα,» είπε η Νατλάο, δίχως να στραφεί να τον κοιτάξει.

«Είσαι σίγουρη ότι θα μπορέσεις να επιστρέψεις;»

«Μην ανησυχείς, θα βρω το δρόμο.»

Ο Ράλναχ έφυγε· η Νατλάο άκουσε τα βήματά του να χάνονται μέσα στο πέρασμα.

Αναστέναξε, και κάθισε στην άκρη της προεξοχής. Είναι τρελοί, σκέφτηκε. Είναι όλοι τους τρελοί!

Πήρε μια πέτρα από δίπλα της και την εκτόξευσε μέσα στο φαράγγι. Η πέτρα έκανε κάμποση ώρα μέχρι να φτάσει κάτω· και, όταν έφτασε, έπεσε μέσα σ’ένα σημείο με βλάστηση, απ’τις σκιές του οποίου πετάχτηκε μια αλεπού της ερήμου, τρομαγμένη.

*

Η Ταμλάκο επέστρεψε μετά το μεσημέρι και, κατεβαίνοντας απ’το όχημά της, πλησίασε τη σκηνή των Λευκών επαναστατών, για να τους πει δύο πράγματα: «χρειάζομαι ενεργειακές φιάλες» και «λιμοκτονώ».

«Φαγητό, όπως βλέπεις, υπάρχει,» της είπε ο Νίρχαλμον. «Και ενεργειακές φιάλες επίσης υπάρχουν, στο όχημά μου. Τι τις θες;»

Η Ταμλάκο έδειξε το δίκυκλο με τον αντίχειρα του δεξιού της χεριού. «Με την τελευταία που μου απέμενε επέστρεψα,» είπε, καθίζοντας οκλαδόν.

«Συνέβη τίποτα το απρόσμενο;» τη ρώτησε η Νίκη.

Η Ταμλάκο κούνησε το κεφάλι αρνητικά, καθώς έπαιρνε φαγητό και ποτό για τον εαυτό της από τον δίσκο που υπήρχε στο κέντρο της σκηνής. «Όχι,» είπε, «τίποτα το απρόσμενο. Βασικά, τίποτα που να έχει σχέση με τα καύσιμά μου.»

Η Νίκη συνοφρυώθηκε. «Και με τους Παντοκρατορικούς;»

«Ήταν περισσότεροι απ’ό,τι θυμόμουν.»

«Περισσότεροι;» έκανε ο Νίρχαλμον.

«Ναι. Τώρα έχουν δεκάξι φορτηγά. Πρέπει να ήρθαν ενισχύσεις.»

«…Σκατά!» μούγκρισε η Οτλάβι.

«Και τα ενεργειακά κανόνια;» ρώτησε η Νίκη. «Είναι κι αυτά περισσότερα τώρα;»

«Δε νομίζω. Τέσσερα είδα. Εκείνο που καταστρέψατε πρέπει να το επισκεύασαν.»

«Τα πράγματα δυσκολεύουν…» παρατήρησε ο Ίσμαρ. «Αν είναι πιο πολλοί, αυτό σημαίνει πως κι εμείς θα χρειαστούμε περισσότερους πολεμιστές.»

«Καθώς περιμέναμε, πάντως, ήρθαν κάμποσοι,» είπε ο Νίρχαλμον, στρέφοντας το βλέμμα του στις σκηνές μέσα και γύρω απ’το χωριό των Δέριβακ.

«Νομίζεις, όμως, ότι θ’αποδειχτούν αρκετοί

Ο Νίρχαλμον ανασήκωσε τους ώμους. «Αυτό θα το δούμε.»

«Όταν θα είναι πολύ αργά…»

«Μην είσαι τόσο απογοητευτικός,» είπε η Ταμλάκο στον Ίσμαρ.

«Και μη ρίχνεις το ηθικό των υπολοίπων,» τόνισε η Νίκη.

«Η Νατλάο τι έχει;» ρώτησε η Ταμλάκο, παρατηρώντας πως η τελευταία των Ερνεό’ωμ καθόταν στην αντικρινή άκρη της σκηνής και κοίταζε έξω από το δεύτερο άνοιγμα, έχοντας τα γόνατά της μαζεμένα και τα χέρια της τυλιγμένα γύρω απ’τις κνήμες της.

«Δεν ξέρω,» είπε η Νίκη. «Πήγε μια βόλτα ώς τις σπηλιές στα δυτικά, κι από τότε που γύρισε έτσι είναι.»

«Συνέβη κάτι;»

«Δε μας είπε.»

«Πού βρίσκονται τώρα οι Παντοκρατορικοί;» παρενέβη ο Ίσμαρ.

«Βγάλτε έναν χάρτη,» ζήτησε η Ταμλάκο.

Η Νίκη ξεδίπλωσε τον χάρτη της και τον άπλωσε πάνω στην άμμο.

«Εδώ τούς είδα.» Η Ταμλάκο ακούμπησε το δάχτυλό της σ’ένα χωριό που βρισκόταν παραπάνω από εκατό χιλιόμετρα απόσταση από τους Δέριβακ, προς τα νοτιοανατολικά. «Κατέστρεψαν πέντε χωριά σήμερα.»

«Ώς τώρα,» τόνισε, δυσοίωνα, ο Ίσμαρ. «Η μέρα δεν έχει τελειώσει ακόμα.»

«Σωστά,» συμφώνησε η Ταμλάκο. «Ωστόσο, τα περισσότερα από αυτά τα χωριά ήταν εγκαταλειμμένα· είχαμε ειδοποιήσει τους κατοίκους τους. Δυστυχώς, ένα δεν ήταν.» Έδειξε, επάνω στον χάρτη, μια θέση λίγο νοτιότερα από την παρούσα θέση του στρατού των Παντοκρατορικών. «Όπως βλέπετε, το χωριό αυτό βρίσκεται αρκετά μακριά από το φαράγγι· δεν πιστεύαμε ότι θα επιτίθονταν ώς εδώ.»

«Τα υπόλοιπα χωριά» –ο Νίρχαλμον έδειξε τα μέρη αμέσως νότια των Δέριβακ– «έχουν ειδοποιηθεί, υποθέτω. Έτσι δεν είναι;»

Η Ταμλάκο κατένευσε. «Κι όχι μόνο αυτό: πολλοί από τους Μελανούς των συγκεκριμένων χωριών ή βρίσκονται ήδη εδώ, για να πολεμήσουν μαζί μας, ή έρχονται.

»Το απόγευμα,» είπε, «θα πάω πάλι να κατοπτεύσω, για να δω πού μας συμφέρει να σαμποτάρουμε τους Παντοκρατορικούς αύριο.»

«Θα έρθω μαζί σου,» δήλωσε η Νίκη. «Θέλω να κοιτάξω τις περιοχές η ίδια.»

Η Ταμλάκο δεν έφερε αντίρρηση στη Μαύρη Δράκαινα.

*

Το απόγευμα, αφότου το δίκυκλο είχε φύγει, μια μεγάλη ομάδα Μελανών πολεμιστών έφτασε στο χωριό των Δέριβακ. Πρέπει να αριθμούσαν πάνω από εκατό, και ο Ίσναχ ήταν μαζί τους, καβάλα σ’ένα μαύρο άτι. Η Νατλάο τον είδε και τον πλησίασε, για να τον χαιρετήσει. Εκείνος φάνηκε να χάρηκε που τη συνάντησε, αλλά επίσης ήταν έκπληκτος που τη βρήκε εδώ.

«Είμαι μέλος της Επανάστασης τώρα,» του είπε η Νατλάο. «Τουλάχιστον, έτσι μου λένε.»

«Επισκέφτηκες τους Ζιντ’κέιλ, όπως μου έλεγες στο φαράγγι;» τη ρώτησε ο Ίσναχ.

«Ναι, και μου αποκάλυψαν κάποια πράγματα που ίσως να σ’ενδιαφέρουν. Η Ταμλάκο έκανε ήδη μερικές υποθέσεις. Δεν ξέρω αν είναι σωστές…»

Καθώς μιλούσαν, βάδιζαν ανάμεσα στις σκηνές, που κόντευαν πλέον να κρύψουν το χωριό των Δέριβακ· πιο πολλά σπίτια από ύφασμα έβλεπες παρά από πέτρα.

«Γνώρισες την Ταμλάκο;»

«Ναι. Λίγο προτού έρθω εδώ.» Και του διηγήθηκε τις περιπέτειές της με τους επαναστάτες, από τότε που τη βρήκαν να κρύβεται μέσα στο στρατό των Παντοκρατορικών, μέχρι τώρα που ετοιμάζονταν για μάχη μαζί τους.

«Πολύ επικίνδυνο αυτό που έκανες,» παρατήρησε ο Ίσναχ. «Εννοώ, το γεγονός ότι πιάστηκες επάνω σ’ένα απ’τα οχήματα των Παντοκρατορικών.»

«Ήθελα να σας βρω,» εξήγησε η Νατλάο, «και σκέφτηκα πως, όπου πήγαιναν οι ξένοι, εκεί τελικά θα ερχόσασταν κι εσείς.»

«Η σκέψη σου δεν ήταν λάθος, αλλά η ενέργειά σου εξακολουθεί να ήταν επικίνδυνη. Δε μου έχεις πει, όμως, ακόμα για τους Ζιντ’κέιλ…»

«Ναι,» αποκρίθηκε η Νατλάο, και του μίλησε για τη συνάντησή της με τους σαμάνους.

Είχαν πλέον βγει από το χωριό των Δέριβακ και απομακρυνθεί από τα πέτρινα σπίτια του και τις σκηνές· βρίσκονταν επάνω στους αμμόλοφους, ανατολικά του. Αντίκρυ τους, ατένιζαν τα βάθη του Φαραγγιού του Πεπρωμένου, όπου οι σκιές μεγάλωναν, καθώς οι ήλιοι πορεύονταν προς τη Δύση.

«Και τι υποθέτει η Ταμλάκο;» ρώτησε ο Ίσναχ. Τα γαλανά μαλλιά του αναδεύονταν στο ελαφρύ αεράκι που ερχόταν απ’τα βόρεια.

«Ότι οι Τουρβάλκλι ήθελαν ν’ανοίξουν μια… δίοδο προς άλλη διάσταση· και ότι από αυτή τη διάσταση υπήρχε κίνδυνος να έρθει κάποιο θηρίο.»

«Ναι…» Ο Ίσναχ κοίταξε την άμμο μπροστά στα πόδια του, σκεπτικός.

«Τι νομίζεις;» ρώτησε η Νατλάο.

«Δεν ξέρω. Ίσως να έχει δίκιο. Η αναφορά σχετικά με τον ‘τραυματισμό’ της Αρβήντλια, σίγουρα, φέρνει στο μυαλό κάποιο άνοιγμα προς άλλη διάσταση… Με παραξενεύει, όμως, που οι Τουρβάλκλι –μια απλή φυλή της ερήμου– θα έκαναν κάτι τέτοιο. Με τι τρόπο ακριβώς θα το κατάφερναν; Χρειάζονται μάγοι για να ανοιχτεί δίοδος. Μάγοι του τάγματος των Ερευνητών· και πάλι, δεν είναι εύκολο. Καθόλου εύκολο. Πρέπει να συντρέχουν…» Ανασήκωσε τους ώμους του. «Πρέπει να ισχύουν κάποια πολύ συγκεκριμένα πράγματα, απ’ό,τι έχω ακούσει. Δεν ξέρω πώς ακριβώς γίνεται, για να είμαι ειλικρινής. Πάντως, δεν είναι απλό, Νατλάο.»

Η Νατλάο δε μίλησε, γιατί δεν είχε τίποτα να προσθέσει.

«Τέλος πάντων,» είπε ο Ίσναχ, στρεφόμενος προς το χωριό των Δέριβακ. «Καλύτερα να επικεντρωθούμε σ’αυτό που έχουμε να κάνουμε τώρα: να αντιμετωπίσουμε τους Παντοκρατορικούς. Γιατί κανείς δεν ξέρει μέχρι που θα φτάσει η καταστροφική τους πορεία, αν δεν της δώσουμε εμείς ένα τέλος. Και όσο πιο σύντομα, τόσο το καλύτερο.»

•6•

Η Ταμλάκο και η Νίκη επέστρεψαν το βράδυ, και ανέφεραν ότι οι Παντοκρατορικοί είχαν συνεχίσει την πορεία τους προς τα βορειοδυτικά και πλησίαζαν. Είχαν καταστρέψει τέσσερα χωριά ακόμα, ευτυχώς κανένα από αυτά κατοικημένο· οι Μελανοί τα είχαν εγκαταλείψει, αφού είχαν ειδοποιηθεί για την ερχόμενη καταστροφή.

«Τώρα,» είπε η Ταμλάκο, δείχνοντας επάνω στον χάρτη, που φωτιζόταν από μια λάμπα λαδιού μέσα στη σκηνή τους, «οι Παντοκρατορικοί βρίσκονται εδώ.» Το δάχτυλό της ήταν κοντά σ’ένα χωριό, στην άκρη της νότιας σιαγόνας της «ψαλίδας» του Φαραγγιού του Πεπρωμένου. «Και υποθέτω ότι, μετά, θα συνεχίσουν εδώ, εδώ, κι εδώ.» Έδειξε τρία ακόμα χωριά. «Το πρόβλημα είναι ότι, μέχρι το ερχόμενο βράδυ, θα έχουν φτάσει στους Δέριβακ, εκτός αν κάτι ιδιαίτερο συμβεί. Αυτό σημαίνει πως δεν έχουμε πολύ χρόνο για να σχεδιάσουμε το σαμποτάζ μας. Ετούτη η νύχτα είναι η μόνη που έχουμε στη διάθεσή μας. Αν δεν κάνουμε κάτι τώρα, θα πρέπει να τους χτυπήσουμε το πρωί ή το μεσημέρι –που δεν ξέρω αν, πραγματικά, θα μας βολεύει.»

«Εγώ προτείνω να κινηθούμε τώρα,» είπε η Νίκη στους υπόλοιπους επαναστάτες. Εκτός από τους Λευκούς συντρόφους της, ήταν κοντά και ο Ίσναχ κι ο Ράλναχ.

«Είναι, όμως, βολική για εμάς η θέση όπου βρίσκονται αυτή τη στιγμή;» ρώτησε ο Ίσμαρ.

«Το χωριό που κατέστρεψαν ήταν χτισμένο γύρω από μια όαση,» απάντησε η Ταμλάκο. «Τα νερά της τώρα είναι μαυρισμένα και η βλάστησή της καμένη. Αυτό είναι το μόνο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της περιοχής, και ίσως να μας βοηθά ώς ένα βαθμό, αλλά όχι πολύ.»

«Υπάρχει και κάτι άλλο,» είπε ο Ίσναχ. «Το χωριό των Σάμπελ’τοθ, στο οποίο αναφέρεστε, είναι στο χείλος του φαραγγιού, και κοντά του υπάρχει ένα μονοπάτι που οδηγεί προς τα κάτω· αλλά, επίσης, λίγο πιο βόρεια υπάρχει ένα άλλο μονοπάτι, λιγότερο γνωστό. Μπορούμε να περάσουμε από εκεί και να φτάσουμε στην κατεστραμμένη όαση των Σάμπελ’τοθ, χωρίς να μας αντιληφτούν οι κατασκηνωμένοι Παντοκρατορικοί.» Χρησιμοποιώντας ένα ξιφίδιό του, διέγραψε έναν χάρτη επάνω στην άμμο. «Μερικοί από εμάς θα πλησιάσουν από το ερειπωμένο χωριό και το χείλος του φαραγγιού, μερικοί από τα νότια, μερικοί από τα δυτικά, και μερικοί από τα ανατολικά. Έτσι, σε περίπτωση που μας προσέξουν, δε θα μας προσέξουν όλους· θα εξακολουθούμε να έχουμε το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού. Κι επιπλέον, θα προκαλέσουμε περισσότερη ζημιά σε λιγότερο χρόνο.» Κοίταξε τους υπόλοιπους, περιμένοντας τις αντιδράσεις τους.

«Συμφωνώ,» είπε η Νίκη.

Και κανένας άλλος δε διαφώνησε.

*

Ο Κάραγγελ ήξερε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά όλη την ημέρα. Από το πρωί, που είχαν φύγει από τη Φωλιά του Αετού, είχαν συνολικά καταστρέψει εννέα χωριά των Μελανών. Εννέα. Και μόνο ένα από αυτά ήταν κατοικημένο. Τα υπόλοιπα τα είχαν εγκαταλείψει. Καμία προσπάθεια δεν είχε γίνει για να τα προστατέψουν.

Γιατί δε στέκονταν να πολεμήσουν, οι τρισκατάρατοι Μελανοί;

Δεν ήταν, όμως, μόνο η έλλειψη αντιπάλου που ανησυχούσε τώρα τον Κάραγγελ. Υπήρχε κάτι το… δυσοίωνο σ’ετούτη τη γενικότερη υποχώρηση των Μελανών. Και, απ’ό,τι φαινόταν, δεν ήταν ο μοναδικός που το σκεφτόταν αυτό. Ο Στρατηγός Ίδας Οξύβιος είχε πει: «Τι πόλεμος είναι τούτος; Τι πολεμάμε; φαντάσματα;» Η όψη του Στρατηγού Αλκίνοου ήταν προβληματισμένη όλο το πρωί, και είχε γίνει ακόμα πιο προβληματισμένη καθώς η ημέρα έφτανε στο τέλος της. Όταν στρατοπέδευσαν, πρόσταξε να μπουν περισσότερες σκοπιές απ’ό,τι συνήθως, και οι στρατιώτες να είναι ιδιαιτέρως προσεχτικοί. Η Πριγκίπισσα Θυάλκνα είπε στον Κάραγγελ ότι, για να υποχωρούν οι Μελανοί, μπορούσε να σημαίνει μονάχα ένα πράγμα: συγκεντρώνονταν κάπου με σκοπό να τους επιτεθούν μαζικά. Ο Πρωτοσπαθάριος τής αποκρίθηκε ότι συμφωνούσε. Αλλά δεν μπορούσε να ξέρει πού σχεδίαζαν οι Μελανοί να τους χτυπήσουν. Μπορεί να γνώριζε τις θέσεις των περισσότερων χωριών του Κοράκου Τόπου, από τις αναφορές δωροδοκημένων εμπόρων και κατασκόπων, μα δε γνώριζε λεπτομέρειες για τούτα τα μέρη. Ούτε, ασφαλώς, ήξερε πώς σκέφτονταν οι Μελανοί. Ήταν ύπουλοι, όμως· αυτό ήταν βέβαιο. Ο Αλκίνοος δεν είχε άδικο που ανησυχούσε.

Ο Κάραγγελ καθόταν τώρα έξω απ’τη σκηνή του, καθώς η νύχτα είχε πέσει, και κοίταζε τον χάρτη του Κοράκου Τόπου –τον πιο πλήρη χάρτη που είχε ο Θρόνος της Ελρείσβα για τούτες τις περιοχές–, προσπαθώντας να μαντέψει το μέρος όπου οι Μελανοί μπορεί να συγκεντρώνονταν για να τους επιτεθούν.

Αντίκρυ του, ήταν η σκηνή της Θυάλκνα, αλλά η Πριγκίπισσα ήταν μέσα· ο Κάραγγελ δεν μπορούσε να τη δει, και δεν ήθελε να πάει να την ανησυχήσει, γιατί ίσως να κοιμόταν. Επιπλέον, για ποιο λόγο να την ανησυχούσε; Θα μπορούσε εκείνη, άραγε, να του πει πού ήταν το πιθανότερο να τους επιτεθούν οι Μελανοί;

Ο Πρωτοσπαθάριος τύλιξε τον χάρτη του και μπήκε στη σκηνή του. Οι Μελανοί, πάντως, δεν πρόκειται να μας επιτεθούν εδώ, σκέφτηκε.

*

Το όχημα του Νίρχαλμον σταμάτησε, αφήνοντας την άμμο γύρω του να καταλαγιάσει. Ο Ράλναχ και ο Ίσναχ κατέβηκαν, και το όχημα συνέχισε την πορεία του.

Το δίκυκλο πάνω στο οποίο βρίσκονταν η Ταμλάκο και η Νίκη είχε ήδη απομακρυνθεί.

Ο Ράλναχ και ο Ίσναχ έμειναν μόνοι στην έρημο, και βάδισαν προς το χείλος του Φαραγγιού του Πεπρωμένου. Τα βάθη από κάτω τους φαίνονταν κατασκότεινα. Κανένα απ’τα δύο πράσινα φεγγάρια δεν ήταν ολόγιομο στον νυχτερινό ουρανό. Οι Μελανοί επαναστάτες μπήκαν σε μια βραχώδη περιοχή, και ο Ίσναχ έδειξε ένα σημείο όπου δε φαινόταν τίποτα παρά σκοτάδι. Άναψε τον φακό του και ένα άνοιγμα αποκαλύφτηκε: μια τρύπα στη γη.

Την πλησίασαν, και άκουσαν άμμο να πέφτει μέσα, σπρωγμένη από τα βήματα των μποτοφορεμένων τους ποδιών.

«Δεν είναι πολύ βαθιά,» παρατήρησε ο Ράλναχ, κοιτάζοντας κάτω, τον λίθινο αγωγό που φώτιζε ο Ίσναχ. Ύστερα, πήδησε μέσα, λυγίζοντας τα γόνατα.

Ο Ίσναχ τον ακολούθησε, μόλις εκείνος τού έκανε χώρο. Ο Ράλναχ δεν άναψε φακό, γιατί δε χρειαζόταν να σπαταλούν ενέργεια χωρίς καλό λόγο. Προχώρησαν μέσα σε μια στενή σήραγγα, η οποία ίσα που τους χωρούσε κι αναγκάζονταν να τρίβουν τους ώμους τους επάνω σε βράχια. Ειδικά ο Ράλναχ, που ήταν πιο ψηλός και σωματώδης από τον Ίσναχ, δυσκολευόταν περισσότερο.

Βγαίνοντας από τη σήραγγα, βρέθηκαν σε μια προεξοχή των τοιχωμάτων του φαραγγιού. Μια προεξοχή που συνεχιζόταν για πολλές εκατοντάδες μέτρα, φτάνοντας τελικά στο μονοπάτι που κατέβαινε από το (κατεστραμμένο πλέον) χωριό των Σάμπελ’τοθ προς τον πυθμένα του φαραγγιού.

*

Ένα χιλιόμετρο ανατολικά του στρατοπέδου των Παντοκρατορικών. Μέσα στις ερήμους.

Ο Νίρχαλμον είχε, προ πολλού, σβήσει τους προβολείς του οχήματός του, για να μην τον δουν από απόσταση, όπως εκείνος έβλεπε τώρα τις φωτιές των ξένων που ήταν αναμμένες ανάμεσα στις δεκάδες σκηνές τους.

Σταμάτησε το όχημά του, και ο Ίσμαρ κι η Οτλάβι βγήκαν, φορώντας κάπες, κουκούλες, και μαντήλια στο πρόσωπο και έχοντας τα όπλα τους σε ετοιμότητα. Προχώρησαν γρήγορα προς τον καταυλισμό, διασχίζοντας την αμμώδη έκταση που τους χώριζε από αυτόν. Αόρατοι μέσα στη νύχτα.

Ο Νίρχαλμον έστριψε το τιμόνι, πηγαίνοντας προς τα νότια. Μαζί του ήταν τώρα μόνο η Νατλάο και ο Λόαχραμ’νιρ. Σταμάτησε το όχημά του πίσω από μερικούς αμμόλοφους και άφησε τους συντρόφους του να κατεβούν. Ο μάγος και η τελευταία των Ερνεό’ωμ κατευθύνθηκαν προς το Παντοκρατορικό στρατόπεδο και, σύντομα, χάθηκαν μέσα στη νύχτα, όπως είχαν χαθεί ο Ίσμαρ και η Οτλάβι.

*

Η Ταμλάκο σταμάτησε το δίκυκλο όχημά της κανένα χιλιόμετρο δυτικά του στρατοπέδου των Παντοκρατορικών, και εκείνη κι η Νίκη κατέβηκαν. Ντυμένες με κάπες, κουκούλες, και μαντήλια στο πρόσωπο, βάδισαν προς τον μεγάλο καταυλισμό. Κι όταν έφτασαν σχετικά κοντά, έπεσαν μπρούμυτα στην άμμο και περίμεναν το σύνθημα που θα τους έλεγε ότι όλοι βρίσκονταν στις θέσεις τους και η εισβολή μπορούσε ν’αρχίσει.

Η Νίκη έφερε στα μάτια της ένα ζευγάρι κιάλια, κοιτάζοντας τις θέσεις των φρουρών τους οποίους θα έπρεπε να αποφύγουν ή να αδρανοποιήσουν. «Μοιάζει να μας περιμένουν…» μουρμούρισε.

«Τι εννοείς;» ρώτησε η Ταμλάκο.

«Έχουν περισσότερες σκοπιές απ’ό,τι χρειάζεται.»

«Μάλλον, τους παραξένεψε το γεγονός ότι, συνεχώς, συναντούσαν εγκαταλειμμένα χωριά μέχρι εδώ.»

«Ναι…» συμφώνησε η Νίκη, «έτσι φαίνεται, γιατί δε μπορεί να είχαν άλλη πληροφόρηση. Εκτός αν υπάρχουν προδότες ανάμεσά μας, που δεν το νομίζω.»

*

Ο Ίσναχ και ο Ράλναχ βάδιζαν μέσα στην κατεστραμμένη όαση του χωριού των Σάμπελ’τοθ. Τα μποτοφορεμένα πόδια τους βυθίζονταν ώς τον αστράγαλο στις στάχτες. Ο αέρας γύρω τους βρομούσε. Το νερό της μικρής λίμνης της όασης ήταν κατάμαυρο στο αχνό φως των πράσινων φεγγαριών· μολυσμένο, πιθανώς για πάντα. Τα σπίτια του χωριού των Σάμπελ’τοθ δεν ήταν τώρα παρά σωροί από πέτρες.

Τα ενεργειακά κανόνια των Παντοκρατορικών είχαν κάνει καλά τη δουλειά τους· και το τοπίο έμοιαζε βγαλμένο από εφιαλτικό όνειρο.

Ο Ράλναχ έφτυσε στη μαυρισμένη άμμο. «Καταραμένοι ποντικοί της ερήμου…!» μουρμούρισε, βγάζοντας το τόξο του απ’την πλάτη.

Καλυμμένοι από το νυχτερινό σκοτάδι, οι δύο Μελανοί επαναστάτες κινήθηκαν ανάμεσα στα ερείπια και κρύφτηκαν πίσω από τα απομεινάρια ενός τοίχου. Αντίκρυ τους, σε απόσταση περίπου πενήντα μέτρων, μπορούσαν ν’ατενίσουν τις φωτιές και τις σκηνές του καταυλισμού των Παντοκρατορικών. Τα πελώρια φορτηγά οχήματα με δυσκολία φαίνονταν από εδώ. Τα έχουν στο κέντρο του στρατοπέδου τους, σκέφτηκε ο Ίσναχ, για λόγους ασφαλείας. Ξέρουν τι κάνουν. Έβγαλε κι εκείνος το τόξο του από την πλάτη, καθώς επίσης κι έναν πομπό από τα ρούχα του.

Και πάτησε ένα κουμπί επάνω στον πομπό.

Το σήμα δόθηκε.

*

Η Νίκη και η Ταμλάκο είδαν ένα φωτάκι να αναβοσβήνει επάνω στους πομπούς τους: μία, δύο, τρεις φορές.

Το ίδιο είδαν ο Ίσμαρ κι η Οτλάβι –που βρίσκονταν κρυμμένοι έξω απ’την ανατολική μεριά του στρατοπέδου– και η Νατλάο κι ο Λόαχραμ’νιρ –που βρίσκονταν κρυμμένοι έξω απ’τη νότια μεριά του στρατοπέδου–, καθώς επίσης και ο Νίρχαλμον, μέσα στο όχημά του.

Η Νίκη πάτησε ένα κουμπί του δικού της πομπού. Και το σήμα της μεταφέρθηκε στους πομπούς των υπολοίπων: ένα μακρύ άναμμα στο φωτάκι τους.

Ο Ίσμαρ έδωσε το σήμα του: δύο αναβοσβήσματα.

Η Νατλάο έδωσε το δικό της σήμα: τέσσερα αναβοσβήσματα.

Όλοι ήταν έτοιμοι. Η επιχείρηση μπορούσε να ξεκινήσει.

Και ξεκίνησε.

*

Η Νίκη κινήθηκε γρήγορα προς το στρατόπεδο, μ’ένα ξιφίδιο σε κάθε χέρι. Ένας φρουρός πρόσεξε τη φευγαλέα σκιά της, και στράφηκε να δει ποιος ήταν εκεί–

Το βέλος από το τόξο της Ταμλάκο τού τρύπησε τον λαιμό, σκοτώνοντάς τον. Η Νίκη πέρασε δίπλα απ’το κουφάρι και εκτόξευσε ένα της ξιφίδιο καταπάνω σε μια άλλη φρουρό, βρίσκοντάς την ανάμεσα στις ωμοπλάτες. Η γυναίκα κατέρρευσε στα γόνατα και σωριάστηκε, μπρούμυτα. Η Μαύρη Δράκαινα πήρε πίσω το όπλο της και χάθηκε μέσα στις σκιές.

Η Ταμλάκο δεν ήταν πολύ μακριά, έχοντας περασμένο ένα δεύτερο βέλος στο τόξο της. Ένας φρουρός την είδε κι έκανε να φωνάξει– Το βέλος ελευθερώθηκε, πετυχαίνοντάς τον στο στόμα: δόντια έσπασαν, η γλώσσα του τρυπήθηκε, και η αιχμή του βλήματος ξεπρόβαλε απ’τον αυχένα του. Ο μόνος ήχος που κατάφερε να βγάλει ήταν μια πνιχτή γαργάρα.

Η Νίκη και η Ταμλάκο βρίσκονταν τώρα στο εσωτερικό του στρατοπέδου, και η Μαύρη Δράκαινα είδε το γυάλισμα του μετάλλου των Παντοκρατορικών οχημάτων.

Ο στόχος της ήταν –όπως το περίμενε– στο κέντρο του καταυλισμού.

*

Ο Ίσμαρ βγήκε μπροστά απ’τον Παντοκρατορικό φρουρό. Εκείνος έπιασε τη λαβή του σπαθιού που κρεμόταν απ’τη ζώνη του. Μεγάλο λάθος που δεν είχε φωνάξει αμέσως, γιατί, προτού προλάβει να τραβήξει το όπλο του, ένα άλλο λεπίδι ξεπρόβαλε απ’το αριστερό του στήθος. Τα μάτια του άντρα γούρλωσαν, καθώς πέθαινε, και αίμα τινάχτηκε απ’τη μύτη και το στόμα του.

Η Οτλάβι αποκαλύφτηκε πίσω του με το σπαθί της αιματοβαμμένο ώς τη λαβή.

Αναπάντεχα, ο Ίσμαρ εκτόξευσε το ένα απ’τα δύο μικρά τσεκούρια του. Το όπλο, στροβιλιζόμενο, πέρασε πάνω απ’τον ώμο της συντρόφισσάς του και έσπασε το κράνος –και το κρανίο– του φρουρού που είχε μόλις παρουσιαστεί, πέντε μέτρα πίσω της.

«Αγήνορα!» ακούστηκε μια γυναικεία φωνή, μιλώντας στη Συμπαντική Γλώσσα.

Κάποια πολεμίστρια είχε δει τον άντρα να πεθαίνει.

Η Οτλάβι στράφηκε, τρέχοντας –προς τη φωνή.

Ο Ίσμαρ την ακολούθησε.

Η φρουρός είχε ήδη τραβήξει το σπαθί της, και ύψωσε την ασπίδα της για ν’αποκρούσει το λεπίδι της Οτλάβι.

Ο Ίσμαρ πήρε το τσεκούρι του απ’το διαλυμένο κεφάλι του νεκρού στρατιώτη και, χειριζόμενος τώρα ένα τσεκούρι σε κάθε χέρι, χίμησε πάνω στην Παντοκρατορική πολεμίστρια.

Η οποία ούρλιαξε: «Εισβολείς! ΕΙΣΒΟΛΕΙΣ!» Το ουρλιαχτό της μετατράπηκε σε κάτι ακατανόητο, καθώς ένα απ’τα τσεκούρια του επαναστάτη έσπασε το αριστερό της γόνατο, σωριάζοντάς την στην άμμο.

Η Οτλάβι τη σπάθισε στο πρόσωπο και, μαζί με τον Ίσμαρ, έτρεξαν μέσα στις σκιές του στρατοπέδου.

Σύντομα, χάος θ’ακολουθούσε. Αλλά ήταν προετοιμασμένοι γι’αυτό.

*

«Αυτός ο άντρας είναι στα πρόθυρα του ύπνου,» είπε ο Λόαχραμ’νιρ, ύστερα από ένα ξόρκι.

Εκείνος κι η Νατλάο ήταν κρυμμένοι στις σκιές, έξω απ’τη νότια άκρη του στρατοπέδου, και ατένιζαν δύο φρουρούς που βρίσκονταν στο δρόμο τους. Ετούτο ήταν το πιο κατάλληλο σημείο για να εισβάλουν· τα υπόλοιπα ήταν πολύ καλύτερα φυλαγμένα.

«Μπορείς να ταχτοποιήσεις τον άλλο;» ρώτησε ο μάγος.

«Επειδή είναι στα πρόθυρα του ύπνου, δε σημαίνει κι ότι θα κοιμηθεί.»

«Θα κοιμηθεί,» της είπε ο Λόαχραμ, «πίστεψέ με. Μπορείς να ταχτοποιήσεις τον άλλο;»

Η Νατλάο απασφάλισε τη βαλλίστρα της, υψώνοντάς την και σημαδεύοντας. «Ναι.»

Ο Λόαχραμ άρθρωσε μια σειρά από ακατανόητες φράσεις και διέγραψε σύμβολα στον αέρα με τα μακριά του δάχτυλα. Ο φρουρός τον οποίο κοίταζε χασμουρήθηκε και, ακουμπώντας την πλάτη του στο πάνινο τοίχωμα της σκηνής πίσω του, αποκοιμήθηκε.

Η Νατλάο πάτησε τη σκανδάλη της βαλλίστρας της. Το βέλος έσχισε τον αέρα και καρφώθηκε στην κοιλιά του άλλου Παντοκρατορικού πολεμιστή. Εκείνος διπλώθηκε, αφήνοντας την ασπίδα του να πέσει και κρατώντας το στέλεχος του βλήματος με τα δύο χέρια. Η Νατλάο, ρίχνοντας τη βαλλίστρα της στον ώμο, έτρεξε καταπάνω του, ενώ, συγχρόνως, ξεθηκάρωνε το ξιφίδιο απ’την κνήμη της. Ο άντρας ήταν, ούτως ή άλλως, σχεδόν νεκρός όταν τον έφτασε, αλλά του έσχισε το λαιμό, για να βεβαιωθεί.

Ο Λόαχραμ’νιρ την ακολούθησε μέσα στο στρατόπεδο, και διαπίστωσαν ότι είχαν βρεθεί στη μεριά όπου οι Λευκοί –οι πολεμιστές του Θρόνου της Ελρείσβα– είχαν στημένες τις σκηνές τους.

Ο Πρωτοσπαθάριος είναι εδώ… σκέφτηκε η Νατλάο. Κοιμάται κάπου κοντά μας…

*

«Νομίζω πως ήρθε η ώρα να ξεκινήσουμε,» είπε ο Ράλναχ, παρατηρώντας κάποια αναστάτωση στην ανατολική μεριά του στρατοπέδου.

Ο Ίσναχ, που κοίταζε προς τα εκεί με τα κιάλια του, τα κατέβασε από μπροστά του και κατένευσε. «Ναι.»

Πίσω απ’τα απομεινάρια του τοίχου όπου κρύβονταν, είχαν ήδη ανάψει ένα μικρό μαγκάλι, το οποίο υπήρχαν ελάχιστες πιθανότητες να προσέξουν οι Παντοκρατορικοί από τον καταυλισμό τους. Τώρα, οι δύο επαναστάτες έβαλαν φωτιά στα βέλη τους, τα πέρασαν στα τόξα, και τα εξαπέλυσαν προς τις σκηνές…

*

Ο Νίρχαλμον, έχοντας ανεβεί στον αμμόλοφο πίσω απ’τον οποίο ήταν σταματημένο το όχημά του, κοίταζε το στρατόπεδο με τα κιάλια του, πεσμένος μπρούμυτα. Και τώρα, είδε τις φωτιές ν’ανάβουν, ενώ μια μικρή βροχή από βέλη ερχόταν από το κατεστραμμένο χωριό των Σάμπελ’τοθ.

Μειδίασε, άγρια.

*

Ολόκληρο το στρατόπεδο των Παντοκρατορικών και του Θρόνου της Ελρείσβα αναστατώθηκε. Πολεμιστές έβγαιναν απ’τις σκηνές τους, ξεσηκωμένοι απ’τις φωνές των συντρόφων τους, ημίγυμνοι και πρόχειρα οπλισμένοι.

Φωτιές στα βόρεια! έλεγαν ορισμένοι.

Κάποιοι μάς τοξεύουν απ’την όαση! Απ’την όαση!

Ενώ, στην ανατολική μεριά του καταυλισμού: Εισβολείς! φώναζαν αυτοί που είδαν τους νεκρούς. Εισβολείς! Βρείτε τους! Βρείτε τους!

Ο Κάραγγελ βγήκε απ’τη σκηνή του με το ξίφος του στο δεξί χέρι, κι αντίκρυ του είδε τη μορφή της Πριγκίπισσας Θυάλκνα να έχει κι εκείνη βγει απ’τη σκηνή της, επίσης οπλισμένη, αν και ημίγυμνη.

«Τι συμβαίνει;» φώναξε ο Πρωτοσπαθάριος σ’έναν απ’τους πολεμιστές του Θρόνου της Ελρείσβα. «Τι συμβαίνει;»

Ο άντρας ζύγωσε. «Φωτιές, Υψηλότατε.» Έδειξε προς τα βόρεια, όπου φαίνονταν οι φλόγες, όπως και ο καπνός. «Και μόλις άκουσα ότι κάποιος ή κάποιοι εισέβαλαν από τ’ανατολικά. Βρέθηκαν νεκροί στρατιώτες από εκεί.»

Ο Κάραγγελ καταράστηκε. Ετούτη η επίθεση τού θύμιζε την προηγούμενη επίθεση. Των επαναστατών…

*

«Στην όαση!» φώναξε ο Αλκίνοος. «Στην όαση! Σκοτώστε αυτούς τους τοξότες! Κουνηθείτε!»

Οι στρατιώτες που ήταν κοντά του έτρεξαν, για να συγκεντρώσουν περισσότερους.

«Εσείς!» Ο Αλκίνοος στράφηκε σε τρεις άλλους που είχαν μόλις βγει από μια σκηνή. «Μαζέψτε ανθρώπους για να σβήσουν τις φωτιές! Κουνηθείτε! Μην κάθεστε να με κοιτάτε σα χαζοί! Κουνηθείτε, γαμώ το Μυαλό του Σκοτοδαίμονος!»

Οι στρατιώτες έτρεξαν να εκτελέσουν τη διαταγή του.

Με την άκρια του ματιού του, ο Αλκίνοος πρόσεξε τον Στρατηγό Ίδα να πλησιάζει. Στράφηκε για να τον αντικρίσει. «Εξακολουθείς να πιστεύεις ότι πολεμάμε φαντάσματα;» τον ρώτησε.

«Δεν έχω δει ανθρώπινους αντιπάλους ακόμα,» αποκρίθηκε ο Ίδας.

*

Συγκεντρώνονται βόρεια, παρατήρησε η Νίκη. Σύμφωνα με το σχέδιό μας.

Γλιστρώντας έξω απ’τις σκιές, άρπαξε το κράνος ενός φρουρού και του έσχισε τον λαιμό απ’το ένα αφτί ώς το άλλο. Τον άφησε να σωριαστεί και προχώρησε, ακολουθούμενη από την Ταμλάκο, η οποία είχε τώρα περάσει το τόξο της στην πλάτη και τραβήξει το σπαθί της.

Περνώντας ανάμεσα από τις σκηνές του καταυλισμού, πηγαίνοντας από σκιά σε σκιά, οι δύο επαναστάτριες έφτασαν στα φορτηγά.

Τα κανόνια… Το βλέμμα της Μαύρης Δράκαινας τα αναζήτησε, και τα βρήκε πίσω από τα άλλα οχήματα. Εκ του ασφαλούς πάντα. Οι Παντοκρατορικοί είχαν περιτριγυρίσει τα οπλοφόρα οχήματα με τα υπόλοιπα. Εγώ, όμως, είμαι εκπαιδευμένη να διεισδύω παντού. Παντού.

«Ρίξε στη φρουρό στα δεξιά,» είπε στην Ταμλάκο.

«Κι οι άλλοι δύο;»

Δύο άλλοι φρουροί, σίγουρα, θα έβλεπαν τη γυναίκα να πεθαίνει. Οι Παντοκρατορικοί είχαν κυκλωμένα τα οχήματα με φύλακες.

«Θα τους φροντίσω εγώ αυτούς. Ρίξτης. –Τώρα!» Η Νίκη έφυγε απ’το πλάι της Ταμλάκο, τρέχοντας.

Η Ταμλάκο, έχοντας θηκαρώσει το σπαθί της και βγάλει το τόξο της, σημάδεψε τη φρουρό και άφησε τη χορδή. Το βέλος καρφώθηκε στο στήθος της.

Ένα ξιφίδιο στροβιλίστηκε στον αέρα, σχίζοντας το λαιμό του πολεμιστή που ήταν πιο μακριά από τους τρεις, τη στιγμή που εκείνος πρόσεξε ότι κάτι συνέβαινε.

Ο τελευταίος φρουρός είδε, ξαφνικά, μια μαύρη, κουκουλοφόρο μορφή να έρχεται καταπάνω του –να πέφτει στο έδαφος, κυλώντας –να χτυπά τα πόδια του με τα πόδια της.

Ο άντρας σωριάστηκε, κοπανώντας το κεφάλι του στο όχημα πίσω του. Και, καθώς ήταν ζαλισμένος, η Νίκη πήδησε πάνω του και τον κάρφωσε στον λαιμό. Ύστερα, πετάχτηκε πάλι όρθια, τρέχοντας ανάμεσα από τα οχήματα, για να φτάσει στα κανόνια.

Η Ταμλάκο είχε άλλη δουλειά: Θα πήγαινε για τις ενεργειακές φιάλες.

Ανοίγοντας την πίσω πόρτα ενός φορτηγού, ανέβηκε στο εσωτερικό του, και, τραβώντας το σπαθί της, άρχισε να χτυπά τις φιάλες, αφήνοντας την υγρή ενέργεια να κυλήσει στο πάτωμα και να γεμίσει τον αέρα με την έντονη οσμή της. Δεν την ενδιέφερε το γεγονός ότι οι σπαθιές της έκαναν θόρυβο· ούτως ή άλλως, γινόταν πολλή φασαρία στο στρατόπεδο. Η ταχύτητα ήταν που μετρούσε τώρα.

*

Η Νατλάο πάτησε τη σκανδάλη της βαλλίστρας της, σκοτώνοντας έναν φρουρό.

Ο Λόαχραμ’νιρ, χρησιμοποιώντας έναν ενεργειακό αναπτήρα, έβαλε φωτιά στη σκηνή κοντά τους.

Ο μάγος και η τελευταία των Ερνεό’ωμ απομακρύνθηκαν, γρήγορα.

«Τα φορτηγά είναι προς τα εκεί,» είπε ο Λόαχραμ, δείχνοντας. Είχαν σταματήσει μέσα σε πυκνές σκιές, γονατισμένοι, για να τραβούν όσο το δυνατόν λιγότερο την προσοχή.

Πέντε πολεμιστές πέρασαν από μπροστά τους, χωρίς να τους δουν. Πέντε Λευκοί πολεμιστές, παρατήρησε η Νατλάο· και μετά, έστρεψε το βλέμμα της προς τα εκεί όπου έδειχνε ο σύντροφός της, για να δει τη μεταλλική γυαλάδα δύο μεγάλων οχημάτων. Ήταν διαφορετικά από αυτά των Παντοκρατορικών. Όχι τίποτα τεράστιες διαφορές, δηλαδή, αλλά μπορούσες να καταλάβεις ότι ανήκαν στον Θρόνο της Ελρείσβα, από το σχήμα τους και από το σύμβολο επάνω τους.

Η Νατλάο ένευσε, περνώντας ένα καινούργιο βέλος στη βαλλίστρα της. «Πάμε.»

Έφυγαν από τις σκιές που τους κάλυπταν και κρύφτηκαν πάλι λίγο παρακάτω, για ν’αποφύγουν μια ομάδα Λευκών πολεμιστών, οι οποίοι έτρεχαν προς τη σκηνή που είχε πυρπολήσει ο Λόαχραμ.

Τότε ήταν που η Νατλάο είδε τον Πρωτοσπαθάριο Κάραγγελ να στέκεται μπροστά σε μια σκηνή, ημίγυμνος και με το σπαθί του στο δεξί χέρι.

Χωρίς να το καλοσκεφτεί, σχεδόν από ένστικτο, ύψωσε τη βαλλίστρα της και πάτησε τη σκανδάλη.

*

Ο Νίρχαλμον μασουλούσε ένα αποξηραμένο φρούτο, καθώς παρακολουθούσε τα δρώμενα, ξαπλωμένος επάνω στον αμμόλοφο με τα κιάλια του εμπρός του.

Καλύτερα ν’αρχίσετε τη στρατηγική υποχώρηση, σκέφτηκε, βλέποντας Παντοκρατορικούς στρατιώτες να βγαίνουν απ’τη βόρεια, φλεγόμενη μεριά του καταυλισμού και να τρέχουν προς το κατεστραμμένο χωριό των Σάμπελ’τοθ και την όαση, κραυγάζοντας και έχοντας τα όπλα τους υψωμένα.

*

«Ήρθε η ώρα να πηγαίνουμε,» είπε ο Ίσναχ, περνώντας το τόξο του στην πλάτη.

«Επάνω που είχ’ αρχίσει να διασκεδάζω…» μούγκρισε ο Ράλναχ.

«Ακόμα κι ο λεοντόσαυρος ξέρει να υποχωρεί μπροστά σ’έναν ισχυρότερο εχθρό.» Κλοτσώντας το μαγκάλι, ο Ίσναχ έτρεξε, και ο Ράλναχ τον ακολούθησε, προς τα βόρεια, προς το χείλος του φαραγγιού και το μονοπάτι που οδηγούσε κάτω.

«Το λιοντάρι των βουνών δεν πτοείται απ’το βρυχηθμό της γάτας της όασης!»

«Καλύτερα να είσαι σαν τον αετό, που βλέπει πιο μακριά, παρά σαν τον αμμοπόντικα, που βλέπει μονάχα μπροστά του.»

Άρχισαν να κατεβαίνουν το μονοπάτι, ενώ πίσω τους αντηχούσαν οι πολεμικές κραυγές των Παντοκρατορικών, που ζύγωναν την όαση γρήγορα.

«Το πλήθος των κορακιών δεν τρομάζει τον αετό!» είπε ο Ράλναχ.

«Αρκετά!» γρύλισε ο Ίσναχ, καθώς κατευθύνονταν προς την προεξοχή στο τοίχωμα του φαραγγιού, η οποία θα τους οδηγούσε σε ασφαλές μέρος.

*

Ο Ίσμαρ έκοψε το χοντρό σχοινί μιας σκηνής, κάνοντάς τη να πέσει από τη μια μεριά, και παρακωλύοντας τρεις πολεμιστές που καταδίωκαν εκείνον και την Οτλάβι.

«Δε νομίζω ότι τα καταφέραμε και τόσο καλά,» είπε στην επαναστάτρια, καθώς απομακρύνονταν. «Ο αντιπερισπασμός του Ίσναχ δεν τους πήρε μακριά από εμάς τους δυο.»

Κρύφτηκαν, και η Οτλάβι πυρπόλησε μια σκηνή με τον ενεργειακό της αναπτήρα.

Έτρεξαν πάλι–

–και βρέθηκαν περιτριγυρισμένοι από τέσσερις αντιπάλους. Η μία ήταν Λευκή πολεμίστρια του Θρόνου της Ελρείσβα, οι άλλοι τρεις Παντοκρατορικοί.

Ο Ίσμαρ και η Οτλάβι δεν έχασαν χρόνο· χίμησαν καταπάνω τους με το που τους είδαν. Έπρεπε να φύγουν από δω, προτού συγκεντρωθούν περισσότεροι.

Τα τσεκούρια του Ίσμαρ κινήθηκαν καταιγιστικά, χτυπώντας και χτυπώντας και χτυπώντας, μην αφήνοντας τους εχθρούς του να αντεπιτεθούν· ενώ η Οτλάβι ακολουθούσε άλλη τακτική, αποφεύγοντας τις επιθέσεις των αντιπάλων και σπαθίζοντάς τους με ταχύτητα και ακρίβεια. Το ξίφος της κάρφωσε έναν Παντοκρατορικό στο μάτι, σκοτώνοντας τον. Μετά, η επαναστάτρια έσκυψε, για ν’αποφύγει τη σπαθιά της Ελρείσβιας πολεμίστριας· η λεπίδα τής πήρε την κουκούλα απ’το κεφάλι, κι η αντίπαλός της είδε ότι ήταν Λευκή, παρότι το φως σ’ετούτο το σημείο του καταυλισμού ήταν ασθενικό. «Προδότρια!» γρύλισε, τρίζοντας τα δόντια, και τα μάτια της φάνηκαν να πετούν σπίθες.

Εν τω μεταξύ, ο Ίσμαρ είχε σπάσει το κεφάλι του ενός Παντοκρατορικού και τώρα επιτιθόταν στον άλλο, ο οποίος προστατευόταν με την ασπίδα του και προσπαθούσε να βρει ευκαιρία για να σπαθίσει τον επαναστάτη.

Τότε ήταν που ήρθε η Πριγκίπισσα του Θρόνου της Ελρείσβα, μαζί με πέντε Λευκούς πολεμιστές της.

Η Θυάλκνα είχε κατευθυνθεί προς ετούτη τη μεριά του στρατοπέδου επειδή, βγαίνοντας από τη σκηνή της, της είχαν πει ότι, εκτός από τις φωτιές στα βόρεια, κάποιος ή κάποιοι είχαν εισβάλει από τ’ανατολικά: φρουροί είχαν σκοτωθεί, γρήγορα και προτού προλάβουν να κάνουν πολλή φασαρία. Η Πριγκίπισσα, έχοντας το σπαθί της στο χέρι, φώναξε σε μερικούς από τους πολεμιστές της να την ακολουθήσουν και ήρθε προς τα εδώ, για να δει από μόνη της τι γινόταν και, αν ήταν δυνατόν, να βοηθήσει στην εύρεση και την εξολόθρευση των εισβολέων, προτού προλάβουν να προκαλέσουν σοβαρές ζημιές στο στρατόπεδο –όπως να πυρπολήσουν σκηνές ή να φτάσουν στα οχήματα.

Δεν είχε χρόνο να δέσει τα καστανόξανθά της μαλλιά, και τώρα η πλούσια κώμη χυνόταν λυτή στην πλάτη της, ξεπερνώντας τη μέση της σε μήκος. Επίσης, ήταν ντυμένη μόνο με το μεσοφόρι που φορούσε μέσα στη σκηνή της ενώ κοιμόταν, όμως βάδιζε σα να ήταν ντυμένη με την πανοπλία της από φολίδες λεοντόσαυρου.

Και ήταν πολύ τυχερή, όπως φαινόταν! Οι θεοί ήταν με το μέρος της! Γιατί τώρα εμπρός της έβλεπε δύο από τους εισβολείς. Επαναστάτες, κατά πάσα πιθανότητα.

Αμέσως, έτρεξε καταπάνω στη Λευκή γυναίκα που της είχε πέσει η κουκούλα, φανερώνοντας λεία, μαύρα μαλλιά. Το μισό πρόσωπό της έκρυβε ένα μαντήλι.

Η Οτλάβι είδε την Πριγκίπισσα να έρχεται, αλλά δεν την αναγνώρισε. Δεν ήξερε ποια ήταν. Την παραξένεψε, ωστόσο, η αποφασιστικότητά της. Ορμούσε στη μάχη μ’αυτά τα μαλλιά λυτά; Πρέπει να ήταν τρελή!

Η Οτλάβι απέφυγε, γι’ακόμα μια φορά, το λεπίδι της Ελρείσβιας πολεμίστριας εμπρός της, και τη σπάθισε στο πλάι του λαιμού, καθώς η Θυάλκνα έφτανε.

Η Πριγκίπισσα του Θρόνου της Ελρείσβα συγκρούστηκε με την επαναστάτρια. Τα σπαθιά τους συναντηθήκαν στον αέρα, κλαγγάζοντας. Η όψη της Θυάλκνα δε φανέρωνε θυμό, που έβλεπε μια Λευκή για αντίπαλο· μονάχα αυτοπεποίθηση και πειθαρχία.

Η Οτλάβι τράβηξε πίσω το ξίφος της και, μετά, έκανε να καρφώσει την αντίμαχό της στα πλευρά· αλλά εκείνη την κλότσησε στο αριστερό γόνατο. Η Οτλάβι έχασε την ισορροπία της, γρυλίζοντας· το λεπίδι της χώθηκε στην άμμο.

Το σπαθί της Πριγκίπισσας κατέβηκε. Η επαναστάτρια, εγκαταλείποντας το όπλο της, κύλησε στο πλάι και δεν τραυματίστηκε. Σηκώθηκε μετά δυσκολίας και τράβηξε ένα ξιφίδιο απ’τη μπότα της.

Το σπαθί της Θυάλκνα σφύριξε ξανά, σχίζοντας τον αέρα. Η Οτλάβι το απέφυγε –και δέχτηκε την επόμενη κλοτσιά της Πριγκίπισσας κάτω απ’το στήθος, στο διάφραγμα. Διπλώθηκε, άθελά της. Αλλά –Πρέπει να τη σκοτώσω, γρήγορα!– το ξιφίδιό της κινήθηκε προς την αντίπαλό της, σα φίδι που περιμένει στην άμμο να πεταχτεί και να δαγκώσει.

Η λεπίδα έσχισε το μεσοφόρι της Θυάλκνα, τραυματίζοντάς την στα πλευρά. Όμως δεν μπήχτηκε μέσα της. Η Πριγκίπισσα αιφνιδιάστηκε προς στιγμή, νιώθοντας τον ξαφνικό πόνο, μα δεν υποχώρησε. Το γυμνό της πόδι κλότσησε την επαναστάτρια στο σαγόνι, κάνοντάς την να πεταχτεί όπισθεν και να σωριαστεί ανάσκελα.

Το ξιφίδιο έφυγε απ’τη λαβή της Οτλάβι, καθώς ο κόσμος της στριφογύριζε. Αισθανόταν τα δόντια της να έχουν σπάσει· κομμάτια τους ήταν μέσα στο στόμα της, στο λαιμό της…

Ίσμαρ…! σκέφτηκε. Πού είναι ο Ίσμαρ;…

Και ήταν η τελευταία της σκέψη.

Το σπαθί της Πριγκίπισσας καρφώθηκε, με ακρίβεια, στην καρδιά της.

Εν τω μεταξύ, ο Ίσμαρ είχε βρεθεί περιτριγυρισμένος από τους μαχητές της Ελρείσβα· και, παρότι κατάφερε να ξεπαστρέψει τον Παντοκρατορικό αντίπαλό του με μια τσεκουριά στο μηρό κι άλλη μια στο λαιμό, ήξερε πως του ήταν αδύνατον να τα βάλει με πέντε εχθρούς συγχρόνως. Προσπάθησε να τους αποφύγει, τρέχοντας προς τη σκηνή που είχε, πριν από λίγο, πυρπολήσει η Οτλάβι–

Πού είν’η Οτλάβι τώρα;

Κοιτάζοντας πάνω απ’τον ώμο του, είδε τη συντρόφισσά του να αντιμετωπίζει μια Λευκή πολεμίστρια με καστανόξανθα μαλλιά που θύμιζαν μανδύα με το μήκος τους. Μια πολεμίστρια η οποία έμοιαζε να μάχεται σαν ανεμοστρόβιλος της ερήμου! Μα τους θεούς, ποια είν’αυτή; σκέφτηκε, γνωρίζοντας πως έπρεπε να επιστρέψει, για να βοηθήσει την Οτλάβι. Αλλά, επίσης, γνώριζε ότι δεν μπορούσε να το κάνει, γιατί οι πέντε πολεμιστές θα τον κύκλωναν και θα τον πετσόκοβαν σαν σφαχτάρι.

Έκοψε ένα σχοινί της φλεγόμενης σκηνής, αφήνοντάς τη να πέσει πίσω του, κλείνοντας το δρόμο των εχθρών του.

Έτσι, δεν είδε ποτέ την Οτλάβι να πεθαίνει…

Μπροστά του, ξαφνικά, βρέθηκαν τρεις Παντοκρατορικοί στρατιώτες. Ο ένας τον σημάδευε με μια οπλισμένη βαλλίστρα.

Ο Ίσμαρ τινάχτηκε στο πλάι, επάνω σε μια σκηνή.

Το βέλος αστόχησε για μερικά εκατοστά τον λαιμό του. Το ύφασμα της σκηνής άντεξε. Ο Ίσμαρ, όμως, το έσχισε με μια τσεκουριά–

–και βρέθηκε σ’ένα μέρος άδειο από εχθρούς. Οι Παντοκρατορικοί είχαν βγει, για ν’αναζητήσουν τους εισβολείς έξω απ’τις σκηνές, όχι μέσα.

Ο Ίσμαρ έτρεξε, ενώ τον καταδίωκαν.

Βγήκε απ’την άλλη μεριά της σκηνής, και έσπασε το κεφάλι μιας Παντοκρατορικής πολεμίστριας που βρέθηκε στο δρόμο του. Ένα βέλος πέρασε πάνω απ’το δικό του κεφάλι –ο καταραμένος βαλλιστροφόρος, πάλι!

Ο Ίσμαρ στράφηκε, για να του πετάξει ένα τσεκούρι –και είδε ότι πίσω του τώρα βρίσκονταν πέντε Παντοκρατορικοί, όχι τρεις όπως πριν.

Σκατά!

Εκτόξευσε το ένα τσεκούρι του. Το όπλο στροβιλίστηκε στον αέρα και μπήχτηκε στο στήθος του βαλλιστροφόρου.

Οι άλλοι τέσσερις χίμησαν στον Ίσμαρ. Ο επαναστάτης έσκυψε, χτυπώντας τον πρώτο στο πόδι, και, καθώς ο άντρας έπεφτε, του άρπαξε την ασπίδα. Τη σήκωσε, για ν’αποκρούσει τα χτυπήματα των υπόλοιπων.

Κι έτρεξε πάλι.

Είμαι παγιδευμένος!

Είδε έναν βαλλιστροφόρο να τον σημαδεύει, κι απέκρουσε το βέλος πάνω στην ασπίδα του.

Παγιδευμένος!

Είχε αρχίσει να πανικοβάλλεται, κι αυτό δεν ήταν καλό. Το ήξερε, μα δε μπορούσε να κάνει τίποτα για να το σταματήσει.

«Ααααρχχ…!» κραύγασε, ξαφνικά.

Ένα άλλο βέλος τον είχε χτυπήσει στον αριστερό ώμο.

Παντοκρατορικοί μαχητές έρχονταν από παντού.

«ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΡΡΡ!» Ο Ίσμαρ εκτόξευσε το δεύτερο τσεκούρι του, πετυχαίνοντας έναν στα πλευρά και σωριάζοντάς τον.

Ένας δυνατός θόρυβος αντήχησε. Ένας δυνατός μηχανικός θόρυβος.

Τροχοί κυλούσαν.

Μια ολόκληρη σκηνή κατέρρευσε.

Οι Παντοκρατορικοί σκόρπισαν, αιφνιδιασμένοι, καθώς ένα τετράτροχο, ανοιχτό όχημα παρουσιαζόταν.

«Πήδα πάνω!» φώναξε ο Νίρχαλμον, περνώντας δίπλα από τον Ίσμαρ.

Εκείνος αρπάχτηκε από το πλάι του οχήματος και κατρακύλησε στο εσωτερικό του. Ο πόνος από το βέλος στον ώμο του τον έκανε να ουρλιάξει, σαν λαβωμένο θηρίο.

*

Ο Κάραγγελ αισθάνθηκε κάτι να τον σπρώχνει, με δύναμη. Έχασε την ισορροπία του και σωριάστηκε, ανάσκελα.

Ένα βέλος είχε καρφωθεί στα πλευρά του.

Ο πόνος, που ήρθε μετά το πρώτο σοκ, τον παρέλυσε.

Είδε ανθρώπους να τρέχουν γύρω του. Πολεμιστές της Ελρείσβα. Είδε κάποιον να στέκεται από πάνω του και να υψώνει μια ασπίδα.

Κραυγές, πανταχόθεν.

Το κεφάλι του… Πρέπει να είχε χτυπήσει το κεφάλι του, πέφτοντας, γιατί ζαλιζόταν. Τα πάντα στροβιλίζονταν. Έκαναν… σπείρες… σπείρες… απ’τις οποίες ουρές προεξείχαν, κυμάτιζαν, σαν μαλλιά… –Το σύμβολο από τα όνειρά του! Έλαμψε μπροστά στα μάτια του.

Και μετά, σκοτάδι.

*

«Όχι!» γρύλισε ο Λόαχραμ’νιρ. «Δεν έπρεπε να το κάνεις αυτό! Έλα!»

Απομακρύνθηκαν, γρήγορα, στρίβοντας πίσω από μια σκηνή.

«Αυτός ήταν ο Πρωτοσπαθάριος!» είπε η Νατλάο. «Ο Πρωτοσπαθάριος!»

«Και γύρω του ήταν ένα σωρό πολεμιστές, που τώρα μας ψάχνουν!» Ο Λόαχραμ πάτησε το κουμπί του ενεργειακού αναπτήρα του, κι έβαλε φωτιά στη σκηνή πλάι τους.

Έτρεξαν, και κρύφτηκαν ανάμεσα σε δυο άλλες σκηνές.

«Να μπούμε εδώ,» πρότεινε η Νατλάο, δείχνοντας με το βλέμμα τη μία από αυτές. «Διασχίζοντάς την, πρέπει πάλι να φτάσουμε στα οχήμ–»

Ο Λόαχραμ είχε ήδη αρχίσει να μουρμουρίζει ένα ξόρκι πίσω απ’το μαντήλι που κάλυπτε το μισό του πρόσωπο.

Η Νατλάο συνοφρυώθηκε. Τι κάνει;

«Εντάξει,» είπε ο μάγος· «δεν είναι κανείς μέσα.» Σήκωσε την άκρη της σκηνής και γλίστρησε στο εσωτερικό.

Η τελευταία των Ερνεό’ωμ τον ακολούθησε. Πράγματι, σκέφτηκε, κανείς. Μονάχα όπλα, σάκοι, στρώματα, και άλλα μικροπράγματα.

Διέσχισαν τη σκηνή και έφτασαν στην αντικρινή μεριά της.

Ο Λόαχραμ έκανε μια σχισμή στο ύφασμα μ’ένα ξιφίδιό του, και κοίταξε έξω. «Όπως το περίμενα,» είπε. «Αυτή τη στιγμή, τα φορτηγά είναι αφύλαχτα. Αλλά θα πρέπει να βιαστούμε, Νατλάο.» Στράφηκε να την κοιτάξει, καθώς εκείνη όπλιζε τη βαλλίστρα της. «Και μην ρίξεις πάλι σε κανέναν,» της τόνισε.

Η Μελανή κατένευσε.

«Εκτός αν είναι απαραίτητο,» πρόσθεσε ο μάγος, και έκανε ένα μεγαλύτερο σχίσιμο με το ξιφίδιό του στο ύφασμα της σκηνής.

Δυστυχώς, δεν είχε δει κάτι που ήταν κοντά του. Έναν Λευκό πολεμιστή στ’αριστερά. Εκείνος, όμως, αναπόφευκτα τον είδε, καθώς ο Λόαχραμ έβγαινε. Και ύψωσε το σπαθί του. Ο μάγος αιφνιδιάστηκε, ετοιμάζοντας το ξιφίδιό του για ν’αποκρούσει τη μεγαλύτερη λεπίδα.

Η Νατλάο τόξεψε τον Ελρείσβιο μαχητή με τη βαλλίστρα της. Το βέλος μπήχτηκε στο στήθος του και βγήκε απ’την πλάτη.

«Ήταν απαραίτητο ή όχι, μάγε;»

Ο Λόαχραμ’νιρ μειδίασε. «Τολμώ να πω πως ήταν.»

Έτρεξαν, φτάνοντας στα δύο σταθμευμένα φορτηγά. Ο μάγος άνοιξε μια μπροστινή πόρτα κι άφησε τη Νατλάο να μπει πρώτη και να καθίσει στη θέση του συνοδηγού. Ο ίδιος ανέβηκε, μετά, στη θέση του οδηγού.

«Κάποιοι είν’εκεί!» ακούστηκε μια φωνή. «Οι εισβολείς! Οι εισβολείς!»

Η Νατλάο πέρασε ένα βέλος στη βαλλίστρα της, προσπαθώντας γρήγορα να την οπλίσει.

Ο Λόαχραμ’νιρ υποτονθόρυζε ένα ξόρκι, αγγίζοντας ένα σημείο της κονσόλας του οχήματος.

Η Νατλάο είδε, από τα τζάμια, Λευκούς πολεμιστές να έρχονται, ξεσπαθωμένοι. «Ό,τι κι αν κάνεις, κάντο γρήγορα!»

Το φορτηγό βρυχήθηκε, καθώς οι μηχανές του άναψαν.

«Εντάξει είμαστε…» Ο Λόαχραμ έπιασε το τιμόνι. Το πόδι του πάτησε ένα πετάλι, και οι μεγάλοι τροχοί κύλησαν. Ένας πολεμιστής ούρλιαξε, καθώς τον συνέθλιβαν από κάτω τους.

Το ψηλό όχημα διέλυσε σκηνές στο πέρασμά του, κατευθυνόμενο βορειοανατολικά.

«Τι του έκανες, πριν;» ρώτησε η Νατλάο. «Προσπαθούσες να το ξεκινήσεις;»

«Ναι,» απάντησε ο Λόαχραμ. «Ήταν κλειδωμένο, και δεν είχα το κλειδί. Χρησιμοποίησα ένα Ξόρκι Μηχανικής Εκκινήσεως. Δεν είναι ακριβώς της ειδικότητάς μου, αλλά είναι ένα σχετικά απλό ξόρκι.»

*

Η Νίκη μπήκε στο όχημα και πήγε αμέσως στους δέκτες του ενεργειακού κανονιού: τις δύο μεταλλικές πλάκες που έπρεπε να αγγίζει ο Τεχνομαθής μάγος όταν χρησιμοποιούσε τη Μαγγανεία Οπλικής Φορτίσεως για να κάνει το επικίνδυνο όπλο να λειτουργεί.

Η Μαύρη Δράκαινα τράβηξε το σπαθί της και έκοψε τα καλώδια που συνέδεαν τους δέκτες με τα υπόλοιπα συστήματα του κανονιού. Μετά, ανέβηκε μια μικρή σκάλα και σπάθισε το χειριστήριο του όπλου, καταστρέφοντας κυκλώματα και μοχλούς.

Βγήκε και πήγε στο διπλανό όχημα. Άνοιξε την πίσω πόρτα του και μπήκε, χτυπώντας πάλι τους δέκτες και το χειριστήριο με το ξίφος της.

Ασφαλώς, όλα αυτά δεν ήταν τόσο δύσκολο να επιδιορθωθούν, μα, σίγουρα, οι Παντοκρατορικοί δε μπορούσαν να τα επισκευάσουν μες στη μέση της ερήμου. Ή, ακόμα κι αν μπορούσαν, αυτό θα τους καθυστερούσε. Η εκστρατεία τους θ’αργούσε, πράγμα που θα έδινε περισσότερη δύναμη στην Επανάσταση: περισσότερο χρόνο για να οργανώσουν τους Μελανούς του Κοράκου Τόπου.

Η Νίκη πήγε στην πόρτα του φορτηγού, για να βγει–

–και είδε Παντοκρατορικούς πολεμιστές να έρχονται, περνώντας ανάμεσα απ’τα άλλα οχήματα.

«Εκεί!» φώναξε ένας άντρας ανάμεσά τους, δείχνοντάς την. «Εκεί!»

Πώς με αντιλήφτηκαν;

Αλλά, ύστερα, κατάλαβε: Οι καταραμένοι Τεχνομαθείς είχαν υφάνει Μαγγανείες Εντοπισμού Μηχανικής Ακεραιότητος επάνω στα κανόνια· κι αυτό σήμαινε ότι, μόλις τα όπλα πάθαιναν ζημιά, εκείνοι το ήξεραν. Κάτι μέσα τους τους ειδοποιούσε.

Η Νίκη πήδησε έξω απ’το φορτηγό, φωνάζοντας το όνομα της Ταμλάκο, για να ειδοποιήσει τη Μελανή επαναστάτρια ότι ήταν ώρα να φύγουν.

Οι Παντοκρατορικοί όρμησαν καταπάνω στη Μαύρη Δράκαινα… και συγκρούστηκαν με την ατσάλινη εκπαίδευσή της. Το σπαθί της Νίκης έσχισε έναν λαιμό· το σώμα της ελίχτηκε, αιλουροειδώς, αποφεύγοντας χτυπήματα· το πόδι της έκανε έναν εχθρό να σωριαστεί στην άμμο· το ξιφίδιό της μπήχτηκε σ’ένα μάτι –και μετά εκτοξεύτηκε, για να καρφωθεί στο στήθος του Τεχνομαθή μάγου.

Η Ταμλάκο συνάντησε τη Νίκη ανάμεσα σε δύο φορτηγά. Στα χέρια της ήταν τώρα το τόξο της, και εξαπέλυσε δύο απανωτά βέλη προς τους ερχόμενους στρατιώτες. Το ένα μπήχτηκε σ’έναν μηρό, το δεύτερο σε μια κοιλιά.

Η Μαύρη Δράκαινα και η Μελανή επαναστάτρια έτρεξαν, γλιστρώντας μες στις σκιές των σκηνών στη δυτική μεριά του στρατοπέδου, η οποία ήταν σχετικά ήσυχη· οι περισσότεροι στρατιώτες πρέπει να είχαν πάει προς τα βόρεια και τ’ανατολικά.

Ένας άντρας, όμως, στάθηκε στο διάβα τους. Ένας αξιωματικός, αν έκρινε κανείς από τα ρούχα του. Προσωρινός Στρατηγός, τον αναγνώρισε η Νίκη. Γαλανόδερμος. Μάλλον, ο αρχηγός της εκστρατείας. Και μαζί του ήταν άλλοι πέντε στρατιώτες. Δύο απ’αυτούς κρατούσαν βαλλίστρες, οπλισμένες και υψωμένες.

Η Νίκη, πάραυτα, έπεσε πάνω στην Ταμλάκο, σωριάζοντάς την στην άμμο.

Τα βέλη πέρασαν από εκεί όπου, κανονικά, έπρεπε να βρίσκονταν οι δύο γυναίκες.

«Πιάστε τις!» πρόσταξε ο Αλκίνοος, δείχνοντάς τις με το σπαθί του.

«Τρέξε,» είπε η Νίκη στην Ταμλάκο, καθώς πεταγόταν όρθια, σαν γάτα με ελατήρια αντί για πόδια.

«Όχι, δε θα σ–» Η Μελανή δεν είχε ακόμα ορθωθεί.

«Τρέξε, σου λέω!» Η Νίκη όρμησε στους στρατιώτες που της ορμούσαν

Η Ταμλάκο ακολούθησε τη συμβουλή της, και έφυγε. Εξάλλου, η Νίκη ήταν Μαύρη Δράκαινα, σκέφτηκε…

«Παραδώσου και θα–» άρχισε να λέει ένας Παντοκρατορικός στρατιώτης, προτού η κλοτσιά της αντιπάλου του τον κάνει να διπλωθεί, βογκώντας.

Η Νίκη απέκρουσε μια λεπίδα με το ξιφίδιό της· τσάκισε ένα σαγόνι με τον αγκώνα της· κάρφωσε το σπαθί της σ’ένα γυναικείο στήθος· έσκυψε κάτω από μια λεπίδα και βγήκε απ’τον κλοιό των εχθρών της, ενώ, συγχρόνως, σπάθιζε έναν στην πλάτη.

Αδύνατον! σκέφτηκε ο Αλκίνοος, παρατηρώντας την με γουρλωμένα μάτια. Αδύνατον! Μονάχα… μονάχα μια Μαύρη Δράκαινα θα πολεμούσε έτσι!

Και τώρα ερχόταν καταπάνω του, σαν αγρίμι που κάθε εκατοστό του σώματός του ήταν όπλο!

Ο Αλκίνοος σπάθισε, πανικόβλητος.

Η Νίκη απέκρουσε το σπαθί του με το σπαθί της· και το ξιφίδιό της μπήχτηκε κάτω απ’το σαγόνι του, τρυπώντας το στόμα του κι ανεβαίνοντας στον εγκέφαλό του.

Η Μαύρη Δράκαινα άφησε το μικρό όπλο μέσα στον Στρατηγό και συνέχισε προς το δυτικό άκρο του στρατοπέδου.

*

Η Ταμλάκο έτρεχε μες στην έρημο, όπως της είχε πει η Νίκη, και δεν άργησε να φτάσει στο σταματημένο δίκυκλο όχημά της. Στάθηκε πλάι του, λαχανιασμένη, και στράφηκε στ’ανατολικά.

Πού είναι;

Μια μαύρη σιλουέτα πλησίαζε, τρέχοντας, όπως η Ταμλάκο είχε δει λύκους της ερήμου να τρέχουν.

Η επαναστάτρια ανέβηκε στο δίκυκλο όχημα και άναψε τη μηχανή.

Η Μαύρη Δράκαινα ήταν, σύντομα, κοντά της και κάθισε πίσω της. «Πάμε,» είπε, και η Ταμλάκο απόρησε με το γεγονός ότι δεν ήταν τόσο λαχανιασμένη όσο κανονικά θα έπρεπε.

Οι τροχοί του δίκυκλου περιστράφηκαν, παίρνοντας τις δύο επαναστάτριες μακριά από τον Παντοκρατορικό καταυλισμό.

•7•

Το όχημα του Νίρχαλμον ζύγωσε απ’τα πλάγια το Ελρείσβιο φορτηγό που κατευθυνόταν βορειοανατολικά, και ο οδηγός κοίταξε μέσα για να δει ποιος καθόταν στο τιμόνι.

«Μάγε!» φώναξε στον Λόαχραμ’νιρ. «Είχα μια αίσθηση ότι θα σ’έβλεπα εδώ!» Ποιος άλλος θα έπαιρνε ένα φορτηγό μακριά απ’το στρατόπεδο;

Ο Λόαχραμ κοίταξε μέσα στο όχημα του Νίρχαλμον και είδε μόνο τον Ίσμαρ μ’ένα βέλος καρφωμένο στον ώμο. «Πού είναι η Οτλάβι;»

«Τα πράγματα δυσκόλεψαν,» αποκρίθηκε ο Νίρχαλμον, καθώς αισθανόταν το χαμόγελο να σβήνει απ’το πρόσωπό του. «Ο Ίσμαρ νομίζει ότι είναι νεκρή· κι αν όχι νεκρή, σίγουρα την αιχμαλώτισαν.»

Έστριψε το τιμόνι κι απομακρύνθηκε απ’το φορτηγό που οδηγούσε ο μάγος, για να πάει προς το χείλος του Φαραγγιού του Πεπρωμένου. Ο Λόαχραμ’νιρ συνέχισε προς τα βορειοανατολικά.

Ο Νίρχαλμον σταμάτησε το όχημά του δίπλα σε κάτι βράχια, και είδε τον Ίσναχ και τον Ράλναχ να ξεπροβάλλουν από τις σκιές.

«Ελάτε,» τους είπε. «Έχω μαζί μου κάποιον που χρειάζεται τη βοήθειά σας.»

Εκείνοι πλησίασαν, γρήγορα, και είδαν τον τραυματισμένο Ίσμαρ.

«Μα τους θεούς!» είπε ο Ίσναχ, «τα καταφέρατε και μπλέξατε!»

«Δεν ήσουν εσύ εκεί, Μελανέ!» γρύλισε ο Ίσμαρ, τρίζοντας τα δόντια απ’τον πόνο. Το δεξί του χέρι έσφιγγε το στέλεχος του βέλους που ήταν καρφωμένο στον αριστερό του ώμο.

«Μην το πειράζεις,» του είπε ο Ίσναχ, καθώς εκείνος κι ο Ράλναχ ανέβαιναν στο όχημα· «θα το βγάλω όπως πρέπει να βγει, και θα περιποιηθώ το τραύμα.

»Η Οτλάβι πού είναι;» ρώτησε.

«Για να μην τη βλέπεις εδώ, εσύ πού λες να είναι;» μούγκρισε ο Ίσμαρ, καθώς ο Νίρχαλμον ξεκινούσε το όχημά του, κατευθυνόμενος βορειοανατολικά και βλέποντας το φορτηγό του Λόαχραμ εξ αποστάσεως, να σηκώνει την άμμο με τους μεγάλους του τροχούς, μέσα στη νύχτα.

«Είναι ζωντανή ή τη σκότωσαν;» ρώτησε ο Ράλναχ.

«Δεν ξέρω…»

Ένα όχημα τούς πλησίασε από τα πλάγια, και ο Νίρχαλμον, στρέφοντας το βλέμμα, είδε ένα γνώριμο δίκυκλο. Επάνω του, κάθονταν η Νίκη και η Ταμλάκο, κι οι δυο τους καλά, απ’ό,τι φαινόταν.

Ο Ίσναχ είπε στον Ίσμαρ: «Μην κινείσαι τώρα. Θα πρέπει να σπρώξω το βέλος, ώστε η αιχμή του να βγει από πίσω· και μετά, θα πρέπει να το σπάσω.»

«Ξέρω τη διαδικασία.»

Ο Ίσναχ έσπρωξε το βέλος, και ο Ίσμαρ ούρλιαξε.

*

«Πώς είναι δυνατόν ν’αφήσατε κάτι τέτοιο να συμβεί;» φώναξε η Πριγκίπισσα Θυάλκνα, βλέποντας τον Πρωτοσπαθάριο Κάραγγελ τραυματισμένο μέσα στη σκηνή του.

«Η αναστάτωση στο στρατόπεδο ήταν μεγάλη, Υψηλοτάτη,» αποκρίθηκε ένας πολεμιστής. «Δεν ξέρουμε… Δεν καταλάβαμε από πού–»

«Δεν κάνατε σωστά αυτό που έπρεπε να κάνετε! Κανείς δε θα έπρεπε να μπορεί να έρθει τόσο κοντά, ώστε να τοξέψει τον Πρωτοσπαθάριο!»

«Μας συγχωρείτε, Πριγκίπισσά μου…»

Η Θυάλκνα άφησε τον πολεμιστή πίσω της και ζύγωσε τον τραυματία. Δίπλα του ήταν γονατισμένος ένας θεραπευτής.

«Πώς είναι;» τον ρώτησε η Πριγκίπισσα.

«Θα ζήσει, Υψηλοτάτη,» αποκρίθηκε ο άντρας. «Ωστόσο, θα πρέπει να αναπαυθεί για αρκετές ημέρες.» Κοίταξε τα δεξιά πλευρά της Πριγκίπισσας, όπου το μεσοφόρι της ήταν σκισμένο, και αίμα είχε βάψει το ύφασμα και το κατάλευκο δέρμα της. «Είστε, όμως, κι εσείς τραυματισμένη…»

«Δεν είναι τίποτα. Το γδάρσιμο ενός ξιφιδίου.»

«Αφήστε με να το κοιτάξω. Καθίστε,» επέμεινε ο θεραπευτής.

Η Θυάλκνα κάθισε σ’ένα μαξιλάρι, και σήκωσε το μεσοφόρι της, για να περιποιηθεί ο άντρας την πληγή. Το βλέμμα της βρισκόταν, διαρκώς, στον Κάραγγελ, καθώς ήταν ξαπλωμένος επάνω στο στρώμα του μ’έναν επίδεσμο τυλιγμένο γύρω απ’τα πλευρά του.

Τι θα κάνουμε τώρα; αναρωτήθηκε. Θα συνεχίσουμε την εκστρατεία; Η εκστρατεία αυτή γινόταν για σένα, Πρωτοσπαθάριε. Για σένα, και για τους Τουρβάλκλι, που δεν υπάρχουν πια…

Όταν ο θεραπευτής είχε τελειώσει με το τραύμα της, σηκώθηκε όρθιος και είπε: «Πράγματι, Πριγκίπισσά μου, δεν ήταν τίποτα το σπουδαίο.»

Καθώς ολοκλήρωνε τη φράση του, ένας πολεμιστής μπήκε στη σκηνή, λέγοντας: «Υψηλότατη! Με συγχωρείτε…»

«Τι είναι;» τον ρώτησε η Θυάλκνα.

«Μόλις μου ανέφεραν ότι ο Στρατηγός Αλκίνοος Λιτόγελος είναι νεκρός. Κάποιος από τους εισβολείς τον σκότωσε.»

Η Θυάλκνα καταράστηκε στο όνομα του Μόρμαμ και του Λόγκροθ. Ο Πρωτοσπαθάριος τραυματισμένος… και τώρα, ο Στρατηγός της εκστρατείας νεκρός. Τι θα γίνει; Μπορούμε έτσι να συνεχίσουμε;

«Θα θέλατε κάτι άλλο από εμένα, Πριγκίπισσά μου;» ρώτησε ο πολεμιστής, βλέποντάς τη διστακτική.

«Ο Στρατηγός Ίδας Οξύβιος; Είναι ζωντανός;»

«Δεν άκουσα ότι είναι νεκρός.»

«Ζητήστε του, τότε, να έρθει να με δει στη σκηνή μου.»

«Μάλιστα, Υψηλοτάτη.» Ο πολεμιστής υποκλίθηκε και έφυγε.

Η Θυάλκνα σηκώθηκε απ’το μαξιλάρι όπου καθόταν και βάδισε προς την έξοδο της σκηνής. Έπιασε την άκρη της κουρτίνας και, προτού βγει, κοίταξε τον θεραπευτή πάνω απ’τον ώμο της. «Πότε νομίζεις ότι ο Πρωτοσπαθάριος θα είναι ξύπνιος και θα μπορεί να μου μιλήσει;» τον ρώτησε.

«Το πρωί, υποθέτω, Πριγκίπισσά μου. Καλύτερα να τον αφήσουμε να ξεκουραστεί για κάποιες ώρες.»

Η Θυάλκνα έφυγε απ’τη σκηνή, πηγαίνοντας στη δική της, όπου ντύθηκε μ’ένα φόρεμα και έβαλε τις μπότες της. Προτού προλάβει να δέσει τα μαλλιά της –να τα μετατρέψει σε μια μακριά αλογοουρά, όπως συνήθως–, ο φρουρός απέξω της είπε ότι ο Στρατηγός Ίδας είχε έρθει να τη δει.

«Να περάσει,» αποκρίθηκε η Πριγκίπισσα.

Η κουρτίνα της σκηνής παραμερίστηκε και ο στρατιωτικός μπήκε, ντυμένος με τη στολή του. «Υψηλοτάτη,» είπε, κάνοντας μια μικρή υπόκλιση.

«Πρέπει να μιλήσουμε, Στρατηγέ. Κάθισε, αν θέλεις.» Έδειξε μερικά μαξιλάρια.

Εκείνος κούνησε το κεφάλι. «Δε χρειάζεται… Μάθατε ότι ο Στρατηγός Αλκίνοος είναι νεκρός;»

Η Θυάλκνα κατένευσε. «Ο Πρωτοσπαθάριος Κάραγγελ είναι, επίσης, βαριά τραυματισμένος,» είπε. «Τι θα κάνουμε από δω και στο εξής, Στρατηγέ; Πώς θα συνεχίσουμε την εκστρατεία;»

«Δυστυχώς, δεν μπορώ ν’απαντήσω σ’αυτό. Ο ρόλος μου εδώ είναι βοηθητικός. Φαίνεται, όμως, πως, μόλις ήρθα, συνέβη η μεγαλύτερη καταστροφή σε τούτη την εκστρατεία…» Συνοφρυώθηκε. «Πιστεύετε ότι θα έπρεπε να… σταματήσουμε;»

«Δεν ξέρω,» είπε η Θυάλκνα. «Ο Πρωτοσπαθάριος, πάντως, θα χρειαστεί μέρες μέχρι να συνέλθει. Δέχτηκε ένα βέλος στα πλευρά· είναι τυχερός που δε σκοτώθηκε. Δε μπορεί να μείνει εδώ… Δε νομίζω ότι πρέπει να μείνει εδώ. Πρέπει να τον μεταφέρουμε στην Ελρείσβα…»

Ο Ίδας ήταν σιωπηλός, παρατηρώντας την.

Προφανώς, δεν τον έστειλαν μαζί μας για να παίρνει αποφάσεις, αλλά για να εκτελεί διαταγές. «Από τα φορτηγά μου ένα πάρθηκε από τους εισβολείς. Τι άλλες απώλειες είχαμε, Στρατηγέ;»

«Από τα δικά μας φορτηγά κανέναν δεν πάρθηκε, Υψηλοτάτη,» αποκρίθηκε ο Ίδας. «Δύο κανόνια, όμως, υπέστησαν σοβαρές ζημιές· δεν ξέρω αν μπορούν να επιδιορθωθούν εδώ. Επίσης, πολλές ενεργειακές φιάλες έσπασαν, και ένας από τους Τεχνομαθείς μάγους μας είναι νεκρός.»

Καταστροφή… σκέφτηκε η Θυάλκνα. Καταστροφή… Οι επαναστάτες τούς είχαν προκαλέσει μεγάλο πρόβλημα. Η Πριγκίπισσα άρχισε να καταλαβαίνει γιατί οι Παντοκρατορικοί φοβόνταν την Επανάσταση τόσο. «Πιάστηκε κανένας από τους εισβολείς;»

«Απ’όσο γνωρίζω, όχι.»

«Εγώ,» είπε η Θυάλκνα, «σκότωσα μία Λευκή. Κι έναν άλλο οι πολεμιστές μου τον κυνήγησαν, αλλά ξέφυγε. Ένα όχημα τον πήρε, το οποίο εμφανίστηκε, απρόσμενα, μέσα απ’την έρημο.»

«Νομίζω πως ο Παντοκρατορικός Επόπτης της Ελρείσβα έχει κάποια μαχητικά αεροσκάφη έτοιμα, Πριγκίπισσά μου,» είπε ο Ίδας. «Ίσως, λοιπόν, θα ήταν ώρα να τα χρησιμοποιήσει…»

Η Θυάλκνα ένευσε. «Ναι, ίσως…» Πρέπει να μιλήσω με τον Κάραγγελ… Ολόκληρη ετούτη η εκστρατεία γίνεται γι’αυτόν! Εκείνος πρέπει να μου πει τι θέλει να κάνουμε… αν και, ό,τι και να μου πει, δεν πρόκειται να τον αφήσω να μείνει εδώ. Θα τον πάω η ίδια στην Ελρείσβα.

«Ο Στρατηγός Αλκίνοος μού είχε πει ότι μπορούμε να κάνουμε νόημα στο αεροπλάνο που περνά κάθε πρωί από πάνω μας, ώστε να μας φέρουν ενεργειακές φιάλες–»

«Το λιγότερο από τα προβλήματά μας είναι οι ενεργειακές φιάλες, Στρατηγέ.»

«Κι όμως, Πριγκίπισσά μου, μας τελειώνουν. Για την ακρίβεια, μας τελείωναν προτού μας επιτεθούν οι επαναστάτες. Τα ενεργειακά κανόνια καταναλώνουν πολλή ενέργεια στην Αρβήντλια.»

«Δηλαδή, δεν έχουμε αρκετή ενέργεια για να κινήσουμε τα οχήματά μας;»

«Φυσικά και έχουμε,» είπε ο Ίδας. «Ωστόσο, δε θα ήταν φρόνιμο να φτάσουμε στα όρια να μη μπορούμε να κινηθούμε…»

«Έχεις δίκιο σ’αυτό,» ένευσε η Θυάλκνα. «Όταν περάσει το αεροπλάνο αύριο, να του κάνεις νόημα. Εγώ, όμως, νομίζω ότι θα πρέπει να φύγω, ούτως ή άλλως.»

Ο Ίδας βλεφάρισε. «Θα φύγετε;»

«Θα πάω τον Πρωτοσπαθάριο στην Ελρείσβα, αφότου συζητήσω μαζί του. Δε μπορώ να τον αφήσω εδώ· είναι άσχημα τραυματισμένος.»

«Σωστά, Πριγκίπισσά μου. Με χρειάζεστε για κάτι άλλο;»

«Όχι,» του είπε η Θυάλκνα. «Μπορείς να πηγαίνεις, Στρατηγέ. Σ’ευχαριστώ που ήρθες.»

Ο Ίδας έκανε ακόμα μια σύντομη υπόκλιση και αποχώρησε.

Η Θυάλκνα αναστέναξε. Γέμισε ένα κρυστάλλινο ποτήρι με ίνφετ και ήπιε.

*

Επέστρεψαν στο χωριό των Δέριβακ, και βρήκαν τον Φύλαρχο Καδρόζο να τους περιμένει. Η όψη του έμοιαζε έκπληκτη, καθώς κοίταζε το μεγάλο φορτηγό που είχαν φέρει μαζί τους.

«Τα πράγματα πήγαν καλά, να υποθέσω;…» είπε.

«Περίπου,» του αποκρίθηκε ο Ίσναχ, πηδώντας έξω απ’το όχημα του Νίρχαλμον. «Χάσαμε έναν σύντροφο.»

«Λυπηρό αυτό.»

«Θα μιλήσουμε αργότερα, Καδρόζο.»

Ο φύλαρχος ένευσε, χωρίς να φέρει την παραμικρή αντίρρηση.

Οι επαναστάτες πήγαν στη σκηνή τους, έξω απ’το χωριό των Δέριβακ, και εκεί αντάλλαξαν πληροφορίες, για να έχουν όλοι τους μια πλήρη εικόνα σχετικά με το τι είχε συμβεί στη νυχτερινή τους επίθεση κατά των Παντοκρατορικών.

«Αν εξαιρέσει κανείς την απώλεια της Οτλάβι,» είπε η Ταμλάκο, «δεν τα πήγαμε καθόλου άσχημα–»

«Ναι,» μούγκρισε ο Ίσμαρ, «εύκολο για σένα να το λες…»

«Τι εννοείς;»

«Όποιος Λευκός κι αν χανόταν, δε θα σε πολυενδιέφερε!»

«Δεν είναι έτσι,» είπε η Ταμλάκο, χωρίς να υψώσει τη φωνή της.

Ο Ίσμαρ ήταν έτοιμος να ανταπαντήσει, αλλά ο Λόαχραμ’νιρ τον πρόλαβε: «Αυτός ο διαπληκτισμός δεν έχει κανένα απολύτως νόημα,» είπε, σταθερά.

Ο Ίσμαρ σηκώθηκε από την άμμο και, κρατώντας τον τραυματισμένο του ώμο, βγήκε απ’τη σκηνή.

«Είναι συγχυσμένος,» είπε ο Λόαχραμ στους υπόλοιπους. «Και έχει δίκιο να είναι.»

«Θα ήταν κι αυτός νεκρός, αν δεν τον είχα προλάβει,» εξήγησε ο Νίρχαλμον, όχι με τόνο που φανέρωνε ότι κατηγορούσε τον Ίσμαρ, αλλά με τόνο που φανέρωνε ότι τον δικαιολογούσε. «Οι καταραμένοι Παντοκρατορικοί τον είχαν κυκλώσει από παντού. Πολέμησε σα λύκος της ερήμου. Είναι αξιέπαινος.»

«Δεν είπα το αντίθετο,» τόνισε η Ταμλάκο.

Ο Νίρχαλμον ένευσε. «Το ξέρω.»

Η Νίκη αποφάσισε πως ήταν ώρα ν’αλλάξουν θέμα. «Το σημαντικό είναι πως η επίθεσή μας ήταν αποτελεσματική και θα καθυστερήσει τους Παντοκρατορικούς για κάμποσο,» είπε. «Θα θέλουν να επισκευάσουν τα κανόνια, σίγουρα, και θα θέλουν, επίσης….» Σταμάτησε. Στράφηκε στην τελευταία των Ερνεό’ωμ. «Νατλάο, μας είχες πει ότι η εκστρατεία γίνεται, ουσιαστικά, για να πάρει εκδίκηση ο Πρωτοσπαθάριος Κάραγγελ…»

Εκείνη κατένευσε.

«Τώρα, όμως, ο Πρωτοσπαθάριος ίσως νάναι νεκρός,» τόνισε η Νίκη.

Τα μάτια του Ίσναχ στένεψαν. «Και πιστεύεις ότι αυτό θα σταματήσει την εκστρατεία, Μαύρη Δράκαινα; Οι Παντοκρατορικοί, αναμφίβολα, έχουν τους δικούς τους λόγους που κάνουν ό,τι κάνουν.»

«Και ποιοι είναι αυτοί οι λόγοι; Γνωρίζεις;»

«Δεν γνωρίζω. Αλλά αμφιβάλλεις ότι υφίστανται;»

«Όχι,» αποκρίθηκε η Νίκη. «Ωστόσο, αν ο Πρωτοσπαθάριος είναι νεκρός, αυτό ίσως να εμποδίσει την εκστρατεία τους προς το παρόν, αφού τον χρησιμοποιούν ως δικαιολογία για τις επιθέσεις τους.»

«Δε θα σταματήσουν,» είπε η Νατλάο, κάνοντας όλους τους επαναστάτες να στραφούν να την κοιτάξουν. «Ο Βασιληάς της Ελρείσβα δε θ’αφήσει το θέμα να λήξει έτσι. Ο θάνατος του Πρωτοσπαθάριού του –αν, όντως, ο Κάραγγελ είναι νεκρός– θα είναι προσβολή για τον ίδιο. Ειδικά αφού τον σκότωσαν Μελανοί. Ο Βασιληάς δε θα θέλει οι Μελανοί του Κοράκου Τόπου να πανηγυρίζουν ότι νίκησαν τις δυνάμεις του Θρόνου της Ελρείσβα.»

Ο Νίρχαλμον ένευσε. «Έχει δίκιο,» είπε στη Νίκη. «Έχει δίκιο. Αν ο Πρωτοσπαθάριος είναι νεκρός, αυτό, κατά πάσα πιθανότητα, θα αποτελέσει αιτία για περισσότερη αιματοχυσία.»

«Εγώ,» είπε ο Ίσναχ, «δεν καταλαβαίνω μέχρι πού θέλουν να το φτάσουν. Και αναφέρομαι στους Παντοκρατορικούς, όχι στους Λευκούς του Θρόνου της Ελρείσβα· γιατί, αν είχαμε να κάνουμε μόνο μ’αυτούς, τώρα τα προβλήματά μας θα ήταν τελείως διαφορετικά.»

«Και η Επανάσταση δε θα υπήρχε λόγος να εμπλακεί,» τόνισε η Νίκη.

«Πράγματι.»

«Το ερώτημά σου, όμως, είναι σωστό, Ίσναχ,» είπε ο Λόαχραμ’νιρ. «Τι ακριβώς επιδιώκουν οι άνθρωποι της Παντοκράτειρας; Αν το ξέραμε τούτο, τότε ίσως να μπορούσαμε να λύσουμε την κατάσταση πιο… άμεσα.»

«Μπορούμε, κάπως, να το μάθουμε;» ρώτησε η Ταμλάκο.

«Δεν ξέρω,» απάντησε ο μάγος. Κι έστρεψε το βλέμμα του στη Μαύρη Δράκαινα, ερωτηματικά.

«Ούτε κι εγώ ξέρω,» είπε η Νίκη. «Αν, πάντως, η πράκτοράς μας στην Ελρείσβα ανακαλύψει κάτι, είμαι βέβαιη πως θα μας το μεταφέρει.»

«Δηλαδή, ο μόνος τρόπος είναι να πάρουμε την πληροφορία από την Ελρείσβα;» απόρησε ο Νίρχαλμον.

«Βλέπεις εσύ κανέναν άλλο τρόπο;»

«Θα περιμένουμε, λοιπόν,» είπε ο Ίσναχ. «Κι εν τω μεταξύ, θα προετοιμαζόμαστε για την επίθεσή τους. Τον χρόνο που κερδίσαμε θα τον χρησιμοποιήσουμε προς όφελός μας.»

*

Η Θυάλκνα πέρασε τη νύχτα στη σκηνή του Κάραγγελ, καθισμένη κοντά του· και, όταν είχε έρθει η αυγή, είδε τα μάτια του ν’ανοίγουν.

Ο Πρωτοσπαθάριος άρχισε να βήχει.

Η Πριγκίπισσα γέμισε μια κούπα με νερό και του την έδωσε. Εκείνος ανασηκώθηκε με δυσκολία, και ήπιε. Ύστερα ξάπλωσε πάλι, αποθέτοντας τη μισοτελειωμένη κούπα πλάι του.

«Πώς είσαι;» τον ρώτησε η Θυάλκνα.

«…Τι έγινε; Ποιος επιτέθηκε;…»

«Οι επαναστάτες. Μας έκαναν πολλές ζημιές. Και ο Αλκίνοος είναι νεκρός.»

«Ποιος με τόξεψε;»

«Δεν ξέρω,» είπε η Θυάλκνα. «Κανείς δεν ξέρει. Γινόταν χαλασμός.»

«Θα πληρώσουν γι’αυτό… Ήταν Λευκοί; Ήταν προδότες της φυλής μας;» Τα μάτια του Κάραγγελ άστραψαν, καθώς την κοίταζε.

«Η μία απ’αυτούς, την οποία σκότωσα η ίδια, ναι, ήταν Λευκή.»

«Οι άλλοι;»

«Δεν ξέρω, Κάραγγελ.»

Ο Πρωτοσπαθάριος ξεροκατάπιε. Ανασηκώθηκε κι έπιασε την κούπα από δίπλα, για να πιει νερό. Αισθανόταν το στόμα και το λαιμό του ξερά, και το κεφάλι του έκαιγε, σα να είχε βρεθεί ώρες ατελείωτες εκτεθειμένος στον Φωτεινό Ήλιο, μέσα στις ερήμους.

Τελείωσε το νερό του, νιώθοντας τα πλευρά του να πονάνε καθώς έπινε. «Είπες ότι ο Αλκίνοος είναι νεκρός, Πριγκίπισσα;»

«Ναι. Τον σκότωσαν.»

«Και ποιος είναι επικεφαλής των Παντοκρατορικών τώρα; Ο Ίδας;»

«Όχι,» αποκρίθηκε η Θυάλκνα. «Ο Ίδας ήρθε μόνο για να βοηθήσει. Αυτές είναι οι διαταγές του.»

«Τι θα γίνει, λοιπόν; Θα στείλει ο Επόπτης άλλον;»

«Κάραγγελ,» είπε η Θυάλκνα, «νομίζεις ότι θα έπρεπε να συνεχίσουμε;»

Ο Πρωτοσπαθάριος συνοφρυώθηκε. «Τι εννοείς, Πριγκίπισσα; Θα υποχωρήσουμε μπροστά στους Μελανούς;»

«Δεν είσαι σε κατάσταση να συνεχίσεις–»

«Ανοησίες!»

«Ο θεραπευτής είπε ότι το τραύμα σου χρειάζεται μέρες για να–»

«Ο θεραπευτής είναι θεραπευτής, όχι πολεμιστής!» Ο Κάραγγελ, τρίζοντας τα δόντια, πήρε καθιστή θέση επάνω στο στρώμα του. Ο πόνος απ’τα πλευρά του ερχόταν σαν παγερές λόγχες που διαπερνούσαν το σώμα του.

«Νομίζεις ότι μπορείς, σ’αυτά τα χάλια, να πολεμήσεις;» είπε απότομα η Θυάλκνα. «Δε θα σ’το επιτρέψω! Ως Πριγκίπισσα του Θρόνου της Ελρείσβα, δε θα σ’το επιτρέψω, Πρωτοσπαθάριε!»

«Θα μου αρνηθείς την εκδίκησή μου;» απαίτησε ο Κάραγγελ, οργισμένος. Η αναπνοή του έβγαινε βαριά.

«Θα σου αρνηθώ να πας να πεθάνεις άσκοπα. Δεν υπηρετείς κανέναν έτσι! Ούτε τον Θρόνο της Ελρείσβα, ούτε τους Τουρβάλκλι. Πες μου: θεωρείς ότι, πραγματικά, μπορείς να βγεις και να πολεμήσεις;»

«Δεν είναι πόλεμος αυτός που κάνουμε, Πριγκίπισσα! Κοροϊδεύουμε τους θεούς! Δε χρειάζεται κανένας να ‘βγει και να πολεμήσει’…» Γέλασε, κι αισθάνθηκε πάλι τον δυνατό πόνο να τον διαπερνά. «Το μόνο που χρειάζεται είναι ενέργεια και κανόνια. Η εκστρατεία θα συνεχιστεί! Δεν έχω τελειώσει με τους Μελανούς ακόμα!»

«Η εκστρατεία μπορεί να συνεχιστεί· εσύ, όμως, πρέπει να επιστρέψεις στην Ελρείσβα–»

«Τι!»

«Δεν έχει νόημα να είσαι εδώ–»

«Αυτή είναι η εκδίκησή μου, Πριγκίπισσα!» φώναξε ο Κάραγγελ. «Η εκδίκησή μου –για τους Τουρβάλκλι! Για τη γενοκτονία της φυλής μου! Και μου λες ότι πρέπει να λείπω; Δεν είμαι δειλός! Οι θεοί μάς παρακολουθούν! Θα είμαι εδώ μέχρι το τέλος, Πριγκίπισσα! Μα τον Άρσαγκαρ, μέχρι το τέλος!»

Ξαδέλφη, συλλογίστηκε η Θυάλκνα, ενθυμούμενη την Ταράλβι, τι μπορώ να κάνω; Ο σύζυγός σου είναι τρελός! «Όπως και νάχει, δεν είναι δυνατόν να συνεχίσουμε αμέσως την πορεία μας.»

«Γιατί;»

«Σου είπα: μας προκάλεσαν ένα σωρό ζημιές!» Ο Πρωτοσπαθάριος είχε αρχίσει να την εκνευρίζει. «Κι ο Αλκίνοος είναι νεκρός! Πρέπει να επικοινωνήσουμε με τον Παντοκρατορικό Επόπτη στην Ελρείσβα. Και πρέπει, επίσης, να ανεφοδιαστούμε με ενεργειακές φιάλες. Και δεν είναι μόνο αυτά… Δύο κανόνια έχουν υποστεί βλάβες, κι ένα από τα φορτηγά μας –τα δικά μας, του Θρόνου της Ελρείσβα– πάρθηκε από τους εισβολείς.»

«Μα τους θεούς!» γρύλισε ο Κάραγγελ, «δεν υπήρχε καμία φύλαξη στο στρατόπεδο;»

«Ο Αλκίνοος είχε βάλει περισσότερες σκοπιές απ’ό,τι χρειαζόταν· σίγουρα, το θυμάσαι.»

«Δε φαίνεται, όμως, να μας ωφέλησαν…» Ο Κάραγγελ ξάπλωσε πάλι.

«Μπορεί τα πράγματα να ήταν χειρότερα, διαφορετικά.»

«Αυτοί οι επαναστάτες είναι πολύ επικίνδυνοι,» παρατήρησε ο Πρωτοσπαθάριος, κοιτάζοντας την υφασμάτινη οροφή της σκηνής του.

«Ναι,» συμφώνησε η Θυάλκνα. «Οι Παντοκρατορικοί δεν είναι ανόητοι που τους φοβούνται.»

Κεφάλαιο 10
Η Άφιξη Ενός Πράκτορα

•1•

Ο Ευρύμαχος άνοιξε τον επικοινωνιακό δίαυλο του γραφείου του. «Παντοκρατορικός Επόπτης Ευρύμαχος, λέγετε.»

«Καλημέρα, Υψηλότατε,» ακούστηκε μια αντρική φωνή. «Μόλις ενημερωθήκαμε ότι η εκστρατεία ζητά ανεφοδιασμό.»

«Τι πράγμα;» έκανε ο Ευρύμαχος. «Προχτές τους στείλαμε τις ενισχύσεις του Στρατηγού Οξύβιου, καθώς επίσης και ενεργειακές φιάλες!»

«Κι όμως, Υψηλότατε–»

«Σου είπε ο πιλότος ότι του έκαναν το συμφωνημένο νόημα;»

«Μάλιστα, Υψηλότατε.»

Τι σκατά κάνει ο Λιτόγελος εκεί πέρα; Πυροβολεί ό,τι δει με τα ενεργειακά κανόνια; Είναι ηλίθιος; Μ’αυτό το ρυθμό, στο τέλος, θα τελείωναν τα ενεργειακά ορυχεία της Ελρείσβα! Παραφροσύνη!… σκέφτηκε ο Ευρύμαχος. Όλη τούτη η τρισκατάρατη εκστρατεία είναι παραφροσύνη! Θα καταραστώ την ώρα και τη στιγμή που την ξε–

«Υψηλότατε;»

«Τι είναι; Κι άλλα καλά νέα;»

«Όχι, Υψηλότατε. Απλώς… απλώς, δεν σας άκουσα να απαντάτε πριν και–»

«Ναι, ναι, ναι… Ζωντανός είμαι ακόμα, δυστυχώς,» είπε ο Ευρύμαχος. «Σ’ευχαριστώ για την αναφορά, στρατιώτη.» Έκλεισε τον δίαυλο και σηκώθηκε απ’την πολυθρόνα του, βαδίζοντας μέσα στο γραφείο με τα χέρια του πιασμένα πίσω απ’την πλάτη.

Τα πράγματα τού έμοιαζαν, συνεχώς, να χειροτερεύουν, απ’όλες τις απόψεις.

Πώς είναι ποτέ δυνατόν να κατανάλωσαν τόση πολλή ενέργεια τόσο γρήγορα; Κούνησε το κεφάλι.

Κι έστρεψε τις σκέψεις του αλλού. Στην Αρχικατάσκοπό του. Τρεις δουλειές είχε αναλάβει, τελευταία: να μάθει γιατί οι Μελανοί επιτέθηκαν στη Λευκή φυλή των Τουρβάλκλι· να εντοπίσει τους επαναστάτες που κρύβονταν κοντά στην Ελρείσβα· και να βρει τον πράκτορα της Επανάστασης που, κατά πάσα πιθανότητα, κρυβόταν μέσα στην Ελρείσβα.

Και δεν έχει καταφέρει να φέρει σε πέρας τίποτα απ’αυτά! Τίποτα!

Ο Ευρύμαχος αναρωτιόταν μήπως κάτι τής συνέβαινε. Παλιότερα, η Αλντάρνη ήταν πολύ πιο αποτελεσματική· είχε πολλές φορές ξεσκεπάσει συνωμοσίες που μπορεί να αποδεικνύονταν επικίνδυνες. Τι είχε αλλάξει τώρα, λοιπόν; Ήταν τόσο δύσκολη η κατάσταση για εκείνη; Έχουν, μήπως, οι επαναστάτες οργανωθεί τόσο καλά στα μέρη μου; Μια τρομακτική σκέψη, όφειλε να παραδεχτεί ο Ευρύμαχος. Γιατί, αν η κατάσταση ξέφευγε απ’τον έλεγχο, ήξερε πολύ καλά ότι θα τον έπαιρναν από εδώ. Και θα του έπαιρναν, επίσης, όλα τα προνόμια που είχε ως Παντοκρατορικός Επόπτης.

Δεν ήθελε να το σκέφτεται αυτό. Και δεν υπήρχε λόγος, άλλωστε! Η κατάσταση δεν θα ξέφευγε απ’τον έλεγχο. Δεν θα την άφηνε να ξεφύγει! Θα αντικαθιστούσε την Αλντάρνη, αν δε γινόταν αλλιώς, παρότι του ήταν… πολύ συμπαθής, όφειλε να ομολογήσει. Η μορφή της ήταν, αναμφίβολα, στολίδι, όσο παράξενος κι αν ήταν ο χαρακτήρας της ώρες-ώρες– Αλλά μια Αρχικατάσκοπος πρέπει να είναι κάτι πολύ περισσότερο από στολίδι! θύμισε στον εαυτό του ο Ευρύμαχος.

Υπομονή, όμως. Υπομονή. Τα πράγματα δεν είχαν ακόμα ξεφύγει τόσο, ώστε να χρειαστεί να κάνει σπασμωδικές ενέργειες. Δεν ήταν παρά τέσσερις ημέρες από τότε που η Αλντάρνη είχε ξεκινήσει να ερευνά για τον πιθανό πράκτορα της Επανάστασης, και περίπου δύο ημέρες παραπάνω από τότε που είχε αρχίσει να ερευνά για την κρυψώνα των επαναστατών στη γύρω περιοχή. Λίγος χρόνος. Και οι επαναστάτες δεν έχουν κάνει άλλη κίνηση ακόμα. Μόλις κινηθούν, η Αλντάρνη θα τους εντοπίσει, τώρα που είναι προετοιμασμένη γι’αυτούς. Τουλάχιστον, έτσι ήλπιζε ο Ευρύμαχος.

Στάθηκε, για λίγο, μπροστά στο παράθυρό του, κοιτάζοντας έξω απ’το Μέγαρο, την πόλη της Ελρείσβα, από ψηλά. Τόσο βαρετές και ήρεμες… Όλες οι πόλεις φαίνονται τόσο βαρετές και ήρεμες από ψηλά. Ακόμα και η Ρελκάμνια, παρά την απίστευτη πολυπλοκότητά της. Όταν, όμως, κατεβείς και ανακαλύψεις τι πραγματικά συμβαίνει μέσα στα σπίτια, στις τραπεζαρίες, σε κρυφά δωμάτια, στα υπόγεια, και στις σκιές, τότε… τότε, δεν υπάρχει πλέον τίποτα το βαρετό ή ήρεμο. Μονάχα διαρκείς απειλές. Φωτιές, που πρέπει κανείς να σβήνει γρήγορα, προτού εξαπλωθούν.

Ο Ευρύμαχος πλησίασε πάλι το γραφείο του και άνοιξε τον επικοινωνιακό δίαυλο, δίνοντας διαταγή να ετοιμάσουν τις ενεργειακές φιάλες για την εκστρατεία. Είπε, όμως, να μη στείλουν το φορτηγό προτού εκείνος το προστάξει.

Και, καθίζοντας στην πολυθρόνα του, έγραψε μια επιστολή προς τον Στρατηγό Λιτόγελο, απαιτώντας να μάθει τι ακριβώς συνέβαινε: πώς καταναλώνονταν τα αποθέματά του τόσο γρήγορα.

Όταν την τελείωσε, κατέβηκε αυτοπροσώπως στην αυλή του Μεγάρου όπου περίμενε, σταθμευμένο, το φορτηγό και την έδωσε στον οδηγό, προστάζοντάς τον να την παραδώσει στον Στρατηγό Αλκίνοο Λιτόγελο.

*

Η Αλντάρνη ακουμπούσε τα χέρια της στη ζεστή πέτρα του περβαζιού του παραθύρου του καθιστικού της, βλέποντας τον Ευρύμαχο να έρχεται στην αυλή και να δίνει ένα τυλιγμένο μήνυμα στον οδηγό του φορτηγού το οποίο, όπως της είχαν αναφέρει οι κατάσκοποί της, σύντομα θα γέμιζε με ενεργειακές φιάλες, για να τις πάει στην εκστρατεία.

Τόσο γρήγορα… σκέφτηκε η Αλντάρνη. Τόσο γρήγορα, θέλουν κι άλλη ενέργεια. Κάτι πρέπει να συνέβη. Κάποια σημαντική σύγκρουση. Τα αεροπλάνα, όμως, που περνούσαν κάθε τόσο πάνω απ’τον στρατό, δεν είχαν αναφέρει καμία μεγάλη σύγκρουση μετά την επίθεση στο φρούριο των Μελανών που ονομαζόταν «Φωλιά του Αετού».

Επομένως, τι έγινε;

Από την άλλη, βέβαια, έτσι όπως καταναλωνόταν η ενέργεια στην Αρβήντλια, δεν ήταν παράξενο να έχει τελειώσει, αν συνέχιζαν να καταστρέφουν χωριά, χτυπώντας τα με τα ενεργειακά κανόνια. Και τα κανόνια και τα οχήματα απαιτούσαν ενεργειακές φιάλες για να λειτουργήσουν.

Τέλος πάντων· είχε και τα δικά της προβλήματα. Τα περί ενεργειακής κατανάλωσης μπορούσε να τα φροντίσει ο Ευρύμαχος· δεν ήταν η δουλειά της.

Η δουλειά μου είναι πολύ πιο κουραστική και πολύπλοκη!

Και δεν είχε καταφέρει, ακόμα, να βρει τους καταραμένους επαναστάτες! Οι κατάσκοποί της κατόπτευαν τις ερήμους νότια της Ελρείσβα, μα δεν έβλεπαν πουθενά το κλεμμένο φορτηγό. Η άμμος έμοιαζε να το έχει καταπιεί! Και οι ντόπιοι –οι Λευκοί των χωριών– δεν ήξεραν τίποτα. Ή, μάλλον, έτσι έλεγαν. Γιατί η Αλντάρνη το θεωρούσε απίθανο να μη γνώριζαν. Ορισμένοι απ’αυτούς θα ήξεραν. Σίγουρα, θα ήξεραν. Το πρόβλημα ήταν ότι υπήρχαν ένα σωρό φυλές, και η Αλντάρνη δεν είχε ιδέα σε ποια, ή ποιες, απ’αυτές να επικεντρωθεί. Αν ήταν μία ή δύο, ή ακόμα και τρεις ή τέσσερις, θα μπορούσε να βάλει τους ανθρώπους της να αιχμαλωτίσουν μερικούς ιθαγενείς, να τους βασανίσουν, και να μάθουν την αλήθεια. Με τόσες φυλές, όμως, κάτι τέτοιο δε θα είχε νόημα· κατά πάσα πιθανότητα, θα βασάνιζαν τους λάθος ανθρώπους. Κι έτσι όπως ήταν οι Αρβήντλιοι, τούτο θα είχε ως αποτέλεσμα να στρέψει τους Λευκούς –ή, τουλάχιστον, πολλούς από τους Λευκούς– κατά των Παντοκρατορικών. Έφτανε μόνο κανείς να θυμηθεί την οργή αυτού του παράφρονα, του Πρωτοσπαθάριου Κάραγγελ. Η Αλντάρνη δεν μπορούσε να ριψοκινδυνέψει να γίνουν φασαρίες. Ο Ευρύμαχος, τότε, θα έριχνε το φταίξιμο επάνω της, τέτοιος που ήταν!

Πήρε τα χέρια της από το περβάζι του παραθύρου και βημάτισε μέσα στο καθιστικό των δωματίων της.

Αναρωτιέμαι, σκέφτηκε, πότε οι επαναστάτες θα ξαναπροσπαθήσουν να σαμποτάρουν κάποιο φορτηγό με φιάλες. Μέχρι στιγμής, δεν το έχουν κάνει, ασφαλώς, γιατί θέλουν να ξεχάσουμε την προηγούμενή τους επίθεση. Αργά ή γρήγορα, όμως, θα κινηθούν· και τότε… Έσφιξε τη γροθιά της.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που το είχε σκεφτεί τούτο. Ήταν, βασικά, η ευκαιρία που περίμενε. Το κατασκοπευτικό της δίκτυο ποτέ άλλοτε δε βρισκόταν σε τόση εγρήγορση όπως τώρα. Οποιαδήποτε ύποπτη κίνηση την εντόπιζε.

Ακόμα και κινήσεις που ήταν… σχετικά ύποπτες.

Ο Άνσελμος είχε επισκεφτεί πάλι τον Ναό της Κρωμβέλης, όταν τα νέα για την επίθεση στη Φωλιά του Αετού είχαν έρθει· οι κατάσκοποί της της το είχαν πει.

Δε μ’αρέσουν αυτές οι επισκέψεις του… Είναι… περίεργες! Ναι, σίγουρα, οι ιέρειες της Κρωμβέλης είναι σημαντικές, αλλά όχι και τόσο! Ο Άνσελμος ασχολείται μαζί τους πολύ περισσότερο απ’ό,τι… απ’ό,τι… απ’ό,τι είναι λογικό!

Κάτι μού κρύβει! Και όλο υπεκφυγές είναι!

Κάθισε στον καναπέ, διπλώνοντας το δεξί της πόδι από κάτω της. Πρέπει να μάθω! Αλλά πώς; Ο Άνσελμος δε θα πει περισσότερα, αν δε θέλει να πει· κι αποκλείεται να καταφέρω να ξεθάψω κάποια πληροφορία απ’τα δωμάτιά του –εξάλλου, το ξέρει ότι τα ψαχουλεύω, παρότι δε λέει τίποτα.

Και ο Ναός της Κρωμβέλης είναι κλειστός για μένα και τους κατασκόπους μου· δεν έχω πρόσβαση εκεί. Καμία πρόσβαση…

Πρέπει να βάλω κάποιον άνθρωπό μου μέσα. Πρέπει!

Ακούμπησε το σαγόνι της στη γροθιά της, προσπαθώντας να σκεφτεί. Να βρει έναν τρόπο. Ήταν καλή σ’αυτό, δεν ήταν; Ήταν καλή στο να μαθαίνει τα πάντα για τους πάντες–

Απέτυχες, όμως, να βρεις τους επαναστάτες! είπε μια χλευαστική φωνή μέσα της.

«Δεν απέτυχα!» σφύριξε η Αλντάρνη. Δεν απέτυχα! Απλώς, δεν τους έχω βρει ακόμα! Ακόμα.

Πήρε μια βαθιά ανάσα, συνεχίζοντας να σκέφτεται τι μέθοδος μπορεί να λειτουργούσε, για να βάλει άνθρωπό της μέσα στον καταραμένο Ναό της καταραμένης Κρωμβέλης.

Ο επικοινωνιακός δίαυλος του γραφείου της χτύπησε, διακόπτοντας τους συλλογισμούς της.

Η Αλντάρνη καταράστηκε, καθώς σηκωνόταν και βάδιζε βιαστικά. Είχε, ξαφνικά, ένα προαίσθημα… Κάτι σημαντικό συνέβη.

Πάτησε ένα πλήκτρο, ανοίγοντας τον δίαυλο. «Ναι;»

«Αρχικατάσκοπε;»

«Ναι. Συνέβη κάτι;»

«Μάλιστα, Αρχικατάσκοπε. Πριν από λίγο πιάσαμε μια ασυνήθιστη συχνότητα από τα διαμερίσματα του Πρωτοσπαθάριου Κάραγγελ.»

(Του Πρωτοσπαθάριου; απόρησε η Αλντάρνη.)

«Τη μεταφέραμε αμέσως στο κεντρικό μας σύστημα, και… Αρχικατάσκοπε, να σου στείλω την αποθηκευμένη συνομιλία; Η Ταράλβι, η σύζυγος του Πρωτοσπαθάριου, μιλά.»

«Και γιατί είναι σημαντικά αυτά που λέει;» Μα τους θεούς, είναι με την Επανάσταση; Είναι αποστάτρια; Η ίδια η ανιψιά του Βασιληά Ίρσολμπελ!

«Κρίνε μόνη σου, Αρχικατάσκοπε. Σου τη στέλνω.» Αυτός ο κατάσκοπος ονομαζόταν Στιούαρτ, ήταν γέννημα-θρέμμα της Ρελκάμνια, και το γεγονός ότι της μιλούσε στον ενικό εκνεύριζε την Αλντάρνη. Είχε αποκτήσει μια οικειότητα μαζί της που η ίδια δεν του είχε δώσει το δικαίωμα να αποκτήσει!

Η Αρχικατάσκοπος στράφηκε στην οθόνη του γραφείου της, καθώς εκείνη έγραφε:

ΜΗΝΥΜΑ ΑΠΟ ΤΟΜΕΑ Α4.
ΑΠΟΔΟΧΗ; — ΑΠΟΡΡΙΨΗ;

Η Αλντάρνη πάτησε το πλήκτρο της αποδοχής, και το μήνυμα που μετέφερε την αποθηκευμένη συνομιλία της Ταράλβι ήρθε.

«Το έχεις, Αρχικατάσκοπε;» ρώτησε ο Στιούαρτ από τον επικοινωνιακό δίαυλο.

«Το έχω.» Η Αλντάρνη πάτησε το πλήκτρο της αναπαραγωγής ήχου, και η φωνή της Ταράλβι ακούστηκε, μέσα από μερικά παράσιτα:

Ναβέρτη;

—Ναι. (Μια αντρική φωνή.)

Μόλις έμαθα ότι θα στείλουν ένα φορτηγό γεμάτο ενεργειακές φιάλες. Το ετοιμάζουν ήδη. Καλύτερα να βιαστείτε, αν το θέλετε.

—Σ’ευχαριστώ, Ταράλβι.

Η επικοινωνία τερματίστηκε.

Η σκύλα… σκέφτηκε η Αλντάρνη.

«Την άκουσες, έτσι;» Ο Στιούαρτ, μάλλον, την είχε επίσης ακούσει από τον πομπό του.

«Ναι. Βρήκατε πού πήγαινε το σήμα της;»

«Φυσικά, Αρχικατάσκοπε. Μέσα στην πόλη, σ’ένα χτίριο. Είδαμε έναν άντρα να βγαίνει από εκεί, φορώντας κάπα και κουκούλα. Πήγε σ’έναν στάβλο παραδίπλα, πήρε ένα άλογο, το καβάλησε, και έφυγε απ’την Ελρείσβα.»

«Τον ακολουθήσατε;»

«Ασφαλώς. Αλλά δεν έχω άλλα νέα ακόμα.»

Ναι! αναφώνησε η Αλντάρνη εντός της. Επιτέλους! Τους έχω! Βρήκα τον πράκτορα και, σύντομα, θα βρω και πού κρύβονται οι καταραμένοι επαναστάτες! «Σ’ευχαριστώ, Στιούαρτ. Μόλις μάθεις κάτι άλλο–»

«–θα σε ειδοποιήσω, Αρχικατάσκοπε. Εννοείται.»

Η επικοινωνία τους τερματίστηκε.

Ο λεχρίτης το έχει παρακάνει! σκέφτηκε η Αλντάρνη. Τη διέκοπτε κιόλας ενώ μιλούσε!

Τέλος πάντων· τίποτα δε μπορούσε τώρα να χαλάσει τη διάθεσή της. Τίποτα. Είχε βρει τους επαναστάτες! Ή, τουλάχιστον, ήταν πολύ κοντά στο να τους βρει!

Για να δούμε τι θα έχει να πει ο Ευρύμαχος τώρα…

Γέλασε, και πήρε μια συσκευή αποθήκευσης δεδομένων από το συρτάρι του γραφείου της. Τη συνέδεσε με την κεντρική μονάδα του συστήματός της και αποθήκευσε μέσα της τη συνομιλία της Ταράλβι.

*

«Όχι…» είπε ο Ευρύμαχος, κουνώντας το κεφάλι, καθώς ήταν καθισμένος πίσω απ’το γραφείο του. «Αποκλείεται. Κάποιο λάθος κάνεις.»

«Κανένα λάθος δεν κάνω. Η Ταράλβι είναι ο πράκτορας που έψαχνες.» Η Αλντάρνη ακούμπησε τη συσκευή αποθήκευσης μπροστά του. «Μπορείς να την ακούσεις και μόνος σου, αν θέλεις.»

Ο Ευρύμαχος συνοφρυώθηκε, κοιτάζοντας πρώτα το μεταλλικό αντικείμενο πάνω στο γραφείο του και ύστερα την Αρχικατάσκοπο.

Η Αλντάρνη σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος, καθώς στεκόταν εμπρός του. «Άκουσέ την· τι περιμένεις;»

Ο Ευρύμαχος πήρε τη συσκευή, τη συνέδεσε με το σύστημά του, πάτησε μερικά πλήκτρα, και η συνομιλία της Ταράλβι με τον άγνωστο άντρα ακούστηκε.

«Πώς στο Μάτι του Σκοτοδαίμονος μπλέχτηκε αυτή με την Επανάσταση;» μουρμούρισε ο Επόπτης, μοιάζοντας σαστισμένος.

«Δεν το γνωρίζω,» είπε η Αλντάρνη, καθίζοντας αντίκρυ του.

«Αντιλαμβάνεσαι πόσο περιπλέκει τα πράγματα ετούτο;»

«Τα περιπλέκει; Τα ξεδιαλύνει, θες να πεις!» Πάλι δεν ήταν ευχαριστημένος; Ανώμαλος ήταν, ο άνθρωπος; απόρησε η Αλντάρνη.

«Η Ταράλβι είναι ανιψιά του Βασιληά!» είπε ο Ευρύμαχος. «Πώς λες εσύ να πάρει ο Ίρσολμπελ ετούτα τα νέα;»

Η Αλντάρνη ανασήκωσε τους ώμους. «Θα εκνευριστεί, υποθέτω. Αλλά δε μας απασχολεί αυτό.»

«Μας απασχολεί. Γιατί δε θέλουμε να δημιουργηθεί ρήξη ανάμεσα σε μας και σ’εκείνον. Είναι ο Βασιληάς της περιοχής και πρέπει να τα έχουμε καλά μαζί του.»

«Η ανιψιά του φταίει, Ευρύμαχε, όχι εμείς,» τόνισε η Αλντάρνη. «Ο Ίρσολμπελ γνωρίζει τι συμβαίνει σε όσους προδίδουν την Παντοκράτειρα.»

Ο Ευρύμαχος άνοιξε τον επικοινωνιακό δίαυλο του γραφείου του και πάτησε ένα πλήκτρο, καλώντας κάποιον.

Κανείς δεν απάντησε.

Ο Ευρύμαχος πάτησε ένα άλλο πλήκτρο, και είπε: «Επόπτης Ευρύμαχος.»

«Προστάξτε, Υψηλότατε.»

«Βρείτε τον Πρέσβη Άνσελμο και πείτε του να έρθει στα διαμερίσματά μου. Αμέσως.»

*

Να μια τελείως αταίριαστη εικόνα, παρατήρησε ο Άνσελμος, μπαίνοντας στο γραφείο των διαμερισμάτων του Παντοκρατορικού Επόπτη. Η όψη της Αλντάρνης φανέρωνε πεντακάθαρα την ικανοποίησή της: κάτι πίστευε πως είχε καταφέρει· κάτι σημαντικό. Η όψη του Ευρύμαχου φανέρωνε, εξίσου πεντακάθαρα, τον προβληματισμό και την ανησυχία του. Και τι θα μπορούσε να ήταν εκείνο που είχε, συγχρόνως, ευχαριστήσει την Αρχικατάσκοπο και ανησυχήσει τον Επόπτη;

Όλα τούτα πέρασαν στιγμιαία απ’το νου του Άνσελμου, καθώς χαιρετούσε, μπαίνοντας.

Ο Ευρύμαχος τού έκανε νόημα να καθίσει.

Ο Πρέσβης κάθισε. «Ελπίζω να είμαι καλεσμένος εδώ για καλό λόγο.»

«Ελάχιστοι καλύτεροι υπάρχουν για έναν άνθρωπο της δουλειάς σου,» αποκρίθηκε ο Ευρύμαχος.

Ο Άνσελμος γέλασε. «Μια πρόκληση! Αυτό μού λένε τα μάτια σου, φίλτατε. Μια πρόκληση, για μένα.» Έπλεξε τα δάχτυλα των χεριών του επάνω στα σταυρωμένα του γόνατα. «Σε ακούω.»

«Η Ταράλβι, η σύζυγος του Πρωτοσπαθάριου Κάραγγελ, η ανιψιά του Βασιληά Ίρσολμπελ, είναι πράκτορας της Επανάστασης.»

Έτσι εξηγείται, λοιπόν! σκέφτηκε ο Άνσελμος. Έτσι εξηγείται η ικανοποίηση της Αλντάρνης και, φυσικά, η ανησυχία του Ευρύμαχου. «Χμμ… Ευαίσθητη περιοχή, τολμώ να πω.»

«Και τι σκέφτεσαι;» ρώτησε ο Ευρύμαχος.

Ο Άνσελμος χαμογέλασε. «Υπέροχα νέα!»

«Αυτό προσπαθώ να του πω κι εγώ, τόση ώρα!» τόνισε η Αλντάρνη, χαμογελώντας επίσης.

Η όψη του Ευρύμαχου ήταν σχεδόν δολοφονική. «Είστε κι οι δυο σας τρελοί; Ή, μάλλον, όχι, αφήστε το αυτό! Είστε κι οι δυο σας τελείως τρελοί;»

«Ευρύμαχε,» είπε ο Άνσελμος, κάνοντας μπροστά, «αντιλαμβάνεσαι τι… εμμ, μονοπάτια ανοίγονται μπροστά μας με τούτη την αποκάλυψη;»

«Εγώ,» αποκρίθηκε ο Επόπτης, «ξέρω ένα πράγμα: οι αποστάτες έχουν για πράκτορά τους την ανιψιά του Βασιληά με τον οποίο συνεργαζόμαστε! Πώς νομίζεις ότι θα αντιδράσει ο Ίρσολμπελ, όταν τη συλλάβουμε;»

«Μα, φυσικά, δε χρειάζεται να τη συλλάβουμε, αγαπητέ μου. Αφού γνωρίζουμε τι είναι, μπορούμε τώρα εμείς να κατασκοπεύουμε αυτήν. Η Αλντάρνη,» στράφηκε, για να κοιτάξει την Αρχικατάσκοπο, «δε νομίζω να έχει πρόβλημα μ’ετούτο…» Ύψωσε ένα του φρύδι. «Έχεις;»

«Όχι.»

«Και προτείνεις, δηλαδή, να μην πούμε τίποτα στο Βασιληά;» απόρησε ο Ευρύμαχος.

«Φυσικά και θα του το πούμε! Θα φροντίσουμε να καταλάβει την… γενναιοδωρία μας. Θα του εξηγήσουμε ότι θα μπορούσαμε να κάνουμε εκείνο που πρέπει με την… άτακτη ανιψιά του: να τη συλλάβουμε και να τη ρίξουμε σ’ένα βαθύ, σκοτεινό κελί, στην καλύτερη περίπτωση· ή, να την αποκεφαλίσουμε, στη χειρότερη. Εμείς, όμως, δε θα το κάνουμε αυτό, γιατί συμπαθούμε τον Βασιληά Ίρσολμπελ, και η Παντοκράτειρα αγαπά ιδιαιτέρως τον Θρόνο της Ελρείσβα. Ωστόσο, θα προτείνουμε ο Βασιληάς να… τιθασεύσει την ανιψιά του αναλόγως.»

«Αν, όμως, ο Βασιληάς τής πει ότι την καταλάβαμε, δε θα έχει νόημα να την παρακολουθούμε!» είπε η Αλντάρνη. «Δε θα κάνει τίποτα, τότε.»

«Αντιθέτως,» διαφώνησε ο Άνσελμος. «Θα αισθανθεί σαν παγιδευμένο ζώο, και θα έχει την… αμφιβολία αν την παρακολουθούμε ή όχι. Ως εκ τούτου, είναι πιθανό να δράσει σπασμωδικά… και ανόητα.

»Επιπλέον,» πρόσθεσε, «η στρατηγική που προτείνω έχει κι άλλα πλεονεκτήματα: Θα έχουμε τον Βασιληά στο χέρι· γιατί, σίγουρα, δε θα θέλει τίποτα κακό να συμβεί στην ανιψιά του. Κι επίσης, δε θα θέλει να διαρρεύσει αυτή η… μμμ, άτυπη συμπεριφορά της. Οι Αρβήντλιοι είναι εξαιρετικά μυστικοπαθείς· μην το ξεχνάτε. Μην το ξεχνάτε ποτέ αυτό. Ο Ίρσολμπελ θα ρεζιλευτεί, αν μαθευτεί η αλήθεια για την ανιψιά του. Και είναι ο μονάρχης σε τούτους τους τόπους!» Ο Άνσελμος μειδίασε. «Βλέπεις, λοιπόν, γιατί αυτά τα νέα είναι υπέροχα, Ευρύμαχε;»

Ο Ευρύμαχος είχε το σαγόνι του ακουμπισμένο στα ενωμένα χέρια του, μοιάζοντας ακόμα προβληματισμένος, αν και λιγότερο από πριν. «Θα αναλάβεις εσύ να μιλήσεις με τον Βασιληά, Άνσελμε;»

«Ασφαλώς,» αποκρίθηκε ο Παντοκρατορικός Πρέσβης. «Θα είναι ευχαρίστησή μου. Προσπαθώ πάντοτε να διατηρώ μια… ισορροπία στον Θρόνο της Ελρείσβα. Αυτή, εξάλλου, είναι η αποστολή μου εδώ.»

«Καλώς.» Ο Ευρύμαχος ακούμπησε την πλάτη του στην πολυθρόνα του και άναψε ένα τσιγάρο.

Ο Άνσελμος στράφηκε στην Αλντάρνη. «Πώς κατάλαβες ότι η Ταράλβι είναι πράκτορας;»

«Οι κατάσκοποί μου έπιασαν μια συνομιλία της–»

Ο Ευρύμαχος πάτησε ένα πλήκτρο στην κονσόλα του, και η φωνή της ανιψιάς του Βασιληά ακούστηκε, καθώς επίσης και η φωνή του άγνωστου άντρα.

«Ποιος είναι αυτός ο Ναβέρτης;» ρώτησε ο Άνσελμος.

«Δεν ξέρω,» είπε η Αλντάρνη. «Οι κατάσκοποί μου, όμως, βρήκαν πού πήγαινε το σήμα της Ταράλβι…»

Ο Άνσελμος ύψωσε ένα φρύδι του, ερωτηματικά.

«Σ’ένα σπίτι μέσα στην πόλη. Κι από εκεί βγήκε κάποιος άγνωστος, ο οποίος πήρε άλογο και έφυγε από την Ελρείσβα.»

«Τον ακολούθησαν, ελπίζω…»

«Τον ακολούθησαν.»

«Επομένως,» συμπέρανε ο Άνσελμος, «σύντομα θα μάθουμε κι άλλα.»

Τα μάτια της Αλντάρνης γυάλισαν. «Ναι.»

Ο Παντοκρατορικός Πρέσβης σηκώθηκε απ’την καρέκλα του. «Με την άδειά σου, Ευρύμαχε, θα πηγαίνω…»

Ο Επόπτης ένευσε, καπνίζοντας.

Η Αλντάρνη ακολούθησε τον Άνσελμο προς την έξοδο των διαμερισμάτων του Ευρύμαχου. Και, όταν πλησίαζαν την πόρτα, εκείνος τής είπε αυτό που ήταν στο μυαλό της: «Θα το γιορτάσουμε, το μεσημέρι;» ενώ τύλιγε το χέρι του γύρω απ’τη μέση της.

Η Αλντάρνη αισθάνθηκε ένα ενθουσιώδες ρίγος να διατρέχει όλο της το σώμα, από τις ρίζες των μαλλιών της μέχρι τις πατούσες των ποδιών της. «Ναι,» του απάντησε, σφίγγοντας το πουκάμισό του μέσα στις γροθιές της και κολλώντας τα χείλη της επάνω στα δικά του. «Ναι…»

•2•

«Βασιληά μου, θα ήθελα να σας μιλήσω ιδιαιτέρως.»

«Πρόκειται για κάτι το τόσο σημαντικό, Πρέσβη;»

«Ναι. Κάτι πολύ σημαντικό, και μόνο για τα δικά σας αφτιά.»

Ο Βασιληάς Ίρσολμπελ ακούμπησε τις παλάμες του στους βραχίονες του ξύλινου Θρόνου της Ελρείσβα και στηρίχτηκε εκεί, για να σηκώσει, αργά, βαριεστημένα, το διόλου ευκαταφρόνητου όγκου σώμα του. Κάνοντας νόημα στον Άνσελμο, κατέβηκε τα πέτρινα σκαλοπάτια του υπερυψωμένου επιπέδου όπου βρισκόταν ο Θρόνος και βάδισε προς μια άκρη της αίθουσας.

Ο Παντοκρατορικός Πρέσβης τον ακολούθησε σ’ένα παράπλευρο δωμάτιο, πολύ μικρότερο και σχετικά απλά επιπλωμένο. Δεν υπήρχε κανένα ξύλινο έπιπλο εδώ, και η πόρτα έκλεινε με μια βαριά κουρτίνα από τομάρι λύκου της ερήμου. Στους τοίχους κρέμονταν ταπετσαρίες. Ένα ψηλό και στενό παράθυρο κοίταζε προς τα νότια, προς τις ερήμους του Θυέλλης Τόπου.

«Είστε βέβαιος ότι εδώ κανείς δε μας ακούει, Μεγαλειότατε;» ρώτησε ο Άνσελμος.

«Βεβαιότατος.» Ο Ίρσολμπελ κάθισε σ’ένα πέτρινο κάθισμα σκεπασμένο με πορφυρό μετάξι.

Κακό πράγμα η βεβαιότητα, σκέφτηκε ο Άνσελμος· οδηγεί στην απροσεξία. Κάθισε αντίκρυ στον Βασιληά και είπε: «Το ζήτημα για το οποίο επιθυμώ να σας μιλήσω είναι άκρως σημαντικό. Δεν υπερέβαλα στο ελάχιστο, πριν.»

Οι βαθιές ρυτίδες του Ίρσολμπελ φάνηκαν να βαθαίνουν ακόμα περισσότερο. Τα χέρια του ακούμπησαν πάνω στα γόνατά του. «Σ’ακούω, Πρέσβη. Αφορά την εκστρατεία;» Και ο τρόπος που το ρωτούσε αυτό έδειχνε ότι η εκστρατεία –ή, μάλλον, το γεγονός ότι σπαταλιόταν τόση πολλή ενέργεια για την εκστρατεία– ήταν κάτι που τον ενοχλούσε.

«Όχι,» αποκρίθηκε ο Άνσελμος. «Αφορά την ανιψιά σας, την Ταράλβι.»

Τα πυκνά φρύδια του Ίρσολμπελ υψώθηκαν. Έκπληκτος. Αιφνιδιασμένος. Αναμφίβολα, δεν περίμενε ν’ακούσει αυτό το όνομα.

«Έχουμε πληροφορίες ότι είναι πράκτορας της Επανάστασης, Βασιληά μου,» είπε ο Άνσελμος, βαριά, σα να τον στενοχωρούσε το γεγονός.

Ο Ίρσολμπελ έμεινε ακίνητος για λίγο. «…Της Επανάστασης;» άρθρωσε. «Της… της Επανάστασης που είναι εναντίον σας;»

«Φοβάμαι πως ναι, Μεγαλειότατε.»

«Αδύνατον! Τι – τι πληροφορίες έχετε, Πρέσβη;»

«Μια αποθηκευμένη συνομιλία. Μπορώ να σας τη βάλω να την ακούσετε κιόλας, αν θέλετε. Η ανιψιά σας ενημερώνει τους επαναστάτες για το γεγονός ότι, σύντομα, θα σταλούν ενεργειακές φιάλες στην εκστρατεία.»

«Μα τα δόντια του Μόρμαμ…!» έκανε ο Ίρσολμπελ, κοιτάζοντας το πάτωμα, αναστατωμένος. Ύψωσε το βλέμμα του. «Πρέπει να καταλάβετε ότι εγώ δεν είχα καμία σχέση μ’ετούτο…»

«Το φαντάζομαι, Βασιληά μου. Μου είστε πολύ συμπαθείς, εξάλλου… και σε μένα και στον Επόπτη Ευρύμαχο, ασφαλώς. Και η Παντοκράτειρα θεωρεί τον Θρόνο της Ελρείσβα πολύτιμο, και τις συναναστροφές της μαζί σας, μέχρι στιγμής, άψογες.»

Τα λόγια του φάνηκαν να ηρεμούν, κάπως, τον Ίρσολμπελ.

«Ωστόσο,» τόνισε ο Άνσελμος, «η ανιψιά σας είναι αποστάτρια. Ενεργεί κατά της Παντοκρατορίας, και…» Σταμάτησε, επίτηδες, σα να μην ήθελε να πει άλλα.

«Τι σκοπεύετε να κάνετε μαζί της;» ρώτησε αμέσως ο Ίρσολμπελ.

«Βασιληά μου, σ’αυτές τις περιπτώσεις, ο ένοχος συλλαμβάνεται και φυλακίζεται. Πολλές φορές, μάλιστα, εκτελείται–»

«Θα μου επιτρέψετε να φροντίσω εγώ, προσωπικά, για την Ταράλβι;»

«Τι εννοείτε, Μεγαλειότατε;» είπε ο Άνσελμος, αν και γνώριζε ήδη τι εννοούσε ο Βασιληάς της Ελρείσβα. Άστον να πιστέψει ότι ήταν δική του ιδέα εξαρχής…

«Θα της μιλήσω, και θα βεβαιωθώ ότι θα διακόψει κάθε συναναστροφή με εγκληματίες και παρανόμους!»

Ο Άνσελμος έσμιξε τα χείλη, διστακτικά. «Πιστεύετε ότι θα τα καταφέρετε; Οι αποστάτες είναι, συνήθως, αποφασισμένοι–»

«Η Ταράλβι δεν είναι έτσι, Πρέσβη! Δεν είναι ακριβώς… Δεν είναι, ουσιαστικά, αποστάτρια. Δεν ξέρει τι κάνει! Είμαι βέβαιος. Θα λογικευτεί. Κι επιπλέον… Πρέσβη, πρέπει να καταλάβεις ότι ετούτο είναι ένα πολύ λεπτό ζήτημα…»

Ο Άνσελμος γνώριζε, ασφαλώς, γιατί το ζήτημα ήταν λεπτό, όμως ύψωσε ένα του φρύδι, ερωτηματικά, σα να είχε πλήρη άγνοια.

«Δεν πρέπει να μαθευτεί ότι η ανιψιά μου μπλέχτηκε κάποτε –έστω και λίγο– με παρανόμους. Όπως θα ξέρεις, κάθε μονάρχης έχει και τους εχθρούς του.» Τα μάτια του Ίρσολμπελ στένεψαν. «Δε χρειάζεται να έχουν ένα τέτοιο όπλο για να χρησιμοποιήσουν εναντίον μου.»

«Καταλαβαίνω, Μεγαλειότατε.»

«Όπως είπες κι εσύ, εξάλλου, η συνεργασία μας, μέχρι στιγμής, είναι άψογη. Αν ήταν κάποιος άλλος στον θρόνο, δεν ξέρεις αν θα συνέβαινε το ίδιο, σωστά;»

«Σωστότατα, Βασιληά μου,» αποκρίθηκε ο Άνσελμος, αν και, στην πραγματικότητα, δε θεωρούσε τον Ίρσολμπελ τίποτα το ιδιαίτερο. Οποιοσδήποτε άλλος θα ήταν ίδιος μ’εσένα· κι αν ήταν χειρότερος, θα τον… παραμερίζαμε με συνοπτικές διαδικασίες.

Ο Ίρσολμπελ έδειξε να καθησυχάζεται.

«Θα πρέπει, ωστόσο, να είμαστε σίγουροι ότι θα… συνετίσετε την ανιψιά σας,» του είπε ο Άνσελμος.

«Μη σε νοιάζει καθόλου γι’αυτό, Πρέσβη. Θα πάω τώρα κιόλας να της μιλήσω.»

«Χαίρομαι που είστε πρόθυμος να συνεργαστούμε σ’ετούτο το θέμα,» είπε ο Άνσελμος, καθώς σηκωνόταν από τη θέση του. «Γιατί, για να είμαι ειλικρινής, ούτε εγώ θα ήθελα να αναγκαστούμε να ασκήσουμε βία κατά της ανιψιάς σας.»

*

Η Ταράλβι καθόταν στο πάτωμα ενός μεγάλου δωματίου των διαμερισμάτων της και έπαιζε με τις δύο μικρές δίδυμες κόρες της, την Κράσνι και την Άρτι. Όταν μια υπηρέτρια την ειδοποίησε ότι ο Βασιληάς ήταν εδώ και ζητούσε να τη δει, εκείνη παραξενεύτηκε. Ο θείος της δε συνήθιζε να κάνει τέτοιες απρόσμενες επισκέψεις. Και ειδικά μια ώρα σαν κι ετούτη. Πλησίαζε μεσημέρι. Τι μπορεί να τον έφερε εδώ; Η Ταράλβι εντόπιζε μια… ταραχή στη φυσιολογική ροή της ζωής του Μεγάρου, κι ετούτο, μάλλον, ήταν κακός οιωνός.

Ωστόσο, κανένας κακός οιωνός δεν την είχε ποτέ πτοήσει. Σηκώθηκε απ’το πάτωμα, παραγγέλνοντας στην υπηρέτρια να πει στον Βασιληά ότι ερχόταν αμέσως. Η υπηρέτρια αποκρίθηκε: «Μάλιστα, Αρχόντισσά μου,» και έφυγε.

«Τι είναι, μαμά;» ρώτησε η Άρτι, κοιτάζοντας την Ταράλβι με τα μεγάλα, στρογγυλά, γαλανά μάτια της.

«Ο θείος σας είναι εδώ, δεν άκουσες;» απάντησε εκείνη, βάζοντας τα παπούτσια της.

«Να έρτουμε;» είπε η Άρτι.

«Ο θείος είναι κακός!» είπε η Κράσνι.

Η Ταράλβι γέλασε. «Δεν είναι κακός, βρε χαζό. Λιγάκι χοντρός είναι, αλλά μην του το πεις. Εντάξει;»

«Τάξει!»

«Το ορκίζεσαι; Στην Κρωμβέλη;»

Η Κράσνι κούνησε το κεφάλι της καταφατικά, κάνοντας τα ξανθά μαλλιά της, που ήταν δεμένα κοτσίδα στην κορυφή του κεφαλιού της, να κουνηθούν σαν πλάσμα ζωντανό.

«Να έρτουμε, μαμά;» ρώτησε, επίμονα, η Άρτι.

«Νομίζω πως ο θείος σας βιάζεται. Να περιμένετε εδώ, και θα επιστρέψω σε λίγο.»

Η Ταράλβι βγήκε απ’το δωμάτιο όπου έπαιζε με τις κόρες της και πήγε στο δωμάτιο όπου την περίμενε ο Βασιληάς Ίρσολμπελ, κάνοντας πέρα-δώθε με τα χέρια του σταυρωμένα πίσω απ’την πλάτη. Η όψη του ήταν, φανερά, αγριεμένη. Σαν την όψη ενός τρομαγμένου θηρίου που ψάχνει κάπου να ξεσπάσει… παρατήρησε η Ταράλβι. Δε μ’αρέσει αυτό. Οι Παντοκρατορικοί έχουν βάλει το χέρι τους. Το καταλάβαινε· μπορούσε σχεδόν να διαισθανθεί την αόρατη παρουσία τους γύρω απ’τον θείο της.

Ο Βασιληάς δεν την είδε αμέσως, καθώς, όταν η Ταράλβι μπήκε, εκείνος έτυχε να της έχει γυρισμένη την πλάτη. Η ανιψιά του δε μίλησε, περιμένοντάς τον να την προσέξει, ενώ στεκόταν στο κατώφλι.

Τα μάτια του Ίρσολμπελ δεν άργησαν να πέσουν επάνω της. «Ταράλβι…» είπε, κι έμοιαζε να μην ξέρει πώς να συνεχίσει.

Με κοιτάζει, όμως, λες και φταίω για κάτι… Τι σημαίνει αυτό; «Θείε,» αποκρίθηκε η Ταράλβι. «Τι συμβαίνει;»

«Ρωτάς τι συμβαίνει;» φώναξε ο Ίρσολμπελ. «Ρωτάς τι συμβαίνει!»

«Θα έπρεπε να γνωρίζω;»

«Ταράλβι,» ο Ίρσολμπελ τη ζύγωσε με γρήγορα βήματα, «τι πήγες κι έκανες; Από πότε; Από πότε είσαι μπλεγμένη μ’αυτούς… μ’αυτούς τους επαναστάτες;»

Μα τους θεούς…! Η Ταράλβι αισθάνθηκε το σώμα της να μουδιάζει. Αλλά όχι και το μυαλό της. Ποτέ το μυαλό της. Το μουδιασμένο μυαλό είναι ίσον καταστροφή. Ξεροκατάπιε, και είπε: «Τι θες να πεις, θείε;»

«Χρειάζεται να γίνω πιο σαφής; Είσαι ή δεν είσαι μπλεγμένη μ’αυτούς;»

Η Ταράλβι είχε ήδη αρχίσει να ανακτά την αυτοκυριαρχία της. Ανέπνεε σταθερά, ομαλά. «Σου ανέφερε κάποιος ότι έχω σχέση με την Επανάσταση;»

«Ο Επόπτης γνωρίζει, Ταράλβι! Το γνωρίζει! Ήρθε ο Άνσελμος, πριν από λίγο, και μου το είπε. Έχουν αποθηκεύσει μια συνομιλία σου, στην οποία δίνεις πληροφορίες στους εχθρούς τους. Μιλάς για το φορτηγό με τις ενεργειακές φιάλες που ετοιμάζεται για την εκστρατεία!»

Πώς είναι δυνατόν; Η Ταράλβι επικοινωνούσε μέσω μιας συχνότητας που δεν τη χρησιμοποιούσε κανένας άλλος. Πρέπει να κατασκοπεύουν τα διαμερίσματά μου· δεν εξηγείται αλλιώς. Πρέπει να έχουν επικεντρώσει τις προσπάθειές τους εδώ. Αλλά γιατ–

«Μα τους θεούς!» φώναξε ο Ίρσολμπελ. «Γιατί είσαι μπλεγμένη μ’αυτούς; Τι σου έχουν υποσχεθεί; Δεν έχεις εδώ ό,τι θέλεις;»

«Δεν είναι αυτό, θείε!» αντιγύρισε η Ταράλβι. Στράφηκε κι απομακρύνθηκε απ’τον Βασιληά, βαδίζοντας μες στον προθάλαμο των διαμερισμάτων της.

«Τι είναι, τότε;» Η φωνή του Ίρσολμπελ αντήχησε.

Η Ταράλβι είπε, χωρίς να στραφεί να τον κοιτάξει: «Συμφωνείς με την κατάσταση που επικρατεί;»

«Τι θα πει αν συμφωνώ

Η Ταράλβι γύρισε. «Συμφωνείς που είμαστε υπόδουλοι αυτών των ξένων;»

«Μια συνεργασία έχουμε κάνει μαζί τους–»

«Κοροϊδεύεις τον εαυτό σου. Δούλοι τους είμαστε!»

«Έχεις τρελαθεί; Τι θα έλεγε ο πατέρας σου, Ταράλβι; Προσπαθείς να καταστρέψεις τον Θρόνο της Ελρείσβα; Εκείνος πέθανε για να τον προστατ–»

«Άσε τον πατέρα μου ήσυχο, θείε,» τον διέκοψε η Ταράλβι, χωρίς να φωνάζει. «Ήταν γενναίος άνθρωπος. Δεν είσαι σαν αυτόν–»

«Μ’αποκαλείς δειλό κι από πάνω;» γκάριξε ο Ίρσολμπελ, σφίγγοντας τις γροθιές του, καθώς τη ζύγωνε πάλι. «Οι ανοησίες σου βάζουν σε κίνδυνο τον Θρόνο και αποκαλείς εμένα δειλό;»

Η Ταράλβι δε μίλησε, ατενίζοντάς τον καταπρόσωπο.

«Οι συναναστροφές σου μ’αυτούς τους κακοποιούς τελειώνουν εδώ, Ταράλβι. Ο Επόπτης, επειδή μας συμπαθεί και μόνο, αποφάσισε να μη σε εκτελέσει αμέσως παρά να βάλει τον Άνσελμο να μιλήσει, πρώτα, σε μένα.»

«Τι καλοί άνθρωποι που είναι κι οι δυο τους, θείε…»

Ένας ξαφνικός κρότος κούφανε το αριστερό της αφτί, καθώς κάτι βαρύ και δυνατό χτύπησε το πλάι του κεφαλιού της. Έχασε την ισορροπία της και σωριάστηκε στο πάτωμα, βλέποντας χρώματα μπροστά στα μάτια της, ενώ συνειδητοποιούσε ότι ο μόνος άλλος άνθρωπος στο δωμάτιο ήταν ο θείος της, κι επομένως μονάχα εκείνος θα μπορούσε να την είχε χτυπήσει.

Ποτέ ξανά δεν το είχε κάνει αυτό.

Τον είδε –μια σκιερή μορφή μέσα από την πολύχρωμη θολούρα που σκέπαζε την όρασή της– ν’απομακρύνεται. Το ένα της αφτί κουδούνιζε, αλλά το άλλο άκουγε κανονικά, και δεν τον άκουσε να βγαίνει απ’το δωμάτιο.

«Σήκω πάνω!» της είπε.

Η Ταράλβι σηκώθηκε, αλλά όχι γρήγορα. Επίτηδες, όχι γρήγορα. Και προσπάθησε να μην κλάψει, σκουπίζοντας με την ανάστροφη του χεριού μερικά δάκρυα που είχαν συγκεντρωθεί στα μάτια της. Αισθανόταν ολόκληρη την αριστερή μεριά του προσώπου της να φλέγεται.

Χρώματα εξακολουθούσαν να χορεύουν μπροστά στα μάτια της, όμως το ομιχλώδες παραπέτασμα δεν ήταν τόσο πυκνό όσο πριν. Στράφηκε, για να κοιτάξει τον θείο της, που στεκόταν κοντά στην κάβα του δωματίου, γεμίζοντας ένα ποτήρι με ίνφετ από ένα μπουκάλι.

«Ποιοι άλλοι είναι μπλεγμένοι σ’αυτή την ιστορία;» τη ρώτησε.

Η Ταράλβι ξεροκατάπιε. Δε θα προδώσω κανέναν! «Κανείς άλλος. Μόνο εγώ.»

«Ψεύδεσαι, Ταράλβι!» φώναξε ο Ίρσολμπελ. «Με ποιον μιλούσες όταν σε άκουσαν;»

«Έναν επαναστάτη που ονομάζεται Ναβέρτης. Αλλά δεν ξέρω τίποτ’άλλο γι’αυτόν.»

«Οι συναναστροφές σου με δαύτους τελειώνουν εδώ!» είπε ο Ίρσολμπελ. «Αν σε ξαναπιάσουν να έχεις επαφές με αποστάτες, θα σε σκοτώσουν!»

«Γνωρίζω τι θα κάνουν, θείε.»

«Αναλογίσου το, λοιπόν. Κι αν δε σ’ενδιαφέρει για τον εαυτό σου, σκέψου τον Θρόνο της Ελρείσβα. Και τα παιδιά σου.»

Για τα παιδιά μου είναι που αγωνίζομαι. Θέλω να είναι ελεύθερα, όχι σαν εσένα! Όχι σαν εμάς! Δε μίλησε, όμως.

Ο Ίρσολμπελ έφυγε, αν μη τι άλλο πιο εκνευρισμένος απ’ό,τι όταν είχε έρθει.

Η Ταράλβι κάθισε σ’ένα μαξιλάρι στο πάτωμα, μουδιασμένη και ακουμπώντας το πρόσωπό της στις χούφτες της, προσπαθώντας να βάλει σε μια τάξη το μυαλό της.

Θεοί… σκέφτηκε, βοηθήστε με…

Τι θα έκανε τώρα; Μπορούσε να μαντέψει το σχέδιο των Παντοκρατορικών: θα την παρακολουθούσαν συνεχώς, ελπίζοντας ότι θα τους οδηγούσε σε περισσότερους επαναστάτες. Επομένως, δεν πρέπει να κάνω τίποτα. Απολύτως τίποτα. Την είχαν, λοιπόν, αδρανοποιήσει τελείως, σα να την είχαν σκοτώσει.

Ή, μάλλον, ακόμα χειρότερα. Μπορούσαν κιόλας να τη χρησιμοποιήσουν κατά του θείου της. Μπορούσαν να τη χρησιμοποιήσουν για να τον εκβιάσουν.

Δεν έχω να προσφέρω τίποτα εδώ. Τίποτα! Κι επιπλέον, είμαι βάρος. Τροχοπέδη. Μια επιθυμία φυγής την έπιασε· ήξερε, όμως, ότι δεν ήταν δυνατόν να φύγει. Πού θ’άφηνε τις μικρές της; Η παραμάνα τους ήταν, σίγουρα, καλή γυναίκα, μα μ’όλα όσα συνέβαιναν τώρα στο Μέγαρο κανέναν δε μπορούσε να εμπιστευτεί.

Κι έπειτα, πού θα πήγαινε; Στους επαναστάτες; Γνώριζε πώς να τους βρει, αν υπήρχε ανάγκη… όμως, αν με παρακολουθούν, τότε θα οδηγήσω τους Παντοκρατορικούς σ’αυτούς.

«Μαμά;…»

Η Ταράλβι αιφνιδιάστηκε. Πήρε το πρόσωπο από τις χούφτες της και κοίταξε την Άρτι, που στεκόταν στο κατώφλι του δωματίου.

«Τι έχεις, μαμά;» Το κοριτσάκι την πλησίασε.

«Τίποτα,» αποκρίθηκε η Ταράλβι, παίρνοντας την Άρτι στην αγκαλιά της. «Ζαλίστηκα λιγάκι, μονάχα.»

*

Ο Ευρύμαχος έδωσε διαταγή να μην ξεκινήσει το φορτηγό με τις ενεργειακές φιάλες αμέσως μόλις ήταν έτοιμο, παρά να περιμένει· γιατί φοβόταν μην το σαμποτάρουν ξανά οι επαναστάτες. Ασφαλώς, σκόπευε να βάλει δύο αεροσκάφη να το συνοδέψουν, αλλά και πάλι, αν του επιτίθονταν, τα αεροσκάφη δε θα μπορούσαν να προσφέρουν καμια ουσιαστική βοήθεια. Περισσότερο φόβητρο θα ήταν παρά οτιδήποτε άλλο. Το μόνο που θα μπορούσαν να κάνουν ήταν να ανατινάξουν –μέσω των ενεργειακών κανονιών τους– το φορτηγό, αν οι επαναστάτες κατόρθωναν να το κλέψουν. Αλλά, σ’αυτή την περίπτωση, πάλι θα χάνονταν και το όχημα και οι ενεργειακές φιάλες· και οι στρατιώτες, βέβαια.

Επομένως, ο Ευρύμαχος το είχε θεωρήσει συνετότερο να περιμένει νέα των κατασκόπων της Αλντάρνης: να δει πού θα τους οδηγούσε εκείνος ο επαναστάτης που είχαν ακολουθήσει έξω απ’την πόλη.

Έτσι, η Αρχικατάσκοπος βρισκόταν τώρα στα δωμάτιά της, κάνοντας πέρα-δώθε, λιγάκι ανήσυχη μήπως ο τελικός θρίαμβος γλιστρούσε ανάμεσα από τα δάχτυλά της την τελευταία στιγμή. Το ήξερε –το ένιωθε– πως ο άνθρωπος που ακολουθούσαν οι κατάσκοποί της θα τους αποκάλυπτε, χωρίς τη θέλησή του, κάποια σημαντική κρυψώνα των επαναστατών, έξω απ’την Ελρείσβα, στις επικίνδυνες ερήμους του Θυέλλης Τόπου.

Δε μπορεί ν’αργήσουν, σκεφτόταν η Αλντάρνη. Όπου νάναι θα με ειδοποιήσουν… Πόσο μακριά μπορεί να ήταν ο προορισμός του επαναστάτη, αφού ταξίδευε με άλογο και σκόπευε να ειδοποιήσει τους συμμάχους του εγκαίρως, ώστε να επιτεθούν στο φορτηγό με τις ενεργειακές φιάλες; Καθόλου μακριά. Το πολύ δέκα χιλιόμετρα απόσταση από την πόλη.

Εν τω μεταξύ, βέβαια, η Αλντάρνη μπορούσε να προστάξει να γίνει έρευνα σ’εκείνο το σπίτι όπου είχε πάει το σήμα της Ταράλβι. Ναι, αυτό έπρεπε ήδη να το είχε κάνει! Πήγε στον επικοινωνιακό δίαυλο του γραφείου της, τον άνοιξε, και πάτησε ένα πλήκτρο. Όταν ένας απ’τους κατασκόπους της της απάντησε, εκείνη διέταξε να γίνει έρευνα στο σπίτι και να συλληφθούν όσοι βρίσκονταν μέσα.

Για να γίνουν συλλήψεις έπρεπε να υπάρχει άδεια από τον Παντοκρατορικό Επόπτη, της θύμισε ο κατάσκοπος.

Δε χρειαζόταν ν’ανησυχούν γι’αυτό! αποκρίθηκε η Αλντάρνη… αν και δεν είχε πάρει καμία άδεια από τον Ευρύμαχο, ακόμα. Και δεν είχε σημασία, εξάλλου· θα της έδινε την άδεια όποτε την ήθελε. Το θέμα ήταν σημαντικό· τους αφορούσε όλους. Άμεσα.

Η Αλντάρνη άναψε ένα τσιγάρο, συνεχίζοντας το πέρα-δώθε μέσα στα δωμάτιά της.

Όταν κουράστηκε, κάθισε σε μια πολυθρόνα. Και τότε, ο δίαυλος κουδούνισε. Η Αρχικατάσκοπος πετάχτηκε όρθια και πήγε να τον ανοίξει.

«Αρχικατάσκοπε,» είπε η φωνή του Στιούαρτ, «μόλις μου ανέφεραν ότι ο καβαλάρης μας έφτασε στον προορισμό του.»

«Πού είναι;»

«Νοτιοδυτικά της Ελρείσβα. Δώδεκα χιλιόμετρα περίπου. Υπάρχει ένα πανδοχείο εκεί, χτισμένο κοντά σε μια όαση–»

«‘Ο Νερόλακκος’!» είπε η Αλντάρνη. Το ήξερε το πανδοχείο.

«Ακριβώς. ‘Ο Νερόλακκος,’ ονομάζεται. Ο άνθρωπος που παρακολουθούμε πήγε εκεί και, λίγο μετά την άφιξή του, εννιά καβαλάρηδες βγήκαν από τον στάβλο του μέρους–»

«Ο Νερόλακκος δεν είναι πανδοχείο μόνο· πουλάνε και άλογα εκεί. Είστε σίγουροι ότι δεν πρόκειται για σύμπτωση;»

«Ο κατάσκοπός μας που παρακολουθεί τον επαναστάτη ανέφερε ότι ανάμεσα στους εννέα ήταν κι εκείνος. Άρα, δεν μπορεί να είναι σύμπτωση.»

«Και πού είναι ο κατάσκοπός μας τώρα;»

«Δεν ξέρω· έχει βγει από την εμβέλεια του πομπού.»

Η Αλντάρνη καταράστηκε, και είπε: «Να με κρατάς ενήμερη.»

Τερμάτισε την επικοινωνία της με τον Στιούαρτ και επικοινώνησε με τον Ευρύμαχο στα διαμερίσματά του.

«Βρήκα πού κρύβονται οι επαναστάτες,» του είπε, «και χρειάζομαι στρατιώτες.»

«Πού κρύβονται;»

«Σ’ένα πανδοχείο που ονομάζεται ‘Ο Νερόλακκος’, δώδεκα χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της πόλης. Ο καβαλάρης που ακολουθούσαν οι κατάσκοποί μου πήγε εκεί και, σε λίγο, άλλοι οκτώ καβαλάρηδες έφυγαν μαζί του. Το μέρος έχει μεγάλο στάβλο, καθώς πωλούνται και άλογα.»

«Και πού πήγαν οι καβαλάρηδες;»

«Αυτό δεν το ξέρω ακόμα. Μέσα στην έρημο, υποθέτω, για να στήσουν ενέδρα στο φορτηγό μας.»

«Αποκλείεται να στήσουν ενέδρα με μόνο εννέα πολεμιστές,» είπε η φωνή του Ευρύμαχου από τον δίαυλο. «Κατά πάσα πιθανότητα, θα συγκεντρώσουν κι άλλους από τα τριγυρινά μέρη.»

«Ναι, μάλλον. Τώρα, όμως, χρειάζομαι τους στρατιώτες σου, για να καταλάβω το πανδοχείο.»

Ένα φωτάκι άρχισε ν’αναβοσβήνει επάνω στον επικοινωνιακό της δίαυλο: κάποιος άλλος την καλούσε.

«Πάρε όσους θέλεις. Φρόντισε μόνο να βρεις τους επαναστάτες,» αποκρίθηκε ο Ευρύμαχος. «Το ήξερα ότι, στο τέλος, θα έκανες καλή δουλειά, Αλντάρνη. Όπως πάντα.»

Η Αρχικατάσκοπος τερμάτισε την επικοινωνία της μαζί του. Ναι, καλά… σκέφτηκε. «Το ήξερα ότι θα έκανες καλή δουλειά»… Εμένα μού λες… Όλο μαλακίες είναι αυτός ο άνθρωπος!

Πάτησε το πλήκτρο για την αποδοχή της εισερχόμενης κλήσης που βρισκόταν σε αναμονή.

«Αρχικατάσκοπε;» Μια γυναικεία φωνή που αναγνώριζε.

«Σ’ακούω, Ρίλλα.»

«Ερευνήσαμε το σπίτι, πράγμα όχι και πολύ δύσκολο, αφού οι περισσότεροι Αρβήντλιοι ούτε κανονικές πόρτες δεν έχουν. Δε βρήκαμε τίποτα το ιδιαίτερο, εκτός από κάποια όπλα. Ρωτήσαμε και μάθαμε ότι εδώ μένει ένας Λευκός άντρας ονόματι Ναβέρτης, που ισχυρίζεται πως είναι κυνηγός. Το σπίτι, όμως, δεν του ανήκει· το νοικιάζει.»

«Μιλήσατε με τον σπιτονοικοκύρη;»

«Όχι, Αρχικατάσκοπε. Περιμένουμε διαταγή σας. Να του μιλήσουμε;»

«Προσπαθήστε, καλύτερα, να μάθετε όσο πιο πολλά μπορείτε γι’αυτόν. Θέλω να ξέρω αν είναι με την Επανάσταση ή όχι.»

*

Η Αλντάρνη έβγαλε το φόρεμα και τα παπούτσια της και ντύθηκε με μια λευκή στολή και μαύρες μπότες που έφταναν ώς το γόνατο. Στους ώμους της έριξε μια μελανή κάπα, και από τη ζώνη της κρέμασε ένα θηκαρωμένο σπαθί. Κατέβηκε στον Παντοκρατορικό στρατώνα του Μεγάρου και μίλησε μ’έναν λοχαγό, προστάζοντάς τον να φέρει στρατιώτες του για μια αποστολή. Ο άντρας ήταν ερυθρόδερμος και μαυρομάλλης. Ονομαζόταν Κήμδροκ και καταγόταν από τη Φεηνάρκια. Ρώτησε την Αρχικατάσκοπο για τι είδους αποστολή ήθελε τους στρατιώτες του, κι εκείνη τού εξήγησε. Ο λοχαγός τής είπε να τον συναντήσει σε μια από τις αυλές του Μεγάρου, κοντά στα οχήματα 25 και 26. Η Αλντάρνη ένευσε και πήγε στην αυλή.

Τα οχήματα ήταν τετράτροχα και είχαν μεγάλες ρόδες, ικανές να διασχίζουν με άνεση τις ερήμους της Αρβήντλια. Ο Λοχαγός Κήμδροκ και είκοσι από τους στρατιώτες του ήρθαν μετά από λίγο, και όλοι μαζί επιβιβάστηκαν στα οχήματα.

Ο ίδιος ο λοχαγός κάθισε στο τιμόνι του 25, και η Αλντάρνη πήρε θέση πλάι του. «Γνωρίζεις πού πηγαίνουμε;» τον ρώτησε. «Γνωρίζεις πού είναι ο Νερόλακκος

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνος, πράγμα που δεν την παραξένεψε. Ήταν, εξάλλου, ένα αρκετά γνωστό μέρος, καθώς εκεί πήγαιναν πολλοί ταξιδιώτες που είτε ήθελαν να ξεκουραστούν είτε να αγοράσουν άλογα.

Τα δύο Παντοκρατορικά οχήματα βγήκαν από το Μέγαρο του Θρόνου της Ελρείσβα, διέσχισαν τους λιθόστρωτους δρόμους της πόλης, και πέρασαν κάτω από τη νότια πύλη της.

Καθώς κατευθύνονταν νοτιοδυτικά, μέσα στην έρημο, η Αλντάρνη μπορούσε να δει, μακριά, στο βάθος του ορίζοντα, μια από τις αμμοθύελλες για τις οποίες ήταν περιώνυμος ο Θυέλλης Τόπος. Γνώριζε, όμως, ότι εκείνη και οι στρατιώτες της δεν κινδύνευαν: οι θύελλες δεν έρχονταν σε τούτα τα μέρη, κοντά στην Ελρείσβα. Οι Λευκοί ήξεραν πού είχαν οικοδομήσει τις πόλεις και τα χωριά τους. Υπήρχε τάξη στο θυελλώδες χάος των ερήμων.

Σε δέκα λεπτά, τα Παντοκρατορικά οχήματα έφτασαν στον Νερόλακκο και σταμάτησαν απέξω, αφήνοντας το σύννεφο σκόνης που σήκωναν γύρω τους να καταλαγιάσει. Το πανδοχείο ήταν διώροφο και χτισμένο –όπως όλα τα οικοδομήματα της Αρβήντλια– από πέτρα. Πλάι του βρισκόταν ένας μεγάλος στάβλος, επίσης πετρόχτιστος. Γύρω του, υπήρχαν κάποια λιγοστά δέντρα. Και πίσω του, η Αλντάρνη γνώριζε ότι ήταν ένας νερόλακκος: μια βαθιά τρύπα στην ξερή γη της ερήμου, απ’την οποία μπορούσες να βγάλεις νερό, κι απ’την οποία είχε πάρει το όνομά του το πανδοχείο.

Οι στρατιώτες βγήκαν απ’τα οχήματα και περικύκλωσαν το μέρος, κρατώντας οπλισμένες βαλλίστρες και γυμνολέπιδα ξίφη, που γυάλιζαν στις αχτίνες του μεσημεριανού ήλιου.

Η Αλντάρνη βάδισε προς την είσοδο του πανδοχείου, με τον Λοχαγό Κήμδροκ στο πλευρό της. Εκείνη δεν είχε τραβήξει το σπαθί της, αλλά ο ερυθρόδερμος πολεμιστής είχε τραβήξει το δικό του σπαθί κι έμοιαζε έτοιμος να δώσει μάχη, αν χρειαζόταν.

Η Αρχικατάσκοπος παρατήρησε ότι η πόρτα ήταν ξύλινη. Αυτό σήμαινε ότι όχι μόνο ο ιδιοκτήτης του πανδοχείου είχε χρήματα, αλλά και ότι ήθελε να το δείχνει. Να δείχνει ότι ο Νερόλακκος ήταν ένα καλό πανδοχείο, όπου άξιζε να σταματήσει κανείς, για να ξεκουραστεί και να χορτάσει.

Η Αλντάρνη έσπρωξε την πόρτα, ανοίγοντάς την και μπαίνοντας στην τραπεζαρία. Ο Κήμδροκ και κάμποσοι στρατιώτες την ακολούθησαν. Οι άνθρωποι που κάθονταν στα λίθινα τραπέζια στράφηκαν να κοιτάξουν τους Παντοκρατορικούς με έκπληξη, ενδιαφέρον, ή φόβο στα μάτια. Ο άντρας που στεκόταν πίσω απ’το μπαρ ακούμπησε τα μεγάλα χέρια του επάνω στον πέτρινο πάγκο και αγριοκοίταξε την Αλντάρνη και τους στρατιώτες. Ήταν Λευκός και είχε μακριά, μαύρα μαλλιά και μούσια· στο κέντρο του κεφαλιού του, όμως, γυάλιζε μια στρογγυλή καράφλα. Το σώμα του ήταν μυώδες, και μια τριμμένη τουνίκα τον έντυνε, της οποίας τα μανίκια ήταν κομμένα τελείως, και όχι με κομψό τρόπο, καθώς είχαν αφήσει πολλά ξέφτια.

«Τι σημαίνει αυτό;» φώναξε ο άντρας. «Υπάρχει κάποιο πρόβλημα;»

«Είσαι ο πανδοχέας;» τον ρώτησε η Αλντάρνη.

«Ναι, ο πανδοχέας είμαι. Ονομάζομαι Τάλφρης. Και ρωτάω: υπάρχει κάποιο πρόβλημα;»

Το πανδοχείο σου μοιάζει πλούσιο, σκέφτηκε η Αλντάρνη, αλλά εσύ μοιάζεις φτωχός και αυθάδης. «Συλλαμβάνεσαι, πανδοχέα, καθώς και όλοι όσοι βρίσκονται τώρα εδώ μέσα.»

Αναστάτωση από τα τραπέζια. Πολλοί σηκώθηκαν όρθιοι, για να φύγουν, και οι στρατιώτες τούς σημάδεψαν με βαλλίστρες, ή στάθηκαν στο δρόμο τους, προστάζοντάς τους να καθίσουν κάτω, τώρα!

«Συλλαμβάνομαι;» φώναξε ο Τάλφρης. «Για ποιο λόγο;»

«Επειδή παράνομοι και αποστάτες χρησιμοποιούν το πανδοχείου σου ως μέρος για τις συγκεντρώσεις τους–»

«ΨΕΜΑΤΑ!» βρυχήθηκε ο Τάλφρης, κοπανώντας τη γροθιά του πάνω στον πέτρινο πάγκο εμπρός του.

Η Αλντάρνη στράφηκε στον Λοχαγό Κήμδροκ και τους στρατιώτες. «Συλλάβετέ τους όλους. Και ψάξτε το πανδοχείο από πάνω ώς κάτω· δε θέλω κανένας να ξεφύγει.»

Ένας από τους πελάτες –ένας Λευκός, που έμοιαζε πολεμιστής της ερήμου– τράβηξε το σπαθί του, πήδησε πάνω από ένα τραπέζι, και χίμησε προς έναν Παντοκρατορικό στρατιώτη. Εκείνος απέκρουσε τη λεπίδα του Λευκού με τη δική του· κι άλλοι δύο ήρθαν πάραυτα, από δεξιά κι αριστερά του ταραχοποιού, χτυπώντας τον με γροθιές και κλοτσιές, και με το πλατύ μέρος των σπαθιών τους. Τον σώριασαν στο πάτωμα της τραπεζαρίας, ζαλισμένο και με το πρόσωπό του να αιμορραγεί.

Οι υπόλοιποι πελάτες δεν κουνήθηκαν. Ο αέρας έμοιαζε φορτισμένος.

«Αυτό,» είπε η Αλντάρνη, δυνατά, ώστε να την ακούσουν όλοι, «ήταν πολύ ανόητο! Κανείς δε θα σας πειράξει, αν φερθείτε σωστά! Ούτε θα σας φυλακίσουμε. Θα σας κάνουμε μόνο κάποιες ερωτήσεις, όταν σας πάμε στην Ελρείσβα.»

«Δε μπορείτε να κλείσετε έτσι το πανδοχείο μου!» φώναξε ο Τάλφρης. «Ακόμα κι αν συγκεντρώνονται εδώ παράνομοι όπως λες, εγώ δεν ξέρω τίποτα!»

«Ή έτσι ισχυρίζεσαι, πανδοχέα,» είπε η Αλντάρνη, ενώ οι στρατιώτες του Λοχαγού Κήμδροκ ανέβαιναν τις σκάλες που οδηγούσαν στα επάνω πατώματα του πανδοχείου και κατέβαιναν τις σκάλες που οδηγούσαν στο κελάρι. «Γιατί να σε πιστέψω;»

Η όψη του Τάλφρη σκοτείνιασε, καθώς κάρφωνε την Αρχικατάσκοπο με το μαύρο βλέμμα του. «Γιατί όχι;»

Τι νομίζει ότι κάνει; Νομίζει ότι μπορεί έτσι να με τρομάξει; Ο ηλίθιος! «Το πανδοχείο σου είναι επικίνδυνο–»

«Επικίνδυνο! Το πανδοχείο μου δεν είναι επικίνδυνο!»

Η Αλντάρνη τράβηξε το σπαθί της και τινάχτηκε μπροστά, πιέζοντας με την αιχμή του το πλατύ στέρνο του Τάλφρη. «Δε θα με διακόπτεις όταν σου μιλάω, πανδοχέα! Το μέρος αυτό, λέω, είναι επικίνδυνο για τους νομοταγείς πολίτες του Θρόνου της Ελρείσβα· και, ως εκ τούτου, θα κλείσει, μέχρι ο Παντοκρατορικός Επόπτης να κρίνει ότι μπορεί και πάλι να χρησιμοποιηθεί.»

Ο Τάλφρης δε μίλησε, αλλά τα μάτια του έλεγαν ότι ήθελε να τη δολοφονήσει.

Η Αλντάρνη μειδίασε, αχνά. Δε φοβόταν ανθρώπους σαν κι αυτόν. Δεν είχαν καμία δύναμη επάνω της. Κι επιπλέον, κατά πάσα πιθανότητα, ο Τάλφρης ήταν αποστάτης, συνασπισμένος με τα υπόλοιπα σκουλήκια της Επανάστασης που τριγύριζαν σε τούτους τους τόπους. Δεν το παραδέχεται τώρα, αλλά θα τον κάνουμε να το παραδεχτεί. Θα μας πει όλα όσα ξέρει. Τα πάντα. Στην Ελρείσβα, οι Παντοκρατορικοί είχαν μερικούς από τους καλύτερους βασανιστές που υπήρχαν εδώ, καθώς και μάγους του τάγματος των Διαλογιστών, που μπορούσαν να μπερδέψουν το μυαλό και να κάνουν τη γλώσσα πιο… ευκίνητη.

Η Αρχικατάσκοπος κατέβασε το σπαθί της από το στήθος του Τάλφρη και πρόσταξε τους στρατιώτες να τον συλλάβουν. «Και να δέσετε τα χέρια του,» πρόσθεσε. «Μου φαίνεται ότι ίσως να επιχειρήσει κάτι που δε συμφέρει ούτε τον ίδιο.»

*

Η Αλντάρνη επέστρεφε στην Ελρείσβα μέσα στο όχημα 25, όταν ο τηλεπικοινωνιακός πομπός της κουδούνισε. Τον τράβηξε από τη ζώνη της και είδε ότι επρόκειτο για εκτροπή τηλεπικοινωνιακού σήματος: κάποιος την καλούσε στα δωμάτιά της στο Μέγαρο. Ανοίγοντας τον πομπό, τον έφερε στ’αφτί της.

«Αρχικατάσκοπε, έχω άσχημα νέα,» της είπε η φωνή του Στιούαρτ.

Τα φρύδια της έσμιξαν. «Τι άσχημα νέα;»

«Ο κατάσκοπός μας –αυτός που παρακολουθούσε τους έφιππους επαναστάτες που πήγαν μέσα στις ερήμους– δεν έχει επιστρέψει ακόμα. Ούτε έχει δώσει κανένα σημάδι ζωής.»

«Πιστεύεις ότι είναι νεκρός;»

«Εσύ τι νομίζεις, Αρχικατάσκοπε;»

Νομίζω ότι είσαι απαράδεκτα αυθάδης! «Δεν ξέρω. Θα δούμε,» του είπε, και τερμάτισε την επικοινωνία.

Τα δύο στρατιωτικά οχήματα, εκτός από τους Παντοκρατορικούς στρατιώτες (ορισμένοι απ’τους οποίους είχαν μείνει πίσω, για να ερευνήσουν διεξοδικά το άδειο πλέον πανδοχείο), μετέφεραν και όσους πελάτες είχαν βρει στον Νερόλακκο, καθώς και όλο το προσωπικό. Επίσης, οι στρατιώτες είχαν πάρει όλα τα άλογα από τον στάβλο και, δένοντάς τα σε σειρές, το ένα πίσω απ’το άλλο, τα οδηγούσαν τώρα προς την Ελρείσβα, ακολουθώντας τα οχήματα. Πέντε στρατιώτες είχαν αναλάβει αυτή τη δουλειά.

Για να μην αφήσουν τα ζώα πίσω τους, τα δύο ενεργειακά τροχοφόρο κινούνταν με μειωμένη ταχύτητα· έτσι, αντί να φτάσουν στην πόλη σε δέκα λεπτά, όπως άνετα μπορούσαν, έφτασαν σε μιάμιση ώρα, κατά την οποία η Αλντάρνη κάπνισε δύο τσιγάρα, καθώς σκεφτόταν τα λόγια του Στιούαρτ. Νεκρός… Αν ο κατάσκοπος είναι νεκρός, σημαίνει πως οι καταραμένοι επαναστάτες τον σκότωσαν! Και σημαίνει, επίσης, ότι δε θα μάθουμε πού πηγαίνουν: πού σκοπεύουν να στήσουν ενέδρα στο φορτηγό–

Σαν οι σκέψεις της να τον είχαν επικαλεστεί, ο Ευρύμαχος την κάλεσε στον τηλεπικοινωνιακό πομπό της.

«Τι νέα έχουμε;» τη ρώτησε. «Μπορεί να ξεκινήσει το φορτηγό; Έχει ήδη καθυστερήσει πολύ. Θα νομίσουν στην εκστρατεία ότι κάτι συνέβη.»

Η Αλντάρνη τού είπε ότι είχε συλλάβει τους πάντες στον Νερόλακκο και ότι, τώρα που μιλούσαν, στρατιώτες ερευνούσαν το πανδοχείο. Επίσης, του είπε για τον χαμένο κατάσκοπο…

Ο Ευρύμαχος καταράστηκε. «Αν δεν τους βρούμε, δεν μπορούμε να ξέρουμε πού σκοπεύουν να επιτεθούν. Δεν μπορούμε να τους επιτεθούμε πριν μας επι–»

«Σίγουρα, όμως, δε θα είναι μακριά,» του είπε η Αλντάρνη. «Στείλε μερικά άλλα οχήματα μαζί με το φορτηγό, για να το προστατέψουν μέχρι να φτάσει στα πενήντα χιλιόμετρα απόσταση από την Ελρείσβα. Μακρύτερα αποκλείεται να του έχουν στήσει ενέδρα.»

«Ξέρω τι να κάνω, Αλντάρνη,» αποκρίθηκε ο Ευρύμαχος, απότομα.

Εντάξει, σκέφτηκε εκείνη, δε σε βρίσαμε κιόλας. Τον χαιρέτησε, τυπικά, και η επικοινωνία τους τερματίστηκε.

Τότε ήταν που άναψε το δεύτερό της τσιγάρο στη διαδρομή της μιάμισης ώρας.

•3•

Όταν τα δύο στρατιωτικά οχήματα έφτασαν στην Ελρείσβα, ο πανδοχέας Τάλφρης, το προσωπικό του Νερόλακκου, και όσοι πελάτες είχε τύχει να βρίσκονται εκεί –είτε περαστικοί, είτε άνθρωποι που είχαν κλείσει δωμάτια– οδηγήθηκαν σε κελιά, στον Παντοκρατορικό Στρατώνα, έξω απ’το Μέγαρο, παρά τις διαμαρτυρίες τους. Τα άλογα οι στρατιώτες τα άφησαν στον στάβλο του Στρατώνα, δένοντας χρωματιστές κορδέλες γύρω απ’το λαιμό τους για να τα ξεχωρίζουν από τα υπόλοιπα.

Η Αλντάρνη, ο Λοχαγός Κήμδροκ, και μερικοί πολεμιστές πήγαν, κατευθείαν, στο Μέγαρο του Θρόνου της Ελρείσβα, χωρίς να ασχοληθούν με το πού ακριβώς θα κλείνονταν οι κρατούμενοι. Η Αρχικατάσκοπος, όμως, τόνισε ότι ανάμεσά τους πιθανώς να υπήρχαν και επικίνδυνοι επαναστάτες· επομένως, όφειλαν να τους προσέχουν. Η ανάκρισή τους θα άρχιζε το απόγευμα, γιατί τώρα ήταν μεσημέρι, και το μεσημέρι τα πάντα στην Αρβήντλια παρέλυαν. Δεν υπήρχε κανένας που να θέλει να δουλεύει μες στην αφόρητη ζέστη, συμπεριλαμβανομένων των ανακριτών και των βασανιστών.

Η Αλντάρνη κάλεσε τον Ευρύμαχο με τον τηλεπικοινωνιακό πομπό της, ρωτώντας τον αν ήθελε να του δώσει αυτοπροσώπως αναφορά. Εκείνος τής απάντησε πως, όχι, αυτό δε χρειαζόταν, εκτός αν πριν είχε παραλείψει να του αναφέρει κάτι. Η Αλντάρνη δεν είχε παραλείψει να του αναφέρει τίποτα, έτσι, μετά χαράς, απέφυγε τη συνάντηση με τον Επόπτη.

Και πήγε στα δωμάτιά της, όπου ο Άνσελμος είχε υποσχεθεί πως θα τη συναντούσε, για να γιορτάσουν. Έβγαλε τη μελανή κάπα, τις ψηλές μπότες, τη λευκή στολή, και τα εσώρουχά της και πλύθηκε κι αρωματίστηκε. Συγχρόνως, πρόσταξε τους υπηρέτες του Μεγάρου να της φέρουν φαγητό για δύο. Φόρεσε ένα προκλητικό φόρεμα με βαθύ ντεκολτέ και διχτυωτή φούστα, και πήρε μισοξαπλωτή θέση στον σοφά του καθιστικού της, περιμένοντας.

Το φαγητό ήταν ήδη στο τραπέζι, αχνίζοντας.

Ο Άνσελμος θα ερχόταν όπου νάταν· η Αλντάρνη ήταν σίγουρη. Δε θα ξεχνούσε την υπόσχεσή του. Εξάλλου, εκείνος ήταν που είχε προτείνει να γιορτάσουν, παρότι η σκέψη είχε περάσει πρώτα απ’το δικό της μυαλό –ή, τουλάχιστον, έτσι νόμιζε.

Μετά από λίγο, κοίταξε το ρολόι στον τοίχο. Γιατί αργεί, τότε;

Σκέφτηκε να σηκωθεί απ’τον σοφά και να πάει στον επικοινωνιακό της δίαυλο, για να τον– Όχι· δε χρειαζόταν να το κάνει αυτό. Δεν υπήρχε περίπτωση ο Άνσελμος να το ξεχάσει!

Η Αλντάρνη άλλαξε θέση επάνω στον σοφά. Πήρε μια θέση που νόμιζε ότι την κολάκευε περισσότερο…

Η ώρα περνούσε.

Καταραμένο ρολόι! Η Αλντάρνη απέστρεψε τη ματιά της από πάνω του.

Γιατί, όμως, δεν έρχεται;

Ίσως κάτι να του έτυχε. Ίσως θα ήταν καλύτερα να του το θυμίσω– Όχι! θα έρθει. Δε μπορεί να το ξέχασε τόσο εύκολα. Δε μπορεί να με ξέχασε τόσο εύκολα!

Αισθανόταν τα φρύδια της να έχουν σουφρώσει, και τα νεύρα της να έχουν τσιτωθεί.

Ίσως να νομίζει ότι είμαι ακόμα έξω απ’την πόλη, συλλογίστηκε.

Και τότε, η εξώθυρα των δωματίων της χτύπησε, και δεν πέρασε ούτε για μια στιγμή απ’το μυαλό της ότι μπορεί να ήταν εκείνος. Δεν ήξερε γιατί, απλά δεν πέρασε.

Ποιος ηλίθιος είναι τώρα;

«Ποιος είναι;» φώναξε, καθώς σηκωνόταν απ’τον σοφά, κάνοντας πίσω τα μακριά, ξανθά μαλλιά της, που τα είχε λυτά.

«Εγώ.» Η φωνή του Άνσελμου.

Και ήταν ανάγκη να χτυπήσεις; Η Αλντάρνη μισοξάπλωσε πάλι, παίρνοντας την προηγούμενή της πόζα. «Μπες! Δεν είναι κλειδωμένα!»

Ο Άνσελμος άνοιξε και μπήκε στο καθιστικό. Την είδε στον σοφό και μειδίασε. «Προσπαθείς να στολίσεις ετούτη την ανιαρή, ζεστή ημέρα με όμορφα και δροσερά θεάματα;»

Η Αλντάρνη γέλασε, ενώ, συγχρόνως, αισθανόταν τα μάγουλά της να κοκκινίζουν. Δεν είμαι κανένα κοριτσάκι, όμως! Τι ανοησίες είν’αυτές; «Οι κολακείες σου δε θα πιάσουν τόσο εύκολα, κύριε.»

Ο Άνσελμος κάθισε πλάι της στον σοφά. «Σοβαρά; Νιώθω τόσο… απογοητευμένος.» Εξακολουθούσε να χαμογελά. «Διότι έλεγα μόνο την αλήθεια.» Έσκυψε και τη φίλησε.

Η Αλντάρνη έσφιξε τα μαλλιά του μέσα στα δάχτυλά της. «Εντάξει,» είπε, «σε πιστεύω.»

«Γιατί;»

«Οι πράξεις μιλούν καλύτερα απ’τα λόγια.»

«Θες να δεις κι άλλες πράξεις;»

«Ω, ναι…»

Μετά από κάμποσες πράξεις επάνω στον σοφά, σηκώθηκαν να φάνε το μεσημεριανό, που είχε πάψει πλέον να αχνίζει. Ο Άνσελμος κάθισε σε μία απ’τις καρέκλες, φορώντας μόνο την περισκελίδα του, και η Αλντάρνη κάθισε στα γόνατά του, χωρίς να φορά τίποτα. Καθώς έτρωγαν, ταΐζοντας ο ένας τον άλλο, ο Άνσελμος ρώτησε: «Τι έγινε με τους κατασκόπους σου; Βρήκαν τίποτα;»

«Βρήκαν.»

«Το είχα καταλάβει.»

«Πώς;»

«Έχεις υπέροχη διάθεση.»

«Θες να πεις ότι, τις άλλες φορές, δεν έχω;»

«Τώρα, έχεις ακόμα πιο υπέροχη.» Ο Άνσελμος έσκυψε, για να φιλήσει το αριστερό της στήθος. «Τι έγινε με τους κατασκόπους σου, λοιπόν;» τη ρώτησε, συναντώντας πάλι τα μάτια της.

Η Αλντάρνη τού είπε για τον Νερόλακκο, για το σπίτι του Λευκού κυνηγού μέσα στην Ελρείσβα, και για τον εξαφανισμένο κατάσκοπό της.

«Για τον σπιτονοικοκύρη, τι έμαθαν;» ρώτησε ο Άνσελμος.

«Δεν έχουν επικοινωνήσει μαζί μου ακόμα,» απάντησε η Αλντάρνη. «Και τώρα, τυχαίνει ο επικοινωνιακός μου δίαυλος να είναι χαλασμένος.»

Ο Άνσελμος συνοφρυώθηκε.

Η Αλντάρνη γέλασε. «Θα φτιάξει πάλι, σύντομα.»

Ο Άνσελμος κούνησε το κεφάλι, και τη φίλησε.

Αργότερα, η Αλντάρνη παραπονέθηκε ότι την παρατάιζε και κόντευε να σκάσει. «Καλύτερα,» του είπε, «να ξαπλώσουμε…» Τα δόντια της δάγκωσαν το αφτί του.

«Για να κοιμηθούμε, υποθέτω, έτσι;»

«Ο ύπνος δεν είναι απαραίτητος.»

Ο Άνσελμος τη σήκωσε στα χέρια και την πήγε μέχρι την κρεβατοκάμαρα, όπου και την απόθεσε, κάπως απότομα, στο κρεβάτι. «Αααχχ,» είπε. «Πρέπει, πράγματι, να σε τάισα πολύ.»

«Αν είναι έτσι,» αποκρίθηκε η Αλντάρνη, κάνοντάς του με τον δείκτη του δεξιού της χεριού νόημα να πλησιάσει, «χρειάζεται να κάψω μερικές θερμίδες, για να αισθανθώ πάλι ελαφριά.»

Ο Άνσελμος ανέβηκε στο κρεβάτι, βγάζοντας το γυαλί απ’το αριστερό του μάτι κι αφήνοντάς το παραδίπλα, στο κομοδίνο.

Η Αλντάρνη τράβηξε την περισκελίδα του, σκίζοντάς την.

*

Το ρολόι έδειχνε ότι ήταν τέσσερις παρά.

Ο Άνσελμος το έβλεπε μισοκοιμισμένος, με τους πήχεις του σταυρωμένους πίσω απ’το κεφάλι. Η Αλντάρνη κοιμόταν επάνω του, έχοντας το κεφάλι της ακουμπισμένο στο στήθος του και το δεξί της χέρι στα ανδρικά του όργανα.

Απόμακρα, ο Παντοκρατορικός Πρέσβης άκουσε έναν χτύπο.

Η πόρτα;

Ο χτύπος επαναλήφθηκε, δυνατότερο. Κι ακόμα μια φορά.

«Αρχικατάσκοπε!» Μια αντρική φωνή. «Αρχικατάσκοπε! Είστε μέσα;» Κάποιος στρατιώτης, μάλλον, υπέθεσε ο Άνσελμος. Η φωνή έμοιαζε να ανήκει σε κάποιον στρατιώτη.

«Αλντάρνη,» είπε, χαϊδεύοντας την πλάτη της. «Σε ζητάνε.»

Εκείνη μουρμούρισε κάτι ακατανόητο.

Η φωνή του στρατιώτη ακούστηκε πάλι, καθώς επίσης κι ένας δυνατός χτυπάς στην πόρτα. «Αρχικατάσκοπε! Είστε μέσα; Σας ζητά ο Επόπτης!»

Ο Άνσελμος ταρακούνησε τον ώμο της Αλντάρνης.

«Τι είναι;» παραπονέθηκε εκείνη, καθώς ανασηκωνόταν.

«Χτυπάνε την πόρτα σου.»

«Άστους.»

«Λένε ότι σε ζητά ο Ευρύμαχος.»

Η Αλντάρνη αναποδογύρισε τα μάτια και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού.

Ο Άνσελμος συνοφρυώθηκε. «Τα χτυπήματα έχουν σταματήσει…»

«Λες να έφυγε;»

«Πήγαινε να δεις.»

Η Αλντάρνη πήρε μια ρόμπα και την έδεσε γύρω της. «Επίτηδες είχα κλείσει τον δίαυλο, αλλά δεν έπιασε τελικά…»

Βγήκε απ’την κρεβατοκάμαρα και, μπαίνοντας στο καθιστικό, είδε την εξώπορτα των δωματίων της ν’ανοίγει κι έναν στρατιώτη να μπαίνει.

«Τι νομίζεις ότι κάνεις εκεί;» του φώναξε.

«Με συγχωρείτε, Αρχικατάσκοπε!» είπε αμέσως εκείνος, μοιάζοντας έκπληκτος που την έβρισκε μέσα. «Επικοινώνησα με τον Επόπτη» –σήκωσε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό που κρατούσε– «και μου είπε να μπω, να δω αν σας είχε συμβεί κάτι.»

«Καλά είμαι. Τι θέλει ο Επόπτης;»

«Να τον επισκεφτείτε στα διαμερίσματά του, για κάτι πολύ σημαντικό. Ο δίαυλός σας πρέπει να είναι χαλασμέ–»

«Το ξέρω· δε θ’αργήσω να τον επισκευάσω. Μπορείς να πηγαίνεις.»

Ο στρατιώτης χαιρέτισε και έφυγε, κλείνοντας πίσω του.

Ο Άνσελμος βγήκε απ’το υπνοδωμάτιο, φορώντας το παντελόνι του και το πουκάμισό του, το τελευταίο ξεκούμπωτο. Το προστατευτικό του γυαλί γυάλιζε μπροστά απ’το αριστερό του μάτι. «Μάλλον,» είπε, «θα έχουν πάει να ειδοποιήσουν κι εμένα.»

Η Αλντάρνη τον κοίταξε, συνοφρυωμένη.

Ο Άνσελμος ανασήκωσε τους ώμους. «Ο στρατιώτης είπε ότι είναι κάτι σημαντικό. Κι εξάλλου, για να σε ανησυχεί ο Ευρύμαχος τέτοια ώρα, δεν μπορεί να υπάρχει άλλος λόγος.»

Πράγματι… σκέφτηκε η Αλντάρνη. Αλλά αναρωτιέμαι τι να είναι.

Πήγε στην κρεβατοκάμαρα και ντύθηκε, ενώ ο Άνσελμος έκανε το ίδιο. Όταν ήταν έτοιμοι, βγήκαν απ’τα δωμάτια της Αρχικατασκόπου και κατευθύνθηκαν προς τα διαμερίσματα του Ευρύμαχου. Καθοδόν, συνάντησαν έναν στρατιώτη που είπε στον Άνσελμο ότι ο Επόπτης τον αναζητούσε· εκείνος ένευσε μονάχα, λέγοντας πως δε θα χρειαζόταν να τον αναζητά για πολύ.

Βρήκαν τον Ευρύμαχο να κάνει πέρα-δώθε μέσα στο γραφείο του, αναστατωμένος, εξαγριωμένος. «Άνσελμε!» είπε. «Πού στο Μάτι του Σκοτοδαίμονος ήσουν; Κι εσύ,» στράφηκε στην Αλντάρνη, «δεν το ξέρεις πώς ο δίαυλός σου είναι χαλασμένος;»

«Δεν είναι χαλασμένος,» απάντησε εκείνη. «Τον είχα αποσυνδέσει για λίγο.»

«Και τον τηλεπικοινωνιακό πομπό επίσης!»

«Ναι–»

«Είσαι η Αρχικατάσκοπός μου και έχεις όλες τις τηλεπικοινωνίες σου αποσυνδεδεμένες;» γρύλισε ο Ευρύμαχος. «Είσαι σοβαρή;»

Η Αλντάρνη τον αγριοκοίταξε. «Τι θες να πεις;»

Ο Άνσελμος μπήκε, κυριολεκτικά, ανάμεσά τους. «Ευρύμαχε,» είπε, «κάτι άσχημο έχει συμβεί και είσαι εκνευρισμένος. Καλύτερα θα ήταν να μας–»

«Δύο!» Ο Ευρύμαχος ύψωσε δυο του δάχτυλα εμπρός του. «Δύο κανόνια της εκστρατείας αχρηστεύτηκαν. Ήρθαν πριν από λίγο, μαζί με τα οχήματα που τα μεταφέρουν. Και όχι μόνο αυτό: ο Αλκίνοος Λιτόγελος είναι νεκρός!»

«Νεκρός;» έκανε ο Άνσελμος. «Τι–;»

«Οι καταραμένοι επαναστάτες!» φώναξε ο Ευρύμαχος, και πήγε να καθίσει πίσω απ’το γραφείο. «Οι καταραμένοι επαναστάτες! Τους επιτέθηκαν μες στη νύχτα, ενώ ήταν στρατοπεδευμένοι εδώ.» Έδειξε τον χάρτη που φαινόταν στην οθόνη του μηχανικού του συστήματος· επάνω του υπήρχε μια έντονη κόκκινη κουκίδα, στη νοτιοδυτική μεριά του Φαραγγιού του Πεπρωμένου. «Δύο κανόνια, τα αχρήστεψαν. Τον Λιτόγελο τον έσφαξαν σαν ζώο. Και έκλεψαν κι ένα φορτηγό του Θρόνου της Ελρείσβα, γεμάτο φιάλες! Η Πριγκίπισσα Θυάλκνα ζητά να το αντικαταστήσουμε, για να μπορεί να μεταφέρει τους πολεμιστές της.» Ο Ευρύμαχος κοπάνησε το χέρι του πάνω στο ξύλο του γραφείου· η κονσόλα του συστήματός του αναπήδησε. «Εκτός απ’αυτά, βέβαια, έσπασαν κι ένα σωρό ενεργειακές φιάλες που βρίσκονταν μέσα σε διάφορα οχήματα. Και έβαλαν φωτιές στις σκηνές του στρατοπέδου. Και σκότωσαν και κάμποσους στρατιώτες.»

«Κανένας τους δεν πιάστηκε;» ρώτησε ο Άνσελμος.

«Μια γυναίκα σκοτώθηκε μόνο. Η Πριγκίπισσα τη σκότωσε. Ήταν Λευκή. Η μοναδική πληροφορία που έχουμε είναι ότι οι επαναστάτες έφυγαν προς τα βορειοανατολικά. Τουλάχιστον, προς τα εκεί είδαν οι πολεμιστές μας να κατευθύνεται το φορτηγό που έκλεψαν. Επομένως, είναι πιθανό να βρίσκονται κάπου εδώ πέρα.» Έδειξε με το δάχτυλό του πάνω στον χάρτη στην οθόνη. «Που είναι, βέβαια, μια αρκετά μεγάλη περιοχή.»

Ο Ευρύμαχος επικέντρωσε το βλέμμα του στον Άνσελμο. «Αυτή η εκστρατεία έχει αρχίσει να μας κοστίζει. Πολύ.»

Ο Πρέσβης σκέφτηκε: Και προσπαθείς να μου θυμίσεις ότι εγώ πρότεινα να ξεκινήσει. «Το κόστος ήταν αναμενόμενο–»

«Όχι έτσι.»

«Πιθανώς. Όμως σκέψου ότι τα βασικά μας προβλήματα τα προκάλεσαν οι επαναστάτες· και σκέψου, επίσης, ότι για να βρούμε τη βάση τους γίνεται η εκστρατεία.»

«Ναι,» είπε ο Ευρύμαχος, «αλλά, συνεχίζοντας έτσι, στο τέλος θα ξοδέψουμε όλη την ενέργεια των ορυχ–»

«Ίσως,» τον διέκοψε ο Άνσελμος, «θα ήταν καιρός να χρησιμοποιήσεις τα αεροπλάνα.»

Ο Επόπτης στένεψε τα μάτια. «Πιστεύεις, δηλαδή, ότι πλησιάζουμε στο τελευταίο σκέλος του σχεδίου μας…»

Ο Άνσελμος ένευσε. «Μερικές αεροπορικές επιθέσεις στο Φαράγγι του Πεπρωμένου, και μετά θα επικοινωνήσουμε με τους Μελανούς του Κοράκου Τόπου. Νομίζω ότι θα τους βρούμε… συνεργάσιμους.»

Ο Ευρύμαχος άναψε τσιγάρο. «Ναι…» είπε, σκεπτικά. «Ναι… Θα πρέπει, βέβαια,» πρόσθεσε, «να επισκευάσουμε τα κανόνια και να τα ξαναστείλουμε στο στράτευμα. Δε μπορούμε να τους αφήσουμε χωρίς αυτά… Και ο Λιτόγελος… Μεγάλη απώλεια κι ετούτη. Ήταν καλός στη δουλειά του. Θα πρέπει ν’αναθέσω τη διοίκηση σε κάποιον άλλο τώρα…»

«Προφανώς,» είπε η Αλντάρνη. «Αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί ανησύχησες εμάς μες στο μεσημέρι. Είναι κάτι που θέλεις να κάνουμε γι’αυτή την κατάσταση; Είναι κάτι που μπορούμε να κάνουμε;» Την είχαν εκνευρίσει τα προηγούμενα λόγια του και ήθελε να του ανταποδώσει. Πώς τολμούσε να της μιλά έτσι; Ήταν η Αρχικατάσκοπος της Ελρείσβα, όχι καμια τυχαία λοχαγός! Κι επιπλέον, σήμερα είχε κατορθώσει τόσα πολλά! Ο άνθρωπος ήταν απαράδεκτος! Α-πα-ρά-δε-κτος!

Ο Ευρύμαχος συνοφρυώθηκε, στρέφοντας το αγριεμένο βλέμμα του επάνω της. «Θεωρείς ότι δεν έπρεπε να μάθετε τι συμβαίνει; Θεωρείς ότι αυτό που συνέβη δεν ήταν αρκετά σημαντικό;»

«Δεν είπα αυτό. Είπα ότι δεν ήταν ανάγκη να μας ανησυχήσεις μες στο μεσημέρι!»

«Με συγχωρείς πολύ που σε ‘ανησύχησα μες στο μεσημέρι’,» αποκρίθηκε ο Ευρύμαχος, ειρωνικά. «Θα προσπαθήσω να μην το ξανακάνω.»

Η Αλντάρνη έφυγε, χτυπώντας την πόρτα του γραφείου πίσω της.

•4•

Το πρωί, ενώ η Ελρείσβα ήταν ντυμένη τα χρώματα της αυγής, ο Παντοκρατορικός Επόπτης Ευρύμαχος πρόσταξε τα δώδεκα μαχητικά αεροπλάνα να ξεκινήσουν την επίθεση στο Φαράγγι του Πεπρωμένου. Συγχρόνως, έδωσε διαταγή να φύγει ένα Παντοκρατορικό φορτηγό γεμάτο ενεργειακές φιάλες, μαζί μ’ένα άλλο φορτηγό που ανήκε στον Θρόνο της Ελρείσβα, το οποίο επίσης περιείχε αρκετές φιάλες. Ο Ευρύμαχος είχε μιλήσει στον Βασιληά Ίρσολμπελ για την απαίτηση της κόρης του, κι εκείνος είχε αμέσως συμφωνήσει να της στείλει ένα από τα δικά τους οχήματα, ενώ στο πρόσωπό του υπήρχε μια ανήσυχη όψη, γιατί μάλλον, αρχικά, δεν πίστευε ότι η Πριγκίπισσα Θυάλκνα μπορούσε να κινδυνέψει σε τούτη την εκστρατεία. Επίσης, όμως, η όψη του φανέρωνε ότι εμπιστευόταν την κόρη του απόλυτα στα θέματα του πολέμου.

Τα μαχητικά αεροσκάφη έτρεξαν επάνω στον αεροδιάδρομο του πρόσφατα κατασκευασμένου αεροδρομίου και, το ένα μετά το άλλο, απογειώθηκαν στον πρωινό ουρανό, με τον Φωτεινό Ήλιο να φεγγοβολά πίσω τους, ξεπροβάλλοντας από τα βουνά και τις ανατολικές ερήμους. Το περίβλημα των αεροπλάνων γυάλιζε, καθώς οι προωθητήρες τους τα οδηγούσαν προς τα νοτιοδυτικά, εξαπολύοντας φωτιά πίσω τους. Στο εσωτερικό κάθε αεροσκάφους βρισκόταν ένας πιλότος, για να το οδηγεί και να χειρίζεται το ενεργειακό κανόνι του, και ένας μάγος, για να ρυθμίζει την ενεργειακή ροή του περίπλοκου μηχανισμού του κανονιού, το οποίο ήταν συνδεδεμένο με το κεντρικό σύστημα του αεροπλάνου.

Δώδεκα γιγαντιαία μεταλλικά πουλιά πέρασαν πάνω απ’τις ερήμους του Θυέλλης Τόπου, τραβώντας τα βλέμματα των Λευκών νομάδων και χωρικών… και μη διαφεύγοντας την προσοχή των επαναστατών που περιφέρονταν σ’αυτές τις περιοχές, οι οποίοι ήξεραν αμέσως ότι κάτι άσχημο επρόκειτο να συμβεί.

Σε λιγότερο από μια ώρα, τα αεροπλάνα έφτασαν στον Κοράκου Τόπο και στα κεντρικά μέρη του Φαραγγιού του Πεπρωμένου. Χωρίς να το γνωρίζουν, πέρασαν πάνω απ’το χωριό των Ερνεό’ωμ, το πρώτο χωριό Μελανών που καταστράφηκε από την εκστρατεία του Πρωτοσπαθάριου Κάραγγελ. Εκεί, τα αεροπλάνα χωρίστηκαν: τα μισά πήγαν προς την ανατολική μεριά του φαραγγιού και τα υπόλοιπα προς τη δυτική.

Και τα ενεργειακά κανόνια τους άρχισαν να βάλλουν, στοχεύοντας τα βάθη του, καθώς και όποια χωριά έβλεπαν να στέκονται ακόμα όρθια στο χείλος του. Δέσμες φωτεινής ενέργειας εξαπολύονταν από τις μεταλλικές κάννες, έσχιζαν τον αέρα, συρίζοντας, και προκαλούσαν εκρήξεις και φωτιές εκεί όπου χτυπούσαν. Πέτρες ανατινάζονταν. Δέντρα και βλάστηση καίγονταν. Τα ζώα του φαραγγιού έτρεχαν να κρυφτούν σε τρύπες και σπηλιές. Οι Μελανοί που κατοικούσαν εδώ έτρεχαν, επίσης, να κρυφτούν σε τρύπες και σπηλιές, καθώς φωτιά έπεφτε από τους ουρανούς. Τα σπίτια τους κομματιάζονταν, τα υπάρχοντά τους γίνονταν στάχτη. Ουρλιαχτά και οιμωγές αντηχούσαν. Ποτέ ξανά τόσες θρηνητικές φωνές δεν είχαν αντηχήσει μέσα στο Φαράγγι του Πεπρωμένου. Οι σαμάνοι έψαχναν για σημάδια στις Γραφές των Βράχων, μα δεν έβρισκαν κανένα· μονάχα καταστροφή, Διάβαζαν παντού: καταστροφή και θάνατος και φωτιά και μεταλλικά πουλιά της οργής.

Στο χωριό των Δέριβακ, η Νατλάο, που βάδιζε έξω απ’τη σκηνή των Λευκών επαναστατών, κοντά στο χείλος του φαραγγιού, ήταν από τους πρώτους που είδαν τα αεροπλάνα και το καταστροφικό φως που εξαπέλυαν, ανατινάζοντας ό,τι βρισκόταν από κάτω τους.

«Θεοί!…» αναφώνησε η Νατλάο. «Θεοί!…» Και έτρεμε, άθελά της, καθώς ατένιζε το αποτρόπαιο θέαμα. Πώς είναι ποτέ δυνατόν να εναντιωθούμε σε κάτι τέτοιο; αναρωτήθηκε, ακούσια. Πώς; Πώς; Πώς;

Βράχια διαλύονταν και τα θραύσματά τους τινάζονταν ψηλά στον αέρα. Δέντρα εξαϋλώνονταν· το χορτάρι κοντά τους άρπαζε φωτιά. Κραυγές, ανθρώπων και ζώων, αντηχούσαν.

«Νατλάο!» Άκουσε τη φωνή της Ταμλάκο, κι αισθάνθηκε το χέρι της επαναστάτριας στο μπράτσο της.

Στράφηκε να την αντικρίσει. Είδε τον δικό της τρόμο ν’αντανακλάται στο πρόσωπο της άλλης Μελανής.

«Πρέπει να φύγουμε!» είπε η Ταμλάκο.

«Να φύγουμε;»

«Ναι. Ανατινάζουν και τα χωριά που βρίσκονται στο χείλος του φαραγγιού· αποτελούμε στόχο εδώ!»

Θεοί!

Η Νατλάο την ακολούθησε, βλέποντας ότι όλοι οι Μελανοί που είχαν συγκεντρωθεί στο χωριό των Δέριβακ τώρα μάζευαν τις σκηνές τους κι ετοιμάζονταν γι’αναχώρηση. Ορισμένοι είχαν ήδη αρχίσει να φεύγουν· είχαν τραπεί σε φυγή, καβαλώντας τ’άλογά τους ή τρέχοντας πεζοί.

Ο Νίρχαλμον είχε ανάψει τη μηχανή του οχήματός του, και οι υπόλοιποι Λευκοί επαναστάτες μάζευαν τη σκηνή τους και επιβιβάζονταν. Η Νίκη καθόταν πλάι στον οδηγό, αλλά το βλέμμα της ήταν εστιασμένο στο φαράγγι, κι έμοιαζε τόσο ήρεμο, τόσο ψυχρό, που τρόμαζε τη Νατλάο.

«Πού είν’ο Ίσναχ;» ρώτησε η Νατλάο την Ταμλάκο, καθώς οι δυο τους πλησίαζαν το δίκυκλο.

«Εκεί.» Η Ταμλάκο έδειξε το Ελρείσβιο φορτηγό που η Νατλάο και ο Λόαχραμ’νιρ είχαν πάρει από τον καταυλισμό των Παντοκρατορικών. Γύρω του, ένα σωρό Μελανοί ήταν συγκεντρωμένοι, κι έμοιαζαν να κινδυνεύουν ο ένας να πατήσει τον άλλο, καθώς προσπαθούσαν να μπουν στο εσωτερικό του.

«Πάμε,» είπε η Ταμλάκο, καβαλώντας το δίκυκλό της και ενεργοποιώντας τη μηχανή. Το βουητό της χάθηκε μέσα στις εκρήξεις που αντηχούσαν από το Φαράγγι του Πεπρωμένου.

Η Νατλάο ανέβηκε πίσω από τη συντρόφισσά της, και οι τροχοί του οχήματος περιστράφηκαν, ξεκινώντας και πηγαίνοντάς τες, γρήγορα, προς τα νότια, μακριά απ’το χείλος του φαραγγιού.

Το όχημα του Νίρχαλμον ακολούθησε, και μετά το φορτηγό του Ίσναχ.

*

Τα μαχητικά αεροσκάφη σάρωσαν το Φαράγγι του Πεπρωμένου απ’άκρη σ’άκρη, εξαπολύοντας καταστροφική ενέργεια, κι ύστερα πήραν βορειοανατολική κατεύθυνση και πέταξαν προς την Ελρείσβα, γιατί η αποστολή τους είχε τελειώσει. Οι ζημιές που είχαν προκαλέσει ήταν τουλάχιστον ισάξιες με τις ζημιές που είχε προκαλέσει η εκστρατεία του Πρωτοσπαθάριου Κάραγγελ μέχρι στιγμής.

Επέστρεψαν στο αεροδρόμιο –που βρισκόταν ανατολικά της πόλης, κοντά στα ορυχεία ενέργειας και στις υπώρειες των βουνών– και προσγειώθηκαν.

Ο Επόπτης Ευρύμαχος έμαθε πως όλα είχαν πάει σύμφωνα με το σχέδιο, και τώρα πρόσταξε δύο αεροπλάνα να ερευνήσουν την περιοχή βορειοανατολικά της παρούσας θέσης του στρατού του, ώστε να εντοπίσουν τους επαναστάτες που, πιθανώς, βρίσκονταν εκεί. Δεν ήλπιζε, βέβαια, πως κι αυτή η αποστολή θα ήταν επιτυχής, αλλά δεν έβλαπτε να κάνει μια μικρή προσπάθεια. Ποτέ δεν ξέρεις.

Η Αρχικατάσκοπος Αλντάρνη έμαθε, επίσης, για την επιτυχία της επίθεσης των αεροσκαφών, από τους κατασκόπους της. Και δεν την εξέπληξε, ασφαλώς. Δεν ήταν δύσκολο για δώδεκα μαχητικά αεροπλάνα να βομβαρδίσουν μια περιοχή που δεν είχε καμία απολύτως αντιαεροπορική άμυνα. Η όλη επίθεση ήταν ένα μεγάλο αστείο. Αλλά, βέβαια, στην Αρβήντλια βρισκόμαστε… Κάτι τέτοιο δε θα έπιανε σε άλλες διαστάσεις, όπου ο αντίπαλος, πιθανώς, θα είχε ισχυρότερα όπλα στη διάθεσή του.

Τέλος πάντων· ας επικεντρωνόταν στις δικές της δουλειές.

Άνοιξε τον επικοινωνιακό της δίαυλο και κάλεσε τον Στιούαρτ.

«Έχουμε κανένα νέο για τον εξαφανισμένο κατάσκοπο;» τον ρώτησε.

«Πραγματικά, Αρχικατάσκοπε, πίστευες ότι θα είχαμε; Έχει χαθεί από χτες το πρωί!»

«Όταν κάνω μια ερώτηση, θέλω απάντηση, κατάσκοπε!» αποκρίθηκε, ενοχλημένη, η Αλντάρνη. «Και να προσέχεις τα λόγια σου, όταν μου απευθύνεσαι! Έχουμε κανένα νέο για τον εξαφανισμένο κατάσκοπο, ή όχι;»

«Όχι, Αρχικατάσκοπε.»

«Να ψάξατε, τότε, και να μάθετε τι του συνέβη.»

«Μάλιστα, Αρχικατάσκοπε.»

Η Αλντάρνη τερμάτισε την επικοινωνία, στέλνοντας νοερά τον Στιούαρτ στο Μάτι του Σκοτοδαίμονος.

Έχουμε πέσει πάλι σε στασιμότητα… σκέφτηκε, σταυρώνοντας τα χέρια της εμπρός της. Ο κατάσκοπος που είχε ακολουθήσει τους επαναστάτες είχε χαθεί· οι κατάσκοποι που είχαν ερευνήσει τον σπιτονοικοκύρη του Ναβέρτη δεν είχαν βρει τίποτα ύποπτο γι’αυτόν· η έρευνα στον Νερόλακκο, επίσης, δεν είχε αποκαλύψει τίποτα συγκεκριμένο· και η Αλντάρνη δεν είχε ακόμα νέα από την ανάκριση του πανδοχέα Τάλφρη, του προσωπικού του πανδοχείου, και των πελατών που βρίσκονταν εκεί όταν εκείνη και ο Λοχαγός Κήμδροκ εισέβαλαν.

Φορώντας ένα ζευγάρι μπότες και δένοντας γύρω απ’τη μέση της μια ζώνη απ’την οποία κρεμόταν ένα ξιφίδιο με λαξευτό μανίκι, βγήκε απ’τα δωμάτιά της κι από το Μέγαρο του Θρόνου της Ελρείσβα και βάδισε προς τον Παντοκρατορικό Στρατώνα έξω απ’αυτό. Φτάνοντας εκεί, κατευθύνθηκε στο ανακριτήριο και ζήτησε να δει τους ανακριτές που είχαν αναλάβει να αποσπάσουν πληροφορίες από τους κρατούμενους του Νερόλακκου.

Δύο άντρες τη συνάντησαν. Ο ένας ήταν ψηλός, λιγνός, και μελαχρινός με κοντοκουρεμένα μαλλιά, λευκό-ροζ δέρμα, και ξυρισμένο πρόσωπο. Το όνομά του ήταν Εδουάρδος, και καταγόταν από τη διάσταση Χάρνταβελ. Είχε το βαθμό του υπολοχαγού μέσα στον Παντοκρατορικό Στρατό. Ο άλλος ήταν ένας μάγος του τάγματος των Διαλογιστών, χρυσόδερμος, με μαύρα, μακριά μαλλιά και μάτια που έμοιαζαν να θέλουν να σου καταβροχθίσουν την ψυχή. Ονομαζόταν Νάσφελμ’χοκ, και κρατούσε ένα ραβδί με κρυστάλλους, μικροσκοπικά κάτοπτρα, και κυκλώματα. Η Αλντάρνη νόμιζε πως όσοι Διαλογιστές είχε δει κουβαλούσαν κι ένα παρόμοιο ραβδί, μεγαλύτερου ή μικρότερου μήκους. Πρέπει, κάπως, να τους διευκόλυνε στις μαγείες τους.

«Τι νέα έχουμε, κύριοι;» ρώτησε, καθίζοντας σε μια καρέκλα του λιτά επιπλωμένου δωματίου και σταυρώνοντας τα πόδια της στο γόνατο.

«Οι κρατούμενοι διαμαρτύρονται, Αρχικατάσκοπε,» είπε ο Εδουάρδος, που καθόταν αντίκρυ της. Ανάμεσά τους ήταν ένα απλό, ξύλινο τραπέζι (που, αναμφίβολα, θα θεωρείτο άσκοπη σπατάλη ξύλου από τους Αρβήντλιους).

«Αναμενόμενο δεν ήταν αυτό;»

«Βεβαίως. Όμως είστε σίγουρη πως θέλετε να συνεχίσουμε να κρατούμε τους πελάτες που συλλάβατε;»

«Ας το αφήσουμε αυτό, για τώρα,» είπε η Αλντάρνη. «Πες μου τι έχετε ανακαλύψει

«Μέχρι στιγμής, τίποτα,» αποκρίθηκε ο Εδουάρδος, ανοίγοντας τα χέρια του επάνω στο τραπέζι. Είχε μεγάλες παλάμες και μακριά δάχτυλα. «Κανείς τους δεν έχει παραδεχτεί την παραμικρή εμπλοκή με την Επανάσταση. Ούτε έχει παραδεχτεί πως έχει ακούσει ή γνωρίζει κάτι για κάποιον άλλο.»

«Έχουν βασανιστεί;»

«Όχι ακόμα.»

Η Αλντάρνη έστρεψε το βλέμμα της στον Νάσφελμ’χοκ. Η ερώτηση ήταν, πίστευε, ευδιάκριτη στην όψη της: Τα δικά σου συμπεράσματα, μάγε;

«Επιχείρησα να παρέμβω στη σκέψη του πανδοχέα, Αρχικατάσκοπε,» αποκρίθηκε εκείνος με βαριά, αργή φωνή, που έμοιαζε να του είναι φυσική. «Να φέρω λίγη περισσότερη απόγνωση στο νου του, ώστε να αισθανθεί πιο… παρακινημένος να μας μιλήσει. Ωστόσο, δεν κατόρθωσα κάτι. Αυτό, όμως, δε σημαίνει πως είναι αθώος. Προσωπικά, πιστεύω ότι ψεύδεται, και ότι γνωρίζει πως κάποιος προσπάθησε να παρέμβει στο μυαλό του. Πράγμα που δε με εκπλήσσει: Αν είναι με τους επαναστάτες, θα ξέρει αρκετές από τις μεθόδους που χρησιμοποιούμε για να πάρουμε πληροφορίες.»

«Με το προσωπικό του πανδοχείου έχεις κάνει καμια προσπάθεια;»

«Όχι ακόμα. Σήμερα το σκοπεύω, όμως. Αν κάποιος απ’αυτούς γνωρίζει και μιλήσει, τότε ίσως να είναι αρκετό.»

Η Αλντάρνη στράφηκε πάλι στον Εδουάρδο. «Εσύ τι σκοπεύεις να κάνεις;»

«Κατ’αρχήν, Αρχικατάσκοπε, θα πρότεινα ν’αφήσουμε ελεύθερους τους πελάτες του πανδοχείου. Είναι περισσότεροι απ’ό,τι μπορούμε να ανακρίνουμε, ή να βασανίσουμε, εύκολα· κι επιπλέον, δε νομίζω ότι οι πιθανότητες είναι μεγάλες κάποιος επαναστάτης να βρίσκεται ανάμεσά τους. Πιθανότερο, κατά την εκτίμησή μου, είναι να βρούμε επαναστάτες ανάμεσα στο προσωπικό. Και, φυσικά, ο πανδοχέας είναι αναμφίβολα ύποπτος.»

«Από τους πελάτες, κανένας δε σου έχει φανεί ύποπτος;»

«Κανένας.»

«Καλώς,» είπε η Αλντάρνη. «Άφησέ τους να φύγουν. Κράτησε μόνο το προσωπικό.»

Ο Εδουάρδος ένευσε. «Μάλιστα.»

«Σκοπεύεις να χρησιμοποιήσεις βία;»

«Δε νομίζω πως γίνεται αλλιώς. Θα προσπαθήσω να βρω τον πιο αδύναμο κρίκο και να τον σπάσω. Κι έτσι, ελπίζω, θα οδηγηθώ στην αλήθεια. Επιπλέον,» πρόσθεσε, «έχω τη βοήθεια του Νάσφελμ, ο οποίος ξέρω πως είναι καλός στη δουλειά του.»

*

«Ευρύμαχε,» είπε ο Άνσελμος, μπαίνοντας στο γραφείο του Παντοκρατορικού Επόπτη. «Σε βλέπω… καλύτερα σήμερα.» Χαμογέλασε.

«Χαίρομαι που ανταποκρίνομαι στις προσδοκίες σου, αγαπητέ,» αποκρίθηκε ο Ευρύμαχος, καθισμένος στην πολυθρόνα του με μια κούπα τσάι στα χέρια.

Ο Άνσελμος γέλασε, και κάθισε αντίκρυ του.

«Η αεροπορική επίθεσή μας πραγματοποιήθηκε ακριβώς όπως την είχαμε σχεδιάσει,» του είπε ο Ευρύμαχος.

«Ευχάριστα νέα αυτά.»

«Το Φαράγγι του Πεπρωμένου έχει δεχτεί μέτριο βομβαρδισμό από το ανατολικότερο ώς το δυτικότερό του σημείο. Κι ετούτο σημαίνει ότι είμαστε έτοιμοι να κινηθούμε.»

«Να έρθουμε σε επαφή με τους Μελανούς του Κοράκου Τόπου, εννοείς…»

Ο Ευρύμαχος κατένευσε, πίνοντας μια γουλιά τσάι.

«Θα το αναλάβω, ασφαλώς,» δήλωσε ο Άνσελμος, σταυρώνοντας τα χέρια του στο στήθος. «Με τους επαναστάτες, όμως, τι έγινε; Βρήκες τίποτα στην περιοχή βορειοανατολικά του καταυλισμού μας;»

«Πριν από λίγο έστειλα δύο αεροσκάφη προς τα εκεί· δεν έχω ακόμα νέα. Ούτε και πολλές ελπίδες έχω. Τι να εντοπίσουν, εξάλλου; Οι επαναστάτες μπορεί να είναι κρυμμένοι οπουδήποτε· και δεν πρόκειται να έχουν κοντά τους καμια σημαία που να γράφειΕπανάσταση’ ή ‘Ζήτω ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος και Παρόμοιοι Εγκληματίες!’»

Ο Άνσελμος μειδίασε. «Ναι, υποθέτω πως όχι. Ωστόσο, ίσως τα αεροσκάφη να εντοπίσουν το κλεμμένο Ελρείσβιο φορτηγό.»

«Ναι,» παραδέχτηκε ο Ευρύμαχος, «αυτό ίσως να το εντοπίσουν, αν κανένας δεν το έχει κρύψει.» Άφησε την κούπα του επάνω στο γραφείο και άναψε τσιγάρο. «Αισθάνεσαι, λοιπόν, έτοιμος για την αποστολή σου;»

«Δε νομίζω ότι θα μπορούσα ποτέ να είμαι πιο έτοιμος, Ευρύμαχε.»

*

Οι κατάσκοποι της Αλντάρνης την πληροφόρησαν, κατά το απόγευμα, ότι ο Παντοκρατορικός Πρέσβης Άνσελμος θα έφευγε από την Ελρείσβα, έχοντας μια διπλωματική αποστολή στον Κοράκου Τόπο. Θα πετούσε με ελικόπτερο και με τη συνοδεία μερικών μαχητικών αεροπλάνων.

Και σ’εμένα δεν έχει πει ακόμα τίποτα! σκέφτηκε η Αλντάρνη, λιγάκι ενοχλημένη. Γιατί;

Ωστόσο, αποφάσισε να μην πάει να τον επισκεφτεί. Θα έρθει εκείνος σ’εμένα, αργότερα· είμαι βέβαιη. Δε μπορεί να φύγει χωρίς να μ’αποχαιρετήσει!

Μέχρι το βραδύ, όμως, ο Άνσελμος δεν είχε παρουσιαστεί, ούτε είχε με κανέναν άλλο τρόπο επικοινωνήσει μαζί της. Ποιο ήταν το πρόβλημα; Είχε τόσες πολλές δουλειές να διεκπεραιώσει προτού φύγει; Τι προετοιμασίες μπορεί πια να είχε να κάνει;

Όσες προετοιμασίες κι αν είχε, πώς ήταν δυνατόν να την είχε ξεχάσει!

Και τότε, ενώ επέστρεφε στο Μέγαρο από μια επείγουσα δουλειά που της είχε τύχει, ο τηλεπικοινωνιακός πομπός της δονήθηκε επάνω στο περικάρπιο του αριστερού της χεριού. Η Αλντάρνη τον τράβηξε από τη θήκη του και μίλησε μ’έναν απ’τους κατασκόπους της, ο οποίος της ανέφερε ότι ο Παντοκρατορικός Πρέσβης είχε πάει πάλι στο Ναό της Κρωμβέλης.

Στο Ναό της Κρωμβέλης! συλλογίστηκε η Αλντάρνη, μπαίνοντας στο Μέγαρο. Σ’αυτές τις καταραμένες ιέρειες ξανά! Απορώ τι έχει να κάνει μαζί τους! Η Αρχικατάσκοπος δεν είχε, ακόμα, καταφέρει να βάλει κάποιον άνθρωπό της μέσα στο Ναό· και, με τα τελευταία γεγονότα, είχε λησμονήσει το θέμα τελείως. Σημαντικότερα πράγματα είχαν τραβήξει την προσοχή της.

Τι σχέση, όμως, μπορεί να έχει ο Άνσελμος μ’αυτές τις ιέρειες; Γιατί τις θεωρεί τόσο σπουδαίες; Είναι αναγκαίο να πάει να τις δει προτού φύγει;

Είναι πιο αναγκαίο να δει εκείνες απ’ό,τι εμένα; Το ερώτημα αυτό την ενοχλούσε.

Κάτι μού κρύβει. Κάτι δε μου λέει για τη σχέση του μαζί τους. Αποκλείεται να τα κάνει όλα τούτα μόνο και μόνο επειδή πιστεύει πως έχουν κάποια επιρροή επάνω στους Λευκούς της Ελρείσβα. Πρέπει να θέλει κάτι περισσότερο απ’αυτές…

Η Αλντάρνη μπήκε στον ανελκυστήρα και ανέβηκε στον όροφο όπου βρίσκονταν τα δωμάτιά της. Βάδισε προς τα εκεί, ακούγοντας τα μποτοφορεμένα πόδια της να ηχούν επάνω στις πλάκες του διαδρόμου. Ησυχία επικρατούσε παντού γύρω· το Μέγαρο ήταν σιωπηλό τα βράδια.

Δε θα φύγει χωρίς να έρθει σ’εμένα. Αποκλείεται.

Η Αλντάρνη άνοιξε την εξώθυρα των δωματίων της και μπήκε στο καθιστικό, κλείνοντας πίσω της.

Έκανε μερικά βήματα και–

–σταμάτησε ξαφνιασμένη.

Κάποιος στεκόταν μπροστά στο παράθυρό της (!), έχοντάς την πλάτη του γυρισμένη σ’εκείνη.

Ο Άνσελμος;

Όχι, δεν ήταν ο Άνσελμος–

Ο άντρας γύρισε, αντικρίζοντάς την. Το δέρμα του ήταν κάτασπρο, μα δεν ήταν από τη φυλή των Λευκών. Τα μαλλιά του ήταν μαύρα και κοντά. Γένια δεν είχε. Τα μάτια του ήταν σκοτεινά και στενά, η μύτη του γαμψή.

«Ποιος είσαι;» Η Αλντάρνη τράβηξε το ξιφίδιο απ’τη ζώνη της. «Πώς μπήκες εδώ;»

«Έχω διάφορες προσβάσεις, Αρχικατάσκοπε,» αποκρίθηκε ο άντρας, ήρεμα. Πίσω, όμως, απ’τον ήρεμο τόνο της φωνής του έμοιαζε να υπάρχει κάτι το άγριο… το πρωτόγονα άγριο, ίσως.

«Ποιος είσαι;» απαίτησε η Αλντάρνη, παρατηρώντας τον. Μέχρι στιγμής, ο άγνωστος στεκόταν ακίνητος· δεν είχε επιχειρήσει να την πλησιάσει, ενώ εκείνη κρατούσε τη λαβή του ξιφιδίου της σφιγμένη στη γροθιά της.

«Δε χρειάζεσαι το όπλο σου, Αρχικατάσκοπε,» είπε ο άντρας. «Το όνομά μου είναι Νάλριεκ, και υπηρετώ την Παντοκράτειρα. Είμαι ένας ειδικός πράκτοράς της.»

«Ειδικός πράκτοράς της;» απόρησε η Αλντάρνη. Δε θηκάρωσε το ξιφίδιό της, παρά την προτροπή του. Δεν τον εμπιστευόταν στο ελάχιστο· μπορεί, κάλλιστα, να της έλεγε ψέματα. Και πώς είχε μπει στα δωμάτιά της; Τι εννοούσε ότι είχε διάφορες προσβάσεις;

«Ναι.» Ο Νάλριεκ έβγαλε ένα τυλιγμένο κομμάτι χαρτί μέσα απ’τη μαύρη κάπα του. «Εδώ είναι και τ’αποδεικτικά μου στοιχεία, αν θέλεις να τα κοιτάξεις… που, υποθέτω, θα θέλεις. Εγώ δε θα με εμπιστευόμουν, αν ήμουν στη θέση σου.»

*

«Είναι, λοιπόν, τα πράγματα τόσο άσχημα;» Η Αρχιέρεια της Κρωμβέλης ακούμπησε το ποτήρι της, που ήταν γεμάτο ίνφετ, στην πέτρινη κουπαστή του μπαλκονιού των προσωπικών διαμερισμάτων της. Ο βραδινός αέρας έκανε τα μακριά, μαύρα μαλλιά της να κυματίζουν πάνω απ’τους ώμους της.

«Δυστυχώς,» είπε ο Άνσελμος, πίνοντας μια γουλιά ίνφετ απ’το δικό του ποτήρι. «Ετούτη τη φορά, όμως, δεν έχω έρθει για να σου φέρω μόνο δυσάρεστα νέα, αγαπητή Βενάρδα.»

Η Αρχιέρεια συνοφρυώθηκε. Το ενδιαφέρον ήταν πρόδηλο στο πρόσωπό της.

«Θα προσπαθήσω να τερματίσω τούτο τον άσκοπο πόλεμο. Η ευκαιρία που περίμενα μού παρουσιάστηκε.»

«Μιλάς σοβαρά;»

«Ασφαλώς. Πάντοτε μιλάω σοβαρά μαζί σου, Βενάρδα.»

Η Αρχιέρεια πήρε το ποτήρι της απ’την κουπαστή και ήπιε, παρατηρώντας τον, και περιμένοντάς τον να συνεχίσει. Εκείνος, όμως, δε συνέχισε, καθώς περίμενε τη δική της αντίδραση πρώτα. Η Βενάρδα τον πλησίασε περισσότερο, και, καθώς ήδη στέκονταν ο ένας κοντά στον άλλο, τώρα βρέθηκαν σε απόσταση που τα σώματά τους άγγιζαν ελαφρά. Η Αρχιέρεια της Κρωμβέλης ήταν πολύ ψηλή, και ο Άνσελμος μπορούσε να νιώσει το αριστερό της στήθος να τρίβεται πάνω στο στέρνο του.

«Τι είναι, λοιπόν, η ευκαιρία που περίμενες;» τον ρώτησε.

«Πρόκειται για μια… συμφωνία,» εξήγησε ο Άνσελμος, «την οποία ο Ευρύμαχος επιθυμεί πολύ.»

Τα φρύδια της Αρχιέρειας έσμιξαν. «Τι σχέση έχει ο Επόπτης;»

«Ο Επόπτης είναι που θ’αποφασίσει να ανακαλέσει τους στρατιώτες μας από τον Κοράκου Τόπο.»

«Μα,» είπε η Βενάρδα, «ο Πρωτοσπαθάριος Κάραγγελ τα ξεκίνησε όλα…»

«Και ο Ευρύμαχος θέλησε να τον βοηθήσει. Τώρα, όμως, θα του δώσω κάτι που επιθυμεί περισσότερο. Και, ως… αντάλλαγμα, θα σταματήσει την εκστρατεία.»

«Θα διαπραγματευτείς με τον Παντοκρατορικό Επόπτη; Θα… παζαρέψεις μαζί του;» Η Αρχιέρεια έμοιαζε έκπληκτη, και η έκφρασή της του έλεγε κάτι πολύ σημαντικό: Με θεωρεί γενναίο γι’αυτή μου την απόφαση. Ωραία. Ωραία…

Ο Άνσελμος γέλασε. «Όχι ακριβώς. Δεν είμαι κανένας ήρωας που αντιτίθεται στους ανώτερούς του, Βενάρδα. Είμαι μονάχα ένας απλός διπλωμάτης…»

«Κι όμως,» είπε εκείνη, «δεν περίμενα ότι… Τέλος πάντων.»

«Τον τελευταίο καιρό, είχα καταφέρει να κάνω τον Ευρύμαχο να δει το λάθος του. Δεν το είχε παραδεχτεί, βέβαια· όχι απόλυτα. Ποτέ δεν παραδέχεται τα λάθη του, ακόμα κι όταν τα αναγνωρίζει ως τέτοια. Ωστόσο, είμαι βέβαιος πως είναι πρόθυμος να σταματήσει ετούτη την… ασύμφορη για όλους μας σφαγή που υποβοήθησε να ξεκινήσει.»

«Και γιατί χρειάζεται, τότε, να διαπραγματευτείς μαζί του; Γιατί χρειάζεται να του δώσεις κάτι που θέλει;»

«Επειδή πρέπει κάπως να δικαιολογήσει –έστω και στον ίδιο του τον εαυτό– τις ενέργειές του.»

«Δεν καταλαβαίνω. Τι ακριβώς θα του προσφέρεις;» ρώτησε η Αρχιέρεια της Κρωμβέλης.

Ο Άνσελμος ήπιε μια γουλιά ίνφετ, παρατηρώντας το πρόσωπό της. Την έχω τώρα, σκέφτηκε. Είναι δική μου. Όχι μόνο είμαι καλοπροαίρετος και γενναίος στα μάτια της, αλλά και έξυπνος. Σκοπεύω να ξεγελάσω τον Επόπτη της Ελρείσβα, προκειμένου να ανατρέψω μια κατάσταση προς το καλύτερο.

«Δε μπορώ να σ’το αποκαλύψω αυτό, γιατί είναι, προς το παρόν, απόρρητο,» της απάντησε. Για να δούμε πώς θα το πάρει τούτο… Στο βλέμμα της δεν είδε ν’αλλάζει κάτι· δεν είχε δυσαρεστηθεί. Με εμπιστεύεται. «Ωστόσο, μπορώ να σου πω ότι, για να φέρω σε πέρας την αποστολή μου, θα πρέπει να φύγω απ’την Ελρείσβα για κάποιες μέρες.»

«Πού θα πας;» (Αληθινό ενδιαφέρον, παρατήρησε ο Άνσελμος.)

«Στον Κοράκου Τόπο.»

«Εκεί όπου γίνεται ο πόλεμος;» Το χέρι της άγγιξε τον αγκώνα του, που ήταν ακουμπισμένος στην πέτρινη κουπαστή του μπαλκονιού. «Δεν είναι επικίνδυνο;»

«Κάποιος κίνδυνος θα υφίσταται,» παραδέχτηκε ο Άνσελμος. «Αλλά αξίζει να το ριψοκινδυνέψω, για να φέρω σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή.»

«Να προσέχεις,» του είπε η Αρχιέρεια της Κρωμβέλης. «Να ξαναγυρίσεις.» Το πρόσωπό της βρισκόταν κοντά στο δικό του.

«Το υπόσχομαι, γλυκιά Βενάρδα.» Τα δάχτυλά του παραμέρισαν μια τούφα μαύρων μαλλιών απ’το μάγουλό της.

Η αναπνοή της μύριζε ίνφετ, και ήταν γρήγορη. Ο Άνσελμος μπορούσε να αισθανθεί τον γοργό χτύπο της καρδιά της, καθώς το στήθος της ακουμπούσε επάνω του. Ναι, σκέφτηκε, είναι δική μου. Αλλά δε θα δείξω ότι πιέζω καταστάσεις. Είναι η Αρχιέρεια της Κρωμβέλης, εξάλλου· πρέπει να φανεί ότι το υπολογίζω αυτό. Ένιωθε ξαναμμένος, ωστόσο· ο ανδρισμός του είχε σκληρύνει μέσα στο παντελόνι του, και ήταν βέβαιος πως η Βενάρδα μπορούσε να το αντιληφτεί. Όμως δε θα δείξω, επίσης, ότι δεν επιθυμώ κάτι περισσότερο μαζί της. Γιατί μπορούσε τώρα, κάλλιστα, να κάνει ένα βήμα όπισθεν, για να σπάσει την υπερβολική οικειότητα.

Ο Άνσελμος παρέμεινε στη θέση του, κοιτάζοντας τα μάτια της, που, όφειλε να παραδεχτεί, το μυστήριό τους ήταν γοητευτικό. Τέτοια μάτια δεν είχε ξαναδεί σε καμία γυναίκα που είχε γνωρίσει…

Τα χείλη τους συναντήθηκαν, σχεδόν ακούσια. Δοκιμαστικά πρώτα, απαλά… κι έπειτα, το φιλί τους βάθυνε. Οι γλώσσες τους μπλέχτηκαν. Τα χέρια του ενός τυλίχτηκαν γύρω απ’το σώμα του άλλου.

Το σώμα της… σκέφτηκε ο Άνσελμος, διατρέχοντας την παλάμη του επάνω στις καμπύλες της, είναι τόσο καλοσχηματισμένο…

Η Βενάρδα τον οδήγησε στο εσωτερικό των διαμερισμάτων της, στη μεγάλη κρεβατοκάμαρά της, ενώ, συγχρόνως, φιλιόνταν και ξεκούμπωναν ή έλυναν τις ενδυμασίες τους. Η Αρχιέρεια, εκτός απ’το πέπλο της, δε φορούσε και πολλά άλλα· όταν αυτό γλίστρησε στο πάτωμα, ο Άνσελμος είδε τα περίτεχνα κεντημένα εσώρουχά της… τα οποία, παρατήρησε, παραήταν ερωτικά για μια ιέρεια της Κρωμβέλης.

Γυμνοί κι οι δύο, ξάπλωσαν στο μεγάλο κρεβάτι που ήταν καμωμένο από ξύλο –ακόμα ένα σημάδι πολυτέλειας στον Ναό. Η Βενάρδα σύρθηκε στα τέσσερα επάνω στο στρώμα, έσκυψε το κεφάλι της, και το στόμα της τύλιξε το ορθωμένο όργανο του Άνσελμου. Ω θεοί!… τα χείλη της ήταν τόσο μαλακά και η γλώσσα της τόσο παιχνιδιάρα. Ο Άνσελμος βόγκησε. Κι ύστερα, η γλώσσα της σύρθηκε προς τα πάνω, στην κοιλιά του, στο στήθος του, κι έφτασε στα χείλη του· και, καθώς το φιλί τους δυνάμωνε, η Βενάρδα τον καβάλησε, και το σώμα του Άνσελμου λύγισε προς τα πάνω, ενστικτωδώς. Τα χέρια του έσφιξαν τα στητά της στήθη.

«…Βενάρδα…!» έκανε, ξέπνοα.

Το φιλί τους επαναλήφθηκε–

Ένας αναπάντεχος ήχος τούς αναστάτωσε και τους δύο. Κάτι που έσπασε. Κι αμέσως μετά, ένας άλλος ήχος… σαν… σαν φλόγες! κατάφερε να σκεφτεί ο Άνσελμος.

Η Αρχιέρεια σηκώθηκε από πάνω του. «Μα τη θεά!» Κατέβηκε απ’το κρεβάτι, γρήγορα, ταραγμένη.

Ο Άνσελμος ανασηκώθηκε στους αγκώνες του και κοίταξε προς τα εκεί όπου κοίταζε κι εκείνη. Προς μια πόρτα, στο βάθος του δωματίου. Καπνός ήταν αυτός που μπορούσε να διακρίνει;

Η Αρχιέρεια άρπαξε μια ρόμπα και την τύλιξε γύρω της, τρέχοντας στην πόρτα.

«Βενάρδα!» φώναξε ο Άνσελμος, και την ακολούθησε, χωρίς να σταματήσει για να φορέσει κάτι. Τι είχε γίνει, μα τους θεούς; Τι είχε γίνει;

Πέρασαν την τοξωτή, πέτρινη θύρα (που ήταν ανοιχτή· δεν έκλεινε με ξύλο, παρά είχε μονάχα μια κουρτίνα που, επί του παρόντος, ήταν τραβηγμένη) και βρέθηκαν μπροστά σ’ένα φλεγόμενο δωμάτιο. Επάνω στο περίτεχνο χαλί του φωτιά χόρευε, καθώς επίσης και στη μοναδική ταπετσαρία του και σ’ένα ξύλινο τραπεζάκι που ήταν καθαρά διακοσμητικό.

Πίσω απ’τις φλόγες και τον καπνό, στεκόταν μια νεαρή κοπέλα. Λευκή, με γαλανό χιτώνιο κι ένα ξίφος περασμένο στην πλάτη.

Ο Άνσελμος την είχε ξαναδεί.

Η κόρη της…

*

Η Αλντάρνη, χωρίς να θηκαρώσει το ξιφίδιό της, πλησίασε επιφυλακτικά τον άγνωστο, έχοντας το ελεύθερό της χέρι προτεταμένο. Εκείνος, με μια άνετη κίνηση, της έδωσε το τυλιγμένο χαρτί. Το πρόσωπό του ήταν ανέκφραστο· δεν έδειχνε ν’ανησυχεί για τίποτα.

Η Αλντάρνη στάθηκε σε κάποια απόσταση από τον Νάλριεκ και ξετύλιξε το χαρτί, για να διαβάσει στο εσωτερικό του όσα τής είχε πει κι ο ίδιος. Ετούτο το έγγραφο, πράγματι, δήλωνε ότι ο φέρων ονομαζόταν Νάλριεκ Κάρνιβ (Παράξενο όνομα, πάντως. Από ποια διάσταση είναι;) και ήταν Ειδικός Πράκτορας της Παντοκράτειρας, πράγμα που τον καθιστούσε ανώτερο από κάθε άλλο πράκτορά της, στρατιωτικό, ή επόπτη. Επίσης, υπήρχε η φωτογραφία του επάνω στο έγγραφο, και η Αλντάρνη δεν μπορούσε να αμφισβητήσει εκείνο που έβλεπαν τα μάτια της.

«Πρόκειται για ευαίσθητο χαρτί, Αρχικατάσκοπε,» της είπε ο Νάλριεκ. «Πίεσε, τρεις συνεχόμενες φορές, την κάτω δεξιά γωνία του και θα λάβεις επιβεβαίωση ότι είναι αυθεντικό.»

Ευαίσθητο χαρτί. Η Αλντάρνη γνώριζε τι ήταν το ευαίσθητο χαρτί, και γνώριζε επίσης ότι χρησιμοποιείτο, συνήθως, σε μυστικές αποστολές και σε περιπτώσεις που χρειαζόταν πλήρη επιβεβαίωση για ένα θέμα. Το χρησιμοποιούσαν και οι επαναστάτες πολύ συχνά.

Η Αρχικατάσκοπος πάτησε τρεις συνεχόμενες φορές την κάτω δεξιά γωνία του εγγράφου, και–

χαστούκισε τον Ευρύμαχο καταπρόσωπο, κάνοντας το κεφάλι του να γυρίσει στο πλάι. Το πόδι της σηκώθηκε απότομα, συνθλίβοντας τους όρχεις του. Ο Επόπτης διπλώθηκε, βογκώντας, και δύο στρατιώτες τον πήραν απ’το δωμάτιο, τραβώντας τον, γιατί η Αλντάρνη είχε, πριν από λίγο, αποδείξει την ενοχή του. Τώρα, εκείνη ήταν Επόπτρια της Ελρείσβα. Και, κάνοντας μερικά βήματα, στάθηκε πλάι στον Άνσελμο, τυλίγοντας το χέρι της γύρω απ’τη μέση του και κρατώντας τον κοντά της–––

Το όραμα διαλύθηκε, και η Αλντάρνη βλεφάρισε.

Το ευαίσθητο χαρτί, όταν ήταν φτιαγμένο σωστά, είχε την ιδιότητα να προκαλεί αυτό που ονόμαζαν «επιβεβαιωτικά οράματα». Κανείς δε μπορούσε να γνωρίζει τις φαντασιώσεις της, αλλά ένα ευαίσθητο χαρτί που ήταν αυθεντικό μπορούσε να τις ενεργοποιήσει μ’έναν συγκεκριμένο τρόπο μέσα στο μυαλό της. Και το όραμα που είχε τώρα δει της επιβεβαίωνε πως, ναι, το έγγραφο όντως ερχόταν από την Παντοκράτειρα.

«Είσαι, λοιπόν, αυτός που λες,» είπε στον Νάλριεκ, τυλίγοντας το χαρτί και επιστρέφοντάς το σ’εκείνον. «Τι θέλεις, όμως, εδώ;» Θηκάρωσε το ξιφίδιο στη ζώνη της.

«Έχω αναλάβει μια άκρως σημαντική αποστολή,» εξήγησε ο ειδικός πράκτορας, κρύβοντας το έγγραφο μέσα στην κάπα του. «Και θα με βοηθήσεις να τη φέρω σε πέρας.»

«Δεν παίρνω διαταγές–»

«Από εμένα παίρνεις διαταγές, Αρχικατάσκοπε.» Ο Νάλριεκ δεν ύψωσε τη φωνή του.

Πήγαινε χάσου στην Κοιλιά του Σκοτοδαίμονος! σκέφτηκε η Αλντάρνη, νιώθοντας το σαγόνι της να σφίγγεται. «Και τι είναι ακριβώς η αποστολή σου;»

«Απόρρητη.»

«Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορείς να μου την αποκαλύψεις;»

«Προφανώς.»

Τι σκατά λέει ο άνθρωπος; Είναι τρελός; «Πώς θα σε βοηθήσω, τότε;» Ας φανούμε ευγενικοί μ’αυτόν τον ανισόρροπο…

«Θ’ακολουθείς τις εντολές μου, Αρχικατάσκοπε. Το μόνο που μπορώ να σου πω είναι ότι κυνηγάω κάποιους άκρως επικίνδυνους εγκληματίες, που έχω πληροφορηθεί ότι κατευθύνονται προς τον Κοράκου Τόπο. Ίσως, μάλιστα, να βρίσκονται ήδη εκεί. Ίσως να βρίσκονται ακόμα κι εδώ, στην Ελρείσβα. Όπου κι αν είναι, πρέπει να τους εντοπίσω και να τους εξοντώσω.»

«Και γιατί τέτοια μυστικότητα;» απόρησε η Αλντάρνη. «Τι έχουν κάνει;»

«Τίποτα, ακόμα. Πρέπει να τους σταματήσω πριν κάνουν.»

Η Αλντάρνη συνοφρυώθηκε. «Μπορεί να αποτελέσουν κίνδυνο για την Ελρείσβα;»

«Αρχικατάσκοπε, μην είσαι αφελής. Είναι επικίνδυνοι για την ίδια την Παντοκρατορία· και, ως εκ τούτου, για ολόκληρο το Γνωστό Σύμπαν.»

*

Η κοπέλα μπήκε σε μια σκοτεινή είσοδο κι εξαφανίστηκε απ’τα μάτια τους.

«Σινάρδα!» φώναξε η Αρχιέρεια της Κρωμβέλης. «Σινάρδα!»

«Τι συμβαίνει, Βενάρδα;» ρώτησε ο Άνσελμος. «Τι συμβαίνει μ’αυτή την κοπέλα;» Η ίδια η Αρχιέρεια δεν του είχε πει ποτέ ότι ήταν κόρη της· εκείνος, όμως, το υποπτευόταν· ήταν σχεδόν βέβαιος. Και αν, όντως, ήταν κόρη της, τότε είχε κάθε λόγο να το κρύβει. Οι ιέρειες της Κρωμβέλης απαγορευόταν να κάνουν παιδιά. Δε μπορούσε κάτι τέτοιο να μαθευτεί.

«Αυτό το κορίτσι έχει τρελαθεί!» σχεδόν τσύριξε η Αρχιέρεια. «Άνσελμε, βοήθησέ με,» είπε, κι έτρεξε στην κρεβατοκάμαρά της.

Εκείνος την ακολούθησε, και την είδε ν’ανοίγει μια μεγάλη, ξύλινη ντουλάπα και να βγάζει από μέσα τομάρια ζώων κι άλλα βαριά ρούχα. Σήκωσε μερικά κι έκανε νόημα στον Άνσελμο να σηκώσει κι αυτός. Ο Άνσελμος υπάκουσε, και έτρεξαν πάλι στο φλεγόμενο δωμάτιο, όπου η Αρχιέρεια άρχισε να πετά τα τομάρια επάνω στις φωτιές και να τις χτυπά μ’αυτά, για να σβήσουν. Εξαιρώντας κάποια έπιπλα, χαλιά, και ταπετσαρίες, που ήταν εύφλεκτα, ο Ναός ήταν καμωμένος αποκλειστικά από πέτρα (όπως κι όλα τα οικοδομήματα στην Αρβήντλια), έτσι δεν υπήρχε μεγάλος κίνδυνος να εξαπλωθεί η φωτιά· αργά ή γρήγορα θα έσβηνε κι από μόνη της· όμως η Βενάρδα φαινόταν αποφασισμένη να τη σταματήσει όσο το δυνατόν ταχύτερα και με όσο το δυνατόν λιγότερες καταστροφές. Ο Άνσελμος τη βοήθησε, χωρίς να κάνει άλλες ερωτήσεις.

Όταν τελείωσαν τη δουλειά τους, το κατάλευκο δέρμα τους ήταν μαυρισμένο από τους καπνούς.

Λαχανιασμένη, η Αρχιέρεια είπε: «Σ’ευχαριστώ, Άνσελμε. Δεν ήθελα… δεν ήθελα αυτό να μαθευτεί παραέξω. Καλύτερα να μη μάθει κανείς για τούτη τη φωτιά.»

Ο Άνσελμος ένευσε. «Μην ανησυχείς· εγώ, τουλάχιστον, δεν πρόκειται να πω τίποτα. Τι είναι, όμως, αυτή η κοπέλα, Βενάρδα; Και την άλλη φορά μάς κοίταζε περίεργα… Είναι, πράγματι, τρελή;»

Η Αρχιέρεια κούνησε το κεφάλι. «Όχι… δεν είναι τρελή…» Άνοιξε δύο παράθυρα, για να φύγει ο καπνός και η μυρωδιά του καψίματος, και μπήκε στην κρεβατοκάμαρά της.

Ο Άνσελμος την ακολούθησε.

Η Βενάρδα κάθισε σ’ένα μεγάλο μαξιλάρι στο πάτωμα. Τον κοίταξε διστακτικά, δυσανασχετώντας. «Τι νομίζεις εσύ ότι είναι;»

Ο Άνσελμος φόρεσε το παντελόνι του και κάθισε σ’ένα άλλο μαξιλάρι, αντίκρυ της. «Δε μπορώ να φανταστώ…»

«Μην κάνεις τον χαζό από ευγένεια. Σίγουρα, θα έχεις υποψιαστεί κάτι. Δεν πρέπει, όμως, να πεις πουθενά αυτό που έχεις υποψιαστεί. Μου το υπόσχεσαι;»

Ο Άνσελμος ξεροκατάπιε· ο καπνός είχε ξεράνει το λαιμό του. «Είναι… κόρη σου;» ρώτησε, βραχνά.

Η Βενάρδα ένευσε. «Ναι,» μουρμούρισε. Και σηκώθηκε απ’το μαξιλάρι. Γέμισε δύο ποτήρια με νερό από μια κρυστάλλινη καράφα και πρόσφερε το ένα στον Πρέσβη, ο οποίος ήπιε διψασμένα. «Μου το υπόσχεσαι να μην πεις τίποτα σε κανέναν;»

«Ασφαλώς, Βενάρδα. Σ’το υπόσχομαι.»

«Καταλαβαίνεις ότι είναι πολύ σημαντικό, έτσι;» Η Αρχιέρεια κάθισε πάλι στο μαξιλάρι. «Πολλές ιέρειες του Ναού το ξέρουν, φυσικά, αλλά παραέξω δεν είναι γνωστό. Απαγορεύεται οι ιέρειες της Κρωμβέλης να παντρεύονται· και μόνο μια παντρεμένη γυναίκα επιτρέπεται να έχει παιδιά στην Αρβήντλια.»

«Γνωρίζω τα έθιμά σας,» τη διαβεβαίωσε ο Άνσελμος. «Γιατί, όμως, η κόρ– η Σινάρδα έβαλε φωτιά μέσα στα διαμερίσματά σου; Ποιος ο λόγος;»

«Όπως μου είπες κι εσύ τις προάλλες, δε σε συμπαθεί.»

«Γιατί; Δεν την έχω πειράξει.»

«Δεν είν’αυτό,» εξήγησε η Αρχιέρεια. «Δεν είναι προσωπικό… Η Σινάρδα δεν θέλει να σχετίζομαι με κανέναν άντρα. Φοβάται για μένα. Ειρωνικό, βέβαια, αν σκεφτεί κανείς τον τρόπο με τον οποίο γεννήθηκε.» Μειδίασε. «Παρ’όλ’αυτά, έτσι είναι… περίεργη. Και δε φαίνεται να μπορώ να της βάλω μυαλό.»

«Ο πατέρας της γνωρίζει την ύπαρξή της;»

Η Βενάρδα κούνησε το κεφάλι. «Φυσικά και όχι!»

«Η Σινάρδα τον ξέρει;»

«Όχι. Γιατί, αν τον ήξερε, είμαι βέβαιη πως θα έκανε τα πράγματα πιο δύσκολα.»

Επομένως, καλύτερα κι εγώ να μη ρωτήσω ποιος είναι, σκέφτηκε ο Άνσελμος, τελειώνοντας το νερό του, αν και η συγκεκριμένη πληροφορία ίσως κάποτε να αποδεικνυόταν χρήσιμη…

Η Αρχιέρεια σηκώθηκε όρθια. «Θα κάνω ένα μπάνιο, να φύγει όλη αυτή η μαυρίλα από πάνω μου. Σε λίγο, θ’αρχίσω να μοιάζω με Μελανή –πράγμα που θα ήταν επικίνδυνο εδώ. Θέλεις κι εσύ να πλυθείς;»

Ο Άνσελμος σηκώθηκε εμπρός της. «Ναι.»

«Υπάρχει ένα πρόβλημα, όμως.»

«Τι πρόβλημα;»

«Έχω μόνο ένα λουτρό εδώ,» είπε η Βενάρδα, μειδιώντας πονηρά, «άρα θα πρέπει ή να το μοιραστείς μαζί μου ή να γυρίσεις στο Μέγαρο.»

Ο Άνσελμος τής επέστρεψε το μειδίαμα. «Δε μου αφήνεις καμία απολύτως επιλογή, γλυκιά Βενάρδα.»

Σύντομα, διαπίστωσε ότι το λουτρό των διαμερισμάτων της μπορεί να ήταν ένα αλλά ήταν τεράστιο: μια μεγάλη, λίθινη λεκάνη στο κέντρο ενός μεγάλου, στρογγυλού δωματίου με λευκούς κίονες γύρω-γύρω. Παρ’όλ’αυτά, ο Παντοκρατορικός Πρέσβης και η Αρχιέρεια της Κρωμβέλης κατέληξαν να έχουν την ελάχιστη δυνατή απόσταση ανάμεσά τους…

*

Η Αλντάρνη ρώτησε τον ειδικό πράκτορα αν είχε μιλήσει στον Παντοκρατορικό Επόπτη.

«Όχι,» αποκρίθηκε εκείνος. «Ήρθα κατευθείαν σ’εσένα, γιατί μαζί θα συνεργαστούμε κυρίως.»

«Θα πρέπει, όμως, να ειδοποιήσουμε και τον Ευρύμαχο για την άφιξή σου…»

«Δεν υπάρχει πρόβλημα,» συμφώνησε ο Νάλριεκ.

«Μια ερώτηση,» είπε η Αλντάρνη: «Πώς μπήκες στα δωμάτιά μου;»

«Σου απάντησα ήδη, Αρχικατάσκοπε: έχω διάφορες προσβάσεις.»

«Και τι σημαίνει αυτό;»

«Φοβάμαι πως είναι απόρρητο.»

Η Αλντάρνη τον καταράστηκε, εσωτερικά.

Πήγε στον επικοινωνιακό δίαυλο του γραφείου της και κάλεσε τον Ευρύμαχο. Εκείνος δεν απάντησε αμέσως και, όταν απάντησε, η φωνή του φανέρωνε ότι είχε μόλις ξυπνήσει.

«…Ποιος είναι;» ρώτησε.

«Η Αλντάρνη.»

«Τι συμβαίνει, Αλντάρνη;»

«Έχει έρθει ένας κύριος εδώ. Νάλριεκ Κάρνιβ, ονομάζεται. Τον έχεις ξανακούσει;»

«Όχι, θα έπρεπε;»

«Ισχυρίζεται πως είναι ειδικός πράκτορας και–––» Η Αλντάρνη τού είπε όσα ήξερε γι’αυτόν, ενώ, συγχρόνως, κρυφοκοίταζε έξω απ’το γραφείο της, για να δει αν κι ο Νάλριεκ κρυφοκοίταζε επίσης (και, ενδεχομένως, κρυφάκουγε). Διαπίστωσε, όμως, πως ο πράκτορας δεν είχε πλησιάσει καθόλου. Στεκόταν μπροστά στο παράθυρο του καθιστικού, και είχε πάλι την πλάτη του γυρισμένη προς το εσωτερικό του δωματίου. Δεν έμοιαζε να τον απασχολεί απολύτως τίποτα.

«Μάλιστα…» είπε ο Ευρύμαχος. «Όλα τούτα μού ακούγονται παράξενα, βέβαια… όμως αφού λες ότι σου έδωσε και ευαίσθητο χαρτί… Αλντάρνη, μπορείς να μου το φέρεις κι εμένα;»

«Μπορώ να σου φέρω τον ίδιο τον Νάλριεκ.»

«Όχι, δε μ’ενδιαφέρει ο ίδιος. Θα μου φέρεις μόνο το χαρτί;»

Η Αλντάρνη λοξοκοίταξε τον πράκτορα. «Δε νομίζω να τον πειράζει… Θα σ’το φέρω τώρα.»

«Σε περιμένω.»

Η Αρχικατάσκοπος έκλεισε τον δίαυλο και πλησίασε τον πράκτορα. «Νάλριεκ,» είπε, «μίλησα στον Επόπτη για σένα. Θέλει να δει το έγγραφο που μου έδειξες.»

Ο Νάλριεκ στράφηκε, τράβηξε το χαρτί μέσα από την κάπα του, και της το έδωσε.

«Θα περιμένεις εδώ;» τον ρώτησε η Αλντάρνη.

«Θα διανυκτερεύσω εδώ, αν δε σε πειράζει, Αρχικατάσκοπε.»

Η Αλντάρνη συνοφρυώθηκε. «Εμμ… Ήρθες λίγο ξαφνικά μεν, αλλά είμαι σίγουρη πως κάποιο δωμάτιο θα μπορέσουμε να σου βρούμε στο Μέγαρο…»

«Μην ανησυχείς,» είπε ο Νάλριεκ, ανέκφραστα. «Κοιμάμαι παντού, και δε χρειάζομαι ιδιαίτερες ανέσεις. Το πάτωμα είναι εντάξει.»

«Καλά, δεν είναι ανάγκη να κοιμηθείς και στο πάτωμα,» αποκρίθηκε η Αλντάρνη, χαμογελώντας ακούσια. Τι ήταν ο τύπος; Χειρότερος από τις Μαύρες Δράκαινες που κάποτε είχε η Παντοκράτειρα στις υπηρεσίες της; «Μπορείς να κοιμηθείς εδώ.» Έδειξε τον σοφά με μια κοφτή κίνηση του κεφαλιού της.

«Καλώς, τότε,» αποκρίθηκε ο Νάλριεκ, χωρίς να της επιστρέψει το χαμόγελο.

Τι κρύος άνθρωπος...

Η Αλντάρνη έφυγε από τα δωμάτιά της, κατευθυνόμενη προς τα διαμερίσματα του Ευρύμαχου.

Ο Άνσελμος ακόμα στο Ναό είναι, άραγε; αναρωτήθηκε, φευγαλέα.

*

Οι δρόμοι της Ελρείσβα ήταν σκοτεινοί, καθώς ο Άνσελμος έφευγε απ’τον Ναό της Κρωμβέλης, ικανοποιημένος αλλά και προβληματισμένος.

Δε θα έπρεπε, όμως, να είμαι προβληματισμένος, σκέφτηκε. Τα πάντα πηγαίνουν υπέροχα. Η Αρχιέρεια τον είχε συμπαθήσει, κι επομένως εκείνος είχε αποκτήσει πρόσβαση στο Ναό, ακριβώς όπως επιθυμούσε (χωρίς να υπολογίζει το ότι η Βενάρδα ήταν, επιπλέον, πολύ καλή ερωμένη –που δεν ήταν μικρό πράγμα)· και οι διαπραγματεύσεις με τους Μελανούς του Κοράκου Τόπου, σύντομα, θα άρχιζαν, που σήμαινε ότι, επίσης σύντομα, ο Άνσελμος θα έφτανε στην κρυφή βάση της Επανάστασης. Μετά από τόσες καταστροφές και θανάτους, οι φυλές της ερήμου το μόνο που θα θέλουν θα είναι η εκστρατεία να σταματήσει. Και θα κάνουν τα πάντα για να το κερδίσουν αυτό. Το να μας οδηγήσουν στη βάση των επαναστατών δε θα τους φανεί τίποτα το σπουδαίο. Θα είναι πολύ συνεργάσιμοι. Ω ναι, είμαι βέβαιος…

–Από τις σκιές ενός σοκακιού, μια άλλη σκιά πετάχτηκε!

Ο Άνσελμος έκανε πίσω, ξαφνιασμένος, ενώ το χέρι του πήγαινε στο ξιφίδιο στη ζώνη του.

Στο χέρι της σκιάς, όμως, βρισκόταν ήδη ένα σπαθί, γυαλίζοντας στο ασθενικό φως της μοναδικής λάμπας λαδιού που υπήρχε εδώ.

Η πλάτη του Άνσελμου κοπάνησε, επώδυνα, σ’έναν τοίχο. Η αιχμή του σπαθιού σταμάτησε μπροστά στο λαιμό του.

Η σκιά φωτιζόταν τώρα· το πρόσωπό της ήταν φανερό.

Η κόρη της!

«Αυτή,» είπε η κοπέλα, «ήταν η τελευταία σου επίσκεψη στο Ναό.»

Ο Άνσελμος έμεινε σιωπηλός. Το χέρι του εξακολουθούσε να σφίγγει τη λαβή του ξιφιδίου του, αλλά δεν είχε ξεθηκαρώσει το όπλο. Όταν είδε ότι η νεαρή Λευκή περίμενε μια απάντηση από εκείνον, της είπε: «Αλλιώς τι;»

«Θα σε σκοτώσω.»

Το σπαθί έφυγε απ’το λαιμό του. Η σκιά της κοπέλας χάθηκε μέσα στις υπόλοιπες σκιές του σοκακιού απ’το οποίο είχε παρουσιαστεί.

Ο Άνσελμος συνέχισε την πορεία του προς το Μέγαρο.

«Οι δρόμοι της Ελρείσβα έχουν αρχίσει να γίνονται επικίνδυνοι…» μουρμούρισε κάτω απ’την ανάσα του.

*

Ο Ευρύμαχος, ντυμένος με μια ρόμπα, κάθισε στον καναπέ και πίεσε, τρεις συνεχόμενες φορές, την κάτω δεξιά γωνία του εγγράφου με τον αντίχειρά του.

Η Αλντάρνη είδε το βλέμμα του να γίνεται απλανές για λίγο, σα να ήταν χαμένος μέσα σε κάποιο όνειρο. Το όραμα ήταν διαφορετικό για τον καθένα, όμως όλους τούς επιβεβαίωνε την αυθεντικότητα του εγγράφου με κάποιον τρόπο.

Ο Ευρύμαχος βλεφάρισε και άφησε το χαρτί επάνω στο τραπεζάκι μπροστά του. «Εξακολουθεί να μου φαίνεται περίεργη η εμφάνισή του, πάντως…»

«Κι εμένα,» είπε η Αλντάρνη, που στεκόταν όρθια με τα χέρια της σταυρωμένα στο στήθος.

Ο Ευρύμαχος γέλασε κοφτά. «Στην αρχή, νόμιζα ότι ήθελες να μου κάνεις φάρσα.»

«Φάρσα;»

Ο Ευρύμαχος ανασήκωσε τον δεξή ώμο. «Είχες θυμώσει μαζί μου χτες, και σκέφτηκα ότι ίσως να το έκανες επίτηδες για να με ανησυχήσεις μες στη νύχτα.»

Η Αλντάρνη δε μπόρεσε παρά να γελάσει. «Τέτοια γυναίκα νομίζεις πως είμαι;» Θα προτιμούσα να σου κάνω χειρότερα! Ένα χαστούκι στη μούρη, μια κλοτσιά στα μπαλάκια.

«Είπα: είχες θυμώσει…» αποκρίθηκε ο Ευρύμαχος.

Η Αλντάρνη πήρε το έγγραφο από το τραπεζάκι και το τύλιξε. «Τέλος πάντων. Καληνύχτα.»

«Περίμενε.»

«Τι;»

«Κάθισε λίγο.»

«Όπως είπες, έχω θυμώσει.»

«Έλα τώρα, Αλντάρνη–»

«Επιπλέον, είμαι πραγματικά κουρασμένη. Εξοντωμένη–»

«Απλά κάθισε,» τόνισε ο Ευρύμαχος. «Να μιλήσουμε.»

«Τι έχουμε να πούμε;»

«Αυτά που έγιναν χτες ήταν επειδή μιλούσαμε ως Επόπτης και Αρχικατάσκοπος. Και ήμουν εκνευρισμένος. Κάθισε, να μιλήσουμε απλά, χωρίς να είμαι εγώ Επόπτης κι εσύ Αρχικατάσκο