ΚΩΣΤΑΣ ΒΟΥΛΑΖΕΡΗΣ

Το Πνεύμα
του Θεουργού

Η Πλοηγός και ο Δαίμονας,
Βιβλίο Τρίτο

Μια Ιστορία από το Θρυμματισμένο Σύμπαν

 

 

 

 

© Κώστας Βουλαζέρης

http://www.kostasvoulazeris.eu

http://www.fantastikosorizontas.gr/kostasvoulazeris

 

Για τα πνευματικά δικαιώματα αυτού του κειμένου ισχύουν οι όροι του Creative Commonshttp://creativecommons.org/licenses/by-nc-nd/3.0/gr/

 


 

Αυτό το βιβλίο είναι λογοτεχνικό. Όλα τα ονόματα, τα πρόσωπα, και οι καταστάσεις είναι φανταστικά ή χρησιμοποιούνται με φανταστικό, λογοτεχνικό τρόπο. Οποιαδήποτε ομοιότητα με αληθινά ονόματα, πρόσωπα, ή καταστάσεις είναι καθαρά συμπτωματική.

Διαβάστε περισσότερες ιστορίες από το Θρυμματισμένο Σύμπαν

 

Ένα Τρένο με Πολύχρωμες Γυναίκες
Ο Διαιρεμένος Θεός
Γάμος του Ήλιου και του Ανέμου
Οι Υπέρμαχοι του Γαλανού Φωτός
Ο Θάνατος του Ξενιστή
Ο Πόλεμος των Ξένων
Οι Φύλακες των Πάγων
Ο Θίασος των Θαυμαστών Θηρίων
Η Πόλη των Αγαλμάτων
Ο Απομονωμένος Κόσμος
Ο Βασιληάς, οι Νύφες, και η Μαύρη Δράκαινα
Το Τραγούδι της Ψυχής
Κρασί της Σεργήλης
Η Απειλή από τον Νεκρό Κόσμο
Οι Άνεμοι, το Μήνυμα, και ο Κώδικας
Το Όνειρο της Παντοκράτειρας
Οι Μηχανές του Φωτός

 

Δωρεάν στο
www.fantastikosorizontas.gr/kostasvoulazeris/thrymmatismeno_sympan

 

 

 

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
Ο Άζ’λεφκ και ο Σύζυγος της Παντοκράτειρας

 

 

 

 

Αιθήρ

Καταλάβαινε πολύ καλά τον κίνδυνο, μα δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Έπρεπε να πάει να της μιλήσει.

Για εκείνον η Παντοκράτειρα και η Παντοκρατορία δεν θα μπορούσαν ποτέ να είναι ένα και το αυτό. Την είχε παντρευτεί σ’έναν από τους Πύργους του Ήλιου και του Ανέμου, μέσα στις καυτές, πετρώδεις ερήμους της απέραντης Εσχάτης, και την είχε γνωρίσει. Δεν είχε παντρευτεί μια απρόσωπη δύναμη, όπως άλλοι σύζυγοί της· δεν είχε παντρευτεί την Παντοκράτειρα: είχε παντρευτεί την Αγαρίστη. Του είχε πει το πραγματικό της όνομα, ενώ περνούσαν από την ιεροτελεστία του πύργου, η οποία είχε εξελιχτεί σε κάτι πολύ διαφορετικό – και πολύ πιο επικίνδυνο – από την κανονική ιεροτελεστία που γινόταν στους Πύργους του Ήλιου και του Ανέμου όταν δύο ευγενείς της Σάρντλι παντρεύονταν.

Και η Παντοκρατορία είχε διαχωριστεί από την Παντοκράτειρα.

Όταν ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος είχε έρθει στη Σάρντλι και του είχε πει τι συνέβαινε με τον Ελκράσ’ναρχ, εκείνος είχε συνειδητοποιήσει πως αυτή του η ενδόμυχη πεποίθηση ήταν ακόμα πιο αληθινή απ’ό,τι θεωρούσε. Η Αγαρίστη σίγουρα δεν ήταν η Συμπαντική Παντοκρατορία. Και πολύ πιθανόν να ήταν θύμα αυτού του δαίμονα. Πολύ πιθανόν, μάλιστα, να μην ήξερε καν τι ήταν αυτός ο δαίμονας. Ίσως να την είχε εξαπατήσει.

Η ιεροτελεστία του Ήλιου και του Ανέμου περιλάμβανε τις Πέντε Ημέρες, μία σε κάθε πάτωμα του πύργου· κι όταν οι μελλόνυμφοι έφταναν στο τρίτο πάτωμα, έλεγαν, σύμφωνα με το έθιμο, ιστορίες ο ένας στον άλλο. Συνήθως, ιστορίες με κάποιο ηθικό δίδαγμα. Η Αγαρίστη, τότε, είχε πει μια ιστορία που εκείνος νόμιζε ότι ήταν η δική της ιστορία. Ή, ίσως, αλλαγμένη λίγο.

Θυμόταν ακόμα αυτή τη διήγηση, καθώς και μερικά από τα λόγια της Παντοκράτειρας…

«Κάποια μέρα… μια από τις ίδιες ημέρες της ανούσιας ζωής της, η κοπέλα βρήκε ένα… μαγικό κουτί. Ένα όμορφο, χρυσό μαγικό κουτί… Το βρήκε εκεί που δούλευε ο πατέρας της. Ήταν ξεχασμένο σε μια σκοτεινή γωνιά του μηχανοστασίου, σ’ένα υπόγειο μέρος που κανείς δεν επισκεπτόταν. Εκείνη την είχαν στείλει εκεί για να πετάξει κάτι παλιοσίδερα. Βρήκε, όμως, το μαγικό κουτί. Το είδε να γυαλίζει. Το σήκωσε. Το άκουσε να της ψιθυρίζει να το ανοίξει· κι εκείνη το άνοιξε, και μέσα του, μέσα του ήταν ένα παράθυρο. Κι από εκείνο το παράθυρο, είδε όλα όσα ονειρευόταν…»

Αναφερόταν στον Ελκράσ’ναρχ; Είχε ο Ελκράσ’ναρχ – οι μυστηριώδεις Υπερασπιστές της – κάποια σχέση μ’αυτό το μαγικό κουτί;

Έπρεπε να μάθει. Κι αν ο Ελκράσ’ναρχ είχε κάπως εξαπατήσει την Αγαρίστη, αν την είχε κάπως φυλακίσει, εκείνος σκόπευε να την ελευθερώσει.

Αυτά σκεφτόταν ο Ορείχαλκος του Οίκου των Ορειβατών, καθώς ήταν μέσα στο μικρό αεροπλάνο που διέσχιζε την αργυρογάλανη απεραντοσύνη του Αιθέρα. Καθόταν πλάι στον πιλότο, αμίλητος, με όψη συλλογισμένη, και παρότι τα μάτια του ατένιζαν τις μορφές που σχημάτιζαν τα νεφελώματα γύρω απ’το αεροσκάφος, το μυαλό του δεν τις έβλεπε. Το μυαλό του ήταν αλλού.

Κι από την Αγαρίστη πήγε στην Ανεμόφθαλμη και στους άλλους που είχε αφήσει στη Σάρντλι. Το ήξερε πως ήταν σκληρό αυτό που τους είχε κάνει. Δεν περίμενε, όμως, να τον καταλάβουν. Το είχε συλλογιστεί πολλές φορές: Ποια μπορεί να ήταν η αντίδρασή τους αν τους έλεγε πως σκόπευε να πάει στη Ρελκάμνια για να μιλήσει με την Παντοκράτειρα; Τι μπορεί να τους έκανε να συμφωνήσουν μαζί του; Τίποτα. Αποκλείεται ποτέ να συμφωνούσαν. Ειδικά η Ανεμόφθαλμη. Παρότι γνωριζόμαστε από μικρά παιδιά, είναι ορισμένα πράγματα για εμένα που δεν μπορεί να καταλάβει. Όπως είναι και ορισμένα πράγματα για εκείνη που εγώ ποτέ δεν θα καταλάβω. Αυτή είναι η φύση των ανθρώπων, υποθέτω, είτε έχουν β’ζάιλ είτε όχι.

Το ταξίδι μέσα στον Αιθέρα θα διαρκούσε περί τις δεκατρείς ώρες. Ο πιλότος είχε πάρει δυναμωτικά βοτάνια για να μπορέσει να αντέξει. Το ίδιο κι ο μάγος που καθόταν στο ενεργειακό κέντρο του σκάφους χρησιμοποιώντας τη Μαγγανεία Κινήσεως, ρυθμίζοντας τη ροή της ενέργειας. Ο Ορείχαλκος, ρίχνοντας μια ματιά στον πιλότο πλάι του, μπορούσε να δει ότι τα μάτια του άντρα γυάλιζαν πλέον σα να ήταν δύο κομμάτια γυαλί.

Είχαν περάσει εφτά ώρες ώς τώρα.

Κάπου-κάπου, έξω απ’το αεροπλάνο τους, ο Ορείχαλκος είχε δει να περνούν άλλα αεροσκάφη, επιβατηγά και φορτηγά, κατευθυνόμενα προς σημεία μετάβασης για διάφορες διαστάσεις. Κανένα δεν είχε επιχειρήσει να τους προσεγγίσει ή να τους σταματήσει. Μερικές φορές μονάχα είχαν στείλει κανένα σήμα χαιρετισμού. Την πρώτη φορά, το σήμα είχε ξαφνιάσει τον Ορείχαλκο, καθώς ένας ήχος είχε ακουστεί από την κονσόλα κι ένα φωτάκι είχε αναβοσβήσει. «Τι είναι;» είχε ρωτήσει τον πιλότο, φοβούμενος ότι ίσως να επρόκειτο για προειδοποίηση Παντοκρατορικών. Αλλά ο πιλότος τού είχε εξηγήσει τι ήταν, και είχε πει πως δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας.

Τώρα, ο Ορείχαλκος δεν μιλούσε πια με τον οδηγό του αεροσκάφους του. Καθόλου. Όσο περισσότερο τα δυναμωτικά βοτάνια ενίσχυαν τον οργανισμό του πιλότου, τόσο πιο εστιασμένος φαινόταν στη δουλειά του. Τόσο περισσότερο έμοιαζε με ζωντανό μηχάνημα που κάνει απλά και μόνο μία λειτουργία.

Ο Ορείχαλκος είχε ήδη αποφασίσει για τη στρατηγική που θα ακολουθούσε όταν έφτανε στη Ρελκάμνια. Είχε αποφασίσει από προτού φύγει απ’τη Σάρντλι, κι ενώ ταξίδευε είχε σκεφτεί τα πάντα ξανά. Δε νόμιζε πως υπήρχε τίποτε άλλο να σκεφτεί. Δε νόμιζε πως ο νους του είχε κάτι άλλο να αναλύσει, κάποια άλλη παράμετρο να λάβει υπόψη του.

Επομένως, το καλύτερο που μπορούσε να κάνει ήταν να ξεκουραστεί. Να αδειάσει το μυαλό του, να το καθαρίσει. Να κοιμηθεί και λίγο, αν μπορούσε. Ώστε να είναι έτοιμος για τη συνάντηση που τον περίμενε στη Ρελκάμνια.

Ρελκάμνια

1.

Μόλις το μικρό αεροπλάνο βγήκε απ’το σημείο μετάβασης του Αιθέρα, τα συστήματα ελέγχου των Παντοκρατορικών το εντόπισαν, και του ζητήθηκε, τηλεπικοινωνιακά, κωδικός αναγνώρισης. Τα πάντα ελέγχονταν διεξοδικά τελευταία στη Ρελκάμνια γιατί η Παντοκρατορία φαινόταν να έχει παντού εχθρούς – εχθρούς που τη χτυπούσαν από κάθε διάσταση.

Το μικρό αεροπλάνο απάντησε με τον κωδικό ενός από τους συζύγους της Παντοκράτειρας. Του Ορείχαλκου του Οίκου των Ορειβατών. Αλλά ο Ορείχαλκος είχε αποστατήσει, είχε συμμαχήσει με τον Αρχιπροδότη. Η διάστασή του, η Σάρντλι, είχε διακηρύξει την ανεξαρτησία της, και την εναντίωσή της στη Συμπαντική Παντοκρατορία. Πώς ήταν δυνατόν αυτός ο άνθρωπος να ερχόταν έτσι, αφύλαχτος, στην ίδια τη Ρελκάμνια; Ίσως να επρόκειτο για κάποιο κόλπο.

Παντοκρατορικά αεροσκάφη υψώθηκαν από αερολιμένες της διάστασης και από οροφές των ψηλών οικοδομημάτων της, και δεν άργησαν να περικυκλώσουν το μικρό αεροπλάνο του Ορείχαλκου, στέλνοντάς του σήμα να παραδοθεί. Να προσγειωθεί αμέσως.

«Άρχοντά μου;» είπε ο πιλότος, δίχως να στραφεί να κοιτάξει τον Ορείχαλκο. Η φωνή του ακουγόταν ανησυχητικά σαν φωνή μηχανικού συστήματος.

Ο Ορείχαλκος, που είχε μετά βίας κατορθώσει να κοιμηθεί τρεις ώρες κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του στον Αιθέρα, αποκρίθηκε: «Θα τους μιλήσω.» Και πάτησε ένα πλήκτρο επάνω στην κονσόλα μπροστά του, ενεργοποιώντας το μικρόφωνο του τηλεπικοινωνιακού πομπού. «Σας μιλά ο Πρίγκιπας Ορείχαλκος του Οίκου των Ορειβατών,» είπε. Είχε τον τίτλο Πρίγκιπας επειδή ήταν σύζυγος της Παντοκράτειρας, και τώρα σκέφτηκε πως μάλλον θα ήταν χρήσιμο να τον αναφέρει για να πετύχει αυτό που επιθυμούσε. «Ζητώ άδεια να προσγειωθώ στο Παντοτινό Ανάκτορο.»

«Είστε αποστάτης, και οι διαταγές μας είναι να σας συλλάβουμε,» αποκρίθηκε μια φωνή από τον πομπό.

«Μπορείτε να με συλλάβετε αφότου έχω προσγειωθεί στο Παντοτινό Ανάκτορο. Δεν θα αντισταθώ. Είμαι εδώ οικειοθελώς, επιθυμώντας να μιλήσω με την Παντοκράτειρα.»

Αμήχανη σιγή ακολούθησε. Για μερικές στιγμές, μονάχα παράσιτα ακούγονταν από τον πομπό. Ίσως οι αρχηγοί των αεροσκαφών να είχαν αλλάξει συχνότητα, ζητώντας εντολές από τους ανώτερούς τους, υπέθεσε ο Ορείχαλκος.

Μετά, η ίδια φωνή αντήχησε ξανά: «Θα έρθετε μαζί μας, Άρχοντα Ορείχαλκε.»

«Προς το Παντοτινό Ανάκτορο;» Δεν ήθελε να καταλήξει σε κάποια απόμακρη φυλακή της Ρελκάμνια, όπου θα του ήταν δύσκολο να συναντηθεί με την Παντοκράτειρα. Αλλά δεν νόμιζε ότι η Αγαρίστη θα το επέτρεπε αυτό, ούτως ή άλλως. Δεν νόμιζε ότι, μέσα στο μυαλό της, θα τον είχε τόσο γρήγορα καταδικάσει, ότι δεν θα δεχόταν ούτε καν να του μιλήσει.

«Προς το Παντοτινό Ανάκτορο,» αποκρίθηκε η φωνή από τον πομπό.

Και το αεροπλάνο του Ορείχαλκου διέσχισε τους ουρανούς της Ρελκάμνια με τη συνοδία πολλών άλλων αεροσκαφών, οπλισμένων με πυροβόλα και ρουκετοβόλα. Από κάτω τους απλωνόταν η Ατέρμονη Πολιτεία: ουρανοξύστες και πολυκατοικίες, λεωφόροι και γέφυρες, σήραγγες και στενορύμια. Κάθε σπιθαμή οικοδομημένη. Άνθρωποι και οχήματα κινούνταν σαν έντομα επάνω σ’έναν τεράστιο, ατελείωτο λαξευτό χάρτη.

Πώς αναπνέουν σε τούτη τη διάσταση; αναρωτήθηκε ο Ορείχαλκος κοιτάζοντας κάτω.

2.

Ήταν ξημερώματα όταν την ειδοποίησαν.

Η Βάρμη Ύλντρηχ, διοικήτρια της προσωπικής φρουράς της Παντοκράτειρας, πετάχτηκε έξω από το κρεβάτι κι άρχισε να βάζει τη στολή της, βιαστικά.

«Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο Νυράλιος, ο σύζυγός της, που είχε κι εκείνος ξυπνήσει από το έντονο κουδούνισμα του επικοινωνιακού δίαυλου πλάι στο κρεβάτι τους. «Τι έπαθες;»

Η Βάρμη τραβούσε τα ρούχα που έμοιαζαν να προσπαθούν εσκεμμένα να της αντισταθούν. «Μου φαίνεται τρελό. Ίσως να κάνουν λάθος. Αλλά μου είπαν ότι ο Ορείχαλκος είναι εδώ. Ο Ορείχαλκος. Ήρθε απ’τον Αιθέρα. Κι έχει προσγειωθεί εδώ, στο Παντοτινό Ανάκτορο.»

«Ο Ορείχαλκος, ο σύζυγος της Παντοκράτειρας που αποστάτησε;»

«Ναι. Αλλά δεν μπορεί νάναι αυτός, Νυράλιε. Αποκλείεται.» Η Βάρμη κάθισε στην πολυθρόνα μπροστά στον καθρέφτη για να φορέσει τις κάλτσες της. «Κάτι άλλο συμβαίνει. Κάποιο κόλπο ίσως.» Αναστέναξε, τραβώντας τις κάλτσες που κι αυτές έμοιαζαν να προσπαθούν εσκεμμένα να αντισταθούν. Η μία σκίστηκε λίγο, αλλά η Βάρμη την αγνόησε. Σηκώθηκε και φόρεσε γρήγορα το παντελόνι της. Το κούμπωσε, και κούμπωσε και τα κουμπιά του πανωφοριού της στολής της. «Και η Παντοκράτειρα…» Αναστέναξε ξανά. «Αν… Είναι ευαίσθητο θέμα αυτό με τον Ορείχαλκο. Αν κάτι πάει στραβά, κι αν της περάσει απ’το μυαλό ότι εγώ πάλι φταίω…»

«Δεν καταλαβαίνω γιατί πάντα κατηγορεί εσένα για την κάθε μαλακία που μπορεί να τύχει,» είπε ο Νυράλιος, έχοντας ανακαθίσει πάνω στο κρεβάτι, με το χρυσό δέρμα του να φαίνεται να γυαλίζει αχνά στο φως του αμπαζούρ. «Την άλλη φορά σ’έριξε σ’αυτά τα Κελιά της Αβύσσου επειδή απλά της είπες ότι ο Ορείχαλκος αποστάτησε! Δεν έφταιγες εσύ γι’αυτό, Βάρμη.»

«Μόνο για μερικές ώρες μ’άφησε εκεί–»

«Είναι αυτή δικαιολογία;»

«Δε μπορείς να την κρίνεις έτσι· είναι η Παντοκράτειρα.» Η Βάρμη είχε καθίσει πάλι στην καρέκλα και είχε μόλις φορέσει τις μπότες της. Τώρα σηκώθηκε όρθια. Αισθανόταν ένα χέρι μέσα της να προσπαθεί να συνθλίψει τα σωθικά της. Πήρε τη ζώνη της από την κρεμάστρα και την τύλιξε γύρω από τη μέση της. Χτένισε τα κοντά μαύρα μαλλιά της βιαστικά μπροστά στον καθρέφτη και, μετά, έφυγε απ’το διαμέρισμά της χωρίς να ρίξει ούτε ένα τελευταίο βλέμμα στον Νυράλιο.

Σκέψεις στριφογύριζαν μέσα στο κεφάλι της. Τι μπορεί να συνέβαινε; Τι μπορεί να ήταν; Ποιος μπορεί να παρίστανε τον Ορείχαλκο; Ήταν κόλπο των αποστατών; Του Αρχιπροδότη; Πρέπει να ήταν. Κατά πάσα πιθανότητα ήταν. Αποκλείεται ποτέ ο ίδιος ο Ορείχαλκος να ερχόταν εδώ· δεν ήταν ηλίθιος. Ένας τέτοιος αποστάτης – πρώην σύζυγος της Παντοκράτειρας – δεν υπήρχε περίπτωση ποτέ να πατούσε το πόδι του στη Ρελκάμνια!

3.

Οι στρατιώτες μπήκαν στο μικρό αεροπλάνο για να το ελέγξουν, ενώ ο Ορείχαλκος, ο πιλότος, και ο μάγος στέκονταν απέξω.

«Θα ήθελα να ειδοποιήσετε την Παντοκράτειρα για την άφιξή μου,» είχε πει ο Ορείχαλκος, αλλά οι πάντες τον αγνοούσαν. Ένας άντρας ύψωσε ένα μηχάνημα προς το μέρος του το οποίο έμοιαζε με κάποιου είδους ανιχνευτής. Κοίταξε τις ενδείξεις επάνω στην οθόνη. Στράφηκε σ’έναν αξιωματικό και κούνησε το κεφάλι αρνητικά. Τι ψάχνουν; αναρωτήθηκε ο Ορείχαλκος. Τι φοβούνται πως είμαι; Δημιούργημα, ίσως; Νόμιζε πως Δημιουργήματα ήξερε μόνο να φτιάχνει η Παντοκράτειρα – ή οι άνθρωποί της, τουλάχιστον – και κανένας άλλος στο Γνωστό Σύμπαν.

Ένας μάγος άρθρωσε τα λόγια για κάποιο ξόρκι. Το ίδιο έκανε κι ένας άλλος μάγος, και μια μάγισσα. Τη μια κοιτούσαν τον Ορείχαλκο και τους συντρόφους του, την άλλη το αεροπλάνο. Ένας από τους μάγους μπήκε, μάλιστα, στο σκάφος, αναμφίβολα για να συνεχίσει τον έλεγχο.

Υπομονή, είπε ο Ορείχαλκος στον εαυτό του, αναρωτούμενος τι θα του έλεγε το β’ζάιλ του τώρα, αν ήταν ακόμα ζωντανό. Η αυτοκυριαρχία ήταν το παν, όπως κάθε συνετός ευγενής της Σάρντλι ήξερε. Οι θεοί ευνοούν εκείνους που είναι άρχοντες του εαυτού τους – οι θεοί της Σάρντλι και κάθε άλλης διάστασης.

Κάποια στιγμή, η Βάρμη Ύλντρηχ ανέβηκε στην οροφή όπου στέκονταν ο Ορείχαλκος και οι υπόλοιποι. Ήταν ντυμένη με τη στρατιωτική της στολή και τρεις αξιωματικοί ήταν μαζί της. Είχε το χέρι της στο πιστόλι στη ζώνη της, αλλά δεν το είχε τραβήξει.

Στάθηκε αντίκρυ στον Ορείχαλκο, ατενίζοντάς τον με καχυποψία. «Μοιάζεις με τον Άρχοντα Ορείχαλκο…» παρατήρησε, «εκτός απ’αυτές τις ουλές στο πρόσωπό σου.»

«Μπορεί να μοιάζω σ’αυτόν επειδή είμαι ο ίδιος, Βάρμη,» αποκρίθηκε ο Ορείχαλκος, που τη γνώριζε. Την είχε δει, και της είχε μιλήσει, αρκετές φορές ενόσω συναναστρεφόταν την Παντοκράτειρα.

«Η Σάρντλι επαναστάτησε εναντίον της Συμπαντικής Παντοκρατορίας,» είπε η Βάρμη, σαν αυτό να εξηγούσε το ότι πίστευε πως ο Ορείχαλκος αντίκρυ της δεν ήταν αληθινός.

«Πράγματι. Επαναστάτησε.»

«Και ο Ορείχαλκος, σύμφωνα με τις πληροφορίες μας, ευθύνεται γι’αυτό.»

Ήταν ανόητο να του μιλά σαν να νόμιζε ότι ήταν κάποιος άλλος, παρατήρησε ο Ορείχαλκος. «Όχι μόνος του. Συμφώνησαν όλοι οι Οίκοι. Και οι έντεκα.»

«Αποκλείεται, λοιπόν, ποτέ ο Ορείχαλκος να ερχόταν εδώ.»

«Όμως ήρθε. Και θέλει να μιλήσει με την Παντοκράτειρα.»

«Αποκλείεται να είσαι ο Ορείχαλκος! Θα φυλακιστείς αν είσαι ο Ορείχαλκος,» του είπε η Βάρμη. «Και μάλλον θα σε εκτελέσουν… στο τέλος, αφού η Μεγαλειοτάτη κάνει ό,τι νομίζει μαζί σου – πράγματα που δεν θα είναι ευχάριστα.»

Ο Ορείχαλκος σταύρωσε τα χέρια του εμπρός του. «Θα με αφήσετε να της μιλήσω ή όχι;»

Η Βάρμη κοίταξε τους στρατιωτικούς και τους μάγους ολόγυρά της. Κοίταξε τις όψεις τους, προσπαθώντας να διακρίνει ποια ήταν η δική τους γνώμη για όλα τούτα. Της έμοιαζαν το ίδιο σαστισμένοι μ’εκείνη. Εγώ, όμως, θα το πληρώσω αν δεν ανακαλύψουμε τι συμβαίνει εδώ. «Ελέγξτε τον,» πρόσταξε.

Ένας αξιωματικός την πλησίασε και της ψιθύρισε στ’αφτί: «Τον ελέγξαμε. Φαίνεται να είναι άνθρωπος, βιολογικά· και τα μηχανήματα αναγνωρίζουν το πρόσωπό του παρά τις ουλές.»

«Ίσως να φορά μάσκα. Μια πολύ, πολύ καλοφτιαγμένη μάσκα. Του κάνατε σωματική έρευνα;»

«Όχι ακόμα.»

«Τι περιμένετε, τότε; Κάντε του! Και στους άλλους δύο που είναι μαζί του.»

Οι στρατιώτες πλησίασαν τον Ορείχαλκο και τους συντρόφους του και τους έψαξαν από πάνω ώς κάτω, πασπατεύοντας επίσης τα πρόσωπά τους καθώς προσπαθούσαν να δουν μήπως φορούσαν μάσκες.

«Θα ειδοποιήσετε, επιτέλους, την Παντοκράτειρα;» ρώτησε ο Ορείχαλκος. «Ή ακόμα πιστεύετε ότι είμαι κάποιος μεταμφιεσμένος δολοφόνος;»

Ένας αξιωματικός είπε στη Βάρμη: «Η Μεγαλειοτάτη καλό θα ήταν να ειδοποιηθεί…»

Η Βάρμη αισθάνθηκε ένα ρίγος να τη διατρέχει. Δίστασε να μιλήσει. Αδύνατον ο Ορείχαλκος να ήρθε έτσι εδώ, σαν να θέλει να αυτοκτονήσει… Τι να κάνω; Τι να κάνω;

«Παρεμπιπτόντως,» είπε ο Ορείχαλκος, «αυτοί οι δύο άνθρωποι» – κοίταξε, εναλλάξ, τον πιλότο και τον μάγο που τον είχαν συνοδέψει ώς τη Ρελκάμνια – «δεν έχουν καμια σχέση με την Επανάσταση. Είναι Σάρντλιοι μισθοφόροι, τους οποίους πλήρωσα απλά και μόνο για να με μεταφέρουν εδώ. Σας ζητώ να τους αφήσετε να φύγουν το συντομότερο δυνατό.»

Η Βάρμη ρώτησε τους αξιωματικούς: «Βρήκατε όπλα επάνω τους; Ή μέσα στο αεροσκάφος;»

«Κάποια πιστόλια και ξιφίδια μόνο, Διοικήτρια. Τίποτα σπουδαίο.»

«Εκρηκτικές ύλες;»

«Όχι.»

«Τίποτε άλλο που θα μπορούσε να θεωρηθεί ύποπτο;»

«Όχι.»

Ο Ορείχαλκος είπε: «Θα έπρεπε να συμβαίνει κάτι το ύποπτο για να έρθω να μιλήσω με τη σύζυγό μου;»

«Δεν είναι πια σύζυγός σου, αποστάτη!» μούγκρισε ένας αξιωματικός.

«Είσαι καταζητούμενος,» του είπε η Βάρμη, σα να μην ήταν γνωστό και πασιφανές.

«Πηγαίνετέ με τότε σ’αυτήν που με καταζητεί,» τους προέτρεψε ο Ορείχαλκος.

Οι αξιωματικοί κοίταξαν πάλι τη Βάρμη.

Εκείνη αισθάνθηκε σαν να βρισκόταν σ’ένα στενό, πολύ στενό δωμάτιο που οι τοίχοι του είχαν αρχίσει να έρχονται καταπάνω της.

4.

Κάτι έπαιζε μουσική πάνω απ’το κεφάλι της. Μια έντονη, επίμονη μουσική.

Η Αγαρίστη άνοιξε τα βλέφαρά της και είδε τον φτερωτό ημιμηχανικό υπηρέτη να πετά πάνω απ’το κρεβάτι, διαγράφοντας κύκλους. «Πάλι εσύ…» μουρμούρισε. Κι άρθρωσε μια λέξη προσταγής.

Το ημιμηχανικό πλάσμα προσγειώθηκε πλάι της καθώς εκείνη ανασηκωνόταν. Η Παντοκράτειρα ενεργοποίησε τον δίαυλο επάνω του και είπε: «Μάλιστα.»

«Καλημέρα, Μεγαλειοτάτη,» ακούστηκε η φωνή της Βάρμης. «Κάτι…» Καθάρισε τον λαιμό της. «Κάποιος ήρθε στο Παντοτινό Ανάκτορο. Έχω την υποψία ότι ίσως να μην είναι αυτός, ίσως να είναι μεταμφιεσμένος με κάποιον τρόπο, μα κανένας μέχρι στιγμής δεν έχει καταφέρει να–»

«Βάρμη. Είσαι μεθυσμένη;» Η Αγαρίστη δεν την άκουγε καθόλου καλά. Και δεν καταλάβαινε ούτε τα μισά απ’αυτά που της έλεγε.

«Ο Ορείχαλκος είναι εδώ. Ήρθε από τον Αιθέρα. Ζητά να σε δει.»

Η Αγαρίστη αισθάνθηκε να μουδιάζει. Ύστερα, οργή την κυρίεψε. «Θα σε γδάρω ζωντανή, είτε είσαι μεθυσμένη είτε όχι!»

«Σου λέω αλήθεια. Κάποιος που μοιάζει με τον Ορείχαλκο είναι εδώ.»

«Τι θα πει ‘μοιάζει με τον Ορείχαλκο’;» φώναξε η Παντοκράτειρα.

«Είναι ίδιος ο Ορείχαλκος. Ακόμα και τα μηχανικά συστήματα τον αναγνωρίζουν – αναγνωρίζουν το πρόσωπό του–»

«Τότε, είναι ο Ορείχαλκος, καθυστερημένη! Δεν μοιάζει με τον Ορείχαλκο!» Γιατί έχω αυτή τη γυναίκα για διοικήτρια της προσωπικής μου φρουράς; Είμαι ηλίθια; Γιατί τη θεωρώ καν φίλη μου;

«Μα, Μεγαλειοτάτη… γιατί; Γιατί ο Ορείχαλκος, ύστερα από… από την προδοσία του, να έρθει εδώ;»

«Τι σας είπε;»

«Ότι θέλει να σου μιλήσει, αλ–»

«Θα μου μιλήσει, τότε. Φέρτε τον στην Παντοκρατορική Αίθουσα.»

Η Αγαρίστη είχε ήδη σηκωθεί από το μεγάλο κρεβάτι, και άρχισε να ετοιμάζεται. Δεν άκουσε καν την απάντηση της Βάρμης μέσα από το μεγάφωνο του διαύλου επάνω στο φτερωτό ημιμηχανικό πλάσμα.

Καθώς κοιταζόταν στον καθρέφτη, αναρωτήθηκε αν αυτή η εμφάνιση – χρυσό δέρμα, μαύρα μαλλιά, πράσινα μάτια – ήταν η κατάλληλη για να υποδεχτεί τον Ορείχαλκο. Αλλά είναι πραγματικά ο Ορείχαλκος; Αν είναι, γιατί ήρθε; Θέλει να μου ζητήσει συγνώμη; Μετάνιωσε για τις πράξεις του και θέλει να μου ζητήσει συγνώμη;

Θα τον συγχωρέσω αν φανεί αληθινά μετανιωμένος και καλός μαζί μου. Η Παντοκράτειρα χαμογέλασε αχνά.

Μέσα στον καθρέφτη είδε πίσω της τη μορφή ενός από τους Υπερασπιστές της να στέκεται και να την παρατηρεί.

«Θα επιθυμούσε κάτι η Αρχόντισσά μας;» ακούστηκε η απόκοσμη φωνή του.

«Για την ώρα, τίποτα.» Η Αγαρίστη έπιασε ένα κραγιόν κι άρχισε να βάφεται.

5.

Κανένας δεν θα μπορούσε να αμφιβάλλει ότι ο χαρακτηρισμός αχανής ταίριαζε στην Παντοκρατορική Αίθουσα. Ήταν ένα δωμάτιο που απλωνόταν ώς εκεί όπου μπορούσε κανείς να δει, προς κάθε κατεύθυνση, γεμάτο καμάρες που μπλέκονταν η μία μέσα στην άλλη, ψηλούς κίονες, αγάλματα καμωμένα από ενέργεια και περίεργα υλικά, κρυστάλλινες οθόνες όπου περνούσαν φανταχτερές εικόνες κάθε είδους, φυτά από πολλές διαστάσεις, καθρέφτες, και άλλα διακοσμητικά αντικείμενα. Παντοκρατορικοί πολεμιστές στέκονταν σε διάφορα σημεία, ενώ τα μάτια τηλεοπτικών πομπών παρατηρούσαν από γωνίες που σχημάτιζαν οι καμάρες, ή από αλλού, πιο καλά κρυμμένα.

Σ’αυτή την αίθουσα οδήγησαν τον Ορείχαλκο, με τη συνοδία φρουρών και μάγων. Και μαζί του ήταν η Βάρμη Ύλντρηχ. Τον πιλότο και τον μάγο που τον είχαν φέρει στη Ρελκάμνια τούς είχαν πάει αλλού, παρά τις διαφωνίες του. Είχαν, όμως, υποσχεθεί να μην τους πειράξουν. Ο Ορείχαλκος πίστευε ότι, για την ώρα – μέχρι τουλάχιστον η Παντοκράτειρα να δώσει άλλη εντολή – έλεγαν αλήθεια.

Τον οδήγησαν δίπλα από αγάλματα και κάτω από καμάρες, διασχίζοντας τον λαβύρινθο της Παντοκρατορικής Αίθουσας. Ο Ορείχαλκος παρατήρησε ότι μερικά φυτά ήταν από τη διάστασή του, τη Σάρντλι· και τον παρατηρούσαν κι αυτά, γιατί ορισμένα είχαν μάτια, μεγάλα ή μικρά, πολλά ή λίγα.

Ο Ορείχαλκος προσπαθούσε να διατηρεί το μυαλό του καθαρό, να μη σκέφτεται. Ό,τι ήταν να σκεφτεί το είχε ήδη σκεφτεί. Η περισσότερη σκέψη απλά θα τον έβλαπτε. Αν και γνώριζε ότι πιθανώς πήγαινε προς τα σκότη του Τάρφεοθ, αγνοούσε τα ένστικτά του και βάδιζε σαν να έκανε περίπατο, παρότι περιστοιχισμένος από τόσους λευκοντυμένους πολεμιστές της Παντοκράτειρας. Είχε αφήσει τον φόβο του πίσω, στον Αιθέρα, να πλανιέται ανάμεσα στα νεφελώματα, μέσα στην αργυρογάλανη απεραντοσύνη, σαν παραστρατημένος άνεμος.

Οι ιερείς του Βάσλεοθ, του θεού-προστάτη των ταξιδιωτών της Σάρντλι, έλεγαν ότι ο οδοιπόρος, προκειμένου να διασχίσει μια περιοχή που γεμίζει με τρόμο την ψυχή του, οφείλει να στρέψει το βλέμμα του στη σκιά του και μετά να μην την ξανακοιτάξει ποτέ όσο ταξιδεύει στη συγκεκριμένη περιοχή. Ο φόβος του θα έχει, τότε, μείνει μακριά – μαζί με τη σκιά του.

Οι λευκοντυμένοι πολεμιστές οδήγησαν τον Ορείχαλκο αντίκρυ σ’ένα ψηλό μαρμάρινο βάθρο όπου βρισκόταν ένας θρόνος, αρκετά μεγάλος για να μπορούν να καθίσουν δύο άνθρωποι, όχι ένας. Κι έμοιαζε νάναι καμωμένος, συγχρόνως, από ξύλο κι από ενέργεια, ενώ ήταν γεμάτος με περίτεχνα κεντητά μαξιλάρια. Η πλάτη του ορθωνόταν ψηλή σαν κολόνα· έφτανε ώς το ταβάνι της αίθουσας.

Δεξιά του στεκόταν ένας από τους Υπερασπιστές· το ίδιο κι αριστερά του: Δύο ψηλές, επιβλητικές μορφές, ντυμένες με πανοπλία από πάνω ώς κάτω. Κατάμαυρες, που όμως έκαναν αργυρές και πορφυρές ανταύγειες σε τυχαίες στιγμές. Ούτε μίλησαν ούτε κινήθηκαν, καθώς οι φρουροί έφερναν τον Ορείχαλκο μπροστά στον θρόνο. Θύμιζαν αγάλματα – καμωμένα από ενέργεια, ίσως.

Ο Ελκράσ’ναρχ… σκέφτηκε ο Ορείχαλκος.

Η Παντοκράτειρα δεν είχε έρθει ακόμα.

«Η Μεγαλειοτάτη;» ρώτησε η Βάρμη.

«Έρχεται,» είπε η απόκοσμη φωνή ενός από τους Υπερασπιστές, βγαίνοντας μέσα από το κράνος του. Και ο Ορείχαλκος δεν ήταν βέβαιος ποιος από τους δύο είχε μιλήσει. Ο αριστερός, ίσως; Ή, μήπως, ο δεξής;

Περίμεναν όλοι την Παντοκράτειρα να έρθει. Σιωπηλοί. Ενώ απόμακροι θόρυβοι αντηχούσαν μέσα στην πελώρια αίθουσα.

Ο φόβος χτυπούσε την κλειστή πύλη του Ορείχαλκου. Αλλά εκείνος είχε αφήσει τη σκιά του στον Αιθέρα, κι αποκλείεται η σκιά να είχε τόσο γρήγορα προλάβει να φτάσει εδώ.

Τα βήματα της Παντοκράτειρας ακούστηκαν πολύ προτού η μορφή της φανεί μέσα από τις καμάρες και τη διακόσμηση της αίθουσας. Το δέρμα της ήταν χρυσό, σήμερα, και τα μαλλιά της μαύρα, με τις δύο μπροστινές τούφες δεμένες πίσω απ’το κεφάλι της. Φορούσε ένα λευκό, φαρδύ πουκάμισο με χρυσά κεντήματα, ένα μαύρο δερμάτινο παντελόνι, ψηλές καφετιές μπότες, γυριστές, οι οποίες έφταναν ώς το γόνατο. Το πουκάμισο κρεμόταν έξω από το παντελόνι, και γύρω από τη μέση της Αγαρίστης τυλιγόταν μια ζώνη από χρυσούς κρίκους. Στους ώμους της έπεφτε ένας πορφυρός μανδύας. Το πρόσωπό της ήταν βαμμένο έντονα: πορφυροί κύκλοι γύρω απ’τα μάτια της, γαλανό κραγιόν στα χείλη. Στ’αφτιά της ένα ζευγάρι μικρά σκουλαρίκια στραφτάλιζαν. Από τον λαιμό της κρεμόταν ένα πλατινένιο περιδέραιο που το άστρο του φώτιζε, φορτισμένο από κάποιου είδους ενέργεια, καθώς έπεφτε ανάμεσα στα στήθη της.

Η Παντοκράτειρα ανέβηκε στο μαρμάρινο βάθρο, κοιτάζοντας τον Ορείχαλκο μονάχα με τις άκριες των ματιών της. Έφτασε στον θρόνο και κάθισε. Τα μάτια της, τώρα, τον ατένισαν ευθεία. Τον παρατήρησαν προσεχτικά.

Τι ουλές είναι αυτές στο πρόσωπό του; σκέφτηκε αυθόρμητα η Αγαρίστη, ξαφνιασμένη. Η Βάρμη δεν μου το είπε!

Η Βάρμη τώρα μίλησε πριν από κανέναν άλλο: «Αυτός είναι ο άνθρωπος που ισχυρίζεται πως είναι ο Ορείχαλκος του Οίκου των Ορειβατών, Μεγαλειοτάτη.» Η φωνή της αντήχησε επίσημη μέσα στην Παντοκρατορική Αίθουσα, καθώς στεκόταν ευθυτενής μερικά βήματα πλάι στον Ορείχαλκο. Κάτω από τη στολή της, όμως, κάτω από το δέρμα της, έτρεμε. Ο φόβος της για την Παντοκράτειρα είχε μεγαλώσει, τον τελευταίο καιρό, παρότι η Βάρμη ήταν μια από τις υποτιθέμενες «φίλες» της: μία από τους λίγους ανθρώπους που ήξεραν ότι το αληθινό της όνομα ήταν Αγαρίστη.

«Είσαι πραγματικά ο Ορείχαλκος;» ρώτησε η Αγαρίστη τον άντρα αντίκρυ της.

«Είμαι,» αποκρίθηκε εκείνος.

«Δεν είναι αλήθεια ότι στράφηκες εναντίον μου;» Η Αγαρίστη νόμιζε ότι τα παρακολουθούσε όλα τούτα έξω από το σώμα της, καθώς μιλούσε. Δεν ήξερε ακόμα πώς έπρεπε να αισθανθεί. Αν αυτός ο άνθρωπος δεν ήταν ο Ορείχαλκος… Αλλά αν ήταν ο Ορείχαλκος… Μπερδεμένη. Τόσο μπερδεμένη.

«Όχι,» είπε εκείνος, «δεν είναι αλήθεια–»

«Ψεύδεται, Μεγαλειοτάτη!» πετάχτηκε ένας από τους αξιωματικούς του στρατού της. «Η Σάρντλι έχει αποστατήσει, όπως η Απολλώνια. Είναι βέβαιο. Δεν υπάρχει αμφιβολία.»

Η Παντοκράτειρα απευθύνθηκε στον Ορείχαλκο, πιο επίμονα τώρα: «Δεν αληθεύει ότι η Σάρντλι έχει αποστατήσει εναντίον μου;»

«Η Σάρντλι έχει, πράγματι, διακηρύξει την ανεξαρτησία της από τη Συμπαντική Παντοκρατορία, αλλά εγώ δεν είμαι εναντίον σου.» Αισθανόταν δελεασμένος να προσθέσει το όνομά της – Αγαρίστη – μα δεν το έκανε· γιατί, σκέφτηκε, πόσοι άλλοι μέσα σε τούτη την αίθουσα το γνώριζαν; Ίσως η Βάρμη μονάχα, και κανένας άλλος. Και η Αγαρίστη, μάλλον, ήθελε αυτό να παραμείνει έτσι, για την ώρα. Ήθελε να είναι, γι’αυτούς, η Παντοκράτειρα και μόνο. Ο Ορείχαλκος δεν θα το ρίσκαρε να την προσβάλει σ’ένα τέτοιο θέμα.

«Τι σημαίνει αυτό;» απαίτησε η Παντοκράτειρα, με το βλέμμα της να έχει αγριέψει. «Αν στράφηκες εναντίον μου, είσαι εναντίον μου!»

«Δεν είμαι εναντίον σου,» δήλωσε ο Ορείχαλκος. «Αν ήμουν εναντίον σου, τότε γιατί να βρίσκομαι εδώ;»

«Ένα πολύ καλό ερώτημα, Μεγαλειοτάτη,» είπε ο ίδιος αξιωματικός που είχε μιλήσει και πριν. «Γιατί βρίσκεται εδώ αυτός ο άνθρωπος;»

«Σιωπή!» Η φωνή της Παντοκράτειρας αντήχησε μέσα στην αίθουσα. «Όταν θέλω τη γνώμη κάποιου θα τη ζητήσω!» Το βλέμμα της εξακολουθούσε να είναι εστιασμένο στον Ορείχαλκο. «Γιατί ήρθες εδώ;» τον ρώτησε. Τον ήθελε, φυσικά, εδώ. Τον ήθελε κοντά της. Αλλά, αν όντως ο Ορείχαλκος ήταν αποστάτης, γιατί να έχει έρθει; Δεν της φαινόταν λογικό. Ήταν, αντιθέτως, τελείως παράλογο!

«Για εμένα, η Συμπαντική Παντοκρατορία και εσύ δεν είστε το ίδιο πράγμα,» της είπε ο Ορείχαλκος. «Ήρθα για να δω εσένα. Για να μιλήσουμε. Οι δυο μας, αν είναι δυνατόν.»

Η φωνή του Υπερασπιστή τούς ξάφνιασε όλους: «Αρχόντισσά μου, προσπαθεί να σας κοροϊδέψει.»

Η Αγαρίστη στράφηκε να κοιτάξει την ψηλή μορφή στα δεξιά της.

«Δεν έχω καμία τέτοια πρόθεση,» δήλωσε ο Ορείχαλκος. «Εξάλλου, τι μπορώ να κάνω εδώ; Δεν έχω όπλα επάνω μου. Και είμαι μόνος.»

Η Αγαρίστη περίμενε κάποιος από τους Υπερασπιστές της να μιλήσει, αλλά εκείνοι δεν μίλησαν. Έμοιαζαν, όμως, να ατενίζουν τον Ορείχαλκο με μεγάλη προσήλωση, σαν να προσπαθούσαν να αποκωδικοποιήσουν το μυαλό του.

Και δεν το πρόσεξε αυτό μόνο η Παντοκράτειρα, αλλά κι ο ίδιος ο Ορείχαλκος. Θέλεις να με καταλάβεις, Ελκράσ’ναρχ; Θέλεις να καταλάβεις τον σκοπό μου; Μην περιμένεις ότι θα μπορέσεις να με σταματήσεις προτού της μιλήσω.

Η Αγαρίστη συνοφρυώθηκε καθώς η σιγή συνεχιζόταν για μερικές στιγμές. «Πλησίασε,» πρόσταξε τον Ορείχαλκο.

«Αρχόντισσά μου,» είπε ο αριστερός Υπερασπιστής, «μπορεί να είναι επικίνδυνος.»

Η Αγαρίστη ρώτησε τη Βάρμη: «Έχει όπλα επάνω του;»

«Τον ψάξαμε, δεν βρήκαμε τίποτα,» αποκρίθηκε εκείνη, όσο πιο διπλωματικά μπορούσε, φοβούμενη πως, αν κάτι άσχημο τώρα γινόταν, οι πάντες θα έριχναν το φταίξιμο επάνω της. Κι αυτή τη φορά μπορεί να κατέληγε μόνιμα στα Κελιά της Αβύσσου…

Η Αγαρίστη στράφηκε στον αριστερό Υπερασπιστή: «Αν μου επιτεθεί, δεν θα με προστατέψετε;»

«Ασφαλώς, Μεγαλειοτάτη,» αποκρίθηκε ο δεξής Υπερασπιστής.

Η Αγαρίστη πρόσταξε τον Ορείχαλκο: «Πλησίασε.»

Ο Ορείχαλκος βάδισε προς το βάθρο, αφήνοντας τους φρουρούς πίσω του. Ανέβηκε τα σκαλοπάτια, αργά, το ένα μετά το άλλο, παρατηρώντας με τις άκριες των ματιών του τους Υπερασπιστές δεξιά κι αριστερά της Αγαρίστης. Σταμάτησε να βαδίζει όταν βρέθηκε εμπρός της.

Η Παντοκράτειρα σηκώθηκε από τον μεγάλο θρόνο. «Δε μπορεί να είσαι κάποιος άλλος…» ψιθύρισε, ατενίζοντας την όψη του.

«Εγώ είμαι,» είπε ο Ορείχαλκος.

Η Αγαρίστη άπλωσε το χέρι της και άγγιξε τις ουλές στο πρόσωπό του, απαλά. «Πώς έγινε αυτό; Οι αποστάτες το έκαναν; Σε εκβίασαν;»

«Δε με εκβίασαν. Κι αυτές οι ουλές προκλήθηκαν από ένα Δημιούργημα που είχε αντικαταστήσει τον θείο μου τον Όνυχα.»

Η Αγαρίστη συνοφρυώθηκε. «Δημιούργημα; Ποιος ήταν ο θείος σου ο Όνυχας;»

«Ένας άντρας με μαύρο δέρμα. Ίσως να τον θυμάσαι. Ήταν εκεί την τελευταία φορά που μας επισκέφτηκες στο Πολύλιθο Μέγαρο.»

Η Αγαρίστη προσπάθησε να τον φέρει στη μνήμη της. Νόμιζε ότι τα κατάφερε. Νόμιζε… αν δεν έκανε λάθος. «Ο Όνυχας… Δε μπορεί… Ένα Δημιούργημα δικό μου ποτέ δεν θα σε χτυπούσε, Ορείχαλκε. Κάποιος άλλος το έκανε αυτό! Κάποιος σε κορόιδεψε!»

Ο Ορείχαλκος κούνησε το κεφάλι του, αργά. «Κανένας δεν με κορόιδεψε. Όταν θέλησα να κάνω τη Σάρντλι ανεξάρτητη, το Δημιούργημα μού επιτέθηκε. Θα σου εξηγήσω τα πάντα. Αλλά θα ήθελα να είμαστε μόνοι.»

«Μα, γιατί να συμμαχήσεις με τους αποστάτες;» φώναξε η Αγαρίστη. «Γιατί;»

«Η διάστασή μου δεν χρειαζόταν πλέον να είναι υπόδουλη. Και ρωτήθηκαν όλοι οι Οίκοι προτού–»

«Μα είσαι σύζυγός μου!» φώναξε η Αγαρίστη. «Είσαι Πρίγκιπας της Συμπαντικής Παντοκρατορίας!»

«Θα ήταν καλύτερα να μιλήσουμε μόνοι,» είπε ο Ορείχαλκος. «Υπάρχουν πράγματα που θέλω να σου πω τα οποία, ίσως, δεν θα επιθυμούσες ν’ακούσουν όλοι όσοι βρίσκονται τώρα εδώ.»

Η Αγαρίστη σκέφτηκε: Τι πράγματα; Δεν σε καταλαβαίνω! Αν μ’αγαπάς, γιατί στράφηκες εναντίον μου; Κι αν στράφηκες εναντίον μου, γιατί ήρθες εδώ; Δεν είναι δυνατόν! Δεν είναι δυνατόν!

«Αρχόντισσά μας,» είπε κάποιος από τους Υπερασπιστές, «προτείνουμε να φυλακίσεις τον προδότη, προτού επιχειρήσει κάποιο κόλπο εις βάρος σου.»

Η Αγαρίστη κοίταξε μια τον έναν Υπερασπιστή μια τον άλλο. «Μα τι μπορεί να κάνει; Δεν έχει όπλα!»

«Το όπλο του είναι η επιρροή που ασκεί επάνω σου.» Η φωνή των Υπερασπιστών δεν ήταν και πολύ δυνατή· μάλλον αυτοί που βρίσκονταν κάτω και πέρα από το βάθρο του θρόνου δεν θα την άκουγαν: ή αν την άκουγαν, θα ερχόταν απόμακρα στ’αφτιά τους, και αχνά. «Θα προσπαθήσει να διαστρέψει το μυαλό σου.»

Ακριβώς αυτό που έχεις κάνει εσύ πρώτος, Ελκράσ’ναρχ; σκέφτηκε ο Ορείχαλκος. «Μην τους ακούς, Αγαρίστη,» της είπε, σιγανά. «Με ξέρεις. Με γνώρισες στον Πύργο του Ήλιου και του Ανέμου. Νομίζεις ότι θα προσπαθούσα να διαστρέψω το μυαλό σου;»

«Είναι ένα φίδι που έχει έρθει για να σε δηλητηριάσει, Αρχόντισσά μας! Πρόσταξε να τον εκτελέσουν!» Η φωνή του Ελκράσ’ναρχ έμοιαζε να προσπαθεί να τους τυλίξει και τους δύο σαν κύμα, να τους πνίξει, να τους υποτάξει στη θέλησή του.

«Θέλω μόνο να σου μιλήσω, Αγαρίστη,» επέμεινε ο Ορείχαλκος, ατενίζοντας το πρόσωπό της και βλέποντας εκεί την εσωτερική πάλη που διεξαγόταν στην ψυχή της. Ο δεσμός που είχε δημιουργηθεί ανάμεσά τους στον Πύργο του Ήλιου και του Ανέμου ήταν ισχυρός. Ο Ορείχαλκος μπορούσε να τον αισθανθεί σαν μια αλυσίδα που τους κρατούσε τον έναν κοντά στον άλλο. Ακόμα κι εδώ, τόσο μακριά από τη Σάρντλι, οι θεοί της είχαν δύναμη.

Το μυαλό του Ορείχαλκου άγγιζε το μυαλό της Αγαρίστης.

Ο Ελκράσ’ναρχ προσπαθούσε να σπαθίσει, να κόψει, τη σύνδεση. Αλλά δεν το έβρισκε εύκολο.

«Αρκετά!» φώναξε η Παντοκράτειρα, ζαλισμένη, σαστισμένη. Έκανε ένα βήμα πίσω και κάθισε, απότομα, στον θρόνο της.

«Πρόσταξε να τον συλλάβουν, Αρχόντισσά μας.»

«Με έχεις ήδη συλλάβει,» της είπε ο Ορείχαλκος. «Είμαι ήδη εδώ. Να μιλήσουμε θέλω. Οι δυο μας.»

«Θα σε σκοτώσω ο ίδιος, αποστάτη!» γρύλισε η απόκοσμη φωνή του Ελκράσ’ναρχ, γεμίζοντας τ’αφτιά του Ορείχαλκου, το κρανίο του, προσπαθώντας να κάνει τη θέλησή του να λυγίσει, προσπαθώντας να βάλει το μυαλό του να γονατίσει μπροστά σε μια δαιμονική ισχύ ανείπωτων διαστάσεων.

Ο Ορείχαλκος δεν μετακινήθηκε. Είχε αφήσει τη σκιά του κάπου στον Αιθέρα.

«Δεν είπα κανένας να τον αγγίξει!» ήχησε ξαφνικά η φωνή της Παντοκράτειρας, και η Αγαρίστη κοίταξε μια τον έναν Υπερασπιστή μια τον άλλο, ξαφνιασμένη από τα λόγια τους.

«Όπως επιθυμείς, Αρχόντισσά μας…»

Η Αγαρίστη είπε, κοιτάζοντας τον Ορείχαλκο, καθώς σηκωνόταν πάλι από τον θρόνο: «Θα έρθεις μαζί μου, και θα μιλήσουμε.»

6.

Τον οδήγησε στα διαμερίσματά της, τα οποία ήταν τόσο μεγάλα όσο ορισμένα ξενοδοχεία. Δωμάτια κι άλλα δωμάτια κι άλλα δωμάτια κι άλλα δωμάτια.

Η Παντοκράτειρα σταμάτησε σ’ένα σαλόνι στρωμένο με παχύ χαλί. Οι τοίχοι του ήταν γεμάτοι ζωγραφικούς πίνακες, και πολύφωτα κρέμονταν από το ταβάνι. Στράφηκε ν’αντικρίσει τον Ορείχαλκο. «Κάθισε,» του είπε, κάνοντας μια ημικυκλική χειρονομία. Ολόγυρά τους υπήρχαν καθίσματα.

Ο Ορείχαλκος κάθισε σε μια πολυθρόνα.

Η Παντοκράτειρα κάθισε στον βραχίονα της πολυθρόνας, ακουμπώντας το σαγόνι της στη γροθιά της και τον αγκώνα της στο γόνατό της. «Λοιπόν;» τον ρώτησε, νιώθοντας παράδοξα ενθουσιασμένη από την όλη κατάσταση. Καθώς έφερνε τον Ορείχαλκο προς τα διαμερίσματά της, είχε σκεφτεί ότι ήταν πραγματικά συναρπαστικό που, παρότι φαινόταν για αποστάτης, είχε έρθει εδώ επιμένοντας να μείνει μόνος μαζί της. Ήταν κάτι που ο Ορείχαλκος θα έκανε, έτσι δεν είναι; Η Αγαρίστη δεν μπορούσε να πιστέψει ότι δεν ήταν αυτός, ότι ήταν κάποιος άλλος, μεταμφιεσμένος με κάποιον τρόπο. Τον αναγνώριζε. Και το γεγονός ότι της έλεγε πως γι’αυτόν η Συμπαντική Παντοκρατορία και εκείνη δεν ήταν το ίδιο πράγμα έκανε να ξυπνήσει εντός της κάτι που η Αγαρίστη δεν ήξερε ότι υπήρχε. Κάποια παράδοξη… μουσική στην ψυχή της.

«Λοιπόν;» τον ρώτησε πάλι. «Θα μου πεις, τώρα που είμαστε οι δυο μας;» Και μετά, πρόσθεσε ακούσια με το μυαλό της, τι άλλα μπορούμε να κάνουμε; Τι άλλα μπορούμε να κάνουμε; Ο Ορείχαλκος ήταν ο καλύτερος εραστής που είχε γνωρίσει· κι αυτό δεν νόμιζε να είχε αλλάξει, είτε είχε στρέψει τη Σάρντλι εναντίον της Παντοκρατορίας είτε όχι.

«Δεν είμαστε οι δυο μας, Αγαρίστη.»

Εκείνη συνοφρυώθηκε, παραξενεμένη. «Τι εννοείς;»

Είναι τυφλή; αναρωτήθηκε ο Ορείχαλκος. Και κοίταξε, έντονα, τους Υπερασπιστές γύρω τους. Τέσσερις. Ένας σε κάθε γωνία του δωματίου. «Αυτοί τι είναι;»

«Εννοείς τους Υπερασπιστές μου; Είναι οι Υπερασπιστές μου, Ορείχαλκε! Ό,τι ξέρω το ξέρουν· δεν υπάρχει πρόβλημα.»

Κι όμως, αυτοί είναι το μεγαλύτερό σου πρόβλημα. «Δεν θα είναι η πρώτη φορά που μας έχουν αφήσει μόνους,» της είπε, αγγίζοντας το γόνατό της.

Η Αγαρίστη μειδίασε. «Διαφέρει ο σκοπός, αγάπη μου…»

«Αρχόντισσά μας, προσπαθεί να σε απομονώσει από εμάς.» Πάλι, δεν ήταν ξεκάθαρο ποιος από τους Υπερασπιστές μιλούσε. «Σ’το είπαμε ότι πρόκειται για κάποιο δόλιο κόλπο. Είναι αποστάτης. Δεν είναι πια ο άνθρωπος που ήξερες.»

Η Αγαρίστη ατένιζε το πρόσωπο του Ορείχαλκου. Γιατί, τότε, μου φαίνεται ο ίδιος; Αλλά οι Υπερασπιστές της είχαν δίκιο: δεν μπορούσε να το ρισκάρει. Όχι ώσπου να βεβαιωθεί γι’αυτόν. «Πες μου,» επέμεινε. «Θεώρησε πως είμαστε μόνοι.»

Δεν είμαστε, όμως, σκέφτηκε ο Ορείχαλκος· και ήταν βέβαιος πως τώρα, ό,τι κι αν συνέβαινε, ο Ελκράσ’ναρχ ποτέ δεν θα τον άφηνε μόνο μαζί της. Το αντιλαμβάνεται ότι θέλω να τη στρέψω εναντίον του. Κάπως, το αντιλαμβάνεται.

«Θέλεις ένα ποτό;» τον ρώτησε η Αγαρίστη, βλέποντάς τον συλλογισμένο.

Ο Ορείχαλκος κατένευσε.

Η Αγαρίστη κατέβηκε απ’τον βραχίονα της πολυθρόνας. «Τι ποτό;»

«Ό,τι πιεις κι εσύ.»

Η Αγαρίστη πήγε στην κάβα, γέμισε δύο ποτήρια με Αργυρό Νεφέλωμα, κι επέστρεψε για να καθίσει στον βραχίονα της πολυθρόνας.

Ο Ορείχαλκος πήρε το ένα ποτήρι και ήπιε μια γουλιά από το ελαφρύ ποτό. Δεν είχε καταλάβει, ώς τώρα, πόσο διψούσε.

«Θα μου πεις, ή θα πρέπει να σου κάνω βασανιστήρια;» ρώτησε η Παντοκράτειρα μεταξύ αστείου και σοβαρού, και ήπιε κι εκείνη μια γουλιά από το ποτό της.

«Θα ήταν καλύτερα αν ήμασταν τελείως μόνοι.»

«Αυτό δεν γίνεται. –Πες μου,» επέμεινε.

Δε φαίνεται να υπάρχει άλλος τρόπος… συμπέρανε ο Ορείχαλκος. «Κατ’αρχήν, ήξερες ότι ο θείος μου ο Όνυχας είχε αντικατασταθεί από ένα Δημιούργημα;»

Η Αγαρίστη κούνησε το κεφάλι. «Όχι.»

«Δεν είναι παράξενο που η Παντοκράτειρα δεν ήξερε κάτι τέτοιο;»

«Δε μπορώ να ξέρω τα πάντα, αγάπη μου! Η επικράτειά μου είναι τεράστια. Τι είχε κάνει ο θείος σου και τον είχαν αντικαταστήσει;»

«Δεν είμαι βέβαιος. Αλλά ήμουν σύζυγός σου, Αγαρίστη· κανονικά δεν θα έπρεπε να ήξερες ότι ένα Δημιούργημα ήταν τόσο κοντά μου;»

«Πού θέλεις να καταλήξεις; Γι’αυτό στράφηκες εναντίον μου; Επειδή θεώρησες το Δημιούργημα προσβολή;»

«Δεν είμαι εναντίον σου. Ποτέ δεν θα είμαι. Και δεν είναι αυτός ο λόγος για τον οποίο επαναστάτησα.»

«Ποιος είναι, τότε;»

«Ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος ήρθε και με βρήκε–»

«Το ήξερα!» φώναξε η Παντοκράτειρα καθώς πεταγόταν όρθια. «Αυτός ξανά! Σου είπε ψέματα, ό,τι κι αν σου είπε!»

«Δεν το νομίζω–»

«Πιστεύεις αυτόν κι όχι εμένα;» Η Παντοκράτειρα εκτόξευσε το ποτήρι της προς τον τοίχο, κάνοντάς το να σπάσει επάνω σ’έναν πίνακα, καταστρέφοντάς το κέντρο του.

«Ο Ανδρόνικος μού μίλησε για μια… ανακάλυψη που ίσως θα ήθελες να μάθεις κι εσύ,» είπε ο Ορείχαλκος, νηφάλια.

«Δεν έχει τίποτα να μου πει αυτός που θα ήθελα να μάθω!»

«Αγαρίστη, θα ακούσεις τι έχω, τουλάχιστον, να πω εγώ

«Σ’έχει επηρεάσει!»

«Νομίζεις ότι επηρεάζομαι τόσο εύκολα;»

«Δεν ξέρω πόσο εύκολα επηρεάζεσαι, αλλά ο Ανδρόνικος είναι δαιμονικός. Ειδικεύεται ακριβώς σε τέτοιες απάτες.»

«Δεν ήταν απάτη αυτά που μου είπε, γιατί μου έχεις κι εσύ πει, εν μέρει, τα ίδια.»

Η Αγαρίστη συνοφρυώθηκε, μορφάζοντας. «Τι…;»

«Κάθισε,» της πρότεινε ο Ορείχαλκος, που ήταν ακόμα καθισμένος.

Η Αγαρίστη ήρθε και κάθισε στα γόνατά του, σχεδόν κάνοντας το ποτήρι με το Αργυρό Νεφέλωμα να φύγει από το χέρι του. Το πρόσωπό της τον ατένιζε σοβαρά. Θυμωμένα, ίσως. Αλλά πίσω από αυτή τη μάσκα ο Ορείχαλκος εξακολουθούσε να μπορεί να νιώσει τον δεσμό τους που είχε δημιουργήσει ο Πύργος του Ήλιου και του Ανέμου.

«Όταν ήμασταν στον πύργο,» της είπε, «μου διηγήθηκες μια ιστορία. Τη θυμάσαι; Μια ιστορία για μια κοπέλα που βρήκε ένα μαγικό κουτί…»

Η Αγαρίστη αισθάνθηκε ένα ρίγος να τη διατρέχει. «Τι… τι σχέση…;»

«Θυμάσαι λοιπόν.»

Η Αγαρίστη ξεροκατάπιε. «Γενικά.»

Ο Ορείχαλκος τής έδωσε το ποτό του. Λέει ψέματα, σκέφτηκε. Θυμάται πολύ καλά. Αλλά δεν πειράζει.

Η Αγαρίστη έπιασε το ποτήρι και ήπιε μια γουλιά.

Ο Ορείχαλκος είπε: «Ο Ανδρόνικος μού μίλησε για μια ανακάλυψη που έχει κάνει. Σχετικά με μια οντότητα που ονομάζεται Ελκράσ’ναρχ.»

Τα μάτια της του μαρτυρούσαν πως το όνομα δεν της έλεγε τίποτα.

Με τις άκριες των δικών του ματιών, όμως, νόμιζε πως είδε τις μορφές των Υπερασπιστών να αναδεύονται στα άκρα του δωματίου.

«Δεν το ανακάλυψε ο ίδιος ο Ανδρόνικος αυτό, βέβαια. Κάποιοι άλλοι το ανακάλυψαν–»

«Αποστάτες;»

«Θα μπορούσες να τους πεις ‘αποστάτες’, υποθέτω… Ο Ελκράσ’ναρχ, Αγαρίστη, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις τους, είναι μια οντότητα από τον Ενιαίο Κόσμο. Έχεις ακούσει για τον Ενιαίο Κόσμο;»

«Ναι. Είναι ένα φιλοσοφικό θέμα.»

«Ίσως,» είπε ο Ορείχαλκος. «Ο Ελκράσ’ναρχ, πάντως, δεν μπορεί να υπάρξει στο σύμπαν μας έτσι όπως είναι τώρα διαμορφωμένο. Χρειάζεται έναν πλοηγό. Κάποιον από εδώ για να τον… οδηγεί, θα μπορούσες να πεις.»

«Δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει εγώ να τα μάθω όλ’αυτά.»

«Διότι οι Υπερασπιστές σου είναι ο Ελκράσ’ναρχ, Αγαρίστη, κι εσύ είσαι η πλοηγός τους.»

«Τι ανοησίες είναι αυτές, Αρχόντισσά μας;» αντήχησε η απόκοσμη φωνή των Υπερασπιστών μέσα στο δωμάτιο. «Σ’το είπαμε ότι θα προσπαθήσει να σου παίξει κάποιο παιχνίδι!»

Η Αγαρίστη γέλασε, σαν όλα τούτα να ήταν αστεία. «Αν ήμουν πλοηγός τους, δεν θα το ήξερα;» είπε στον Ορείχαλκο.

«Ίσως όχι. Αυτό το πλάσμα» – κοίταξε προς στιγμή έναν από τους Υπερασπιστές – «προσπαθεί να σε κοροϊδέψει. Σε έχει ήδη κοροϊδέψει. Δεν είναι τέσσερις, όπως νομίζεις· είναι ένας. Και σε χρησιμοποιεί για να βρίσκεται εδώ, στο σύμπαν μας.»

«Λες ανοησίες,» είπε η Αγαρίστη. «Οι Υπερασπιστές μου μου έχουν προσφέρει ό,τι έχω!»

«Γιατί; Τι έχουν οι ίδιοι να κερδίσουν; Αναρωτήθηκες ποτέ; Πώς τους γνώρισες, Αγαρίστη; Πού τους συνάντησες;»

«Τι σημασία έχει αυτό;…» Συνέχεια εκεί επιστρέφουμε, σκέφτηκε η Παντοκράτειρα, ακούσια, ζαλισμένα, καθώς θυμόταν τα όνειρα που της προκαλούσε εκείνη η παράξενη μαυρόδερμη μάγισσα. Δεν είχε περάσει και τόσος καιρός από τότε…

«Πού τους συνάντησες, Αγαρίστη; Τι συμφωνία έκανες μαζί τους;»

«Αρχόντισσά μας, αυτός ο άνθρωπος προσπαθεί να σε μπερδέψει.» Οι Υπερασπιστές είχαν πλησιάσει τώρα την πολυθρόνα, και τα χέρια τους είχαν μετατραπεί σε μαύρες φωτιές, μέσα στις οποίες αργυρές και πορφυρές φλόγες διακρίνονταν. «Πολύ πιθανόν να τον έχει στείλει ο Αρχιπροδότης.»

Η Αγαρίστη ύψωσε απότομα το χέρι της. «Μην έρχεστε κοντά! Προφανώς ο Αρχιπροδότης τον έχει επηρεάσει κάπως. Δεν φταίει ο ίδιος ο Ορείχαλκος, όμως.»

«Καλύτερα να μη βρίσκεται μαζί σου, Αρχόντισσά μας.»

«Όχι,» είπε η Αγαρίστη· «τον θέλω εδώ. Εξάλλου, δεν είναι εχθρός μου. Τον έχουν μπερδέψει λέγοντάς του ψέματα.»

«Αυτό δεν είναι βέβαιο, Αρχόντισσά μας…»

«Για εμένα, είναι,» επέμεινε η Παντοκράτειρα καθώς σηκωνόταν όρθια, για να σταθεί ανάμεσα στους Υπερασπιστές και στον Ορείχαλκο, που ήταν ακόμα καθισμένος.

«Η επιθυμία σου είναι διαταγή για εμάς. Το γνωρίζεις αυτό.» Οι μαύρες φλόγες εξαφανίστηκαν από τα χέρια τους.

Και ο Ορείχαλκος αναρωτήθηκε: Πώς μπορώ να την κάνω να καταλάβει; Πώς είναι ποτέ δυνατόν να δει εχθρικά αυτές τις πανίσχυρες οντότητες– αυτή την πανίσχυρη οντότητα που την υπηρετεί τόσο πρόθυμα;

Η Αγαρίστη στράφηκε πάλι να τον κοιτάξει. Και γέλασε. Κούνησε το κεφάλι της, μ’ένα μεγάλο χαμόγελο να σχηματίζεται στα χείλη της. «Ορείχαλκε… Ορείχαλκε…» είπε. «Τι ανόητος που είσαι, αγάπη μου! Δε θάπρεπε να πιστεύεις ό,τι ακούς. Ο Ανδρόνικος είναι ένας άθλιος προδότης. Ένα κατακάθι του Γνωστού Σύμπαντος. Σου είπε ψέματα, επειδή ήθελε να κάνει τη Σάρντλι να επαναστατήσει εναντίον μου. Αλλά καταλαβαίνω ότι δεν έφταιγες εσύ γι’αυτό. Αν ήσουν σαν εκείνον δεν θα επέστρεφες εδώ σ’εμένα.» Κάθισε στον βραχίονα της πολυθρόνας. «Έκανες το καλύτερο που μπορούσες να κάνεις, βασικά!» Γέλασε. «Χαίρομαι πολύ που είμαστε ξανά μαζί!» Άγγιξε, με το ένα χέρι, το πρόσωπό του. «Δε θα σ’αφήσω να πας πουθενά τώρα. Θα νικήσουμε τον Αρχιπροδότη και τους αποστάτες του, και θα κυβερνήσουμε το Γνωστό Σύμπαν μαζί!» Έσκυψε και τον φίλησε.

Πάνω από τον ώμο της, ο Ορείχαλκος νόμιζε ότι μπορούσε πάλι να δει τις ενεργειακές μορφές των Υπερασπιστών να αναδεύονται οργισμένα.

Τουλάχιστον θα είμαι κοντά της, συλλογίστηκε. Ίσως να είχαν συμβεί χειρότερα, πολύ χειρότερα, πράγματα… Ήταν, άλλωστε, αναμενόμενο ότι δεν θα τον πίστευε αμέσως.

Βίηλ

1.

Η Ανταρλίδα, η Αλιζέτ, η Βασνίτα, και ο Όρνιφιμ συζητούσαν μέχρι αργά τη νύχτα. Και μαζί τους, μέσω του Όρνιφιμ, μιλούσαν και οι τρεις άλλοι Ιεράρχες που βρίσκονταν στη Βίηλ: ο Αρκαλόν και η Ράιλμεχ, οι οποίοι ήταν στο Πριγκιπάτο Χαύδοραλ, και η Διάττα, που ήταν στο Πριγκιπάτο Κίρτβεχ. Η τελευταία τούς έφερε σε επαφή και με τον Δαίδαλο, ο οποίος – είπε ο Όρνιφιμ – φάνηκε να δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την πρόταση του Τζακ’μορ Πολύχρωμου να τους οδηγήσει στον Τάμπριελ.

«Τι νομίζει ο Δαίδαλος, Όρνιφιμ;» ρώτησε η Ανταρλίδα. «Είναι δυνατόν… είναι δυνατόν ο Τάμπριελ να είναι ζωντανός;» Ήταν καθισμένη σε μια πολυθρόνα, κοντά στο παράθυρο του καθιστικού των πριγκιπικών διαμερισμάτων της Βασνίτα, μέσα στο κάστρο της Νέλερβικ.

«Σ’αυτό δεν μπορεί να απαντήσει,» αποκρίθηκε ο Όρνιφιμ. «Είναι το ίδιο παραξενεμένος όσο κι εσείς. Κανονικά, λέει, αυτό που ισχυρίζεται ο Τζακ δεν θα έπρεπε να είναι εφικτό.»

«Φυσικά,» είπε η Αλιζέτ. «Ο Τάμπριελ είναι νεκρός· όλοι το ξέρουμε. Είδαμε το σώμα του να καίγεται. Τα λόγια του Τζακ…» Κούνησε το κεφάλι της. «Είναι πολύ πιθανό να πρόκειται για κόλπο.»

«Δε σε παραξενεύει, όμως, το γεγονός ότι ο Τζακ έζησε τόσες ημέρες χωρίς ούτε νερό ούτε τροφή;» ρώτησε η Βασνίτα, που ήταν καθισμένη σε μια πολυθρόνα δίπλα στο αναμμένο τζάκι, με τα πόδια της σταυρωμένα στο γόνατο κάτω απ’το φαρδύ, μακρύ φόρεμά της.

«Ναι, είναι παράξενο,» παραδέχτηκε η Αλιζέτ. «Αλλά άλλο το ένα, άλλο το άλλο. Πώς είναι δυνατόν ο Τάμπριελ να ζει αφού είναι νεκρός;»

«Αν όμως υπάρχει έστω και μια πιθανότητα να είναι ζωντανός, Αλιζέτ,» είπε ο Όρνιφιμ, «πρέπει να πάμε να τον βρούμε. Όλοι συμφωνούμε σ’αυτό.» Και κανένας δεν είχε αμφιβολία πως λέγοντας όλοι αναφερόταν στους άλλους Ιεράρχες. «Επιπλέον, για τι είδους παγίδα μπορεί να πρόκειται; Πιστεύεις ότι ο Τζακ θέλει να μας πάει κάπου για να μας σκοτώσει;»

Η Αλιζέτ μόρφασε. «Η αλήθεια είναι πως μοιάζει παράλογο… όμως η περίπτωση είναι τόσο περίεργη που δεν μπορείς να μην το υποπτευθείς, Όρνιφιμ.»

«Πρέπει να το δοκιμάσουμε,» είπε η Ανταρλίδα. «Προτείνω αύριο να ξεκινήσουμε. Να δούμε πού σκοπεύει να μας οδηγήσει.»

«Θα έρθουμε μαζί σου, φυσικά,» δήλωσε ο Όρνιφιμ: και πάλι δεν υπήρχε αμφιβολία ότι αναφερόταν σ’όλους τους Ιεράρχες.

«Θα έρθουν ο Αρκαλόν και η Ράιλμεχ από το Χαύδοραλ;»

«Ναι.»

«Και η Διάττα από το Κίρτβεχ;» Το Κίρτβεχ είναι στην άλλη άκρη της Βίηλ! σκέφτηκε η Ανταρλίδα.

«Για την ώρα, όχι, η Διάττα θα μείνει εκεί. Αναλόγως, όμως, πού θα κατευθυνθούμε, ίσως τελικά να έρθει. Ίσως να έρθει ακόμα κι ο Δαίδαλος. Έτσι λέει, τουλάχιστον.»

Η Ανταρλίδα συνοφρυώθηκε. «Δεν είναι απαραίτητη η βοήθειά του για τον πόλεμο στα δυτικά;»

«Δε θα κατασκευάσει άλλα αυτοκίνητα. Αυτά που έχουν ισχυρίζεται πως είναι αρκετά, και λέει πως δεν θέλει να κλέψει άλλο Φως από τη Βίηλ.»

Η Ανταρλίδα συνοφρυώθηκε. «Τι φως;»

«Η ενέργεια της Βίηλ,» είπε ο Όρνιφιμ.

Η Ανταρλίδα κατάλαβε και ένευσε. «Μιλάει στη Διάττα γι’αυτά τα πράγματα;»

«Ελάχιστα. Η Διάττα δεν είναι μάγισσα· δεν ασχολείται με την κατασκευή των αυτοκινήτων. Αλλά ακούει κάπου-κάπου τι λένε οι μάγοι.»

«Εντάξει,» είπε η Ανταρλίδα· και ρώτησε: «Πόσο γρήγορα θα έρθουν εδώ ο Αρκαλόν και η Ράιλμεχ;»

«Ας δούμε πρώτα προς τα πού σκοπεύει να μας πάει ο Τζακ, και μπορεί να τους συναντήσουμε καθοδόν. Αν, για παράδειγμα, σκοπεύει να μας πάει νότια, θα περάσουμε μέσα απ’το Χαύδοραλ.»

«Μετά το Χαύδοραλ,» είπε η Βασνίτα σκεπτικά, «είναι το Πράσινο Πέλαγος και κάτι νησιά…»

«Υπάρχει, ούτως ή άλλως, καμια λογική στο πού θα μας οδηγήσει, Πριγκίπισσά μου;» ρώτησε ο Όρνιφιμ, ρητορικά, γιατί ήταν προφανές πως δεν υπήρχε.

Η Ανταρλίδα είπε: «Στη Βίηλ, πού λέγεται ότι πηγαίνουν οι νεκροί;»

«Υπάρχουν κάποιες… δοξασίες,» απάντησε η Βασνίτα ανασηκώνοντας τους ώμους. «Καμια δεν είναι βέβαιη. Σύμφωνα με ορισμένες, γίνονται ένα με το Φως. Σύμφωνα με άλλες, πηγαίνουν στα Πνεύματα των Αρχαίων Κολοσσών. Και υπάρχει κι η δοξασία ότι μερικές ψυχές τις παίρνουν τα Δαιμόνια. Όπως και νάχει, υποτίθεται ότι ο Τάμπριελ είναι ζωντανός, έτσι;»

«Υποτίθεται,» είπε η Αλιζέτ, που δεν έμοιαζε να το πιστεύει.

Η Ανταρλίδα στράφηκε να την κοιτάξει, λιγάκι θυμωμένη μαζί της αν και κατανοούσε τη δυσπιστία της. Κι εγώ την ίδια δυσπιστία έχω, κατά βάθος. Αν δεν αγαπούσε τον Τάμπριελ θα έλεγε τα ίδια πράγματα όπως η Σκοτεινή Βασίλισσα. Το ήξερε· δεν είχε αμφιβολία. «Θα έρθεις μαζί μας, ή όχι;» ρώτησε.

Η Αλιζέτ, καθισμένη στον καναπέ αντίκρυ στην Ανταρλίδα, δίπλα στον Όρνιφιμ, φάνηκε σκεπτική. Τα ατσάλινα μάτια της απέφυγαν τα μενεξεδιά μάτια της Ανταρλίδας. Αλλά όχι για πολύ. «Θα έρθω. Για δύο λόγους: περιέργεια, κι επειδή δεν τον εμπιστεύομαι.»

Η Ανταρλίδα ένευσε. «Ούτε εγώ τον εμπιστεύομαι, Αλιζέτ.»

Η Αλιζέτ ένευσε επίσης· μια κίνηση που έλεγε στην άλλη Μαύρη Δράκαινα: Εννοείται· δεν είπα ότι είσαι χαζή.

Η Ανταρλίδα στράφηκε στη Βασνίτα. «Θα χρειαστούμε το μεταβαλλόμενο όχημα, Πριγκίπισσά μου.»

«Βεβαίως. Δεν είχα σκοπό να σας το πάρω. Είναι δικό σας, εξάλλου. Εσείς το φέρατε εδώ.»

«Δεν το είπα γι’αυτό. Ήθελα να πω ότι χρειαζόμαστε έναν μάγο για να καθίσει στο ενεργειακό κέντρο του· κι εκτός από τον Τζακ δεν θα έχουμε κανέναν μαζί μας–»

«Δε μπορούμε να βάλουμε τον Τζακ–» άρχισε η Αλιζέτ.

«Δε θα βάλουμε τον Τζακ,» τη διέκοψε η Ανταρλίδα. «Αυτό είναι το όλο θέμα.» Και προς τη Βασνίτα: «Πού βρίσκεται η Ιλρίνα’νορ, Πριγκίπισσά μου;»

«Στο Χαύδοραλ, στη Νάσπελ, αν δεν κάνω λάθος.»

«Εκεί είναι,» επιβεβαίωσε ο Όρνιφιμ: γνωρίζοντάς το μάλλον μέσω του Αρκαλόν και της Ράιλμεχ, σκέφτηκε η Ανταρλίδα.

«Θα μπορούσα,» είπε η Βασνίτα, «να προστάξω κάποιον άλλο μάγο να πάει μαζί σας. Αν και η αλήθεια είναι πως χρειάζομαι κάθε μάγο που έχω, τώρα με τον πόλεμο.»

«Κι εμείς θα προτιμούσαμε έναν μάγο που τον γνωρίζουμε,» είπε η Ανταρλίδα.

«Ας πάμε αύριο να βρούμε την Ιλρίνα’νορ,» πρότεινε η Αλιζέτ. «Με ελικόπτερο, η Νάσπελ δεν είναι και τόσο μακριά.»

«Και θα πάρουμε τον Τζακ μαζί μας,» πρόσθεσε η Ανταρλίδα.

«Δεν πρόκειται να πάει πουθενά όσο είναι στα μπουντρούμια του κάστρου,» τόνισε η Βασνίτα.

«Δεν είναι εκεί το θέμα,» είπε η Ανταρλίδα. «Είμαι περίεργη να δω αν θα παραμείνει σταθερός στην ιστορία που μας λέει, ή αν ξαφνικά θ’αρχίσει ν’αλλάζει πράγματα.»

Η Αλιζέτ ένευσε, μοιάζοντας να εγκρίνει το σκεπτικό της. Ωστόσο είπε: «Αν όμως τα έχει σκεφτεί όλα αυτά, σίγουρα θα τα έχει σκεφτεί καλά, Ανταρλίδα. Δύσκολο να κάνει κάποιο λάθος τώρα.»

2.

Η Ανταρλίδα δεν μπορούσε να κλείσει μάτι εκείνη τη νύχτα. Ήταν, βέβαια, Μαύρη Δράκαινα και ήξερε τι να κάνει για να κοιμηθεί: να χαλαρώσει το σώμα, ν’αδειάσει τελείως το μυαλό για μερικά λεπτά, και ο ύπνος θα την έπαιρνε. Ήταν θέμα αυτοελέγχου, και ο αυτοέλεγχος δεν ήταν κάτι που ποτέ τής έλειπε. Επομένως, συμπέρανε ότι κατά βάθος δεν ήθελε να κοιμηθεί, σαν να φοβόταν πως όταν ξυπνούσε ίσως να διαπίστωνε ότι όλα τούτα δεν ήταν παρά ένα όνειρο, ότι ο Τάμπριελ ήταν πέραν κάθε αμφιβολίας νεκρός, και ότι ο Τζακ δεν είχε ποτέ πει πως μπορούσε να τους οδηγήσει σ’αυτόν.

Και πώς είναι δυνατόν να μπορεί να μας οδηγήσει σ’αυτόν, ούτως ή άλλως; Πώς είναι δυνατόν;

Η Ανταρλίδα άλλαξε πλευρό, αναστενάζοντας. Θα πάμε και θα μάθουμε. Κι αν μας έχει πει ψέματα, θα τον σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια.

Κάποια στιγμή, τελικά, την πήρε ο ύπνος και κοιμήθηκε βλέποντας παράξενα όνειρα. Όταν ξύπνησε ήταν αυγή και δεν θυμόταν τίποτα απ’αυτά που είχε ονειρευτεί. Σηκώθηκε απ’το κρεβάτι και τα πόδια της πάτησαν στο μαλακό χαλί που απλωνόταν στο πάτωμα. Πήγε στην τουαλέτα, και όταν βγήκε άνοιξε τον επικοινωνιακό δίαυλο και κάλεσε την Αλιζέτ.

«Ναι;» Η Σκοτεινή Βασίλισσα ήταν ξύπνια εδώ και κάποια ώρα· η φωνή της το μαρτυρούσε ξεκάθαρα.

«Είσαι έτοιμη;» ρώτησε η Ανταρλίδα.

«Ναι. Θέλεις να πάμε να πάρουμε τον Τζακ;»

«Ναι. Θα περάσω απ’το δωμάτιό σου.»

«Θα περιμένω.»

Η Ανταρλίδα έκλεισε τον δίαυλο. Ντύθηκε και εξοπλίστηκε, και μετά βγήκε απ’το δωμάτιό της, πηγαίνοντας προς αυτό της Αλιζέτ.

Η Σκοτεινή Βασίλισσα την περίμενε έξω απ’την πόρτα, και ήταν κι εκείνη καλά ντυμένη, παρατήρησε η Ανταρλίδα. Έκανε κρύο σήμερα. Φορούσαν παρόμοια ρούχα κι οι δυο τους: δερμάτινο παντελόνι, ψηλές μπότες, δερμάτινο πανωφόρι με γούνα η Ανταρλίδα, μάλλινο πανωφόρι χωρίς γούνα η Αλιζέτ. Από τις ζώνες τους κρέμονταν τα όπλα τους: σπαθί και ξιφίδιο. Και υπήρχε, επίσης, ένα ξιφίδιο σε κάθε μπότα τους. Η Ανταρλίδα, όμως, με το κατάλευκο δέρμα της και τα ξανθά μαλλιά της, έμοιαζε σαν φωτεινή αντανάκλαση της Αλιζέτ, που είχε δέρμα άσπρο με απόχρωση του ροζ, μαλλιά μαύρα, και μάτια που θύμιζαν ατσάλινες λεπίδες.

«Πάμε,» είπε η Ανταρλίδα χωρίς να πάψει καθόλου τον βηματισμό της, και η Σκοτεινή Βασίλισσα την ακολούθησε.

Οι φρουροί στα μπουντρούμια δεν τους έφεραν αντίσταση, όταν κατέβηκαν και πήγαν στο κελί του Τζακ. Τις ήξεραν και τις δύο.

«Θα πάρουμε τον κρατούμενο,» είπε η Ανταρλίδα σ’αυτούς που φυλούσαν το κελί του μάγου. «Η Πριγκίπισσα έχει ειδοποιηθεί. Αν θέλετε μπορείτε να την καλέσετε για να τη ρωτήσετε.»

Οι φρουροί ένευσαν, αλλά κανένας δεν άγγιξε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό που είχαν μαζί τους. Ξεκλείδωσαν το κελί και άφησαν τις Μαύρες Δράκαινες να μπουν.

Ο Τζακ είχε ήδη ανασηκωθεί επάνω στο αχυρόστρωμά του. «Βλέπω αποφασίσατε,» είπε.

«Σήκω,» πρόσταξε η Ανταρλίδα.

Εκείνος σηκώθηκε.

«Αν μας έχεις πει ψέματα, θα σε σκοτώσω.»

«Δεν περίμενα ν’ακούσω τίποτα λιγότερο,» είπε ο Τζακ.

«Είπες ότι αισθάνεσαι την παρουσία του Τάμπριελ, σωστά;»

«Την αισθάνομαι, ναι.»

«Προς τα πού είναι;»

Ο Τζακ έδειξε προς μια κατεύθυνση.

«Δυτικά,» παρατήρησε η Αλιζέτ, που, ακόμα κι εδώ μέσα, στο κάστρο της Νέλερβικ, δεν έχανε τον προσανατολισμό της.

Η Ανταρλίδα ένευσε. Δυτικά… Ώς το Κίρτβεχ, άραγε; «Πόσο μακριά;»

«Αυτό δεν το ξέρω.»

«Θα έρθεις μαζί μας,» του είπε. «Τώρα.»

«Εντάξει.»

Τις ακολούθησε έξω απ’το κελί, και μετά, μέσα στον ανελκυστήρα και επάνω στους ορόφους του κεντρικού οικήματος του κάστρου της Νέλερβικ. Οι δύο Μαύρες Δράκαινες τον πρόσεχαν σαν να ήταν κάποιο επικίνδυνο δηλητηριώδες ερπετό, έχοντάς τον, συνεχώς, τουλάχιστον στις άκριες του πεδίου της όρασής τους, κι έτοιμες πάντοτε να τραβήξουν τα όπλα τους. Ο Τζακ’μορ, όμως, δεν έκανε καμία ύποπτη κίνηση. Όπως ήταν αναμενόμενο, άλλωστε, σκέφτηκε η Ανταρλίδα. Αν σχεδιάζει κάτι, μάλλον δεν σκοπεύει να το βάλει σ’εφαρμογή από τώρα.

Χτύπησαν την πόρτα του Όρνιφιμ, κι εκείνος βγήκε απ’το δωμάτιό του ντυμένος και έτοιμος. «Θα πάρουμε κανέναν άλλο μαζί μας;» ρώτησε.

«Κανένας άλλος δεν χρειάζεται,» αποκρίθηκε η Ανταρλίδα. «Το ελικόπτερο, υποθέτω, μας περιμένει…»

«Έτσι είπε η Πριγκίπισσα: ότι θα το είχε έτοιμο το πρωί.»

«Δεν ξέρω αν ο καλύτερος τρόπος θα ήταν να πάμε με ελικόπτερο,» είπε ο Τζακ, σκεπτικά.

Στράφηκαν κι οι τρεις να τον κοιτάξουν.

«Γιατί;» ρώτησε η Ανταρλίδα, που δεν της άρεσε καθόλου αυτό που είχε ακούσει.

«Απλώς… η ταχύτητα… Καλύτερα, νομίζω, να πάμε πιο αργά απ’ό,τι πετά ένα ελικόπτερο. Για να μη χάσω τον προσανατολισμό μου.»

Η Ανταρλίδα και η Αλιζέτ αλληλοκοιτάχτηκαν. Τα μάτια της Σκοτεινής Βασίλισσας έλεγαν: Σ’το είπα – κάτι δεν πάει καλά.

Η Ανταρλίδα στράφηκε ξανά στον Τζακ. «Δεν πηγαίνουμε τώρα να βρούμε τον Τάμπριελ.»

Εκείνος συνοφρυώθηκε. «Πού πηγαίνουμε;»

«Θα δεις.»

3.

Το Πριγκιπάτο Χαύδοραλ ήταν το πιο εκτεθειμένο απ’όλα τα ανατολικά πριγκιπάτα που είχαν επαναστατήσει, εξαιτίας της θέσης του. Τα δυτικά του σύνορα ήταν και τα σύνορα που χώριζαν την ανατολική από την κεντρική Βίηλ, αν και το Νέλερβικ επίσης δεν βρισκόταν μακριά. Ο Πρόμαχος Άτβος, επομένως, περνούσε τον περισσότερό του καιρό, τελευταία, στο Χαύδοραλ ώστε να βοηθά τους ντόπιους όσο μπορούσε. Το ίδιο και η Ράιλμεχ κι ο Αρκαλόν, οι οποίοι, λόγω του ιδιαίτερου δεσμού των Ιεραρχών, ήταν εξαιρετικά σημαντικοί για τον συντονισμό των κινήσεων των επαναστατών μέσα στον πόλεμο.

Όταν, όμως, έμαθαν για τη συζήτηση της Ανταρλίδας με τον Τζακ, η Ράιλμεχ έφυγε από τη θέση της σ’ένα φρούριο στις όχθες του ποταμού Κάνιλρεχ και, καβαλώντας ένα γρήγορο δίκυκλο, πήγε στη Νάσπελ μέσα στη νύχτα. Ήταν μια πόλη οικοδομημένη κυκλικά, με αξιοθαύμαστη συμμετρία. Οι κάτοικοί της έλεγαν πως ένας μεγάλος αρχιτέκτονας του Χαύδοραλ (και νεκρός εδώ και δύο αιώνες), ο Ναρδάφος, την είχε σχεδιάσει, και ήταν από τις πιο όμορφα φτιαγμένες πόλεις της Βίηλ – ή, τουλάχιστον, έτσι υποστήριζαν. Στο κέντρο της βρισκόταν το κάστρο, επάνω σ’έναν λόφο. Και στο κέντρο του κάστρου ήταν ένα τέμενος. Σύμφωνα με τις φήμες, το τέμενος υπήρχε εδώ από πολύ παλιά· το φρούριο είχε οικοδομηθεί γύρω του, και γύρω από το φρούριο μια μικρή πόλη που, τελικά, είχε μεγαλώσει και, με τη βοήθεια του Ναρδάφος, είχε γίνει η σημερινή Νάσπελ.

Η Ράιλμεχ δεν είχε πρόβλημα να μπει στο κάστρο. Οι φρουροί ήξεραν ότι ήταν συντρόφισσα του Προμάχου Άτβος, και της επέτρεψαν να περάσει την πύλη και ν’αφήσει το δίκυκλό της στον χώρο στάθμευσης.

Ο Άτβος και η Ιλρίνα κοιμόνταν στο δωμάτιό τους, όταν ένας υπηρέτης τούς κάλεσε για να τους ειδοποιήσει ότι η Ράιλμεχ είχε έρθει ζητώντας τους.

«Τι θέλει;» ρώτησε ο Πρόμαχος, που είχε ανοίξει τον δίαυλο κοντά στο κρεβάτι.

«Δε γνωρίζω, Άρχοντά μου. Πρέπει, όμως, να είναι κάτι επείγον.»

Ο Άτβος κοίταξε την Ιλρίνα, η οποία ήταν ανασηκωμένη πλάι του και σίγουρα είχε ακούσει τα λόγια του υπηρέτη από το μεγάφωνο του ανοιχτού διαύλου. «Να τη φέρουμε εδώ;»

Η μάγισσα κατένευσε.

Ο Άτβος μίλησε στο μικρόφωνο του διαύλου: «Πες της να έρθει στα δωμάτιά μου.»

«Μάλιστα, Άρχοντά μου.»

Ο Άτβος και η Ιλρίνα σηκώθηκαν και ντύθηκαν πρόχειρα. Όταν η εξώπορτα χτύπησε, ο Πρόμαχος άνοιξε και υποδέχτηκε την Ιεράρχη στο καθιστικό μπροστά από το υπνοδωμάτιο.

«Ράιλμεχ… Συμβαίνει κάτι;»

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνη, λύνοντας την κάπα της και κρεμώντας την στην κρεμάστρα στη γωνία. «Κάτι πολύ περίεργο, Πρόμαχε. Κι αύριο το πρωί θα έχεις επισκέψεις εδώ.»

Ο Άτβος συνοφρυώθηκε.

Η Ράιλμεχ τούς πρότεινε να καθίσουν, και μετά τους διηγήθηκε το περιστατικό με τον Τζακ’μορ Πολύχρωμο στα μπουντρούμια του κάστρου της Νέλερβικ.

«Δε μ’αρέσει αυτό,» είπε ο Πρόμαχος. «Δε μ’αρέσει καθόλου. Ο Τάμπριελ δεν μπορεί νάναι ζωντανός, Ράιλμεχ. Το ξέρεις.»

«Αν όμως είναι;»

«Δεν είναι δυνατόν, Ράιλμεχ. Κάψαμε το σώμα του. Ο Τζακ προσπαθεί να σας κοροϊδέψει.»

«Και η Ανταρλίδα το υποπτεύεται αυτό, απ’ό,τι καταλαβαίνω, αλλά επίσης…» – για μια στιγμή κόμπιασε – «δε φαίνεται ο Τζακ να μπορεί να κάνει τίποτα. Και ο Τάμπριελ είναι πολύ σημαντικό πρόσωπο, Πρόμαχε. Δε μπορούμε να τον αγνοήσουμε.»

Ο Άτβος αναστέναξε. Ακριβώς γι’αυτό ο Τζακ προσπαθεί να σας κοροϊδέψει: επειδή ξέρει ότι δεν μπορείτε να τον αγνοήσετε! σκέφτηκε. Όμως είπε: «Και γιατί η Ανταρλίδα θάρθει εδώ αύριο;»

«Χρειάζεται εσένα, Ιλρίνα.» Η Ράιλμεχ ατένισε τη μάγισσα.

«Εμένα; Αν είναι για να με ρωτήσει αν λέει αλήθεια ο Τζακ–»

«Δεν είναι γι’αυτό.»

«Τότε;»

«Θέλει να πας μαζί μ’εκείνη και τους άλλους, για να ελέγχεις την ενεργειακή ροή του μεταβαλλόμενου οχήματος.»

«Δεν είναι σοβαρή!» πετάχτηκε ο Άτβος.

«Χρειάζεται έναν μάγο που μπορεί να εμπιστευτεί, και που ξέρει τι κάνει–»

«Καταλαβαίνω τους λόγους της, αλλά η Ιλρίνα δεν μπορεί να πάει μαζί της σ’αυτό… σ’αυτό το κυνήγι για τρελούς! Κατά πάσα πιθανότητα πρόκειται για παγίδα – και ποτέ δεν θα έστελνα κανέναν επαναστάτη μου σε παγίδα!»

Η Ράιλμεχ κοίταξε την Ιλρίνα.

Εκείνη δεν μίλησε.

Η Ιεράρχης είπε, και προς τους δύο: «Η Ανταρλίδα θα έρθει αύριο, και θα το συζητήσετε. Μαζί της θα είναι η Αλιζέτ, ο Όρνιφιμ, και ο Τζακ.»

«Θα τον φέρουν εδώ;»

«Δε νομίζουν ότι μπορεί να κάνει τίποτα κακό, Πρόμαχε.»

Ο Άτβος δεν ήταν και τόσο σίγουρος γι’αυτό – και απορούσε πώς η Ανταρλίδα μπορούσε να είναι. Απορούσε, γενικά, πώς είχε πέσει θύμα αυτής της απάτης. Διότι, αναμφίβολα, για απάτη επρόκειτο. Οι νεκροί δεν ξαναγυρίζουν στον κόσμο των ζωντανών!

Όταν η Ράιλμεχ έφυγε απ’τα δωμάτιά τους, ο Άτβος και η Ιλρίνα’νορ συζήτησαν για πολλή ώρα σχετικά με το τι έπρεπε να κάνουν.

«Ίσως θα ήταν καλύτερα αν πήγαινα να τους βοηθήσω…» είπε, σε κάποια στιγμή, εκείνη. Ήταν καθισμένη σε μια πολυθρόνα και είχε στα χέρια της ένα ποτήρι κρασί από το Έλρηνεχ.

«Τι είναι αυτά που λες; Ξεχνάς ότι, εκτός των άλλων, πρέπει να πάμε στο Κάνρελ; Τώρα, που έχουμε κατακτήσει τα πρώτα εδάφη στις ακτές του, είναι μια καλή ευκαιρία. Πρέπει να βρούμε τον γιο μας, Ιλρίνα.»

Εκείνη ξεροκατάπιε. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Αυτό, όμως, μπορεί να περιμένει, σκέφτηκε, δεν μπορεί να περιμένει;… Τόσα… τόσα χρόνια ήταν χωρίς εμάς… Θα μας αναγνωρίσει; Ήπιε μια γουλιά απ’το κρασί της. Έκανε τη φωνή της σταθερή. «Άτβος, αγάπη μου… Αυτό το πρόβλημα είναι πιο άμεσο–»

«Πιο άμεσο απ’το να βρούμε τον Άλδρος;»

«Μη λες τ’όνομά του – δεν ξέρεις καν αν θα έχει κρατήσει αυτό το όνομα!» είπε η Ιλρίνα, πιο απότομα απ’ό,τι θα ήθελε.

«Δεν πρόκειται να ξέχασε το όνομά του· δεν ήταν τόσο μικρός όταν τον αφήσαμε. Και αποκλείεται να– Ιλρίνα… δεν θέλεις να τον ξαναδείς;»

Εκείνη δίστασε για μια στιγμή να του απαντήσει. «Θέλω,» είπε τελικά. «Φυσικά και θέλω. Αλλά…» Μεγάλοι Κολοσσοί, αν δεν τον βρούμε εκεί; Ή αν δεν θέλει να μας δει; «Κοίτα, Άτβος. Τόσα χρόνια δεν είχαμε πάει–»

«Δε μπορούσαμε να πάμε, για λόγους ασφάλειας.»

«Όπως και νάχει.» Καθάρισε τον λαιμό της. «Δεν πήγαμε να τον δούμε ούτε για λίγο. Κι όταν το σκέφτηκα να πάω, με απέτρεψες.»

«Για λόγους ασφάλειας,» επέμεινε ο Άτβος.

«Δεν είπα το αντίθετο, αλλά… τώρα… τώρα αυτό που γίνεται εδώ είναι σημαντικότερο, νομίζω. Ας δούμε πού θέλει να μας οδηγήσει ο Τζακ–»

«Σε παγίδα θέλει να μας οδηγήσει! Είναι δυνατόν να το αμφισβητείς;»

«Δεν είναι βέβαιο αυτό,» του είπε η Ιλρίνα. «Σκέψου ότι μια ενεργειακή οντότητα βρίσκεται μέσα του–»

«Έτσι λέει!»

«Αν όχι, πώς αλλιώς εξηγείς το ενεργειακό κουκούλι που τον είχε τυλίξει; Πώς εξηγείς το γεγονός ότι, ύστερα από τόσο καιρό χωρίς φαγητό και νερό, παρέμεινε ζωντανός;»

Ο Άτβος αναστέναξε. Δεν θέλει να πάμε να βρούμε τον Άλδρος, σκέφτηκε. Θέλει να το αποφύγει – να… να το καθυστερήσει όσο μπορεί. Φοβάται να τον αντικρίσει. Μεγάλοι Κολοσσοί! κι εγώ φοβάμαι. Αλλά πρέπει. Πρέπει. «Δεν ξέρω, Ιλρίνα,» της είπε. «Εσύ ξέρεις από τέτοια πράγματα, όχι εγώ. Όμως, ό,τι κι αν συμβαίνει, η Ανταρλίδα μπορεί να βρει άλλο μάγο για να κάνει τη δουλειά της. Δεν είναι ανάγκη να πας εσύ.»

«Θέλω να πάω. Καλύτερα να έχουν εμένα μαζί τους παρά κάποιον άλλο, δε νομίζεις;»

Ο Άτβος αναστέναξε πάλι. «Θα μ’αναγκάσεις να έρθω κι εγώ.»

«Αυτό,» είπε η Ιλρίνα, «είναι κάτι που δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να κάνεις. Σε χρειάζονται εδώ.»

«Και να σ’αφήσω μόνη, να πας στην άλλη άκρη της Βίηλ πιθανώς;» φώναξε ο Άτβος καθώς σηκωνόταν από την πολυθρόνα του.

«Δεν ξέρουμε πού ακριβώς θα καταλήξουμε. Και δε νομίζω ότι η Ανταρλίδα ή η Αλιζέτ θα τον αφήσουν να τις ξεγελάσει. Ούτε οι Ιεράρχες.»

Ο Άτβος κούνησε το κεφάλι του, δυσανασχετώντας.

Η Ιλρίνα σηκώθηκε όρθια. «Ας κοιμηθούμε,» πρότεινε. «Δε θα μας ωφελήσει να ξενυχτήσουμε περισσότερο απ’ό,τι έχουμε ήδη ξενυχτήσει.»

Ο Άτβος ένευσε, και πήγαν στο υπνοδωμάτιο.

Το πρωί, δύο ώρες μετά την αυγή, είχαν μόλις σηκωθεί όταν ο επικοινωνιακός δίαυλος κουδούνισε και ήταν η Ράιλμεχ, για να τους πει ότι η Ανταρλίδα και οι άλλοι είχαν έρθει και ήθελαν να τους μιλήσουν.

Απολλώνια

1.

Οι Απολλώνιες δυνάμεις συγκεντρώνονταν εδώ και μέρες γύρω από τη Νούμβρια, και αψιμαχίες γίνονταν κάθε τόσο με τις δυνάμεις της Παντοκράτειρας που ακόμα κρατούσαν την πόλη. Τα εδάφη κοντά στη Νούμβρια έμοιαζαν μ’ένα σώμα γεμάτο πληγές: κρατήρες είχαν σχηματιστεί από τις ισχυρές εκρήξεις, το χορτάρι είχε καεί τελείως, το χώμα ήταν μαύρο, ελάχιστα δέντρα απέμεναν – κι αυτά φαίνονταν κουρασμένα σαν καρβουνιασμένοι γέροντες. Ο ουρανός σκοτείνιαζε από τους καπνούς και από τα αεροπορικά σμήνη που περνούσαν για να κατοπτεύσουν ή να βομβαρδίσουν.

Το Κ.Ε.Α.Δ. – το Κέντρο Ελέγχου Απολλώνιων Δυνάμεων – της περιοχής ήταν στημένο νοτιοανατολικά της Νούμβρια, κοντά στις παλιές ράγες του σιδηρόδρομου, ο οποίος είχε διακοπεί σε τούτα τα μέρη του Βασιλείου, αφού οι Παντοκρατορικοί, πριν από μερικά χρόνια, είχαν κατακτήσει την πόλη.

Ο Πρόμαχος Οδυσσέας στεκόταν μέσα στο τηλεπικοινωνιακό κέντρο του Κ.Ε.Α.Δ. και κάπνιζε ένα τσιγάρο, ατενίζοντας έξω απ’τα παράθυρα, το στρατόπεδο και πέρα απ’αυτό, τα πυκνά νυχτερινά σκοτάδια που το γαλανό φως της Γλαυκής δεν φαινόταν απόψε να μπορεί να κάνει το παραμικρό για να διαλύσει. Δεν ήταν μόνος στο τηλεπικοινωνιακό κέντρο: άλλοι δύο ήταν εδώ, καθισμένοι κοντά στις κονσόλες και στις οθόνες.

«Τι περιμένεις, Πρόμαχε; Μήνυμα;» τον ρώτησε ο ένας. «Φύγε και θα σε ειδοποιήσουμε εμείς όταν έρθει.»

Ο Οδυσσέας κούνησε το κεφάλι. «Όχι. Θα καθίσω.» Δεν καθόταν, βέβαια· βάδιζε. Έκανε πέρα-δώθε. Αργά. Πλησίασε ένα τασάκι και έσβησε μέσα το τελειωμένο τσιγάρο του.

Η αποστολή που τους είχε αναθέσει ήταν δύσκολη – μες στα ίδια τα δόντια της Παντοκρατορικής μηχανής – αλλά πίστευε ότι θα τα κατάφερναν. Αυτή ήταν η δουλειά τους, εξάλλου: να φέρνουν εις πέρας αποστολές δύσκολες, επικίνδυνες, θανάσιμες. Ποιους άλλους θα μπορούσα να είχα στείλει; Κανένας δεν ερχόταν στο μυαλό του. Η φύλαξη των Παντοκρατορικών γύρω από τη Νούμβρια ήταν μεγάλη· δε νόμιζε ότι κανονικοί κατάσκοποι θα κατόρθωναν να εισβάλουν για να πάρουν την πληροφορία που ήθελε. Την πληροφορία που θα τους έδινε το πάνω χέρι σε τούτη την αναμέτρηση.

Ο Οδυσσέας άναψε ακόμα ένα τσιγάρο.

Πρέπει ώς το πρωί να επιστρέψουν… Αν δεν επέστρεφαν, μάλλον θα σήμαινε ότι κάτι κακό τούς είχε συμβεί. Και σε μια τέτοια περίπτωση ο Οδυσσέας ευχόταν το συγκεκριμένο «κακό» να μην ήταν τίποτα περισσότερο από μια μικρή καθυστέρηση. Ένα εμπόδιο που είχε μπει στο δρόμο τους και τις είχε κάνει να αργήσουν.

Έχω αρχίσει να γίνομαι σαν τον Ανδρόνικο, σκέφτηκε. Ανησυχώ πολύ. Σημάδι ότι γερνάω; Αποκλείεται! Ένας άντρας τρία χρόνια μεγαλύτερος από τον Πρίγκιπα της Επανάστασης δεν ήταν και τόσο μεγάλος. Αλλά ούτε και τόσο μικρός πλέον… Ποια είναι, όμως, η πραγματική ηλικία για εμάς που έχουμε ταξιδέψει σε τόσες διαστάσεις; Όπως ήταν γνωστό, σε κάθε διάσταση ο χρόνος μετρούσε και διαφορετικά. Σε κάποιες κυλούσε λίγο (ή πολύ) πιο γρήγορα, σε κάποιες λίγο (ή πολύ) πιο αργά. Όταν περνούσες κάμποσο καιρό σε διαφορετικές διαστάσεις, κατέληγες να έχεις μια μπερδεμένη εικόνα για τα χρόνια σου. Και ο Οδυσσέας ήταν ένας από αυτούς τους διαστασιακούς ταξιδευτές. Όπως και ο Ανδρόνικος. Ο αγώνας για την Επανάσταση στο Γνωστό Σύμπαν τούς είχε οδηγήσει και τους δύο, πολλές φορές, μακριά από την πατρίδα τους, την Απολλώνια.

Ο Οδυσσέας φύσηξε καπνό απ’τα ρουθούνια. Είμαστε ζωντανοί ακόμα, ύστερα από τόσες αντιξοότητες. Ποιος νοιάζεται για την «πραγματική» ηλικία μας;

Άκουσε βήματα να έρχονται απ’τον διάδρομο έξω από την πόρτα του τηλεπικοινωνιακού κέντρου. Στράφηκε, είδε μια γυναίκα να πλησιάζει – και δεν ήταν καμία από αυτές που περίμενε. Κατ’αρχήν, πολύ πιο όμορφη. Σχεδόν σαν φωτομοντέλο, έτσι όπως βάδιζε μέσα στο σατινένιο πράσινο φόρεμά της, που, κάπως, κατάφερνε να είναι κομψό ενώ τόνιζε κάθε καμπύλη της. Το δέρμα της ήταν λευκό-ροζ, όπως και του Οδυσσέα· τα μαλλιά της ξανθά, πέφτοντας ώς το στήθος. Τα είχε μακρύνει, λοιπόν, από τότε που είχε να τη δει.

Στα πόδια της φορούσε γοβάκια τα οποία αντηχούσαν επάνω στο πάτωμα. Γοβάκια. Στιλάτα. Μέσα σε στρατιωτική βάση. Μόνο η Βατράνια Κινκάρδη θα το έκανε αυτό.

Αλλά, κανονικά, δεν θα έπρεπε να βρίσκεται καθόλου εδώ.

«Βατράνια,» είπε ο Οδυσσέας. «Πότε ήρθες;» Όταν οι Παντοκρατορικοί την είχαν κυνηγήσει στη Σεργήλη, είχε καταφύγει στην Απολλώνια· αλλά τώρα που ο πόλεμος εναντίον της Παντοκράτειρας είχε γενικευτεί στη Σεργήλη, η Βατράνια είχε επιστρέψει εκεί, για να αγωνιστεί για την πατρίδα της και να εκδικηθεί.

«Χτες,» του αποκρίθηκε, πλησιάζοντας για να σταθεί μπροστά του. «Προσγειώθηκα στον Βασιλικό Αερολιμένα της Απαστράπτουσας, συνάντησα την Πριγκίπισσα Βασιλική στο παλάτι, μου είπε ότι δεν ήσουν εκεί αλλά εδώ, κι έτσι πέταξα ώς τη Σερίβια. Από εκεί ήρθα με όχημα ξηράς, γιατί με προειδοποίησαν ότι είναι επικίνδυνο να πετάει κανείς σε τούτες τις περιοχές.»

Ο Οδυσσέας ένευσε. «Είναι.» Παντοκρατορικά αεροσκάφη περνούσαν κάθε τόσο και γίνονταν βομβαρδισμοί και αερομαχίες.

«Τι είναι αυτό το πράγμα στη Σερίβια, Οδυσσέα;»

Ο Οδυσσέας συνοφρυώθηκε.

«Μιλάω για τον υπερδιαστασιακό στρόβιλο. Τον κοίταζα προς τα βορειοανατολικά…» Κούνησε το κεφάλι της. «Μοιάζει να καταπίνει τον ουρανό. Δεν το ήξερα ότι είχε εξαπλωθεί τόσο πολύ.»

Ο Οδυσσέας αναστέναξε. «Ναι, έχει… Έχει εξαπλωθεί πάρα πολύ. Τριάντα χιλιόμετρα απέχει μόνο από τη Σερίβια. Σε τρεις, τέσσερις μήνες υπολογίζουμε ότι θα είναι εκεί.»

«Και τότε;»

«Θα γίνει ό,τι έγινε και σ’άλλες, μικρότερες πόλεις. Οι κάτοικοι θα φύγουν. Και η Σερίβια είναι σημαντική, Βατράνια… Ο θείος του Ανδρόνικου, ο Δούκας Αλεξίλυπος, μένει εκεί.»

«Είναι σίγουρο ότι ο στρόβιλος θα περάσει μέσα από τη Σερίβια;»

«Ή μέσα ή από τις παρυφές της. Όπως και νάχει, η ζημιά θα είναι αφάνταστη.»

«Δε μου έλεγες ότι ένας μάγος…» Συνοφρυώθηκε. «Πώς τον έλεγες;…»

«Ο Δαίδαλος.»

«Αυτός. Δε μου έλεγες ότι θα έβρισκε κάποια λύση για τον στρόβιλο;»

«Μάλλον δεν την έχει βρει ακόμα. Και τώρα, απ’ό,τι ξέρω, αγωνίζεται κι αυτός εναντίον της Παντοκράτειρας.»

«Δε θάπρεπε νάναι εδώ, για να σώσει την Απολλώνια;» είπε η Βατράνια.

«Δεν ξέρω. Εκείνος ξέρει καλύτερα από μένα· είμαι βέβαιος. Εσύ, όμως, γιατί ήρθες;»

Σταύρωσε τα χέρια της εμπρός της, υψώνοντας ένα φρύδι, σχεδόν κωμικά. «Δε χαίρεσαι, λοιπόν, πια που με βλέπεις;»

«Δεν είπα αυτό. Αλλά υπέθετα ότι, τώρα που επέστρεψες στη Σεργήλη….»

«Για τη Σεργήλη ήρθα,» εξήγησε η Βατράνια. «Η Πρόμαχος Χασρίνα θέλει να ζητήσει βοήθεια. Κάποιους εξοπλισμούς και στρατό από την Απολλώνια.»

«Αδύνατον,» είπε ο Οδυσσέας, προβληματισμένα. «Είμαστε πολύ πιεσμένοι τώρα. Φαίνεται πως θα καταφέρουμε να σπρώξουμε τους Παντοκρατορικούς προς τα βόρεια, και όλες μας οι δυνάμεις μάς χρειάζονται. Πολλά βασίζονται στη νίκη μας εδώ.»

«Δηλαδή;»

«Ξέρεις ποιο είναι το γενικό σχέδιο. Μόλις και ο τελευταίος Παντοκρατορικός μαχητής έχει φύγει από την Απολλώνια, θα επιτεθούμε στη Ρελκάμνια – συγχρονισμένα με τους επαναστάτες άλλων διαστάσεων.»

«Πώς, όμως, θα σας βοηθήσουν από τη Σεργήλη αν δεν τους βοηθήσετε εσείς πρώτα;»

«Βατράνια, πραγματικά σού λέω, δεν μπορούμε να δώσουμε ούτε ένα κανόνι αυτή τη στιγμή–»

Βήματα ακούστηκαν πάλι να έρχονται από τον διάδρομο. Όχι, όμως, από γοβάκια. Και ήταν τρεις άνθρωποι, όχι ένας.

Ο Οδυσσέας στράφηκε για να δει τις Μαύρες Δράκαινες και τη μάγισσα να πλησιάζουν. Και χαμογέλασε, παρότι δε γνώριζε ακόμα αν είχαν κατορθώσει εκείνο που ήθελε. Χαμογέλασε επειδή ήταν κι οι τρεις τους ζωντανές και, όπως φαινόταν, αλώβητες.

Η Αθηνά – κατάμαυρη μέσα στη μελανή στολή της, και με μαλλιά κατακόκκινα, δεμένα κότσο πίσω απ’το κεφάλι της. Η Νικίτα – πορφυρόδερμη και γαλανομάλλα, με τα δικά της μαλλιά λυτά γύρω απ’το πρόσωπό της. Και η Αριάδνη’ταρ – λευκόδερμη, με μαύρα σγουρά μαλλιά και γκρίζα μάτια.

«Λέγαμε ότι θα είχες πέσει για ύπνο ώς τώρα, Πρόμαχε,» είπε η Νικίτα.

«Σας περίμενα, φυσικά.» Ο Οδυσσέας έσβησε το τσιγάρο του μες στο τασάκι.

«Βρήκαμε αυτό που ψάχναμε,» τον πληροφόρησε η Αθηνά, «κι έχουμε φτιάξει και χάρτη.» Τον έβγαλε από τον μικρό δερμάτινο σάκο στη ζώνη της.

«Επίσης,» πρόσθεσε η Αριάδνη, «δεν εντοπίσαμε μονάχα ένα αλλά δύο σημεία εστίασης της μαγγανείας. Οπότε, μπορούμε να επιλέξουμε. Ή μπορούμε να τα χτυπήσουμε και τα δύο – πράγμα το οποίο προτείνω.»

«Η Παντοκράτειρα,» παρατήρησε ο Οδυσσέας, «έκανε το χειρότερο λάθος της πολιτικής της καριέρας όταν σας εκπαίδευσε.»

2.

Στο νότιο άκρο της Νούμβρια υπήρχαν δύο Μαγγανείες Αντιπυραυλικού Πεδίου. Αυτό σήμαινε πως οι Απολλώνιοι δεν μπορούσαν να επιτεθούν εκεί ούτε με αεροσκάφη ούτε με όπλα μακρινής εμβέλειας, αφού κάθε πύραυλος και ρουκέτα εκρήγνυτο επάνω στο ημιαόρατο ενεργειακό πεδίο που, από απόσταση, φαινόταν σαν καπνισμένο γυαλί. Κατά συνέπεια, δεν μπορούσαν να αποδυναμώσουν τους Παντοκρατορικούς στην περιοχή ώστε, κατόπιν, να τους ωθήσουν προς τα βόρεια εφορμώντας. Η έφοδος, αν ήταν να γίνει, θα έπρεπε να γίνει χωρίς να προηγηθούν αεροπορικά χτυπήματα ή χτυπήματα με πυραυλικά όπλα μακρινής εμβέλειας. Τούτο, φυσικά, δεν συνέφερε τους Απολλώνιους. Θα είχαν, κατά την έφοδο, πάρα πολλές απώλειες.

Γι’αυτό ο Οδυσσέας είχε στείλει την Αθηνά, τη Νικίτα, και την Αριάδνη’ταρ να παρεισφρήσουν στη Νούμβρια – πράγμα καθόλου εύκολο – και να εντοπίσουν τουλάχιστον ένα από τα σημεία εστίασης της μίας Μαγγανείας Αντιπυραυλικού Πεδίου. Προκειμένου να λειτουργήσουν σωστά, αυτές οι μαγγανείες χρειάζονταν Τεχνομαθείς μάγους για να τις υφαίνουν, πολλή ενέργεια, και το λιγότερο τέσσερα σημεία εστίασης. Και ο Οδυσσέας υποψιαζόταν πως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, λόγω της έκτασης των πεδίων, τα σημεία εστίασης ήταν περισσότερα από τέσσερα. Οι Τεχνομαθείς του Απολλώνιου Στρατού που είχε ρωτήσει είχαν συμφωνήσει με τούτο. Όπως και νάχε, όμως, αν ένα απ’αυτά τα σημεία καταστρεφόταν, το πεδίο θα κατέρρεε. Και οι Απολλώνιοι θα μπορούσαν να επιτεθούν με πυραυλικά όπλα και, εν συνεχεία, να εφορμήσουν για να κατακτήσουν εκείνο το τμήμα της πόλης.

«Πάμε,» είπε ο Πρόμαχος της Επανάστασης στην Αθηνά, τη Νικίτα, και την Αριάδνη’ταρ. «Στο γραφείο μου.»

Η Βατράνια τούς ακολούθησε μέσα στους διαδρόμους του Κ.Ε.Α.Δ., με τα γοβάκια της ν’αντηχούν στο πάτωμα.

«Νόμιζα ότι εσύ είχες πάει στη Σεργήλη,» της είπε η Αριάδνη.

«Γύρισα,» αποκρίθηκε η Βατράνια.

«Γιατί;»

«Κανένας, λοιπόν, δε με θέλει εδώ, βλέπω…»

Η Αριάδνη μειδίασε. «Είμαι απλώς περίεργη να μάθω πώς είναι τα πράγματα στη Σεργήλη.»

«Χρειαζόμαστε βοήθεια, γι’αυτό ήρθα,» εξήγησε η Βατράνια. «Αλλά, απ’ό,τι καταλαβαίνω, δεν πρόκειται να μας βοηθήσετε.»

«Δεν είναι εφικτό τώρα,» της είπε ο Οδυσσέας, καθώς άνοιγε την πόρτα του γραφείου του μπαίνοντας πρώτος. «Στο Βόρειο Μέτωπο, τα πράγματα βρίσκονται σε κρίσιμη καμπή.»

«Αυτό είναι αλήθεια,» τόνισε η Αριάδνη.

Ο Οδυσσέας κάθισε στην πολυθρόνα πίσω απ’το γραφείο του. «Δείξτε μου τον χάρτη σας.»

Η Αθηνά τον άπλωσε μπροστά του, κι εκείνος είδε πού είχαν σημειώσει τα δύο σημεία εστίασης στη νότια μεριά της Νούμβρια. Δεν ήταν και πολύ μακριά το ένα από το άλλο. «Εξαγωνικό, το πεδίο;» ρώτησε.

«Σίγουρα,» είπε η Αριάδνη’ταρ. «Οκταγωνικό, πιθανώς.»

Ο Οδυσσέας ένευσε, σαν να το υποψιαζόταν. «Καλώς,» είπε. «Θα χτυπήσουμε αύριο, λοιπόν. Όταν έχει νυχτώσει. Τα πάντα οφείλουν να είναι σε ετοιμότητα. Να είστε ξεκούραστες για να έρθετε μαζί μου.»

Φάνηκαν παραξενεμένες. Η Νικίτα είπε: «Θα πας ο ίδιος να χτυπήσεις τα σημεία εστίασης;»

«Ναι.»

«Δεν είναι απαραίτητο, Οδυσσέα,» είπε η Αθηνά. «Μπορούμε να τα αναλάβουμε εμείς οι τρεις.»

«Καλό θα ήταν να τα χτυπήσουμε και τα δύο συγχρόνως. Επομένως, δεν θα έρθω μόνο εγώ αλλά κι ένας, δύο ακόμα. Επιπλέον, τόσο αφύλαχτα είναι, που θεωρείτε ότι μόνες σας θα μπορούσατε να τα καταφέρετε; Τι φύλαξη έχουν;»

«Η αλήθεια είναι πως δεν είναι καθόλου αφύλαχτα,» αποκρίθηκε η Νικίτα. «Το πρώτο – αυτό εδώ» – το έδειξε πάνω στον χάρτη – «βρίσκεται στον τέταρτο όροφο μιας πολυκατοικίας που στην ταράτσα της είναι τοποθετημένα αντιαεροπορικά όπλα, στα μπαλκόνια της βρίσκονται οπλισμένοι στρατιώτες, και γύρω της, στους δρόμους, Παντοκρατορικά οχήματα σχηματίζουν ολόκληρο τείχος.»

«Και πώς καταφέρατε να καταλάβετε ότι το σημείο εστίασης είναι, όντως, εκεί; Είστε σίγουρες για το συμπέρασμά σας;» Ο Οδυσσέας είχε ξαφνικά αρχίσει νάχει αμφιβολίες για την πληροφορία που του είχαν φέρει.

«Ναι,» αποκρίθηκε η Αριάδνη’ταρ. «Χρησιμοποιούσα συνέχεια Ξόρκι Ενεργειακής Ανιχνεύσεως, Ξόρκι Εντοπισμού Αισθητήρων, και Ξόρκι Εντοπισμού Τηλεπικοινωνιακού Σήματος. Δεν ήταν εύκολη δουλειά· στα επίμαχα σημεία, όμως, και τα τρία ξόρκια μού έδωσαν θετικό αποτέλεσμα.»

Ο Οδυσσέας, που δεν ήταν μάγος, συνοφρυώθηκε. «Δηλαδή;»

«Το Ξόρκι Ενεργειακής Ανιχνεύσεως μού έδειξε ότι υπήρχε έντονη συγκέντρωση ενέργειας του πεδίου· το Ξόρκι Εντοπισμού Αισθητήρων μού έδειξε ότι υπήρχε ένας πολύ ισχυρός αισθητήρας εκεί· και το Ξόρκι Εντοπισμού Τηλεπικοινωνιακού Σήματος μού έδειξε ότι ένα μόνιμο, σταθερό τηλεπικοινωνιακό σήμα ερχόταν.»

«Χρειάζεται τηλεπικοινωνιακό σήμα για τη δημιουργία αντιπυραυλικού πεδίου;»

«Ναι. Από το ενεργειακό κέντρο, όπου υφαίνεται η μαγγανεία, στέλνουν σήμα προς τους αισθητήρες που είναι στα σημεία εστίασης, ώστε να λειτουργούν συγχρονισμένα.»

«Μάλιστα,» είπε ο Οδυσσέας. «Δηλαδή, καταλάβατε ότι τα σημεία εστίασης είναι εκεί που είναι αλλά δεν τα είδατε με τα μάτια σας.»

Οι δύο Μαύρες Δράκαινες και η μάγισσα του τάγματος των Δρακαινών κατένευσαν σιωπηλά.

«Η φύλαξη στο άλλο πώς είναι; Τα ίδια;»

«Το ίδιο καλή, σίγουρα,» είπε η Αθηνά.

«Υπάρχουν, όμως, διαφορές στην τοποθεσία,» τόνισε η Νικίτα. «Το σημείο εστίασης είναι μέσα σ’έναν πύργο ελέγχου των Παντοκρατορικών, Πρόμαχε, ο οποίος, φυσικά, είναι περικυκλωμένος από άρματα και στρατιώτες. Και έχει και δικά του όπλα. Ανάμεσά τους είναι κι ένα ενεργειακό κανόνι.»

«Μάλιστα. Και πώς σκοπεύατε να καταστρέψετε και τα δύο σημεία εστίασης μόνες σας;»

«Θα βρίσκαμε κάποιον τρόπο,» είπε η Νικίτα, και η Αθηνά ένευσε.

Ο Οδυσσέας κοίταξε την Αριάδνη’ταρ, η οποία ανασήκωσε τους ώμους.

«Φωτιές του Μαύρου Νάρζουλ…» μούγκρισε ο Οδυσσέας. «Δεν είστε με τα καλά σας. Πηγαίνετε να ξεκουραστείτε, και αύριο θα ετοιμάσουμε μια ειδική ομάδα για να χτυπήσουμε το αντιπυραυλικό πεδίο.»

Οι τρεις τους έφυγαν από το γραφείο. Μόνο η Βατράνια έμεινε, η οποία είχε καθίσει, άνετα, σε μια καρέκλα όσο η Αθηνά, η Νικίτα, και η Αριάδνη’ταρ στέκονταν.

Ο Οδυσσέας έστρεψε το βλέμμα του επάνω της. «Τι θα μπορούσα να κάνω, λοιπόν, για εσένα;»

«Έναν καφέ, για αρχή;»

«Καφές τέτοια ώρα; Κακό θα σου έκανε.»

«Πρέπει, όμως, να μιλήσουμε.»

«Βατράνια, δεν μπορώ να στείλω βοήθεια στη Σεργήλη,» είπε ο Οδυσσέας. «Λυπάμαι· δεν γίνεται. Βλέπεις ότι τα πράγματα είναι δύσκολα… Προετοιμαζόμαστε να πάρουμε τη Νούμβρια, εδώ στα βορειοδυτικά· και, συγχρόνως, στα βόρεια σχεδιάζουμε να επιτεθούμε στη Βολιρία, από τη Χρυσόπολη, μέσω του Περάσματος του Σμαραγδένιου Βουνού· ενώ στα βορειοανατολικά θα περάσουμε το Ταλκάσιο Πέρασμα για να πάμε να πάρουμε την Ξανθούπολη και, στη συνέχεια, την Άρφια.»

«Η Ταλκασία υπάρχει ακόμα;» Εκεί είχε πρωτοδημιουργηθεί ο υπερδιαστασιακός στρόβιλος.

«Φυσικά. Αν και χωρισμένη στα δύο. Ο στρόβιλος επεκτείνεται σαν τείχος, Βατράνια. Μέχρι την Ξανθούπολη έχει φτάσει, απ’ό,τι ξέρω. Και την έχει περάσει.»

«Την έχει χωρίσει κι αυτή στα δύο;»

«Έχει περάσει από τις παρυφές της.»

«Τι νόημα θα έχει να διώξετε τους Παντοκρατορικούς από εδώ, αν ο στρόβιλος κόψει την Απολλώνια στα δύο;»

Η όψη του Οδυσσέα σκοτείνιασε. «Καλύτερα μην το ρωτάς αυτό.» Ήταν κάτι που κανένας τους δεν ήθελε να σκέφτεται. Πιστεύαμε ότι ο Δαίδαλος θα βοηθούσε – ο Ανδρόνικος τού είχε μεγάλη εμπιστοσύνη – αλλά τελικά, ύστερα από τόσα χρόνια, δεν έχει κάνει τίποτα… Αναστέναξε, και σηκώθηκε απ’την πολυθρόνα του. «Θα πάω να ξεκουραστώ,» είπε. «Αύριο έχω πολλές προετοιμασίες να κάνω.»

«Δηλαδή, δεν το σκέφτεσαι καθόλου να στείλεις βοήθεια στη Σεργήλη…» Δεν ήταν ερώτηση. Και η Βατράνια δεν είχε σηκωθεί από την καρέκλα της.

«Μόνο αν η κατάστασή σας είναι τόσο απελπιστική που δεν γίνεται διαφορετικά. Μόνο αν, αλλιώς, η Παντοκράτειρα θα σας κατατροπώσει και θα καταπνίξει την Επανάσταση στη Σεργήλη.» Κοίταξε τη Βατράνια σοβαρά. «Είναι έτσι;» Το βλέμμα του έλεγε ξεκάθαρα πως δεν θα ανεχόταν να ακούσει ψέματα.

Και η Βατράνια δεν είπε ψέματα. «Όχι, δεν είναι έτσι. Αλίμονο να ήταν έτσι… Όμως θα μας φαινόταν χρήσιμη κάποια βοήθεια. Είμαστε πιεσμένοι, λέει η Πρόμαχος Χασρίνα. Ακόμα κι ο Έκτορας συμφωνεί.»

Ο Έκτορας ήταν Πρόμαχος στη Θακέρκοβ, μια από τις πόλεις της Σεργήλης. «Τι κάνει ο Έκτορας και η συμμορία του, αλήθεια;»

«Τα ίδια χάλια έχουν.» Η Βατράνια σηκώθηκε από την καρέκλα. «Και είναι ακόμα – παραδόξως – όλοι τους ζωντανοί.»

Ο Οδυσσέας μειδίασε. «Καλά νέα αυτά. Θα ήθελα ν’ακούσω κι άλλα, αλλά, όπως σου είπα, χρειάζομαι ύπνο. Εσένα σού έχουν βρει μέρος για να κοιμηθείς;»

«Όχι ακόμα. Μόλις ήρθα.»

«Θα πρέπει να σου βρούμε, λοιπόν.» Ο Οδυσσέας βάδισε προς την πόρτα του γραφείου του. «Έλα.»

«Ποια γυναίκα μοιράζεται το κρεβάτι σου τώρα, Οδυσσέα;» τον ρώτησε η Βατράνια, ακολουθώντας τον. Η φωνή της φανέρωνε απλή περιέργεια, καθώς ήταν γνωστό πως ο Πρόμαχος ήταν κάθε τόσο και με άλλη γυναίκα. Ωστόσο, σπάνια οι σχέσεις του κατέληγαν σε παρεξηγήσεις. Και με τη Βατράνια είχε κοιμηθεί, τον καιρό που εκείνη είχε έρθει από τη Σεργήλη για να ζητήσει καταφύγιο στην Απολλώνια.

«Καμία,» αποκρίθηκε ο Οδυσσέας καθώς έβγαιναν απ’το γραφείο του.

«Αυτό σημαίνει ότι προτίθεσαι να με φιλοξενήσεις;»

«Φοβάμαι ότι, δεδομένων των περιστάσεων, δεν θα είμαι και τόσο ενθουσιώδης συντροφιά.»

«Δεν πειράζει· ούτε κι εγώ,» είπε η Βατράνια, και πέρασε το χέρι της γύρω από τη μέση του.

Ο Οδυσσέας μειδίασε, ακουμπώντας το δικό του χέρι στους ώμους της. «Εντάξει,» αποκρίθηκε. «Εξάλλου, βαριόμουν να σου βρίσκω δωμάτιο τέτοια ώρα, για να είμαι ειλικρινής.»

«Έτσι, ε;»

3.

Η Ναλτάφιρ και οι γάτες της – ο Κοκκινομάτης και ο Γκριζοχαίτης – είχαν φτάσει στην Απαστράπτουσα μέσω Αιθέρα, με ένα επιβατηγό αεροσκάφος. Η μάγισσα, όμως, δεν είχε μείνει για πολύ στην πρωτεύουσα του Βασιλείου της Απολλώνιας. Αφού είχε αγοράσει κάποια απαραίτητα πράγματα και είχε συγκεντρώσει μερικές πληροφορίες, είχε κλείσει αεροπορικό εισιτήριο για Βανκάρη. Και τώρα, μέσα στη νύχτα, το αεροπλάνο όπου ήταν επιβιβασμένη προσγειωνόταν στον αερολιμένα της εν λόγω πόλης, στις βόρειες ακτές της Άπατης Θάλασσας.

Η Ναλτάφιρ αποβιβάστηκε μαζί με τους υπόλοιπους επιβάτες. Πήρε τις αποσκευές της (μια βαλίτσα μόνο) και έβγαλε τις γάτες της από το ειδικό κλουβί όπου τις είχε βάλει για τη διάρκεια της πτήσης. Βγήκε από τον αερολιμένα με τον Κοκκινομάτη και τον Γκριζοχαίτη να τρέχουν πίσω και γύρω της. Έριξε μια ματιά ολόγυρα, στην κίνηση του πλήθους, και πλησίασε τη γωνία όπου ήταν σταματημένο ένα τετράκυκλο επιβατηγό όχημα μετρίου μεγέθους.

«Ελεύθερος;» ρώτησε τον οδηγό.

«Μάλιστα, κυρία. Πού πάτε;»

«Σ’ένα ξενοδοχείο. Τι έχεις να μου προτείνεις;»

Ο οδηγός έτριψε το πλάι του κεφαλιού του. «Έχω ένα φυλλάδιο με κάποια που είναι καλά. Θα σας δείξω… Είστε καινούργια στην πόλη, ε;»

«Ναι.»

«Ελάτε, ελάτε· θα τα βρούμε όλα.» Βγήκε από το όχημα, πήρε τη βαλίτσα της, και την έβαλε στον αποθηκευτικό χώρο. «Οι γάτες;» ρώτησε. «Δικές σας;» Τις κοίταξε με καχυποψία.

«Μην ανησυχείς· δε θα κάνουν ζημιές.»

«Καλώς· το ελπίζω.» Ο οδηγός επέστρεψε στη θέση του μπροστά στο τιμόνι.

Η Ναλτάφιρ κάθισε πλάι του, και ο Γκριζοχαίτης πήδησε στην αγκαλιά της ενώ ο Κοκκινομάτης κουλουριάστηκε ανάμεσα στα μποτοφορεμένα πόδια της. Η μάγισσα έκλεισε την πόρτα της. «Ξεκινάμε.»

Ο οδηγός ενεργοποίησε τη μηχανή. «Λοιπόν,» είπε δίνοντας στη Ναλτάφιρ ένα φυλλάδιο, «αυτά εδώ είναι αρκετά καλά. Ρίξτε μια ματιά.» Πατώντας το πετάλι και γυρίζοντας το τιμόνι, ξεκίνησε να οδηγεί, κι έφυγαν απ’τον αερολιμένα της Βανκάρης για να κινηθούν μέσα στους φωτισμένους νυχτερινούς δρόμους της, ανάμεσα στις ψηλές πολυκατοικίες.

Τα περισσότερα ξενοδοχεία στο φυλλάδιο, παρατήρησε η Ναλτάφιρ, ήταν ό,τι ζητούσε: καλά αλλά όχι πολύ φανταχτερά. «Ωραία,» είπε. «Θα με πας εδώ.» Του έδειξε ένα από τα ξενοδοχεία. «Θα το πρότεινες;»

«Ναι, βεβαίως, γιατί όχι;» Έστριψε σ’έναν δρόμο. «Από πού είστε, αν επιτρέπεται;»

«Από τη Μοργκιάνη.»

«Τόχα σκεφτεί ότι μπορεί να ήσασταν από κει. Ξέρετε, το μαύρο δέρμα σαν τη νύχτα. Δεν έχουμε ντόπιους στην Απολλώνια με τόσο μαύρο δέρμα.»

Η Ναλτάφιρ ένευσε. «Το ξέρω.»

«Έχετε ξανάρθει στην Απολλώνια;»

«Ναι.»

«Για δουλειές ή για διασκέδαση;»

«Λίγο κι από τα δύο.»

«Θα πρότεινα τη Μακρόπολη για διασκέδαση, πάντως. Είναι μακριά από εδώ, βέβαια…»

«Ξέρω πού είναι,» είπε η Ναλτάφιρ. Στην καρδιά της Μακρόπολης βρισκόταν η διάσταση όπου κατοικούσε ο Δαίδαλος: μια διάσταση που υπήρχε παράλληλα ως προς την Απολλώνια αλλά κινιόταν πολύ διαφορετικά μέσα στον χρόνο.

«Έχετε ξαναπάει;»

«Ναι.»

«Εγώ δεν έχω πάει, για νάμαι ειλικρινής. Αλλά έχω ακούσει τα καλύτερα. Και μερικά άσχημα, εντάξει. Αλλά γενικώς είναι καλά εκεί, να πούμε – ειδικά άμα έχεις έρθει στην Απολλώνια για να διασκεδάσεις. Είμαστε τυχεροί, νομίζω, που ακόμα έρχεται κόσμος εδώ, κυρία, με τον πόλεμο κι όλα αυτά, ξέρετε…»

«Έχω ακούσει, όμως, ότι ο πόλεμός σας πηγαίνει καλύτερα.»

«Ναι, έτσι ακούμε κι εμείς. Οι Παντοκρατορικοί, λένε, έχουν προβλήματα παντού στο Γνωστό Σύμπαν. Τόσες οικογένειες, όμως, έχουν χάσει δικούς τους εδώ, στην Απολλώνια, κυρία. Το τίμημα είναι βαρύ.»

«Λυπάμαι γι’αυτό,» είπε η Ναλτάφιρ.

«Δεν έχετε τίποτα απόμακρους συγγενείς εδώ, ε;»

«Όχι.»

(Ο Γκριζοχαίτης είχε αρχίσει να κοιτάζει βαριεστημένα τον οδηγό. Ο Κοκκινομάτης δάγκωνε τα κορδόνια της αριστερής μπότας της Ναλτάφιρ. Η μάγισσα τον κλότσησε ελαφρά, κι εκείνος σταμάτησε.)

«Κανένας, βέβαια, δεν περίμενε ότι τα πράγματα θάταν εύκολα όταν στραφήκαμε εναντίον της Παντοκράτειρας. Αλλά τι να κάνεις; Να είσαι υπόδουλος; Δεν είναι κι αυτή κατάσταση, κυρία.» Ο οδηγός οδηγούσε έμπειρα στους δρόμους της Βανκάρης καθώς μιλούσε, έχοντας, μάλλον, κάνει αυτή τη διαδρομή εκατοντάδες – ίσως και χιλιάδες – φορές. «Βασικά, μπορεί τα πράγματα νάναι και πιο καλά απ’ό,τι περίμεναν πολλοί από εμάς. Γιατί, ξέρετε, βέβαια, η Συμπαντική Παντοκρατορία δεν είναι κανένα κρατίδιο· έχει δύναμη–»

«Με τον υπερδιαστασιακό στρόβιλο τι συμβαίνει;»

«Α, έχετε ακούσει γι’αυτόν, ε; Ε, εκεί τα πράγματα δεν είναι καθόλου καλά, κυρία. Ξεκίνησε από την Ταλκασία, να πούμε· έγινε κάτι με τις συγκρούσεις εκεί. Τώρα έχει φτάσει ώς τη Σερίβια. Σχεδόν ώς τη Σερίβια, απ’ό,τι λένε στα νέα. Τριάντα χιλιόμετρα απέχει. Τον έχω δει στις οθόνες πώς είναι και η τρίχα μου έχει σηκωθεί κάγκελο, σας μιλάω ειλικρινά, μα το Φως του Απόλλωνα.»

«Έχει εξαπλωθεί και προς την άλλη κατεύθυνση, έτσι;»

Ο οδηγός συνοφρυώθηκε. «Τι πράγμα;»

«Προς τα βορειοανατολικά.»

«Α, λέτε άμα έχει πάει κι απ’την άλλη μεριά, ε; Ναι, έτσι ξέρω· λένε πως έχει πάει και προς τα κει. Αλλά από κει είναι μέρη κατακτημένα απ’τους Παντοκρατορικούς, οπότε ό,τι κι αν συμβαίνει είναι υπέρ μας, άμα με καταλαβαίνετε.»

Ή έτσι νομίζετε… σκέφτηκε η Ναλτάφιρ. «Ναι,» είπε. Και ρώτησε: «Ξέρεις αν υπάρχει κανένα επιβατηγό όχημα που να πηγαίνει προς τον υπερδιαστασιακό στρόβιλο;»

«Μιλάτε σοβαρά;»

«Εννοώ, σε κάποια πόλη που να είναι σχετικά κοντά στον στρόβιλο…»

«Στη Σερίβια πηγαίνουν πλοία και αεροσκάφη…»

«Δε μ’ενδιαφέρει για κάτι τόσο μακρινό,» είπε η Ναλτάφιρ. «Μ’ενδιαφέρει για κάπου βόρεια της Βανκάρης.»

«Υπάρχουν διάφορες μικρές πόλεις βόρεια από δω, κυρία…» αποκρίθηκε σκεπτικά ο οδηγός. «Κάποιες, βέβαια, έχουν εγκαταλειφθεί. Οι κάτοικοι φοβήθηκαν απ’τον στρόβιλο κι έφυγαν. Βασικά, όλες όσες βρίσκονταν κοντά στον στρόβιλο ερήμωσαν, νομίζω. Δε νομίζω να βρείτε καμία που να απέχει ακόμα και… χμμμ… είκοσι χιλιόμετρα, να πούμε, από κει. Αφού τον βλέπεις, λένε· στα σαράντα, πενήντα χιλιόμετρα απόσταση τον βλέπεις να σκίζει τους ουρανούς.»

«Μάλιστα. Στο χάρτη μου έχω δει ότι υπάρχει σιδηρόδρομος που ξεκινά από εδώ…»

«Ναι, βέβαια. Πάει ώς την Ταλκασία, όμως. Μετά, δε συνεχίζει γιατί τον κόβει ο στρόβιλος.»

«Αλλά στην Ταλκασία φτάνει, έτσι;»

«Ναι, βέβαια. Αλλά εκεί τώρα είναι στρατός μόνο. Δεν έχει τίποτα να πάει να κάνει κανείς. Ελάχιστος κόσμος μένει εκεί. Κι από εμπορική κίνηση, τίποτα, απ’ό,τι ξέρω– Εδώ είναι το ξενοδοχείο σας, κυρία.» Ο οδηγός σταμάτησε το όχημά του μπροστά στο μεγάλο οικοδόμημα.

«Σ’ευχαριστώ για τη μεταφορά, και για τις πληροφορίες,» του είπε η Ναλτάφιρ πληρώνοντάς τον με ανάδες – το τοπικό νόμισμα της Απολλώνιας.

«Τίποτα, κυρία· απλά είμαι φιλικός με όλους. Κι ό,τι άλλο θέλετε, μπορείτε να με καλέσετε.» Της έδωσε την κάρτα του, κι έκανε να της δώσει και ρέστα.

«Δε θέλω ρέστα,» είπε η Ναλτάφιρ.

«Ευχαριστώ πολύ, κυρία.» Ο οδηγός βγήκε από το όχημα για να βγάλει τη βαλίτσα της από τον αποθηκευτικό χώρο.

Η μάγισσα και οι γάτες της τον ακολούθησαν.

4.

Το πρωί, η Ναλτάφιρ πήρε το τρένο από τον σιδηροδρομικό σταθμό της Βανκάρης και κατευθύνθηκε προς την Ταλκασία, προς το Βόρειο Μέτωπο της Απολλώνιας. Μαζί της, στο βαγόνι, μπορούσε να δει στρατιώτες, ντυμένους με τις στολές τους κι έχοντας τους μεγάλους σάκους τους και τα όπλα τους από κοντά. Επίσης, εδώ ήταν ένας μάγος με το σύμβολο του τάγματος των Βιοσκόπων καρφιτσωμένο επάνω του· δύο γυναίκες που έμοιαζαν για νοσοκόμες· ένας ιερέας του Απόλλωνα· και δύο άντρες που, εκτός από ταξιδιώτες, δεν μπορούσες να μαντέψεις τι άλλο ίσως να ήταν. Η Ναλτάφιρ είχε περάσει κολάρα στις γάτες της και τις κρατούσε με λουριά, πράγμα που ήταν καταφανές πως δεν άρεσε ούτε στον Κοκκινομάτη ούτε στον Γκριζοχαίτη. Την κοίταζαν μια παραπονιάρικα μια δολοφονικά. Οι κανονισμοί της αμαξοστοιχίας, όμως, ήταν συγκεκριμένοι: τα λυτά ζώα απαγορεύονταν μέσα στα βαγόνια.

Η Ναλτάφιρ, για κάποια ώρα, διάβαζε την προσωπική ιστορία του κάθε συνεπιβάτη της από το πρόσωπό του, τις κινήσεις των χεριών του, και τον τρόπο με τον οποίο καθόταν. Ύστερα, έκλεισε τα μάτια της και διαλογίστηκε. Αυτοί που την έβλεπαν νόμιζαν ότι την είχε πάρει ο ύπνος. Εκείνη δεν κοιμήθηκε ούτε στιγμή. Είχε επισκεφτεί έναν από τους νοητικούς κόσμους της και περιπλανιόταν εκεί, ενώ συγχρόνως ένιωθε την κίνηση του τρένου κάτω από τα πόδια της. Οι γάτες της γυρόφερναν βαριεστημένα, καθώς η Ναλτάφιρ συνέχιζε να βαστά τα λουριά τους τα οποία είχε περάσει με θηλιές γύρω από τον καρπό της.

Λίγο πριν από το μεσημέρι η αμαξοστοιχία έκανε την τελευταία της στάση, και η Ναλτάφιρ άνοιξε τα μάτια της με τις μακριές βλεφαρίδες. Είχαν φτάσει στην Ταλκασία. Ο ουρανός προς τα βόρεια, πίσω από τα ψηλά οικοδομήματα, φαινόταν να έχει πάρει μια αφύσικη κλίση, και γενικά το τοπίο, σ’εκείνη την κατεύθυνση, έμοιαζε να γέρνει παράξενα: σχεδόν σαν νερό που κυλά προς μια τρύπα. Κανένας και τίποτα δεν μπορούσε να περάσει από εκεί χωρίς να καταβροχθιστεί από τον υπερδιαστασιακό στρόβιλο. Κι όταν καταβροχθιζόταν, ήταν αδύνατο να μαντέψεις τι θα του συνέβαινε. Μπορεί απλά να καταστρεφόταν· μπορεί να κατέληγε σε κάποια άγνωστη, έρημη, απομονωμένη διάσταση· μπορεί να έβγαινε κάπου μέσα στον Αιθέρα· ή οτιδήποτε άλλο. Ακόμα και η Ναλτάφιρ ποτέ δεν θα βουτούσε μέσα σ’έναν υπερδιαστασιακό στρόβιλο. Ούτε ο Δαίδαλος ή ο Κλαρκ θα το έκαναν. Δεν υπήρχε τρόπος να ελέγξεις ένα τόσο χαοτικό κοσμικό φαινόμενο.

Ο Άζ’λεφκ, όμως… Ο Άζ’λεφκ ήταν μια άλλη περίπτωση. Και γι’αυτόν βρισκόταν εδώ η Ναλτάφιρ. Για τον μυστηριώδη μάγο που μπορεί να ευθυνόταν για τη σύνδεση της Παντοκράτειρας – της Αγαρίστης – με τον Ελκράσ’ναρχ.

Μέσα από τα όνειρα της Παντοκράτειρας, η Ναλτάφιρ είχε μάθει ότι η Αγαρίστη είχε επαφές με τον Άζ’λεφκ όταν ήταν μικρή. Ο Άζ’λεφκ ερχόταν καμια φορά στο μηχανουργείο του πατέρα της. Την ήξερε. Κρίμα που δεν κατόρθωσα να πάρω περισσότερες πληροφορίες… Υπήρχε κάτι μέσα στα όνειρα της Παντοκράτειρας που καταδίωκε τη Ναλτάφιρ, και τελικά είχε γίνει πολύ επικίνδυνο. Η Αγαρίστη είχε στραφεί εναντίον της, και η μάγισσα έπρεπε οπωσδήποτε να φύγει. Διότι ακόμα και τα όνειρα δεν είναι ακίνδυνα, όπως πολύ καλά γνώριζε.

Οι επιβάτες είχαν αρχίσει να βγαίνουν από την αμαξοστοιχία. Εκείνη δεν βιάστηκε να σηκωθεί από τη θέση της, παρότι ο Κοκκινομάτης και ο Γκριζοχαίτης τραβούσαν επίμονα τα λουριά τους και της γρύλιζαν απειλητικά. Το παρακάνεις, αφέντρα, έμοιαζαν να λένε. Θα σε γρατσουνίσουμε καταπρόσωπο όταν διαλογίζεσαι! Ελευθέρωσέ μας! Τώρα!

Όταν το βαγόνι είχε σχεδόν αδειάσει, η Ναλτάφιρ παραμέρισε τα μενεξεδιά, σγουρά μαλλιά από το μέτωπό της, πήρε τη βαλίτσα της, και βγήκε κι εκείνη από την αμαξοστοιχία. Έσκυψε και έλυσε τα κολάρα από τους λαιμούς των γατών της, οπότε ο Κοκκινομάτης κι ο Γκριζοχαίτης πάραυτα εξαφανίστηκαν ανάμεσα στον κόσμο. Η Ναλτάφιρ δεν ανησυχούσε· σύντομα θα επέστρεφαν κοντά της. Τράβηξε ένα ζευγάρι σκούρα γυαλιά από την καπαρντίνα της και τα φόρεσε, γιατί ο ήλιος ήταν δυνατός.

Ο σιδηροδρομικός σταθμός της Ταλκασίας ήταν γεμάτος στρατιώτες και συγγενείς, γνωστούς, εραστές, και φίλους στρατιωτών, καθώς επίσης και ανθρώπους που πρόσφεραν πολύτιμες υπηρεσίες στο Μέτωπο χωρίς οι ίδιοι να σκοτώνουν (εκτός αν αποδεικνυόταν απαραίτητο, ίσως): γιατροί, νοσοκόμοι, μάγοι (των ταγμάτων των Βιοσκόπων και των Τεχνομαθών, κυρίως), μηχανικοί, οδηγοί, εργάτες…

Η Ναλτάφιρ βάδισε προς την έξοδο του σταθμού, και όταν ήταν εκεί, οι γάτες της τη συνάντησαν κουνώντας τις ουρές τους. Η μάγισσα αναστέναξε κοιτάζοντας την πόλη αντίκρυ της που ήταν φανερά σφυροκοπημένη από χρόνια συνεχούς πολέμου. Υπήρχαν πολυκατοικίες που απέμεναν μονάχα οι σκελετοί τους· πολυκατοικίες που ήταν μισογκρεμισμένες, σαν πύργοι κομμένοι οριζόντια, στη μέση· πολυκατοικίες που έλειπε η μια τους μεριά, σαν πρόσωπα που είχαν χτυπηθεί μονόπλευρα από κάποια έκρηξη· υπήρχαν οικοδομήματα τα οποία ήταν φανερό ότι είχαν χτιστεί πρόσφατα, για τις ανάγκες του πολέμου· υπήρχαν οχυρωματικά έργα, και πολυκατοικίες που είχαν αρχίσει να ανοικοδομούνται, μάλλον προκειμένου να φιλοξενήσουν κατοίκους, όχι στρατό. Σ’ένα σημείο φαινόταν ο αέρας να θολώνει, και η Ναλτάφιρ αμέσως αναγνώρισε τη Μαγγανεία Αντιπυραυλικού Πεδίου.

Δε μπορώ να μείνω εδώ, συμπέρανε. Δε νόμιζε ότι θα έβρισκε και πολλά ξενοδοχεία, κι αυτά που ίσως να έβρισκε δεν θα ήταν και τα καλύτερα. Επιπλέον, δεν είχε έρθει με σκοπό να μείνει. Και δεν αισθανόταν και τόσο κουρασμένη από το ταξίδι· είχε την ικανότητα να χαλαρώνει ακόμα και μέσα σ’ένα βαγόνι τρένου, ακούγοντας τους τροχούς να γδέρνουν τις ράγες από κάτω της και τις μηχανές να μουγκρίζουν και τον κόσμο γύρω της να μουρμουρίζει ή να ροχαλίζει.

«Ελάτε, κύριοι,» είπε στους γάτους της, και βάδισε μέσα στην κατακρεουργημένη από τον πόλεμο Ταλκασία.

Γύρω της έβλεπε στρατιώτες και ανθρώπους που δούλευαν εδώ, φορτηγά οχήματα και κάρα που τα τραβούσαν άλογα (για μεταφορές σε μικρές αποστάσεις με μηδενική κατανάλωση ενέργειας), μεγάλα άρματα μάχης και μικρά άρματα μάχης, δίκυκλα οχήματα (χρησιμοποιούμενα, μάλλον, από μαντατοφόρους), και τετράκυκλα και τρίκυκλα οχήματα. Ελικόπτερα πετούσαν κάθε τόσο ανάμεσα στις πολυκατοικίες, και μαχητικά αεροπλάνα έκαναν συνεχώς βόλτες γύρω από την Ταλκασία – αποφεύγοντας, εννοείται, την περιοχή του υπερδιαστασιακού στροβίλου, ο οποίος εκτεινόταν από τα πιο ψηλά στρώματα του ουρανού ώς τα κατώτερα στρώματα του υπεδάφους.

Η Ναλτάφιρ δεν το θεωρούσε και πολύ πιθανό να έβρισκε ν’αγοράσει κάποιο όχημα εδώ. Όλα τα τροχοφόρα φαινόταν να είναι στη διάθεση του στρατού. Μπορεί, όμως, να έβρισκε άλογο – το οποίο τη βόλευε. Ή, ακόμα καλύτερα, Σερπετό. Τα προτιμούσε τα Σερπετά της Απολλώνιας. Παρότι κατά κανόνα πιο αργοκίνητα από τα άλογα, ήταν πολύ πιο ανθεκτικά και είχαν μια ιδιαίτερη σύνδεση με τη φύση της διάστασης, την οποία η Ναλτάφιρ μπορούσε να διαισθανθεί.

Ρωτώντας κατόρθωσε να πληροφορηθεί πού μπορούσε να αγοράσει ένα Σερπετό. Πήγε προς τα εκεί – σε μια άκρη της πόλης – και είδε τη μάντρα για την οποία της είχαν μιλήσει. Υπήρχαν άλογα εδώ, και κάποια Σερπετά. Παραδίπλα ήταν ένα σπίτι.

Η Ναλτάφιρ, ρίχνοντας μια σύντομη ματιά πάνω απ’τον ώμο της, είδε από απόσταση έναν καβαλάρη που είχε σταματήσει επάνω σε σημείο ύποπτο. Θα μπορούσε να την παρακολουθεί. Κάποιος πράκτορας της Επανάστασης, ίσως; Ή ανιχνευτής του στρατού; Την είχαν υποπτευθεί, λοιπόν. Φοβόνταν ότι μπορεί να ήταν πράκτορας της Παντοκράτειρας. Αναμφίβολα, το μαύρο δέρμα της και τα μενεξεδιά μαλλιά της ήταν τα πρώτα πράγματα που θα είχαν τραβήξει την προσοχή των στρατιωτών της Απολλώνιας.

Θα πρέπει να τον κάνουμε να μας χάσει, σύντομα, σκέφτηκε η Ναλτάφιρ, γιατί δεν ήθελε κανένας να την παρακολουθήσει εκεί όπου θα πήγαινε.

Πλησίασε τη μάντρα σα να μη συνέβαινε τίποτα. Συνάντησε έναν άντρα ο οποίος φυλούσε τα ζώα και μίλησε μαζί του. Τα Σερπετά, φυσικά, τα πουλούσε ακριβότερα από τα άλογα. «Είναι πολύ πιστά, όμως,» τόνισε. «Θα δώσουν την ψυχή τους για σένα, άμα τους φέρεσαι καλά.» Η Ναλτάφιρ δεν αμφέβαλλε για την πίστη των Σερπετών. Είχαν μια σχεδόν ανθρώπινη νοημοσύνη. Μια νοημοσύνη, ίσως, ανώτερη της ανθρώπινης – από διαισθητική άποψη, τουλάχιστον. Τα Σερπετά, ουσιαστικά, δέχονταν να γίνουν υποζύγια, για δικούς τους λόγους. Δεν υπήρχε τρόπος να υποτάξεις ένα Σερπετό που το ίδιο δεν ήθελε να υπηρετήσει. Τα άγρια Σερπετά της Απολλώνιας ήταν πολύ άγρια. Ορισμένα από αυτά εξημερώνονταν, ασφαλώς, όμως και πάλι με δική τους θέληση, ήταν βέβαιη η Ναλτάφιρ.

Πλήρωσε τον άντρα με χαρτονομίσματα και κοίταξε τα Σερπετά το ένα μετά το άλλο, χωρίς βιασύνη. Ένα από αυτά κατέβασε το μακρύ, επίμηκες κεφάλι του σαν για να τη χαιρετήσει· το επικίνδυνο κέρατο πάνω από τη μουσούδα του γυάλισε στο φως του μεσημεριανού Απολλώνιου ήλιου. Η κίνηση του πλάσματος έμοιαζε να καλεί τη Ναλτάφιρ, και κανένα από τα άλλα δεν έκανε παρόμοια κίνηση. Η μάγισσα αποφάσισε ν’αγοράσει αυτό.

Ο άντρας το έβγαλε από τη μάντρα, το σέλωσε, και το χαλίνωσε, και η Ναλτάφιρ το καβάλησε με κάποια μικρή δυσκολία που οφειλόταν σ’εκείνη, όχι στο ερπετοειδές πλάσμα. Οι γάτες της πήδησαν, επίσης, επάνω.

«Στο καλό, κυρία,» τη χαιρέτησε ο άντρας.

Η Ναλτάφιρ έγνεψε προς το μέρος του και έφυγε, κατευθυνόμενη νοτιοδυτικά, έχοντας πάντα τον υπερδιαστασιακό στρόβιλο στα δεξιά της. Το τοπίο, από εκείνη τη μεριά, έγερνε με αφύσικο τρόπο. Αν κάποιος δεν ήξερε τι συνέβαινε, θα νόμιζε ότι είχε παραισθήσεις. Η ίδια η πραγματικότητα της Απολλώνιας αλλοιωνόταν εφιαλτικά, λες και η ύλη της να ήταν ρευστή.

Όπως και ήταν, φυσικά. Ενέργεια. Τα πάντα ήταν, στο βάθος τους, ενέργεια, γνώριζε η Ναλτάφιρ.

Πίσω της, ο καβαλάρης συνέχιζε να την ακολουθεί.

Η Ναλτάφιρ οδήγησε το Σερπετό της μέσα σ’ένα σύδεντρο, επικίνδυνα κοντά στον υπερδιαστασιακό στρόβιλο. Αισθανόταν το πλάσμα τσιτωμένο από κάτω της, φοβισμένο. «Μην ανησυχείς,» του ψιθύρισε αγγίζοντας τις γκρίζες φολίδες του κεφαλιού του· «ξέρω τι κάνω.» Οι γάτες της νιαούρισαν ανήσυχα. Η Ναλτάφιρ τράβηξε το αριστερό (και μοναδικό) αφτί του Κοκκινομάτη· εκείνος έκλεισε το ένα από τα κόκκινα μάτια του, νευρικά.

Η μάγισσα, όταν ήταν βέβαιη πως είχε πλέον κρυφτεί από το βλέμμα του κατασκόπου, σταμάτησε το Σερπετό και έκανε μια Μαγγανεία Νοητικής Συγχύσεως, με ταχύτητα και ισχύ που ένας συμβατικός μάγος (ακόμα και του τάγματος των Διαλογιστών) δεν θα θεωρούσε εφικτές. Ύστερα, η Ναλτάφιρ βγήκε από τη νότια μεριά του σύδεντρου και συνέχισε το ταξίδι της…

…ενώ ο κατάσκοπος την είδε να βγαίνει από τη βόρεια μεριά και να χάνεται μέσα στον υπερδιαστασιακό στρόβιλο.

Σταμάτησε σαστισμένος, μη μπορώντας για κάποια ώρα να πάρει τα μάτια του από εκεί. Μην ξέροντας τι να κάνει.

Ώς τότε, η Ναλτάφιρ είχε απομακρυνθεί για τα καλά.

5.

Ο Οδυσσέας, όταν ξημέρωσε, κανόνισε τα πάντα ώστε να είναι όπως τα ήθελε για την επίθεση. Έτσι, όταν ήρθε η βαθιά νύχτα, είχε την ομάδα του έτοιμη. Αποτελείτο από εννιά ανθρώπους, και θα χωριζόταν στα τρία: τέσσερις και τέσσερις και ένας. Ο Οδυσσέας, ο Ευθύπορος, ο Φέτανιρ, και ο Σθένελος’σαρ θα πήγαιναν για το σημείο εστίασης στον τέταρτο όροφο της πολυκατοικίας. Η Αθηνά, η Νικίτα, η Αριάδνη’ταρ, και ο Βαλέριος θα πήγαιναν για το σημείο εστίασης στον πύργο ελέγχου. Ο Προαιρέσιος θα τους περίμενε μέσα στο αεροσκάφος του, ώστε μόλις φύγουν από την πόλη (κατά πάσα πιθανότητα, κυνηγημένοι) να τους πάρει και να πετάξουν.

Τα δύο αντιπυραυλικά πεδία στη νότια μεριά της Νούμβρια ήταν το ένα δυτικά και το άλλο ανατολικά. Αυτό που ενδιέφερε τον Οδυσσέα ήταν το πρώτο. Επομένως, οι Απολλώνιες στρατιωτικές δυνάμεις επιτέθηκαν αιφνίδια στα ανατολικά, ώστε να τραβήξουν την προσοχή των Παντοκρατορικών προς τα εκεί. Άρματα μάχης, πεζοί πολεμιστές, και καβαλάρηδες μπήκαν σε κίνηση. Κανόνια πυροβολούσαν, και ρουκέτες και βόμβες εκτοξεύονταν.

«Ωραία,» είπε ο Οδυσσέας, κοιτάζοντας από την άκρη του Απολλώνιου στρατοπέδου τις συγκρούσεις που είχαν μόλις αρχίσει. «Ξεκινάμε.»

Η ομάδα του χωρίστηκε, και πήγαν προς τη νοτιοδυτική μεριά της Νούμβρια, μέσα στη νύχτα, πεζοί όλοι τους και ντυμένοι με μαύρα ρούχα ώστε να γίνονται ένα με το σκοτάδι. Η Γλαυκή ήταν μισοκρυμμένη πίσω από τα σύννεφα, πράγμα που τους συνέφερε, προσφέροντάς τους επιπρόσθετη κάλυψη. Το τοπίο, επίσης, αν και ξερό ύστερα από τόσες εκρήξεις και συγκρούσεις, τους βοηθούσε στο να παραμένουν αθέατοι. Υπήρχαν συντρίμμια από οχήματα και αεροσκάφη εδώ κι εκεί, πίσω απ’τα οποία μπορούσαν να κρυφτούν· υπήρχαν χαντάκια και αναχώματα, παλιά οχυρωματικά έργα, σκελετωμένα δέντρα που, ως εκ θαύματος, ακόμα στέκονταν, και βράχοι μαυρισμένοι από τους καπνούς και τις φωτιές.

Ο Οδυσσέας, σύντομα, έχασε από τα μάτια του την Αριάδνη’ταρ, την Αθηνά, τη Νικίτα, και τον Βαλέριο. Έβλεπε τώρα μονάχα όσους ήταν γύρω του, κι αυτούς μετά βίας λόγω της σκοτεινιάς.

Τους εμπιστευόταν και τους τρεις τους· τους θεωρούσε καλούς επαναστάτες που είχαν αποδείξει την αξία τους ξανά και ξανά.

Ο Φέτανιρ ήταν ένας άντρας από τη Μοργκιάνη, μαυρόδερμος και ικανός σε πολλά θέματα. Είχε υπηρετήσει την Επανάσταση σε διάφορες διαστάσεις, καθώς ήταν από παλιά στο πλευρό του Ανδρόνικου και εναντίον των Παντοκρατορικών. Όταν ο Φέτανιρ ήταν νεότερος, ο Οδυσσέας θα τον χαρακτήριζε, ίσως, παρορμητικό ορισμένες φορές· τώρα πλέον δεν ήξερε αν αυτός ο χαρακτηρισμός θα ήταν σωστός.

Ο Ευθύπορος είχε γαλανό δέρμα και καταγόταν από τη Σεργήλη. Ήταν πολεμιστής της Παντοκράτειρας και υπηρετούσε στην Αρβήντλια προτού μεταστραφεί και έρθει με το μέρος της Επανάστασης. Κανονικά, ένας τέτοιος άνθρωπος πιθανώς να θεωρείτο ύποπτος για προδοσία (Όταν έχεις προδώσει μία φορά, γιατί όχι και δεύτερη;), αλλά ήταν πλέον κάποια χρόνια στο πλευρό της Επανάστασης και δεν είχε δώσει την παραμικρή αιτία για να αμφιβάλλει ο Οδυσσέας για την πίστη του.

Ο Σθένελος’σαρ ήταν ένας μάγος του τάγματος των Ερευνητών, που είχε υπηρετήσει πολλές φορές στο Βόρειο και στο Νότιο Μέτωπο της Απολλώνιας και είχε γνωρίσει επαναστάτες προτού ο Οδυσσέας αποφασίσει να τον βάλει στις πιο σοβαρές αποστολές της Επανάστασης. Ήταν πολύ μικρότερος από τον Πρόμαχο, μικρότερος από τριάντα χρονών, αλλά είχε αποδείξει ότι ήταν καλός σ’αυτό που έκανε. Και τώρα ο Οδυσσέας ήθελε να έχει έναν μάγο μαζί του, για παν ενδεχόμενο.

Πλησίασαν την άκρη της Νούμβρια οι τέσσερίς τους και σταμάτησαν μέσα σ’ένα χαντάκι που μάλλον είχε δημιουργηθεί ύστερα από απανωτές εκρήξεις. Ύψωσαν τα κιάλια τους στα μάτια και κοίταξαν μέσα στη νύχτα. Είχαν όλα νυχτερινή όραση, η οποία λειτουργούσε με μπαταρία και βοηθούσε να διακρίνεις μορφές στο σκοτάδι. Ο Οδυσσέας είδε την πολυκατοικία για την οποία είχαν μιλήσει η Αθηνά, η Νικίτα, και η Αριάδνη. Ήταν, πράγματι, καλά φυλαγμένη από τις δυνάμεις της Παντοκράτειρας, ακόμα και τώρα που γινόταν επίθεση στ’ανατολικά.

Κατέβασε τα κιάλια του. «Πλησιάζουμε,» είπε, και οι σύντροφοί του τον ακολούθησαν, έξω απ’το χαντάκι και προς τη σκοτεινή πόλη, έχοντας στα χέρια τους οπλισμένες βαλλίστρες, που, σε αντίθεση με τα πυροβόλα όπλα, δεν θα έκαναν θόρυβο όταν σκότωναν κάποιον φρουρό.

Και σύντομα χρειάστηκε όντως να σκοτώσουν – δύο φρουρούς – για να πάνε κοντά στο συρματόπλεγμα της περιμέτρου των Παντοκρατορικών. Ο Φέτανιρ έβγαλε τα εργαλεία που είχε στον σάκο του κι έκοψε το συρματόπλεγμα σ’ένα σημείο, δημιουργώντας τρύπα. Ταυτόχρονα, ο Σθένελος’σαρ χρησιμοποιούσε κάποιο ξόρκι (ή ξόρκια)· ο Οδυσσέας μπορούσε να το καταλάβει από το γεγονός ότι ο μάγος μουρμούριζε ακατανόητα μέσα απ’την κουκούλα του κι έκανε σύντομες χειρονομίες κάπου-κάπου. Μάλλον ερευνούσε για κάτι – αισθητήρες που μπορούσαν να τους εντοπίσουν, τηλεοπτικούς πομπούς, ή τίποτ’ άλλο.

Ο Ευθύπορος πέρασε πρώτος από την τρύπα του συρματοπλέγματος, έχοντας ξανά τη βαλλίστρα του οπλισμένη, και ο Οδυσσέας τον ακολούθησε. Πίσω από αυτόν ήρθαν ο Σθένελος και ο Φέτανιρ. Προχώρησαν μέσα στους δρόμους της σφυροκοπημένης από τον πόλεμο Νούμβρια, γλιστρώντας από το ένα πυκνό σκοτάδι στο άλλο, αποφεύγοντας τα φώτα των Παντοκρατορικών τα οποία βρίσκονταν κυρίως στις γωνίες. Οι πολυκατοικίες έμοιαζαν με γιγάντια ερείπια γύρω τους – και ήταν. Κανένας δεν έμενε εδώ πλέον· μονάχα στρατός της Παντοκράτειρας σε ορισμένες. Τα υπόλοιπα οικοδομήματα χρησιμοποιούνταν απλώς ως οχυρωματικά έργα.

Η ομάδα του Οδυσσέα σταμάτησε μέσα σ’ένα κατασκότεινο στενορύμι, αντίκρυ στην πολυκατοικία όπου βρισκόταν το ένα απ’τα σημεία εστίασης της Μαγγανείας Αντιπυραυλικού Πεδίου. Δε χρειαζόταν να συζητήσουν αναμεταξύ τους για το τι έπρεπε να κάνουν, πώς να προχωρήσουν. Τα είχαν συμφωνήσει όλα προτού ξεκινήσουν από το Απολλώνιο στρατόπεδο. Ο Οδυσσέας ήθελε μονάχα να βεβαιωθεί για ένα πράγμα: ότι η πολυκατοικία πλάι σ’αυτήν που τους ενδιέφερε ήταν όντως εγκαταλειμμένη όπως είχαν αναφέρει οι Μαύρες Δράκαινες. Έφερε τα κιάλια του στα μάτια και την κοίταξε, ερευνητικά.

Πρέπει να είναι, σκέφτηκε τελικά, και κατέβασε τα κιάλια.

«Πρόμαχε;» είπε ο Φέτανιρ.

Ο Οδυσσέας ένευσε. «Πάμε.»

6.

Η Νικίτα δεν ήταν και τόσο σίγουρη ότι αυτός ο Βαλέριος τούς χρειαζόταν. Και μόνες τους θα μπορούσαν να τα καταφέρουν. Αλλά ο Πρόμαχος είχε επιμείνει: «Αφού τέσσερις θα πάνε στο ένα σημείο, τέσσερις πρέπει να πάνε και στο άλλο. Μην είστε τόσο σίγουρες για τον εαυτό σας.» Η Νικίτα, όμως, εξακολουθούσε να πιστεύει ότι ο Βαλέριος απλά θα τις καθυστερούσε. Δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένας επαναστάτης γεννημένος στην Απολλώνια· δεν είχε την εκπαίδευση Μαύρης Δράκαινας. Και η Νικίτα δεν τον γνώριζε παλιότερα· τον είχε δει μονάχα κατά τύχη μερικές φορές. Ήταν ψηλός και γεροδεμένος, και είχε εκείνο τον τύπο σώματος που, παρότι δεν ήταν πλατύ και μεγάλο, έδινε την εντύπωση πως ήταν σκληρό σαν πέτρα. Τα μαλλιά του ήταν καστανά και κοντά, και είχε καλοψαλιδισμένο μούσι. Ο Οδυσσέας είχε πει ότι ο Βαλέριος ήταν από τους ανθρώπους που έχουν κάνει τα χίλια-και-ένα επαγγέλματα. Κάποτε, ήταν ιδιωτικός ερευνητής· κάποτε, διαδιαστασιακός μαντατοφόρος· κάποτε, μισθοφόρος· κάποτε, δύτης… Και υπηρετούσε την Επανάσταση σχεδόν από τότε που ξεκίνησε, ενώ πιο πριν δεν είχε καμια ιδιαίτερη σύνδεση με τους Παντοκρατορικούς.

Παρ’όλ’αυτά, η Νικίτα δεν νόμιζε πως τους ήταν κι απαραίτητος.

Καθώς τώρα οι τέσσερίς τους διέσχιζαν το ρημαγμένο τοπίο πριν από τη Νούμβρια και πλησίαζαν την πόλη μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, η Μαύρη Δράκαινα όφειλε να παρατηρήσει ότι ο Βαλέριος έμοιαζε να κινείται έμπειρα, σχεδόν όπως εκείνη, η Αθήνα, και η Αριάδνη. Ήταν κι ανιχνευτής κάποτε, λοιπόν; σκέφτηκε η Νικίτα, λιγάκι ειρωνικά. Πόσο χρονώ να ήταν ο Βαλέριος, άραγε; Η ηλικία του της φάνταζε μυστηριώδης. Θα μπορούσε να ήταν από τριάντα-πέντε μέχρι πενήντα.

Πλησίασαν το συρματόπλεγμα, αφού η Νικίτα σκότωσε έναν Παντοκρατορικό φρουρό με μια καλοσημαδεμένη βολή της βαλλίστρας της που είχε στόχαστρο με νυχτερινή όραση. Το βέλος διαπέρασε τον λαιμό του άντρα κι εκείνος κατέρρευσε σαν πάνινη κούκλα.

Η Αθηνά τράβηξε απ’τον σάκο της ένα πλατύ, κοντό σπαθί που περιείχε ισχυρές μπαταρίες στο εσωτερικό της λαβής. Πάτησε το κουμπί στον προφυλακτήρα του όπλου και η λεπίδα φορτίστηκε από ενέργεια. Η Αθηνά σπάθισε επιδέξια το συρματόπλεγμα, κόβοντάς το πανεύκολα και δημιουργώντας μια τρύπα. Η Αριάδνη’ταρ, εν τω μεταξύ, χρησιμοποιούσε κάποια ανιχνευτικά ξόρκια. Όταν έγνεψε στους υπόλοιπους, εκείνοι μπήκαν. Πρώτη η Νικίτα, μετά ο Βαλέριος, μετά η Αθηνά, και τελευταία η μάγισσα.

Ο πύργος ελέγχου που τους ενδιέφερε δεν ήταν μακριά από εδώ. Βρισκόταν σε σημείο όπου, σε περίπτωση επίθεσης, μπορούσε να χρησιμοποιήσει το ενεργειακό του κανόνι εναντίον των Απολλώνιων. Τώρα, το κανόνι δεν ήταν σε λειτουργία· οι συμπλοκές που διεξάγονταν ήταν μακριά από εδώ, στα νοτιοανατολικά της Νούμβρια.

Η προσοχή των στρατιωτών που φρουρούσαν γύρω από τον πύργο έμοιαζε να είναι αποσπασμένη, όμως. Στραμμένη προς τα ανατολικά. Πράγμα που συνέφερε την ομάδα της Νικίτας, ασφαλώς. Οι δύο Μαύρες Δράκαινες, η μάγισσα του τάγματος των Δρακαινών, και ο Βαλέριος ζύγωσαν όσο μπορούσαν να ζυγώσουν, και κρύφτηκαν πίσω από τη γωνία ενός εγκαταλειμμένου οικοδομήματος που ήταν κατά το ήμισυ γκρεμισμένο.

Από δω και πέρα έπρεπε να κάνουν τον δικό τους αντιπερισπασμό.

7.

Ο Οδυσσέας, ο Φέτανιρ, ο Σθένελος’σαρ, και ο Ευθύπορος γλίστρησαν μέσα στην εγκαταλειμμένη πολυκατοικία, και είδαν ότι ήταν αδύνατο να πλοηγηθούν εδώ μέσα χωρίς τουλάχιστον κάποιο μικρό φως. Έτσι ο Φέτανιρ άναψε έναν φακό με εστιασμένη δέσμη και τον κράτησε στραμμένο χαμηλά, ώστε να μην υπάρχουν παρά ελάχιστες πιθανότητες να τον προσέξουν οι Παντοκρατορικοί και να υποπτευθούν ότι κάτι επικίνδυνο μπορεί να συνέβαινε.

Ο ανελκυστήρας της πολυκατοικίας ήταν κατεστραμμένος· αποκλείεται να τον χρησιμοποιούσαν· οπότε άρχισαν ν’ανεβαίνουν τα πατώματα από τις σκάλες, ακούγοντας θραύσματα διαφόρων ειδών να τρίζουν κάτω από τις μπότες τους. Κρατούσαν ακόμα τις βαλλίστρες τους στα χέρια, οπλισμένες, για την απίθανη περίπτωση ότι μπορεί να συναντούσαν κάποιον μοναχικό φρουρό. Όμως όλοι τους υποπτεύονταν πως, αν τώρα συναντούσαν κάτι, δεν θα ήταν ένας μοναχικός φρουρός· μάλλον θα χρειαζόταν να αντιμετωπίσουν αρκετούς Παντοκρατορικούς, και οι βαλλίστρες δεν θα τους βόλευαν πλέον, γιατί το ζητούμενο δεν θα ήταν η ησυχία αλλά η ταχύτητα και η δύναμη πυρός.

Ο Σθένελος μουρμούριζε πάλι ξόρκια καθώς ανέβαιναν. Ήταν προσεχτικός. Ακριβώς όπως όφειλε, σκέφτηκε ο Οδυσσέας.

Ωστόσο, δεν βρήκαν κανέναν και τίποτα στον δρόμο τους, και έφτασαν γρήγορα στον τέταρτο όροφο της πολυκατοικίας, αντίκρυ στον αντίστοιχο όροφο της πλαϊνής πολυκατοικίας που τους ενδιέφερε.

Ο Οδυσσέας κοίταξε, επιφυλακτικά, από ένα παράθυρο. Στα αντικρινά μπαλκόνια υπήρχαν φρουροί, φυσικά. Θα έπρεπε να τους ξεπαστρέψουν σε ένα και μόνο σημείο και να περάσουν γρήγορα απέναντι. Ο Οδυσσέας έριξε μια ματιά σ’όλες τις θέσεις όπου βρίσκονταν Παντοκρατορικοί πολεμιστές. Δύσκολα τα πράγματα, παρατήρησε. Δε μπορούσαν, όμως, να κάνουν πίσω τώρα. Και δεν θα ήθελε να κάνουν πίσω. Εξάλλου, παρότι δύσκολη, η κατάσταση δεν ήταν απέλπιδη.

«Εκεί,» είπε στους συντρόφους του, δείχνοντας ένα μπαλκόνι που βρισκόταν πιο μακριά από τα άλλα και σε γωνία που το έκανε να μην είναι άμεσα φανερό από αυτά· χρειαζόταν να πας στην άκρη τους και να γυρίσεις εσκεμμένα για να το κοιτάξεις. «Αλλά θα πρέπει να φανούμε γρήγοροι.»

«Εννοείται,» αποκρίθηκε ο Φέτανιρ.

Στο αντικρινό μπαλκόνι στέκονταν δύο Παντοκρατορικές πολεμίστριες, ντυμένες με τις λευκές στολές τους κι έχοντας τα τουφέκια τους στα χέρια. Ο Ευθύπορος και ο Οδυσσέας ύψωσαν τις βαλλίστρες τους και τις σημάδεψαν μέσα από τα στόχαστρα.

«Τώρα,» είπε ο Πρόμαχος, και πάτησαν μαζί τη σκανδάλη. Το δικό του ατσάλινο βέλος καρφώθηκε στο κεφάλι της μιας γυναίκας, το βέλος του Ευθύπορου καρφώθηκε στο στήθος της άλλης. Κι οι δύο σωριάστηκαν χωρίς φασαρία.

Ο Φέτανιρ κι ο Σθένελος είχαν, εν τω μεταξύ, βγάλει και ετοιμάσει τα εργαλεία που θα τους χρειάζονταν για να περάσουν απέναντι. Τώρα, ο πρώτος ύψωσε τη βαλλίστρα του και εκτόξευσε τον γάντζο-βέλος στο πέρας του οποίου ήταν δεμένο το ένα σχοινί. Ο γάντζος κατέληξε στο μπαλκόνι όπου βρίσκονταν πεσμένες οι νεκρές πολεμίστριες· ο Φέτανιρ τον τράβηξε προς τη μεριά του, μέσω του σχοινιού, κι αυτός πιάστηκε στα κάγκελα. Ο Σθένελος εκτόξευσε τον δεύτερο γάντζο με τη δική του βαλλίστρα, και τον έπιασε με παρόμοιο τρόπο στα κάγκελα του μπαλκονιού. Μετά, έδεσαν τα σχοινιά στην οροφή του μπαλκονιού όπου στέκονταν, έτσι ώστε να έχουν καθοδική κλίση. Ο Φέτανιρ, τότε, έκλεισε μια αλυσίδα ανάμεσα στα δύο σχοινιά: μια αλυσίδα τυλιγμένη με μαύρο δέρμα.

«Πηγαίνω εγώ πρώτος, Πρόμαχε,» είπε.

Ο Οδυσσέας ένευσε. Ο Φέτανιρ ήταν, αναμφίβολα, ο πιο ευέλικτος από όλους τους. Αν παρουσιαζόταν κάποιο πρόβλημα στο αυτοσχέδιο μεταφορικό τους μέσο, σίγουρα θα το αντιμετώπιζε καλύτερα εκείνος παρά οποιοσδήποτε άλλος.

Ο μαυρόδερμος επαναστάτης πιάστηκε, και με τα δύο χέρια, από την τυλιγμένη με δέρμα αλυσίδα και πήδησε απ’το μπαλκόνι, κλοτσώντας προς τα πίσω για να δώσει ώθηση στον εαυτό του. Η αλυσίδα γλίστρησε άνετα πάνω στα δύο σχοινιά, οδηγώντας τον Φέτανιρ στο αντικρινό μπαλκόνι. Εκείνος πιάστηκε από τα κάγκελα κι ανέβηκε. Τράβηξε το πιστόλι του και κοίταξε προς το εσωτερικό του οικοδομήματος.

Ο Οδυσσέας είχε, ώς τότε, περάσει μια δεύτερη αλυσίδα στα σχοινιά, και τώρα την άρπαξε κι ακολούθησε τον Φέτανιρ, φτάνοντας στον προορισμό του με την ίδια ευκολία. Ο Σθένελος’σαρ και ο Ευθύπορος ήρθαν με παρόμοιο τρόπο.

«Να δούμε πώς θα φύγουμε κιόλας από δω μέσα…» μουρμούρισε ο τελευταίος, καθώς έμπαιναν στην πολυκατοικία, όλοι τους τώρα με πιστόλια και ξιφίδια στα χέρια.

Το εσωτερικό του οικοδομήματος ήταν σε μαύρα χάλια, αλλά επίσης ήταν φανερό πως κάποιοι έρχονταν εδώ, καθώς υπήρχαν όπλα, φαγητά, και ποτά αφημένα πάνω σε έπιπλα.

Μετά από μια πόρτα ο Οδυσσέας είδε έναν διάδρομο, και φρουρούς μέσα στον διάδρομο. Είμαστε, λοιπόν, σε καλό δρόμο. Το μέρος όπου βρισκόταν ο αισθητήρας του σημείου εστίασης, σίγουρα, δεν θα ήταν αφύλαχτο.

Τρεις φρουροί…

Ο Οδυσσέας έκανε νόημα στους συντρόφους του, και πυροβόλησαν από τις άκριες της πόρτας, καλυμμένοι από τον τοίχο. Οι Παντοκρατορικοί μετά βίας πρόλαβαν να ανταποδώσουν, προτού πέσουν όλοι τους νεκροί.

Τότε, όμως, μια πόρτα άνοιξε στον διάδρομο και κάποιοι πυροβόλησαν από εκεί, καλά καλυμμένοι όπως ο Οδυσσέας και η ομάδα του.

8.

Ο Βαλέριος, τελικά, μπορεί να φαινόταν χρήσιμος σε κάτι. Η Νικίτα τον έστειλε να κάνει τον αντιπερισπασμό. Έτσι δεν θα χρειαστεί κάποια από εμάς να απομακρυνθεί, και θα κινηθούμε κι οι τρεις μας συγχρόνως. Ο Βαλέριος δεν έφερε αντίρρηση: πήρε τα εκρηκτικά και έφυγε από κοντά τους, γλιστρώντας μέσα στα σκοτάδια των παρυφών της Νούμβρια. Η Νικίτα τον έχασε γρήγορα από τα μάτια της. Ξέρει πώς να κινείται, παρατήρησε γι’ακόμα μια φορά· αυτό είναι βέβαιο.

Η Αριάδνη’ταρ έκανε κάποιο ξόρκι – ανιχνευτικό μάλλον. Η μάγισσα ανησυχεί πολύ, νομίζω, σκέφτηκε η Νικίτα, έχοντας έτοιμα τα όπλα της – ένα πιστόλι στο χέρι, και το ξιφίδιό της στη ζώνη, εκεί όπου μπορούσε αμέσως να το τραβήξει. Πλάι της, η Αθηνά ήταν παρόμοια προετοιμασμένη. Τα μάτια της γυάλιζαν επάνω στο κατάμαυρο πρόσωπό της.

Μια δυνατή έκρηξη έγινε από μια πολυκατοικία εκεί κοντά–

Βρόντος και φως.

Φωτιά.

Οι Παντοκρατορικοί γύρω από τον πύργο ελέγχου μπήκαν σε ξαφνική κίνηση. Φωνές αντηχούσαν, όπλα υψώνονταν.

Η Νικίτα, η Αθηνά, και η Αριάδνη δεν χρειαζόταν να μιλήσουν· ήξεραν κι οι τρεις τους ότι τώρα ήταν η στιγμή να κινηθούν. Και κινήθηκαν. Βγαίνοντας από την κρυψώνα τους, ντυμένες κατάμαυρα και κουκουλωμένες, ένα με τη νύχτα και τα σκοτάδια της, ζύγωσαν τον πύργο ελέγχου και τα οχήματα που τον περιστοίχιζαν.

Ήταν αδύνατο να αποφύγουν κάθε σύγκρουση, αλλά ήθελαν να περάσουν όσο γινόταν πιο εύκολα και πιο απαρατήρητες. Η Νικίτα τράβηξε στιγμιαία το ξιφίδιό της και κάρφωσε στον λαιμό έναν Παντοκρατορικό πολεμιστή που την είδε. Παραδίπλα, η Αθηνά γλίστρησε κάτω από ένα ψηλό όχημα και κύλησε πλαγιαστά προτού ξανασηκωθεί στα πόδια της από την άλλη μεριά. Η Αριάδνη’ταρ πέρασε πίσω από ένα μικρό φορτηγό, κλότσησε τον οδηγό που εκείνη τη στιγμή είχε την ατυχία να βγει μπροστά της, και τον κάρφωσε με το ξιφίδιό της.

Ύστερα, οι τρεις τους επιτέθηκαν στους δύο ξαφνιασμένους φρουρούς στην είσοδο του πύργου. Οι ριπές των πιστολιών τους ίσα που ακούστηκαν μέσα στον σαματά που γινόταν μετά από τον αντιπερισπασμό του Βαλέριου. Οι δύο άντρες σωριάστηκαν νεκροί.

Η Νικίτα άνοιξε απότομα την πόρτα–

Δύο Παντοκρατορικοί έρχονταν από μέσα.

Η Αθηνά, που είχε ήδη πέσει στο ένα γόνατο, τους πυροβόλησε κρατώντας ένα πιστόλι σε κάθε χέρι. Εκείνοι σωριάστηκαν με τις λευκές στολές τους βαμμένες κόκκινες.

Οι δύο Μαύρες Δράκαινες και η μάγισσα εισέβαλαν στον πύργο ελέγχου κλείνοντας την πόρτα πίσω τους.

«Προς τα πού;» ρώτησε η Νικίτα.

Η Αριάδνη έδειξε επάνω. Πρέπει να είχε ήδη εντοπίσει με τη μαγεία της την ακριβή θέση του σημείου εστίασης.

9.

Ο Ευθύπορος τράβηξε μια χειροβομβίδα και την πέταξε καταπάνω στους Παντοκρατορικούς πίσω από την πόρτα. Έκρηξη ακολούθησε, και κραυγές.

«Τώρα!» φώναξε ο Οδυσσέας, και εφόρμησαν όλοι τους, πυροβολώντας, περνώντας το ρημαγμένο κατώφλι της ανοιχτής πόρτας, φτάνοντας μέσα σ’ένα αρκετά μεγάλο δωμάτιο όπου υπήρχαν μηχανισμοί και καλώδια, και στο κέντρο του βρισκόταν μια συσκευή που ο Πρόμαχος αμέσως αναγνώρισε. Ο ειδικός αισθητήρας για το αντιπυραυλικό πεδίο. Ένα παραλληλόγραμμο, μεταλλικό κουτί μ’έναν στρογγυλό κρύσταλλο στο κέντρο. Καλώδια το συνέδεαν με μια σειρά από ενεργειακές φιάλες στον τοίχο, καθώς και με ένα μηχανικό σύστημα στην άλλη μεριά του δωματίου. Στην οθόνη του συστήματος φαίνονταν κάτι δεδομένο που ο Οδυσσέας δεν είχε χρόνο ούτε να κοιτάξει επί τροχάδην καθώς εκείνος κι οι σύντροφοί του πυροβολούσαν τους τελευταίους οπλοφόρους μέσα στο δωμάτιο.

Ένας Τεχνομαθής μάγος ήταν εδώ, κι έκανε να πιάσει ένα ηχητικό τουφέκι και να το στρέψει εναντίον των επαναστατών· αλλά ο Σθένελος’σαρ τον πυροβόλησε στο κεφάλι, και η ηχητική ριπή του όπλου χτύπησε το ταβάνι τραντάζοντας λιγάκι τα ντουβάρια.

Καμια αντίσταση δεν είχε απομείνει μέσα στο δωμάτιο. Ο Οδυσσέας άλλαξε γεμιστήρα κι έστρεψε το πιστόλι του στις ενεργειακές φιάλες. Πυροβολώντας επανειλημμένα, τις έκανε να εκραγούν διαλύοντας τον τοίχο πίσω τους κι ανοίγοντας τρύπα.

Ο Φέτανιρ κλότσησε τον ειδικό αισθητήρα, ανατρέποντάς τον. Ο Ευθύπορος πυροβόλησε την οθόνη και την κονσόλα του πληροφοριακού συστήματος.

«Μακριά,» είπε ο Οδυσσέας, και κόλλησε ένα κουτάκι εκρηκτικά επάνω στον αισθητήρα. Οι επαναστάτες απομακρύνθηκαν, και το μηχάνημα ανατινάχτηκε.

Φωνές, όμως, ακούγονταν τώρα από το εσωτερικό της πολυκατοικίας. Οι Παντοκρατορικοί είχαν καταλάβει τι γινόταν, και έρχονταν. Μαζικά.

10.

Η Νικίτα, η Αθηνά, και η Αριάδνη, καθώς ανέβαιναν τη σκάλα προς τα επάνω πατώματα του πύργου, σκότωσαν μερικούς Παντοκρατορικούς που παρουσιάστηκαν εμπρός τους. Και έφτασαν, τελικά, αντίκρυ σε μια κλειστή πόρτα.

«Εδώ;» ρώτησε η Αθηνά τη μάγισσα.

Η Αριάδνη έκανε ένα ξόρκι, γρήγορα. «Ναι,» αποκρίθηκε.

Η Νικίτα προσπάθησε ν’ανοίξει την πόρτα και, όπως το περίμενε, τη βρήκε κλειδωμένη. Αμπαρωμένη, ίσως, από μέσα. Κατάλαβαν γιατί είμαστε εδώ, νομίζω.

Η Αθηνά κόλλησε εκρηκτικά στην επιφάνεια της πόρτας, και οι τρεις τους απομακρύνθηκαν επάνω στη σκάλα. Η έκρηξη που ακολούθησε τράνταξε τον πύργο ελέγχου, κι εκείνες πήγαν προς το άνοιγμα που κάπνιζε, πυροβολώντας με τα πιστόλια τους τις σκιερές μορφές που έβλεπαν πίσω απ’τον καπνό.

Βρέθηκαν σ’ένα δωμάτιο γεμάτο μηχανισμούς, ανάμεσα στους οποίους και η ειδική εστία του αντιπυραυλικού πεδίου. Τρία πτώματα ήταν σωριασμένα: οι δύο άντρες στο πάτωμα, η γυναίκα επάνω σε μια κονσόλα. Όπλα ήταν πεσμένα από τα χέρια τους.

«Το ανατινάζουμε και φεύγουμε,» είπε η Αθηνά και, θηκαρώνοντας τα πιστόλια της, τράβηξε δύο χειροβομβίδες απ’τη στολή της. Οι άλλες ένευσαν. Βγήκαν απ’το δωμάτιο, και η Αθηνά πέταξε τις χειροβομβίδες μέσα.

Ακόμα μια έκρηξη τράνταξε τον πύργο. Τζάμια ακούστηκαν να σπάνε.

Και οι τρεις τους ανέβηκαν τις σκάλες, δεν κατέβηκαν, γιατί ήξεραν ότι από κάτω θα είχαν άσχημη παρέα.

11.

Ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του έτρεξαν προς το μπαλκόνι απ’το οποίο είχαν έρθει. Και βρήκαν τα σχοινιά τους κομμένα. Από την αντικρινή πολυκατοικία, κάποιοι άρχισαν να τους πυροβολούν· οι μουσούδες των όπλων τους άστραφταν μέσα απ’το σκοτάδι. Οι επαναστάτες καλύφτηκαν στο εσωτερικό του οικοδομήματος. Αλλά κι από κει έρχονταν εχθροί, οι οποίοι άρχισαν επίσης να τους πυροβολούν. Ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του ανταπέδωσαν, για να τους σπρώξουν πίσω.

«Πώς θα φύγουμε;» γρύλισε ο Σθένελος. «Πώς θα φύγουμε, Οδυσσέα;»

Σφαίρες και κάλυκες πετάγονταν παντού, το κροτάλισμα των όπλων αντηχούσε, οι τοίχοι και οι πόρτες γέμιζαν τρύπες.

«Δεν πρέπει νάμαστε εδώ όταν θ’αρχίσει η επίθεση!» είπε ο Ευθύπορος.

«Εμείς θα δώσουμε το σήμα για ν’αρχίσει η επίθεση,» του θύμισε ο Οδυσσέας. Και είπε: «Πάμε προς την ταράτσα.»

«Την ταράτσα;» έκανε ο Σθένελος.

Δεν του απάντησε ο Οδυσσέας αλλά ο Φέτανιρ: «Από κει ο Προαιρέσιος ίσως καταφέρει να μας μαζέψει. Από αλλού, αποκλείεται.»

Ο Πρόμαχος ένευσε, βλέποντας πως ο μαυρόδερμος Μοργκιανός είχε καταλάβει το απελπισμένο σχέδιό του.

12.

Στον τελευταίο όροφο του πύργου βρισκόταν το ενεργειακό κανόνι που η μουσούδα του έβγαινε από μια πολεμίστρα. Η Νικίτα, η Αθήνα, και η Αριάδνη’ταρ δεν δυσκολεύτηκαν να φτάσουν εκεί, ούτε να σκοτώσουν τον χειριστή του κανονιού και τους δύο φρουρούς που είχαν απομείνει. Στον Τεχνομαθή μάγο, που ήταν εδώ για να κάνει τη Μαγγανεία Οπλικής Φορτίσεως, η Αθηνά είπε: «Μείνε στη θέση σου!» σημαδεύοντάς τον με το πιστόλι της. «Και κάνε τη δουλειά σου όπως την ξέρεις.»

Εκείνος φάνηκε σαστισμένος για λίγο.

«Τη Μαγγανεία Οπλικής Φορτίσεως,» του εξήγησε η Αριάδνη, πιο ήπια από την Αθηνά, ενώ η Νικίτα πήγαινε να καθίσει στο χειριστήριο του κανονιού.

Ο μάγος υπάκουσε. Στάθηκε ανάμεσα στους δέκτες του κανονιού και ύφανε τη Μαγγανεία Οπλικής Φορτίσεως, ρυθμίζοντας τη ροή της ενέργειας μέσα στο όπλο. Η Αριάδνη δεν μπορούσε να το κάνει η ίδια αυτό· μονάχα οι Τεχνομαθείς μπορούσαν.

Η Νικίτα έστρεψε το στόχαστρο του κανονιού, κοιτάζοντας την οθόνη στην κονσόλα εμπρός της. Σημάδεψε τους Παντοκρατορικούς γύρω από τον πύργο και έβαλε, καταστρέφοντας οχήματα, εξαϋλώνοντας ανθρώπινα σώματα, διαλύοντας μικρά φυλάκια και συρματοπλέγματα. Ωστόσο, δεν μπορούσε να χτυπήσει αυτούς που ήταν πολύ κοντά στον πύργο· το όπλο αδυνατούσε να πάρει τέτοια κλίση.

Η Αθηνά ατένιζε έξω από μια πολεμίστρα, για να βλέπει πώς είχε η κατάσταση, και είπε: «Δεν πλησιάζουν άλλοι. Δεν έρχεται κανένας προς τα εδώ. Από κάτω μας, όμως, μπροστά στην είσοδο, είναι κάποιοι. Καλυμμένοι πίσω από οχήματα.»

«Δε μπορώ ούτε καν να τους δω,» είπε η Νικίτα κοιτάζοντας στην οθόνη της. «Ρίξ’ τους χειροβομβίδες.»

Η Αθηνά, συμφωνώντας σιωπηλά, τράβηξε μια χειροβομβίδα, έβγαλε την περόνη, και την πέταξε από την πολεμίστρα. Η έκρηξη τράνταξε τα σταματημένα οχήματα, και η οροφή αυτού επάνω στο οποίο είχε πέσει η βόμβα έκανε τρύπα, ενώ όλα του τα τζάμια διαλύθηκαν. Κάποιοι Παντοκρατορικοί σκοτώθηκαν, άλλοι έτρεχαν ν’απομακρυνθούν.

Η Αθηνά πέταξε ακόμα μια χειροβομβίδα, για καλό και για κακό. «Πάμε τώρα,» είπε.

Η Νικίτα βγήκε απ’το ενεργειακό κανόνι.

Η Αριάδνη έστρεψε το πιστόλι της στον μάγο του τάγματος των Τεχνομαθών.

«Όχι!» φώναξε εκείνος, διακόπτοντας τη μαγγανεία του. «Έκανα ό,τι μου είπατε!»

Η Αριάδνη πάτησε τη σκανδάλη – έχοντας ήδη ρυθμίσει το όπλο της στην αναισθητοποίηση – και ενέργεια πετάχτηκε από την κάννη καθώς η μπαταρία μέσα στο πιστόλι εξαντλείτο. Ο μάγος ούρλιαξε, το σώμα του τρανταζόταν, κι ύστερα σωριάστηκε ακίνητος, αλλά ακόμα αναπνέοντας.

Η Νικίτα τράβηξε το ξιφίδιό της και, σκύβοντας απότομα, τον κάρφωσε στον λαιμό.

Η Αριάδνη την ατένισε οργισμένα. «Γιατί;»

«Γιατί να τον αφήσουμε στους εχθρούς μας;» είπε ρητορικά η Νικίτα, θηκαρώνοντας τη λεπίδα. «Είναι μάγος, και θα τους φανεί χρήσιμος.»

«Δεν ήρθαμε εδώ, όμως, για να δολοφονήσουμε!» είπε η Αριάδνη’ταρ, καθώς έβγαιναν απ’το δωμάτιο και κατέβαιναν τη σκάλα, με τα πιστόλια τους στα χέρια.

«Δολοφονήσαμε αρκετούς έτσι κι αλλιώς, δε νομίζεις, μάγισσα;» Οι μάγισσες του τάγματος των Δρακαινών, αν και είχαν εκπαιδευτεί στον πόλεμο, δεν είχαν περάσει κι από την εκπαίδευση που είχαν περάσει οι Μαύρες Δράκαινες. Η δουλειά τους ήταν να τις υποστηρίζουν με τη μαγεία τους, όχι να τις αντικαθιστούν. Κι ορισμένες φορές η Νικίτα νόμιζε πως ήταν κάπως μαλθακές χωρίς να υπάρχει λόγος.

Βγαίνοντας από τον πύργο δεν συνάντησαν καμια αντίσταση, και ντυμένες με τα κατάμαυρα ρούχα τους και κουκουλωμένες έτρεξαν μέσα στη νύχτα, για να φτάσουν στο μέρος έξω από την πόλη όπου τις περίμενε ο Προαιρέσιος, έχοντας προσγειώσει το αεροσκάφος του.

Ήξεραν ότι ο Βαλέριος θα τις ακολουθούσε. Ή ίσως να είχε ήδη φύγει, αν ήταν έξυπνος, σκέφτηκε η Νικίτα.

13.

Οι εχθροί τους δεν περίμεναν ότι θα πήγαιναν προς την ταράτσα, έτσι η ομάδα του Οδυσσέα δεν δυσκολεύτηκε τόσο να φτάσει εκεί. Μπήκαν στον ανελκυστήρα (τον οποίο οι Παντοκρατορικοί είχαν κάνει το λάθος να μην έχουν ακόμα απενεργοποιήσει) και βρέθηκαν επάνω, στο μικρό οίκημα στην οροφή της ψηλής πολυκατοικίας.

«Μπορείς να μπλοκάρεις τον μηχανισμό;» ρώτησε ο Οδυσσέας τον Σθένελο.

«Δεν είναι η ειδικότητά μου αυτή, αλλά…» Ο μάγος άγγιξε την κονσόλα με τα κουμπιά του ανελκυστήρα και μουρμούρισε τα λόγια για κάποιο ξόρκι.

«Τι έκανες;» τον ρώτησε ο Ευθύπορος.

«Ξόρκι Μηχανικής Δυσλειτουργίας. Ο μηχανισμός θα παρουσιάζει προβλήματα για κάποια ώρα.»

«Καλώς,» είπε ο Οδυσσέας. «Πάμε έξω.»

Βγήκαν απ’το οίκημα της ταράτσας και είδαν τα δύο αντιαεροπορικά κανόνια που βρίσκονταν εδώ. Αμέσως πυροβόλησαν τους χειριστές και τους φρουρούς, προτού εκείνοι προλάβουν να καταλάβουν καλά-καλά τι συνέβαινε. Μονάχα ένας ανταπέδωσε και μια από τις σφαίρες του βρήκε τον Σθένελο στον αριστερό μηρό. Ο μάγος γρύλισε. «Φωτιές του Μαύρου Νάρζουλ…!»

«Ήρεμα,» του είπε ο Οδυσσέας, και τον έπιασε απ’τη μέση. «Στηρίξου επάνω μου.»

Ο Ευθύπορος κοίταξε στον ουρανό. «Πού είναι τώρα ο πιλότος;»

«Ψυχραιμία,» είπε ο Οδυσσέας. «Ξέρει πού είμαστε, κι αποκλείεται να μας εγκαταλείψει. Μόλις οι Μαύρες Δράκαινες τον συναντήσουν και δουν ότι δεν ερχόμαστε, θα έρθουν να μας βρουν.»

«Ας το ελπίσουμε…»

«Από τη σκάλα!» προειδοποίησε ο Φέτανιρ.

Στράφηκαν, υψώνοντας τα όπλα τους, και πυροβόλησαν τους Παντοκρατορικούς κρατώντας τους πίσω. Για λίγο είχαν το πάνω χέρι· οι πολεμιστές της Παντοκράτειρας δεν μπορούσαν να ζυγώσουν. Μετά, όμως, οι επαναστάτες είδαν ένα ελικόπτερο να έρχεται προς το μέρος τους.

Φωτιές του Μαύρου Νάρζουλ! σκέφτηκε ο Οδυσσέας, κι αφήνοντας τον Σθένελο να σταθεί μόνος του, έτρεξε να καθίσει στη θέση ενός από τα αντιαεροπορικά πυροβόλα. Το έστρεψε προς το ελικόπτερο και έριξε. Το κροτάλισμα γέμισε τον αέρα καθώς η κάννη σπινθηροβολούσε. Το αεροσκάφος χτυπήθηκε και στράφηκε να φύγει. Ο Οδυσσέας το είδε να πετά παράταιρα και με το ζόρι να προσγειώνεται κάπου μέσα στην πόλη.

«Μάλλον δε θα το ξαναπροσπαθήσουν αυτό,» είπε ο Φέτανιρ.

«Μην είσαι τόσο σίγουρος,» του είπε ο Ευθύπορος. «Μπορεί νάρθουν με περισσότερα ελικόπτερα.»

«Είναι ανάγκη πάντα νάσαι τόσο μουντός, ρε φίλε;»

«Βλέπω την κατάσταση όπως είναι. Και μου φαίνεται πως ίσως να μας συνέφερε να παραδοθούμε.»

«Σκέφτεσαι τώρα να προδώσεις εμάς, λοιπόν;» γρύλισε ο Φέτανιρ.

«Δε θα με ξαναδέχονταν ακόμα κι αν σας πρόδιδα. Το λέω για να μείνουμε ζωντανοί.»

«Δεν πρόκειται να παραδοθούμε!» φώναξε ο Φέτανιρ.

Ο Σθένελος άρχισε να πυροβολεί προς τη σκάλα, καθώς οι Παντοκρατορικοί έρχονταν πάλι.

«Σκασμός με την κουβέντα!» γρύλισε ο Οδυσσέας στον Φέτανιρ και τον Ευθύπορο. Αλλά εκείνοι είχαν ήδη στραφεί και πυροβολούσαν τους Παντοκρατορικούς: με τουφέκια τώρα, όχι με πιστόλια.

Ο Πρόμαχος κοίταξε ξανά στον ουρανό, μήπως ερχόταν κανένα αεροσκάφος, φιλικό ή εχθρικό. Είδε δύο ελικόπτερα. Παντοκρατορικά. Ο Ευθύπορος είχε δίκιο, σκέφτηκε απεγνωσμένα. Και πυροβόλησε με το αντιαεροπορικό κανόνι, νιώθοντας το μεγάλο όπλο να τραντάζεται γύρω από τη θέση όπου ήταν καθισμένος.

Ένα από τα ελικόπτερα εξαπέλυσε ρουκέτες.

«Καλυφθείτε!» κραύγασε ο Οδυσσέας, πηδώντας πίσω απ’το πυροβόλο που χειριζόταν.

Οι άλλοι επαναστάτες έπεσαν κάτω επίσης.

Η ταράτσα της πολυκατοικίας ταρακουνήθηκε σαν να γινόταν σεισμός· πέτρες τινάχτηκαν, σκόνη σηκώθηκε. Ευτυχώς, όμως, η οροφή ήταν μεγάλη και καμια από τις ρουκέτες δεν είχε πέσει τόσο κοντά στους επαναστάτες ώστε να τους σκοτώσει.

Οι Παντοκρατορικοί φάνηκαν, μέσα στη θολούρα, να βγαίνουν από τη σκάλα και να ζυγώνουν πυροβολώντας.

Ο Οδυσσέας, καλυμμένος πίσω απ’το κανόνι, τους έριξε με το πιστόλι του. Ο Φέτανιρ και ο Ευθύπορος πυροβολούσαν με τα τουφέκια τους, πεσμένοι μπρούμυτα, προστατευμένοι απ’τα συντρίμμια και τους καπνούς. Ο Σθένελος φαινόταν να παλεύει για να συρθεί λίγο παραδίπλα.

Οι Παντοκρατορικοί, καθώς χτυπιόνταν άσχημα ο ένας κατόπιν του άλλου, κατάλαβαν ότι ίσως να είχαν κάνει λάθος, ίσως να είχαν κινηθεί πιο βιαστικό απ’ό,τι όφειλαν. Προσπάθησαν να καλυφτούν και να ανταποδώσουν.

Τα ελικόπτερα προσέγγισαν την πολυκατοικία–

Και ήρθαν κι άλλα αεροσκάφη – ο Οδυσσέας τα αντιλήφτηκε από τη σκιά που έριξαν πάνω στην ταράτσα. Πυροβόλα ακούστηκαν να μπαίνουν σε εντατική λειτουργία στον αέρα. Είμαστε ξοφλημένοι, συμπέρανε ο Πρόμαχος· μετά, όμως, συνειδητοποίησε ότι δεν πυροβολούσαν εκείνους.

Το ένα από τα ελικόπτερα χτυπήθηκε άσχημα, κι έπεσε ανάμεσα στις πολυκατοικίες. Το άλλο στράφηκε για να υποχωρήσει. Μια ρουκέτα το καταδίωξε, ανατινάζοντας όλη την πίσω μεριά του, κάνοντάς το να βουτήξει πάνω στον τοίχο μιας πολυκατοικίας που απέμενε μονάχα ο σκελετός της – και η οποία τώρα κατέρρευσε μαζί με το αεροσκάφος.

Ο Οδυσσέας κοίταξε ψηλά. Είδε δύο αεροπλάνα. Και το ένα από αυτά έστρεφε τώρα τους προωθητήρες του κάθετα και κατέβαινε προς την ταράτσα. Μια καταπακτή άνοιξε από κάτω του και μια ανεμόσκαλα έπεσε.

«Πρόμαχε!» φώναξε η Αθηνά. «Ανεβείτε!»

Ο Φέτανιρ πέταξε μια χειροβομβίδα στους Παντοκρατορικούς, που υποχωρούσαν μέσα στη σκάλα της πολυκατοικίας, και τρέχοντας πιάστηκε απ’την ανεμόσκαλα.

Ο Ευθύπορος συνέχισε να πυροβολεί, ενώ ο Οδυσσέας άρπαξε τον Σθένελο’σαρ και τον τράβηξε μαζί του. «Κρατήσου επάνω μου,» του είπε, και γαντζώθηκε στη σκάλα. «Τραβήξτε μας!» φώναξε στις Μαύρες Δράκαινες, κι εκείνες υπάκουσαν, ανεβάζοντάς τους στο αεροπλάνο.

Μετά από λίγο ήταν μαζί τους κι ο Ευθύπορος, και έφευγαν από τη Νούμβρια πετώντας.

«Μας ανησύχησες, Πρόμαχε,» παρατήρησε ο Προαιρέσιος από το πιλοτήριο. «Οι κοπελιές σ’το είχαν πει να μην έρθεις ο ίδιος εδώ αλλά εσύ επέμενες.»

«Δεν είμαι βασιληάς σας ούτε στρατηγός σας,» αποκρίθηκε ο Οδυσσέας. «Άλλος ένας πολεμιστής σαν κι εσάς είμαι.»

«Μ’αρέσει όταν γίνεσαι ιδεαλιστικός,» σχολίασε ο Βαλέριος, και κάποιοι γέλασαν – συμπεριλαμβανομένου του ίδιου και του Προαιρέσιου.

«Ποιοι είναι στο άλλο αεροπλάνο;» ρώτησε ο Οδυσσέας. «Εσείς τους καλέσατε;»

«Αυτοί ήρθαν και μας βρήκαν,» αποκρίθηκε ο Προαιρέσιος, «αφού έμαθαν ότι είχες πάει να σαμποτάρεις το αντιπυραυλικό πεδίο.»

«Αφού έμαθαν–; Ποιοι είναι;»

«Ο Πρίγκιπάς μας, η Ιωάννα, ο Σέλιρ’χοκ, και η Άνμα’ταρ. Επέστρεψαν από τη Σάρντλι, Πρόμαχε – και λένε ότι η Σάρντλι είναι τώρα δική μας.»

14.

Η Ναλτάφιρ σταμάτησε το Σερπετό της όταν ήταν νύχτα. Είχε πια απομακρυνθεί αρκετά από την Ταλκασία ώστε να μην ανησυχεί ότι κάποιος από εκεί (ανιχνευτής ή μη) μπορεί να την έβλεπε και να θεωρούσε ότι έκανε κάτι ύποπτο. Συγχρόνως, όμως, δεν ήταν και τόσο μακριά από το μέρος που είχε ξεκινήσει ο υπερδιαστασιακός στρόβιλος.

Εν ολίγοις, βρισκόταν ακριβώς εκεί όπου ήθελε.

Οι γάτες της πήδησαν στο έδαφος, και τις ακολούθησε κι εκείνη, βαδίζοντας λιγάκι για να ξεπιαστεί από τη σέλα. Το Σερπετό βημάτισε πίσω της. Η περιοχή όπου τώρα βρίσκονταν ήταν λοφώδης και ελαφρώς δασώδης. Στα βόρεια, λιγότερο από ένα χιλιόμετρο απόσταση, φαινόταν ο υπερδιαστασιακός στρόβιλος να κάνει το τοπίο να λυγίζει και τον νυχτερινό ουρανό να στρεβλώνει απερίγραπτα.

Η Ναλτάφιρ μάζεψε ξύλα και, χρησιμοποιώντας προσάναμμα κι έναν ενεργειακό αναπτήρα, άναψε φωτιά. Κάθισε μπροστά στις φλόγες και ζέστανε τα χέρια της. Οι γάτες της τεντώθηκαν νωχελικά, χασμουρήθηκαν. Μετά, έφυγαν για λίγο και, όταν επέστρεψαν, είχαν η καθεμία από ένα άγριο ποντίκι πιασμένο στα δόντια της. Το Σερπετό, καθισμένο λιγάκι παραδίπλα, είχε τεντώσει τον λαιμό του και δάγκωνε τους καρπούς ενός ανοιξιάτικου Απολλώνιου δέντρου. Οι γκρίζες φολίδες του λαμπύριζαν γαλανά στο φως της Γλαυκής, με τρόπο που έμοιαζαν να αποκαλύπτουν κάποια κρυφή ενεργειακή μορφή από το εσωτερικό τους.

Η Ναλτάφιρ έβγαλε από τον σάκο της ένα σάντουιτς, για να φάει κι εκείνη. Ύστερα άνοιξε ένα αναψυκτικό που είχε αγοράσει από την Υπερυδάτια, το οποίο ονομαζόταν Ζέφυρου Πνοή.

Είχε περάσει από την Υπερυδάτια προτού έρθει στην Απολλώνια, καθώς κι από άλλες διαστάσεις, μικρές κυρίως, πολλές από τις οποίες άγνωστες στους περισσότερους ανθρώπους. Είχε κυνηγήσει τον υπερδιαστασιακό στρόβιλο σ’όλες τις διαστάσεις απ’όπου νόμιζε ότι μπορούσε να περνά. Ορισμένοι από τους υπολογισμούς της είχαν αποδειχτεί σωστοί, ορισμένοι λάθος. Ο Δαίδαλος ίσως να είχε καλύτερη επιτυχία σε κάτι τέτοιο, αλλά ο Δαίδαλος τώρα δεν ήταν μαζί της: είχε άλλες δουλειές. Επομένως, η Ναλτάφιρ είχε κάνει ό,τι καλύτερο μπορούσε. Κι εξάλλου, το σχέδιό της ήταν αβέβαιο ούτως ή άλλως. Ήλπιζε ότι, μέσω του υπερδιαστασιακού στροβίλου, ίσως να κατόρθωνε να προσελκύσει τον Άζ’λεφκ. Μπορεί κι απλώς να έχανε τον χρόνο της. Αλλά, αν τα κατάφερνε, ίσως ο Άζ’λεφκ να είχε να της δώσει σημαντικές απαντήσεις για τη σχέση της Παντοκράτειρας με τον Ελκράσ’ναρχ.

Η Ναλτάφιρ, σ’όλες τις διαστάσεις όπου είχε συναντήσει τον υπερδιαστασιακό στρόβιλο, δεν τον είχε βρει ίδιο. Δεν ήταν παντού όπως εδώ στην Απολλώνια, ούτε παντού επεκτεινόταν. Σε μια διάσταση γεμάτη βάλτους, ήταν μια πελώρια ρουφήχτρα που απλωνόταν όχι μονάχα στο έδαφος αλλά και στα δέντρα, στο ίδιο το περιβάλλον· σε μια άλλη διάσταση, που δεν ήταν μεγαλύτερη από το σαλόνι ενός μεγάλου Απολλώνιου ξενοδοχείου, ο στρόβιλος ήταν μια σκοτεινή τρύπα μέσα στο σκοτάδι· σε μια ενδοδιάσταση που βρισκόταν μέσα σ’ένα δέντρο που βρισκόταν σε μια ενδοδιάσταση μέσα σ’ένα πελώριο κοχύλι της Υπερυδάτιας, ο στρόβιλος ήταν μια οφιοειδείς αναταραχή που έκανε τους γηγενείς (κάτι ιπτάμενα σαλάχια που επικοινωνούσαν τηλεπαθητικά με εικόνες) να μετακομίζουν κάθε τρεις και λίγο· σε μια άλλη διάσταση ο υπερδιαστασιακός στρόβιλος ήταν μια γιγάντια φωτιά, και οι γηγενείς (δασύτριχοι άνθρωποι με πράσινο δέρμα όλοι τους) τη λάτρευαν σαν θεό τους, γιατί μόνο όταν είχε παρουσιαστεί ο στρόβιλος είχαν ξαφνικά αποκτήσει νοημοσύνη – πριν, ήταν σαν πίθηκοι – και η διάστασή τους δεν ήταν μεγαλύτερη από μια Απολλώνια πόλη. Μπορούσες να φτάσεις εκεί από τη διαστασιακή δίοδο στα βάθη ενός βούρκου της Μοργκιάνης.

Σε κάθε μέρος όπου η Ναλτάφιρ είχε συναντήσει τον υπερδιαστασιακό στρόβιλο είχε ξαμολήσει ένα νοητικό σήμα εντός του. Μια νοητική οντότητα. Κάτι που δεν ήταν ούτε ακριβώς άψυχο ούτε έμψυχο. Μια μορφή ζωής από σκέψη – την οποία μια ανώτερη οντότητα σαν τον Άζ’λεφκ, αν ασχολιόταν έστω και λίγο με τον στρόβιλο, θα εντόπιζε αμέσως· θα την έβλεπε ώς κάτι το… ασυνήθιστο. Και η Ναλτάφιρ πίστευε ότι ο Άζ’λεφκ πρέπει, σε κάποια από τις μορφές του, να ασχολιόταν με τον στρόβιλο, καθώς ήταν ένα φαινόμενο επικίνδυνο και αινιγματικό συγχρόνως. Επιπλέον, ήταν πολύ μεγαλύτερος και εξαπλωμένος από άλλους υπερδιαστασιακούς στροβίλους που παρουσιάζονταν.

Τώρα, η Ναλτάφιρ θα έκανε την τελευταία κίνηση στο παιχνίδι που είχε σχεδιάσει. Έχοντας επισκεφτεί πολλά από τα μέρη όπου έφτανε ο στρόβιλος, βρισκόταν τώρα στο μέρος απ’όπου αυτός είχε ξεκινήσει, προκειμένου να ολοκληρώσει τη δουλειά της.

Αφού έφαγε το σάντουιτς και άδειασε το κουτάκι της Ζέφυρου Πνοής, σηκώθηκε από την πέτρα όπου είχε καθίσει και πήρε από τον σάκο της τον ενοποιητή ελκτικής νοομόρφωσης – μια συσκευή που δεν ήταν μεγαλύτερη από το χέρι της και διέθετε μια μικρή κεραία στο ένα άκρο και έναν δέκτη νοητικής ενέργειας στο άλλο.

Η Ναλτάφιρ βάδισε προς τον υπερδιαστασιακό στρόβιλο, με την καπαρντίνα της να αναδεύεται από το ελαφρύ αεράκι της νύχτας. Το Σερπετό έμεινε στη θέση του, ατενίζοντάς την παραξενεμένο. Οι γάτες της δεν την ακολούθησαν, καθώς ακόμα έτρωγαν το βραδινό τους.

Η Ναλτάφιρ σταμάτησε σε απόσταση ασφαλείας από τον στρόβιλο, στη ράχη ενός λοφίσκου, και γονάτισε, ενώ αντίκρυ της ολόκληρο το σύμπαν έμοιαζε να τελειώνει και να διαλύεται μέσα σε μια χαοτική στρέβλωση του χώρου. Κρατώντας τον ενοποιητή ελκτικής νοομόρφωσης ανάμεσα στα χέρια της, πάτησε το κουμπί στο πλάι του το οποίο τον ενεργοποιούσε, κι αυτός άρχισε να λειτουργεί. Η ενέργεια που τον συντηρούσε ήταν ζωντανής μορφής, οπότε δεν χρειαζόταν η Ναλτάφιρ να ανησυχεί για την αλλαγή μπαταριών ή ενεργειακών φιαλών. Κοιτάζοντας τις ενδείξεις επάνω στη συσκευή, συμπέρανε ότι βρισκόταν σε καλή απόσταση από τον στρόβιλο· το σήμα ερχόταν δυνατό.

Έκανε κάποιες μικρές ρυθμίσεις στο μηχάνημα, κι ύστερα έφερε στο νου της την ενιαία ρίζα που είχε χρησιμοποιήσει για όλες τις νοητικές οντότητες που είχε μέχρι στιγμής εξαπολύσει μέσα στον υπερδιαστασιακό στρόβιλο. Όταν η σκέψη της και η ενιαία νοητική ρίζα των οντοτήτων είχαν γίνει ένα, η Ναλτάφιρ πάτησε το πλήκτρο της συσκευής που ενεργοποιούσε τον δέκτη νοητικής ενέργειας. Η συσκευή αμέσως έπιασε τη σκεπτομορφή της Ναλτάφιρ και έστειλε ένα κάλεσμα μέσα στα ατέρμονα βάθη του υπερδιαστασιακού στροβίλου. Ένα κάλεσμα που οι νοητικές οντότητες της μάγισσας στιγμιαία θα αντιλαμβάνονταν και θα υπάκουγαν. Θα έπαυαν πλέον να είναι ξεχωριστές και θα καταλάβαιναν την ενιαία ρίζα τους: ως εκ τούτου, θα γίνονταν μία οντότητα, με φοβερά μεγάλη εξάπλωση, η οποία θα σχημάτιζε μια πελώρια νοητική μορφή μέσα στον υπερδιαστασιακό στρόβιλο. Μια νοητική μορφή που η κορυφή της θα βρισκόταν εδώ, στην Απολλώνια.

Αυτό πρέπει, από μόνο του, να τραβούσε την προσοχή του Άζ’λεφκ.

Κι αν όχι, η Ναλτάφιρ εμφύτεψε στη συνολική νοητική μορφή ένα μήνυμα για τον Άζ’λεφκ. Κάτι που θα του έλεγε ότι η νοητική μορφή, ως όλο, τον ήξερε.

Το μόνο που τώρα χρειαζόταν να κάνει η Ναλτάφιρ ήταν να περιμένει…

15.

Προτού τα αεροπλάνα επιστρέψουν στο Απολλώνιο στρατόπεδο, ο Οδυσσέας έδωσε, τηλεπικοινωνιακά, το σήμα για να αρχίσει η επίθεση στα νοτιοδυτικά της Νούμβρια: και οι στρατιωτικές δυνάμεις της Απολλώνιας, καθότι προετοιμασμένες γι’αυτό, στράφηκαν αμέσως εναντίον της πόλης, χτυπώντας με πυραυλικά όπλα και ρουκέτες, και κάνοντας αεροπορικές επιθέσεις. Τώρα, η Μαγγανεία Αντιπυραυλικού Πεδίου δεν ήταν πλέον ενεργή ώστε να προστατέψει τους Παντοκρατορικούς.

Οι Απολλώνιοι μαχητές αποσύρθηκαν, στρατηγικά και τακτικά, από την ανατολική μεριά όπου είχαν επιτεθεί για αντιπερισπασμό και στράφηκαν στα δυτικά, ώστε να εισβάλουν στη Νούμβρια και να κατακτήσουν το νοτιοδυτικό της τμήμα.

Το αεροπλάνο που οδηγούσε ο Προαιρέσιος και το άλλο αεροπλάνο επέστρεψαν στο Απολλώνιο στρατόπεδο και, στρέφοντας τους προωθητήρες τους κάθετα, προσγειώθηκαν μέσα σε φωτιά και καπνό. Πόρτες άνοιξαν και οι επιβάτες τους κατέβηκαν.

Ο Οδυσσέας γέλασε κι αντάλλαξε μια χειραψία με τον Ανδρόνικο. «Μεγαλειότατε,» είπε. «Γυρίσατε.» Ο Ανδρόνικος, εκτός από Πρίγκιπας της Επανάστασης, ήταν και Βασιληάς της Απολλώνιας, αλλά ακόμα και προτού στεφθεί βασιληάς ο Οδυσσέας ανέκαθεν τού μιλούσε στον πληθυντικό, πάντοτε τυπικός μαζί του παρότι τον ήξερε από πολύ παλιά.

«Και φέρνουμε καλά νέα,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος. «Η Σάρντλι είναι ελεύθερη. Η Παντοκράτειρα έχασε την υποστήριξή της.» Κι όλοι τους ήξεραν πως τούτο ήταν πολύ σημαντικό, καθώς η Συμπαντική Παντοκρατορία έπαιρνε από τη Σάρντλι το μεγαλύτερο μέρος των μεταλλευμάτων που χρειαζόταν.

«Κανονικά θα έπρεπε να το γιορτάσουμε,» είπε ο Προαιρέσιος. «Αν δεν γινόταν πόλεμος εδώ.»

«Φαίνεται, όμως, να νικάμε τον πόλεμο,» τόνισε ο Βαλέριος.

«Καλύτερα, πάντως, να φροντίσετε τον Σθένελο,» είπε ο Ανδρόνικος, βλέποντας τον Ευθύπορο να υποβαστάζει τον μάγο.

Ο Οδυσσέας έγνεψε στον Ευθύπορο, κι εκείνος άρχισε να πηγαίνει τον Σθένελο προς το αναρρωτήριο.

Ύστερα, ο Πρόμαχος είπε: «Πρίγκιπά μου, αν δεν είχατε έρθει εσείς, τώρα θα πήγαινα κάπου κοντά στη μάχη…»

«Τότε θα πάμε μαζί κάπου κοντά στη μάχη,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος. Κι έριξε μια ματιά στην Ιωάννα, την Άνμα’ταρ, και τον Σέλιρ’χοκ. Κανένας τους δεν διαφώνησε.

«Έχω εδώ, στο στρατόπεδο,» είπε ο Οδυσσέας, «το Μεταβλητό Αυτοσυντηρούμενο Όχημα όπου η Παντοκράτειρα είχε φυλακίσει τις Μαύρες Δράκαινες πριν από χρόνια, και σκεφτόμουν να το δοκιμάσω. Χρειάζονται τουλάχιστον τρεις μάγοι, και φαίνεται τώρα να τους έχουμε.» Κοίταξε την Αριάδνη’ταρ, την Άνμα’ταρ, και τον Σέλιρ’χοκ.

«Το όχημα αυτό δεν είναι για μάχη, Οδυσσέα,» είπε η Ιωάννα. «Ήταν ένα παιχνίδι της Παντοκράτειρας. Δεν διαθέτει ούτε θωράκιση ούτε όπλα.»

Ο Οδυσσέας μειδίασε άγρια. «Το έχω διορθώσει αυτό το μικρό πρόβλημα.»

«Τι έχεις κάνει;»

«Έβαλα μάγους του τάγματος των Τεχνομαθών να δουλέψουν επάνω του, ώστε να μου το φτιάξουν καλό για πόλεμο. Οφείλω να ομολογήσω πως ταλαιπωρήθηκαν μέχρι να βγάλουν άκρη μέσα στους μηχανισμούς αυτού του πράγματος, αλλά τελικά τα κατάφεραν. Το έχουν τροποποιήσει. Θέλετε να το δείτε;»

«Εγώ, τουλάχιστον, είμαι πολύ περίεργη,» είπε η Ιωάννα, παρότι δεν χαιρόταν και τόσο που θα ξανάβλεπε την κινητή φυλακή όπου η Παντοκράτειρα είχε φυλακίσει εκείνη και τις άλλες Μαύρες Δράκαινες αφού είχε διαγράψει τη μνήμη τους.

«Πάμε τότε,» είπε ο Ανδρόνικος.

Ο Οδυσσέας τούς έκανε νόημα να τον ακολουθήσουν, και τους οδήγησε όλους σ’ένα πελώριο υπόστεγο στην πίσω μεριά του στρατοπέδου. Ένα γιγάντιο ερπυστριοφόρο ήταν σταθμευμένο εκεί, το οποίο διέθετε πολεμική θωράκιση, δύο πυροβόλα, και ένα ρουκετοβόλο.

«Αυτό είναι,» είπε ο Πρόμαχος. «Σε μια από τις μορφές του, τουλάχιστον.»

Όταν οι Μαύρες Δράκαινες ήταν φυλακισμένες μέσα του, είχε τη μορφή τρένου. Η Ιωάννα δεν θα το αναγνώριζε με τίποτα.

«Δεν είναι απίστευτο;» της είπε η Νικίτα.

«Πράγματι, είναι.»

Ο Οδυσσέας άνοιξε μια πλευρική πόρτα του πελώριου άρματος και μπήκε. Οι άλλοι τον ακολούθησαν. Το εσωτερικό θύμιζε άρμα μάχης μόνο στα πιο βασικά πράγματα· κατά τα άλλα, έμοιαζε με γιγάντιο μεταφορικό όχημα. Στα βάθη του ήταν το ενεργειακό κέντρο: ένας λάκκος γεμάτος καλώδια και κυκλώματα, γύρω απ’τον οποίο υπήρχαν ειδικά καθίσματα για τους μάγους. Διότι το Μεταβλητό Αυτοσυντηρούμενο Όχημα ήταν, φυσικά, αδύνατο να λειτουργήσει χωρίς Μαγγανεία Κινήσεως.

«Θα το δουλέψουμε;» ρώτησε ο Οδυσσέας, κοιτάζοντας τον Σέλιρ’χοκ, την Άνμα’ταρ, και την Αριάδνη’ταρ.

«Συνέχεια μάς ταλαιπωρείς, Πρόμαχε,» του είπε η τελευταία, «αλλά θα το δουλέψουμε.» Και κάθισε σε μια από τις θέσεις.

«Μα τους θεούς,» είπε η Άνμα’ταρ καθίζοντας σε μια άλλη θέση, «ήλπιζα ποτέ να μην ξαναέχω καμία σχέση μ’αυτό το τερατούργημα…» Οι μάγισσες του τάγματος των Δρακαινών ήταν υποχρεωμένες να κάνουν αδιάκοπες βάρδιες στο ενεργειακό κέντρο του «τρένου» όσο βρίσκονταν όλες τους φυλακισμένες εκεί, γιατί μέσα στο μυαλό τους η Παντοκράτειρα είχε εμφυτέψει την ιδέα πως, αν σταματούσαν να χρησιμοποιούν τη Μαγγανεία Κινήσεως, το όχημα (που έτρεχε ιλιγγιωδώς και ακατάπαυστα επάνω σε ράγες) θα καταστρεφόταν – κι εκείνες μαζί του.

Ο Σέλιρ’χοκ κάθισε στην τελευταία θέση σιωπηλά. Δεν είχε ποτέ παλιότερα επαφή μ’αυτό το Μεταβλητό Αυτοσυντηρούμενο Όχημα.

Ο Οδυσσέας, ο Ανδρόνικος, η Ιωάννα, και οι άλλοι πήγαν στη μπροστινή μεριά του οχήματος, και ο Πρίγκιπας της Επανάστασης κάθισε στο τιμόνι ενώ η Ιωάννα στο κέντρο ελέγχου των πυροβόλων. Η Νικίτα κάθισε στην κονσόλα που έλεγχε το ρουκετοβόλο, και ο Οδυσσέας μπροστά στα ανιχνευτικά συστήματα.

«Εντάξει,» είπε ο Ανδρόνικος, κοιτάζοντας τις ενδείξεις εμπρός του και βλέποντας πως οι μάγοι πρέπει να είχαν υφάνει τη Μαγγανεία Κινήσεως αφού η ροή της ενέργειας φαινόταν σταθερή. «Τι κάνουμε τώρα;»

«Το βγάζουμε από το υπόστεγο, κατά πρώτον, Πρίγκιπά μου,» αποκρίθηκε ο Οδυσσέας.

Ο Ανδρόνικος οδήγησε το πελώριο ερπυστριοφόρο έξω από το υπόστεγο και, μετά, προς την έξοδο του στρατοπέδου, όπου η πύλη ήταν ανοιχτή προκειμένου να βγαίνουν και να μπαίνουν άρματα μάχης. Από το μπροστινό παράθυρο, ο Ανδρόνικος μπορούσε να δει αντίκρυ του τις εκρήξεις και τους καπνούς από τη νοτιοδυτική μεριά της Νούμβρια, όπου οι Απολλώνιες δυνάμεις συγκρούονταν με τους μαχητές της Παντοκράτειρας.

«Πότε ήρθατε στην Απολλώνια, Πρίγκιπά μου;» ρώτησε ο Οδυσσέας.

«Σήμερα,» αποκρίθηκε εκείνος. «Η Βασιλική μού είπε ότι ήσουν εδώ, κι έτσι, από την Απαστράπτουσα, πέταξα για Νούμβρια. Όταν έφτασα είχες ήδη φύγει για να σαμποτάρεις το αντιπυραυλικό πεδίο. Μίλησα με τη Βατράνια.»

«Σας είπε για τη Σεργήλη;»

Ο Ανδρόνικος ένευσε. «Με ζάλισε λιγάκι, ζητώντας μου να προστάξω να σταλεί στρατιωτική βοήθεια εκεί. Τη ρώτησα τι της είχες πει εσύ, κι απέφυγε να μου ξεκαθαρίσει την απάντησή σου, λέγοντας πως δεν είχες αποφασίσει ακόμα γιατί είχες πολλά στο μυαλό σου και γιατί βιαζόσουν.»

Ο Οδυσσέας γέλασε. «Κι εγώ που νόμιζα ότι ήμουν ξεκάθαρος και συγκεκριμένος!»

«Αρνήθηκες να στείλεις βοήθεια στη Σεργήλη;»

«Φυσικά. Δε μπορούμε να αποδυναμωθούμε καθόλου τώρα στο Βόρειο Μέτωπο. Και η ανάγκη της Σεργήλης δεν είναι τόσο μεγάλη, απ’ό,τι κατάλαβα.»

«Δε μου λες,» ρώτησε ο Ανδρόνικος, «πώς αλλάζουμε μορφή σ’αυτό το πράγμα; Υποτίθεται ότι μπορεί να πάρει άπειρες μορφές, σωστά;»

«Σωστά. Της ίδιας μάζας, βέβαια.»

«Ναι αλλά πώς ακριβώς καθορίζεις τη μορφή;»

«Λες στους μάγους τι θέλεις, και διαμορφώνουν με το μυαλό τους το όχημα ανάλογα. Εσείς βοηθήσατε, πριν από χρόνια, τις Μαύρες Δράκαινες να δραπετεύσουν από κει μέσα, Πρίγκιπά μου· απορώ που δεν το ξέρετε.»

«Ξέρω ότι υποθετικά παίρνει άπειρες μορφές· δεν ήξερα πώς ακριβώς γίνεται. Δεν το έχω ποτέ ξανά οδηγήσει.» Ο Ανδρόνικος άνοιξε τον επικοινωνιακό δίαυλο για να μιλήσει στο ενεργειακό κέντρο, στους μάγους. «Δώστε μια ιπτάμενη μορφή στο όχημα, αν μπορείτε,» τους είπε.

«Μάλιστα, Πρίγκιπά μου,» ήρθε η φωνή του Σέλιρ’χοκ.

Και, ύστερα από μερικές στιγμές, ο Ανδρόνικος είδε το όχημα να μετασχηματίζεται γύρω του. Οι κονσόλες άλλαξαν ελαφρώς, και τα τοιχώματα είχε την εντύπωση, για λίγο, ότι ήταν από κάποια ημίρρευστη ουσία. Μετά, συνειδητοποίησε ότι το όχημα δεν ήταν πλέον όχημα αλλά αεροσκάφος, καθώς ίπτατο μερικά μέτρα πάνω από το έδαφος αντί να κυλά επάνω σε ερπύστριες.

Πιάνοντας το αλλαγμένο τιμόνι μπροστά του, ο Ανδρόνικος έκανε το αεροσκάφος να υψωθεί περισσότερο στον αέρα, να πετάξει ψηλά. Και προς τη Νούμβρια.

Πίσω του, η Ιωάννα, καθισμένη στο πυροβολητήριο, άρχισε να σημαδεύει Παντοκρατορικά μαχητικά και να τα χτυπά με τα πυροβόλα.

«Πώς ακριβώς είναι η μορφή μας τώρα, Οδυσσέα;» ρώτησε ο Ανδρόνικος. «Είναι ελικόπτερο ή αεροπλάνο;»

«Πατήστε τα πλήκτρα Έξι και Οκτώ συγχρόνως και κοιτάξτε τη μικρή οθόνη στ’αριστερά σας.»

Ο Ανδρόνικος το έκανε, και στην οθόνη, που ήταν ασπρόμαυρη, είδε ένα αεροσκάφος με τέσσερα φτερά, ισχυρούς προωθητήρες, και έξι πόδια που, αν δεν έκανε λάθος, έμοιαζαν να έχουν μακριά δάχτυλα με μεγάλα νύχια, σαν τα πόδια αρπακτικού. «Μάλιστα,» είπε, και οδήγησε το αεροσκάφος προς τα εκεί όπου θα μπορούσε να βοηθήσει περισσότερο τις Απολλώνιες δυνάμεις.

Ρελκάμνια

1.

Την ημέρα της άφιξής του στη Ρελκάμνια, ύστερα από τη συζήτησή του με την Αγαρίστη, ο Ορείχαλκος τής ζήτησε να αφήσει τους ανθρώπους που τον είχαν φέρει εδώ – τον πιλότο και τον μάγο του αεροπλάνου του – να φύγουν. Εκείνη τον ατένισε σκεπτικά, και τον ρώτησε: «Μου ορκίζεσαι ότι δεν είναι αποστάτες;»

«Μισθοφόροι είναι,» της είπε ο Ορείχαλκος. «Και μάλιστα, φοβόνταν να με φέρουν εδώ γιατί ήξεραν ότι πιθανώς να φυλακίζονταν. Τους χρωστάω χάρη, ουσιαστικά, Αγαρίστη. Η πληρωμή μου δεν ήταν αρκετή για να ριψοκινδυνέψουν έτσι τη ζωή τους.»

«Εντάξει,» αποκρίθηκε η Αγαρίστη, καθώς σηκωνόταν από τον καναπέ όπου τώρα ήταν καθισμένοι κι οι δυο τους, σ’ένα άλλο δωμάτιο από πριν. «Θα το προστάξω κι αμέσως θα αφεθούν ελεύθεροι.»

Ο Ορείχαλκος την ακολούθησε καθώς εκείνη βάδιζε μέσα στα πολύπλοκα διαμερίσματά της. Οι Υπερασπιστές της πάντοτε βρίσκονταν στις άκριες, στις γωνίες του χώρου, και ο Ορείχαλκος αισθανόταν την παρουσία τους απειλητική· του θύμιζαν τα θηρία της ζούγκλας, που σε παρατηρούν και περιμένουν να κάνεις το παραμικρό λάθος για να σου χιμήσουν.

Η Αγαρίστη μπήκε σ’ένα δωμάτιο με τηλεπικοινωνιακά και πληροφοριακά συστήματα. Πάτησε ένα πλήκτρο και ένας δίαυλος ενεργοποιήθηκε. Πάτησε ακόμα ένα πλήκτρο και ο δίαυλος κάλεσε κάποιον.

«Μάλιστα, Μεγαλειοτάτη,» ακούστηκε μια φωνή από το μεγάφωνο, η οποία ο Ορείχαλκος νόμιζε πως ήταν της Βάρμης.

«Οι άνθρωποι που έφεραν εδώ τον Ορείχαλκο,» είπε η Παντοκράτειρα, «να αφεθούν αμέσως ελεύθεροι να φύγουν.»

Μια στιγμή αμήχανης σιγής ακολούθησε. «Και οι δύο;»

«Φυσικά και οι δύο!»

«Μάλιστα, Μεγαλειοτάτη.»

Η Αγαρίστη έκλεισε τον δίαυλο. «Αναρωτιέμαι ώρες-ώρες αν αυτή η γυναίκα είναι χαζή,» είπε στον Ορείχαλκο.

«Δεν είναι χαζή. Σε φοβάται.» Ήταν πασιφανές για εκείνον, από τον τρόπο που συμπεριφερόταν η Βάρμη.

«Γιατί, άραγε; Είμαι τόσο τρομαχτική;» Η Αγαρίστη γέλασε. Τον πλησίασε και, τυλίγοντας τα χέρια της γύρω του, τον φίλησε δυνατά, πιέζοντας το σώμα της επάνω του. «Χαίρομαι τόσο πολύ που είσαι εδώ, αγάπη μου,» είπε χαμογελώντας.

«Κι εγώ χαίρομαι.» Τα χέρια του Ορείχαλκου ήταν γύρω από τη μέση της, αγγίζοντας τους χρυσούς κρίκους της ζώνης της.

«Πώς ήταν το ταξίδι σου; Είσαι κουρασμένος;» ρώτησε η Αγαρίστη, ψάχνοντας να βρει δικαιολογία για να πλαγιάσει μαζί του.

«Η αλήθεια είναι πως ναι. Έχω κοιμηθεί πολύ λίγο.»

«Πάμε να κοιμηθούμε, τότε! Αμέσως.»

«Αφού επιμένεις. Αλλά δεν έχει η Παντοκράτειρα δουλειές να κάνει, μια τέτοια πρωινή ώρα;»

«Έχω άλλους ανθρώπους για να κάνουν τις δουλειές μου, αγάπη μου. Δε χρειάζεται να τις κάνω η ίδια,» είπε η Αγαρίστη, παίρνοντάς τον από το χέρι και οδηγώντας τον, μέσα από τα διαμερίσματά της, σ’ένα μεγάλο υπνοδωμάτιο που στον έναν τοίχο είχε ένα γιγάντιο στρογγυλό παράθυρο και στον άλλο μια γιγάντια οθόνη, ενώ ανάμεσά τους βρισκόταν ένα τεράστιο κρεβάτι. Το πάτωμα ήταν από γυαλιστερό ξύλο. Η Αγαρίστη πάτησε ένα κουμπί πλάι στην πόρτα, και το ηχοσύστημα στη γωνία άρχισε να παίζει μουσική.

Ο Ορείχαλκος είδε έναν από τους Υπερασπιστές να στέκεται λίγο πιο πέρα απ’το κατώφλι της εισόδου. Η Παντοκράτειρα τον είδε επίσης. «Έξω!» του είπε. «Δε χρειάζομαι φρουρούς όταν είμαι στο κρεβάτι μου!»

«Αρχόντισσά μας, δεν έχουμε ακόμα βεβαιωθεί για την πίστη του Ορείχαλκου σ’εσένα,» αποκρίθηκε η ψηλή, επιβλητική μορφή.

«Εγώ έχω βεβαιωθεί! Τώρα, φύγε!»

«Όπως η Αρχόντισσά μας επιθυμεί.» Ο Υπερασπιστής αποσύρθηκε από το κατώφλι, χάθηκε από τα μάτια τους.

Η Αγαρίστη έκλεισε την πόρτα και, αναστενάζοντας, στράφηκε στον Ορείχαλκο. «Κάπου-κάπου παραείναι φορτικοί,» είπε. «Αλλά απλά νοιάζονται για μένα.» Χαμογέλασε.

Νοιάζονται για τον εαυτό τους, σκέφτηκε ο Ορείχαλκος. Αλλά ύστερα η Παντοκράτειρα ήταν κοντά του, φιλώντας τον ξανά, έτσι το θεώρησε προτιμότερο να πέσει στο μεγάλο κρεβάτι μαζί της αντί να προσπαθήσει πάλι να τη ρωτήσει πώς γνώρισε τον Ελκράσ’ναρχ και να της εξηγήσει ότι ο Ελκράσ’ναρχ τη χρησιμοποιούσε. Εξάλλου, τούτη τη στιγμή δε νόμιζε πως μια τέτοια κίνηση θα είχε κανένα αποτέλεσμα. Δε φαινόταν πρόθυμη να τον πιστέψει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με τους Υπερασπιστές της. Έδειχνε να τους εμπιστεύεται πλήρως. Και να μην τους φοβάται καθόλου. Σχεδόν σα να ήταν στοργικοί γονείς της.

Τα ρούχα τους, σύντομα, βρέθηκαν τα μισά στο πάτωμα τα μισά ανακατωμένα με τα σκεπάσματα του κρεβατιού, καθώς τα γυμνά σώματά τους κυλιόνταν επάνω στο στρώμα. Η Αγαρίστη έμοιαζε τελείως απορροφημένη από τον έρωτά τους, οπότε κι ο Ορείχαλκος έκανε το ίδιο. Διώχνοντας κάθε άλλο συλλογισμό από το μυαλό του, επιδόθηκε στο να την κάνει να περάσει όσο καλύτερα μπορούσε.

Μετά από μισή ώρα, όταν οι δυο τους ήταν ξαπλωμένοι ο ένας μέσα στην αγκαλιά του άλλου, ο Ορείχαλκος κοιμήθηκε ακούγοντας την Αγαρίστη να του ψιθυρίζει πόσο πολύ τον αγαπούσε και πόσο είχε ανησυχήσει όταν νόμιζε πως ήταν ανόητος και είχε στραφεί εναντίον της σαν τους άλλους.

2.

Όταν ξύπνησε, η Παντοκράτειρα δεν ήταν πια κοντά του. Ήταν μόνος στο κρεβάτι. Ανασηκώθηκε και κοίταξε γύρω. Πουθενά δεν φαινόταν η Αγαρίστη. Είχε φύγει για κάποια δουλειά, ίσως;

Ο Ορείχαλκος ντύθηκε και βγήκε απ’το δωμάτιο. Στον μικρό διάδρομο απέξω, βρέθηκε αντίκρυ σ’έναν από τους Υπερασπιστές, και ξαφνιάστηκε λίγο. Δεν μίλησε, όμως· ούτε ο Υπερασπιστής τού μίλησε. Ο Ορείχαλκος τον προσπέρασε και βάδισε μέσα στα διαμερίσματά της Παντοκράτειρας, μη μπορώντας εύκολα να προσανατολιστεί. Δεν είχε έρθει και πολλές φορές εδώ· και τώρα το μέρος ήταν τελείως διαφορετικό από τότε. Η Αγαρίστη συνεχώς το άλλαζε για να μη βαριέται. Ακόμα και τον θρόνο της στην Παντοκρατορική Αίθουσα άλλαζε.

«Ψάχνεις κάτι;»

Ο Ορείχαλκος στράφηκε για να δει έναν από τους Υπερασπιστές (ο ίδιος με πριν; ή ήταν άλλος;) να στέκεται σε μια γωνία και να τον παρατηρεί. Η ολόσωμη, κατάμαυρη πανοπλία του έμοιαζε να τρεμοπαίζει, να πάλλεται, ενεργειακά. Αργυρόχρωμες και πορφυρόχρωμες λάμψεις σπινθήριζαν επάνω της.

«Τη σύζυγό μου. Δεν είναι εδώ;»

«Εδώ είναι.»

«Πού;»

Ο Υπερασπιστής έδειξε προς μια πόρτα.

Ο Ορείχαλκος βάδισε ώς εκεί, κάπως διστακτικά – γιατί φυσικά δεν εμπιστευόταν καθόλου τον Ελκράσ’ναρχ – και πέρασε το κατώφλι. Το δωμάτιο στο οποίο βρέθηκε περιείχε φυτά (κάποια από τη Σάρντλι) και καλλιτεχνικά καμωμένες λάμπες. Η Αγαρίστη, όμως, δεν ήταν εδώ. Ο Ορείχαλκος αισθάνθηκε ένα ρίγος να διατρέχει τη ράχη του.

«Ευθεία μπροστά,» άκουσε πίσω του τη φωνή του Ελκράσ’ναρχ. «Και αριστερά.»

Μπορεί να τον πήγαινε κάπου για να τον σκοτώσει; Ήταν πιθανό; Αλλά κι εδώ δεν θα ήταν ένα καλό μέρος για να με σκοτώσει; Ο Ορείχαλκος συνέχισε να βαδίζει. Βγήκε από μια πόρτα μισοκρυμμένη πίσω από φυτά: βρέθηκε σ’έναν μικρό διάδρομο, κι από αριστερά άκουσε κάποιον να αγκομαχά και να μουγκρίζει, και κάποια να γελά, όχι πολύ δυνατά. Συνοφρυωμένος στράφηκε προς τα εκεί, αλλά δεν μπορούσε να δει τίποτα πέρα απ’το ότι πρέπει να επρόκειτο για κάποιο καθιστικό. Προχώρησε και πέρασε το κατώφλι. Είδε την Αγαρίστη καθισμένη σ’έναν καναπέ, τυλιγμένη με μια ρόμπα και με τα πόδια της διπλωμένα από κάτω της. Το δέρμα της δεν ήταν τώρα χρυσό όπως πριν, αλλά κόκκινο, και τα μαλλιά της δεν ήταν μαύρα αλλά πράσινα. Θα μπορούσες να την περάσεις για άλλη γυναίκα, αν δεν την ήξερες καλά.

Αντίκρυ της ήταν μια οθόνη στον τοίχο, και μέσα στην οθόνη φαινόταν ένας άντρας με κατάλευκο δέρμα, ντυμένος μονάχα με μια περισκελίδα, ο οποίος προσπαθούσε να σκαρφαλώσει μια γλιστερή σκάλα κι όλο έπεφτε. Από κάτω του ήταν κάποιου είδους υγρό που έμοιαζε να βράζει.

Από αυτόν ήταν που ακούγονταν τα αγκομαχητά και τα μουγκρητά. Κι από την Αγαρίστη ακουγόταν το γέλιο.

Τώρα η Παντοκράτειρα έστρεψε το βλέμμα της στον Ορείχαλκο. «Αγάπη μου!» είπε χαμογελώντας. «Ξύπνησες. Έλα, κάθισε κοντά μου.» Χτύπησε ελαφρά τα μαξιλάρια του καναπέ, πλάι της.

Ο Ορείχαλκος κοίταξε μια εκείνη μια την οθόνη. «Τι βλέπεις;» τη ρώτησε. «Ποιος είν’ αυτός;»

«Αυτός,» αποκρίθηκε η Αγαρίστη, «είναι ένας πολύ ανόητος άνθρωπος. Ήταν, κάποτε, ειδικός πράκτοράς μου. Ανώτατος Ελεγκτής στη Λαμπροφόρο – μια συνοικία της Ρελκάμνια. Αποδείχτηκε, όμως, τελείως άχρηστος. Τελείως… Τώρα, τουλάχιστον, μπορεί να με διασκεδάζει.»

Ο Ορείχαλκος συνοφρυώθηκε παρακολουθώντας τις προσπάθειες του λευκόδερμου άντρα να σκαρφαλώσει τη γλιστερή σκάλα. «Πού βρίσκεται;»

«Κάθισε κοντά μου!» επέμεινε η Παντοκράτειρα.

Ο Ορείχαλκος πήγε και κάθισε κοντά της. Εκείνη, λυγίζοντας τη μέση της, ξάπλωσε πάνω στα γόνατά του.

«Πού βρίσκεται αυτός ο άνθρωπος;» την ξαναρώτησε ο Ορείχαλκος. «Δε μοιάζει με φυλακή…»

Η Αγαρίστη γέλασε. «Δεν είναι φυλακή! Είναι ο καινούργιος μου λαβύρινθος. Έχει πολλά όμορφα πράγματα – πολύ περίεργα.»

«Τι σου χρειάζεται ένας λαβύρινθος, Αγαρίστη;»

«Για διασκέδαση, φυσικά!» Γέλασε πάλι. «Μου κάνεις τον χαζό, αγάπη μου;» Άγγιξε το μάγουλό του, θέλοντας να φέρει το πρόσωπό του προς τα κάτω, για να τη φιλήσει.

Ο Ορείχαλκος συνέχισε να κοιτάζει τον άντρα μέσα στον λαβύρινθο. «Και τον έριξες εκεί απλά και μόνο επειδή ήταν… τελείως άχρηστος;»

«Η αχρηστία του ήταν επικίνδυνη. Έγιναν τόσοι φόνοι εκείνη τη νύχτα! Κι εξακολουθούν να γίνονται φόνοι στη διάστασή μου! Κάποιος τρελός περιφέρεται εδώ, αγάπη μου, και κανένας δε μπορεί να κάνει τίποτα για να τον σταματήσει. Το όνομά του είναι Στίβεν Νέλκος. Παλιά, ήταν ταγματάρχης στον στρατό μου, αλλά ύστερα δολοφόνησε την Αγγελική – τη φίλη μου την Αγγελική, τη θυμάσαι; – κι εξαφανίστηκε, χάθηκε, κανείς δεν ήξερε πού είχε πάει.»

«Και τώρα εμφανίστηκε ξανά;»

«Ναι: και έχει δαίμονες μαζί του.»

«Δαίμονες;»

«Δύο δαίμονες,» είπε η Αγαρίστη. «Πολύ ισχυρούς. Έχουν σκοτώσει πάρα πολλούς.» Αναστέναξε. «Και κυρίως πράκτορές μου.»

Είναι με τους επαναστάτες αυτός ο Στίβεν Νέλκος; αναρωτήθηκε ο Ορείχαλκος. Ο Ανδρόνικος δεν του είχε αναφέρει τίποτα. Δεν κάθισα, βέβαια, και να τον ρωτήσω τι γίνεται στη Ρελκάμνια προτού φύγω για εδώ. «Ένας άνθρωπος μόνος του έχει κάνει τόσα πολλά;»

«Σου είπα: έχει και δύο δαίμονες μαζί του! Μπήκε ακόμα κι εδώ, στο Παντοτινό Ανάκτορο, και σκότωσε αρκετούς. Και… έβαλε μια συσκευή σ’ένα μέρος κοντά στα διαμερίσματά μου, και τότε έβλεπα παράξενα όνειρα, πολύ παράξενα…»

Ο Ορείχαλκος συνοφρυώθηκε. «Τι παράξενα όνειρα;»

«Μια μαυρόδερμη μάγισσα ερχόταν στα όνειρά μου, και προσπαθούσε να με ξεγελάσει. Αλλά οι Υπερασπιστές μου και ο σύζυγός μου ο Ρίμναλ βρήκαν τη συσκευή και την πήραν από εδώ. Ο Ρίμναλ τώρα την έχει στον πύργο του στη Μικρή Θάλασσα· αλλά είναι τόσο παράξενη που ούτε αυτός δεν μπορεί να την καταλάβει. Έχουμε να αντιμετωπίσουμε έναν πολύ ισχυρό εχθρό μέσα στη Ρελκάμνια, Ορείχαλκε.»

«Και πιστεύεις ότι, εκτός από τους δύο δαίμονες, ο Ελπιδοφόρος είναι μόνος του;»

«Ίσως και όχι. Αλλά για τους άλλους δεν ξέρω τίποτα ακόμα. Θα τους βρω, όμως! Έχω ανθρώπους μου που ψάχνουν παντού.»

Ο Ορείχαλκος έστρεψε πάλι το βλέμμα του στην οθόνη. Ο λευκόδερμος άντρας εκεί είχε καταφέρει πλέον να φτάσει σχεδόν ώς την κορυφή της σκάλας.

«Αυτός ο βλάκας,» είπε η Αγαρίστη, «άφησε τόσους πράκτορές μου να σκοτωθούν στη Λαμπροφόρο. Η φύλαξη της συνοικίας ήταν χάλια… χάλια. Σιγά μην του επέτρεπα άλλο νάναι Ανώτατος Ελεγκτής εκεί – ο κρετίνος!»

Ο Ορείχαλκος έμεινε σιωπηλός, παρότι θεωρούσε απάνθρωπο αυτό που είχε κάνει η Παντοκράτειρα. Το ήξερε, όμως, ότι κατά καιρούς έκανε απάνθρωπα πράγματα· δεν ήταν η πρώτη φορά που είχε δει κάτι παρόμοιο από εκείνη. Ο Ελκράσ’ναρχ την έχει διαστρέψει… σκέφτηκε, λοξοκοιτάζοντας τη μορφή που στεκόταν στο κατώφλι του δωματίου παρατηρώντας τους. Ποια ήταν η Αγαρίστη πριν από τη συμφωνία της μ’αυτό τον δαίμονα; Υπάρχει πλέον εκείνη η Αγαρίστη μέσα στην Παντοκράτειρα;

Στην οθόνη, ο λευκόδερμος άντρας μπήκε μέσα σε μια τρύπα στην κορυφή της σκάλας.

«Στάσου ν’αλλάξω τηλεοπτικό πομπό.» Η Αγαρίστη σηκώθηκε απ’τα γόνατα του Ορείχαλκου, τεντώθηκε, κι έπιασε ένα τηλεχειριστήριο. Πάτησε ένα κουμπί και σειρές από μικρότερες οθόνες παρουσιάστηκαν μέσα στη μεγάλη οθόνη. Η Παντοκράτειρα τις παρατήρησε. «Α, εκεί είναι,» είπε, και πάτησε ένα άλλο κουμπί στο τηλεχειριστήριο. Μία από τις μικρές οθόνες μεγάλωσε στιγμιαία, καλύπτοντας ολόκληρη τη μεγάλη οθόνη. Τώρα, ο λευκόδερμος άντρας φαινόταν να σέρνεται μέσα σ’ένα στενό πέρασμα και να φτάνει ένα σημείο όπου φαγητό ήταν αφημένο, το οποίο και άρχισε να τρώει λαίμαργα, σχεδόν σαν ζώο.

Η Αγαρίστη γέλασε. «Τον ταΐζω κάπου-κάπου, για να μην ψοφήσει. Οι τροφές, όμως, που του δίνω δεν είναι πάντα… ακίνδυνες. Χι-χι-χι-χι-χι…» Ξάπλωσε πάλι επάνω στον Ορείχαλκο. Έμοιαζε να διασκεδάζει, σαν παιδί με κάποιο παιχνίδι του.

Ο Ορείχαλκος αναστέναξε. «Δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο να κάνουμε;»

«Βαριέσαι, αγάπη μου;»

«Λιγάκι.»

«Τι θέλεις να κάνουμε;»

«Θα ήθελα να γνωρίσω καλύτερα το Παντοτινό Ανάκτορο.»

Η Αγαρίστη συνοφρυώθηκε προς στιγμή. Ύστερα: «Φυσικά!» είπε ενθουσιωδώς. «Φυσικά.» Σηκώθηκε πάλι από τα γόνατά του. «Αφού θα μείνεις εδώ, πρέπει να ξέρεις τα κατατόπια. Και η ίδια η Παντοκράτειρα θα σε ξεναγήσει!» Ήταν ήδη όρθια.

Και ο Ορείχαλκος είχε την αίσθηση πως αυτό δεν άρεσε καθόλου στον Ελκράσ’ναρχ…

3.

Ο Κλαρκ προωθούσε το χρήμα του για παραπάνω από ένα μήνα. Αλλά αυτός δεν ήταν αρκετός χρόνος για να προκληθεί πρόβλημα στην οικονομία της Ρελκάμνια. Επιπλέον, υπήρχε μια βασική δυσκολία: δεν είχε στη διάθεσή του αρκετούς διαύλους για να εξαπλώνει τα χαρτονομίσματα που έφτιαχνε. Επομένως, θα έπρεπε να περιμένει κάμποσο προτού δει αποτελέσματα – η Ρελκάμνια ήταν μεγάλη διάσταση – και θα έπρεπε να συνεχίζει τις προσπάθειές του για την προώθηση του χρήματος.

Στην αρχή, είχε δώσει λεφτά στον Έκρελ-καθ και στη Λίντα Ναράθλω. Μετά, είχε ξαναδώσει λεφτά στον Έκρελ-καθ (κι εκείνος εξακολουθούσε να μην καταλαβαίνει τι σχεδίαζε ο Μάγος) αλλά όχι στη Λίντα, γιατί ήξερε ότι οι πράκτορες της Παντοκράτειρας την παρακολουθούσαν και, παρότι ο Κλαρκ μπορούσε εύκολα να τους αποφύγει, δεν ήθελε να τη βάλει σε κίνδυνο. Εκείνη ήταν που θα έμπλεκε, αν τα πράγματα αγρίευαν.

Μέσα στον μήνα, είχε δώσει χρήματα σε δύο ακόμα ανθρώπους τους οποίους συχνά συναναστρεφόταν…

Είχε συναντήσει τον Βόντεκ-Ρίε τον Πιλότο στο σπίτι του, φτάνοντας εκεί με τη βοήθεια του Φαντασκευάσματος. Ο ευγενής δεν περίμενε να βρει τον Μάγο στην αυλή του. Ξαφνιάστηκε λιγάκι βλέποντάς τον να στέκεται κοντά στα διάφορα κομμάτια για αεροσκάφη που βρίσκονταν κάτω από το υπόστεγο.

«Τι συμβαίνει;» ρώτησε. «Έχεις κατά νου κι άλλες… εξορμήσεις;»

Δεν πήγαινε πολύς καιρός που ο Ελπιδοφόρος είχε πάει, μαζί με τον Βόντεκ-Ρίε, την Άβα Λιγόγελη, τον Βισδέλο, και τον Λούη, στη Θαλπερή για να σκοτώσουν πράκτορες της Παντοκράτειρας.

«Όχι. Τώρα, πες ότι ήρθα να σου κάνω ένα δώρο.» Ο Κλαρκ έδειξε μια βαλίτσα που είχε αφήσει κάτω από το υπόστεγο.

«Τι δώρο;» μόρφασε ο Βόντεκ-Ρίε. «Δε χρειάζομαι δώρα. Ή είναι κάτι… μαγικό;» Τα μάτια του γυάλισαν μ’αυτή τη γυαλάδα που πολλοί χαρακτήριζαν τρελή.

«Δες μόνος σου.»

Ο ευγενής πλησίασε τη βαλίτσα, γονάτισε, και την άνοιξε. Ήταν γεμάτη εκατοστάδια. Γέλασε. «Τι είν’ αυτά, Μάγε; Δε χρειάζομαι λεφτά. Σου μοιάζω για φτωχός;» Σηκώθηκε όρθιος. «Σαν κάτι ξεπεσμένους ευγενείς πιστεύεις ότι είμαι;»

«Καθόλου. Θέλω όμως να τα χρησιμοποιήσεις. Δώσε τα σε φτωχούς αν νομίζεις.»

«Σε φτωχούς; Θα θεωρήσουν όλοι πως τρελάθηκα! Αλλά τι νόημα έχει αυτό; Θες να τα ξεφορτωθείς; Μπορούμε να τα κάψουμε, σε τελική ανάλυση…» Μόρφασε αδιάφορα.

«Δε θέλω να τα ξεφορτωθώ. Θέλω να τα διακινήσω. Θέλω να κυκλοφορήσουν στη Ρελκάμνια.»

«Πλαστά, λοιπόν.»

«Όχι. Μπορείς να τα ελέγξεις αν θέλεις.»

«Δε σε καταλαβαίνω καθόλου, σήμερα,» είπε ο Βόντεκ-Ρίε, ατενίζοντας τον Κλαρκ παραξενεμένος. «Γιατί πρέπει να διακινηθούν αυτά τα χρήματα;»

«Δεν πρέπει να διακινηθούν μόνο αυτά, αλλά και πολύ περισσότερα. Και το καλό μ’ανθρώπους σαν εσένα ξέρεις ποιο είναι, Βόντεκ;»

«Έχουν και κανένα ‘καλό’ οι άνθρωποι σαν εμένα;» Δεν χαμογελούσε.

«Ναι. Κανένας δεν ρωτάει τους πλούσιους πού βρήκαν τα λεφτά τους. Επομένως, είσαι ιδανικός για να δώσεις πολλά χρήματα από δω κι από κει.»

«Χρήματα δικά σου…»

«Χρήματα δικά μου.»

Ο Βόντεκ-Ρίε γονάτισε πάλι, για να κλείσει τη βαλίτσα. Σηκώθηκε όρθιος παίρνοντάς τη στο χέρι. «Τι διαφορά έχουν τα δικά σου από οποιουδήποτε άλλου, Κλαρκ;»

«Τα έχω φτιάξει μόνος μου.»

«Το ήξερα! Πλαστά.»

«Σου είπα: έλεγξέ τα αν θέλεις,» επέμεινε ο Κλαρκ.

«Μπορείς, δηλαδή, να αντιγράψεις τέλεια το εκατοστάδιο;»

«Δεν ‘αντιγράφω’ τίποτα, Βόντεκ. Φτιάχνω. Τα χρήματα που κρατάς στο χέρι σου είναι… επιπρόσθετα σε όσα ήδη κυκλοφορούν στη Ρελκάμνια. Καταλαβαίνεις τι σημαίνει αυτό;»

Ο Βόντεκ-Ρίε συνοφρυώθηκε.

Κανένας δεν έχει βασικές γνώσεις οικονομικών σ’ετούτη τη διάσταση; απόρησε ο Κλαρκ.

Ο Λούης, όμως, έμοιαζε να καταλαβαίνει καλύτερα τι ήθελε να κάνει ο Μάγος. Ο Κλαρκ τον επισκέφτηκε στο εργαστήριό του στην Α’ Κατωρίγια Συνοικία. Το οίκημα βρομούσε από τις χυμικές ουσίες, και ήταν γεμάτο ράφια με μπουκάλια και φιαλίδια. Επίσης, ήταν σκοτεινό· τα φώτα εδώ μέσα ήταν πάντοτε ασθενικά, όχι για κανέναν πρακτικό λόγο αλλά μάλλον επειδή έτσι το ήθελε ο Λούης, που ήταν γνωστός στον υπόκοσμο για την πώληση χυμικών και ψυχοτρόπων ουσιών. Πολλοί έλεγαν, μάλιστα, πως λάτρευε τον Σκοτοδαίμονα. Ο Κλαρκ ήξερε ότι αυτό ήταν, όντως, αλήθεια. Ο Λούης ήταν κάθαρμα. Αλλά είχε μια αρετή: εχθρευόταν τους ανθρώπους της Παντοκράτειρας.

Ο Κλαρκ τού έδωσε έναν δερμάτινο σάκο γεμάτο χρήματα, όταν κανένας άλλος δεν ήταν στο εργαστήριό του.

Τα μικρά μάτια του Λούη γούρλωσαν κοιτάζοντας το περιεχόμενο. «Τι γίνεται δω, ρε Μάγε; Ληστέψαμε τράπεζα;»

Ο Κλαρκ μειδίασε μέσα από τα μαύρα μούσια του. «Δεν έχουμε ανάγκη να ληστέψουμε τράπεζα.»

«Πλαστά, το λοιπόν.»

«Έλεγξέ τα.»

Ο Λούης τα έλεγξε χρησιμοποιώντας μια συσκευή που ήταν αρκετά καλή για τέτοιες δουλειές. Ήθελε να είναι βέβαιος για τις συναλλαγές του, ειδικά από τη στιγμή που συναναστρεφόταν, κυρίως, ανθρώπους του σιναφιού του.

«Κανονικά φαίνονται,» είπε αφού έλεγξε μερικά χαρτονομίσματα τα οποία πήρε με τυχαία σειρά από τυχαίες δέσμες. «Αλλά αποκλείεται να είναι.»

«Το αποκλείεις να έχω λεφτά;»

«Το αποκλείω νάσαι τόσο χαζός ώστε να μου τα δίνεις έτσι.»

«Νομίζεις ότι τα χαρτάκια, λοιπόν, είναι τόσο σημαντικά, ε;»

Ο Λούης κάθισε στην πολυθρόνα πίσω από το γραφείο όπου ήταν ακουμπισμένος ο σάκος με τα χρήματα. «Σ’αυτή τη διάσταση, είναι. Για να μου τα δίνεις, επομένως, πρέπει κάτι να θέλεις να κάνω μ’αυτά…»

«Να τα χρησιμοποιήσεις. Μην τα αφήσεις εδώ, ούτε σε κάποια τράπεζα. Θέλω να κινηθούν. Αγόρασε πράγματα, υπηρεσίες. Δώσε λεφτά σε φτωχούς. Κάνε τα οτιδήποτε, αλλά κάνε τα κάτι

«Ενδιαφέρον…» είπε σκεπτικά ο Λούης, αγγίζοντας το σαγόνι με το χέρι του. «Και να υποθέσω ότι τα χρήματα είναι δικής σου κατασκευής παρότι δεν είναι πλαστά;»

«Υπέθεσε ό,τι θέλεις. Δεν έχουν διαφορά από άλλα χρήματα που θα συναντήσεις στη Ρελκάμνια.»

«Μάλιστα… Και να υποθέσω, επίσης, ότι έχεις φανεί και με άλλους τόσο… γενναιόδωρος;»

«Θα πάρεις τα χρήματα, ή να τα δώσω σε κάποιον από αυτούς τους άλλους;» ρώτησε ο Κλαρκ.

Ο Λούης γέλασε κοφτά. «Ξέρεις κανέναν που να του χαρίζεις χρήματα και να μην τα θέλει;»

Ο Κλαρκ προτίμησε να μην απαντήσει σ’αυτό.

«Είσαι εναντίον της Παντοκράτειρας, όπως κι εγώ,» είπε ο Λούης. «Αν μπορείς να παράγεις χρήμα σε μεγάλες ποσότητες, και μπορείς να το κυκλοφορείς στην οικονομία της Ρελκάμνια, τότε αυτή η οικονομία, πολύ σύντομα, θα έχει πρόβλημα. Η Συμπαντική Παντοκρατορία θα έχει πρόβλημα – εκτός από τα άλλα προβλήματα που ακούγεται πως έχει τελευταία, εξαιτίας της Επανάστασης.»

«Επιτέλους,» είπε επίπεδα ο Κλαρκ, «κάποιος άνθρωπος που ξέρει βασικά οικονομικά.»

Το άσχημο πρόσωπο του Λούη μειδίασε. «Ανέκαθεν ήμουν καλός σ’αυτό το θέμα, αλλά, δυστυχώς, όλο ατυχίες με βρίσκουν και δεν μπορώ να πλουτίσω. Και μία ακόμα ατυχία θα με βρει τώρα, νομίζω…»

Ο Κλαρκ ύψωσε ένα φρύδι, ερωτηματικά.

«Αν κάνεις την οικονομία της Ρελκάμνια να καταρρεύσει, Κλαρκ, θα βουλιάξω κι εγώ μαζί,» τόνισε ο Λούης. Και τώρα δεν χαμογελούσε. «Γιατί, λοιπόν, να σε βοηθήσω στο σχέδιό σου;»

«Εσύ θα επιπλεύσεις.»

«Γιατί;»

«Δύο λόγοι. Πρώτος: θα σου δίνω όσα χρήματα χρειάζεσαι. Δεύτερος: όπως λες, είσαι καλός στα οικονομικά.»

Στην Άβα και στον Βισδέλο, ο Κλαρκ το σκεφτόταν να πάει για να δώσει χρήματα αλλά δεν το επιχείρησε μέσα στον πρώτο μήνα της έναρξης του σχεδίου του.

Αποφάσισε να το επιχειρήσει τώρα, βλέποντας ότι χρειαζόταν, δίχως αμφιβολία, πολλούς ακόμα διαύλους.

Ο Βισδέλος ήταν ιερέας του Κρόνου, και ορισμένοι τον έλεγαν «ο Κουκουλοφόρος Ιερέας» γιατί όταν έκανε παράνομες ή ύποπτες δουλειές φορούσε κουκούλα με ανοίγματα μόνο για τα μάτια. Ο ναός του ήταν μια μικρή πυραμίδα που βρισκόταν στη Φιλήσυχη (μια συνοικία στις βόρειες ακτές της Μεγάλης Θάλασσας, η οποία είχε αυτή την ονομασία κατ’ευφημισμόν), και, φυσικά, οι περισσότεροι που πήγαιναν εκεί δεν ήξεραν τίποτα για τις ύποπτες δουλειές του Βισδέλου. Όπως επίσης και οι περισσότεροι μαθητευόμενοι ιερείς και ιέρειες του ναού.

Ο Βισδέλος είχε μόλις τελειώσει την Τελετή της Πρώτης Ώρας, και ο συναθροισμένος κόσμος στον μικρό ναό διαλυόταν, όταν ο Κλαρκ πλησίασε τον ιερέα ντυμένος με κάπα και κουκούλα, μοιάζοντας σαν άλλος ένας από τους πολλούς άστεγους και φτωχούς που υπήρχαν στη Φιλήσυχη.

«Μπορούμε να μιλήσουμε, Σεβασμιότατε;»

Ο Βισδέλος αναγνώρισε το πρόσωπο του Μάγου μέσα από την κουκούλα, και κατένευσε. «Ασφαλώς,» αποκρίθηκε, και τον οδήγησε στο ιδιαίτερό του δωμάτιο μέσα στον ναό, όπου δεν ήταν κανένας άλλος. «Μάλλον δεν βρίσκεσαι εδώ για να ζητήσεις τη συμβουλή μου,» είπε.

Ο Κλαρκ δεν κατέβασε την κουκούλα του. «Έχω κάτι για σένα.» Και έδωσε στον Βισδέλο έναν σάκο.

«Τι είναι αυτό;»

«Άνοιξέ το.»

Ο ιερέας άνοιξε τον σάκο και είδε τα χρήματα.

«Για αγαθοεργίες,» του είπε ο Κλαρκ. «Για τους φτωχούς. Για ό,τι άλλο νομίζεις. Φρόντισε να τα ξοδέψεις όλα.»

Ο Βισδέλος συνοφρυώθηκε. «Πώς και πήρες τέτοια απόφαση; Δεν είναι καμια γιορτή…»

«Απλώς θέλω να μοιράσεις αυτά τα χρήματα – να μην κρατήσεις τίποτα. Αλλά φρόντισε να το κάνεις με διακριτικότητα: δε χρειάζεται να μάθουν όλοι ότι εσύ τα δίνεις.»

«Καταλαβαίνω τον λόγο. Όμως…» Έμοιαζε παραξενεμένος. Αναμενόμενα.

«Προτού ρωτήσεις, δεν είναι πλαστά. Και έχω κι άλλα, πολλά ακόμα, να σου δώσω.»

«Εντάξει,» είπε ο Βισδέλος ανασηκώνοντας τους ώμους. «Δε μπορώ παρά να σε ευχαριστήσω… όποιος κι αν είναι ο σκοπός σου.»

«Θα τα ξαναπούμε,» υποσχέθηκε ο Κλαρκ, και έφυγε απ’το δωμάτιο του ιερέα και από τον ναό του Κρόνου.

Μερικές ημέρες αργότερα, πήγε να βρει την Άβα Λιγόγελη, που ήταν μισθοφόρος και εκπαιδεύτρια μισθοφόρων. Είχε ένα μικρό εκπαιδευτήριο στο Κοινόβιο, το οποίο αποτελούσε συγχρόνως και γραφείο της για ό,τι συνεννοήσεις ήθελε να κάνει. Το οίκημα ήταν χωρισμένο στα δύο, και τον περισσότερο χώρο έπιανε, φυσικά, το εκπαιδευτήριο.

Η Άβα εκπαίδευε τώρα έναν νεαρό στη μάχη σώμα με σώμα, με γροθιές και κλοτσιές. Ήταν κι οι δυο τους ντυμένοι με ελαφριά ρούχα και ξυπόλυτοι. Η Άβα ήταν ψηλή και γεροδεμένη· είχε δέρμα χρυσό και μαλλιά πράσινα και κοντοκουρεμένα. Ο νεαρός που εκπαίδευε πρέπει να ήταν καμια δεκαπενταετία μικρότερός της, και είχε δέρμα κατάμαυρο, μαύρα μαλλιά, και γραμμωμένο σώμα. Οι κινήσεις του, όμως, δεν έμοιαζαν να είναι αρκετά γρήγορες, ούτε τα χτυπήματά του αρκετά εύστοχα. Η Άβα τον έβριζε καθώς τον έβαζε να την αντιμετωπίζει. «Μ’αυτές τις μαλακίες νομίζεις ότι μπορείς να κάνεις κανέναν να πονέσει;» – «Νομίζεις ότι κανένας θα σε πληρώσει όταν είσαι τόσο άχρηστος;» – «Κουνήσου! Κουνήσου!» – «Η γιαγιά μου η πλύστρα κλοτσά πιο άγρια από σένα!»

Έσκυψε κάτω απ’τη γροθιά του, του άρπαξε τον πήχη, του γύρισε το χέρι πίσω απ’την πλάτη, και τον έριξε στα γόνατα. Το πόδι της βρέθηκε ανάμεσα στους μηρούς του, πιέζοντας τους όρχεις του. «Μ’αυτά τα χάλια δεν μπορείς να είσαι μισθοφόρος και να σε πληρώνουν!» φώναξε. «Θα προσπαθήσεις πιο πολύ, ή θα φύγεις;»

«…Ναι,» βόγκησε εκείνος. «Ναι…»

«Τι ‘ναι’;»

«Θα προσπαθήσω.»

Η Άβα τον ελευθέρωσε κι εκείνος διπλώθηκε πάνω στο ξύλινο πάτωμα.

Η Άβα πήγε προς τα εκεί όπου κρέμονταν κάτι πετσέτες, για να σκουπίσει τον ιδρώτα από πάνω της. Τότε ήταν που πρόσεξε ότι κάποιος άλλος βρισκόταν μέσα στο εκπαιδευτήριο: κάποιος που μέχρι στιγμής δεν είχε προσέξει.

Ξαφνιασμένη, έστρεψε το μακρύ πρόσωπό της για ν’αντικρίσει τον Κλαρκ να στέκεται κοντά σε μια γωνία, φορώντας καπαρντίνα και πλατύγυρο καπέλο. Κανένας δεν θα μπορούσε ν’αποκαλέσει την Άβα όμορφη. Δεν ήταν τέρας, αλλά το πρόσωπό της ήταν απλά… αδιάφορο, και η μύτη της λιγάκι στραβή επειδή, σίγουρα, την είχε σπάσει δυο-τρεις φορές στη ζωή της ώς τώρα.

«Τι θέλεις;» ρώτησε τον Κλαρκ πλησιάζοντάς τον με μια πετσέτα στα χέρια, σκουπίζοντας τον ιδρώτα από το στήθος και τα μπράτσα της.

«Να πούμε δυο κουβέντες.»

«Έλα.» Η Άβα βάδισε προς το γραφείο της, ενώ ο μαυρόδερμος νεαρός βρισκόταν ακόμα διπλωμένος στο πάτωμα.

Ο Κλαρκ την ακολούθησε.

Το δωμάτιο ήταν μετρίου μεγέθους, μ’ένα γραφείο κοντά σ’έναν τοίχο κι ένα παράθυρο σ’έναν άλλο. Πίσω απ’το γραφείο κρεμόταν μια ιερή αναπαράσταση της Ρασιλλώ, της Κυράς του Σιδήρου, μιας κατώτερης θεάς, κόρης του Κρόνου, και προστάτιδας των μισθοφόρων και των πολεμιστών.

«Για τι πράγματα πληρώνεις συνήθως;» ρώτησε ο Κλαρκ. «Όπλα; Σφαίρες;»

«Και όχι μόνο. Γιατί ρωτάς;» Η Άβα γέμισε ένα ποτήρι νερό από ένα μπουκάλι και ήπιε, έχοντας ρίξει την πετσέτα στους ώμους της.

«Σου χρειάζονται λεφτά τώρα;»

«Σου είπα: γιατί ρωτάς;»

«Γιατί είμαι πρόθυμος να σου δώσω λεφτά αν όντως σκοπεύεις να τα ξοδέψεις.»

«Και τι δουλειά θες να σου κάνω;»

«Καμία δουλειά.»

«Θα μου δώσεις λεφτά για πλάκα… Χα! Καλό.» Η Άβα στράγγισε το ποτήρι της και το άφησε πάνω στο γραφείο.

Ο Κλαρκ έβγαλε μια παχιά δέσμη εκατοστάδια από την καπαρντίνα του και την έριξε μπροστά της.

Η Άβα, παραξενεμένη, την πήρε στα χέρια της και μέτρησε τα χαρτονομίσματα. «Είσαι σοβαρός; Τόσα λεφτά; Γιατί;»

«Το μόνο που θέλω είναι να τα ξοδέψεις. Να μην τα κρατήσεις. Και μπορώ να σου δώσω κι άλλα.»

Η Άβα γέλασε – κι έμοιαζε, ως συνήθως, να υπάρχει κάτι το ελαφρώς απειλητικό στο γέλιο της. «Δεν είμαστε καλά!» Κάθισε στην πολυθρόνα του γραφείου της.

«Θέλεις να ελέγξεις αν είναι πλαστά;»

Η Άβα συνοφρυώθηκε σαν να μην το είχε σκεφτεί αυτό ακόμα. «Είναι;»

«Δεν είναι.»

«Τότε σε πιστεύω,» μόρφασε.

Ο Κλαρκ έβγαλε μερικές ακόμα δέσμες με χαρτονομίσματα από την καπαρντίνα του και τις έριξε πάνω στο γραφείο της. «Φρόντισε να τα δώσεις όπου νομίζεις,» της είπε. «Ακόμα και σ’αυτόν τον τύπο εκεί έξω» – έδειξε με τον αντίχειρα προς το εκπαιδευτήριο – «για ψυχική οδύνη.»

Η Άβα μειδίασε άγρια – μια γκριμάτσα που την έκανε να μοιάζει με θηρίο έτοιμο να δαγκώσει. «Οικειοθελώς ήρθε. Με παρακάλεσε να τον προσλάβω για να δουλέψει για μένα.»

«Όλους που έρχονται να δουλέψουν για σένα τους δέρνεις έτσι;»

«Τους περισσότερους, όταν είναι τόσο αδέξιοι. Ήταν στους Μαύρους Λεβέντες αυτός εδώ και έφυγε, και νόμιζε ότι επειδή ήταν σ’αυτή την κωλοσυμμορία ήξερε και να μάχεται σαν άνθρωπος. Αλλά δεν ήξερε.»

«Οι Μαύροι Λεβέντες δεν είναι μονάχα μια συμμορία…» Ήταν μια οργάνωση, αποτελούμενη σχεδόν εξολοκλήρου από μαυρόδερμους ανθρώπους, η οποία είχε αρκετή δύναμη στο Κοινόβιο.

Η Άβα ρουθούνισε. «Συμμορία είναι.»

«Τέλος πάντων. Σ’αφήνω για τώρα. Και μπορεί νάρθω να σου ξαναφέρω κι άλλα λεφτά, κάποια στιγμή.»

Η Άβα γέλασε. «Τι κάνεις; Τα παίρνεις απ’τους πλούσιους και τα δίνεις στους φτωχούς;»

«Δεν είσαι και τόσο φτωχή,» της είπε ο Κλαρκ, βγαίνοντας από το γραφείο της κι αφήνοντάς την να μετρήσει μόνη τα χρήματα που της είχε δώσει.

Βίηλ

1.

Ο Πρόμαχος Άτβος αναγκάστηκε να συμφωνήσει μαζί τους, αλλά ήταν φανερό πως δεν του άρεσε. Δεν ήθελε η Ιλρίνα’νορ να τους συνοδέψει σ’αυτή την αποστολή. Και τους είπε, ξεκάθαρα, ότι πίστευε πως δεν θα κατάφερναν τίποτα.

«Ή τρελός είσαι,» είπε στον Τζακ, δείχνοντας τον θυμωμένα με το χέρι του, «ή προσπαθείς να μας οδηγήσεις σε παγίδα! Αν εξαρτιόταν μόνο από εμένα, κανένας δεν θα πήγαινε μαζί σου!»

Ο Τζακ δεν απάντησε, καθώς όλοι τους στέκονταν σε μια από τις αίθουσες του κάστρου της Νάσπελ, όχι και τόσο μακριά από τα δωμάτια του Άτβος και της Ιλρίνα. Το βλέμμα του ήταν αινιγματικό: έμοιαζε ή να κοροϊδεύει τον Πρόμαχο ή να κατέχει κάποιου είδους απόκρυφη γνώση που εκείνος δεν θα μπορούσε ποτέ να έχει.

«Αποφασίσαμε να πάμε και θα πάμε,» είπε η Ανταρλίδα. «Είναι πολύ σημαντικό το θέμα. Για όλους μας.»

Ο Άτβος στράφηκε να την αντικρίσει. «Το καταλαβαίνω, Ανταρλίδα. Όμως πες μου: εσύ πώς πιστεύεις ότι μπορεί ο Τάμπριελ να είναι ζωντανός; Τον είδαμε νεκρό, και μετά κάψαμε το πτώμα του! Πώς είναι δυνατόν να ζει;»

Η Ανταρλίδα κούνησε το κεφάλι, ξέροντας ότι ο Άτβος είχε δίκιο. Ήταν όντως τελείως, τελείως παράλογο. Τρελό. «Δεν ξέρω. Αλλά εκείνο που ξέρω είναι ότι πολύ περίεργα πράγματα συνέβαιναν στη ζωή του Τάμπριελ, οπότε γιατί αυτό ν’αλλάξει τώρα;»

«Ναι, περίεργα… αλλά αυτό… Αυτό είναι…» Ο Άτβος μόρφασε, μοιάζοντας τα λόγια να του έχουν πια τελειώσει.

«Μαζί με τον Τάμπριελ,» του είπε η Ανταρλίδα, «έπεσα μέσα σ’έναν υπερδιαστασιακό στρόβιλο – και ζήσαμε κι οι δύο. Καταλήξαμε στη Νόρχακ. Θα το θεωρούσες αυτό δυνατό;»

«Κανονικά, όχι. Αλλά υπάρχει μια βασική διαφορά: Κανένας δεν είχε κάψει τα πτώματά σας ακόμα.»

«Εγώ θα πάω,» είπε η Ανταρλίδα. «Και οι Ιεράρχες, επίσης, δεν θα ησυχάσουν αν δεν βεβαιωθούν ότι ο Τάμπριελ είναι πραγματικά νεκρός.»

Ο Όρνιφιμ και η Ράιλμεχ έγνεψαν καταφατικά. «Πρέπει οπωσδήποτε να το ερευνήσουμε, Πρόμαχε,» είπε ο πρώτος.

«Αν η Ιλρίνα δεν θέλει να έρθει, το καταλαβαίνουμε,» είπε η Ανταρλίδα. «Και δεν υπάρχει κανένα απολύτως πρόβλημα. Θα βρούμε κάποιον άλλο μάγο.»

Η Ιλρίνα’νορ, όμως, δήλωσε ότι θα ερχόταν, θα τους βοηθούσε. Και ο Άτβος δεν έμοιαζε να θέλει να τσακωθεί μαζί της. Της είπε να προσέχει. Είπε σε όλους τους να προσέχουν και, μετά, τους συνόδεψε ώς την οροφή του πύργου όπου ήταν προσγειωμένο το ελικόπτερό τους.

Η Αλιζέτ ώθησε τον Τζακ Πολύχρωμο στο εσωτερικό του αεροσκάφους, και τότε ο Άτβος ρώτησε: «Αλήθεια, γιατί χρειάζεστε το μεταβαλλόμενο όχημα αφού μπορείτε να πετάξετε;»

«Δεν έχουμε ιδέα πού ακριβώς θα καταλήξουμε, Πρόμαχε,» αποκρίθηκε η Ανταρλίδα. «Ένα όχημα που παίρνει τρεις μορφές πολύ πιθανόν να μας φανεί πιο χρήσιμο από ένα ελικόπτερο. Επιπλέον, ο Τζακ λέει πως μπορεί καλύτερα να διαισθάνεται τη θέση του Τάμπριελ όταν ταξιδεύουμε σταθερά, με μικρότερη ταχύτητα από εκείνη ενός αεροσκάφους.»

«Κι αυτό ύποπτο είναι,» παρατήρησε ο Άτβος. «Πιο εύκολα κανείς σού στήνει ενέδρα στη γη παρά στον αέρα.»

«Πράγματι, αλλά πώς ο Τζακ να έχει επικοινωνήσει με άλλους πράκτορες της Παντοκράτειρας όσο βρισκόταν κλειδωμένος στα μπουντρούμια του κάστρου της Νέλερβικ;»

«Είναι μάγος του τάγματος των Τεχνομαθών, δεν είναι;»

«Ναι. Αλλά ακόμα κι έτσι… Ήταν κλειδαμπαρωμένος. Φρουρούμενος. Και τυλιγμένος απ’αυτό το ενεργειακό κουκούλι.»

Ο Άτβος αναστέναξε. «Δεν ξέρω, Ανταρλίδα. Πάντως, να προσέχετε.» Και το βλέμμα του έμοιαζε να προσθέτει: Να προσέχεις την Ιλρίνα. Να φροντίσεις να γυρίσει ζωντανή.

Η Ανταρλίδα κατένευσε. «Θα ξανασυναντηθούμε,» είπε. «Σύντομα.» Και μπήκε στο ελικόπτερο. Οι υπόλοιποι βρίσκονταν ήδη μέσα, και η Αλιζέτ καθόταν στο πιλοτήριο.

Ο Άτβος απομακρύνθηκε απ’το αεροσκάφος καθώς ο έλικάς του άρχιζε να περιστρέφεται, και μετά από λίγο το ελικόπτερο ήταν στον αέρα πάνω από το κάστρο της Νάσπελ. Οι επιβάτες του ατένιζαν την κυκλική, συμμετρικά οικοδομημένη πόλη από ψηλά.

«Θα πάμε να πάρουμε τον Αρκαλόν;» ρώτησε η Αλιζέτ.

«Ναι,» είπε η Ράιλμεχ.

«Πού βρίσκεται;»

«Πέτα δυτικά και νότια.»

Η Αλιζέτ υπάκουσε.

Καθώς ταξίδευαν ο ήλιος ήταν πίσω τους, και το βούισμα των μηχανών και του έλικα γέμιζαν τ’αφτιά τους.

2.

Συνάντησαν τον Αρκαλόν μετά από καμια ώρα, στις όχθες του ποταμού Νέρελρημ.

Η Ράιλμεχ είπε: «Μας βλέπει. Κατέβα,» δείχνοντας στην Αλιζέτ κάτω.

Εκείνη συνοφρυώθηκε, κοιτάζοντας προς το έδαφος και μπορώντας να διακρίνει μερικές ανθρώπινες φιγούρες πλάι σ’ένα σύδεντρο, μαζί με άλογα. Ένας απ’αυτούς, μάλλον, ήταν ο Αρκαλόν. Όταν είσαι Ιεράρχης δεν χρειάζεται να κάνεις σινιάλο, υποθέτω… σκέφτηκε η Αλιζέτ, υπομειδιώντας. Και προσγείωσε το ελικόπτερο εκεί όπου μπορούσε να δει πως υπήρχε χώρος.

Ο Αρκαλόν ξεχώρισε ανάμεσα από τους υπόλοιπους (οι οποίοι τώρα φαινόταν καθαρά ότι ήταν πολεμιστές του Χαύδοραλ) και πλησίασε βαδίζοντας γρήγορα, ντυμένος με κάπα κι έχοντας έναν μικρό σάκο στον ώμο. Από τη ζώνη του κρεμόταν το σπαθί του.

Η Ανταρλίδα τού άνοιξε μια πόρτα του αεροσκάφους και ο Ιεράρχης ανέβηκε και βρέθηκε ανάμεσά τους.

«Ήσουν πέρα από τον Νέρελρημ;» τον ρώτησε η Ανταρλίδα.

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνος. «Στα εδάφη του Κάνρελ που έχουμε κατακτήσει. Είναι λίγα και, αν δεν τα κρατήσουμε γερά, θα τα χάσουμε.» Ύστερα έριξε ένα βλέμμα στον Τζακ. Δεν του μίλησε, όμως. Μάλλον δεν είχε τίποτα να του πει, τίποτα να τον ρωτήσει. Οι άλλοι Ιεράρχες είχαν δώσει στον Αρκαλόν όσες πληροφορίες χρειαζόταν, μέσω του νοητικού δεσμού τους.

Η Αλιζέτ απογείωσε το ελικόπτερο ξανά. «Προς Νέλερβικ, τώρα, έτσι;»

«Ναι,» είπε η Ανταρλίδα.

Και πέταξαν βορειοανατολικά, περνώντας πάνω από τα εδάφη του Πριγκιπάτου Χαύδοραλ.

Σε λίγο, ο Αρκαλόν είπε: «Ο Δαίδαλος λέει ότι θέλει να μας συναντήσει.» Μια πληροφορία που, προφανώς, είχε πάρει από τη Διάττα.

«Πες του να περιμένει,» ζήτησε η Ανταρλίδα. «Ούτε εμείς δεν ξέρουμε πού θα πάμε ακριβώς· και το Κίρτβεχ είναι μακριά από εδώ.»

«Ο Τζακ, όμως, λέει πως ο Μεγάλος Προφήτης βρίσκεται κάπου προς τα δυτικά. Άρα, προς το Κίρτβεχ.»

«Ναι, αλλά πού ακριβώς δεν ξέρουμε,» τόνισε η Ανταρλίδα. Και στράφηκε στον Τζακ. «Έχεις καμια ιδέα για την απόσταση;»

«Σας το είπα ήδη: δεν ξέρω πόσο μακριά μπορεί να χρειαστεί να πάμε.»

«Μπορεί, δηλαδή, ο Τάμπριελ νάναι και πενήντα χιλιόμετρα από τη Νέλερβικ;»

«Μπορεί, αν και δεν το νομίζω.»

«Γιατί;»

«Διότι, όταν ήμασταν στη Νάσπελ, αισθανόμουν την παρουσία πάλι προς τα δυτικά, όχι προς τα βόρεια. Και όταν ήμασταν στις όχθες του Νέρελρημ, το ίδιο.»

«Επομένως,» συμπέρανε η Αλιζέτ, χωρίς να στραφεί να τον κοιτάξει καθώς πιλόταρε, «βρίσκεται κάπου στα κεντρικά πριγκιπάτα, έτσι όπως μας τα λες…»

«Ίσως,» αποκρίθηκε ο Τζακ.

«Και στα κεντρικά πριγκιπάτα η παρουσία της Παντοκράτειρας είναι ισχυρή,» τόνισε η Αλιζέτ.

«Ακόμα θεωρείς ότι προσπαθώ να σας παγιδέψω;»

«Γιατί όχι; Δε μας έχεις δώσει κανέναν λόγο για να σε εμπιστευόμαστε.»

Η Ανταρλίδα ρώτησε την Ιλρίνα’νορ: «Μπορείς να ελέγξεις αν λέει αλήθεια; Αν όντως αυτός και η οντότητα μέσα του έχουν γίνει ένα, όπως υποστηρίζει; Αν η οντότητα μέσα του, πράγματι, θέλει να βρει τον Τάμπριελ;»

«Ούτε το ένα ούτε το άλλο μπορώ να κάνω,» αποκρίθηκε η μάγισσα. «Το μόνο που μπορώ να ελέγξω είναι αν η οντότητα εξακολουθεί να βρίσκεται εντός του.»

«Κάνε το.»

Η Ιλρίνα’νορ άρθρωσε τα λόγια για κάποιο ξόρκι, εστιάζοντας το βλέμμα της στον Τζακ. Έπειτα είπε: «Η οντότητα εξακολουθεί να είναι μέσα του. Σ’αυτό, τουλάχιστον, λέει αλήθεια.»

Ο Τζακ τής είπε: «Παλιότερα, νομίζεις ότι η οντότητα μπορούσε τόσο εύκολα να εντοπιστεί;»

«Τι εννοείς;»

«Κρυβόταν. Και το αποκλείω εσύ να μπορούσες να τη βρεις μ’ένα απλό Ξόρκι Ενεργειακής Ανιχνεύσεως που χρησιμοποίησες.»

«Κι αυτό θέλεις να πεις ότι είναι απόδειξη πως η οντότητα κι εσύ έχετε γίνει ένα;»

«Αν όχι, τότε τι είναι;»

«Δεν ξέρω,» είπε η Ιλρίνα. «Παλιότερα, εγώ δεν είχα επιχειρήσει κανένα ξόρκι επάνω σου. Πρώτη φορά το έκανα όταν σε είχαμε στα μπουντρούμια, σε κώμα: και τότε, ναι, μπορούσα να διαισθανθώ την ενεργειακή οντότητα.»

«Βρισκόμασταν σε… συνδιαλλαγή, εγώ κι εκείνη.»

Η Ιλρίνα’νορ δεν συνέχισε την κουβέντα μαζί του.

Η Αλιζέτ παρατήρησε: «Τίποτα απ’αυτά δεν αποτελεί απόδειξη ότι δεν σχεδιάζει να μας παγιδέψει.»

«Ο Δαίδαλος, πάντως, επιμένει να έρθει κι εκείνος,» είπε ο Αρκαλόν. «Και λέει πως σκέφτεται να φέρει κι άλλους επαναστάτες μαζί του.»

«Μα, πού θα μας συναντήσει;» είπε η Ανταρλίδα.

«Θα μας βρει με αεροσκάφος, μόλις ξεκαθαρίσουμε προς τα πού κατευθυνόμαστε.»

«Καλώς. Υποθέτω, ξέρει τι κάνει.»

3.

Ήταν μεσημέρι όταν προσγειώθηκαν στο κάστρο της Νέλερβικ, έτσι πήγαν να φάνε και να ξεκουραστούν μερικές ώρες. Τον Τζακ τον οδήγησαν πάλι στο κελί του και τον έκλεισαν εκεί, υπό φρούρηση.

Η Ανταρλίδα καθόταν μόνη και κάπνιζε ένα τσιγάρο στο δωμάτιο που παλιά μοιραζόταν με τον Τάμπριελ, όταν κάποιος ακούστηκε να χτυπά την πόρτα της.

«Ποιος είναι;»

«Ο Όρνιφιμ.»

«Έλα.»

Ο Ιεράρχης άνοιξε και μπήκε, βρίσκοντάς την καθισμένη σε μια καρέκλα πλάι στο παράθυρο, με τα πόδια της τεντωμένα εμπρός της και σταυρωμένα στον αστράγαλο. Το τσιγάρο στο χέρι της ήταν μισοτελειωμένο. «Έγινε κάτι;» τον ρώτησε.

«Πρέπει να μιλήσουμε για το ραβδί,» είπε ο Όρνιφιμ.

Η Ανταρλίδα φύσηξε καπνό. «Το ραβδί. Σωστά. Εδώ το έχω, φυσικά. Κρυμμένο.»

Ο Όρνιφιμ ένευσε. «Πρέπει να το πάρουμε μαζί μας. Όλοι συμφωνούμε.» Όλοι οι Ιεράρχες, εννοούσε προφανώς.

Η Ανταρλίδα ανασήκωσε τους ώμους. «Εντάξει.» Για εσάς είναι τόσο σημαντικό, όχι για εμένα. Σηκώθηκε από την καρέκλα σβήνοντας το τσιγάρο της στο τασάκι πάνω στο περβάζι του παραθύρου. Πλησίασε το κρεβάτι και σήκωσε το στρώμα. Από κάτω, ανάμεσα σε διάφορα πανιά (που ήταν εκεί για κάλυψη), διακρινόταν, αν παρατηρούσες, κάτι μακρύ τυλιγμένο με ύφασμα. «Το βλέπεις;» ρώτησε η Ανταρλίδα, κοιτάζοντας τον Όρνιφιμ πάνω απ’τον ώμο της.

«Ναι.»

«Πάρτο.»

Ο Ιεράρχης πήρε το ραβδί, και η Ανταρλίδα έβαλε πάλι το στρώμα στη θέση του. Ο Όρνιφιμ ξετύλιξε λιγάκι το ύφασμα για να δει την πορφυρή σφαίρα στην κορυφή του ραβδιού, και την ομίχλη που φαινόταν να αργοκινείται εντός της – το πνεύμα του Μεγάλου Ιεράρχη.

«Θα το κρατήσεις εσύ;» τον ρώτησε η Ανταρλίδα.

Ο Όρνιφιμ κούνησε το κεφάλι. «Όχι. Απλά να το έχεις μαζί σου.» Το έτεινε προς το μέρος της. Όλοι οι Ιεράρχες έμοιαζε να φοβούνται να κρατήσουν το ραβδί, σαν να επρόκειτο για κάποιου είδους ασέβεια… ιεροσυλία, ίσως.

«Εντάξει.» Η Ανταρλίδα το πήρε από το χέρι του και το ακούμπησε, όρθιο, στον τοίχο σα να μην ήταν τίποτα παραπάνω από ένα κομμάτι ξύλο. Ο Τάμπριελ ήταν που την ενδιέφερε, όχι αυτό το καταραμένο μπαστούνι.

«Θα ξεκινήσουμε το απόγευμα, έτσι;»

«Ναι.» Η Ανταρλίδα κάθισε πάλι στην καρέκλα της.

Ο Όρνιφιμ έφυγε.

4.

«Το αποκλείω να είναι ζωντανός ο προφήτης!» είπε ο Πολ στον Δαίδαλο. «Κι αντί να σκέφτεσαι να πάμε κι εμείς σ’αυτή την παγίδα, θα έπρεπε να προσπαθείς μέσω της Διάττα να τους συνετίσεις για να μην κάνουν τη μαλακία που πάνε να κάνουν!»

«Γιατί είσαι τόσο σίγουρος ότι πρόκειται για απάτη, Πολ;» Ο Δαίδαλος τον ατένιζε ήρεμα, καθισμένος σε μια πολυθρόνα κι έχοντας μια κούπα κρασί στο χέρι.

«‘Γιατί’; Ίσως – ίσως, λέω – επειδή τον είδαν να πεθαίνει με τα ίδια τους τα μάτια και τον κήδεψαν πριν από… πριν από πόσο; Ένας μήνας πάει από τότε;» Ο Πολ ήταν όρθιος ανάμεσά τους.

«Περίπου,» ένευσε η Διάττα, στεκόμενη κοντά στο τζάκι της αίθουσας, με τον ώμο της ακουμπισμένο στον τοίχο και τα χέρια της σταυρωμένα εμπρός της.

«Μάγε,» είπε ο Πολ, εμφατικά. «Αποκλείεται – ο Τάμπριελ – να ζει.»

«Τίποτα μην αποκλείεις,» επέμεινε ο Δαίδαλος.

Ο Πολ κοίταξε τους υπόλοιπους: τη Φενίλδα, που ήταν καθισμένη στον καναπέ· τη Λαμρίτ, που καθόταν πλάι στη Φενίλδα· τον Άλτρες και τον Δάρυλμος, οι οποίοι κάθονταν σε δύο από τις καρέκλες του μικρού τραπεζιού της αίθουσας. «Υπάρχει κανένας άλλος εδώ μέσα που να πιστεύει ότι ο Τάμπριελ μπορεί νάναι ζωντανός;»

«Εγώ,» είπε η Φενίλδα, και το παράξενο θραύσμα που έμοιαζε να βρίσκεται μέσα στο αριστερό της μάτι γυάλισε αντανακλώντας το φως του μεσημεριού που ερχόταν από το παράθυρο.

«Μιλάω σοβαρά, Φενίλδα!» Ο Πολ νόμιζε ότι η μάγισσα τού έκανε πλάκα.

Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους. «Σοβαρά σού μιλάω κι εγώ.»

«Και θέλεις να μου εξηγήσεις πώς το θεωρείς εφικτό να ζει κάποιος που το πτώμα του έχει καεί εδώ κι ένα μήνα;»

«Δε μπορώ να σ’το εξηγήσω,» αποκρίθηκε η Φενίλδα. «Αλλά τον τελευταίο καιρό, πρώτον, έχω δει πολλά πράγματα που δεν εξηγούνται και, δεύτερον, έχω δει να συμβαίνουν πολλά που παλιότερα θεωρούσα αδύνατα.»

«Ωραία. Επομένως, γιατί να μη δεις κι έναν νεκρό να παρουσιάζεται ξαφνικά σαν νάναι ζωντανός, ε;»

«Μπορεί να μην είναι αυτό που νομίζεις, Πολ,» είπε ο Δαίδαλος. «Στη Βίηλ λειτουργούν δυνάμεις απόκρυφες, και πολύ μεγάλες. Και ο Τάμπριελ ποτέ δεν ήταν ένας… συνηθισμένος άνθρωπος.»

«Πράγμα το οποίο σημαίνει… τι;»

«Σκέψου μόνο αυτά που έβλεπε. Τις εικόνες που έρχονταν στο μυαλό του, ύστερα από ό,τι του συνέβη στο Πορφυρό Κενό.»

«Και λοιπόν; Υπάρχει καμια σχέση ανάμεσα σ’αυτό και στη νεκρανάσταση που υπονοείς ότι μπορεί νάναι εφικτή;»

«Τα πάντα είναι σχετικά μεταξύ τους, Πολ.»

«Μαλακίες!» γρύλισε ο Πολ. «Αυτά είναι σαν τις σαχλαμάρες που λένε κάτι τσαρλατάνοι για να τουμπάρουνε όσους θέλουν να ληστέψουν!»

«Νομίζεις ότι κανένας θα πίστευε την αλήθεια για τον Ελκράσ’ναρχ;»

«Ποια αλήθεια; Ότι θέλει να ανασχηματίσει τον Ενιαίο Κόσμο και τα λοιπά; Ακόμα δεν είμαι απόλυτα πεπεισμένος γι’αυτό, μάγε–»

«Δε σου μιλάω γι’αυτό. Σου λέω για τον ίδιο τον Ελκράσ’ναρχ. Θα πίστευε κανένας τι συμβαίνει, αν του το περιέγραφες, Πολ;»

Ο Πολ δίστασε ν’απαντήσει.

«Κανένας δεν θα σε πίστευε, και το ξέρεις. Εκτός ίσως από άτομα σαν εμένα, ή τη Φενίλδα.»

«Μάγε… δεν είναι ακριβώς το ίδιο.»

«Δεν είναι;»

Η Λαμρίτ ρώτησε: «Ποιος είναι ο Ελκράσ’ναρχ;»

Ακόμα δεν ξέρει, συνειδητοποίησε ο Πολ. Κανένας δεν της έχει μιλήσει γι’αυτόν. Στράφηκε να την κοιτάξει. «Ο Ελκράσ’ναρχ είναι… Κοίτα, είναι μια ολόκληρη ιστορία με τον Ελκράσ’ναρχ–»

«–την οποία καλύτερα να σου πούμε μια άλλη στιγμή, Πρόμαχε,» τον διέκοψε ο Δαίδαλος.

«Μισό λεπτό,» είπε η Λαμρίτ. «Είναι σημαντικός αυτός ο Ελκράσ’ναρχ;»

«Πολύ σημαντικός. Αλλά θα σου μιλήσουμε άλλη φορά γι’αυτόν.»

Η Λαμρίτ συνοφρυώθηκε, σαν να μην της άρεσε που της αρνούνταν έτσι.

«Δεν είναι επί του παρόντος, Πρόμαχε. Έχε μου εμπιστοσύνη.» Και ο Δαίδαλος στράφηκε στον Πολ. «Καταλαβαίνεις τι εννοώ;»

«Σου είπα: δεν είναι το ίδιο.»

«Το ίδιο είναι. Παρεμφερές, τουλάχιστον.»

«Κι αν αυτός ο Τζακ σχεδιάζει να τους οδηγήσει σε παγίδα;» είπε ο Πολ.

«Η ιστορία του, πάντως, ακούγεται αληθινή.»

«Ποια ιστορία;»

«Αυτή σχετικά με την ενεργειακή οντότητα μέσα του.»

Ο Πολ γέλασε. «Αληθινή; Εγώ το πρώτο που θα σκεφτόμουν–»

«Ναι, θα ήταν πως λέει ψέματα. Αλλά εγώ γνωρίζω τη διάσταση για την οποία μίλησε στην Ανταρλίδα. Ονομάζεται Λετδάρκη· και ήταν, πράγματι, φυλακές εκεί παλιά. Ο Τζακ είπε αλήθεια, Πολ. Έχει έναν από τους Εραστές μέσα του, και είναι πολύ πιθανό ο Εραστής να θέλει να έρθει σε επαφή με τον Τάμπριελ για να βρει απαντήσεις σε κάποια ερωτήματά του.»

«Τι Εραστές; Τι λες;»

«Έτσι ονομάζεται η οντότητα.» Ήταν η Διάττα που απάντησε, γνωρίζοντας τις λεπτομέρειες μέσω του δεσμού των Ιεραρχών. «Υποτίθεται πως ήταν δύο οντότητες σ’αυτή τη διάσταση – οι Εραστές – και μπορούσαν κάπως, με την αλληλεπίδρασή τους, να παράγουν συνεχόμενη ενέργεια. Μετά, όμως, η μία από τις δύο πέθανε, και η άλλη εξαγριώθηκε.»

«Αυτή που είναι τώρα μέσα στον Τζακ;» ρώτησε ο Πολ.

«Ναι.»

Ο Πολ κούνησε το κεφάλι. «Εξωφρενικά πράγματα…»

«Κοίταξε,» του είπε ο Δαίδαλος. «Ό,τι κι αν συμβαίνει, το ζήτημα παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον. Δε μπορούμε να το αγνοήσουμε. Και νομίζω πως, όπου κι αν σκοπεύει ο Τζακ να οδηγήσει την Ανταρλίδα και τους άλλους, καλύτερα να είμαι μαζί τους. Πολύ πιθανόν να χρειαστούν τη βοήθειά μου.»

Ο Πολ κάθισε σε μια πολυθρόνα. «Κι εγώ που νόμιζα ότι θα πήγαιναν να βρουν τον προφήτη να κοιμάται κάτω από κανένα δέντρο…»

Ο Δαίδαλος στράφηκε στη Λαμρίτ. «Πρόμαχε, θα ήθελα να έχουμε τη Χρυσαλλίδα έτοιμη για αναχώρηση μέσα στις επόμενες ώρες. Είναι εφικτό;»

«Είναι,» αποκρίθηκε η Λαμρίτ. «Ωστόσο, συνιστώ προσοχή – ακόμα και σ’εσένα, Δαίδαλε. Κανένας πράκτορας της Παντοκράτειρας δεν μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστος, όσες παράξενες οντότητες κι αν έχει μέσα του.»

5.

Το απόγευμα, η Πριγκίπισσα Βασνίτα αποχαιρέτησε την Ανταρλίδα και την ομάδα της, και είπε ότι θα προτιμούσε να μπορούσε να είναι ενήμερη της κατάστασης κάθε στιγμή. Κι έριξε ένα βλέμμα στον Αρκαλόν. Ένα βλέμμα που υπονοούσε ότι το ξαναείχε συζητήσει μαζί του αυτό το θέμα, πρόσφατα.

Ο Όρνιφιμ είπε: «Δυστυχώς, Υψηλοτάτη, πρέπει να είμαστε όλοι εκεί. Ο Μεγάλος Προφήτης μπορεί να μας χρειάζεται.» Αναμφίβολα, αναφερόταν στους Ιεράρχες.

Η Βασνίτα ένευσε σαν να είχε ξανακούσει ακριβώς τα ίδια λόγια αλλά από άλλο στόμα. «Ναι,» είπε, «καταλαβαίνω,» καθώς στεκόταν μπροστά στον Θρόνο της Νέλερβικ με τους υπόλοιπους ολόγυρά της.

«Θα μπορούσα να σας συνοδέψω αν θέλετε,» προθυμοποιήθηκε ο Ραφέλνες.

«Δεν υπάρχει λόγος,» του είπε η Αλιζέτ. «Καλύτερα να βρίσκεσαι εδώ, όπου μπορείς να βοηθήσεις στον πόλεμο.»

Η έκφραση του Ιερού Μαχητή των Οστών μαρτυρούσε πως και η δική του γνώμη ήταν, κατά βάθος, ίδια.

«Πηγαίνετε, λοιπόν,» είπε η Βασνίτα, «και είθε τα Πνεύματα των Αρχαίων Κολοσσών να είναι στο πλευρό σας.»

Η Ανταρλίδα, η Αλιζέτ, και οι υπόλοιποι έφυγαν από το κάστρο της Νέλερβικ και πήγαν στο λιμάνι της πόλης, όπου τους περίμενε το υποβρύχιό τους. Κατέβηκαν στο εσωτερικό του, από την καταπακτή, και η Ιλρίνα’νορ κάθισε στο ενεργειακό κέντρο του σκάφους και ύφανε τη Μαγγανεία Κινήσεως. Η Αλιζέτ πήρε θέση στο πηδάλιο. Ο Τζακ κάθισε δίπλα της, για να την καθοδηγεί, και οι άλλοι κάθισαν πίσω τους.

Το σκάφος ξεκίνησε, πλέοντας δυτικά. Έφτασε γρήγορα στις αντικρινές όχθες του ποταμού και, παίρνοντας τη μορφή τετράποδου οχήματος, βγήκε, για να διασχίσει κάποια εδάφη προτού χρειαστεί πάλι να μεταμορφωθεί σε υποβρύχιο ώστε να περάσει κάποιον ποταμό και να αλλάξει ύστερα ξανά σε τετράποδο όχημα. Συνεχείς εναλλαγές ώσπου να φτάσει στον μεγάλο ποταμό Κάνιλρεχ, ο οποίος αποτελούσε σύνορο με το Πριγκιπάτο Σάνκριλαμ μέχρι που οι επαναστάτες τον είχαν περάσει σε πολλά σημεία και είχαν κάνει κάποια εδάφη και περιοχές του Σάνκριλαμ δικά τους.

Το ταξίδι δεν ήταν και τόσο σύντομο. Οι εκτάσεις ανάμεσα στα ποτάμια δεν ήταν ομαλές. Προτίμησαν, όμως, να μην κατευθυνθούν βόρεια και μετά δυτικά, πλέοντας σε μεγάλους ποταμούς, αλλά να πάνε δυτικά και μόνο, προσπερνώντας ό,τι εμπόδιο κι αν τους παρουσιαζόταν· διότι ο Τζακ δεν ήξερε πού ακριβώς ήταν ο προορισμός τους, κι όταν έλεγε «δυτικά», η Αλιζέτ οδηγούσε το μεταβαλλόμενο όχημα τους προς τα εκεί χωρίς πολλές παρεκκλίσεις. Εξάλλου, μπορεί να σταματούσαν, τελικά, και κάπου μέσα στην Κοιλάδα των Ποταμών.

Πράγμα το οποίο, όμως, δεν συνέβη. Όπου κι αν βρισκόταν ο Τάμπριελ, το μέρος ήταν πιο μακριά: κάπου στα κεντρικά πριγκιπάτα της Βίηλ, ίσως, όπως είχε υποθέσει η Αλιζέτ το πρωί.

Χρειάστηκαν παραπάνω από έντεκα ώρες μέχρι να φτάσουν στη Σάνιθλεκ, που παλιά ανήκε στο Σάνκριλαμ αλλά τώρα βρισκόταν στα χέρια της Επανάστασης. Έντεκα ώρες συμπεριλαμβανομένης μίας στάσης που υποχρεωτικά έκαναν για να ξεκουραστεί η Ιλρίνα’νορ. Επομένως, βρέθηκαν στην πόλη τρεις ώρες, περίπου, πριν από τα ξημερώματα. Σταμάτησαν, φυσικά, ώστε να αναπαυθούν στο κάστρο. Οι μαχητές της περιοχής τούς είπαν για κάποιες συγκρούσεις που γίνονταν με τους Παντοκρατορικούς στα δυτικά, αλλά κανένας από την ομάδα της Ανταρλίδας δεν ήταν πρόθυμος να καθίσει για να το συζητήσει περαιτέρω, καθώς όλοι τους ήταν κουρασμένοι από το ταξίδι. Θα μάθαιναν, όμως, περισσότερα το πρωί, γιατί πιθανώς το πέρασμα από το Σάνκριλαμ δεν θα ήταν εύκολο. Ίσως οι Παντοκρατορικοί να προσπαθούσαν να σταματήσουν το όχημά τους – για να το ελέγξουν, αν μη τι άλλο. Και σχεδόν όλοι όσοι βρίσκονταν μέσα ήταν καταζητούμενοι. Η Ανταρλίδα και η Ιλρίνα’νορ σίγουρα· η Αλιζέτ κατά πάσα πιθανότητα, μετά από τα τελευταία γεγονότα· οι Ιεράρχες ήταν επίσης πιθανό να έχουν γίνει πλέον γνωστοί· και ο Τζακ… ποιος ξέρει τι μπορεί να γινόταν με τον Τζακ, ούτως ή άλλως, σε μια συνάντηση με Παντοκρατορικές δυνάμεις; Η Ανταρλίδα ήταν βέβαιη ότι όφειλαν να αποφύγουν οπωσδήποτε τους ανθρώπους της Παντοκράτειρας. Και η Αλιζέτ συμφωνούσε.

Όταν ξημέρωσε για τα καλά, και είχαν κοιμηθεί πάνω από τέσσερις ώρες, συγκεντρώθηκαν στη μεγάλη αίθουσα του κάστρου και συνάντησαν τον Βαρόνο της περιοχής, ο οποίος ονομαζόταν Καρλάνος και ήταν ένας πενηνταπεντάρης άντρας με λευκό-ροζ δέρμα και ψαρά μαλλιά και μούσια. Εκτός από αυτόν, στην αίθουσα βρίσκονταν, επίσης, πολλοί αριστοκράτες και, κυρίως, στρατιωτικοί.

«Γιατί φέρατε τον αιχμάλωτό σας στο κάστρο μου;» ρώτησε ο Βαρόνος Καρλάνος, καθισμένος στην ψηλή πολυθρόνα του. Αναφερόταν στον Τζακ, ο οποίος είχε περάσει τη νύχτα στα μπουντρούμια, και ακόμα δεν τον είχαν φέρει επάνω.

«Δε θα τον αφήσουμε εδώ, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε η Ανταρλίδα. «Θα τον πάρουμε μαζί μας τώρα που θα φύγουμε.» Εκείνη και η Αλιζέτ είχαν γνωρίσει αρκετά καλά τον Βαρόνο της Σάνιθλεκ, ύστερα από την κατάκτηση της πόλης του από την Επανάσταση. Ο Καρλάνος δεν είχε καμια ιδιαίτερη πίστη στην Παντοκράτειρα, και δεν είχε προκαλέσει προβλήματα όταν οι Παντοκρατορικές δυνάμεις εδώ είχαν διαλυθεί. Ωστόσο, έμοιαζε να είναι ανήσυχος: να φοβάται τι θα γινόταν αν, ίσως, οι άνθρωποι της Παντοκράτειρας έπαιρναν ξανά τη Σάνιθλεκ στα χέρια τους. Θα τον άφηναν να διοικεί, ή θα σκότωναν και αυτόν και την οικογένειά του;

«Θα φύγετε, λοιπόν…» είπε ο Βαρόνος, παρατηρώντας την Ανταρλίδα που στεκόταν αντίκρυ του και τρίβοντας ελαφρά τα άγρια μούσια του. «Για πού; Νομίζαμε ότι είχατε επιστρέψει για να πολεμήσετε εδώ…» Καταλάβαινε ότι και εκείνη και η Αλιζέτ ήταν καλές στον πόλεμο, και ότι οι πολεμιστές της περιοχής τις έβλεπαν ως ηρωίδες· επομένως, τις ήθελε στην πόλη του και για πρακτικούς λόγους αλλά και για να εμψυχώνουν.

«Δυτικά πηγαίνουμε,» απάντησε η Ανταρλίδα. «Έχουμε… αναλάβει μια δουλειά προς τα εκεί.»

«Δυτικά ο τόπος είναι γεμάτος δυνάμεις της Παντοκράτειρας!» την προειδοποίησε ο Βαρόνος Καρλάνος.

«Και συγκρούσεις γίνονται εκεί, Ανταρλίδα, από τότε που έφυγες,» πρόσθεσε ένας στρατιωτικός που είχε πολεμήσει μαζί της στην περιοχή της Σάνιθλεκ. Ήταν αρχηγός μιας μισθοφορικής συντροφιάς, και ονομαζόταν Βορνάρος. Ένας πρασινόδερμος, ψηλός, ευρύστερνος άντρας με σημαδεμένη όψη. Φαινόταν να του αρέσει η Ανταρλίδα. Είσαι μια γυναίκα που θα μπορούσε πάντα νάναι στο πλευρό μου, της είχε πει.

«Δε λείπω και τόσο καιρό,» είπε η Ανταρλίδα. «Μερικές μέρες.»

«Κι όμως, έχουν γίνει διάφορα από τότε,» είπε ο Βορνάρος, και πλησιάζοντας έναν προβολέα συνδεδεμένο με μια μικρή εστία πάτησε ένα κουμπί κι έκανε έναν χάρτη της περιοχής να παρουσιαστεί στον τοίχο. Τράβηξε το σπαθί του και έδειξε. «Εδώ κι εδώ έχουμε συγκρουστεί με τους λευκοντυμένους.»

«Εκείνο που θέλουμε είναι να περάσουμε από αυτά τα εδάφη χωρίς επεισόδια,» είπε η Αλιζέτ. «Βιαζόμαστε.»

Ο Βορνάρος την ατένισε σταθερά. Ύστερα ένευσε. «Τότε, καλύτερα να πάτε από δω.» Έδειξε μια περιοχή σημειωμένη με δέντρα και μικρά τρίγωνα. «Δε νομίζω από δω να σας επιτεθούν–»

«Το ίδιο σκεφτόμουν κι εγώ,» τον διέκοψε η Αλιζέτ, κοιτάζοντας την προβολή στον τοίχο.

«Όμως δε θα μπορείτε να πάρετε οχήματα μαζί σας. Τα μέρη είναι πολύ κακοτράχαλα.»

«Το όχημά μας είναι φτιαγμένο για τέτοια εδάφη.»

«Όπως νομίζεις.»

Ο Βαρόνος της Σάνιθλεκ ρώτησε: «Θ’αργήσετε να επιστρέψετε;»

«Δεν είμαστε βέβαιοι,» αποκρίθηκε η Ανταρλίδα, «αλλά ελπίζουμε πως όχι.»

Ο Καρλάνος ένευσε, σαν να ήθελε να πει: Το εύχομαι. Σας χρειάζομαι. Εκείνο, όμως, που είπε ήταν: «Οι Μεγάλοι Κολοσσοί μαζί σας.»

Η Ανταρλίδα, η Αλιζέτ, και οι υπόλοιποι πήγαν στα μπουντρούμια για να πάρουν τον Τζακ και, ύστερα, επιβιβάστηκαν στο όχημά τους, που τους περίμενε στον χώρο στάθμευσης του κάστρου έχοντας τη μορφή τετράκυκλου. Η Ιλρίνα’νορ έκανε τη Μαγγανεία Κινήσεως, καθισμένη στο ενεργειακό κέντρο.

«Δε χρειάζεται να με κλειδώνετε στα μπουντρούμια όποιου κάστρου συναντάμε,» τους είπε ο Τζακ. «Υποσχέθηκα ότι θα σας οδηγήσω στον Τάμπριελ κι αυτό θα κάνω· δεν πρόκειται να σας εγκαταλείψω στο δρόμο.»

«Περιμένεις να σε πιστέψουμε επειδή απλά το λες;» αποκρίθηκε η Ανταρλίδα.

Η Αλιζέτ, που ήταν καθισμένη στο τιμόνι του οχήματος, ενεργοποίησε τις μηχανές του και το οδήγησε έξω από το κάστρο της Σάνιθλεκ.

«Θα σε είχα σκοτώσει,» πρόσθεσε η Ανταρλίδα ατενίζοντας τον Τζακ εχθρικά, «αν δεν είχες πει ότι θα μας οδηγούσες στον Τάμπριελ.» Εκείνος έμεινε σιωπηλός, και το βλέμμα του ήταν συλλογισμένο.

Η Αλιζέτ πήγε το όχημά τους προς την περιοχή που τους είχε δείξει ο Βορνάρος, και η Ιλρίνα’νορ, χρησιμοποιώντας το Ξόρκι Μηχανικής Μεταβλητότητος, έκανε τους τροχούς του να εξαφανιστούν και τα μεταλλικά πόδια του με τα εύκαμπτα δάχτυλα να εμφανιστούν. Αν κάποιος το κοίταζε από έξω, θα του θύμιζε τώρα ένα γιγάντιο τέρας: κάτι σαν τα αυτοκίνητα του Δαίδαλου, αλλά πολύ πιο μεγάλο, και πολύ πιο αργοκίνητο.

Το τετράποδο όχημα μπήκε στους δεντρόφυτους τόπους με το ανώμαλο έδαφος και βάδισε σταθερά, χωρίς ιδιαίτερο πρόβλημα, καθώς τα πόδια του γαντζώνονταν από το ένα μέρος στο άλλο σαν τα πόδια αρπακτικού. Η Αλιζέτ είχε ενεργοποιημένους τους ανιχνευτές του συστήματος αλλά δεν έβλεπε να εντοπίζουν τίποτα το ύποπτο. Αναμενόμενα εξάλλου, σκέφτηκε. Οι Παντοκρατορικοί δεν θα έρχονταν από εδώ. Αυτή η περιοχή ήταν ανάμεσα στα δύο σημεία που είχε δείξει αρχικά ο Βορνάρος – τα δύο σημεία όπου γίνονταν συγκρούσεις. Ωστόσο, οφείλουμε να είμαστε επιφυλακτικοί…

«Ανταρλίδα,» είπε η Αλιζέτ. «Έχε το νου σου. Μπορεί να μην περνάνε εύκολα οχήματα από εδώ, αλλά ίσως οι πολεμιστές της Παντοκράτειρας να έχουν στείλει πεζούς να διασχίσουν ετούτα τα εδάφη για να ξαφνιάσουν τους επαναστάτες.»

Η Ανταρλίδα ένευσε, βρίσκοντας την επιφύλαξη της Αλιζέτ λογική. Εκείνη και οι Ιεράρχες κοίταζαν έξω απ’τα παράθυρα του οχήματος, ολόγυρα, για ύποπτες κινήσεις. Αλλά διέσχισαν, τελικά, ετούτα τα μέρη χωρίς να εντοπίσουν τίποτα, κι όταν βρέθηκαν σε πιο βατά εδάφη η Ιλρίνα’νορ μετέτρεψε πάλι το όχημά τους σε τετράτροχο και η ταχύτητά τους πολλαπλασιάστηκε. Η Αλιζέτ, κοιτάζοντας τον χάρτη στην οθόνη της κονσόλας μπροστά της, προσπαθούσε να οδηγεί από όσο το δυνατόν πιο απόμερες περιοχές, όπου δεν θα συναντούσαν συγκεντρωμένα Παντοκρατορικά στρατεύματα· και, σε ορισμένες στιγμές, χρειάστηκε να αλλάξουν μορφή ξανά, προκειμένου να περάσουν από κάποιο δύσβατο μέρος.

Από απόσταση, είδαν Παντοκρατορικά αεροσκάφη – αεροπλάνα και ελικόπτερα – καθώς επίσης και μεταγωγικά, και μεγάλους καταυλισμούς. Κι όλος ο στρατός που συγκεντρώνεται εδώ, συλλογίστηκε η Ανταρλίδα, θα έρθει προς τ’ανατολικά, για να χτυπήσει το Χαύδοραλ και το Νέλερβικ… Καλύτερα να τους χτυπήσουμε εμείς πρώτοι. Όπως και σχεδίαζαν, άλλωστε. Η Ανταρλίδα σκέφτηκε ότι ετούτο το ταξίδι, όποιο κι αν αποδεικνυόταν να είναι το αποτέλεσμά του – είτε έβρισκαν τον Τάμπριελ στο τέλος του είτε όχι – μπορεί να τους φαινόταν χρήσιμο και μόνο για κάποιες από τις πληροφορίες που πήραν γι’αυτά τα εδάφη. Δεν ήταν πολλές, σίγουρα, αλλά στον πόλεμο τίποτα δεν είναι άχρηστο. Ολόκληρες μάχες έχουν κερδηθεί από μια λεπτομέρεια – μια γνώση εις βάρος του εχθρού.

Όταν πέρασαν τέσσερις ώρες, σταμάτησαν για να ξεκουραστεί η Ιλρίνα’νορ αλλά κι όλοι οι υπόλοιποι. Ήθελαν να βγουν λίγο από το όχημα και να φάνε.

«Προς τα πού θα πάμε μετά;» ρώτησε η Ανταρλίδα τον Τζακ, καθώς ήταν καθισμένοι γύρω από μια καλυμμένη φωτιά.

«Δυτικά.»

«Όλο ‘δυτικά’ μάς λες…» παρατήρησε η Ράιλμεχ.

Ο Τζακ ανασήκωσε τους ώμους. «Αυτό διαισθάνομαι, αυτό σάς λέω. Δυτικά βρίσκεται ο Τάμπριελ.»

Η Ανταρλίδα ξεδίπλωσε έναν χάρτη και τον κοίταξε, καθώς όλοι έτρωγαν. Δυτικά… σκέφτηκε. Αν εξακολουθήσουμε να πηγαίνουμε δυτικά, συνέχεια δυτικά… θα φτάσουμε στον Νέρελρημ, και μετά στο Μεγάλο Σχίσμα. Εκεί θα πρέπει ν’αλλάξουμε δρόμο οπωσδήποτε, ή να κάνουμε τον γύρο.

Νότια από το Μεγάλο Σχίσμα ήταν οι Ερημιές και ο Τόπος Ανάπαυσης – το μέρος όπου λεγόταν πως οι Λάν’τραχαμ πήγαιναν για να πεθάνουν όταν αισθάνονταν πως είχε έρθει η ώρα τους· το μέρος όπου επίσης λεγόταν πως πήγαιναν όσοι ήθελαν να γίνουν Ιεροί Μαχητές των Οστών, προκειμένου να βάλουν τα κόκαλα των νεκρών Λάν’τραχαμ επάνω τους. Η περιοχή ήταν, αναμφίβολα, ιερή για τη Βίηλ. Μήπως εκεί, τελικά, θα συναντούσαν τον Τάμπριελ;

Νότια, επίσης, ήταν και η διαστασιακή δίοδος προς Σάρντλι, μέσα στις Ερημιές. Αλλά αυτό η Ανταρλίδα δεν νόμιζε ότι μπορεί να σχετιζόταν με τη δική τους αποστολή. Δεν το θεωρούσε πιθανό ο Τζακ να τους οδηγούσε στη Σάρντλι.

«Τι σκέφτεσαι;» τη ρώτησε η Αλιζέτ, βλέποντάς την να κοιτάζει τον χάρτη συνοφρυωμένη.

«Προσπαθώ να υποθέσω πού μπορεί να φτάσουμε,» είπε η Ανταρλίδα γυρίζοντας το βλέμμα της για να την κοιτάξει.

«Βάσει ποιας λογικής;»

Η Ανταρλίδα μόρφασε. «Δυτικής.»

Η Αλιζέτ μειδίασε. «Και πού κατέληξες;»

«Στο Μεγάλο Σχίσμα θα φτάσουμε.»

Η Αλιζέτ ένευσε, γιατί το ήξερε. Γνώριζε καλά τη γεωγραφία της Βίηλ. Δε χρειαζόταν να κοιτάξει χάρτη για κάτι τόσο απλό.

«Και νότια από το Σχίσμα βρίσκεται αυτός ο Τόπος Ανάπαυσης, που είναι ιερό μέρος, σωστά;» συνέχισε η Ανταρλίδα.

«Ναι.»

«Αναρωτιέμαι αν ίσως εκεί μάς οδηγεί ο Τζακ…»

«Ο Τόπος Ανάπαυσης είναι το μέρος όπου πάνε οι Λάν’τραχαμ για να πεθάνουν, Ανταρλίδα–»

«Το ξέρω.»

«Δε νομίζω ότι μπορεί να έχουμε καμια δουλειά εκεί.» Η Αλιζέτ έστρεψε το βλέμμα της στον Τζακ.

«Δεν έχω απαντήσεις να σας δώσω από τώρα,» είπε εκείνος. «Δεν βλέπω οράματα· απλώς διαισθάνομαι πού βρίσκεται ο Τάμπριελ.»

Η Ανταρλίδα και η Αλιζέτ δεν περίμεναν και καμια άλλη απάντηση από αυτόν.

6.

Ταξίδεψαν δύο ώρες ακόμα, όλο δυτικά, μέσα στα εδάφη του Σάνκριλαμ, και έφτασαν στις ανατολικές όχθες του μεγάλου ποταμού Νέρελρημ, μακριά από οποιαδήποτε πόλη ή χωριό.

«Δυτικά πάλι;» ρώτησε η Αλιζέτ τον Τζακ. Καθόταν ξανά στο τιμόνι. Ήξερε τη Βίηλ καλύτερα από όλους τους, και δεν έδειχνε εύκολα να κουράζεται ούτε να βαριέται. Ήταν Μαύρη Δράκαινα, άλλωστε. Ήταν η Σκοτεινή Βασίλισσα.

«Ναι,» απάντησε ο Τζακ.

Η Αλιζέτ ζήτησε, μέσω διαύλου, από την Ιλρίνα να τους δώσει μορφή υποβρυχίου, και οδήγησε το όχημά τους μέσα στον ποταμό. Βούλιαξαν κάτω από την επιφάνεια και σύντομα έφτασαν στην αντικρινή όχθη, όπου βγήκαν, στάζοντας, και άλλαξαν πάλι μορφή για να συνεχίσουν για δύο ώρες ακόμα το ταξίδι τους. Μετά, σταμάτησαν και καταυλίστηκαν για τη νύχτα.

«Ακόμα δυτικά τον διαισθάνεσαι;» ρώτησε η Ανταρλίδα τον Τζακ.

«Ναι.»

«Θα φτάσουμε στο Μεγάλο Σχίσμα, λοιπόν.»

«Έτσι φαίνεται.»

Η Ανταρλίδα τον άρπαξε απ’τον γιακά με το ένα χέρι. «Μην παίζεις μαζί μας!»

«Δεν παίζω μαζί σας,» είπε ο Τζακ, μη μοιάζοντας θορυβημένος από την αντίδρασή της. «Εκείνο που η ενεργειακή οντότητα μού λέει σάς το μεταβιβάζω.»

Η Ανταρλίδα τον άφησε και βημάτισε γύρω απ’τον καταυλισμό τους, ατενίζοντας τα σκοτάδια. Το κρύο ήταν δυνατό και το αισθανόταν να προσπαθεί να γλιστρήσει κάτω από την κάπα της. Το τοπίο όπου βρίσκονταν τώρα ήταν σχετικά ξερό, με ελάχιστο χορτάρι και μερικά άφυλλα δέντρα. Απόμακρα φαίνονταν τα φώτα κάποιας μικρή πόλης. Σε ποιο πριγκιπάτο ανήκαν ετούτα τα εδάφη; αναρωτήθηκε η Ανταρλίδα. Στο Σάνκριλαμ; Ή στο Νέφκαλ; Ή στο Κάνρελ, ίσως;

Στράφηκε για να δει πού ήταν η Αλιζέτ, να τη ρωτήσει, και παρατήρησε πως όλοι γύρω από τις δύο φωτιές που είχαν ανάψει ήταν τυλιγμένοι στις κάπες τους και χασμουριόνταν, έτοιμοι να αποκοιμηθούν. Η Ιλρίνα’νορ κάπνιζε ένα τσιγάρο, σιωπηλά. Η πιο ξύπνια απ’όλους ήταν, αναμενόμενα, η Σκοτεινή Βασίλισσα· τα μάτια της γυάλιζαν ατσάλινα μέσα από τις σκιές.

Η Ανταρλίδα την πλησίασε και τη ρώτησε σε ποιο πριγκιπάτο ανήκαν αυτές οι περιοχές.

«Στο Σάνκριλαμ, νομίζω,» αποκρίθηκε η Αλιζέτ.

«Νομίζεις;»

«Ανέκαθεν γίνονταν πόλεμοι για τα εδάφη νότια του Νέρελρημ. Οι συγκρούσεις ανάμεσα στο Νέφκαλ και στο Σάνκριλαμ είναι πολλές. Κι ανάμεσα στο Σάνκριλαμ και στο Κάνρελ επίσης· αλλά όχι τόσο πολλές. Γιατί ρωτάς, όμως;»

«Από περιέργεια. Ο Τόπος Ανάπαυσης σε ποιον ανήκει; Οι Ερημιές;»

«Σε κανέναν, φυσικά. Όπως και το Μεγάλο Σχίσμα. Κανένας πρίγκιπας δεν θα τολμούσε να ισχυριστεί πως ο Τόπος Ανάπαυσης τού ανήκει. Και ποιος θα ήθελε τις Ερημιές μες στην επικράτειά του, Ανταρλίδα; Όλο επικίνδυνα θηρία περιφέρονται εκεί. Θα έβαζες εσύ στρατιώτες να φρουρούν μια περιοχή με καθόλου καλλιεργήσιμα εδάφη; Με ούτε ένα χωριό ή υποστατικό;»

Η Ανταρλίδα ένευσε. «Καταλαβαίνω.»

«Τι έλεγες πριν στον Τζακ;» τη ρώτησε η Αλιζέτ, που την είχε δει να τον αρπάζει απ’τον γιακά αλλά δεν είχε ακούσει τα λόγια της.

«Τίποτα σπουδαίο. Τον προειδοποιούσα απλώς.»

«Δεν έχει νόημα,» είπε η Αλιζέτ. «Ξέρει τι κάνει. Ό,τι κι αν είναι αυτό.»

Η Ανταρλίδα έμεινε σιωπηλή για λίγο. Ύστερα: «Θα φυλάξω πρώτη σκοπιά,» δήλωσε. «Και θα πω στην Ιλρίνα να υφάνει μια Μαγγανεία Υλικής Διαισθήσεως γύρω μας, αν μπορεί.»

Η Αλιζέτ ένευσε.

Η Ανταρλίδα πλησίασε τη μάγισσα και τη ρώτησε. Εκείνη, αν και φαινόταν κουρασμένη, είπε εντάξει.

7.

Την επόμενη ημέρα ταξίδεψαν λίγο περισσότερο από δύο ώρες – συνεχώς δυτικά, σύμφωνα με τις οδηγίες του Τζακ – και έφτασαν σε μια από τις άκριες του Μεγάλου Σχίσματος, το οποίο εκτεινόταν για εκατοντάδες χιλιόμετρα από τα βορειοδυτικά προς τα νοτιοανατολικά.

«Εδώ!» είπε ξαφνικά ο Τζακ. «Εδώ.»

Η Αλιζέτ σταμάτησε το όχημά τους. «Τι ‘εδώ’;» Το τοπίο ήταν ξερό, εκτός από κάτι λίγα δέντρα. Αντίκρυ τους φαινόταν ο πελώριος γκρεμός του Μεγάλου Σχίσματος – ένα άνοιγμα επάνω στο έδαφος της Βίηλ, σαν πληγή ύστερα από το χτύπημα κάποιας γιγάντιας λεπίδας που είχε κατέλθει από τους ουρανούς.

Ο Τζακ συνοφρυώθηκε. «Κάτω…» μουρμούρισε. Και: «Πρέπει να βγούμε.»

«Να βγούμε πού;» έκανε η Ανταρλίδα, αγριοκοιτάζοντάς τον. «Δεν υπάρχει τίποτα εδώ!»

«Τον διαισθάνομαι προς τα κάτω,» είπε ο Τζακ.

Η Αλιζέτ έστρεψε τα γκρίζα μάτια της επάνω του. «Κάτω; Σα να λέμε… μέσα στο Μεγάλο Σχίσμα;»

«…Ναι.» Από τον τρόπο που ακούστηκε να το λέει, έμοιαζε κι ο ίδιος να μη μπορεί να το πιστέψει.

Αλλά η Ανταρλίδα νόμιζε ότι πιθανώς να ήταν και προσποιητό αυτό. Τράβηξε το ξιφίδιο από τη μπότα της. «Μας είπες ψέματα!»

«Την αλήθεια σάς είπα! Και τώρα τον διαισθάνομαι προς τα κάτω.»

«Το Μεγάλο Σχίσμα λέγεται πως είναι απύθμενο, Τζακ,» είπε η Αλιζέτ. «Δε μπορεί να μην τόχεις ακούσει, αν είσαι καιρό εδώ, στη Βίηλ.»

Εκείνος ένευσε. «Τόχω ακούσει…»

«Λοιπόν;»

«Δεν ξέρω. Κι εμένα μού φαίνεται περίεργο. Αλλά νιώθω πως ο Τάμπριελ βρίσκεται κάτω. Κάπου στα βάθη του Μεγάλου Σχίσματος.»

Ο Αρκαλόν παρενέβη: «Ο Δαίδαλος λέει να μείνουμε εδώ και να μην κάνουμε τίποτα. Έρχεται να μας βρει.»

«Ποια είναι η γνώμη του γι’αυτό;» ρώτησε η Αλιζέτ. «Μπορούμε να κατεβούμε μέσα στο Μεγάλο Σχίσμα;»

Ο Αρκαλόν έμεινε σιωπηλός για μερικές στιγμές. Μετά αποκρίθηκε: «Λέει πάλι να μείνουμε εδώ και να μην κάνουμε τίποτα. Πρέπει να έρθει ο ίδιος.»

Η Αλιζέτ κοίταξε την Ανταρλίδα.

Εκείνη είπε: «Δε βλέπω να έχουμε άλλη επιλογή.» Θηκάρωσε το ξιφίδιο στη μπότα της και, ανοίγοντας μια πόρτα του οχήματος, βγήκε.

Κοίταξε το έρημο τοπίο γύρω της. Τι σχέδιο μπορεί να έχει ο Τζακ; σκέφτηκε, απορημένη, οργισμένη. Αποκλείεται να είχε κανένα σχέδιο. Αλλά αυτό, επίσης, δεν σήμαινε πως εδώ όπου τους είχε φέρει θα έβρισκαν τον Τάμπριελ. Πολύ πιθανόν να ήταν παραπλανημένος: η ενεργειακή οντότητα εντός του να τον οδηγούσε σε μέρη που δεν είχε κανένα νόημα να τον οδηγεί.

Κι εμείς τον ακολουθήσαμε…

Η Ανταρλίδα βάδισε ώς την άκρη του Μεγάλου Σχίσματος και κοίταξε κάτω, προς τα βάθη του, τα οποία, πράγματι, όπως είχε πει η Αλιζέτ, φάνταζαν ατελείωτα. Δεν έβλεπες πυθμένα: μονάχα πυκνό, αδιαπέραστο σκοτάδι πολύ, πολύ μακριά.

Ο Τάμπριελ δεν μπορεί να είναι εκεί κάτω. Κανένας δεν μπορεί να είναι εκεί κάτω!

Η Ανταρλίδα κλότσησε μια πέτρα και την είδε να χάνεται μέσα σε ατέρμονα σκοτάδια. Ποτέ δεν την άκουσε να χτυπά και να σταματά να πέφτει.

Απολλώνια

1.

Όταν είχαν βγει από τον Αιθέρα, προσγειωθεί στον Βασιλικό Αερολιμένα, και πάει στο παλάτι της Απαστράπτουσας, η Αντίκλεια, η Βασίλισσα του Ανδρόνικου, είχε διαμαρτυρηθεί που εκείνος θα έφευγε πάλι τόσο νωρίς.

«Πρέπει να πάω, όμως,» της είχε πει ο Ανδρόνικος. «Να μάθω από πρώτο χέρι τι γίνεται στο Βόρειο Μέτωπο. Επιπλέον, ο Οδυσσέας πολύ πιθανόν να χρειάζεται τη βοήθειά μου.»

Η Αντίκλεια αναστέναξε. «Είσαι ένας άνθρωπος, Ανδρόνικε. Τι διαφορά μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος; Κανονικά, ούτε στη Σάρντλι δεν χρειαζόταν να πας ο ίδιος. Έχεις άλλους που μπορούν να κάνουν αυτές τις δουλειές για εσένα, δεν έχεις;»

«Δεν είναι έτσι. Αν δεν είχα πάει ο ίδιος στη Σάρντλι, νομίζεις ότι οι Σάρντλιοι άρχοντες θα είχαν αποφασίσει να στραφούν εναντίον της Παντοκράτειρας; Ποτέ. Το αποκλείω. Εκτός των άλλων παραγόντων, ήταν και η παρουσία μου που τους παρακίνησε. Όταν θέλεις να κάνεις κάτι σημαντικό, πρέπει να μπορείς να δείξεις και το πρόσωπό σου. Δεν γίνεται από απόσταση.»

Η Αντίκλεια, όμως, ήταν φανερά δυσαρεστημένη από όλα τούτα. Ο Ανδρόνικος μπορούσε να το διακρίνει όχι μόνο από την έκφρασή της αλλά κι από τον τρόπο που βάδιζε, καθώς πήγαινε να σταθεί μπροστά σ’ένα από τα μεγάλα παράθυρα των βασιλικών διαμερισμάτων του παλατιού, κάνοντας το φόρεμά της να αναδεύεται κολακευτικά γύρω από το ψηλό, χρυσόδερμο σώμα της. Το βλέμμα της χάθηκε έξω απ’το τζάμι, στην Απολλώνια νύχτα. Τα καστανά της μαλλιά χύνονταν στους ώμους και στην πλάτη της, συγκρατημένα μακριά από το πλατύ μέτωπό της με μια ξύλινη, λαξευτή χτένα.

«Φεύγεις και μ’εγκαταλείπεις εδώ. Δε με παίρνεις ούτε καν μαζί σου…» είπε.

Ο Ανδρόνικος άφησε το κρασοπότηρό του παραδίπλα και σηκώθηκε από τον καναπέ, ζυγώνοντάς την. «Κάποιος πρέπει να είναι εδώ, αγάπη μου–»

Η Αντίκλεια στράφηκε να τον ατενίσει καθώς εκείνος ήταν κοντά της. «Δε μ’αγάπας. Αγαπάς τη Μαύρη Δράκαινα.»

«Αυτό δεν είναι αλήθεια.»

«Είναι αλήθεια!» επέμεινε Αντίκλεια. «Εκείνη ήταν μαζί σου στη Σάρντλι, όχι εγώ!»

«Επειδή εσύ είσαι Βασίλισσα της Απολλώνιας τώρα, και η Ιωάννα είναι, όπως είπες, Μαύρη Δράκαινα. Οι ικανότητές της–»

«Δεν είναι η μοναδική Μαύρη Δράκαινα που–»

«Την ξέρω, όμως. Ξέρω ότι είναι καλή σ’αυτό που κάνει–»

«Και γιατί την ξέρεις; Πώς έχει – έχει προκύψει αυτό;»

«Δε σ’το έκρυψα ποτέ ότι αγαπούσα την Ιωάννα προτού παντρευτούμε,» της είπε ο Ανδρόνικος, στενοχωρημένος που η Αντίκλεια είχε πάλι αποφασίσει να επιστρέψει σ’αυτό το κουρασμένο θέμα. «Γνώριζες ότι–»

«Το γνώριζα.» Η φωνή της ακουγόταν πικραμένη. «Αλλά ακόμα την αγαπάς.»

«Η σχέση μου μαζί της έχει τελειώσει.» Και ήταν αλήθεια. Στην Απολλώνια, είχε τελειώσει. Στη Σάρντλι, όμως… Στη Σάρντλι είχε πάλι πλαγιάσει με την Ιωάννα. Αλλά η Σάρντλι ήταν μια άλλη διάσταση, μακριά από εδώ, και τα πράγματα ήταν… αλλιώς… έκρυθμα. Ήταν διαφορετικά εκεί. Και τώρα, αυτό είχε λήξει.

«Αλλά εγώ δεν ήμουν μαζί σου στη Σάρντλι,» επανέλαβε η Αντίκλεια, σαν να είχε διαβάσει τις σκέψεις του στο πρόσωπό του ή στο βλέμμα του – πράγμα που ο Ανδρόνικος δεν θεωρούσε τελείως απίθανο. Ήταν, άλλωστε, μάγισσα του τάγματος των Διαλογιστών, και πολλοί έλεγαν ότι οι Διαλογιστές είχαν έναν παράξενο, σχεδόν υπερφυσικό τρόπο να καταλαβαίνουν τους άλλους ανθρώπους.

«Τι να έκανες στη Σάρντλι;»

«Δεν έχω εγώ ικανότητες που θα μπορούσαν να σου χρειαστούν;»

«Οι ικανότητές σου μου χρειάζονται περισσότερο στην Απολλώνια. Απ’ό,τι μου είπαν η Βασιλική και οι άλλοι στο παλάτι, τα καταφέρνεις καλά.»

«Δε χρειάζομαι επαίνους!» είπε απότομα η Αντίκλεια.

«Δεν είναι έπαινος. Είναι η αλήθεια, νομίζω.»

Η Αντίκλεια αναστέναξε. «Τώρα, όμως, θα φύγεις πάλι–»

«Όχι για άλλη διάσταση, όμως. Θα είμαι εδ–»

«Υποτίθεται ότι πρέπει να κάνουμε κι έναν κληρονόμο για τον θρόνο. Πώς θα γίνει αυτό, αν ποτέ δεν είσαι εδώ;»

Ο Ανδρόνικος χαμογέλασε γιατί του φάνηκε αστείο. Ακουγόταν σαν κομμάτι διαλόγου από εκείνες τις κωμωδίες που έπαιζαν τα τηλεοπτικά κανάλια.

«Τι γελάς;» είπε η Αντίκλεια, αν και το χαμόγελό του έμοιαζε νάναι κολλητικό. Ο Ανδρόνικος μπορούσε να το δει να ξεπροβάλλει δειλά στις άκριες του στόματός της.

Τύλιξε τα χέρια του γύρω από τη μέση της και την τράβηξε κοντά του. «Αντίκλεια, Βασίλισσά μου,» είπε, εσκεμμένα θεατρικά, «θα κάνουμε κληρονόμο. Ίσως ακόμα κι απόψε.»

Τα χείλη τους συναντήθηκαν, και ύστερα τα σώματά τους συναντήθηκαν, γυμνά, στην κρεβατοκάμαρα των βασιλικών διαμερισμάτων.

Η πρώτη φορά ήταν γρήγορη και δυνατή σαν καταιγίδα. Μετά η Αντίκλεια, γυρίζοντας να τον κοιτάξει, με τους ώμους της να γυαλίζουν χρυσαφένια στο χαμηλό φως της λάμπας, του είπε: «Γιατί δε μένεις, τουλάχιστον, μερικές μέρες; Ο πόλεμος θα συνεχίζεται ακόμα στο Βόρειο Μέτωπο και μετά από μερικές μέρες, Ανδρόνικε.»

«Θα επιστρέψω,» της αποκρίθηκε υψώνοντας το χέρι της για να το φιλήσει. «Σύντομα.»

Η όψη της αγρίεψε. «Τι να σε κάνει ο Οδυσσέας εκεί; Έχω ακούσει ότι τα καταφέρνει μια χαρά μόνος του! Κι εδώ, στην Απολλώνια, σ’αντίθεση με τη Σάρντλι, δεν χρειάζεται η παρουσία σου για να ωθήσει κανέναν να επαναστατήσει. Είναι ήδη επαναστατημένοι, από χρόνια – εξαιτίας σου.»

«Η παρουσία μου, όμως, θα δώσει θάρρος στους πολεμιστές μας. Θα ξέρουν ότι είμαι κοντά τους, όχι κάπου μακριά, αγνοώντας τους.»

«Αγνοώντας τους… όπως αγνοείς εμένα.»

«Γιατί το νομίζεις αυτό;» ρώτησε ο Ανδρόνικος, ενοχλημένος.

«Γιατί είναι η αλήθεια,» είπε η Αντίκλεια. «Απλά με παντρεύτηκες επειδή έπρεπε κάποια να παντρευτείς.»

«Αν ήθελα να παντρευτώ κάποια, δεν θα ήσουν εσύ. Θα ήταν κάποια τυχαία. Θα ήταν η πρώτη γυναίκα από αριστοκρατικό οίκο που τύχαινε να συναντήσω. Διάλεξα εσένα» – ο δείκτης του αριστερού του χεριού πίεσε, ελαφρά, το δεξί της στήθος – «επειδή είσαι η καλύτερη Βασίλισσα της Απολλώνιας που θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ.»

Η κολακεία του δεν την τούμπαρε· ήταν έξυπνη γυναίκα: γι’αυτό, άλλωστε, την είχε διαλέξει. «Η καλύτερη Βασίλισσα που θα μπορούσες ποτέ να φανταστείς…»

«Ναι.»

«Για την Απολλώνια. Όχι για σένα, αγάπη μου.»

«Σ’αρέσει, όμως, να παίζεις με τα λόγια.»

Η Αντίκλεια δεν μίλησε.

«Επομένως, η επιλογή μου ήταν καλή,» συνέχισε ο Ανδρόνικος.

Η Αντίκλεια τον λοξοκοίταξε.

«Αυτή είναι αρετή για μια βασίλισσα,» εξήγησε εκείνος. «Είσαι καλή πολιτικός. Κατά πάσα πιθανότητα, καλύτερη από εμένα. Εγώ είμαι χάλια πολιτικός.» Η Ιωάννα πάντα μου έλεγε ότι είμαι υπερβολικά ιδεαλιστής. Αλλά αυτό, δεδομένης της κατάστασης, μάλλον δεν θα ήταν συνετό να το προσθέσει. Επομένως, ίσως τελικά να μην είμαι και τόσο άσχετος από πολιτική.

«Χάλια πολιτικός; Ο Πρίγκιπας της Επανάστασης;»

«Σοβαρολογώ.»

Κάποια άσχημη σκέψη πρέπει να πέρασε απ’το μυαλό της – φάνηκε στα μάτια της. «Ίσως να έχεις δίκιο…»

Ο Ανδρόνικος συνοφρυώθηκε. «Έτσι πιστεύεις λοιπόν για μένα;» την πείραξε.

«Τουλάχιστον, εκείνο που ξέρω εγώ είναι ότι, όντως, δεν είσαι καλός πολιτικός με τη σύζυγό σου. Αύριο θα την αφήσεις πάλι εδώ. Και ποιοι θα πάνε μαζί σου στο Βόρειο Μέτωπο;»

«Αυτοί που ήταν μαζί μου και στη Σάρντλι.»

«Και η Μαύρη Δράκαινα, επομένως…»

«Αμφιβάλλεις ότι μπορεί να βοηθήσει εκεί;»

«Ο Οδυσσέας, έχω ακούσει, έχει ήδη κάποιες Μαύρες Δράκαινες κοντά του.»

«Ακόμα μία δεν βλάπτει. Και πάψε πλέον να πιστεύεις ότι συμβαίνει κάτι μ’εμένα και την Ιωάννα, γιατί δεν συμβαίνει.»

«Ίσως,» είπε η Αντίκλεια, κι έσκυψε για να τον φιλήσει.

Επιδόθηκαν ξανά στην προσπάθεια να δώσουν στο Βασίλειο της Απολλώνιας τον επόμενο Βασιληά ή Βασίλισσά του.

2.

Η νύχτα εκείνη με την Αντίκλεια δεν ήταν πλέον παρά ακόμα μια ανάμνηση στο μυαλό του Ανδρόνικου. Και, καθώς ξεκουραζόταν μέσα στο δωμάτιό του, σε μια πολυκατοικία-φρούριο που είχαν πάρει από τους Παντοκρατορικούς, του έμοιαζε παράξενο που αυτή η ανάμνηση τον προβλημάτιζε πολύ περισσότερο από τα πρόσφατα γεγονότα.

Είχε δει τόσους ανθρώπους να σκοτώνονται από εκρήξεις και σφαίρες και ενεργειακές ριπές, αλλά εκείνο που περνούσε ξανά και ξανά από τις σκέψεις του ήταν η Αντίκλεια.

Και πλησίαζε αυγή πια.

Η νυχτερινή επίθεση του Οδυσσέα είχε πετύχει καλύτερα απ’ό,τι ο Πρόμαχος φανταζόταν, όπως είχε ο ίδιος πει στον Ανδρόνικο πριν από μερικές ώρες. Ολόκληρη η νότια μεριά της Νούμβρια είχε παρθεί από τον Απολλώνιο Στρατό. Πρώτα, φυσικά, το νοτιοδυτικό τμήμα της πόλης είχε πέσει στα χέρια των Απολλώνιων, ύστερα από τη διάλυση της Μαγγανείας Αντιπυραυλικού Πεδίου· και μετά, από εκεί αλλά και από τα νότια, οι Απολλώνιοι είχαν χτυπήσει το νοτιοανατολικό τμήμα. Η Μαγγανεία Αντιπυραυλικού Πεδίου ήταν ακόμα ενεργή σ’αυτή την περιοχή της Νούμβρια, αλλά δεν μπορούσε να προσφέρει και κανένα μεγάλο πλεονέκτημα στους Παντοκρατορικούς, τώρα που οι εχθροί τους βρίσκονταν τόσο κοντά. Η δουλειά της ήταν να αποκρούει πυραύλους και ρουκέτες που έρχονταν από μακριά, έξω από το πεδίο. Όταν ήσουν μέσα στο πεδίο, μπορούσες να επιτεθείς με ό,τι ήθελες.

Οι δυνάμεις της Παντοκράτειρας είχαν αναγκαστεί να υποχωρήσουν προς τα βόρεια, και τώρα καταλάμβαναν λίγο περισσότερο από το μισό της Νούμβρια, ενώ οι Απολλώνιοι καταλάμβαναν όλη την υπόλοιπη πόλη.

Δεκάδες άνθρωποι είχαν σκοτωθεί. Εκατοντάδες, πολύ πιθανόν.

Ο ίδιος ο Ανδρόνικος και οι σύντροφοί του, μέσα στο Μεταβλητό Αυτοσυντηρούμενο Όχημα, είχαν σκοτώσει πολλούς. Κι εκείνος τώρα δεν αισθανόταν πως μπορούσε να ενδιαφερθεί καθόλου γι’αυτό το θέμα, παρά μονάχα για την Αντίκλεια. Είχε αρχίσει να γίνεται κυνικός; Είχε αρχίσει να γίνεται όπως η Ιωάννα τού έλεγε πως έπρεπε να γίνει;

Μετά από τόσους θανάτους και σκοτωμούς, μερικοί ακόμα δεν σε εντυπωσιάζουν…

Ο Ανδρόνικος έσβησε το τσιγάρο του στο τασάκι, και πήρε το βλέμμα του από το παράθυρο, απ’όπου μπορούσε να δει τις ρημαγμένες πολυκατοικίες της Νούμβρια, τους χτυπημένους από ρουκέτες και πυραύλους και βόμβες δρόμους της, τα σκοτάδια και τα συντρίμμια που έκρυβαν πτώματα και αίμα. Φωτιές ήταν αναμμένες εδώ κι εκεί, τις οποίες κανένας δεν έμπαινε στον κόπο να σβήσει επειδή έμοιαζαν να βρίσκονται σε δυσπρόσιτα σημεία και δεν φαινόταν να υπάρχει άμεσος κίνδυνος να εξαπλωθούν.

Ο Ανδρόνικος, βαδίζοντας ξυπόλυτος επάνω στο ξύλινο πάτωμα, ξάπλωσε στο στρατιωτικό κρεβάτι. Αν δεν κοιμόταν καθόλου, αύριο δεν θα μπορούσε να σταθεί. Έπρεπε να κάνει κάτι για να τον πάρει ο ύπνος. Δίπλωσε τα χέρια του πίσω απ’το κεφάλι. Το σώμα του το αισθανόταν τόσο τσιτωμένο, το μυαλό του τόσο φορτισμένο…

Έκλεισε τα μάτια.

Και τότε συνειδητοποίησε ότι, απόμακρα, ακόμα ακούγονταν εκρήξεις και πυροβολισμοί. Συγκρούσεις εξακολουθούσαν να γίνονται ανάμεσα στους Απολλώνιους και τους Παντοκρατορικούς, αν και, αναμφίβολα, μικρές πλέον.

Πόλεμος… κι άλλος πόλεμος… κι άλλος πόλεμος…

Κι άλλος πόλεμος.

Αλλά τώρα βρισκόμαστε στο τέλος.

Στο τέλος της Συμπαντικής Παντοκρατορίας.

Το οποίο εμείς θα φέρουμε.

Έχουμε κάνει τα πάντα – όλα τα σωστά βήματα – το τέλος θα έρθει…

Κι ύστερα, ξαφνιάζοντας τον εαυτό του, σκέφτηκε τον Ορείχαλκο που είχε πάει στη Ρελκάμνια. Μα το Φως του Απόλλωνα, αν είναι ακόμα ζωντανός εύχομαι όλοι οι θεοί στο σύμπαν να τον βοηθήσουν. Διότι, αν δεν τον σκότωνε κατευθείαν η Παντοκράτειρα, ο Ελκράσ’ναρχ θα φρόντιζε – κάπως – ο Ορείχαλκος να πεθάνει. Ο Ανδρόνικος δεν είχε καμια αμφιβολία γι’αυτό.

3.

Άνοιξε τα μάτια του ακούγοντας κάποιον να χτυπά την πόρτα του δωματίου. «Ποιος είναι;» ρώτησε καθώς ανασηκωνόταν επάνω στο κρεβάτι, παρατηρώντας πως είχε ξημερώσει.

«Ο Προαιρέσιος, Μεγαλειότατε. Ο Πρόμαχος ζητά να συγκεντρωθούμε όλοι για πολεμικό συμβούλιο.»

«Έρχομαι,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος, κι άρχισε να ετοιμάζεται. Χωρίς καμια ιδιαίτερη βιάση.

Όταν ήταν ντυμένος με ρούχα όχι και τόσο φανταχτερά (σίγουρα όχι ρούχα που θα ταίριαζαν σε βασιληά της Απολλώνιας) και ζωσμένος τα όπλα του, βγήκε απ’το δωμάτιο και βάδισε μέσα στους διαδρόμους της μεγάλης πολυκατοικίας. Φρουροί τον χαιρετούσαν επίσημα, κι εκείνος τούς χαιρετούσε κάπου-κάπου με κανένα νεύμα του κεφαλιού, νιώθοντας κουρασμένος, μη θεωρώντας ότι είχε κοιμηθεί αρκετά. Μπήκε σ’έναν ανελκυστήρα κι ανέβηκε ένα πάτωμα. Βγήκε, διέσχισε ακόμα έναν διάδρομο, και μπήκε στο δωμάτιο γενικής εποπτείας της πολυκατοικίας την οποία οι Παντοκρατορικοί είχαν διαμορφώσει σαν οχυρό. Εδώ ήταν που είχαν και το κέντρο της Μαγγανείας Αντιπυραυλικού Πεδίου που είχε σαμποτάρει χτες ο Οδυσσέας.

Στο δωμάτιο, ο Ανδρόνικος είδε συγκεντρωμένους τον Οδυσσέα, την Αθηνά, τη Νικίτα, τον Ευθύπορο, τη Βατράνια, τον Προαιρέσιο, την Ιωάννα, και τον Στρατηγό Δομίνικο Εύηχο, ο οποίος έμοιαζε πια πολύ ηλικιωμένος για τη θέση του καθώς πλησίαζε τα εξήντα. Ήταν επικεφαλής των Απολλώνιων δυνάμεων στη Νούμβρια, προτού, πριν από έξι χρόνια, υποχωρήσουν από εδώ εξαιτίας των περιστάσεων. Τώρα, ο Στρατηγός Εύηχος έδειχνε αποφασισμένος να ξαναπάρει τούτη την περιοχή υπό τον έλεγχό του. Ο Ανδρόνικος δεν ήταν βέβαιος πια για τις ικανότητές του. Ίσως ένας νεότερος άνθρωπος να μπορούσε να τα καταφέρει καλύτερα σ’αυτή τη δουλειά…

«Καλημέρα, Μεγαλειότατε,» χαιρέτησε ο Δομίνικος Εύηχος.

Ο Ανδρόνικος έκλινε το κεφάλι προς το μέρος του. «Στρατηγέ…» αποκρίθηκε, και κάθισε στην καρέκλα πλάι στον Οδυσσέα.

«Κουρασμένος φαίνεστε, Βασιληά μου,» του είπε ο Πρόμαχος.

«Δεν κοιμήθηκα καλά,» παραδέχτηκε ο Ανδρόνικος. Και ρώτησε: «Περιμένουμε κι άλλους;»

«Ναι.»

Η Ιωάννα, καθισμένη αντίκρυ στον Ανδρόνικο, με το τραπέζι ανάμεσά τους, κάπνιζε ένα τσιγάρο· κι απέφυγε το βλέμμα του όταν εκείνος έκανε να την κοιτάξει.

«Τι έγινε, λοιπόν, στη Σάρντλι;» ρώτησε η Βατράνια, που κι εκείνη κάπνιζε και είχε από κοντά ένα φλιτζάνι Σάρντλιο καφέ. «Είναι δική μας, τώρα;»

«Είναι εναντίον της Παντοκρατορίας,» είπε ο Ανδρόνικος, «δεν είναι δική μας.»

«Αυτό εννοούσα. Θα μας βοηθήσουν στην επίθεση κατά της Ρελκάμνια;»

«Δε νομίζω. Αλλά το γεγονός ότι στερούν στους Παντοκρατορικούς τον ορυκτό πλούτο τους είναι αρκετό. Θα δημιουργήσει τεράστιο πρόβλημα στην οικονομία της Συμπαντικής Παντοκρατορίας.»

«Η Παντοκράτειρα έχει έναν σύζυγο εκεί, στη Σάρντλι, δεν έχει;» ρώτησε η Βατράνια.

Ο Ανδρόνικος ένευσε. «Τον Ορείχαλκο, του Οίκου των Ορειβατών. Είναι με το μέρος μας τώρα. Ήταν, προτού εξαφανιστεί, τουλάχιστον…» πρόσθεσε, προβληματισμένα.

Η Βατράνια συνοφρυώθηκε. «Προτού εξαφανιστεί;»

«Αφού διώξαμε τους Παντοκρατορικούς από τη διάσταση–»

Η Άνμα’ταρ και ο Σέλιρ’χοκ ήρθαν εκείνη τη στιγμή και πήραν θέσεις στο τραπέζι, χαιρετώντας τους υπόλοιπους με νεύματα.

«–ο Ορείχαλκος έφυγε, κι άφησε ένα μήνυμα ότι θα πήγαινε στη Ρελκάμνια.»

«Στη Ρελκάμνια;» Η Βατράνια έσβησε το τσιγάρο της στο τασάκι.

«Ήθελε να μιλήσει στην Παντοκράτειρα.»

«Μας πρόδωσε, δηλαδή;»

«Δε νομίζω. Η απόφασή του έχει να κάνει με τον γάμο τους που έγινε μέσα σ’έναν από τους Πύργους του Ήλιου και του Ανέμου της Σάρντλι.»

Η Βατράνια συνοφρυώθηκε, μη δείχνοντας να καταλαβαίνει.

«Έχει ιδιαίτερη σημασία για τους Σάρντλιους. Ιερή. Και ο Ορείχαλκος πηγαίνει στη Ρελκάμνια, μάλλον, για να βοηθήσει την Παντοκράτειρα.»

«Να τη βοηθήσει;» Η Βατράνια έμοιαζε τώρα πιο απορημένη από πριν.

«Γνωρίζεις για τον Ελκράσ’ναρχ, έτσι δεν είναι;»

Η Βατράνια ένευσε. «Πρόσφατα.»

«Ο Ορείχαλκος πιστεύει ότι ο Ελκράσ’ναρχ κρατά την Παντοκράτειρα, με κάποιον τρόπο, υπό τον έλεγχό του.»

«Ναι αλλά πηγαίνοντας εκεί δεν θα τον σκοτώσουν;»

«Αυτό λέω κι εγώ,» παρενέβη η Ιωάννα.

Η Βατράνια στράφηκε να την κοιτάξει.

«Θα τον σκοτώσουν,» είπε η Ιωάννα. «Δεν υπάρχει αμφιβολία. Ή θα του κάνουν τίποτα χειρότερο. Κι αυτά περί ιερού δεσμού του γάμου της Σάρντλι είναι μαλακίες.»

Τότε, μπήκε στο δωμάτιο ο Βαλέριος. «Απαρτία, λοιπόν,» είπε. «Πολύ καλημέρα σας.»

«Καλώς τον,» είπε ο Οδυσσέας. «Λείπουν κάποιοι ακόμα.»

Ο Βαλέριος κάθισε σε μια καρέκλα πλάι στην Αθηνά. «Ήταν κουραστική νύχτα.»

Η Βατράνια είπε: «Κάποιος έπρεπε να τον συγκρατήσει.»

«Ελπίζω να μη μιλάς για μένα,» είπε ο Βαλέριος.

«Δε μιλάω για σένα.»

«Χαίρομαι.»

Ο Ανδρόνικος είπε: «Έφυγε αιφνίδια, μες στη νύχτα. Το ήξερε πως θα προσπαθούσαμε να τον μεταπείσουμε αν μας το έλεγε.»

«Ήταν μεγάλη ανοησία του,» πρόσθεσε η Ιωάννα.

«Ας μην κρίνουμε από τώρα,» είπε ο Σέλιρ’χοκ. «Θα δούμε στο μέλλον. Ίσως, τελικά, ο Ορείχαλκος να καταφέρει κάτι που δεν το φανταζόμαστε.»

Η Ιωάννα μόρφασε αποδοκιμαστικά. Δεν το νόμιζε, μάλλον.

Η Αριάδνη’ταρ μπήκε στο δωμάτιο και, λίγο πιο μετά, ο Φέτανιρ.

«Κλείσε την πόρτα,» του είπε ο Οδυσσέας, καθώς περνούσε το κατώφλι.

Ο μαυρόδερμος επαναστάτης έκλεισε. «Είμαστε όλοι εδώ;»

«Ναι. Ήσουν ο τελευταίος.» Ο Οδυσσέας άπλωσε έναν πελώριο χάρτη της Νούμβρια ανάμεσά τους, επάνω στον οποίο υπήρχαν σημειωμένες οι θέσεις που είχε καταλάβει ο Απολλώνιος Στρατός και οι θέσεις που ακόμα βρίσκονταν υπό Παντοκρατορική κατοχή. «Έτσι έχει η κατάσταση,» τους είπε. «Εδώ,» έδειξε, «υπάρχει άλλο ένα αντιπυραυλικό πεδίο, γιατί αυτή είναι η περιοχή όπου έχουν το διοικητήριό τους.»

«Τ’άλλα σημεία της πόλης είναι ανοιχτά;» ρώτησε ο Ανδρόνικος.

Ο Οδυσσέας ένευσε. «Ναι. Ούτως ή άλλως, χαλούσαν τρομερά μεγάλη ποσότητα ενέργειας για να διατηρούν τρία αντιπυραυλικά πεδία ενεργά, και απασχολούσαν τουλάχιστον τρεις μάγους.»

«Ήταν ο μόνος τρόπος,» είπε ο Στρατηγός Εύηχος, «για να έχουν λιγότερο στρατό τοποθετημένο στη Νούμβρια.»

Ο Ανδρόνικος τον κοίταξε υψώνοντας ένα φρύδι.

«Χωρίς τα αντιπυραυλικά πεδία,» εξήγησε εκείνος, «θα έπρεπε να υπάρχει περισσότερη φύλαξη εδώ για να σταματήσει τις δυνάμεις μας απ’το να εισβάλουν.»

«Πράγματι έτσι είναι, Βασιληά μου,» είπε ο Οδυσσέας στον Ανδρόνικο. «Οι Παντοκρατορικοί έχουν αποδυναμωθεί. Έχουν πρόβλημα με τη διαίρεση των στρατιωτικών τους δυνάμεων.»

«Πώς θα συνεχίσουμε, λοιπόν;» ρώτησε ο Ανδρόνικος.

«Θα πάρουμε και την υπόλοιπη Νούμβρια, φυσικά. Αναρωτιέμαι μόνο αν θα ήταν σκόπιμο να προσπαθήσουμε να ρίξουμε κι αυτό το αντιπυραυλικό πεδίο προτού επιτεθούμε.»

«Τώρα,» είπε η Ιωάννα, «θα είναι πιο καλά προετοιμασμένοι για ένα τέτοιο σαμποτάζ.»

«Δίχως αμφιβολία,» συμφώνησε η Αθηνά.

«Επομένως, καλύτερα να μην το ριψοκινδυνέψουμε,» είπε ο Ανδρόνικος.

«Θα μας δώσει, όμως, μεγάλο πλεονέκτημα αν ρίξουμε το πεδίο, Μεγαλειότατε,» τόνισε ο Στρατηγός Δομίνικος Εύηχος.

«Μπορεί,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος. «Αλλά, αν αποτύχουμε, θα πεθάνουν άνθρωποι που μάχονται για εμάς εδώ και χρόνια, Στρατηγέ.»

«Προτείνετε, δηλαδή, απλά να επιτεθούμε και να προσπαθήσουμε να εισβάλουμε στην περιοχή του πεδίου.»

«Είναι το καλύτερο, νομίζω. Επιπλέον, μπορεί να μη χρειαστεί καν να εισβάλουμε στην περιοχή του πεδίου. Απ’ό,τι βλέπω, δεν είναι και τόσο μεγάλη. Αν οι Παντοκρατορικοί ηττηθούν σε κάθε άλλη μεριά, θα υποχωρήσουν.»

Ο Οδυσσέας ένευσε. «Αυτό είναι το πιθανότερο.»

Και μετά, ασχολήθηκαν με κάποιες λεπτομέρειες του σχεδίου επίθεσης.

4.

Πρώτα επιτέθηκαν τα Απολλώνια αεροπλάνα. Περνώντας πάνω από τα μέρη της πόλης όπου ακόμα βρίσκονταν Παντοκρατορικοί, εξαπέλυσαν πυραύλους και ρουκέτες εναντίον τους, ενώ έβαλλαν με πυροβόλα, διαλύοντας οχυρωματικά έργα, ανατινάζοντας άρματα μάχης, καταστρέφοντας ολόκληρα τμήματα πολυκατοικιών. Οι Παντοκρατορικοί, ασφαλώς, ανταπέδωσαν με τα αντιαεροπορικά τους οπλικά συστήματα. Σφαίρες, ρουκέτες, και εκρήξεις γέμισαν τον πρωινό ουρανό πάνω από τη βόρεια και κεντρική μεριά της Νούμβρια. Τα Απολλώνια αεροσκάφη, τελικά, επέστρεψαν στο στρατόπεδο νότια της πόλης.

Αλλά, προτού καν τελειώσει η επίθεσή τους, εφόρμησαν και οι Ιππότες της Απολλώνιας επάνω στα δυνατά πολεμικά άτια τους, ντυμένοι, αυτοί και τα ζώα, με ενεργειακά φορτισμένες πανοπλίες που γυάλιζαν και τους προστάτευαν από εχθρικά πυρά. Στα πλευρά των καβαλάρηδων υπήρχαν καλά προφυλαγμένες ενεργειακές φιάλες, κι από εκεί ήταν που οι αρματωσιές αντλούσαν ενέργεια ώστε να παράγουν απωθητικές δυνάμεις που εξοστράκιζαν τις σφαίρες των εχθρών τους. Στα γαντοφορεμένα χέρια των Ιπποτών ήταν μακριές λόγχες οι οποίες φάνταζαν διάπυρες καθώς κι αυτές φορτίζονταν από τις ίδιες πηγές ενέργειας.

Αρκετοί από τους Ιππότες έπεσαν από τα πυρά των Παντοκρατορικών, αλλά οι υπόλοιποι χτύπησαν τα οχυρωματικά έργα και τα άρματα μάχης με τις ενεργειακές λόγχες τους, προκαλώντας ισχυρές εκρήξεις μέσα από τις οποίες οι ίδιοι περνούσαν αλώβητοι. Οι αρματωσιές τους στραφτάλιζαν και σπινθηροβολούσαν. Οι οπλές των αλόγων τους βροντούσαν επάνω στους κατακρεουργημένους δρόμους της Νούμβρια. Παντοκρατορικοί πολεμιστές ποδοπατούνταν από κάτω τους, κι όσοι τύχαινε να χτυπηθούν από τις λόγχες των Ιπποτών εξαϋλώνονταν· μονάχα τα κόκαλά τους έμεναν, σκορπισμένα ολόγυρα.

Οι Ιππότες της Απολλώνιας, όμως, παρά την τρομερή δύναμή τους, δεν μπορούσαν να νικήσουν τους Παντοκρατορικούς από μόνοι τους. Στράφηκαν και υποχώρησαν, ύστερα από την καταστροφή που είχαν προκαλέσει, ώστε να επιτεθούν τα άρματα μάχης του Απολλώνιου στρατεύματος, πυροβολώντας με μακριά, φαρδύκαννα κανόνια και μικρότερα πυροβόλα και πολυβόλα, εξαπολύοντας ρουκέτες. Ορισμένα είχαν ερπύστριες που συνέθλιβαν τα πάντα από κάτω τους, άλλα ήταν πιο ευκίνητα διαθέτοντας τροχούς – από δύο (τα πολύ ευέλικτα οχήματα) έως οκτώ (τα λιγότερο ευέλικτα και περισσότερο σταθερά και πάνοπλα).

Οι Απολλώνιοι καβαλάρηδες και πεζοί ακολούθησαν τα άρματα, πυροβολώντας και προσπαθώντας ή να αφανίσουν τους Παντοκρατορικούς ή να τους αναγκάσουν να υποχωρήσουν από τις θέσεις τους.

Το Μεταβλητό Αυτοσυντηρούμενο Όχημα κυλούσε ανάμεσά τους, επάνω σε οκτώ πελώριους τροχούς, χτυπώντας τον εχθρό με τα πυροβόλα και το ρουκετοβόλο του, και αποτελώντας κινητή βάση και τηλεπικοινωνιακό κέντρο για τις Απολλώνιες δυνάμεις. Στο εσωτερικό του βρίσκονταν ο Οδυσσέας, ο Ανδρόνικος, και κάποιοι Απολλώνιοι αξιωματικοί, καθώς επίσης και η Άνμα’ταρ, η Αριάδνη’ταρ, και ο Σέλιρ’χοκ, για να κάθονται στο ενεργειακό κέντρο και να χρησιμοποιούν τη Μαγγανεία Κινήσεως. Η Ιωάννα, η Αθηνά, και η Νικίτα πήγαιναν κι έρχονταν, άλλοτε μπαίνοντας στο όχημα, άλλοτε φεύγοντας για να βοηθήσουν όπου υπήρχε ανάγκη.

Οι συγκρούσεις κράτησαν ώς τη δύση του ήλιου, και η όψη της Νούμβρια είχε γίνει χειρότερη από πριν. Ο Ανδρόνικος δεν θα μπορούσε πλέον να την αποκαλέσει πόλη. Ερείπια ήταν, και μόνο ερείπια. Ένας τόπος κατεστραμμένος τελείως από τον πόλεμο. Θα χρειάζονταν χρόνια για να ανοικοδομηθούν όλα αυτά.

Τουλάχιστον, όμως, οι θάνατοι και οι καταστροφές είχαν φέρει αποτέλεσμα: οι Παντοκρατορικοί είχαν τώρα υποχωρήσει στη βόρεια μεριά της πόλης, γύρω από το αντιπυραυλικό πεδίο τους. Και ο Οδυσσέας έλεγε πως δεν θ’αργούσαν να τους διώξουν κι από εκεί.

«Αλλά καλύτερα να κινηθούμε γρήγορα, Πρίγκιπά μου,» τόνισε στον Ανδρόνικο ενώ ακόμα βρίσκονταν στο εσωτερικό του Μεταβλητού Αυτοσυντηρούμενου Οχήματος, «γιατί μπορεί να έρθουν ενισχύσεις.»

«Εκτός αν υποχωρήσουν στην Κοιλάδα της Γλαυκής.»

«Ναι, υπάρχει η πιθανότητα να συμβεί αυτό, βέβαια. Όμως το πρωί, μόλις ξημερώσει, θα επιτεθούμε,» επέμεινε ο Πρόμαχος.

Ο Ανδρόνικος δεν διαφώνησε. Ο Οδυσσέας βρισκόταν, τελευταία, συνεχώς στο Βόρειο Μέτωπο· ήξερε την κατάσταση καλύτερα από εκείνον. «Στην Κοιλάδα της Γλαυκής πώς είναι τα πράγματα;»

«Η Γλαυκόπολη βρίσκεται υπό Παντοκρατορική κατοχή, φυσικά,» είπε ο Οδυσσέας. «Αλλά, από τις λίγες πληροφορίες που έχουμε καταφέρει να συγκεντρώσουμε γι’αυτά τα μέρη, η κατάσταση δεν είναι τόσο άσχημη όσο στη Βολιρία, για παράδειγμα.»

«Λιγότερες στρατιωτικές δυνάμεις;»

«Πολύ λιγότερες. Η Κοιλάδα της Γλαυκής τούς ενδιέφερε μόνο ώς πέρασμα για να φτάσουν στη Νούμβρια.»

«Και τώρα που, καλώς εχόντων των πραγμάτων, θα διωχτούν από τη Νούμβρια;»

Ο Οδυσσέας ανασήκωσε τους ώμους. «Ίσως να υποχωρήσουν από την Κοιλάδα της Γλαυκής.»

Η Ιωάννα, η Αθηνά, και η Νικίτα μπήκαν τότε στο όχημα και τους συνάντησαν εκεί όπου κάθονταν, κοντά στο τιμόνι και στα τηλεπικοινωνιακά και οπλικά συστήματα. Εκτός απ’τους δυο τους, κανένας άλλος δεν ήταν εδώ· οι υπόλοιποι στρατιωτικοί είχαν φύγει για την ώρα.

«Τα πάντα φαίνονται ήσυχα,» είπε η Αθηνά.

«Ύποπτα ήσυχα, ίσως,» πρόσθεσε η Νικίτα.

«Έχετε κάποια ένδειξη,» ρώτησε ο Οδυσσέας, «ότι οι Παντοκρατορικοί ετοιμάζουν κάτι;»

«Όχι,» αποκρίθηκε η Νικίτα· «θα μπορούσαν, όμως.»

Η Ιωάννα ρώτησε: «Η Άνμα κι οι άλλοι είναι ακόμα στο ενεργειακό κέντρο;»

«Όχι,» είπε ο Ανδρόνικος. «Έχουν βγει για να ξεκουραστούν.»

«Καλύτερα να φύγεις κι εσύ από εδώ. Είσαι εκτεθειμένος. Όλοι μας είμαστε.» Το Μεταβλητό Αυτοσυντηρούμενο Όχημα δεν ήταν σταθμευμένο και πολύ μακριά από τα καινούργια σύνορα ανάμεσα στους Παντοκρατορικούς και τους Απολλώνιους μέσα στη Νούμβρια.

«Η Ιωάννα έχει δίκιο,» συμφώνησε ο Οδυσσέας. «Καλύτερα να πάμε στο δικό μας αντιπυραυλικό πεδίο, Πρίγκιπά μου.»

Ο Ανδρόνικος ένευσε. «Πάμε. Αλλά χρειαζόμαστε τρεις μάγους αν θέλουμε να πάρουμε το όχημα μαζί μας.» Ήταν πρόβλημα αυτό το πελώριο μηχάνημα παρά την εξαιρετική ιδιότητά του να παίρνει άπειρες μορφές.

«Η Άνμα, ο Σέλιρ, και η Αριάδνη είναι εξουθενωμένοι.» Ο Οδυσσέας άνοιξε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό και ζήτησε να έρθουν αμέσως τρεις μάγοι από το στράτευμα.

Όταν ήταν στο όχημα και είχαν υφάνει τη Μαγγανεία Κινήσεως, ο Πρόμαχος άρχισε να το οδηγεί προς το καινούργιο Κ.Ε.Α.Δ. μέσα στη Νούμβρια.

Και ο Ανδρόνικος τον ρώτησε: «Στην Ξανθούπολη τι συμβαίνει;»

«Δεν έχουμε επιτεθεί ακόμα. Αλλά γίνονται συγκρούσεις στο Ταλκάσιο Πέρασμα. Με την παρουσία του υπερδιαστασιακού στροβίλου, ορισμένες μάχες είναι διπλά επικίνδυνες, απ’ό,τι μου λέει η Στρατηγός Ιπποθόη Καλλίνοη.»

«Πλησιάζουμε στην Ξανθούπολη, δηλαδή;»

«Ναι. Θα μπορούσαμε να είχαμε επιτεθεί και τώρα, αλλά περιμέναμε να δούμε πώς θα εξελιχτούν τα πράγματα στη Νούμβρια, για να ξεμπερδέψουμε με τη δυτική μεριά του Βόρειου Μετώπου.»

«Και στη Χρυσόπολη; Στο Πέρασμα του Σμαραγδένιου Βουνού;»

«Το Φρούριο του Σμαραγδένιου Βουνού είναι και πάλι δικό μας, Πρίγκιπά μου, και χτυπάμε τα περίχωρα της Βολιρίας από εκεί. Και το σφυροκόπημα είναι άγριο, μπορώ να σας διαβεβαιώσω, γιατί ήμουν σ’αυτά τα μέρη προτού έρθω εδώ, στη Νούμβρια, για να διώξουμε μια και καλή τους Παντοκρατορικούς από την πόλη.»

Πόλη… σκέφτηκε ο Ανδρόνικος. Τρόπος του λέγειν, πλέον.

«Με τον υπερδιαστασιακό στρόβιλο τι θα γίνει, Πρίγκιπά μου;» ρώτησε η Αθηνά. «Κάποτε, ακουγόταν ότι κάποιος μάγος ονόματι Δαίδαλος θα τον έκανε να εξαφανιστεί.»

«Έτσι μου έχει υποσχεθεί,» της είπε ο Ανδρόνικος. «Αλλά ακόμα δεν έχει συμβεί τίποτα. Και τώρα ο Δαίδαλος μάς βοηθά στη μάχη μας εναντίον της Παντοκράτειρας. Επομένως…» Η όψη του ήταν προβληματισμένη. «Δεν ξέρω τι θα γίνει, για να είμαι ειλικρινής. Μακάρι να υπήρχε κάποιος άλλος τρόπος για να σταματήσω τον στρόβιλο… Έχει φτάσει σχεδόν ώς τη Σερίβια, μα τον Απόλλωνα κι όλους τους θεούς…» Αν δεν γίνει κάτι, η Απολλώνια θα διχοτομηθεί. Μήπως ο Δαίδαλος συμπέρανε, τελικά, ότι δεν μπορεί να μας βοηθήσει; Και, σ’αυτή την περίπτωση, γιατί δεν μου το λέει; Τουλάχιστον, να ξέρω!

Η Ιωάννα, βλέποντάς τον έτσι προβληματισμένο, ακούμπησε το χέρι της στον ώμο του, καθώς εκείνη ήταν όρθια και ο Ανδρόνικος καθισμένος στη θέση μπροστά στα τηλεπικοινωνιακά συστήματα του οχήματος.

Έστρεψε το βλέμμα του για να την κοιτάξει και, παρότι αυτό το βλέμμα δεν ήταν ούτε εχθρικό ούτε επικριτικό αλλά, μάλλον, στενοχωρημένο, η Ιωάννα απομάκρυνε το χέρι της από πάνω του. Δεν είστε πια στη Σάρντλι, ανόητη, σκέφτηκε, θυμωμένη με τον εαυτό της.

«Θα βρεθεί μια λύση, Πρίγκιπά μου,» είπε ο Οδυσσέας συνεχίζοντας να οδηγεί. «Πρέπει να βρεθεί.» Ωστόσο ακουγόταν σα να μην το πίστευε.

5.

«Θα μείνεις στην Απολλώνια τελικά;» ρώτησε ο Οδυσσέας, συναντώντας τη Βατράνια στο δωμάτιο γενικής εποπτείας όταν επέστρεψε στο καινούργιο Κ.Ε.Α.Δ. Κανένας άλλος εκτός από τους δυο τους δεν ήταν εδώ· οι περισσότεροι είχαν πάει να ξεκουραστούν. Και ούτε ο Οδυσσέας δεν θα ήταν εδώ, αν δεν ήθελε να μαζέψει κάτι χαρτιά προτού πάει για ύπνο.

«Βιάζεσαι να με διώξεις;» ρώτησε η Βατράνια, που βημάτιζε νωχελικά μέσα στο δωμάτιο, με τα τακούνια της να ηχούν επάνω στο πάτωμα.

«Αν μένεις περιμένοντας να στείλουμε στρατό στη Σεργήλη, αυτό δεν πρόκειται να συμβεί. Τουλάχιστον, όχι σύντομα.» Ο Οδυσσέας συγκέντρωσε τα χαρτιά που ήθελε και τα έβαλε σ’έναν φάκελο. Ήταν αναφορές σχετικά με τα αποθέματα στα πολεμοφόδια, οι οποίες είχαν εκτυπωθεί μέσα από την ειδική έξοδο του τηλεπικοινωνιακού διαύλου του δωματίου.

«Δε θ’αργήσω να φύγω,» τον διαβεβαίωσε η Βατράνια. «Μένω απλώς για να δω πώς θα εξελιχτούν τα πράγματα εδώ. Είμαι βέβαιη ότι όλοι οι Πρόμαχοι της Σεργήλης θα ενδιαφέρονται να μάθουν.

»Η μάχη πήγε καλά, έτσι;» Σταμάτησε να βαδίζει, στρεφόμενη να τον κοιτάξει ευθέως.

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Οδυσσέας. «Οι Παντοκρατορικοί είναι, όντως, αποδυναμωμένοι. Τόσο όσο νομίζαμε. Περισσότερο, ίσως. Μονάχα αυτά τα αντιπυραυλικά πεδία στη νότια μεριά της πόλης ήταν που μας προκαλούσαν πραγματικό πρόβλημα πλέον.»

«Το ίδιο θα γίνει και στις άλλες κατεχόμενες πόλεις; Στη Βολιρία; Στην Ξανθούπολη;»

«Το εύχομαι. Στη Βολιρία, πάντως, η αντίσταση δεν είναι όπως εδώ. Είναι πολύ σθεναρή.»

«Την Ξανθούπολη σκοπεύουν να την κρατήσουν, τώρα που έχει φτάσει εκεί ο υπερδιαστασιακός στρόβιλος;»

«Δεν έχω καμια πληροφορία ότι σχεδιάζουν να φύγουν,» είπε ο Οδυσσέας.

Η Βατράνια πλησίασε το τραπέζι στο κέντρο του δωματίου. «Ποιο είναι το σχέδιό σας, λοιπόν; Κοίταζα τους χάρτες» – έδειξε με το χέρι της – «και προσπαθούσα να μαντέψω πώς θα κινηθείτε. Έχοντας πάρει τη Νούμβρια, θα διασχίσετε το Δυτικό Πέρασμα, θα κατακτήσετε τη Γλαυκόπολη, θα περάσετε από τους Δασότοπους του Βορέα, και θα φτάσετε σ’αυτά τα μέρη που λέγονται ‘Παλιά Κάστρα’. Σωστά; Αλήθεια, τι είναι τα Παλιά Κάστρα; Δεν τάχω ξανακούσει.»

Ο Οδυσσέας μειδίασε. «Έχεις όρεξη για ιστορίες επειδή δεν ήσουν στη μάχη όλη μέρα.»

«Κατάκριση ήταν αυτή;»

Το μειδίαμα του Οδυσσέα πλάτυνε. «Δεν ξέρω καν αν θα ακολουθήσουμε το σχέδιο που λες, αλλά δεν αποκλείεται κιόλας.»

«Δεν τελείωσα,» τόνισε η Βατράνια.

Ο Οδυσσέας ύψωσε ένα φρύδι ερωτηματικά.

Η Βατράνια συνέχισε: «Από εκεί που είπα θα πάει ένα μέρος των δυνάμεών σας, και οι υπόλοιπες θα έρθουν από την Ξανθούπολη και τη Βολιρία ώστε να ωθήσετε, τελικά, τους Παντοκρατορικούς στον Ερειπιώνα – τη δίοδο προς Ρελκάμνια.»

«Τι άλλο θα μπορούσε να ήταν το σχέδιό μας εκτός από αυτό που περιγράφεις;»

«Βλέπεις; έχω στρατηγικό μυαλό κατά βάθος.»

«Ωστόσο,» πρόσθεσε ο Οδυσσέας, «δεν είμαι βέβαιος ότι συμφέρει να στείλουμε στρατό μέσα στους Δασότοπους του Βορέα. Πιο πολύ μπελάς θα είναι για εμάς παρά βοήθεια. Το να πάρουμε τη Γλαυκόπολη – αν οι Παντοκρατορικοί αποφασίσουν να την υπερασπιστούν – θα είναι αρκετό, νομίζω. Κι από κει μπορούμε να στέλνουμε στρατό προς τη Βολιρία, τη Βιρβάνη, και τα Παλιά Κάστρα με αεροσκάφη, αν χρειάζεται.»

«Ναι αλλά αν ο στρατός σας έρθει από τους Δασότοπους θα μπορέσετε να περικυκλώσετε τα Παλιά Κάστρα.»

«Δε θα έχει νόημα. Τα Παλιά Κάστρα δεν ενδιαφέρουν και τόσο τους Παντοκρατορικούς εκεί όπου βρίσκονται. Μόνο η Βορεόπολη είναι που έχει κάποια σημασία» – την έδειξε πάνω στον χάρτη – «αλλά κι αυτή, ουσιαστικά, τους είναι άχρηστη. Δε μοιάζει με τις άλλες πόλεις της Απολλώνιας που έχεις γνωρίσει, και οι κάτοικοί της είναι παράξενοι. Έχε υπόψη σου πως κι εγώ από φήμες τα ξέρω όλα αυτά· δεν έχω πάει ποτέ ο ίδιος στα Παλιά Κάστρα. Όπως και νάχει, πολύ πιθανόν οι Παντοκρατορικοί να μην έχουν καν δυνάμεις τους εκεί.»

«Καθόλου;» απόρησε η Βατράνια. «Πώς κρατάνε την περιοχή, τότε; Τα Παλιά Κάστρα δεν είναι μέρος του Βασιλείου της Απολλώνιας;»

«Όχι.»

«Τι;»

«Ποτέ δεν ήταν, απ’ό,τι ξέρω. Η περιοχή ονομάζεται, επίσης, ‘η Γη των Βορεάδων’, κι όπως βλέπεις βρίσκεται κοντά στον Μέγα Παγετό» – έδειξε την άκρη του χάρτη – «όπου η Απολλώνια τελειώνει. Οι Βορεάδες είναι ένας πανάρχαιος λαός, Βατράνια. Λατρεύουν τον Βορέα, ο οποίος είναι εξίσου πανάρχαιος θεός και αδελφός του Απόλλωνα. Λέγεται πως η ανάσα του ήταν που δημιούργησε τον Μέγα Παγετό.»

«Μύθοι.»

«Ίσως. Αλλά οι Βορεάδες ανέκαθεν ήταν διαφορετικοί από τους υπόλοιπους Απολλώνιους, και ποτέ τα Παλιά Κάστρα δεν βρίσκονταν μέσα στο Βασίλειο της Απολλώνιας.»

«Και τι έγινε όταν ήρθαν οι Παντοκρατορικοί;» ρώτησε η Βατράνια. «Από τα Παλιά Κάστρα θα πέρασαν πρώτα, έτσι δεν είναι;» Βρίσκονταν αρκετά κοντά στο Μονοπάτι του Ανέμου, που αποτελούσε δίοδο από τη Ρελκάμνια.

«Στη Βιρβάνη επιτέθηκαν πρώτα, απ’ό,τι ξέρω. Με τους Βορεάδες δεν έχω ακούσει να είχαν πολλές συγκρούσεις.»

«Θέλεις να πεις ότι οι Βορεάδες δέχτηκαν αδιαμαρτύρητα την κυριαρχία τους;»

«Μπορεί να είδαν ότι δεν είχαν τρόπο να τους αντιμετωπίσουν. Όπως και νάχει, Βατράνια, τώρα είναι λιγάκι αργά για να συζητάμε για τους Βορεάδες. Αύριο έχουμε, ίσως, μια πολύ σκληρή μάχη να δώσουμε.» Δεν ήταν αντικειμενικά αργά – μόλις είχε πέσει ο ήλιος – αλλά, ύστερα από τόσες συγκρούσεις στη Νούμβρια, όλοι οι πολεμιστές της Απολλώνιας ήταν εξουθενωμένοι.

Η Βατράνια κάθισε σε μια καρέκλα. «Εγώ θα κοιμηθώ πιο μετά.»

«Το φανταζόμουν,» είπε ο Οδυσσέας, και έφυγε.

Σάρντλι

1.

Η Ανεμόφθαλμη η Δεύτερη εξαφανίστηκε.

Έφυγε από το Μέγαρο της Ζούγκλας αφότου ο Ορείχαλκος, του Οίκου των Ορειβατών, πέταξε για Ρελκάμνια. Έφυγε, και κανένας από τους συγγενείς της, του Οίκου των Ουράνιων, δεν μπορούσε να τη βρει, παρότι έψαξαν με ελικόπτερα και οχήματα και άλογα. Ούτε τα ίχνη της δεν κατόρθωσαν να εντοπίσουν. Δεν ήξεραν αν είχε πάει βόρεια, μέσα στη ζούγκλα Νισθάν’κνα, ή αν είχε πάει δυτικά, προς τη Φανχάι, ή ανατολικά, προς τη Σάτ’βνι, ή νότια, προς τα βαλτοτόπια ή τις πεδιάδες. Εξαιτίας του Ορείχαλκου τούς είχε εγκαταλείψει, κι όλοι τους φοβόνταν ότι μπορεί να σκεφτόταν να κατευθυνθεί κι εκείνη στη Ρελκάμνια, μπαίνοντας σε κάποιο αεροσκάφος που θα ταξίδευε μέσω του Αιθέρα.

Επικοινωνώντας με τον Οίκο των Πολεοδόμων, τους ζήτησαν να έχουν το νου τους στο αεροδρόμιο της Φανχάι. Αν εντοπίσουν εκεί την Ανεμόφθαλμη να τη σταματήσουν. Οι Πολεοδόμοι δίστασαν να δώσουν θετική απάντηση, καθώς η αρχή και τα έθιμά τους ήταν να διατηρούν την πόλη τους ανοιχτή και ελεύθερη· αλλά, αφού ο Επουράνιος ο Πρώτος, ο θείος της Ανεμόφθαλμης της Δεύτερης, εξήγησε στην Οικόκαρδη τη Δεύτερη και στον Οικοδάκτυλο πώς ακριβώς είχε η κατάσταση, εκείνοι αποκρίθηκαν ότι θα έκαναν ό,τι μπορούσαν για να βοηθήσουν. Ήταν, όμως, βέβαιο πως η Ανεμόφθαλμη θα ερχόταν στη Φανχάι για να πετάξει; ρώτησαν. Και ο Επουράνιος αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι, δυστυχώς, δεν είχε κανένας την παραμικρή ιδέα τι μπορεί να σχεδίαζε η ανιψιά του…

Κι έτσι, ο Οίκος των Ουράνιων συνέχισε ν’αναζητά την Ανεμόφθαλμη τη Δεύτερη.

2.

Το είχα δει!

Το ήξερα! Το ήξερα το ήξερα το ήξερα! Έπρεπε να είχα κάνει κάτι!

Το θυμόταν – από το όνειρό της – ο Ορείχαλκος να σκύβει και να φιλά τον αυχένα μιας ξαπλωμένης γυναίκας. Της Παντοκράτειρας.

Έπρεπε να είχα κάνει κάτι! Έπρεπε να το περιμένω ότι θα αντιδρούσε έτσι! Έπρεπε να τον είχα, κάπως, εμποδίσει!

Η Ανεμόφθαλμη δεν μπορούσε να συγχωρήσει τον εαυτό της γι’αυτό που είχε γίνει. Δεν καταλάβαινε τι μπορεί να είχε ωθήσει τον Ορείχαλκο να δράσει έτσι – ήταν δυνατόν να έτρεφε ακόμα κάποια συμπάθεια για την Παντοκράτειρα; – αλλά θεωρούσε ότι ήταν δικό της το φταίξιμο που δεν τον είχε σταματήσει.

Είχε φύγει από το Μέγαρο της Ζούγκλας μη μπορώντας ν’ακούει τις ομιλίες των συγγενών της, μη μπορώντας ν’ακούει κανέναν να μιλά. Ήθελε να μείνει μόνη, και είχε καταλήξει μέσα στη Νισθάν’κνα. Κανένας δεν την είχε συναντήσει μέχρι να φτάσει εκεί. Οδήγησέ με, αδελφή μου! είχε ζητήσει από το β’ζάιλ της. Οδήγησέ με, ώστε κανένα να μη δω μπροστά μου και κανένας να μην έρθει πίσω μου! Και το β’ζάιλ της, η αγέννητη αδελφή της, την είχε οδηγήσει. Η Ανεμόφθαλμη είχε βαδίζει για ώρες μέσα στη ζούγκλα – πράγμα επικίνδυνο εξαιτίας των θηρίων – έχοντας μονάχα ένα κυνηγετικό μαχαίρι στη ζώνη της. Το β’ζάιλ της την προειδοποίησε, ορισμένες φορές, να προσέχει, ν’αλλάξει δρόμο για ν’αποφύγει κάποιον κίνδυνο, και η Ανεμόφθαλμη υπάκουσε.

Το μεσημέρι εκείνο είχε κοιμηθεί κάτω από ένα δέντρο, και είχε ονειρευτεί… είχε δει πάλι αυτά τα τόσο παράξενα όνειρα όπου συναντούσε το β’ζάιλ της το οποίο είχε τη μορφή του εαυτού της. Ή ίσως να μην ήταν ακριβώς το β’ζάιλ της αλλά κάτι άλλο· αισθανόταν μπερδεμένη. Άκουγε φωνές και ένιωθε να βυθίζεται σε ατέρμονα σκότη. Έβλεπε σκόρπιες εικόνες.

«Περίμενε! Πού πας;» φώναξε στην Ανεμόφθαλμη η οποία, βγαίνοντας από το νερό, ανέβαινε μια πέτρινη σκάλα.

«Έλα μαζί μου. Έλα να σου δείξω πού είναι αυτός που ψάχνεις.» Της έκανε νόημα να πλησιάσει καθώς συνέχιζε ν’ανεβαίνει.

Η Ανεμόφθαλμη ακολούθησε την Ανεμόφθαλμη πάνω στα σκαλοπάτια, ενώ ένας άνεμος λυσσομανούσε γύρω της. Η οδηγός έφτασε στην κορυφή, μπροστά σε μια πόρτα· την έσπρωξε, ανοίγοντάς την.

«Δες,» είπε.

Και η Ανεμόφθαλμη κοίταξε και είδε–

μια ατελείωτη πολιτεία με πανύψηλες πολυκατοικίες και γέφυρες και δρόμους για οχήματα ράγες για τρένα ποτάμια και θάλασσες με οικοδομημένα νησιά που τα ένωναν γέφυρες αεροσκάφη που πετούσαν ανάμεσα στα οικοδομήματα και μια πορφυρή γραμμή στους ουρανούς σαν τραύμα

–κι όλα τούτα κάτι θύμιζαν στην Ανεμόφθαλμη.

«Έχεις ξανάρθει εδώ,» της είπε η οδηγός· και η Ανεμόφθαλμη συνειδητοποίησε τώρα ότι ήταν γονατισμένη ενώ η οδηγός στεκόταν από πάνω της. «Θυμάσαι;»

«Είναι η… Ρελκάμνια; Δεν έχω ξαναπάει στη Ρελκάμνια!»

Η Ανεμόφθαλμη πλάι στην Ανεμόφθαλμη γέλασε.

Η πόρτα έκλεισε, η σκάλα θρυμματίστηκε σε εκατομμύρια μικρά χαλίκια–

Η Ανεμόφθαλμη έπεσε στο κενό, ουρλιάζοντας–

Και ξύπνησε, ανοίγοντας ξαφνιασμένη τα μάτια της μέσα στη ζούγκλα. Ήταν απόγευμα και τα πάντα τυλιγμένα σε σκιές. Το φως γλιστρούσε κοκκινωπό ανάμεσα από τις φυλλωσιές και τους κορμούς των δέντρων.

Η Ανεμόφθαλμη βλεφάρισε. Ανασηκώθηκε. Το κεφάλι της πονούσε.

«Αδελφή μου;»

Εδώ είμαι, αποκρίθηκε το β’ζάιλ της.

«Εσύ μού το είπες αυτό;»

Ποιο;

«Ότι έχω ξαναπάει στη Ρελκάμνια.»

Θυμήθηκα επειδή θυμήθηκες.

«Τι θυμήθηκα;» φώναξε η Ανεμόφθαλμη. «Δεν έχω ξαναπάει στη Ρελκάμνια!» Τινάχτηκε όρθια.

Και είδε ένα πελώριο φίδι να την ατενίζει από ένα κλαδί. Η γλώσσα του μπαινόβγαινε κοροϊδευτικά. Τα μάτια του ήταν καρφωμένα επάνω της.

Η Ανεμόφθαλμη γνώριζε το είδος του. Ήταν δηλητηριώδες. Πολύ επικίνδυνο. Σχεδόν παρέλυσε από τον τρόμο της.

Το φίδι τεντώθηκε προς το μέρος της: πρασινοκίτρινες φολίδες στραφτάλισαν στο κοκκινωπό φως του απογεύματος· οι κουλούρες που διέγραφε το σώμα του επάνω στο χοντρό κλαρί δεν έμοιαζαν να έχουν τέλος, και κινιόνταν με τρόπο που ζάλιζε.

Γύρω απ’το κεφάλι του, η κουκούλα του (όπως ονόμαζαν αυτό το ειδικό πτερύγιο) ήταν κατεβασμένη – και τώρα, απότομα, άνοιξε! Το εσωτερικό της λαμπύριζε με μυριάδες χρώματα, υπνωτίζοντας.

Ρούρ’καφ, λεγόταν αυτό το φίδι: ο κουκουλοφόρος υπνωτιστής.

Κοίταζε κάτω, τη σκιά του! προειδοποίησε το β’ζάιλ. Τη σκιά του, αδελφή μου! – αλλιώς πάμε κι οι δυο χαμένες.

Η Ανεμόφθαλμη κατάφερε ν’απομακρύνει τα μάτια της από τα μαγευτικά χρώματα – και είδε τη σκιά του φιδιού να τη ζυγώνει. Επιφυλακτικά. Αλλά όχι αργά. Ήξερε ακριβώς τι έκανε τούτος ο επικίνδυνος κυνηγός της ζούγκλας.

Περίμενε, ψιθύρισε το β’ζάιλ. Μη φοβάσαι. Έχε έτοιμα τα χέρια σου. Μόλις έρθει, θα τον αρπάξεις πίσω απ’την κουκούλα και θα στρέψεις το στόμα του προς τη γη.

Η Ανεμόφθαλμη πήρε μια βαθιά ανάσα.

Η σκιά ήρθε πιο κοντά: και ξαφνικά, χίμησε!

Τα χέρια της Ανεμόφθαλμης ήταν έτοιμα, όπως της είχε πει το β’ζάιλ της, κι άρπαξαν το ερπετό πίσω απ’την κουκούλα. Γύρισαν την όψη του προς τα κάτω, ενώ αυτό σύριζε και το μακρύ σώμα του σπαρταρούσε, κουλουριαζόταν και ξεκουλουριαζόταν, αφήνοντας το κλαδί του. Είχε πανικοβληθεί.

Πέταξέ το μακριά σου, της είπε το β’ζάιλ της, και θα φύγει. Ξέρει τώρα ότι είσαι αφέντρα του.

Η Ανεμόφθαλμη υπάκουσε: τίναξε το φίδι μέσα στη βλάστηση. Και δεν το ξαναείδε.

Ελευθέρωσε την ανάσα που τώρα μόνο συνειδητοποίησε ότι κρατούσε.

«Αδελφή μου,» ρώτησε, μην έχοντας ξεχάσει την προηγούμενη κουβέντα με το β’ζάιλ της, «πώς είναι δυνατόν να θυμάμαι ότι κάποτε ήμουν στη Ρελκάμνια αφού το ξέρω πως ποτέ δεν έχω πάει εκεί;»

Κι όμως έχεις πάει… Μη με ρωτάς άλλα· δε μπορώ ν’απαντήσω.

3.

Η Ανεμόφθαλμη δεν επέστρεψε στο Μέγαρο της Ζούγκλας, ούτε στη Νισθάι. Συνέχισε να περιπλανιέται στη Νισθάν’κνα, καθώς στο μυαλό της είχε καρφωθεί η πεποίθηση ότι μπορούσε, κάπως, μέσα από τα όνειρά της, να μάθει τι συνέβαινε στον Ορείχαλκο και να τον βοηθήσει.

Το β’ζάιλ της τη γλίτωσε από βέβαιο θάνατο πολλές φορές, προειδοποιώντας την για κρυφούς κινδύνους της ζούγκλας – πράγματα και πλάσματα που εκείνη δεν είχε προσέξει αλλά εκείνο τα είχε προσέξει. Η Ανεμόφθαλμη η Δεύτερη δεν ήταν ανίδεη σχετικά με τις ζούγκλες – κάθε άλλο: είχε επανειλημμένα κυνηγήσει εδώ και περάσει νύχτες μέσα σε σκηνή – μα όσο καλά κι αν γνώριζες τη Νισθάν’κνα, η Νισθάν’κνα πάντοτε σε γνώριζε καλύτερα. Κανένας δεν μπορούσε να επιβιώσει για πάντα σε τούτα τα μέρη, ειδικά χωρίς τον κατάλληλο εξοπλισμό. Και η Ανεμόφθαλμη, φεύγοντας από το Μέγαρο της Ζούγκλας, δεν είχε πάρει μαζί της ούτε τρόφιμα, ούτε ρούχα, ούτε όπλα.

Τις ημέρες που ακολούθησαν, ζούσε σαν αγρίμι. Τα μαύρα μαλλιά της είχαν γίνει μια μπλεγμένη μάζα· το πορφυρό δέρμα της είχε μαυρίσει και γδαρθεί σε πολλά σημεία· τα ρούχα της είχαν τραβηχτεί και τρυπήσει από δω κι από κει· οι μπότες της ταλαιπωρούσαν τα πόδια της, κι απειλούσαν αργά ή γρήγορα να διαλυθούν.

Και η Ανεμόφθαλμη δεν έβλεπε πια όνειρα, σαν οι θεοί ν’αρνούνταν να της δώσουν την απάντηση που ζητούσε, σαν να έπαιζαν μαζί της.

Πρέπει να πάω στη Ρελκάμνια! Στη Ρελκάμνια… Αλλά από πού ν’αρχίσω; Πού να ξέρω πού έχει βάλει αυτή η διαβολική γυναίκα τον Ορείχαλκο; Όμως, αν κάποτε ήμουν εκεί, κανονικά θα ήξερα! Θα ήξερα!

Ήταν συγχυσμένη, κι αισθανόταν πως ποτέ δεν θα έβρισκε λύση. Το β’ζάιλ της την προέτρεψε μερικές φορές να επιστρέψει στη Νισθάι. Αν είναι η λύση να βρεθεί, θα βρεθεί, αδελφή μου. Πάμε πίσω! της είπε. Αλλά η Ανεμόφθαλμη δεν άκουσε τη συμβουλή του. Συνέχισε να ζει στις ζούγκλες.

Και να ταξιδεύει.

Και κάποια μέρα έφτασε στις βόρειες παρυφές της Νισθάν’κνα, εκεί όπου αυτή τελειώνει κι αντίκρυ της αρχίζει η Τρίγωνη. Η ατελείωτη αμμώδης έκταση της ερήμου γυάλιζε κάτω από τον πρωινό ήλιο, μοιάζοντας με θάλασσα που κυματίζει. Ένα μεγάλο γκριζόφτερο πουλί πετούσε στον ουρανό, κρώζοντας δυνατά. Η φωνή του αντηχούσε στο έρημο τοπίο.

Η Ανεμόφθαλμη γονάτισε, κουρασμένα, στον στενό πεδινό τόπο ανάμεσα στη ζούγκλα και στην έρημο. Τα χέρια της άγγιξαν το μαλακό χώμα. Τα μαλλιά της έριχναν μια σκοτεινή σκιά μπροστά της.

Τι να κάνω; αναρωτήθηκε. Γιατί δεν έρχονται πάλι τα όνειρα; Πώς θα βοηθήσω τον Ορείχαλκο; Πώς; Πρέπει να μάθω αν είναι αλήθεια αυτό που μου είπε η Ανεμόφθαλμη – αν, όντως, κάποτε ήμουν στη Ρελκάμνια – όσο απίθανο κι αν μοιάζει.

Και μονάχα ένας τρόπος υπήρχε για να ξεκλειδώσει, ίσως, τούτο το μυστήριο.

Ξάπλωσε στο έδαφος για να ξεκουραστεί, κλείνοντας τα μάτια. Έχοντας πάρει την απόφασή της.

Το β’ζάιλ της την παρατηρούσε σιωπηλά.

4.

…Πόσες φορές πάλι;… Δεν είναι ούτε τέσσερις ούτε πέντε ούτε δέκα – είναι ένας!… Δε μπορώ να σε πιστέψω… Χαχαχαχαχαχαχα… Αν δεν επιστρέψει τώρα, δεν θα επιστρέψει ποτέ!… Έχουν συγκεντρωθεί όλοι, για να μας πολεμήσουν… Το όνομά του είναι Τάμπριελ… Τάμπριελ… Τάμπριελ… Η αποτυχία τους είναι βέβαιη…

Βρισκόταν σ’ένα δωμάτιο μαζί μ’έναν φονιά, και ξιφομαχούσαν, έκαναν πέρα-δώθε, μπροστά-πίσω, γύρω-γύρω, οι λεπίδες τους συγκρούονταν, και ο φονιάς την κάρφωσε στο στήθος, κι εκείνη αισθάνθηκε το όπλο του μέσα της, αισθάνθηκε αίμα να την πλημμυρίζει, και είδε φως να τυλίγει τον φονιά–

Σκόνταψε κι έπεσε σ’έναν λάκκο με νερό. Με αίμα. Μπροστά της ήταν κάποιος, γονατισμένος όπως εκείνη. Ύψωσε το βλέμμα της κι αντίκρισε το πρόσωπό της.

«…Όχι,» ψέλλισε, μην ξέροντας ακριβώς γιατί. «Δεν είναι δυνατόν…»

Η Ανεμόφθαλμη την άρπαξε απ’τα μαλλιά, με τα δύο χέρια, κι έχωσε το κεφάλι της μες στο νερό. Εκείνη πάλευε να ξεφύγει, μα δεν μπορούσε. Ο εαυτός της ήταν πολύ δυνατός.

Πνιγόταν.

Ανοίγοντας τα βλέφαρά της, ξύπνησε και είδε δυνατό ήλιο από πάνω της. Τα έκλεισε, ξαφνιασμένη, τυφλωμένη, και γύρισε στο πλάι. Τα άνοιξε πάλι. Αργά. Βλεφαρίζοντας, για να διώξει το φως που χόρευε μπροστά τους.

Είσαι καλά, αδελφή μου;

«Γιατί;» ρώτησε η Ανεμόφθαλμη κλαίγοντας. «Γιατί μου το κάνεις αυτό; Γιατί απλά δεν μου λες τι πρέπει να κάνω;»

Δε φταίω εγώ, αδελφή μου. Θυμάσαι· θυμάσαι πολύ…

Η Ανεμόφθαλμη σηκώθηκε στα γόνατα, νιώθοντας τη ράχη της να πονά. Κι ύστερα από λίγο, άρχισε πάλι να ταξιδεύει. Ανατολικά τώρα, προς τον ποταμό Σάτβραν. Πήγαινε στις παρυφές της ζούγκλας, έτσι μπορούσε να κινείται πιο γρήγορα, χωρίς να έχει ν’ανησυχεί συνεχώς για μπλεγμένο χορτάρι, πυκνή βλάστηση, επικίνδυνες ρίζες, και ακόμα πιο επικίνδυνα έντομα, ερπετά, και θηρία. Είχε κυνηγήσει αρκετά όσο βρισκόταν στα βάθη της Νισθάν’κνα (είχε φτιάξει κι ένα τόξο και βέλη γι’αυτή τη δουλειά), και είχε τώρα μαζί της, νόμιζε, κάμποσα τρόφιμα για να φτάσει ώς τον ποταμό Σάτβραν χωρίς ιδιαίτερο πρόβλημα. Επίσης, είχε σκοτώσει έναν πάνθηρα νάρελνταθ και είχε μαζέψει όσο από το αίμα του μπορούσε μέσα σ’ένα φλασκί, γιατί ήταν δυναμωτικό όπως ήξερε και όπως είχε διαπιστώσει. Ύστερα από τις πρώτες γουλιές κιόλας, η Ανεμόφθαλμη είχε νιώσει πιο δυνατή, σαν η κούρασή της να είχε φτερουγίσει και οι αντοχές της να είχαν διπλασιαστεί. Ακόμα είχε κάμποσο από αυτό το αίμα μες στο φλασκί της, διατηρώντας το σε ρευστή κατάσταση με αντιπηκτικό το οποίο είχε φτιάξει η ίδια από ένα φυτό της ζούγκλας και λιωμένη βδέλλα. Διότι, φυσικά, το αίμα νάρελνταθ δεν ήταν κάτι που έπινες μονοκοπανιά, εκτός αν ήθελες να αυτοκτονήσεις. Ήταν δηλητήριο σε μεγάλες δόσεις.

Τον πάνθηρα νάρελνταθ η Ανεμόφθαλμη είχε, αρχικά, προσπαθήσει να τον σκοτώσει με το καινούργιο τόξο της, σκαρφαλωμένη πάνω σ’ένα δέντρο, και παραλίγο το θηρίο να της κόψει το πόδι. Μόλις την είχε αντιληφτεί είχε καταλάβει την πρόθεσή της και είχε ορμήσει καταπάνω της, πηδώντας. Η Ανεμόφθαλμη ελευθέρωσε τότε το βέλος απ’το τόξο της, κι αυτό καρφώθηκε στον ώμο του θηρίου. Παρ’όλ’αυτά, ο πάνθηρας δεν διέκοψε την επίθεσή του: γαντζώθηκε πάνω στον κορμό του δέντρου σαν να ήταν εύκολη σκάλα και τα δόντια του έκλεισαν λίγο πιο κάτω απ’το γόνατο της Ανεμόφθαλμης – η οποία, αμέσως, πέταξε το τόξο, τράβηξε το κυνηγετικό μαχαίρι της, και το έμπηξε βαθιά μέσα στο αριστερό μάτι του θηρίου. Έτσι, ο πάνθηρας νάρελνταθ έπεσε νεκρός. Και το αίμα του έκανε την Ανεμόφθαλμη να μπορεί να συνεχίζει να ταξιδεύει – αν και κουτσαίνοντας λιγάκι – αφού επέδεσε την πληγή της κι έβαλε βοτάνια της ζούγκλας επάνω. Τα δόντια του θηρίου είχαν φτάσει ώς το κόκαλο της κνήμης. Ευτυχώς, δεν το είχαν σπάσει.

Ο Βάσλεοθ με προστατεύει, σκεφτόταν η Ανεμόφθαλμη, ύστερα. Δεν υπάρχει άλλη εξήγηση. Τι την είχε πιάσει να κυνηγήσει πάνθηρα νάρελνταθ; Το β’ζάιλ της την είχε συμβουλέψει να μην το κάνει· εκείνη, όμως, το είχε αγνοήσει. Τι μου συμβαίνει; Από αυτή τη βραδιά κι έπειτα, ήταν βέβαιη ότι ο εαυτό της είχε αγριέψει τόσο όσο ποτέ δεν θα μπορούσε, παλιότερα, να φανταστεί. Τι θα νόμιζε τώρα ο Ορείχαλκος για εκείνη, αν την έβλεπε έτσι; Η Ανεμόφθαλμη η Δεύτερη είχε γελάσει μ’ετούτη τη σκέψη, και το γέλιο της είχε αντηχήσει μέσα στις ζούγκλες Νισθάν’κνα σαν το γέλιο κάποιου στοιχειού, ή ίσως σαν το αλύχτημα θηρίου. Νυχτοπούλια είχαν φτεροκοπήσει, φεύγοντας ολόγυρά της. Ένα απόμακρο σύριγμα είχε ακουστεί, καθώς κι ένα φοβισμένο γρύλισμα. Το β’ζάιλ της ήταν τελείως σιωπηλό και, νόμιζε η Ανεμόφθαλμη, μαζεμένο ίσως.

Τώρα, αυτή η νύχτα ήταν πίσω της, και η Ανεμόφθαλμη οδοιπορούσε στις βόρειες παρυφές της Νισθάν’κνα, προς τα ανατολικά, νιώθοντας τις μπότες της σχεδόν διαλυμένες κάτω από τα πόδια της. Το τόξο της ήταν περασμένο σταυρωτά στην πλάτη της, καμωμένο από ευλύγιστο αλλά δυνατό ξύλο. Η φαρέτρα της κρεμόταν από τον ώμο της, το φλασκί με το αίμα νάρελνταθ από τη ζώνη της, πλάι στο κυνηγετικό της μαχαίρι. Το πόδι της, φυσικά, ήταν ακόμα επιδεμένο με κουρέλια ρούχων, φύλλα, και βοτάνια. Το β’ζάιλ της την ακολουθούσε πιστά, ακούγοντας και βλέποντας ό,τι δεν προλάβαινε η ίδια ν’ακούσει και να δει. Τα μπλεγμένα μαλλιά της ανέμιζαν κάπου-κάπου, ή στον υγρό άνεμο που ερχόταν από τη ζούγκλα, φέρνοντας μεθυστικές οσμές από φυτά και τη μυρωδιά των θηρίων, ή στον ξερό, καυτό άνεμο που ερχόταν από την Τρίγωνη μυρίζοντας πέτρα και άμμο.

Μετά από δυο μέρες οδοιπορίας, η Ανεμόφθαλμη (αποφεύγοντας κάτι αγρίμια μια φορά, και μια άλλη κάτι ανθρώπους από φυλή που της έμοιαζαν άγριοι) κατέληξε στις όχθες του ποταμού Σάτβραν μέσα στη νύχτα και, γονατίζοντας, γέμισε τις χούφτες της με νερό και ήπιε.

Πού πηγαίνεις, αδελφή μου; τη ρώτησε το β’ζάιλ της. Πού σκοπεύεις να καταλήξεις έτσι;

Η Ανεμόφθαλμη δεν του απάντησε. Κοίταζε την αντανάκλασή της στα νερά του ποταμού, και σκεφτόταν: Σαν θηρίο είμαι… Αν την έβλεπαν έτσι οι συγγενείς της, οι Ουράνιοι, θα την αναγνώριζαν;

Εκείνη τη νύχτα, προσευχήθηκε πολλή ώρα στον Βάσλεοθ, τον προστάτη των ταξιδευτών, κι ύστερα ξάπλωσε και κοιμήθηκε κοντά στον ποταμό, νανουρισμένη από το τραγούδι του.

5.

Μέσα στο σκιερό φως της αυγής, γδύθηκε και βυθίστηκε στην αγκαλιά του Σάτβραν. Είχε να πλυθεί κανονικά από τότε που μπήκε στις ζούγκλες. Έβρισκε πηγές με νερό, ασφαλώς, αλλά πολλές φορές δεν ήταν αρκετά μεγάλες για να γδυθεί και να βουτήξει μέσα, και στις υπόλοιπες περιπτώσεις φοβόταν να μείνει τόσο εκτεθειμένη μες στη ζούγκλα, ακόμα και για λίγο. Ο ποταμός τώρα πήρε όλο τον ιδρώτα και τη λάσπη της Νισθάν’κνα από πάνω της, πηγαίνοντάς τα προς τη θάλασσα.

Η Ανεμόφθαλμη βγήκε και ντύθηκε, και ταξίδεψε πάλι. Προς τα βόρεια, ακολουθώντας τις όχθες.

Πού πηγαίνουμε, αδελφή μου;

Δεν έδωσε απάντηση στο β’ζάιλ της.

Μέσα στην ημέρα συνάντησε ένα χωριό στο πλάι του ποταμού. Είδε ότι, εκτός από τις απλές βάρκες των ντόπιων ψαράδων, ήταν και μια μηχανοκίνητη βάρκα αραγμένη. Πλησίασε και ρώτησε σε ποιον ανήκε. Πήρε την απάντηση που περίμενε: ότι ανήκε σ’έναν μικρό έμπορο της περιοχής. Τον οποίο βρήκε έξω απ’την ταβέρνα του χωριού να διαπραγματεύεται με τους ψαράδες για ν’αγοράσει τα ψάρια τους στην όσο το δυνατόν χαμηλότερη τιμή. Η Ανεμόφθαλμη τον περίμενε να τελειώσει, με τα χέρια της σταυρωμένα εμπρός της. Από ένα σημείο και ύστερα, παρατήρησε ότι την είχε προσέξει και τις έριχνε λοξές, ανήσυχες ματιές, σα να πίστευε ότι ήταν εκεί για να τον ληστέψει. Όταν τέλειωσε με τους ψαράδες, κι ένας βοηθός του άρχισε να παίρνει κιβώτια με ψάρια για να τα μεταφέρει στη βάρκα, η Ανεμόφθαλμη τον ζύγωσε. Ο έμπορος την ατένισε επιφυλακτικά, με μάτια στενεμένα. Το δέρμα του ήταν κατάμαυρο, και το ένα του χέρι ήταν χωμένο μέσα σε μια μεγάλη τσέπη του δερμάτινου πανωφοριού του, αναμφίβολα σφίγγοντας τη λαβή πιστολιού.

Η Ανεμόφθαλμη τον ρώτησε αν πήγαινε στη Ράσ’βνι.

Εκείνος απάντησε ότι, ναι, εκεί πήγαινε.

«Θα με πάρεις μαζί σου.» Δεν ήταν ερώτηση, και η Ανεμόφθαλμη κρατούσε στο χέρι της μερικά χαρτονομίσματα καθώς το έλεγε. Είχε, κατά τύχη, μερικά χρήματα στην τσέπη του παντελονιού της από τότε που έφυγε απ’το Μέγαρο της Ζούγκλας. Μέχρι στιγμής τα θηρία της Νισθάν’κνα είχαν αποδειχτεί ανένδοτα στη δωροδοκία, έτσι τα είχε κρατήσει όλα. Τρία δεκασάρντλια, πέντε τρισάρντλια, και εφτά σάρντλια – σε κέρματα τα τελευταία. Στον έμπορο, τώρα, η Ανεμόφθαλμη έδωσε τα χαρτονομίσματα, κρατώντας μόνο τα κέρματα.

Εκείνος χαμογέλασε παίρνοντας τα λεφτά. «Βεβαίως! Βεβαίως και μια τόσο όμορφη κοπέλα θα έρθει μαζί μου.» Δεν ήταν μικρό το ποσό. Καθόλου μικρό.

Το μεσημέρι βρίσκονταν στη Ράσ’βνι, στις δυτικές όχθες του ποταμού Σάτβραν, και ο έμπορος προθυμοποιήθηκε να κεράσει την Ανεμόφθαλμη σε μια τοπική ταβέρνα. Εκείνη δέχτηκε, αλλά αρνήθηκε ν’απαντήσει στις περίεργες ερωτήσεις του σχετικά με το ποια ήταν και «ποιοι καλοί θεοί την είχαν οδηγήσει στη βάρκα του». Τον ρώτησε αν ήξερε πού έφερναν οι νομάδες, σε τούτες τις περιοχές, νέσερ’τακ για να τα πουλήσουν. Ο έμπορος την κοίταξε παραξενεμένος, γιατί μονάχα έναν λόγο μπορεί να είχε η Ανεμόφθαλμη για να σκοπεύει ν’αγοράσει νέσερ’τακ: ήθελε να διασχίσει την έρημο.

Ο έμπορος είπε: «Στις παρυφές της Τρίγωνης, δυτικά από δω, υπάρχει ένας τέτοιος καταυλισμός.»

«Πώς μπορώ να πάω;»

«Θα πρέπει να ρωτήσεις στο κέντρο της πόλης. Πήγαινε και μίλα με τον φίλο μου τον Κασρίμ, που πουλά ζώα και τα ξέρει αυτά καλύτερα από μένα. Θα σου δώσει οδηγίες για να φτάσεις εκεί.» Και της εξήγησε πού ακριβώς θα έβρισκε τον Κασρίμ.

Η Ανεμόφθαλμη τον ευχαρίστησε και έφυγε αμέσως απ’την ταβέρνα, κατευθυνόμενη προς το κέντρο της Ράσ’βνι. Αρκετοί περαστικοί τής έριχναν περίεργα βλέμματα, καθώς μάλλον αναρωτιόνταν αν ήταν από καμια άγρια φυλή. Η Ανεμόφθαλμη μπορεί να είχε πλυθεί στον ποταμό αλλά αυτό δεν είχε κάνει, στιγμιαία, την όψη της να χάσει την αγριάδα που είχε αποκτήσει ύστερα από τόσες μέρες στις ζούγκλες. Ούτε τα μαλλιά της είχαν ξεμπλεχτεί και χτενιστεί από μόνα τους.

Γιατί θες να πας στην έρημο, αδελφή μου; τη ρώτησε το β’ζάιλ της.

Η Ανεμόφθαλμη δεν του απάντησε.

Γιατί δεν μου μιλάς, αδελφή μου;

Γιατί είσαι τόσο σιωπηλή;

Τι μου κρύβεις;

Τι σκοπεύεις να κάνεις και δεν θέλεις να μου το πεις;

Η Ανεμόφθαλμη αγνοούσε τη φωνή της αγέννητης αδελφής της καθώς διάσχιζε τους δρόμους της Ράσ’βνι, η οποία δεν ήταν καμια μεγάλη πόλη όπως η Φανχάι ή η Νισθάι, αλλά ούτε και μικρή ήταν. Είχε κάμποσες πολυκατοικίες, και στους δρόμους της περνούσε αρκετός κόσμος και μηχανοκίνητα οχήματα, μαζί με ζώα και κάρα. Οι υπόνομοί της βρομούσαν φρικτά από όσες σχάρες έτυχε να ζυγώσει η Ανεμόφθαλμη – και μετά από την τρίτη, τις απέφευγε εσκεμμένα.

Στο κέντρο της Ράσ’βνι είχε περισσότερη κίνηση, αν και τώρα άρχιζε να διαλύεται καθότι μεσημέρι. Ο ήλιος ήταν δυνατός και έκανε τις δουλειές να σταματούν. Εργάτες και υπάλληλοι πήγαιναν κάτω από τις σκιές υπόστεγων. Ορισμένοι άνοιγαν αναψυκτικά ή ποτά για να ξεδιψάσουν.

Η Ανεμόφθαλμη πλησίασε το κατάστημα του άντρα που της είχε πει ο έμπορος. Πέρασε την είσοδο και μπήκε σ’έναν σκιερό, δροσερό χώρο που μύριζε ζώα. Όχι τυχαία, φυσικά· όπου κι αν κοίταζε, η Ανεμόφθαλμη μπορούσε να δει κλουβιά με μικρότερα και μεγαλύτερα θηρία. Ένας γιγάντιος κροκόδειλος κάσ’νεκαχ με κλειστά μάτια, που έμοιαζε να κοιμάται· δύο ρούρ’καφ, κουκουλοφόροι υπνωτιστές, σαν αυτόν που της είχε επιτεθεί την πρώτη ημέρα στη Νισθάν’κνα, ο ένας τυλιγμένος γύρω από ένα κλαδί μέσα στο κλουβί, ο άλλος κουλουριασμένος από κάτω· κάμποσα κίρ’χικ, τα εξάποδα τρωκτικά με τα μαύρα, γυαλιστερά μάτια και τα μυτερά αφτιά· τρεις κάσ’τερχ, ψηλοί, τριχωτοί σκύλοι με χαυλιόδοντες· και άλλα ζώα. Επίσης, παραδίπλα ήταν ένας μικρός στάβλος με μερικά άλογα από διάφορες ράτσες.

Ένας άντρας, που καθόταν σε μια καρέκλα πλάι στο κλουβί μιας τίγρης (η οποία ίσως και να τον παρατηρούσε πεινασμένα), πήρε το βλέμμα του απ’το περιοδικό που κοίταζε και το έστρεψε στην Ανεμόφθαλμη. Τα μαύρα μάτια του στένεψαν επάνω στο χρυσόδερμο πρόσωπό του.

«Τι θα θέλατε;» ρώτησε.

«Είσαι ο Κασρίμ;»

«Μόνο αν δεν ήρθες να με σκοτώσεις.»

«Δεν ήρθα να σε σκοτώσω.»

Ο άντρας σηκώθηκε απ’την καρέκλα ρίχνοντας το περιοδικό κάτω. «Ο Κασρίμ είμαι.» Φορούσε ένα βρόμικο γκρίζο παντελόνι με τιράντες και μια ξεφτισμένη λευκή μπλούζα.

«Μου είπαν ότι ξέρεις να μου πεις πού μπορώ να βρω νέσερ’τακ

«Ποιος σ’το είπε αυτό;»

Η Ανεμόφθαλμη δεν ήξερε το όνομα του εμπόρου (δεν της είχε συστηθεί) αλλά του τον περιέγραψε.

«Α, αυτός.» Ο Κασρίμ βημάτισε προς το μέρος της. «Στις παρυφές της Τρίγωνης υπάρχει ένας καταυλισμός όπου νομάδες πουλάνε νέσερ’τακ. Θα τον συναντήσεις άμα φύγεις από την πόλη ακολουθώντας τη Δυτική Λεωφόρο και μετά στρίψεις στο πρώτο μονοπάτι προς τα βορειοδυτικά. Θα το δεις να διακλαδίζεται σ’ορισμένα σημεία αλλά εσύ θα πηγαίνεις συνέχεια βορειοδυτικά ή δυτικά. Στο τέλος θα φτάσεις, έτσι, στον καταυλισμό που σου λέω. Έχεις όχημα;»

«Όχι.»

«Πώς θα πας;»

«Βαδίζοντας.»

«Θα σου πάρει δυο μέρες έτσι.»

Η Ανεμόφθαλμη ανασήκωσε τους ώμους.

«Άμα θες μπορώ να σε στείλω σε κάποιον για να μισθώσεις όχημα, ή μπορώ να σου πουλήσω άλογο.» Έδειξε προς τ’άλογα με μια κίνηση του σαγονιού του.

«Δεν έχω τόσα χρήματα.»

«Πώς σκέφτεσαι τότε ν’αγοράσεις νέσερ’τακ

«Μ’αυτό.» Η Ανεμόφθαλμη ύψωσε το φλασκί που περιείχε το αίμα του πάνθηρα νάρελνταθ. Ήξερε ότι οι νομάδες θα το εκτιμούσαν.

Ο Κασρίμ συνοφρυώθηκε, μην καταλαβαίνοντας.

«Σ’ευχαριστώ, πάντως,» του είπε η Ανεμόφθαλμη, και στράφηκε προς την έξοδο του καταστήματος.

«Οι θεοί μαζί σου,» άκουσε τη φωνή του πίσω της.

6.

Ο καταυλισμός στην άκρη της ερήμου φαινόταν, μέσα στη νύχτα, μόνο από τις φωτιές του κι από τις λιγοστές ενεργειακές λάμπες που ήταν αναμμένες εκεί. Καθώς όμως η Ανεμόφθαλμη πλησίαζε, μπορούσε να διακρίνει ολοένα και περισσότερες λεπτομέρειες. Σκηνές, και τα σχοινιά που τις συγκρατούσαν. Φρουροί με καραμπίνες, τουφέκια, και σπαθιά, ντυμένοι με κάπες και κουκούλες, μοιάζοντας με σκοτεινά αγάλματα. Ένας βωμός του Σάμπρεοθ στο κέντρο του καταυλισμού, όπου υπήρχε το άγαλμα του θεού καμωμένο από αμμόλιθο – κάτι σαν πελώριο κύμα με τεράστιο στόμα και μάτια. Και σε μια άκρη του καταυλισμού ήταν η μάντρα με τα νέσερ’τακ.

Οι φρουροί σταμάτησαν την Ανεμόφθαλμη μιλώντας της στη Συμπαντική Γλώσσα – πράγμα που σήμαινε ότι είχαν πολλούς επισκέπτες εδώ, κι όχι μονάχα από τη Σάρντλι.

«Τι θέλεις;» τη ρώτησε μια κουκουλοφόρος μορφή με αναμφίβολα γυναικεία φωνή, αν και τραχιά σαν την άμμο που τη φυσά ο ξερός άνεμος της ερήμου.

Η Ανεμόφθαλμη απάντησε: «Νέσερ’τακ.»

Η γυναίκα τής έδειξε προς τη μεριά της μάντρας.

Η Ανεμόφθαλμη ένευσε και πήγε εκεί.

Τα νέσερ’τακ ήταν πλάσματα που κατοικούσαν κυρίως στις παρυφές της ερήμου αλλά πήγαιναν, κατά περιόδους, και βαθύτερα. Είχαν ξηρά, τραχιά σώματα που μπορούσαν να ζήσουν για πολλές ημέρες χωρίς τροφή και νερό. Διέθεταν δύο πλατιά μπροστινά πόδια με νύχια τα οποία ανοιγόκλειναν κατά βούληση, ενώ στην πίσω μεριά το σώμα τους μετατρεπόταν σε ουρά, πλατιά κι αυτή και θυμίζοντας σκούπα. Όταν τα νέσερ’τακ ταξίδευαν στην έρημο, έμοιαζαν, με τις κινήσεις τους, να γλιστρούν επάνω στην άμμο της όπως ένα πλοίο αρμενίζει στον ποταμό ή στη θάλασσα. Ο λαιμός τους ήταν μακρύς και τα κεφάλια τους στενά και μυτερά, σχεδόν σαν πουλιών αλλά χωρίς να έχουν ράμφος. Πάνω από το κεφάλι, ξεκινώντας από τη μύτη και τελειώνοντας στον αυχένα, υπήρχε ένα κοκάλινο πτερύγιο που σχημάτιζε αμβλυγώνιο τρίγωνο.

Ένας λιγνός, κοκαλιάρης άντρας με κόκκινο δέρμα ήρθε να συναντήσει την Ανεμόφθαλμη κάτω από το φως μιας ενεργειακής λάμπας. «Κυρία,» είπε στη Συμπαντική, «τι θα θέλατε;»

Η Ανεμόφθαλμη τού μίλησε στην Πανσάρντλια: «Ένα νέσερ’τακ. Αλλά δεν έχω χρήματα: μόνο αυτό.» Πήρε το φλασκί με το αίμα νάρελνταθ και το έτεινε προς το μέρος του.

«Τι είναι;» ρώτησε ο άντρας, καχύποπτα. Κι εκείνος μιλούσε στην Πανσάρντλια τώρα.

Η Ανεμόφθαλμη τού είπε.

Ο άντρας πήρε το φλασκί στα χέρια του, το ξετάπωσε, και μύρισε το περιεχόμενο. «Μοιάζει, όντως,» παραδέχτηκε. «Αλλά υπάρχουν κι απατεώνες.»

«Δεν είμαι απ’αυτούς.»

«Θα το δούμε… Περιμένεις λίγο;»

«Δε θα φύγεις μαζί με το φλασκί μου,» του είπε η Ανεμόφθαλμη.

Ο άντρας μειδίασε. «Τότε ίσως και να λες αλήθεια.» Και φώναξε προς μια σκηνή: «Νισβάκι!»

Μια γυναίκα βγήκε, πλησιάζοντας. Ήταν ντυμένη με μακρύ χιτώνα και είχε χρυσό δέρμα και μαύρα σγουρά μαλλιά κομμένα στο ύψος του ώμου.

«Η κυρία μού λέει ότι αυτό είναι αίμα νάρελνταθ,» της είπε ο άντρας υψώνοντας το φλασκί.

Η γυναίκα το πήρε στα χέρια της. «Θα δοκιμάσω λιγότερο από μια γουλιά,» είπε στην Ανεμόφθαλμη. Εκείνη ένευσε, έτσι η χρυσόδερμη γυναίκα έφερε το στόμιο του φλασκιού στα χείλη της και ρούφηξε μια σταλιά από το υγρό. Φάνηκε να το ανακινεί μέσα στο στόμα της. Ύστερα, το έφτυσε παραδίπλα. «Αληθινό είναι,» είπε στον άντρα, και του έδωσε το φλασκί.

«Πολύ ωραία, πολύ ωραία,» είπε εκείνος στρέφοντας το βλέμμα του στην Ανεμόφθαλμη. «Αλλά μακάρι νάχες και κάτι άλλο ακόμα, για να συμπληρώσεις…»

Η Ανεμόφθαλμη τον ατένισε με στενεμένα μάτια. «Μισό φλασκί με αίμα νάρελνταθ είναι παραπάνω από αρκετό για ένα από τα ζώα σου.»

«Καλώς,» είπε ο άντρας, «καλώς. Ας πούμε ότι είναι.» Άνοιξε τη μάντρα και πλησίασε ένα από τα νέσερ’τακ. Του πέρασε χαλινάρι και σέλα και το έβγαλε, πηγαίνοντάς το κοντά στην Ανεμόφθαλμη. Το θηρίο την κοίταζε βλεφαρίζοντας, αγουροξυπνημένο.

«Εντάξει,» είπε εκείνη παίρνοντας το χαλινάρι. «Μπορώ να ξεκουραστώ στον καταυλισμό σας;»

«Φυσικά. Όπου θέλεις.»

Η Ανεμόφθαλμη απομακρύνθηκε από τη μάντρα τραβώντας το νέσερ’τακ πίσω της χωρίς πρόβλημα. Την ακολουθούσε σχεδόν σαν να βαριόταν, παραδομένο στην εξημερωμένη μοίρα του.

Η Ανεμόφθαλμη κάθισε σ’ένα ήσυχο σημείο ανάμεσα στις σκηνές, και το νέσερ’τακ ξάπλωσε πλάι της.

Πού θα πάμε, αδελφή μου; τη ρώτησε το β’ζάιλ της γι’ακόμα μια φορά. Την είχε ρωτήσει επανειλημμένως τις δύο ημέρες που ταξίδευαν για να φτάσουν στον καταυλισμό, αλλά εκείνη δεν του είχε απαντήσει γιατί ήξερε πως θα αντιδρούσε αρνητικά. Τώρα, όμως, αποφάσισε να του αποκριθεί, ακόμα κι αν ήταν να του πει ψέματα.

«Στην έρημο. Θέλω να δω αν εκεί θα ονειρευτώ περισσότερο.»

Το β’ζάιλ της έμεινε σιωπηλό, όμως η Ανεμόφθαλμη είχε την αίσθηση ότι δεν την πίστευε, και ότι ήταν ανήσυχο.

7.

Ταξίδεψαν μέσα στην Τρίγωνη, η Ανεμόφθαλμη, το β’ζάιλ της, και το νέσερ’τακ. Ταξίδεψαν προς τα δυτικά, πλησιάζοντας τα βουνά στο κέντρο της ερήμου. Καθότι οι εκτάσεις ήταν κατά κύριο λόγο αμμώδεις, το νέσερ’τακ γλιστρούσε άνετα επάνω στις θίνες με ταχύτητα που ένας άνθρωπος, ή ακόμα κι ένα άλογο, ποτέ δεν θα μπορούσε να αναπτύξει και να διατηρήσει σ’ένα τοπίο σαν ετούτο. Η Ανεμόφθαλμη είχε περισσότερο την αίσθηση ότι βρισκόταν πάνω σε βάρκα παρά ότι ίππευε. Οι κινήσεις του νέσερ’τακ έμοιαζαν να γίνονται τόσο πολύ ένα με τις καμπυλώσεις της ερήμου, που το θηρίο θα έλεγε κανείς ότι αποτελούσε προέκτασή της – άλλο ένα φυσικό στοιχείο της. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά η Ανεμόφθαλμη είχε την αίσθηση ότι το νέσερ’τακ απολάμβανε το ταξίδι τους. Σφύριζε χαρούμενα, κάπου-κάπου, μέσα από το μακρύ ρύγχος του. (Τα πλάσματα του είδους του ποτέ δεν γρύλιζαν, ούτε βρυχιόνταν.) Και την πήγαινε από νερόλακκο σε νερόλακκο σε όαση σε νερόλακκο, διευκολύνοντας το ταξίδι της. Πρέπει να μπορούσε να μυριστεί το νερό και τα δέντρα από τεράστιες αποστάσεις. Η Ανεμόφθαλμη το συμπάθησε από την πρώτη ημέρα κιόλας. Τον ονόμασε Αμμοβάτη, γιατί ήταν αρσενικός.

Αδελφή μου, μη μου λες ψέματα. Καταλαβαίνω πού σκοπεύεις να μας πας, της είπε το β’ζάιλ της, τη δεύτερη νύχτα του ταξιδιού τους, όταν είχαν σταματήσει για να ξεκουραστούν κοντά σ’έναν νερόλακκο και μια φωτιά.

«Πού;»

Σ’εκείνο το μέρος στο κέντρο της Τρίγωνης…

Το καταραμένο β’ζάιλ είχε μαντέψει σωστά.

Έτσι δεν είναι; Εκεί δεν σκοπεύεις να μας πας; Στο Στόμα.

«Δική μου δουλειά,» είπε η Ανεμόφθαλμη.

ΔΙΚΗ ΣΟΥ; ούρλιαξε το β’ζάιλ. Δεν είναι μόνο δική σου, αδελφή μου! Θα υποφέρουμε εκεί! Η φωνή του ακουγόταν θρηνητική. Θα υποφέρουμε όπως κι εκείνη την προηγούμενη φορά. Δεν θυμάσαι; Δεν θυμάσαι;

Η Ανεμόφθαλμη δεν απάντησε.

ΔΕΝ ΘΑ ΜΑΣ ΠΑΣ ΕΚΕΙ! φώναξε το β’ζάιλ. Δε μπορείς να μας πας εκεί! Μην είσαι ανόητη! Θέλεις να πεθάνουμε;

«Αφού δεν πεθάναμε πριν, ούτε τώρα θα πεθάνουμε.» Η Ανεμόφθαλμη ήπιε λίγο απ’το νερό στο φλασκί της.

Σε παρακαλώ, αδελφή μου! Το ξέρεις πόσο σ’αγαπώ! Μη μας πας εκεί. Θα υποφέρουμε… Θα υποφέρουμε!

Η Ανεμόφθαλμη δεν του μίλησε.

ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΥΠΗΡΕΤΡΙΑ ΣΟΥ! ούρλιαξε ξέφρενα το β’ζάιλ μετά από μια στιγμή σιωπής. Δε μπορείς να μου το κάνεις αυτό! Έχεις τρελαθεί; Καημένη αδελφή μου, έχεις τρελαθεί;

«Μη μιλάς συνέχεια. Εξουθενώνεις τον εαυτό σου αχρείαστα.»

Δεν εξουθενώνομαι εγώ, αδελφή μου. Μπορώ να σου μιλάω όλη νύχτα!

«Και μετά, τι θα κάνουμε την ημέρα, αδελφή μου; Αν δε μ’αφήσεις να κοιμηθώ, τι θα κάνουμε; Θα πεθάνουμε εδώ, μες στην έρημο; Το προτιμάς αυτό απ’το να πάμε στο Στόμα των Θεών;»

ΟΟΟΟοοοοοο-χουχουχουχου! κλαψούρισε το β’ζάιλ. Γιατί με τυραννάς έτσι, αδελφή μου; Γιατί; Δε θα το ξεχάσω αυτό! Δε θα το ξεχάσω!

«Μην το ξεχάσεις. Αλλά σκάσε τώρα.»

Το β’ζάιλ συνέχισε να κλαψουρίζει, να ουρλιάζει, να παρακαλεί, και να απειλεί, αλλά η Ανεμόφθαλμη δεν του μιλούσε πλέον καθόλου.

Ο Αμμοβάτης αναδεύτηκε μες στον ύπνο του, σφυρίζοντας εύηχα και σαλεύοντας την πλατιά ουρά του πάνω στην άμμο.

8.

Το μεσημέρι της τέταρτης ημέρας από την αρχή του ταξιδιού της στην Τρίγωνη, η Ανεμόφθαλμη έφτασε σ’ένα σημείο στους πρόποδες των ξερών βουνών όπου οι βράχοι άνοιγαν λες και είχαν διαλυθεί από κάποια έκρηξη. Δεν είχε ξανάρθει εδώ, αλλά αμέσως αναγνώρισε το μέρος γιατί είχε δει φωτογραφίες του. Το Στόμα των Θεών, στην καρδιά της Τρίγωνης.

Σταμάτα, αδελφή μου! Σταμάτα! προειδοποίησε το β’ζάιλ της.

Η Ανεμόφθαλμη κατέβηκε, μ’ένα ευέλικτο πήδημα, απ’τη ράχη του Αμμοβάτη και τον πήρε από τα χαλινάρια. «Δε σκόπευα να απομακρυνθώ.»

Ξέρεις τι εννοώ – μην παίζεις μαζί μου! Σταμάτα! Μη μπεις εκεί μέσα!

«Το έχω αποφασίσει· μη με τσαντίζεις.»

Νομίζεις ότι εκεί θα βρεις απαντήσεις; Δε θα βρεις… δε θα βρεις… –Σ’το λέω: ΔΕΝ ΘΑ ΒΡΕΙΣ!

«Μη φωνάζεις. Θα δυσκολέψεις τα πράγματα και για τις δυο μας.»

Το β’ζάιλ θρηνούσε ενώ η Ανεμόφθαλμη πλησίαζε το άνοιγμα ανάμεσα στους γιγάντιους βράχους, ακολουθώντας μια καθοδική κλίση του αμμώδους εδάφους που από μέσα του, σε τούτο το μέρος, ξεπρόβαλλαν και πολλές πέτρες. Κι ολοένα περισσότερες, καθώς η Ανεμόφθαλμη προχωρούσε τραβώντας τον Αμμοβάτη πίσω της. Τα βουνά έκλεβαν τη θέση της ερήμου με κάθε μέτρο που βάδιζες.

Μια σπηλιά είδε η Ανεμόφθαλμη να διαμορφώνεται, τώρα, μέσα από τους βράχους, εν μέρει ανοιχτή στον ουρανό, εν μέρει κλειστή, κρυμμένη σε σκιές. Αυτό δεν το είχε ποτέ ξανά δει, γιατί απαγορευόταν κανείς να τραβά φωτογραφίες σ’ένα τέτοιο ιερό μέρος. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι θα έριχνε την οργή των θεών επάνω του – και ειδικά του Σάμπρεοθ, που όλοι τον έτρεμαν.

Ω αδελφή μου… Ω καημένη αδελφή μου… έχεις τρελαθεί!…

«Σκάσε πια,» μούγκρισε η Ανεμόφθαλμη μέσα από την κουκούλα της. «Δε μπορείς ποτέ να σωπάσεις;» Την είχε ζαλίσει αυτές τις τελευταίες ημέρες· συνεχώς μιλούσε και μιλούσε και μιλούσε. Μετά βίας την άφηνε να κοιμηθεί.

Η σπηλιά είχε σταλαγμίτες και σταλακτίτες σαν άγρια δόντια, και στο κέντρο της διακρινόταν μια κρυστάλλινη λίμνη. Κανένας άνθρωπος δεν φαινόταν εκεί κοντά· μονάχα ένα πουλί είχε σταματήσει για να πιει νερό. Ένα μεγάλο, γκριζόφτερο πουλί με αστραφτερά πράσινα μάτια. «Ο ερημίτης» το έλεγαν, επειδή του άρεσαν οι έρημοι. Ατένισε την Ανεμόφθαλμη, για λίγο, με το ένα του μάτι, και μετά συνέχισε να πίνει νερό.

Η Ανεμόφθαλμη σταμάτησε μέσα στη σπηλιά, αφήνοντας τα χαλινάρια του Αμμοβάτη, και κοίταξε ολόγυρα, μήπως ήταν και τίποτε άλλο εδώ το οποίο της κρυβόταν στις σκιές. Δεν διέκρινε, όμως, ούτε θηρίο ούτε άνθρωπο. Και η σπηλιά ήταν δροσερή και γαλήνια.

Ήπιε νερό από τη λίμνη και κάθισε παραδίπλα για να φάει από τις προμήθειές της, οι οποίες ολοένα και λιγόστευαν. Ευχόταν να τις έφταναν για να φύγει από την έρημο, όταν έβγαινε από το Στόμα των Θεών.

Ο ερημίτης μοιραζόταν τη σπηλιά μαζί της και με τον Αμμοβάτη ατάραχος. Το νέσερ’τακ ήπιε λίγο νερό και, μετά, κουλουριάστηκε γύρω από έναν πελώριο σταλαγμίτη, κλείνοντας τα μάτια.

Η Ανεμόφθαλμη έστρεψε το βλέμμα της προς το σκοτεινό βάθος του σπηλαίου, όπου με το ζόρι διακρινόταν μια τρύπα ακόμα πιο σκοτεινή: μια τρύπα όπου αν ήθελε να μπει θα έπρεπε να μπει σκυφτή.

Αδελφή μου, ξανασκέψου το! Ξανασκέψου το!

«Το έχω ήδη σκεφτεί.»

Ο ερημίτης ύψωσε το κεφάλι του για να την ατενίσει έντονα στο άκουσμα της φωνής της. Παρότι δεν ήταν και πολύ δυνατή, αντηχούσε μες στο σπήλαιο.

Θα υποφέρουμε… θα υποφέρουμε κι οι δύο…

Η Ανεμόφθαλμη δεν ξαναμίλησε στο β’ζάιλ της. Ντρεπόταν τον ερημίτη. Έφαγε σιωπηλά, κι ύστερα ήπιε ξανά νερό και, αφού έβγαλε τις μπότες της, ξάπλωσε για να ξεκουραστεί.

Η αγέννητη αδελφή της συνέχισε να μουρμουρίζει, να παρακαλεί, και να ικετεύει.

Ο Αμμοβάτης σφύριζε μες στον ύπνο του.

Ο ερημίτης φτερούγισε και έφυγε απ’τη σπηλιά όταν μονάχα το β’ζάιλ ήταν ξύπνιο.

9.

Η Ανεμόφθαλμη ξύπνησε το απόγευμα, με το κοκκινωπό φως του ήλιου να γλιστρά μέσα στη σπηλιά κάνοντάς τη να νομίζει ότι είχε ξαφνικά βρεθεί σε κάποια άλλη διάσταση. Σηκώθηκε στα γυμνά πόδια της και βάδισε.

Τώρα που είσαι ξεκούραστη, αδελφή μου, βλέπεις ότι ήταν ανόητο αυτό που ήθελες να κάνεις, έτσι; Σωστά; Σωστά δεν τα λέω;

Η Ανεμόφθαλμη αναστέναξε. Γονάτισε πλάι στη λίμνη, γέμισε τις χούφτες της με νερό, και–

ΑΠΑΝΤΗΣΕ ΜΟΥ! αντήχησε η φωνή του β’ζάιλ μέσα στο κεφάλι της.

–ήπιε. Ήρεμα.

Γιατί με αγνοείς; Γιατί; Γιατί; Γιατί; Ξέρεις πόσο σ’αγαπώ, αδελφή μου, δεν ξέρεις πόσο σ’αγαπώ;

Η Ανεμόφθαλμη ορθώθηκε. «Θα πάω στο Στόμα των Θεών,» είπε, «και δεν πρόκειται να με μεταπείσεις. Θέλω να μάθω εκείνο που είναι να μάθω. Εξάλλου, εσύ η ίδια μού είπες ότι κανονικά θα έπρεπε να θυμάμαι τη Ρελκάμνια, παρότι αυτό μοιάζει αδύνατο.»

Σου λέω μόνο ό,τι εσύ ξέρεις… μόνο ό,τι εσύ ξέρεις… κλαψούρισε το β’ζάιλ.

«Πες μου κι άλλα, τότε,» το πρόσταξε η Ανεμόφθαλμη. «Κι άλλα απ’αυτά που… ξέρω· και ίσως να το σκεφτώ να μη μπω στο Στόμα των Θεών.»

Δε μπορώ… Δε μπορώ!

«Γιατί;»

Επειδή ούτε εγώ δεν τα ξέρω!

Η Ανεμόφθαλμη δεν μπορούσε να βγάλει άκρη. Η νοημοσύνη των β’ζάιλ ήταν διαφορετική από των ανθρώπων: όλοι το έλεγαν. Κανένας ευγενής της Σάρντλι δεν είχε μπορέσει ποτέ να κατανοήσει απόλυτα το β’ζάιλ του. Ήταν ένα μυστήριο.

Η Ανεμόφθαλμη πλησίασε τον Αμμοβάτη, που είχε ξυπνήσει, και τον χάιδεψε κάτω από το σαγόνι, όπως ήξερε πως άρεσε στα νέσερ’τακ. Ο Αμμοβάτης κροτάλισε ελαφρά τα δόντια του, ευχαριστημένος. Σφύριξε.

«Θα φύγω τώρα για λίγο,» του είπε εκείνη. «Θα με περιμένεις, εντάξει;»

Ακόμα ένα σφύριγμα.

Η Ανεμόφθαλμη στράφηκε και βάδισε προς τη χαμηλή τρύπα στο βάθος της σπηλιάς.

Όχι, αδελφή μου! ΟΧΙ! ΣΤΑΜΑΤΑ!

Η Ανεμόφθαλμη, σκύβοντας χωρίς δισταγμό, μπήκε στο Στόμα των Θεών–

Βάδιζε μέσα σε μια σήραγγα που έμοιαζε ατέρμονη, και ρευστή από κάτω της. Πόση ώρα ήταν εδώ πέρα;

Ένας άνεμος ούρλιαζε μες στη σήραγγα, ένας άνεμος που τραβούσε τα ρούχα της Ανεμόφθαλμης, τραβούσε τα μαλλιά της, και το ίδιο το δέρμα της.

ΣΕ ΜΙΣΩ! ΣΕ ΜΙΣΩ! ΣΕ ΜΙΣΩ ΣΕ ΜΙΣΩ ΣΕ ΜΙΣΩ! φώναζε κάποια. Από πού ερχόταν αυτή η φωνή;

ΒΓΑΛΕ ΜΕ ΑΠΟ ΔΩΩΩΩΩΩ!

Η Ανεμόφθαλμη δέχτηκε ένα χτύπημα στο πρόσωπο, και βούλιαξε στο νερό–

Βγαίνει επάνω σ’έναν βράχο, αγκομαχώντας. Πλοκάμια τραβάνε τα πόδια της. Όχι – γυρίζει και κοιτάζει – τα πόδια της είναι πλοκάμια. Η Ανεμόφθαλμη ουρλιάζει ξέφρενα, καθώς τα πλοκάμια της ανασαλεύουν. Βλέπει σχήματα να διαγράφονται από πάνω της στο σκοτάδι.

Με πρόδωσες! λέει κάποια. Με πρόδωσες! Και η Ανεμόφθαλμη έχει τώρα έναν ιστό αράχνης επάνω στο πρόσωπό της: της κλείνει το στόμα, τα μάτια, τα ρουθούνια. Σφαδάζει απεγνωσμένη. Τα χέρια της πιάνονται σε κάτι γλιστερό.

Φωνές έρχονται. Πολλές, περίεργες φωνές.

…μεταλλικά τέρατα!… Αν τα πράγματα ήταν όπως πριν, θα τον είχαμε βρει… Ερείπια, τα πάντα είναι ερείπια… Γι’αυτό, όπως βλέπετε, πρέπει ν’αλλάξουμε πορεία!… Από εμάς… ο εχθρός σας… φωτίζοντας το μέρος μ’αυτό το μαραφέτι… να κατεβείτε… Ο Τάμπριελ; Αποκλείεται!…

Η Ανεμόφθαλμη είχε κυλιστεί και είχε κυλιστεί στις λάσπες, και θα κυλιόταν και θα κυλιόταν και θα κυλιόταν. Τα χέρια της είχαν βγάλει τους ιστούς από το πρόσωπό της, και σκαρφάλωνε σε μια πλαγιά με ενοχλητική βλάστηση. Σκαρφάλωνε ενώ κρεμόταν ανάποδα, από το ταβάνι – και μια κατάμαυρη σκιά με κίτρινα μάτια την καταδίωκε. ΠΟΝΑΩ! ΕΞΑΙΤΙΑΣ ΣΟΥ! Εσύ μάς έφερες εδώ! Εσύ! Ποια μιλούσε; Ποια ήταν αυτή;

Η Ανεμόφθαλμη κλοτσά κάποιο πλάσμα με το πλοκάμι της, και το βλέπει να πέφτει σε μια άβυσσο όπου κατρακυλούν λάσπες, νερά, αίματα, και νεκρά έντομα.

Σηκώνεται όρθια και φωνάζει: Ρελκάμνια! Πότε ήμουν στη Ρελκάμνια; Πότε ήμουν στη Ρελκάμνια; Η σπηλιά θρυμματίζεται από πάνω της, και η Ανεμόφθαλμη βλέπει μια σκάλα, στον ουρανό, λίγα μέτρα πάνω από τη γη. Πηδά και πιάνεται στο πρώτο σκαλοπάτι, κι αρχίζει ν’ανεβαίνει, με χέρια και με πόδια, γιατί στην κορυφή της σκάλας μπορεί να δει μια κλειστή πόρτα – μια πόρτα που ξέρει ότι πρέπει να φτάσει.

Τα σκαλοπάτια κομματιάζονται πίσω της. Εκείνη δεν γυρίζει να τα κοιτάξει. Βλέπει μονάχα μπροστά.

Κι έφτασε, τώρα, στην πόρτα. Στάθηκε όρθια, παίρνοντας μια βαθιά ανάσα. Άπλωσε το χέρι της κι έπιασε τον μεγάλο χαλκά.

Ένα άλλο χέρι αρπάζει τον καρπό της.

Γυρίζει και κοιτάζει καταπρόσωπο την Ανεμόφθαλμη.

—Ύστερα από εδώ, δεν υπάρχει επιστροφή.

—Το ξέρω.

—Δεν ξέρεις τίποτα. Δες τις φωνές που φτερουγίζουν στον ουρανό.

Η Ανεμόφθαλμη αφουγκράζεται, και βλέπει τις φωνές που φτερούγιζαν στον ουρανό ολόγυρά τους.

—Το Μεγάλο Όνειρο σε κοιτάζει, της λέει η Ανεμόφθαλμη. Αν το κοιτάξεις κι εσύ, θα το ονειρευτείς. Για πάντα.

—Θέλω να μάθω για τη Ρελκάμνια.

Η Ανεμόφθαλμη αφήνει τον καρπό της και κρύβεται μέσα στη σκιά κάτω από τα πόδια της.

Τράβηξε τον χαλκά και άνοιξε την πόρτα.

Κι από πίσω ήταν ένα όνομα.

10.

Η Ανεμόφθαλμη βγήκε από το Στόμα των Θεών και στάθηκε μπροστά στην κρυστάλλινη λίμνη.

Ο Αμμοβάτης την παρατηρούσε τώρα με διαφορετικά μάτια, σαν να μην την αναγνώριζε. Σφύριξε ερωτηματικά.

Η Ανεμόφθαλμη τού χαμογέλασε. «Εγώ είμαι,» του είπε, και ήξερε πως την κατάλαβε.

Ω αδελφή μου… κλαψούρισε το β’ζάιλ της. Ποιες είμαστε τώρα, αδελφή μου; Ποιες είμαστε;…

Η Ανεμόφθαλμη τράβηξε το κυνηγετικό της μαχαίρι και έκοψε το β’ζάιλ από πάνω της. Το άρπαξε, με το ένα χέρι, και το κράτησε εμπρός της σαν παλιό ρούχο.

Ο Αμμοβάτης σύρθηκε προς τα πίσω, τρομαγμένος, σαν να παρατηρούσε κάτι το τελείως αφύσικο, κάτι το ασύλληπτο.

Και, πράγματι, ακριβώς έτσι ήταν. Η παλιά, κοιμισμένη Ανεμόφθαλμη, αν το έβλεπε αυτό να συμβαίνει, θα τρελαινόταν. Κυριολεκτικά. Η συνηθισμένη νοημοσύνη δεν μπορούσε να το αντιληφτεί πλήρως.

Αλλά η Ανεμόφθαλμη δεν ονειρευόταν πλέον αυτό το παλιό όνειρο.

«Ξέρεις ποια είμαστε,» είπε στο πνεύμα στο χέρι της.

Είμαι μπερδεμένη, αδελφή μου… μπερδεμένη, μπερδεμένη…

«Πες ποια είμαστε!» πρόσταξε η Ανεμόφθαλμη.

Άζ’λεφκ, ψέλλισε το πνεύμα. Άζ’λεφκ.

Θυμηθήκαμε, αδελφή μου. Θυμηθήκαμε… Θυμήθηκες.

Η Ανεμόφθαλμη ένευσε. «Θυμήθηκα,» είπε, και έκλεισε το πνεύμα μέσα στην αγκράφα της ζώνης της.

Στράφηκε στον Αμμοβάτη και έβγαλε από το στόμα της ένα σφύριγμα ίδιο με το δικό του: τόσο ίδιο που το θηρίο το κατάλαβε σαν η Ανεμόφθαλμη να μιλούσε στη ζωώδη γλώσσα του.

Θα ξεκουραστούμε εδώ απόψε, και το πρωί θα φύγουμε, του είχε πει.

Ρελκάμνια

1.

Ήταν καλοκαίρι στη Ρελκάμνια, και ο ήλιος πύρωνε τα μέταλλα και τις πέτρες των οικοδομημάτων της Ατέρμονης Πολιτείας. Τα οδοστρώματα, οι γέφυρες, και οι ράγες έκαιγαν σαν φωτιά. Η Παντοκράτειρα, βέβαια, αν ήθελε μπορούσε να μη νιώσει τίποτα απ’αυτά, κλεισμένη στο Παντοτινό Ανάκτορο με συστήματα που ρύθμισαν την ατμόσφαιρα στη θερμοκρασία της αρεσκείας της. Ωστόσο, την τρίτη ημέρα που ο Ορείχαλκος βρισκόταν μαζί της, η Αγαρίστη βγήκε σ’ένα μπαλκόνι για να δει πώς ήταν ο πραγματικός καιρός στη διάστασή της, και σκέφτηκε:

Μα τους θεούς! τι λάβρα είν’ αυτή;

Ο λιγοστός αέρας που ερχόταν προς το μέρος της έκανε το πρόσωπό της να ζεσταίνεται λες κι έβγαινε από το στόμιο φούρνου. Το δάπεδο κάτω από τα γυμνά πόδια της ήταν καυτό. Τα κάγκελα του μπαλκονιού ήταν επίσης καυτά, διαπίστωσε αγγίζοντάς τα – κι αμέσως απομάκρυνε το χέρι της.

Η Παντοκράτειρα χαμογέλασε. Καιρός για πάρτι! σκέφτηκε, και ξαναμπήκε στο εσωτερικό των προσωπικών της διαμερισμάτων μέσα στο Παντοτινό Ανάκτορο.

Πέρασε από δωμάτια και δωμάτια, και έφτασε εκεί όπου καθόταν ο Ορείχαλκος, οκλαδόν, στο πάτωμα, και διαλογιζόταν, λουσμένος από το πρωινό φως που έμπαινε από ένα κρυστάλλινο παράθυρο. Ο χώρος ήταν λιτά διακοσμημένος, και ό,τι διακόσμηση υπήρχε προερχόταν από τη Σάρντλι: Σάρντλια φυτά, Σάρντλια αγάλματα, Σάρντλιοι πίνακες, Σάρντλια έπιπλα. Η Αγαρίστη είχε διαμορφώσει το δωμάτιο ειδικά για τον Ορείχαλκο· δεν ήθελε να αισθάνεται ξένος στο σπίτι της. Ήθελε να αισθάνεται σαν να ήταν στο δικό του σπίτι.

«Αγάπη μου!» είπε γελώντας, καθώς βάδιζε προς το μέρος του, με την πράσινη, κεντητή ρόμπα της ν’ανεμίζει γύρω της. «Έχω μια ιδέα!»

Ο Ορείχαλκος άνοιξε τα μάτια του για να κοιτάξει την Αγαρίστη, που είχε τώρα δέρμα λευκό με απόχρωση του ροζ και καστανά μαλλιά. Όταν είχαν ξυπνήσει μαζί, πριν από καμια ώρα, το δέρμα της ήταν κόκκινο και τα μαλλιά της γαλανά. Κάτι έκανε με τους Υπερασπιστές της και άλλαζε την εμφάνισή της, απ’ό,τι είχε καταλάβει ο Ορείχαλκος, αλλά ποτέ δεν το είχε δει να συμβαίνει μπροστά του· η Αγαρίστη τού έλεγε όλες τις φορές να απομακρύνεται, και κλεινόταν σε κάποιο δωμάτιο μαζί και με τους τέσσερις Υπερασπιστές προτού η αλλαγή πραγματοποιηθεί. Ο Ορείχαλκος δεν είχε επιχειρήσει (ακόμα) να κρυφοκοιτάξει. Φοβόταν ότι ίσως ο Ελκράσ’ναρχ να τον καταλάβαινε και να προσπαθούσε να στρέψει αυτή του την ενέργεια εναντίον του, κάνοντας την Αγαρίστη να τον αντιπαθήσει, ή τουλάχιστον να τον δει με καχυποψία. Και τα δύο θα αποτελούσαν εμπόδιο για τα σχέδια του Ορείχαλκου· επομένως, για την ώρα, ήταν… φρόνιμος.

Ακούγοντας τώρα τα λόγια της Παντοκράτειρας, σκέφτηκε: Δε μ’αρέσει αυτό. «Τι ιδέα;» τη ρώτησε. Οι ιδέες της ήταν, συνήθως, παράξενες το λιγότερο.

Η Παντοκράτειρα γονάτισε μπροστά του. «Να κάνουμε ένα πάρτι!»

Αυτό δεν είναι και τόσο παράξενο… «Γιατί όχι;» αποκρίθηκε ο Ορείχαλκος. «Τι έχεις στο μυαλό σου;»

Η Αγαρίστη τεντώθηκε και τον φίλησε δυνατά. «Απλώς ένα πάρτι. Θα καλέσω κόσμο και θα… γίνει ό,τι γίνει.» Χαμογέλασε.

Κόσμο… Αυτό ίσως ν’αποδειχτεί ενδιαφέρον… και πληροφοριακό, αναλογίστηκε ο Ορείχαλκος. «Πώς το σκέφτηκες, αλήθεια;»

«Βγήκα έξω και είδα ότι έχει τρομερή ζεστή· και, άρα, τώρα είναι ό,τι πρέπει για πάρτι, σωστά;»

«Μάλλον,» αποκρίθηκε ο Ορείχαλκος. «Ποιους θα καλέσεις;»

Η Αγαρίστη ανασήκωσε τους ώμους. «Κόσμο… Τις πιο στενές μου φίλες, κατ’αρχήν. Τη Ρία-Μία– Την ξέρεις τη Ρία-Μία, έτσι;»

Ο Ορείχαλκος ένευσε. Η Αρχιέρεια του Κρόνου.

«Τη Βάρμη. Την Καλλιστώ– Της το χρωστάω να τη διασκεδάσω λίγο, ύστερα από εκείνο το μαστίγωμα.»

«Ποιο μαστίγωμα;»

«Είχα προστάξει να τη μαστιγώσουν όταν με τσάντισε. Ήταν τότε που είχα μόλις μάθει ότι η Σάρντλι αποστάτησε, και νόμιζα ότι με πρόδωσες. Είχα θυμώσει πολύ.» Αλλά τώρα που το έλεγε δεν αισθανόταν πλέον θυμωμένη. Τι ανόητη που ήμουν! σκέφτηκε. Ο Ορείχαλκος δεν θα μπορούσε ποτέ να με προδώσει – τον είχαν ξεγελάσει. «Ακόμα θα έχει ουλές στην πλάτη της.

»Τέλος πάντων. Εκτός απ’αυτές, θα καλέσω τη Τζένιφερ τη Μαύρη Δράκαινα, την οποία θεωρώ επίσης φίλη μου πια. Και θα καλέσω και κάποιους αριστοκράτες, βέβαια…» Συνοφρυώθηκε σκεπτική. «Τον Σείριο Εισόδιο, σίγουρα. Την Κάλθρα-Λάντι, τον Κέσνελ-Ριθ.» Χαμογέλασε. «Είναι εραστές, ξέρεις, οι δυο τους, και είναι κι οι δύο παντρεμένοι και το κρύβουν για να μην το μάθουν οι σύζυγοί τους. Κάποια μέρα πρέπει να τους… τρομάξω λιγάκι· χι-χι-χι-χι-χι…»

«Να τους τρομάξεις;»

«Ναι, κάτι θα βρω να κάνω,» είπε η Παντοκράτειρα.

Δεν το αμφιβάλλω, σκέφτηκε ο Ορείχαλκος. Εκείνος ο πρώην πράκτοράς της ακόμα ήταν κλεισμένος στον παράξενο λαβύρινθο, και μπορούσες να τον παρακολουθήσεις μέσα από τα μάτια τηλεοπτικών πομπών. «Ελπίζω όχι σ’αυτό το πάρτι.»

«Δεν ξέρω· δεν έχω αποφασίσει, αγάπη μου.» Η Αγαρίστη πετάχτηκε όρθια.

«Τον Ρίμναλ’μορ θα τον καλέσεις;»

Η Αγαρίστη, που ήταν έτοιμη να φύγει για να ξεκινήσει τις προετοιμασίες, στάθηκε και τα φρύδια της σούφρωσαν. «Θέλεις να τον καλέσω;» Της είχε πει ότι ήθελε να τον γνωρίσει, αλλά ακόμα οι δυο τους δεν είχαν συναντηθεί.

Ο Ορείχαλκος σηκώθηκε από το πάτωμα. «Γιατί όχι;»

«Δε θα μου κάνεις ζήλιες, όμως!»

«Υπόσχομαι πως όχι.»

«Δεν έχεις τίποτα να ζηλέψεις απ’τον Ρίμναλ, ούτως ή άλλως, αγάπη μου,» είπε η Παντοκράτειρα· και, ζυγώνοντάς τον, τύλιξε τα χέρια της γύρω του και τον φίλησε.

«Τέτοια γνώμη έχεις για τον σύζυγό σου;»

«Την αλήθεια λέω μονάχα. Είναι ο καλύτερος Τεχνομαθής μάγος στη Ρελκάμνια· είμαι βέβαιη. Είναι πολύ καλός με τις μηχανές… αλλά όχι με τη δική μου μηχανή.»

2.

Οι πρωινές ειδήσεις τελείωσαν, και ο Ελπιδοφόρος έκλεισε τον τηλεοπτικό δέκτη αντίκρυ του με το τηλεχειριστήριο. «Δε λένε τίποτα τόσο κακό για την οικονομία ακόμα,» είπε στον Κλαρκ. Το μόνο αρνητικό που είχαν αναφέρει ήταν ότι, εξαιτίας της πρόσφατης αποστασίας της Σάρντλι, οι τιμές πολλών πρώτων υλών θα αυξάνονταν, καθώς μέχρι πρότινος η Ρελκάμνια από εκεί έπαιρνε κυρίως τα μεταλλεύματά της.

Ο Κλαρκ καθόταν παραδίπλα, στο ίδιο τραπέζι με τον Ελπιδοφόρο, και έπαιρνε πρωινό. «Αναμενόμενο ήταν να μην προσέξουν από τώρα τη διαφορά. Το χρήμα μου χρειάζεται κάποιο χρόνο μέχρι να κυκλοφορήσει. Και δεν έχω δώσει ακόμα όλη την ποσότητα που σχεδιάζω.»

«Γιατί καθυστερείς;»

«Για να τους μπερδέψουμε. Δε θέλουμε να καταλάβουν αμέσως ότι η ποσότητα του χρήματος αυξήθηκε δραματικά στη διάσταση. Ούτε θέλουμε να καταλάβουν από πού προέρχεται το επιπρόσθετο χρήμα. Αν το καταλάβουν, θα έχω βάλει σε κίνδυνο τους ανθρώπους που με εξυπηρετούν.»

Ο Ελπιδοφόρος ήπιε μια γουλιά από την πορτοκαλάδα του. «Εξήγησέ μου ξανά γιατί η αύξηση της ποσότητας του χρήματος θα προκαλέσει πρόβλημα στην οικονομία της Ρελκάμνια.»

Ο Κλαρκ αναστέναξε. «Ας πούμε ότι έχεις καντίνα και πουλάς την πορτοκαλάδα ένα δεκάδιο, εντάξει;»

«Ας πούμε.»

«Γιατί να μην την πουλήσεις δύο δεκάδια; Ή τρία; Ή πέντε; Ή δέκα;»

Ο Ελπιδοφόρος μόρφασε. «Κανένας δε θα την αγοράσει, υποθέτω. Θα πάνε σε καμια άλλη καντίνα.»

«Γιατί η κάθε καντίνα να μην έχει την πορτοκαλάδα δέκα δεκάδια, Ελπιδοφόρε;»

Ο Ελπιδοφόρος άναψε τσιγάρο. «Παραγίνεσαι φιλοσοφικός, μάγε. Ένας απλός στρατιωτικός είμαι.»

Ο Κλαρκ τον έδειξε με το πιρούνι του. «Όχι και τόσο απλός. Γιατί η κάθε καντίνα να μη δίνει την πορτοκαλάδα δέκα δεκάδια; Γιατί να μην τη δίνει πενήντα, εδώ που τα λέμε;»

Ο Ελπιδοφόρος γέλασε. «Σιγά μην παίρνουμε και τον καφέ ένα κατοστάρικο, μάγε!»

«Γιατί όχι;»

«Ποιος έχει τόσα λεφτά; Αν πουλάς–»

«Ακριβώς,» τόνισε ο Κλαρκ. «Ποιος έχει τόσα λεφτά; Όταν όμως η ποσότητα του χρήματος αυξηθεί για όλους, τότε τι θα γίνει, Ελπιδοφόρε;»

Ο Ελπιδοφόρος συνοφρυώθηκε, νομίζοντας πως άρχιζε να μπαίνει στο νόημα. «Θα έχουν όλοι περισσότερα λεφτά…» Φύσηξε καπνό απ’τα ρουθούνια, αργά.

«Και άρα θα μπορείς, ίσως, να πουλάς τις πορτοκαλάδες σου πενήντα δεκάδια τη μία. Και όχι μόνο αυτό, αλλά θα τις αγοράζουν κιόλας. Κι επίσης, όλες οι υπόλοιπες καντίνες θα έχουν εξίσου ‘εξωφρενικές’ τιμές για τις πορτοκαλάδες και τις λεμονάδες και ό,τι άλλο μπορείς να φανταστείς.»

«Ναι αλλά, αν θέλουμε, θα μπορούμε να έχουμε και πιο χαμηλές τιμές…»

«Θα μπορείτε; Για σκέψου καλύτερα. Δεν θα ανεβάζετε μόνο εσείς τις τιμές. Θα τις ανεβάζει ολόκληρη η αγορά, για τον εξής απλό λόγο ότι οι πάντες θα είναι πλουσιότεροι!»

«Καλώς,» ο Ελπιδοφόρος τίναξε στάχτη μέσα στο τασάκι, «αλλά δεν καταλαβαίνω γιατί αυτό θα είναι κακό για την οικονομία. Απλά θ’αλλάξουν… κάποιοι παράγοντες.»

«Το χρήμα θα υποτιμηθεί,» του είπε ο Κλαρκ. «Όταν η πορτοκαλάδα πουλιέται πενήντα δεκάδια, τότε τι αξία θα έχει το δεκάδιο; Το ένα πεντηκοστό της πορτοκαλάδας;»

«Μάλιστα,» αποκρίθηκε ο Ελπιδοφόρος.

«Τα πάντα θα χάσουν το νόημά τους. Και η Ρελκάμνια θα χάσει, επίσης, τη δυνατότητα του εμπορίου με άλλες διαστάσεις.»

«Γιατί;»

«Γιατί τα χρήματά της θα έχουν πολύ λιγότερη αξία από τα δικά τους, φυσικά.»

«Δε θα έχει χάσει τη δυνατότητα τελείως, επομένως· απλά θα βρίσκεται σε χειρότερη θέση.»

«Αρχίζεις και με διορθώνεις· αυτό είναι καλό σημάδι,» είπε ο Κλαρκ. Και συνέχισε σιωπηλά το πρωινό του.

Μετά από λίγο, όταν είχε σβήσει το τσιγάρο του, ο Ελπιδοφόρος ρώτησε: «Το μόνο που θα κάνουμε τώρα, δηλαδή, θα είναι να περιμένουμε η οικονομία της Ρελκάμνια να καταρρεύσει;» Είχε αρχίσει πάλι να βαριέται μέσα στο διαμέρισμα του Κλαρκ, παρότι ήταν μυστηριώδες και παράδοξα μεγάλο.

«Φυσικά και όχι. Πού προτείνεις να χτυπήσουμε;»

«Εννοείς, πράκτορες της Παντοκράτειρας;»

«Ή του Ελκράσ’ναρχ. Εσύ ξέρεις πού βρίσκονται καλύτερα από εμένα.»

«Υπάρχουν κάποια μέρη που θα μπορούσα να πάω…» είπε σκεπτικά ο Ελπιδοφόρος. «Θα με περιμένουν, βέβαια, όπως και τις προηγούμενες φορές τελευταία, αλλά αυτό δε νομίζω να τους σώσει από τα όπλα των Πειθαρχικών του Κενού…»

«Μόλις έχεις αποφασίσει, ειδοποίησέ με,» του είπε ο Κλαρκ, «για να προστάξω το Φαντασκεύασμα να σε μεταφέρει, και για να κανονίσουμε ό,τι άλλο μπορεί να χρειάζεσαι.»

3.

Η Παντοκράτειρα πρόσταξε να ετοιμάσουν μια ολόκληρη ταράτσα για το πάρτι που σχεδίαζε, και πήγε η ίδια να επιβλέψει τη διακόσμηση. Δύο από τους Υπερασπιστές της ήταν μαζί της. Το ίδιο κι ο Ορείχαλκος, ο οποίος κοίταζε ολόγυρα με σχεδόν επιστημονική προσοχή. Το Παντοτινό Ανάκτορο ανέκαθεν τον ενδιέφερε, και το ενδιαφέρον του είχε κεντριστεί ακόμα περισσότερο τώρα που η Αγαρίστη τον είχε ξεναγήσει εδώ. Ή τουλάχιστον, σ’ένα μέρος του Παντοτινού Ανακτόρου. «Δε μπορούμε να πάμε παντού, αγάπη μου,» του είχε πει.

«Γιατί;» είχε ρωτήσει ο Ορείχαλκος.

Η Αγαρίστη είχε γελάσει. «Μα επειδή είναι τεράστιο φυσικά! Κι επιπλέον, ούτε εγώ δεν το ξέρω όλο.»

«Η Παντοκράτειρα δεν γνωρίζει ολόκληρο το σπίτι της;»

«Σου μοιάζει παράξενο, ε;»

«Δεν είναι;»

«Το μεγαλύτερο μέρος του Παντοτινού Ανακτόρου είναι ακατοίκητο, αγάπη μου,» εξήγησε η Παντοκράτειρα. «Δεν είναι ένα χτίριο αλλά πολλά χτίρια ενωμένα. Μου το έφτιαξαν οι Υπερασπιστές μου όταν ξεκινήσαμε την Παντοκρατορία μου.»

Ο Ορείχαλκος συνοφρυώθηκε. «Οι Υπερασπιστές σου; Πώς;»

«Βάλαμε ανθρώπους να ενώσουν όλα τα οικοδομήματα σε τούτη την περιοχή, φυσικά!» γέλασε η Παντοκράτειρα. «Πώς αλλιώς;» Βάδιζαν επάνω σε μια γέφυρα τώρα καθώς μιλούσαν. Μια γέφυρα που βρισκόταν μέσα στο Παντοτινό Ανάκτορο, πάνω από μια άβυσσο που έμοιαζε ατελείωτα βαθιά στον Ορείχαλκο. Μπορούσε να δει άλλα πατώματα από κάτω: ανοίγματα, παράθυρα, μικρούς εξώστες…

«Γιατί;» ρώτησε.

Η Αγαρίστη γέλασε ξανά. «Γιατί, γιατί, γιατί, γιατί! Σ’αρέσει πολύ, μου φαίνεται, αυτή η λέξη, αγάπη μου!» Αλλά του απάντησε: «Η Παντοκράτειρα δεν μπορούσε να μένει σ’ένα οποιοδήποτε χτίριο. Ήταν προφανές ότι χρειαζόμουν ένα παλάτι. Αλλά κανένα παλάτι στη Ρελκάμνια δεν ήταν αντάξιο μιας Παντοκράτειρας. Από εδώ, μην ξεχνάς, διοικώ ολόκληρο το σύμπαν! Οπότε, έπρεπε να φτιάξουμε ένα παλάτι. Και το φτιάξαμε.»

«Πώς ξεκίνησε, Αγαρίστη; Πώς ξεκίνησαν όλα… ολ’αυτά; Η Παντοκρατορία, εσύ, οι Υπερασπιστές…»

«Είπαμε να σε ξεναγήσω, δεν είπαμε;» αποκρίθηκε η Παντοκράτειρα καθώς άφηναν τη γέφυρα πίσω τους μπαίνοντας σ’έναν διάδρομο. «Δεν έχει νόημα να συζητάμε για άσχετα πράγματα!»

Πάντοτε απέφευγε να του απαντήσει σε τέτοιες ερωτήσεις, είχε παρατηρήσει ο Ορείχαλκος. Ήταν σα να μην ήθελε να θυμάται πώς είχε καταλήξει Παντοκράτειρα ολόκληρου του Γνωστού Σύμπαντος. Ή σα να φοβόταν να μιλήσει. Μπορεί να φοβόταν τους Υπερασπιστές – τον Ελκράσ’ναρχ; αναρωτιόταν ο Ορείχαλκος. Θα του φαινόταν περίεργο, όμως, αν αλήθευε: διότι, βλέποντας την Αγαρίστη να συναναστρέφεται τους Υπερασπιστές της, δεν του δινόταν η εντύπωση πως τους φοβόταν. Τουναντίον, μάλλον σαν υπηκόους της τους μιλούσε. Σαν υποτακτικούς της, ίσως. Και, σίγουρα, σαν συμβούλους τούς έβλεπε. Και οι Υπερασπιστές ποτέ δεν της έφερναν αντίρρηση σε ό,τι επιθυμούσε.

Επί του παρόντος, ο Ορείχαλκος κοίταξε τις άλλες ταράτσες του Παντοτινού Ανακτόρου από την ταράτσα όπου ο ίδιος βρισκόταν. Μερικές ήταν πιο ψηλά, μερικές πιο χαμηλά. Κάποιες έμοιαζαν με κήπους, κάποιες ήταν μικρά αεροδρόμια, κάποιες δεν είχαν τίποτα το ιδιαίτερο ή αξιοσημείωτο, κάποιες ήταν καλυμμένες με αστραφτερά κρύσταλλα. Σ’ορισμένες στέκονταν λευκοντυμένοι φρουροί, σ’άλλες υπήρχαν πυροβόλα ή κεραίες, κι άλλες ήταν τελείως άδειες.

Μ’ολόκληρη πόλη έμοιαζε αυτό το Παντοτινό Ανάκτορο· και σίγουρα ήταν πολύ μεγαλύτερο από πολλές πόλεις στη Σάρντλι.

«Τι κοιτάζεις, αγάπη μου;» τον ρώτησε η Αγαρίστη.

«Τίποτα συγκεκριμένο…»

«Νόμιζα ότι σε ξενάγησα και σου έλυσα όλες σου τις απορίες!»

Όλες μου τις απορίες; Μάλλον όχι. «Ακόμα με εκπλήσσει αυτό το μέρος.»

«Θα το συνηθίσεις,» του είπε η Αγαρίστη, και στράφηκε πάλι στους ανθρώπους που έστηναν τη διακόσμηση για το πάρτι, τοποθετώντας μεγάλα φυτά, πίνακες που ακουμπούσαν σε ειδικά τρίποδα, έπιπλα, αγάλματα, οθόνες, ηχεία, κονσόλες. Στο κέντρο της ταράτσας υπήρχε μια πισίνα, και τώρα την έπλεναν για να τη γεμίσουν με νερό.

«Τι αφόρητη ζέστη…» ξεφύσησε η Παντοκράτειρα, μετά από λίγο, καθώς έκανε αέρα με μια μεγάλη βεντάλια. Πλησίαζε μεσημέρι. «Πάμε μέσα, Ορείχαλκε;»

«Πάμε.»

Οι δύο Υπερασπιστές τούς ακολούθησαν στο εσωτερικό του Παντοτινού Ανακτόρου.

4.

Η Παντοκράτειρα είχε αλλάξει μορφή για το πάρτι. Το δέρμα της ήταν τώρα χρυσαφί σαν του Ορείχαλκου, και τα μαλλιά της κόκκινα, επίσης σαν του Ορείχαλκου. Σκεφτόταν πως θα ήταν ωραία να μοιάζει με τη θηλυκή αντανάκλασή του. Φορούσε ένα φόρεμα από την τελευταία μόδα της Σάρντλι και παπούτσια από δέρμα Σάρντλιου κροκόδειλου. Τα μαλλιά της ήταν δεμένα έτσι ώστε μια μεγάλη κοτσίδα να κρέμεται πίσω από το κεφάλι της και δύο μικρότερες να πέφτουν μπροστά από τους ώμους της.

Ο Ορείχαλκος ήταν ντυμένος επίσης σύμφωνα με τη μόδα της Σάρντλι, και φορούσε κοσμήματα Ρελκάμνιας κατασκευής τα οποία του είχε δώσει η Αγαρίστη. Ήταν όλα τους αντιγραφές Σάρντλιων κοσμημάτων, και ο Ορείχαλκος νόμιζε ότι αυτό φαινόταν με άσχημο τρόπο· αλλά δεν είπε τίποτα στη σύζυγό του.

Περίμεναν οι δυο τους στην ταράτσα που είχε ετοιμαστεί για το πάρτι, καθισμένοι στο μπαρ πλάι στην πισίνα, πίνοντας η Αγαρίστη έναν Γλυκό Κρόνο κι ο Ορείχαλκος ένα ποτήρι τάο βις, ενώ άκουγαν μουσική από τη Σάρντλι μέσα από τα μεγάλα ηχεία του ηχοσυστήματος.

Οι καλεσμένοι τους άρχισαν να έρχονται ο ένας κατόπιν του άλλου, ή και δύο, τρεις, ή τέσσερις μαζί. Αριστοκράτες της Ρελκάμνια, κυρίως – παρατήρησε ο Ορείχαλκος – που άλλοι έμοιαζαν τιμημένοι από την πρόσκληση της Παντοκράτειρας, άλλοι καχύποπτοι, άλλοι μια ανάμιξη και των δύο. Η Αγαρίστη επέμενε όλοι τους να έρχονται και να συστήνονται στον Ορείχαλκο, και τα ονόματά τους του φαίνονταν περίεργα. Κάποιων ήταν: Κάλθρα-Λάντι, Νέλκορ-Λάντι, Βάρνελ-Νοθ· ενώ άλλων: Σείριος Εισόδιος, Δήμητρα Κεσμάλη, Φρειδερίκος Σάλντρωθ. Παράξενο… Υπήρχε κάποιο ιδιαίτερο νόημα σ’αυτή τη διαφοροποίηση των ονομάτων τους;

«Ορείχαλκε!» είπε η Ρία-Μία, η Αρχιέρεια του Κρόνου. «Χαίρομαι πολύ που σε ξαναβλέπω!» Τον φίλησε και στα δύο μάγουλα. Φορούσε ένα μακρύ, φαρδύ φόρεμα με εξίσου φαρδιά μανίκια και βαθύ ντεκολτέ – ένα ρούχο που κολάκευε την εύσωμη μορφή της. Στον λαιμό της ήταν περασμένο ένα περιλαίμιο που ο Ορείχαλκος νόμιζε ότι πρέπει να είχε θρησκευτική σημασία. «Το άκουσα χτες το απόγευμα ότι ήρθες, και κατάλαβα γιατί η Μεγαλειοτάτη δεν έχει επικοινωνήσει καθόλου μαζί μου τελευταία.» Χαμογέλασε.

«Ελπίζω να μην είχες τίποτα σημαντικό να συζητήσεις μαζί της,» είπε ο Ορείχαλκος.

«Ανοησίες,» είπε η Αγαρίστη. «Ποτέ δεν λέμε τίποτα σημαντικό με τη Ρία.» Και λίγο πιο μετά, όταν η Αρχιέρεια του Κρόνου είχε απομακρυνθεί και μια άλλη γυναίκα είχε πλησιάσει: «Αυτή είναι η Τζένιφερ, αγάπη μου. Η Μαύρη Δράκαινα.»

Ο Ορείχαλκος την είχε ξαναδεί: στη Σάρντλι, στην τελευταία επίσκεψη της Αγαρίστης εκεί. Ήταν μια γυναίκα με κατάλευκο δέρμα, κοντά ξανθά μαλλιά, και βλέμμα υπολογιστικό. Τώρα, φορούσε λευκό πουκάμισο, λευκό παντελόνι, και λευκές μπότες. Η ενδυμασία της έμοιαζε να ξεπροβάλλει μέσα από το πετσί της. Οι κινήσεις της μαρτυρούσαν ότι μπορούσε να σε σκοτώσει με δυο, τρία χτυπήματα αν ήθελε.

«Υψηλότατε,» είπε, κάνοντας μια σύντομη υπόκλιση.

«Δεν υπάρχει λόγος για υποκλίσεις,» είπε ο Ορείχαλκος. «Η Μεγαλειοτάτη μού λέει ότι είσαι προσωπική φίλη της.»

«Έτσι επιθυμούσε η Μεγαλειοτάτη,» αποκρίθηκε η Τζένιφερ, «και έτσι έγινε.»

Η Καλλιστώ πλησίασε μετά από τη Μαύρη Δράκαινα, και στην όψη της ο Ορείχαλκος διάβαζε πως αισθανόταν ότι δεν ήξερε αν θα έπρεπε να φοβάται ή να είναι οργισμένη. Το φόρεμά της κάλυπτε ολόκληρη την πλάτη της και τίποτα από τα μαστιγώματα δεν φαινόταν, αλλά οι κινήσεις της δεν ήταν άνετες· πρέπει ακόμα να πονούσε.

«Καλωσήρθες, Ορείχαλκε,» είπε μ’ένα βεβιασμένο χαμόγελο. «Η Μεγαλειοτάτη είχε ανησυχήσει πολύ για εσένα όταν έμαθε πως η Σάρντλι αποστάτησε.»

«Καταλαβαίνω την ανησυχία της. Ελπίζω η αναταραχή που προκλήθηκε να μην ήταν και πολύ μεγάλη.»

«Σχετικά είναι τα πάντα,» είπε η Καλλιστώ.

Ο Ορείχαλκος ύψωσε ένα φρύδι, ερωτηματικά.

«Εξαρτάται ποιον κοιτάζει η αιχμή του ξίφους,» είπε η Καλλιστώ, φανερά δυσαρεστημένα. Και συνοφρυώθηκε παρατηρώντας τον. «Η Μεγαλειοτάτη;» ρώτησε, αγγίζοντας το πρόσωπό της· και ο Ορείχαλκος κατάλαβε ότι αναφερόταν στις ουλές στο δικό του πρόσωπο. Η Καλλιστώ νόμιζε ότι ίσως η Παντοκράτειρα ευθυνόταν γι’αυτές.

«Όχι,» της αποκρίθηκε. «Σε μια συμπλοκή, στη Σάρντλι.»

Η Αγαρίστη, που στεκόταν παραδίπλα, κατάλαβε τι είχε πει η Καλλιστώ. «Πώς τολμάς!» φώναξε. «Πώς είναι δυνατόν να πιστεύεις κάτι τέτοιο;»

Η Καλλιστώ έκανε, ενστικτωδώς, ένα βήμα όπισθεν. «Δεν ήθελα να υπονοήσω τίποτα, Μεγαλειοτάτη…»

«Εξαφανίσου από μπροστά μου!»

Η Καλλιστώ έφυγε χωρίς άλλη κουβέντα.

«Τι διεστραμμένη γυναίκα…» είπε η Παντοκράτειρα, σταυρώνοντας τα χέρια της εμπρός της.

«Δε νομίζω ότι είχε κακό στο μυαλό της, αγάπη μου,» είπε ο Ορείχαλκος, πίνοντας την τελευταία γουλιά από το τάο βις του κι αφήνοντας το ποτήρι επάνω στο μπαρ.

«Ίσως. Αλλά είμαι σε καλή διάθεση απόψε, αλλιώς θα έβλεπε…» Η Παντοκράτειρα χτυπούσε το πόδι της νευρικά στο πάτωμα. Ύστερα είπε: «Πού είναι πια αυτός ο Ρίμναλ;» Και ήταν έτοιμη να ζητήσει να της φέρουν έναν τηλεπικοινωνιακό πομπό για να τον καλέσει, όταν διέκρινε τη μορφή του να ξεπροβάλλει ανάμεσα από τον κόσμο χαιρετώντας κάποιους ευγενείς και μάγους. «Νάτος!» είπε, και του έκανε νόημα να πλησιάσει.

Ο Ρίμναλ’μορ την πρόσεξε και ήρθε κοντά.

Δεν ήταν ντυμένος τόσο καλά όσο άλλοι εδώ. Δεν είχε καθόλου κοσμήματα επάνω του, και φορούσε ένα γκρίζο πουκάμισο με γυρισμένα μανίκια, ένα μαύρο παντελόνι, και απλά παπούτσια. Το δέρμα του ήταν χρυσό, τα μαλλιά του μαύρα και σγουρά. Τα μάτια του ατένιζαν τον Ορείχαλκο πίσω από ένα ζευγάρι ελλειψοειδή γυαλιά.

«Το είχα μάθει πως είσαι εδώ,» είπε· «όχι από τη σύζυγό μας, όμως.»

«Θα σ’το έλεγα,» τόνισε η Αγαρίστη· «απλά δεν είχα προλάβει ακόμα.»

«Χαίρομαι για τη γνωριμία, Ρίμναλ.» Ο Ορείχαλκος έτεινε το χέρι του προς τον μάγο.

Εκείνος το έσφιξε βιαστικά με το δικό του. «Παρομοίως. Αν και οφείλω να ομολογήσω ότι με εκπλήσσει η τόσο… απρόσμενη άφιξή σου. Ειδικά ύστερα από την αποστασία της Σάρντλι.»

«Η αποστασία της Σάρντλι δεν έχει καμια σχέση με τον γάμο μου με την–» Ήταν έτοιμος να πει Αγαρίστη αλλά θυμήθηκε ότι οι άλλοι σύζυγοί της δεν ήξεραν το πραγματικό της όνομα. «–Μεγαλειοτάτη.»

«Και πώς είναι δυνατόν να ισχύει αυτό;»

«Τι είναι αυτές οι ανοησίες;» παρενέβη η Παντοκράτειρα. «Δεν είναι προφανές; Ο Ορείχαλκος βρίσκεται εδώ, όχι στη Σάρντλι· δεν θέλει να είναι μαζί με αποστάτες!»

«Πράγματι,» είπε ο Ρίμναλ’μορ. «Προτιμά να είναι ανάμεσά μας… Θα ξανάρθω,» υποσχέθηκε, κι απομακρύνθηκε, πηγαίνοντας λιγάκι παραπέρα στο μπαρ, για να ζητήσει ένα ποτό.

«Μην του δίνεις σημασία,» είπε η Παντοκράτειρα στον Ορείχαλκο. «Ζηλεύει.»

Ο Ορείχαλκος, όμως, δε νόμιζε πως η ζήλεια ήταν η αιτία για τα λόγια ή για το βλέμμα του Ρίμναλ’μορ. Με υποπτεύεται.

Και τότε είδε μια γυναίκα να πλησιάζει τον μάγο. Κοκκινομάλλα, με κοντά μαλλιά και λευκό-ροζ δέρμα. Ένα χρυσό σκουλαρίκι κρεμόταν από το αριστερό της αφτί, καμωμένο σαν ξίφος. Φορούσε κοντή φούστα και κοντομάνικη μπλούζα που έφτανε ώς τον αφαλό. Άγγιξε τον ώμο του Ρίμναλ’μορ και του μίλησε χαμηλόφωνα. Εκείνος στράφηκε και της απάντησε καθώς έπαιρνε το ποτό του από το μπαρ.

«Ποια είναι αυτή;» ρώτησε ο Ορείχαλκος την Παντοκράτειρα, γιατί νόμιζε πως κάτι τού θύμιζε.

«Από τη διάστασή σου ήρθε, πρόσφατα. Τη λένε Χριστίνα Ταχυδάκτυλη. Ήταν Επόπτρια σε κάποια περιοχή της Σάρντλι. Δε θυμάμαι ποια ακριβώς, τώρα…»

Ο Ορείχαλκος όμως θυμήθηκε. Χριστίνα Ταχυδάκτυλη… Στη Ραντ’κάμι ήταν. Στην έδρα του Οίκου των Ακτοφυλάκων. «Και γνωρίζεται με τον Ρίμναλ;»

«Δεν τους έχω ξαναδεί μαζί,» είπε η Παντοκράτειρα. Αλλά ανασήκωσε τους ώμους αδιάφορα. «Κάπου θάχουν συναντηθεί και παλιότερα.»

Δύο αριστοκράτες ζύγωσαν, τότε, και παρακάλεσαν την Μεγαλειοτάτη να έρθει να της δείξουν κάποια έργα τέχνης που έφτιαχναν σε συνεργασία οι δυο τους. Ο ένας ονομαζόταν Σάρκελ-Ράο κι ο άλλος Κάρλο Νερεσβέλης, και ο Ορείχαλκος αμέσως κατάλαβε ότι πρέπει να ήταν εραστές. Είπαν στην Παντοκράτειρα ότι τα έργα τους συνδύαζαν το παλιό με το καινούργιο, τον αρχαίο κόσμο της Ρελκάμνια με τον σύγχρονο, για να ακολουθήσουν τη διάσταση στην καινούργια εποχή που ερχόταν. «Το Παλαιό σε συνδυασμό με το Καινό, Μεγαλειοτάτη!» τόνισε ο Σάρκελ-Ράο, με τρόπο που έκανε εντύπωση στον Ορείχαλκο. Παλαιό και Καινό; Δε νόμιζε ότι αυτές οι λέξεις ήταν τυχαίες.

«Δείξτε μου,» τους προέτρεψε η Παντοκράτειρα, και τους ακολούθησε προς ένα σημείο της ταράτσας όπου κάποια πράγματα βρίσκονταν σκεπασμένα με υφάσματα. Ο Ορείχαλκος δεν πήγε μαζί τους· έμεινε όρθιος στην άκρη του μπαρ, παρατηρώντας τον κόσμο ολόγυρά του.

Όλοι τους ήταν, ουσιαστικά, άγνωστοι για εκείνον παρότι μπορεί ορισμένους να τους είχε δει μερικές φορές παλιότερα, από προηγούμενες επισκέψεις του στη Ρελκάμνια, ή από προηγούμενες επισκέψεις της Αγαρίστης στη Σάρντλι. Υπάρχει περίπτωση κανένας τους να μπορεί να με βοηθήσει σ’αυτό που ήρθα να κάνω;

Κοίταξε τη Βάρμη, η οποία μιλούσε με δυο άντρες που κουνούσαν συνέχεια τα κεφάλια τους σαν νευρόσπαστα. Κι οι τρεις είχαν ποτά και τσιγάρα στα χέρια.

«Κάθεσαι μόνος;»

Ο Ορείχαλκος είχε ήδη δει, με τις άκριες των ματιών του, τη Ρία-Μία να τον ζυγώνει – δεν ήταν εύκολο να μην την προσέξεις – αλλά δεν είχε στραφεί προς το μέρος της. Τώρα γύρισε να την κοιτάξει. «Σεβασμιότατη…» είπε χαμογελώντας.

«Στη Ρελκάμνια είναι πιο σωστό να αποκαλείς μια ιέρεια του Κρόνου ‘Ιερόχρονη’. Αλλά την Αρχιέρεια την αποκαλείς ‘Παντόχρονη’,» αποκρίθηκε η Ρία-Μία. «Όμως,» τόνισε, «εσύ μπορείς να με λες ‘Ρία’, και το ξέρεις.»

«Χαίρομαι γι’αυτό.»

Η Ρία έτεινε το ένα από τα δύο ποτά που κρατούσε προς το μέρος του. «Υπόγειος οίνος. Μας έχει μείνει λίγος ακόμα, εδώ στη Ρελκάμνια.»

Ο Ορείχαλκος πήρε το ποτό και δοκίμασε. Πράγματι, ήταν υπόγειος οίνος από τη Σάρντλι, όχι κάποια απομίμηση.

«Πού πήγε η Μεγαλειοτάτη;» ρώτησε η Ρία-Μία.

«Εκεί.» Ο Ορείχαλκος έδειξε με το βλέμμα του. Οι δύο ευγενείς τής παρουσίαζαν κάτι πίνακες που είχαν ξεσκεπάσει, μιλώντας και χειρονομώντας, μοιάζοντας ενθουσιασμένοι.

«Μάλιστα… Δεν ήθελε να πας μαζί της;»

«Εγώ δεν ήθελα να πάω.»

«Νόμιζα ότι θα σε τραβούσε παντού, τώρα που είσαι εδώ,» είπε η Ρία μ’ένα λοξό, πονηρό μειδίαμα στα χείλη. «Ακόμα και στο μπάνιο. Κυρίως στο μπάνιο, ίσως.»

«Είναι σύνηθες στη Ρελκάμνια οι ιερωμένες να κάνουν τέτοια κουβέντα;»

Η Ρία-Μία γέλασε. «Για εμένα, είναι.»

«Αφού είσαι Αρχιέρεια, υποθέτω πως εσύ φτιάχνεις το τυπικό, Ρία.»

«Όχι ακριβώς.» Ήπιε μια γουλιά απ’το ποτό της – υπόγειος οίνος κι αυτός, απ’ό,τι φαινόταν.

Ο Ορείχαλκος ακράγγιξε το περιλαίμιό της. «Αυτό έχει σχέση με το λειτούργημά σου;»

Η Ρία ένευσε. «Ναι. Μόνο η Αρχιέρεια του Κρόνου το φορά. Αλλά όχι συνέχεια. Γίνεται άβολο κάπου-κάπου. Όμως, όπως βλέπεις, τώρα ούτε άμφια φοράω ούτε τίποτε άλλο που να με διακρίνει, και δεν θα ήθελα κανένας να μπερδευτεί.»

«Αλήθεια, Ρία, από πότε γνωρίζεις την Παντοκράτειρα;» ρώτησε ο Ορείχαλκος, σαν να μην ήθελε να κάνει τίποτα περισσότερο από κουβέντα για να περάσει η ώρα.

«Όταν εγώ ήμουν μαθητευόμενη ιέρεια, εκείνη ήταν Παντοκράτειρα. Αλλά δεν την ήξερα από τότε. Όχι προσωπικά.»

«Όταν έγινες Αρχιέρεια τη γνώρισες;»

«Ναι.»

«Πριν από πόσο καιρό, δηλαδή;»

«Πόσο μεγάλη με κάνεις;»

«Αν πω ότι είσαι μεγαλύτερη απ’ό,τι είσαι, θα προσβληθείς. Αν πω ότι είσαι μικρότερη, θα νομίσεις ότι σ’το λέω επίτηδες για να σε κολακέψω.»

«Κολάκεψέ με, λοιπόν!» τον προέτρεψε η Ρία-Μία.

«Είκοσι-πέντε.»

«Τώρα, το ξέρω πως μου κάνεις πλάκα!»

Ο Ορείχαλκος μειδίασε. «Εσύ το ζήτησες.»

Η Ρία-Μία ήπιε υπόγειο οίνο. «Πριν από εννιά χρόνια έγινα Αρχιέρεια και γνώρισα από κοντά την Παντοκράτειρα. Δυο χρόνια μετά, σε παντρεύτηκε.»

«Μάλιστα. Δηλαδή, δεν την ήξερες καθόλου όταν ήταν μικρή.»

«Μικρή;» Η Ρία γέλασε. «Κανένας δεν ξέρει την Παντοκράτειρα από τόσο παλιά! Ορισμένοι, δε, ισχυρίζονται ότι ποτέ δεν ήταν μικρή. Την έχεις δει εσύ να γερνά, όλα τα χρόνια που τη γνωρίζεις; Εγώ ούτε ρυτίδα δεν έχω προσέξει να παρουσιάζεται στο πρόσωπό της. Φαίνεται να είναι από είκοσι-πέντε μέχρι τριάντα· κι ανέκαθεν τόσο φαινόταν.»

«Οι Υπερασπιστές της;» ρώτησε ο Ορείχαλκος. «Δεν την ξέρουν από παλιά;»

«Καλύτερα να μην κάνεις και πολλές ερωτήσεις γι’αυτούς, Ορείχαλκε.»

«Γιατί;»

«Διότι είναι ακόμα πιο παράξενοι από την Παντοκράτειρα. Εκείνο μόνο που μπορώ να σου πω είναι πως βρίσκονταν μαζί της από πολύ παλιά. Από τότε που έγινε Παντοκράτειρα, βασικά. Για πιο πριν… ποιος ξέρει;» Η Ρία-Μία έμοιαζε να αισθάνεται άβολα τώρα καθώς μιλούσε γι’αυτούς. Έμοιαζε, μάλιστα, να φοβάται.

«Σύμφωνα με τη θρησκεία του Κρόνου, τι θα μπορούσαν να είναι οι Υπερασπιστές, Ρία;»

«Μα τα Γένια του Κρόνου! Σου είπα: μην κάνεις πολλές ερωτήσεις γι’αυτούς.»

«Για τη θρησκεία του Κρόνου είναι η ερώτηση…»

Η Ρία-Μία τον ατένισε επικριτικά. «Η θρησκεία του Κρόνου δεν έχει εξήγηση περί του θέματος.»

«Σίγουρα πρέπει να παραδέχεται ότι υφίστανται διάφορες… οντότητες. Δαίμονες. Κατώτερες θεότητες. Δεν ξέρω ακριβώς το δόγμα σας.»

«Ορείχαλκε, πού θέλεις να καταλήξεις;»

«Απλώς είμαι περίεργος να μάθω.»

Η Ρία-Μία αναστέναξε. «Σύμφωνα με το δόγμα μας, οι Υπερασπιστές είναι, μάλλον, δαίμονες. Αλλά το καλύτερο που έχεις να κάνεις – σ’το ξαναλέω – είναι να μη ρωτάς και πολλά γι’αυτούς.»

«Γιατί; Τι μπορεί να συμβεί;» Προσπάθησε να κάνει την έκφρασή του όσο πιο αθώα μπορούσε.

«Οτιδήποτε. Έχουν τρομερές δυνάμεις στη διάθεσή τους.»

«Εμένα μού φαίνεται ότι υπακούουν την Παντοκράτειρα σαν σκυλάκια.»

«Την Παντοκράτειρα και μόνο,» τόνισε η Ρία-Μία. «Οι άλλοι όλοι, όταν μας πουν κάτι, θεωρούμε ότι το είπε η ίδια η Μεγαλειοτάτη.»

«Ακόμα κι αν αντίκειται στις επιθυμίες της;»

«Οι Υπερασπιστές δεν κάνουν πράγματα που αντίκεινται στις επιθυμίες της.»

Σοβαρά; Τότε, γιατί αντικατέστησαν τον θείο μου τον Όνυχα μ’ένα Δημιούργημα; Καλύτερα, όμως, να μην το ανέφερε τώρα αυτό. Και καλύτερα να τελείωνε εδώ τούτη την κουβέντα με τη Ρία· δεν ήθελε να κάνει την Αρχιέρεια να υποψιαστεί πως ήταν, ίσως, κατάσκοπος της Επανάστασης. Αρκετοί το υποψιάζονται ήδη… Λοξοκοίταξε τον Ρίμναλ’μορ, ο οποίος εξακολουθούσε να μιλά με τη Χριστίνα Ταχυδάκτυλη, αν και πλέον είχαν απομακρυνθεί από το μπαρ.

«Να σε ρωτήσω κάτι άσχετο, Ρία;»

«Φυσικά!» Έμοιαζε παραπάνω από χαρούμενη ν’αλλάξει θέμα.

«Είσαι αριστοκρατικής καταγωγής;»

Η Ρία χαμογέλασε. «Πού το κατάλαβες;»

«Από το όνομά σου. Ορισμένοι από τους αριστοκράτες….»

Η Ρία-Μία ένευσε. «Είμαι αριστοκράτισσα. Του Παλαιού Οίκου των Μία’κιρκ.»

«Παλαιού Οίκου;» Μπορεί αυτό να είχε σχέση με το Παλαιό και το Καινό που είχε αναφέρει, πιο πριν, ο Σάρκελ-Ράο;

«Ναι. Υπάρχουν οι Παλαιοί Οίκοι και οι Καινοί Οίκοι. Αλλά οι Παλαιοί είμαστε οι πραγματικοί ευγενείς της Ρελκάμνια. Οι άλλοι είναι… νεόφερτοι. Εμείς ήμασταν εδώ από τις απαρχές του χρόνου, Ορείχαλκε. Αυτοί πήραν τίτλους για διάφορους λόγους.»

«Και οι Καινοί έχουν διαφορετικά ονόματα από εσάς;»

Η Ρία μόρφασε. «Έχουν ό,τι όνομα μπορείς να φανταστείς. Δεν είναι πραγματικοί ευγενείς, όπως σου είπα.»

«Το ίδιο πιστεύουν κι εκείνοι;»

«Δεν το παραδέχονται, φυσικά. Αλλά η διάσταση κι εμείς έχουμε μια ιδιαίτερη σύνδεση την οποία αυτοί δεν θα καταφέρουν ποτέ να αποκτήσουν, όσα χρόνια κι αν περάσουν.»

Στο μυαλό του Ορείχαλκου ήρθαν τα β’ζάιλ που είχαν όλοι οι ευγενείς της Σάρντλι. Συνέβαινε, άραγε, κάτι παρόμοιο κι εδώ, στη Ρελκάμνια; «Τι σύνδεση;»

«Σύνδεση… Εε, δεν είναι εύκολο να σ’το εξηγήσω ακριβώς. Είναι κάτι που το αισθάνεσαι. Νομίζεις ότι είναι τυχαίο που οι Παλαιοί κάνουν καλύτερους ιερείς;»

Ο Ορείχαλκος, ασφαλώς, δεν είχε ιδέα ποιοι έκαναν, στη Ρελκάμνια, καλύτερους ιερείς και ποιοι όχι. «Καταλαβαίνω,» είπε, συμπεραίνοντας ότι δεν πρέπει να υπήρχε κάτι παρόμοιο με το β’ζάιλ των ευγενών της Σάρντλι.

«Η Μεγαλειοτάτη επιστρέφει,» παρατήρησε η Ρία-Μία.

Ο Ορείχαλκος στράφηκε και είδε την Αγαρίστη να πλησιάζει.

«Ακόμα ο Ρίμναλ να έρθει;» ρώτησε φτάνοντας κοντά.

«Δε νομίζω ότι με συμπάθησε…» είπε ο Ορείχαλκος.

«Μη λες βλακείες. Απλά μου κάνει ζήλιες.»

«Ο Ρίμναλ;» είπε η Ρία-Μία. «Ζήλιες;»

«Εσύ τι κάνεις εδώ;» τη ρώτησε η Αγαρίστη.

«Παρέα στον σύζυγό σου, για να μη βαριέται. Ο άλλος σου σύζυγος φαίνεται να έχει αρκετή παρέα.» Η Ρία-Μία κοίταξε τον Ρίμναλ, που μιλούσε με τη Χριστίνα Ταχυδάκτυλη, και τώρα είχε πάει κοντά τους κι η Βάρμη.

«Τι σου έδειχναν αυτοί οι κύριοι;» ρώτησε ο Ορείχαλκος την Αγαρίστη, θέλοντας ν’αλλάξει θέμα.

«Τους πίνακές τους. Και τους αγόρασα όλους. Κάπου θα βρω να τους βάλω.» Το βλέμμα της όμως ήταν στον Ρίμναλ, στη Χριστίνα, και στη Βάρμη ενόσω μιλούσε στον Ορείχαλκο· και αναρωτιόταν: Τι λέει μ’αυτές τόση ώρα; Μου είπε ότι θα ξαναερχόταν! «Πες του να έρθει εδώ, Ρία.»

«Εγώ;» Η Αγαρίστη δεν πρόσεξε ότι η Αρχιέρεια του Κρόνου έμοιαζε να το θεωρεί υποτιμητικό να πάει να φωνάξει κάποιον σαν να ήταν υπηρέτρια. Ο Ορείχαλκος, όμως, το πρόσεξε.

«Ναι, εσύ. Είναι καμια άλλη Ρία εδώ;» είπε η Παντοκράτειρα.

«Εντάξει.»

Η Ρία-Μία πήγε και μίλησε στον Ρίμναλ’μορ, και εκείνος επέστρεψε μαζί της.

«Τι λέγατε τόση ώρα εκεί;» τον ρώτησε η Παντοκράτειρα.

«Διάφορα βαρετά πράγματα, αγάπη μου.»

«Τι βαρετά πράγματα;»

«Η Χριστίνα μάς εξηγούσε τι συνέβη στη Σάρντλι,» είπε ο Ρίμναλ’μορ. «Ο Άρχοντας Ορείχαλκος φαίνεται να έπαιξε ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο σ’αυτά τα γεγονότα…» Το βλέμμα του στράφηκε στον Ορείχαλκο.

«Θ’αρχίσουμε πάλι τα ίδια;» είπε, απότομα, η Παντοκράτειρα, θυμωμένη με τη συμπεριφορά του Ρίμναλ. Τι προσπαθεί να κάνει; Να διώξει τον Ορείχαλκο για να είναι μόνο εκείνος εδώ; Ο μοναδικός σύζυγός μου που βρίσκεται στη Ρελκάμνια; Αυτό δεν πρόκειται να συμβεί!

«Απλώς το όλο θέμα με έχει παραξενέψει…» εξήγησε ο Ρίμναλ’μορ. «Απορώ γιατί ο Ορείχαλκος, ύστερα από τις ενέργειές του στη Σάρντλι, ήρθε εδώ. Η Χριστίνα μάς έλεγε ότι είναι γνωστό πως συμμάχησε με τον Πρίγκιπα Ανδρόνικο–»

Η Παντοκράτειρα τον χαστούκισε, δυνατά· παραλίγο τα γυαλιά του να φύγουν από το πρόσωπό του. «Αρκετά, είπα!» φώναξε. «Δε θέλω κουβέντες γι’αυτό το τέρας απόψε στο πάρτι μου!»

«Όπως επιθυμείς, αγάπη μου,» αποκρίθηκε ο Ρίμναλ’μορ ύστερα από μια στιγμή, αποφεύγοντας να κοιτάζει τον Ορείχαλκο. Εκείνος, όμως, μπορούσε να διακρίνει καθαρά τον θυμό στην όψη του μάγου, παρότι το ένα του μάγουλο ήταν κοκκινισμένο από το ράπισμα της Παντοκράτειρας.

«Ο Ορείχαλκος μού εξήγησε τι συνέβη,» συνέχισε η Αγαρίστη, έντονα, σαν να ήθελε να κάνει τον Ρίμναλ και τη Ρία-Μία οπωσδήποτε να καταλάβουν. «Ο Ανδρόνικος τον εξαπάτησε. Του είπε ψέματα για εμένα και για τους Υπερασπιστές μου!»

«Τι ψέματα;» ρώτησε διστακτικά η Αρχιέρεια του Κρόνου· και, προς στιγμή, λοξοκοίταξε τον Ορείχαλκο προτού η ματιά της επιστρέψει ξανά στην Παντοκράτειρα.

«Του είπε ότι οι Υπερασπιστές μου είναι… κάποιος δαίμονας. Πώς τον αποκάλεσε, αγάπη μου;» Η Αγαρίστη στράφηκε στον Ορείχαλκο γιατί δεν θυμόταν το παράξενο όνομα.

Ο Ορείχαλκος σκέφτηκε ότι δεν θα είχε νόημα, φυσικά, να πει ψέματα τώρα. «Ελκράσ’ναρχ,» αποκρίθηκε· και παρατήρησε την αντίδραση της Ρία-Μία. Δεν το έχει ξανακούσει, συμπέρανε. Δεν ξέρει τίποτα.

Η Αγαρίστη γέλασε. «Ακούστε όνομα! Είναι δυνατόν; Και ο Ανδρόνικος τού είπε πως αυτός ο δαίμονας με ελέγχει κάπως. Γι’αυτό ο Ορείχαλκος στράφηκε εναντίον μου. Δηλαδή, όχι εναντίον μου· εναντίον της Παντοκρατορίας. Νόμιζε ότι έπρεπε να με βοηθήσει.»

«Αξιοθαύμαστο,» σχολίασε ο Ρίμναλ’μορ. «Εγώ δεν θα τολμούσα να έρθω στη Ρελκάμνια ύστερα από τέτοια… γεγονότα. Πώς το αποφάσισες, Ορείχαλκε;» Και τώρα στράφηκε να τον ατενίσει.

«Για εμένα, η Παντοκράτειρα και η Παντοκρατορία δεν είναι το ίδιο,» απάντησε εκείνος.

«Σίγουρα, όμως, θα έπρεπε να φοβάσαι ότι, ερχόμενος εδώ, μπορεί να σκοτωνόσουν· ή να φυλακιζόσουν, στην καλύτερη περίπτωση.»

«Παντρευτήκαμε σ’έναν από τους Πύργους του Ήλιου και του Ανέμου, Ρίμναλ. Το ήξερα πως θα με άκουγε, τουλάχιστον.»

Ο Ρίμναλ’μορ δεν φαινόταν να καταλαβαίνει. Μάλλον δεν γνώριζε για τους Πύργους του Ήλιου και του Ανέμου.

«Κι ευτυχώς που ήρθες,» είπε η Αγαρίστη, περνώντας το χέρι της μέσα στο χέρι του Ορείχαλκου, πιάνοντάς τον αγκαζέ. «Αν έμενες εκεί, ο Ανδρόνικος θα έβρισκε ένα σωρό τρόπους για να σε στρέψει εναντίον μου, και να διαστρέψει το μυαλό σου.»

«Αναμφίβολα,» αποκρίθηκε ο Ορείχαλκος.

«Μάλιστα,» είπε ο Ρίμναλ’μορ. «Αν είσαι λοιπόν ένας από εμάς, δεν θα έχεις τίποτα να φοβηθείς…»

«Δεν φοβάμαι,» δήλωσε ο Ορείχαλκος.

«Και τέρμα αυτές οι κουβέντες!» είπε η Παντοκράτειρα. «Ας περάσουμε καλά απόψε!»

5.

Όσο οι ώρες περνούσαν, οι πάντες μεθούσαν ολοένα και περισσότερο, και οι φωνές τους αντηχούσαν ολοένα και δυνατότερα επάνω στην ειδικά διακοσμημένη ταράτσα. Πολλοί γδύνονταν και βουτούσαν στην πισινά, για να βγουν αργότερα και, μετά, να ξαναβουτήξουν. Κάποιοι χόρευαν στον ρυθμό των τραγουδιών που έπαιζε το ηχοσύστημα, τα οποία δεν ήταν πια Σάρντλια – όχι όλα, τουλάχιστον. Η Παντοκράτειρα δεν βούτηξε μαζί με τους πρώτους στην πισίνα, αλλά δεν άργησε κι εκείνη να πέσει στο νερό. Χωρίς να βγάλει τα ρούχα της. Γδύθηκε ενώ ήταν μέσα, κι όταν βγήκε, ντυμένη μόνο με τα εσώρουχα της, πρόσταξε τον υπηρέτη στο ηχοσύστημα να βάλει ένα Σάρντλιο τραγούδι και ζήτησε από τον Ορείχαλκο να χορέψουν. Εκείνος, φυσικά, δεν της έφερε αντίρρηση, και χόρεψαν για πολλή ώρα. Μέχρι που κουράστηκαν και έπεσαν μαζί στην πισίνα.

Σε κάποια στιγμή πριν από τα ξημερώματα, η Τζένιφερ έλεγε ότι ήταν από τις καλύτερες Μαύρες Δράκαινες που είχαν εκπαιδευτεί. Μονάχα η Αλιζέτ, η Σκοτεινή Βασίλισσα, μπορούσε να αναμετρηθεί μαζί της. Και τώρα, ίσως, ούτε αυτή. Είχαν έρθει φήμες από τη Βίηλ – όπου είχαν αρχίσει προβλήματα με την Επανάσταση και πόλεμος γινόταν κι εκεί, εκπλήσσοντας πολλούς Παντοκρατορικούς – ότι η Αλιζέτ είχε αποστατήσει. Είχε προδώσει την Παντοκράτειρα και είχε πάει με τους επαναστάτες. Ήταν, φημολογείτο, μαζί με τον ίδιο τον Τάμπριελ, τον Προφήτη της Νόρχακ!

«Μπορεί να μην είναι αλήθεια,» της είπε η Βάρμη.

«Μέσα από το δίκτυο των πρακτόρων της Μεγαλειοτάτης ήρθε αυτή η πληροφορία,» διαφώνησε η Τζένιφερ. «Εγώ το πιστεύω. Τα πάντα είναι να περιμένει κανείς, σε τέτοιους καιρούς που βρισκόμαστε.»

«Ακόμα κι αν η Αλιζέτ μάς έχει προδώσει, αυτό δεν σημαίνει ότι τώρα είσαι, ξαφνικά, καλύτερη από εκείνη, Τζένιφερ,» είπε ο Σείριος Εισόδιος. «Τι σχέση έχουν οι πεποιθήσεις της με τις άλλες ικανότητές της;»

«Πεποιθήσεις; Κάπως λύγισαν τη θέλησή της οι αποστάτες! Αυτό, όμως, ποτέ δεν θα συνέβαινε μ’εμένα! Γι’αυτό είμαι καλύτερή της τώρα. Είμαι η μοναδική πραγματική Μαύρη Δράκαινα! Η μόνη που εξακολουθεί να υπηρετεί πιστά τη Μεγαλειοτάτη, και πάντα θα την υπηρετεί και θα τσακίζει τους εχθρούς της!» Ήταν, φανερά, λιγάκι (ίσως και πολύ) μεθυσμένη.

«Απόδειξέ το, τότε!» φώναξε ο Κέσνελ-Ριθ.

«Ναι,» συμφώνησε ο Διόφαντος’νιρ, ένας μάγος του τάγματος των Βιοσκόπων. «Απόδειξέ το.»

«Με προκαλείτε λοιπόν; Θέλει κάποιος από σας τους δυο να έρθει να τα βάλει μαζί μου;»

«Θα προτείνω κάτι άλλο.»

Οι πάντες στράφηκαν να κοιτάξουν την Παντοκράτειρα, που τώρα είχε καλύψει με μια ρόμπα τα βρεγμένα εσώρουχά της και καθόταν επάνω στο μπαρ, στην άκρη της πισίνας, καπνίζοντας ένα μακρύ τσιγάρο.

«Πείτε μας, Μεγαλειοτάτη!» την προέτρεψε ο Σείριος Εισόδιος.

«Ναι!» γέλασε η Κάλθρα-Λάντι, που σίγουρα ήταν πολύ μεθυσμένη, πράγμα φανερό από τον τρόπο που κυλιόταν πλάι στην πισίνα. «Πείτε μας!»

Η Παντοκράτειρα τούς είπε· και μετά από λίγο, μια μακριά σανίδα είχε στηθεί πάνω από την πισίνα, έτσι ώστε να ξεκινά απ’τη μια άκρη της και να φτάνει στην άλλη. Η Τζένιφερ, ντυμένη τώρα με τη μελανή στολή Μαύρης Δράκαινας και ξυπόλυτη, ανέβηκε στη σανίδα και οι άλλοι προσπαθούσαν να τη ρίξουν από εκεί με ό,τι τρόπο μπορούσαν να φανταστούν. Το μόνο που απαγορευόταν ήταν η χρήση όπλων. Έτσι, οι παρευρισκόμενοι βουτούσαν στο νερό της πισίνα και κολυμπώντας πλησίαζαν τη σανίδα, για ν’αρπάξουν τους αστραγάλους της Τζένιφερ και να την τραβήξουν κάτω. Εκείνη, όμως, δεν τους άφηνε να την αγγίξουν, και τους κλοτσούσε ή τους έσπρωχνε με τις πατούσες της. Έναν ευγενή τον έβγαλαν από την πισίνα ενώ εκείνος ούρλιαζε ότι είχε χάσει το μάτι του. Μετά απ’αυτό οι υπόλοιποι ήταν πιο προσεκτικοί στις απόπειρές τους.

Τελικά, η Χριστίνα Ταχυδάκτυλη ήταν που κατόρθωσε να ρίξει τη Τζένιφερ από τη σανίδα. Στεκόμενη στην άκρη της πισίνας, τίναξε ένα μακρύ μαστίγιο. Η δερμάτινη ουρά τυλίχτηκε γύρω από τη δεξιά κνήμη της Μαύρης Δράκαινας, και η Χριστίνα τράβηξε βίαια, γρυλίζοντας. Η Τζένιφερ προσπάθησε, απεγνωσμένα, να ισορροπήσει, αλλά έπεσε, κάνοντας το νερό της πισίνας να τιναχτεί ολόγυρα. Φωνές και σφυρίγματα αντήχησαν, και κάποιοι άρπαξαν τη Χριστίνα και τη σήκωσαν στα χέρια, πάνω απ’τα κεφάλια τους, φωνάζοντας Καινούργια Μαύρη Δράκαινα! Καινούργια Μαύρη Δράκαινα! ενώ εκείνη γελούσε μη μπορώντας να σταματήσει.

Ο Ορείχαλκος γελούσε επίσης, πίνοντας ακόμα ένα ποτήρι τάο βις, καθώς καθόταν σ’ένα ψηλό σκαμνί του μπαρ, πλάι στην Παντοκράτειρα (η οποία εξακολουθούσε να είναι καθισμένη επάνω στο μπαρ). Αισθανόταν πλέον κι αυτός ζαλισμένος και ακραία ευδιάθετος. Δεν πρέπει να παρασύρομαι, όμως, προειδοποίησε τον εαυτό του. Ο Ελκράσ’ναρχ, αναμφίβολα, τον περίμενε να κάνει το παραμικρό λάθος για να τον βγάλει από τη μέση.

Και τότε αναρωτήθηκε: Πού είναι οι Υπερασπιστές τώρα; Μέσα στο πάρτι, τους είχε χάσει τελείως. Κοίταξε τριγύρω, και κατάφερε να εντοπίσει έναν ανάμεσα σε κάτι μεγάλα φυτά της Σάρντλι. Είχε την αίσθηση πως η δαιμονική οντότητα τον παρατηρούσε – εκείνον και μόνο εκείνον – και ρίγησε. Αλλά ο Ορείχαλκος είχε αφήσει τη σκιά του στον Αιθέρα, και ο φόβος δεν μπορούσε να παραμείνει εντός του.

Το πάρτι, τελικά, έληξε δυο ώρες πριν από το μεσημέρι, και ο Ορείχαλκος πήγε την Αγαρίστη στα διαμερίσματά της κρατώντας την στα χέρια. Δύο Υπερασπιστές τον ακολουθούσαν, σιωπηλοί και απειλητικοί όπως συνήθως.

Βίηλ

1.

Ο Δάρυλμος άπλωσε το χέρι του και έπιασε το γόνατό της καθώς εκείνη παραμέριζε την κουβέρτα και έκανε να σηκωθεί από το κρεβάτι. «Έλα, Φενίλδα, μείνε λίγο ακόμα, για μια φορά.»

Η Φενίλδα μειδίασε. «Έχω και δικό μου δωμάτιο εδώ· και μ’αρέσει.»

«Ναι, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα.»

Η Φενίλδα χτύπησε το χέρι του, για να το απομακρύνει από το γόνατό της, και σηκώθηκε από το κρεβάτι. Στάθηκε όρθια πλάι του, με τις σαγηνευτικές καμπύλες του ολόγυμνου γαλανόδερμου σώματός της ν’αντανακλούν το φως του τζακιού, κόβοντας την ανάσα του Δάρυλμος. «Επιπλέον,» συνέχισε η Φενίλδα, «είχαμε συμφωνήσει ότι απλά παίζουμε, έτσι δεν είχαμε συμφωνήσει;» Το μυστηριώδες θραύσμα μέσα στο αριστερό της μάτι γυάλιζε στην πορτοκαλιά ακτινοβολία που ήταν το μοναδικό φως στο μικρό δωμάτιο που ο Πρίγκιπας Νοσνάλτος είχε παραχωρήσει στον Δάρυλμος, στον ξενώνα του παλατιού της Πριγκιπικής.

Ο πρασινόδερμος επαναστάτης αναστέναξε, σχεδόν κωμικά – εσκεμμένα, ίσως. «Εσύ παίζεις, εγώ πεθαίνω.»

«Τα παραλές,» γέλασε η Φενίλδα. Σκύβοντας, τεντώθηκε πάνω απ’το κρεβάτι, πήρε το πρόσωπό του ανάμεσα στα χέρια της, και γέμισε το στόμα του με τα χείλη της.

«Άλλαξες γνώμη, λοιπόν;» ρώτησε ο Δάρυλμος κρατώντας την κοντά του.

«Όχι.» Η Φενίλδα αποτραβήχτηκε, υπομειδιώντας.

«Γιατί δε μένεις λίγο παραπάνω μια φορά; Τι θα συμβεί;» επέμεινε ο Δάρυλμος.

Η Φενίλδα σηκώθηκε πάλι απ’το κρεβάτι. Πήρε τα μεγάλα, στρογγυλά γυαλιά της από το κομοδίνο, και τα φόρεσε. «Σου είπα: έχω δωμάτιο.»

«Πάμε στο δωμάτιό σου, τότε! Δεν έχω πρόβλημα.»

«Όχι,» είπε η Φενίλδα· και, χωρίς να ρίξει τίποτα επάνω της, στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη για να φτιάξει τα μαλλιά της, τα οποία δεν έπεφταν πλέον ώς τη μέση, όπως παλιά, αλλά ώς τον ώμο, και ήταν πολύ πιο βολικά.

Άκουσε τον Δάρυλμος να μουγκρίζει πίσω της. «Γιατί;»

«Έτσι,» του είπε. Της άρεσε να τον πειράζει. Απορούσε γιατί ποτέ παλιότερα δεν το είχε σκεφτεί αυτό με κανέναν από τους εραστές της: και πάντα την ταλαιπωρούσαν με τα καμώματά τους.

«Καλά, Φενίλδα, όπως θέλεις.» Τον άκουγε απογοητευμένο.

Και γέλασε. Έχοντας τελειώσει με τα μαλλιά της, στράφηκε στο μέρος του. «Γιατί μου μουτρώνεις;» του είπε. «Αφού συμφωνήσαμε ότι απλά παίζουμε. Δε θα μείνω για πάντα στη Βίηλ, και το ξέρεις.»

«Εντάξει, μάλλον έχεις δίκιο,» παραδέχτηκε ο Δάρυλμος.

Η Φενίλδα πλησίασε το κρεβάτι. Στάθηκε και άνοιξε τα χέρια της, απλώνοντάς τα δεξιά κι αριστερά. «Μπορείς, όμως, να με ντύσεις.» Και δε θα ήταν η πρώτη φορά.

«Καλύτερα όχι.»

Κατέβασε τα χέρια της. «Γιατί όχι;»

«Βαριέμαι.»

«Θα πρέπει να ντυθώ μόνη μου, τότε,» είπε η Φενίλδα· και, στρέφοντάς του την πλάτη, ξεκίνησε.

Είχε μόλις τραβήξει τη λεπτή περισκελίδα της επάνω, όταν τον άκουσε να σηκώνεται από το κρεβάτι λέγοντας: «Άλλαξα γνώμη.»

Η Φενίλδα χαμογέλασε. «Ωραία,» είπε και έδωσε στον Δάρυλμος τον στηθόδεσμό της.

«Εξάλλου, συμφωνήσαμε ότι απλά παίζουμε.» Πλησίασε και φίλησε το πλάι του λαιμού της.

«Ακριβώς.»

Όταν την είχε ντύσει, φορώντας της το ένα ρούχο μετά το άλλο, με ελάχιστη βοήθεια από εκείνη, ο Δάρυλμος είπε: «Σίγουρα δε θέλεις να μείνεις;»

«Μην αρχίζουμε πάλι τα ίδια,» του αποκρίθηκε αγγίζοντας τα χείλη του με δύο δάχτυλά της.

Ο Δάρυλμος φίλησε τα δάχτυλα.

«Καληνύχτα,» είπε η Φενίλδα. «Και μην ξεχνάς ότι δεν είμαστε και τόσο μακριά.» Του έκλεισε το μάτι, το αριστερό, κρύβοντας προς στιγμή την παράξενη γυαλάδα του· ύστερα στράφηκε, άνοιξε την πόρτα, και βγήκε απ’το δωμάτιο του Δάρυλμος.

Το δικό της δωμάτιο, πράγματι, δεν ήταν και τόσο μακριά. Στον ξενώνα του παλατιού της Πριγκιπικής βρισκόταν κι αυτό, ανάμεσα στα δωμάτια άλλων επαναστατών της Λαμρίτ. Η ίδια η Πρόμαχος έμενε επίσης εδώ. Όπως κι ο Πολ. Οι δυο τους μοιράζονταν ένα δωμάτιο τελευταία, είχε παρατηρήσει η Φενίλδα. Όμως νόμιζε πως κι αυτοί απλά έπαιζαν· μάλλον ο Πολ δεν σκόπευε να μείνει στη Βίηλ, και η Λαμρίτ σίγουρα δεν σκόπευε να φύγει. Εδώ ήταν η πατρίδα της, και πολεμούσε χρόνια για να την απελευθερώσει.

Η Φενίλδα βάδισε προς το δωμάτιό της, βλέποντας ήδη την πόρτα αντίκρυ της αφού είχε στρίψει σε μια γωνία όπου στεκόταν ένα άγαλμα.

Ο Άλτρες φάνηκε, ξαφνικά, να διασχίζει τον διάδρομο, ερχόμενος προς το μέρος της. «Τι γίνεται, Φενίλδα; Περιδιαβαίνεις κι εσύ τόσο αργά;» Έμοιαζε λιγάκι πιωμένος.

«Νυχτερινοί περίπατοι,» του χαμογέλασε, καθώς περνούσαν ο ένας δίπλα από τον άλλο και συνέχιζαν τους αντίθετους δρόμους τους.

Τις τελευταίες ημέρες βρίσκονταν εδώ επαναστάτες που, κανονικά, θα είχαν φύγει για τ’ανατολικά, προκειμένου να βοηθήσουν στον πόλεμο εναντίον των Παντοκρατορικών του Έλρηνεχ και του Κάνρελ. Αποκλείεται και η Λαμρίτ και ο Πολ και ο Άλτρες και ο Δάρυλμος να ήταν όλοι στην Πριγκιπική συγχρόνως. Μπορεί κι εγώ να είχα πάει προς τ’ανατολικά, σκεφτόταν η Φενίλδα καθώς ξεκλείδωνε την πόρτα της κι έμπαινε στο δωμάτιο, πατώντας τον διακόπτη για ν’ανάψει την ενεργειακή λάμπα στο ταβάνι. Όλοι, όμως, οι επαναστάτες – και κυρίως αυτοί που θεωρούνταν αρχηγοί ανάμεσα στους υπόλοιπους – βρίσκονταν εδώ, στο παλάτι, από τότε που είχαν μάθει, μέσω των Ιεραρχών, ότι η Ανταρλίδα είχε μιλήσει με τον Τζακ’μορ Πολύχρωμο. Κανένας δεν έφευγε από την Πριγκιπική τώρα, μέχρι να δουν πού θα οδηγούσε, τελικά, ο Τζακ την Ανταρλίδα και την Αλιζέτ. Ο Δαίδαλος επέμενε ότι θα έπρεπε κι εκείνοι να πάνε εκεί, κατά πάσα πιθανότητα. Ό,τι κι αν συνέβαινε, ήταν κάτι το πολύ παράξενο.

Η Φενίλδα γδύθηκε και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Ο Πολ δεν πίστευε ότι ο Τάμπριελ θα αναστηνόταν, αλλά εκείνη είχε τις αμφιβολίες της. Είχε δει τόσα περίεργα να γίνονται τελευταία – πράγματα που θεωρούσε αδύνατα. Γιατί όχι κι αυτό, λοιπόν; Από την άλλη, βέβαια, δεν μπορούσε να φανταστεί πώς ακριβώς μπορεί να συνέβαινε. Ακόμα και το σώμα του Τάμπριελ είχε καεί. Θα εμφανιζόταν ένα καινούργιο σώμα από το πουθενά;

Έχοντας βγάλει τα γυαλιά της, έτριψε τα μάτια της και χασμουρήθηκε. Κοιμήσου, Φενίλδα, σκέφτηκε. Δεν είναι τώρα ώρα για να λύσεις αυτό το πρόβλημα. Ούτε ο Δαίδαλος δεν ξέρει τη λύση.

Κουκουλώθηκε στην κουβέρτα της (γιατί έκανε κρύο και, προτού πάει στο δωμάτιο του Δάρυλμος, δεν είχε ανάψει στο δικό της δωμάτιο ούτε το τζάκι ούτε το ενεργειακό σύστημα θέρμανσης), γύρισε στο πλάι, και έκλεισε τα μάτια.

Μετά από λίγο, κοιμήθηκε.

Και ξύπνησε ακούγοντας κάποιον να χτυπά την πόρτα.

Τι θέλουν νυχτιάτικα;

Η Φενίλδα άνοιξε τα βλέφαρα κι ανασηκώθηκε – για να διαπιστώσει, λιγάκι ξαφνιασμένη, ότι δεν ήταν νύχτα πλέον. Πρωινό φως έμπαινε από τα μισόκλειστα παντζούρια του παραθύρου της.

Καθάρισε τον λαιμό της και ρώτησε, δυνατά: «Ποιος είναι;»

«Ο υπηρέτης σου.»

Ο Δάρυλμος. Και του είχε πει ήδη, τρεις φορές τουλάχιστον, να μην αποκαλεί τον εαυτό του υπηρέτη της. Δε χρειάζομαι υπηρέτες, του είχε τονίσει. Αλλά εκείνος δεν άκουγε.

Η Φενίλδα σηκώθηκε απ’το κρεβάτι, βγαίνοντας από τα σκεπάσματα και διαπιστώνοντας πόσο κρύο έκανε. «Τώρα!» φώναξε στον Δάρυλμος. Και καθώς έβαζε τις μπότες της και μια ρόμπα, το βλέμμα της έπεσε πάνω στις δύο μάσκες που της είχε φτιάξει ο πρασινόδερμος επαναστάτης. Ήταν διακοσμητικές, φυσικά, καμωμένες με φοβερή δεξιοτεχνία, και κρέμονταν πάνω από το μικρό τζάκι της.

Η Φενίλδα άνοιξε την πόρτα. «Δε χρειάζομαι υπηρέτες,» είπε στον Δάρυλμος.

Εκείνος μειδίασε. «Τους έχεις παρ’όλ’αυτά.»

Η Φενίλδα αναποδογύρισε τα μάτια, μορφάζοντας. «Τι θέλεις;»

«Ο Δαίδαλος λέει πως η Ανταρλίδα και οι άλλοι έφτασαν εκεί που ήταν να φτάσουν, και καλύτερα να ετοιμαζόμαστε.»

Η Φενίλδα συνοφρυώθηκε. «Εκεί που ήταν να φτάσουν; Πού, δηλαδή;»

«Στο Μεγάλο Σχίσμα.»

«Πού;»

«Ο Τζακ ισχυρίζεται ότι πρέπει να κατεβούν εκεί μέσα για να βρουν τον Τάμπριελ.»

2.

«Το Μεγάλο Σχίσμα λένε πως δεν έχει πυθμένα,» είπε η Λαμρίτ, όταν εκείνη, ο Πολ, ο Δαίδαλος, η Φενίλδα, η Διάττα, ο Άλτρες, και ο Δάρυλμος ήταν όλοι συγκεντρωμένοι σε μια μικρή αίθουσα του παλατιού.

«Φυσικά και έχει,» είπε ο Δαίδαλος. «Αλλά είναι πολύ δύσκολο να φτάσει κανείς εκεί.»

«Έχεις πάει, δηλαδή;» ρώτησε η Λαμρίτ.

«Ας πούμε ότι έχω πλησιάσει, όμως δεν το θεώρησα σκόπιμο να φτάσω ώς το τέλος. Στον πυθμένα του Μεγάλου Σχίσματος βρίσκεται το Φως, Λαμρίτ. Το Φως της Βίηλ. Η ενέργειά της.»

«Το Φως έχει κάποια συγκεκριμένη πηγή;» Η Πρόμαχος έμοιαζε παραξενεμένη.

«Ναι. Περίπου. Στο κέντρο της διάστασης.»

Ο Πολ ρώτησε: «Γιατί μπορεί, λοιπόν, ο Τζακ να τους οδηγεί εκεί; Είναι δυνατόν εκεί να βρίσκεται ο Τάμπριελ;»

«Δεν ξέρω. Τίποτα δεν αποκλείεται. Προτείνω, όμως, να πάω μόνος μου, κι ας έρθει μονάχα η Φενίλδα μαζί μου, αν θέλει.»

Γιατί εγώ; παραξενεύτηκε εκείνη. Έχει κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό του; Θέλει να μου δείξει κάτι; Τον κοίταξε ερωτηματικά, αλλά ο μάγος δεν της έδωσε καμια εξήγηση.

Η Λαμρίτ, συγχρόνως, έλεγε: «Δε μπορούμε να σ’αφήσουμε να πας μόνος σου.»

«Εννοείται,» πρόσθεσε ο Άλτρες.

«Κι εγώ,» είπε η Διάττα, «πρέπει οπωσδήποτε να έρθω.»

«Οι άλλοι τρεις Ιεράρχες είναι υπεραρκετοί,» της τόνισε ο Δαίδαλος. «Δε θα έχεις να προσφέρεις κάτι παραπάνω.»

«Παρ’όλ’αυτά–»

«Διάττα, καλύτερα να μείνεις εδώ. Όταν θα λείπω, η Λαμρίτ θα μπορεί μέσα από εσένα να μαθαίνει τι μας συμβαίνει.»

«Δαίδαλε,» επανέλαβε η Λαμρίτ, «δεν θα πας εκεί μόνος. Θα–»

«Δεν έχετε καμια βοήθεια να μου προσφέρετε, Πρόμαχε. Μονάχα η Φενίλδα μπορεί, ίσως, να μου προσφέρει κάποια βοήθεια.» (Εγώ; απόρησε η Φενίλδα. Τι μπορώ να κάνω εγώ;) «Από εσάς το μοναδικό πράγμα που θέλω είναι η Χρυσαλλίδα και ο πιλότος της.»

«Σε χρειαζόμαστε,» του είπε η Λαμρίτ. «Αν εξαιτίας κάποιας κακοτυχίας σε χάσουμε….»

«Δεν είμαι πληρωμένος μισθοφόρος, Πρόμαχε,» της θύμισε ο μάγος. «Βρίσκομαι εδώ επειδή θέλω να βρίσκομαι. Μην το ξεχνάς αυτό.»

«Εντάξει, δεν είπα το αντίθετο… Αλλά αν συμβεί κάτι με τα αυτοκίνητα….»

«Δεν θα αργήσω. Κι αν αργήσω, τότε σας πρόσφερα ό,τι μπορούσα να σας προσφέρω όσο ήμουν μαζί σας, κι αυτό ήταν.»

Της Λαμρίτ δεν φαινόταν να της αρέσει τούτο, όμως δεν προσπάθησε να διαφωνήσει. «Πότε θα φύγεις, λοιπόν; Τώρα;»

«Ναι.» Και στράφηκε στη Φενίλδα, η οποία ήταν καθισμένη σε μια καρέκλα κοντά στο τζάκι. «Θα έρθεις;»

Κάτι μέσα της την έκανε να γνέψει καταφατικά χωρίς δισταγμό. «Ναι,» είπε, και σηκώθηκε.

Ο Δαίδαλος σηκώθηκε επίσης από την πολυθρόνα του. «Θα πεις στον πιλότο να έχει έτοιμη τη Χρυσαλλίδα, Πρόμαχε;»

Η Λαμρίτ ένευσε, φανερά βεβιασμένα. «Θα του το πω.»

«Μια στιγμή, μάγε,» είπε ο Πολ. «Δε μπορείς να πας μόνος σου και να πάρεις και τη Φενίλδα. Εγώ ήμουν με τον Τάμπριελ από την αρχή.»

«Θέλεις να έρθεις μαζί μας;» τον ρώτησε ο Δαίδαλος.

«Το ξέρω ότι θα το μετανιώσω πικρά, αλλά, ναι, θα έρθω.»

«Όχι!» παρενέβη η Λαμρίτ, έντονα. «Θα μείνεις εδώ.»

Ο Πολ κούνησε το κεφάλι. «Είμαι περίεργος να μάθω–»

«Η Επανάσταση, όμως, σε χρειάζεται κι εσένα όσο και τον Δαί–»

«Όπως κι ο Δαίδαλος, έτσι κι εγώ είμαι εδώ επειδή το θέλω να είμαι.»

Η Λαμρίτ ήταν τώρα όρθια, θυμωμένη. «Αν φύγετε όλοι, ό,τι κάναμε ίσως να πάει χαμένο!»

«Αποκλείεται,» είπε ο Δαίδαλος. «Ακόμα κι αν εξαφανιστούμε, το Κίρτβεχ θα εξακολουθήσει να είναι εξεγερμένο κατά της Συμπαντικής Παντοκρατορίας–»

«Και η Νίνα,» πρόσθεσε ο Πολ, «γνωρίζει, ούτως ή άλλως, καλύτερα το δίκτυο των πρακτόρων της Παντοκράτειρας απ’ό,τι εγώ σε τούτα τα μέρη.»

«Η Νίνα;» φώναξε η Λαμρίτ. «Δεν την εμπιστεύομαι τη Νίνα, ακόμα κι ύστερα απ’όσα έγιναν! Εσύ θα μπορείς ευκολότερα να δεις αν σκέφτεται να μας στήσει κάποια απάτη, και το ξέρεις, Πολ!» Κοπάνησε τη γροθιά της επάνω στο τραπέζι. Στις καρέκλες του ήταν, τώρα πλέον, καθισμένοι μόνο ο Δάρυλμος κι ο Άλτρες, κοιτάζοντας την Πρόμαχο και τους υπόλοιπους σιωπηλά, αναποφάσιστα· προβληματισμένα ίσως.

«Δεν πρόκειται να κάνει καμία απάτη,» είπε ο Πολ.

«Εγώ δεν είμαι και τόσο σίγουρη γι’αυτό!»

«Πρόμαχε,» τους διέκοψε ο Δαίδαλος, «αρκετά έχουμε καθυστερήσει. Η Ανταρλίδα κι οι άλλοι μάς περιμένουν, και το Μεγάλο Σχίσμα απέχει εκατοντάδες χιλιόμετρα από εδώ.»

Η Λαμρίτ τούς αγριοκοίταζε όλους.

Την έχουμε τσαντίσει, σκέφτηκε η Φενίλδα. Αν ήμασταν από τους «κανονικούς» επαναστάτες της, μπορεί και να μας είχε κλοτσήσει.

«Θα επιστρέψουμε,» είπε ο Πολ στην Πρόμαχο της Επανάστασης. «Πού νομίζεις ότι θα εξαφανιστούμε; Θα μας καταπιεί αυτό το Μεγάλο Σχίσμα;»

«Αρκετά,» αποκρίθηκε η Λαμρίτ σταυρώνοντας τα χέρια της εμπρός της. «Κάντε ό,τι νομίζετε.»

3.

Ο Νελμάτρες τούς περίμενε κοντά στη Χρυσαλλίδα, στο αεροδρόμιο της Πριγκιπικής, φορώντας χειμωνιάτικα ρούχα αλλά όχι κάπα.

«Η Καπετάνισσα μ’ακούστηκε τσαντισμένη από τον δίαυλο,» τους είπε. «Είχατε διαφωνίες σχετικά με το σκάφος μου;»

«Τίποτα που θα σε κάνει να χαρείς αν το μάθεις,» αποκρίθηκε ο Πολ.

Ο Νελμάτρες μειδίασε. «Ελάτε,» είπε, και μπήκε στο μικρό, λιγνό αεροπλάνο που στεκόταν πάνω σε τέσσερα μεταλλικά πόδια τα οποία είχαν νύχια που έμοιαζαν να μπορούν να γαντζωθούν οπουδήποτε.

Η Φενίλδα, ο Πολ, και ο Δαίδαλος ακολούθησαν τον πιλότο στο εσωτερικό της Χρυσαλλίδας και κάθισαν – οι δύο πρώτοι πίσω του και ο τελευταίος δίπλα του.

«Πού πηγαίνουμε;» ρώτησε ο Νελμάτρες, καθώς πατούσε κουμπιά επάνω στην κονσόλα μπροστά του κλείνοντας τις πόρτες του αεροπλάνου και βάζοντας τις μηχανές του σε λειτουργία.

«Στο Μεγάλο Σχίσμα,» αποκρίθηκε ο Δαίδαλος.

«Μεγάλοι Κολοσσοί! Και τι περιμένουμε να βρούμε εκεί;»

«Κάποιους άλλους επαναστάτες, και μετά… βλέπουμε. Εσύ δεν θα μείνεις.»

«Αν δεν αργήσετε, δεν θα είχα πρόβλημα να σας περιμένω.»

«Θα κάνουμε παραπάνω από μία ημέρα, σίγουρα,» είπε ο Δαίδαλος. «Επομένως, θα σου πρότεινα να επιστρέψεις στην Πριγκιπική.»

Ο Νελμάτρες δεν αποκρίθηκε. Ύψωσε το αεροπλάνο πάνω από το αεροδρόμιο και το παλάτι και, ύστερα, άρχισε να το πιλοτάρει προς τα βορειοανατολικά, έχοντας στην οθόνη της κονσόλας του τον χάρτη της Βίηλ. «Θα πρέπει να περάσουμε από το Έλρηνεχ,» είπε, «όπου οι Παντοκρατορικοί πιθανώς να μας εντοπίσουν. Ειδικά τώρα με τον πόλεμο θα είναι πολύ προσεχτικοί, και κατά πάσα πιθανότητα θα καταδιώξουν ένα σκάφος σαν το δικό μας αν δεν συμφωνήσουμε να προσγειωθούμε. Θα έλεγα, το λοιπόν, να πάμε βόρεια και μετά ανατολικά, πάνω από το Νέφκαλ.»

«Και το Νέφκαλ θα περιφρουρεί τους ουρανούς του,» είπε ο Πολ.

«Σίγουρα, αλλά εκεί δεν έχουμε επιτεθεί ακόμα, και νομίζω ότι θα μπορέσουμε να περάσουμε πιο εύκολα. Τι λέτε;»

«Ας πάμε,» είπε ο Πολ. «Έτσι κι αλλιώς, το σκάφος σου είναι γρήγορο· δε θα χάσουμε και πολύ χρόνο. Τι λες, μάγε;»

«Πάμε,» συμφώνησε ο Δαίδαλος.

Η Φενίλδα παρατήρησε ότι κανένας δεν τη ρώτησε. Αλλά ήταν αναμενόμενο· δεν ήξερε καθόλου καλά τη Βίηλ, ούτε ήταν στρατιωτικός.

Η Χρυσαλλίδα πέταξε βόρεια-βορειοανατολικά, περνώντας πάνω από το Πριγκιπάτο Κίρτβεχ και πάνω από τις γκρίζες, ραγισμένες εκτάσεις της Καμένης Γης, και φτάνοντας στους Δασότοπους του Βορρά (όπως τους είπε ο Νελμάτρες – γιατί η Φενίλδα δεν είχε ιδέα πώς ονομάζονταν ετούτες οι περιοχές) όπου το σκηνικό άλλαζε τελείως και οι εκτάσεις γίνονταν πράσινες ώς εκεί που μπορούσες να δεις. Είχαν περάσει περίπου δυο ώρες ώς τώρα, και ήταν μεσημέρι. Ο Νελμάτρες έστρεψε τη Χρυσαλλίδα προς τα νοτιοανατολικά και συνέχισε την πτήση τους. Σύντομα άφησαν πίσω τους τους Δασότοπους του Βορρά και πέταξαν πάνω από πεδινά και λοφώδη εδάφη, όπου φαίνονταν πόλεις, χωριά, και οχυρά.

«Το Πριγκιπάτο Νέφκαλ;» ρώτησε η Φενίλδα.

«Ναι,» αποκρίθηκε ο πιλότος.

Και μετά από λίγο: «Τα Δαιμόνια τους, γαμώ! Μας εντόπισαν. Μας κάνουν σήμα.»

«Τι όπλα χρησιμοποιούνται στις αερομαχίες, στη Βίηλ;» ρώτησε ο Πολ.

«Έμβολα,» αποκρίθηκε ο Νελμάτρες, «και σε ακραίες περιπτώσεις εκρηκτικά. Έρχονται από πάνω σου και τα ρίχνουν ελπίζοντας να σε χτυπήσουν. Αλλά είναι πολύ ριψοκίνδυνο, γιατί μπορεί από την έκρηξη να χτυπηθεί κι ο επιτιθέμενος ή οι σύμμαχοί του.»

«Τι εννοείς έμβολα;» ρώτησε ο Πολ.

«Έμβολα – όπως στα πλοία. Έρχονται κοντά σου και σε χτυπάνε.»

«Σοβαρολογείς;»

«Ναι, αλλά δε μένουν επάνω σου: σε προσπερνάνε, φυσικά. Δεν είναι ακριβώς όπως στα πλοία.»

Η Φενίλδα ρώτησε: «Δεν είχες ξανάρθει παλιά στη Βίηλ, Πολ;»

«Είχα, όμως δεν είχε τύχει να βρεθώ σε αερομαχία.»

«Μας πλησιάζουν,» είπε ο Νελμάτρες κοιτάζοντας την κονσόλα του. «Τρία είναι. Μας κάνουν σήμα να προσγειωθούμε.»

«Μάγε,» ρώτησε ο Πολ, «δεν μπορείς να τους ρίξεις τίποτα;»

«Δεν έχω καθόλου χειροβομβίδες μαζί μου, Πολ.»

«Πολύ έξυπνο, κωμικέ. Αλλά αν μπορείς να κάνεις κάτι–»

«Μόλις πλησιάσουν, ίσως καταφέρω να διαταράξω την ομαλή ροή της ενέργειας στις εστίες τους.»

«Κι αυτό θα τους καταρρίψει;»

«Θα χάσουν ύψος, σίγουρα. Αλλά μη βασίζεσαι μόνο σε μένα, πιλότε,» είπε ο Δαίδαλος στον Νελμάτρες, ο οποίος κατένευσε.

Η Φενίλδα, κοιτάζοντας από το παράθυρο πλάι της, είδε ένα Παντοκρατορικό μαχητικό να έρχεται γυρίζοντας στο πλάι και δείχνοντας καθαρά τα μεγάλα έμβολα στα φτερά του. «Έρχεται να μας χτυπήσει!» προειδοποίησε η μάγισσα.

«Βοήθησέ με, Φενίλδα,» της είπε ο Δαίδαλος. «Δε μπορώ να διαταράξω την ενεργειακή ροή όλων τους συγχρόνως.»

Εγώ; σκέφτηκε η Φενίλδα, γι’ακόμα μια φορά εκείνη την ημέρα, σαν κάτι μέσα της να ήθελε να αμφισβητήσει τις ικανότητές της. Μετά, όμως, παρακινημένη από τα λόγια του Δαίδαλου, άρχισε να κάνει ένα Ξόρκι Ενεργειακής Συστολής, στέλνοντας τις μαγικά διευρυμένες αισθήσεις της προς τη μεριά του ερχόμενου αεροσκάφους. Δε μπορούσε να επικεντρωθεί, ωστόσο. Παρότι έβρισκε την εστία, βαθιά μέσα στο σκάφος, δεν μπορούσε να μπλοκάρει την ενεργειακή ροή της–

Και το Παντοκρατορικό ήρθε κοντά–

Το έμβολο χτύπησε τη Χρυσαλλίδα κάνοντάς τη να τρανταχτεί. Η Φενίλδα ταρακουνήθηκε, και το ξόρκι της διαλύθηκε.

Άκουσε τον Νελμάτρες να καταριέται τα Δαιμόνια, και μετά να λέει: «Το ένα έχασε ύψος! Εσύ το έκανες, μάγε;»

«Ναι,» απάντησε ο Δαίδαλος.

«Προσπάθησε ν’απομακρυνθείς από τ’άλλα, πιλότε, κι άσε τις κουβέντες!» γρύλισε ο Πολ. «Γαμώ τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος…»

Η Φενίλδα αισθανόταν τσαντισμένη με τον εαυτό της. Δεν είχε καταφέρει να βοηθήσει – δεν είχε καταφέρει να κάνει τίποτα! Κι έβλεπε, από το παράθυρό της, το εχθρικό αεροπλάνο να ζυγώνει πάλι, να γυρίζει στο πλάι, τα έμβολά του να γυαλίζουν στον μεσημεριανό ήλιο…

Η Φενίλδα άρθρωσε τα λόγια για το Ξόρκι Ενεργειακής Συστολής. Εστιάστηκε προς τη μεριά του Παντοκρατορικού μαχητικού, ψάχνοντας να διαταραξεί την ενεργειακή πηγή στα βάθη των μηχανών του. Μπορούσε να νιώσει το Φως παντού γύρω της, αλλά πολύ πιο ασθενικά απ’ό,τι άλλες φορές… Γιατί; Και τότε θυμήθηκε αυτό που είχε ακούσει να λένε για τα αεροσκάφη: ότι δεν μπορούσαν να πετάξουν και πάρα πολύ ψηλά επειδή, όσο πιο πολύ απομακρύνονταν από το έδαφος, τόσο πιο δύσκολο ήταν οι εστίες τους να αντλήσουν την ενέργεια της διάστασης, σαν το Φως να μην έφτανε ώς εδώ πάνω.

Η Φενίλδα, όμως, προσπάθησε

Και πάλι δεν πρόλαβε.

Είδε το έμβολο έξω απ’το παράθυρό της και, με μια ακούσια κραυγή, τινάχτηκε, σκύβοντας και βάζοντας τα χέρια της πάνω απ’το κεφάλι.

Δεν άκουσε, όμως, κανέναν ήχο θραύσης, ούτε αισθάνθηκε κανένα τράνταγμα όπως πριν. Τίποτα.

«Τι…;» έκανε, υψώνοντας το κεφάλι και κοιτάζοντας ολόγυρα.

«Παρά τρίχα, πιλότε,» είπε ο Πολ. «Έγδαρε το τζάμι, ο δαιμονισμένος.»

«Σοβαρά;» έκανε ο Νελμάτρες.

«Σχεδόν.»

Ο Νελμάτρες γέλασε. «Τους έχουμε αφήσει πίσω, τώρα,» είπε. «Και δε βλέπω να μας ακολουθούν.»

«Είσαι παιδί των Αρχαίων Κολοσσών, πιλότε.»

«Παλιά ιστορία, Πολ.»

«Υποτίθεται, όμως, πως θα μας πήγαινες από το Νέφκαλ για να μην συναντήσουμε τους λευκούς…»

«Ατυχήματα πάντα συμβαίνουν.»

«Αυτό παραλίγο νάταν το τελευταίο μας,» σχολίασε ο Πολ.

«Έχω δει και χειρότερα.»

«Κι εγώ. Πράγμα που, όμως, δεν πάει να πει τίποτα.»

«Τελικά, είσαι πολύ εντάξει άνθρωπος, Πολ, το ξέρεις;»

«Πρώτη φορά μού το λένε.»

Η Φενίλδα απορούσε πώς είχαν όρεξη για κουβέντα. Ύστερα, μειδίασε κι έστρωσε τα γυαλιά της.

4.

Η Ανταρλίδα καταλάβαινε ότι δεν ήταν δυνατόν ο Δαίδαλος κι οι άλλοι να έρθουν αμέσως. Το Πριγκιπάτο Κίρτβεχ απείχε εκατοντάδες χιλιόμετρα από το Μεγάλο Σχίσμα. Ωστόσο δεν μπορούσε και να περιμένει. Αισθανόταν ανυπόμονη. Νευρική. Βημάτιζε πέρα-δώθε, ενώ οι υπόλοιποι ήταν καταυλισμένοι γύρω από το όχημά τους.

«Ακόμα διαισθάνεσαι τον Τάμπριελ από κάτω μας;» ρώτησε τον Τζακ όταν είχε έρθει το μεσημέρι.

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνος.

«Ανταρλίδα.»

Η Μαύρη Δράκαινα γύρισε για να κοιτάξει την Ιλρίνα’νορ.

«Κάθισε,» της είπε η μάγισσα. «Δε θα έρθουν πιο γρήγορα αν συνέχεια κάνεις γύρω-γύρω.»

Η Ανταρλίδα ήξερε πως η Ιλρίνα είχε δίκιο. Και σπάνια ήταν τόσο νευρική. Σχεδόν ποτέ, βασικά. Η εκπαίδευσή της το απέτρεπε· συνιστούσε υπομονή. Αν μόνο αυτή η περίπτωση δεν αφορούσε τον Τάμπριελ… κι αν δεν ήταν τόσο, μα τόσο, παράξενη…

Ωστόσο, η Ανταρλίδα κάθισε επάνω σε μια πέτρα, κοντά στην άκρη του Μεγάλου Σχίσματος, στρέφοντας το βλέμμα της στα βάθη του που έμοιαζαν ατελείωτα. Δεν είχε και πολλές ελπίδες ότι εκεί κάτω θα έβρισκαν τον Τάμπριελ. Ή μάλλον, ένα μέρος του μυαλού της της έλεγε ότι ήταν αδύνατο να τον βρουν, εκεί ή οπουδήποτε, ενώ ένα άλλο μέρος του μυαλού της ήθελε να πιστεύει ότι μπορεί να υπήρχε έστω μια μικρή πιθανότητα.

Τάμπριελ… σκέφτηκε. Γιατί όλα έγιναν τόσο περίεργα από τότε που βυθιστήκαμε μαζί σ’εκείνον τον υπερδιαστασιακό στρόβιλο;

«Θα φας τίποτα;» τη ρώτησε η Αλιζέτ, μετά από κάποια ώρα, πλησιάζοντάς την.

Η Ανταρλίδα κούνησε το κεφάλι αρνητικά.

«Όπως θέλεις.»

Η Αλιζέτ απομακρύνθηκε πάλι, πηγαίνοντας κοντά στους υπόλοιπους. Δε μπορούσε να καταλάβει αυτές τις αντιδράσεις της Ανταρλίδας. Ή μάλλον, μπορούσε να καταλάβει ότι προέρχονταν από την αγάπη της για τον Τάμπριελ, αλλά τις θεωρούσε απαράδεκτες. Η Ανταρλίδα ήταν Μαύρη Δράκαινα, δεν ήταν; Ίσως όχι τόσο καλή όσο εγώ, όμως είναι Μαύρη Δράκαινα. Θα έπρεπε να επιδεικνύει περισσότερο έλεγχο του εαυτού της, σκέφτηκε η Αλιζέτ καθώς καθόταν ξανά στο έδαφος, κάτω από ένα στραβόκορμο δέντρο. Τι κερδίζει έτσι, μην ηρεμώντας, μην τρώγοντας; Εξαντλεί τις δυνάμεις της χωρίς κανέναν απολύτως λόγο. –Και τώρα καπνίζει, παρατήρησε, βλέποντας την Ανταρλίδα να ανάβει τσιγάρο καθισμένη επάνω στον βράχο, εξακολουθώντας να κοιτάζει τα βάθη του Μεγάλου Σχίσματος. Αλλά αυτό δεν είναι μόνο δικό της ελάττωμα. Κι άλλες Μαύρες Δράκαινες είχαν αυτή την ελεεινή συνήθεια, από παλιά: ορισμένες λιγότερο, ορισμένες περισσότερο. Η Αλιζέτ νόμιζε ότι, κανονικά, ο εκπαιδευτής τους, ο Άλδρος Λόρτραν, ο «Θεός», θα έπρεπε να τους το είχε απαγορεύσει να καπνίζουν. Το μόνο που έκανε το κάπνισμα ήταν να φθείρει το σώμα. Μια φορά, μάλιστα, κατά την περίοδο της εκπαίδευσής τους, η Αλιζέτ είχε τύχει να τους αναφέρει την άποψή της για το τσιγάρο ενώ ο Θεός δεν ήταν μπροστά, και είχαν γυρίσει και την είχαν απειλήσει πως θα την έσφαζαν έτσι κι έλεγε κάτι τέτοιο στον Άλδρος Λόρτραν, οι καταραμένες σκρόφες. Τότε η Αλιζέτ τις είχε φοβηθεί. Σήμερα δεν θα τις φοβόταν. Αλλά σήμερα ήταν πλέον αργά.

«Τι σου είπε;» τη ρώτησε Ιλρίνα’νορ, που ήταν καθισμένη παραδίπλα.

«Δεν έχει όρεξη για φαγητό.»

«Κατανοητό είναι,» είπε η μάγισσα, «αλλά θα έπρεπε να φάει κάτι. Δεν ξέρουμε πότε ακριβώς θα είναι εδώ ο Δαίδαλος κι οι άλλοι.»

«Δε νομίζω ν’αργήσουν, αν έρχονται μ’αεροπλάνο.» Και είχε ακούσει – οι Ιεράρχες είχαν πει – ότι κι ο Πολ θα ήταν μαζί τους. Το νέο αυτό την είχε κάνει να χαρεί που θα τον ξανάβλεπε. Αναρωτιόταν αν ο Πολ θα θυμόταν ακόμα τα φιλιά τους στις παρυφές των Δασότοπων των Λάν’τραχαμ. Η Αλιζέτ χαμογέλασε αχνά, καθώς αυτό ήρθε στο μυαλό της. Γιατί να έχει ξεχάσει; Εγώ τα θυμάμαι.

Η Ιλρίνα’νορ, μετά από μερικές στιγμές σιωπής, είπε: «Θέλω να δω πώς είναι ο Δαίδαλος στην πραγματικότητα. Σύμφωνα μ’αυτά που λέτε εσείς, πρέπει να είναι πολύ ιδιαίτερη προσωπικότητα.»

«Μη νομίζεις ότι εξωτερικά θα δεις τίποτα το σπουδαίο.»

«Δεν εννοώ εξωτερικά. Εννοώ… γενικά. Θέλω να δω πώς μιλάει, πώς… κάνει τη μαγεία του. Να μάθω τι σκέφτεται.»

«Σου έχει κινήσει τόσο την περιέργεια;»

«Φυσικά,» είπε η Ιλρίνα. «Λέτε πως δεν είναι μάγος του τάγματος των Πεφωτισμένων κι όμως χειρίζεται το Φως. Και φτιάχνει και ζωντανές οντότητες από μέταλλο. Μπορεί και χρησιμοποιεί τη μαγεία του μέσα από τους Ιεράρχες, από ασύλληπτες αποστάσεις! Σοβαρολογείς, Αλιζέτ; – πώς θα ήταν δυνατόν να μην μου είχε κινήσει την περιέργεια;»

«Υποθέτω ότι κι εμένα, αν ήμουν μάγισσα, θα με παραξένευαν όλ’αυτά. Όχι πως και τώρα δεν με παραξενεύουν, αλλά ούτως ή άλλως κάθε είδους μαγεία με παραξενεύει, Ιλρίνα.»

5.

Το μικρό αεροπλάνο παρουσιάστηκε στον ουρανό από πάνω τους όταν το μηχανικό ρολόι της Ανταρλίδας έδειχνε τρεις παρά είκοσι. Όλοι, αμέσως, σηκώθηκαν και τράβηξαν τα όπλα τους. Σίγουρα ήταν οι σύμμαχοί τους – ο Δαίδαλος κι οι άλλοι – κανένας δεν είχε αμφιβολία, όμως επίσης κανένας δεν ήθελε να το ριψοκινδυνέψει.

Το αεροσκάφος έστρεψε τους προωθητήρες του κάθετα, άπλωσε τα νυχάτα πόδια του, και κατέβηκε σε απόσταση περίπου δεκαπέντε μέτρων από το σταματημένο μεταβαλλόμενο όχημα. Οι πόρτες του άνοιξαν και ο Δαίδαλος, ο Πολ, η Φενίλδα, κι ένας άλλος άντρας βγήκαν, πλησιάζοντας την ομάδα της Ανταρλίδας και της Αλιζέτ.

«Εδώ είμαστε,» είπε ο Πολ καθώς συναντιόνταν. «Επάνω στην ώρα για καφέ, ίσως. Αν και δεν έχουμε φάει τίποτα, εκτός από ένα έμβολο στο πλάι του σκάφους μας.»

«Σας επιτέθηκαν;» ρώτησε η Αλιζέτ, γνωρίζοντας πώς γίνονταν οι αερομαχίες στη Βίηλ.

«Καθώς περνούσαμε από το Πριγκιπάτο Νέφκαλ. Ευτυχώς, όμως, το χτύπημα δεν ήταν σοβαρό. Τρία Παντοκρατορικά μαχητικά μάς κυνήγησαν. Και να φανταστείς ο κύριος μάς πήγε από κει για καλύτερα.» Έδειξε, με το βλέμμα του, τον επαναστάτη που η Αλιζέτ δεν ήξερε.

«Νελμάτρες,» συστήθηκε εκείνος. «Πιλότος: παλιά σε πλοίο, τώρα σε αεροπλάνο. Κι αν πηγαίναμε από το Έλρηνεχ, νομίζω πως τα πράγματα θα ήταν χειρότερα για εμάς.»

«Ίσως,» είπε ο Πολ.

Η Ανταρλίδα ρώτησε: «Δαίδαλε, τι πρέπει να κάνουμε;» Δεν είχε υπομονή για να συζητάνε ανοησίες σχετικά με το πώς ήταν το ταξίδι τους. Σημασία είχε ότι τώρα βρίσκονταν εδώ, και ήθελε επιτέλους να μάθει τι μπορούσε να γίνει για να ξαναδεί ζωντανό τον Τάμπριελ.

Ο Δαίδαλος δεν της απάντησε· στράφηκε στον Τζακ. «Εσύ είσαι ο Τζακ’μορ Πολύχρωμος;»

«Ναι.»

«Και νομίζεις ότι ο Τάμπριελ βρίσκεται στα βάθη του Μεγάλου Σχίσματος;»

«Ναι.»

Ο Δαίδαλος εστίασε το βλέμμα του επάνω στον Τζακ και υποτονθόρυσε τα λόγια για κάποιο ξόρκι. Μετά είπε: «Όντως, υπάρχει μια ενεργειακή οντότητα μέσα σου. Συμβιώνει μαζί σου. Και την αναγνωρίζω.»

«Την αναγνωρίζεις;» έκανε ο Τζακ, ξαφνιασμένος.

«Είναι ο ένας από τους Εραστές. Της Λετδάρκης, της διάστασης-φυλακής.»

Ο Τζακ τον παρατηρούσε συνοφρυωμένος τώρα. «Έχεις πάει εκεί;»

Ο Δαίδαλος ένευσε. «Πολύ παλιά. Ο Εραστής μού ζήτησε να τον πάρω από τη Λετδάρκη, αλλά αρνήθηκα. Τελικά, βρήκε εσένα για να τον μεταφέρεις…»

Η Ιλρίνα’νορ ρώτησε: «Ήταν πράγματι νεκρός και τον ανέστησε;»

«Πολύ πιθανόν,» είπε ο Δαίδαλος. «Αν το σώμα δεν έχει νεκρωθεί τελείως, και η ψυχή δεν έχει αποχωρήσει, μια αρκετά ισχυρή ενεργειακή οντότητα μπορεί να το επαναφέρει στη ζωή.»

«Και γιατί τώρα αυτή η οντότητα αναζητά τον Τάμπριελ;» ρώτησε η Ανταρλίδα.

«Δε μπορώ να είμαι βέβαιος, αν η ίδια δεν μας πει.» Ο Δαίδαλος στράφηκε πάλι στον Τζακ, ατενίζοντάς τον σαν να περίμενε κάποια απάντηση από αυτόν – ή, μάλλον, από τον Εραστή μέσα του.

Εκείνος, όμως, δεν μίλησε.

«Υποθέτω,» είπε ο Δαίδαλος, κοιτάζοντας ξανά την Ανταρλίδα τώρα, «πως θέλει να ρωτήσει τον Τάμπριελ πού θα μπορούσε να βρει ένα άλλο μέρος για να κατοικήσει. Ή ένα άλλο σώμα, ίσως.»

«Γιατί ο Τάμπριελ να ξέρει;»

«Γιατί όχι; Δεν είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος.»

«Είναι, επίσης, νεκρός, Δαίδαλε,» παρενέβη η Αλιζέτ. «Πώς θα τον βρούμε; Στην περίπτωση του Τζακ, υπήρχε τουλάχιστον το σώμα του. Στην περίπτωση του Τάμπριελ, δεν έχουμε τίποτα.»

«Θα πρέπει να ψάξουμε και να ανακαλύψουμε την απάντηση.» Η έκφραση στο πρόσωπο του Δαίδαλου μαρτυρούσε ότι το θέμα παρουσίαζε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για εκείνον.

«Μέσα στο Μεγάλο Σχίσμα;»

«Ναι, αφού εκεί λέει ο Τζακ ότι διαισθάνεται την παρουσία του…»

Η Ανταρλίδα είπε: «Θα χρειαστούμε ορειβατικούς εξοπλισμούς. Έχετε φέρει μαζί σας;»

«Ελάχιστους, για περίπτωση ανάγκης. Και σίγουρα δεν θα τους χρειαστούμε από τώρα – αν τους χρειαστούμε ποτέ.»

«Είναι αδύνατο να κατεβούμε αλλιώς εκεί κάτω,» είπε η Ανταρλίδα. «Ή μήπως σκέφτεσαι να πάμε με το αεροπλάνο;» Το Μεγάλο Σχίσμα ήταν αρκετά μεγάλο για να το χωρά.

«Αυτό θα ήταν καταστροφικό. Δε μπορείς να κατεβείς με αεροσκάφος στον πυθμένα του Μεγάλου Σχίσματος. Οι εστίες υπερφορτίζονται.»

«Γιατί;»

«Διότι το Μεγάλο Σχίσμα καταλήγει στο κέντρο της Βίηλ, στην καρδιά του Φωτός. Εκεί απ’όπου εκπηγάζει όλη η ενέργεια της διάστασης.»

«Τι θα κάνουμε, επομένως;» ρώτησε η Ανταρλίδα.

«Υπάρχει δρόμος για να κατεβούμε. Θα σας οδηγήσω.»

6.

Οι Ιεράρχες, η Ιλρίνα’νορ, η Ανταρλίδα, ο Τζακ, και ο Δαίδαλος μπήκαν στο μεταβαλλόμενο όχημα· ο Πολ, η Αλιζέτ, η Φενίλδα, και ο Νελμάτρες μπήκαν στο αεροπλάνο και τους ακολούθησαν πετώντας από πάνω τους. Ο Δαίδαλος έδειχνε τον δρόμο στην Ανταρλίδα καθώς εκείνη οδηγούσε. Την έβαλε να πάει νοτιοανατολικά, να περάσει από την ανατολική άκρη του Μεγάλου Σχίσματος, να στρίψει, και να προχωρήσει κατά μήκος της νότιας μεριάς του, πηγαίνοντας προς τα δυτικά τώρα. Τα εδάφη ήταν άτσαλα αλλά το όχημά τους δεν είχε πρόβλημα να τα διασχίζει.

Μετά από τρεισήμισι ώρες, όταν είχε αρχίσει να νυχτώνει, ο Δαίδαλος είπε στην Ανταρλίδα να σταματήσει, κι εκείνη σταμάτησε. Απέξω μπορούσε να δει ένα τοπίο που δεν είχε τίποτα το αξιοσημείωτο. Βραχώδες ήταν, με κάτι λίγα άφυλλα δέντρα από δω κι από κει. Δύο λύκοι έτρεχαν να απομακρυνθούν από το όχημα, θορυβημένοι από την παρουσία του.

«Τι είναι εδώ;» ρώτησε τον Δαίδαλο.

«Εδώ υπάρχει μια σπηλιά,» αποκρίθηκε ο μάγος, «που οδηγεί στα βάθη του Μεγάλου Σχίσματος.»

Από πάνω τους, η Χρυσαλλίδα άρχισε να κατεβαίνει, και γρήγορα προσγειώθηκε τσακίζοντας και καίγοντας κάτι χαμόδεντρα. Οι επιβάτες της βγήκαν, καθώς και η Ανταρλίδα κι οι άλλοι έβγαιναν από το όχημα. Η Ιλρίνα’νορ φαινόταν κουρασμένη από τη δουλειά στο ενεργειακό κέντρο. Ακούμπησε την πλάτη της πάνω στο σταματημένο τροχοφόρο ενώ οι υπόλοιποι συγκεντρώνονταν μπροστά της.

Ο Δαίδαλος τούς είπε αυτό που είχε πει και στην Ανταρλίδα.

«Δηλαδή, η σπηλιά φτάνει ώς κάτω;» ρώτησε ο Πολ.

«Όχι,» αποκρίθηκε ο μάγος. «Αλλά υπάρχει εκεί μια σήραγγα η οποία καταλήγει στο νότιο τοίχωμα του Μεγάλου Σχίσματος.»

«Και μετά;»

«Μετά υπάρχουν μονοπάτια. Όπου θα πρέπει να βαδίσουμε προσεχτικά.»

«Επομένως, υποθέτω ότι δεν θα κατεβούμε απόψε.»

«Αύριο,» είπε ο Δαίδαλος. «Τώρα θα πρότεινα να ξεκουραστούμε.» Και κοίταξε την Ανταρλίδα.

Εκείνη ένευσε, καταλαβαίνοντας ότι αυτό ήταν το πιο λογικό. «Πόσες ώρες υπολογίζεις να κάνουμε μέχρι να φτάσουμε στον πυθμένα του Μεγάλου Σχίσματος, Δαίδαλε;» ρώτησε.

«Δε θα κάνουμε ώρες, Ανταρλίδα. Θα κάνουμε δυο-τρεις μέρες, στην καλύτερη περίπτωση.»

«Μέρες;» πετάχτηκε ο Πολ. «Θα κατεβαίνουμε εκεί κάτω για μέρες, μάγε;»

«Δε γίνεται πιο γρήγορα.»

«Έχεις κατεβεί εσύ, παλιότερα;» τον ρώτησε η Ανταρλίδα.

«Ναι,» απάντησε ο Δαίδαλος. «Αλλά όχι ώς τον πυθμένα. Κάπου σταμάτησα…»

Η Ανταρλίδα συνοφρυώθηκε. Κάποιος ιδιαίτερος λόγος; Ή κίνδυνος; «Γιατί;»

«Δεν ήθελα να γνωρίσω το Φως της Βίηλ από τόσο κοντά,» αποκρίθηκε ο Δαίδαλος, κι εκείνη καταλάβαινε ότι έκρυβε κάτι.

«Υπάρχει κίνδυνος; Μπορεί να μας σκοτώσει το Φως;»

«Το Φως, από τέτοια απόσταση, σίγουρα δεν είναι ακίνδυνο. Όμως εκεί κάτω κατοικούν και… άλλες οντότητες.»

«Τι οντότητες;»

«Έχεις ακούσει για τους Οδηγούς της Βίηλ;»

«Ναι.»

«Νομίζω πως εκεί κάτω είναι το σπίτι τους.»

«Δαίδαλε,» είπε τότε η Φενίλδα, «η Λαμρίτ είχε κάποιες… συναναστροφές με μια Οδηγό. Αυτή που συντροφεύει τον Ταλμάρος τον Οδηγημένο – τον πειρατή.»

Ο Δαίδαλος την κοίταξε συνοφρυωμένος. «Τι συναναστροφές;»

Η Φενίλδα εξήγησε όσο καλύτερα μπορούσε.

«Μάλιστα,» είπε ο Δαίδαλος, σκεπτικά. «Συνηθισμένη περίπτωση.»

Η Αλιζέτ ρώτησε: «Ξέρεις τι είναι οι Οδηγοί;»

«Ακριβώς, όχι· και αμφιβάλλω αν κανένας εκτός απ’τους ίδιους το γνωρίζει αυτό. Πάντως, γενικά, οι Οδηγοί είναι οντότητες άμεσα συνδεδεμένες με τη Βίηλ. Κάποιοι από αυτούς ήταν παλιότερα άνθρωποι σαν εμάς, αλλά μετά έγιναν ένα με τη διάσταση. Είναι προέκτασή της.»

«Και ο Τάμπριελ μπορεί να έχει κάποια σχέση μαζί τους;» ρώτησε η Ανταρλίδα.

«Αυτό αναρωτιέμαι κι εγώ,» είπε ο Δαίδαλος.

7.

Πέρασαν τη νύχτα κατασκηνωμένοι κοντά στο Μεγάλο Σχίσμα, με το πελώριο φεγγάρι της Βίηλ να τους ατενίζει από ψηλά στον σκοτεινό ουρανό.

Η Ανταρλίδα, αρχικά, ρωτούσε τον Δαίδαλο πώς πίστευε ότι μπορεί ο Τάμπριελ να επανερχόταν στη ζωή – πώς μπορεί αυτό να ήταν δυνατό. Εκείνος, όμως, της είπε ότι δεν είχε απάντηση να της δώσει. Ακόμα κι όταν η Ανταρλίδα τού ανέφερε πως νόμιζε ότι είχε δει έναν Οδηγό – έναν μυστηριώδη μασκοφόρο – στην κηδεία του Τάμπριελ («Εγώ και μόνο εγώ τον είδα· κανένας άλλος»), ο μάγος εξακολουθούσε να μη μπορεί να φτάσει σε κάποιο συμπέρασμα. «Η κατάσταση είναι ασυνήθιστη, Ανταρλίδα. Θα πρέπει να ακολουθήσουμε την ανιχνευτική μέθοδο.»

«Τι είναι αυτή η μέθοδος;»

«Με άλλα λόγια, ‘βλέποντας και κάνοντας’.»

Και η Ανταρλίδα σταμάτησε τις ερωτήσεις της. Πήγε στο εσωτερικό του οχήματος και προσπάθησε να κοιμηθεί.

Η Ιλρίνα’νορ, τότε, πλησίασε τον Δαίδαλο κι άρχισε να του μιλά για διάφορα πράγματα: σχετικά με τη χρήση του Φωτός, σχετικά με τα αυτοκίνητα. Αλλά δεν καταλάβαινε τις περισσότερες από τις απαντήσεις του. Τι έξυπνος άνθρωπος! σκέφτηκε, εντυπωσιασμένη. Ιδιοφυής. Μιλά για πράγματα που ανέκαθεν θεωρούσα αδύνατα σαν να είναι συνηθισμένα!

Η Φενίλδα, καθισμένη παραδίπλα, τυλιγμένη και κουκουλωμένη στην κάπα της για να προστατεύεται από το κρύο, έβλεπε την Πεφωτισμένη μάγισσα και χαμογελούσε κρυφά. Σ’όλους αυτή την επιρροή έχει ο Δαίδαλος, παρατήρησε. Ευτυχώς η Ιλρίνα δεν είναι παλαβή σαν τον Καρτάφες. Η Φενίλδα νόμιζε ότι την είχε ήδη συμπαθήσει, από τη συμπεριφορά της.

Οι Ιεράρχες κάθονταν σιωπηλά γύρω από μια φωτιά, και η Ράιλμεχ ακόνιζε το σπαθί της. Ο Τζακ ήταν ανάμεσά τους, τρώγοντας, εξίσου σιωπηλός. Τα μάτια του, όμως, τους παρατηρούσαν όλους, γιατί τον ενδιέφερε να ξέρει πώς αντιδρούσαν, πώς συμπεριφέρονταν. Δεν είχε ξεχάσει όσα είχε μάθει ως πράκτορας του Ελκράσ’ναρχ επειδή ο Εραστής κι εκείνος είχαν πλέον γίνει ένα. Επίσης, κάπου-κάπου, αναρωτιόταν τι να είχε συμβεί στην Ανδρομάχη. Η Ανταρλίδα, κάποια στιγμή ενώ ταξίδευαν προς το Μεγάλο Σχίσμα, είχε υποκύψει στις ερωτήσεις του και του είχε απαντήσει ότι η Ανδρομάχη κατάφερε να δραπετεύσει από τα μπουντρούμια του κάστρου της Νέλερβικ και να βουτήξει στον ποταμό. Ίσως και να πνίγηκε, του είχε πει. Αλλά ο Τζακ δεν νόμιζε ότι η Ανδρομάχη θα είχε πνιγεί. Αν ήξερε κάτι καλά, εκτός απ’το να ξιφομαχεί, ήταν να επιβιώνει. Πρέπει να ήταν ζωντανή, υπέθετε, και μάλλον θα είχε κατευθυνθεί προς το Σάνκριλαμ για να βρει καταφύγιο. Πουθενά στην ανατολική Βίηλ δεν θα ήταν ασφαλής· οι πράκτορες της Επανάστασης την κυνηγούσαν.

Ο Νελμάτρες δεν ήταν μέσα στην κατασκήνωση των υπόλοιπων. Κοιμόταν στο εσωτερικό της Χρυσαλλίδας, τυλιγμένος σε μια κουβέρτα, και ονειρευόταν ότι πιλόταρε ένα καράβι που πετούσε, και ότι καπετάνισσα του σκάφους ήταν η Λαμρίτ.

Η Αλιζέτ δεν έδινε σημασία σε κανέναν από τους άλλους καθώς μιλούσε με τον Πολ, ρωτώντας τον πώς ήταν τα πράγματα στο Κίρτβεχ, τι είχε συμβεί, και λέγοντάς του ότι κι εκείνη θα προτιμούσε να ήταν εκεί, όπου είχε περισσότερο ενδιαφέρον· στην ανατολική Βίηλ τα πράγματα ήταν βαρετά.

«Βαρετά;» έκανε ο Πολ. «Αν κατάλαβα καλά απ’αυτά που έλεγε η Διάττα, κοντέψατε να σκοτωθείτε παραπάνω από μια φορά.»

«Σαχλαμάρες,» είπε η Αλιζέτ. «Η μόνη επικίνδυνη περίπτωση – όχι για εμένα, βέβαια – ήταν όταν ο Τζακ και η Ανδρομάχη διείσδυσαν στο κάστρο της Νέλερβικ για να δολοφονήσουν τον Τάμπριελ.»

«Και η μάχη της Τάσβεραλ;»

Η Αλιζέτ ανασήκωσε τους ώμους. «Απλά, ακόμα μια μάχη.»

«Τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος… Εσείς οι Μαύρες Δράκαινες με εκπλήσσετε με την παλαβομάρα σας.»

«Δεν είμαι σαν τις άλλες Μαύρες Δράκαινες που έχεις γνωρίσει.»

«Δεν έχω γνωρίσει και τόσες πολλές,» είπε ο Πολ. «Μόνο εσένα και την Ανταρλίδα.»

«Δε θα βρεις άλλη σαν εμένα.» Τα γκρίζα μάτια της αντανακλούσαν το φως της φωτιάς ανάμεσά τους σαν ατσάλινες λεπίδες.

«Ο Τάμπριελ, τελικά, θα έπρεπε να σε είχε κρατήσει δεμένη,» είπε ο Πολ, και ήπιε μια γουλιά κρασί από το φλασκί του.

Η Αλιζέτ τού πήρε το φλασκί για να πιει κι εκείνη. Κρασί από το Έλρηνεχ, κατάλαβε αμέσως. Το είχε γευτεί αμέτρητες φορές, αφού το συγκεκριμένο Πριγκιπάτο ήταν η πατρίδα της μέσα στη Βίηλ. «Αν νομίζεις ότι είμαι τόσο μεγάλη απειλή, θα μπορούσες να με δέσεις εσύ ο ίδιος, Πολ.»

«Μάλλον δε θα είχα καμια πιθανότητα να το καταφέρω, εκτός αν κοιμόσουν. Αλλά δε νομίζω ότι κοιμάσαι ποτέ.»

Η Αλιζέτ γέλασε. «Θα μπορούσες να με μεθύσεις.»

«Θα έπιανε;»

Η Αλιζέτ ήπιε κι άλλο κρασί. «Δε θα μάθεις αν δεν προσπαθήσεις.»

«Εσύ κρατάς το φλασκί,» παρατήρησε ο Πολ.

Η Αλιζέτ τού το έδωσε. Εκείνος το πήρε και της έδωσε να πιει. Μία, δύο, τρεις φορές.

«Είσαι τώρα αρκετά ζαλισμένη;» τη ρώτησε.

Η Αλιζέτ σηκώθηκε όρθια, με μια γρήγορη κίνηση, κι έπιασε τον ώμο της κάπας του, τραβώντας τον για να την ακολουθήσει. Ο Πολ την ακολούθησε: μέσα στα σκοτάδια, πέρα απ’τον καταυλισμό τους, πίσω από δύο ψηλούς ογκόλιθους που έμοιαζαν επικίνδυνοι να κατρακυλήσουν αν εξασκούσες επάνω τους αρκετή υπεράνθρωπη δύναμη. Η Αλιζέτ και ο Πολ δεν εξασκούσαν τόσο μεγάλη δύναμη καθώς φιλιόνταν ακουμπισμένοι επάνω στη μία από τις πελώριες πέτρες.

«Δεν πρόκειται να σε δέσω χωρίς φωτιά εδώ πέρα,» της είπε σε κάποια στιγμή, με το στόμα του κοντά στο αφτί της.

«Ναι,» αποκρίθηκε ξέπνοα η Αλιζέτ. «Ας ανάψουμε μια φωτιά.»

Κι αφού ο Πολ ενεργοποίησε τον φακό του, έψαξαν για ξύλα εκεί γύρω.

8.

«Πού στα δάση του Κάρτωλακ έχουν εξαφανιστεί αυτοί;» γρύλισε η Ανταρλίδα, το πρωί, όταν βγήκε απ’το όχημα και δεν έβλεπε πουθενά τον Πολ και την Αλιζέτ.

«Νομίζω πως τους είδα να σηκώνονται και να πηγαίνουν προς τα κει,» της είπε ο Τζακ, δείχνοντας.

Η Ανταρλίδα τον κοίταξε με καχυποψία. «Πότε;»

«Το βράδυ. Μετά δεν ξέρω τι έγινε· έπεσα και κοιμήθηκα.»

Κι ούτε κανείς άλλος ήξερε πού βρίσκονταν. Είχαν όλοι κοιμηθεί χωρίς να φυλάξει κανένας σκοπιά επειδή ο Δαίδαλος τούς είπε ότι είχε υφάνει μια μαγγανεία μέσω της οποίας αν κάποιος πλησίαζε θα τον καταλάβαινε αμέσως. Τρομερή απερισκεψία, νόμιζε η Ανταρλίδα. Αν ήμουν ξύπνια, τα πράγματα θα είχαν γίνει αλλιώς! Αλλά εκείνη είχε κοιμηθεί πριν απ’τους υπόλοιπους, μέσα στο μεταβαλλόμενο όχημα, νιώθοντας ψυχικά κουρασμένη από την αναμονή και από το γεγονός πως ούτε ο Δαίδαλος δεν γνώριζε τι ακριβώς θα συναντούσαν στα βάθη του Μεγάλου Σχίσματος και, κυρίως, αν ο Τάμπριελ ήταν όντως ζωντανός ή όχι.

«Σίγουρα τούς είδες να πηγαίνουν προς τα κει;» είπε στον Τζακ.

«Ναι.»

Η Ανταρλίδα βάδισε γρήγορα προς εκείνη την κατεύθυνση, με τις αισθήσεις της σε πλήρη εγρήγορση κι έτοιμη να τραβήξει το σπαθί της αν χρειαζόταν. Ωστόσο δε νόμιζε ότι τίποτα κακό είχε συμβεί. Είχε, μάλιστα, μια πολύ συγκεκριμένη υποψία γιατί οι δυο τους μπορεί να είχαν απομακρυνθεί από τον καταυλισμό. Θυμόταν τότε, στις βόρειες παρυφές των Δασότοπων των Λάν’τραχαμ, που τους είχε παρακολουθήσει, κρυμμένη, να φιλιούνται ανάμεσα στα δέντρα. Νόμιζα ότι η Αλιζέτ ίσως προσπαθούσε να τον παραπλανήσει για να τον χρησιμοποιήσει εναντίον μας… αλλά τελικά πρέπει να τον συμπαθεί. Την είχε ακούσει, ορισμένες φορές, να μιλά για τον Πολ με κάποιο ενδιαφέρον, όσο βρίσκονταν στην ανατολική Βίηλ.

Η Ανταρλίδα, έχοντας περάσει πίσω από δύο ψηλούς ογκόλιθους, σταμάτησε απότομα.

Είχα δίκιο, λοιπόν.

Οι δυο τους ήταν ξαπλωμένοι πλάι σε μια σβησμένη φωτιά, τυλιγμένοι στις βαριές κάπες τους, ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Οι μπότες τους και πολλά από τα ρούχα τους ήταν ριγμένα παραδίπλα.

Η Ανταρλίδα χτύπησε τη λεπίδα του σπαθιού της πάνω σ’έναν απ’τους ογκόλιθους, και ο Πολ κι η Αλιζέτ ξύπνησαν αμέσως. Η Σκοτεινή Βασίλισσα έκανε, από ένστικτο, να πάρει πολεμική στάση, αλλά η Ανταρλίδα είδε ξαφνιασμένη ότι οι καρποί της ήταν δεμένοι μπροστά της, και το σχοινί ενωνόταν μ’ένα επίσης σχοινένιο κολάρο στον λαιμό της. Οι αγκώνες της ήταν υποχρεωτικά λυγισμένοι, και τα χέρια της κάλυπταν τα γυμνά της στήθη.

«Τα κέρατα του Κάρτωλακ!» αναφώνησε η Ανταρλίδα. «Τι…;»

«Τι κάνεις εδώ, Ανταρλίδα;» είπε ο Πολ, ενώ η Αλιζέτ την ατένιζε μ’ένα βλέμμα γεμάτο οργή, και το πρόσωπο κι ο λαιμός της είχαν αρχίσει να κοκκινίζουν.

«Εσείς τι κάνετε εδώ;» αντιγύρισε η Ανταρλίδα. «Φύγατε απ’τον καταυλισμό; Τρελαθήκατε; Μπορεί να–!»

«Φύγε, Ανταρλίδα!» γρύλισε η Αλιζέτ. «Θα έρθουμε! Φοβήθηκες μη μας φάει κανένα θηρίο;»

«Καλά έκανες και την έδεσες,» είπε η Ανταρλίδα στον Πολ. «Ίσως θα έπρεπε να την κρατήσουμε έτσι – για καλό και για κακό.» Και η όψη της Αλιζέτ – εξοργισμένη, προσβεβλημένη, και αβοήθητη συγχρόνως: σπάνιο θέαμα πραγματικά σ’αυτό το πρόσωπο – έκανε την Ανταρλίδα να γελάσει αληθινά για πρώτη φορά εδώ και πολύ καιρό.

«Αν τη λύσω τώρα, θα σε σκοτώσει, νομίζω,» είπε ο Πολ.

«Γι’αυτό σου λέω: άστην έτσι.»

«Τότε θα σκοτώσει κι εμένα.»

«Θα συζητάτε για πολύ ακόμα;» γρύλισε η Αλιζέτ. «Φύγε, Ανταρλίδα! Τώρα!»

Η Ανταρλίδα θηκάρωσε το σπαθί της κι επέστρεψε στον καταυλισμό. Καλύτερα να μην το παρατραβούσε, αν και σκεφτόταν ότι μια τέτοια περίσταση απαιτούσε απαθανάτιση με φωτογραφία.

«Τους βρήκα,» είπε στους άλλους. «Έρχονται.»

Η Ιλρίνα’νορ ένευσε.

«Εσύ θα έρθεις μαζί μας;» ρώτησε ο Αρκαλόν τον Νελμάτρες.

«Δεν ξέρω,» αποκρίθηκε εκείνος. «Ο Δαίδαλος μού είπε να φύγω. Αλλά τώρα το σκέφτομαι να περάσω πάλι πάνω απ’το Νέφκαλ ή το Έλρηνεχ…»

«Πήγαινε από το Κάνρελ,» του πρότεινε η Ιλρίνα’νορ. «Δυτικά του Κάνρελ–»

«–οι περιοχές είναι άνομες, και δεν ανήκουν σε κανέναν πρίγκιπα· το ξέρω. Όμως πόλεμος γίνεται, τώρα, κι εκεί. Και την προηγούμενη φορά, αν δεν είχα τον Άρχοντα Δαίδαλο μαζί μου, μπορεί να μην είχα καταφέρει να αποφύγω τα τρία Παντοκρατορικά αεροπλάνα. Γι’αυτό φοβάμαι να επιστρέψω μόνος – από οποιαδήποτε μεριά.»

«Έλα τότε στο Σχίσμα, μαζί μας,» του είπε η Ανταρλίδα.

«Και ποιος θα φυλάει το κορίτσι μου;» Ο Νελμάτρες κοίταξε προς τη μεριά της προσγειωμένης Χρυσαλλίδας.

«Θα προφυλάξω με τη μαγεία μου και το αεροπλάνο και το όχημα,» είπε ο Δαίδαλος.

Ο πιλότος συνοφρυώθηκε. «Τι θα κάνεις;»

«Θα τα κλειδώσω, έτσι ώστε να μη μπορεί να τα ενεργοποιήσει κανένας που δεν γνωρίζει το κατάλληλο νοητικό σύνθημα.»

«Κι ώς πότε θα διαρκέσει αυτή η μαγγανεία, μάγε;» ρώτησε η Ανταρλίδα.

«Για κανένα μήνα.»

«Ένα μήνα;» έκανε, έκπληκτος, ο Τζακ, που ήταν μάγος του τάγματος των Τεχνομαθών.

«Η Βίηλ είναι μια ανεξάντλητη μπαταρία,» του είπε ο Δαίδαλος.

«Ναι αλλά και πάλι… Τι είδους μάγος είσαι ακριβώς, Δαίδαλε;»

«Όχι απ’αυτούς που γνωρίζεις.»

Ο Πολ και η Αλιζέτ ήρθαν κοντά τους τότε, ντυμένοι και χωρίς η δεύτερη να έχει σχοινιά επάνω της. Το βλέμμα που έριξε στην Ανταρλίδα ήταν εχθρικό, το λιγότερο, αλλά δεν είπε τίποτα.

«Προς τα πού είναι αυτή η σπηλιά, λοιπόν;» ρώτησε ο Πολ.

«Εκεί.» Ο Δαίδαλος έδειξε κάτι βράχια, όπου τίποτα ιδιαίτερο δεν διακρινόταν με την πρώτη ματιά. «Αλλά πρώτα πρέπει να προστατέψω το όχημά μας και το–» Στράφηκε στον Νελμάτρες. «Τελικά, τι θα κάνεις; Θα έρθεις ή όχι;»

Εκείνος φάνηκε σκεπτικός για λίγο. Ύστερα είπε: «Δεν έχω ποτέ ξανά κατεβεί τόσο βαθιά κάτω από τη γη, οπότε γιατί όχι; ας το κάνω τώρα.»

Ο Δαίδαλος ένευσε, και πήγε να υφάνει τις μαγγανείες του.

Η Φενίλδα τον παρακολουθούσε να δουλεύει με το Φως, μαθαίνοντας γι’ακόμα μια φορά από την τεχνική του. Η Ερευνήτρια μέσα της αισθανόταν συνεπαρμένη απ’αυτά που έβλεπε, έχοντας πλέον καταλάβει ότι από το τάγμα των Ερευνητών δεν είχε διδαχτεί σχεδόν τίποτα για το πώς λειτουργούσε το σύμπαν.

Απολλώνια

1.

Την επομένη, οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν στη Νούμβρια, καθώς οι Απολλώνιες δυνάμεις χτυπούσαν στις δυνάμεις της Παντοκράτειρας που είχαν οχυρωθεί στη βόρεια μεριά της πόλης, γύρω από μια Μαγγανεία Αντιπυραυλικού Πεδίου. Πυροβολισμοί και εκρήξεις αντηχούσαν παντού, μαζί με τους προωθητήρες γρήγορων μαχητικών αεροπλάνων, τους έλικες ελικοπτέρων, τις μηχανές αρμάτων μάχης, και τις κραυγές των μαχόμενων. Εκτυφλωτικές λάμψεις ξεπηδούσαν κάθε τόσο στον ουρανό, στους δρόμους, ή μέσα από τα οικήματα, επικίνδυνες να τυφλώσουν όσους δεν προστάτευαν τα μάτια τους.

Οι Παντοκρατορικοί, τελικά, δεν θα υποχωρούσαν εύκολα από εδώ.

Η Ιωάννα είχε εισβάλει σε μια πολυκατοικία μαζί με τη Νικίτα, την Αθηνά, και την Αριάδνη’ταρ. Είχαν μπει από μια πόρτα που ήταν αφύλαχτη και, μετά, σκότωναν όποιον πολεμιστή της Παντοκράτειρας συναντούσαν. Στόχος τους ήταν το ενεργειακό κανόνι στον έβδομο όροφο, καθώς βρισκόταν πάνω από μία από τις λεωφόρους της πόλης που οι Απολλώνιες δυνάμεις ήθελαν να καταλάβουν.

Τώρα, ο χειριστής και ο μάγος του κανονιού ήταν νεκροί, και η Ιωάννα άλλαζε γεμιστήρα σ’ένα από τα πιστόλια της. Η Νικίτα είχε τραυματιστεί στο αριστερό μπράτσο από μια αδέσποτη ριπή, και η Αριάδνη τη βοηθούσε να βγάλει τη σφαίρα από μέσα της και να δέσει το τραύμα. Η Αθηνά παραφυλούσε στην πόρτα, με το τουφέκι της έτοιμο, μήπως κανείς πλησιάσει. Εκτός από τις τέσσερις γυναίκες, μονάχα σκοτωμένοι Παντοκρατορικοί υπήρχαν στο δωμάτιο.

Η Ιωάννα ζύγωσε το παράθυρο από το οποίο έβγαινε η μουσούδα του ενεργειακού κανονιού. Πήγε κοντά του με προσοχή, έχοντας τον ώμο της στον τοίχο, γιατί ποτέ δεν ήξερες τι μπορεί να ερχόταν από έξω. Από κάτω της είδε τις Απολλώνιες δυνάμεις να συγκεντρώνονται στις πλευρές της μεγάλης λεωφόρου, η οποία ονομαζόταν Δυτικών Ορέων, και να επιτίθενται στους Παντοκρατορικούς που βρίσκονταν εκεί. Η Ιωάννα είχε ήδη ειδοποιήσει τον Οδυσσέα ότι το ενεργειακό κανόνι ήταν αδρανοποιημένο, επομένως δεν αποτελούσε απειλή πλέον. Απολλώνια οχήματα άρχιζαν να μπαίνουν στη λεωφόρο, πυροβολώντας, ενώ οι Παντοκρατορικοί υποχωρούσαν. Απολλώνιοι πεζοί ακολουθούσαν τα τεθωρακισμένα άρματα, με τουφέκια και οπλοπολυβόλα. Ένα Απολλώνιο αεροπλάνο πέρασε γρήγορα από πάνω τους κι ανάμεσα από τις πολυκατοικίες, βομβαρδίζοντας τις θέσεις των Παντοκρατορικών. Ύστερα, δέχτηκε έναν πύραυλο από τα βόρεια και η Ιωάννα το είδε να πέφτει κάπου μέσα στην πόλη, φλεγόμενο και καπνίζοντας.

Το Μεταβλητό Αυτοσυντηρούμενο Όχημα φάνηκε να ζυγώνει από τη μακρινή νότια στροφή της Λεωφόρου Δυτικών Ορέων, έχοντας τη μορφή πελώριου ερπυστριοφόρου. Η Ιωάννα γνώριζε ότι στο εσωτερικό του βρίσκονταν ο Οδυσσέας, ο Ανδρόνικος, η Βατράνια (που επέμενε να έρθει παρότι ο Πρόμαχος έμοιαζε έτοιμος να τη βρίσει), η Άνμα’ταρ, ο Σέλιρ’χοκ, και ο Σθένελος’σαρ (που το τραύμα στο πόδι του δεν τον εμπόδιζε απ’το να χρησιμοποιεί τη Μαγγανεία Κινήσεως μαζί με τους άλλους δύο μάγους).

Από έναν πλευρικό δρόμο της λεωφόρου, τότε, η Ιωάννα είδε να έρχεται ένα μακρόστενο Παντοκρατορικό άρμα, πολύ βαριά θωρακισμένο, με όλους τους τροχούς του κρυμμένους πίσω από προστατευτικά μέταλλα. Επάνω του βρισκόταν ένα τεράστιο κανόνι που η Ιωάννα, από την κατασκευή του, υποπτευόταν ότι ήταν ενεργειακό. Δεξιά κι αριστερά αυτού του κανονιού υπήρχαν δύο μικρότερα, με κάννες πλατύτερες από το στέλεχός τους – ηχητικά όπλα.

Η Ιωάννα άνοιξε τον πομπό της και κάλεσε το Μεταβλητό Αυτοσυντηρούμενο Όχημα.

«Οδυσσέα, μ’ακούς;»

«Ναι.»

«Ένα εχθρικό άρμα έρχεται προς το μέρος σας, από τα βόρεια. Φέρει ενεργειακό κανόνι και δύο ηχητικά. Μου μοιάζει επικίνδυνο – φύγετε από τον δρόμο – τώρα!» Η Ιωάννα, καθώς μιλούσε, έβλεπε το Παντοκρατορικό άρμα να φτάνει κοντά στη λεωφόρο. Θα χτυπήσει τους στρατιώτες με ήχο, και θα γεμίσει τον δρόμο με ενεργειακά πυρά.

Η Νικίτα ήρθε και στάθηκε λιγάκι πιο πίσω από την Ιωάννα, ώστε να μπορεί να κοιτάζει, πάνω από τον ώμο της, τις συγκρούσεις έξω απ’το παράθυρο. «Τι συμβαίνει;»

«Δε βλέπεις;»

Το Παντοκρατορικό άρμα μπήκε στη λεωφόρο, στρίβοντας με δυσκολία και προκαλώντας ζημιά σε μια από τις πολυκατοικίες με τον θωρακισμένο όγκο του. Πέτρες και σοβάδες έπεσαν. Την ίδια περίπου στιγμή, το Μεταβλητό Αυτοσυντηρούμενο Όχημα ολοκλήρωνε τη μεταμόρφωσή του και γινόταν αεροσκάφος με έλικες. Το ρουκετοβόλο του τώρα ήταν μοιρασμένο εξίσου δεξιά κι αριστερά, και τα δύο πυροβόλα του βρίσκονταν από κάτω. Υψώθηκε στον αέρα πάνω από τη Νούμβρια, καθώς το Παντοκρατορικό άρμα έπαιρνε θέση μάχης. Μόλις οι άλλες Παντοκρατορικές δυνάμεις υποχώρησαν πίσω του, το άρμα έβαλε με τα ηχητικά του όπλα. Η Ιωάννα είδε τζάμια να θρυμματίζονται και ανθρώπους να πέφτουν στο έδαφος, σφαδάζοντας, κρατώντας τα κεφάλια τους. Το ενεργειακό κανόνι επάνω στο άρμα, τότε, εξαπέλυσε μια ριπή που έσχισε τον αέρα της Λεωφόρου Δυτικών Ορέων σαν αστροπελέκι, χτυπώντας ένα από τα οχήματα των Απολλώνιων και κομματιάζοντάς το, στέλνοντας θραύσματα ολόγυρα, σκοτώνοντας και καίγοντας στρατιώτες.

Η Ιωάννα μίλησε στον πομπό της: «Οδυσσέα, χρειαζόμαστε έναν Τεχνομαθή μάγο εδώ.»

«Γιατί;»

«Για να χτυπήσουμε το άρμα των Παντοκρατορικών με το ενεργειακό κανόνι.»

«Δεν το καταστρέψατε;»

«Σκεφτήκαμε ότι ίσως να φαινόταν χρήσιμο.»

«Η ταράτσα της πολυκατοικίας σας είναι ασφαλής;»

«Δεν έχουμε ανεβεί ώς εκεί.»

«Ανεβείτε, και θα σας στείλω έναν μάγο.»

«Καλώς.»

Η Ιωάννα έκλεισε τον πομπό και είπε στις άλλες: «Τον ακούσατε. Πάμε.»

«Θ’αφήσουμε το κανόνι αφύλαχτο;» ρώτησε η Αριάδνη.

«Δε νομίζω κανένας να προλάβει να έρθει για να το χρησιμοποιήσει εναντίον μας,» είπε η Ιωάννα. Και στρεφόμενη στη Νικίτα: «Εσύ είσαι ’ντάξει; Μπορείς να πολεμήσεις;»

Αντί για απάντηση, η πορφυρόδερμη Μαύρη Δράκαινα ύψωσε στα χέρια το τουφέκι της. Υποθέτω μπορείς, σκέφτηκε η Ιωάννα. Και ρώτησε την Αθηνά, που στεκόταν ακόμα κοντά στην πόρτα: «Είδες ή άκουσες κανέναν;»

«Ψυχή.»

«Ωραία. Ανεβαίνουμε. Με τις σκάλες.» Η Ιωάννα ήθελε να διαλύσουν οποιαδήποτε αντίσταση ίσως να υπήρχε· κι αν ανέβαιναν με τον ανελκυστήρα, απλά θα την απέφευγαν: πράγμα που δεν τις βόλευε.

Βγήκαν απ’το δωμάτιο με τα όπλα τους έτοιμα – η Ιωάννα ένα πιστόλι σε κάθε χέρι, η Αριάδνη’ταρ πιστόλι μόνο στο ένα χέρι, η Αθηνά και η Νικίτα ένα τουφέκι η καθεμία – και άρχισαν ν’ανεβαίνουν τα σκαλοπάτια της πολυκατοικίας που πήγαιναν προς τα πάνω διαγράφοντας ομαλές σπείρες. Η Ιωάννα άκουσε τη μάγισσα να μουρμουρίζει ξόρκια πίσω από τα δόντια της – μάλλον ανιχνευτικής φύσης.

Θραύσματα από σπασμένα γυαλιά, πέτρες, σοβάδες, και άλλα πράγματα έτριζαν κάτω από τις μπότες τους καθώς ανέβαιναν, περνώντας από τους ορόφους χωρίς να σταματούν για πολύ. Αν υπήρχαν Παντοκρατορικοί εδώ, θα έπρεπε λογικά να περιφρουρούν την περιοχή τους, όχι να είναι καταχωνιασμένοι σε κάποιο δωμάτιο.

Η Ιωάννα και οι συμπολεμίστριές της πέρασαν από τον όγδοο όροφο της πολυκατοικίας, από τον ένατο, από τον δέκατο, από τον εντέκατο, και έφτασαν στον δωδέκατο και τελευταίο χωρίς να συναντήσουν καμία αντίσταση, πάντοτε όμως προσεχτικές, με τα μάτια τους ανοιχτά και αφουγκραζόμενες το άμεσο περιβάλλον τους πίσω από τις εκρήξεις που αντηχούσαν στην πόλη και στη Λεωφόρο Δυτικών Ορέων κάτω από την πολυκατοικία.

Μόνο η ταράτσα έμενε τώρα. Ανέβηκαν τα τελευταία σκαλοπάτια και βρέθηκαν εκεί, ανάμεσα σε κεραίες και καλώδια. Γύρω-γύρω, κάποια από τα σιδερένια κάγκελα ήταν τελείως κατεστραμμένα.

Η Ιωάννα μίλησε στον πομπό της: «Οδυσσέα;»

«Ναι.»

«Είμαστε την ταράτσα. Δεν υπάρχει εχθρός.»

«Εντάξει.»

Η επικοινωνία τους τερματίστηκε, και οι τέσσερις γυναίκες περίμεναν για λίγο. Η Ιωάννα γονάτισε, στο ένα γόνατο, σε τέτοιο σημείο ώστε να μπορεί να δει τη μάχη στη λεωφόρο από κάτω. Τα όπλα του Παντοκρατορικού άρματος προκαλούσαν μεγάλη καταστροφή στις Απολλώνιες δυνάμεις. Ο ήχος παρέλυε τους στρατιώτες, και οι ενεργειακές ριπές διαπερνούσαν ακόμα και την πιο ισχυρή θωράκιση των αρμάτων μάχης.

Πάνω από την πολυκατοικία, πανίσχυροι έλικες ξαφνικά ακούστηκαν, δυνατός άνεμος σηκώθηκε, και μια μεγάλη σκιά έπεσε πάνω στις Μαύρες Δράκαινες και στη μάγισσα. Κοίταξαν ψηλά και είδαν το Μεταβλητό Αυτοσυντηρούμενο Όχημα.

Τι κάνουν; σκέφτηκε η Ιωάννα. Δεν έπρεπε νάρθουν οι ίδιοι εδώ! Είναι επικίνδυνα!

Μια ανεμόσκαλα έπεσε από το αεροσκάφος, κι ένας άντρας κατέβηκε γρήγορα. Κοντός στο ανάστημα, με δέρμα λευκό, μαύρα μαλλιά, και μουστάκι. Επάνω στη στολή του ήταν καρφιτσωμένο το σύμβολο του μαγικού τάγματος των Τεχνομαθών.

«Οι Μαύρες Δράκαινες, υποθέτω…» είπε.

«Πάμε κάτω,» του είπε η Αθηνά, και του έκανε νόημα να την ακολουθήσει προς την πόρτα. Εκείνος υπάκουσε.

Οι υπόλοιπες πήγαν πίσω τους, ενώ το μεγάλο αεροσκάφος με τους έλικες έφευγε.

«Ούτε συστάσεις ούτε τίποτα;» είπε ο μάγος καθώς κατέβαιναν τις σκάλες.

«Επικεντρωνόμαστε στα απαραίτητα πράγματα,» αποκρίθηκε η Αριάδνη’ταρ.

Η Νικίτα, μόλις βρέθηκαν στον δωδέκατο όροφο, κάλεσε τον ανελκυστήρα, κι όταν αυτός ήρθε, άνοιξε την πόρτα με το ένα χέρι ενώ στο άλλο είχε έτοιμο το πιστόλι της, για παν ενδεχόμενο. Κανένας δεν ήταν μέσα στον θάλαμο, έτσι οι γυναίκες και ο Τεχνομαθής μάγος μπήκαν.

«Υπάρχουν Παντοκρατορικοί εδώ μέσα;» ρώτησε ο τελευταίος.

«Υπήρχαν,» είπε η Νικίτα.

«Αλλά δε βλάπτει να είμαστε προσεχτικές,» πρόσθεσε η Αθηνά.

«Ασφαλώς…» είπε ο μάγος.

Κατέβηκαν στον έβδομο όροφο και βγήκαν με τα όπλα τους έτοιμα. Ακόμα κι ο Τεχνομαθής τώρα κρατούσε ένα πιστόλι. Μόνο νεκρούς, όμως, συνάντησαν μέχρι να φτάσουν στο δωμάτιο με το ενεργειακό κανόνι.

«Εδώ είμαστε,» είπε η Αθηνά στον μάγο.

«Το βλέπω.» Ο άντρας στάθηκε ανάμεσα στις δύο μεγάλες μεταλλικές πλάκες που ονομάζονταν δέκτες, άγγιξε τη μία με το δεξί χέρι και την άλλη με το αριστερό, και έκανε τη Μαγγανεία Οπλικής Φορτίσεως – που μόνο οι μάγοι του τάγματος των Τεχνομαθών μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν σωστά, με ελάχιστες εξαιρέσεις μάγων άλλων ταγμάτων.

Οι δέκτες ενώνονταν, μέσω καλωδίων, με το ενεργειακό κανόνι και με τις φιάλες ενέργειας που βρίσκονταν, προστατευμένες, σε μια γωνία του δωματίου. Η Ιωάννα κάθισε στη θέση του πυροβολητή και είδε, στην κονσόλα μπροστά της, ότι η ενεργειακή ροή ήταν ομαλή και το όπλο έτοιμο να βάλει. Κοιτάζοντας μέσα από το στόχαστρο στην οθόνη, σημάδεψε το Παντοκρατορικό άρμα στη Λεωφόρο Δυτικών Ορέων, και πάτησε τη σκανδάλη. Τρεις ενεργειακές ριπές το χτύπησαν, η μία κατόπιν της άλλης, και η Ιωάννα το είδε, μέσω της οθόνης του κανονιού, να γίνεται κομμάτια και θρύψαλα καθώς εξερράγη από το εσωτερικό. Οι ενεργειακές του φιάλες είχαν χτυπηθεί. Μονάχα κομμάτια μετάλλων απέμεναν τώρα από αυτό, καθώς ο πυκνός καπνός διαλυόταν. Φωτιές ήταν αναμμένες παντού γύρω του. Κι εκτός από το άρμα, κι άλλα Παντοκρατορικά οχήματα και πολεμιστές είχαν χτυπηθεί από την έκρηξη. Οι Απολλώνιοι αναθάρρησαν από αυτό και συνέχισαν την επίθεσή τους. Είχαν πάλι το πάνω χέρι.

Απρόσμενα – «Καλυφθείτε!» φώναξε η Αθηνά.

Η Ιωάννα αισθάνθηκε ολόκληρο το δωμάτιο να τραντάζεται γύρω της και είδε τα πάντα να θολώνουν. Το κανόνι έφευγε από τη θέση του, σπρωγμένο από κάποια τρομερή δύναμη – παρασέρνοντας κι εκείνη μαζί του. Η Ιωάννα πήδησε έξω – κάτι τη χτύπησε στο κεφάλι – παράξενοι στραφταλίζοντες χρωματικοί σχηματισμοί σκέπασαν τα μάτια της – σκοτάδι την τύλιξε…

2.

Πυροβολισμοί μέσα στα βαθιά ορυχεία… Ο Σάνραντιλ’φεν έλεγε ότι εχθρός ερχόταν· το ήξερε, με τη μαγεία του… Ο Ανδρόνικος: πού ήταν ο Ανδρόνικος; Πρέπει να τον βρω! Ίσως να τον είχαν παγιδέψει!

Η Ιωάννα γλίστρησε σε μια χαραμάδα–

–και έπεσε–

Και άνοιξε τα βλέφαρά της.

Βρισκόταν σε κάποιο δωμάτιο. Ξαπλωμένη. Άκουγε ομιλίες από κάπου, σαν ζουζουνίσματα μες στ’αφτιά της. Επίσης… θόρυβος μηχανών; Θόρυβος από έλικες.

Ανασάλεψε κάτω απ’την κουβέρτα που τη σκέπαζε. Όλα τα μέλη της κινούνταν κανονικά· δεν είχε σπάσει τίποτα. Ούτε αισθανόταν το σώμα της τραυματισμένο. Άγγιξε τα πλευρά της, την κοιλιά της, το στήθος της…

«Νομίζω ότι έχει συνέλθει, Πρίγκιπά μου,» αντήχησε μια φωνή.

Κάποιος ακούστηκε να έρχεται από εκεί όπου η Ιωάννα δεν μπορούσε να δει. Έκανε να γυρίσει, αλλά μια άλλη φωνή – την οποία αναγνώρισε αμέσως – της είπε: «Μη σηκώνεσαι.»

Και ο Ανδρόνικος ήρθε να καθίσει πλάι της.

«Στο Αυτοσυντηρούμενο Όχημα είμαστε;» τον ρώτησε.

«Ναι. Χτυπήθηκες στο κεφάλι. Αλλά δεν πρέπει νάναι κάτι σοβαρό, απ’ό,τι μου λένε.»

«Μεγαλειότατε, με συγχωρείτε,» είπε κάποιος από δίπλα.

«Ναι.» Ο Ανδρόνικος σηκώθηκε από κοντά της, κι ένας άλλος άντρας ήρθε να καθίσει εκεί, ντυμένος με τη στολή νοσηλευτή.

Της έδειξε δύο δάχτυλα. «Πόσα είναι αυτά, Ιωάννα;»

«Δύο.»

«Αυτά;» Της έδειξε τρία δάχτυλα.

«Τρία.»

«Αυτά;» Της έδειξε ένα δάχτυλο.

«Ένα είναι αυτό, ή βλέπω παραισθήσεις.»

Ο νοσηλευτής χαμογέλασε. «Ένα είναι,» επιβεβαίωσε. Έβγαλε από την τσέπη του έναν μικρό φακό και, παραμερίζοντας με το άλλο χέρι το βλέφαρό της, κοίταξε το δεξί της μάτι φωτίζοντάς το. Ύστερα, το αριστερό. «Εντάξει φαίνεσαι,» της είπε. «Κάθισε και πες μου αν ζαλίζεσαι.» Σηκώθηκε από δίπλα της.

Η Ιωάννα πήρε καθιστή θέση πάνω στο στενό κρεβάτι. «Λιγάκι.»

«Λογικό είναι. Όπως είπα, εντάξει φαίνεσαι.» Ο νοσηλευτής έγνεψε προς τη μεριά του Ανδρόνικου κι έπειτα έφυγε.

«Τι έγινε;» ρώτησε η Ιωάννα, χωρίς να ξαναξαπλώσει.

Ο Ανδρόνικος κάθισε πλάι της. «Σας έριξε ρουκέτες ένα Παντοκρατορικό αεροσκάφος.»

«Είναι καλά οι άλλες; Ο μάγος;»

«Μερικές μελανιές και γρατσουνιές, μονάχα. Εσύ χτυπήθηκες περισσότερο.»

Η Ιωάννα άγγιξε το κεφάλι της και διαπίστωσε ότι ένας επίδεσμος ήταν εκεί. Έκανε να πιάσει την ταμπακιέρα της από μια τσέπη της στολής της αλλά δεν τη βρήκε. «Ποιος μαλάκας μού πήρε τα τσιγάρα μου;» ρώτησε.

«Εγώ,» είπε ο Ανδρόνικος.

Η Ιωάννα, που περίμενε αυτή την απάντηση, μειδίασε. «Δος μου απ’τα δικά σου, τότε.»

Ο Ανδρόνικος τής έδωσε ένα και της το άναψε με τον ενεργειακό αναπτήρα του.

«Πόσες ώρες έχουν περάσει;» θέλησε να μάθει η Ιωάννα.

«Μισή. Και η μάχη φαίνεται να πηγαίνει καλά. Αν συνεχίσουμε έτσι, ώς το βράδυ οι Παντοκρατορικοί πρέπει να έχουν υποχωρήσει από τη Νούμβρια.»

Η Ιωάννα άκουσε βήματα να έρχονται, και στράφηκε – αργά, γιατί αν γύριζε το κεφάλι της πιο γρήγορα ήξερε ότι θα την πονούσε.

«Είναι καλά, λοιπόν.» Η Βατράνια στεκόταν στην πόρτα του μικρού αναρρωτήριου του μεγάλου αεροσκάφους, ντυμένη με τη στολή Απολλώνιου στρατιωτικού και με μια καρφίτσα στον ώμο η οποία την αναγνώριζε ως πρέσβειρα.

«Ευτυχώς, το χτύπημα δεν ήταν τόσο σοβαρό,» είπε ο Ανδρόνικος.

«Η Αθηνά μού έλεγε ότι μπορούσαν να είχαν σκοτωθεί όλες τους. Απλώς το σημάδι του εχθρού ήταν χάλια.»

«Ίσως. Δε ζήτησα να μάθω λεπτομέρειες.»

«Ο Οδυσσέας, παρεμπιπτόντως, θέλει να σε ρωτήσει κάποια πράγματα.»

Η Ιωάννα το θεωρούσε λιγάκι παρεξηγήσιμο που, όταν η Βατράνια ήταν μόνη ή σχεδόν μόνη μαζί του, δεν του μιλούσε στον πληθυντικό, σπανίως τον αποκαλούσε Πρίγκιπά μου, και ποτέ Υψηλότατε ή Μεγαλειότατε. Εδώ ο Οδυσσέας, που τον γνώριζε τόσα χρόνια – πολύ πριν από την ίδια την Ιωάννα – και πάλι τού απευθυνόταν όπως όφειλε (αν και κάπου ίσως να το παρατραβούσε). Η Βατράνια ήταν ουσιαστικά ξένη. Εντάξει, μαχόταν για την Επανάσταση και κάποτε ήταν σημαντική πράκτορας στη Σεργήλη, προτού κυνηγηθεί από τους Παντοκρατορικούς κι αναγκαστεί να φύγει· αλλά και τι μ’αυτό; Τόσοι άλλοι δεν υπηρετούσαν την Επανάσταση όπως εκείνη; Τόσοι άλλοι δεν την υπηρετούσαν ακόμα καλύτερα;

Ο Ανδρόνικος σηκώθηκε απ’την άκρη του κρεβατιού. «Τι πράγματα;»

«Σχετικά με τη μάχη. Προς τα πού να οδηγήσει τώρα το αεροσκάφος.»

Ο Ανδρόνικος έφυγε απ’το αναρρωτήριο.

Η Ιωάννα φύσηξε καπνό απ’την άκρη του στόματός της.

Η Βατράνια έμεινε εκεί που στεκόταν. «Ο Πρίγκιπάς μας είχε ασπρίσει λιγάκι όταν έμαθε ότι χτυπήθηκες,» είπε.

Η Ιωάννα τη λοξοκοίταξε. «Τι θες να πεις;»

Η Βατράνια ανασήκωσε τους ώμους. «Μια παρατήρηση έκανα μόνο… Σ’αφήνω να ξεκουραστείς.» Στράφηκε να φύγει.

«Βατράνια.»

Η Βατράνια στάθηκε.

«Να κοιτάς τη δουλειά σου, εντάξει;» της είπε η Ιωάννα.

Η Βατράνια τής έριξε ένα τελευταίο βλέμμα, σαν να προσπαθούσε να διαβάσει το μυαλό της, κι ύστερα έφυγε.

3.

Ο Σέλιρ’χοκ, η Άνμα’ταρ, και ο Σθένελος’σαρ έδωσαν άλλη μορφή στο αεροσκάφος. Οι έλικές του εξαφανίστηκαν, τέσσερα μεγάλα φτερά παρουσιάστηκαν στα πλευρά του, και τέσσερις μεγάλοι προωθητήρες στα νώτα του. Τα πυροβόλα του τώρα βρίσκονταν από πάνω· το ρουκετοβόλο ήταν μοιρασμένο κάτω από τα φτερά. Η θωράκισή του, από την αρχή ώς το τέλος, ήταν ανυπέρβλητη. Τα αντιαεροπορικά πυρά των Παντοκρατορικών εξοστρακίζονταν επάνω της σαν μύγες, παρότι επρόκειτο για σφαίρες μεγάλες σαν κεφάλια ανθρώπων.

Το αεροσκάφος πέρασε πάνω από τις γραμμές των πολεμιστών της Παντοκράτειρας πυροβολώντας και εξαπολύοντας ρουκέτες. Δύο καταπακτές άνοιξαν από κάτω του και Απολλώνιοι στρατιώτες έριξαν βόμβες, προκαλώντας δυνατές εκρήξεις στο έδαφος.

Ένας πύραυλος βλήθηκε από μια πολυκατοικία χτυπώντας το γιγάντιο αεροπλάνο στην πίσω μεριά. Τραντάχτηκε ολόκληρο, αλλά η ζημιά που προκλήθηκε δεν ήταν μεγάλη: μονάχα η θωράκισή του είχε τσακιστεί· οι μηχανές ήταν αλώβητες. Απολλώνιοι πολεμιστές έκλεισαν αμέσως τη μικρή τρύπα που είχε δημιουργηθεί, χρησιμοποιώντας σκληρά μέταλλα και πυροκολλητές.

Παντοκρατορικά μαχητικά ήρθαν καταπάνω στο μεταβαλλόμενο αεροπλάνο, πυροβολώντας και εκτοξεύοντας ρουκέτες. Οι ριπές τους δεν μπορούσαν να του προκαλέσουν σοβαρές βλάβες παρότι σήκωσαν ολόκληρη θύελλα φωτιάς και καπνών ολόγυρά του. Η Αθηνά και ο Ανδρόνικος, καθισμένοι η πρώτη στο σύστημα ελέγχου των πυροβόλων και ο δεύτερος στο σύστημα ελέγχου του ρουκετοβόλου, κατέρριπταν το ένα εχθρικό αεροπλάνο μετά το άλλο, ή τους έκαναν ζημιές που τα ανάγκαζαν να φύγουν. Τελικά, τα Παντοκρατορικά μαχητικά υποχώρησαν καθώς και το μεταβαλλόμενο αεροσκάφος υποχωρούσε πηγαίνοντας πίσω από τις Απολλώνιες γραμμές.

Ο Οδυσσέας το κατέβασε προς ένα ανοιχτό μέρος της Νούμβρια, ζητώντας, μέσω διαύλου, από τους μάγους να του δώσουν μια μορφή με τροχούς. Όταν βρισκόταν πλέον στη γη, δεν ήταν αεροσκάφος αλλά καλά θωρακισμένο και οπλοφόρο όχημα.

«Πρόμαχε,» ακούστηκε η φωνή του Στρατηγού Δομίνικου Εύηχου από τον τηλεπικοινωνιακό πομπό της κονσόλας.

«Ναι,» είπε ο Οδυσσέας.

«Οι Παντοκρατορικές δυνάμεις συγκεντρώνονται μέσα στο τελευταίο αντιπυραυλικό πεδίο τους. Προτείνω να εισβάλουμε.»

Ο Οδυσσέας κοίταξε τον Ανδρόνικο. Εκείνος έγνεψε αρνητικά, και ο Πρόμαχος τού έγνεψε ότι συμφωνούσε με την άποψή του. Είπε στον Δομίνικο Εύηχο: «Όχι ακόμα, Στρατηγέ. Θα περιμένουμε λίγο, να δούμε μήπως σκοπεύουν να υποχωρήσουν ή να παραδοθούν. Ο Βασιληάς μας συμφωνεί.»

«Καλώς, Πρόμαχε. Περιμένουμε.» Η επικοινωνία τερματίστηκε.

Ο Ανδρόνικος σηκώθηκε από τη θέση του. «Μπορούμε να προσπαθήσουμε να επικοινωνήσουμε μαζί τους.»

«Με τους Παντοκρατορικούς, Πρίγκιπά μου;» είπε ο Οδυσσέας.

«Ναι.»

«Καλύτερα όχι εσείς, γιατί ίσως να εντοπίσουν από πού έρχεται το σήμα και να εξαπολύσουν πυραύλους.»

«Εσύ τότε, Οδυσσέα, αν συμφωνείς.»

«Τι θα θέλατε να τους πω;»

«Να τους ζητήσεις να υποχωρήσουν, φυσικά.»

«Θα μπορούσαμε, ίσως, να τους ζητήσουμε και να παραδοθούν.»

«Ίσως;» είπε ο Ανδρόνικος.

«Αν έχουμε, ώς τώρα, περικυκλώσει το αντιπυραυλικό πεδίο.»

«Μάθε το.»

Ο Οδυσσέας επικοινώνησε, μέσω του πομπού του οχήματος, με κάποιους στρατιωτικούς και, μετά από λίγο, κατόρθωσε να μάθει ότι οι Απολλώνιες δυνάμεις δεν είχαν ακόμα κυκλώσει ολόκληρη την περιοχή γύρω από το πεδίο, αλλά αυτό έκαναν τώρα.

«Να μιλήσω με τους Παντοκρατορικούς, Πρίγκιπά μου;»

«Ναι.»

Ο Οδυσσέας πάτησε μερικά πλήκτρα στην κονσόλα, στέλνοντας σήμα στις δυνάμεις της Παντοκράτειρας και περιμένοντας απάντησε. Ο Ανδρόνικος στάθηκε παραδίπλα καθώς ο Πρόμαχος ήταν καθισμένος.

Οι Παντοκρατορικοί απάντησαν. Μια οθόνη ενεργοποιήθηκε και το πρόσωπο ενός άντρα φάνηκε. Ήταν γαλανόδερμος και είχε καφετιά μαλλιά και μούσι. Τα πράσινα μάτια του γυάλιζαν με τρόπο που ο Ανδρόνικος μπορούσε να κρίνει ότι φανέρωναν οργή, όχι παραίτηση. Σαν παγιδευμένος λύκος.

Κι αυτός ο άνθρωπος δεν ήταν άγνωστος για τον Πρίγκιπα της Επανάστασης. Ονομαζόταν Κλεάνθης Νιρλέμβω, και ήταν συνταγματάρχης στον Παντοκρατορικό Στρατό.

«Ο Πρόμαχος…» είπε ο Συνταγματάρχης Νιρλέμβω, προφανώς αναγνωρίζοντας το πρόσωπο του Οδυσσέα. «Θέλεις να διαπραγματευτείς, αποστάτη;»

Κι ο Οδυσσέας τον αναγνώριζε. «Αν είσαι πρόθυμος, Συνταγματάρχη. Προτείνουμε να παραδοθείς προτού εισβάλουμε στο αντιπυραυλικό πεδίο και σας αποτελειώσουμε.»

«Ο στρατός της Συμπαντικής Παντοκρατορίας δεν παραδίνεται! Σκεφτόμουν μήπως ήθελες να προτείνεις ανακωχή για κάποιες ημέρες.»

«Σ’εμάς δεν χρειάζεται ανακωχή,» του είπε ο Οδυσσέας. «Σ’εσάς χρειάζεται. Πράγμα που σημαίνει ότι σας συμφέρει να παραδοθείτε.»

«Δε θα μου πεις τι με συμφέρει, αποστάτη!»

«Δέχεσαι να παραδοθείς;»

«Όχι.»

«Τότε, ίσως είμαστε πρόθυμοι να σου επιτρέψουμε να υποχωρήσεις ειρηνικά.»

«Αν αποφασίσω να υποχωρήσω, αυτό θα είναι δική μου υπόθεση, όχι δική σου!» δήλωσε ο Κλεάνθης Νιρλέμβω.

«Πολύ καλά. Αφού δεν υπολογίζεις ούτε τις ζωές των πολεμιστών σου, οι συγκρούσεις θα συνεχιστούν κανονικά.»

«Μην προσπαθείς να μου κάνεις υποδείξεις στρατιωτικής ηθικής… Πρόμαχε,» είπε ο Κλεάνθης Νιρλέμβω, στραβώνοντας τα χείλη, σχεδόν τρίζοντας τα δόντια. Και τερμάτισε, με το πάτημα ενός κουμπιού, την επικοινωνία.

Ο Οδυσσέας στράφηκε στον Ανδρόνικο. «Όπως άκουσες, Πρίγκιπά μου….»

«Από παλιά τον είχα για ένα φανατικό κάθαρμα, Οδυσσέα. Τώρα βεβαιώθηκα.»

4.

Οι Απολλώνιοι είχαν το αντιπυραυλικό πεδίο περιτριγυρισμένο αλλά δεν επιχείρησαν αμέσως να εισβάλουν. Ο Ανδρόνικος είχε προστάξει να περιμένουν μερικές ώρες, ώστε να ξεκουραστούν ύστερα από τις τελευταίες συγκρούσεις. Και ο Οδυσσέας οδήγησε τον Πρίγκιπα της Επανάστασης, και τους υπόλοιπους μέσα στο Μεταβλητό Αυτοσυντηρούμενο Όχημα, στο καινούργιο Κ.Ε.Α.Δ. της Νούμβρια, όπου βγήκαν και πήγαν κι αυτοί να ξεκουραστούν.

Χωρίς να έχουν καμία υποψία για την απειλή που ερχόταν από κάτω τους.

Ο Συνταγματάρχης Κλεάνθης Νιρλέμβω, όσο γίνονταν οδομαχίες στην πόλη, και οι Παντοκρατορικοί πολεμιστές του σκοτώνονταν με τους πολεμιστές της Απολλώνιας, είχε βάλει σε εφαρμογή ένα σχέδιο που πίστευε ότι ίσως να του έδινε τη νίκη. Είχε προστάξει τους ανθρώπους του μέσα στο αντιπυραυλικό πεδίο να κατεβούν στα υπόγεια μιας πολυκατοικίας και ν’αρχίσουν να σκάβουν, χρησιμοποιώντας ενεργειακά τρυπάνια, που ήταν σαν μικρά ενεργειακά κανόνια, και μηχανικά τρυπάνια, που είχαν μεγάλες, μακριές, στροβιλιζόμενες μουσούδες γεμάτες εγκοπές. Οι Τεχνομαθείς μάγοι του συνταγματάρχη είχαν βοηθήσει στο να γίνουν αυτά τα εργαλεία όσο το δυνατόν πιο αποτελεσματικά.

Έτσι τώρα οι Παντοκρατορικοί κινούνταν κάτω από τη Νούμβρια, κάτω από τους υπονόμους της, εκεί όπου οι Απολλώνιοι δεν μπορούσαν να αντιληφτούν τον ερχομό τους. Και πλησίαζαν τον στόχο τους. Το Κέντρο Ελέγχου Απολλώνιων Δυνάμεων.

Μέσα στην πολυκατοικία-οχυρό του Κ.Ε.Α.Δ., στο ισόγειο, ο Φέτανιρ και ο Ευθύπορος κάθονταν κι έπαιζαν χαρτιά, ενώ γύρω τους στο φυλάκιο βρίσκονταν Απολλώνιοι στρατιώτες και μια μάγισσα-γιατρός του τάγματος των Βιοσκόπων.

«Εσείς οι Μοργκιανοί μού φαίνεται πως είστε πολύ καλοί στη χαρτοπαιξία,» παρατήρησε ο Ευθύπορος, αφήνοντας ένα φύλλο επιφυλακτικά επάνω στο τραπέζι, προσπαθώντας να συμπληρώσει τον σχηματισμό μπροστά του και, συγχρόνως, να αποτρέψει τον Φέτανιρ απ’το να κάνει το ίδιο.

Ο μαυρόδερμος επαναστάτης ρουθούνισε. «Μην ακούς τις μαλακίες που λένε κάτι Απολλώνιοι ξευτίλες, αγαπητέ. Εγώ, απλά, είμαι πολύ καλός στα χαρτιά.» Κι έβαλε το κατάλληλο φύλλο στο κατάλληλο σημείο για να μπλοκάρει τον σχηματισμό του Ευθύπορου.

Εκείνος αναστέναξε κι ακούμπησε την πλάτη του στην καρέκλα, κοιτάζοντας τα φύλλα στα χέρια του σκεπτικά.

«Αυτό εδώ,» του είπε η Βιοσκόπος, ερχόμενη από πίσω του και δείχνοντας μια κάρτα.

Ο Φέτανιρ τη λοξοκοίταξε. «Τι ’ναι τώρα αυτά, ρε μάγισσα; Δε θα μας αφήσεις να παίξουμε;»

Ένας δυνατός γδούπος αντήχησε ξαφνικά.

«Τι έκαν’ έτσι;» είπε ένας στρατιώτης, καθώς σηκωνόταν οπλίζοντας το τουφέκι του.

«Σα νάρθε από κάτω…» παρατήρησε ο Φέτανιρ συνοφρυωμένος, αφήνοντας τα φύλλα του κλειστά πάνω στο τραπέζι.

Η Βιοσκόπος τράβηξε το πιστόλι της, απασφαλίζοντάς το.

Ο Ευθύπορος πήρε το τουφέκι του από δίπλα και σηκώθηκε απ’την καρέκλα.

Ένας στρατιώτης βγήκε στον διάδρομο έξω απ’το φυλάκιο – και πυροβολισμοί αντήχησαν – ο στρατιώτης σωριάστηκε, κραυγάζοντας – αιμόφυρτος – νεκρός.

«Φωτιές του Μαύρου Νάρζουλ!» έκανε η Βιοσκόπος. «Μας επιτίθενται!»

«Σήμανε τον συναγερμό!» της είπε ο Ευθύπορος, και πήγε στο πλάι της πόρτας του φυλακίου, υψώνοντας το τουφέκι του και κοιτάζοντας από την άκρη, με επιφύλαξη.

Κάποιος πρέπει να πρόσεξε την κάννη του να προεξέχει γιατί, αμέσως, πύρα ήρθαν. Μεγάλες σφαίρες χτύπησαν τους τοίχους και την πόρτα.

Και ο Ευθύπορος είδε τι ερχόταν από το πέρας του διαδρόμου, από τη μεριά που οδηγούσε στα υπόγεια της πολυκατοικίας: Πολεμιστές, ντυμένοι με μεταλλικές πανοπλίες από πάνω ώς κάτω, μοιάζοντας με μηχανές που περπατούσαν. Κι αυτές οι πανοπλίες γυάλιζαν. Στραφτάλιζαν όπως οι αρματωσιές των Ιπποτών της Απολλώνιας. Ο Ευθύπορος πυροβόλησε τους εχθρούς και είδε τις σφαίρες του να εξοστρακίζονται επάνω τους, από τις απωθητικές δυνάμεις των ενεργειακά φορτισμένων μετάλλων.

Οι Παντοκρατορικοί κρατούσαν στα χέρια τους μεγάλα περιστρεφόμενα πολυβόλα, και γέμισαν τον διάδρομο με βροχή από σφαίρες καθώς πλησίαζαν.

Ο Ευθύπορος αποτραβήχτηκε κλείνοντας την πόρτα και αμπαρώνοντάς την. «Τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος!» καταράστηκε. «Οι καριόληδες πρέπει νάρθαν απ’τα υπόγεια: και είναι Ολετήρες!»

«Τι είναι;» έκανε ο Φέτανιρ, που δεν είχε ξανακούσει το όνομα.

Ο Ευθύπορος ήξερε καλά τι ήταν οι Ολετήρες επειδή κάποτε, ως στρατιώτης της Παντοκράτειρας, είχε μάθει γι’αυτούς. «Φοράνε πανοπλίες σαν τους Ιππότες της Απολλώνιας, αλλά δεν είναι πάνω σε άλογα, ούτε κουβαλάνε λόγχες. Χρησιμοποιούν βαριά πολυβόλα. Από εδώ πήρε την ιδέα γι’αυτούς ο Παντοκρατορικός Στρατός – από την Απολλώνια.»

«Δεν είχα την τιμή να τους ξέρω,» είπε ο Φέτανιρ, παραξενεμένος.

«Σπάνια χρησιμοποιούνται γιατί χρειάζονται μεγάλα αποθέματα ενέργειας.»

«Μάγισσα, σήμανες το συναγερμό;» ρώτησε ο Φέτανιρ τη Βιοσκόπο.

«Ναι.»

Ο θόρυβος του συναγερμού μόλις και μετά βίας ακουγόταν πίσω από τους πυροβολισμούς των δυνατών πολυβόλων. Η μεταλλική πόρτα του φυλακίου φάνηκε να βουλιάζει από τα χτυπήματα των μεγάλων σφαιρών.

«Πρέπει να φύγουμε,» είπε ο Ευθύπορος. «Δε μπορούμε να κρατήσουμε εδώ!»

Ένας Απολλώνιος στρατιώτης ανέβηκε τη μικρή σκάλα στον τοίχο κι άνοιξε την καταπακτή στο ταβάνι. Οι υπόλοιποι τον ακολούθησαν επάνω, ενώ πίσω τους η αμπαρωμένη πόρτα διαλυόταν κάτω από το σφυροκόπημα των πολυβόλων.

5.

Ο ήχος του συναγερμού ξύπνησε τον Οδυσσέα από τον ελαφρύ μεσημεριανό ύπνο του.

Τινάχτηκε όρθιος, πιάνοντας το πιστόλι από το κομοδίνο και πηγαίνοντας ν’ανοίξει την πόρτα του δωματίου για να κοιτάξει έξω. Στον διάδρομο, αναμενόμενα, επικρατούσε αναστάτωση. Κι άλλοι είχαν βγει από τα δωμάτιά τους, με όπλα στα χέρια.

«Τι συμβαίνει;» φώναξε. «Τι γίνεται;» Απόμακρα, από τους κάτω ορόφους της πολυκατοικίας, νόμιζε ότι μπορούσε ν’ακούσει πυροβολισμούς.

«Δεν ξέρω, Οδυσσέα,» είπε ο Ανδρόνικος. Ο Πρίγκιπας πλησίαζε τον Πρόμαχο από τη μια μεριά του διαδρόμου, και η Βατράνια τον πλησίαζε από την άλλη.

Τότε, ο τηλεπικοινωνιακός πομπός του Οδυσσέα κουδούνισε, κι εκείνος μπήκε στο δωμάτιό του και τον άνοιξε, ενώ ο Ανδρόνικος και η Βατράνια τον ακολουθούσαν μέσα.

«Ναι;» είπε ο Οδυσσέας.

«Πρόμαχε;»

«Ναι.»

«Παντοκρατορικοί έχουν εισβάλει. Από τα υπόγεια, μάλλον. Ολετήρες – αν και πρέπει νάχουν κι άλλους μαζί τους.»

«Ώς πού έχουν φτάσει;»

«Στον πρώτο όροφο είναι, τώρα, και πάνε για τον δεύτερο. Μας ξαφν–»

«Απωθήστε τους,» πρόσταξε ο Οδυσσέας. «Όσο μπορείτε κρατήστε τους πίσω. Κλειδώστε πόρτες, απενεργοποιήστε τους ανελκυστήρες–»

«Το έχουμε κάνει ήδη.»

«–ρίξτε τους χειροβομβίδες.»

«Μάλιστα, Πρόμαχε.»

«Έρχομαι κάτω σε λίγο.» Ο Οδυσσέας τερμάτισε την επικοινωνία.

«Φωτιές του Μαύρου Νάρζουλ…» μουρμούρισε ο Ανδρόνικος, έχοντας, φυσικά, ακούσει τι γινόταν.

«Τι είναι οι Ολετήρες;» ρώτησε η Βατράνια.

Ο Οδυσσέας και ο Ανδρόνικος την αγνόησαν, καθώς ο πρώτος έβαζε βιαστικά τις μπότες του και ο δεύτερος έβγαινε απ’το δωμάτιο.

6.

Όταν είχαν κατεβεί στον τρίτο όροφο της πολυκατοικίας και ήταν συγκεντρωμένοι σ’ένα δωμάτιο γεμάτο όπλα, πολεμοφόδια, και τηλεπικοινωνιακές συσκευές, ο Σέλιρ’χοκ είπε στον Ανδρόνικο:

«Πρίγκιπά μου, αν διαταράξουμε τη ροή της ενέργειας, μπορούμε να αχρηστέψουμε τις πανοπλίες των Ολετήρων.»

«Και πώς θα το κάνουμε αυτό; Έχεις σκεφτεί κάτι;» Ο Ανδρόνικος είχε καλή γνώμη για τις ικανότητες του Σέλιρ’χοκ, ακόμα και σε θέματα που κανονικά δεν ήταν της αρμοδιότητας ενός μάγου του τάγματος των Διαλογιστών.

«Με Ξόρκι Ενεργειακής Συστολής.»

«Δεν είναι αρκετό,» παρενέβη ο Σθένελος’σαρ. Κι όλοι στράφηκαν να τον κοιτάξουν. «Ένα Ξόρκι Ενεργειακής Συστολής το πολύ να μπλοκάρει την ενεργειακή ροή σε μία από τις πανοπλίες τους. Αλλά αυτοί είναι πολλοί. Ο συνταγματάρχης πρέπει να έχει χαλάσει σχεδόν όλα του τα ενεργειακά αποθέματα για να τους φορτίσει, ελπίζοντας πως θα μας ξεκάν–»

«Συγνώμη που σε διακόπτω,» είπε ο Σέλιρ’χοκ, «αλλά γίνεται να προκαλέσουμε μεγάλο πρόβλημα σε πολλούς με ένα μόνο ξόρκι, αν μεγεθύνουμε την επίδρασή του μέσω αισθητήρων και με ενέργεια από ενεργειακές φιάλες.»

Ο Σθένελος συνοφρυώθηκε σκεπτικά.

«Τι λες;» τον ρώτησε ο Σέλιρ’χοκ, γιατί εκείνος ήταν μάγος του τάγματος των Ερευνητών και είχε περισσότερες γνώσεις για ενεργειακά ζητήματα.

«Γίνεται,» είπε ο Σθένελος. «Προφανώς και γίνεται. Αλλά πώς θα προλάβουμε να στήσουμε ολόκληρο σύστημα με αισθητήρες και φιάλες ενώ έρχονται και μας πυροβολούν, Σέλιρ;»

«Θα το κάνουμε εδώ, στον τρίτο όροφο, όπου δεν γίνονται ακόμα συγκρούσεις. Θα ετοιμάσουμε τα πάντα – γρήγορα – και μετά θα υποχωρήσουμε.»

«Μπορεί και να πιάσει,» παραδέχτηκε ο Σθένελος’σαρ, «αν όντως φανούμε γρήγοροι.» Και κοίταξε ερωτηματικά τον Ανδρόνικο και τον Οδυσσέα.

«Ας το κάνουμε,» είπε ο τελευταίος.

Και ο Πρίγκιπας της Επανάστασης κατένευσε. Ύστερα: «Τι λες, Αριάδνη;» ρώτησε τη μάγισσα του τάγματος των Δρακαινών.

«Συμφωνώ,» αποκρίθηκε εκείνη.

«Άνμα;» Ο Ανδρόνικος κοίταξε την άλλη μάγισσα του τάγματος των Δρακαινών.

Η μελαχρινή, χρυσόδερμη γυναίκα έγνεψε καταφατικά, και ο Πρίγκιπας ήταν βέβαιος ότι δεν συμφωνούσε με το σχέδιο του Σέλιρ’χοκ απλά και μόνο επειδή εκείνος ήταν εραστής της.

Ο Ανδρόνικος στράφηκε στους υπόλοιπους. «Ξεκινήστε να τοποθετείτε αισθητήρες.»

«Δεν υπάρχουν και πολλοί αισθητήρες εδώ, Μεγαλειότατε,» είπε ένας Απολλώνιος αξιωματικός.

«Βρείτε, τότε! Φέρτε αισθητήρες από όπου υπάρχουν μες στο χτίριο.» Και καθώς αρκετοί έφευγαν, βιαστικά, απ’το δωμάτιο, ο Ανδρόνικος είπε στον Σέλιρ και τον Σθένελο: «Θα μας δίνετε οδηγίες για το πού και πώς πρέπει να τοποθετηθούν οι αισθητήρες.»

7.

Μέχρι να συγκεντρωθούν οι συσκευές, οι ενεργειακές φιάλες, και τα καλώδια που χρειάζονταν, οι Ολετήρες είχαν καταλάβει και τον δεύτερο όροφο της πολυκατοικίας, διαλύοντας τα πάντα στο πέρασμά τους, και πήγαιναν για τον τρίτο. Εν τω μεταξύ, στο τηλεπικοινωνιακό κέντρο του Κ.Ε.Α.Δ. οι χειριστές των οργάνων είχαν παρατηρήσει ότι δεν μπορούσαν να έρθουν σε επαφή με άλλους μέσω τηλεπικοινωνιακών συχνοτήτων. Συγχρόνως, το ίδιο πρόβλημα φαινόταν να έχει κάθε πομπός μέσα στην πολυκατοικία.

«Προκαλούν παρεμβολές, Μεγαλειότατε,» είπε στον Ανδρόνικο μία γυναίκα που υπηρετούσε στο τηλεπικοινωνιακό κέντρο. Ο Πρίγκιπας της Επανάστασης είχε πάει εκεί, μαζί με την Ιωάννα και τον Βαλέριο, για να μάθει τι συνέβαινε με τους πομπούς που δυσλειτουργούσαν.

«Τι παρεμβολές;»

«Δεν είμαι βέβαιη,» αποκρίθηκε η γυναίκα, προσπαθώντας να πιάσει κάποια συχνότητα και ακούγοντας μονάχα παράσιτα από το μεγάφωνο μπροστά της.

«Οι μάγοι των Παντοκρατορικών πιθανώς να ευθύνονται,» υπέθεσε η Ιωάννα.

«Μπορούν να σταματήσουν όλα τα συστήματά μας, τόσο εύκολα;» απόρησε ο Ανδρόνικος. «Πώς είναι δυνατόν;»

«Ίσως να έχουν κάνει κάτι παρόμοιο μ’αυτό που σχεδιάζουν ο Σέλιρ και ο Σθένελος.»

«Πάμε κάτω· πρέπει να τους ρωτήσω.»

Ο Βαλέριος και η Ιωάννα ακολούθησαν τον Ανδρόνικο. Μπήκαν στον ανελκυστήρα, που λειτουργούσε μόνο για τους επάνω ορόφους, και κατέβηκαν στον τέταρτο, όπου τώρα οι Απολλώνιοι μαχητές συγκέντρωναν και τοποθετούσαν τους αισθητήρες και τα καλώδια. Ο τρίτος όροφος δεν ήταν πλέον ασφαλής γι’αυτή τη δουλειά, καθώς συγκρούσεις γίνονταν. Κρότοι και πυροβολισμοί αντηχούσαν από κάτω, μαζί με κραυγές.

«Μάγε!» φώναξε ο Ανδρόνικος στον Σέλιρ’χοκ, ο οποίος έδειχνε σε μια πολεμίστρια τον τοίχο όπου έπρεπε να τοποθετήσει έναν από τους αισθητήρες κι έλεγε σ’έναν άλλο στρατιώτη από πού να περάσει το καλώδιο που θα συνέδεε αυτόν τον αισθητήρα και τους υπόλοιπους στην ίδια σειρά με τις ενεργειακές φιάλες. «Μάγε!»

Ο Σέλιρ’χοκ πλησίασε τον Ανδρόνικο, την Ιωάννα, και τον Βαλέριο καθώς κι αυτοί πήγαιναν προς εκείνον. «Τι είναι, Πρίγκιπά μου;»

«Έχουν κάπως προκαλέσει πρόβλημα στις τηλεπικοινωνίες μας. Προσπάθησε να χρησιμοποιήσεις τον πομπό σου.»

Ο Σέλιρ’χοκ επιχείρησε να καλέσει την Άνμα’ταρ και άκουσε μονάχα παράσιτα. «Σαν Ξόρκι Τηλεπικοινωνιακής Παρεμβολής είναι,» παρατήρησε. «Αλλά για να επηρεάζει όλους τους πομπούς εδώ μέσα….»

«Δεν επηρεάζει μόνο τους πομπούς που κουβαλάμε μαζί μας· επηρεάζει όλα τα τηλεπικοινωνιακά συστήματα γενικά. Το τηλεπικοινωνιακό κέντρο έχει αχρηστευτεί· δεν μπορούμε να επικοινωνήσουμε με τον στρατό μας έξω από την πολυκατοικία, παρά μόνο αν στείλουμε κάποιο αεροσκάφος από εδώ.»

«Πρέπει να έχουν, κάπως, ενισχύσει το Ξόρκι Τηλεπικοινωνιακής Παρεμβολής, όπως εμείς προσπαθούμε να κάνουμε τώρα για να–»

«Και πώς μπορούμε να διαλύσουμε αυτή την επιρροή;»

«Θα μπορούσα να προσπαθήσω να σπάσω το ξόρκι,» είπε ο Σέλιρ’χοκ. «Αλλά, αν η δύναμή του είναι τόσο μεγάλη, δε νομίζω ότι θα τα κατάφερνα. Όχι χωρίς επιπλέον βοήθεια.»

«Ενέργεια;»

«Που να εστιάζεται μέσα από κάποιον μηχανισμό. Και ίσως να χρειαζόμουν και τη βοήθεια άλλων μάγων.»

Η Ιωάννα παρενέβη: «Καλύτερα να επικεντρωθούμε για την ώρα στους Ολετήρες. Αν αυτοί ηττηθούν, οι Τεχνομαθείς που μάλλον έχουν υφάνει αυτό το ξόρκι, και μάλλον βρίσκονται κάπου στο ισόγειο ή στον πρώτο όροφο, θα υποχωρήσουν.»

«Συμφωνώ,» είπε ο Ανδρόνικος. «Συνέχισε τη δουλειά με τους αισθητήρες, Σέλιρ.»

Ο μάγος απομακρύνθηκε χωρίς άλλη κουβέντα. Είχε πολλά να κάνει, και λίγο χρόνο.

Ο Ανδρόνικος συνάντησε, σ’ένα δωμάτιο, τον Οδυσσέα και του είπε για το θέμα των τηλεπικοινωνιών. Μαζί τους, στον ίδιο χώρο, ήταν και η Βατράνια, η Νικίτα, ο Ευθύπορος, και δύο αξιωματικοί του Απολλώνιου Στρατού.

Ο Πρόμαχος ένευσε. «Το είχα καταλάβει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, γιατί πριν από λίγο προσπάθησα να επικοινωνήσω με τους πολεμιστές μας στον τρίτο όροφο και δεν μπορούσα. Έστειλα, τελικά, κάποιον κάτω για να ρωτήσει τι γίνεται – και τα πράγματα είναι άσχημα, Πρίγκιπά μου. Οι Παντοκρατορικοί έχουν καταλάβει τον μισό όροφο.»

«Οι αισθητήρες είναι σχεδόν έτοιμοι, όμως, έτσι;» είπε ο Ανδρόνικος.

«Ο Σθένελος λέει ότι, λογικά, δεν πρέπει ν’αργήσουμε.»

Ο εν λόγω μάγος, όμως, τώρα δεν ήταν εδώ για να το επιβεβαιώσει. Ούτε και κανένας άλλος μάγος. Ακόμα και η Άνμα’ταρ κι η Αριάδνη’ταρ έλειπαν. Ήταν όλοι μαζί με τους στρατιώτες που τοποθετούσαν τους αισθητήρες.

Μετά από λίγο, ο Φέτανιρ πετάχτηκε μέσα στο δωμάτιο. «Πρόμαχε! Έρχονται! Ανεβαίνουν!»

«Φεύγουμε, τότε,» είπε ο Οδυσσέας.

Βγήκαν στους διαδρόμους του τέταρτου ορόφου, και είδαν ότι ορισμένοι στρατιώτες ακόμα τραβούσαν καλώδια.

«Σθένελε!» φώναξε ο Πρόμαχος. «Σθένελε!»

Ο μάγος ήρθε, κουτσαίνοντας λιγάκι από την αριστερή μεριά, όπου ο μηρός του είχε τραυματιστεί όταν διέλυσαν το νοτιοδυτικό αντιπυραυλικό πεδίο.

«Τι γίνεται; Έτοιμοι;» ρώτησε ο Οδυσσέας.

«Σχεδόν.»

«Πρέπει νάναι έτοιμοι τώρα, Σθένελε! Φεύγουμε. Πηγαίνουμε πάνω.»

«Εντάξει,» είπε ο Σθένελος’σαρ. «Ανεβαίνετε κι ερχόμαστε.» Κι απομακρύνθηκε μέσα στους διαδρόμους.

Ο Οδυσσέας, ο Ανδρόνικος, και οι άλλοι πήγαν στις σκάλες της πολυκατοικίας. Από κάτω τους ακούγονταν πυροβολισμοί και κραυγές. Ανέβηκαν στον πέμπτο όροφο και έφτασαν στο δωμάτιο όπου οι μάγοι είχαν τοποθετήσει τις ενεργειακές φιάλες για τη δουλειά που ήθελαν. Στο πάτωμα είχαν ανοίξει μια μικρή τρύπα για να φέρουν επάνω τα καλώδια. Σ’έναν τοίχο ήταν στημένη μια ειδική κονσόλα με αισθητήρες, μέσα από τους οποίους ο Σθένελος’σαρ και ο Σέλιρ’χοκ θα έκαναν το ξόρκι που θα αδρανοποιούσε τις ενεργειακά φορτισμένες πανοπλίες των Ολετήρων.

Οι πυροβολισμοί από κάτω άρχισαν να ακούγονται από πιο κοντά. Ο εχθρός ανέβαινε, χτυπώντας τα πάντα στο πέρασμά του με πολυβόλα. Εκρήξεις αντήχησαν: από χειροβομβίδες μάλλον. Οι Απολλώνιοι προσπαθούσαν να κρατήσουν τους Ολετήρες πίσω. Ουρλιαχτά ακούστηκαν και η κλαγγή από μέταλλα, καθώς κατάφρακτοι μαχητές έπεφταν. Κι άλλες εκρήξεις ακολούθησαν σαν απόηχος των πρώτων. Κάποιες ενεργειακές φιάλες των Ολετήρων είχαν χτυπηθεί, συμπέρανε ο Ανδρόνικος, και είχαν σπάσει, παρότι σίγουρα ήταν καλά προστατευμένες. Αυτό θα τους κόψει λιγάκι τη φόρα…

Ο Σέλιρ’χοκ, ο Σθένελος’σαρ, και οι άλλοι ήρθαν επάνω, στον πέμπτο όροφο και στο δωμάτιο όπου βρισκόταν ο Πρίγκιπας της Επανάστασης. Η Άνμα’ταρ ενεργοποίησε το σύστημα των αισθητήρων που είχαν στήσει, γυρίζοντας έναν διακόπτη επάνω στην κονσόλα στον τοίχο. Ένα υπόκωφο, συνεχόμενο σύριγμα άρχισε ν’ακούγεται, το οποίο κανένας δεν σχολίασε. Η μικρή οθόνη της κονσόλας έγραψε: ΑΝΑΜΟΝΗ ΓΙΑ ΕΝΕΡΓΟΠΟΙΗΣΗ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ.

5%

25%

38%

59%

Οι πυροβολισμοί δυνάμωσαν ξανά. Χαλασμός γινόταν στον τέταρτο όροφο. Ο Ανδρόνικος φοβήθηκε ότι ίσως οι αισθητήρες να πάθαιναν βλάβη και το σχέδιο των μάγων να μη λειτουργούσε.

72%

87%

98%

ΣΥΣΤΗΜΑ ΠΛΗΡΩΣ ΕΝΕΡΓΟ

«Τώρα, Σθένελε!» είπε ο Σέλιρ’χοκ, και, στεκόμενος μπροστά στους αισθητήρες της κονσόλας, άρθρωσε τα λόγια για το Ξόρκι Ενεργειακής Συστολής.

Ο Σθένελος, ερχόμενος πλάι του, τον μιμήθηκε.

Ο Ανδρόνικος αφουγκράστηκε, περιμένοντας ν’ακούσει κάποια αλλαγή στη μάχη από κάτω. Οι κραυγές νόμισε ότι πλήθυναν και εντάθηκαν.

Ο Ευθύπορος – που είχε μείνει κάτω, στον τέταρτο – ήρθε τώρα τρέχοντας. «Πρόμαχε! Έπιασε! Έπιασε!»

«Επιτεθείτε!» πρόσταξε ο Οδυσσέας. «Και μην τους απωθήσετε. Σκοτώστε τους.» Αν τους απωθούσαν, οι πανοπλίες τους πιθανώς να άρχιζαν πάλι να λειτουργούν κανονικά, όταν βρίσκονταν μακριά από την εμβέλεια της μαγείας του Σέλιρ’χοκ και του Σθένελου’σαρ.

8.

Η επίδραση του ξορκιού, που ερχόταν μέσα από τους αισθητήρες που γέμιζαν τον τέταρτο όροφο, είχε μπλοκάρει την ομαλή ροή της ενέργειας στις αρματωσιές των Ολετήρων. Και οι πανοπλίες τους, χωρίς νάναι ενισχυμένες από τις απωθητικές δυνάμεις, δεν μπορούσαν να τους προσφέρουν καμια σπουδαία προστασία εναντίον των αυτόματων τουφεκιών και οπλοπολυβόλων των Απολλώνιων. Περισσότερο τους δυσχέραιναν στις κινήσεις τους παρά τους έδιναν κανένα πλεονέκτημα. Και για τα περιστρεφόμενα πολυβόλα τους το ίδιο ίσχυε. Ήταν μεγάλα όπλα, βαριά, που μπορούσαν να προκαλέσουν τεράστιες καταστροφές όταν ήσουν άτρωτος, αλλά όταν δεν ήσουν άτρωτος σε παρακώλυαν μέσα στους στενούς χώρους της πολυκατοικίας. Τα ευέλικτα όπλα των Απολλώνιων αποδεικνύονταν, ξαφνικά, πολύ πιο αποτελεσματικά.

Οι Ολετήρες χτυπιόνταν και έπεφταν χωρίς να μπορούν να προβάλουν καμια σοβαρή αντίσταση. «Υποχωρήστε!» φώναζε κάποιος αξιωματικός τους. «ΥΠΟΧΩΡΗΣΤΕ!» Αλλά οι Απολλώνιοι, ακολουθώντας τις διαταγές του Προμάχου Οδυσσέα, προσπαθούσαν να τους αποκλείσουν μέσα στα δωμάτια και τους διαδρόμους της πολυκατοικίας και να τους σκοτώσουν μέχρι τον τελευταίο. Η Ιωάννα, η Νικίτα, η Αθήνα, η Αριάδνη’ταρ, και η Άνμα’ταρ είχαν πάει να βοηθήσουν σ’αυτή τη δουλειά, και τα όπλα τους ποτέ δεν σταματούσαν να πυροβολούν. Ο τέταρτος όροφος γέμιζε ολοένα και περισσότερο με πτώματα αρματωμένα απ’το κεφάλι ώς τα πόδια και λουσμένα στο αίμα.

Ορισμένοι Ολετήρες κατόρθωσαν να υποχωρήσουν στις σκάλες, και οι Απολλώνιοι τούς καταδίωξαν, πυροβολώντας και εκτοξεύοντας χειροβομβίδες. Τα σκαλοπάτια κομματιάζονταν, θραύσματα πετάγονταν από δω κι από κει, καπνός είχε σηκωθεί, φωτιές είχαν ανάψει σε διάφορα σημεία. Οι εκρήξεις ενεργειακών φιαλών των Ολετήρων ακολουθούσαν τις εκρήξεις των χειροβομβίδων.

Καθώς κατέβαιναν τα πατώματα της πολυκατοικίας, οι Ολετήρες – όσοι είχαν απομείνει απ’αυτούς – διαπίστωσαν πως οι πανοπλίες τους άρχιζαν πάλι να λειτουργούν κανονικά, η μία κατόπιν της άλλης. Οι σφαίρες των Απολλώνιων εξοστρακίζονταν ξανά. Όμως τώρα ήταν πολύ αργά για τους Ολετήρες· είχαν μείνει ελάχιστοι, και η υποχώρησή τους ήταν γενικευμένη. Οι άλλοι πολεμιστές της Παντοκράτειρας δεν μπορούσαν να τους βοηθήσουν καθώς κι αυτοί είχαν μπλεχτεί μέσα στον όλο πανικό, κυνηγημένοι από τα πυρά των Απολλώνιων.

Οι Παντοκρατορικοί αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν στον πρώτο όροφο της πολυκατοικίας, ώστε να προβάλουν εκεί ό,τι αντίσταση μπορούσαν.

Ο Ευθύπορος ανέβηκε στον πέμπτο, για ν’αναφέρει στον Πρόμαχο και στον Πρίγκιπα της Επανάστασης πώς είχε η κατάσταση. Και πρόσθεσε: «Οι τηλεπικοινωνίες μας είναι ακόμα μπλοκαρισμένες.»

Ο Ανδρόνικος καταράστηκε. «Κάποιος πρέπει να βγει για να φέρει βοήθεια από έξω. Αν τους χτυπάμε και από πάνω και από κάτω, θ’αναγκαστούν να ξανατρυπώσουν στην τρύπα απ’όπου ήρθαν.»

«Υπάρχουν ελικόπτερα στην ταράτσα, Πρίγκιπά μου,» είπε ο Οδυσσέας.

Ο Ανδρόνικος κούνησε το κεφάλι, και είπε στον Ευθύπορο: «Φώναξέ μου την Αθηνά.»

Μετά από λίγο, η μελανόδερμη πορφυρομάλλα Μαύρη Δράκαινα ήταν αντίκρυ του. «Πρίγκιπά μου,» είπε. Ιδρώτας γυάλιζε στο μέτωπό της, και στα χέρια της ήταν το τουφέκι της.

«Μπορείς να κατεβείς από κάποιο παράθυρο του δεύτερου ορόφου της πολυκατοικίας;»

«Φυσικά, Πρίγκιπά μου.»

«Κατέβα, τότε. Πήγαινε να ειδοποιήσεις τον Στρατηγό Εύηχο. Πες του πώς έχει η κατάσταση, και ζήτα του να επιτεθεί στους Παντοκρατορικούς από κάτω.»

«Μάλιστα.» Η Αθηνά πέρασε το τουφέκι της στον ώμο και έφυγε.

9.

«Κανονικά δεν έπρεπε να είσαι εδώ,» είπε η Άνμα’ταρ στην Ιωάννα, καθώς ήταν καλυμμένες στο πλάι της κορυφής μιας σκάλας που οδηγούσε στον πρώτο όροφο. «Είσαι τραυματισμένη, κι άμα ζαλιστείς και πέσεις θα χρειαστεί να σε μαζεύουμε.»

«Δεν πρόκειται να ζαλιστώ,» είπε η Ιωάννα. «Θα με βοηθήσεις τώρα, ή απλά θα μιλάς;» Άλλαξε γεμιστήρα στο τουφέκι της και το όπλισε. Το ύψωσε στον ώμο καθώς ήταν γονατισμένη στο ένα γόνατο. Κοίταξε μέσα από το στόχαστρο.

Η Άνμα’ταρ άρχισε να κάνει το Ξόρκι Καπνογόνου Θραύσεως Πυρών. Η Ιωάννα άκουγε τα λόγια της, μη μπορώντας να καταλάβει λέξη· ήταν όμως εκπαιδευμένη να περιμένει το τέλος του ξορκιού, και τότε πάτησε τη σκανδάλη – ενώ η Άνμα άρθρωνε την τελευταία συλλαβή.

Η σφαίρα της Ιωάννας έπεσε ανάμεσα στους Παντοκρατορικούς που υπερασπίζονταν το πέρας της σκάλας – και διαλύθηκε σε μυριάδες θραύσματα ενώ, συγχρόνως, σήκωνε αφύσικα πολύ καπνό και μια εκτυφλωτική λάμψη πεταγόταν. Οι πολεμιστές της Παντοκράτειρας κραύγασαν, τυφλωμένοι, κι άρχισαν να βήχουν σπασμωδικά.

«Επίθεση!» φώναξε ένας Απολλώνιος αξιωματικός πίσω από την Ιωάννα και την Άνμα’ταρ, και οι Απολλώνιοι στρατιώτες άρχισαν να κατεβαίνουν τη σκάλα πυροβολώντας με οπλοπολυβόλα.

Καθώς όμως είχαν φτάσει στα μισά, δύο Παντοκρατορικά πολυβόλα τούς έριξαν (από αυτά των Ολετήρων, κατά πάσα πιθανότητα), θερίζοντας τους προπορευόμενους μαχητές της Απολλώνιας και αναγκάζοντας τους άλλους να υποχωρήσουν προς τα πάνω. Ένας απ’αυτούς πέταξε μια χειροβομβίδα.

Ο αξιωματικός καταράστηκε στο όνομα του Μαύρου Νάρζουλ.

Η Ιωάννα ρώτησε την Άνμα: «Τι ήθελε ο Ανδρόνικος την Αθηνά;»

«Ξέρω γω… Κάποια δουλειά, μάλλον.»

10.

Όταν ο Απολλώνιος Στρατός επιτέθηκε συντονισμένα έξω από την πολυκατοικία του Κ.Ε.Α.Δ., οι Παντοκρατορικοί βρέθηκαν ουσιαστικά περικυκλωμένοι, και υποχρεώθηκαν να υποχωρήσουν προς τα υπόγεια. Οι Απολλώνιοι κατέβηκαν από τον δεύτερο όροφο στον πρώτο και, εν συνεχεία, στο ισόγειο, καταδιώκοντάς τους.

Η Άνμα’ταρ έδειξε στην Ιωάννα ένα μηχάνημα που βρισκόταν στο κέντρο ενός δωματίου του ισογείου. «Το βλέπεις αυτό; Μ’αυτό, μάλλον, μας μπλόκαραν τις τηλεπικοινωνίες.»

Το μηχάνημα ήταν γεμάτο καλώδια, είχε το μέγεθος μέτριου τραπεζιού, κι επάνω του βρισκόταν ένα μεταλλικό πιάτο με κεραία στο κέντρο η οποία έδειχνε προς την οροφή. Τριγύρω στο δωμάτιο ήταν ενεργειακές φιάλες που, μέσω καλωδίων, συνδέονταν με το μηχάνημα.

«Πρέπει,» συνέχισε η Άνμα’ταρ, «δυο-τρεις Τεχνομαθείς να ήταν συγκεντρωμένοι εδώ και να έκαναν Ξόρκια Τηλεπικοινωνιακής Παρεμβολής, παρακωλύοντας όλες τις τηλεπικοινωνίες στους επάνω ορόφους.»

Η Ιωάννα ύψωσε το τουφέκι της προς το μηχάνημα. «Θα μας χρειαστεί ή να το πυροβολήσω;»

«Άστο· ποτέ δεν ξέρεις. Πάμε κάτω.»

Η Ιωάννα δεν διαφώνησε.

Στα υπόγεια της πολυκατοικίας, οι πυροβολισμοί ήταν εκκωφαντικοί: και οι Παντοκρατορικοί υποχωρούσαν κάτω από τα πυρά των Απολλώνιων μαχητών.

«Στρατηγέ,» είπε η Ιωάννα, βλέποντας τον Δομίνικο Εύηχο ανάμεσα στους στρατιώτες του. «Ήρθες μέσα…»

«Φυσικά και θα ερχόμουν, Μαύρη Δράκαινα,» αποκρίθηκε εκείνος. «Ο ίδιος ο Βασιληάς βρισκόταν σε κίνδυνο! Έπρεπε να με είχατε ειδοποιήσει νωρίτερα!»

«Ήταν αδύνατο,» είπε η Άνμα’ταρ. «Οι τηλεπικοινωνίες ήταν μπλοκαρισμένες, και είχαμε ένα πρόβλημα πολύ πιο άμεσο να αντιμετωπίσουμε. Δε θα προλαβαίνατε να έρθετε, ούτως ή άλλως.»

«Μου το είπε η Αθηνά. Ποιος θα το φανταζόταν ότι θα εισέβαλαν έτσι; Και με τέτοιο σχέδιο; Γι’αυτό, ακόμα κι όταν ο εχθρός μοιάζει ηττημένος, πρέπει να περιμένεις ότι μπορεί να ανατρέψει την έκβαση της μάχης,» είπε ο Δομίνικος Εύηχος με διδακτικό ύφος, σαν οι δύο γυναίκες να ήταν μαθήτριές του. «Και το είχα πει στον Βασιληά μας να επιτεθούμε αμέσως στο αντιπυραυλικό πεδίο! Αν το είχαμε κάνει, δεν θα είχε συμβεί τώρα αυτό.»

Η Αθηνά ήρθε κοντά τους, με την κάννη του τουφεκιού της να καπνίζει. «Υποχώρησαν, Στρατηγέ,» είπε.

«Πού; Από πού είχαν έρθει;»

«Από μια σήραγγα που φαίνεται να πηγαίνει βαθιά. Αναμφίβολα, οι ίδιοι την έσκαψαν – από το αντιπυραυλικό πεδίο τους ώς εδώ.»

«Ανατινάξτε την. Κλείστε την είσοδο,» πρόσταξε ο Στρατηγός Εύηχος έναν αξιωματικό του, ο οποίος ένευσε και έδωσε διαταγές στους στρατιώτες.

11.

Η Μαγγανεία Αντιπυραυλικού Πεδίου των Παντοκρατορικών διαλύθηκε χωρίς καμία επέμβαση από τους Απολλώνιους, και Παντοκρατορικά αεροσκάφη έφυγαν από εκείνη την περιοχή, πετώντας γρήγορα προς τα βόρεια. Τα αντιαεροπορικά όπλα των Απολλώνιων δεν κατόρθωσαν παρά να καταρρίψουν ένα μονάχα, αλλά ούτως ή άλλως δεν ήταν πολλά. Ο Συνταγματάρχης Κλεάνθης Νιρλέμβω είχε συγκεντρώσει ό,τι στρατό μπορούσε και είχε υποχωρήσει. Τους υπόλοιπους μαχητές του τους είχε αφήσει πίσω. Κι εκείνοι δεν πρόβαλαν καμία αντίσταση: μόλις οι Απολλώνιοι πλησίασαν την περιοχή τους, δήλωσαν πως παραδίνονταν.

Ο Ανδρόνικος πρόσταξε να πάρουν τα όπλα τους και να τους αιχμαλωτίσουν χωρίς να πειράξουν κανέναν.

«Η Νούμβρια είναι και πάλι δική μας, Πρίγκιπά μου,» του είπε ο Οδυσσέας, καθώς βρίσκονταν μέσα στο Μεταβλητό Αυτοσυντηρούμενο Όχημα το οποίο είχε τώρα μορφή πελώριου ελικοπτέρου με τρεις έλικες και πετούσε πάνω από το Απολλώνιο στράτευμα.

«Ναι…» μουρμούρισε ο Ανδρόνικος κοιτάζοντας κάτω, τη ρημαγμένη πόλη: τους δρόμους που ήταν γεμάτοι λάκκους από τις εκρήξεις· τις πολυκατοικίες που έμοιαζαν με κατακρεουργημένα βουνά, άλλες κομμένες στα δύο, άλλες σκυφτές σαν γέροντες· τους τοίχους, τις πέτρες, και τα μέταλλα που ήταν όλα μαυρισμένα από τις φωτιές και τους καπνούς· τα συντρίμμια από άρματα μάχης και αεροσκάφη. «Αλλά δεν είναι πια πόλη, Οδυσσέα. Και δεν ξέρω πότε θα έχουμε χρόνο να την ανοικοδομήσουμε.» Διότι, φυσικά, ο τελευταίος τους αγώνας – αυτός που ήλπιζαν ότι θα ήταν ο τελευταίος τους αγώνας – κατά της Παντοκράτειρας είχε μόλις αρχίσει…

Ρελκάμνια

1.

Ο Ελπιδοφόρος βάδιζε μέσα σ’έναν μεταλλικό, γεωμετρικά τέλειο διάδρομο του Φαντασκευάσματος, βλέποντας στο πέρας του τους Τεχνίτες να εργάζονται πυρετωδώς επεκτείνοντάς τον – μια ξέφρενη θολούρα από κινούμενα μηχανικά μέλη, που χτυπούσαν, τρυπούσαν, έστριβαν. Μαζί με τον Ελπιδοφόρο ήταν οι δύο Πειθαρχικοί του Κενού, ο Άερ’θλαρ και η Άι’νιρ, αιωρούμενοι εκατέρωθέν του και μοιάζοντας να μετατοπίζονται ξαφνικά από το ένα σημείο στο άλλο καθώς μετακινούνταν, σαν να ήταν φώτα που αναβόσβηναν ρυθμικά.

Κι έτσι, πηγαίνουμε πάλι να σκοτώσουμε, σκεφτόταν, μουντά, ο Ελπιδοφόρος. Ύστερα από τόσους φόνους πρακτόρων της Παντοκράτειρας και του Ελκράσ’ναρχ, ακόμα δεν είχε συνηθίσει στην ιδέα… την ιδέα ότι ήταν, ουσιαστικά, δολοφόνος. Όμως οι επιλογές του ήταν λίγες. Με ποιου το μέρος θα ήταν; Με του Ελκράσ’ναρχ, ή του Κλαρκ; Η απάντηση ήταν προφανής. Ο Ελπιδοφόρος ήθελε να εκδικηθεί τον Ελκράσ’ναρχ για ό,τι του είχε κάνει – σ’εκείνον και σε τόσους άλλους ανθρώπους. Μπορεί ο Κλαρκ να αγωνιζόταν για κάτι το ιδεολογικό, το φιλοσοφικό ίσως, αλλά για τον Ελπιδοφόρο η υπόθεση ήταν πολύ πιο προσωπική. Θα μετανιώσεις την ημέρα που συναντηθήκαμε, Ελκράσ’ναρχ. Την ημέρα που φύτεψες τη νοσηρή σου ζωή μέσα μου. Και ο μόνος τρόπος για να βοηθήσει στη διάλυση της επιρροής του Ελκράσ’ναρχ στη Ρελκάμνια – και σ’ολόκληρο το Γνωστό Σύμπαν – ήταν να χτυπήσει τους πράκτορές του.

Θα τον περίμεναν, φυσικά. Όπως και τις προηγούμενες φορές τελευταία, θα ήταν έτοιμοι γι’αυτόν και για τους Πειθαρχικούς. Το ήξεραν πως τους κυνηγούσε. Το μόνο που δεν ήξεραν ήταν πού θα χτυπούσε. Επομένως, θα παραφυλούσαν παντού: σε όσα περισσότερα μέρη μπορούσαν.

Και, σίγουρα, εκεί που θα πάω τώρα θα παρακολουθούν την περιοχή σαν αρπακτικά. Το μέρος ήταν, αναμφίβολα, επικίνδυνο. Ο Ελπιδοφόρος, όμως, είχε προτιμήσει αυτό αντί για κάποιο άλλο. Κι όταν το είχε αναφέρει στον Κλαρκ, εκείνος τού είχε πει πως έπρεπε να κάνει ό,τι νόμιζε. «Σε εμπιστεύομαι σ’αυτό το θέμα, γιατί ξέρεις περισσότερα από εμένα. Αλλά να θυμάσαι: σε χρειάζομαι ζωντανό.» Ο Ελπιδοφόρος δεν σκόπευε να πεθάνει. Και είχε, φυσικά, ζητήσει από τον Κλαρκ εφόδια και τη βοήθεια των ανθρώπων του. Ο μάγος δεν του είχε αρνηθεί τίποτα. Μάλιστα, τον είχε ρωτήσει: «Θα ήθελες να έρθω κι εγώ;» Αλλά ο Ελπιδοφόρος είχε αποκριθεί αρνητικά. Δεν υπήρχε λόγος ο Κλαρκ να ήταν εκεί. Όχι από την αρχή, τουλάχιστον. «Μετά, όμως…» του είχε πει ο Ελπιδοφόρος, «μετά, μάλλον θα σε χρειαστώ.» Ο Κλαρκ είχε δείξει ενδιαφέρον. «Τι έχεις κατά νου, Ελπιδοφόρε;» Και ο Ελπιδοφόρος τού είχε εξηγήσει.

Επί του παρόντος, πλησίασε την έξοδο που το Φαντασκεύασμα είχε δημιουργήσει στο πέρας του διαδρόμου του: μια απλή, μεταλλική πόρτα. Οι Τεχνίτες τώρα δεν φαίνονταν πουθενά· είχαν, κυριολεκτικά, λιώσει μέσα στους τοίχους, σαν να ήταν όντα από κάποια ρευστή ύλη, όχι μηχανικά αυτόματα.

Ο Ελπιδοφόρος τράβηξε το πιστόλι του και άνοιξε την πόρτα με επιφύλαξη – μια χαραμάδα μονάχα – κοιτάζοντας έξω, μια δεντρόφυτη αυλή. Αν όλα είχαν πάει καλά, πρέπει να βρισκόταν στη μονοκατοικία του Βόντεκ-Ρίε, στην Κρανοφόρο: μια πλούσια συνοικία της Ρελκάμνια βόρεια του Εμπορικού Κέντρου όπου ο Ελπιδοφόρος, η Λίντα Ναράθλω, και οι άνθρωποί της είχαν δολοφονήσει τον Νάρνταλ Φέρενγκοχ.

Ο Βόντεκ είχε πει στον Κλαρκ ότι θα περίμενε τον Ελπιδοφόρο, επομένως δεν μπορεί να ήταν μακριά.

Ο Ελπιδοφόρος βγήκε από το Φαντασκεύασμα ακολουθούμενος από τους δύο Πειθαρχικούς του Κενού, και πάντα έτοιμος για κίνδυνο. Ακόμα κι εδώ μπορεί οι πράκτορες της Παντοκράτειρας να είχαν διεισδύσει. Έχοντας ζήσει τόσα χρόνια μέσα στο δαιμονικό δίκτυο του Ελκράσ’ναρχ, ο Ελπιδοφόρος δεν μπορούσε πλέον να θεωρήσει τίποτα απίθανο.

Βρισκόταν στο πλάι ενός υπόστεγου, μέσα στις σκιές του πρωινού: εκεί είχε εμφανιστεί η έξοδος του Φαντασκευάσματος. Ο Κλαρκ έλεγε ότι το Φαντασκεύασμα μπορούσε να παρουσιάσει πόρτες μόνο σε μέρη που δεν παρατηρούνταν άμεσα από κάποιον άνθρωπο. Είχε κάτι να κάνει με την αλλοίωση της πραγματικότητας, η οποία ήταν ευκολότερη όταν δεν υπήρχε άμεσος παρατηρητής. Ο Ελπιδοφόρος δεν πολυκαταλάβαινε αυτά τα περίεργα πράγματα. Ήταν για τους μάγους, όχι για εκείνον.

Με το πιστόλι του κρυμμένο κάτω από την κάπα του, και τους Πειθαρχικούς πίσω του, ζύγωσε την άκρη του υπόστεγου και κοίταξε στο εσωτερικό. Βλέποντας διάφορα κομμάτια για αεροσκάφη: μηχανές, έλικες, φτερά, τροχούς, σκέπαστρα, προωθητήρες. Κι ανάμεσά τους στεκόταν ένας ψηλός, νευρώδης άντρας με λευκό-ροζ δέρμα και ξανθά μαλλιά.

«Εσύ είσαι;» ρώτησε ο Βόντεκ-Ρίε, έχοντας μάλλον παρατηρήσει κάποιον να ζυγώνει από το πλάι.

«Ναι,» είπε ο Ελπιδοφόρος, μπαίνοντας στο υπόστεγο μαζί με τον Άερ’θλαρ και την Άι’νιρ.

Ο Βόντεκ γέλασε. «Μα τα παπάρια του Κρόνου! Πάλι μ’αυτά τα φαντάσματα τριγυρίζεις;»

«Φοβάμαι να περιφέρομαι μόνος,» αποκρίθηκε ο Ελπιδοφόρος, μειδιώντας καθώς τον πλησίαζε. Οι Πειθαρχικοί έμειναν σιωπηλοί, σαν να μην είχε ειπωθεί τίποτα για εκείνους.

«Ποιο είν’ το σχέδιο, λοιπόν; Ο Μάγος μού είπε μόνο ότι ετοιμάζεις πάλι κάποια φασαρία.»

«Αντιθέτως, όσο πιο γρήγορα και αθόρυβα τελειώσουμε, τόσο το καλύτερο.»

«Και νομίζεις ότι θα το καταφέρουμε αυτό;»

«Την άλλη φορά στη Θαλπερή δεν τα πήγαμε κι άσχημα.»

«Πού θα πάμε τώρα; Και τι θα κάνουμε;» ρώτησε ο Βόντεκ-Ρίε.

«Θα σου εξηγήσω. Και θα πας να πάρεις τον Βισδέλο από τη Φιλήσυχη και τον Λούη από την Α’ Κατωρίγια. Εγώ θα πάω να πάρω την Άβα από το Κοινόβιο, και θα συναντηθούμε σ’αυτή τη διεύθυνση.» Του έδωσε ένα χαρτάκι.

Ο Βόντεκ-Ρίε το κοίταξε. «Στο Σύμφυρμα… Κοντά στην καρδιά του θηρίου, τούτη τη φορά, ε;» Το Σύμφυρμα ήταν μια συνοικία που βρισκόταν νότια της Ακαδημίας Επιστημονικών Τεχνών (επίσης γνωστής και ως Α.Ε.Τ.), βόρεια του Κεντρικού Στρατώνα του Παντοκρατορικού Στρατεύματος (επίσης γνωστός και ως Κε.Σ.Πα.Σ), και δυτικά της Ανακτορικής Συνοικίας, όπου ήταν και το Παντοτινό Ανάκτορο. «Δε φοβάσαι μήπως μας μαγκώσουν εκεί πέρα;»

«Όχι αν ακολουθήσετε κατά γράμμα τις οδηγίες μου. Όπως θάχεις καταλάβει, δεν παίζω· και ξέρω καλά το δίκτυο των πρακτόρων της Παντοκράτειρας.»

2.

Ο Σκοτ Θάμρω κοίταζε κάτι χαϊμαλιά που κρέμονταν στη βιτρίνα ενός γωνιακού καταστήματος, επάνω σε μια από τις πλατφόρμες της αγοράς, κοντά στις κυλιόμενες σκάλες. Τα μαραφέτια ήταν καμωμένα από κάποιου είδους μέταλλο που στραφτάλιζε στο ενεργειακό φως της βιτρίνας, κι επάνω τους ήταν πιασμένες χάντρες διαφόρων χρωμάτων, καθώς και γούρια σχετιζόμενα με τη θρησκεία του Κρόνου. Ο Σκοτ αναρωτήθηκε αν, αγοράζοντας ένα από αυτά για την Ελίζα, θα μπορούσε να την κάνει να σκεφτεί πως ίσως τελικά εκείνη η φορά που είχαν κοιμηθεί μαζί δεν ήταν λάθος. Αλλά, απ’την άλλη, δεν είμαι τόσο συναισθηματικός τύπος. Σκοτώνω για να ζω.

Απομακρύνθηκε από τη βιτρίνα, ντυμένος με ελαφριά καλοκαιρινά ρούχα κι έχοντας ένα πλατύγυρο καπέλο στο κεφάλι. Επίσης, φορούσε ένα ζευγάρι σκούρα γυαλιά: όχι με μαύρους αλλά με κοκκινωπούς φακούς. Και ο λόγος αυτής της αμφίεσης δεν ήταν μονάχα να μην τον αναγνωρίζουν: εξάλλου, μέσα σε τόσο κόσμο που είχε η αγορά, δεν ήταν εύκολο κάποιος να σε εντοπίσει. Ο λόγος της αμφίεσης ήταν, συγχρόνως, και πιο πρακτικός: Είχε ήλιο, κι όταν καθόσουν όλη μέρα εδώ, έπρεπε κάπως να προστατεύεις το κεφάλι και τα μάτια σου. Η οροφή της αγοράς δεν ήταν κλειστή, και το φως – ειδικά τώρα, το μεσημέρι – αντανακλούσε επάνω σε εκατοντάδες κρύσταλλα και μέταλλα, ενώ πύρωνε κάθε επιφάνεια που δεν ήταν καλά κρυμμένη στη σκιά.

Ο Σκοτ κατέβηκε από την πλατφόρμα χρησιμοποιώντας την κυλιόμενη σκάλα κοντά στο κατάστημα όπου είχε δει τα χαϊμαλιά. Μαζί του κατέβαιναν κι άλλοι. Μπροστά του, δύο κοπέλες γελούσαν σαν κάτι να τις γαργαλούσε καθώς μιλούσαν αναμεταξύ τους για κάποια κινηματογραφική ταινία. Κουβαλούσαν τσάντες γεμάτες ρούχα και μπιχλιμπίδια.

Ο Σκοτ άναψε τσιγάρο καθώς κατέβαινε από τη σκάλα και βάδιζε σ’ένα χαμηλότερο επίπεδο της αγοράς, ανάμεσα στον κόσμο και στα καταστήματα. Άκουσε κάποιους να συζητούν για την οικονομική κατάσταση στη Ρελκάμνια, η οποία προβλεπόταν να εξελιχθεί προς πολύ άσχημη κατεύθυνση, τώρα που η Σάρντλι είχε αποστατήσει κατά της Συμπαντικής Παντοκρατορίας και γενικευμένος πόλεμος γινόταν στη Σεργήλη. Ακόμα και στη Βίηλ είχαν πόλεμο, που παλιότερα όλοι οι Παντοκρατορικοί στρατιωτικοί ισχυρίζονταν πως ήταν μια «σίγουρη» διάσταση: απ’αυτές που αποκλείεται ποτέ να πήγαιναν με το μέρος του Αρχιπροδότη. «Και δεν έχει και τίποτα να κάνεις για να το αποφύγεις,» έλεγε ο ένας απ’τους ομιλητές. «Πού να πας; Όπου μες στη Ρελκάμνια κι άμα πας, τα ίδια θάναι. Κι άμα κάνεις να φύγεις απ’τη διάσταση – πράγμα όχι εύκολο – μπορεί και να σε πουν κι εσένα αποστάτη.»

Δεν αποκλείεται, σκέφτηκε ο Σκοτ. Με την παράνοια που πότιζε, τελευταία, ολόκληρη τη Ρελκάμνια, η κάθε πιθανώς ύποπτη κίνηση φαινόταν αποστασία. Οι πάντες είχαν τρελαθεί, και όλοι μέσα στο δίκτυο των πρακτόρων της Παντοκράτειρας φοβόνταν πότε θα ερχόταν η ώρα τους να πεθάνουν. Ο καταραμένος Ελπιδοφόρος τούς έχει κάνει να κατουρήσουν τα βρακιά τους. Στο τέλος, οι πράκτορας θάναι που θ’αρχίσουν ν’αποστατούν πρώτοι, ελπίζοντας να γλιτώσουν τα τομάρια τους!

Αναρωτιέμαι που δεν έχει ακόμα έρθει για μένα, το δαιμονισμένο γέννημα του Σκοτοδαίμονος, συλλογίστηκε ο Σκοτ. Γνωριζόμαστε από παλιά, εξάλλου…

Κοίταζε ολόγυρα, τις κινήσεις του κόσμου, ψάχνοντας για οτιδήποτε θα μπορούσε να χαρακτηρίσει ύποπτο. Η δουλειά του εδώ ήταν να κάνει αυτό και μόνο αυτό: να κοιτάζει, να παρακολουθεί· να είναι έτοιμος. Και ο τελικός σκοπός ήταν να παγιδέψει τον Ελπιδοφόρο, σε περίπτωση που εκείνος παρουσιαζόταν.

Ο Σκοτ, ασφαλώς, δεν ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που έκανε τέτοια δουλειά. Κι άλλοι παραφυλούσαν μέσα στην Κεντρική Αγορά του Συμφύρματος. Και παντού στη Ρελκάμνια, πράκτορες των Υπερασπιστών επίσης αυτό έκαναν. Όμως κανένα αποτέλεσμα δεν είχαν δει ακόμα. Ο καταραμένος Ελπιδοφόρος και τα μυστηριώδη φαντάσματά του, κι όσοι άλλοι τον βοηθούσαν, πάντοτε ξεγλιστρούσαν. Σκότωναν και έφευγαν, με τρόπο που δεν άφηναν το παραμικρό ίχνος πίσω τους. Πώς σκατά το κατόρθωναν αυτό; αναρωτιόταν ο Σκοτ. Με τόσους μάγους και τόση τεχνολογία που είχαν στη διάθεσή τους οι Υπερασπιστές, πάλι δεν μπορούσαν να εντοπίσουν τους δολοφόνους. Ο Σκοτ το θεωρούσε εξωφρενικό· αλλά συνέβαινε. Και ούτε η Ελίζα μπορούσε να δώσει καμια εξήγηση. Το ερευνητικό δαιμόνιο στο κεφάλι της είχε παραλύσει. «Κανονικά, ύστερα από τόσες επιθέσεις που έχουν κάνει,» έλεγε στον Σκοτ, «κάποιο ίχνος θάπρεπε να έχουν αφήσει πίσω τους. Κάτι που να μπορούμε ν’ακολουθήσουμε.»

Ναι, καλά…

Ο Ελπιδοφόρος είχε ξεφύγει μέσα απ’τα ίδια τα χέρια των Υπερασπιστών. Αναμφίβολα, πανίσχυροι σύμμαχοι τον συνέτρεχαν. Τα πράγματα πάνε απ’το κακό στο χειρότερο – ο Σκοτ, τελειώνοντας το τσιγάρο του, το πέταξε κάτω και το πάτησε – και μπορεί στο τέλος να δούμε ακόμα και την Παντοκρατορία να διαλύεται. Και τότε, τι θα γίνει μ’εμάς; Θα μας τραβήξουν οι Υπερασπιστές στο βάραθρο μαζί τους; Το πιθανότερο, όφειλε να παραδεχτεί μουντά ο Σκοτ.

Ανέβηκε σε μια πλατφόρμα, από μια σιδερένια σκάλα που κουδούνιζε κάτω απ’τα πόδια του, και κάθισε σ’ένα σκαμνί μιας καντίνας. Ζήτησε ένα αναψυκτικό και του το έδωσαν αφού πλήρωσε. Άνοιξε το κουτάκι και ήπιε, παρατηρώντας τον κόσμο στα χαμηλότερα επίπεδα της αγοράς αλλά και στα ψηλότερα. Μπορούσε να διακρίνει πού ήταν μερικοί από τους άλλους πράκτορες που πρόσεχαν για επίθεση του Ελπιδοφόρου. Σε κάποια στιγμή, μπάνισε και την Ελίζα: αυτές τις καταπληκτικές γάμπες να γυαλίζουν λευκά κάτω από την κοντή φούστα της, λίγο προτού κρυφτούν πίσω από κάτι γλάστρες με φυτά και η Ελίζα χαθεί απ’τα μάτια του.

Ίσως έπρεπε να της είχα αγοράσει εκείνο το χαϊμαλί. Ποτέ δεν ξέρεις…

Όταν ξανανέβαινε στην άλλη πλατφόρμα, μπορεί και να το έκανε. Εξάλλου, όλη μέρα εδώ γυρόφερναν, έτσι όπως είχε καταντήσει το πράγμα.

Και, κατά πάσα πιθανότητα, τσάμπα καθόμαστε σε τούτη την περιοχή. Μετά από τόσα μέρη που υπάρχουν στη Ρελκάμνια, σιγά μην έρθει ο Ελπιδοφόρος να επιτεθεί εδώ, δίπλα στην καρδιά της καρδιάς της Συμπαντικής Παντοκρατορίας…

3.

Η Άβα Λιγόγελη τον περίμενε. Όταν ο Ελπιδοφόρος παρουσιάστηκε στο εκπαιδευτήριό της ήταν έτοιμη. Καθόταν σε μια γωνία του μεγάλου δωματίου και κάπνιζε. Μουσική γέμιζε τον χώρο, προερχόμενη από τα ηχεία στον τοίχο. Ο Ελπιδοφόρος αναγνώριζε το τραγούδι: Χρηματιστές και Διάβολοι, του συγκροτήματος Κακοπροαίρετες Ιεραρχίες.

«Καλώς τον,» είπε η Άβα, σβήνοντας το τσιγάρο της καθώς σηκωνόταν όρθια: μια ψηλή, γεροδεμένη, μακροπρόσωπη γυναίκα με χρυσό δέρμα και πράσινα, κοντοκουρεμένα μαλλιά. Ήταν ντυμένη με μελανή κοντομάνικη μπλούζα, δερμάτινο παντελόνι, και χαμηλά παπούτσια. Πήρε μια ελαφριά, μπεζ καλοκαιρινή καπαρντίνα από δίπλα και τη φόρεσε. Ύστερα έκλεισε τη μουσική, με το πάτημα ενός κουμπιού σε μια κονσόλα, και πλησίασε τον Ελπιδοφόρο.

«Όπλα;» ρώτησε εκείνος.

«Έχω,» του απάντησε η Άβα. Μάλλον ήταν κρυμμένα μες στην καπαρντίνα της.

Ο Ελπιδοφόρος ένευσε.

«Πού πηγαίνουμε;» τον ρώτησε.

«Στο Σύμφυρμα. Τις λεπτομέρειες θα σ’τις εξηγήσω στο δρόμο.»

Η Άβα τον ακολούθησε έξω από την πίσω πόρτα του εκπαιδευτηρίου της και, στρεφόμενη, την έκλεισε και την κλείδωσε. Τη μπροστινή την είχε κλείσει από ώρα, αφού είχε φροντίσει να τον περιμένει μόνη μέσα στο οίκημα.

Στο σοκάκι όπου βρίσκονταν τώρα υπήρχε μια σιδερένια σκάλα και, πλάι στη σκάλα, μια σιδερένια πόρτα, ανοιχτή. Μπροστά στην πόρτα στέκονταν – ή, μάλλον, αιωρούνταν – τα φαντάσματα που ο Ελπιδοφόρος είχε συστήσει ως Άερ’θλαρ και Άι’νιρ, την προηγούμενη φορά που η Άβα είχε συνεργαστεί μαζί του.

«Αυτή η πόρτα δεν θυμάμαι να ήταν παλιά εκεί,» του είπε.

«Δεν ήταν. Αλλά δεν έχεις ξαναμπεί στο Φαντασκεύασμα;»

«Το ανέφερες όταν επιτεθήκαμε στη Θαλπερή. Μέχρι τότε δεν το είχα ξανακούσει, αν και ξέρω πως ο Μάγος έχει πολλά παράξενα πράγματα στη διάθεσή του.»

Ο Ελπιδοφόρος πέρασε το κατώφλι της πόρτα. Η Άβα τον ακολούθησε μέσα σ’έναν μεταλλικό διάδρομο που της φαινόταν εξωπραγματικός.

«Τι… τι είν’ αυτό;» άρθρωσε, χάσκοντας.

Πίσω της η πόρτα ακούστηκε να κλείνει και, κοιτάζοντας πάνω απ’τον ώμο της, είδε ότι τα δύο φαντάσματα είχαν μπει επίσης.

«Πάμε,» είπε ο Ελπιδοφόρος αρχίζοντας να βαδίζει.

«Πού θα μας βγάλει;» ρώτησε η Άβα, ακολουθώντας τον. «Και πώς εμφανίστηκε εδώ; Δε μπορεί να υπάρχει τέτοιος διάδρομος πλάι στο εκπαιδευτήριό μου! Βασικά, αυτός ο τοίχος όπου ήταν η πόρτα–»

«Δεν είναι πλάι στο εκπαιδευτήριό σου. Είμαστε, ουσιαστικά, σε άλλη διάσταση. Μη ρωτάς λεπτομέρειες· δεν είμαι μάγος και δεν μπορώ να σου απαντήσω. Πάντως, εδώ δεν βρισκόμαστε ακριβώς στη Ρελκάμνια. Απ’ό,τι έχω καταλάβει απ’αυτά που λέει ο Κλαρκ, είμαστε παράλληλα στη Ρελκάμνια. Το Φαντασκεύασμα είναι ένα πολύ, πολύ γρήγορο μεταφορικό μέσο για εμάς. Όπως ένα αεροπλάνο, φαντάσου.»

«Αεροπλάνο; –Τα Γένια του Κρόνου!» Η Άβα σταμάτησε απότομα, βλέποντας αντίκρυ της τους Τεχνίτες να εργάζονται στο πέρας του περάσματος για να δημιουργήσουν μια γωνία.

Ο Ελπιδοφόρος μειδίασε με την αντίδρασή της. Είναι τρομαχτικοί την πρώτη φορά που τους αντικρίζεις, σκέφτηκε. «Μη σοκάρεσαι· φίλοι είναι.»

«Και τι κάνουν;»

«Μας ανοίγουν το δρόμο.»

«Δε μου φαίνεται, πάντως, ότι πηγαίνουμε τόσο γρήγορα όσο ένα αεροπλάνο. Βαδίζουμε!»

«Νομίζεις. Στην πραγματικότητα, κινούμαστε πολύ πιο γρήγορα. Έτσι λέει ο Κλαρκ κι έτσι έχω διαπιστώσει πως είναι.»

«Και ποιος… ποιος οδηγεί αυτό το πράγμα;»

«Οδηγείται από μόνο του,» είπε ο Ελπιδοφόρος. «Έχει κάποιου είδους νοημοσύνη, και ο Κλαρκ τού έχει εξηγήσει πού πρέπει να μας πάει. Σε δύο-και-κάτι ώρες θα είμαστε εκεί, υπολογίζω. Χρόνος της Ρελκάμνια, ασφαλώς. Εμάς δεν θα μας φανεί το ίδιο.»

Προχώρησαν, έτσι, μέσα σε γεωμετρικά τέλειους διαδρόμους που φωτίζονταν από ένα καθαρό λευκό φως το οποίο δεν είχε φανερή πηγή προέλευσης εκτός, ίσως, από τους ίδιους τους τοίχους. Οι Τεχνίτες εργάζονταν διαρκώς, ακούραστα, και τα αποτελέσματα της δουλειάς τους ήταν πάντοτε άψογα. Θα τα ζήλευαν οι καλύτεροι τεχνίτες και μηχανικοί της Ρελκάμνια.

Η Άβα ρώτησε τον Ελπιδοφόρο: «Ο Μάγος μού είπε ότι θα ήταν κι ο Βόντεκ-Ρίε μαζί μας, καθώς κι ο άχαρος και ο ιερέας.»

«Ο άχαρος» ήταν ο Λούης στο λεξιλόγιό της· ο Ελπιδοφόρος την είχε ξανακούσει να τον αποκαλεί έτσι. «Ο ιερέας» ήταν ο Βισδέλος, φυσικά. Τον Βόντεκ-Ρίε η Άβα τον συμπαθούσε – αν και ο Ελπιδοφόρος δεν μπορούσε να καταλάβει τι του έβρισκε.

«Θα τους συναντήσουμε όταν βγούμε απ’το Φαντασκεύασμα,» της απάντησε. Και μετά, άρχισε να της λέει πού ακριβώς θα επιτίθονταν και πώς είχε η κατάσταση εκεί όσον αφορούσε το δίκτυο των πρακτόρων της Παντοκράτειρας. «Θα πρέπει, όμως, να είμαστε έτοιμοι και για εκπλήξεις,» της τόνισε, «γιατί, όπως σας είπα και την προηγούμενη φορά, μας περιμένουν. Το ξέρουν πως τους κυνηγάμε. Γι’αυτό κιόλας σας χρειάζομαι, αλλιώς θα τους αναλαμβάναμε εύκολα εγώ κι οι Πειθαρχικοί του Κενού.»

«Είσαι, πάντως, περίεργος, Ελπιδοφόρε,» παρατήρησε η Άβα. «Πώς τα ξέρεις όλ’αυτά για το δίκτυο των πρακτόρων της–;»

«Ήμουν πράκτορας κι εγώ, κάποτε· το έχω ξαναπεί.»

«Δεν μας έχεις πει, όμως, γιατί στράφηκες εναντίον τους…»

«Ούτε εσύ μού έχεις πει γιατί είσαι εναντίον τους.»

«Εγώ απλά δεν τους γουστάρω, και ο Μάγος μ’έχει βοηθήσει πολλές φορές για να τον αγνοήσω τώρα.»

«Πολύ εύκολα ρισκάρεις τη ζωή σου, τότε.»

Η Άβα γέλασε. «Είμαι… απερίσκεπτη, το ξέρω. Αλλά έτσι ζω εδώ και χρόνια τώρα. Δεν είναι η πρώτη φορά που ρισκάρω τη ζωή μου, και δεν θα είναι η τελευταία.»

Όταν βγήκαν από το Φαντασκεύασμα βρέθηκαν σ’ένα σκοτεινό στενορύμι του Συμφύρματος, κάτω από μια πέτρινη γέφυρα όπου περνούσαν τρένα.

«Δε βλέπω τους άλλους,» παρατήρησε η Άβα. Μονάχα πεταμένα σκουπίδια και σιδερικά υπήρχαν εδώ. Το μέρος βρομούσε – ευτυχώς, όχι αποπνιχτικά. Μπορούσες να το ανεχτείς.

«Θα έρθουν σε λίγο.»

«Θα έπρεπε, κανονικά, να ήταν τώρα εδώ;» ρώτησε η Άβα, καχύποπτα.

«Δεν είχαμε πει συγκεκριμένη ώρα. Είχαμε πει μόνο ‘το συντομότερο δυνατό’. Και ο Βόντεκ θα πετούσε πρώτα στη Φιλήσυχη, για να πάρει τον Βισδέλο, μετά στην Α’ Κατωρίγια, για να πάρει τον Λούη, και μετά εδώ. Δεν είναι μικρή η απόσταση, ακόμα και γι’αυτόν, νομίζω.»

Η Άβα γέλασε. «Δεν τον ξέρεις καλά.»

«Ίσως.» Η αλήθεια ήταν πως δεν τον είχε δει ποτέ να πιλοτάρει, αλλά απ’ό,τι είχε καταλάβει είχε τη φήμη του τρελού πιλότου.

Η Άβα ακούμπησε την πλάτη της σ’έναν βρόμικο τοίχο και άναψε τσιγάρο. Ο Ελπιδοφόρος έβγαλε κάπες από τον σάκο του και τις έριξε πάνω στους Πειθαρχικούς του Κενού, για να τους σκεπάσει από τυχόν ύποπτα βλέμματα – αν και ήταν άκρως απίθανο κάποιος να τους πρόσεχε εδώ πέρα. Ύστερα, άναψε κι εκείνος τσιγάρο.

«Τα φαντάσματα μιλάνε;» ρώτησε η Άβα.

«Μιλάμε,» τη διαβεβαίωσε η Άι’νιρ, και η Άβα φάνηκε να ξαφνιάζεται λιγάκι από μια τόσο ευθεία απάντηση. Γέλασε, ωστόσο. Το επίθετό της – Λιγόγελη – δεν σχετιζόταν στο παραμικρό με τον χαρακτήρα της.

«Με το συμπάθιο,» είπε η Άβα στην Πειθαρχική του Κενού, «αλλά δε σας ξανάχα ακούσει να μιλάτε.»

«Δεν είχαμε τίποτα να πούμε,» εξήγησε ο Άερ’θλαρ.

«Αλήθεια, επιτρέπεται να ρωτήσω πού σας βρήκε ο Μάγος;»

«Όχι,» είπε η Άι’νιρ, τελεσίδικα.

«Εντάξει,» μόρφασε η Άβα, «απλώς σκέφτηκα μήπως…»

Ο Βόντεκ-Ρίε, ο Λούης, και ο Βισδέλος ήρθαν μετά από καμια ώρα.

«Χαίρετε,» είπε ο ιερέας.

«Ιερόχρονε,» αντιχαιρέτησε ο Ελπιδοφόρος, κλίνοντας το κεφάλι προς τη μεριά του Βισδέλου.

«Ο Βόντεκ μάς είπε πώς έχει η κατάσταση,» είπε ο Λούης. «Θα προσθέσεις τίποτα;» Κάπνιζε ένα τσιγάρο που πρέπει να περιείχε κάποιο περίεργο χόρτο – ίσως από τη Σάρντλι ή τη Φεηνάρκια. Πάντως, δεν μύριζε σαν κανονικός καπνός στον Ελπιδοφόρο.

«Αν ο Βόντεκ σάς είπε όλα όσα τού είπα, τότε είμαστε καλυμμένοι–»

«Μοιάζει, βέβαια, σα να πάμε να βάλουμε τον κώλο μας μέσα σε σφηκοφωλιά,» παρατήρησε ο Λούης. «Ώρες-ώρες απορώ γιατί σας βοηθάω.»

«Γιατί κι ο Μάγος σ’έχει βοηθήσει,» του είπε ο Βισδέλος.

«Πράγματι, αλλά θα έβαζες τον κώλο σου μέσα σε σφηκοφωλιά για τον Μάγο;»

«Μια ανακεφαλαίωση,» τους διέκοψε ο Ελπιδοφόρος, «σε περίπτωση που ο Βόντεκ ξέχασε κάτι.»

4.

Ο λόγος που ο Ελπιδοφόρος χρειαζόταν την Άβα και τους άλλους ήταν απλός: Ακόμα και οι Πειθαρχικοί του Κενού δεν μπορούσαν να χτυπήσουν συγχρόνως σε πολλά σημεία της Κεντρικής Αγοράς του Συμφύρματος. Αλλά ήταν πολύ σημαντικό η επίθεση να γίνει συγχρονισμένα· διότι, μόλις οι πράκτορες της Παντοκράτειρας εντόπιζαν το παραμικρό, θα ήταν πανέτοιμοι να πέσουν όλοι επάνω στους εχθρούς τους. Και παρότι οι Πειθαρχικοί έμοιαζαν άτρωτοι στις σφαίρες, ο Ελπιδοφόρος σίγουρα δεν ήταν άτρωτος – και είχε ήδη τραυματιστεί μία φορά από μια προηγούμενη, πιο απερίσκεπτη επίθεση. Επιπλέον, ακόμα και ο Άερ’θλαρ κι η Άι’νιρ μπορεί να κινδύνευαν, καθώς ποιος ήξερε τι διαβολικά κόλπα πιθανώς να είχε προετοιμάσει ο Ελκράσ’ναρχ προκειμένου να τους παγιδέψει και να τους εξολοθρεύσει;

Επομένως, πλησίασαν την Κεντρική Αγορά σύμφωνα με το σχέδιο του Ελπιδοφόρου, χωρισμένοι αλλά με τις κινήσεις τους συγχρονισμένες. Γνώριζαν όλοι πού βρίσκονταν οι πράκτορες της Παντοκράτειρας και πώς ήταν οι όψεις τους. Ωστόσο, «τα πράγματα θα είναι από λιγάκι έως πολύ αλλαγμένα απ’ό,τι τα ήξερα παλιά,» τους είχε προειδοποιήσει ο Ελπιδοφόρος. «Να είστε σε ετοιμότητα.»

Το Σύμφυρμα δεν είχε πάρει το όνομά του τυχαία. Έμοιαζε μ’ένα συνονθύλευμα από ό,τι οικήματα, εταιρείες, και βιομηχανίες μπορούσε κανείς να φανταστεί. Σα να είχε κάποιος πάρει κομμάτια από κάθε σημείο της Ρελκάμνια και να τα είχε φέρει άτακτα εδώ. Το επίπεδο ζωής, ωστόσο, δεν ήταν και τόσο κακό στην περιοχή. Αλλά η ρυμοτομία ήταν χάλια. Ευτυχώς, ο Ελπιδοφόρος και οι σύντροφοί του είχαν έναν πολύ καλό χάρτη του Κλαρκ μαζί τους, και δεν δυσκολεύτηκαν να βρουν ένα σωρό εισόδους για την Κεντρική Αγορά, μεγαλύτερες και μικρότερες.

Η Άβα μπήκε από ένα δρομάκι στα βορειοδυτικά, όπου δεν χωρούσαν μεγάλα οχήματα κι απ’όπου περισσότερο πεζοί περνούσαν. Φορούσε ένα ζευγάρι μεγάλα μαύρα γυαλιά κι ένα στραβό, μαύρο καπελάκι, ώστε να μην είναι εύκολα αναγνωρίσιμη. Τα χέρια της ήταν κρυμμένα μέσα στην ελαφριά, καλοκαιρινή κάπα της, αγγίζοντας τα όπλα της.

Ο Βόντεκ-Ρίε ήρθε από τα βορειοανατολικά, από έναν δρόμο πολύ μεγαλύτερο, απ’τον οποίο περνούσαν οχήματα κάθε είδους και, μάλιστα, δίπλα του υπήρχε ένα γκαράζ. Ο δρόμος αυτός οδηγούσε σε μια πλατφόρμα η οποία σε πήγαινε κατευθείαν στην καρδιά της αγοράς, όπου γινόταν κι ο περισσότερος συνωστισμός. Ο Βόντεκ φορούσε κι αυτός σκούρα γυαλιά αλλά πολύ πιο στενά από της Άβα, και το καπέλο του ήταν πλατύγυρο και ψάθινο, εισαγμένο από τη Σάρντλι – προτού η Σάρντλι αποστατήσει εναντίον της Παντοκράτειρας.

Ο Ελπιδοφόρος, ο Άερ’θλαρ, και η Άι’νιρ μπήκαν στην Κεντρική Αγορά του Συμφύρματος από τον σταθμό του τρένου στα ανατολικά, όπου κυκλοφορούσε κόσμος κάθε είδους. Οι Πειθαρχικοί του Κενού ήταν τυλιγμένοι στις κάπες τους σαν ζητιάνοι, και ο Ελπιδοφόρος δεν έμοιαζε πολύ καλύτερος. Πέρασαν στο εσωτερικό της αγοράς ακολουθώντας το ρεύμα του ανθρώπινου ποταμού που οδηγούσε προς τα εκεί. Βρέθηκαν έτσι στο ισόγειο αλλά, σύντομα, ανέβηκαν προς μια πλατφόρμα στα νοτιοανατολικά.

Ο Λούης ήρθε από τα νότια, καπνίζοντας ήρεμα το τσιγάρο του και έχοντας την κουκούλα της κάπας του σηκωμένη, δήθεν για να τον προστατεύει από τον δυνατό μεσημεριανό ήλιο. Πέρασε από μια σήραγγα, φωτισμένη από ενεργειακά φώτα μερικά από τα οποία αναβόσβηναν εκνευριστικά, και πήγε προς την καρδιά της αγοράς. Μουρμούριζε σιγανά τους στίχους του τραγουδιού Αγώνας Πυρός, του συγκροτήματος Ελάσσονες Ανεμοβούβαλοι, που ήταν από τη Σεργήλη αλλά η μουσική του ταξίδευε σε πολλές διαστάσεις.

Ο Βισδέλος ήρθε από τα δυτικά, φορώντας ένα μαύρο πλατύγυρο καπέλο, σκούρα γυαλιά, και ρούχα που τον έκαναν να μοιάζει με διαδιαστασιακό έμπορο από τη Φεηνάρκια. Την κουκούλα του την είχε σε μια τσέπη και ήταν έτοιμος να τη βγάλει και να τη φορέσει. Ο Κουκουλοφόρος Ιερέας ποτέ δεν χτυπούσε χωρίς την κουκούλα του. Είχε καταντήσει να έχει συναισθηματική αξία γι’αυτόν. Νόμιζε ότι έπαιρνε δύναμη από την κουκούλα – ότι ίσως ακόμα και να την είχε ευλογήσει ο ίδιος ο Κρόνος.

Σαν υπηρέτες του Ανόφθαλμου, του Χάροντα, του γιου του Κρόνου και του Σκοτοδαίμονος, που είναι γρουσουζιά να λες το όνομά του, μπήκαν ο Ελπιδοφόρος και οι σύντροφοί του στην αγορά. Φονιάδες μπερδεμένοι μέσα στο πλήθος. Και στην αρχή, κανένας άνθρωπος δεν είχε καταλάβει τίποτα.

Οι φύλακες, όμως, παρατηρούσαν και περίμεναν.

Η Ελίζα καθόταν στη σκιά ενός δέντρου, πλάι σ’έναν ζωγράφο του δρόμου, και κάπνιζε ένα τσιγάρο ενώ συγχρόνως κοίταζε κάτι διακοσμητικά μπιχλιμπίδια που είχε αγοράσει από ένα κατάστημα, όταν άκουσε έναν πυροβολισμό ν’αντηχεί όχι και τόσο μακριά της, κι αμέσως μετά είδε φως να πετάγεται. Μια μακριά, κατάλευκη δέσμη φωτός. Μια ρομφαία που ήταν δύσκολο για το μυαλό να συλλάβει πού άρχιζε και πού τελείωνε.

Η Ελίζα είδε φασαρία να συμβαίνει σε μια πλατφόρμα από πάνω της: κόσμος να τρέχει πανικόβλητος. Και σε μια άλλη πλατφόρμα είχε παρουσιαστεί μια μορφή με κατάλευκο μανδύα που έμοιαζε να φωσφορίζει. Φορούσε κουκούλα, αλλά το πρόσωπό της φαινόταν και ήταν σαν από μέταλλο, ενώ τα μάτια της γυάλιζαν σαν λίθοι. Στο ένα χέρι αυτής της απόκοσμης μορφής ήταν η ασύλληπτου μεγέθους φωτεινή ρομφαία.

Η Ελίζα είχε πεταχτεί όρθια, τραβώντας το πιστόλι της, καθώς χαλασμός άρχιζε να γίνεται παντού στην Κεντρική Αγορά του Συμφύρματος, ενώ κι άλλοι πυροβολισμοί αντηχούσαν.

5.

Ο Βισδέλος κρύφτηκε σε μια σκιερή γωνία, έβγαλε το καπέλο και τα γυαλιά του, και φόρεσε την κουκούλα του. Έβλεπε τον στόχο αντίκρυ του. Έναν τύπο που πουλούσε αναψυκτικά και σάντουιτς. Πράκτορας της Παντοκράτειρας, σύμφωνα με τον Ελπιδοφόρο. Ο Βισδέλος έφυγε από τη γωνία – ενώ άκουγε σαματά να ξεκινά από άλλες μεριές της αγοράς – πήρε καλύτερη θέση, τράβηξε το πιστόλι από την τσάντα του, και πυροβόλησε. Βρήκε τον πράκτορα ανάμεσα στις ωμοπλάτες, κι αυτός σωριάστηκε πάνω σε αναψυκτικά και άδεια και μισογεμάτα ποτήρια. Ο Βισδέλος τον ξαναπυροβόλησε, για να βεβαιωθεί.

Ο Σκοτ, που βρισκόταν σε μια πλατφόρμα πιο πάνω, είδε τον πράκτορα να πέφτει, καθώς και τον κουκουλοφόρο που τον πυροβολούσε. «Γαμήσου!» γρύλισε μέσα απ’τα δόντια του. Είχαν, τελικά, επιτεθεί εδώ, μες στο Σύμφυρμα, ο Ελπιδοφόρος κι η συμμορία του! Αν ήταν δυνατόν! Ο Σκοτ τράβηξε το πιστόλι του, με την ταχύτητα, την επιδεξιότητα, και την ψυχραιμία ενός έμπειρου εκτελεστή, και πυροβόλησε, χτυπώντας τον κουκουλοφόρο άντρα και σωριάζοντάς τον. Ύστερα έτρεξε κάτω, γιατί έβλεπε ότι παντού πανικός ξεκινούσε και πολλοί μισθοφόροι φύλακες ύψωναν τα όπλα τους – άσχετος κόσμος θα σκοτωνόταν σήμερα.

Ο Λούης, εν τω μεταξύ, είχε φτάσει στην καρδιά της αγοράς, και άκουσε έναν πυροβολισμό όχι πολύ μακριά του. Ο Βόντεκ-Ρίε, σκέφτηκε. Και είδε μια γυναίκα να στρέφεται προς τον ήχο, βάζοντας το χέρι της μέσα στην τσάντα της. Ο στόχος – η πράκτορας για την οποία είχε μιλήσει ο Ελπιδοφόρος. Πουλούσε λαχεία. Και τώρα πούλησε τα τελευταία της. Ο Λούης τράβηξε το μικρό πιστόλι του και την πυροβόλησε, γρήγορα, δύο φορές στο στήθος. Έπειτα έτρεξε ανάμεσα σε δύο οικήματα καθώς κάποιος πυροβολούσε εκείνον από μια ψηλότερη πλατφόρμα: σφαίρες κουδούνιζαν πίσω του. Ο Ελπιδοφόρος μάς είχε προειδοποιήσει για αλλαγές…

Ο πράκτορας που είχε πυροβολήσει τον Λούη ήταν απ’τους καινούργιους που είχαν τοποθετηθεί εδώ, για να παραφυλάνε. Μόλις είχε δει τον άγνωστο να ρίχνει στην πράκτορα που πουλούσε τα λαχεία είχε επιχειρήσει να τον σκοτώσει, μα δεν είχε φανεί αρκετά γρήγορος: ο καταραμένος είχε τρέξει και είχε απομακρυνθεί. Τώρα ο πράκτορας έφυγε από τη θέση του για να τον κυνηγήσει.

Ο πυροβολισμός που είχε ακούσει ο Λούης όταν έφτασε στην καρδιά της αγοράς ήταν, όπως κι ο ίδιος είχε υποθέσει, από το πιστόλι του Βόντεκ-Ρίε. Ο ευγενής, έχοντας φτάσει στο περίπτερο που είχε πει ο Ελπιδοφόρος κι έχοντας αναγνωρίσει το πρόσωπο του πράκτορα που πουλούσε εφημερίδες, τον είχε πυροβολήσει κατακέφαλα, τινάζοντας αίματα και μυαλά επάνω στα τελευταία νέα. Ύστερα, είχε αναμιχθεί με το πανικόβλητο πλήθος – πηγαίνοντας ακόμα πιο βαθιά στην καρδιά της αγοράς, προς έναν άλλο στόχο.

Από μια πλατφόρμα, ένας από τους καινούργιους πράκτορες που παραφυλούσαν είδε τον Βόντεκ-Ρίε αλλά δεν πρόλαβε να τον πυροβολήσει μέσα στον χαλασμό που αμέσως ξεκίνησε. Ο δολοφόνος μπλέχτηκε πολύ γρήγορα με τον άλλο κόσμο. Έτσι, ο πράκτορας έτρεξε ξοπίσω του. Πυροβόλησε, δύο φορές. Την πρώτη φορά χτύπησε μια γυναίκα στο χέρι, η οποία έπεσε ουρλιάζοντας· τη δεύτερη φορά χτύπησε έναν χοντρό άντρα στο αριστερό πόδι, κι αυτός έπεσε βρίζοντας τον Σκοτοδαίμονα. Ο Βόντεκ-Ρίε, έχοντας καταλάβει ότι τον κυνηγούσαν, χώθηκε μέσα σ’ένα εστιατόριο.

Όσο γίνονταν αυτά, η Άβα είχε φτάσει πλάι σε μια γυναίκα που φαινόταν ιδιωτική φρουρός αλλά δεν ήταν: όχι ακριβώς. Ήταν πράκτορας της Παντοκράτειρας. Και τώρα τραβούσε το πιστόλι της καθώς άκουγε τον σαματά να ξεκινά. Είδε την Άβα κι αμέσως στράφηκε, καχύποπτα. Η Άβα τής άρπαξε το χέρι με το όπλο και το έστρεψε ψηλά. Η γυναίκα πάτησε σπασμωδικά τη σκανδάλη και σφαίρες εκτοξεύτηκαν από την κάννη. Η Άβα τής έσπασε το γόνατο με μια κλοτσιά, και τη χτύπησε με το δικό της γόνατο στην κοιλιά κάνοντάς τη να διπλωθεί. Ύστερα, της έστριψε τον λαιμό, σκοτώνοντάς την.

Ένας ιδιωτικός φρουρός, από ένα αντικρινό κοσμηματοπωλείο, είδε αυτό που συνέβη και τραβώντας το πιστόλι του πυροβόλησε την Άβα. Η σφαίρα την πήρε ξυστά στον αριστερό ώμο, σκίζοντας τα ρούχα της και κάνοντας αίμα να πεταχτεί, αλλά δεν μπήχτηκε μέσα της. Η Άβα τινάχτηκε πίσω από ένα παγκάκι και πυροβόλησε τον φρουρό στην κοιλιά. Δεν ήταν πράκτορας (εκτός αν ήταν απ’τους καινούργιους που ο Ελπιδοφόρος τής είχε πει ότι πιθανώς να παραφυλούσαν) αλλά της είχε επιτεθεί…

6.

Ο Ελπιδοφόρος είχε μόλις σκοτώσει με το πιστόλι του έναν από τους πράκτορες της Παντοκράτειρας που παρίστανε τον σερβιτόρο σε μια καφετέρια. Τώρα άκουσε πίσω του πυροβολισμούς, κι αμέσως καλύφτηκε γονατίζοντας πίσω από ένα από τα τραπεζάκια.

Στρεφόμενος είδε έναν άγνωστο να έρχεται προς το μέρος του, από μια αντικρινή πλατφόρμα, έχοντας υψωμένο το πιστόλι του και πυροβολώντας. Καινούργιος πράκτορας, σκέφτηκε. Δεν πρέπει να ήταν εδώ παλιότερα.

Ο Άερ’θλαρ, που αιωρείτο παραδίπλα, ακόμα τυλιγμένος στην κάπα του, έριξε τώρα την κάπα από πάνω του καθώς μια φωτεινή ρομφαία παρουσιαζόταν στο χέρι του και στρεφόταν καταπάνω στον ερχόμενο πράκτορα. Η λεπίδα φάνηκε στον Ελπιδοφόρο να αποκτά, ξαφνικά, απίστευτο μήκος – ή ίσως να ήταν τόσο μακριά εξαρχής και εκείνος να μην το είχε προσέξει. Η ρομφαία σπάθισε το κεφάλι του πράκτορα, εξαϋλώνοντάς το.

Αλλά ο Ελπιδοφόρος άκουσε τότε μια σφαίρα να χτυπά την άκρη του τραπεζιού πλάι του. Τι σκατά; Γύρισε, ξαφνιασμένος, και από κάτω του, από το ισόγειο της αγοράς, είδε μια γυναίκα να τον πυροβολεί. Ξανθά μαλλιά, λευκό δέρμα, στενά παραλληλόγραμμα γυαλιά. Νόμιζε πως κάπου την είχε ξαναδεί. Πράκτορας του Ελκράσ’ναρχ, μάλλον.

Ο Ελπιδοφόρος την πυροβόλησε, κι εκείνη κρύφτηκε πίσω από μια καντίνα που ήταν τώρα έρημη καθώς ο ιδιοκτήτης της είχε ήδη φύγει έντρομος.

Ο Άερ’θλαρ γύρισε τη ρομφαία του και η καντίνα διαλύθηκε.

7.

Η Ελίζα κρύφτηκε πίσω από μια παρατημένη καντίνα μόλις ο άντρας με την κάπα και την κουκούλα στράφηκε και την πυροβόλησε. Και ήταν έτοιμη να του ρίξει κι εκείνη, καλά καλυμμένη όπως τώρα ήταν, όταν το φάντασμα έστρεψε αυτό το ατελείωτο φωτεινό σπαθί του καταπάνω της. Η Ελίζα, νιώθοντας έναν ανείπωτο τρόμο να συνθλίβει τα σωθικά της, κύλησε αμέσως στο πλάι καθώς η καντίνα διαλυόταν πίσω της. Σηκώθηκε κι έτρεξε, χώθηκε μέσα σ’ένα παλαιοβιβλιοπωλείο, λαχανιασμένη.

«Μην πυροβολείτε, μην πυροβολείτε!» είπε, πανικόβλητα, ο γηραιός ιδιοκτήτης υψώνοντας τα χέρια του, τρέμοντας ολόκορμος. «Σας παρακαλώ! Πάρτε ό,τι–!»

«Σκασμός!» του είπε απότομα η Ελίζα, κολλώντας την πλάτη της στον τοίχο πλάι στην πόρτα. «Δε θα σε πειράξω.» Και τι σκατά περιμένω; Τα φαντάσματα είναι εδώ! Οι αφέντες μας είπαν τι πρέπει αμέσως να κάνουμε σε μια τέτοια περίπτωση.

Η Ελίζα έβγαλε από την τσέπη της τον τηλεπικοινωνιακό πομπό της και πίεσε ένα κουμπί, στέλνοντας, στην ειδική συχνότητα, σήμα ότι οι φωτεινοί δαίμονες ήταν εδώ.

Και το σήμα ταξίδεψε μέσα και πάνω από τους οικοδομημένους δρόμους της Ρελκάμνια. Από κεραία σε κεραία σε κεραία σε κεραία. Σαν να ήταν δαίμονας και το ίδιο. Ένας δαίμονας αποτελούμενος από πληροφορία. Μια πιθηκόμορφη, άυλη οντότητα που πηδούσε από τον έναν τηλεπικοινωνιακό αναμεταδότη στον άλλο με τρομερή ταχύτητα. Έφυγε από το Σύμφυρμα και μπήκε στην Ανακτορική Συνοικία, στο Παντοτινό Ανάκτορο, και στον νου του Ελκράσ’ναρχ, ο οποίος δεν χρειαζόταν δέκτη για να λάβει το σήμα. Ο ίδιος του ο εαυτός ήταν δέκτης.

Ένας από τους Υπερασπιστές βγήκε σ’έναν εξώστη, και η πάνοπλη μορφή του έλιωσε, έγινε ενέργεια, κατάμαυρη με πορφυρές και ασημένιες ανταύγειες, και χωρίστηκε· πήρε το σχήμα δύο μεγάλων πουλιών, που πέταξαν πάνω από την Ανακτορική Συνοικία. Προς το Σύμφυρμα. Με ταχύτητα αεροσκαφών, χωρίς να παρακωλύονται από κανένα βάρος μετάλλων και μηχανισμών.

Όσοι τα είδαν να περνούν νόμισαν πως είχαν δει αστραπές ή διαρροή ενέργειας από κάποιο οικοδόμημα. Ελάχιστοι τα αναγνώρισαν ως «πτηνά κάποιου είδους», «δαίμονες, ίσως».

8.

Πού είναι ο Σκοτ; αναρωτήθηκε ο Ελπιδοφόρος, κοιτάζοντας μέσα στον χαλασμό της Κεντρικής Αγοράς του Συμφύρματος. Περίμενε ότι θα τον συναντούσε εδώ, ότι, λογικά, ο Ελκράσ’ναρχ εδώ θα τον είχε να παραφυλά, γιατί το Σύμφυρμα ήταν η συνοικία όπου ο Σκοτ Θάμρω έμενε. Πού σκατά είσαι, Σκοτ;

Ο Ελπιδοφόρος κατέβηκε από την πλατφόρμα όπου ήταν ανεβασμένος, και μαζί του ήρθε ο Άερ’θλαρ. Η Άι’νιρ ήταν λίγο παραπέρα, έχοντας ήδη εξολοθρεύσει έναν πράκτορα, και τώρα κι αυτή πλησίαζε. Ο Ελπιδοφόρος δεν ήταν βέβαιος αν η γυναίκα πίσω απ’την καντίνα είχε σκοτωθεί, έτσι άλλαξε γεμιστήρα στο πιστόλι του. Πού την έχω ξαναδεί; Κάπου την έχω ξαναδεί, νομίζω. Όπως και νάχε, έπρεπε να βεβαιωθεί αν ήταν νεκρή ή όχι.

Πήγε πίσω απ’τη διαλυμένη καντίνα και δεν είδε κανένα πτώμα. Ζωντανή, λοιπόν.

Η Άι’νιρ χτύπησε κάποιον με τη ρομφαία της. Ο Ελπιδοφόρος είδε έναν μισθοφόρο φρουρό να πέφτει με το στήθος του καμένο. Δεν πρέπει να ήταν πράκτορας της Παντοκράτειρας ή του Ελκράσ’ναρχ. Τι θέλουν και μπλέκονται αυτοί; Δε βλέπουν ότι η υπόθεση δεν τους αφορά;

«Πρέπει να βρούμε τον κύριο Θάμρω,» είπε ο Ελπιδοφόρος στους Πειθαρχικούς του Κενού.

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Άερ’θλαρ, «αλλά δεν τον διακρίνω πουθενά.» Ήξεραν, φυσικά, πώς ήταν η όψη του. Ο Ελπιδοφόρος τούς είχε δείξει εικόνες που είχαν βρει από το Παντοκρατορικό Δίκτυο – ο Κλαρκ μπορούσε να εισβάλει εκεί χωρίς δυσκολία. Έμπαινε κι έβγαινε σαν να ήταν ξέφραγο γκαράζ.

Ο Ελπιδοφόρος άνοιξε τον πομπό του, καλώντας τους συντρόφους του.

«Άβα;»

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνη. «Όλα καλά. Να την κάνουμε τώρα; – γιατί σε λίγο θα γίνει της πουτάνας εδώ.»

«Περίμενε,» της είπε. «Βόντεκ-Ρίε;» Καμία απάντηση. «Μ’ακούς; Βόντεκ;» Πάλι, καμία απάντηση. Σκατά. Ίσως νάχει προβλήματα – ίσως νάναι νεκρός. «Βισδέλε; Βισδέλε;»

«…Ελπιδοφόρε…» Ο Κουκουλοφόρος Ιεράς μιλούσε με δυσκολία. «Χτυπήθηκα. Κάποιος πούστης με πυροβόλησε. Δεν τον είδα.»

«Έρχομαι. Πού είσαι;»

«Εκεί που έπρεπε – στον πρώτο μου στόχο… εκεί κοντά, δηλαδή…»

Ο Ελπιδοφόρος προχώρησε μέσα στην Κεντρική Αγορά που έμοιαζε να αδειάζει μ’απίστευτη ταχύτητα – ειδικά από εκεί όπου περνούσαν οι Πειθαρχικοί του Κενού. Και μόνο η όψη τους ήταν αρκετή για να τρομοκρατήσει τον κόσμο.

Αφού όμως είχε διασχίσει τη μισή απόσταση προς τον Βισδέλο, ο Ελπιδοφόρος δέχτηκε πυρά. Και η Άι’νιρ ίσα που πρόλαβε να τον σώσει, παρεμβάλλοντας τον φωτεινό μανδύα της μπροστά του κι εξοστρακίζοντας τη σφαίρα με τρόπο που φάνταζε εξωπραγματικός. Οι πυροβολισμοί, όμως, συνεχίστηκαν. Από κάποια πλατφόρμα. Ο Ελπιδοφόρος καλύφτηκε, οι Πειθαρχικοί έστρεψαν τις ρομφαίες τους προς τον εχθρό, οι φωτεινές λεπίδες διέλυσαν μια κυλιόμενη σκάλα, κάτι τραπέζια και καρέκλες, κάτι τζάμια και πάγκους. Αλλά οι πυροβολισμοί συνεχίζονταν από άλλο σημείο τώρα.

Πολύ καλός για νάναι κάτι λιγότερο από ειδικός εκτελεστής… σκέφτηκε ο Ελπιδοφόρος· και φώναξε: «ΣΚΟΤ! ΣΚΟΤ ΘΑΜΡΩ!»

Ο Σκοτ, καλυμμένος πίσω από μια πέτρινη προεξοχή, με τον δεξή ώμο του μισοκαμένο από τις παράδοξες σπάθες αυτών των δαιμόνων, αναγνώρισε τη φωνή του Ελπιδοφόρου. Αυτός είναι, ο καταραμένος, σκέφτηκε. Αυτός. Αλλά οι αφέντες μας τώρα έρχονται… Όταν είχε κάνει να τους καλέσει μέσω του πομπού του, είχε διαπιστώσει ότι κάποιος άλλος τούς είχε καλέσει πρώτος· το αποθηκευμένο σήμα είχε απενεργοποιηθεί.

«Ελπιδοφόρε!» φώναξε. «Πάει καιρός από την Ταρασμάλθη, ε; Δε φανταζόμουν τότε ότι θα σε πυροβολούσα, αλλά ούτε κι ότι θα τραβούσες δαίμονες εδώ, στη Ρελκάμνια!» Ήθελε να τον καθυστερήσει.

Και ο Ελπιδοφόρος το κατάλαβε. Γιατί θέλει να με καθυστερήσει; Ο Σκοτ δεν ήταν από εκείνους που έπιαναν κουβεντούλα. Έβλεπε το σκότωμα επαγγελματικά. Πληρωνόταν για να σκοτώνει κόσμο. «Έλα κάτω, Σκοτ, και θα συζητήσουμε!»

Ένα γέλιο αντήχησε από πάνω. «Δε είμαι τόσο βλάκας, Ελπιδοφόρε!»

«Να τον σκοτώσουμε;» ρώτησε η Άι’νιρ.

«Όχι,» αποκρίθηκε ο Ελπιδοφόρος – χωρίς να φωνάζει, φυσικά, για να μη μπορεί να τον ακούσει ο Σκοτ. «Σας είπα: όχι.» Και δυναμώνοντας τη φωνή του: «Έλα κάτω, Σκοτ, και σου υπόσχ–!»

Τζάμια ακούστηκαν να σπάνε, και ένα δυνατό σύριγμα σαν από διαρροή ενέργειας.

Ο Ελπιδοφόρος στράφηκε και είδε δύο ενεργειακά πουλιά να πετάνε μέσα στην Κεντρική Αγορά του Συμφύρματος, καταστρέφοντας πινακίδες και ταμπέλες στο πέρασμά τους. Ερχόμενα σαν πύραυλοι για να καταστρέψουν.

«Πολύ αργά τώρα, Ελπιδοφόρε!» φώναξε ο Σκοτ κι άρχισε πάλι να πυροβολεί, με δύο πιστόλια στα χέρια του.

Τα ενεργειακά πουλιά κατευθύνονταν προς τους Πειθαρχικούς, και ο Άερ’θλαρ είπε «Ο Ελκράσ’ναρχ!» καθώς η ρομφαία του και η ρομφαία της Άι’νιρ στρέφονταν πάραυτα καταπάνω στον εχθρό. Τα πουλιά τις απέφυγαν με εξωπραγματική ευελιξία. Ευελιξία που δεν μπορούσε να έχει κανένα πλάσμα με συνηθισμένη υλική μορφή. Τα πτηνά γλίστρησαν ανάμεσα από τις ατελείωτες λεπίδες σαν νερό, σαν καθαρή ενέργεια. Κατέβηκαν αντίκρυ στους Πειθαρχικούς ενώ συγχρόνως οι μορφές τους άλλαζαν όπως μέσα σε όνειρο, και τώρα ήταν δύο πάνοπλοι πολεμιστές. Στα χέρια τους κρατούσαν σπαθιά που τινάχτηκαν σαν φλόγες καταπάνω στον Άερ’θλαρ και την Άι’νιρ, και η ξιφομαχία που άρχισε έκανε τα πάντα να διαλυθούν γύρω από τον Ελπιδοφόρο και τον Σκοτ, μέσα σ’έναν στρόβιλο ενεργειακής καταστροφής.

9.

Η Ελίζα είδε τα παράξενα πουλιά να περνάνε πάνω από τις πλατφόρμες και τις σκάλες της αγοράς, κι αμέσως κατάλαβε: Οι αφέντες μας! Δεν τους είχε δει ποτέ ξανά σ’αυτή τη μορφή, μα δεν είχε αμφιβολία ότι ήταν αυτοί. Δε μπορεί να ήταν τίποτε άλλο.

Έφυγε από το παλαιοβιβλιοπωλείο και τους ακολούθησε, με προσοχή – αν και τώρα, που η Κεντρική Αγορά του Συμφύρματος είχε σχεδόν αδειάσει, δεν θα ήταν πολύ δύσκολο να δει κάποιον που σκόπευε να την πυροβολήσει.

Η Ελίζα σταμάτησε απότομα όταν ατένισε, από απόσταση, τους δύο κατάλευκους, φωτεινούς δαίμονες· κι αμέσως καλύφτηκε πίσω από κάτι πέτρινα σκαλιά μόλις τα ενεργειακά πουλιά προσγειώθηκαν αλλάζοντας μορφή κι αρχίζοντας να ξιφομαχούν με τους εχθρούς τους. Μια τζαμαρία θρυμματίστηκε από πάνω της και γυαλιά έλουσαν την Ελίζα καθώς κάλυπτε το κεφάλι της με τα χέρια. Ευτυχώς, τα κομμάτια ήταν τόσο μικρά που δεν κινδύνεψε.

Ύστερα, κοιτάζοντας από την άκρη ενός σκαλοπατιού της πέτρινης σκάλας, είδε τον κουκουλοφόρο άντρα με την κάπα να απομακρύνεται από τα φωτεινά φαντάσματα και τους Υπερασπιστές και να πηγαίνει βιαστικά προς μια κυλιόμενη σκάλα που είχε πάψει να κινείται.

10.

Ο Ελπιδοφόρος ανέβηκε στην πλατφόρμα όπου υπολόγιζε πως κρυβόταν ο Σκοτ, και πάραυτα καλύφτηκε στο πλάι μιας πόρτας καθώς εκείνος τον είδε και τον πυροβόλησε.

«Παραδόσου!» φώναξε ο Ελπιδοφόρος.

«Εσύ πρέπει να παραδοθείς, προδότη!»

Ο Ελπιδοφόρος τον πυροβόλησε, και τον είδε να προσπαθεί να καλυφτεί μετά δυσκολίας πίσω από μια πέτρινη προεξοχή, μέρος της αρχιτεκτονικής διακόσμησης του χώρου. Ήταν εξαιρετική κάλυψη για ν’αποφεύγεις πυρά από άλλες πλατφόρμες ή από το ισόγειο, αλλά όχι από την ίδια πλατφόρμα.

«Σκοτ! Δεν ξέρεις τι ακριβώς υπηρετείς!»

«Άσε τις μαλακίες!» Ο Σκοτ πυροβολούσε πάλι.

Θα δυσκολευτούμε, λοιπόν. Ο Ελπιδοφόρος άνοιξε τον πομπό του για να καλέσει τη βοήθεια των άλλων του συντρόφων, γιατί τώρα οι Πειθαρχικοί ήταν απασχολημένοι. Οι λεπίδες τους ακόμα ακούγονταν να συγκρούονται με τη δύναμη του Ελκράσ’ναρχ, και ήχοι θραύσεις συνόδευαν αυτές τις συγκρούσεις, καθώς και εκρήξεις. Κάμποσες φωτιές είχαν ήδη ανάψει.

11.

Η Ελίζα, περνώντας κάτω από καμάρες, τρέχοντας με προσοχή, για να μην τη χτυπήσουν τα θραύσματα από τη σύγκρουση των Υπερασπιστών με τους φωτεινούς δαίμονες, πλησίασε τη σταματημένη κυλιόμενη σκάλα με το πιστόλι της στο χέρι. Άρχισε ν’ανεβαίνει, σκυφτή, πατώντας αθόρυβα στα μαλακά παπούτσια της – περισσότερο από συνήθεια παρά επειδή πίστευε ότι μπορεί κάποιος να την άκουγε μέσα σε τέτοιο χαλασμό. Από πάνω, μια φωνή αντήχησε: «Σκοτ! Δεν ξέρεις τι ακριβώς υπηρετείς!» Και κάποιος απάντησε: «Άσε τις μαλακίες!» Και πυροβολισμοί ακολούθησαν.

Η δεύτερη φωνή που είχε ακουστεί ήταν, σίγουρα, του Σκοτ. Την πρώτη η Ελίζα δεν την αναγνώριζε αλλά υπέθετε ότι πιθανώς να ήταν του Ελπιδοφόρου. Ποιος άλλος θα ήταν τόσο κοντά σ’αυτούς τους φωτεινούς δαίμονες;

Η Ελίζα έφτασε επάνω, στην κορυφή της σκάλας, και έμεινε ακίνητη εκεί, γονατισμένη στο ένα γόνατο, κρατώντας το πιστόλι της με τα δύο χέρια. Είδε πού ήταν ο Σκοτ, είδε και πού ήταν καλυμμένος ο εχθρός του – πίσω από το κατώφλι μιας πόρτας ενός παρατημένου καταστήματος ρούχων.

Η Ελίζα πήγε προς το κατάστημα, κολλώντας την πλάτη της στον τοίχο. Ο Ελπιδοφόρος (αν ήταν όντως αυτός) δεν πρέπει να την είχε αντιληφτεί, γιατί συνέχιζε ν’ανταλλάσσει ριπές με τον Σκοτ. Η Ελίζα παρατήρησε ότι ο Σκοτ ήταν πολύ χάλια καλυμμένος εκεί όπου βρισκόταν. Απορούσε που, ώς τώρα, καμια σφαίρα του Ελπιδοφόρου δεν τον είχε πετύχει. Θα μπορούσε ο Ελπιδοφόρος επίτηδες να αστοχεί; Να μην ήθελε να τον χτυπήσει αλλά μονάχα να τον κρατήσει στη θέση του;

Γιατί, όμως; Οι αφέντες μας είναι κάτω, κι άμα έρθουν εδώ– Δεν υπήρχε χρόνος για σκέψεις. Η Ελίζα έψαξε για πίσω πόρτα στο κατάστημα. Δεν βρήκε καμία. Είδε μόνο ένα παράθυρο. Ήταν, όμως, κλειστό με τζαμαρία, το καταραμένο, και δεν άνοιγε από έξω. Ύψωσε το πιστόλι της και το πυροβόλησε. Κρύσταλλα έσπασαν.

Ο Ελπιδοφόρος, ακούγοντας τον θόρυβο, τινάχτηκε από τη θέση του πέφτοντας κάτω, πίσω από έναν πάγκο με ρούχα.

«Ακίνητος!» φώναξε η Ελίζα.

Αυτή πάλι! παρατήρησε ο Ελπιδοφόρος. Πού έχουμε ξανασυναντηθεί; Ύψωσε το πιστόλι του και την πυροβόλησε, χτυπώντας την άκρη του παραθύρου καθώς εκείνη πεταγόταν στο πλάι του.

«Παραδόσου!» φώναξε η Ελίζα. «Είμαστε δύο, είσαι μόνος σου!»

«Δεν είναι μόνος του,» άκουσε πίσω της.

Και, ξαφνιασμένη, στράφηκε για να δει μια άγνωστη γυναίκα με καπαρντίνα, στραβό καπέλο, και μεγάλα μαύρα γυαλιά να τη σημαδεύει με πιστόλι.

«Άσε κάτω το σιδερικό,» είπε η Άβα.

«Καλώς. Εντάξει.» Η Ελίζα, γονατίζοντας ήρεμα, άφησε στο πάτωμα το πιστόλι της.

«Μπες μέσα τώρα – κι όχι εξυπνάδες,» είπε η Άβα, δείχνοντας, με μια κίνηση του κεφαλιού, το παράθυρο.

Η Ελίζα υπάκουσε, και ο Ελπιδοφόρος, βλέποντάς την να μπαίνει, παρατήρησε το πρόσωπό της. Πού την έχω ξαναδεί;… Και ξαφνικά θυμήθηκε! Λίγο προτού συναντήσω τον Κλαρκ για πρώτη φορά! Ναι, αυτή πρέπει να ήταν. Μέσα σε μια πολυκατοικία. Και τότε φορούσε κάποιου είδους υπηρεσιακή στολή.

Η Άβα την ακολούθησε στο εσωτερικό του καταστήματος, με το πιστόλι της υψωμένο.

Πυροβολισμοί ακούστηκαν απρόσμενα από έξω. Διπλοί. Δεν έριχνε μόνο ο Σκοτ.

Ο Ελπιδοφόρος πήγε πάλι στο πλάι της πόρτας. Είδε τον Λούη να προσπαθεί να πλησιάσει. Άλλαξε γεμιστήρα και πυροβόλησε τον Σκοτ, επανειλημμένα, αναγκάζοντάς τον να καλυφτεί και να μη μπορεί να ρίξει. «Έλα!» φώναξε στον Λούη, κι εκείνος έτρεξε και μπήκε στο κατάστημα.

«Τι σκατά θες; Να με σκοτώσεις, γαμώ τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος;» διαμαρτυρήθηκε.

«Ο τύπος που σε πυροβολούσε είναι ο Σκοτ.»

«Οπότε δεν τρέχει μία άμα με καθαρίσει, ε;»

Ο Ελπιδοφόρος στράφηκε στην Ελίζα. «Πώς σε λένε;»

Εκείνη έμεινε σιωπηλή.

«Ο κύριος σε ρω–» άρχισε η Άβα, ακόμα σημαδεύοντάς την.

Αλλά ο Ελπιδοφόρος τη διέκοψε μ’ένα νόημα του άοπλου χεριού του. Είπε στην Ελίζα: «Υπηρετείς τον Ελκράσ’ναρχ, έτσι δεν είναι; Τους Υπερασπιστές της Παντοκράτειρας.»

Δεν το αρνήθηκε – αν και δεν είχε ιδέα τι σήμαινε αυτό το όνομα: Ελκάσ… Σκεφτόταν πώς μπορούσε να ξεφύγει από τούτους τους αποστάτες χωρίς να την καθαρίσουν, και δεν έβρισκε καμια λύση.

«Με λένε Ελπιδοφόρο,» της είπε εκείνος.

«Το φαντάστηκα.»

«Έχουμε ξανασυναντηθεί.»

«Δεν το νομίζω.»

«Σκέψου. Μια βροχερή μέρα. Σε μια πολυκατοικία. Φυλούσες σκοπιά, νομίζω. Φορούσες μια υπηρεσιακή στολή. Μου πρότεινες να μείνω λίγο για να πιούμε καφέ, αλλά βιαζόμουν.»

Η Ελίζα συνοφρυώθηκε. Το περιστατικό ήρθε πάλι στη μνήμη της. «Εσύ…» μουρμούρισε.

«Ναι. Όπως βλέπεις, έχουμε γνωριστεί. Πες μου πώς σε λένε.»

«Θέλεις να μάθεις προτού με σκοτώσεις σαν τους άλλους;»

«Μπορεί να μη σε σκοτώσω καθόλου, άμα μου πεις.»

Η Ελίζα δεν ήταν φανατική πράκτορας των Υπερασπιστών. Τους υπηρετούσε γιατί δεν είχε άλλη επιλογή και γιατί αυτό είχε πλέον μάθει να κάνει. Αν μπορούσε λέγοντας το όνομά της να γλιτώσει τον θάνατο…. «Ελίζα Κάρριλνηχ με λένε, αφού πιστεύεις ότι αυτό έχει τόσο μεγάλη σημασία.»

Ο Ελπιδοφόρος ένευσε. Ύστερα στράφηκε στην πόρτα του καταστήματος. «Σκοτ!» φώναξε πάλι. «Έχω εδώ μια αιχμάλωτη και θα τη σκοτώσω αν δεν παραδοθείς!»

«Μπλοφάρεις!» απάντησε εκείνος.

«Τη λένε Ελίζα Κάρριλνηχ,» φώναξε ο Ελπιδοφόρος, αν και δεν ήταν βέβαιος πως μια αιχμάλωτος θα τον έκανε να παραδοθεί. Ο άνθρωπος ήταν ειδικός εκτελεστής· τι τον ένοιαζε για τη ζωή των άλλων;

Ο Σκοτ δεν απάντησε. Και μονάχα η συνεχιζόμενη σύγκρουση των Πειθαρχικών του Κενού με τον Ελκράσ’ναρχ ακουγόταν τώρα, σαν βροντές και αστραπές. Στοίχημα ήταν αν είχαν περάσει πέντε λεπτά από την αρχή της, υπολόγιζε ο Ελπιδοφόρος. Κατά πάσα πιθανότητα, λιγότερα. Μέσα στη μάχη, όμως, η κάθε στιγμή μοιάζει να επεκτείνεται, να γίνεται ώρες.

«Σκοτ!»

«Σε άκουσα!»

Ο Ελπιδοφόρος άρπαξε την Ελίζα από το μπράτσο και την τράβηξε ώς την πόρτα του καταστήματος ρούχων, βάζοντας το πιστόλι του στην πίσω μεριά του κεφαλιού της. «Τη βλέπεις!» φώναξε. «Παραδόσου, έλα εδώ, αλλιώς πεθαίνει!»

«Τι σκατά θες μαζί μου, Ελπιδοφόρε;»

«Έλα εδώ, Σκοτ! Χωρίς τα όπλα σου. Θα τη σκοτώσω!» Ο Ελπιδοφόρος ήταν λιγάκι ξαφνιασμένος που το κόλπο του έμοιαζε να έχει κάπως επηρεάσει τον ειδικό εκτελεστή. Ίσως να φάνηκα απλά τυχερός…

Η Ελίζα έμεινε σιωπηλή, καθώς έβλεπε τον Σκοτ αντίκρυ της να είναι ακίνητος, καλυμμένος πίσω από την αρχιτεκτονική προεξοχή της πλατφόρμας. Αισθανόταν σαν δειλή που δεν έβρισκε το θάρρος να του φωνάξει Φύγε! Τρέξε και φύγε! Αλλά δεν μπορούσε να το κάνει. Δεν ήθελε να πεθάνει έτσι. Όμως, επίσης, δεν θα τον παρακαλούσε να παραδοθεί κιόλας· δεν θα έφτανε ώς εκεί. Αν είναι να με σκοτώσουν, ας με σκοτώσουν· δεν θα παρακαλέσω για τη ζωή μου!

Ο Σκοτ σηκώθηκε όρθιος, βγαίνοντας από την κάλυψή του, με τα χέρια ψηλά και χωρίς όπλα. Πλησίασε την είσοδο του καταστήματος και μπήκε, καθώς ο Ελπιδοφόρος παραμέριζε από το κατώφλι τραβώντας και την Ελίζα μαζί του.

Είπε στον Λούη: «Ψάξε τους και τους δύο, και πάρε ό,τι όπλα έχουν.» Η Άβα είχε το πιστόλι της υψωμένο, σημαδεύοντάς τους.

Ο Ελπιδοφόρος άνοιξε τον πομπό του. «Βόντεκ! Πού σκατά είσαι;»

«Μαζί με τον ιερέα. Είναι χτυπημένος–»

«Το ξέρω πως είναι–»

«Δε μπορούμε να πλησιάσουμε. Μπροστά μας γίνεται– Τα φαντάσματά σου χτυπιούνται με–»

«Φύγετε. Φύγετε από την αγορά.»

«Σίγουρος;»

«Ναι. Πηγαίνετε. Τώρα!» Ο Ελπιδοφόρος τερμάτισε την επικοινωνία με τον Βόντεκ-Ρίε και πάτησε ένα άλλο κουμπί τον πομπό του, στέλνοντας σήμα στον Κλαρκ.

Ένα ενεργειακό πουλί φάνηκε, τότε, να πετά, περνώντας δίπλα από την πλατφόρμα, βγαίνοντας στον ουρανό από πάνω, φεύγοντας από την Κεντρική Αγορά του Συμφύρματος. Κι αμέσως μετά, οι Πειθαρχικοί του Κενού υψώθηκαν, με τους φωτεινούς τους μανδύες ν’ανεμίζουν γύρω τους, φτάνοντας επάνω στην πλατφόρμα. Η φωσφορική ακτινοβολία της Άι’νιρ έμοιαζε να είναι κάπως αδυνατισμένη, παρατήρησε ο Ελπιδοφόρος, και στην αριστερή της μεριά υπήρχε ένα… μαύρο σημάδι. Θύμιζε κάψιμο επάνω σε γυαλί. Αλλά δεν ήταν πάντα εκεί: τη μια χανόταν μέσα στις πτυχώσεις του μανδύα της, την άλλη παρουσιαζόταν ξανά· κι έδινε, συγχρόνως, την εντύπωση ότι δεν βρισκόταν επάνω αλλά κάτω από τον μανδύα. Δεν μπορούσες να καταλάβεις πού ακριβώς βρισκόταν, σαν να έπαιζε με τις αισθήσεις σου.

«Τραυματίστηκες;» ρώτησε ο Ελπιδοφόρος, καθώς εκείνος κι οι υπόλοιποι έβγαιναν απ'το κατάστημα μαζί με τους αιχμαλώτους.

«Ναι,» αποκρίθηκε η Άι’νιρ. «Αλλά ο Ελκράσ’ναρχ τραυματίστηκε χειρότερα.»

Ο Ελπιδοφόρος θυμήθηκε ότι δύο ενεργειακά πουλιά είχαν έρθει αλλά ένα έφυγε πριν από λίγο.

«Δεν ήταν, όμως, ολόκληρος εδώ,» τόνισε ο Άερ’θλαρ. «Μονάχα ένα μέρος της δύναμής του αντιμετωπίσαμε. Κι εσύ, Ελπιδοφόρε, πήρες δύο αιχμαλώτους ενώ μας είχες μιλήσει για έναν…»

«Θα μπορούσαμε να τη σκοτώσουμε τώρα,» είπε η Άβα.

«Όχι!» παρενέβη αμέσως ο Ελπιδοφόρος. «Είναι πράκτορας του Ελκράσ’ναρχ. Ξέρει πράγματα.»

Κάποιοι ακούστηκαν τότε να έρχονται από τη σταματημένη κυλιόμενη σκάλα, και σύντομα ο Βόντεκ-Ρίε και ο Βισδέλος φάνηκαν. Ο πρώτος υποβάσταζε τον δεύτερο, που ήταν τραυματισμένος στα πλευρά· αλλά και ο ευγενής είχε χτυπηθεί, έβλεπε ο Ελπιδοφόρος: είχε μια πληγή στον αριστερό ώμο – από σφαίρα, σίγουρα.

«Δεν φύγατε…» παρατήρησε ο Ελπιδοφόρος.

«Είδαμε ότι το γλέντι τελείωσε,» είπε ο Βόντεκ-Ρίε. «Τι σκατά ήταν αυτοί οι δαίμονες που επιτέθηκαν στα φαντάσματά σου;»

«Οι Υπερασπιστές της Παντοκράτειρας.»

«Έχουν κάνει την αγορά κομμάτια και θρύψαλα. Κάλεσες τον Μάγο;»

«Ναι.»

«Και πού είναι, ο γαμημένος; Αιμορραγούμε του θανατά, όπως βλέπεις.»

«Εδώ είμαι, Βόντεκ.»

Είδαν τον Κλαρκ να πλησιάζει, ξεπροβάλλοντας ανάμεσα από δύο καταστήματα που πουλούσαν γυναικεία εσώρουχα (και ήταν τώρα παρατημένα, όπως και τα περισσότερα στην αγορά). «Τελικά, κατάφερα να εντοπίσω ακριβώς τη θέση σου,» είπε στον Ελπιδοφόρο. «Δεν ήμουν και τόσο μακριά, άλλωστε.»

«Ήσουν στο Σύμφυρμα;» τον ρώτησε ο Λούης.

«Στο Κηπευτήριο. Στα άκρα. Ελάτε τώρα.»

«Μας επιτέθηκε ο Ελκράσ’ναρχ,» του είπε ο Ελπιδοφόρος. «Μόλις τώρα έφυγε. Οι Πειθαρχικοί συγκρούστηκαν μαζί του.»

Ο Κλαρκ κοίταξε το τραύμα της Άι’νιρ. Ένευσε. «Ακόμα ένας λόγος να φύγουμε όσο το δυνατόν πιο γρήγορα.»

Τον ακολούθησαν, και βρήκαν μια πόρτα του Φαντασκευάσματος να τους περιμένει σε μια άλλη πλατφόρμα, τελείως έρημη, η οποία ενωνόταν μ’αυτήν μέσω μιας μικρής, σιδερένιας γέφυρας.

Βίηλ

1.

Ο Δαίδαλος τούς οδήγησε προς το στόμιο μιας σπηλιάς, ενώ ένας ξερός, ψυχρός άνεμος φυσούσε.

Η Ανταρλίδα κοίταξε μέσα στο σκοτάδι σαν να περίμενε ότι θα διέκρινε κάτι εκεί: κάποιον φύλακα, ίσως. Τίποτα περισσότερο, όμως, από σταλαγμίτες και σταλακτίτες δεν φαινόταν, καθώς επίσης και μερικές νυχτερίδες που κρέμονταν ανάποδα, με τα φτερά τους τυλιγμένα σαν μανδύες γύρω από τα σώματά τους. Κοιμισμένες μέσα στο πρωινό.

Ο Δαίδαλος άναψε έναν φακό και ορισμένες από τις νυχτερίδες ξύπνησαν απρόσμενα και φτεροκόπησαν στο εσωτερικό του σπηλαίου. Ο μάγος προχωρούσε πρώτος και οι υπόλοιποι τον ακολουθούσαν. Η Ανταρλίδα, ο Τζακ, και ο Αρκαλόν βάδιζαν αμέσως πίσω του· μετά, έρχονταν η Ιλρίνα’νορ και ο Όρνιφιμ· μετά η Φενίλδα και ο Νελμάτρες· μετά ο Πολ, η Αλιζέτ, και η Ράιλμεχ, για να φυλάνε τα νώτα τους σε περίπτωση κινδύνου. Το σπήλαιο δεν ήταν μικρό, αλλά ούτε και πολύ μεγάλο ήταν· ο χώρος περιοριζόταν από τους σταλαγμίτες και τους σταλακτίτες. Κι όταν έφτασαν στη σήραγγα, περιορίστηκε ακόμα περισσότερο. Έπρεπε, υποχρεωτικά, να πηγαίνουν δύο-δύο. Στο φάρδος, πιο πολλοί δεν χωρούσαν.

«Θα χρειαστεί να πολεμήσουμε;» ρώτησε η Ανταρλίδα, που τώρα είχε αφήσει τον Τζακ να πηγαίνει μπροστά της, πλάι στον Δαίδαλο, κυρίως επειδή δεν ήθελε να τον έχει πίσω της. Ήθελε να είναι σε θέση εύκολα να τον χτυπήσει αν προσπαθούσε να κάνει κάτι εναντίον τους. «Υπάρχουν θηρία μέσα στο Σχίσμα;»

«Ελάχιστα,» αποκρίθηκε ο Δαίδαλος. «Και δεν είναι αυτά που θα πρέπει να φοβόμαστε.»

«Τι είναι, τότε;»

Ο μάγος δεν αποκρίθηκε, και σε λίγο η σήραγγα τελείωσε. Ο Δαίδαλος βγήκε πρώτος από το άνοιγμα στο πέρας της, και μαζί του ο Τζακ. Στάθηκαν επάνω σε μια πέτρινη προεξοχή, περίπου τρία μέτρα στο φάρδος, η οποία ξεπρόβαλλε από το νότιο τοίχωμα του Μεγάλου Σχίσματος. Από κάτω, η άβυσσος φαινόταν να κατεβαίνει ατέρμονα.

Η Ανταρλίδα τούς ακολούθησε επάνω στην προεξοχή και είδε ότι από τη μια μεριά ξεκινούσε ένα καθοδικό μονοπάτι, κι από την άλλη μεριά ένα άλλο καθοδικό μονοπάτι: προεξοχές κι αυτά, ουσιαστικά, από το νότιο τοίχωμα του Σχίσματος.

«Από πού;» ρώτησε η Ανταρλίδα.

Ο Δαίδαλος κοίταξε ερωτηματικά τον Τζακ.

«Κάτω,» είπε εκείνος. «Αυτό γνωρίζω μόνο.»

Η Ανταρλίδα ρώτησε τον Δαίδαλο, απορημένη: «Εσύ δεν ξέρεις τον δρόμο;»

«Ξέρω από πού πρέπει να πάμε· μην ανησυχείς,» της αποκρίθηκε εκείνος, κοιτάζοντάς την ήρεμα μέσα απ’την κουκούλα της κάπας του. «Απλώς ρώτησα τον Τζακ μήπως είχε καμια πρόταση να κάνει, εφόσον είναι ο οδηγός μας εδώ.» Και στράφηκε προς το μονοπάτι στα αριστερά, ξεκινώντας να βαδίζει πρώτος.

Η Ανταρλίδα και ο Τζακ τον ακολούθησαν, και μετά ήρθαν οι υπόλοιποι. Μια μακριά ουρά από έντεκα ανθρώπους στο σύνολό τους, όλοι στριμωγμένοι επάνω στην πέτρινη προεξοχή του γιγάντιου τοιχώματος, βλέποντας το ατελείωτο χάσμα να ανοίγεται πεινασμένα από κάτω τους.

Η Φενίλδα βρισκόταν συνωστισμένη κάπου στη μέση της ουράς προσπαθώντας ν’αποφεύγει να κοιτάζει προς τα βάθη του Σχίσματος, γιατί αυτό την έκανε να ζαλίζεται και τα γόνατά της να τρέμουν. Είχε το βλέμμα της στραμμένο μπροστά, στην πλάτη του Ιεράρχη που ονομαζόταν Όρνιφιμ. Κι από κάτω μπορούσε να διαισθανθεί έναν δυνατό παλμό: το Φως της Βίηλ. Η Φενίλδα ποτέ ξανά δεν το είχε νιώσει τόσο ισχυρό, κι αναρωτιόταν τι θα συνέβαινε όταν πήγαιναν ακόμα πιο βαθιά μέσα στο Μεγάλο Σχίσμα. Ο Δαίδαλος είχε πει ότι στον πυθμένα βρισκόταν η ίδια η πηγή του Φωτός. Θα γινόταν ίσως η αίσθησή του επώδυνη εκεί κάτω; Όπως όταν βάζεις τα χέρια σου πολύ κοντά σε μια εστία φωτιάς;

Το μονοπάτι συνεχιζόταν για κάμποση ώρα, στενό όπως είχε ξεκινήσει. Δεν ήταν ακριβώς επικίνδυνα στενό, αλλά ούτε και ακίνδυνο ήταν. Όσο απλά βάδιζαν χωρίς να βιάζονται, χωρίς να ζαλίζονται ή να παραπατάνε, δεν υπήρχε περίπτωση να πέσουν. Αλλά σε μια έκρυθμη κατάσταση άνθρωποι μπορούσαν να γλιστρήσουν και, κατρακυλώντας, να τσακιστούν πάνω στο νότιο τοίχωμα του Μεγάλου Σχίσματος. Ή να συνεχίσουν να πέφτουν – ποιος ξέρει για πόση ώρα; – μέχρι να κοπανήσουν στον πυθμένα και τα σώματά τους να διαλυθούν.

Κοιτάζοντας προς τα κάτω, η Αλιζέτ μπορούσε να δει κι άλλες προεξοχές ώς εκεί όπου έφτανε το φως της ημέρας. Ορισμένες βρίσκονταν πολύ βαθιά, ορισμένες πιο πάνω· και πολλές φορές ήταν δύσκολο να υπολογίσεις πόσο φαρδιές ήταν, εξαιτίας της απόστασης. Όμως η Αλιζέτ νόμιζε ότι κάποιες πρέπει να ήταν μεγάλες. Αρκετά μεγάλες για να καθίσουμε όλοι σ’έναν κύκλο, γύρω από μια φωτιά. Κι επίσης, σπηλιές διακρίνονταν σε διάφορα σημεία του νότιου τοιχώματος του Σχίσματος, που κι αυτές άλλες ήταν πιο μεγάλες άλλες πιο μικρές. Σε κάποιες η Αλιζέτ είδε ότι πουλιά έκαναν τις φωλιές τους. Ένα απ’αυτά τώρα ερχόταν για να φέρει τροφή στα μικρά του, χτυπώντας μεγάλες μαύρες φτερούγες και κρατώντας στο ράμφος του έναν λαγό. Το πτηνό πρέπει να ήταν τόσο μεγάλο όσο η μισή Αλιζέτ.

«Δε ζαλίζεσαι κοιτάζοντας κάτω;» τη ρώτησε ο Πολ.

«Όχι,» αποκρίθηκε εκείνη, εξακολουθώντας να κοιτάζει κάτω.

Ο Πολ αποφάσισε να ρίξει μια ματιά εκεί κι ο ίδιος. Δεν τον έπιασε ζάλη αμέσως, φυσικά· όμως ήταν βέβαιος πως αν συνέχιζε να έχει το βλέμμα του στραμμένο προς τα βάθη του Σχίσματος για κάμποση ώρα, τότε σίγουρα θα ζαλιζόταν. «Μπορείς να διακρίνεις τον δρόμο απ’όπου σκέφτεται να μας οδηγήσει ο μάγος;» ρώτησε, γιατί εκείνος δεν μπορούσε. Οι προεξοχές και τα μονοπάτια μπλέκονταν το ένα μέσα και πίσω από το άλλο.

«Εσύ μπορείς;»

«Αν μπορούσα θα σε ρώταγα;»

«Δεν είναι εύκολο,» είπε η Αλιζέτ. «Βασικά, είναι αδύνατο, εκτός αν έχεις ήδη κάποια γνώση του μέρους.»

Ο Πολ πήρε το βλέμμα του από τα βάθη του Μεγάλου Σχίσματος. Η Σκοτεινή Βασίλισσα συνέχισε να κοιτάζει με ενδιαφέρον, ενώ τα βήματά της ήταν σταθερά επάνω στο πέτρινο μονοπάτι.

Μετά από τρεις βασανιστικές ώρες ταξιδιού, η προεξοχή όπου βάδιζαν πλάτυνε. Έγινε, σταδιακά αλλά γρήγορα, μεγάλη σαν αίθουσα θρόνου κάποιου πρίγκιπα ή πριγκίπισσας της Βίηλ. Δύο μεγάλα ποντίκια βρίσκονταν εδώ, παλεύοντας για κάποιο κομμάτι τροφής, αλλά μόλις είδαν τους ανθρώπους να ζυγώνουν (αναμφίβολα σπάνιο γεγονός σε τούτα τα μέρη), αμέσως εξαφανίστηκαν μέσα σε τρύπες που η Ανταρλίδα μπορούσε με το ζόρι να δει κάτω από τις πέτρες.

«Θα κάνουμε στάση εδώ,» δήλωσε ο Δαίδαλος, και κάθισε πάνω σ’έναν βράχο, τυλίγοντας την κάπα γύρω του.

Η Ανταρλίδα μπορούσε ν’ακούσει πως των περισσότερων οι αναπνοές ήταν λαχανιασμένες πλέον. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι είχαν ταλαιπωρηθεί. Το μονοπάτι που ώς τώρα ακολουθούσαν, εκτός του ότι ήταν στενό κι έπρεπε να προσέχουν πού βάδιζαν, δεν ήταν ομαλό κάτω από τα πόδια τους: η επιφάνεια ήταν τραχιά και έκανε μικρές λακκούβες, ενώ υπήρχαν προεξοχές που έμοιαζαν να θέλουν να τρυπήσουν τις σόλες μποτών. Επίσης, το μονοπάτι δεν κατέβαινε σαν κεκλιμένο επίπεδο, σαν μια λοξή ευθεία· έκανε στροφές σε πολλά σημεία. Η ομάδα πήγαινε προς τα αριστερά για μερικές εκατοντάδες μέτρα και, μετά, έπρεπε να στρίψει σ’ένα στενό, επικίνδυνο μέρος για να συνεχίσει να κατεβαίνει προς τα δεξιά για μια παρόμοια, ίσως, απόσταση προτού αναγκαστεί να στρίψει ξανά, και πάει λέγοντας. Είχαν όλοι τους εξουθενωθεί. Ακόμα κι η Ανταρλίδα, παρά την εκπαίδευση Μαύρης Δράκαινας, αισθανόταν κάπως κουρασμένη. Ήταν βέβαιη πως κι η Αλιζέτ δεν μπορεί να ένιωθε ξεκούραστη. Ωστόσο, δε βλάπτει να συνεχίσουμε λίγο ακόμα…

«Δεν υπάρχει άλλο σημείο, πιο κάτω;» ρώτησε τον Δαίδαλο.

«Τι εννοείς;»

«Άλλο σημείο για να ξεκουραστούμε. Ίσως θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε καμια ώρα ακόμα, μέχρι το μεσημέρι.»

«Καλύτερα εδώ,» είπε ο Δαίδαλος, και η Ανταρλίδα δεν διαφώνησε γιατί έβλεπε πως οι περισσότεροι είχαν ήδη καθίσει είτε σε πέτρες είτε στο έδαφος, και δεν έμοιαζαν πρόθυμοι να προχωρήσουν.

Κοίταξε προς τα πάνω, για πρώτη φορά από τότε που είχαν αρχίσει την κάθοδό τους, και είδε το άνοιγμα του Μεγάλου Σχίσματος σαν απόμακρο στόμιο μέσα απ’το οποίο φαινόταν ο ουρανός. Πρέπει να έχουμε κατεβεί γύρω στα τρία χιλιόμετρα, υπολόγισε. Και κάθισε κι εκείνη, βγάζοντας από τον σάκο της κάτι για να φάει.

Παραδίπλα, ήταν καθισμένη η Φενίλδα, με την πλάτη ακουμπισμένη επάνω σε κάτι πρασινάδες του νότιου τοιχώματος του Μεγάλου Σχίσματος, νιώθοντας εξοντωμένη. Θεοί… σκέφτηκε, βγάζοντας τα μεγάλα γυαλιά της, τι ήθελα και ήρθα; Αισθανόταν τα γόνατά της να την πονάνε, και τα πόδια της την έκοβαν μέσα στις μπότες της. Κοίταξε τα γυαλιά στο χέρι της και είδε ότι τα κρύσταλλα ήταν θολωμένα απ’τον ιδρώτα. Τα σκούπισε με το μανίκι της. Ύστερα έκλεισε τα γυαλιά και τα έβαλε σε μια μπροστινή τσέπη της.

Το Φως το αισθανόταν δυνατό παντού γύρω της, αλλά όχι και τόσο πιο δυνατό από τότε που είχαν ξεκινήσει να κατεβαίνουν. Πόσο βαθιά είμαστε τώρα; αναρωτήθηκε, κοιτάζοντας προς τα πάνω και μη μπορώντας να υπολογίσει την απόσταση. Πολύ βαθιά, πάντως… Ο ουρανός τής φαινόταν πολύ φωτεινός και πήρε τα μάτια της από εκεί. Έλυσε τις μπότες της και τις έβγαλε, κι έτριψε τα πόδια της πάνω από τις μάλλινες κάλτσες. Είχαν μουδιάσει.

«Τζακ,» ρώτησε ο Ιλρίνα’νορ, «έχεις να μας πεις τίποτα;»

«Όχι,» αποκρίθηκε εκείνος μασώντας αργά ένα παστό κομμάτι κρέας. «Κάτω. Μόνο αυτό ξέρω.»

«Είναι από τη δική μας μεριά, τουλάχιστον, ή όχι;» θέλησε να μάθει η Ιλρίνα.

«Τι πάει να πει αυτό;»

«Από το νότιο τοίχωμα, ή από το βόρειο;»

«Δεν ξέρω. Κάτω είναι.»

Η Ανταρλίδα τον παρατηρούσε καθώς μιλούσε με τη μάγισσα. Θα μπορούσε να λέει ψέματα; αναρωτιόταν. Θα μπορούσε, ακόμα και τώρα, να λέει ψέματα; Για ποιο λόγο, όμως;

Μετά από λίγο, ο Πολ είπε: «Αυτά τα πουλιά που κάνουν τις φωλιές τους στα βράχια: ορισμένα δε μου φαίνονται και τόσο φιλήσυχα, μάγε.» Απευθυνόταν στον Δαίδαλο.

«Δεν είναι.»

«Θα μπορούσαν να μας επιτεθούν;»

«Αν δεν πλησιάσουμε τις φωλιές τους, δε νομίζω. Μην τα πειράξετε και δε θα σας πειράξουν.»

Η Αλιζέτ ρώτησε: «Τι άλλα πλάσματα υπάρχουν εδώ κάτω;»

«Την ίδια ερώτηση μού έκανε κι η Ανταρλίδα, στην αρχή: Αν θα χρειαστεί να αντιμετωπίσουμε θηρία. Όπως της είπα, υπάρχουν κάποια που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν επικίνδυνα, αλλά είναι λίγα, και δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα μας επιτεθούν αν δεν τα ενοχλήσουμε.»

2.

Μετά από τη μεσημεριανή ξεκούραση, όταν είχαν αρχίσει πάλι να κατεβαίνουν, είδαν ένα από τα όντα για τα οποία είχε μιλήσει ο Δαίδαλος. Βάδιζαν επάνω σε τόσο μεγάλες προεξοχές, τώρα, που θύμιζαν δωμάτια αρχοντικού, σπηλιές χωρίς οροφή και με μονάχα έναν τοίχο – το νότιο τοίχωμα του Μεγάλου Σχίσματος. Ανάμεσά τους υπήρχαν ελάχιστα στενά σημεία, σαν γέφυρες που ένωναν νησίδες.

Επάνω σε μια απ’αυτές τις γέφυρες ήταν που αντίκρισαν το πλάσμα. Ήταν ερπετοειδές, με τέσσερα πόδια και ουρά. Από τη μια άκρη ώς την άλλη (χωρίς να υπολογίζει κανείς την ουρά) ήταν τόσο μακρύ όσο μια μετρίου αναστήματος γυναίκα ήταν ψηλή. Στο κεφάλι του φύτρωνε ένα κέρατο, κι από εκεί ώς το πέρας της ουράς του, διασχίζοντας την πλάτη του, υπήρχε μια μακριά κόκκινη λωρίδα. Το δέρμα του, κατά τα άλλα, ήταν μαυροπράσινο. Τα μάτια του γυάλιζαν σαν κομμάτια από κρύσταλλο.

Σαν το αριστερό μάτι της Φενίλδα, παρατήρησε ο Πολ, τραβώντας το σπαθί του καθώς ατένιζε το ερπετό.

«Μη,» είπε ο Δαίδαλος στρεφόμενος να τον κοιτάξει.

«Δεν είναι επικίνδυνο;»

«Μόνο αν του επιτεθείς.»

«Είναι, όμως, στο δρόμο μας,» παρατήρησε η Ανταρλίδα.

«Θα φροντίσουμε να πάει παραδίπλα,» είπε ο Δαίδαλος. Και, στρέφοντας το βλέμμα του σε μια στενή προεξοχή από πάνω τους, άρχισε να κάνει κάποιο ξόρκι.

Η Φενίλδα δεν καταλάβαινε ακριβώς τι ξόρκι ήταν. Δεν το είχε ξαναδεί. Όμως γρήγορα το μυαλό της κατανόησε τι ήθελε να επιτύχει μ’αυτό ο μάγος. Ως συνήθως, αναμίγνυε τις μαγικές φράσεις και τεχνικές όπως ένας ζωγράφος αναμιγνύει τα χρώματα στην παλέτα του. Στέλνει Φως προς την προεξοχή από πάνω μας, σα να δημιουργεί μια πρόσκαιρη εστία εκεί.

Το ερπετό έστρεψε τα μάτια του προς τη μεριά που ο Δαίδαλος είχε συγκεντρώσει το Φως – αόρατο για όλους όσους δεν ήταν Πεφωτισμένοι μάγοι. Αλλά, προφανώς, όχι αόρατο και για το ερπετό. Το πλάσμα έφυγε από τη γέφυρα και πήγε προς τα εκεί, σκαρφαλώνοντας εύκολα επάνω σε σημεία που η Φενίλδα και μόνο που τα έβλεπε ζαλιζόταν.

«Το προσελκύει το Φως;» είπε η Ιλρίνα’νορ.

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Δαίδαλος. «Και τώρα δεν είναι πια στον δρόμο μας.»

«Τι έκανε πριν, κρεμασμένο πάνω σ’αυτή τη γέφυρα;» ρώτησε ο Πολ.

«Αναζητούσε ερωτικό σύντροφο,» απάντησε ο Δαίδαλος, βαδίζοντας.

«Υπάρχουν και καλύτερα μέρη για τέτοιες δουλειές…»

«Ανάλογα με τον κόσμο στον οποίο ζεις, Πολ.»

Πέρασαν τη γέφυρα και συνέχισαν να προχωρούν σε μεγάλες προεξοχές του Σχίσματος οι οποίες θύμιζαν ανοιχτές σπηλιές, καθώς νύχτωνε και το σκοτάδι γινόταν ολοένα και πιο πυκνό. Ο Δαίδαλος είχε τώρα ανάψει έναν φακό. Και όχι μόνο εκείνος. Όταν ο Πολ έστρεψε το φως του δικού του φακού σε μια τρύπα στο νότιο τοίχωμα του Σχίσματος, ένα διαπεραστικό σύριγμα ακούστηκε από μέσα και κάτι φάνηκε ν’ανασαλεύει. Αμέσως, ο Πολ έριξε αλλού την ακτινοβολία του. «Οι ένοικοι διαμαρτύρονται…» μουρμούρισε· και, με τις άκριες των ματιών του, είδε την Αλιζέτ να υπομειδιά πλάι του.

Οι προεξοχές δεν άργησαν να στενέψουν πάλι: να γίνουν μονοπάτια, πιο επικίνδυνα από το πρώτο που κατέβαιναν. Κάπου-κάπου, πέτρες ακούγονταν να φεύγουν από δίπλα και να κατρακυλούν. Η Φενίλδα κρατούσε τη ζώνη του Όρνιφιμ μπροστά της, και την αναπνοή της επίσης. Αισθανόταν ιδρωμένη παρά το κρύο της νύχτας, που ήταν πιο έντονο εδώ κάτω απ’ό,τι στην επιφάνεια της Βίηλ.

Τα περισσότερα μέλη της ομάδας βάδιζαν πιο αργά σε τούτα τα μονοπάτια, και με πιο μεγάλη προσοχή· και η ομάδα, ως σύνολο, έπρεπε πάντα να προχωρεί με την ταχύτητα του αργότερού της μέλους.

Η Ανταρλίδα είχε βαδίσει και σε πιο επικίνδυνα μέρη κατά την εκπαίδευσή της ως Μαύρη Δράκαινα αλλά και αργότερα, έτσι δεν είχε ιδιαίτερο πρόβλημα. Προχωρούσε σχεδόν διαισθητικά· δεν χρειαζόταν να κοιτάζει καθόλου πού έβαζε τα πόδια της. Σε κάποια στιγμή, ύψωσε το κεφάλι της για να δει πόσο βαθιά βρίσκονταν, κι αισθάνθηκε ένα πρόσκαιρο δέος βλέποντας τον σκοτεινιασμένο ουρανό να φαίνεται σαν ανάμεσα από τα σαγόνια κάποιου θηρίου. Πρέπει να έχουμε κατεβεί πάνω από πέντε χιλιόμετρα τώρα, υπολόγισε. Γι’αυτό και το κρύο γύρω μας είναι τόσο έντονο.

Όταν νύχτωσε για τα καλά, ο Δαίδαλος τούς έκανε νόημα να σταματήσουν κι έστρεψε το φως του φακού του σε μια σπηλιά επάνω στο τοίχωμα πλάι τους. «Ναι…» είπε σα να μονολογούσε. «Ακόμα εδώ.» Κοίταξε πάνω απ’τον ώμο του. «Ανταρλίδα, ίσως να χρειαστεί να διώξουμε κάτι από μέσα.»

Η Μαύρη Δράκαινα, νεύοντας, τράβηξε το σπαθί της. Το ίδιο κι ο Αρκαλόν, που ήταν κοντά, ένα βήμα πίσω της.

«Τι;» ρώτησε ο Τζακ, που δεν είχε όπλα μαζί του για να τραβήξει.

«Θα δούμε,» αποκρίθηκε μόνο ο Δαίδαλος, και φώτισε προς τα βάθη της σπηλιάς.

Η Ανταρλίδα τον ακολούθησε καθώς έμπαινε. Δεν είδε, όμως, τίποτα εδώ μέσα, και το σπήλαιο ήταν αρκετά ευρύχωρο, παρατήρησε. Επίσης… «Πού οδηγούν αυτά τα ανοίγματα;» ρώτησε τον Δαίδαλο. Υπήρχαν δύο στενά περάσματα.

«Δεν τα έχω ακολουθήσει, δεν ξέρω,» αποκρίθηκε ο μάγος. Και φώναξε στους άλλους: «Μπορείτε να έρθετε!»

Όταν όλοι ήταν συγκεντρωμένοι στη σπηλιά, άναψαν μια φωτιά με τα ξύλα που είχαν μαζί τους και κάθισαν να ξεκουραστούν. Το κρύο ήταν διαπεραστικό, διαπίστωσαν τώρα που είχαν πάψει να κινούνται και τα σώματά τους έχαναν, σιγά-σιγά, τη θερμότητα που είχαν δημιουργήσει.

«Θα ξεπαγιάσουμε,» σχολίασε ο Πολ. «Στον πυθμένα, θα βρούμε πάγους – αν καταφέρουμε να φτάσουμε εκεί ζωντανοί.»

«Από ένα σημείο και μετά, κάνει ζέστη,» τους πληροφόρησε ο Δαίδαλος. «Πολύ ζέστη.»

«Εξαιτίας του Φωτός;» ρώτησε η Φενίλδα.

«Ναι.»

«Ωραία,» είπε ο Πολ τρίβοντας τα χέρια του· «και πότε θα φτάσουμε εκεί;»

«Έχουμε ακόμα δρόμο,» αποκρίθηκε ο Δαίδαλος.

Η Ανταρλίδα κοίταξε τον Τζακ, αλλά εκείνος έμεινε σιωπηλός καθώς έτρωγε.

3.

Την επόμενη ημέρα, μετά δυσκολίας κατάλαβαν ότι είχε ξημερώσει. Το πρωινό φως δεν έφτανε εύκολα εδώ κάτω. Το άνοιγμα του Μεγάλου Σχίσματος, το άνοιγμα στην επιφάνεια της Βίηλ, φαινόταν απόμακρα από το σημείο όπου βρίσκονταν. Και το κρύο εξακολουθούσε να είναι δυνατό.

Ο Δαίδαλος προχώρησε με τον φακό του αναμμένο, και φακούς είχαν επίσης αναμμένους ο Όρνιφιμ και ο Πολ.

Ο Νελμάτρες είπε: «Αρχίζω να το μετανιώνω που αποφάσισα να έρθω.»

«Τώρα είναι πολύ αργά, τιμονιέρη μου,» του είπε ο Πολ. «Τώρα θα πιάσεις πάτο μαζί μας.»

Ο Νελμάτρες μειδίασε. «Το φοβόμουν ότι κάτι τέτοιο θα έλεγες.»

«Αρχίζεις να με μαθαίνεις, για κακή σου τύχη.»

Η Φενίλδα, που βάδιζε λιγάκι πιο μπροστά τους, δεν έδινε σημασία στην ανούσια κουβέντα τους. Τα πόδια της την πέθαιναν. Νόμιζε ότι την πονούσαν πιο πολύ σήμερα απ’ό,τι χτες, παρότι είχε κοιμηθεί τόσες ώρες. Μετά όμως από καμια ώρα ταξιδιού επάνω στα στενά, επικίνδυνα περάσματα, ζεστάθηκε και οι πόνοι της ελαττώθηκαν. Οι αισθήσεις της τώρα ήταν περισσότερο εστιασμένες στη δύναμη του Φωτός ολόγυρά της, η οποία μεγάλωνε: η Φενίλδα ήταν βέβαιη γι’αυτό.

Οι προεξοχές φάρδυναν πάλι: μετατράπηκαν σε ανοιχτές σπηλιές, όλο ξερή, παγωμένη πέτρα και καθόλου βλάστηση. Ελάχιστα ζωντανά πλάσματα έβλεπες να τριγυρνάνε εδώ. Κάτι έντομα περισσότερο κυκλοφορούσαν, τεντώνοντας ερωτηματικά τις κεραίες τους προς τους ανθρώπινους ταξιδιώτες.

Ο Πολ σκότωσε ένα με τη μπότα του.

«Τι;» τον ρώτησε η Ράιλμεχ.

«Δε μ’άρεσε η φάτσα του.»

Για ολόκληρη την ημέρα, κατέβαιναν και κατέβαιναν και κατέβαιναν, περνώντας από στενότερα και φαρδύτερα σημεία, πάντοτε κοντά στο νότιο τοίχωμα του Μεγάλου Σχίσματος. Το βόρειο τοίχωμα, αντίκρυ τους, ούτε που μπορούσαν πλέον να το ατενίσουν· ήταν χαμένο στο σκοτάδι των υπόγειων βαθών. Σε ορισμένα μέρη, είδαν νερό να κυλά επάνω σε βράχους, αναβλύζοντας από σχισμάδες.

«Είναι πόσιμο;» ρώτησε ο Αρκαλόν τον Δαίδαλο.

«Συνήθως ναι,» απάντησε ο μάγος. «Αλλά όχι πάντα.»

Η μοναδική βλάστηση που συνάντησαν ήταν κάτι μανιτάρια που φύτρωναν σε φαινομενικά τυχαία σημεία.

«Αυτά τρώγονται, μάγε;» ρώτησε ο Αρκαλόν.

«Δε θα σ’το πρότεινα, εκτός αν πρόκειται αλλιώς να πεθάνεις από ασιτία.»

Όταν πια είχε φτάσει το μεσημέρι, δεν έβλεπαν καθόλου τον ουρανό από πάνω τους. Ήταν κρυμμένος πίσω από προεξοχές των τοιχωμάτων του Μεγάλου Σχίσματος· κι επιπλέον, η Ανταρλίδα νόμιζε ότι δεν είχαν κατεβεί κατακόρυφα μέχρι εδώ: είχαν προχωρήσει και προς τα πλάγια. Το Σχίσμα δεν πρέπει να ήταν μια τρύπα από πάνω ώς κάτω· έπαιρνε κλίση.

Καθώς σταματούσαν για να ξεκουραστούν, η Ανταρλίδα μίλησε στον Δαίδαλο γι’αυτό, κι εκείνος τής είπε πως είχε δίκιο.

«Είμαστε μακριά από τον πυθμένα ακόμα;» ρώτησε η Ιλρίνα’νορ, κουκουλωμένη στην κάπα της, φανερά ξεπαγιασμένη.

«Όταν πλησιάζουμε θα το καταλάβεις,» απάντησε ο Δαίδαλος. «Σας είπα, θα κάνει ζέστη. Επιπλέον, εσύ θα μπορείς να νιώσεις το Φως σε μεγάλη ένταση.»

«Ήδη το αισθάνομαι σε μεγάλη ένταση.»

«Δεν έχεις αισθανθεί τίποτα ακόμα,» είπε, μυστηριωδώς, ο Δαίδαλος, κι απέφυγε να συζητήσει άλλο το θέμα. Ούτε και η μάγισσα τον πίεσε· μέσα στο κρύο δεν έμοιαζε νάχει όρεξη για κουβέντες.

Το απόγευμα, ένα μεγάλο πουλί όρμησε στα νώτα της ομάδας, μέσα απ’τις πυκνές σκιές.

«Προσοχή!» φώναξε η Αλιζέτ, τραβώντας το ξίφος της και σπαθίζοντας προς τη μεριά του. Το βρήκε στην αριστερή φτερούγα, και το πτηνό έπεσε απότομα – καταπάνω της – με τα νύχια του απλωμένα – κρώζοντας ενώ πριν ήταν σιωπηλό (μάλλον ελπίζοντας να τους αιφνιδιάσει). Η Σκοτεινή Βασίλισσα αισθάνθηκε αιχμές σαν από λεπίδες να μπήγονται στον ώμο της καθώς στρεφόταν στο πλάι για να μη χτυπηθεί το πρόσωπό της. Τράβηξε το ξιφίδιο από τη ζώνη της, με το αριστερό χέρι, και κάρφωσε το πουλί στο σώμα. Η κραυγή του ήταν διαπεραστική, και η Αλιζέτ το τίναξε, βίαια, ρίχνοντάς το στα βάθη του Μεγάλου Σχίσματος.

«Είσαι καλά;» τη ρώτησε ο Πολ.

«Ναι. Μόνο κάτι γρατσουνιές.»

«Μάγε!» φώναξε ο Πολ στον Δαίδαλο, που βάδιζε πιο μπροστά από αυτούς παρότι τώρα οι προεξοχές ήταν φαρδιές. «Μας είπες ότι δεν θα μας επιτίθονταν χωρίς λόγο!»

«Τι ήταν;» ρώτησε ο Δαίδαλος, καθώς όλοι σταματούσαν και τραβούσαν τα όπλα τους.

«Ένα πουλί,» είπε η Αλιζέτ. «Με μαύρα φτερά, ή γκρίζα αλλά πολύ σκούρα. Ήρθε αθόρυβα, χωρίς να φτεροκοπά, με τις φτερούγες του ανοιχτές και γλιστρώντας πάνω στον αέρα.»

«Έμοιαζε με νυχτερίδα;»

«Δε νομίζω.»

«Κατάλαβα, τότε, για τι μιλάς,» είπε ο Δαίδαλος. «Ονομάζεται τυφλογέρακας. Απαντάται στα βάθη του Μεγάλου Σχίσματος, ή σε άλλα βαθιά, ανοιχτά υπόγεια μέρη. Δεν βλέπει· κυνηγά με άλλες αισθήσεις.»

«Ελπίζω να μη συναντήσουμε κι άλλα τέτοια,» είπε ο Πολ.

«Θ’αναζητήσουν ευκολότερη λεία,» τον διαβεβαίωσε ο Δαίδαλος.

«Αυτό σημαίνει ότι θα επιτεθούν σ’εμένα, αντί για την Αλιζέτ, την επόμενη φορά;»

Ορισμένοι γέλασαν ή χαμογέλασαν μ’αυτό, και συνέχισαν το ταξίδι τους.

Μέχρι να σταματήσουν για να κοιμηθούν επάνω σε μια από τις ανοιχτές σπηλιές του Μεγάλου Σχίσματος, δεν συνάντησαν τίποτε άλλο εχθρικό, αν και σε κάποια στιγμή ο Πολ νόμιζε πως είδε κάτι να σαλεύει ύποπτα μες στο σκοτάδι. Αφού όμως είναι ήσυχο δεν μας πειράζει, σκέφτηκε.

Άναψαν δύο φωτιές και κάθισαν γύρω τους για να ζεσταθούν και να φάνε. Άνοιξαν τα φλασκιά τους και ήπιαν κρασί, που θα έφερνε επιπλέον ζεστασιά στα ξεπαγιασμένα σώματά τους. Από πάνω τους δεν φαινόταν τίποτα παρά σκοτάδι και πέτρα· από κάτω τους, το ίδιο. Από κάπου ακουγόταν νερό να κελαρύζει. Ένα απόμακρο κρώξιμο αντήχησε.

«Κάποιος μάς χαιρετά,» μουρμούρισε ο Πολ, καπνίζοντας ένα τσιγάρο τυλιγμένος στην κάπα του.

Τα μάτια της Αλιζέτ έψαξαν το σκοτάδι για πιθανούς κινδύνους, μα η Σκοτεινή Βασίλισσα δεν εντόπισε τίποτα.

Η Φενίλδα αισθανόταν τον παλμό του Φωτός πολύ δυνατό, τώρα. Νόμιζε πως μπορούσε ν’ακούσει το Φως να βουίζει μες στ’αφτιά της. Αν και ήθελε να βγάλει τις μπότες της για να ξεκουράσει τα ταλαιπωρημένα πόδια της, δεν το τόλμησε, φοβούμενη τις παγωμένες πέτρες.

«Ο Τάμπριελ είναι ακόμα από κάτω μας, Τζακ;» ρώτησε η Ανταρλίδα.

«Ναι.» Ο Τεχνομαθής μάγος έμοιαζε μισοκοιμισμένος. Χασμουρήθηκε κι έκρυψε το πρόσωπό του μες στην κουκούλα της κάπας του.

4.

«Μας είχες πει ‘δυο-τρεις μέρες’,» θύμισε η Ανταρλίδα στον Δαίδαλο, το άλλο πρωί. «Ετούτη είναι η τρίτη που κατεβαίνουμε.»

«Πράγματι. Αλλά υπολόγιζα την κάθοδο έχοντας υπόψη μου τον καιρό που είχα κατεβεί εδώ μόνος.»

«Θες να πεις πως καθυστερούμε επειδή είμαστε περισσότεροι;»

«Πολύ πιθανόν.»

«Τι άλλη εξήγηση μπορεί να υπάρχει; Μπορεί να έχουμε χαθεί;»

«Πώς να χαθούμε, Ανταρλίδα; Όλο κάτω πηγαίνουμε.»

Η Μαύρη Δράκαινα, όμως, νόμιζε πως η απάντησή του δεν ήταν και τόσο ξεκάθαρη. Υπάρχουν, προφανώς, πολλοί δρόμοι που οδηγούν κάτω, σκέφτηκε. Αλλά δεν είπε τίποτα.

Και κατέβαιναν πάλι μέσα στα σκοτεινά βάθη, προσέχοντας πού πατούσαν και φωτίζοντας με τους φακούς τους. Ούτε μια δέσμη ηλιακού φωτός δεν έφτανε ώς εδώ κάτω.

«Πόσο βαθιά λες να είμαστε;» ρώτησε ο Πολ την Αλιζέτ.

«Περισσότερο από δέκα χιλιόμετρα.»

«Τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος…»

Αργότερα, αλλά πολύ πριν από το μεσημέρι, ο Πολ παρατήρησε: «Το κρύο σα να μειώθηκε.»

Και δεν ήταν ο μόνος που το είχε προσέξει: όλοι το έλεγαν ο ένας στον άλλο.

«Αυτό σημαίνει πως φτάνουμε, μάγε;» ρώτησε ο Αρκαλόν.

«Ναι,» απάντησε ο Δαίδαλος.

Η Ανταρλίδα αισθάνθηκε ένα σφίξιμο εντός της. Σύντομα θα μάθαινε αν ο Τζακ είχε πει αλήθεια ή ψέματα, ή αν ήταν παραπλανημένος. Θα μάθαινε αν ο Τάμπριελ βρισκόταν εδώ… Και η Ανταρλίδα παρακαλούσε όλους τους θεούς να ήταν εδώ, γιατί ήθελε να τον ξανάχει κοντά της, παρότι γνώριζε πως αυτό ήταν παράλογο, τελείως παράλογο…

Όταν έφτασε το μεσημέρι και σταμάτησαν σε μια σπηλιά, η ζέστη ήταν πια δυνατή. Οι περισσότεροι έβγαλαν τις κάπες τους και τις μπότες τους για να ξεμουδιάσουν. Θα νόμιζε κανείς ότι ήταν καλοκαίρι, όχι χειμώνας, εδώ κάτω. Η Φενίλδα αισθάνθηκε τα ταλαιπωρημένα πόδια της να ανακουφίζονται· το κεφάλι της, όμως, δεν μπορούσε να ξεκουραστεί. Ένιωθε τη δύναμη του Φωτός να την πιέζει, και για λίγο φοβήθηκε ότι ο πονοκέφαλός της ίσως να επέστρεψε, κι αισθάνθηκε μια τρομερή θλίψη να την περιτυλίγει. Αλλά μετά συνειδητοποίησε ότι αυτό δεν επρόκειτο να συνέβαινε, και επικεντρώθηκε στο να κατανοήσει το Φως αντί να προσπαθεί να το διώξει από το μυαλό της. Κοιτάζοντας την Ιλρίνα’νορ, νόμιζε πως κι εκείνη πρέπει να είχε παρόμοιο πρόβλημα. Ήταν συνοφρυωμένη, σκεπτική, και αμίλητη, ενώ οι άλλοι ολόγυρά τους μιλούσαν και γελούσαν, ξελαφρωμένοι λόγω της ζέστης.

Το απόγευμα (σύμφωνα με τα ρολόγια τους), η Ανταρλίδα ξύπνησε όσους ακόμα κοιμόνταν, λέγοντας πως ήταν ώρα να συνεχίσουν. Βιαζόταν να φτάσει στον πυθμένα και να μάθει την αλήθεια για τον Τάμπριελ.

«Σύντομα,» είπε στον Τζακ, «θα ανακαλύψουμε αν αυτά που μας είπες ισχύουν.» Ο τόνος της φωνής της ήταν απειλητικός, και το μενεξεδί βλέμμα της επίσης.

Ο Τζακ αποκρίθηκε: «Σας είπα ό,τι αντιλαμβάνομαι. Μη θεωρήσεις εμένα υπεύθυνο για οτιδήποτε άλλο, Μαύρη Δράκαινα. Δε βλέπω οράματα, δεν ξέρω τι ακριβώς θα συναντήσουμε.»

Βγήκαν απ’τη σπηλιά και ακολούθησαν ένα στενό μονοπάτι που κατέβαινε στριφτά προς τα υπόγεια βάθη. Ολόγυρά τους τώρα ξεπρόβαλλε κάμποση βλάστηση μέσα από τους βράχους, και μικρά ζώα και πουλιά περιφέρονταν, ενώ έντομα ζουζούνιζαν πετώντας, ή σκαρφάλωναν επάνω σε βλαστούς, φυλλωσιές, και μανιτάρια.

«Ένας κήπος στα βάθη της γης,» παρατήρησε ο Πολ. «Επιτρέπεται να τραβήξω φωτογραφίες, μάγε;» ρώτησε, δυναμώνοντας τη φωνή του για ν’ακουστεί μπροστά.

«Κανένας δεν θα σε σταματήσει, Πολ,» ήρθε στ’αφτιά του η απάντηση του Δαίδαλου.

Ο Πολ έβγαλε μια φωτογραφική μηχανή που λειτουργούσε με εστία και έκανε να τραβήξει μια φωτογραφία, αλλά ένα έντονο ΤΣΑΦ! αντήχησε και καπνός βγήκε από τη συσκευή.

«Γαμήσου!…» γρύλισε ο Πολ. Άνοιξε την κάτω μεριά της μηχανής και έβγαλε την εστία, η οποία ήταν φανερά καμένη. Δεν είχε ποτέ ξανά δει κάτι τέτοιο να συμβαίνει. Οι εστίες δεν καίγονταν έτσι. Απλά πέθαιναν, ορισμένες φορές· έπαυαν να λειτουργούν και ήθελαν αλλαγή.

«Τι έγινε;» ρώτησε ο Δαίδαλος από μπροστά.

Ο Πολ τού απάντησε.

«Μην κάνεις τίποτα,» του φώναξε ο Δαίδαλος. «Θα σου εξηγήσω λίγο παρακάτω.»

Λίγο παρακάτω, και μετά από κανένα τέταρτο της ώρες, βρέθηκαν σε μια από τις ανοιχτές σπηλιές που προεξείχαν από το νότιο τοίχωμα του Μεγάλου Σχίσματος. Εκεί σταμάτησαν προσωρινά, και ο Δαίδαλος είπε:

«Οι εστίες υπερφορτίζονται εδώ κάτω. Θυμάστε που σας τόνισα ότι δεν μπορούμε να κατεβούμε με αεροσκάφος;»

«Ακόμα κι αν δεν υπερφορτίζονταν, πάλι δεν θα μπορούσαμε να κατεβούμε με αεροσκάφος,» παρατήρησε η Ανταρλίδα. «Πώς να το οδηγήσεις ώς εδώ κάτω, χωρίς να προσκρούσεις πάνω σε πέτρες;»

«Ασχέτως,» είπε ο Δαίδαλος, νεύοντας. «Η εστία του θα καιγόταν πολύ γρήγορα, ούτως ή άλλως.»

«Οι φακοί μας λειτουργούν, όμως,» τόνισε ο Πολ.

«Μέχρι στιγμής. Όσο πιο μεγάλες είναι οι εστίες, τόσο πιο ψηλά μέσα στο Σχίσμα υπερφορτίζονται.»

«Αυτό σημαίνει ότι και οι φακοί θα πάψουν να λειτουργούν τελικά;»

«Ναι,» είπε ο Δαίδαλος. «Θα πρέπει, στο τέλος, να χρησιμοποιήσουμε λάμπες λαδιού.»

Και μετά από καμια ώρα καθόδου επάνω σε ανοιχτά σπήλαια και στενά μονοπάτια, συνέβη ακριβώς αυτό. Ενώ βρίσκονταν σε μια πλατιά προεξοχή του νότιου τοιχώματος, με υπόγεια βλάστηση να φυτρώνει γύρω τους και κάτω από τα πόδια τους, οι φακοί τους, ο ένας μετά τον άλλο, έσβησαν – ΤΣΑΦ! ΤΣΑΦ! ΤΣΑΦ! ΤΣΑΦ! – καθώς οι εστίες τους καίγονταν. Αναγκάστηκαν, έτσι, ν’ανάψουν τις τρεις λάμπες λαδιού που είχαν μαζί τους. Τη μία την κρατούσε ο Δαίδαλος, στην αρχή της ομάδας· την άλλη ο Πολ, στο τέλος της ομάδας· και την τρίτη ο Όρνιφιμ, στη μέση της ομάδας.

Η Φενίλδα, πλάι στον Όρνιφιμ, αισθανόταν τον παλμό του Φωτός τόσο δυνατό όσο ποτέ. Δεν τον αντιλαμβανόταν πλέον μόνο με το μυαλό της αλλά και με το σώμα της. Η ενέργεια της Βίηλ ήταν σχεδόν απτή ολόγυρά της. Όταν κινούσε το χέρι της εμπρός της, νόμιζε πως ο αέρας είχε υφή. Δεν ήταν ακριβώς παχύρευστος, δεν έκανε τις κινήσεις της πιο αργές, αλλά δεν ήταν και όπως ο κανονικός αέρας. Επίσης, είχε διαπιστώσει ότι το Φως επηρέαζε τις σκέψεις της: τις έκανε κάπως πιο αργές, πιο δύσκαμπτες. Τη βόλευε καλύτερα να μη σκέφτεται καθόλου όσο αισθανόταν αυτό τον πανίσχυρο ενεργειακό παλμό παντού γύρω της.

Ρίχνοντας μια ματιά στην Ιλρίνα’νορ, είδε ότι κι εκείνη πρέπει να ένιωθε τα ίδια πράγματα. Τα μάτια της Πεφωτισμένης μάγισσας ήταν διασταλμένα, τα χείλη της μισάνοιχτα· και, κάπου-κάπου, κινούσε το χέρι της μπροστά της, σα να μπορούσε ν’αγγίξει κάτι στον αέρα.

Τον Δαίδαλο, παραδόξως, το φαινόμενο δεν έμοιαζε να τον επηρεάζει. Ίσως να το είχε συνηθίσει επειδή παλιότερα είχε ξανάρθει εδώ κάτω, υπέθετε η Φενίλδα. Αλλά συνηθίζεται κάτι τέτοιο;

«Συνεχίζουμε,» είπε ο Δαίδαλος, αφού και οι τρεις λάμπες ήταν αναμμένες. «Και μη βιάζεστε. Τώρα είμαστε κοντά.»

Η Ανταρλίδα, που βάδιζε πλάι στον Δαίδαλο, άκουσε τον Τζακ να μουρμουρίζει: «Ναι.»

Στράφηκε να τον κοιτάξει. «Τι;» τον ρώτησε.

«Ο Τάμπριελ είναι, πράγματι, κοντά μας.»

Ο Τάμπριελ… σκέφτηκε η Ανταρλίδα. Πώς βρέθηκε εδώ κάτω;… Πώς είναι δυνατόν; Ακόμα δυσπιστούσε: και θα εξακολουθούσε να δυσπιστεί μέχρι που να τον έβλεπε.

Συνέχισαν να κατεβαίνουν διασχίζοντας την υπόγεια βλάστηση, περνώντας κοντά από τα μικρά ζώα και τα έντομα του Μεγάλου Σχίσματος, τα οποία δεν έκαναν καμια εχθρική κίνηση εναντίον τους. Η θερμότητα, εν τω μεταξύ, είχε αυξηθεί. Κανένας δεν φορούσε κάπα τώρα· τις είχαν βγάλει και τις είχαν διπλώσει. Και οι περισσότεροι ήταν ιδρωμένοι, λες κι ήταν καλοκαίρι.

«Θα ζεσταθούμε κι άλλο;» ρώτησε ο Αρκαλόν τον Δαίδαλο.

«Όχι,» αποκρίθηκε εκείνος. Αλλά έμοιαζε να σκέφτεται κάτι άλλο, και να παρατηρεί πολύ προσεχτικά το μονοπάτι εμπρός τους.

Η Φενίλδα αισθανόταν τον παλμό του Φωτός ακόμα πιο δυνατό τώρα. Τη ζάλιζε σχεδόν, κι έπρεπε να έχει το μυαλό της συγκεντρωμένο για να μην παραπατήσει και πέσει. Ένιωθε τον ιδρώτα να κυλά κάτω από τα ρούχα της. Έβγαλε τα γυαλιά της για να τα σκουπίσει, ώστε να ξεθολώσουν· αλλά διαπίστωσε ότι η θολούρα δεν οφειλόταν μονάχα στα θαμπωμένα κρύσταλλα. Ήταν σαν η όρασή της να είχε θαμπώσει. Ή μήπως συνέβαινε κάτι στον αέρα;

Η Φενίλδα βλεφάρισε, έντονα. Η θολούρα δεν καθάρισε.

«Την προηγούμενη φορά, ώς εδώ έφτασα…» Η φωνή του Δαίδαλου ήρθε απόμακρα στ’αφτιά της, λες κι ο μάγος να βρισκόταν μακριά, πολύ μακριά, ενώ δεν ήταν παρά μερικά βήματα πιο μπροστά.

Τι συμβαίνει; αναρωτήθηκε η Φενίλδα, φοβούμενη ότι εκείνη ήταν, τελικά, που είχε αρχίσει να παθαίνει κάτι. Φοβούμενη ότι η επιρροή του Φωτός, κάπως, την αρρώσταινε. Ήταν έτοιμη να μιλήσει, να ζητήσει βοήθεια από τον Δαίδαλο, όταν συνειδητοποίησε πως τα χείλη της ήταν κολλημένα το ένα με το άλλο, και η γλώσσα της έμοιαζε νάχει πετρώσει μες στο στόμα της.

Η θολούρα γύρω της αυξήθηκε. Το φως από τις λάμπες φαινόταν να βγαίνει μέσα από πυκνή ομίχλη. Η Φενίλδα φόρεσε τα γυαλιά της, νιώθοντας τα χέρια της μουδιασμένα, τρέμοντας. Η όρασή της δεν βελτιώθηκε. Αν μη τι άλλο, χειροτέρεψε.

Παραπάτησε, κι έκανε να πιαστεί από τον Όρνιφιμ πλάι της. Μα τα δάχτυλά της δεν τον βρήκαν. Η Φενίλδα σκόνταψε κι έπεσε στα γόνατα.

Και τα χείλη της, ξαφνικά, άνοιξαν, η γλώσσα της κινήθηκε: «Βοήθεια!» φώναξε. «Βοηθήστε με! Δεν… δεν… Κάτι μού συμβαίνει…»

Αλλά κανείς δεν της απάντησε.

Τίποτα δεν ακουγόταν γύρω της. Ούτε ομιλίες, ούτε βήματα. Τίποτα. Μια εφιαλτική σιγαλιά απλωνόταν παντού.

Και η Φενίλδα έβλεπε μονάχα ομίχλη. Όπου κι αν κοίταζε, ομίχλη υπήρχε. Ήταν βέβαιη τώρα πως δεν ήταν η όρασή της που είχε πρόβλημα. Πράγματι, μια παράξενη θολούρα είχε τυλίξει τα πάντα.

Παρά το σύγκρυο που ένιωθε να τη διατρέχει, κατάφερε να ορθωθεί. «Δαίδαλε;» φώναξε, κι άκουσε τη φωνή της ν’αντηχεί: Δαίδαλε; Δαιδαλε; Δαίδαλε; Δαίδαλε;

Κανένας δεν της απάντησε.

«Δαίδαλε!»

Δαίδαλε Δαίδαλε Δαίδαλε Δαίδαλε Δαίδαλε Δαίδαλε Δαίδαλε…

Πώς ήταν δυνατόν όλοι να είχαν εξαφανιστεί;

Ονειρεύομαι;

Λιποθύμησα, όταν έπεσα, και τώρα ονειρεύομαι;

«Μιλήστε μου!»

Μιλήστε μιλήστε μιλήστε μιλήστε μιλήστε μιλήστε…

Μια κίνηση μέσα απ’την ομίχλη.

Η Φενίλδα στράφηκε, και είδε κάτι να έρχεται. Κάτι… Μια μάσκα. Μια μεταλλική μάσκα που γυάλιζε. Αιωρείτο μέσα στην ομίχλη, χωρίς να φαίνεται κεφάλι πίσω της, ούτε σώμα από κάτω της.

Η Φενίλδα οπισθοχώρησε μερικά βήματα. «Ποιος…;» τραύλισε.

Άλλες δύο μάσκες παρουσιάστηκαν, πλησιάζοντάς την μέσα απ’την ομίχλη.

Γιατί είσαι εδώ; ρώτησε μια ασώματη φωνή.

«Θέλ… Είμαι με…» Η Φενίλδα ξεροκατάπιε. «Είμαι με τους άλλους… Πού είν’ οι άλλοι;»

Οι μάσκες πλησίασαν. Και δεν ήταν, τώρα, μόνο τρεις. Ήταν περισσότερες. Την περιτριγύρισαν.

Γιατί είσαι εδώ; Γιατί είσαι μαζί τους; ρώτησε η ασώματη φωνή. Ποια από τις μάσκες μιλούσε;

«Είμαι με τον Δαίδαλο. Ήρθα επειδή μου το ζήτησε.»

Ναι, είσαι σαν αυτόν σε πολλά πράγματα, παρατήρησε μια άλλη ασώματη φωνή. Γυναικεία, νόμιζε η Φενίλδα.

Και σώματα φάνηκαν τώρα κάτω από τις μάσκες. Σώματα μέσα από την ομίχλη. Σκοτεινά. Ντυμένα με φαρδιά ρούχα.

5.

Μας είχες επισκεφτεί και παλιότερα… είπε η ασώματη φωνή πίσω από τις μάσκες.

«Ναι, είχα έρθει,» απάντησε ο μάγος.

Το όνομά σου είναι Δαίδαλος. Έτσι μας είχες συστηθεί.

«Το όνομά μου είναι Δαίδαλος.»

Είχες πει ότι είσαι ερευνητής του σύμπαντος, ότι δεν έχεις συγκεκριμένο σκοπό που ήρθες.

«Τότε, έτσι ήταν.»

Αρνήθηκες τη φιλοξενία μας. Δεν θέλησες να γνωρίσεις την οικία μας.

«Δεν ήμουν έτοιμος.»

Έχουν περάσει πολλά, πολλά χρόνια από τότε, όπως τα μετρούν οι άνθρωποι της Βίηλ.

«Πράγματι.»

Γιατί είσαι τώρα εδώ;

«Αναζητώ κάποιον. Το όνομά του είναι Τάμπριελ. Μου είπαν ότι βρίσκεται εδώ. Έχω μαζί μου έναν άνθρωπο που διαισθάνεται την παρουσία του στην οικία σας.»

Δεν φιλοξενούμε τον οποιονδήποτε, και η ύβρις είναι κάτι που τιμωρούμε. Το ξέρεις αυτό, Δαίδαλε…

«Ναι.»

Αλλά εσύ δεν είσαι ο οποιοσδήποτε. Ούτε και μία από τους συντρόφους σου.

«Οι άλλοι πρέπει να έρθουν επίσης. Όλοι μαζί αναζητούμε τον Τάμπριελ. Είναι πράγματι εδώ;»

Έχουμε έναν… ιδιαίτερο φιλοξενούμενο. Ίσως θα ήθελες να τον γνωρίσεις…

6.

Η Ανταρλίδα είχε βυθιστεί μέσα σε μια παράξενη ομίχλη η οποία της είχε φανεί να βγαίνει μέσα από τις ίδιες τις πέτρες και τα φυτά ολόγυρά της. Οι σύντροφοί της, σύντομα, είχαν χαθεί από τα μάτια της, κι όσο κι αν φώναζε, κανένας δεν της απαντούσε. Ούτε ο Δαίδαλος, ούτε ο Τζακ, ούτε ο Αρκαλόν, ούτε η Αλιζέτ…

Πώς ήταν δυνατόν να είχε συμβεί αυτό; Υπήρχε, ίσως, κάποια παραισθησιογόνος ουσία στον αέρα; Αναδιδόμενη από τα φυτά, πιθανώς;

Μετά, μέσα απ’την ομίχλη, είχαν παρουσιαστεί οι μάσκες. Μεταλλικές μάσκες που αιωρούνταν, χωρίς να έχουν σώματα από κάτω τους. Περιτριγύρισαν την Ανταρλίδα κι έμοιαζαν να την παρατηρούν. Πάντα απομακρύνονταν, όταν έκανε να τις πλησιάσει. Ποτέ δεν μπορούσε να τις φτάσει, αν και προσπάθησε, πηδώντας, απλώνοντας τα χέρια της.

«Τι θέλετε;» τους φώναξε. «Ποιοι είστε;»

«Είστε οι Οδηγοί;» τους ρώτησε. «Οι Οδηγοί της Βίηλ;»

«Ήταν ένας από εσάς στην κηδεία του Τάμπριελ;»

«Είδα έναν μασκοφόρο στην κηδεία του Τάμπριελ! Μόνο εγώ τον είδα και κανένας άλλος, νομίζω. Ήταν ένας από εσάς;»

«Είναι ο Τάμπριελ εδώ; Τον έχετε εδώ;»

«Ο Τζακ λέει πως τον διαισθάνεται εδώ. Λέει πως ο Τάμπριελ είναι εδώ!»

«Μιλήστε μου, γαμώ τα κέρατα του Κάρτωλακ! Είναι ο Τάμπριελ εδώ;»

«Γιατί δε μου μιλάτε;»

«Το όνομά μου είναι Ανταρλίδα. Ανταρλίδα Ταρφάνη. Είμαι από τη Σεργήλη. Έχω εκπαιδευτή ως Μαύρη Δράκαινα, αλλά δεν υπηρετώ πλέον την Παντοκράτειρα. Ήρθα εδώ για να βρω τον Τάμπριελ. Το ξέρω ότι είναι νεκρός, αλλά ο Τζακ λέει ότι βρίσκεται εδώ.»

«Είναι ζωντανός ο Τάμπριελ; Είναι ζωντανός;»

Ύστερα, οι μάσκες διαλύθηκαν, κι από πίσω τους πρόσωπα φάνηκαν–

7.

«Τι πετάτε και με κοιτάτε; Σας αρέσει η φάτσα μου;»

«Σας μιλάω, ρε! Ποιοι είστε;»

Ο Πολ έκανε γύρω-γύρω μέσα στην αφύσικη ομίχλη, παρατηρώντας τις μάσκες που τον παρατηρούσαν. Η λάμπα στο χέρι του έμοιαζε άχρηστη, μην προσφέροντας καθόλου φωτισμό. Μην κάνοντας τίποτα για να αποκαλύψει την Αλιζέτ ή τους υπόλοιπους. Μονάχα αυτές οι καταραμένες μάσκες φαίνονταν!

«Τι γίνετε εδώ; Προσπαθείτε να με τρελάνετε;»

«Ο Ελκράσ’ναρχ έχει πράγματα, μου φαίνεται, να μάθει από εσάς…»

«Τι θέλετε; Θέλετε να σας πω κάτι;»

«Τι περιφέρεστε συνέχεια γύρω μου; Μείνετε σ’ένα μέρος!»

«Μια ερώτηση. Μια απλή ερώτηση, εντάξει; Γνωρίζετε, μήπως, έναν άνθρωπο που τον λένε Τάμπριελ; Έχει κόκκινο δέρμα, λεύκα μαλλιά. Είναι προφήτης· βλέπει κάτι περίεργα οράματα, ξέρει το μέλλον ορισμένες φορές. Σας λέει τίποτα αυτό;»

Οι μάσκες άρχισαν να αλλοιώνονται ολόγυρά του.

Είπα κάτι σωστό; αναρωτήθηκε ο Πολ. Ή κάτι λάθος;

Οι μάσκες έχαναν τη μεταλλικότητά τους. Και τη λεία τους μορφή. Αποκτούσαν χαρακτηριστικά προσώπων.

Ήταν πρόσωπα.

Και η ομίχλη είχε διαλυθεί. Ξαφνικά.

Τα πρόσωπα ήταν τα πρόσωπα των συντρόφων του Πολ.

«Τι!» φώναξε εκείνος. «Πώς;… Αλιζέτ;»

Εκείνη βλεφάριζε. «Πριν από λίγο, μάσκες ήταν γύρω μου. Αλλά τώρα…»

«Κι εγώ το ίδιο έβλεπα,» είπε ο Πολ.

«Κι εγώ,» είπε ο Νελμάτρες.

«Κάποιες οντότητες ήταν εδώ,» είπε η Ράιλμεχ.

«Παραισθήσεις βλέπαμε όλοι μας!» είπε ο Πολ, εξαγριωμένος. «Κάτι έχει ο γαμημένος αέρας εδώ κάτω!»

«Δεν ήταν παραισθήσεις, Πολ,» ακούστηκε η φωνή του Δαίδαλου, κι όλοι στράφηκαν να τον αντικρίσουν. «Συναντήσαμε τους Οδηγούς της Βίηλ. Εδώ είναι το σπίτι τους· σας το είπα.»

«Δε μας μίλησαν, όμως. Δεν είπαν τίποτα. Τους ρώτησα αν εδώ είναι ο Τάμπριελ–»

«Μίλησα εγώ μαζί τους,» του είπε ο Δαίδαλος. «Άκουσα τις φωνές τους.»

«Κι εγώ.» Τώρα, όλοι γύρισαν για να δουν τη Φενίλδα.

Ο Δαίδαλος ένευσε, σαν να το περίμενε.

Ο Πολ ρώτησε: «Ποιος άλλος τούς μίλησε;»

Κανένας δεν αποκρίθηκε.

«Εσύ;» είπε ο Πολ στην Ιλρίνα’νορ.

Η μάγισσα κούνησε το κεφάλι της αρνητικά.

Η Ανταρλίδα ρώτησε: «Τι σου είπαν, Δαίδαλε; Σου είπαν αν ο Τάμπριελ είναι εδώ;»

«Μας προσκάλεσαν στην οικία τους,» αποκρίθηκε ο μάγος, «όπου έχουν έναν ιδιαίτερο επισκέπτη.»

«Ακολουθήστε με.» Η φωνή ήταν καινούργια, και, γι’ακόμα μια φορά, όλοι τους στράφηκαν για να κοιτάξουν.

Όσο μιλούσαν είχαν σχηματίσει κύκλο και έβλεπαν προς τα μέσα, ο ένας τον άλλο. Ο νέος ομιλητής βρισκόταν προς το βάθος του Μεγάλου Σχίσματος, μπροστά τους, αντίκρυ τους, όπως όταν κατέβαιναν πριν από λίγο. Φορούσε φαρδύ χιτώνα και κουκούλα. Και το πρόσωπό του κρυβόταν πίσω από μια μεταλλική μάσκα.

«Θα μας δεχτείτε όλους;» ρώτησε ο Δαίδαλος.

«Ναι,» απάντησε ο Οδηγός. «Αυτή είναι η επιθυμία του επισκέπτη μας, για τον οποίο έχουμε μεγάλη εκτίμηση.»

8.

Ο Οδηγός τούς πήγε μπροστά σε ένα μεγάλο αψιδωτό άνοιγμα στον πυθμένα του Μεγάλου Σχίσματος. Έφτασαν εκεί καμια ώρα αφότου τον είχαν συναντήσει. Δεν υπήρχε πύλη που να κλείνει το άνοιγμα· οι ένοικοι δεν έμοιαζαν να φοβούνται εισβολή. Και, περνώντας το κατώφλι, η Ανταρλίδα, ο Δαίδαλος, και οι σύντροφοί τους βρέθηκαν σ’ένα μέρος όλο πέτρινα δωμάτια, διαδρόμους, και μεταλλικές πόρτες, οι οποίες, σε αντίθεση με την είσοδο, ήταν κλειστές και αμπαρωμένες. Οδηγοί τούς περίμεναν σε διάφορα σημεία, παρατηρώντας τους πίσω από μεταλλικές μάσκες, μοιάζοντας ο ένας με τον άλλο. Ήταν αδύνατο να ξεχωρίσεις αν οι ίδιοι παρουσιάζονταν ξανά και ξανά από τα ανοίγματα των διαδρόμων, ή αν ήταν καινούργιοι. Στους τοίχους υπήρχαν σωλήνες, κι από οπές αυτών των σωλήνων, σκεπασμένες με κρύσταλλο, έβγαινε φως.

Η Φενίλδα παραξενεύτηκε από τούτο. Τι είδους μηχανισμός ήταν; Σίγουρα, δεν επρόκειτο για κάποιου είδους ενεργειακές λάμπες… Δεν μπορούσε, όμως, να σκεφτεί καθαρά καθώς αισθανόταν τον παλμό του Φωτός δυνατότερο από ποτέ· έτσι, έπαψε ν’αναρωτιέται. Εξάλλου, ό,τι μηχανισμούς κι αν είχαν στη διάθεσή τους οι Οδηγοί, μάλλον ήταν πέρα από τη δική της κατανόηση.

«Είναι ο Τάμπριελ εδώ;» ρώτησε η Ανταρλίδα τον Οδηγό τους. «Τον έχετε εδώ; Είναι ζωντανός;»

Εκείνος δεν αποκρίθηκε, σα να μην την είχε ακούσει.

Η Ανταρλίδα έκανε να ξαναρωτήσει, αλλά ο Δαίδαλος τής έγνεψε να σωπάσει, και η Μαύρη Δράκαινα υπάκουσε. Έριξε, όμως, ένα έντονο ερωτηματικό βλέμμα στον Τζακ.

«Εδώ είναι,» είπε εκείνος. «Πολύ κοντά μας.»

Ο επισκέπτης τους, σκέφτηκε η Ανταρλίδα. Αυτόν πρέπει να εννοούσε ο Οδηγός μιλώντας για τον επισκέπτη τους. Έτσι εξηγείται και το γεγονός ότι ένας Οδηγός παρακολουθούσε την κηδεία του Τάμπριελ. Πώς, όμως, μπορεί ο Τάμπριελ να ήταν εδώ αφού το σώμα του είχε καεί; Το είδα να καίγεται, μπροστά μου, από τη μαγική ενέργεια της Βίηλ!

…Από τη μαγική ενέργεια της Βίηλ; Η Ανταρλίδα αισθάνθηκε ένα ρίγος να τη διατρέχει. Ο Δαίδαλος λέει ότι εδώ κάτω είναι η πηγή αυτής της ενέργειας. Η πηγή του Φωτός… Η Ανταρλίδα νόμιζε, μάλιστα, πως κάτι μπορούσε να νιώσει. Ένα γαργαλητό στο δέρμα της, ένα μυρμήγκιασμα κάπου-κάπου· και είχε μια αίσθηση, μια πολύ περίεργη αίσθηση… Οι μάγοι, άραγε – ο Δαίδαλος, η Φενίλδα, η Ιλρίνα – καταλάβαιναν περισσότερα; Είναι το Φως αυτό που νιώθω;

Ο Οδηγός τούς οδήγησε σ’ένα δωμάτιο με όμορφα λαξευτά έπιπλα και αγωγούς απ’τους οποίους έβγαινε ακτινοβολία. Σε μια καρέκλα ήταν καθισμένος ένας μασκοφόρος άντρας, ο οποίος σηκώθηκε μόλις τους είδε να μπαίνουν. Και έβγαλε τη μάσκα του.

Το πρόσωπο που φανερώθηκε ήταν αντρικό, και είχε δέρμα κατάμαυρο και πράσινα μούσια και μαλλιά.

«Χαίρετε,» είπε.

«Πού είναι ο Τάμπριελ;» ρώτησε η Ανταρλίδα, χωρίς να χαιρετήσει. «Είναι εδώ ο Τάμπριελ;»

Ο άντρας έμεινε σιωπηλός, αν και τα φρύδια του έσμιξαν ελαφρώς. Του λέει κάτι το όνομα! σκέφτηκε η Ανταρλίδα, και στράφηκε στον Τζακ.

Τα μάτια του Τζακ ατένιζαν έντονα τον άντρα αντίκρυ τους. «Αυτός είναι…» μουρμούρισε.

«Ποιος;» τον ρώτησε η Ανταρλίδα. «Πού είναι ο Τάμπριελ;»

«Αυτός,» είπε ο Τζακ, εξακολουθώντας να κοιτάζει τον μαυρόδερμο άντρα, «είναι ο Τάμπριελ.»

9.

Η Ανταρλίδα τράβηξε το σπαθί της.

«Παρακαλούμε, όχι όπλα εδώ,» είπε ο Οδηγός που τους είχε φέρει στο δωμάτιο.

Η Ανταρλίδα, στρέφοντας την αιχμή του ξίφους της στον λαιμό του Τζακ, φώναξε: «Αυτός δεν είναι ο Τάμπριελ! Μας είπες ψέματα!»

«Τον διαισθάνομαι όπως διαισθανόμουν τον Τάμπριελ όταν τον σκότωσα,» αποκρίθηκε εκείνος.

«Ανταρλίδα,» είπε ο Δαίδαλος, «κατέβασε το σπαθί σου.»

Η Ανταρλίδα δεν κινήθηκε.

«Κατέβασε το σπαθί του, Ανταρλίδα! Μην προσβάλλεις τους οικοδεσπότες μας, γιατί όλοι θα το μετανιώσουμε.»

Η Μαύρη Δράκαινα έριξε ένα λοξό βλέμμα στον μασκοφόρο άντρα, ο οποίος εξακολουθούσε να στέκεται ακίνητος, με τα χέρια του χαμένα μέσα στα φαρδιά μανίκια του χιτώνα του. Έμοιαζε άοπλος, άκακος· αλλά η Ανταρλίδα δεν αμφέβαλλε ότι οι δυνάμεις του ήταν μεγάλες και μυστηριώδεις. Ακόμα κι ο Δαίδαλος έδειχνε να τους φοβάται τους Οδηγούς.

Κατέβασε το σπαθί της και το θηκάρωσε. «Θα σε σκοτώσω μετά,» υποσχέθηκε στον Τζακ.

Ο Δαίδαλος τώρα απευθύνθηκε στον μαυρόδερμο άντρα. «Άζ’λεφκ,» χαιρέτησε.

«Δαίδαλε,» αποκρίθηκε εκείνος.

«Δεν περίμενα να σε βρω εδώ.»

«Εγώ, αντιθέτως, το φανταζόμουν πως θα ερχόσουν.»

«Δεν με εκπλήσσει,» είπε ο Δαίδαλος.

«Τι σκατά συζητάτε;» τους διέκοψε ο Πολ. «Τον ξέρεις αυτόν τον άνθρωπο, Δαίδαλε;»

«Έχουμε συναντηθεί μερικές φορές. Στη συγκεκριμένη μορφή, κατάγεται από τη Μοργκιάνη.»

«Στη συγκεκριμένη μορφή;»

«Τον έχω συναντήσει και σε άλλες μορφές, Πολ. Ο Άζ’λεφκ είναι… ιδιαίτερος επισκέπτης, όπως μου είπαν και οι οικοδεσπότες μας. Δεν γνώριζα, όμως, Άζ’λεφκ, ότι είχες συναναστροφές με τους Οδηγούς της Βίηλ…»

«Περνάω από εδώ όταν βρίσκομαι στη διάσταση,» αποκρίθηκε ο Άζ’λεφκ.

«Γιατί ο Τζακ λέει πως είσαι ο Τάμπριελ;» ρώτησε η Ανταρλίδα.

Ο Άζ’λεφκ έστρεψε το βλέμμα του επάνω της· και κάτι στα μάτια του – κάτι το μυστηριώδες – την έκανε προς στιγμή να νομίσει πως, όντως, αυτός ήταν ο Τάμπριελ. «Εσύ είσαι η Ανταρλίδα, έτσι δεν είναι;»

Η Ανταρλίδα, νιώθοντας ξαφνικά ότι δεν μπορούσε να μιλήσει, κατένευσε μονάχα.

«Σε θυμάμαι,» είπε ο Άζ’λεφκ.

«Εγώ δεν σε θυμάμαι. Δε νομίζω ότι έχουμε ξανασυναντηθεί.»

Ο Άζ’λεφκ χαμογέλασε μέσα από τα μούσια του. «Με γνωρίζεις. Αρκετά καλά.»

Η Ανταρλίδα συνοφρυώθηκε.

Ο Άζ’λεφκ έριξε μια γρήγορη ματιά στον Τζακ. «Ο κύριος έχει δίκιο: είμαι ο Τάμπριελ.»

Η Ανταρλίδα αναρωτήθηκε αν της έκαναν κάποιο κρύο αστείο. «Δεν γελάω,» είπε, με μια δολοφονική γυαλάδα στα μενεξεδιά μάτια της.

«Το ξέρω ότι θα σου είναι δύσκολο να το πιστέψεις, αλλά είμαι ο Τάμπριελ,» επέμεινε ο άγνωστος.

«Άζ’λεφκ,» είπε ο Δαίδαλος, «αν ήσουν ο Τάμπριελ, γιατί μου το έκρυψες στις προηγούμενες συναντήσεις μας;»

«Διότι ο Τάμπριελ δεν ήξερε ότι ήμουν εγώ. Ούτε εγώ μέχρι στιγμής θυμόμουν ότι ήμουν ο Τάμπριελ.»

«Τι είν’ αυτά που λέτε!» παρενέβη ξανά ο Πολ. «Δεν ξέρω ποιος είσαι, αλλά είναι δυνατόν να είσαι δύο άνθρωποι συγχρόνως;»

«Δύο άνθρωποι;» είπε ο Άζ’λεφκ. «Δεν είμαι μόνο ‘δύο’, Πολ, και δεν είμαι μόνο ‘άνθρωποι’. Ούτε τους θυμάμαι όλους, φυσικά. Όταν ήρθα εδώ, στη Βίηλ, έτυχε να θυμηθώ τον Τάμπριελ. Κάτι με οδήγησε να έρθω, περίπου συγχρόνως με τον θάνατό του.»

«Είναι τρελός,» είπε η Ανταρλίδα. «Πάμε να φύγουμε. Άδικα κατεβήκαμε εδώ.»

«Περίμενε,» της είπε ο Δαίδαλος. «Δεν είναι τρελός· ξέρει ακριβώς τι λέει.» Κι έστρεψε το βλέμμα του στον Άζ’λεφκ. «Δεν γνώριζα ότι υπάρχουν μορφές σου που δεν ξέρουν ότι είσαι εσύ.»

«Υπάρχουν,» αποκρίθηκε ο Άζ’λεφκ. «Ο Τάμπριελ δεν ήταν από την αρχή εγώ. Αλλά στο Πορφυρό Κενό άλλαξε. Η ψυχή του… άνοιξε. Και εκεί, είδε τον Άζ’λεφκ, και ο Άζ’λεφκ είδε εκείνον. Το μυαλό του, όμως, δεν το συνειδητοποίησε.»

«Γι’αυτό έβλεπε εκείνες τις εικόνες;» ρώτησε ο Δαίδαλος.

«Όχι.» Ο Άζ’λεφκ κάθισε πάλι στην πολυθρόνα του, κάνοντας και στους υπόλοιπους νόημα να καθίσουν. Κανένας, όμως, δεν κάθισε· έμειναν όρθιοι, αντίκρυ του. «Οι εικόνες έρχονταν στο μυαλό του, υποθέτω, από το ίδιο το σύμπαν. Δεν είχαν άμεση σχέση μ’εμένα.»

«Λέτε τρελά πράγματα!» φώναξε η Ανταρλίδα, που δεν μπορούσε να πιστέψει ότι αυτός ο άνθρωπος ήταν ο Τάμπριελ. Κατά πρώτον, δεν έμοιαζαν καθόλου οι δυο τους!

«Είναι αυτά που ακούς περισσότερο τρελά από τις εικόνες που έβλεπε ο Τάμπριελ; Εικόνες από το μέλλον, από το παρελθόν – πράγματα που μπορεί να συμβούν, ή μπορεί να έχουν συμβεί;

»Τίποτα δεν είναι τυχαίο, Ανταρλίδα, και συγχρόνως τα πάντα είναι τυχαία.»

«Δεν ξέρω πού το έχεις ακούσει αυτό–»

«Εγώ σού το είπα. Πολλές φορές.»

«Δεν σε πιστεύω,» δήλωσε, ψυχρά, η Ανταρλίδα. Δεν είναι ο Τάμπριελ!

«Το σύμπαν είναι σαν ένα ζάρι. Γνωρίζεις πόσες πλευρές έχει – επομένως, τίποτα δεν είναι τυχαίο – αλλά, όταν το ρίξεις, δεν ξέρεις ποια πλευρά θα παρουσιαστεί επάνω – επομένως, τα πάντα είναι τυχαία. Θυμάσαι πότε σ’το είπα αυτό; Ήμασταν στο κάστρο της Νέλερβικ. Είχαμε επιστρέψει εκεί ύστερα από τη μάχη στη Χαύδοραλ. Ο Ναλτάρες μάς είχε μιλήσει, λίγο πιο πριν, για τις υποψίες του σχετικά με τον Άρχοντα Θαλράνος, και είχαμε δει και την υπηρέτρια που ονομάζεται Ρισάββα. Θυμάσαι, Ανταρλίδα;»

Η Ανταρλίδα αισθανόταν έναν κόμπο στον λαιμό της. Πώς ήταν δυνατόν αυτός ο άγνωστος άνθρωπος να ξέρει τέτοια πράγματα;

«Είμαι ο Τάμπριελ, Ανταρλίδα,» της είπε ο Άζ’λεφκ. «Τον θυμήθηκα ενώ βρισκόμουν στη Βίηλ. Κάτι μέσα μου ήθελε να τον θυμηθεί. Κάτι μέσα μου έπρεπε να τον θυμηθεί. Διότι είναι ένα πολύ σημαντικό πρόσωπο σε τούτους τους καιρούς.

»Έτσι, όταν τον θυμήθηκα, κάθισα εδώ, μαζί με τους φίλους μου τους Οδηγούς της Βίηλ, και σας περίμενα. Το ήξερα ότι θα ερχόσασταν να με βρείτε, γιατί προτού ο Τάμπριελ πεθάνει είχε αισθανθεί την οντότητα μέσα στον Τζακ να προσπαθεί να τον προσεγγίσει. Κι εγώ γνώριζα ακριβώς τι θα έκανε μια τέτοια οντότητα για να φτάσει κοντά μου.»

«Η οντότητα,» ρώτησε ο Δαίδαλος, «ήθελε εσένα, Άζ’λεφκ, όχι τον Τάμπριελ;»

«Εγώ είμαι ο Τάμπριελ, Δαίδαλε.»

«Υπέθεσα ότι ήθελε να έρθει σε επαφή με τον Τάμπριελ επειδή έβλεπε τις εικόνες που έβλεπε…»

«Και έτσι είναι,» είπε ο Άζ’λεφκ.

«Βλέπεις τις εικόνες που έβλεπε ο Τάμπριελ;»

«Όχι.»

«Επομένως,» πετάχτηκε η Ανταρλίδα, «δεν είσαι ο Τάμπριελ! Όχι πραγματικά.»

«Ο Τάμπριελ είμαι,» επέμεινε ο μυστηριώδης μαυρόδερμος άντρας. «Και θα βλέπω και τις εικόνες που έβλεπε εκείνος μόλις… βαδίσω έναν συγκεκριμένο δρόμο. Δεν θα καθυστερήσουμε· μην ανησυχείτε.»

Απολλώνια

1.

Μετά την κατάκτηση της Νούμβρια, οι δυνάμεις του Βασιλείου της Απολλώνιας δεν έμειναν στάσιμες. Προχώρησαν στο Δυτικό Πέρασμα, μέσα στα βουνά, προκειμένου να φτάσουν στην Κοιλάδα της Γλαυκής. Η προέλασή τους, όμως, δεν ήταν βιαστική, διότι φοβόνταν ότι ίσως οι Παντοκρατορικοί να τους περίμεναν· ίσως, μάλιστα, να τους είχαν στήσει κάποια παγίδα σε τούτα τα ορεινά μέρη.

Ο Πρόμαχος Οδυσσέας, παρά τον πιθανό κίνδυνο, ήταν με το στράτευμα φυσικά. Δεν θα εγκατέλειπε τώρα τους Απολλώνιους πολεμιστές, ύστερα από τον σκληρό αγώνα που είχε δοθεί στη Νούμβρια. Το ίδιο και ο Στρατηγός Δομίνικος Εύηχος. Πετούσαν, επί του παρόντος, οι δυο τους μέσα στο Μεταβλητό Αυτοσυντηρούμενο Όχημα, το οποίο είχε πάρει τη μορφή γιγάντιου αεροπλάνου. Από κάτω τους έβλεπαν να ανοίγεται το μεγάλο πέρασμα των Δυτικών Βουνών, και τις Απολλώνιες δυνάμεις να κινούνται επιφυλακτικά εντός του: πρώτα να έρχονται τα τεθωρακισμένα άρματα, μετά να ακολουθούν οι ιππείς, και τέλος οι πεζοί. Τα αεροσκάφη έκαναν κύκλους ολόγυρα, αναζητώντας ενδείξεις για ενέδρες ή άλλους κινδύνους – όπως κρυμμένα ενεργειακά κανόνια.

Η αεροπορική κατόπτευση, όμως, δεν ήταν αρκετή από μόνη της· υπήρχαν πράγματα που, από τόσο ψηλά, ένα αεροσκάφος δεν μπορούσε να εντοπίσει, ή οι πιθανότητες να τα παραβλέψει ήταν πολύ μεγάλες. Επομένως, ο Στρατηγός Εύηχος είχε προστάξει και ανιχνευτές ξηράς να απλωθούν στην περιοχή, μπροστά από το κύριο σώμα του στρατεύματος. Οι Μαύρες Δράκαινες Αθηνά και Νικίτα ήταν μαζί τους, το ίδιο και η Αριάδνη’ταρ, ο Φέτανιρ, και ο Ευθύπορος.

Κανένας, μέχρι στιγμής, δεν είχε στείλει σήμα ότι είχε εντοπιστεί κίνδυνος. Πράγμα που μπορεί να σήμαινε ότι, όπως υποπτεύονταν οι Απολλώνιοι, το Δυτικό Πέρασμα ήταν όντως ασφαλές· ή ότι οι Παντοκρατορικοί δεν είχαν κάνει την κίνησή τους ακόμα.

Ο Στρατηγός Εύηχος είπε στον Οδυσσέα, καθώς στέκονταν μπροστά στο μεγάλο εμπρόσθιο παράθυρο του αεροσκάφους: «Δε μ’αρέσει αυτό το μηχάνημα, Οδυσσέα. Αποτελεί πολύ μεγάλο στόχο για τον εχθρό, και πάρα πολλούς μάγους χρειάζεται για να λειτουργήσει.» Αναφερόταν, φυσικά, στο Μεταβλητό Αυτοσυντηρούμενο Όχημα.

«Ορισμένοι θεωρούν αυτού του είδους τα οχήματα τελευταία λέξη της τεχνολογίας, σ’ολόκληρο το Γνωστό Σύμπαν, Στρατηγέ.»

«Μπορεί. Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως είναι και εύχρηστα για πόλεμο.»

«Μην ξεχνάς ότι δεν ξοδεύουν ενέργεια. Χρησιμοποιείται, βέβαια, τεράστια ποσότητα ενέργειας στην αρχική κατασκευή τους – η οποία είναι πάρα πολύ δύσκολη, απ’ό,τι μου έχουν πει οι Τεχνομαθείς μάγοι μας – αλλά εμείς δεν κάναμε την αρχική κατασκευή του συγκεκριμένου οχήματος· την έκανε η Παντοκράτειρα για εμάς.»

«Ακόμα κι έτσι, πρέπει συνεχώς να έχουμε απασχολημένους τρεις μάγους εδώ πέρα,» επέμεινε ο Δομίνικος Εύηχος. «Το κόστος δεν είναι μικρό. Αυτοί οι μάγοι θα μπορούσαν να χρησιμοποιούνται αλλού.»

«Μας προσφέρει ευελιξία…»

«Ευελιξία; Είναι τεράστιο!»

«Παίρνει ό,τι μορφή μπορεί να θελήσουμε.»

«Τεράστια μορφή,» τόνισε ο Δομίνικος Εύηχος.

«Τέλος πάντων,» είπε ο Οδυσσέας, βλέποντας ότι δεν θ’άλλαζε γνώμη στον Στρατηγό. «Άλλη φορά θα σκεφτούμε αν θα το χρησιμοποιήσουμε.»

Ο Δομίνικος ένευσε, σαν αυτή να ήταν η απάντηση που ήθελε να λάβει.

Ο Οδυσσέας, μετά από λίγο, στράφηκε στη γυναίκα που ήταν καθισμένη μπροστά στην κονσόλα τηλεπικοινωνιών του αεροσκάφους. «Δεν έχουμε κανένα σήμα ακόμα από τους ανιχνευτές;»

«Τίποτα, Πρόμαχε.»

«Κάλεσε την Αθηνά.»

Η στρατιωτικός πάτησε δύο πλήκτρα, και σύντομα η φωνή της Αθηνάς ακούστηκε απ’το μεγάφωνο: «Μάλιστα;»

«Εγώ είμαι Αθηνά, ο Οδυσσέας,» της είπε ο Οδυσσέας, πιάνοντας το μικρόφωνο και φέρνοντάς το κοντά στο στόμα του.

«Πρόμαχε…»

«Έχετε εντοπίσει τίποτα;»

«Τίποτα ακόμα. Και το θεωρώ πλέον αρκετά πιθανό να μην υπάρχει καμια ενέδρα. Κατά πάσα πιθανότητα, οι Παντοκρατορικοί δεν είχαν πια δυνάμεις στο Δυτικό Πέρασμα. Τις είχαν αποσύρει από εδώ όταν κατέκτησαν τη Νούμβρια. Κι αυτοί που υποχώρησαν από τη Νούμβρια δεν νομίζω πως είναι αρκετοί για να μας έχουν στήσει ενέδρα.»

«Ναι, μάλλον έχεις δίκιο. Συνεχίστε, όμως, να κατοπτεύετε.»

«Ασφαλώς,» αποκρίθηκε η Αθηνά, και η επικοινωνία τους τερματίστηκε.

«Ο καιρός είναι καλός,» παρατήρησε ο Δομίνικος Εύηχος, βηματίζοντας με τα χέρια του σταυρωμένα μπροστά του και κοιτάζοντας έξω απ’το παράθυρο. «Αν υπάρχει εχθρός, οι Μαύρες Δράκαινες θα τον βρουν· είμαι βέβαιος. Αποκλείεται να καταφέρει να τους κρυφτεί.»

2.

Ο Ανδρόνικος είχε φύγει από την περιοχή της Νούμβρια, την αυγή, προτού το Απολλώνιο στράτευμα μπει στο Δυτικό Πέρασμα. Τα είχαν συμφωνήσει με τον Οδυσσέα αποβραδίς. «Καλύτερα να πάτε στη Χρυσόπολη, Πρίγκιπά μου,» είχε πει ο Πρόμαχος. «Τώρα που η Νούμβρια είναι και πάλι δική μας, η επόμενη δύσκολη αναμέτρηση θα είναι στη Βολιρία. Θα έρθω κι εγώ, αφού βεβαιωθούμε για την κατάσταση στη Γλαυκόπολη και στην Κοιλάδα της Γλαυκής.» Ο Ανδρόνικος, όμως, νόμιζε πως, εκτός των άλλων, ο Οδυσσέας προσπαθούσε και να τον κρατήσει μακριά από κάποια πιθανώς ύπουλη κίνηση των Παντοκρατορικών· διότι δεν αποκλείεται, μέσα στο Δυτικό Πέρασμα, οι δυνάμεις της Παντοκράτειρας να τους είχαν στήσει ενέδρα· και το ίδιο ίσχυε και για την Κοιλάδα της Γλαυκής. Οι Απολλώνιοι δεν είχαν καθόλου καλή πληροφόρηση γι’αυτά τα μέρη.

Ωστόσο, ο Ανδρόνικος δεν διαφώνησε με τον Οδυσσέα. Έβλεπε ότι ο Πρόμαχος είχε δίκιο. Η παρουσία του Βασιληά της Απολλώνιας και Πρίγκιπα της Επανάστασης στη Χρυσόπολη ήταν σημαντική, αφού από εκεί τώρα προβλεπόταν να γίνουν όλες οι σημαντικές επιθέσεις στο Βόρειο Μέτωπο.

Έτσι, είχε φύγει από τη Νούμβρια μέσα σε αεροπλάνο. Πιλότος ήταν ο Προαιρέσιος, και, εκτός απ’αυτόν, μαζί με τον Ανδρόνικο είχαν έρθει η Ιωάννα, ο Σέλιρ’χοκ, η Άνμα’ταρ, ο Βαλέριος, και η Βατράνια. Η τελευταία, αρχικά, είχε διαφωνήσει να πάει στη Χρυσόπολη· είχε πει ότι είχε αποφασίσει να μείνει εδώ, στη Νούμβρια, για να δει πώς θα εξελίσσονταν τα πράγματα. Ο Οδυσσέας είχε τσαντιστεί μαζί της. «Δεν πρόκειται να μείνεις εδώ,» της είχε πει. «Δε μας βοηθάς σε τίποτα, και είσαι και στα πόδια μας. Αφού θέλεις να δεις πώς θα εξελιχτεί ο πόλεμος στο Βόρειο Μέτωπο, πήγαινε στη Χρυσόπολη! Αύριο θα προελαύνουμε μέσα στο Δυτικό Πέρασμα, και μαζί μας δεν υπάρχει περίπτωση να σε έχω!» Η Βατράνια μπορεί να ήταν καλή ως πράκτορας της Επανάστασης, αλλά δεν είχε στρατιωτική εμπειρία· ο Ανδρόνικος θεωρούσε δικαιολογημένο τον Οδυσσέα να μην τη θέλει εδώ. Η ίδια η Βατράνια, βέβαια, είχε θυμώσει με τον Πρόμαχο· αλλά τελικά είχε φύγει μαζί με τον Ανδρόνικο, πετώντας προς Χρυσόπολη. Δε μπορούσε να κάνει αλλιώς.

Το αεροπλάνο τους τώρα, ύστερα από μια ώρα πτήσης, περνούσε πάνω από τους Δασότοπους του Ωχρού Χώματος – μια μεγάλη περιοχή ανάμεσα στη Νούμβρια, τη Χρυσόπολη, και την Ταλκασία, γεμάτη δασώδεις λόφους. Ο Προαιρέσιος ήταν στο πηδάλιο, και ο Ανδρόνικος καθόταν δίπλα του, κοιτάζοντας κάτω: και ενθυμούμενος, για λίγο, τον καιρό που είχε κάνει πόλεμο στους Παντοκρατορικούς μέσα από τους Δασότοπους του Ωχρού Χώματος.

Διώχνοντας αυτές τις αναμνήσεις απ’το μυαλό του – δεν είχαν πια κανένα νόημα – στράφηκε στη Βατράνια, που καθόταν πίσω του, σιωπηλή, κοιτάζοντας από ένα φινιστρίνι.

«Γιατί θέλεις να βρίσκεσαι στην Απολλώνια, Βατράνια;» τη ρώτησε.

Εκείνη έστρεψε το βλέμμα της επάνω του. «Ήρθα για να ζητήσω ενισχύσεις για τη Σεργήλη, Πρίγκιπά μου· το ξέρεις.»

«Ο Οδυσσέας, όμως, σου είπε ότι υπάρχει δυσκολία, και δε νομίζω τα πράγματα ν’αλλάξουν σύντομα. Ίσως η Επανάσταση στη Σεργήλη να σε χρειάζεται πολύ περισσότερο από ό,τι σε χρειαζόμαστε στην Απολλώνια.»

Η Βατράνια μειδίασε στραβά. «Τουλάχιστον, με διώχνεις με τρόπο. Το εκτιμώ αυτό.»

Ο Ανδρόνικος γέλασε. «Δε σε διώχνω. Μείνε, αν θέλεις να μείνεις. Απλώς σου λέω πως, αν το κάνεις για να βοηθήσεις τη Σεργήλη, δεν έχει νόημα. Δε μπορούμε τώρα να στείλουμε ενισχύσεις εκεί. Ούτε ένα αεροσκάφος. Ούτε έναν στρατιώτη. Αργότερα ίσως, όταν έχουμε απομακρύνει τους Παντοκρατορικούς από τη Βολιρία και την Ξανθούπολη.»

«Και πότε υπολογίζεις να γίνει αυτό;» ρώτησε η Βατράνια.

«Δεν είμαι βέβαιος. Όπως βλέπεις, όμως, ετοιμαζόμαστε για την τελική ήττα των Παντοκρατορικών στην Απολλώνια.»

«Θα περιμένω, τότε,» είπε η Βατράνια. «Λίγο ακόμα, τουλάχιστον. Ούτε στη Σεργήλη μπορώ να κάνω κάτι ιδιαίτερο για να βοηθήσω, από μόνη μου. Ο Οδυσσέας, χτες, δεν είχε άδικο που μου είπε πως θα του ήμουν περισσότερο βάρος παρά βοήθεια στο Δυτικό Πέρασμα. Δεν έχω στρατιωτικές γνώσεις. Και ακόμα και οι πολεμικές μου ικανότητες είναι περιορισμένες. Ωστόσο,» τόνισε, «θα μπορούσε να μου το είχε ζητήσει πιο ευγενικά.»

«Ήταν πολύ πιεσμένος,» είπε ο Ανδρόνικος. «Όλοι μας είμαστε, τούτο τον καιρό.»

Η Βατράνια ένευσε σαν να ήθελε ν’αποκριθεί: Εντάξει, το καταλαβαίνω· κι έστρεψε πάλι το βλέμμα της στο φινιστρίνι.

Μετά από ακόμα μία ώρα κι ένα τέταρτο πτήσης, έφτασαν πάνω από τη Χρυσόπολη και έδωσαν αμέσως σήμα ότι επρόκειτο για Απολλώνιο αεροσκάφος και όχι για εχθρικό· διότι, έτσι όπως ήταν τα πράγματα τώρα, δεν αποκλείεται να τους κατέρριπταν εν όψει.

Από κάτω, ο Ανδρόνικος μπορούσε να δει ότι τα σημάδια του πολέμου ακόμα δεν είχαν σβηστεί από τη Χρυσόπολη, παρά τα χρόνια που είχαν περάσει από τότε που οι Παντοκρατορικοί την είχαν πρόσκαιρα κατακτήσει και μετά είχαν αναγκαστεί να υποχωρήσουν από εκεί. Φαντάσου πόσο καιρό θα χρειαστεί μέχρι να ανοικοδομηθεί η Νούμβρια, όπου τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα. Πόσο καιρό θα χρειαστεί μέχρι να μπορεί πάλι να ονομαστεί πόλη…

Ο Προαιρέσιος πλησίασε το παλάτι της Χρυσόπολης και ζήτησε άδεια προσγείωσης, δηλώνοντας ότι μετέφερε τον Βασιληά. Η άδεια αμέσως δόθηκε, και το αεροπλάνο προσεδαφίστηκε στο μικρό αεροδρόμιο του παλατιού, σταματώντας κοντά σε άλλα αεροσκάφη. Οι πόρτες του άνοιξαν και οι επιβάτες κατέβηκαν.

Ο Ανδρόνικος έριξε ένα βλέμμα στην Ιωάννα, για να δει πώς βάδιζε και πώς στεκόταν. Το κεφάλι της ήταν, φυσικά, ακόμα δεμένο με επίδεσμο, και ο Πρίγκιπας της Επανάστασης φοβόταν ότι ίσως το τραύμα της να την έκανε να ζαλίζεται. Όμως δεν την είδε να παραπατά. Αν έκρινε κανείς από τις κινήσεις της, θα μπορούσε να μην είχε ποτέ τραυματιστεί. Θα μπορούσε να φόρα τον επίδεσμο σαν κεφαλόδεσμο γύρω απ’τα ξανθά μαλλιά της. Μαύρες Δράκαινες… σκέφτηκε ο Ανδρόνικος.

Ένας υπηρέτης και μια υπηρέτρια του παλατιού ήρθαν γρήγορα κοντά σ’εκείνον και τους συντρόφους του και έκαναν υπόκλιση προσφωνώντας τον Μεγαλειότατε. «Αν γνωρίζαμε για την άφιξή σας, θα είχαν γίνει οι απαραίτητες προετοιμασίες,» είπε ο υπηρέτης.

«Καμία προετοιμασία δεν χρειαζόταν,» είπε ο Ανδρόνικος. Και ρώτησε: «Ποιος βρίσκεται τώρα στο παλάτι; Η Δούκισσα; Ο Δούκας;»

«Κανένας από τους δύο, Μεγαλειότατε,» αποκρίθηκε ο υπηρέτης – ένας χρυσόδερμος, εύσωμος μεσήλικας. «Ο μεγάλος τους γιος, ο Άρχοντας Καλλίβιος, είναι υπεύθυνος στο παλάτι, και έχει τη διοίκηση της πόλης μαζί με τον αδελφό του, τον Άρχοντα Κορνήλιο.»

«Μάλιστα,» είπε ο Ανδρόνικος. «Οδηγήστε με, τότε, στον Άρχοντα Καλλίβιο.»

«Όπως προστάζει ο Βασιληάς μας.»

Οι υπηρέτες υποκλίθηκαν ξανά και βάδισαν πρώτοι, με τον Ανδρόνικο και τους υπόλοιπους στο κατόπι τους. Διέσχισαν τον κήπο του παλατιού και μπήκαν στο κεντρικό οικοδόμημα, όπου στη μεγάλη αίθουσα συνάντησαν τον Καλλίβιο, ο οποίος είχε ήδη ειδοποιηθεί για τον ερχομό τους. Ήταν ένας ψηλός νεαρός με τα σημάδια του πολέμου φανερά στο πρόσωπο και στα μάτια του. Είχε δει πολλούς θανάτους και καταστροφές για την ηλικία του. Πριν από κάποια χρόνια, όταν η Χρυσόπολη είχε κατακτηθεί από τις δυνάμεις της Παντοκράτειρας, η Δούκισσα Ευδοκία είχε αιχμαλωτιστεί εδώ, στο παλάτι, αρνούμενη να εγκαταλείψει την πόλη της. Είχε, όμως, προστάξει τον σύζυγό της, Πολυκρίτη, και τους δύο γιους της να φύγουν, να πάνε στα ενδότερα του Βασιλείου της Απολλώνιας, όπου θα ήταν ασφαλείς. Εκείνοι δεν είχαν υπακούσει: είχαν κάνει πως έφευγαν αλλά, στην πραγματικότητα, είχαν κρυφτεί μέσα στη Χρυσόπολη, όπου και οργάνωσαν μια αντίσταση εναντίον των Παντοκρατορικών κατακτητών. Ο Ανδρόνικος και οι Απολλώνιες δυνάμεις είχαν βοηθηθεί πολύ από αυτή την αντίσταση, όταν επιχείρησαν – και τα κατάφεραν – να πάρουν την πόλη από τα χέρια της Παντοκράτειρας.

Ο Άρχοντας Καλλίβιος έμοιαζε, στην εμφάνιση, περισσότερο στον πατέρα του απ’ό,τι στη μητέρα του. Είχε δέρμα λευκό με απόχρωση του ροζ, σαν εκείνον, ενώ η Δούκισσα της Χρυσόπολης ήταν κατάλευκη στο δέρμα. Τα μαλλιά του ήταν καστανά και σπαστά, και είχε αφήσει μούσι, ενώ την τελευταία φορά που ο Ανδρόνικος τον είχε δει το πρόσωπό του ήταν ξυρισμένο. Φορούσε γαλανό πουκάμισο με αργυρό σιρίτι, και μαύρο δερμάτινο παντελόνι και μπότες. Από τη ζώνη του κρέμονταν ένα σπαθί με χρυσοποίκιλτη λαβή, κι ένα πιστόλι. Ο Ανδρόνικος είχε ακούσει πως ο Άρχοντας Καλλίβιος ήταν εξαιρετικός ξιφομάχος· όλοι οι ευγενείς της Χρυσόπολης το έλεγαν. Κι όλοι φοβόνταν να τον Καλέσουν. Ούτε ένας που τον είχε Καλέσει δεν τον είχε νικήσει μέχρι στιγμής. Τα Καλέσματα δεν ήταν για σοβαρά ζητήματα, βέβαια, απ’ό,τι ήξερε ο Ανδρόνικος, αλλά αυτό δεν σήμαινε πως οι ευγενείς δεν τα έπαιρναν στα σοβαρά. Παντού στην Απολλώνια το Κάλεσμα ήταν σοβαρή υπόθεση ανάμεσα στην αριστοκρατία.

«Μεγαλειότατε,» χαιρέτησε ο Άρχοντας Καλλίβιος, κάνοντας μια σύντομη υπόκλιση. «Κανένας δεν με ενημέρωσε για την άφιξή σας εκ των προτέρων.»

«Κανένας δεν ήξερε ότι θα ερχόμουν, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος. «Ούτε κι εγώ ο ίδιος. Χτες βράδυ το αποφάσισα.»

«Υπάρχει ιδιαίτερος λόγος για την επίσκεψή σας;» ρώτησε ο Καλλίβιος· κι ο Ανδρόνικος παρατήρησε ότι οι διάφοροι αυλικοί που βρίσκονταν μέσα στην αίθουσα παρατηρούσαν τους επισκέπτες και τον μεγάλο γιο της Δούκισσάς τους με έντονο ενδιαφέρον. Και ήταν, βέβαια, όλοι τους όρθιοι για να υποδεχτούν τον Βασιληά, όπως υποδείκνυαν οι καλοί τρόποι.

«Κατά πρώτον,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος, «θέλω να σας ανακοινώσω – να ανακοινώσω σε όλους σας,» τόνισε ρίχνοντας ένα γρήγορο βλέμμα στους συγκεντρωμένους αυλικούς κι επιστρέφοντας τη ματιά του ξανά στον Καλλίβιο, «ότι η Νούμβρια είναι τώρα δική μας, και οι Απολλώνιες δυνάμεις έχουν ήδη προχωρήσει στο Δυτικό Πέρασμα–»

Ζητωκραυγές και γέλια τον διέκοψαν. Οι αυλικοί φαίνονταν πολύ ευχαριστημένοι. Όπως ήταν αναμενόμενο, άλλωστε. Ορισμένοι μιλούσαν αναμεταξύ τους, ή φιλιόνταν, ή αγκαλιάζονταν.

Σώπασαν, ωστόσο, καθώς ο Ανδρόνικος συνέχιζε: «Αυτό σημαίνει πως η δυτική πλευρά του Βόρειου Μετώπου βρίσκεται, κατά πάσα πιθανότητα, υπό τον έλεγχό μας. Το θεωρούμε αμφίβολο αν θα συναντήσουμε αντίσταση στο Δυτικό Πέρασμα, ή αν η αντίσταση αυτή θα είναι μεγάλη. Επιπλέον, ούτε στην Κοιλάδα της Γλαυκής περιμένουμε να δυσκολευτούμε, αν και εκεί κάποιες Παντοκρατορικές δυνάμεις πρέπει, οπωσδήποτε, να υπάρχουν.»

«Τα νέα που μας φέρνετε είναι εξαιρετικά, Βασιληά μου,» είπε ο Καλλίβιος, που κι αυτός χαμογελούσε και τα καστανά του μάτια γυάλιζαν. «Ήταν, αληθινά, εκείνο που όλοι χρειαζόμασταν ν’ακούσουμε.» Και ρίχνοντας μια ματιά στους αυλικούς του: «Δεν μιλάω σωστά, άρχοντές μου, αρχόντισσές μου;»

Του αποκρίθηκαν πως, πράγματι, μιλούσε σωστά· πως αυτά ήταν, όντως, καταπληκτικά νέα· πως ο στρατός, αναμφίβολα, θα εμψυχωνόταν από τη νίκη στη δυτική πλευρά του Βόρειου Μετώπου.

«Και εκτιμούμε ιδιαιτέρως το γεγονός ότι εσείς ο ίδιος, Μεγαλειότατε, ήρθατε για να μας ενημερώσετε,» είπε ο Καλλίβιος στον Ανδρόνικο. «Αισθανόμαστε ταπεινωμένοι.»

«Δεν ήρθα μόνο για να σας φέρω τα νέα, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος. «Αυτό θα μπορούσε να το κάνει κι ένας μαντατοφόρος, χωρίς δυσκολία. Ήρθα για να είμαι εδώ, μαζί σας, στον αγώνα που δίνετε εναντίον των Παντοκρατορικών. Ήρθα για να πολεμήσω στο πλευρό σας, ώστε να πάρουμε τη Βολιρία από τα χέρια της Παντοκράτειρας και να την καταστήσουμε ξανά μέρος του Βασιλείου της Απολλώνιας!»

Ζητωκραυγές ακούστηκαν πάλι από τους ενθουσιασμένους αυλικούς.

3.

Το μεσημέρι, ο Καλλίβιος φιλοξένησε τον Ανδρόνικο και τους συντρόφους του στο παλάτι και γευμάτισε μαζί τους. Εκτός από αυτόν, στο τραπέζι ήταν και ο μικρότερος αδελφός του, Κορνήλιος (που έμοιαζε περισσότερο στη μητέρα τους, τη Δούκισσα, και λιγότερο στον πατέρα τους), καθώς επίσης και η σύζυγος του Καλλίβιου, Αντιγόνη, και ο Συνταγματάρχης Λούσιος Εύστομος, τοπικός στρατιωτικός από τον Οίκο των Ευστόμων.

Ο Ανδρόνικος τούς ζήτησε να του μιλήσουν για την κατάσταση στο Πέρασμα του Σμαραγδένιου Βουνού, καθώς έτρωγαν, κι εκείνοι δεν δίστασαν να υπακούσουν.

«Το Φρούριο του Σμαραγδένιου Βουνού είναι πάλι δικό μας, Μεγαλειότατε,» είπε ο Συνταγματάρχης Εύστομος. «Και από εκεί χτυπάμε τη Βολιρία.»

«Αυτό το γνωρίζω ήδη, Συνταγματάρχη,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος. «Με έχει ενημερώσει ο Πρόμαχος Οδυσσέας.»

«Τα πράγματα δεν έχουν αλλάξει και τόσο, από τότε που ο Πρόμαχος ήταν κοντά μας,» είπε ο Συνταγματάρχης Εύστομος.

«Πώς είναι η αντίσταση στη Βολιρία;»

«Πολύ σθεναρή, Μεγαλειότατε. Ενισχύσεις έρχονται διαρκώς από τα βόρεια. Και υπάρχουν Παντοκρατορικές δυνάμεις γύρω από την πόλη, όχι μονάχα μέσα σ’αυτήν. Οι Παντοκρατορικοί φαίνονται αποφασισμένοι να κρατήσουν τη Βολιρία με νύχια και με δόντια αν χρειαστεί.»

«Το ξέρουν πως, αν χάσουν την Απολλώνια, η Παντοκρατορία τους θα διαλυθεί,» είπε ο Καλλίβιος.

Ο Ανδρόνικος θεωρούσε αυτή τη σκέψη λιγάκι αφελή. Η Απολλώνια ήταν, σίγουρα, μια σημαντική διάσταση του Γνωστού Σύμπαντος, αλλά η επιβίωση της Παντοκρατορίας δεν εξαρτιόταν μόνο από τη λαβή που ακόμα διατηρούσε πάνω στην Απολλώνια. Για να διαλυθεί, θα έπρεπε πολλές διαστάσεις να επαναστατήσουν εναντίον της – όπως και γινόταν αυτή τη στιγμή, ευτυχώς. Οι Απολλώνιοι μόνοι τους δεν θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν ένα τόσο ισχυρό και μεγάλο θηρίο.

Αλλά ο Ανδρόνικος, φυσικά, δεν ανέφερε τίποτα από αυτά στον γιο της Δούκισσας Ευδοκίας και του Δούκα Πολυκρίτη. Καλό ήταν, άλλωστε, οι νεαροί Απολλώνιοι να πιστεύουν στον αγώνα κατά της Παντοκράτειρας. Είπε: «Παρά τα τόσα μέτωπα που έχουν ανοιχτά σ’όλο το Γνωστό Σύμπαν, εξακολουθούν να στέλνουν ενισχύσεις στη Βολιρία…»

«Μάλιστα, Μεγαλειότατε,» αποκρίθηκε ο Συνταγματάρχης Εύστομος. «Μέχρι και στις τελευταίες αναφορές που μας έχουν έρθει σημειώνεται ότι δέχτηκαν ενισχύσεις· οι δυνάμεις τους αυξήθηκαν παρά τις ζημιές που είχαν υποστεί εξαιτίας μας.»

Ο Ανδρόνικος τα σκέφτηκε όλ’αυτά καθώς έτρωγε, χωρίς να μιλά.

Η Ιωάννα ρώτησε: «Έχουν προσπαθήσει να καταλάβουν το Φρούριο του Σμαραγδένιου Βουνού ξανά;»

«Όχι,» αποκρίθηκε ο Συνταγματάρχης Εύστομος. «Ο πόλεμός τους είναι αμυντικός τώρα. Θετικό πράγμα για εμάς. Μέχρι ν’αποφασίσουμε ότι πρέπει οπωσδήποτε να τους διώξουμε από τη Βολιρία και να τους ωθήσουμε βόρεια.»

«Αυτή η ώρα έχει έρθει, Συνταγματάρχη,» είπε ο Ανδρόνικος. «Τώρα που η δυτική πλευρά του Βόρειου Μετώπου είναι δική μας, θα κινηθούμε βόρεια και ανατολικά. Θα πάω ο ίδιος στο Φρούριο του Σμαραγδένιου Βουνού.» Ήπιε μια γουλιά από το κρασί του.

«Θα ήθελα να σας συνοδέψω, Βασιληά μου,» δήλωσε ο Καλλίβιος, «αλλά η μητέρα έχει προστάξει να μείνουμε εδώ, εγώ κι ο αδελφός μου. Έχουν έρθει, όμως, στιγμές που μπαίνω στον πειρασμό να την παρακούσω…»

«Η Δούκισσα έχει δίκιο, Άρχοντά μου, που σας θέλει στη Χρυσόπολη. Η πόλη δεν μπορεί να μείνει χωρίς την πρέπουσα διοίκηση.»

Και ο Συνταγματάρχης Λούσιος Εύστομος έγνεψε καταφατικά, σαν να ήθελε να υπογραμμίσει τα λόγια του Βασιληά της Απολλώνιας.

«Το αντιλαμβάνομαι,» είπε ο Καλλίβιος. «Όμως πιστεύω πως η μητέρα και ο πατέρας βρίσκονται σε μεγάλο κίνδυνο στο Φρούριο του Σμαραγδένιου Βουνού.»

«Τώρα μας είπε ο συνταγματάρχης ότι οι Παντοκρατορικοί δεν έχουν κάνει καμία προσπάθεια να καταλάβουν ξανά το φρούριο…»

«Πράγματι, Μεγαλειότατε,» αποκρίθηκε ο Καλλίβιος. «Αλλά μπορεί να το επιχειρήσουν. Τίποτα δεν μας λέει ότι αυτό αποκλείεται. Αν θέλουν να παραμείνουν στη Βολιρία, μάλιστα, νομίζω πως θα τους είναι αναγκαίο να καταλάβουν το Φρούριο του Σμαραγδένιου Βουνού, αλλιώς συνεχώς θα το χρησιμοποιούμε ως βάση για να τους χτυπάμε από εκεί.»

Ο Ανδρόνικος σκέφτηκε ότι ο γιος της Ευδοκίας μιλούσε σωστά. Όντως, αν οι Παντοκρατορικοί ήθελαν να κρατήσουν τη Βολιρία, θα έπρεπε κάποια στιγμή να επιχειρήσουν να καταλάβουν το Φρούριο του Σμαραγδένιου Βουνού, προκειμένου να διώξουν την απειλή του από τόσο κοντά τους.

«Θα τους αποτρέψουμε, Άρχοντά μου,» είπε ο Ανδρόνικος. «Γι’αυτό είμαστε εδώ. Σύντομα, η Βολιρία θα είναι και πάλι μέρος του Βασιλείου της Απολλώνιας.»

4.

Μέχρι να πέσει η νύχτα, οι Απολλώνιες δυνάμεις είχαν φτάσει στα μέσα του Δυτικού Περάσματος, μεταφέροντας τους στρατιώτες τους με μεγάλα μεταγωγικά – οχήματα ξηράς και αεροσκάφη. Τα εδάφη είχαν ελεγχθεί εξονυχιστικά από τους ανιχνευτές τους και καμία ενέδρα Παντοκρατορικών δεν είχε εντοπιστεί.

Ο Οδυσσέας βρισκόταν πάλι στο εσωτερικό του Μεταβλητού Αυτοσυντηρούμενου Οχήματος, το οποίο είχε τώρα τη μορφή μεγάλου εξάτροχου και ήταν σταματημένο μέσα στον καταυλισμό των Απολλώνιων, που τα φώτα του έσχιζαν τη νύχτα. Ο Πρόμαχος καθόταν μαζί με την Αθηνά, τον Ευθύπορο, και τον Σθένελο’σαρ, και συζητούσαν πίνοντας.

«Και η υπόλοιπη πορεία μας το ίδιο εύκολη προβλέπω να είναι,» έλεγε η Μαύρη Δράκαινα, έχοντας τα πόδια της διπλωμένα επάνω στο κάθισμά της. Το κατάμαυρο δέρμα της ήταν μισοχαμένο στο σκοτάδι, εκεί μέσα στις σκιές όπου καθόταν. Μονάχα τα πορφυρά μαλλιά της φαίνονταν έντονα, και τα μάτια της. «Όταν όμως φτάσουμε στην Κοιλάδα της Γλαυκής υποπτεύομαι πως τα πράγματα θα δυσκολέψουν.»

«Πιο λογικό δεν θα ήταν να μας επιτεθούν μέσα στο πέρασμα;» είπε ο Ευθύπορος. «Τα στενά μέρη συμφέρουν τους αμυνόμενους.»

«Όταν οι αμυνόμενοι είναι ήδη εκεί,» αποκρίθηκε η Αθηνά. «Οι Παντοκρατορικοί, μάλλον, δεν είχαν αφήσει καθόλου στρατό στο Δυτικό Πέρασμα αφού κατέκτησαν τη Νούμβρια. Τι να τον κάνουν, εξάλλου; Ο σκοπός ήταν να κρατήσουν την πόλη. Και δεν φοβόνταν ότι κάποιος θα ερχόταν από τα νώτα τους.»

«Και πάλι, όμως, δεν θα τους συνέφερε καλύτερα να φέρουν στρατό στο πέρασμα όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, αφού τους διώξαμε από τη Νούμβρια;»

«Ίσως και να τους συνέφερε – αν μπορούσαν να φανούν τόσο γρήγοροι. Αλλά μάλλον δεν μπορούσαν. Εμείς ήμασταν πιο γρήγοροι απ’αυτούς. Μπήκαμε στο πέρασμα αμέσως μόλις επανακτήσαμε την πόλη.»

Ο Οδυσσέας είπε: «Ίσως να μην το περίμεναν αυτό. Να προχωρήσουμε αμέσως ύστερα από τη νίκη μας, εννοώ.»

«Ίσως,» συμφώνησε η Αθηνά, και ήπιε μια γουλιά από το αναψυκτικό της που ονομαζόταν Σερπετού Αίμα χωρίς να περιέχει ούτε σταγόνα αίματος από Σερπετό.

Ο Σθένελος είπε: «Θα δούμε στην πράξη τι θα γίνει. Αυτό δε συμβαίνει πάντα στον πόλεμο, εξάλλου; Πάρα τα σχέδια που μπορεί να κάνεις, στο τέλος όλα στην πράξη τα βλέπεις.» Και ο Σθένελος ήξερε από πόλεμο: είχε αγωνιστεί και στο Βόρειο Μέτωπο της Απολλώνιας, εναντίον των Παντοκρατορικών, αλλά και στο Νότιο, εναντίον των τερατωδών πλασμάτων που έρχονταν από την Απολεσθείσα Γη (και που τον τελευταίο καιρό, ευτυχώς για τους Απολλώνιους, είχαν ελαττώσει τις επιθέσεις τους σαν να είχαν κουραστεί).

«Έτσι είναι,» είπε ο Ευθύπορος. «Αλλά καλύτερα να είσαι προετοιμασμένος.»

«Δε λέω το αντίθετο,» αποκρίθηκε ο Σθένελος, κι έπαψε να προσπαθεί να διακρίνει τη μορφή της Αθηνάς μέσα από τις σκιές. Τουλάχιστον ένα μήνα είχε βάλει στο μάτι τη μελανόδερμη Μαύρη Δράκαινα, μα δεν είχε καταφέρει να την πλησιάσει. Ο Οδυσσέας τον είχε παρατηρήσει πολλές φορές. Είναι χειρότερος από εμένα, είχε σκεφτεί. Ο Οδυσσέας μπορεί κατά καιρούς να είχε σχέσεις με διάφορες γυναίκες στο Γνωστό Σύμπαν μα αυτό δεν συνέβαινε επειδή τις κυνηγούσε· απλά έτσι έρχονταν οι περιστάσεις· και ποτέ δεν ήταν φορτικός μαζί τους. Ο Σθένελος, όμως, δρούσε σαν ελεύθερος σκοπευτής. Η Αθηνά, μια μέρα, είχε πει στον Πρόμαχο: «Θα τον δείρω άμα συνεχίσει.» Ο Οδυσσέας είχε απλώς χαμογελάσει. «Μην τον παρεξηγείς. Έτσι είναι, από τη φύση.»

Επί του παρόντος, ο Οδυσσέας είπε: «Καλό θα ήταν να μάθουμε τι θα έχουμε ν’αντιμετωπίσουμε στην Κοιλάδα της Γλαυκής προτού βγάλουμε το στράτευμά μας από το Δυτικό Πέρασμα.»

«Να κατοπτεύσουμε με το ξημέρωμα;» ρώτησε η Αθηνά.

«Ναι, κάποια αεροσκάφη σκέφτομαι πως θα συνέφερε να τα στείλουμε από το πρωί, ώστε να περάσουν πάνω από τα βουνά και να κοιτάξουν τι γίνεται από την άλλη. Αλλά ανιχνευτές ξηράς όχι από τόσο νωρίς. Από το απόγευμα, που θα έχουμε βεβαιωθεί ότι δεν υπάρχει αντίσταση στο πέρασμα.»

Η Αθηνά ένευσε, μοιάζοντας να συμφωνεί. Ήπιε ακόμα μια γουλιά από το μεταλλικό κουτάκι με το αναψυκτικό της.

«Αν υπάρχει αντίσταση,» προειδοποίησε ο Ευθύπορος, «πιθανώς να καταρρίψουν τα αεροσκάφη, Πρόμαχε.»

«Δε θα περάσουν πάνω από το πέρασμα· θα περάσουν από τα νότια και θα κάνουν κύκλο. Θα ρίξουν μια γρήγορη ματιά στην Κοιλάδα της Γλαυκής κι αμέσως θα επιστρέψουν.»

Ο Ευθύπορος δεν μίλησε, αλλά, αν έκρινε ο Οδυσσέας από την όψη του, η ιδέα εξακολουθούσε να μην του φαίνεται καλή. Πολεμούσε μέσα στον Στρατό της Παντοκράτειρας κάποτε, εναντίον των επαναστατών: και ίσως αυτό να τον έχει κάνει να φοβάται τους Παντοκρατορικούς περισσότερο απ’ό,τι εμείς…

«Ο στρατηγός έχει πάει για ύπνο;» ρώτησε ο Σθένελος, αλλάζοντας θέμα.

«Τον ξέρεις τον Δομίνικο Εύηχο,» του είπε ο Οδυσσέας. «Πιστεύει ότι πρέπει να κοιμάσαι νωρίς για να ξυπνάς νωρίς· και δεν χαλαρώνει εύκολα την πειθαρχία του.»

Ο Ευθύπορος κι η Αθηνά γέλασαν, και ο Σθένελος χαμογέλασε πλατιά και ήπιε λίγο απ’το κρασί του.

5.

Ο Άρχοντας Καλλίβιος τούς φιλοξένησε, φυσικά, στο δούκικο παλάτι της Χρυσόπολης για τη νύχτα. Και για όσο καιρό ήθελαν, πρόσθεσε. Αλλά ο Ανδρόνικος δεν σκόπευε να μείνει εκεί για πολύ. Θα πήγαινε στο Φρούριο του Σμαραγδένιου Βουνού μόλις ξημέρωνε, γιατί επιθυμούσε να βρίσκεται όσο πιο κοντά μπορούσε στον πόλεμο που έδιναν οι Απολλώνιοι εναντίον των Παντοκρατορικών.

«Οι κινήσεις σου είναι ανόητες!» του είπε η Ιωάννα, το βράδυ, όταν βρέθηκαν μόνοι οι δυο τους, στη στολισμένη αίθουσα δίπλα στα δωμάτια που ο Άρχοντας Καλλίβιος είχε παραχωρήσει στους συντρόφους του Ανδρόνικου. Ο ίδιος ο Ανδρόνικος φιλοξενείτο σ’άλλο σημείο του παλατιού, ένα όροφο πιο πάνω, και είχε τρία πλήρως εξοπλισμένα δωμάτια στη διάθεσή του: ένα δωμάτιο αναψυχής, ένα γραφείο, και ένα υπνοδωμάτιο – χωρίς να υπολογίζει κανείς το λουτρό και την τουαλέτα. «Κανένας λογικός βασιληάς της Απολλώνιας δεν θα έβαζε τον εαυτό του σε τόσο μεγάλο κίνδυνο, εκτός αν ήταν ανάγκη!»

«Έχω βάλει τον εαυτό μου και σε μεγαλύτερο κίνδυνο· το ξέρεις και το ξέρω.» Ο Ανδρόνικος καθόταν σ’έναν καναπέ φτιαγμένο από βελούδο και ξύλο. Η Ιωάννα ήταν καθισμένη σε μια πολυθρόνα αντίκρυ του, καπνίζοντας, και αποτρέποντας τον εαυτό της απ’το να πάει και να κουλουριαστεί δίπλα του, παρότι το ήθελε. Είμαστε στην Απολλώνια τώρα, έλεγε από μέσα της, όχι στη Σάρντλι. Αυτά τελείωσαν!

«Δεν ήσουν Βασιληάς της Απολλώνιας τότε.»

«Ήμουν, όμως, Αντιβασιλέας, διορισμένος απ’τον πατέρα μου.» Όταν ο Βασιληάς Αρχίμαχος είχε αρρωστήσει, είχε δηλώσει πως ο Ανδρόνικος μπορούσε να παίρνει αποφάσεις αντί για εκείνον.

«Άλλο βασιληάς άλλο αντιβασιλέας,» επέμεινε η Ιωάννα. «Κι επιπλέον, τότε ο αδελφός σου ο Λούσιος ζούσε ακόμα–»

«Ας μη συζητάμε για τον Λούσιο!» τη διέκοψε απότομα ο Ανδρόνικος. Προτιμούσε να μην τον σκέφτεται. Ο Λούσιος τον είχε προδώσει, είχε προσπαθήσει να σφετεριστεί την εξουσία, είχε κάνει πράγματα απαράδεκτα στο Βασίλειο, και ο Ανδρόνικος είχε αναγκαστεί, στο τέλος, να τον σκοτώσει. Ακόμα δεν είχε συμβιβαστεί απόλυτα μ’αυτό – ακόμα αναρωτιόταν κάπου-κάπου αν τα πράγματα θα μπορούσαν να είχαν εξελιχτεί αλλιώς – όμως ήξερε ότι είχε κάνει ό,τι ήταν απαραίτητο να κάνει, δεδομένων των περιστάσεων. «Αν κάτι μού συμβεί, η Βασιλική εξακολουθεί να είναι ζωντανή και υγιέστατη. Θα πάρει εκείνη τον Κυανό Θρόνο.»

«Μου έχεις πει, όμως, ότι ο πατέρας σας ποτέ δεν τη θεωρούσε και τόσο καλή για να διοικήσει· και μου έχεις πει, επίσης, ότι συμφωνούσες μαζί του σ’αυτό.»

«Τι καθόμαστε και συζητάμε, Ιωάννα; Τι νόημα έχουν όλα τούτα;»

«Το θέμα είναι ότι δεν θα έπρεπε να πας στο Φρούριο του Σμαραγδένιου Βουνού. Το καλύτερο θα ήταν να επέστρεφες στην Απαστράπτουσα, και εγώ, η Άνμα, κι ο Σέλιρ θα πηγαίναμε στο φρούριο. Αυτή είναι η δουλειά μας. Η δική σου είναι άλλη, τώρα.» Και δε χρειάζεται να είμαστε συνέχεια τόσο κοντά, πρόσθεσε νοερά, κι αναστέναξε, σβήνοντας το τσιγάρο της στο τασάκι επάνω στο γόνατό της.

«Η δουλειά μου δεν έχει αλλάξει, Ιωάννα. Εξακολουθώ να είμαι ο Πρίγκιπας της Επανάστασης. Ποτέ άλλοτε δεν μου έλεγες να φύγω–»

«Σου είπα – ήταν διαφορετικές οι συνθήκες.»

«Δεν το νομίζω.» Ο Ανδρόνικος σηκώθηκε από τον καναπέ.

«Δεν το νομίζεις;» έκανε η Ιωάννα, δυναμώνοντας ασυναίσθητα τη φωνή της. «Τι είναι, τότε;»

«Πηγαίνω για ύπνο,» είπε ο Ανδρόνικος, αποφεύγοντας εσκεμμένα να απαντήσει.

Η Ιωάννα σηκώθηκε, απότομα, από την πολυθρόνα ρίχνοντας το τασάκι της στο χαλί. «Και είναι ανάγκη όλοι να είμαστε σ’ένα μέρος, λοιπόν; Θα μπορούσα εγώ να ήμουν στο Δυτικό Πέρασμα. Ίσως εκεί να με είχαν ανάγκη περισσότερο! Ίσως να παρουσιαστεί κίνδυνος. Εδώ, νομίζω ότι οι Απολλώνιοι έχουν όσες δυνάμεις χρειάζονται!»

Υπέροχα… σκέφτηκε, κουρασμένα, ο Ανδρόνικος. Αρχίσαμε τα ίδια πάλι. «Δε σε υποχρέωσα να έρθεις, Ιωάννα,» της αποκρίθηκε. «Απλώς είπα εσύ, η Άνμα, και ο Σέλιρ να έρθετε μαζί μου. Γιατί δεν διαφώνησες αφού δεν ήθελες να έρθεις;»

Η Ιωάννα αισθάνθηκε κάτι να πιέζει τον λαιμό της. «Ήθελα να έρθω. Αλλά δεν ξέρω αν αυτή είναι η… πιο συνετή κίνηση. Όπως και το γεγονός ότι σκοπεύεις να πας ο ίδιος στο Φρούριο του Σμαραγδένιου Βουνού!»

«Θα πάω, όμως,» είπε ο Ανδρόνικος. «Εγώ ξεκίνησα αυτό τον αγώνα, εγώ θα τον τελειώσω. Καληνύχτα, Ιωάννα.»

«Καληνύχτα, Ανδρόνικε,» μουρμούρισε εκείνη, βλέποντάς τον να βγαίνει από την αίθουσα.

Ύστερα έσκυψε, μάζεψε το τασάκι, τις στάχτες, και τα αποτσίγαρα απ’το χαλί και τα απόθεσε πάνω σ’ένα τραπεζάκι. Βγήκε κι εκείνη από την αίθουσα, αλλά από άλλη έξοδο, προς τα δωμάτια όπου φιλοξενούνταν οι επαναστάτες σύντροφοί της.

Και είδε πως στον διάδρομο δεν ήταν μόνη. Η Βατράνια είχε την πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο και τα χέρια σταυρωμένα μπροστά της, γεμίζοντας τη ρόμπα της με βαθιές πτυχώσεις.

Η Ιωάννα συνοφρυώθηκε, σταματώντας να βαδίζει.

«Νομίζεις ότι είναι λάθος που πηγαίνουμε στο Φρούριο του Σμαραγδένιου Βουνού;» ρώτησε η Βατράνια.

Τα μάτια της Ιωάννα γυάλισαν οργισμένα. «Κρυφάκουγες;»

«Όχι επίτηδες,» αποκρίθηκε αμέσως η Βατράνια. «Είχα πάει στο λουτρό.» Έδειξε την πόρτα του λουτρού με τον αντίχειρά της. «Και γυρίζοντας….» Ανασήκωσε τους ώμους.

Τα ξανθά μαλλιά της ήταν βρεγμένα, παρατήρησε η Ιωάννα. Μπορεί και να έλεγε αλήθεια. Ωστόσο, είχε κρυφακούσει! «Δε μπορούσες απλά να πας στο δωμάτιό σου;»

«Συγνώμη,» είπε η Βατράνια (αν και η Ιωάννα δεν πίστευε ότι πραγματικά λυπόταν), «αλλά… δεν ξέρω,» χαμογέλασε· «νόμιζα ότι γινόταν κάτι το σημαντικό, ίσως. Είναι σημαντικό;»

«Τι να είναι σημαντικό; Απλά συζητάγαμε. Τίποτα το σπουδαίο.» Η Ιωάννα την προσπέρασε, πηγαίνοντας προς την πόρτα του δωματίου της.

«Νομίζεις, όμως, πως δεν κάνει καλά ο Πρίγκιπάς μας που πηγαίνει στο Φρούριο του Σμαραγδένιου Βουνού;»

Η Ιωάννα σταμάτησε προτού πιάσει το πόμολο. Αναστέναξε. «Θα ήταν ίσως καλύτερα να βρισκόταν στην Απαστράπτουσα. Είναι Βασιληάς της Απολλώνιας, άρα οφείλει να είναι στην πρωτεύουσα του Βασίλειου του.»

«Σπάνια, όμως, βρίσκεται εκεί, έτσι δεν είναι;» Η Βατράνια ήρθε κοντά της.

Η Ιωάννα στράφηκε πάλι να την κοιτάξει. «Γιατί όλες αυτές οι ερωτήσεις; Ούτε εσύ, κανονικά, θα έπρεπε να είσαι εδώ.»

«Τόσο καιρό ήμουν στην Απολλώνια, Ιωάννα…»

«Ναι, αλλά τώρα είχες αποφασίσει να επιστρέψεις στη Σεργήλη.»

«Και η Σεργήλη μ’έστειλε ξανά εδώ. Και δε μπορώ να πω ότι δεν σας συμπαθώ, τους Απολλώνιους.»

«Δεν είμαι Απολλώνια.»

Η Βατράνια μειδίασε. «Το ξέρω. Ο Οδυσσέας μού έχει πει ότι κατάγεσαι από την Υπερυδάτια. Έτσι δεν είναι;»

Η Ιωάννα ένευσε.

«Και πώς γνώρισες τον Ανδρόνικο; Πήγαινε στην Υπερυδάτια;»

Η Ιωάννα άρχισε να θυμώνει. «Δε σ’το είπε αυτό ο Οδυσσέας;»

«Βασικά, ελάχιστα μού είπε για σένα. Τα άλλα αποκρίθηκε ότι δεν ήταν δουλειά μου.»

«Είχε δίκιο: δεν είναι δουλειά σου. Και ό,τι έχεις ακούσει για εμένα και τον Ανδρόνικο δεν υφίσταται πλέον.»

«Παράξενο, τότε, το γεγονός ότι ήθελες ή αυτός να φύγει ή εσύ.»

«Γιατί είσαι τόσο περίεργη; Δεν είναι τίποτα που σε αφορά! Συζητούσαμε για ένα καθαρά στρατηγικό θέμα! Και, ναι, πιστεύω ότι καλύτερα να μην πήγαινε στο Φρούριο του Σμαραγδένιου Βουνού. Αλλά, άμα θέλει, θα πάει ούτως ή άλλως.» Πάντα έτσι κάνει! Η Ιωάννα άνοιξε την πόρτα και μπήκε στο δωμάτιο της, κλείνοντας απότομα πίσω της.

Δεν είχε τύχει να γνωρίσει τη Βατράνια και πολύ, όσο εκείνη βρισκόταν στην Απολλώνια, και τώρα συμπέραινε ότι δεν είχε χάσει και τίποτα. Ο Οδυσσέας τη συναναστρεφόταν περισσότερο, και η Ιωάννα αναρωτήθηκε πώς την ανεχόταν. Τι ενοχλητική–

Η πόρτα χτύπησε.

Η Ιωάννα στράφηκε. «Ποιος είναι;»

«Εγώ.» Η Βατράνια. «Άνοιξέ μου.»

Η Ιωάννα δεν απάντησε, ούτε κινήθηκε.

«Σε παρακαλώ,» είπε η Βατράνια, «άνοιξέ μου.»

Αν είναι δυνατόν… Η Ιωάννα τής άνοιξε, έτοιμη να τη δείρει αν χρειαζόταν.

«Θέλω να σου ζητήσω συγνώμη,» είπε η Βατράνια, κάπως σφιγμένα. «Μόνο αυτό. Δεν υπάρχει λόγος να είμαστε τσακωμένες – ειδικά σε τέτοιους καιρούς που ζούμε.»

Η Ιωάννα νόμιζε πως, αυτή τη φορά, ήταν ειλικρινής. «Εντάξει,» της είπε, «δεν τρέχει τίποτα. Δε μπορώ να σου κρατήσω κακία επειδή ήσουν λίγο περίεργη.» Χαμογέλασε, αυθόρμητα.

Η Βατράνια τής επέστρεψε το χαμόγελο. «Να έρθω μέσα;» ρώτησε. «Να πιούμε ένα ποτό, να κουβεντιάσουμε για ό,τι θέλεις;»

Η Ιωάννα δεν μπορούσε ν’αποφασίσει αν ήταν υπολογισμένο αυτό – ακόμα μια προσπάθεια της Βατράνιας να ικανοποιήσει την περιέργειά της – ή όχι. «Έλα,» της είπε τελικά, και παραμέρισε απ’το κατώφλι αφήνοντάς τη να μπει.

Δεν αποδείχτηκε τόσο κακή συζητήτρια όσο η Ιωάννα υποψιαζόταν.

6.

Το πρωί, ο Οδυσσέας έστειλε αεροπλάνα προς την Κοιλάδα της Γλαυκής ώστε να κατοπτεύσουν και, επιστρέφοντας, να του αναφέρουν πώς ήταν η κατάσταση εκεί. Εν τω μεταξύ, το Απολλώνιο στράτευμα διέσχιζε το Δυτικό Πέρασμα, με τους ανιχνευτές να προπορεύονται για να ελέγχουν τις περιοχές για τυχόν ενέδρες των Παντοκρατορικών. Ο Οδυσσέας και ο Στρατηγός Εύηχος βρίσκονταν μέσα στο Μεταβλητό Αυτοσυντηρούμενο Όχημα, το οποίο είχε πάρει τη μορφή πελώριου ερπυστριοφόρου και κυλούσε πίσω από το κύριο σώμα του στρατεύματος.

Τα ανιχνευτικά αεροπλάνα επέστρεψαν μετά από δύο ώρες περίπου και, κάνοντας κύκλους πάνω από το Μεταβλητό Αυτοσυντηρούμενο Όχημα, ανέφεραν στον Πρόμαχο και στον Στρατηγό ότι είχαν φτάσει στην αρχή της Κοιλάδας της Γλαυκής και είχαν εντοπίσει κάποιες Παντοκρατορικές δυνάμεις – άρματα μάχης και πεζούς – όχι, όμως, αρκετές σε πλήθος για να μπορούν να αντιμετωπίσουν τους Απολλώνιους που έρχονταν. «Λογικά θα υποχωρήσουν, Πρόμαχε,» είπε ο πιλότος που μιλούσε μέσω πομπού. Αλλά πρόσθεσε ότι Παντοκρατορικά αεροσκάφη είχαν επιτεθεί στα ανιχνευτικά αεροπλάνα, και μια σύντομη αερομαχία είχε διεξαχθεί. «Επειδή, όμως, δε θελήσαμε να πάμε πιο βαθιά μέσα στην Κοιλάδα, δε μας κυνήγησαν. Κι έτσι επιστρέψαμε.»

«Καλά κάνατε,» είπε ο Οδυσσέας. «Γυρίστε στη Νούμβρια τώρα.»

«Μάλιστα, Πρόμαχε.»

Ο Οδυσσέας είδε, μέσα στην οθόνη των μηχανικών ανιχνευτών του Μεταβλητού Αυτοσυντηρούμενου Οχήματος, τα αεροπλάνα να φεύγουν κατευθυνόμενα νοτιοανατολικά.

«Δε φαίνεται να σχεδιάζουν να προβάλουν αντίσταση,» είπε σκεπτικά ο Δομίνικος Εύηχος.

Ο Οδυσσέας ένευσε χωρίς να μιλήσει. Θα περίμενε ν’ακούσει και τις αναφορές των ανιχνευτών ξηράς προτού φτάσει σ’αυτό το συμπέρασμα.

Το μεσημέρι, που το στράτευμα σταμάτησε για να ξεκουραστεί μερικές ώρες, οι ανιχνευτές ξηράς επέστρεψαν, με τις Μαύρες Δράκαινες ανάμεσά τους: και η Αθηνά είπε στον Οδυσσέα ότι δεν είχαν εντοπίσει την παρουσία κανενός εχθρού.

«Η Αριάδνη είχε υφάνει πολλές φορές το Ξόρκι Οπτικής Ενισχύσεως στα κιάλια όλων, για να μπορούμε να παρατηρούμε και την παραμικρή λεπτομέρεια. Τίποτα, όμως, δεν είδαμε. Δεν υπάρχει αντίσταση, Οδυσσέα,» είπε η Αθηνά, καθώς εκείνη και η Νικίτα στέκονταν μπροστά στο μεγάλο ερπυστριοφόρο απ’το οποίο είχαν μόλις βγει ο Πρόμαχος και ο Στρατηγός.

«Και η Αριάδνη είναι εξουθενωμένη ύστερα από τόση δουλειά με τη μαγεία της,» πρόσθεσε η Νικίτα.

Ο Δομίνικος Εύηχος, έχοντας ακούσει αρκετά, απομακρύνθηκε πηγαίνοντας προς τα εκεί όπου στέκονταν μερικοί αξιωματικοί του Απολλώνιου στρατεύματος.

«Ευτυχώς που βρήκε κάποιον για να της τρίβει την πλάτη…» σχολίασε η Αθηνά, μόλις ο Στρατηγός ήταν πιο μακριά από κει όπου μπορούσε να την ακούσει.

«Τι πάει να πει αυτό;» απόρησε ο Οδυσσέας.

Η Νικίτα χαμογελούσε, μοιάζοντας διασκεδασμένη. «Η Αθηνά δε μπορεί ν’αποφασίσει αν τον μισεί ή τον γουστάρει, μου φαίνεται.»

«Μη λες σαχλαμάρες!» μούγκρισε η μαυρόδερμη, πορφυρομάλλα Μαύρη Δράκαινα, λοξοκοιτάζοντάς την.

Ο Οδυσσέας άρχισε να έχει μια υποψία για το τι γινόταν. «Για τον Σθένελο μιλάτε;»

«Ο τύπος είναι απαίσιος,» είπε η Αθηνά.

«Πρόθυμος κι εξυπηρετικός, όμως,» πρόσθεσε η Νικίτα, σοβαρά. Την πείραζε· ήταν φανερό για τον Οδυσσέα.

Η Αθηνά αναποδογύρισε τα μάτια, αρνούμενη να την κοιτάξει, στρέφοντας το βλέμμα αλλού.

«Πηγαίνετε να ξεκουραστείτε,» τους είπε ο Οδυσσέας. «Μιλάτε σα μεθυσμένες.»

Οι Μαύρες Δράκαινες απομακρύνθηκαν, και ο Πρόμαχος κάθισε σε κάτι μεταλλικά σκαλιά του ερπυστριοφόρου και άναψε τσιγάρο. Κάπνιζε παρατηρώντας τις κινήσεις στον πρόχειρο στρατιωτικό καταυλισμό ολόγυρά του. Οι Απολλώνιοι συμπολεμιστές του του έμοιαζαν πιο εύθυμοι από άλλες φορές. Παρά τους τόσους θανάτους και ταλαιπωρίες που είχαν υπομείνει, η νίκη στη Νούμβρια τούς είχε ενθουσιάσει. Τους είχε κάνει αισιόδοξους. Έμοιαζαν σαν πολεμιστές από παραμύθι, πρόθυμοι για την επόμενη μάχη. Ανυπομονώντας γι’αυτήν.

Ο Οδυσσέας δεν μπορούσε παλιότερα να καταλάβει τη νοοτροπία των στρατιωτικών. Δεν ήταν στρατιωτικός· ήταν σωματοφύλακας προτού μπλεχτεί με την Επανάσταση και γίνει Πρόμαχος. Δούλευε για τον Βασιλικό Οίκο της Απολλώνιας· για τον Βασιληά Αρχίμαχο, τον πατέρα του Ανδρόνικου, ο οποίος πλέον ήταν νεκρός. Ο Οδυσσέας, όμως, δεν είχε γίνει επαναστάτης μονάχα λόγω των περιστάσεων, επειδή είχε παρασυρθεί από τον Ανδρόνικο: κι ο ίδιος πίστευε στην Επανάσταση και ήταν εναντίον της Παντοκρατορίας. Έτσι νόμιζε, τουλάχιστον. Αν οι απόψεις του ήταν επηρεασμένες από τον Πρίγκιπα, αυτό, υπέθετε, ήταν αδύνατο να το γνωρίζει απόλυτα. Βέβαια, ο Ανδρόνικος σίγουρα τον είχε επηρεάσει κάπως…

Όπως και νάχε, ο Οδυσσέας δεν ήταν στρατιωτικός· και μόνο επειδή ήταν Πρόμαχος της Επανάστασης βρισκόταν τώρα εδώ, ανάμεσα σε τόσους στρατιωτικούς, και μπορούσε να προστάζει όπως κι ο Στρατηγός Δομίνικος Εύηχος. Παλιότερα, θεωρούσε τους στρατιωτικούς πολύ συντηρητικούς και βαρετούς· πίστευε ότι δεν είχαν την ευελιξία άλλων ανθρώπων. Ωστόσο, με την Επανάσταση, είχε αναγκαστεί να βρεθεί πολλές φορές στο Βόρειο Μέτωπο (και στο Νότιο, κάπου-κάπου) και είχε ανακαλύψει πως αυτό δεν αλήθευε πάντα. Ορισμένοι, μάλιστα, ήταν το ακριβώς αντίθετο. Ο Οδυσσέας νόμιζε πως τους είχε καταλάβει σε μεγάλο βαθμό πλέον.

Είδε τον Στρατηγό Εύηχο να έρχεται προς το μέρος του.

Μερικοί απ’αυτούς, βέβαια, σκέφτηκε ο Οδυσσέας παίρνοντας ακόμα μια τζούρα απ’το τσιγάρο του, δεν είναι και τόσο διαφορετικοί από την αρχική μου άποψη γι’αυτούς…

«Όλα εντάξει, Πρόμαχε;» ρώτησε ο Δομίνικος.

«Ναι.»

Ο Στρατηγός ένευσε, και είπε: «Θα ξεκουραστώ μερικές ώρες.»

«Όπως αγαπάς.»

Ο Δομίνικος ανέβηκε στο ερπυστριοφόρο.

Ο Οδυσσέας έμεινε έξω, τελειώνοντας το τσιγάρο του και παρατηρώντας τον στρατιωτικό καταυλισμό.

Σε κάποια στιγμή, ο Σθένελος’σαρ ήρθε κοντά του, κουτσαίνοντας λιγάκι.

«Πώς πάει το πόδι;» ρώτησε ο Οδυσσέας.

«Καλύτερα.»

«Η Αριάδνη κοιμήθηκε;»

Ο Σθένελος μειδίασε. «Δεν ξέρω από πού παίρνεις τις πληροφορίες σου, Πρόμαχε…»

«Οι Μαύρες Δράκαινες είναι καλές κατάσκοποι.» Ο Οδυσσέας έριξε το τσιγάρο του κάτω και το πάτησε.

«Μάλιστα. Η Αριάδνη, όντως, κοιμήθηκε.»

«Ωραία, γιατί το απόγευμα ξεκινάμε το τελευταίο σκέλος τούτης της πορείας. Όταν έχει βραδιάσει, υπολογίζω να είμαστε στην Κοιλάδα της Γλαυκής.»

7.

Όταν ξημέρωσε πέταξαν για Φρούριο του Σμαραγδένιου Βουνού, η Ιωάννα, ο Ανδρόνικος, η Βατράνια, η Άνμα’ταρ, ο Σέλιρ’χοκ, και ο Βαλέριος. Πιλότος, φυσικά, ήταν ο Προαιρέσιος, και χρησιμοποίησαν το ίδιο αεροπλάνο με το οποίο είχαν έρθει στη Χρυσόπολη. Ο Πρίγκιπας της Επανάστασης, προτού ξεκινήσουν, προειδοποίησε τη Βατράνια ότι τα μέρη όπου θα πήγαιναν ήταν επικίνδυνα – ανοιχτός πόλεμος γινόταν – όμως εκείνη αποκρίθηκε ότι το ήξερε, κι έμοιαζε αποφασισμένη να έρθει, οπότε ο Ανδρόνικος δεν επιχείρησε να τη μεταπείσει.

Το αεροσκάφος τους πέταξε πάνω από το Πέρασμα του Σμαραγδένιου Βουνού, εκπέμποντας σήματα στις Απολλώνιες δυνάμεις ότι επρόκειτο για φίλο και όχι για εχθρό. Κοιτάζοντας κάτω, ο Ανδρόνικος μπορούσε να δει στις πλαγιές του περάσματος μεγάλα πυροβόλα να είναι στημένα, καθώς και ενεργειακά κανόνια, ενώ άρματα μάχης, πεζοί, και καβαλάρηδες ήταν έτοιμοι να κινηθούν ανά πάσα στιγμή. Οι Απολλώνιες δυνάμεις φρουρούσαν ετούτη τη δίοδο των βουνών πάρα πολύ καλά, καθώς ήταν από τις σημαντικότερες της βόρειας μεριάς του Βασιλείου της Απολλώνιας. Η σημαντικότερη, ίσως.

Το αεροπλάνο του Προαιρέσιου έκανε περίπου μία ώρα μέχρι να φτάσει στη βόρεια άκρη του περάσματος, όπου βρισκόταν ένα βουνό καταπράσινο από την κορφή ώς τους πρόποδες. Όλοι ετούτοι οι ορεινοί τόποι, βέβαια, ήταν πράσινοι τώρα, καθότι άνοιξη στην Απολλώνια, αλλά το συγκεκριμένο βουνό φάνταζε πιο πράσινο από οτιδήποτε άλλο εδώ. Τα χρώματα της βλάστησής του έδιναν την εντύπωση πως γυάλιζαν κάτω από τις αχτίνες του δυνατού ήλιου.

Γυάλιζαν σαν μυριάδες σμαράγδια.

Εξ ου και το όνομά του. Το Σμαραγδένιο Βουνό.

Και στους ανατολικούς του πρόποδες ήταν οικοδομημένο ένα εντυπωσιακό οχυρό, από μεγάλες συμπαγείς πέτρες ενισχυμένες με μέταλλα. Κανόνια ξεπρόβαλλαν από πυργίσκους και πολεμίστρες. Κι επάνω στα τείχη του υπήρχαν πολλά άλλα μικρότερα ανοίγματα για να μπορούν να πυροβολούν οι υπερασπιστές του. Σημαίες του Βασιλείου της Απολλώνιας κυμάτιζαν στις οροφές και στις επάλξεις του.

Το Φρούριο του Σμαραγδένιου Βουνού.

Στρατός ήταν καταυλισμένος μπροστά του και από κάτω του. Ο περισσότερες στρατός που είχε, μέχρι στιγμής, δει ο Ανδρόνικος στο ορεινό πέρασμα. Χιλιάδες Απολλώνιοι πολεμιστές, εκατοντάδες άρματα μάχης και αεροσκάφη. Σκηνές και πρόχειρα οικοδομήματα ήταν στημένα παντού, καθώς και οχυρωματικά έργα, προς τα ανατολικά κυρίως, όπου βρισκόταν η Βολιρία και οι δυνάμεις της Παντοκράτειρας.

Το αεροπλάνο του Προαιρέσιου πέταξε πάνω από το Φρούριο του Σμαραγδένιου Βουνού και, μόλις έλαβε άδεια προσεδάφισης, προσγειώθηκε στο μικρό αεροδρόμιο πίσω από τα ψηλά τείχη. Ο Ανδρόνικος και οι άλλοι αποβιβάστηκαν, και δύο Απολλώνιοι αξιωματικοί – ένας άντρας και μια γυναίκα – τούς συνάντησαν, χαιρετώντας στρατιωτικά τον Βασιληά.

«Μας αιφνιδιάσατε, Μεγαλειότατε, αλλά η παρουσία σας, ασφαλώς, αποτελεί ευχάριστη έκπληξη,» είπε ο άντρας, εύγλωττα.

«Με ενημέρωσαν ότι η Δούκισσα Ευδοκία και ο Δούκας Πολυκρίτης βρίσκονται εδώ.»

«Εδώ βρίσκονται, Μεγαλειότατε;»

«Θα μπορούσα να τους συναντήσω;»

«Φυσικά. Ελάτε μαζί μας.»

Οι δύο αξιωματικοί οδήγησαν τον Ανδρόνικο και τους συντρόφους του στα ενδότερα του φρουρίου, όπου μπορούσες σχεδόν να αισθανθείς το πάχος της πέτρας και των μετάλλων που σε περιέκλειαν, προστατεύοντάς σε από κάθε απειλή. Αυτή η προστασία, όμως, δεν ήταν αρκετή για να αποτρέψει τους Παντοκρατορικούς απ’το να κατακτήσουν το οχυρό παλιότερα, σκέφτηκε ο Ανδρόνικος. Όσο πετούσε πάνω από το Φρούριο του Σμαραγδένιου Βουνού, μέσα στο αεροπλάνο του Προαιρέσιου, μπορούσε να δει τη μεριά που είχε επισκευαστεί ύστερα από την επίθεση των δυνάμεων της Παντοκράτειρας. Φαινόταν πολύ καθαρά, σαν πρόσφατη ουλή επάνω στο σώμα του οχυρού.

Συνάντησαν τη Δούκισσα Ευδοκία σε μια λιτή αίθουσα (όπως ήταν όλα τα δωμάτια και οι διάδρομοι στο φρούριο), καθισμένη σ’ένα τραπέζι μαζί με τον σύζυγό της και μερικούς στρατιωτικούς. Μόλις ο Βασιληάς της Απολλώνιας μπήκε, άπαντες σηκώθηκαν κάνοντας υποκλίσεις και χαιρετώντας.

«Μεγαλειότατε,» ρώτησε η Δούκισσα της Χρυσόπολης, «σε τι οφείλουμε ετούτη την επίσκεψη;» Ήταν μια γυναίκα με δέρμα κατάλευκο σαν το χιόνι (όχι και τόσο κοινό στην Απολλώνια), πυρόξανθα μαλλιά, και έντονα πράσινα μάτια. Τα τελευταία έξι χρόνια – από τότε που η πόλη της είχε κατακτηθεί από τους Παντοκρατορικούς και, ύστερα, παρθεί πάλι από τις Απολλώνιες δυνάμεις – την είχαν κουράσει φανερά. Ο Ανδρόνικος μπορούσε να το δει στις αυλακώσεις του προσώπου της, και στο γεγονός ότι λευκές τρίχες είχαν παρουσιαστεί μέσα στα μαλλιά της. Η τωρινή της ενδυμασία ήταν κάτι ανάμεσα σε στρατιωτική και του παλατιού· ούτε ακριβώς το ένα, ούτε ακριβώς το άλλο.

«Επέστρεψα από τη Σάρντλι,» δήλωσε ο Ανδρόνικος, «αφού φρόντισα η διάσταση να στραφεί εξολοκλήρου εναντίον της Παντοκράτειρας.»

«Τα νέα που μας φέρνετε είναι εξαιρετικά, Βασιληά μου,» είπε ο Δούκας Πολυκρίτης, ο σύζυγος της Ευδοκίας, που είχε δέρμα λευκό με απόχρωση του ροζ (πολύ πιο συνηθισμένο στην Απολλώνια απ’ό,τι το δικό της δέρμα) και μαύρα σγουρά μαλλιά, δεμένα κοτσίδα. Ήταν μερικά χρόνια μεγαλύτερος από εκείνη, νόμιζε ο Ανδρόνικος· ωστόσο, ο πόλεμος δεν έμοιαζε να τον έχει σημαδέψει το ίδιο.

«Και σας φέρνω κι άλλα καλά νέα. Έρχομαι από τη Νούμβρια. Η πόλη είναι τώρα δική μας. Οι Παντοκρατορικοί υποχώρησαν από εκεί, αν και όχι χωρίς να χρειαστεί οι πολεμιστές μας να δώσουν σκληρό αγώνα.»

Ο Ανδρόνικος είδε κάποιους στρατιωτικούς να μιλούν αναμεταξύ τους. Η Δούκισσα Ευδοκία είπε: «Καθίστε, Μεγαλειότατε. Και οι σύντροφοί σας, επίσης.»

Ο Ανδρόνικος κάθισε στην καρέκλα που του πρόσφεραν στην κορυφή του τραπεζιού, και οι υπόλοιποι – οι σύντροφοί του και όσοι βρίσκονταν ήδη στο δωμάτιο – πήραν θέσεις ολόγυρά του. «Ήρθα,» είπε στη Δούκισσα, «για να μείνω. Σκοπεύω ν’αγωνιστώ μαζί σας μέχρι να πάρουμε τη Βολιρία.»

«Η παρουσία σας μας τιμά, Βασιληά μου,» αποκρίθηκε η Ευδοκία.

«Και θα ενισχύσει, αναμφίβολα, το ηθικό των πολεμιστών μας,» πρόσθεσε ο Πολυκρίτης.

«Μίλησα με τον γιο σας, τον Καλλίβιο, προτού έρθω,» είπε ο Ανδρόνικος. «Έχει εξελιχτεί σε πολύ ικανό πολιτικό, οφείλω να ομολογήσω.»

«Το ευχόμαστε, Βασιληά μου,» είπε ο Πολυκρίτης.

«Ανησυχούσε για εσάς,» συνέχισε ο Ανδρόνικος. «Πιστεύει ότι οι Παντοκρατορικοί σύντομα θα επιτεθούν στο Φρούριο του Σμαραγδένιου Βουνού, παρότι εδώ και καιρό δεν το έχουν επιχειρήσει.»

«Ο πόλεμός τους είναι, κυρίως, αμυντικός,» αποκρίθηκε η Ευδοκία. «Εμείς είναι που επιτιθέμεθα.»

«Αυτό, βέβαια, δεν αποκλείει το ότι μπορεί να κάνουν σχέδια εναντίον μας,» πρόσθεσε ο Πολυκρίτης. «Ωστόσο δεν έχει υποπέσει κάτι συγκεκριμένο στην αντίληψή μας.»

Ο Ανδρόνικος ένευσε. «Καταλαβαίνω. Θα με ενημερώσετε, λοιπόν, πώς ακριβώς έχει η κατάσταση;»

«Ασφαλώς,» είπε η Ευδοκία, και κοίταξε προς τη μεριά του συζύγου της.

Ο Πολυκρίτης πάτησε μερικά πλήκτρα επάνω σε μια κονσόλα, και ένας προβολέας δημιούργησε την εικόνα ενός χάρτη στον τοίχο. Ήταν οι περιοχές γύρω από τη Βολιρία, μαζί με διάφορες σημειώσεις σχετικά με τις θέσεις των δυνάμεων της Παντοκράτειρας και των Απολλώνιων.

8.

Μέχρι να πέσει η νύχτα, οι ανιχνευτές του Οδυσσέα δεν εντόπισαν καμια ενέδρα στημένη από τους Παντοκρατορικούς στο Δυτικό Πέρασμα. Έτσι, το Απολλώνιο στράτευμα, με τη χρήση μεταγωγικών οχημάτων και αεροσκαφών, έφτασε τελικά στη βορειοδυτική άκρη του περάσματος και κατασκήνωσε στις αρχές της Κοιλάδας της Γλαυκής, κάτω από τους πρόποδες των Δυτικών Βουνών. Αντίκρυ τους απλώνονταν κάμποι μονάχα, καθώς και μερικοί κατάφυτοι λόφοι, γαλανοί στο φως της Γλαυκής, η οποία φαινόταν μεγάλη στον νυχτερινό ουρανό.

Ο Οδυσσέας κοίταξε ψηλά, αναζητώντας την Αθώρητη, το άλλο φεγγάρι της Απολλώνιας, που ήταν γκρίζο και πολύ σκούρο, πολλές φορές σχεδόν αόρατο. Σχετιζόταν με τον σκοτεινό θεό Μαύρο Νάρζουλ, όπως η Γλαυκή σχετιζόταν με τη δύναμη του Απόλλωνα. Ο Οδυσσέας κατόρθωσε, τελικά, να βρει την Αθώρητη. Παρότι δεν ήταν κρυμμένη πίσω από σύννεφα (δεν είχε καθόλου σύννεφα απόψε), με δυσκολία την έβλεπες μέσα στον νυχτερινό ουρανό. Το γαλανό φως της Γλαυκής αμέσως σου τραβούσε το βλέμμα.

«Εκεί πάνω δεν θα βρεις τους Παντοκρατορικούς, Πρόμαχε,» είπε ο Δομίνικος Εύηχος πλησιάζοντας τον Οδυσσέα.

«Δεν έψαχνα γι’αυτούς, Στρατηγέ. Αλλά ούτε και στους κάμπους μπροστά μας φαίνεται να κρύβονται. Οι Μαύρες Δράκαινες έλεγξαν, με τη βοήθεια Ξορκιών Οπτικής Ενισχύσεως μάλιστα.»

«Μην υποτιμάς τον εχθρό μας. Είδες τι συνέβη τις προάλλες στη Νούμβρια: από κάτω μας έσκαψαν για να έρθουν,» είπε ο Δομίνικος, κι απομακρύνθηκε.

Εδώ δε νομίζω ότι θα κάνουν το ίδιο, σκέφτηκε ο Οδυσσέας. Κι αν το επιχειρούσαν, οι ανιχνευτές θα τους εντόπιζαν. Πόσο μακριά θα ξεκινούσαν να σκάβουν; Εδώ πέρα δεν υπήρχε μέρος για να κρυφτούν· ο τόπος ήταν ανοιχτός.

Στη Γλαυκόπολη, όμως, δεν ξέρεις τι μπορεί να γίνει…

9.

Η Ναλτάφιρ περίμενε τέσσερις ημέρες, και ο Άζ’λεφκ ακόμα δεν είχε παρουσιαστεί.

Οι προμήθειες της μάγισσας δεν είχαν τελειώσει· είχε μαζί της τροφές για αρκετές ημέρες, πεπιεσμένες με Μαγγανεία Μοριακής Συμπιέσεως. Χωρούσαν όλες μέσα σ’ένα κρυστάλλινο δοχείο: πολλά μικρά μπαλάκια. Όταν η Ναλτάφιρ ήθελε να φάει, έβγαζε ένα μπαλάκι, έκανε μια Μαγγανεία Μοριακής Αποσυμπιέσεως, και έτρωγε το φαγητό που είχε μεγεθυνθεί. Είχε γίνει, βέβαια, άνω-κάτω, αλλά αυτό δεν την ενοχλούσε και τόσο.

Η Ναλτάφιρ ήταν τώρα καθισμένη μπροστά στη φωτιά της, τυλιγμένη στην κάπα της και έχοντας υφάνει μια Μαγγανεία Νοητικής Συγχύσεως γύρω της, έτσι ώστε να είναι φοβερά δύσκολο να τη δει κάποιος από μακριά, ακόμα κι αν ήταν ανιχνευτής του Απολλώνιου Στρατού. Επίσης, είχε σε διαρκή λειτουργία μια Μαγγανεία Υλικής Διαισθήσεως και μια Μαγγανεία Πνευματικής Διαισθήσεως για καλό και για κακό. Δεν την κούραζαν όλα αυτά. Βαριόταν, ήταν η αλήθεια, και δεν ήξερε πόσο μπορεί να χρειαζόταν να περιμένει μέχρι να παρουσιαστεί ο Άζ’λεφκ.

Αλλά τι θα γινόταν αν ο Άζ’λεφκ ποτέ δεν έδινε σημασία στη νοητική μορφή που η Ναλτάφιρ είχε εξαπλώσει μέσα στον υπερδιαστασιακό στρόβιλο; Δεν μπορεί! Αποκλείεται. Ο Άζ’λεφκ τα ερευνούσε κάτι τέτοια φαινόμενα. Στο τέλος, θα το έβρισκε. Το μοναδικό πρόβλημα ήταν τι θα συνέβαινε στη Ρελκάμνια ώς τότε.

Από την άλλη, βέβαια, η Ναλτάφιρ δεν νόμιζε ότι μπορούσε να κάνει και πολλά από μόνη της για να βοηθήσει την κατάσταση στη Ρελκάμνια. Ενώ ο Άζ’λεφκ, αν όντως ήταν αυτός που ευθυνόταν για τη σχέση της Αγαρίστης με τον Ελκράσ’ναρχ, θα μπορούσε ίσως να λύσει όλο τον γρίφο. Ή, τουλάχιστον, θα μπορούσε να δώσει κάποια βασική, και πολύ χρήσιμη, πληροφορία. Η Ναλτάφιρ ήταν βέβαιη.

Οι γάτες της περιφέρονταν ανήσυχα γύρω από τη φωτιά. Το Σερπετό ήταν κουλουριασμένο και ακίνητο. Δεν έδειχνε να διαφωνεί μ’αυτή την τεμπέλικη ζωή των τελευταίων ημερών.

Η Ναλτάφιρ κοίταξε προς τη μεριά του υπερδιαστασιακού στροβίλου. Μήπως έχανε τον χρόνο της εδώ; Δεν ήταν βιαστικός άνθρωπος, γενικά· όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο χρόνος δεν της ήταν αμελητέος, αφού ο Κύκλος της Αλήθειας είχε βαλθεί να νικήσει τον Ελκράσ’ναρχ.

Θα περίμενε μερικές ημέρες ακόμα και μετά θα έβλεπε. Εξάλλου, μπορεί ο Άζ’λεφκ να είχε εντοπίσει τη σκεπτομορφή μέσα στον στρόβιλο και ήδη να ερχόταν προς την Απολλώνια…

Ρελκάμνια

1.

«Πού σκατά είμαστε;» Ο Σκοτ κοίταζε ολόγυρά του, τον γεωμετρικά τέλειο, μεταλλικό διάδρομο που φωτιζόταν από κάποιο μυστηριώδες φως το οποίο έμοιαζε να προέρχεται από τους ίδιους τους τοίχους χωρίς πουθενά να φαίνεται να υπάρχουν λάμπες.

Κανένας δεν του απάντησε.

«Μάγε, κάνε κάτι,» έσκουξε ο Βισδέλος, «αλλιώς είμαι τελειωμένος· το αισθάνομαι, ο Ανόφθαλμος με καλεί…»

Ο Κλαρκ στράφηκε στο μέρος του τραυματισμένου Κουκουλοφόρου Ιερέα. Άγγιξε μια συσκευή που φορούσε γύρω απ’το αφτί του και μίλησε σε μια παράξενη γλώσσα. Από τον τοίχο, ένα μεταλλικό πλάσμα ξεπρόβαλε σαν να έρρεε από μέσα του: σαν να ήταν υγρό και να γινόταν, ξαφνικά, στέρεο. Είχε τη μορφή πελώριου εντόμου με οκτώ πόδια και μακριά βελονοειδή μουσούδα· και στο μέγεθος ήταν όσο ο μισός Κλαρκ. Αμέσως άρχισε να δουλεύει επάνω στον τοίχο· τα μέλη του κινούνταν με τόσο μεγάλη ταχύτητα που το ανθρώπινο μάτι δεν μπορούσε να τα παρακολουθήσει: έμοιαζαν με θολούρα.

«Γαμώ τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος…» μουρμούρισε ο Σκοτ, κάτω απ’την ανάσα του. «Τι… τι γίνεται εδώ;»

«Σκασμός!» μούγκρισε η Άβα, εξακολουθώντας να τον σημαδεύει με το πιστόλι της.

Ο Σκοτ την αγριοκοίταξε αλλά δεν είπε τίποτα.

Το έντομο δημιούργησε ένα μεταλλικό κάθισμα, κι ύστερα εξαφανίστηκε μέσα στον τοίχο. «Κάθισε,» είπε ο Κλαρκ στον Βισδέλο, ο οποίος πρόθυμα υπάκουσε με τη βοήθεια του Βόντεκ-Ρίε. Ο ευγενής ήταν επίσης τραυματισμένος αλλά όχι τόσο βαριά.

Ο Κλαρκ τράβηξε ένα κοφτερό μαχαίρι από κάπου μέσα στην ενδυμασία του και έσκισε τα ρούχα του Κουκουλοφόρου Ιερέα για ν’αποκαλύψει το τραύμα στα πλευρά του.

«Έχω σφαίρα μέσα μου,» μούγκρισε εκείνος.

Ο Κλαρκ ένευσε. Άγγιξε το μέτωπο του Βισδέλου. «Χαλάρωσε,» είπε. «Έχε μου εμπιστοσύνη. Χαλάρωσε.» Και μουρμούρισε λόγια σε κάποια άγνωστη γλώσσα. Τα μάτια του ιερέα έκλεισαν και φάνηκε να πέφτει σε στιγμιαίο λήθαργο.

Ο Κλαρκ άγγιξε ξανά τη συσκευή στ’αφτί του και μίλησε στο Φαντασκεύασμα. Ακόμα ένα μηχανικό έντομο ξεπρόβαλε από τον τοίχο και, με απίστευτα γρήγορες κινήσεις, επέκτεινε το κάθισμα όπου καθόταν ο Βισδέλος· το έκανε κρεβάτι. Και ο Κλαρκ έβαλε εκεί τον ιερέα να ξαπλώσει ενώ οι άλλοι παρακολουθούσαν σιωπηλοί.

«Ελπιδοφόρε, μπορείς να του βγάλεις τη σφαίρα;» ρώτησε.

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνος· και, χρησιμοποιώντας ένα λιγνό μαχαίρι, έκανε τομή και έβγαλε τη σφαίρα, όσο πιο προσεχτικά μπορούσε, από τα πλευρά του Βισδέλου.

Ο Κλαρκ, τότε, σήκωσε το αριστερό του μανίκι και, με το δικό του μαχαίρι, έσκισε τον ίδιο του τον πήχη μπροστά στα έκπληκτα βλέμματα των άλλων. Χάραξε ένα ολόκληρο τετράγωνο εκεί, το οποίο αιμορραγούσε.

«Τι κάνεις;» έκρωξε ο Λούης, με τα μάτια του γουρλωμένα.

Ο Κλαρκ έχωσε το μαχαίρι σε μια άκρη του τετραγώνου και το σήκωσε. Σήκωσε τη σάρκα του… κι από κάτω παρουσιάστηκε κάτι το μηχανικό!

Μα όλους τους θεούς! σκέφτηκε, ξαφνιασμένος, ο Ελπιδοφόρος. Τι είναι ο Κλαρκ; Μηχανή; Είναι το χέρι του μια μηχανή;

«Τι σκατά είν’ αυτό;» μούγκρισε ο Σκοτ, και κανένας δεν του απάντησε.

Ο Κλαρκ έκρυψε το μαχαίρι του και τράβηξε ένα μηχανικό τμήμα μέσα από τον ανοιγμένο πήχη του. Το κράτησε ανάμεσα στα δάχτυλά του, τον δείκτη και τον αντίχειρα. Ήταν κάτι που έμοιαζε ζωντανό: είχε μικρά πόδια που κουνιόνταν στον αέρα. Ο μάγος άφησε το μικροσκοπικό, μηχανικό πλάσμα να πέσει πάνω στην πληγή του Βισδέλου, κι εκείνο αμέσως χώθηκε εκεί μέσα, βαθιά. Εξαφανίστηκε.

Ο Κλαρκ έκλεισε το ανοιγμένο τετράγωνο στον πήχη του. Έβαλε τη σάρκα πάλι στη θέση της, και η σάρκα φάνηκε πάραυτα ν’αρχίζει να θεραπεύεται. Η πληγή έκλεινε, μην αφήνοντας τίποτα πίσω της παρά αίμα.

«Τι έκανες;» ρώτησε ο Ελπιδοφόρος. «Τι ήταν αυτό;»

«Κάτι για να τον βοηθήσω,» αποκρίθηκε ο Κλαρκ. Και, χρησιμοποιώντας σχισμένα κομμάτια από τα ρούχα του Βισδέλου, επέδεσε το τραύμα του Κουκουλοφόρου Ιερέα. «Σύντομα θα γίνει καλά.»

«Τι πήρες απ’το χέρι σου;» ρώτησε ο Βόντεκ-Ρίε. «Τι έχεις κάτω απ’το δέρμα σου, Μάγε;»

Ο Κλαρκ δεν του απάντησε. Μίλησε πάλι στο Φαντασκεύασμα. Δύο έντομα βγήκαν από τον τοίχο και σήκωσαν τον Βισδέλο με τα μισά τους πόδια τα οποία κοίταζαν προς τα πάνω. Τα υπόλοιπα κοίταζαν προς τα κάτω, και τα έντομα άρχισαν γρήγορα να βαδίζουν μπροστά, προπορευόμενα και μεταφέροντας τον ιερέα μαζί τους.

«Πάμε,» είπε ο Κλαρκ, κι οι άλλοι τον ακολούθησαν.

«Θα το κάνεις αυτό και για μένα, Μάγε;» ρώτησε ο Βόντεκ-Ρίε, κρατώντας τον τραυματισμένο του ώμο.

«Δεν υπάρχει ανάγκη,» αποκρίθηκε ο Κλαρκ.

Στο πέρας του διαδρόμου, οι Τεχνίτες φαινόταν να λειτουργούν πυρετωδώς, επεκτείνοντας το πέρασμα προς τα αριστερά. Οι μορφές τους ήταν θολές από την ταχύτητα.

«Τι είναι αυτό το μέρος;» ρώτησε γι’ακόμα μια φορά ο Σκοτ. «Πού βρισκόμαστε;» Κοίταξε τον Ελπιδοφόρο.

«Μην περιμένεις απαντήσεις από εμένα,» του είπε εκείνος. «Εξακολουθείς να είσαι εχθρός μας, Σκοτ.»

«Και πώς εσύ έγινες εχθρός των Υπερασπιστών; Τι άλλαξε; Ποιοι είναι όλοι αυτοί; Επαναστάτες;»

«Κατά μία έννοια, ναι, είναι επαναστάτες. Αν ρωτάς, όμως, αν υπηρετούν τον Πρίγκιπα Ανδρόνικο, όχι, δεν τον υπηρετούν. Όχι άμεσα.»

«Δεν καταλαβαίνω,» μούγκρισε ο Σκοτ. «Κανονικά θα έπρεπε να σας είχαμε βρει προ πολλού!»

«Κι εγώ το ίδιο θα έλεγα, παλιότερα… που δεν ήξερα πολλά πράγματα.»

Καθώς έστριβαν στην καινούργια στροφή που είχαν δημιουργήσει οι Τεχνίτες, ο Σκοτ ρώτησε τον Ελπιδοφόρο: «Και τι θέλεις τώρα από εμένα και την Ελίζα; Πληροφορίες; Νομίζεις ότι γνωρίζουμε πιο πολλά από σένα;»

«Όχι, δεν το νομίζω αυτό.»

«Τότε, γιατί δεν είμαστε ακόμα νεκροί;»

«Γιατί, κατά πρώτον, σίγουρα ξέρετε διαφορετικά πράγματα από εμένα για το δίκτυο των πρακτόρων της Παντοκράτειρας και των Υπερασπιστών. Και, κατά δεύτερον, θέλω να μιλήσουμε.»

«Τι έχουμε να πούμε;»

«Πολλά. Αλλά τώρα, όσο ταξιδεύουμε, δεν είναι η ώρα γι’αυτά.»

«Ταξιδεύουμε; Τι…» Ο Σκοτ κοίταζε πάλι τους Τεχνίτες να δουλεύουν με την απίστευτα γρήγορη ταχύτητά τους. «Τι είναι εδώ;»

«Ένα μεταφορικό μέσο. Μόνο αυτό χρειάζεται να ξέρεις, για την ώρα,» αποκρίθηκε ο Ελπιδοφόρος.

2.

Βγήκαν, τελικά, στο διαμέρισμα του Κλαρκ, και ο Ελπιδοφόρος κι η Άβα σήκωσαν τον Βισδέλο στα χέρια για να τον αποθέσουν σ’έναν καναπέ· διότι οι Τεχνίτες δεν μπορούσαν να βγουν από το Φαντασκεύασμα. Σαν τους Πειθαρχικούς του Κενού είχαν κι αυτοί τη δυνατότητα να υπάρχουν μονάχα στη διάστασή τους.

«Δεν καταλαβαίνω πώς ήρθαμε εδώ…» είπε ο Σκοτ κοιτάζοντας γύρω του. «Κατά πρώτον, είμαστε… ψηλά.» Από τη τζαμαρία στον τοίχο μπορούσε να δει την πόλη από κάτω.

«Πες ότι κόψαμε δρόμο,» του εξήγησε ο Ελπιδοφόρος.

Ο Κλαρκ είπε στον Βόντεκ-Ρίε να καθίσει για να περιποιηθεί τον ώμο του. Ο ευγενής υπάκουσε, και ο μάγος τού έβγαλε τη σφαίρα χωρίς να ζητήσει τη βοήθεια του Ελπιδοφόρου αυτή τη φορά. Προφανώς, δεν νόμιζε ότι χρειαζόταν κάποιον πιο ειδικό στους τραυματισμούς από τον ίδιο, γιατί το τραύμα δεν ήταν και σε τόσο επικίνδυνο σημείο όπως στον ιερέα.

Ο Βόντεκ-Ρίε γρύλιζε, όμως. «Πονάει, Μάγε!»

«Θέλεις να σε υπνώσω;»

«Δε χρειάζεται.»

Ο Κλαρκ ένευσε, σα να περίμενε αυτή την απάντηση. Ύστερα, έφερε αντισηπτικό και μια αλοιφή και τα έβαλε πάνω στο τραύμα του Βόντεκ-Ρίε, προτού το δέσει με καθαρό επίδεσμο.

Το βλέμμα του, μετά, πήγε στην Άβα που ήταν κι εκείνη τραυματισμένη στον ώμο αλλά, καταφανώς, ελαφριά.

«Δεν έχω σφαίρα μέσα μου,» του είπε κουνώντας το κεφάλι της. «Ξυστά πέρασε. Μπορώ να περιποιηθώ τον εαυτό μου.»

Ο Κλαρκ ένευσε και, παίρνοντας τα θεραπευτικά του εργαλεία μαζί του, πήγε κοντά στον Βισδέλο, για να λύσει τον πρόχειρο επίδεσμο που είχε φτιάξει από τα ρούχα του ιερέα – ο οποίος ήταν ακόμα σε βαθύ λήθαργο. Ο Ελπιδοφόρος είδε ότι το τραύμα είχε ήδη αρχίσει να κλείνει· το μηχανικό πλασματάκι που είχε ρίξει ο Κλαρκ μέσα στον Βισδέλο πρέπει να το είχε κάνει αυτό…

Ο μάγος έβαλε αντισηπτικό και μια αλοιφή στην πληγή του Βισδέλου, και την έδεσε ξανά, με κανονικό επίδεσμο.

«Αυτό που έριξες μέσα του,» ρώτησε ο Ελπιδοφόρος, «μπορείς να το βγάλεις μετά;»

«Μόνο αν ανιχνεύσω τη θέση του και κάνω εγχείρηση, Ελπιδοφόρε,» αποκρίθηκε ο Κλαρκ καθώς σηκωνόταν από το πλάι του κοιμισμένου Βισδέλου. «Αλλά δεν υπάρχει λόγος. Θα πεθάνει αργά ή γρήγορα και θ’αφομοιωθεί από το σώμα του φίλου μας.»

«Είναι ακίνδυνο;»

«Τελείως φιλικό προς τον ανθρώπινο οργανισμό.»

«Κάθε φορά με εκπλήσσεις, Κλαρκ,» είπε ο Ελπιδοφόρος. Κι ύστερα έστρεψε το βλέμμα του στον Σκοτ και την Ελίζα, οι οποίοι στέκονταν κοντά στη τζαμαρία του καθιστικού σαν να σκέφτονταν να σπάσουν το κρύσταλλο και να πηδήσουν έξω – πράγμα που, σίγουρα, θα σήμαινε τον θάνατό τους, από τέτοιο ύψος.

«Μην κάνετε καμια ανοησία,» τους είπε ο Ελπιδοφόρος. «Δε θέλουμε το κακό σας, αν μπορούμε να το αποφύγουμε.»

Ο Κλαρκ είπε στον Βόντεκ-Ρίε, τον Λούη, και την Άβα: «Θα σας μεταφέρω στα σπίτια σας.»

«Μέσα σ’αυτό το… Φαντ–;» έκανε να ρωτήσει η Άβα.

«Ναι,» τη διέκοψε ο Κλαρκ. «Αλλά μια στιγμή, πρώτα.» Έφυγε απ’το καθιστικό και σε λίγο επέστρεψε με μια τσάντα. Την άνοιξε πάνω στο τραπέζι, αφήνοντας χρήματα να πέσουν. Εκατοντάδες χαρτονομίσματα. Εκατοστάδια. «Πάρτε,» τους προέτρεψε. «Και όπως είπαμε, έτσι; Να τα ξοδέψετε.»

Ο Βόντεκ-Ρίε, ο Λούης, και η Άβα μάζεψαν όσα χρήματα μπορούσαν, χώνοντάς τα μέσα στα ρούχα τους. Ο Σκοτ και η Ελίζα τούς παρακολουθούσαν με απορημένες εκφράσεις και στενεμένα μάτια. Ο Ελπιδοφόρος, βλέποντάς τους έτσι, ήθελε να γελάσει αλλά συγκρατήθηκε. Οι Πειθαρχικοί του Κενού αιωρούνταν παραδίπλα, σιωπηλοί και ακίνητοι. Το τραύμα της Άι’νιρ, που έμοιαζε με κάψιμο πάνω σε γυαλί, φαινόταν μια να εμφανίζεται μια να εξαφανίζεται μέσα από τις πτυχώσεις του λευκού, φωτεινού μανδύα της.

Ο Βόντεκ-Ρίε, ο Λούης, και η Άβα, αφού μάζεψαν τα χαρτονομίσματα, ακολούθησαν τον Κλαρκ μέσα στο Φαντασκεύασμα. Και, προτού κλείσει την πόρτα, ο μάγος είπε στον Ελπιδοφόρο: «Να τους προσέχεις.»

Ο Ελπιδοφόρος ένευσε, και ο Κλαρκ έφυγε.

«Να μας προσέχεις;» είπε ο Σκοτ. «Τι να προσέξεις από εμάς, όταν έχεις αυτούς να μας φυλάνε;» Έδειξε τους Πειθαρχικούς με το σαγόνι του.

«Ο Κλαρκ είναι πάντοτε επιφυλακτικός,» αποκρίθηκε ο Ελπιδοφόρος ανασηκώνοντας τους ώμους. Και πλησίασε την κάβα. «Θέλετε κάτι να πιείτε;»

«Δηλητήριο;»

«Γιατί να σας δηλητηριάσω όταν μπορώ απλά να σας σκοτώσω;»

«Δε σκοτώνουν όλα τα δηλητήρια,» είπε ο Σκοτ.

Ο Ελπιδοφόρος γέμισε ένα ποτήρι με Κρύο Ουρανό για τον εαυτό του. «Μπορεί να ήθελα, λοιπόν, να σας ναρκώσω για να πάρω πληροφορίες από εσάς;» Ήπιε. «Δεν έχετε και τόσο σημαντικές πληροφορίες να μου δώσετε, Σκοτ. Ο ίδιος το είπες.» Γέμισε ακόμα δύο ποτήρια και τ’άφησε πάνω στην ξύλινη κάβα.

Η Ελίζα κοίταξε τον Σκοτ ερωτηματικά, επειδή της είχε κάποτε πει ότι γνώριζε παλιότερα τον Ελπιδοφόρο. Ο Σκοτ μόρφασε και, πλησιάζοντας τα ποτήρια, πήρε το ένα. Ήπιε. Η Ελίζα τον μιμήθηκε.

«Το φανταζόμουν ότι θα σε συναντούσα στο Σύμφυρμα,» του είπε ο Ελπιδοφόρος. «Ο Ελκράσ’ναρχ, λογικά, εκεί θα σε είχε να φυλάς.»

«Ο ποιος;»

«Αυτό είναι το πραγματικό όνομα των Υπερασπιστών της Παντοκράτειρας. Ελάχιστοι το ξέρουν.»

Ο Σκοτ συνοφρυώθηκε. Ήπιε Κρύο Ουρανό. «Αν με ήθελες, μπορούσες νάρθεις στο σπίτι μου.»

«Το οποίο θα βρίσκεται υπό παρακολούθηση, σίγουρα.»

Ο Σκοτ ένευσε, σαν για να επιβεβαιώσει τα λόγια του. Ύστερα ρώτησε: «Και τι έχουμε να πούμε οι δυο μας, Ελπιδοφόρε;»

«Οι τρεις μας.» Ο Ελπιδοφόρος κοίταξε την Ελίζα.

Εκείνη βλεφάρισε πίσω απ’τα παραλληλόγραμμα γυαλιά της, σαστισμένη από όλα τούτα. «Οι Υπερασπιστές θα μας σκοτώσουν, αν μάθουν τι συνέβη,» είπε.

«Πολύ πιθανό,» αποκρίθηκε ο Ελπιδοφόρος. «Ή θα σας κάνουν τίποτα ακόμα χειρότερο. Όπως αυτό που είχαν κάνει σε μένα.» Και τότε μόνο πέρασε από το μυαλό του: Αλήθεια, πώς δεν μπορούσαν ξανά να με ελέγχουν; Οι Υπερασπιστές είχαν έρθει στην Κεντρική Αγορά του Συμφύρματος. Είχαν, ουσιαστικά, μπει μέσα στη διάσταση που δημιουργούσε το φυλαχτό του Κλαρκ γύρω απ’τον Ελπιδοφόρο. Επομένως, θα έπρεπε να μπορούν να έρθουν σε επαφή μαζί του· δεν βρίσκονταν πλέον σε διαφορετικές διαστάσεις, αυτός κι εκείνοι.

Τους συλλογισμούς του διέκοψε η Ελίζα: «Τι σου είχαν κάνει;»

«Αυτό θα το πούμε άλλη φορά. Για την ώρα, θα σας εξηγήσω μερικά πράγματα για τον Ελκράσ’ναρχ και την Παντοκράτειρα.»

3.

Όταν ο Κλαρκ επέστρεψε, είχαν περάσει τεσσερισήμισι ώρες. Ήταν απόγευμα, και το φως ακόμα δυνατό στη Ρελκάμνια καθότι καλοκαίρι. Ο ήλιος έκανε ανταύγειες καθώς έμπαινε στο καθιστικό του διαμερίσματος. Ο Ελπιδοφόρος, ο Σκοτ, και η Ελίζα είχαν φάει (ο πρώτος είχε φέρει φαγητό από την κουζίνα, όταν πείνασαν) και τώρα κάθονταν στα αναπαυτικά καθίσματα καπνίζοντας και πίνοντας. Στον ώμο του Σκοτ, που ήταν λιγάκι καμένος από τις ρομφαίες των Πειθαρχικών του Κενού, είχαν βάλει μια θεραπευτική αλοιφή.

Ο Κλαρκ μπήκε στο καθιστικό ξαφνιάζοντάς τους. Έμοιαζε κουρασμένος, καθώς έβγαλε την καπαρντίνα του και κάθισε σε μια πολυθρόνα.

«Γιατί άργησες τόσο;» τον ρώτησε ο Ελπιδοφόρος.

«Δεν άργησα. Ακόμα και το Φαντασκεύασμα χρειάζεται κάποιο χρόνο για να κάνει όλο αυτό τον κύκλο.»

Σωστά… σκέφτηκε ο Ελπιδοφόρος. Ο Κλαρκ έπρεπε να αφήσει τον Λούη στην Α’ Κατωρίγια Συνοικία· μετά, τον Βόντεκ-Ρίε στην Κρανοφόρο· μετά, την Άβα στο Κοινόβιο· και μετά, έπρεπε να επιστρέψει στην Α’ Κατωρίγια, όπου ήταν το διαμέρισμά του. Ένας μικρός κύκλος της Ρελκάμνια.

«Τους μίλησα για τον Ελκράσ’ναρχ,» είπε ο Ελπιδοφόρος.

Ο Κλαρκ κοίταξε τον Σκοτ και την Ελίζα, οι οποίοι έμειναν σιωπηλοί.

«Και για την πλοηγό,» πρόσθεσε ο Ελπιδοφόρος.

«Αυτά που μας είπες εξηγούν πολλά,» είπε ο Σκοτ. «Αλλά μας έχεις μπλέξει άσκοπα. Τι διαφορά έχει για εμάς αν ο Ελκράσ’ναρχ διοικεί τη Ρελκάμνια ή κάποιος άλλος;»

«Δεν ξέρω πώς μπήκες στο δίκτυό του, Σκοτ, αλλά είμαι βέβαιος πως η διαδικασία δεν θα ήταν ευχάριστη…»

«Σχετικό είναι αυτό. Δεν ξέρω τι θα έκανα αν ζούσα αλλιώς.»

«Τόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε;»

«Ήμουν νεαρός,» είπε ο Σκοτ.

«Εσύ;» Ο Ελπιδοφόρος κοίταξε την Ελίζα.

«Δεν ήμουν και τόσο μικρή,» παραδέχτηκε εκείνη. «Και, όχι, η διαδικασία δεν ήταν ευχάριστη.»

«Τι λόγο έχετε, λοιπόν, να υπηρετείτε τον Ελκράσ’ναρχ;»

«Οι επιλογές μας,» είπε η Ελίζα, «ήταν… λίγες. Καμία, βασικά.»

«Βλέπεις; Τώρα, όμως, μπορείτε να κάνετε κάτι διαφορετικό. Τώρα μπορείτε να τον πολεμήσετε

Ο Σκοτ ρουθούνισε. «Θεωρίες για παλαβούς… Νομίζεις πραγματικά ότι θα καταφέρετε να ανατρέψετε τα πάντα; Εσύ και…» Κοίταξε τους Πειθαρχικούς, τον Κλαρκ. «Εσύ κι αυτοί, ό,τι κι αν είναι;»

«Δεν είμαστε μόνοι μας,» του είπε ο Κλαρκ. «Παντού στο Γνωστό Σύμπαν, η Επανάσταση χτυπά την Παντοκρατορία. Επιπλέον, θεωρείς πως οι δυνάμεις μας είναι μικρές;»

«Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν έχω ξαναδεί τίποτα σαν εσένα κι αυτά τα φαντάσματα. Ούτε τίποτα σαν το… μεταφορικό μέσο που ο Ελπιδοφόρος μού είπε ότι ονομάζεις Φαντασκεύασμα. Όμως,» τόνισε, «δεν είχα τελειώσει.»

«Τελείωσε λοιπόν,» τον προέτρεψε ο Κλαρκ, κοιτάζοντάς τον παρατηρητικά, με σχεδόν επιστημονική περιέργεια.

«Ούτε τώρα έχουμε, ουσιαστικά, επιλογή,» είπε ο Σκοτ. «Αυτό ήθελα να πω. Δε μπορούμε να επιστρέψουμε στον Ελκράσ’ναρχ. Θα είναι πολύ ριψοκίνδυνο για εμάς. Επιπλέον, κατά πάσα πιθανότητα δεν θα μας αφήσετε να επιστρέψουμε.»

«Σ’αυτό έχεις δίκιο,» του είπε ο Κλαρκ. «Στο πρώτο από τα δύο. Ο Ελκράσ’ναρχ θα σας σκοτώσει αν μάθει ότι μιλήσατε μαζί μας. Επομένως, καλό θα ήταν να μην το μάθει.»

Ο Σκοτ συνοφρυώθηκε, παραξενεμένος. Τι θέλει να μας πει τώρα; αναρωτήθηκε. Θέλει να μας πει να επιστρέψουμε στους Υπερασπιστές;

«Αν δεν το μάθει,» εξήγησε ο Ελπιδοφόρος, «θα μπορείτε να κινηθείτε ελεύθερα μέσα στο δίκτυό του. Βοηθώντας μας.»

«Θέλετε να γίνουμε κατάσκοποί σας;» έκανε η Ελίζα.

«Ναι,» είπε ο Ελπιδοφόρος. «Χρειαζόμαστε ανθρώπους που να βρίσκονται μέσα στο δίκτυο του Ελκράσ’ναρχ–»

«Δεν ξέρεις τι λες!» τον διέκοψε ο Σκοτ. «Ήδη θα το έχουν καταλάβει ότι μας αιχμαλωτίσατε!»

«Αποκλείεται. Απλά θα σας έχουν χάσει–»

«Κι αυτό σε τι συμπέρασμα θα τους οδηγήσει;»

«Υπάρχουν τηλεοπτικοί πομποί στη Γενική Αγορά του Συμφύρματος,» τόνισε η Ελίζα.

«Δεν σας είδαν, όμως, να φεύγετε μαζί μας,» τη διαβεβαίωσε ο Κλαρκ.

Η Ελίζα τον ατένισε συνοφρυωμένη.

«Βεβαιώθηκα γι’αυτό.»

Η Ελίζα δεν ρώτησε πώς. Είχε καταλάβει ότι οι μαγικές δυνάμεις αυτού του ανθρώπου υπερέβαιναν τις ικανότητες κάθε άλλου μάγου που είχε γνωρίσει στη ζωή της. Πιθανώς, κάθε άλλου μάγου που υπήρχε στη Ρελκάμνια. Πώς ήταν δυνατόν αυτός ο Κλαρκ να μη δουλεύει για τους Υπερασπιστές; Δε γνώριζαν για την ύπαρξή του; Της έμοιαζε πολύ παράξενο.

«Ακόμα κι έτσι,» είπε ο Σκοτ. «Ακόμα κι αν κανένας δεν μας είδε να φεύγουμε μαζί σας. Πού θα ισχυριστούμε ότι ήμασταν τόσες ώρες;»

«Κρυμμένοι,» αποκρίθηκε ο Κλαρκ. «Φοβηθήκατε από τη μάχη με τους… δαίμονες του Ελπιδοφόρου.»

«Θα μας υποψιαστούν,» είπε η Ελίζα.

«Μπορεί να είστε και τραυματισμένοι, επίσης,» πρόσθεσε ο Κλαρκ.

«Τραυματισμένοι;» είπε ο Σκοτ. «Δεν είμαστε τραυματισμένοι.»

«Μπορούμε να το φροντίσουμε αυτό.»

«Προτείνεις να καθίσουμε να μας πυροβολήσεις!;»

«Δε θα χρειαστεί να σας πυροβολήσω,» διευκρίνισε ο Κλαρκ. «Έχω τρόπους να προκαλέσω τραύματα πολύ πιο… ανώδυνα. Και χωρίς κανέναν κίνδυνο για τη ζωή σας.»

Ο Σκοτ και η Ελίζα έμειναν αμίλητοι για λίγο. Μετά, ο πρώτος είπε: «Ας πούμε ότι συμφωνούμε. Γιατί μετά να μη σε προδώσουμε στον Ελκράσ’ναρχ;»

Ο Κλαρκ μόρφασε αδιάφορα. «Μπορείτε να του πείτε την αλήθεια, αν θέλετε. Τι νομίζετε ότι θα γίνει μ’αυτό;»

Ο Σκοτ συνοφρυώθηκε. Τίποτα, κατέληξε ύστερα από σύντομη σκέψη. Τίποτα απολύτως. Δεν είχαν κανένα στοιχείο που μπορούσε να τους οδηγήσει στο διαμέρισμα του Κλαρκ. Ούτε είχαν καταλάβει πώς μπορούσαν να παγιδέψουν αυτόν ή τον Ελπιδοφόρο. Αν μη τι άλλο, ο Σκοτ αισθανόταν πιο μπερδεμένος από πριν. Και τώρα ήξερε και κάτι που ήταν επικίνδυνο. Ήξερε την αλήθεια για τον Ελκράσ’ναρχ και την Παντοκράτειρα. Αν το έλεγε αυτό στους Υπερασπιστές, ποια θα ήταν η αντίδρασή τους; Θα μας καθαρίσουν, μάλλον.

Η Ελίζα, που έκανε παρόμοιες σκέψεις, είπε στον Κλαρκ: «Δεν έχουμε τρόπο να σας βλάψουμε. Και οι Υπερασπιστές, κατά πάσα πιθανότητα, θα μας σκοτώσουν διότι θα υφίσταται ο κίνδυνος να έχουμε προσηλυτιστεί από εσάς.»

«Ακριβώς,» αποκρίθηκε ο Κλαρκ. «Το καλύτερο που μπορείτε να κάνετε, λοιπόν, είναι να προσηλυτιστείτε όντως από εμάς και να πολεμήσετε στο πλευρό μας.»

Ο Σκοτ μειδίασε, βλέποντας την ειρωνεία της κατάστασης. «Την έχουμε γαμήσει ούτως ή άλλως.»

«Ο Ελκράσ’ναρχ δεν έχει κάνει τίποτα το καλό για εσάς,» τους είπε ο Ελπιδοφόρος. «Απλά σας χρησιμοποιεί – εδώ και χρόνια.»

«Αν είναι, πάντως, να παρουσιαστούμε ξανά,» είπε η Ελίζα, «καλύτερα να το κάνουμε γρήγορα. Όσο αργούμε, τόσο το πράγμα χειροτερεύει.»

4.

Το Φαντασκεύασμα τούς μετέφερε στο Σύμφυρμα. Ο Κλαρκ άνοιξε την πόρτα που είχαν δημιουργήσει οι Τεχνίτες και κοίταξε έξω, μέσα απ’το σκοτάδι ενός σοκακιού. Είχε νυχτώσει πλέον. «Δε βλέπω κανέναν,» είπε. Και στράφηκε ξανά στους άλλους, μέσα στον γεωμετρικά τέλειο διάδρομο του Φαντασκευάσματος.

Ο Ελπιδοφόρος, παρατηρώντας την Ελίζα και τον Σκοτ, νόμιζε πως κι οι δυο τους ήταν αγχωμένοι. Οι όψεις τους έμοιαζαν… πιεσμένες· τα βλέμματά τους αβέβαια. Ήταν χρόνια πράκτορες που παρακολουθούν άλλους πράκτορες, αλλά τώρα φοβούνται σαν ετούτη νάναι η πρώτη φορά που μπλέκονται σε δίκτυο.

Ξέρουν καλά τους Υπερασπιστές και τις μεθόδους τους.

«Βγάλτε τα ρούχα που πρέπει να βγάλετε,» τους είπε ο Κλαρκ.

Ο Σκοτ γυμνώθηκε από τη μέση κι επάνω, αποκαλύπτοντας ένα γαλανόδερμο γεροδεμένο σώμα με φαρδείς ώμους. Ο Κλαρκ ένευσε και πήρε μια συσκευή από τον σάκο του η οποία είχε μακριά, μυτερή μουσούδα στη μία άκρη και στην άλλη μια μεγάλη μπαταρία. Ανάμεσά τους ήταν κάτι πλήκτρα και μια μικρή οθόνη.

«Έτοιμος;» ρώτησε ο μάγος.

«Ελπίζω να μη με σκοτώσεις,» μούγκρισε ο Σκοτ.

Ο Κλαρκ έκανε ένα ξόρκι αγγίζοντας τα δεξιά πλευρά του γαλανόδερμου εκτελεστή. Στένεψε ελαφρώς τα μάτια καθώς κάποια πληροφορία ερχόταν στο μυαλό του, κι έπειτα πάτησε μερικά πλήκτρα πάνω στη συσκευή.

«Τι σκατά είν’ αυτό το πράμα;» ρώτησε ο Σκοτ.

Ο Κλαρκ τού είπε: «Ακίνητος»· και τον κάρφωσε στα πλευρά με τη μυτερή μουσούδα της συσκευής, σαν να επρόκειτο για βελόνα.

Ο Σκοτ μόρφασε, αλλά δε φάνηκε να πονά. Μετά, όμως, ο Κλαρκ πάτησε ένα κουμπί και η συσκευή μπήκε σε εντατική λειτουργία: ένα δυνατό φωτάκι άναψε επάνω της, κι άρχισε ολόκληρη να πάλλεται μέσα στα χέρια του μάγου. Τότε, ο Σκοτ έτριξε τα δόντια, και γρύλισε.

«Κρατήστε τον!» πρόσταξε ο Κλαρκ· και η Ελίζα κι ο Ελπιδοφόρος έπιασαν τον Σκοτ από τα μπράτσα, δεξιά κι αριστερά.

«Γαμώ…» μούγκρισε εκείνος, «τα μυαλά… του Σκοτοδαίμονος!…» Η όψη του είχε παραμορφωθεί καθώς αισθανόταν κάτι να ανακατεύει τις σάρκες του. Αίμα κυλούσε από τα πλευρά του. «Σταμάτα!» φώναξε.

«Μην κουνηθείς!» τον προειδοποίησε ο Κλαρκ, σταθερά.

Μετά από λίγο, η συσκευή έπαψε να πάλλεται, και ο μάγος τράβηξε το κεντρί της έξω από τον Σκοτ, ο οποίος άγγιξε, με το ένα χέρι, τον τοίχο του Φαντασκευάσματος ενώ το άλλο του χέρι ήταν στα πλευρά του που αιμορραγούσαν.

«Η πληγή μοιάζει να έγινε από σφαίρα,» τον πληροφόρησε ο Κλαρκ. «Με τη διαφορά ότι δεν κινδύνεψες.»

«Φάε σκατά…» γρύλισε ο Σκοτ, βαριανασαίνοντας. «Δεν ήταν και τόσο αθώο…»

Ο Κλαρκ στράφηκε στην Ελίζα.

Εκείνη ξεροκατάπιε. Το λευκό-ροζ δέρμα στο πρόσωπό της είχε ασπρίσει. «Εντάξει, κάντο,» είπε. Ακούμπησε την πλάτη της σ’ένα απ’τα λεία τοιχώματα του Φαντασκευάσματος και σήκωσε τη φούστα της ώς τον μηρό.

Ο Κλαρκ, αφού σκούπισε το κεντρί του εργαλείου του από το αίμα του Σκοτ και το πέρασε με αντισηπτικό, άρθρωσε ένα ξόρκι αγγίζοντας τον δεξή μηρό της Ελίζας, περίπου δέκα εκατοστά πάνω από το γόνατο.

«Γιατί το κάνεις αυτό;» ρώτησε εκείνη.

«Για να δω πώς είναι ο οργανισμός σου.» Ο Κλαρκ ρύθμιζε κάποια πράγματα στη συσκευή του, πατώντας πλήκτρα. «Δεν πρέπει να γίνουν λάθη.»

«Βιοσκοπικό ξόρκι;»

«Θα μπορούσες να το πεις κι έτσι.»

«Σε είχα περάσει για Τεχνομαθή…»

«Δεν ανήκω σε κανένα τάγμα πλέον.» Ο Κλαρκ την κάρφωσε στον μηρό με τη μυτερή μουσούδα της συσκευής του. Πάτησε ένα πλήκτρο, και ο μηχανισμός άρχισε πάλι να πάλλεται.

Η Ελίζα αισθάνθηκε σαν κάτι να είχε χωθεί μέσα στο πόδι της και να στροβιλιζόταν. Κάποιο σκουλήκι, κάποιου είδους παράσιτο. Μόρφασε από τον πόνο. Δάγκωσε το χείλος της, κάνοντάς το να αιμορραγήσει. Και συγχρόνως, είδε αίμα να τρέχει επάνω στον μηρό της καθώς το εργαλείο του μάγου δούλευε μέσα της. Η Ελίζα πήρε μια βαθιά ανάσα, κλείνοντας τα μάτια, προσπαθώντας να μην ουρλιάξει.

Ευτυχώς, όπως και με τον Σκοτ, η διαδικασία δεν κράτησε πολύ. Ο Κλαρκ απέσυρε το κεντρί της συσκευής του από τη σάρκα της. Και η Ελίζα διαπίστωσε ότι είχε ιδρώσει από πάνω ώς κάτω και αγκομαχούσε, σαν ο οργανισμός της να είχε περάσει από πυρετό. Επίσης, ολόκληρος ποταμός από αίμα έτρεχε στον μηρό της.

Έβγαλε ένα μαντήλι από τα ρούχα της και το πίεσε πάνω στο τραύμα.

«Μοιάζει κι αυτό να έγινε από σφαίρα,» της είπε ο Κλαρκ. «Πηγαίνετε τώρα. Φύγετε. Κρυφτείτε και περιποιηθείτε τις πληγές, κι ύστερα μπείτε πάλι στο δίκτυο του Ελκράσ’ναρχ.»

Ο Σκοτ είχε ήδη φορέσει τα ρούχα του, αφού είχε κάνει μια τρύπα εκεί όπου λογικά θα τον είχε χτυπήσει η σφαίρα. «Μας υποχρέωσες…»

«Και για να επικοινωνήσουμε, όπως είπαμε, εντάξει;» τους ρώτησε ο Ελπιδοφόρος.

Ο Σκοτ κατένευσε. «Ναι.»

Ο Κλαρκ μισάνοιξε την πόρτα του Φαντασκευάσματος και κοίταξε έξω. Έπειτα, την άνοιξε ολόκληρη. «Πηγαίνετε!»

Ο Σκοτ και η Ελίζα βγήκαν στο Σύμφυρμα, υποβαστάζοντας ο ένας τον άλλο.

Ο Κλαρκ έκλεισε, και εκείνος κι ο Ελπιδοφόρος άρχισαν να φεύγουν μέσα στο Φαντασκεύασμα, ακολουθούμενοι από τους δύο Πειθαρχικούς του Κενού.

«Τους εμπιστεύεσαι;» ρώτησε ο μάγος.

«Όχι. Αλλά η αλήθεια είναι ότι τους μπλέξαμε τόσο που δεν θα τολμήσουν να μας προδώσουν.»

«Το ίδιο νομίζω κι εγώ.»

«Να σου κάνω μια ερώτηση, Κλαρκ;»

«Ακούω.»

«Όταν ο Ελκράσ’ναρχ ήρθε στην Κεντρική Αγορά του Συμφύρματος, μπήκε μέσα στην εμβέλεια του φυλαχτού που μου έχεις δώσει· σωστά;»

«Αφού πολέμησε με τον Άερ’θλαρ και την Άι’νιρ, είναι προφανές πως αυτό συνέβη, Ελπιδοφόρε.»

«Επομένως, ο Ελκράσ’ναρχ ήταν τότε στην ίδια διάσταση με εμένα, ή κάνω λάθος;»

«Απορείς γιατί δεν άρχισε να σε ελέγχει όπως παλιά. Να ελέγχει το σώμα σου.»

«Ναι.»

«Δεν είχε χρόνο, προφανώς. Η αναμέτρησή του με τους Πειθαρχικούς του Κενού απαιτούσε όλες του τις δυνάμεις και όλη του την προσοχή.» Κοίταξε τις δύο φωτεινές οντότητες που αιωρούνταν πίσω τους. «Έχω δίκιο;»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Άερ’θλαρ. «Ωστόσο, η νίκη μας δεν ήταν εύκολη, Κλαρκ. Είναι, πράγματι, πολύ ισχυρός. Αν είχε έρθει ολόκληρος να μας πολεμήσει, δεν ξέρω αν θα τον νικούσαμε ή αν εκείνος θα μας αφάνιζε και τους δύο.»

Βίηλ

1.

Η Ανταρλίδα αισθανόταν εξοργισμένη και απογοητευμένη.

Ύστερα από όλο αυτό το ταξίδι, δεν είχαν βρει τον Τάμπριελ. Και παρότι ο άντρας εμπρός τους ισχυριζόταν πως ήταν αυτός, ήταν προφανές πως δεν ήταν. Κάπως, όμως, γνώριζε πράγματα που τα γνώριζε κι ο Τάμπριελ.

«Πάμε να φύγουμε,» είπε η Ανταρλίδα στρεφόμενη στον Δαίδαλο.

«Μη φύγετε από τώρα. Θα έρθω μαζί σας,» μίλησε ο Άζ’λεφκ πριν από τον μάγο. «Νόμιζα ότι αυτό θα το είχατε καταλάβει.»

Η Ανταρλίδα έστρεψε τα μάτια της επάνω του. Επάνω σ’αυτόν τον άντρα με το κατάμαυρο δέρμα και τα πράσινα μούσια και μαλλιά, ο οποίος δεν έμοιαζε καθόλου στον Τάμπριελ. Εκτός από τα μάτια του… Τα μάτια του, ίσως… «Γιατί να σε θέλουμε μαζί μας;»

«Δε μπορώ να μείνω εδώ, Ανταρλίδα. Πρέπει να τελειώσω εκείνο που άρχισα στη Βίηλ. Εκείνο που άρχισα στο Γνωστό Σύμπαν. Και οι Ιεράρχες νομίζω πως με χρειάζονται–»

«Σταμάτα να μιλάς σαν να είσαι ο Τάμπριελ!» φώναξε η Ανταρλίδα.

«Περίμενε,» της είπε ο Άζ’λεφκ, «και σύντομα δεν θα αμφιβάλλεις πια για το ποιος είμαι.»

Η Ανταρλίδα στράφηκε τώρα στους Ιεράρχες – στον Αρκαλόν, τον Όρνιφιμ, τη Ράιλμεχ. «Τον αναγνωρίζετε αυτόν τον άνθρωπο; Νομίζετε ότι είναι ο Μεγάλος Προφήτης;»

Εκείνοι έμειναν σιωπηλοί για μερικές στιγμές. Αμήχανοι. Ύστερα, ο Αρκαλόν είπε: «Σίγουρα, δεν μοιάζει στην εμφάνιση.» Ο Όρνιφιμ είπε: «Δε θα τον αναγνωρίζαμε αν τον βλέπαμε απλώς…» Η Ράιλμεχ είπε: «Όχι, δεν… δεν μοιάζει… Αλλά…»

«Εγώ είμαι,» τους τόνισε ο Άζ’λεφκ. «Αν έχετε το ραβδί μου μαζί σας, δώστε το μου και θα το καταλάβετε.»

«Το έχουμε μαζί μας,» αποκρίθηκε η Ράιλμεχ.

«Όχι!» είπε η Ανταρλίδα, απότομα. «Ο Μέγας μπορεί να σας προστάζει, δεν μπορεί;»

«Ο Μέγας,» είπε ο Αρκαλόν, «είναι το κέντρο της ύπαρξής μας.»

«Θέλετε να το ριψοκινδυνέψετε, λοιπόν; Όταν αυτός ο άνθρωπος έχει το ραβδί στα χέρια του….»

«Όσα λέει, όμως,» είπε ο Όρνιφιμ, «τον κάνουν να μοιάζει με τον Μεγάλο Προφήτη, Ανταρλίδα…»

«Μπορούμε να δοκιμάσουμε,» πρότεινε η Ράιλμεχ· «κι αν αποδειχτεί ότι δεν είναι αυτός, του παίρνετε το ραβδί.»

Η Ανταρλίδα λοξοκοίταξε τον Άζ’λεφκ, για να δει την αντίδρασή του σ’αυτό. Η όψη του, όμως, ήταν στωική όπως… όπως του Τάμπριελ. (Δεν είναι ο Τάμπριελ!) Δεν φανέρωνε τίποτα.

Η Ανταρλίδα ατένισε τον Δαίδαλο, που φαινόταν να γνωρίζει αυτόν τον Άζ’λεφκ – όποιος – ό,τι – κι αν ήταν. «Θα μπορούμε να του πάρουμε το ραβδί, μετά;»

Ο μάγος δεν αποκρίθηκε αμέσως, αλλά ο Πολ είπε: «Είμαστε τόσοι και είναι ένας. Εγώ λέω να το προσπαθήσουμε, να δούμε τι θα πουν οι Ιεράρχες.»

«Θα πουν, όμως, την αλήθεια αν τους προστάξει να μην την πουν;» έθεσε το ερώτημα η Ανταρλίδα. «Ο Μέγας τούς ελέγχει

«Βλέπω πως δεν υπάρχει περίπτωση να με πιστέψετε τώρα, ό,τι κι αν συμβεί,» είπε ο Άζ’λεφκ. «Επομένως, αφήστε το ραβδί· δεν το θέλω. Υποσχεθείτε μου, όμως, πως θα με περιμένετε μέχρι να βαδίσω έναν δρόμο και να σας αποδείξω ότι είμαι ο Τάμπριελ.»

Η Ανταρλίδα κοίταξε πάλι τον Δαίδαλο.

«Θα σε περιμένουμε,» είπε ο μάγος στον Άζ’λεφκ.

«Δε θ’αργήσω,» υποσχέθηκε εκείνος. Και στράφηκε στον Οδηγό που τους είχε φέρει εδώ. «Θα ήθελα να εισέλθω στο Φως.»

«Ασφαλώς, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε ο μυστηριώδης μασκοφόρος.

«Ευχαριστώ,» είπε ο Άζ’λεφκ· και, κάνοντας νόημα να τον ακολουθήσουν, βγήκε απ’το δωμάτιο προχωρώντας μέσα στους πέτρινους διαδρόμους της οικίας των Οδηγών της Βίηλ.

Καθώς βάδιζαν πίσω του, η Ανταρλίδα ρώτησε τον Δαίδαλο: «Τον πιστεύεις; Πιστεύεις ότι είναι ο Τάμπριελ;»

«Ο Άζ’λεφκ είναι ο πιο μυστηριώδης μάγος που έχω συναντήσει σ’ετούτο το σύμπαν. Δεν αποκλείω τίποτα.»

«Δε μπορεί να σοβαρολογείς! Πώς είναι δυνατόν να είναι ο Τάμπριελ;»

«Ο Άζ’λεφκ παίρνει πολλές μορφές. Αυτό το ήξερα από πριν.»

«Ίσως, αλλά ο Τάμπριελ ήταν ο Τάμπριελ, όχι κάποιος άλλος!» επέμεινε η Ανταρλίδα. «Ποτέ δεν μου είχε πει τίποτα για κανέναν Άζ’λεφκ, παρότι, κατά καιρούς, μου είχε μιλήσει για την παράξενη εμπειρία του στο Πορφυρό Κενό – όταν αυτές οι εικόνες άρχισαν να παρουσιάζονται στο μυαλό του.»

«Δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι ήταν ο Άζ’λεφκ–»

«Πώς μπορείς να το πιστεύεις αυτό;»

Ο μαυρόδερμος, πρασινομάλλης άντρας σταμάτησε τότε μπροστά σε μία από τις μεγάλες μεταλλικές πόρτες που υπήρχαν στους διαδρόμους αυτού του μέρους. Έπιασε την αμπάρα της και την έσυρε.

«Μην έρχεστε πολύ κοντά,» είπε.

Ο Δαίδαλος έκανε νόημα να απομακρυνθούν, κι οι άλλοι υπάκουσαν.

«Και μην κοιτάζετε ευθεία,» πρόσθεσε ο Άζ’λεφκ, «αλλά προς το πλάι.»

Και, καθώς ο μαυρόδερμος άντρας το έλεγε αυτό, η Φενίλδα, που στεκόταν πίσω από τον Δαίδαλο, συνειδητοποίησε κάτι: Το Φως είναι μετά από τούτη την πόρτα! Η πηγή του Φωτός της Βίηλ! Και όχι μονάχα μετά από τη συγκεκριμένη πόρτα, αλλά από κάθε αμπαρωμένη μεταλλική πόρτα στην οικία των Οδηγών. Η Φενίλδα αισθάνθηκε έναν μεγάλο τρόμο να τη γεμίζει· αισθάνθηκε πως ήθελε να τρέξει να φύγει, πως δεν ήταν έτοιμη ν’αντικρίσει μια τόσο μεγάλη δύναμη.

«Κοιτάζετε στο πλάι,» επανέλαβε ο Άζ’λεφκ.

«Κάντε ό,τι σας λέει!» είπε ο Δαίδαλος. «Μπορεί να τυφλωθείτε!»

Η Φενίλδα υπάκουσε, καταλαβαίνοντας ότι ο μάγος δεν υπερέβαλλε.

Η Ανταρλίδα υπάκουσε επίσης. Το ίδιο κι οι άλλοι.

Ο Άζ’λεφκ τράβηξε την πόρτα, ανοίγοντάς την.

Μια παντοδύναμη ακτινοβολία πλημμύρισε τα πάντα.

Μια θάλασσα φωτός ήταν παντού γύρω τους.

Κάθε άλλο πράγμα εκτός από το φως έμοιαζε με σκοτεινή σκιά.

Η Ανταρλίδα έμεινε ακίνητη, κοκαλωμένη, νιώθοντας χαμένη. Νιώθοντας να τρέμει.

Η Φενίλδα αισθανόταν τον παλμό του Φωτός πανίσχυρο εντός της. Νόμιζε πως η καρδιά της θα έσπαγε, πως τα κόκαλά της έτριζαν. Κι αναρωτήθηκε προς στιγμή: Τι μαγεία θα μπορούσα τώρα να κάνω με τέτοια δύναμη! Τι μαγεία! Είχε την εντύπωση πως θα μπορούσε να υφάνει μια μαγγανεία που θα δημιουργούσε και θα συντηρούσε μια ολόκληρη διάσταση! Είχε την εντύπωση πως είχε μεταμορφωθεί σε θεά. Αλλά, συγχρόνως, σκέφτηκε πως οποιαδήποτε χρήση του Φωτός τώρα πιθανώς να τη διέλυε, να έκανε το σώμα της σκόνη, και να σκόρπιζε την ψυχή της στα πέρατα του σύμπαντος.

«Μην κοιτάζετε ευθεία το Φως!» αντήχησε η φωνή του Δαίδαλου, ως τελευταία προειδοποίηση: κι ακούστηκε σαν καμπάνα μέσα στην απόλυτη ησυχία.

Κανείς τους δεν ήξερε πόση ώρα πέρασε – πόση ώρα ακριβώς βρίσκονταν μέσα σ’αυτή τη λαμπερή θάλασσα – στιγμές; λεπτά; ώρες; – αλλά κάποτε το παντοδύναμο φως εξαφανίστηκε, και οι σκιές πήραν πάλι χρώμα. Τα πάντα που πριν φαίνονταν ψεύτικα έγιναν ξανά αληθινά.

Η μεταλλική πόρτα είχε κλείσει, χωρίς να έχει αμπαρωθεί. Ένας Οδηγός στεκόταν μπροστά της – μάλλον, αυτός που τους είχε φέρει εδώ.

Ο Άζ’λεφκ δεν φαινόταν πουθενά.

«Πού πήγε;» ρώτησε η Ανταρλίδα.

«Μόνο ο ίδιος ξέρει,» αποκρίθηκε ο Δαίδαλος.

«Ταξιδεύει μέσα στο Φως,» είπε ο Οδηγός.

«Και πότε θα επιστρέψει;» ρώτησε η Ανταρλίδα.

«Θα επιστρέψει,» απάντησε μονάχα ο Οδηγός, συνεχίζοντας να στέκεται μπροστά στην πόρτα, σαν για να τους αποτρέψει απ’το να την ανοίξουν και να βυθιστούν κι εκείνοι στο Φως.

Μπορεί κάποιος από εμάς να είναι τόσο τρελός ώστε να θέλει να το κάνει αυτό; αναρωτήθηκε η Ανταρλίδα. Και, συνοφρυωμένη, κοίταξε τον Δαίδαλο. «Εσύ έχεις ποτέ… ταξιδέψει μέσα στο Φως;»

Ο μάγος κούνησε το κεφάλι. «Όχι.»

Η Φενίλδα ξεροκατάπιε. Ρώτησε: «Τι συμβαίνει εκεί μέσα, Δαίδαλε; Τι… τι γίνεται όταν πας εκεί;» Υπήρχε κάτι βαθιά εντός της που ήθελε να πάει, ήθελε να δει πώς ακριβώς ήταν το Φως στην καρδιά του. Το λογικό μέρος, όμως, του μυαλού της την προειδοποιούσε, την κρατούσε μακριά.

«Δεν ξέρω, Φενίλδα. Και δεν είναι κάτι που αισθάνομαι έτοιμος να επιχειρήσω… αν, δηλαδή, οι Οδηγοί με άφηναν.»

Ο Οδηγός μπροστά στην πόρτα έμεινε σιωπηλός.

Ο Πολ ρώτησε: «Θα τον περιμένουμε πολλή ώρα να βγει από κει μέσα;»

«Δε νομίζω,» είπε ο Δαίδαλος. «Υπομονή.»

Ο Νελμάτρες γέλασε νευρικά. «Μα τους Κολοσσούς! Άμα τα λέω αυτά, δε θα με πιστεύουν. Θα με περνάνε για παλαβό!»

2.

Το μηχανικό ρολόι της Ανταρλίδας έμοιαζε νάχει τρελαθεί· και το ίδιο ίσχυε και για τα ρολόγια όλων. Το καθένα έδειχνε και διαφορετική ώρα, και η ώρα αυτή άλλαζε κάθε τόσο με διαφορετικό ρυθμό.

«Γιατί συμβαίνει αυτό, μάγε;» ρώτησε ο Πολ.

«Μάλλον επειδή είμαστε πλάι στην πηγή του Φωτός,» αποκρίθηκε ο Δαίδαλος.

«Μα, τα ρολόγια είναι μηχανικά· δεν έχουν εστία!»

«Ο χρόνος είναι ακανόνιστος εδώ, υποπτεύομαι.»

Ο Πολ κοίταξε τον Οδηγό, που ακόμα στεκόταν μπροστά στην πόρτα, αλλά εκείνος δεν έβγαλε άχνα. Δεν έμοιαζε πρόθυμος να εξηγήσει τίποτα.

Η Ανταρλίδα, ωστόσο, δεν χρειαζόταν ρολόι για να υπολογίσει τον χρόνο. Μέσα στην εκπαίδευσή της ως Μαύρη Δράκαινα ήταν να μπορεί να το κάνει αυτό με το μυαλό της, με αρκετή ακρίβεια. Τώρα, εδώ, σε τούτο το παράξενο μέρος, αισθανόταν κάτι να προσπαθεί να μπερδέψει τις αισθήσεις της, τις σκέψεις της, μην αφήνοντάς την να υπολογίσει τον χρόνο σωστά. Αλλά δεν νόμιζε πως είχε περάσει περισσότερο από μισή ώρα ή τρία τέταρτα όταν, τελικά, η μεταλλική πόρτα πίσω από τον Οδηγό άρχισε ν’ανοίγει–

«Μην κοιτάτε το Φως!» φώναξε πάλι ο Δαίδαλος, και η Ανταρλίδα έστρεψε το βλέμμα της στο πλάι.

Η ακτινοβολία πλημμύρισε τα πάντα.

Μια θάλασσα απίστευτης – ασύλληπτης – λαμπρότητας.

Οι άνθρωποι γύρω από την Ανταρλίδα είχαν γίνει άχρωμες σκιές. Της θύμιζαν μαύρες κολόνες, καθώς τους κοιτούσε μέσα από μισόκλειστα βλέφαρα, έχοντας το βλέμμα της στραμμένο στο πλάι και προς τα κάτω.

Μια απ’αυτές τις κολόνες κινήθηκε βιαστικά, από τ’αριστερά της Ανταρλίδας.

«Ιλρίνα!» ακούστηκε μια φωνή. Του Πολ;

«Στάσου!» Η φωνή της Ράιλμεχ;

«Σταματήστε την!» Ο Πολ πάλι;

Η Ανταρλίδα άπλωσε το χέρι της κι άρπαξε το μπράτσο της σκιερής μορφής προτού την προσπεράσει. Και, ναι, ήταν το μπράτσο γυναίκας, σίγουρα. Η μάγισσα μάλλον.

«Άσε με!» ούρλιαξε η Ιλρίνα’νορ.

Η Ανταρλίδα τύλιξε το άλλο χέρι της γύρω από τη μέση της μάγισσας και την τράβηξε πίσω. «Πού πηγαίνεις; Δεν πρέπει να πας εκεί!»

«Μην κοιτάτε το Φως!» Η φωνή του Δαίδαλου. «Μην κοιτάτε το Φως!»

Η Ιλρίνα’νορ ούρλιαζε και χτυπιόταν, αλλά η Ανταρλίδα τη βαστούσε γερά και η μάγισσα δεν μπορούσε να της ξεφύγει. «Εντάξει!» φώναξε η Μαύρη Δράκαινα. «Την κρατάω!»

Κι ύστερα, η τρομερή ακτινοβολία διαλύθηκε, οι σκιές ζωντάνεψαν, έγιναν πραγματικές· και η Ιλρίνα’νορ άρχισε να κλαίει μέσα στα χέρια της Ανταρλίδας. Να κλαίει με δυνατούς λυγμούς.

«Τι διάολος την έπιασε;» ρώτησε ο Πολ.

«Το Φως…» Η φωνή της Φενίλδα έτρεμε. «Την καλούσε…»

Ο Πολ στράφηκε να την κοιτάξει. «Είσαι καλά εσύ;»

Το γαλανόδερμο πρόσωπό της γυάλιζε από τον ιδρώτα. Η Φενίλδα κατένευσε. «Ναι.»

Μετά ήταν που πρόσεξαν τον Τάμπριελ.

Ακόμα κι η Ανταρλίδα, ώς τότε, δεν τον είχε δει. Η φασαρία που είχε κάνει η Ιλρίνα’νορ είχε αποσπάσει την προσοχή όλων τους.

Τώρα, όμως, τον έβλεπαν. Στεκόταν μπροστά από τη μεταλλική, αμπαρωμένη πόρτα. Στεκόταν και τους κοίταζε. Και ήταν αυτός· δεν υπήρχε αμφιβολία. Ψηλός – ψηλότερος από τους περισσότερους ανθρώπους – πορφυρό δέρμα, λευκά μακριά μαλλιά, μικρό γένι στο σαγόνι – κι αυτά τα ψυχρά, γκρίζα, μυστηριώδη μάτια. Ο Τάμπριελ.

Η Ανταρλίδα ένιωθε να έχει παραλύσει.

«Με πιστεύεις τώρα;» τη ρώτησε ο Τάμπριελ.

«…Δε… Πώς;… Πήρες τη μορφή του!» Ακόμα κρατούσε την Ιλρίνα’νορ μέσα στα χέρια της, καθώς η μάγισσα έκλαιγε, αλλά την είχε σχεδόν ξεχάσει.

«Θυμήθηκα τη μορφή του,» εξήγησε ο Άζ’λεφκ. «Το Φως μού τη θύμισε. Το Φως είχε πάρει το σώμα του, και το Φως το επέστρεψε ξανά. Και τώρα βλέπω τις εικόνες που έβλεπα όταν ήμουν ο Τάμπριελ.»

«Γιατί;» ρώτησε ο Δαίδαλος, ενώ η Ανταρλίδα αισθανόταν πως δεν ήξερε τι να πει. Όλα αυτά ήταν παράλογα!

«Οι εικόνες έρχονταν από το σύμπαν προς έναν συγκεκριμένο δέκτη και μόνο, Δαίδαλε. Όλα τα χαρακτηριστικά αυτού του δέκτη έπρεπε να έχουν μία και μόνο μορφή. Οι εικόνες δεν μπορούν να έρθουν σε άλλον – όχι οι ίδιες εικόνες, τουλάχιστον. Τώρα, η μορφή μου είναι ακριβώς εκείνη που πρέπει. Το σώμα μου και το μυαλό μου έχουν όλα τα απαραίτητα χαρακτηριστικά. Τώρα, ουσιαστικά, είμαι ο Τάμπριελ-που-θυμάται-ότι-είναι-ο-Άζ’λεφκ, όχι ο Άζ’λεφκ-που-θυμάται-ότι-είναι-ο-Τάμπριελ.» Και έτεινε το χέρι του προς την Ανταρλίδα. «Θα μου δώσεις τώρα το ραβδί, Ανταρλίδα;»

Εκείνη κοίταξε τους Ιεράρχες, κοίταξε τον Δαίδαλο. Οι πρώτοι ατένιζαν τον Τάμπριελ χάσκοντας, ο δεύτερος έμοιαζε σκεπτικός. Κανένας δεν είπε τίποτα στην Ανταρλίδα. Τι να κάνω; σκέφτηκε εκείνη. Τι να κάνω;

«Πες μου,» τη ρώτησε ο Τάμπριελ, «είναι δυνατόν να μην είμαι ο Τάμπριελ; Γνωρίζω αυτά που γνώριζε, η όψη μου είναι ίδια.»

«Μα… άλλαξες!» είπε η Ανταρλίδα. «Μεταμορφώθηκες, κάπως!»

«Δεν μεταμορφώθηκα. Είμαι αυτός που ήμουν. Απλώς έχασα την προηγούμενη μορφή. Κάποιος άλλος έπρεπε να χάσει τη μορφή του για να ανακτήσω εγώ τη δική μου. Δεν καταλαβαίνεις; Πρέπει να υπάρχει ισορροπία. Ο άλλος Άζ’λεφκ θυσιάστηκε επειδή πίστεψε ότι αυτός εδώ ο Άζ’λεφκ είναι σημαντικότερος.»

«Δηλαδή… δηλαδή, ο άντρας με το μαύρο δέρμα… δεν υπάρχει;»

«Υπάρχει. Τον θυμάμαι. Το όνομά του ήταν Κάλνεντουρ. Καταγόταν από τη Μοργκιάνη. Από τις περιοχές που ονομάζονται Βασίλειο της Χάρνωθ.»

Η Ανταρλίδα δεν μίλησε. Τα χείλη της ήταν πιεσμένα. Η Ιλρίνα’νορ έκλαιγε μέσα στην αγκαλιά της.

«Το ραβδί, Ανταρλίδα,» επέμεινε ο Τάμπριελ, έχοντας το χέρι του απλωμένο. «Οι Ιεράρχες θα το καταλάβουν αμέσως ότι είμαι εγώ· θα δεις.»

Η Ανταρλίδα άφησε την Ιλρίνα από τα χέρια της, την απομάκρυνε. Η μάγισσα σκούπισε τα μάτια της και–

«Κολοσσοί!» φώναξε. «Κολοσσοί!» Πανικός υπήρχε στη φωνή της.

«Τι;» ρώτησε η Ανταρλίδα.

«Δε βλέπω! Δε βλέπω!»

3.

«Ηρέμησε, Ιλρίνα,» της είπε ο Δαίδαλος, όταν την πήγαν στο δωμάτιο του Άζ’λεφκ μέσα στην οικία των Οδηγών και την έβαλαν να καθίσει στο κρεβάτι. «Ηρέμησε. Άσε με να δω τα μάτια σου, εντάξει;»

Εκείνη ένευσε, ξεροκαταπίνοντας. Έτρεμε ολόκορμη. Το ένα της χέρι έσφιγγε το σεντόνι του κρεβατιού, το άλλο τη φούστα της. Τα δάχτυλά της είχαν ασπρίσει.

Η Φενίλδα καταλάβαινε τι ήταν εκείνο που είχε κάνει την Πεφωτισμένη μάγισσα να κοιτάξει το Φως και να βαδίσει προς την ανοιχτή πόρτα. Καταλάβαινε, γιατί κι εκείνη είχε αισθανθεί ακριβώς το ίδιο κάλεσμα. Και παραλίγο να πέσει στην ίδια παγίδα. Θεοί… ευτυχώς, κάτι με κράτησε πίσω.

Ο Δαίδαλος, έχοντας το πρόσωπο της Ιλρίνα ανάμεσα στα χέρια του, κράτησε τα βλέφαρά της ανοιχτά με τους αντίχειρές του. «Μη φοβάσαι,» της είπε σιγανά. «Απλά θα δω κάτι…» Και μουρμούρισε τα λόγια για κάποιο ξόρκι – ένα ξόρκι απ’το οποίο η Φενίλδα δεν καταλάβαινε τίποτα πέρα από το γεγονός ότι χρησιμοποιούσε το Φως ως μέσο για την πραγματοποίησή του.

Ο Δαίδαλος είπε, μετά από μερικές στιγμές, αφήνοντας το πρόσωπο της Ιλρίνα’νορ: «Η όρασή σου θα επανέλθει. Από το σοκ έχεις τυφλωθεί. Τα μάτια σου δεν έχουν πάθει σοβαρή ζημιά.»

«…Πόσο;» ψέλλισε εκείνη.

«Κάποιες ημέρες, ίσως. Δε μπορώ να είμαι βέβαιος. Πάντως, μη φοβάσαι: θα ξαναδείς.»

Η Ιλρίνα’νορ ένευσε, παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, μοιάζοντας τώρα να χαλαρώνει κάπως. Τα χέρια της δεν έσφιγγαν πια το σεντόνι, ούτε τη φούστα της. Πήγαν στον σάκο της, απ’όπου έβγαλε ένα φλασκί και το άνοιξε για να πιει, με προσοχή. Τα κατάφερε αξιοσημείωτα καλά, χωρίς να χύσει ούτε σταγόνα στα ρούχα της, παρατήρησε η Φενίλδα. Αισθανόταν ανακουφισμένη που η Ιλρίνα θα γινόταν καλά· την είχε συμπαθήσει.

Η Ανταρλίδα ρώτησε τους Ιεράρχες, τώρα που το θέμα με την τύφλωση της μάγισσας είχε λήξει: «Να του δώσω το ραβδί;»

«Ναι,» είπε ο Αρκαλόν.

Η Ράιλμεχ έγνεψε καταφατικά.

«Ναι,» είπε ο Όρνιφιμ. «Αν αυτός δεν είναι ο Μεγάλος Προφήτης, τότε δεν ξέρω πού αλλού μπορεί να τον βρούμε. Κι αν δεν τον βρούμε… τι θα γίνει με τον Πατέρα μας που είναι κλεισμένος εκεί μέσα;»

«Όπως θέλετε.» Η Ανταρλίδα έλυσε το ραβδί από τον σάκο της, το ξετύλιξε από τα πανιά και τα δέρματα με τα οποία ήταν τυλιγμένο, και το παρέδωσε στον Τάμπριελ.

Εκείνος το κράτησε σταθερά, ακουμπώντας το πέρας του στο πάτωμα. Μέσα στην πορφυρή σφαίρα στην κορυφή του κάτι φαινόταν να αναδεύεται, αν παρατηρούσες.

Οι Ιεράρχες χαμογέλασαν, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο.

«Αυτός είναι,» είπε ο Αρκαλόν.

Ο Τάμπριελ ατένισε την Ανταρλίδα.

Εκείνη τον κοίταξε με δυσπιστία. Ρώτησε τους Ιεράρχες: «Βλέπετε και τον άλλο μέσα του; Αυτόν τον Άζ’λεφκ;»

«Δεν παρατηρούμε καμία διαφορά, Ανταρλίδα,» είπε ο Αρκαλόν.

«Καμία,» ένευσε η Ράιλμεχ.

Η Ανταρλίδα αναρωτήθηκε αν ήταν, με κάποιο μαγικό τρόπο, επηρεασμένοι· αν ήταν αναγκασμένοι να το πουν αυτό.

«Ο Άζ’λεφκ,» εξήγησε ο Τάμπριελ, «βρίσκεται σ’ένα μέρος της ψυχής μου με το οποίο οι Ιεράρχες δεν έχουν καμία σχέση. Δεν μπορούν να φτάσουν εκεί. Όπως δεν μπορούν να φτάσουν στο μέρος όπου πηγαίνω και ‘κοιτάζω’ τις εικόνες.»

Η Ανταρλίδα αισθανόταν κάτι να την πνίγει. «Το εύχομαι να είσαι εσύ…» είπε. «Το ξέρεις ότι το εύχομαι να είσαι εσύ.»

«Εγώ είμαι. Και θα το διαπιστώσεις και μόνη σου, σύντομα.»

«Αν όντως είσαι ο Τάμπριελ,» του είπε ο Πολ, καχύποπτα, «τότε, μα τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος, αυτό είναι το πιο περίεργο κόλπο που έχεις κάνει ώς τώρα!»

«Ποιος άλλος θα μπορούσα να είμαι; Και γιατί να πάρω τη μορφή του Τάμπριελ; Για να σας κοροϊδέψω; Είμαι, ίσως, πράκτορας του Ελκράσ’ναρχ;»

«Τίποτα δεν αποκλείεται,» είπε ο Πολ. «Και πιο λογικό θα ήταν. Εξάλλου, γνωρίζουμε πως κι ο Ελκράσ’ναρχ μπορεί να δίνει άλλες μορφές σε ανθρώπους. Ούτε εγώ ήμουν έτσι παλιά. Μου άλλαξε την όψη. Ο Τάμπριελ το ξέρει αυτό.»

«Δεν έχω ξεχάσει τι μας είπες,» ένευσε ο Τάμπριελ. «Όμως δεν είναι η ίδια περίπτωση. Εγώ έκανα ανταλλαγή με τη βοήθεια του Φωτός· δεν αλλοίωσα τη μορφή μου.»

«Και ποια είναι η διαφορά, Μεγάλε Προφήτη;» Υπήρχε ειρωνεία στη φωνή του Πολ, όπως συνήθως όταν έλεγε Μεγάλε Προφήτη.

«Η διαφορά είναι ότι εγώ δεν είμαι μεταμορφωμένος, ενώ εσύ είσαι. Κανένας δεν μπορεί να μου δώσει την ‘αρχική’ μου μορφή, γιατί δεν έχω αρχική μορφή.»

«Ούτε κι εμένα μπορεί κανένας να μου δώσει την αρχική μου μορφή.»

«Εγώ μπορώ, Πολ, όποτε θέλεις.»

Ο Πολ πάγωσε απ’το κεφάλι ώς τα πόδια.

4.

Αδύνατον! σκέφτηκε. Μας δουλεύει!

«Πώς…» τραύλισε. «Πώς μπορείς…; Ο Τάμπριελ δεν είχε ποτέ δυνάμεις παρόμοιες του Ελκράσ’ναρχ!»

«Ο Τάμπριελ θυμήθηκε τον Άζ’λεφκ, όμως, όπως κι ο Άζ’λεφκ θυμήθηκε τον Τάμπριελ. Θέλεις ξανά την αρχική σου μορφή, Πολ;»

Ο Πολ δεν τον εμπιστευόταν. Δεν τον πίστευε ακόμα. «Μισό λεπτό, για να καταλάβω. Μπορείς να δίνεις στους άλλους ό,τι μορφή θέλεις; Μπορείς να τους αλλάζεις το χρώμα του δέρματός τους; Το χρώμα των μαλλιών τους; Όπως κάνει ο Ελκράσ’ναρχ;»

«Όχι,» είπε ο Τάμπριελ. «Μπορώ, όμως, να σου δώσω την αρχική σου μορφή. Αυτό που σου έχει κάνει ο Ελκράσ’ναρχ δεν είναι παρά μια… αλλοίωση της αρχικής σου μορφής, σαν να παίρνεις στα χέρια σου πλαστικό και να το διαστρέφεις λιγάκι. Η αρχική ύλη του πλαστικού δεν έχει αλλάξει. Καταλαβαίνεις τι λέω; Το σύμπαν θυμάται ποιος είσαι, Πολ, δεν έχει ξεχάσει. Εγώ απλά θα επαναφέρω στην επιφάνεια αυτή τη μνήμη. Θέλεις;»

Ο Πολ τον κοίταζε σαστισμένος. Η αρχική μου μορφή… σκέφτηκε. Και προσπάθησε να τη φέρει στο μυαλό του. Δεν ήταν πάντοτε λευκόδερμος με ξανθά μαλλιά. Κάποτε, παλιά, όταν ονομαζόταν Χρίστος Λευκοχαίτης και ήταν δικηγόρος στη Ρελκάμνια, είχε δέρμα κόκκινο σαν του Τάμπριελ και μαλλιά μαύρα. Μετά, εκείνος ο δικηγόρος είχε μπλέξει… είχε μπλέξει πολύ άσχημα, με δυνάμεις που δεν είναι να μπλέκει κανείς. Και ο κύριος Χρίστος Λευκοχαίτης είχε πεθάνει. Ο Πολ Ντέρνηχ, ο πράκτορας των Υπερασπιστών της Παντοκράτειρας, είχε γεννηθεί.

Την έχω συνηθίσει πλέον αυτή τη μούρη… σκέφτηκε ο Πολ, αγγίζοντας το πρόσωπό του.

Αισθάνθηκε την Αλιζέτ ν’ακουμπά τον ώμο του. «Άστο,» του είπε. «Είναι ανάγκη να γίνει τώρα;»

Ο Πολ, όμως, ήταν περίεργος. Μπορούσε, όντως, ο Τάμπριελ να του δώσει την παλιά του μορφή; Όταν επιστρέψω στο Κίρτβεχ, δεν θα με αναγνωρίζουν! Ούτε ο Δάρυλμος δεν κάνει τέτοιες μάσκες! Επιπλέον, αν ο Τάμπριελ τού έδινε την παλιά του μορφή, οι πράκτορες του Ελκράσ’ναρχ δεν θα μπορούσαν να τον εντοπίσουν το ίδιο εύκολα. Ήξεραν τον Πολ Ντέρνηχ, όχι τον Χρίστο Λευκοχαίτη. Από την άλλη, βέβαια, δεν θα μπορούσε να διεισδύσει σε κάποιο μέρος ως Πολ Ντέρνηχ. Θα έχανε μερικές προσβάσεις. Εκτός αν με κυνηγάνε παντού πλέον… πράγμα που δεν αποκλειόταν. Πολύ πιθανόν η προδοσία του να είχε διαρρεύσει. Κάποιος από τους πράκτορες της Παντοκράτειρας στο Πριγκιπάτο Κίρτβεχ – κάποιος από αυτούς που είχαν καταφέρει να φύγουν ζωντανοί – ίσως να είχε αναφέρει το όνομά του. Τι «ίσως»; Αν το ήξερε, σίγουρα θα το είχε αναφέρει.

Πιο καλά καλυμμένος από τα μάτια τους παρά ακάλυπτος.

«Τι αποφασίζεις, Πολ;» ρώτησε ο Τάμπριελ, ήρεμα.

«Δώσε μου την αρχική μου μορφή.»

Ο Τάμπριελ ένευσε. Είπε στην Αλιζέτ: «Απομακρύνσου.»

Εκείνη έκανε μερικά βήματα όπισθεν. «Είσαι σίγουρος γι’αυτό, Πολ;»

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνος. «Θα είναι καλή μεταμφίεση εναντίον των πρακτόρων του Ελκράσ’ναρχ και της Παντοκράτειρας.»

Ο Τάμπριελ έδωσε το ραβδί του στην Ανταρλίδα, και ύψωσε τα χέρια του προς τον Πολ, πλησιάζοντάς τον.

Ο Πολ είδε τον Τάμπριελ να αγγίζει κάτι ρευστό μπροστά του, σαν ο αέρας να ήταν συμπυκνωμένος. Τα δάχτυλά του χώθηκαν εκεί, μισοεξαφανίστηκαν. Και η πυκνή ύλη κινήθηκε. Ο Τάμπριελ έμοιαζε να τη σαλεύει. Τα πάντα φάνηκαν να παίρνουν παράξενα σχήματα γύρω από τον Πολ, σαν να βρίσκονταν πίσω από νερό που έκανε μυστηριώδεις κυματισμούς. Οι μορφές έχαναν το σχήμα τους. Ο Πολ φοβήθηκε. Νόμιζε ότι χανόταν σ’έναν ακατανόητο, χαοτικό βυθό. Προσπάθησε να διατηρήσει την ψυχραιμία του. Μην κινηθείς, έλεγε στον εαυτό του. Μην κινηθείς. Μην κινηθείς. Γιατί, ποιος ξέρει τι μπορεί να γινόταν αν κινιόταν ενόσω αυτός ο Άζ’λεφκ άλλαζε τη μορφή του; Ίσως να παραμορφωνόταν…

Κι ενώ ο Πολ έβλεπε αυτά, και το μυαλό του έκανε ταραγμένες σκέψεις, οι άλλοι στο δωμάτιο έβλεπαν κάτι τελείως διαφορετικό. Έβλεπαν τον Τάμπριελ να πιάνει τον αέρα γύρω από τον Πολ και να τον σκεπάζει μ’αυτόν. Σαν το περιβάλλον να ήταν ζωγραφικός πίνακας και ο Άζ’λεφκ ο ζωγράφος. Τα χέρια του ήταν πινέλα, και τα πινέλα μετακινούσαν τη μπογιά τυλίγοντας τον Πολ μέσα σ’ένα κουκούλι από χρώματα και διαστρεβλωμένα σχήματα. Μετά από μερικές στιγμές, κανένας δεν μπορούσε πλέον να διακρίνει τον Πολ· μονάχα μια ακαθόριστη μορφή υπήρχε εκεί όπου πριν από λίγο αυτός στεκόταν.

Η Αλιζέτ ανησύχησε. Αν δεν μπορέσει να τον ξανα– να τον ξαναφτιάξει; αναρωτήθηκε. Πώς είναι δυνατόν να έχει τέτοιες δυνάμεις ο Τάμπριελ; Ανέκαθεν ήταν περίεργος, αλλά όχι τόσο περίεργος! Αυτή η… οντότητα δεν έμοιαζε καν για άνθρωπος έτσι όπως δρούσε…

Ο Άζ’λεφκ συνέχιζε να εργάζεται. Συνέχιζε να ζωγραφίζει με τα χέρια του επάνω στον καμβά μπροστά του, και μια ανθρώπινη μορφή παρουσιάστηκε πάλι, σταδιακά. Ήταν ένας άντρας, στο ύψος του Πολ, με το γενικό σουλούπι του Πολ. Αλλά τα χρώματά του ήταν τελείως διαφορετικά. Το δέρμα του ήταν πορφυρό, τα μαλλιά και τα μούσια του μαύρα.

Είδαν τον Τάμπριελ να στρώνει και τις τελευταίες πινελιές επάνω στη μορφή του Πολ, ενώ ο ίδιος ο Πολ έβλεπε εμπρός του το δωμάτιο να καθαρίζει. Εξαφανίζονταν και οι τελευταίοι κυματισμοί. Δεν είχε πια την αίσθηση ότι βρισκόταν στον βυθό κάποιας μυστηριώδους θάλασσας.

«Ορίστε,» είπε ο Τάμπριελ. «Έχεις τώρα την αρχική σου μορφή.» Κι έκανε μερικά βήματα όπισθεν. Στράφηκε και πήρε το ραβδί του από το χέρι της Ανταρλίδας.

Ο Πολ κοίταξε την Αλιζέτ.

«Είσαι κατακόκκινος,» είπε εκείνη.

Ο Πολ μειδίασε. «Έναν καθρέφτη!» ζήτησε, κοιτάζοντας γύρω-γύρω, τους συντρόφους του. «Έχει κάποιος έναν καθρέφτη;»

«Εγώ,» είπε η Ιλρίνα’νορ, καθισμένη στο κρεβάτι, κι άρχισε να ψάχνει μέσα στον σάκο της, ενώ τα τυφλά της μάτια ατένιζαν αλλού. Μετά από λίγο έβγαλε έναν μικρό καθρέφτη και τον έτεινε μπροστά.

Ο Πολ πλησίασε και τον πήρε από το χέρι της. Κοίταξε τον εαυτό του. «Τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος…!» άρθρωσε, κατάπληκτος. «Είμαι… ναι… είμαι όπως παλιά. Είμαι… Είμαι πάλι ο Χρίστος Λευκοχαίτης! Χα-χα-χα! Είμαι πάλι ο Χρίστος Λευκοχαίτης!» Έριξε τον καθρέφτη πάνω στον σάκο της Ιλρίνα’νορ. Στράφηκε στον Τάμπριελ. «Πώς το έκανες αυτό, επιστήμονα; Πώς το έκανες;»

«Δε γίνεται να σ’το εξηγήσω. Είναι πασιφανές όταν μπορείς να το δεις, αλλά τελείως ακατανόητο όταν δεν μπορείς.»

«Θα σε λέμε, λοιπόν, από δω και μπρος, Χρίστο Λευκοχαίτη;» ρώτησε η Ανταρλίδα.

Ο Πολ χαμογελώντας είπε: «Όχι. Έχω συνηθίσει πια να με φωνάζουν Πολ. Αυτό είναι το όνομά μου. –Μέχρι που ν’αποφασίσω, ίσως, να το αλλάξω,» πρόσθεσε ύστερα από μια στιγμή, σαν να το ξανασκέφτηκε.

5.

Ξεκουράστηκαν για κάποιες ώρες μέσα στην οικία των Οδηγών.

Ήταν πολλοί για να καθίσουν όλοι μέσα στο δωμάτιο του Τάμπριελ, έτσι χωρίστηκαν. Οι Οδηγοί τούς έδωσαν πρόθυμα άλλα δωμάτια παρόμοια μ’αυτό όπου φιλοξενούσαν εκείνον. Έμοιαζαν να έχουν μεγάλο σεβασμό για τον Άζ’λεφκ· τον αποκαλούσαν Άρχοντα. Επομένως, σέβονταν και τους φίλους του. Οι τρεις Ιεράρχες – ο Αρκαλόν, η Ράιλμεχ, και ο Όρνιφιμ – φιλοξενήθηκαν σε ένα δωμάτιο· ο Πολ πήγε στο ίδιο δωμάτιο με την Αλιζέτ· ο Δαίδαλος, η Φενίλδα, και η Ιλρίνα’νορ ξεκουράστηκαν μαζί· ο Νελμάτρες με τον Τζακ’μορ Πολύχρωμο· και η Ανταρλίδα με τον Τάμπριελ.

Οι Οδηγοί, σκέφτηκε η Ανταρλίδα, πρέπει να είχαν πάρα πολλά χρόνια να έχουν τόσους επισκέπτες, αν ό,τι έλεγε ο Δαίδαλος για το Μεγάλο Σχίσμα αλήθευε. Ωστόσο είχαν έτοιμα δωμάτια για όλους. Παράδοξο. Αλλά αυτό δεν ήταν το μοναδικό παράδοξο που είχε συμβεί σήμερα. Και ήταν, αναμφίβολα, το λιγότερο σημαντικό για την Ανταρλίδα. Τι την ένοιαζε για τους ξενώνες των Οδηγών; Ας τους εμφάνιζαν από το πουθενά!

Αφού είδε, από το κατώφλι της πόρτας, πού πήγαν τους άλλους, έστρεψε το βλέμμα της στον Τάμπριελ, ο οποίος καθόταν στην πολυθρόνα, με το ραβδί του αφημένο παραδίπλα, να στηρίζεται στον τοίχο.

«Μου φαίνεται τόσο παράξενο…» του είπε, κλείνοντας την πόρτα πίσω της.

«Το καταλαβαίνω, Ανταρλίδα.» Ύψωσε το χέρι του προς το μέρος της.

Η Ανταρλίδα πλησίασε, διστακτικά. Άπλωσε κι εκείνη το χέρι της. Άγγιξε τις άκριες των δαχτύλων του με τις άκριες των δαχτύλων της. Τα δάχτυλά τους μπλέχτηκαν, σφίχτηκαν. Η αίσθηση ήταν τόσο ίδια… Όπως όταν ήμουν με τον Τάμπριελ…

«Ακόμα αμφιβάλλεις,» της είπε. Δεν ήταν ερώτηση.

Η Ανταρλίδα άφησε το χέρι του. Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. «Σε είδα να πεθαίνεις,» είπε. «Η Ιλρίνα διατήρησε το σώμα σου για μέρες με τη μαγεία της. Για ένα μήνα, βασικά. Μετά, δεν μπορούσε άλλο να το διατηρεί, κι έπρεπε να σε κηδέψουμε. Είδα το σώμα σου να καίγεται, μπροστά μου.»

«Είδες το Φως να το παίρνει,» διόρθωσε ο Τάμπριελ.

Η Ανταρλίδα ένευσε. «Οι μάγοι της Βίηλ το έκαναν, ναι…»

«Το Φως πήρε το σώμα μου και το Φως πάλι το επέστρεψε.»

«Είσαι, όμως, τώρα, συγχρόνως, ένας άλλος άνθρωπος…»

«Ανέκαθεν ήμουν κι αυτός· απλώς δεν το θυμόμουν. Και δεν είμαι μόνο αυτός· είμαι και πολλοί ακόμα. Είμαι ο Άζ’λεφκ, Ανταρλίδα. Και δεν έγινα τώρα ο Άζ’λεφκ. Από τότε που με γνώρισες ήμουν ο Άζ’λεφκ.»

«Αλλά δεν τον είχες αναφέρει ποτέ.»

Ο Τάμπριελ ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν θυμόμουν,» επανέλαβε. «Δεν θυμούνται όλες οι μορφές του Άζ’λεφκ όλες τις άλλες μορφές. Κάποιες μορφές δεν θυμούνται τίποτα· δεν ξέρουν καν ότι είναι ο Άζ’λεφκ.»

Η Ανταρλίδα αναστέναξε. «Είσαι, λοιπόν, ο Τάμπριελ.»

«Φυσικά.»

Της Ανταρλίδας τίποτα δεν της φαινόταν «φυσικό» από αυτά. Όλα αφύσικα τής έμοιαζαν, για την ακρίβεια. Σηκώθηκε απ’το κρεβάτι και τον πλησίασε ξανά. Κάθισε στα γόνατά του, βάζοντας τα χέρια της στους ώμους του, αγγίζοντας το πρόσωπό του. Η αίσθησή του ήταν ίδια. Αν σταματούσε να σκέφτεται, δεν μπορούσε να αμφιβάλλει πως ήταν αυτός.

Τον φίλησε, και ο Τάμπριελ ανταποκρίθηκε όπως ο Τάμπριελ, κανονικά, θα ανταποκρινόταν. Τα χέρια του κινήθηκαν με οικείο τρόπο επάνω της. Κι ύστερα από λίγο, σηκώθηκε από την πολυθρόνα και τη σήκωσε κι εκείνη μαζί του. Πλησίασαν το κρεβάτι και ξάπλωσαν εκεί, με τα σώματά τους μπλεγμένα και, σύντομα, χωρίς κανένα ρούχο επάνω τους. Μου έλειψες, του ψιθύρισε η Ανταρλίδα στ’αφτί καθώς εκείνος κινιόταν ρυθμικά μέσα της. Μου έλειψες πολύ… Και ήταν αλήθεια. Τον είχε συνηθίσει κοντά της, πλάι της. Αισθανόταν πως ταίριαζε μ’αυτό τον άνθρωπο, όσο παράξενος κι αν ήταν. Μου έλειψες, του είπε παίρνοντας τον λοβό του αφτιού του μέσα στο στόμα της. Κι ύστερα ένα γλυκό κύμα οργασμού την τύλιξε, διατρέχοντας τη ράχη της, και η Ανταρλίδα έκλεισε τα μάτια, και ήταν σα να μην είχε περάσει ούτε μια μέρα που εκείνος βρισκόταν μακριά της, σα να μην ήταν ποτέ νεκρός.

Στριφογύρισαν πάνω στο κρεβάτι, και ο Τάμπριελ βρέθηκε τώρα από κάτω της. Η Ανταρλίδα σηκώθηκε, σέρνοντας τις ανοιχτές παλάμες της στο στέρνο του, κοιτάζοντας μέσα σ’αυτά τα γκρίζα, παράξενα, ομιχλώδη μάτια. Τα χέρια του γλίστρησαν επάνω στα πλευρά της, κράτησαν μέσα τους τα στήθη της, δυνατά, κι ύστερα ανέβηκαν και μπλέχτηκαν στα ξανθά μαλλιά της. Η Ανταρλίδα λύγισε και τον φίλησε, και ορθώθηκε ξανά, κάνοντας τους ώμους πίσω και καβαλώντας τον δυνατά και γρήγορα: και τον αισθάνθηκε να τελειώνει μέσα της ενώ ένας άγριος οργασμός την τράνταζε φέρνοντας ένα τρέμουλο στους μύες της.

Μετά, ξάπλωσε δίπλα του, με το ένα της πόδι επάνω στο δικό του και το χέρι της στο στήθος του. «Σ’αγαπώ,» της είπε ο Τάμπριελ και, παραμερίζοντας τα μαλλιά της, τη φίλησε βαθιά.

«Σου έλειψα;»

«Δεν κατάλαβα τον χρόνο που πέρασε όπως τον κατάλαβες εσύ.»

Η Ανταρλίδα γέλασε. «Κι εγώ τώρα νομίζω πως δεν πέρασε καθόλου χρόνος. Υποσχέσου μου πως δεν θα ξαναπεθάνεις!»

«Θα προσπαθήσω,» είπε σκεπτικά, ενώ τύλιγε και ξετύλιγε τα μαλλιά της γύρω από τα δάχτυλά του.

«Φταίω κι εγώ, το ξέρω…» είπε η Ανταρλίδα, σοβαρά τώρα.

Ο Τάμπριελ συνοφρυώθηκε. «Τι εννοείς;»

«Θα έπρεπε να σε φρουρούσα καλύτερα. Ο Τζακ δεν θα έπρεπε… Δεν θα έπρεπε να τον είχα αφήσει να σε πλησιάσει… Μες στη συμπλοκή, για λίγο, σε έχασα…»

Ο Τάμπριελ έβαλε το δάχτυλό του στα χείλη της για να τη σταματήσει. «Τίποτα δεν είναι τυχαίο, Ανταρλίδα. Θυμήθηκα. Επομένως, ο Τζακ ίσως να μου έκανε χάρη, τελικά. Υπάρχουν πολλά που ο Άζ’λεφκ ξέρει αλλά ο Τάμπριελ δεν θυμόταν.»

Η Ανταρλίδα ρώτησε: «Τι θέλει ο Τζακ από εσένα; Τι θέλει αυτή η οντότητα μέσα του;»

«Μάλλον, να μου μιλήσει, όπως υποθέτει ο Δαίδαλος.»

«Θέλει να τη βοηθήσεις; Να της πεις κάτι για… για το μέλλον της;»

«Ναι…» Ο Τάμπριελ, όμως, της φαινόταν προβληματισμένος. Κοίταζε το ταβάνι, σαν να σκεφτόταν, ή σαν να προσπαθούσε να θυμηθεί.

«Δεν είσαι σίγουρος;»

«Μέχρι να μου πει, όχι, δεν μπορώ να είμαι σίγουρος.»

«Γιατί δεν τον ρώτησες πριν;»

«Είχαμε πολλά άλλα να συζητήσουμε,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ, «και ο Τζακ ήταν σιωπηλός.»

Η Ανταρλίδα συνοφρυώθηκε, καχύποπτη. «Ναι, πράγματι, ήταν σιωπηλός. Ύποπτα σιωπηλός, ίσως… Τάμπριελ, το αποκλείεις να έχει κακό στο μυαλό του;»

«Να θέλει πάλι να με σκοτώσει;»

«Ναι.»

«Η οντότητα μέσα του, όμως, είναι που τον οδήγησε εδώ.»

«Τι ξέρεις γι’αυτή την οντότητα;»

«Τίποτα.»

Η Ανταρλίδα συνοφρυώθηκε πάλι, παραξενεμένη τώρα. «Τίποτα;» Είχε την εντύπωση ότι ο Άζ’λεφκ γνώριζε περισσότερα από τον Δαίδαλο· πώς μπορούσε, λοιπόν, να μην το ξέρει αυτό; Ο Δαίδαλος το ήξερε.

«Δεν έγινα ξαφνικά παντογνώστης, Ανταρλίδα.»

Η Ανταρλίδα τού είπε όσα γνώριζε για την οντότητα που ονομαζόταν Εραστής: όσα είχε αποκαλύψει σ’εκείνη και τους άλλους ο Τζακ. «Ο Δαίδαλος,» πρόσθεσε, «ξέρει για τον Εραστή. Είχε, μάλιστα, κάποτε πάει σ’αυτή τη διάσταση-φυλακή.»

«Πώς τη λένε;»

«Δε θυμάμαι τ’όνομα.»

Ο Τάμπριελ ήταν πάλι σκεπτικός. «Νομίζω πως κάτι μού φέρνει στο μυαλό…»

«Κάτι από… τις αναμνήσεις του Άζ’λεφκ;»

«Ίσως. Όπως και νάχει, θα μάθουμε σύντομα. Ο Τζακ – η οντότητα μέσα του – πρέπει να μου μιλήσει, αν θέλει κάτι από εμένα.»

6.

Η Φενίλδα, στην αρχή, δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Το Φως την ενοχλούσε· δεν άφηνε ούτε το μυαλό της ούτε το σώμα της να ησυχάσουν. Σταδιακά, όμως, με επιμονή, έφερε τον εαυτό της σε ισορροπία με την ένταση της ενέργειας ολόγυρά της και κοιμήθηκε. Τα όνειρά της ήταν περίεργα: μονάχα αυτό θυμόταν όταν ξύπνησε, τίποτα περισσότερο. Καμία λεπτομέρεια. Το παραμικρό.

Ανασηκώθηκε πάνω στο κρεβάτι και είδε πως ο Δαίδαλος έμοιαζε επίσης τώρα να έχει ξυπνήσει. Το ίδιο και η Ιλρίνα. Συγχρόνως, κι οι τρεις μας; σκέφτηκε η Φενίλδα. Γιατί; Συνέβη κάτι που μας ξύπνησε; Ακούστηκε κάποιος θόρυβος;

Ο Δαίδαλος ρώτησε: «Πώς είσαι, Ιλρίνα;»

«Ακόμα δεν βλέπω,» είπε η Πεφωτισμένη μάγισσα στρεφόμενη προς το μέρος του, μάλλον ακούγοντας από πού ερχόταν η φωνή του.

«Θα δεις· μην ανησυχείς.»

«Είσαι,» τον ρώτησε πνιχτά, «σίγουρος, Δαίδαλε;»

«Ναι,» είπε ο μάγος. «Τα μάτια σου δεν έχουν πάθει τίποτα.» Σηκώθηκε απ’το κρεβάτι.

Η Φενίλδα ρώτησε: «Θα φύγουμε τώρα;»

«Ναι. Εκτός αν ο Τάμπριελ έχει κάτι άλλο στο μυαλό του. Που δεν το νομίζω.»

«Είναι αληθινά ο Τάμπριελ, Δαίδαλε; Τι είναι ο Άζ’λεφκ;»

«Ο Άζ’λεφκ… Θα μπορούσες να πεις ότι είναι ένας αφάνταστα ισχυρός μάγος, Φενίλδα. Η αλήθεια είναι πως δεν ξέρω πολλά γι’αυτόν. Εκείνο που ξέρω είναι ότι έχει δυνάμεις πέρα από τη δική μου κατανόηση, και ότι παρουσιάζεται σε πολλές μορφές.»

Δυνάμεις πέρα από τη δική μου κατανόηση… Όταν ο Δαίδαλος το έλεγε αυτό, σήμαινε ότι σίγουρα επρόκειτο για κάτι πολύ παράξενο. Η Φενίλδα δεν είχε καμία αμφιβολία. Και δεν του έκανε άλλες ερωτήσεις, καθώς σηκωνόταν από το κρεβάτι, φορούσε τις μπότες της, και έστρωνε τα ρούχα της.

Όταν ήταν κι οι τρεις έτοιμοι, πήραν τους σάκους τους και βγήκαν απ’το δωμάτιο.

Και η Φενίλδα είδε, ξαφνιασμένη, ότι κι οι υπόλοιποι σύντροφοί τους ακριβώς αυτή τη στιγμή είχαν βρει για να βγουν από τα δικά τους δωμάτια. Γιατί; Κάποια παραδοξότητα στον τρόπο με τον οποίο κυλούσε ο χρόνος μέσα στην οικία των Οδηγών; Κάτι σχετικό με το γεγονός ότι τα ρολόγια δεν δούλευαν σωστά εδώ; Ή απλή σύμπτωση;

«Όλοι έτοιμοι, βλέπω,» είπε ο Δαίδαλος. Και προς τον Τάμπριελ: «Θα φύγουμε;»

«Δεν υπάρχει λόγος να μείνουμε άλλο εδώ, Δαίδαλε.»

«Καλώς. Θ’ακολουθήσουμε τον δρόμο που ακολουθήσαμε για να έρθουμε;»

«Δεν μπορείτε εσείς να φύγετε από άλλο δρόμο,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ.

Ο Δαίδαλος δεν έκανε ερωτήσεις. Αλλά η Φενίλδα αναρωτήθηκε: Υπάρχει κι άλλος δρόμος; Άλλος δρόμος μέσα από το Μεγάλο Σχίσμα; Ή από κάπου αλλού; Είχε την αίσθηση ότι ο Τάμπριελ αναφερόταν στη δεύτερη περίπτωση. Υπήρχαν, επομένως, και διαφορετικοί τρόποι για να φτάσεις ή να φύγεις από την οικία των Οδηγών.

Με τον Τάμπριελ και την Ανταρλίδα να προπορεύονται, διέσχισαν τους πέτρινους διαδρόμους που στους τοίχους τους υπήρχαν αγωγοί, από ορισμένα σημεία των οποίων έβγαινε φως. Καθώς βάδιζαν, ο Τάμπριελ χαιρετούσε τους Οδηγούς με νεύματα, κι εκείνοι ή αντιχαιρετούσαν με παρόμοιο τρόπο ή έλεγαν «Αντίο, Άρχοντά μου». Η Φενίλδα σκέφτηκε: Για να τον σέβονται έτσι οι Οδηγοί, τι ακριβώς είναι ο Άζ’λεφκ; Φέρνοντας στο νου της τα όσα τούς είχε εξηγήσει πριν, σχετικά με την αλλαγή του σώματός του και με το πώς… θυμόταν άλλους ανθρώπους, δεν μπόρεσε παρά να φτάσει στο συμπέρασμα ότι αποκλείεται απλά να ήταν ένας μάγος, όπως έλεγε ο Δαίδαλος. Πρέπει να ήταν κάποιου είδους οντότητα απλωμένη στο σύμπαν. Άραγε, παλιότερα ο Δαίδαλος δεν ήξερε ότι ο Άζ’λεφκ είχε αυτή την ικανότητα να θυμάται; Πόσες φορές είχε συναντήσει τον Άζ’λεφκ; Και σε ποιες μορφές;

Η Ερευνήτρια μέσα στη Φενίλδα την έτρωγε σαν περίεργο δαιμόνιο που ήθελε να μάθει, να μάθει, να μάθει τα πάντα. Εκείνη, όμως, τιθάσευσε τον εαυτό της και δεν ρώτησε τίποτα. Δεν ήταν τώρα η ώρα για τέτοιες ερωτήσεις – αν ήταν ποτέ. Όπως είχε κι η ίδια πει στη Λαμρίτ για τους Οδηγούς, υπάρχουν στο σύμπαν πράγματα που είναι πέρα από την ανθρώπινη κατανόηση.

Βγήκαν από την οικία των Οδηγών, και ο Τάμπριελ είπε στον Δαίδαλο: «Εσύ μάς οδηγείς τώρα.»

«Εσύ δεν ξέρεις τον δρόμο;»

«Δεν έχω έρθει ποτέ από εδώ. Δεν έχω ποτέ κατεβεί από το Μεγάλο Σχίσμα.»

Κι από πού ήρθες, τότε; ρωτούσε το δαιμόνιο της Ερευνήτριας μέσα στη Φενίλδα. Εκείνη έμεινε σιωπηλή, αλλά ο Πολ, σαν ηχώ των σκέψεών της, ρώτησε: «Και πώς ήρθες;»

Ο Τάμπριελ έστρεψε το βλέμμα του για να τον κοιτάξει. «Υπάρχουν κι άλλοι δρόμοι για την καρδιά της Βίηλ,» αποκρίθηκε. Και μετά στράφηκε πάλι στον Δαίδαλο.

Εκείνος απλώς ένευσε και ξεκίνησε να βαδίζει πρώτος.

Άρχισαν έτσι να ανεβαίνουν το Μεγάλο Σχίσμα, ταξιδεύοντας επάνω σε στενές προεξοχές στο νότιο τοίχωμά του και σε προεξοχές μεγάλες σαν ανοιχτά σπήλαια.

7.

Χρειάστηκαν δύο ολόκληρες ημέρες και μισή για να φτάσουν στην επιφάνεια της Βίηλ, και το ταξίδι τους δεν διέφερε και τόσο από την προηγούμενη φορά. Οι κίνδυνοι και οι δυσκολίες που αντιμετώπισαν ήταν τα ίδια αλλά αντίστροφα.

Στην αρχή, η Φενίλδα ένιωσε μια απώλεια μέσα της και ολόγυρά της, καθώς απομακρυνόταν από την πηγή του Φωτός. Αισθανόταν σαν να πετούσε και να είχε πέσει ξαφνικά. Αισθανόταν μια βαθιά μελαγχολία εντός της. Αισθανόταν λες και της είχαν κλέψει κάτι. Η Ιλρίνα’νορ πρέπει να ένιωθε το ίδιο, γιατί η Φενίλδα την έβλεπε, συχνά-πυκνά, να αναστενάζει. Ωστόσο, αυτό ίσως να προερχόταν κι από την κούραση. Έπρεπε συνεχώς κάποιος να την καθοδηγεί, γιατί η όρασή της δεν είχε επιστρέψει.

Καθώς ανέβαιναν, η θερμότητα σύντομα αντικαταστήθηκε από έντονο ψύχος, και τυλίχτηκαν όλοι στις κάπες τους για να μην παγώσουν. Η διαφορά ήταν πολύ αισθητή, και στην αρχή τούς ενόχλησε υπερβολικά, κάνοντάς τους να τρέμουν ασυγκράτητα κάπου-κάπου.

Μερικά πλάσματα που συνάντησαν δεν το βρήκαν δύσκολο να τα διώξουν. Όπως είχε πει ο Δαίδαλος, τα περισσότερα όντα μέσα στο Μεγάλο Σχίσμα δεν ήταν πολύ επικίνδυνα.

Από ένα σημείο και μετά, έβλεπαν ένα άνοιγμα από πάνω τους: ένα άνοιγμα απ’το οποίο, απόμακρα, ουρανός φαινόταν. Και το άνοιγμα μεγάλωνε και μεγάλωνε και μεγάλωνε, όσο ταξίδευαν, όσο οι ώρες, η μία κατόπιν της άλλης, περνούσαν. Στο τέλος, έγινε τεράστιο. Είχαν πλέον φτάσει πολύ κοντά στην επιφάνεια της Βίηλ.

Ήταν μεσημέρι της τρίτης ημέρας, και ο Δαίδαλος τούς έβαλε μέσα στη στενή σήραγγα που τους είχε βάλει και όταν είχαν ξεκινήσει να κατεβαίνουν. Τη διέσχισαν και βρέθηκαν στη σπηλιά, κι από τη σπηλιά βγήκαν χωρίς δυσκολία και συνάντησαν το μεταβαλλόμενο όχημα και το αεροπλάνο τους εκεί όπου τα είχαν αφήσει. Κανένας δεν φαινόταν να τα έχει πειράξει.

Η Ανταρλίδα σκέφτηκε: Ο Τζακ, άραγε, θα του μιλήσει τώρα; Όσο ταξίδευαν, ανεβαίνοντας το Μεγάλο Σχίσμα, ο Τζακ δεν είχε επιχειρήσει να πει τίποτα στον Τάμπριελ. Ήταν συνέχεια σιωπηλός. Σε σημείο που να βάζει την Ανταρλίδα σε υποψίες. Σχεδίαζε κάτι; Ή, μήπως, είχε πάθει κάτι; Του είχε κάνει κάτι η οντότητα μέσα του; Σε κάποια στιγμή, όταν ξεκουράζονταν σε μια από τις ανοιχτές σπηλιές στο νότιο τοίχωμα του Σχίσματος, η Ανταρλίδα τον είχε ρωτήσει: «Είσαι καλά;»

«Ναι,» είχε απαντήσει εκείνος.

«Ήρθες ώς εδώ για τον Τάμπριελ, αλλά δεν του έχεις μιλήσει ακόμα…»

«Θα του μιλήσω όταν είναι ώρα.»

Αυτή ήταν η μόνη εξήγηση που είχε δώσει ο Τζακ’μορ Πολύχρωμος για τη σιωπή του, και ούτε ο Τάμπριελ τον είχε πλησιάσει για να του μιλήσει. Κι οι δυο τους έμοιαζαν να περιμένουν κάτι.

Η Ανταρλίδα ήταν πανέτοιμη, όπως συνήθως, για κάθε ενδεχόμενο. Και είχε μιλήσει και στην Αλιζέτ, ψιθυριστά, για να μην την ακούσει ο Τζακ. «Πρέπει να τον προσέχουμε,» της είχε πει, και της είχε εξηγήσει γιατί τον φοβόταν. Η Αλιζέτ είχε συμφωνήσει. Εξάλλου, εκείνη από την αρχή δεν τον εμπιστευόταν καθόλου τον Τζακ.

Αν είναι να του μιλήσει πρέπει να το κάνει τώρα, σκέφτηκε η Ανταρλίδα, καθώς είχαν βγει από τη σπηλιά και πλησίαζαν το όχημά τους. Λοξοκοίταξε τον Τζακ, ο οποίος βάδιζε παραδίπλα, τυλιγμένος στην κάπα του και με την κουκούλα στο κεφάλι.

Ο Δαίδαλος άνοιξε την πόρτα του οχήματος και άγγιξε το τιμόνι. Τα φρύδια του έσμιξαν προς στιγμή, και είπε: «Εντάξει.»

«Τι εντάξει;» ρώτησε η Ανταρλίδα.

«Κανένας δεν έχει πειράξει τη μαγγανεία που ύφανα.» Και πήγε προς το αεροπλάνο, κάνοντας νόημα στον Νελμάτρες να τον ακολουθήσει. Εκείνος υπάκουσε.

Η Ιλρίνα’νορ ακούμπησε, με τον ένα αγκώνα, επάνω στο μεταβαλλόμενο όχημα, δείχνοντας κουρασμένη.

«Βλέπεις καλύτερα τώρα;» τη ρώτησε ο Πολ, που η Ανταρλίδα ακόμα δεν μπορούσε να τον συνηθίσει μ’αυτή την πορφυρόδερμη εμφάνιση. Της έμοιαζε μεταμφιεσμένος.

«Το ίδιο,» αποκρίθηκε η μάγισσα. Το πρωί της τελευταίας ημέρας, όταν είχε ξυπνήσει, τους είχε πει ότι μπορούσε να διακρίνει σκιερές μορφές· και μετά από δυο ώρες περίπου, ότι μπορούσε να τους ξεχωρίσει – να καταλάβει ποιος ήταν ποιος – όταν βρίσκονταν μπροστά της. «Μακριά, ακόμα δεν βλέπω.»

«Αφού είχες τέτοια βελτίωση,» της είπε η Αλιζέτ, «θα δεις και μακριά, σύντομα. Ο Δαίδαλος αποκλείεται να έκανε λάθος.» Τον εμπιστεύονταν όλοι τους τον Δαίδαλο.

Η Ιλρίνα ένευσε.

Ο Τζακ ρώτησε τότε, ξαφνιάζοντάς τους λίγο: «Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε, Τάμπριελ; Μόνοι;»

Προτού ο Τάμπριελ αποκριθεί, η Ανταρλίδα είπε: «Σε καμία περίπτωση μόνοι!»

«Θα ήταν προτιμότερο να μην ακούσει κανένας άλλος γι’αυτό το θέμα,» επέμεινε ο Τζακ, χωρίς να θυμώνει.

«Δε θα πάμε μακριά, Ανταρλίδα,» είπε ο Τάμπριελ. «Θα μπορείς να μας δεις.»

«Τι!» έκανε εκείνη, έκπληκτη. «Όχι πάλι τα ίδια! Και την άλλη φορά έτσι συνέβη ό,τι συνέβη!»

«Θα σας οδηγούσα εδώ αν ήθελα να τον σκοτώσω;» είπε ο Τζακ.

Η Ανταρλίδα τράβηξε το σπαθί της.

«Ανταρλίδα,» είπε ο Τάμπριελ, «θα πάμε ώς εκεί.» Έδειξε με το ραβδί του. «Δεν έχει όπλα επάνω του. Αν μου χιμήσει, θα προλάβετε σίγουρα να έρθετε και να με βοηθήσετε.»

8.

«Αν θυμάσαι κάτι, μου το κρύβεις,» είπε ο Τζακ, όταν απομακρύνθηκαν από τους υπόλοιπους και βάδιζαν, αργά, επάνω στο ξερό χειμερινό χορτάρι. «Γιατί;»

«Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς.»

«Δεν θυμάσαι, λοιπόν, Άζ’λεφκ…»

Ο Τάμπριελ στάθηκε και στράφηκε να τον αντικρίσει. «Πες μου. Τι θέλει η οντότητα μέσα σου από εμένα;»

Ο Τζακ γέλασε. «Τι θέλει; Ούτε σ’εμένα δεν το είχε αποκαλύψει αυτό, στην αρχή. Ξέρεις, όπως λένε, δεν μπορείς να προδώσεις όταν δεν έχεις τις πληροφορίες. Τώρα, όμως, μου αποκάλυψε γιατί σε αναζητούσε.»

Ο Τάμπριελ έμεινε σιωπηλός, παρατηρώντας το πρόσωπο μες στην κουκούλα της κάπας του Τζακ. Στο μυαλό του, μια ανάμνηση πάλευε να αναδυθεί. Μια ανάμνηση του Άζ’λεφκ…

«Δεν θυμάσαι τη Λετδάρκη;» είπε ο Τζακ.

Λετδάρκη… Η διάσταση-φυλακή… Ήμουν κάποτε εκεί;… Ναι, ο Άζ’λεφκ ήταν κάποτε εκεί, σ’αυτή τη διάσταση.

Οι Εραστές… Οι δύο οντότητες που παρήγαγαν συνεχόμενη ενέργεια…

«Τον σκότωσες,» είπε ο Τζακ. «Σκότωσες τον άλλο Εραστή. Μου το φανέρωσε χτες, τη νύχτα, ο Εραστής που βρίσκεται μέσα μου.»

«Δεν τον σκότωσα,» αποκρίθηκε ο Άζ’λεφκ, εμφατικά. «Με είχαν φυλακίσει εκεί, κι έπρεπε να διαταράξω την ενεργειακή ροή της φυλακής για να φύγω.»

«Κι από το… τέχνασμά σου εκείνος σκοτώθηκε!»

«Δεν ήταν η πρόθεσή μου να τον σκοτώσω.»

«Παρ’όλ’αυτά σκοτώθηκε!» Τα μάτια του Τζακ γυάλιζαν, και μέσα τους ο Τάμπριελ μπορούσε να διακρίνει μεγάλη οργή. Μίσος. Λύσσα.

Θέλει εκδίκηση. «Σκέψου, Τζακ: Δεν είσαι εσύ κανένας από τους Εραστές–»

«Κι όμως, είμαι–»

«Ο Εραστής φώλιασε μέσα σου, για να μπορέσει να φύγει απ’τη Λετδάρκη!»

«Ήμουν νεκρός και με ανέστησε. Χωρίς αυτόν δεν θα υπήρχα! Και τώρα είμαστε ένα! Η θέλησή του είναι και δική μου.»

«Αν μου επιτεθείς, το ξέρεις ότι δεν θα καταφέρεις τίποτα.»

Ο Τζακ γέλασε πάλι. Έκανε μερικά βήματα πίσω. «Δε μ’ενδιαφέρει να σκοτώσω τον Τάμπριελ – όχι πια. Ο Άζ’λεφκ μ’ενδιαφέρει!» γρύλισε. Τέντωσε το χέρι του και ένας κώνος ενέργειας εκτοξεύτηκε από τη μισάνοιχτη χούφτα του.

Ο Τάμπριελ είδε τον ενεργειακό στρόβιλο να έρχεται καταπάνω του, εκπηγάζοντας από την οντότητα που είχε γίνει ένα με τον Τζακ. Δεν πανικοβλήθηκε· περίμενε κάτι τέτοιο. Εστίασε αμέσως τις δυνάμεις του – τις δυνάμεις του Άζ’λεφκ που προέρχονταν από το Μεγάλο Όνειρο του σύμπαντος – και κύρτωσε τον εαυτό του γύρω από την ενέργεια. Τα μάτια του, όμως, την είδαν να περνά γύρω από το σώμα του, σαν η πραγματικότητα εκεί να καθρεπτιζόταν αντίστροφα.

Άκουσε τον Τζακ να ουρλιάζει με μια φωνή που δεν ήταν δική του. Έμοιαζε με ενεργειακός τριγμός. Σαν ο Εραστής να προσπαθούσε να μιλήσει μέσα από ανθρώπινο στόμα και να το έβρισκε αδύνατο.

9.

Η Ανταρλίδα είδε τον Τζακ να εκτοξεύει ενέργεια από το προτεταμένο χέρι του. Ενέργεια σαν αυτή από την οποία αποτελείτο το κουκούλι που τον είχε τυλίξει στα μπουντρούμια του κάστρου της Νέλερβικ.

«Δαίδαλε!» φώναξε η Ανταρλίδα (γιατί ο μάγος είχε επιστρέψει κοντά τους, ύστερα από τη σύντομη επίσκεψή του στο αεροπλάνο του Νελμάτρες) κι έτρεξε προς τον Τάμπριελ και τον Τζακ.

Η ενέργεια φαινόταν να διασπάται γύρω από τον πρώτο, σαν κάποιου είδους αόρατο πεδίο να τον προστάτευε: κάτι που έμοιαζε με τη Μαγγανεία Αντιπυραυλικού Πεδίου, ίσως. Ο Τζακ, όμως, επέμενε· εξακολουθούσε να έχει το χέρι του τεντωμένο και να τινάζει ενέργεια σαν μια συνεχόμενη κωνοειδή ροή.

Η Ανταρλίδα έτρεχε καταπάνω του, με το σπαθί της έτοιμο για να τον χτυπήσει στον λαιμό. Εκείνος την αντιλήφτηκε, τα μάτια του στράφηκαν στιγμιαία επάνω της, κι ένα μέρος της ενεργειακής ροής πήδησε, ακανόνιστα, προς το πλάι – προς το μέρος της. Η Ανταρλίδα προσπάθησε να την αποφύγει, είδε το χορτάρι ν’αρπάζει ξαφνικά φωτιά εμπρός της, φλόγες πήδησαν ψηλά κλείνοντάς της τον δρόμο, η Ανταρλίδα σκόνταψε κι έπεσε, ουρλιάζοντας εξαγριωμένη.

Ο Τάμπριελ την αντιλαμβανόταν μόνο στα όρια των αισθήσεών του, καθώς έπρεπε να έχει τις δυνάμεις του επικεντρωμένες στην άμυνα, κάνοντας συνεχόμενες κυρτώσεις του εαυτού του προκειμένου να αποφεύγει την ενέργεια του Εραστή που τον καταδίωκε – καταδίωκε το κέντρο της ύπαρξης του Άζ’λεφκ, προσπαθώντας να αφανίσει κάτι πολύ περισσότερο από τη μορφή του Τάμπριελ.

Τώρα όμως, με την έφοδο της Ανταρλίδας, ο Εραστής είχε αναγκαστεί να πάρει ένα μέρος της ορμητικής του δύναμης από την επίθεση κατά του Άζ’λεφκ, κι έτσι ο Τάμπριελ βρήκε την ευκαιρία να κυρτώσει τον εαυτό του με τέτοιο τρόπο ώστε να κάνει την ενέργεια του Εραστή να στραφεί ενάντια στον ίδιο.

Ο Τζακ κραύγασε άναρθρα καθώς ο ενεργειακός βρόχος έκλεινε, και ο Τάμπριελ είδε το σώμα του γαλανόδερμου πράκτορα να τινάζεται πίσω, να κουτρουβαλά μες στο ξερό χορτάρι.

Ο Δαίδαλος είχε έρθει τώρα κοντά, τρέχοντας, και η Αλιζέτ κι ο Πολ ήταν μαζί του, με όπλα στα χέρια. Η Ανταρλίδα, εν τω μεταξύ, ορθωνόταν πίσω από τα φλεγόμενα χόρτα, και πηδούσε πάνω από τις φλόγες, ουρλιάζοντας: «ΤΖΑΚ!» Το σπαθί της γυάλιζε στο χέρι της.

Ο Τζακ, που για λίγο είχε χαθεί από τα μάτια τους, σηκώθηκε όρθιος, και ενέργεια τρεμόπαιζε στον αέρα γύρω του, κάνοντας το χορτάρι να πιάνει φωτιά και να καίγεται.

«Δεν τελειώσαμε, Άζ’λεφκ!» κραύγασε. «ΦΟΝΙΑ! Θα με ξαναδείς! Θα με ξαναδείς!» Και μετέτρεψε τα χόρτα σε παρανάλωμα πυρός παντού γύρω του.

Η Ανταρλίδα αναγκάστηκε να πεταχτεί πίσω, ενώ ο Δαίδαλος άρθρωνε τα λόγια για κάποιο ξόρκι κι έκανε νόημα στον Πολ και την Αλιζέτ να μην πλησιάσουν. Ο Τάμπριελ, κυρτώνοντας τον εαυτό του γύρω κι ανάμεσα από τις φλόγες, τις απέφυγε χωρίς δυσκολία και πλησίασε την Ανταρλίδα. Έπιασε το μπράτσο της και την τράβηξε μαζί του. «Μακριά!» της είπε.

Και ζύγωσαν τον Δαίδαλο, την Αλιζέτ, και τον Πολ. Οι Ιεράρχες έρχονταν τρέχοντας, ενώ ο Νελμάτρες, η Φενίλδα, και η Ιλρίνα’νορ στέκονταν σε κάμποση απόσταση από εδώ, ακόμα κοντά στο μεταβαλλόμενο όχημα, και κοίταζαν μην ξέροντας τι να κάνουν.

«Πού είναι;» ρώτησε η Ανταρλίδα, προσπαθώντας να εντοπίσει, με το βλέμμα της, τον Τζακ μέσα απ’τους καπνούς του χόρτου που καιγόταν.

«Άστον να φύγει,» της είπε ο Τάμπριελ.

«Τι; Γιατί;»

«Είναι επικίνδυνος για εσάς.»

«Το ήξερα πως το κάθαρμα μάς κορόιδευε από την αρχή!» γρύλισε η Ανταρλίδα.

«Εκείνος δεν το ήξερε.»

«Τι δεν ήξερε;»

«Δεν ήξερε γιατί η οντότητα μέσα του με αναζητούσε.»

Ο Δαίδαλος είπε: «Δεν ήθελε, τελικά, καθοδήγηση από εσένα;»

«Ήθελε να αφανίσει το πνεύμα του Άζ’λεφκ, Δαίδαλε,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ.

Η Ανταρλίδα ακόμα παρατηρούσε τις φλόγες και τους καπνούς, μήπως ο Τζακ ερχόταν ξανά, μήπως πλησίαζε για να τους αποτελειώσει. Όμως πουθενά δεν μπορούσε να διακρίνει τη μορφή του, ούτε την ενέργεια της οντότητας που κρυβόταν εντός του.

Πρέπει να είχε φύγει.

Απολλώνια

1.

Με το ξημέρωμα, το Απολλώνιο στράτευμα ξεκίνησε να προελαύνει μέσα στην Κοιλάδα της Γλαυκής. Το Μεταβλητό Αυτοσυντηρούμενο Όχημα ήταν μεταμορφωμένο σε μεγάλο ερπυστριοφόρο και βρισκόταν σε κεντρικό σημείο ανάμεσα από τους υπόλοιπους μαχητές και τα άρματα μάχης, έτσι ώστε να μπορεί να αποτελεί, κυρίως, τηλεπικοινωνιακό κέντρο. Ο Δομίνικος Εύηχος εξακολουθούσε να λέει πως δεν του άρεσε αυτό το όχημα γιατί αποτελούσε μεγάλο στόχο, αλλά δεν είχε προτείνει στον Οδυσσέα να το στείλουν κάπου αλλού στο Βόρειο Μέτωπο ή στα ενδότερα του Βασιλείου. Προφανώς, δεν το θεωρούσε τελείως άχρηστο, σκεφτόταν ο Πρόμαχος.

Ανιχνευτές, φυσικά, προηγούνταν του κυρίου σώματος του στρατεύματος και αεροσκάφη πετούσαν από πάνω και γύρω του. Κανένας, όμως, δεν είχε αναφέρει ακόμα ότι είχαν δει Παντοκρατορικά στρατεύματα. Οι δυνάμεις της Παντοκράτειρας που είχαν εντοπίσει χτες τα αεροσκάφη τα οποία έστειλε προς τα εδώ ο Οδυσσέας πρέπει να είχαν υποχωρήσει. Δεν ήταν αρκετές ώστε να μπορούν να αντιμετωπίσουν το Απολλώνιο στράτευμα που ερχόταν. Αναρωτιέμαι αν το ίδιο θα συμβεί και στη Γλαυκόπολη.

Το ευχόταν, βέβαια. Ευχόταν να έβρισκαν την πόλη παρατημένη από τις δυνάμεις της Παντοκράτειρας. Αλλά φοβόταν πως τα πράγματα δεν θα ήταν τόσο εύκολα. Χρόνια πολέμου κατά των Παντοκρατορικών τον είχαν διδάξει πάντοτε να περιμένει το χειρότερο από τους εχθρούς του.

Μέχρι το μεσημέρι το Απολλώνιο στράτευμα προέλαυνε προς τα βόρεια, κι όταν ο ήλιος είχε μεσουρανήσει, στρατοπέδευσε, όχι πολύ μακριά από μια μικρή πόλη. Οι ανιχνευτές ανέφεραν στον Οδυσσέα και στον Στρατηγό Εύηχο ότι δεν είχαν εντοπίσει ούτε έναν Παντοκρατορικό μαχητή σε τούτα τα μέρη.

«Ωραία,» είπε ο Οδυσσέας. «Αυτό είναι καλό.» Αλλά πρόσταξε η φύλαξη του στρατοπέδου να είναι άψογη, και ο Δομίνικος Εύηχος συμφώνησε μαζί του.

Θα μπορούσαν να είχαν φτάσει στη Γλαυκόπολη ώς τώρα, αν είχαν βάλει τα μεταγωγικά να μεταφέρουν τους πολεμιστές τους πιο γρήγορα. Αλλά δεν ήθελαν να βιαστούν. Κατά πρώτον, και ο Οδυσσέας και ο Στρατηγός Εύηχος πίστευαν ότι έπρεπε να ανιχνεύσουν διεξοδικά ετούτα τα εδάφη για τυχόν ενέδρες ή απλή παρουσία Παντοκρατορικών. Κατά δεύτερον, αν Παντοκρατορικοί εξακολουθούσαν να βρίσκονται στη Γλαυκόπολη, ήθελαν να τους δώσουν μια καλή ευκαιρία να καταλάβουν τη δύναμη του Απολλώνιου στρατεύματος και να υποχωρήσουν.

Ο Οδυσσέας βγήκε από το Μεταβλητό Αυτοσυντηρούμενο Όχημα και βάδισε προς τα εκεί όπου πρόσφεραν φαγητό στους αξιωματικούς, για να πάρει κι εκείνος ένα πιάτο κι ένα κουτάκι με αναψυκτικό. Μετά, πήγε και κάθισε σε μια λυόμενη καρέκλα κάτω από ένα κιόσκι, γιατί ο ήλιος ήταν δυνατός σήμερα στην Κοιλάδα της Γλαυκής.

Ο Οδυσσέας άνοιξε το αναψυκτικό και ήπιε μια γουλιά, κοιτάζοντας τους καταπράσινους τόπους πέρα απ’το στρατόπεδο. Ήταν πράγματι όμορφα τα μέρη εδώ, σκέφτηκε. Παλιότερα, όταν δεν γινόταν πόλεμος στα βόρεια της Απολλώνιας, πολλοί αριστοκράτες έρχονταν στην Κοιλάδα της Γλαυκής για να κάνουν διακοπές. Ο τουρισμός, σίγουρα, είχε πέσει πολύ, από τότε.

Η Αθηνά, η Νικίτα, και η Αριάδνη’ταρ ήρθαν κοντά του με φαγητό στα χέρια.

«Κάθεσαι μόνος σου, Οδυσσέα;» είπε η πρώτη.

«Να ησυχάσει το κεφάλι μου λίγο.»

«Μιλάει πολύ ο Στρατηγός;» ρώτησε η Αριάδνη.

«Οι ερπύστριες του άρματός μας μουγκρίζουν πολύ,» είπε ο Οδυσσέας.

Οι τρεις γυναίκες κάθισαν κοντά του: η Αριάδνη’ταρ και η Αθηνά σε λυόμενες καρέκλες όπως εκείνος· η Νικίτα στο χορτάρι, οκλαδόν.

«Οι Παντοκρατορικοί πρέπει να την κοπάνησαν,» είπε η τελευταία, τρώγοντας. «Δε βλέπεις ούτε τη σκόνη τους. Αλλά υπάρχουν ίχνη από άρματα μάχης στη γη τα οποία κατευθύνονται προς τα βόρεια.»

«Αλήθεια;» ρώτησε ο Οδυσσέας.

«Ναι,» είπε η Νικίτα.

«Βρήκαμε αρκετά,» πρόσθεσε η Αθηνά. «Τα πρόσεξε πρώτη η Νικίτα, που τα κιάλια της ήταν ενισχυμένα από τη μαγεία της Αριάδνης. Πλησιάσαμε και διαπιστώσαμε πως, όντως, ήταν ίχνη από άρματα μάχης. Τροχούς και ερπύστριες.»

«Φαίνεται να πήγαιναν προς τη Γλαυκόπολη;» ρώτησε ο Οδυσσέας.

«Υπάρχει και καμια άλλη σημαντική τοποθεσία προς τα βόρεια;»

«Όχι,» είπε ο Οδυσσέας σκεπτικά, μασώντας και κοιτάζοντας πέρα από τις σκηνές των στρατοπεδευμένων Απολλώνιων μαχητών.

2.

«Να έρθω κι εγώ;»

Ο Προαιρέσιος ήταν στο μικρό αεροδρόμιο του Φρουρίου του Σμαραγδένιου Βουνού και ετοίμαζε το αεροπλάνο του, τον Γαλανό Αετό, για πτήση. Ακούγοντας αυτή τη φωνή πίσω του, στράφηκε και κοίταξε τη Βατράνια. Ήταν ντυμένη με μαύρο δερμάτινο πανωφόρι, λευκό ελαφρύ πουκάμισο, καφέ υφασμάτινο παντελόνι, και μπότες. Στο μέτωπό της ήταν σηκωμένα ένα ζευγάρι σκούρα γυαλιά, συγκρατώντας πίσω τα ξανθά μαλλιά της. Σαν από διαφήμιση έμοιαζε. Και ήταν πανέμορφη όπως πάντα.

«Τι να έρθεις να κάνεις;» τη ρώτησε ο Προαιρέσιος, διστακτικός μαζί της διότι αυτό δεν ήταν κάτι το οποίο είχε υπολογίσει, όταν, χτες το απόγευμα, είχαν συμφωνήσει με τον Πρίγκιπα Ανδρόνικο και τη Δούκισσα Ευδοκία να πάει για κατόπτευση σήμερα το πρωί.

«Θα πάρω φωτογραφίες.» Η Βατράνια έβγαλε μια φωτογραφική μηχανή από τον μικρό σάκο στο πλάι της. «Εσύ δεν μπορείς και να οδηγείς το αεροπλάνο και να φωτογραφίζεις τις θέσεις των Παντοκρατορικών.»

«Χα!» έκανε ο Προαιρέσιος. «Μην είσαι και τόσο σίγουρη. Η οικογένειά μου, Βατράνια, βγάζει τους καλύτερους πιλότους στο Βασίλειο της Απολλώνιας.»

Η Βατράνια μειδίασε. «Φταίει κάτι στο κρασί που πίνετε;»

«Καλά, συνέχισε να γελάς…» Ο Προαιρέσιος στράφηκε πάλι στους προωθητήρες του Γαλανού Αετού, ελέγχοντας τους μηχανισμούς τους μ’ένα εργαλείο στο χέρι του. Τα πάντα φαίνονταν εντάξει.

«Δε μου απάντησες, όμως, σε καμία ερώτηση,» παρατήρησε η Βατράνια.

«Τι ερώτηση;» Ο Προαιρέσιος έκλεισε το ανοιχτό σκέπασμα μπροστά του και το ασφάλισε. Στράφηκε πάλι στη Βατράνια.

«Να έρθω; Και: μπορείς να φωτογραφίζεις ενώ συγχρόνως πιλοτάρεις;»

«Ναι και ναι,» αποκρίθηκε ο Προαιρέσιος, και βάδισε προς την ανοιχτή είσοδο του αεροπλάνου.

Η Βατράνια ξαφνιάστηκε λίγο. «Είσαι πιο εύκολος απ’ό,τι φανταζόμουν,» είπε ακολουθώντας τον.

«Ευχαριστώ. Το εκτιμώ όταν μου λένε ότι είμαι εύκολος.» Ο Προαιρέσιος κάθισε στη θέση του πιλότου.

Η Βατράνια κάθισε δίπλα του. «Φιλοφρόνηση ήταν. Υπάρχουν κάτι πολύ στριμμένοι άνθρωποι, ξέρεις.»

«Ξέρω.» Ο Προαιρέσιος τη λοξοκοίταξε.

«Αρχίσαμε τις ύπουλες προσβολές, τώρα;»

Ο Προαιρέσιος μειδίασε καλοπροαίρετα.

Η Βατράνια τού επέστρεψε το μειδίαμα.

«Δε θα μπορούσα ποτέ να πω όχι στην παρέα σου, Βατράνια,» είπε ο Προαιρέσιος, αρχίζοντας να ενεργοποιεί τα συστήματα του αεροσκάφους και δίνοντας σήμα στο κέντρο ελέγχου του Φρουρίου του Σμαραγδένιου Βουνού ότι ετοιμαζόταν για αναχώρηση.

«Αν δεν ερχόμουν εγώ θα πήγαινες μόνος σου για κατόπτευση;»

«Δε θα ήταν η πρώτη φορά.»

«Και θα τραβούσες, συγχρόνως, φωτογραφίες;»

Ο Προαιρέσιος ενεργοποίησε τις μηχανές του Γαλανού Αετού, και το βουητό τους ήταν δυνατό. «Αν χρειαζόταν θα τραβούσα. Αλλιώς, απλά θα θυμόμουν τις θέσεις των Παντοκρατορικών.»

«Είναι αλήθεια, δηλαδή, ότι μπορείς να πιλοτάρεις και να φωτογραφίζεις;»

«Πόσο δύσκολο νομίζεις ότι είναι; Ειδικά για κάποιον σαν εμένα.» Πατώντας μερικά πλήκτρα, ετοίμασε το αεροπλάνο για απογείωση. Έστρεψε τους προωθητήρες κάθετα, με ελάχιστη ένταση, κι ύστερα άρχισε να την αυξάνει σταδιακά. Ο Γαλανός Αετός σηκώθηκε από το έδαφος. «Εσύ έχεις καμια ιδέα από οδήγηση αεροσκάφους, Βατράνια;»

«Δυστυχώς, δεν πετάω.»

«Κρίμα.» Ο Γαλανός Αετός υψώθηκε πάνω από το Φρούριο του Σμαραγδένιου Βουνού.

Η Βατράνια φόρεσε τα σκούρα γυαλιά της. «Σκοπεύεις να λιποθυμήσεις στο τιμόνι και να χρειαστείς τη βοήθειά μου;»

«Αυτό είναι αδύνατο να συμβεί, Βατράνια.» Ο Προαιρέσιος έστρεψε τους προωθητήρες οριζόντια, σε πλήρη ισχύ τώρα, και πέταξε προς τα ανατολικά. Τράβηξε τα μαύρα γυαλιά του από την τσέπη του και τα φόρεσε. Ήταν ειδικά φτιαγμένα για πτήση: κάλυπταν και τα πλάγια.

«Είναι όλοι στην οικογένειά σου τόσο μετριόφρονες όσο είναι καλοί πιλότοι;»

Ο Προαιρέσιος γέλασε. «Η μετριοφροσύνη μου συναγωνίζεται τη δική σου, Βατράνια.»

«Γιατί το λες αυτό; Νομίζεις ότι δεν είμαι αρκετά μετριόφρων γυναίκα;»

«Αρκετά; Καθόλου, ίσως.»

Η Βατράνια ρύθμιζε κάτι στη φωτογραφική μηχανή της. «Δε με ξέρεις τόσο καλά για να το λες αυτό,» είπε, ουδέτερα. «Εκτός αν ακούς φήμες.»

«Ποτέ δεν ακούω φήμες. Πιστεύω μόνο ό,τι βλέπω με τα μάτια μου.»

«Και τι βλέπουν τα μάτια σου για τη Βατράνια Κινκάρδη;»

«Ότι είναι ντυμένη σαν από διαφήμιση περιοδικού μόδας ενώ πηγαίνουμε να κατοπτεύσουμε τις θέσεις των δυνάμεων της Παντοκράτειρας κοντά στη Βολιρία.»

Η Βατράνια γέλασε. «Κατηγόρησέ με, λοιπόν, ότι προσέχω την εμφάνισή μου! Κάθαρμα.» Δεν υπήρχε ψόγος στη φωνή της.

Ο Προαιρέσιος δεν απάντησε, πιλοτάροντας σιωπηλά και έχοντας το νου του στα ανιχνευτικά συστήματα του αεροσκάφους, καθώς επίσης και στο τι έβλεπε έξω από το μπροστινό παράθυρο. Διότι υπήρχαν πράγματα – επικίνδυνα πράγματα – που μπορεί τα ανιχνευτικά συστήματα να μην έπιαναν.

Η Βατράνια ρώτησε: «Ο Οίκος σου είναι ο Οίκος των Ευδεών, έτσι;»

«Ναι.»

«Και είστε όλοι τόσο καλοί πιλότοι όσο λες;»

«Δεν είπα ότι είμαστε όλοι καλοί πιλότοι. Αλλά ο Οίκος μου έχει βγάλει μερικούς από τους καλύτερους πιλότους της Απολλώνιας. Κι αυτό είναι η αλήθεια. Όποιον κι αν ρωτήσεις θα σ’το πει. Εκτός άμα είναι τελείως άσχετος με το θέμα.» Ο Προαιρέσιος έβγαλε ένα πακέτο με μαστίχες απ’την τσέπη του. «Θέλεις;»

«Όχι, ευχαριστώ.»

Ο Προαιρέσιος πήρε μια μαστίχα, την ξετύλιξε, και την έβαλε στο στόμα του. «Δεν είναι δύσκολο,» είπε.

«Τι;»

«Να μασάς μαστίχα και να πιλοτάρεις.»

Η Βατράνια γέλασε. Κι ύστερα κοίταξε κάτω, τα εδάφη ανάμεσα στο Φρούριο του Σμαραγδένιου Βουνού και στη Βολιρία. Ήταν φανερά χτυπημένα από τον πόλεμο. Ακόμα κι από τέτοιο ύψος μπορούσε κανείς να το διακρίνει. Έβλεπες κρατήρες που είχαν δημιουργηθεί από εκρήξεις· έβλεπες περιοχές χωρίς καθόλου χορτάρι, περιοχές όπου τα δέντρα ήταν καμένα, μαυρισμένα· έβλεπες, κάπου-κάπου, και κανένα κατεστραμμένο χωριό ή φυλάκιο. Απολλώνιες δυνάμεις η Βατράνια δεν μπορούσε πλέον να δει, και ρώτησε γι’αυτό τον Προαιρέσιο.

«Ετούτα τα μέρη δεν ελέγχονται από κανέναν,» της αποκρίθηκε εκείνος.

Η Βατράνια ύψωσε τη μηχανή της και τράβηξε μερικές φωτογραφίες.

«Τι κάνεις εκεί; Είδες Παντοκρατορικούς;» ρώτησε ο Προαιρέσιος.

«Όχι.»

«Τότε;»

«Θέλω να ξέρω πώς είναι, από τον αέρα, τα εδάφη που έχουν χτυπηθεί από τον πόλεμο. Χρηματοδοτούσα κινηματογραφικές ταινίες κάποτε, στη Σεργήλη.»

«Σοβαρά;»

«Ναι. Προτού οι πράκτορες της Παντοκράτειρας με κυνηγήσουν και χάσω όλα μου τα λεφτά.»

«Καλές ταινίες;»

«Φυσικά!»

«Δεν πιστεύω να ήταν τίποτα τσόντες…»

«Είσαι πάντα τόσο κακός;»

«Ζητώ ταπεινά συγνώμη. Πες καμια ταινία· μπορεί να την έχω δει.»

«Τα Άγρια Λουλούδια της Θακέρκοβ είχαν κυκλοφορήσει και έξω απ’τη Σεργήλη,» είπε η Βατράνια. «Η Θακέρκοβ είναι πόλη της Σεργήλης,» πρόσθεσε. «Εκεί έμενα προτού αναγκαστώ να φύγω.»

«Το ξέρω ότι είναι πόλη· τι νομίζεις ότι είμαι; κανένας τύπος που δεν έχει βγει απ’τη διάστασή του; Κι αν δεν κάνω λάθος, την έχω δει την ταινία που λες. Δεν ήξερα ότι εσύ την είχες χρηματοδοτήσει.»

«Σ’άρεσε;»

«Δε θυμάμαι, για να είμαι ειλικρινής.»

Συνέχισαν να κάνουν ελαφριά κουβέντα μέχρι που, μετά από περίπου είκοσι λεπτά, είδαν την πρώτη παρουσία Παντοκρατορικών από κάτω τους. Άρματα μάχης γύρω από ένα μικρό οχυρό. Η Βατράνια τράβηξε μια φωτογραφία. Ο Προαιρέσιος απομάκρυνε το αεροπλάνο του, στρίβοντάς το προς τα βόρεια – διαγράφοντας μια ευέλικτη τροχιά στον αέρα, χωρίς καμια δυσκολία.

Μετά, εντόπισαν ακόμα μία θέση με παρουσία Παντοκρατορικών· και μετά, άλλη μία, κι άλλη μία. Η Βατράνια τραβούσε φωτογραφίες.

«Σα μυρμήγκια έχουν γεμίσει τούτα τα μέρη,» παρατήρησε ο Προαιρέσιος μασώντας τη μαστίχα του.

Και τότε είδαν έναν πύραυλο να εκτοξεύεται από ένα οχυρό και να έρχεται καταπάνω τους.

«Γαμήσου,» μούγκρισε ο Προαιρέσιος, κι έκανε δύο αμυντικούς ελιγμούς στον αέρα, με αποτέλεσμα η εχθρική βολίδα να εκραγεί πολλά μέτρα κάτω από τον Γαλανό Αετό. «Τώρα μας πήραν είδηση. Πρέπει να τελειώνουμε στα γρήγορα και να φεύγουμε.»

«Νόμιζα ότι ήσουν απ’τους καλύτερους πιλότους της Απολλώνιας…»

«Όταν δεν με κυνηγάνε πύραυλοι. Και σύντομα θα μας κυνηγάνε κι άλλα πράγματα· θα δεις.»

Η Βατράνια τράβηξε ακόμα μια φωτογραφία, καθώς ατένισαν από κάτω τους έναν ολόκληρο καταυλισμό Παντοκρατορικών μαχητών. Πλάι στις σκηνές βρίσκονταν και άρματα μάχης, καθώς και προσγειωμένα αεροσκάφη. Ορισμένα από τα τελευταία φαινόταν να ετοιμάζονται για απογείωση.

«Τι σου έλεγα;» είπε ο Προαιρέσιος, κι έστρεψε τον Γαλανό Αετό προς τα δυτικά, διαγράφοντας τροχιά ενενήντα μοιρών.

Δύο φωτάκια άρχισαν ν’αναβοσβήνουν στην οθόνη των ανιχνευτών μπροστά τους.

«Αυτά είναι;» ρώτησε η Βατράνια. «Τ’αεροπλάνα απ’τον καταυλισμό;»

«Αποκλείεται να βρέθηκαν τόσο γρήγορα πίσω μας.»

Η Βατράνια προσπάθησε να κοιτάξει απ’το παράθυρο, αλλά δεν κατόρθωσε να τα δει.

«Είναι ακριβώς πίσω μας,» εξήγησε ο Προαιρέσιος. «Μη στραβώνεις το λαιμό σου· δεν πρόκειται να τους δεις έτσι. –Κρατήσου!» Έβαλε τον Γαλανό Αετό να κάνει έναν ελιγμό που είχε ως αποτέλεσμα τα δόντια της Βατράνιας να τρίξουν κι εκείνη να καταραστεί τα κέρατα του Κάρτωλακ.

Πίσω τους εκρήξεις αντήχησαν.

Ρουκέτες, κατάλαβε αμέσως ο Προαιρέσιος, κι επιτάχυνε προς τα δυτικά – προς το Φρούριο του Σμαραγδένιου Βουνού.

Τα Παντοκρατορικά μαχητικά συνέχιζαν να τον ακολουθούν, του έλεγε το σύστημα των ανιχνευτών.

«Θέλουν παιχνίδια,» μουρμούρισε ο Προαιρέσιος· και σκέφτηκε: Ο Προαιρέσιος Ευδεής δεν πρόκειται να περιμένει οι Απολλώνιες δυνάμεις να διώξουν τους εχθρούς του για εκείνον. «Κρατήσουμε καλά, Βατράνια,» τόνισε· και ύψωσε ξαφνικά το αεροπλάνο του. Έβαλε τον Γαλανό Αετό ν’ανεβεί ακολουθώντας μια απότομη καμπύλη και να γυρίσει ανάποδα. Το πάνω είχε τώρα βρεθεί κάτω, και το κάτω πάνω· και το αεροπλάνο επέστρεφε ολοταχώς προς τ’ανατολικά. Η Βατράνια ούρλιαξε, και τα γυαλιά της έπεσαν.

Ο Προαιρέσιος γύρισε πάλι το αεροπλάνο του από την καλή, και προς τα δυτικά. Βρισκόταν λίγο πιο πίσω από τους εχθρούς του, και πιο ψηλά από αυτούς. Τους έβλεπε έξω από το τζάμι. Πάτησε τη σκανδάλη του ρουκετοβόλου, εξαπολύοντας δύο ρουκέτες καταπάνω στο ένα Παντοκρατορικό μαχητικό. Ο ελιγμός που έκανε ο πιλότος του για να τις αποφύγει – πολύ αργά – ήταν, αν μη τι άλλο, ερασιτεχνικός, όφειλε να παρατηρήσει ο Προαιρέσιος μ’ένα αυτάρεσκο μειδίαμα. Το αεροσκάφος χτυπήθηκε στην πρύμνη και στο αριστερό φτερό – οι εκρήξεις ήταν δυνατές – κι έπεσε προς τη γη, φλεγόμενο και καπνίζοντας.

Η Βατράνια ξερνούσε δίπλα από το κάθισμά της.

Το άλλο Παντοκρατορικό μαχητικό γύρισε και έφυγε ολοταχώς.

«Έτσι,» είπε ο Προαιρέσιος και, χωρίς να το καταδιώξει, συνέχισε την πτήση του προς τα δυτικά, γιατί δεν είχε αμφιβολία πως σύντομα κι άλλα μαχητικά θα έρχονταν.

Βλέποντας με τις άκριες των ματιών του ότι η Βατράνια είχε τελειώσει να ξερνά, της έδωσε ένα χαρτομάντιλο.

«…Ευχαριστώ,» είπε εκείνη και σκούπισε το πρόσωπό της.

«Ήταν ανάγκη να το κάνεις αυτό;»

«Τι να έκανα έτσι όπως πήγαινες!;»

«Άλλη φορά να μην τρως τόσο προτού πετάξεις μαζί μου.»

«Είσαι επικίνδυνος πιλότος!»

«Πιο επικίνδυνο θα ήταν αν τους είχαμε ακόμα στο κατόπι μας,» είπε ο Προαιρέσιος.

«Τους έδιωξες;»

«Άκου ερωτήσεις, τώρα…»

3.

Καθώς ο ήλιος έγερνε ολοένα και περισσότερο προς τη δύση, το Απολλώνιο στράτευμα πλησίαζε τη Γλαυκόπολη, με τους ανιχνευτές του να προηγούνται και τα αεροσκάφη του να κάνουν κύκλους στον ουρανό. Τα μεταγωγικά έπαιρναν τους Απολλώνιους στρατιώτες, τους πήγαιναν κάποιες δεκάδες χιλιόμετρα βόρεια, τους άφηναν για λίγο εκεί, και μετά τους έπαιρναν πάλι και τους πήγαιναν ακόμα πιο μακριά. Αυτό έδινε χρόνο στους ανιχνευτές να ελέγχουν τα εδάφη προτού έρθει το κυρίως σώμα του στρατεύματος.

Αντίσταση δεν είχαν μέχρι στιγμής συναντήσει, και ούτε είχαν εντοπίσει καμία παρουσία Παντοκρατορικών.

Στη Γλαυκόπολη, σκεφτόταν ο Οδυσσέας. Εκεί ίσως να μας εναντιωθούν.

Και καθώς η νύχτα έπεφτε, έφτασαν σ’ένα μέρος απ’όπου μπορούσαν να δουν τα φώτα από τις πολυκατοικίες της πόλης. Γύρω της δεν φαίνονταν Παντοκρατορικές δυνάμεις. Το πεδίο ήταν ανοιχτό. Και η Γλαυκόπολη έμοιαζε ήσυχη στον Οδυσσέα, καθώς την ατένιζε με τα κιάλια του, καθισμένος επάνω στην οροφή του μεγάλου ερπυστριοφόρου το οποίο είχε σταματήσει μαζί με το υπόλοιπο Απολλώνιο στράτευμα. Αυτό μπορεί να είναι είτε καλό σημάδι είτε κακό, συμπέρανε. Είτε οι Παντοκρατορικοί είχαν αποχωρήσει και οι πολίτες ήταν ακόμα μαζεμένοι επειδή φοβόνταν ότι μπορεί κάτι άσχημο να συνέβαινε, κάποια μάχη να ξεσπούσε με το Απολλώνιο στράτευμα που πλησίαζε· είτε οι Παντοκρατορικοί είχαν κρυφτεί μέσα στην πόλη και είχαν προστάξει τους κατοίκους να μείνουν ήσυχοι, ενώ περίμεναν τους Απολλώνιους να μπουν στους δρόμους της Γλαυκόπολης για να τους χτυπήσουν από ενέδρες.

«Θέλεις να μπούμε εμείς πρώτες, Πρόμαχε;» ρώτησε η Αθηνά, που καθόταν δίπλα του επάνω στο Μεταβλητό Αυτοσυντηρούμενο Όχημα, μαζί με τη Νικίτα και την Αριάδνη’ταρ. «Δε θα μας πάρουν είδηση, αφού δεν έχουν καμια άμυνα γύρω από την πόλη.»

«Μπορεί να έχουν ανιχνευτικά συστήματα εν ενεργεία,» την προειδοποίησε η Νικίτα, «ή και ανθρώπους τους που παρακολουθούν από τα παράθυρα πολυκατοικιών.»

«Θα είμαστε προσεχτικές,» είπε η Αθηνά.

«Ας δούμε πρώτα αν ο Δούκας της Γλαυκόπολης θ’απαντήσει σε τηλεπικοινωνιακό κάλεσμά μας.» Ο Οδυσσέας σηκώθηκε από εκεί όπου ήταν καθισμένος και κατέβηκε στο εσωτερικό του ερπυστριοφόρου. Οι τρεις γυναίκες τον ακολούθησαν.

Ο Δομίνικος Εύηχος περίμενε μέσα στο άρμα. «Τι συμπέρανες, Πρόμαχε;» ρώτησε.

«Ας τους στείλουμε σήμα,» είπε ο Οδυσσέας.

Ο Δομίνικος ένευσε συμφωνώντας.

Ο Οδυσσέας πήγε στην τηλεπικοινωνιακή κονσόλα και έστειλε σήμα προς τη Γλαυκόπολη, σε μια γνωστή συχνότητα του στρατού. Λογικά οι αρχές της πόλης θα την παρακολουθούσαν αυτή τη συχνότητα, αν οι Παντοκρατορικοί είχαν αποχωρήσει.

«Θα μιλήσω εγώ,» προθυμοποιήθηκε ο Δομίνικος.

Ο Οδυσσέας δεν έφερε αντίρρηση, έτσι ο Στρατηγός είπε στο μικρόφωνο του πομπού: «Σας καλεί ο Δομίνικος Εύηχος, Στρατηγός του Απολλώνιου στρατεύματος που βρίσκεται νότια της Γλαυκόπολης. Επιθυμώ να μιλήσω με τον Δούκα Ευγένιο.» Αυτός ήταν, τουλάχιστον, Δούκας της Γλαυκόπολης όταν οι Παντοκρατορικοί είχαν έρθει σε τούτα τα εδάφη. Μετά, κανένας δεν ήξερε τι ακριβώς του είχε συμβεί, μα όλοι υπέθεταν ότι εξακολουθούσε να κατοικεί στην πόλη του, αν και υποτελής της Παντοκράτειρας.

Ο Δομίνικος επανέλαβε το μήνυμά του μία ακόμα φορά, και τελικά ήρθε απάντηση.

«Ο Δούκας θα λάβει αμέσως το μήνυμά σας, Στρατηγέ, και θα σας απαντήσει.»

«Με ποιον μιλάω;»

«Λοχαγός Δαμιανός Νεομαθής. Του Απολλώνιου Στρατού. Τα Παντοκρατορικά στρατεύματα αποχώρησαν πριν από έξι ώρες, Στρατηγέ, και ο Δούκας έδωσε σ’όλους τους Απολλώνιους αξιωματικούς τους τίτλους που είχαν πριν από την κατοχή.»

«Είναι βέβαιο πως οι Παντοκρατορικοί έχουν αποχωρήσει, Λοχαγέ Νεομαθή;»

«Μάλιστα, Στρατηγέ. Θα σας το επιβεβ– Λαμβάνουμε σήμα τώρα από τον Δούκα. Να τον συνδέσω;»

«Ασφαλώς. Μπορούμε να έχουμε και εικόνα του;»

«Μάλιστα. Καλεί από το παλάτι.»

Η οθόνη στην κονσόλα μπροστά στον Οδυσσέα και τον Δομίνικο έδειξε το πρόσωπο ενός άντρα πολύ πιο νέου απ’ό,τι ο Πρόμαχος νόμιζε πως ήταν ο Δούκας Ευγένιος Καλλίφωνος. Είχε δέρμα χρυσό και μαλλιά πλούσια, μαύρα, και σπαστά. Φορούσε γυαλιά με επάργυρο σκελετό.

«Ο Στρατηγός Δομίνικος Εύηχος;» ρώτησε.

«Μάλιστα,» είπε ο Δομίνικος. «Αλλά εσείς δεν είστε ο Δούκας Ευγένιος.»

Ο άντρας μέσα στην οθόνη χαμογέλασε. «Είμαι ο γιος του, Στρατηγέ. Ονομάζομαι Κωνστάντιος.»

«Κι ο πατέρας σας, Άρχοντά μου;»

«Νεκρός, Στρατηγέ. Είμαι ο καινούργιος Δούκας της Γλαυκόπολης.»

«Λυπάμαι πολύ που μαθαίνω για τον θάνατό του, Άρχοντά μου. Οφείλεται στους Παντοκρατορικούς;»

«Όχι, Στρατηγέ.»

«Θα μπορούσαμε να εισέλθουν στη Γλαυκόπολη, εγώ, ο Πρόμαχος Οδυσσέας, και κάποιοι άλλοι αξιωματικοί και κοντινοί μας άνθρωποι;»

«Ασφαλώς,» αποκρίθηκε ο Δούκας της Γλαυκόπολης. «Θα στείλω κάποιους να σας οδηγήσουν στο παλάτι. Θα σας περιμένουν στη νότια είσοδο της πόλης.»

«Ευχαριστούμε, Υψηλότατε,» είπε ο Δομίνικος.

«Σύντομα θα μιλήσουμε από κοντά, Στρατηγέ. Σας χαιρετώ.»

Ο Δομίνικος ένευσε, και η επικοινωνία τους τερματίστηκε. Το πρόσωπο του Δούκα Κωνστάντιου εξαφανίστηκε από την οθόνη.

Ο Δομίνικος στράφηκε στον Οδυσσέα. «Τον γνωρίζεις, Πρόμαχε;»

«Όχι,» αποκρίθηκε εκείνος. «Τον υποπτεύεσαι;»

«Εσύ δεν τον υποπτεύεσαι;»

«Νομίζεις ότι θα ισχυριζόταν πως είναι γιος του Δούκα Ευγένιου χωρίς να είναι;»

«Μπορεί να είναι γιος του,» είπε ο Δομίνικος, «και να μας πρόδωσε.»

Η Αθηνά, που δεν στεκόταν μακριά τους, είπε: «Δεν αποκλείεται, Στρατηγέ.»

«Τι προτείνετε, λοιπόν;» ρώτησε ο Οδυσσέας. «Να μην πάμε στο παλάτι;»

4.

Όταν ο Γαλανός Αετός επέστρεψε στο Φρούριο του Σμαραγδένιου Βουνού, η Βατράνια πήγε στο δωμάτιό της, για να πλυθεί, ενώ ο Προαιρέσιος πήγε να αναφέρει στον Πρίγκιπα της Επανάστασης. Τον βρήκε στην αίθουσα σχεδιασμών του οχυρού, μαζί με τη Δούκισσα Ευδοκία, τον Δούκα Πολυκρίτη, την Ιωάννα, τον Σέλιρ’χοκ, την Άνμα’ταρ, τον Βαλέριο, και μερικούς αξιωματικούς του Απολλώνιου Στρατού. Δεν φαινόταν να γίνεται κάποιο συμβούλιο, καθώς κάθονταν από δω κι από κει μέσα στην αίθουσα. Ο Ανδρόνικος μιλούσε με τη Δούκισσα της Χρυσόπολης· ο Δούκας Πολυκρίτης έλεγε κάτι σ’έναν αξιωματικό, κι εκείνος κοίταζε την οθόνη ενός πληροφοριακού συστήματος· η Ιωάννα κάπνιζε και συζητούσε με την Άνμα’ταρ και τον Βαλέριο· ο Σέλιρ’χοκ έμοιαζε συλλογισμένος καθώς κοίταζε από ένα παράθυρο. Και ήταν ο πρώτος που στράφηκε να δει τον Προαιρέσιο.

Μάλλον με πρόσεξε να προσγειώνομαι, σκέφτηκε ο πιλότος· και, πλησιάζοντας τον Ανδρόνικο και τη Δούκισσα, χαιρέτησε: «Μεγαλειότατε. Δούκισσά μου.»

«Τι νέα έχουμε, Προαιρέσιε;» ρώτησε ο Ανδρόνικος.

Ο Προαιρέσιος πήρε μια καρέκλα και κάθισε κοντά τους. «Αν μου φέρετε έναν χάρτη μπορώ να σας δείξω πού εντόπισα Παντοκρατορικούς.»

Η Ευδοκία είπε σε μια αξιωματικό να φέρει έναν χάρτη, και σε λίγο είχαν έναν χάρτη της ευρύτερης περιοχής απλωμένο ανάμεσά τους· και ήρθαν κι η Ιωάννα, η Άνμα’ταρ, και ο Βαλέριος κοντά για να κοιτάξουν.

Ο Προαιρέσιος έδειξε τις θέσεις που είχε δει από το αεροπλάνο του. «Η Βατράνια τράβηξε και μερικές φωτογραφίες,» πρόσθεσε. «Θα έρθει σε λίγο και θα τις φέρει.»

«Η Βατράνια;» έκανε ο Ανδρόνικος. Δεν είχαν συμφωνήσει ότι και η Βατράνια θα πήγαινε σ’αυτή την ανιχνευτική αποστολή.

«Επέμενε να έρθει, Πρίγκιπά μου.»

«Τέλος πάντων. Καλό θα ήταν να μου το είχες πει, πρώτα. Νόμιζα ότι βρισκόταν στο δωμάτιό της.»

«Ούτε εγώ το ήξερα ότι ήθελε να έρθει. Με συνάντησε στο αεροδρόμιο, στιγμές προτού φύγω.»

Η Ευδοκία, αλλάζοντας θέμα, ρώτησε: «Οι Παντοκρατορικοί σε πρόσεξαν;»

Ο Προαιρέσιος ένευσε. «Ναι. Στην αρχή προσπάθησαν να με καταρρίψουν μ’ένα αντιαεροπορικό βλήμα, το οποίο απέφυγα σχετικά εύκολα. Μετά, έστειλαν κάποια αεροσκάφη για να με καταδιώξουν. Δύο με πρόφτασαν. Το ένα το κατέρριψα, το άλλο έφυγε.»

«Το ίδιο συμβαίνει πάντα και με τους δικούς μου ανιχνευτές,» είπε η Δούκισσα. «Όλες τις φορές οι Παντοκρατορικοί τούς εντοπίζουν. Προσέχουν πάρα πολύ την περιοχή γύρω από τη Βολιρία.»

«Έτσι όπως έχει πλέον διαμορφωθεί η κατάσταση,» είπε ο Ανδρόνικος, «είναι το πιο σημαντικό σημείο που κρατάνε στην Απολλώνια. Και θα πρέπει να το πάρουμε από αυτούς,» πρόσθεσε. «Τι οπλισμοί υπάρχουν σε καθεμία από τούτες τις θέσεις, Προαιρέσιε;»

Ο Προαιρέσιος τούς ανέφερε ό,τι είχε παρατηρήσει, και άρχισαν να κάνουν κάποιους σχεδιασμούς για το πώς πιθανώς συνέφερε να επιτεθούν. Τώρα και ο Δούκας Πολυκρίτης είχε έρθει κοντά, καθώς κι ο Σέλιρ’χοκ.

Όταν η Βατράνια μπήκε στο δωμάτιο, κανένας τους δεν την πρόσεξε εκτός από τους αξιωματικούς που δεν κοίταζαν τον χάρτη με τις θέσεις που είχε σημειώσει ο Προαιρέσιος.

«Τα πράγματα, πάντως,» έλεγε ο Πολυκρίτης, «φαίνεται να έχουν αλλάξει πολύ, ύστερα από την τελευταία μας πληροφόρηση γι’αυτές τις περιοχές. Οι Παντοκρατορικοί μετακινούνται συχνά. Επομένως, αναρωτιέμαι αν θα έχουν μετακινηθεί και ώσπου να τους επιτεθούμε. Ειδικά αφού είδαν το αεροπλάνο του Προαιρέσιου.»

«Υπάρχει, σίγουρα, αυτή η πιθανότητα,» είπε η Ιωάννα. «Οπότε θα ήταν ίσως προτιμότερο να επιτεθούμε γρήγορα, αν έχουμε τις απαιτούμενες δυνάμεις στη διάθεσή μας.»

«Δυνάμεις υπάρχουν–»

«Με συγχωρείτε.» Στράφηκαν για να δουν τη Βατράνια. «Σας έφερα μερικές φωτογραφίες από τις θέσεις των Παντοκρατορικών.»

Ο Προαιρέσιος παρατήρησε ότι ήταν ντυμένη διαφορετικά από πριν, αλλά όχι λιγότερο προσεγμένα.

«Να τις δούμε;» είπε ο Πολυκρίτης.

Η Βατράνια τού έδωσε τη φωτογραφική μηχανή της, κι εκείνος τη συνέδεσε με μια από τις κονσόλες. Πάτησε μερικά πλήκτρα, και σε μια οθόνη δεν άργησαν να εμφανιστούν οι φωτογραφίες, η μία δίπλα στην άλλη. Ο Πολυκρίτης άρχισε να τις μεγεθύνει, κατά σειρά, για να τις δουν καλύτερα.

«Μεγαλώστε την αυτήν λίγο περισσότερο, Δούκα μου,» ζήτησε η Ιωάννα όταν είχαν φτάσει στη δεύτερη.

Ο Πολυκρίτης τη μεγέθυνε κι άλλο.

«Αυτό εκεί,» είπε η Ιωάννα δείχνοντας, «πρέπει νάναι ενεργειακό κανόνι.»

Ο Πολυκρίτης εστίασε την οθόνη γύρω απ’το συγκεκριμένο σημείο. Ήταν θολό, δεν φαινόταν καθαρά· μονάχα μια μουσούδα διακρινόταν να προεξέχει από κάπου. «Πώς μπορείς να είσαι σίγουρη;»

«Από τέτοιο ύψος, έτσι φαίνονται τα ενεργειακά κανόνια, Δούκα μου,» είπε η Ιωάννα. «Δεν είμαι απόλυτα βέβαιη, αλλά κατά πάσα πιθανότητα ενεργειακό κανόνι είναι.»

Ο Πολυκρίτης συνέχισε ν’αλλάζει φωτογραφίες στην οθόνη μέχρι που τις είχαν κοιτάξει όλες. Ακόμα μια φορά η Ιωάννα είπε ότι κάπου υπήρχε ενεργειακό κανόνι, κι έβαλε τον Δούκα να εστιάσει για να το δουν καλύτερα. Ουσιαστικά, βέβαια, τίποτα περισσότερο από μια θολούρα δεν φαινόταν ύστερα από τόσο μεγάλη μεγέθυνση.

«Επομένως,» είπε ο Ανδρόνικος όταν τελείωσαν. «Εδώ,» έδειξε την πρώτη Παντοκρατορική θέση επάνω στον χάρτη, «υπάρχει ένα μικρό οχυρό με άρματα μάχης. Εδώ,» έδειξε τη δεύτερη θέση, «είναι ακόμα ένα μικρό οχυρό – με ενεργειακό κανόνι, όπως μας λέει η Ιωάννα. Εδώ» – συνέχιζε να δείχνει – «έχουμε μια ανοιχτή βάση που λειτουργεί, πιθανώς, ως τηλεπικοινωνιακός κόμβος. Εδώ είναι ένα οχυρό με αντιαεροπορικούς πυραύλους και ενεργειακό κανόνι – πάλι, όπως μας λέει η Ιωάννα. Και εδώ είναι ένας μεγάλος καταυλισμός, όπου, εκτός από μαχητές, υπάρχουν σταθμευμένα άρματα μάχης και προσγειωμένα αεροσκάφη.»

Ο Πολυκρίτης ένευσε. «Ναι, Μεγαλειότατε. Έτσι μοιάζει να είναι η κατάσταση. Όμως, όπως βλέπετε από τα παλιότερα σημάδια επάνω στον χάρτη, οι Παντοκρατορικοί καταλάμβαναν διαφορετικές θέσεις πριν. Από ορισμένες, προφανώς, έχουν φύγει. Για παράδειγμα, αν βρίσκονταν ακόμα εδώ» – έδειξε με το χέρι του – «ο Προαιρέσιος, πιστεύω, θα τους εντόπιζε–»

«Χωρίς αμφιβολία, Δούκα μου,» είπε ο πιλότος.

«Ορισμένες άλλες, όμως, δεν μπορούμε να ξέρουμε αν ακόμα υφίστανται. Όπως αυτή κι αυτή.» Ο Πολυκρίτης τις έδειξε, τη μία κατόπιν της άλλης.

«Δεν πήγα τόσο κοντά στα βουνά,» παραδέχτηκε ο Προαιρέσιος.

«Δε θα χρειαστεί να αντιμετωπίσουμε αυτές τις θέσεις,» είπε ο Ανδρόνικος, «αν κατευθυνθούμε προς τη Βολιρία χωρίς απόκλιση. Οι Παντοκρατορικοί, αν έχουν στρατό στις θέσεις που αναφέρεις, Δούκα μου, τον έχουν για να προσέχει μήπως έρθουμε από τη νότια μεριά τους.»

«Ναι,» συμφώνησε ο Πολυκρίτης. «Ωστόσο, καλό θα ήταν να έχουμε υπόψη μας κι αυτές τις θέσεις.»

«Σίγουρα,» συμφώνησε ο Ανδρόνικος. «Ας κάνουμε, λοιπόν, μια ανακεφαλαίωση της κατάστασης κι ας ανανεώσουμε τον χάρτη.»

Τον ανανέωσαν, κρατώντας σημειωμένες μόνο τις θέσεις που είχε δει ο Προαιρέσιος και όσες από τις προηγούμενες θεωρούσαν πιθανό ακόμα να υφίστανται. Μετά, άρχισαν να σχεδιάζουν την επίθεσή τους κατά των Παντοκρατορικών δυνάμεων της Βολιρίας. Το μεσημέρι διέκοψαν το συμβούλιό τους για να ξεκουραστούν μερικές ώρες, κι ύστερα συνέχισαν μέχρι το βράδυ.

Όταν ο ήλιος είχε δύσει, είχαν αποφασίσει πώς θα κινούνταν, και ο Ανδρόνικος αισθανόταν ανήσυχος. Αυτή ήταν η αρχή του τέλους του πολέμου που είχε ξεκινήσει εδώ και τόσα χρόνια εναντίον της Παντοκράτειρας. Του πολέμου που, τότε, του έμοιαζε απελπισμένος, απίθανο να νικήσει. Δεν μπορούσε, όμως, και να μην ξεκινήσει την επανάστασή του, παρότι γνώριζε ότι άλλες, παλιότερες επαναστάσεις είχαν αποτύχει, η Παντοκράτειρα τις είχε συνθλίψει. Με τη δική μου επανάσταση δεν θα συμβεί το ίδιο! σκεφτόταν τότε ο Ανδρόνικος. Κι όπως είχε αποδειχτεί, είχε δίκιο. Τουλάχιστον, ώς τώρα η Επανάσταση δεν είχε καταπνιγεί, και τον τελευταίο καιρό η Παντοκρατορία ήταν που έχανε έδαφος. Ο Ανδρόνικος, όμως, είχε την υποστήριξη της Απολλώνιας, μιας ολόκληρης ισχυρής διάστασης· δεν ήταν όπως κάποιους άλλους, παλιότερους επαναστάτες οι οποίοι είχαν ελάχιστη υποστήριξη, κι αυτή περιορισμένης πολιτικής και στρατιωτικής δύναμης. Είχε στρέψει το Βασίλειο της Απολλώνιας εναντίον της Παντοκράτειρας, και είχε υποσχεθεί στον λαό του ότι θα τον ελευθέρωνε. Και τώρα αυτό το όνειρο, ύστερα από τόσα χρόνια αγώνα, πλησίαζε να γίνει πραγματικότητα. Οι Παντοκρατορικές δυνάμεις, που σφυροκοπούσαν αλύπητα τα βόρεια μέρη της Απολλώνιας προσπαθώντας να φτάσουν στα ενδότερά της, τώρα θα διώχνονταν, θα οδηγούνταν πίσω, στη Ρελκάμνια.

Και μετά, η Επανάσταση θα πήγαινε εκεί, στην ίδια τη διάσταση-έδρα της Συμπαντικής Παντοκρατορίας, για να δώσει το τελειωτικό χτύπημα και να φροντίσει ότι το θηρίο δεν θα ξανασηκωνόταν για να τους υποτάξει όλους.

Στον Ανδρόνικο θα έμοιαζαν όλα τούτα σαν όνειρο αν δεν είχε πολεμήσει τόσο σκληρά για να τα φέρει σε πέρας. Πήραμε τη Νούμβρια. Τώρα, θα πάρουμε τη Βολιρία, και την Ξανθούπολη, και την Άρφια. Και το Βόρειο Μέτωπο θα καταρρεύσει. Θα τρέψουμε τους Παντοκρατορικούς σε υποχώρηση, προς τον Ερειπιώνα.

Ωστόσο, αυτή η στιγμή δεν είχε ακόμα έρθει. Και ο Ανδρόνικος ήξερε ότι καλύτερα ήταν να επικεντρώσει τις σκέψεις του στο παρόν, για να αντιμετωπίσει την κατάσταση που είχε μπροστά του.

Πήγε στο δωμάτιό του μέσα στο Φρούριο του Σμαραγδένιου Βουνού – λιτό και απλό, όπως όλα τα δωμάτια εδώ – έβγαλε τις μπότες του, και ξάπλωσε στο μικρό κρεβάτι.

Τι να έκανε, άραγε, ο Οδυσσέας τώρα; αναρωτήθηκε. Είχε φτάσει στη Γλαυκόπολη;

5.

Ένα τετράκυκλο όχημα απομακρύνθηκε από το στρατόπεδο των Απολλώνιων δυνάμεων και πήγε προς τη νότια είσοδο της Γλαυκόπολης, που οι πολυκατοικίες της φώτιζαν σαν δαυλοί μέσα στη νύχτα. Στο εσωτερικό του οχήματος βρίσκονταν ο Οδυσσέας, καθισμένος στο τιμόνι, και ο Στρατηγός Δομίνικος Εύηχος, καθισμένος στη θέση του συνοδηγού. Πίσω τους ήταν ο Ευθύπορος, ο Φέτανιρ, και τρεις Απολλώνιοι στρατιώτες που είχαν διακριθεί στο πεδίο της μάχης για τη γενναιότητα και την ικανότητά τους.

Το όχημα, κυλώντας επάνω στους μεγάλους, ατρακτοειδείς τροχούς του, ακολούθησε τον δρόμο που οδηγούσε στη νότια είσοδο της Γλαυκόπολης και συνάντησε εκεί ένα άλλο όχημα να το περιμένει. Ένα χαμηλό τρίκυκλο, με το γυάλινο σκέπαστρό του σηκωμένο. Πλάι του στεκόταν μια γυναίκα ντυμένη με τη στολή του Απολλώνιου Στρατού κι έχοντας επάνω της γαλόνια που τη διέκριναν ως ανθυπολοχαγό. Μέσα στο όχημα, στο τιμόνι, καθόταν ένας άντρας, ντυμένος όχι στρατιωτικά αλλά, μάλλον, με την ενδυμασία αυλικού.

Ο Οδυσσέας σταμάτησε μπροστά τους. Άνοιξε το παράθυρο πλάι του και μίλησε στη γυναίκα.

«Είμαι ο Πρόμαχος Οδυσσέας Επίμετρος,» της είπε. «Και έχω μαζί μου τον Στρατηγό Δομίνικο Εύηχο και κάποιους άλλους συντρόφους μας.»

«Καλώς ορίσατε, Πρόμαχε,» αποκρίθηκε η γυναίκα, που ήταν ψηλή, χρυσόδερμη, και πορφυρομάλλα με κοντοκουρεμένα μαλλιά. «Είμαι η Ανθυπολοχαγός Λουκιλία Αντίπλευρη. Βρίσκομαι εδώ με διαταγή του Δούκα της Γλαυκόπολης, προκειμένου να σας οδηγήσω στο παλάτι του, στο κέντρο της πόλης.»

«Οδηγήστε μας, κυρία Ανθυπολοχαγέ,» της είπε ο Οδυσσέας. Κι εκείνη, νεύοντας, μπήκε στο τρίκυκλο και το γυάλινο σκέπαστρο έκλεισε από πάνω της καθώς το όχημα ξεκινούσε.

Ο Οδυσσέας το ακολούθησε.

Ο Δομίνικος παρατήρησε: «Αποκλείεται αυτή να ήταν στρατιωτικός εδώ πριν από την Παντοκρατορική Κατοχή.»

«Ναι, είναι πολύ νέα· το πρόσεξες κι εσύ, Στρατηγέ…»

«Γύρω στα εικοσιπέντε, την υπολογίζω.»

Ο Οδυσσέας ένευσε. «Κι εγώ,» είπε καθώς έμπαιναν στη Γλαυκόπολη και οι πολυκατοικίες ορθώνονταν ολόγυρά τους. Τα οικοδομήματα δεν ήταν τόσο ψηλά όσο στην Απαστράπτουσα ή σε άλλες κεντρικές πόλεις του Βασιλείου της Απολλώνιας, μα ούτε και χαμηλά θα μπορούσε κανείς να τα αποκαλέσει.

«Πόσο, λοιπόν, ήταν όταν κατατάχθηκε στο Στράτευμα; Δέκα χρονών;» είπε ο Δομίνικος.

Ο Οδυσσέας ήξερε, βέβαια, πόσα χρόνια βρίσκονταν οι Παντοκρατορικοί στην Απολλώνια, αλλά κάθε φορά που το σκεφτόταν το μυαλό του έμοιαζε να εκπλήσσεται. Πώς είναι δυνατόν να τους έχουμε τόσο καιρό εδώ πέρα; Πρώτα, ως κατακτητές, με τον Πρίγκιπά μας παντρεμένο με την Παντοκράτειρα σαν κίνηση καλής θέλησης κι από τις δύο πλευρές. Έπειτα, ως εχθρούς, πολεμώντας τους στο Βόρειο Μέτωπο σε μια σύγκρουση που φαινόταν πως δεν θα τελειώσει ποτέ – κι ακόμα έτσι φαίνεται, παρότι υπολογίζουμε ότι η νίκη είναι κοντά…

«Δε συμφωνείς, Πρόμαχε;»

«Συμφωνώ, Στρατηγέ. Απλώς δεν έχω τίποτα να πω.»

«Πολύ πιθανόν να πηγαίνουμε σε παγίδα,» τόνισε ο Δομίνικος. «Αυτή η γυναίκα μπορεί νάναι πράκτορας των Παντοκρατορικών!»

«Μπορεί. Αλλά νομίζεις ότι οι Παντοκρατορικοί θα έκαναν τέτοιο λάθος;»

«Γιατί όχι;»

«Δεν ξέρεις καλά τους πράκτορές τους, μου φαίνεται.»

«Έτσι νομίζεις, Πρόμαχε;» έκανε, απότομα, ο Δομίνικος. Προφανώς είχε προσβληθεί.

«Μην το παίρνεις προσωπικά, Στρατηγέ. Είσαι καλός στρατιωτικός, έχεις προσφέρει πολλά στο Βόρειο Μέτωπο, γνωρίζεις τις τακτικές των Παντοκρατορικών στον πόλεμο· αλλά δεν ξέρεις τι γίνεται μέσα στα δίκτυά τους όπως ξέρω εγώ. Οι πράκτορες της Παντοκράτειρας μπορούν να αποδειχτούν δαιμόνιοι, σε διαβεβαιώνω. Κι αυτό δεν είναι ένα λάθος που θεωρώ πως θα έκαναν.»

«Θα δούμε,» μουρμούρισε ο Δομίνικος, κοιτάζοντας μπροστά, το τρίκυκλο όχημα που ακολουθούσαν.

Στους δρόμους δεν υπήρχε παρά ελάχιστη κίνηση από τροχοφόρα και έφιππους: κι ορισμένοι από τους τελευταίους, παρατήρησε ο Οδυσσέας, καβαλούσαν Σερπετά, όχι άλογα. Πολύ περισσότερα Σερπετά απ’ό,τι θα έβλεπες σε οποιαδήποτε άλλη πόλη της Απολλώνιας – και η Γλαυκόπολη δεν ήταν και καμια τεράστια πόλη. Τα πλάσματα αυτά, όμως, ήταν πολλά στην Κοιλάδα της Γλαυκής, και οι άνθρωποι εδώ τα εκπαίδευαν και τα χρησιμοποιούσαν συχνά για τις δουλειές τους και τις μικρών αποστάσεων μετακινήσεις τους.

Η Ανθυπολοχαγός Αντίπλευρη τούς οδήγησε στην κεντρική αγορά της Γλαυκόπολης, όπου όλα τα καταστήματα ήταν ανοιχτά και κόσμος τριγύριζε παρά τη νυχτερινή ώρα. Ο Οδυσσέας έβλεπε τους ντόπιους να μιλούν εύθυμα αναμεταξύ τους, κι αρκετούς να πίνουν και να καπνίζουν μέσα στον δρόμο, συζητώντας και γελώντας. Δεν του φαίνονταν φοβισμένοι. Θυμίζουν ανθρώπους που έχουν πρόσφατα αποτινάξει έναν ζυγό από πάνω τους και διασκεδάζουν. Μπορεί, λοιπόν, όλα τούτα να ήταν παγίδα των Παντοκρατορικών;

Το δούκικο παλάτι ορθωνόταν μετά την κεντρική αγορά της Γλαυκόπολης, σ’ένα ψηλότερο σημείο: και δεν άργησαν καθόλου να φτάσουν εκεί. Τα δύο φύλλα της ψηλής, καγκελωτής πύλης του κήπου του άνοιξαν, και το τετράτροχο όχημα του Οδυσσέα μπήκε μαζί με το τρίκυκλο που το οδηγούσε, πηγαίνοντας σ’έναν ανοιχτό χώρο στάθμευσης. Οι επιβάτες κατέβηκαν, και η Ανθυπολοχαγός Λουκιλία Αντίπλευρη είπε: «Θα σας πάω στη μεγάλη αίθουσα, όπου ο Δούκας σάς περιμένει.»

Ο Οδυσσέας, ο Στρατηγός Εύηχος, και οι υπόλοιποι την ακολούθησαν, εγκαταλείποντας τον χώρο στάθμευσης. Εκεί έμεινε μόνο ο οδηγός του τρίκυκλου, ο οποίος έκλεισε το σκέπαστρο του οχήματος και έφυγε κι αυτός.

Σιγή βασίλεψε για λίγο στο μέρος.

Ύστερα, η πίσω πόρτα του τετράκυκλου οχήματος του Οδυσσέα άνοιξε απειροελάχιστα. Αρκετά για να κοιτάξει ένα γυαλιστερό μάτι από τη χαραμάδα.

Η Νικίτα δεν έβλεπε κανέναν άνθρωπο τριγύρω. Ο χώρος στάθμευσης τής έμοιαζε έρημος. Το ίδιο κι ο σκοτεινός κήπος πέρα απ’αυτόν.

Στράφηκε στην Αθηνά και την Αριάδνη’ταρ, οι οποίες, όπως κι εκείνη, είχαν μόλις βγει από την καταπακτή στο πίσω πάτωμα του οχήματος και βρίσκονταν γονατισμένες για να μην τύχει και τις δει κανένας από έξω.

Η Νικίτα τούς μίλησε με τα δάχτυλά της μες στο μισοσκόταδο: Μόνες είμαστε.

Η Αθηνά κοίταξε, κρυφά, από το μπροστινό παράθυρο του οχήματος, καθώς κι από τα πλάγια. Μάλλον, είπαν τα δάχτυλά της στις άλλες δύο.

Η Αριάδνη’ταρ ρώτησε: Ξόρκι Οπτικής Ενισχύσεως;

Η Νικίτα κατένευσε· τράβηξε ένα ζευγάρι μικρά κιάλια από τη μαύρη στολή της και τα έδωσε στη μάγισσα. Εκείνη έκανε ένα ξόρκι επάνω τους, ψιθυριστά, και της τα επέστρεψε. Η Νικίτα, χρησιμοποιώντας τα, κοίταξε έξω από το όχημα, προς όλες τις μεριές, παραμένοντας γονατισμένη, κρυμμένη.

Κατέβασε τα κιάλια και έγνεψε στις άλλες δύο: Κανένας.

Πάμε, πρότεινε η Αθηνά.

Η Νικίτα και η Αριάδνη’ταρ κατένευσαν, και όλες τους βγήκαν από το τετράκυκλο όχημα. Τρεις σκιές μέσα στη νύχτα, οι οποίες γρήγορα χάθηκαν ανάμεσα στα οχήματα του χώρου στάθμευσης και μέσα στον κήπο του δούκικου παλατιού της Γλαυκόπολης…

Εν τω μεταξύ, η Ανθυπολοχαγός Αντίπλευρη είχε οδηγήσει τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του στο κεντρικό οίκημα του παλατιού, και τώρα βάδιζαν στους στολισμένους διαδρόμους του. Παντού υπήρχαν τοιχογραφίες με όμορφα τοπία από την Κοιλάδα της Γλαυκής, με κυνηγούς, με άλογα, και με Σερπετά. Επίσης, σε κάποια σημεία, μεγάλα σπαθιά κρέμονταν διασταυρωμένα, καθώς και παλιές, καλλιτεχνικά λαξεμένες καραμπίνες.

«Από πότε είσαι στο Στράτευμα, Ανθυπολοχαγέ;» ρώτησε ο Δομίνικος Εύηχος.

Η Λουκιλία Αντίπλευρη σταμάτησε και στράφηκε να τον κοιτάξει. «Δυστυχώς, πρόσφατα, Στρατηγέ. Πολύ πρόσφατα.»

«Πόσο πρόσφατα; Όσο οι Παντοκρατορικοί βρίσκονταν εδώ, σίγουρα δεν επέτρεπαν καινούργιους να κατατάσσονται στον Απολλώνιο Στρατό!»

«Δεν μπορούσαν, όμως, να αρνηθούν στον Δούκα μας να έχει μια κάποια προσωπική φύλαξη. Ήταν υποτελής τους αλλά εξακολουθούσε να είναι Δούκας της Γλαυκόπολης.»

«Η προσωπική φύλαξη διαφέρει πολύ από τον τακτικό στρατό,» είπε ο Δομίνικος.

«Πράγματι,» αποκρίθηκε η Λουκιλία. «Όμως, όταν οι Παντοκρατορικοί αποχώρησαν, ο Δούκας μας είχε μόνο εμάς για στρατό του.»

«Θέλεις να πεις ότι, στην πραγματικότητα, είσαι σωματοφύλακας;»

«Θα σας εξηγήσει ο Δούκας για εμάς, Στρατηγέ. Να συνεχίσουμε;»

Ο Δομίνικος δίστασε για μια στιγμή ν’απαντήσει, έτσι μίλησε ο Οδυσσέας: «Ασφαλώς. Δεν έχει νόημα να στεκόμαστε και να συζητάμε μες στη μέση του διαδρόμου.» Και χαμογέλασε.

Η Λουκιλία τού επέστρεψε το χαμόγελο – αν κι έμοιαζε προβληματισμένη – στράφηκε, και συνέχισε να προπορεύεται.

Ο Δομίνικος έριξε στον Οδυσσέα ένα έντονο βλέμμα καθώς πάλι την ακολουθούσαν.

«Ηρέμησε,» του ψιθύρισε ο Πρόμαχος. «Ό,τι κι αν συμβαίνει, με τη συμπεριφορά σου, απλά τους προειδοποιείς ότι κάτι έχουμε καταλάβει.»

«Σωστά μιλά ο Πρόμαχος,» τόνισε ο Φέτανιρ πίσω τους, ο οποίος, προφανώς, είχε ακούσει τα λόγια του Οδυσσέα παρότι η φωνή του ήταν επίτηδες χαμηλωμένη.

Ο Δομίνικος Εύηχος συνοφρυώθηκε. Κι έμεινε σιωπηλός ώσπου έφτασαν στη μεγάλη αίθουσα του παλατιού.

Το δωμάτιο ήταν, αναμενόμενα, ευρύχωρο και στολισμένο με τοιχογραφίες και πίνακες. Το ξύλινο πάτωμά του γυάλιζε και έτριζε κάτω από τα πόδια τους. Στο βάθος, επάνω σ’ένα βάθρο, βρισκόταν ένας ξύλινος θρόνος σκεπασμένος με μαξιλάρια και υφάσματα. Κανένας δεν καθόταν εκεί, όμως: Ο άντρας που είχαν δει στην οθόνη τους, μέσα στο Μεταβλητό Αυτοσυντηρούμενο Όχημα, στεκόταν κοντά στο μεγάλο τραπέζι της αίθουσας περιτριγυρισμένος από διάφορους ανθρώπους, που ορισμένοι ήταν ντυμένοι σαν Απολλώνιοι στρατιωτικοί, ορισμένοι άλλοι όχι. Ο ίδιος φορούσε τα επάργυρα γυαλιά του και πλούσια ρούχα: μαύρη τουνίκα με ασημένιο σιρίτι, μαύρο δερμάτινο παντελόνι, μαύρα γυαλιστερά παπούτσια, κι ένα πορφυρό χιτώνιο που σκέπαζε τους ώμους και την πλάτη, άνοιγε μπροστά στο στήθος και στην κοιλιά, κι έφτανε ώς τους μηρούς. Δενόταν στη μέση με χρυσό κορδόνι, και είχε χρυσό σιρίτι στις άκριές του και χρυσά κεντήματα επάνω του. Στον γοφό του Δούκα κρεμόταν ένα κοντό σπαθί από μια αργυρή αλυσίδα, θηκαρωμένο σε λαξευτό θηκάρι.

«Ο Στρατηγός Δομίνικος Εύηχος,» είπε ο Δούκας Κωνστάντιος. «Και… ο Πρόμαχος Οδυσσέας;»

«Μάλιστα, Δούκα μου,» αποκρίθηκε ο Οδυσσέας. «Και χαίρομαι πολύ για τη γνωριμία.»

«Νομίζω πως σας είχα δει και παλιότερα, Πρόμαχε, προτού ξεκινήσει η Επανάσταση και τα εδάφη μας καταληφθούν από Παντοκρατορικά στρατεύματα.»

«Αν με είχατε δει, θα ήταν σε κάποια περίσταση που ο τότε Πρίγκιπας και νυν Βασιληά μας, Ανδρόνικος, είχε επισκεφτεί τη Γλαυκόπολη.»

«Ναι,» είπε ο Κωνστάντιος. «Μάλλον. Ήσασταν από τότε μαζί με τον Βασιληά μας;»

«Ασφαλώς, Δούκα μου.»

«Θα θέλαμε να μάθουμε,» είπε ο Δομίνικος Εύηχος, κάπως άκομψα, «τι ακριβώς συνέβη με τους Παντοκρατορικούς, Υψηλότατε. Αποφάσισαν να υποχωρήσουν και απλώς… έφυγαν;»

«Ουσιαστικά, ναι, Στρατηγέ,» αποκρίθηκε ο Κωνστάντιος. «Έμαθαν ότι το στράτευμά σας ερχόταν προς τη Γλαυκόπολη αφού η Νούμβρια είχε πέσει στα χέρια σας. Είχε έρθει εδώ ένας Παντοκρατορικός αξιωματικός από τη Νούμβρια. Το όνομά του ήταν Κλεάνθης Νιρλέμβω. Συνταγματάρχης.»

Αυτό το καθίκι, σκέφτηκε ο Οδυσσέας. «Τον ξέρουμε, Δούκα μου.»

«Συζήτησε με τους αξιωματικούς εδώ. Δεν ήμουν παρών και δεν γνωρίζω τι ακριβώς είπαν· όμως, μετά, με ενημέρωσαν ότι θα έφευγαν. Είχαν καταλάβει ότι δεν μπορούσαν να αντιμε–»

Μια τζαμαρία ακούστηκε να σπάει παραδίπλα – ένας πυροβολισμός αντήχησε και δυο λάμπες ενός πολύφωτου στο ταβάνι θρυμματίστηκαν – φωνές από τους παρευρισκόμενους – κάποιοι τράβηξαν πιστόλια, κάποιοι σπαθιά ή ξιφίδια.

Ο Οδυσσέας, στρεφόμενος αμέσως και τραβώντας το πιστόλι του, είδε ότι η τζαμαρία που είχε σπάσει ήταν στ’αριστερά, κι ένας άντρας ήταν πεσμένος ανάμεσα στα γυαλιά μ’ένα τουφέκι μακρινής εμβέλειας στα χέρια του. Φορούσε μαύρα ρούχα, ιδανικά για να τον κρύβουν στο σκοτάδι, και είχε δέρμα λευκό με ροζ απόχρωση. Το κεφάλι του ήταν τελείως ξυρισμένο. Από πάνω του στεκόταν η Αθηνά, με το δεξί της πόδι στην πλάτη του, καθώς εκείνος ήταν ξαπλωμένος μπρούμυτα. Η Μαύρη Δράκαινα έσκυψε κι έβαλε το ξιφίδιό της στο πλάι του λαιμού του, λέγοντάς του κάτι που, μέσα στη βαβούρα της αίθουσας, δεν ακούστηκε.

Η Νικίτα και Αριάδνη’ταρ ήρθαν από τη σπασμένη τζαμαρία, η πρώτη με τουφέκι στα χέρια, η δεύτερη με πιστόλι και ξιφίδιο.

«Ησυχία!» αντήχησε η φωνή του Δούκα Κωνστάντιου πάνω από τις κραυγές των υπόλοιπων, κι οι κραυγές αυτές καταλάγιασαν κάπως.

Αρκετά για να μπορέσει η Αριάδνη ν’ακουστεί καθώς έλεγε: «Πρόμαχε, τον πιάσαμε να σε σημαδεύει.»

«Προδότες!» γρύλισε ο Δομίνικος Εύηχος, και τραβώντας το σπαθί του διέγραψε το σύμβολο του Καλέσματος στον αέρα εμπρός του.

Προς τον Δούκα Κωνστάντιο Καλλίφωνο.

«Τι κάνεις;» φώναξε ένας άντρας που ήταν ντυμένος με τα ιερατικά άμφια της θρησκείας του Απόλλωνα. «Ο Δούκας μας δεν είναι προδότης, Στρατηγέ!»

Ο Κωνστάντιος ατένισε προς στιγμή τον Δομίνικο έκπληκτος. Ύστερα τράβηξε κι εκείνος το σπαθί του–

Μια γυναίκα τού έπιασε το χέρι. «Περίμενε, Άρχοντά μου! Δεν ξέρει τι κάνει!»

«Δομίνικε,» είπε ο Οδυσσέας, «δε γνωρίζουμε ότι ο Δούκας μάς πρόδωσε.»

«Τότε, πώς αυτός ο δολοφόνος βρισκόταν μες στο παλάτι του;» φώναξε ο Δομίνικος Εύηχος.

«Αν με Καλέσεις, Στρατηγέ, θα αποδεχτώ το Κάλεσμά σου,» δήλωσε ο Κωνστάντιος, «όπως απαιτεί το έθιμο και η τιμή του Οίκου μου. Αλλά να ξέρεις πως εγώ δεν θα πρόδιδα ποτέ Απολλώνιους αγωνιστές!»

Ο Οδυσσέας ακούμπησε το χέρι του στον ώμο του Δομίνικου. «Στρατηγέ. Το αποκλείεις να είναι αυτό ένα κόλπο των Παντοκρατορικών για να μας βάλουν να σκοτωθούμε αναμεταξύ μας;»

«Πώς βρέθηκε, τότε, αυτός ο δολοφόνος μέσα στο παλάτι;» επέμεινε ο Δομίνικος, δείχνοντας τον πεσμένο άντρα με τη λεπίδα του σπαθιού του.

«Θα το ανακαλύψουμε,» είπε ο Οδυσσέας.

«Κι εν τω μεταξύ; Θα δώσουμε την ευκαιρία και σ’άλλους να μας επιτεθούν;»

«Δεν το ξέρουμε ότι υπάρχουν άλλοι.»

«Όπου είναι ένας….»

«Επιπλέον,» πρόσθεσε ο Οδυσσέας, «έχουμε καλή φύλαξη.» Και κοίταξε την Αθηνά, τη Νικίτα, και την Αριάδνη’ταρ. Αν δεν τις είχα κρύψει μες στο όχημά μας, για να βγουν και να ελέγξουν κρυφά τον χώρο, τώρα πιθανώς να ήμουν νεκρός… Γι’ακόμα μια φορά, οι Μαύρες Δράκαινες είχαν αποδειχτεί πολύτιμες για την Επανάσταση και κατάρα για την Παντοκρατορία που τις είχε εκπαιδεύσει.

Ρελκάμνια

1.

«Αιμορραγούμε σαν καρφωμένα γουρούνια!» μούγκρισε ο Σκοτ, καθώς παραπατούσαν μέσα στα σκοτεινά σοκάκια του Συμφύρματος. Το χέρι του ήταν πιεσμένο στα δεξιά του πλευρά, κι αισθανόταν αίμα να γλιστρά ανάμεσα από τα δάχτυλά του.

«Πρέπει να… φύγουμε… από δω,» έκανε η Ελίζα, αγκομαχώντας. Βάδιζε μετά δυσκολίας με το τραυματισμένο πόδι της.

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Σκοτ, και σταμάτησε σ’ένα στενορύμι, πλάι σε μια παλιά πόρτα, όχι και τόσο μακριά από εκεί όπου τους είχε αφήσει ο Κλαρκ βγάζοντάς τους από το Φαντασκεύασμα. «Είσαι καλά;»

«Είπε ότι δεν είναι τίποτα σοβαρό· απλώς φαίνεται.»

«Ναι, ’ντάξει. Τον πιστεύεις όμως;» Ο Σκοτ έσκισε ένα μεγάλο κομμάτι από τα ρούχα του χρησιμοποιώντας το ξιφίδιό του. Σήκωσε το επάνω μέρος της ενδυμασίας του και τύλιξε τον αυτοσχέδιο επίδεσμο γύρω απ’τα πλευρά του, δένοντάς τον με δύναμη για να σταματήσει την αιμορραγία. «Περίμενε,» είπε στην Ελίζα, βλέποντάς την να προσπαθεί κι εκείνη να σκίσει κάποιο κομμάτι από τα ρούχα της. «Περίμενε.»

«Τι;»

«Θα σε βοηθήσω.»

«Δε χρειά–»

«Περίμενε, είπα!»

«Καλά.» Η Ελίζα δεν είχε αντοχές για να διαφωνήσει, καθώς είχε την πλάτη της ακουμπισμένη στον τοίχο κι έμοιαζε εξαντλημένη από την αιμορραγία.

Ο γαμημένος μάγος είπε ότι τα τραύματά του είναι ακίνδυνα: αλλά πώς μπορεί αυτό ν’αληθεύει όταν κινδυνεύεις να χύσεις όλο σου το αίμα στο πλακόστρωτο; σκέφτηκε ο Σκοτ, κόβοντας ακόμα ένα κομμάτι από τα δικά του ρούχα και γονατίζοντας μπροστά στην Ελίζα. Τύλιξε τον αυτοσχέδιο επίδεσμο γύρω απ’τον τραυματισμένο μηρό της και τον έδεσε σφιχτά, κόβοντας τη ροή του αίματος.

«Εντάξει;» τη ρώτησε.

«Έτσι νομίζω.»

Ο Σκοτ σηκώθηκε όρθιος πάλι. «Λοιπόν,» είπε. «Πες μου: τι θα κάναμε κανονικά, αν είχαμε χτυπηθεί στη συμπλοκή στην Κεντρική Αγορά;»

«Γιατί ρωτάς εμένα, Σκοτ;»

«Εσύ ήσουν κάποτε ιδιωτική ερευνήτρια.»

Η Ελίζα μειδίασε, αν και αδύναμα. Έβγαλε τα παραλληλόγραμμα γυαλιά της και σκούπισε τον ιδρώτα από μέτωπό της με το μανίκι της. «Αν δύο φυσιολογικοί άνθρωποι κατόρθωναν να βγουν ζωντανοί αλλά τραυματισμένοι από κείνο το μακελειό, θα έτρεχαν στο κοντινότερο νοσοκομείο.»

«Δεν είμαστε φυσιολογικοί άνθρωποι.»

«Ακόμα και τα δικά μας τραύματα, όμως, δεν κλείνουν αυτόματα.»

«Νομίζεις ότι θα ήταν λογικό να σε πήγαινα στο σπίτι μου στο Σύμφυρμα;»

«Εσύ δεν το νομίζεις;»

Ο Σκοτ ένευσε. «Πάμε, τότε. Αλλά υπάρχει ένα βασικό πρόβλημα–»

«Οι τηλεοπτικοί πομποί.»

Ο Σκοτ ένευσε ξανά.

«Θα πάμε από δρόμους που δεν έχουν τηλεοπτικούς πομπούς,» είπε η Ελίζα. «Απ’τα σοκάκια.» Φόρεσε τα γυαλιά της.

«Ναι,» συμφώνησε ο Σκοτ.

«Εσύ θα τα ξέρεις καλύτερα τούτα τα λημέρια απ’ό,τι εγώ…» Ο ερωτηματικός τόνος ήταν έκδηλος στη φωνή της.

«Τα ξέρω.» Ο Σκοτ ήταν χρόνια στο Σύμφυρμα. «Στην Κεντρική Αγορά, όμως… είχε κι εκεί πομπούς.»

«Δεν άκουσες τι είπε ο Κλαρκ; Ότι τους φρόντισε.»

«Ναι αλλά… όλους;»

«Λογικά, πρέπει. Αλλιώς πώς περιμένει να υποστηρίξουμε ότι φύγαμε τραυματισμένοι;»

Ο Σκοτ σκέφτηκε την κατάσταση για λίγο. «Μπορεί αυτός ο καριόλης και ο Ελπιδοφόρος να μας έμπλεξαν πολύ άσχημα, Ελίζα…» είπε, τελικά. Δεν ήθελε ούτε καν να διανοείται – δεν μπορούσε να διανοηθεί – τι θα τους έκαναν οι αφέντες τους αν μάθαιναν τι είχε συμβεί: αν μάθαιναν τι είχαν συμφωνήσει η Ελίζα και ο Σκοτ με τους αποστάτες.

Η Ελίζα ένευσε. «Ναι,» άρθρωσε πνιχτά.

Φοβάται, παρατήρησε ο Σκοτ. «Με συγχωρείς,» της είπε.

«Γιατί;»

«Έμπλεξες εξαιτίας μου.»

«Μη λες βλακείες. Πάμε στο σπίτι σου.»

Ο Σκοτ δεν μίλησε άλλο. Και βάδισαν μέσα στα σοκάκια του Συμφύρματος, πηγαίνοντας από εκεί όπου ήξερε πως δεν υπήρχαν τηλεοπτική πομποί, από τις πιο φτωχικές κι ασήμαντες περιοχές. Πέρασαν κάτω από γέφυρες και μέσα από σήραγγες, πίσω από μπαρ δευτέρας κατηγορίας γεμάτα μεθύστακες, δίπλα από κακόφημα πορνεία. Βάδισαν σ’ένα στενορύμι πολύ κοντά στις ράγες ενός τρένου για να θεωρείται ασφαλές.

Η καλοκαιρινή νύχτα ήταν γλυκιά. Μια βόλτα στην Ατέρμονη Πολιτεία της Ρελκάμνια μπορεί να ήταν ρομαντική, υπό άλλες συνθήκες. Κρίμα που εμείς τρώγαμε όλα μας τα βράδια κυνηγώντας φαντάσματα, σκέφτηκε ο Σκοτ. Και τώρα; Τα φαντάσματα θ’αρχίσουν να κυνηγάνε εμάς.

Μετά από καμια ώρα έφτασαν κοντά στην πολυκατοικία πίσω από την οποία ο Σκοτ είχε το σπίτι του. Το οποίο παρακολουθείται, για να με προστατέψουν αν χρειαστεί. Γαμώ τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος. Τώρα αυτή η προστασία θα αποτελούσε πρόβλημα. Θα τον έβλεπαν να μπαίνει μαζί με την Ελίζα. Και, δεδομένου ότι το πιστολίδι στην Κεντρική Αγορά του Συμφύρματος είχε πέσει μεσημέρι, θα έπρεπε οι δυο τους να δικαιολογήσουν τι έκαναν μετά, τόσες ώρες. Κι αυτό ήταν το πιο σημαντικό απ’όλα. Αν τους υποπτεύονταν από την αρχή, την είχαν γαμήσει.

Η Ελίζα, σα νάχε μοιραστεί τις σκέψεις του, του ψιθύρισε στ’αφτί: «Το σπίτι σου παρακολουθείται.»

Ο Σκοτ ένευσε. «Δε μπορούμε να το αποφύγουμε αυτό.»

«Ναι,» μουρμούρισε εκείνη, κι ο φόβος ήταν πάλι έκδηλος στη φωνή της.

Όταν είσαι ιδιωτικός ερευνητής, μάλλον μπορείς να φανταστείς δεκάδες τρόπους με τους όποιους μπορεί κάποιος να σε ανακαλύψει, σκέφτηκε ο Σκοτ. Ευτυχώς που εγώ είμαι μόνο ένας φονιάς. Κάνει τη ζωή μου πιο απλή, κάπου-κάπου.

Διέσχισαν τη λεωφόρο μπροστά από την πολυκατοικία ανεβαίνοντας σε μια γέφυρα. Από κάτω τους οχήματα κινούνταν στο φως ενεργειακών λαμπών, με τα δικά τους φώτα επίσης αναμμένα. Ο Σκοτ και η Ελίζα κατέβηκαν από την άλλη μεριά της γέφυρας και μπήκαν στον μικρό δρόμο πλάι στην πολυκατοικία, ακούγοντας τα βήματά τους ν’αντηχούν στο πλακόστρωτο. Βρέθηκαν πίσω από το ψηλό οικοδόμημα και μπροστά στην πόρτα του σπιτιού του Σκοτ. Εκείνος έβγαλε τα κλειδιά του και άνοιξε. Μπήκαν και έκλεισε. Άναψε το φως.

Περίμενε ότι ίσως να έβρισκε κάποιον να τον περιμένει εδώ. Κάποιον πράκτορα σταλμένο από εκείνους. Μα το καθιστικό ήταν άδειο. Κι ένας γρήγορος έλεγχος στα υπόλοιπα δωμάτια, του είπε πως κι αυτά άδεια ήταν.

«Εντάξει;» ρώτησε η Ελίζα, που είχε καθίσει σε μια καρέκλα, κουρασμένη από τη νυχτερινή τους διαδρομή. Τα παπούτσια της ήταν ριγμένα παραδίπλα.

«Ναι,» είπε ο Σκοτ, και άφησε το σώμα του να καταρρεύσει στον καναπέ.

«Φαίνεσαι χάλια.»

«Κι εσύ.» Αν και τα πόδια της τού έμοιαζαν καταπληκτικά όπως πάντα.

Η Ελίζα κοίταξε το τραύμα στον μηρό της, αγγίζοντας τον αυτοσχέδιο επίδεσμο. «Νομίζω ότι έχει πάψει να αιμορραγεί.» Έκανε να ξετυλίξει τον επίδεσμο.

«Στάσου!»

Η Ελίζα τον αγνόησε και ξετύλιξε τον επίδεσμο. Πράγματι, το τραύμα είχε πάψει να αιμορραγεί.

«Μάλιστα… Ο Κλα–» Διέκοψε, αμέσως, τον εαυτό του καθώς είδε την Ελίζα να βάζει το δάχτυλό της μπροστά στα χείλη, εμφατικά. Σωστά, σκέφτηκε ο Σκοτ. Μπορεί να παρακολουθούν το σπίτι μέσα απ’τους τηλεπικοινωνιακούς διαύλους. Γνώριζε πως οι Τεχνομαθείς μάγοι είχαν ένα ξόρκι που μετέτρεπε όλους τους διαύλους σ’ένα σπίτι σε κοριούς.

«Πάμε να πλυθούμε,» είπε η Ελίζα, και σηκώθηκε απ’την καρέκλα.

Ο Σκοτ ένευσε, και την οδήγησε στο μπάνιο, όπου μπήκαν κι οι δύο.

Η Ελίζα άνοιξε το ντους, αφήνοντάς το να τρέχει. Ο ήχος του νερού που τρέχει ήταν γνωστό πως έκανε παρεμβολές στους κοριούς. Αλλά εδώ μέσα ο Σκοτ δεν είχε κανέναν τηλεπικοινωνιακό δίαυλο, και το είπε στην Ελίζα.

«Δεν πειράζει,» αποκρίθηκε εκείνη. «Για καλό και για κακό.

»Δες αν και το δικό σου τραύμα έχει κλείσει.»

Ο Σκοτ έβγαλε τα ρούχα του από τη μέση κι επάνω και ξετύλιξε τον επίδεσμο. Το τραύμα είχε, πράγματι, πάψει να αιμορραγεί. «Λοιπόν, ο μάγος ήξερε τι έκανε. Έχει περάσει, βέβαια, και μια ώρα από τότε που μας κάρφωσε. Αν δεν είχαμε πάψει να αιμορραγούμε, θάχαμε ψοφήσει.»

«Ναι,» είπε η Ελίζα, κοιτάζοντας το τραύμα του και το δικό της, «αλλά μοιάζει νάχουν κλείσει καλά. Δε φαίνονται νάναι έτοιμα να ξανανοίξουν. Δε νομίζω. Οι τομές που έκανε… λες κι ήταν χειρούργος, Σκοτ. Καλύτερος από χειρούργος. Δεν έχω ξαναδεί τέτοιο μηχάνημα.»

«Ούτε κι εγώ. Αλλά εδώ ο άνθρωπος έχει μηχανές μέσα στα χέρια του! Δεν είδες τι έριξε στην πληγή εκείνου του τύπου που είχα πυροβολήσει;»

Η Ελίζα ένευσε. Και ρώτησε: «Θα κάνουμε ό,τι συμφωνήσαμε με τον Ελπιδοφόρο;»

Ο Σκοτ δεν αποκρίθηκε αμέσως. Έπιασε το ακουστικό του ντους από δίπλα και, κρατώντας το πάνω απ’το κεφάλι του, άφησε το νερό να τον λούσει, μισοντυμένος καθώς ήταν. Η αίσθηση τού έκανε καλό, όπως όταν είσαι εμπύρετος και ρίχνεις νερό επάνω σου. Και πράγματι, σαν νάχε πυρετό ένιωθε.

«Ρίξε μου,» του είπε η Ελίζα· και, για μια στιγμή, εκείνος δεν κατάλαβε τι του ζητούσε. Μετά, όμως, έστρεψε το ακουστικό προς το μέρος της και της έριξε νερό από πάνω ώς κάτω, καθώς εκείνη είχε τα βλέφαρα κλειστά. Τα βρεγμένα ρούχα κολλούσαν στο σώμα της φανερώνοντας τις καμπύλες του, και ο Σκοτ αισθάνθηκε να καυλώνει από τη θέα της. Αυτή θα ήταν η χειρότερη στιγμή για να βγάλει και τα υπόλοιπά του ρούχα.

Άφησε το ακουστικό του ντους παραδίπλα.

«Θα κάνουμε ό,τι συμφωνήσαμε μαζί τους;» ρώτησε ξανά η Ελίζα.

«Τι άλλη επιλογή έχουμε;»

«Θα μπορούσαμε να πούμε ότι… ότι απλά τραυματιστήκαμε και ήρθαμε σπίτι σου, και… μετά να μην βοηθήσουμε καθόλου τον Ελπιδοφόρο.»

«Θα μας βρει και θα μας σκοτώσει, και το ξέρεις.»

«Το έχεις αποφασίσει, λοιπόν…»

Ο Σκοτ την ατένισε συνοφρυωμένος. «Εσύ δεν το έχεις;»

Η Ελίζα απέφυγε το βλέμμα του. «Σκεφτόμουν… Καθώς ερχόμασταν εδώ, σκεφτόμουν… Νομίζεις ότι ο Κλαρκ, ο Ελπιδοφόρος, κι οι σύμμαχοί τους θα νικήσουν, Σκοτ;»

«Φαίνεται να έχουν πολλές δυνάμεις στη διάθεσή τους. Κοίτα· μας συμφέρει, για την ώρα, να το παίξουμε διπρόσωποι – και με τη μία πλευρά και με την άλλη.»

«Δεν είμαστε με τη μία, αν κάνουμε αυτό που λες· είμαστε μόνο με την άλλη.»

«Κι αν κρύψουμε από τους αφέντες μας ότι μιλήσαμε με τον Ελπιδοφόρο και, συγχρόνως, προδώσουμε τον Ελπιδοφόρο, τότε με ποιον είμαστε, Ελίζα; Με κανέναν. Πράγμα χειρότερο. Αμφιβάλλεις ότι αυτός ο Κλαρκ μπορεί να μας βρει και να μας καθαρίσει οποιαδήποτε ώρα τού κατέβει; Τον είδες πώς κινείται μες στη Ρελκάμνια!»

«Ναι,» είπε η Ελίζα, «ναι…» Και ύψωσε πάλι το βλέμμα της, για να τον κοιτάξει καταπρόσωπο. «Έχεις δίκιο.» Άγγιξε το μάγουλό του με το χέρι της, προσκαλώντας το πρόσωπό του κοντά στο δικό της.

Ο Σκοτ, πλησιάζοντας, έσκυψε και τη φίλησε. Αισθάνθηκε το χέρι της τώρα να είναι πίσω απ’το κεφάλι του, να σφίγγει τα μαλλιά του. Θεοί! τι γυναίκα! Το είχε ξανασκεφτεί, τελικά, να–;

Ένα γόνατο τον χτύπησε, επώδυνα, στην αντρική του φύση. Ο Σκοτ ένιωσε την αναπνοή του να κόβεται, και είδε χρώματα να χορεύουν μπροστά του. Το χέρι της Ελίζας εξακολουθούσε να κρατά δυνατά τα μαλλιά του, και ώθησε το κεφάλι του προς τον τοίχο.

Ο Σκοτ άκουσε ένα έντονο

ΝΤΑΠ!

ν’αντηχεί μέσα στο κρανίο του, και μετά έχασε τις αισθήσεις του.

2.

Ήταν μουδιασμένος.

Οι ώμοι… Οι ώμοι του… Δεν κουνιόνταν.

Τι συνέβαινε;

Το κεφάλι του πονούσε.

Κάποιος έκανε κάτι στα πόδια του.

Πού είμαι;

Κοιμάμαι.

Ξύπνα! Βλεφάρισε, ανοίγοντας τα μάτια του. Είδε τρεις λάμπες στο ταβάνι. Τρεις; Ενώθηκαν κι έγιναν μία, καθώς η όρασή του ξεθόλωνε. Ήταν γνωστή αυτή η λάμπα…

Στο μπάνιο του σπιτιού μου.

Η Ελίζα!

Κάποιος έκανε κάτι στα πόδια του.

Προσπάθησε να ανασηκωθεί παρά τον βόμβο μέσα στο κεφάλι του. Αλλά το βρήκε δύσκολο. Τα χέρια του– Τα ύψωσε. Ήταν δεμένα μπροστά του.

Κι από πίσω τους είδε μια γονατισμένη μορφή. Την Ελίζα. Να τελειώνει τους κόμπους στα πόδια του.

Σχοινί; Πού βρήκε σχοινί; Πρέπει να είχε καταφέρει να βρει το δικό του σχοινί μέσα στο σπίτι. Ήταν καλή στο να βρίσκει πράγματα, σίγουρα, γαμώ τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος…

«Ελίζα,» έκρωξε ο Σκοτ.

Εκείνη στράφηκε να τον ατενίσει, ξαφνιασμένη. Ύψωσε ένα πιστόλι.

Αμφιβάλλει ότι με έχει δέσει καλά; «Τι κάνεις; Γιατί;»

Η Ελίζα άφησε κάτω το πιστόλι. Στράφηκε στους αστράγαλούς του και έσφιξε το σχοινί, δένοντας ακόμα έναν κόμπο. Ύστερα, γύρισε πάλι να τον κοιτάξει, γονατισμένη στο πάτωμα του μπάνιου. Το νερό ακόμα έτρεχε στο νους· ο Σκοτ το άκουγε από δίπλα.

«Με συγχωρείς,» είπε η Ελίζα. «Με συγχωρείς, δεν ήθελα να σε χτυπήσω. Αλλά τι άλλο να έκανα; Δε μπορώ να σ’αφήσω να πας με τους αποστάτες, Σκοτ. Πρέπει να τα πούμε όλα στους αφέντες μας – ακριβώς όπως έγιναν–»

«Όχι,» τη διέκοψε εκείνος, νιώθοντας ένα αόρατο σφυρί να κοπανά το πλάι του κεφαλιού του. «Όχι, Ελίζα. Δεν ξέρεις τι θα μας κάνουν!»

«Ξέρω τι θα μας κάνουν!» φώναξε εκείνη. «Ξέρω τι θα μας κάνουν όταν καταλάβουν πως τους προδώσαμε–»

«Δε θα το καταλάβουν!»

«Σκοτ, δεν μπορώ…» Ήρθε προς τα πάνω: πιο κοντά στο κεφάλι του παρά στα πόδια του, ακόμα γονατισμένη. «Θα το καταλάβουν, και… και δεν μπορώ ξανά να… Δε γίνεται. Ξέρω τι θα κάνουν.» Δάκρυα κυλούσαν από τα μάτια της, πίσω απ’τα γυαλιά της, επάνω στα μάγουλά της. «Προσπαθώ να μας σώσω και τους δύο!»

«Και τους δύο; Προσπαθείς να σώσεις τον εαυτό σου!»

«Όχι! Δε θα πω ότι σκεφτόσουν να πας με τους αποστάτες–»

«Ελίζα, ακόμα κι αν οι αφέντες μας δεν σε σκοτώσουν ή δεν σου διαγράψουν τη μνήμη ύστερα από τη συνάντησή μας με τον Κλαρκ και τον Ελπιδοφόρο, ο Ελπιδοφόρος θα σε βρει και θα σε σκοτώσει. Και μάλλον θα βρει και θα σκοτώσει κι εμένα–»

«Θα μας προστατέψουν από αυτούς!»

«Κανέναν δεν μπορούν να προστατέψουν! Ο Ελπιδοφόρος έχει δολοφονήσει τόσους πράκτορες! Δε σε συμφέρει να κάνεις αυτό που λες. Σκέψου, Ελίζα. Γαμώ τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος, σκέψου!»

Το χέρι της άγγιξε το γυμνό του στήθος, τα κοντά νύχια μπήχτηκαν στη σάρκα του. «Τρία χρόνια!» γρύλισε η Ελίζα, μοιάζοντας εξαγριωμένη, πανικόβλητη. «Είχαν περάσει τρία χρόνια, και δεν κατάλαβα πώς πέρασαν! Νόμιζα ότι είχα τρελαθεί! Νόμιζα… νόμιζα… Είχαν αλλάξει τα πάντα, Σκοτ.» Έκλαιγε, μιλώντας σπαστά. «Και θα μου το κάνουν πάλι, αν το καταλάβουν…»

Πρέπει αυτό που της έκαναν για να την επιστρατεύσουν να ήταν χειρότερο απ’αυτό που έκαναν σ’εμένα, οι καριόληδες. «Αν πας και τους πεις για την επαφή μας με τον Κλαρκ και τον Ελπιδοφόρο, θα σου κάνουν κάτι ούτως ή άλλως!» επέμεινε ο Σκοτ. «Εσύ τι θα έκανες μ’έναν πράκτορα που έχει έρθει σε τέτοια επαφή με τον εχθρό; – και μάλιστα, έναν εχθρό σαν τον Κλαρκ και τον Ελπιδοφόρο! Θα τον άφηνες να τριγυρίζει ελεύθερος; Πες μου!»

Η Ελίζα δάγκωσε τα χείλη της. Βλεφάριζε για να διώξει δάκρυα απ’τα μάτια της. Δεν ήθελε να πιστέψει ότι είχαν μπλέξει τόσο άσχημα – ο Σκοτ το έβλεπε στο πρόσωπό της – ευχόταν όλα τούτα να μπορούσαν να λυθούν εύκολα, με μία και μόνο έξυπνη κίνηση. Αλλά δεν γίνεται αυτό, Ελίζα. Δεν γίνεται.

«Ή θα τον φυλάκιζες,» της είπε, «ή θα τον σκότωνες, ή θα του έσβηνες τη μνήμη. Γιατί θα φοβόσουν ότι ο εχθρός τον έχει διαβάλλει με τρόπο που δεν μπορείς να φανταστείς – τρόπο που μπορεί να είναι πολύ, πολύ επικίνδυνος για σένα–»

Ένα έντονο κουδούνισμα αντήχησε στο σπίτι.

Ο δίαυλος του καθιστικού.

Κάποιος με καλεί, σκέφτηκε ο Σκοτ, και είχε την υποψία ποιος ήταν.

Η Ελίζα έστρεψε το βλέμμα της στην πόρτα του μπάνιου.

«Μη μας προδώσεις,» της είπε ο Σκοτ. «Αν μας προδώσεις, θα συμβεί αυτό που φοβάσαι. Αυτό που κι εγώ φοβάμαι.»

Η Ελίζα πήρε το πιστόλι της από κάτω και σηκώθηκε όρθια, βάδισε προς την πόρτα.

«Ελίζα!»

Δεν γύρισε για να του μιλήσει· βγήκε απ’το μπάνιο. Και ο Σκοτ, για λίγο, άκουγε μονάχα το νερό του ντους να τρέχει.

Εντάξει, σκέφτηκε, παραδομένα, τη γαμήσαμε. Κάποια στιγμή θα συνέβαινε κι αυτό. Ο Ανόφθαλμος έρχεται να μας πάρει…

Πίσω από τον θόρυβο του τρεχούμενου νερού, άκουσε την Ελίζα να μιλά. Αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει τι έλεγε.

Κρόνε, δεν ξέρω αν δίνεις σημασία σ’ένα κάθαρμα σαν εμένα, αλλά αν μ’ακούς κάνε την να μην πει τη χαζομάρα που σκέφτεται να πει! Σε ικετεύω.

Μετά από λίγο, είδε τα γυμνά της πόδια να τον πλησιάζουν.

«Σκότωσέ με τώρα αν έκανες τη μαλακία,» της είπε ο Σκοτ. «Καλύτερα να πάω απ’τη δική σου σφαίρα παρά απ’τη δική τους.»

Η Ελίζα γονάτισε δίπλα του. Είχε ένα ξιφίδιο στο χέρι της και έκοψε τα δεσμά των ποδιών του, κι ύστερα των χεριών του. «Δεν τους είπα τίποτα,» του είπε, ατενίζοντας τον καταπρόσωπο καθώς εκείνος ανασηκωνόταν μουδιασμένα, αναρωτούμενος αν τώρα ήταν μια καλή στιγμή για να της χιμήσει, να τη ρίξει αναίσθητη, και να φύγει από δω όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Ίσως ο Κλαρκ να προλάβαινε να τον σώσει προτού τον πιάσουν οι Υπερασπιστές. Τα λόγια της Ελίζας, όμως, τον έκαναν να αναθεωρήσει τη στρατηγική του.

«Τι…» ψέλλισε. «Τι ‘τίποτα’;»

«Τίποτα,» επανέλαβε εκείνη. «Τους είπα ότι τραυματιστήκαμε στη συμπλοκή. Ότι χτυπήθηκες πιο άσχημα από εμένα – στα πλευρά – και είσαι ξαπλωμένος.»

Ο Σκοτ πήρε μια βαθιά ανάσα, ηρεμώντας.

«Είμαστε με τον Κλαρκ,» του είπε η Ελίζα. Και, γονατισμένη καθώς ακόμα ήταν, τον αγκάλιασε. Σφιχτά.

3.

Η Παντοκράτειρα είχε, σήμερα, δέρμα πορφυρό σαν αίμα και μαλλιά πράσινα, ενώ τα μάτια της γυάλιζαν σαν σμαράγδια. Ήταν ντυμένη μ’ένα μακρύ, πτυχωτό φόρεμα από πράσινο λεπτό ύφασμα, το οποίο δενόταν σφιχτά στη μέση και στο στήθος της. Μανίκια δεν είχε, και τα χέρια της Παντοκράτειρας, από τα μπράτσα ώς τους καρπούς, ήταν γεμάτα αργυρούς, χρυσούς, και μπρούντζινους κρίκους, λαξεμένους με διάφορα σχήματα. Η ζώνη της ήταν δερμάτινη και μαύρη, με επίχρυσο πλαίσιο και μεγάλη χρυσή αγκράφα με ρουμπίνι στο κέντρο. Από τη ζώνη κρεμόταν ένα θηκαρωμένο πιστόλι για λόγους ασφαλείας (και, κυρίως, επειδή ο Ορείχαλκος επέμενε), το οποίο εκείνη δεν είχε τραβήξει ούτε στιγμή. Στο δεξί της χέρι βαστούσε ένα μακρύ μαστίγιο με τρεις ουρές. Μέσα στη λαβή του μαστιγίου ήταν μια ισχυρή μπαταρία που έκανε τις ουρές του να διατρέχονται από ενέργεια.

Η Παντοκράτειρα χτύπησε με το μαστίγιο τον κατάλευκο άντρα που βρισκόταν στα τέσσερα μπροστά της. Εκείνος τσύριξε και τινάχτηκε πίσω. Ήταν γυμνός και βρόμικος· τα μαλλιά και τα μούσια του έκρυβαν το πρόσωπό του. Μονάχα δυο γουρλωμένα γυαλιστερά μάτια φαίνονταν.

«Μεγαλειοτάτη…» έκρωξε πονεμένα, καθώς οι μύες του έτρεμαν φανερά από το ενεργειακό τράνταγμα που είχαν δεχτεί. «Σας παρακαλώ… Σας ικετεύω…»

Η Παντοκράτειρα γέλασε. Και μετά είπε, σοβαρά, αυστηρά: «Σε ρώτησα τι θέλεις από εμένα!»

Ο Ορείχαλκος την παρακολουθούσε από μια μεγάλη οθόνη των διαμερισμάτων της, μην εγκρίνοντας καθόλου αυτό που έκανε αλλά μην έχοντας, επίσης, καταφέρει να της αλλάξει γνώμη.

«Τι νόημα θα έχει, αγάπη μου;» την είχε ρωτήσει.

«Θα έχει πλάκα!» του είχε απαντήσει. «Δε θέλεις να με δεις να παίζω λίγο με το ζωάκι μας;»

Δεν ήταν μας, και δεν ήταν ζωάκι. «Όχι.»

Η Αγαρίστη είχε γελάσει. «Θέλεις αλλά μου το κρύβεις!»

Τι μπορούσε να της απαντήσει ο Ορείχαλκος τότε; Θα το έκανε ούτως ή άλλως. Ήταν φτιαγμένη.

Και τώρα χτυπούσε το μαστίγιό της στο πάτωμα. «Πες μου! Τι θέλεις από εμένα;» φώναζε στον πρώην Ανώτατο Ελεγκτή της συνοικίας που ονομαζόταν Λαμπροφόρος.

«Μεγαλειοτάτη… σας είπα…» ψέλλισε ο άντρας, τρέμοντας.

«Μου είπες να σ’αφήσω να φύγεις!»

Ο άντρας δεν μίλησε.

Ο Ορείχαλκος νόμιζε ότι ήταν επικίνδυνο εκεί όπου είχε πάει η Αγαρίστη, μέσα στον λαβύρινθο. Αυτός ο πρώην πράκτορας πολύ πιθανόν να είχε αγριέψει τόσο που θα τη σκότωνε με την πρώτη ευκαιρία που του παρουσιαζόταν. Ο φόβος δεν θα τον κρατούσε· σίγουρα, θα είχε παραφρονήσει ύστερα από τόσο καιρό εκεί μέσα. «Μην πας μόνη σου, αγάπη μου,» της είχε πει ο Ορείχαλκος. «Μην ανησυχείς τόσο για μένα!» ήταν η απάντησή της. Ένας από τους Υπερασπιστές, όμως, είχε πάει μαζί της, αν και τώρα δεν τον έβλεπε ο τηλεοπτικός πομπός που κοίταζε την Αγαρίστη· βρισκόταν πίσω της, εκεί όπου ο φυλακισμένος δεν μπορούσε να τον προσέξει. Επειδή η Παντοκράτειρα δεν ήθελε να τον προσέξει. «Θέλω να δει μόνο εμένα!» είχε επιμείνει. Και κανένας δεν διαφωνούσε με την Παντοκράτειρα· ούτε καν οι Υπερασπιστές της.

«Μου είπες να σ’αφήσω να φύγεις!» φώναξε πάλι η Παντοκράτειρα.

«Μεγαλειοτάτη, αυτό θα ήθελα…»

Η Αγαρίστη τινάχτηκε μπροστά ξανά, και τον χτύπησε με το ενεργειακό μαστίγιο. Ο άντρας ούρλιαξε και κουλουριάστηκε.

Ο Ορείχαλκος στεκόταν μες στη μέση του δωματίου και κοίταζε την οθόνη. Είχε σχεδόν ξεχάσει τη Ρία-Μία που ήταν καθισμένη πίσω του, σε μια πολυθρόνα.

Τώρα, όμως, άκουσε τη φωνή της: «Ορείχαλκε; Μπορώ να σου πω κάτι;»

Στράφηκε να την κοιτάξει. Είχε τα πόδια της σταυρωμένα στο γόνατο κάτω απ’το φαρδύ φόρεμά της, και στα χέρια της κρατούσε μια μεγάλη κούπα κρύο τσάι. «Φυσικά και μπορείς, Ρία.» Του είχε ζητήσει να την αποκαλεί Ρία, όχι Σεβασμιότατη ή Παντόχρονη.

«Στο πάρτι – θυμάσαι το πάρτι – με είχες ρωτήσει…» Η Ρία-Μία κοίταξε προς τη μία πόρτα του δωματίου, όπου δεν ήταν κανένας. Κοίταξε προς την άλλη πόρτα του δωματίου, πάνω απ’τον ώμο της, όπου πάλι κανένας δεν ήταν. «Με είχες ρωτήσει τι πιστεύει η θρησκεία του Κρόνου για τους Υπερασπιστές.» Του έκανε νόημα να έρθει κοντά της.

Μέσα στην οθόνη, η Παντοκράτειρα έλεγε στον κουλουριασμένο άντρα: «Νομίζεις ότι έχεις καλύψει όλες τις άλλες ανάγκες σου εδώ μέσα;» Εκείνος μουρμούρισε κάτι που δεν ακούστηκε καλά.

Ο Ορείχαλκος πλησίασε τη Ρία-Μία. Κάθισε στην πολυθρόνα πλάι στη δική της.

«Με είχες ρωτήσει, αν σύμφωνα με το δόγμα της θρησκείας του Κρόνου, οι Υπερασπιστές θεωρούνται… δαίμονες.» Η φωνή της Αρχιέρειας ήταν σιγανή. Φοβόταν ότι θα τους άκουγαν.

«Τι είπες;» φώναξε η Παντοκράτειρα. «Δε σ’άκουσα! Μίλα μου πιο καθαρά! Πες μου τι θέλεις!»

Ο Ορείχαλκος σηκώθηκε από τη θέση του και, πατώντας δυο πλήκτρα σε μια κονσόλα στον τοίχο, έβαλε μουσική. Ύστερα ήρθε πάλι και κάθισε κοντά στη Ρία-Μία, η οποία έδειχνε νευρική.

Μέσα στην οθόνη, η Παντοκράτειρα φάνηκε να κάνει νόημα στον άντρα με το κατάλευκο δέρμα να την ακολουθήσει. Τα λόγια της χάνονταν πίσω από τη μουσική που προερχόταν από τα ηχεία. Ο άντρας την ακολούθησε, βαδίζοντας στα τέσσερα όπως τον είχε εξαρχής προστάξει.

Η Ρία-Μία είπε: «Με ρώτησες αν, σύμφωνα με τη θρησκεία του Κρόνου, είναι δαίμονες. Και μετά… Η Μεγαλειοτάτη μάς είπε ότι ο Αρχιπροδότης σε είχε κοροϊδέψει: σου είχε πει ότι οι Υπερασπιστές είναι κάποιος δαίμονας μ’ένα περίεργο όνομα.»

«Πού θέλεις να καταλήξεις, Ρία;»

Ο λευκόδερμος άντρας ακολουθούσε την Παντοκράτειρα προς έναν διάδρομο. Βγήκαν από την περιοχή του τηλεοπτικού πομπού, και ο Ορείχαλκος ενεργοποίησε τον επόμενο πομπό μ’ένα τηλεχειριστήριο, όχι επειδή του άρεσε αυτό το απεχθές θέαμα αλλά επειδή ανησυχούσε για την Αγαρίστη.

«Πουθενά,» είπε η Ρία-Μία. «Μου φάνηκαν… περίεργα όλα αυτά, όμως. Κι έχω δει κι εγώ τους Υπερασπιστές να κάνουν κάποια πολύ τρομαχτικά πράγματα.»

Ο Ορείχαλκος αναρωτήθηκε: Προσπαθεί να με δοκιμάσει; Την έχει βάλει ο Ελκράσ’ναρχ για να μάθει τι σχεδιάζω; Δεν το νόμιζε. Δε νόμιζε πως ο δισταγμός και ο συγκαλυμμένος φόβος της Αρχιέρειας του Κρόνου ήταν προσποιητοί. «Σύμφωνα με τον Ανδρόνικο, ο Ελκράσ’ναρχ έχει κάνει κάποια συμφωνία με την Παντοκράτειρα προκειμένου να μπορεί να βρίσκεται εδώ, στο σύμπαν μας.»

Η Ρία συνοφρυώθηκε. «Δηλαδή;»

Ο λευκόδερμος άντρας ακολούθησε την Παντοκράτειρα μέσα στον διάδρομο. Εκείνη χτύπησε κάτω το μαστίγιό της και φώναξε: «Πίσω!» Ο άντρας έμεινε για λίγο στη θέση του, στα τέσσερα, σαν θηρίο. Κοκαλωμένος.

Ο Ορείχαλκος είπε: «Ο Ελκράσ’ναρχ είναι οντότητα από τον Ενιαίο Κόσμο. Δεν θα μπορούσε να βρίσκεται εδώ χωρίς έναν πλοηγό. Η Αγαρίστη είναι ο πλοηγός του.»

«Και νομίζεις ότι αυτό αληθεύει;»

Η Παντοκράτειρα είχε απομακρυνθεί γρήγορα, και έκανε πάλι νόημα στο «ζωάκι» της να πλησιάσει. «Έλα!» φώναζε. «Έλα! Και θα σου δώσω να φας!»

Ο Ορείχαλκος αναστέναξε κοιτάζοντας την οθόνη με τις άκριες των ματιών του. Πώς είναι δυνατόν να της αρέσουν τέτοια πράγματα; Είναι τρελή; Είναι τελείως τρελή; «Εσύ τι νομίζεις, Ρία;» ρώτησε την Αρχιέρεια του Κρόνου.

Η Ρία-Μία έσμιξε τα χείλη. Ήπιε μια μεγάλη γουλιά από το τσάι της. «Δεν αισθάνομαι βολικά να το συζητάω εδώ.»

«Πού μπορούμε να το συζητήσουμε;»

Ο λευκόδερμος άντρας πλησίασε την Παντοκράτειρα. Εκείνη έβγαλε από μια τσέπη του φορέματός της κάτι τυλιγμένο σε χαρτί: κάποιο φαγητό. Σοκολάτα; Ο άντρας ήρθε ακόμα πιο κοντά.

Η Ρία-Μία έγλειψε τα χείλη, νευρικά. «Στον Ύψιστο Ναό θα ήταν πολύ καλύτερα, αλλά…» Κοίταξε τον Ορείχαλκο με στενεμένα μάτια. «Θέλεις;»

Μια καταπακτή άνοιξε κάτω απ’τον λευκόδερμο άντρα κι αυτός έπεσε ουρλιάζοντας. Η Παντοκράτειρα γελούσε, χοροπηδώντας σαν κοριτσάκι που παίζει με το κατοικίδιό του.

Ο Ορείχαλκος, ορισμένες φορές, αισθανόταν τρομοκρατημένος από την Αγαρίστη. Ήταν τέρας. Είπε στη Ρία-Μία: «Αν θέλεις κι εσύ, γιατί όχι; Μπορούμε να μιλήσουμε κάποια στιγμή. Θα μ’ενδιέφερε η γνώμη της Αρχιέρειας του Κρόνου πάνω σ’ένα τέτοιο θέμα.»

4.

Όταν η Παντοκράτειρα επέστρεψε από τον λαβύρινθο, άλλαξε ρούχα, άλλαξε εμφάνιση (από πορφυρόδερμη έγινε γαλανόδερμη, κι από πρασινομάλλα, μελαχρινή), και συνάντησε τον Ορείχαλκο και τη Ρία-Μία στο δωμάτιο όπου εκείνοι, πριν από λίγη ώρα, την παρακολουθούσαν μέσα στην οθόνη. Η Αγαρίστη τύλιξε τα χέρια της γύρω απ’το κεφάλι του Ορείχαλκου και τον φίλησε, ζουλώντας τα χείλη του με τα δικά της.

Ύστερα, ρώτησε: «Λοιπόν; Δεν είχε πλάκα;»

«Τρομερή πλάκα,» είπε η Ρία-Μία.

«Ήταν επικίνδυνο, όμως,» τόνισε ο Ορείχαλκος. «Αυτός ο άνθρωπος είναι εκτός εαυτού εκεί μέσα· μπορεί να σου είχε χιμήσει.»

Η Αγαρίστη γέλασε. «Σιγά! Και τι θα μου έκανε; Δε μπορούσε να μου κάνει τίποτα. Εγώ κρατούσα το μαστίγιο, και είχα και το πιστόλι μου για περίπτωση ανάγκης. Κι ένας από τους Υπερασπιστές μου δεν ήταν μακριά.» Ανασήκωσε τους ώμους, και ξάπλωσε στον μαλακό σοφά, ανεβάζοντας τα πόδια της στην πλάτη του καθίσματος, χαμογελώντας. «Το αποθηκεύσατε στο σύστημα;»

«Όπως ζήτησες, αγάπη μου,» της είπε ο Ορείχαλκος.

«Βάλτε το να το δω!»

Ο Ορείχαλκος πάτησε ένα πλήκτρο του τηλεχειριστήριου, και η οθόνη άρχισε να παίζει την εγγραφή με την Παντοκράτειρα και τον φυλακισμένο στον λαβύρινθο. Η Αγαρίστη παρακολουθούσε και γελούσε. Κάπου-κάπου έλεγε: «Είμαι τρομερή ηθοποιός, δεν είμαι;» Και, σκεπτικά: «Άλλη φορά, θα κάνω πιο ωραία πράγματα.»

«Μπορούμε να βρούμε και πιο διασκεδαστική απασχόληση απ’το να ασχολούμαστε μ’αυτό τον κρατούμενο,» είπε ο Ορείχαλκος, όταν η αναπαραγωγή της αποθηκευμένης εγγραφής τελείωσε.

«Όπως;» ρώτησε η Αγαρίστη.

«Δεν έχω αμφιβολία, αγάπη μου, ότι μπορείς να σκεφτείς εκατομμύρια έξυπνα πράγματα.» Ήταν καθισμένος στην πολυθρόνα πλάι σ’αυτή της Ρία-Μία.

Η Αγαρίστη είπε στην Αρχιέρεια του Κρόνου: «Με λατρεύει, δεν φαίνεται;»

«Είναι καταφανές,» αποκρίθηκε εκείνη, υπομειδιώντας.

«Αμφέβαλλες, αγάπη μου;» ρώτησε ο Ορείχαλκος.

«Ποτέ,» είπε η Αγαρίστη. Και σηκώθηκε από τον καναπέ. «Να ζητήσω να μας ετοιμάσουν φαγητό;» Το μεσημέρι δεν ήταν και τόσο μακριά.

«Πεινάς;»

«Μετά από τόση δουλειά; Φυσικά!»

Ο Ορείχαλκος σηκώθηκε από την πολυθρόνα. «Θα πάω εγώ να παραγγείλω φαγητό· και θα πλυθώ κιόλας και θ’αλλάξω ρούχα.» Είχε πλυθεί το πρωί, όταν είχαν ξυπνήσει, μα ήταν βέβαιος πως ένα δεύτερο μπάνιο δεν θα φαινόταν περίεργο στην Αγαρίστη. Ούτε, φυσικά, το γεγονός ότι ήθελε ν’αλλάξει ρούχα. Η ίδια άλλαζε ρούχα κάθε μερικές ώρες. «Μόλις είμαι έτοιμος θα έρθω να σας βρω εδώ.»

«Τι θα παραγγείλεις;»

«Έκπληξη,» της είπε ο Ορείχαλκος, πλησιάζοντάς την και τυλίγοντας το ένα του χέρι γύρω από τη μέση της για να τη φιλήσει.

«Μ’αρέσουν πολύ, πολύ οι εκπλήξεις!» γέλασε η Παντοκράτειρα.

Ο Ορείχαλκος βγήκε απ’το δωμάτιο περνώντας δίπλα από έναν Υπερασπιστή ο οποίος στεκόταν κοντά στο κατώφλι της μίας εξόδου.

Η Ρία-Μία, βλέποντας τον Ορείχαλκο να φεύγει, πήρε μια βαθιά ανάσα. Διακριτικά. Δεν ήθελε να φανεί αγχωμένη. Είμαι βέβαιη γι’αυτό που πάω να κάνω; σκέφτηκε. Τέλος πάντων. Αφού το αποφασίσαμε… Δε νόμιζε ότι η Παντοκράτειρα θα παρεξηγιόταν αμέσως. Και ο Ορείχαλκος έφυγε, όπως συμφωνήσαμε, για να μου κάνει χώρο…

Ακόμα καθισμένη στην πολυθρόνα της, είπε: «Σε ζηλεύω, Αγαρίστη.»

«Είμαι η Παντοκράτειρα,» αποκρίθηκε εκείνη βαδίζοντας μες στο δωμάτιο. «Όλοι με ζηλεύουν!» Γέλασε. Στάθηκε μπροστά στην κονσόλα στον τοίχο, κοιτάζοντας τα τραγούδια που ήταν αποθηκευμένα στο ηχοσύστημα.

«Εννοώ για τον Ορείχαλκο. Είναι πολύ καλός συζητητής.»

«Είναι, δεν είναι;» Η Αγαρίστη κοίταζε σκεπτικά τη λίστα με τα τραγούδια στη μικρή οθόνη μπροστά της. Παράξενο αυτό που της έλεγε η Ρία, σκέφτηκε. Συνήθως δεν σχολίαζε πόσο καλοί συζητητές ήταν οι σύζυγοί της. Αλλά ο Ορείχαλκος, βέβαια, δεν είναι ένας οποιοσδήποτε σύζυγός μου. Κι επιπλέον, ήταν πολύ καλός συζητητής. Ήταν αλήθεια!

«Και είναι καλός και στο κρεβάτι, απ’ό,τι σ’έχω ακούσει να λες…» συνέχισε η Ρία-Μία.

Η Αγαρίστη μειδίασε. «Είναι τέλειος στο κρεβάτι,» είπε, και επιλέγοντας τραγούδι το έβαλε να παίζει. Ψιλές Κραυγές σε Χαμηλούς Δρόμους, του συγκροτήματος Μεταμεσονύκτιες Διαδρομές.

«Και τον κρατάς όλο για τον εαυτό σου,» παρατήρησε η Ρία-Μία, ελπίζοντας πως ο τόνος της φωνής της δεν ήταν υπεροπτικός αλλά, ίσως, λιγάκι παραπονιάρικος.

Η Παντοκράτειρα στράφηκε να την ατενίσει. «Τι πάει να πει αυτό, Ρία;» ρώτησε, καθώς οι Μεταμεσονύκτιες Διαδρομές γέμιζαν το δωμάτιο με τους στοιχειωτικούς ήχους τους.

Η Ρία-Μία μόρφασε. «Μην το πάρεις… εμ, ξέρεις… από την κακή μεριά… αλλά σκεφτόμουν. Σκεφτόμουν…» Αμήχανα, ξεσταύρωσε τα γόνατά της και τα σταύρωσε ξανά, από την αντίθετη, κάτω από το φόρεμά της.

Η Αγαρίστη γέλασε βλέποντας την αντίδραση της Αρχιέρειας του Κρόνου. Κάνει σα να μην κρατιέται! Αλλά φυσικό δεν ήταν; «Ρία. Τι θέλεις να μου πεις; Πες το!»

«Όπως σου εξήγησα, είναι μόνο μια σκέψη.» Η Ρία-Μία καθάρισε τον λαιμό της. Τώρα, ή θα γελάσει και όλα θα είναι καλά, συλλογίστηκε, ή θα έχω πολύ άσχημα ξεμπερδέματα. Αισθανόταν ένα τρέμουλο στη ραχοκοκαλιά της, και εν μέρει το μετάνιωσε που είχε κάνει αυτή τη συμφωνία με τον Ορείχαλκο. Τώρα, όμως, δεν μπορούσε να κάνει πίσω. «Σκεφτόμουν… Επειδή, βασικά, μου έχεις πει τόσα γι’αυτόν… Σκεφτόμουν ότι ίσως θα μπορούσες να μ’αφήσεις να τον πάρω μαζί μου στον Ύψιστο Ναό για ένα απόγευμα.»

Η Παντοκράτειρα γέλασε. «Μου ζητάς να σου δανείσω τον σύζυγό μου, Ρία;»

Η Ρία-Μία ξεροκατάπιε. Μεγάλε Κρόνε, τι το ήθελα αυτό; Αυτό δε θάχει καλή εξέλιξη… «Αν…» Χαμογέλασε. «Μόνο αν θέλεις, Αγαρίστη, βέβαια.»

Έχει θράσος, όμως! παρατήρησε η Παντοκράτειρα. Κι αυτό τής άρεσε. Η κατάσταση είχε αποκτήσει απρόσμενο ενδιαφέρον! «Ο Ορείχαλκος δεν είναι ένας οποιοσδήποτε σύζυγός μου,» τόνισε, πηγαίνοντας να σταθεί αντίκρυ στην Αρχιέρεια του Κρόνου, η οποία ήταν ακόμα καθισμένη στην πολυθρόνα της.

«Ναι, το καταλαβαίνω. Κοίτα, αν–»

Η Αγαρίστη τη διέκοψε σαν η Ρία-Μία να μην είχε αρχίσει καν να μιλά: «Αν μου ζητούσες τον Ρίμναλ’μορ, τα πράγματα θα ήταν τελείως διαφορετικά. Να σου δώσω τον Ρίμναλ, Ρία;» Ήθελε να την πειράξει, να δει την αντίδρασή της, να διασκεδάσει μαζί της.

«Α…» Η Ρία-Μία κόμπιασε. «Επειδή έχεις πει… Επειδή λες ότι ο Ορείχαλκος είναι τόσο – διαφορετικός – γι’αυτό είπα μήπως, αν θέλεις, θα μπορούσες να… να συμφωνήσεις σε κάτι τέτοιο.»

Η Παντοκράτειρα γελούσε.

Η Ρία-Μία αισθάνθηκε να την κοροϊδεύουν. Παίζει μαζί μου! σκέφτηκε. Το βρίσκει διασκεδαστικό! Αλλά είμαι η Αρχιέρεια του Κρόνου! Δεν είμαι καμια υπηρέτρια! Εκείνη, όμως, ήταν η Παντοκράτειρα. Πρόσεχε, Ρία. Πρόσεχε. Ξεροκατάπιε. Σηκώθηκε όρθια, γιατί δεν μπορούσε να είναι άλλο καθισμένη ενώ η Αγαρίστη στεκόταν. Της δινόταν εντύπωση ότι αυτή η θέση τη μείωνε. Συνειδητοποίησε ότι τα πόδια της έτρεμαν, και πάλεψε για να καλμάρει τα νεύρα της. Είμαι η Αρχιέρεια του Κρόνου σ’ολόκληρη τη Ρελκάμνια!

«Αγαρίστη, αν δεν θέλεις, δεν υπάρχει πρόβλημα. Ήταν μονάχα μια σκέψη. Κακώς, ίσως–»

«Όχι,» τη διέκοψε η Παντοκράτειρα, εξακολουθώντας να γελά. «Καλά έκανες και το ανέφερες! Θέλεις ακόμα, έτσι δεν είναι;»

Μα τον Μεγάλο Κρόνο, θα πει ναι; Η Ρία δεν μπορούσε να εγκαταλείψει την προσπάθειά της τώρα. «Θέλω. Αν δεν ήθελα, δε θα σ’το έλεγα εξαρχής.»

Η Παντοκράτειρα την ατένισε παρατηρητικά. «Δε νομίζω, όμως, πως του Ορείχαλκου θα του άρεσαν τα… παιχνίδια σου.» Τα παιχνίδια της περιλάμβαναν λουριά, μαστίγια, αλυσίδες, και τους άντρες της κατά κύριο λόγο δεμένους, όπως είχε η Αγαρίστη διαπιστώσει πολλές φορές που είχε παίξει μαζί με την Αρχιέρεια του Κρόνου. Ο Ορείχαλκος τα θεωρούσε αυτά «άχρηστα εξαρτήματα». Και η αλήθεια ήταν πως, με τον Ορείχαλκο, η Αγαρίστη δεν αισθανόταν να της χρειάζεται τίποτε άλλο εκτός από τον Ορείχαλκο.

«Κάτι θα βρούμε,» είπε η Ρία-Μία, και βημάτισε μέσα στο δωμάτιο – κυρίως για να βάλει τα πόδια της σε κίνηση και να διαλύσει μέρος της νευρικότητας που την έπληττε απ’την κορφή ώς τα νύχια.

«Μπορεί και να είχε πλάκα…» είπε η Παντοκράτειρα, σκεπτικά, παρατηρώντας την Αρχιέρεια του Κρόνου. «Δε θα τον αναγκάσω, όμως. Μόνο αν εκείνος θέλει.»

«Ασφαλώς,» είπε αμέσως η Ρία-Μία· και σκέφτηκε, λιγάκι έκπληκτη: Μα τον Κρόνο, συμφώνησε! «Εννοείται, Αγαρίστη.»

«Βέβαια…» η Παντοκράτειρα την κοίταξε από πάνω ώς κάτω, «δεν ξέρω αν θα θέλει να κάνει τίποτα με κάποια σαν εσένα.»

Τι εννοεί; Η Ρία-Μία ήταν λιγάκι εύσωμη, αλλά δεν ήταν άσχημη! Δεν είμαι άσχημη! Αν κάποια άλλη γυναίκα τής το έλεγε αυτό, η Ρία θα τη χτυπούσε. Αλλά τώρα είπε μονάχα: «Ρώτησέ τον, τότε, και βλέπουμε,» έχοντας μια πικρή γεύση στο στόμα.

Τα χείλη της Παντοκράτειρας λύγισαν σχηματίζοντας ένα χαμόγελο που φάνηκε στη Ρία τρομακτικό. «Θα τον ρωτήσω.»

«Όχι όταν είμαι παρούσα, σε παρακαλώ. Κάποια άλλη στιγμή.»

«Γιατί;»

«Ντρέπομαι.»

Η Παντοκράτειρα γέλασε. «Πρώτη φορά ακούω κάτι τέτοιο από εσένα, Ρία!»

Το λευκό-ροζ δέρμα της Αρχιέρειας του Κρόνου κοκκίνισε στον λαιμό και στα μάγουλα.

«Χι-χι-χι-χι-χι-χι…» συνέχισε να γελά η Παντοκράτειρα, καθώς της έστρεφε την πλάτη και πήγαινε ν’αλλάξει τραγούδι στο ηχοσύστημα, γιατί το προηγούμενο είχε τελειώσει πριν από λίγο, μερικές στιγμές προτού η Ρία-Μία πει Όχι όταν είμαι παρούσα.

5.

«Μα όλους τους θεούς!» φώναξε η Παντοκράτειρα. «Τι πράγματα είν’ αυτά που συμβαίνουν!» Αναστέναξε, σταματώντας να βαδίζει μέσα στο μεγάλο σαλόνι που ήταν γεμάτο κρυστάλλινα σκεύη. «Πότε θα σταματήσουν να συμβαίνουν τέτοια πράγματα;» Είχε μόλις πληροφορηθεί για το μακελειό στην Κεντρική Αγορά του Συμφύρματος, που είχε διαδραματιστεί χτες το μεσημέρι.

Ο Ορείχαλκος καθόταν σε μια πολυθρόνα, προβληματισμένος. Αναρωτιόταν αν αυτός ο Στίβεν Νέλκος βρισκόταν σε επαφή με τον Πρίγκιπα Ανδρόνικο. Κι αν ναι, τόσο μεγάλες δυνάμεις είχε η Επανάσταση μέσα στη Ρελκάμνια;

Η Παντοκράτειρα στράφηκε σ’έναν απ’τους Υπερασπιστές της ο οποίος στεκόταν σε μια γωνία του δωματίου. «Δεν έχουμε απάντηση να δώσουμε, Αρχόντισσά μου,» είπε η επιβλητική οντότητα. «Και το έχουμε ξανασυζητήσει. Γίνεται το παν για τον εντοπισμό των αποστατών.»

«Το παν! Αλλά κανένα αποτέλεσμα ακόμα!» φώναξε η Αγαρίστη. «Και συνεχώς άνθρωποί μου σκοτώνονται!» Στράφηκε τώρα στη Βάρμη, η οποία στεκόταν αντίκρυ της μέσα στο δωμάτιο. «Γιατί δεν με ενημέρωσες γι’αυτό νωρίτερα;»

«Έπρεπε να γίνουν έρευνες, Μεγαλειοτάτη. Και… ήταν ένας από τους Υπερασπιστές σου κοντά μου όταν το θέμα συζητήθηκε. Νόμιζα ότι θα σ’το είχε πει.»

Η Παντοκράτειρα συνοφρυώθηκε. Κοίταξε πάλι τον Υπερασπιστή.

«Δεν υπήρχε λόγος να σε αναστατώσουμε, Αρχόντισσά μας. Δεν μπορούσες να κάνεις τίποτα. Κι εμείς κάνουμε ήδη ό,τι μπορεί να γίνει.»

Τι κάνουν; Αναρωτιέμαι, σκέφτηκε ο Ορείχαλκος. Δε φαίνεται να έχουν τη δύναμη να δώσουν τέλος στο κακό. Ήταν τόσο ισχυροί αυτοί οι εχθροί, που ούτε ο Ελκράσ’ναρχ δεν μπορούσε να τους κατατροπώσει μέσα στην ίδια τη Ρελκάμνια;

Η Παντοκράτειρα αναστέναξε κουρασμένα. Κάθισε σε μια καρέκλα του τραπεζιού. «Εντάξει,» είπε. Και προς τη Βάρμη: «Πήγαινε αν θέλεις.»

Η διοικήτρια της προσωπικής της φρουράς ένευσε, χαιρέτησε, και αποχώρησε.

«Μη στενοχωριέσαι, αγάπη μου,» είπε ο Ορείχαλκος. «Είμαι βέβαιος πως, στο τέλος, θα τους πιάσουν.»

«Θα τους πιάσουν; Να τους αφανίσουν θέλω!»

«Εκείνο που θέλεις, εκείνο θα γίνει.»

Η όψη της ήταν συλλογισμένη. «Δεν ξέρω, Ορείχαλκε… Όλο προβλήματα παρουσιάζονται, τελευταία. Όλο προβλήματα… Δε μ’αφήνουν να ησυχάσω! Πρώτα, έγινε αυτό στη Σάρντλι – και φοβήθηκα τόσο για σένα. Και συγχρόνως, μου λένε πως γίνεται πόλεμος παντού στην Παντοκρατορία μου: στη Φεηνάρκια, στη Σεργήλη – παντού! Και τώρα, ακόμα και στη Βίηλ, που ποτέ κανείς δεν θα το φανταζόταν. Επίσης, η φίλη μου η Φενίλδα έχει εξαφανιστεί. Θυμάσαι που σου είπα;»

«Ναι, θυμάμαι, αγάπη μου.» Η εξαφάνισή της του είχε φανεί παράξενη. Θα μπορούσε η Φενίλδα’σαρ να ήταν με τους επαναστάτες;

«Κι αυτός ο τρελός, ο Στίβεν Νέλκος, που είχε δολοφονήσει την Αγγελική, τριγυρίζει ελεύθερος και σκοτώνει κι άλλο κόσμο. Και έχει και δαίμονες μαζί του, κι άλλους κακοποιούς που τον βοηθάνε! Μια φορά, πρόσφατα, προσπαθούσαν να μπουν στα όνειρά μου. Ούτε στον ύπνο μου δε μ’αφήνουν να ξεκουραστώ!

»Το μόνο καλό που έχει συμβεί είναι ότι ήρθες εσύ, αγάπη μου.»

«Δε θα ήθελα ποτέ να είμαι μακριά σου, Αγαρίστη.»

Η Αγαρίστη ένευσε σαν για ν’αποκριθεί Το ξέρω. Σ’εμπιστεύμαι. Μετά, μια γυαλάδα πέρασε από τα μάτια της. Μια παιχνιδιάρικη γυαλάδα, την οποία ο Ορείχαλκος γνώριζε καλά. «Α ναι, τώρα που το θυμήθηκα!» Η Αγαρίστη χαμογελούσε. «Ξέρεις τι μου είπε η Ρία, το πρωί, όσο δεν ήσουν κοντά μας;»

«Τι;»

«Θέλει…» Η Παντοκράτειρα σηκώθηκε απ’την καρέκλα και, γελώντας σαν κοριτσάκι, πήγε να καθίσει στα γόνατά του. «Θέλει να πας, ένα απόγευμα, στον Ύψιστο Ναό. Μόνος σου. Μαζί της.»

«Σοβαρά; Για ποιο λόγο;» έκανε τον ανήξερο ο Ορείχαλκος.

«Χα-χα-χα-χα-χα… Δε μπορείς να φανταστείς;»

«Φοβάμαι πως όχι. Αν ήθελε κάτι να μου πει, μπορούσε να μου το πει κι εδώ. Ή μήπως θέλει κάτι να μου δείξει μέσα στον Ναό;»

«Ναι, κάτι θέλει να σου δείξει. Τον χοντρό εαυτό της χωρίς ρούχα, πιθανώς.»

«Τι είναι αυτά που λες, αγάπη μου;»

«Θέλει να κοιμηθείς μαζί της. Μου το είπε. Μου το ζήτησε.»

«Και συμφώνησες;» Φάνηκε ξαφνιασμένος.

«Είπα εντάξει, αλλά μόνο αν θέλεις εσύ.»

«Και θέλεις να θέλω, αγάπη μου;»

Η Παντοκράτειρα γελούσε, τρανταζόταν ολόκληρη από το γέλιο, μέσα στην αγκαλιά του. Έμπλεξε τα δάχτυλα του ενός της χεριού μέσα στα πορφυρά του μαλλιά, ενώ τα δάχτυλα του άλλου χεριού της άγγιζαν τις ουλές πάνω στο χρυσόδερμο πρόσωπό του, μοιάζοντας να προσπαθούν να τις ακολουθήσουν σαν να ήταν μονοπάτια. «Θα είν’ ωραία, δε θα είναι; Η Ρία θα πάθει την πλάκα της μαζί σου, είμαι σίγουρη!»

«Προτείνεις να πάω, δηλαδή;»

«Σου είπα: μόνο αν θέλεις. Αλλά, αλήθεια, δε θέλεις να δεις πώς θα αντιδράσει;»

«Ίσως να είχε ενδιαφέρον η αντίδρασή της…»

«Θα έχει! Και μετά, θα μου πεις τα πάντα, έτσι; Θέλω να μπορώ να την κοροϊδεύω. Συμφωνείς;»

«Θα το σκεφτώ, αγάπη μου.»

«Έλα τώρα, Ορείχαλκε! Γιατί όχι;»

«Λες, ε;»

«Ναι!»

«Εντάξει, τότε, θα πάω.»

«Το αποφάσισες;»

«Ναι.»

«Χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα!… Πρέπει, όμως, να σε προειδοποιήσω για τα γούστα της,» του είπε, πιο σοβαρά.

«Νομίζω ότι μου έχεις ήδη αναφέρει κάποια πράγματα.» Του είχε αναφέρει πολύ περισσότερα από κάποια πράγματα, βασικά. Δεν ήταν σωστό να μιλάς έτσι για την Αρχιέρεια του Κρόνου, ό,τι κι αν έκανε στο κρεβάτι της, νόμιζε ο Ορείχαλκος. Ήταν ιερωμένη.

«Θα μάθεις κι άλλα,» είπε η Παντοκράτειρα.

6.

«Βρίσκεται εδώ για να διαστρέψει το μυαλό της Αρχόντισσά μας.»

«Ναι…»

«Μοιάζεις σκεπτική. Αμφιβάλλεις γι’αυτό που σου λέμε;»

«Όχι, δεν το αμφιβάλλω. Κι εμένα μού φάνηκε περίεργο το γεγονός ότι ήρθε, έτσι ξαφνικά, μετά από την αποστασία ολόκληρης της Σάρντλι.»

«Τον έχει στείλει εδώ ο Αρχιπροδότης, για να μπερδέψει την Αρχόντισσά μας. Αλλά η ίδια δεν το βλέπει γιατί τον συμπαθεί.»

«Ναι, είναι φανερό ότι τον συμπαθεί. Πολύ. Αν όμως της το λέγατε… Εσάς σάς εμπιστεύεται.»

«Της το έχουμε πει. Δεν ακούει.»

Ένευσε. «Τη βλέπω πώς φέρεται όταν ο Ορείχαλκος είναι κοντά της. Σίγουρα την επηρεάζει η παρουσία του.»

«Είσαι πρόθυμη, λοιπόν, να βοηθήσεις; Αυτή ίσως νάναι μία από τις ελάχιστες ευκαιρίες που θα έχουμε για να τον ξεφορτωθούμε και η Αρχόντισσά μας να είναι και πάλι ασφαλής. Σ’το ζητάμε, Μαύρη Δράκαινα, δεν σε προστάζουμε. Θέλουμε να δούμε αν είσαι αληθινά πιστή στην Παντοκράτειρα και στη Συμπαντική Παντοκρατορία.»

«Ποτέ κανένας δεν έχει αμφιβάλλει γι’αυτό!» είπε η Τζένιφερ στους δύο Υπερασπιστές που στέκονταν εμπρός της κι άλλοτε μιλούσε ο ένας, άλλοτε ο άλλος, αλλά με την ίδια απόκοσμη φωνή.

«Το ξέρουμε. Θα μας βοηθήσεις;»

«Ναι. Αλλά έχετε σκεφτεί ποια θα είναι, μετά, η αντίδραση της Μεγαλειοτάτης;»

«Δεν θα μάθει τίποτα για την ανάμιξή σου, φυσικά. Κι όσο για τον Ορείχαλκο… ο Στίβεν Νέλκος τον σκότωσε.»

Βίηλ

1.

«Τι έγινε τώρα, ρε επιστήμονα; Θέλεις να μας εξηγήσεις;» ρώτησε ο Πολ.

Στέκονταν όλοι τους κοντά στο μεταβαλλόμενο όχημα, μακριά από το σημείο όπου, πριν από λίγο, είχαν συγκρουστεί ο Τάμπριελ και ο Τζακ. Το χορτάρι ήταν καμένο εκεί – στάχτες και μαυρισμένο χώμα – αλλά η φωτιά είχε καταλαγιάσει. Ο Τζακ είχε εξαφανιστεί· δεν φαινόταν πουθενά. Η Ανταρλίδα είχε προτείνει να ψάξουν γι’αυτόν, να τον κυνηγήσουν, αλλά ο Τάμπριελ είχε διαφωνήσει· κι εκείνη νόμιζε ότι το είχε κάνει επειδή φοβόταν γι’αυτήν και για τους υπόλοιπους, όχι για τον εαυτό του.

«Θα σας εξηγήσω,» είπε τώρα ο Τάμπριελ στον Πολ. «Όμως ας καθίσουμε πρώτα. Ανάψτε καμια φωτιά.»

«Δεν άναψαν ήδη αρκετές φωτιές;» σχολίασε ο Πολ, αλλά βοήθησε τους υπόλοιπους να συγκεντρώσουν ξύλα και ν’ανάψουν δύο φωτιές, γύρω από τις οποίες τελικά κάθισαν βγάζοντας φαγητά και ποτά από τους σάκους τους για να γευματίσουν. Ο μεσημεριανός ήλιος ήταν λαμπερός από πάνω τους, και η ημέρα ήταν ζεστή για χειμωνιάτικη.

«Από την αρχή δεν τον εμπιστευόμουν,» είπε η Αλιζέτ, και κανένας δεν είχε αμφιβολία ότι αναφερόταν στον Τζακ. «Το φανταζόμουν ότι μπορεί να σε αναζητούσε για κακό σκοπό. Όμως… από ένα σημείο και μετά…»

«Πίστεψες ότι ήταν ειλικρινής,» είπε ο Τάμπριελ.

Η Αλιζέτ κατένευσε.

«Και ήταν ειλικρινής. Ο Τζακ δεν ήξερε ότι ήθελε να με σκοτώσει – ώς τώρα.»

«Του ήρθε ξαφνικά η επιθυμία;» απόρησε ο Πολ.

«Τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά,» του είπε ο Τάμπριελ. «Αν εσύ δεν ήθελες ένας πράκτοράς σου να μπορεί, σε καμία περίπτωση, να αποκαλύψει μια πληροφορία, τι θα έκανες, Πολ;»

«Δε θα του έδινα καθόλου την πληροφορία.»

«Το ίδιο σκέφτηκε και η οντότητα μέσα στον Τζακ. Δεν του έδωσε καθόλου την πληροφορία, παρά μόνο τώρα, που έπρεπε πλέον να ενεργήσει. Και ίσως να ενέργησε βιαστικά, κατά τη γνώμη μου. Δεν είχε υπομονή. Σφάλμα που μπορεί να αποδειχτεί μοιραίο, πολλές φορές.»

«Γιατί, όμως, να σε θέλει νεκρό αυτή η οντότητα;» ρώτησε ο Πολ, μορφάζοντας. «Δε βγάζουν κανένα νόημα όλ’αυτά.»

«Πριν από… πολύ καιρό, σε μια άλλη μορφή, ήμουν φυλακισμένος σε μια διάσταση που ονομάζεται Λετδάρκη–»

«Δεν την έχω ακουστά.»

«Είναι μια μικρή διάσταση-φυλακή, εγκαταλειμμένη πλέον. Η φυλακή αυτή λειτουργούσε με ενέργεια την οποία δημιουργούσαν δύο ενεργειακές οντότητες. Οι οντότητες ήταν γνωστές ως ‘οι Εραστές’. Η καθεμία από μόνη της δεν θα μπορούσε να τροφοδοτήσει ολόκληρη τη διάσταση, ασφαλώς· αλλά η επαφή τους μπορούσε. Καταλαβαίνεις τι σου λέω, Πολ;»

«Αν ήμουν σαν αυτούς,» ο Πολ έριξε μια γρήγορη ματιά στον Δαίδαλο, τη Φενίλδα, και την Ιλρίνα’νορ, «σίγουρα θα καταλάβαινα καλύτερα. Αλλά, ναι, γενικά καταλαβαίνω.»

Ο Τάμπριελ ένευσε. Ήπιε μια γουλιά κρασί από το φλασκί της Ανταρλίδας και συνέχισε: «Για να δραπετεύσω από τη Λετδάρκη εφάρμοσα ένα κόλπο με τη ροή της ενέργειας, ώστε τα συστήματα στη διάσταση-φυλακή να μπλοκάρουν και προβλήματα να προκληθούν. Δεν σκόπευα να σκοτώσω τον έναν από τους δύο Εραστές, αλλά, δυστυχώς, αυτό ήταν ένα παράπλευρο αποτέλεσμα. Ο άλλος Εραστής – εκείνος που επιβίωσε – είναι η οντότητα μέσα στον Τζακ.»

«Σα να λέμε ότι του σκότωσες τη γυναίκα…»

«Αν σκέφτεσαι με όρους αρσενικού και θηλυκού, ναι, θα μπορούσες να πεις ότι ήταν σαν να του σκότωσα τη γυναίκα.»

«Γι’αυτό σε θέλει νεκρό. Αλλά είσαι ο Τάμπριελ τώρα· δεν είσαι αυτός ο άλλος που είχε φυλακιστεί εκεί. Σωστά;»

«Το πνεύμα του Άζ’λεφκ ενυπάρχει σ’εμένα, Πολ. Ο Εραστής αυτό το πνεύμα κυνηγά να καταστρέψει· δεν τον ενδιαφέρει τούτη η συγκεκριμένη μορφή που βλέπεις.»

«Όλ’αυτά είναι τελείως τρελά, αλλά, από τη στιγμή που μου έδωσες πίσω την κανονική μου μορφή, τα δέχομαι. Μια βασική ερώτηση, όμως: Αφού το ήξερες ότι ήσουν κάποτε σ’εκείνη τη διάσταση, αφού το ήξερες ότι είχες προηγούμενα με τον Εραστή, γιατί δεν μας προειδοποίησες;»

«Δεν το θυμόμουν.»

Ο Πολ τον ατένισε με δυσπιστία.

«Δεν θυμάμαι όλες τις μορφές του Άζ’λεφκ, Πολ,» είπε ο Τάμπριελ. «Πρέπει κάτι να συμβεί για να θυμηθώ ορισμένα πράγματα. Ή μπορεί και να τα θυμηθώ για κάποιον άλλο λόγο. Πάντως, δεν είναι δυνατόν ένα ανθρώπινο μυαλό να ξέρει τα πάντα για τον Άζ’λεφκ, ακόμα κι όταν βρίσκεται μέσα σε μία από τις μορφές του Άζ’λεφκ.»

Ο Δαίδαλος μίλησε: «Τι είναι, λοιπόν, ο Άζ’λεφκ, Τάμπριελ;»

Η Ανταρλίδα σκέφτηκε ότι αυτός ήταν το τελευταίο άτομο που θα περίμενε να κάνει μια τέτοια ερώτηση. Αλλά, σε ό,τι αφορούσε τον Άζ’λεφκ, ο Δαίδαλος έμοιαζε το ίδιο άσχετος όσο κι οι άλλοι. Ή σχεδόν το ίδιο. Ομολογουμένως, γνώριζε κάποια πράγματα γι’αυτόν. Όπως, για παράδειγμα, ότι υπήρχε.

«Ένα πνεύμα,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ, «που υφίσταται στο σύμπαν μας.»

«Δεν είσαι μάγος, δηλαδή…» είπε ο Δαίδαλος, ατενίζοντάς τον συλλογισμένα.

«Μάγος… Εξαρτάται τι ορισμό δίνεις σ’αυτή τη λέξη, Δαίδαλε. Κάποιοι θα μπορούσαν να με δουν ως ‘μάγο’, υποθέτω.»

«Ο τρόπος που ενέργησες για να αντιμετωπίσεις τον Τζακ,» είπε ο Δαίδαλος, «μου θυμίζει τους τρόπους που ενεργούν διάφορες οντότητες που είναι ένα με τις διαστάσεις στις οποίες ανήκουν.»

«Όπως οι Οδηγοί της Βίηλ.»

«Όπως οι Οδηγοί της Βίηλ,» συμφώνησε ο Δαίδαλος.

Ο Τάμπριελ μάσησε για λίγο, σιωπηλός, το κομμάτι ψημένο παστό κρέας που κρατούσε. Ύστερα είπε: «Μπορείς να υποθέσεις ότι είμαι σαν τους Οδηγούς της Βίηλ – και σαν άλλες παρόμοιες οντότητες – αλλά όχι μόνο για μία διάσταση.»

«Σου είναι τόσο δύσκολο να ορίσεις τι είσαι;» τον ρώτησε η Αλιζέτ, παραξενεμένη από τις απαντήσεις του.

«Μπορείς εσύ να μας πεις τι είσαι, Αλιζέτ; Και μη μου αποκριθείς ότι είσαι Μαύρη Δράκαινα, ούτε ότι σ’έχουν ονομάσει ‘η Σκοτεινή Βασίλισσα’. Ούτε καν ότι σε λένε Αλιζέτ Τάνρεχ. Αυτά είναι ιδιότητες που επικαλύπτουν τη βασική σου φύση. Πες μου τι είσαι. Πώς θα όριζες τον άνθρωπο, αν σε ρωτούσε κάποιος που δεν είναι άνθρωπος; Θα μπορούσες να του απαντήσεις ότι είναι κάτι που έχει δυο πόδια, δυο χέρια. Κάτι που σκέφτεται με τρόπο λογικό – ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Αλλά όλα τούτα δεν εξηγούν πραγματικά τι είναι ο άνθρωπος. Εσύ, όμως, το ξέρεις. Ξέρεις, ενστικτωδώς, τι είσαι. Αλλά είναι αφάνταστα περίπλοκο να το εξηγήσεις. Αδύνατο, ίσως.»

«Και το ίδιο ισχύει για τον Άζ’λεφκ…»

«Ναι,» είπε ο Τάμπριελ. «Όπως το ίδιο ισχύει και για τους Ιεράρχες.» Κοίταξε τον Αρκαλόν, τον Όρνιφιμ, τη Ράιλμεχ. «Νομίζεις ότι μπορούν να μας πουν τι είναι;»

Ο Αρκαλόν μειδίασε.

«Γιατί χαμογελάς;» τον ρώτησε η Ανταρλίδα.

«Γιατί η Πριγκίπισσα Βασνίτα μού ζητούσε κάποτε να της εξηγήσω τι είναι οι Ιεράρχες. Και ο Μεγάλος Προφήτης έχει δίκιο: δεν γίνεται. Όχι ακριβώς.»

«Το ερώτημα είναι οντολογικό,» είπε ο Δαίδαλος. «Και, όπως όλα τα οντολογικά ερωτήματα, δύσκολα απαντιέται· το ξέρω. Όμως δεν μπορούσα παρά να ρωτήσω, Τάμπριελ.»

Εκείνος ένευσε. «Κατανοητό, Δαίδαλε.»

«Κάποτε, σου είχα προτείνει να γίνεις μέλος του Κύκλου της Αλήθειας. Τώρα, μου μοιάζει αστείο. Είσαι δεκάδες φορές σοφότερος από εμάς.»

«Η σοφία μου είναι διαφορετικής φύσης από τη δική σας. Αλλά μιλάς σωστά: δεν ταιριάζω στον κύκλο σας.»

Ο Πολ ρώτησε: «Και τι θα κάνουμε τώρα που σε ξαναβρήκαμε; Συνεχίζουμε σύμφωνα με το σχέδιο; Ή έχει κάτι αλλάξει;»

«Τίποτα δεν έχει αλλάξει, Πολ,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ. «Εξακολουθούμε να βρισκόμαστε εδώ για να απελευθερώσουμε τη Βίηλ από τις δυνάμεις της Συμπαντικής Παντοκρατορίας. Και θα ήθελα να μου πείτε τι συνέβη όσο έλειπα.»

«Δεν έχεις κάποιον μαγικό τρόπο για να το μάθεις αυτομάτως;» ρώτησε ο Πολ μεταξύ αστείου και σοβαρού.

«Δυστυχώς, όχι.»

2.

Αποφάσισαν ότι δεν θα ξεκινούσαν σήμερα. Θα διανυκτέρευαν κοντά στο Μεγάλο Σχίσμα, και με την αυγή θα έφευγαν, οι μισοί για τα δυτικά, οι μισοί για τα ανατολικά, ώστε να συνεχίσουν τον πόλεμό τους κατά των Παντοκρατορικών. Θα τους έκλειναν σαν μέγγενη ανάμεσά τους, και θα τους έδιωχναν από τη διάσταση.

Φωτιές ήταν αναμμένες στον καταυλισμό τους, τώρα, για να τους ζεσταίνουν, διαλύοντας συγχρόνως το σκοτάδι της νύχτας. Η Ανταρλίδα καθόταν στην άκρη του καταυλισμού, επάνω σε μια πέτρα, ατενίζοντας προς τ’ανατολικά. Αναλογιζόταν το ταξίδι τους ώς την καρδιά της Βίηλ, και τα αποτελέσματά του. Και τελικά δεν αισθανόταν και τόσο απογοητευμένη από αυτά. Το αντίθετο, μάλλον.

Ο Τάμπριελ ήταν ξαπλωμένος μέσα στη σκηνή του, και οι περισσότεροι υπέθεταν ότι ίσως να κοιμόταν. Αν και μ’αυτόν ποτέ δεν μπορούσαν να ξέρουν: ίσως το πνεύμα του Άζ’λεφκ να περιφερόταν σ’ολόκληρη τη Βίηλ, σ’ολόκληρο το Γνωστό Σύμπαν, όσο το σώμα του βρισκόταν σε αδράνεια.

Ο Όρνιφιμ και η Ράιλμεχ κάθονταν στο κέντρο του καταυλισμού, σιωπηλοί, αλλά έχοντας εκείνη την άμεση επαφή των Ιεραρχών που τους έκανε να φαίνονται σαν να συζητούσαν.

Ο Αρκαλόν έπαιζε Συλλέκτη με τον Νελμάτρες. Κρανία μικρών πουλιών ήταν απλωμένα ανάμεσά τους. Ο δεύτερος φαινόταν να νικά.

Η Ιλρίνα’νορ ξεκουραζόταν στη σκηνή της. Η όρασή της είχε καλυτερέψει από το πρωί, αλλά, με τη δύση του ήλιου, δεν μπορούσε να διακρίνει και πολλά πράγματα.

Ο Δαίδαλος κάπνιζε ένα τσιγάρο, αμίλητος, παρατηρώντας το παιχνίδι του Αρκαλόν και του Νελμάτρες, χωρίς να δίνει συμβουλές σε κανέναν. Η γυαλάδα στα μάτια του φανέρωνε ότι διασκέδαζε μ’αυτό που έβλεπε.

Η Φενίλδα ήταν καθισμένη πλάι στον μάγο, τυλιγμένη στην κάπα της, κοιτάζοντας τον νυχτερινό ουρανό πίσω απ’τα μεγάλα, στρογγυλά γυαλιά της. Το φεγγάρι της Βίηλ ήταν τεράστιο, και υπήρχαν τόσοι πολλοί αστερισμοί… Προσπαθούσε να τους διακρίνει τον έναν μετά τον άλλο. Κάπου-κάπου χασμουριόταν όμως, γιατί νύσταζε. Μάλλον, υπέθετε, δε θ’άντεχε να μείνει ξύπνια μέχρι να τους ξεχωρίσει όλους.

Η Αλιζέτ, που πριν από λίγο είχε κρυφτεί κάτω απ’τη σκηνή της, τώρα κοίταξε και πάλι έξω, παραμερίζοντας ελάχιστα την κουρτίνα. Έψαξε με το βλέμμα της μέσα στις σκιές του καταυλισμού, αναζητώντας τον Πολ. Και δεν τον βρήκε πουθενά. Επομένως, ήταν κι αυτός στη σκηνή του. Η Αλιζέτ βγήκε απ’τη δική της σκηνή και πήγε προς τα εκεί – μια αθόρυβη σκιά ανάμεσα στις υπόλοιπες σκιές – περνώντας πίσω απ’τον Νελμάτρες και τον Αρκαλόν, την ώρα που ο Ιεράρχης έλεγε ήρεμα: «Νομίζω ότι κλέβεις, πιλότε.»

«Μη λες ανοησίες. Εσύ, επειδή είσαι εξωδιαστασιακός, δεν ξέρεις να παίζεις Συλλέκτη,» άκουσε η Αλιζέτ τον Νελμάτρες να αποκρίνεται, καθώς απομακρυνόταν από τους δυο τους φτάνοντας έξω απ’τη σκηνή του Πολ.

Γονατίζοντας, διέκρινε πως ο Πολ ήταν μέσα, και είπε σιγανά το όνομά του. Εκείνος την άκουσε και, παραμερίζοντας την κουρτίνα, έβγαλε το κεφάλι του έξω. Κόκκινο δέρμα, μαύρα μαλλιά και μούσια. Η Αλιζέτ ακόμα δεν το είχε συνηθίσει έτσι. Ήταν τελείως διαφορετικός από πριν, παρότι η γενικότερη μορφή του δεν είχε αλλάξει.

«Τι;» τη ρώτησε.

Η Αλιζέτ κάθισε μπροστά στη σκηνή του, με τα πόδια διπλωμένα από κάτω της. «Σκεφτόμουν για το Πριγκιπάτο Κίρτβεχ,» είπε.

Ο Πολ συνοφρυώθηκε. «Γιατί;»

«Αναρωτιόμουν πού θα μπορούσα να βοηθήσω περισσότερο: εκεί ή στην ανατολική Βίηλ;»

«Νόμιζα ότι συμφώνησες πως θα πήγαινες με τους υπόλοιπους στα ανατολικά…»

«Ναι,» είπε η Αλιζέτ, «επειδή εκεί ήμουν πριν. Αλλά ίσως να ερχόμουν στο Κίρτβεχ… αν υπήρχε λόγος.» Τα γκρίζα μάτια της που θύμιζαν λεπίδες τον ατένιζαν παρατηρητικά μες στη νύχτα. «Στο Κίρτβεχ γίνεται πόλεμος,» τόνισε.

«Και στ’ανατολικά γίνεται πόλεμος, Αλιζέτ,» είπε ο Πολ. «Δε νομίζω ότι στο Κίρτβεχ σε χρειάζονται περισσότερο απ’ό,τι εκεί. Οι επαναστάτες της Λαμρίτ είναι καλά οργανωμένοι, και ο Πρίγκιπας Νοσνάλτος τούς υποστηρίζει πλήρως.» Ωστόσο, ο Πολ υποπτευόταν ότι η Αλιζέτ έψαχνε πρόφαση για να έρθει στο Κίρτβεχ ώστε να είναι κοντά του. Πράγμα το οποίο ο ίδιος δεν νόμιζε ότι, δεδομένων των περιστάσεων, ήταν καλή ιδέα.

«Είναι, όμως, ένα πριγκιπάτο, μόνο του, ενάντια σ’όλα τα πριγκιπάτα της κεντρικής Βίηλ. Αντιθέτως, στην ανατολή, είναι τρία πριγκιπάτα ενωμένα.»

«Στο Κίρτβεχ, ο Δαίδαλος έχει φτιάξει αυτά τα αυτοκίνητα, και πίστεψέ με δεν έχεις ξαναδεί τέτοιες πολεμικές μηχανές. Επιπλέον, νομίζω πως καλύτερα θα ήταν να μην αλλάζουμε τα σχέδιά μας τώρα, έτσι απροειδοποίητα.» Στο Κίρτβεχ, συχνά μοιραζόταν το κρεβάτι της Λαμρίτ, και δεν ήθελε να μάθει ποια μπορεί να ήταν η αντίδραση της Προμάχου αν εκείνη ανακάλυπτε ότι το ίδιο έκανε και με την Αλιζέτ. Επίσης, ούτε την αντίδραση της Αλιζέτ ήθελε να γνωρίσει, αν εκείνη μάθαινε ότι ο Πολ ερωτοτροπούσε με τη Λαμρίτ. Όπως και νάχε θα γινόταν κάποια παρεξήγηση – και προτιμούσε να την αποφύγει.

«Απροειδοποίητα;»

«Ναι. Θέλω να πω… έρχεσαι ξαφνικά τώρα και μου το λες. Δεν το συζήτησες πριν με όλους.»

Η Αλιζέτ αισθάνθηκε πειραγμένη. Γιατί της μιλούσε έτσι; αναρωτήθηκε. Είχε κάτι αλλάξει από τότε που κατέβηκαν στο Μεγάλο Σχίσμα και ξαναγύρισαν στην επιφάνεια; Έφταιγε η… η μεταμόρφωσή του; Δε μπορεί να ξέχασε! «Σκέφτηκα να ρωτήσω εσένα πρώτα,» του είπε, εμφατικά. «Δε θα ήθελες να έρθω στο Κίρτβεχ, μαζί σου;» Σ’εκείνη το ίδιο φαινόταν είτε βρισκόταν στην ανατολική είτε στη δυτική Βίηλ. Και προτιμούσε να είναι με τον Πολ παρά με την Ανταρλίδα και τον Τάμπριελ – παρότι την Ανταρλίδα την είχε συμπαθήσει λιγάκι, τον τελευταίο καιρό, ενώ παλιά την έβλεπε, αν όχι εχθρικά, τουλάχιστον ουδέτερα.

«Αλιζέτ,» είπε ο Πολ, αγγίζοντας το χέρι της, «το ξέρεις ότι θα ήθελα να έρθεις. Αλλά αυτή δεν είναι δικαιολογία για να τσαλακώσουμε τη στρατηγική μας στη Βίηλ. Δεν είμαστε στο σχολείο.»

Η Αλιζέτ μειδίασε. Αυτό που λέει είναι σωστό, παρατήρησε. Κι απόρησε με τον εαυτό της, που σκεφτόταν τόσο αντιεπαγγελματικά. Ο Πολ ήταν ωραίος τύπος – ακόμα και τώρα που η εμφάνισή του είχε αλλάξει – αλλά αυτός, όντως, δεν ήταν λόγος για να τσαλακώσουν τη στρατηγική τους. Δε θα έπρεπε να το σκέφτομαι καθόλου! Γέλασε.

«Τι συμβαίνει, Ατσάλινα Μάτια;» ρώτησε ο Πολ. «Δεν είναι έτσι;»

«Φυσικά και είναι,» είπε η Αλιζέτ. «Απλά ήθελα να δω τι θα μου απαντούσες.»

Ο Πολ δεν ήταν βέβαιος αν ήταν αλήθεια αυτό, αλλά από την έκφρασή της δεν μπορούσε να κρίνει. Ίσως και να ήταν. Ποιος ήξερε πώς σκεφτόταν η Σκοτεινή Βασίλισσα; «Περνούσα από δοκιμασία, λοιπόν, ε;»

«Περίπου.»

«Έλα μέσα και θα μάθεις καλύτερα την απάντησή μου.» Ο Πολ γλίστρησε στο εσωτερικό της σκηνής του.

Η Αλιζέτ, χαμογελώντας, τον ακολούθησε. «Αναρωτιόμουν,» του είπε καθώς ξάπλωνε επάνω του, στηριζόμενη στους αγκώνες της, «αν, μαζί με την εμφάνισή σου, είχαν αλλάξει κι άλλα πράγματα.»

«Τίποτα δεν έχει αλλάξει, Ατσάλινα Μάτια,» της αποκρίθηκε. «Κι αυτή η όψη είναι η κανονική μου, μην ξεχνάς.»

«Μη με λες ‘Ατσάλινα Μάτια’!» γέλασε η Αλιζέτ.

«Γιατί όχι; Ορισμένες φορές νομίζω ότι θα με καρφώσεις μ’αυτά.»

3.

Το πρωί, μόλις είχε ξημερώσει, χωρίστηκαν. Η Ανταρλίδα, ο Τάμπριελ, η Ιλρίνα’νορ (που είχε ανακτήσει την όρασή της σχεδόν εξολοκλήρου πλέον), η Αλιζέτ, ο Όρνιφιμ, η Ράιλμεχ, και ο Αρκαλόν μπήκαν στο μεταβαλλόμενο όχημα και ξεκίνησαν για τ’ανατολικά. Ο Νελμάτρες, ο Δαίδαλος, ο Πολ, και η Φενίλδα ανέβηκαν στη Χρυσαλλίδα, και ο πιλότος ενεργοποίησε τις μηχανές του μικρού, γρήγορου αεροπλάνου. Οι προωθητήρες του το ύψωσαν στον ουρανό, κι ύστερα στράφηκε και πέταξε προς τα νοτιοδυτικά.

«Γιατί πάμε από κει, αφεντικό;» ρώτησε ο Πολ τον Νελμάτρες.

«Για να μην πάθουμε τα ίδια που πάθαμε την προηγούμενη φορά.»

«Και την προηγούμενη φορά, όμως, υποτίθεται πως είχαμε πάει από κει που είχαμε πάει προκειμένου ν’αποφύγουμε τους Παντοκρατορικούς. Πράγμα που δεν έπιασε.»

«Τώρα θα πιάσει.»

«Να το δω και να μην το πιστέψω.»

«Όλο γκρίνια είσαι, γαμώ τα Δαιμόνια! Πώς περιμένεις να συγκεντρωθώ στη δουλειά μου;» είπε ο Νελμάτρες. «Μη νομίζεις πως, επειδή είναι αέρας εδώ και φαίνεται σα να μην υπάρχουν λακκούβες, δεν χρειάζεται κανείς να είναι προσεχτικός.»

«Σώπα,» αποκρίθηκε ο Πολ· «είχα ακριβώς αυτή την εντύπωση.»

«Έχω την αίσθηση ότι με δουλεύεις…»

«Δεν έχεις ανάγκη εσύ: κάποτε πιλόταρες καράβι.»

Η Φενίλδα, ακούγοντάς τους, δεν μπορούσε παρά να χαμογελά.

Ο Πολ την πρόσεξε. «Θα μας ρίξεις και κάνα κέρμα, ή τζάμπα το κάνουμε;» της είπε.

«Όχι,» αποκρίθηκε η Φενίλδα.

«Συνέχεια απλήρωτοι σ’αυτή την κωλοεπανάσταση…»

Μετά από μισή ώρα έφτασαν στους Δασότοπους των Λάν’τραχαμ και πετούσαν πάνω από τις ατελείωτες καταπράσινες εκτάσεις τους. Η Φενίλδα, έχοντας σκουρύνει τα γυαλιά της με τη βοήθεια του Φωτός, κοίταζε έξω από το παράθυρο πλάι της. Θα κατόρθωνε, άραγε, να διακρίνει κανέναν Λάν’τραχαμ μέσα από τη βλάστηση;

Ο Πολ ρώτησε τον Νελμάτρες: «Πιστεύεις ότι πάνω από τους δασότοπους δεν θα μας επιτεθούν οι Παντοκρατορικοί, πιλότε;»

«Υπάρχει μια πιθανότητα. Δε νομίζω, όμως, τούτα τα μέρη να τα περιπολούν τόσο καλά όσο τις άλλες περιοχές απ’όπου τους επιτίθενται τα στρατεύματα του Πρίγκιπα Νοσνάλτος και οι πειρατές της Νιλκάριχ.»

«Μπορεί και νάχεις δίκιο,» είπε ο Πολ σκεπτικά. «Θα το δούμε.»

Ατελείωτοι είναι, σκέφτηκε η Φενίλδα, μετά από λίγο, παρατηρώντας τους Δασότοπους των Λάν’τραχαμ από κάτω τους. Δεν τους είχε ξαναδεί από τόσο ψηλά, και μόνο έτσι καταλάβαινες το πραγματικό μέγεθός τους. Η έκταση που κάλυπταν ήταν τεράστια.

Μετά από μισή ώρα ακόμα, η Χρυσαλλίδα πέρασε πάνω από μια μεγάλη δημοσιά η οποία διέσχιζε τους δασότοπους από τα νότια προς τα βόρεια, σαν γιγάντιο φίδι από πέτρα. Επάνω της η Φενίλδα μπορούσε να δει οχήματα να κινούνται. Μεταγωγικά, νόμιζε, του Παντοκρατορικού Στρατού. Από το Κάνρελ πάνε στο Έλρηνεχ…

«Πάλι τα ίδια…» μούγκρισε ο Νελμάτρες.

«Τι;» ρώτησε ο Πολ, που καθόταν στις πίσω θέσεις, δίπλα στη Φενίλδα, και δεν μπορούσε να δει την οθόνη των ανιχνευτικών συστημάτων που κοίταζε ο πιλότος.

«Παντοκρατορικά μαχητικά.»

«Πολλά;»

«Τρία.»

«Τρία ήταν και την άλλη φορά.»

«Ευτυχώς έχεις καλή μνήμη,» είπε ο Νελμάτρες, κι έβαλε τη Χρυσαλλίδα να ελιχθεί στον αέρα με τέτοιο τρόπο που έκανε το στομάχι της Φενίλδα να διαμαρτυρηθεί. «Μάγε; Θα μας βοηθήσεις;»

«Ναι,» είπε ο Δαίδαλος, λακωνικά, καθισμένος δίπλα στον πιλότο.

«Θα κάνω κι εγώ ό,τι μπορώ,» προθυμοποιήθηκε η Φενίλδα, αν και ήξερε πως, την προηγούμενη φορά, δεν είχε καταφέρει και πολλά.

«Το όλο θέμα ήταν να μην μας εντοπίσουν, γαμώ το κεφάλι σου, πιλότε,» μούγκρισε ο Πολ.

«Και τι να κάνω εγώ, τώρα; Μας είδαν!»

«Ξέρεις τι λένε; Το καλύτερο είναι να νικάς τον εχθρό σου χωρίς να δώσεις μάχη.»

«Όλο λόγια του ανέμου είσαι, γαμώ τα Δαιμόνια σου.»

Η Φενίλδα είδε, από το παράθυρό της, ένα Παντοκρατορικό μαχητικό να παρουσιάζεται.

«Μας κάνουν σήμα να προσγειωθούμε,» είπε ο Νελμάτρες.

Η Φενίλδα, φέρνοντας τον εαυτό της σε επαφή με το Φως και αντλώντας δύναμη από αυτό, άρθρωσε τα λόγια για ένα Ξόρκι Ενεργειακής Συστολής.

Ο Νελμάτρες πρέπει να είχε ενεργοποιήσει τον τηλεπικοινωνιακό πομπό του, γιατί η μάγισσα τον άκουσε να λέει: «Δε σας καταλαβαίνω. Κάτι δεν πάει καλά με το σήμα σας.»

«Σου ζητάμε να προσγειωθείς,» ήρθε μια φωνή μέσα από παράσιτα, «διαφορετικά θα επιτεθούμε.»

Η Φενίλδα είχε βρει, με τις μαγικά διευρυμένες αισθήσεις της, την εστία στην καρδιά του αεροσκάφους που έβλεπε. Αντιλαμβανόταν την ενέργεια που συγκεντρωνόταν εκεί σαν μυριάδες χορδές που έρχονταν όλες προς ένα σημείο. Και είχε τη δύναμη να μετακινήσει αυτές τις χορδές. Οπότε, τις μετακίνησε μπλέκοντάς τες αναμεταξύ τους, κάνοντάς τες κουβάρια και κόμπους.

Το Ξόρκι Ενεργειακής Συστολής είχε πιάσει. Το Παντοκρατορικό μαχητικό φάνηκε να χάνει ύψος απότομα. Η Φενίλδα ήξερε ότι το αποτέλεσμα δεν ήταν μόνιμο. Σύντομα αυτές οι «χορδές» θα ξεμπλέκονταν πάλι και το αεροπλάνο θα πετούσε κανονικά. Ωστόσο, με το ξόρκι της, είχε δώσει μεγάλο πλεονέκτημα στον Νελμάτρες.

Διότι κι ο Δαίδαλος, βέβαια, έκανε το ίδιο.

Μια ξαφνιασμένη κραυγή ακούστηκε από τον τηλεπικοινωνιακό πομπό του πιλότου.

Και ο Νελμάτρες γέλασε. «Στο καλό!» φώναξε. Και η Φενίλδα αισθάνθηκε τη Χρυσαλλίδα γύρω της να αναπτύσσει ταχύτητα.

«Έρχεται ένας ακόμα,» είπε ο Πολ κοιτάζοντας έξω απ’το παράθυρό του.

«Το ξέρω, αλλά δε θα μας προλάβει,» απάντησε ο Νελμάτρες.

Η Φενίλδα δεν μπορούσε να δει, από το δικό της παράθυρο, το αεροπλάνο που έβλεπε ο Πολ. «Είναι ένα από τα αρχικά τρία,» ρώτησε, «ή τελείως καινούργιο;»

«Ένα από τα αρχικά τρία είναι,» είπε ο Πολ.

«Αν έρθει πιο κοντά,» είπε ο Δαίδαλος, «θα χτυπήσω την εστία του.»

«Δεν πρόκειται νάρθει πιο κοντά, μάγε,» είπε ο Νελμάτρες.

Και αποδείχτηκε σωστός. Σύντομα ξέφυγαν από το Παντοκρατορικό μαχητικό, προτού αυτό προλάβει να τους προσεγγίσει για να τους χτυπήσει με τα έμβολά του.

«Φτηνά τη γλιτώσαμε πάλι,» σχολίασε ο Πολ.

«Τη Φενίλδα να ευχαριστείτε,» τους είπε ο Δαίδαλος.

Ο Πολ στράφηκε στη μάγισσα.

«Δεν έκανα τίποτα που δεν είχα προσπαθήσει να κάνω και την προηγούμενη φορά,» εξήγησε εκείνη. «Απλά τώρα άργησαν να μας επιτεθούν, επειδή ο Νελμάτρες τούς μίλησε και του απάντησαν, ενώ τότε μας είχαν επιτεθεί αμέσως.»

«Θα πρέπει, τελικά, πάντα να πετάω μαζί με μάγους,» είπε ο πιλότος.

«Στον ύπνο σου, σίγουρα,» του είπε ο Πολ.

Ο Νελμάτρες ρώτησε τον Δαίδαλο: «Πώς ανέχεται η Λαμρίτ αυτόν τον κόπανο;»

«Κόπανος;» έκανε ο Πολ. «Ελπίζω να μη μιλάς για μένα, βαρκάρη αεροπλάνου!»

«Για κάποιον άλλο λέμε· παλιό μας γνωστό.»

Η Φενίλδα δεν μπορούσε παρά να χαμογελά σαν χαζή ξανά. Δεν είναι να τους βάζεις αυτούς τους δύο μέσα στο ίδιο αεροσκάφος!

Είχαν αφήσει τη δημοσιά προ πολλού πίσω τους, αλλά οι δασότοποι, φυσικά, εξακολουθούσαν ν’απλώνονται σαν ατέρμονο πράσινο χαλί από κάτω τους. Η Φενίλδα τούς κοίταζε ψάχνοντας για Λάν’τραχαμ ξανά. Κανένα δεν μπορούσε να δει, όμως. Η βλάστηση τα έκρυβε καλά.

Όταν ατένισε έναν μεγάλο ποταμό, κατάλαβε ότι πρέπει να ήταν ο Άσλερχ, που, σύμφωνα με τους χάρτες που είχε δει, ξεκινούσε από τα βόρεια, από το Πριγκιπάτο Νέφκαλ, περνούσε από το Πριγκιπάτο Έλρηνεχ, από τους Δασότοπους των Λάν’τραχαμ, και από τις άνομες περιοχές δυτικά του Πριγκιπάτου Κάνρελ, για να χυθεί τελικά στη Λίμνη των Κολοσσών. Πλοία αρμένιζαν επάνω του.

Η Φενίλδα αισθανόταν πια κουρασμένη. Στα όρια του ύπνου. Τα βλέφαρά της ήταν βαριά. Τα μάτια της έκλεισαν και κοιμήθηκε. Ξύπνησε, όμως, σχεδόν αμέσως γιατί ήθελε να δει όλους τους Δασότοπους των Λάν’τραχαμ από την αρχή ώς το τέλος.

Το καταπράσινο χαλί από κάτω της συνεχιζόταν και συνεχιζόταν και συνεχιζόταν, για εκατοντάδες χιλιόμετρα ακόμα, δυτικά του ποταμού Άσλερχ. Θεοί… σκέφτηκε η Φενίλδα. Τι υπέροχο που είναι… Στη Ρελκάμνια, την πατρίδα της, είχαν κάπως καταφέρει να καταστρέψουν όλα τα δάση και να οικοδομήσουν κάθε τετραγωνικό χιλιόμετρο γης. Δεν υπήρχαν εκεί εκτάσεις παρόμοιες με τους Δασότοπους των Λάν’τραχαμ. Ούτε κατά διάνοια. Υπήρχαν μονάχα κάτι τεχνητά δάση. Καμία σχέση με το πραγματικό δάσος που υπήρχε εδώ.

Τελικά, η Χρυσαλλίδα έφτασε στις όχθες της Λίμνης των Κολοσσών, και η Φενίλδα είδε μια πόλη εκεί. Η οποία κάτι τής θύμιζε… Φυσικά! Η Νιλκάριχ. Η πόλη των πειρατών.

Το αεροσκάφος έκανε στροφή και την προσπέρασε, πετώντας τώρα πάνω απ’τα αστραφτερά νερά της Λίμνης των Κολοσσών και τους βράχους που ξεπρόβαλλαν σαν δάχτυλα γιγάντων από εκεί, ή σαν λεπίδες πέτρινων σπαθιών.

«Πόση ώρα ακόμα μέχρι την Κίρτβεχ;» ρώτησε η Φενίλδα.

«Καμια ωρίτσα, μάγισσα,» αποκρίθηκε ο Νελμάτρες.

Η Φενίλδα έκλεισε τα μάτια και κοιμήθηκε.

4.

Ο Τάμπριελ και η Ιλρίνα’νορ εργάζονταν εναλλάξ στο ενεργειακό κέντρο του μεταβαλλόμενου οχήματος, έτσι αυτό μπορούσε να διανύει περισσότερη απόσταση, καθώς όταν ο ένας ξεκουραζόταν, η άλλη ρύθμιζε τη ροή της ενέργειας, και αντιστρόφως. Στο τιμόνι ήταν μια η Ανταρλίδα, μια η Αλιζέτ, μια ο Όρνιφιμ.

Τώρα, καθώς έπεφτε η νύχτα, είχαν διασχίσει το Πριγκιπάτο Σάνκριλαμ χωρίς να συναντήσουν κανένα πρόβλημα από τους Παντοκρατορικούς και πλησίαζαν τη Σάνιθλεκ, στις όχθες του ποταμού Κάνιλρεχ. Δεν είχαν φτάσει ακόμα εκεί, όμως, και είδαν, μέσα στο λυκόφως, μια μάχη να διεξάγεται. Οι δυνάμεις της Παντοκράτειρας χτυπιόνταν με τους επαναστάτες των ανατολικών πριγκιπάτων.

Η Αλιζέτ, που ήταν στο τιμόνι, σταμάτησε τους τροχούς του οχήματος. «Μπορούμε να τους αποφύγουμε,» είπε, «κάνοντας τον κύκλο.»

«Πιθανώς νάναι πολεμιστές από τη Σάνιθλεκ,» είπε η Ανταρλίδα, σκεπτικά.

«Προτείνεις, δηλαδή, να αναμιχθούμε;» Η Αλιζέτ κοίταξε μια αυτήν μια τον Τάμπριελ. (Η Ιλρίνα ήταν τώρα στο ενεργειακό κέντρο.)

«Ας πάμε να ρίξουμε μια ματιά,» είπε εκείνος.

«Προφήτης ή όχι, θάπρεπε να ξέρεις ότι στη μάχη δεν μπορείς ποτέ ‘να ρίξεις μια ματιά’. Αν πλησιάσεις, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να αναμιχθείς.»

«Τουλάχιστον, πήγαινέ μας σ’ένα σημείο που θα έχουμε καλή θέα,» είπε ο Τάμπριελ, παίρνοντας στα χέρια τα κιάλια του.

«Εντάξει,» αποκρίθηκε η Αλιζέτ, πατώντας το πετάλι και βάζοντας πάλι τους τροχούς σε κίνηση.

«Αυτό εκεί το ύψωμα είναι ό,τι πρέπει.» Η Ανταρλίδα έδειξε.

«Επίσης, είναι αδύνατο να σκαρφαλώσουμε εκεί εκτός αν αλλάξουμε μορφή.»

«Ας αλλάξουμε, τότε.»

Η Αλιζέτ ενεργοποίησε τον εσωτερικό δίαυλο του οχήματος και το είπε στην Ιλρίνα. Εκείνη, κάνοντας ένα Ξόρκι Μηχανικής Μεταβλητότητος, μεταμόρφωσε το όχημά τους δίνοντάς του τέσσερα δυνατά πόδια με εύκαμπτα δάχτυλα και γαμψά νύχια. Η Αλιζέτ το οδήγησε στο ύψωμα που είχε δείξει η Ανταρλίδα και το έβαλε να σκαρφαλώσει ώς την κορυφή. Από κάτω τους τώρα μπορούσαν να δουν πολύ καλύτερα το πεδίο της μάχης, χωρίς να έχουν πλησιάσει ιδιαίτερα.

«Θα τα ενισχύσεις;» ρώτησε η Ανταρλίδα τον Τάμπριελ, δίνοντάς του τα κιάλια της.

Εκείνος έκανε επάνω τους ένα Ξόρκι Οπτικής Ενισχύσεως και της τα επέστρεψε. Η Ανταρλίδα τα έφερε στα μάτια της και κοίταξε, για να διαπιστώσει πως, όπως είχε αρχικά υποθέσει, οι Παντοκρατορικοί συγκρούονταν με πολεμιστές από τη Σάνιθλεκ. Υπήρχαν σημαίες με το έμβλημα του Βαρόνου Καρλάνος ανάμεσα στους επαναστάτες, και η Ανταρλίδα είδε και τους μισθοφόρους του Βορνάρος μέσα στη μάχη. Και τον ίδιο τον Βορνάρος. Στεκόταν επάνω σ’ένα ανοιχτό τετράκυκλο όχημα με μεγάλη μεταλλική βαλλίστρα. Στηριζόταν στο χείλος του με το ένα χέρι και κρατούσε ένα κιάλι με το άλλο, κοιτάζοντας προς τη μεριά των Παντοκρατορικών.

Οι συγκρούσεις που διεξάγονταν ήταν άγριες και πολλές. Η μάχη ήταν μεγάλη. Η Ανταρλίδα συνειδητοποίησε ότι, μέσα στο σούρουπο, εκείνη κι οι σύντροφοί της δεν την είχαν δει ολόκληρη. Είχαν δει μονάχα τη βόρεια άκρη της. Αλλά η μάχη έπιανε μια τεράστια περιοχή. Στο βάθος, ένα χωριό φαινόταν να φλέγεται, ενώ ένα οχυρό ήταν φανερά σφυροκοπημένο από ριπές καταπελτών. Από το οχυρό, κάπου-κάπου, φωτεινές λωρίδες εκτοξεύονταν: βολές από ενεργειακό κανόνι. Οχήματα και ιππείς και γιγαντοβαλλίστρες γέμιζαν το πεδίο της μάχης απ’τη μια άκρη ώς την άλλη, μαζί με χιλιάδες πεζούς.

«Τα πράγματα αγρίεψαν,» παρατήρησε η Ανταρλίδα.

«Αργά ή γρήγορα θα γινόταν,» είπε η Αλιζέτ.

Η Ανταρλίδα κατέβασε τα κιάλια της. «Δεν έχεις ιδέα τι εννοώ. Χωρίς κιάλια – χωρίς οπτικά ενισχυμένα κιάλια, ίσως – δεν μπορείς να δεις ώς πού εκτείνεται η μάχη.»

«Φαίνονται κάτι φωτιές στο βάθος…»

Η Ανταρλίδα τής έδωσε τα κιάλια.

Η Αλιζέτ κοίταξε. «Η επικράτεια των Δαιμόνιων…» μουρμούρισε.

Ο Τάμπριελ κοίταζε επίσης, με τα δικά του κιάλια, αλλά ήταν σιωπηλός.

«Είναι κι ο Βορνάρος εδώ,» παρατήρησε η Αλιζέτ.

«Ναι,» είπε η Ανταρλίδα.

«Ποιος είναι αυτός; Τον ξέρετε;» ρώτησε ο Τάμπριελ.

«Τον γνωρίσαμε όσο πολεμούσαμε κατά των Παντοκρατορικών,» εξήγησε η Ανταρλίδα. «Είναι ένας αρχηγός μισθοφόρων. Αρκετά καλός στη δουλειά του. Είναι ο πρασινόδερμος άντρας επάνω στο τετράκυκλο όχημα με τη βαλλίστρα. Λίγο πιο πέρα από μια σημαία του Βαρόνου Καρλάνος που είναι καρφωμένη στη γη.»

«Ναι,» μουρμούρισε ο Τάμπριελ στρέφοντας τα κιάλια του, «νομίζω πως τον βλέπω.»

«Θα μπορούσαμε να τον πλησιάσουμε,» είπε η Αλιζέτ, «αν κινηθούμε προσεχτικά. Σίγουρα θα ξέρει να μας πει ακριβώς τι γίνεται.» Κατέβασε τα κιάλια από μπροστά της.

«Το ίδιο σκεφτόμουν κι εγώ,» παραδέχτηκε η Ανταρλίδα.

Ο Τάμπριελ κατέβασε τα δικά του κιάλια. «Πάμε,» συμφώνησε.

Η Αλιζέτ έβαλε το τετράποδο όχημα να κατεβεί προσεχτικά από την κορυφή του πετρώδους υψώματος όπου είχε σκαρφαλώσει, και μετά ζήτησε, μέσω του διαύλου, από την Ιλρίνα’νορ να το μεταμορφώσει ξανά σε τετράκυκλο. Όταν αυτό έγινε, η Αλιζέτ οδήγησε το όχημα προς τα εκεί όπου είχε δει τον Βορνάρος με τα κιάλια της, προσπαθώντας ν’αποφεύγει τις συγκρούσεις. Εν τω μεταξύ, η Ανταρλίδα εξέπεμπε, μέσω του τηλεπικοινωνιακού πομπού του οχήματος, σήμα προς τους επαναστάτες της ανατολικής Βίηλ ότι φίλοι πλησίαζαν, όχι εχθροί.

Πέρασαν πίσω από τουλάχιστον τριακόσιους πολεμιστές – Παντοκρατορικούς και του Βαρόνου της Σάνιθλεκ – που χτυπιόνταν μπλεγμένοι σε άγρια κοντινή μάχη, πέρασαν ανάμεσα από τις γραμμές των επαναστατών, κάνοντας σινιάλο σε ορισμένους ότι ήταν σύμμαχοι, και έφτασαν τελικά κοντά στο τετράκυκλο ανοιχτό όχημα με τη γιγαντοβαλλίστρα όπου στεκόταν ο Βορνάρος: ψηλός, ευρύστερνος, πρασινόδερμος, ντυμένος με αλυσιδωτή αρματωσιά και κράνος που η προσωπίδα του ήταν σηκωμένη. Έστρεψε το σημαδεμένο του πρόσωπο προς το μέρος τους και τους κοίταξε, καθώς η Αλιζέτ σταματούσε τους τροχούς του οχήματός τους.

Η Ανταρλίδα άνοιξε μια πλευρική πόρτα και πήδησε έξω.

«Ανταρλίδα!» αναφώνησε ο Βορνάρος, αναγνωρίζοντάς την αμέσως. Και γέλασε. «Πάνω στην ώρα!»

Οι υπόλοιποι βγήκαν επίσης από το όχημα.

«Επιστρέψατε απ’το ταξίδι σας, βλέπω,» παρατήρησε ο Βορνάρος. «Και…» Ατένισε συλλογισμένα τον Τάμπριελ. «Δε μπορεί να υπάρχει κι άλλος σαν εσένα, με κόκκινο δέρμα, άσπρα μαλλιά, αυτό το ραβδί με τη σφαίρα…»

«Δεν υπάρχει άλλος,» τον διαβεβαίωσε ο Τάμπριελ, καθώς εκείνος κι οι σύντροφοί του ζύγωναν το όχημα του αρχηγού των μισθοφόρων.

«Είχα ακούσει πως ήσουν νεκρός.» Ο Βορνάρος πήδησε στο έδαφος, κάνοντας την πανοπλία του να κουδουνίσει. Οι άλλοι πολεμιστές που ήταν μες στο όχημα κοίταζαν τον Τάμπριελ επίσης παραξενεμένοι· πρέπει να ήξεραν γι’αυτόν, από φήμες. Ήταν γνωστό πλέον στα ανατολικά πριγκιπάτα ότι ένας μυστηριώδης μάγος είχε βοηθήσει στην απελευθέρωση από τους Παντοκρατορικούς, συνωμοτώντας με την Πριγκίπισσα Βασνίτα, την Πριγκίπισσα Λισρρέτα, και τον Πρίγκιπα Αλβάρος.

«Δεν ήταν νεκρός,» είπε η Ανταρλίδα προτού ο Τάμπριελ μιλήσει. Διότι φοβόταν πως μπορεί να τους έλεγε κάτι περίεργο, όπως Ήμουν, όμως όχι πια. Αλλά τούτοι οι άνθρωποι ήταν απλοί μισθοφόροι· δεν θα καταλάβαιναν τέτοια παράξενα πράγματα.

«Εσύ η ίδια είχες πει ότι σκοτώθηκε από έναν δολοφόνο των Παντοκρατορικών!»

«Έτσι νομίζαμε,» εξήγησε η Ανταρλίδα, «αλλά κάναμε λάθος. Όπως βλέπεις, είναι ζωντανός.»

Ο Βορνάρος συνοφρυώθηκε, κοιτάζοντας τον Τάμπριελ από πάνω ώς κάτω. «Ναι, αυτό είναι φανερό…»

«Τι συμβαίνει, λοιπόν, εδώ, Βορνάρος;» ρώτησε η Ανταρλίδα. «Δεν γίνονταν συγκρούσεις ώς εδώ, πριν από κάποιες μέρες.»

Ο πρασινόδερμος, σημαδεμένος αρχηγός μισθοφόρων έστρεψε το βλέμμα του πάλι επάνω της. Ένευσε. «Ναι, δε γίνονταν. Αλλά τα πράγματα αλλάζουν γρήγορα, όπως σου είπα και την άλλη φορά που συναντηθήκαμε, Ανταρλίδα. Επιτεθήκαμε στους λευκούς που ήταν καμια δεκαριά χιλιόμετρα απόσταση από τη Σάνιθλεκ, κι απ’τις δυο μεριές των δύσβατων τόπων που σας είχα πει να διασχίσετε για να τους αποφύγετε. Έγιναν κάποιες συγκρούσεις, αλλά νικήσαμε εύκολα γιατί είχαμε ενισχύσεις και από το Πριγκιπάτο Νέλερβικ και από το Πριγκιπάτο Τάσβεραλ. Ήρθαν τρεις μέρες αφότου είχατε φύγει από τη Σάνιθλεκ. Επιτεθήκαμε, λοιπόν, στους λευκούς και τους τρέψαμε σε φυγή. Και μετά, αρχίσαμε να προχωράμε δυτικά, μέσα στα εδάφη του Σάνκριλαμ. Πήραμε τα οχυρά στις δύο γέφυρες χωρίς κανέναν κόπο, και συνεχίσαμε. Όταν φτάσαμε εδώ, όμως, βρήκαμε ολόκληρο φουσάτο να μας περιμένει. Κι έχει αρχινήσει τούτο που βλέπεις.» Έδειξε αντίκρυ τους, το εκτεταμένο πεδίο μάχης. «Ευτυχώς, μας έχει στείλει κι άλλες ενισχύσεις η Πριγκίπισσα Βασνίτα, κι έχουν έρθει κι από το Τάσβεραλ κάμποσοι.»

«Και πώς φαίνεται να πηγαίνει η μάχη;» ρώτησε η Αλιζέτ.

«Ισοδύναμοι μού φαινόμαστε με τους λευκούς, για την ώρα,» απάντησε ο Βορνάρος. «Κανένας δε βρίσκεται στα πρόθυρα της νίκης ή της ήττας. Θα μείνετε να βοηθήσετε;» Κοίταξε μια την Ανταρλίδα μια την Αλιζέτ.

Εκείνες δεν απάντησαν αμέσως· κοίταξαν κι οι δύο τον Τάμπριελ. Ο οποίος τούς είπε: «Σε στρατιωτικά θέματα θα κάνουμε ό,τι εσείς νομίζετε. Ωστόσο, πιστεύω πως, προς το παρόν, καλό θα ήταν να μιλήσουμε με την Πριγκίπισσα Βασνίτα.»

Η Ανταρλίδα κατένευσε. Το ίδιο είχε κι εκείνη στο μυαλό της. «Ναι,» είπε, «συμφωνώ.» Και ούτε η Αλιζέτ διαφώνησε.

«Θα επιστρέψετε, μετά;» ρώτησε ο Βορνάρος, που ήταν φανερό πως τις ήθελε στο πλευρό του.

«Πολύ πιθανόν,» του είπε η Ανταρλίδα.

«Εκτός αν ο πόλεμος κατά των Παντοκρατορικών μάς οδηγήσει αλλού,» πρόσθεσε η Αλιζέτ.

5.

Ο πόλεμος πήγαινε καλά, έκρινε η Πριγκίπισσα Βασνίτα· και ο καινούργιος της Στρατηγός, ο Νίλφες Βάθμακ, συμφωνούσε. Το ίδιο κι ο Υπασπιστής της, ο Νολτράκος. Ωστόσο, οι ζωές που χάνονταν από αυτές τις συγκρούσεις έθλιβαν την Πριγκίπισσα του Νέλερβικ. Μακάρι να υπήρχε διαφορετικός τρόπος για να διωχτούν οι Παντοκρατορικοί από τη διάστασή της… Τέτοιος τρόπος, όμως, δεν υπήρχε· έτσι, η Βασνίτα παρακολουθούσε με μεγάλη προσοχή τις εξελίξεις του πολέμου και σκεφτόταν. Όλο σκεφτόταν. Τόση σκέψη δεν της έκανε καλό· ήταν σίγουρη.

Σήμερα, μετά το μεσημεριανό φαγητό, είχε πάει στα πριγκιπικά διαμερίσματά της μέσα στο κάστρο της Νέλερβικ. Και δεν είχε ξαπλώσει. Καθόταν στο γραφείο της και κοιτούσε τον χάρτη του πολέμου, με τις σημειωμένες θέσεις των στρατευμάτων και των κατακτημένων περιοχών. Στη Σάνιθλεκ, που είχε παρθεί πρόσφατα από το Πριγκιπάτο Σάνκριλαμ, οι Ανατολικές Δυνάμεις (όπως ονόμαζαν πλέον τους ενωμένους στρατούς τους τα Πριγκιπάτα Νέλερβικ, Χαύδοραλ, και Κάνρελ) είχαν προχωρήσει καμια τριανταριά χιλιόμετρα προς τα δυτικά, σύμφωνα με τις τελευταίες αναφορές που είχε η Βασνίτα· και θα προχωρούσαν κι άλλο αν δεν είχαν συναντήσει αντίσταση. Όμως οι εχθροί που είχαν βρει αντίκρυ τους ήταν πολλοί, και τώρα συγκρούσεις διεξάγονταν εκεί. Μέχρι στιγμής, ωστόσο, κανένας δεν είχε αναφέρει στη Βασνίτα ότι οι Ανατολικές Δυνάμεις ηττούνταν.

Στις δυτικές όχθες του ποταμού Κάνιλρεχ, επίσης, υπήρχαν αρκετά σημεία που είχαν κατακτηθεί από την Ανατολική Συμμαχία. (Ακόμα μια καινούργια ονομασία, την οποία τα τρία πριγκιπάτα χρησιμοποιούσαν για να αναφέρονται στον εαυτό τους.) Δύο ήταν τα σημαντικότερα: το πρώτο βρισκόταν κάπου ογδόντα χιλιόμετρα νότια της Σάνιθλεκ· το δεύτερο, κάπου ογδόντα χιλιόμετρα βόρεια της Τάρνελβακ. Επίσης, η Επανάσταση είχε κατακτήσει όλες τις ακτές στο νοτιοανατολικό άκρο του Πριγκιπάτου Κάνρελ, κι από κει είχε αρχίσει να επεκτείνεται και προς την ενδοχώρα του. Μια περιοχή προς τα βορειοδυτικά είχε καταληφθεί προ ημερών, και ήταν σημειωμένη στον χάρτη της Βασνίτα.

Οι Παντοκρατορικοί, όμως, δεν είχαν μείνει άπραγοι. Είχαν κατακτήσει την Τάρνελβακ, στη συμβολή των ποταμών Κάνιλρεχ και Νέρελρημ, και τη χρησιμοποιούσαν ως βάση για να επιτίθενται στους επαναστάτες. Επίσης, πιο πρόσφατα, είχαν καταλάβει ένα από τα νησιά του Πράσινου Πελάγους και το χρησιμοποιούσαν κι αυτό με παρόμοιο τρόπο. Ο στόλος του Χαύδοραλ δεν είχε κατορθώσει να αποτρέψει τούτη την κατάκτηση, και τώρα το εν λόγω Πριγκιπάτο δεχόταν σφοδρές επιθέσεις από εκεί. Οι Παντοκρατορικοί, υποπτευόταν η Βασνίτα (και ο Στρατηγός Νίλφες είχε συμφωνήσει μαζί της, όταν τον είχε ρωτήσει), προσπαθούσαν να διαλύσουν τον μοναδικό αξιόλογο στόλο που είχε η Ανατολική Συμμαχία – αυτόν του Χαύδοραλ. Τα πλοία του Νέλερβικ ήταν όλα ποταμόπλοια· δεν μπορούσαν να απομακρυνθούν από τις ακτές. Και ο στόλος του Τάσβεραλ δεν ήταν τίποτα το σπουδαίο, ενώ το μοναδικό σοβαρό λιμάνι του ήταν η Τάσνερακ· οι υπόλοιπες ακτές του ήταν πολύ βραχώδεις και επικίνδυνες.

Η Βασνίτα ακούμπησε την πλάτη της στην πολυθρόνα και άναψε τσιγάρο μ’ένα σπίρτο. Αναρωτιόταν τι να γινόταν τώρα στη δυτική Βίηλ, στο Πριγκιπάτο Κίρτβεχ. Με την αναχώρηση των Ιεραρχών, δεν είχε καμία πληροφόρηση για το τι συνέβαινε εκεί. Δεν είχε κατασκόπους που να φτάνουν τόσο μακριά· κι επιπλέον, όλοι οι άνθρωποί της ήταν τώρα απασχολημένοι στα εδάφη της Ανατολικής Συμμαχίας και στις κατακτημένες περιοχές των Πριγκιπάτων Σάνκριλαμ και Κάνρελ. Επίσης, παρακολουθούσαν μήπως κανένας εχθρός ερχόταν από το Πέρασμα Ντόσβεκ. Το Πριγκιπάτο Ντόσβεκ δεν είχε ακόμα δηλώσει πως ήταν με τους επαναστάτες, αλλά ούτε τους είχε επιτεθεί. Τώρα, όμως, που τελειώνει ο χειμώνας, σκέφτηκε η Βασνίτα, δεν αποκλείεται κάποια στρατεύματα να έρθουν από το πέρασμα. Υπήρχαν Παντοκρατορικοί στο Ντόσβεκ· δεν είχαν φύγει. Ίσως να μετανιώσουμε το γεγονός ότι το έχουμε αγνοήσει ώς τώρα.

Ο επικοινωνιακός δίαυλος επάνω στο γραφείο της κουδούνισε. Η Βασνίτα φύσηξε καπνό απ’την άκρη του στόματός της και, με μια κουρασμένη κίνηση, πάτησε το κουμπί που ενεργοποιούσε το μηχάνημα.

«Ναι;» είπε.

«Συγνώμη που σ’ενοχλώ τέτοια ώρα, Πριγκίπισσά μου,» είπε ο Νολτράκος, νυν Υπασπιστής της και πρώην εραστής της, γλυκομίλητος όπως πάντα.

«Δεν πειράζει. Δεν κοιμόμουν, εξάλλου.»

«Η Ανταρλίδα επέστρεψε. Και ο Τάμπριελ είναι μαζί της.»

Τ’ανάστημα των Κολοσσών! σκέφτηκε η Βασνίτα, κατάπληκτη. Ο Τζακ έλεγε, λοιπόν, την αλήθεια! Αλλά πώς…; Η Βασνίτα είχε δει τον Τάμπριελ νεκρό. Και μετά, οι μάγοι τον είχαν κάψει επάνω στον βωμό. Εγώ η ίδια έκανα την κηδεία!

«Βασνίτα;» Η φωνή του Νολτράκος, από τον δίαυλο.

«Είναι… είναι σίγουρα ο Τάμπριελ, Νολτράκος;»

«Εμένα έτσι μου φαίνεται, τουλάχιστον. Είναι ίδιος. Το ξέρω ότι μοιάζει παράλογο.»

«Κατεβαίνω να τους συναντήσω στην Αίθουσα του Θρόνου.»

«Εκεί είναι και σε περιμένουν.»

6.

Στέκονταν στο κέντρο της αίθουσας και μιλούσαν με τον Νολτράκος, τον Νίλφες Βάθμακ, και την Κελρίτ Βόρτεμαχ, όταν η Βασνίτα μπήκε από μια πλευρική πόρτα και οι φρουροί ανακοίνωσαν αμέσως την παρουσία της, λέγοντας μεγαλόφωνα: «Η Υψηλοτάτη, Βασνίτα Κάλνεραχ, Πριγκίπισσα του Νέλερβικ και Μεγαλοκυρά της Κοιλάδας των Ποταμών!» (Δεν υπήρχε λόγος για τόση φασαρία σχετικά με τον εαυτό της, πίστευε η Βασνίτα, αλλά αυτό ήταν το τυπικό της αυλής· και δεν μπορούσε να πει πως δεν την κολάκευε, βαθιά μέσα της.)

Στράφηκαν όλοι να την κοιτάξουν.

«Πριγκίπισσά μου,» είπε ο Τάμπριελ.

Ήταν ακριβώς όπως η Βασνίτα τον θυμόταν. Ψηλός όσο μπορεί να είναι ένας φυσιολογικός άντρας, πορφυρόδερμος, με άσπρα μακριά μαλλιά και μικρό γένι στο σαγόνι. Γκρίζα, ψυχρά μάτια. Εκείνο το ραβδί στο χέρι του, το οποίο είχε μια κόκκινη σφαίρα στην κορυφή.

«Δεν το πιστεύω…» είπε χαμηλόφωνα η Βασνίτα, πλησιάζοντάς τον.

«Δεν είστε η μόνη, Πριγκίπισσά μου,» τη διαβεβαίωσε η Κελρίτ, που κάποτε, όταν είχαν επιτεθεί στη Χαύδοραλ για να διώξουν τους Παντοκρατορικούς από εκεί, ήταν ναύαρχος του ανατολικού στόλου και είχε πολεμήσει κοντά στον Τάμπριελ και τους συντρόφους του.

«Πώς είναι δυνατόν;» ρώτησε η Βασνίτα, κοιτάζοντας μια τον Τάμπριελ μια την Ανταρλίδα. «Κάναμε την κηδεία σου, κανονικά,» είπε σ’εκείνον.

«Δώσατε το σώμα μου στο Φως, και το Φως το επέστρεψε.»

Η Βασνίτα συνοφρυώθηκε. «Δηλαδή… κάποιος μάγος σε επανέφερε από τους νεκρούς; Μπορεί να γίνει τέτοιο πράγμα;»

«Δεν με επανέφερε κανένας μάγος, Πριγκίπισσά μου,» είπε ο Τάμπριελ. «Αναγεννήθηκα μέσα από το Φως.»

Η Βασνίτα δεν καταλάβαινε. «Και ο Τζακ…; Μας έλεγε ότι…» Τον αναζήτησε με το βλέμμα της, μα δεν τον είδε ανάμεσα στους Ιεράρχες, την Αλιζέτ, και την Ιλρίνα’νορ. «Πού είναι ο Τζακ;»

«Ήταν, τελικά, προδότης,» είπε η Ανταρλίδα.

«Προδότης; Αιχμάλωτός μας ήταν.»

«Η οντότητα μέσα του με ήθελε νεκρό,» είπε ο Τάμπριελ.

«Μα ήσουν νεκρός,» τόνισε η Βασνίτα.

«Όχι, όμως, με τέτοιο τρόπο ώστε να μη μπορώ να επιστρέψω. Η οντότητα μέσα στον Τζακ ήθελε να βεβαιωθεί ότι θα έμενα νεκρός.»

«Δεν καταλαβαίνω τίποτα,» παραδέχτηκε η Βασνίτα, σαστισμένη.

«Θα σου τα εξηγήσουμε όλα, Πριγκίπισσά μου, όσο καλύτερα μπορούμε. Αλλά να περιμένεις ότι θα σε παραξενέψουν πολύ.»

«Είμαι ήδη παραξενεμένη, Άρχοντά μου.»

«Επίσης,» πρόσθεσε ο Τάμπριελ, «θα πρέπει να σου ζητήσω να μην πεις πουθενά τα όσα θα σου πω. Εξάλλου, ακόμα και να τα πεις, αποκλείεται κανένας να σε πιστέψει.»

«Δεν με εκπλήσσει.»

Ο Στρατηγός Νίλφες ρώτησε: «Εμείς δεν θα ακούσουμε αυτή την… απίθανη ιστορία, Άρχοντα Τάμπριελ;»

«Δεν υπάρχει λόγος, Στρατηγέ· δεν σας αφορά. Θα σας εξηγήσει η Πριγκίπισσα ό,τι η ίδια νομίζει.»

Ο Νίλφες Βάθμακ τον ατένισε συνοφρυωμένος: φανερά δυσαρεστημένος από την απάντησή του.

«Ο Ραφέλνες πού είναι, Υψηλοτάτη;» ρώτησε η Ανταρλίδα τη Βασνίτα.

«Στις νοτιοανατολικές ακτές του Κάνρελ, μαζί με τον Πρόμαχο Άτβος.»

«Ο Άτβος έχει πάει στο Κάνρελ;» πετάχτηκε η Ιλρίνα’νορ.

«Ναι,» αποκρίθηκε η Βασνίτα. «Απ’όσο ξέρω, εκεί είναι. Πήγε πριν από τρεις ημέρες.»

«Έχουμε κατακτήσει περισσότερα εδάφη στο Κάνρελ;» ρώτησε η Ανταρλίδα.

«Λίγο περισσότερα.»

Για να συνεχίσουν τη συζήτησή τους ανέβηκαν στα προσωπικά διαμερίσματα της Βασνίτα, γιατί εκείνη ήθελε τώρα να μάθει τι είχε συμβεί με τον Τάμπριελ, αλλά ο Τάμπριελ δεν ήθελε να μιλήσει γι’αυτό το θέμα εδώ, μέσα στην Αίθουσα του Θρόνου, όπου πάρα πολλοί μπορούσαν, πολύ εύκολα, να κρυφακούσουν.

Όταν είχαν καθίσει στις πολυθρόνες και στον καναπέ του καθιστικού των πριγκιπικών διαμερισμάτων, δύο υπηρέτριες έφεραν σε όλους ποτά και γλυκίσματα, προτού η Βασνίτα τις προστάξει να τους αφήσουν μόνους. Οι κοπέλες έφυγαν κλείνοντας διακριτικά την εξώπορτα των διαμερισμάτων.

«Πείτε μου, λοιπόν,» ζήτησε η Πριγκίπισσα του Νέλερβικ, νιώθοντας την περιέργειά της να βρίσκεται σε έξαψη. Δεν είχε ποτέ ξανά δει άνθρωπο να επιστρέφει από τους νεκρούς. Δεν είχε καν ακούσει για κάτι τέτοιο. Ούτε για τους Οδηγούς δεν λέγονταν τόσο ακραία πράγματα.

Ο Τάμπριελ ήπιε μια γουλιά από το κρασί του και, ύστερα, της είπε τα πάντα. Της μίλησε για τον Άζ’λεφκ· για την επίσκεψή του στην οικία των Οδηγών, στο Μεγάλο Σχίσμα· για την αλλαγή του σώματός του μέσω της δύναμης του Φωτός· για την επίθεση του Εραστή που κρυβόταν μέσα τον Τζακ’μορ Πολύχρωμο.

Η Βασνίτα άκουγε, κι όσο άκουγε τόσο πιο μπερδεμένη αισθανόταν. Προσπαθούσε να κάνει το μυαλό της να κατανοήσει όλες αυτές τις παράξενες αλήθειες αλλά το έβρισκε αδύνατο. Συνεχώς κάτι δεν ταίριαζε. Κάτι δεν ήταν καθόλου, μα καθόλου, λογικό.

«Αν έρχονταν άλλοι να μου πουν τέτοια πράγματα, θα σκεφτόμουν ότι ή ήταν τρελοί ή προσπαθούσαν κάπως να με κοροϊδέψουν.»

«Κι εμείς το ίδιο θα σκεφτόμασταν, Υψηλοτάτη,» είπε η Αλιζέτ.

«Είναι, λοιπόν, αλήθεια όλα αυτά…»

«Από την αρχή ώς το τέλος, Υψηλοτάτη,» είπε η Ιλρίνα’νορ, «αν και, ομολογουμένως, ο Τάμπριελ τα ανέφερε περιληπτικά.» Τώρα πλέον, η όρασή της είχε επιστρέψει πλήρως, και δεν είχε κανένα πρόβλημα να βλέπει ακόμα και με χαμηλό φως.

«Σε ένα πράγμα έχεις απόλυτο δίκιο, Άρχοντά μου,» είπε η Βασνίτα στον Τάμπριελ: «δεν έχει νόημα να τα πούμε αυτά σε κανέναν άλλο. Κανένας δεν πρόκειται να τα πιστέψει.»

Ο Τάμπριελ ένευσε. Το περίμενε ότι η Πριγκίπισσα του Νέλερβικ θα το έβλεπε έτσι. Την είχε για λογική και έξυπνη γυναίκα. Και είναι καλή στα πολιτικά θέματα, παρότι η ίδια μπορεί να δυσανασχετεί πολλές φορές. «Θα πρέπει, όμως, με κάποιον τρόπο, να δικαιολογήσουμε το γεγονός ότι επέστρεψα από τους νεκρούς, Πριγκίπισσά μου.»

«Κι έχεις κάτι να προτείνεις;»

«Θα ήθελα πρώτα να μάθω τι θα μου πρότεινες εσύ.»

Η Βασνίτα το σκέφτηκε για λίγο, ακουμπώντας το σαγόνι στα πλεγμένα μακριά δάχτυλα των χεριών της. Τελικά είπε: «Θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε ότι κάψαμε ένα καλοφτιαγμένο ομοίωμα, περιμένοντας να δούμε ποια θα ήταν η αντίδραση των Παντοκρατορικών.»

«Ποια θα μπορούσε να είναι η αντίδραση των Παντοκρατορικών σε κάτι τέτοιο;» απόρησε ο Όρνιφιμ.

«Όχι,» είπε η Βασνίτα· «ξεχάστε το. Θα υποστηρίξουμε κάτι διαφορετικό. Θα πούμε ότι κάψαμε ένα ομοίωμα επειδή φοβόμασταν πως υπήρχε κάποιο σχέδιο για να δολοφονήσουν τον Τάμπριελ. Ανησυχήσαμε ύστερα από εκείνη την πρώτη απόπειρα δολοφονίας – κατά την οποία ο Τάμπριελ τραυματίστηκε – και πήραμε τα μέτρα μας. Τώρα, όμως, που πέρασε αρκετός καιρός, ο Τάμπριελ μπορούσε να εμφανιστεί και πάλι.»

«Άψογο,» είπε ο Τάμπριελ. Και κοίταξε τους υπόλοιπους, ερωτηματικά.

«Συμφωνώ,» ένευσε η Ανταρλίδα.

«Δε νομίζω ότι θα βρούμε τίποτα καλύτερο,» είπε η Αλιζέτ.

«Μοιάζει καλή λύση,» είπε ο Αρκαλόν, «και λογική.»

«Αυτό,» τόνισε η Βασνίτα, «θα το πούμε στους ευγενείς και στους στρατιωτικούς – στους ανθρώπους, δηλαδή, που πρέπει να εξηγήσουμε κάποια πράγματα. Στον λαό και στον στρατό μπορούμε να ανακοινώσουμε κάτι τελείως διαφορετικό…»

«Όπως;» ρώτησε ο Τάμπριελ, ενώ η Ανταρλίδα αναρωτιόταν ποιος ο λόγος να περιπλέκουν το θέμα. Δεν ήταν καλύτερα να το κρατήσουν ξεκάθαρο για όλους;

«Ότι αναστήθηκες,» αποκρίθηκε η Βασνίτα.

«Μα αυτό ακριβώς δεν είναι που θέλουμε να αποφύγουμε να πούμε;» απόρησε η Ανταρλίδα. Ήταν δυνατόν η Πριγκίπισσα να προτείνει δύο αντιφατικά πράγματα;

Η Βασνίτα χαμογέλασε. «Υπάρχουν άνθρωποι που δεν πρόκειται να πιστέψουν ότι ο Τάμπριελ επέστρεψε από τους νεκρούς – και είναι αδύνατο να τους εξηγήσουμε πώς συνέβη. Δεν πρόκειται να το καταλάβουν. Όμως υπάρχουν και άνθρωποι που, αναμφίβολα, θα θέλουν ο παράξενος κοκκινόδερμος μάγος της Επανάστασης να έχει αναστηθεί. Εμείς δεν θα υποστηρίξουμε, σε καμία σοβαρή συζήτηση, ότι όντως αυτό συνέβη· αλλά θα το χρησιμοποιήσουμε για να εμψυχώσουμε τον στρατό μας. Ακόμα κι αν οι πολεμιστές μας δεν πιστέψουν κατά βάθος ότι ο Τάμπριελ επέστρεψε από τους νεκρούς, θα πείσουν τον εαυτό τους πως είναι πραγματικότητα, για να τους βοηθήσει στον αγώνα που δίνουν και για να τρομοκρατήσουν τους Παντοκρατορικούς.»

«Όσο ο καιρός περνά τόσο περισσότερο θαυμάζω την πολιτική σου ικανότητα, Πριγκίπισσά μου,» είπε ο Τάμπριελ, ειλικρινά.

Η Βασνίτα χαμογέλασε πάλι. «Μια έμπνευση της στιγμής ήταν, μόνο. Μπορεί να μην είναι και τόσο καλή στρατηγική, τελικά,» είπε μετριοφρόνως.

«Κι όμως, νομίζω πως πρόκειται για άψογη στρατηγική,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ. Και κοίταξε τον Αρκαλόν, ο οποίος στη διάστασή του, τη Νόρχακ, είχε κάποτε πολιτική θέση.

«Συγγραφέας είναι, τι περιμένεις;» είπε ο Ιεράρχης, αναφερόμενος στη Βασνίτα. «Κρύβει την αλήθεια πίσω από ένα λογικό ψέμα και μια παράλογη μερική αλήθεια που πλασάρει ως προπαγάνδα. Και, ναι, συμφωνώ ότι είναι άψογη στρατηγική.»

Απολλώνια

1.

Ο Στρατηγός Δομίνικος Εύηχος απέσυρε το Κάλεσμα προς τον Δούκα Κωνστάντιο της Γλαυκόπολης, και η Αθηνά κι η Νικίτα ώθησαν τον επίδοξο δολοφόνο του Οδυσσέα στο κέντρο της μεγάλης αίθουσας, όπου και τον έβαλαν να καθίσει σε μια πολυθρόνα ενώ τον σημάδευαν με πιστόλια.

Ο Οδυσσέας τον ατένισε παρατηρητικά. Ήταν ένας άντρας με λευκό-ροζ δέρμα και ξυρισμένο κεφάλι. Δεν του θύμιζε κάτι· δεν νόμιζε ότι τον είχε ξανασυναντήσει στην Απολλώνια ή σε οποιαδήποτε άλλη διάσταση. «Τραυματίστε τον: ελαφριά αλλά όχι επιπόλαια,» ζήτησε.

Η Αριάδνη’ταρ τράβηξε ένα ξιφίδιο από τη μπότα της και σπάθισε τον αιχμάλωτο στο αριστερό μπράτσο, σχίζοντας τη μαύρη ενδυμασία του και το δέρμα από κάτω.

Αίμα έτρεξε.

Ο Οδυσσέας ένευσε. «Δεν είναι Δημιούργημα, λοιπόν.»

Ο Δούκας Κωνστάντιος τον κοίταξε ερωτηματικά. «‘Δημιούργημα’, Πρόμαχε;»

«Δεν έχετε ακούσει για τα Δημιουργήματα της Παντοκράτειρας, Δούκα μου;»

«Ναι, αλλά δεν έχω ποτέ δει κάποιο.»

«Τα Δημιουργήματα δεν αιμορραγούν,» εξήγησε ο Οδυσσέας. «Το παρατηρείς όταν τους κάνεις ένα τραύμα μετρίου μεγέθους. Από τις γρατσουνιές δεν μπορείς να το δεις.»

«Μάλιστα,» είπε ο Κωνστάντιος.

Ο Δομίνικος ακόμα ατένιζε συλλογισμένα – αν όχι εχθρικά – τον Δούκα της Γλαυκόπολης.

Ο Οδυσσέας ρώτησε τον αιχμάλωτο: «Ποιος σ’έστειλε;»

«Θα μ’αφήσεις να φύγω, Πρόμαχε, αν σου απαντήσω;» είπε εκείνος, αρκετά ψύχραιμα δεδομένης της κατάστασης. Η φωνή του ήταν βραχνή, όπως εκείνων των καπνιστών που καπνίζουν πιο πολύ από την Ιωάννα τη Μαύρη Δράκαινα.

«Μπορεί να το σκεφτώ να μη σε σκοτώσω,» του απάντησε ο Οδυσσέας.

«Ο Συνταγματάρχης Κλεάνθης Νιρλέμβω έδωσε τη διαταγή.»

«Αυτό το καθίκι…» μούγκρισε ο Δομίνικος Εύηχος. Και ρώτησε τον αιχμάλωτο: «Κι ο Δούκας; Ήταν μέσα στο κόλπο;» Κοίταζε τον Κωνστάντιο με τις άκριες των ματιών του. Το χέρι του ήταν στη λαβή του σπαθιού στη ζώνη του, έτοιμος πάλι να το τραβήξει απ’το θηκάρι.

«Ο Δούκας;» είπε ο αιχμάλωτος. «Όχι, ο Δούκας δεν ήξερε. Ή, αν ήξερε, δεν το έχω πληροφορηθεί.»

«Φωτιές του Μαύρου Νάρζουλ!» αναφώνησε ο Κωνστάντιος. «Φυσικά και δεν ήξερα τίποτα! Δεν έκανα ποτέ σχέδια μαζί με τους Παντοκρατορικούς που βρίσκονταν εδώ. Δεν με άφηναν να είμαι κοντά όταν κατέστρωναν σχέδια!»

Στον Οδυσσέα ο Δούκας της Γλαυκόπολης έμοιαζε ειλικρινής. Ο Δομίνικος Εύηχος, όμως, φαινόταν να έχει τις αμφιβολίες του, αν και δεν μιλούσε, ούτε είχε ξανατραβήξει το σπαθί του για να επαναλάβει το Κάλεσμα.

Ο Πρόμαχος ρώτησε τον αιχμάλωτο: «Ποιο είναι το όνομά σου;»

«Νικόλαος Πολύγλωσσος.»

«Από την Υπερυδάτια κατάγεσαι;»

«Ναι.»

«Πού είχες κρυφτεί μέσα στο παλάτι για να μας περιμένεις;»

«Στον κήπο ήμουν. Ο Δούκας δεν είχε προλάβει να ασφαλίσει ακόμα όλα τα μέρη· ο Ταγματάρχης Κάλρηχ μόλις έφυγε.»

«Ο Ταγματάρχης Κάλρηχ;»

Ο Κωνστάντιος είπε πριν από τον αιχμάλωτο: «Ο διοικητής των Παντοκρατορικών δυνάμεων της Γλαυκόπολης, Πρόμαχε. Ταγματάρχης Κάδμος Κάλρηχ.»

Ο Οδυσσέας ρώτησε τον Νικόλαο: «Εσύ με ποιον ήσουν αρχικά; Μ’αυτόν, ή με τον Συνταγματάρχη Νιρλέμβω;»

«Με τον Ταγματάρχη Κάλρηχ ήμουν. Με είχε εδώ μήπως χρειαζόταν καμια… ειδική δουλειά στη Γλαυκόπολη.»

«Δολοφονία, σα να λέμε.»

Ο Νικόλαος κατένευσε.

«Δεν καταλαβαίνω το εξής,» του είπε ο Δομίνικος: «πώς σκόπευες να φύγεις από εδώ αφότου σκότωνες τον Πρόμαχο;»

«Η αποστολή μου ήταν να δολοφονήσω και αυτόν και εσένα, Στρατηγέ,» του είπε ο Νικόλαος. «Θα σας πυροβολούσα τον έναν μετά τον άλλο, απανωτά.»

«Και μετά, πώς σκόπευες να φύγεις;» επέμεινε ο Δομίνικος.

«Σας είπα: ο Δούκας δεν έχει ακόμα ασφαλίσει το παλάτι τόσο καλά όσο πιστεύει.»

Ο Οδυσσέας τον άρπαξε, με το ένα χέρι, από το πέτο της κατάμαυρης ενδυμασίας του. «Θες να πεις ότι κρύβονται κι άλλοι Παντοκρατορικοί μες στο παλάτι;»

2.

Εισέβαλαν οπλισμένοι στα δωμάτια που ο Νικόλαος μαρτύρησε ότι κρύβονταν οι Παντοκρατορικοί σύμμαχοί του. Ο Ευθύπορος κλότσησε την πρώτη πόρτα και τινάχτηκε στο πλάι, ενώ κρατούσε υψωμένο το τουφέκι του. Ο Φέτανιρ ήταν γονατισμένος παραδίπλα, βαστώντας ένα πιστόλι. Η Νικίτα στεκόταν από πάνω του, με το τουφέκι της έτοιμο. Η Αθηνά ήταν από την άλλη μεριά, μαζί με την Αριάδνη’ταρ, έχοντας πιστόλια στα χέρια κι οι δύο. Ο Οδυσσέας, ο Δομίνικος, και οι τρεις Απολλώνιοι μαχητές που είχαν πάρει μαζί τους από το στρατόπεδο στέκονταν λιγάκι πιο πίσω. Και ακόμα πιο πίσω ήταν ο Δούκας Κωνστάντιος, η Ανθυπολοχαγός Λουκιλία Αντίπλευρη, και κάποιοι άλλοι – όλοι με όπλα στα χέρια.

Πίσω από την πόρτα που κλότσησε ο Ευθύπορος αποκαλύφθηκε ένα άδειο δωμάτιο.

«Έξω!» φώναξε η Νικίτα. «Χωρίς όπλα και με τα χέρια σας ψηλά!»

Κανένας δεν αποκρίθηκε, και κανένας δεν πλησίασε.

Η Νικίτα και η Αθηνά μπήκαν πρώτες. Η Αριάδνη’ταρ, ο Ευθύπορος, και ο Φέτανιρ τις ακολούθησαν. Ο Οδυσσέας και ο Δομίνικος ήρθαν μετά, κάνοντας νόημα στους υπόλοιπους να μείνουν πίσω. Πήγαν στο ένα δωμάτιο μετά το άλλο, καλύπτοντας τους εαυτούς τους στο πλάι πορτών και στρέφοντας τις κάννες των όπλων τους πρώτα προς τις γωνίες.

Κανένας δεν βρισκόταν εδώ, όμως. Και ο Οδυσσέας παρατήρησε ότι τα δωμάτια έμοιαζαν βιαστικά εγκαταλειμμένα. Κάποιοι, λοιπόν, ήταν εδώ, πολύ πρόσφατα. Και έφυγαν άρον-άρον.

Ο Πρόμαχος πλησίασε τον Δούκα Κωνστάντιο και είπε: «Προστάξτε να μην αφήσουν κανέναν να βγει από το παλάτι, Υψηλότατε!»

Ο Κωνστάντιος στράφηκε στην Ανθυπολοχαγό Αντίπλευρη, κάνοντάς της νόημα να υπακούσει. Η Λουκιλία πήρε τον πομπό από τη ζώνη της και, ενεργοποιώντας τον, έδωσε τη διαταγή που είχε προτείνει ο Οδυσσέας.

Ένας φρουρός τής απάντησε, και τα λόγια του τα άκουσαν, από το μεγάφωνο του πομπού, όλοι όσοι βρίσκονταν κοντά της: «Κάποιοι μόλις βγήκαν, Ανθυπολοχαγέ, μ’ένα τετράκυκλο όχημα.»

«Ποιοι;»

«Δε ρωτήσαμε. Ένας άντρας μάς έκανε νόημα, από τη θέση του οδηγού, ν’ανοίξουμε την πύλη του κήπου και την ανοίξαμε.»

«Εντάξει,» είπε η Λουκιλία και έκλεισε τον πομπό.

«Αυτοί ήταν,» είπε ο Κωνστάντιος, κοιτάζοντας τον Οδυσσέα.

«Πολύ το φοβάμαι, Δούκα μου.»

«Μπορούμε να τους κυνηγήσουμε,» προθυμοποιήθηκε η Νικίτα.

«Από τον αέρα,» είπε ο Οδυσσέας. «Θέλω μόνο να μάθω πού θα πάνε.»

«Εκτός αν ο Δούκας μάς δώσει κάποιο αεροσκάφος, πρέπει να επιστρέψουμε στο στρατόπεδο για να πάρουμε από εκεί ένα,» αποκρίθηκε η Αθηνά.

«Έχω ένα ελικόπτερο εδώ, στο παλάτι,» είπε ο Κωνστάντιος.

«Ίσως, όμως, να μην ήταν καλή ιδέα να στείλουμε τις Μαύρες Δράκαινες μακριά μας,» είπε ο Δομίνικος στον Οδυσσέα.

Ακόμα υποπτεύεται τον Δούκα. «Στρατηγέ…» Και ίσως να έχει κάποιο δίκιο…

«Μπορώ να πάω εγώ, Πρόμαχε,» προθυμοποιήθηκε ο Φέτανιρ, «μαζί με δύο ακόμα.» Κοίταξε τους τρεις Απολλώνιους μαχητές από το στράτευμα.

«Κανένας σας δεν ξέρει να πιλοτάρει.»

«Θα πιλοτάρω εγώ, αν μου το επιτρέψει ο Δούκας.»

Ο Οδυσσέας στράφηκε για να δει την Ανθυπολοχαγό Λουκιλία Αντίπλευρη. Ύστερα κοίταξε τον Κωνστάντιο.

«Δεν έχω πρόβλημα,» δήλωσε εκείνος. «Κι ελπίζω αυτό να σας πείσει ότι είμαι υπέρ της Επανάστασης,» πρόσθεσε, ρίχνοντας ένα έντονο βλέμμα στον Δομίνικο Εύηχο, ο οποίος τον αγνόησε.

Ο Οδυσσέας είπε στον Φέτανιρ: «Πηγαίνετε.

»Εσύ κι εσύ,» κοίταξε δύο από τους τρεις Απολλώνιους μαχητές, «μαζί του.»

«Μάλιστα, Πρόμαχε.»

«Θα σας οδηγήσω στο ελικόπτερο,» τους είπε η Λουκιλία, και την ακολούθησαν, φεύγοντας.

«Πρόμαχε,» ρώτησε η Αθηνά, «να ερευνήσουμε τα δωμάτια;»

Ο Οδυσσέας ένευσε. «Ναι.»

Η Αθηνά, η Νικίτα, και η Αριάδνη’ταρ έπιασαν δουλειά. Η τελευταία χρησιμοποίησε κάποια ξόρκια, υποτονθορύζοντας λόγια και κάνοντας μικρές χειρονομίες με τα δάχτυλά της. Οι υπόλοιποι περίμεναν.

Ο Δούκας Κωνστάντιος είπε: «Οφείλω να σου ζητήσω συγνώμη για τούτο το επεισόδιο, Πρόμαχε. Αν γνώριζα για την ύπαρξη αυτών των πρακτόρων εδώ…. Και δεν το συζητάω καν αν γνώριζα για το σχέδιό τους να σε δολοφονήσουν…»

Ο Δομίνικος ρώτησε, κάπως απότομα, προτού ο Οδυσσέας προλάβει ν’απαντήσει στον Κωνστάντιο: «Θέλετε να μας εξηγήσετε, Δούκα μου, πώς είναι δυνατόν η κυρία Αντίπλευρη να είναι ανθυπολοχαγός του Απολλώνιου Στρατού ενώ βρισκόσασταν υπό Παντοκρατορική Κατοχή τόσα χρόνια; Αν δεν κάνω λάθος για την ηλικία της, είναι αδύνατον να ήταν στον Απολλώνιο Στρατό προτού έρθουν οι Παντοκρατορικοί εδώ.»

«Προτού;» είπε ο Κωνστάντιος. «Η Λουκιλία ήταν τότε κοριτσάκι, Στρατηγέ, κι εγώ νεαρός.»

«Το παραδέχεστε, λοιπόν!»

«Φυσικά.»

«Τι συμβαίνει, τότε, Δούκα μου; Πώς η κυρία Αντίπλευρη είναι, ξαφνικά, ανθυπολοχαγός;»

«Όσο βρισκόμασταν υπό Παντοκρατορική Κατοχή, Στρατηγέ, έπρεπε να πάρουμε κάποια μέτρα για την προσωπική μας προστασία. Οι Παντοκρατορικοί, ασφαλώς, δεν μας άφηναν να έχουμε τακτικό στρατό, όμως δεν μπορούσαν να αρνηθούν στον Δούκα της Γλαυκόπολης – στον πατέρα μου, τότε – μια προσωπική φρουρά. Την προσωπική φρουρά αυτή ο πατέρας μου την οργάνωσε ο ίδιος, από ανθρώπους που θεωρούσε πιστούς. Ανάμεσα σ’αυτούς ήταν κι η Λουκιλία. Όταν οι Παντοκρατορικοί εγκατέλειψαν τη Γλαυκόπολη, και έπρεπε να αναθέσω σε κάποιους ανθρώπους την περιφρούρησή της, έδωσα τίτλους αξιωματικών σε ορισμένους από τους ανθρώπους της προσωπικής φρουράς μου.»

«Η οποία πόσο μεγάλη είναι, Δούκα μου;» ρώτησε ο Δομίνικος, δείχνοντας σκεπτικός.

«Είκοσι-τέσσερα άτομα. Οι Παντοκρατορικοί δεν επέτρεπαν περισσότερους.»

Ο Δομίνικος ένευσε, μοιάζοντας ικανοποιημένος από τις απαντήσεις του Κωνστάντιου.

«Ο πατέρας σας πώς πέθανε, αν επιτρέπεται, Δούκα μου;» ρώτησε ο Οδυσσέας.

«Αρρώστησε, δυστυχώς,» αποκρίθηκε ο Κωνστάντιος. «Αισθητηριακή νέκρωση.»

«Μα τον Απόλλωνα… Λυπάμαι, Δούκα μου.» Ο Οδυσσέας ήξερε ότι η αισθητηριακή νέκρωση ήταν μια πολύ άσχημη ασθένεια. Ο ασθενής έχανε, σταδιακά, όλες του τις αισθήσεις, ώσπου πέθαινε. Σπανίως θεραπευόταν.

Ο Κωνστάντιος αναστέναξε, βλεφαρίζοντας πίσω απ’τα γυαλιά του με τον επάργυρο σκελετό. «Αποφάσισε ο ίδιος να δώσει τέλος στη ζωή του προτού η ασθένεια φτάσει σε προχωρημένο στάδιο.»

Ο Οδυσσέας καταλάβαινε τον Δούκα Ευγένιο, κι έβλεπε πως κι ο Κωνστάντιος μάλλον συμφωνούσε με την ενέργεια του πατέρα του.

«Πριν από δύο χρόνια συνέβη,» συνέχισε ο νέος Δούκας της Γλαυκόπολης. «Κρίμα που δεν πρόλαβε να δει την πόλη του ελεύθερη, Πρόμαχε.»

«Είμαι βέβαιος ότι εκεί όπου βρίσκεται το ξέρει πως η Γλαυκόπολη ανήκει ξανά στο Βασίλειο της Απολλώνιας, Δούκα μου.»

«Το εύχομαι.»

3.

Η ανθυπολοχαγός δεν ήταν καθόλου κακή πιλότος, συμπέρανε ο Φέτανιρ καθώς πετούσαν πάνω από τη Γλαυκόπολη μέσα στη νύχτα.

«Αν πήγαν να κρυφτούν κάπου μέσα στην πόλη, αποκλείεται να τους βρούμε,» είπε η Λουκιλία. «Ας κοιτάξουμε, λοιπόν, προς τις άκριες, και πρώτα προς τα βόρεια. Συμφωνείς;» ρώτησε τον Φέτανιρ, ο οποίος καθόταν δίπλα της.

«Ναι.» Πράγματι, αν είχαν καταχωνιαστεί κάπου μέσα στην πόλη, θα ήταν αδύνατο να τους εντοπίσουν. Στην ύπαιθρο, όμως, αν το όχημά τους ταξίδευε, θα το έβλεπαν πολύ εύκολα από τον αέρα.

Η Λουκιλία οδήγησε το ελικόπτερο προς τα βόρεια, αφήνοντας την πόλη πίσω της.

«Γιατί δεν ανάβεις τον προβολέα μας;» τη ρώτησε ο Φέτανιρ.

«Για λόγους ασφάλειας. Καλύτερα να μη μας δουν να τους ακολουθούμε. Επιπλέον, προς τα εδώ υποχώρησε το Παντοκρατορικό στράτευμα.»

«Φοβάσαι ότι ίσως να μας καταρρίψουν;»

«Δεν αποκλείεται. Αναλόγως πόσο μακριά έχουν φτάσει.»

Ο Φέτανιρ πήρε ένα ζευγάρι κιάλια και κοίταξε κάτω. Δεν μπορούσε να διακρίνει κανένα όχημα να βγαίνει από τη Γλαυκόπολη για να τρέξει ανάμεσα στους αγρούς βόρειά της. Μόνο έναν μοναχικό καβαλάρη είδε, ο οποίος πήγαινε προς ένα υποστατικό.

«Δεν τους βλέπω,» είπε.

Οι δύο Απολλώνιοι στρατιώτες, που κάθονταν πίσω από τη Λουκιλία και τον Φέτανιρ, κοίταζαν κι αυτοί με κιάλια. Ο ένας είπε: «Ούτε εγώ τούς βλέπω προς τ’ανατολικά.» Κι ο άλλος: «Ούτε προς τα δυτικά. Κι αν ήταν μέσα σε όχημα, σίγουρα θα είχαν τα φώτα τους αναμμένα, αλλιώς αποκλείεται να μπορούσαν να οδηγήσουν.»

«Ναι, μάλλον,» αποκρίθηκε ο Φέτανιρ. «Εκτός αν φοβόνταν ότι θα τους κυνηγήσουμε. Πράγμα πολύ πιθανό, δε νομίζετε;»

«Αν δεν έχουν αναμμένα τα φώτα τους,» είπε η Λουκιλία, «θάναι πολύ δύσκολο να τους βρούμε.»

«Θα είναι,» τη διαβεβαίωσε ο Φέτανιρ. «Πέτα λίγο προς τ’ανατολικά.»

Η ανθυπολοχαγός το έκανε, αλλά ακόμα ο Φέτανιρ δεν μπορούσε να εντοπίσει κανέναν με τα κιάλια του. Τα κατέβασε, λέγοντας: «Στην πόλη πρέπει ν’αποφάσισαν να κρυφτούν. Εγώ αυτό θα έκανα στη θέση τους. Θα κρυβόμουν μες στη Γλαυκόπολη και θα περίμενα να φύγω κάποια στιγμή που δεν θα φαινόταν ύποπτο.»

«Μπορούμε, τότε, να ψάξουμε να βρούμε το όχημά τους,» είπε η Λουκιλία. «Αφού έφυγε απ’τον χώρο στάθμευσης του παλατιού, είναι γνωστό.»

«Θα το παράτησαν σε κάποιο άσχετο σημείο, κατά πάσα πιθανότητα. Αλλά ας το ψάξουμε. Δε χάνουμε τίποτα.»

Η Λουκιλία πιλόταρε το ελικόπτερο προς το δούκικο παλάτι ξανά.

4.

«Πού μπορεί να πήγαν οι φίλοι σου;» ρώτησε ο Οδυσσέας τον Νικόλαο Πολύγλωσσο, ο οποίος καθόταν σε μια καρέκλα στη μεγάλη αίθουσα του παλατιού, με τα χέρια δεμένα πίσω απ’την πλάτη. Η Νικίτα, η Αθηνά, και η Αριάδνη’ταρ δεν είχαν βρει κανένα χρήσιμο στοιχείο ύστερα από την έρευνα στα δωμάτια των Παντοκρατορικών· και ο Φέτανιρ κι η Λουκιλία δεν είχαν επιστρέψει ακόμα.

«Δεν ξέρω,» είπε ο Νικόλαος. «Ίσως να έφυγαν απ’την πόλη, ίσως να έμειναν και να κρύφτηκαν…»

«Κάνε μια υπόθεση, τουλάχιστον,» τον πίεσε η Νικίτα, στεκόμενη πίσω του σαν απειλητική σκιά. Τράβηξε το ξιφίδιο από τη ζώνη της.

Ο Νικόλαος ρουθούνισε. «Τι θέλετε να σας πω – μαλακίες; Δεν ξέρω! Ξέρω μόνο ότι πήγαιναν κάπου-κάπου σε κανένα μπαρ–»

«Σαν αυτό;» Η Αθηνά τράβηξε μια κάρτα από μια δερμάτινη θήκη, στην οποία είχαν μαζέψει ό,τι τους είχε φανεί ελαφρώς ενδιαφέρον από τα δωμάτια των Παντοκρατορικών.

«Ναι,» απάντησε ο Νικόλαος, όταν η μαυρόδερμη Μαύρη Δράκαινα τού έδειξε την κάρτα από κοντά. «Αλλά δε νομίζω να πήγαν εκεί τώρα. Ούτε είχαν κανέναν συγγενή εδώ. Κάποιες σχέσεις είχαν μόνο, αλλά αποκλείεται να πήγαν να κρυφτούν στα σπίτια τους. Το πιο πιθανό είναι να έφυγαν απ’την πόλη.»

Ο Οδυσσέας έκανε νόημα στη Νικίτα να θηκαρώσει το ξιφίδιό της.

«Μη βιάζεσαι, Πρόμαχε,» είπε εκείνη, σέρνοντας τη λεπίδα στο πλάι του λαιμού του Νικόλαου, ο οποίος έμεινε ακίνητος χωρίς να μοιάζει περισσότερο φοβισμένος από πριν.

«Δεν έχω τίποτ’ άλλο να σας πω,» δήλωσε. «Αν εκτίμησες τη συνεργασία μου, Πρόμαχε–»

«Δεν τελειώσαμε μαζί σου,» τον διέκοψε η Νικίτα, χωρίς να φωνάζει αλλά με φωνή κοφτερή σαν το ξιφίδιό της. «Μπορείς να μας πεις κι άλλα. Όπως πού σκοπεύατε να πάτε εσύ κι οι φίλοι σου ύστερα από τη δολοφονία του Προμάχου;»

«Στο στράτευμα, πού άλλου;»

«Το οποίο πού βρίσκεται;»

«Βόρεια της Γλαυκόπολης. Κι ο Δούκας μπορεί να σας το απαντήσει αυτό.»

«Πού ακριβώς;» επέμεινε η Νικίτα.

«Στα εκατό χιλιόμετρα είχαμε πει να συναντηθούμε. Θα πηγαίναμε εκεί με ενεργοκίνητο όχημα, φυσικά. Τώρα, όμως, αν ο ταγματάρχης δει ότι δεν ερχόμαστε ώς την αυγή, θα φύγει. Δε θα κάτσει να μας περιμένει· μας το είχε πει.»

«Ας υποθέσουμε ότι δεν σας είχαμε πιάσει αλλά είχατε απλά αργήσει. Τι θα κάνατε;»

«Θα προσπαθούσαμε να φτάσουμε στα Παλιά Κάστρα και, μετά, στη Βολιρία μάλλον.»

«Στα Παλιά Κάστρα;» είπε ο Οδυσσέας. Απείχαν πάνω από χίλια-εξακόσια χιλιόμετρα από τη Γλαυκόπολη, αν δεν έκανε λάθος· και, για να φτάσει κανείς εκεί, έπρεπε να περάσει από τους Δασότοπους του Βορέα. «Μέσα στο όχημα; Θα σας έφταναν τα καύσιμα;»

«Μάλλον όχι, αν δεν είχαμε εξοπλιστεί. Πάντως, κάπως, θα έπρεπε να πάμε στα Παλιά Κάστρα.»

«Ποια είναι η κατάσταση εκεί;» τον ρώτησε ο Οδυσσέας.

«Οι κάτοικοί τους είναι πιο… συνεργάσιμοι από εσάς τους υπόλοιπους Απολλώνιους,» είπε ο Νικόλαος.

«Τι σημαίνει αυτό; Παραδόθηκαν αμέσως;»

«Απ’ό,τι ξέρω, ναι. Δεν ήμουν εδώ τότε, Πρόμαχε. Έχουν, όμως, καλές σχέσεις με τους πράκτορες της Παντοκράτειρας και με τους στρατιωτικούς.»

Για λόγους επιβίωσης μάλλον, σκέφτηκε ο Οδυσσέας. Αν και γνώριζε ελάχιστα για τους Βορεάδες, δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ήταν ένας λαός που θα χαιρόταν να είναι υποτελής.

Ο Φέτανιρ, η Λουκιλία, και οι δύο Απολλώνιοι μαχητές ήρθαν μετά από λίγο στη μεγάλη αίθουσα. Και η ανθυπολοχαγός είπε στον Κωνστάντιο: «Δεν τους βρήκαμε, Δούκα μου. Το όχημά τους δεν φαινόταν πουθενά στα περίχωρα της πόλης.»

«Υπάρχει η περίπτωση να μην είχαν ανάψει τους προβολείς τους,» εξήγησε ο Φέτανιρ, «αν κι αυτό είναι λιγάκι ριψοκίνδυνο μες στη νύχτα. Εκείνο που, προσωπικά, πιστεύω είναι ότι κρύφτηκαν κάπου στην πόλη, περιμένοντας να φύγουν το πρωί, αναμιγμένοι με τον πολύ κόσμο.»

«Αυτό είναι το πιθανότερο,» συμφώνησε ο Οδυσσέας.

«Τι λες κι εσύ;» Η Νικίτα έτριψε πάλι τη λεπίδα της στο πλάι του λαιμού του Νικόλαου.

«Μάλλον έτσι είναι.»

Η Λουκιλία είπε: «Σκεφτόμαστε να ψάξουμε για το όχημα που πήραν από το παλάτι. Αν και ο Φέτανιρ νομίζει πως, λογικά, θα το έχουν αφήσει σε κάποιο τυχαίο σημείο της πόλης. Και συμφωνώ μαζί του.»

«Παρ’όλ’αυτά,» είπε ο Οδυσσέας, «ψάξτε γι’αυτό.»

Η Λουκιλία ένευσε. Το ίδιο κι ο Φέτανιρ.

Ο Δούκας Κωνστάντιος συμφώνησε.

Ο Δομίνικος Εύηχος είπε στον Οδυσσέα: «Καλό θα ήταν εμείς να επιστρέψουμε στο στρατόπεδο, Πρόμαχε. Για λόγους ασφάλειας, αν μη τι άλλο. Οι άνθρωποι του Δούκα μπορούν, νομίζω, να εντοπίσουν το όχημα και μόνοι τους.»

«Αν θέλεις, είσαι ελεύθερος να επιστρέψεις, Στρατηγέ. Για την ακρίβεια, θα το πρότεινα. Εγώ, όμως, και οι Δράκαινες θα μείνουμε. Ξέρουμε πώς να αντιμετωπίζουμε πράκτορες της Παντοκράτειρας.»

«Κι εγώ θα μείνω, Πρόμαχε,» δήλωσε ο Φέτανιρ.

Ο Οδυσσέας δεν έφερε αντίρρηση.

Ο Δομίνικος είπε: «Όπως επιθυμείς. Αλλά να προσέχεις. Σίγουρα, αυτή η πόλη κρύβει ακόμα κινδύνους.»

«Είμαι συνηθισμένος στους κινδύνους,» αποκρίθηκε ο Οδυσσέας. Κι έδωσε το χέρι του στον Στρατηγό.

Ο Δομίνικος Εύηχος αντάλλαξε μια χειραψία με τον Πρόμαχο της Επανάστασης, κι ύστερα έφυγε μαζί με τους τρεις Απολλώνιους μαχητές και τον Ευθύπορο. Ο τελευταίος προτού αποχωρήσει έριξε ένα ερωτηματικό βλέμμα στον Οδυσσέα (Να πάω;) κι εκείνος έγνεψε καταφατικά (Να πας).

5.

Μέχρι το πρωί, είχαν εντοπίσει το όχημα που πάρθηκε από το παλάτι. Δύο ώρες πριν από την αυγή, οι άνθρωποι του Δούκα το βρήκαν σ’έναν δρόμο στο κέντρο της πόλης. Κανένα σημάδι δεν υπήρχε, όμως, από αυτούς που το είχαν κλέψει. Η Νικίτα, η Αριάδνη’ταρ, και η Αθηνά πήγαν να ερευνήσουν μαζί με τον Φέτανιρ και την Ανθυπολοχαγό Λουκιλία Αντίπλευρη, αλλά τίποτα το ενδιαφέρον δεν ανακάλυψαν. Ρώτησαν και μερικούς ανθρώπους των γύρο πολυκατοικιών, μα εκείνοι τούς απάντησαν ότι δεν είχαν προσέξει κάτι το παράξενο.

«Χάνουμε τον χρόνο μας,» είπε ο Φέτανιρ, καθώς επέστρεφαν προς το παλάτι καβαλώντας άλογα και ένα Σερπετό. Η Λουκιλία ήταν επάνω στο τελευταίο, κι έμοιαζε εκείνη συνηθισμένη σ’αυτό κι αυτό συνηθισμένο σ’εκείνη. «Δεν πρόκειται να τους βρούμε. Μπορεί, τούτη τη στιγμή, να είναι οπουδήποτε μέσα ή έξω από την πόλη. Τρεις ανθρώπους που δεν έχουν τίποτα το αξιοσημείωτο επάνω τους δεν είναι εύκολο να τους εντοπίσεις σ’ένα τέτοιο περιβάλλον, ειδικά αν προσπαθούν να μην εντοπιστούν.»

«Δεν έχεις άδικο,» του είπε Αθηνά. «Και μάλλον ούτε νόημα έχει να συνεχίσουμε να τους κυνηγάμε. Ακόμα κι αν τους πιάσουμε, τι θα γίνει; Δεν έχουν τίποτα να μας πουν. Το όλο θέμα ήταν μήπως μας οδηγήσουν σε καμια κρυφή βάση των Παντοκρατορικών έξω από τη Γλαυκόπολη. Αλλά δε νομίζω ότι, τελικά, θα πήγαιναν προς καμία βάση. Ο Νικόλαος είπε ότι θα κατευθύνονταν βόρεια, για να συναντήσουν το στράτευμα του Ταγματάρχη Κάδμου Κάλρηχ.»

«Αν έλεγε αλήθεια,» τόνισε η Νικίτα.

«Εσείς θα πάτε βόρεια;» τους ρώτησε η Λουκιλία. «Εννοώ το στράτευμά σας. Θα κατευθυνθεί βόρεια, τώρα; Ή θα μείνετε στη Γλαυκόπολη για κάποιο καιρό;»

«Βασικά, ο Πρόμαχος και ο Στρατηγός δεν σκέφτονται να φύγουμε αμέσως. Ούτε και στο άμεσο μέλλον, απ’ό,τι έχω καταλάβει,» απάντησε ο Φέτανιρ. «Οι Δασότοποι του Βορέα είναι δύσβατοι, και δεν υπάρχει εκεί καμια θέση στρατηγικής σημασίας για τους Παντοκρατορικούς.»

«Ή κάνουμε λάθος;» ρώτησε η Αθηνά τη Λουκιλία, η οποία ήταν από τούτα τα μέρη και, αναμφίβολα, γνώριζε τους Δασότοπους του Βορέα καλύτερα.

«Δεν κάνετε λάθος,» αποκρίθηκε η ανθυπολοχαγός. «Στους δασότοπους, πράγματι, δεν υπάρχουν θέσεις μεγάλης στρατηγικής σημασίας. Μόνο μερικές απομονωμένες πόλεις και χωριά. Μικρές πόλεις. Ούτε μία πολυκατοικία δεν βρίσκεις εκεί.»

«Έχεις πάει;» τη ρώτησε ο Φέτανιρ.

«Δεν έχω διασχίσει όλους τους δασότοπους, αλλά, ναι, έχω πάει στις αρχές τους.»

«Δεν έχεις επισκεφτεί ποτέ τα Παλιά Κάστρα, δηλαδή;»

«Όχι,» είπε η Λουκιλία. «Είναι πολύ μακριά από εδώ. Αλλά θα ήθελα κάποτε να δω αυτά τα μέρη. Έχω ακούσει πολλά.»

«Όπως;»

«Οι Βορεάδες, που κατοικούν εκεί, λέγεται πως είναι πολύ παράξενος λαός. Μυστηριώδης. Βασικά, Βορεάδες θεωρούνται κι οι άνθρωποι που μένουν στους Δασότοπους του Βορέα. Αλλά δεν είναι ίδιοι μ’εκείνους που κατοικούν στα Παλιά Κάστρα – ειδικά όσοι βρίσκονται προς τη δική μας μεριά. Ωστόσο, έχουν κάτι περίεργες αντιλήψεις κι αυτοί.»

«Οι άνθρωποι της Κοιλάδας της Γλαυκής δεν είστε Βορεάδες;» ρώτησε ο Φέτανιρ, που του είχε φανεί ενδιαφέρον το θέμα.

Η Λουκιλία κούνησε το κεφάλι αρνητικά. «Εμείς, πριν από πολλά χρόνια, λέει η Ιστορία μας, ήρθαμε από τα νότια επειδή θεωρήσαμε τούτη την κοιλάδα ευλογημένη από το Φως του Απόλλωνα. Δεν λατρεύουμε τον Βορέα εδώ, Φέτανιρ. Ή μάλλον, τον λατρεύουν πολύ λίγοι.»

«Υπάρχει ναός του;»

«Μεγάλος ναός, όχι. Σε κάποια σπίτια, όμως, υπάρχουν βωμοί.»

«Βωμοί;»

«Ναι. Κάνουν θυσίες ορισμένοι στον Βορέα. Κάτι που ποτέ δεν γίνεται για τον Απόλλωνα. Δεν είσαι Απολλώνιος, έτσι, Φέτανιρ;»

«Δεν είμαι, αλλά έχω περάσει κάμποσα χρόνια εδώ. Γνωρίζω πώς ζείτε.»

«Από πού είσαι;»

«Από τη Μοργκιάνη. Αλλά η Επανάσταση μ’έχει οδηγήσει σ’αρκετές διαστάσεις.»

Είδε καλοπροαίρετη ζήλια στα μάτια της Λουκιλίας. «Κι εγώ θα ήθελα να είχα ταξιδέψει,» του είπε. «Δυστυχώς, όμως, σ’αυτή την κοιλάδα ήμουν πάντα. Όχι πως είναι άσχημη η Κοιλάδα της Γλαυκής· έχω ακούσει να λένε ότι είναι από τα ομορφότερα μέρη της Απολλώνιας. Παρ’όλ’αυτά….»

«Καταλαβαίνω,» ένευσε ο Φέτανιρ.

6.

Αρκετές ώρες προτού ξεκινήσουν την επίθεση στα περίχωρα της Βολιρίας, ένα αεροπλάνο ήρθε στο Φρούριο του Σμαραγδένιου Βουνού σταλμένο από τη Γλαυκόπολη. Ο πιλότος του συνάντησε τον Βασιληά Ανδρόνικο στο δωμάτιο σχεδιασμών και του έδωσε ένα μήνυμα. «Από τον Πρόμαχο Οδυσσέα, Μεγαλειότατε,» είπε.

Ο Ανδρόνικος έριξε ένα βλέμμα στη Δούκισσα Ευδοκία, με την οποία μιλούσε προτού έρθει ο πιλότος. Εκείνη τού έκανε νόημα να διαβάσει το μήνυμα. Εκτός από τους δυο τους, στο δωμάτιο ήταν μερικοί στρατιωτικοί, ο Σέλιρ’χοκ, και η Ιωάννα.

Ο Ανδρόνικος ρώτησε τον πιλότο: «Σου ζήτησε ο Πρόμαχος να μου αναφέρεις κάτι;»

«Μόνο να σας παραδώσω το μήνυμα, Μεγαλειότατε. Θα μπορούσα, βέβαια, να σας αναφέρω προφορικά τι συνέβη στη Γλαυκόπολη, αν επιθυμείτε.»

«Εντάξει,» του είπε ο Ανδρόνικος, «δεν χρειάζεται. Πήγαινε να ξεκουραστείς.»

Ο πιλότος, ύστερα από μια σύντομη υπόκλιση, αποχώρησε.

Ο Ανδρόνικος ξεδίπλωσε το χαρτί στα χέρια του και είδε πως ήταν άδειο. Πάντα προσεχτικός ο Οδυσσέας, σκέφτηκε. Έστειλε ευαίσθητο χαρτί. Υπήρχε, άραγε, όντως ανάγκη για τόσο μεγάλη μυστικότητα; Ή ήταν απλώς για τη μάλλον απίθανη περίπτωση που ο μαντατοφόρος αιχμαλωτιζόταν από τους Παντοκρατορικούς και του έπαιρναν το μήνυμα;

Ο Ανδρόνικος πίεσε, ανάμεσα στον αντίχειρα και στον δείκτη του, μια γωνία του χαρτιού. Τίποτα δεν έγινε. Πίεσε μια άλλη γωνία, κι αυτή ήταν η σωστή.

Ο Ανδρόνικος στέκεται σ’ένα χορταριασμένο λιβάδι. Είναι πρωί, κι εμπρός του απλώνονται τρία μονοπάτια: το μεσαίο είναι λιθόστρωτο· το δεξί και το αριστερό, χωμάτινα. Αισθάνεται ότι πρέπει να ακολουθήσει ένα απ’αυτά, πρέπει να διαλέξει, πρέπει να συνεχίσει· δεν μπορεί να μείνει εδώ, μες στη μέση του λιβαδιού.

Στρέφεται από την άλλη: δεν ακολουθεί κανέναν δρόμο εκτός από τον δικό του.

Γράμματα παρουσιάστηκαν επάνω στο ευαίσθητο χαρτί. Ο Ανδρόνικος είχε δώσει τη σωστή απάντηση στο νοητικό σύνθημα κλειδώματος. Διάβασε τα λόγια του Οδυσσέα και έμαθε ότι η Γλαυκόπολη είχε εγκαταλειφθεί από τους Παντοκρατορικούς, καθώς και ότι ένας δολοφόνος είχε προσπαθήσει να σκοτώσει τον Πρόμαχο και τον Στρατηγό Εύηχο μέσα στο ίδιο το παλάτι του Δούκα Κωνστάντιου, ο οποίος ήταν γιος του Δούκα Ευγένιου Καλλίφωνου που είχε πεθάνει πρόσφατα.

Τα νέα, λοιπόν, ήταν και καλά και κακά. Κι ο Ανδρόνικος καταλάβαινε γιατί ο Οδυσσέας πιθανώς να μην ήθελε να πέσουν στα χέρια των Παντοκρατορικών.

Καθώς πήρε το βλέμμα του από το μήνυμα, είδε την Ιωάννα να σηκώνει το ένα της φρύδι ερωτηματικά. «Καλά νέα,» της είπε. Και κοίταξε και τους άλλους δύο που κάθονταν κοντά του: τον Σέλιρ’χοκ και τη Δούκισσα Ευδοκία. «Η Γλαυκόπολη είναι δική μας. Οι Παντοκρατορικοί που βρίσκονταν εκεί υποχώρησαν χωρίς να δώσουν μάχη.» Και τους μίλησε, επίσης, για τον καινούργιο Δούκα και για τον δολοφόνο.

«Υπάρχει, λοιπόν, η υποψία ότι αυτός ο Δούκας Κωνστάντιος πιθανώς να είναι προδότης;» ρώτησε η Ιωάννα.

«Ο Οδυσσέας γράφει ότι στην αρχή τον υποπτεύτηκαν· μετά, όμως, λέει πως έγινε φανερό ότι δεν μπορεί να είναι προδότης. Αν και τίποτα δεν είναι βέβαιο.»

«Το γράφει αυτό; Ότι τίποτα δεν είναι βέβαιο;»

Ο Ανδρόνικος ένευσε. «Ναι.»

Ο Σέλιρ’χοκ είπε: «Η Νικίτα, η Αθηνά, και η Αριάδνη’ταρ είμαι σίγουρος ότι θα είναι πανέτοιμες για κάθε ενδεχόμενα.»

Ξέρεις τι πρέπει να πεις για να με ηρεμήσεις, Σέλιρ, σκέφτηκε ο Ανδρόνικος. Όλοι τους εμπιστεύονταν τις ικανότητες των Μαύρων Δρακαινών. Και δεν ήταν πως ο Ανδρόνικος είχε ξεχάσει την παρουσία τους κοντά στον Οδυσσέα, όμως ανησυχούσε γι’αυτόν, που τον ήξερε τόσα χρόνια. Θα ήταν τραγικό να σκοτωθεί τώρα που ο αγώνας τους κατά της Παντοκράτειρας πλησίαζε στο τέλος του. Η ανησυχία μου πρέπει να φαίνεται στην όψη μου· ο Σέλιρ πρέπει να τη διέκρινε. Είναι καλός σ’αυτά.

«Εμείς, όμως,» είπε η Δούκισσα Ευδοκία, «δεν υπάρχει λόγος ν’αλλάξουμε τίποτα στο σχέδιό μας. Έτσι δεν είναι;»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος, «δεν υπάρχει λόγος ν’αλλάξουμε τίποτα.» Στράφηκε σ’έναν από τους στρατιωτικούς στο δωμάτιο και του έκανε νόημα να πλησιάσει.

Εκείνος ήρθε κοντά. «Μεγαλειότατε.»

«Κάλεσε τον πιλότο που ήταν εδώ πριν από λίγο. Θέλω να του πω κάτι.»

«Μέσω διαύλου, Μεγαλειότατε, ή να του ζητήσω να έρθει;»

«Μέσω διαύλου.»

Ο στρατιωτικός πήγε σε μια κονσόλα και μίλησε σ’ένα μικρόφωνο. Μετά από λίγο έδωσε έναν δίαυλο – συνδεδεμένο με καλώδιο με την κονσόλα – στον Ανδρόνικο. Στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν ο πιλότος που είχε έρθει από τη Γλαυκόπολη, και ο Πρίγκιπας της Επανάστασης τον ρώτησε αν είχε διαταγές να επιστρέψει αμέσως ή αν μπορούσε να περιμένει ώς το πρωί. Εκείνος αποκρίθηκε ότι μπορούσε να περιμένει αν ο Μεγαλειότατος το επιθυμούσε. Ο Ανδρόνικος το επιθυμούσε. «Θέλω να μεταφέρεις ένα μήνυμα για εμένα επιστρέφοντας,» του είπε. «Αλλά δεν το έχω έτοιμο ακόμα.»

Ήθελε να αναφέρει στον Οδυσσέα πώς πήγαν τα πράγματα μετά την επίθεση που θα γινόταν σήμερα το βράδυ.

7.

Ο Προαιρέσιος γελούσε με μια εξωφρενική ιστορία που του διηγιόταν ο Βαλέριος από ένα από τα πάμπολλα ταξίδια του. Ο άνθρωπος είχε περάσει από τόσες καταστάσεις που νόμιζες ότι έλεγε ψέματα όταν μιλούσε γι’αυτές. Δεν ήταν δυνατόν κάποιος να έχει περάσει από τόσα μέσα σε μία ζωή! σκεφτόταν ο Προαιρέσιος. Κι όμως, αυτή ακριβώς ήταν η περίπτωση του Βαλέριου. Είχε εξασκήσει πιο πολλά επαγγέλματα απ’ό,τι κι ο ίδιος θυμόταν: μισθοφόρος, δύτης, μαντατοφόρος, ερευνητής, δημοσιογράφος – ο Προαιρέσιος σίγουρα ξεχνούσε κάποια που του είχε αναφέρει, κατά καιρούς, ο Βαλέριος.

Η Άνμα’ταρ καθόταν στο ίδιο δωμάτιο και τους κοίταζε καθώς μιλούσαν. Έμοιαζε με μεγάλη γάτα, κουλουριασμένη και διασκεδασμένη από τους δύο άντρες που παρατηρούσε. Κάπου-κάπου, έπινε καμια γουλιά από την κούπα της που περιείχε Γλυκό Πορφυρόχρυσο: ένα ποτό της Απολλώνιας: κρασί με μέλι και βατόμουρο.

«Δε μπορεί νάσαι σοβαρός!» γέλασε ο Προαιρέσιος, απευθυνόμενος στον Βαλέριο.

«Μου τόχεις ξαναπεί αυτό.» Κι εκείνος γελούσε.

Ο Προαιρέσιος κούνησε το κεφάλι του και ήπιε μια γουλιά Σεργήλιο οίνο.

«Τ’αγόρασαν, τελικά, και τα δύο,» επανέλαβε ο Βαλέριος: «και το καλό όχημα και το σκάρτο.» Έβγαλε ένα μεγάλο τσιγάρο από μια τσέπη του πουκαμίσου του, καθώς κι έναν επίσης μεγάλο αναπτήρα.

Προτού προλάβει ν’ανάψει το τσιγάρο, η Βατράνια μπήκε στο μικρό δωμάτιο, που ήταν λιτό όπως κάθε άλλο στο Φρούριο του Σμαραγδένιου Βουνού: ένα τραπέζι, μερικές καρέκλες, και τίποτ’άλλο.

Ο Προαιρέσιος στράφηκε να την κοιτάξει. Ήταν ντυμένη σαν Απολλώνια πολεμίστρια τώρα: φορούσε τη στολή: αλλά πάνω απ’το αριστερό στήθος είχε καρφιτσωμένη μια καρφίτσα που την αναγνώριζε ως πρέσβειρα, για να μην την μπερδέψει κανένας αξιωματικός και της δώσει διαταγές. Αν και αυτό ήταν ψιλοαπίθανο, νόμιζε ο Προαιρέσιος. Παρά τη στρατιωτική της στολή, η Βατράνια κάπως κατάφερνε πάλι να μοιάζει σαν να είχε βγει από περιοδικό μόδας.

«Γεια,» είπε.

«Καλώς την,» χαιρέτησε ο Βαλέριος.

«Κάτσε,» της είπε ο Προαιρέσιος δείχνοντας την καρέκλα πλάι του.

Η Βατράνια κάθισε. «Του λες ιστορίες;» ρώτησε τον Βαλέριο. Τον ήξερε· είχαν συναντηθεί και παλιότερα, κάμποσες φορές.

«Ναι.»

«Ο Πρίγκιπάς μας είναι μαζί με τη Δούκισσα και μιλάνε. Υπάρχει τίποτα καινούργιο για την επίθεση που θα κάνουμε το βράδυ;» ρώτησε η Βατράνια όλους.

«Τίποτα,» της είπε η Άνμα’ταρ. «Απλώς ασχολούνται με λεπτομέρειες, κάνουν υποθέσεις. Τα γνωστά σ’αυτές τις περιπτώσεις.»

«Απορώ που εσύ δεν είσαι μαζί τους…»

«Δεν έχει κανένα ενδιαφέρον για μένα. Όταν είναι να δράσουμε, θα δράσω.»

«Γι’αυτό ήρθα κι εγώ να σας ρωτήσω,» δήλωσε η Βατράνια.

Κι οι τρεις τους την κοίταξαν ερωτηματικά.

«Βασικά, εσάς τους δύο,» εξήγησε εκείνη δείχνοντας, με το βλέμμα της, τον Προαιρέσιο και τον Βαλέριο. «Θα λάβετε μέρος στην επίθεση;»

«Εξαρτάται σε πιο στάδιο της επίθεσης αναφέρεσαι,» αποκρίθηκε ο Προαιρέσιος. «Στην αρχή, που θα γίνουν τα σαμποτάζ, άλλοι θα τα αναλάβουν. Όπως η κυρία από δω.» Κοίταξε την Άνμα’ταρ.

«Θα ήταν καλό να είχαμε και τις άλλες Δράκαινες,» σχολίασε ο Βαλέριος. «Αυτές που είναι τώρα με τον Οδυσσέα. Εμείς ίσως να τις χρειαζόμαστε πιο πολύ απ’αυτόν.»

«Μια στιγμή! Θέλω να ρωτήσω κάτι, είπα,» παρενέβη η Βατράνια προτού η κουβέντα πάει προς άλλη κατεύθυνση. «Κι επιπλέον, ήρθε μήνυμα από τον Οδυσσέα πιο πριν.»

«Τι μήνυμα;» έκανε ο Βαλέριος. «Χτυπάνε τη Γλαυκόπολη;»

«Θα σας πω. Αλλά, πρώτα, μια ερώτηση,» επέμεινε η Βατράνια. «Θα εμπλακείτε στη μάχη; Εσείς οι δύο.» Πάλι, έβγαζε έξω την Άνμα.

«Θα είμαι με τον Πρίγκιπά μας όταν κάνουμε την κανονική επίθεση, μετά από τα σαμποτάζ,» είπε ο Βαλέριος σηκώνοντας τους ώμους. «Θα χρειαστεί όλους όσους μπορεί να έχει στο πλευρό του.»

«Μη μου πεις, Βατράνια: θέλεις να έρθεις,» την πρόλαβε ο Προαιρέσιος.

Εκείνη μειδίασε. «Έχεις αρχίσει να με μαθαίνεις.»

«Ακόμα ένα τουφέκι δεν θα πάει χαμένο,» παρατήρησε ο Βαλέριος.

«Δεν πρόκειται να πάρουν μια πρέσβειρα στη μάχη,» του είπε ο Προαιρέσιος. «Ούτε η Δούκισσα θα το θέλει, ούτε ο Πρίγκιπάς μας.»

«Έχεις δίκιο.» Η Βατράνια άγγιξε τον ώμο του. «Αλλά θα μπορούσα να είμαι στο αεροπλάνο σου.»

Ο Προαιρέσιος μόρφασε, δυσανασχετώντας.

«Όταν επιτεθούν, δεν θα είσαι μαζί τους;»

«Θα είμαι, Βατράνια. Αλλά… Υποθέτω θα ήταν ηλίθιο να σου τονίσω πως οι αερομαχίες είναι επικίνδυνες, έτσι;»

«Έτσι.»

«Πάρ’ την,» του είπε ο Βαλέριος σηκώνοντας πάλι τους ώμους καθώς κάπνιζε. «Άμα δεν πέσεις δεν πρόκειται να τρέξει τίποτα. Κι άμα πέσεις… έπεσες.»

«Δεν πέφτω τόσο εύκολα, Βαλέριε.»

«Τότε, τι σ’ανησυχεί;»

«Ότι, στο τέλος, ο Πρίγκιπάς μας θα με βρίσει. Είναι προφανές ότι δεν συμφωνεί η Βατράνια να έρχεται μαζί μου.»

«Δεν είμαι υπήκοος του Βασιλείου της Απολλώνιας!» τόνισε η Βατράνια.

«Δεν ήσουν τόσο ξεπαρμένη όταν σου προσφέραμε άσυλο στην Απολλώνια επειδή σε κυνηγούσαν στη Σεργήλη,» παρατήρησε ο Βαλέριος.

Η Βατράνια τον αγριοκοίταξε. «Δεν είπα ότι δεν είμαι ευγνώμων γι’αυτό! Απλώς λέω ότι, αν θέλω να έρθω μαζί σας, είναι δική μου υπόθεση.»

«Δεν είναι τελείως δική σου. Στον πόλεμο, άμα έκανε ο καθένας ό,τι του φυσούσε, οι διοικητές δεν θα ήξεραν τι τους γινόταν. Αλλά δε νομίζω πως θα παρακωλύσεις κανέναν με το να πετάξεις μαζί με τον Προαιρέσιο, οπότε γι’αυτό τού είπα να σε πάρει.»

«Επομένως, ουσιαστικά, είμαστε της ίδιας γνώμης. Γιατί κάνεις θέμα;»

Ο Βαλέριος φύσηξε καπνό χωρίς ν’αποκριθεί.

«Μαλακίες λέτε όλη την ώρα!» είπε η Άνμα’ταρ. Πιο πριν δεν μιλούσε, αλλά είχε πλέον αποφασίσει ότι δεν μπορούσε άλλο να μείνει βουβή. «Βατράνια, κανονικά θα έπρεπε να μείνεις εδώ. Δεν έχεις δουλειά στο πεδίο της μάχης, κι αν τύχει να γίνει κάτι άσχημο, μάλλον πρόβλημα θα είσαι για τον Προαιρέσιο. Ή, αν τραυματιστείς, θα πρέπει να σε περιθάλψουμε.»

«Είναι ανάγκη συνέχεια να κάνεις τόσο κακές σκέψεις;» τη ρώτησε η Βατράνια μεταξύ αστείου και σοβαρού.

Η Άνμα, τσαντισμένη με τη συμπεριφορά της, κοπάνησε την κούπα της στο τραπέζι, κάνοντας λίγο Γλυκό Πορφυρόχρυσο να πεταχτεί έξω. «Δεν παίζουμε εδώ! Κι ο Οδυσσέας είχε δίκιο που σου έλεγε, εξαρχής, να επιστρέψεις στη Σεργήλη. Δεν έχεις καμια δουλειά ούτε στην Απολλώνια και ούτε, σίγουρα, στο Φρούριο του Σμαραγδένιου Βουνού!»

«Θέλω να δω πώς θα εξελιχτ–»

«Αν θες να δεις πώς θα εξελιχτεί ο πόλεμος, τότε μείνε ήσυχη κι απλά κοίταζε!» Και προς τον Προαιρέσιο: «Μην την πάρεις μαζί σου.»

Εκείνος σταύρωσε τα χέρια του εμπρός του, διστακτικός να απαντήσει.

«Δε θα του πεις εσύ τι να–» άρχισε η Βατράνια.

«Προαιρέσιε,» επανέλαβε η Άνμα’ταρ, «μην την πάρεις μαζί σου. Συνεννοηθήκαμε;»

Η Βατράνια πετάχτηκε όρθια. «Καλά, εσύ θα του πεις τι να κάνει;» φώναξε.

«Μην κάνεις φασαρία! Ο πόλεμος στην Απολλώνια δεν είναι για να σε διασκεδάζει!» αντιγύρισε η Άνμα καθώς κι εκείνη σηκωνόταν. «Δεν έχεις να προσφέρεις τίποτα στο πεδίο της μάχης – μείνε στη θέση σου. Τέλος!» Και κοίταξε τον Προαιρέσιο, έντονα.

Εκείνος δεν είπε τίποτα. Νόμιζε ότι η Άνμα’ταρ ίσως να το παράκανε λιγάκι…

Η μάγισσα τού είπε: «Αν την πάρεις μαζί σου, θα πάω να μιλήσω στον Πρίγκιπά μας για το θέμα. Η κατάσταση έχει καταντήσει ηλίθια.»

«Τι σε νοιάζει εσένα; – δε μπορώ να καταλάβω!» φώναξε η Βατράνια.

«Λοιπόν, τέλος!» παρενέβη ο Προαιρέσιος. «Η Άνμα μιλά λογικά. Βατράνια, καλύτερα να μην έρθεις μαζί μου. Είναι πόλεμος και–»

«Πρόταση είναι αυτή ή–;»

«Δεν είναι πρόταση. Δεν πρόκειται να σε πάρω. Δεν θα είναι μια αποστολή για κατόπτευση, όπως την προηγούμενη φορά.»

Η Βατράνια κοίταξε μια αυτόν μια την Άνμα’ταρ, φανερά περισσότερο οργισμένη με τη μάγισσα. Ύστερα έφυγε από το δωμάτιο, χωρίς άλλη κουβέντα.

Ωραία… σκέφτηκε ειρωνικά ο Προαιρέσιος.

«Αυτά που κάνετε με τη Βατράνια είναι απαράδεκτα,» είπε η Άνμα. «Σας κουνιέται λιγάκι και συμφωνείτε σε κάτι εξωφρενικές χαζομάρες!»

«Δεν είναι έτσι, Άνμα,» αποκρίθηκε ο Προαιρέσιος, αν και η αλήθεια ήταν πως συμπαθούσε τη Βατράνια. Ήταν όμορφη και άνετη· πώς μπορούσες να μην τη συμπαθείς; Και είχε σκεφτεί πως ίσως κατάφερνε να την κάνει να πλαγιάσει μαζί του. Αλλά, ύστερα από τούτο που συνέβη τώρα, μάλλον οι πιθανότητες για κάτι τέτοιο είχαν απότομα μηδενιστεί.

«Δεν είναι;» Η Άνμα’ταρ κάθισε πάλι στην καρέκλα της.

«Εντάξει,» είπε ο Βαλέριος, «η Βατράνια είναι… ευπαρουσίαστη. Αλλά μη νομίζεις ότι θα βάζαμε και χειροβομβίδα στα δόντια μας αν μας το ζητούσε.»

«Αυτό σάς έλειπε,» μούγκρισε η Άνμα’ταρ, και ήπιε μια γουλιά από το ποτό της. «Μην ξανασυμφωνήσετε να την πάρετε στη μάχη. Καλώς;»

Κανένας τους δεν μίλησε. Η μάγισσα κοίταξε μια τον έναν μια τον άλλο. «Εντάξει;» τους ρώτησε, επίμονα.

«Ναι, ρε παιδί μου,» είπε βαριεστημένα ο Βαλέριος, τινάζοντας στάχτη απ’το τσιγάρο του μέσα στο τασάκι.

«Εντάξει,» ένευσε ο Προαιρέσιος.

8.

Πρώτα, θα σαμπόταραν τη Θέση Τρία και τη Θέση Τέσσερα. Η Θέση Τρία ήταν μια ανοιχτή βάση που βρισκόταν σε κεντρικό σημείο ανάμεσα στις άλλες Παντοκρατορικές θέσεις λειτουργώντας, μάλλον, ως τηλεπικοινωνιακός κόμβος. Και ήταν καλό να διακόψουν τις τηλεπικοινωνίες των Παντοκρατορικών προτού τους χτυπήσουν. Η Θέση Τέσσερα ήταν ένα οχυρό με αντιαεροπορικούς πυραύλους και ενεργειακό κανόνι – όπλα τα οποία έπρεπε να καταστραφούν για να διευκολυνθεί η επίθεση που θ’ακολουθούσε.

Η Άνμα’ταρ, μαζί με ανθρώπους της Δούκισσας Ευδοκίας, ειδικά εκπαιδευμένους σε σαμποτάζ, θα πήγαινε στη Θέση Τρία. Στο πλευρό της θα ήταν και ο Σέλιρ’χοκ, γιατί οι Διαλογιστές ήταν καλοί σε ό,τι είχε σχέση με τηλεπικοινωνιακές συχνότητες.

Τη Θέση Τέσσερα θα τη χτυπούσε η Ιωάννα, πάλι μαζί με ανθρώπους της Δούκισσας Ευδοκία.

Οι υπόλοιπες δυνάμεις ήταν προετοιμασμένες έξω από το Φρούριο του Σμαραγδένιου Βουνού χωρίς να έχουν ξεκινήσει να κινούνται. Δεν ήθελαν να δώσουν κανένα σημάδι στους Παντοκρατορικούς ότι σκόπευαν να επιτεθούν απόψε.

Ο Ανδρόνικος είχε βγει από το φρούριο και ήταν μέσα σ’ένα θωρακισμένο άρμα με τηλεπικοινωνιακά συστήματα, μαζί με τη Δούκισσα Ευδοκία, τον Βαλέριο, και μερικούς στρατιωτικούς. Περίμεναν σήματα που θα τους ειδοποιούσαν για την επιτυχία των σαμποτάζ.

Ο Βαλέριος τού είχε πει για τις σκέψεις του σχετικά με τις άλλες Μαύρες Δράκαινες. «Θα μπορούσαν να μας φανούν χρήσιμες. Ειδικά αφού ο Πρόμαχος τώρα δεν είναι σε σύγκρουση με τον εχθρό.» Αλλά ο Ανδρόνικος πίστευε ότι ο Οδυσσέας τις χρειαζόταν εκεί που ήταν. Ίσως, μάλιστα, περισσότερο από εμάς. Επιπλέον, δεν προλάβαιναν να τις καλέσουν τώρα, εκτός αν σκέφτονταν να καθυστερήσουν την επίθεσή τους. Κι αν την καθυστερούσαν, υπήρχε κίνδυνος οι Παντοκρατορικοί ν’αλλάξουν πάλι τις θέσεις τους δυτικά της Βολιρίας – πράγμα το οποίο έκαναν αρκετά συχνά, πιθανώς για να αποπροσανατολίζουν τους Απολλώνιους.

Επομένως, ο Ανδρόνικος ακολούθησε το σχέδιο όπως το είχαν εξαρχής καταστρώσει.

Η Άνμα’ταρ και η Ιωάννα θα πλησίαζαν κρυφά τα σημεία που έπρεπε να χτυπήσουν μέσα στη νύχτα, θα εισέβαλαν, θα έκαναν τη ζημιά, και θα έφευγαν γρήγορα. Θα έρχονταν προς το Φρούριο του Σμαραγδένιου Βουνού και θα έστελναν σήμα, προκειμένου να ξεκινήσει η επίθεση. Ο Ανδρόνικος ήξερε ότι ήταν παραπάνω από ικανές για να φέρουν εις πέρας την αποστολή τους, αλλά ανησυχούσε για την Ιωάννα επειδή ήταν ακόμα τραυματισμένη στο κεφάλι. Το τραύμα δεν ήταν σοβαρό, βέβαια, όμως και πάλι ο Ανδρόνικος θα προτιμούσε να μην πήγαινε εκείνη στη Θέση Τέσσερα. Το πρόβλημα ήταν πως δεν είχαν καμια άλλη Μαύρη Δράκαινα να στείλουν, κι ακόμα και τραυματισμένη η Ιωάννα ήταν καλύτερη από τους καλύτερους ανθρώπους της Δούκισσας Ευδοκίας για μια τέτοια δουλειά. Οπότε έπρεπε να πάει μαζί τους, ως αρχηγός τους. Ο Ανδρόνικος την είχε ρωτήσει μήπως θα ήθελε να το ξανασκεφτεί, αλλά εκείνη τον είχε αγριοκοιτάξει λέγοντάς του: «Τι νομίζεις ότι είμαι; Από πορσελάνη; Θα κάνω τη δουλειά μου όπως πάντα!»

Τελευταία, του μιλούσε πιο απότομα απ’ό,τι συνήθως. Ορισμένες φορές, σχεδόν λες και ήταν τσακωμένοι.

(Σ’αγαπώ, Ιωάννα· το ξέρεις, δεν το ξέρεις; Μην κάνεις λες και δεν είναι έτσι.)

«Σήμα, Μεγαλειότατε!» είπε η γυναίκα μπροστά στην κονσόλα τηλεπικοινωνιών. «Της Ομάδας Ένα-Τρία.»

Η ομάδα της Άνμα’ταρ και του Σέλιρ’χοκ.

«Απάντησε,» πρόσταξε ο Ανδρόνικος, καθώς σηκωνόταν από τη θέση του και πλησίαζε την κονσόλα.

Η γυναίκα πάτησε ένα πλήκτρο.

«Πρίγκιπά μου;» Η φωνή της Άνμα ακούστηκε μέσα από παράσιτα.

«Ναι,» είπε ο Ανδρόνικος.

«Καταστρέψαμε τον τηλεπικοινωνιακό κόμβο.»

«Καλώς. Επιστρέψτε.»

«Μάλιστα.» Και η επικοινωνία τερματίστηκε.

Τώρα πρέπει ν’ακούσουμε και την Ιωάννα, σε λίγο, σκέφτηκε ο Ανδρόνικος, καθίζοντας ξανά, νιώθοντας νευρικός. Η Ιωάννα είχε πάει λιγάκι πιο μακριά από την Άνμα, γιατί εκεί ήταν η Θέση Τέσσερα – κάπου δεκαπέντε χιλιόμετρα απόσταση από τη Θέση Τρία. Τα δίκυκλα, όμως, που χρησιμοποιούσαν οι σαμποτέρ της Δούκισσας Ευδοκίας ήταν γρήγορα· δεν θ’αργούσαν, επιστρέφοντας, να φτάσουν σε απόσταση τηλεπικοινωνιακής εμβέλειας από το όχημα του Ανδρόνικου.

Ωστόσο, καθώς η ώρα περνούσε, δεν ερχόταν σήμα.

«Ίσως θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε,» πρότεινε ο Βαλέριος. «Αφού ο τηλεπικοινωνιακός κόμβος τους έχει καταστραφεί–»

«Είπαμε πως θα περιμένουμε και τα δύο σαμποτάζ να γίνουν.»

«Σίγουρα, θα έχει γίνει ώς τώρα και το άλλο.»

«Τότε γιατί–;» Ο Ανδρόνικος διέκοψε τα λόγια του καθώς, από την ανοιχτή πόρτα του οχήματος, είδε την Άνμα’ταρ και τον Σέλιρ’χοκ να μπαίνουν. Αυτοί είχαν επιστρέψει· πώς ήταν δυνατόν η Ιωάννα ν’αργούσε τόσο;

«Συναντήσατε την Ιωάννα στο δρόμο σας;» τους ρώτησε αμέσως.

«Όχι, Πρίγκιπά μου,» αποκρίθηκε ο Σέλιρ.

«Τι–»

Γι’ακόμα μια φορά τον διέκοψαν. «Σήμα, Μεγαλειότατε!» είπε η γυναίκα στην κονσόλα. «Από την Ομάδα Δύο-Τέσσερα.»

Ο Ανδρόνικος πήγε κοντά. Επιτέλους! «Σύνδεσέ μας.»

Μια αντρική φωνή ακούστηκε: «Μεγαλειότατε;»

«Ο ίδιος.» Γιατί δεν μιλά η Ιωάννα;

«Τα συστήματά τους καταστράφηκαν. Όμως δυσκολευτήκαμε· το οχυρό ήταν καλά προφυλαγμένο. Αρχίστε αμέσως την επίθεση!»

«Πού είναι η Ιωάννα;» τον ρώτησε ο Ανδρόνικος.

«Νομίζω, Μεγαλειότατε, πως την αιχμαλώτισαν.»

Φωτιές του Μαύρου Νάρζουλ! «Πώς;»

«Χτυπήθηκε και έπεσε, κι έπρεπε να υποχωρήσουμε. Δεν ξέρω ακριβώς τι έγινε μετά.»

9.

Ο Ανδρόνικος δεν είχε άλλη επιλογή απ’το να προστάξει να ξεκινήσει η επίθεση. Δεν μπορούσε να την καθυστερήσει για χάρη της Ιωάννας, και δεν ήξερε αν, ούτως ή άλλως, αυτό θα ωφελούσε σε τίποτα. Μέσα του, αισθανόταν μια λεπίδα να τον έχει χτυπήσει. Αναρωτιόταν αν ήταν καλύτερα οι Παντοκρατορικοί να είχαν αιχμαλωτίσει την Ιωάννα ή να την είχαν σκοτώσει. Η Παντοκράτειρα δεν φημιζόταν για την καλοσύνη της, κι όλες οι Μαύρες Δράκαινες ήταν καταζητούμενες.

Τώρα, όμως, ο Ανδρόνικος δεν μπορούσε να το σκέφτεται αυτό. Τώρα, έπρεπε να επικεντρωθεί στη μάχη. Είναι Μαύρη Δράκαινα. Έχει περάσει από πολλές δυσκολίες. Είναι δυνατή. Ξέρει τι κάνει. Ξέρει πώς να αντιμετωπίσει τους εχθρούς της–

Απόλλωνα, βοήθησέ την!

10.

Οι Απολλώνιες δυνάμεις, επιβιβασμένες σε μεταγωγικά οχήματα και αεροσκάφη, διέσχισαν γρήγορα τα εβδομήντα χιλιόμετρα που τις χώριζαν από τις θέσεις των Παντοκρατορικών και επιτέθηκαν, ενώ συγχρόνως οι σαμποτέρ της Δούκισσας Ευδοκίας πήγαιναν να κάνουν ακόμα μία δουλειά. Να καταστρέψουν ένα ενεργειακό κανόνι, σ’ένα μικρό οχυρό που ήταν πλάι σ’ένα άλλο οχυρό γύρω απ’το οποίο βρίσκονταν κάμποσα Παντοκρατορικά άρματα. Όταν οι Απολλώνιες δυνάμεις έφτασαν σ’αυτή τη θέση δεν δέχτηκαν ριπές από το κανόνι, και χτύπησαν άγρια τους εχθρούς τους που, εξαιτίας του κατεστραμμένου τηλεπικοινωνιακού κόμβου, ήταν αποκομμένοι από τους συμμάχους τους.

Η βάση όπου βρισκόταν ο κατεστραμμένος κόμβος δέχτηκε επίσης επίθεση από τους Απολλώνιους, καθώς και ο μεγάλος Παντοκρατορικός καταυλισμός στα βόρειά της. Πίσω από αυτόν τον καταυλισμό, προς τα ανατολικά, ήταν το οχυρό με τους αντιαεροπορικούς πυραύλους και το ενεργειακό κανόνι που είχε χτυπήσει η ομάδα της Ιωάννας. Κανένα από αυτά τα επικίνδυνα όπλα δεν λειτουργούσε τώρα. Έτσι τα Απολλώνια αεροσκάφη είχαν γλιτώσει από έναν πολύ σοβαρό κίνδυνο.

Ο Προαιρέσιος, πιλοτάροντας τον Γαλανό Αετό, πέρασε πάνω από τις αποθήκες πυρομαχικών του μεγάλου Παντοκρατορικού καταυλισμού και τις βομβάρδισε, ενώ δεκάδες άλλα μαχητικά του Βασιλείου της Απολλώνιας χτυπούσαν τις δυνάμεις της Παντοκράτειρας στο έδαφος και στον αέρα. Ο ουρανός και η γη γέμισαν καπνό και φωτιά.

Αποδιοργανωμένοι και άσχημα σφυροκοπημένοι, οι Παντοκρατορικοί αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους και να υποχωρήσουν προς τη Βολιρία μερικές ώρες πριν από τα ξημερώματα. Το οχυρό όπου βρίσκονταν τα κατεστραμμένα αντιαεροπορικά όπλα ήταν από τα τελευταία σημεία που πάρθηκαν – ένα μέρος βιαστικά οικοδομημένο αλλά πολύ καλά φρουρούμενο. Ο Ανδρόνικος πρόσταξε να το ερευνήσουν εξονυχιστικά αναζητώντας την Ιωάννα. Κανένας, όμως, δεν βρήκε τη Μαύρη Δράκαινα.

Ο Σέλιρ’χοκ έκανε ένα Ξόρκι Ανιχνεύσεως, προσπαθώντας να την εντοπίσει μέσα στα μικροσκοπικά κάτοπτρα του ραβδιού του· αλλά το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο.

«Την έχουν πάρει από εδώ, Πρίγκιπά μου,» είπε. «Πρέπει να την έχουν πάει στη Βολιρία.»

Ο Ανδρόνικος αισθάνθηκε την παρόρμηση να προστάξει τώρα – τώρα αμέσως – το στράτευμά του να επιτεθεί στην πόλη. Αλλά το ήξερε πως μια τέτοια κίνηση θα ήταν ανόητη.

Καθισμένος κουρασμένα μέσα στο θωρακισμένο άρμα που λειτουργούσε ως τηλεπικοινωνιακός κόμβος, είπε: «Δε θα την κρατήσουν για πολύ εκεί, Σέλιρ. Θα την πάνε στη Ρελκάμνια. Στην Παντοκράτειρα. Αν είναι ακόμα ζωντανή.»

«Μπορεί να καθυστερήσουν, Πρίγκιπά μου,» είπε ο Βαλέριος. «Μπορεί να τη βρούμε μέσα στην πόλη όταν την απελευθερώσουμε.»

«Πολύ φοβάμαι, όμως, Βαλέριε,» είπε η Δούκισσα Ευδοκία, όχι και τόσο ενθαρρυντικά, «ότι δεν θα την απελευθερώσουμε και τόσο γρήγορα. Οι Παντοκρατορικοί τη φυλάνε όσο καμια άλλη πόλη στο Βόρειο Μέτωπο.»

Ο Ανδρόνικος, φυσικά, το ήξερε ήδη αυτό.

Ρελκάμνια

1.

Το μεγάλο ελικόπτερο πετούσε πάνω από την Ιερή Συνοικία, και ο Ορείχαλκος, κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο, μπορούσε να δει την πελώρια πυραμίδα που υψωνόταν ανάμεσα στα υπόλοιπα οικοδομήματα της Ρελκάμνια. Στην κορυφή της υπήρχε μια μεγάλη, πορφυρή σφαίρα, η οποία φώτιζε σαν γιγάντια λάμπα, αν και το φως της χανόταν μέσα στο ακόμα δυνατό φως του απογεύματος. Στις τέσσερις γωνίες της πυραμίδας ορθώνονταν ψηλοί πυργίσκοι με αιχμηρές οροφές, ενώ στις λείες πλευρές της υπήρχαν τριγωνικά παράθυρα, συμμετρικά κατανεμημένα.

Ο Ύψιστος Ναός του Κρόνου.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Ορείχαλκος τον έβλεπε. Τον είχε ξαναδεί και στις προηγούμενες επισκέψεις του στη Ρελκάμνια. Και όχι μόνο από έξω, αλλά και από μέσα. Ποτέ άλλοτε, όμως, δεν είχε πάει στα προσωπικά δωμάτια της Αρχιέρειας του Κρόνου.

Το ελικόπτερο πλησίασε μια πλατφόρμα στο πλάι της πελώριας πυραμίδας. Επάνω της μερικοί άνθρωποι στέκονταν. Οι δύο ήταν, φανερά, μισθοφόροι στις υπηρεσίες του Ναού. Βρίσκονταν εκατέρωθεν μιας ανοιχτής πόρτας, ντυμένοι επίσημα και βαστώντας τουφέκια στην αγκαλιά τους. Λίγο πιο μπροστά απ’αυτούς, αλλά μακριά από το ελικοδρόμιο, στεκόταν μια εύσωμη γυναίκα φορώντας ιερατικά άμφια, τα οποία ανέμιζαν ολόγυρά της μαζί με τα σγουρά, καστανά της μαλλιά, καθώς το ελικόπτερο πλησίαζε.

Ο Ορείχαλκος πήρε το βλέμμα του από το παράθυρο και στράφηκε να κοιτάξει την Αγαρίστη, η οποία καθόταν πλάι του έχοντας δέρμα κατάμαυρο και μαλλιά κατάλευκα. Φορούσε ένα κόκκινο φόρεμα με κοντά μανίκια, και μαύρα γάντια χωρίς δάχτυλα, τα οποία έφταναν ώς τους αγκώνες.

«Θα επιστρέψω να σε πάρω μια ώρα μετά τα μεσάνυχτα,» του είπε. «Εκτός αν προτιμάς άλλη στιγμή.»

«Μια ώρα μετά τα μεσάνυχτα θα ήταν καλά,» αποκρίθηκε ο Ορείχαλκος.

«Ωραία,» είπε η Παντοκράτειρα. «Και μην είσαι και πολύ φρόνιμος μαζί της.» Του έκλεισε το δεξί μάτι.

Ο Ορείχαλκος μειδίασε. «Η σύζυγός μου μου δίνει παράξενες συμβουλές…»

Η Αγαρίστη γέλασε. «Όχι και τόσο παράξενες! Και μην ξεχνάς πως θέλω να μου πεις τα πάντα, μετά, όταν επιστρέψεις.»

«Εννοείται.»

Το ελικόπτερο προσγειώθηκε στην πλατφόρμα που προεξείχε από τον Ύψιστο Ναό του Κρόνου, και ο Ορείχαλκος είδε, από το παράθυρο, τα ιερατικά άμφια και τα μαλλιά της Ρία-Μία ν’ανεμίζουν πιο έντονα από τον αέρα που σήκωναν οι έλικες. Μετά, οι μηχανές του αεροσκάφους σταμάτησαν, και ο άνεμος καταλάγιασε. Η Αρχιέρεια του Κρόνου ήταν ακίνητη, περιμένοντας.

Ένας φρουρός, που ήταν μέσα στο ελικόπτερο, άνοιξε μια πόρτα του και ο Ορείχαλκος σηκώθηκε για να βγει. Η Αγαρίστη σηκώθηκε επίσης· τον αγκάλιασε και τον φίλησε, δυνατά. «Θα μου λείψεις αφόρητα, αγάπη μου,» είπε, σφίγγοντας τις πτυχές του χιτωνίου του μέσα στις γροθιές της. «Οι ώρες θα είναι χρόνια.»

«Αυτό μού ακούγεται σαν ποίηση,» την πείραξε ο Ορείχαλκος, γελώντας.

«Νομίζεις ότι θα έπρεπε να γράψω;»

«Ίσως.» Ο Ορείχαλκος τη φίλησε ξανά και μετά βγήκε από το ελικόπτερο.

Ο καιρός ήταν ζεστός, ακόμα κι εδώ πάνω. Χωρίς τους έλικες του αεροσκάφους να περιστρέφονται δεν είχε καθόλου αέρα. Ο Ορείχαλκος φορούσε μονάχα ένα ελαφρύ χιτώνιο, ένα υφασμάτινο παντελόνι, και σανδάλια, κι όμως αισθανόταν να ζεσταίνεται.

Η Ρία-Μία χαμογέλασε βλέποντάς τον. Το λευκόδερμο πρόσωπό της ήταν όμορφα βαμμένο: τα χείλη της κόκκινα, τα βλέφαρά της μαύρα. Ωστόσο, το βάψιμο ήταν διακριτικό – ίσως λόγω της ιερατικής της θέσης, υπέθεσε ο Ορείχαλκος.

«Καλησπέρα,» είπε πλησιάζοντάς την.

«Καλωσόρισες στον Ύψιστο Ναό του Κρόνου, Ορείχαλκε,» αποκρίθηκε εκείνη. «Έλα μαζί μου.» Και στράφηκε, βαδίζοντας προς την ανοιχτή πόρτα ανάμεσα στους δύο φρουρούς.

Ο Ορείχαλκος την ακολούθησε, ενώ πίσω του άκουγε τους έλικες του αεροσκάφους της Παντοκράτειρας να μπαίνουν πάλι σε λειτουργία.

2.

Η Τζένιφερ δεν ήταν θρησκευόμενη. Δεν πήγαινε ποτέ στους Ναούς του Κρόνου για να προσευχηθεί. Ούτε καν για τυπικούς λόγους. Όταν ήταν μικρή και ζούσε στην Παράλληλη Συνοικία μαζί με τους γονείς της, η μητέρα της επέμενε να πηγαίνουν οικογενειακώς κάθε μέρα στην Τελετή της Πρώτης Ώρας. Ήταν βασανιστήριο για τη Τζένιφερ· κι όταν είχε μεγαλώσει λίγο, αρνιόταν πια να πηγαίνει, παρά τους τσακωμούς που αυτό προκαλούσε με τη μητέρα της. Αργότερα, όταν έφυγε για να εκπαιδευτεί ως Μαύρη Δράκαινα, κανένας δεν απαιτούσε πλέον από αυτήν να πηγαίνει στον ναό.

Και τώρα ήταν εδώ για τη δουλειά της και μόνο. Για να υπηρετήσει, γι’ακόμα μια φορά, τη Συμπαντική Παντοκρατορία.

Κόσμος ήταν συγκεντρωμένος στον πελώριο σηκό του Ύψιστου Ναού, ο οποίος είχε πυραμιδοειδές σχήμα – μια πυραμίδα μέσα σε μια μεγαλύτερη πυραμίδα – και στο κέντρο του στεκόταν το άγαλμα ενός πανύψηλου άντρα που αντί για κεφάλι είχε μια φωτεινή κόκκινη σφαίρα. Απεικόνιση του Κρόνου, του ισχυρότερου θεού της Ρελκάμνια.

Στην περιφέρεια της αίθουσας του σηκού υπήρχαν αγάλματα και των παιδιών του. Αριστερά, η Τζένιφερ μπορούσε να δει τη Ρασιλλώ, την Κυρά του Σιδήρου, προστάτιδα των μισθοφόρων και των πολεμιστών, ντυμένη με σφιχτοδεμένο πολεμικό χιτώνα ο οποίος είχε ανοίγματα για τα μακριά, καλλίγραμμα, μποτοφορεμένα πόδια της. Στα χέρια της κρατούσε ένα τουφέκι, κι από την πλάτη της κρεμόταν ένα σπαθί. Τα μαλλιά της ήταν δεμένα κότσο πίσω απ’το κεφάλι της. Τα μάτια της φάνταζαν αυστηρά, άγρια, αποφασισμένα.

Στην άλλη μεριά του σηκού, δεξιά, η Τζένιφερ έβλεπε το άγαλμα της Καθμύρας, Κυράς του Χρυσού, προστάτιδας του εμπορίου και των εμπόρων. Ήταν ντυμένη τελείως διαφορετικά από την αδελφή της, τη Ρασιλλώ: φορούσε μακριά καπαρντίνα και φούστα, και στα χέρια της, μπροστά της, κρατούσε ένα κλειστό κουτί που έμοιαζε να κρύβει κάποιον θησαυρό στο εσωτερικό του. Από τον ώμο της κρεμόταν μια τσάντα που έφερνε στο μυαλό επαγγελματία.

Δεξιά και προς την είσοδο του σηκού έστεκε το άγαλμα του Ηρώταλου, Επαΐοντα της Τεχνουργίας, προστάτη των μηχανικών και των τεχνητών. Τον απεικόνιζαν κοντό και ευρύστερνο, με καράφλα και μακριά γενειάδα. Φορούσε χιτώνα, κι από πάνω είχε περασμένες δύο φαρδιές ζώνες και μία εξίσου φαρδιά τιράντα, όπου συγκρατούνταν δεκάδες εργαλεία, μικρότερα και μεγαλύτερα.

Αριστερά και προς την είσοδο του σηκού βρισκόταν το άγαλμα του Μηρμέδιου, Επαΐοντα της Ιατρικής, προστάτη των γιατρών. Ήταν ένας ηλικιωμένος άντρας, με μακριά μούσια και μαλλιά. Κρατούσε ραβδί και φορούσε ρούχα ταξιδιωτικά – παντελόνι, τουνίκα, και κάπα – επειδή, σύμφωνα με τον μύθο (τον οποίο ακόμα κι η Τζένιφερ ήξερε), κάποτε, πριν από πολλούς αιώνες, στις απαρχές του χρόνου, τριγύριζε σ’όλη τη Ρελκάμνια διδάσκοντας στους ανθρώπους την τέχνη της ιατρικής ώστε να μπορούν να αντιμετωπίζουν τις ασθένειες και τους τραυματισμούς που τους έστελνε ο Σκοτοδαίμων.

Στο βάθος του σηκού, ήταν το άγαλμα του Ζερκάλδη, Επαΐοντα της Γραφής, προστάτη των γραμματιζούμενων και της γνώσης. Απεικονιζόταν ως νέος και όμορφος, ντυμένος με ρούχα σαν αυτά των αριστοκρατών, και στα χέρια του κρατούσε ένα ανοιχτό βιβλίο. Το πρόσωπό του ήταν πλατύ και, εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο ήταν λαξεμένο, φάνταζε φωτεινό.

Επίσης στο βάθος του σηκού, σε μια τοιχογραφία, απεικονιζόταν ο Έπαφος: γνωστός ιερέας-ήρωας της θρησκείας του Κρόνου. Ήταν ντυμένος με χρυσά άμφια και κράνος με φτερά, και στο δεξί χέρι κρατούσε ένα φωτεινό σπαθί που η λάμψη του απομάκρυνε μια απειλητική σκιερή μορφή, σαν να προσπαθούσε να τη διώξει από την τοιχογραφία.

Η σκιερή μορφή ήταν, υποτίθεται, ο Σκοτοδαίμων. Σύμφωνα με τους μύθους, ο Έπαφος τον είχε αντιμετωπίσει αυτοπροσώπως. (Και, ναι, ήταν κι αυτός ο μύθος τόσο γνωστός που ακόμα κι η Τζένιφερ, που απεχθανόταν τα της θρησκείας, τον γνώριζε.)

Στο πάτωμα της μεγάλης αίθουσας, όχι και τόσο μακριά από την τοιχογραφία με τον Έπαφο, υπήρχε ένας λάκκος σκεπασμένος με γυαλί. Εκεί μέσα βρισκόταν ο Χάροντας, ο Ανόφθαλμος, που δουλειά του ήταν να μεταφέρει τις ψυχές των νεκρών στο Έρεβος, και που όλοι απέφευγαν να τον σκέφτονται και να λένε το όνομά του. Ήταν γέννημα του Κρόνου και του Σκοτοδαίμονος, έλεγαν. Και η Τζένιφερ απορούσε πώς ήταν δυνατόν δύο άντρες να είχαν κάνει παιδί. Όμως η θρησκεία σπάνια έβγαζε νόημα!

Προχώρησε, αργά, ανάμεσα στους ανθρώπους που βρίσκονταν στον σηκό. Αν δεν έκανε λάθος, όλοι αυτοί είχαν συγκεντρωθεί εδώ περιμένοντας την Τελετή της Νυκτερινής Ώρας. Εν τω μεταξύ προσεύχονταν, άλλοι γονατιστοί μπροστά σε κάποιο από τα αγάλματα, άλλοι όρθιοι με τα μάτια κλειστά και τα χέρια ενωμένα· και κάποιοι άφηναν προσφορές στις ειδικές θέσεις στα πόδια των αγαλμάτων. Προσφορές υπολογίσιμης χρηματικής αξίας, όπως πολύ καλά ήξερε η Τζένιφερ. Θυμόταν πως η μητέρα της το θεωρούσε πρέπον, μία φορά τον μήνα τουλάχιστον, να κάνει μια προσφορά που δεν άξιζε λιγότερο από πενήντα δεκάδια. Οι μόνοι που επωφελούνταν από αυτά ήταν οι ιερείς, έτσι όπως το έβλεπε η Τζένιφερ.

Ήταν ντυμένη με ελαφριά κάπα και κουκούλα καθώς βάδιζε ανάμεσα στους παρευρισκόμενους, και το ήξερε πως η εμφάνισή της δεν θα τραβούσε περίεργα βλέμματα γιατί κι άλλοι ήταν ντυμένοι παρόμοια. Αυτή η αμφίεση τούς πρόσφερε νοητική απομόνωση για να προσευχηθούν.

Η Τζένιφερ δεν ήταν εδώ ούτε για να κάνει προσευχές ούτε προσφορές, βέβαια. Ωστόσο, γονάτισε αντίκρυ στο άγαλμα της Καθμύρας και περίμενε.

Περίμενε για την Τελετή της Νυκτερινής Ώρας.

3.

Η Ρία-Μία οδήγησε τον Ορείχαλκο στα άδυτα του Ύψιστου Ναού του Κρόνου. Πέρασαν από διαδρόμους διακοσμημένους με διάφορα στολίδια και τοιχογραφίες. Ιερείς και ιέρειες που συνάντησαν στο δρόμο τους χαιρέτησαν σεβάσμια τη Ρία-Μία, αποκαλώντας την Παντόχρονη· και σ’έναν απ’αυτούς εκείνη είπε: «Δεν θα κάνω εγώ την Τελετή της Νυκτερινής Ώρας απόψε. Έχω άλλη δουλειά.»

«Όπως επιθυμείτε, Παντόχρονη,» αποκρίθηκε ο ιερέας, και πέρασε κάτω από μια λαξευτή πόρτα.

Σύντομα, ο Ορείχαλκος και η Ρία-Μία μπήκαν σ’έναν ανελκυστήρα· η δεύτερη πάτησε ένα κουμπί στον τοίχο κι άρχισαν ν’ανεβαίνουν.

«Στα δωμάτιά σου πηγαίνουμε;» τη ρώτησε ο Ορείχαλκος.

«Φυσικά.»

Μετά από λίγο, ο ανελκυστήρας σταμάτησε. Η Αρχιέρεια του Κρόνου άνοιξε την πόρτα και ο Ορείχαλκος την ακολούθησε ξανά. Πέρασαν από έναν διάδρομο φρουρούμενο από δύο οπλισμένες γυναίκες, η Ρία–Μία ξεκλείδωσε μια πόρτα, και μπήκαν σ’ένα καθιστικό με πάτωμα από γυαλιστερό ξύλο, πίνακες στους τοίχους (θρησκευτικής θεματολογίας, αναμφίβολα, έκρινε ο Ορείχαλκος), φουσκωτό σοφά, λαξευτές πολυθρόνες, κι ένα χαμηλό αλλά όχι και τόσο μικρό τραπεζάκι.

«Κάθισε,» είπε η Αρχιέρεια του Κρόνου, κλείνοντας πίσω της και κλειδώνοντας.

Ο Ορείχαλκος κάθισε σε μια πολυθρόνα.

Η Ρία-Μία είπε: «Περίμενε μισό λεπτό,» και μπήκε σ’ένα άλλο δωμάτιο.

Ο Ορείχαλκος την άκουσε να λέει από μέσα: «Δεν θα σας χρειαστώ καθόλου απόψε.» (…) «Όχι, τίποτα. Απλά να το έχετε υπόψη.» (…) «Ναι, μπορείτε να πάτε.»

Η Ρία επέστρεψε στο καθιστικό. «Φρόντισα να μη μας ενοχλήσουν,» είπε καθίζοντας στον σοφά.

Ο Ορείχαλκος σηκώθηκε από την πολυθρόνα και πήγε να καθίσει δίπλα της. «Υπάρχει περίπτωση κανείς να μας ακούει εδώ;» της ψιθύρισε στ’αφτί.

«Το αποκλείω,» είπε η Ρία.

Ο Ορείχαλκος ένευσε. Δεν περίμενε κοριοί να ήταν τοποθετημένοι μέσα στα δωμάτια της Αρχιέρειας του Κρόνου, ούτως ή άλλως. «Κατ’αρχήν, πρέπει να σου πω πως η Αγαρίστη μού ζήτησε να της αναφέρω κάποια πράγματα.»

Η Ρία συνοφρυώθηκε. «Τι πράγματα;» Φαινόταν αγχωμένη.

«Ερωτικού περιεχομένου.»

«Α,» έκανε η Ρία γελώντας, ξαφνιασμένη. «Δεν κατάλαβα πριν. Αλλά δε με εκπλήσσει που σ’το ζήτησε, για να είμαι ειλικρινής…»

«Τι θέλεις να της πω;» ρώτησε ο Ορείχαλκος. «Πρόσεξε, βέβαια, τι θα ζητήσεις,» την προειδοποίησε φιλικά.

Η Ρία γέλασε ξανά. Σηκώθηκε από τον σοφά και πήγε στη μικρή κάβα του δωματίου. Γέμισε δύο ποτήρια με Γλυκό Κρόνο και επέστρεψε κοντά στον Ορείχαλκο, δίνοντάς του το ένα. Ήπιε μια γουλιά από το δικό της. «Δεν ξέρω…» είπε σκεπτικά. «Ίσως… ίσως θα ήταν φρόνιμο να σχηματίσεις την προσωπική σου άποψη.» Ύψωσε ένα της φρύδι, ατενίζοντάς τον ερευνητικά.

«Τι πάει να πει αυτό, Ρία;»

«Εκείνο που είμαι βέβαιη πως καταλαβαίνεις ότι πάει να πει.»

«Εγώ νόμιζα πως ήθελες να συζητήσουμε.»

«Θα διαρκέσει η συζήτησή μας όλη τη νύχτα;»

«Εξαρτάται, αλλά αμφίβολο είναι. Τι έχεις να μου πεις;» τη ρώτησε ο Ορείχαλκος.

«Εσύ δεν θα μου έλεγες τι σου είπε ο Αρχιπροδότης για τους Υπερασπιστές της Παντοκράτειρας;»

Ο Ορείχαλκος ένευσε. Πράγματι, αυτό τού είχε ζητήσει. Ήπιε μια γουλιά από τον Γλυκό Κρόνο. Δεν του πολυάρεσε το συγκεκριμένο ποτό. Πολύ γλυκό για τα γούστα του, και χτυπούσε πολύ γρήγορα στο κεφάλι. Δεν ήταν κι άσχημο, όμως. «Ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος μού είπε πως το όνομά του είναι Ελκράσ’ναρχ. Δεν είναι τέσσερις, αλλά ένας. Μία οντότητα που προϋπήρχε, από την εποχή του Ενιαίου Κόσμου. Δεν θα μπορούσε, όμως, να υπάρξει ελεύθερη στο σύμπαν μας γιατί είναι πολύ διαφορετικό από τον Ενιαίο Κόσμο. Επομένως, χρειαζόταν έναν πλοηγό. Κι ο πλοηγός του Ελκράσ’ναρχ είναι η Αγαρίστη.»

«Γιατί η Αγαρίστη;» ρώτησε η Ρία. «Τι έχει εκείνη που δεν το έχει οποιαδήποτε άλλη γυναίκα στη Ρελκάμνια; Ούτε μάγισσα είναι, ούτε ιέρεια, ούτε… ούτε έχει τίποτα ιδιαίτερες γνώσεις, απ’όσο ξέρω. Το μόνο παράξενο που κάνει είναι να αλλάζει την εμφάνισή της κάθε τόσο.»

«Ο Ελκράσ’ναρχ το κάνει αυτό για εκείνη, απ’ό,τι έχω καταλάβει,» είπε ο Ορείχαλκος. «Και δεν ξέρω γιατί ακριβώς επέλεξε την Αγαρίστη για πλοηγό του. Ίσως να ήταν τυχαίο. Η ίδια η Αγαρίστη, όταν παντρευόμασταν, όταν ήμασταν μέσα στον Πύργο του Ήλιου και του Ανέμου, μου αφηγήθηκε μια ιστορία. Δεν είπε ότι μιλούσε για τον εαυτό της, βέβαια, αλλά πιστεύω πως η πρωταγωνίστρια της ιστορίας της ήταν η ίδια.» Και ο Ορείχαλκος μίλησε στη Ρία-Μία για εκείνη την αλλόκοτη διήγηση: για μια κοπέλα που δούλευε στο μηχανουργείο του πατέρα της και ήταν ταλαιπωρημένη, μέχρι που βρήκε ένα μαγικό κουτί κι εκεί μέσα είδε όλα όσα επιθυμούσε. Αλλά στο εσωτερικό του κουτιού ήταν κι ένας Κάτοχος, ο οποίος της πρότεινε να κάνουν μια συμφωνία. «‘Θα κουβαλάς πάντοτε το κουτί μου μαζί σου,’ της είπε, ‘κι εγώ θα σ’αφήνω να παίρνεις από εκεί ό,τι θέλεις’. Και η κοπέλα συμφώνησε. Κι εδώ τελειώνει η ιστορία, Ρία.»

«Πιστεύεις ότι ο Κάτοχος ήταν αυτός ο Ελκράσ’ναρχ;»

«Ίσως.»

«Η Αγαρίστη, όμως, δεν κουβαλά κανένα κουτί μαζί της. Ούτε νομίζω πως έχει κανένα κουτί στην κατοχή της που να το θεωρεί πολύτιμο ή ιδιαίτερο. Έχεις εσύ προσέξει κάτι τέτοιο;» Η Ρία δεν θα το θεωρούσε απίθανο αν ο Ορείχαλκος ήταν ο μόνος άνθρωπος που είχε δει το κουτί. Η Παντοκράτειρα φαινόταν να τον συμπαθεί όσο κανέναν άλλο από τους συζύγους της. Τον λάτρευε.

«Όχι, δεν έχω δει κανένα κουτί. Αλλά σκέψου ότι ίσως να μιλούσε μεταφορικά.»

«Μεταφορικά;» Η Ρία πλησίαζε να τελειώσει το ποτό της.

«Ναι. Μπορεί η οντότητα που ονομάζεται Ελκράσ’ναρχ να παρουσιάστηκε μπροστά της και να της έκανε μια πρόταση: να της δώσει ό,τι επιθυμεί αν εκείνη συμφωνήσει να γίνει πλοηγός του.»

«Κι ό,τι επιθυμούσε ήταν η Παντοκρατορία; Ήθελε ολόκληρο το σύμπαν να είναι δικό της;»

«Θα φτάσουμε και σ’αυτό.»

«Θες να πεις ότι ξέρεις τι ζήτησε από τον Ελκράσ’ναρχ;»

«Ξέρω τι μου είπε ο Ανδρόνικος για το θέμα της Συμπαντικής Παντοκρατορίας.»

«Εντάξει, αλλά ακόμα δεν καταλαβαίνω τι σημαίνει να είσαι πλοηγός. Είναι σαν… σαν να έχεις παραδώσει την ψυχή σου στη δύναμη κάποιας πνευματικής οντότητας;»

«Δεν πιστεύει η θρησκεία του Κρόνου ότι μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο;»

«Φυσικά και το πιστεύει,» είπε η Ρία. «Υπάρχουν και εξορκισμοί εναντίον των υπηρετών του Σκοτοδαίμονος, καθώς κι εναντίον άλλων οντοτήτων πνευματικής φύσης.»

Ενδιαφέρον… σκέφτηκε ο Ορείχαλκος. Θα μπορούσαν, άραγε, να πιάσουν εναντίον του Ελκράσ’ναρχ; Για κάποιο λόγο, το αμφέβαλλε πολύ. Προτού όμως ρωτήσει, η Ρία είπε: «Τι συμβαίνει, λοιπόν, με την Παντοκρατορία; Τι σου είπε ο Ανδρόνικος;»

«Ο Ελκράσ’ναρχ έχει λόγο που θέλει να σχηματίσει την Παντοκρατορία. Για να– Ή μάλλον, εσύ, ως Αρχιέρεια του Κρόνου, τι λόγος νομίζεις ότι θα μπορούσε να είναι αυτός;»

Η Ρία συνοφρυώθηκε. Λες τούτο να είναι κάποιο παιχνίδι της; αναρωτήθηκε. Δεν θα το απέκλειε η Παντοκράτειρα να την κορόιδευε. Να είχε στείλει εδώ τον Ορείχαλκο για να παίξει μαζί της, να παίξει με το μυαλό της. Όχι, δεν μπορεί. Άλλωστε, εγώ ζήτησα από τον Ορείχαλκο να έρθει εδώ. Κι εγώ, επίσης, το ζήτησα κι από την Αγαρίστη.

«Τι νομίζεις, Ρία;»

Η Αρχιέρεια του Κρόνου ξεροκατάπιε. Στράγγισε το ποτήρι της. Είπε: «Δεν ξέρω, Ορείχαλκε. Πού να ξέρω;»

«Γιατί τέτοιες οντότητες κάνουν ό,τι κάνουν;»

«Μπορεί να υπάρχει μια πληθώρα λόγων… Μπορεί… Πες μου! Μη με ρωτάς. Πες μου τι σου είπε ο Ανδρόνικος.»

«Ότι ο Ελκράσ’ναρχ προσπαθεί να αναδημιουργήσει τον Ενιαίο Κόσμο.»

«Δηλαδή;»

«Είναι λιγάκι τραβηγμένο αυτό που θα ακούσεις τώρα. Ακόμα και στον ίδιο τον Ανδρόνικο μοιάζει περίεργο, αλλά μου εξήγησε ότι του το αποκάλυψε ένας μάγος με πάρα πολλές γνώσεις.»

«Και τι είπε αυτός ο μάγος;»

«Ότι το σύμπαν μας διαμορφώνεται από το τι πιστεύουμε γι’αυτό. Επομένως, ο Ελκράσ’ναρχ προσπαθεί να δημιουργήσει στα μυαλά όλων την αντίληψη ότι οι διαστάσεις είναι ένα – ότι δεν έχουν ουσιαστική διαφορά η μία από την άλλη, εφόσον ανήκουν σε μία Συμπαντική Παντοκρατορία. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα, μετά από αιώνες πιθανώς, οι διαστάσεις ν’αρχίσουν να ενώνονται, ώστε τελικά να ανασχηματιστεί ο Ενιαίος Κόσμος.»

Ο Ορείχαλκος τώρα περίμενε η Ρία-Μία να γελάσει ή να του πει πως έλεγε ασυναρτησίες. Την είδε όμως συνοφρυωμένη ξανά. Σκεπτική. Κι ύστερα από μερικές στιγμές, η Αρχιέρεια του Κρόνου είπε: «Αυτό, ξέρεις, δεν είναι και τόσο απίθανο, Ορείχαλκε.»

«Το πιστεύεις, δηλαδή;» Ακόμα κι ο ίδιος δεν ήταν σίγουρος αν έπρεπε να το πιστέψει. Και δεν τον ενδιέφερε και τόσο. Σημασία είχε ότι η Παντοκρατορία ήταν επικίνδυνη τώρα, για πρακτικούς – εμπορικούς και πολιτικούς – λόγους, και ότι η Αγαρίστη ήταν υποχείριο αυτού του δαίμονα.

«Γιατί όχι;» του απάντησε η Ρία. «Είμαι ιέρεια, Ορείχαλκε. Η πίστη δεν είναι κάτι το ξένο για εμένα.»

Ο Ορείχαλκος την ατένισε με άλλο βλέμμα τώρα, διαφορετικό απ’ό,τι την ατένιζε μέχρι στιγμής. Ήταν σαν η Ρία-Μία να του είχε αποκαλύψει μια πτυχή του εαυτού της καλά κρυμμένη. Παλιότερα, την είχε για εκείνες τις ιέρειες που απλά ιερουργούν διαδικαστικά, χωρίς να έχουν καμια βαθιά πίστη ή πνευματικότητα. Τώρα, όμως, δεν αισθανόταν πια σίγουρος πως η Ρία-Μία συγκαταλεγόταν ανάμεσά τους. Και δεν ήταν φυσικό, άλλωστε; Ό,τι κι αν ήταν, ήταν και Αρχιέρεια του Κρόνου.

«Γιατί με κοιτάς έτσι;» τον ρώτησε, έχοντας παρατηρήσει μια διαφορά στο βλέμμα του. «Τι γνώμη έχεις για μένα, Ορείχαλκε;»

«Η γνώμη μου γίνεται ολοένα και καλύτερη,» της είπε.

Η Ρία μειδίασε. «Ελπίζω αυτό να μην αλλάξει για όλο το υπόλοιπο βράδυ.» Το ερωτικό υπονοούμενο ήταν έκδηλο στη φωνή της.

Ο Ορείχαλκος τής επέστρεψε το μειδίαμα. Ναι, σκέφτηκε, γι’αυτό δεν μπορείς να το πιστέψεις ότι είναι πραγματική Αρχιέρεια…

Τη ρώτησε: «Νομίζεις πως όσα μου είπε ο Ανδρόνικος αληθεύουν;»

Η Ρία τον ατένισε με καχυποψία προς στιγμή. «Δεν… Πού να ξέρω;… Είναι παρατραβηγμένα, αναμφίβολα.» Δε βλάπτει να είμαι επιφυλακτική. «Η Αγαρίστη ποτέ δεν έχει αναφέρει τίποτα, ούτε για τον Ελκράσ’ναρχ ούτε για το ότι είναι πλοηγός κάποιας οντότητας.

»Ορείχαλκε, εσύ τα θεωρείς αληθινά αυτά;» Άσε εκείνον να πει πρώτος ότι τα πιστεύει.

«Θα μπορούσαν και να ήταν αληθινά,» παραδέχτηκε ο Ορείχαλκος. «Αλλά δεν τα έχω διαπιστώσει.»

«Την έχεις ρωτήσει;»

«Αρνείται να μιλήσει για το θέμα. Δε λέει τίποτα για τη ζωή της προτού γίνει Παντοκράτειρα.»

Η Ρία ένευσε. Το περίμενε αυτό. Ακόμα και στον Ορείχαλκο δεν μιλά…

«Σ’ενδιαφέρει, όμως, η υπόθεση…» παρατήρησε εκείνος.

«Είναι, ομολογουμένως… αξιοπερίεργο.»

«Θεωρείς την Αγαρίστη φίλη σου;»

«Φυσικά,» είπε αμέσως η Ρία, και ο Ορείχαλκος σκέφτηκε: Φοβάται ότι τη δοκιμάζω για λογαριασμό της Παντοκράτειρας. Είναι αδύνατο να με εμπιστευτεί πλήρως.

«Αν αληθεύουν αυτά τα πράγματα, λοιπόν – αν όντως η Αγαρίστη είναι πλοηγός του Ελκράσ’ναρχ – θα ήσουν πρόθυμη να τη βοηθήσεις να ελευθερωθεί;»

Η Ρία-Μία αισθάνθηκε τη γλώσσα της να δένεται κόμπος. «Δε… Κοίτα, δεν ξέ… Βασικά, δεν μου μοιάζει φυλακισμένη.» Χαμογέλασε, αμήχανη. «Μου μοιάζει το ακριβώς αντίθετο.»

«Τα φαινόμενα, πολλές φορές, απατούν.»

«Ορείχαλκε, αν… Αν προσπαθήσεις… Αν μαθευτεί ότι θέλεις να… Βέβαια… Με συγχωρείς.» Σηκώθηκε από τον σοφά και πήγε πάλι στην κάβα για να ξαναγεμίσει το ποτήρι της με Γλυκό Κρόνο – και να οργανώσει τις σκέψεις της. Επιστρέφοντας, του είπε: «Αν μιλήσεις γι’αυτά τα πράγματα στην Αγαρίστη κι εκείνη τα εκλάβει ως εχθρικά, τότε θα μπλέξεις πολύ άσχημα.»

«Της έχω ήδη πει τι μου είπε ο Ανδρόνικος. Δεν με πήρε σοβαρά. Οι Υπερασπιστές της, όμως, δεν φαίνεται να με συμπαθούν.»

Η Ρία-Μία χλόμιασε. «Θα σε σκοτώσουν,» τον προειδοποίησε, «αν νομίσουν ότι είσαι πραγματικά επικίνδυνος. Τα ίδια τους τα χέρια είναι όπλα. Μπορούν–»

«Το ξέρω.»

«Έχε το νου σου.» Και κακώς μιλάω μαζί σου, ίσως, σκέφτηκε η Ρία, νιώθοντας ένα σύγκρυο να τη διατρέχει.

«Θα είμαι προσεχτικός,» είπε ο Ορείχαλκος. «Και τώρα θα ήθελα να ρωτήσω εγώ εσένα κάποια πράγματα.»

«Τι πράγματα;» Η Ρία φοβόταν ότι, στο τέλος, μπορεί να την έμπλεκε πολύ άσχημα, αλλά τώρα που τον είχε καλέσει εδώ δεν είχε νόημα να μην συνεχίσει τη συζήτηση μαζί του. Εξάλλου, το ήξερα πως θα ήταν μια επικίνδυνη συζήτηση, δεν το ήξερα;

«Ανέφερες, πιο πριν, ότι στη θρησκεία του Κρόνου υπάρχουν εξορκισμοί για τον διωγμό εχθρικών πνευμάτων…»

«Ναι, υπάρχουν.»

«Θα μπορούσαν, νομίζεις, να χρησιμοποιηθούν εναντίον του Ελκράσ’ναρχ;»

Η Ρία τον κοίταξε με γουρλωμένα μάτια, αδυνατώντας για λίγο να πιστέψει τι ήταν αυτό που ίσως να πρότεινε. Ύστερα, κούνησε το κεφάλι της. «Δε νομίζω… Μπορεί. Αλλά δε νομίζω. Επιπλέον, πώς θα τον πλησιάσεις…; Ή, πώς θα πλησιάσεις την Αγαρίστη για να το κάνεις αυτό; Γιατί, αν η ψυχή της ελέγχεται κάπως από τον Ελκράσ’ναρχ, ο εξορκισμός θα πρέπει να γίνει μ’εκείνη παρούσα.»

«Καταλαβαίνω το πρόβλημα,» είπε ο Ορείχαλκος. «Θεωρητικά, όμως, θα μπορούσε να γίνει;»

Η Ρία αναστέναξε, κι ακούμπησε την πλάτη της στον σοφά. Ήπιε μια γουλιά Γλυκό Κρόνο. «Κοίτα. Οι εξορκισμοί γίνονται, συνήθως, εναντίον πνευματικών οντοτήτων. Ο Ελκράσ’ναρχ, όμως, έχει σώμα· δεν είναι πνευματική οντότητα. Είναι ενεργειακή οντότητα, πιθανώς. Αυτό δεν σημαίνει ότι ένας εξορκισμός αποκλείεται να έπιανε. Αλλά ούτε σημαίνει πως θα έπιανε κιόλας. Κι αν ήμουν στη θέση σου, ούτε που θα το σκεφτόμουν να το επιχειρήσω.

»Πες μου, Ορείχαλκε, γιατί είσαι πραγματικά εδώ; Σε έχει στείλει ο Αρχιπροδότης;»

Ο Ορείχαλκος ξαφνιάστηκε από τούτη την ερώτηση, αν και σκέφτηκε πως μάλλον δεν θα έπρεπε. Αυτά που της λέω αποτελούν προδοσία ίσως. Προδοσία κατά της Παντοκρατορίας. «Όχι,» αποκρίθηκε. «Για την ακρίβεια, έφυγα χωρίς να τους πω τίποτα.»

«Δηλαδή, δεν είσαι με το μέρος τους;»

«Ρία,» είπε ο Ορείχαλκος, «εκείνο που με ενδιαφέρει είναι να βοηθήσω την Αγαρίστη. Γι’αυτό ήρθα. Δεν είμαι εναντίον της, όπως της είπα. Είναι σύζυγός μου ύστερα από τελετή σε Πύργο του Ήλιου και του Ανέμου: κι αυτό είναι πολύ σημαντικό.»

Η Ρία-Μία τον ατένισε για λίγο αμίλητη. Δεν της αξίζει ένας άνθρωπος σαν εσένα, σκέφτηκε, και ήπιε ακόμα μια γουλιά από το ποτό της, το οποίο είχε αρχίσει να τη ζαλίζει.

4.

Οι ιερείς και οι ιέρειες του Κρόνου ήρθαν στον μεγάλο σηκό από τα ενδότερα του Ύψιστου Ναού, και άρχισαν να τελούν την Τελετή της Νυκτερινής Ώρας, καθώς ο ήλιος της Ρελκάμνια είχε μόλις δύσει.

Στον σηκό, ελάχιστα φώτα ήταν αναμμένα, κι αυτά όχι ενεργειακά αλλά ψηλά κεριά, τα οποία ή κρατούσαν οι πιστοί ή στηρίζονταν σε μεταλλικούς βρόχους. Αυτό ήταν το τυπικό της Τελετής της Νυκτερινής Ώρας. Οι ιερείς καλωσόριζαν την πρώτη ώρα της νύχτας, και ζητούσαν από τον Υπερχρόνιο Άρχοντα η νύχτα να είναι καλή και οι υπηρέτες του Σκοτοδαίμονος να μείνουν μακριά από τους πιστούς.

Μέσα στις πυκνές σκιές και τα σκοτάδια, τούτη ήταν η τέλεια στιγμή για να κινηθεί η Τζένιφερ. Για να εισβάλει στα ενδότερα του Ναού χωρίς να την προσέξουν.

Τον χάρτη του (τον οποίο της είχαν δώσει οι Υπερασπιστές της Παντοκράτειρας) τον είχε αποστηθίσει και τον είχε μέσα στο μυαλό της. Γνώριζε όλα τα περάσματα και τα δωμάτια, τις εισόδους και τις εξόδους· ήξερε πού βρισκόταν ο κάθε ανελκυστήρας και η κάθε σκάλα, ποια σημεία φρουρούνταν και ποια όχι.

Περνώντας ανάμεσα από τον κόσμο που γέμιζε τον σηκό, πλησίασε ένα πλευρικό άνοιγμα μπροστά στο οποίο στεκόταν ένας φρουρός τυλιγμένος σε πυκνό σκοτάδι. Τα εκπαιδευμένα μάτια της Τζένιφερ μετά βίας τον διέκριναν. Το ρολόι στον καρπό της άρχισε να δονείται. Στο εσωτερικό του υπήρχε μια λεπτεπίλεπτη συσκευή που εντόπιζε τηλεοπτικούς πομπούς. Ο Ρίμναλ’μορ τής είχε δώσει αυτό το ρολόι, όταν η Τζένιφερ τον είχε συναντήσει μετά από προτροπή των Υπερασπιστών. Προφανώς κι εκείνος συμφωνούσε ότι ο Ορείχαλκος ήταν επικίνδυνος κι έπρεπε να βγει από τη μέση.

Και το ρολόι, τώρα, ειδοποιούσε τη Τζένιφερ ότι ένας τηλεοπτικός πομπός ήταν κοντά. Εκείνη το ήξερε ήδη: υπήρχε ένας μηχανικός οφθαλμός πάνω από τη θύρα που φυλούσε ο φρουρός· ήταν σημειωμένος στον χάρτη. Η Μαύρη Δράκαινα στάθηκε μέσα στο σκοτάδι, σε μικρή απόσταση από τον φρουρό. Και τον παρατήρησε. Δεν φαινόταν να την έχει προσέξει.

Η Τζένιφερ πάτησε ένα κουμπί στο ρολόι της, κι αυτό έστειλε ένα ειδικό τηλεπικοινωνιακό σήμα το οποίο μπλόκαρε τον τηλεοπτικό πομπό. Τουλάχιστον, αυτό τής είχε πει ο Ρίμναλ’μορ ότι θα έκανε. Να έχεις υπόψη σου, όμως, πως μετά από δύο τέτοιες χρήσεις η μπαταρία του θα τελειώσει, την είχε προειδοποιήσει. Έτσι η Τζένιφερ είχε πάρει δέκα μπαταρίες μαζί της, για καλό και για κακό. Χωρούσαν όλες στην τσέπη της· δεν ήταν μεγάλες.

Και ο μηχανικός οφθαλμός τώρα ήταν μπλοκαρισμένος. Το ρολόι της δεν δονείτο πια.

Η Μαύρη Δράκαινα κινήθηκε γρήγορα προς τον φρουρό, έχοντας ήδη το μικρό τοξοπίστολο στο χέρι της, κρυμμένο κάτω από την κάπα της. Ο άντρας την είδε να έρχεται. «Τι θέλετε;» τη ρώτησε, μην έχοντας καταλάβει τις προθέσεις της μέσα στο σκοτάδι της μεγάλης αίθουσας. Η Τζένιφερ κινήθηκε αστραπιαία. Το ένα της χέρι τού έκλεισε το στόμα, το άλλο πάτησε τη σκανδάλη του τοξοπίστολου. Ένα μικρό βέλος-σύριγγα πετάχτηκε απ’το όπλο και καρφώθηκε στον μηρό του φρουρού, τρυπώντας εύκολα το παντελόνι του. Η Τζένιφερ τον κράτησε γερά για μερικές στιγμές, καθώς εκείνος παρέλυε, μένοντας ακίνητος σαν άγαλμα, με τα μέλη του κοκαλωμένα στις θέσεις τους, τα μάτια του ορθάνοιχτα. Η Τζένιφερ τον στήριξε στον τοίχο πίσω του.

Το φάρμακο που του είχε ρίξει προκαλούσε πλήρη ακινητοποίηση, κάνοντας τις κλειδώσεις σκληρές σαν πέτρες, αλλά δεν έκλεβε τις αισθήσεις του θύματος. Ο φρουρός θα μπορούσε και να ακούσει και να δει, αν και κάπως θολά. Το φάρμακο ονομαζόταν «κουκλοποιός», χαριτολογώντας, επειδή ήταν σαν να μετατρέπει τους ανθρώπους σε κούκλες που θύμιζαν αυτές που έβλεπες στις βιτρίνες καταστημάτων. Η δόση που είχε ρίξει η Μαύρη Δράκαινα στον φρουρό ήταν αρκετή για να τον κρατήσει σ’αυτή την κατάσταση για πάνω από μία ώρα.

Η Τζένιφερ τον προσπέρασε και γλίστρησε στα ενδότερα του Ύψιστου Ναού του Κρόνου.

5.

«Υπάρχουν παρόμοιες περιπτώσεις για τις οποίες μπορούμε να διαβάσουμε;» ρώτησε ο Ορείχαλκος.

«Περιπτώσεις σαν αυτή της Αγαρίστης; Όχι, δεν υπάρχουν. Άλλες περιπτώσεις πνευματικής κατάληψης από οντότητες, όμως, υπάρχουν.»

«Ούτε καν στους μύθους της θρησκείας του Κρόνου;»

«Πραγματικά, νομίζεις ότι η θρησκεία του Κρόνου μπορεί να σε βοηθήσει, Ορείχαλκε;» είπε η Ρία-Μία.

«Αν όχι, τότε θα πρέπει να βρω κάτι άλλο,» αποκρίθηκε εκείνος· κι έχοντας τώρα τελειώσει το ποτό του, άφησε το άδειο ποτήρι στην πλάτη του σοφά.

«Θέλεις ακόμα ένα;»

«Όχι, ευχαριστώ. Μπορούμε να κοιτάξουμε, τώρα;»

«Τι;»

«Για πιθανές παρόμοιες περιπτώσεις. Τις έχετε καταγεγραμμένες, απ’ό,τι καταλαβαίνω…»

«Υπάρχει αρχείο,» παραδέχτηκε η Ρία.

«Με εξορκισμούς;»

«Εκτός των άλλων, τους καταγράφουμε κι αυτούς.»

«Και οι μύθοι;»

«Μπορώ να σου δώσω να διαβάσεις για τους μύθους της θρησκείας του Κρόνου, αν θέλεις. Κατά πρώτον, υπάρχει η εκλαϊκευμένη έκδοση, που μπορείς να τη βρεις παντού στη Ρελκάμνια. Υποθέτω, όμως, ότι σ’ενδιαφέρει κάτι πιο… διεξοδικό.»

«Έχεις δίκιο.»

Η Ρία σηκώθηκε από τον σοφά και του έκανε νόημα να την ακολουθήσει. Φεύγοντας απ’το καθιστικό μπήκαν σ’ένα γραφείο. Η Αρχιέρεια του Κρόνου πλησίασε μια βιβλιοθήκη κι ακούμπησε το χέρι της επάνω σ’ένα ράφι. «Εδώ,» είπε. «Αυτή είναι η βασική μυθολογία της θρησκείας του Κρόνου.»

Ο Ορείχαλκος μπορούσε να μετρήσει έξι χοντρά βιβλία, τα οποία έγραφαν στη ράχη: ΙΕΡΟΙ ΜΥΘΟΙ ΚΑΙ ΛΟΓΟΙ ΤΟΥ ΥΠΕΡΧΡΟΝΙΟΥ ΑΡΧΟΝΤΑ· και: ΤΟΜΟΣ ΠΡΩΤΟΣ, ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ, και τα λοιπά. «Αρκετά πράγματα,» παρατήρησε. «Και το αρχείο με τους εξορκισμούς;»

«Αυτό δεν το έχω εδώ. Βρίσκεται στο Αρχείο του Ναού.»

«Θα με πας εκεί;»

Η Ρία-Μία έσμιξε τα χείλη, διστακτική. «Υποτίθεται πως για άλλο λόγο είσαι εδώ. Τι κάνουμε στο Αρχείο;»

«Θα μας δει κανένας;»

«Δε μπορούμε να πάμε και τελείως κρυφά. Αν και, βέβαια, τώρα θα γίνεται η Τελετή της Νυκτερινής Ώρας· δε νομίζω ότι κανένας από τους ιερείς ή τους μαθητευόμενους θα είναι στο Αρχείο. Οι φρουροί, όμως….»

«Δικοί σου φρουροί δεν είναι, Ρία; Πιστεύεις ότι η Αγαρίστη θα πάει να τους ρωτήσει πού σε είδαν να πηγαίνεις;»

«Μάλλον όχι, αλλά…» Φοβάμαι. Έχω πολλά να χάσω, έτσι και πάρει είδηση ότι την ξεγέλασα. «Εντάξει, πάμε,» του είπε τελικά. «Πάμε.» Και, ανοίγοντας ένα συρτάρι του γραφείου της, πήρε μια αρμαθιά κλειδιά και τα έκρυψε σε μια τσέπη της φαρδιάς ενδυμασίας της.

Έφυγαν από τα προσωπικά δωμάτια της Αρχιέρειας του Κρόνου, μπήκαν σ’έναν ανελκυστήρα, κατέβηκαν δύο πατώματα, και μετά βγήκαν πάλι. Ο διάδρομος στον οποίο βρέθηκαν ήταν άδειος. Από ένα τριγωνικό παράθυρο πλάι τους φεγγαρόφωτο έμπαινε – ασημένιο και κόκκινο – από τα δύο φεγγάρια της Ρελκάμνια. Ο ήλιος είχε δύσει. Ο διάδρομος ήταν μισοσκότεινος· μονάχα προς το τέλος του φαινόταν ένα ενεργειακό φως, να έρχεται από δίπλα.

Η Ρία-Μία προπορεύτηκε. Ο Ορείχαλκος την ακολούθησε. Διέσχισαν τον διάδρομο κι έστριψαν, και είδαν ότι το φως προερχόταν από μια λάμπα πάνω από μια κλειστή πόρτα. Η Ρία την πλησίασε, έβγαλε τα κλειδιά από την τσέπη της, και την ξεκλείδωσε. Μπήκε πρώτη και ο Ορείχαλκος ήρθε πίσω της.

Η Ρία έκλεισε και, πατώντας έναν διακόπτη στον τοίχο, άναψε τα ενεργειακά φώτα του δωματίου, αποκαλύπτοντας σειρές από ράφια και μερικά πληροφοριακά συστήματα με οθόνες και κονσόλες.

«Λοιπόν,» είπε, κι ακουγόταν αγχωμένη. «Από πού ν’αρχίσουμε;» Πλησίασε ένα από τα πληροφοριακά συστήματα και, με το πάτημα ενός μεγάλου κουμπιού, το ενεργοποίησε: η οθόνη άναψε. «Να δούμε τους καταγεγραμμένους εξορκισμούς μέσα στα τελευταία δέκα χρόνια;»

«Συνέβη κάτι το αξιοσημείωτο μέσα στα τελευταία δέκα χρόνια;»

«Τίποτα που να έρχεται αμέσως στο μυαλό μου.»

«Ας δούμε πιο παλιά, τότε.»

Η Ρία-Μία πληκτρολόγησε, και στην οθόνη παρουσιάστηκε μια ολόκληρη λίστα με ημερομηνίες και εγγραφές. «Πριν από πενήντα χρόνια,» είπε.

«Κρατάτε διεξοδικό αρχείο,» παρατήρησε ο Ορείχαλκος, που δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί τους ιερείς της δικής του διάστασης να κάνουν κάτι τέτοιο. Δε νόμιζε ότι κατέγραφαν και πολλά πράγματα. Μάλιστα, αρκετοί μύθοι, παραδόσεις, και παραβολές μεταδίδονταν προφορικά· δεν ήταν πουθενά γραμμένα.

«Φυσικά,» είπε η Ρία-Μία. «Πρέπει να ξέρουμε τι έκαναν οι ιερωμένοι πριν από εμάς.»

«Τα έχεις διαβάσει όλα αυτά;»

«Φυσικά και όχι,» αποκρίθηκε εκείνη, γελώντας κοφτά. «Τι να τα κάνω;»

«Πώς θα δούμε, λοιπόν, αν υπάρχει κάτι ενδιαφέρον εδώ; Απ’ό,τι καταλαβαίνω, έχετε καταγεγραμμένες περιπτώσεις εξορκισμών από ολόκληρη τη Ρελκάμνια.»

Η Ρία-Μία ένευσε. «Ναι. Κοίτα, η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω αν αξίζει τον κόπο, Ορείχαλκε…» Και καλύτερα να φύγουμε από δω και να το παρατήσουμε το θέμα, ούτως ή άλλως, σκέφτηκε, νιώθοντας πως όσο περισσότερο χρόνο περνούσαν εδώ τόσο περισσότερο κινδύνευε η θέση της ως Αρχιέρεια.

6.

Η Τζένιφερ ανέβηκε στο πάτωμα όπου βρίσκονταν τα προσωπικά δωμάτια της Αρχιέρειας του Κρόνου. Ο ανελκυστήρας σταμάτησε. Εκείνη δεν άνοιξε την πόρτα. Το ρολόι της δονείτο.

Η Μαύρη Δράκαινα πάτησε το κουμπί, κάνοντας τον τηλεοπτικό πομπό έξω από τον ανελκυστήρα να μπλοκάρει. Κοίταξε το ρολόι για να δει αν είχε ακόμα μπαταρία. Διαπίστωσε ότι βρισκόταν στο τέλος της· δεν μπορούσε να στείλει άλλο τηλεπικοινωνιακό παλμό απενεργοποίησης. Έπρεπε να την αλλάξει. Πρώτα, όμως, θα έβγαινε, γιατί οι τηλεοπτικοί πομποί δεν έμεναν μπλοκαρισμένοι για πάντα, όπως την είχε προειδοποιήσει ο Ρίμναλ’μορ.

Η Τζένιφερ άνοιξε την πόρτα – μια χαραμάδα μόνο – και κοίταξε στον διάδρομο. Ήταν άδειος. Βγήκε και προχώρησε, όχι προς τα προσωπικά δωμάτια της Αρχιέρειας, αλλά προς ένα σημείο που, κοιτάζοντας τον χάρτη του Ύψιστου Ναού, της είχε φανεί απομονωμένο. Έφτασε χωρίς να συναντήσει κανέναν. Οι φρουροί ήταν από την άλλη μεριά.

Εδώ, ένας διάδρομος κατέληγε σε τοίχο, χωρίς να οδηγεί πουθενά. Παραδίπλα υπήρχαν δυο πόρτες που έβγαζαν σε αποθήκες. Αλλά δεν ήταν αυτές που ενδιέφεραν τη Τζένιφερ. Έστρεψε το βλέμμα της στο τριγωνικό παράθυρο. Καθότι καλοκαίρι, ήταν ανοιχτό. Πιάστηκε από τις άκριές του και, βγάζοντας το μισό σώμα της έξω, κοίταξε προς τα δίπλα. Προς τα παράθυρα των προσωπικών δωματίων της Ρία-Μία. Αυτά δεν ήταν ανοιχτά αλλά κλεισμένα με κουρτίνες. Δε θάχω πρόβλημα να μπω.

Η Τζένιφερ έβγαλε τα μαλακά παπούτσια της και τα έκρυψε μέσα στα ρούχα της. Φόρεσε νύχια της γάτας στα χέρια και στα πόδια, ενώ σκεφτόταν: Τώρα, μια απ’αυτές τις προδότριες, τις μάγισσες του τάγματος των Δρακαινών, θα μπορούσε να μου φανεί χρήσιμη. Θα μπορούσε να κάνει ένα Ξόρκι Λιθικής Έλξεως, για να τη βοηθήσει στην αναρρίχηση. Όμως δεν είχε σημασία· η Τζένιφερ θα τα κατάφερνε και μόνη της. Μονάχα η Αλιζέτ είναι καλύτερη από εμένα. Και τελευταία είχαν έρθει πληροφορίες από τη Βίηλ ότι κι αυτή πιθανώς να είχε προδώσει την Παντοκράτειρα. Αν ήταν έτσι, τότε η Τζένιφερ ήταν η μοναδική Μαύρη Δράκαινα που ακόμα παρέμενε πιστή. Άρα, είμαι η καλύτερη.

Το τριγωνικό παράθυρο ήταν στενό. Δεν ήταν και τόσο εύκολο για έναν άνθρωπο να περάσει από μέσα του και να βγει. Για μια Μαύρη Δράκαινα, όμως, δεν ίσχυε το ίδιο. Η Τζένιφερ πιάστηκε, πέρασε έξω το ένα της πόδι και το ένα της χέρι, και γάντζωσε τα ατσάλινα νύχια της γάτας στο εξωτερικό, επικλινές τοίχωμα της πελώριας πυραμίδας του Ύψιστου Ναού. Από κάτω της φαίνονταν άλλα οικοδομήματα της Ιερής Συνοικίας, καθώς και από πάνω της – κάποια ήταν ψηλότερα από τον Ναό. Η Τζένιφερ δεν έδωσε και πολύ σημασία στο ύψος, παρότι αν έπεφτε από εδώ ήξερε ότι θα γινόταν κομμάτια. Πιέζοντας με δύναμη τα νύχια της γάτας πάνω στο εξωτερικό τοίχωμα, έβγαλε και το άλλο της χέρι και πόδι από το παράθυρο. Τώρα ήταν ολόκληρη έξω, κρεμασμένη από τον τοίχο, που ήταν λείος χωρίς πολλές εσοχές. Λιγάκι να χαλάρωνε τη δύναμη με την οποία πίεζε τα νύχια της γάτας, η Τζένιφερ θα έπεφτε.

Δεν λάθεψε, όμως: διαδικαστικά, πήγε προς τα προσωπικά δωμάτια της Αρχιέρειας του Κρόνου. Έφτασε στο παράθυρο του υπνοδωματίου και πιάστηκε από την άκρη του, χαλαρώνοντας τώρα λίγο τους τσιτωμένους μύες της. Παραμέρισε, με το ένα χέρι, την κουρτίνα του παραθύρου – ελάχιστα – και κοίταξε μέσα. Το υπνοδωμάτιο ήταν σκοτεινό· τίποτα δεν διακρινόταν στο φεγγαρόφωτο· και ούτε η Τζένιφερ μπορούσε ν’ακούσει ομιλίες ή άλλους ήχους.

Σπρώχνοντας το σώμα της προς τα πάνω, πέρασε από το παράθυρο και μπήκε στο δωμάτιο. Έβγαλε τα νύχια της γάτας από τα χέρια και τα πόδια της και τράβηξε το ξιφίδιό της. Άνοιξε λιγάκι την πόρτα του υπνοδωματίου και κοίταξε. Υπήρχε φως στο καθιστικό αλλά κανένας δεν ήταν εκεί. Δυο ποτήρια ήταν αφημένα στην πλάτη του σοφά: το ένα άδειο, το άλλο μισογεμάτο.

Η Τζένιφερ φόρεσε την ειδική μάσκα στην κάτω μεριά του προσώπου της και τράβηξε από μια τσέπη του παντελονιού της τον θύλακα με το αναισθητικό αέριο.

Βγήκε απ’το υπνοδωμάτιο και, βαδίζοντας αθόρυβα επάνω στα γυμνά πόδια της, ερεύνησε όλα τα δωμάτια για να δει πού βρίσκονταν ο Ορείχαλκος και η Ρία-Μία. Δεν τους είδε πουθενά, όμως.

Ήταν εδώ, στο καθιστικό, αλλά έφυγαν.

Πού πήγαν;

Έπρεπε να τους βρει!

Η Τζένιφερ έβγαλε τη μάσκα της κι έμεινε, για λίγο, ακίνητη. Συλλογισμένη.

Πού μπορεί να είχαν πάει; Στο σπίτι της Ρία-Μία, ίσως; Αυτό θ’άλλαζε τα πράγματα τελείως. Άργησα! Έπρεπε να είχα έρθει πιο νωρίς.

Τράβηξε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό της και κάλεσε τον Ρίμναλ’μορ, για να ζητήσει την καθοδήγησή του. Εκείνος, μάλλον, θα ήξερε πιο καλά πού μπορεί η Ρία-Μία να είχε πάει τον Ορείχαλκο.

7.

Ο Ορείχαλκος και η Ρία-Μία, συμβουλευόμενοι τη λίστα εγγραφών στην οθόνη του πληροφοριακού συστήματος, έπαιρναν βιβλία και φακέλους από τα ράφια του Αρχείου και διάβαζαν τις παλιές, κιτρινισμένες σελίδες τους. Ορισμένα κείμενα ήταν χειρόγραφα και τόσο κακογραμμένα που ήταν σχεδόν αδύνατο να διαβαστούν. Άλλα ήταν τυπωμένα με παλιότερα τυπογραφικά συστήματα αλλά, τουλάχιστον, διαβάζονταν. Τα πάντα ήταν γραμμένα στη Συμπαντική Γλώσσα, την οποία ο Ορείχαλκος ήξερε. Ωστόσο είχαν πολλούς ιδιωτισμούς, παράξενες εκφράσεις, και ασυνήθιστες λέξεις που δεν χρησιμοποιούνταν πλέον. Ή, τουλάχιστον, όχι ευρέως: όχι στη Συμπαντική που μιλιόταν σ’ολόκληρο το Γνωστό Σύμπαν. Ο Ορείχαλκος, κάποιες φορές, δεν μπορούσε να καταλάβει τι ακριβώς ήθελε να πει ο συγγραφέας. Η Ρία-Μία, όμως, γέννημα-θρέμμα της Ρελκάμνια, έβγαζε νόημα πιο εύκολα και τον βοηθούσε.

«Δεν έχετε καμια τοπική γλώσσα στη Ρελκάμνια;» τη ρώτησε, σε κάποια στιγμή, ο Ορείχαλκος.

«Διάλεκτοι υπάρχουν–»

«Εννοώ άλλη γλώσσα πέρα από τη Συμπαντική.»

«Ανέκαθεν τη Συμπαντική μιλούσαμε εδώ. Πιο παλιά, λένε ότι υπήρχε και κάποια άλλη γλώσσα στην οποία βασίστηκε η Συμπαντική, αλλά έχει να χρησιμοποιηθεί εδώ και αιώνες.»

«Από τη Ρελκάμνια, δηλαδή, εξαπλώθηκε η Συμπαντική σ’όλο το Γνωστό Σύμπαν;»

«Το έχουν υποθέσει πολλοί αυτό, ναι,» αποκρίθηκε η Ρία. «Ωστόσο, έγινε πριν από την Παντοκρατορία. Πολύ πιο πριν. Οπότε δεν μπορεί να έχει καμια σχέση μ’αυτήν. Μάλλον οι έμποροι ήταν οι πρώτοι που ήθελαν να υπάρχει μια κοινή γλώσσα σ’όλες τις διαστάσεις.»

«Τέλος πάντων, δεν είναι επί του παρόντος,» είπε ο Ορείχαλκος, και συνέχισαν να ψάχνουν το Αρχείο.

Αφιέρωσαν αρκετή ώρα στην αναζήτησή τους, κοιτάζοντας επί τροχάδην τις περισσότερες αναφορές, ψάχνοντας για κάτι που ίσως να τους ενδιέφερε· μα δεν βρήκαν τίποτα. Υπήρχαν περιπτώσεις που οι ιερείς του Κρόνου είχαν διαλύσει την επιρροή διάφορων πνευματικών οντοτήτων από ανθρώπους της Ρελκάμνια – οντοτήτων που ή ήταν εσωδιαστασιακές ή είχαν, κάπως, μεταφερθεί εδώ από άλλες διαστάσεις. Υπήρχε, μάλιστα, και μια περίπτωση που ένας ιερέας είχε ο ίδιος καταληφθεί από μια τέτοια οντότητα και την είχε καταπολεμήσει μόνος του. Ωστόσο, τίποτα από αυτά δεν μπορούσε να συγκριθεί με τον Ελκράσ’ναρχ. Και πουθενά δεν γινόταν καμια αναφορά για «πλοηγό».

«Πάμε να φύγουμε,» πρότεινε η Ρία, βλέποντας πως είχε πάει δέκα η ώρα. «Δε θέλω να συμβεί… καμια ατυχία.»

Ο Ορείχαλκος κατανοούσε την ανησυχία της, έτσι ένευσε συμφωνώντας. Έβαλαν τα έγγραφα στις θέσεις τους, έκλεισαν το πληροφοριακό σύστημα, και έφυγαν από το Αρχείο.

Στον διάδρομο δεν συνάντησαν κανέναν. Μπήκαν στον ανελκυστήρα και επέστρεψαν στα δωμάτια της Αρχιέρειας του Κρόνου. Οι μόνοι που τους είδαν, ώς εκεί, ήταν οι δύο φρουροί που στέκονταν απέξω.

«Εντάξει,» είπε η Ρία, καθίζοντας στον σοφά και ηρεμώντας λιγάκι. Είδε ότι το ποτήρι της περιείχε ακόμα Γλυκό Κρόνο και το πήρε από την πλάτη του καθίσματος για να πιεί μια γουλιά. Αισθάνθηκε το ποτό να γλυκαίνει το στόμα της και να τη ζεσταίνει. Ο Ορείχαλκος είχε καθίσει αντίκρυ της, σε μια πολυθρόνα. «Να… αλλάξουμε θέμα;» τον ρώτησε.

Εκείνος έμοιαζε σκεπτικός, έχοντας το σαγόνι ακουμπισμένο στο χέρι του. Οι ουλές στο πρόσωπό του ήταν σαν να είχαν σκοτεινιάσει. Για κάποιο λόγο, αυτά τα τραύματα δεν τον έκαναν να φαίνεται πιο άσχημος, νόμιζε η Ρία, που τον θυμόταν κι από παλιά. Είχε κάτι στις κινήσεις του αυτός ο άνθρωπος, στο βλέμμα του… Και το χρυσό του δέρμα και τα πορφυρά του μαλλιά την έκαναν να θέλει να τα αγγίξει. Φαίνονταν να έχουν υπέροχη υφή.

Ο Ορείχαλκος την κοίταξε ερωτηματικά.

«Πρέπει κάτι να έχεις να αναφέρεις στη Μεγαλειοτάτη,» είπε εκείνη, σταυρώνοντας τα γόνατά της προκλητικά και πίνοντας ακόμα μια γουλιά Γλυκό Κρόνο. «Και τίποτα δεν είναι σαν την προσωπική εμπειρία.»

«Η Αγαρίστη μού έχει πει κάποια πράγματα για εσένα…»

Η Ρία-Μία προσπάθησε να διώξει το κοκκίνισμα που αισθάνθηκε να έρχεται στο πρόσωπό της. «Μην πιστεύεις ό,τι ακούς. Θα κάνουμε μόνο ό,τι σ’αρέσει· το είπα και στην Αγαρίστη.» Τι του έχει πει για εμένα; Δε θα έπρεπε να λέει πολλά! Γιατί να τον προδιαθέτει εναντίον μου;

Ο Ορείχαλκος την ατένισε σκεπτικά.

Η Ρία θυμήθηκε τα λόγια της Παντοκράτειρας: Βέβαια… – και η Αγαρίστη την είχε κοιτάξει από πάνω ώς κάτω – δεν ξέρω αν θα θέλει να κάνει τίποτα με κάποια σαν εσένα. Αισθανόταν προσβεβλημένη. Η Παντοκράτειρα πρέπει να την είχε κακολογήσει επίτηδες! Φανταζόταν τι μπορεί να του είχε, ίσως, πει: Είναι χοντρή και με παράξενα βίτσια. Δεν είναι σαν εμένα, αγάπη μου· να το ξέρεις! Ήταν έτοιμη να μιλήσει, όταν ο Ορείχαλκος σηκώθηκε από την πολυθρόνα του.

«Από κει είναι το υπνοδωμάτιό σου;» τη ρώτησε δείχνοντας.

Η Ρία-Μία μειδίασε, ξαφνιασμένη. «Ναι,» είπε, και σηκώθηκε κι εκείνη από τον σοφά. «Αλλά δεν είναι ανάγκη να πάμε τόσο μακριά. Εκτός αν επιμένεις.» Βάδισε προς το μέρος του.

Και, από το γραφείο της, ο επικοινωνιακός δίαυλος κουδούνισε.

«Τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος!» καταράστηκε η Ρία. «Και τους είχα πει να μην με ενοχλήσουν… Μη μου φύγεις,» είπε στον Ορείχαλκο, υπομειδιώντας, και πήγε στο γραφείο.

Εκείνος έμεινε στο καθιστικό, όρθιος, ακούγοντας την να λέει: «Τι! Ερευνήσατε;» (…) «Είναι δυνατόν;» (…) «Ερευνήστε ξανά. Αλλά μη μ’ενοχλήσετε εκτός αν τον βρείτε και τον πιάσετε.»

Η Ρία-Μία επέστρεψε στο καθιστικό.

«Τι συμβαίνει;» τη ρώτησε ο Ορείχαλκος.

«Κάποιος – ή, ίσως, κάποια· δεν είναι βέβαιο – επιτέθηκε σ’έναν φρουρό στον σηκό, κατά την Τελετή της Νυκτερινής Ώρας. Τον χτύπησε με μια σύριγγα που είχε μέσα κουκλοποιό.»

«Κουκλοποιό;»

«Ένα φάρμακο που σε κάνει να μένεις στη θέση σου σαν κούκλα ενώ οι αισθήσεις σου είναι θολωμένες. Επίσης, ο τηλεοπτικός πομπός πάνω από την πόρτα που φυλούσε ο φρουρός είχε απενεργοποιηθεί για λίγο, σαν από κάποια εσωτερική βλάβη των κυκλωμάτων του.»

«Υποθέτω δεν βρέθηκε ο δράστης.» Τα πρώτα λόγια της Ρία τον είχαν διαβεβαιώσει γι’αυτό.

Η Αρχιέρεια κούνησε το κεφάλι. «Όχι. Και δεν μπορούν να καταλάβουν γιατί έγινε αυτό που έγινε. Τίποτα δεν φαίνεται να έχει κλαπεί. Κανένας δεν είναι δολοφονημένος. Τους είπα να συνεχίσουν να ερευνούν, αλλά να μη μ’ενοχλήσουν εκτός αν τον πιάσουν.»

Παράξενο κάτι τέτοιο να συμβεί τώρα… σκέφτηκε ο Ορείχαλκος. Μετά, όμως, η Ρία ήταν πάλι μπροστά του και τα χέρια της επάνω στο χιτώνιό του.

«Δεν άλλαξες γνώμη;» του είπε.

Ο Ορείχαλκος αποφάσισε πως μάλλον το θέμα στον Ναό δεν μπορεί να σχετιζόταν με τη δική του επίσκεψη εδώ. Και η Ρία, προφανώς, δεν ήθελε να καθίσει να το συζητήσει.

8.

«Πήγαινε στο σπίτι της,» της είχε πει ο Ρίμναλ’μορ μέσω του πομπού. «Πήγαινε να δεις. Ξέρεις πού είναι;»

Η Τζένιφερ ήξερε, και είχε πάει.

Είχε κατεβεί από το πλάι του Ναού, χρησιμοποιώντας τα νύχια της γάτας, και είχε πάει. Το σπίτι της Ρία-Μία βρισκόταν στην Ιερή Συνοικία. Ήταν μια μεγάλη μονοκατοικία. Φρουρούμενη, φυσικά. Όμως η Τζένιφερ, παρά την κούρασή της από την αναρρίχηση, κατόρθωσε να εισβάλει χωρίς δυσκολία, και ερεύνησε όλα τα δωμάτια της οικίας. Μέσα βρήκε μόνο μια μαθητευόμενη ιέρεια του Κρόνου, η οποία πρέπει να υπηρετούσε την Αρχιέρεια στις δουλειές του σπιτιού. Ο Ορείχαλκος, σίγουρα, δεν ήταν εδώ. Ούτε η Ρία-Μία.

Πού έχουν πάει; Πού είναι δυνατόν να έχουν πάει; αναρωτήθηκε η Τζένιφερ, όταν είχε φύγει από το σπίτι της Αρχιέρειας και βάδιζε στους δρόμους της Ιερής Συνοικίας ακούγοντας οχήματα να σφυρίζουν καθώς περνούσαν από δίπλα της. Αισθανόταν τους μύες της να πονάνε τώρα που είχαν κρυώσει. Το κατέβασμα από την ψηλή πυραμίδα του Ναού τής είχε κοστίσει. Ωστόσο, υπέθετε πως θα μπορούσε να το ξανακάνει αν χρειαζόταν.

Και ίσως να χρειαστεί.

Όπου κι αν πήγαν – σε κάποιο νυχτερινό κέντρο, ίσως; – δεν θα επιστρέψουν πάλι στον Ναό; Δεν είναι αυτό το λογικότερο; Εξάλλου, σύμφωνα μ’ό,τι της είχαν πει οι Υπερασπιστές, η Παντοκράτειρα είχε επιτρέψει στη Ρία-Μία να συναναστραφεί μόνη τον Ορείχαλκο για ερωτικούς λόγους. Πού θα εξασκούσαν, λοιπόν, τις ερωτικές τους δραστηριότητες; Στο δρόμο; Ή στο σπίτι της θα πήγαιναν ή στα προσωπικά της δωμάτια στον Ναό.

Πρέπει να ξαναπάω εκεί. Κι αν πάλι λείπουν, θα τους περιμένω. Κακώς έφυγα, εξαρχής!

9.

Εντάξει, σκέφτηκε η Ρία, καταλαβαίνω τώρα, πλήρως, γιατί τον λατρεύει όπως τον λατρεύει… Εκτός των άλλων προτερημάτων του, ήταν και εξωφρενικά καλός εραστής.

Μετά οι σκέψεις της έπαψαν να είναι τόσο συγκροτημένες, καθώς αισθανόταν το σώμα της να πλησιάζει σε δεύτερη κορύφωση. Βρισκόταν στα τέσσερα επάνω στο μεγάλο κρεβάτι του υπνοδωματίου της και αισθανόταν τον Ορείχαλκο να τη λογχίζει βαθιά και επιδέξια μέσα στη γυναικεία της φύση, ενώ τα χέρια του τη χάιδευαν από τα μάγουλα ώς τους μηρούς, χωρίς να μένουν για πολύ σε κανένα σημείο, εξάπτοντάς την από πάνω ώς κάτω. Όταν περνούσαν κοντά από το στόμα της, η Ρία προσπαθούσε να δαγκώσει τα δάχτυλά του αλλά εκείνος όλο της ξεγλιστρούσε.

Κρόνε… Κρόνε… Κρόνε… μουρμούριζε τώρα η Ρία, καθώς το πρόσωπό της τριβόταν στο σεντόνι. Το χέρι του, διατρέχοντας τη ράχη της από κάτω προς τα πάνω, έφτασε στον αυχένα της, μπλέχτηκε στα μαλλιά της, ενώ το όργανό του έκανε μέσα της μια κίνηση που η Ρία δεν θα μπορούσε να περιγράψει ακόμα κι αν είχε τέτοια πρόθεση εκείνη τη στιγμή που ο δεύτερος οργασμός σκέπαζε τις αισθήσεις και το μυαλό της.

Ύστερα, αισθάνθηκε τον Ορείχαλκο ν’αποτραβιέται, και γύρισε ανάσκελα για να τον δει γονατισμένο από πάνω της, με το όργανό του όρθιο και γυαλιστερό. Εκείνος δεν είχε τελειώσει, συνειδητοποίησε η Ρία. Ύστερα από τόση ώρα που έκαναν έρωτα, εκείνος ακόμα δεν είχε τελειώσει! Και η Ρία ήταν βέβαιη ότι το έκανε εσκεμμένα. Πώς μπορούσε;

Αν είχε αυτό τον άντρα στο κρεβάτι της, νόμιζε ότι στο τέλος θα ξεχνούσε όλα τα μαστίγια και τα λουριά. Θα έπιαναν αράχνες μέσα στη ντουλάπα της.

Παραμέρισε τα καστανά της μαλλιά από το μέτωπό της. «Τώρα,» του είπε, καθαρίζοντας τον λαιμό της, «έχεις προσωπική πείρα.»

Ο Ορείχαλκος έσπρωξε στο πλάι τον αριστερό της μηρό με το δεξί του γόνατο, κρατώντας τον κάτω, εκθέτοντας την τριχωτή φύση της καθώς έσκυβε από πάνω της. Η Ρία αισθανόταν το όργανό του να τη γαργαλά, κι ένιωθε ξανά σχεδόν έτοιμη γι’αυτόν· ή, τουλάχιστον, σε λίγο θα ήταν έτοιμη, το ήξερε. Όμως ο Ορείχαλκος δεν βυθίστηκε μέσα της. Φίλησε τα χείλη της.

«Η Αγαρίστη δεν θα με πιστέψει αν της πω την αλήθεια.»

«Τέτοια πράγματα, λοιπόν, σου είχε πει για εμένα…»

«Τα έβγαλε απ’το μυαλό της;»

«Όχι,» παραδέχτηκε η Ρία, χωρίς κανένα ενδοιασμό τώρα. «Αν σου είπε αυτά που νομίζω, όχι.»

«Θα με προτιμούσες δεμένο, δηλαδή;»

«Όχι εσένα. Εσένα σε προτιμώ όπως είσαι, λυτός. Αλλά θα μπορούσαμε να δοκιμάσουμε ό,τι θέλεις…»

«Προτιμώ κι εγώ να είμαι λυτός.»

Η Ρία-Μία γέλασε, και ο Ορείχαλκος σκέφτηκε ότι ήταν πολύ χαριτωμένη όταν γελούσε έτσι. «Τι θα ήθελες, λοιπόν;» τον ρώτησε. «Έχουμε ακόμα ώρα. Κι εσύ…» γλιστρώντας το χέρι της προς τα κάτω έπιασε το ορθωμένο όργανό του, «δε φαίνεται να έχεις μεταπτώσεις. Θα μου πεις το μυστικό σου;»

«Αν είναι μυστικό, θα είμαι τόσο πρόθυμος να το αποκαλύψω;»

Η Ρία μετακίνησε το χέρι της επάνω στο όργανό του. «Δεν οφείλεται σε φάρμακ–;»

«Σσς,» της έκανε ο Ορείχαλκος, βάζοντας τα δάχτυλά του πάνω στα χείλη της.

Η Ρία χαμογέλασε νομίζοντας ότι ήταν κάποιο παιχνίδι. «Τι;»

«Υπάρχει τίποτα που να σκαρφαλώνει πάνω στους εξωτερικούς τοίχους της πυραμίδας σου;»

Η Ρία συνοφρυώθηκε. «Τι;»

Ο Ορείχαλκος άκουγε έναν παράξενο ήχο από έξω, σαν κάτι που τρίβει τα νύχια του πάνω σε πέτρα. Και τώρα, ό,τι κι αν ήταν αυτό, βρισκόταν πολύ κοντά στο παράθυρο.

10.

Η Τζένιφερ το είχε λιγάκι μετανιώσει που αποφάσισε να σκαρφαλώσει ξανά πάνω στην πυραμίδα του Ύψιστου Ναού. Ακόμα και για εκείνη το ύψος ήταν μεγάλο. Οι μύες της διαμαρτύρονταν, αλλά ήξερε ότι δεν μπορούσε να σταματήσει σε κάποιο από τα ενδιάμεσα παράθυρα για να ξεκουραστεί. Έπρεπε να πάει κατευθείαν στο παράθυρο του υπνοδωματίου της Ρία-Μία. Ώς τώρα, ο φρουρός τον οποίο είχε χτυπήσει θα είχε σίγουρα ανακαλυφθεί, και οι φύλακες του Ναού θα βρίσκονταν σε εγρήγορση. Η Τζένιφερ θα έπρεπε να είναι πιο γρήγορη και πιο προσεκτική από πριν. Και δυστυχώς, οι δυνάμεις της ήταν εξαντλημένες.

Τελικά, όμως, έφτασε επάνω, πιάστηκε από τις άκριες του τριγωνικού παραθύρου, και παραμέρισε ελάχιστα την κουρτίνα.

Και την πρόσεξαν!

Η Τζένιφερ είδε τη Ρία-Μία, ολόγυμνη, και τον Ορείχαλκο, επίσης ολόγυμνο, να πετάγονται από το κρεβάτι. Και η Αρχιέρεια έβγαζε μια ξαφνιασμένη κραυγή.

Η Τζένιφερ δεν καθυστέρησε καθόλου: άρπαξε τον θύλακα από την τσέπη του παντελονιού της και, πατώντας το κουμπί που άνοιγε αυτόματα το σκέπασμά του, τον πέταξε μέσα στο υπνοδωμάτιο.

Το δοχείο χτύπησε στο ξύλινο πάτωμα, ελευθερώνοντας, με πίεση, αέριο.

«Κρόνε!» έκανε η Ρία-Μία, κολλώντας την πλάτη της στη ντουλάπα, τρομοκρατημένη.

«Μην αναπνέεις!» της είπε ο Ορείχαλκος, αλλά ήταν ήδη πολύ αργά. Το αέριο είχε, πάρα πολύ γρήγορα, τυλίξει ολόκληρο το δωμάτιο σε μια πυκνή ομίχλη. Και η Ρία είχε εισπνεύσει. Ούτε, πανικόβλητη καθώς ήταν, σταμάτησε την αναπνοή της αμέσως μόλις της το ζήτησε ο Ορείχαλκος. Αισθάνθηκε να ζαλίζεται, είδε σκοτάδι να έρχεται από τα πλάγια – να κλείνει σαν κουρτίνες αυλαίας μπροστά στα μάτια της.

Καθώς η Ρία-Μία σωριαζόταν στο πάτωμα, ο Ορείχαλκος (που είχε αμέσως πάψει να αναπνέει) τινάχτηκε προς την τουαλέτα κάτω από τον καθρέφτη της Αρχιέρειας του Κρόνου κι έπιασε το χερούλι του μεγάλου συρταριού, τραβώντας το.

«Έχεις κανένα όπλο εδώ;» είχε ρωτήσει τη Ρία, λίγο προτού ο άγνωστος παραμερίσει την κουρτίνα του τριγωνικού παραθύρου.

«Ένα μικρό πιστόλι στην τουαλέτα–» Δεν είχε προλάβει να πει περισσότερα.

Τώρα, ο Ορείχαλκος είδε πως πράγματι υπήρχε ένα μικρό πιστόλι εκεί μέσα.

Την ίδια στιγμή, η Τζένιφερ (την οποία εκείνος δεν αναγνώρισε, καθώς φορούσε κουκούλα και μάσκα αερίων στην κάτω μεριά του προσώπου της) περνούσε το παράθυρο μπαίνοντας στο υπνοδωμάτιο. Οι κινήσεις της ήταν αργές – το καταλάβαινε και καταριόταν τον εαυτό της γι’αυτό· θα έπρεπε ήδη να ήταν επάνω στον στόχο της, καρφώνοντάς τον.

Τράβηξε το ξιφίδιο από τη ζώνη της. (Δεν ήθελε να κάνει φασαρία με πυροβόλα.)

Ο Ορείχαλκος άρπαξε το πιστόλι από το συρτάρι και, κατεβάζοντας την ασφάλεια, το έστρεψε καταπάνω της, πυροβολώντας.

Τη βρήκε στον αριστερό ώμο, και η Τζένιφερ τινάχτηκε πίσω, νιώθοντας την πλάτη της να κοπανά στην άκρη του παραθύρου. Όχι! σκέφτηκε. Και: Γιατί δεν έχει ήδη λιποθυμήσει, ο γαμημένος;

«Βγάλε τη μάσκα σου!» πρόσταξε ο Ορείχαλκος, προσπαθώντας να μην αναπνέει.

Δε μπορώ να τον αφήσω να με πιάσει! Αλλά από τέτοια απόσταση ήταν αδύνατο ν’αποφύγει τις ριπές του ώστε να τον πλησιάσει και να τον καρφώσει. Και ούτε προλάβαινε να τραβήξει το δικό της πιστόλι. Το σώμα της ήταν τόσο κουρασμένο.

Εκμεταλλευόμενη το δισταγμό του να τη σκοτώσει αμέσως, στράφηκε στο παράθυρο και πήδησε έξω, κατρακυλώντας επάνω στο επικλινές, λείο τοίχωμα της γιγάντιας πυραμίδας, νιώθοντας τα νύχια της γάτας να γλιστράνε, να μη μπορούν να τη συγκρατήσουν…

Ο Ορείχαλκος άκουσε κάποιον να κλοτσά την πόρτα του υπνοδωματίου πίσω του.

«Ακίνητος!» αντήχησε μια γυναικεία φωνή. «Βγες έξω!»

Στρεφόμενος, είδε μια γυναίκα με πιστόλι. Η μία από τις φρουρούς έξω απ’τα δωμάτια της Ρία, μάλλον.

Άφησε το δικό του πιστόλι να πέσει και, με τα χέρια σηκωμένα, βγήκε.

«Στα γόνατα!» πρόσταξε η γυναίκα, ενώ και η άλλη φρουρός ήταν εδώ, κρατώντας το πιστόλι της έτοιμο.

Ο Ορείχαλκος ανέπνευσε ελεύθερα καθώς στο καθιστικό δεν έφτανε το αέριο. «Μια δολοφόνος,» είπε ξέπνοα. «Ήρθε απ’το παράθυρο. Έριξε αναισθητικό.»

Η μία φρουρός μπήκε στο υπνοδωμάτιο, η άλλη συνέχισε να τον σημαδεύει. «Μείνε ακίνητος,» τον προειδοποίησε.

Βίηλ

1.

Η Ανδρομάχη βρισκόταν δυο μήνες τώρα στην πρωτεύουσα του Πριγκιπάτου Σάνκριλαμ, και τα πράγματα τής φαινόταν να πηγαίνουν απ’το κακό στο χειρότερο σ’ολόκληρη τη Βίηλ. Επαναστάτες είχαν ξεσηκωθεί παντού, και στα ανατολικά και στα δυτικά, κι απειλούσαν να τσακίσουν τα κεντρικά πριγκιπάτα της Βίηλ ανάμεσά τους. Κάποια εδάφη του Σάνκριλαμ και του νοτιοανατολικού Κάνρελ είχαν ήδη κατακτηθεί· και η κατάσταση στη δύση δεν ήταν καλύτερη. Πειρατές και πολεμικά πλοία του Πριγκιπάτου Κίρτβεχ ανέβαιναν τον ποταμό Άσλερχ, ενώ επιθέσεις γίνονταν στα φρούρια του περάσματος της Ουράς καθώς οι επαναστάτες προσπαθούν να περάσουν από εκεί για να εισβάλουν στο Πριγκιπάτο Έλρηνεχ. Και οι άνομες πόλεις νότια της Λίμνης των Κολοσσών, οι οποίες δεν βρίσκονταν υπό την κυριαρχία κανενός πρίγκιπα, λεγόταν πως είχαν επίσης συμμαχήσει με την Επανάσταση και τον Πρίγκιπα Νοσνάλτος του Κίρτβεχ.

Η Ανδρομάχη αισθανόταν, εν μέρει, καλά από όλα τούτα τα δυσάρεστα. Δεν είμαι η μόνη που απέτυχα, σκεφτόταν. Είχε πάει, μαζί με τον Τζακ Πολύχρωμο, στην ανατολική Βίηλ με την ελπίδα ότι θα διέλυε τους αποστάτες, ότι θα εκδικιόταν τον Πρίγκιπα Αλβάρος του Χαύδοραλ, και ότι, ίσως, θα κατόρθωνε να ξαναπάρει το Χαύδοραλ υπό τον έλεγχό της. Τίποτα από αυτά δεν είχε πραγματοποιηθεί. Μονάχα εκείνος ο καταραμένος επαναστάτης, ο Τάμπριελ, ο πρώην σύζυγος της Παντοκράτειρας, είχε πεθάνει. Αλλά ο θάνατός του δεν ήταν αρκετός για να ανατρέψει την κατάσταση, παρά τα όσα έλεγε ο Τζακ για τη σημαντικότητά του.

Και ο Τζακ; Ήταν κι αυτός νεκρός, κατά πάσα πιθανότητα. Οι επαναστάτες αποκλείεται να τον είχαν κρατήσει για πολύ ζωντανό. Θα είχαν πάρει τις πληροφορίες που ήθελαν, βασανίζοντάς τον, και μετά θα τον είχαν σκοτώσει. Η Ανδρομάχη τον είχε συμπαθήσει λιγάκι, έτσι λυπόταν γι’αυτό. Όμως, σε έκρυθμες καταστάσεις, τέτοια πράγματα συνέβαιναν, δυστυχώς…

Περνούσε τώρα τον καιρό της στη Σάνκριλαμ. Δεν είχε έρθει διαταγή από τη Ρελκάμνια που να τη στέλνει κάπου αλλού. Οι ανώτεροί της έμοιαζαν να την έχουν ξεχάσει. Παρότι πόλεμοι και αναταραχές μαίνονταν παντού στο Γνωστό Σύμπαν – ακόμα και μέσα στην ίδια τη Ρελκάμνια, σύμφωνα με κάποιες τελευταίες πληροφορίες – η Παντοκράτειρα, ή μάλλον οι άνθρωποι που τη συμβούλευαν, δεν φαινόταν να πιστεύουν ότι η Ανδρομάχη Χρυσόπτερη μπορούσε να φανεί χρήσιμη πουθενά αλλού εκτός από το μέρος όπου ήδη βρισκόταν. Όμως η ίδια δεν νόμιζε πως ούτε κι εδώ ήταν πραγματικά χρήσιμη.

Μέχρι να συνέλθει από την απόδρασή της απ’τα μπουντρούμια του κάστρου της Νέλερβικ και από το ταξίδι της ώς την πρωτεύουσα του Σάνκριλαμ, είχαν περάσει δέκα ημέρες, και μετά η Ανδρομάχη είχε βρει τον εαυτό της σ’ένα περιβάλλον που ελεγχόταν από άλλους ανθρώπους. Ένα περιβάλλον όπου δεν είχε, ουσιαστικά, καμία θέση. Παντοκρατορικός Επόπτης στην περιοχή ήταν ο Ταγματάρχης Λούσιος Φαθράλω, ο οποίος δεν τη συμπαθούσε αλλά δεν μπορούσε και να της αρνηθεί να μείνει εδώ. Ανώτατος Ελεγκτής των πρακτόρων της Παντοκράτειρας στο Πριγκιπάτο Σάνκριλαμ ήταν ο Ναρτάθες Λάρενραχ, ένας γαλανόδερμος γηγενής της Βίηλ, λιγάκι μεγαλύτερος από εκείνη σε ηλικία, ο οποίος δεν την έβλεπε αρνητικά, όπως ο Λούσιος, αλλά δεν της έδινε και πληροφορίες σχετικά με το δίκτυό του. Η Ανδρομάχη τού είχε ζητήσει να συνεργαστούν, όμως εκείνος είχε αρνηθεί, λέγοντας ότι αυτή τη στιγμή δεν χρειαζόταν κάποια καινούργια Ανώτερη Ελέγκτρια: αυτό απλώς θα περιέπλεκε τα πράγματα στο δίκτυό του, τα οποία ήταν ήδη μπλεγμένα. Ωστόσο, είχε αφήσει να υπονοηθεί ότι θα ήθελε την Ανδρομάχη στο κρεβάτι του. Εκείνη τον είχε αγνοήσει, κάνοντας πως δεν καταλάβαινε.

Η Πριγκίπισσα Ισλάννα έβρισκε την παρέα της διασκεδαστική, ορισμένες φορές. Η Ανδρομάχη ήταν αριστοκράτισσα – αν και από την Απολλώνια, όχι από τη Βίηλ – και ήξερε πώς να συμπεριφερθεί σε άλλους ανθρώπους της κοινωνικής της στάθμης, σε οποιαδήποτε διάσταση κι αν βρισκόταν. Εκτός αν τα ήθη και τα έθιμα της διάστασης ήταν τόσο παράξενα που να της είναι ακατανόητα: πράγμα που δεν συνέβαινε στη Βίηλ. Είχε κάνει, λοιπόν, κάμποσες συζητήσεις με την Πριγκίπισσα του Σάνκριλαμ, και νόμιζε πλέον ότι την ήξερε κάμποσο. Η Ισλάννα ήταν ευχάριστη γενικά, αν και τσαντιζόταν εύκολα. Με το παραμικρό, πολλές φορές. Τα νεύρα της δεν πρέπει να ήταν σε καθόλου καλή κατάσταση, είχε συμπεράνει η Ανδρομάχη.

Ο σύζυγος της Πριγκίπισσας ονομαζόταν Νολβέρτες και ήταν εθισμένος στον χυμό σκίανθου. Κάπου-κάπου έδινε την εντύπωση ότι ονειρευόταν όρθιος. Όταν ενδιαφερόταν για κάτι, ήταν συνήθως για το εμπόριο σκίανθου, το οποίο είχε ήδη πληγεί πολύ άσχημα με τον πόλεμο στα ανατολικά· διότι ο σκίανθος φύτρωνε κυρίως στους Δασότοπους της Σκιάς, στο Πριγκιπάτο Τάσβεραλ, που ήταν ένα από τα επαναστατημένα ανατολικά πριγκιπάτα. Η Ανδρομάχη είχε μιλήσει με τον Νολβέρτες μερικές φορές, όταν ήταν πιο νηφάλιος. Βαρεμένος τής είχε φανεί, τελείως.

Ο αδελφός της Πριγκίπισσας, ο Στρατηγός Νίλφες, ήταν πολύ πιο καλός – και σοβαρός – συζητητής. Βασικά, ήταν ο καλύτερος σ’ολοκληρη την Αυλή, νόμιζε η Ανδρομάχη. Όμως τον τελευταίο καιρό είχε φύγει, κατευθυνόμενος στ’ανατολικά εδάφη του Πριγκιπάτου, όπου γίνονταν οι συγκρούσεις με τους αποστάτες.

Ο Υπασπιστής Φέλρες, ξάδελφος της Πριγκίπισσας Ισλάννα, δεν ήταν και τόσο ικανοποιητικό υποκατάστατο του Στρατηγού Νίλφες. Ήταν, σίγουρα, πραγματιστής και μεθοδικός – εκείνος, ουσιαστικά, φρόντιζε για τα πάντα στο παλάτι – αλλά η Ανδρομάχη δεν τον πολυσυμπαθούσε. Η συμπεριφορά του ήταν πολύ… διαδικαστική – τον ενδιέφερε μόνο να βάζει τα πράγματα σε τάξη, να ελέγχει, να ρυθμίζει. Κι έμοιαζε να θεωρεί την Ανδρομάχη παρείσακτη. Όποτε την κοιτούσε, εκείνη είχε την εντύπωση πως σκεφτόταν πού να την τοποθετήσει, σαν να ήταν κάποιο αντικείμενο – κάτι που, αχρείαστα, είχε προστεθεί στο παλάτι.

Ο Λοχαγός Ιβάν Κάλρω, ο αξιωματικός που όταν η Ανδρομάχη ήταν Επόπτρια στη Χαύδοραλ βρισκόταν εκεί μαζί της, είχε φύγει από τη Σάνκριλαμ πολύ πριν από τον Στρατηγό Νίλφες. Ο Επόπτης Λούσιος Φαθράλω τον είχε στείλει στα ανατολικά εδάφη του Πριγκιπάτου, μαζί με πολλούς άλλους Παντοκρατορικούς στρατιωτικούς. «Θα έπρεπε να με είχες ρωτήσει!» του είπε η Ανδρομάχη όταν επέστρεψε στη Σάνκριλαμ. Και ο Λούσιος τής είχε απαντήσει: «Πρώτον, αν δεν κάνω λάθος, έλειπες τότε· είχες πάει ανατολικά μαζί με τον ειδικό πράκτορα Τζακ Πολύχρωμο. Δεύτερον, ο Λοχαγός Κάλρω υπόκειται στις διαταγές μου, καθώς είναι Παντοκρατορικός αξιωματικός, όχι ένας από τους κατασκόπους σου. Αλλά ξέχασα,» είχε προσθέσει με κακία, «δεν έχεις πια κατασκόπους υπό τις διαταγές σου.»

Η Ανδρομάχη ήθελε να τον πνίξει. Και αυτόν και εκείνη τη σκρόφα τη σύζυγό του, την Αμάλριτ’νορ, η οποία ήταν μάγισσα του τάγματος των Πεφωτισμένων και Αρχικατάσκοπος στο Πριγκιπάτο Σάνκριλαμ. Η ελεεινή είχε, μια μέρα, το θράσος να έρθει και να ρωτήσει την Ανδρομάχη αν θα την ενδιέφερε να μεταφέρει μηνύματα. Μηνύματα! «Δεν είμαι μαντατοφόρος,» της είχε απαντήσει εκείνη. «Είμαι ειδική πράκτορας. Ανώτερη Ελέγκτρια. Κάποτε, Ανώτατη Ελέγκτρια στο Χαύδοραλ, και Επόπτρια.»

«Όχι πια, όμως,» της είχε πει η Αμάλριτ’νορ, συνεχίζοντας να την κοιτάζει με ερωτηματικό βλέμμα.

«Δε μ’ενδιαφέρει η πρότασή σου.»

«Είπα μήπως ήθελες να κάνεις κάτι για το Πριγκιπάτο…» Και με τούτα τα λόγια, η άθλια τής είχε γυρίσει την πλάτη και είχε φύγει. Καλύτερα! Η Ανδρομάχη δεν χρειαζόταν να βλέπει τη σκυλόφατσά της!

Με τα παιδιά της Πριγκίπισσας Ισλάννα – τον Ράνθρος και την Αλθαρέτ – δεν είχε και πολλές επαφές. Δεν της φέρονταν εχθρικά, αλλά την απέφευγαν. Δεν ήταν πρόθυμα να μιλήσουν μαζί της. Ο Ράνθρος όταν δεν διάβαζε έκανε ιππασία· και η Αλθαρέτ συνεχώς ασχολιόταν ή με τον μέγαυλο (το παραδοσιακό πνευστό μουσικό όργανο του Σάνκριλαμ) ή με τον νεαρό εραστή της.

Τουλάχιστον, η Ανδρομάχη είχε βρει μερικούς άντρες και γυναίκες – αριστοκράτες όλοι τους – που έκαναν αγώνες ξιφομαχίας στον κήπο του παλατιού και ήταν πρόθυμοι να τη συμπεριλαμβάνουν στις αναμετρήσεις τους. Η ξιφομαχία τής άρεσε – και ήταν καλή σ’αυτήν – οπότε η Ανδρομάχη περνούσε ωραία μαζί τους. Την έλεγαν όλοι «η Απολλώνια», και συμφωνούσαν ότι ήταν άψογη με το σπαθί. Μια φορά, είχε αναμετρηθεί και με τον Μελράνος, τον φημισμένο Πρόμαχο της Πριγκίπισσας Ισλάννα: έναν Ιερό Μαχητή των Οστών που, σύμφωνα με τις φήμες, είχε νικήσει σε εκατοντάδες μονομαχίες με άλλους Ιερούς Μαχητές και μη. Οι αριστοκράτες με τους οποίους έκανε αγώνες η Ανδρομάχη το θεωρούσαν αδύνατο κάποιος να νικήσει τον Μελράνος. Κι όταν είχε η ίδια ξιφομαχήσει μαζί του είχε διαπιστώσει πως, σίγουρα, αυτό δεν ήταν εύκολο. Την είχε νικήσει, φυσικά, καταφέρνοντας να την κάνει να χάσει την ισορροπία της και να πέσει: και προτού η Ανδρομάχη προλάβει να σηκωθεί είχε βρει το πόδι του στον ώμο της και την αιχμή του σπαθιού του μπροστά στα μάτια της. Ήταν γρήγορος. Αλλά, μετά, ένας από τους φίλους της τους αριστοκράτες τής είχε πει ότι αποδείχτηκε αξιοθαύμαστη εναντίον του Μελράνος. Κατάφερε να μείνει όρθια πολύ περισσότερο από άλλους, και δεν έχασε το σπαθί της ακόμα κι όταν έπεσε! Ο αριστοκράτης που της τα είπε αυτά ήταν νεαρός, ενθουσιώδης, και έμοιαζε να τη γλυκοκοιτάζει και να τη θαυμάζει. Ονομαζόταν Θαλράνος – μια δυστυχής συνωνυμία με τον σύζυγο της Κισβέτα, πρώην Πριγκίπισσας του Νέλερβικ. Ευτυχώς, ο νεαρός δεν είχε καμία σχέση μ’εκείνο το καθίκι.

Η Ανδρομάχη βρισκόταν τώρα, γι’ακόμα μια φορά, στον κήπο του όμορφου παλατιού της Πριγκίπισσας Ισλάννα, περιτριγυρισμένη από φυτά και δέντρα και ξιφομαχώντας με πέντε από τους αριστοκράτες – τρεις άντρες και δύο γυναίκες. Ο χειμώνας βρισκόταν στο τέλος του, και ο καιρός είχε γλυκάνει. Όλοι τους ήταν ντυμένοι ελαφριά.

«Νομίζω πως έχετε γίνει καλύτεροι από τότε που άρχισα να ξιφομαχώ μαζί σας,» τους είπε η Ανδρομάχη καθώς αντάλλασσε σπαθιές με δύο από αυτούς συγχρόνως. Οι άλλοι τρεις ξιφομαχούσαν ελεύθερα αναμεταξύ τους. Ανάμεσά τους ήταν και ο Θαλράνος.

«Μας έχεις μάθει πολλά πράγματα!» αποκρίθηκε στην Ανδρομάχη μια κοπέλα που τη θαύμαζε και προσπαθούσε να της μοιάσει – όχι μόνο στο σπαθί αλλά και στο φέρσιμο. Ήταν η μία από τους δύο που αντάλλασσαν τώρα σπαθιές μαζί της. Ονομαζόταν Αλιζέτ. Ο άλλος ήταν ένας μεγαλύτερος άντρας, αλλά, και πάλι, αρκετά χρόνια μικρότερος από την Ανδρομάχη. Το δικό του όνομα ήταν Δάρυλμος. Παρότι κι οι δύο μάχονταν εναντίον της, δυσκολεύονταν να τη νικήσουν.

«Θα έπρεπε να ήσουν στο στρατό, Ανδρομάχη,» της είπε τώρα ο Δάρυλμος.

«Η Παντοκράτειρα έχει άλλες δουλειές για εμένα. Η ξιφομαχία είναι η προσωπική μου ενασχόληση. Αν και» – αφόπλισε την Αλιζέτ – «μου φαίνεται χρήσιμη, συχνά, και σε πρακτικά θέματα.» Η κοπέλα την ατένιζε σχεδόν λατρευτικά.

Μετά από μερικές σπαθιές, η Ανδρομάχη κατάφερε να αφοπλίσει και τον Δάρυλμος. Και τώρα, κι οι υπόλοιποι είχαν τελειώσει τον αγώνα τους και είχαν συγκεντρωθεί για να ξεκουραστούν. Πλησίαζε μεσημέρι.

«Θα έρθεις να φας μαζί μας, Ανδρομάχη;» ρώτησε ο Θαλράνος, κάπως διστακτικά.

«Κάποια άλλη στιγμή,» αποκρίθηκε εκείνη θηκαρώνοντας το σπαθί της στη μέση της. «Είμαι κουρασμένη. Εσείς είστε όλοι πιο νέοι από μένα και νομίζετε ότι κι εγώ έχω τις ίδιες αντοχές μ’εσάς,» τους πείραξε.

«Είσαι, πάντως, καλύτερη από εμάς,» της είπε ο Δάρυλμος, ενώ ο Θαλράνος την κοίταζε απογοητευμένα.

«Λόγω εμπειρίας και μόνο,» απάντησε η Ανδρομάχη. Και άρχισε να απομακρύνεται. «Καλό μεσημέρι.»

«Καλό μεσημέρι!» ακούστηκε η φωνή της Αλιζέτ πίσω της, πάνω από τις φωνές των υπολοίπων.

Αυτά τα παιδιά έχουν πλάκα, σκέφτηκε η Ανδρομάχη. Αλλά θα ήθελε να κάνει κάτι περισσότερο απ’το να περνά την ώρα της με άσκοπες ξιφομαχίες, όσο κι αν της άρεσαν.

Πήγε προς το δωμάτιό της, διασχίζοντας τον κήπο. Όταν όμως έφτασε μπροστά σε μια πόρτα του κεντρικού οικήματος του παλατιού, σταμάτησε απότομα.

Δίπλα στην πόρτα, με την πλάτη του ακουμπισμένη στον τοίχο και τα χέρια του σταυρωμένα εμπρός του, στεκόταν ο Τζακ’μορ Πολύχρωμος.

«Το φανταζόμουν ότι θα σ’έβρισκα εδώ,» της είπε.

«Εγώ δεν το φανταζόμουν ότι θα σε ξανάβλεπα,» αποκρίθηκε η Ανδρομάχη, ατάραχα. Ύστερα τον πλησίασε και, παίρνοντας το πρόσωπό του ανάμεσα στα χέρια της, τον φίλησε. «Δραπέτευσες;» ρώτησε.

«Περίπου.»

«Περίπου;»

«Έχεις καμια δουλειά τώρα;» τη ρώτησε.

«Όχι. Πήγαινα στο δωμάτιό μου, να ξεκουραστώ.»

«Ωραία. Θα ξεκουραστούμε μαζί.»

Η Ανδρομάχη δεν έφερε αντίρρηση.

2.

Μια υπηρέτρια έφερε φαγητό στο δωμάτιο, όσο ο Τζακ καθόταν και περίμενε την Ανδρομάχη να τελειώσει το μπάνιο της. Σύντομα, η Ανδρομάχη βγήκε απ’το λουτρό τυλιγμένη σε μια ρόμπα, με τα ξανθά μαλλιά της νωπά. Είδε το φαγητό επάνω στο τραπέζι, πλησίασε, πήρε μια τηγανητή πατάτα από τη σάλτσα, και την έφαγε. «Δοκίμασε,» είπε στον Τζακ. «Είναι από τα καλύτερα πράγματα που έχω φάει στη Βίηλ.»

Εκείνος σηκώθηκε από την πολυθρόνα, ζύγωσε το τραπέζι, και υπάκουσε.

«Δεν είναι καλή;» ρώτησε η Ανδρομάχη καθίζοντας μπροστά στα φαγητά.

«Έχω ξαναδοκιμάσει.» Ο Τζακ κάθισε αντίκρυ της. «Τοπική συνταγή του Σάνκριλαμ.»

«Πώς κατάφερες να τους ξεφύγεις;» τον ρώτησε η Ανδρομάχη. «Νόμιζα ότι θα σε είχαν προ πολλού αποκεφαλίσει, ύστερα από τη δολοφονία του Τάμπριελ.»

«Ο Τάμπριελ δεν είναι νεκρός,» είπε ο Τζακ ατενίζοντάς την σκεπτικά.

Η Ανδρομάχη συνοφρυώθηκε. «Δεν είναι;… Οι φήμες που άκουσα – που άκουσαν όλοι – λένε ότι κάποιος τον σκότωσε. Κανένας δεν τον ξανάχει δει με τους επαναστάτες. Μάλιστα, λένε πως έγινε και η κηδεία του.»

«Ο Τάμπριελ,» επανέλαβε ο Τζακ, «είναι ζωντανός.»

Η Ανδρομάχη έφαγε ακόμα μια πατάτα. «Τον είδες;»

«Ναι.» Ο Τζακ γέμισε τα ποτήρια τους με κρασί.

«Και πώς ξέφυγες; Ακόμα δεν μου είπες…»

Ο Τζακ ακούμπησε την πλάτη του στην καρέκλα. «Είσαι έτοιμη ν’ακούσεις την πιο παράξενη ιστορία στη ζωή σου;»

«Τόσο περίεργα είναι τα πράγματα;» απόρησε η Ανδρομάχη.

«Στην αρχή,» είπε ο Τζακ, «ο Τάμπριελ ήταν, πράγματι, νεκρός. Τον είχα σκοτώσει.» Και ξεκίνησε τη διήγησή του.

Όσο μιλούσε τόσο περισσότερο η Ανδρομάχη νόμιζε ότι την κορόιδευε. Ο Τζακ, όμως, δεν γελούσε. Έτσι, εκείνη δεν του έκανε ερωτήσεις· απλά τον άκουγε, τρώγοντας κάπου-κάπου. Ήταν πια βαθύ μεσημέρι όταν ο Τζακ τελείωσε, και μια εξίσου βαθιά ησυχία απλωνόταν στο παλάτι της Πριγκίπισσας Ισλάννα, καθώς οι πιο πολλοί είχαν πάει να ξεκουραστούν και δεν ακούγονταν ομιλίες, φωνές, ή βαδίσματα – ούτε καν απόμακρα.

Η Ανδρομάχη σκέφτηκε: Πάει, τρελάθηκε τελείως… Φωτιές του Μαύρου Νάρζουλ! Σάλταρε.

Ο Τζακ πρέπει να παρατήρησε κάτι στην έκφραση του προσώπου της, γιατί τότε ύψωσε το δεξί του χέρι ανάμεσά τους, με την παλάμη προς τα πάνω. Μεταξύ των δαχτύλων του και μέσα στη χούφτα του ενέργεια τρεμόπαιξε, σαν ο άνθρωπος να ήταν μπαταρία που είχε πάθει διαρροή!

Τα μάτια της Ανδρομάχης γούρλωσαν. «Πώς…;» ψέλλισε.

Ο Τζακ έστρεψε την παλάμη του προς την πιατέλα που περιείχε κομμάτια από ψημένο κοτόπουλο. Το κρέας μαύρισε.

«Σταμάτα!» είπε η Ανδρομάχη.

Η ενεργειακή διαρροή διακόπηκε.

Η Ανδρομάχη ατένισε τα μάτια του, αναρριγώντας. Θεοί… τι είναι μέσα του; Τι υπάρχει εκεί μέσα; Έγλειψε τα χείλη της, νευρικά. «Και τι… τι σκέφτεσαι να κάνεις τώρα;»

«Θα βρω τον Άζ’λεφκ, και θα τον αφανίσω από αυτό το σύμπαν. Κι εσύ, Ανδρομάχη, θα με βοηθήσεις.»

Η Ανδρομάχη κοίταξε το μαυρισμένο κοτόπουλο. Δεν είχε την παραμικρή επιθυμία να καταλήξει έτσι. «Αν επιμένεις…» αποκρίθηκε.

«Μη με κοιτάς έτσι,» της είπε εκείνος, ήρεμα, φιλικά. «Εξακολουθώ να είμαι ο Τζακ. Δεν έχει αλλάξει τίποτα.»

Η Ανδρομάχη ξεροκατάπιε. «Δεν ήσουν…» κοίταξε το κοτόπουλο πάλι, «τόσο κάλος μάγειρας πριν.»

Ο Τζακ μειδίασε. «Δεν είχες δοκιμάσει ποτέ τη μαγειρική μου.»

Η Ανδρομάχη γέλασε.

Το μειδίαμα του Τζακ πλάτυνε.

Η Ανδρομάχη ήπιε μια μεγάλη γουλιά απ’το κρασί της. «Επομένως, ο Τάμπριελ είναι αυτός ο Άζ’λεφκ…»

«Ναι.»

«Πώς είναι, όμως, δυνατόν;»

«Το πνεύμα του Άζ’λεφκ υπάρχει μέσα στον Τάμπριελ.»

Αυτό δεν της έλεγε τίποτα. Τέλος πάντων… «Θα το πεις και σε άλλους πράκτορες;»

«Κανένας δεν χρειάζεται να το ξέρει. Μόνο εμείς οι δύο.»

«Τζακ, αν όμως… αν είναι κάτι επικίνδυνο για την Παντοκρατορία…»

«Για την Παντοκρατορία, κι εγώ είμαι επικίνδυνος,» τόνισε ο Τζακ. «Και θα σου πω ένα ακόμα μυστικό. Θέλεις να το ακούσεις;»

«Λατρεύω τα μυστικά,» είπε η Ανδρομάχη.

«Υπάρχει ένα δίκτυο πρακτόρων που παρακολουθεί ακόμα και τους πράκτορες της Παντοκράτειρας. Και ήμουν μέσα σ’αυτό το δίκτυο μέχρι στιγμής. Ακόμα ίσως να είμαι, αν δω πως με συμφέρει.»

«Τι δίκτυο;»

«Το δίκτυο των Υπερασπιστών της Παντοκράτειρας.»

«Τι διαφορά μπορεί να έχει αυτό από… από το κανονικό δίκτ–;»

«Οι Υπερασπιστές της Παντοκράτειρας είναι, στην πραγματικότητα, μία οντότητα πολύ ισχυρή, η οποία ονομάζεται Ελκράσ’ναρχ. Ήρθα σε επαφή μαζί της όταν επέστρεψα από τη διάσταση όπου ο Εραστής με ανέστησε. Με θεωρούσε επικίνδυνο ο Ελκράσ’ναρχ, γι’αυτό είχε προστάξει τους πράκτορές του να με φυλακίσουν και να πειραματιστούν επάνω μου. Όταν είδε ότι δεν είχε να φοβηθεί τίποτα από την ενεργειακή οντότητα που κρυβόταν μέσα μου, μ’έβαλε στο δίκτυό του.»

«Μου λες…» Της φαίνονταν απίθανα όλα τούτα. Τελείως απίθανα. «Μου λες πράγματα που δεν μπορώ να πιστέψω, Τζακ… Προσπαθείς να μου εξηγήσεις ότι δεν υπηρετούμε την Παντοκράτειρα αλλά κάποιον… κάποιον μυστηριώδη δαίμονα;»

Ο Τζακ σήκωσε το ποτήρι του και ήπιε κρασί. «Αυτό ακριβώς συμβαίνει, Ανδρομάχη. Αυτό συνέβαινε ανέκαθεν: από την αρχή της Συμπαντικής Παντοκρατορίας.»

Η Ανδρομάχη σηκώθηκε από την καρέκλα της, πήρε ένα τσιγάρο από το κομοδίνο, και, ανάβοντάς το μ’ένα από τα σπίρτα της Βίηλ, επέστρεψε στο τραπέζι για να καθίσει αντίκρυ στον Τζακ.

«Τι θέλεις τώρα να κάνω;» τον ρώτησε. «Μετά απ’αυτά που μου είπες… αν είναι αλήθεια, αν δεν είσαι τρελός… τι θέλεις να κάνω;»

«Τίποτα, Ανδρομάχη,» αποκρίθηκε ο Τζακ τρώγοντας το φαγητό του με σχετική όρεξη – δεν είχε φάει μπουκιά πριν, όσο μιλούσε. «Τίποτα δεν χρειάζεται να κάνεις. Να συνεχίσεις να υπηρετείς όπως υπηρετούσες. Έκανες ακριβώς ό,τι έπρεπε.»

«Μα… Αν… Μου μίλησες για μια κατάσταση που…»

«Τι σκέφτεσαι; Να βγεις και να πεις σε όλους την αλήθεια; Να τους εξηγήσεις για τον Ελκράσ’ναρχ; Δεν πρόκειται κανένας να σε πιστέψει, και οι πράκτορές του θα φροντίσουν ή να πεθάνεις από κάποιο ‘ατύχημα’ ή να κλειστείς σε κάποιο ψυχιατρείο στη Ρελκάμνια. Έχεις πολλά να χάσεις και τίποτα να κερδίσεις.» Ο Τζακ ήπιε ακόμα μια γουλιά κρασί.

Η Ανδρομάχη τον κοίταζε συνοφρυωμένη. «Εσύ, δηλαδή, θα συνεχίσεις να τον υπηρετείς, ακόμα κι ύστερα… ύστερα απ’ό,τι έγινε μ’αυτό τον Εραστή μέσα σου;»

«Με συμφέρει, για την ώρα,» είπε ο Τζακ. «Μου δίνει πρόσβαση σ’ένα πολύ καλό και εκτεταμένο δίκτυο. Τι έχω να χάσω; Αν μη τι άλλο, θα με οδηγήσει στον Άζ’λεφκ πιο εύκολα.»

«Και μετά;»

«Δεν ξέρω τι θα κάνω μετά, Ανδρομάχη. Θα πρέπει να αυτοσχεδιάσω.»

«Δε θέλεις να βγάλεις αυτή την οντότητα από μέσα σου;» Η Ανδρομάχη καταλάβαινε ότι αυτό που έλεγε ίσως να ήταν επικίνδυνο, γιατί η οντότητα σίγουρα την άκουγε από τα αφτιά του Τζακ, και μπορεί να τον έβαζε να την κάψει ζωντανή. Ωστόσο, το είπε. Παράτολμα, ίσως.

Ο Τζακ γέλασε. «Να τη βγάλω από μέσα μου; Δεν βγαίνει, Ανδρομάχη. Είναι ένα με την ψυχή μου, τώρα. Αν μπορούσες να δεις την ενεργειακή μας φύση, θα το διέκρινες αυτό.» Έπλεξε τα δάχτυλα των χεριών του μπροστά του. «Δεν είμαστε έτσι.» Απομάκρυνε το ένα χέρι, κρατώντας υψωμένο μόνο το άλλο. «Είμαστε έτσι. Καταλαβαίνεις; Δεν υπάρχει τίποτα που να μπορείς να… ξεδιπλώσεις για να μας διαχωρίσεις.»

Η Ανδρομάχη άλλαξε θέμα: «Για τώρα, λοιπόν, θα μείνεις στη Σάνκριλαμ;»

«Οι επαναστάτες θα έρθουν προς τα εδώ, αργά ή γρήγορα. Και ο Τάμπριελ θα είναι μαζί τους. Πάω στοίχημα, μάλιστα, πως σύντομα θα φτάσουν φήμες ώς εδώ ότι ο μυστηριώδης κοκκινόδερμος μάγος της Επανάστασης είναι και πάλι ζωντανός.»

Μετά έμεινε σιωπηλός καθώς έτρωγε, και η Ανδρομάχη τον παρατηρούσε επίσης σιωπηλή, καπνίζοντας. Όταν τελείωσε το τσιγάρο της, το έσβησε μέσα στο πιάτο με τα απομεινάρια του φαγητού της.

«Μπορείς να μου απαντήσεις σε κάτι, Τζακ;» τον ρώτησε.

«Ασφαλώς, αν έχω τις απαραίτητες γνώσεις.» Γέμισε πάλι το ποτήρι του με κρασί και ήπιε.

«Μπορείς να σκοτώσεις κάποιον μ’αυτή την ενέργεια που χειρίζεσαι; Μπορείς να τον ψήσεις όπως… αυτό;» Κοίταξε τα μαυρισμένα κομμάτια κρέατος ανάμεσά τους.

«Μπορώ να τον σκοτώσω μόνο αν τον χτυπάω για κάποια ώρα. Δεν θα πεθάνει αμέσως, όπως από ένα βέλος στην καρδιά ή στο κεφάλι. Βασικά, είναι σαν να τον χτυπά διαρροή ενέργειας. Θέλεις να δεις;» Άπλωσε το χέρι του και ενέργεια το τύλιξε, τρίζοντας.

Η Ανδρομάχη πετάχτηκε πίσω, όρθια, ανατρέποντας την καρέκλα της.

Ο Τζακ γέλασε. «Ηρέμησε. Δεν είναι άμεσα θανατηφόρο. Ούτε θα σε χτυπούσα με όλη μου τη δύναμη.»

«Δε μου χρειάζεται,» είπε εκείνη, τελεσίδικα.

«Όπως επιθυμείς.» Η ενέργεια κρύφτηκε μέσα στη χούφτα του Τζακ.

3.

Ο Τάμπριελ, η Ανταρλίδα, και η Αλιζέτ πήγαν δυτικά, στη Σάνιθλεκ και πέρα απ’αυτήν, όπου γίνονταν οι συγκρούσεις με τους Παντοκρατορικούς που έρχονταν από τα βάθη του Πριγκιπάτου Σάνκριλαμ και τους πολεμιστές της Πριγκίπισσας Ισλάννα. Η Ιλρίνα’νορ δεν πήγε μαζί τους. Κατευθύνθηκε νότια, προς τη Νάσπελ, με τελικό σκοπό να φτάσει στις νοτιοανατολικές ακτές του Πριγκιπάτου Κάνρελ που είχαν κατακτηθεί από την Ανατολική Συμμαχία. Διότι εκεί, σύμφωνα με τις πληροφορίες της Πριγκίπισσας Βασνίτα του Νέλερβικ, βρισκόταν ο Πρόμαχος Άτβος. Η Ράιλμεχ συνόδεψε την Ιλρίνα’νορ, για να μαθαίνουν οι άλλοι Ιεράρχες τι γινόταν στο Κάνρελ και να μπορούν να το αναφέρουν άμεσα σε όσους χρειαζόταν, χωρίς να υπάρχει ανάγκη για την αποστολή μαντατοφόρων.

Ένα ποταμόπλοιο του Νέλερβικ άφησε τη μάγισσα και την Ιεράρχη στις νότιες όχθες του Λάρερημ, βγάζοντάς τες από την Κοιλάδα των Ποταμών. Εκεί, οι δύο γυναίκες ανέβηκαν στο δίκυκλο που είχαν πάρει μαζί τους – η Ράιλμεχ μπροστά, οδηγώντας, και η Ιλρίνα πίσω, έχοντας τα χέρια της τυλιγμένα γύρω από τη μέση της πολεμίστριας – και κατευθύνθηκαν προς τη Νάσπελ. Το απόγευμα έφτασαν στην κυκλική, άριστα συμμετρική πόλη που δεν ήταν άγνωστη σε καμία από τις δυο τους. Πήγαν αμέσως στο κάστρο στο κέντρο της Νάσπελ, και η Ιλρίνα’νορ ρώτησε για τον σύζυγό της. Της απάντησαν πως ο Πρόμαχος της Επανάστασης είχε ταξιδέψει στα κατακτημένα εδάφη του Κάνρελ, όπως της είχε πει και η Πριγκίπισσα Βασνίτα. Της πρότειναν να μείνει στο κάστρο για να διανυκτερεύσει, αλλά η Ιλρίνα αποκρίθηκε ότι προτιμούσε να φύγει αφού η ημέρα είχε ακόμα φως. Εκείνη και η Ράιλμεχ ανέβηκαν πάλι στο δίκυκλό τους και ταξίδεψαν νότια. Σταμάτησαν τελικά σ’ένα πανδοχείο στο σταυροδρόμι όπου η δημοσιά της Νάσπελ συναντούσε την παραλιακή δημοσιά που συνέδεε τη Λίνερελ με τη Χαύδοραλ. Το μέρος ήταν καλό, αλλά το γεγονός ότι κάθε λογής άνθρωποι περνούσαν από εδώ φαινόταν πεντακάθαρα. Όσο κι αν ο ιδιοκτήτης προσπαθούσε, ποτέ δεν μπορούσε να το έχει περιποιημένο. Η Ιλρίνα’νορ και η Ράιλμεχ έκλεισαν ένα δωμάτιο και πέρασαν εκεί τη νύχτα.

Το πρωί, ξεκούραστες, ταξίδεψαν προς τα δυτικά, και το μεσημέρι είχαν φτάσει στη Χαύδοραλ. Έξω από το λιμάνι της είδαν έναν ολόκληρο στόλο από πολεμικά σκάφη. Ήταν, όμως, όλα τους του Πριγκιπάτου Χαύδοραλ, παρατήρησε η Ιλρίνα· δεν γινόταν ναυμαχία. Αλλά, καθώς εκείνη και η Ράιλμεχ έρχονταν προς τα εδώ, είχαν, από απόσταση, αγναντέψει κάποια σκάφη να μάχονται στο Πράσινο Πέλαγος. Δεν είχαν σταματήσει για να τα κοιτάξουν καλύτερα με τα κιάλια τους. Η Πριγκίπισσα Βασνίτα είπε ότι οι Παντοκρατορικοί έχουν καταλάβει ένα από τα νησιά του Πράσινου Πελάγους και το χρησιμοποιούν σαν βάση για επιθέσεις… σκέφτηκε η μάγισσα.

Στην πρωτεύουσα του Πριγκιπάτου, επισκέφτηκαν το κάστρο του Πρίγκιπα Αλβάρος επάνω στο Κεφάλι του Κολοσσού, και συνάντησαν τον ίδιο τον Πρίγκιπα στην Αίθουσα του Θρόνου. Ο Αλβάρος είπε στην Ιλρίνα ότι, πράγματι, ο Πρόμαχος είχε πάει στο Κάνρελ, και ότι εκεί οι συγκρούσεις είχαν ενταθεί.

«Πράγμα που έχει αποδειχτεί καλό, Αρχόντισσά μου,» πρόσθεσε, καθισμένος στον θρόνο του. «Το Χαύδοραλ δέχεται τώρα λιγότερες επιθέσεις από τους Παντοκρατορικούς, καθώς τους απασχολεί περισσότερο να διατηρήσουν την κυριαρχία τους στο Κάνρελ απ’ό,τι να χτυπήσουν τα δικά μου εδάφη.»

«Αυτός, Υψηλότατε, ήταν ο σκοπός μας εξαρχής,» αποκρίθηκε η Ιλρίνα’νορ. «Ο Άτβος σάς είχε υποσχεθεί ότι θα έκανε ό,τι μπορούσε για να βοηθήσει το Πριγκιπάτο σας στον αγώνα που θα δίναμε, αλλά και αργότερα, όταν ο αγώνας θα έχει τελειώσει.»

«Και έχω ευχαριστήσει τον Πρόμαχο για τη βοήθειά του.»

«Θα ήθελα να ταξιδέψω στις κατακτημένες περιοχές του Κάνρελ, Υψηλότατε,» είπε η Ιλρίνα’νορ. «Μαζί με τη Ράιλμεχ.»

Ο Αλβάρος φάνηκε σκεπτικός για λίγο. «Δεν θα σου πρότεινα να πας με πλοίο, Αρχόντισσά μου. Το Πράσινο Πέλαγος δεν είναι ασφαλές. Ούτε και ο ποταμός Νέρελρημ, βέβαια. Το καλύτερο θα ήταν να ταξιδέψεις με αεροσκάφος.»

«Υπάρχει κάποιο διαθέσιμο;»

Ο Αλβάρος κοίταξε προς τη μεριά των συμβούλων του. «Υπάρχει;»

«Τι πράγμα, Πρίγκιπά μου;» ρώτησε ένας απ’αυτούς, τον οποίο η Ιλρίνα δεν αναγνώριζε.

«Αεροσκάφος για να μεταφέρει την Αρχόντισσα Ιλρίνα’νορ στα κατακτημένα εδάφη του Κάνρελ! Δεν ακούτε τι λέμε;»

«Με συγχωρείτε, Πρίγκιπά μου· δεν–»

«Υπάρχει, αδελφέ,» είπε ο Μέλτρος, ο αδελφός του Αλβάρος, που ήταν δυο χρόνια μικρότερος από εκείνον και είχε τραυματιστεί άσχημα στη μάχη της Χαύδοραλ, όταν η Ιλρίνα’νορ και οι άλλοι επαναστάτες είχαν επιτεθεί εδώ για να διώξουν τους Παντοκρατορικούς. Δεν ήταν βέβαιο ότι ο Μέλτρος θα ζούσε αλλά, τελικά, είχε ζήσει· και φαινόταν σαν να είχε αναγεννηθεί. Σαν να είχε επιστρέψει από τους νεκρούς, όπως ο Τάμπριελ. Η Ιλρίνα δεν τον ήξερε παλιότερα, όμως στα μάτια του νόμιζε ότι μπορούσε να διακρίνει μια λάμψη που δεν πρέπει πρωτύτερα να υπήρχε. Και είχε ακούσει και τον Αλβάρος, κάποτε, να λέει ότι πολύ είχε αλλάξει ο αδελφός του ύστερα από εκείνον τον τραυματισμό: προς το καλύτερο, ίσως.

Επί του παρόντος, ο Μέλτρος συνέχισε: «Ένα αεροσκάφος θα πετάξει αύριο προς το Κόκκινο Φρούριο, για να μεταφέρει πολεμοφόδια, προμήθειες, και κάποιους μαχητές. Η Αρχόντισσα μπορεί να πάει μαζί του.»

«Συμφωνείς, Αρχόντισσά μου;» ρώτησε ο Αλβάρος την Ιλρίνα’νορ.

«Ασφαλώς, Υψηλότατε. Και σας ευχαριστώ.»

Την υπόλοιπη ημέρα, επομένως, ήταν φιλοξενούμενη στο κάστρο του Πρίγκιπα του Χαύδοραλ, όπου είδε πως, διαρκώς, στρατιωτικοί και μαντατοφόροι πήγαιναν κι έρχονταν. Ούτε μια στιγμή ησυχίας δεν υπήρχε. Ο πόλεμος κρατούσε τους πάντες σε συνεχή εγρήγορση.

Το απόγευμα, η Ιλρίνα έτυχε να βρεθεί κοντά στον Νισμάνος, τον πατέρα του Αλβάρος, και τον ρώτησε τι γινόταν μ’αυτό το νησί στο Πράσινο Πέλαγος που έλεγαν ότι το είχαν κατακτήσει οι Παντοκρατορικοί.

«Είναι αλήθεια,» αποκρίθηκε εκείνος. «Και πολύ σοβαρό πρόβλημα, επίσης. Προσπαθούμε να βρούμε έναν τρόπο για να τους αποτινάξουμε. Αλλά δεν ξέρω αν αυτό θα το καταφέρουμε σύντομα.» Ακόμα υπήρχε δυσαρέσκεια στη φωνή του επειδή η Επανάσταση έμπλεξε το Χαύδοραλ σε τούτη την κατάσταση, νόμιζε η Ιλρίνα. Αποκλείεται, όμως, να μην έβλεπε πως σίγουρα το Πριγκιπάτο είχε πολλά περισσότερα οφέλη να κερδίσει επαναστατώντας παρά μένοντας στο πλευρό της Συμπαντικής Παντοκρατορίας!

Η Ιλρίνα απορούσε που ακόμα υπήρχαν άνθρωποι στη Βίηλ οι οποίοι θεωρούσαν πως η Παντοκρατορία είχε κάτι θετικό να τους προσφέρει – ειδικά μετά από όσα είχε καταφέρει η Επανάσταση τον τελευταίο καιρό. Κανονικά, θα έπρεπε όλοι τους να είχαν ξεσηκωθεί!

Η Ράιλμεχ γνώριζε κάμποσους από τους στρατιωτικούς που βρίσκονταν στο κάστρο, ή που έρχονταν κι έφευγαν, και η Ιλρίνα την είδε να μιλά μαζί τους και να αστειεύεται. Είχε αναμιχθεί πολύ με τους ανθρώπους της Χαύδοραλ η Ιεράρχης, καθώς για αρκετό καιρό βρισκόταν εδώ για λόγους επικοινωνίας, και μετά, με τον πόλεμο, έτρεχε στις όχθες των ποταμών Νέρελρημ και Κάνιλρεχ για να βλέπει πώς πήγαιναν τα πράγματα (και να τα βλέπουν κι οι υπόλοιποι οι Ιεράρχες) και να βοηθά όπου μπορούσε. Διότι ήταν καλή πολεμίστρια, είχε παρατηρήσει η Ιλρίνα. Και η ίδια η Ράιλμεχ κάποτε της είχε αναφέρει πως στη διάστασή της, τη Νόρχακ, υπηρετούσε στο παλάτι κάποιας βασίλισσας – το όνομα της οποίας η Ιλρίνα τώρα είχε ξεχάσει.

Όταν νύχτωνε, ο Άλτρες, ο μοναδικός Ιερός Μαχητής των Οστών στο Χαύδοραλ, ήρθε στο κάστρο του Πρίγκιπα για να αναφέρει ότι εκείνος κι οι πολεμιστές του είχαν νικήσει τους Παντοκρατορικούς στις ακτές του Πράσινου Πελάγους, αποτρέποντας μια απόβαση που προσπαθούσαν να κάνουν. Ο Πρίγκιπας Αλβάρος μίλησε με τους συμβούλους του και είπε στον Άλτρες ότι θα του έδινε διαταγές το πρωί. Εκείνος χαιρέτησε τον Πρίγκιπα του Χαύδοραλ κι ύστερα πλησίασε τη Ράιλμεχ μέσα στη μεγάλη αίθουσα. Η Ιλρίνα τούς είδε να μιλάνε σαν να ήταν παλιοί φίλοι, και νόμιζε πως τα μάτια της Ράιλμεχ γυάλιζαν άτακτα καθώς τα χέρια της άγγιζαν τα κόκαλα της τρομερής πανοπλίας του Άλτρες η οποία ήταν ένα με το σώμα του. Αργότερα, η Ιλρίνα ήταν βέβαιη πως οι δυο τους αποσύρθηκαν στο ίδιο δωμάτιο. Η Ράιλμεχ έχει κάνει φίλους εδώ…

Αντιθέτως, η Ιλρίνα τούς μόνους που ήξερε καλά στο κάστρο της Χαύδοραλ ήταν κάποιους επαναστάτες τους οποίους ο Άτβος είχε αφήσει εδώ για να επιβλέπουν την κατάσταση. Μίλησε μαζί τους και ήπιε μερικά ποτά. Τη ρώτησαν γιατί δεν είχε πάει με τον Πρόμαχο, κι εκείνη τούς αποκρίθηκε μονάχα ότι έπρεπε να κάνει κάποια άλλη δουλειά μαζί με την Ανταρλίδα και την Αλιζέτ. Προτίμησε να μην μπει σε λεπτομέρειες για το θέμα της ανάστασης του Τάμπριελ· τους είπε, όμως, ότι ο Τάμπριελ είχε επιστρέψει. «Δεν ήταν, τελικά, νεκρός. Απλώς έπρεπε να τον κρύψουμε για λίγο.»

«Από φόβο για απόπειρα δολοφονίας;»

«Ακριβώς. Και τώρα, θα το εκμεταλλευτούμε αυτό με τρόπο που μας συμφέρει. Θα πούμε ότι επέστρεψε από τους νεκρούς. Πράγμα που θα τρομοκρατήσει τους εχθρούς μας και θα εμψυχώσει τους μαχητές μας.»

Οι επαναστάτες συμφώνησαν ότι αυτό ήταν καλό σχέδιο.

«Ιδέα της Πριγκίπισσας Βασνίτα,» τους είπε η Ιλρίνα’νορ, και άκουσε διάφορα κολακευτικά σχόλια γι’αυτήν, τα οποία την έκαναν λιγάκι να ζηλέψει. Οι παλιοί επαναστάτες την είχαν, γενικά, σε μεγάλη υπόληψη την τωρινή Πριγκίπισσα του Νέλερβικ.

Όταν ξημέρωσε, η Ράιλμεχ, παρά τις νυχτερινές της δραστηριότητες με τον Άλτρες, δεν ξεχάστηκε. Συνάντησε την Ιλρίνα’νορ έξω απ’το δωμάτιό της και πήγαν εκεί όπου ήταν προσγειωμένο το μεγάλο ελικόπτερο μέσα στο κάστρο. Τα πολεμοφόδια και οι προμήθειες είχαν ήδη φορτωθεί, και ορισμένοι πολεμιστές του Πρίγκιπα επιβιβάζονταν. Η Ιλρίνα’νορ και η Ράιλμεχ ανέβηκαν στο αεροσκάφος μαζί τους, και οι δύο έλικές του βούισαν καθώς απογειωνόταν.

Το ελικόπτερο υψώθηκε πάνω από τη Χαύδοραλ και πέταξε δυτικά, ακολουθώντας τις ακτές που ήταν κατακτημένες από την Ανατολική Συμμαχία· διότι αν πήγαινε λίγο πιο βόρεια θα βρισκόταν σε εδάφη των Παντοκρατορικών. Ο πιλότος το εξήγησε αυτό στην Ιλρίνα’νορ καθώς οδηγούσε – περισσότερο επειδή του άρεσε να μιλά, απ’ό,τι κατάλαβε εκείνη, παρά για κανέναν άλλο λόγο. Δεν τον είχε ρωτήσει, άλλωστε. Ούτε ήταν και τόσο περίεργο που ακολουθούσαν τις ακτές.

Από δω δεν υπάρχει κίνδυνος, Αρχόντισσά μου, είχε πει ο πιλότος· αλλά μετά από κανένα δεκάλεπτο είδαν ένα Παντοκρατορικό μαχητικό να έρχεται προς το μέρος τους, με τα έμβολα κάτω από τα φτερά του να αστράφτουν στον πρωινό ήλιο.

«Εχθρός!» είπε η Ιλρίνα.

«Τα Δαιμόνια!» καταράστηκε ο πιλότος του ελικοπτέρου, κι έκανε να στρίψει για ν’αποφύγει το άλλο αεροσκάφος. Αυτό, όμως, δεν αποδείχτηκε εύκολο. Το ελικόπτερο δεν ήταν ούτε τόσο γρήγορο ούτε τόσο ευέλικτο όσο το Παντοκρατορικό αεροπλάνο που ερχόταν σαν καταστροφική βολίδα καταπάνω του. Μετά βίας ο πιλότος κατόρθωσε να ελιχθεί και να χαλάσει την επίθεση του εχθρού· και παρ’όλ’αυτά, το ελικόπτερο χτυπήθηκε ξυστά. Και τραντάχτηκε βίαια.

Και μετά, η Ιλρίνα κρατιόταν γερά από το κάθισμά της καθώς το αεροσκάφος έμοιαζε να έχει χάσει τη σταθερότητά του. «Θα πέσουμε;» ρώτησε. «Τι έγινε;»

«Ο πίσω έλικας, πρέπει να χτύπησε τον πίσω έλικά μας, πρέπει να έσπασε ένα κομμάτι του,» αποκρίθηκε ο πιλότος, πνιχτά. «Όχι δε θα πέσουμε.»

Τότε, όμως, το Παντοκρατορικό μαχητικό φάνηκε να επιστρέψει.

«Μεγάλοι Κολοσσοί…» μουρμούρισε η Ιλρίνα, σκεπτόμενη ότι ίσως να μην ξανάβλεπε τον Άτβος, και ίσως να μην είχε, τελικά, ποτέ την ευκαιρία να συναντήσει και πάλι τον γιο τους, τον Άλδρος, που είχαν εγκαταλείψει πριν από τόσα χρόνια… Κακώς άργησα. Κακώς άργησα…

Ο πιλότος έκανε μια απεγνωσμένη προσπάθεια ν’αποφύγει το Παντοκρατορικό αεροπλάνο, ενώ οι πολεμιστές του Χαύδοραλ φώναζαν από πίσω: «Έχουμε τη βαλλίστρα έτοιμη! Δώσε μας βολή!»

«Ναι!» φώναξε ο πιλότος. «Ναι!» Κι έστριψε, απότομα, κάνοντας το αεροσκάφος να τρανταχτεί.

Η Ιλρίνα αισθάνθηκε χολή ν’ανεβαίνει στον λαιμό της. Ευτυχώς δεν είχε φάει πρωινό. Ένιωθε τα πόδια της να έχουν παγώσει.

Το αεροπλάνο χάθηκε απ’το πεδίο όρασής της καθώς ο πιλότος είχε γυρίσει στο πλάι το ελικόπτερο.

Κραυγές νίκης αντήχησαν από τους πολεμιστές πίσω, κι ένας απ’αυτούς φώναξε: «Το βρήκαμε, πιλότε!»

Μετά, όμως, το ελικόπτερο τραντάχτηκε δυνατά, κι άρχισε να πέφτει.

Η Ιλρίνα’νορ έτριξε τα δόντια. Πίσω της, άκουσε τη Ράιλμεχ να γρυλίζει σε κάποια γλώσσα που εκείνη δεν γνώριζε – μάλλον, την τοπική της διάστασής της.

Το ελικόπτερο έπεφτε προς μια πεδιάδα. Έπεφτε γρήγορα.

«Σταμάτα το!» είπε η Ιλρίνα. «Σταμάτα το!»

Ο πιλότος δεν αποκρίθηκε. Ιδρώτας γυάλιζε στο λευκόδερμο πρόσωπό του.

Τι στα Δαιμόνια συνέβη; αναρωτήθηκε η Ιλρίνα. Δεν το πέτυχαν με τη βαλλίστρα; Πώς μας χτύπησε; Η βολή δεν πρέπει να ήταν αρκετή για να ανακόψει την επίθεση του Παντοκρατορικού μαχητικού. Αυτή ήταν η μοναδική εξήγηση που μπορούσε να σκεφτεί.

Το ελικόπτερο έχανε τώρα ύψος πιο ομαλά, νόμιζε η Ιλρίνα κοιτάζοντας από το μπροστινό παράθυρο. Είχε, αναμφίβολα, πάρει καλύτερη κλίση. Πιο πριν πέφταμε με τη μύτη, σκέφτηκε αναρριγώντας.

Το έδαφος πλησίαζε

πλησίαζε

πλησίαζε

πλησ–

Βρόντος, τράνταγμα, ήχοι θραύσης, φωνές.

Η Ιλρίνα άνοιξε διστακτικά τα μάτια της, για να δει ότι είχαν προσγειωθεί άτσαλα στην πεδιάδα.

Πλάι της, ο πιλότος κατέρρευσε πάνω στο τιμόνι, ασθμαίνοντας, λουσμένος στον ιδρώτα.

«Μου φαίνεται πως θα πρέπει να πάμε με τα πόδια, τελικά,» παρατήρησε η Ράιλμεχ.

4.

Δεν χρειάστηκε, όμως, να πάνε με τα πόδια. Είχαν πέσει σε περιοχές κατακτημένες από την Ανατολική Συμμαχία: έτσι, σύντομα, οι Ανατολικές Δυνάμεις τούς βρήκαν και τους βοήθησαν. Ένας διοικητής είπε ότι απορούσε πώς αυτό το δαιμονισμένο αεροπλάνο είχε κατορθώσει να βρεθεί εδώ πέρα και να τους χτυπήσει. Περιφρουρούσαν τα μέρη με ισχυρές μεταλλικές βαλλίστρες οι οποίες εκτόξευαν βέλη σε μεγάλη απόσταση προς τον ουρανό. Είχαν επίσης και μερικά ενεργειακά κανόνια. «Πρέπει να σας είδαν από το Πράσινο Πέλαγος,» είπε, «και να έστειλαν από εκεί το αεροπλάνο για να σας επιτεθεί. Προσπαθούν να μας προκαλέσουν προβλήματα στον ανεφοδιασμό, οι δαιμονισμένοι!»

Ένα ενεργοκίνητο φορτηγό δεν άργησε να έρθει για να πάρει τα πολεμοφόδια και τις προμήθειες από το εσωτερικό του κατεστραμμένου ελικοπτέρου. Τα περισσότερα ήταν άθικτα. Μονάχα η μεγάλη βαλλίστρα που οι πολεμιστές του Χαύδοραλ είχαν χρησιμοποιήσει είχε σπάσει. Οι χορδές της είχαν κοπεί, και τα μέταλλά της είχαν κυρτώσει. Χρειαζόταν επισκευή, αν ήταν να αποκτήσει ξανά την αρχική δύναμη και ακρίβειά της.

Ευτυχώς, κανένας από τους επιβάτες του ελικοπτέρου δεν είχε σκοτωθεί. Ορισμένοι μονάχα είχαν τραυματιστεί ελαφρά – χτυπήματα στο κεφάλι, κυρίως: μελανιές και γρατσουνιές. Το σοβαρότερο ήταν ότι μια πολεμίστρια είχε βγάλει τον ώμο της. Ο πιλότος έμοιαζε ευχαριστημένος που είχε κατορθώσει να τους προσγειώσει ζωντανούς και χωρίς να έχουν σπουδαίες απώλειες στα πολεμοφόδια.

«Το σκάφος μου δεν ήταν για αερομαχίες,» είπε στην Ιλρίνα’νορ. «Μονάχα αυτή τη βαλλίστρα είχαμε για άμυνα, κι ο άλλος ερχόταν καταπάνω μας και μας κοπανούσε με έμβολα. Τι να κάνω; Το ελικόπτερο δεν μπορεί να αναμετρηθεί με το αεροπλάνο στον αέρα· όλοι το λένε. Κανονικά, θάπρεπε να είχαμε κάνα-δυο μαχητικά μαζί μας για να μας προστατεύουν. Θα πρέπει να το μάθει ο Πρίγκιπας αυτό.»

Η Ιλρίνα έγνεφε από ευγένεια, γιατί, στην πραγματικότητα, δεν είχε καμια όρεξη να τον ακούει. «Πού βρίσκεται ο Πρόμαχος Άτβος;» ρώτησε τον διοικητή, απομακρυνόμενη από τον πιλότο μόλις διακόπηκε για λίγο η λογόρροιά του.

«Στο Κόκκινο Φρούριο, όπου πηγαίνετε κι εσείς.»

Ωραία, σκέφτηκε η Ιλρίνα. Δε θα χρειαζόταν να ψάχνει γι’αυτόν.

Όταν τα πολεμοφόδια και οι προμήθειες είχαν φορτωθεί στο φορτηγό, εκείνη και η Ράιλμεχ επιβιβάστηκαν μαζί με τους πολεμιστές του Πρίγκιπα Αλβάρος και τον πιλότο. Το τροχοφόρο ήταν στο μεγαλύτερό του μέρος ανοιχτό, και το σκέπαζαν με καμβάδες μονάχα όταν χρειαζόταν. Ήταν σπαστό, χωρισμένο σε δύο τμήματα. Διέθετε οκτώ μεγάλες ρόδες, ειδικές για ανώμαλα εδάφη: οι μισές στο μπροστινό τμήμα, κι οι υπόλοιπες στο πίσω. Όλες τους κινούνταν με εσωτερικούς μηχανισμούς – το πίσω τμήμα δεν σερνόταν σαν βαγόνι. Η θέση του οδηγού βρισκόταν, φυσικά, μπροστά: κι αυτή ήταν το μοναδικό κλειστό μέρος του οχήματος.

Η Ιλρίνα’νορ και η Ράιλμεχ κάθονταν πίσω, τυλιγμένες στις κάπες τους. «Απομακρυνόμαστε από τις ακτές,» παρατήρησε η πρώτη.

«Το Κόκκινο Φρούριο είναι στην ενδοχώρα, Αρχόντισσά μου,» της εξήγησε ένας πολεμιστής του Χαύδοραλ. «Πρόσφατα κατακτήθηκε.»

«Οι κτήσεις μας εδώ έχουν μεγαλώσει,» πρόσθεσε ένας άλλος, που του έλειπαν τρία μπροστινά δόντια και ήταν αντικατεστημένα με αργυρά.

Η Ιλρίνα’νορ ατένιζε τα εδάφη ολόγυρά της καθώς το φορτηγό τα διέσχιζε. Το Κάνρελ ήταν η πατρίδα της, αλλά σε τούτες τις περιοχές, στο νοτιοανατολικό άκρο, δεν είχε ταξιδέψει παρά ελάχιστες φορές και δεν τις πολυθυμόταν. Μονάχα κάποια πολύ βασικά ορόσημα αναγνώριζε. Το τοπίο δεν την έκανε να αισθάνεται νοσταλγικά. Είχε όμως πάρει μια απόφαση πλέον: Δεν θα δίσταζε άλλο να πάει να βρει τον γιο της. Αμέσως μόλις συναντούσε τον Άτβος θα του πρότεινε να πάνε για τον Άλδρος. Η πτώση του ελικόπτερου τής είχε θυμίσει πως ήταν θνητή, όπως κάθε άνθρωπος. Μπορεί, από τη μια μέρα στην άλλη, να πέθαινε χωρίς να έβλεπε τον Άλδρος. Και τότε δεν θα είχε δεύτερη ευκαιρία: δεν θα επέστρεφε από τους νεκρούς σαν τον Τάμπριελ.

Το φορτηγό έφτασε το μεσημέρι στο Κόκκινο Φρούριο: ένα κάστρο οικοδομημένο μέσα σ’έναν ποταμό εκατοντάδες φορές μικρότερο από τον Νέρελρημ ή τον Κάνιλρεχ. Δεν ήταν πλωτός, και δύο γέφυρες τον δρασκέλιζαν, η μία από τα βόρεια κι η άλλη από τα νότια, καταλήγοντας στο κάστρο. Το φορτηγό πέρασε από τη νότια γέφυρα. Και, καθώς τώρα η Ιλρίνα στεκόταν όρθια, είδε ότι το Κόκκινο Φρούριο, παρότι έμοιαζε να ξεπροβάλλει μέσα από το ποτάμι, αυτό δεν αλήθευε. Ήταν χτισμένο επάνω σ’ένα μικρό νησί, χωρίς ν’αφήνει σπιθαμή ανεκμετάλλευτη. Στις επάλξεις του κυμάτιζαν οι σημαίες της Ανατολικής Συμμαχίας: τρία σπαθιά που σχημάτιζαν τρίγωνο, μ’έναν ήλιο ανάμεσά τους.

Το φορτηγό σταμάτησε στον περίβολο του κάστρου, κι αφού οι επιβάτες του κατέβηκαν, άρχισε να ξεφορτώνει με τη βοήθεια των ανθρώπων του Κόκκινου Φρουρίου. Η Ιλρίνα ρώτησε πού βρισκόταν ο Πρόμαχος, και της απάντησαν ότι ήταν στη μεγάλη αίθουσα. Εκείνη τούς συστήθηκε και τους ζήτησε να την οδηγήσουν εκεί. Μια πολεμίστρια προπορεύτηκε, και η Ιλρίνα την ακολούθησε μαζί με τη Ράιλμεχ. Μπήκαν στα ενδότερα του Κόκκινου Φρουρίου, διέσχισαν πέτρινους διαδρόμους, και έφτασαν σε μια μεγάλη αίθουσα με δύο μακρόστενα τραπέζια.

Στην κορυφή ενός από αυτά ήταν καθισμένος ο Άτβος, με τον Ραφέλνες, τον Ιερό Μαχητή των Οστών, πλάι του, καθώς και μερικούς άλλους. Η Ιλρίνα και η Ράιλμεχ πλησίασαν. Ο Άτβος τις είδε και σηκώθηκε από τη θέση του. Χαμογελώντας, αγκάλιασε και φίλησε τη γυναίκα του.

«Ιλρίνα,» είπε, με κάποια ανακούφιση στη φωνή του. «Τι έγινε; Βρήκατε…;»

Η Ιλρίνα κατένευσε. «Τον βρήκαμε.»

«Μα… τον είδαμε να…»

Η Ιλρίνα έριξε μια ματιά στους ανθρώπους γύρω τους, οι οποίοι είχαν επίσης σηκωθεί από τις θέσεις τους. «Θα σου εξηγήσω,» είπε στον Άτβος, «όταν είμαστε μόνοι.»

Εκείνος ένευσε. «Καλώς,» αποκρίθηκε. «Κάθισε μαζί μας. Όπως βλέπεις, τρώμε.» Και προς τη Ράιλμεχ: «Καλωσόρισες, Ράιλμεχ.»

«Καλώς σας βρίσκω, Πρόμαχε.»

«Πώς είναι τα πράγματα στη δυτική Βίηλ;» ρώτησε ο Άτβος καθώς όλοι τους κάθονταν. Ο Ραφέλνες έφυγε από την καρέκλα του για να πάρει αυτή τη θέση η Ιλρίνα, δίπλα στον Πρόμαχο.

«Ο πόλεμος συνεχίζεται,» αποκρίθηκε η Ράιλμεχ. «Υπολογίζουν ότι σύντομα θα φτάσουν στο ανατολικό άκρο του περάσματος της Ουράς–»

«Πες μου γι’αυτούς που επιτίθενται στα δυτικά του Κάνρελ,» ζήτησε ο Άτβος. «Για τα σκάφη που έρχονται από τον ποταμό Άσλερχ.»

«Δεν υπάρχει καμια σημαντική εξέλιξη, απ’όσο ξέρω. Ωστόσο, έχουν καταλάβει κάποιες θέσεις στις ανατολικές όχθες του ποταμού.»

«Συζητούσαμε τώρα τη στρατηγική μας για να προχωρήσουμε μέσα στο Πριγκιπάτο,» εξήγησε ο Άτβος, «και λέγαμε ότι θα μας συνέφερε αν οι επαναστάτες της δυτικής Βίηλ έκαναν έναν πολύ δυνατό αντιπερισπασμό στις δυτικές άκρες του Κάνρελ, ώστε να τραβήξουν ένα μέρος του στρατού του εκεί, με αποτέλεσμα ο δικός μας αγώνας να διευκολυνθεί. Μπορείς να το μεταβιβάσεις αυτό;»

«Μεταβιβάστηκε ήδη, Πρόμαχε,» είπε η Ράιλμεχ, καθώς ένας υπηρέτης του κάστρου γέμιζε την κούπα της με μπίρα. «Η Διάττα το έμαθε. Θα το πει στην Πρόμαχο Λαμρίτ και στον Πρίγκιπα Νοσνάλτος.»

Ο Άτβος ένευσε. «Καλώς. Αν μπορέσουν να μας βοηθήσουν έτσι, θα έχει μεγάλη σημασία για εμάς.»

«Τι ακριβώς σχεδιάζετε;» ρώτησε η Ιλρίνα.

«Να καταλάβουμε μεγαλύτερο μέρος του Πριγκιπάτου, φυσικά. Η πρωτεύουσα είναι ακόμα μακριά μας, αλλά δεν θ’αργήσουμε να φτάσουμε. Κι αν ο Ρέτβελνος και οι Παντοκρατορικοί αφιερώσουν μεγάλο μέρος των δυνάμεών τους για να μας αντιμετωπίσουν εδώ, δεν θα έχουν τίποτα για να μας αντιμετωπίσουν όταν είμαστε εκεί.»

Η Ιλρίνα μπορούσε ν’ακούσει την ένταση στη φωνή του. Ο Άτβος αισθανόταν ότι βρισκόταν κοντά, πολύ κοντά, στο να πάρει εκδίκηση από τον άνθρωπο που τον είχε προδώσει στους Παντοκρατορικούς: τον Ρέτβελνος, που παλιά ήταν Στρατηγός του Κάνρελ και τώρα Πρίγκιπας.

«Πιστεύω, Πρόμαχε, όπως σου ξαναείπα, πως δεν θα μας πολεμήσουν και τόσο εδώ· θα κρατήσουν τις δυνάμεις τους για το κέντρο.» Ο Κασμάρες είχε μιλήσει: ένας από τους παλιούς επαναστάτες του Άτβος, ο οποίος ήταν κάποτε στρατιωτικός στο Κάνρελ και δεν είχε προδώσει τον Πρίγκιπά του. Ήταν καμια πενταετία μεγαλύτερος του Προμάχου, αλλά θα μπορούσες να τον κάνεις και μικρότερο, έτσι εύρωστος όπως ήταν παρά τα χρόνια του. Μονάχα τα μαλλιά του τον μεγάλωναν, τα οποία ήταν κατάλευκα και κουρεμένα κοντά σαν κράνος επάνω στο λευκόδερμο κεφάλι του. «Είδες πόσο εύκολα πήραμε τούτη τη νοτιοανατολική άκρη–»

«Όχι και τόσο εύκολα,» τον διέκοψε η Κισβέτα, ακόμα μία από τις επαναστάτριες που υπηρετούσαν τον Άτβος από παλιά.

«Θα μπορούσαν να μας είχαν δυσκολέψει πολύ περισσότερο,» επέμεινε ο Κασμάρες. «Αυτό σημαίνει πως κρατάνε το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεών τους στο κέντρο.»

«Πιθανώς νάχεις δίκιο,» είπε ο Άτβος. «Γι’αυτό κιόλας από δω και πέρα θ’αρχίσουμε να συγκεντρώνουμε συμμάχους: ευγενείς που είναι πρόθυμοι ν’αγωνιστούν για την Επανάσταση και για τον δικαιωματικό τους Πρίγκιπα.»

Η Κισβέτα ένευσε. «Δε μπορεί όλοι νάναι σαν τη Βαρόνη.»

«Ποια Βαρόνη;» ρώτησε η Ιλρίνα.

«Τη Βαρόνη του Κόκκινου Φρουρίου. Μαρέλνιτ την έλεγαν,» εξήγησε ο Άτβος. «Της προτείναμε να έρθει με το μέρος μας, αλλά αρνήθηκε παρότι ήταν φανερό πως δεν είχε αρκετές δυνάμεις για να μας αντιμετωπίσει. Επιτεθήκαμε στο κάστρο και, όπως βλέπεις, είναι τώρα δικό μας. Η Βαρόνη αυτοκτόνησε προτού φτάσουμε κοντά της. Πράγμα λυπηρό, γιατί είχα προστάξει να μην τη σκοτώσουν. Ήθελα να τη φέρω με το μέρος μας.»

«Το κάστρο, πάντως, μοιάζει να είναι σε πολύ καλή θέση για άμυνα…» παρατήρησε η Ράιλμεχ, σαν να ήθελε να πει ότι της φαινόταν περίεργο που το είχαν καταλάβει τόσο εύκολα.

«Κατεβάσαμε στρατό με ελικόπτερα,» εξήγησε ο Κασμάρες. «Δεν είχαν αρκετά αντιαεροπορικά όπλα για να μας σταματήσουν. Μονάχα τέσσερις γιγαντοβαλλίστρες στις επάλξεις, τις οποίες καταστρέψαμε από απόσταση μ’ένα ενεργειακό κανόνι προτού στείλουμε τα ελικόπτερα.»

Η Ράιλμεχ ένευσε, καταλαβαίνοντας τώρα.

«Η Διάττα έχει πάει να μιλήσει στη Λαμρίτ;» τη ρώτησε ο Άτβος.

«Τώρα πηγαίνει, Πρόμαχε. Κι εκεί μεσημέρι είναι, μην ξεχνάς. Και παρεμπιπτόντως, η Λαμρίτ δεν βρίσκεται στο παλάτι της Κίρτβεχ.»

«Πού είναι;»

«Στο πέρασμα της Ουράς. Εκεί γίνονται οι περισσότερες συγκρούσεις.»

«Αυτό δε μ’αρέσει,» είπε σκεπτικά ο Άτβος. «Μπορεί να σημαίνει ότι δεν θα έχουν τη δυνατότητα να κάνουν επίθεση στα δυτικά του Κάνρελ.»

«Μπορεί,» συμφώνησε η Ράιλμεχ. «Θα δείξει.»

Απολλώνια

1.

Ήταν δύσκολο να εισβάλουν στο Παντοκρατορικό οχυρό. Ακόμα κι εκείνη, με την ειδική εκπαίδευσή της, όφειλε να το παραδεχτεί αυτό. Ευτυχώς, όμως, κατόρθωσαν να αδρανοποιήσουν το ενεργειακό κανόνι και τους αντιαεροπορικούς πυραύλους προτού βρεθούν σε δυσμενή θέση, με πολεμιστές της Παντοκράτειρας σε κάθε διάδρομο, σε κάθε σκάλα, και σε κάθε δωμάτιο γύρω τους.

«Από κει!» φώναξε η Ιωάννα, δείχνοντας στους υπόλοιπους τον μοναδικό δρόμο που μπορεί να τους οδηγούσε έξω από τούτο το μέρος. «Από κει! Γρήγορα!» Και η ίδια έμεινε, για λίγο, πίσω, πυροβολώντας με το τουφέκι της τους ερχόμενους Παντοκρατορικούς. Διαγράφοντας μια θανατηφόρα τροχιά από σφαίρες και φωτιά με τις ριπές της. Είδε λευκοντυμένους άντρες και γυναίκες να πέφτουν από την επίθεσή της, να σωριάζονται ουρλιάζοντας, και γύρισε για να υποχωρήσει κι εκείνη μαζί με τους δολιοφθορείς της Δούκισσας της Χρυσόπολης.

Τότε ήταν που μια σφαίρα τη βρήκε στον μηρό, κάνοντάς τη να παραπατήσει και να πέσει στα γόνατα. Οι εχθροί ήταν πολλοί, και δεν είχαν όλοι υποχωρήσει, τρομαγμένοι από τα πυρά της.

«Ιωάννα!» κραύγασε ένας από τους συντρόφους της, κι εκείνη τούς είδε, στο βάθος του διαδρόμου, να σταματούν και να γυρίζουν.

«Όχι!» τους φώναξε. «Πηγαίνετε – θα έρθω!» ενώ, συγχρόνως, αντηχούσε η κραυγή ενός Παντοκρατορικού: «Αιχμαλωτίστε την! Αιχμαλωτίστε την!» Και λευκοντυμένοι πολεμιστές βρέθηκαν ολόγυρά της, προτού προλάβει να σηκωθεί. Τους πυροβόλησε, εξ επαφής, με το τουφέκι της, αλλά μετά κάποιος κλότσησε το όπλο από τα χέρια της. Ένας άλλος έκανε να την αρπάξει απ’τα μαλλιά· η Ιωάννα τράβηξε το ξιφίδιο από τη ζώνη της και τον χτύπησε στον καρπό. Μια πολεμίστρια την κλότσησε στην πλάτη. Η Ιωάννα γύρισε και τη χτύπησε με τον αγκώνα της στο διάφραγμα καθώς σηκωνόταν, νιώθοντας τον πόνο από τη σφαίρα στον μηρό της να τη λογχίζει έντονα.

Άκουγε πυροβολισμούς γύρω της· οι ανόητοι οι δολιοφθορείς της Δούκισσας δεν είχαν φύγει! «ΦΥΓΕΤΕ!» ούρλιαξε η Ιωάννα, τραβώντας το πιστόλι της και πυροβολώντας έναν Παντοκρατορικό στο κεφάλι, βλέποντας μυαλά, αίματα, και κοκάλινα θραύσματα να τινάζονται πάνω σ’αυτούς πίσω του. Κάποιος τη χτύπησε, με την οπίσθια μεριά του τουφεκιού του, στον τραυματισμό μηρό της, και η Ιωάννα, γρυλίζοντας, γονάτισε πάλι – και κάρφωσε τον πολεμιστή στην κοιλιά με το ξιφίδιό της. Το αίμα του κοκκίνισε τη λευκή στολή του. Ένα μποτοφορεμένο πόδι τη χτύπησε κατακέφαλα, και η Ιωάννα είδε χρώματα να χορεύουν εμπρός της· πυροβόλησε τυχαία, άκουσε κάποιον να ουρλιάζει· αισθάνθηκε κάποιον ν’αρπάζει το χέρι της, να το χτυπά, το πιστόλι της έφυγε. Κάποιος άλλος – ή ο ίδιος; – την έσπρωξε κάτω. Η Ιωάννα τον κάρφωσε προς τα πίσω (γιατί πίσω της βρισκόταν) με το ξιφίδιό της: το ουρλιαχτό του αντήχησε στ’αφτιά της, το αίμα του μούσκεψε τα ρούχα της. Μια πολεμίστρια βρέθηκε, ξαφνικά, μπροστά της και την κοπάνησε στην κοιλιά μ’ένα ρόπαλο με σιδερένια άκρη. Οι κοιλιακοί μύες της, αν και σκληροί, δεν μπόρεσαν να ανακόψουν όλη την ορμή του χτυπήματος: η Ιωάννα έχασε την αναπνοή της. Δέχτηκε μια γροθιά στο μάγουλο, κλοτσιές στα πλευρά και στην πλάτη, ένα χτύπημα στο κεφάλι–

Λιποθύμησε.

……

Με είχαν αναγνωρίσει (σκέφτηκε ενώ βρισκόταν σε κάποιο ακατονόμαστο μέρος, ασώματη, αιωρούμενη στο κενό) Με είδαν Αλλιώς θα με σκότωναν Έπρεπε να είχα φορέσει κουκούλα

Πολύ αργά τώρα

Καλύτερα να με είχαν σκοτώσει

(Και μετά από ακαθόριστο χρονικό διάστημα, ενώ ακόμα βρισκόταν ασώματη σε κάποιο ακατονόμαστο κενό ανάμεσα στον χώρο και στον χρόνο) Ο Ανδρόνικος θα κάνει κάτι ανόητο τώρα Τον ξέρω πώς είναι Θα κάνει κάτι ανόητο

Εκτός αν με θεωρήσει νεκρή

Αλλά δεν είναι χαζός Ξέρει ότι η Παντοκράτειρα με καταζητεί Όλες οι Μαύρες Δράκαινες είναι καταζητούμενες

Ανδρόνικε με συγχωρείς δεν ήθελα να με πιάσουν

……

Αισθανόταν να βρίσκεται μέσα σε κάτι που μετακινείτο. Όχημα; Αεροσκάφος; Ήταν μουδιασμένη. Και δεμένη: ένιωθε τα δεσμά στα χέρια και στα πόδια της. Βλεφάρισε. Είδε θολές σκιές, κι ένα φως – ενεργειακή λάμπα.

«Ξυπνάει!» άκουσε μια γυναικεία φωνή να λέει, ανήσυχα.

Κάποιος τη χτύπησε στο κεφάλι.

Λιποθύμησε.

……

Με φοβούνται ακόμα κι όταν είμαι ανήμπορη Τι μαλάκες

Θα με πάνε στη Ρελκάμνια

Ή θα με χρησιμοποιήσουν εναντίον του Ανδρόνικου

Δε θα μου δώσουν την ευκαιρία να ξεφύγω Θα είναι διαρκώς από πάνω μου

Τουλάχιστον αδρανοποιήσαμε τα όπλα του οχυρού Οι Απολλώνιοι θα νικήσουν Η Άνμα και ο Σέλιρ θα έκαναν επίσης καλά τη δουλειά τους Το ξέρω Δε μπορεί να απέτυχαν

……

Νερό. Παγωμένο. Επάνω της.

Κυλούσε στο σώμα της, από το κεφάλι ώς τα πόδια. Ήταν γυμνή.

Η όρασή της ήταν θολή· έβλεπε σκιές. Σκιές ανθρώπων.

Κάτι κρατούσε τα χέρια της πάνω απ’το κεφάλι της, τεντωμένα, με τους καρπούς τον έναν κοντά στον άλλο.

Κάτι, επίσης, κρατούσε τα πόδια της δεμένα, τεντωμένα κι αυτά, με τους αστραγάλους τον έναν κοντά στον άλλο. Τα δάχτυλά τους με το ζόρι ακουμπούσαν στο πάτωμα.

Την είχαν κρεμασμένη όρθια, σαν ένα κομμάτι κρέας, μέσα σε κάποιο δωμάτιο.

Η Ιωάννα βλεφάρισε, προσπαθώντας να ξεθολώσει την όρασή της.

Κάποιος έστρεψε ένα λάστιχο προς το μέρος της και νερό την έλουσε ξανά, παγωμένο. Οι μύες της σφίχτηκαν ακούσια. Τα δόντια της έτριξαν.

«Τη συνέφερες!» γέλασε κάποιος.

Η Ιωάννα τούς έβλεπε καθαρά τώρα. Δυο άντρες και μια γυναίκα. Αναγνώριζε τον έναν άντρα – αυτόν που δεν κρατούσε το λάστιχο – και τη γυναίκα. Ονομαζόταν Ευγένιος Οξύτριχος. Στρατηγός στον Παντοκρατορικό Στρατό. Καταγόταν από τη διάσταση της Ιωάννας, την Υπερυδάτια. Η γυναίκα ονομαζόταν Τζηλ Μαλράβω. Ταγματάρχης στον Παντοκρατορικό Στρατό. Καταγόταν από τη Ρελκάμνια, και είχε συνάψει φιλικές σχέσεις με την Ιωάννα όσο εκείνη υπηρετούσε ακόμα την Παντοκράτειρα. Ο άντρας με το λάστιχο είχε επάνω του τα γαλόνια λοχαγού, και είχε κατάμαυρο δέρμα και πράσινα μαλλιά. Τριγύρω, στις άκριες του δωματίου, ήταν και κάποιοι στρατιώτες, παρατήρησε τώρα η Ιωάννα. Με φοβούνται, ακόμα και δεμένη και γυμνή.

«Τι κάνεις, Ιωάννα;» ρώτησε η Τζηλ με εχθρικό βλέμμα.

«Δε μπορώ να πω ότι χαίρομαι που σας βλέπω,» έκρωξε η Ιωάννα.

Ο μαυρόδερμος λοχαγός τη χαστούκισε με το λάστιχο: κι εκείνη αισθάνθηκε το χτύπημα πιο έντονα εξαιτίας των προηγούμενων χτυπημάτων που είχε δεχτεί το πρόσωπό της. Ωστόσο δεν κραύγασε, ούτε με κανέναν άλλο τρόπο άφησε να φανεί ότι πόνεσε.

«Οι Μαύρες Δράκαινες είναι σκληρές σαν πέτρες, λένε,» είπε η Τζηλ, με τα χέρια της σταυρωμένα εμπρός της και τα γαλανά μάτια της να γυαλίζουν από μίσος. «Χτύπα την πιο δυνατά, Λοχαγέ! Θέλω να την ακούσω!»

Ο μαυρόδερμος άντρας τη μαστίγωσε με το λάστιχο, στο πρόσωπο και στο σώμα: και τα μαστιγώματα ήταν τσουχτερά. Η Ιωάννα είδε το λευκό δέρμα της να κοκκινίζει και να μαυρίζει. Αλλά δεν φώναξε.

Ο λοχαγός σταμάτησε, μοιάζοντας κουρασμένος.

«Ίσως να χρειάζεται διαφορετικό εργαλείο,» είπε ο Στρατηγός Ευγένιος Οξύτριχος, ατενίζοντάς την παρατηρητικά σαν να απολάμβανε το θέαμα του μελανιασμένου και τραυματισμένου γυμνού σώματός της.

Η Ιωάννα τον κοίταξε παγερά, μην κάνοντας τον κόπο να τον βρίσει όπως ήταν βέβαιη ότι όλοι τους θα ήθελαν.

«Σαν πέτρα, πράγματι,» σχολίασε ο μαυρόδερμος λοχαγός.

«Ακόμα κι οι πέτρες σπάνε.» Η Τζηλ πλησίασε την Ιωάννα και τη γρονθοκόπησε στο αριστερό στήθος, μία, δύο, τρεις φορές. Ο πόνος έκανε τους μύες της Μαύρης Δράκαινας να παραλύσουν, αλλά τα χείλη της δεν κινήθηκαν παρά μόνο για να μορφάσουν.

«Τι σχεδιάζει ο Αρχιπροδότης;» τη ρώτησε ο Ευγένιος. «Πες μας.»

Η Ιωάννα δεν μίλησε.

«Τι έχει στο μυαλό του για τη Βολιρία;» φώναξε ο Ευγένιος.

Η Ιωάννα παρέμεινε βουβή.

«Δεν έχει γλώσσα;» είπε ο μαυρόδερμος λοχαγός. Και, πλησιάζοντας την βιαστικά, άρπαξε το πρόσωπό της με το ένα χέρι, πιέζοντας επώδυνα τα μάγουλά της για ν’ανοίξει το στόμα της και να χώσει το άλλο του χέρι μέσα.

Η Ιωάννα τού δάγκωσε το δάχτυλο, δυνατά, μπήγοντας τα δόντια της βαθιά στην κατάμαυρη σάρκα. Ο λοχαγός κραύγασε, προσπαθώντας να τραβήξει πίσω το χέρι του και μη μπορώντας. «Άσε με!» ούρλιαξε. «Άσε με!» Τα δόντια της είχαν κλείσει σαν ατσάλινη μέγγενη επάνω του.

Η Τζηλ τη γρονθοκόπησε στο στήθος, ξανά και ξανά. «Άφησέ τον! Άνοιξέ το στόμα σου, ο Σκοτοδαίμων να σε πάρει! ΑΦΗΣΕ ΤΟΝ!»

Τελικά, ο λοχαγός κατάφερε να τραβήξει έξω από τα δόντια της το δάχτυλό του και ν’απομακρυνθεί, ουρλιάζοντας και φωνάζοντας. «Η γαμημένη σκρόφα! Η γαμημένη σκρόφα! Παραλίγο να μου κόψει το δάχτυλο!»

«Πήγαινε στους θεραπευτές,» του είπε, ψύχραιμα, ο Ευγένιος κοιτάζοντας τη Μαύρη Δράκαινα, όχι αυτόν· «μπορεί να κόλλησες λύσσα.»

Ο λοχαγός δεν έφυγε, όμως· γρυλίζοντας σαν θηρίο, έπιασε από κάτω το λάστιχο κι άρχισε να μαστιγώνει άγρια την Ιωάννα, χτυπώντας την στο κεφάλι και στα πλευρά, μέχρι που πληγές άνοιξαν επάνω της.

«ΛΟΧΑΓΕ!» γκάριξε ο Ευγένιος. «Σου είπα, πήγαινε στους θεραπευτές! Ήταν διαταγή!»

Η Ιωάννα είχε αρχίσει να ζαλίζεται· νόμιζε ότι δεν κρεμόταν απλώς αλλά στριφογύριζε κιόλας· κι έβλεπε χρώματα να χορεύουν στις άκριες των ματιών της, ενώ οι φωνές των Παντοκρατορικών έρχονταν απόμακρα στ’αφτιά της.

Είδε τον μαυρόδερμο άντρα να ρίχνει κάτω το αιματοβαμμένο λάστιχο και να φεύγει απ’το δωμάτιο.

Η Τζηλ γέλασε ψυχρά. «Τον τρόμαξες,» είπε στην Ιωάννα.

Ο Ευγένιος είπε: «Πες μας τι ξέρεις για τα σχέδια του Αρχιπροδότη, Μαύρη Δράκαινα, και θα γλιτώσεις λίγο πόνο. Σ’το υπόσχομαι.»

Η Ιωάννα δεν μίλησε. Ακόμα κι αν είχε κάτι συγκεκριμένο να τους πει, δεν θα τους το έλεγε. Άστους ν’αναρωτιούνται, να σκέφτονται, να αποπροσανατολίζονται… Δεν θα πρόδιδε ποτέ τον Ανδρόνικο.

«Νόμιζες ότι θα ήταν τόσο εύκολο, Στρατηγέ;» ρώτησε η Τζηλ.

«Όχι,» αποκρίθηκε ο Ευγένιος.

Η Ιωάννα λιποθύμησε.

Κι από κάπου, κάποια στιγμή, άκουσε: «Να τη στείλουμε στη Ρελκάμνια;»

«Στο τέλος θα πρέπει. Η Παντοκράτειρα την θέλει.»

2.

Μετά από τη νίκη τους στις περιοχές δυτικά της Βολιρίας, οι Απολλώνιες δυνάμεις άρχισαν να οχυρώνονται σ’αυτές τις τοποθεσίες και να ετοιμάζονται για να επιτεθούν στην πόλη. Ο Ανδρόνικος απέστειλε, επίσης, μήνυμα στον Οδυσσέα και στον Στρατηγό Εύηχο, στη Γλαυκόπολη, για να τους ζητήσει να μεταφέρουν ένα μέρος του στρατού τους εδώ, μέσω αεροσκαφών. Θα χρειάζονταν όσο το δυνατόν περισσότερους μαχητές και μηχανές πολέμου για να κατακτήσουν τη Βολιρία. Και ο Ανδρόνικος αισθανόταν να βιάζεται: αισθανόταν να θέλει να πάρει την πόλη όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Παρότι ήξερε ότι αυτή ήταν μια ανόητη παρόρμηση, μια επικίνδυνη παρόρμηση, δεν μπορούσε να τη σταματήσει. Αν υπήρχε έστω και μια μικρή πιθανότητα να καταφέρει να σώσει την Ιωάννα από εκεί….

Πώς θα το έκανε, όμως; Ήταν αδύνατο. Με τον πόλεμο, οι Παντοκρατορικοί απλά θα την απομάκρυναν και θα τη μετέφεραν ταχύτερα στη Ρελκάμνια. Πρέπει να στείλω ανθρώπους τώρα, προτού επιτεθούμε, για να εισβάλουν στη Βολιρία και να πάρουν από εκεί την Ιωάννα. Όμως ούτε αυτό ήταν εύκολο. Κατά πρώτον, ποιους ανθρώπους θα ρίσκαρε έτσι; Τις Μαύρες Δράκαινες; Ήταν οι μόνες που μπορούσε να φανταστεί ότι θα κατόρθωσαν κάτι τόσο δύσκολο. Κι αν τις χάσω; Χρειάζονταν στον πόλεμο· ήταν απαραίτητες· πολύτιμες. Δε μπορώ να φανώ τόσο απερίσκεπτος. Αν το κάνω αυτό, δεν είμαι Βασιληάς της Απολλώνιας. Είμαι ένας ανόητος που τον νοιάζει μόνο για τον εαυτό του. Τόσοι άνθρωποι έχουν εναποθέσει τις ελπίδες τους σε μένα, στις αποφάσεις μου.

Αλλά και η Ιωάννα… Η Ιωάννα!… Απόλλωνα, τι να κάνω; Της έχω φερθεί τόσο χάλια. Δε μπορώ να την αφήσω εκεί. Πρέπει να κάνω κάτι!

Και το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν ότι μπορεί να υπέθετε πως την είχαν μέσα στη Βολιρία μα δεν είχε ιδέα πού μέσα στη Βολιρία πιθανώς να την κρατούσαν. Δεν ήξερε τίποτα για τις θέσεις των Παντοκρατορικών στο εσωτερικό της πόλης. Ούτε εκείνος ούτε κανένας άλλος επαναστάτης. Ακόμα κι αν στείλω τις Μαύρες Δράκαινες να τη σώσουν από εκεί, πού θα πάνε για να τη βρουν; Είναι δυνατόν να ψάξουν ολόκληρη τη Βολιρία;

Ο Ανδρόνικος ήταν καθισμένος έξω από τη σκηνή του, στο κέντρο του Απολλώνιου καταυλισμού, όταν ο Οδυσσέας τον πλησίασε ξεπροβάλλοντας ανάμεσα από τις υπόλοιπες σκηνές.

«Πρίγκιπά μου…» είπε ο Πρόμαχος.

Ο Ανδρόνικος συνοφρυώθηκε. «Ήρθες ο ίδιος.»

«Ναι, αποφάσισα να έρθω ο ίδιος. Ο Δομίνικος Εύηχος έμεινε στη Γλαυκόπολη, απλά για να βεβαιωθεί ότι τα πράγματα θα συνεχίσουν να είναι ήσυχα εκεί. Θα στείλει κάποιους ανιχνευτές προς τα βόρεια, για να δούμε αν οι Παντοκρατορικοί έχουν όντως υποχωρήσει ή κρύβονται και περιμένουν.

»Πρίγκιπά μου,» άλλαξε θέμα, «μόλις το έμαθα… Μόλις τώρα που ήρθα…» Ένιωθε παράδοξα αμήχανος. Δεν μπορούσε να το αρθρώσει ξεκάθαρα, λες και κολλούσε στον λαιμό του. «Η Άνμα μού το είπε.»

Ο Ανδρόνικος ένευσε. Αναστέναξε. Δεν είχε αμφιβολία τι είχε μάθει ο Οδυσσέας. «Και την είχα ρωτήσει: ήθελε να πάει ή όχι; Ήταν χτυπημένη στο κεφάλι.»

«Δεν ήταν κάτι βαρύ, Πρίγκιπά μου. Δε μπορούσατε να προβλέψετε αυτό που συνέβη,» είπε ο Οδυσσέας.

«Οι Μαύρες Δράκαινες δεν παθαίνουν τίποτα· έτσι έχουμε καταντήσει να νομίζουμε όλοι οι επαναστάτες. Αλλά δεν είναι έτσι, Οδυσσέα· και εσύ το καταλαβαίνεις και εγώ. Και δεν ξέρω τώρα τι να κάνω για να τη βοηθήσω…»

Ο Οδυσσέας κάθισε κοντά του. «Θα βρούμε έναν τρόπο.»

«Μου λες ψέματα και το ξέρεις. Μπορεί ήδη να την έχουν στείλει προς τη Ρελκάμνια. Μπορεί ήδη να βρίσκεται στη Ρελκάμνια.»

Μπορεί, όφειλε να παραδεχτεί σιωπηλά ο Οδυσσέας. Αλλά είπε: «Γιατί τόσο γρήγορα; Ίσως να θέλουν να πάρουν πληροφορίες από αυτήν.»

Ο Ανδρόνικος γέλασε κοφτά, χωρίς καμια ευθυμία να υπάρχει στο γέλιο του. «Πληροφορίες; Από Μαύρη Δράκαινα;»

«Δε θα προσπαθήσουν, όμως;» έθεσε το ερώτημα ο Οδυσσέας. Και, για εκείνον, η απάντηση ήταν θετική. Πίστευε ότι, όντως, θα προσπαθούσαν να αποσπάσουν κάποιες πληροφορίες από την Ιωάννα, ασχέτως αν θα τα κατάφερναν.

«Ακόμα κι έτσι,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος. «Τι θα γίνει; Απλά…» ξεροκατάπιε, «θα την κάνουν να πονέσει. Δε θάχω ευκαιρία να τη σώσω… εκτός… Δεν ξέρω. Εκτός αν σκεφτώ κάτι.»

«Πρίγκιπά μου,» είπε ο Οδυσσέας, «λυπάμαι που θα το πω αυτό, αλλά πρέπει να έχετε κατά νου ότι οφείλετε να σκεφτείτε τον πόλεμο πρώτα.»

«Λες να μην το ξέρω;» Καταλάβαινε, όμως, πως ο Οδυσσέας μιλούσε έτσι μονάχα επειδή ενδιαφερόταν για την Απολλώνια και την Επανάσταση, και για κανέναν άλλο λόγο. Κι εκείνος αγαπούσε την Ιωάννα – αν και όχι όπως εγώ. «Αυτός ο πόλεμος θα συνεχιστεί κανονικά, Οδυσσέα. Όπως είχαμε εξαρχής σχεδιάσει. Δεν θα κάνουμε πίσω. Τώρα, οι άνθρωποι της Παντοκράτειρας θα φύγουν μια και καλή από τη διάστασή μας, και δεν θα επιστρέψουν ποτέ ξανά.» Πρέπει, όμως, κάπως να τη βοηθήσω. Πώς;

Πώς;

3.

Ο Ανδρόνικος κάλεσε τον Σέλιρ’χοκ να έρθει κοντά σ’εκείνον και τον Οδυσσέα, και ο μάγος ήρθε και στάθηκε αντίκρυ τους.

«Κάθισε,» του πρότεινε ο Ανδρόνικος, και ο Σέλιρ’χοκ κάθισε σ’ένα σκαμνί μπροστά στη σκηνή του Πρίγκιπα, όπως ήταν καθισμένοι κι οι άλλοι δύο. «Θέλω να σε ρωτήσω το εξής: Αν έμπαινες στη Βολιρία, θα μπορούσες με τη μαγεία σου να εντοπίσεις πού βρίσκεται η Ιωάννα; Εννοώ, την ακριβή θέση της.»

«Η Βολιρία είναι μεγάλη πόλη, Πρίγκιπά μου,» αποκρίθηκε ο Σέλιρ’χοκ. «Δεν την έχω ποτέ επισκεφτεί αλλά, από τους χάρτες που έχω δει, νομίζω πως εκτείνεται περίπου δέκα χιλιόμετρα προς κάθε κατεύθυνση.»

«Σχεδόν,» συμφώνησε ο Ανδρόνικος νεύοντας.

«Το Ξόρκι Ανιχνεύσεως δεν λειτουργεί σε τόσο μεγάλες αποστάσεις. Ωστόσο, αν βάδιζα μέσα στην πόλη, ή αν κάποιο όχημα με μετέφερε μέσα σ’αυτήν, ενώ συγχρόνως έκανα το ξόρκι, τότε ναι, πιθανώς να εντόπιζα την Ιωάννα κάποια στιγμή, εκτός αν έχουν κάνει κάτι για να την κρύψουν.»

«Κάτι; Μαγεία, εννοείς;»

«Φυσικά.»

Ο Ανδρόνικος το σκέφτηκε. Κοίταξε τον Οδυσσέα. Εκείνος είπε: «Αν ο Σέλιρ καταφέρει να μπει στην πόλη, τότε σίγουρα θα προσπαθήσει. Με τέτοια, όμως, κατάσταση που επικρατεί τώρα, πώς θα μπει; Οι Παντοκρατορικοί δεν θα επιτρέπουν σε κανέναν ούτε να μπαίνει ούτε να βγαίνει από την πόλη. Τα μέτρα ασφαλείας θα είναι εξωφρενικά.»

Ο Σέλιρ’χοκ είπε: «Καλύτερα να μιλήσετε στην Άνμα γι’αυτό.»

«Το έχω σκεφτεί, Σέλιρ,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος. «Είχα σκεφτεί να στείλω τις Μαύρες Δράκαινες για να σώσουν την Ιωάννα, αλλά δεν ξέρω αν μπορώ να το ρισκάρω.»

«Οι ίδιες δεν θα δίσταζαν.»

«Αν αιχμαλωτιστούν, όμως… κι αν αιχμαλωτιστείς κι εσύ μαζί τους… τότε, θα σας χάσω όλους. Και σας χρειάζομαι. Η Επανάσταση σάς χρειάζεται.»

«Το όλο θέμα,» είπε ο Οδυσσέας, «είναι να περάσουν τα όρια της πόλης. Μετά, στους δρόμους, δεν θα έχουν πολλά να φοβηθούν. Μιλάμε πάντα για τις Μαύρες Δράκαινες.»

«Οι Παντοκρατορικοί, όμως, θα έχουν την Ιωάννα σε κάποιο μέρος που φυλάσσεται στενά. Κι αφού οι Μαύρες Δράκαινες την πάρουν από εκεί, θα πρέπει και να τη βγάλουν από την πόλη – πράγμα που αποκλείεται να είναι εύκολο. Επιπλέον, δεν ξέρουμε καν αν η Ιωάννα είναι στη Βολιρία· μπορεί ήδη να την έχουν μεταφέρει στη Ρελκάμνια ή κάπου αλλού.»

«Αν δεν προσπαθήσουμε, Πρίγκιπά μου,» είπε ο Σέλιρ’χοκ, «ποτέ δεν θα μάθουμε. Να ειδοποιήσω την Άνμα; Να της ζητήσω να φέρει και τις Μαύρες Δράκαινες για να το συζητήσετε με όλες τους;» Ο μάγος τράβηξε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό από τη ζώνη του.

Ο Ανδρόνικος ήταν διστακτικός. Θα πουν ότι είναι πρόθυμες να προσπαθήσουν. Το ήξερε ότι αυτό θα έλεγαν. Θα ήταν, όμως, σωστό να μπουν σε τέτοιο κίνδυνο; Για ένα μόνο άτομο; Ακόμα κι αν αυτό το άτομο ήταν η Ιωάννα; Ακόμα κι αν ο Ανδρόνικος ήθελε να κάνει τα αδύνατα δυνατά για να τη σώσει από τα χέρια της Παντοκράτειρας;

Ο Οδυσσέας άγγιξε τον ώμο του. «Ας δούμε τι έχουν να πουν, Πρίγκιπά μου.»

Ο Ανδρόνικος καθάρισε τον λαιμό του. «Είναι εδώ; Έχουν έρθει όλες από τη Γλαυκόπολη;»

«Στη Γλαυκόπολη δεν έχουν πλέον και πολλά να κάνουν. Και τις ξέρεις πώς είναι,» πρόσθεσε ο Οδυσσέας υπομειδιώντας: «βαριούνται εύκολα.»

4.

Ο Σέλιρ’χοκ τις κάλεσε και, μετά από λίγο, ήρθαν: οι δύο μάγισσες του τάγματος των Δρακαινών και οι δύο Μαύρες Δράκαινες: η Άνμα’ταρ – χρυσόδερμη και μαυρομάλλα, κοντοκουρεμένη – η Αριάδνη’ταρ – λευκόδερμη, μελαχρινή, με μακριά σγουρά μαλλιά – η Νικίτα – πορφυρόδερμη, με μακριά γαλανά μαλλιά δεμένα κότσο – η Αθηνά – με δέρμα μαύρο σαν τη βαθιά νύχτα και μαλλιά σαν τη φωτιά. Στέκονταν η μία πλάι στην άλλη, ντυμένες με τις μαύρες στολές τους, έχοντας τα όπλα τους θηκαρωμένα και κρεμασμένα επάνω τους.

Ο Ανδρόνικος τούς ζήτησε να καθίσουν, κι εκείνες κάθισαν μπροστά του, η Άνμα’ταρ και η Αθηνά επάνω σε πέτρες, οι άλλες δύο στο ανοιξιάτικο χορτάρι, οκλαδόν. Ο Πρίγκιπας της Επανάστασης τούς εξήγησε πώς είχε η κατάσταση και τι είχε στο μυαλό του. «Θα μπορούσατε να εισβάλετε στη Βολιρία;» τις ρώτησε. «Απαντήστε μου ειλικρινά. Θα το θεωρούσατε εύκολο ή δύσκολο;»

«Δε μπορούμε να πούμε, Πρίγκιπά μου,» αποκρίθηκε η Αθηνά, «χωρίς περισσότερες πληροφορίες.»

«Σίγουρα, όμως, οι Παντοκρατορικοί θα φυλάνε καλά το μέρος,» πρόσθεσε η Αριάδνη’ταρ.

«Δεν ξέρουμε τίποτα για το πώς έχουν τοποθετημένες τις δυνάμεις τους στα όρια της πόλης,» είπε η Νικίτα. «Θα πρέπει πρώτα, τουλάχιστον, να στείλουμε ανιχνευτές, να τραβήξουν μερικές φωτογραφίες.»

Η Αριάδνη’ταρ ένευσε συμφωνώντας. «Αν και δεν είναι βέβαιο ότι αυτό θα είναι αρκετό για να κρίνουμε την κατάσταση. Ποτέ πριν δεν είχαμε πλησιάσει τόσο στη Βολιρία, Πρίγκιπά μου, σε αντίθεση με τη Νούμβρια. Τη Νούμβρια την πολιορκούσαμε για καιρό. Βρισκόμασταν απέναντί της. Ξέραμε πολλά για το πώς ήταν τοποθετημένες οι δυνάμεις της Παντοκράτειρας εκεί.»

«Είναι αλήθεια,» είπε ο Οδυσσέας. «Η Βολιρία είναι άγνωστη ενώ η Νούμβρια ήταν γνωστή.»

«Παίζει ρόλο αυτό,» τόνισε η Αθηνά.

Έχουν δίκιο, σκέφτηκε ο Ανδρόνικος. Τους προτείνω να πάνε σ’ένα άγνωστο μέρος. Ένα άγνωστο, αναμφίβολα άκρως επικίνδυνο μέρος. Δε θάπρεπε καν να το συζητάω.

Αλλά η Αθηνά, σαν να είχε διαβάσει τις σκέψεις του στο πρόσωπό του, πρόσθεσε: «Όμως δεν σημαίνει ότι αποκλείεται να καταφέρουμε να εισβάλουμε και να βρούμε την Ιωάννα.»

«Θα μπορούσαμε να το επιχειρήσουμε όταν θα έχουν ξεκινήσει οι επιθέσεις εναντίον της πόλης,» πρότεινε η Νικίτα. «Πότε σκοπεύετε να επιτεθείτε, Πρίγκιπά μου;»

«Αύριο. Δε θα είναι, όμως, επικίνδυνο να εισβάλετε ενώ γίνεται μάχη;»

«Σίγουρα. Αλλά όχι πιο επικίνδυνο από αν δεν γίνεται μάχη. Ίσως να είναι λιγότερο επικίνδυνο, μάλιστα, καθώς η προσοχή τους θα είναι στραμμένη αλλού.»

«Αυτό που λέει η Νικίτα είναι αλήθεια,» είπε η Αθηνά. «Ίσως να είναι ευκολότερο να εισβάλουμε μέσα στη μάχη.»

«Και πάλι, όμως, ο κίνδυνος θα είναι μεγάλος για εσάς…» Ο Ανδρόνικος ήταν σκεπτικός ξανά. Μπορεί να τις έστελνε εκεί και να χτυπιόνταν ακόμα κι από κάποια τυχαία ριπή, κάποια τυχαία έκρηξη. Σκέφτεσαι πολύ, θα του έλεγε η Ιωάννα. Το ήξερε πως αυτό θα του έλεγε.

«Είμαστε πρόθυμες να προσπαθήσουμε, Πρίγκιπά μου,» δήλωσε η Νικίτα. Και κοίταξε τις άλλες, οι οποίες κατένευσαν: η Αθηνά αμέσως· η Άνμα και η Αριάδνη με κάποιο δισταγμό.

«Δε θ’αφήσουμε την Ιωάννα στα χέρια τους,» είπε η Αθηνά.

Η Άνμα’ταρ κοίταξε ερωτηματικά τον Σέλιρ’χοκ. «Θα έρθω μαζί σας,» δήλωσε εκείνος. «Δε θα είναι η πρώτη φορά που διακινδυνεύω τη ζωή μου μέσα στην Επανάσταση.»

Ο Ανδρόνικος τότε, όμως, κούνησε το κεφάλι. «Όχι,» είπε. «Δε μπορώ να σας το ζητήσω αυτό. Θα ήταν βιαστικό, και το αποτέλεσμα αβέβαιο ούτως ή άλλως.» Μπορεί να την έχουν πάρει από τη Βολιρία. «Θα δούμε, πρώτα, πώς ακριβώς είναι τοποθετημένοι οι Παντοκρατορικοί στα όρια της πόλης και μετά θα δράσουμε.»

«Αυτό θα ήταν το καλύτερο, νομίζω, Πρίγκιπά μου,» είπε η Αριάδνη’ταρ, που πολλές φορές, είχε παρατηρήσει ο Ανδρόνικος, φαινόταν πιο λογική απ’τις άλλες.

Η Νικίτα τής έριξε ένα λοξό βλέμμα που του έμοιαζε λιγάκι υποτιμητικό, αλλά δεν μίλησε.

Η Αθηνά είπε, νεύοντας: «Ας γίνει έτσι.»

5.

Με την αυγή, εκατοντάδες Απολλώνια αεροσκάφη απογειώθηκαν από το Φρούριο του Σμαραγδένιου Βουνού κι από τις τριγυρινές βάσεις και πέταξαν προς τη Βολιρία. Για να επιτεθούν. Για να βομβαρδίσουν τις Παντοκρατορικές θέσεις στα δυτικά της.

Η Βολιρία, σύμφωνα με όσα ήξεραν οι Απολλώνιοι, δεν ήταν όπως η Νούμβρια – μια πόλη εγκαταλειμμένη, χωρίς πολίτες, με τα περισσότερα οικοδομήματά της μισοδιαλυμένα. Αντιθέτως, ήταν μια πόλη που λειτουργούσε κανονικά, αλλά υπό Παντοκρατορική κατοχή. Ήταν από τις πρώτες πόλεις που είχαν κατακτηθεί από τις δυνάμεις της Παντοκράτειρας όταν αυτές είχαν έρθει στην Απολλώνια – και οι Απολλώνιοι ποτέ δεν την είχαν ανακτήσει. Επομένως, η σημερινή αεροπορική επίθεση – αλλά και κάθε επόμενη επίθεση – θα έπρεπε να γίνει με προσοχή. Ο Βασιληάς και η Δούκισσα Ευδοκία της Χρυσόπολης είχαν προστάξει να μη χτυπηθούν τα οικοδομήματα της πόλης, παρά μονάχα αν υπήρχαν φανερά οπλικά συστήματα τοποθετημένα στις οροφές ή στα μπαλκόνια τους. Εκείνο που τα Απολλώνια μαχητικά έπρεπε να χτυπήσουν ήταν οι αμυντικοί μηχανισμοί των Παντοκρατορικών στα δυτικά όρια της πόλης.

Ο Προαιρέσιος πιλόταρε τον Γαλανό Αετό ανάμεσα στα υπόλοιπα αεροσκάφη, νιώθοντας το σώμα του και το μυαλό του σε υπερδιέγερση, ενθουσιασμένος με την πρόκληση που πρόσφερε η επίθεση στη Βολιρία.

Ήταν μόνος του, φυσικά. Η Βατράνια δεν ήταν μαζί του. Δε θα την έπαιρνε σε μια τέτοια αεροπορική επίθεση ακόμα κι αν η Άνμα’ταρ δεν του είχε ποτέ πει τίποτα. Όμως η Βατράνια δεν του είχε ζητήσει να την πάρει, ούτως ή άλλως. Δεν του μιλούσε καν πλέον. Την είχε δει μια-δυο φορές στο Απολλώνιο στρατόπεδο όπου ήταν κι ο Βασιληάς, αλλά εκείνη τον είχε αποφύγει. Επίτηδες, αναμφίβολα. Δε θάπρεπε να τόχει πάρει τόσο προσωπικά. Δεν το έκανα για να την προσβάλω. Είναι επικίνδυνα εδώ πέρα.

Ο Προαιρέσιος αντιλαμβανόταν τον κίνδυνο πλήρως. Αλλά του άρεσε. Τέτοιες ήταν οι στιγμές που μπορούσε να δοκιμάσει τον εαυτό του στο έπακρο ως πιλότος. Και δεν αμφέβαλλε για τις ικανότητές του.

Τα Απολλώνια σμήνη έφτασαν στα περίχωρα της Βολιρίας. Ο Προαιρέσιος είδε τους αμυντικούς πύργους των Παντοκρατορικών που ήταν στημένοι από τα βόρεια ώς τα νότια, γεμάτοι όπλα. Και μπροστά τους είδε άρματα μάχης, πεζούς, και ιππείς. Χιλιάδες. Ορδές λευκοντυμένων πολεμιστών της Παντοκράτειρας.

Η πρώτη κοντινή εικόνα του εχθρού. Οι ανιχνευτές του Απολλώνιου στρατεύματος δεν είχαν καταφέρει να πλησιάσουν και πολύ, γιατί και οι Παντοκρατορικοί είχαν δικούς τους μαχητές που περιφέρονταν στα δυτικά της πόλης και, μόλις ατένιζαν τους Απολλώνιους ανιχνευτές, αμέσως τους πυροβολούσαν.

«Προς όλα τα σκάφη,» άκουσε ο Προαιρέσιος τη φωνή της Σμηνάρχου Δομινίκης Λαοσσόης: «Χτυπήστε τα άρματα μάχης και, αμέσως μετά, τους πύργους. Επαναλαμβάνω: Χτυπήστε τα άρματα μάχης και, αμέσως μετά, τους πύργους!»

Ο Προαιρέσιος ήταν από τους ελάχιστους ανεξάρτητους πιλότους – ή, όπως τους έλεγαν στη στρατιωτική αργκό, πιλότους-μπαλαντέρ – δεν ήταν υποχρεωμένος ν’ακολουθήσει την εντολή της, ούτε το υπόλοιπο σμήνος. Ωστόσο, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν μπορούσε να φανταστεί τίποτα καλύτερο να κάνει.

Όπως και τα υπόλοιπα αεροσκάφη, έτσι και το δικό του βομβάρδισε τα άρματα μάχης των Παντοκρατορικών και μετά εξαπέλυσε ρουκέτες εναντίον των αμυντικών πύργων. Τα οπλικά συστήματα των πύργων αυτών είχαν, φυσικά, συγχρόνως μπει σε λειτουργία. Ένα ενεργειακό κανόνι γέμιζε τον ουρανό με μακριές φωτεινές λόγχες: ένα Απολλώνιο μαχητικό χτυπήθηκε στο φτερό, άσχημα. Πυροβόλα έβαλλαν συνεχόμενα, με διπλές και μονές κάννες, διαφόρων ειδών, όλα μακρινής εμβέλειας, ικανά να πετύχουν αεροσκάφη. Και αντιαεροπορικοί πύραυλοι ήρθαν πίσω από τους πύργους, από το εσωτερικό της πόλης, ξεπρόβαλαν πάνω από τις πολυκατοικίες, με τις ουρές τους να φλέγονται. Ο Προαιρέσιος είδε Απολλώνια μαχητικά να ανατινάζονται στον αέρα, τυλιγμένα σε λαίλαπες φωτιάς. Μερικοί πιλότοι πρόλαβαν να ανοίξουν τα αλεξίπτωτά τους και να ξεφύγουν από τον πύρινο θάνατο. Τα πυροβόλα, όμως, χτυπούσαν ακόμα και τους αλεξιπτωτιστές, σκοτώνοντάς τους στον αέρα ή διαλύοντας τα αλεξίπτωτά τους – πράγμα που είχε το ίδιο αποτέλεσμα σ’αυτό το ύψος.

Ο Προαιρέσιος απέφυγε μια ριπή από το ενεργειακό κανόνι και πέρασε πάνω από τις πολυκατοικίες της Βολιρίας.

Η φωνή της σμηνάρχου ακούστηκε από τον πομπό: «Στροφή και χτύπημα ξανά στους πύργους!»

Ο Προαιρέσιος δεν ακολούθησε τώρα τα υπόλοιπα αεροπλάνα. Πήγε προς τη μεριά απ’όπου φαινόταν να έρχονται οι πύραυλοι. Ένα κανόνι τον πυροβόλησε από την οροφή μιας πολυκατοικίας· δεν ήταν και πολύ μεγάλο, ούτε έμοιαζε επικίνδυνο, αλλά ο Προαιρέσιος το χτύπησε με τις ρουκέτες του Γαλανού Αετού, καταστρέφοντάς το – χωρίς να προκαλέσει σοβαρές ζημιές στην πολυκατοικία.

Οι δρόμοι της Βολιρίας ήταν έρημοι από κάτω του: ούτε μαχητές της Παντοκράτειρας δεν φαίνονταν: όλοι ήταν κρυμμένοι.

Και τότε, ο Προαιρέσιος είδε Παντοκρατορικά αεροσκάφη να έρχονται από τα βόρεια, από τον αερολιμένα της πόλης. Εκατοντάδες μαχητικά, και ένα πελώριο θωρηκτό αέρος που υψωνόταν με ισχυρούς προωθητήρες και έλικες. Άγρια αερομαχία θα επακολουθούσε· ήταν προφανές. Καλύτερα, επομένως, οι Παντοκρατορικοί να είχαν όσο το δυνατόν λιγότερα αντιαεροπορικά όπλα.

Ο Προαιρέσιος είχε καταλάβει τώρα από πού έρχονταν οι πύραυλοι. Διέκρινε τον πύργο επάνω στον οποίο βρισκόταν το επικίνδυνο οπλικό σύστημα. Ζύγωσε, επιταχύνοντας – κι εξαπέλυσε ρουκέτες.

Για να τις δει να προσκρούουν επάνω σε κάτι ημιαόρατο.

Μαγγανεία Αντιπυραυλικού Πεδίου!

Ο Προαιρέσιος προσπάθησε να ξεχωρίσει τα άκρα της: να δει πού άρχιζε η ελαφριά θολούρα στον αέρα και πού τελείωνε. Αλλά δεν είχε χρόνο. Δύο κανόνια τον πυροβολούσαν από έναν άλλο πύργο, και ένας πύραυλος εκτοξεύτηκε προς το μέρος του από τον πύργο που είχε στόχο.

Ο Γαλανός Αετός υψώθηκε απότομα. Ο πύραυλος τον ακολούθησε – ακολούθησε τη θερμότητά του.

Καριόληδες… σκέφτηκε ο Προαιρέσιος· μειδιώντας, όμως, διασκεδασμένος. Δε θα με φτάσετε!

Πήγε προς τα Παντοκρατορικά σμήνη που είχαν ήδη εμπλακεί σε αερομαχία με τα Απολλώνια. Πυροβόλησε ένα εχθρικό αεροπλάνο, χτυπώντας το στο φτερό. Ο Παντοκρατορικός πιλότος έκανε να γυρίσει για να επιτεθεί στον Προαιρέσιο· εκείνος πέρασε τον Γαλανό Αετό πάνω απ’το Παντοκρατορικό μαχητικό και τον έβαλε, αμέσως μετά, να βουτήξει. Πίσω του η έκρηξη ήταν δυνατή, καθώς ο πύραυλος που πριν από λίγο κυνηγούσε τον Προαιρέσιο διέλυε τον εχθρό του.

6.

Προτού η αερομαχία τελειώσει, τα βαριά άρματα μάχης των Απολλώνιων επιτέθηκαν στα δυτικά της Βολιρίας, σφυροκοπώντας τους Παντοκρατορικούς με ριπές μεγάλων κανονιών, ρουκετοβόλων, και ενεργειακών κανονιών. Οι Παντοκρατορικοί, αν και πρόσφατα χτυπημένοι από τα Απολλώνια αεροσκάφη, πάραυτα ανταπέδωσαν. Τα βαριά Απολλώνια άρματα αναγκάστηκαν να ανακόψουν την πορεία τους, για ν’αφήσουν τα πιο ελαφριά άρματα να έρθουν, τα οποία μπορούσαν να τρέχουν και να βάλλουν συγχρόνως, αποφεύγοντας τις εχθρικές ριπές και σπέρνοντας πανικό και θάνατο: χαμηλά τετράκυκλα με κιγκλιδωτή θωράκιση και πλατύστομα, κοντά κανόνια· τρίκυκλα με αλεξίσφαιρα γυάλινα σκέπαστρα και διπλά πυροβόλα που οι μουσούδες τους έμοιαζαν να έχουν αρπάξει φωτιά· δίκυκλα όπου ο ένας καβαλάρης οδηγούσε κι ο άλλος έριχνε με οπλοπολυβόλο ή τουφέκι μακρινής εμβέλειας.

Οι Παντοκρατορικοί έφεραν μπροστά τα μεγάλα, βαριά, θωρακισμένα άρματά τους για να διαλύσουν την έφοδο των ελαφριών Απολλώνιων αρμάτων: γίγαντες από σκληρά, ενισχυμένα μέταλλα, με πελώριους αγκαθωτούς τροχούς ή ερπύστριες, με ρουκετοβόλα, πυροβόλα, και πολυβόλα, ακόμα και ενεργειακά κανόνια. Τα ελαφριά Απολλώνια άρματα δεν μπορούσαν να καταστρέψουν τέτοια θηρία, ενώ πολλές φορές μία και μόνο ριπή των θηρίων αυτών ήταν ικανή να κάνει ένα από τα Απολλώνια οχήματα κομμάτια.

Οι Ιππότες της Απολλώνιας ξεπρόβαλαν μέσα από τη σκόνη και τις φωτιές, καλπάζοντας ξέφρενα επάνω στα δυνατά πολεμικά άτια τους. Θωρακισμένοι με ενεργειακά φορτισμένες αρματωσιές, ήταν σχεδόν άτρωτοι ενάντια σε ριπές μικρού διαμετρήματος· μονάχα τα κανόνια μπορούσαν να τους βλάψουν. Αλλά, με την ταχύτητα που έκαναν την έφοδό τους και με το σχηματισμό που είχαν, ήταν, μέσα στη θολούρα της μάχης, πολύ δύσκολο να τους πετύχουν. Με τις ενεργειακά φορτισμένες λόγχες τους κοκκινισμένες, έπεσαν πάνω στα Παντοκρατορικά θωρηκτά σαν να έπεφταν πάνω σε μυθικά τέρατα από μέταλλο και γρανάζια: και δυνατές εκρήξεις ακολούθησαν καθώς οι λόγχες των Ιπποτών διαλύονταν με τη σύγκρουση κι εκείνοι αμέσως έκαναν στροφή για να φύγουν. Πελώριες τρύπες άνοιξαν επάνω στα άρματα μάχης των Παντοκρατορικών, ενώ πολλά διαλύθηκαν ολοσχερώς, ή οι τροχοί τους τινάχτηκαν από δω κι από κει, ή οι ερπύστριές τους κόπηκαν και μπλόκαραν. Ουρλιαχτά, κραυγές, και εκρήξεις αντηχούσαν παντού.

Οι Ιππότες της Απολλώνιας κάλπαζαν τώρα προς τους συμμάχους τους ενώ δέχονταν πυρά από τους Παντοκρατορικούς. Ορισμένοι, αναπόφευκτα, έπεσαν, από εκρήξεις ρουκετών κι από βολές μεγάλων κανονιών. Αλλά αυτό ήταν αναμενόμενο από τους Απολλώνιους.

Οι Παντοκρατορικοί, όμως, τους επιφύλασσαν μια έκπληξη.

Ανάμεσα από τα άρματα μάχης των δυνάμεων της Παντοκράτειρας το έδαφος φάνηκε να σπάει καθώς φως το έσκιζε: φως και φωτιά. Λαμπερές ουρές διέγραφαν ρυάκια, ρημάζοντας τη γη, καταδιώκοντας τους Ιππότες της Απολλώνιας – τινάζοντάς τους στον αέρα μόλις τους συναντούσαν, όχι έναν-έναν αλλά πολλούς μαζί.

Ο Οδυσσέας, βρισκόμενος μέσα στο Μεταβλητό Αυτοσυντηρούμενο Όχημα μαζί με τον Ανδρόνικο, κοίταζε με τα κιάλια του. «Ενεργειακές τορπίλες ξηράς, Πρίγκιπά μου!» είπε.

«Φωτιές του Μαύρου Νάρζουλ…» καταράστηκε ο Ανδρόνικος κάτω απ’την ανάσα του.

Το Αυτοσυντηρούμενο Όχημα είχε τώρα μορφή μεγάλου τροχοφόρου και ήταν σταθμευμένο επάνω σ’ένα ύψωμα απ’όπου φαινόταν καθαρά το πεδίο της μάχης. Ο Ανδρόνικος, παρότι δεν κρατούσε κιάλια όπως ο Οδυσσέας, μπορούσε να δει την καταστροφή που έσπερναν οι λάμψεις οι οποίες έμοιαζαν να τρέχουν σαν λαμπερά φίδια επάνω στη γη, αφήνοντας πίσω τους σκοτεινά χαντάκια. Οι Ιππότες της Απολλώνιας είχαν δεχτεί άσχημο πλήγμα.

Αλλά οι επιθέσεις του Απολλώνιου στρατεύματος συνεχίστηκαν. Τα ελαφριά άρματα μάχης, περνώντας μέσα από τις καταστροφές και τη θολούρα, επιτέθηκαν στους Παντοκρατορικούς, ακολουθούμενα από τους ιππείς, και μετά, από τα βαριά άρματα και το πεζικό. Οι δυνάμεις της Παντοκράτειρας αναγκάστηκαν να αποκριθούν με παρόμοιο τρόπο. Δύο γιγάντιοι στρατοί συγκρούστηκαν στα περίχωρα της Βολιρίας, τραντάζοντας το έδαφος, ενώ στον ουρανό η αερομαχία πυρπολούσε τα πρωινά σύννεφα.

7.

«Τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος!» καταράστηκε ο Στρατηγός Ευγένιος Οξύτριχος, στεκόμενος στην οροφή του Κέντρου Ελέγχου των δυνάμεων της Παντοκράτειρας, περίπου στο κέντρο της Βολιρίας. Στα χέρια του κρατούσε ένα ζευγάρι κιάλια ενισχυμένα από μάγο, με Ξόρκι Οπτικής Ενισχύσεως, και αγνάντευε τη σύγκρουση που διεξαγόταν στα δυτικά. Έβλεπε πράγματα και λεπτομέρειες που, χωρίς μαγική βοήθεια, θα ήταν αδύνατο να διακρίνει μέσα στον χαλασμό που επικρατούσε.

«Ποτέ ξανά δεν είχε συμβεί αυτό!» γρύλισε. «Ποτέ ξανά… Είναι αποφασισμένοι, οι γαμημένοι Απολλώνιοι κι ο τρισκατάρατος Πρίγκιπάς τους!»

«Καλύτερα να μη στεκόμαστε, όμως, εδώ, Στρατηγέ,» είπε η Ταγματάρχης Τζηλ Μαλράβω, που βρισκόταν πλάι του. «Είμαστε εκτεθειμένοι.»

Ο Ευγένιος τη θεωρούσε δειλή ορισμένες φορές. Το Κέντρο Ελέγχου ήταν προστατευμένο από Μαγγανεία Αντιπυραυλικού Πεδίου· δεν μπορούσε να χτυπηθεί. Εκτός αν κάποιο από τα καταραμένα αεροσκάφη των Απολλώνιων γλιστρούσε μέσα στο πεδίο κι έφτανε σε απόσταση βολής. Αλλά δεν υπήρχαν και πολλές πιθανότητες να συμβεί αυτό, έτσι όπως τα Παντοκρατορικά αεροσκάφη είχαν γεμίσει τον ουρανό. Κι επιπλέον, οι Παντοκρατορικοί είχαν τόσα αμυντικά οπλικά συστήματα.

«Τι φοβάσαι, Ταγματάρχη; Νομίζεις ότι η κατάσταση δεν είναι υπό έλεγχο;»

«Δε φοβάμαι, Στρατηγέ, αλλά… καλύτερα να φυλαγόμαστε. Όπως λες κι εσύ, τέτοιο πράγμα δεν είχε ποτέ ξαν– Στρατηγέ!»

Ο Ευγένιος κατέβασε τα κιάλια του και είδε πως η Τζηλ έδειχνε ένα αεροπλάνο το οποίο ερχόταν καταπάνω τους. Καταπάνω στο Κέντρο Ελέγχου. Αυτός ο τρελός πιλότος είχε, κάπως, καταφέρει να προσπεράσει τα αμυντικά συστήματα!

8.

Ο Προαιρέσιος είδε τους δύο Παντοκρατορικούς – αξιωματικούς μάλλον – επάνω στον μεγάλο πύργο με τις ψηλές κεραίες ο οποίος πρέπει, σίγουρα, να ήταν κάποιο βασικό τηλεπικοινωνιακό κέντρο. Η μία αξιωματικός έδειχνε τον Γαλανό Αετό.

Ο Προαιρέσιος μειδίασε ψυχρά. Τώρα το καταλάβατε ότι δεν υπάρχει μέρος όπου δεν μπορεί να φτάσει ο Προαιρέσιος πιλοτάροντας; σκέφτηκε, καθώς εξαπέλυε ρουκέτες εναντίον τους – τις τελευταίες του Γαλανού Αετού.

Τους είδε να τρέχουν να βουτήξουν σε μια καταπακτή· είχαν ήδη αρχίσει να τρέχουν όταν εκείνος πάτησε τη σκανδάλη· μάλλον θα προλάβαιναν να τη σκαπουλάρουν οι καριόληδες.

Και το τετραπλό πυροβόλο που βρισκόταν παραδίπλα, ανάμεσα στις κεραίες, πυροβολούσε σαν μανιακό. Ο Προαιρέσιος, ενόσω έβλεπε την οροφή του τηλεπικοινωνιακού κέντρου να ανατινάζεται, κατάλαβε ότι το σκάφος του χτυπήθηκε. Γαμήσου! Κοίταξε τις ενδείξεις στην κονσόλα του ενώ συγχρόνως ελισσόταν για να στρίψει και ν’απομακρυνθεί, κάνοντας περίεργες μανούβρες στον αέρα προκειμένου να γίνει δύσκολος στόχος. Οι ενδείξεις τού έλεγαν ότι το χτύπημα δεν ήταν σοβαρό· δεν άναβε κανένα φωτάκι άμεσου κινδύνου.

Πέταξε βόρεια, πάνω από τις πολυκατοικίες. Ατένισε ένα πελώριο συγκρότημα οικοδομημάτων που μπορεί να ήταν μονάχα στρατώνας, και νόμιζε πως το αντιπυραυλικό πεδίο έφτανε ώς εκεί. Δεν είναι και μικρό. Οι Παντοκρατορικοί είχαν καλύψει ένα μεγάλο μέρος της κεντροδυτικής περιοχής της πόλης.

Δύο Παντοκρατορικά μαχητικά βρέθηκαν, ξαφνικά, πίσω του. Πυροβολώντας, εξαπέλυσαν ρουκέτες. Ο Προαιρέσιος απέφυγε τα πυρά και τις περισσότερες από τις ρουκέτες· μία, όμως, τον βρήκε στο δεξί φτερό. Στην κονσόλα του, κόκκινα μεγάλα γράμματα άρχισαν να αναβοσβήνουν: ΖΗΜΙΑ ΣΤΟ ΔΕΞΙ ΦΤΕΡΟ.

Αφού ακόμα πετάμε, θα τη σκαπουλάρουμε. Ο Προαιρέσιος βούτηξε προς τα κάτω· κι όπως το περίμενε τον ακολούθησαν· έστριψε γύρω από έναν ουρανοξύστη και υψώθηκε κατακόρυφα· έστριψε ξανά, απότομα, επικίνδυνα – ο Γαλανός Αετός παραλίγο να βγει από την πορεία του εξαιτίας του χτυπημένου φτερού. Αλλά ο Προαιρέσιος τώρα είχε βρεθεί σε καλή θέση: πυροβολώντας διέλυσε τις μηχανές του ενός Παντοκρατορικού μαχητικού, κι αυτό έπεσε ανάμεσα στις πολυκατοικίες προτού ο πιλότος του προλάβει να τιναχτεί έξω με αλεξίπτωτο.

Τότε, κάτι χτύπησε τον Γαλανό Αετό – κάποιο κανόνι, ίσως – και η κονσόλα έγραψε: ΖΗΜΙΑ ΣΤΗΝ ΟΥΡΑ με μεγάλα γράμματα που αναβόσβηναν. Το αεροπλάνο έπεφτε. Ο Προαιρέσιος προσπάθησε να το στρίψει προς τα δυτικά και να το ανεβάσει. Δρόμοι και οικοδομήματα περνούσαν από κάτω του, ενώ ο Γαλανός Αετός βουτούσε και υψωνόταν, βουτούσε και υψωνόταν – και μονάχα αυτό τον γλίτωνε από τα πυρά του Παντοκρατορικού μαχητικού πίσω του.

Μετά, όμως, άλλο ένα μαχητικό ήρθε από τα βόρεια, και μια ρουκέτα του χτύπησε τον Αετό στα πλευρά.

Ο Προαιρέσιος πάτησε αμέσως ένα κουμπί στην κονσόλα. Τα λουριά του καθίσματός του λύθηκαν αυτομάτως και τινάχτηκε έξω από το αεροσκάφος του καθώς η οροφή του πιλοτηρίου άνοιγε. Το αλεξίπτωτό του φούσκωσε από πάνω του. Είδε τα Παντοκρατορικά αεροπλάνα να τον προσπερνούν, αιφνιδιασμένα. Μετά, όμως, καθώς ο Προαιρέσιος πλησίαζε στο έδαφος, ριπές από ένα αεροσκάφος χτύπησαν το αλεξίπτωτό του.

Έπεσε απότομα.

Ήταν προετοιμασμένος γι’αυτό.

Τα πόδια του συνάντησαν τη γη, τα γόνατά του λύγισαν, και το σώμα του έκανε τούμπα. Παρ’όλ’αυτά αισθάνθηκε σαν ένα πελώριο πέτρινο ρόπαλο να τον είχε χτυπήσει. Ευτυχώς, όχι πολύ δυνατά.

Τραβώντας το σπαθί του έσκισε το αλεξίπτωτο που τον είχε σκεπάσει σαν κουβέρτα και κοίταξε έξω. Ένα αεροπλάνο φαινόταν στον ουρανό, πάνω από τις πολυκατοικίες. Ο Προαιρέσιος έλυσε το αλεξίπτωτο από το σώμα του κι έτρεξε μέσα σ’έναν μικρό δρόμο της Βολιρίας.

Καλύτερα να ξεφορτωνόταν γρήγορα τη στολή που τον αναγνώριζε ως Απολλώνιο πιλότο, γιατί εδώ μέσα μονάχα μία περίπτωση υπήρχε να τη βγάλει καθαρή: να αναμιχθεί με τους πολίτες.

9.

Οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν μέχρι το μεσημέρι, και μετά έπαψαν, αφήνοντας πίσω τους καπνό, φωτιά, και συντρίμμια. Και οι Απολλώνιοι και οι Παντοκρατορικοί είχαν συγκεντρώσει εκατοντάδες τραυματίες που είχαν ανάγκη από περίθαλψη. Η πρώτη επίθεση στη Βολιρία δεν ήταν μια ανώδυνη αψιμαχία· ήταν μια επώδυνη καταιγίδα φωτιάς και αίματος. Κανένας δεν φαινόταν να έχει αποκτήσει το πάνω χέρι, και κανένας δεν είχε βγει αλώβητος. Τα δυτικά άκρα της πόλης είχαν κατακρεουργηθεί από ξώφαλτσες ριπές και βολίδες που είχαν βρει λάθος στόχους. Οι πολυκατοικίες είχαν γεμίσει τρύπες, και ούτε ένα τζάμι δεν ήταν άσπαστο.

Ο Ανδρόνικος ήλπιζε, τουλάχιστον, να μη βρίσκονταν πολίτες εκεί μέσα. Αποκλείεται. Ακόμα κι οι Παντοκρατορικοί πρέπει να έστειλαν, εξαναγκαστικά, τους πάντες στο κέντρο της πόλης.

Μέχρι να πάρουμε τη Βολιρία, μου φαίνεται ότι θα καταντήσει σαν τη Νούμβρια… Μια μελαγχολική σκέψη.

Ο Ανδρόνικος κατέβασε τα κιάλια του. Είχε δει όσα χρειαζόταν να δει.

Στεκόταν δίπλα στο Μεταβλητό Αυτοσυντηρούμενο Όχημα, και πίσω του βρίσκονταν ο Οδυσσέας και διάφοροι αξιωματικοί. Ανάμεσά τους ήταν και η Δούκισσα Ευδοκία κι ο σύζυγός της ο Πολυκρίτης, καθώς επίσης και ο Βαλέριος κι ο Σέλιρ’χοκ.

Η Αθηνά ήρθε κοντά τους μ’έναν επίδεσμο τυλιγμένο γύρω απ’το αριστερό της μπράτσο. Το μαυρόδερμο πρόσωπό της ήταν γεμάτο στάχτη και καπνό. Ο ιδρώτας σχημάτιζε ευδιάκριτα ρυάκια επάνω του.

«Είσαι καλά;» τη ρώτησε ο Ανδρόνικος δείχνοντας με το βλέμμα του το τραύμα της.

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνη αδιάφορα. «Ένα θραύσμα από χειροβομβίδα με χτύπησε.» Και είπε: «Ο Προαιρέσιος, Πρίγκιπά μου. Δεν επέστρεψε.»

Ο Ανδρόνικος αναστέναξε. Όχι ξανά. Όχι όπως η Ιωάννα. «Ίσως να έχει αργήσει. Μπορεί να προσπαθεί να κάνει… κάτι.»

«Όλα τα σμήνη έχουν επιστρέψει, Πρίγκιπά μου. Και βλέπετε εσείς κανένα αεροσκάφος να πετά τώρα πάνω από τη Βολιρία;» Η Αθηνά έδειξε προς την πόλη που φαινόταν καθαρά κάτω από το ύψωμα, πίσω από τους καπνούς. «Εκτός απ’αυτά τα Παντοκρατορικά ελικόπτερα, φυσικά.» Ελικόπτερα που είχαν πάει να μαζέψουν τραυματίες.

«Είναι καλός πιλότος, Αθηνά· δεν θα έκανε κάτι ανόητο. Θ’απέφευγε τον κίνδυνο.» Ο Ανδρόνικος δεν ήθελε να πιστέψει ότι κι αυτός είχε χαθεί. Δεν ήταν η πρώτη φορά που έχανε συμμάχους – ανθρώπους που τους ήξερε χρόνια – αλλά κάθε φορά… κάθε φορά… οι ίδιες σκέψεις. Πρέπει να σταματήσεις να είσαι τόσο ιδεαλιστής, νόμισε πως άκουσε τη φωνή της Ιωάννας. Οι άνθρωποι σκοτώνονται, Ανδρόνικε. Αργά ή γρήγορα όλοι πεθαίνουν.

10.

Ο Στρατηγός Ευγένιος Οξύτριχος στεκόταν μπροστά στο τραπέζι κι άκουγε τις αναφορές των αξιωματικών του σχετικά με τις απώλειες σε ανθρώπινες ζωές και τις ζημιές στην πόλη, στα όπλα, στα άρματα, στα αεροσκάφη, στα οχυρωματικά έργα.

«Είναι η χειρότερη επίθεση που έχουμε δεχτεί από τους Απολλώνιους σε τούτα τα μέρη,» παρατήρησε. Κι εστίασε το βλέμμα του στον χάρτη που ήταν απλωμένος πάνω στο τραπέζι: τον χάρτη της Βολιρίας. Θέσεις ήταν σημειωμένες επάνω του, οι οποίες εύκολα εμφανίζονταν κι εξαφανίζονταν με την τεχνολογία του ευαίσθητου χαρτιού· το μόνο που χρειαζόταν ήταν η μια πλευρά του χάρτη να είναι συνδεδεμένη με την κονσόλα παραδίπλα. Ο Ευγένιος πάτησε τώρα μερικά πλήκτρα σ’αυτή την κονσόλα και δύο θέσεις κοκκίνισαν. Δύο αμυντικοί πύργοι που είχαν καταστραφεί, που τα οπλικά τους συστήματα είχαν διαλυθεί. Θα έπρεπε να επισκευαστούν, σύντομα, ή να αντικατασταθούν. Οι Απολλώνιοι δεν θα περίμεναν πολύ μέχρι την επόμενή τους επίθεση. Σύμφωνα μ’ό,τι του έλεγαν οι αξιωματικοί του, δεν είχαν πληγεί και τόσο άσχημα. Όχι χειρότερα από εμάς, τουλάχιστον. Ακόμα και οι ενεργειακές τορπίλες ξηράς δεν τους είχαν πτοήσει τόσο όσο ήλπιζε ο Ευγένιος. Και ξόδεψα τόσες ενεργειακές φιάλες γι’αυτό. Ας ελπίσουμε μόνο ότι δεν θα ξαναστείλουν τους καταραμένους Ιππότες τους. Αν και πολύ φοβόταν ότι θα το έκαναν. Θα σκέφτονταν: Θα είναι ο εχθρός μας πρόθυμος να ξαναξοδέψει τόση ενέργεια; Και θα είχαν δίκιο.

«Εντάξει, πηγαίνετε,» είπε ο Ευγένιος στους δύο τελευταίους αξιωματικούς, κι εκείνοι χαιρέτισαν στρατιωτικά και αποχώρησαν.

Η Τζηλ έμεινε, κι ο Ευγένιος τής είπε: «Πρέπει να διώξουμε τη Μαύρη Δράκαινα. Δεν τη θέλω εδώ.»

Η Τζηλ συνοφρυώθηκε. «Φοβάσαι ότι θα δραπετεύσει και θα μας κάνει δολιοφθορές;»

Ο Ευγένιος γέλασε ψυχρά. «Δεν είναι δυνατόν άνθρωπος να δραπετεύσει από εκεί που την έχουμε. Όμως είδες τι έγινε μ’αυτόν τον τρελό πιλότο. Είδες ώς πού έφτασε. Μπορεί κάτι παρόμοιο να συμβεί στο άμεσο μέλλον και, κάπως, η φυλακή της να χτυπηθεί, και τότε – τότε ίσως η Μαύρη Δράκαινα να δραπετεύσει.»

«Μα, αν έχει πληροφορίες να μας δώσει….» Η Τζηλ ήθελε να κρατήσει την Ιωάννα κι άλλο εδώ. Ήθελε να την κάνει να υποφέρει επειδή είχε προδώσει την Παντοκρατορία με τόσο απαίσιο τρόπο, πηγαίνοντας με το μέρος του Αρχιπροδότη. Ανέκαθεν ήταν απείθαρχη η Ιωάννα, νόμιζε η Τζηλ. Όλο απορίες για το ένα πράγμα και για το άλλο. Όλο αμφιβολίες. Παλιότερα, όταν οι δυο τους μιλούσαν, η Ιωάννα τής έλεγε διάφορα περίεργα. Ακόμα και τις μεθόδους του Παντοκρατορικού συστήματος αμφισβητούσε, σαν εκείνη να ήξερε καλύτερα. Εκείνη, που ήταν μονάχα μια δολοφόνος, που γνώριζε μόνο πώς να σκοτώνει, όπως αυτό το ίδιο το Παντοκρατορικό σύστημα την είχε εκπαιδεύσει. Και κοίτα ώς πού είχε φτάσει! Στην προδοσία. «Δε χρειάζεται να τη στείλουμε αμέσως στη Ρελκάμνια. Η Παντοκράτειρα δεν θα μας κατηγορήσει γι’αυτό.»

«Δεν έχει άλλες πληροφορίες να μας δώσει, Ταγματάρχη!» της είπε κοφτά ο Ευγένιος. «Τι να μας πει; Βλέπουμε ποιο είναι το σχέδιο του Αρχιπροδότη και μόνοι μας! Επίθεση και επίθεση και επίθεση – μέχρι να μας τσακίσει. Αυτό είναι το σχέδιό του· είναι καταφανές.

»Θα την ξαποστείλω στη Ρελκάμνια, προτού έχουμε καμια δυσάρεστη έκπληξη.»

«Μα, όπως είπες κι εσύ, εκεί που την έχουμε δεν πρόκειται να ξεφύγει!» διαμαρτυρήθηκε η Τζηλ. «Περίμενε λίγο. Άσε τη Βαλνάμνιρ’χοκ να τη σκαλίσει. Η μάγισσα έχει σπάσει κι άλλους αιχμαλώτους που ήταν δύσκολοι.»

«Όχι, όμως, Μαύρες Δράκαινες.»

«Δε βλάπτει να την αφήσουμε να προσπαθήσει. Εκτός αν πιστεύεις ότι μέσα στις επόμενες ώρες η Ιωάννα θα δραπετεύσει!»

Ο Ευγένιος το σκέφτηκε. Δε νόμιζε ότι η Μαύρη Δράκαινα είχε τίποτα σημαντικό να τους αποκαλύψει, και τώρα δεν ήταν ώρα για παιχνίδια· όμως συμφώνησε. Πράγματι, δεν έβλαπτε ν’άφηναν τη Βαλνάμνιρ’χοκ να κάνει μια προσπάθεια…

Ρελκάμνια

1.

Για να επικοινωνούν μαζί του, ο Κλαρκ τούς είχε πει να εκπέμπουν ένα σήμα από έναν τηλεπικοινωνιακό πομπό σε μια συγκεκριμένη συχνότητα (την οποία δεν χρησιμοποιούσαν παρά ελάχιστοι άλλοι, ανάμεσα στους οποίους δεν ήταν ούτε οι πράκτορες της Παντοκράτειρας ούτε του Ελκράσ’ναρχ). Αυτό όφειλαν να το κάνουν σε κάποια σημεία της Ρελκάμνια και μόνο, αν ήθελαν να έχει αποτέλεσμα. Μέσα σ’αυτά τα σημεία ήταν το διαμέρισμα της Ελίζας στον τριακοστό-δεύτερο όροφο της σαρανταώροφης πολυκατοικίας στο Κηπευτήριο, και το σπίτι του Σκοτ στο Σύμφυρμα. «Θα εκπέμπετε το σήμα σ’αυτή τη συχνότητα για τουλάχιστον μισή ώρα,» τους είχε πει ο Κλαρκ, «και μετά μπορείτε να φύγετε. Θα σας βρω εγώ και θα μιλήσουμε.» Δεν τους είχε εξηγήσει γιατί τα πράγματα έπρεπε να συμβαίνουν έτσι. Δεν τους είχε πει γιατί έπρεπε να εκπέμπουν το σήμα μόνο σ’αυτά τα συγκεκριμένα σημεία της Ρελκάμνια, ούτε γιατί έπρεπε να το εκπέμπουν για τουλάχιστον μισή ώρα. Ούτε είχε αναφέρει πώς εκείνος, μετά, θα τους έβρισκε αφού θα είχαν φύγει από εκεί. Τότε, όμως, που τους είχε μιλήσει δεν του είχαν κάνει ερωτήσεις, και τώρα όφειλαν να ακολουθήσουν τις οδηγίες του όπως ήταν, ακόμα κι αν έμοιαζαν λιγάκι περίεργες – αν όχι παράλογες.

Η Ελίζα υπέθετε ότι ίσως ο Κλαρκ να φοβόταν πως μπορεί να τον πρόδιδαν, γι’αυτό είχε προτείνει τέτοιου είδους επικοινωνία. Και δεν είχε άδικο να τους υποπτεύεται. Η ίδια η Ελίζα δεν ήξερε πώς θα αντιδρούσε αν οι πράκτορες των Υπερασπιστών τούς καταλάβαιναν και τους… τους έκαναν ό,τι μπορούσαν να τους κάνουν – και δεν ήθελε να σκέφτεται τι μπορεί να ήταν αυτό. Ίσως να πρόδιδα τον Κλαρκ, σε μια τέτοια περίπτωση. Το πιθανότερο, βασικά, είναι να τον πρόδιδα. Εδώ είχε φτάσει στα πρόθυρα να τον προδώσει από την αρχή, όταν το μυαλό της είχε γεμίσει από δυσάρεστες, τρομαχτικές σκέψεις σχετικά με τους Υπερασπιστές της Παντοκράτειρας και τη δύναμη που διέθεταν. Είχε φοβηθεί ότι αποκλείεται, αποκλείεται, ποτέ να τους κορόιδευαν. Σίγουρα εκείνοι θα τα καταλάβαιναν όλα αμέσως, θα καταλάβαιναν ότι ο Σκοτ και η Ελίζα τούς είχαν προδώσει, και θα τους τιμωρούσαν.

Τώρα, καθώς σκεφτόταν αναδρομικά την αντίδρασή της, η Ελίζα αισθανόταν άσχημα. Είχε πανικοβληθεί αχρείαστα, και είχε φερθεί σκατά στον Σκοτ. Είμαι τόσο μαλακισμένη, ορισμένες φορές… Αν είχε κάνει το λάθος να ειδοποιήσει τότε τους Υπερασπιστές, αυτό θα ήταν το τέλος και εκείνης και του Σκοτ. Ευτυχώς, είχε έρθει στα συγκαλά της την τελευταία στιγμή. Δεν ήξερε τι ακριβώς ήταν εκείνο που την είχε συνεφέρει. Ο Σκοτ, ίσως… Ή ίσως να είχε φοβηθεί περισσότερο το βέβαιο από το πιθανό, και είχε αποφασίσει πως καλύτερα το ρίσκο παρά η σίγουρη τιμωρία.

Κι όπως είχε αποδειχτεί, οι Υπερασπιστές, μέχρι στιγμής, δεν είχαν καταλάβει τίποτα. Είχαν δεχτεί την ιστορία της Ελίζας και του Σκοτ, ότι είχαν τραυματιστεί στην Κεντρική Αγορά του Συμφύρματος και είχαν φύγει. Οριακά τα καταφέραμε, αλλά τα καταφέραμε.

Η Ελίζα βρισκόταν τώρα στο Πλευρό, την εργατική συνοικία κοντά στις ακτές της Μεγάλης Θάλασσας και ανατολικά του Πλευροπόταμου ο οποίος ένωνε τη Μεγάλη Θάλασσα με τη Μικρή. Ήταν βράδυ και η Ελίζα δεν είχε υπηρεσία, και είχαν συμφωνήσει με τον Σκοτ ότι εκείνη θα πήγαινε να στείλει το σήμα. Η Ελίζα δεν είχε πρόβλημα μ’αυτό· την ανησυχούσε μονάχα ένα πράγμα: ότι ήταν η πρώτη φορά που καλούσαν τον Κλαρκ – και η αρχή είναι πάντα δύσκολη. Η Ελίζα δεν ήταν βέβαιη ότι κανένας πράκτορας δεν την παρακολουθούσε, ή δεν θα καταλάβαινε – κάπως – τι πήγαινε να κάνει: ή ότι, τουλάχιστον, πήγαινε να κάνει κάτι ύποπτο. Γι’αυτό κιόλας δεν είχε προτιμήσει να στείλουν το σήμα από το σπίτι της ή από το σπίτι του Σκοτ. Καλύτερα από ένα από τα άλλα μέρη που τους είχε πει ο Κλαρκ.

Πλησίασε το μπαρ που ονομαζόταν «Η Πράσινη Μαζορέτα» και είχε έξω από την είσοδό του μια ταμπέλα από την οποία προεξείχε η φωτεινή απεικόνιση μιας πρασινόδερμης κοπέλας με μακριά μαύρα μαλλιά η οποία στριφογύριζε επάνω στο ένα πόδι, κρατώντας ψηλά πάνω απ’το κεφάλι της, με τα δύο χέρια, ένα ραβδί. Η Ελίζα έσπρωξε την πόρτα και μπήκε στο μπαρ, με τη δυνατή μουσική να γεμίζει ξαφνικά τα αφτιά της και τη θερμότητα να γλιστρά μέσα στην καπαρντίνα της. Πλήρωσε τον άντρα της εισόδου και πήγε παραμέσα, ψάχνοντας να βρει θέση κάπου στα τραπεζάκια. Δεν είχε ξανάρθει ποτέ παλιότερα εδώ, και το μέρος είχε τώρα αρκετό κόσμο. Δύο γυναίκες χόρευαν επάνω στη σκηνή: η μία πρέπει να είχε φυσικό πράσινο δέρμα, η άλλη ήταν φανερά βαμμένη πράσινη. Ο πράσινος δερματικός χρωματισμός δεν ήταν και τόσο κοινός· ο ιδιοκτήτης μάλλον δεν μπορούσε να βρει και δεύτερη πρασινόδερμη χορεύτρια, οπότε είχε αποφασίσει να βάψει τη μία από τις δύο.

Η Ελίζα βρήκε, τελικά, ένα τραπέζι στις άκριες της αίθουσας και, βγάζοντας την καλοκαιρινή καπαρντίνα της, κάθισε. Ένας σερβιτόρος ήρθε να τη ρωτήσει τι θα έπαιρνε. Η Ελίζα παράγγειλε έναν Κρύο Ουρανό, κι όταν ο νεαρός απομακρύνθηκε, άνοιξε την τσάντα της και ενεργοποίησε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό μέσα, ο οποίος ήταν ήδη ρυθμισμένος στη συχνότητα που είχε πει ο Κλαρκ. Ο σερβιτόρος επέστρεψε μαζί με το ποτό της και ένα μικρό πιατάκι ξηρούς καρπούς. Επίσης, της άφησε έναν κατάλογο επάνω στο τραπέζι. «Σε περίπτωση που θέλετε και κάτι άλλο, κυρία,» είπε και έφυγε.

Η Ελίζα έπινε το ποτό της ήρεμα, παρατηρώντας τον κόσμο μέσα στο μπαρ. Δε νόμιζε ότι κανένας την παρακολουθούσε, αλλά, βέβαια, ποτέ δεν ξέρεις… Ήταν αγχωμένη, όφειλε να παραδεχτεί. Αισθανόταν ένα σφίξιμο εντός της. Όμως δεν το έδειχνε· ήταν βέβαιη πως φαινόταν άνετη στους εξωτερικούς παρατηρητές.

Όταν καμια ώρα πέρασε, η Ελίζα είχε πιει ακόμα ένα ποτό – μια Αφρισμένη Κυρά – και είχε καπνίσει, συνολικά, τρία τσιγάρα. Άνοιξε την τσάντα της και απενεργοποίησε τον πομπό. Φόρεσε την καπαρντίνα της και έφυγε από την Πράσινη Μπαλαρίνα, ενώ οι χορεύτριες, που πριν από λίγο είχαν κάνει διάλειμμα, επέστρεφαν πάλι στη σκηνή: και τώρα το δέρμα της βαμμένης φαινόταν πιο ρεαλιστικό.

2.

Επέστρεψε στο σπίτι της παίρνοντας κάμποσα μεταφορικά μέσα: ένα επιβατηγό πλοιάριο για να διασχίσει τον Πλευροπόταμο (κανένα τέταρτο της ώρας)· έναν σιδηρόδρομο, από τον Επιλογέα, για να φτάσει στην Πλωτή (περίπου μια ώρα)· μια βάρκα, στην Πλωτή, για να διασχίσει τα κανάλια της και να φτάσει στη νοτιοδυτική της άκρη (δυόμισι ώρες)· και το ελικόπτερο ενός αερομεταφορέα, από εκεί, για να φτάσει στην πολυκατοικία της στο Κηπευτήριο (μία ώρα ακριβώς). Η απόσταση δεν ήταν μικρή. Κάπου τετρακόσια χιλιόμετρα, την υπολόγιζε η Ελίζα. Είχε χρειαστεί λιγότερο χρόνο για να πάει στο Πλευρό επειδή, τελειώνοντας την υπηρεσία της, δεν βρισκόταν και πολύ μακριά από εκεί. Τώρα, όμως, έφτασε στο σπίτι της μέσα στη βαθιά νύχτα, κι αισθανόταν ισοπεδωμένη. Έβγαλε τα παπούτσια της και τα περισσότερα ρούχα της και ξάπλωσε στον καναπέ.

Κάποια στιγμή, κάποιος σ’αυτή την καταραμένη διάσταση πρέπει να βρει έναν τρόπο για να μεταφέρεσαι στιγμιαία απ’το ένα σημείο στο άλλο, σκέφτηκε. Και μετά συνειδητοποίησε πως ούτε ο Κλαρκ δεν το είχε καταφέρει αυτό. Πρέπει, επομένως, να ήταν δύσκολο.

Υψώνοντας το δεξί της γόνατο, κοίταξε τον επίδεσμο στον μηρό της. Ξεκόλλησε την άκρη του επιδέσμου και τον ξετύλιξε, για να δει πώς ήταν το τραύμα που της είχε, τεχνητά, προκαλέσει ο Κλαρκ. Καλά έμοιαζε να πηγαίνει, αν και ήταν ακόμα εμφανές. Η Ελίζα τύλιξε πάλι τον επίδεσμο και κόλλησε το αυτοκόλλητο.

Άπλωσε το χέρι της κι έπιασε τον τηλεπικοινωνιακό δίαυλο που δεν ήταν μακριά. Πάτησε ένα πλήκτρο και κάλεσε τον Σκοτ.

«Ναι;» ακούστηκε η φωνή του, μετά από λίγο.

«Κοιμάσαι;»

«Περίπου. Όλα καλά;»

«Ναι. Θες νάρθεις από δω;»

«Είσαι σπίτι σου;»

«Ναι.»

«Γιατί δεν ήρθες σπίτι μου μετά απ’τη βόλτα;» Της είχε δώσει κλειδί. Ακόμα κι αν εκείνος έλειπε, θα μπορούσε να μπει.

«Δεν το σκέφτηκα. Θα έρθεις; Δεν είναι τόσο μακριά.»

«Ναι.»

Η Ελίζα τού έστειλε ένα φιλί μέσα απ’το μικρόφωνο.

Το σπίτι του Σκοτ ήταν στο Σύμφυρμα: απόσταση γύρω στα διακόσια-πενήντα χιλιόμετρα μέχρι το σπίτι της Ελίζας στο Κηπευτήριο. Αλλά, στη Ρελκάμνια, ακόμα και μεγαλύτερες αποστάσεις θεωρούνταν να μην είναι και τόσο μακρινές.

Η Ελίζα, όμως, είχε αποκοιμηθεί όταν το κουδούνι του διαμερίσματός της χτύπησε ξυπνώντας την. Έτριψε τα μάτια της και σηκώθηκε.

«Εσύ είσαι;» ρώτησε πλησιάζοντάς την εξώπορτα.

«Ναι,» ακούστηκε η φωνή του από έξω.

Η Ελίζα τού άνοιξε και ο Σκοτ μπήκε. «Πρέπει νάχεις κοιμηθεί πιο λίγο από εμένα,» παρατήρησε.

«Ίσως,» του είπε, και πήγε πάλι να ξαπλώσει στον καναπέ.

Παρ’όλ’αυτά, σκέφτηκε ο Σκοτ κοιτάζοντάς την από πάνω ώς κάτω, εξακολουθείς να δείχνεις υπέροχη. Κάθισε στο πέρας του καναπέ κι έβαλε τα πόδια της στα γόνατά του, τρίβοντάς τα με τα χέρια του, πάνω από τις κοντές κάλτσες.

«Επικοινώνησες;» τη ρώτησε, χαμηλόφωνα, αναγκάζοντάς την σχεδόν να χρειαστεί να διαβάσει τα χείλη του.

Η Ελίζα κούνησε το κεφάλι επάνω στο μαξιλαράκι του καναπέ. «Όχι.»

Αναρωτιέμαι πού θ’αποφασίσει να μας συναντήσει, σκέφτηκε ο Σκοτ, βγάζοντας τα καλτσάκια της το ένα μετά το άλλο. Πιάνοντας σταθερά το ένα της πόδι, φίλησε το πέλμα.

Η Ελίζα γέλασε. «Σταμάτα! Γαργαλιέμαι!»

Ο Σκοτ κράτησε τα πόδια της γερά καθώς εκείνη προσπαθούσε να αποτραβηχτεί.

«Τι έκανες σήμερα;» τον ρώτησε η Ελίζα. «Όλα κανονικά;»

«Κανονικότατα. Απλώς κοίταζα. Ακόμα κι οι αφέντες μας καταλαβαίνουν πως όταν είμαι τραυματισμένος δεν μπορώ να κάνω πολύ περισσότερα.»

«Πονάς ακόμα;»

«Μέσα σε τέσσερις μέρες δεν γίνεται καλά ένα τραύμα από σφαίρα στα πλευρά,» είπε ο Σκοτ. Μπορεί να ήταν τεχνητό, από εκείνη τη συσκευή του Κλαρκ, αλλά σίγουρα δεν ήταν επιπόλαιο.

Η Ελίζα χασμουρήθηκε. «Θέλω να κοιμηθώ.»

Ο Σκοτ ένευσε. «Θα μείνω εδώ όσο κοιμάσαι.»

Η Ελίζα χαμογέλασε. Το ήξερε ότι αυτό θα της έλεγε. «Αλλά μη με γαργαλάς.»

«Το υπόσχομαι.» Ο Σκοτ σηκώθηκε για να βάλει κάτι να πιει. «Μπορεί κι εμένα να με πάρει ο ύπνος. Μη νομίζεις ότι έχω κοιμηθεί και πολύ.»

Η Ελίζα σύντομα κοιμήθηκε ξανά. Ο Σκοτ έμεινε ξύπνιος, καθισμένος στο πέρας του καναπέ, μ’ένα ποτήρι Κρύο Ουρανό στο χέρι και τα πόδια της Ελίζας στα γόνατά του. Αναρωτιόταν αν ο Κλαρκ θα ερχόταν να τους βρει εδώ μέσα. Θα ήταν, άραγε, τόσο ανόητος; Υπήρχε η πιθανότητα να παρακολουθούσαν το διαμέρισμα. Οι Υπερασπιστές είχαν φανεί να τους πιστεύουν, μετά απ’το επεισόδιο στην Κεντρική Αγορά του Συμφύρματος, αλλά τίποτα δεν ήταν βέβαιο…

Και τι παράδοξη μορφή επικοινωνίας ήταν αυτή που είχε επιλέξει ο μάγος! Γιατί μπορούσε να πιάσει τη συγκεκριμένη συχνότητα μόνο σε συγκεκριμένα μέρη της Ρελκάμνια; Είχε τίποτα κεραίες εκεί; Κεραίες που δεν έχει ανακαλύψει το δίκτυο των Υπερασπιστών;

Τον Σκοτ κόντευε να τον πάρει ο ύπνος, όταν άκουσε πίσω του κάποιον να καθαρίζει διακριτικά τον λαιμό του. Ξαφνιασμένος στράφηκε και είδε τον Κλαρκ να έχει βγει από την κουζίνα της Ελίζας.

Ήταν αυγή πλέον. Πρωινό φως γλιστρούσε ανάμεσα από τις γρίλιες.

«Τα μούσια του Κρόνου γαμώ,» μούγκρισε ο Σκοτ.

Ο Κλαρκ τού έκανε νόημα να τον ακολουθήσει, και ξαναμπήκε στην κουζίνα.

Ο Σκοτ γαργάλησε τα πόδια της Ελίζας. Εκείνη ξύπνησε χαμογελώντας. «Σου είπα–»

«Πάμε στην κουζίνα να φάμε τίποτα;» τη ρώτησε.

Η Ελίζα συνοφρυώθηκε. «Στην κουζίνα;»

«Στην κουζίνα,» είπε ο Σκοτ επιτηδευμένα.

Η Ελίζα κατάλαβε ότι δεν είχε το φαγητό στο μυαλό του. Σηκώθηκε απ’τον καναπέ και φόρεσε γρήγορα τα ρούχα της. Μπήκαν στην κουζίνα και βρήκαν εκεί μια ανοιχτή πόρτα. Μια πόρτα που δεν υπήρχε πριν. Μια πόρτα που, βάσει της αρχιτεκτονικής του διαμερίσματος, δεν μπορούσε να υπάρχει.

«Μάλιστα,» είπε η Ελίζα.

Πέρασαν το κατώφλι και η πόρτα έκλεισε πίσω τους καθώς βρέθηκαν μέσα σ’έναν μεταλλικό, γεωμετρικά τέλειο διάδρομο. Ο Κλαρκ στεκόταν αντίκρυ τους, και μαζί του ήταν ο Ελπιδοφόρος και οι δύο Πειθαρχικοί του Κενού.

«Ελπίζω να μην ήρθαμε πολύ πρωί,» είπε ο μάγος.

Η Ελίζα έτριψε μια τσίμπλα από το αριστερό της μάτι. «Δεν είναι κι αργά.»

«Εσείς μας καλέσατε,» της θύμισε ο Κλαρκ.

Η Ελίζα ένευσε. «Ναι,» χασμουρήθηκε.

«Λοιπόν;» ρώτησε ο Ελπιδοφόρος, ατενίζοντάς τους παρατηρητικά, με στενεμένα μάτια.

Περιμένει πιθανή προδοσία, σκέφτηκε ο Σκοτ – χωρίς να τον αδικεί. Κι εκείνος, άλλωστε, το ίδιο θα περίμενε.

«Μια απόπειρα δολοφονίας έγινε στον Ύψιστο Ναό του Κρόνου προχτές,» είπε η Ελίζα.

«Αντιπροχτές,» διόρθωσε ο Σκοτ.

«Σωστά· είμαστε στην επόμενη μέρα. Τέλος πάντων,» είπε η Ελίζα προς τον Κλαρκ, «δεν είναι ο ακριβής χρόνος που έχει σημασία.»

«Τι έχει σημασία;» ρώτησε ο μάγος.

«Το γεγονός, φυσικά. Οι αφέντες μας – ο Ελκράσ’ναρχ – είχαν βάλει στόχο έναν σύζυγο της Παντοκράτειρας. Τον Ορείχαλκο. Τον έχετε ακουστά;»

«Ο Σάρντλιος σύζυγός της.»

«Ακριβώς. Ήρθε εδώ, στη Ρελκάμνια, πριν από κάποιες ημέρες. Τώρα το μάθαμε εμείς οι δύο. Έφυγε από τη διάστασή του όταν αυτή αποστάτησε. Αλλά οι Υπερασπιστές δεν τον εμπιστεύονται.»

«Νομίζουν ότι είναι εδώ για να διαστρέψει το μυαλό της Παντοκράτειρας,» είπε ο Σκοτ, «κι έτσι προτιμούν να τον σκοτώσουν. Οπότε, πρόσταξαν τη Τζένιφερ – τη Μαύρη Δράκαινα – να κάνει τη δουλειά τους–»

«Είναι μέσα στο δίκτυο των πρακτόρων του Ελκράσ’ναρχ;» ρώτησε ο Ελπιδοφόρος.

«Απ’όσο ξέρω, όχι. Όμως κάπως την έβαλαν να επιχειρήσει τη δολοφονία, ενώ ο Ορείχαλκος θα ήταν στον Ύψιστο Ναό του Κρόνου μαζί με την Αρχιέρεια.»

«Η Παντοκράτειρα, υποθέτω, δεν γνωρίζει γι’αυτό…»

«Φυσικά και όχι. Γι’αυτό ενημερωθήκαμε εμείς, βασικά – εμείς και άλλοι πράκτορες των Υπερασπιστών. Πρέπει να ξέρουμε τι έγινε, για να μη συμβεί κανένα λάθος. Μας πρόσταξαν να προστατέψουμε τη Τζένιφερ, η οποία παραλίγο να σκοτωθεί.»

«Να την προστατέψετε από ποιον; Από την Παντοκράτειρα;»

«Από τους πράκτορες που δεν ξέρουν την αλήθεια. Οι Υπερασπιστές δεν θέλουν να την ανακαλύψουν, δεν θέλουν να μαθευτεί ότι εκείνη ήταν που επιχείρησε να δολοφονήσει τον Ορείχαλκο. Ίσως να σκέφτονται να την ξαναχρησιμοποιήσουν.»

«Σίγουρο είναι αυτό,» είπε η Ελίζα. «Τώρα θα την εκβιάζουν. Τώρα θα είναι για πάντα δική τους, ακόμα κι αν μέχρι στιγμής δεν ήταν.»

Ο Σκοτ ένευσε, ενθυμούμενος πως κι εκείνος είχε μπλέξει με παρόμοιο τρόπο με τους Υπερασπιστές – ή τον Ελκράσ’ναρχ, όπως τον έλεγαν. «Ναι, μάλλον έτσι θα γίνει.»

«Ο Ορείχαλκος ήταν στον Ναό μόνος μαζί με την Αρχιέρεια;» ρώτησε ο Κλαρκ. «Η Παντοκράτειρα δεν ήταν εκεί;»

«Όχι, δεν ήταν,» είπε η Ελίζα.

«Η Παντοκράτειρα και η Αρχιέρεια του Κρόνου είναι προσωπικές φίλες, απ’ό,τι έχω καταλάβει,» εξήγησε ο Σκοτ. «Επρόκειτο για κάποιο ερωτικό παιχνίδι.»

«Και ο Ελκράσ’ναρχ,» είπε η Ελίζα, «σκέφτηκε να επωφεληθεί από την ευκαιρία. Δε μπορεί να σκοτώσει τον Ορείχαλκο όσο είναι κοντά στην Παντοκράτειρα γιατί η Παντοκράτειρα τον θεωρεί πως είναι ο αγαπημένος της σύζυγος.»

«Είναι αλήθεια,» ρώτησε ο Ελπιδοφόρος, «ότι ο Ορείχαλκος έχει έρθει εδώ για να τη διαφθείρει με κάποιον τρόπο;»

«Δεν ξέρουμε αν αληθεύει,» αποκρίθηκε η Ελίζα. «Οι αφέντες μας, όμως, το πιστεύουν.»

«Για να το πιστεύει ο Ελκράσ’ναρχ δεν μπορεί να είναι τελείως αβάσιμο,» είπε ο Κλαρκ.

Η Ελίζα ένευσε. «Αυτό σκεφτήκαμε κι εμείς. Και γι’αυτό νομίζουμε ότι ήταν σημαντικό να μάθετε τι έγινε.»

«Φυσικά και ήταν,» συμφώνησε ο Κλαρκ. «Σας ευχαριστούμε πολύ για τούτη την πληροφορία.»

«Αν είμαστε ζωντανοί ώς αύριο, έλα να μας το ξαναπείς αυτό,» του είπε ο Σκοτ.

Η Ελίζα ρίγησε και μόνο στη σκέψη ότι μπορεί να τους είχαν καταλάβει.

«Εδώ μέσα αποκλείεται κανένας να μας ακούει,» τους διαβεβαίωσε ο Κλαρκ. «Είμαστε σε άλλη διάσταση, ουσιαστικά.»

«Ό,τι πεις εσύ,» αποκρίθηκε ο Σκοτ, μορφάζοντας.

«Τι άλλα ξέρετε για τον Ορείχαλκο;»

«Λίγα πράγματα–»

«Μια στιγμή,» τον διέκοψε ο Ελπιδοφόρος. «Πώς ακριβώς έγινε η απόπειρα δολοφονίας; Πώς κατάφερε να γλιτώσει ο Ορείχαλκος από μια Μαύρη Δράκαινα; Και τι νομίζει τώρα η Παντοκράτειρα; Ποιος προσπάθησε να σκοτώσει τον σύζυγό της;»

«Εσύ, φυσικά, Ελπιδοφόρε,» αποκρίθηκε ο Σκοτ. «Ο Στίβεν Νέλκος και οι κακοποιοί που τον συντρέχουν.»

3.

Η Τζένιφερ ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι της, στα δωμάτιά της στο Παντοτινό Ανάκτορο, και κοίταζε το ταβάνι ενώ άκουγε Μεταμεσονύκτιες Διαδρομές, καπνίζοντας αργά με το αριστερό χέρι. Το δεξί ήταν σπασμένο και δεμένο για να φτιάξει το κόκαλο. Ακουμπούσε πάνω στην κοιλιά της.

Ο ήχος του κουδουνιού της εξώπορτας εισέβαλε στην επικράτεια της μουσικής που ερχόταν από τα ηχεία του δωματίου. Η Τζένιφερ αναστέναξε. Έπιασε το τηλεχειριστήριο πλάι της και, πατώντας ένα κουμπί, έκλεισε τη μουσική. Πατώντας ένα άλλο κουμπί, έκανε την οθόνη αντίκρυ της ν’ανάψει για να δει ποιος ήταν έξω. Ο Ρίμναλ’μορ. Με θυμήθηκε, σκέφτηκε, όχι και τόσο ευχαριστημένη.

Το τηλεχειριστήριο είχε μικρόφωνο στη μια άκρη. Η Τζένιφερ το έφερε κοντά στα χείλη της και, πατώντας ένα κουμπί, ρώτησε: «Τι θέλεις, μάγε;»

«Να σε δω, Τζένιφερ. Να μπω;» ήρθε η φωνή του από την άλλη άκρη του τηλεχειριστηρίου η οποία διέθετε μεγάφωνο.

«Μπες.» Η Τζένιφερ πάτησε, επάνω στο τηλεχειριστήριο, το κουμπί που άνοιγε αυτόματα την εξώπορτά της. «Και κλείσε καθώς μπαίνεις.»

Τον είδε, από την οθόνη, να περνά το κατώφλι κι όπως του είχε ζητήσει να κλείνει πίσω του. Η Τζένιφερ έσβησε την οθόνη και τον περίμενε. «Στο υπνοδωμάτιο είμαι,» φώναξε.

Ο μάγος σύντομα ήταν κοντά της. Στεκόταν πλάι στο κρεβάτι της και την κοίταζε πίσω από τα γυαλιά του.

«Τι στο μυαλό του Σκοτοδαίμονος συνέβη;» ρώτησε δυσαρεστημένα.

Η Τζένιφερ τον αγριοκοίταξε. «Τι να συνέβη; Ο ώμος μου είναι σπασμένος, η κνήμη μου είναι σπασμένη, και είμαι γεμάτη μελανιές.»

«Εννοώ, γιατί δεν τον σκότωσες;» είπε απότομα ο Ρίμναλ’μορ.

«Δεν ενδιαφέρθηκες να με ρωτήσεις πιο πριν!»

«Θα έπρεπε να μου μιλάς καλύτερα, Μαύρη Δράκαινα! Μην ξεχνάς ότι είμαι Πρίγκιπας της Παντοκρατορίας.»

«Πρίγκιπας ή όχι, αν η Μεγαλειοτάτη μάθαινε ότι–»

«Θα με εκβιάσεις τώρα;»

Αν μπορούσα να σηκωθώ θα σε είχα σπάσει στο ξύλο! γρύλισε εσωτερικά η Τζένιφερ. «Αν δεν θέλεις τίποτα, φύγε από δω!»

«Δε φταίω εγώ γι’αυτό, Τζένιφερ,» της είπε δείχνοντάς την από πάνω ώς κάτω, με μια χειρονομία. «Απλά θέλω να μάθω τι έγινε.»

«Δε σου είπαν εκείνοι

«Μου είπαν μόνο ότι απέτυχες κι έπεσες από το πλάι της πυραμίδας. Η Μεγαλειοτάτη ξέρει ότι βρέθηκες σε κάποιο τροχαίο δυστύχημα.»

Η Τζένιφερ αναστέναξε. «Ήμουν κουρασμένη. Θα τον είχα σκοτώσει αλλά με πυροβόλησε στον ώμο. Κρατούσε πιστόλι. Το έβγαλε από ένα συρτάρι. Θα μπορούσε να με είχε σκοτώσει. Ήμουν κουρασμένη,» επανέλαβε. «Αλλά δίστασε να πυροβολήσει και δεύτερη φορά, έτσι πήδησα απ’το παράθυρο· τι άλλο να έκανα; Αν η πυραμίδα δεν ήταν… δεν ήταν πυραμίδα, θα είχα σκοτωθεί. Θα έπεφτα κατακόρυφα και θα είχα σκοτωθεί.»

«Μάλιστα…» είπε ο Ρίμναλ’μορ, σκεπτικά. «Και πού ακριβώς ήταν, τελικά, ο Ορείχαλκος;»

«Στα δωμάτια της Αρχιέρειας τούς βρήκα και τους δύο.»

«Δηλαδή, ήταν μέσα στον Ναό και πριν;»

«Ίσως,» είπε η Τζένιφερ. «Ή ίσως να είχαν βγει για λίγο και να επέστρεψαν. Πάντως, κακώς πήγα στο σπίτι της Ρία-Μία. Εξάντλησα τον εαυτό μου, και το αποτέλεσμα….» Μόρφασε δυσαρεστημένα, κοιτάζοντας τους επιδέσμους που ακινητοποιούσαν το χέρι και το πόδι της.

«Σε πόσο καιρό σού είπαν ότι θα είσαι καλά;»

«Σε κάνα μήνα,» απάντησε. Και συνέχισε: «Είχα λιποθυμήσει όταν έπεσα από την πυραμίδα, Ρίμναλ. Κάποιοι… κάποιοι άγνωστοι με βρήκαν, όμως. Με συνέφεραν… σ’ένα μέρος. Δεν ξέρω πού ήμουν. Αλλά, μετά, ήρθε ένας από τους Υπερασπιστές, με διαβεβαίωσε πως όλα ήταν εντάξει, πως η Παντοκράτειρα δεν θα μάθαινε τίποτα.»

Ο Ρίμναλ’μορ ένευσε. «Μην ανησυχείς γι’αυτό. Μέχρι χτες μου έλεγε πόσο τσαντισμένη ήταν με το ατύχημα που σου συνέβη. ‘Σαν κάτι να συνωμότησε να σκοτώσει τον Ορείχαλκο και τη Τζένιφερ μέσα σε μία νύχτα,’ έλεγε. Και νομίζει ότι κι εσένα επιχείρησε να σε δολοφονήσει ο Στίβεν Νέλκος, παρότι της έχουν πει πως δεν υπάρχει καμια ένδειξη ότι ήταν απόπειρα δολοφονίας. Σε θεωρεί φίλη της, Τζένιφερ. Δεν ήρθε να σε επισκεφτεί;»

«Ήρθε. Αλλά…»

«Ναι, ξέρω, η Μεγαλειοτάτη παίζει παράξενα παιχνίδια καμια φορά. Σου ξαναλέω, όμως: μην ανησυχείς· δεν έχει καταλάβει το παραμικρό για την αλήθεια. Και ούτε η Ρία-Μία ούτε ο Ορείχαλκος είδαν το πρόσωπό σου. Ο Ορείχαλκος, όμως, κατάλαβε ότι ήταν γυναίκα που προσπάθησε να τον σκοτώσει – αυτόν ή την Αρχιέρεια.»

«Δεν είναι σίγουρος ότι εκείνος ήταν ο στόχος;»

«Όχι. Έτσι λέει, τουλάχιστον.»

Θετικό αυτό, σκέφτηκε η Τζένιφερ.

«Γίνε καλά,» της είπε ο Ρίμναλ’μορ, «και ίσως να μας δοθεί η ευκαιρία να ξαναπροσπαθήσουμε.»

«Τι; Όχι, εγώ δεν…» Δε θέλω να μπλέξω με την Παντοκράτειρα.

«Οι Υπερασπιστές επιμένουν, Τζένιφερ. Είναι θέμα ασφάλειας της ίδιας της Παντοκρατορίας.»

Η Τζένιφερ έσμιξε τα χείλη της· δεν μίλησε.

«Και εγώ ανησυχώ για τη σύζυγό μου,» πρόσθεσε ο Ρίμναλ’μορ. «Αυτός ο Ορείχαλκος είναι καταφανώς επικίνδυνος μαζί της.»

Η Τζένιφερ έμεινε πάλι σιωπηλή.

«Λοιπόν,» είπε ο μάγος. «Πηγαίνω αλλά θα ξαναπεράσω. Θες να σου φέρω τίποτα όσο είμαι ακόμα εδώ;»

«Όχι, ευχαριστώ. Μη νομίζεις ότι δε μπορώ καθόλου να σηκωθώ απ’το κρεβάτι.»

«Το φανταζόμουν ότι θα μπορούσες, Μαύρη Δράκαινα.» Ο Ρίμναλ’μορ έβγαλε μια μικρή δερμάτινη θήκη από μια τσέπη του σακακιού του και την πέταξε προς το μέρος της.

Η Τζένιφερ την έπιασε στον αέρα με το αριστερό χέρι. «Τι ειν’ αυτό;»

«Κάτι για να περνάς την ώρα σου. Οι πλακέτες ταιριάζουν στο τηλεχειριστήριό σου.» Έριξε μια ματιά στη συσκευή πλάι της. «Τις έφτιαξα για σένα,» της είπε. Ύστερα, στράφηκε και έφυγε.

Η Τζένιφερ άνοιξε τη θήκη, τράβηξε μια από τις μικρές πλακέτες που ήταν μέσα, και την πέρασε στην ειδική θέση του τηλεχειριστηρίου. Το ύψωσε και πάτησε ένα κουμπί του. Στην οθόνη αντίκρυ της, σύντομα, παρουσιάστηκε ένα πεδίο μάχης κι ένα μεγάλο στόχαστρο. Πάνω-πάνω έγραφε: ΕΠΙΛΕΞΤΕ ΟΠΛΟ.

Η Τζένιφερ μειδίασε. Πάτησε ένα κουμπί και διάφορα όπλα παρουσιάστηκαν στην οθόνη. Δεν είναι και πολύ σωστά τα χαρακτηριστικά τους, παρατήρησε κοιτάζοντάς τα. Αλλά παιχνίδι ήταν. Επέλεξε ένα τουφέκι μέτριας εμβέλειας και ξεκίνησε να σκοτώνει εικονικούς αποστάτες που είχαν καταλάβει μια πόλη, προσπαθώντας να φτάσει στον αρχηγό τους. Χρησ