Το Όνειρο της Παντοκράτειρας

Η Πλοηγός και ο Δαίμονας,
Βιβλίο Πρώτο

Μια Ιστορία από το Θρυμματισμένο Σύμπαν

 

 

 

 

 

 

ΚΩΣΤΑΣ ΒΟΥΛΑΖΕΡΗΣ

 

 

 

 

 

© Κώστας Βουλαζέρης

http://www.fantastikosorizontas.gr/kostasvoulazeris

 

Για τα πνευματικά δικαιώματα αυτού του κειμένου ισχύουν οι όροι του Creative Commonshttp://creativecommons.org/licenses/by-nc-nd/3.0/gr/


Αυτό το βιβλίο είναι λογοτεχνικό. Όλα τα ονόματα, τα πρόσωπα, και οι καταστάσεις είναι φανταστικά ή χρησιμοποιούνται με φανταστικό, λογοτεχνικό τρόπο. Οποιαδήποτε ομοιότητα με αληθινά ονόματα, πρόσωπα, ή καταστάσεις είναι καθαρά συμπτωματική.

Διαβάστε περισσότερες ιστορίες από το Θρυμματισμένο Σύμπαν

 

Ένα Τρένο με Πολύχρωμες Γυναίκες
Ο Διαιρεμένος Θεός
Γάμος του Ήλιου και του Ανέμου
Οι Υπέρμαχοι του Γαλανού Φωτός
Ο Θάνατος του Ξενιστή
Ο Πόλεμος των Ξένων
Οι Φύλακες των Πάγων
Ο Θίασος των Θαυμαστών Θηρίων
Η Πόλη των Αγαλμάτων
Ο Απομονωμένος Κόσμος
Ο Βασιληάς, οι Νύφες, και η Μαύρη Δράκαινα
Το Τραγούδι της Ψυχής
Κρασί της Σεργήλης
Η Απειλή από τον Νεκρό Κόσμο
Οι Άνεμοι, το Μήνυμα, και ο Κώδικας

 

Δωρεάν στο www.fantastikosorizontas.gr/kostasvoulazeris/thrymmatismeno_sympan

Νόρχακ

1.

Η διαστασιακή δίοδος που οδηγούσε από την Αρβήντλια στη Νόρχακ ήταν μια τελείως ειδική περίπτωση, και άβολη για τα στρατεύματα της Παντοκράτειρας. Φτάνοντας σ’ένα νοτιοδυτικό μέρος της Αρβήντλια, στην περιοχή που οι γηγενείς ονόμαζαν Γιγάντων Τόπο, οι Παντοκρατορικοί έβλεπαν την αντανάκλασή τους σαν να κοίταζαν μέσα σε καθρέφτη· κι όταν πήγαιναν καταπάνω της, κατέληγαν – με κάποιον αλλόκοτο τρόπο – να επιστρέφουν στο σημείο απ’όπου είχαν ξεκινήσει. Όσοι τούς παρατηρούσαν, τους έβλεπαν να γίνονται ένα με την αντανάκλασή τους και μετά να έρχονται προς το μέρος τους.

Κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί, ή πώς, ακριβώς συνέβαινε αυτό. Ακόμα κι οι μάγοι του τάγματος των Ερευνητών ήταν μπερδεμένοι – αν και μελετούσαν το φαινόμενο με ενδιαφέρον.

Ο μόνος τρόπος για να περάσει κανείς από τούτο το μέρος ήταν ακολουθώντας δύο γραμμές στο έδαφος οι οποίες σχημάτιζαν ανάμεσά τους ένα μονοπάτι. Οι γραμμές αυτές ήταν χαραγμένες σαν να τις είχε λαξέψει το χέρι κάποιου συμπαντικού θεού, σαν να ήταν τμήμα του φυσικού τοπίου. Όταν κάποιος βάδιζε πάνω στο μονοπάτι που σχημάτιζαν, σε λίγο άφηνε πίσω του την Αρβήντλια και έφτανε στη Νόρχακ.

Το πρόβλημα ήταν ότι το μονοπάτι δεν ήταν αρκετά μεγάλο για να περάσει κανείς από εκεί μεγάλα άρματα μάχης, επομένως τα στρατεύματα της Παντοκράτειρας έπρεπε να περιορίζονται σε οχήματα μετρίου μεγέθους το πολύ. Τα άλλα μπορούσαν να τα κατασκευάσουν στη Νόρχακ.

Αλλά δεν είχαν καταφέρει ακόμα να εδραιωθούν εκεί. Μόλις περνούσαν τη διαστασιακή δίοδο, οι γηγενείς τούς επιτίθονταν με πυροβόλα όπλα. Η Επανάσταση τούς είχε οπλίσει. Ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος – ο Αρχιπροδότης – ένας πρώην σύζυγος της Παντοκράτειρας, είχε βάλει το χέρι του κι εδώ.

Η Νόρχακ ήταν μια καινούργια διάσταση. Τουλάχιστον, είχε πρόσφατα ανακαλυφθεί. Πιο πριν, έλεγαν, ήταν απομονωμένη· δεν είχε επαφή με το υπόλοιπο σύμπαν. Ο Πρίγκιπας Τάμπριελ – ένας άλλος σύζυγος της Παντοκράτειρας, επίσης προδότης – την είχε ανακαλύψει και, με κάποια μέθοδο, την είχε ανοίξει, φέρνοντάς την σε επαφή με το Γνωστό Σύμπαν.

Εκείνο που αναρωτιόνταν πολλοί – ειδικώς οι μάγοι του τάγματος των Ερευνητών – ήταν πώς ο Τάμπριελ είχε εξαρχής εντοπίσει τη Νόρχακ αφού ήταν απομονωμένη. Μια απομονωμένη διάσταση, εξ ορισμού, ήταν αδύνατον να βρεθεί – γι’αυτό κιόλας οι απομονωμένες διαστάσεις θεωρούνταν, κατά κύριο λόγο, υποθετικές. Μέχρι στιγμής. Ο Τάμπριελ δεν ήταν καν του τάγματος των Ερευνητών· ανήκε στο τάγμα των Δεσμοφυλάκων, και καταγόταν από τη Φεηνάρκια. Ήταν αδιανόητο ένας Δεσμοφύλακας να κατορθώσει κάτι τέτοιο.

Το είχε, όμως, κατορθώσει.

Και όχι μονάχα αυτό, αλλά στη Νόρχακ τον ονόμαζαν Μεγάλο Προφήτη, και ακουγόταν ότι είχε κάποιες «περίεργες δυνάμεις» – ό,τι κι αν σήμαινε τούτο.

Εκείνο, πάντως, που απασχολούσε περισσότερο τους Παντοκρατορικούς στρατιωτικούς ήταν η πολιτική επιρροή του Τάμπριελ επί της Νόρχακ, όχι το πώς ανακάλυψε και άνοιξε τη διάσταση, ούτε τι προφητικές δυνάμεις μπορεί να είχε. Το δεύτερο θέμα ήταν ακαδημαϊκό· το πρώτο, πρακτικό. Πρακτικότατο. Διότι ο Τάμπριελ δεν είχε στρέψει τους γηγενείς της Νόρχακ προς τη Συμπαντική Παντοκρατορία· τους είχε αφήσει ελεύθερους να κάνουν ό,τι ήθελαν, κι εκείνοι είχαν αρνηθεί να υποταχθούν στην Παντοκράτειρα. Είχαν συστρατευθεί με τον Αρχιπροδότη και την Επανάσταση.

Η Παντοκράτειρα ήταν έξαλλη. Ήθελε οπωσδήποτε να έχει τη Νόρχακ υπό την κυριαρχία της.

Γι’αυτό κιόλας το πρόβλημα της ισχυρής πολιτικής εξουσίας του Μεγάλου Προφήτη ήταν σημαντικό για τους στρατιωτικούς. Αν ο προδότης Τάμπριελ δεν έβγαινε από τη μέση, θα δυσκολεύονταν πολύ να κατακτήσουν τη Νόρχακ. Ίσως, δε, να μην κατόρθωναν καθόλου να την κατακτήσουν αλλά συνεχώς να συγκρούονταν στο πέρας της διαστασιακής διόδου από Αρβήντλια.

Οι Παντοκρατορικοί, τώρα, έκαναν ακόμα μία προσπάθεια. Στρατιώτες τους έβγαιναν από τη δίοδο, μαζί με οχήματα μάχης, και βρίσκονταν σε μια έρημο που θύμιζε τις ατέρμονες ερήμους της Αρβήντλια: μια ξεραΐλα από άμμο και πέτρα που απλωνόταν προς κάθε κατεύθυνση: ένα μέρος που, απ’ό,τι είχαν πληροφορηθεί, οι γηγενείς αποκαλούσαν Ερημιές του Τέλους του Κόσμου, ή η Μεγάλη Ερημιά.

Κοντά στο πέρας της διόδου, οι Νορχάκιοι είχαν πάντοτε πολεμιστές τους, καθώς και μερικά οχυρωματικά έργα. Δεν ήταν όλοι από μία εθνικότητα της διάστασής τους, αλλά από διάφορες· οι σημαίες, όμως, που κυμάτιζαν είχαν δύο εμβλήματα: το κεφάλι μιας βρυχούμενης τίγρης πάνω από δύο διασταυρωμένα ξίφη· και ένα στέμμα πάνω από ένα δωδεκάγωνο σμαράγδι. Το πρώτο σύμβολο ήταν του Βασιλείου Τάρσαζ (όπου, όπως έλεγαν οι πληροφορίες των Παντοκρατορικών, κατοικούσε ο Μεγάλος Προφήτης) και το δεύτερο σύμβολο ήταν του Βασιλείου Ώσρανοκ. Αυτά τα δύο βασίλεια έμοιαζαν να είναι οι ισχυρότερες πολιτικές δυνάμεις στη διάσταση.

Οι πολεμιστές που φρουρούσαν τη δίοδο αντέδρασαν με τον συνηθισμένο τους τρόπο στην εμφάνιση των Παντοκρατορικών. Τον τρόπο με τον οποίο αντιδρούσαν πάντα.

Τους πυροβόλησαν.

Οι Παντοκρατορικοί ανταπέδωσαν.

Το κροτάλισμα των όπλων και οι εκρήξεις αντήχησαν στην ερημιά, αναμιγμένα με τις κραυγές πολεμιστών και τον ήχο μηχανών.

Η Αλιζέτ βγήκε από την πίσω πόρτα ενός Παντοκρατορικού τετράκυκλου φορτηγού οχήματος, με το τουφέκι της στα χέρια. Αμέσως καλύφτηκε στο πλάι του τροχοφόρου και πυροβόλησε έναν από τους υπερασπιστές της διάστασης του οποίου το κεφάλι ίσα που διακρινόταν πίσω από τα οχυρωματικά έργα. Τον χτύπησε και είδε το αίμα του να πετάγεται, προτού ο άντρας χαθεί τελείως απ’το πεδίο όρασής της.

«Αλιζέτ,» της είπε ο Λοχαγός Φρανκ Νέρθηχ πλησιάζοντάς την από δίπλα. «Καλύτερα να πηγαίνεις όσο μπορούμε να τους κρατάμε απασχολημένους.»

«Μην ανησυχείς, Λοχαγέ,» αποκρίθηκε η Αλιζέτ ψύχραιμα, και στράφηκε να τον κοιτάξει. «Θα φύγω.» Πέρασε το τουφέκι της στον ώμο.

Τον τρόμαζε τον Φρανκ τούτη η γυναίκα. Έμοιαζε να έχει κάτι το αφύσικο επάνω της. Μπορεί να ήταν αυτά τα γκρίζα γυαλιστερά μάτια που θύμιζαν ψυχρό ατσάλι – τα μάτια φόνισσας. Από την άλλη, μπορεί και να ήταν η ιδέα του: το γεγονός ότι ο Φρανκ ήξερε πως η Αλιζέτ ήταν Μαύρη Δράκαινα – μια από τις τελευταίες που είχαν μείνει στο πλευρό της Παντοκράτειρας.

Ο λοχαγός ένευσε. «Πήγαινε,» είπε, επιτακτικά.

Η Αλιζέτ αγνόησε το άγχος του, ενώ πυροβολισμοί, εκρήξεις, και κραυγές αντηχούσαν από γύρω. Μπήκε στο φορτηγό και, μετά από λίγο, βγήκε καβαλώντας ένα κατάμαυρο δίκυκλο, όπου ήταν φορτωμένος ο λιγοστός εξοπλισμός της. Τράβηξε τα σκούρα γυαλιά της από το εσωτερικό της κάπας της και τα φόρεσε. Ύστερα έδεσε τα μακριά, λεία, μαύρα μαλλιά της κότσο πίσω απ’το κεφάλι της, διαδικαστικά, σαν να ετοιμαζόταν για επαγγελματική επίσκεψη. Οι σφριγηλοί μύες των χεριών της πάλλονταν κάτω από τα εφαρμοστά μανίκια της μελανής στολής της.

Ο Φρανκ κοίταζε μια αυτήν μια το πεδίο της μάχης.

«Πώς τη βλέπεις την κατάσταση, Λοχαγέ;» ρώτησε η Αλιζέτ, με κοφτή, ουδέτερη φωνή. «Έχω καλές πιθανότητες να περάσω;» Έμοιαζε να τον ειρωνεύεται.

Εκείνος απάντησε σοβαρά: «Μπορείς να φύγεις – πολύ γρήγορα – προς τα νότια.»

«Ωραία.» Η Αλιζέτ έκανε τη μηχανή του δίκυκλού της να μουγκρίσει σαν θηρίο που ανυπομονούσε να τρέξει. «Τίποτ’άλλο, Λοχαγέ;»

«Καλή τύχη, Μαύρη Δράκαινα. Κι ας είναι ο Κρόνος μαζί σου.»

Η Αλιζέτ γέλασε κοφτά. «Ο Κρόνος δεν είναι θεός αυτής της διάστασης, Λοχαγέ. Καλή τύχη σ’εσένα.»

Κι έφυγε από δίπλα του, επιταχύνοντας και βάζοντας το μαύρο δίκυκλό της να τρέξει με τη μέγιστη δυνατή ταχύτητα μέσα στην αυγή. Μια ώρα της ημέρας που επίτηδες είχαν επιλέξει οι Παντοκρατορικοί, επειδή θα είχαν τον ήλιο πίσω τους και, ως εκ τούτου, οι υπερασπιστές της διάστασης θα βρίσκονταν σε μειονεκτική θέση.

Δεν μπορείς να διακρίνεις καλά – ούτε να σημαδέψεις – κάποιον που έχει τον ήλιο πίσω του.

Η Αλιζέτ, τρέχοντας προς τα νότια, έφυγε από το πεδίο της μάχης χωρίς το παραμικρό πρόβλημα. Μονάχα σε μια στιγμή χρειάστηκε ν’αποφύγει μια έκρηξη· αλλά αυτό δεν ήταν δύσκολο για εκείνη.

2.

Η Αλιζέτ διέσχισε τις Ερημιές του Τέλους του Κόσμου προς τα νοτιοδυτικά. Ατελείωτες εκτάσεις με άμμο και πέτρες. Τίποτα ζωντανό δεν φαινόταν πουθενά. Μονάχα ο άνεμος ακουγόταν να σφυρίζει, και η μηχανή του δίκυκλού της να γρυλίζει.

Η μονοτονία του τοπίου ήταν τρομαχτική, ακόμα και για εκείνη.

Και δυστυχώς οι χάρτες που είχαν οι Παντοκρατορικοί ήταν γενικοί, στην καλύτερη περίπτωση. Εκεί όπου υπήρχε η Μεγάλη Ερημιά ήταν άδειοι. Δεν είχαν τίποτα. Όμως, βάσει λογικής, αν η Αλιζέτ ακολουθούσε σταθερά νοτιοδυτική πορεία, θα έφτανε στον ποταμό Κις-χαρ Ιχ, στις εκβολές του οποίου βρισκόταν η Καρκούμ – ο προορισμός της.

Οι υπολογισμοί της αποδείχτηκαν σωστοί. Μετά από τεσσερισήμισι ώρες γρήγορης οδήγησης επάνω σε άγονα εδάφη, βρέθηκε σε μια πεδιάδα με χαμηλό χόρτο και, έπειτα, στις όχθες ενός μεγάλου ποταμού. Αυτός, σκέφτηκε η Αλιζέτ σταματώντας το δίκυκλό της και βάζοντας το ένα της πόδι στη γη, πρέπει νάναι ο Κις-χαρ Ιχ.

Κατέβηκε από τη σέλα για να ξεπιαστεί και κοίταξε προς τα νότια. Δεν φαινόταν καμία πόλη· μονάχα ένας καταυλισμός, όπου η Αλιζέτ μπορούσε να διακρίνει και δύο ψηλά ζώα με πελώριους χαυλιόδοντες και προβοσκίδες. Οι ελέφαντες ετούτης της διάστασης έμοιαζαν πραγματικά άγριοι.

Η Καρκούμ, αναμφίβολα, ήταν παρακάτω. Εξάλλου, υποτίθεται πως βρισκόταν στις ακτές του Ανατολικού Πελάγους, κι από εδώ η Αλιζέτ δεν έβλεπε θάλασσα.

Ο καιρός ήταν γλυκός. Σίγουρα δεν έκανε κρύο, αλλά ούτε και πολλή ζέστη έκανε. Η Αλιζέτ έβγαλε τις μπότες της και βάδισε, για λίγο, ξυπόλυτη στα ρηχά του ποταμού, παρακολουθώντας τα ψάρια που φαίνονταν κάτω από την επιφάνειά του. Πιο πέρα, στα βαθιά, είδε κάτι άλλα, πολύ μεγαλύτερα ψάρια να πηδάνε πάνω από το νερό προτού ξαναβουτήξουν μέσα. Εντυπωσιακό θέαμα: ειδικά έτσι όπως κινούνταν, σε αγέλες.

Η Αλιζέτ, με μια γρήγορη κίνηση, άρπαξε ένα ψάρι από τα ρηχά όπου βάδιζε και το κράτησε ανάμεσα στα χέρια της καθώς εκείνο σπαρταρούσε. Το πήγε παραπέρα, του έβγαλε τα λέπια χρησιμοποιώντας ένα μαχαίρι, του άνοιξε την κοιλιά και το καθάρισε. Ύστερα, άναψε μια μικρή φωτιά και το έψησε.

Δεν ήταν άσχημο.

Όταν τελείωσε το φαγητό της και θεωρούσε ότι είχε ξεκουραστεί αρκετά, φόρεσε τις μπότες της, έσβησε τη φωτιά (και κάθε σημάδι της), και ανέβηκε στο δίκυκλο. Το ενεργοποίησε και κοίταξε τον μετρητή ενέργειας. 58%. Η ενεργειακή κατανάλωση φαινόταν φυσιολογική σε τούτη την καινούργια διάσταση. Όπως και στη Σεργήλη, πάνω-κάτω, την υπολόγιζε η Αλιζέτ. Πάντως, καμία σχέση με την Αρβήντλια, όπου η ενέργεια τελείωνε γρήγορα.

Ακολουθώντας τις όχθες του Κις-χρ Ιχ, ταξίδεψε νότια. Περνώντας δίπλα από τον καταυλισμό έριξε μια ματιά εκεί και είδε ανθρώπους που τις θύμιζαν νομάδες. Δεν τους έδωσε σημασία. Εκείνοι, όμως, αναμφίβολα την πρόσεξαν· την έδειξαν με τα χέρια τους. Μάλλον, δεν έβλεπαν πολλά ενεργειακά οχήματα εδώ. Προτού ο Προδότης ανοίξει ετούτη τη διάσταση, οι γηγενείς της δεν είχαν καθόλου ανεπτυγμένη τεχνολογία. Πολεμούσαν με σπαθιά και τόξα, και κινούνταν με κάρα που τα τραβούσαν ζώα. Και δεν έφταιγε κάτι στη φύση της διάστασής τους· απλώς δεν είχαν ανακαλύψει αυτά τα πράγματα. Κι ακόμα και τώρα, τέτοια μηχανήματα δεν ήταν και τόσο διαδεδομένα στη Νόρχακ, σύμφωνα με τις πληροφορίες που έφερναν οι κατάσκοποι της Παντοκράτειρας.

Σε λιγότερο από μία ώρα, η Αλιζέτ αντίκρισε τις ακτές μιας ανοιχτής θάλασσας – το Ανατολικό Πέλαγος, δίχως αμφιβολία – τις εκβολές του Κις-χαρ Ιχ, και μια πόλη που δεν μπορεί να ήταν άλλη από την Καρκούμ.

Ακριβώς όπως την περιέγραφαν οι αναφορές των κατασκόπων. Μια περιτειχισμένη πόλη, γύρω απ’την οποία απλώνονταν αρχαία ερείπια. Πάνω από τα τείχη της μπορούσε κανείς να διακρίνει ψηλά οικοδομήματα: πολυκατοικίες, ερειπωμένες όμως, έρημες, άδειες. Τα σκέλεθρα κάποιου προηγούμενου, αρχαιότερου πολιτισμού.

Η Αλιζέτ τις κοίταζε τώρα με τα κιάλια της, έχοντας σταματήσει το δίκυκλό της.

Οι αναφορές των κατασκόπων έλεγαν πως οι κάτοικοι της Καρκούμ έμεναν σε χαμηλά οικήματα χτισμένα γύρω από τις παλιές πολυκατοικίες. Ελάχιστοι κατοικούσαν μέσα σ’αυτές, και ήταν, συνήθως, πολύ φτωχοί για να μείνουν αλλού.

Το Κάστρο της Καρκούμ βρισκόταν επάνω σ’ένα ύψωμα, και η Αλιζέτ μπορούσε εύκολα να το διακρίνει. Εδώ κατοικούσε ο Άρχοντας της πόλης, ο Νίρναλωμ ο Μαυρομάτης: ένας πρώην πειρατής που έλεγαν ότι είχε μάτια κατάμαυρα, χωρίς καθόλου κόρη. Κι ετούτη δεν ήταν η μόνη παράξενη φήμη που κυκλοφορούσε γι’αυτόν.

Καρκούμ… σκέφτηκε η Αλιζέτ, κατεβάζοντας τα κιάλια της.

Ας μη μπούμε έτσι ώστε να τραβήξουμε την προσοχή κανενός κατασκόπου του «Μεγάλου Προφήτη»… Πήγε το δίκυκλό της σ’ένα σύδεντρο και το έκρυψε εκεί, μέσα στη βλάστηση, με τέτοιο τρόπο που έπρεπε νάχεις τη ματιά αετού για να το διακρίνεις από μακριά. Έπειτα, έβγαλε τη μελανή στολή της Μαύρης Δράκαινας και ντύθηκε με ρούχα φτιαγμένα σύμφωνα με τη μόδα της Νόρχακ.

Όταν ήταν έτοιμη, ξεκίνησε για την Καρκούμ.

3.

Η πόλη απλωνόταν κι από τις δύο όχθες του ποταμού, αν και από τη δυτική μεριά ήταν μεγαλύτερη. Το ίδιο ίσχυε και για τον ερειπιώνα που την περιτριγύριζε.

Η Αλιζέτ, έχοντας πλησιάσει από τα ανατολικά, βάδιζε ανάμεσα στα παλιά, μισογκρεμισμένα οικοδομήματα, πολλά από τα οποία ήταν σκέλεθρα πολυκατοικιών. Όχι όλα όμως. Και ορισμένα έμοιαζαν κατοικημένα. Σκιερές μορφές φαινόταν να σέρνονται μέσα τους.

Οι πληροφορίες που είχε έλεγαν ότι ο ερειπιώνας της Καρκούμ ήταν επικίνδυνος. Ο Άρχοντας της πόλης δεν πρόσφερε καμία προστασία εδώ· το μέρος ήταν ζούγκλα. Και περιφέρονταν άνθρωποι που έψαχναν για δούλους.

Μια γυναίκα που βάδιζε μόνη της ανάμεσα στα ερείπια, σίγουρα, δεν ήταν ασφαλής. Πολλά από τα μάτια που την παρατηρούσαν δεν ήταν φιλικά. Δεν ήταν καν ουδέτερα.

Η Αλιζέτ δεν εξεπλάγη όταν τέσσερις άνθρωποι παρουσιάστηκαν εμπρός της, σχηματίζοντας ημικύκλιο. Οι τρεις ήταν άντρες, η μία γυναίκα, ψηλή και γεροδεμένη. Οι δύο από τους άντρες είχαν δέρμα κατάμαυρο· ο άλλος άντρας και η γυναίκα είχαν δέρμα λευκό με απόχρωση του ροζ, όπως η Αλιζέτ. Οι δύο δερματικοί χρωματισμοί της Νόρχακ· δεν υπήρχαν γηγενείς διαφορετικού χρώματος σ’ετούτη τη διάσταση, σύμφωνα με τις πληροφορίες των κατασκόπων της Παντοκράτειρας.

«Τι έχουμ’ εδώ;» είπε ο ένας από τους μαυρόδερμους άντρες, χασκογελώντας καθώς ατένιζε την Αλιζέτ. Μιλούσε στην Οικουμενική, την κοινή γλώσσα της Νόρχακ· η Αλιζέτ είχε μάθει τα βασικά της προτού έρθει εδώ. Πολλοί από τους γηγενείς μιλούσαν και τη Συμπαντική, αφού τώρα πλέον βρίσκονταν κάμποσο καιρό σε επαφή με το υπόλοιπο σύμπαν· αλλά υπήρχαν ακόμα περισσότεροι που ήξεραν μόνο την Οικουμενική.

«Για έλα ήρεμα μαζί μας, όμορφη,» είπε ο λευκόδερμος άντρας, που ήταν μονόφθαλμος και είχε μακριά, γκρίζα μαλλιά. Κρατούσε ένα ξύλινο ρόπαλο.

Η Αλιζέτ δεν κινήθηκε απ’τη θέση της. Τους παρατηρούσε.

«Λες νάναι κουφή;» γέλασε ο μαυρόδερμος άντρας που είχε μιλήσει πρώτος, και ζύγωσε για να την αρπάξει απ’το μπράτσο με το ένα χέρι, ενώ στο άλλο του χέρι βαστούσε ένα μακρύ, πλατυλέπιδο μαχαίρι.

Η Αλιζέτ τον κλότσησε και τον κοπάνησε στη μύτη με το κάτω της παλάμης της. Ο άντρας σωριάστηκε, διπλωμένος και αιμόφυρτος.

Οι άλλοι, κραυγάζοντας σαν θηρία, της όρμησαν. Ο δεύτερος μαυρόδερμος περιέστρεφε μια αλυσίδα πάνω απ’το κεφάλι του, την οποία ανέμισε προς το μέρος της Αλιζέτ. Εκείνη έσκυψε αποφεύγοντάς την, την άρπαξε με το ένα χέρι, και, τραβώντας τον αντίπαλό της κοντά, τον κλότσησε άγρια στο γόνατο. Το κόκαλο έσπασε και ο μαυρόδερμος έπεσε ουρλιάζοντας.

Η μεγαλόσωμη γυναίκα έκανε να χτυπήσει την Αλιζέτ μ’ένα μακρύ ραβδί που επάνω του μεγάλα κόκαλα ήταν καρφωμένα. Η Μαύρη Δράκαινα απέφυγε το αλλόκοτο όπλο με τέτοιο τρόπο που αυτό χτύπησε τον άλλο της εχθρό – τον μονόφθαλμο λευκόδερμο άντρα – στο δεξί μπράτσο. Εκείνος κραύγασε, φτύνοντας βρισιές στην Οικουμενική γλώσσα τις οποίες η Αλιζέτ δεν κατάλαβε.

Η μεγαλόσωμη γυναίκα προσπάθησε πάλι να τη χτυπήσει· αλλά τώρα εκείνη είχε ήδη τραβήξει ένα ξιφίδιο από τη μπότα της και, εκτοξεύοντάς το, βρήκε την αντίπαλό της στον λαιμό, διαπερνώντας τον πέρα για πέρα.

Ο μονόφθαλμος έμεινε μόνος, αιμορραγώντας από το δεξί χέρι και βαστώντας ένα κοντό σπαθί.

«Φύγε,» του είπε η Αλιζέτ, πηγαίνοντας να τραβήξει το ξιφίδιό της από το λαιμό της μεγαλόσωμης γυναίκα, που σπαρταρούσε πεσμένη ανάσκελα.

Ο άντρας γύρισε και έτρεξε.

Η Αλιζέτ πάτησε στο στήθος της ετοιμοθάνατης με το μποτοφορεμένο πόδι της, τράβηξε το ξιφίδιο απ’το λαιμό της, και, με μια γρήγορη κίνηση, το ύψωσε και το εκτόξευσε.

Ο μονόφθαλμος σωριάστηκε με τη λεπίδα καρφωμένη στην αριστερή ωμοπλάτη.

Η Αλιζέτ τον πλησίασε, πήρε πίσω το όπλο της, το σκούπισε, και το θηκάρωσε στη μπότα της. Οι δύο μαυρόδερμοι, που βογκούσαν διπλωμένοι στο έδαφος, έκαναν τους μισολιπόθυμους ελπίζοντας ότι η Αλιζέτ δεν θα τους σκότωνε κι αυτούς.

Εκείνη βαριόταν ν’ασχοληθεί άλλο μαζί τους, έτσι έφυγε.

Στην πύλη της Καρκούμ, στο τέλος του ερειπιώνα, ένας φρουρός τής φώναξε «Ε, κυρία!» και ζύγωσε.

«Τι είναι;» ρώτησε η Αλιζέτ.

«Φέρνεις τίποτα να πουλήσεις;»

Η Αλιζέτ είχε μόνο έναν μικρό σάκο στον ώμο της. «Όχι,» είπε, ατενίζοντας σταθερά τον φρουρό.

«’Ντάξει. Πέρνα.» Της έκανε νόημα με το κεφάλι.

Η Αλιζέτ βάδισε στους δρόμους της Καρκούμ έχοντας την κουκούλα της κάπας της σηκωμένη, γιατί, διαφορετικά, ίσως οι κατάσκοποι του Προδότη να την αναγνώριζαν. Αναμφίβολα, ο «Μεγάλος Προφήτης» θα φοβόταν μήπως η Παντοκράτειρα στείλει κάποιον για να τον δολοφονήσει· και ποιος θα ήταν καλύτερος γι’αυτή τη δουλειά από μια Μαύρη Δράκαινα; Δεν ήταν όλες τους προδότριες… παρότι πλέον μονάχα δύο είχαν απομείνει που υπηρετούσαν την Παντοκράτειρα. Η Αλιζέτ θεωρούσε τον εαυτό της άψογο στη δουλειά της. Και όσοι την ήξεραν δεν την έλεγαν Σκοτεινή Βασίλισσα χωρίς καλό λόγο… Οι προδότριες δεν μπορούσαν να συγκριθούν μαζί της. Εξάλλου, η Παντοκράτειρα τις είχε τιμωρήσει επειδή ήταν ανίκανες να ανταποκριθούν στα καθήκοντά τους. Κι εκείνες, αντί να αποδεχτούν την τιμωρία τους, είχαν επαναστατήσει εναντίον της συμμαχώντας με τον Αρχιπροδότη…

Η Αλιζέτ, ακολουθώντας τις πληροφορίες που είχε, έφτασε τελικά στο πανδοχείο που άκουγε στο όνομα Τρύπιο Καλύβι. Παρά την ονομασία του, ήταν πιο καλοφτιαγμένο από τα περισσότερα οικήματα ετούτης της πόλης. Η Αλιζέτ έσπρωξε την εξώπορτα και μπήκε σε μια τραπεζαρία γεμάτη κόσμο, έντονες μυρωδιές (οι πιο πολλές όχι ευχάριστες), και καπνό. Δύο ημίγυμνες λευκόδερμες χορεύτριες λικνίζονταν επάνω σε τέσσερα ενωμένα τραπέζια.

Πού ήταν ο σύνδεσμός της;

Η Αλιζέτ τον είδε σ’ένα γωνιακό τραπεζάκι. Μαζί με μια μαυρόδερμη γυναίκα με πράσινα μαλλιά η οποία πρέπει να ήταν πόρνη. Η αμφίεσή της, τουλάχιστον, αυτό υποδήλωνε, όπως επίσης και το γεγονός ότι ήταν μισοξαπλωμένη επάνω στον κατάσκοπο, με το ένα της πόδι να τυλίγει τους μηρούς του και το ένα της χέρι γύρω από τη μέση του.

Ο κατάσκοπος, που το όνομά του ήταν Κάρβιελ, είχε μαύρο δέρμα και γαλανά μαλλιά. Καταγόταν από τη Φεηνάρκια, και είχε υπηρετήσει καλά την Παντοκρατορία για χρόνια. Τώρα, τον είχαν στείλει εδώ, στη Νόρχακ, για να παρατηρεί και να συγκεντρώνει πληροφορίες.

Καθώς πασπάτευε την πόρνη που ήταν απλωμένη επάνω του, κάπνιζε ένα μακρύ κοκάλινο τσιμπούκι. Στο τραπέζι μπροστά του υπήρχαν φαγητά και ποτά.

Η Αλιζέτ πλησίασε. Του έκανε ένα σημάδι με τα δάχτυλα του αριστερού της χεριού.

Τα μάτια του γυάλισαν. Ψιθύρισε κάτι στην πόρνη και, παραμερίζοντάς την, σηκώθηκε από το τραπέζι για να ζυγώσει την Αλιζέτ.

«Τι θέλεις;» τη ρώτησε.

Εκείνη δεν ήταν βέβαιη ότι την είχε αναγνωρίσει. «Μπορούμε να μιλήσουμε;»

«Έλα μαζί μου.»

Ο Κάρβιελ την οδήγησε στον δεύτερο όροφο του πανδοχείου, στο δωμάτιό του.

Η Αλιζέτ κατέβασε την κουκούλα της κάπας της, και είδε τα μάτια του να στενεύουν. Τώρα με αναγνώρισε, μάλλον. «Χρειάζομαι έναν τρόπο για να φτάσω γρήγορα και απαρατήρητη στη Φέντινκεχ,» του είπε.

Ο Κάρβιελ συνοφρυώθηκε. «Αποφάσισε η Μεγαλειοτάτη να τον δολοφονήσει;»

«Αυτό είναι δική της δουλειά. Μπορείς να κάνεις εκείνο που σου ζήτησα;»

«Θα πρέπει να πάρεις πλοίο. Δεν είναι δύσκολο. Μπορώ να το κανονίσω αν θέλεις. Εσύ είσαι μόνο, ή είναι και κανένας άλλος;»

«Εγώ μόνο. Αλλά έχω μαζί μου ένα δίκυκλο και κάποια όπλα.»

«Δίκυκλο, ε; Ενεργειακό; Δύσκολο να μεταφερθεί αυτό απαρατήρητο. Θα πρέπει να τ’αφήσεις πίσω.»

Η Αλιζέτ ένευσε. «Το φανταζόμουν.»

«Τα υπόλοιπα θα τα κανονίσουμε. Εύκολα. Εν τω μεταξύ, πρέπει να μείνεις ίσως κάποιες μέρες στο πανδοχείο.»

«Δεν υπάρχει πρόβλημα. Είναι καλό το φαγητό, τουλάχιστον;»

«Δεν έχει και καλύτερο σε τούτη την πόλη.»

4.

Μετά από τέσσερις ημέρες, η Αλιζέτ μπάρκαρε σ’ένα πλοίο που πήγαινε στο Βασίλειο Τάρσαζ. Μαζί της είχε όλα της τα όπλα αλλά όχι και το δίκυκλό της. Πράγμα που δεν την προβλημάτιζε – δε θα της χρειαζόταν για να ολοκληρώσει την αποστολή της.

Το πλοίο έπλευσε δυτικά, κατά μήκος των ακτών της Γης των Ταργκάφλι, όπως ονομάζονταν ετούτες οι περιοχές, οι οποίες ήταν, στο μεγαλύτερό τους μέρος, άγριες – γεμάτες ζούγκλες, ερημιές, χορταριασμένες πεδιάδες, και βαλτοτόπια: ένα ατίθασο, χαοτικό αμάλγαμα γεωγραφίας.

Ο άνεμος ήταν ευνοϊκός, και η Αλιζέτ έφτασε στη Φέντινκεχ, την πρωτεύουσα του Τάρσαζ, μετά από πέντε ημέρες, την αυγή της έκτης. Το πλοίο της είχε κάνει δύο στάσεις κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του: μία στη Μίερκαχ, στα ανατολικά σύνορα του βασιλείου, στις εκβολές του ποταμού Σάρηακ· και μία στην Κάρναλχ, στις εκβολές του ποταμού Νύραλοκ. Μετά, είχε ακολουθήσει τον ποταμό Νύραλοκ προς τα βόρεια και είχε, τελικά, αγκυροβολήσει στο λιμάνι της Φέντινκεχ, η οποία ήταν οικοδομημένη στις ανατολικές όχθες.

Η Αλιζέτ είχε χάρτη της πρωτεύουσας του Τάρσαζ παρότι οι κατάσκοποι της Παντοκράτειρας δεν φαινόταν να μπορούν να στεριώσουν εδώ. Το δίκτυο του Προδότη ήταν πολύ ισχυρό. Ορισμένες φήμες, μάλιστα, έλεγαν ότι ο Μεγάλος Προφήτης είχε, με κάποιον μυστηριώδη τρόπο, άμεση επαφή με τους κατασκόπους του: έβλεπε μέσα από τα μάτια τους και άκουγε μέσα από τ’αφτιά τους. Η Αλιζέτ υπέθετε ότι αυτές πιθανώς να ήταν προκαταλήψεις των ντόπιων· ωστόσο, όφειλε να είναι προσεχτική. Μια Μαύρη Δράκαινα πάντοτε ήταν προσεχτική.

Το πρώτο πράγμα που έκανε, φτάνοντας στη Φέντινκεχ, ήταν να κλείσει δωμάτιο στη Φωλιά της Καρδερίνας, ένα πανδοχείο στη Μεγάλη Αγορά. Μετά, βγήκε για να κάνει μια βόλτα στην πόλη, να δει αν όλα τα αξιοθέατα ήταν όπως τα έδειχνε ο χάρτης της και όπως τα είχαν αναφέρει οι κατάσκοποι της Παντοκράτειρας. Και, πράγματι, έτσι ήταν. Υπήρχαν δύο αγορές στη Φέντινκεχ, η Μεγάλη και η Μικρή (ή Λιμαναγορά)· υπήρχε, επίσης, η Αρένα (όπου γίνονταν διάφορα αγωνίσματα), η Μεγάλη Βιβλιοθήκη, η Πινακοθήκη, το Θέατρο των Φεγγαριών, ο Ναός του Μαράνχαλωμ, το Βασιλικό Παλάτι, και η Ακρόπολη.

Η Αλιζέτ έδωσε ιδιαίτερη σημασία στο παλάτι, γιατί εδώ διέμεναν η Βασίλισσα Παμράνεχ και ο Προδότης. Κι εδώ ήταν που θα έπρεπε να εισβάλει.

Την υπόλοιπη ημέρα, προετοιμαζόταν. Ανάμεσα σε άλλα, άκουσε και τις φήμες που κυκλοφορούσαν, για να μάθει μήπως ο Μεγάλος Προφήτης είχε φύγει. Απ’ό,τι πληροφορήθηκε, όμως, εδώ ήταν. Όταν νύχτωσε, επομένως, μπορούσε να ξεκινήσει. Έβγαλε τα ρούχα της μόδας των γηγενών και φόρεσε τη μελανή στολή της. Θηκάρωσε τα όπλα της επάνω της και, μέσα στο σκοτάδι, ζύγωσε το Βασιλικό Παλάτι.

Δεν το βρήκε δύσκολο να περάσει από τον κήπο και να εισβάλει στο εσωτερικό. Χρειάστηκε να σκοτώσει μονάχα έναν φρουρό: πράγμα το οποίο έκανε τελείως αθόρυβα, κλείνοντας το στόμα του άντρα με το ένα χέρι και σκίζοντάς του τον λαιμό με ένα ξιφίδιό της. Μετά, βάδισε, σιωπηλά, μέσα στις αίθουσες και τους διαδρόμους του παλατιού, αποφεύγοντας τους φύλακες. Τα υπνοδωμάτια, λογικά, θα ήταν στα επάνω πατώματα. Όταν ανέβαινε εκεί θα ακινητοποιούσε έναν φρουρό ή υπηρέτη και θα τον ανάγκαζε να της αποκαλύψει πού ακριβώς έμενε ο Μεγάλος Προφήτης.

Παράξενο, πάντως, ήταν το γεγονός ότι ο Προδότης φαινόταν νάναι τόσο αφύλαχτος. Η Αλιζέτ περίμενε πως θα συναντούσε μεγαλύτερη αντίσταση – και ήταν προετοιμασμένη κατάλληλα, φυσικά· μια Μαύρη Δράκαινα πάντα είναι προετοιμασμένη. Το πράγμα τώρα, όμως, της έμοιαζε πολύ εύκολο. Ύποπτα εύκολο. Ο Τάμπριελ ίσως να είχε στήσει κάποια παγίδα για τους επίδοξους δολοφόνους του. Ίσως να ήταν έτοιμος για την Αλιζέτ με τρόπο που εκείνη αδυνατούσε ακόμα να εντοπίσει. Επομένως, είχε τα μάτια της και τ’αφτιά της ανοιχτά. Ακόμα και τη μύτη της – πολλές φορές, μια οσμή προειδοποιούσε πριν από οτιδήποτε άλλο. Και τα πόδια της Αλιζέτ κινούνταν σαν τα πόδια γάτας, ντυμένα με μπότες από μαλακό δέρμα, μην κάνοντας τον παραμικρό θόρυβο.

Η Αλιζέτ ανέβηκε στα επάνω πατώματα του παλατιού. Είδε μια υπηρέτρια με την άκρια του ματιού της. Αμέσως κρύφτηκε στις σκιές μιας γωνίας. Η υπηρέτρια – μια κοπέλα με λευκό ροζ-δέρμα και ξανθά μαλλιά – πέρασε από δίπλα της ενώ χασμουριόταν. Η Αλιζέτ την άρπαξε και κλείνοντάς της το στόμα την τράβηξε μες στο σκοτάδι.

«Αν κάνεις πως φωνάζεις θα σε σκοτώσω,» της είπε, πιέζοντας την αιχμή του ξιφιδίου της κάτω από το αριστερό στήθος της κοπέλας.

Η υπηρέτρια δεν άργησε να της αποκαλύψει πού ήταν τα διαμερίσματα του Μεγάλου Προφήτη· οπότε η Αλιζέτ την αναισθητοποίησε μ’ένα γρήγορο χτύπημα στον αυχένα, την έδεσε και τη φίμωσε, και την άφησε στο σκοτάδι της γωνίας όπου την είχε τραβήξει.

Ανέβηκε μερικές σκάλες – που φωτίζονταν από μια μεγάλη ενεργειακή λάμπα (όχι κάτι το συνηθισμένο στη Νόρχακ ακόμα) – βάδισε κατά μήκος ενός μικρού διαδρόμου, έκανε να μπει σε μια αίθουσα–

Σταμάτησε, ξαφνιασμένη, στο κατώφλι.

Ένας άντρας στεκόταν μέσα στην αίθουσα, μπροστά σ’ένα παράθυρο, κοιτάζοντας κάτω, την πόλη της Φέντινκεχ. Η Αλιζέτ έβλεπε την πλάτη του. Ήταν ψηλός, με μαλλιά μακριά και λευκά, δεμένα κοτσίδα. Στο δεξί του χέρι βαστούσε ένα μακρύ ραβδί με μια ολοστρόγγυλη, πορφυρή σφαίρα στην κορυφή του. Το στέλεχός του ήταν μαύρο και διακοσμημένο με ασημένιους, λαξευτούς κρίκους.

Αυτός είναι!

Ο Τάμπριελ. Ο Προδότης. Ο Μεγάλος Προφήτης της Νόρχακ.

Είχε πέσει επάνω του. Τυχαία.

Προτού το χέρι της πάει στο πιστόλι στη ζώνη της, ο Τάμπριελ μίλησε:

«Καλησπέρα, Αλιζέτ,» είπε.

Παγίδα!

Η Αλιζέτ τράβηξε το πιστόλι της, τον σημάδεψε, καθώς εκείνος στρεφόταν για να την κοιτάξει με ψυχρά γκρίζα μάτια.

«Ήρθες να με σκοτώσεις;» ρώτησε ο Τάμπριελ. Το πορφυρόδερμο πρόσωπό του δεν αποκάλυπτε τίποτα: ούτε ικανοποίηση επειδή η Αλιζέτ είχε πέσει στην παγίδα του, ούτε φόβο επειδή τον σημάδευε με το πιστόλι της, ούτε διασκέδαση επειδή είχε κάνει κάποιο αστείο κατά τη γνώμη του.

Η Αλιζέτ, ενώ εξακολουθούσε να σημαδεύει τον Προδότη, κοίταξε, με τις άκριες των ματιών της, δεξιά κι αριστερά μέσα στην αίθουσα, να δει μήπως ήταν και κανένας άλλος εδώ. Επίσης, τ’αφτιά της ήταν ανοιχτά, μήπως ακούσει κάποιον να έρχεται από πίσω της. Οι αισθήσεις της, όμως, δεν της αποκάλυψαν τίποτα. Κανέναν κίνδυνο. Δεν είναι δυνατόν…

«Δεν είναι παγίδα, Αλιζέτ,» είπε ο Τάμπριελ βαδίζοντας προς το τραπέζι της αίθουσας. «Μπορούμε να καθίσουμε και να συζητήσουμε;»

«Μείνε στη θέση σου!» πρόσταξε η Αλιζέτ, περνώντας το κατώφλι και συνεχίζοντας να τον σημαδεύει.

Ο Τάμπριελ σταμάτησε να βαδίζει, λίγο προτού φτάσει στο τραπέζι. «Δεν έχω όπλα επάνω μου.»

Ένας πυροβολισμός αντήχησε.

Το πιστόλι πετάχτηκε από το χέρι της.

Η Αλιζέτ στράφηκε προς τη μεριά απ’όπου είχε έρθει η ριπή–

Μια ξαφνική θύελλα από ξανθά μακριά μαλλιά, κατάλευκο σαν χιόνι δέρμα, κατάμαυρη στολή–

Μια μπότα κλότσησε την Αλιζέτ στο στήθος, τινάζοντάς την πίσω, να κατρακυλήσει στο πάτωμα και, πάραυτα, να πεταχτεί πάλι στα πόδια της, με τα γόνατα λυγισμένα και τα χέρια της σε αμυντική θέση μάχης.

Η αντίπαλός της ήταν η Ανταρλίδα, είδε: μια από τις Μαύρες Δράκαινες που είχαν προδώσει την Παντοκράτειρα. Η Αλιζέτ το είχε ακούσει ότι αυτή η προδότρια ζούσε μαζί με τον Τάμπριελ τώρα.

«Ανταρλίδα!» φώναξε ο Τάμπριελ. «Σου είπα να μην ανακατευτείς. Και συμφώνησες.» Ακουγόταν θυμωμένος.

«Άλλαξα γνώμη,» αποκρίθηκε εκείνη, ορμώντας καταπάνω στην Αλιζέτ.

Μια καταιγίδα από χτυπήματα με χέρια και πόδια ακολούθησε καθώς η μια Μαύρη Δράκαινα προσπαθούσε να εξουδετερώσει την άλλη και καμια, στην αρχή, δεν φαινόταν να μπορεί να το καταφέρει. Η Αλιζέτ, όμως, ήξερε ότι αυτό συνέβαινε επειδή η Ανταρλίδα είχε κερδίσει κάποιο σχετικό πλεονέκτημα με την αιφνίδια εμφάνισή της και με εκείνη την πρώτη κλοτσιά· σε διαφορετική περίπτωση, θα νικιόταν πολύ γρήγορα. Ήταν κατώτερη από την Αλιζέτ. Δε μπορούσε να μετρηθεί με τη Σκοτεινή Βασίλισσα!

Μια κλοτσιά της Αλιζέτ δεν άργησε να βρει την Ανταρλίδα στην κοιλιά και, αμέσως μετά, μια γροθιά στο πλάι του κεφαλιού. Η Ανταρλίδα σωριάστηκε.

Η Αλιζέτ τράβηξε δύο ξιφίδια.

Τότε, όμως, είδε ότι ήταν περικυκλωμένη. Γύρω της, στην περιφέρεια της αίθουσας, στέκονταν τέσσερις φρουροί του παλατιού, βαστώντας τουφέκια και σημαδεύοντάς την. Ο Τάμπριελ ήταν ανάμεσά τους, χωρίς όπλο.

Πώς ήρθαν τόσο γρήγορα, οι καταραμένοι;

«Παραδόσου, Αλιζέτ,» είπε ο Προδότης. «Ακόμα και μια Μαύρη Δράκαινα με τις δικές σου ικανότητες δεν μπορεί να μας σκοτώσει όλους, τώρα.»

Η Ανταρλίδα κύλησε στο πλάι και σηκώθηκε όρθια, τραβώντας ένα πιστόλι από τη ζώνη της.

«Σκοτώστε με, τότε,» τους προέτρεψε η Αλιζέτ. «Δε θα επιστρέψω στην Παντοκράτειρα για ν’αναφέρω αποτυχία.»

«Σ’το είπα πως είναι τρελή,» είπε η Ανταρλίδα στον Τάμπριελ.

«Δεν είμαστε όλες προδότριες!» γρύλισε η Αλιζέτ.

Ο Τάμπριελ τής είπε: «Αν δεν παραδοθείς, θα σε τραυματίσουμε και θα σε αιχμαλωτίσουμε. Και μετά, θα μιλήσουμε. Ή, αν θέλεις, μπορούμε να μιλήσουμε χωρίς κανένας να σε πυροβολήσει.»

Η Αλιζέτ έβλεπε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να δραπετεύσει. Μπορούσαν, πράγματι, να το κάνουν αυτό που έλεγε ο Προδότης. Μπορούσαν να την πυροβολήσουν στα πόδια και, μετά, εύκολα να την αιχμαλωτίσουν. Αλλά, αν ήταν να αιχμαλωτιστεί, η Αλιζέτ προτιμούσε να έχει τα πόδια της σε καλή κατάσταση, όχι μισερωμένα.

Θηκάρωσε τα ξιφίδιά της.

«Ωραία,» είπε ο Τάμπριελ. «Η Ανταρλίδα τώρα θα πάρει τα όπλα σου.»

Τα μάτια της Αλιζέτ στένεψαν.

«Καταλαβαίνεις ότι δεν είναι δυνατόν να σε έχουμε εδώ οπλισμένη…»

Η Αλιζέτ δεν χρειαζόταν τα όπλα της για να σκοτώσει κάποιον· μπορούσε να το κάνει και με τα χέρια και τα πόδια της. Αναμφίβολα, ο Προδότης το ήξερε αυτό, αλλά και πάλι προτιμούσε να είναι επιφυλακτικός.

Προτού η Ανταρλίδα τη ζυγώσει, η Αλιζέτ άρχισε να ξεθηκαρώνει τα όπλα της και να τ’αφήνει επάνω στο τραπέζι της αίθουσας. Κανένας δεν επιχείρησε να τη σταματήσει.

Ρελκάμνια

1.

Έβρεχε.

Άστραφτε και βροντούσε.

Το νερό έπεφτε κατακλυσμικά από τους ουρανούς, πλημμυρίζοντας τους δρόμους και τα σοκάκια της Ανακτορικής Συνοικίας, τρέχοντας από τα ανοίγματα στις άκριες μπαλκονιών, ακολουθώντας τις στριφτές διαδρομές υδρορροών, γεμίζοντας υπόγειες σήραγγες κυκλοφορίας, κυλώντας επάνω σε γέφυρες.

Όπως τη γέφυρα όπου τώρα ανέβαινε ο Ελπιδοφόρος, τυλιγμένος στην κάπα του, με την κουκούλα στο κεφάλι. Οι μπότες του πλατσούριζαν στο νερό που ερχόταν ορμητικά προς το μέρος του φέρνοντας μαζί του λάσπες, σκουπίδια, θραύσματα, μολυσματικές ουσίες. Οχήματα κινούνταν στα δεξιά του Ελπιδοφόρου, με τα φώτα τους αναμμένα μέσα στην κατασκότεινη, κατακλυσμική νύχτα. Κόρνες αντηχούσαν, καθώς κάποιοι ανόητοι οδηγοί νόμιζαν ότι έτσι θα κατόρθωναν να βελτιώσουν το χάος που είχε προξενήσει η καταιγίδα.

Ο Ελπιδοφόρος άκουσε έναν ξαφνικό, δυνατό θόρυβο από μια γέφυρα που περνούσε κάπου πέντε μέτρα πάνω από εκείνη στην οποία βάδιζε και ήταν κάθετη προς αυτήν. Ύψωσε το βλέμμα του και είδε ένα όχημα να κρέμεται επικίνδυνα από την άκρη της γέφυρας, με τους δύο (από τους τέσσερις, μάλλον) τροχούς του στον αέρα, να περιστρέφονται σαν φονικά εργαλεία.

Τυχεροί ήταν οι οδηγοί στην από κάτω γέφυρα, που το όχημα δεν τους είχε έρθει στο κεφάλι. Με τέτοιο κωλόκαιρο, τα ατύχημα αυτού του είδους δεν ήταν σπάνια. Ευτυχώς, το πλευρικό κιγκλίδωμα της επάνω γέφυρας είχε κρατήσει αρκετά ώστε να αποφευχθούν καταστροφές και θάνατοι.

Αυτή η γαμημένη πόλη, από τότε που τη θυμάμαι, ολοένα και πιο σκατά γίνεται με κάθε μέρα που περνά, σκέφτηκε ο Ελπιδοφόρος. Και τώρα πλέον είμαι παγιδευμένος εδώ. Για πάντα. Οι αφέντες του δεν θα τον άφηναν να πάει πουθενά έξω από τη Ρελκάμνια, γιατί τότε, σε κάποια άλλη διάσταση, θα έχαναν τον έλεγχό τους επάνω του. Δε θα μπορούσαν να βλέπουν ό,τι έβλεπε, ούτε να ακούν ό,τι άκουγε, ούτε να κινούν το σώμα του όπως και όποτε ήθελαν. Μονάχα μία φορά τον είχαν στείλει μακριά από την Ατέρμονη Πολιτεία: στην Υπερυδάτια και στην παγωμένη Ταρασμάλθη. Αλλά τότε είχαν βρει τρόπο να επεκτείνουν τον έλεγχό τους επάνω του. Είχαν δώσει εκείνη την παράξενη συσκευή σ’εκείνον τον παράξενο μάγο… Πώς ήταν το όνομά του; Αργαίος’μορ. Ναι, Αργαίος’μορ… Κατοικούσε στην Υπερυδάτια, στην πλωτή ήπειρο της Μικρυδάτιας, κοντά στην πόλη της Φθιάνης. Στον Ελπιδοφόρο έμοιαζε ότι είχε περάσει ένας αιώνας από τότε που είχε επισκεφτεί τον μάγο για να του δώσει τη συσκευή που θα χρησιμοποιούσαν οι αφέντες του για να τον ελέγχουν– Τι ειρωνεία! Ο ίδιος πήγαινε να παραδώσει την αλυσίδα του. Ή, μάλλον, τον κρίκο που συνέδεε την αλυσίδα του με τους αφέντες του. Πρέπει να ήταν τρελός. Αλλά, σ’έναν τρελό κόσμο, αυτό δεν έμοιαζε παρά κάτι το φυσιολογικό.

Ταρασμάλθη… Τι ταξίδι κι εκείνο… Και πώς είχαν γλιτώσει ζωντανοί – όσοι είχαν, τουλάχιστον, καταφέρει να γλιτώσουν ζωντανοί… Ο Ελπιδοφόρος, στις ατελείωτες ώρες που περνούσε μόνος του μέσα στα εγκαταλειμμένα μέρη του Παντοτινού Ανακτόρου, αναρωτιόταν ορισμένες φορές τι να έκαναν τώρα οι άλλοι που τον είχαν συντροφεύσει σ’εκείνη την τρελή αποστολή. Ο Σκοτ, η Κάτια… Τη Φενίλδα την έβλεπε κάπου-κάπου, αν και ολοένα και πιο σπάνια, τελευταία.

Ακόμα και για τους επαναστάτες που είχαν συναντήσει στην Ταρασμάλθη αναρωτιόταν καμια φορά. Ήταν ακόμα ζωντανοί;

Ο Ελπιδοφόρος πλησίασε ένα σημείο του κιγκλιδώματος της γέφυρας το οποίο άνοιγε. Επάνω του ήταν πιασμένη μια πινακίδα που έγραφε ΜΟΝΟ ΕΙΔΙΚΟ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ. Ποιο ήταν το «ειδικό προσωπικό», δεν διευκρίνιζε· αλλά δεν ήταν εκεί το νόημα. Το νόημα ήταν ότι κανένας απλός πολίτης δεν θα ερχόταν εδώ βλέποντας τούτη την πινακίδα. Ο Ελπιδοφόρος τράβηξε τον μικρό, σκουριασμένο σύρτη και άνοιξε την καγκελωτή πόρτα για να βαδίσει επάνω σε μια άλλη γέφυρα, στενή και μόνο για πεζούς, η οποία σύντομα έφτανε στο πλάι μιας ψηλής πολυκατοικίας και μπροστά σε μια πόρτα από συμπαγές σίδερο. Ο Ελπιδοφόρος άνοιξε κι αυτή την πόρτα και μπήκε σ’έναν στενό διάδρομο με μερικές ξύλινες πόρτες δεξιά κι αριστερά, και μια σκάλα.

Μια γυναίκα είχε την πλάτη της ακουμπισμένη στον τοίχο και τα χέρια της σταυρωμένα μπροστά της. Ήταν ντυμένη με κάποιου είδους υπηρεσιακή στολή. Είχε δέρμα λευκό-ροζ, όπως εκείνον, και ξανθά μαλλιά κομμένα στο ύψος του ώμου. Φορούσε στενά, παραλληλόγραμμα γυαλιά και γάντια χωρίς δάχτυλα.

«Ποιος είσαι συ;» έκανε ξαφνιασμένη. Μάλλον δεν περίμενε κανένας να έρθει απ’αυτή την πόρτα.

Ο Ελπιδοφόρος τής είπε ένα σύνθημα.

Τα μάτια της γούρλωσαν πίσω απ’τα παραλληλόγραμμα γυαλιά της. Έγνεψε καταφατικά και του έκανε νόημα να προχωρήσει.

«Τι κάνεις εδώ;» τη ρώτησε ο Ελπιδοφόρος.

«Γιατί ρωτάς;»

«Από περιέργεια.»

Οι άκρες του στόματός της λύγισαν: η σκιά ενός χαμόγελου. «Φυλάω τον διάδρομο για κάτι δικηγόρους που έχουν γραφεία εδώ· και φυλάω και την πόρτα» – του έκλεισε το μάτι, δείχνοντας με το σαγόνι την πόρτα απ’την οποία είχε μπει ο Ελπιδοφόρος – «γι’αυτούς που ξέρουμε κι οι δυο μας.»

«Είναι τόσο σημαντική τούτη η πόρτα;»

Η γυναίκα ανασήκωσε τους ώμους. «Πού να ξέρω; Μονάχα άλλον έναν έχω δει να έρχεται από δω, και μίλησε κι αυτός με τον σωστό τρόπο, όπως εσύ. Θα φύγεις τώρα;» Προσπάθησε να κοιτάξει το πρόσωπό του μέσα από τη σκιά της κουκούλας του.

«Υπάρχει λόγος να μείνω;»

«Για να πιούμε έναν καφέ;» Κοίταξε το μηχάνημα παραδίπλα, το οποίο έφτιαχνε καφέδες και άλλα ποτά. «Να πούμε τίποτα;»

«Βαριέσαι εδώ, ε;»

Χαμογέλασε. «Το βρήκες.»

«Κάποια άλλη φορά ίσως.»

«Εεεντάξει,» αποκρίθηκε η γυναίκα, μακρόσυρτα, σμίγοντας τα χείλη.

Ο Ελπιδοφόρος την προσπέρασε, βάδισε ώς τη σκάλα, ανέβηκε τα σκαλοπάτια. Μετρώντας τους ορόφους. Ένας… Δύο… Έβγαλε μια αρμαθιά κλειδιά από μια τσέπη του, ξεκλείδωσε μια πόρτα, μπήκε, την ξανακλείδωσε. Άναψε έναν φακό, διέσχισε ένα παλιό διαμέρισμα, έφτασε σε μια εντειχισμένη ντουλάπα. Την άνοιξε, μπήκε, πίεσε την πλάτη της στα σωστά σημεία πίεσης και ακόμα μια πόρτα άνοιξε.

Ο Ελπιδοφόρος βάδισε σ’έναν σκοτεινό διάδρομο, έχοντας μονάχα τον φακό του για φωτισμό, και, μετά από λίγο, βρέθηκε στα ακατοίκητα μέρη του Παντοτινού Ανακτόρου. Τα οποία, απ’ό,τι είχε καταλάβει πλέον, ήταν περισσότερα από τα κατοικημένα. Ο Ελπιδοφόρος περπατούσε σε περιοχές που ούτε η Παντοκράτειρα δεν ήξερε ότι υπήρχαν μέσα στο ίδιο της το σπίτι.

Η Παντοκράτειρα, βέβαια, δεν ήταν τόσο σπουδαία και τρομερή όσο νόμιζαν οι περισσότεροι άνθρωποι. Δεν πρέπει ούτε καν να ήξερε ότι εκείνη ήταν ο δούλος και άλλος ο αφέντης. Ή, αν το ήξερε, δεν είχε κανένα πρόβλημα μ’αυτό. Πράγμα που ίσως να ήταν ακόμα χειρότερο.

Ο Ελπιδοφόρος βάδισε προς το σπίτι του, νιώθοντας σαν επαγγελματίας δολοφόνος που δεν πληρωνόταν. Παλιότερα, όταν πρωτοείχε αρχίσει να υπηρετεί τους αφέντες του, δεν θα μπορούσε να κοιμηθεί μετά από κάτι όπως αυτό που είχε κάνει πριν από μερικές ώρες. Θα καθόταν άυπνος. Για ημέρες, ίσως. Θα καταριόταν την τύχη του. Θα αναλογιζόταν την αυτοκτονία – και θ’αναρωτιόταν αν οι αφέντες του θα τον άφηναν ν’αυτοκτονήσει.

Αυτή η περίοδος είχε περάσει. Τώρα, αισθανόταν απλά μουδιασμένος. Ακόμα κι ύστερα από μια ενέργεια που θεωρούσε εγκληματική. Δεν είχε σκοτώσει κανέναν, βέβαια – όχι απευθείας τουλάχιστον. Όμως οι πράξεις του, αναμφίβολα, θα είχαν οδηγήσει σε θανάτους.

Σχεδόν στην άλλη άκρη της Ρελκάμνια, στο Κοινόβιο, είχε έρθει σε επαφή με μια παράνομη οργάνωση και τους είχε ανοίξει μια πόρτα για να εισβάλουν σ’ένα σπίτι. Αυτό είχαν προστάξει οι αφέντες του. Ο Ελπιδοφόρος δεν ήξερε γιατί. Δεν ήξερε αν ο ιδιοκτήτης του σπιτιού – ένας γιατρός απ’ό,τι φαινόταν – είχε κάπως προσβάλει τους αφέντες του, ή αν απλά ήταν κάποιος που έπρεπε να βγει από τη μέση για άλλους λόγους – για πρακτικούς λόγους. Καταλάβαινε, πάντως, ότι οι Μαύροι Λεβέντες (η παράνομη οργάνωση με την οποία είχε έρθει σε επαφή, και της οποίας τα μέλη ήταν, σχεδόν όλα, μαυρόδερμα) είχαν προηγούμενα με τον γιατρό: και μάλλον θα τον καθάριζαν – και αυτόν και την οικογένειά του, ίσως.

Ο Ελπιδοφόρος δεν είχε διαπράξει κανένα έγκλημα… απλώς τους είχε ανοίξει τον δρόμο.

Απλώς.

Ποιος είναι χειρότερος; Ο φονιάς, ή εκείνος που του δίνει το μαχαίρι;

Ο Ελπιδοφόρος διέσχισε μια γέφυρα που περνούσε πάνω από μια σκοτεινή άβυσσο. Από κάπου, μέσα από τον χαοτικό λαβύρινθο, ακουγόταν ένα έντονο φζζζζζζτ! φζζζζζζτ! φζζζζζζτ! σαν να γινόταν κάποια διαρροή ενέργειας. Μετά τη γέφυρα, ύστερα από μια στροφή, ο Ελπιδοφόρος είδε ένα γιγάντιο μεταλλαγμένο έντομο να κατεβαίνει μια μισοδιαλυμένη σκάλα. Τίποτα το πολύ περίεργο για ετούτα τα μέρη. Ορισμένα από τα οικοδομήματα που είχαν ενωθεί για να σχηματίσουν το Παντοτινό Ανάκτορο πρέπει κάποτε να ήταν εργαστήρια όπου γίνονταν πειράματα με βιολογικούς οργανισμούς.

Ο Ελπιδοφόρος αγνόησε το έντομο – όταν δεν τον πείραζαν, δεν τα πείραζε – και συνέχισε να βαδίζει.

Μετά από λίγο, αισθάνθηκε σαν κάτι να είχε αλλάξει. Κάτι… στην ατμόσφαιρα; Δεν μπορούσε να το προσδιορίσει, αλλά σίγουρα κάτι είχε αλλάξει.

Συνοφρυώθηκε, παραξενεμένος. Τράβηξε το πιστόλι μέσα από την κάπα του. Τα βήματά του έγιναν πιο αργά. Επιφυλακτικά.

Ποτέ ξανά δεν είχε αισθανθεί μια τέτοια αλλαγή. Θα ορκιζόταν ότι είχε, ξαφνικά, βρεθεί σε άλλη διάσταση· ότι δεν ήταν πλέον στη Ρελκάμνια, την Ατέρμονη Πολιτεία. Όμως γύρω του τίποτα ουσιαστικό δεν είχε αλλάξει. Από τούτο το μέρος όπου τώρα περνούσε είχε ξαναπεράσει εκατοντάδες φορές. Δεν έβλεπε, ούτε άκουγε, κάτι που να τον παραξενεύει.

Αυτό που αισθανόταν, όμως….

Τι είναι;

2.

Προχωρώντας προσεχτικά, έφτασε σε μια παλιά αίθουσα γεμάτη σκουπίδια, η οποία αποτελούσε διασταύρωση αρκετών δρόμων του λαβυρίνθου. Στο κέντρο της είδε ότι στέκονταν τρεις… άνθρωποι;

Τα μάτια του Ελπιδοφόρου στένεψαν παρατηρώντας τους.

Ο μεσαίος ίσως να ήταν άνθρωπος. Οι άλλοι δύο, που στέκονταν δεξιά κι αριστερά του, δεν μπορεί να ήταν. Φορούσαν ολόλευκους μανδύες που έμοιαζαν να παράγουν κάποιου είδους αχνό μυστηριώδες φως. Το δέρμα τους, εκεί όπου διακρινόταν, θύμιζε γυαλιστερό μέταλλο. Ο ένας είχε την κουκούλα του κατεβασμένη και το πρόσωπό του φαινόταν: το ένα του μάτι θύμιζε πολύτιμο λίθο, το άλλο ήταν χαμένο σ’ένα παράξενο σκοτάδι. Ο δεύτερος είχε την κουκούλα του σηκωμένη και η όψη του κρυβόταν. Γυναίκα, όμως, πρέπει να ήταν, νόμιζε ο Ελπιδοφόρος.

Ο άντρας που στεκόταν ανάμεσά τους ήταν μεγαλόσωμος και ντυμένος με μαύρο πέτσινο πανωφόρι, γκρίζο παντελόνι, και μπότες. Είχε δέρμα κατάλευκο και μακριά μαύρα μαλλιά και μούσια. Για κάποιο λόγο, η όψη του έμοιαζε πανάρχαιη. Επάνω στο στήθος του γυάλιζε κάτι που θύμιζε φυλαχτό, αλλά πρέπει να ήταν κάποιου είδους μηχανισμός, αν δεν έκανε λάθος ο Ελπιδοφόρος, με κυκλώματα και γρανάζια.

«Ο Ελπιδοφόρος, σωστά;» είπε ο άντρας με το κατάλευκο δέρμα. «Που κάποτε ονομαζόταν Στίβεν Νέλκος και ήταν ταγματάρχης στον Παντοκρατορικό Στρατό.»

Ο Ελπιδοφόρος, συνειδητοποιώντας ότι είχε υψώσει το πιστόλι του, το κατέβασε. «Σ’έστειλαν εκείνοι, ε; Συγνώμη, αλλά δε σ’έχω ξαναδεί.»

Ο άντρας γέλασε. «Εκείνοι; Εννοείς, ο Ελκράσ’ναρχ; Όχι, δε μ’έχει στείλει αυτός.»

Ο Ελπιδοφόρος κατέβασε την κουκούλα του, συνοφρυωμένος. «Γνωρίζεις το πραγματικό όνομα των Υπερασπιστών της Παντοκράτειρας… και λες ότι δεν σ’έχουν στείλει εκείνοι.»

Ο άντρας μόρφασε. «Δεν μ’έχουν στείλει εκείνοι,» επιβεβαίωσε. «Σε εκπλήσσει;»

«Αν δε σ’έχουν στείλει εκείνοι, τότε πώς είναι δυνατόν να ξέρεις για εμένα; Και πώς με βρήκες εδώ πέρα;»

«Είμαι εχθρός τους, Ελπιδοφόρε. Το όνομά μου είναι Κλαρκ.»

«Εχθρός τους…» Ο Ελπιδοφόρος γέλασε. «Δεν το ήξερα ότι έχουν εχθρούς. Που είναι ακόμα ζωντανοί και επικίνδυνοι, δηλαδή. Τέλος πάντων, Κλαρκ, δεν ξέρω αν θάπρεπε να σ’το πω αυτό, αλλά όταν σε κοιτάζω εγώ σε κοιτάζουν κι εκείνοι· όταν σε ακούω εγώ σε ακούνε κι εκείνοι. Καταλαβαίνεις;»

«Το γνωρίζω. Γνωρίζω τι σου συμβαίνει, Ελπιδοφόρε. Είμαι εδώ για να σε βοηθήσω.»

«Να με βοηθήσεις; Και μόνο που μας ακούνε. Και μόνο που ξέρουν τώρα τι λέμε–»

«Δεν μας ακούνε,» είπε ο Κλαρκ.

Ο Ελπιδοφόρος δεν μίλησε. Ήταν μήπως ετούτη κάποια δοκιμασία των Υπερασπιστών; Κάποια δοκιμασία για να δουν πόσο πιστός ήταν; Για να δουν αν θα τους πρόδιδε με την πρώτη ευκαιρία;

«Δε νιώθεις τίποτα… ασυνήθιστο;» ρώτησε ο Κλαρκ. «Δε νιώθεις σαν κάτι να έχει αλλάξει στο περιβάλλον;»

«Το νιώθω,» παραδέχτηκε ο Ελπιδοφόρος, θέλοντας να δει πού το πήγαινε ο παράξενος αυτός άνθρωπος.

«Μπορούν να σε παρακολουθούν όσο βρίσκεσαι στην ίδια διάσταση μ’εκείνους–»

«Το ξέρω.»

«Τώρα, δεν βρίσκεσαι πλέον στην ίδια διάσταση μ’εκείνους.»

«Θες να πεις ότι δεν είμαστε στη Ρελκάμνια;»

«Ετούτο εδώ,» ο Κλαρκ άγγιξε το περιδέραιο στον λαιμό του, «δημιουργεί συνθήκες παρόμοιες μ’αυτές μιας άλλης διάστασης μέσα σε μια δεδομένη διάσταση. Ουσιαστικά, είναι σαν να βρισκόμαστε σε μια πολύ ιδιαίτερη ενδοδιάσταση, Ελπιδοφόρε, ενώ συγχρόνως βρισκόμαστε στη Ρελκάμνια.»

«Μπορεί να γίνει τέτοιο πράγμα;» Ακόμα κι ο ίδιος άκουγε, από τη φωνή του, πόσο ξαφνιασμένος ήταν.

Ο Κλαρκ γέλασε. «Οι μάγοι που ξέρεις δεν γνωρίζουν πώς να το κάνουν.»

«Οι μάγοι που ξέρω;»

«Οι μάγοι των μαγικών ταγμάτων. Ερευνητές, Τεχνομαθείς, Διαλογιστές, Βιοσκόποι… Καταλαβαίνεις.»

«Και τι είσαι εσύ;» ρώτησε ο Ελπιδοφόρος.

«Αυτό δεν έχει σημασία για την ώρα. Ας πούμε ότι είμαι μάγος μιας… διαφορετικής κατεύθυνσης.»

«Και μπορείς να φτιάχνεις τέτοιες συσκευές…» Ο Ελπιδοφόρος, θηκαρώνοντας το πιστόλι του, πλησίασε τον Κλαρκ για να κοιτάξει από κοντά το φυλαχτό που κρεμόταν στο στήθος του. Ήταν ένα αμάλγαμα από κυκλώματα, γρανάζια, και… ενέργεια; Ήταν αυτό ενέργεια; Κάποιου είδους ημίρρευστη ενέργεια; Στην αρχή, το είχε περάσει για μια γυαλάδα απλώς.

«Μπορώ,» αποκρίθηκε ο μάγος. «Δεν είναι εύκολο, βέβαια.» Έβγαλε το περιδέραιο από τον λαιμό του. Η συσκευή κρεμόταν από μια μεταλλική αλυσίδα, και ο Κλαρκ την έτεινε προς τον Ελπιδοφόρο. «Δικό σου.»

Ο Ελπιδοφόρος βλεφάρισε, σαστισμένος. «Γιατί;»

«Επειδή – πιστεύω – θα γίνουμε σύμμαχοι.»

Ο Ελπιδοφόρος έπιασε την αλυσίδα. Την πέρασε γύρω απ’το λαιμό του. Δεν αισθανόταν τίποτα το περίεργο, εκτός από εκείνη τη διαφορά στην ατμόσφαιρα την οποία είχε ήδη αισθανθεί. «Είμαστε σύμμαχοι, λοιπόν, Κλαρκ. Δεν έχω τίποτα να χάσω, όπως καταλαβαίνεις. Αν λες αλήθεια, μου έδωσες έναν τρόπο για να ξεφύγω από τον έλεγχό τους. Αν λες ψέματα… έτσι κι αλλιώς, χαμένος είμαι.»

«Δε σου λέω ψέματα,» τον διαβεβαίωσε ο μάγος. «Η συσκευή, πράγματι, αλλοιώνει κάποιες διαστασιακές παραμέτρους, αρκετές για να μη μπορεί ο Ελκράσ’ναρχ να έρχεται σε επαφή μαζί σου. Ουσιαστικά, δημιουργεί συνθήκες παρόμοιες μ’αυτές του Πορφυρού Κενού.»

Ο Ελπιδοφόρος συνοφρυώθηκε. «Του Πορφυρού Κενού…»

«Δεν έχεις ακούσει για το Πορφυρό Κενό;»

Ο Ελπιδοφόρος ένευσε. «Έχω ακούσει, αλλά…»

«Δεν έχεις πάει ποτέ. Είναι αυτό που λένε: ένας κενός χώρος που φωτίζεται από ένα κόκκινο φως ακατανόητης προέλευσης. Μια ατελείωτη πορφυρή απεραντοσύνη. Ο κύριος και η κυρία» – ο Κλαρκ έδειξε τους δύο μυστηριώδεις ανθρώπους (;) εκατέρωθέν του – «είναι Πειθαρχικοί του Κενού. Οντότητες που κατοικούν εκεί, με δυνάμεις και τρόπο σκέψεις που δεν μπορείς εύκολα να φανταστείς. Από εδώ, ο Άερ’θλαρ. Κι από εδώ, η Άι’νιρ. Θα βρίσκονται κοντά σου στο εξής.»

Ο Ελπιδοφόρος κοίταξε μια τον έναν, μια την άλλη. Τι σημαίνει τούτο; Γλιτώσαμε απ’τους Υπερασπιστές για να πέσουμε σε άλλους, χειρότερους ίσως;

«Μην είσαι καχύποπτος, Ελπιδοφόρε,» είπε ο Άερ’θλαρ, ξαφνιάζοντάς τον με το γεγονός ότι μίλησε και με το γεγονός ότι έμοιαζε να έχει διαβάσει τις σκέψεις του. «Είμαστε εχθροί του εχθρού σου. Άρα, φίλοι.»

Ο Ελπιδοφόρος είπε: «Οι Υπερασπιστές θα έχουν καταλάβει ότι διακόπηκε απότομα η επαφή τους μαζί μου. Επομένως, καλύτερα να φύγουμε από δω.»

Ο Κλαρκ ένευσε. «Πάμε. Εσύ οδηγείς. Εσύ, που ξέρεις τόσο καλά ετούτο το μέρος.»

«Καλύτερα από σένα;» είπε ο Ελπιδοφόρος καθώς άρχισαν να βαδίζουν ακολουθώντας μια στρογγυλή σαν σωλήνα σήραγγα. «Δεν το νομίζω, μάγε.» Οι Πειθαρχικοί του Κενού μετακινούνταν μ’έναν τελείως αλλόκοτο τρόπο· δεν φαινόταν να κάνουν ένα-ένα τα βήματά τους, αλλά να χάνονται από το ένα σημείο και να εμφανίζονται στο άλλο, λίγο παραδίπλα. Επίσης, δεν έμοιαζε ν’ακουμπούν στο πάτωμα μα να αιωρούνται.

«Μην το λες,» αποκρίθηκε ο Κλαρκ. «Σε χρειάζομαι ακριβώς επειδή ξέρεις πάρα πολλά μυστικά της Ρελκάμνια, ύστερα από τον καιρό που βρίσκεσαι στην υπηρεσία του Ελκράσ’ναρχ.»

«Πώς έμαθες για μένα;»

«Διαθέτω κάποιες δυνάμεις, όπως θα μπορείς να φανταστείς.»

«Ναι, αυτό όντως δεν χρειάζεται και πολλή φαντασία για να το υποθέσει κανείς…»

«Σε παρακολουθώ εδώ και καιρό, Ελπιδοφόρε. Σκεφτόμουν, μάλιστα, να σε ελευθερώσω νωρίτερα, όμως δεν έκρινα ότι η ώρα ήταν σωστή ακόμα.»

«Και τώρα η ώρα είναι… σωστή;»

«Ναι.»

«Γιατί;»

«Διότι ήρθε ο καιρός να νικήσουμε τον Ελκράσ’ναρχ και να δώσουμε τέλος στη Συμπαντική Παντοκρατορία.»

Αιθήρ

1.

Είχε κάμποσο καιρό να πάει στη Σάρντλι. Από τότε που παντρεύτηκε εκεί, νόμιζε. Ναι, από τότε πρέπει να ήταν. Και τώρα, χαιρόταν που ξαναπήγαινε.

Επειδή θα έβλεπε τον σύζυγό της, τον Ορείχαλκο. Τον είχε ξαναδεί, βέβαια, κάμποσες φορές από τότε που τον είχε παντρευτεί – πολλές φορές, σε αντίθεση με άλλους της συζύγους. Όμως ποτέ δεν τον χόρταινε. Ήταν ο αγαπημένος της σύζυγος πλέον· το είχε αποφασίσει. Παλιά, ήταν ο Ανδρόνικος, αλλά τώρα ήταν ο Ορείχαλκος. Ακόμα κι αν ο Ανδρόνικος δεν την είχε προδώσει, πάλι ο Ορείχαλκος θα ήταν.

Και ήταν, επιπλέον, ο μόνος σύζυγός της που ήξερε το πραγματικό της όνομα. Για τους άλλους ήταν απλά η Παντοκράτειρα, ό,τι μορφή κι αν έπαιρνε.

Η Αγαρίστη, βέβαια, καταλάβαινε ότι ουσιαστικά πήγαινε στη Σάρντλι για δουλειές. Δεν θα έπρεπε, κανονικά, να χαίρεται τόσο· θα έπρεπε να βλέπει το θέμα πιο σοβαρά, όχι σαν έκπληξη που ήθελε να κάνει στον Ορείχαλκο. Διότι το πρόβλημα ήταν, πράγματι, σημαντικό. Η εισαγωγή μεταλλευμάτων από τη Σάρντλι είχε μειωθεί πολύ, τελευταία. Οι κατάσκοποί της της έλεγαν ότι αντάρτες είχαν καταλάβει κάμποσα ορυχεία του Οίκου των Ορειβατών – βάρβαροι νομάδες και ιθαγενείς. Και η Συμπαντική Παντοκρατορία βάσιζε ένα πολύ μεγάλο μέρος της οικονομίας της στα μεταλλεύματα που έπαιρνε από τη Σάρντλι, είτε ως φόρο είτε μέσω εμπορικών συναλλαγών. Η Ρελκάμνια, η διάσταση-έδρα της Παντοκρατορίας, δεν είχε παρά ελάχιστους τέτοιους πόρους, καθώς ήταν οικοδομημένη απ’τη μια άκρη ώς την άλλη: μια αχανής πόλη – η Ατέρμονη Πολιτεία.

Οι σύμβουλοι της Παντοκράτειρας – και οι Υπερασπιστές της, επίσης – της έλεγαν πως κάτι έπρεπε οπωσδήποτε να γίνει γι’αυτό το θέμα, αλλιώς θα προξενιούνταν σοβαρές αναταραχές στην οικονομία. Η Αγαρίστη είχε ρωτήσει Γιατί δε στέλνουμε πολεμιστές μας να ξεκάνουν τους επαναστάτες και να τελειώνουμε; και της είχαν απαντήσει ότι ο στρατός είχε προβλήματα τώρα, έτσι μοιρασμένος όπως ήταν. Είχαν τέσσερα ανοιχτά μέτωπο: ένα στην Απολλώνια, ένα στη Σεργήλη, ένα στη Νόρχακ, κι ένα μικρότερο (που, όμως, συνεχώς εξαπλωνόταν) στη Φεηνάρκια. Επίσης, οι άνθρωποι της Χάρνταβελ είχαν πρόσφατα διώξει τον Παντοκρατορικό Στρατό από τη διάστασή τους, προκαλώντας του αξιοσημείωτες απώλειες. Δεν υπήρχαν και πολλές δυνάμεις διαθέσιμες για να σταλούν στη Σάρντλι· είχαν, όμως, σταλεί όσοι στρατιώτες ήταν εφικτό. Πράγμα το οποίο δεν φαινόταν, μέχρι στιγμής, να έχει βελτιώσει την κατάσταση.

Η Αγαρίστη είχε βαρεθεί ν’ακούει αναφορές κατασκόπων. Ήθελε να πάει η ίδια να μάθει τι γινόταν. Από τον Ορείχαλκο, που ήταν, άλλωστε, ευγενής του Οίκου των Ορειβατών και, αναμφίβολα, θα ήξερε λεπτομέρειες. Ορισμένοι από τους συμβούλους της φάνηκε να μην το θεωρούν αυτό και τόσο συνετό ίσως. Ακόμα και οι Υπερασπιστές της έδειχναν διστακτικοί – όσο μπορούσε η Αγαρίστη να κρίνει τις αντιδράσεις τους, έτσι μυστηριώδεις όπως ήταν.

Ωστόσο, εκείνη επέμεινε να ταξιδέψει στη Σάρντλι.

Και τώρα, το μεγάλο αεροσκάφος της διέσχιζε τον Αιθέρα πλησιάζοντας τον προορισμό της. Τέσσερις ώρες απέμεναν.

Η Αγαρίστη αισθανόταν ενθουσιασμένη.

Καθόταν σε μια μεγάλη, δερμάτινη, μαλακή πολυθρόνα κοιτάζοντας την αργυρογάλανη απεραντοσύνη του Αιθέρα έξω απ’το παράθυρο πλάι της. Τα πόδια της ακουμπούσαν επάνω σ’ένα φουσκωτό υποπόδιο· τα παπούτσια της ήταν αφημένα παραδίπλα. Έβαλε στο στόμα της ένα μακρύ τσιγάρο και έκανε νόημα στον βοηθό. Το φτερωτό πλάσμα, που ήταν εν μέρει μηχανικό εν μέρει βιολογικό, πλησίασε πετώντας. Από τη μουσούδα του πετάχτηκε μια μικρή φλόγα, η οποία άναψε το τσιγάρο της Αγαρίστης.

Η Παντοκράτειρα τού έκανε νόημα να φύγει, κι εκείνο απομακρύνθηκε βουίζοντας υπόκωφα.

Βαρεμάρα… σκέφτηκε η Αγαρίστη μετά από λίγο, όταν είχε τελειώσει το τσιγάρο της. Έκανε πάλι νόημα στον φτερωτό ημιμηχανικό βοηθό να πλησιάσει. Το πλάσμα ήρθε κοντά και άφησε την Παντοκράτειρα να σβήσει το τσιγάρο της μέσα σ’ένα μικρό τασάκι στο χέρι του.

Η Αγαρίστη άρθρωσε μια ειδική λέξη προσταγής και ο βοηθός κάθισε στα γόνατά της. Επάνω του υπήρχε ένας τηλεπικοινωνιακός δίαυλος με οθόνη. Η Αγαρίστη πάτησε ένα πλήκτρο και η οθόνη άναψε.

Μετά από μερικές στιγμές, το πρόσωπο της Βάρμης φάνηκε. Αγουροξυπνημένο.

«Κοιμάσαι ακόμα;» ρώτησε η Αγαρίστη.

«Φτάσαμε, Μεγαλειοτάτη;» Η Βάρμη έτριβε το αριστερό της μάτι ενώ προσπαθούσε να καταπνίξει ένα χασμουρητό.

«Τέσσερις ώρες ακόμα. Λιγότερο από τέσσερις ώρες, βασικά. Αλλά κοιμάσαι σχεδόν από τότε που μπήκαμε στον Αιθέρα!»

«Σας ρώτησα, Μεγαλειοτάτη… Αν με χρειαζόσασταν…»

Η Αγαρίστη αναστέναξε. «Μην κάνεις λες και ξεχνάω, Βάρμη. Θυμάμαι τι σου είπα. Ήθελα απλώς να δω αν είσαι σε εγρήγορση, ακόμα και στον ύπνο σου. Η διοικήτρια της φρουράς μου πρέπει πάντοτε να είναι σε εγρήγορση, σωστά;»

«Ασφαλώς…» Η Βάρμη συνοφρυώθηκε. «Δεν υπάρχει, δηλαδή, κάποιος λόγος που με θέλετε;»

«Βαριέμαι. Έχεις κάτι ενδιαφέρον να πεις;»

«Εγώ;» Πρέπει να ήταν πραγματικά κουρασμένη – και φαινόταν.

Κάποιοι άνθρωποι δεν χορταίνουν ποτέ τον ύπνο! «Είναι κανένας άλλος εκεί, μαζί σου; Αν όχι, τότε, ναι, εσύ

Η Βάρμη μόρφασε με τα χείλη. «Δεν έχω κάτι να… Οτιδήποτε… Δεν υπάρχει κάτι, Μεγαλειοτάτη. Αν δε με θέλετε για κάτι άλλο, μπορώ να κοιμηθώ;»

«Τι έχεις πάθει;» ρώτησε η Αγαρίστη. «Είσαι καλά;»

Η Βάρμη συνοφρυώθηκε πάλι.

«Γιατί κοιμάσαι τόσο πολύ; Μια ώρα αφότου ξεκίνησε το ταξίδι, έπεσες για ύπνο· κι από τότε έχουν περάσει οκτώ ώρες!»

«Είμαι ξάγρυπνη δυο μέρες, Μεγαλειοτάτη.»

«Γιατί;»

«Προχτές, αν θυμάστε, ήταν εκείνη η υπόθεση στην Ανακτορική Συνοικία. Εσείς με στείλατε, για να βάλω τα πράγματα σε μια τάξη.»

«Ναι, σωστά,» είπε η Αγαρίστη, που το είχε μισοξεχάσει. «Κι από τότε γιατί δεν κοιμήθηκες; Άμα δεν κοιμάσαι πώς θα κάνεις τη δουλειά σου, Βάρμη; Η δουλειά σου είναι πολύ σημαντική!»

«Το αντιλαμβάνομαι, Μεγαλειοτάτη. Χτες, όμως, ήταν η επέτειος του γάμου μας.»

«Του γάμου σας;»

«Με τον Νυράλιο, τον σύζυγό μου…»

«Ναι, σωστά. Και λοιπόν;»

«Δεν κοιμήθηκα. Είχαμε κόσμο. Σας ζήτησα άδεια, από το απόγευμα και μετά, ν’αφήσω τα καθήκοντά μου.»

Η Αγαρίστη ένευσε· το θυμόταν. «Γι’αυτό, λοιπόν, την ήθελες την άδεια…»

«Σας το είπα: ότι ήταν για την επέτειο του γάμου μου. Ήσασταν, όμως, σ’ένα πάρτι. Ήταν και η Ρία-Μία μαζί σας, και η Φενίλδα’σαρ. Ίσως γι’αυτό να μη δώσατε σημ–»

«Τέλος πάντων. Και το βράδυ δεν κοιμήθηκες;»

«Ξενυχτήσαμε, δυστυχώς. Και στις πέντε το πρωί επικοινωνήσατε μαζί μου για να–»

«Δεν έχω αμνησία, Βάρμη!»

«Ναι…» Η Βάρμη ακόμα βλεφάριζε, τρίβοντας τα μάτια της.

«Τέλος πάντων· κοιμήσου. Δε θέλω να παραπατάς όταν φτάσουμε στη Σάρντλι.»

Η Αγαρίστη έκλεισε τον τηλεπικοινωνιακό δίαυλο, σβήνοντας την οθόνη. Αυτή η Βάρμη ορισμένες φορές ήταν άψογη… κι άλλες φορές, απαράδεκτη.

Πρέπει, ίσως, ν’αρχίσω να την τιμωρώ πιο συχνά. Για να είναι πάντοτε άψογη. Δεν είναι αυτές καταστάσεις…

Η Αγαρίστη χασμουρήθηκε.

Με κόλλησε υπνηλία;

Ήταν έτοιμη να προστάξει τον φτερωτό βοηθό να φύγει από τα γόνατά της, όταν αναρωτήθηκε: Λες κι η Τζένιφερ να κοιμάται;

Μπα, δε νομίζω.

Γιατί, αν κοιμάται, τότε θάπρεπε να την είχα τιμωρήσει κι αυτή μαζί με τις άλλες Μαύρες Δράκαινες!

Αλλά ας τη δοκιμάσουμε· γιατί όχι;

Η Αγαρίστη πάτησε ένα πλήκτρο επάνω στο ημιμηχανικό πλάσμα. Η οθόνη άναψε, και το πρόσωπό της Μαύρης Δράκαινας παρουσιάστηκε. Αμέσως. Χωρίς στιγμή καθυστέρησης.

«Μεγαλειοτάτη.»

Η Παντοκράτειρα χαμογέλασε. «Τζένιφερ!» είπε. «Δεν κοιμάσαι, έτσι;»

«Φυσικά και όχι, Μεγαλειοτάτη. Τι μπορώ να κάνω για εσάς;»

Το χαμόγελο της Παντοκράτειρας βάθυνε. Ακριβώς έτσι έπρεπε να ήταν όλες οι Μαύρες Δράκαινες. Γιατί με τις άλλες η εκπαίδευσή τους πήγε τόσο στραβά; Ποιο ήταν το λάθος; Ακόμα δεν το είχε βρει. Ούτε εκείνη ούτε κανένας άλλος. Ούτε ακόμα κι οι Υπερασπιστές της.

«Τίποτα ιδιαίτερο. Απλώς κάνω έλεγχο, για να δω ότι είσαι σε εγρήγορση. Για την περίπτωση κινδύνου.»

«Μάλιστα, Μεγαλειοτάτη.»

«Ή μάλλον…» Μια ιδέα ήρθε στην Αγαρίστη. «Μάλλον μπορείς να κάνεις κάτι για μένα, Τζένιφερ.»

«Προστάξτε, Μεγαλειοτάτη.»

Δεν ήταν υπέροχο πλάσμα η Τζένιφερ; «Θέλω να μπεις στο δωμάτιο της Βάρμης και να της πάρεις τα όπλα της και τα εσώρουχά της. Όλα. Ούτε ένα να μην αφήσεις.»

Τα ξανθά φρύδια της Τζένιφερ έσμιξαν μέσα στην οθόνη. «Της Διοικήτριας Ύλντρηχ;»

«Δε θα το κάνεις;» ρώτησε η Παντοκράτειρα, απότομα.

«Ασφαλώς και θα κάνω όπως προστάξετε, Μεγαλειοτάτη. Αυτή είναι η δουλειά μου.»

«Ωραία,» χαμογέλασε η Αγαρίστη, «ωραία. Η Βάρμη πρέπει να κοιμάται, και δε νομίζω νάχει την πόρτα της κλειδωμένη.»

«Θα την ξεκλειδώσω αν είναι κλειδωμένη.»

Η Αγαρίστη γέλασε. «Φυσικά.»

«Να κάνω μια ερώτηση;»

«Ρώτα.»

«Είπατε να της πάρω και τα εσώρουχά της…»

Η Αγαρίστη συνοφρυώθηκε. «Υπάρχει πρόβλημα μ’αυτό;»

«Δεν είναι εκεί το θέμα–»

«Τότε;»

«Θέλετε να της πάρω ακόμα και τα εσώρουχα που φοράει; Ρωτάω γιατί, αν το κάνω αυτό, αποκλείεται να καταφέρω να μην την ξυπνήσω – εκτός αν θέλετε να τη ναρκώσω…»

Η Αγαρίστη το σκέφτηκε για μια στιγμή, χτυπώντας νευρικά τα χείλη της με το δάχτυλό της. «Μπα, όχι, μην τη ναρκώσεις. Μην της πάρεις τα εσώρουχα που φοράει. Πάρε, όμως, όλα τα άλλα εσώρουχα που έχει στο δωμάτιό της. Και όλα της τα όπλα, μην ξεχνάς!»

«Ασφαλώς, Μεγαλειοτάτη. Κάτι άλλο;»

«Όχι· πήγαινε.»

Η Τζένιφερ έκλινε το κεφάλι, και η οθόνη έσβησε.

Η Αγαρίστη γέλασε, ευχαριστημένη. Είχε βρει κάτι για να σπάσει τη βαρεμάρα της, και για να διώξει, προσωρινά, την αδημονία της να φτάσει στη Σάρντλι και στον Ορείχαλκο.

Ανάβοντας ένα τσιγάρο, περίμενε την Τζένιφερ να επικοινωνήσει μαζί της.

Μετά από λίγο, ο τηλεπικοινωνιακός δίαυλος επάνω στο ημιμηχανικό πλάσμα κουδούνισε. Η Αγαρίστη τον άνοιξε.

«Τα έχω, Μεγαλειοτάτη,» είπε η Μαύρη Δράκαινα καθώς το πρόσωπό της παρουσιαζόταν στην οθόνη. «Δεν ήταν δύσκολο. Τι θέλετε να τα κάνω;»

«Τίποτα για την ώρα. Βάλτα σ’έναν σάκο. Και πήγαινε πάλι στο δωμάτιο της Βάρμης και τοποθέτησε έναν τηλεοπτικό πομπό, ρυθμισμένο σε… αυτή τη συχνότητα.» Η Αγαρίστη πάτησε μερικά πλήκτρα επάνω στο ημιμηχανικό πλάσμα.

«Μάλιστα… Γιατί δεν μου το είπατε πριν;»

«Το ξέχασα.»

«Υπάρχει κάτι άλλο, Μεγαλειοτάτη;»

«Όχι· πήγαινε.»

Η Αγαρίστη περίμενε πάλι· και η Τζένιφερ δεν άργησε να ξαναεπικοινωνήσει μαζί της και να πει ότι ο τηλεοπτικός πομπός είχε τοποθετηθεί.

«Υποπτεύεστε τη διοικήτρια για κάτι, Μεγαλειοτάτη;»

«Μην είσαι ανόητη. Μια πλάκα θέλω να της κάνω απλώς. Για να είναι πιο προσεχτική από δω και στο εξής.»

«Μάλιστα, Μεγαλειοτάτη,» είπε η Τζένιφερ, ανέκφραστα.

«Δε χαμογελάς ποτέ;»

«Θέλετε να χαμογελάω, Μεγαλειοτάτη;»

«Κάνε ό,τι θέλεις, δε με νοιάζει. Περίμενε λίγο, τώρα.» Η Αγαρίστη πάτησε δύο πλήκτρα επάνω στο ημιμηχανικό πλάσμα, και το πρόσωπο της Τζένιφερ εξαφανίστηκε από την οθόνη, για να αντικατασταθεί από το δωμάτιο της Βάρμης. Η διοικήτρια της φρουράς της Παντοκράτειρας κοιμόταν μπρούμυτα επάνω στο στενό της κρεβάτι, σκεπασμένη μ’ένα ελαφρύ σεντόνι. Το ένα της πόδι έβγαινε απ’το σκέπασμα κι ακουμπούσε στο πάτωμα.

Η Αγαρίστη πάτησε το πλήκτρο της τηλεοπτικής καταγραφής, κι ύστερα έκανε πάλι το πρόσωπο της Τζένιφερ να εμφανιστεί στην οθόνη. «Θέλεις νάρθεις εδώ;»

«Ό,τι θέλετε εσείς, Μεγαλειοτάτη.»

«Μπορούμε να γίνουμε φίλες· δε χρειάζεται να είσαι τόσο τυπική.»

«Να έρθω, δηλαδή;»

«Ναι.»

Μετά από λίγο, η Μαύρη Δράκαινα ήταν στον προσωπικό χώρο της Παντοκράτειρας μέσα στο μεγάλο αεροσκάφος, κι έκανε μια επίσημη υπόκλιση. Ήταν ντυμένη με τη μελανή στολή της και με ψηλές μελανές μπότες. Δεν φαινόταν να έχει όπλα επάνω της. Το κατάλευκο σαν χιόνι δέρμα της ερχόταν σ’έντονη αντίθεση με τη στολή. Το ίδιο και τα κοντά, ξανθά μαλλιά της.

«Δε μπορώ να σε βλέπω ντυμένη έτσι. Έπρεπε να φορέσεις κάτι πιο άνετο!» είπε η Αγαρίστη. «Βγάλε τη στολή.»

Η Τζένιφερ φάνηκε, προς στιγμή, να βρίσκεται σε αμηχανία. Κοίταξε τη στολή της.

«Βγάλ’την,» πρόσταξε πάλι η Αγαρίστη.

«Τώρα;»

«Προφανώς!»

Η Τζένιφερ έβγαλε πρώτα τις μπότες της και ύστερα τη στολή της. Από κάτω φορούσε ένα στενό γκρίζο μεσοφόρι. Αποκλείεται να κρύωνε· υπήρχε θέρμανση στο σκάφος.

«Κάθισε,» της είπε η Παντοκράτειρα, δείχνοντας τους σοφάδες και τις πολυθρόνες γύρω.

Η Τζένιφερ κάθισε σ’έναν σοφά, μαζεύοντας τα πόδια της επάνω. Μοιάζοντας ακόμα αμήχανη.

«Θέλεις να καπνίσεις;» τη ρώτησε η Αγαρίστη.

«Ναι, αν….»

Η Αγαρίστη πρόφερε μια λέξη προσταγής, και ο φτερωτός βοηθός πέταξε προς τη Μαύρη Δράκαινα. Φτερουγίζοντας αιωρήθηκε μπροστά της, κι από μέσα του άνοιξε, αυτόματα, ένα συρτάρι: μια ταμπακιέρα με διάφορα είδη τσιγάρων. Η Τζένιφερ πήρε ένα και ο βοηθός τής το άναψε. Μετά, κατόπιν προσταγής της Παντοκράτειρας, απομακρύνθηκε.

Η Μαύρη Δράκαινα πήρε μια γερή τζούρα καπνό, ενώ με τις άκριες των ματιών της κοίταζε προς μια συγκεκριμένη γωνία του μεγάλου δωματίου, παρατήρησε η Αγαρίστη.

Κοίταξε τον Υπερασπιστή που στεκόταν εκεί, αμίλητος και ακίνητος, μοιάζοντας με κολόνα θανατηφόρας ενέργειας. Η Παντοκράτειρα είχε σχεδόν ξεχάσει την παρουσία του ώς τώρα. Τι λόγο είχε η Τζένιφερ να φοβάται τον Υπερασπιστή; Ειδικά έτσι πιστή όπως ήταν στην Αγαρίστη.

Νευρική είναι, απλώς.

«Τι θέλεις να κάνουμε, λοιπόν;» ρώτησε η Αγαρίστη.

«Ό,τι θέλετε εσείς, Μεγαλειοτάτη.»

Η Αγαρίστη αναστέναξε. Μάλλον, ορισμένες Μαύρες Δράκαινες τις εκπαίδευσα πολύ καλά… «Ξέρεις ένα παιχνίδι που λέγεται Κατάκτηση; Είναι τοπικό της Σάρντλι.»

«Το ξέρω.»

«Θέλεις να παίξουμε;»

«Αν θέλετε κι εσείς.»

Κάθισαν σ’ένα μικρό τραπέζι, αντικριστά, και η Αγαρίστη άνοιξε τον πίνακα του παιχνιδιού και τοποθέτησε τα πιόνια. Άρχισαν να παίζουν. Και η Παντοκράτειρα δεν άργησε να διαπιστώσει ότι η Μαύρη Δράκαινα δεν έπαιζε όσο καλά μπορούσε. Αποκλείεται να ήταν τόσο χαζή.

«Τζένιφερ;»

Η Τζένιφερ ύψωσε το βλέμμα της για να την ατενίσει.

«Μ’αφήνεις να νικήσω;»

«Μεγαλειοτάτη…»

«Σταμάτα να μ’αφήνεις να νικήσω!»

«Εντάξει.»

Μέσα σε μισή ώρα, η Μαύρη Δράκαινα την είχε νικήσει. Και η Αγαρίστη γελούσε.

Τότε, είδε τη Τζένιφερ να χαμογελά. Για πρώτη φορά.

Η Παντοκράτειρα τής πρότεινε να ξαναπαίξουν. Εκείνη συμφώνησε.

Έστησαν πάλι τα πιόνια και έπαιξαν. Τώρα, η Αγαρίστη κατάφερε να κρατήσει για καμια ώρα, αλλά στο τέλος νίκησε ξανά η Τζένιφερ.

«Είσαι καλή σε όλα, λοιπόν, ε;»

«Προσπαθώ, Μεγαλειοτάτη.» Η Τζένιφερ ήπιε μια γουλιά από τον Κρύο Ουρανό που της είχε φέρει πριν από λίγο ο φτερωτός βοηθός, σ’ένα ψηλό ποτήρι με λεμόνι και πάγο.

«Τι νομίζεις για τις άλλες Μαύρες Δράκαινες, Τζένιφερ; Γι’αυτές που με πρόδωσαν.»

«Δεν ήταν πραγματικές Μαύρες Δράκαινες, Μεγαλειοτάτη.»

Η Αγαρίστη μειδίασε. «Ακριβώς. Δεν ήταν πραγματικές Μαύρες Δράκαινες.» Έπιασε ένα τηλεχειριστήριο από δίπλα και άλλαξε μουσική, βάζοντας κάτι πιο δυνατό από τις μαλακές μελωδίες που ηχούσαν πριν. Ελάσσονες Ανεμοβούβαλοι – ένα συγκρότημα από τη Σεργήλη – τραγούδι: Αγώνας Πυρός.

«Τι θέλεις να κάνουμε τώρα, Τζένιφερ;»

«Ό,τι θέλετε εσείς.»

«Εσύ, όμως, τι θέλεις;»

Η Τζένιφερ συνοφρυώθηκε ακουμπώντας την πλάτη της στην καρέκλα και πίνοντας μια γουλιά από τον Κρύο Ουρανό. Σκεπτική.

Ο τηλεπικοινωνιακός δίαυλος κουδούνισε, τρυπώντας βίαια τους ήχους των Ελασσόνων Ανεμοβούβαλων. Ο φτερωτός βοηθός ζύγωσε την Παντοκράτειρα. Εκείνη κοίταξε να δει ποιος ήταν.

«Η Βάρμη είναι!» είπε, γελώντας.

Άνοιξε τον δίαυλο.

Μέσα στην οθόνη φάνηκε η όψη της Βάρμης. Ταραγμένη, τώρα. «Μεγαλειοτάτη. Νομίζω πως… κάποια εισβολή πρέπει να έχει γίνει. Ειδοποίησα το πλήρωμα–»

«Εισβολή;» ρώτησε η Αγαρίστη. Σοβαρά.

«Ναι–»

«Πώς έφτασες σ’αυτό το συμπέρασμα;»

«Από το δωμάτιό μου λείπουν… πράγματα. Είπα να γίνει έλεγχος σ’όλους τους θαλάμους του σκάφους–»

«Τι πράγματα λείπουν;»

«Τα όπλα μου, Μεγαλειοτάτη. Όλα μου τα όπλα. Και… Είναι παράξενο αλλά και όλα μου τα εσώρουχα λείπουν, επίσης. Κάποιος μπήκε και–»

«Αυτό είναι πολύ ανησυχητικό!» Η Αγαρίστη σηκώθηκε όρθια. «Έρχομαι αμέσως να σε βρω. Μη φύγεις απ’το δωμάτιό σου!»

«Μάλισ–»

Η Αγαρίστη διέκοψε την επικοινωνία. Και γέλασε.

«Δε θα της πείτε την αλήθεια, Μεγαλειοτάτη;» ρώτησε η Τζένιφερ, καθώς κι εκείνη σηκωνόταν.

«Φυσικά, αλλά περίμενε λίγο.» Η Αγαρίστη άρχισε να βγάζει το φόρεμά της.

Η Τζένιφερ γύρισε απ’την άλλη. Πήγε προς τη στολή της.

«Στάσου!» τη σταμάτησε η Αγαρίστη. «Θα φορέσεις τα ρούχα μου κι εγώ τα δικά σου.»

«Τι; Μεγαλειοτάτη…»

«Μην είσαι χαζή! Θα έχει πλάκα!» Η Αγαρίστη γελούσε καθώς άφηνε το φόρεμά της επάνω σε μια πολυθρόνα. «Φόρεσέ το. Γρήγορα.» Πήγε εκεί όπου η Μαύρη Δράκαινα είχε αφήσει τη στολή της και τις μπότες της, και τα έβαλε και τα δύο. Της ήταν λιγάκι μεγάλα, αλλά φοριόνταν.

Στάθηκε μπροστά σ’έναν καθρέφτη και κοιτάχτηκε. Αυτή τη φορά είχε αποφασίσει να έχει χρυσό δέρμα και μακριά κόκκινα μαλλιά, και νόμιζε πως η φυσική της εμφάνιση ταίριαζε απόλυτα με την κατάμαυρη στολή της Μαύρης Δράκαινας. Ήταν εντυπωσιακή!

Στράφηκε στη Τζένιφερ. Το φόρεμα της Παντοκράτειρας τής ήταν λιγάκι μικρό. Το σώμα της πιεζόταν εκεί μέσα, και η φούστα ήταν πιο κοντή απ’ό,τι θα έπρεπε. Είχε πλάκα, όμως.

«Πάμε!» της είπε η Αγαρίστη.

Η Τζένιφερ την ακολούθησε: ξυπόλυτη, γιατί η Παντοκράτειρα δεν της είχε δώσει παπούτσια.

2.

Η Βάρμη ήταν ανάστατη.

Είχε βάλει το ρολόι της να την ξυπνήσει δύο ώρες πριν φτάσουν στη Σάρντλι. Ακούγοντας το ξυπνητήρι, είχε σηκωθεί, είχε αρχίσει να ντύνεται, και τότε είχε διαπιστώσει πρώτα ένα τρομαχτικό πράγμα και ύστερα ένα αλλόκοτο:

Όλα της τα όπλα έλειπαν.

Όλα της τα εσώρουχα έλειπαν επίσης – εκτός από την περισκελίδα και τον στηθόδεσμο που φορούσε ενώ κοιμόταν.

Το μυαλό της αμέσως πήγε σε δολιοφθορά. Κάποιος αποστάτης, ή ίσως κάποιοι αποστάτες, πληθυντικός, ήταν μέσα στο αεροσκάφος!

Ειδοποίησε τους στρατιώτες της, το πλήρωμα, και την Παντοκράτειρα. Και η τελευταία τής είπε να περιμένει στο δωμάτιό της.

Δεν έπρεπε να είχα συμφωνήσει, σκεφτόταν τώρα η Βάρμη. Ίσως να προσπαθήσουν να τη δολοφονήσουν καθώς έρχεται.

Αλλά, βέβαια, είναι οι Υπερασπιστές μαζί της – δε μπορούν ν’αντιμετωπίσουν τους Υπερασπιστές.

Η Βάρμη, ντυμένη με τη στρατιωτική στολή της, κρατούσε στα χέρια της το πιστόλι που της είχε, πριν από λίγο, δώσει ένας στρατιώτης της και περίμενε, στεκόμενη στην πόρτα.

Η Παντοκράτειρα δεν άργησε να παρουσιαστεί, μαζί με τη Τζένιφερ τη Μαύρη Δράκαινα. Πίσω τους ακολουθούσε ένας από τους Υπερασπιστές, κατάμαυρος και κάνοντας μυστηριώδεις αργυρόχρωμες και πορφυρόχρωμες ανταύγειες, ντυμένος με την κλειστή πανοπλία που κανένας τους δεν έβγαζε ποτέ. Έμοιαζε περισσότερο, ίσως, με ενέργεια παρά με ύλη. Η Βάρμη είχε μάθει να φοβάται – να τρέμει – τους Υπερασπιστές, ύστερα από όσα είχε δει μ’αυτούς.

Η Παντοκράτειρα φορούσε μια στολή που θύμιζε στολή Μαύρης Δράκαινας, και η Τζένιφερ ήταν ντυμένη μ’ένα φανταχτερό φόρεμα που της ήταν, φανερά, στενό και κοντό. Επίσης, βάδιζε ξυπόλυτη (!).

Τι σκατά γίνεται; απόρησε η Βάρμη.

«Μεγαλειοτάτη…»

«Τι συμβαίνει, Βάρμη;» απαίτησε η Παντοκράτειρα. «Είναι η ασφάλεια ελλιπής μέσα στο αεροσκάφος μου;»

«Μεγαλειοτάτη… δεν ξέρω… Είναι περίεργο. Μέχρι στιγμής δεν μου έχουν πει ότι λείπει κάτι άλλο–»

«Λείπουν μόνο τα εσώρουχά σου.»

«Και τα όπλα μου. Έχω βάλει να ψάξουν σ’όλο το σκάφος.»

«Θα ψάχνουν, δηλαδή, οι στρατιώτες μου να βρουν τα δικά σου εσώρουχα;»

«Μεγαλειοτάτη! Δεν είναι… Δεν ψάχνουν για τα εσώρουχά μου! Κάποιος αποστάτης πρέπει νάναι κρυμμένος εδώ–»

«Και σκέφτηκε ο αποστάτης να κλέψει τα εσώρουχά σου;»

«Πήρε και τα όπλα μου!»

«Και τα εσώρουχά σου.»

«Δεν έχουν σημασία τα εσώρουχα!»

«Κι έχουν σημασία τα όπλα;»

«Σοβαρολογείτε, Μεγαλειοτάτη;»

Γιατί η Τζένιφερ χαμογελούσε; αναρωτήθηκε η Βάρμη. Πού έβλεπε το αστείο, η τρισκατάρατη; Και γιατί φορούσε αυτό το αταίριαστο φόρεμα;

Η Παντοκράτειρα ψιθύρισε κάτι στ’αφτί της Μαύρης Δράκαινας, κι εκείνη έφυγε, βαδίζοντας γρήγορα. Σχεδόν τρέχοντας.

«Βάρμη,» είπε μετά η Αγαρίστη, «είναι δυνατόν να μου λες ότι κάποιος εισέβαλε στο αεροσκάφος μου, μπήκε στο δωμάτιό σου, και σου πήρε τα εσώρουχα; Αυτή είναι η ασφάλεια που μου προσφέρεις;»

«Μα, Μεγαλειοτάτη, δεν… κανονικά δεν θα μπορούσε να το κάνει αυτό! Υπάρχουν φρουροί–»

«Κοιμάσαι όρθια, Βάρμη!»

«Μα, υπάρχουν φρουροί στο σκάφος! Τι να κάνω εγώ;»

«Μη μου σηκώνεις τη φωνή σου! Και μη φέρεσαι σαν το θέμα να μην είναι σημαντικό!»

Το λευκό-ροζ δέρμα της Βάρμης είχε κοκκινίσει, από το μέτωπο ώς τον λαιμό. Η Αγαρίστη, έτσι όπως την έβλεπε, δεν ήταν βέβαιη αν η διοικήτρια ήταν έτοιμη να ουρλιάξει ή να κλάψει. Ίσως να το παράκανα, σκέφτηκε.

Τελικά, η Βάρμη πήρε μια βαθιά ανάσα και είπε: «Με συγχωρείτε, Μεγαλειοτάτη–»

«Σε θεωρώ φίλη μου, Βάρμη. Γιατί φέρεσαι τόσο ανεύθυνα;»

«Δεν θα ξανασυμβεί.»

«Ωραία. Θα είσαι πιο προσεχτική από εδώ και στο εξής, εντάξει;»

«Ασφαλώς. Αλλά τώρα πρέπει να εντοπίσουμε τον αποστάτη.»

«Και τα εσώρουχά σου.»

«Τα εσώρουχα δεν είναι το θ–»

«Ας ψάξουμε· έλα!»

«Εμείς;»

«Ναι, έλα!» Η Αγαρίστη τής έκανε νόημα, αρχίζοντας να βαδίζει. «Μη φοβάσαι· έχουμε καλό προστάτη κοντά μας.» Έδειξε τον Υπερασπιστή με τον αντίχειρά της.

Η Βάρμη δεν μπορούσε να διαφωνήσει με την Παντοκράτειρα· την ακολούθησε.

Η Αγαρίστη άρχισε να την οδηγεί σε θαλάμους και καμπίνες. Έριχναν γρήγορες ματιές και έφευγαν. Συγχρόνως, στρατιώτες περιφέρονταν μέσα στο αεροσκάφος, ερευνώντας κι αυτοί. Η Βάρμη δεν νόμιζε ότι ο έλεγχος που έκαναν εκείνη κι η Παντοκράτειρα είχε κανένα νόημα, αλλά τι να της έλεγε; Ήταν η Παντοκράτειρα…

Μετά από κάποια ώρα, η Αγαρίστη είπε: «Δεν τα βρίσκουμε πουθενά. Μήπως έκανες λάθος και είναι, τελικά, στο δωμάτιό σου;»

«Μα, πώς…; Αποκλείεται.»

«Πάμε να δούμε!» επέμεινε η Αγαρίστη.

Η Βάρμη την ακολούθησε, φυσικά.

Επέστρεψαν στο δωμάτιό της και είδαν ότι τα εσώρουχά της ήταν κρεμασμένα από το χαμηλό ταβάνι, το ένα δεμένο με το άλλο, φτιάχνοντας αλυσίδες. Και πιασμένα μέσα τους ήταν τα όπλα της: ένα τουφέκι, δύο πιστόλια, ένα ξιφίδιο.

«Τι…» έκανε η Βάρμη, μοιάζοντας να τα έχει χαμένα. «Δεν…» Στράφηκε, απότομα, ν’ατενίσει την Παντοκράτειρα.

Εκείνη γέλασε.

Τα μάτια της Βάρμης γούρλωσαν. «Εσύ; Το… Αυτό το… έκανες εσύ

«Όχι μόνη μου,» παραδέχτηκε η Αγαρίστη. «Η Τζένιφερ με βοήθησε. Μπήκε στο δωμάτιό σου ενώ κοιμόσουν του καλού καιρού. Αν δεν κοιμόσουν, δεν θα είχε συμβεί! Δε θέλω η διοικήτρια της φρουράς μου να κοιμάται όταν θα έπρεπε νάναι ξύπνια, και νάναι ξύπνια όταν θα έπρεπε να κοιμάται, Βάρμη! Είτε είσαι φίλη μου είτε όχι, πρέπει να είμαστε και λίγο λογικές, δε νομίζεις;»

Η Βάρμη είχε γίνει πάλι κατακόκκινη. «Ήμουν κουρασμένη…» κατάφερε μόνο να ψελλίσει.

«Δεν πειράζει,» είπε η Αγαρίστη, ευχάριστα. «Για τώρα, δεν πειράζει. Αλλά να το έχεις υπόψη σου. Κι αν το ξεχάσεις, θα μπορώ να σ’το θυμίσω. Δες εκεί.» Έδειξε.

Η Βάρμη στράφηκε και είδε τον τηλεοπτικό πομπό που είχε βάλει η Τζένιφερ στο δωμάτιό της. Το πρόσωπό της έγινε ακόμα πιο κόκκινο. «Μεγαλειοτάτη, μην… μην το δείξετε αυτό σε… άλλους.»

«Θα προσπαθήσω να συγκρατηθώ. Αν δω ότι κάνεις καλά τη δουλειά σου.»

Η Βάρμη ένευσε. Έμοιαζε να έχει φτάσει στα όριά της. Τα μάτια της ήταν δακρυσμένα.

Η Αγαρίστη πλησίασε και την αγκάλιασε. «Μη στεναχωριέσαι, Βάρμη. Είσαι φίλη μου! Παίξαμε ένα παιχνίδι, που ήταν συγχρόνως και ένα μάθημα. Και…» Άφησε τη Βάρμη από την αγκαλιά της και κοίταξε το ρολόι στον καρπό της. «Φτάνουμε σε λίγο. Καλύτερα να ετοιμαστούμε, ε;»

Η Βάρμη κατένευσε, σκουπίζοντας δάκρυα από τις άκριες των ματιών της. «Ναι,» είπε βραχνά.

«Ωραία!» Η Αγαρίστη τη φίλησε στο μάγουλο, ηχηρά. Ύστερα, στράφηκε και βγήκε απ’το δωμάτιο.

Η Βάρμη πρόσεξε ότι η Τζένιφερ παρακολουθούσε από τον διάδρομο. Ένα αχνό χαμόγελο υπήρχε στο πρόσωπό της: και η Μαύρη Δράκαινα σπάνια χαμογελούσε. Το ευχαριστήθηκες, μαλακισμένη; σκέφτηκε, εξοργισμένη, η Βάρμη. Και, κλείνοντας την πόρτα της, άρχισε να ετοιμάζεται.

Σάρντλι

1.

Ο καμπούρης ερυθρόδερμος Επιτηρητής του Πολύλιθου Μεγάρου έκανε μια σύντομη, τυπική υπόκλιση και είπε: «Τα πράγματα δεν είναι καλά, Άρχοντές μου.»

Ο Σίδηρος ο Πρώτος, καθισμένος στον Πολύλιθο Θρόνο, έβηξε επάνω στη γροθιά του. Είχε κρυολογήσει, κι ένα κρυολόγημα, στην ηλικία του, μπορούσε ν’αποδειχτεί επικίνδυνο – ακόμα και θανατηφόρο. Το συγκεκριμένο είχε κρατήσει κάμποσες ημέρες. «Δεν τους έδιωξαν απ’τα ορυχεία;» ρώτησε, όταν ο βήχας τελείωσε.

«Φοβάμαι πως όχι, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε ο Επιτηρητής Θάργκεκ. «Και δεν είναι μόνο αυτό, αλλά υπάρχουν και χειρότερα νέα που έφερε ο μαντατοφόρος…» Μόρφασε επιδεικτικά, σουφρώνοντας τα μεγάλα μάτια του, που έμοιαζαν με τα μάτια μυθικού τέρατος της ζούγκλας.

Ο Ορείχαλκος, που στεκόταν μερικά βήματα δίπλα απ’τον Πολύλιθο Θρόνο, μέσα στην Υψηλή Αίθουσα του Μεγάρου των Ορειβατών, ορισμένες φορές νόμιζε ότι ο Θάργκεκ θα έπρεπε να είχε, καλύτερα, γίνει θεατρίνος. «Τι είναι, λοιπόν;» ρώτησε ο Ορείχαλκος, σταθερά. «Χάσαμε κι άλλο ορυχείο;»

Ο Θάργκεκ στράφηκε να τον ατενίσει. «Ο πατέρας σας, ο Σίδηρος ο Δεύτερος, είναι σοφός, Άρχοντά μου, που σας έχει παραχωρήσει τα καθήκοντά του–»

«Σ’ευχαριστούμε για τη φιλοφρόνηση, Επιτηρητή· αλλά σου έκανα μια ερώτηση.»

«Ναι, ασφαλώς, Άρχοντά μου· και τώρα θα απαντούσα. Δυστυχώς, έτσι είναι, όπως τα υποθέσατε. Ακόμα ένα ορυχείο χάθηκε από τον έλεγχό μας, και βρίσκεται στα χέρια των ανταρτών.»

«Συνολικά, τέσσερα μέχρι στιγμής, δηλαδή…» είπε ο Ορείχαλκος, σκεπτικά.

Ο Σίδηρος ο Πρώτος μουρμούρισε κάτι, με το κεφάλι στραμμένο στα δεξιά του, όπου δεν φαινόταν κανένας, παρά μονάχα – αν παρατηρούσες πολύ προσεχτικά – ένας δυσδιάκριτος κυματισμός στον αέρα. Το β’ζάιλ του Σιδήρου: το πνεύμα ενός αγέννητου συγγενή ο οποίος ίσως και να μη γεννιόταν ποτέ.

Στη Σάρντλι, όλοι οι ευγενείς είχαν ένα β’ζάιλ ως σύντροφό τους και μαντατοφόρο των θεών. Εκτός από εκείνους που, για κάποιον λόγο, είχαν χάσει το β’ζάιλ τους.

Και ο Ορείχαλκος ήταν ένας απ’αυτούς. Είχε χάσει το β’ζάιλ του την ημέρα που παντρεύτηκε την Παντοκράτειρα, όταν αυτό είχε προσπαθήσει να τον σκοτώσει – και εκείνον και την Αγαρίστη. Οι Υπερασπιστές της, όμως, ήταν που είχαν τελικά σκοτώσει το β’ζάιλ. Και ο Ορείχαλκος είχε ξαφνικά βρεθεί μόνος.

Ορισμένες φορές νόμιζε ότι του άρεσε καλύτερα έτσι.

Υπήρχαν μερικοί που παρασύρονταν και μιλούσαν πολύ με το β’ζάιλ τους. Όπως ο θείος Σίδηρος, για παράδειγμα… Μιλούσαν μαζί του ακόμα και μπροστά σε άλλους.

«Ναι,» είπε ο Θάργκεκ, «τέσσερα. Ακριβώς, Άρχοντά μου.» Και μόρφασε ξανά, επιδεικτικά.

«Οι Παντοκρατορικοί δεν μας πρόσφεραν βοήθεια;» ρώτησε ο Σίδηρος.

«Μας πρόσφεραν, απ’όσο γνωρίζω, Άρχοντά μου. Αλλά δεν ήταν αρκετή. Δεν ήταν αρκετή.»

«Ο Ορείχαλκος θα μπορούσε να μεσολαβήσει για να μας στείλουν περισσότερους στρατιώτες.» Η φωνή δεν ήταν του Σιδήρου του Πρώτου. Ήταν της κόρης του, της Γρανίτιας της Πρώτης, η οποία είχε μόλις μπει στην αίθουσα. Ψηλή και λεπτή και χρυσόδερμη, με καταπράσινα σγουρά μαλλιά. Ο πατέρας της ήταν εβδομήντα-ενός χρονών, η Γρανίτια τριάντα-τεσσάρων, δύο χρόνια μικρότερη από τον Ορείχαλκο. Κανονικά, το μεγαλύτερο παιδί του θείου Σιδήρου θα έπρεπε να ήταν πολύ πιο μεγάλο απ’τον Ορείχαλκο, αλλά ο Σίδηρος ο Πρώτος είχε παντρευτεί σε προχωρημένη ηλικία, σ’αντίθεση με τον αδελφό του, τον Σίδηρο τον Δεύτερο. Στην ηλικία του Ορείχαλκου περίπου είχε κάνει τη Γρανίτια.

Ο Ορείχαλκος δεν είχε κάνει ακόμα κανένα παιδί.

Στράφηκε τώρα ν’αντικρίσει τη Γρανίτια. «Νομίζω πως μας έχουν στείλει όσους μπορούν, ξαδέλφη.»

«Σύζυγός της είσαι· δε μπορεί για σένα να στείλει μερικούς ακόμα; Εξάλλου, κι αυτοί επωφελούνται απ’τα ορυχεία μας. Ανέκαθεν επωφελούνταν.»

«Ακριβώς γι’αυτό το λόγο είμαι βέβαιος ότι έχουν στείλει όσους στρατιώτες μπορούν.»

Η Γρανίτια συνοφρυώθηκε καθώς σταματούσε να βαδίζει, κοντά στον Ορείχαλκο. Δεν μίλησε. Πρέπει να θεωρούσε ότι ο ξάδελφός της είχε πει κάτι σωστό.

Ο Σίδηρος έβηξε ξανά. «Ο Οίκος των Ορειβατών δεν θα το ανεχτεί αυτό!» μούγκρισε. «Θα το μετανιώσουν που στράφηκαν εναντίον μας!»

Κανονικά, θείε, στην ηλικία σου, θα έπρεπε να μην ασχολείσαι πια μ’αυτά τα ζητήματα, σκέφτηκε ο Ορείχαλκος. Θα έπρεπε να είχες παραχωρήσει τα καθήκοντά σου στη Γρανίτια. Αλλά – όλοι το έλεγαν – ο Σίδηρος ο Πρώτος ποτέ δεν μπορούσε να μεγαλώσει.

«Χρειαζόμαστε βοήθεια από κάπου,» είπε ο Ορείχαλκος. «Και θα τη βρω.»

«Τι έχεις κατά νου;» τον ρώτησε η Γρανίτια.

«Τίποτα συγκεκριμένο. Αλλά θα το σκεφτώ.» Μετά, στράφηκε στον Θάργκεκ. «Θα μου φέρεις έναν χάρτη όπου είναι σημειωμένα όλα τα υπό κατάληψη ορυχεία. Και το τελευταίο.» Δεν ήταν ερώτηση.

Ο καμπούρης Επιτηρητής υποκλίθηκε. «Μάλιστα, Άρχοντα Ορείχαλκε.» Και πρόσθεσε, πολύ σοβαρά (και μελοδραματικά, ίσως): «Σας έχω απόλυτη εμπιστοσύνη, Άρχοντά μου. Ο πατέρας σας ήταν πράγματι σοφός που σας παραχώρησε τη θέση του. Αν κάποιος μπορεί να κάνει κάτι, νομίζω πως εσείς είστε αυτός.»

«Σ’ευχαριστώ, Θάργκεκ· αλλά προτιμώ να μου υπενθυμίζουν τα μειονεκτήματά μου κι όχι τις αρετές μου.»

Ο Θάργκεκ γέλασε και έσεισε ένα του δάχτυλο προς το μέρος του Ορείχαλκου. «Αυτό που έλεγα, Άρχοντα Ορείχαλκε· αυτό που έλεγε ο γέρο-Θάργκεκ, χε-χε-χε…» είπε καθώς αποχωρούσε από την Υψηλή Αίθουσα.

Ο Ορείχαλκος παρατήρησε ότι η Γρανίτια χαμογελούσε. Η κατάσταση, όμως, είναι δύσκολη. Κανείς δεν θάπρεπε, ίσως, να χαμογελά τώρα…

2.

Φτερωτό Όρος. Κρυφή βάση της Επανάστασης μέσα στη Σάρντλι, όπου σταματούσαν τα αεροσκάφη με ιδιότητες αιθερικού ταξιδιού.

Ο Βασιληάς Ανδρόνικος της Απολλώνιας είχε φτάσει πριν από μερικές ώρες. Ο Αρχιπροδότης για τους Παντοκρατορικούς, ο πρώτος σύζυγος της Παντοκράτειρας που την πρόδωσε· ο Πρωτεργάτης της Επανάστασης για άλλους. Ο Πρίγκιπας της Επανάστασης.

Μαζί του, μέσα στο αεροπλάνο, είχαν έρθει η Ιωάννα η Μαύρη Δράκαινα, ο Σέλιρ’χοκ, και η Άνμα’ταρ.

Οι άλλοι επαναστάτες, που περίμεναν την άφιξή τους, δεν είχαν αργήσει να συγκεντρωθούν στο Φτερωτό Όρος. Όσοι από αυτούς, δηλαδή, δεν ήταν ήδη εκεί.

«Πρίγκιπά μου. Καλωσορίσατε στη Σάρντλι,» είπε ο Φένχιλ, μπαίνοντας στην αίθουσα όπου ήταν συναθροισμένοι όλοι όσοι θα συζητούσαν.

«Φένχιλ.» Ο Ανδρόνικος στράφηκε να κοιτάξει τον ερυθρόδερμο επαναστάτη με τα κοντά μαύρα μαλλιά και την ουλή στο σαγόνι. «Πώς είναι τα πράγματα;»

«Καλύτερα από την προηγούμενη φορά που ήσασταν εδώ, Πρίγκιπά μου,» αποκρίθηκε ο Φένχιλ, καθίζοντας σε μια από τις καρέκλες του μεγάλου τραπεζιού της πέτρινης αίθουσας. Επάνω στην επιφάνειά του ήταν απλωμένοι χάρτες διάφορων περιοχών της Σάρντλι, και υπήρχαν επίσης δύο οθόνες πληροφοριακών συστημάτων και κονσόλες. Τα τασάκια ήταν γεμάτα αποτσίγαρα. Η Ιωάννα κάπνιζε το τέταρτο τσιγάρο από τότε που είχαν μπει στην αίθουσα, είχε παρατηρήσει ο Ανδρόνικος. Πριν από κάποιο καιρό, του είχε πει ότι ελάττωνε το κάπνισμα· τώρα φαινόταν πάλι να το έχει ξαναρχίσει.

Η Σιλάνα ρώτησε τον Φένχιλ: «Κάτι να πιεις;» Γενικά, ήταν σιωπηλή γυναίκα. Χρυσόδερμη και καστανομάλλα, με άγρια όψη. Νόμιζες ότι θα σε καταβρόχθιζε αν τη θύμωνες. Ήξερε απίστευτα πράγματα για τη Σάρντλι: κρυφά μονοπάτια, ανθρώπους κάθε είδους, περιοχές άγνωστες σε άλλους.

«Τάο βις;» είπε ο Φένχιλ.

Η Σιλάνα ένευσε. «Έχουμε.» Γέμισε μια κούπα από μια καράφα και του την έδωσε.

«Υπέροχα.» Ο Φένχιλ ήπιε.

«Και υπόγειο οίνο έχουμε. Όσο τραβά η καρδιά σου,» είπε ο Νάρτιλ ο πιλότος, μειδιώντας πλατιά και υψώνοντας το ποτήρι του. «Καλλιεργούν τα υπόγεια αμπέλια δίπλα από ορισμένα απ’τα ορυχεία μετάλλων τους. Θα νόμιζες ότι το κρασί θάταν μολυσμένο, ή βρόμικο, ή τέλος πάντων ότι δε θα πινόταν, αλλά είναι εξαίσιο το αναθεματισμένο.» Ο Νάρτιλ ήπιε μια γουλιά. «Εξαίσιο.»

«Βλέπετε, Πρίγκιπά μου;» είπε ο Σάνραντιλ’φεν, που ήταν Πρόμαχος της Επανάστασης σε τούτες τις περιοχές. «Μερικές νίκες, κι αμέσως η πειθαρχία τους έχει αρχίσει να σκορπίζεται από τις θύελλες του Σάμπρεοθ.»

«Μην παραπονιέσαι, μάγε,» αντιγύρισε ο Νάρτιλ. «Θα σου αφήσουμε κι εσένα κρασί.»

Ορισμένοι γέλασαν.

«Ο Σάνραντιλ έχει δίκιο, όμως,» είπε η Αλρίβα’σαρ, που κι εκείνη είχε ένα ποτήρι υπόγειο οίνο κοντά της. «Δεν πρέπει να παρασυρόμαστε από τις επιτυχίες. Η Παντοκράτειρα μπορεί να στείλει ακόμα περισσότερους μαχητές της, τώρα που τα πράγματα έχουν σκουρύνει για εκείνη.»

«Για να είμαι ειλικρινής, δεν το πιστεύω,» είπε ο Ανδρόνικος. «Οι Παντοκρατορικοί έχουν πολλά μέτωπα ανοιχτά. Αν μπορούσαν να προστατέψουν τα ορυχεία καλύτερα, θα το είχαν κάνει ήδη. Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει ότι δεν πρέπει να είμαστε προσεχτικοί. Ασφαλώς και πρέπει. Αλλά, όπως σας είπα και την προηγούμενη φορά, δεν είναι τυχαίο που ήρθα τώρα στη Σάρντλι για να σας προτρέψω να κινηθείτε. Το ξέρω πως οι δυνάμεις της Παντοκράτειρας αυτή την περίοδο είναι πολύ πιεσμένες.

»Πείτε μου, λοιπόν: ποια είναι η κατάσταση εδώ επί του παρόντος;»

«Τέσσερα ορυχεία του Οίκου των Ορειβατών βρίσκονται κατειλημμένα από ιθαγενείς των βουνών και νομάδες, Πρίγκιπά μου,» είπε ο Σάνραντιλ’φεν.

«Από το τελευταίο που κατακτήθηκε έρχομαι,» τόνισε ο Φένχιλ.

«Και τι συμβαίνει εκεί;» ρώτησε ο Ανδρόνικος.

«Αυτά που θα περίμενε κανείς, Πρίγκιπά μου. Λεηλασία και διαρπαγή, ασφαλώς, και επιφυλακή για τον πιθανό ερχομό ενισχύσεων.»

«Οι φρουροί του ορυχείου είναι νεκροί;»

«Πολλοί απ’αυτούς ναι. Δεν παραδίνονταν. Δεν ήταν μόνο οι μαχητές των Ορειβατών, αλλά και αρκετοί Παντοκρατορικοί μαζί τους, και είχαν κι ένα πολεμικό όχημα καθώς και κανόνια – τα οποία τώρα είναι δικά μας.»

Ο Ανδρόνικος ένευσε, ευχαριστημένος. «Και τους αιχμαλώτους;»

«Τους διώξαμε. Δεν ήταν κανένα σημαντικό πρόσωπο ανάμεσά τους.»

«Με τους εργάτες τι έγινε;»

«Οι περισσότεροι είναι ιθαγενείς των βουνών, Πρίγκιπά μου. Συγγενείς αυτών που επιτέθηκαν στο ορυχείο, βασικά. Θα συνεχίσουν να εργάζονται εκεί· απλώς τα μεταλλεύματα δεν θα πηγαίνουν στους Ορειβάτες. Ούτε στην Παντοκράτειρα.»

«Καλώς,» είπε ο Ανδρόνικος, και ήπιε μια γουλιά υπόγειο οίνο. «Θέλω να φροντίσετε, όσο το δυνατόν, να μη γίνουν πολλές ζημιές. Στο τέλος, θέλω να στρέψουμε τους Ορειβάτες με το μέρος μας, όχι να τους κάνουμε θανάσιμους εχθρούς μας.»

«Το έχουμε υπόψη μας, Πρίγκιπά μου.»

Ο Ανδρόνικος τού το είχε ξαναπεί αυτό του Φένχιλ, την πρώτη φορά που είχε έρθει στη Σάρντλι. Δεν είμαι εδώ για να καταστρέψω τη διάστασή σας, του είχε τονίσει. Είμαι εδώ για να σας βοηθήσω μόνο να διώξετε την Παντοκράτειρα.

«Από εδώ και στο εξής πώς προχωράμε, λοιπόν;» ρώτησε ο Νάρτιλ.

Ο Ανδρόνικος κοίταξε τον μάγο του τάγματος των Γαιοδιφών και Πρόμαχο της Επανάστασης. «Τι νομίζεις εσύ, Σάνραντιλ;»

Ο Σάνραντιλ’φεν εργαζόταν παλιότερα για τον Οίκο των Ορειβατών, αλλά μετά τους είχε εγκαταλείψει και είχε ενταχθεί στην Επανάσταση. Απ’ό,τι γνώριζε ο Ανδρόνικος, ο θάνατος κάποιου φίλου του είχε συμβάλει σ’αυτό. Ο μάγος δεν μισούσε τους Ορειβάτες – τουλάχιστον, δεν είχε ποτέ υποστηρίξει κάτι τέτοιο – εχθρευόταν, όμως, αφάνταστα τους Παντοκρατορικούς. Θεωρούσε ότι ρουφούσαν το αίμα της Σάρντλι σαν κουσ’τνάκα των βάλτων – ένα πολύ επικίνδυνο είδος μεγάλων κουνουπιών.

Ο Σάνραντιλ’φεν γνώριζε πολλά για τον Οίκο των Ορειβατών, και ο Ανδρόνικος ήλπιζε ότι ο μάγος θα τον συμβούλευε στην τελική κίνηση της Επανάστασης: στην κίνηση που θα έφερνε τους Ορειβάτες με το μέρος των επαναστατών και θα τους απομάκρυνε από την Παντοκράτειρα.

«Οι Ορειβάτες δεν έχασαν ξαφνικά όλη τους τη δύναμη επειδή κάποιοι ιθαγενείς κατέλαβαν τέσσερα ορυχεία τους,» είπε, επί του παρόντος, ο Σάνραντιλ. «Είναι ο ισχυρότερος Οίκος στη Σάρντλι, Πρίγκιπά μου.»

«Το χτύπημα, όμως, δεν είναι και μικρό!» τόνισε ο Φένχιλ.

«Βεβαίως και δεν είναι. Σίγουρα θα έχουν ανησυχήσει. Πολύ. Κι αυτό σημαίνει ότι θα πάρουν μέτρα.»

«Τι μέτρα;» ρώτησε ο Ανδρόνικος.

«Δεν μπορώ να είμαι βέβαιος, αλλά υποθέτω πως θα προσπαθήσουν να κάνουν κάποιες συμμαχίες ώστε να φέρουν περισσότερους ανθρώπους να πολεμήσουν γι’αυτούς.»

«Οι πράκτορές μας είναι παντού, μάγε,» είπε ο Φένχιλ. «Θα εντοπίσουμε τις κινήσεις τους, θα τις σαμποτάρουμε.»

«Βλέπεις τι έλεγα πριν, λοιπόν, Φένχιλ;» είπε ο Σάνραντιλ. «Έχουμε αρχίσει να γινόμαστε απρόσεχτοι ύστερα από τις νίκες μας. Τους Ορειβάτες δεν πρέπει να τους παίρνει κανείς αψήφιστα.»

«Τι προτείνεις, επομένως;» τον ρώτησε ο Ανδρόνικος. «Να κινηθώ τώρα, προτού κάνουν την κίνησή τους οι Ορειβάτες;»

Ο Σάνραντιλ’φεν κούνησε το κεφάλι. «Όχι, Πρίγκιπά μου. Δε νομίζω ότι είναι ακόμα ο καιρός. Οι Ορειβάτες δεν θα παραδοθούν αν δεν πιστέψουν ότι έχουν φτάσει σε αδιέξοδο. Θα διατηρήσουν τη συμμαχία τους με την Παντοκράτειρα μέχρι που να μη μπορούν να κάνουν αλλιώς. Εξάλλου, μην ξεχνάς πως ο γιος του Σιδήρου του Δευτέρου, ο Ορείχαλκος, είναι ένας από τους συζύγους της πλέον.»

Η Άνμα’ταρ έσπασε τη σιωπή της και ρώτησε: «Θέλουν, όμως, να έχουν το χέρι της Παντοκράτειρας πάνω απ’τα κεφάλια τους; Τι έχουν να κερδίσουν; Τους προσφέρει κάτι η Παντοκρατορία;»

«Φοβούνται για τον Οίκο τους. Και φοβούνται και τους πολιτικούς τους αντιπάλους. Τη δύναμη της Παντοκράτειρας την ξέρουν, και ξέρουν επίσης πως, αν της εναντιωθούν, μπορεί να τους τσακίσει, ή να υποστηρίξει κάποιους εχθρούς τους.»

«Αυτά τα δύο,» είπε ο Ανδρόνικος, «δεν θεωρώ ότι έχει πια τη δυνατότητα να τα κάνει τόσο εύκολα όσο παλιά.»

«Πιθανώς να είναι έτσι, Πρίγκιπά μου,» αποκρίθηκε ο Σάνραντιλ’φεν, «όμως οι Ορειβάτες δε νομίζω πως είναι πρόθυμοι να το ρισκάρουν.»

«Όχι ακόμα, σωστά;» είπε η Ιωάννα.

Ο Γαιοδίφης στράφηκε να κοιτάξει τη Μαύρη Δράκαινα.

«Εκείνο που θέλω να πω,» εξήγησε η Ιωάννα, «είναι ότι, στο τέλος, ύστερα από τις πιέσεις που θα ασκήσουμε, πρέπει να μπορούν να καταλάβουν πως αξίζει να εναντιωθούν στην Παντοκράτειρα. Τους συμφέρει. Ή, μήπως, θεωρείς ότι αυτό αποκλείεται να συμβεί;»

«Αν θεωρούσα κάτι τέτοιο, θα έλεγα εξαρχής στον Πρίγκιπά μας ότι είναι ανούσιο να προσπαθήσει. Δεν είναι, όμως, ανούσιο. Ο Οίκος των Ορειβατών ενδιαφέρεται για την πολιτική επιρροή και για το κέρδος, όπως όλοι οι μεγάλοι Οίκοι της Σάρντλι. Αν κρίνουν ότι είναι προς όφελός τους να έρθουν με την Επανάσταση, θα έρθουν. Αν δουν ότι δεν μπορεί να τους βλάψει η Παντοκράτειρα, δεν έχουν λόγο να της πληρώνουν φόρο, ούτε να βρίσκονται υπό τις διαταγές της.»

«Μάλιστα,» είπε ο Ανδρόνικος, τρίβοντας τα ξανθά του μούσια σκεπτικά ενώ είχε την πλάτη ακουμπισμένη στην καρέκλα του. «Για τον Ορείχαλκο τι πιστεύεις, Σάνραντιλ;»

«Τον καιρό που έφυγα από τη δούλεψη των Ορειβατών, ο Ορείχαλκος δεν είχε ακόμα αναλάβει τα καθήκοντα του πατέρα του. Ο Σίδηρος ο Δεύτερος έκανε κουμάντο εκεί όπου τώρα κάνει ο Ορείχαλκος. Νομίζω, όμως, ότι ο μικρός είναι συνετός και λογικός. Από τους συνετότερους του Οίκου του, ίσως.»

«Παντρεύτηκε την Παντοκράτειρα, όμως…» σχολίασε η Άνμα’ταρ, χαμηλόφωνα, περισσότερο για να την ακούσουν ο Σέλιρ’χοκ και η Ιωάννα παρά κανένας άλλος. Αλλά η φωνή της έφτασε στ’αφτιά του Σάνραντιλ, κι εκείνος είπε:

«Αυτό απλά αποδεικνύει τα όσα είπα για τον Ορείχαλκο.»

Η Άνμα ύψωσε ένα φρύδι. «Πώς ακριβώς;»

«Η Παντοκράτειρα, θέλοντας να ισχυροποιήσει τους δεσμούς της με τη Σάρντλι, ζήτησε να πάρει έναν σύζυγο από εδώ. Και φυσικά αυτός ο σύζυγος δεν μπορεί να ήταν από άλλο Οίκο παρά από τους Ορειβάτες. Ο Ορείχαλκος άκουσα πως προθυμοποιήθηκε ο ίδιος να την παντρευτεί, προκειμένου να προλάβει τον αδελφό του, τον Ρουμπίνη. Και μη νομίζεις ότι δεν είναι τρομαχτικό, ή επικίνδυνο, για έναν ευγενή να παντρευτεί την Παντοκράτειρα. Μπορεί, από κάποια δική του ανοησία, να επιφέρει τη διάλυση ολόκληρου του Οίκου του.»

Ο Ανδρόνικος μειδίασε. «Θα μιλάς για μένα, μάγε.»

Γέλια γύρω απ’το τραπέζι. Ο Φένχιλ έφτυσε στο πλάι μια γουλιά τάο βις, βήχοντας.

«Πρίγκιπά μου, εσείς τα καταφέρατε μια χαρά, νομίζω,» είπε ο Σάνραντιλ, χαμογελώντας μέσα απ’τα πλούσια άσπρα μούσια του.

«Η Απολλώνια, όμως, κινδύνεψε εξαιτίας μου – ακόμα κινδυνεύει εξαιτίας μου – αυτή είναι μια αλήθεια που δεν αμφισβητείται.»

«Αλλά, επίσης, είναι ελεύθερη εξαιτίας σου,» τόνισε ο Φένχιλ.

«Τέλος πάντων,» είπε ο Ανδρόνικος. «Μας έλεγες για τον Ορείχαλκο, μάγε.»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Σάνραντιλ. «Η κίνησή του ήταν πολύ γενναία και συνετή, πιστεύω. Ήταν ο καταλληλότερος του Οίκου του για να παντρευτεί την Παντοκράτειρα.»

«Γιατί είπες ότι ήθελε να προλάβει τον αδελφό του;» ρώτησε ο Σέλιρ’χοκ, που δεν του είχε διαφύγει αυτή η αναφορά. Όπως πάντα, ήταν πολύ παρατηρητικός.

«Επειδή ο Ρουμπίνης είναι, ίσως, το αντίθετο του Ορείχαλκου,» απάντησε ο Σάνραντιλ’φεν. «Πολύ ατίθασος, απρόσεχτος, και εγωιστής.»

«Δεν έχεις καλή γνώμη γι’αυτόν, λοιπόν,» παρατήρησε η Ιωάννα.

«Δεν είναι ‘κακός’ ακριβώς. Απλά κακομαθημένος. Ο άλλος αδελφός του Ορείχαλκου, ο Όνυχας ο Πέμπτος, είναι καλύτερος.»

«Ο Ρουμπίνης είναι μικρότερος από τον Ορείχαλκο;» ρώτησε η Ιωάννα.

«Ναι, αλλά δεν είναι εκεί το θέμα – άλλωστε, ο Όνυχας είναι ακόμα πιο μικρός. Ο Ρουμπίνης έχει διαφορά μόλις δυο χρόνων από τον Ορείχαλκο, και είναι δίδυμος με την Αζουρίτια τη Δεύτερη.»

Η Άνμα’ταρ ρώτησε: «Γιατί Πρώτος και Δεύτερος και Πέμπτος; Τι νόημα έχει;»

Προτού μιλήσει ο Σάνραντιλ’φεν, μίλησε ο Σέλιρ’χοκ: «Οι Ορειβάτες παίρνουν ονόματα ορυκτών. Αν υπάρχει κι άλλος ζωντανός που έχει το ίδιο όνομα μ’εσένα, τότε είσαι ο Δεύτερος. Αν ήδη υπάρχει Δεύτερος, τότε είσαι ο Τρίτος, και ούτω καθεξής.»

«Ήρθες διαβασμένος, βλέπω,» του είπε η Άνμα’ταρ, υπομειδιώντας.

Ο Σέλιρ ανασήκωσε τους ώμους. «Κάποιες βασικές γνώσεις…»

«Το ερώτημα είναι το εξής, μάγε,» είπε ο Ανδρόνικος στον Σάνραντιλ: «πιστεύεις ότι θα μπορούσα να μιλήσω με τον Ορείχαλκο και να συνεννοηθώ;»

«Αυτή τη στιγμή το αποκλείω να προδώσει την Παντοκράτειρα. Όχι επειδή έχει τόσο μεγάλη πίστη σ’αυτήν, αλλά επειδή σίγουρα θα φοβάται τις συνέπειες που θα είχε κάτι τέτοιο για τον Οίκο του.»

Ο Ανδρόνικος ένευσε. «Ναι, το καταλαβαίνω… Θα πρέπει, επομένως, να περιμένουμε.»

«Αναμφίβολα, Πρίγκιπά μου. Δεν έχει έρθει η ώρα ακόμα. Πλησιάζει όμως.»

Ο Ανδρόνικος ήπιε μια γουλιά υπόγειο οίνο (ενώ δίπλα του παρατηρούσε την Ιωάννα ν’ανάβει ακόμα ένα τσιγάρο). «Γι’αυτό είμαι εδώ, μάγε. Και θα μείνω μέχρι που να ολοκληρώσουμε τη δουλειά μας στη Σάρντλι.»

3.

Η Ανεμόφθαλμη τέντωσε το τόξο σοθ’λάι’κ και σημάδεψε τα νουκ’βάχμα που χόρευαν πίσω από τον ψηλό ξύλινο φράχτη. «Το βλέπεις εκείνο εκεί, κοντά στη βορειοανατολική γωνία;» είπε στον Ορείχαλκο, χωρίς να στραφεί να τον κοιτάξει. «Θα το πετύχω στο τέταρτο πόδι.»

«Ποιο είναι το τέταρτο πόδι σύμφωνα με τη δική σου μέτρηση;» Και τα έξι πόδια του στρογγυλού πλάσματος έμοιαζαν ίδια, έτσι όπως περιστρεφόταν και αναπηδούσε.

«Αυτό που θα πετύχω!» γέλασε η Ανεμόφθαλμη, και άφησε τη χορδή του τόξου. Το βέλος έσχισε τον αέρα κι αστόχησε ένα από τα υψωμένα πόδια του νουκ’βάχμα για μερικά εκατοστά. «Σκοτάδια του Τάρφεοθ!» καταράστηκε η Ανεμόφθαλμη.

«Αυτό που αστόχησες ήταν το τέταρτο πόδι;»

«Ναι, γέλα εσύ!» είπε η Ανεμόφθαλμη χαμογελώντας, καθώς κατέβαζε το τόξο της.

Ο Ορείχαλκος ύψωσε το δικό του τόξο σοθ’λάι’κ. Πέρασε ένα βέλος στη χορδή και την τέντωσε, σημαδεύοντας. «Θα το πετύχω στο ίδιο πόδι.»

Οι δυο τους βρίσκονταν μερικά χιλιόμετρα βόρεια του Πολύλιθου Μεγάρου, κοντά στο δάσος, στις όχθες της λίμνης Νόλκ’βα, όπου ήταν το ανοιχτό σκοπευτήριο των Ορειβατών. Χρησιμοποιούσαν για στόχους τα ευκίνητα νουκ’βάχμα: στρογγυλά, εξάποδα, ελαστικά πλάσματα τα οποία κατοικούσαν στα βάθη της λίμνης αλλά μπορούσαν να ζήσουν και έξω από το νερό για τουλάχιστον έναν χρόνο αν ταΐζονταν κανονικά. Ήταν ιδανικά για σκοποβολή γιατί ήταν σχεδόν αδύνατο να σκοτωθούν, κι ούτε έδειχναν να πονάνε. Μπορεί να τα γέμιζες σφαίρες ή βέλη, κι αυτά συνέχιζαν να χοροπηδάνε όπως και πριν. Ο μόνος τρόπος να πεθάνουν ήταν να τρυπηθεί ένα συγκεκριμένο σημείο επάνω στο στρογγυλό σώμα τους – ένα σημείο μικρό σαν μάτι, το οποίο είχε ονομαστεί, αναμενόμενα, «μάτι του νουκ’βάχμα», αν και πραγματικό μάτι δεν ήταν. Τα νουκ’βάχμα δεν διέθεταν μάτια. Θεωρούνταν ιερά πλάσματα του Τάρφεοθ, του θεού των σκοτεινών βαθών, γι’αυτό κιόλας ήταν γούρι να τα σημαδεύεις.

Ο Ορείχαλκος ελευθέρωσε το βέλος του, και το είδε να σχίζει τον αέρα και να καρφώνεται στο πόδι που είχε αστοχήσει η Ανεμόφθαλμη.

Η Ανεμόφθαλμη χτύπησε την κάτω άκρη του μεγάλου κοκάλινου τόξου της στο έδαφος. «Δεν έχει πλάκα να τοξεύεις μαζί μ’εσένα! Είσαι πολύ καλός με το σοθ’λάι’κ

Ο Ορείχαλκος μειδίασε. «Υποθέτω πως θα υπάρχουν και καλύτεροι από μένα… κάπου στο Γνωστό Σύμπαν.»

«Μην είσαι τόσο μετριόφρων!»

Ο Ορείχαλκος τύλιξε το χέρι του γύρω από τη μέση της και, φέρνοντάς την κοντά του, τη φίλησε.

«Τι θα σκεφτεί η σπουδαία σύζυγός σου, αν οι κατάσκοποί της μας δουν έτσι;» τον ρώτησε η Ανεμόφθαλμη, όταν το φιλί τους, μετά από κάποια ώρα, τελείωσε.

«Σου έχω εξηγήσει: δεν την ενδιαφέρει. Έχει τόσους συζύγους σε τόσες διαστάσεις. Μου το έχει πει ανοιχτά, μάλιστα.» Η αλήθεια ήταν πως η Παντοκράτειρα ήταν άνετη σε τέτοια θέματα. Τι λόγο είχε, εξάλλου, να μην είναι άνετη;

«Κακώς την παντρεύτηκες, πάντως,» είπε η Ανεμόφθαλμη. Και, μην περιμένοντας απάντηση, στράφηκε στο σκοπευτήριο. Πέρασε ένα βέλος στο τόξο της. Το ύψωσε, τεντώνοντας τη χορδή. «Αν δεν ήσουν παντρεμένος θα μπορούσαμε να παντρευτούμε… κάποια μέρα. Όταν θέλαμε.» Σημάδεψε προσεχτικά ένα νουκ’βάχμα που έμοιαζε να προσπαθεί να πηδήσει πάνω από τον φράχτη και να δραπετεύσει προς τη λίμνη.

Ναι, θα μπορούσαμε, σκέφτηκε ο Ορείχαλκος. Αλλά κανένας απ’τους δυο μας ποτέ δεν βιαζόταν… Και, δυστυχώς, η ασφάλεια του Οίκου μου προέχει.

Η Ανεμόφθαλμη η Δεύτερη ανήκε στον Οίκο των Ουράνιων. Τον Οίκο της μητέρας του Ορείχαλκου, της Ημισέληνης. Ήταν κόρη του ξαδέλφου της Ημισέληνης. Μετρίου αναστήματος, με κόκκινο δέρμα και μακριά μαύρα μαλλιά. Τρία χρόνια μικρότερη από τον Ορείχαλκο. Ανέκαθεν έκαναν καλή παρέα. Κι από μια ηλικία και μετά έκαναν ακόμα καλύτερη παρέα ολόγυμνοι.

Η Ανεμόφθαλμη άφησε τη χορδή. Το βέλος της χτύπησε το νουκ’βάχμα που σημάδευε, και το πλάσμα σωριάστηκε στη γη. Τα έξι πόδια του έκαναν μερικές αδύναμες κινήσεις, κι ύστερα πέθανε.

«Το βρήκα στο μάτι!» φώναξε η Ανεμόφθαλμη. «Στο μάτι!» Πράγμα που σήμαινε καλή τύχη. Γέλασε.

«Είσαι τυχερή κοπέλα,» είπε ο Ορείχαλκος, νιώθοντας να λυπάται λιγάκι που το εξάποδο πλάσμα είχε πεθάνει. Τέντωσε το σοθ’λάι’κ του και σημάδεψε. Προσεχτικά.

«Το β’ζάιλ μου δεν τη συμπαθεί καθόλου, ξέρεις,» του είπε η Ανεμόφθαλμη.

«Ποια;»

«Τη γυναίκα σου.»

«Χμμ.» Ο Ορείχαλκος ελευθέρωσε το βέλος του. Πετυχαίνοντας το ίδιο νουκ’βάχμα με πριν, σ’ένα άλλο πόδι.

«Το δικό σου β’ζάιλ τι σου λέει;»

Δε μπορεί να πει τίποτα πια. «Δε μου λέει ότι την αντιπαθεί.» Δεν είχε πει στην Ανεμόφθαλμη ότι το πνεύμα που τον συντρόφευε από την αρχή της ζωής του σκοτώθηκε όταν εκείνος παντρεύτηκε την Παντοκράτειρα.

«Λοιπόν,» είπε στην Ανεμόφθαλμη θέλοντας οπωσδήποτε ν’αλλάξει θέμα. «Το βλέπεις αυτό το νουκ’βάχμα;» Τέντωσε το κοκάλινο τόξο του, έβαλε, και το βέλος καρφώθηκε πάνω στο στρογγυλό σώμα ενός από τα πλάσματα μέσα στον φράχτη.

«Ναι.»

«Θα έχουμε δέκα βέλη εγώ και δέκα βέλη εσύ, με φτερά διαφορετικού χρώματος. Και θα προσπαθούμε να πετύχουμε τα πόδια του – και μόνο τα πόδια του. Πρέπει να βάλεις ένα βέλος σε κάθε πόδι. Όποιος το καταφέρει αυτό πρώτος, νικάει.»

«Τότε, σίγουρα θα νικήσεις.»

«Δε θέλεις, λοιπόν, να κάνουμε σκοποβολή;»

«Εντάξει. Ας αρχίσουμε.»

Ο καθένας κάρφωσε στη γη πλάι του δέκα βέλη, και ξεκίνησαν να ρίχνουν στο νουκ’βάχμα που είχε σημαδέψει ο Ορείχαλκος, ενώ εκείνο χοροπηδούσε μέσα στο σκοπευτήριο.

Καθώς τόξευαν, άκουσαν ένα αεροπλάνο να περνά πάνω από τη λίμνη Νόλκ’βα – ένα μεγάλο αεροπλάνο. Αλλά, απορροφημένοι από την τοξοβολία, δεν έδωσαν σημασία.

Μετά από λίγο, η πρόβλεψη της Ανεμόφθαλμης επαληθεύτηκε.

«Νίκησες.»

«Με δύο πόδια διαφορά, όμως. Μόνο. Αρχίζεις να γίνεσαι καλή.»

«Ένας καβαλάρης έρχεται.»

Ο Ορείχαλκος στράφηκε. Πράγματι, ένας καβαλάρης ερχόταν. Από τη μεριά του Μεγάρου. Ο ήλιος έδυε, και η σκιά του ιππέα απλωνόταν μακριά δίπλα του.

Ο Ορείχαλκος τον περίμενε, με τα χέρια ακουμπισμένα επάνω στο μεγάλο τόξο του.

Η Ανεμόφθαλμη κάθισε σ’έναν βράχο, φτιάχνοντας τη χορδή του δικού της τόξου.

Ο καβαλάρης ήρθε κοντά. Αφίππευσε. «Άρχοντά μου,» προσφώνησε τον Ορείχαλκο κάνοντας μια σύντομη υπόκλιση. «Η σύζυγός σας είναι εδώ.»

Ο Ορείχαλκος ξαφνιάστηκε αλλά δεν το έδειξε. «Η Παντοκράτειρα;»

«Μάλιστα, Άρχοντά μου. Έφτασε πριν από λίγο, με αεροσκάφος. Από Αιθέρα.»

«Δεν είχαμε ειδοποιηθεί ότι θα ερχόταν, σωστά;»

«Οι πάντες στο Μέγαρο είναι ξαφνιασμένοι, Άρχοντά μου. Υποθέτουν ότι ίσως εσείς να γνωρίζατε για τον ερχομό της Μεγαλειοτάτης και να μην το είχατε πει.»

«Δεν είχα ιδέα,» αποκρίθηκε ο Ορείχαλκος. «Πήγαινε πίσω στο Μέγαρο και πες τους ότι έρχομαι.»

«Μάλιστα, Άρχοντά μου.» Ο άντρας καβάλησε το άλογο και έφυγε καλπάζοντας.

«Τι θέλει τώρα αυτή;» Η Ανεμόφθαλμη σηκώθηκε από τον βράχο όπου είχε καθίσει, περνώντας το τόξο της στην πλάτη.

«Υποθέτω πως είναι εδώ για τα προβλήματα στα ορυχεία. Το φανταζόμουν ότι θα ερχόταν αργά ή γρήγορα, έτσι όπως έχει η κατάσταση. Αλλά περίμενα ότι, τουλάχιστον, θα με ειδοποιούσε πρώτα.»

«Η Παντοκράτειρα είναι τόσο σπουδαία που δε χρειάζεται να ειδοποιεί κανέναν. Και ο κόσμος τραντάζεται όπου πηγαίνει!»

«Μην τυχόν και της πεις τίποτα τέτοιο περίεργο,» την προειδοποίησε ο Ορείχαλκος, «γιατί είναι γνωστό πως κάνει τρελά πράγματα όταν θυμώσει.»

4.

«Ποιος είναι ο επόμενος στόχος που έχεις κατά νου, Φένχιλ;» ρώτησε ο Ανδρόνικος.

Οι περισσότεροι επαναστάτες είχαν φύγει από την πέτρινη αίθουσα τώρα, καθώς το βράδυ πλησίαζε. Μονάχα ο Ανδρόνικος είχε μείνει, ο Φένχιλ, η Σιλάνα, και η Ιωάννα. Η τελευταία δεν ήξερε ακριβώς γιατί καθόταν ακόμα εδώ. Κάτι την κρατούσε. Περιέργεια; Το γεγονός ότι δεν ήξερε και τόσο καλά τους άλλους Σάρντλιους επαναστάτες του Φτερωτού Όρους και δεν είχε τίποτα να πει μαζί τους; Ή, μήπως, ήθελε απλά να βρίσκεται κοντά στον Ανδρόνικο; Δεν είχε αποφασίσει. Ήταν εδώ, πάντως.

Ο Φένχιλ σηκώθηκε όρθιος, τράβηξε έναν χάρτη στο κέντρο του τραπεζιού, και έδειξε ένα σημείο επάνω του χρησιμοποιώντας την αιχμή ενός ξιφιδίου. «Πρόκειται για ένα σχετικά μοναχικό ορυχείο, Πρίγκιπά μου, πέρα από τον ποταμό Σάτβραν, όπως βλέπεις.»

«Θεωρείται σημαντικό;» ρώτησε ο Ανδρόνικος, παρατηρώντας τη γεωγραφική θέση.

«Βγάζει μεγάλες ποσότητες καπνόλιθου.»

«Δεν είναι, όμως, κάπως μακριά για να φέρεις ανθρώπους εκεί, ώστε να πολεμήσουν;»

«Καθόλου,» είπε ο Φένχιλ. «Νότια του ορυχείου είναι η Ασνούρτα λίν’τα.»

Ο Ανδρόνικος συνοφρυώθηκε. Είχε δει, φυσικά, τη μεγάλη πεδιάδα που ήταν σχεδιασμένη κάτω απ’τα βουνά και ανατολικά του ποταμού Σάτβραν, αλλά δεν γνώριζε τίποτα γι’αυτήν. Θεωρούσε ότι δεν πρέπει να ήταν και καμια σημαντική τοποθεσία στη γεωγραφία της Σάρντλι. «Ήθελα να σε ρωτήσω γι’αυτό το μέρος, για νάμαι ειλικρινής, Φένχιλ.»

Ο Φένχιλ κάθισε πάλι· αυτή τη φορά, αντικριστά στον Πρίγκιπα της Επανάστασης. «Ασνούρτα λίν’τα σημαίνει ‘η γη – ή οι περιοχές, ή οι πεδιάδες – των Ασνούρτα’. Στη διάλεκτό τους, εννοείται.

»Οι Ασνούρτα είναι μια… παράξενη φυλή, Πρίγκιπά μου. Δε μιλάνε πολύ σ’εμάς. Όπως η Σιλάνα, από δω.»

Η Σιλάνα τον αγριοκοίταξε, καθώς καθάριζε τα νύχια της μ’ένα λεπτό ξιφίδιο.

Ο Φένχιλ χαμογέλασε προς τη μεριά της· εκείνη δεν χαμογέλασε. Συνέχισε να καθαρίζει τα νύχια της.

Ο Φένχιλ είπε στον Ανδρόνικο: «Οι Ασνούρτα έχουν κατάμαυρο δέρμα και είναι μικρόσωμοι. Πραγματικά μικρόσωμοι, όχι απλώς μικροκαμωμένοι. Αν ήταν λιγάκι πιο μικροί ακόμα, θα τους έλεγες νάνους. Αλλά δεν είναι και τόσο κοντοί. Κατοικούν σ’αυτές τις πεδιάδες από τότε που θυμάται ο προπάππους του πιο γέρου Σάρντλιου. Είναι αρχαίοι και σκληροτράχηλοι, παρά το μπόι τους. Δε μπορείς να πάρεις τις περιοχές τους· εκμεταλλεύονται το έδαφος μ’έναν τρόπο που είναι θανατηφόρος. Γνωρίζουν κάθε γωνιά της γης τους, κάθε λακκούβα, κάθε χορτάρι. Κρύβονται και μοιάζουν να πετάγονται μπροστά σου απ’το πουθενά. Ώσπου να το καταλάβεις σ’έχουν γεμίσει βέλη.»

«Συμπαθητικοί ακούγονται,» σχολίασε η Ιωάννα, καπνίζοντας ακόμα ένα τσιγάρο.

«Ήμουν σίγουρος ότι εσύ θα τους συμπαθούσες, Μαύρη Δράκαινα.»

Η Ιωάννα μειδίασε, φυσώντας καπνό απ’την άκρια του στόματός της.

Ο Φένχιλ συνέχισε: «Οι Ασνούρτα καβαλούν κάτι πλάσματα που ονομάζονται άρμπαν’θ.» Και κοίταξε τον Ανδρόνικο ερωτηματικά.

«Δεν τάχω ξανακούσει,» παραδέχτηκε εκείνος.

Ο Φένχιλ σηκώθηκε απ’τη θέση του, κάθισε μπροστά σε μια κονσόλα, πληκτρολόγησε, και γύρισε την οθόνη προς τη μεριά του Ανδρόνικου και της Ιωάννας. Η οθόνη έδειχνε ένα πλάσμα που θύμιζε άλογο αλλά ήταν πολύ πιο λιγνό και, μάλλον, πιο ψηλό. Επίσης, είχε γαλανόγκριζες φολίδες.

«Είναι πιο ψηλά από άλογα,» επιβεβαίωσε ο Φένχιλ. «Ένα τρίτο πιο ψηλά, περίπου. Ορισμένοι τα λένε ‘σκελετάλογα’, γιατί, όπως βλέπετε, μοιάζουν με σκελετωμένα άλογα – ειδικά όταν τα κοιτάζεις από μακριά.»

«Γιατί δεν τα χρησιμοποιούν κι αλλού στη Σάρντλι;» ρώτησε η Ιωάννα.

«Δεν είναι βολικά στο καβαλίκεμα,» εξήγησε ο Φένχιλ. «Συνέχεια γλιστράς και πέφτεις από κει πάνω. Πώς οι Ασνούρτα, τόσο κοντοί που είναι, τα ιππεύουν με τέτοια άνεση είναι ένα μυστήριο για όλους. Οι ίδιοι οι Ασνούρτα ισχυρίζονται ότι έχουν μέσα τους το αίμα θηρίων.»

«Χρησιμοποιούν πυροβόλα;»

«Μερικές φορές, όταν έχουν καταφέρει να ληστέψουν ή ν’αγοράσουν κάποια.»

Ο Ανδρόνικος ρώτησε: «Γιατί μας τα λες αυτά, Φένχιλ;»

«Γιατί οι Ασνούρτα θα είναι οι σύμμαχοί μας, όταν θα επιτεθούμε στο ορυχείο που σας έδειξα, Πρίγκιπά μου.»

«Τους ξέρεις, δηλαδή. Έχεις συναναστροφές μαζί τους…»

«Έχω βρεθεί ανάμεσά τους μερικές φορές,» είπε ο Φένχιλ.

«Μια φορά παραλίγο να σε σκοτώσουν,» τόνισε η Σιλάνα.

«Ήσουν, όμως, εσύ εκεί και το απέτρεψες.»

Η Σιλάνα δεν είπε τίποτα. Δεν καθάριζε πλέον τα νύχια της· είχε θηκαρώσει το ξιφίδιό της στη μπότα της.

«Η Σιλάνα τούς έχει αντιμετωπίσει τους Ασνούρτα,» είπε ο Φένχιλ. «Αλλά δεν έχει επιχειρήσει ποτέ να έρθει σε επαφή μαζί τους. Εγώ τούς ξέρω καλύτερα.»

«Γιατί να μας βοηθήσουν;» ρώτησε ο Ανδρόνικος.

«Δε συμπαθούν τους Παντοκρατορικούς. Έχουν συγκρουστεί μαζί τους. Κι επιπλέον, είναι τα λάφυρα. Το ορυχείο έχει πολλά για να πάρουν.»

«Προτείνεις, δηλαδή, να παραδώσουμε το ορυχείο των Ορειβατών στα χέρια βαρβάρων… Δε νομίζω αυτό να το εκτιμήσουν οι Ορειβάτες, όταν θα θέλω μετά να συνεννοηθώ μαζί τους.»

«Οι Ασνούρτα δεν θα μείνουν για πάντα εκεί, Πρίγκιπά μου. Είναι άνθρωποι της ανοιχτής πεδιάδας. Επιπλέον, δεν έχουμε σ’εκείνη την περιοχή άλλους γηγενείς διαθέσιμους για να χρησιμοποιήσουμε.»

«Μάλιστα,» είπε ο Ανδρόνικος. «Και πότε σκοπεύεις να ξεκινήσεις αυτή την επιχείρηση;»

«Θα μπορούσα να την ξεκινήσω και αύριο. Έχω ήδη μιλήσει με τους Ασνούρτα, χωρίς να έχω οριστικοποιήσει τίποτα ακόμα, βέβαια.»

«Θα τους επισκεφτείς ξανά, δηλαδή, πριν από οποιαδήποτε επίθεση στο ορυχείο…»

«Ασφαλώς.»

«Πιθανώς να έρθω μαζί σου.»

Ο Φένχιλ ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν υπάρχει πρόβλημα, Πρίγκιπά μου. Δεν είναι επικίνδυνοι, αν δεν κάνεις κάτι που να το θεωρήσουν απειλητικό και δεν παραβιάσεις τα ήθη και τα έθιμά τους.»

«Δε μας είπες τίποτα γι’αυτά…»

«Θα σας μιλήσω γι’αυτά προτού ξεκινήσουμε,» υποσχέθηκε ο Φένχιλ. «Λέω να πάω να ξεκουραστώ τώρα.»

«Όπως θέλεις.»

Ο Φένχιλ σηκώθηκε όρθιος κι έδωσε το χέρι του στον Ανδρόνικο. «Χαίρομαι που είστε εδώ, δίπλα μας, Πρίγκιπά μου.»

Ο Ανδρόνικος σηκώθηκε επίσης και αντάλλαξαν μια χειραψία. «Παρομοίως, Φένχιλ.»

Μετά, ο Φένχιλ και η Σιλάνα έφυγαν από την αίθουσα, η χρυσόδερμη επαναστάτρια σιωπηλή όπως πάντα.

Η Ιωάννα έσβησε το τσιγάρο της μέσα στο τασάκι που ήταν πλημμυρισμένο γόπες.

«Για λίγο, είχα πιστέψει ότι ίσως και να το έκοβες,» είπε ο Ανδρόνικος, καθίζοντας. «Να το ελάττωνες, τουλάχιστον.»

«Το είχα ελαττώσει. Το ξανάρχισα, όμως.» Ήταν οι δυο τους στην αίθουσα τώρα· κανένας άλλος δεν ήταν εδώ· και η Ιωάννα, προς έκπληξή της, αισθανόταν αμήχανα. Πώς ήταν δυνατόν; Να νιώθει αμήχανα με τον Ανδρόνικο;

Τράβηξε ακόμα ένα τσιγάρο απ’την τσέπη της. Έκανε να το φέρει στα χείλη της–

Ο Ανδρόνικος τής το πήρε από το χέρι.

Η Ιωάννα αναστέναξε. «Δε θάπρεπε νάχω έρθει εδώ. Καλύτερα να ήμουν κάπου αλλού.»

Ο Ανδρόνικος την καταλάβαινε. Καταλάβαινε πώς πρέπει να ένιωθε. Κι εκείνος αισθανόταν άσχημα. Πώς μπορούσε να μην αισθάνεται; Τόσο καιρό ήταν εραστές οι δυο τους… και μετά, ο πατέρας του Ανδρόνικου πέθανε: ο Ανδρόνικος έγινε, από Πρίγκιπας, Βασιληάς της Απολλώνιας, και έπρεπε να παντρευτεί. Αυτό τούς είχε απομακρύνει. Από το κρεβάτι, τουλάχιστον. Και όχι μόνο, σε πολλές περιπτώσεις.

Τώρα, όμως, τη χρειαζόταν μαζί του. Ήταν πολύ καλή σ’αυτό που έκανε.

Της το είπε: «Σε χρειάζομαι εδώ. Μαζί μου.» Όπως της το είχε πει και προτού φύγουν από την Απολλώνια.

Η Ιωάννα απέφυγε το βλέμμα του. «Χρειάζεσαι μια Μαύρη Δράκαινα. Υπάρχουν κι άλλες.»

«Που έχουν αναλάβει διάφορες δουλειές–»

«Μια δικαιολογία για να με τραβάς εδώ!» είπε η Ιωάννα, απότομα. Πιο απότομα απ’ό,τι θα ήθελε. Ήταν θυμωμένη μαζί του επειδή τα πράγματα δεν μπορούσαν να είναι όπως ήταν παλιά.

«Αν δεν ήθελες να έρθεις–»

«Με συγχωρείς,» είπε η Ιωάννα. «Ξέχασέ το. Άστο.» Σηκώθηκε απ’την καρέκλα της. «Έχεις δίκιο. Είμαστε με την Επανάσταση. Κι οι δυο μας. Και πρέπει να βοηθήσουμε.» Βάδισε, κάνοντας το γύρο του τραπεζιού. «Φέρομαι ανόητα. Απλά είμαι κουρασμένη.»

«Ιωάννα.» Ο Ανδρόνικος την ακολούθησε, κάνοντας το γύρο του τραπεζιού από την άλλη μεριά, για να τη συναντήσει πρόσωπο με πρόσωπο. «Για μένα τίποτα δεν έχει αλλάξει.» Άγγιξε το μπράτσο της. «Αλλά, στην Απολλώνια… Δε μπορώ να το κάνω αυτό στην Αντίκλεια. Είναι Βασίλισσά μου, τώρα, και…» Κόμπιασε. Καταλάβαινε πως έλεγε βλακείες επειδή δεν ήξερε τι ουσιαστικό να πει. Δεν ήξερε τι θα μπορούσε να είναι ουσιαστικό. Τι θα μπορούσε να γεφυρώσει αυτό το χάσμα που είχε δημιουργηθεί ανάμεσά τους.

Η Ιωάννα άγγιξε το στήθος του. «Το καταλαβαίνω. Θυμάσαι; εγώ ήμουν που έφυγα όταν μου είπες ότι η μητέρα σου σε πίεζε να βρεις μια βασίλισσα για την Απολλώνια–»

«Και ήταν μεγάλη ανοησία αυτή,» τη διέκοψε ο Ανδρόνικος. «Είχα ανησυχήσει–»

«Ανδρόνικε, μ’εμένα κοντά σου, δε θα έβρισκες ποτέ βασίλισσα για να καθίσει πλάι σου…»

«Ναι…» Η γροθιά του Ανδρόνικου έκλεισε πάνω στη ζώνη της. «Επειδή εσύ είσαι η βασίλισσά μου.»

Για μερικές στιγμές, ήταν κι οι δυο τους σιωπηλοί. Μονάχα οι ανάσες τους ακούγονταν μέσα στην άδεια αίθουσα, έντονες, γρήγορες. Ύστερα, ο Ανδρόνικος την τράβηξε κοντά του και κόλλησε τα χείλη του πάνω στα χείλη της. Η Ιωάννα δεν χρειαζόταν τίποτ’άλλο για ν’ανταποκριθεί αμέσως. Τα χέρια της τρίβονταν πάνω στα πλευρά και στη ράχη του, η γλώσσα της πάλευε με τη γλώσσα του. Το πόδι της γαντζώθηκε πίσω απ’το γόνατό του. Τον αισθάνθηκε να σκληραίνει πάνω στην κοιλιά της, και ήθελε να πετάξει τα ρούχα της επιτόπου και να τον καβαλήσει.

«Πάμε…» του είπε ανάμεσα στα φιλιά τους, «κάπου… που κανένας… δε θα μας δει… Πάμε…»

Εδώ δεν είναι η Απολλώνια, θύμισε στον εαυτό του ο Ανδρόνικος. Δεν είναι η Απολλώνια. Είναι άλλος κόσμος. Θα μπορούσαμε να είμαστε όπως παλιά. Κι έδιωξε την Αντίκλεια απ’το μυαλό του.

Είχε κοντέψει να ξεχάσει πόσο τού άρεσε η Ιωάννα. Το ευλύγιστο, δυνατό της σώμα μέσα στην αγκαλιά του, κάτω απ’τις παλάμες του… Του άρεσε ακόμα κι ο καπνός που μύριζε στην αναπνοή της.

«Πάμε.»

5.

Η Αγαρίστη ήταν καταχαρούμενη που έβλεπε τον Ορείχαλκο αντίκρυ της μέσα στην Υψηλή Αίθουσα του Πολύλιθου Μεγάρου. Οι υπόλοιποι παρευρισκόμενοι έμοιαζαν να έχουν εξαφανιστεί προς στιγμή, για εκείνη.

Η Παντοκράτειρα χαμογέλασε.

Ο Ορείχαλκος δεν ήταν τόσο χαρούμενος όσο η σύζυγός του. Προβλήματα, σκεφτόταν αντικρίζοντάς την, γιατί ήταν βέβαιος πως η Αγαρίστη είχε έρθει εξαιτίας των κατειλημμένων ορυχείων. Το χαμόγελό της, ωστόσο, του φαινόταν πραγματικό, κι αυτό έκανε τις ανησυχίες να φύγουν για λίγο απ’το μυαλό του. Διότι, αληθινά, συμπαθούσε την Αγαρίστη. Ο γάμος τους τον είχε δέσει μαζί της. Είχαν κινδυνέψει να πεθάνουν τότε, και είχαν καταφέρει να επιβιώσουν. Όμως δεν ήταν μόνο αυτό: νόμιζε ότι, όντως, κάπου βαθιά μέσα του, την αγαπούσε. Ο γάμος του, αν και είχε γίνει καθαρά για πολιτικούς λόγους, δεν του ήταν μια απωθητική διαδικασία.

Η Παντοκράτειρα, συνεχίζοντας να χαμογελά, πήγε κοντά στον Ορείχαλκο, τον αγκάλιασε, και τον φίλησε δυνατά στα χείλη. Το φιλί αντήχησε μέσα την αίθουσα, καθώς οι υπόλοιποι παρευρισκόμενοι ήταν σιωπηλοί.

«Η άφιξή σου ήταν ξαφνική,» παρατήρησε ο Ορείχαλκος, όταν η Αγαρίστη τον άφησε από την αγκαλιά της κι εκείνος έκανε ένα βήμα πίσω κοιτάζοντάς την. Η Παντοκράτειρα είχε δέρμα χρυσό, αυτή τη φορά, και μακριά κόκκινα μαλλιά. Η φυσική της εμφάνιση έμοιαζε με μια θηλυκή αντανάκλαση της δικής του, καθώς κι ο Ορείχαλκος χρυσόδερμος και πορφυρομάλλης ήταν.

«Ήθελα να σου κάνω έκπληξη,» είπε η Αγαρίστη, εξακολουθώντας να χαμογελά.

«Τα κατάφερες.»

Η Αγαρίστη γέλασε.

Ο Ορείχαλκος στράφηκε κατά το ήμισυ στους ανθρώπους πίσω του. «Τους περισσότερους συγγενείς μου θα τους θυμάσαι, υποθέτω…»

Η Αγαρίστη συνοφρυώθηκε. Η αλήθεια ήταν πως δεν τους πολυθυμόταν. Ο γάμος της με τον Ορείχαλκο δεν είχε γίνει εδώ, στο Πολύλιθο Μέγαρο, αλλά στην έρημο στα βόρεια – την Εσχάτη – μέσα σ’έναν από τους Πύργους του Ήλιου και του Ανέμου, όπως απαιτούσε το έθιμο των Σάρντλιων ευγενών (όλο παράξενα έθιμα ήταν αυτοί οι γηγενείς της Σάρντλι!). Ωστόσο, η Αγαρίστη είχε έρθει στο Πολύλιθο Μέγαρο μερικές φορές. Αλλά νόμιζε πως μόνο αυτόν τον γέρο στον θρόνο θυμόταν…

«Περίπου…» είπε στον Ορείχαλκο, μορφάζοντας.

Ο Ορείχαλκος, καταλαβαίνοντας ότι η σύζυγός του μάλλον δεν θυμόταν το όνομα κανενός, σύστησε τον θείο του τον Σίδηρο τον Πρώτο, την ξαδέλφη του τη Γρανίτια την Πρώτη, τον θείο του τον Όνυχα τον Δεύτερο, την αδελφή του την Αζουρίτια τη Δεύτερη, τον αδελφό του τον Ρουμπίνη, τον αδελφό του τον Όνυχα τον Πέμπτο, τον Επιτηρητή Θάργκεκ, και… Θα σύστηνε και την Ανεμόφθαλμη, αλλά τότε πρόσεξε ότι εκείνη είχε φύγει· δεν ήταν μέσα στην αίθουσα. Καλύτερα, ίσως…

«Μεγαλειοτάτη,» είπε ο Σίδηρος ο Πρώτος, κατεβαίνοντας από τον Πολύλιθο Θρόνο, «σας καλωσορίζω στον τιμημένο Οίκο μας, εν ονόματι του Βάσλεοθ του Ταξιδευτή και Φιλόξενου Οικοκύρη. Είθε το βλέμμα του Άνβρεοθ να σας ατενίζει πάντοτε στοργικά από τους ουρανούς, και τα βήματά σας ποτέ να μην παραστρατήσουν στα σκοτάδια του Τάρφεοθ.»

«Κι εγώ χαίρομαι που σας ξαναβλέπω όλους,» αντιχαιρέτησε η Παντοκράτειρα.

Ύστερα, σύστησε στον Ορείχαλκο τις συνοδούς της, που στέκονταν μερικά βήματα πίσω της: τη Διοικήτρια Βάρμη Ύλντρηχ (την οποία ο Ορείχαλκος θυμόταν: την είχε δει όταν είχε γίνει ο γάμος του με την Αγαρίστη, καθώς και μετά, άλλες φορές) και τη Τζένιφερ τη Μαύρη Δράκαινα – την οποία ο Ορείχαλκος πρώτη φορά έβλεπε, όμως είχε ακούσει πολλά για τις Μαύρες Δράκαινες.

«Μαύρη Δράκαινα;» είπε στην Αγαρίστη.

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνη. «Αλλά είναι πραγματική Μαύρη Δράκαινα, όχι μια απ’αυτές τις άθλιες που με πρόδωσαν.»

Η Τζένιφερ είχε έναν παράξενο αέρα γύρω της, παρατήρησε ο Ορείχαλκος, καθώς εκείνη τον χαιρετούσε λέγοντας «Χαίρομαι για τη γνωριμία, Άρχοντά μου» και κλίνοντας ελαφρώς το κεφάλι.

«Παρομοίως,» της αποκρίθηκε.

Η Αγαρίστη δεν σύστησε τους φρουρούς της, που ήταν ντυμένοι με λευκές στρατιωτικές στολές. Ούτε σύστησε τους δύο Υπερασπιστές που τη συνόδευαν. Αλλά αυτούς ο Ορείχαλκος, έτσι κι αλλιώς, τους θυμόταν καλά. Και τον τρόμαζαν. Ένας απ’τους Υπερασπιστές ήταν που είχε σκοτώσει το β’ζάιλ του… Αδύνατον να ξεχωρίσεις ποιος, έτσι ίδιοι όπως έμοιαζαν όλοι τους. Η Παντοκράτειρα είχε τέσσερις Υπερασπιστές, αλλά, όπως και στον γάμο, μόνο δύο ήταν μαζί της. Ο Ορείχαλκος δεν μπορούσε να καταλάβει τι πλάσματα ακριβώς ήταν, και η Αγαρίστη ποτέ δεν έδειχνε πρόθυμη να μιλήσει γι’αυτούς…

«Μεγαλειοτάτη,» είπε ο Σίδηρος ο Πρώτος, «οι μάγειρές μας ετοιμάζουν το βραδινό· και φυσικά, φτιάχνουν πολύ περισσότερα και καλύτερα φαγητά, τώρα που είστε εδώ. Αν μας είχατε ειδοποιήσει για την άφιξή σας, τα πάντα θα ήταν ήδη έτοιμα. Παρακαλώ, ελάτε μαζί μας να καθίσουμε στην τραπεζαρία.»

«Δε χρειάζεται, έχω φάει,» αποκρίθηκε η Αγαρίστη. Ήταν αλήθεια· δεν ήταν νηστική. Και εκείνο που, ούτως ή άλλως, ήθελε περισσότερο τώρα ήταν να βρεθεί μόνη με τον Ορείχαλκο, στα δωμάτιά του μέσα στο Πολύλιθο Μέγαρο. Στον Πύργο του Ήλιου και του Ανέμου, όταν είχαν παντρευτεί, είχε κάνει με τον Ορείχαλκο το καλύτερο σεξ που είχε κάνει ποτέ της· και τις επόμενες φορές που τον είχε δει, η εμπειρία γινόταν πάντα και καλύτερη· ή, τουλάχιστον, έτσι νόμιζε.

Η όψη του Σιδήρου του Πρώτου φάνηκε σαστισμένη. «Μεγαλειοτάτη, το φαγητό των μαγείρων μας είναι εξαίρετο! Σας διαβεβαιώνω, δεν θα έχετε κανένα παράπονο.»

Προτού η Αγαρίστη μιλήσει, ο Ορείχαλκος τής ψιθύρισε στ’αφτί: «Θα τον προσβάλεις αν δε φας μαζί μας.»

Η Παντοκράτειρα συνοφρυώθηκε. «Γιατί;» ρώτησε, σιγανά, τον σύζυγό της.

«Είναι θέμα εθίμου.»

Η Αγαρίστη αναστέναξε. «Όλο περίεργα έθιμα είστε! Θα κόψετε ποτέ αυτές τις συνήθειες, ή πρέπει να βάλω κάποιον νόμο;»

Ο Ορείχαλκος μειδίασε. «Οι κακές συνήθειες κόβονται δύσκολα, κι ένας τέτοιος νόμος νομίζω πως απλά θα προκαλούσε αναταραχές.»

«Τέλος πάντων…»

Η Παντοκράτειρα στράφηκε πάλι στον Σίδηρο τον Πρώτο, που στεκόταν κάμποσα βήματα απόσταση από εκείνη και τον Ορείχαλκο. «Με ευχαρίστηση θα φάω μαζί σας, Άρχοντά μου. Ακόμα κι αν εγώ δεν πεινάω, είμαι βέβαιη πως η Βάρμη και η Τζένιφερ είναι λιμασμένες. Και οι φρουροί μου, επίσης.»

Ο Σίδηρος ο Πρώτος χαμογέλασε. «Χαίρομαι, Μεγαλειοτάτη. Τιμάτε τον Οίκο μας.»

«Δεν έκανα και τίποτα,» είπε η Παντοκράτειρα, γελώντας.

Οι Ορειβάτες οδήγησαν εκείνη, τη Βάρμη, τη Τζένιφερ, τους στρατιώτες της, και τους Υπερασπιστές της σε μια άλλη αίθουσα, μεγάλη σαν την προηγούμενη. Στο κέντρο της βρισκόταν ένα πελώριο τραπέζι, στρωμένο ήδη με φρούτα και ποτά.

«Ο πατέρας σου δεν είναι εδώ;» ρώτησε η Αγαρίστη τον Ορείχαλκο, καθώς κάθονταν πλάι-πλάι στην κορυφή του τραπεζιού. «Ο Σίδηρος ο Δεύτερος;»

«Όχι,» αποκρίθηκε εκείνος. «Δεν είναι στη Φιλτά’κβι. Έχει πάει στη Νισθάι, την έδρα του Οίκου των Ουράνιων.»

«Τι είναι αυτός ο Οίκος;»

«Η οικογένεια της μητέρας μου, της Ημισέληνης.»

«Είναι κι η μητέρα σου εκεί; Στη Νισθάι;»

«Ναι. Έχουν πάει μαζί.»

«Τάο βις έχετε εδώ;» ρώτησε η Παντοκράτειρα, απευθυνόμενη στους υπόλοιπους γύρω απ’το τραπέζι.

«Ασφαλώς, Μεγαλειοτάτη,» είπε ο Όνυχας ο Δεύτερος, κάνοντας νόημα σε μια μαυρόδερμη υπηρέτρια, η οποία αμέσως γέμισε μια κούπα με τάο βις για την Παντοκράτειρα.

Η Αγαρίστη ήπιε μια μεγάλη γουλιά από το γλυκό ποτό. «Δε θυμάμαι αν σ’έχω ξαναρωτήσει,» είπε στον Ορείχαλκο, «αλλά από τι φτιάχνεται το τάο βις

«Μ’έχεις ξαναρωτήσει, νομίζω. Από υπόγειο οίνο φτιάχνεται και από ένα είδος κουκουνάρας που μεγαλώνει στα δάση νότια της λίμνης Κρούκ’φα.»

«Πού είναι η λίμνη Κρούκ’φα;» ρώτησε η Αγαρίστη, πίνοντας ακόμα μια γουλιά απ’το ποτό της.

«Νότια από εδώ, και δυτικά. Πολύ μακριά.»

«Δηλαδή, δε μπορούμε να πάμε να τη δούμε, ε;»

«Με τα πόδια, σίγουρα όχι.»

Ο Ορείχαλκος ήταν παραξενεμένος που, μέχρι στιγμής, η Παντοκράτειρα δεν είχε αναφέρει τίποτα για τα κατεχόμενα ορυχεία. Δεν είχε, τελικά, έρθει γι’αυτά στη Σάρντλι; Άλλος ήταν ο λόγος που τον είχε επισκεφτεί; Επειδή ήθελε μόνο να τον δει, ίσως;

Τότε, όμως, τα ερωτηματικά του Ορείχαλκου έλαβαν απάντηση, καθώς η Αγαρίστη είπε: «Οι κατάσκοποί μου μου αναφέρουν, Ορείχαλκε, ότι τρομερά πράγματα συμβαίνουν στη διάστασή σου…»

«Θα μιλάς για τα ορυχεία…»

«Ναι. Είναι πολύ σημαντικό το πρόβλημα, μου έχουν πει. Αληθεύει;»

«Αληθεύει,» αποκρίθηκε ο Ορείχαλκος.

«Και δεν μπορεί να διορθωθεί;»

«Κάνουμε ό,τι είναι μέσα στις δυνάμεις μας…»

Η Γρανίτια, που δεν καθόταν και τόσο μακριά τους, άκουσε τι έλεγαν και είπε: «Μεγαλειοτάτη, αν μας στέλνατε περισσότερους στρατιώτες, αυτό θα μας διευκόλυνε πολύ.»

«Δυστυχώς, γίνεται χαμός αυτή την περίοδο παντού στο Γνωστό Σύμπαν,» αποκρίθηκε η Αγαρίστη, «και είναι δύσκολο – ουσιαστικά αδύνατο – να σας στείλω κι άλλο στρατό. Μπορεί να σας διαβεβαιώσει κι η Βάρμη γι’αυτό.» Στράφηκε στη διοικήτρια της προσωπικής φρουράς της.

Η Βάρμη ένευσε. «Ο πόλεμος στη Σεργήλη και στην Απολλώνια απασχολεί μεγάλο μέρος των δυνάμεων του Παντοκρατορικού Στρατού. Και στη Νόρχακ – τη διάσταση που ανακαλύφθηκε πρόσφατα – τα πράγματα δεν είναι καλύτερα. Επίσης, χάσαμε τη Χάρνταβελ από τον έλεγχό μας–»

«Σύντομα, όμως, θα την κατακτήσουμε και πάλι!» είπε η Αγαρίστη. «Έτσι δεν είναι, Βάρμη;»

«Ασφαλώς, Μεγαλειοτάτη.»

«Το ίδιο και τη Νόρχακ.»

«Ασφαλώς.»

«Τι ακριβώς είναι αυτή η Νόρχακ, Μεγαλειοτάτη, αν επιτρέπεται;» ρώτησε ο Όνυχας ο Δεύτερος. «Πραγματικά ήταν απομονωμένη;»

Η Αγαρίστη άναψε ένα τσιγάρο. «Δεν ξέραμε για την ύπαρξή της παλιότερα. Ο Τάμπριελ την ανακάλυψε. Αλλά με πρόδωσε. Έχει στρέψει τους κατοίκους της Νόρχακ με το μέρος της Επανάστασης. Έχουν συναναστροφές με τον άλλο προδότη, τον Ανδρόνικο της Απολλώνιας.» Τσαντιζόταν κάθε φορά που θυμόταν τι είχε κάνει ο Ανδρόνικος. Ήπιε μια γουλιά τάο βις για να το ξεχάσει. «Τέλος πάντων. Μου λένε ότι η Νόρχακ ίσως να έχει πολλές πηγές που μπορούμε να εκμεταλλευτούμε. Και σύντομα θα την έχουμε στα χέρια μας. Δεν είναι παρά θέμα χρόνου. Οι γηγενείς της είναι κάτι σχετικά πρωτόγονοι άνθρωποι. Μερικοί απ’αυτούς κοπανιούνται με ρόπαλα!» Αρκετοί γύρω απ’το τραπέζι χαμογέλασαν.

Οι υπηρέτες είχαν μόλις αρχίσει να φέρνουν μεγάλες πιατέλες με φαγητά.

«Πείτε μου, όμως, ακριβώς τι γίνεται εδώ, στη Σάρντλι. Έχει ξαφνικά αποκτήσει τόσο μεγάλη δύναμη η Επανάσταση που δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα για να τη σταματήσετε απ’το ν’αρπάζει τα ορυχεία σας, το ένα μετά το άλλο;»

Άπαντες σοβάρεψαν.

«Το πρόβλημα θα λυθεί, Μεγαλειοτάτη, μην ανησυχείτε,» είπε ο Όνυχας ο Δεύτερος, καθώς ένας υπηρέτης γέμιζε το πιάτο του με φαγητό.

«Νόμιζα ότι ήταν σημαντικό!»

«Βασικά, ναι, είναι σημαντικό. Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν υπάρχει και λύση.»

«Κάποιοι,» είπε η Γρανίτια, «έχουν ξεσηκώσει φυλές νομάδων και ιθαγενών των βουνών. Και τους έχουν στρέψει εναντίον μας. Αυτοί είναι που έχουν καταλάβει τα ορυχεία.»

«Το ξέρω,» αποκρίθηκε η Παντοκράτειρα, δοκιμάζοντας μια μπουκιά απ’το φαγητό της. Υπέροχο. Δεν γνώριζε τι ήταν, αλλά ήταν κάτι που έλιωνε στο στόμα αφήνοντας μια γλυκιά γεύση που θύμιζε πορτοκάλι. «Ποιοι είναι αυτοί που ξεσηκώνουν τους αγρίους, όμως;»

«Αντάρτες, Μεγαλειοτάτη,» είπε ο Σίδηρος ο Πρώτος. «Παλιάνθρωποι!»

Η Παντοκράτειρα γέλασε. Ο παππούς έχει πλάκα!

Ο Σίδηρος την αγριοκοίταξε.

Ο Ορείχαλκος παρενέβη όσο ήταν ακόμα καιρός: «Ωραίο δεν είναι το φαγητό, αγάπη μου;»

«Ναι, υπέροχο.»

«Αναμφίβολα πρόκειται για αποστάτες. Συμμάχους του Αρχιπροδότη, πιθανώς.»

«Ναι, αλλά ποιοι είναι;»

«Δε γνωρίζουμε. Πάντως, δε νομίζω πως ανήκουν σε κανέναν σημαντικό Οίκο.»

Ο Όνυχας ο Δεύτερος είπε: «Δεν πρέπει να ανήκουν σε κανέναν Οίκο γενικά. Περιφερόμενοι ταραξίες είναι, Μεγαλειοτάτη.»

«Οι πράκτορές μου θα έπρεπε να τους είχαν βρει,» είπε η Αγαρίστη, θυμωμένα. Ήπιε μια γουλιά τάο βις. Κοίταξε προς τη μεριά της Βάρμης· εκείνη δεν γύρισε να την κοιτάξει, καθώς έκοβε προσεχτικά ένα κομμάτι απ’το κρέας στο πιάτο της. Ή μήπως παριστάνει πως δε με βλέπει;

Η Αγαρίστη κοίταξε τη Τζένιφερ. Η Μαύρη Δράκαινα είπε: «Οι πράκτορές σας, Μεγαλειοτάτη, δεν μπορούν να τα κάνουν όλα μόνοι τους. Οι γηγενείς, ίσως, θα μπορούσαν να προσφέρουν αξιοσημείωτη βοήθεια.» Κανένας δεν αμφέβαλλε ότι εννοούσε τους Ορειβάτες.

Η Αγαρίστη κοίταξε τον Ορείχαλκο τώρα. «Δεν έχετε κατασκόπους εσείς;»

«Φυσικά και έχουμε. Αλλά στη Σάρντλι δεν είναι εύκολο να εντοπίσεις τέτοιους ανθρώπους. Μπορούν να κρυφτούν οπουδήποτε: σε ζούγκλες, σε ερημιές, σε βάλτους, σε μικρές πόλεις και χωριά, σε σκοτεινά σημεία μεγάλων πόλεων… Υπάρχουν πολλά απομονωμένα μέρη στη διάστασή μας.»

«Τι θα κάνετε, λοιπόν, για να πάρετε πίσω τα ορυχεία σας, Ορείχαλκε, και για να φροντίσετε να μην ξανασυμβούν τέτοια… εμμ… δυσάρεστα» (ναι, αυτή ήταν η σωστή λέξη! σκέφτηκε η Αγαρίστη) «επεισόδια.»

«Θα πρέπει να βρω ανθρώπους για να μας βοηθήσουν, υποθέτω.»

Η Αγαρίστη συνοφρυώθηκε. «Τι ανθρώπους;»

«Αυτό αναρωτιέμαι. Θέλω η δουλειά μας να γίνει σωστά, χωρίς να μας κλέψουν και χωρίς η τιμή του Οίκου μας να σπιλωθεί.»

Ο Θάργκεκ, ο Επιτηρητής του Μεγάρου, γέλασε σιγανά και είπε, σείοντας ένα δάχτυλό του προς το μέρος του Ορείχαλκου: «Άρχοντα Ορείχαλκε, εσείς είστε ο άνθρωπός μας, το ξέρω!…»

«Ποιος είπες πως είναι ο κύριος;» ρώτησε η Αγαρίστη τον σύζυγό της.

«Ο Θάργκεκ ο Επιτηρ–»

«Α ναι, θυμάμαι.» Η Αγαρίστη ήπιε μια γουλιά τάο βις, παρατηρώντας τον κοκκινόδερμο καμπούρη που καθόταν κοντά στη μέση του τραπεζιού.

Εκείνος τής χαμογέλασε, υψώνοντας την κούπα του προς το μέρος της.

Σαν θεατρίνος είναι, σκέφτηκε η Παντοκράτειρα. Επιτηρητής σημαίνει και γελωτοποιός στη Σάρντλι; Ήταν, μήπως, κι αυτό ένα από τα παράξενα έθιμά τους;

6.

Στο Φτερωτό Όρος, ο Ανδρόνικος και η Ιωάννα βρήκαν εύκολα το ήσυχο μέρος που αναζητούσαν: το δωμάτιο που οι επαναστάτες της βάσης είχαν παραχωρήσει στον Πρίγκιπα. Βάδιζαν ήσυχα και σοβαρά ώσπου να φτάσουν εκεί, κι όταν έφτασαν έκλεισαν την πόρτα, τράβηξαν τον σύρτη, και σφιχταγκαλιάστηκαν. Η πλάτη της Ιωάννας βρέθηκε κολλημένη στον τοίχο καθώς τα χείλη τους συναντιόνταν…

Και, κάπου διακόσια χιλιόμετρα στα νοτιοανατολικά, και περίπου μισή ώρα αργότερα, κοντά στις όχθες της λίμνης Νόλκ’βα, στο Πολύλιθο Μέγαρο του Οίκου των Ορειβατών, η Αγαρίστη έμπαινε μαζί με τον Ορείχαλκο στα δωμάτιά του, διώχνοντας όλους τους υπηρέτες από εκεί και τραβώντας τα ρούχα του αγαπημένου της συζύγου, βγάζοντας τον χιτώνα του και οδηγώντας τον προς το μεγάλο κρεβάτι από βαρύ ξύλο, που επάνω του έμοιαζε να σχηματίζονται πρόσωπα που τους παρατηρούσαν…

Και η Ιωάννα ψιθύρισε, λαχανιασμένα, στον Ανδρόνικο: Εδώ, εδώ, εδώ… καθώς τα χέρια της σέρνονταν επάνω στο ζεστό δέρμα του, κάτω απ’το ανοιχτό πουκάμισό του. Ο Ανδρόνικος τράβηξε το φερμουάρ της στολής της, την έπιασε από τις άκριες, και την κατέβασε απότομα μέχρι τις μπότες της. Η Ιωάννα αναφώνησε, ο Ανδρόνικος ξεκούμπωσε τον στηθόδεσμό της, κατέβασε την περισκελίδα της εκεί όπου ήταν κατεβασμένη και η στολή της, μαζεμένη γύρω απ’τις μπότες της, τη φίλησε κάτω απ’τις ξανθές τρίχες της κοιλιάς της, η Ιωάννα αναφώνησε…

Η Αγαρίστη, ολόγυμνη επάνω στον Ορείχαλκο, αναφώνησε κοιτάζοντας μια το πρόσωπο του συζύγου της μια τους παράξενους σχηματισμούς που έκανε το ξύλο του κρεβατιού. Τα χέρια του άγγιζαν το σώμα της ακριβώς όπως έπρεπε, πυροδοτώντας το, βάζοντάς του φωτιά· κι εκείνος ήταν τόσο ελεγχόμενος όσο κανένας άλλος εραστής της· ο ίδιος ο τρόπος του την έφερνε σε έκσταση. Η Αγαρίστη αναφώνησε δυνατότερα…

Η Ιωάννα ξάπλωσε στο κρεβάτι, ανάσκελα, αναπνέοντας γρήγορα, ιδρωμένη, με τα ρούχα της ακόμα κουβαριασμένα κάτω από τα γόνατά της. Έλα, έλα κοντά μου! του είπε τεντώνοντας τα χέρια της. Ο Ανδρόνικος δεν ήταν μακριά: έβγαζε τα ρούχα του και τώρα ερχόταν, με το μόριο του ορθωμένο και μεγάλο μπροστά του, λιγνό και κομψό σαν Απολλώνιο ξίφος. Έπιασε τα πόδια της Ιωάννας και τράβηξε τις μπότες της, πετώντας τες παραδίπλα μαζί με τη στολή και την περισκελίδα της. Μετά, τα χέρια του συνάντησαν τα δικά της, οι παλάμες τους ενώθηκαν, τα δάχτυλά τους μπλέχτηκαν…

Η Αγαρίστη γέλασε καθώς κυλιόταν στο κρεβάτι, δίπλα στον Ορείχαλκο. Θα σε καταφέρω! του είπε. Θα σε καταφέρω! Αυτό ήταν το παιχνίδι που πάντα έπαιζαν. Η Αγαρίστη ποτέ ξανά δεν είχε βρεθεί με εραστή που να μπορεί να ελέγχει έτσι την εκσπερμάτωσή του. Του χίμησε, και ο Ορείχαλκος την άρπαξε στην αγκαλιά του και, παρασέρνοντάς την στην κάτω μεριά του κρεβατιού, τη γύρισε ανάσκελα, λατρεύοντας τον τρόπο που η Αγαρίστη γελούσε τώρα και ούρλιαζε και του έλεγε πράγματα που μόνο η Αγαρίστη θα σκεφτόταν να πει σ’έναν άντρα…

Ο Ανδρόνικος, με τα δυνατά πόδια της Ιωάννας γύρω από τη μέση του και με το στόμα του επάνω στο στόμα της, δεν μπορούσε να κρατηθεί για πολύ. Τώρα καταλάβαινε πόσο τού είχε λείψει. Ήθελε αυτή η στιγμή να έρθει εδώ και καιρό, αλλά την απαγόρευε στον εαυτό του. Είσαι η βασίλισσά μου, της ψιθύρισε στ’αφτί καθώς κατέρρεε επάνω της. Και η Ιωάννα τού ψιθύρισε στ’αφτί: Πάμε ξανά…

Και η Αγαρίστη γελούσε εξουθενωμένα, λέγοντας: Εντάξει, αρκετά, αρκετά… Και ο Ορείχαλκος, κρατώντας την κάτω, είπε: Αρκετά; Η Αγαρίστη γελούσε: Δε μπορώ να κάνω τίποτα πια μ’εσένα! Πρέπει να φυλακιστείς. Είσαι επικίνδυνος! Και ο Ορείχαλκος σηκώθηκε από πάνω της, και η Αγαρίστη πετάχτηκε κι άρπαξε τον ανδρισμό του μέσα στο χέρι της–

Η Ιωάννα, ξαπλωμένη πλάι του, φιλούσε τον Ανδρόνικο, αργά. Ο Ανδρόνικος, ξαπλωμένος πλάι της, φιλούσε την Ιωάννα, αργά. Τα χέρια της Ιωάννας χάιδευαν το στήθος και τα πλευρά του. Τα χέρια του Ανδρόνικου έπαιζαν με τις θηλές της. Τα δάχτυλα των ποδιών τους έπαιζαν ένα δικό τους, σχεδόν ασυναίσθητο παιχνίδι…

Δεν παίζεις δίκαια, είπε ο Ορείχαλκος στην Αγαρίστη· και η Αγαρίστη τού είπε: Τι άλλο να κάνω μ’εσένα; Και πάλι δε φαίνεται να καταφέρνω τίποτα! Ο Ορείχαλκος την παρέσυρε ξανά στην αγκαλιά του, καθισμένος καθώς ήταν επάνω στο μεγάλο κρεβάτι. Η Αγαρίστη τυλίχτηκε γύρω του. Φιλήθηκαν.

Ο Ανδρόνικος και η Ιωάννα κυλιόνταν τώρα επάνω στο στρώμα, παθιασμένα…

Η Αγαρίστη ξάπλωσε, τελικά, στο κρεβάτι, ανάσκελα, κοιτάζοντας από πάνω της, στο ξύλο της ζούγκλας, τα παράξενα πρόσωπα να την παρατηρούν σαν πνευματικοί ηδονοβλεψίες της Σάρντλι. Και είπε: Με άφησες; Ο Ορείχαλκος δεν απάντησε, εκείνη τον ξαναρώτησε: Με άφησες; και ο Ορείχαλκος τής είπε: Εσύ τι νομίζεις; Και η Αγαρίστη τού είπε αυστηρά, χωρίς να τον κοιτάζει: Πρέπει να σε τιμωρήσω κάποτε! Γύρισε μπρούμυτα, αγκαλιάζοντας ένα μεγάλο, μαλακό μαξιλάρι…

Ο Ανδρόνικος φιλούσε τα πόδια της Ιωάννας καθώς ήταν, τώρα, ξαπλωμένοι ήρεμα στο κρεβάτι του.

«Κάτι πρέπει να κάνεις επιτέλους γι’αυτούς τους κάλους,» της είπε.

Η Ιωάννα, ξαφνιασμένη, γέλασε.

Ο Ανδρόνικος είχε καιρό να την ακούσει να γελά έτσι. Χαμογέλασε πλατιά μέσα από τα ξανθά μούσια του. Και δάγκωσε το μεγάλο δάχτυλο του δεξιού της ποδιού.

Νόρχακ

1.

«Πώς το ήξερες ότι θα ερχόμουν;»

«Δε σου έχουν πει; είμαι Προφήτης.»

«Δηλαδή, το… μάντεψες;»

«Το ‘είδα’, για την ακρίβεια. Σε ‘είδα’ στην αίθουσα όπου συναντηθήκαμε· και σε ‘είδα’ κι εδώ, έτσι όπως κάθεσαι τώρα.»

Η Αλιζέτ καθόταν σ’έναν καναπέ, με τα πόδια της μαζεμένα επάνω και με το δεξί της χέρι δεμένο, με μια μακριά αλυσίδα, στο ξύλινο μπράτσο του καθίσματος. Η Ανταρλίδα – που στεκόταν τώρα πίσω από τον Τάμπριελ – είχε επιμείνει γι’αυτό το τελευταίο, καθώς γνώριζε πόσο επικίνδυνη ήταν η Αλιζέτ: μπορούσε άνετα να σκοτώσει με τα χέρια της και με τα πόδια της, χωρίς κανένα όπλο, παρότι τώρα έμοιαζε σχετικά ακίνδυνη καθώς καθόταν εκεί όπου καθόταν, με μια κούπα κρασί στο αριστερό χέρι.

«Δεν έχεις, λοιπόν, κανέναν πληροφοριοδότη… Κανέναν προδότη κοντά μας…» είπε η Αλιζέτ, πίνοντας μια γουλιά απ’το ποτό της, ενώ τον παρατηρούσε με τα έντονα, γκρίζα μάτια της.

Τα μάτια του Τάμπριελ και τα δικά της μάτια έμοιαζαν λιγάκι, παρατήρησε η Ανταρλίδα νιώθοντας, για κάποιο λόγο, ένα ξαφνικό ρίγος να διατρέχει τη ράχη της. Ήταν και τα δύο ψυχρά και γκρίζα. Αν και υπήρχαν, βέβαια, κάποιες βασικές διαφορές. Της Αλιζέτ ήταν σαν γυαλιστερό ατσάλι· του Τάμπριελ σαν μυστηριώδεις ομίχλες.

«Όχι,» είπε ο Τάμπριελ, «δεν έχω κανέναν πληροφοριοδότη κοντά σας.»

Η Αλιζέτ γέλασε κοφτά. «Ναι, καλά… Είχες προφητέψει, επομένως, και την ακριβή ώρα που θα ερχόμουν στο παλάτι σου;»

«Δεν ήξερα την ακριβή ώρα. Ήμουν γενικά προετοιμασμένος για σένα.»

«Πήγαινες κάθε βράδυ και στεκόσουν σ’εκείνη την αίθουσα, περιμένοντάς με να έρθω να σε σκοτώσω;»

«Όχι ακριβώς.»

Η Αλιζέτ ύψωσε ένα φρύδι. «Τότε;»

«Νομίζεις ότι δεν έχω ανθρώπους μου μέσα και γύρω απ’το παλάτι της Φέντινκεχ; Οι κατάσκοποί μου κι εγώ είμαστε σχεδόν ένα, Αλιζέτ.»

Τα μάτια της στένεψαν. Οι φήμες που είχε ακούσει έλεγαν πως ό,τι έβλεπαν οι πράκτορες του το έβλεπε κι εκείνος, ό,τι άκουγαν το άκουγε κι εκείνος. «Είσαι μέσα στο μυαλό τους, με κάποιου είδους μαγεία;»

«Το ξέρεις, βλέπω…»

«Είναι αλήθεια, λοιπόν.»

«Ναι. Αν και, υποθέτω, θα έχει πάρει πολύ μεγαλύτερες διαστάσεις απ’την πραγματικότητα, όπως συνήθως συμβαίνει μ’αυτά τα πράγματα.» Ο Τάμπριελ ήταν καθισμένος σε μια πολυθρόνα, αντίκρυ της, έχοντας τα χέρια του σταυρωμένα εμπρός του και το μακρύ του μπαστούνι με τα αργυρά δαχτυλίδια ακουμπισμένο στα γόνατά του. Στο πέρας του στελέχους υπήρχε μια πορφυρή σφαίρα. Η Αλιζέτ γνώριζε ότι ο Τάμπριελ ανήκε στο τάγμα των Δεσμοφυλάκων. Τάμπριελ’λι τον αποκαλούσαν. Και οι Δεσμοφύλακες ήταν γνωστό ότι φυλάκιζαν επικίνδυνα πνεύματα και θεούς της Φεηνάρκια μέσα σε αντικείμενα, για να χρησιμοποιούν τις δυνάμεις τους προς όφελός τους. Η Αλιζέτ αναρωτιόταν αν μέσα σ’αυτή την πορφυρή σφαίρα υπήρχε κάποιο πνεύμα ή θεός που, κάπως, σχετιζόταν μ’αυτούς τους μυστηριώδεις κατασκόπους του «Μεγάλου Προφήτη».

«Γιατί είμαι ακόμα ζωντανή;» τον ρώτησε ευθέως. «Το ξέρεις ότι ήρθα να σε σκοτώσω, και με έπιασες.»

«Αυτά που ‘βλέπω’, Αλιζέτ, δεν έχω τρόπο να γνωρίζω πότε ακριβώς θα συμβούν. Πολλές φορές, δε, είναι πράγματα από το παρελθόν, ή και πράγματα που δεν θα συμβούν ποτέ.»

Δεν απάντησες στην ερώτησή μου. «Και λοιπόν;»

«Αυτό σημαίνει ότι μπορεί και ποτέ να μην ερχόσουν εδώ.»

Η Αλιζέτ δεν μίλησε, παρατηρώντας τον καθώς έπινε ακόμα μια γουλιά απ’το κρασί της. Είναι τρελός; αναρωτήθηκε, γιατί αυτά που έλεγε δεν έμοιαζε να βγάζουν νόημα για εκείνη.

«Ήμουν, όμως, σχεδόν βέβαιος ότι θα ερχόσουν. Και μάλιστα, σύντομα. Μπορείς να μαντέψεις γιατί, Αλιζέτ;»

«Βρίσκομαι σε πραγματική απορία.» Ανασήκωσε τους ώμους της, μορφάζοντας.

«Ήμουν βέβαιος,» είπε ο Τάμπριελ, «επειδή η Συμπαντική Παντοκρατορία είναι ετοιμοθάνατη, και τώρα είναι που θα κάνει τα πάντα για να επιβιώσει. Τώρα είναι που θα στείλει μια απ’τις τελευταίες πιστές στην Παντοκράτειρα Μαύρες Δράκαινες να με σκοτώσει: να βγάλει από τη μέση μια σημαντική απειλή.»

«Μάλιστα… Ακόμα, όμως, δεν καταλαβαίνω γιατί εξακολουθώ να είμαι ζωντανή.»

Η Ανταρλίδα είπε: «Βιάζεσαι να πεθάνεις, Αλιζέτ;»

«Αν είναι αναπόφευκτο, γιατί να καθυστερούμε;» αποκρίθηκε εκείνη, ήρεμα.

Ο Τάμπριελ είπε: «Δεν υπάρχει λόγος να σε σκοτώσουμε, όταν μπορείς να μας βοηθήσεις.»

«Σε τι να σας βοηθήσω;»

«Να διαλύσουμε τη Συμπαντική Παντοκρατορία.»

Η Αλιζέτ ήταν για μια στιγμή ανέκφραστη. Ύστερα: «Χα-χα-χα-χα-χα-χα…» κουνώντας το κεφάλι της, κάνοντας τα μακριά μαύρα μαλλιά της να σείονται. Έμοιαζε πραγματικά διασκεδασμένη.

Η Ανταρλίδα, παρατηρώντας την, σκέφτηκε: Η πίστη της στην Παντοκράτειρα είναι παράλογη. Φανατική. Τι έχει να κερδίσει, σε τελική ανάλυση; Τόσο πολύ έχει λιώσει ο εγκέφαλός της από την εκπαίδευση που μας έγινε για να μπορούν να μας αποκαλούν Μαύρες Δράκαινες;

Ο Τάμπριελ περίμενε η πρόσκαιρη ευθυμία της Αλιζέτ να περάσει. Ύστερα εκείνη είπε: «Μπορείτε να με σκοτώσετε τώρα. Δεν πρόκειται να συμμαχήσω μαζί σας. Τι νομίζεις ότι είμαι; Σαν αυτήν;» Κοίταξε, προς στιγμή, την Ανταρλίδα πίσω από τον Τάμπριελ.

Η Ανταρλίδα δεν της μίλησε. Η γυναίκα δεν πήγαινε καλά· ήταν προφανές. Επιπλέον, ο Τάμπριελ τα κατάφερνε καλύτερα στο μπλα-μπλα. Αν και ήταν κι οι δυο τους κάπως αντικοινωνικοί κατά βάθος – ίσως γι’αυτό να ταιριάζουμε κιόλας…

«Δε μας συμφέρει να σε σκοτώσουμε,» είπε ο Τάμπριελ στην Αλιζέτ. «Δεν έχουμε τίποτα να κερδίσουμε. Είμαι βέβαιος, όμως, πως δεν ξέρεις τι είναι εκείνο που υπηρετείς–»

«Μην αρχίζεις τις ανοησίες. Δεν πρόκειται να με μεταστρέψεις λέγοντάς μου πόσο κακή είναι η Συμπαντική Παντοκρατορία. Όλα τα καθεστώτα έχουν τα μειονεκτήματά τους.»

«Καλώς. Όμως πραγματικά, Αλιζέτ, δεν ξέρεις τι είναι εκείνο που υπηρετείς.»

«Πες μου, λοιπόν, να μάθω.» Η Μαύρη Δράκαινα τελείωσε το κρασί μέσα στην κούπα της.

«Δεν είναι η Παντοκράτειρα που ελέγχει τα πράγματα.»

«Και ποιος είναι;» Η Αλιζέτ σκούπισε τα χείλη της με το μανίκι της.

«Οι Υπερασπιστές της. Δεν έχεις παρατηρήσει ποτέ ότι παντού τη συνοδεύουν–;»

«Για λόγους προστασίας–»

«Για λόγους δικής τους προστασίας, Αλιζέτ! Όχι για λόγους προστασίας της πρώην συζύγου μου. Οι Υπερασπιστές χρειάζονται την Παντοκράτειρα για να ζουν.»

«Τι πάει να πει αυτό;»

«Κανένας δεν ξέρει τι είναι οι Υπερασπιστές. Σου έχει εσένα ποτέ πει κανένας τι είναι, Αλιζέτ;»

«Δεν είναι η δουλειά μου να ξέρω. Πάντα, όμως, υπέθετα ότι πρόκειται για κάποιες οντότητες που υπηρετούν την Παντοκράτειρα.»

«Το αντίστροφο συμβαίνει. Εκείνη υπηρετεί αυτούς.»

«Λες ανοησίες. Ποτέ δεν τους έχω δει να δίνουν διαταγές. Ούτε ποτέ έχω ακούσει κάποιος άλλος να τους έχει δει να δίνουν διαταγές.»

«Υπάρχουν ορισμένοι άνθρωποι που γνωρίζουν την αλήθεια.»

«Και ποιοι είν’αυτοί;»

«Θα σου πω, ίσως, όταν έρθει η ώρα.»

«Κατάλαβα,» είπε η Αλιζέτ. «Μη νομίζεις ότι θα πιάσει αυτό που κάνεις.»

«Τι κάνω;»

«Στήνεις ένα παραμύθι για να με στρέψεις εναντίον της Παντοκράτειρας.»

«Ανοησίες,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ, σταθερά. «Αυτά που σου λέω είναι αλήθεια.»

«Ναι, ’ντάξει…» ρουθούνισε η Αλιζέτ. Και προς την Ανταρλίδα: «Αφού εκτελείς καθήκοντα υπηρέτριας εδώ πέρα, μου βάζεις λίγο ακόμα κρασί;»

Η Ανταρλίδα τής έκανε μια χειρονομία που σήμαινε Να πας να γαμηθείς.

«Τέρμα η φιλοξενία, βλέπω.» Η Αλιζέτ άφησε την κούπα της να πέσει και να κυλήσει στο πάτωμα.

Ο Τάμπριελ είπε: «Οι Υπερασπιστές, Αλιζέτ, δεν είναι τέσσερις· είναι ένας που φαίνεται σαν τέσσερις.»

Η Αλιζέτ γέλασε. «Έχεις σκεφτεί κι άλλα τέτοια ανέκδοτα; Ή σου έρχονται τώρα, καθώς μιλάς;»

Ο Τάμπριελ την αγνόησε. «Το όνομα των Υπερασπιστών είναι Ελκράσ’ναρχ, και πρόκειται για μια πάρα πολύ ισχυρή οντότητα η οποία προέρχεται από τον Ενιαίο Κόσμο. Μάλιστα, έχω στα μπουντρούμια του παλατιού έναν πράκτορα που υπηρετούσε απευθείας τον Ελκράσ’ναρχ. Γιατί, ξέρεις, υπάρχουν τέτοιοι, Αλιζέτ: άνθρωποι που υπηρετούν απευθείας τους Υπερασπιστές. Άνθρωποι που γνωρίζουν την αλήθεια. Το ένα μέρος της αλήθειας, τουλάχιστον: ότι δεν είναι η Παντοκράτειρα που, στην πραγματικότητα, ελέγχει την Παντοκρατορία.»

«Και θα με οδηγήσεις τώρα σ’αυτόν τον… ηθοποιό που είναι κλειδωμένος στα μπουντρούμια σου, σωστά;»

«Λάθος. Δεν έχω ακόμα συνεννοηθεί όπως θα ήθελα μαζί του.» Και συνέχισε: «Ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος, πρόσφατα, ανακάλυψε και μια άλλη αλήθεια. Αρκετά συνταρακτική, οφείλω να ομολογήσω. Ανακάλυψε ότι η Παντοκράτειρα είναι πλοηγός του Ελκράσ’ναρχ. Ο Ελκράσ’ναρχ – οι ‘Υπερασπιστές της’ – δεν θα μπορούσε να υφίσταται στο σύμπαν μας, έτσι όπως τώρα είναι διαμορφωμένο. Χρειαζόταν κάποιον για να είναι ο πλοηγός του, και βρήκε την Παντοκράτειρα γι’αυτή τη δουλειά.

»Αυτό, Αλιζέτ, είναι ένα μυστικό που λίγοι – πραγματικά, ελάχιστοι – γνωρίζουν.»

«Αν αληθεύουν όσα λες – που το αμφιβάλλω – γιατί οι Υπερασπιστές να κάνουν αυτά που έκαναν; Γιατί να φτιάξουν την Παντοκρατορία; Αν ήθελαν μόνο έναν πλοηγό, τον βρήκαν. Μπορούν τώρα να ζήσουν στο σύμπαν μας. Τέλος.»

«Εσύ,» τη ρώτησε ο Τάμπριελ, «αν ήσουν σαν τον Ελκράσ’ναρχ, θα ήσουν ικανοποιημένη μόνο μ’αυτό;»

Η Αλιζέτ συνοφρυώθηκε, και τον περίμενε να συνεχίσει.

Ο Τάμπριελ είπε: «Ο Ελκράσ’ναρχ είναι που έφτιαξε την Παντοκρατορία. Και δεν το έκανε μέσω της Παντοκράτειρας. Έχει ολόκληρο δίκτυο. Ένα δικό του δίκτυο: πράκτορες που βρίσκονται μέσα στην οργάνωση των πρακτόρων της Παντοκράτειρας, και κάποιοι που βρίσκονται έξω απ’αυτήν, είμαι βέβαιος.»

«Μπορείς, κάπως, να τα αποδείξεις όλα τούτα;» ρώτησε η Αλιζέτ.

«Τι αποδείξεις θα ήθελες;»

«Οτιδήποτε. Κάτι που να μου λέει ότι λες, όντως, αλήθεια.»

«Δεν υπάρχει τίποτα καταγεγραμμένο,» της είπε ο Τάμπριελ. «Ακόμα κι αν σε πήγαινα να μιλήσεις με τον πράκτορα που έχω φυλακισμένο, θα μου έλεγες ότι το έστησα. Έτσι δεν είναι;»

Η Αλιζέτ δεν μίλησε. Αναδεύτηκε, μόνο, λιγάκι επάνω στον καναπέ. Η αλυσίδα στο δεξί της χέρι κροτάλισε.

«Σκότωσέ με, να τελειώνουμε,» είπε τελικά.

«Είσαι χαζή;» γρύλισε η Ανταρλίδα. «Θες να πεθάνεις υπηρετώντας αυτό τον δαίμονα; Αυτόν τον Ελκράσ’ναρχ;»

«Κάνε μου τη χάρη, προδότρια,» μόρφασε η Αλιζέτ. «Εγώ πολεμάω για την Παντοκράτειρα. Δεν την εγκατέλειψα.»

«Η Παντοκράτειρα είναι πιόνι, ανόητη!»

«Δεν ξέρω τι είναι, αλλά η δουλειά μου είναι να την υπηρετώ. Δε θα συμμαχήσω μαζί σας, ούτε θα σας δώσω πληροφορίες που μπορείτε να χρησιμοποιήσετε.»

«Θα σαπίσεις στα μπουντρούμια, τότε!»

«Κάντε ό,τι νομίζετε.»

2.

«Σ’το είχα πει ότι δεν ήταν καλή ιδέα να της μιλήσεις,» είπε η Ανταρλίδα, αφού κλείδωσαν την Αλιζέτ στο πιο βαθύ και ασφαλές κελί των μπουντρουμιών του παλατιού και επέστρεψαν στα διαμερίσματά τους.

«Άξιζε τον κόπο,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ, στεκόμενος μπροστά σ’ένα παράθυρο που έβλεπε, πανοραμικά, τη Φέντινκεχ. Πλησίαζε αυγή πλέον. «Και, δεν το ξέρεις, μπορεί αργότερα να μεταστραφεί.»

«Ακόμα κι αν ισχυριστεί ότι θέλει να συμμαχήσει μαζί μας, εσύ θα την εμπιστευτείς;» Η Ανταρλίδα καθόταν σε μια πολυθρόνα, ντυμένη με μια κίτρινη ρόμπα και με τα πόδια της σταυρωμένα στο γόνατο. Πλάι της, το τζάκι ήταν αναμμένο.

«Μπορεί.»

«Θα ήταν ανοησία σου. Ίσως να προσποιηθεί πως είναι με το μέρος μας προκειμένου να βρει ευκαιρία για να σε σκοτώσει.»

«Θα δούμε.»

«Μήπως θες να πεις ότι θα ‘δεις’;»

Ο Τάμπριελ στράφηκε να την αντικρίσει. Δεν χαμογελούσε· σπάνια χαμογελούσε. «Θα πάω να κοιμηθώ,» είπε. «Εσύ;» Βάδισε προς το υπνοδωμάτιο.

«Με την Αλιζέτ μέσα στο ίδιο οικοδόμημα μ’εμένα, κανονικά δεν θα έπρεπε να κοιμηθώ· αλλά, τώρα που έχω κοντά μου κάποιον που προβλέπει το μέλλον, νομίζω πως μπορώ να το ρισκάρω.» Σηκώθηκε από την πολυθρόνα, φτιάχνοντας τη ρόμπα γύρω της.

Ο Τάμπριελ ένευσε, και πέρασε την ανοιχτή πόρτα του υπνοδωματίου.

Η Ανταρλίδα τον ακολούθησε.

3.

Το πρωί ο Τάμπριελ ήρθε σε επαφή με τον Μεγάλο Ιεράρχη που ήταν φυλακισμένος μέσα στην πορφυρή σφαίρα του ραβδιού του· και, μέσω του Μεγάλου Ιεράρχη, ήρθε σε επαφή με τους Ιεράρχες, τους κατασκόπους του στη Νόρχακ. Ανθρώπους που μοιράζονταν τα τμήματα μιας αρχαίας ψυχής.

Ο Τάμπριελ πήρε πληροφορίες κατευθείαν από τις αναμνήσεις τους: Η Αλιζέτ ήταν ακόμα κλειδωμένη στο κελί της. Δεν έμοιαζε να είχε κάνει καμια προσπάθεια να δραπετεύσει.

Καλώς.

Ο Τάμπριελ μεταβίβασε, νοητικά, τη θέλησή του στους Ιεράρχες: Να προσέχουν την Αλιζέτ όπως ποτέ δεν είχαν προσέξει κανέναν άλλο κρατούμενο.

Μετά, διέκοψε την επαφή του μαζί τους και πήγε να πάρει πρωινό με την Ανταρλίδα, η οποία καθόταν στο καθιστικό των διαμερισμάτων τους με το φαγητό σερβιρισμένο στο τραπέζι μπροστά της.

«Η Αλιζέτ είναι εκεί που τη βάλαμε,» την πληροφόρησε ο Τάμπριελ καθίζοντας αντίκρυ της.

«Περιμένει απλώς· δεν έχει παραιτηθεί,» είπε η Ανταρλίδα.

Δεν το συζήτησαν άλλο, καθώς έτρωγαν.

Ένα επίμονο κουδούνισμα αντήχησε, σε λίγο. Ο επικοινωνιακός δίαυλος. Η Βασίλισσα Παμράνεχ είχε πρόσφατα βάλει επικοινωνιακούς διαύλους σ’ολόκληρο το Βασιλικό Παλάτι, εισαγμένους από την Απολλώνια. Καλώδια περνούσαν πίσω από τους τοίχους.

«Πηγαίνω εγώ,» είπε η Ανταρλίδα. Σηκώθηκε απ’το τραπέζι και έτρεξε· τα κατάλευκα πόδια της έμοιαζαν ν’αστράφτουν μέσα από τη ρόμπα της.

Ο Τάμπριελ την άκουσε να λέει από το γραφείο: «Μάλιστα;» (…) «Δεν είπε το όνομά του;» (…) «Και τι θέλει;» (…) «Μισό λεπτό.»

Επέστρεψε στο καθιστικό και, χωρίς να καθίσει, είπε στον Τάμπριελ: «Έχει έρθει κάποιος από την Απολλώνια. Θέλει να σου μιλήσει αλλά δεν λέει ποιος είναι. Μοιάζει ηλικιωμένος, πάντως. Άσπρα μαλλιά, μακριά μούσια, δέρμα λευκό-ροζ. Τον ξέρεις;»

Ο Τάμπριελ μόρφασε. «Δε μου θυμίζει κάτι, έτσι όπως τον περιγράφεις. Πρόσταξε να τον αφήσουν να περάσει.»

«Είσαι σίγουρος;»

«Δε φοβάμαι όταν έχω μια Μαύρη Δράκαινα από κοντά.»

«Θα έπρεπε όμως,» είπε η Ανταρλίδα, και πήγε πάλι στο γραφείο.

Ο Τάμπριελ την άκουσε να λέει: «Αφήστε τον να περάσει. Ο Μεγάλος Προφήτης θα τον δεχτεί στα διαμερίσματά του.»

Μετά από λίγο, η Ανταρλίδα ήταν ντυμένη με μια μαύρη στολή και είχε τα όπλα της επάνω της. Ο Τάμπριελ φορούσε ένα κόκκινο πουκάμισο με ψηλό γιακά, το οποίο έμοιαζε, σε σημεία, να γίνεται ένα με το κόκκινο δέρμα του. Η μπροστινή του μεριά έμπαινε μέσα στο μαύρο υφασμάτινο παντελόνι του, ενώ η πίσω κρεμόταν σαν μανδύας. Οι μπότες του Τάμπριελ ήταν κοντές, μυτερές, και γυαλιστερές. Στο χέρι του κρατούσε το μακρύ ραβδί του.

Μαζί με την Ανταρλίδα μπήκαν στον θάλαμο υποδοχής των διαμερισμάτων τους, για να συναντήσουν τον επισκέπτη που είχε έρθει από την Απολλώνια. Εκείνος στεκόταν στο κέντρο του όμορφα διακοσμημένου δωματίου, ντυμένος με γκρίζο κοστούμι, λευκό πουκάμισο, και μαύρες μπότες. Η κάπα του ήταν κρεμασμένη στην κρεμάστρα. Στο χέρι του βαστούσε μια κούπα με κάποιο ποτό. Μια υπηρέτρια στεκόταν παραδίπλα. Ο Τάμπριελ τής έκανε νόημα να φύγει· εκείνη υποκλίθηκε και αποχώρησε.

«Ο κύριος Δαίδαλος…» είπε ο Τάμπριελ.

Ο Δαίδαλος έκλινε το κεφάλι σε χαιρετισμό. «Με θυμάσαι, Τάμπριελ’λι.»

«Ασφαλώς. Παρακαλώ, πέρασε.»

Ο Τάμπριελ και η Ανταρλίδα οδήγησαν τον επισκέπτη τους στο καθιστικό, όπου κάθισαν κι οι τρεις τους σε αναπαυτικές πολυθρόνες.

«Θα έπρεπε να σου ζητήσω συγνώμη, υποθέτω,» είπε ο Τάμπριελ. «Για τον υπερδιαστασιακό στρόβιλο.»

«Τι σε έκανε να ενεργοποιήσεις τη συσκευή;» ρώτησε ο Δαίδαλος, ήρεμα. «Δεν είδες ότι δεν ήταν και οι τέσσερις μηχανές εστίασης ενεργές;»

«Το είδα. Αλλά είχα… ‘δει’ και άλλα πράγματα.»

Ο Δαίδαλος ένευσε. «Το φανταζόμουν.»

«Η Απολλώνια έχει τώρα προβλήματα εξαιτίας μου. Ο στρόβιλος απειλεί να τη διχοτομήσει. Μου έχουν πει, όμως, ότι προσπαθείς να βρεις μια λύση.»

Ο Δαίδαλος ένευσε πάλι. «Ναι, αλλά δεν την έχω βρει ακόμα· και δεν ξέρω αν τελικά θα τη βρω.»

«Υπάρχει, δηλαδή, η περίπτωση όντως να διχοτομηθεί η διάσταση;»

«Πολύ φοβάμαι πως ναι.»

«Το έχεις πει στον Ανδρόνικο;»

«Όχι ακόμα,» αποκρίθηκε ο Δαίδαλος. «Και συμβαίνουν σημαντικότερα πράγματα τώρα. Για τα οποία ήρθα να σου μιλήσω.»

Ο Τάμπριελ ύψωσε τα φρύδια του ερωτηματικά.

«Ο Πρίγκιπάς μας έχει αρχίσει την τελική μάχη εναντίον της Συμπαντικής Παντοκρατορίας. Και τον βοηθάς, απ’ό,τι ξέρω.»

«Ναι,» είπε ο Τάμπριελ.

«Η κίνησή σου να πατήσεις εκείνο το κουμπί και να δημιουργήσεις τον στρόβιλο ήταν… και καλή και κακή συγχρόνως, Τάμπριελ’λι. Από τη μια, δημιούργησες αυτόν τον ασταθή υπερδιαστασιακό στρόβιλο στην Απολλώνια. Από την άλλη, όμως, ανακάλυψες ετούτη εδώ τη διάσταση: τη Νόρχακ. Μεγάλο πλήγμα για την Παντοκράτειρα, καθώς είναι ολόκληρη με το μέρος της Επανάστασης. Και όχι μόνο αυτό, αλλά τώρα έχεις και μέσα που θα μας βοηθήσουν να πάρουμε την τελική νίκη εναντίον του Ελκράσ’ναρχ.»

«Γνωρίζεις για τον Ελκράσ’ναρχ…»

«Ασφαλώς. Από παλιά γνώριζα γι’αυτόν. Δεν ήξερα, όμως, για τον πλοηγό του, την Παντοκράτειρα. Ο Ανδρόνικος μού εξήγησε αυτή τη λεπτομέρεια, κι αμέσως κατάλαβα πολλά πράγματα.

»Γνωρίζεις, όμως, εσύ, Τάμπριελ, τι ακριβώς επιδιώκει να επιτύχει ο Ελκράσ’ναρχ;»

«Να κυριαρχήσει επάνω σ’ολόκληρο το Γνωστό Σύμπαν.»

«Και τι θα καταφέρει;»

«Εκείνο που καταφέρνει οποιοσδήποτε Παντοκράτορας.»

«Δεν είναι ακριβώς έτσι, στην περίπτωσή του,» είπε ο Δαίδαλος. Και ήπιε μια γουλιά απ’το ποτό στην κούπα του. «Ο Ελκράσ’ναρχ είναι μια οντότητα από τον Ενιαίο Κόσμο. Δεν μπορεί, ουσιαστικά, να ζήσει εδώ, όπως ξέρεις. Χρειάζεται πλοηγό. Προσπαθεί, λοιπόν, να αναδημιουργήσει τον Ενιαίο Κόσμο.»

«Και τι σχέση έχει η Παντοκρατορία μ’αυτό;»

«Μεγαλύτερη απ’ό,τι ίσως να νομίζεις. Πες μου: τι θεωρείς ότι είναι όλ’αυτά γύρω σου;» Ο Δαίδαλος έκανε μια ημικυκλική κίνηση με το χέρι του.

Ο Τάμπριελ παραξενεύτηκε. «Τα πράγματα σ’ετούτο το δωμάτιο;»

Ο Δαίδαλος γέλασε. «Όχι, όχι… Ολόκληρο το δωμάτιο. Και ολόκληρο το παλάτι της Φέντινκεχ. Και ολόκληρη η διάσταση της Νόρχακ.»

Ο Τάμπριελ συνοφρυώθηκε. «Πού προσπαθείς να καταλήξεις;»

«Πες μου: τι νομίζεις ότι είναι όλα αυτά;»

«Όλα αυτά είναι αυτό που είναι, Δαίδαλε. Δεν υπάρχει άλλη εξήγηση. Είναι ένα μέρος του σύμπαντος.»

«Και τι είναι το σύμπαν;»

«Είσαι εδώ για να κάνουμε φιλοσοφική κουβέντα;»

«Καθόλου. Η κουβέντα που κάνουμε είναι πολύ πρακτική, όπως θα διαπιστώσεις.»

«Δεν έχω, πάντως, απάντηση να σου δώσω,» δήλωσε ο Τάμπριελ. «Για μένα, το σύμπαν απλά υπάρχει.»

«Για σένα. Και για τους περισσότερους ανθρώπους επίσης.» Ο Δαίδαλος ήπιε μια γουλιά απ’την κούπα του κι ύστερα την άφησε δίπλα του, σ’ένα μικρό τραπεζάκι. «Όλα αυτά που βλέπεις γύρω σου είναι σκέψη, Τάμπριελ’λι. Σκέψη.»

«Σκέψη…»

Η Ανταρλίδα ρώτησε: «Θες να πεις ότι είναι στο μυαλό μας;»

«Στο μυαλό όλων μας. Συμπεριλαμβάνοντας πάντα και οντότητες που δεν είναι άνθρωποι. Το σύμπαν είναι έτσι όπως είναι επειδή, συλλογικά, το θέλουμε να είναι έτσι. Το σύμπαν μας είναι χωρισμένο σε πολλές διαστάσεις επειδή έτσι το εκλαμβάνουμε. Η σκέψη μας, οι πεποιθήσεις μας, έχουν τη δύναμη ν’αλλάξουν το σύμπαν. Και δεν μιλάω μεταφορικά. Τα πάντα – τα πάντα – είναι, στην πραγματικότητα, μια θάλασσα χάους. Ολόκληρο το σύμπαν θα μπορούσες να πεις ότι μοιάζει μ’εκείνες τις διαστάσεις που αποκαλούμε ‘διαρκώς μεταβαλλόμενες’, όπως η Απολεσθείσα Γη.»

«Θεωρητικά, όμως, είναι αυτά. Έτσι;» είπε η Ανταρλίδα.

«Όχι αν είσαι σαν εμένα – ή σαν τον Ελκράσ’ναρχ. Ο Ελκράσ’ναρχ δεν θέλει να δημιουργήσει την Παντοκρατορία από απληστία ή από απλή μεγαλομανία. Διαμορφώνοντας την πεποίθηση στα μυαλά όλων μας ότι είμαστε ένα, ότι βρισκόμαστε μέσα σε μια Παντοκρατορία, θα μας κάνει ν’αρχίσουμε να πιστεύουμε ότι θα μπορούσαν και να μην υπάρχουν πολλές διαστάσεις, ότι τα πάντα θα μπορούσαν να ήταν μία διάσταση. Αυτή η πεποίθηση θα αντηχήσει στο σύμπαν. Όσο περισσότερο πιστεύουμε ότι σύνορα ανάμεσα στις διαστάσεις δεν υπάρχουν, τόσο περισσότερο τα σύνορα θα παύουν να υπάρχουν. Τα πάντα, στο τέλος, θα γίνουν ένα. Ο Ενιαίος Κόσμος θα έχει ανασχηματιστεί. Και ο Ελκράσ’ναρχ θα είναι ο Απόλυτος Άρχοντας εκεί.»

«Μοιάζει με παραμύθι,» παρατήρησε ο Τάμπριελ.

«Μοιάζει, ίσως,» είπε ο Δαίδαλος. «Αλλά δεν είναι.»

Η Ανταρλίδα είπε, απορημένα: «Δηλαδή, αν όλοι μαζί πιστέψουμε ότι δεν υπάρχουν ξεχωριστές διαστάσεις, αμέσως οι διαστάσεις θα εξαφανιστούν και θα γίνουν μία διάσταση;»

«Δε θα συμβεί αυτοστιγμεί,» εξήγησε ο Δαίδαλος. «Χρειάζονται πολλά χρόνια, φυσικά. Οι αλλαγές θα έρθουν σταδιακά. Αλλά θα έρθουν. Για τον Ελκράσ’ναρχ ο χρόνος δεν έχει σημασία· δεν τον αντιλαμβάνεται όπως εμείς. Μετά από χίλια χρόνια, ίσως… μετά από δύο χιλιάδες χρόνια… τι σημασία έχει; Στο τέλος, θα ανασχηματίσει τον Ενιαίο Κόσμο, και θα είναι κυρίαρχος εκεί.»

«Εσύ πώς το ξέρεις αυτό, Δαίδαλε;» ρώτησε ο Τάμπριελ.

«Λογικό συμπέρασμα είναι. Ο Ελκράσ’ναρχ, ασφαλώς, δεν μου έχει πει τα σχέδιά του. Για να μη νομίζεις, όμως, ότι είμαι μόνος μου, κι άλλοι έχουν φτάσει σε παρόμοιο συμπέρασμα μ’εμένα.»

«Ποιοι άλλοι; Υπάρχουν άλλοι σαν εσένα;»

«Ναι. Δύο μάγοι που δεν αναγνωρίζουν τα μαγικά τάγματα όπως τα αναγνωρίζετε οι υπόλοιποι.»

«Δεν τους έχω ακούσει ποτέ…»

«Δεν κάνουμε φασαρία όταν δε χρειάζεται. Κι όταν χρειάζεται, η φασαρία που κάνουμε πολλές φορές δεν γίνεται αντιληπτή από τους υπόλοιπους ανθρώπους. Ούτε καν από τους μάγους.

»Οι άλλοι δύο στους οποίους αναφέρομαι ονομάζονται Ναλτάφιρ και Κλαρκ. Η πρώτη κατάγεται από τη Μοργκιάνη, και ήταν παλιά του τάγματος των Διαλογιστών. Ο δεύτερος κατάγεται από τη Ρελκάμνια, και ήταν παλιά του τάγματος των Τεχνομαθών. Οι τρεις μας έχουμε σχηματίσει τον Κύκλο της Αλήθειας. Θα μπορούσες κι εσύ να μπεις στον Κύκλο μας, Τάμπριελ. Νομίζω πως έχεις τις προϋποθέσεις, αν αφήσεις το μυαλό σου να ελευθερωθεί.»

Ο Τάμπριελ συνοφρυώθηκε. Κι έκανε μια λιγάκι άσχετη ερώτηση: «Εσύ σε ποιο τάγμα ανήκες παλιά, Δαίδαλε;»

«Στους Ερευνητές. Μετά, όμως, κατάλαβα ότι η ύπαρξη των ταγμάτων δεν έχει κανένα νόημα απολύτως.»

«Γιατί; Πώς θα χρησιμοποιήσει κανείς το Χάρισμά του χωρίς τη βοήθεια κάποιας τεχνικής; Τους μάγους της Νόρχακ τούς έχεις δει πώς είναι; Ή, τουλάχιστον, πώς ήταν προτού αρχίσουν να μαθαίνουν;»

«Ναι,» είπε ο Δαίδαλος, «έκανες αυτό το έγκλημα, να τους εισάγεις στις διδαχές των μαγικών ταγμάτων…»

«Μα, δεν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν σωστά το Χάρισμά τους αλλιώς. Μπορούσαν μονάχα να κάνουν κάποια πράγματα που ήταν… ενστικτώδη. Ασήμαντα.»

«Ποιος λέει τι είναι ασήμαντο και τι όχι, Τάμπριελ; Για να είμαι ειλικρινής, ήθελα κι εγώ να σου φέρω παράδειγμα τους μάγους της Νόρχακ. Γιατί οι δυνατότητές τους είναι άπειρες. Δεν έχουν ακόμα μολυνθεί από την παρουσία των μαγικών ταγμάτων. Μπορούν να κάνουν οτιδήποτε. Είναι δίαυλοι και πομποί, συγχρόνως. Είναι συγγραφείς και αναγνώστες του σύμπαντος. Η μαγεία, από τη φύση της, δεν έχει τα όρια που θέτουν τα μαγικά τάγματα. Τα όρια είναι μονάχα μέσα στο μυαλό μας. Η δουλειά μας είναι να τα ξεπεράσουμε. Τα μαγικά τάγματα δεν βοηθάνε κάποιον να πάει προς αυτή την κατεύθυνση.

»Το ξέρεις ότι έχω δίκιο, Τάμπριελ. Έχεις δει πώς είναι οι μάγοι της Νόρχακ. Δε μπορεί να μην έχεις κάνει κάποιες σκέψεις σχετικά μ’αυτούς. Δε μπορεί να μην έχεις καταλάβει τις άπειρες δυνατότητές τους.»

Ο Τάμπριελ έτριψε σκεπτικά το μικρό λευκό γένι στο σαγόνι του. Πράγματι, είχε κάνει πολλές σκέψεις σχετικά με τους μάγους της Νόρχακ. Πράγματι, είχε καταλάβει πως είχαν πολλές δυνατότητες. Μπορούσαν να επιτύχουν πράγματα τα οποία ο Τάμπριελ ούτε καν φανταζόταν – κι εκείνοι τα έκαναν σα να μην ήταν τίποτα πιο σπουδαίο απ’το να αναπνέουν! Συγχρόνως, όμως, δεν μπορούσαν να κάνουν άλλα πράγματα που ήταν πολύ βασικά. Δεν είχαν ιδέα πώς να χρησιμοποιούν ξόρκια ή μαγγανείες. Δε θα μπορούσαν ποτέ να ελέγξουν την ενεργειακή ροή ενός οχήματος μέσω μιας Μαγγανείας Κινήσεως. Δε θα μπορούσαν ποτέ να μεταμορφώσουν ένα μεταβαλλόμενο όχημα μέσω ενός Ξορκιού Μηχανικής Μεταβλητότητος…

«Αυτά που λες έχουν, όντως, ενδιαφέρον,» παραδέχτηκε ο Τάμπριελ. «Για μένα, όμως, είναι θεωρητικά. Πώς είναι δυνατόν να υποστηρίζεις ότι δεν χρειάζεται καμία τεχνική για να κάνεις μαγεία;»

«Δεν υποστηρίζω ότι δεν χρειάζεται καμία τεχνική. Υποστηρίζω ότι μπορείς μόνος σου να ανακαλύψεις τη δική σου τεχνική.»

«Για ελάχιστους μάγους, μπορεί να ισχύει. Για τους περισσότερους, όχι.»

«Θα μπορούσαν όλοι να το επιτύχουν αν τολμούσαν. Κι αν δεν ήταν τα μαγικά τάγματα στη μέση.»

«Τέλος πάντων…» είπε ο Τάμπριελ, μη βλέποντας ποιο νόημα θα είχε να διαφωνήσει περισσότερο. Εξάλλου, ο Δαίδαλος πιθανώς να είχε δίκιο. Ήταν, όμως, τόσο… πέρα από τα γνωστά όρια αυτό για το οποίο μιλούσε!

«Είπες ότι βρίσκεις ενδιαφέροντα τα όσα ακούς, Τάμπριελ. Θέλεις να μάθεις περισσότερα;»

«Βρισκόμαστε σε πόλεμο· δεν έχω χρόνο να μάθω καινούργιες τεχνικές μαγείας,» είπε ο Τάμπριελ.

Ο Δαίδαλος χαμογέλασε. «Χρόνος… άλλη μια υποκειμενική έννοια. Αλλάζει ακόμα κι από διάσταση σε διάσταση· όλοι το ξέρουν.»

«Καταλαβαίνεις τι εννοώ. Πρέπει να πολεμήσουμε τον Ελκράσ’ναρχ.»

«Γι’αυτόν ακριβώς τον λόγο είμαι κι εγώ εδώ. Και ήταν απαραίτητο να σου πω για τον Κύκλο της Αλήθειας επειδή θέλω να συνεργαστούμε.»

«Τι έχεις να προτείνεις;»

«Θα επιτεθούμε στον Ελκράσ’ναρχ μέσα από την ίδια τη Ρελκάμνια. Ο Κλαρκ έχει ήδη αρχίσει να προετοιμάζεται. Εδώ και αρκετό καιρό, βασικά. Παρακολουθούσε και σημείωνε. Τώρα, κάνει τα πρώτα βήματα.»

«Εγώ, όμως, είμαι στη Νόρχακ…»

«Μέχρι στιγμής,» είπε ο Δαίδαλος.

Και η συζήτησή τους συνεχίστηκε για πολλή ώρα ακόμα.

Ρελκάμνια

1.

«Ο δρόμος σου ήταν, πράγματι, σύντομος, Ελπιδοφόρε,» είπε ο Κλαρκ, καθώς έβγαιναν από το Παντοτινό Ανάκτορο και βρίσκονταν στην Ανακτορική Συνοικία της Ρελκάμνια, κοντά στις ακτές της Μικρής Θάλασσας. Αντίκρυ τους φαίνονταν νησιά που ενώνονταν με πελώριες γέφυρες, μέσα στη δυνατή βροχή της νύχτας.

«Και πού πηγαίνουμε τώρα;» ρώτησε ο Ελπιδοφόρος. Ο Κλαρκ δεν του είχε πει πού ήθελε να φτάσουν· του είχε ζητήσει απλώς να τους βγάλει απ’τον λαβύρινθο του Παντοτινού Ανακτόρου ακολουθώντας τον συντομότερο δρόμο – επειδή, μάλλον, φοβόταν ότι θα τους καταδίωκαν οι Υπερασπιστές, αν και δεν το διευκρίνισε. Ο Ελπιδοφόρος δεν μπορούσε παρά να αναρωτιέται: Δεν τον ενδιαφέρει από πού θα τον βγάλω; Προς τα πού είναι το σπίτι του, ή η κρυψώνα του; Δεν ήξερε τίποτα γι’αυτόν τον παράξενο μάγο…

Ο Κλαρκ κοίταξε ολόγυρα, σαν να έψαχνε για κάτι συγκεκριμένο μέσα στη βροχή. «Πάμε από δω,» είπε, τελικά, και ξεκίνησε να βαδίζει.

Ο Ελπιδοφόρος τον ακολούθησε, ενώ ο Άερ’θλαρ και η Άι’νιρ πήγαιναν δεξιά κι αριστερά του, μοιάζοντας να εξαφανίζονται και να εμφανίζονται, να εξαφανίζονται και να εμφανίζονται, να εξαφανίζονται και να εμφανίζονται, καθώς κινούνταν αιωρούμενοι μερικά εκατοστά πάνω απ’το έδαφος. Αν δεν ήταν τούτη η κατακλυσμική βροχή, ο Ελπιδοφόρος ήταν βέβαιος ότι αυτές οι παράξενες οντότητες αμέσως θα τραβούσαν την προσοχή των πρακτόρων της Παντοκράτειρας. Ο Κλαρκ, αλήθεια, πώς είχε κατορθώσει να φέρει ώς εδώ τους Πειθαρχικούς του Κενού;

«Στάσου!» του είπε ο Ελπιδοφόρος, πιάνοντάς τον απ’τον ώμο.

«Τι;»

«Υπάρχουν τηλεοπτική πομποί από κείνη τη μεριά.»

«Το ξέρω,» είπε αδιάφορα ο μάγος.

«Θα μας εντοπίσουν. Ακόμα κι αν δεν δώσουν σημασία σε δύο απλές κουκουλωμένες μορφές, σίγουρα θα δώσουν σημασία στους φίλους σου.» Ο Ελπιδοφόρος έδειξε τον Άερ’θλαρ με μια κίνηση του σαγονιού του.

«Οι τηλεοπτικοί πομποί δεν μπορούν να μας πιάσουν. Είναι σα να μην υπάρχουμε γι’αυτούς.»

Ο Ελπιδοφόρος συνοφρυώθηκε μέσα στο σκοτάδι της κουκούλας του. Φυσικά… Ο Κλαρκ ήταν μάγος. «Ξόρκι Τηλεοπτικής Ασυνέχειας;»

«Θα μπορούσες να το πεις κι έτσι.»

Συνέχισαν να βαδίζουν, διασχίζοντας έναν δρόμο ανάμεσα σε μεγάλες αποθήκες κοντά στις αποβάθρες της Μικρής Θάλασσας. Έπειτα, κατέβηκαν σε μια σήραγγα, όπου το νερό ακουγόταν να τρέχει γλιστρώντας από τρύπες, ανοίγματα, και κιγκλιδώματα. Τα λιγοστά φώτα που υπήρχαν εδώ τρεμόπαιζαν νευρικά, σα να έτρεμαν τις αστραπές και τις βροντές της αποψινής άγριας νύχτας.

«Σε πιο μαγικό τάγμα ανήκεις;» ρώτησε ο Ελπιδοφόρος.

«Σε κανένα.»

«Δεν είναι δυνατόν…»

«Έτσι νομίζεις, ε;»

Ο Ελπιδοφόρος δεν μίλησε. Η αλήθεια ήταν, πάντως, πως ο Κλαρκ έκανε πράγματα που ο Ελπιδοφόρος δεν θα φανταζόταν ότι μπορούσε να κάνει ένας μάγος. Αυτό το φυλαχτό, η συσκευή, ο μηχανισμός που κρεμόταν τώρα γύρω απ’τον λαιμό του και μπλόκαρε την επαφή του με τους Υπερασπιστές… ήταν τουλάχιστον εξωφρενικό. Ο Κλαρκ είχε πει ότι άλλαζε κάποιες διαστασιακές παραμέτρους. Είναι σα να βρίσκομαι σ’άλλη διάσταση ενώ συγχρόνως είμαι στη Ρελκάμνια… Ο Ελπιδοφόρος ακόμα δεν μπορούσε να το πιστέψει· του έμοιαζε με ψέμα. Με όνειρο απ’το οποίο σύντομα θα ξυπνούσε.

Αλλά, ούτως ή άλλως, η ζωή του είχε μετατραπεί σε εφιάλτη τα τελευταία χρόνια. Γιατί, λοιπόν, αυτό τού φαινόταν παράξενο;

«Αν θες να μάθεις, πάντως,» είπε μετά από λίγο ο Κλαρκ, «κάποτε ήμουν του τάγματος των Τεχνομαθών.»

«Μπορείς να φύγεις από ένα μαγικό τάγμα;» απόρησε ο Ελπιδοφόρος. «Νόμιζα ότι ήταν κάτι το… ισόβιο.»

«Εξαρτάται προς ποια κατεύθυνση θα εξελίξεις τη μαγεία σου.»

«Δεν το έχω ξανακούσει να συμβαίνει.»

«Δε με εκπλήσσει.»

Έστριψαν σ’ένα άνοιγμα της σήραγγας. Μερικά ποντίκια σκορπίστηκαν από μπροστά τους. Το μέρος βρομούσε. Νερά κυλούσαν παντού. Μια λάμπα αναβόσβηνε. Κάτι ακουγόταν να τρίζει.

«Ναι,» είπε ο Κλαρκ, «εδώ είναι καλά…»

«Καλά;»

Ο Κλαρκ δεν του απάντησε. Πήρε απ’το μανίκι του μια μικροσκοπική συσκευή και την πέρασε γύρω απ’το αφτί του. Μίλησε σε μια γλώσσα που ο Ελπιδοφόρος δεν ήξερε.

Μερικά δευτερόλεπτα πέρασαν.

Ένα παράξενο βουητό ακούστηκε από τις πυκνές σκιές της βρόμικης σήραγγας. Ο Ελπιδοφόρος τράβηξε το πιστόλι του κι έκανε να το υψώσει βηματίζοντας προς τα εκεί.

Ο Κλαρκ τον κράτησε πίσω βάζοντας το χέρι του στο στήθος του Ελπιδοφόρου. «Μην πλησιάζεις.»

«Τι είναι;»

«Ο φίλος μου το Φαντασκεύασμα.»

Ο Ελπιδοφόρος συνοφρυώθηκε, περιμένοντας.

Το βουητό έπαψε. «Πάμε,» είπε ο Κλαρκ, ανάβοντας έναν μικρό φακό και βαδίζοντας πρώτος. Οι σκιές παραμερίστηκαν απ’το φως του και μια μεταλλική πόρτα αποκαλύφθηκε επάνω στο τοίχωμα της σήραγγας. Ο Κλαρκ την έσπρωξε, ανοίγοντάς την, και μπήκε.

Ο Ελπιδοφόρος τον ακολούθησε, μαζί με τους Πειθαρχικούς του Κενού.

Μπροστά τους, τώρα, εκτεινόταν μια άλλη σήραγγα, πολύ διαφορετική από την προηγούμενη. Ήταν παραλληλόγραμμη μ’έναν τρόπο που έμοιαζε αφύσικα τέλειος, σαν να ήταν σχέδιο κάποιου αρχιτέκτονα επάνω στο χαρτί, όχι πραγματικό οικοδόμημα. Και από κάπου ερχόταν λευκό φως, παρότι ο Κλαρκ είχε πλέον σβήσει τον φακό του. Στο βάθος της σήραγγας φαινόταν κάποια αναταραχή. Ο Ελπιδοφόρος, συνοφρυωμένος, παρατήρησε καλύτερα και νόμιζε πως μπορούσε να διακρίνει πολλές μηχανές να εργάζονται από μόνες τους εκεί, πυρετωδώς, λες και προσπαθούσαν να επεκτείνουν τη σήραγγα. Ή μάλλον, όχι! Πράγματι την επέκτειναν. Ο Ελπιδοφόρος την είδε να μεγαλώνει λιγάκι· ήταν σίγουρος.

«Τι…» έκανε, παραξενεμένος. «Το ήξερες ότι ήταν αυτό το πράγμα εδώ;»

«Δεν ήταν εδώ πριν.»

«Τι εννοείς;»

«Εγώ το κάλεσμα. Η πόρτα απ’την οποία μπήκαμε δεν υπάρχει.»

«Τι δεν υπάρχει’;»

«Δεν υπάρχει, Ελπιδοφόρε,» επέμεινε ο Κλαρκ. «Παρουσιάστηκε μέσα απ’τις σκιές. Βρισκόμαστε μέσα στο Φαντασκεύασμα. Έλα. Πάμε.» Ο μάγος βάδισε ξανά, και ο Ελπιδοφόρος τον ακολούθησε μαζί με τους Πειθαρχικούς του Κενού.

Πλησίασαν το πέρας της σήραγγας, όπου εργάζονταν οι μηχανές. Και το οποίο είχε τώρα απομακρυνθεί. Οι μηχανές δεν δούλευαν αργά· κινούνταν με τρομαχτικά γρήγορο ρυθμό. Ο Ελπιδοφόρος έβλεπε ορισμένα από τα μέλη τους σαν θολούρες. Τρυπάνια, δαγκάνες, αρθρωτά πλοκάμια. Ουρές μαστίγωναν τον αέρα, τινάζοντας ξαφνικές σπίθες από ενέργεια. Κεφάλια έκαναν πέρα-δώθε· δεκάδες οφθαλμοειδή φωτάκια γυάλιζαν επάνω τους. Ράμφη κοπανούσαν μέταλλα. Σαγόνια ανοιγόκλειναν. Φτερούγες χτυπούσαν.

«Τι πράγματα είν’αυτά;… Πού είμαστε;»

«Σου είπα: στο Φαντασκεύασμα.»

«Ναι, άλλα τι είναι το Φαντασκεύασμα, μάγε; Δεν το έχω ξανακούσει ποτέ στη ζωή μου.»

«Φυσικό είναι να μην το έχεις ξανακούσει. Αν το είχες ξανακούσει θα είχα προβλήματα. Το Φαντασκεύασμα είναι, ουσιαστικά, μια ενδοδιάσταση που συνεχώς αλλάζει διαστασιακές συντεταγμένες μέσα στη Ρελκάμνια–» Διακόπτοντας απότομα τα λόγια του, ο Κλαρκ μίλησε πάλι σ’εκείνη την παράξενη γλώσσα – κάπως θυμωμένα, νόμιζε ο Ελπιδοφόρος.

Οι μηχανές στο πέρας της σήραγγας άρχισαν να εργάζονται ακόμα πιο γρήγορα. Το πέρας απομακρύνθηκε από τον Κλαρκ και τον Ελπιδοφόρο. Έστριψε. Οι δυο τους το ακολούθησαν.

«Και… του μιλάς; Σε καταλαβαίνει; Το Φαντασκεύασμα.»

«Ναι,» είπε ο Κλαρκ.

«Δηλαδή, έχει νοημοσύνη;»

«Κατά μία έννοια.»

«Από πότε υπάρχει εδώ; Το έφερες από άλλη διάσταση;»

«Το έφτιαξα.»

«Το έφτιαξες;»

«Ναι,» είπε ο Κλαρκ, καθώς διέσχιζαν σήραγγες που ήταν τέλεια παραλληλόγραμμα και φωτίζονταν με φωτισμό που έμοιαζε να προέρχεται από τους ίδιους τους μεταλλικούς τοίχους.

Μεταλλικούς τοίχους; Ο Ελπιδοφόρος παρατήρησε το μέταλλο. Ήταν σίδερο; Ατσάλι; Ή κάτι άλλο – κάτι τελείως άγνωστο;

Απλώνοντας το χέρι του, το άγγιξε. Ήταν ζεστό.

«Θερμό, ε;» του είπε ο Κλαρκ.

Ο Ελπιδοφόρος ένευσε.

«Επειδή πριν από λίγο πέρασαν οι Τεχνίτες από εδώ.»

«Οι μηχανές μπροστά μας;»

«Ναι. Είναι κι αυτοί μέρος του Φαντασκευάσματος. Το σημαντικότερό του μέρος ίσως. Χωρίς τους Τεχνίτες, θα μπορούσε να μεταφέρεται σε διάφορα σημεία της Ρελκάμνια αλλά δεν θα μπορούσε να δημιουργήσει κανέναν χώρο ικανό να περιέχει ανθρώπινα όντα.»

«Δηλαδή, ετούτη τη σήραγγα τη δημιουργεί τώρα;»

«Δεν το βλέπεις;» Ο Κλαρκ έδειξε τους Τεχνίτες στο βάθος.

«Το βλέπω, αλλά… Και μετά, τι θα γίνει; Θα μείνει αυτή η σήραγγα εδώ;»

«Θα εξαφανιστεί. Ήδη έχει αρχίσει να εξαφανίζεται πίσω μας.»

Ο Ελπιδοφόρος κοίταξε πάνω απ’τον ώμο του. Μακριά, στο βάθος, μπορούσε να δει ένα πυκνό σκοτάδι. Τα φώτα έσβηναν ξαφνικά εκεί και φαινόταν να μην υπάρχει απολύτως τίποτα.

Τι παραδοξότητα…

«Και πού ακριβώς είμαστε τώρα; Εννοώ, σε σχέση με τη Ρελκάμνια.»

«Ταξιδεύουμε ανάμεσα στις διάφορες θέσεις των διαστασιακών συντεταγμένων της. Κινούμαστε πολύ πιο γρήγορα απ’ό,τι σου φαίνεται πως κινούμαστε. Δεν βαδίζουμε, ουσιαστικά. Μόνο μ’αεροσκάφος θα μπορούσες να ταξιδέψεις τόσο γρήγορα όσο ταξιδεύουμε τώρα.»

Μετά από λίγο, ο Ελπιδοφόρος ρώτησε: «Ποιο είναι το σχέδιό σου, Κλαρκ; Σκοπεύεις μόνος σου να τα βάλεις με τον Ελκράσ’ναρχ;»

«Μόνος μου; Όχι. Είναι μαζί μου ο Κύκλος της Αλήθεια. Και η Επανάσταση, φυσικά. Η Παντοκρατορία χάνει δύναμη, και ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος αποφάσισε, επιτέλους, να ξεκινήσει το τελικό παιχνίδι.»

«Κι αυτοί;» Ο Ελπιδοφόρος έδειξε με τους αντίχειρές του τον Άερ’θλαρ και την Άι’νιρ, δεξιά κι αριστερά του.

«Οι Πειθαρχικοί του Κενού είναι εχθροί του Ελκράσ’ναρχ. Αλλά βρίσκονται εδώ, βασικά, για σένα, όχι για μένα.»

«Για εμένα

«Ναι. Θα είναι σύντροφοι και προστάτες σου στον πόλεμό σου εναντίον του Ελκράσ’ναρχ. Εξάλλου, δεν μπορούν να υφίστανται εδώ χωρίς εσένα.»

«Τι;»

«Το φυλαχτό που σου έδωσα αλλάζει κάποιες παραμέτρους της Ρελκάμνια έτσι ώστε να προσομοιώνει συνθήκες Πορφυρού Κενού. Οι Πειθαρχικοί μπορούν να υπάρξουν μόνο στο Πορφυρό Κενό, Ελπιδοφόρε. Αν φύγουν απ’την επίδραση αυτού του φυλαχτού, θα πεθάνουν.»

«Δηλαδή, πρέπει να τους έχω συνέχεια κοντά μου;»

«Πίστεψέ με, δε θα σε επιβαρύνουν σε τίποτα – ούτε φαγητό δεν χρειάζονται – και θα σε βοηθήσουν πολύ.»

«Μη θεωρήσεις ότι δεν θέλω τους Πειθαρχικούς μαζί μου, μάγε, αλλά δεν υπάρχει άλλος τρόπος να ξεφορτωθώ την επιρροή των Υπερασπιστών; Μ’όλα όσα ξέρεις, δεν μπορείς να βγάλεις από μέσα μου αυτό που εκείνοι έβαλαν;»

«Αυτό που έβαλαν μέσα σου είναι στο μυαλό σου, Ελπιδοφόρε. Έχει γίνει ένα με την ψυχή σου. Κανείς δεν μπορεί να το βγάλει από εκεί. Εκτός από εσένα.»

Ο Ελπιδοφόρος γέλασε. «Πολύ φοβάμαι ότι δεν έχω τέτοιες δυνάμεις…»

«Ή έτσι νομίζεις,» είπε ο Κλαρκ. «Ο κάθε άνθρωπος έχει απεριόριστη δύναμη επάνω στην ψυχή του.»

«Τι θες να πεις; ότι δεν θέλω αρκετά να ελευθερωθώ από τους Υπερασπιστές; Κάνεις λάθος–»

«Δεν είπα αυτό. Καθόλου. Για να αντιμετωπίσεις το εμφύτευμα, απλώς πρέπει να βρεθείς στις σωστές συνθήκες.»

«Και ποιες είναι οι σωστές συνθήκες;»

Ο Κλαρκ μίλησε πάλι σ’εκείνη την παράξενη γλώσσα. Οι Τεχνίτες επέκτειναν τη σήραγγα προς τ’αριστερά.

«Πάμε να καθίσουμε,» είπε ο μάγος.

Όταν έφτασαν στη στροφή που έβλεπαν αντίκρυ τους, είδαν ότι η σήραγγα τελείωνε και μπροστά τους βρισκόταν ένα τέλεια σφαιρικό δωμάτιο. Στο κέντρο του ήταν ένα μικρό μεταλλικό τραπέζι με δύο μεταλλικές καρέκλες. Μια σκάλα σκαρφάλωνε σ’έναν τοίχο και, ανεβαίνοντας, χανόταν σε μια τρύπα πυκνού σκοταδιού. Τριγύρω, οι Τεχνίτες στέκονταν ακίνητοι.

Ο Κλαρκ κάθισε στη μια καρέκλα κι έκανε νόημα στον Ελπιδοφόρο να καθίσει στην άλλη, αντίκρυ του. Εκείνος υπάκουσε. Οι Πειθαρχικοί δεν φαινόταν να ήθελαν να καθίσουν· έμειναν να αιωρούνται παραδίπλα, παρακολουθώντας σιωπηλά.

«Τι χρειάζεται για να διώξω από μέσα μου το εμφύτευμα του Ελκράσ’ναρχ;»

«Κατ’αρχήν,» είπε ο Κλαρκ, «δεν είμαι ο κατάλληλος για να σε καθοδηγήσω. Θα μπορούσα, βέβαια, αλλά υπάρχουν και καλύτεροι από μένα–» Σταμάτησε απότομα, και μίλησε στην παράξενη γλώσσα.

Ο Ελπιδοφόρος είδε τους Τεχνίτες να λιώνουν μέσα στους τοίχους. Βλεφάρισε, ξαφνιασμένος. Ήταν σαν παραίσθηση. «Τι έγινε;»

«Περίμενε.»

Μετά από λίγο, ένα σφαιρικό, μηχανικό πλάσμα ήρθε από την είσοδο του δωματίου, αιωρούμενο και διαθέτοντας οκτώ χέρια. Κρατούσε δύο κούπες και μια κανάτα. Τα άφησε πάνω στο τραπέζι – μία κούπα μπροστά στον Κλαρκ, μία μπροστά στον Ελπιδοφόρο. Ύστερα, γέμισε τις κούπες με ζεστό καφέ από την κανάτα.

«Ο φίλος σου σου ψήνει και καφέ, λοιπόν.» Ο Ελπιδοφόρος ήπιε μια γουλιά.

«Θα ήταν κρίμα να μην το έκανε κι αυτό.» Ο Κλαρκ ήπιε επίσης μια γουλιά. «Πολλή ζάχαρη, όμως.» Και μίλησε ξανά στην παράξενη γλώσσα – θυμωμένα. Το σφαιρικό αυτόματο εξαφανίστηκε μέσα από την τέλεια σχηματισμένη θύρα του δωματίου.

Ο Κλαρκ είπε στον Ελπιδοφόρο: «Η Ναλτάφιρ θα μπορούσε να σε βοηθήσει καλύτερα από εμένα.»

«Γνωστή σου;»

«Μέλος του Κύκλου της Αλήθειας.»

«Τι είναι αυτός ο Κύκλος;»

«Περιλαμβάνει εμένα, τη Ναλτάφιρ, και τον Δαίδαλο.»

«Είναι κι αυτοί μάγοι; Με παρόμοιες δυνάμεις μ’εσένα;»

«Το μάντεψες.» Ο Κλαρκ ήπιε ακόμα μια γουλιά απ’τον καφέ του.

«Πώς θα μπορούσε να με βοηθήσει η Ναλτάφιρ;»

«Θα σε υπνώσει, έτσι ώστε το πνεύμα σου να έρθει σε σύγκρουση με το εμφύτευμα του Ελκράσ’ναρχ. Μετά, είναι δική σου δουλειά να το νικήσεις. Θα είναι σα να ονειρεύεσαι.»

«Και θα πρέπει να το νικήσω μέσα στο όνειρό μου;»

Ο Κλαρκ κατένευσε.

«Δεν ακούγεται δύσκολο.»

«Μην υποτιμάς τον Ελκράσ’ναρχ.»

«Δε θα μπορούσα ποτέ να τον υποτιμήσω, μάγε.»

«Αυτή η διαδικασία μπορεί να πάρει κάποιο χρόνο,» είπε ο Κλαρκ· «και δεν είμαι βέβαιος αν θα έπρεπε να γίνει τώρα.»

«Εννοείς ότι θα πάρει χρόνο να με υπνώσει η Ναλτάφιρ και να νικήσω το εμφύτευμα;»

«Προφανώς.»

«Μα, απλά θα κοιμηθώ και θα… το πολεμήσω.»

«Μπορεί να κοιμάσαι πολλές ώρες σε μια τέτοια κατάσταση, Ελπιδοφόρε.»

Ο Ελπιδοφόρος ήπιε μια γουλιά καφέ, σκεπτικός. «Αν αποτύχω να νικήσω το εμφύτευμα, τι μπορεί να γίνει; Μπορεί να με σκοτώσει;»

«Τίποτα δεν αποκλείεται. Μπορεί ακόμα και να καταλάβει πλήρως το σώμα σου, ή να διαλύσει το μυαλό σου. Όπως σου είπα, μην υποτιμάς τον Ελκράσ’ναρχ. Και η Ναλτάφιρ θα μπορεί να σε βοηθήσει πολύ περισσότερο απ’ό,τι εγώ.»

Ο Ελπιδοφόρος το σκέφτηκε κι άλλο, και ήπιε κι άλλο καφέ. Ο Κλαρκ δεν μιλούσε· τον περίμενε.

Τελικά, ο Ελπιδοφόρος είπε: «Χρειάζεσαι συμμάχους, μάγε;»

«Χρειάζομαι όσους συμμάχους μπορώ να έχω. Έχεις κάποια συγκεκριμένα άτομα κατά νου;»

«Για την ώρα, ένα. Μία. Το όνομά της είναι Φενίλδα’σαρ.»

«Και είναι, επίσης, προσωπική φίλη της Παντοκράτειρας.»

«Τη γνωρίζεις, λοιπόν.»

«Έχω πληροφορίες γι’αυτήν,» παραδέχτηκε ο Κλαρκ.

«Ξέρεις τι της έχουν κάνει οι Υπερασπιστές;»

«Τι;»

«Η Φενίλδα,» είπε ο Ελπιδοφόρος, «γνωρίζει ένα ξόρκι που δεν το έχει κανένας άλλος μάγος. Εκτός από εσένα, ίσως. Τέλος πάντων· η Φενίλδα δεν ξέρει κανέναν μάγο που να το έχει. Η ίδια το ονομάζει ‘το Ανώνυμο Ξόρκι’. Αυτό το ξόρκι μπορεί να τρυπά τις διαστάσεις. Θα μπορούσε ν’ανοίξει, για παράδειγμα, μια τρύπα μέσα στο Φαντασκεύασμα για να το φέρει σ’επαφή με τη Ρελκάμνια.

»Αλλά η Φενίλδα δεν έμαθε το Ανώνυμο Ξόρκι μόνη της. Οι Υπερασπιστές το φύτεψαν μέσα στο μυαλό της, όταν κάποτε η Παντοκράτειρα κινδύνευε και ήθελαν κάποιος να το υφάνει για να τη σώσουν. Οι ίδιοι, για κάποιο λόγο, δεν μπορούσαν να το κάνουν. Η Φενίλδα, από τότε, γνωρίζει το ξόρκι αλλά έχει, συγχρόνως, και φριχτούς πονοκεφάλους. Κανένα φάρμακο δεν μπορεί να τη βοηθήσει, παρά μόνο μια ουσία που της χορηγούν οι Υπερασπιστές.»

«Τι ουσία;»

«Δεν ξέρει τι ακριβώς είναι. Και υποθέτω θα έχει προσπαθήσει να μάθει. Το ερώτημα είναι: θα μπορούσες εσύ να τη βοηθήσεις, Κλαρκ; Θα μπορούσες να κάνεις τους πονοκεφάλους της να περάσουν για πάντα;»

«Νομίζω πως, ξανά, η Ναλτάφιρ είναι καταλληλότερη. Και ο Δαίδαλος, ίσως. Θα πρέπει να γίνουν κάποιες δοκιμές… Ή μάλλον, το καλύτερο είναι να μας φέρει η Φενίλδα αυτή την ουσία, για να την αναλύσουμε. Αν όμως πρόκειται για εκείνο που υποπτεύομαι….» Ο Κλαρκ κούνησε το κεφάλι και ήπιε καφέ.

«Τι υποπτεύεσαι;»

«Το φάρμακο που της χορηγεί ο Ελκράσ’ναρχ μπορεί να είναι μέρος της ουσίας του. Μέρος του εαυτού του. Όπως συμβαίνει και με τα Δημιουργήματα.»

Ο Ελπιδοφόρος συνοφρυώθηκε. «Τα Δημιουργήματα;» Γνώριζε, ασφαλώς, για τους ανθρώπους που δεν ήταν άνθρωποι, και που μόνο η Παντοκράτειρα ήξερε πώς να τους φτιάχνει.

Ο Κλαρκ ένευσε. «Τα Δημιουργήματα είναι μέρη της ουσίας του Ελκράσ’ναρχ. Γιατί νομίζεις ότι δεν μπορεί να φτιάξει έναν στρατό από αυτά; Είναι παιδιά του και, συγχρόνως, τμήματα του εαυτού του. Αν το φάρμακο που χορηγεί στη Φενίλδα προέρχεται επίσης από την ουσία του, τότε δε νομίζω ότι θα μπορούμε να το παρασκευάσουμε κι εμείς.»

«Και;»

«Θα πρέπει να βρεθεί άλλος τρόπος για να τη βοηθήσουμε. Με κάποια διαφορετική ουσία, ίσως. Ή, αν δεν πιάσει αυτό, θα πρέπει να επέμβουμε στον εγκέφαλό της – πράγμα το οποίο είναι πολύ επικίνδυνο και δεν θα πρότεινα.»

«Θα ήθελες να σ’τη φέρω να της μιλήσεις;»

«Θα συμφωνήσει να συνεργαστεί μαζί μας;» έθεσε το ερώτημα ο Κλαρκ. «Γιατί, όταν μάθει για εμάς, δεν θα την αφήσω να φύγει. Δε μπορώ να το ρισκάρω, όπως καταλαβαίνεις. Όσο λιγότερα γνωρίζει ο Ελκράσ’ναρχ για εμάς, τόσο το καλύτερο.»

Ο Ελπιδοφόρος είπε: «Νομίζω πως, αν όντως μπορείτε να τη βοηθήσετε, θα συμμαχήσει μαζί σας. Βασανίζεται πολύ καιρό απ’αυτούς τους πονοκεφάλους, και οι Υπερασπιστές, χρησιμοποιώντας τον πόνο της, την ελέγχουν. Τη βάζουν να κάνει πράγματα γι’αυτούς. Δεν τους αγαπά.»

Ο Κλαρκ ένευσε. «Τότε, καλό θα ήταν να της μιλήσεις, Ελπιδοφόρε.»

2.

Η Φενίλδα ήταν ντυμένη κομψά αλλά, πίστευε, όχι προκλητικά. Παρ’όλ’αυτά οι ματιές των αντρών που συναντούσαν το σώμα της δεν έφευγαν αμέσως· έμεναν εκεί για μερικές στιγμές τουλάχιστον. Κανένας δεν θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι η Φενίλδα ήταν απλώς συμπαθητική γυναίκα.

Ήταν καλλονή.

Η ίδια θα προτιμούσε να ήταν πιο… κανονική. Όχι άσχημη, βεβαία· αλλά όχι και με τόσο όμορφο σώμα. Πιο πολύ προβλήματα τής προκαλούσε η εμφάνισή της. Οι άντρες αμέσως την πρόσεχαν· δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητη· και, κάπου-κάπου, δεν μπορούσε ούτε καν να κάνει άνετα τη δουλειά της μαζί τους (δουλειά που δεν είχε σχέση με το φύλο της). Οι γυναίκες, πολλές φορές, τη ζήλευαν ή νόμιζαν ότι προσπαθούσε να τους κλέψει τους άντρες τους.

Μπερδέματα, εν ολίγοις.

Ευτυχώς η Καλλιστώ δεν ήταν έτσι. Δεν τη ζήλευε, ούτε νόμιζε ότι η Φενίλδα προσπαθούσε να της κλέψει τον άντρα. Θα ήταν ανόητο, άλλωστε· την ήξερε από παλιά. Ήταν κι οι δυο τους προσωπικές φίλες της Παντοκράτειρας – αν και η Αγαρίστη είχε πολλές φορές κάνει απαράδεκτα πράγματα στην Καλλιστώ. Αλλά, βέβαια, η Παντοκράτειρα ήταν η Παντοκράτειρα…

Η Φενίλδα καθόταν τώρα σ’ένα μπαρ της Ανακτορικής Συνοικίας που ονομαζόταν Το Νυχτόσκαλο, και μαζί της ήταν η Καλλιστώ και ο άντρας της, ο Χαρίδημος. Δεν ήταν παντρεμένοι, έμεναν όμως μαζί τελευταία. Ο Χαρίδημος ήταν σύμβουλος επιχειρήσεων· ένας άντρας μετρίου αναστήματος, με δέρμα λευκό-ροζ, καστανό μουστάκι, κεφάλι με λίγα μαλλιά, και κοιλιά που μαρτυρούσε ότι δεν ήταν λιγόφαγος. Η Καλλιστώ είχε δέρμα κατάμαυρο και λεία πράσινα μαλλιά, που τώρα άστραφταν, χρυσίζοντας από τη σκόνη με την οποία ήταν πασπαλισμένα. Η Καλλιστώ ήταν πιο ψηλή από τον Χαρίδημο, και ντυμένη τώρα μ’ένα μακρύ, πράσινο έξωμο φόρεμα και μακριά λευκά γάντια. Εργαζόταν ως αρχιτέκτονας, δουλεύοντας απευθείας για την Παντοκράτειρα.

Η Φενίλδα έβρισκε την παρέα της ευχάριστη. Οριακά. Κι επιπλέον, δεν είχε απόψε με ποιον άλλο να βγει. Τα είχε χαλάσει με τον τελευταίο εραστή της. Όπως συνήθως. Της έκανε ζήλιες. Νόμιζε ότι τον απατούσε, ότι πήγαινε μ’έναν γνωστό του. Τι ανόητος! Αλλά έτσι ήταν οι περισσότεροι άντρες, δυστυχώς. Άμα ήσουν λιγάκι πιο όμορφη, νόμιζαν ότι πηδιόσουν με όποιον τύχαινε. Ελάχιστες εξαιρέσεις υπήρχαν. Ο Στίβεν – ο Ελπιδοφόρος – μπορεί να ήταν μια απ’αυτές τις εξαιρέσεις, υποψιαζόταν η Φενίλδα, αλλά μ’αυτόν υπήρχαν άλλα προβλήματα. Ήταν μολυσμένος από έναν παράξενο ιό από μια μικρή διάσταση ονόματι Έτκρυ’ο: ένα παράσιτο το οποίο, συγχρόνως, ήταν κάποιος θεός από τον Ενιαίο Κόσμο, εχθρός των Υπερασπιστών. Εκείνοι, εξαρχής φοβούμενοι ότι ο Στίβεν θα μολυνόταν από αυτόν τον ιό όταν πήγαινε στην Έτκρυ’ο, είχαν βάλει μέσα του ένα εμφύτευμα για να τον ελέγχουν. Και τώρα πλέον δεν τον κρατούσαν απλά σε καραντίνα· τον ανάγκαζαν να κάνει ένα σωρό μυστικές δουλειές γι’αυτούς. Η Φενίλδα τούς απεχθανόταν. Αλλά κι εκείνη, όπως κι ο Ελπιδοφόρος, δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς απ’το να τους υπηρετεί.

Ο Χαρίδημος έλεγε ένα ανέκδοτο, ενώ η μουσική βροντούσε μέσα στο μπαρ, σχεδόν τόσο δυνατά όσο και οι βροντές της χτεσινοβραδινής καταιγίδας. Η Φενίλδα δεν κατάφερε ν’ακούσει το ανέκδοτο καλά, αλλά γέλασε από ευγένεια. Η Καλλιστώ επίσης γέλασε, και φίλησε τον Χαρίδημο στο μάγουλο. Εκείνος μειδίασε σαν να του είχαν ξαφνικά πέσει 100.000 δεκάδια απ’το ταβάνι.

Η Φενίλδα είδε, με την άκρια του ματιού της, έναν άγνωστο τύπο να της κάνει νόημα με το ποτήρι του και να της κλείνει το μάτι. Τον αγνόησε. Τι δικαίωμα τού είχε δώσει; Κοίταξε κάτω, τη φούστα της, να δει μήπως αποκάλυπτε προκλητικά τα πόδια της. Δεν τα αποκάλυπτε, όμως· μονάχα οι αστράγαλοί της φαίνονταν!

Τι ανώμαλος κόσμος κυκλοφορούσε!…

Ήταν τσαντισμένη με όλους τους άντρες, ύστερα από τα παλαβά γεγονότα με τον τελευταίο εραστή της.

Ήπιε μια μεγάλη γουλιά από τον Γλυκό Κρόνο στο μακρύποδο ποτήρι της.

Η Καλλιστώ τής είπε, καθώς τεντωνόταν προς το μέρος της: «Η Παντοκράτειρα έχει πάει στη Σάρντλι, το ξέρεις;»

«Το έμαθα, ναι.» Με τη φασαρία της μουσικής, ίσα-ίσα άκουγαν η μία την άλλη. «Γιατί;»

«Για τα ορυχεία. Γίνονται κάτι φασαρίες εκεί. Και θέλει να δει και τον Ορείχαλκο.»

Η Φενίλδα ένευσε. Τον λάτρευε τον Ορείχαλκο η Αγαρίστη· είχε πει επανειλημμένα ότι ήταν ο αγαπημένος της σύζυγος. Τι ωραία να είσαι η Παντοκράτειρα, σκέφτηκε ειρωνικά η Φενίλδα: μπορούσες να έχεις «αγαπημένο σύζυγο» και λιγότερο αγαπημένους…

Μια σερβιτόρα πλησίασε το τραπέζι και είπε στ’αφτί της Φενίλδα: «Κάποιος ζητά να σας μιλήσει στον επικοινωνιακό δίαυλο.»

Η Φενίλδα στράφηκε να την κοιτάξει ξαφνιασμένη. «Εμένα;»

«Μου είπε να ειδοποιήσω την όμορφη γαλανόδερμη κυρία με τα πολύ μακριά μαύρα μαλλιά. Αυτήν που κάθεται μαζί με μια πρασινομάλλα, μαυρόδερμη κυρία κι έναν–»

«Εντάξει, έρχομαι,» αποκρίθηκε η Φενίλδα. Ποιος μπορεί να ήταν; Εκείνοι, κατά πάσα πιθανότητα. Θα την έμπλεκαν πάλι σε καμια παλιοϊστορία…

Σηκώθηκε απ’το τραπέζι ζητώντας συγνώμη από την Καλλιστώ και τον Χαρίδημο και λέγοντάς τους ότι σύντομα θα επέστρεφε. Ακολούθησε τη σερβιτόρα κι εκείνη την οδήγησε πίσω από τον πάγκο του μπαρ, στον τοίχο όπου ήταν κρεμασμένος ένας επικοινωνιακός δίαυλος.

Η Φενίλδα τον άνοιξε και έφερε το ακουστικό στ’αφτί της. «Ναι;»

«Φενίλδα;»

«Ναι;»

«Ο Ελπιδοφόρος είμαι.» Ήταν, πράγματι, η φωνή του. «Πρέπει να με συναντήσεις. Έξω από το μπαρ. Καθώς βαδίζεις προς τον Τεσσάρδιο, στον τρίτο δρόμο δεξιά.»

«Εκείνοι σε έστειλαν;»

«Όχι.»

«Όχι;»

«Φενίλδα. Αν θέλεις να περάσουν για πάντα οι πονοκέφαλοί σου, πρέπει να με συναντήσεις. Τώρα. Καθώς βαδίζεις προς τον Τεσσάρδιο, στον τρίτο δρόμο δεξιά. Δε θα περιμένω για πολύ.»

Η επικοινωνία διακόπηκε.

Η Φενίλδα βλεφάρισε, παραξενεμένη. Δεν τον είχαν στείλει εκείνοι; Τότε, ποιος τον είχε στείλει; Γιατί ήταν εδώ;

Κοίταξε να δει από πού την είχε καλέσει, αλλά η μικρή οθόνη δεν έδειχνε τίποτα. Δεν έδειχνε καν ότι είχε γίνει κλήση σ’ετούτο τον δίαυλο.

Η Φενίλδα άφησε το ακουστικό.

Αν θέλεις να περάσουν για πάντα οι πονοκέφαλοί σου…

Ήταν δυνατόν; Είχε βρει κάποια θεραπεία;

Ή επρόκειτο, μήπως, για το κακόγουστο αστείο κανενός μαλάκα; Αλλά γιατί; Και πόσοι, άλλωστε, ήξεραν για τους μυστηριώδεις πονοκεφάλους της και για τον Ελπιδοφόρο;

Αποκλείεται. Ο Ελπιδοφόρος ήταν. Είχε ακούσει τη φωνή του.

Πρέπει να τον συναντήσω!

Η Φενίλδα, περνώντας μέσα από τον κόσμο που γέμιζε το μπαρ, βγήκε στη μεγάλη λεωφόρο απέξω, νιώθοντας το νυχτερινό κρύο της Ρελκάμνια να τη χτυπά απότομα. Γιατί δεν είχε πάρει την καπαρντίνα της, τουλάχιστον; Ανοησία της. Αλλά τώρα δε σκόπευε να γυρίσει πίσω. Βάδισε, γρήγορα, προς τον Τεσσάρδιο, το μεγάλο κοσμηματοπωλείο που ήταν κλειστό αυτή την ώρα. Τα τακούνια των παπουτσιών της αντηχούσαν επάνω στο πλακόστρωτο. Από δίπλα της πέρασε ένα ψηλό, τετράκυκλο όχημα, βουίζοντας.

Τρίτος δρόμος δεξιά.

Δεξιά ήταν απέναντι, στην άλλη μεριά της λεωφόρου. Η Φενίλδα δεν πήγε εκεί ακόμα. Κοίταζε τους δρόμους. Μετρώντας.

Ο τρίτος ήταν ένα σοκάκι ουσιαστικά. Και στην αρχή του νόμιζε ότι μπορούσε να διακρίνει μια σκιερή μορφή.

Η σκιερή μορφή τής έκανε νόημα, υψώνοντας το χέρι.

Ο Ελπιδοφόρος!

Ένα όχημα τον έκρυψε προς στιγμή, περνώντας με μεγάλη ταχύτητα.

Η Φενίλδα χαιρόταν που θα τον ξανάβλεπε, ό,τι κι αν συνέβαινε.

Εκτός αν δεν ήταν ο Ελπιδοφόρος στην πραγματικότητα… Αμφιβολίες πολιόρκησαν για λίγο το μυαλό της. Αλλά, μετά, η Φενίλδα σκέφτηκε: Ήταν η φωνή του. Άκουσα τη φωνή του.

Χωρίς άλλο δισταγμό, αφού κοίταξε δεξιά κι αριστερά, διέσχισε τρέχοντας τη λεωφόρο, ενώ από πάνω της, σε μια εναέρια γέφυρα, ένα τρένο ακουγόταν να περνά.

Ο άντρας που την περίμενε στο σοκάκι κατέβασε την κουκούλα της κάπας του. Ήταν, όντως, ο Ελπιδοφόρος. Η Φενίλδα χαμογέλασε, και τον αγκάλιασε. Φίλησε το μάγουλό του.

«Πώς το ήξερες ότι ήμουν στο Νυχτόσκαλο

«Ένας φίλος μου σε παρακολούθησε.»

«Τι φίλος σου;»

«Έλα μαζί μου.» Ο Ελπιδοφόρος την έπιασε από το χέρι και την παρέσυρε πιο μέσα στο στενορύμι, ανάμεσα σε σκουπίδια και γάτες που τα μάτια τους γυάλιζαν στο σκοτάδι.

«Γνωρίζω κάποιον που μπορεί να κάνει τον πονοκέφαλό σου να περάσει για πάντα,» της είπε. «Αλλά… αν ακολουθήσεις αυτόν τον δρόμο, δε θα μπορείς ποτέ ξανά να γυρίσεις πίσω.»

«Τι εννοείς;»

«Δεν είναι με τους Υπερασπιστές ο φίλος μου. Είναι εχθρός τους.»

«Μα, εσύ… εμείς… Οι Υπερασπιστές σε παρακολουθούν, Ελπιδοφόρε!»

«Όχι πια. Δεν έχουν επαφή μαζί μου.»

Η Φενίλδα συνοφρυώθηκε. «Πώς;»

«Δεν αισθάνεσαι τίποτα παράξενο; Γύρω μας. Στο περιβάλλον.»

Η Φενίλδα έμεινε σιωπηλή για μερικές στιγμές. Ο Ελπιδοφόρος είχε δίκιο. Κάτι… κάτι είχε αλλάξει… Αμέσως, έκανε ένα Ξόρκι Εντοπισμού Διαστασιακής Αλλοιώσεως – δευτέρα φύση για μια Ερευνήτρια – και–

«Κρόνε…» άρθρωσε, ξαφνιασμένη. Ολόκληρη η περιοχή γύρω τους ήταν αλλοιωμένη μ’έναν τελείως μυστηριώδη τρόπο.

«Οι Υπερασπιστές δεν μπορούν να έρθουν σε επαφή μαζί μου όταν είμαι σε άλλη διάσταση.»

«Μα… είμαστε στη Ρελκάμνια!»

«Εδώ πέρα, όχι. Όχι ακριβώς. Είναι σαν ενδοδιάσταση.»

«Πώς… πώς το έκανες αυτό;»

«Δεν το έκανα εγώ. Και δεν έχουμε χρόνο τώρα για εξηγήσεις. Αν έρθεις μαζί μου, πολύ πιθανόν ο πονοκέφαλός σου να θεραπευτεί για πάντα. Αλλά μετά δε θα επιστρέψεις εδώ. Δε θα είσαι πλέον στο πλευρό της Παντοκράτειρας.»

Η Φενίλδα αισθάνθηκε ένα σφίξιμο μέσα της. Ήταν διχασμένη. Διχασμένη όσο ποτέ στη ζωή της.

Ο Ελπιδοφόρος τής πρόσφερε εκείνο που ζητούσε εδώ και τόσο καιρό – να ελευθερωθεί απ’τον καταραμένο πονοκέφαλο. Αλλά, συγχρόνως, την οδηγούσε σ’ένα μέρος μυστηριώδες, άγνωστο για εκείνη.

Τι ήθελε, λοιπόν, η Φενίλδα; Να είναι φυλακισμένη εδώ; Ή να είναι ελεύθερη κάπου… αλλού;

Ξεροκατάπιε. «Είσαι… σίγουρος ότι μπορεί να με θεραπεύσει;»

«Νομίζει πως μπορεί να το κάνει.»

«Είσαι σίγουρος;» τον ξαναρώτησε.

«Πρέπει να σε δει από κοντά. Αλλά, ναι, πιστεύω ότι μπορεί να το κάνει, Φενίλδα. Και δεν είναι μόνος του: έχει πολύ, πολύ ισχυρούς συμμάχους. Μάγους που παρόμοιους δεν θα έχεις ποτέ φανταστεί· είμαι βέβαιος.»

«Τι μάγους;»

«Δεν έχουμε χρόνο να πούμε περισσότερα. Θα έρθεις μαζί μου;»

Η Φενίλδα δίστασε.

Μετά, έγνεψε καταφατικά.

Ο Ελπιδοφόρος χαμογέλασε. «Το ήλπιζα ότι θα ερχόσουν.» Και ρώτησε: «Πες μου, έχεις μαζί σου το φάρμακο που σου δίνουν οι Υπερασπιστές;»

«Ναι, εδώ.» Η Φενίλδα άγγιξε την τσάντα της. Πάντα το είχε μαζί της. Δεν ήξερε πότε ο πονοκέφαλος μπορεί, ξαφνικά, να τη χτυπούσε. Ήταν ύπουλος σαν εκπαιδευμένος δολοφόνος – ή, μάλλον, βασανιστής.

«Ωραία. Πάμε.»

Λίγο παρακάτω, μετά από μια γωνία του σοκακιού, η Φενίλδα σταμάτησε τρομαγμένη. Αντίκρυ της στέκονταν δύο… οντότητες. Δεν μπορεί να ήταν άνθρωποι. Αιωρούνταν μερικά εκατοστά πάνω από το έδαφος. Φορούσαν κατάλευκους μανδύες που έμοιαζαν να φωσφορίζουν. Το δέρμα τους γυάλιζε σαν μέταλλο. Ο ένας ήταν άντρας, και το ένα του μάτι θύμιζε πολύτιμο λίθο ενώ το άλλο ήταν κατασκότεινο. Η άλλη ήταν γυναίκα, τα μάτια της θύμιζαν και τα δύο πολύτιμους λίθους, και τα μαλλιά της ήταν σαν ξανθό φως γύρω απ’το κεφάλι της.

«Σύμμαχοί μας είναι,» είπε ο Ελπιδοφόρος στη Φενίλδα, που είχε γουρλώσει τα μάτια. Και προς τις δύο οντότητες: «Πού είναι ο Κλαρκ;»

«Στο Φαντασκεύασμα,» είπε η παράξενη γυναίκα.

Ο Ελπιδοφόρος οδήγησε τη Φενίλδα πίσω από μια πυκνή σκιά, κι εκείνη διέκρινε μια μεταλλική πόρτα επάνω στον τοίχο. Μια πόρτα που, για κάποιο λόγο, της έδινε την εντύπωση ότι δεν θα έπρεπε να βρισκόταν εκεί…

Σάρντλι

1.

Η Παντοκράτειρα δεν έμεινε πολύ στο Πολύλιθο Μέγαρο. Τρεις μέρες μονάχα. Απλώς για να της εξηγήσει ο Ορείχαλκος πώς είχε η κατάσταση με τα ορυχεία. Οι κατάσκοποί μου δεν είχαν παραλείψει και πολλά, είπε εκείνη. Και τον ρώτησε τι σκόπευε να κάνει. Ο Ορείχαλκος απάντησε ότι δεν είχε πάρει ακόμα μια οριστική απόφαση· σκεφτόταν, όμως, της είπε, να βρει ανθρώπους που μπορούσε να εμπιστευτεί για να διώξει τους αντάρτες από τα ήδη κατειλημμένα ορυχεία και να αποτρέψει την Επανάσταση απ’το να καταλάβει περισσότερα ορυχεία. Τι ανθρώπους; ρώτησε η Αγαρίστη. Μισθοφόρους; Ο Ορείχαλκος τής απάντησε, και πάλι, ότι δεν είχε πάρει οριστική απόφαση.

Η Παντοκράτειρα δεν μίλησε μονάχα σ’εκείνον για το θέμα των ορυχείων, ασφαλώς, αλλά και στους υπόλοιπους Ορειβάτες, μέσα στην Υψηλή Αίθουσα του Πολύλιθου Μεγάρου. (Ο πατέρας του Ορείχαλκου, ο Σίδηρος ο Δεύτερος, δεν ήταν εκεί: βρισκόταν ακόμα στη Νισθάι, μαζί με τη σύζυγό του, Ημισέληνη. Ο αδελφός του, Όνυχας ο Δεύτερος, είπε στην Παντοκράτειρα ότι μπορούσαν να τον καλέσουν, αν η Μεγαλειοτάτη το επιθυμούσε· αλλά εκείνη αποκρίθηκε πως δεν ήταν απαραίτητο.) Τους τόνισε πόσο σημαντικά ήταν τα ορυχεία τους, όχι μόνο για εκείνους ή για τη Σάρντλι, μα για ολόκληρη την Παντοκρατορία. Το Γνωστό Σύμπαν βασιζόταν επάνω τους. Έπρεπε να κάνουν κάτι!

Η Γρανίτια, η κόρη του Σιδήρου του Πρώτου, είπε στην Παντοκράτειρα πως, αν ήταν τόσο σημαντικά τα ορυχεία του Οίκου τους, γιατί εκείνη δεν τους έστελνε κι άλλες ενισχύσεις; Οπότε, η Αγαρίστη ψιθύρισε στον Ορείχαλκο: Χαζή είναι αυτή η ξαδέλφη σου; Κι εκείνος τής αποκρίθηκε, επίσης ψιθυριστά: Έχει απλώς ανησυχήσει. Και για εμάς τα ορυχεία είναι σημαντικά, αγάπη μου… Η Παντοκράτειρα είπε στη Γρανίτια – και σε όλους τους παρευρισκόμενους Ορειβάτες – ότι η Παντοκρατορία αντιμετώπιζε πολλές απειλές αυτόν τον καιρό, και είχε ένα σωρό ανοιχτά μέτωπα. Τους είχε στείλει όσες ενισχύσεις μπορούσε. Τα άλλα θα έπρεπε να τα κάνουν μόνοι τους.

«Και θα ξαναεπισκεφτώ τη Σάρντλι, σύντομα,» τους υποσχέθηκε. «Για να ελέγξω.»

Την επομένη έφυγε, μέσα στο μεγάλο αεροπλάνο της, μέσω Αιθέρα.

2.

Ήταν νύχτα. Ο Ορείχαλκος κάθισε στο μπαλκόνι των διαμερισμάτων του, σε μια αναπαυτική καρέκλα, έχοντας αναμμένη την πίπα του και καπνίζοντας αργά. Δεν έκανε κρύο· το βράδυ ήταν γλυκό, και μια ευχάριστη μυρωδιά ερχόταν στα ρουθούνια του, από τα δέντρα. Τα νερά της λίμνης Νόλκ’βα φαινόταν να ασημίζουν κάτω από το χάδι του φεγγαριού.

Η Αγαρίστη είχε φύγει το απόγευμα, πριν από μερικές ώρες. Ο Ορείχαλκος θα έλεγε ψέματα στον εαυτό του αν υποστήριζε ότι τώρα δεν αισθανόταν να του λείπει· και ο Ορείχαλκος δεν ήταν απ’τους ανθρώπους που έλεγαν ψέματα στον εαυτό τους. Παρότι παράξενη, την είχε αγαπήσει. Μπορεί και εξαιτίας τού ότι ήταν παράξενη.

Η Αγαρίστη είχε έρθει σαν καθρεπτισμός του εαυτού του στη Σάρντλι, χρυσόδερμη και κοκκινομάλλα, και είχε φύγει με δέρμα λευκό-ροζ και ξανθά μαλλιά, θυμίζοντας τραγουδίστρια από τη Σεργήλη ή τη Ρελκάμνια. Ο Ορείχαλκος δεν ήξερε πώς ακριβώς άλλαζε την εμφάνισή της, αλλά νόμιζε πως οι Υπερασπιστές της το έκαναν κάπως. Αυτοί οι Υπερασπιστές ήταν κάτι το πολύ μυστηριώδες· ο Ορείχαλκος ήταν βέβαιος για τούτο από τότε που σκότωσαν το β’ζάιλ του, στην Εσχάτη, στον Πύργο του Ήλιου και του Ανέμου όπου έγινε ο γάμος του…

Τώρα, όμως, δεν σκεφτόταν την Αγαρίστη παρότι η παρουσία της του έλειπε. Σκεφτόταν τι θα έκανε με το ζήτημα των ορυχείων. Και ήλπιζε να είχε ο ίδιος τόση πίστη στον εαυτό του όση πίστη τού είχε ο γέρο-Θάργκεκ.

Η πιο εύκολη λύση ήταν να ζητήσει βοήθεια από κάποιον άλλο μεγάλο και ισχυρό Οίκο. Αλλά αυτό γνώριζε πως θα σπίλωνε την τιμή των Ορειβατών και θα μείωνε την κοινωνική επιρροή τους, αν όχι και την οικονομική. Θα φαίνονταν ανίκανοι να κρατήσουν την περιουσία τους. Και αυτοί που θα τους βοηθήσουν πιθανώς να ζητούσαν να τους παραχωρήσουν μετά κάποιο ορυχείο, ή να τους δίνουν κάποιο ποσοστό από τα εξαγόμενα μεταλλεύματα, ως εισφορά, μόνιμη ή για ορισμένα χρόνια.

Ο Οίκος των Ορειβατών θα έχανε το κύρος του. Θα νόμιζαν όλοι ότι είχε πια αποδυναμωθεί, και ότι εξακολουθούσε να διατηρεί πολιτική επιρροή μόνο και μόνο επειδή ο Ορείχαλκος ήταν σύζυγος της Παντοκράτειρας. Αυτό, αναμφίβολα, δεν θα έφερνε στο μέλλον καλά αποτελέσματα.

Επομένως, όχι, ο Ορείχαλκος δεν μπορούσε να ζητήσει βοήθεια από κάποιον άλλο Οίκο. Θα το έκανε μόνο στην έσχατη περίπτωση: αν δεν είχε διαφορετική επιλογή.

Προτιμούσε να προσλάβει μισθοφόρους για να λύσει το ζήτημα. Υπήρχαν, όμως, εμπόδια και σ’ετούτο το μονοπάτι. Οι Ορειβάτες είχαν ήδη αρκετούς μισθοφόρους στη δούλεψή τους. Αυτοί οι μισθοφόροι δεν είχαν αποδειχτεί αρκετοί ή αρκετά αποτελεσματικοί για να κρατήσουν τους αντάρτες μακριά από τα ορυχεία, ακόμα κι έχοντας την υποστήριξη των πολεμιστών της Παντοκράτειρας. Πιθανώς ανάμεσά τους να υπήρχαν και κάποιοι προδότες, υποψιαζόταν ο Ορείχαλκος: άνθρωποι της Επανάστασης, που υπηρετούσαν τον Πρίγκιπα Ανδρόνικο. Ο Οίκος του έδινε ήδη πολλά χρήματα σε μισθοφόρους, γιατί όσο μεγαλύτερη επιρροή έχει κάποιος τόσο περισσότερους ανθρώπους χρειάζεται για να τη διατηρεί. Τα ορυχεία κάποιοι πρέπει να τα φρουρούν, και τα εμπορικά και πολιτικά πόστα πρέπει επίσης να φυλάσσονται με διάφορες μεθόδους, όχι πάντοτε στρατιωτικού χαρακτήρα. Το γεγονός ότι είχαν χαθεί ορυχεία είχε, φυσικά, χειροτερέψει την οικονομική κατάσταση των Ορειβατών. Ολοένα και λιγότερα κέρδη τούς έμεναν ύστερα από τις πληρωμές των ανθρώπων που τους υπηρετούσαν. Αυτό σήμαινε ότι, αν ήταν να προσλάβει κι άλλους μισθοφόρους, ο Ορείχαλκος έπρεπε να φροντίσει να είναι αρκετά ικανοί ώστε να κάνουν τη δουλειά που ήθελε. Αλλιώς, θα σπαταλούσε χρήματα άσκοπα – και τώρα δεν ήταν καιρός για σπατάλες.

Αλλά, εκτός αυτού, υπήρχαν κι άλλα προβλήματα. Δεν ήθελε να πέσει σε μισθοφόρους που υπηρετούσαν κρυφά την Επανάσταση, ή που είχαν επαναστάτες κρυμμένους ανάμεσά τους, γιατί τότε θα γίνονταν δολιοφθορές. Αντί καλό, θα έκανε κακό στον Οίκο του.

Επίσης, οι μισθοφόροι θα έπρεπε, ίσως, να είναι υπομονετικοί σχετικά με τις πληρωμές τους, αφού υπήρχε οικονομική στενότητα. Ο Ορείχαλκος δεν ήθελε να πέσει σε μισθοφόρους που αμέσως θα έκαναν φασαρίες – και ζημιές πιθανώς – όταν μάθαιναν ότι μια πληρωμή θα καθυστερούσε για κάποιον καιρό.

Η κατάσταση ήταν χάλια.

Και ο καπνός στην πίπα του Ορείχαλκου είχε τελειώσει· μονάχα στάχτες απέμεναν. Σηκώθηκε από την καρέκλα του και τις άδειασε από την άκρη του μπαλκονιού.

Πίσω του, άκουσε ελαφριές πατημασιές. Από μαλακές μπότες. Στράφηκε και είδε την Ανεμόφθαλμη.

«Νόμιζα ότι είχες ακολουθήσει τα βήματα του Βάσλεοθ,» της είπε.

«Εδώ ήμουν· δεν είχα φύγει,» αποκρίθηκε εκείνη. «Απλά δεν ήμουν στο Μέγαρο· έμενα στην πόλη. Περίμενα αυτήν να ξεκουμπιστεί.»

«Αν τη γνώριζες, ίσως και να τη συμπαθούσες.»

Η Ανεμόφθαλμη μόρφασε. «Δεν το νομίζω.»

Ο Ορείχαλκος κάθισε πάλι στην αναπαυτική του καρέκλα. «Δεν είναι τέρας, όπως τη θέλουν οι φήμες.»

«Εσένα, πάντως, φαίνεται να σου χάλασε τη διάθεση.»

«Δε φταίει εκείνη.»

Η Ανεμόφθαλμη ήρθε και κάθισε στα γόνατά του. «Τι φταίει τότε;»

«Αυτά που γίνονται, Ανεμόφθαλμη,» είπε ο Ορείχαλκος. «Πρέπει να βρω μια λύση. Τέσσερα ορυχεία μας έχουν χαθεί μέχρι στιγμής· αντάρτες τα έχουν καταλάβει. Ούτε οι μισθοφόροι μας ούτε οι Παντοκρατορικοί κατάφεραν να τα προστατέψουν. Και πρέπει να βρω μια λύση…» είπε ξανά. «Πρέπει να βρω κάποιους που να μπορούν να προστατέψουν τα ορυχεία μας, καθώς και να πάρουν πίσω όσα έχουμε χάσει.» Της εξήγησε το σκεπτικό του επί του θέματος, ενώ εκείνη τον άκουγε σιωπηλά.

Μετά, κοιτάζοντας προς τη λίμνη, όταν ο Ορείχαλκος είχε πάψει να μιλά, η Ανεμόφθαλμη είπε: «Ίσως να μην υπάρχει κάτι για να κάνεις.»

«Δεν πρόκειται να το αφήσω έτσι.»

«Ας κάνει κάποιος άλλος κάτι! Επειδή είσαι σύζυγος της Παντοκράτειρας δεν σημαίνει ότι εσύ πρέπει ν’αναλαμβάνεις τα πάντα στον Οίκο σου. Ο θείος σου, ο Όνυχας ο Δεύτερος, ξέρει πολλά. Και η Γρανίτια είναι επίσης καλή. Εντάξει, δεν σου λέω για τον Σίδηρο τον Πρώτο· έχει πια, όντως, μεγαλώσει παρότι δεν θέλει να το παραδεχτεί.» Εξακολουθούσε να κοιτάζει προς τη λίμνη καθώς μιλούσε.

«Δε μπορώ να το φορτώσω στους άλλους.»

Η Ανεμόφθαλμη στράφηκε να τον κοιτάξει. «Περισσότερο τι σ’ενδιαφέρει: για τον Οίκο σου ή για την Παντοκράτειρα;»

«Νομίζεις ότι το κάνω για την Παντοκράτειρα;»

«Οι Παντοκρατορικοί παίρνουν ένα σωρό από τα μεταλλεύματα που βγάζετε, Ορείχαλκε.»

«Το πεπρωμένο μας είναι δεμένο με το δικό τους τώρα.»

Δε φάνηκε να της άρεσε η απάντησή του. Σηκώθηκε από πάνω του και βάδισε. Στάθηκε στην άκρη του μπαλκονιού, ακούμπησε τα χέρια της στην κουπαστή. Αναρριχώμενα φυτά σκαρφάλωναν δίπλα της. «Θα μπορούσε και να μην ήταν έτσι.»

«Όχι εύκολα. Αν τους είχαμε αντισταθεί θα μας είχαν καταστρέψει.»

«Αυτό μάς λένε, Ορείχαλκε. Όταν η Παντοκρατορία ήρθε στη Σάρντλι, οι γονείς μας ήταν μεσήλικες. Εγώ ήμουν παιδί, κι εσύ το ίδιο.»

Ο Ορείχαλκος πήγε να σταθεί πλάι της. «Αμφισβητείς ότι μας είπαν την αλήθεια, Ανεμόφθαλμη; Νομίζεις ότι ήταν απλώς δειλοί και παραδόθηκαν;»

«Δεν ξέρω…»

«Βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια δύναμη που δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν. Αντί να καταστραφούν από αυτήν, αποφάσισαν να συμβιβαστούν. Η απόφασή τους ήταν συνετή.»

«Μπορεί και να μην καταστρέφονταν. Δες την Απολλώνια: είναι ελεύθερη!»

«Εν μέρει. Γίνεται πόλεμος στα βόρειά της. Τίποτα δεν έχει κριθεί ακόμα. Κι επιπλέον, άλλη διάσταση η Απολλώνια άλλη η Σάρντλι. Εμείς δεν είχαμε τα μέσα…»

Η Ανεμόφθαλμη δεν απάντησε.

«Κι αυτή η κουβέντα δεν με βοηθά να βρω λύση στο πρόβλημά μας,» είπε ο Ορείχαλκος. «Ό,τι κι αν έγινε τότε, πριν από τόσα χρόνια, τώρα έχουμε έναν εχθρό να αντιμετωπίσουμε. Οι επαναστάτες μάς βλέπουν σαν κάτι που πρέπει να βγάλουν απ’τη μέση.»

Φεύγοντας απ’το μπαλκόνι, μπήκε στο εσωτερικό των διαμερισμάτων του.

Η Ανεμόφθαλμη τον ακολούθησε. «Δε σε παραξενεύει που η γυναίκα σου δεν έχει αλλάξει ύστερα από τόσο καιρό;»

Ο Ορείχαλκος γέμισε μια κούπα με υπόγειο οίνο. Κοίταξε την Ανεμόφθαλμη συνοφρυωμένος.

«Η Παντοκράτειρα,» είπε εκείνη. «Πόσα χρόνια είναι στην εξουσία; Τριάντα; Πάνω από τριάντα; Και δεν έχει γεράσει καθόλου. Τις προάλλες έβλεπα κάτι παλιές φωτογραφίες της. Σαν κοριτσάκι ήταν· και σαν κοριτσάκι είναι και τώρα.»

«Μπορεί κι αλλάζει την εμφάνισή της, Ανεμόφθαλμη· γιατί να μη μπορεί να φαίνεται και πιο νέα απ’ό,τι είναι;»

«Πώς το κάνει;» ρώτησε η Ανεμόφθαλμη.

Ο Ορείχαλκος ανασήκωσε τους ώμους. «Δε μου έχει πει.» Δεν ανέφερε την υποψία του για τους Υπερασπιστές. Τους φοβόταν· καλύτερα να μη μιλούσε πολύ γι’αυτούς. Ο σοφός άνθρωπος δεν μελετά συνέχεια τα πράγματα που θεωρεί επικίνδυνα.

«Σου μοιάζει γριά, κάτω… κάτω απ’την εμφάνισή της;» θέλησε να μάθει η Ανεμόφθαλμη.

«Όχι.»

«Δηλαδή, δεν φαίνεται μόνο νέα. Είναι νέα. Σωστά;»

Ο Ορείχαλκος ένευσε, πίνοντας μια γουλιά υπόγειο οίνο. «Γιατί με ρωτάς όλ’αυτά τα πράγματα;» είπε. «Τι σ’ενοχλεί;»

«Δε μ’ενοχλεί τίποτα!»

«Αν τη γνώριζες, όπως σου είπα, όλα θα ήταν καλύτερα. Θα μπορούσαμε να της πούμε κι ότι είμαστε εραστές· δεν θα είχε κανένα πρόβλη–»

«Όχι!» είπε, εμφατικά, η Ανεμόφθαλμη.

«Καλά. Όπως θέλεις.»

3.

Το επόμενο πρωί, μίλησε ιδιαιτέρως με τον θείο του, τον Όνυχα τον Δεύτερο. Του είπε τις σκέψεις του για τους μισθοφόρους που χρειαζόταν και ζήτησε την άποψή του.

«Πριν από μια δεκαετία, ίσως να μπορούσα να σου πω ποιοι είναι αξιόπιστοι και ικανοί,» αποκρίθηκε ο Όνυχας. «Σήμερα, έτσι όπως έχουν πλέον τα πράγματα στη Σάρντλι…» κούνησε το κεφάλι, «είναι πολύ μπερδεμένα, Ορείχαλκε. Δεν έχεις άδικο που ανησυχείς ότι ίσως επαναστάτες να κρύβονται μέσα στις μισθοφορικές εταιρείες. Δεν έχεις άδικο για τίποτα απ’όλα όσα ανησυχείς. Και τα οικονομικά μας πηγαίνουν απ’το κακό στο χειρότερο.» Έτριψε το μαυρόδερμο μέτωπό του, κουρασμένα. Ο Όνυχας ο Δεύτερος ήταν μικρότερος από τον Σίδηρο τον Πρώτο και από την Αργιλία τη Δεύτερη, αλλά δεν ήταν παιδάκι. Στα εξήντα-δύο του χρόνια βρισκόταν. Η πονηριά του και η σύνεσή του, όμως, δεν είχαν ακόμα εξασθενίσει. Ευτυχώς για όλους τους. Ήταν από τα ικανότερα μέλη της οικογένειας. Ποτέ δεν έπαιρνε τον ρόλο του αρχηγού, αλλά πάντοτε συμβούλευε. Και οι συμβουλές του περισσότερες φορές είχαν οδηγήσει σε σταθερούς δρόμους παρά σε κρημνούς. Το γεγονός ότι ο Όνυχας ο Δεύτερος έδειχνε τώρα να τα έχει χαμένα τρόμαζε τον Ορείχαλκο.

Δεν συζήτησαν άλλο, το πρωί, και ο Ορείχαλκος πέρασε τη μέρα με το κεφάλι του θολωμένο από σκέψεις. Μίλησε με τη Γρανίτια, όμως κι εκείνη αναποφάσιστη ήταν. Διστακτική. Έμοιαζε να περιμένει τον Ορείχαλκο να βρει την απάντηση. Τόνιζε τα προβλήματα μα δεν βοηθούσε στο να λυθούν.

Η Ανεμόφθαλμη τού είπε, το μεσημέρι: «Δεν έρχεσαι στη Νισθάι, μαζί μου, να ξεκουραστείς;»

«Σκέφτεσαι να φύγεις από τώρα, ε; Το ξέρω ότι δεν είμαι καλή παρέα, Ανεμόφθαλμη. Με συγχωρείς, αλλά μ’όλ’αυτά που έχω στο μυαλό μου….»

Ήταν ξαπλωμένοι στο κρεβάτι του Ορείχαλκου, γυμνοί, με το φως του μεσημεριανού ήλιου να γλιστρά από τη χαραμάδα ανάμεσα στις κουρτίνες. Το δωμάτιο ήταν γεμάτο απαλές σκιές και γλυκό ημίφως.

«Γι’αυτό σού λέω να έρθεις να πάμε στη Νισθάι,» επέμεινε η Ανεμόφθαλμη.

Ο Ορείχαλκος κούνησε το κεφάλι του, αργά, αρνητικά.

«Ο πατέρας σου είναι πιο σοφός από σένα,» του είπε η Ανεμόφθαλμη, μοιάζοντας απεγνωσμένη μαζί του.

«Το ξέρω,» μουρμούρισε εκείνος.

Η Ανεμόφθαλμη χαμογέλασε και τον φίλησε. «Ανοησίες. Αν δεν πίστευε σ’εσένα, δεν θα σου είχε παραχωρήσει τα καθήκοντά του.»

Αρκετές ώρες αργότερα, καθώς η νύχτα έπεφτε και ο Ορείχαλκος βάδιζε άσκοπα μέσα στους διαδρόμους του Πολύλιθου Μεγάρου, ακούγοντας τα ξυπόλυτα πόδια του να ηχούν αδύναμα πάνω στο ξύλο του πατώματος, ο Όνυχας ο Δεύτερος ήρθε να τον συναντήσει.

«Εδώ είσαι,» είπε.

«Μ’έψαχνες;» Ο Ορείχαλκος σταμάτησε να βαδίζει.

«Ναι. Αλλά δε φαίνεται να μπορείς να σταθείς σε μια θέση. Έχεις τα πόδια του Βάσλεοθ.» Κοίταξε τα ξυπόλυτα πόδια του ανιψιού του. Μειδιώντας μέσα από τα γκρίζα, άγρια μούσια του.

Ο Ορείχαλκος γέλασε. Ανέκαθεν, από παιδί, του άρεσε κάπου-κάπου να βαδίζει ξυπόλυτος επάνω στα ξύλινα πατώματα του Μεγάρου. Η αίσθηση του ξύλου κάτω από τις πατούσες του τον χαλάρωνε, για κάποιο λόγο. Τον ηρεμούσε, ειδικά όταν ήταν ταραγμένος και το χρειαζόταν.

«Νομίζω πως σου βρήκα μια πιθανή λύση,» του είπε ο Όνυχας. «Ή, μάλλον, κάποιον που μπορεί να σου βρει μια πιθανή λύση.»

Ο Ορείχαλκος ύψωσε τα πορφυρά φρύδια του, ερωτηματικά.

«Έναν άλλο θείο σου, από τη μεριά της μάνας σου. Τον Αστροφώτιστο.»

Ο Ορείχαλκος συνοφρυώθηκε. Δεν είχε ποτέ πολλά πάρε-δώσε μαζί του. Είχε, όμως, ακούσει κάποια πράγματα γι’αυτόν…

«Έχει ασχοληθεί με μισθοφορικές εταιρείες,» είπε ο Όνυχας. «Ασχολείται, βασικά, μαζί τους όλη του τη ζωή. Έχει επενδύσει χρήματα εκεί.»

«Σωστά… Έχεις δίκιο,» ένευσε ο Ορείχαλκος. Το θυμόταν, τώρα που το έλεγε ο θείος του. «Πιστεύεις ότι θα μπορεί να μας βοηθήσει, χωρίς να μας φέρει σε δύσκολη θέση;»

«Αν κάποιος μπορεί να το κάνει, Ορείχαλκε, αυτός είναι. Ο θείος σου ο Αστροφώτιστος. Ο Τρίτος του ονόματός του, αν δε λαθεύω.»

4.

Το αεροπλάνο είχε βγει από το Φτερωτό Όρος και πετούσε ψηλά πάνω από τα βουνά, κρυμμένο ανάμεσα στα σύννεφα. Κατευθυνόμενο νότια και ανατολικά.

Ο Νάρτιλ ήταν καθισμένος στο πιλοτήριο. Η Αλρίβα’σαρ καθόταν στο ενεργειακό κέντρο έχοντας υφάνει τη Μαγγανεία Κινήσεως, γιατί, παρότι όχι και τόσο μεγάλο, το σκάφος χρειαζόταν μάγο για να ελέγχει τη ροή της ενέργειάς του: διέθετε ιδιότητες αιθερικού ταξιδιού, κι αυτό σήμαινε ότι οι μηχανισμοί του ήταν άκρως πολύπλοκοι.

Ο Φένχιλ καθόταν πλάι στον Νάρτιλ, μήπως κι ο πιλότος χρειαζόταν καμια βοήθεια για το πού θα προσγειωνόταν – αν και αυτό ήταν από λίγο έως πολύ απίθανο.

Ο Ανδρόνικος στεκόταν μπροστά σ’ένα παράθυρο και κοίταζε κάτω, από τα ανοίγματα που παρουσιάζονταν ανάμεσα στα σύννεφα. Η Ιωάννα ήταν δίπλα του.

Η Σιλάνα καθόταν στην πίσω μεριά, μαζί με τις αποσκευές και τους εξοπλισμούς.

Ο Σέλιρ’χοκ και η Άνμα’ταρ ήταν καθισμένοι πλάι-πλάι, επάνω σε θέσεις από δέρμα κάποιου ζώου της Σάρντλι.

«Το βλέπεις κι εσύ;» τον ρώτησε η Άνμα.

Ο Σέλιρ στράφηκε να την κοιτάξει.

Η Άνμα τού έδειξε, με το βλέμμα της, προς τη μεριά του Ανδρόνικου και της Ιωάννας.

«Τι πράγμα;» είπε ο Σέλιρ.

Η Άνμα αναποδογύρισε τα μάτια. «Δεν σε πιστεύω ότι δεν το έχεις παρατηρήσει.»

Ο Σέλιρ την περίμενε να εξηγήσει.

«Επίτηδες το κάνεις,» τον κατηγόρησε εκείνη, μεταξύ αστείου και σοβαρού, αγριοκοιτάζοντάς τον. Και συνέχισε: «Η συμπεριφορά τους έχει αλλάξει. Ειδικά της Ιωάννας. Νομίζω ότι κοιμούνται μαζί ξανά.»

«Πιθανώς να έχεις δίκιο,» είπε ο Σέλιρ. «Αλλά δε νομίζω ότι είναι δική μας δουλειά.»

«Δεν έχεις καθόλου πλάκα ορισμένες φορές, το ξέρεις;»

Ο Σέλιρ μειδίασε.

Η Άνμα κούνησε το κεφάλι, υπομειδιώντας κι εκείνη. «Χαίρομαι, πάντως, αν είναι έτσι,» είπε μετά. «Που, μάλλον, έτσι είναι. Ακόμα κι αν προκαλέσει προβλήματα στο Βασίλειο της Απολλώνιας, χαίρομαι.»

«Δε νομίζω να φτάσουν ώς εκεί. Θα είναι προσεχτικοί.»

Η Άνμα ένευσε. Κι εκείνη το ίδιο πίστευε.

Το αεροπλάνο δεν άργησε να φτάσει στον προορισμό τους. Πέρασε πάνω από τα βουνά, πάνω από τις πηγές του ποταμού Σάτβραν (ο Ανδρόνικος και η Ιωάννα, κοιτάζοντας από το παράθυρο, είδαν μεγάλους καταρράκτες εδώ, που τα νερά τους έπεφταν αφρίζοντας ανάμεσα στους ψηλούς βράχους), πάνω από το δυτικό τμήμα των πεδιάδων Ασνούρτα λίν’τα (ο Ανδρόνικος και η Ιωάννα είδαν, μια φορά, άρμπαν’θ να τρέχουν ανάμεσα στο ψηλό χόρτο – κι αμέσως κατάλαβαν γιατί τα αποκαλούν σκελετάλογα μερικοί – με τις γαλανόγκριζες φολίδες τους να γυαλίζουν στον ήλιο, χωρίς καβαλάρηδες στις ράχες τους· και, μια άλλη φορά, είδαν πάλι άρμπαν’θ αλλά τώρα με καβαλάρηδες κάτι μικρούς κατάμαυρους ανθρώπους), και, όταν είχε βρεθεί κάπου στο κέντρο αυτών των τόπων, το αεροσκάφος άρχισε να κατεβαίνει.

Οι επαναστάτες είχαν φτάσει εκεί που ήθελαν να φτάσουν.

Οι προωθητήρες του αεροπλάνου άλλαξαν διεύθυνση – από οριζόντια στράφηκαν κάθετα – μεταλλικά πόδια ξεπρόβαλαν από κάτω του, και το αεροπλάνο προσγειώθηκε επάνω στη μεγάλη πεδιάδα καίγοντας χόρτα. Τριγύρω, ψυχή δεν φαινόταν. Μονάχα ένα μικρό σμήνος πουλιών πετούσε πάνω από ένα απόμακρο σύδεντρο.

Μια πλευρική πόρτα του αεροσκάφους άνοιξε και, πριν από κανέναν άλλο επαναστάτη, βγήκε ο Φένχιλ, όπως είχαν συμφωνήσει.

Κρατώντας, με τα δύο χέρια, πάνω απ’το κεφάλι του έναν μεγάλο, σφαγμένο χοίρο. Το αίμα του ζώου έσταζε στα μαύρα μαλλιά και στους ώμους του επαναστάτη, καθώς εκείνος έβγαζε μια κραυγή που αντήχησε παντού γύρω:

«!ι-κι-κι-κι-κι-κι-κι! – κ’κ’κ’κ’κ’κ’κ! – κι-κι-κι-κι-κι-κι!»

Αναπάντεχα, από τα ψηλά χόρτα, οι Ασνούρτα πετάχτηκαν σαν πνεύματα της πεδιάδας. Μικρόσωμοι, μαυρόδερμοι άνθρωποι με ξύλινες μάσκες στα πρόσωπά τους, μαλλιά σκούρα πράσινα και σκούρα μπλε, δόρατα και τόξα στα χέρια, ξύλινες ωοειδείς ασπίδες, και μια μακρύκαννη καραμπίνα.

«Καρναβάλι,» σχολίασε η Άνμα’ταρ, παρατηρώντας τους από ένα απ’τα παράθυρα του προσγειωμένου αεροσκάφους.

Η Ιωάννα γέλασε.

«!ι-κι-κι-κι-κι-κι!» έκανε ένας από τους Ασνούρτα.

Και ο Φένχιλ απάντησε: «κ’κ’κ’κ’κ’κ’κ’κ!» Προχώρησε μερικά βήματα και έριξε τον σφαγμένο χοίρο στη γη. «!ι-κι-κι-κι-κι-κι!»

Οι Ασνούρτα, κραυγάζοντας – κ’κ’κ’κ’κ’κ’κ! – και χοροπηδώντας, ζύγωσαν την προσφορά του Φένχιλ. Έμοιαζαν ικανοποιημένοι.

«Γιατί;» είπε ο Σέλιρ’χοκ στην Άνμα’ταρ, πολύ σοβαρά. «Τι έχουν οι άνθρωποι; Αυτά είναι τα έθιμά τους.»

Εκείνη τον λοξοκοίταξε, μειδιώντας.

Ένας από τους Ασνούρτα μίλησε στον Φένχιλ, στη γλώσσα τους, και ο Φένχιλ τού απάντησε.

«Τι λένε;» ρώτησε ο Ανδρόνικος τη Σιλάνα.

«Χαιρετιούνται. Δεν ξέρω και τόσο καλά τη γλώσσα τους, Πρίγκιπά μου.»

Ο Φένχιλ έκανε, μετά, στους υπόλοιπους νόημα να βγουν από το αεροσκάφος, κι εκείνοι βγήκαν. Οι Ασνούρτα τούς χαιρέτησαν με χοροπηδήματα και κραυγές.

«Με θυμούνται,» είπε ο Φένχιλ στον Ανδρόνικο. «Από όταν είχα ξανάρθει εδώ.»

«Όμοιος τον όμοιο αγαπά…» σχολίασε ο Νάρτιλ.

Ο Φένχιλ στράφηκε και τον γρονθοκόπησε στα πλευρά, γελώντας.

«Αα!…» Ο Νάρτιλ διπλώθηκε προς στιγμή. Η γροθιά δεν ήταν αδύναμη.

Οι Ασνούρτα τούς έκαναν νοήματα, με τα χέρια τους και με τα όπλα τους.

«Τι θέλουν τώρα;» ρώτησε ο Ανδρόνικος.

«Εκείνο που θέλουμε κι εμείς,» αποκρίθηκε ο Φένχιλ. «Να τους ακολουθήσουμε, φυσικά. Για να μας πάνε εκεί όπου έχουν την Ασνούρτα Μ’λίν’τα.»

«Τι είναι πάλι αυτό;»

«Μπορείς να το μεταφράσεις ως ‘Η Μεγάλη Σύναξη των Ασνούρτα’, ή ‘Το Μεγάλο Συμβούλιο των Ασνούρτα’, ή ‘Ο Μεγάλος Καταυλισμός των Ασνούρτα’. Δεν είναι πάντα στο ίδιο μέρος των πεδιάδων· αλλάζει θέσεις.»

«Μάλιστα. Και είναι μακριά τώρα;»

«Κάπου στο κέντρο της Ασνούρτα λίν’τα είναι πάντα,» είπε ο Φένχιλ. Και μετά, στράφηκε στους Ασνούρτα για να τους μιλήσει στη γλώσσα τους. Εκείνοι τού απάντησαν, και ο Φένχιλ πληροφόρησε τον Ανδρόνικο: «Δυο μέρες δρόμος, περίπου, με τα πόδια.»

«Με το αεροπλάνο, δηλαδή, θα φτάσουμε πολύ γρήγορα,» συμπέρανε η Ιωάννα.

«Απαγορεύεται,» τόνισε ο Φένχιλ. «Πρέπει να πάμε με τα πόδια.»

«Γιατί;»

«Είναι θέμα εθίμου, Μαύρη Δράκαινα.»

Ο Ανδρόνικος είπε: «Πάμε με τα πόδια, τότε.»

«Ας κλειδώσουμε πρώτα το αεροπλάνο, όμως,» είπε ο Νάρτιλ· και πρόσθεσε: «Ελπίζω εδώ νάναι καλή θέση για να το αφήσουμε. Δε θέλω να μου πάθει τίποτα.»

«Ποιος νάρθει εδώ, ρε γόνε σαλ’φάι

«Εγώ δε σε βρίζω…»

«Καλύτερα να το σκεπάσουμε με βλάστηση, πάντως,» είπε η Άνμα’ταρ. «Γιατί μπορεί κάποιο αεροσκάφος των Παντοκρατορικών να το δει, πετώντας πάνω από την πεδιάδα.»

«Τ’αεροσκάφη των Παντοκρατορικών δεν πολυπερνάνε από δω,» είπε ο Φένχιλ. «Αλλά υποθέτω έχεις δίκιο: πιο καλά νάμαστε προσεχτικοί.» Και στράφηκε πάλι στους Ασνούρτα, για να τους ζητήσει να περιμένουν.

Μετά, οι επαναστάτες πήγαν στο κοντινό σύδεντρο, για να μαζέψουν βλάστηση και να τη μεταφέρουν στο μέρος όπου ήταν προσγειωμένο το αεροπλάνο τους. Οι μικρόσωμοι, μαυρόδερμοι ιθαγενείς τούς βοήθησαν. Ήταν απίστευτα γρήγοροι και δυνατοί.

Ο Ανδρόνικος νόμιζε ότι είχε ήδη αρχίσει να τους συμπαθεί.

Το είπε στην Ιωάννα.

Κι εκείνη αποκρίθηκε, γελώντας: «Ώρες-ώρες, έχεις κάτι τελείως ανώμαλες ιδέες.»

5.

Το ταξίδι μαζί με τους Ασνούρτα ήταν ευχάριστο, αν και παράξενο. Οι μικρόσωμοι ιθαγενείς, καθώς περπατούσαν, κουβαλούσαν τον σφαγμένο χοίρο πάνω απ’τα κεφάλια τους και, συγχρόνως, τραγουδούσαν σφυριχτά. Ένας είχε βγάλει ένα μακρύ, κοκάλινο σουραύλι και έπαιζε μια συριστική μελωδία.

«Δεν είναι μόνο για διασκέδαση το τραγούδι τους,» είπε ο Φένχιλ στους συντρόφους του. «Ειδοποιούν τους συντοπίτες τους ότι φέρνουν ξένους που έκαναν την Προσφορά του Καλού Ερχομού και που ένας απ’αυτούς είναι Παλιός Φίλος των Ασνούρτα. Τα λόγια του τραγουδιού, άμα μπορούσατε να τα καταλάβετε, θα βλέπατε ότι πάνε κάπως έτσι – αν και η μετάφραση είναι πολύ γενική:

 

»‘Γυρίζοντας φέρνω μαζί μου
ταξιδιώτες νιόφερτους του καλού ερχομού
κρατώντας στα χέρια θήραμα ζεστό
με τη φωνή μου στον άνεμο να μιλά.

 

Οκτώ είν’όλοι κι όλοι
κι ο ένας είναι φίλος μας παλιός
Οκτώ είν’όλοι κι όλοι
κι ο ένας είναι φίλος μας παλιός.’

 

»Δε λένε μόνο αυτά. Αλλά αυτή είναι η ουσία.»

«Θετικό το ότι μας βλέπουν με καλό μάτι,» σχολίασε ο Ανδρόνικος.

«Θ’άκουσαν που είπες ότι τους έχεις συμπαθήσει,» τον πείραξε η Ιωάννα.

Ο Ανδρόνικος έκανε να τσιμπήσει το μπράτσο της, κι εκείνη πετάχτηκε λίγο πιο δίπλα, χαμογελώντας.

Αν συνεχίσουν έτσι, σκέφτηκε η Άνμα, σε λίγο όλοι θα έχουν καταλάβει ότι κοιμούνται πάλι μαζί…

Το μεσημέρι, όταν κατασκήνωσαν κάτω από τον δυνατό ήλιο της Ασνούρτα λίν’τα, οι ιθαγενείς έβαλαν στο έδαφος τον μεγάλο χοίρο κι άρχισαν να τον γδέρνουν και να τον κόβουν κομμάτια. Η δουλειά τους τελείωσε απίστευτα γρήγορα.

«Θηρία είναι,» παρατήρησε η Αλρίβα’σαρ.

Ο Φένχιλ ανασήκωσε τους ώμους. «Λένε πως έχουν το αίμα των θηρίων μέσα τους.»

«Τους πιστεύω,» είπε η μάγισσα.

Ο αυλητής συνέχιζε να παίζει τη μελωδία του παρότι πλέον οι υπόλοιποι Ασνούρτα δεν τραγουδούσαν. Καθόταν σ’έναν βράχο και έκανε το μικρό του σώμα πέρα-δώθε. Τα φουντωτά, σκούρα πράσινα μαλλιά του χόρευαν πάνω στο κεφάλι του.

«Επιτρέπεται να τραβήξω φωτογραφίες;» ρώτησε η Άνμα’ταρ.

«Μην κάνεις καμια τέτοια χαζομάρα,» την προειδοποίησε ο Φένχιλ.

«Θα το καταλάβουν;» ρώτησε η Ιωάννα. «Ότι τους βγάζουμε φωτογραφία;»

«Δεν ξέρω. Αλλά δεν θα το ρίσκαρα.»

Το απόγευμα, συνέχισαν την πορεία τους μέσα στην Ασνούρτα λίν’τα. Οι ιθαγενείς τώρα δεν κουβαλούσαν τον νεκρό χοίρο πάνω απ’τα κεφάλια τους· τον είχαν βάλει σε σάκους, κομμένος σε φέτες καθώς ήταν.

Το βράδυ, σταμάτησαν και έστησαν κατασκήνωση. Οι Ασνούρτα άναψαν φωτιές κι άρχισαν να ψήνουν το θήραμα. Μέσα απ’τα σκοτάδια, ήρθαν κι άλλοι του είδους τους και συγκεντρώθηκαν γύρω απ’τους επαναστάτες, χοροπηδώντας και φωνάζοντας. Πρέπει να ήταν τώρα, στο σύνολό τους, τουλάχιστον πενήντα.

Η Ιωάννα τούς έβλεπε με μια κάποια καχυποψία. Το ένστικτο της Μαύρης Δράκαινας τής έλεγε ότι έπρεπε να τους προσέχει. Ήταν άγριοι, εξάλλου: Τώρα έδειχναν να συμπαθούν εκείνη και τους συντρόφους της· αλλά τι θα γινόταν αν ξαφνικά, για κάποιο μυστηριώδη λόγο, αποφάσιζαν ότι δεν τους συμπαθούσαν πλέον;

Τόσοι που είναι γύρω μας, αποκλείεται να έχουμε πιθανότητες να τους νικήσουμε.

Καθώς ήταν καθισμένη πλάι στον Ανδρόνικο, του είπε τις σκέψεις της.

«Δε νομίζω ότι θα στραφούν εναντίον μας, Ιωάννα.»

«Ο έρωτάς σου μαζί τους είναι, λοιπόν, τυφλός.» Η Ιωάννα ήπιε μια προσεχτική γουλιά απ’το ποτό που τους είχαν κεράσει οι Ασνούρτα. Δεν είχε ανάψει τσιγάρο· προσπαθούσε πάλι να το κόψει.

Υψώνοντας τη φωνή της ρώτησε τον Φένχιλ, που καθόταν παραδίπλα: «Τι έχει μέσα αυτό το πράγμα;» Έδειξε την ξύλινη κούπα στο χέρι της.

«Δεν ξέρω ακριβώς. Είναι, πάντως, ανάμιξη αίματος με κάποιο φυτό.»

«Τι αίματος;»

«Ζώου της Ασνούρτα λίν’τα, υποθέτω.»

«Το έχεις ξαναπιεί;»

«Ναι. Καλό είναι.»

Οι Ασνούρτα χόρευαν και τραγουδούσαν καθώς το φαγητό ετοιμαζόταν, και όταν ετοιμάστηκε πρόσφεραν τα πρώτα κομμάτια στους επαναστάτες. «Μας δείχνουν τη φιλοξενία τους,» εξήγησε ο Φένχιλ. «Φάτε. Θα το βρείτε πιο ωραίο απ’ό,τι νομίζετε.»

Ο χοίρος ήταν πράγματι καλοψημένος και, σίγουρα, πασπαλισμένος με μπαχαρικά. Είχε μια πολύ έντονη γεύση, που έκαιγε τη γλώσσα και σ’έκανε να θέλεις να πιεις περισσότερο απ’το ποτό των Ασνούρτα, το οποίο σου ανέβαζε τη διάθεση, όπως σύντομα διαπίστωσαν όλοι οι επαναστάτες. Μετά από λίγη ώρα, γελούσαν βλέποντας τους Ασνούρτα να χοροπηδάνε, και τραγουδούσαν μαζί τους παρότι δεν καταλάβαιναν τίποτα απ’τα λόγια των τραγουδιών τους (εκτός απ’τον Φένχιλ, φυσικά, ο οποίος καταλάβαινε, και από τη Σιλάνα, της οποίας τ’αφτιά έπιαναν μερικές λέξεις μονάχα). Η Άνμα’ταρ και ο Σέλιρ’χοκ, έχοντας έρθει σε ερωτική διάθεση, πήγαν σύντομα στη σκηνή τους. Οι άλλοι, καθισμένοι γύρω από δύο φωτιές, έλεγαν ιστορίες από τη Σάρντλι. Ο Ανδρόνικος και η Ιωάννα, ασφαλώς, απλά άκουγαν. Όλοι γελούσαν, ενώ τα τραγούδια των Ασνούρτα πλημμύριζαν τη νύχτα γύρω τους.

Την επόμενη μέρα, κάπως, κατάφεραν να σηκωθούν με την αυγή και να ξεκινήσουν πάλι την οδοιπορία τους. Οι περισσότεροι Ασνούρτα είχαν φύγει πριν από πολλές ώρες· μονάχα αυτοί που εξαρχής τους συνόδευαν είχαν μείνει.

«Θεωρούνται οι Οδηγοί μας,» εξήγησε ο Φένχιλ στους συντρόφους του, όταν η Άνμα’ταρ ρώτησε. «Χωρίς Οδηγούς, οι ξένοι απαγορεύεται να διασχίζουν την Ασνούρτα λίν’τα· γι’αυτό και πολλοί έμποροι αποφεύγουν τούτα τα μέρη. Πάνε απ’τα νότια όταν θέλουν να περάσουν από τη Δυτική Σάρντλι στην Ανατολική, ακολουθώντας τη δημοσιά ή πλέοντας κοντά στις ακτές.»

Ο ήλιος ήταν πιο δυνατός σήμερα από χτες. Ο Ανδρόνικος έβγαλε την κάπα του και τύλιξε ένα πανί γύρω απ’το κεφάλι του. Η Ιωάννα τον μιμήθηκε. Η πεδιάδα φαινόταν άδεια γύρω τους, εκτός από κανένα σύδεντρο εδώ κι εκεί, κανένα σμήνος πουλιών, καμια αγέλη άρμπαν’θ, ή καμια καβαλαρία – Ασνούρτα επάνω σε σκελετάλογα. Τίποτα δεν πλησίασε τους επαναστάτες και τους Οδηγούς τους.

Το μεσημέρι καταυλίστηκαν, γευμάτισαν, και ξεκουράστηκαν. Ο ψητός χοίρος, φυσικά, είχε τελειώσει: ο Πρίγκιπας και οι σύντροφοί του έφαγαν από τις προμήθειές τους, ενώ οι Ασνούρτα φάνηκαν να τρώνε κάτι ρίζες.

Η Άνμα’ταρ μόρφασε βλέποντάς τους. «Ελπίζω να μην πάθουν τίποτα μέχρι να μας πάνε στον προορισμό μας…»

Ο Φένχιλ γέλασε. «Μην ανησυχείς. Αυτά που τρώνε είναι, σε πληροφορώ, πολύ θρεπτικά.»

«Ευχαριστώ, δεν θα ήθελα να δοκιμάσω.»

«Παρομοίως,» είπε ο Νάρτιλ.

Η Σιλάνα σκάλιζε σιωπηλά, με το ξιφίδιό της, ένα κομμάτι ξύλο το οποίο φαινόταν να έχει αρχίσει να παίρνει τη μορφή ενός Ασνούρτα επάνω σε άρμπαν’θ.

Ο Σέλιρ’χοκ, έχοντας φάει λίγο και ελαφριά, καθόταν οκλαδόν και διαλογιζόταν, με το μακρύ του ραβδί ακουμπισμένο στα γόνατά του.

Η Ιωάννα κάπνιζε ένα τσιγάρο. Το τρίτο σήμερα. Τα μετρούσε.

Ο Ανδρόνικος έπινε τάο βις από μια ρηχή, ξύλινη κούπα, μισοξαπλωμένος πλάι στη Μαύρη Δράκαινα.

Η Αλρίβα’σαρ έβγαλε τις μπότες της και μπήκε στη μικρή σκηνή της, για να κοιμηθεί.

«Δεν είναι ωραία εδώ, στην Ασνούρτα λίν’τα;» είπε ο Φένχιλ.

Η Σιλάνα μίλησε, ξαφνιάζοντάς τους όλους: «Καλά είναι. Άμα δε σε καρφώσουν με τίποτα αιχμηρό.» Μπορεί, γενικά, να μη μιλούσε πολύ, αλλά όταν μιλούσε δεν έλεγε συνήθως ευχάριστα πράγματα.

6.

Καμια ώρα αφότου διέλυσαν τη μικρή κατασκήνωσή τους και ξεκίνησαν να οδοιπορούν, διέκριναν από μεγάλη απόσταση έναν μεγάλο καταυλισμό. Τίποτα περισσότερο από ακαθόριστες μορφές από εδώ όπου βρίσκονταν. Η Άνμα’ταρ, όμως, ύφανε ένα Ξόρκι Οπτικής Ενισχύσεως επάνω στα κιάλια της και τα έφερε στα μάτια της για να κοιτάξει καλύτερα. Είδε σκηνές από δέρμα και προχειροφτιαγμένες καλύβες από ξύλο και φυλλωσιές. Οι Ασνούρτα μετά δυσκολίας φαίνονταν, ακόμα και με το Ξόρκι Οπτικής Ενισχύσεως: πράγμα το οποίο εξέπληξε την Άνμα. Οι μικρόσωμοι ιθαγενείς ήταν, όντως, το κάτι άλλο. Κατάφερε να διακρίνει κάμποσους που ήταν κρυμμένοι γύρω απ’τον μεγάλο καταυλισμό, μα ήταν σίγουρη πως υπήρχαν κι άλλοι – πολλοί ακόμα – τους οποίους δεν μπορούσε να δει.

Ο Ανδρόνικος ρώτησε τον Φένχιλ: «Αυτή είναι η Μεγάλη Σύναξή τους;»

Εκείνος ένευσε. «Ναι, η Ασνούρτα Μ’λίν’τα. Θα είμαστε εκεί ώς το βράδυ, σίγουρα.»

Καμια-δυο ώρες προτού πέσει η νύχτα, είχαν φτάσει στις παρυφές του μεγάλου καταυλισμού, και Ασνούρτα ξεπήδησαν μέσα από τα χόρτα της πεδιάδας για να τους προϋπαντήσουν. Πρέπει να ήξεραν για τον ερχομό τους, γιατί δεν φάνηκαν να κάνουν ερωτήσεις στους Οδηγούς τους. Μονάχα μερικές κραυγές αντάλλαξαν: !ι-κι-κι-κι-κι-κι! – κ’κ’κ’κ’κ’κ’κ! – κι-κι-κι-κι-κι-κι!

Ολόκληρη η Ασνούρτα Μ’λίν’τα αναστατώθηκε από την παρουσία των ξένων. Οι μικρόσωμοι, μαυρόδερμοι ιθαγενείς βγήκαν από σκηνές, από σπίτια, από τη βλάστηση, φωνάζοντας και χοροπηδώντας. Αυλητές έπαιζαν με τα κοκάλινα σουραύλια τους εύθυμες μελωδίες. Ορισμένοι από τους Ασνούρτα φορούσαν ξύλινες μάσκες· όταν όμως βρίσκονταν κοντά στους επαναστάτες, πετούσαν τις μάσκες τους στη γη, αποκαλύπτοντας τα πρόσωπά τους.

«Μας καλωσορίζουν με το αληθινό τους πρόσωπο,» εξήγησε ο Φένχιλ.

«Υπάρχει κάποιος αρχηγός εδώ;» ρώτησε ο Ανδρόνικος. «Κάποιος φύλαρχος;»

«Στην Ασνούρτα Μ’λίν’τα, την ανώτατη εξουσία έχουν τα Αφτιά της Ασνούρτα λίν’τα. Σαμάνοι, γυναίκες και άντρες. Θα τους συναντήσουμε τώρα, Πρίγκιπά μου, είμαι βέβαιος.»

Και πράγματι, οι ιθαγενείς που είχαν συγκεντρωθεί γύρω απ’τους επαναστάτες δεν άργησαν να σχηματίσουν ανάμεσά τους ένα μονοπάτι το οποίο οδηγούσε προς ένα σπίτι φτιαγμένο λιγάκι διαφορετικά από τα υπόλοιπα. Ένα σπίτι υπερυψωμένο από το έδαφος, επάνω σε μια ξύλινη εξέδρα, και διακοσμημένο με φτερά, κόκαλα, λίθους, και άνθη. Ο Ανδρόνικος και οι σύντροφοί του σταμάτησαν μπροστά σ’αυτό το σπίτι.

Οι Ασνούρτα που τους περιστοίχιζαν στέκονταν τώρα ο ένας επάνω στους ώμους του άλλου. Ακόμα και τέσσερις άνθρωποι στέκονταν ο ένας πάνω στον άλλο, με εκπληκτική ισορροπία. Τραγουδούσαν και φώναζαν.

«Περιμένουμε κάτι;» ρώτησε ο Ανδρόνικος τον Φένχιλ.

«Ναι.»

Μετά από λίγο, από το εσωτερικό του υπερυψωμένου σπιτιού βγήκαν τα Αφτιά της Ασνούρτα λίν’τα: τρεις άντρες και τρεις γυναίκες, μικρόσωμοι όλοι και μαυρόδερμοι όπως κι οι υπόλοιποι, αλλά ντυμένοι διαφορετικά. Φορούσαν επάνω τους φτερά και άνθη, είχαν κοκάλινες μάσκες στα πρόσωπά τους και μακρείς μανδύες στους ώμους τους. Κοσμήματα γυάλιζαν σε διάφορα σημεία του σώματός τους, ιδιαίτερα στ’αφτιά και στα δάχτυλα.

Οι Ασνούρτα σώπασαν.

Ένα θηλυκό Αφτί μίλησε, απευθυνόμενο στους νεόφερτους.

Ο Φένχιλ απάντησε.

Τα Αφτιά αλληλοκοιτάχτηκαν για μερικές στιγμές, κι αντάλλαξαν λίγες χειρονομίες. Συμβολική γλώσσα.

Ύστερα, στράφηκαν στους επαναστάτες και, το ένα κατόπιν του άλλου, τα Αφτιά μίλησαν, λέγοντας ακριβώς το ίδιο πράγμα. Ακόμα κι όσοι δεν ήξεραν τη γλώσσα των Ασνούρτα καταλάβαιναν ότι οι λέξεις επαναλαμβάνονταν.

Οι Ασνούρτα ολόγυρα άρχισαν αμέσως να φωνάζουν και να χοροπηδάνε. Ο Φένχιλ έκανε μια βαθιά υπόκλιση.

Μετά, είπε στον Ανδρόνικο: «Είμαστε φιλοξενούμενοί τους, και ευχαρίστως θα συζητήσουν μαζί μας.»

Νόρχακ

1.

«Τι μαλακίες λες, ρε φίλε; Μας δουλεύεις;» γρύλισε ο Χρίστος.

Ο άντρας γέλασε, και υπήρχε κάτι το κενό στο γέλιο του. «Νομίζεις ότι σου κάνουν αστείο;» Και με τρομαχτική σοβαρότητα: «Δεν είναι αστείο, φίλε μου. Από δω και πέρα, είσαι σαν κι εμένα. Σαν κι εμάς. Ό,τι κι αν κάνεις. Όσο κι αν διαμαρτυρηθείς.»

«Στο τέλος, θα μάθεις να σ’αρέσει,» είπε η γυναίκα που μέχρι στιγμής ήταν σιωπηλή.

«Είστε τρελοί!» Ο Χρίστος σηκώθηκε όρθιος. «Είμαι δικηγόρος. Όποιος έστησε αυτή την ιστορία, θα φροντίσω να τρέχει μια ζωή στα δικαστήρια!»

Οι άλλοι γύρω του γελούσαν.

Μια πόρτα ακούστηκε ν’ανοίγει–

Βήματα ακούστηκαν να έρχονται.

Ο Πολ, καθισμένος στο βάθος του κελιού του, βλεφάρισε διώχνοντας τις καταραμένες αναμνήσεις που τελευταία έρχονταν ολοένα και περισσότερο στο μυαλό του. Κόντευε να τρελαθεί εδώ κάτω.

Τα βήματα πλησίαζαν.

Κάποιος ερχόταν να τον δει; Ή έφερναν κάποιον καινούργιο στα μπουντρούμια; Είχαν καιρό να το κάνουν αυτό – και το ένα και το άλλο. Ήταν τελείως μόνος εδώ πέρα. Μονάχα οι φρουροί έρχονταν, για να του φέρνουν φαγητό και νερό.

Ο Πολ είχε σκεφτεί πολλές φορές την αυτοκτονία, αλλά δεν είχε κάνει τίποτα μέχρι στιγμής. Περίμενε λίγο ακόμα, έλεγε κάθε φορά στον εαυτό του. Ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να κολλήσει στον Μεγάλο Προφήτη… Κανένα όραμα… καμια παλαβή ιδέα…

Τα βήματα πλησίαζαν.

Ο Πολ σηκώθηκε όρθιος, μουγκρίζοντας. Κοίταξε από το καγκελωτό παραθυράκι της πόρτας του κελιού του. Φρουροί του παλατιού συνόδευαν μια γυναίκα που τα χέρια της ήταν δεμένα πίσω απ’την πλάτη, με αλυσίδες. Η Ανταρλίδα ήταν μαζί τους.

Η αιχμάλωτη κάτι θύμιζε στον Πολ, αλλά δεν ήταν βέβαιος τι… Μαύρα μακριά μαλλιά, λεία, γυαλιστερά… λευκό δέρμα με απόχρωση του ροζ… άγρια όψη… χέρια που διαγράφονταν μυώδη κάτω από τα εφαρμοστά μανίκια της μαύρης στολής της…

Μαύρη στολή;

Η γυναίκα φάνηκε να διαισθάνεται, κάπως, το βλέμμα του Πολ. Γύρισε λιγάκι το κεφάλι και τον κοίταξε. Τα μάτια της, έντονα γκρίζα, του έφεραν στο μυαλό καλογυαλισμένες λεπίδες που τρυπάνε ώς τα βάθη της ψυχής.

Η Ανταρλίδα, αντιθέτως, δεν γύρισε καθόλου να κοιτάξει τον Πολ· τα δικά της μάτια ήταν στραμμένα στην αιχμάλωτη, και μόνο στην αιχμάλωτη, και το χέρι της ήταν κοντά στο πιστόλι στη ζώνη της.

Η συνοδία πέρασε μπροστά από την πόρτα του και εξαφανίστηκε μέσα στους διαδρόμους των μπουντρουμιών.

Ο Πολ είχε πλέον μια πολύ καλή υποψία για το τι ήταν η αιχμάλωτη. Μαύρη Δράκαινα. Μια απ’αυτές που ακόμα υπηρετούν την Παντοκράτειρα. Είχε δει τις φάτσες τους: γι’αυτό η συγκεκριμένη τού θύμιζε κάτι. Προσπάθησε να θυμηθεί ονόματα… Ναι, αυτή πρέπει να ήταν. Αλιζέτ. Αλιζέτ Τάνρεχ. Καταγωγή από τη Βίηλ, αν δεν έκανε λάθος. Σκοτεινή Βασίλισσα, την αποκαλούσαν. Ο φόβος και ο τρόμος.

Ήταν, όμως, φυλακισμένη τώρα. Αιχμάλωτη του Μεγάλου Προφήτη.

Η Παντοκράτειρα πρέπει να την έστειλε για να τον σκοτώσει…

Ο Πολ κάθισε πάλι στο βάθος του κελιού του. Αν η Αλιζέτ κατόρθωνε να δραπετεύσει από δω, τότε ίσως κατάφερνε κι εκείνος να πάει μαζί της–

Να πάει πού; Ο Ελκράσ’ναρχ θα τον σκότωνε, κατά πάσα πιθανότητα, όταν μάθαινε πως τον είχε αιχμαλωτίσει ο Τάμπριελ. Ή ίσως να του έκανε τίποτα χειρότερο από τον θάνατο. Ο Ελκράσ’ναρχ τού είχε ήδη κάνει κάτι που, ορισμένοι θα έλεγαν, ήταν χειρότερο από τον θάνατο. Είχε σκοτώσει την ταυτότητά του. Την είχε αλλάξει. Ο Χρίστος Λευκοχαίτης ήταν νεκρός ως πρόσωπο· δεν υπήρχε. Υπήρχε, τώρα, ο Πολ Ντέρνηχ. Με διαφορετική εμφάνιση. Δέρμα λευκό-ροζ αντί για πορφυρό. Τρίχα ξανθή αντί για μαύρη.

Οι καταραμένες αναμνήσεις…

«Εσύ,» του είπε η μαυροντυμένη γυναίκα, ενώ οι δύο άντρες, δεξιά κι αριστερά της, τον σημάδευαν με τα πιστόλια τους. «Έλα μαζί μας.»

«Τι σκατά είναι δω πέρα;» φώναξε ο Χρίστος. «Βρίσκομαι σε φυλακές;»

«Δεν είναι φυλακές εδώ,» του είπε η γυναίκα, με όψη μουντή, κάπως θλιμμένη ίσως. «Ολόκληρη η Ρελκάμνια είναι φυλακή. Προχώρα, και θα μάθεις, αν το θέλουν να μάθεις.»

Ο Χρίστος κοίταξε τους τύπους με τα πιστόλια. Ήταν οι ίδιοι που είχαν παρουσιαστεί και στο σπίτι του, και είχαν ήδη τραντάξει το νευρικό του σύστημα μία φορά με τα ενεργειακά τους όπλα. Δεν χρειαζόταν και δεύτερη.

Τους ακολούθησε.

2.

Ο Πολ είχε χάσει γι’ακόμα μια φορά την αίσθηση του χρόνου.

Πότε ήταν που είχαν φέρει τη Μαύρη Δράκαινα στα μπουντρούμια; Μία μέρα; Δύο μέρες; Περισσότερες; Δεν είχε, πάντως, ακουστεί καμια φασαρία. Η Αλιζέτ δεν πρέπει νάχε προσπαθήσει να δραπετεύσει ακόμα. Ίσως και να μη μπορούσε. Η Ανταρλίδα θα φρόντιζε, μάλλον, να είναι δεμένη χειροπόδαρα ακόμα και στο κατούρημα. Η μια Μαύρη Δράκαινα αποκλείεται να μη φοβάται την άλλη. Ξέρει από τον εαυτό της. Και η Σκοτεινή Βασίλισσα είχε άσχημη φήμη, άμα θυμόταν καλά ο Πολ…

Κάποιος τον κοίταξε απ’το παραθυράκι της πόρτας· είδε μια σκιά.

Το γεύμα μας. Τι ευτυχία!

Η πόρτα άνοιξε. Δεν ήταν, όμως, ο φρουρός.

Ο Πολ, βλεφαρίζοντας στο ασθενικό φως των μπουντρουμιών, ατένισε την Ανταρλίδα να στέκεται στο κατώφλι του κελιού του. Ψηλή, κατάλευκη, ξανθιά. Σαν οπτασία. Ο Θάνατος, που λέει Δεν ήξερα τι άλλο να κάνω και ήρθα απόψε να σε πάρω.

Μενεξεδιά μάτια τον κοίταζαν υπολογιστικά.

«Κι εγώ που νόμιζα ότι έφεραν τίποτα να φάμε…» είπε ο Πολ. «Παρεμπιπτόντως, μπορώ να κάνω ένα παράπονο;»

Η Ανταρλίδα ύψωσε ένα φρύδι.

«Εδώ και καιρό έχω ζητήσει τσιγάρα, και με αγνοούν.»

Η Ανταρλίδα τράβηξε ένα πακέτο απ’την κωλότσεπη του παντελονιού της και του το πέταξε.

Ο Πολ το έπιασε, καθισμένος στο βάθος καθώς ήταν. «Φχαριστώ…» είπε, παραξενεμένος από την προθυμία της. Μισογεμάτο ήταν, αλλά δεν πείραζε. «Αναπτήρας;»

«Επάνω.»

Ο Πολ βλεφάρισε, ακόμα πιο παραξενεμένος.

«Θα έρθεις μαζί μου,» του είπε η Ανταρλίδα. «Ο Τάμπριελ θέλει να μιλήσετε.»

«Τι μπορεί να έχει να πει ο Μεγάλος Προφήτης μ’ένα τσογλάνι σαν εμένα;»

«Θα δεις.» Η Ανταρλίδα, στρέφοντάς του την πλάτη, του έκανε νόημα να την ακολουθήσει.

Ο Πολ – γι’ακόμα μια φορά στη ζωή του – ακολούθησε.

3.

Μετά απ’το μπάνιο, ξυρίστηκε. Έκοψε τελείως τα ξανθά του μούσια. Έκοψε, επίσης, τα μαλλιά του – αν και όχι τελείως.

Η Ανταρλίδα δεν τον είχε οδηγήσει αμέσως στον Τάμπριελ· του είχε πει να πλυθεί και να γίνει ευπαρουσίαστος πρώτα, γιατί βρομούσε ολόκληρος. Οι συνθήκες υγιεινής των μπουντρουμιών σας, της είχε αποκριθεί εκείνος. Πρέπει να το φροντίσετε. Να παραπονεθείτε, ίσως, στη Βασίλισσα Παμράνεχ. Η Ανταρλίδα δεν του είχε απαντήσει· ποτέ δεν ήταν και τόσο ομιλητική.

Ο Πολ, τελειώνοντας με την εμφάνισή του, βγήκε στο καθιστικό, όπου τον περίμενε η Μαύρη Δράκαινα, καθισμένη σε μια πολυθρόνα, καπνίζοντας ένα τσιγάρο, με τα μακριά της πόδια σταυρωμένα στο γόνατο.

«Πώς σου φαίνομαι;» τη ρώτησε.

«Καλός είσαι.» Η Ανταρλίδα έσβησε το τσιγάρο της και σηκώθηκε.

«Ύστερ’από τόσο καιρό που είμαι κλειδαμπαρωμένος εκεί κάτω, ένα όμορφο κομπλιμέντο από μια γυναίκα θα ήταν πολύ ευπρόσδεκτο.»

«Βρες, τότε, μια γυναίκα να σ’το κάνει.» Η Ανταρλίδα βάδισε προς την πόρτα. «Αφού μιλήσεις με τον Τάμπριελ.»

«Δε θα με ξανακλειδώσετε στα μπουντρούμια, δηλαδή;»

«Θα δείξει.» Η Ανταρλίδα άνοιξε την πόρτα.

«Μου χαλάς τελείως τη γνώμη που είχα σχηματίσει για εσάς…»

Ο Τάμπριελ τον περίμενε σ’ένα άλλο καθιστικό, στα προσωπικά του διαμερίσματα. Στο χέρι του κρατούσε εκείνο το ψηλό μπαστούνι με την πορφυρή σφαίρα στην κορυφή.

«Καλώς ήρθες, Πολ,» τον χαιρέτησε. «Κάθισε.»

Ο Πολ κάθισε σε μια πολυθρόνα, και ο Τάμπριελ κάθισε αντίκρυ του. Η Ανταρλίδα πήρε θέση σ’έναν καναπέ, παραδίπλα.

«Είμαι έκπληκτος, οφείλω να ομολογήσω,» είπε ο Πολ. «Νόμιζα ότι θα σάπιζα εκεί κάτω.»

«Ακόμα μπορεί να σαπίσεις,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ, ατενίζοντάς τον ερευνητικά.

Ο Πολ σταύρωσε τα χέρια του εμπρός του. «Προφήτης είσαι· κάτι θα ξέρεις…»

«Θέλεις τίποτα να πιεις;»

«Ό,τι έχετε ευχαρίστηση.»

Ο Τάμπριελ έκλεισε τα μάτια. Μετά από μερικές στιγμές, τα άνοιξε. Κι έμεινε σιωπηλός.

Κανένα λεπτό πέρασε, το πολύ, κι από μια πλευρική πόρτα ένας υπηρέτης ήρθε. Κρατούσε έναν δίσκο στα χέρια, κι επάνω στο δίσκο ήταν τρεις κούπες. Τις άφησε σ’ένα τραπεζάκι κοντά στην πολυθρόνα του Πολ.

Εκείνος τις κοίταξε.

«Η πρώτη από αριστερά,» του είπε ο Τάμπριελ, «περιέχει Σεργήλιο οίνο. Η δεύτερη, τοπικό κρασί της Φέντινκεχ. Η τρίτη, Λευκό Απολλώνιον Νότιων Δουκάτων.»

Ο Πολ πήρε το τελευταίο ποτό. Το δοκίμασε. Πράγματι, ήταν Λευκό Απολλώνιον, από τα Νότια Δουκάτα – εκτός αν έχω χάσει τελείως τη γεύση μου, με τα σκατά που με ταΐζουν τόσο καιρό…

«Εμπορεύεσαι με τον Πρίγκιπα Ανδρόνικο, να υποθέσω;»

«Βασιληάς πλέον,» είπε ο Τάμπριελ.

«Μαθαίνω και κάτι καινούργιο κάθε μέρα.»

«Σου είπε η Ανταρλίδα γιατί βρίσκεσαι εδώ;»

«Μου είπε ότι θέλεις να μιλήσουμε.»

«Πράγματι, αυτό θέλω.»

Ο Πολ ήπιε ακόμα μια γουλιά απ’το ποτό του. «Για τι θέμα;»

«Δεν μπορείς να φανταστείς;»

«Προφήτης δεν είμαι. Όμως… υποθέτω ότι έχει να κάνει με τον Ελκράσ’ναρχ. Είναι ο μόνος λόγος για τον οποίο μπορεί να θέλεις να μιλήσεις μαζί μου.»

«Δεν έχεις άδικο,» είπε ο Τάμπριελ. «Χρειάζομαι τις γνώσεις σου, για να πολεμήσω τον Ελκράσ’ναρχ.»

Ο Πολ δεν μπόρεσε παρά να γελάσει. «Να πολεμήσεις τον Ελκράσ’ναρχ; Εντάξει, δε λέω, έχεις, ομολογουμένως, κάποιες δυνάμεις απ’ό,τι καταλαβαίνω· αλλά ο Ελκράσ’ναρχ έχει μια ολόκληρη Παντοκρατορία υπό τον έλεγχό του.»

«Δεν έχει, όμως, η Παντοκρατορία του κατορθώσει μέχρι στιγμής να κατακτήσει τη Νόρχακ. Και όχι μόνο αυτό, Πολ, αλλά, με μέρα τη μέρα, χάνει δύναμη. Η Επανάσταση νικάει.»

«Ενδιαφέρον… Και πιστεύεις ότι εγώ θα σας βοηθήσω στον πόλεμό σας;»

«Εξακολουθείς να είσαι πιστός στον Ελκράσ’ναρχ;»

«Οι επιλογές μου ήταν εξαρχής περιορισμένες.»

«Δεν είναι, πλέον,» είπε ο Τάμπριελ. «Τώρα μπορείς να επιλέξεις.»

Ο Πολ ρουθούνισε. «Μη με παραμυθιάζεις. Ούτε τώρα μπορώ. Τι λες να επιλέξω; Να επιστρέψω στα μπουντρούμια; Επιπλέον, αν καταφέρω να ξαναβρεθώ μέσα στο δίκτυο του Ελκράσ’ναρχ, δε νομίζω εκείνος να δείξει κατανόηση για την αποτυχία μου να σε σκοτώσω. Ούτε για την αιχμαλωσία μου.»

«Το ίδιο υποθέτω κι εγώ.»

«Δεν έχεις… ‘δει’ τίποτα;»

«Όχι.»

Ο Πολ δεν τον πίστευε. Ήπιε μια γουλιά λευκό αφρώδη οίνο από την Απολλώνια. Κι όταν είδε ότι ο Τάμπριελ δεν θα συνέχιζε, τον ρώτησε: «Τι πληροφορίες θέλεις από εμένα;»

«Τι γνωρίζεις για τον Ελκράσ’ναρχ;»

«Σου έχω πει ήδη όσα γνωρίζω. Δεν είναι τέσσερις Υπερασπιστές, όπως νομίζουν οι περισσότεροι. Είναι μία οντότητα. Και μου άλλαξε την εξωτερική μου εμφάνιση. Έχει ολόκληρο δίκτυο που–»

«Τα ξέρουμε αυτά,» τον διέκοψε ο Τάμπριελ. «Ρωτάω μήπως έχεις να μου πεις τίποτα καινούργιο.»

«Δυστυχώς, οι κατάσκοποί μου με απογοήτευσαν όσο ήμουν κλειδωμένος στα μπουντρούμια σου.»

Ο Τάμπριελ δεν χαμογέλασε. «Εμένα, όμως, οι κατάσκοποί μου δεν με απογοήτευσαν, Πολ. Έχω μάθει κάποια πράγματα ακόμα για τον εχθρό μας, τον Ελκράσ’ναρχ.»

«Θα τα μοιραστείς μαζί μου;» Ο Πολ άναψε ένα από τα τσιγάρα που του είχε δώσει η Ανταρλίδα.

«Θέλω πρώτα να μάθω αν είσαι πρόθυμος να μας βοηθήσεις.»

«Μπορώ να κάνω κι αλλιώς;»

«Τουλάχιστον είσαι ειλικρινής. Και, πιστεύω, δεν θα έχεις λόγο να αγαπάς τον Ελκράσ’ναρχ.»

«Ήμασταν εραστές ένα φεγγάρι, αλλά το έχω ξεπεράσει.»

«Εκείνο που πραγματικά χρειάζομαι από εσένα, Πολ, είναι οι γνώσεις σου σχετικά με το δίκτυο των πρακτόρων του Ελκράσ’ναρχ.»

Ο Πολ ένευσε. Το φανταζόμουν.

«Αν πάμε, για παράδειγμα, στη Ρελκάμνια, θα μπορούσες να μας βοηθήσεις να τους ξεπαστρέψουμε;»

Ο Πολ, που εκείνη την ώρα έπινε μια γουλιά λευκό κρασί, έβηξε. «Στη Ρελκάμνια; Έχεις παλαβώσει, επιστήμονα;»

«Το ξέρεις το δίκτυο, ή δεν το ξέρεις;»

«Το ξέρω, αλλά και πάλι… Στη Ρελκάμνια; Είναι σα να πηγαίνεις και να βάζεις το κεφάλι σου ανάμεσα στ’ανοιχτά σαγόνια ενός Μεγαθήριου. Απ’αυτά της Φεηνάρκια.»

Ο Τάμπριελ ένευσε. Από τη Φεηνάρκια καταγόταν. «Η κατάσταση έχει αλλάξει. Πολύ. Αυτό που λες σίγουρα θα ίσχυε παλιότερα, αλλά όχι πλέον.»

Ο Πολ μόρφασε εσκεμμένα, δείχνοντας την έκπληξή του.

«Το ξέρεις το δίκτυο του Ελκράσ’ναρχ, ή όχι;» ξαναρώτησε ο Τάμπριελ.

«Το ξέρω· το είπαμε αυτό.»

«Θα μπορούσες να μας εξυπηρετήσεις, λοιπόν, μέσα στη Ρελκάμνια.»

«Θεωρητικά, ναι.»

«Είσαι πρόθυμος;»

«Το προτιμώ από τα μπουντρούμια.»

«Καλώς,» είπε ο Τάμπριελ. «Αύριο θα πάμε σ’ένα μέρος για να σου δείξω κάτι πολύ σημαντικό. Σήμερα μπορείς να ξεκουραστείς. Και θα σου πρότεινα να το κάνεις, γιατί θα βαδίσουμε κάμποσο.»

Ο Πολ συνοφρυώθηκε. «Πού θα πάμε;»

«Δεν έχει νόημα να σου πω από τώρα. Πρέπει να το δεις με τα μάτια σου.»

4.

Ο Πολ κοιμήθηκε σ’ένα δωμάτιο μέσα στο Βασιλικό Παλάτι της Φέντινκεχ, και ονειρεύτηκε το παρελθόν…

Ένας από τους Υπερασπιστές της Παντοκράτειρας (!) μπαίνει στο δωμάτιο και τον ατενίζει. Ο Χρίστος δεν μπορεί να το πιστέψει. Τι σχέση έχουν αυτοί μ’εκείνον;

«Με λένε Ελκράσ’ναρχ,» λέει η ψηλή, μαύρη οντότητα που κάνει, από πάνω ώς κάτω, αργυρές και πορφυρές ανταύγειες. Πανοπλία είναι αυτό που τη σκεπάζει, ή κάτι άλλο; Το πρόσωπό της δεν φαίνεται, κρυμμένο πίσω από το κράνος της – αν είναι κράνος. «Κι εσένα σε λένε Πολ Ντέρνηχ.» Η φωνή της είναι παράξενη, τρομαχτική.

Ο Χρίστος ξεροκαταπίνει. «Εσείς… είστε… Συνοδεύετε την Παντοκράτειρα. –Και δεν με λένε Πολ Ντέρνηχ. Με λένε–»

«Πολ Ντέρνηχ σε λένε.» Ο Υπερασπιστής χωρίζεται σε δύο, και οι δύο σε πέντε, σαν να βγαίνουν από μια ενιαία μάζα.

Ο Χρίστος βλεφαρίζει. Τρίβει τα μάτια του.

Μετά από λίγο, ο Ελκράσ’ναρχ ανοίγει ένα συρτάρι. Του δείχνει φωτογραφίες αντρών. «Ποιος σ’αρέσει καλύτερα;»

«Δεν πηδάω άντρες, ό,τι κι αν είσαι.»

«Θέλεις, όμως, να διαλέξεις μόνος σου το καινούργιο σου σώμα, δεν θέλεις;»

Ο Χρίστος κάνει ένα βήμα πίσω. «Τι… τι εννοείς;…»

Ο Ελκράσ’ναρχ γελά. Και οι πέντε γελάνε–

Ο Χρίστος αιωρείται.

Σκιές πίσω από τα κλειστά βλέφαρά του. Ένα βουητό. Μουρμουρητά. Σχισίματα. Ακουμπάνε το σώμα του. Ονειρεύεται;

Ονειρεύεται!

Ονειρεύομαι!

Ξύπνα!

ΞΥΠΝΑ!

Ο Πολ τινάχτηκε όρθιος πάνω στο κρεβάτι, καταϊδρωμένος. Ξεφύσησε. Σηκώθηκε. Άνοιξε το μπουκάλι, γέμισε μια κούπα με κρασί, ήπιε. Τη στράγγισε. Ύστερα, πήγε στο λουτρό κι έκανε ένα μπάνιο, για να διώξει τον ιδρώτα από το σώμα του (τον ένιωθε σαν κάτι το εχθρικό επάνω του) και να χαλαρώσει. Τελειώνοντας, ξανάπεσε για ύπνο.

Όπως είπε κι ο Τάμπριελ, καλύτερα να ήταν ξεκούραστος για το αυριανό τους ταξίδι.

Ξύπνησε πριν από την αυγή. Και δεν μπορούσε να ξανακοιμηθεί τώρα. Έπεσε στο πάτωμα κι άρχισε να κάνει κάμψεις. Τρεις… πέντε… δεκαπέντε… είκοσι… τριάντα… σαράντα-πέντε… πενήντα-δύο… πενήντα-τέσσερις… πενήντα-πέντε... Γρύλισε.

Πενήντα-έξι.

Σταμάτησε. Ξεφυσώντας.

Γύρισε ανάσκελα. «Σκατά,» μονολόγησε λαχανιασμένα. «Κοκαλώσαμε σαν πούστηδες εκεί κάτω…»

Σηκώθηκε όρθιος. Πήγε πάλι στο λουτρό. Το γέμισε με νερό και έκανε μπάνιο. Βγήκε, ντύθηκε με τα ρούχα που του είχε δώσει ο Τάμπριελ, και μετά από λίγη ώρα άκουσε έναν χτύπο στην πόρτα του.

«Ποιος;»

«Το πρωινό σας, κύριε.»

«Πέρνα.» Ο Πολ δεν είχε κλειδώσει την πόρτα, ούτε τραβήξει τον σύρτη. Άμα ήθελαν να τον καθαρίσουν θα τον είχαν καθαρίσει ήδη.

Μια υπηρέτρια μπήκε, λέγοντας «Καλημέρα σας, κύριε» κι αφήνοντας το πρωινό του πάνω στο τραπεζάκι.

«Θα θέλατε κάτι άλλο, κύριε;»

«Όχι, σ’ευχαριστώ.»

Η υπηρέτρια έφυγε, και ο Πολ έφαγε χωρίς να βιάζεται.

Κανένα δεκάλεπτο αφότου είχε τελειώσει, ο Τάμπριελ ήρθε να τον επισκεφτεί. Μόνος – εξαιρώντας πάντα το παράξενο ραβδί του.

«Πώς κοιμήθηκες, Πολ;»

«Αν σκεφτείς πόσο καιρό κοιμόμουν στα μπουντρούμια, δε νομίζω ότι μπορώ να σου απαντήσω αντικειμενικά.»

Ο Τάμπριελ, ως συνήθως, δεν χαμογέλασε. «Είσαι έτοιμος να φύγουμε;»

«Δεν έχω κάτι άλλο να κάνω.»

«Ωραία. Αυτά είναι για σένα.» Του έδωσε έναν σάκο.

Ο Πολ τον άνοιξε. Εκτός των άλλων, μέσα ήταν και δύο όπλα: ένα πιστόλι (μάλλον, Απολλώνιας κατασκευής) κι ένα ξιφίδιο (σίγουρα Απολλώνιας κατασκευής). Δε φοβάται ότι θα τον σκοτώσω, λοιπόν.

«Να τα δέσεις επάνω σου,» είπε ο Τάμπριελ. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι αναφερόταν στα όπλα.

Ο Πολ πέρασε το πιστόλι στη ζώνη του και θηκάρωσε το ξιφίδιο στη μπότα του. «Μπορεί να συναντήσουμε κίνδυνο;»

«Τίποτα δεν αποκλείεται.»

Βγήκαν απ’το δωμάτιο και βάδισαν μέσα στους πρωινούς διαδρόμους του παλατιού.

«Πού πηγαίνουμε, αν επιτρέπεται τώρα να μου πεις;» ρώτησε ο Πολ.

«Βόρεια.»

Αυτό δε λέει και πολλά από μόνο του.

Κατέβηκαν στον κήπο του παλατιού και, μετά από λίγο, βρέθηκαν κοντά σ’ένα τετράκυκλο όχημα και πέντε ανθρώπους που ο Πολ δεν γνώριζε – τέσσερις άντρες, μία γυναίκα. Ιεράρχες, μάλλον. Τα μάτια και τα αφτιά του Μεγάλου Προφήτη.

«Η Ανταρλίδα;» ρώτησε ο Πολ.

«Έχει άλλες δουλειές,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ, ανοίγοντας μια πόρτα. «Μπες.»

Ο Πολ μπήκε στην πίσω μεριά του οχήματος και κάθισε. Ο Τάμπριελ κάθισε δίπλα του. Οι περισσότεροι από τους Ιεράρχες κάθισαν πίσω επίσης, εκτός από δύο, που ο ένας πήρε τη θέση του οδηγού κι ο άλλος τη θέση του συνοδηγού.

Το όχημα ξεκίνησε. Βγήκε στους δρόμους της Φέντινκεχ, διασχίζοντας την πόλη με προσοχή. Δεν υπήρχαν και πολλά άλλα του είδους του. Παρότι ο Τάμπριελ είχε φέρει τη Νόρχακ σε επαφή με το υπόλοιπο σύμπαν, ο Πολ παρατηρούσε ότι ακόμα η διάσταση δεν είχε εξελιχτεί όσο, για παράδειγμα, η Σεργήλη ή η Απολλώνια. Αναμενόμενο, βέβαια. Μέχρι στιγμής, οι γηγενείς δεν είχαν ούτε ενεργειακούς φακούς, όχι οχήματα και αεροσκάφη.

Βγήκαν από την Πύλη του Βορινού Ανέμου και ο οδηγός τούς πήγε προς τα βόρεια, οδηγώντας μέσα στην ύπαιθρο του Βασιλείου Τάρσαζ.

Ο Πολ αναρωτιόταν τι μπορεί να ήταν εκείνο που ο Τάμπριελ έπρεπε να του δείξει αλλά δεν μπορούσε να του πει. Ό,τι κι αν είναι, καλύτερα εδώ παρά στα μπουντρούμια… Ακόμα δεν είχε συνηθίσει τελείως το ηλιακό φως· στένευε τα μάτια του, κάπου-κάπου, κοιτάζοντας έξω από τα παράθυρα του οχήματος.

Δεν άργησαν να στρίψουν προς τα βορειοανατολικά, και μετά από καμια ώρα, ήταν στις παρυφές ενός μεγάλου δάσους, περνώντας δίπλα από μικρές πόλεις και χωριά. Συνέχισαν για ακόμα μια ώρα και, τελικά, έφτασαν στους πρόποδες βουνών. Αυτά, σκέφτηκε ο Πολ, πρέπει να είναι τα βουνά δυτικά του ποταμού Σάρηακ. Βρισκόμαστε σχεδόν στα σύνορα του Βασιλείου Τάρσαζ.

Το όχημα σταμάτησε. Οι Ιεράρχες και ο Τάμπριελ βγήκαν.

Ο Πολ τούς μιμήθηκε, τυλίγοντας την κάπα του γύρω του. Έκανε ψύχρα. «Εδώ είμαστε;»

«Θα περπατήσουμε λίγο ακόμα,» είπε ο Τάμπριελ.

Και ξεκίνησαν, ακολουθώντας ένα ορεινό μονοπάτι το οποίο ίσα που φαινόταν καθώς σκαρφάλωνε στο πλάι μιας πλαγιάς.

«Τι είναι αυτό που θέλεις να μου δείξεις;» ρώτησε ο Πολ. «Κανένα καινούργιο Ρήγμα; Υπερδιαστασιακός στρόβιλος;»

«Κάτι τέτοιο.»

«Μιλάς σοβαρά; Έχουν αρχίσει πάλι να συμβαίνουν τέτοιες μαλακίες εδώ;»

«Δεν είναι τόσο επικίνδυνα τα πράγματα όσο τότε, αλλά είναι κάτι που πρέπει να δεις. Μπορεί να έχεις να μου δώσεις κάποιες πληροφορίες.»

«Το αμφιβάλλω. Εσύ είσαι ο Προφήτης· και μάγος, επιπλέον.»

«Εσύ, όμως, ήσουν πράκτορας του Ελκράσ’ναρχ.»

Τέλος πάντων… Ο Πολ δεν θέλησε να διαφωνήσει. «Και γιατί, προτού φύγουμε, μου είπες ότι ίσως να συναντήσουμε κίνδυνο;»

«Διότι δεν αποκλείεται να συμβεί,» απάντησε ο Τάμπριελ, χωρίς να εξηγήσει τίποτα περισσότερο.

Η περιέργεια του Πολ ολοένα και μεγάλωνε.

Και το ορεινό μονοπάτι γινόταν ολοένα και πιο απόκρημνο. Αν γλιστρούσες κι έπεφτες στην πλαγιά, το μόνο που ίσως μπορούσε να σε σώσει ήταν τα αειθαλή δέντρα. Αλλά το πιθανότερο ήταν ότι θα κοπανούσες επάνω τους και θα έσπαγες τα κόκαλά σου.

Σε σκατοπεριοχές τριγυρίζω, συνεχώς, παρατήρησε ο Πολ. Η ιστορία της ζωής μου…

Η εμφάνιση των Παντοκρατορικών τον έπιασε απροετοίμαστο.

Περίμενε, δηλαδή, κάποιον κίνδυνο, αφού ο Τάμπριελ τον είχε προειδοποιήσει· αλλά δεν περίμενε αυτούς. Πώς είχαν κατορθώσει να φτάσουν ώς εδώ, μέσα στη Νόρχακ;

Οι λευκοντυμένοι πολεμιστές παρουσιάστηκαν κι από τις δυο μεριές του μονοπατιού, ξεπροβάλλοντας πίσω από τα δέντρα και σημαδεύοντας τον Πολ και τους συνταξιδιώτες του με τουφέκια.

«Ακίνητοι!» φώναξε ένας. «Αφήστε τα όπλα σας στο έδαφος! Τώρα!»

Ο Πολ κοίταξε τον Τάμπριελ.

Εκείνος έμοιαζε θυμωμένος, χωρίς να το δείχνει πολύ. Ποτέ δεν ήταν ιδιαίτερα εκφραστικός, απ’ό,τι είχε καταλάβει ο Πολ.

«Κανένα εναλλακτικό σχέδιο, Μεγάλε Προφήτη;»

«Φοβάμαι πως όχι, Πολ.» Ο Τάμπριελ τράβηξε το πιστόλι του και το άφησε στο έδαφος εμπρός του.

Οι Ιεράρχες τον μιμήθηκαν.

5.

Οι Παντοκρατορικοί τούς έδεσαν τα χέρια πίσω απ’την πλάτη, με χειροπέδες.

Πάλι τα ίδια… σκέφτηκε ο Πολ. Απ’τη μια φυλακή στην άλλη. Κι όταν με αναγνωρίσουν οι πράκτορες του Ελκράσ’ναρχ, δεν θα περάσω καλά…

Οι λευκοντυμένοι πολεμιστές, εξακολουθώντας να τους σημαδεύουν με τα τουφέκια τους, τους ώθησαν προς τα εκεί όπου πήγαιναν έτσι κι αλλιώς, όχι προς τα κάτω, στην αρχή του μονοπατιού.

«Δεν είσαι ο μόνος που ήξερε γι’αυτό το μέρος…» είπε ο Πολ στον Τάμπριελ.

«Έτσι φαίνεται.» Του είχαν πάρει ακόμα και το παράξενο ραβδί του. Το κρατούσε τώρα μια αξιωματικός τους.

«Τι σκατά Προφήτης είσαι;» μούγκρισε ο Πολ. «Δεν το είχες προδεί αυτό; Την άλλη φορά ήξερες ότι δεν θα κατάφερνα να σε σκοτώσω, και τώρα δεν ήξερες ότι θα μας μάγκωναν εδώ πέρα;»

«Δε ‘βλέπω’ τα πάντα, Πολ. Ορισμένα πράγματα είναι… κρυμμένα. Κι άλλα που ‘βλέπω’ ποτέ δεν πραγματοποιούνται. Το γνωρίζεις αυτό.»

«Εκείνο που γνωρίζω, γαμώ τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος, είναι ότι τώρα γαμηθήκαμε!»

«Πες τους ποιος είσαι, μήπως και τη γλιτώσεις,» τον προέτρεψε ο Τάμπριελ, μετά από λίγο.

Ο Πολ ρουθούνισε. «Παλαβός ήσουν ανέκαθεν!… Με βρήκαν μαζί σου· θα νομίζουν ότι είμαι σύμμαχός σου.»

«Ή ότι με κατασκόπευες. Πες τους ποιος είσαι, Πολ· μπορεί να γίνει κάτι.»

«Το έχεις ‘δει’;»

«Όχι.»

«Ας μας καθαρίσουν μαζί, τότε…»

«Δε νομίζω να μας σκοτώσουν αμέσως,» είπε ο Τάμπριελ. «Εμένα, ειδικά, θα με κρατήσουν· είμαι βέβαιος. Η Παντοκράτειρα θα με θέλει ζωντανό. Κι ο Ελκράσ’ναρχ το ίδιο, κατά πάσα πιθανότητα.»

Ο Πολ δεν μίλησε. Τι νόημα είχε τώρα να το παίξει πως κατασκόπευε τον Τάμπριελ; Οι Υπερασπιστές θα μάθαιναν, αργά ή γρήγορα, ότι ο Τάμπριελ τον είχε φυλακίσει. Πιθανώς ήδη να το ήξεραν. Σιγά μη μ’αφήσουν να ζήσω. Πιο πολλές πιθανότητες να σωθεί είχε αν έμενε σιωπηλός. Αν δεν τον πρόσεχαν.

Αισθανόταν σαν να βρισκόταν μέσα σε όνειρο, καθώς οι στρατιώτες της Παντοκράτειρας τούς ανέβαζαν ολοένα και πιο ψηλά στο βουνό. Και ήταν καρτερικός και παρατηρητικός, μήπως του παρουσιαζόταν καμια ευκαιρία. Έμοιαζε, όμως, αδύνατο να ξεφύγει. Γύρω του υπήρχαν μονάχα κρημνοί· όπου κι αν πήγαινε θα τσακιζόταν, αν πρώτα δεν τον πυροβολούσαν.

Οι Παντοκρατορικοί σταμάτησαν, τελικά, σ’ένα μικρό οροπέδιο, όπου ο αέρας φυσούσε δυνατά και λόγχιζε σαν παγωμένα ξίφη. Εκεί, ένα ελικόπτερο ήταν προσγειωμένο. Επάνω του δεν είχε το σύμβολο της Παντοκράτειρας, παρατήρησε ο Πολ. Γι’αυτό οι στρατιώτες της είχαν καταφέρει να έρθουν ώς εδώ; Κανείς δεν είχε προσέξει ποιοι ήταν;

Επίσης, δεν υπήρχε τίποτα έκδηλα παράξενο στην περιοχή. «Δε βλέπω κανέναν υπερδιαστασιακό στρόβιλο,» είπε στον Τάμπριελ.

«Αλλού είμαστε.»

Ο Πολ μόρφασε. Με πήρες απ’τα μπουντρούμια και μ’έριξες στα χέρια του Ελκράσ’ναρχ. Καλύτερα, μου φαίνεται, ήμουν κλειδωμένος κάτω απ’το παλάτι της Φέντινκεχ. Ο παλιός του αφέντης δεν θα τον συγχωρούσε για τις αποτυχίες του· ο Πολ ήταν βέβαιος.

Ένας λευκοντυμένος πολεμιστής άρπαξε τον Τάμπριελ από το μπράτσο και τον τράβηξε προς το ελικόπτερο. Τους άλλους τούς κράτησαν πίσω.

«Δε θα πάμε βόλτα εμείς;» ρώτησε ο Πολ τους Παντοκρατορικούς, οι οποίοι τον αγνόησαν.

«Πες τους!» του φώναξε ο Τάμπριελ, καθώς τον τραβούσαν προς το ελικόπτερο.

«Σκοτώστε τους,» πρόσταξε η αξιωματικός.

Οι στρατιώτες της σήκωσαν τα τουφέκια τους, σημαδεύοντας τους Ιεράρχες και τον Πολ.

Ωραία καταλήξαμε, γαμώ τον Μεγάλο σου Προφήτη, γαμώ!

«Πες τους, ανόητε!» φώναξε ο Τάμπριελ, λίγο προτού τον βάλουν, με τη βία, μέσα στο αεροσκάφος, που οι δύο έλικές του είχαν αρχίσει να περιστρέφονται.

Ο Πολ ατένισε τις κάννες των όπλων. Δε γαμιέται… Δεν ήθελε, έτσι κι αλλιώς, να ξαναγυρίσει, ακόμα κι αν υποτεθεί ότι μπορούσε, ακόμα κι αν υποτεθεί ότι ο Ελκράσ’ναρχ θα τον συγχωρούσε – πράγμα απίθανο.

Ο Πολ δεν ήθελε πια να είναι ελεγχόμενος απ’αυτόν τον γαμημένο δαίμονα της μάνας του Σκοτοδαίμονος.

Μπορεί, άλλωστε, ο Ελκράσ’ναρχ να μην τον καθάριζε. Μπορεί πάλι να του άλλαζε το σώμα του, το όνομά του. Μπορεί να του έσβηνε ακόμα και τη μνήμη του.

«Τι περιμένετε, καριόληδες;» φώναξε στους Παντοκρατορικούς, απορώντας που δεν είχαν ήδη πυροβολήσει. «Ρίξτε, γαμώ τις μάνες σας!»

Η αξιωματικός έκανε νόημα στους στρατιώτες να κατεβάσουν τα όπλα τους, κι εκείνοι τα κατέβασαν.

Τι σκατά…; απόρησε ο Πολ.

Η αξιωματικός ξεκούμπωσε τη λευκή στολή της, κι από μέσα αποκαλύφτηκε μια άλλη στολή: κατάμαυρη.

Τι…;

Η αξιωματικός τράβηξε το πρόσωπό της, και το πρόσωπο επιμηκύνθηκε σουρεαλιστικά. Η μάσκα έφυγε. Έπεσε στη γη. Ήταν κατάλευκη, όπως και το πραγματικό δέρμα της γυναίκας.

Η Ανταρλίδα!

«Γαμώ την πουτάνα σας, γαμώ…!» έκανε ο Πολ, σαστισμένος, μην ξέροντας προς στιγμή τι να υποθέσει.

Ο Τάμπριελ βγήκε απ’το ελικόπτερο. Η Ανταρλίδα τού έδωσε το ραβδί του, κι εκείνος πλησίασε τον Πολ.

«Τώρα,» του είπε, «μπορούμε να σ’εμπιστευτούμε, νομίζω.»

Ονειρεύομαι;

Δεν ονειρεύομαι. Δεν μπορεί.

«Θες να πεις ότι όλες αυτές οι μαλακίες ήταν… ήταν στημένες;» γρύλισε ο Πολ.

«Το βρήκες.»

Ο Πολ τον γρονθοκόπησε καταπρόσωπο. Δυνατά. Ο Τάμπριελ σωριάστηκε, και το ραβδί έφυγε απ’το χέρι του.

Μια κλοτσιά στο διάφραγμα έκανε τον Πολ να διπλωθεί, νιώθοντας όλο τον αέρα να έχει φύγει από μέσα του. Ύστερα, η Ανταρλίδα τον άρπαξε απ’τα μαλλιά και ήταν έτοιμη να τον κοπανήσει με τη γροθιά της.

Αλλά ο Τάμπριελ φώναξε: «Όχι!» Ήταν σηκωμένος στα γόνατα. Και γελούσε.

Ο Τάμπριελ. Γελούσε.

Ο Πολ, προσπαθώντας ν’αναπνεύσει, σκέφτηκε: Το ένα παράξενο διαδέχεται το άλλο, ασταμάτητα. Το ήξερα πως έπρεπε να είχα μείνει στο κελί μου…

Ο Τάμπριελ, πιάνοντας το ραβδί του, σηκώθηκε όρθιος. «Καλωσόρισες στην Επανάσταση, Πολ.»

Ρελκάμνια

1.

Η Φενίλδα κοιτούσε γύρω της παραξενεμένη. Ένας διάδρομος τέλειου γεωμετρικού σχήματος, με μεταλλικούς τοίχους… Κι εξακολουθούσε να έχει εκείνη την αίσθηση ότι δεν βρισκόταν πια στη Ρελκάμνια.

«Κλαρκ!» φώναξε ο Ελπιδοφόρος, και η Φενίλδα είδε έναν άντρα να ξεπροβάλει από μια στροφή του διαδρόμου. Δεν τον αναγνώριζε. Δεν τον είχε ξαναντικρίσει ποτέ της. Είχε δέρμα κατάλευκο, μαύρα μούσια, και μακριά μαλλιά. Φορούσε μια καφετιά δερμάτινη καπαρντίνα.

«Την έφερες, βλέπω…» είπε.

«Φενίλδα. Να σου γνωρίζω τον Κλαρκ. Είναι ο οικοδεσπότης μας εδώ.»

Ο Κλαρκ πλησίασε, δίνοντας το χέρι του στη Φενίλδα. «Γοητευμένος.»

Η Φενίλδα αντάλλαξε μια σύντομη χειραψία μαζί του, διστακτικά. Της φαινόταν περίεργος, έτσι όπως δεν της είχε φανεί περίεργος ποτέ κανένας άνθρωπος. Αυτό δεν σήμαινε απαραίτητα ότι ήταν περισσότερο περίεργος από οποιονδήποτε άλλο, απλά περίεργος μ’έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο.

«Χαίρω πολύ… Τι μέρος είναι αυτό;»

«Αυτό είναι το Φαντασκεύασμα,» αποκρίθηκε ο Κλαρκ. «Μια ενδοδιάσταση με κάποια νοημοσύνη.»

Η Φενίλδα ύψωσε τα φρύδια. «Ενδοδιάσταση με νοημοσύνη;»

«Ναι.»

«Πώς το ξέρεις ότι έχει νοημοσύνη;» Στη Φενίλδα δεν φαινόταν να υπάρχει τίποτα το… ευφυές στους μεταλλικούς τοίχους, στο πάτωμα, ή στο ταβάνι αυτού του διαδρόμου.

Ο Κλαρκ χαμογέλασε. «Το ξέρω. Εγώ την έφτιαξα.»

Η Φενίλδα γέλασε. «Έφτιαξες μια ενδοδιάσταση…» Η δυσπιστία ήταν καταφανής στη φωνή της.

Ο Κλαρκ δεν απάντησε, ούτε έδειξε να προσβάλλεται· την κοίταζε μάλλον διασκεδασμένος με την αντίδρασή της.

Η Φενίλδα ρώτησε: «Σε ποιο μαγικό τάγμα ανήκεις;»

«Σε κανένα. Κάποτε ανήκα στους Τεχνομαθείς, αλλά αυτό δεν με χαρακτηρίζει πλέον. Ούτε θα βρεις το όνομά μου στο αρχείο της Συγκεντρωτικής Ακαδημίας Μαγικών Τεχνών, αν ψάξεις. Το έσβησα.»

«Μα, δε μπορείς να σβήσεις το όνομά σου από την Ακαδημία…»

«Δε ζήτησα την έγκρισή τους. Μπήκα στο σύστημά τους και το έσβησα. Ήταν σχετικά εύκολο, τολμώ να ομολογήσω.»

Η Φενίλδα τον κοίταζε με το στόμα μισάνοιχτο, καθώς ο Κλαρκ στρεφόταν από την άλλη και έκανε νόημα σ’εκείνη και τον Ελπιδοφόρο να τον ακολουθήσουν.

«Πού τον γνώρισες;» ρώτησε η μάγισσα.

«Ο Κλαρκ ήρθε και με βρήκε. Είναι εχθρός του Ελκράσ’ναρχ.» Ο Ελπιδοφόρος έριξε μια ματιά πίσω τους, να δει αν οι Πειθαρχικοί του Κενού είχαν έρθει, και διαπίστωσε ότι ήταν εδώ, σιωπηλοί. «Πάμε, Φενίλδα,» της είπε, και βάδισε πίσω από τον Κλαρκ.

«Του Ελκράσ’ναρχ…» άρθρωσε εκείνη καθώς περπατούσαν, στρίβοντας στην ίδια γωνία που έστριψε κι ο μάγος. Στο βάθος του διαδρόμου φάνηκαν τώρα οι Τεχνίτες, να δουλεύουν πυρετωδώς για να τον επεκτείνουν. Μεταλλικά μέλη κινούνταν με απίστευτη ταχύτητα και ακρίβεια συγχρόνως. «Τι… τι είν’αυτά;» έκανε η Φενίλδα.

«Το Φαντασκεύασμα, όπως σου είπα,» απάντησε ο Κλαρκ, που βάδιζε μπροστά τους, «είναι μια ευφυής ενδοδιάσταση. Κι αυτά τα αυτόματα που βλέπεις αποτελούν μέρος του.» Μετά, ενόσω προχωρούσαν μέσα σε γεωμετρικά τέλειους διαδρόμους, της μίλησε για το Φαντασκεύασμα όπως είχε μιλήσει και στον Ελπιδοφόρο.

Η Φενίλδα άκουγε σαστισμένη. Αν δεν τα έβλεπε όλ’αυτά μπροστά της, θα έλεγε πως επρόκειτο για έναν από τους χιλιάδες αστικούς μύθους της Ρελκάμνια.

Τελειώνοντας, ο Κλαρκ τής είπε: «Ο Ελπιδοφόρος μού λέει ότι έχεις κάποιο πρόβλημα με τον Ελκράσ’ναρχ, Φενίλδα.»

«Εννοείς, τους Υπερασπιστές…»

«Ναι. Έχεις ξανακούσει το πραγματικό τους όνομα, λοιπόν…» Ο Κλαρκ σταμάτησε να βαδίζει, στρεφόμενος να την αντικρίσει. «Δεν έχεις λόγο να τους υπηρετείς, απ’ό,τι καταλαβαίνω.»

«Αντιθέτως, έχω κάθε λόγο να τους υπηρετώ.»

«Δεν σου εξήγησε ο Ελπιδοφόρος ότι αν–;»

«Μου το είπε, ναι.»

«Και παρ’όλ’αυτά αποφάσισες να έρθεις εδώ.»

Η Φενίλδα κατένευσε. «Αν έχεις κάποια θεραπεία για τους πονοκεφάλους μου….»

«Έχεις μαζί σου το φάρμακο του Ελκράσ’ναρχ;»

«Το έχω.»

«Μπορώ να το δω; Θα πρέπει, κατ’αρχήν, να το αναλύσουμε.»

Η Φενίλδα άνοιξε την τσάντα της, έψαξε μέσα. Έβγαλε ένα κυλινδρικό μεταλλικό κουτάκι. Άνοιξε το σκέπασμά του και τράβηξε ένα τυλιγμένο κομμάτι χαρτί, όχι μακρύτερο από το δάχτυλό της. Το έδωσε στον Κλαρκ. «Ξετύλιξέ το.»

Ο μάγος το ξετύλιξε αργά, και στο εσωτερικό του είδε μια γυαλιστερή γκρίζα αλοιφή. «Ναι,» μουρμούρισε, «θα μπορούσε να είναι…»

«Να είναι τι

«Από την ουσία του Ελκράσ’ναρχ.» Το τύλιξε πάλι. «Την ίδια ουσία από την οποία φτιάχνονται και τα Δημιουργήματα.»

«Οι Υπερασπιστές φτιάχνουν τα Δημιουργήματα;»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Κλαρκ. «Είναι μέρη του εαυτού τους. Σε εκπλήσσει;»

«Μάλλον όχι.» Ύστερα από όσα είχε μάθει για τους Υπερασπιστές, η Φενίλδα δεν μπορούσε να εκπλαγεί από κάτι τέτοιο. Ήταν λογικό, άλλωστε. Κανένας δεν ήξερε πώς φτιάχνονταν τα Δημιουργήματα· μονάχα η Παντοκράτειρα. Όπως επίσης κανένας εκτός από την Παντοκράτειρα δεν ήξερε τι ήταν οι Υπερασπιστές.

Ο Κλαρκ ένευσε. «Θα το αναλύσω μόλις φτάσουμε.» Στράφηκε, βαδίζοντας ξανά.

«Πού;» ρώτησε η Φενίλδα, καθώς εκείνη κι ο Ελπιδοφόρος τον ακολουθούσαν.

«Στο σπίτι μου.»

2.

Το Φαντασκεύασμα τούς οδήγησε σ’ένα διαμέρισμα μιας ψηλής πολυκατοικίας. Έξω από τα τζάμια φαινόταν να απλώνεται η Ατέρμονη Πολιτεία: δρόμοι και γέφυρες και οικοδομήματα και ράγες. Αεροσκάφη πετούσαν πάνω από τα χτίρια, ή ανάμεσα από αυτά που ήταν πολύ ψηλά. Οχήματα γέμιζαν τις λεωφόρους. Αμαξοστοιχίες έτρεχαν επάνω σε σιδηροδρόμους.

Φώτα μέσα στη νύχτα. Τόσα πολλά φώτα μέσα στη νύχτα… Απειλούσαν να εξαφανίσουν τα δύο φεγγάρια της Ρελκάμνια. Ακόμα και την Ουλή, που απλωνόταν οριζόντια και βαθυκόκκινη στον σκοτεινό ουρανό, αναδίδοντας ομιχλώδεις καπνούς ολόγυρά της.

«Επιστρέψαμε στη Ρελκάμνια,» παρατήρησε η Φενίλδα. «Δεν είναι επικίνδυνα για σένα εδώ, αφού είσαι εχθρός του Ελκράσ’ναρχ;»

«Δεν είναι τόσο εύκολο να με βρει,» είπε ο Κλαρκ. «Επιπλέον, μπορώ πάντα, άνετα, να φύγω, με τη βοήθεια του Φαντασκευάσματος.

»Θα πάω να αναλύσω τώρα το φάρμακο που μου έδωσες, Φενίλδα. Καθίστε εδώ μέχρι να επιστρέψω.» Και μπήκε σ’έναν σκοτεινό διάδρομο.

Η Φενίλδα και ο Ελπιδοφόρος κάθισαν στον καναπέ του καθιστικού. Οι Πειθαρχικοί του Κενού έμειναν να αιωρούνται μερικά εκατοστά πάνω από το πάτωμα· δεν έμοιαζε να κουράζονται από την ορθοστασία, όπως οι άνθρωποι.

«Εδώ μένεις τώρα;» ρώτησε η μάγισσα.

«Ναι. Προς το παρόν.»

«Πιστεύεις ότι, πραγματικά, ο Κλαρκ θα καταφέρει να νικήσει τον Ελκράσ’ναρχ;»

«Δεν είναι μόνος του, Φενίλδα. Σ’το είπε κι ο ίδιος.»

Τους είχε μιλήσει για τον Κύκλο της Αλήθειας: για τον Δαίδαλο και τη Ναλτάφιρ, τους συμμάχους του. Η Φενίλδα ένευσε. «Ναι. Αλλά και πάλι…» Δεν μπορούσε εύκολα να φανταστεί τους Υπερασπιστές να χάνουν τον έλεγχό τους επάνω στη Συμπαντική Παντοκρατορία.

«Τον βοηθάει κι η Επανάσταση, φυσικά,» είπε ο Ελπιδοφόρος. «Και θα τον βοηθήσουμε κι εμείς. Γνωρίζουμε αρκετά πράγματα για το δίκτυο του Ελκράσ’ναρχ.»

Η Φενίλδα δάγκωσε το χείλος της. Την τρόμαζε αυτή η ιδέα.

Ο Ελπιδοφόρος διέκρινε τον δισταγμό της. «Δε μπορείς να κάνεις πίσω τώρα,» της θύμισε.

«Το ξέρω,» αποκρίθηκε εκείνη, λιγάκι απότομα.

Σε προειδοποίησα, Φενίλδα, προτού έρθεις μαζί μου, σκέφτηκε ο Ελπιδοφόρος. Σ’το είπα ότι δεν θα μπορούσες να επιστρέψεις στην Παντοκράτειρα. «Δε σ’ανάγκασα να έρθεις, Φενίλ–»

«Δεν είπα αυτό. Αν μπορούν να βρουν θεραπεία για μένα, θα πήγαινα μαζί τους ούτως ή άλλως.»

Ο Ελπιδοφόρος σηκώθηκε από τον καναπέ. Βάδισε προς την κάβα. «Δε χρωστάμε τίποτα στον Ελκράσ’ναρχ. Μας παγίδεψε και τους δύο. Μας βασάνισε. Μας έκανε πιόνια του.» Γέμισε δύο ποτήρια με Κρύο Ουρανό. «Και ξέρουμε ότι κι η Παντοκράτειρα είναι πιόνι του επίσης.» Επέστρεψε στον καναπέ, δίνοντας το ένα ποτήρι στη Φενίλδα.

Εκείνη το πήρε και ήπιε μια μικρή γουλιά. Έβγαλε την τσάντα της από τον ώμο και την άφησε παραδίπλα. Χαλάρωσε λιγάκι.

«Αυτό εδώ είναι που αποτρέπει την επαφή του μαζί μου.» Ο Ελπιδοφόρος άνοιξε τα επάνω κουμπιά του πουκαμίσου του και τράβηξε από μέσα το περιδέραιο που του είχε δώσει ο Κλαρκ: τη συσκευή που αποτελείτο από γρανάζια, κυκλώματα, και μια ημίρρευστη μορφή ενέργειας.

Η Φενίλδα συνοφρυώθηκε κοιτάζοντάς την.

«Δημιουργεί μια ενδοδιάσταση γύρω μου, με συνθήκες Πορφυρού Κενού.»

«Πορφυρού Κενού; Δεν το νομίζω.»

«Αυτό είπε ο Κλαρκ.» Ο Ελπιδοφόρος στράφηκε στους δύο Πειθαρχικούς. «Επιπλέον–»

Η Άι’νιρ τον διέκοψε: «Οι συνθήκες δεν είναι ακριβώς ίδιες μ’αυτές του Πορφυρού Κενού, αλλά μοιάζουν. Πολύ. Διαφορετικά, δεν θα μπορούσαμε να υπάρξουμε εδώ.»

Η Φενίλδα ήταν συνοφρυωμένη. «Τι ακριβώς είστε;»

«Πειθαρχικούς του Κενού μάς ονομάζουν οι περισσότεροι,» αποκρίθηκε ο Άερ’θλαρ, και σύστησε τον εαυτό του και τη σύντροφό του.

Η Φενίλδα είχε ακούσει για τους Πειθαρχικούς του Κενού. Δεν είχε, όμως, ποτέ αντικρίσει κανέναν τους, παρότι είχε κάποτε πάει στο Πορφυρό Κενό. Είχε δει μόνο τους Κρά’αν – τα εντομοειδή, ανθρωπόμορφα πλάσματα που ορισμένοι αποκαλούσαν «Μυρμήγκια του Κενού», αλλά οι ίδιοι οι Κρά’αν απεχθάνονταν αυτό τον τίτλο.

«Νόμιζα ότι ίσως να ήσασταν μύθος.»

«Δεν είμαστε μύθος,» τη διαβεβαίωσε η Άι’νιρ. Και ούτε εκείνη ούτε ο Άερ’θλαρ είπαν τίποτε άλλο για τον εαυτό τους ή για το μυστηριώδες είδος τους.

Σιγή έπεσε για μερικές στιγμές στο δωμάτιο.

Μετά, η Φενίλδα ρώτησε: «Μπορώ να το δω;» κοιτάζοντας το φυλαχτό επάνω στο στέρνο του Ελπιδοφόρου.

Εκείνος το έβγαλε απ’το λαιμό του και της το έδωσε.

Η Φενίλδα το κράτησε μέσα στα χέρια της. Τι παράξενη αίσθηση που είχε… Μέταλλα, και μια μορφή ενέργειας που ήταν σταθερή κάτω από τα δάχτυλά της αλλά, συγχρόνως, κουνιόταν χωρίς να φαίνεται να κινείται. Η Φενίλδα ένιωθε ένα μυρμήγκιασμα στο δέρμα της εκεί όπου άγγιζε την ενέργεια. Πώς λειτουργεί αυτό το πράγμα; Γρανάζια γύριζαν, ορισμένα γρήγορα, ορισμένα αργά· κυκλώματα βρίσκονταν σε λειτουργία· ενέργεια έρρεε. Το ένα επίπεδο πίσω από το άλλο, κρυμμένο ή μισοκρυμμένο. Πόσα επίπεδα είχε η μικροσκοπική αυτή συσκευή;

«Μοιάζει… απίστευτα πολύπλοκη.»

Ο Ελπιδοφόρος δεν μίλησε. Κι εκείνου τού έμοιαζε απίστευτα πολύπλοκο το φυλαχτό του Κλαρκ, αλλά δεν είχε τολμήσει να κάνει την παραμικρή προσπάθεια για να το κατανοήσει. Τι ελπίδες μπορεί να είχε; Ο Κλαρκ ήταν κάτι πιο εξελιγμένο από Τεχνομαθής μάγος, άλλωστε, ενώ ο Ελπιδοφόρος δεν ήξερε ούτε πώς υφαινόταν το πιο απλό ξόρκι.

Η Φενίλδα δεν είχε πάρει καθόλου τα μάτια της από τη συσκευή καθώς είχε μιλήσει, και τώρα υποτονθόρυσε τα λόγια για ένα Ξόρκι Ενεργειακής Ανιχνεύσεως. Οι πληροφορίες που ήρθαν στο μυαλό της ήταν για μια μορφή ενέργειας τελείως άγνωστη. Πού είχε πάει ο Κλαρκ και την είχε βρει; Δεν ήταν κάποια ενέργεια καταγεγραμμένη στα αρχεία του τάγματος των Ερευνητών, και το τάγμα ισχυριζόταν ότι είχε καταγεγραμμένο τουλάχιστον το 85% των ενεργειακών μορφών του σύμπαντος. Φυσικά, άφηναν ανοιχτό ένα 15% γιατί όλοι γνώριζαν ότι το σύμπαν ήταν ατέρμονο και κανείς ποτέ δεν μπορούσε να το έχει εξερευνήσει ολόκληρο.

Η Φενίλδα επέστρεψε τη συσκευή στον Ελπιδοφόρο, ο οποίος την πέρασε πάλι γύρω απ’το λαιμό του και την έκρυψε μέσα στο πουκάμισό του.

«Ο Κλαρκ μού είπε ότι υπάρχει τρόπος να διώξω αυτό που ο Ελκράσ’ναρχ φύτεψε στο μυαλό μου, ώστε να μη χρειάζομαι πλέον καθόλου το φυλαχτό.»

«Τι τρόπος;»

Ο Ελπιδοφόρος τής εξήγησε.

Η Φενίλδα συνοφρυώθηκε. «Λίγο θεωρητικά δεν είναι όλ’αυτά;»

«Αφού το λέει ο Κλαρκ, τον πιστεύω. Μέχρι στιγμής, ό,τι–»

Είδαν τον μάγο να έρχεται πάλι στο σαλόνι. Είχε βγάλει την καπαρντίνα του, και τώρα φορούσε μόνο μαύρη μπλούζα και γκρίζο παντελόνι. «Το ανέλυσα,» είπε, καθίζοντας σε μια απ’τις καρέκλες του τραπεζιού, αντίκρυ τους. «Και, δυστυχώς, νομίζω πως είναι φτιαγμένο από την ουσία του Ελκράσ’ναρχ.»

«Γιατί ‘δυστυχώς’;» ρώτησε η Φενίλδα.

«Διότι δεν έχω τρόπο να την αναπαράγω.»

Η Φενίλδα πετάχτηκε όρθια. «Δε μπορείς, δηλαδή, να με βοηθήσεις;» Είχε έρθει άδικα εδώ; Και τώρα ήταν, γι’ακόμα μια φορά στη ζωή της, παγιδευμένη;

«Μπορώ,» της είπε ο Κλαρκ. «Απλά θα πρέπει να βρούμε μια άλλη ουσία που να κάνει την ίδια δουλειά.»

«Δεν υπάρχει τέτοια ουσία! Νομίζεις ότι δεν έχω ψάξει;»

«Δεν έχεις ψάξει εκεί που μπορώ να ψάξω εγώ–»

Η Φενίλδα ήταν θυμωμένη. «Τι είσαι, τέλος πάντων; Πώς είναι δυνατόν να αγνοείς τα μαγικά τάγματα; Και πώς είναι δυνατόν να φτιάχνεις πράγματα σαν το Φαντασκεύασμα και σαν το φυλαχτό που έδωσες στον Ελπιδοφόρο;»

«Είμαι κάποιος που έχει κατανοήσει την αληθινή φύση της μαγείας.»

Η Φενίλδα κάθισε πάλι. «Και οι άλλοι μάγοι δεν ξέρουν την αληθινή φύση της μαγείας;» Τι έλεγε αυτός ο τύπος; Ήταν δυνατόν να λέει τέτοιες εξωφρενικότητες;

«Γνωρίζουν μόνο μια μέθοδο, και δεν θέλουν να προχωρήσουν πέραν αυτής. Δεν υπάρχει, ουσιαστικά, περιορισμός στο τι μπορεί να κάνει ένας μάγος, Φενίλδα: στο πόσες μεθόδους μπορεί ν’ανακαλύψει. Τα μαγικά τάγματα οικοδομήθηκαν επάνω στον φόβο. Τον φόβο της εξερεύνησης–»

«Είμαι Ερευνήτρια, Κλαρκ. Μου μιλάς για ‘φόβο της εξερεύνησης’;»

«Ακόμα και οι Ερευνητές δεν πηγαίνετε εκεί όπου πραγματικά έχει σημασία να πας. Η έρευνά σας δεν είναι παρά επιφανειακή.»

«Και πού έχει σημασία να πας;»

«Στη φύση της πραγματικότητας. Γιατί νομίζεις ότι πολεμάμε τον Ελκράσ’ναρχ, και γιατί νομίζεις ότι ο Ελκράσ’ναρχ κάνει όλα όσα κάνει; Το ποιος ελέγχει τη φύση της πραγματικότητάς μας είναι το ζητούμενο. Εκεί παίζεται το Μεγάλο Παιχνίδι.»

«Φοβάμαι πως δεν καταλαβαίνω, Κλαρκ.»

«Τι δεν καταλαβαίνεις; Δε βλέπεις τι προσπαθεί να επιτύχει ο Ελκράσ’ναρχ με το όπλο του που αποκαλεί ‘Συμπαντική Παντοκρατορία’; Προσπαθεί να τους κάνει όλους ίδιους. Στη Ρελκάμνια, το έχει ουσιαστικά καταφέρει. Ελέγχει απόλυτα τα πράγματα εδώ–»

«Αλλά όχι εσένα.»

«Εγώ δεν είμαι παρά ένα ενοχλητικό έντομο στην άκρη της πατούσας του. Ποιο άλλο ενοχλητικό έντομο ξέρεις μέσα στη Ρελκάμνια; Νομίζεις ότι ο Ελκράσ’ναρχ δεν θα μπορούσε οποιαδήποτε στιγμή να κάνει οτιδήποτε σε τούτη διάσταση; Να σκοτώσει τον οποιονδήποτε; Να διαλύσει την οποιαδήποτε εταιρεία; Να δημιουργήσει την οποιαδήποτε οργάνωση; Να φτιάξει έναν άρχοντα και, μετά από δυο μέρες, να τον καταστρέψει;

»Ο Ελκράσ’ναρχ είναι ο αρχιτέκτονας του οικοδομήματος που αποκαλούμε Ρελκάμνια. Εμείς είμαστε τα κομμάτια που προσαρμόζει και αναπροσαρμόζει στον μηχανισμό του. Μπορεί και το κάνει επειδή όλοι στη Ρελκάμνια βιώνουν περίπου την ίδια πραγματικότητα, κι αν ο Ελκράσ’ναρχ θέλει να βιώσουν μια ελαφρώς διαφορετική πραγματικότητα, κατασκευάζει ένα γεγονός και μετά εξαπλώνει την ύπαρξή του. Κάπως έτσι.» Ο Κλαρκ έβγαλε ένα λεπτό σφύριγμα απ’τα χείλη του, και ο τηλεοπτικός δέκτης ψηλά στη γωνία του καθιστικού άνοιξε στο κανάλι Ρελκάμνια Νέα.

Έλεγαν τις μεταμεσονύκτιες ειδήσεις.

Η τηλεπαρουσιάστρια μιλούσε: «…νομίζοντας ότι επρόκειτο για απάτη.

»Εν τω μεταξύ, το μποτιλιάρισμα που είχε προκληθεί στην Τρίτη Οδό, στο κέντρο της Χαρμόσυνης, εξαιτίας της ανατροπής του βυτιοφόρου και της έκρηξης–»

Μ’ένα σφύριγμα του Κλαρκ, ο τηλεοπτικός δέκτης έκλεισε.

Η Φενίλδα δεν μιλούσε. Άκουγε τον παράξενο μάγο μην ξέροντας ποια θα έπρεπε να ήταν η αντίδρασή της. Σίγουρα, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης μπορούσαν να επηρεάζουν τις μάζες. Και, σίγουρα, σκοπός του Ελκράσ’ναρχ ήταν να ελέγχει τον κόσμο. Αλλά μήπως ο Κλαρκ το πήγαινε λιγάκι μακριά;

Ο μάγος είπε: «Ο Ελκράσ’ναρχ θέλει να εξαπλώσει την επιρροή του σ’ολόκληρο το σύμπαν. Γιατί να μην είναι η μία διάσταση ίδια, ή τουλάχιστον παρόμοια, με την άλλη; Γιατί να μη μοιάζουν μεταξύ τους και με τη Ρελκάμνια; Γιατί όλοι οι άνθρωποι του σύμπαντος να μην πιστεύουν ότι όλες οι διαστάσεις είναι, κατά βάση, μία; Όχι μόνο σαν τη Ρελκάμνια, αλλά η Ρελκάμνια; Μια τεράστια Ρελκάμνια, παντού; Κι από εκεί, γιατί όχι και ένας κόσμος; Ένας Ενιαίος Κόσμος;»

«Ενιαίος Κόσμος; Μιλάς για τη θεωρία;»

«Θεωρία, Φενίλδα; Πιστεύεις ότι πρόκειται μονάχα για μια απλή θεωρία;»

«Ο Ελκράσ’ναρχ αποσκοπεί να αναδημιουργήσει τον Ενιαίο Κόσμο;»

Ο Κλαρκ κατένευσε. «Και ξέρει ότι μόνο ένας τρόπος υπάρχει για να το καταφέρει. Γνωρίζει το μυστικό που γνωρίζουμε κι εμείς, ο Κύκλος της Αλήθειας: ότι εμείς οι ίδιοι φτιάχνουμε την πραγματικότητά μας. Αν ο Ελκράσ’ναρχ μάς κάνει να πιστέψουμε σε μια άλλη πραγματικότητα, τότε αυτή η πραγματικότητα θα γίνει αληθινή.»

«Ανοησίες,» είπε η Φενίλδα, που δεν μπορούσε να παραδεχτεί τόσο εξωφρενικά πράγματα. «Κι επιπλέον, γιατί να θέλει να τα κάνει όλ’αυτά;»

«Για να μη χρειάζεται πια την Παντοκράτειρα.»

Η Φενίλδα συνοφρυώθηκε. «Χρειάζεται την Παντοκράτειρα;»

«Αν δεν τη χρειαζόταν, λες να την είχε να κάθεται εκεί που κάθεται, στον θρόνο της; Η Παντοκράτειρα είναι η πλοηγός του στην πραγματικότητά μας.»

3.

Ο Κλαρκ έδωσε ένα δωμάτιο στη Φενίλδα για να περάσει τη νύχτα.

«Θ’αρχίσουν να μ’αναζητούν αργά ή γρήγορα – μάλλον γρήγορα,» τον προειδοποίησε εκείνη.

«Μην ανησυχείς,» της είπε ο μάγος. «Εδώ κανένας δεν πρόκειται να σε βρει. Ξεκουράσου, ήσυχη.»

Για να το έλεγε κάτι θα ήξερε, σκέφτηκε η Φενίλδα καθώς ήταν τώρα μόνη της στο υπνοδωμάτιο που της είχε παραχωρήσει ο Κλαρκ. Το κρεβάτι ήταν στρωμένο, και πλάι του, στο κομοδίνο, υπήρχε ένα όμορφο αμπαζούρ. Στον τοίχο ήταν μια ξύλινη ντουλάπα. Η Φενίλδα την άνοιξε και είδε ότι πίσω από το μοναδικό της φύλλο ήταν ένας ψηλός καθρέφτης. Κατά τα άλλα, η ντουλάπα ήταν άδεια. Δίπλα της βρισκόταν μια μικρή πόρτα· η Φενίλδα την άνοιξε κι αυτήν και μέσα είδε ένα μπάνιο, ούτε πολύ μικρό ούτε όμως και μεγάλο.

Χασμουρήθηκε. Ήταν κουρασμένη και ζαλισμένη. Είχαν ξαφνικά συμβεί ένα σωρό πράγματα. Η ζωή της είχε – πάλι – αλλάξει απροειδοποίητα. Και ο Κλαρκ τής είχε γεμίσει το κεφάλι μ’ένα σωρό καινούργιες ιδέες, τις οποίες το μυαλό της δεν είχε χρόνο να επεξεργαστεί όπως όφειλε.

Η Φενίλδα αισθανόταν τον φριχτό πονοκέφαλό της να επιστρέφει. Έβγαλε ένα από τα τυλιγμένα χαρτάκια απ’την τσάντα της, το ξετύλιξε, και πίεσε την αλοιφή πάνω στο μέτωπό της. Το δέρμα της απορρόφησε το φάρμακο, και ο πονοκέφαλος διαλύθηκε.

Τα τυλιγμένα χαρτάκια ήταν περιορισμένα, όμως. Αν ο Κλαρκ δεν έβρισκε θεραπεία όπως είχε υποσχεθεί… Θα βρει. Δεν μπορεί να μη βρει. Μου το υποσχέθηκε. Μου το υποσχέθηκε. Ήταν πολύ τρομαχτική η σκέψη ότι ο μάγος δεν θα κατάφερνε να τη βοηθήσει, έτσι η Φενίλδα την παραμέρισε απ’το μυαλό της. Αν δεν την παραμέριζε, υποψιαζόταν ότι θα την ξανάπιανε πονοκέφαλος, και τότε τα αποθέματα του φαρμάκου της θα μειώνονταν κι άλλο…

Γδύθηκε και πήγε στο μπάνιο. Έκανε ένα γρήγορο ντους και τυλίχτηκε με τη μεγάλη πετσέτα που βρήκε εκεί.

Ύστερα, ξάπλωσε στο κρεβάτι. Κοιτάζοντας το ταβάνι.

Τώρα, Φενίλδα, είσαι αποστάτρια, είπε στον εαυτό της, προσπαθώντας να συνηθίσει σ’αυτή την αλλόκοτη ιδέα. Αποστάτρια… Επαναστάτρια…

Τι παράξενο…

Δεν είχε καθόλου χρόνο να το σκεφτεί. Και κάτι τέτοιο δεν χρειαζόταν, κανονικά, περισσότερη σκέψη;

4.

Ο Ελπιδοφόρος πήγε στο δικό του δωμάτιο μέσα στο διαμέρισμα του Κλαρκ. Στο δωμάτιο που ο μάγος τού είχε παραχωρήσει από χτες. Οι Πειθαρχικοί του Κενού δεν ήρθαν μαζί του· έμειναν έξω. Η επίδραση του φυλαχτού του ήταν αρκετά μεγάλη για να εκτείνεται πέραν του δωματίου. Ωστόσο ο Ελπιδοφόρος αμφέβαλλε αν εκτεινόταν σ’ολόκληρο το διαμέρισμα του Κλαρκ.

Ακόμα δεν είχε καταλάβει πόσο μεγάλο ακριβώς ήταν το σπίτι του μάγου, και υποπτευόταν ότι αυτό οφειλόταν σε κάποια μαγεία που είχε εκείνος υφάνει. Κάποια απάτη των αισθήσεων, πιθανώς. Το διαμέρισμα έδινε στον Ελπιδοφόρο την εντύπωση πως ήταν απέραντο και λαβυρινθώδες αλλά, συγχρόνως, μετρίου μεγέθους και σχετικά απλό στο σχέδιό του. Δύο πράγματα αδύνατον να ισχύουν ταυτόχρονα. Γι’αυτό κιόλας ο Ελπιδοφόρος πίστευε ότι επρόκειτο για κάποια αριστοτεχνικά καμωμένη ψευδαίσθηση.

Παρ’όλ’αυτά, δε νόμιζε ότι θα είχε δυσκολία να βρει το δωμάτιο που ο Κλαρκ είχε παραχωρήσει στη Φενίλδα, αν ήθελε.

Έβγαλε το φυλαχτό απ’τον λαιμό του και το άφησε πάνω στο κομοδίνο. Γδύθηκε και ξάπλωσε στο κρεβάτι για να κοιμηθεί.

Σύντομα, Ελκράσ’ναρχ, σκέφτηκε. Σύντομα το τέλος σου έρχεται.

Μέχρι στιγμής δε νόμιζε ότι είχε καμια ελπίδα να αποτινάξει τον έλεγχο των Υπερασπιστών από πάνω του – πόσω μάλλον να τους κατατροπώσει. Το όνομα που οι ίδιοι τού είχαν δώσει – Ελπιδοφόρος – φάνταζε ειρωνικό. Και κατά πάσα πιθανότητα αυτό είχαν κι εκείνοι στο μυαλό τους. Ή, τουλάχιστον, έτσι πίστευε.

Τώρα, όμως, τα πράγματα είχαν αλλάξει. Τώρα, όντως υπήρχε ελπίδα.

Ελπιδοφόρος…

Ελπίδα, και για τον εαυτό του και για όλους όσους είχαν υποδουλώσει οι Υπερασπιστές – είτε γνώριζαν πως ήταν υποδουλωμένοι είτε όχι.

Σύντομα, Ελκράσ’ναρχ…

Και ήταν και η Φενίλδα εδώ, σύμμαχος κι εκείνη. Το γεγονός χαροποιούσε τον Ελπιδοφόρο. Είχε περάσει από κάμποσες περιπέτειες με τη μάγισσα, και νόμιζε πως κι η Φενίλδα τον συμπαθούσε.

Αν δεν ήταν μόνο εκείνος ο καταραμένος ιός μέσα στον οργανισμό του….

Αναρωτήθηκε αν ο Κλαρκ μπορούσε να κάνει κάτι γι’αυτό. Θα τον ρωτούσε, αύριο.

Ο Ελπιδοφόρος κοιμήθηκε, νιώθοντας πιο καλά από ό,τι είχε αισθανθεί ποτέ του ίσως.

5.

Το πρωί, συναντήθηκαν στο καθιστικό. Στο τραπέζι κάποιος είχε σερβίρει πρωινό, πολύ προτού σηκωθούν. Ο Κλαρκ; Κάποιος μηχανικός υπηρέτης του; Κάποιος άλλος;

Ο Ελπιδοφόρος φορούσε καινούργια ρούχα: μια απλή γκρίζα στολή των Εργολάβων Ύδρευσης Ρελκάμνια. Ε.Υ.Ρ. έγραφε επάνω στο δεξί στήθος. Ο Κλαρκ, όταν του την είχε δώσει (μαζί με άλλα ρούχα), του είχε πει χαμογελώντας ότι ο άνθρωπος έπρεπε να ξέρει να παίρνει πολλές μορφές. Ο Ελπιδοφόρος δεν μπορούσε να διαφωνήσει – άλλωστε, τον κυνηγούσαν.

Η Φενίλδα ήταν ντυμένη με το νυχτερινό φόρεμα που φορούσε και χτες. Στο δωμάτιό της δεν υπήρχαν άλλα ρούχα.

«Δε σου έδωσε ο Κλαρκ τίποτ’άλλο να φορέσεις;»

«Όχι.»

«Θέλεις να σου φέρω απ’τα δικά μου ρούχα;»

Η Φενίλδα αισθάνθηκε αμηχανία προς στιγμή· τα γαλανά της μάγουλα σκούρυναν λιγάκι. «Δε χρειάζεται. Θα… θα μου φέρει σύντομα, υποθέτω.»

Ο Ελπιδοφόρος ένευσε. «Φαίνεται να έχει πόρους.»

«Τα περισσότερα είναι κλεμμένα, μάλλον,» είπε η Φενίλδα, καθώς έτρωγαν αργά το πρωινό τους.

«Γιατί το λες αυτό;»

«Μπορεί κι εμφανίζεται όπου θέλει με το Φαντασκεύασμα. Τι υπάρχει για να τον σταματήσει απ’το να κάνει το οτιδήποτε;»

«Το οτιδήποτε; Κάτι πρέπει να υπάρχει, Φενίλδα.»

Ο Κλαρκ μπήκε τότε στο καθιστικό, καλημερίζοντάς τους.

«Καλημέρα, μάγε,» αποκρίθηκε ο Ελπιδοφόρος.

«Πώς κοιμήθηκες;» ρώτησε ο Κλαρκ τη Φενίλδα, καθίζοντας κοντά τους στο τραπέζι.

«Καλά. Αλλά δεν έχω άλλα ρούχα.»

«Θα το φροντίσουμε αυτό, μην ανησυχείς. Είναι το πιο εύκολο.»

«Μπορώ να σου μιλήσω για κάτι, μάγε; Κάτι αρκετά σημαντικό για εμένα;» ρώτησε ο Ελπιδοφόρος, καθώς ο Κλαρκ έβαζε πορτοκαλάδα για τον εαυτό του.

«Πες μου.»

«Γνωρίζεις ότι είμαι μολυσμένος από έναν ιό;»

Ο Κλαρκ τον λοξοκοίταξε πίνοντας μια γουλιά απ’την πορτοκαλάδα του. «Όχι.»

Ο Ελπιδοφόρος τού εξήγησε πως είχε μολυνθεί απ’αυτό τον ιό όταν είχε ταξιδέψει στη διάσταση που ήταν γνωστή ως Έτκρυ’ο. «Μια μικρή διάσταση όπου μπορείς να φτάσεις μέσω Συμπλέγματος. Είναι γεμάτη βαθιά νερά και νησίδες–»

«Γνωρίζω την Έτκρυ’ο.»

Ο Ελπιδοφόρος τού είπε πως οι Υπερασπιστές φοβόνταν ότι ίσως να ερχόταν σε επαφή με τον ιό, γι’αυτό κιόλας του είχαν κάνει ό,τι του είχαν κάνει, ώστε να μπορούν να τον ελέγχουν. Ήταν, ουσιαστικά, ένα μέτρο ασφάλειας. «Ο ιός δεν είναι ενεργός μέσα μου. Είμαι απλά φορέας του. Μπορώ, όμως, να τον μεταδώσω με το αίμα και τη συνουσία, απ’ό,τι μου έχουν πει οι Υπερασπιστές.»

«Και τι κάνει αυτός ο ιός;»

«Ο ιός είναι, στην πραγματικότητα, ένας θεός από τον Ενιαίο Κόσμο, ο οποίος προσπαθεί να εξαπλώσει τον εαυτό του. Όταν βρίσκεται ενεργός μέσα σου, καταλαμβάνει το μυαλό σου. Οι Υπερασπιστές φοβούνται ότι, αν αφεθεί ανεξέλεγκτος, μπορεί να κυριαρχήσει σε μια ολόκληρη διάσταση κάνοντας αντίγραφα του εαυτού του.»

«Δίκιο έχουν,» είπε ο Κλαρκ. «Αν όντως πρόκειται για θεό του Ενιαίου Κόσμου, είναι κάτι πολύ επικίνδυνο. Έπρεπε να μου το είχες αναφέρει αυτό από πριν, Ελπιδοφόρε.»

«Δεν το είχες καταλάβει ότι υπάρχει αυτό το παράσιτο μέσα μου;»

«Πώς να το καταλάβω;»

«Πώς ήξερες ότι ο Ελκράσ’ναρχ με ελέγχει;»

«Αυτό δεν είναι και τόσο δύσκολο να το εντοπίσει ένας άνθρωπος με τις γνώσεις μου. Για το άλλο, όμως, χρειάζεται βιολογική ανάλυση.»

«Μπορείς να σκοτώσεις τον ιό;» ρώτησε ο Ελπιδοφόρος.

«Δεδομένου ότι πρόκειται για θεό του Ενιαίου Κόσμου, αυτό θα είναι υπερβολικά δύσκολο – αν μπορεί να γίνει καν. Και το γεγονός ότι ο Ελκράσ’ναρχ δεν το έκανε ήδη δεν είναι ενθαρρυντικό.»

Η Φενίλδα είπε: «Ο Ελκράσ’ναρχ ίσως να ήθελε ο ιός να υφίσταται μέσα σε έναν άνθρωπο, για δικούς του σκοπούς. Μπορεί να σκεφτόταν κάποτε να τον εκμεταλλευτεί κάπως.»

«Δεν αποκλείεται,» αποκρίθηκε ο Κλαρκ. «Θα το εξετάσουμε. Αλλά πρώτα πρέπει να δούμε τι μπορεί να γίνει για σένα, Φενίλδα. Είσαι πρόθυμη να υποβληθείς σε κάποιους ελέγχους σχετικά με τη φύση του πονοκεφάλου σου;»

«Εκτός αν είναι επικίνδυνοι, ναι.»

«Τι ξεκινά τον πονοκέφαλο; Ή, μήπως, έρχεται από μόνος του;»

«Τουλάχιστον μία φορά την ημέρα έρχεται. Κι επίσης, όταν είμαι πιεσμένη, ή φοβισμένη, ή ζαλισμένη…» Ανασήκωσε τους ώμους. «Καταλαβαίνεις.»

Ο Κλαρκ ένευσε. «Περίπου όπως κι ένας κανονικός πονοκέφαλος.»

«Πολύ πιο έντονος, όμως. Πολύ πιο έντονος. Και δε νομίζω ότι θα σταματούσε από μόνος του αν δεν έβαζα επάνω μου το φάρμακο των Υπερασπιστών.»

«Το έχεις δοκιμάσει;»

«Όχι.»

«Δεν έχεις αφήσει ποτέ τον πονοκέφαλο να περάσει από μόνος του;»

«Δεν μπορεί να περάσει από μόνος του, Κλαρκ. Θα με σκότωνε αν τον άφηνα.»

Ο Κλαρκ φάνηκε συλλογισμένος καθώς έτρωγε μια μπουκιά απ’το πρωινό του.

Σάρντλι

1.

Η Ανεμόφθαλμη προθυμοποιήθηκε να έρθει μαζί του, όταν της είπε πως θα πήγαινε να μιλήσει στον θείο της, τον Αστροφώτιστο τον Τρίτο.

«Είσαι σίγουρη;»

«Εννοείται. Τι θα κάνω εδώ χωρίς εσένα;»

Είχε κάποιο δίκιο, όφειλε να ομολογήσει ο Ορείχαλκος. Κι επιπλέον, η Νισθάι ήταν η πατρίδα της. Η έδρα του Οίκου των Ουράνιων, της οικογένειάς της.

«Ωραία,» της είπε. «Αλλά εγώ θα φύγω αύριο, με την αυγή. Δε σκοπεύω να καθυστερήσω.» Τώρα ήταν νύχτα.

«Δεν έχω πρόβλημα,» αποκρίθηκε η Ανεμόφθαλμη, καθώς στέκονταν στο μεγάλο μπαλκόνι των διαμερισμάτων του, με την όμορφη θέα της λίμνης Νόλκ’βα και των ψηλών βουνών αντίκρυ τους.

«Πάμε για ύπνο, τότε.»

«Μια ερώτηση πριν από το κρεβάτι;» Η Ανεμόφθαλμη στάθηκε εμπρός του. Τα στήθη της πίεζαν το στήθος του.

Ο Ορείχαλκος, αγγίζοντας το σαγόνι της, τη φίλησε.

Η Ανεμόφθαλμη μειδίασε. Ρώτησε: «Για τι πράγμα θα μιλήσεις στον θείο μου;»

«Χρειάζομαι μισθοφόρους, Ανεμόφθαλμη – καλούς, έμπιστους μισθοφόρους – κι εκείνος, νομίζω, μπορεί να μου τους βρει.»

Η Ανεμόφθαλμη συνοφρυώθηκε, και ξαφνικές σκέψεις φάνηκαν να θολώνουν το βλέμμα της.

«Τι;» είπε ο Ορείχαλκος. «Δεν ασχολείται πλέον ο θείος σου με μισθοφορικές εταιρείες;»

«…Ασχολείται,» αποκρίθηκε εκείνη, κάπως αποπροσανατολισμένα. «Απ’όσο ξέρω, ασχολείται.»

«Αλλά;» Έμοιαζε να υπάρχει κάποιο αλλά το οποίο δεν είχε εκφράσει ακόμα.

«Ασχολείται. Απλώς εγώ δεν έχω και τόσες πολλές επαφές μαζί του,» είπε η Ανεμόφθαλμη κουνώντας το κεφάλι. Και, στρέφοντάς του την πλάτη, βάδισε προς το εσωτερικό των διαμερισμάτων του. «Πάμε για ύπνο αφού θα ξεκινήσουμε νωρίς.»

2.

Ο μεγάλος έλικας του ελικοπτέρου περιστρεφόταν, ηχώντας δυνατά μέσα στο πρωινό.

Ο Ορείχαλκος και η Ανεμόφθαλμη, ανεβαίνοντας στην οροφή του Πολύλιθου Μεγάρου όπου ήταν προσγειωμένο το αεροσκάφος, το πλησίασαν. Ήταν κι οι δυο τους ντυμένοι ταξιδιωτικά, αλλά ο Ορείχαλκος φορούσε και τα αναγνωριστικά του Οίκου του επάνω του, καθώς δεν μπορούσε να επισκεφτεί τον Οίκο της μητέρας του χωρίς καμία επισημότητα. Μαζί τους ήταν και τρεις υπηρέτες, όπως επίσης και τέσσερις σωματοφύλακες – όλοι τους έμπιστοι άνθρωποι, που είχαν αποδείξει την αξία τους στους Ορειβάτες. Ο Ορείχαλκος δεν πίστευε ότι θα είχε να αντιμετωπίσει καμία απειλή, αλλά, έτσι όπως τελευταία είχαν εξαπλώσει την επιρροή τους και τις δραστηριότητές τους οι επαναστάτες, δεν ήταν κανείς να το ριψοκινδυνεύει.

«Καλημέρα, Άρχοντά μου,» τον χαιρέτησε ο γέρο-Θάργκεκ, που στεκόταν κάμποσα βήματα πριν από το ελικόπτερο.

«Καλημέρα, Θάργκεκ. Όλα έτοιμα;»

«Βεβαίως, Άρχοντά μου. Τρεις έλεγχοι έγιναν στο σκάφος.»

«Γιατί τέτοια σχολαστικότητα;»

«Για λόγους ασφαλείας, Άρχοντά μου.»

«Τίποτα περισσότερο;» Φοβάσαι ότι μπορεί να κρύβονται αποστάτες μέσα στο ίδιο το Πολύλιθο Μέγαρο;

«Όχι, Άρχοντα Ορείχαλκε. Καλό ταξίδι. Είθε ο Άνβρεοθ να κρατά τους ουρανούς καθαρούς, κι ο Βάσλεοθ ν’απομακρύνει τους κινδύνους απ’το δρόμο σας.»

«Σ’ευχαριστώ, Θάργκεκ.»

Οι υπηρέτες είχαν ήδη μπει στο ελικόπτερο καθώς εκείνος μιλούσε με τον Επιτηρητή του Μεγάρου, ενώ οι σωματοφύλακες περίμεναν έξω από το σκάφος, σιωπηλοί και επιβλητικοί.

Ο Ορείχαλκος επιβιβάστηκε στο ελικόπτερο μαζί με την Ανεμόφθαλμη, και οι σωματοφύλακες τούς ακολούθησαν. Κάθισαν σε δερμάτινα καθίσματα, και οι υπηρέτες έκλεισαν τις πόρτες.

«Καλημέρα, Άρχοντά μου,» χαιρέτησε ο πιλότος, από το πιλοτήριο. «Μπορούμε να ξεκινήσουμε;»

«Μπορούμε.»

Ο Ορείχαλκος είδε τον Θάργκεκ ν’απομακρύνεται, να πηγαίνει στη σκάλα της οροφής, καθώς ο έλικας άρχιζε να περιστρέφεται ολοένα και ταχύτερα σηκώνοντας δυνατό αέρα.

Το ελικόπτερο (που ήταν Παντοκρατορικής κατασκευής, ασφαλώς – ένα από τα πολλά δώρα της Παντοκράτειρας στον Οίκο των Ορειβατών) απογειώθηκε από το ελικοδρόμιο και πέταξε νότια και δυτικά. Η Σάρντλι φαινόταν τώρα σαν μικρογραφία από κάτω του.

Πέρασαν από τη Φιλτά’κβι· από τις πεδινές περιοχές νότιά της· από την ανατολική άκρη της Τρίγωνης (της ερήμου που στα δυτικά της υπήρχε μια διαστασιακή δίοδος από – και μόνο από – τη Διάσταση του Φωτός)· από την πυκνή ζούγκλα Νισθάν’κνα… που στις νότιες παρυφές της, εκεί όπου η δημοσιά διακλαδιζόταν, ήταν οικοδομημένη η Νισθάι, με τις ψηλές πολυκατοικίες της να μοιάζουν μισοχαμένες μέσα στη βλάστηση που τις τύλιγε – αναρριχητικά φυτά στους τοίχους, δέντρα και λουλούδια στα μπαλκόνια. Πουλιά και μικρά αναρριχώμενα ζώα έκαναν τις φωλιές τους εκεί, ζώντας αρμονικά (τις περισσότερες φορές) με τους ανθρώπους.

Είχαν περάσει λίγο περισσότερο από δύο ώρες. Ήταν ακόμα πρωί· ο ήλιος δεν είχε μεσουρανήσει.

«Η πόλη των Ουράνιων είναι πιο ωραία από τη Φιλτά’κβι,» είπε ο Ορείχαλκος στην Ανεμόφθαλμη, καθώς πλησίαζαν το Μέγαρο της Ζούγκλας.

«Σου είπα να έρθεις εδώ για μερικές μέρες, να ξεκουραστείς, δε σ’το είπα;»

«Δε μπορώ να ξεκουραστώ, Ανεμόφθαλμη. Όχι τώρα.» Και απορούσε γιατί η Ανεμόφθαλμη έμοιαζε να θέλει τόσο πολύ να τον απομακρύνει από τα καθήκοντά του. Παλιότερα δεν ήταν έτσι. Ο Ορείχαλκος νόμιζε ότι, από την επίσκεψη της Παντοκράτειρας και ύστερα, παρατηρούσε κάτι το διαφορετικό στη συμπεριφορά της. Θύμωσε που ήρθε να με δει η Αγαρίστη; Δε θα έπρεπε. Το ξέρει ότι είμαι σύζυγός της – δεν είναι τίποτα το καινούργιο. Κι επιπλέον, ο Ορείχαλκος έπρεπε πάντοτε να είναι προσεχτικός με την Παντοκράτειρα, γιατί αντιλαμβανόταν ότι η ασφάλεια του Οίκου του – κι ολόκληρης της Σάρντλι, πιθανώς – εξαρτιόταν από εκείνον. Η Ανεμόφθαλμη δεν ήταν ανόητη· σίγουρα το έβλεπε αυτό.

Πλησιάζοντας το Μέγαρο της Ζούγκλας, ο πιλότος μίλησε στον πομπό ζητώντας άδεια προσεδάφισης. Η απάντηση που έλαβε ήταν θετική, και το ελικόπτερο προσγειώθηκε σ’ένα μικρό ελικοδρόμιο, σε μια από τις οροφές του Μεγάρου. Υπηρέτες είχαν ήδη συγκεντρωθεί εκεί, και αμέσως προθυμοποιήθηκαν να οδηγήσουν τον Ορείχαλκο στη Μεγάλη Αίθουσα, ενώ θα έπαιρναν τα πράγματά του για να τα μεταφέρουν στα δωμάτια που θα του παραχωρούνταν. Εκείνος τούς ευχαρίστησε και τους άφησε να τον οδηγήσουν. Η Ανεμόφθαλμη και οι σωματοφύλακές του ήρθαν μαζί, ενώ οι υπηρέτες του πήγαν με τους υπηρέτες του Μεγάρου της Ζούγκλας.

Μέσα από διαδρόμους, σκάλες, και αίθουσες γεμάτες φυτά, ο Ορείχαλκος οδηγήθηκε στη Μεγάλη Αίθουσα, η οποία ήταν επενδυμένη με ξύλο και εντυπωσιακή μ’όλη τη βλάστησή της. Αναρριχώμενα φυτά τυλίγονταν σαν γιγάντια φίδια γύρω από τους χοντρούς κίονές της. Λουλούδια φύτρωναν μέσα σε μεγάλες πήλινες και πέτρινες γλάστρες, ορισμένα από αυτά διαθέτοντας μάτια τα οποία ανοιγόκλειναν νωχελικά καθώς παρατηρούσαν τους επισκέπτες. Ένα φυτό άπλωσε κάτι σαν πλοκάμι για ν’αγγίξει τον ώμο του Ορείχαλκου.

«Μη φοβάστε, Άρχοντά μου· είναι άκακο, και φιλικό,» του είπε ένας υπηρέτης.

Ο Ορείχαλκος ένευσε, χαμογελώντας. «Το ξέρω.»

Στο κέντρο της αίθουσας τον περίμεναν τρεις άνθρωποι: ο Ηλιόνους ο Πρώτος, ξάδελφος της μητέρας του και πατέρας της Ανεμόφθαλμης της Δεύτερης· η Ανεμόφθαλμη η Πρώτη, ξαδέλφη της Ανεμόφθαλμης της Δεύτερης· και ο Λοχαγός Βύρων Καλπάρτι, Παντοκρατορικός στρατιωτικός και σύζυγος της Ανεμόφθαλμης της Πρώτης.

«Ορείχαλκε,» είπε ο Ηλιόνους. «Καλωσόρισες στο Μέγαρο της Ζούγκλας.»

«Καλώς σας βρίσκω, θείε.» Ο Ορείχαλκος αντάλλαξε μια χειραψία μαζί του. «Δυστυχώς, τελευταία δεν καταφέρνω να έρχομαι εδώ τόσο συχνά όσο παλιά. Ελπίζω η παρουσία των γονιών μου να αναπληρώνει τη δική μου απουσία.»

«Ασφαλώς και τους θέλουμε τους γονείς σου, αλλά η δική σου απουσία δεν αναπληρώνεται,» αποκρίθηκε ο Ηλιόνους. «Κανενός ανθρώπου η απουσία δεν αναπληρώνεται, στην πραγματικότητα.»

Ο Λοχαγός Καλπάρτι είπε: «Η άφιξή σας μας έπιασε απροετοίμαστους, Υψηλότατε.»

Υψηλότατε. Για εκείνον, ο Ορείχαλκος ήταν πριν απ’όλα σύζυγος της Παντοκράτειρας. Πρίγκιπας. «Δεν υπήρχε χρόνος να σας προειδοποιήσω. Ήρθα, ομολογουμένως, βιαστικά.»

«Συμβαίνει κάτι;» ρώτησε ο Ηλιόνους.

«Θα ήθελα να μιλήσω στον θείο μου τον Αστροφώτιστο, αν είναι δυνατόν, θείε. Τον Αστροφώτιστο τον Τρίτο.»

«Για τι θέμα, αν επιτρέπεται;»

«Θα προτιμούσα, για την ώρα, να το κρατήσω εμπιστευτικό,» είπε ο Ορείχαλκος.

Ο Ηλιόνους ένευσε, μη δείχνοντας να προσβάλλεται.

Ο Ορείχαλκος, γρήγορα, έκρινε τις αντιδράσεις των άλλων δύο, όσο καλύτερα μπορούσε: Η Ανεμόφθαλμη η Πρώτη δεν έδειχνε να ενδιαφέρεται, κοίταζε όπως και πριν, το πρόσωπό της ουδέτερο· ο Λοχαγός Καλπάρτι είχε συνοφρυωθεί ελαφρώς, τα μάτια του είχαν λιγάκι στενέψει, υποψιαζόταν ίσως, ή απλά αναρωτιόταν.

«Είναι, λοιπόν, ο Αστροφώτιστος ο Τρίτος εδώ, θείε;»

«Δυστυχώς, τώρα είναι στη Φανχάι, αν δεν κάνω λάθος,» αποκρίθηκε ο Ηλιόνους. «Έχει πάει εκεί για κάτι δουλειές του.»

«Πότε θα επιστρέψει;»

«Δεν είμαι βέβαιος, Ορείχαλκε.»

Ο Ορείχαλκος κοίταξε την Ανεμόφθαλμη την Πρώτη (που, στην εμφάνιση, δεν είχε καμία ομοιότητα με τη Δεύτερη) και τον λοχαγό. Εκείνοι δεν μίλησαν. Μάλλον, ούτε αυτοί ήξεραν πότε θα επέστρεφε ο Αστροφώτιστος. Εγώ, όμως, δεν μπορώ να περιμένω.

«Θα πάω να τον συναντήσω, θείε. Πρέπει να του μιλήσω επειγόντως. Μπορείς να μου πεις πού θα τον βρω μέσα στη Φανχάι;»

Ο Ηλιόνους ένευσε σαν να το περίμενε αυτό. «Θα σου πω. Θα καθίσεις λίγο, πρώτα, ή θα φύγεις αμέσως;»

«Θα καθίσω,» αποκρίθηκε ο Ορείχαλκος. «Ο πιλότος μου πρέπει να ξεκουραστεί. Η μητέρα κι ο πατέρας μου, αλήθεια, πού είναι; Δεν είναι στο Μέγαρο;» Νόμιζε πως όταν ερχόταν εδώ θα τους συναντούσε.

«Έχουν πάει για κυνήγι, μαζί με τον Επουράνιο τον Πρώτο.»

Ο Επουράνιος ήταν αδελφός της μητέρας του Ορείχαλκου. «Μάλιστα. Θα καθίσω, λοιπόν, λίγο και μετά θα αναχωρήσω.»

Ο Ηλιόνους κοίταξε την κόρη του, την Ανεμόφθαλμη τη Δεύτερη, καθώς βάδιζαν προς ένα μεγάλο τραπέζι. «Θα πας κι εσύ;»

«Φυσικά, πατέρα,» αποκρίθηκε εκείνη, και ο Ορείχαλκος είδε την ερυθρόδερμη όψη του Ηλιόνου να στραβώνει λιγάκι. Δεν ήταν υπέρ της σχέσης της κόρης του με τον Ορείχαλκο. Κι αυτό δεν οφειλόταν στο γεγονός ότι δεν τον συμπαθούσε. Αντιθέτως, έμοιαζε να τον συμπαθεί πολύ. Όμως έβλεπε ότι, έτσι, η Ανεμόφθαλμη δεν πρόκειται ποτέ να παντρευόταν, ειδικά τώρα που ο Ορείχαλκος είχε γίνει σύζυγος της Παντοκράτειρας.

3.

Νότια της Νισθάι και δυτικά. Πάνω από τη μεγάλη λιθόστρωτη δημοσιά, όπου ταξίδευαν οδοιπόροι, ενεργειακά οχήματα, κάρα που τα τραβούσαν ζώα, καβαλάρηδες, και καραβάνια με υποζύγια και μισθοφόρους φρουρούς. Πάνω από ζούγκλες, σαβάνες, έλη. Στις όχθες του μακρύ, πλατύ ποταμού Ράντραμ, ο οποίος ξεκινούσε από τα βόρεια της Σάρντλι και χυνόταν στις νότιες ακτές της.

Η Φανχάι: ένα κέντρο εμπορίου και συναλλαγής, από τα μεγαλύτερα της διάστασης· ένα μέρος όπου ήταν γνωστό ότι συγκεντρώνονταν κάμποσοι άνθρωποι κι από άλλες διαστάσεις, πέραν της Σάρντλι (και οι πράκτορες της Παντοκράτειρας γνώριζαν, φυσικά, ότι κυκλοφορούσαν πολλοί επαναστάτες και άλλοι παράνομοι εδώ). Στα νότια της πόλης ήταν μια μεγάλη γέφυρα που ένωνε τις δύο όχθες του Ράντραμ, κι ένας δρόμος ξεκινούσε από εκεί, λιθόστρωτος, διασχίζοντας τα βαλτοτόπια που εκτείνονταν για πάνω από διακόσια χιλιόμετρα, ώς τις ακτές της θάλασσας. Ο Τρόμος του Βάσλεοθ ονομάζονταν αυτά τα επικίνδυνα μέρη, κι όταν κάποιος ήθελε να τα διασχίσει, ποτέ δεν ξεστράτιζε από τον λιθόστρωτο δρόμο.

Το ελικόπτερο του Ορείχαλκου προσγειώθηκε στο μικρό αεροδρόμιο στα βορειοανατολικά της Φανχάι. Παρότι η πόλη ήταν πολυσύχναστη, ελάχιστοι έρχονταν ή έφευγαν με αεροσκάφη. Στη Σάρντλι δεν ήταν τόσο διαδεδομένα όσο σε άλλες διαστάσεις· έπρεπε να είσαι πάμπλουτος για να ταξιδεύεις με αεροσκάφος.

Ο πιλότος ζήτησε άδεια προσγείωσης. Χωρίς καθυστέρηση την έλαβε, και το ελικόπτερο κατέβηκε στη γη. Οι υπεύθυνοι του αεροδρομίου υποδέχτηκαν τον Ορείχαλκο με κάθε επισημότητα – καθώς, ασφαλώς, γνώριζαν ποιος ήταν – και ρώτησαν αν θα μπορούσαν να κάνουν κάτι γι’αυτόν. Οτιδήποτε. Ο Ορείχαλκος είπε ότι χρειαζόταν ένα μισθωμένο ενεργειακό όχημα για τον εαυτό του, την ξαδέλφη του, τον πιλότο, τους σωματοφύλακες, και τους υπηρέτες του. Οι υπεύθυνοι του αεροδρομίου, χρησιμοποιώντας έναν τηλεπικοινωνιακό πομπό, κάλεσαν αμέσως ένα όχημα από την πόλη, κι αυτό δεν άργησε να έρθει, μακρύ και τετράκυκλο, γυαλίζοντας κάτω από τον δυνατό μεσημεριανό ήλιο. Η οδηγός βγήκε και υποκλίθηκε μπροστά στον Ορείχαλκο, δηλώνοντας ότι βρισκόταν στη διάθεσή του για όσο θα ήθελε.

Ο Ορείχαλκος έβγαλε απ’το πορτοφόλι του τρία δεκασάρντλια και της τα έδωσε. «Στον Δωδεκάψυχο,» της είπε.

Η οδηγός φάνηκε πολύ ευχαριστημένη. «Μάλιστα, Άρχοντά μου.» Το δεκασάρντλιο ήταν το ισχυρότερο χαρτονόμισμα της διάστασης.

Ο Ορείχαλκος, η Ανεμόφθαλμη, και οι άλλοι επιβιβάστηκαν στο όχημα. Η οδηγός κάθισε μπροστά στο τιμόνι, πάτησε το πετάλι, και έκανε στροφή προς την πόλη.

Οι δρόμοι της Φανχάι ήταν, ως συνήθως, συνωστισμένοι από ανθρώπους, ζώα, και οχήματα κάθε είδους. Η διαδρομή από το αεροδρόμιο μέχρι το ξενοδοχείο «Ο Δωδεκάψυχος» δεν ήταν, αντικειμενικά, μεγαλύτερη από είκοσι λεπτά· αλλά, με την κίνηση, κατάντησαν να την κάνουν σε παραπάνω από τον διπλάσιο χρόνο.

Ο Ορείχαλκος, βγαίνοντας απ’το όχημα, έδωσε στην οδηγό ένα δεκασάρντλιο ακόμα.

«Θα σας περιμένω όπου θέλετε, Άρχοντά μου,» υποσχέθηκε εκείνη.

«Δεν ξέρω αν θα σε χρειαστώ άμεσα.»

«Όταν με χρειαστείτε μπορείτε να με καλέσετε στον πομπό του οχήματός μου. Κι αν δεν είμαι εκεί για ν’απαντήσω, αφήστε μου μήνυμα και θα σας απαντήσω μόλις το δω.» Του έδωσε το αναγνωριστικό του πομπού της.

Ο Ορείχαλκος την ευχαρίστησε και, μετά, μπήκε στον Δωδεκάψυχο μαζί με την Ανεμόφθαλμη, τον πιλότο, τους σωματοφύλακες, και τους υπηρέτες του. Οι υπεύθυνοι του πολυτελούς ξενοδοχείου έσπευσαν να τον εξυπηρετήσουν μόλις άκουσαν ποιος ήταν.

«Θέλω να μάθω αν ο θείος μου, ο Αστροφώτιστος ο Τρίτος, βρίσκεται εδώ.»

«Εδώ είναι, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε ο ξερακιανός, μαυρόδερμος άντρας της ρεσεψιόν.

«Μπορείς να τον ειδοποιήσεις;»

«Ασφαλώς, Άρχοντά μου.» Χρησιμοποίησε τον επικοινωνιακό δίαυλο του ξενοδοχείου, ενώ ο Ορείχαλκος περίμενε. «Μπορείτε να ανεβείτε να του μιλήσετε, Άρχοντά μου,» είπε μετά. «Θα χαρεί να σας δει, μου είπε.» Και ρώτησε: «Θα θέλατε να κλείσετε δωμάτια;»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Ορείχαλκος. «Μονόκλινα για όλους.»

«Μάλιστα, Άρχοντά μου.»

Ο Ορείχαλκος τον πλήρωσε γενναιόδωρα. Κι ύστερα, στράφηκε στην Ανεμόφθαλμη. «Θα έρθεις μαζί;»

Εκείνη κατένευσε.

Ο Ορείχαλκος είπε στους σωματοφύλακες, στους υπηρέτες, και στον πιλότο του: «Ξεκουραστείτε. Για την ώρα, δε θα σας χρειαστώ άλλο.»

Και, μαζί με την Ανεμόφθαλμη, βάδισε προς τον ανελκυστήρα του ξενοδοχείου.

4.

Οι Ασνούρτα φιλοξένησαν τους επισκέπτες τους σε εφτά καλύβες από ξύλο και φυλλωσιές. Οι ένοικοί τους τις παραχώρησαν πρόθυμα και πήγαν να διανυκτερεύσουν σε δερμάτινες σκηνές. Οι επαναστάτες ήταν, στο σύνολό τους, οχτώ, αλλά ο Σέλιρ’χοκ και η Άνμα’ταρ θα κοιμόνταν μαζί, οπότε μία καλύβα μπορούσαν να την κρατήσουν οι Ασνούρτα. Ο Ανδρόνικος, η Ιωάννα, ο Φένχιλ, η Σιλάνα, ο Νάρτιλ, και η Αλρίβα’σαρ πήγαν ο καθένας στο ξύλινο οίκημα που του παραχωρήθηκε, για να ξεκουραστούν από την οδοιπορία που είχε κρατήσει σχεδόν δύο ημέρες μέχρι να φτάσουν στην Ασνούρτα Μ’λίν’τα. Φαγητά και ποτά, ασφαλώς, τους περίμεναν μέσα στις καλύβες· και, κατά τα άλλα, οι μικρόσωμοι, μαυρόδερμοι ιθαγενείς τούς άφησαν ήσυχους. Δεν έβαλαν φρουρούς ή κατασκόπους κοντά στα καταλύματά τους. Η Ιωάννα – ακολουθώντας πάντα το ένστικτο της Μαύρης Δράκαινας – κοίταξε, πολύ επιφυλακτικά, από την άκρη της κουρτίνας και δεν είδε κανέναν να παρακολουθεί εκείνη ή τους συντρόφους της.

Δεν ήταν η προσοχή για εχθρούς, όμως, ο μοναδικός λόγος που κρυφοκοίταζε. Δεν την ενδιέφεραν μόνο οι Ασνούρτα αλλά και οι άλλοι επαναστάτες.

Κανένας τους δεν ήταν έξω από την καλύβα του, παρατήρησε η Ιωάννα.

Ο Φένχιλ φαίνεται να τους εμπιστεύεται απόλυτα αυτούς τους αγρίους, σκέφτηκε. Μάλλον, κάτι θα ξέρει. Ελπίζω να μην είναι ανόητα παράτολμος. Διότι της είχε δώσει, γενικά, την εντύπωση ανθρώπου που έπαιρνε αχρείαστα ρίσκα. Λες και οι Μαύρες Δράκαινες είναι καλύτερες… είπε στον εαυτό της. Αλλά οι Μαύρες Δράκαινες, τουλάχιστον, πάντοτε ήξεραν τι έκαναν. Δεν δρούσαν τυχαία.

Κι εσύ, δηλαδή, τώρα ξέρεις τι πας να κάνεις; –Τι ανοησίες! Αυτό δεν είχε σχέση με το γεγονός ότι ήταν Μαύρη Δράκαινα!

Δεν ήθελε να βάλει τον Ανδρόνικο σε μπελάδες, ούτε να δημιουργηθούν εξαιτίας της προβλήματα στο Βασίλειο της Απολλώνιας– Μήπως απλά να έπεφτε για ύπνο και να το ξεχνούσε;

Μα, είμαστε, ουσιαστικά, μες στη μέση μιας ερημιάς! Και η Απολλώνια είναι άλλη διάσταση. Ό,τι γίνεται εδώ δεν μετράει. Δεν μπορεί να μετράει.

Η Ιωάννα κοίταξε πάλι, προσεχτικά, έξω από την καλύβα – τις άλλες καλύβες, τις σκηνές, τις φωτιές, και τα σκοτάδια. Κανείς δεν την παρακολουθούσε, ούτε επαναστάτης ούτε ιθαγενής· ήταν βέβαιη. Μια Μαύρη Δράκαινα δεν έκανε τέτοια λάθη.

Η Ιωάννα έλυσε τα ξανθά της μαλλιά. Τα τίναξε με τα χέρια της, μία, δύο φορές, αφήνοντάς τα να πέσουν ανάλαφρα στους ώμους της. Χαλάρωσε τη στολή της…

…και μετά, η καλύβα ήταν άδεια. Μονάχα τους εξοπλισμούς της Μαύρης Δράκαινας περιείχε.

Μια σκοτεινή φιγούρα γλιστρούσε μέσα στον μεγάλο καταυλισμό των Ασνούρτα, ακολουθώντας τα μονοπάτια που διαγράφονταν από τις πυκνές σκιές και τα σκοτάδια.

Μερικοί από τους φύλακες την πρόσεξαν (γιατί ούτε και μια Μαύρη Δράκαινα δεν μπορούσε να ξεφύγει από τους Ασνούρτα όταν βρισκόταν στα εδάφη τους) αλλά δεν θεώρησαν πως συνέβαινε τίποτα το επικίνδυνο. Η φιγούρα είχε βγει από μια απ’τις καλύβες των ξένων και πήγαινε σε μια άλλη από τις καλύβες των ξένων. (Έχει το βήμα του μαύρου πάνθηρα, ψιθύρισε ένας Ασνούρτα σ’έναν άλλο· κι ο άλλος τού απάντηση: Και τα νύχια του, μάλλον. Είναι καλή. Ο πρώτος χαμογέλασε, λέγοντας: Ναι· αρέσει στα πνεύματα. Ο δεύτερος τον προειδοποίησε: Πρόσεχε που πατάς· τ’Αφτιά δεν είναι μακριά ποτέ. Ο πρώτος σοβαρεύτηκε.)

Ο Ανδρόνικος είχε τελειώσει το φαγητό του (δεν ήξερε τι ακριβώς ήταν, αλλά ήταν καλό) και έπινε μια κούπα από το ποτό των Ασνούρτα (το οποίο, επίσης, δεν ήξερε τι ήταν, αλλά ήταν κι αυτό καλό). Καθόταν οκλαδόν μέσα στην καλύβα του, επάνω στα ζεστά δέρματα, έχοντας αφήσει τις μπότες του απέξω κι έχοντας βγάλει τα περισσότερα ρούχα του εκτός από τα πιο ελαφριά. Το περιβάλλον είχε κάτι το παραμυθένια φιλικό, όφειλε να παρατηρήσει.

Και μετά, είδε μια σκιά να γλιστρά απ’την άκρη της κουρτίνας της εισόδου.

Έπιασε το πιστόλι που ήταν πλάι του. Παλιές, καλές συνήθειες των επαναστατών.

«Δεν κοιμάσαι ακόμα;» είπε η Ιωάννα.

Ο Ανδρόνικος μειδίασε, αφήνοντας πάλι το όπλο. «Ήρθες να με μαλώσεις;»

«Δε μπορώ· σου έχω αδυναμία.» Η Ιωάννα κάθισε πλάι του. Έβγαλε τις μπότες της και τις πέταξε παραδίπλα. «Δε με είδε κανένας,» του είπε.

«Ούτε οι Ασνούρτα; Δεν το νομίζω.» Ο Ανδρόνικος τύλιξε το ένα του χέρι γύρω απ’τους ώμους της, ενώ το άλλο κατέβαζε το φερμουάρ της στολής της.

«Δεν ξέρω γι’αυτούς· οι δικοί μας, πάντως, δε με είδαν.»

«Είμαι τυχερός που είσαι Μαύρη Δράκαινα.» Το χέρι του Ανδρόνικου γλίστρησε κάτω απ’τη στολή της, καθώς τη φιλούσε.

Μετά από κάμποση ώρα, ήταν ξαπλωμένοι ήρεμα επάνω στα τομάρια που χρησιμοποιούσαν οι Ασνούρτα για να κοιμούνται, τα οποία ήταν μαλακά και ζεστά. Ακόμα και μαξιλάρια είχαν – πολύ καλοφτιαγμένα. Η Ιωάννα, ύστερα από έναν πολύ ικανοποιητικό οργασμό, βρισκόταν στα πρόθυρα του ύπνου, νιώθοντας τα βλέφαρά της να βαραίνουν καθώς είχε το κεφάλι της ακουμπισμένο στον ώμο του Ανδρόνικου. Εκείνος κοιμόταν· η Ιωάννα μπορούσε να το καταλάβει απ’την αναπνοή του.

Εγώ δεν πρέπει να κοιμηθώ.

Διστακτικά, η Ιωάννα ανασηκώθηκε, αφήνοντας τα δέρματα να γλιστρήσουν από πάνω της. Τίποτα εκτός από το λογικό μέρος του μυαλού της δεν ήθελε να φύγει. Για κάποιον λόγο, όλη αυτή η κατάσταση, που έπρεπε να κρύβονται και να ερωτοτροπούν χωρίς κανένας να το ξέρει, τη διέγειρε απίστευτα. Ποτέ παλιότερα δεν θα μπορούσε να το φανταστεί.

Γαμώτο… Η Ιωάννα έσκυψε και φίλησε μαλακά το στέρνο του Ανδρόνικου. Εκείνος συνέχιζε να αναπνέει με τον ίδιο τρόπο: εξακολουθούσε να κοιμάται.

Η Ιωάννα αισθάνθηκε την παρόρμηση να γίνει άτακτη. Ενέδωσε. Πήρε τη μια κάλτσα της και την έδεσε γύρω από τον πήχη του Ανδρόνικου μ’έναν περίτεχνο κόμπο. Ύστερα – τέρμα τώρα! πρέπει να πηγαίνω – σηκώθηκε, φόρεσε την περισκελίδα της, πήρε τις μπότες και τα υπόλοιπα ρούχα της αγκαλιά, και γλίστρησε έξω από την καλύβα, μέσα στη βαθιά νύχτα.

Η δική της καλύβα δεν ήταν μακριά. Κάπου πέντε μέτρα απόσταση.

Αλλά η Ιωάννα είχε γίνει απρόσεχτη μέσα στη φούρια της. Την τελευταία στιγμή μόνο πρόσεξε ότι κάποιος στεκόταν μπροστά στην καλύβα που ήταν κοντά στη δική της. Στεκόταν εκεί και κάπνιζε. Μες στο σκοτάδι.

Η Άνμα, έκρινε η Ιωάννα απ’το ανάστημα της φιγούρας, κι αμέσως σταμάτησε, κρύφτηκε στις σκιές, ενώ καταριόταν τον εαυτό της: Ανόητη ανόητη ανόητη ανόητη! Είσαι τυφλή;

Η Άνμα, τώρα, πρέπει να κοίταζε προς την καλύβα του Ανδρόνικου – προς τη μεριά μου. Ήταν φανερό απ’το σημείο που γυάλιζε η καύτρα του τσιγάρου της.

Η Ιωάννα αισθανόταν το έδαφος κρύο κάτω από τις πατούσες της, και ο νυχτερινός αέρας έμοιαζε να έχει, ξαφνικά, γίνει πιο παγερός. Κράτησε τα ρούχα της σφιχτά επάνω στο στήθος της.

Η Άνμα είναι. Μπορώ εύκολα να την προσπεράσω.

Το προσπάθησε. Και θα το κατάφερνε. Όμως πάτησε κάτι – ένα αγκάθι, όπως διαπίστωσε αργότερα. Δεν φώναξε (μια Μαύρη Δράκαινα δεν φώναζε ακόμα κι ύστερα από χειρότερους τραυματισμούς), αλλά παραπάτησε.

Κι αυτό ήταν αρκετό.

Η Άνμα’ταρ ήταν από τις μάγισσες που είχαν εκπαιδευτεί ειδικά ώστε να υποβοηθούν τις Μαύρες Δράκαινες τον καιρό που αυτές υπηρετούσαν την Παντοκράτειρα. Μια μάγισσα του τάγματος των Δρακαινών – το πιο πρόσφατο από τα μαγικά τάγματα, το οποίο είχε πλέον, επισήμως, διαλυθεί. Αυτές οι μάγισσες δεν ήταν εκπαιδευμένες μόνο στα ξόρκια και στις μαγγανείες· αν και όχι τόσο ικανές όσο οι Μαύρες Δράκαινες, ήταν καλύτερες από σχεδόν κάθε άλλο κατάσκοπο ή πολεμιστή.

Η Άνμα αμέσως πρόσεξε ότι κάτι συνέβαινε. Πέταξε το τσιγάρο της και, τραβώντας το πιστόλι της, ζύγωσε.

Η Ιωάννα σκέφτηκε ότι καλύτερα να την έπιανε απροετοίμαστη. «Τι κάνεις τέτοια ώρα έξω;»

Η Άνμα συνοφρυώθηκε. «Ιωάννα…» Θηκάρωσε πάλι το πιστόλι της. «Βγήκα να παρ–» Την κοίταξε από πάνω ώς κάτω. «Εσύ τι κάνεις έξω;»

Σκατά! γρύλισε από μέσα της η Ιωάννα. Δεν μπορούσε, τουλάχιστον, να ντυθεί κανονικά προτού φύγει; «Δε μου απάντησες. Γιατί;»

Το βλέμμα της Άνμα έγινε πονηρό καθώς τα χείλη της υπομειδιούσαν μες στο σκοτάδι. «Βγήκα να πάρω αέρα. Κι εσύ το ίδιο, ε;»

Η Ιωάννα ένευσε, «Ναι,» είπε, κι έκανε να πάει στη σκηνή της.

«Θα πρέπει να είχες ζεσταθεί πολύ, πάντως.»

Η Ιωάννα στράφηκε, απότομα, να την αντικρίσει. Είχε αρχίσει να τσαντίζεται. «Δεν ξέρω τι μπορεί να νομίζεις ότι… ότι συμβαίνει…!»

«Είναι πασιφανές τι συμβαίνει. Δε χρειαζόταν να σε συναντήσω εδώ, απόψε, για να το καταλάβω.»

Η Ιωάννα πήρε μια βαθιά ανάσα κρύου, νυχτερινού αέρα. «Κοίτα… Άκουσέ με…»

«Είσαι σοβαρή; Νομίζεις ότι εγώ ή κανένας άλλος θα έχει πρόβλημα μ’αυτό;»

«Δεν πρέπει να μαθευτεί. Καταλαβαίνεις γιατί.»

«Από εμένα τίποτα δεν θα μαθευτεί.»

«Τ’ορκίζεσαι;»

«Σ’όποιο θεό πιστεύεις.»

Η Ιωάννα είπε: «Έλα μέσα άμα θες,» και μπήκε στην καλύβα της.

Η Άνμα, γελώντας σιγανά, την ακολούθησε.

Η Ιωάννα, γυρίζοντάς της την πλάτη, άρχισε να ντύνεται, γρήγορα. «Γιατί δεν κοιμάσαι;»

Η Άνμα είχε καθίσει κάτω, κοντά στην έξοδο της σκηνής, και είχε πάλι ανάψει τσιγάρο. «Είχα αϋπνίες.»

«Μετά από τόση οδοιπορία;»

«Καμια φορά με πιάνουν, τελευταία. Θυμάμαι τα περασμένα: όταν υπηρετούσαμε την Παντοκράτειρα…»

Η Ιωάννα κάθισε επάνω στα τομάρια που αποτελούσαν κρεβάτι. «Δεν πιστεύω να με παρακολουθούσες…»

«Μη λες σαχλαμάρες,» αποκρίθηκε η Άνμα.

Αλλά η αλήθεια ήταν ότι αυτό ακριβώς έκανε. Την έτρωγε η περιέργεια να μάθει: να δει αν όντως ίσχυε η υποψία της. Όταν είχαν μπει στην καλύβα τους, είχε ζητήσει από τον Σέλιρ να κάνει ένα Ξόρκι Ανιχνεύσεως για να παρακολουθούν πού βρισκόταν η Ιωάννα. Εκείνος είχε διαφωνήσει – «Δεν είναι δική σου δουλειά, Άνμα, ό,τι και να κάνει η Ιωάννα.» Αλλά η Άνμα είχε επιμείνει· έφτασε στο σημείο ακόμα και να τον απειλήσει. Έπρεπε να μάθει! Ο Σέλιρ ύφανε το ξόρκι, κι επάνω στα κάτοπτρα του ραβδιού του παρουσιάστηκε μια πορφυρή κουκίδα. Η Ιωάννα. Κάθισαν και την περίμεναν να κινηθεί, να φύγει από τη θέση της. Μετά από λίγο, η κουκίδα πράγματι κινήθηκε, και, όπως υποψιαζόταν η Άνμα, πήγε προς τη μεριά της καλύβας του Πρίγκιπα. Και εκεί σταμάτησε. Για κάμποση ώρα.

Η Άνμα, τελικά, είχε βγει από το κατάλυμα που μοιραζόταν με τον Σέλιρ, και περίμενε μες στη νύχτα.

Τώρα, είπε: «Όπως πάντα, σκέφτεσαι πολύ, Ιωάννα.» Και χαμογέλασε.

Αργότερα, όταν η Άνμα επέστρεψε στην καλύβα της, ο Σέλιρ τής φάνηκε ότι κοιμόταν. Έβγαλε τα ρούχα της και γλίστρησε πλάι του.

«Ικανοποιήθηκες τώρα;» τη ρώτησε εκείνος, χωρίς ν’ανοίξει τα μάτια.

Η Άνμα γέλασε. «Με τσαντίζεις όταν το κάνεις αυτό! Δε μπορώ να καταλάβω πότε κοιμάσαι και πότε όχι.»

«Κι εγώ, ορισμένες φορές, έχω την ίδια απορία για σένα.»

«Αν αυτό σημαίνει ό,τι μου φαίνεται να σημαίνει, πρέπει να τσαντιστώ ακόμα περισσότερο, νομίζω!»

«Ας κοιμηθούμε, καλύτερα.»

«Έστω…» Η Άνμα χασμουρήθηκε, και μετά από λίγο κοιμόταν.

Ήταν εξαντλημένη.

5.

Την επομένη, ο Φένχιλ ζήτησε ακρόαση από τα Αφτιά της Ασνούρτα λίν’τα. Οι έξι σαμάνοι με τις κοκάλινες μάσκες δεν άργησαν να τους δεχτούν. Συγκεντρώθηκαν μπροστά από το οίκημά τους και κάθισαν γύρω από μια φωτιά, ενώ οι επαναστάτες κάθισαν αντίκρυ τους.

Ο Ανδρόνικος, μη μπορώντας να καταλάβει τη γλώσσα των ιθαγενών, αισθανόταν να βρίσκεται σε μειονεκτική θέση. Δεν του άρεσε που ο Φένχιλ έκανε τις διαπραγματεύσεις. Τον εμπιστευόταν, βέβαια· ασφαλώς και τον εμπιστευόταν. Όμως, όταν ήταν να κάνει κάποια συμφωνία, ήθελε να μπορεί να την κάνει ο ίδιος. Να μπορεί, τουλάχιστον, να συνεννοηθεί μόνος του.

Χαλάρωσε, για όνομα του Απόλλωνα! είπε στον εαυτό του, καθώς ο Φένχιλ μιλούσε με τους σαμάνους. Αυτός ο άνθρωπος κανόνισε να κατακτηθούν τόσα ορυχεία, κατατροπώνοντας και τους τοπικούς φρουρούς και τους πολεμιστές της Παντοκράτειρας. Ξέρει τι κάνει. Είναι, ίσως, ο χειρότερος επαναστάτης σ’όλη τη Σάρντλι. Πιο άγριος, πιο πεπειραμένος, πιο πονηρός από οποιονδήποτε άλλο. Ναι, ο Ανδρόνικος δεν αμφέβαλλε ότι ο Φένχιλ ήταν έτσι.

Και η κουβέντα του με τα Αφτιά έμοιαζε να πηγαίνει καλά. Τουλάχιστον, δεν υπήρχαν εντάσεις. Αυτό πρέπει να ήταν θετικό σημάδι, ακόμα και με τους Ασνούρτα, σωστά;

Ο Ανδρόνικος περίμενε, καθισμένος οκλαδόν κι έχοντας κοντά του μια μεγάλη πιατέλα με πρωινά φαγητά των Ασνούρτα (τα οποία μόνο οι θεοί της Σάρντλι ίσως να ήξεραν τι ήταν) και μια ξύλινη κούπα με γάλα. Η Ιωάννα καθόταν παραδίπλα, οκλαδόν κι εκείνη: και τα μάτια του Ανδρόνικου, κάπου-κάπου, πήγαιναν άθελά του προς τις καμπύλες του γυμνασμένου σώματος που διαγραφόταν κάτω από τη μαύρη στολή της. Όταν ο άνθρωπος το μόνο που κάνει είναι να περιμένει….

Αλλά αυτό παλιότερα δεν θα συνέβαινε, νόμιζε ο Ανδρόνικος. Άλλωστε, ήταν η Ιωάννα. Την ήξερε καλά. Την είχε συνηθίσει. Κι όμως, τώρα είχε την αίσθηση ότι κάτι αδιόρατο είχε αλλάξει ανάμεσά τους…

Ο Φένχιλ στράφηκε και του είπε: «Πρίγκιπά μου, είναι πρόθυμοι να μας βοηθήσουν να πολεμήσουμε τους ‘ξενόφερτους’, όπως λένε τους Παντοκρατορικούς.»

«Ωραία τότε. Πόσους πολεμιστές τους μπορούν να μας προσφέρουν;»

«Θ’απλώσουν το Κάλεσμα του Πολέμου στην Ασνούρτα λίν’τα, και θα έρθουν όσοι θέλουν να αγωνιστούν.»

«Αν είναι πάρα πολλοί, Φένχιλ, μπορεί να έχουμε… επεισόδια. Ανεπιθύμητα.»

Ο Φένχιλ κούνησε το κεφάλι. «Δεν τους ενδιαφέρει τόσο η λαφυραγωγία, Πρίγκιπά μου. Βλέπεις πώς ζουν, δε βλέπεις;»

Ο Ανδρόνικος ήταν, όμως, σκεπτικός. «Θα επιτεθούν, δηλαδή, στο ορυχείο και μετά… τι; Θα φύγουν;»

«Οι περισσότεροι, ναι. Οι ανοιχτές πεδιάδες τούς καλούν.»

«Ούτε αυτό μάς πολυσυμφέρει, Φένχιλ. Αν δεν μπορούμε να κρατήσουμε το ορυχείο….»

«Πιστεύεις, Πρίγκιπά μου, ότι οι Ορειβάτες θα στείλουν ανθρώπους τους να κάνουν ανακατάληψη; Τώρα, μ’αυτό το χάος που γίνεται στις περιοχές τους; Επιπλέον,» πρόσθεσε, «θα οπλίσουμε τους εργάτες και θα τους βάλουμε να δουλέψουν για εμάς – εξυπηρετώντας τον εαυτό τους, ουσιαστικά.»

Του Ανδρόνικου, για κάποιο λόγο, δεν του πολυάρεσαν όλα τούτα. Του χαλούσαν την ιδεαλιστική άποψη που είχε για την Επανάσταση. Ήξερε, όμως, από πικρή πείρα, πως ήταν αδύνατον να πολεμήσεις την Παντοκράτειρα χωρίς να λερώσεις τα χέρια σου.

Αυτοί οι εργάτες θα δουλέψουν για εμάς… πιστεύοντας τι; Ότι, μετά, το ορυχείο θα είναι δικό τους; Τι; Διότι, στην πραγματικότητα, εκείνο που θα έκανε ο Ανδρόνικος θα ήταν να ξαναδώσει, στο τέλος, τα ορυχεία πίσω στους Ορειβάτες, όταν θα κατόρθωνε να τους πάρει με το μέρος του και να τους στρέψει εναντίον της Παντοκράτειρας. Αλλά έτσι θα πρόδιδε τους εργάτες, δεν θα τους πρόδιδε; Εκτός αν οι εργάτες επωφελούνταν κάπως από–

«Τι είναι, Πρίγκιπά μου;» ρώτησε ο Φένχιλ.

Ο Ανδρόνικος βλεφάρισε. «Τίποτα. Εντάξει, αφού οι Ασνούρτα είναι πρόθυμοι να μας βοηθήσουν, και αφού δεν έχουμε κανέναν άλλο στην περιοχή για να μας βοηθήσει….»

«Ζητάνε κάτι, βέβαια…»

Ο Ανδρόνικος συνοφρυώθηκε.

Ο Φένχιλ είπε: «Θέλουν να τους δώσουμε όπλα. Πυροβόλα όπλα. Όχι τίποτα το πολύ βαρύ, φυσικά. Τουφέκια, καραμπίνες, πιστόλια· τέτοια πράγματα.»

«Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει να επιστρέψουμε στο Φτερωτό Όρος.»

«Ναι. Συμφωνείς;»

«Συμφωνώ,» είπε ο Ανδρόνικος. «Κι ελπίζω το οπλοστάσιο του Προμάχου να είναι αρκετά μεγάλο.»

6.

Το απόγευμα έφυγαν από την Ασνούρτα Μ’λίν’τα μαζί με τους Οδηγούς τους, για να πάνε στο μέρος όπου είχαν αφήσει το αεροσκάφος τους. Χωρίς την καθοδήγηση των μικρόσωμων ιθαγενών ο Ανδρόνικος αμφέβαλλε αν θα μπορούσαν ποτέ να το βρουν μέσα στις αχανείς πεδιάδες. Θα ήταν σα να ψάχνεις για μια βελόνα μες στο πυκνό χορτάρι.

Καθώς ταξίδευαν, μπορούσαν απόμακρα να δουν Ασνούρτα να κατευθύνονται προς τον Μεγάλο Καταυλισμό, κάποιοι οδοιπορώντας, κάποιοι καβαλώντας ψηλά άρμπαν’θ. Έμοιαζε εξωπραγματικό το γεγονός ότι μπορούσαν να ιππεύουν με τόση άνεση αυτά τα μακροκάνικα πλάσματα. Οι κραυγές τους – !ι-κι-κι-κι-κι-κι-κι! κ’κ’κ’κ’κ’κ’κ! – γίνονταν ένα με τον άνεμο. Ο οποίος είχε δυναμώσει πάνω από την Ασνούρτα λίν’τα, κάνοντας το χορτάρι της ν’αναδεύεται, κάνοντας την πεδιάδα να θυμίζει μια απέραντη, ατέρμονη φουρτουνιασμένη θάλασσα. Οι επαναστάτες είχαν τις κάπες τους τυλιγμένες γύρω τους και τις κουκούλες τους στα κεφάλια.

Ο Ανδρόνικος πλησίασε την Ιωάννα, όταν σουρούπωνε, και της έδωσε την κάλτσα της. «Κάτι ξέχασες.»

Εκείνη την πήρε και την έκρυψε μέσα στα ρούχα της. «Συνάντησα την Άνμα,» του είπε, σοβαρά.

«Τι εννοείς;»

«Καθώς έφευγα, τη νύχτα, συνάντησα την Άνμα. Το έχει καταλάβει.»

«Φωτιές του Μαύρου Νάρζουλ!…» καταράστηκε ο Ανδρόνικος. Δεν ήθελε μπλεξίματα, τώρα.

«Δε θα πει τίποτα· μου το υποσχέθηκε,» είπε αμέσως η Ιωάννα. «Απλά έτυχε να έχει αϋπνίες, και εγώ… ήμουν απρόσεχτη.» Έμοιαζε θυμωμένη – εξοργισμένη – με τον εαυτό της, όπως συνήθως όταν νόμιζε ότι δεν είχε ανταποκριθεί στο ιδεώδες της Μαύρης Δράκαινας.

«Δεν πειράζει,» είπε ο Ανδρόνικος. «Την ξέρουμε την Άνμα, κι εκείνη ξέρει εμάς.» Μέσα του, όμως, κάτι τον ανησυχούσε.

Δεν ήθελε να μαθευτεί τι γινόταν γιατί, εκτός των άλλων, δεν ήθελε να πληγώσει την Αντίκλεια. Δεν έφταιγε σε τίποτα, και ήταν καλή κοπέλα. Προσπαθούσε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της θέσης της ως Βασίλισσα της Απολλώνιας και όλο δυσκολίες συναντούσε.

7.

Ο θείος του ήταν μόνος. Δεν ήταν κανένας άλλος στη σουίτα του. Ευτυχώς. Γιατί ο Ορείχαλκος δεν ήθελε να χάσει χρόνο, ούτε ήθελε, φυσικά, να μιλήσει στον Αστροφώτιστο μπροστά σε κάποιον άγνωστο.

«Ορείχαλκε…» Ο θείος του έμοιαζε παραξενεμένος που τον έβλεπε. «Σε τι οφείλω αυτή την απρόοπτη επίσκεψη;» Ήταν ντυμένος με καφετί σακάκι και παντελόνι, που το χρώμα τους ταίριαζε με το χρυσό δέρμα του. Κάτω απ’το σακάκι φορούσε ένα λευκό πουκάμισο που έμοιαζε ατσαλάκωτο. Τα σγουρά, μαύρα μαλλιά του ήταν καλοχτενισμένα. Τα μούσια του μισόκρυβαν την ουλή στο αριστερό του μάγουλο.

«Χρειάζομαι τη βοήθειά σου, θείε,» αποκρίθηκε ο Ορείχαλκος, καθώς βάδιζε μέσα στη σουίτα.

Ο Αστροφώτιστος χαιρέτησε και την Ανεμόφθαλμη. «Εσένα έχω καιρό να σε δω,» της είπε.

«Με ξέρεις πώς είμαι εγώ, θείε,» χαμογέλασε εκείνη: «τριγυρίζω.»

«Καθίστε,» είπε ο Αστροφώτιστος, οδηγώντας τους στο καθιστικό, που ο ένας τοίχος του ήταν σχεδόν ολόκληρος από κρύσταλλο και μπορούσες να δεις, από κάτω, τους δρόμους της Φανχάι.

Ο Ορείχαλκος και η Ανεμόφθαλμη κάθισαν. Το ίδιο κι ο Αστροφώτιστος.

«Τι θα μπορούσα να κάνω για σένα, Ορείχαλκε; Πρέπει νάναι σημαντικό για να έρχεσαι ώς εδώ για να με συναντήσεις.» Έβγαλε ένα πούρο από μια εσωτερική τσέπη του σακακιού του, το άναψε μ’έναν μεγάλο ενεργειακό αναπτήρα.

Ο Ορείχαλκος τού εξήγησε πώς είχε η κατάσταση με τα ορυχεία. Τέσσερα είχαν ήδη καταληφθεί από τους αντάρτες, τόνισε. Τέσσερα. Αυτό σήμαινε πως οι Ορειβάτες άρχιζαν να έχουν σοβαρό οικονομικό πρόβλημα· κάτι έπρεπε οπωσδήποτε να γίνει για να πάρουν τα ορυχεία από τα χέρια των επαναστατών.

«Δε μπορώ, όμως, να ζητήσω βοήθεια από οπουδήποτε, θείε. Κατά πρώτον, οι περισσότεροι από τους άλλους Οίκους θα προσπαθήσουν να μας εκμεταλλευτούν· είναι βέβαιο. Επομένως, χρειάζομαι μισθοφόρους. Αλλά πρέπει οι μισθοφόροι αυτοί να είναι έμπιστοι – δεν μπορώ να το ρισκάρω να υπάρχουν επαναστάτες ανάμεσά τους. Και πρέπει επίσης να μην είναι… ευέξαπτοι: δηλαδή, να μπορούν ίσως να περιμένουν λιγάκι για τις πληρωμές τους.»

«Πιστεύεις ότι δεν θα έχετε να τους πληρώσετε;» Η απορία ήταν έκδηλη στην όψη του Αστροφώτιστου, καθώς τον άκουγε με προσοχή, καπνίζοντας το πούρο του.

«Κατά πάσα πιθανότητα θα έχουμε. Αλλά… κοίτα: είναι τέσσερα ορυχεία. Θα πρέπει και να ανακαταληφθούν και, ύστερα, να προφυλαχτούν. Αναμφίβολα θα υπάρξει ανάγκη για εφόδια, εξοπλισμούς. Θα γίνουν πολύ περισσότερα δυσάρεστα επεισόδια απ’ό,τι μπορεί κανείς να υπολογίσει με το μυαλό του.»

Ο Αστροφώτιστος ένευσε. «Πράγματι, Ορείχαλκε. Πράγματι, πάντοτε έτσι είναι. Καμια στρατηγική δεν υπάρχει που να μπορεί να προβλέψει τα πάντα. Οι καλύτεροι στρατηγοί θα σου πουν ότι αυτοσχεδιάζουν επάνω στο πεδίο της μάχης. Όταν η μάχη ξεκινήσει, όλα τα σχέδια τα παίρνουν οι θύελλες του Σάμπρεοθ και στο νου των μαχόμενων πέφτει το σκοτάδι του Τάρφεοθ.»

«Καταλαβαίνεις, λοιπόν, ότι χρειάζομαι ανθρώπους που να μπορώ να εμπιστευτώ. Να μην υπάρχει πιθανότητα να έχουν επαναστάτες ανάμεσά τους, και να μην παραπονιούνται εύκολα. Και να κάνουν, φυσικά, καλά τη δουλειά τους – δεν έχουμε λεφτά για πέταμα αυτό τον καιρό, όπως βλέπεις.»

Ο Αστροφώτιστος έγνεφε πάλι καθώς ο Ορείχαλκος μιλούσε. «Τα θέλεις όλα,» είπε τελικά. «Δύσκολα τα πράγματα για σένα, ανιψιέ.»

«Το ξέρω. Γι’αυτό ήρθα σε σένα, θείε. Κανένας άλλος δεν είχε να μου προτείνει τίποτα. Ο θείος μου ο Όνυχας, όμως, είπε ότι εσύ ίσως να είχες κάτι υπόψη σου, επειδή ασχολείσαι από παλιά με μισθοφορικές εταιρείες. Έχεις βάλει και χρήματα σε πολλές από αυτές, έτσι δεν είναι;»

«Ναι,» είπε ο Αστροφώτιστος. «Αλλά εσύ ψάχνεις τώρα για μια ομάδα που να μην υπάρχει πιθανότητα να έχει επηρεαστεί από την Επανάσταση. Αυτό, στους καιρούς μας, είναι δύσκολο. Κυκλοφορούν πράκτορες της Επανάστασης παντού στη Σάρντλι. Εκείνο που, ουσιαστικά, μου λες ότι χρειάζεσαι είναι μια απομονωμένη ομάδα.»

«Απομονωμένη;»

«Να μην έχει και πολλές επαφές με τους γύρω της.» Ο Αστροφώτιστος ρούφηξε καπνό απ’το πούρο του.

«Υπάρχει τέτοια μισθοφορική εταιρεία;» Η δουλειά των μισθοφόρων ήταν να έχουν επαφές – όσο περισσότερες τόσο το καλύτερο – για να μπορούν να βρίσκουν εργοδότες.

Ο Αστροφώτιστος ήταν σκεπτικός για λίγο. Μετά είπε: «Δεν ξέρω αν θα μπορούσαμε να τους αποκαλέσουμε ακριβώς ‘εταιρεία’… πάντως, είναι αρκετά απομονωμένοι. Δε νομίζω ότι οι επαναστάτες θα έχουν φτάσει σ’αυτούς, για τον πολύ απλό λόγο ότι δεν θα τους ενδιαφέρει να φτάσουν.»

«Τι εννοείς;»

«Οι επαναστάτες έχουν κόντρα με τους Παντοκρατορικούς. Εκεί πέρα οι Παντοκρατορικοί δεν πηγαίνουν – τι να πάνε να κάνουν; – άρα, ούτε κι οι επαναστάτες.»

Ο Ορείχαλκος συνοφρυώθηκε. «Για τι μέρος μιλάς, θείε; Για καμια έρημο;»

«Μια πολύ ψυχρή έρημο.»

«Πολύ ψυχρή;… Η Νάθγκαν;»

Ο Αστροφώτιστος ένευσε. «Κατοικεί μια φυλή εκεί. Ούρταθ ονομάζονται. Τους έχεις ακουστά;»

«Θείε,» είπε ο Ορείχαλκος, «η Νάθγκαν είναι στην άλλη άκρη της Σάρντλι! Στις ακτές της Βόρειας Θάλασσας. Ορισμένοι λένε ότι εκτείνεται κι αυτή ώς τα Επτά Βασίλεια του Θανάτου, όπως η Εσχάτη.»

Ο Αστροφώτιστος έτριψε την άκρη του πούρου του μέσα σ’ένα κρυστάλλινο τασάκι: μερικές στάχτες έπεσαν. «Ναι, τα ξέρω όλ’αυτά πολύ καλά. Έχω πάει κιόλας.»

«Στη Νάθγκαν…»

«Ναι. Χρειαζόμουν τους Ούρταθ για μια δουλειά. Δε μου είπες, όμως: τους έχεις ακουστά;»

Ο Ορείχαλκος κούνησε το κεφάλι αρνητικά.

«Είναι μια άγρια φυλή. Όλοι τους κατάλευκοι στο δέρμα–»

«Γηγενείς;»

«Φυσικά και είναι γηγενείς. Βρίσκονται εδώ από…» Μόρφασε σκεπτικά.

«Οι κατάλευκοι άνθρωποι είναι απίστευτα σπάνιοι στη Σάρντλι, θείε. Δεν υπάρχουν ολόκληρες φυλές με κατάλευκους ανθρώπους.»

«Υπάρχουν,» είπε ο Αστροφώτιστος. «Οι Ούρταθ. Ορισμένοι εικάζουν ότι ίσως να έχουν έρθει από κάποια άλλη, απόμακρη διάσταση· αλλά, αν αυτό ισχύει, συνέβη πριν από πάρα πολλά χρόνια. Χιλιάδες, σίγουρα. Δεκάδες χιλιάδες, ίσως.»

«Και πώς μπορούν να μας εξυπηρετήσουν αυτοί οι Ούρταθ;»

«Σου είπα: εργάζονται ως μισθοφόροι.»

«Και πώς δεν τους έχω ξανακούσει;» ρώτησε ο Ορείχαλκος, παραξενεμένος.

«Κάνουν ειδικές δουλειές. Πολύ συγκεκριμένες. Δεν τους προσλαμβάνεις για φρουρούς καραβανιών αυτούς, ούτε για να φυλάνε το μαγαζί σου, την έπαυλή σου, ή την πόλη σου. Οι Ούρταθ είναι ό,τι πιο άγριο έχεις συναντήσει επάνω στη Σάρντλι. Ξέρουν ένα πράγμα να κάνουν: να σκοτώνουν. Και το κάνουν άριστα.»

«Πώς μπορείς να επικοινωνήσεις μαζί τους;»

«Πρέπει να πας να τους βρεις,» είπε ο Αστροφώτιστος.

«Στη Νάθγκαν;»

«Ναι.»

«Δε γίνεται αλλιώς;»

«Όχι.»

«Και πώς ξέρω ότι δεν θα μου επιτεθούν, όταν πάω να τους μιλήσω;» ρώτησε ο Ορείχαλκος.

«Υπάρχουν τρόποι. Αν σ’ενδιαφέρει να πας θα σ’τους πω.»

«Δεν είναι μόνο αυτό το πρόβλημα, θείε… Κατά πρώτον, αν ζουν εκεί πέρα, με τι θα τους πληρώσω; Τους ενδιαφέρουν τα χρήματα;»

«Τους ενδιαφέρουν οι πολύτιμοι λίθοι: κι από τέτοιους οι Ορειβάτες δεν έχουν έλλειψη, σωστά;»

«Εντάξει,» είπε ο Ορείχαλκος. «Έστω ότι πηγαίνω στη Νάθγκαν και τα συμφωνώ μαζί τους. Μετά, πώς θα τους φέρω εδώ για να κάνω τη δουλειά μου;»

«Εμένα ρωτάς; Εσύ είσαι σύζυγος της Παντοκράτειρας. Δε μπορείς να κανονίσεις να μεταφερθούν με κάποιο αεροσκάφος;»

«Ελπίζω να μην έχουν πρόβλημα με τα αεροπορικά ταξίδια…»

«Οι Ούρταθ δεν φοβούνται τίποτα, Ορείχαλκε. Ούτε υπάρχει περίπτωση να είναι επηρεασμένοι από την Επανάσταση εκεί όπου βρίσκονται. Δεν τους ενδιαφέρει τι γίνεται με την Παντοκράτειρα, και οι Παντοκρατορικοί δεν έχουν κανένα ενδιαφέρον να πάνε στη Νάθγκαν.»

«Καμια άλλη πρόταση έχεις να μου κάνεις;» ρώτησε ο Ορείχαλκος.

«Έτσι όπως μου την περιγράφεις την κατάσταση,» αποκρίθηκε ο Αστροφώτιστος, «όχι.»

8.

Ο Ορείχαλκος δεν έφυγε αμέσως από τη Φανχάι.

Αποφάσισε πως δεν θα είχε νόημα να επιστρέψει στη Φιλτά’κβι. Θα ετοιμαζόταν εδώ για το ταξίδι του και μετά θα ξεκινούσε. Εξάλλου, η Φανχάι ήταν ένα καλό μέρος για να προετοιμάζεται κανείς για ταξίδια, οσοδήποτε μακρινά.

9.

Δεν είσαι σίγουρη γι’αυτό που πας να κάνεις;

«Φυσικά και είμαι, αδελφή,» μουρμούρισε κάτω απ’την κουκούλα της κάπας της, καθώς διέσχιζε τους νυχτερινούς δρόμους της πόλης.

Δείχνεις νευρική, πάντως, επέμεινε το β’ζάιλ.

«Απλώς δε θέλω να καθυστερήσω να επιστρέψω. Αυτό που πρέπει να γίνει, πρέπει να γίνει. Αρκετά μαζί σου, τώρα!»

Όλο νεύρα… Όλο νεύρα…

Έφτασε κοντά στη γέφυρα που περνούσε πάνω από τον ποταμό Ράντραμ. Πλησίασε μια μικρή, πέτρινη σκάλα. Την κατέβηκε και βρέθηκε κάτω από τη γέφυρα, στην όχθη του ποταμού, πατώντας σε βρύα, βούρλα, λάσπες. Καλάμια ορθώνονταν από δω κι από κει, ορισμένα έχοντας επικίνδυνη κλίση. Αποφορά παντού, από σαπισμένα πράγματα, νεκρά ζώα. Κανένας άνθρωπος δεν φαινόταν μες στο σκοτάδι. Τα μάτια μιας γάτας γυάλισαν. Ένα παράξενο σούρσιμο αντήχησε.

Ποντίκι, της είπε το β’ζάιλ.

Η γάτα ακούστηκε να πετάγεται καθώς τα μάτια της εξαφανίζονταν.

Πάει το ποντίκι…

«Δεν είναι κανένας άλλος εδώ, έτσι;»

Όχι. Μόνες μας είμαστε.

Έβγαλε έναν φακό από την κάπα της, τον έστρεψε νοτιοδυτικά – δηλαδή, προς τους βάλτους, στην αντίπερα όχθη, που ήταν αόρατοι μέσα στο νυχτερινό σκοτάδι – και αναβόσβησε το φως του μία φορά κανονικά, άλλη μία φορά κανονικά, μία κοφτά, και μία παρατεταμένα.

Μετά, περίμενε.

Κοιτώντας, κάπου-κάπου, το ρολόι στον καρπό της. (Είχε φωτάκι που άναβε όταν πατούσες ένα μικρό κουμπί στο πλάι.)

Δέκα λεπτά πέρασαν.

Το β’ζάιλ ήταν, παραδόξως, σιωπηλό.

Εκείνη ήταν έτοιμη να φύγει πια. Αλλά αποφάσισε να περιμένει λίγο ακόμα.

Πέντε λεπτά κύλησαν.

Μια φιγούρα κατέβηκε τη σκάλα, σκοτεινή μες στη νύχτα. Φορούσε κουκούλα. Έφτασε κάτω, στην όχθη. Πάτησε στις λάσπες και στα μούσκλια. Παραμέρισε μερικά καλάμια. Είπε, όχι πολύ δυνατά αλλά αρκετά για ν’ακουστεί:

«Υγρά σκοτάδια διασχίζουμε κάτι μοναχικές νύχτες…»

Κι εκείνη απάντησε, όπως απαιτούσε το συνθηματικό: «Κάτω από γεφύρια περιμένουμε, το πρώτο φως της αυγής να δούμε.»

Ο άντρας την πλησίασε. «Καλησπέρα, συντρόφισσα.»

«Καλησπέρα. Φέρνω μια πολύ σημαντική πληροφορία για την Επανάσταση.»

Νόρχακ

1.

Ο φρουρός ξεκλείδωσε την πόρτα του κελιού και ο Πολ μπήκε. Κοίταξε την Αλιζέτ, αντίκρυ του. Ήταν γονατισμένη, και τα χέρια της αλυσοδεμένα στον τοίχο· δεν πρέπει να μπορούσε με άνεση να σηκωθεί όρθια. Φορούσε τη μελανή στολή της Μαύρης Δράκαινας, κάτω απ’την οποία διαγραφόταν το μυώδες σώμα της. Τα πόδια της ήταν ξυπόλυτα. Τα μαύρα μαλλιά της έπεφταν αχτένιστα γύρω απ’το πρόσωπό της. Τα γκρίζα μάτια της γυάλιζαν σαν σπαθιά. Έμοιαζε άγρια, όπως μια φυλακισμένη τίγρης.

«Υπόσχεσαι να μη δαγκώσεις;» ρώτησε ο Πολ, στεκόμενος ακόμα στο κατώφλι.

«Ποιος σκατά είσαι συ;»

«Πολ. Πολ Ντέρνηχ. Δεν είναι το πραγματικό μου όνομα, αλλά έτσι με λένε όλοι πλέον. Να πλησιάσω, ή θα δαγκώσεις;»

«Θα δούμε…»

Ο Πολ μειδίασε. «Μ’αρέσουν οι ειλικρινείς γυναίκες.» Έκανε νόημα στον φρουρό και βάδισε μέσα στο κελί. Πίσω του, η πόρτα έκλεισε και κλείδωσε.

Η Αλιζέτ τον παρατηρούσε, ακίνητη.

Ο Πολ κάθισε αντίκρυ της, οκλαδόν. Έβγαλε μια ταμπακιέρα απ’το πουκάμισό του και την τέντωσε προς το μέρος της, προσφέροντάς της τσιγάρο.

«Δεν καπνίζω,» είπε η Αλιζέτ.

«Όπως γουστάρεις.» Ο Πολ πήρε ένα τσιγάρο για τον εαυτό του. Το έβαλε στο στόμα του, έκανε να τ’ανάψει με τον αναπτήρα–

«Ούτε εσύ θα καπνίζεις εδώ μέσα.»

Ο Πολ γέλασε. «Εγώ,» είπε, βάζοντας πάλι το τσιγάρο στην ταμπακιέρα, «δεν θα ενδιαφερόμουν τόσο για την υγιεινή ζωή αν ήμουν κλειδαμπαρωμένος σ’ένα μπουντρούμι.»

«Τι θέλεις;» ρώτησε η Αλιζέτ.

Ο Πολ έκρυψε την ταμπακιέρα στο πουκάμισό του. «Να μιλήσουμε.»

«Ο Τάμπριελ σε έστειλε.» Δεν ήταν ερώτηση.

«Πράγματι, ο Τάμπριελ με έστειλε.»

«Να πας και να του πεις ότι δεν πρόκειται να με ξεγελάσει μ’αυτά που κάνει.»

«Αν θέλαμε να σε ξεγελάσουμε, γιατί να σου πω εξαρχής ότι με έστειλε ο Τάμπριελ;»

Η Αλιζέτ αναδεύτηκε· οι αλυσίδες της κροτάλισαν. «Δε θέλεις, λοιπόν, να με ξεγελάσεις… Τι θέλεις;»

«Σου είπα: να μιλήσουμε.»

Η Αλιζέτ έμεινε σιωπηλή, παρατηρώντας τον. Δεν της άρεσε το ύφος του. Της φαινόταν ειρωνικό.

«Υπηρετούσα, κάποτε, κι εγώ τον Ελκράσ’ναρχ,» είπε ο Πολ. «Όχι με τη θέλησή μου ακριβώς. Δηλαδή, ξεκίνησε περίεργα… Όπως σου εξήγησα, δεν με έλεγαν πάντα Πολ Ντέρνηχ. Δεν είναι αυτό το πραγματικό μου όνομα. Το πραγματικό μου όνομα είναι Χρίστος Λευκοχαίτης. Αλλά τώρα ο Χρίστος Λευκοχαίτης υποτίθεται πως είναι νεκρός, επομένως πρέπει να μιλάς με τον Πολ.»

Η Αλιζέτ περίμενε να δει τι άλλες μαλακίες είχε ν’ακούσει. Αυτός πρέπει να ήταν ο πράκτορας του Έλκρασ’ναρχ που ο Τάμπριελ τής είχε πει ότι είχε φυλακισμένο· ή, μάλλον, ένας ηθοποιός που τον παρίστανε. «Ο Τάμπριελ μού είπε ότι σε είχε κλειδωμένο στα μπουντρούμια. Τόσο γρήγορα αποφάσισες ν’αλλάξεις στρατόπεδο… Πολ

«Τι είχα να χάσω; Και να γύριζα πίσω στον Ελκράσ’ναρχ – αν τα κατάφερνα – θα με σκότωνε. Επιπλέον, μέχρι πότε μπορείς ν’ανέχεσαι να σε ελέγχουν, όταν ξέρεις ότι μπορείς να κάνεις κάτι για να είσαι ελεύθερος;»

Η Αλιζέτ γέλασε. «Πραγματικά νομίζετε ότι θα πιστέψω αυτές τις μαλακίες για τον ‘τρομερό δαίμονα που λέγεται Ελκράσ’ναρχ’;»

«Ούτε εγώ θα το πίστευα αν δεν τον είχα δει με τα μάτια μου,» της είπε ο Πολ. «Παλιότερα, δεν ήμουν μυστικός πράκτορας. Δικηγόρος ήμουν, και δούλευα στη Ρελκάμνια. Εκεί, έμπλεξα σε μια περίεργη υπόθεση που δεν μπορούσε εύκολα να εξηγηθεί. Έδινε την εντύπωση μιας τελείως αλλόκοτης συνωμοσίας. Προτού δω το τέλος αυτής της υπόθεσης, πήγα ένα βράδυ στο σπίτι μου, και πάνω στο κρεβάτι μου βρήκα ένα ομοίωμα του εαυτού μου, τραυματισμένο στο στήθος και στον λαιμό. Τόσο αληθοφανές που νόμιζα ότι έβλεπα εμένα νεκρό. Πλάι στο ομοίωμα ήταν δεμένη και φιμωμένη μια φίλη μου. Και δεν ήμουν μόνος στο δωμάτιο: δύο άγνωστοι τύποι παρουσιάστηκαν και με αναισθητοποίησαν με ενεργειακά όπλα, αφού μου είπαν ότι, δυστυχώς, η φίλη μου με σκότωσε.

»Όταν συνήλθα ήμουν σ’ένα μέρος όπου βρίσκονταν κάτι άλλοι παλαβοί, οι οποίοι μου έλεγαν ότι τώρα θα γινόμουν σαν αυτούς. Εννοείται πως είχα τσαντιστεί πολύ. Μετά, ήρθαν και με πήραν από κει και με πήγαν σ’ένα δωμάτιο όπου συνάντησα έναν απ’τους Υπερασπιστές της Παντοκράτειρας. Μου συστήθηκε ως Ελκράσ’ναρχ και χωρίστηκε σε πέντε. Όχι τέσσερις· πέντε. Ο Ελκράσ’ναρχ είναι μία οντότητα και μπορεί να διαιρεθεί σε όσες θέλει, νομίζω. Τέλος πάντων. Μου έδωσε καινούργιο όνομα, γιατί ο Χρίστος Λευκοχαίτης ήταν πλέον ‘νεκρός’, και μου άλλαξε και την εμφάνισή μου. Δε θυμάμαι πώς· με ύπνωσε με κάποιο τρόπο. Δεν ήμουν πάντα έτσι, Αλιζέτ. Παλιά, είχα δέρμα κόκκινο και μαλλιά μαύρα. Και ήμουν πιο όμορφος τότε,» πρόσθεσε μεταξύ αστείου και σοβαρού. «Δεν τα πιστεύεις αυτά που σου λέω, έτσι;»

«Εσύ θα τα πίστευες;» Της φαίνονταν, πράγματι, τελείως τρελά.

«Όχι.» Ο Πολ έβγαλε τσιγάρο, και το άναψε με τον ενεργειακό αναπτήρα του.

«Σου είπα να μην καπνίζεις εδώ μέσα.»

«Να πας να γαμηθείς.»

Η Αλιζέτ, αστραπιαία, τεντώθηκε επιχειρώντας να τον κλοτσήσει. Το πόδι της έφτανε ώς λίγο πριν από την καύτρα του τσιγάρου· ο Πολ είχε διατηρήσει μια απόσταση ασφαλείας.

«Τα νύχια σου θέλουν κόψιμο,» της είπε.

Η Αλιζέτ συσπειρώθηκε πάλι, σαν επικίνδυνο θηρίο. «Θάρθεις κοντά να μου δώσεις ψαλίδι;»

Ο Πολ γέλασε. «Κάνε όνειρα.» Φύσηξε καπνό απ’τα ρουθούνια.

«Και τι έγινε μετά, παραμυθά;» τον ρώτησε η Αλιζέτ.

«Μετά, υπηρετούσα τον Ελκράσ’ναρχ, ως πράκτοράς του. Υπάρχει ολόκληρο δίκτυο πρακτόρων του Ελκράσ’ναρχ μέσα στο δίκτυο των πρακτόρων της Παντοκράτειρας, Αλιζέτ. Ορισμένοι απ’αυτούς δεν ξέρουν ακριβώς ότι υπηρετούν τον Ελκράσ’ναρχ, αλλά ξέρουν ότι υπηρετούν τους Υπερασπιστές. Κανένας δεν έχει την αυταπάτη ότι υπηρετεί την Παντοκράτειρα.»

«Η Παντοκρατορία, δηλαδή, ουσιαστικά ανήκει σ’αυτόν τον Ελκράσ’ναρχ…»

«Το βρήκες. Σου έχει πει ο Τάμπριελ για τον πλοηγό του Ελκράσ’ναρχ;»

«Την Παντοκράτειρα.»

«Ναι. Εμένα πρόσφατα μου το αποκάλυψε, γιατί, βέβαια, κι εκείνος τελευταία το έμαθε. Ο Ελκράσ’ναρχ χρειάζεται την Παντοκράτειρα επειδή είναι πλοηγός του. Σε διαφορετική περίπτωση, καθότι οντότητα από τον Ενιαίο Κόσμο, δεν θα μπορούσε να υπάρξει εδώ.»

«Μπορείς να τα αποδείξεις όλ’αυτά;»

«Τι ν’αποδείξω; Δεν είμαστε στο δικαστήριο. Σου είπα πώς έχει το πράγμα.» Ο Πολ τίναξε στάχτη στο πάτωμα του κελιού.

«Ούτε ο Τάμπριελ μπορούσε να τα αποδείξει.»

«Και τι θέλεις τώρα να κάνουμε;»

«Εσείς τι θέλετε να κάνω εγώ;»

«Να μας δώσεις πληροφορίες,» είπε ο Πολ. «Θα κινηθούμε σύντομα εναντίον του Ελκράσ’ναρχ, κι εσύ, Αλιζέτ, σίγουρα γνωρίζεις πολλά για το δίκτυο των πρακτόρων της Παντοκράτειρας.»

«Πιο πολλά από σένα; Τώρα μόλις, μου έλεγες ότι είσαι σε κάποιο μυστικό δίκτυο κρυμμένο μέσα στο δίκτυο – ο κατάσκοπος που παρακολουθεί τους κατασκόπους.»

«Δεν σου είπα ψέματα. Όμως ακόμα κι οι άνθρωποι σαν εμένα δεν τα ξέρουν όλα. Κι όσο περισσότερες πληροφορίες έχουμε, τόσο το καλύτερο.»

«Δεν θα προδώσω την Παντοκράτειρα,» δήλωσε η Αλιζέτ.

«Δεν προδίδεις την Παντοκράτειρα εξυπηρετώντας μας.» Ο Πολ φύσηξε καπνό, κι έσβησε το τσιγάρο πλάι του, στο πάτωμα. «Τη βοηθάς.»

«Πώς ακριβώς;»

«Δεν καταλαβαίνεις ότι είναι θύμα κι αυτή; Ο Ελκράσ’ναρχ πρέπει, κάπως, να την έχει ξεγελάσει.»

«Πώς το ξέρεις; Μπορεί να έχει συμφωνήσει με τη θέλησή της.»

«Καλώς,» είπε ο Πολ. «Ακόμα κι έτσι, δεν είναι εκείνη που ελέγχει την Παντοκρατορία. Και, πραγματικά, δεν νομίζω ότι γνωρίζει για το δίκτυο του Ελκράσ’ναρχ.»

Η Αλιζέτ συνοφρυώθηκε.

«Δεν ξέρει ότι υπάρχουν πράκτορες όπως εγώ. Νομίζει ότι υπάρχει μόνο το δικό της δίκτυο.»

«Είσαι σίγουρος;»

«Υπήρχε μυστικότητα όσο ήμουν ανάμεσα στους πράκτορες του Ελκράσ’ναρχ. Σε κανέναν δεν λέγαμε ποιοι είμαστε ή τι κάνουμε. Και η Παντοκράτειρα δεν έπρεπε να μάθει για εμάς.»

«Αν, φυσικά, πιστέψω ότι όλα όσα λες είναι αλήθεια….»

«Πάλι τα ίδια,» μούγκρισε ο Πολ. «Τι πρόβλημα έχεις; Έκοψαν κάποιο κομμάτι απ’το μυαλό σου όταν έγινες Μαύρη Δράκαινα;»

«Έλα πιο κοντά· δε σε άκουσα.»

«Καλά κάθομαι εδώ.»

«Δεν έχουμε, τότε, να πούμε τίποτ’άλλο. Μπορείς να φύγεις.»

«Δε θα μας βοηθήσεις, λοιπόν;» ρώτησε ο Πολ.

«Δε βλέπω το λόγο γιατί θα έπρεπε να σας βοηθήσω.»

«Για να βγεις απ’αυτό το μπουντρούμι, ίσως;»

«Δε θα με βγάλετε ούτως ή άλλως,» είπε η Αλιζέτ, «γιατί δεν θα μπορείτε να μ’εμπιστευτείτε. Θα φοβάστε ότι θα σας προδώσω.»

«Εξαρτάται…»

«Από τι;»

«Ούτε εμένα μ’εμπιστευόταν ο Τάμπριελ. Με δοκίμασε. Ήταν αισχρό, οφείλω να ομολογήσω… Δεν ξέρω, βέβαια, τι μπορεί να έχει στο μυαλό του για σένα. Θα μπορούσα, όμως, να τον παροτρύνω να σ’εμπιστευτεί. Αν μου υποσχεθείς να είσαι φρόνιμη.»

Τα μάτια της Αλιζέτ στένεψαν, παρατηρώντας τον.

Γιατί το πρότεινα αυτό; αναρωτήθηκε ο Πολ. Θέλω να βάλω τον εαυτό μου σε μπελάδες; Ωστόσο, δεν έκανε πίσω. «Λοιπόν;» την πίεσε.

Η Αλιζέτ εξακολούθησε να είναι σιωπηλή· αλλά η όψη της έλεγε πως ήταν, συγχρόνως, και διχασμένη.

«Είσαι χαζή; Θες να σαπίσεις εδώ κάτω, για να υπερασπιστείς τα συμφέροντα του Ελκράσ’ναρχ – που, μέχρι στιγμής, δεν ήξερες καν ότι υπάρχει;

»Αν έτσι γουστάρεις,» σηκώθηκε όρθιος, «εγώ δεν έχω κανένα ιδιαίτερο πρόβλημα.» Στράφηκε προς την κλειστή πόρτα του κελιού.

«Δέχομαι.»

Ο Πολ στράφηκε πάλι προς το μέρος της.

«Υπό έναν όρο,» τόνισε η Αλιζέτ. «Θα με βγάλετε από δω προτού σας αποκαλύψω οποιαδήποτε πληροφορία.»

«Θα το μεταβιβάσω στον Μεγάλο Προφήτη.»

Ο Πολ χτύπησε την πόρτα με τη γροθιά του, για να έρθει ο φρουρός να του ανοίξει.

2.

Καμια μέρα πρέπει να πέρασε, νόμιζε η Αλιζέτ. Της έφεραν να φάει, φυσικά: ένας φρουρός, όπως συνήθως, άνοιξε την πόρτα του κελιού της και έσπρωξε ένα πιάτο φαγητό επάνω στο πάτωμα. Δεν πλησίασε περισσότερο, ούτε της έβγαλε τις αλυσίδες. Συνεχώς αλυσοδεμένη την είχαν· μια ιδέα της Ανταρλίδας πιθανώς. Η Αλιζέτ έφαγε. Αργότερα, μετά από ώρες, της έφεραν άλλο ένα γεύμα, ξυπνώντας την καθώς ξεκλείδωναν την πόρτα του κελιού της. Με το ζόρι μπορούσε να ξαπλώσει στο πάτωμα, και τα χέρια της είχαν πιαστεί πλέον από τις αλυσίδες. Έφαγε ξανά, αν και όχι όλο το φαγητό.

Δύο γεύματα πρέπει να σήμαιναν μία ημέρα, απ’ό,τι είχε καταλάβει. Και ύστερα απ’το δεύτερο γεύμα, η πόρτα άνοιξε πάλι και ήταν η Ανταρλίδα μαζί με δύο φρουρούς.

«Θα σε πάμε επάνω,» της είπε. «Χωρίς φασαρίες, ελπίζω.» Κρατούσε πιστόλι.

Η Αλιζέτ δεν μίλησε.

Η Ανταρλίδα έκανε νόημα στους φρουρούς κι εκείνοι πλησίασαν την Αλιζέτ, έλυσαν τις αλυσίδες από τους καρπούς της, τράβηξαν τα χέρια της πίσω από την πλάτη της, και της πέρασαν χειροπέδες. Την έβγαλαν απ’το κελί κι άρχισαν να την οδηγούν μέσα στους διαδρόμους των μπουντρουμιών. Ο ένας την κρατούσε από το μπράτσο. Η Αλιζέτ δεν έβλεπε την Ανταρλίδα αλλά ήταν σίγουρη ότι η άλλη Μαύρη Δράκαινα ερχόταν πίσω της, σημαδεύοντάς την.

Για να με πηγαίνουν επάνω, κάτι έγινε με τον Πολ…

Την ανέβασαν στο παλάτι. Είδε ανθρώπους να την κοιτάζουν από πόρτες, ανοίγματα, και γωνίες, καθώς την οδηγούσαν μέσα στους διαδρόμους κι επάνω σε σκάλες. Αισθανόταν καλά που το σώμα της ξεμούδιαζε, ακόμα κι έτσι, με τα χέρια της δεμένα πίσω απ’την πλάτη. Αν δεν ήξερε ότι ήταν η Ανταρλίδα στα νώτα της, μπορούσε να τους ξεπαστρέψει και τους δύο φρουρούς δεξιά κι αριστερά της, με τα πόδια της και μόνο· αλλά τώρα καταλάβαινε ότι μια τέτοια κίνηση θα αποδεικνυόταν μοιραία για εκείνη.

Την έβαλαν τελικά σ’ένα καθιστικό: εκεί όπου είχε μιλήσει, την προηγούμενη φορά, με τον Τάμπριελ. Τώρα, ο Μεγάλος Προφήτης της Νόρχακ ήταν πάλι εδώ· το ίδιο κι ο Πολ. Ο πρώτος είπε στους φρουρούς: «Λύστε την.»

Η Ανταρλίδα πρόσθεσε, πίσω από την Αλιζέτ: «Το ένα της χέρι θα το δέσετε στον βραχίονα του καναπέ, εκεί.»

Οι φρουροί υπάκουσαν. Έλυσαν τους καρπούς της Αλιζέτ και, πηγαίνοντάς την στον καναπέ, έδεσαν το δεξί της χέρι στον ξύλινο βραχίονα. Ο Τάμπριελ τούς έγνεψε να φύγουν κι εκείνοι, υποκλινόμενοι μπροστά του, έφυγαν. Η Ανταρλίδα, φυσικά, έμεινε. Με το πιστόλι της στο χέρι.

«Ο Πολ μού είπε ότι ίσως να είσαι πρόθυμη να μας βοηθήσεις,» είπε ο Τάμπριελ στην Αλιζέτ.

«Μόνο αν, πρώτα, με βγάλεις απ’τα μπουντρούμια.»

«Δεν είσαι πια στα μπουντρούμια…»

«Ακόμα δεμένη, όμως, είμαι.» Η Αλιζέτ έκανε την αλυσίδα να κροταλίσει. «Έτσι δεν πρόκειται να σας πω τίποτα.»

Ο Πολ γέμισε μια κούπα με κρασί και την έδωσε στην Αλιζέτ. Εκείνη ήπιε τη μισή. Διψούσε, διαπίστωσε ξαφνικά. Σκούπισε τα χείλη της με το μανίκι της λερωμένης μαύρης στολής της.

«Νομίζω πως καταλαβαίνεις ότι δεν μπορούμε να σε εμπιστευτούμε αρκετά ώστε να σε ελευθερώσουμε,» της είπε ο Τάμπριελ.

«Κι εμπιστεύεσαι αυτόν;» Έδειξε τον Πολ με το βλέμμα της.

«Στην αρχή, όχι, δεν τον εμπιστευόμουν. Μετά, πέρασε από μια δοκιμασία…»

«Με τέτοια θέατρα πρέπει να το σκεφτείτε σοβαρά να γίνετε σκηνοθέτες,» σχολίασε ο Πολ. Ο Τάμπριελ τον αγνόησε.

Η Αλιζέτ ρώτησε: «Θα περάσω κι εγώ από τη δοκιμασία του Μεγάλου Προφήτη;» Δεν έλειπε μια ελαφριά ειρωνεία από τη φωνή της.

«Δε νομίζω ότι θα είχε νόημα,» είπε ο Τάμπριελ. «Επιπλέον, δε μπορούμε να καθυστερήσουμε κι άλλο, τώρα.»

«Να καθυστερήσετε;»

«Πρέπει κάποια στιγμή να ξεκινήσουμε τις δουλειές μας. Και χρειαζόμαστε τις πληροφορίες που έχεις να μας δώσεις. Χρειαζόμαστε όσες περισσότερες πληροφορίες μπορούμε να συγκεντρώσουμε – γενικά.»

«Δε θα μάθετε τίποτα από εμένα όσο με έχετε δεμένη,» δήλωσε η Αλιζέτ.

Η Ανταρλίδα είπε: «Περιμένεις πραγματικά ότι θα σ’αφήσουμε λυτή;»

Η Αλιζέτ την αγνόησε.

Ο Τάμπριελ είπε στην επονομαζόμενη Σκοτεινή Βασίλισσα: «Πιστεύεις ότι σου έχουμε πει αλήθεια; Ότι, όντως, υπάρχει ο Ελκράσ’ναρχ;»

«Ναι.» Η Αλιζέτ ήπιε λίγο ακόμα απ’το κρασί της.

«Λέει ψέματα,» είπε η Ανταρλίδα.

«Πώς το ξέρεις;» τη ρώτησε ο Πολ.

«Το ξέρω.» Το βλέμμα της Ανταρλίδας δεν έφυγε από την Αλιζέτ.

Εκείνη δεν μίλησε. Τα μάτια της ατένιζαν την Ανταρλίδα απειλητικά.

«Θα στραφείς, δηλαδή, εναντίον της Παντοκράτειρας, Αλιζέτ;» ρώτησε ο Τάμπριελ.

«Ο Πολ μού εξήγησε ότι δεν είναι η Παντοκράτειρα που ελέγχει την Παντοκρατορία.»

«Κι εγώ σ’το εξήγησα αυτό.»

«Ίσως εκείνος να ήταν πιο πειστικός. Αν και, πάλι, δεν είχε αποδείξεις να μου δώσει.»

Ο Πολ είπε: «Τι αποδείξεις περιμένεις να υπάρχουν;»

«Ο Ελκράσ’ναρχ είναι αυτό που σου είπα,» τόνισε ο Τάμπριελ. «Θα το διαπιστώσεις και μόνη σου, αν δεχτείς να μας βοηθήσεις. Θα αντιμετωπίσουμε ανθρώπους από το δίκτυό του.»

«Καλώς,» είπε η Αλιζέτ.

«Δε μπορούμε, όμως, να σε εμπιστευτούμε από τώρα,» συνέχισε ο Τάμπριελ. «Κι αυτό σημαίνει ότι πρέπει να πάρουμε τα μέτρα μας μαζί σου. Θα φοράς ένα πράγμα σαν αυτό επάνω σου.» Έβγαλε ένα βραχιόλι από την τουνίκα του, του οποίου το μέταλλο έκανε πρασινογάλαζες ανταύγειες. «Είναι κατασκευασμένο από φερίλιο – ένα μέταλλο της Νόρχακ, που έχει ιδιότητες περίπου σαν του ατσαλιού, αλλά δεν είναι κράμα. Φυσικά, το αντικείμενο αυτό θα μπορούσε να είχε φτιαχτεί και με άλλο μέταλλο.» Ο Τάμπριελ έκλεισε τα μάτια για λίγο, ενώ με το ένα χέρι βαστούσε σταθερά το ραβδί του, όρθιο πλάι του, με την πορφυρή σφαίρα στην κορυφή του να γυαλίζει στο πρωινό φως που έμπαινε από το παράθυρο.

Ο Τάμπριελ άνοιξε τα βλέφαρα. «Μισό λεπτό,» είπε.

Μερικές στιγμές πέρασαν. Η πόρτα χτύπησε.

«Πέρασε,» φώναξε ο Τάμπριελ, κι ένας άντρας μπήκε στο δωμάτιο, κρατώντας δύο κλουβιά. Μέσα στο ένα κλουβί ήταν μια γάτα, μέσα στο άλλο ένας λαγός. «Άφησέ τα εδώ,» του είπε ο Τάμπριελ, κι εκείνος τα άφησε πλάι στην πολυθρόνα του. Ύστερα έφυγε.

«Πειραματόζωα;» ρώτησε η Αλιζέτ.

«Δε θα πάθουν τίποτα μόνιμο. Ελπίζω.» Ο Τάμπριελ άνοιξε το ένα κλουβί και πήρε τον λαγό στην αγκαλιά του. Γκρίζος ήταν, με μεγάλα αφτιά, κι έμοιαζε καλοθρεμμένος. Του πέρασε στον λαιμό το βραχιόλι από φερίλιο. «Δεν είναι ένα απλό βραχιόλι, Αλιζέτ. Περιέχει κυκλώματα και μια πολύ ισχυρή μπαταρία.» Ο Τάμπριελ άφησε τον λαγό στο πάτωμα. Χτύπησε το πόδι του πλάι στο ζώο. Ο λαγός έτρεξε παραδίπλα, κρύφτηκε κάτω από ένα χαμηλό τραπέζι.

«Ανταρλίδα,» είπε ο Τάμπριελ.

Η Ανταρλίδα πήρε ένα κοντό μαστίγιο πίσω από μια πολυθρόνα και το χτύπησε κοντά στον λαγό. Εκείνος πετάχτηκε, έτρεξε. Η Ανταρλίδα τον κυνήγησε, ξαναχτυπώντας το μαστίγιό της κοντά του. Ο λαγός πλησίαζε μια έξοδο του δωματίου όταν, ξαφνικά, τραντάχτηκε από σπασμούς και, μετά, έπαψε να κινείται.

Ο Τάμπριελ είπε: «Όταν ο λαγός απομακρύνεται πέραν μιας εμβέλειας από αυτή τη συσκευή» – έβγαλε μια μικρή συσκευή από την τουνίκα του – «ένα ενεργειακό ρεύμα τον χτυπά. Δεν είναι νεκρός, αλλά θα μπορούσε και να είναι αν οι ρυθμίσεις ήταν διαφορετικές.»

«Και θες να φοράω εγώ αυτό το πράγμα;» ρώτησε η Αλιζέτ στραβώνοντας τα χείλη.

«Δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να είμαστε σίγουροι για σένα. Πρέπει να σ’έχουμε από κοντά. Η εμβέλεια, όμως, δεν θα είναι τόσο μικρή όσο του λαγού.»

Η Ανταρλίδα έβγαλε το βραχιόλι από τον λαιμό του ζώου. Πήρε τον λαγό στην αγκαλιά της και επέστρεψε κοντά στον Τάμπριελ. Του έδωσε το βραχιόλι.

«Πώς είναι ο φίλος μας;» τη ρώτησε εκείνος.

«Αναπνέει.»

Ο Τάμπριελ άνοιξε το άλλο κλουβί. Έβγαλε έξω τη γάτα – μαύρη, λιγνή, με καταπράσινα μάτια, και πελώρια μουστάκια – και πέρασε το φερίλιο βραχιόλι γύρω απ’το εύκαμπτο σώμα της. «Ταιριάζει τέλεια.» Στη γάτα, όμως, δεν φαινόταν να πολυαρέσει. «Τώρα, Αλιζέτ, ας πούμε ότι αυτή εδώ η κυρία είναι εχθρική.» Το ζώο στην αγκαλιά του δεν έμοιαζε καθόλου εχθρικό. «Ας πούμε ότι έρχεται να μου βγάλει τα μάτια, με τα νύχια της.» Απόθεσε τη γάτα στο πάτωμα· εκείνη βημάτισε. «Μπορώ να κάνω αυτό.» Ο Τάμπριελ πάτησε ένα κουμπί επάνω στη συσκευή του· η γάτα τραντάχτηκε από σπασμούς. Λιποθύμησε. Ο Τάμπριελ τη σήκωσε από κάτω, της έβγαλε το βραχιόλι, και την κράτησε στην αγκαλιά του. «Είναι ζωντανή,» είπε χαϊδεύοντας το γυαλιστερό, μαύρο τρίχωμά της.

«Δε θα γίνω το πειραματόζωό σου!» Η όψη της Αλιζέτ έμοιαζε πιο άγρια απ’ό,τι συνήθως.

«Γιατί όχι; Το ίδιο κάνεις τόσα χρόνια για τον Ελκράσ’ναρχ.»

Η Αλιζέτ δεν μίλησε.

«Κοίτα,» της είπε ο Τάμπριελ. «Δεν μπορούμε διαφορετικά να σε εμπιστευτούμε. Θα ταξιδέψουμε – δεν θα μείνουμε εδώ – και θέλουμε να σ’έχουμε μαζί μας. Πώς αλλιώς μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι ούτε θα προσπαθήσεις να δραπετεύσεις ούτε θα μας επιτεθείς;»

Η Αλιζέτ, πάλι, δεν μίλησε.

«Είσαι σύμφωνη;» τη ρώτησε ο Τάμπριελ.

Εκείνη ήπιε κρασί. Έμοιαζε νευρική, καθώς ήταν καθισμένη στον καναπέ, με τα πόδια της διπλωμένα από κάτω της και το δεξί της χέρι δεμένο στον ξύλινο βραχίονά του. Τελικά, είπε: «Εντάξει.»

Ο Τάμπριελ έκανε νόημα στην Ανταρλίδα. Εκείνη πλησίασε την Αλιζέτ, έβγαλε ένα καινούργιο βραχιόλι από τα ρούχα της, και το πέρασε στον αριστερό καρπό της Σκοτεινής Βασίλισσας.

«Θα με λύσετε τώρα;» ρώτησε εκείνη.

«Λύσε την, Ανταρλίδα,» είπε ο Τάμπριελ.

Η Ανταρλίδα, με μεγάλη επιφύλαξη, έλυσε την Αλιζέτ από τον βραχίονα του καναπέ.

Η Σκοτεινή Βασίλισσα σηκώθηκε όρθια.

Τα μάτια της Ανταρλίδας στένεψαν.

Η Αλιζέτ τής είπε: «Απλώς ήθελα να τεντωθώ λίγο.»

Η Ανταρλίδα είχε την εντύπωση πως η Σκοτεινή Βασίλισσα έπαιζε μαζί της – και δεν της άρεσε.

Η Αλιζέτ δεν ξανακάθισε. «Ποιος, λοιπόν, έχει τη συσκευή που με κρατά δέσμια; Εσύ;» Κοίταζε την Ανταρλίδα.

Αλλά ο Τάμπριελ ήταν που απάντησε. «Αυτό δεν μπορούμε να σ’το πούμε, Αλιζέτ. Κι οι τρεις έχουμε μια συσκευή.» Εκείνος ήδη κρατούσε μία· και μόλις μίλησε, ο Πολ και η Ανταρλίδα έβγαλαν επίσης μία παρόμοια συσκευή από τα ρούχα τους.

«Μπορούν όλες να σε χτυπήσουν με ενεργειακό ρεύμα,» είπε ο Τάμπριελ, «αν πατηθεί το σωστό κουμπί. Όμως ένας από εμάς είναι δεμένος μαζί σου. Για το ποιος ακριβώς, θα πρέπει να μαντέψεις. Μπορεί και ν’αλλάζει κατά περιόδους.»

«Ελπίζω μόνο να μην ξεχάσετε ποιος με τραβά κάθε φορά και σκοτωθώ κατά λάθος,» είπε, ψυχρά, ειρωνικά, η Αλιζέτ.

«Δεν κάνουμε τέτοια λάθη,» τη διαβεβαίωσε ο Τάμπριελ.

Η Αλιζέτ κάθισε πάλι στον καναπέ. «Είναι αδιάβροχο;» Άγγιζε το βραχιόλι της.

«Ναι.»

«Μπορώ να πλυθώ, λοιπόν, ελπίζω.»

«Εννοείται.»

«Πόσο μεγάλη είναι η εμβέλεια;»

«Για την ώρα, θα σου δώσουμε ένα δωμάτιο μέσα στο παλάτι για να μείνεις. Καλύτερα να μη φύγεις από εκεί.»

«Κι αν θέλω να πάω βόλτα;»

Η Ανταρλίδα παρενέβη: «Μην παίζεις με την τύχη σου!» έκανε, απότομα.

Η Αλιζέτ, όπως και πριν, την αγνόησε. Ατένιζε τον Τάμπριελ.

Εκείνος είπε: «Μπορείς να πας βόλτα, αν θέλεις. Αλλά μόνο μέσα στο παλάτι και στον κήπο του. Αν βγεις, ξέρεις τι θα συμβεί.»

3.

«Εξακολουθώ να μην την εμπιστεύομαι. Καθόλου,» είπε η Ανταρλίδα, όταν εκείνη κι ο Τάμπριελ ήταν μόνοι.

«Αυτή, όμως, είναι μια καλή ευκαιρία για να τη δοκιμάσουμε προτού ξεκινήσουμε τίποτα πιο επικίνδυνο.» Ήταν καθισμένος στην πολυθρόνα που καθόταν και πριν, ενώ η Ανταρλίδα έκανε πέρα-δώθε μέσα στο δωμάτιο. Η γάτα είχε συνέλθει, το ίδιο κι ο λαγός· έκαναν κι αυτά γύρω-γύρω, παραπατώντας λιγάκι, ζαλισμένα.

«Θες να δεις αν θα προσπαθήσει να δραπετεύσει…»

«Ναι.»

«Δε θα προσπαθήσει τίποτα αμέσως. Είναι πολύ πονηρή. Το ξέρει ότι τη δοκιμάζουμε.» Σταμάτησε να βηματίζει· τον ατένισε. «Την έχεις ‘δει’ να στρέφεται εναντίον μας;»

Ο Τάμπριελ άγγιξε το λευκό γένι στο σαγόνι του, σκεπτικά. «Έχω ‘δει’ διάφορες εικόνες με την Αλιζέτ. Αλλά, φέρνοντάς τες στο μυαλό μου, δε νομίζω πως μπορώ να φτάσω στο συμπέρασμα ότι θα στραφεί εναντίον μας.»

«Τούτο, όμως, δε σημαίνει ότι αποκλείεται κιόλας να στραφεί εναντίον μας, έτσι δεν είναι;»

«Ναι, Ανταρλίδα. Ξέρεις πλέον τι γίνεται μ’αυτά που ‘βλέπω’. Τίποτα δεν είναι βέβαιο, και τίποτα, συγχρόνως, δεν είναι τυχαίο. Αλλά καλύτερα να χαλαρώσεις. Από τότε που ήρθε η Αλιζέτ εδώ μέσα, παραείσαι νευρική.»

«Δεν την ξέρεις όπως την ξέρω εγώ.»

«Έχω, όμως, ακούσει γι’αυτήν. Κάθισε.»

Η Ανταρλίδα, αναστενάζοντας, κάθισε στον καναπέ, εκεί όπου πριν καθόταν η Αλιζέτ. «Το γεγονός ότι θα την έχουμε μαζί μας σημαίνει πως συνέχεια – συνέχεια – θα πρέπει να είμαστε σε επιφυλακή.»

«Καλό αυτό, τότε,» είπε ο Τάμπριελ. «Διότι ούτως ή άλλως θα πρέπει να είμαστε συνέχεια σε επιφυλακή, Ανταρλίδα.»

«Ίσως να έχεις δίκιο,» αποκρίθηκε εκείνη ύστερα από μια στιγμή σιωπής. Ξανασηκώθηκε από τον καναπέ, σαν το κάθισμα να είχε καρφιά. «Πότε θα φύγουμε; Αύριο;»

«Δε νομίζω ότι υπάρχει λόγος να το καθυστερήσουμε. Ο πόλεμός μας με τον Ελκράσ’ναρχ έχει ήδη αρχίσει.»

4.

Ο Πολ την οδήγησε σ’ένα δωμάτιο στον ξενώνα του παλατιού, και μετά έφυγε. Η Αλιζέτ έριξε μια ματιά στον χώρο, ανοίγοντας συγχρόνως ντουλάπια και συρτάρια. Δε βρήκε ούτε ρούχα ούτε τίποτε άλλο – το μέρος ήταν άδειο από αντικείμενα. Από έπιπλα, υπήρχαν ένα κρεβάτι, ένα κομοδίνο, μια ντουλάπα, δυο καρέκλες, κι ένα τραπέζι. Μια μικρή πόρτα έκλεινε με μια χοντρή κουρτίνα· η Αλιζέτ την παραμέρισε κι από πίσω είδε ένα πέτρινο λουτρό. Νερό, σκέφτηκε. Επιτέλους. Άνοιξε τη βρύση και διαπίστωσε ότι ήταν χλιαρό. Άφησε το λουτρό να γεμίσει, ενώ έβγαζε τα ρούχα της. Παραδίπλα ήταν κάτι μπουκαλάκια· τα ξετάπωσε και τα μύρισε: σαπούνι και έλαια. Έριξε λίγο κι απ’τα δύο στο νερό. Μετά, έκλεισε τη βρύση και μπήκε στο λουτρό.

Παράδεισος.

Βούτηξε το κεφάλι κάτω απ’το νερό. Το έβγαλε πάλι επάνω. Τεντώθηκε τεμπέλικα. Δεν βιαζόταν να τελειώσει…

Μετά από κάποια ώρα, φώναξε: «Μπορείς να μου φέρεις καμια πετσέτα, Πολ;»

Η κουρτίνα παραμερίστηκε. «Εντάξει, μ’άκουσες να μπαίνω· αλλά πώς το ήξερες ότι ήμουν εγώ;»

«Το βήμα σου δεν είναι ούτε το βήμα της Ανταρλίδας ούτε το βήμα του Τάμπριελ. Κι αν ήσουν υπηρέτης, ή θα είχες προ πολλού φύγει ή θα είχες πει ‘Σας έχω φέρει το τάδε, κυρία’ και θα είχες φύγει.»

«Η Ανταρλίδα έχει δίκιο που σε φοβάται.»

«Δεν υποστήριξα ποτέ το αντίθετο. Υπάρχει καμια πετσέτα;»

Ο Πολ έφυγε από την πόρτα. Μετά, επέστρεψε μαζί με μια πετσέτα, την οποία και έδωσε στην Αλιζέτ, προτού φύγει πάλι. Εκείνη βγήκε απ’το λουτρό, σκουπίστηκε, τύλιξε την πετσέτα γύρω της, παραμέρισε την κουρτίνα, και μπήκε στο δωμάτιο. Είδε ότι ο Πολ τής είχε φέρει ρούχα τα οποία είχε αφήσει επάνω στο κρεβάτι. Επίσης, φαγητό και ποτά ήταν ακουμπισμένα στο τραπεζάκι. Καθώς και μερικά βιβλία.

«Εσύ είσαι, λοιπόν, ο δεσμοφύλακάς μου;» ρώτησε η Αλιζέτ.

«Εννοείς αν είσαι ‘δεμένη’ μ’εμένα;»

Η Αλιζέτ ένευσε, ενώ πλησίαζε το κρεβάτι για να κοιτάξει τα ρούχα.

«Δεν ξέρω,» παραδέχτηκε ο Πολ. «Ο Μεγάλος Προφήτης δεν μου έχει πει.»

«Ή μου λες ψέματα.»

«Ό,τι νομίζεις…»

«Σ’έστειλε, πάντως, εδώ για να με κατασκοπεύεις.» Η Αλιζέτ τού γύρισε την πλάτη. Άφησε την πετσέτα να πέσει και φόρεσε κάτι εσώρουχα.

Ο Πολ παρατηρούσε το μυώδες σώμα της. Με κάθε κίνησή της, έβλεπε μύες να πάλλονται κάτω απ’το λευκό-ροζ δέρμα. Δεν μπόρεσε παρά να αναρωτηθεί πώς σκατά μπορεί να ήταν να βρίσκεσαι στο ίδιο κρεβάτι μ’αυτή τη γυναίκα. Της αρέσουν οι άντρες; –Τι ανοησίες… «Όλες οι γεροδεμένες γυναίκες είναι λεσβίες», και τα λοιπά, ε; Πήρε τα μάτια του από την Αλιζέτ. Μάλλον, ήμουν πολύ καιρό στο κελί μου… «Για την ακρίβεια, όχι, δεν μ’έστειλε για να σε κατασκοπεύω. Μου είπε απλώς να σου φέρω κάποια ρούχα και φαγητά, κι αν ήθελα, να καθίσω να σου κάνω παρέα.»

Η Αλιζέτ έβαζε τώρα μια τουνίκα και την κούμπωνε. «Κι αποφάσισες να καθίσεις;»

«Δεν έχω τίποτα καλύτερο να κάνω. Τόσο καιρό στα μπουντρούμια, δεν κατάφερα να πιάσω φιλίες στο παλάτι. Επιπλέον, είμαι βέβαιος πως κάποια άτομα – όπως, ας πούμε, η Κελνίχηβ – με βλέπουν με περίσσια καχυποψία.»

Η τουνίκα έφτανε ώς τα γόνατα της Αλιζέτ, κι εκείνη δεν φόρεσε τίποτα από κάτω. Πήγε και κάθισε μπροστά στο τραπεζάκι με τα φαγητά, τα ποτά, και τα βιβλία. «Ποια είναι η Κελνίχηβ;»

«Δεν έχεις, λοιπόν, καλή πληροφόρηση…»

Η Αλιζέτ ύψωσε ένα φρύδι.

«Η Κελνίχηβ είναι το Αριστερό Χέρι του Θρόνου. Ξέρεις τι σημαίνει αυτό;»

Η Αλιζέτ δάγκωσε ένα κουλουράκι. Κατάπιε τη μπουκιά της. «Η Αρχικατάσκοπος του Τάρσαζ.»

«Ακριβώς αυτό είναι η Κελνίχηβ. Και δεν τα πάνε και τόσο καλά με την Ανταρλίδα. Ίσως να τη συμπαθήσεις, αν τύχει να τη γνωρίσεις.»

Η Αλιζέτ χαμογέλασε καθώς συνέχιζε να τρώει.

Χαμογελά κιόλας; απόρησε ο Πολ.

«Πώς βρέθηκες εδώ;» τον ρώτησε η Αλιζέτ.

«Πήγαινα διακοπές στην Αλβέρια, μέσω Αιθέρα. Το αεροπλάνο μας έπεσε σε κάτι περίεργα αιθερικά ρεύματα και, μετά, μας ρούφηξε ένας υπερδιαστασιακός στρόβιλος… και φτάσαμε εδώ, σ’αυτή την υπέροχη διάσταση.»

«Σοβαρολογείς;»

«Ναι. Μεγάλη ιστορία. Ίσως να σ’την πω κάποια φορά. Ίσως και σε λίγο, αφού, ομολογουμένως, φαίνεται νάχουμε ελεύθερο χρόνο…» Ο Πολ έβγαλε τσιγάρο.

«Μην καπνίζεις,» τον σταματήσει, αυστηρά, η Αλιζέτ προτού το ανάψει. «Δεν είμαι αλυσοδεμένη τώρα.»

Ο Πολ γέλασε. Έκρυψε το τσιγάρο.

Η Αλιζέτ κοίταξε τα βιβλία. «Έχουν καμια ιδιαίτερη σημασία αυτά;»

«Όχι, απ’όσο ξέρω.»

Η Αλιζέτ διάβασε έναν τίτλο, ο οποίος ήταν γραμμένος στην Οικουμενική: «Το Χάσμα των Χρυσοστόλιστων Σκαθαριών του Τρόμου.» Γούρλωσε τα μάτια, θεατρικά. Γύρισε το βιβλίο ανάποδα για να διαβάσει το οπισθόφυλλο. «Δεν έχει περίληψη;»

«Τη βάζουν στην πρώτη σελίδα.»

Κοίταξε την πρώτη σελίδα, διαβάζοντας: «‘Ο ατρόμητος εξερευνητής Τερνόελ, ύστερα από τις αμφιλεγόμενες συμβουλές μιας σκοτεινής μάγισσας, ξεκινά μια παράτολμη αναζήτηση στις άγριες περιοχές των αιμοβόρων Ταργκάφλι, όπου το πεπρωμένο του θα τον οδηγήσει στο…’ – το έχει με κεφαλαία – ‘Χάσμα των Χρυσοστόλιστων Σκαθαριών του Τρόμου.’» Κοίταξε τον Πολ επικριτικά.

Εκείνος γέλασε. «Τοπική λογοτεχνία των Ταρσάζιων. Τώρα, μάλιστα, που έχουν φέρει ένα τυπογραφείο από την Απολλώνια, την έχουν καταβρεί. Παλιά, κάθονταν κάτι τύποι και αντέγραφαν τα βιβλία ένα-έναν. Ήταν πανάκριβα. Είχαν, όμως, γούστο. Έκαναν και σκιτσάκια στο πλάι, για να περνά η ώρα τους.»

Η Αλιζέτ έπιασε ένα άλλο βιβλίο. Διάβασε τον τίτλο: «Σκοτεινό Φερίλιο, Μαύρα Διαμάντια. Διαφορετικό ύφος διακρίνω εδώ…»

«Λογοτεχνία από το Βασίλειο Ώσρανοκ. Ξέρεις πού είναι αυτό;»

«Μακριά από εδώ. Δυτικά.»

Ο Πολ ένευσε. «Εκεί έπεσε το αεροπλάνο μου. Εκεί πρωτοσυνάντησα και τον ‘Μεγάλο Προφήτη’.»

Η Αλιζέτ διάβασε την περίληψη του βιβλίου: «‘Οι ερωτικές περιπέτειες της Δούκισσας κέρκα-Έβδελον Νιρράθια την οδηγούν στα βήματα του μυστηριώδους ανθρώπου που ακούει στο όνομα “Το Σκοτάδι”. Το Σκοτάδι, όμως, έχει καταλάβει ότι τα μάτια της όμορφης Δούκισσας είναι στραμμένα επάνω του…’ Και γαμώ.»

Ο Πολ χαμογελούσε. «Δε μπορείς να πεις, οι Ωσράνιοι έχουν περισσότερη φινέτσα.»

Η Αλιζέτ κούνησε το κεφάλι και συνέχισε το φαγητό της.

«Έχουν κι έναν ραδιοφωνικό σταθμό εδώ, στη Φέντινκεχ,» είπε ο Πολ. «Μόλις ήρθε η τεχνολογία, οι παλαβοί αμέσως βρέθηκαν.» Έβγαλε έναν ραδιοφωνικό δέκτη απ’την τσέπη του. «Θες ν’ακούσεις;»

«Βάζει και τοπική μουσική;»

«Θα τα παίξεις.»

«Ελπίζω νάναι καλύτερη από τη λογοτεχνία τους…»

Ο Πολ άνοιξε τον ραδιοφωνικό δέκτη. Αλι

Ρελκάμνια

1.

Ο Κλαρκ επέμενε να αφήσει τον πονοκέφαλό της να «κάνει τον κύκλο του», όπως είπε. Δηλαδή, η Φενίλδα να μην πάρει το φάρμακο των Υπερασπιστών· να δει αν ο πονοκέφαλος θα περνούσε από μόνος του.

Η ιδέα την τρομοκράτησε.

«Σου είπα – θα με σκοτώσει!»

«Πώς το ξέρεις ότι θα σε σκοτώσει αφού δεν το έχεις ποτέ δοκιμάσει;»

«Θα δοκίμαζες να ρίξεις μια σφαίρα στο κεφάλι σου για να ‘το δοκιμάσεις’;»

«Δεν είναι σφαίρα· είναι κάτι που ούτως ή άλλως βρίσκεται μέσα σου. Κι επιπλέον έχουμε το φάρμακο· όταν δούμε ότι δεν μπορείς ν’αντέξεις τον πόνο, θα πάρεις το φάρμακο και θα τελειώσει.»

«Είσαι τρελός! Μ’έφερες εδώ για να κάνεις πειράματα επάνω μου; Ο Ελπιδοφόρος μού είπε ότι μπορούσες να με θεραπεύσεις!»

«Μπορώ. Αλλά πρέπει να δοκιμάσουμε κάποια πράγματα πρώτα. Και το πρώτο πράγμα που πρέπει να δοκιμάσουμε είναι να μην πάρεις το φάρμακο, να δούμε πώς θα εξελιχτεί ο πονοκέφαλος!»

Ο Ελπιδοφόρος καθόταν και τους κοίταζε, σιωπηλός, με τα χέρια του σταυρωμένα εμπρός του. Οι δύο Πειθαρχικοί του Κενού στέκονταν (ή, μάλλον, αιωρούνταν) πίσω του, επίσης σιωπηλοί.

«Δεν υπάρχει περίπτωση!» φώναξε η Φενίλδα. «Αυτός ο πονοκέφαλος είναι φριχτός! Δεν ξέρεις εσύ πώς είναι!»

«Ναι – γι’αυτό θέλω να μάθω. Πώς περιμένεις να σε βοηθήσω αν δεν κάνουμε μερικές δοκιμές, Φενίλδα;»

Η Φενίλδα, που βάδιζε νευρικά μέσα στο καθιστικό καθώς μιλούσαν, χτύπησε τα χέρια της στους μηρούς της και αναστέναξε. Βρισκόταν στα όρια να την πιάσει ο πονοκέφαλός της από την υπερένταση. Κάθισε σε μια καρέκλα και άναψε ένα τσιγάρο, προσπαθώντας να χαλαρώσει.

Ο Κλαρκ δεν της μίλησε άλλο. Έφυγε από το δωμάτιο, πηγαίνοντας ίσως στο εργαστήριό του – το οποίο ούτε η Φενίλδα ούτε ο Ελπιδοφόρος ήξεραν πού ακριβώς βρισκόταν μέσα στο διαμέρισμα.

Η Φενίλδα ήταν χάλια. Είχε ακουμπήσει τον αγκώνα της στην άκρη του τραπεζιού και το μέτωπό της στο χέρι της. Στο άλλο χέρι, το τσιγάρο της καιγόταν χωρίς να το καπνίζει. Καθάρισε το λαιμό της. Κοίταξε τον Ελπιδοφόρο.

«Τι νομίζεις;» τον ρώτησε.

«Δοκίμασέ το,» πρότεινε εκείνος.

«Να μην πάρω το φάρμακο…»

Ο Ελπιδοφόρος ένευσε. «Εξάλλου, έχεις αρκετό απόθεμα. Όταν δεις ότι δεν μπορείς πια ν’αντέξεις–»

«Ελπιδοφόρε, από την αρχή δεν μπορώ ν’αντέξω.»

«Τι θα κάνεις, τότε;»

Η Φενίλδα έμεινε σιωπηλή για κάμποση ώρα. Κάπου-κάπου τραβούσε καμια ρουφηξιά απ’το τσιγάρο της. Τελικά, το έσβησε στο τασάκι.

«Θα το δοκιμάσω,» είπε. Σηκώθηκε από την καρέκλα. «Γαμώ τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος…» μουρμούρισε. «Το πρωί πήρα το φάρμακο. Αν τόχα ήδη αποφασίσει, δε θα το είχα πάρει.» Βημάτιζε πάλι. «Κάτι πρέπει να γίνει για να ξαναρχίσει ο πονοκέφαλος,» είπε δυνατότερα. Στράφηκε στον Ελπιδοφόρο. «Κάνε εσύ κάτι.»

Εκείνος συνοφρυώθηκε. «Για ν’αρχίσει ο πονοκέφαλός σου;»

«Ναι.»

«Τι;»

«Δεν ξέρω. Σπρώξε με!»

Ο Ελπιδοφόρος σηκώθηκε από τη θέση του, τη ζύγωσε. «Κοίτα, Φενίλδα, δε χρειάζεται να το πιέσεις. Νομίζω πως–»

«Δε μπορώ να περιμένω να περάσει μια μέρα. Τώρα το αποφάσισα. Μετά, ίσως να…» Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Δεν ξέρω αν μετά δεν θ’αλλάξω γνώμη.

»Κάνε κάτι.»

«Μου φαίνεται ανόητο.»

«Κάντο, Ελπιδοφόρε – σπρώξε με!»

Ο Ελπιδοφόρος την έσπρωξε, όχι πολύ δυνατά. Η Φενίλδα, που τα νυχτερινά της παπούτσια είχαν τακούνι, παραπάτησε άσχημα. Αλλά δεν έπεσε.

«Σοβαρέψου!» του γρύλισε, θυμωμένη με τον δισταγμό του. «Κάνε κάτι που έχει νόημα!»

Ο Ελπιδοφόρος την έσπρωξε ξανά: δυνατά τώρα. Η Φενίλδα – το ένα της παπούτσι έφυγε καθώς παραπατούσε – βρέθηκε πάνω στον καναπέ. Κι ύστερα, γελούσαν κι οι δυο τους σαν έφηβοι. Η κατάσταση ήταν, απλά, πολύ γελοία για να μη γελάνε.

Ο Ελπιδοφόρος αναρωτήθηκε από πότε είχε να γελάσει έτσι. Από πολύ, πολύ παλιά, κατέληξε. Από πάρα πολύ παλιά… Ούτε που θυμόταν.

«Είσαι ανόητη!» της είπε, καλοπροαίρετα, ακόμα γελώντας.

«Χα-χα-χα-χα, εντάξει…» Η Φενίλδα σκούπιζε δάκρυα από τα μάτια της, με τα δάχτυλά της. «Εντάξει, χα-χα-χα. Πάρε… Πάρε κάτι και χτύπησέ με στο κεφάλι.»

Ο Ελπιδοφόρος σοβάρεψε. «Ούτε που να το σκέφτεσαι. Τέρμα οι χαζομάρες.»

Η Φενίλδα έβγαλε το παπούτσι που της είχε απομείνει και σηκώθηκε από τον καναπέ. «Κάντο!»

«Δεν πρόκειται να σε κοπανάω με καρέκλες στο κεφάλι. Μη λες βλακείες!»

«Χαστούκισέ με,» του είπε η Φενίλδα. «Εδώ,» έδειξε το μάγουλό της. «Δυνατά.»

«Όχι.»

«Μη με τσαντίζεις! Πρέπει κάτι να κάνω για ν’αρχίσει.»

«Τώρα που σ’έχω τσαντίσει, γιατί δεν αρχίζει;»

«Δεν ξέρω. Πριν, που μιλούσα με τον Κλαρκ, ήταν στα πρόθυρα· μετά, όμως, πέρασε. Χαστούκισέ με, να τελειώνουμε.»

Ο Ελπιδοφόρος κούνησε το κεφάλι του.

Η Φενίλδα τον χαστούκισε, ελαφρά. «Κάντο!»

«Είπα όχι

Η Φενίλδα τον ξαναχαστούκισε, δυνατότερα. «Χτύπα με!»

Ο Ελπιδοφόρος τη χαστούκισε στο αριστερό μάγουλο. Το ράπισμα αντήχησε μέσα στο καθιστικό. Η Φενίλδα αισθάνθηκε ένα έντονο τσούξιμο στο πρόσωπό της· παραπάτησε κι έπεσε πάλι προς τον καναπέ. Πιάστηκε απ’την άκριά του. Ο πονοκέφαλος βρισκόταν στα πρόθυρα, σαν μια απειλητική παρουσία γύρω απ’το κεφάλι της.

«Ξανά,» είπε.

Κι όταν ο Ελπιδοφόρος δεν τη χτύπησε, τον αγριοκοίταξε. «Ξανά.»

Εκείνος τη χαστούκισε. Στο ίδιο μάγουλο. Ο πόνος έκανε τα μάτια της να δακρύσουν, θολώνοντάς τα· είδε χρώματα να χορεύουν μπροστά της. Έπεσε στον καναπέ. Το πεινασμένο θηρίο που περιφερόταν γύρω απ’το κεφάλι της της χίμησε. Ο πονοκέφαλος είχε επιστρέψει. Η Φενίλδα τον αισθανόταν να προσπαθεί να χωρίσει το κρανίο της στα δύο, να βάλει φωτιά στο μυαλό της.

Κρατώντας το κεφάλι της με τα δύο χέρια, διπλώθηκε πάνω στον καναπέ. Μουγκρίζοντας. Δαγκώνοντας τα χείλη της. Το φάρμακο! Χρειαζόταν το φάρμακό της!– Όχι. Δεν θα έπαιρνε το φάρμακο. Θα τον άφηνε να– Ο πόνος την είχε τυλίξει. Η Φενίλδα ούρλιαζε και σπαρταρούσε, διπλωμένη επάνω στον καναπέ, με τα γόνατά της μαζεμένα.

Ο Ελπιδοφόρος, που την κοίταζε όρθιος, άρχισε ν’ανησυχεί μετά από λίγο. Δε φαίνεται να της περνά, παρατήρησε. Αν ο Κλαρκ είχε άδικο;… Και πού είναι, ο καταραμένος, τώρα;

Η Φενίλδα δεν σταματούσε να φωνάζει, να κλαίει, και να σπαρταρά. Ολόκληρο το σώμα της τρανταζόταν.

Ο Ελπιδοφόρος στράφηκε στους Πειθαρχικούς. «Κάτι πρέπει… Τι…;» Δεν ήξερε τι ακριβώς ήθελε να τους ζητήσει. Το όλο θέμα, εξάλλου, ήταν ν’αφήσουν τον πονοκέφαλο να κάνει τον κύκλο του. «Ειδοποιήστε τον Κλαρκ!» είπε τελικά. «Μπορείτε να ειδοποιήσετε τον Κλαρκ;»

«Εδώ είμαι, Ελπιδοφόρε.»

Ο Ελπιδοφόρος στράφηκε, για να δει τον Κλαρκ να στέκεται σε μια πόρτα του καθιστικού η οποία… ήταν εκεί πριν; Τι παράξενο που ήταν αυτό το σπίτι…

«Βλέπεις τι της συμβαίνει;»

Ο Κλαρκ ένευσε. «Βλέπω.»

«Είσαι σίγουρος ότι θες να τ’αφήσεις αυτό να συνεχιστεί;»

«Περίμενε λίγο, Ελπιδοφόρε. Περίμενε. Ούτε πέντε λεπτά δεν έχουν περάσει.»

Η Φενίλδα ούρλιαζε και έκλαιγε σαν να της περνούσαν πυρωμένες βελόνες σ’όλο το σώμα.

Ο Ελπιδοφόρος αισθανόταν κάτι να σφίγγει το στήθος του. Οργισμένος, στράφηκε στον μάγο, που τώρα είχε πλησιάσει. Τον άρπαξε απ’τον γιακά με τα δύο χέρια. «Αν πεθάνει θα σε σκοτώσω!» γρύλισε.

Ο Κλαρκ δεν φάνηκε τρομαγμένος. «Τη συμπαθείς, λοιπόν, περισσότερο απ’όσο νόμιζα, ε, Ελπιδοφόρε;»

2.

Η Φενίλδα είχε χαθεί μέσα στον πόνο. Ήξερε ότι κάπου πρέπει να υπήρχε και το σώμα της, αλλά δεν ήταν βέβαιη πού. Παράδερνε σ’ένα πέλαγος ασταμάτητης ταραχής. Πονούσε, πονούσε, πονούσε, και δεν είχε ιδέα πώς να γυρίσει πίσω. Ίσως έτσι να ήταν ο θάνατος… Πώς είχε βρεθεί εδώ; Τι μέρος ήταν αυτό; ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΣΤΑΜΑΤΑΤΕ ΝΑ ΜΕ ΒΑΣΑΝΙΖΕΤΕ;

Μορφές – παράξενες, πολύχρωμες μορφές – χόρευαν μπροστά της, ξεπροβάλλοντας μέσα από μια ατέρμονη σκοτεινή ομίχλη. Μορφές όπως αυτές που έβλεπε κανείς όταν ύφαινε συγκεκριμένα ξόρκια ή μαγγανείες ανάλυσης–

Πώς είχε έρθει αυτή η σκέψη;

Οι μορφές χορεύουν. Κύκλοι μέσα σε κύκλους, φτιάχνουν αλυσίδες. Τρίγωνα γίνονται πυραμίδες. Ένα δυνατό βουητό, σαν τα κύματα της θάλασσας. Φωτιά. Μάστιγες οδυνηρής ενέργειας. Αίμα, κίτρινο αίμα, κυλά πάνω στη μαύρη ομίχλη…

Γράμματα – σε τι γλώσσα; Τι λένε; Πώς μπορεί και τα διαβάζει; Δεν τα θυμάται. Τα διαβάζει. Δεν θα έπρεπε να είναι εδώ, θα έπρεπε; Τα διαβάζει. Ένας τρόμος. Μια ασυνέχεια στην κανονικότητα μιας ροής. Τα διαβάζει…

3.

Η Φενίλδα ήταν τώρα ανάσκελα επάνω στον καναπέ. Τα χέρια της διέγραφαν σύμβολα στον αέρα. Από τα χείλη της έβγαιναν σειρές από ακατανόητα (για τον Ελπιδοφόρο) λόγια. Τα μάτια της είχαν αναποδογυρίσει· μονάχα άσπρο φαινόταν, και, βαθιά μέσα τους, κάτι περίεργες ανταύγειες…

Ο Κλαρκ, για μια στιγμή, συνοφρυώθηκε. Μετά, γρήγορα, πετάχτηκε κι έκλεισε το στόμα της Φενίλδα με το ένα χέρι, ενώ έπιανε τον αριστερό της καρπό με το άλλο.

«Τι κάνεις;» ρώτησε ο Ελπιδοφόρος. «Τι κάνεις;»

«Δεν καταλαβαίνεις;» μούγκρισε ο Κλαρκ, καθώς προσπαθούσε να συγκρατήσει τη Φενίλδα, η οποία τώρα πάλευε για να συνεχίσει να μιλά και να χειρονομεί. «Κάνει το ξόρκι!»

«Ποιο ξόρκι;»

«Αυτό που ονομάζει Ανώνυμο Ξόρκι, το οποίο τρυπά τις διαστάσεις. Αν το ολοκληρώσει εδώ μέσα, ίσως όλοι να σκοτωθούμε!»

Η Φενίλδα κλοτσούσε τον καναπέ. Το ελεύθερο χέρι της έμοιαζε να προσπαθεί να γρατσουνίσει τον αέρα. Δεν πρέπει να καταλάβαινε ότι ο Κλαρκ – ή οποιοσδήποτε – τη συγκρατούσε. Δεν πρέπει να είχε καμία επαφή με το περιβάλλον.

«Θα φέρω το φάρμακό της,» είπε ο Ελπιδοφόρος, και χωρίς να περιμένει την απάντηση του Κλαρκ βάδισε προς το δωμάτιο της Φενίλδα. Προς στιγμή είχε την ανησυχία ότι ίσως να μην κατόρθωνε να φτάσει εκεί, λόγω της αφύσικης, παραισθησιακής πολυπλοκότητας του διαμερίσματος του μάγου· αλλά τα κατάφερε μάλλον εύκολα. Όπως θα τα κατάφερνε και σε οποιοδήποτε άλλο σπίτι. Έψαξε μέσα στην τσάντα της Φενίλδα. Βρήκε το κυλινδρικό, μεταλλικό κουτάκι. Το πήρε μαζί του, επιστρέφοντας στο καθιστικό.

«Περίμενε,» του είπε ο Κλαρκ. Η Φενίλδα ακόμα πάλευε κάτω από τα χέρια του.

«Τι να περιμένω;»

«Σου φαίνεται ότι τώρα την πονά το κεφάλι της;»

«Είναι εκτός εαυτού!»

«Ακριβώς. Νομίζεις ότι δίνοντάς της το φάρμακο θα κάνεις αυτό το παραλήρημα να σταματήσει;»

«Και τι προτείνεις εσύ;» Ο Ελπιδοφόρος ήταν έτοιμος να πιάσει τον μάγο στο ξύλο.

«Θ’αφήσουμε πρώτα το παραλήρημα να περάσει–»

«Θα την τρελάνεις!» βρυχήθηκε ο Ελπιδοφόρος.

«Δε μπορείς να τρελαθείς, Ελπιδοφόρε. Είναι θέμα προσωπικής επιλογής. Η τρέλα είναι η παράλογη αντίδραση σε κάτι που βλέπεις και δεν μπορείς να αποδεχτείς. Ή τρελαίνεσαι ή το μυαλό σου το διαγράφει. Και στις δύο περιπτώσεις, ο φόβος είναι η πραγματική αιτία.»

«Δε μ’ενδιαφέρουν οι θεωρίες σου! Άφησέ την!» Ο Ελπιδοφόρος άνοιξε το κυλινδρικό κουτί. Τράβηξε έξω ένα από τα τυλιγμένα χαρτάκια.

«Περίμενε!» φώναξε ο Κλαρκ, μοιάζοντας για πρώτη φορά να θυμώνει.

4.

Τα γράμματα διαλύονται… το ένα μετά το άλλο… Καταβροχθίζονται από το σκοτάδι. Δεν μπορεί να τα προλάβει. Προσπαθεί να τα πιάσει, να τ’ακολουθήσει. Δεν μπορεί…

Χρώματα και σχήματα. Σκίζουν την ομίχλη. Μια θάλασσα ξανά. Το βουητό…

Πόνος.

5.

Η Φενίλδα άρχισε να κλαίει. Το ελεύθερο της χέρι είχε πάει στο κεφάλι της, είχε χωθεί μέσα στα μαλλιά της. Το άλλο της χέρι το κρατούσε ακόμα ο Κλαρκ.

«Πονάει ξανά! Άφησέ την!» Ο Ελπιδοφόρος άρπαξε τον μάγο απ’τον ώμο, τραβώντας τον πίσω.

Εκείνος δεν έφερε αντίσταση.

Η Φενίλδα διπλώθηκε πάνω στον καναπέ, όπως και πριν.

«Δε θα την αφήσω να βασανίζεται άλλο έτσι,» δήλωσε ο Ελπιδοφόρος. Πετώντας κάτω το μεταλλικό κουτάκι, κάθισε στον καναπέ, πλάι της. Στα χέρια του είχε ένα από τα κυλινδρικά τυλιγμένα χαρτάκια. «Βοήθησέ με,» πρόσταξε τον Κλαρκ, αγριοκοιτάζοντάς τον. «Κράτησέ την!»

Εκείνος ακόμα έμοιαζε διστακτικός (ο Ελπιδοφόρος είχε αρχίσει να τον φοβάται) αλλά, τελικά, έπιασε τους καρπούς της Φενίλδα, απομακρύνοντας τα χέρια της απ’το κεφάλι της ενώ εκείνη έσκουζε, έκλαιγε, και χτυπούσε τα πόδια της στον καναπέ. Ο Ελπιδοφόρος ξετύλιξε το χαρτάκι και πίεσε το περιεχόμενό του στο μέτωπό της.

Για μια στιγμή, τίποτα δεν έγινε. Κι εκείνος φοβήθηκε ότι ίσως να ήταν πολύ αργά: ότι δεν μπορούσαν πλέον να κάνουν κάτι για να τη βοηθήσουν: ότι η Φενίλδα θα πέθαινε, ή θα τρελαινόταν…

Μετά, όμως, οι κραυγές της σταμάτησαν. Το πρόσωπό της και το σώμα της φάνηκαν να ηρεμούν. Η αναπνοή της έγινε περίπου κανονική.

«Φενίλδα;» Ο Ελπιδοφόρος πήρε το χαρτάκι από το μέτωπό της. Το γαλανό δέρμα της είχε απορροφήσει την παράξενη αλοιφή.

Οι κόρες της φαίνονταν, τώρα, κανονικά· τα μάτια της δεν ήταν πια αναποδογυρισμένα, αλλά ήταν κοκκινισμένα. Και στο αριστερό μάτι είχε δημιουργηθεί ένα παράξενο σημάδι.

«Ελπιδοφόρε…» Η Φενίλδα ανασηκώθηκε, αγκαλιάζοντάς τον. Έκλαιγε πάλι.

Εκείνος την κράτησε κοντά του, και πάνω απ’τον ώμο της αγριοκοίταξε τον Κλαρκ, ο οποίος στεκόταν παραδίπλα με μια συλλογισμένη όψη στο πρόσωπό του.

6.

«Τι αισθανόσουν, Φενίλδα;» ρώτησε ο μάγος.

Η Φενίλδα καθόταν τώρα στον καναπέ, ντυμένη με μια πράσινη ρόμπα και έχοντας μια ζεστή κούπα καφέ στα χέρια. Στο αριστερό της μάτι ο Ελπιδοφόρος μπορούσε ακόμα να παρατηρήσει εκείνο το παράξενο σημάδι. Η ίδια δεν πρέπει να το είχε δει· ή, αν το είχε δει, δεν είχε πει τίποτα.

Ήπιε μια γουλιά απ’τον καφέ της. «Πονούσα. Και μετά… είχα χαθεί τελείως. Έβλεπα χρώματα, και αλλόκοτους σχηματισμούς, περίπου σαν αυτούς που βλέπεις όταν κάνεις τη Μαγγανεία Στοιχειακής Αναλύσεως… και μετά, τα γράμματα. Μέσ’από ένα σκοτάδι, βγήκαν κάτι γράμματα, και τα διάβαζα παρότι ήταν σε κάποια άγνωστη γλώσσα, νομίζω. Αλλά δεν τα θυμάμαι τώρα. Δε θυμάμαι πώς ήταν αυτά τα γράμματα… Και μετά, διαλύθηκαν τα γράμματα. Έφυγαν. Και πονούσα πάλι… και ο Ελπιδοφόρος μ’έκανε να συνέλθω.» Έριξε μια ματιά στον Ελπιδοφόρο προτού στρέψει πάλι το βλέμμα της στον Κλαρκ. «Δε νομίζω ότι θα μπορούσα να συνέλθω από μόνη μου.»

Ο Κλαρκ τής είπε: «Είχες αρχίσει να κάνεις αυτό που αποκαλείς ‘Το Ανώνυμο Ξόρκι’.»

Η Φενίλδα συνοφρυώθηκε. «Τι;»

«Είχες γυρίσει ανάσκελα επάνω στον καναπέ και είχες αρχίσει να κάνεις το ξόρκι. Τα μάτια σου είχαν αναποδογυρίσει. Σε σταμάτησα, προτού τρυπήσεις τη διάσταση.»

Το συνοφρύωμα της Φενίλδα βάθυνε. «Τα γράμματα…»

«Ναι, το ίδιο νομίζω κι εγώ. Τα γράμματα που έβλεπες. Ήταν τα λόγια για το ξόρκι, έτσι δεν είναι;»

«Δεν είμαι σίγουρη,» είπε η Φενίλδα. «Δεν… δεν τα ξέρω ακριβώς τα λόγια για το Ανώνυμο Ξόρκι. Οι Υπερασπιστές το έβαλαν μες στο μυαλό μου. Δεν το έμαθα κανονικά. Το κάνω σαν… από ένστικτο. Όπως κάποιος ιθαγενής μιλά τη γλώσσα της διάστασής του χωρίς να την έχει μελετήσει ποτέ.»

Ο Κλαρκ κουνούσε το κεφάλι καθώς την άκουγε, μοιάζοντας να καταλαβαίνει. «Η αιτία των πονοκεφάλων σου, Φενίλδα, ίσως να είναι αυτή.»

«Το ξέρω πως είναι αυτή,» έκανε απότομα εκείνη. «Είναι… είναι σα να τρύπησαν το μυαλό μου.»

«Δεν εννοώ μόνο την πράξη του Ελκράσ’ναρχ. Μιλάω για το ξόρκι. Το μυαλό δεν μπορεί να μαθαίνει πράγματα ξαφνικά· το φυσικό του είναι να τα μαθαίνει σταδιακά. Εσύ έμαθες το ξόρκι στιγμιαία. Αυτό είναι που, ίσως, προκαλεί τους πονοκεφάλους σου. Προσπέρασες μια διαδικασία που έπρεπε να είχε γίνει: τη διαδικασία της εκμάθησης. Το μυαλό σου, επομένως, προσπαθεί τώρα να μάθει ενώ, συγχρόνως, γνωρίζει. Μια παραδοξότητα. Δύο πράγματα που δεν είναι δυνατόν να ισχύουν ταυτόχρονα.»

Η Φενίλδα το σκέφτηκε πίνοντας ζεστό καφέ. Είχε κάτι το παράξενο επάνω της, νόμιζε ο Ελπιδοφόρος παρατηρώντας την. Σαν αυτό που της είχε συμβεί να την είχε, κάπως, με κάποιον απροσδιόριστο τρόπο, αλλάξει. Και το σημάδι στο αριστερό της μάτι… έμοιαζε να γυαλίζει όταν το χτυπούσε το φως, λες κι ένα κομμάτι γυαλί να βρισκόταν εκεί μέσα. Ο Ελπιδοφόρος, παρότι είχε δει παραπάνω από αρκετά αλλόκοτα και τρομαχτικά πράγματα στη ζωή του, αισθάνθηκε τις τρίχες του να ορθώνονται.

Η Φενίλδα είπε στον Κλαρκ: «Δεν αποκλείεται να έχεις δίκιο. Αλλά τι μπορούμε να κάνουμε γι’αυτό; Μπορείς εσύ να μου διδάξεις το Ανώνυμο Ξόρκι κανονικά, ώστε… το μυαλό μου να το καταλάβει όπως πρέπει να το καταλάβει; Το γνωρίζεις αυτό το ξόρκι; Ποιο είναι το πραγματικό του όνομα;»

«Το γνωρίζω,» αποκρίθηκε ο Κλαρκ. «Και συνήθως το λέω Διαστασιακή Ρομφαία.»

«Συνήθως;»

«Ο καθένας μπορεί να ονομάζει το καθετί όπως νομίζει, Φενίλδα. Δε θυμάσαι τι λέγαμε χτες; Η πραγματικότητα είναι προσωπική υπόθεση.»

«Το λες ‘Διαστασιακή Ρομφαία’ επειδή μοιάζει μ’ένα σπαθί που σχίζει τις διαστάσεις…»

«Ακριβώς. Είναι ένα πολύ επικίνδυνο ξόρκι. Τα μαγικά τάγματα δεν το διδάσκουν, και δεν θα μπορούσα ποτέ να κατηγορήσω κανέναν γι’αυτό. Κι εγώ ο ίδιος ελάχιστα το χρησιμοποιώ.»

«Θες να πεις ότι τα μαγικά τάγματα γνωρίζουν την ύπαρξη του ξορκιού;»

«Υποθέτω,» μόρφασε ο Κλαρκ. «Υποθέτω ότι ορισμένοι μάγοι το γνωρίζουν. Ερευνητές, κατά πάσα πιθανότητα.»

«Μπορείς να μου το διδάξεις όπως θα έπρεπε να το είχα μάθει κανονικά;»

Ο Κλαρκ έμεινε για μερικές στιγμές σιωπηλός, τρίβοντας σκεπτικά το μαύρο του μούσι. «Καλό θα ήταν να πάρουμε και μια άλλη γνώμη,» είπε τελικά. «Επιπλέον, ο Δαίδαλος είναι πολύ καλύτερος χρήστης της Διαστασιακής Ρομφαίας απ’ό,τι εγώ. Εκείνος, παρεμπιπτόντως, την ονομάζει Κοσμικό Τρυπάνι.»

«Ο Δαίδαλος,» είπε η Φενίλδα. «Το άλλο μέλος του Κύκλου της Αλήθειας.»

Ο Κλαρκ ένευσε. «Θα τον βρούμε στην Απολλώνια.»

«Γιατί δεν είναι εδώ;»

«Διότι στην Απολλώνια μένει. Κι επιπλέον, έχει δουλειές τώρα. Όπως κι εγώ. Όπως και η Ναλτάφιρ. Η τελική μάχη με τον Ελκράσ’ναρχ είναι το πιο σημαντικό πράγμα που έχουμε κάνει ποτέ, Φενίλδα.»

Ήπιε λίγο απ’τον καφέ της. «Θα πάμε, δηλαδή, στην Απολλώνια; Θα είναι εύκολο αυτό, τώρα που με ψάχνουν;»

«Το μόνο που χρειάζεται είναι να περάσουμε στον Αιθέρα,» είπε ο Κλαρκ, σα να μην ήταν τίποτα σπουδαίο.

«Παντοκρατορικά σκάφη περιπολούν τους ουρανούς πάνω από τη Ρελκάμνια, μάγε,» τον προειδοποίησε ο Ελπιδοφόρος.

Ο Κλαρκ ύψωσε τα φρύδια του. «Λες να μην το ξέρω; Δεν θα έχουμε πρόβλημα να τους αποφύγουμε. Εκείνο που με προβληματίζει μόνο είναι αν θα βρούμε τον Δαίδαλο εκεί όπου υπολογίζω. Ταξιδεύει τελευταία.» Σηκώθηκε απ’την καρέκλα του. «Θα πρέπει να του στείλω μήνυμα.»

«Μήνυμα;» είπε ο Ελπιδοφόρος. «Από εδώ στην Απολλώνια;»

«Ναι.»

«Αυτό είναι κάτι που περίμενα πως μόνο ο Ελκράσ’ναρχ θα μπορούσε να κάνει.»

«Μην είσαι αφελής. Ακόμα και μάγοι των μαγικών ταγμάτων μπορούν να το κάνουν. Ή, τουλάχιστον, ορισμένοι από αυτούς.»

Η Φενίλδα είπε: «Μιλάς για το Ξόρκι Υπερδιαστασιακής Αποστολής;»

«Ναι, αφού έτσι θες να το λες.»

«Μόνο οι Τεχνομαθείς ασχολούνται μαζί του. Πολύ περίπλοκο στη χρήση, κι επικίνδυνο ορισμένες φορές. Και απαιτεί την κατανάλωση τεράστιας ποσότητας ενέργειας για την αποστολή ακόμα κι ενός απλού μηνύματος. Επίσης, πρέπει να υπάρχει κι ο κατάλληλος εξοπλισμός στο σημείο αποδοχής.»

Ο Κλαρκ την κοίταζε επικριτικά καθώς μιλούσε, αν και συγχρόνως έμοιαζε διασκεδασμένος από τα λόγια της. «‘Μόνο οι Τεχνομαθείς ασχολούνται μαζί του’… Τι ανοησίες! Ο κάθε μάγος μπορεί ν’ασχοληθεί με ό,τι επιθυμεί.» Βάδισε προς μια πόρτα. «Επιστρέφω σε λίγο,» είπε, και έφυγε απ’το καθιστικό.

«Πώς είσαι τώρα, Φενίλδα;» ρώτησε ο Ελπιδοφόρος.

«Δεν πονάω πια. Καλά, υποθέτω…»

Ο Ελπιδοφόρος σηκώθηκε απ’την καρέκλα του. Την πλησίασε και γονάτισε μπροστά της, στο ένα γόνατο, κοιτάζοντας το πρόσωπό της από κοντά.

Η Φενίλδα χαμογέλασε. «Τι;»

«Το ξέρεις ότι έχεις κάτι στο μάτι σου;»

«Όχι. Τι έχω; Σε ποιο μάτι;»

«Στ’αριστερό.»

Η Φενίλδα το έτριψε. «Εντάξει τώρα;»

«Ακόμα εκεί είναι. Είναι κάτι μέσα στο μάτι, Φενίλδα.»

Η Φενίλδα, αφήνοντας την κούπα της στο πλάι, σηκώθηκε απ’τον καναπέ και πήγε στο υπνοδωμάτιο που της είχε παραχωρήσει ο Κλαρκ. Ο Ελπιδοφόρος την ακολούθησε, και την είδε να βγάζει ένα καθρεφτάκι από την τσάντα της και να κοιτιέται.

«Έχεις δίκιο,» του είπε. «Πράγματι, κάτι είναι… Αλλά δεν το αισθάνομαι καθόλου.»

«Μοιάζει με θραύσμα από γυαλί που αντανακλά το φως.»

Η Φενίλδα ένευσε. Έβαλε πάλι το καθρεφτάκι της στην τσάντα. «Ίσως να περάσει. Από τον πονοκέφαλο θα προκλήθηκε, μάλλον.»

Ο Ελπιδοφόρος δεν της είπε πως νόμιζε ότι και κάτι άλλο είχε αλλάξει επάνω της – κάτι το απροσδιόριστο. Εξάλλου, ίσως να ήταν η ιδέα του. Και δεν ήξερε και πώς να της το πει. Ούτε ήθελε να την ανησυχήσει.

Επέστρεψαν στο καθιστικό.

Ο Κλαρκ δεν άργησε να έρθει. «Του έστειλα μήνυμα,» είπε. «Ελπίζω να το λάβει σύντομα και να μου απαντήσει. Ο χρόνος στην Απολλώνια, βέβαια, κυλά πιο αργά απ’ό,τι στη Ρελκάμνια, επομένως θα χρειαστεί να περιμένουμε λίγο, όπως και νάχει.»

Η Φενίλδα τον ρώτησε για το παράξενο σημάδι στο μάτι της. Ο Κλαρκ ήρθε κοντά και το κοίταξε. «Το είχα παρατηρήσει και πριν,» είπε. «Δεν ξέρω τι είναι. Όπως υποθέτεις κι εσύ, ίσως να προκλήθηκε από τον πονοκέφαλο. Ή από τα γράμματα που είδες. Μοιάζει λίγο φως να έχει παγιδευτεί μέσα στο μάτι σου, Φενίλδα…»

Σάρντλι

1.

Ο Ορείχαλκος έστειλε ένα μήνυμα στην οικογένειά του, στη Φιλτά’κβι, και, αφού ετοιμάστηκε για το βορειοανατολικό του ταξίδι, έφυγε από τη Φανχάι με το ελικόπτερο. Η Ανεμόφθαλμη είχε δηλώσει πάλι ότι θα ερχόταν μαζί του, κι εκείνος δεν έφερε αντίρρηση. Εξάλλου, δεν ήταν μικρή· ήξερε τι έκανε. Επιπλέον, ο Ορείχαλκος ήθελε να έχει στο πλευρό του κάποιον που μπορούσε να εμπιστευτεί και να συμβουλευτεί. Εκτός από την Ανεμόφθαλμη, μαζί του πήρε μόνο τους τέσσερις σωματοφύλακές του και τον πιλότο του αεροσκάφους του. Δε νόμιζε ότι θα χρειαζόταν περισσότερους· δεν πήγαινε για να εμπλακεί σε μάχη. Θα έκανε ό,τι τον είχε συμβουλέψει ο θείος του ο Αστροφώτιστος για να επικοινωνήσει ειρηνικά με τους Ούρταθ της Νάθγκαν.

Το ελικόπτερό του έφυγε με την αυγή από το μικρό αεροδρόμιο της Φανχάι και πέταξε ανατολικά και νότια. Πέρασε πάνω από ζούγκλες, βάλτους, σαβάνες· πάνω από τις νότιες όχθες του ποταμού Σάτβραν, και έφτασε στις εκβολές του ποταμού Άζγκαλκ, όπου ήταν οικοδομημένη η Βοτράντκι, μια εμπορική πόλη της Ανατολικής Σάρντλι, ένα λιμάνι όπου πολλά πλοία σταματούσαν. Ο πιλότος του Ορείχαλκου κατέβασε το ελικόπτερο σ’ένα μέρος έξω απ’την πόλη όπου οι αρχές επέτρεπαν να προσγειώνονται αεροσκάφη. Ο αεροδιάδρομος δεν ήταν τίποτα παραπάνω από μια έκταση καθαρισμένη από τη βλάστηση. Εκτός απ’το ελικόπτερο του Ορείχαλκου, άλλο ένα ελικόπτερο ήταν σταματημένο εδώ – το αεροσκάφος κάποιου εμπόρου, ευγενή, ή επιχειρηματία μάλλον.

Το αεροδρόμιο – που μόνο κατ’ευφημισμόν θα μπορούσε να ονομαστεί έτσι – φυλούσαν δύο φρουροί ντυμένοι με πέτσινους θώρακες από δέρμα κάσ’νεκαχ, το οποίο τους έκανε κι αυτούς να μοιάζουν με γιγάντιοι κροκόδειλοι, πράσινοι και φολιδωτοί. Από τους ώμους τους τουφέκια κρέμονταν. Στις ζώνες τους μεγάλα, πλατυλέπιδα μαχαίρια ήταν θηκαρωμένα. Στο κεφάλι φορούσαν πλατύγυρα καπέλα· επάνω τους ήταν ραμμένα μικρά κόκαλα τα οποία έκαναν διάφορα σχήματα. Πλησίασαν τον Ορείχαλκο και τους συνεπιβάτες του για να μάθουν ποιοι ήταν. Εκείνος συστήθηκε, και οι φρουροί τον καλωσόρισαν στη Βοτράντκι και ευχήθηκαν καλή διαμονή. Ο Ορείχαλκος ρώτησε μήπως θα μπορούσαν να καλέσουν κάποιο όχημα. «Πολύ ευχαρίστως,» είπε ο ένας, κι έβγαλε έναν τηλεπικοινωνιακό πομπό και μίλησε με κάποιον. Μετά από λίγο, μια άμαξα ήρθε την οποία τραβούσαν δύο άλογα. Ο Ορείχαλκος και οι σύντροφοί του ανέβηκαν, και ο αμαξάς ξεκίνησε να τους πηγαίνει στην πόλη, η οποία δεν ήταν μακριά.

«Πού θα σας αφήσω, Άρχοντά μου;» ρώτησε.

«Ποιο είναι το καλύτερο ξενοδοχείο εδώ;»

«Η Βαθιά Ρίζα, Άρχοντά μου.»

«Εκεί θα μας πας.»

Οι δρόμοι της Βοτράντκι ήταν λίγο χειρότεροι από αυτούς της Φανχάι, νόμιζε ο Ορείχαλκος, αλλά είχαν εξίσου πολλή κίνηση. Ίσως για τούτο να έφταιγε κι η ώρα, βέβαια. Πλησίαζε μεσημέρι. Το ελικόπτερο είχε προσγειωθεί μετά από τέσσερις ώρες πτήσης, ώστε να ξεκουραστεί ο πιλότος προτού συνεχίσουν.

Η άμαξα σταμάτησε μπροστά στη Βαθιά Ρίζα. Ο Ορείχαλκος πλήρωσε τον οδηγό γενναιόδωρα και του είπε ότι θα τον ξαναχρειαζόταν σε τέσσερις ώρες. Εκείνος υποσχέθηκε ότι θα ήταν εδώ.

Ο Ορείχαλκος, η Ανεμόφθαλμη, οι σωματοφύλακες, και ο πιλότος μπήκαν στο ξενοδοχείο, έκλεισαν δωμάτια, και πήγαν να ξεκουραστούν. Ο Ορείχαλκος έφαγε μαζί με την Ανεμόφθαλμη και μετά κάθισε στο μπαλκόνι, κοιτάζοντας νότια, τη θάλασσα, ενώ σκεφτόταν αυτά που του είχε πει ο θείος του για τους Ούρταθ: τι ακριβώς έπρεπε να κάνει για να τραβήξει την προσοχή τους και να μπορέσει να συνεννοηθεί μαζί τους. Δεν πρέπει να ήταν δύσκολο για εκείνον. «Είσαι τυχερός που είσαι τόσο καλός με το σοθ’λάι’κ του είχε πει ο Αστροφώτιστος. «Η ικανότητά σου σ’αυτό θα σου χρειαστεί, πίστεψέ με. Δεν είναι εύκολο να κυνηγήσεις στη Νάθγκαν· τα θηρία που ζουν εκεί εκμεταλλεύονται το φυσικό τοπίο με σχεδόν υπερφυσικό τρόπο.»

Θα το ανακαλύψουμε σύντομα, θείε, σκέφτηκε τώρα ο Ορείχαλκος, καπνίζοντας ένα τσιγάρο καθώς ατένιζε τη θάλασσα.

Όταν τελείωσε το τσιγάρο, επέστρεψε στο εσωτερικό της σουίτας του. «Είσαι καλά;» ρώτησε την Ανεμόφθαλμη, η οποία καθόταν σε μια βαθιά, ξύλινη πολυθρόνα και διάβαζε μια τοπική εφημερίδα, με τα κόκκινα πόδια της τεντωμένα και σταυρωμένα στον αστράγαλο.

Τον κοίταξε πάνω από την άκρη της εφημερίδας. «Τι;» Παραξενεμένη.

Ο Ορείχαλκος είχε παρατηρήσει ότι σήμερα ήταν πολύ σιωπηλή, και πολύ σκεπτική. «Ρώτησα αν είσαι καλά.»

«Το άκουσα. Γιατί ρωτάς;» Κατέβασε την εφημερίδα.

«Μου φαίνεσαι κάπως συλλογισμένη. Αν δεν ήθελες να έρθεις, μπορούσες να επιστρέψεις στη Νισθάι, Ανεμόφθαλμη.»

«Μη λες ανοησίες.» Σήκωσε πάλι την εφημερίδα. «Θέλω να δω τι θα συμβεί μ’αυτούς τους Ούρταθ. Επιπλέον, δεν έχω ποτέ ξανά πάει στη Νάθγκαν.»

Πλάι της, ο Ορείχαλκος διέκρινε μια ελαφριά αναταραχή στον αέρα σαν από αραιό, πολύ αραιό καπνό. Το β’ζάιλ της.

Ο Ορείχαλκος συνοφρυώθηκε. Μήπως το β’ζάιλ της της ψιθύριζε περίεργα πράγματα και γι’αυτό η Ανεμόφθαλμη ήταν συλλογισμένη; Από τότε που εκείνος είχε χάσει το δικό του β’ζάιλ, είχε αρχίσει, για κάποιον λόγο, να υποπτεύεται πολύ τα β’ζάιλ των άλλων ευγενών της Σάρντλι. Ίσως να είχε αρχίσει να γίνεται παρανοϊκός σχετικά με τα β’ζάιλ, όμως δε νόμιζε ότι του άρεσε πλέον η ιδέα πως όλοι έπρεπε να έχουν ένα από αυτά. Τον τρόμαζε. Εξάλλου, το δικό του β’ζάιλ είχε προσπαθήσει να σκοτώσει εκείνον και την Αγαρίστη, στον γάμο τους…

Ήταν ειδική περίπτωση, όμως. Πολύ, πολύ ειδική περίπτωση, θύμισε στον εαυτό του ο Ορείχαλκος.

Παρ’όλ’αυτά, πίστευε ότι ίσως να ήταν ευτύχημα που δεν είχε πια β’ζάιλ κοντά του. Είχε ανακαλύψει πως δεν χρειαζόταν τους ψιθύρους κάποιου μυστηριώδους μαντατοφόρου των θεών για να εκτελεί σωστά τα καθήκοντά του ως μέλος του Οίκου του.

Μετά από τέσσερις ώρες, που ο πιλότος είχε ξεκουραστεί, ο Ορείχαλκος επέστρεψε στο ελικόπτερό του έξω απ’τη Βοτράντκι. Επιβιβάστηκε μαζί με τους υπόλοιπους και πέταξαν βόρεια και ανατολικά. Το ταξίδι τους τους οδήγησε πάνω από τις περιοχές που ονομάζονταν Βεν’δράχαλ: έναν επικίνδυνο ορεινό τόπο γεμάτο ζούγκλες, ποταμούς, και καταρράκτες, ο οποίος εκτεινόταν για πολλά χιλιόμετρα προς κάθε κατεύθυνση· και ο Ορείχαλκος ήξερε από τους χάρτες του ότι έφτανε ώς τις Ακτές του Φιδιού, όπου ήταν οικοδομημένη η Βαν’τάτλεχ, η μοναδική πόλη σ’εκείνα τα μέρη, που ήταν τα πιο κακοτράχαλα και θανατηφόρα σ’όλη τη Σάρντλι ίσως.

Αφήνοντας πίσω τους τις ζούγκλες της Βεν’δράχαλ, πέταξαν πάνω από πιο ομαλά εδάφη και, το βράδυ, τέσσερις ώρες περίπου αφότου είχαν απογειωθεί από το αεροδρόμιο της Βοτράντκι, έφτασαν στο Μεγάλο Δέλτα του ποταμού Κίβγκαλκ και στην Ουστάλβεχ, την πόλη που ήταν οικοδομημένη εκεί, γύρω από τις όχθες του ποταμού κι επάνω στις νησίδες που σχηματίζονταν μέσα στο Δέλτα.

Η Ουστάλβεχ ήταν μεγάλη, πραγματικά μεγάλη. Τέσσερις φορές μεγαλύτερη από τη Φανχάι, πιθανώς. Η πιο πολυπληθής πόλη στην Ανατολική Σάρντλι, η οποία ήταν, γενικά, λιγότερο πολιτισμένη από τη Δυτική. Η Ουστάλβεχ είχε ακόμα και αεροδρόμιο που ήταν κάτι περισσότερο από ένας ξεχορταριασμένος τόπος. Υπήρχε αεροδιάδρομος και κανονική φύλαξη. Πολύ καλό για τα δεδομένα της Σάρντλι.

Το ελικόπτερο ζήτησε άδεια και προσγειώθηκε εκεί. Ο Ορείχαλκος και οι συνοδοί του κατέβηκαν, κάλεσαν ένα επιβατηγό όχημα, και διέσχισαν τους νυχτερινούς δρόμους της Ουστάλβεχ. Το μεταφορικό τους μέσο τραβούσε την προσοχή, μακρύ και μεταλλικό καθώς ήταν, με δυνατούς προβολείς. Δεν κυκλοφορούσαν και πολλά ενεργειακά οχήματα. Ορισμένοι δρόμοι της Ουστάλβεχ ήταν τόσο στενοί ώστε το όχημα που μετέφερε τον Ορείχαλκο να μη μπορεί καν να χωρέσει. Πήγαιναν από τις κεντρικές λεωφόρους, και πέρασαν πάνω από μια γέφυρα, για να βρεθούν στη νησίδα του Δέλτα όπου τους περίμενε το ξενοδοχείο τους: το Άστρο του Δέλτα. Ο Ορείχαλκος έκλεισε δωμάτια και ανέβηκαν για να διανυκτερεύσουν.

Το επόμενο πρωί, πέταξαν προς τον τελικό τους προορισμό, τη Λίσλιβεπ, ακολουθώντας τις ακτές της Ανατολικής Θάλασσας. Ύστερα από πτήση περίπου μιάμισης ώρας, προσγειώθηκαν έξω από την πόλη, η οποία ήταν λιμάνι, όπως και οι δύο προηγούμενες που είχαν επισκεφτεί, αλλά πολύ μικρότερη και από την Ουστάλβεχ και από τη Βοτράντκι. Δεν έρχονταν πολλοί ταξιδευτές εδώ. Η Λίσλιβεπ βρισκόταν λίγο πιο κάτω από τις Ακτές του Ψύχους, στα όρια σχεδόν της Στέπας η οποία απλωνόταν νότια της παγερής ερήμου Νάθγκαν. Το κλίμα ήταν πάντοτε ψυχρό, όλες τις εποχές του χρόνου, καθώς κρύοι άνεμοι κατέβαιναν από τη Νάθγκαν.

Σε αντίθεση με άλλες διαστάσεις, στη Σάρντλι ποτέ δεν χιόνιζε. Ο Ορείχαλκος είχε δει χιόνι μονάχα σε φωτογραφίες από τη Σεργήλη, την Απολλώνια, και τη Φεηνάρκια. Ωστόσο, η Νάθγκαν ήταν πραγματικά παγερή, αν οι φήμες αλήθευαν. Ήταν ξερή όσο κάθε άλλη έρημος της Σάρντλι, και βραχώδης επίσης, με εδάφη γεμάτα κρημνούς, φαράγγια, και πέτρες που έκοβαν σαν σπαθιά, αλλά το περιβάλλον ήταν εξαιρετικά ψυχρό. Πουθενά αλλού στη διάσταση δεν ήταν έτσι. Και υπήρχε ένας μύθος που το εξηγούσε. Οφειλόταν στην κατάρα της Καργκάμαπ, μιας αρχαίας θεάς που είχε διαπληκτιστεί με τους άλλους θεούς και είχε εξαπολύσει την παγερή οργή της σε τούτες τις περιοχές, ώστε ό,τι έρχεται εδώ να παγώνει και να πεθαίνει. Παρ’όλ’αυτά, υπήρχε ζωή στη Νάθγκαν. Πολύ, πολύ ανθεκτική ζωή. Σκληροτράχηλα θηρία. Καθώς και η σκληροτράχηλη φυλή των Ούρταθ, οι οποίοι ήταν όλοι λευκόδερμοι – μια παραδοξότητα για τη διάσταση της Σάρντλι, όπου οι λευκόδερμοι άνθρωποι ήταν γενικά σπάνιοι.

Ο Ορείχαλκος βγήκε από το ελικόπτερό του, και ο πιλότος κι οι σωματοφύλακές του το κλείδωσαν και το ασφάλισαν· διότι δεν είχαν προσγειωθεί σε κάποιο φυλασσόμενο μέρος αυτή τη φορά, παρά στην καλύτερη ανοιχτή περιοχή που είχαν καταφέρει να βρουν. Δεν υπήρχε αεροδρόμιο ούτε κατά διάνοια στη Λίσλιβεπ.

Η Ανεμόφθαλμη τύλιξε την κάπα γύρω της, μορφάζοντας.

«Κρύο, ε;» είπε ο Ορείχαλκος.

Εκείνη ένευσε.

«Θα χειροτερέψει όσο πηγαίνουμε βόρεια,» την προϊδέασε.

2.

Η πληροφορία έφυγε από τη Φανχάι αμέσως μόλις μεταφέρθηκε από στόμα σε στόμα. Ταξίδεψε βορειοδυτικά, επάνω στον ποταμό Ράντραμ, μέσα σ’ένα ατμόπλοιο που κινείτο με καπνόλιθο. Ο καπνόλιθος ήταν ένα ορυκτό που μόνο στη Σάρντλι μπορούσε, με την καύση του, να κινήσει μηχανές· στις άλλες διαστάσεις, απλά δεν λειτουργούσε: διαλυόταν χωρίς να παράγει καπνό και κινητική ενέργεια. Το αρνητικό του καπνόλιθου ήταν ότι μπορούσε να προκαλέσει εκρήξεις – θανατηφόρες, πολλές φορές. Το θετικό του ήταν ότι κινούσε τα πλοία χωρίς να χρειάζεται μάγος για να ρυθμίζει την ενεργειακή ροή τους, όπως χρειαζόταν στα μεγάλα ενεργοκίνητα σκάφη άλλων διαστάσεων.

Η πληροφορία αποβιβάστηκε στις ανατολικές όχθες του Ράντραμ, σε μια πόλη που ονομαζόταν Νάλβι. Ταξίδεψε ανατολικά, επάνω σε χορταριασμένες πεδιάδες, πέρασε από τις καυτές παρυφές της Τρίγωνης, μπήκε στα κακοτράχαλα βουνά, μέσα στα στενά μονοπάτια, δίπλα σε απόκρημνες πλαγιές, κι έφτασε τελικά στο Φτερωτό Όρος.

Όπου ο Πρίγκιπας της Επανάστασης είχε ήδη επιστρέψει…

3.

Του Σάνραντιλ’φεν δεν φάνηκε να του άρεσε και τόσο αυτό που του είπαν ο Ανδρόνικος και ο Φένχιλ.

«Δεν υπάρχουν αρκετά όπλα στο Φτερωτό Όρος;» ρώτησε ο Πρίγκιπας, καθώς όλοι οι επαναστάτες που είχαν ταξιδέψει μαζί του στην Ασνούρτα λίν’τα είχαν τώρα συγκεντρωθεί γύρω από το μεγάλο τραπέζι για να μιλήσουν με τον Πρόμαχο.

«Υπάρχουν αρκετά για εμάς,» αποκρίθηκε ο Σάνραντιλ, προβληματισμένα. «Δεν ξέρω αν έχουμε αρκετά για να εξοπλίσουμε όλους τους Ασνούρτα.»

«Δε χρειάζεται να τους εξοπλίσουμε όλους, Πρόμαχε,» του είπε ο Φένχιλ. «Χρειάζεται μόνο να τους δώσουμε κάμποσα όπλα ώστε να συμφωνήσουν να μας βοηθήσουν να καταλάβουμε το ορυχείο.»

«Ακόμα κι έτσι, οι Ασνούρτα είναι πολλοί. Θα μείνουμε άοπλοι, αν κάνουμε αυτό που λες.» Ο Σάνραντιλ δεν φώναζε· δεν ήταν από εκείνους που φωνάζουν· η κατάμαυρη όψη του, όμως, έμοιαζε να έχει αγριέψει, και τα κατάλευκα μαλλιά και μούσια του ήταν σαν να φώτιζαν επάνω στο πρόσωπό του. Το ίδιο και τα μάτια του.

«Δεν πρόκειται, όμως, κανένας να επιτεθεί στο Φτερωτό Όρος.»

«Δεν το ξέρεις αυτό, Φένχιλ.»

«Σοβαρέψου, μάγε. Αν τα τσιράκια της Παντοκράτειρας μάθουν για τούτη τη βάση, την έχουμε άσχημα ούτως ή άλλως.»

«Επομένως, πρέπει να μείνουμε άοπλοι;»

«Μπορούμε πάντα να βρούμε κι άλλα όπλα,» είπε ο Φένχιλ. «Οι πράκτορές μας είναι απλωμένοι παντού στη διάσταση· θα το τακτοποιήσουν.»

«Ας φροντίσουμε, λοιπόν, να βρούμε έτσι όπλα για τους Ασνούρτα, αντί να δώσουμε τώρα, κατευθείαν, όλα τα όπλα που έχουμε στο Φτερωτό Όρος.»

Ο Φένχιλ κοπάνησε τη γροθιά του, νευρικά αλλά όχι πολύ δυνατά, πάνω στο τραπέζι. «Μας καθυστερείς, μάγε!»

«Δεν είναι συνετό να κάνουμε βιαστικές κινήσεις,» είπε ο Σάνραντιλ’φεν. «Είμαι βέβαιος πως ο Πρίγκιπάς μας θα συμφωνεί. Το ίδιο κι ο Σέλιρ’χοκ.» Κοίταξε τον Ανδρόνικο και τον μάγο του τάγματος των Διαλογιστών.

Ο Ανδρόνικος είπε: «Δεν θα ήθελα ν’αφήσω το Φτερωτό Όρος άοπλο, ούτε για λίγο.» Αντιλαμβανόταν τη σημαντικότητα της βάσης. Από εδώ περνούσαν πολλά σκάφη που ταξίδευαν στον Αιθέρα. Δεν υπήρχε κανένα άλλο παρόμοιο μέρος στη Σάρντλι γι’αυτό το σκοπό. Το Φτερωτό Όρος ήταν άριστα κρυμμένο από τα μάτια των πρακτόρων της Παντοκράτειρας. Μια ιδανική βάση για την Επανάσταση.

«Ποιος θα έρθει εδώ να μας επιτεθεί;» μούγκρισε ο Φένχιλ.

«Δεν πρόκειται να το ρισκάρουμε,» είπε ο Ανδρόνικος. «Θα συγκεντρώσουμε τα όπλα όπως πρότεινε ο Σάνραντιλ και μετά θα πάμε στους Ασνούρτα.»

«Και πόσο καιρό θα χρειαστεί αυτό;»

«Εσύ πες μας, Φένχιλ. Εσύ ξέρεις καλύτερα από όλους μας, υποθέτω.»

«Δεν είμαι βέβαιος…» Συνοφρυώθηκε συλλογισμένα. «Θα πρέπει να φύγω για μερικές μέρες. Να κανονίσω κάποια πράγματα.»

«Εντάξει,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος. «Αν χρειάζεσαι τη βοήθειά μου, ή των συντρόφων μου….» Κοίταξε την Ιωάννα, τον Σέλιρ’χοκ, την Άνμα’ταρ.

Ο Φένχιλ κούνησε το κεφάλι. «Όχι.» Στράφηκε στη Σιλάνα. «Θα έρθεις;»

Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους, μορφάζοντας, σαν να ήθελε να πει Γιατί όχι;

«Θα χρειαστώ το σκάφος σου,» είπε ο Φένχιλ στον Νάρτιλ. «Για να κινηθούμε γρήγορα.»

Ο πιλότος μειδίασε. «Ποτέ κανένας δεν με κατηγόρησε ότι πιλοτάρω αργά.»

«Να μείνουμε ζωντανοί, όμως,» είπε η Σιλάνα χωρίς να χαμογελά. Οι άλλοι την αγνόησαν.

Ο Φένχιλ είπε στην Αλρίβα’σαρ: «Κι εσύ θάρθεις, μάγισσα, εννοείται.»

«Εννοείται.» Το αεροσκάφος του Νάρτιλ είχε ιδιότητες αιθερικού ταξιδιού, επομένως ήταν απαραίτητος ένας μάγος για να ελέγχει την ενεργειακή ροή του.

«Ωραία.» Ο Φένχιλ έσβησε στο τασάκι το τσιγάρο που κάπνιζε, ήπιε μια γουλιά υπόγειο οίνο, και σηκώθηκε απ’την καρέκλα του. «Πάμε.»

«Τώρα;» έκανε η Αλρίβα.

«Αμέσως;» είπε ο Νάρτιλ.

Η Σιλάνα απλώς κοίταζε τον Φένχιλ συνοφρυωμένη, σαν να σκεφτόταν μήπως έπρεπε να τον δείρει.

«Ο χρόνος μετράει,» είπε ο Φένχιλ. «Σηκωθείτε και κουνήστε τα οπίσθιά σας. Έχετε μια ώρα για να ετοιμαστείτε.» Βάδισε προς την έξοδο του δωματίου. Κανείς δεν επιχείρησε να τον σταματήσει.

«Με την άδειά σας, Πρίγκιπά μου,» είπε η Αλρίβα’σαρ, κοιτάζοντας τον Ανδρόνικο. Εκείνος ένευσε, και η μάγισσα, ο Νάρτιλ, και η Σιλάνα βγήκαν απ’το δωμάτιο.

«Ο Φένχιλ,» είπε ο Σάνραντιλ σκεπτικά, «κάπου-κάπου κάνει πράγματα… παράτολμα.»

«Γι’αυτό είναι τόσο καλός στη δουλειά του, όμως,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος.

«Ίσως. Αλλά φοβάμαι ότι μπορεί κάποτε να έρθει μια στιγμή που αυτό θα στραφεί εναντίον του. Κι εναντίον μας

«Δε συμφωνείς με τη στρατηγική να οπλίσουμε τους Ασνούρτα, Σάνραντιλ;» Κι ο ίδιος είχε τις αμφιβολίες του. Δεν ήταν απόλυτα σίγουρος γι’αυτό που πήγαιναν να κάνουν. Εξάλλου, οι Ασνούρτα ήταν άγριοι, όσο καλά κι αν τους ήξερε ο Φένχιλ. Τι θα γινόταν μετά – αφού ήταν οπλισμένοι με πυροβόλα; Μήπως θα άρχιζαν να γίνονται επεκτατικοί; Σύμφωνα με τον Φένχιλ, αυτό δεν θα συνέβαινε: δεν πρόκειται ποτέ να άφηναν τις περιοχές τους. Ίσως να είχε δίκιο. Μακάρι να είχε δίκιο. Ο Ανδρόνικος δεν θα ήθελε εξαιτίας των ενεργειών του να προκληθούν προβλήματα στη Σάρντλι.

Ο Σάνραντιλ’φεν δεν απάντησε αμέσως. Τελικά, είπε: «Συμφωνώ. Σε γενικές γραμμές. Δεν γνωρίζω τους Ασνούρτα, για να είμαι ειλικρινής. Αλλά σίγουρα χρειαζόμαστε βοήθεια για να κατακτήσουμε το ορυχείο που έχει υπόψη του ο Φένχιλ… Δεν έχω κάτι καλύτερο να προτείνω, Πρίγκιπά μου· επομένως, το σχέδιο του Φένχιλ είναι ό,τι καλύτερο έχουμε. Πρέπει να ασκήσουμε πιέσεις στον Οίκο των Ορειβατών προτού προλάβουν να εκπονήσουν κάποιο δικό τους σχέδιο για να αντιμετωπίσουν την κατάσταση. Και είμαι βέβαιος, από την εμπειρία μου μαζί τους, ότι ήδη θα έχουν ξεκινήσει να σκέφτονται πυρετωδώς. Ίσως, μάλιστα, να έχουν αρχίσει να κάνουν κάτι χωρίς να το έχουμε πληροφορηθεί.»

«Ο Φένχιλ, λοιπόν, δεν έχει άδικο που βιάζεται,» είπε η Ιωάννα.

«Όχι, δεν έχει άδικο,» παραδέχτηκε ο Σάνραντιλ. «Δίκιο έχει. Απλώς δεν θα ήθελα, με τίποτα, ν’αφήσω το Φτερωτό Όρος χωρίς όπλα. Μπορεί οτιδήποτε να συμβεί και να θέλουμε να οπλίσουμε κάποιους επαναστάτες. Πρέπει να είμαστε πάντοτε σε πλήρη ετοιμότητα – αυτό είναι και το όλο νόημα μιας βάσης της Επανάστασης.»

Ο Ανδρόνικος ένευσε, συμφωνώντας με τον μάγο. Το ίδιο πίστευε κι εκείνος για τις βάσεις της Επανάστασης. Ακριβώς αυτό είχε στο μυαλό του. Ήταν ιδεαλιστής, άλλωστε. Ποτέ δεν το είχε αρνηθεί – και πολλοί τον είχαν κατηγορήσει γι’αυτό.

4.

Την επομένη, ένας επαναστάτης ήρθε στο Φτερωτό Όρος φέρνοντας μια πληροφορία στον Πρόμαχο. Ο Σάνραντιλ’φεν τον άκουσε προσεχτικά και μετά πήγε στο δωμάτιο του Πρίγκιπα. Χτύπησε την πόρτα και ο Ανδρόνικος άνοιξε. Δεν ήταν μόνος: μαζί του ήταν ο Σέλιρ’χοκ, κι έπαιζαν Κατάκτηση επάνω σ’ένα μικρό τραπεζάκι.

«Μόλις έμαθα κάτι το ανησυχητικό, Πρίγκιπά μου,» είπε ο Πρόμαχος. «Να περάσω;»

«Φυσικά.»

Ο Σάνραντιλ μπήκε και ο Ανδρόνικος έκλεισε την πόρτα πίσω του. Ο Γαιοδίφης στράφηκε και αντίκρισε τον Πρίγκιπα της Επανάστασης. «Ένας επαναστάτης μόλις ήρθε στη βάση – ένας από αυτούς που λέμε ‘γάτους’.»

Ο Ανδρόνικος ένευσε. Γνώριζε ότι «γάτος» ήταν, στη Σάρντλι, ένας επαναστάτης που έτρεχε και μετέφερε πληροφορίες και νέα. Οι γάτοι ήταν συνήθως πολύ έμπιστοι, και δεν έρχονταν σε άμεση επαφή με τους περισσότερους εξωτερικούς κατασκόπους. Μάθαιναν τις πληροφορίες από δεύτερο χέρι – από τους πιο αξιόπιστους ανθρώπους – επειδή οι ίδιοι ήξεραν πράγματα που θεωρούνταν ευαίσθητα (όπως τη θέση του Φτερωτού Όρους) και υπήρχε φόβος μην τους παρακολουθήσουν πράκτορες της Παντοκράτειρας. Οι γάτοι έπρεπε να είναι σιωπηλοί και γρήγοροι.

Ο Σάνραντιλ συνέχισε: «Οι Ορειβάτες έκαναν την κίνησή τους. Όπως σας έλεγα και χτες, ήταν πολύ πιθανό να έχουν ήδη αρχίσει να κινούνται, να καταστρώνουν κάποιο σχέδιο.»

«Τι έκαναν;» ρώτησε ο Ανδρόνικος νιώθοντας ανυπόμονος.

«Ο γάτος μού είπε ότι θα φέρουν τους Ούρταθ της Νάθγκαν για να μας αντιμετωπίσουν.» Η έκφραση του Σάνραντιλ υποδήλωνε ότι αυτοί οι Ούρταθ ήταν κάτι το πολύ κακό, αλλά ο Ανδρόνικος δεν τους είχε ξανακούσει.

«Ποιοι είναι οι Ούρταθ, μάγε;»

Ο Σάνραντιλ φάνηκε διστακτικός ν’απαντήσει αμέσως. «Δεν είναι απόλυτο ότι η πληροφορία είναι σωστή… Ίσως να πρόκειται και για κάποια φήμη. Οι κατάσκοποί μας την πήραν στη Φανχάι, κι εκεί πολλά λέγονται που δεν αληθεύουν. Ωστόσο, η πηγή της… Είναι μέσα από τον Οίκο των Ορειβατών.»

Ο Ανδρόνικος συνοφρυώθηκε. «Μέσα από τον Οίκο τους;»

«Ναι,» είπε ο Σάνραντιλ. «Ή, μάλλον, όχι ακριβώς μέσα από τον Οίκο τους, αλλά από πολύ κοντά του…»

«Ποιος;» Γιατί δίσταζε ο μάγος να μιλήσει;

«Θέλετε οπωσδήποτε να ξέρετε, Πρίγκιπά μου;»

«Υπάρχει κάποιο πρόβλημα αν θα ήθελα;»

«Το άτομο αυτό θα προτιμούσε να διατηρήσει την ανωνυμία του. Για προφανείς λόγους, νομίζω. Ελάχιστοι γνωρίζουν τις πραγματικές του πεποιθήσεις. Δεν είναι εχθρός των Ορειβατών, και δεν θέλει να γίνει καμια παρεξήγηση. Είναι, απλά, εχθρός της Παντοκράτειρας.»

«Τέλος πάντων,» είπε ο Ανδρόνικος, που δεν τον ενδιέφερε και τόσο ποιο ήταν αυτό το πρόσωπο. Άλλος ένας κατάσκοπος: η Επανάσταση είχε πολλούς πλέον, πάρα πολλούς, και ο Ανδρόνικος σίγουρα δεν ήξερε ούτε το ένα δέκατο από αυτούς. Είχε δημιουργήσει ένα δίκτυο που λειτουργούσε πια από μόνο του. «Ποιοι είναι οι Ούρταθ;»

«Μια άγρια φυλή που κατοικεί στην παγερή έρημο Νάθγκαν, στα βορειοανατολικά της Σάρντλι, Πρίγκιπά μου. Δεν ξέρω πολλά γι’αυτούς, αλλά έχω ακούσει ότι δουλεύουν ως μισθοφόροι, κάνοντας πολύ συγκεκριμένες και ειδικές δουλειές.»

«Επικίνδυνοι;»

«Εξαιρετικά.»

Ο Ανδρόνικος κοίταξε τον Σέλιρ’χοκ, και με το βλέμμα του ρωτούσε: Τους ξέρεις; Ο Διαλογιστής, συχνά, τον εξέπληττε με τις γνώσεις του. Τώρα, όμως, έγνεψε αρνητικά. Όχι.

«Θα χρειαστεί να τους αντιμετωπίσουμε;» ρώτησε ο Ανδρόνικος τον Σάνραντιλ.

«Ελπίζω πως όχι. Φοβάμαι πως ναι.»

5.

Στη Λίσλιβεπ, ο Ορείχαλκος έκλεισε δωμάτια στο ξενοδοχείο «Ο Άνεμος της Στέπας» – το οποίο του είχε συστήσει ο Αστροφώτιστος ο Τρίτος – και άρχισε να ετοιμάζεται για το ταξίδι του στη Νάθγκαν. Το μόνο που ουσιαστικά χρειαζόταν να κάνει ήταν να βρει κάποιον με ενεργειακό όχημα, για να τον περάσει από τη Στέπα που εκτεινόταν βόρεια της πόλης. Τα υπόλοιπα – εξοπλισμούς, προμήθειες, ρούχα – τα είχε έτοιμα προτού φύγει απ’τη Φανχάι.

Η Ανεμόφθαλμη έμοιαζε πιο πολύ με τον συνηθισμένο της εαυτό τώρα. Είχε χαλαρώσει, ίσως. Ή ίσως το γεγονός ότι σύντομα θα πήγαιναν σ’ένα επικίνδυνο μέρος να της έφτιαχνε τη διάθεση. Ανέκαθεν ήταν ατίθαση.

Δεν άργησαν να βρουν κάποιον για να τους οδηγήσει στη Στέπα. Όπως και για το ξενοδοχείο, έτσι και σ’αυτή την περίπτωση ο Αστροφώτιστος ο Τρίτος είχε δώσει καλές οδηγίες στον ανιψιό του. Του είχε πει πού να πάει για να προσλάβει οδηγό. Ήταν μια εταιρεία που άκουγε στο όνομα Μπότες, Ιστία, και Τροχοί. Νοίκιαζαν πλοία, ενεργειακά οχήματα, άλογα, και οδηγούς. Πουλούσαν, επίσης, ταξιδιωτικούς εξοπλισμούς κάθε είδους: από ζεστές κάπες και μπότες μέχρι σχοινιά, γάντζους, καρφιά, και σφυριά, μέχρι σπαθιά, τσεκούρια, και καραμπίνες. Ο Ορείχαλκος μίλησε μ’έναν υπεύθυνο και κανόνισε να του δώσουν ένα ενεργειακό όχημα με οδηγό, για αύριο.

«Προορισμός;» ρώτησε ο υπάλληλος.

«Η Στέπα. Προς Νάθγκαν. Στις παρυφές της ερήμου θα μας αφήσει, και θέλω να μας περιμένει εκεί μέχρι να επιστρέψουμε.» Ο θείος Αστροφώτιστος τού είχε τονίσει πως, σε καμία περίπτωση, δεν έπρεπε να πάνε μέσα στη Νάθγκαν με ενεργειακό όχημα. Εκτός του ότι τα εδάφη της ήταν δύσβατα, έπρεπε να κάνουν και καλή εντύπωση στους Ούρταθ.

Ο υπάλληλος συνοφρυώθηκε καθώς σημείωνε επάνω σ’ένα χαρτί. «Μάλιστα, Άρχοντά μου.» Και πρόσθεσε: «Σκοπεύετε να πάτε στη Νάθγκαν, δηλαδή…»

«Ναι.»

«Γνωρίζετε τους κινδύνους, σωστά; Εκτός των θηρίων και του αφιλόξενου περιβάλλοντος, κυκλοφορούν και οι Ούρταθ εκεί…»

«Το γνωρίζω,» αποκρίθηκε ο Ορείχαλκος.

«Μάλιστα. Θα μου αφήσετε μια προκαταβολή, παρακαλώ;»

Ο Ορείχαλκος τού έδωσε πεντακόσια σάρντλια.

«Ευχαριστούμε πολύ, Άρχοντά μου,» είπε ο υπάλληλος μετρώντας τα χαρτονομίσματα.

Ο Ορείχαλκος και η Ανεμόφθαλμη έφυγαν από το οίκημα της εταιρίας. Βαδίζοντας στους δρόμους της Λίσλιβεπ, παρατήρησαν ότι η παρουσία των Παντοκρατορικών ήταν ελάχιστη: κανένας λευκοντυμένος στρατιώτης εδώ κι εκεί. Δεν πολυενδιαφέρονταν για ετούτη την απόμακρη πόλη. Ο θείος έχει δίκιο, σκέφτηκε ο Ορείχαλκος. Ούτε επαναστάτες θα τριγυρίζουν σ’αυτές τις περιοχές.

Επέστρεψαν στο ξενοδοχείο τους και κάθισαν μπροστά στο αναμμένο τζάκι για να ζεσταθούν.

«Πώς ζουν εδώ πέρα;» απόρησε η Ανεμόφθαλμη, έχοντας τα χέρια της τεντωμένα κοντά στις φλόγες.

«Έχουν συνηθίσει. Σ’άλλες διαστάσεις, μάλιστα, υπάρχουν πολλά μέρη όπου χιονίζει τουλάχιστον μια φορά το χρόνο.»

«Το έχω ακούσει. Παγωμένο νερό. Πρέπει νάναι παράξενο.» Και ρώτησε: «Το ένα απ’τα Επτά Βασίλεια του Θανάτου δεν υποτίθεται πως είναι παγωμένο, Ορείχαλκε;»

Εκείνος ένευσε. «Η Καργκάμαπ κυβερνά εκεί. Οι άλλοι θεοί την έχουν εξορίσει σ’αυτό το μέρος.»

«Η Νάθγκαν πρέπει νάναι το κατώφλι του Βασιλείου της Καργκάμαπ.»

«Πολύ πιθανόν. Εξάλλου, λέγεται πως η Νάθγκαν απλώνεται ώς τα Επτά Βασίλεια του Θανάτου, όπως και η Εσχάτη.»

«Για κάποιο λόγο, η Εσχάτη φαίνεται στο μυαλό μου σαν πιο φιλική. Η ζέστη είναι καλύτερη από την παγωνιά.» Η Ανεμόφθαλμη έβγαλε τις μπότες της για να ζεστάνει τα πόδια της κοντά στη φωτιά, καθώς ήταν κι οι δυο τους καθισμένοι στο ξύλινο πάτωμα, μπροστά στο τζάκι.

«Σου ξαναλέω: εμείς απλά έχουμε συνηθίσει στη ζέστη. Μας μοιάζει πιο φυσιολογική.»

«Είναι πιο φυσιολογική,» είπε η Ανεμόφθαλμη. «Τι μπορεί να ζήσει μέσα στο ψύχος;»

6.

Ο οδηγός τούς περίμενε έξω από τη βόρεια μεριά της Λίσλιβεπ, κοντά στο ενεργειακό όχημά του. Ήταν ψηλός και ευρύστερνος με δέρμα κατάλευκο και μαλλιά μακριά και μαύρα. Σπάνιος δερματικός χρωματισμός για τη Σάρντλι – ο Ορείχαλκος αναρωτήθηκε μήπως αυτός ο άντρας είχε καμια συγγένεια με τους Ούρταθ. Το όχημα ήταν τετράκυκλο, με ψηλούς, οδοντωτούς τροχούς, κι έμοιαζε αρκετά μεγάλο για να τους χωρά όλους – και τον Ορείχαλκο και την Ανεμόφθαλμη και τον πιλότο (ο οποίος είχε δηλώσει πως θα ερχόταν μαζί τους παρότι ο Ορείχαλκος τού είχε πει ότι αυτό δεν ήταν απαραίτητο) και τους τέσσερις σωματοφύλακες.

«Καλημέρα, Άρχοντά μου,» χαιρέτησε ο οδηγός, με τα μαλλιά του να ανεμίζουν στον ψυχρό άνεμο που ερχόταν, σήμερα, όχι από τη Στέπα αλλά από τη θάλασσα στ’ανατολικά. «Ονομάζομαι Νάλιγκραμ.»

Ο Ορείχαλκος αντάλλαξε μια σύντομη χειραψία μαζί του, και μετά κάθισε δίπλα του, στη θέση του συνοδηγού, καθώς επιβιβάζονταν όλοι στο όχημα.

«Στη Νάθγκαν πηγαίνετε, έτσι;» είπε ο Νάλιγκραμ οδηγώντας προς τα βόρεια.

«Ναι.»

«Σε κάποιο συγκεκριμένο σημείο; Ρωτάω για να σας αφήσω στο καλύτερο δυνατό μέρος στις παρυφές της.»

«Σε όποιο μέρος κι αν μας αφήσεις, το ίδιο είναι,» αποκρίθηκε ο Ορείχαλκος.

Μετά από λίγη ώρα μπήκαν στη Στέπα, βλέποντας χαμηλή, ποώδη βλάστηση προς κάθε κατεύθυνση. Ένας ατέρμονος, ανοιχτός τόπος. Ζώα διακρίνονταν κάπου-κάπου, από μακριά. Καθώς επίσης και κάποιοι άνθρωποι.

«Νομάδες,» είπε ο Νάλιγκραμ. «Μόνο τέτοιοι κατοικούν εδώ, Άρχοντά μου. Δεν υπάρχουν πόλεις. Ούτε καν χωριά. Οι νομάδες μονάχα στήνουν κατασκηνώσεις εδώ κι εκεί. Μπορεί να δούμε καμια από μακριά, μπορεί και όχι.»

«Να καπνίσω;» ρώτησε μετά από λίγο, βγάζοντας ένα πούρο απ’το γιλέκο του. Ο Νάλιγκραμ ήταν πολύ ελαφρά ντυμένος για το κρύο που έκανε. Κάτω απ’το γιλέκο φορούσε μόνο ένα μάλλινο πουκάμισο.

«Ελεύθερα,» αποκρίθηκε ο Ορείχαλκος.

Ο Νάλιγκραμ, παίρνοντας για λίγο τα χέρια του απ’το τιμόνι, άναψε το πούρο και άνοιξε το παράθυρο πλάι του.

«Γνωρίζετε για τους Ούρταθ της Νάθγκαν, υποθέτω, Άρχοντά μου. Σωστά;»

«Έχω ακούσει γι’αυτούς.»

«Πηγαίνετε να τους συναντήσετε;»

Η περιέργεια του οδηγού έμοιαζε ακαδημαϊκή στον Ορείχαλκο. Ωστόσο, αυτό δεν σήμαινε ότι ο Νάλιγκραμ αποκλείεται να ήταν πράκτορας της Επανάστασης. Από την άλλη, βέβαια, ήταν μάλλον απίθανο εδώ πάνω, σε τούτα τα παγωμένα μέρη.

«Ναι,» απάντησε ο Ορείχαλκος.

«Για να συνεννοηθείτε μαζί τους πρέπει να τραβήξετε την προσοχή τους. Δεν έρχονται έτσι απλά να συναντήσουν κανέναν, παρά μονάχα σε πολύ σπάνιες περιπτώσεις.»

«Μου το έχουν πει.»

«Είστε προετοιμασμένος, λοιπόν.»

«Είμαι.»

«Το ελπίζω. Γιατί έχω αφήσει ανθρώπους στις παρυφές της Νάθγκαν οι οποίοι ποτέ δεν επέστρεψαν. Και δεν το λέω για να σας φοβίσω αλλά για να σας προειδοποιήσω.»

«Το καταλαβαίνω.»

Το ενεργειακό όχημα έτρωγε τα χιλιόμετρα της Στέπας το ένα κατόπιν του άλλου. Αλλά η έκταση δεν ήταν μικρή, και ο Νάλιγκραμ δεν είχε αναπτύξει και τόσο μεγάλη ταχύτητα. Χρειάστηκαν πάνω από τέσσερις ώρες μέχρι να φτάσουν στα βόρεια άκρα της Στέπας, εκεί όπου ξεκινούσε ένας άγονος, πετρώδης τόπος, όλο βράχους που σχημάτιζαν οξείες γωνίες. Ο ήλιος, που πλησίαζε πλέον να μεσουρανήσει, έκανε πολλές απ’τις πέτρες να γυαλίζουν μοιάζοντας με λεπίδες. Ήταν ένα μέρος άτονο, κρύο, και τρομαχτικό.

Ο Νάλιγκραμ σταμάτησε το όχημά του και βγήκε. Οι υπόλοιποι τον ακολούθησαν.

«Σας εύχομαι καλή τύχη, Άρχοντά μου, και ο Βάσλεοθ να είναι στο πλευρό σας.»

«Σ’ευχαριστούμε,» αποκρίθηκε ο Ορείχαλκος.

«Πόσο καιρό θα σας περιμένω εδώ;»

Ο Αστροφώτιστος είχε πει στον Ορείχαλκο ότι, απ’όπου κι αν έμπαινε στη Νάθγκαν, δεν πρέπει ν’αργούσε να συναντήσει τους Ούρταθ. «Βρίσκονται παντού στα σύνορά της. Παρατηρούν. Μόλις αρχίσεις να ταξιδεύεις μέσα στην έρημο, θα δεις φιγούρες να σ’ατενίζουν από μακριά, από ψηλούς, απόκρημνους βράχους.»

«Τέσσερις μέρες, το πολύ,» είπε ο Ορείχαλκος στον οδηγό. «Αν δεν έχουμε επιστρέψει ώς τότε, μπορείς να γυρίσεις στη Λίσλιβεπ.»

Ο Νάλιγκραμ ένευσε. «Μάλιστα, Άρχοντά μου. Εύχομαι και πάλι καλό ταξίδι.»

Ο Ορείχαλκος και οι σύντροφοί του πήραν τους εξοπλισμούς τους από το εσωτερικό του οχήματος και ξεκίνησαν, αφήνοντας πίσω τους το μαλακό έδαφος της Στέπας και πατώντας στο ξερό, τραχύ, σκληρό, πετρώδες έδαφος της Νάθγκαν. Μετά από λίγη ώρα βάδισμα, παντού γύρω τους βρίσκονταν απόκρημνοι βράχοι με αιχμηρές γωνίες. Το μαύρο και το καφέ κυριαρχούσαν στο τοπίο. Μονάχα κανένα πουλί φαινόταν να φτερουγίζει, απόμακρα. Αλλά ο Ορείχαλκος κοίταζε κυρίως για τους σκοπούς που του είχε πει ο Αστροφώτιστος ο Τρίτος – για τις φιγούρες επάνω στους ψηλούς βράχους. Και δεν άργησε να τους δει. Ένας εκεί. Ένας πολύ πιο πέρα. Δεν μπορεί παρά να ήταν άνθρωποι, αν κι έμοιαζαν νάναι λαξεμένοι μέσα από τις πέτρες, φυσικά κομμάτια του τοπίου. Λεπτομέρειες ήταν αδύνατον να διακρίνει, λόγω της απόστασης.

«Μας παρακολουθούν,» είπε στους άλλους.

«Ναι, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε ένας από τους σωματοφύλακες. Κρατούσαν όλοι τους τουφέκια, έχοντάς τα σε ετοιμότητα. Πρέπει κι αυτοί να είχαν δει τους Ούρταθ

«Μη δείξετε εχθρότητα,» τους προειδοποίησε ο Ορείχαλκος, αλλά δεν τους είπε και να κρύψουν τα όπλα τους. Ο θείος Αστροφώτιστος δεν είχε συμβουλέψει κάτι τέτοιο. «Οι Ούρταθ σέβονται τους δυνατούς,» είχε πει.

Ο Ορείχαλκος έβγαλε το σοθ’λάι’κ του απ’τον ώμο. Έδωσε τον σάκο του στον πιλότο. «Ώρα να κυνηγήσω.»

7.

Γέγκμπεθ. Ένα γκριζόδερμο, τετράποδο πλάσμα μεγαλύτερο από λύκο στο μήκος, το οποίο σέρνεται χαμηλά στη γη και καιροφυλακτεί ανάμεσα και κάτω από τους ψηλούς βράχους της Νάθγκαν. Η μουσούδα του είναι μακριά, κι έχει στο κεφάλι μια λευκή χαίτη. Μπορεί και γίνεται ένα με το περιβάλλον. Κρύβεται πολύ καλά. Περιμένει το θήραμα να έρθει, ή ξεκουράζεται.

Ο Ορείχαλκος δεν είχε ξανακούσει για τους γέγκμπεθ. Από τον Αστροφώτιστο τον Τρίτο τούς άκουσε για πρώτη φορά. «Αν σε δουν να σκοτώνεις γέγκμπεθ, θα κερδίσεις αμέσως τον σεβασμό τους. Θα τους δεις να έρχονται κοντά σου. Αυτός είναι ένας από τους τρόπους για να τους καλέσεις.»

Ο Ορείχαλκος βάδιζε τώρα ανάμεσα στους επικίνδυνους βράχους κι επάνω σε στενά απόκρημνα μονοπάτια, ακολουθούμενος από τους συντρόφους του, κρατώντας το κοκάλινο τόξο του σε ετοιμότητα, μ’ένα βέλος περασμένο στη χορδή.

«Δεν υπάρχει άλλος τρόπος;» είχε ρωτήσει τον θείο του.

«Υπάρχει. Αλλά εσύ δεν ξαναέχεις έρθει σε επαφή μαζί τους, και μου λες ότι θέλεις κάποιους που μπορείς να εμπιστευτείς.»

Ο Ορείχαλκος κοίταζε για σημάδια παρουσίας γέγκμπεθ, στα σκιερά σημεία κάτω από τις τραχιές πέτρες της ερήμου, κι εκεί όπου οι βράχοι σχημάτιζαν σπηλιές μεταξύ τους γέρνοντας ο ένας επάνω στον άλλο.

Το κρύο ήταν τσουχτερό, παρότι μεσημέρι. Ο ήλιος ήταν κρυμμένος από γκρίζα σύννεφα. Το τοπίο έμοιαζε νάχει βγει από εφιάλτη. Έναν πολύ, πολύ παγερό εφιάλτη. Ο άνεμος είχε πιάσει κουβέντα με τις τρομαχτικές πέτρες.

Ένα απόμακρο ουρλιαχτό αντήχησε. Ανθρώπινο; Μάλλον όχι.

Ο Ορείχαλκος δεν εντόπιζε τίποτα. Κανένα απ’τα σημάδια που του είχε πει ο θείος του. Οι γέγκμπεθ κρύβονταν καλά. Ή δεν έχω βρεθεί ακόμα κοντά σε κανέναν τους… Αισθανόταν τα χέρια του να έχουν μουδιάσει, παρότι φορούσε μάλλινα γάντια χωρίς δάχτυλα. Ίσως έπρεπε να είχε φορέσει γάντια με δάχτυλα· θα ήταν πιο ζεστά. Αλλά, απ’την άλλη, δεν θα μπορούσε τότε να χειριστεί το ίδιο καλά το τόξο του· και δεν ήθελε να χάσει χρόνο εδώ πέρα. Έπρεπε να σημαδέψει τον γέγκμπεθ και να τον σκοτώσει – με μία βολή. Ή, τουλάχιστον, να τον μισερώσει ώστε να μπορέσει να του ξαναρίξει.

«Αν δεν τον σωριάσεις με μία βολή,» είχε πει ο Αστροφώτιστος ο Τρίτος, «θα την κοπανήσει, και δε θα τον ξαναδείς. Ξέρει την πατρίδα του πιο καλά από σένα, Ορείχαλκε.»

Ένας ήχος στον άνεμο.

Ο Ορείχαλκος συνοφρυώθηκε. Βούκινο; Κοίταξε ψηλά, στους βράχους. Νόμιζε πως είδε έναν παρατηρητή – ή, μήπως, δεν ήταν παρά μια πετρώδης προεξοχή;

«Βούκινο,» είπε η Ανεμόφθαλμη. Είχε κάνει κι εκείνη την ίδια σκέψη, προφανώς.

Ο Ορείχαλκος ένευσε. Δεν ήταν, επομένως, η ιδέα μου. «Οι Ούρταθ.»

«Λες να έρχονται;»

«Δεν ξέρω. Δε νομίζω από τώρα.» Κοίταζε ολόγυρα, δεν έβλεπε κανέναν άνθρωπο να κινείται.

Συνέχισε να ψάχνει για γέγκμπεθ.

Το μεσημέρι πέρασε. Οι Ούρταθ ακόμα δεν τους είχαν πλησιάσει· ήταν, όμως, όλοι τους βέβαιοι ότι τους παρατηρούσαν. Ο Ορείχαλκος έβλεπε την Ανεμόφθαλμη και τους σωματοφύλακές του να κοιτάζουν γύρω-γύρω, νευρικά.

Πού κρύβονται οι γέγκμπεθ; Ακολουθούσε τις οδηγίες του Αστροφώτιστου μα εξακολουθούσε να μη μπορεί να εντοπίσει κανένα από τα θηρία. Είχε δει μονάχα κάτι που έμοιαζε με ποντίκι ή λαγό, καθώς και μερικά πουλιά.

Είπε στους συντρόφους του να σταματήσουν για καμια-δυο ώρες, να ξεκουραστούν και να φάνε. Κανένας δεν διαφώνησε. Καθώς διέσχιζαν τη Στέπα, είχαν φάει μέσα στο όχημα του Νάλιγκραμ, αλλά και πάλι όλοι τους πεινούσαν. Το κρύο έμοιαζε ν’αδειάζει τις κοιλιές τους πιο γρήγορα. Τυλιγμένοι στις κάπες τους και κουκουλωμένοι, έφαγαν.

«Δεν το βρίσκεις;» ρώτησε η Ανεμόφθαλμη τον Ορείχαλκο.

«Θα το βρω.» Είχε μάθει να έχει υπομονή. Στο κυνήγι, ειδικά, ήταν απαραίτητη. Το θήραμα δεν παρουσιάζεται αμέσως – πόσω μάλλον σ’ένα περιβάλλον που είναι άγνωστο για σένα.

Το απόγευμα, οι βράχοι έριχναν μακριές σκιές επάνω στην ξερή, πετρώδη γη, το κρύο είχε δυναμώσει, το ίδιο κι ο ξερός άνεμος, και ο Ορείχαλκος συνέχιζε την αναζήτησή του, με τους συντρόφους του να τον ακολουθούν πιστά, δείχνοντας τώρα πιο ανήσυχοι από πριν.

Ακόμα ένα βούκινο ήχησε.

Ο Ορείχαλκος παρατηρούσε τα σκοτεινά μέρη ανάμεσα στους βράχους – και το είδε! Μια μακριά φιγούρα, σχεδόν σαν πελώριο φίδι με πόδια, πετάχτηκε ανάμεσα από δύο ξιφοειδείς γωνίες. Τρέχοντας.

Γέγκμπεθ.

Ο Ορείχαλκος είχε αμέσως υψώσει το σοθ’λάι’κ του και τεντώσει τη χορδή. Το βλέμμα του είχε εστιαστεί επάνω στο θηρίο της παγερής ερήμου.

Το παγωμένο χέρι του άφησε το βέλος να ταξιδέψει.

8.

Το θηρίο σωριάστηκε, σπαρταρώντας.

Το βέλος είχε καρφωθεί στο μάτι του.

Η Ανεμόφθαλμη γέλασε. «Απίστευτο…!»

Ο Ορείχαλκος ζύγωσε τον γέγκμπεθ, καθώς εκείνος πέθαινε. «Ναι, αυτό είναι,» είπε ανακουφισμένος. Ήταν ακριβώς όπως το είχε περιγράψει ο Αστροφώτιστος.

«Και τώρα που το σκότωσες;» ρώτησε η Ανεμόφθαλμη.

Ο Ορείχαλκος έπιασε το βέλος του κι έκανε να το τραβήξει από το μάτι του θηρίου. Δεν μπόρεσε· είχε σκαλώσει μέσα στο κρανίο. «Τώρα, περιμένουμε τους Ούρταθ.»

Οι σωματοφύλακές του άναψαν μια φωτιά, βγάζοντας ξύλα από τους σάκους τους γιατί εδώ δεν υπήρχε το παραμικρό για να χρησιμοποιήσουν. Κάθισαν όλοι γύρω από τις φλόγες, για να ζεσταθούν. Τον γέγκμπεθ τον άφησαν παραδίπλα, κοντά σε μια αναμμένη ενεργειακή λάμπα, για να φαίνεται. Ήταν σημαντικό οι Ούρταθ να τον δουν. Ο Ορείχαλκος, όμως, υποψιαζόταν ότι είχαν ήδη δει το σκοτωμένο θηρίο. Υποψιαζόταν ότι δεν είχαν πάρει καθόλου τα μάτια τους από εκείνον και τους συντρόφους του, όσο ταξίδευαν στη Νάθγκαν.

Ένα βούκινο αντήχησε, καθώς ο Ορείχαλκος και οι άλλοι έτρωγαν από τις προμήθειές τους φαγητά που θα βοηθούσαν τον οργανισμό τους ν’αντισταθεί στο δυνατό ψύχος.

Κανένας δεν ζύγωσε. Οι σκιές έμειναν ακίνητες. Ο άνεμος συνέχιζε να μουρμουρίζει ιστορίες στους βράχους.

Ο Ορείχαλκος πρότεινε να κοιμηθούν φυλώντας σκοπιές.

Η νύχτα πέρασε ήσυχα, αλλά κανένας δεν κοιμήθηκε καλά. Ήταν αδύνατον μ’αυτό το κρύο, όσο κι αν κουκουλώνονταν, όσο κι αν κρύβονταν πίσω από βράχους για να προστατευτούν από τη μάστιγα του ανέμου.

Ο Ορείχαλκος ονειρεύτηκε τον Νάλιγκραμ να λέει: Έχω αφήσει ανθρώπους στις παρυφές της Νάθγκαν οι οποίοι ποτέ δεν επέστρεψαν…

«Άρχοντά μου!»

Άνοιξε τα μάτια του, τρομαγμένος. Ο σωματοφύλακας που φυλούσε σκοπιά στεκόταν όρθιος, με το τουφέκι του υψωμένο. Ήταν αυγή. Το πρώτο φως του ήλιου έμοιαζε παγερό στη Νάθγκαν. Επάνω σ’έναν βράχο, όχι και τόσο μακριά, στέκονταν τρεις μορφές. Ο Ορείχαλκος μπορούσε να τις διακρίνει καλά. Δύο άντρες, λιγνοί και νευρώδεις, με δυνατούς μύες, κατάλευκοι στο δέρμα, ο ένας πορφυρομάλλης, ο άλλος μαυρομάλλης, ντυμένοι μονάχα με φούστες, μπότες, και γιλέκα. Γυμνοί κατά τα άλλα – μέσα σ’αυτό το κρύο! Τα πρόσωπά τους ήταν βαμμένα με μαύρη μπογιά γύρω από τα μάτια: δύο ασύμμετροι ρόμβοι. Πίσω τους στεκόταν μια γυναίκα, κατάλευκη κι εκείνη, φορώντας μονάχα στηθόδεσμο, φούστα, μπότες, και μανδύα. (Αν είναι δυνατόν μ’αυτή την παγωνιά! σκέφτηκε αυθόρμητα ο Ορείχαλκος.) Τα μαλλιά της ήταν μαύρα και μακριά ώς τη μέση. Το ολόλευκο πρόσωπό της βαμμένο με μελανή μπογιά: μια πλατειά ευθεία γραμμή από τα δεξιά ώς τ’αριστερά, η οποία περιλάμβανε τα μάτια της. Τα χείλη της ήταν επίσης βαμμένα μαύρα, έντονα.

Όλοι τους κρατούσαν όπλα. Οι άντρες, μεγάλα τσεκούρια με μακριά μανίκια σαν μπαστούνια. Η γυναίκα, δύο πιστόλια τα οποία είχε κατεβασμένα αλλά έμοιαζε έτοιμη να τα υψώσει.

«Είμαστε εδώ για να μιλήσουμε μαζί σας!» φώναξε ο Ορείχαλκος, μιλώντας στην Πανσάρντλια, καθώς σηκωνόταν όρθιος. «Ζητάμε τις υπηρεσίες σας ως μισθοφόροι!» Τότε, πρόσεξε ότι οι τρεις Ούρταθ δεν ήταν μόνοι. Τριγύρω υπήρχαν κι άλλοι, άντρες και γυναίκες, επάνω σε βράχους, σιωπηλοί και (εξωφρενικά) ελάχιστα ντυμένοι. Ένας απ’αυτούς κρατούσε ένα μεγάλο, στριφτό βούκινο, αναμφίβολα από το κέρατο κάποιου τοπικού θηρίου.

Πραγματικά, οι Ούρταθ έμοιαζαν νάναι μέρος του φυσικού τοπίου της Νάθγκαν, ψυχροί και αλύγιστοι.

«Σκοτώνεις γέγκμπεθ μ’ένα βέλος,» είπε ένας τους στον Ορείχαλκο. «Σε είδα.» Έδειξε τα μάτια του με δύο δάχτυλα του αριστερού του χεριού. Στο δεξί χέρι βαστούσε ένα μεγάλο τόξο καμωμένο από κόκαλο, αλλά όχι σοθ’λάι’κ – ο Ορείχαλκος μπορούσε να το διακρίνει.

«Μου είπαν ότι είναι ο καλύτερος τρόπος για να τραβήξω την προσοχή σας. Σας χρειάζομαι, για να δουλέψετε για μένα. Θα σας πληρώσω με πολύτιμους λίθους. Πολλούς πολύτιμους λίθους.» Έβγαλε απ’την τσέπη του ένα κατακόκκινο ρουμπίνι, το κράτησε ψηλά, ανάμεσα στον δείκτη και στον αντίχειρά του, αφήνοντάς το ν’αστράψει στο φως του πρωινού ήλιου σαν επίγειο άστρο.

Οι Ούρταθ έμειναν σιωπηλοί.

Ο Ορείχαλκος πέταξε το ρουμπίνι προς το μέρος τους, για να διαγράψει μια ελλειψοειδή τροχιά στον αέρα, γυαλίζοντας. Το είδε να πέφτει κάτω από έναν ψηλό βράχο. Μια κατάλευκη γυναίκα πήδησε από εκεί, προσγειώθηκε στο ένα γόνατο. Έπιασε τον λίθο και τον σήκωσε με το ένα χέρι.

«Νασκάτρι!» φώναξε.

«Ποιο είναι το όνομά σου, ξένε;» ρώτησε ο άντρας με το κοκάλινο τόξο, που είχε μιλήσει και πριν.

«Ορείχαλκος, του Οίκου των Ορειβατών.»

«Θα μας πεις κι άλλα για τη δουλειά που μας θέλεις;»

«Ασφαλώς.»

Οι Ούρταθ πήδησαν από τους βράχους, ζυγώνοντας χωρίς βιάση.

«Είμαστε δικοί σου, Γέγκμπεθ-κορ,» δήλωσε ο άντρας με το κοκάλινο τόξο.

Ο Ορείχαλκος δεν αμφέβαλλε ότι αυτό σήμαινε «φονιάς των γέγκμπεθ», ή κάτι παρόμοιο. Ο θείος είχε δίκιο. Το πήραν σοβαρά.

Νόρχακ

1.

Ο Τάμπριελ δεν ήταν μόνο κάποιος παράξενος Μεγάλος Προφήτης για τους ανθρώπους της Νόρχακ, απλησίαστος και μυστηριώδης. Τον θεωρούσαν πλέον, ύστερα από τόσα κοσμοϊστορικά γεγονότα που είχαν περάσει μαζί του, καθοδηγητή τους. Οδηγό τους στο μυστήριο του Γνωστού Σύμπαντος, για το οποίο δεν γνώριζαν τίποτα μέχρι που η διάστασή τους άνοιξε.

Επομένως, όταν ο Τάμπριελ δήλωσε στη Βασίλισσα Παμράνεχ ότι έπρεπε να φύγει από τη Νόρχακ, αυτό δεν της άρεσε. Ούτε στον Καλέφραζ άρεσε, τον Βασιλικό Γραμματικό με τον οποίο ο Τάμπριελ και η Ανταρλίδα είχαν συναναστροφές από τότε που πρωτοήρθαν στη Νόρχακ.

«Πώς θ’αντιμετωπίσουμε το Γνωστό Σύμπαν χωρίς εσένα στο πλευρό μας;» είπε η Παμράνεχ. «Πώς θ’αντιμετωπίσουμε τους ανθρώπους της Παντοκράτειρας;»

«Βασίλισσά μου, για να πολεμήσουμε την Παντοκράτειρα φεύγω από τη διάσταση,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ. «Αυτό που σκοπεύουμε να κάνουμε είναι σημαντικό για ολόκληρο το Γνωστό Σύμπαν.»

Οι δυο τους βρίσκονταν σ’ένα δωμάτιο παράπλευρο της Αίθουσας του Αργυρόντυτου Θρόνου. Μαζί τους ήταν ο Καλέφραζ ο Βασιλικός Γραμματικός, ο Ναρχάεζ το Δεξί Χέρι του Θρόνου, η Κελνίχηβ το Αριστερό Χέρι του Θρόνου, και η Ανταρλίδα (που ο μόνος τίτλος που της απέδιδαν οι Νορχάκιοι ήταν, κάποιες φορές, «Συνοδός του Μεγάλου Προφήτη»).

Η Παμράνεχ έδειχνε δυσαρεστημένη. Σούφρωνε τα χείλη της καθώς ήταν καθισμένη στον καναπέ, με τα πόδια της σταυρωμένα στο γόνατο και τα χέρια της διπλωμένα εμπρός της. «Κι αν παρουσιαστεί κάποιο… πρόβλημα όσο λείπεις;» ρώτησε. «Εσύ μάς έφερες σ’επαφή με το υπόλοιπο σύμπαν, Τάμπριελ· πρέπει να μας προστατέψεις από αυτό!»

«Δε χρειάζεστε προστασία, Βασίλισσά μου. Αν παρουσιαστεί κάποιο πρόβλημα όσο λείπω, είμαι βέβαιος ότι θα μπορείτε να το αντιμετωπίσετε,» της είπε ο Τάμπριελ, μιλώντας – εσκεμμένα – στη Συμπαντική, όχι στην Οικουμενική της Νόρχακ. «Σας έχω διδάξει όσα πρέπει να ξέρετε.» Κοίταξε τον Καλέφραζ και, μετά, τον Ναρχάεζ και την Κελνίχηβ. «Αυτό, όμως, δεν σημαίνει πως δεν θα επιστρέψω,» πρόσθεσε, εστιάζοντας πάλι το βλέμμα του στην Παμράνεχ. «Θα επιστρέψω. Και, ίσως, πιο σύντομα απ’ό,τι φαντάζεστε. Αν όμως τώρα δεν φύγω, θα βρεθούμε όλοι σύντομα σε πολύ μεγάλο κίνδυνο.»

«Γιατί;» ρώτησε η Παμράνεχ.

«Διότι η Παντοκράτειρα δεν θα το βάλει κάτω μέχρι να κατακτήσει ετούτη την… πρωτοεμφανιζόμενη διάσταση, Βασίλισσά μου.» Ο Τάμπριελ καθόταν αντίκρυ της, σε μια καρέκλα, κρατώντας όρθιο πλάι του το ραβδί του με την πορφυρή σφαίρα – τη σφαίρα που φυλάκιζε το πνεύμα του Μεγάλου Ιεράρχη και πρόσταζε τους Ιεράρχες, οι οποίοι μοιράζονταν την ίδια ψυχή. «Ώς τώρα δεν έχουν γίνει παρά μερικές μικροσυμπλοκές στις Ερημιές του Τέλους του Κόσμου· κι αυτό επειδή η Παντοκρατορία είναι αποδυναμωμένη τούτο τον καιρό. Έχει ανοίξει πολλά μέτωπα, και η Επανάσταση τη χτυπά από παντού. Αν όμως δεν δώσουμε το τελειωτικό χτύπημα στο θηρίο, αυτή η κατάσταση δεν θα κρατήσει για πάντα: η Παντοκρατορία θα δυναμώσει και πάλι, και τότε η Νόρχακ θα βρεθεί σε πολύ δύσκολη θέση.»

«Με τους… κατασκόπους σου τι θα γίνει όσο λείπεις;» τον ρώτησε η Κελνίχηβ. Προφανώς, εννοούσε τους Ιεράρχες: το πιο τρομερό κατασκοπευτικό δίκτυο στη Νόρχακ (και σε οποιαδήποτε άλλη γνωστή διάσταση), έτσι όπως μοιράζονταν, νοητικά, όλες τις πληροφορίες.

«Θα παραμείνουν κοντά σας οι περισσότεροι από αυτούς,» αποκρίθηκε ουδέτερα ο Τάμπριελ. Και δεν έλεγε ψέματα. Δεν μπορούσε, φυσικά, να πάρει όλους τους Ιεράρχες μαζί του. Υπήρχε, όμως, ένα πρόβλημα το οποίο δεν θεώρησε σκόπιμο να αναφέρει: Όταν ο Μέγας Ιεράρχης βρισκόταν σε άλλη διάσταση από τους Ιεράρχες, δεν μπορούσε να έρθει σε επαφή μαζί τους. Βρίσκονταν σε επαφή μονάχα όσο βρίσκονταν στην ίδια διάσταση. Καλύτερα, όμως, η Κελνίχηβ να μην έπαιρνε πολύ θάρρος, τώρα που ο Τάμπριελ θα έλειπε, γιατί εκείνος γνώριζε ότι ήταν δεινή μηχανορράφος, που όλο κάτι ύφαινε στις σκιές.

«Θα χρειαστείς καμια βοήθεια;» τον ρώτησε η Παμράνεχ, ύστερα από μερικές στιγμές σιωπής. «Κάποιους ανθρώπους που μπορώ να στείλω μαζί σου, για παράδειγμα;…» Το βλέμμα της γλίστρησε, ακούσια ίσως, στον Ναρχάεζ, στον Καλέφραζ.

«Τους ανθρώπους που θα χρειαστώ τους έχω ήδη συγκεντρώσει,» είπε ο Τάμπριελ. «Αλλά σ’ευχαριστώ για την προσφορά σου, Βασίλισσά μου. Οι Νορχάκιοι καλύτερα να μείνουν στη Νόρχακ, για τη φύλαξή της. Στην αποστολή μου, θα με βοηθήσουν άνθρωποι που ξέρουν καλά τις κακοτοπιές του Γνωστού Σύμπαντος. Και Ιεράρχες, φυσικά.»

2.

Η πόρτα χτύπησε.

«Ποιος;» ρώτησε η Αλιζέτ.

«Ο κακός της διάστασης.»

«Μπες.»

Ο Πολ μπήκε στο δωμάτιό της και τη βρήκε ξαπλωμένη στο κρεβάτι, να διαβάζει ένα απ’τα μυθιστορήματα που της είχε φέρει τις προάλλες. Η Αλιζέτ τον κοίταξε πάνω απ’τις σελίδες του. Στο εξώφυλλο του βιβλίου έγραφε ΟΙ ΑΙΜΑΤΟΒΑΜΜΕΝΟΙ ΘΡΟΝΟΙ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΥ.

«Το γύρισες, λοιπόν, στη λογοτεχνία των Ταρσάζιων;» τη ρώτησε.

Η Αλιζέτ έκλεισε το βιβλίο, βάζοντας έναν πάνινο σελιδοδείκτη ανάμεσα στις σελίδες του. «Αυτό είναι το μόνο τους που είναι λιγάκι σοβαρό.»

«Θα πάμε ταξίδι. Ετοιμάσου.»

«Ταξίδι;» Η Αλιζέτ συνοφρυώθηκε. Μέχρι στιγμής, ο Τάμπριελ δεν της είχε κάνει καμία ερώτηση για το δίκτυο των πρακτόρων της Παντοκράτειρας. Ούτε καμία άλλη ερώτηση γενικότερα, παρότι είχε υποστηρίξει ότι ήθελε πληροφορίες από αυτήν. Η Αλιζέτ ήταν παραξενεμένη. «Εσύ το λες ή ο ‘Μεγάλος Προφήτης’;»

«Λες εγώ να το έλεγα;»

Η Αλιζέτ σηκώθηκε απ’το κρεβάτι. «Πού πηγαίνουμε;»

«Φεύγουμε απ’τη Νόρχακ. Θα μπούμε σε μια διάσταση που έχουμε ονομάσει Κοράλλη, κι από κει, στο Σύμπλεγμα· και μετά, θα δεις. Σε περιμένουμε κάτω. Σ’ένα τέταρτο, το πολύ,» της είπε ο Πολ, και στράφηκε πάλι στην εξώπορτα.

Η Αλιζέτ δεν έκανε καμια άλλη ερώτηση. Τον άφησε να βγει, χωρίς να τον σταματήσει. Ετοιμάστηκε για ταξίδι. Το μόνο που έκανε, δηλαδή, ήταν να φορέσει τη μαύρη στολή της (η οποία ήταν φρεσκοπλυμένη από τους δούλους του παλατιού, και η Αλιζέτ δεν την είχε ξαναφορέσει καθόλου από τότε που την είχε βγάλει) και τις μπότες της, και να βάλει σ’έναν σάκο μερικές αλλαξιές ρούχα και μερικά άλλα μικροπράγματα, ανάμεσα στα οποία και τους Αιματοβαμμένους Θρόνους του Ανέμου. Όπλα, φυσικά, δεν είχε. Παρότι φορούσε αυτό το καταραμένο βραχιόλι, ο Τάμπριελ και η Ανταρλίδα εξακολουθούσαν να τη θεωρούν επικίνδυνη – πράγμα που, παρά τις δυσκολίες που της προκαλούσε, την κολάκευε. Ήταν η Σκοτεινή Βασίλισσα, άλλωστε…

Βγήκε απ’το δωμάτιό της και κατέβηκε τις σκάλες. Ο Πολ είχε πει ότι θα την περίμεναν κάτω, αλλά δεν είχε πει πού ακριβώς. Ένας άντρας τη συνάντησε στη γωνία ενός διαδρόμου. Την πλησίασε. Ήταν ντυμένος σύμφωνα με την τοπική μόδα του Τάρσαζ. Η Αλιζέτ νόμιζε ότι μπορούσε να δει κάτι περίεργο στα μάτια του, αλλά δυσκολευόταν να το προσδιορίσει.

«Ο Μεγάλος Προφήτης σε περιμένει,» της είπε. «Έλα μαζί μου.»

Ιεράρχης, σκέφτηκε η Αλιζέτ. Ένευσε, και τον ακολούθησε.

Έφτασαν στον κήπο του Βασιλικού Παλατιού και κοντά σ’ένα σταθμευμένο τετράκυκλο ενεργειακό όχημα. Γύρω του στέκονταν ο Τάμπριελ, η Ανταρλίδα, ο Πολ, δύο γυναίκες άγνωστες για την Αλιζέτ, και δύο άντρες επίσης άγνωστοι για την Αλιζέτ. Παρατηρώντας τους, όμως, νόμιζε ότι διέκρινε κάτι–

«Καλημέρα, Αλιζέτ,» χαιρέτησε ο Τάμπριελ. «Πώς βρίσκεις τη διαμονή σου στο Βασιλικό Παλάτι της Φέντινκεχ;»

«Ο Πολ μού είπε ότι θα φύγουμε από τη διάσταση.»

«Πράγματι. Ήρθε η ώρα να πολεμήσουμε τον Ελκράσ’ναρχ.»

Η Αλιζέτ ένευσε μόνο, δεν μίλησε.

Ο Τάμπριελ είπε: «Να σου συστήσω όσους δεν ξέρεις. Η Διάττα.» Κοίταξε μια γυναίκα με λευκό-ροζ δέρμα και κοντά, ξανθά σγουρά μαλλιά. «Ο Ζίρτελον.» Ένας άντρας με παρόμοιο δέρμα, ψηλός και γεροδεμένος, με μαλλιά σγουρά, μαύρα, και μακριά, και μια λοξή ουλή στο αριστερό μάγουλο, ο οποίος έμοιαζε με μισθοφόρο ή παλαίμαχο. «Η Ράιλμεχ.» Λευκό δέρμα και πάλι, μαύρα μακριά μαλλιά δεμένα κότσο, στρατιωτικό παράστημα. «Ο Όρνιφιμ.» Λευκόδερμος, μακριά μαύρα μαλλιά δεμένα αλογοουρά, μουστάκι, βλέμμα παρατηρητικό, έξυπνο, πονηρό. «Και ο Αρκαλόν.» Ο Τάμπριελ κοίταξε τον άντρα που είχε οδηγήσει την Αλιζέτ εδώ: έναν ψηλό, ευρύστερνο τύπο, με λευκό δέρμα και πλούσια ξανθά μαλλιά και μούσια.

Η Αλιζέτ, βλέποντάς τον ξανά, κατάλαβε τι διέκρινε και στους άλλους. Έχουν τα ίδια μάτια. Δηλαδή, τα μάτια τους δεν ήταν ίδια· δεν είχαν ούτε απαραίτητα το ίδιο χρώμα. Όμως είχαν την ίδια… την ίδια υφή, ίσως. Δεν μπορούσε να το προσδιορίσει καλύτερα, τώρα.

«Είναι άνθρωποί μου,» εξήγησε ο Τάμπριελ. «Μιλούν για εμένα.»

Ιεράρχες όλοι τους, συνειδητοποίησε η Αλιζέτ. Ένευσε, και το νεύμα της έλεγε Καταλαβαίνω.

«Δεν περιμένουμε κανέναν άλλο,» είπε ο Τάμπριελ.

Οι Ιεράρχες άνοιξαν τις πόρτες του οχήματος, κι άρχισαν να επιβιβάζονται. Ο Πολ κάθισε στη θέση του οδηγού, κι έκανε νόημα στην Αλιζέτ να καθίσει πλάι του. Εκείνη παραξενεύτηκε προς στιγμή, κοίταξε τον Τάμπριελ, την Ανταρλίδα· κανένας τους δεν έμοιαζε να έχει αντίρρηση, έτσι πήρε θέση πλάι στον Πολ. Οι Ιεράρχες κάθισαν στα πίσω καθίσματα· το ίδιο κι η Ανταρλίδα και ο Τάμπριελ. Χωρούσαν ίσα-ίσα, αλλά δεν ήταν στριμωγμένοι. Το όχημα ήταν μεγάλο.

Ο Πολ έβαλε μπροστά τη μηχανή και οδήγησε μέσα στη Φέντινκεχ, βγάζοντάς τους τελικά από την πρωτεύουσα του Τάρσαζ και ταξιδεύοντας βορειοανατολικά μέσα στο Βασίλειο. Διέσχισαν πεδινά μέρη και μετά κινήθηκαν πλάι στις παρυφές δασών που η Αλιζέτ δεν ήξερε πώς ονομάζονταν αλλά ο Τάμπριελ και η Ανταρλίδα γνώριζαν ότι λέγονταν «ο Μεγάλος Δασότοπος» από τους κατοίκους του Τάρσαζ, γιατί καταλάμβαναν μια πολύ μεγάλη έκταση για τα δεδομένα του Βασιλείου, πιάνοντας ουσιαστικά όλη τη νοτιοανατολική του γωνία. Ξεκινούσαν κάπου σαράντα χιλιόμετρα απόσταση από τη Φέντινκεχ κι έφταναν σχεδόν ώς τον ποταμό Σάρηακ, στα ανατολικά σύνορα του Τάρσαζ.

Αφήνοντας στα νότιά τους τον Μεγάλο Δασότοπο, ταξίδεψαν για λίγο πλάι στους πρόποδες βουνών και, μετά, βρέθηκαν κοντά στην Τάλαρεμ. Την προσπέρασαν χωρίς να μπουν στους δρόμους της. Ακολούθησαν τη δημοσιά προς τ’ανατολικά, προς τα σύνορα με τη Γη των Ταργκάφλι. Παραπάνω από δύο ώρες είχαν περάσει ώς τώρα.

Η Φάλαρεχ, η επόμενη μεγάλη πόλη που συνάντησαν, ήταν χτισμένη στις όχθες του Σάρηακ και είχε γέφυρα για να διασχίσουν τον πλατύ ποταμό. Οι φρουροί στην πύλη της Φάλαρεχ, παρότι έβλεπαν τη σημαία που κυμάτιζε στο πλάι του οχήματος (έχοντας επάνω της το έμβλημα του Βασιλείου), έγνεψαν στον Πολ να σταματήσει. Εκείνος υπάκουσε, και ο Τάμπριελ βγήκε για λίγο από το όχημα, απλά και μόνο για να τον δουν. Το κόκκινο δέρμα του, τα κατάλευκα μαλλιά του, και το ραβδί του με την πορφυρή σφαίρα στην κορυφή, όλοι τα αναγνώριζαν. Ήταν ο Μεγάλος Προφήτης. Οι φρουροί, χωρίς να μιλήσουν, υποκλίθηκαν και άφησαν το όχημα να περάσει.

Ο Πολ οδήγησε μέσα στους δρόμους της Φάλαρεχ: με προσοχή, γιατί δεν ήταν φτιαγμένοι για μεγάλα ενεργειακά τροχοφόρα. Πλησίασε την ανατολική μεριά και τη γέφυρα του ποταμού, η οποία ήταν σηκωμένη. Ο Τάμπριελ πρόσταξε τους φύλακες εκεί να την κατεβάσουν, κι εκείνοι υπάκουσαν. Η γέφυρα κατέβηκε και το όχημα πέρασε, βγαίνοντας από το Βασίλειο Τάρσαζ και μπαίνοντας στη Γη των Ταργκάφλι.

3.

Η Ανταρλίδα δεν εμπιστευόταν την Αλιζέτ, παρά το ειδικό βραχιόλι που η Σκοτεινή Βασίλισσα φορούσε, παρά τις διαβεβαιώσεις του Τάμπριελ ότι δεν την είχε «δει» να τους προδίδει, παρά το γεγονός ότι τόσοι Ιεράρχες βρίσκονταν τώρα γύρω της. Η Ανταρλίδα φοβόταν ότι η Αλιζέτ περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να τους χτυπήσει. Φοβόταν ότι δεν είχε πιστέψει όσα τής είχαν πει για τον Ελκράσ’ναρχ· ή, αν τα είχε πιστέψει, αυτά δεν την είχαν κάνει να στραφεί εναντίον της Συμπαντικής Παντοκρατορίας: εξακολουθούσε να είναι πιστή στην Παντοκράτειρα, ακόμα κι όταν αυτή, ουσιαστικά, υπηρετούσε έναν μυστηριώδη δαίμονα από τον Ενιαίο Κόσμο.

Η Ανταρλίδα ήταν εκπαιδευμένη ως Μαύρη Δράκαινα, όπως κι η Αλιζέτ, και η εκπαίδευσή της της υποδείκνυε πάντοτε να είναι καχύποπτη και προετοιμασμένη. Αλλά και η φύση της Ανταρλίδας ήταν, ίσως, λιγάκι φιλύποπτη.

Ο Τάμπριελ θα ήταν επίσης καχύποπτος παλιότερα, πριν από την αλλαγή του: προτού αρχίσει να ανασύρει εικόνες από κάποιο άγνωστο μέρος του μυαλού του, σαν φωτογραφίες μέσα από ένα σκοτεινό συρτάρι. Τώρα πλέον, όμως, δεν πίστευε και τόσο στην τυχαιότητα. Αν τα πάντα ήταν τυχαία στο σύμπαν, δεν θα υπήρχαν σταθερές εικόνες που έπρεπε να πραγματοποιηθούν, ή ακόμα και που μπορεί να πραγματοποιούνταν. Διαγράφονταν, νόμιζε ο Τάμπριελ, κρυφοί δρόμοι πίσω από κρυφούς δρόμους πίσω από κρυφούς δρόμους, κι όλοι τους τέμνονταν σε απίστευτα σημεία. Όταν ακολουθούσες έναν δρόμο, αυτός σχηματιζόταν σαν τα κομμάτια ενός ψηφιδωτού μπροστά σου. Η Αλιζέτ δεν ήταν παρά ένα κομμάτι. Και ο Τάμπριελ πίστευε ότι θα του χρειαζόταν στον πόλεμό του εναντίον του Ελκράσ’ναρχ. Είχε «δει» πράγματα που το υπονοούσαν. Είχε ξετρυπώσει φωτογραφίες από εκείνο το σκοτεινό συρτάρι οι οποίες του έλεγαν Καλύτερα η Σκοτεινή Βασίλισσα να είναι μαζί σου.

Ο Πολ δεν απασχολούσε τον εαυτό του με το αίνιγμα της Αλιζέτ Τάνρεχ. Καταλάβαινε ότι ήταν επικίνδυνη, αλλά καταλάβαινε και γιατί ο Τάμπριελ την ήθελε από κοντά. Αναμφίβολα, η μία από τις τελευταίες Μαύρες Δράκαινες που είχαν απομείνει στην Παντοκράτειρα θα γνώριζε πολλές ευαίσθητες πληροφορίες – πράγματα για τα οποία ακόμα κι εκείνος, παρότι κάποτε πράκτορας του Ελκράσ’ναρχ, δεν είχε ιδέα. Εξάλλου, το να είσαι πράκτορας του Ελκράσ’ναρχ δεν ήταν και κανένα σπουδαίο αξίωμα. Συνειδητό πιόνι του Ελκράσ’ναρχ, ίσως θα ήταν μια καλύτερη ονομασία. Το κομμάτι επάνω στον πίνακα του παιχνιδιού που ξέρει ότι είναι κομμάτι επάνω στον πίνακα του παιχνιδιού. Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως ξέρει και πολλά άλλα πράγματα που δεν σχετίζονται άμεσα με τη λειτουργία του.

Η Αλιζέτ είχε μονάχα ενδιαφέρον για τον Πολ, δεν τον ανησυχούσε. Αναρωτιόταν πώς θα αντιδρούσε όταν καταλάβαινε, από μόνη της πλέον, ότι όντως υπήρχε ο Ελκράσ’ναρχ και δεν την παραμύθιαζαν τόσο καιρό…

Καμια ώρα αφότου είχαν μπει στη Γη των Ταργκάφλι, ο Πολ έκανε στάση, καθώς είχαν περάσει τέσσερις ώρες που οδηγούσε και ήθελαν όλοι τους να ξεκουραστούν. Βγήκαν απ’το όχημα κι έστησαν έναν πρόχειρο καταυλισμό στις παρυφές των Βόρειων Δασών.

Η Αλιζέτ, κρατώντας το φαγητό της στο χέρι (μια ψημένη πίτα τυλιγμένη γύρω από κρέας και λαχανικά), στεκόταν όρθια κι αγνάντευε τους τόπους τριγύρω.

Τι ψάχνει; αναρωτήθηκε η Ανταρλίδα, παρατηρώντας την. Θέλει να δει αν οι περιοχές την ευνοούν για να μας ξεφύγει; Ξέχασε κιόλας το βραχιόλι στον καρπό της; Αποκλείεται. Κάτι άλλο θα σχεδίασε… αν σχεδίαζε κάτι.

Ο Τάμπριελ ακούμπησε το χέρι του στον ώμο της Ανταρλίδας. «Δεν πρόκειται να πάει πουθενά,» της είπε, σιγανά. Κανένας άλλος δεν πρέπει να τον άκουσε· οι δυο τους ήταν καθισμένοι σε μια άκρη του καταυλισμού. «Το βραχιόλι της δουλεύει κανονικά.» Ο Τάμπριελ έβγαλε τη μικρή συσκευή ελέγχου από την τσέπη του· το φωτάκι που δήλωνε ότι ο μηχανισμός βρισκόταν σε κανονική λειτουργία ήταν αναμμένο.

«Νομίζεις πως δεν θα έχει ήδη σκεφτεί πέντε πιθανούς τρόπους για να το ξεφορτωθεί;» ρώτησε η Ανταρλίδα, παίρνοντας τα μάτια της από την Αλιζέτ για να τον κοιτάξει.

«Εσύ τι τρόπους θα χρησιμοποιούσες;»

Η Ανταρλίδα κόμπιασε. Τελικά είπε: «Δε μπορώ να σκεφτώ κανέναν τώρα.»

«Γιατί, λοιπόν, να μπορεί εκείνη;»

Η Ανταρλίδα δεν απάντησε σ’αυτό. «Ίσως να καταφέρει κάπως να σπάσει την κλειδαριά,» είπε.

«Θα μας ειδοποιήσουν οι συσκευές μας, αμέσως. Επιπλέον, το βραχιόλι κλειδώνει και ξεκλειδώνει μόνο μέσω των συσκευών· δεν υπάρχει άλλος τρόπος να το ανοίξεις. Ούτε μπορείς να σπάσεις το φερίλιο τόσο εύκολα. Εκτός αυτού, είμαστε τόσοι άνθρωποι γύρω της, Ανταρλίδα· πιστεύεις ότι μπορεί να κάνει κάτι χωρίς να την αντιληφτούμε;»

Η Ανταρλίδα δεν αποκρίθηκε.

Η Αλιζέτ, τελειώνοντας το φαγητό της, βάδισε προς τη βλάστηση.

Η Ανταρλίδα έκανε να σηκωθεί. Ο Τάμπριελ έπιασε πάλι τον ώμο της, σταματώντας την. «Περίμενε.»

Η Ανταρλίδα, αν και φάνηκε να δυσανασχετεί, υπάκουσε. Τα μενεξεδιά μάτια της είχαν αγριέψει.

Μετά από λίγο, η Αλιζέτ επέστρεψε.

Η Ανταρλίδα χαλάρωσε· ο Τάμπριελ, που εξακολουθούσε να έχει το χέρι του στον ώμο της, το αισθάνθηκε.

«Ακόμα κι η Σκοτεινή Βασίλισσα πρέπει να πάει κάπου για να κάνει την ανάγκη της,» είπε. Δεν χαμογέλασε – ως συνήθως.

Ούτε η Ανταρλίδα, όμως, χαμογέλασε.

4.

Το απόγευμα, η Ανταρλίδα κάθισε στη θέση του οδηγού, με την Αλιζέτ πλάι της. Ταξίδεψαν βόρεια, διασχίζοντας την εδαφική ποικιλομορφία της Γης των Ταργκάφλι: τρέχοντας επάνω σε χορταριασμένες πεδιάδες, περνώντας δίπλα από ζούγκλες και βαλτοτόπια, αποφεύγοντας επικίνδυνους κρημνούς, ανεβαίνοντας και κατεβαίνοντας πλαγιές λόφων. Έφτασαν, μετά από καμια ώρα, στην καινούργια γέφυρα που είχε χτιστεί στα βόρεια του Κις-χαρ Ιχ προκειμένου να μπορούν εύκολα να περάσουν οχήματα, αλλά και ιππείς και οδοιπόροι, που ταξίδευαν προς τη διαστασιακή δίοδο για Κοράλλη.

Η Αλιζέτ κοιτούσε το ψηλό, πέτρινο κατασκεύασμα με ενδιαφέρον. «Αυτή η γέφυρα δεν μοιάζει παλιά…»

«Δεν είναι,» της είπε ο Τάμπριελ, από πίσω. «Η Παντοκράτειρα δεν ξέρει τα πάντα για τη Νόρχακ.»

«Η Παντοκράτειρα ξέρει ελάχιστα για τη Νόρχακ,» διευκρίνισε η Αλιζέτ.

Το όχημα πέρασε τη γέφυρα και ταξίδεψε βόρεια, προς την Οροσειρά των Πάγων, χωρίς να σταματήσει στην Καρέσλι· οι επιβάτες του, όμως, μπόρεσαν ν’ατενίσουν την πανάρχαια πόλη των Ταργκάφλι από μακριά.

«Πολυκατοικίες…» παρατήρησε η Αλιζέτ. «Όπως στην Καρκούμ.»

«Ναι,» της είπε ο Τάμπριελ. «Πολύ παλιές. Η Νόρχακ, κάποτε, πριν από πολλούς αιώνες, ήταν μια τελείως διαφορετική διάσταση, Αλιζέτ. Οι Ταργκάφλι λατρεύουν τα ερείπια μέσα στα οποία κατοικούν· οι αρχέγονες πολυκατοικίες έχουν σχεδόν θρησκευτική σημασία γι’αυτούς. Μερικοί έχουν αρχίσει να ξαναχτίζουν τα αρχαία οικοδομήματα, τώρα που η Νόρχακ βρίσκεται σε επαφή με το Γνωστό Σύμπαν και έχουν έρθει άνθρωποι που μπορούν να τους βοηθήσουν σ’αυτή τη δουλειά.»

«Δε σ’το είπα ότι, κατά βάθος, υπάρχει μεγάλος πολιτισμός σε τούτη τη βαρβαρική διάσταση;» είπε ο Πολ στην Αλιζέτ, μεταξύ αστείου και σοβαρού.

Δύο ώρες πέρασαν ακόμα· είχε αρχίσει να νυχτώνει· και βρίσκονταν στους πρόποδες της επιβλητικής Οροσειράς των Πάγων, που έμοιαζε να σκεπάζει τον ουρανό, δίνοντας την εντύπωση ότι η διάσταση της Νόρχακ τελείωνε εκεί και μετά δεν υπήρχε τίποτα. Η Ανταρλίδα, ανάβοντας τους προβολείς, οδήγησε το όχημα προς ένα μονοπάτι. Μετά βίας χωρούσε, κι αν δεν είχε δυνατή μηχανή και ειδικούς τροχούς, δεν θα μπορούσε να περάσει από το κακοτράχαλο έδαφος.

«Πού πηγαίνουμε;» ρώτησε η Αλιζέτ.

«Δε σου είπα;» αποκρίθηκε ο Πολ. «Στην Κοράλλη. Από δω είναι η διαστασιακή δίοδος.»

Το όχημα σκαρφάλωσε και σκαρφάλωσε και σκαρφάλωσε, ακολουθώντας το μονοπάτι, με τις μηχανές του να μουγκρίζουν και τα μέταλλά του να τρίζουν. Δεν άργησε να βρεθεί σ’ένα οροπέδιο, κι εκεί η Ανταρλίδα σταμάτησε. Τριγύρω, μέσα στο ορεινό ψύχος, σκηνές ήταν στημένες, κι ένα φυλάκιο οικοδομημένο. Φρουροί στέκονταν σε διάφορα σημεία, κρατώντας πυροβόλα όπλα. Ενεργειακές λάμπες και φωτιές ήταν αναμμένες. Η σημαία του Τάρσαζ κυμάτιζε επάνω στο φυλάκιο.

Ο Τάμπριελ και οι σύντροφοί του βγήκαν από το όχημα, και εκείνος έκανε νόημα στους φρουρούς. Οι φρουροί χαιρέτησαν τον Μεγάλο Προφήτη κλίνοντας το κεφάλι. Αντίκρυ, στο πέρας του οροπεδίου, ένα πέρασμα φαινόταν, κατηφορικό και γεμάτο πυκνές ομίχλες, παρότι άλλες ομίχλες δεν υπήρχαν τριγύρω.

«Αυτή είναι η δίοδος;» ρώτησε η Αλιζέτ.

«Ναι,» είπε ο Πολ, καθώς έπαιρνε τα πράγματά του από το εσωτερικό του οχήματος. Οι υπόλοιποι τον μιμούνταν.

«Θα μπούμε τώρα, αμέσως;»

«Ναι,» της απάντησε ο Τάμπριελ. «Η αναλογία χρόνου της Κοράλλης μάς συμφέρει. Είναι η πιο χρονικά γρήγορη διάσταση που ξέρω. Όταν εκεί έχει περάσει μια ώρα, εδώ, στη Νόρχακ, έχουν περάσει κάπου είκοσι-πέντε λεπτά. Ή, αν το θες αλλιώς, όταν στην Κοράλλη έχει περάσει μια ώρα, στη Ρελκάμνια έχουν περάσει, επίσης, περίπου είκοσι-πέντε λεπτά. Και η Ρελκάμνια θα ξέρεις ότι δεν είναι χρονικά αργή διάσταση.»

«Το έχεις μελετήσει το πράγμα, βλέπω.»

«Χρειάζεται. Ο χρόνος μετράει.»

Αφού πήραν όλα τους τα πράγματα από το όχημα, βάδισαν προς το ορεινό πέρασμα και γλίστρησαν μέσα στις πυκνές του ομίχλες. Ο κόσμος, σύντομα, εξαφανίστηκε γύρω τους. Μονάχα καταχνιά έβλεπαν και τίποτ’άλλο. Ακόμα και η γη κάτω από τα πόδια τους ήταν αόρατη. Θα μπορούσαν να βάδιζαν μέσα σ’ένα όνειρο… Και το βουητό κάποιου μυστηριακού ανέμου ερχόταν στ’αφτιά τους, παρότι δεν μπορούσαν να αισθανθούν αέρα να χτυπά τα πρόσωπά τους ή να κάνει τα μαλλιά τους να αναδεύονται. Οι ομίχλες φωτίστηκαν από ένα αχνό γκρίζο φως που έμοιαζε να έρχεται από παντού συγχρόνως. Η ονειρική αίσθηση δυνάμωσε. Αλλόκοτοι σχηματισμοί άρχισαν να παρουσιάζονται μέσα στην καταχνιά: παράξενες γραμμές, ασύμμετρες κυρτώσεις, σπείρες που αψηφούσαν κάθε δυνατή γεωμετρική εξήγηση… Η ομίχλη είχε τρελαθεί… και, σταδιακά, στερεοποιήθηκε. Έγινε συμπαγής. Μετατράπηκε σε τοιχώματα σπηλαίου, επάνω στα οποία υπήρχαν παράδοξα λαξεύματα και ακατονόμαστα σχήματα–

Κοράλλη

Η σπηλιά φωτιζόταν από μια αχνή, γκρίζα ακτινοβολία, όπως αυτήν που πριν διαπερνούσε την ομίχλη. Το φως έμοιαζε κι εδώ να έρχεται από παντού· δεν είχε φανερή πηγή.

«Ελάτε,» είπε ο Τάμπριελ, και βάδισε πρώτος, ακολουθώντας ένα πέρασμα που δεν ήταν αμέσως φανερό καθώς σταλαγμίτες και σταλακτίτες το μισόκρυβαν.

Βγαίνοντας από τη σπηλιά βρέθηκαν σε μια ακτή γεμάτη βότσαλα και όστρακα. Κύματα έσκαγαν στις πέτρες, παφλάζοντας. Κοραλλιογενείς σχηματισμοί, διαφόρων ειδών και μεγεθών, ξεπρόβαλλαν από το νερό. Ορισμένοι απ’αυτούς, πελώριοι, με πλοκάμους που κινούνταν νωχελικά στον αέρα από πάνω τους.

Ήταν ημέρα εδώ, στην Κοράλλη. Ένας δυνατός ήλιος φώτιζε από τον ουρανό.

«Πώς φεύγεις από τούτο το μέρος;» ρώτησε η Αλιζέτ.

«Υπάρχει διαστασιακή δίοδος κάτω απ’το νερό,» εξήγησε ο Πολ. «Κι αυτό,» έδειξε, «είναι το υποβρύχιό μας.»

Το σκάφος ήταν αγκυροβολημένο όχι πολύ μακριά από εδώ. Ένας άντρας καθόταν επάνω του, κοντά στην καταπακτή, και κάπνιζε.

Ο Τάμπριελ ύψωσε το ραβδί του για να τον χαιρετήσει. Η πορφυρή σφαίρα γυάλισε δυνατά. Ο άντρας αντιχαιρέτησε με το σήκωμα του χεριού.

«Ποιος είν’αυτός;» ρώτησε η Αλιζέτ τον Πολ.

«Ένας φρουρός. Λες ν’αφήναμε το υποβρύχιο αφύλαχτο;»

«Είναι μεταβαλλόμενο;»

«Ναι.»

«Θα πάμε στο Σύμπλεγμα, επομένως;»

«Πού άλλου θα μπορούσες να πας από μια τέτοια διάσταση;»

«Εξαρτάται… Δεν υπάρχει καμια άλλη δίοδος; Πουθενά αλλού;»

Ο Τάμπριελ μίλησε πριν από τον Πολ: «Ψάξαμε παντού. Στην αρχή νομίζαμε ότι δεν υπήρχε καμία δίοδος γενικά, εκτός από αυτή που βγάζει στη Νόρχακ· μετά, όμως, καταδυθήκαμε αρκετά βαθιά κι ανακαλύψαμε τη δίοδο που οδηγεί στο Σύμπλεγμα.»

«Κι από το Σύμπλεγμα πού θα πάμε;»

«Υπομονή, Αλιζέτ. Θα μάθεις.»

«Μ’έχετε δεμένη έτσι» – η Αλιζέτ ύψωσε τον καρπό της με το φερίλιο βραχιόλι – «κι ακόμα δεν μπορείτε να μ’εμπιστευτείτε;»

«Δεν καταλαβαίνω γιατί βιάζεσαι να μάθεις,» είπε ο Τάμπριελ, και βάδισε χωρίς άλλη κουβέντα.

Όταν πλησίασαν το υποβρύχιο, χαιρέτησε τον φρουρό και του είπε ότι αυτός κι ο σύντροφός του μπορούσαν να φύγουν τώρα. Ο άντρας ένευσε και κατέβηκε μέσα στην καταπακτή. Μετά από λίγο, βγήκε μαζί μ’έναν άλλο ο οποίος ήταν μαυρόδερμος. (Ο πρώτος είχε δέρμα λευκό-ροζ.) Πήδησαν μέσα σε μια ξύλινη βάρκα και ήρθαν στην ακρογιαλιά. Χαιρέτησαν τον Τάμπριελ κλίνοντας το κεφάλι και, μετά, έφυγαν. Δεν είχαν εκπλαγεί από την παρουσία του· ο Τάμπριελ τούς είχε ειδοποιήσει για τον ερχομό του μέσω των Ιεραρχών, που είχαν άμεση επαφή μαζί του. Υπήρχε ένας Ιεράρχης ανάμεσα στους φύλακες της διαστασιακής διόδου, στη Νόρχακ.

«Θα ξεκουραστούμε και, μετά, θα ξεκινήσουμε,» είπε η Ανταρλίδα.

Κόβοντας ξύλα από τα λιγοστά θαλασσόδεντρα, άναψαν δύο μεγάλες φωτιές και κάθισαν γύρω τους. Έφαγαν και, έπειτα, κοιμήθηκαν φυλώντας σκοπιές.

Η Ανταρλίδα, για κάμποση ώρα προτού την πάρει ο ύπνος, παρατηρούσε την Αλιζέτ. Η Σκοτεινή Βασίλισσα είχε τυλιχτεί στην κάπα της και είχε ξαπλώσει στο πλάι, πάνω στα βότσαλα· δεν κουνιόταν στο ελάχιστο. Η Ανταρλίδα τελικά κοιμήθηκε. Κάποια στιγμή αργότερα, ξύπνησε χωρίς να ξέρει γιατί· τα μάτια της απλώς άνοιξαν από μια εσωτερική ανησυχία. Άνοιξαν και εστιάστηκαν στην Αλιζέτ. Εκείνη εξακολουθούσε να είναι ακίνητη, ξαπλωμένη στο πλάι και τυλιγμένη στην κάπα της. Η Ανταρλίδα κοίταξε τη μικρή συσκευή της· το φωτάκι ήταν αναμμένο: η Αλιζέτ φορούσε κανονικά το βραχιόλι της.

Ο Τάμπριελ έχει δίκιο. Ανησυχώ υπερβολικά. Ακόμα κι η Αλιζέτ δεν μπορεί να ξεφύγει από κάτι τέτοιο.

Ξανακοιμήθηκε.

Και ξύπνησε από τη δόνηση του ρολογιού στον καρπό της. Άνοιξε τα βλέφαρά της κι ανασηκώθηκε. Ο Τάμπριελ ήταν όρθιος, είδε. Βάδιζε πλάι στα κύματα, βαστώντας το μακρύ ραβδί του· τα λευκά του μαλλιά ανέμιζαν μαζί με την κάπα του. Τόσο παράξενος άνθρωπος… Ο μόνος άνθρωπος, ίσως, που θα μπορούσα ν’αγαπήσω, παράξενη καθώς είμαι· γι’αυτό κατέληξα μαζί του. Αισθάνθηκε να υπομειδιά με τις σκέψεις της. Ύστερα, με τις άκριες των ματιών της, κοίταξε προς τη μεριά της Αλιζέτ. Η Σκοτεινή Βασίλισσα εξακολουθούσε να φαίνεται πως κοιμόταν.

Η Ανταρλίδα σηκώθηκε. «Ώρα να πηγαίνουμε,» είπε δυνατά, ώστε να την ακούσουν όσοι δεν είχαν ακόμα ξυπνήσει.

Ο Πολ μούγκρισε. «Όλο φωνές είστε…» Τρίβοντας τα μάτια του κάθισε στα βότσαλα. Ήπιε μια γουλιά απ’το φλασκί του κι άναψε ένα τσιγάρο.

Η Αλιζέτ ανασηκώθηκε. Τα γκρίζα μάτια της τους παρατήρησαν όλους προς στιγμή· ύστερα, στράφηκαν στον Τάμπριελ, στο υποβρύχιο, στη θάλασσα.

Κάτι θαλασσοπούλια φτερούγιζαν από πάνω τους, κρώζοντας. Ο ήλιος έγερνε προς τη δύση, βάφοντας τα νερά πορτοκαλιά.

Οι μισοί Ιεράρχες – η Ράιλμεχ, ο Όρνιφιμ, ο Ζίρτελον – ήταν ήδη ξύπνοι· οι άλλοι ξύπνησαν ακούγοντας την Ανταρλίδα.

Οι δύο φωτιές ήταν ακόμα αναμμένες.

«Πάμε,» είπε ο Τάμπριελ, όταν είχαν όλοι τους συνέλθει από τον ύπνο και ήταν όρθιοι.

Χρησιμοποιώντας τη βάρκα που είχαν αφήσει στην ακτή οι δύο φύλακες του υποβρυχίου, πήγαν κωπηλατώντας ώς το σκάφος, το οποίο ήταν πολύ μεγάλο για να μπορεί να έρθει τόσο κοντά στην ακρογιαλιά ώστε να έχουν τη δυνατότητα να το πλησιάσουν βαδίζοντας μέσα στο νερό. Η Ανταρλίδα ανέβηκε πρώτη στο υποβρύχιο και κατέβηκε τη σκάλα της καταπακτής. Ο Τάμπριελ την ακολούθησε, κι ύστερα οι υπόλοιποι. Το εσωτερικό ήταν στενόχωρο, όπως σ’όλα τα υποβρύχια, αλλά αρκετά μεγάλο για να τους χωρά και τους εννιά χωρίς ιδιαίτερο πρόβλημα.

«Εσύ πιλοτάρεις,» είπε η Ανταρλίδα στον Πολ.

«Ό,τι πεις, Καπετάνισσα.»

Ο Τάμπριελ κάθισε στο ενεργειακό κέντρο και ύφανε τη Μαγγανεία Κινήσεως. Τα συστήματα του σκάφους ενεργοποιήθηκαν.

Η Ανταρλίδα δεν είχε προθυμοποιηθεί να πιλοτάρει η ίδια επειδή ήθελε να προσέχει την Αλιζέτ. Είπε στη Σκοτεινή Βασίλισσα να καθίσει πλάι στον Πολ· εκείνη υπάκουσε, λέγοντάς της: «Πρέπει να σ’αρέσει η πλάτη μου, Ανταρλίδα…» Η Ανταρλίδα δεν της απάντησε. Δεν το θεωρούσε περίεργο που η Αλιζέτ είχε καταλάβει ότι της είπε να καθίσει εκεί για να μπορεί ευκολότερα να την προσέχει. Είχαν κι οι δύο την ίδια εκπαίδευση, άλλωστε.

Ο Πολ ενεργοποίησε τις μηχανές, και το σκάφος βυθίστηκε κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας της Κοράλλης. Ταξιδέψε υποβρυχίως. Από το μπροστινό του παράθυρο φαινόταν ένας βυθός γεμάτος κοράλλια, φωτισμένος από δυνατούς προβολείς. Μαλάκια και ψάρια κολυμπούσαν ολόγυρα.

Η Αλιζέτ ρώτησε: «Πόσες άλλες διαστάσεις έχετε ανακαλύψει;»

«Δε χρειάζεται να το ξέρεις αυτό,» της είπε η Ανταρλίδα.

«Δε μπορώ, όμως, να πάω και πουθενά για να σας προδώσω…»

Ο Πολ κοίταξε την Ανταρλίδα πάνω απ’τον ώμο του. Εκείνη τον ατένισε άγρια, προειδοποιώντας τον με το βλέμμα της: Μην τυχόν κι αρχίσεις να της λες πράγματα που δεν χρειάζεται να ξέρει!

Ο Πολ στράφηκε πάλι μπροστά, στο πηδάλιο και στα όργανα πλοήγησης.

Μετά από λίγη ώρα, αντίκρισαν μια δίνη σκότους μέσα στον βυθό. Ένα σημείο που το φως των προβολέων αδυνατούσε να διαπεράσει. Κάτι που ολοκάθαρα υποδήλωνε ότι δεν ήταν συνηθισμένο σκοτάδι αλλά, περισσότερο, αντιφώς.

«Η δίοδος,» είπε ο Πολ στην Αλιζέτ, κι εκείνη ένευσε, καθώς το είχε ήδη μαντέψει. Δε μπορεί να ήταν και τίποτ’άλλο, σκέφτηκε.

Ο Πολ οδήγησε το υποβρύχιο μέσα στο στροβιλιζόμενο σκοτάδι και, για λίγο, κάθε φως χάθηκε. Απορροφήθηκε, ίσως. Σκοτάδι βασίλεψε παντού. Οι μηχανές του σκάφους έδιναν την εντύπωση ότι ακούγονταν δυνατότερα από πριν.

Μετά, το σκοτάδι διαλύθηκε–

Σύμπλεγμα

Οι προβολείς του υποβρυχίου φώτιζαν ένα πελώριο πλημμυρισμένο σπήλαιο, και μετά απ’αυτό το σπήλαιο ήταν ένα άλλο, κι ένα άλλο, κι ένα άλλο. Διακλαδώσεις και σήραγγες. Το Σύμπλεγμα. Μια από τις λεγόμενες «ενδιάμεσες διαστάσεις», που ονομάζονταν έτσι επειδή κανένας άνθρωπος δεν κατοικούσε εκεί αλλά αυτές αποτελούσαν περάσματα προς πολλές άλλες διαστάσεις.

Σε ορισμένα σπήλαια, ο Τάμπριελ χρησιμοποίησε το Ξόρκι Μηχανικής Μεταβλητότητος για να μεταμορφώσει το σκάφος τους, να το κάνει να βγάλει τέσσερα πόδια, ώστε να μπορεί να διασχίσει μέρη όπου το νερό δεν ήταν αρκετά βαθύ, ή όπου δεν υπήρχε καθόλου νερό. Σύντομα, όμως, έπρεπε να το ξανακάνει υποβρύχιο για να ταξιδέψει σε πλημμυρισμένες, πελώριες σπηλιές.

Μέσα στο νερό, ορισμένες φορές, πλάσματα φαίνονταν να κολυμπάνε – κακομούτσουνα κατά κύριο λόγο – αλλά κανένα δεν τους πείραξε. Μετά από τέσσερις ώρες, σταμάτησαν για να ξεκουραστεί ο Τάμπριελ από τη χρήση της μαγγανείας. Το σκάφος τους, έχοντας τώρα τέσσερα πόδια με μεγάλα εύκαμπτα νύχια, είχε σκαρφαλώσει σ’ένα βραχώδες μέρος και οι επιβάτες του είχαν κατεβεί, κρατώντας φακούς και ενεργειακές λάμπες, καθώς είχαν σβήσει τους προβολείς του για λόγους εξοικονόμησης ενέργειας.

«Πού πηγαίνουμε;» ρώτησε η Αλιζέτ, ενώ έστηναν έναν πρόχειρο καταυλισμό. Ανάμεσα από τις πέτρες φύτρωναν κάτι παράξενα φυτά με αγκάθια επάνω τους τα οποία έμοιαζαν επικίνδυνα. Τα έκοβαν με σπαθιά και τα έπιαναν με προσοχή για να τα πετάξουν στο νερό του γιγάντιου σπηλαίου.

«Στη Χάρνταβελ,» απάντησε ο Πολ.

Η Ανταρλίδα τον αγριοκοίταξε.

«Δεν πιστεύω να είναι μυστικό,» της είπε εκείνος.

Η Ανταρλίδα δεν αποκρίθηκε.

Εν τω μεταξύ, οι Ιεράρχες άναβαν δύο φωτιές.

Ο Τάμπριελ σκέφτηκε: Δεν πρέπει αυτό να συνεχιστεί. Για να κάνουμε την Αλιζέτ να γίνει μία από εμάς, η Ανταρλίδα πρέπει να πάψει να της φέρεται σαν να είναι κρατούμενη, παρότι είναι. Η Αλιζέτ πρέπει να φτάσει στο σημείο να πιστεύει ότι μας βοηθά με τη θέλησή της, όχι ότι την τραβάμε από κάποιο αόρατο λουρί ενώ την έχουμε δεμένη με αόρατες αλυσίδες. Μόνο έτσι θα μας φανεί πραγματικά χρήσιμη.

Ξεκουράστηκαν τέσσερις ώρες και μετά συνέχισαν το ταξίδι τους μέσα στα λαβυρινθώδη πλημμυρισμένα σπήλαια του Συμπλέγματος. Ο Πολ οδηγούσε πάλι, ακολουθώντας τον χάρτη στην οθόνη μπροστά του.

Δυόμισι ώρες ακόμα πέρασαν, κι ύστερα έφτασαν σ’ένα μέρος όπου το νερό ήταν πολύ ρηχό. Ο Τάμπριελ έκανε πάλι το Ξόρκι Μηχανικής Μεταβλητότητος και το σκάφος τους φύτρωσε τέσσερα δυνατά πόδια. Διέσχισε το σπήλαιο και έφτασε σε μια πλαγιά.

«Αν ο χάρτης μας είναι σωστός,» είπε ο Πολ, κοιτάζοντας την οθόνη του, «από δω είναι η έξοδός μας.» Κι έστριψε, αρχίζοντας ν’ανεβαίνει την πλαγιά, που ήταν γεμάτη χορτάρι, μανιτάρια, λουλούδια, μικρά φυτά, και μικρά ζώα και έντομα. Από επάνω, από κάποιο άνοιγμα, ερχόταν φως. Απογευματινό φως. Ο Πολ, στενεύοντας τα μάτια του για να τα προστατεύσει από την αντηλιά, οδηγούσε με προσοχή. Πλησίασαν το άνοιγμα, πέρασαν από μέσα του, και βγήκαν από το στόμιο μιας σπηλιάς–

Χάρνταβελ

1.

Σ’έναν ξερό τόπο, τώρα. Μια ερημιά, προς κάθε κατεύθυνση.

Ο Πολ άλλαξε τον χάρτη στην οθόνη του. «Χάρνταβελ,» είπε. «Δεν έχω ξαναπεράσει από εδώ. Ίσως θα έπρεπε να οδηγήσεις εσύ, Ανταρλίδα.» Εξάλλου, ήταν πολλή ώρα που οδηγούσε εκείνος.

Η Ανταρλίδα δεν διαφώνησε. Πήρε τη θέση του μπροστά στο τιμόνι.

Ο Τάμπριελ άλλαξε ξανά μορφή στο όχημά τους. Αν κάποιος το παρατηρούσε από έξω, θα έβλεπε τα πόδια του να λιώνουν στα πλευρά του και να παύει να μοιάζει με πελώριο μεταλλικό θηρίο, ενώ τέσσερις μεγάλοι οδοντωτοί τροχοί ξεπρόβαλλαν καθώς έπαιρνε το σχήμα φορτηγού.

Το μεταφορικό τους μέσο ήταν ένα πολύπλοκο κατασκεύασμα που μπορούσε να παίρνει τρεις μορφές. Ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος τούς το είχε δώσει, και ήταν φτιαγμένο στην Απολλώνια, ειδικό για τις δουλειές της Επανάστασης.

Η Ανταρλίδα έστριψε δυτικά, και οδήγησε για καμια ώρα μέσα στις ερημιές ενώ ο ήλιος της Χάρνταβελ έδυε αντίκρυ της. Η νύχτα πλησίαζε όταν έφτασαν στις παρυφές ενός μεγάλου δάσους.

«Αποκλείεται να το διασχίσουμε αυτό μέσα στο όχημα,» είπε ο Πολ, στεκόμενος πίσω από την Ανταρλίδα και την Αλιζέτ, με το ένα του χέρι ακουμπισμένο στην πλάτη του καθίσματος της μιας και το άλλο του χέρι ακουμπισμένο στην πλάτη του καθίσματος της άλλης.

«Πρέπει ν’αλλάξουμε μορφή πάλι,» είπε η Ανταρλίδα. «Αλλά θα συνεχίσουμε αύριο.» Φώναξε στον Τάμπριελ να μετασχηματίσει το όχημα.

Εκείνος ακούστηκε να μουρμουρίζει το Ξόρκι Μηχανικής Μεταβλητότητος από το ενεργειακό κέντρο. Το όχημα φύτρωσε πόδια, ενώ οι μεγάλοι του τροχοί κρύβονταν. Έμοιαζε ξανά με πελώριο, μεταλλικό θηρίο.

2.

Την επομένη διέσχισαν το δάσος, περνώντας ανάμεσα από τους κορμούς των δέντρων και διαλύοντας τη βλάστηση με τα μηχανικά πόδια του οχήματός τους. Η ταχύτητά τους δεν ήταν και πολύ μεγάλη, αλλά σαφώς καλύτερη απ’ό,τι αν οδοιπορούσαν. Διατήρησαν δυτική κατεύθυνση. Ζώα έτρεχαν να φύγουν από το πέρασμά τους. Σε κάποιο σημείο είδαν έναν άνθρωπο να τους κοιτάζει με γουρλωμένα μάτια. Με ξυλοκόπος έμοιαζε. Βάζοντας το τσεκούρι του στον ώμο άρχισε να τρέχει σαν παλαβός.

«Τρομάζουμε τους ντόπιους…» σχολίασε ο Πολ.

Λίγο πριν από το μεσημέρι έφτασαν στις όχθες ενός ποταμού. «Αυτός πρέπει νάναι ο Μεγάλος Ποταμός,» είπε η Ανταρλίδα.

Ξεκουράστηκαν για μερικές ώρες κοντά στο ποτάμι, ύστερα επιβιβάστηκαν πάλι στο μεταλλικό τετράποδο, το μεταμόρφωσαν σε υποβρύχιο, και πέρασαν στην αντικρινή όχθη του ποταμού, όπου το μεταμόρφωσαν ξανά, αυτή φορά σε όχημα με τέσσερις τροχούς, και η Ανταρλίδα οδήγησε δυτικά, διασχίζοντας πεδινά μέρη και περνώντας κοντά από αγρούς, λόφους, και μικρές πόλεις με χαμηλά σπίτια. Στη Χάρνταβελ δεν υπήρχαν πολυκατοικίες, και η ζωή των γηγενών έμοιαζε πιο απλή ακόμα κι απ’αυτή των κατοίκων της Νόρχακ. Πίστευαν σε έναν Θεό, και ο Θεός τους τους ζητούσε να ζουν απλά, απ’ό,τι ήξερε η Ανταρλίδα – και όφειλε να ομολογήσει ότι δεν ήξερε και πολλά για τη Χάρνταβελ.

Στρίβοντας το όχημα, το έβαλε να ταξιδέψει νοτιοδυτικά.

Το ταξίδι μέχρι τη διαστασιακή δίοδο προς Φεηνάρκια κράτησε παραπάνω από εννιά ώρες, και χρειάστηκε να κάνουν δύο στάσεις πριν από το τέλος, για να ξεκουραστεί ο Τάμπριελ. Δυστυχώς δεν είχαν άλλο μάγο για να χρησιμοποιεί τη Μαγγανεία Κινήσεως.

Όταν έφτασαν στη διαστασιακή δίοδο ήταν βαθιά νύχτα. Είδαν αντίκρυ τους, κάτω από το φως των δύο φεγγαριών της Χάρνταβελ, ένα μονοπάτι που χανόταν μέσα σ’ένα δάσος κι έμοιαζε να παίρνει, στο βάθος του, μια αφύσικη ανοδική κλίση. Αφύσικη επειδή το έδαφος δεν φαινόταν να είναι ανοδικό από εκείνη τη μεριά· δεν ήταν η πλαγιά κάποιου βουνού ή λόφου.

Η διαστασιακή δίοδος οδηγούσε προς τη Φεηνάρκια, και μόνο προς, όχι από. Υπήρχε άλλη δίοδος, στα βόρεια της Χάρνταβελ, η οποία οδηγούσε εδώ από τη Φεηνάρκια.

Η Ανταρλίδα κατεύθυνε το όχημά τους προς το μονοπάτι, ανάμεσα στα ψηλά δέντρα, τα οποία έμοιαζαν να είναι, κατά κάποιο τρόπο, διαφορετικά απ’τα υπόλοιπα που είχαν μέχρι στιγμής δει στη Χάρνταβελ. Οι διαφορές ήταν, ίσως, μικρές αλλά υπήρχαν. Αυτά εδώ τα δέντρα ήταν σα να είχαν έρθει από αλλού – από τη Φεηνάρκια, πιθανώς.

Το μονοπάτι ήταν αρκετά πλατύ για να χωρά το όχημά τους, και τους έδινε την εντύπωση ότι τους κατάπινε. Καθώς κινούνταν επάνω του δεν αισθάνονταν να ανεβαίνουν, παρότι από απόσταση η κλίση του φαινόταν ανοδική στο βάθος. Τα δέντρα και η βλάστηση θόλωσαν, σταδιακά, ολοένα και περισσότερο γύρω τους, σαν η Ανταρλίδα να είχε το πόδι της πιεσμένο στο πετάλι και να οδηγούσε με πολύ μεγάλη ταχύτητα, μεγαλύτερη απ’ό,τι θα μπορούσε ποτέ να πιάσει αυτό το όχημα. Τα δέντρα και η βλάστηση έγιναν, στο τέλος, χρώματα και ακαθόριστα σχήματα, σαν να είχες πάρει την παλέτα ενός ζωγράφου και να την είχες πετάξει άτακτα στο πάτωμα. Ένα δυνατό ζουζούνισμα γέμισε τ’αφτιά όλων τους. Η Ανταρλίδα συνέχιζε να οδηγεί σταθερά ευθεία. Αν έστριβε τώρα, μπορεί οτιδήποτε να συνέβαινε· μπορεί να σκοτώνονταν, ή απλά να εξαφανίζονταν, ή να κατέληγαν σε κάποια άγνωστη διάσταση όπως ήταν παλιά η Νόρχακ…

Η Ανταρλίδα ήταν πολύ προσεχτική.

Φεηνάρκια

1.

…Το τοπίο γύρω τους ξεθόλωσε, σταδιακά όπως είχε θολώσει. Τα χρώματα και τα ακαθόριστα σχήματα μετατράπηκαν σε δέντρα και βλάστηση που φαίνονται όπως όταν τρέχεις με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Μετά, η φαινομενική ταχύτητα ελαττώθηκε.

Βρέθηκαν στις παρυφές ενός αειθαλούς δάσους, μέσα σε ορεινό τοπίο. Ψηλά βουνά ορθώνονταν γύρω τους, απότομες πλαγιές, και βραχώδεις κρημνοί.

Ήταν ημέρα εδώ, στη Φεηνάρκια, και το μέρος δεν ήταν αφύλαχτο από τους Παντοκρατορικούς.

2.

Οι φρουροί δεν περίμεναν τέτοιο πράγμα να έρθει από τη Χάρνταβελ. Τα ενεργειακά οχήματα εκεί δεν ήταν και τόσο συνηθισμένα. Αμέσως υπέθεσαν ότι επρόκειτο για κάποιον έμπορο, και του έκαναν νόημα να σταματήσει.

Η Ανταρλίδα δεν σταμάτησε. Πατώντας το πετάλι, πήγε προς τα βόρεια, προς το Παντοκρατορικό φυλάκιο, αγνοώντας το σήμα που της έκαναν από εκεί. Θα απέφευγε τελείως τους πολεμιστές της Παντοκράτειρας αν μπορούσε, αλλά, δυστυχώς, δεν μπορούσε. Απ’αυτή τη μεριά ήταν ο μοναδικός βατός δρόμος ύστερα από τη διαστασιακή δίοδο· στις άλλες μεριές υπήρχαν κρημνοί και πλαγιές, όλο βράχους και δέντρα, αδύνατον να περάσει όχημα.

«Πρόσεχε, Καπετάνισσα,» είπε ο Πολ. «Δε θ’αργήσουν ν’αγριέψουν.» Κοίταζε το πυροβόλο στην οροφή του φυλακίου. Δε νόμιζε ότι ήταν ενεργειακό κανόνι, αλλά σίγουρα ήταν αρκετά δυνατό για να τους διαλύσει ύστερα από μερικές εύστοχες ριπές.

«Δεν είναι οι μόνοι με όπλα.» Η Ανταρλίδα πάτησε το πλήκτρο που αποκάλυπτε το πυροβόλο στην οροφή του οχήματός τους. Ήταν μικρότερο απ’αυτό στο φυλάκιο, όμως όχι αμελητέο.

Συγχρόνως, η Ανταρλίδα κοίταζε με την άκρια του ματιού της την Αλιζέτ, γιατί φοβόταν πως ίσως η Σκοτεινή Βασίλισσα να χρησιμοποιούσε τούτη τη στιγμή για να κάνει την κίνησή της. Αν το προσπαθήσει, θα την ψήσω ζωντανή. Το ένα χέρι της Ανταρλίδας ήταν στο τιμόνι, το άλλο μέσα στην τσέπη της, στη συσκευή ελέγχου του βραχιολιού της Αλιζέτ.

Από το φυλάκιο αντήχησε μια φωνή, μέσα από μεγάφωνο: «ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ, ΑΛΛΙΩΣ ΘΑ ΡΙΞΟΥΜΕ!»

Η Ανταρλίδα, γι’ακόμα μια φορά, τους αγνόησε. Και ήξερε ότι τώρα έπρεπε να πάρει το χέρι της απ’τη συσκευή ελέγχου – δε γίνεται διαφορετικά, γαμώτο! – για να πιάσει το χειριστήριο του όπλου του οχήματος. Το έκανε. Κοίταξε τη μικρή οθόνη με το στόχαστρο. Στόχευσε το φυλάκιο, πάτησε το ΠΥΡ.

Καλύτερα, πάντα, να πυροβολείς προτού σε πυροβολήσουν.

Όσοι Παντοκρατορικοί ήταν έξω έτρεξαν να καλυφθούν. Κάποιοι, κρυμμένοι στις επάλξεις, πυροβόλησαν με τουφέκια. Τα πυρά τους δεν ήταν εύκολο να βλάψουν ένα όχημα σαν αυτό της Ανταρλίδας και του Τάμπριελ· είχε θωράκιση, όχι όπως ένα άρμα μάχης, αλλά ήταν πολύ πιο ανθεκτικό από ένα απλό όχημα.

Το κανόνι στην οροφή του φυλακίου μπήκε σε λειτουργία. Η Ανταρλίδα επιτάχυνε όσο μπορούσε γιατί τώρα τα πράγματα είχαν ξαφνικά ασχημύνει. Οι ριπές του μεγάλου πυροβόλου δεν ήταν όπως των τουφεκιών. Εκρήξεις αντήχησαν· χώματα και πέτρες αναπήδησαν. Το όχημα τραντάχτηκε, άγρια.

«Γαμήσου!» γρύλισε ο Πολ, καθώς κρατιόταν πίσω απ’την Ανταρλίδα και την Αλιζέτ.

Ο Ζίρτελον είχε ανοίξει ένα παράθυρο και πυροβολούσε τους Παντοκρατορικούς με το τουφέκι του. Κάλυκες τινάζονταν στο πάτωμα του οχήματος.

Η Ανταρλίδα προσπέρασε το φυλάκιο, και τώρα δεν μπορούσε πια να βάλλει με το πυροβόλο της καθώς το όπλο δεν είχε δυνατότητα περιστροφής· ήταν φτιαγμένο μόνο για να στοχεύει μπροστά – ένα αρκετά σημαντικό μειονέκτημα.

Ένα μειονέκτημα που το κανόνι των Παντοκρατορικών δεν είχε. Συνέχιζε να τους ρίχνει, και το όχημα ξανατραντάχτηκε.

«Έχουμε ζημιές,» είπε η Αλιζέτ. «Σίγουρα έχουμε ζημιές.»

«Μη χαίρεσαι από τώρα,» μούγκρισε η Ανταρλίδα.

«Δε χαίρομαι όταν διαλύεται το όχημα μέσα στο οποίο βρίσκομαι.»

Η Ανταρλίδα έστριψε, απότομα, πίσω από μια πλαγιά. Μια τελευταία έκρηξη αντήχησε, πέτρες τινάχτηκαν, και μετά, το όπλο των Παντοκρατορικών δεν μπορούσε πλέον να τους ρίχνει.

«Ανταρλίδα,» ακούστηκε η φωνή του Τάμπριελ – ξερή, κουρασμένη – από το ενεργειακό κέντρο. «Στον Ωκεανό! Ανατολικά. Ακολούθησε τα μονοπάτια!»

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνη, αρκετά δυνατά για να την ακούσει, για να μη νομίζει ότι δεν είχε καταλάβει τι της έλεγε. Ο χάρτης της Φεηνάρκια είχε ενεργοποιηθεί αυτόματα στην οθόνη της με το πού πέρασαν τη διαστασιακή δίοδο, κι εκτός αν είχε αποσυντονιστεί από την αλλαγή διάστασης, η Ανταρλίδα μπορούσε να τον χρησιμοποιήσει για να βρει τον δρόμο της. Τον εστίασε στην ορεινή περιοχή γύρω της. Είδε τα μονοπάτια των βουνών. Έστριψε το όχημα κι άρχισε ν’ακολουθεί τη διαδρομή που θεωρούσε πιο σύντομη προς τον Ωκεανό, τη μεγάλη θάλασσα στην ανατολική μεριά της Φεηνάρκια.

«Τι ζημιές έχουμε;» είπε, όχι σε κάποιον συγκεκριμένα. «Δείτε. Ελέγξτε.» Στην κονσόλα εμπρός της, τίποτα δεν φαινόταν· επομένως, οι μηχανές του οχήματος δεν είχαν πάθει βλάβη, ούτε ενεργειακό πρόβλημα έμοιαζε να υπάρχει.

Μετά από λίγο, ο Αρκαλόν είπε: «Η θωράκιση του οχήματος έχει χτυπηθεί άσχημα, και μερικά τζάμια έχουν ραγίσει. Κατά τα άλλα είμαστε εντάξει.»

«Τζάμια έχουν ραγίσει, ε;»

«Από την αριστερή μεριά.»

«Αυτό μπορεί ν’αποτελέσει πρόβλημα στο υποβρύχιο, ίσως.»

«Γιατί;»

«Η πίεση του νερού μπορεί να τα σπάσει.»

«Όταν μεταμορφώνεται, τα τζάμια δεν ανασχηματίζονται;» ρώτησε ο Ζίρτελον.

«Θα το ανακαλύψουμε. Αλλά εκείνο που λένε οι μάγοι είναι ότι, όταν ένα μεταβαλλόμενο όχημα αλλάζει μορφή, η ύλη του απλώς μετατοπίζεται· δεν αποκτά καινούργια ύλη. Γι’αυτό κιόλας δεν υπάρχουν μεταβαλλόμενα οχήματα που να μεγαλώνουν και να μικραίνουν: η μάζα τους είναι, πάντα, περίπου ίδια, ασχέτως αν το σχήμα αλλάζει.»

Μετά από κανένα μισάωρο, ο Πολ είπε: «Δύο ελικόπτερα.» Κοίταζε τους ουρανούς καθώς ταξίδευαν, περιμένοντας ότι αυτή θα ήταν η αντίδραση των Παντοκρατορικών. Δε μπορεί ν’άφηναν να τους ξεφύγει τόσο εύκολα κάτι ανεπιθύμητο που περνούσε από μια φυλαγμένη διαστασιακή δίοδο. «Μας πλησιάζουν.»

«Τα κέρατα του Κάρτωλακ…!» καταράστηκε η Ανταρλίδα, κάτω απ’την ανάσα της. Και είπε: «Δε μπορώ να πυροβολήσω προς τα πίσω μ’αυτό το κανόνι.»

«Μπορούμε, όμως, εμείς να πυροβολήσουμε,» δήλωσε ο Ζίρτελον. Οι Ιεράρχες είχαν πιάσει τα τουφέκια τους.

«Μόλις έρθουν εντός εμβέλειας,» πρόσθεσε η Διάττα.

«Τότε,» είπε η Αλιζέτ, «μπορεί νάναι αργά. Γιατί θα μας ρίχνουν κι αυτοί.»

«Έχεις κάτι να προτείνεις;» της είπε η Ανταρλίδα, μην περιμένοντας απάντηση.

Η Σκοτεινή Βασίλισσα, όμως, απάντησε. «Μπες στα δάση.» Έδειξε. «Μεταμορφώστε το όχημα και μπες στα δάση.»

Η Ανταρλίδα κοίταξε την αειθαλή βλάστηση δίπλα στο μονοπάτι, διστακτικά. Θα έπρεπε να κατεβούν μια απότομη πλαγιά για να φτάσουν εκεί. Μπορούσε να γίνει, όταν το όχημα είχε πόδια με εύκαμπτα δάχτυλα αντί για τροχούς. Η ταχύτητά μας, όμως, θα πέσει… Αισθανόταν αναποφάσιστη.

«Ας το κάνουμε,» είπε ο Πολ. «Στα δάση θα μας χάσουν. Φαίνονται αρκετά πυκνά.»

Έστω… «Τάμπριελ!» φώναξε η Ανταρλίδα. «Δώσε μας πόδια.»

Ο Τάμπριελ ύφανε το Ξόρκι Μηχανικής Μεταβλητότητος, και το τροχοφόρο μεταμορφώθηκε σ’ένα μεγάλο, μεταλλικό τετράποδο, το οποίο η Ανταρλίδα οδήγησε αμέσως προς την αειθαλή βλάστηση, κατεβαίνοντας την επικίνδυνη πλαγιά. Πέτρες και χώματα κατρακυλούσαν από κάτω τους, και δύο φορές το όχημα παραλίγο να γλιστρήσει και να κουτρουβαλήσουν άσχημα – τα δυνατά δάχτυλά του κρατήθηκαν, όμως· μπήχτηκαν επάνω σε πέτρες, χώθηκαν στη γη.

Όταν τα ελικόπτερα έφτασαν κοντά, το μεταλλικό θηρίο είχε χαθεί μέσα στη βλάστηση. Δεν ήταν εύκολο να το σημαδέψουν. Προσπάθησαν, όμως. Σφαίρες και βόμβες έπεσαν. Με τραγικά μειωμένη ευστοχία.

Η Ανταρλίδα πήγε από μέρη που πίστευε ότι θα την έχαναν τελείως, παραμερίζοντας, με τα μεταλλικά μέλη του οχήματός της, τη βλάστηση εκεί όπου ήταν τόσο πυκνή ώστε να της στέκεται εμπόδιο. Ελπίζοντας ότι τα ελικόπτερα δεν θα παρατηρούσαν πως κάτι συνέβαινε σ’εκείνα τα σημεία, μέσα σε τόσα χιλιόμετρα ορεινού δάσους.

3.

Η Ανταρλίδα σταμάτησε το όχημα όταν έφτασαν σε κάτι επικίνδυνους κρημνούς σκεπασμένους από το δάσος. Παραδίπλα καταρράκτες έπεφταν, βουίζοντας δυνατά. Είχαν πλέον περάσει δύο ολόκληρες ώρες, και νόμιζε πως τα ελικόπτερα τούς είχαν χάσει. Τουλάχιστον, κανένας από τους συντρόφους της δεν έλεγε ότι μπορούσε να τα δει στον ουρανό, μέσα από τη βλάστηση.

Και ο Τάμπριελ πρέπει πια να χρειαζόταν ανάπαυση από τη συνεχή χρήση της Μαγγανείας Κινήσεως.

«Θα ξεκουραστούμε εδώ,» είπε η Ανταρλίδα, απενεργοποιώντας τα συστήματα του οχήματος.

Οι Ιεράρχες άνοιξαν την καταπακτή και βγήκαν πρώτοι, ο ένας κατόπιν του άλλου, με τα τουφέκια τους σε ετοιμότητα. Αδύνατον κανείς να τους ξαφνιάσει, έτσι όπως μοιράζονταν μεταξύ τους μία ενιαία αντίληψη.

«Δε φαίνεται να υπάρχει κίνδυνος,» είπε ο Αρκαλόν, εκφράζοντας την άποψη όλων τους.

Η Αλιζέτ, ο Πολ, η Ανταρλίδα, και ο Τάμπριελ βγήκαν απ’το όχημα. Το βουητό του καταρράκτη ακουγόταν δυνατό, κι από πίσω του δεν ακουγόταν κανένας άλλος ήχος – όπως, για παράδειγμα, οι έλικες ελικοπτέρων. Το δάσος ήταν ήσυχο. Και ψυχρό.

«Δε θ’ανάψουμε φωτιές,» είπε η Ανταρλίδα. «Ούτε θα κάνουμε τίποτ’άλλο που μπορεί να μας προδώσει.»

«Εννοείται,» αποκρίθηκε ο Πολ.

Ήταν απόγευμα τώρα.

4.

Ένα γρύλισμα μες στη νύχτα. Από κοντά.

Η Αλιζέτ ξύπνησε αμέσως. Ανασηκώθηκε, παραμερίζοντας την κουβέρτα και την κάπα της. Το φως που περνούσε ανάμεσα από τις φυλλωσιές των δέντρων ήταν ίσα-ίσα αρκετό για να φαίνεται η ψηλή, ανθρωποειδής μορφή με τα κέρατα που πλησίαζε, παρότι η Φεηνάρκια είχε τρία αργυρά φεγγάρια των οποίων η ακτινοβολία δεν ήταν καθόλου αδύναμη.

Μετά από μια στιγμή, όμως, η Αλιζέτ συνειδητοποίησε ότι δεν έβλεπε τη μορφή μόνο εξαιτίας του φωτός των φεγγαριών αλλά κι εξαιτίας ενός δικού της φωτός. Μια αχνή αύρα τύλιγε το πλάσμα που ζύγωνε. Ήταν μυώδες, τριχωτό, πλατύ. Θύμιζε πίθηκο. Πελώριο πίθηκο. Και είχε κέρατα. Και μια δαιμονική γυαλάδα στα μάτια.

«Τάμπριελ!» Η φωνή του Πολ μέσα απ’τα σκοτάδια. Δεν είχαν ανάψει φωτιά, όπως είχε πει η Ανταρλίδα και όπως ήταν λογικό.

«Το βλέπω.» Η φωνή του Τάμπριελ.

Το θηρίο γρύλισε ξανά, καθώς ζύγωνε τους φύλακες του μικρού καταυλισμού: τους Ιεράρχες που ονομάζονταν Διάττα και Ζίρτελον, οι οποίοι είχαν τα τουφέκια τους υψωμένα αλλά δεν πυροβολούσαν ακόμα.

«Γρυλαίος,» είπε ο Πολ.

Η Αλιζέτ είχε σηκωθεί πλέον απ’την κουβέρτα της και ήταν όρθια. Δυστυχώς, δεν είχε όπλο για να τραβήξει. Δεν της είχαν δώσει ούτε ένα ξιφίδιο.

«Δεν είναι κανονικός γρυλαίος, Πολ…» Ο Τάμπριελ.

Βρυχούμενο, το θηρίο πήδησε καταπάνω στον Ζίρτελον. «Τα Γένια του Μασμόρου, γαμώ!» μούγκρισε εκείνος καθώς πατούσε τη σκανδάλη του όπλου του, πυροβολώντας. Η Διάττα πυροβόλησε επίσης. Οι ριπές φάνηκαν να ανακόπτουν την πορεία του τέρατος, μα τραύματα δεν παρουσιάστηκαν επάνω του. Η αύρα του γυάλιζε. Ο Ζίρτελον και η Διάττα έτρεξαν ν’απομακρυνθούν.

«Σ’το είπα, Πολ. Δεν είναι κανονικός γρυλαίος,» είπε ο Τάμπριελ.

«Τι σκατά είναι, τότε;»

«Γρυλαίος μ’έναν θεό στο σβέρκο.»

«Τι λες, ρε επιστήμονα;»

«Είπες ότι κατάγεσαι από τη Φεηνάρκια, Πολ, αλλά δεν ξέρεις και πολλά γι’αυτήν…»

Πυροβολισμοί ηχούσαν καθώς ο Τάμπριελ μιλούσε: οι Ιεράρχες έριχναν στον γρυλαίο, καθώς και η Ανταρλίδα. Το πλάσμα εξακολουθούσε να μην τραυματίζεται· η αύρα γύρω του έμοιαζε να δημιουργεί μια παράξενη άυλη ασπίδα. Οι ριπές κατόρθωναν μονάχα να το σπρώχνουν λιγάκι πίσω, σαν να ήταν δυνατός αέρας.

Ο γρυλαίος βρισκόταν κοντά, τώρα. Απλώνοντας το ένα μακρύ, δυνατό χέρι του, χτύπησε τον Αρκαλόν στο στήθος, τινάζοντάς τον πίσω και κάτω. Τα μάτια του γρυλαίου στραφτάλιζαν δαιμονικά μες στο σκοτάδι, καθώς το θηρίο γρύλιζε.

«Σας είπα ότι η μάνα μου κατάγεται απ’τη Φεηνάρκια,» τόνισε ο Πολ. «Εγώ δε γεννήθηκα εδώ· και ο πατέρας μου είναι απ’τη Ρελκάμνια.»

«Σου έλεγε η μαμά σου παραμύθια με μεγάλους κερασφόρους πιθήκους για να κοιμηθείς, Πολ;» τον πείραξε η Ανταρλίδα, κρατώντας το πιστόλι της με τα δύο χέρια και πυροβολώντας το θηρίο.

«Μην το πυροβολείτε!» φώναξε ο Τάμπριελ, πηγαίνοντας να σταθεί αντίκρυ στον γρυλαίο με το ραβδί του στο ένα χέρι και κανένα όπλο στο άλλο. Οι Ιεράρχες και η Ανταρλίδα έπαψαν να ρίχνουν αλλά δεν κατέβασαν τα όπλα τους.

Τα μάτια του πλάσματος εστιάστηκαν στον Τάμπριελ.

«Ελπίζω να ξέρει τι κάνει ο μάστορας…» μουρμούρισε ο Πολ, τραβώντας δύο πιστόλια από τη ζώνη του.

Ο γρυλαίος γρύλισε.

Ο Τάμπριελ κάρφωσε το κάτω πέρας του ραβδιού του στη γη και ήρθε σε επαφή με την οντότητα που ήταν παγιδευμένη μέσα στην πορφυρή σφαίρα. Με τον Μεγάλο Ιεράρχη. Η αντίληψή του, αμέσως, έγινε ένα με την αντίληψη των Ιεραρχών. Αυτό που έβλεπαν το έβλεπε κι εκείνος. Αυτό που άκουγαν το άκουγε. Οι σκέψεις τους ήταν μία σκέψη. Και μπορούσε να αντλήσει από την ψυχική τους ενέργεια. Πράγμα που ήξερε ότι τώρα θα του χρειαζόταν. Μπορούσε, ίσως, να νικήσει κι αλλιώς τον εχθρικό θεό, μα δεν ήθελε να κουραστεί γιατί, μετά από λίγο, θα έπρεπε πάλι να δουλέψει στο ενεργειακό κέντρο του οχήματος.

Ο γρυλαίος όρμησε καταπάνω του, μουγκρίζοντας.

Ο Τάμπριελ έκανε το Ξόρκι Πνευματικής Εκδιώξεως, αντλώντας δύναμη από τους Ιεράρχες. Το θηρίο παραπάτησε, ουρλιάζοντας. Ο Τάμπριελ αισθανόταν τον θεό να παλεύει για να παραμείνει προσκολλημένος στον γρυλαίο, αλλά επίσης τον αισθανόταν να χάνει τη μάχη. Το θηρίο έπεσε στα γόνατα, βρυχούμενο, ατενίζοντας τον ουρανό. Τα μακριά, μυώδη χέρια του χτύπησαν το έδαφος, βίαια – βρόντοι ακούστηκαν. Ο Τάμπριελ συνέχισε να είναι εστιασμένος στο Ξόρκι Πνευματικής Εκδιώξεως, υποτονθορύζοντας ξανά και ξανά τα λόγια του. Η αύρα γύρω απ’τον γρυλαίο τρεμόπαιζε τώρα, έντονα. Και μετά, άρχισε να τρεμοπαίζει περισσότερο.

Ο Τάμπριελ ενέτεινε την προσπάθειά του. Τα μάτια του είχαν στενέψει. Ένιωθε ιδρώτα να κυλά στο μέτωπό του, παρά το κρύο. Αισθανόταν το μυαλό του να φλέγεται.

Ένα διαπεραστικό, αποτρόπαιο σύριγμα αντήχησε στα δάση, καθώς ο θεός ξεκολλούσε από τον γρυλαίο, μην αντέχοντας άλλο τα σφυροκοπήματα της ψυχικής δύναμης του Τάμπριελ και των Ιεραρχών. Μια άυλη μορφή φάνηκε να πετάγεται από το γονατισμένο πιθηκοειδές και να διαγράφει σπείρες μέσα στο νυχτερινό σκοτάδι προτού χαθεί ανάμεσα στους κορμούς των δέντρων.

Ο γρυλαίος έπεσε στα τέσσερα, αγκομαχώντας, γρυλίζοντας.

«Μπορούμε να το σκοτώσουμε, τώρα, το γαμημένο;» ρώτησε ο Πολ.

«Μην πυροβολήσετε!» είπε ο Τάμπριελ, χαλαρώνοντας.

Ο γρυλαίος σήκωσε το κερασφόρο κεφάλι του. Ατένισε τον Τάμπριελ. Τα μάτια του δεν γυάλιζαν δαιμονικά πλέον. Τον πλησίασε, βαδίζοντας στα τέσσερα, χωρίς να γρυλίζει, χωρίς να είναι εχθρικός. Ήρθε κοντά του σαν να ήθελε να τον ευχαριστήσει. Ο Τάμπριελ άπλωσε το χέρι του και χάιδεψε τον γρυλαίο στο κεφάλι, ανάμεσα στα κέρατα. Εκείνος έβγαλε ένα αδύναμο, φιλικό γρύλισμα.

«Να, βλέπετε;» είπε ο Τάμπριελ, «δεν είναι κακός κατά βάθος.»

«Θες να πεις ότι θα τον κρατήσουμε εδώ όλη νύχτα;» έκανε ο Πολ.

«Μη φοβάσαι, Πολ, δε θα τον βάλουμε να κοιμηθεί μαζί σου.»

Οι περισσότεροι γύρω ακούστηκαν να γελάνε.

«Πολύ αστείο, εξυπνάκια,» είπε ο Πολ, υπομειδιώντας.

Ο Τάμπριελ δεν χαμογελούσε.

5.

Το πρωί, ο γρυλαίος ακολουθούσε το μεταλλικό τετράποδο καθώς αυτό διέσχιζε τα ορεινά δάση.

Είχαν αποφασίσει να μη βγουν σε κανένα μονοπάτι ακόμα, παρά να συνεχίσουν να πηγαίνουν από μέρη που θα τους έκρυβαν από πιθανά κατασκοπευτικά ελικόπτερα. Το ταξίδι τους θα ήταν πιο αργό έτσι, αλλά θα ήταν και πιο ασφαλές.

Ο Πολ και οι Ιεράρχες κοίταζαν συνεχώς επάνω, μήπως διακρίνουν κανένα αεροσκάφος ανάμεσα από τις φυλλωσιές, όμως όλο το πρωινό δεν είδαν τίποτα, εκτός από κάποια μεγάλα πτηνά.

«Τι ήταν αυτό το πράμα που πέρασε;» έκανε η Ράιλμεχ, ξαφνιασμένη. «Υπάρχουν τόσο μεγάλα πουλιά εδώ;»

Ο Πολ γέλασε. «Πτεροδάκτυλος ήταν. Ξέρεις τι είναι ο πτεροδάκτυλος;»

«Όχι.»

«Υπάρχουν, πάντως, και μεγαλύτερα πτηνά απ’αυτόν στη Φεηνάρκια.»

«Με κοροϊδεύεις…»

«Αφού δε με πιστεύεις, άνοιξε τον ταξιδιωτικό οδηγό σου.»

Έφτασαν στις ακτές του Ωκεανού πριν από το μεσημέρι, και σταμάτησαν, βγαίνοντας από το εσωτερικό του οχήματος. Είχε κακοκαιρία: ο άνεμος που φυσούσε ήταν δυνατός, και τα κύματα που σηκώνονταν ήταν ψηλά και άγρια· χτυπούσαν τις απότομες πέτρες αφρίζοντας. Ο γρυλαίος εξακολουθούσε να είναι κοντά στην ομάδα του Μεγάλου Προφήτη της Νόρχακ, μα δεν πλησίαζε τη θάλασσα· έδειχνε να τη φοβάται.

«Δε φαίνεται νάναι καιρός για μπάνιο,» σχολίασε ο Πολ.

«Θα κολυμπήσουμε, όμως,» του είπε η Ανταρλίδα.

«Πού πηγαίνουμε;» ρώτησε η Αλιζέτ. «Μέχρι στιγμής έχουμε περάσει από τρεις διαστάσεις, κι αυτή είναι η τέταρτη. Η Φεηνάρκια ήταν ο προορισμός μας;» Τα λόγια της ακούγονταν μετά δυσκολίας πίσω από τον θόρυβο των κυμάτων και του αέρα.

«Όχι,» της αποκρίθηκε ο Τάμπριελ, «δεν είναι εδώ ο προορισμός μας.»

«Πού είναι;»

«Στην πατρίδα σου, στη Βίηλ. Και θα χρειαστούμε τη βοήθειά σου για να φτάσουμε εκεί, Αλιζέτ.»

«Τη βοήθειά μου;»

«Ναι. Αν δεν κάνω λάθος, η διαστασιακή δίοδος από Φεηνάρκια προς Βίηλ φυλάσσεται καλά από τους πολεμιστές της Παντοκράτειρας, και θέλω να αποφύγω τη σύγκρουση μαζί τους. Δεν ξέρω αν μπορούμε να τους προσπεράσουμε μόνοι μας, και θα προτιμούσα να μη μπλέξω άλλους επαναστάτες σ’αυτή την υπόθεση.»

«Και πιστεύεις ότι εγώ μπορώ να σας βοηθήσω;»

«Υπηρετείς τόσο καιρό την Παντοκράτειρα, είσαι Μαύρη Δράκαινα, και είσαι η Σκοτεινή Βασίλισσα: ναι, πιστεύω ότι μάλλον θα μπορείς να μας βοηθήσεις, Αλιζέτ.»

Η Αλιζέτ τον ατένισε καχύποπτα, αναρωτούμενη αν προσπαθούσε να τη φέρει με το μέρος του χρησιμοποιώντας ανόητες κολακείες. Παίζοντας με τον εγωισμό της. Η όψη του δεν φανέρωνε τίποτα. Δεν χαμογελούσε, και τα μάτια του ήταν όπως πάντα, γκρίζα και μυστηριώδη. Τα λευκά του μαλλιά ανέμιζαν γύρω απ’το κεφάλι του, καθώς ο αέρας σφύριζε και η θάλασσα μούγκριζε.

Δεν πρόκειται να με ξεγελάσει.

Αλλά, από την άλλη, γιατί να μην τους βοηθούσε; Ήθελε κι εκείνη να μάθει τι συνέβαινε μ’αυτόν τον Ελκράσ’ναρχ, δεν ήθελε; Και οι φύλακες στη διαστασιακή δίοδο προς Βίηλ δεν ήταν τώρα παρά ένα εμπόδιο, τίποτα περισσότερο.

«Θα σκεφτώ τι μπορώ να κάνω,» του αποκρίθηκε.

Ο Τάμπριελ ένευσε, μοιάζοντας ικανοποιημένος απ’την απάντησή της – αν μπορούσε ποτέ κανείς να κρίνει κάτι από την έκφρασή του, σκέφτηκε η Αλιζέτ.

6.

Αφού ξεκουράστηκαν κοντά στην ακρογιαλιά, σ’ένα σημείο που ήταν προφυλαγμένοι από τα κύματα, επέστρεψαν πάλι στο εσωτερικό του τετράποδου οχήματός τους.

Τώρα, σκέφτηκε η Ανταρλίδα, θ’ανακαλύψουμε αν τα ραγίσματα στα τζάμια είναι επικίνδυνα ή όχι. «Να είστε έτοιμοι,» προειδοποίησε τους υπόλοιπους, «για την περίπτωση που νερό αρχίσει να μπαίνει στο σκάφος.»

«Τι πρέπει να κάνουμε αν γίνει αυτό;» ρώτησε η Ράιλμεχ.

«Να σταματήσουμε τη διαρροή, πανέξυπνη,» είπε ο Πολ.

Η Ράιλμεχ τον αγριοκοίταξε.

Ο Τάμπριελ είχε ήδη υφάνει τη Μαγγανεία Κινήσεως· η Ανταρλίδα έβλεπε στην κονσόλα εμπρός της ότι η ενεργειακή ροή κυλούσε ομαλά. Έβαλε το όχημα να βαδίσει προς τη θάλασσα. Τα πόδια του μπήκαν στο νερό, κι άρχισε να πηγαίνει ολοένα και πιο βαθιά.

Από τα βράχια της παραλίας, ο γρυλαίος τούς ατένιζε χωρίς να τους ακολουθεί.

Το νερό είχε πλέον φτάσει στα τζάμια. «Τάμπριελ!» φώναξε η Ανταρλίδα.

Ο Τάμπριελ ύφανε το Ξόρκι Μηχανικής Μεταβλητότητος, και το όχημα έγινε υποβρύχιο σκάφος. Η Ανταρλίδα το οδήγησε βαθιά μέσα στον Ωκεανό και, μετά, το βύθισε κάτω από τα άγρια κύματα.

«Πώς είναι τα τζάμια;» ρώτησε.

«Δε φαίνεται να υπάρχουν ραγίσματα,» είπε ο Όρνιφιμ. «Γιατί;»

«Τα φινιστρίνια είναι μικρότερα απ’τα παράθυρα της άλλης μορφής,» αποκρίθηκε η Ανταρλίδα. «Γι’αυτό, μάλλον. Κατά την αλλαγή, ο μηχανισμός του συστήματος προτίμησε να χρησιμοποιήσει τα καλύτερα κομμάτια της ύλης του τζαμιού. Η ζημιά πρέπει να μεταφέρθηκε κάπου αλλού.»

«Πού;»

«Είναι αμελητέο, μάλλον,» είπε ο Πολ στον Όρνιφιμ.

Η Ανταρλίδα κοίταζε τον χάρτη στην οθόνη της, καθώς πλοηγούσε το υποβρύχιο μέσα στα βάθη του Ωκεανού της Φεηνάρκια ακολουθώντας ρότα βόρεια και ανατολική.

Το ταξίδι τους δεν ήταν μικρό. Η απόσταση που ήθελαν να καλύψουν ήταν, περίπου, τριακόσια μίλια, και ο Τάμπριελ δεν μπορούσε να βρίσκεται συνέχεια στο ενεργειακό κέντρο του σκάφους· δούλευε τέσσερις ώρες, μετά ξεκουραζόταν, και μετά ξαναδούλευε. Επιπλέον, το υποβρύχιό τους μπορούσε να αναπτύξει, με ασφάλεια, ταχύτητα έως δεκατρεισήμισι κόμπους. Μ’αυτά τα δεδομένα, χρειάστηκαν μία ημέρα και το μεγαλύτερο μέρος της δεύτερης για να φτάσουν στον προορισμό τους, στις βόρειες ακτές του Ωκεανού.

Όταν ήθελαν να ξεκουραστούν, σταματούσαν κοντά σε μικρά νησιά, εκεί όπου πίστευαν ότι δεν θα τους έβλεπαν. Κοίταζαν ολόγυρα με το περισκόπιο, για τυχόν Παντοκρατορικά φυλάκια ή άλλους κινδύνους, κι ύστερα ανέβαζαν το σκάφος στην επιφάνεια της θάλασσας. Συνήθως αναπαύονταν μέσα στο υποβρύχιο, ή καθισμένοι έξω απ’την καταπακτή του. Τέσσερις τέτοιες στάσεις έκαναν, και μονάχα μία φορά βγήκαν στην ακτή κατόπιν προτροπής του Πολ.

«Πάμε ν’αγοράσουμε τίποτα απ’αυτό το χωριό,» τους είπε.

«Δεν υπάρχει λόγος να μπούμε σε άσκοπο κίνδυνο,» διαφώνησε η Ανταρλίδα.

«Ποιο κίνδυνο, ρε Στρατηγέ μου; Κάτι ψαράδες μένουν μόνο εκεί – δε βλέπεις;»

Ο Τάμπριελ, τελικά, έλυσε τη διαφωνία λέγοντάς τους πως, όντως, μάλλον μονάχα ψαράδες έμεναν στο χωριό. Όποιοι ήθελαν ας πήγαιναν, αλλά να μην αργήσουν να επιστρέψουν.

«Αυτό σημαίνει, υποθέτω, ότι ο Μεγάλος Προφήτης δε θάναι μαζί μας…» είπε ο Πολ.

«Δεν έχω όρεξη να κολυμπάω μες στο απόγευμα ύστερα από τέσσερις ώρες στο ενεργειακό κέντρο. Αλλά, παρ’όλ’αυτά, θα είμαι κοντά με άλλο τρόπο.»

Δεν είχαν βάρκα, και το υποβρύχιο δεν μπορούσε να πλησιάσει πολύ την ακτή, όπου τα νερά ήταν ρηχά. Ούτε ήθελαν να το μεταμορφώσουν σε όχημα, τροχοφόρο ή τετράποδο, και να τραβήξουν ανεπιθύμητη προσοχή επάνω τους. Ο Πολ, η Ανταρλίδα, και η Αλιζέτ φόρεσαν στολές κατάδυσης και βούτηξαν στη θάλασσα. Μαζί τους πήγαν ο Όρνιφιμ, η Ράιλμεχ, και ο Αρκαλόν – αυτό εννοούσε ο Τάμπριελ λέγοντας ότι θα ήταν κοντά τους: όπου ήταν οι Ιεράρχες, εκεί ήταν κι αυτός.

Οι ντόπιοι ήταν, πράγματι, ψαράδες και αποδείχτηκαν φιλικοί αφού ο θεός τους – ένα πελώριο ψάρι με πλοκάμια, το οποίο κρατούσαν μέσα σ’έναν μεγάλο νερόλακκο – δεν έδειξε να υποπτεύεται τους ξένους. Τους έδωσαν τρόφιμα και ποτά, που εκείνοι έβαλαν σε ειδικούς αδιάβροχους σάκους. Κολυμπώντας πάλι, επέστρεψαν στο υποβρύχιο.

«Αναρωτιέμαι τι θα γινόταν αν το καταραμένο ψάρι τους δεν μας είχε συμπαθήσει,» είπε ο Πολ.

«Κρατάνε τον θεό τους μέσα σ’ένα νερόλακκο…» σχολίασε η Αλιζέτ, παραξενεμένη, καθώς τυλιγόταν μέσα στην κάπα της για να ζεσταθεί.

«Ξέρεις κανένα καλύτερο μέρος για να κρατάς τον θεό σου;» είπε ο Τάμπριελ, αγέλαστος όπως πάντα.

7.

Το απόγευμα της δεύτερης ημέρας έφτασαν σε μια βραχώδη ακτή στα βόρεια του Ωκεανού, και η Ανταρλίδα έψαξε να βρει ένα ομαλό ακρογιάλι για να μεταμορφώσουν το υποβρύχιό τους και να βγουν. Μετά από λίγη ώρα αναζήτησης το βρήκε, και φώναξε στον Τάμπριελ να αλλάξουν μορφή. Το σκάφος τους έγινε ένα ψηλό μεταλλικό τετράποδο, το μισό μέσα στο νερό, το μισό έξω. Η Ανταρλίδα το οδήγησε στην ακτή, κι εκεί βγήκαν.

«Δεν είμαστε μακριά από τη δίοδο για Βίηλ, τώρα,» είπε ο Πολ.

«Αλιζέτ,» ρώτησε ο Τάμπριελ, «έχεις κάποιο σχέδιο;»

«Νομίζω πως ναι, αν όλα είναι ακόμα όπως τα θυμάμαι.»

Η Ανταρλίδα σκόπευε να την προσέχει πολύ. Ήταν σα να βάζεις τον λύκο για οδηγό σου μέσα στο ίδιο του το λημέρι. Τα κέρατα του Κάρτωλακ γαμώ…

Ρελκάμνια

Η Φενίλδα ακολούθησε τον Κλαρκ στο Φαντασκεύασμα, βαδίζοντας μέσα σε γεωμετρικά τέλειους διαδρόμους φωτισμένους από λευκό φως το οποίο έμοιαζε να προέρχεται από τους τοίχους. Θα προτιμούσε κι ο Ελπιδοφόρος να ήταν μαζί, γιατί τον Κλαρκ δεν τον ήξερε, και δεν τον εμπιστευόταν απόλυτα (παρότι πίστευε ότι όντως θα τη βοηθούσε να ξεφορτωθεί τον πονοκέφαλό της – επειδή αυτό ήταν μέσα στο ευρύτερο σχέδιό του για να νικήσει τον Ελκράσ’ναρχ). Ο Ελπιδοφόρος, όμως, δεν μπορούσε να έρθει. Το παράξενο φυλαχτό που του είχε δώσει ο Κλαρκ λειτουργούσε μόνο στη Ρελκάμνια, αλλάζοντας κάποιες διαστασιακές παραμέτρους της, και οι Πειθαρχικοί του Κενού μπορούσαν να επιβιώσουν μόνο εντός της περιοχής επίδρασης του φυλαχτού. Αυτό σήμαινε πως, αν ο Ελπιδοφόρος έφευγε από τη Ρελκάμνια, οι Πειθαρχικοί μάλλον θα πέθαιναν. Ήταν, ουσιαστικά, δεμένος μαζί τους, ή εκείνοι δεμένοι μ’αυτόν.

Η Φενίλδα ήλπιζε να τον βοηθούσαν τουλάχιστον, να μην ήταν απλά μια παραλλαγή του ελέγχου που οι Υπερασπιστές ασκούσαν επάνω του. Ο Κλαρκ, πάντως, πρέπει να θεωρούσε ότι θα φαίνονταν χρήσιμοι. Κι επιπλέον, η επιβίωση των Πειθαρχικών του Κενού δεν ήταν ο μόνος λόγος για τον οποίο είχε αφήσει τον Ελπιδοφόρο πίσω. Του είχε αναθέσει μια αποστολή, όσο εκείνος κι η Φενίλδα θα έλειπαν: μια αποστολή που σχετιζόταν άμεσα με το γεγονός ότι τώρα η Παντοκράτειρα έλειπε από τη Ρελκάμνια. Η Φενίλδα ήλπιζε να μην αποδεικνυόταν πολύ επικίνδυνη γι’αυτόν, διότι περιλάμβανε να εισβάλει στο Παντοτινό Ανάκτορο.

«Οι Υπερασπιστές λείπουν μαζί με την Παντοκράτειρα;» είχε ρωτήσει η Φενίλδα τον Κλαρκ, προτού φύγουν από το διαμέρισμά του μέσω του Φαντασκευάσματος.

«Ένα μέρος του Ελκράσ’ναρχ λείπει, ένα άλλο μέρος του είναι εδώ.»

«Μπορεί να το κάνει αυτό; Δεν είπες ότι η Παντοκράτειρα είναι πλοηγός του;»

«Ναι, πλοηγός του μέσα στο σύμπαν μας, όχι μέσα στη Ρελκάμνια και μόνο. Και το γεγονός ότι ένα μέρος του Ελκράσ’ναρχ βρίσκεται κοντά της είναι αρκετό για να υπάρχουν και όλα τα υπόλοιπα μέρη του, σ’όποια διάσταση κι αν βρίσκονται.»

Η Φενίλδα ακόμα προσπαθούσε να κατανοήσει πλήρως αυτή την ιστορία με τον πλοηγό και τον Ελκράσ’ναρχ. Γιατί μια οντότητα από τον Ενιαίο Κόσμο να έχει πρόβλημα να βρίσκεται εδώ; Γιατί να χρειάζεται κάποια σαν την Αγαρίστη;

Τώρα, όμως, καθώς η Φενίλδα διέσχιζε τους διαδρόμους του Φαντασκευάσματος, δεν αναρωτιόταν για τον Ελκράσ’ναρχ. Ανησυχούσε για τον Ελπιδοφόρο, και μια καινούργια απορία ήρθε στο μυαλό της: Γιατί οι Πειθαρχικοί του Κενού μάς βοηθάνε; Τι έχουν να κερδίσουν;

Στράφηκε να κοιτάξει τον Κλαρκ. «Ο Άερ’θλαρ και η Άι’νιρ είναι εδώ με τη θέλησή τους;»

Ο Κλαρκ χαμογέλασε μέσα από τα μούσια του. «Νομίζεις ότι θα μπορούσα να τους έχω σκλαβώσει, Φενίλδα;»

«Ομολογώ ότι δεν ξέρω τι μπορείς να κάνεις. Δεν μπορώ καν να φανταστώ.»

«Όχι,» είπε ο Κλαρκ, «ούτε εγώ δεν έχω τη δύναμη να υποδουλώσω Πειθαρχικούς του Κενού. Με τη θέλησή τους είναι εδώ.»

«Γιατί;»

«Για να μας βοηθήσουν να πολεμήσουμε τον Ελκράσ’ναρχ.»

«Το καταλαβαίνω αυτό, αλλά οι ίδιοι τι έχουν να κερδίσουν;»

«Ο Ελκράσ’ναρχ θέλει να αναδημιουργήσει τον Ενιαίο Κόσμο,» εξήγησε ο Κλαρκ, καθώς πλησίαζαν το πέρας του διαδρόμου, όπου εργάζονταν πυρετωδώς οι Τεχνίτες, επεκτείνοντάς τον· «και στον Ενιαίο Κόσμο, το Πορφυρό Κενό δεν θα έχει καμία θέση. Ένας τέτοιος κόσμος, κατά πάσα πιθανότητα, θα είναι κλειστός.»

«Δηλαδή, το Πορφυρό Κενό θα καταστραφεί;»

«Δεν είμαι βέβαιος τι θα συμβεί· έχω, όμως, κάποιες θεωρίες.»

«Ούτε οι Πειθαρχικοί ξέρουν τι θα συμβεί;»

«Όχι,» είπε ο Κλαρκ, «όχι ακριβώς.»

«Μα, νόμιζα ότι είναι κάτι σαν θεοί…»

«Ούτε οι θεοί δεν τα ξέρουν όλα. Όπως σου είπα, όμως, έχω κάποιες θεωρίες για το τι πιθανώς θα συμβεί. Το Πορφυρό Κενό δεν είναι ακριβώς ‘διάσταση’ όπως οι άλλες διαστάσεις. Είναι, περισσότερο, ένας χώρος ανάμεσα στις διαστάσεις. Ένα άνοιγμα στο σύμπαν μας.»

«Μπορείς, ταξιδεύοντας στο Πορφυρό Κενό, να επισκεφτείς άλλα σύμπαντα;»

«Δεν αποκλείεται.»

«Το γνωρίζεις ή δεν το γνωρίζεις;»

«Δεν έχω ο ίδιος επισκεφτεί κανένα άλλο σύμπαν, αν αυτό ρωτάς,» αποκρίθηκε ο Κλαρκ. Και συνέχισε: «Αν ο Ελκράσ’ναρχ αναδημιουργήσει τον Ενιαίο Κόσμο, τότε μπορεί να συμβούν διάφορα ενδεχόμενα. Πρώτο ενδεχόμενο: Ίσως απλά να κλείσουν τα ανοίγματα που ενώνουν το σύμπαν μας με το Πορφυρό Κενό, όπως το άνοιγμα στα νότια της Σεργήλης. Δεύτερο ενδεχόμενο: Ίσως να καταστραφεί το μέρος του Κενού που θεωρείται κομμάτι του δικού μας σύμπαντος. Τρίτο ενδεχόμενο: Ίσως, από τον ανασχηματισμό του σύμπαντός μας, να γίνουν διάφορες αναταράξεις στο Κενό.»

«Είσαι σίγουρος πως ο Ελκράσ’ναρχ δεν θα θέλει να διατηρήσει κάποιο άνοιγμα που οδηγεί στο Κενό;»

«Σ’αυτή την περίπτωση – που, ομολογουμένως, δεν αποκλείεται – θα θέλει, επίσης, να υποδουλώσει τους Πειθαρχικούς του Κενού και κάθε άλλη μορφή ζωής που κατοικεί εκεί. Ή, τουλάχιστον, που κατοικεί στα μέρη του Κενού τα οποία βρίσκονται πιο κοντά στο σύμπαν μας.»

«Και οι Πειθαρχικοί, υποθέτω, δεν θέλουν να πραγματοποιηθεί τίποτα απ’αυτά που ανέφερες…» είπε η Φενίλδα.

«Ακριβώς. Δύο απ’αυτούς, λοιπόν, προθυμοποιήθηκαν να μας βοηθήσουν.»

«Ήρθαν και σε βρήκαν;»

«Ο Δαίδαλος επικοινώνησε μαζί τους, όταν είχε πάει στο Κενό.

»Πλησιάζουμε στον προορισμό μας, Φενίλδα.»

Οι Τεχνίτες είχαν ανοίξει μια είσοδο στα δεξιά, στο βάθος του διαδρόμου. Ο Κλαρκ και η Φενίλδα έφτασαν εκεί και έστριψαν. Βγήκαν σ’ένα σκοτεινό μέρος, και ο πρώτος άναψε έναν φακό, αποκαλύπτοντας έναν διάδρομο που – η Φενίλδα αμέσως το κατάλαβε – αποκλείεται να ήταν μέρος του Φαντασκευάσματος. Το γεωμετρικό του σχήμα δεν ήταν τόσο τέλειο. Δεν ήταν καθόλου τέλειο.

Η Φενίλδα κοίταξε πίσω. Δεν υπήρχε καμια πόρτα…

«Κλαρκ,» ρώτησε, «πώς εμφανίζονται κι εξαφανίζονται οι είσοδοι του Φαντασκευάσματος;»

«Όταν δεν τις κοιτάς.»

«Με κοροϊδεύεις;»

Ο Κλαρκ γέλασε. «Όχι, Φενίλδα, πραγματικά εμφανίζονται όταν κανείς δεν τις κοιτά. Όταν κοιτάζεις ένα συγκεκριμένο σημείο, το Φαντασκεύασμα δεν μπορεί να παρουσιάσει είσοδο εκεί.»

«Γιατί;»

«Διότι προκαλεί, ουσιαστικά, μικρές αλλοιώσεις στην πραγματικότητα της Ρελκάμνια. Όταν υπάρχει παρατηρητής, η πραγματικότητα ισχυροποιείται από την αντίληψή του, κι έτσι το Φαντασκεύασμα δεν μπορεί να την αλλοιώσει.»

«Σοβαρολογείς…»

«Ασφαλώς και σοβαρολογώ. Είναι αυτό που σου έλεγα και χτες: εμείς οι ίδιοι φτιάχνουμε την πραγματικότητά μας. Όταν δεν κοιτάμε μπορεί ν’αλλάξει. Συνεχώς, όμως, κοιτάμε αυτό που θέλουμε να δούμε, έτσι δεν είναι; Επομένως, όταν κάποιος ή κάτι σχεδιάζει να αλλοιώσει τη συλλογική πραγματικότητα που βιώνουμε, πρέπει να μας κάνει ν’αρχίσουμε, σταδιακά, να πιστεύουμε σε μια πραγματικότητα που είναι ολοένα και περισσότερο αλλοιωμένη. Αν μας ξεγελάσει και δεν του αντισταθούμε, η δεδομένη πραγματικότητα σύντομα θα γίνει πολύ διαφορετική – μέχρι και τραγικά διαφορετική. Αυτό είναι που προσπαθεί να επιτύχει και ο Ελκράσ’ναρχ, και ξέρει, φυσικά, ότι δεν μπορεί να επιτευχθεί από τη μια μέρα στην άλλη – όχι στην κλίμακα που χρειάζεται.»

Η Φενίλδα δεν είπε τίποτα, έτσι ο Κλαρκ στράφηκε και προχώρησε, φωτίζοντας με τον φακό του. Εκείνη τον ακολούθησε, βαδίζοντας επάνω στις μαλακές μπότες που της είχε δώσει μαζί με τα υπόλοιπα ρούχα προτού φύγουν από το διαμέρισμά του. Η Φενίλδα δεν ήταν πια ντυμένη με το νυχτερινό της φόρεμα· φορούσε ένα δερμάτινο παντελόνι, μια εφαρμοστή μπλούζα, και μια μακριά, γκρίζα καπαρντίνα. Στον ώμο της είχε έναν σάκο, ο οποίος περιείχε μερικά ρούχα ακόμα και κάποια άλλα απαραίτητα πράγματα (ανάμεσα στα οποία και το φάρμακο για τον πονοκέφαλό της, φυσικά)· ο Κλαρκ τής είχε πει ότι, καλώς εχόντων των πραγμάτων, το ταξίδι τους στην Απολλώνια δεν θα διαρκούσε πολύ. «Και φαίνεται πως είμαστε τυχεροί που βρήκαμε τον Δαίδαλο εκεί,» είχε προσθέσει. «Σκοπεύει σύντομα να ταξιδέψει προς Βίηλ, όπου έχει μια δουλειά.»

«Τι μέρος είν’αυτό;» τον ρώτησε τώρα η Φενίλδα.

«Μια παλιά δεξαμενή,» αποκρίθηκε ο Κλαρκ καθώς έβγαιναν από τον διάδρομο κι έμπαιναν σ’έναν μεγάλο κυκλικό χώρο που έμοιαζε με το εσωτερικό σωλήνα. Στο κέντρο του, ένα μικρό αεροπλάνο ήταν προσγειωμένο.

«Δεξαμενή; Κι έχεις εδώ μέσα το σκάφος σου;»

«Για να βλέπεις…» Ο Κλαρκ πλησίασε το αεροπλάνο.

«Δεν είναι επικίνδυνο; Δεν μπορεί να το εντοπίσουν οι πράκτορες του Ελκράσ’ναρχ;»

«Μάλλον απίθανο. Το μέρος δεν είναι απροστάτευτο. Αλλά ακόμα κι αν το βρουν δεν πειράζει· θ’αλλάξω. Δεν μπορούν μέσα από εδώ να με εντοπίσουν.» Ο Κλαρκ άνοιξε μια πλαϊνή πόρτα του αεροσκάφους. «Πέρασε, Φενίλδα.»

Η Φενίλδα ανέβηκε στο αεροπλάνο, και ο Κλαρκ την ακολούθησε. Το εσωτερικό ήταν σκοτεινό, μέχρι που ο μάγος, πηγαίνοντας μπροστά, πάτησε ένα κουμπί και άναψε τα φώτα. Η Φενίλδα είδε ότι το σκάφος ήταν πολύ καλοφτιαγμένο. Τα καθίσματα έμοιαζαν αναπαυτικά. Αφήνοντας τον σάκο της παραδίπλα, κάθισε σε ένα και διαπίστωσε ότι ήταν όντως αναπαυτικά.

Ο Κλαρκ είχε καθίσει στο πιλοτήριο.

Η Φενίλδα τον ρώτησε: «Πού είναι το ενεργειακό κέντρο;» Το σκάφος, αναμφίβολα, διέθετε ιδιότητες αιθερικού ταξιδιού, για να μπορεί να πάει στην Απολλώνια, και όλα τα αεροσκάφη με ιδιότητες αιθερικού ταξιδιού χρειάζονταν μάγο για να ελέγχει την ενεργειακή ροή τους.

«Δεν έχει,» αποκρίθηκε ο Κλαρκ.

Η Φενίλδα συνοφρυώθηκε, παραξενεμένη. «Είναι από εκείνα τα αεροσκάφη που μπορούν να ταξιδέψουν στον Αιθέρα χωρίς τη βοήθεια μάγου;» Υπήρχαν ορισμένα τέτοια – μικρά, κυρίως. Ήταν πολύ δύσκολο να φτιαχτούν γιατί έπρεπε τα συστήματά τους να μπορούν να κάνουν από μόνα τους πολύ καλή διαχείριση της ενέργειας – κάτι που, κατά κανόνα, πιο εύκολα το έκανε το μυαλό ενός μάγου παρά ο προγραμματισμός μιας μηχανής.

«Όχι,» είπε ο Κλαρκ. «Τα θεωρώ επικίνδυνα, για να είμαι ειλικρινής – δεν εμπιστεύομαι τις μηχανές που δεν είναι ευέλικτες.»

«Πώς λειτουργεί, τότε, αυτό το αεροπλάνο;»

«Χρειάζεται μάγο για να πετάξει. Εμένα. Όταν πιάνω το τιμόνι» – το άγγιξε με τα δύο χέρια – «έρχομαι σε άμεση επαφή με την ενεργειακή ροή του σκάφους.»

«Μπορείς να το πιλοτάρεις ενώ χρησιμοποιείς τη Μαγγανεία Κινήσεως;» Εξωφρενικό!

«Δεν χρειάζομαι καθόλου τη Μαγγανεία Κινήσεως, Φενίλδα,» είπε ο Κλαρκ, αρχίζοντας να πατά κουμπιά και διακόπτες στην κονσόλα εμπρός του. «Μπορώ να διαχειρίζομαι την ενέργεια του σκάφους με το μυαλό μου, χωρίς κανένα πρόβλημα.»

Η Φενίλδα άκουσε τις μηχανές να μπαίνουν σε λειτουργία. Ο Κλαρκ προσπαθεί, συνεχώς, να με τρελάνει, σκέφτηκε. Από τότε που τον είχε γνωρίσει, όλα αυτά που της έλεγε ήταν πράγματα τα οποία εκείνη μέχρι πρότινος θεωρούσε αδύνατα. Ήταν σαν να της ανατρέπει ολόκληρο τον κόσμο της.

Στο μυαλό της ήρθαν τα λόγια του Κλαρκ για τη φύση της πραγματικότητας…

Το αεροσκάφος υψώθηκε κάθετα. Είχε προωθητήρες προφανώς· δεν χρειαζόταν να τρέξει σε αεροδιάδρομο. Βγήκε απ’τη δεξαμενή και πέταξε πάνω από τη Ρελκάμνια.

Η Φενίλδα, κοιτάζοντας από το παράθυρο, είδε ότι η δεξαμενή πρέπει να βρισκόταν – αν δεν έκανε λάθος – κάπου στο Κηπευτήριο. Προσπάθησε να θυμηθεί αν είχε ποτέ ακούσει για τίποτα εγκαταλειμμένες δεξαμενές εκεί, αλλά καμία τέτοια περίπτωση δεν ήρθε στο μυαλό της.

Το αεροπλάνο υψώθηκε ακόμα περισσότερο, πέρασε ανάμεσα από αερογέφυρες και πάνω απ’τα ψηλότερα οικοδομήματα της Ρελκάμνια. Πέταξε στους ουρανούς της, πηγαίνοντας προς το σημείο μετάβασης για Αιθέρα.

Ένα φωτάκι άρχισε ν’αναβοσβήνει στην κονσόλα μπροστά στον Κλαρκ κι ένα μπιπ μπιπ ν’ακούγεται.

«Προσπαθούν να επικοινωνήσουν μαζί μας,» είπε η Φενίλδα ενώ συγχρόνως έβλεπε από το παράθυρο Παντοκρατορικά αεροσκάφη να έρχονται.

«Δεν είμαι τόσο κοινωνικός, δυστυχώς.» Ο Κλαρκ πάτησε ένα κουμπί, διακόπτοντας το φωτάκι και το μπιμ μπιπ. Ύστερα επιτάχυνε. Και η ταχύτητα που ανέπτυξε το αεροσκάφος του ήταν πραγματικά μεγάλη.

Η Φενίλδα είδε, ξαφνικά, τα Παντοκρατορικά αεροπλάνα να εξαφανίζονται πίσω τους. Γέλασε, άθελά της. Δεν πρέπει να το περίμεναν αυτό.

«Μας ακολουθούν,» είπε ο Κλαρκ, κοιτάζοντας μια οθόνη. «Δεν ξέρουν πότε κάτι ξεπερνά τις δυνατότητές τους.» Επιτάχυνε κι άλλο.

Πλησίαζαν το σημείο μετάβασης τώρα.

«Κάθε φορά που θέλεις να περάσεις στον Αιθέρα, κυνηγιέσαι με τα αεροσκάφη της Παντοκράτειρας;» ρώτησε η Φενίλδα.

«Συνήθως καταφέρνω να τα αποφύγω. Μερικές φορές, όμως, με εντοπίζουν. –Ετοιμάσου για τη μετάβαση.»

Η Φενίλδα δέθηκε στο κάθισμά της.

Αιθήρ

Μια ξαφνική μεταβολή. Ένας κυματισμός παντού γύρω, σαν ολόκληρο το σύμπαν να τρανταζόταν.

Η Φενίλδα αισθάνθηκε να ζαλίζεται.

Και ο πονοκέφαλός της επέστρεψε. Πιάνοντας το κεφάλι της, έτριξε τα δόντια ακούσια. Είδε κάτι να γυαλίζει μπροστά της και γράμματα να σχηματίζονται. Γράμματα… άγνωστα… Σύμβολα… Ο πόνος τη λόγχιζε από το μέτωπο ώς τον αυχένα. Η Φενίλδα επικέντρωσε την προσοχή της στα γράμματα – δεν ήξερε γιατί, απλά το έκανε. Επικέντρωσε την προσοχή της επάνω τους, χωρίς να τα διαβάζει – χωρίς να γνωρίζει πώς ακριβώς να τα διαβάσει αλλά νομίζοντας πως αν άφηνε τον εαυτό της ελεύθερο θα τα διάβαζε… και τότε ίσως να έκανε το Ανώνυμο Ξόρκι, τη Διαστασιακή Ρομφαία – πράγμα που θα αποδεικνυόταν καταστροφικό.

Συνέχισε να έχει την προσοχή της εστιασμένη στα γράμματα. Ο πονοκέφαλος υποχώρησε… Υποχώρησε κι άλλο… Έσβησε. Τα γράμματα διαλύθηκαν· ή, μήπως, η ίδια τα έκανε να διαλυθούν;

«Φενίλδα. Μ’ακούς;» Ο Κλαρκ. Από δίπλα. Από το πιλοτήριο.

Η Φενίλδα βλεφάρισε. Η όρασή της ξεθόλωσε. Τον είδε να την κοιτάζει. «Δεν το πιστεύω…» μουρμούρισε.

«Τι;»

«Ο πονοκέφαλός μου… σταμάτησε. Τον έκανα να σταματήσει!»

«Πώς;»

Από τα παράθυρα γύρω τους, τώρα, φαινόταν η αργυρογάλανη απεραντοσύνη του Αιθέρα, η οποία διακοπτόταν μονάχα από μεγάλα και μικρά νεφελώματα.

«Επικέντρωσα την προσοχή μου στα γράμματα,» αποκρίθηκε η Φενίλδα. «Τα γράμματα που είχα δει και την προηγούμενη φορά. Παρουσιάστηκαν μπροστά μου. Εστίασα την προσοχή μου επάνω τους και, σταδιακά, ο πονοκέφαλος πέρασε… Δεν είμαι βέβαιη αν θα μπορούσα να το επαναλάβω. Ίσως και να μπορούσα, ίσως όχι… Πάντως, δεν ήταν ανώδυνο.» Τα έλεγε όλα τούτα ήρεμα, σχεδόν ουδέτερα. Σχεδόν σαν να μιλούσε για ένα ακαδημαϊκό θέμα που δεν την αφορούσε άμεσα. Κι αυτό δεν την παραξένευε – πράγμα που ήταν παράξενο από μόνο του. Η Φενίλδα είχε παρατηρήσει πως, ύστερα από εκείνη την εμπειρία με τον πονοκέφαλό της στο διαμέρισμα του Κλαρκ, είχε αποκτήσει μια ηρεμία εντός της την οποία μονάχα αλλόκοτη θα μπορούσε να χαρακτηρίσει. Ήταν σαν να είχε αντικρίσει το πιο τρομερό πράγμα στο σύμπαν και μετά ό,τι άλλο κι αν γινόταν δεν μπορούσε να την τραντάξει.

Δεν το είχε πει αυτό σε κανέναν: ούτε στον Ελπιδοφόρο ούτε στον Κλαρκ. Δεν ήξερε πώς θα το έπαιρναν…

«Βλέπεις;» είπε ο Κλαρκ. «Πρέπει να έχω δίκιο. Το μυαλό σου είναι σαν να προσπαθεί να μάθει με τον σωστό τρόπο το ξόρκι. Αυτό που σου έκαναν οι Υπερασπιστές διατάραξε την ομαλή λειτουργία της σκέψης σου, κι αυτό που πρέπει να γίνει τώρα είναι, νομίζω, να την επαναφέρουμε στη σωστή τροχιά.»

Η Φενίλδα δεν μίλησε. Πήρε το βλέμμα της από τον Κλαρκ στρέφοντάς το στον ατελείωτο αργυρογάλανο ουρανό του Αιθέρα. Έβγαλε τα γυαλιά της από την καπαρντίνα της και τα φόρεσε, μεγάλα και στρογγυλά. Ήθελε να παρατηρεί τα νεφελώματα, γιατί γνώριζε ότι ορισμένα από αυτά ήταν ζωντανές, νοήμονες οντότητες: και, ασφαλώς, ενδιέφεραν μια μάγισσα του τάγματος των Ερευνητών.

Μετά από λίγο, ο Κλαρκ ρώτησε: «Τι μπορείς να μου πεις για την Παντοκράτειρα, Φενίλδα; Ο Ελπιδοφόρος μού εξήγησε ότι είσαι προσωπική φίλη της.»

«Το όνομά της είναι Αγαρίστη.»

«Αγαρίστη; Αυτό είναι το πραγματικό όνομα της Παντοκράτειρας;»

«Αυτό ξέρω εγώ, τουλάχιστον. Δεν είναι κάτι που αναφέρει στον καθένα, πάντως. Οι περισσότεροι την ξέρουν μόνο ως ‘η Παντοκράτειρα’. Ακόμα κι οι σύζυγοί της, νομίζω.»

«Τι άλλα γνωρίζεις γι’αυτήν;»

«Ελάχιστα, οφείλω να ομολογήσω, Κλαρκ.» Έτριψε το μέτωπό της, σκεπτικά. «Αναμφίβολα, θα ξέρεις ότι ως προσωπικότητα είναι κάπως… απρόβλεπτη. Κάνει παράξενα πράγματα. Πράγματα που αν έκανε κάποιος άλλος θα έλεγες ότι είναι τρελός. Αποκλείεται να τον συναναστρεφόσουν. Αλλά αυτή είναι η Παντοκράτειρα· τι μπορείς να της πεις; Βασικά, πιστεύω ότι θα έπρεπε όλοι, από καιρό, να έχουν καταλάβει ότι δεν μπορεί η Αγαρίστη να ελέγχει πραγματικά την Παντοκρατορία. Τουλάχιστον, όχι μόνη της. Δεν είναι τόσο… συγκροτημένη όσο θα περίμενε κανείς, για μια τέτοια δουλειά. Όμως κι εγώ, προτού μάθω την αλήθεια, πίστευα ότι η Παντοκράτειρα ελέγχει τα πάντα. Πίστευα ότι οι Υπερασπιστές δεν είναι παρά κάποιες μυστηριώδεις οντότητες που την υπηρετούν επειδή, ίσως, τους έχει σκλαβώσει με κάποιον τρόπο.»

«Ναι,» είπε ο Κλαρκ, συλλογισμένα, έχοντας τα χέρια του στο τιμόνι του αεροσκάφους και συνεχίζοντας να πλοηγεί μέσα στον Αιθέρα. «Τι άλλα μπορείς να μου πεις για την Παντοκράτειρα;»

«Λεπτομέρειες. Μικροπράγματα. Σ’ενδιαφέρουν;»

«Τα πάντα μ’ενδιαφέρουν, Φενίλδα.»

Έτσι εκείνη άρχισε να του μιλά για την Παντοκράτειρα καθώς ταξίδευαν στον Αιθέρα. Και δεν άργησε να τελειώσει, γιατί, διαπίστωσε, δεν είχε και πάρα πολλά να του πει. Η Παντοκράτειρα ήταν αυτή που ήταν· σχεδόν εξωπραγματική, ίσως. Σίγουρα, η πιο αλλόκοτη γυναίκα που είχε γνωρίσει η Φενίλδα. Και τρομαχτική, επίσης.

Ο Κλαρκ δεν τη διέκοψε καθόλου καθώς εκείνη μιλούσε. Και δεν έμοιαζε να έχει καμία δυσκολία να ελέγχει την ενεργειακή ροή του αεροσκάφους και, συγχρόνως, να το οδηγεί ενώ άκουγε τη Φενίλδα. Ήταν απίστευτο αυτό που έκανε, αλλά το έκανε.

«Σε πέντε ώρες θα είμαστε στην Απολλώνια,» την πληροφόρησε, όταν εκείνη τελείωσε. Δεν σχολίασε καθόλου τα όσα τού είχε πει.

Πέντε ώρες; Το αεροπλάνο αυτό ήταν, σίγουρα, πολύ πιο γρήγορο από τα συνηθισμένα. Ο κανονικός χρόνος πτήσης Ρελκάμνια-Απολλώνια, μέσω Αιθέρα, ήταν οχτώ ώρες, αν δεν έκανε λάθος η Φενίλδα. «Θέλεις να πιλοτάρω κι εγώ;» Δεν ήταν πιλότος αλλά θα προσπαθούσε να πλοηγήσει το αεροσκάφος αν χρειαζόταν, γιατί πέντε ολόκληρες ώρες ήταν πολλές για να πιλοτάρει ο Κλαρκ συνεχόμενα.

«Δε χρειάζεται. Θα το βάλω στον αυτόματο όταν θέλω να ξεκουραστώ.»

«Και η ενεργειακή ροή;»

«Την ενεργειακή ροή του σκάφους, Φενίλδα, μπορώ να την ελέγχω και στον ύπνο μου, αρκεί ν’αγγίζω κάποιο σημείο που με φέρνει σε επαφή μαζί της.»

Μιλάει σοβαρά… Θα με τρελάνει. Σίγουρα.

«Αν τύχει και κοιμηθώ, όμως,» πρόσθεσε ο Κλαρκ, «καλό θα ήταν να προσέχεις τι γίνεται, ώστε να με ειδοποιήσεις αν παρουσιαστεί κάποιος κίνδυνος από τον Αιθέρα.»

Η Φενίλδα κατένευσε αμίλητα.

Απολλώνια

1.

Ακόμα ένα σημείο μετάβασης. Τραντάγματα και αποπροσανατολισμός. Ο κόσμος παλλόταν για μερικές στιγμές.

Ο πονοκέφαλος της Φενίλδα επέστρεψε, όπως γινόταν συνήθως στα σημεία μετάβασης του Αιθέρα. Μεταλλικές λόγχες αισθάνθηκε να διαπερνούν το κρανίο της, να φλογίζουν το μυαλό της. Τα παράξενα γράμματα διαγράφηκαν εμπρός της σαν να ήταν από φωτιά. Η Φενίλδα εστιάστηκε επάνω τους προσπαθώντας να κάνει τον πονοκέφαλο να διαλυθεί… κι αυτή τη φορά δεν τα κατάφερε. Ο πόνος συνεχιζόταν.

Αποπροσανατολισμένη, η Φενίλδα άνοιξε τον σάκο της, σχεδόν απεγνωσμένα· έψαξε μέσα, γρήγορα, βιαστικά, ανακατεύοντας τα πράγματα· βρήκε τη μεταλλική κυλινδρική θήκη, την άνοιξε, τράβηξε έξω ένα απ’τα χαρτάκια, το ξετύλιξε, και πίεσε την αλοιφή στο μέτωπό της. Ο πονοκέφαλος διαλύθηκε, όπως μια φωτιά που πετάς ξαφνικά μέσα της πάγο· ή όπως πάγος που ξαφνικά τον πετάς μέσα στις φλόγες.

Η Φενίλδα βλεφάρισε. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Είδε ότι, στην κονσόλα μπροστά στον Κλαρκ, κάτι φωτάκια είχαν ανάψει. Ο μάγος πληκτρολόγησε. Κοίταξε μια μικρή οθόνη. Τα φωτάκια έσβησαν.

«Πώς είσαι;» ρώτησε τη Φενίλδα, ατενίζοντάς την πάνω απ’τον ώμο του.

«Καλά. Αλλά δεν κατάφερα να τον διαλύσω μόνη μου αυτή τη φορά.» Έδειξε με το βλέμμα της την κονσόλα. «Τι έγινε;»

«Απολλώνια αεροσκάφη με πλησίασαν και μου ζήτησαν κωδικό αναγνώρισης. Τους τον έστειλα. Ο Δαίδαλος μού έχει δώσει όλους τους απαραίτητους κωδικούς αναγνώρισης της διάστασής του.»

«Φρουρούν, λοιπόν, το σημείο μετάβασης οι Απολλώνιοι…» είπε η Φενίλδα σκεπτικά.

«Τους αδικείς, με τον πόλεμο που γίνεται με τους Παντοκρατορικούς;»

2.

Δύο ώρες κι ένα τέταρτο ταξίδι ακόμα, στους ουρανούς της Απολλώνιας, πάνω από μια μεγάλη θάλασσα (η Άπατη Θάλασσα, θυμήθηκε η Φενίλδα – έτσι λεγόταν), πάνω από πόλεις, πλατείς δρόμους, και κατά κύριο λόγο πεδινά μέρη. Η Φενίλδα απορούσε πώς ο Κλαρκ άντεχε ακόμα να πιλοτάρει. Είχε, βέβαια, κοιμηθεί δυο ώρες, όσο βρίσκονταν στον Αιθέρα, ενώ το αεροπλάνο ήταν ρυθμισμένο στον αυτόματο πιλότο· αλλά και πάλι…

Το αεροσκάφος προσγειώθηκε, τελικά, στην ύπαιθρο, πίσω από κάτι δασώδεις λοφότοπους. Ήταν απόγευμα, και ο ήλιος της Απολλώνιας έγερνε προς τη δύση πλημμυρίζοντας το μέρος με βαθιές σκιές.

Η Φενίλδα και ο Κλαρκ πήραν τα πράγματά τους και κατέβηκαν από το αεροπλάνο.

«Πού είμαστε;» ρώτησε η πρώτη.

«Λίγο πιο έξω απ’τη Μακρόπολη,» απάντησε ο δεύτερος. «Έχεις ξανάρθει εδώ;»

«Όχι. Γενικά δεν έχω επισκεφτεί και πολλές φορές την Απολλώνια. Στη Μακρόπολη μένει ο Δαίδαλος;» Είχαν αρχίσει να βαδίζουν μέσα στην απογευματινή ύπαιθρο, ακούγοντας το χορτάρι να τσακίζεται κάτω απ’τα μποτοφορεμένα πόδια τους.

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Κλαρκ. «Αλλά, ουσιαστικά, στη δική του διάσταση.»

Δε με εκπλήσσει…

Όταν ο ήλιος είχε πια δύσει, βγήκαν από το δάσος και είδαν αντίκρυ τους μια μεγάλη πόλη γεμάτη φώτα. Άστραφτε σαν δυνατός αστερισμός μέσα στη νύχτα.

«Αυτή είναι η Μακρόπολη;»

«Ναι.»

«Φαίνεται εντυπωσιακή.»

«Είναι, ίσως, η πιο εντυπωσιακή πόλη του Βασιλείου της Απολλώνιας. Εντυπωσιακότερη κι από την Απαστράπτουσα, την πρωτεύουσα. Η Μακρόπολη είναι πολύ γνωστή για τη νυχτερινή της ζωή, Φενίλδα, και για τα καζίνο της.»

Πλησιάζοντας τη μεγάλη, φωτεινή πόλη είδαν τρεις καβαλάρηδες να πηγαίνουν επίσης προς τα εκεί, ερχόμενοι από την ύπαιθρο. Οι δύο ήταν επάνω σε άλογα, ο τρίτος επάνω σ’ένα ψηλό ερπετοειδές πλάσμα με μακρύ κέρατο στη μουσούδα και γκρίζες φολίδες που αντανακλούσαν μ’έναν πολύ ιδιαίτερο – και δύσκολο να καθοριστεί – τρόπο το φως του γαλανού φεγγαριού της Απολλώνιας.

«Σερπετό,» είπε η Φενίλδα.

Ο Κλαρκ ένευσε. «Μόνο στην Απολλώνια υπάρχουν, απ’όσο γνωρίζω. Το ξέρεις πως θεωρούνται ιερά πλάσματα του Απόλλωνα;»

«Πρώτη φορά τ’ακούω.»

«Ούτε οι Απολλώνιοι δεν το θυμούνται πια. Οι περισσότεροι από αυτούς, τουλάχιστον. Εκείνο που νομίζεις δεδομένο δεν το ερευνάς· το παραβλέπεις. Μπορεί να είναι το πιο φοβερό πράγμα στο σύμπαν, αλλά εσύ δεν του δίνεις πολύ σημασία.»

Μπήκαν στη Μακρόπολη και βρέθηκαν μέσα στα φανταχτερά φώτα και στις σκιές της. Πινακίδες καταστημάτων και πινακίδες με διαφημίσεις υπήρχαν παντού στις μεγάλες λεωφόρους, με φωτεινά γράμματα που χόρευαν ή αναβόσβηναν ή άλλαζαν χρώματα. Αερόστατα αιωρούνταν ανάμεσα από τις ψηλές πολυκατοικίες, με μεγάλα πανό να κρέμονται από πάνω τους. Γιγαντο-οθόνες έδειχναν τι γινόταν στο εσωτερικό εστιατορίων, μπαρ, και καζίνο: ρουλέτες φαίνονταν να περιστρέφονται, φύλλα τράπουλας να ανακατεύονται, ζάρια να κυλάνε και να αναπηδούν. Στις πλευρές των δρόμων, διάφοροι πλανόδιοι προσπαθούσαν να πουλήσουν γλυκίσματα, κουκλάκια, γούρια, τυχερά ζάρια και τράπουλες, σουβενίρ…

«Μ’αρέσει,» είπε η Φενίλδα μειδιώντας.

Ο Κλαρκ χαμογέλασε μέσα από τα μούσια του.

«Ο φίλος σου ο Δαίδαλος ξέρει πού να κάνει το σπίτι του,» συνέχισε η Φενίλδα.

«Η αλήθεια είναι πως η πόλη χτίστηκε γύρω απ’το σπίτι του Δαίδαλου.»

«Πώς είναι δυνατόν; Δε μοιάζει για νεόκτιστη.»

«Νεόκτιστη;» Ο Κλαρκ γέλασε. «Ο Δαίδαλος έχει ζήσει πάρα πολλά χρόνια, Φενίλδα. Όπως κι εγώ. Όπως και η Ναλτάφιρ.»

Η Φενίλδα συνοφρυώθηκε. «Έχετε… έχετε βρει το μυστικό της αθανασίας;»

«Δεν υπάρχει αθανασία. Όχι σ’αυτό το σύμπαν. Τα πάντα φθείρονται, τα πάντα καταστρέφονται. Και διαρκώς καινούργια πράγματα γεννιούνται. Αυτή είναι η φύση του κόσμου, για να μας θυμίζει ότι τίποτα δεν υπάρχει που, κατά βάθος, δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση.»

Σύντομα έφτασαν σ’ένα μέρος με δύο μεγάλα πάρκα, γεμάτο κόσμο, οχήματα, άλογα, και ακόμα και μερικά Σερπετά.

«Το Κέντρο της Μακρόπολης,» είπε ο Κλαρκ, καθώς η Φενίλδα τον ακολουθούσε μέσα από την κοσμοσυρροή. «Δεν είμαστε μακριά, τώρα.»

Πλησίασαν έναν παράπλευρο δρόμο που ήταν μικρός και όχι τόσο καλά φωτισμένος όσο άλλοι. Σκιερές φιγούρες φαίνονταν να κινούνται μέσα του. Καπνός έβγαινε από κάπου, μοιάζοντας με ομίχλη· πίσω του πρέπει να υπήρχε κάποιο φως που αναβόσβηνε, μια πράσινο, μια κίτρινο. Στην αρχή του δρόμου ορθωνόταν μια ψηλή, πέτρινη αψίδα, επάνω στην οποία γράμματα ήταν λαξεμένα. Σε μια γλώσσα άγνωστη για τη Φενίλδα.

«Τι γράφει;» ρώτησε τον Κλαρκ.

«Μισό βήμα μπροστά, τρεις ματιές γύρω, οι ζωντανοί. Γρήγοροι στις αγκάλες του σκοταδιού, οι νεκροί. Είναι γραμμένο στην Αρχαία Γλώσσα της Απολλώνιας,» εξήγησε ο μάγος, καθώς περνούσαν κάτω απ’την αψίδα κι έμπαιναν στον σκιερό δρόμο.

«Κι εγώ που νόμιζα ότι θα έγραφε ‘Καλωσορίσατε’ ή κάτι παρόμοιο… Υπάρχει, όντως, κίνδυνος εδώ πέρα, Κλαρκ;»

«Ο Δαίδαλος είναι, γενικά, μια επικίνδυνη περιοχή της Μακρόπολης. Αλλά θα προσέχουμε.»

«Ο Δαίδαλος

«Ναι, έτσι λέγεται· και, όχι, δεν πρόκειται για τυχαία συνωνυμία. Ορισμένοι αποκαλούν την περιοχή και ‘η Χώρα του Δαίδαλου’.»

«Γνωρίζουν για τον Δαίδαλο, δηλαδή, στην πόλη;»

«Πιστεύουν ότι είναι αστικός μύθος. Κάποιος μυστηριώδης, πανίσχυρος μάγος που κρύβεται στα βάθη του λαβυρίνθου του Δαίδαλου.»

«Κατάλαβα…»

«Μερικοί, βέβαια – ελάχιστοι – ξέρουν για την ύπαρξή του, και τον υπηρετούν.»

«Από φόβο;»

«Δεν το νομίζω. Ο Δαίδαλος σπάνια βασίζεται στον φόβο, αν και γνωρίζει πολύ καλά τη δύναμή του.»

Βαδίζοντας μέσα στα δρομάκια της Χώρας του Δαίδαλου έβλεπαν φευγαλέες σκιές, άκουγαν απόμακρες φωνές και μουσική από το εσωτερικό καταστημάτων, διέκριναν ύποπτες φάτσες να τους ατενίζουν μέσα από κουκούλες, κάτω από το γείσο καπέλων, και πίσω από σκοτάδια, μύριζαν οσμές που ήταν, συνήθως, προσβλητικές για τα ρουθούνια τους – οσμές από ενεργειακά υγρά, από κάψιμο, από ούρα, από ποτά…

Ο Κλαρκ άνοιξε μια σιδερένια πόρτα. Οι μεντεσέδες της έτριξαν. Άναψε έναν φακό, μπαίνοντας σε μια βρόμικη αποθήκη που περιείχε παλιατσαρίες. Η Φενίλδα ήταν πίσω του, σουφρώνοντας τη μύτη της από την κακοσμία.

«Τι είναι εδώ;»

«Μια είσοδος.» Ο Κλαρκ πλησίασε έναν τοίχο και χτύπησε την πέτρα δύο φορές, με τη γροθιά του, όχι πολύ δυνατά.

Μετά από λίγο, ο τοίχος έγειρε προς τα μέσα μ’έναν τρόπο που αψηφούσε τη συνηθισμένη γεωμετρία. Αποκαλύπτοντας πίσω του έναν διάδρομο, αρκετά μακρύ. Ο Κλαρκ έκανε νόημα στη Φενίλδα να τον ακολουθήσει και μπήκαν στον διάδρομο, ενώ η είσοδος έκλεινε πίσω τους, αθόρυβα.

«Ενδοδιάσταση;»

«Διαφορετική διάσταση,» αποκρίθηκε ο Κλαρκ, «η οποία εφάπτεται της Απολλώνιας σε ορισμένα σημεία αλλά κινείται σε διαφορετικό χρόνο.»

«Αυτό δεν είναι η ενδοδιάσταση;»

«Οι ενδοδιαστάσεις είναι συνήθως μικρότερες. Ετούτη εδώ καλύπτει ολόκληρη τη Χώρα του Δαίδαλου. Βασικά, θέμα ορισμού, Φενίλδα.»

Η Φενίλδα, ως Ερευνήτρια, τα έβρισκε όλα τούτα μάλλον συναρπαστικά και άκρως ενδιαφέροντα.

Στο πέρας του διαδρόμου τούς περίμενε ένα πλάσμα που θύμιζε άνθρωπο αλλά, καταφανώς, δεν ήταν άνθρωπος. Είχε δέρμα λευκό με μια μεταλλική απόχρωση, όπως πολλών ανθρώπων το δέρμα ήταν λευκό με ροζ απόχρωση. Στο πρόσωπό του δεν είχε ούτε μάτια, ούτε μύτη, ούτε στόμα· η όψη του ήταν κενή. Στο κεφάλι έμοιαζε να φορά ένα μεταλλικό καπέλο που ήταν ένα με το δέρμα του. Το σώμα του έντυνε ένας μακρύς, μοβ χιτώνας.

Έκανε μια σύντομη υπόκλιση μπροστά στον Κλαρκ και τη Φενίλδα, και μετά τους έγνεψε, με το χέρι, να περάσουν. Το μακρύ μανίκι του χιτώνα κουνήθηκε σαν τη φτερούγα κάποιου γιγάντιου πουλιού.

«Τι είν’αυτό;» ρώτησε, ψιθυριστά, η Φενίλδα τον Κλαρκ καθώς έβγαιναν απ’τον διάδρομο κι έμπαιναν σ’ένα δωμάτιο στρωμένο με χαλί.

«Ένας υπηρέτης του Δαίδαλου. Δικής του κατασκευής, νομίζω.»

«Δικής–;» Σταμάτησε τον εαυτό της γιατί, τότε, πρόσεξε ότι υπήρχε ένα παράθυρο στο δωμάτιο, κι απ’το παράθυρο φαινόταν μια πόλη. Φαινόταν από κάτω μια πόλη. Σαν η Φενίλδα να βρισκόταν ψηλά, στον τέταρτο ή στον πέμπτο όροφο τουλάχιστον κάποιας πολυκατοικίες.

Ο Κλαρκ είδε πού κοίταζε. «Μη μου πεις ότι πρέπει να το εξηγήσω αυτό σε μια Ερευνήτρια;»

«Δεν υπάρχει λόγος.» Ήταν προφανές ότι εκείνη η δίοδος μέσα στην αποθήκη οδηγούσε σε κάποιο ψηλό σημείο της διάστασης του Δαίδαλου.

Ο υπηρέτης με το λευκό-μεταλλικό δέρμα τούς ακολουθούσε καθώς βάδιζαν, και τώρα τους έγνεψε να πάνε προς μια πόρτα που οδηγούσε σ’έναν φωτισμένο θάλαμο ο οποίος, η Φενίλδα ήταν σίγουρη, πρέπει να ήταν θάλαμος ανελκυστήρα.

Μαζί με τον Κλαρκ μπήκαν στο μικρό δωμάτιο. Ο υπηρέτης δεν τους ακολούθησε. Πάτησε ένα κουμπί στον τοίχο και η πόρτα έκλεισε, κρύβοντάς τον απ’τα μάτια τους. Ο ανελκυστήρας άρχισε ν’ανεβαίνει. Μετά από λίγο, σταμάτησε και η πόρτα του άνοιξε, αποκαλύπτοντας ένα όμορφα στολισμένο σαλόνι, γεμάτο έπιπλα από ακριβό, γυαλιστερό ξύλο και αντικείμενα από διαφόρων ειδών κρύσταλλα. Από μια μεγάλη τζαμαρία φαινόταν η Μακρόπολη. Ή μάλλον, όχι ολόκληρη η Μακρόπολη, συνειδητοποίησε η Φενίλδα· μονάχα η Χώρα του Δαίδαλου. Παραπέρα εκτεινόταν μια νυχτερινή πεδιάδα, σαν η υπόλοιπη πόλη να μην είχε χτιστεί ποτέ.

«Καλώς ορίσατε,» χαιρέτησε ένας άντρας που στεκόταν στο κέντρο του σαλονιού. Ήταν, φανερά, μεγάλης ηλικίας, με κάτασπρα, μακριά μούσια και κοντοκουρεμένα μαλλιά. Βαθιές ρυτίδες αυλάκωναν το πρόσωπό του, και πάνω απ’τα μάτια του πετούσαν μεγάλα φρύδια. Ήταν ντυμένος με φρεσκοσιδερωμένο κοστούμι και στεκόταν ευθυτενής, αψηφώντας έκδηλα την ηλικία του.

«Ο Δαίδαλος,» τον σύστησε ο Κλαρκ. «Δαίδαλε, από εδώ η Φενίλδα.»

Ο Απολλώνιος μάγος έκλινε το κεφάλι του προς το μέρος της. «Καθίστε,» είπε δείχνοντας τον καναπέ. «Αφήστε τα πράγματά σας,» έδειξε μια κρεμάστρα, «και καθίστε.»

Η Φενίλδα έβγαλε την καπαρντίνα της και την κρέμασε. Παραδίπλα απόθεσε τον σάκο της. Ύστερα, κάθισε στον καναπέ. Ο Κλαρκ, αφήνοντας κι εκείνος τα πράγματά του στην κρεμάστρα, ήρθε και κάθισε κοντά της.

«Να σας προσφέρω κάτι;» ρώτησε ο Δαίδαλος, πλησιάζοντας μια κάβα.

«Σεργήλιο κρασί,» είπε ο Κλαρκ.

Ο Δαίδαλος κοίταξε τη Φενίλδα, η οποία δεν είχε μιλήσει αμέσως καθώς έβλεπε το δωμάτιο γύρω της, θαυμάζοντάς το. Τώρα είπε: «Έναν Γλυκό Κρόνο, αν υπάρχει.»

«Ασφαλώς.» Ο Δαίδαλος γέμισε δύο ποτήρια και τους τα έδωσε. Ύστερα γέμισε κι ένα ποτήρι κρασί για τον εαυτό του και κάθισε σε μια πολυθρόνα, αντίκρυ τους. «Ο Κλαρκ μού είπε, Φενίλδα, ότι αποφάσισες να πολεμήσεις τον Ελκράσ’ναρχ μαζί μας…»

«Δεν έχω λόγο να είμαι στο πλευρό του. Μου έχει κάνει μονάχα κακό. Ο Κλαρκ θα σου είπε, επίσης, για τους πονοκεφάλους μου, υποθέτω. Και για το Ανώνυμο Ξόρκι.»

«Το Κοσμικό Τρυπάνι, ναι. Είναι πολύ επικίνδυνο το ξόρκι που γνωρίζεις, Φενίλδα… Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί πως είσαι πλέον μία από εμάς, αφού το ξέρεις.»

«Μία από εσάς;»

«Δεν σου έχει μιλήσει ο Κλαρκ για τον Κύκλο της Αλήθειας;»

Η Φενίλδα ήπιε μια γουλιά Γλυκό Κρόνο. «Ναι, αλλά… τα περισσότερα δεν… Δε νομίζω ότι μπορώ να σας καταλάβω. Όχι πλήρως.»

«Βρίσκεσαι ακόμα υπό την επήρεια των διδαχών των μαγικών ταγμάτων, που σου έχουν κάνει κακό: γι’αυτό δεν μας καταλαβαίνεις πλήρως.»

«Τα μαγικά τάγματα μού έχουν κάνει κακό;»

«Ασφαλώς. Θα μπορούσες να αναπτύξεις τις ικανότητές σου πολύ περισσότερο. Ήδη τις έχεις αναπτύξει, νομίζω. Εσύ τι λες;»

«Μιλάς για το… Κοσμικό Τρυπάνι;»

«Ναι. Ξέρεις κανέναν άλλο μάγο που να γνωρίζει αυτό το ξόρκι; Κανέναν από τα μαγικά τάγματα;»

«Όχι· γι’αυτό κιόλας το έλεγα ‘το Ανώνυμο Ξόρκι’ ώς τώρα. Ο Κλαρκ το ονομάζει Διαστασιακή Ρομφαία.»

«Ο καθένας μπορεί να το λέει όπως θέλει. Μπορεί, επίσης, να το κάνει όπως θέλει – αυτό ή κάποια παραλλαγή του. Σε παραξενεύουν τούτα, το ξέρω. Σύμφωνα με τα μαγικά τάγματα, η μέθοδος είναι πάντα ίδια ή, τουλάχιστον, παρόμοια. Αυτό, όμως, δεν είναι πραγματική μαγεία, Φενίλδα.»

Η Φενίλδα δεν ήθελε τώρα να πιάσουν τέτοια κουβέντα. «Ο Κλαρκ είπε ότι ίσως μπορούσες να με βοηθήσεις να διώξω τους πονοκέφαλους μου.»

«Ίσως και να μπορώ. Πρέπει, όμως, πρώτα να μου μιλήσεις γι’αυτούς.»

Η Φενίλδα τού μίλησε: μην παραλείποντας τις τελευταίες της εμπειρίες, στο σπίτι του Κλαρκ και στον Αιθέρα.

«Συμφωνώ με τη γνώμη του Κλαρκ,» είπε ο Δαίδαλος. «Το μυαλό σου έχει υπερπηδήσει τη διαδικασία εκμάθησης του ξορκιού. Πράγμα που δεν του φαίνεται φυσιολογικό, ύστερα από τόσα άλλα ξόρκια που έχει διδαχθεί με μια συγκεκριμένη μεθοδολογία. Πασχίζει, λοιπόν, να μάθει το ξόρκι ενώ συγχρόνως το ξέρει – μια παραδοξότητα. Αυτό είναι που προκαλεί τους πονοκεφάλους σου.»

«Μα,» ρώτησε η Φενίλδα, «πώς είναι δυνατόν να μάθει κάτι που ήδη γνωρίζει;»

«Γι’αυτό σού είπα ότι είναι παραδοξότητα. Θα μπορούσες να εξηγήσεις σε κάποιον άλλο πώς να κάνει το ξόρκι, Φενίλδα;»

«Όχι.»

«Εσύ, όμως, μπορείς και το κάνεις κανονικά. Σωστά;»

«Ναι.»

«Δεν είναι αυτό παράδοξο από μόνο του;»

«Σχετικά…» Η Φενίλδα ήταν συνοφρυωμένη· νόμιζε ότι ο πονοκέφαλός της βρισκόταν στα όρια της συνείδησής της, απειλώντας να έρθει πιο κοντά. «Τι μπορείς να κάνεις για να διώξεις για πάντα τον πονοκέφαλο;»

«Θα σου διδάξω το ξόρκι. Τη μέθοδό του. Μία μέθοδό του. Το μυαλό σου θα μάθει, έτσι, πώς κάνει αυτό που κάνει.»

«Είναι τόσο απλό;»

«Δε μένει παρά να το ανακαλύψουμε. Είσαι πρόθυμη;»

«Άφησα την παλιά μου ζωή και ακολούθησα τον Κλαρκ επειδή μου υποσχέθηκε ότι θα κάνει τον πονοκέφαλό μου να περάσει και δε θα χρειάζομαι πια το φάρμακο των Υπερασπιστών. Επομένως, καταλαβαίνεις ποια είναι η απάντησή μου.»

Ο Δαίδαλος ένευσε, μοιάζοντας ευχαριστημένος.

Σάρντλι

1.

Από τον αέρα δεν φαινόταν να υπάρχει κανένα άνοιγμα στο Φτερωτό Όρος. Καμια τρύπα μέσα απ’την οποία να μπορεί να περάσει ένα αεροσκάφος για να μπει στη βάση των επαναστατών. Αυτό, όμως, δεν ήταν παρά μια οφθαλμαπάτη. Στην πραγματικότητα υπήρχε άνοιγμα, και μάλιστα αρκετά μεγάλο. Αλλά ήταν κρυμμένο με μια εικονική προβολή πέτρας, την οποία δημιουργούσε μια Μαγγανεία Λιθικής Προσομοιώσεως που βρισκόταν σε συνεχή λειτουργία μέσω αισθητήρων.

Ο Νάρτιλ έβλεπε στην οθόνη της κονσόλας εμπρός του πού ακριβώς ήταν το άνοιγμα. Χωρίς να το βλέπει, δε νόμιζε ότι ακόμα κι εκείνος θα μπορούσε να περάσει αεροσκάφος από κει μέσα. Το ορεινό τοπίο ήταν έτσι που ξεγελούσε το μάτι, ασχέτως αν είχες ξανακάνει προσγείωση σ’αυτή την περιοχή.

Ο Νάρτιλ, κόβοντας ταχύτητα, έβαλε το αεροσκάφος του να διαγράψει κύκλους προς τα κάτω, πλησιάζοντας την εικονική προβολή. Αργά. Προσεχτικά.

Ο Φένχιλ, που καθόταν δίπλα του, είπε: «Όσες φορές κι αν το δεις, πάντα φρικάρεις.»

Ο Νάρτιλ γέλασε. «Δεν έχουμε ψυχραιμία, μεγάλε και τρομερέ στασιαστή;»

Καθώς κοίταζαν απ’τα παράθυρα του αεροπλάνου, η πλαγιά του βουνού φαινόταν να έρχεται ολοένα και πιο κοντά. Φαινόταν ότι πήγαιναν εκεί για να προσκρούσουν – με, αναμφίβολα, καταστροφικές συνέπειες.

Ο Νάρτιλ έπαψε να διαγράφει καθοδική σπείρα. Έστρεψε τους προωθητήρες του αεροσκάφους κάθετα και κατέβηκε ομαλά. «Εδώ που τα λέμε, κι εγώ φρικάρω. Όλες σου οι αισθήσεις σού λένε ότι πας να κοπανήσεις.»

Το αεροπλάνο πέρασε μέσα από τις πέτρες σαν να ήταν αέρας–

«Αλλά δεν κοπανάς.»

–και κατέβηκε στο εσωτερικό του Φτερωτού Όρους. Προσγειώθηκε επάνω στα μεταλλικά πόδια του, και ο Νάρτιλ έσβησε τους προωθητήρες. Η Αλρίβα’σαρ έπαψε να κάνει τη Μαγγανεία Κινήσεως και, τρίβοντας τα μάτια της, σηκώθηκε από την ειδική θέση του ενεργειακού κέντρου. Τεντώθηκε.

Ο Φένχιλ σφύριξε, λέγοντας: «Κουμπιά.»

Η Αλρίβα τον ατένισε συνοφρυωμένη, καθώς εκείνος την κοίταζε από τη θέση του, γυρισμένος, με τον αγκώνα ακουμπισμένο στην πλάτη του καθίσματος.

Ο Φένχιλ έδειξε το στήθος του. «Κουμπιά;»

Η Αλρίβα κοίταξε τον εαυτό της, είδε ότι τα επάνω κουμπιά του πουκαμίσου της ήταν ξεκούμπωτα. Χαμογέλασε, και τα πορφυρόδερμα μάγουλά της σκούρυναν. «Εντάξει,» είπε. «Είμαστε σαν οικογένεια, δεν είμαστε;»

«Όπως θέλεις. Εγώ δεν έχω πρόβλημα.»

«Μη δίνεις σημασία στον νομάδα,» είπε ο Νάρτιλ στην Αλρίβα, καθώς σηκωνόταν από τη θέση του. «Τώρα τον φέραμε από την Ασνούρτα λίν’τα.»

Ο Φένχιλ έκανε να γρονθοκοπήσει τον πιλότο στο πλευρά αλλά εκείνος είχε ήδη απομακρυνθεί αρκετά για να μην μπορεί να τον φτάσει.

Η Σιλάνα πλησίασε από την πίσω μεριά του σκάφους. «Έχουμε κάτι κιβώτια που πρέπει να βγάλουμε,» είπε δείχνοντας πάνω απ’τον ώμο της με τον αντίχειρά της.

«Πάλι μάς λες τα ευχάριστα;» της είπε ο Φένχιλ και σηκώθηκε απ’τη θέση του.

Η Σιλάνα άνοιξε την πόρτα του αεροσκάφους και πήδησε πρώτη έξω. Οι υπόλοιποι την ακολούθησαν, για να δουν ότι ο Πρόμαχος τούς περίμενε εκεί.

«Καλωσήρθατε,» τους χαιρέτησε.

«Φέραμε τα όπλα,» είπε ο Φένχιλ. «Μερικά από αυτά, όχι όλα ακόμα. Έχουμε δουλειά.»

«Θα τα χρειαστούμε για διαφορετικό σκοπό, ίσως,» τον πληροφόρησε ο Σάνραντιλ’φεν. «Κι όπως και νάχει, πρέπει να προετοιμαστούμε για άλλα πράγματα τώρα. Οι Ασνούρτα θα περιμένουν.»

Ο Φένχιλ συνοφρυώθηκε, ξαφνιασμένος. «Τι θες να πεις; Τι έγινε;»

«Οι Ορειβάτες άρχισαν να μας πολεμάνε.»

«Στρατιώτες της Παντοκράτειρας; Οι Ασνούρτα θα μας χρειαστούν για να–»

«Όχι, η Παντοκράτειρα δεν έστειλε άλλους στρατιώτες της.»

«Τότε;»

«Σύμφωνα με τις πληροφορίες μας,» είπε ο Σάνραντιλ’φεν, «οι Ορειβάτες σκοπεύουν να επιστρατεύσουν τους Ούρταθ. Ίσως ήδη να τους έχουν επιστρατεύσει.»

Ο Φένχιλ μόρφασε. «Ούρταθ;…» Πού τόχε ξανακούσει αυτό το όνομα; Μα, βέβαια. Αν ήταν δυνατόν! «Κάποιο λάθος κάνεις, μάγε,» είπε αμέσως μόλις κατάλαβε. «Αυτοί είναι στη Νάθγκαν. Ορισμένοι, μάλιστα, νομίζουν ότι είναι μύθος.»

«Εγώ δεν τους έχω ξανακούσει,» είπε η Αλρίβα.

«Κι εγώ πρώτη φορά τούς ακούω,» ένευσε ο Νάρτιλ.

«Οι Ούρταθ είναι μια άγρια φυλή που μένει στη Νάθγκαν, την παγερή έρημο στα βορειοανατολικά της διάστασής μας,» εξήγησε ο Σάνραντιλ. «Και οι Ορειβάτες σκοπεύουν να τους επιστρατεύσουν εναντίον μας.»

«Αποκλείεται νάναι σωστή η πληροφορία σου, μάγε,» είπε ο Φένχιλ.

«Αποκλείεται;»

«Την έχεις διασταυρώσει;»

«Θα τη διασταυρώσω όταν δούμε τους Ούρταθ να έρχονται να επιτεθούν στα ορυχεία που έχουμε καταλάβει,» είπε ο Σάνραντιλ.

«Μου φαίνεται…» Ο Φένχιλ κούνησε το κεφάλι. «Εξωπραγματικό. Οι Ούρταθ, απ’όσο ξέρω, κάνουν πολύ συγκεκριμένες δουλειές. Δολοφονίες. Αιφνίδιες επιθέσεις. Χτυπήματα σε ορισμένους στόχους. Τέτοια πράγματα. Δεν είναι τακτικός στρατός.»

«Και ποιος σού είπε ότι οι Ορειβάτες χρειάζονται τακτικό στρατό για να ανακαταλάβουν τα ορυχεία τους; Σκέψου ποιοι τα κρατάνε, Φένχιλ: νομάδες, ιθαγενείς των βουνών, και εργάτες. Αν οι Ούρταθ πέσουν επάνω τους θα τους αφανίσουν – ασχέτως οποιασδήποτε αριθμητικής υπεροχής.»

«Οι φήμες για τους Ούρταθ…» Ο Φένχιλ φάνηκε να χάνει τα λόγια του. «Αν οι φήμες για τους Ούρταθ αληθεύουν.»

«Πάω στοίχημα ότι αληθεύουν. Γι’αυτό, καλύτερα να προετοιμαστούμε.»

2.

Ο Πρίγκιπας και οι άλλοι είχαν έναν χάρτη απλωμένο επάνω στο μεγάλο τραπέζι, όταν ο Φένχιλ, η Σιλάνα, ο Νάρτιλ, και η Αλρίβα’σαρ μπήκαν στο δωμάτιο μαζί με τον Σάνραντιλ’φεν.

«Προβλήματα;» ρώτησε ο Φένχιλ προτού καν καθίσει.

«Δε σου είπε ο Σάνραντιλ για τους Ούρταθ;» είπε ο Ανδρόνικος.

Ο Φένχιλ ένευσε και κάθισε, όπως κι οι υπόλοιποι. «Μου είπε.» Γέμισε μια κούπα με υπόγειο οίνο από την καράφα επάνω στο τραπέζι. Ήπιε. «Μοιάζει σίγουρος ότι όντως θα τους δούμε.»

«Εσύ δεν το νομίζεις;»

«Δε μπορώ να ξέρω.» Κοίταξε τον χάρτη, ο οποίος έδειχνε την ορεινή περιοχή νοτιοανατολικά του Φτερωτού Όρους και βόρεια της λίμνης Νόλκ’βα και της Φιλτά’κβι, της πόλης των Ορειβατών. «Τι ετοιμάζουμε;»

«Προσπαθούμε να μαντέψουμε πού θα επιτεθούν πρώτα οι Ορειβάτες,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος. «Σε ποιο από τα ορυχεία που έχουμε καταλάβει.»

«Ένα στα τέσσερα.»

«Δε μπορεί οι πιθανότητες νάναι ίδιες για όλα. Κάποια πρέπει να τους ενδιαφέρουν περισσότερο.»

«Μπορεί να επιτεθούν σε όλα συγχρόνως,» είπε η Άνμα’ταρ. «Αυτό δεν το έχουμε σκεφτεί.»

«Δεν είναι πιθανό,» είπε ο Φένχιλ. «Εκτός αν κατεβάσουν ολόκληρη τη φυλή των Ούρταθ – που, και πάλι, δεν ξέρω αν θάναι αρκετοί.»

Ο Σέλιρ’χοκ είπε: «Αν λάβουμε ως δεδομένο ότι την Παντοκράτειρα την ενδιαφέρουν περισσότερο τα μεταλλεύματα που παίρνει από τη Σάρντλι και λιγότερο οι λίθοι, τότε εγώ θα υπέθετα πως οι Ορειβάτες θα επιτεθούν εδώ ή εδώ.» Έδειξε επάνω στον χάρτη καθώς μιλούσε. «Το πρώτο ορυχείο βγάζει σίδηρο· το δεύτερο, χαλκό. Τ’άλλα δύο βγάζουν το ένα διαμάντια και το άλλο διάφορους λίθους. Οι Ορειβάτες θα τα θέλουν κι αυτά, φυσικά, αλλά νομίζω πως στην αρχή θα πάνε για τα δύο πρώτα.»

«Συμφωνώ, όπως σου είπα και πριν,» δήλωσε ο Σάνραντιλ. «Κι εγώ έτσι πιστεύω πως θα δράσουν.»

«Εσύ τους ξέρεις τους Ορειβάτες καλύτερα απ’όλους μας, Πρόμαχε,» είπε ο Ανδρόνικος.

«Αυτό δε σημαίνει πως είναι σίγουρο ότι έχω δίκιο… Επιπλέον, ετούτα τα δύο ορυχεία είναι μακριά το ένα από το άλλο. Απέχουν…» μέτρησε πάνω στον χάρτη, «πάνω από εκατόν-ογδόντα-πέντε χιλιόμετρα. Σε ποιο θα επιτεθούν πρώτα οι Ορειβάτες;» Κοίταξε τον χάρτη συλλογισμένα.

«Σ’αυτό που βγαίνει χαλκός, καλλιεργούν και υπόγειο σταφύλι,» είπε ο Φένχιλ.

«Επειδή σ’αρέσει ο υπόγειος οίνος, δε σημαίνει ότι για σένα θα πάμε σ’αυτό το ορυχείο,» του είπε ο Νάρτιλ.

«Μην ακούω σαχλαμάρες, πιλότε.»

«Δε νομίζω ότι εξαιτίας του υπόγειου οίνου θα προτιμήσουν απαραίτητα το συγκεκριμένο ορυχείο,» είπε ο Σάνραντιλ.

Ο Ανδρόνικος ακούμπησε την πλάτη στην καρέκλα του. «Τι θα κάνουμε, τότε, Σάνραντιλ;»

Αλλά δεν ήταν ο Πρόμαχος που απάντησε. «Θα πρέπει να τα παρακολουθούμε και τα δύο,» είπε η Ιωάννα. «Αυτό υποδεικνύει η στρατηγική σκέψη. Δε μπορούμε να το ρισκάρουμε. Μάλιστα, εγώ θα πρότεινα να παρακολουθούμε όλα τα ορυχεία – και τα τέσσερα.»

«Το πρόβλημα δεν είναι η παρακολούθηση, Μαύρη Δράκαινα,» τόνισε ο Φένχιλ. «Το πρόβλημα είναι να μπορεί κάποιος να έρθει και να μας ειδοποιήσει αμέσως, ώστε να πάμε, επίσης αμέσως, να βοηθήσουμε.»

«Αυτό εννοώ. Δε μιλάω για απλή παρακολούθηση.»

«Χρειαζόμαστε κάτι που να πετάει, λοιπόν. Ή, μάλλον, πολλά πράγματα που να πετάνε. Ένα σε κάθε ορυχείο, και τουλάχιστον ένα εδώ για να μας μεταφέρει στο σημείο της επίθεσης αφού ειδοποιηθούμε. Αλλά τόσα πολλά αεροσκάφη δεν έχουμε. Υπάρχει το αεροπλάνο του Νάρτιλ, υπάρχει ένα ελικόπτερο, και υπάρχει και το αεροπλάνο με το οποίο ήρθατε εσείς. Και όλ’αυτά είναι σχετικά μικρά: δεν χωράνε κανένα στρατό το καθένα στο εσωτερικό τους. Επιπλέον, τα μέρη κοντά στα τέσσερα ορυχεία μόλις και μετά βίας είναι κατάλληλα για προσγείωση.»

«Χρειαζόμαστε μικρότερα αεροσκάφη, με δυνατότητα να προσγειώνονται παντού,» είπε η Ιωάννα. «Και μπορώ να σκεφτώ ένα είδος που θα μας φαινόταν χρήσιμο, αλλά δε νομίζω ότι, γενικά, το έχετε εδώ, στη Σάρντλι.»

«Τι είναι;»

«Ορνιθόπτερο. Χρησιμοποιείται κυρίως στη Φεηνάρκια. Αλλά, θεωρητικά, μπορεί να λειτουργήσει παντού.»

«Σ’έπιασα αδιάβαστη, Μαύρη Δράκαινα. Υπάρχουν ορνιθόπτερα στη Σάρντλι.»

«Θα το ήξερα,» είπε η Ιωάννα.

«Δεν είναι διαδεδομένα,» εξήγησε ο Φένχιλ. «Τα φτιάχνουν κάτι παλαβοί τεχνουργοί στη Βαν’τάτλεχ, για να διευκολύνουν τα ταξίδια στη Βεν’δράχαλ.»

«Πού είναι αυτά τα μέρη;»

«Ανατολική Σάρντλι.» Ο Φένχιλ σηκώθηκε απ’τη θέση του, έπιασε κάτι χάρτες, και ξετύλιξε έναν πάνω από τον προηγούμενο που έδειχνε τα ορυχεία. «Αυτή εδώ είναι η Βεν’δράχαλ. Ζούγκλες και βουνά και ποτάμια και καταρράκτες, ανακατεμένα σα να κάνεις σαλάτα. Απίστευτα δύσκολο να ταξιδέψεις περπατώντας – και δεν το συζητάμε να περάσει όχημα από κει πέρα, ή άλογο. Οι κάτοικοι της Βαν’τάτλεχ, λοιπόν» – έδειξε την παράκτια πόλη – «ανάμεσα σ’άλλες μεθόδους που έχουν αναπτύξει για να ταξιδεύουν σ’αυτά τα μέρη, είναι και τα ορνιθόπτερα.»

«Στη Φεηνάρκια, τα φτερά τους φτιάχνονται από δέρμα πτεροδάκτυλου…» είπε η Ιωάννα.

«Εδώ δεν έχουμε πτερο-τέτοιους, αλλά οι τεχνουργοί της Βαν’τάτλεχ φτιάχνουν τα ορνιθόπτερα με δέρμα σοθ’λάι

«Τα ίδια πλάσματα,» εξήγησε ο Σάνραντιλ, «που το κόκαλό τους χρησιμοποιείται στην κατασκευή του τόξου σοθ’λάι’κ

«Δεν τα έχω υπόψη μου,» είπε ο Ανδρόνικος.

«Εγώ ξέρω το τόξο,» δήλωσε η Ιωάννα.

Ο Σάνραντιλ πληκτρολόγησε επάνω σε μια κονσόλα και γύρισε μια οθόνη προς τη μεριά τους. «Αυτά είναι τα σοθ’λάι.» Το πλάσμα έμοιαζε με μεγάλη φτερωτή σαύρα με ελαστικό μαύρο δέρμα, έντονα πράσινα μάτια, δύο κέρατα κάτω απ’το σαγόνι, και μεγαλύτερα νύχια στα πίσω πόδια απ’ό,τι στα μπροστινά.

«Θυμίζει πτεροδάκτυλο,» είπε η Ιωάννα. «Πολύ γενικά.»

«Πολλά σοθ’λάι ζουν στη Βεν’δράχαλ,» τους πληροφόρησε ο Φένχιλ. «Το περιβάλλον τα ευνοεί.»

«Μάλιστα,» είπε η Ιωάννα, ανάβοντας τσιγάρο. «Μπορούμε, λοιπόν, να προμηθευτούμε τέσσερα ορνιθόπτερα από εκεί; Και μπορούμε να τα προμηθευτούμε γρήγορα

3.

Έφυγαν καθώς νύχτωνε. Οι τεχνικοί του Φτερωτού Όρους έκαναν μια γρήγορη συντήρηση στο αεροσκάφος, και μετά εκείνοι πετούσαν. Ο Ανδρόνικος, η Ιωάννα, η Άνμα’ταρ, ο Σέλιρ’χοκ, ο Φένχιλ, και η Σιλάνα. Ο Νάρτιλ δεν είχε έρθει γιατί δεν μπορούσε ξανά να πιλοτάρει. Ούτε η Αλρίβα’σαρ είχε έρθει γιατί ήταν κουρασμένη ύστερα από τη χρήση της Μαγγανείας Κινήσεως. Στο ενεργειακό κέντρο ήταν τώρα η Άνμα, και στο πιλοτήριο η Ιωάννα. Οι Μαύρες Δράκαινες ήταν εκπαιδευμένες να οδηγούν όλα τα οχήματα και τα σκάφη του Γνωστού Σύμπαντος.

Το αεροπλάνο πέρασε πάνω από τα βουνά, πάνω από την Ασνούρτα λίν’τα, πάνω από τον μεγάλο ποταμό Άζγκαλκ, πάνω από τη Βεν’δράχαλ, και έφτασε στις Ακτές του Φιδιού και στη Βαν’τάτλεχ.

«Εδώ είναι,» είπε ο Φένχιλ, δείχνοντας το μοναδικό φωτεινό μέρος μέσα στη νύχτα. «Βαν’τάτλεχ.»

Τρεις ώρες είχαν περάσει από την απογείωσή τους.

«Πού προσγειώνομαι;» Η Ιωάννα δεν μπορούσε να διακρίνει κανένα αεροδρόμιο.

«Στα βορειοανατολικά της πόλης προσγειώνονται ό,τι αεροσκάφη έρχονται. Υπάρχει ένας ανοιχτός χώρος εκεί. Όμως η Βαν’τάτλεχ δεν είναι άδεια από Παντοκρατορικούς – αν και, ομολογουμένως, εδώ είναι λιγότεροι απ’ό,τι αλλού. Καλύτερα να προσγειωθούμε πιο μακριά: στις όχθες του ποταμού που βλέπεις.»

Το ποτάμι γυάλιζε κάτω από τις ασημένιες αχτίνες του φεγγαριού. Έφτανε ώς τη θάλασσα, και στ’ανατολικά των εκβολών του ήταν οικοδομημένη η Βαν’τάτλεχ.

Η Ιωάννα έκανε στροφή και το ακολούθησε προς τα βόρεια. Έχασε ύψος, έκοψε ταχύτητα, και άναψε έναν προβολέα, για να βλέπει τι γινόταν από κάτω της. Μετά από λίγο, βρήκε ένα μέρος που θεωρούσε οριακά κατάλληλο για προσγείωση και, ανοίγοντας τα μεταλλικά πόδια του αεροπλάνου, το κατέβασε στη γη. Έσβησε τις μηχανές του και έκλεισε όλα τα φώτα. Εκείνη κι οι σύντροφοί της πήραν τα πράγματά τους και αποβιβάστηκαν από το αεροσκάφος, κλειδώνοντάς το για κάθε ενδεχόμενο.

«Λοιπόν, Φένχιλ,» είπε ο Ανδρόνικος. «Εσύ οδηγείς και πάλι.»

«Δεν την ξέρω και τόσο καλά τη Βαν’τάτλεχ, Πρίγκιπά μου,» αποκρίθηκε εκείνος. «Βασικά πράγματα, μόνο. Σπάνια έρχομαι από τούτα τα μέρη. Δεν πολυενδιαφέρουν τους Παντοκρατορικούς, άρα δεν πολυενδιαφέρουν κι εμάς.»

«Ξέρεις, όμως, πού να πάμε για να βρούμε τους τεχνουργούς, έτσι;» Προς στιγμή, ο Ανδρόνικος ανησύχησε μήπως ο Φένχιλ τούς είχε φέρει άδικα εδώ, στην άλλη άκρη της Σάρντλι.

«Φυσικά. Το είπαμε ήδη.»

Βάδισαν κοντά στις όχθες του ποταμού για καμια ώρα, ενώ η νύχτα και η ζούγκλα απλώνονταν γύρω τους, και έφτασαν στη βόρεια πύλη της Βαν’τάτλεχ, εκεί όπου μια γέφυρα δρασκέλιζε τον ποταμό και μια λιθόστρωτη δημοσιά ερχόταν στην πόλη, αψηφώντας το άγριο τοπίο. Οι φρουροί – ένας μαυρόδερμος άντρας και μια πορφυρόδερμη γυναίκα, με μεγάλα, πλατυλέπιδα γιαταγάνια και κοντόκαννες καραμπίνες – ατένισαν τους επαναστάτες με εχθρικά βλέμματα.

«Τι ζητάτε στην πόλη τέτοια ώρα;» ρώτησε ο άντρας, τραβώντας το γιαταγάνι του και καρφώνοντάς το μπροστά του, ανάμεσα στις πλάκες του πλακόστρωτου, για ν’ακουμπήσει τα χέρια του επάνω στο μακρύ μανίκι. Η όλη του στάση έλεγε Δεν περνάτε.

«Ταξιδιώτες είμαστε,» απάντησε, ουδέτερα, ο Φένχιλ, αν και υπήρχε μια άγρια γυαλάδα στα μάτια του (η οποία δεν ήταν κάτι το ασυνήθιστο για εκείνον, ούτως ή άλλως).

«Φέρνετε πραμάτεια;» θέλησε να μάθει η ερυθρόδερμη γυναίκα.

«Όχι.»

«Δεν αφήνουμε εύκολα να περνάνε άγνωστοι τέτοια ώρα τη νύχτα.» Μασούσε κάποια μαστίχα, τοπική ίσως. «Σχεδόν ποτέ.»

«Εκτός αν υπάρχει λόγος,» πρόσθεσε ο μαυρόδερμος άντρας. «Καλός λόγος.» Η στάση του εξακολουθούσε να λέει Δεν περνάτε.

Ο Φένχιλ στράφηκε να κοιτάξει τους συντρόφους του. Το βλέμμα του φαινόταν να λέει Δεν τους δέρνουμε;

Ο Ανδρόνικος έβγαλε έναν ημιπολύτιμο λίθο από τα ρούχα του – έναν από αυτούς που είχαν αρπάξει απ’τα ορυχεία των Ορειβατών. «Αυτός,» ρώτησε τους φρουρούς, «είναι αρκετά καλός λόγος;»

Οι φρουροί αλληλοκοιτάχτηκαν. Φάνηκαν να συμφωνούν μεταξύ τους. «Ναι,» είπε η γυναίκα, απλώνοντας το χέρι της προς τον Ανδρόνικο.

Ο Ανδρόνικος τούς έκανε νόημα να παραμερίσουν πρώτα. Εκείνοι παραμέρισαν και, καθώς οι επαναστάτες περνούσαν την πύλη, ο Πρίγκιπας έδωσε στους φρουρούς τον ημιπολύτιμο λίθο.

Οι δρόμοι της Βαν’τάτλεχ ήταν γεμάτοι χώματα, λάσπες, πεσμένα κλαδιά και φύλλα. Δεν κυκλοφορούσαν παρά ελάχιστοι άνθρωποι μέσα στη νύχτα. Ησυχία επικρατούσε. Μονάχα ορισμένα σημεία αποτελούσαν εξαίρεση: μικρές πλατείες, και εκεί όπου υπήρχαν ταβέρνες.

«Θα μας δεχτούν τέτοια ώρα οι τεχνουργοί;» ρώτησε ο Σέλιρ’χοκ. «Θα είναι καν στο εργαστήριό τους;»

«Θα το ανακαλύψουμε σύντομα, μάγε,» αποκρίθηκε ο Φένχιλ, καθώς οδηγούσε τους συντρόφους του μέσα στους δρόμους της Βαν’τάτλεχ, όπου τα σκοτάδια ήταν πολλά και ο φωτισμός λίγος.

«Παντοκρατορικούς δεν είδαμε ώς τώρα,» παρατήρησε η Άνμα’ταρ.

«Σας το είπα: δεν τους πολυενδιαφέρει το μέρος. Δεν κάνουν περιπολίες μέσα στη Βαν’τάτλεχ. Ή, αν κάνουν, είναι ελάχιστες, και συνήθως τα πρωινά. Τα βράδια, το πολύ-πολύ να πιάσουν κανένα κλεφτρόνι: πράγμα που δεν τους απασχολεί. Είναι υπόθεση των ντόπιων, όχι δική τους.»

Το Εργαστήρι Πτήσης, όπως το έλεγαν οι γηγενείς, βρισκόταν στην ανατολική μεριά της πόλης, κοντά στο μέρος που ο Φένχιλ είχε πει ότι χρησιμοποιούσαν ως αεροδρόμιο σε τούτα τα μέρη. Ήταν ένα διώροφο, πετρόχτιστο οίκημα, και η μεγάλη, διπλή ξύλινη πόρτα του ήταν τώρα κλειστή. Από το εσωτερικό δεν φαινόταν κανένα φως.

Ο Φένχιλ πλησίασε και χτύπησε με τη γροθιά. Κανείς δεν απάντησε. Εκείνος ξαναχτύπησε, δυνατότερα. Και πάλι, καμία απάντηση.

«Δεν είναι εδώ,» είπε ο Ανδρόνικος. «Ξέρεις κανένα μέρος για να μείνουμε;»

Ο Φένχιλ ένευσε. «Πάμε.»

Τους οδήγησε στο λιμάνι και σ’ένα πανδοχείο που η πινακίδα του έγραφε, με μισοσβησμένα γράμματα, ΤΟ ΟΡΘΑΝΟΙΧΤΟ. Έσπρωξαν την πόρτα και μπήκαν στην τραπεζαρία, όπου οι περισσότεροι πελάτες ήταν άνθρωποι που έμοιαζαν για ναυτικοί. Ο Ανδρόνικος αναρωτήθηκε μήπως κανένας απ’αυτούς ήταν πράκτορας της Παντοκράτειρας που παρακολουθούσε για ύποπτες κινήσεις στο λιμάνι. Καθώς ο Φένχιλ πήγαινε να κλείσει δωμάτια, εκείνος ρώτησε την Ιωάννα, ψιθυριστά: «Σου φαίνεται κανένας απ’αυτούς περίεργος;»

Η Ιωάννα κατάλαβε τι εννοούσε ο Ανδρόνικος. «Δεν ξέρω. Καλύτερα να έχουμε το νου μας, όμως. Όπως πάντα.»

Ο Φένχιλ τελείωσε με τις συνεννοήσεις του και έδωσε στους συντρόφους του τα κλειδιά για τα δωμάτιά τους.

4.

Την επομένη, σηκώθηκαν με την αυγή και πήγαν στο Εργαστήρι Πτήσης. Οι δρόμοι της Βαν’τάτλεχ, που ήταν άδειοι τη νύχτα, τώρα ήταν γεμάτοι κόσμο και ζώα. Οι ντόπιοι δεν αργούσαν να ξυπνήσουν και να ξεκινήσουν τις δουλειές τους.

Η πόρτα του Εργαστηρίου ήταν μισάνοιχτη· το ένα φύλλο της έγερνε προς τα μέσα. Πλησίασαν και ο Φένχιλ χτύπησε μία φορά, προτού σπρώξει το ξύλινο φύλλο και περάσει το κατώφλι. Το εσωτερικό του Εργαστηρίου Πτήσης ήταν ένα μεγάλο δωμάτιο με ψηλά, στενά παράθυρα που το πλημμύριζαν με πρωινό φως. Μηχανικά κομμάτια για ορνιθόπτερα υπήρχαν στοιβαγμένα από δω κι από κει, όχι τυχαία αλλά, φανερά, βάσει κάποιας μεθόδου. Μαύρα δέρματα (από σοθ’λάι μάλλον) κρέμονταν από αλυσίδες. Μερικά έτοιμα ορνιθόπτερα βρίσκονταν στο βάθος της αίθουσας. Ένας άντρας καθόταν μπροστά σ’έναν πάγκο και κάπνιζε πίπα. Είχε μαύρα μαλλιά και μούσια, και λευκό-ροζ δέρμα, το οποίο δεν ήταν συνηθισμένο στη Σάρντλι μα ούτε και σπάνιο. Πρέπει να ήταν γηγενής της διάστασης, αν έκρινε κανείς απ’την εμφάνισή του, όχι εξωδιαστασιακός.

Βλέποντας τους επαναστάτες να μπαίνουν, τα φρύδια του υψώθηκαν και σηκώθηκε όρθιος, με την πίπα του στο χέρι. «Καλημέρα,» είπε. «Τι θα μπορούσα να κάνω για σας;»

«Θέλουμε ορνιθόπτερα,» αποκρίθηκε ο Φένχιλ, καθώς πλησίαζαν τον πάγκο πίσω απ’τον οποίο στεκόταν ο άντρας. «Τέσσερα. Και τα θέλουμε σήμερα. Τώρα.»

«Ναι…» Ο άντρας κοίταξε τα ορνιθόπτερα στο βάθος του δωματίου. «Όπως βλέπετε έχουμε κάποια. Είναι, βέβαια, κλεισμένα ορισμένα απ’αυτά…»

«Θα σε πληρώσουμε καλά,» είπε ο Ανδρόνικος. «Τα χρειαζόμαστε.» Άνοιξε ένα δερμάτινο πουγκί και άφησε πολύτιμους και ημιπολύτιμους λίθους να κυλήσουν επάνω στον πάγκο.

Τα μάτια του άντρα γούρλωσαν προς στιγμή, βλέποντάς τους. «Ναι,» είπε. «Μάλιστα. Σίγουρα θα εξυπηρετήσουμε. Εννοείται.» Δάγκωσε την πίπα του. Ρούφηξε καπνό, τον φύσηξε. Έπιασε έναν λίθο και τον κοίταξε στο φως που έμπαινε απ’τα παράθυρα. Τον κοίταξε προσεχτικά – υποπτευόταν μάλλον ότι μπορεί να ήταν ψεύτικος. Τελικά, τον άφησε πάλι στον πάγκο· σήκωσε έναν άλλο και τον κοίταξε κι αυτόν. «Καλώς,» είπε μετά. «Καλώς… Το λοιπόν. Ρίξτε μια ματιά.» Έδειξε προς τα ορνιθόπτερα. «Πηγαίνετε. Ρίξτε μια ματιά.»

Οι επαναστάτες τα πλησίασαν. Η Ιωάννα άγγιξε τα δερμάτινα φτερά τους, νιώθοντάς τα λεία και δυνατά κάτω απ’τις παλάμες της. Ο Ανδρόνικος κάθισε στη θέση ενός, για να δει πώς ήταν· δεν είχε ποτέ ξανά οδηγήσει ορνιθόπτερο. Μετά, ο Σέλιρ’χοκ ύφανε γρήγορα τέσσερα Ξόρκια Μηχανικής Ανταποκρίσεως, για να διαπιστώσει αν όλα τα κομμάτια των τεσσάρων ορνιθοπτέρων που θα διάλεγαν επικοινωνούσαν σωστά μεταξύ τους: δηλαδή, η ενεργειακή θύρα με τη μηχανή· γιατί αυτά ήταν τα μόνα κομμάτια στα ορνιθόπτερα που είχε νόημα να επικοινωνούν. Τα υπόλοιπα ήταν απλά: τροχαλίες και γρανάζια. Ο Σέλιρ’χοκ δεν εντόπισε κανένα πρόβλημα, και το είπε στους συντρόφους του.

Στην ενεργειακή θύρα έμπαινε μπαταρία, αλλά σε κανένα από τα ορνιθόπτερα που κοίταζαν οι επαναστάτες δεν υπήρχε μπαταρία. Ο Ανδρόνικος ρώτησε τον άντρα με την πίπα αν θα τους έδιναν και μπαταρίες, γιατί σκόπευαν να φύγουν από εδώ με τα ορνιθόπτερα. «Φυσικά,» αποκρίθηκε εκείνος. «Δεν υπάρχει πρόβλημα. Έχουμε πολλές, κύριος.»

«Είμαστε σύμφωνοι, λοιπόν,» είπε ο Ανδρόνικος, και του έδειξε ποια ορνιθόπτερα θα έπαιρναν.

Ο άντρας φώναξε δύο ερυθρόδερμους βοηθούς από ένα άλλο δωμάτιο και τους πρόσταξε να φέρουν μπαταρίες και να τις βάλουν στα ορνιθόπτερα. Εκείνοι υπάκουσαν, και μετά, κατόπιν πάλι εντολής του αφεντικού τους, φόρτωσαν τα ορνιθόπτερα επάνω σε ειδικά καροτσάκια και τα έβγαλαν από το Εργαστήρι Πτήσης, πηγαίνοντάς τα παραδίπλα, στο αεροδρόμιο της Βαν’τάτλεχ: έναν ανοιχτό, ξεχορταριασμένο χώρο που δεν έμοιαζε να έχει καμία ιδιαίτερη φύλαξη. Ένα μοναχικό φυλάκιο ήταν σε μια γωνία, και δεν φαινόταν καθαρά αν κάποιος ήταν μέσα. Μονάχα ένα μικρό ελικόπτερο ήταν προσγειωμένο στο αεροδρόμιο, επί του παρόντος.

«Ευχαριστούμε,» είπε ο Ανδρόνικος στους βοηθούς, κι εκείνοι κλίνοντας τα κεφάλια έφυγαν, αφήνοντάς τον μόνο μαζί με τους συντρόφους του. Ο ήλιος ήταν δυνατός παρότι ακόμα πρωί. Ο Ανδρόνικος είχε τα μάτια του στενεμένα καθώς στρεφόταν στους άλλους για να πει: «Δύο από μας θα πρέπει να επιστρέψουν βαδίζοντας στο αεροπλάνο.» Ήταν έξι στο σύνολό τους, και τα ορνιθόπτερα τέσσερα.

«Εγώ,» προθυμοποιήθηκε η Σιλάνα, λακωνική όπως πάντα.

«Θάρθεις μαζί μου,» της είπε ο Φένχιλ.

«Υπάρχει κίνδυνος να μη μπορεί να σας σηκώσει και τους δύο το ορνιθόπτερο,» τον προειδοποίησε η Ιωάννα.

«Θα το δούμε.» Ο Φένχιλ κάθισε μέσα στο ένα από αυτά, κι έκανε νόημα στη Σιλάνα. Εκείνη ήρθε και κάθισε στα γόνατά του. Ο Φένχιλ ενεργοποίησε τη μηχανή του τεχνουργήματος: ένα έντονο γκρ-γκρ-γκρ-γκρ-γκρ άρχισε ν’ακούγεται. Ο Φένχιλ έκανε τα δερμάτινα φτερά του ορνιθόπτερου ν’ανεβοκατεβούν, καθώς οι υπόλοιποι απομακρύνονταν· κι ύστερα, ν’ανεβοκατεβούν ακόμα πιο γρήγορα. Και πιο γρήγορα, και πιο γρήγορα, και πιο γρήγορα. Το ορνιθόπτερο υψώθηκε στον αέρα ενώ τα φτερά του είχαν γίνει δύο θολούρες δεξιά κι αριστερά του. Ο Φένχιλ ύψωσε το χέρι του, χαιρετώντας τους άλλους επαναστάτες, καθώς έβαζε το ιπτάμενο τεχνούργημα να πετάξει βόρεια, προς τα εκεί όπου είχαν προσγειώσει το αεροπλάνο τους.

«Εντάξει φαίνεται να πετάει,» παρατήρησε η Άνμα’ταρ.

«Ελπίζω να φτάσει και στον προορισμό του,» είπε η Ιωάννα.

Ο Σέλιρ’χοκ πήγε σ’ένα από τα ορνιθόπτερα και κάθισε· η Άνμα πήγε σ’ένα άλλο. Η Ιωάννα παρατήρησε ότι είχαν αφήσει το τελευταίο για εκείνη και τον Ανδρόνικο. Τους είδε να υψώνονται στον ουρανό, φεύγοντας απ’το αεροδρόμιο.

Ο Ανδρόνικος κάθισε στο ορνιθόπτερο που απέμενε, και η Ιωάννα κάθισε στα γόνατά του, βάζοντάς το χέρι της στους ώμους του. Εκείνος ενεργοποίησε τη μηχανή του τεχνουργήματος, έβαλε τα φτερά του να κοπανήσουν γρήγορα τον αέρα, και σύντομα βρίσκονταν πάνω απ’το αεροδρόμιο. Η Ιωάννα παρατήρησε ότι πήγαιναν πολύ πιο αργά απ’ό,τι ο Σέλιρ και η Άνμα.

«Βλέπεις;» είπε. «Είναι επικίνδυνο.»

«Επικίνδυνο;»

«Νομίζεις ότι, ενώ είμαστε κι οι δύο επάνω, μπορείς να γείρεις έστω και λίγο το ορνιθόπτερο χωρίς να αναποδογυρίσει; Ή να το στρίψεις απότομα;»

«Έχεις δίκιο. Αλλά, τουλάχιστον, μπορεί να πετάξει. Αν και με κάπως μειωμένη ταχύτητα.»

Όταν έφτασαν στο αεροπλάνο, οι υπόλοιποι ήταν ήδη εκεί, έχοντας προσγειώσει τα ορνιθόπτερά τους. Ο Ανδρόνικος προσγείωσε και το δικό του, με προσοχή. Μετά, άνοιξαν το αεροπλάνο και φόρτωσαν μέσα τα τεχνουργήματα. Ήταν βαριά, και τουλάχιστον τρεις από αυτούς έπρεπε να τραβάνε το καθένα για να το μεταφέρουν. Στο τέλος, διαπίστωσαν ότι τα ορνιθόπτερα ίσα-ίσα χωρούσαν στο εσωτερικό του σκάφους· με τα δερμάτινα φτερά τους διπλωμένα, ασφαλώς.

Η Ιωάννα κάθισε στο πιλοτήριο, η Άνμα στο ενεργειακό κέντρο. Τα συστήματα του αεροπλάνου ενεργοποιήθηκαν, και απογειώθηκε μαζεύοντας τα μεταλλικά πόδια του. Οι προωθητήρες του γύρισαν οριζόντια, και πέταξε προς το Φτερωτό Όρος.

Έφτασαν εκεί πριν από το μεσημέρι, ελπίζοντας να μην είχαν οι Ούρταθ ήδη αρχίσει να επιτίθενται στα ορυχεία…

Ρελκάμνια

1.

Ο Ελπιδοφόρος είδε ότι η Φενίλδα δεν ήταν και πολύ ευχαριστημένη που δεν θα μπορούσε να πάει μαζί της στην Απολλώνια. Αλλά δεν γινόταν αλλιώς· έπρεπε να μείνει στη Ρελκάμνια για χάρη των Πειθαρχικών του Κενού, οι οποίοι μπορούσαν να επιβιώσουν μόνο εδώ και μόνο εντός της επίδρασης του περιδέραιού του. Επιπλέον, ο Κλαρκ είπε στον Ελπιδοφόρο ότι χρειαζόταν τη βοήθειά του: και δεν επρόκειτο για κάτι απλά για να περάσει η ώρα όσο εκείνος θα περίμενε την επιστροφή του μάγου και της Φενίλδα· επρόκειτο, αντιθέτως, για μια αποστολή πολύ σημαντική για τον πόλεμο εναντίον του Ελκράσ’ναρχ.

Ο Ελπιδοφόρος έπρεπε να εισβάλει στο Παντοτινό Ανάκτορο και να τοποθετήσει εκεί μια συσκευή, όσο πιο κοντά στα διαμερίσματα της Παντοκράτειρας μπορούσε.

«Γιατί δεν μπαίνεις εσύ στο Ανάκτορο;» είχε ρωτήσει τον Κλαρκ. «Με το Φαντασκεύασμα δεν θα είναι δύσκολο.»

«Αν μπορούσα, λες να μην έμπαινα;» είχε αποκριθεί εκείνος, αναμενόμενα. «Γιατί νομίζεις ότι χρειάστηκε να φύγουμε απ’το Ανάκτορο προκειμένου να συναντήσουμε το Φαντασκεύασμα, την πρώτη φορά που συναντηθήκαμε;»

«Ο Ελκράσ’ναρχ έχει, κάπως, προφυλάξει την περιοχή;»

«Ασφαλώς. Και δεν το έχει κάνει για εμένα. Υπάρχουν κι άλλοι που φοβάται. Πολλοί. Κυρίως, οντότητες από τον Ενιαίο Κόσμο. Όπως ο θεός που κουβαλάς σαν παράσιτο μες στο αίμα σου.

»Καταλαβαίνεις τώρα γιατί σε χρειάζομαι, Ελπιδοφόρε; Γιατί από την αρχή σε χρειαζόμουν; Εκτός των άλλων, ξέρεις να πλοηγείσαι μέσα στο Παντοτινό Ανάκτορο όπως κανένας άλλος.»

Το Φαντασκεύασμα είχε βγάλει τον Ελπιδοφόρο σε κάτι αποβάθρες της Μικρής Θάλασσας, μαζί με τους δύο Πειθαρχικούς του Κενού, κοντά στην Ακαδημία Επιστημονικών Τεχνών, μέσα σε μια παλιά, εγκαταλειμμένη αποθήκη. Και τώρα, ο Ελπιδοφόρος περίμενε να νυχτώσει για να πλησιάσει το Παντοτινό Ανάκτορο. Σε διαφορετική περίπτωση θα τραβούσε πολύ εύκολα ανεπιθύμητη προσοχή, με τον Άερ’θλαρ και την Άι’νιρ μαζί του.

Εν τω μεταξύ δεν έχανε τον χρόνο του. Σχεδίαζε χάρτες. Ο Κλαρκ τού είχε δώσει σχέδια του Παντοτινού Ανακτόρου που είχε: σχέδια των παλιών οικοδομημάτων που είχαν ενωθεί για να φτιάξουν το Παντοτινό Ανάκτορο – εργαστήρια, καταστήματα, κατοικίες. Η οικία της Παντοκράτειρας ήταν ένας λαβύρινθος, ένα τερατούργημα, που το μεγαλύτερο μέρος του ήταν ακατοίκητο. Εκτός, ίσως, από την ίδια και τους Υπερασπιστές της, κανένας δεν είχε τον ολοκληρωμένο χάρτη του Ανακτόρου. Ούτε καν ο Κλαρκ. Ο Ελπιδοφόρος, παρότι τόσο καιρό περιπλανιόταν στα ακατοίκητα βάθη του Ανακτόρου, επίσης δεν ήξερε τα πάντα γι’αυτό. Εκείνο που ήξερε, όμως, ήταν ότι τώρα έπρεπε να σχεδιάσει την εισβολή του με προσοχή, γιατί ο Ελκράσ’ναρχ θα είχε αντιληφτεί την απουσία του και θα τον αναζητούσε. Θα του είχε στήσει, πιθανώς, παγίδες στα μέρη απ’τα οποία ο Ελπιδοφόρος συνήθως περνούσε. Έπρεπε, λοιπόν, ν’αποφύγει αυτά τα μέρη: να πάει από αλλού, για να φτάσει, τελικά, στον προορισμό του.

Αν αποτύχαινε, ακόμα κι αν κατόρθωνε να μην παγιδευτεί ή σκοτωθεί, μπορεί ν’αργούσε να ξαναπαρουσιαστεί μια τόσο καλή ευκαιρία για να εισβάλει στο Ανάκτορο. Έτσι είχε πει ο Κλαρκ, τουλάχιστον: «Η Παντοκράτειρα λείπει τώρα από τη Ρελκάμνια, κι ένα μέρος του Ελκράσ’ναρχ έχει πάει μαζί της. Αυτό σημαίνει πως το Παντοτινό Ανάκτορο είναι σχετικά αφύλαχτο για έναν άνθρωπο με τις δικές σου γνώσεις και τη δική μου βοήθεια, Ελπιδοφόρε.» Η Φενίλδα το είχε επιβεβαιώσει: «Ναι,» είχε πει, «η Παντοκράτειρα λείπει τώρα. Έχει πάει στη Σάρντλι, να συναντήσει τον σύζυγό της τον Ορείχαλκο και να συζητήσει κάποια θέματα μαζί του τα οποία αφορούν τα ορυχεία μετάλλων.» (Ο Ελπιδοφόρος εξακολουθούσε να παρατηρεί εκείνη τη διαφορά στη Φενίλδα, από τότε που εμφανίστηκε η παράξενη γυαλάδα στο αριστερό της μάτι. Τα λόγια της είχαν μια ασυνήθιστη ηρεμία, το ίδιο και οι κινήσεις της. Μια αφύσικη ηρεμία, ίσως.)

Ο Ελπιδοφόρος έκανε σημειώσεις, προσθήκες, και διαγραφές επάνω στους χάρτες του Κλαρκ, έχοντάς τους απλωμένους σ’έναν παλιό ξύλινο πάγκο. Δεν ήταν και πολύ καλοί, παρατηρούσε. Είχαν ένα σωρό λάθη και ασάφειες. Δικαιολογημένα ο Κλαρκ με χρειάζεται, λοιπόν.

Οι Πειθαρχικοί του Κενού αιωρούνταν παραδίπλα. Σιωπηλοί. Παρατηρώντας τον. Με τις λευκές κουκούλες τους σηκωμένες στα κεφάλια τους.

Ο Ελπιδοφόρος σχεδίαζε τον δρόμο του, και όταν τελείωσε ήταν πια απόγευμα αλλά δεν είχε νυχτώσει τελείως. Κοιτάζοντας έξω απ’την αποθήκη, είδε ότι δεν ήταν ακόμα ώρα να φύγει. Έπρεπε να πέσει η βαθιά νύχτα, να μην κυκλοφορεί κανένας: και τότε, ο Ελπιδοφόρος θα οδηγούσε τους Πειθαρχικούς από εκεί όπου ήξερε πως δεν υπήρχαν τηλεοπτικοί πομποί για να τους δουν.

Τώρα, επέστρεψε στο εσωτερικό της παλιάς αποθήκης, έπιασε το αναψυκτικό του από την άκρη του πάγκου, και ήπιε την τελευταία γουλιά. Μάζεψε τους χάρτες και τους έβαλε στον σάκο του. Κάθισε επάνω σ’ένα κιβώτιο κι άναψε ένα τσιγάρο.

Κοίταξε τους Πειθαρχικούς. «Πώς είναι στο Κενό, λοιπόν;»

«Ποιος ο σκοπός της ερώτησής σου, Ελπιδοφόρε;» ρώτησε ο Άερ’θλαρ, με το μοναδικό του μάτι να γυαλίζει σαν λίθος μέσα απ’το σκοτάδι της κουκούλας του.

«Κανένας σκοπός. Περιέργεια απλώς.»

«Δεν μπορείς να κατανοήσεις πώς είναι για εμάς το Πορφυρό Κενό,» του είπε η Άι’νιρ. «Είναι αδύνατο.»

«Όμως,» πρόσθεσε ο Άερ’θλαρ, «μάθε ότι κι εμείς ήμασταν κάποτε σαν εσένα. Δεν μιλάμε έτσι από υπεροψία.»

Ο Ελπιδοφόρος συνοφρυώθηκε. Τράβηξε μια τζούρα απ’το τσιγάρο του, φύσηξε καπνό απ’τα ρουθούνια. «Θες να πεις ότι, κάποτε, ήσασταν άνθρωποι

«Ναι.»

«Πριν από πολύ καιρό,» συμπλήρωσε η Άι’νιρ.

«Εσύ, Άι’νιρ, όχι εγώ. Εγώ θυμάμαι ακόμα καλά πώς είναι η ανθρώπινη ύπαρξη.»

«Και πώς…» ρώτησε ο Ελπιδοφόρος σείοντας το τσιγάρο του εμπρός του, «πώς γίνατε έτσι;»

Ο Άερ’θλαρ είπε: «Εμένα με κάλεσε ο πατέρας μου, όταν ήμουν στην Άκρη. Και εγκατέλειψα για πάντα τις ακτές της Σεργήλης.»

«Ήσουν από τη Σεργήλη, λοιπόν…»

«Ναι.»

Ο Ελπιδοφόρος κοίταξε την Άι’νιρ. «Εσύ;»

«Από ένα μέρος που δεν γνωρίζεις,» αποκρίθηκε η μυστηριώδης θηλυκή φωνή κάτω απ’τη λευκή κουκούλα.

Ο Άερ’θλαρ είπε: «Η Άι’νιρ δεν είναι από τα μέρη που αποκαλείτε ‘Γνωστό Σύμπαν’.»

«Μάλιστα.» Ο Ελπιδοφόρος έριξε το τελειωμένο τσιγάρο του στο πάτωμα και το πάτησε με τη μπότα του, σβήνοντάς το.

2.

Η νύχτα είχε απλωθεί στην Ατέρμονη Πολιτεία· και ο Ελπιδοφόρος, κοιτάζοντας έξω από την παλιά, εγκαταλειμμένη αποθήκη, έκρινε ότι ήταν καιρός να ξεκινήσουν.

«Ελάτε,» είπε στους Πειθαρχικούς του Κενού, και βγήκαν στις αποβάθρες, ακολουθώντας δρομάκια που ο Ελπιδοφόρος ήξερε καλά και γνώριζε ότι ήταν ασφαλή. Πίσω τους ορθωνόταν το ψηλό, πελώριο οικοδόμημα της Α.Ε.Τ., φωτίζοντας τη νύχτα. Αριστερά τους έβλεπαν κάπου-κάπου, μέσα από ανοίγματα, τη Μικρή Θάλασσα, τα οικοδομημένα νησιά της και τις γέφυρες που τα ένωναν. Αντίκρυ τους διακρινόταν το Παντοτινό Ανάκτορο, ένα τερατούργημα ανάμεσα στα υπόλοιπα οικοδομήματα.

Ο Ελπιδοφόρος πέρασε τους Πειθαρχικούς κάτω από μια σήραγγα με κλειστά μικρά καταστήματα δεξιά κι αριστερά, τους έβγαλε σ’έναν έρημο δρόμο, τους πήγε σ’ένα σοκάκι όπου μερικοί άστεγοι ήταν κουκουλωμένοι σαν κουβάρια στις γωνίες, τους οδήγησε σ’ακόμα μια σήραγγα… και μπροστά σε μια μεταλλική πόρτα με καγκελωτό παραθυράκι. Άναψε τον φακό του και φώτισε μέσα.

Κανένας.

Ωραία. Δεν πρέπει να με περιμένουν εδώ. Αυτή ήταν μια δίοδος την οποία σχεδόν ποτέ δεν χρησιμοποιούσε. Άνοιξε την πόρτα και μπήκε πρώτος, με τον φακό στο ένα χέρι και το πιστόλι του στο άλλο. Ο Άερ’θλαρ και η Άι’νιρ τον ακολούθησαν. Ο Ελπιδοφόρος ρώτησε, χωρίς να γυρίσει να τους κοιτάξει: «Έχετε όπλα; Ίσως χρειαστεί να πολεμήσουμε.»

«Έχουμε,» απάντησε ο Άερ’θλαρ.

Ο Ελπιδοφόρος δεν ρώτησε τι όπλα· ήταν βέβαιος πως δεν επρόκειτο για συμβατικά όπλα τα οποία γνώριζε.

Προχώρησε κατά μήκος της σήραγγας, που ήταν στενή και βρόμικη. Κάτω από τα πόδια του υπήρχαν σκουπίδια, λύματα, λάσπες. Ο αέρας μύριζε απαίσια. Θάνατος και μηχανές.

Μετά από κάμποση απόσταση, ήταν μια παλιά σιδερένια σκάλα. Σκουριασμένη. Ο Ελπιδοφόρος έπιασε τον φακό του με τα δόντια κι άρχισε ν’ανεβαίνει. Προσεχτικά, γιατί τα σκαλιά ήταν επίφοβα. Αισθάνθηκε ένα απ’αυτά να υποχωρεί κάτω απ’τη μπότα του αλλά να μη σπάει – την επόμενη φορά που κάποιος θα πατούσε εκεί θα έσπαγε, όμως. Ο Ελπιδοφόρος έφτασε επάνω, σε μια κλειστή καταπακτή. Τη σήκωσε λίγο, αρκετά ώστε να κοιτάξει. Το μέρος φαινόταν έρημο. Την άνοιξε και βγήκε. Έκανε νόημα στους Πειθαρχικούς να έρθουν, και τους είδε να ανεβαίνουν αιωρούμενοι. Όπως το περίμενε. Μπορούσαν, άραγε, και να πετάξουν κανονικά, σαν πουλιά; Οι κατάλευκοι, φωσφορίζοντες μανδύες τους θύμιζαν γιγάντιες φτερούγες, έτσι όπως αναδεύονταν, ανάλαφρα.

Ο Ελπιδοφόρος φώτισε ολόγυρα, ψάχνοντας για πιθανούς κινδύνους. Για πιθανές παγίδες του Ελκράσ’ναρχ. Δεν εντόπισε τίποτα. Μπορούμε να προχωρήσουμε, σκέφτηκε· και ξεκίνησε πρώτος.

Βρίσκονταν, τώρα, στο εσωτερικό του Παντοτινού Ανακτόρου. Στα ακατοίκητα μέρη του, τα οποία ήταν σαφώς περισσότερα από τα κατοικημένα. Ακανόνιστοι λαβύρινθοι από μέταλλο, ξύλο, και πέτρα. Επικίνδυνοι χώροι γεμάτοι ακατονόμαστα λύματα, θανατηφόρες ουσίες, μεταλλαγμένα εκτρώματα. Παράξενοι, απόμακροι ήχοι από μηχανές που ακόμα λειτουργούσαν, ξεχασμένες για κάποιον λόγο, χωρίς κανέναν σκοπό.

Ο Ελπιδοφόρος είχε τους χάρτες στο μυαλό του· το ίδιο και τη διαδρομή που σκόπευε ν’ακολουθήσει. Όμως, κάπου-κάπου, τους έβγαζε κι από τον σάκο του για να τους συμβουλευτεί, φωτίζοντάς τους με τον φακό του. Δεν ήθελε να κάνει κάποιο λάθος, γιατί μπορεί ν’αποδεικνυόταν μοιραίο. Έπρεπε να κινηθεί με προσοχή και διορατικότητα. Να είναι απρόβλεπτος.

Η διαδρομή μέσα στον λαβύρινθο του Παντοτινού Ανακτόρου, μέσα στα παλιά ενωμένα οικοδομήματα, στο πιο μυστηριώδες, ίσως, αστικό αμάλγαμα της Ρελκάμνια: Σκάλες, ξύλινες, πέτρινες, μεταλλικές· κεκλιμένα επίπεδα, που ορισμένα απ’αυτά όφειλαν να είναι κυλιόμενα αλλά δεν κινούνταν πλέον· γέφυρες πάνω από χάσματα· γιγάντιοι σωλήνες που τρυπούσαν τους τοίχους· αλυσίδες που έπρεπε να σκαρφαλωθούν καθώς κρέμονταν μέσα σε άδεια φρεάτια ανελκυστήρων… Κλακ-κλακ, κλακ, κλακ, έκαναν τα λεπτά πόδια ενός εντομοειδούς τερατουργήματος, καθώς σερνόταν μέσα σ’έναν διάδρομο με παράθυρα κλειστά, εντοιχισμένα… Ένας σωλήνας ξεπρόβαλλε από έναν τοίχο, στάζοντας κάποιο καυστικό υγρό στο πάτωμα, προκαλώντας διαπεραστικά συρίγματα και καπνό…

Φωνές!

Ο Ελπιδοφόρος σταμάτησε, σβήνοντας τον φακό του, κάνοντας νόημα στους Πειθαρχικούς να μείνουν πίσω, γιατί οι καταραμένοι φωσφόριζαν σαν πυγολαμπίδες μες στο σκοτάδι.

Κρυφοκοιτάζοντας από ένα άνοιγμα, είδε λευκοντυμένους στρατιώτες. Πάνω από μισή ντουζίνα. Μαχητές της Παντοκράτειρας. Οι οποίοι δεν μπορεί παρά να είχαν μία δουλειά εδώ κάτω. Ψάχνουν για εμένα.

«…επικίνδυνα,» ακούστηκε κάποιος απ’αυτούς να λέει. Και μετά κάποιος άλλος μίλησε, αλλά ο Ελπιδοφόρος δεν κατόρθωσε να καταλάβει τι έλεγε.

«Σιωπή, γαμώ τα μυαλά σας!» γρύλισε ένας τρίτος – μια φιγούρα που κρατούσε φακό μα ήταν τυλιγμένη στο σκοτάδι. «Άμα κάνετε έτσι, κινδυνεύουμε περισσότερο. Αυτός, νάστε σίγουροι, ξέρει πιο καλά το μέρος από εσάς, αν είναι ακόμα…» Τα υπόλοιπα ο Ελπιδοφόρος δεν μπόρεσε να τ’ακούσει, αλλά νόμιζε πως είχε αναγνωρίσει τη φωνή. Του θύμιζε έναν άνθρωπο που είχε γνωρίσει σε μια αποστολή για τον Ελκράσ’ναρχ… μια αποστολή στην παγωμένη Ταρασμάλθη…

Έμεινε ακίνητος, παρατηρώντας από το στενό άνοιγμα. Προσπαθώντας να δει καλύτερα τον άντρα που είχε μιλήσει.

Οι στρατιώτες, σιωπηλοί τώρα, προχώρησαν. Μια δέσμη φωτός έπεσε πάνω στον άντρα που ενδιέφερε τον Ελπιδοφόρο: Γαλανό δέρμα, καστανά μαλλιά, μούσια, γεροδεμένος– Σκοτάδι πάλι. Αλλά ο Ελπιδοφόρος τώρα ήταν βέβαιος. Ο Σκοτ Θάμρω. Ένας ειδικός εκτελεστής που υπηρετούσε άμεσα τους Υπερασπιστές. Ένας πράκτορας του Ελκράσ’ναρχ.

Δεν έχασε χρόνο ο Ελκράσ’ναρχ… Πρέπει η απουσία μου να τον έχει θορυβήσει. Δικαιολογημένα, μάλλον.

Ο Ελπιδοφόρος οδήγησε τους Πειθαρχικούς του Κενού από μια άλλη μεριά, ώστε να μην υπάρχει πιθανότητα να συναντήσουν τους στρατιώτες και τον Σκοτ.

Πλησίαζαν τώρα το σημείο που ήθελε να φτάσει για να μπει στα κατοικημένα μέρη του Ανακτόρου. Δύο άντρες στέκονταν στον δρόμο του, διαπίστωσε. Τους είδε προτού εκείνοι τον δουν, παρατηρώντας τους από το πλάι, με τον φακό του σβησμένο. Δεν φορούσαν τις λευκές στολές του Στρατού της Παντοκράτειρας. Πράκτορες, λοιπόν, κατά πάσα πιθανότητα. Απλοί πράκτορες της Παντοκράτειρας, ή πράκτορες του Ελκράσ’ναρχ. Αν ήταν, πάντως, από τους δεύτερους, ο Ελπιδοφόρος δεν τους γνώριζε. Κρατούσαν κι οι δύο κοντά τουφέκια, κι έμοιαζε να περιμένουν κάτι ή κάποιον.

Πρέπει να τους ξεπαστρέψουμε. Χωρίς πολύ φασαρία, κατά προτίμηση.

Πήγε κοντά στους Πειθαρχικούς και τους εξήγησε ποιο ήταν το πρόβλημα.

«Δεν είναι πρόβλημα, Ελπιδοφόρε,» αποκρίθηκε ο Άερ’θλαρ. «Μείνε πίσω.»

Ο Ελπιδοφόρος δεν έφερε αντίρρηση. Μάλλον ξέρουν τι κάνουν. Επέστρεψε στη θέση του: εκεί απ’όπου μπορούσε να παρατηρεί τους δύο πράκτορες.

Είδε τον Άερ’θλαρ και την Άι’νιρ να στρίβουν και να παρουσιάζονται απροειδοποίητα μπροστά τους. Εκείνοι ξαφνιάστηκαν – και δεν πρόλαβαν ούτε να κινηθούν ούτε να φωνάξουν. Ολόλευκες φωτεινές ρομφαίες εμφανίστηκαν ξαφνικά στα χέρια των Πειθαρχικών του Κενού: λεπίδες που ο Ελπιδοφόρος δεν μπορούσε να καταλάβει πού ακριβώς τελείωναν, λεπίδες που του έδιναν την εντύπωση ότι απλώνονταν ώς τα πέρατα του σύμπαντος.

Χτύπησαν τους πράκτορες στο κεφάλι, και τα κεφάλια τους διαλύθηκαν. Εξαϋλώθηκαν. Τα σώματά τους σωριάστηκαν ακέφαλα στη γη, καπνίζοντας.

Τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος! Ο Κλαρκ δεν αστειευόταν όταν είπε ότι οι Πειθαρχικοί θα μας φανούν χρήσιμοι. Μετά, θυμήθηκε τον Ελκράσ’ναρχ και τις δικές του δυνάμεις. Ναι, σίγουρα θα μας φανούν χρήσιμοι. Απαραίτητοι ίσως.

Βγήκε απ’την κρυψώνα του, πλησιάζοντάς τους. «Μάλλον δε χρειάζεστε τη βοήθειά μου,» είπε υπομειδιώντας. Εκείνοι δεν αποκρίθηκαν. Οι ρομφαίες τους είχαν τώρα εξαφανιστεί, σα να μην ήταν ποτέ στα χέρια τους.

Ο Ελπιδοφόρος προχώρησε, οδηγώντας τους προς τα κατοικημένα μέρη του Ανακτόρου.

3.

Εδώ, το περιβάλλον ήταν πιο πολιτισμένο. Και πιο επικίνδυνο.

Τηλεοπτικοί πομποί υπήρχαν σχεδόν παντού, και φρουροί βρίσκονταν σε όλα τα ευαίσθητα σημεία, ενώ, βέβαια, πολύς κόσμος κυκλοφορούσε: στρατιωτικοί, μάγοι, επιστήμονες, βοηθοί, τεχνουργοί, μαντατοφόροι – κάθε λογής άνθρωποι. Ο Ελπιδοφόρος ήξερε ότι όφειλε να είναι πολύ προσεχτικός, και φοβόταν ότι πιθανώς θα έπρεπε να ξανασκοτώσει προτού φύγει.

Καλύτερα να μην καθυστερούμε, όμως, σκέφτηκε κλείνοντας την πόρτα πίσω του και ανεβαίνοντας τη μικρή πέτρινη σκάλα.

Σταμάτησε προτού φτάσει επάνω. Υπήρχε ένας τηλεοπτικός πομπός στη γωνία του διαδρόμου, στο βάθος. Ευτυχώς, κατά τα άλλα το μέρος ήταν άδειο. Ο Ελπιδοφόρος έβγαλε τον χάρτη του για να τον συμβουλευτεί. Αν απέφευγε να περάσει μπροστά από τον πομπό, θα έπρεπε να πάει…. Το δάχτυλό του διέγραψε μια πορεία επάνω στο σχέδιο του Ανακτόρου.

Μπορούσε, βέβαια, και να καταστρέψει τον πομπό, είτε με το πιστόλι του είτε με τη βοήθεια των Πειθαρχικών· αλλά προτιμούσε να μην δώσει ακόμα σημάδια στο Κέντρο Ελέγχου ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Γιατί, αν καταλάβαιναν ότι υπήρχε εισβολέας, θα γύριζαν το Ανάκτορο ανάποδα προσπαθώντας να τον βρουν.

Ο Ελπιδοφόρος ρύθμισε το πιστόλι του στην αναισθητοποίηση και ανέβηκε τη σκάλα. Έστριψε, αποφεύγοντας τον τηλεοπτικό πομπό. Οι Πειθαρχικοί τον ακολούθησαν.

Μετά από λίγο, ο Ελπιδοφόρος είδε κάτι που τον έκανε να τους σταματήσει. «Πρέπει να σαμποτάρουμε έναν τηλεοπτικό πομπό,» τους είπε. «Δε γίνεται αλλιώς. Μπορείτε να κάψετε το καλώδιο πίσω από τον τοίχο;»

«Ναι,» είπε ο Άερ’θλαρ.

«Ωραία.»

Ο Ελπιδοφόρος τούς έδειξε πού νόμιζε πως ήταν το σωστό σημείο για να χτυπήσουν. Μια ρομφαία παρουσιάστηκε στο χέρι της Άι’νιρ και η φωτεινή της λεπίδα διαπέρασε τον τοίχο. Καπνός σηκώθηκε κι ένα αδύνατο τσιτσίρισμα ακούστηκε. Η ρομφαία εξαφανίστηκε.

«Πρέπει να είμαστε εντάξει τώρα,» είπε ο Ελπιδοφόρος, και τους έκανε νόημα να μείνουν πίσω.

Προχώρησε μόνος του, πλησιάζοντας μια φρουρό που στεκόταν σε μια διασταύρωση.

«Συγνώμη. Να σε ρωτήσω κάτι;»

Η γυναίκα συνοφρυώθηκε. Δεν πρέπει να τον είχε αναγνωρίσει. Μια απλή πολεμίστρια ήταν.

«Τι θέλεις;»

Ο Ελπιδοφόρος ήρθε κοντά, μπροστά της. «Κοίτα, αυτές εκεί οι πόρτες…» Έκανε πως κοιτούσε στο πλάι– Η γυναίκα στράφηκε· ο Ελπιδοφόρος τη γρονθοκόπησε, δυνατά, στη μύτη. Εκείνη παραπάτησε, η πλάτη της κοπάνησε στον τοίχο, σωριάστηκε στο πάτωμα. Αναίσθητη. Με αίματα στο πρόσωπό της.

Κάποιος βρήκε ακριβώς εκείνη τη στιγμή να στρίψει και να βαδίσει προς τη διασταύρωση. Ένας άντρας. Όχι στρατιώτης, αν έκρινε κανείς από το ντύσιμό του κι απ’την έλλειψη όπλων επάνω του. Βλέποντας την πεσμένη φρουρό, σάστισε–

Ο Ελπιδοφόρος είχε ήδη τραβήξει το πιστόλι του και, σημαδεύοντάς τον, πάτησε τη σκανδάλη. Το βίαιο ενεργειακό κύμα τράνταξε τον άντρα, ο οποίος έπεσε στο πάτωμα χάνοντας τις αισθήσεις του.

Ο Ελπιδοφόρος άλλαξε μπαταρία στο πιστόλι του γιατί είχε ενέργεια μόνο για μία ριπή αυτού του είδους. Ύστερα, πλησίασε τους Πειθαρχικούς του Κενού και τους είπε να τον ακολουθήσουν. Ο τηλεοπτικός πομπός που είχαν σαμποτάρει ήταν στη διασταύρωση, έτσι πέρασαν από εκεί χωρίς πρόβλημα και ζύγωσαν τα διαμερίσματα της Παντοκράτειρας.

Ο Άερ’θλαρ και η Άι’νιρ σαμπόταραν ακόμα έναν πομπό και, λίγο πιο κάτω, σκότωσαν δύο στρατιώτες από την προσωπική φρουρά της Παντοκράτειρας.

Ο Ελπιδοφόρος ήταν βέβαιος πως στο Κέντρο Ελέγχου του Ανακτόρου θα είχαν πλέον προσέξει ότι κάτι συνέβαινε – αν δεν το είχαν προσέξει προ πολλού, από την καταστροφή του πρώτου τηλεοπτικού πομπού. Επίσης, πολύ πιθανόν αυτοί που ερευνούσαν τα ακατοίκητα μέρη να είχαν βρει τους ακέφαλους πράκτορες και να είχαν καταλάβει ότι κάτι είχε περάσει από εκεί – κάτι επικίνδυνο.

Επομένως, ο Ελπιδοφόρος νόμιζε πως ο χρόνος είχε αρχίσει να μετρά αντίστροφα γι’αυτόν. Έπρεπε κάπου εδώ να τοποθετήσει τη συσκευή που του είχε δώσει ο Κλαρκ. Κοιτάζοντας τον χάρτη του βρήκε ένα δωμάτιο που έκρινε πως μάλλον ήταν κατάλληλο, και πήγε προς τα εκεί. Δεν ήταν μακριά. Το έφτασε και έσπρωξε τη μισάνοιχτη πόρτα, μπαίνοντας.

Ήταν μία από τις αίθουσες ψυχαγωγίας του Παντοτινού Ανακτόρου – είχε μια μεγάλη οθόνη στον τοίχο, κονσόλες με πληκτρολόγια, τραπέζι για μπιλιάρδο, κάβα με μπαρ, ένα άλλο τραπέζι, δύο σοφάδες – και δεν ήταν άδεια από ανθρώπους. Δύο άντρες κάθονταν αντικριστά και έπαιζαν ένα επιτραπέζιο παιχνίδι με ολογράμματα.

Απρόσεχτος! Δεν είχε κοιτάξει προτού μπει.

Οι δύο άντρες αμέσως στράφηκαν να τον ατενίσουν. Τον έναν ο Ελπιδοφόρος τον ήξερε. Ήταν ο Μάξιμος, ένας λοχαγός του Παντοκρατορικού Στρατού.

«Στίβεν;» έκανε, ξαφνιασμένος, ο Μάξιμος· γιατί, φυσικά, γνώριζε τον Ελπιδοφόρο μόνο με το παλιό του όνομα. Και κατά πάσα πιθανότητα πίστευε ότι ο Στίβεν Νέλκος είχε δολοφονήσει την ερωμένη του, την Αγγελική Έμφωτη, η οποία ήταν και προσωπική φίλη της Παντοκράτειρας – μια υπόθεση που είχε, τελικά, οδηγήσει τον Στίβεν στην υπόγεια ζωή που έκανε τώρα, και τον είχε μεταμορφώσει στον Ελπιδοφόρο: έναν πράκτορα του Ελκράσ’ναρχ.

Αλλά όχι πια.

Υψώνοντας το πιστόλι του – ακόμα ρυθμισμένο στην αναισθητοποίηση – πυροβόλησε. Η ενεργειακή ριπή τράνταξε τον Μάξιμο, κάνοντάς τον να πέσει απ’την καρέκλα του και να σωριαστεί στο πάτωμα.

Ο άλλος άντρας (που φορούσε στολή ανθυπολοχαγού) πετάχτηκε όρθιος, τραβώντας το πιστόλι από τη ζώνη του– Μια φωτεινή ρομφαία διέλυσε το κεφάλι του. Το ακέφαλο σώμα σωριάστηκε, σπαρταρώντας για λίγο και καπνίζοντας από τον λαιμό.

Σκατά… σκέφτηκε ο Ελπιδοφόρος. Στράφηκε στους Πειθαρχικούς. «Πρέπει να βρούμε τώρα άλλο δωμάτιο.» Το δωμάτιο που θα τοποθετούσε τη συσκευή έπρεπε να είναι άδειο, γιατί δεν ήθελε να τραβήξει την προσοχή των Υπερασπιστών εκεί. Δεν ήθελε να το ερευνήσουν.

Βγήκαν από την αίθουσα ψυχαγωγίας. Ο Ελπιδοφόρος κοίταξε τον χάρτη. Έβαλε το μυαλό του να δουλέψει γρήγορα. Ναι, εδώ, σκέφτηκε βρίσκοντας ένα σημείο.

Αναγκάστηκαν να καταστρέψουν ακόμα έναν τηλεοπτικό πομπό προτού φτάσουν στον καινούργιο προορισμό τους. Ο Ελπιδοφόρος άνοιξε μια ξύλινη πόρτα και μπήκε στην αποθήκη ποτών. Κανένας δεν φαινόταν να είναι εδώ. Πάτησε τον διακόπτη στον τοίχο ανάβοντας το ενεργειακό φως. Κοίταξε το μέρος προσεχτικά, ψάχνοντας να βρει το καλύτερο, το πιο κρυφό, σημείο για να τοποθετήσει τη συσκευή. Το βρήκε. Πίσω από μια θήκη για μπουκάλια. Έβγαλε κάμποσα ποτά από τη θέση τους και τ’άφησε παραδίπλα. Πήρε τη συσκευή μέσα από τα ρούχα του και την τοποθέτησε με προσοχή. Ύστερα, έβαλε πάλι τα ποτά στη θέση τους. Όλα ήταν εντάξει.

Αρκεί να καταφέρουμε να φύγουμε από δω, κιόλας.

4.

Η Ρία-Μία, η Αρχιέρεια του Κρόνου, καθόταν και μιλούσε με την Καλλιστώ, σε μια από τις αίθουσες του Παντοτινού Ανακτόρου. Στο τραπέζι ανάμεσά τους ήταν δυο πιατέλες με πρόχειρα φαγητά, ένα μπουκάλι Αργυρό Νεφέλωμα, και δυο ποτήρια με ψηλό πόδι. Η ώρα ήταν προχωρημένη, και η Ρία-Μία έπρεπε κανονικά να είχε φύγει προ πολλού. Αλλά της ήταν αδύνατον μ’αυτά που άκουγε από την Καλλιστώ. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι η Φενίλδα είχε εξαφανιστεί έτσι απρόοπτα.

«Την απήγαγαν· δεν υπάρχει άλλη εξήγηση,» είπε.

Η Καλλιστώ μόρφασε. «Ποιος να την απαγάγει; Γιατί;»

«Στα δωμάτιά της έγινε έρευνα;»

«Ναι. Δεν υπάρχει κανένα στοιχείο.»

«Είσαι σίγουρη ότι δε σου είπε τίποτα περίεργο προτού φύγει απ’το Νυχτόσκαλο

Η Καλλιστώ κούνησε το κεφάλι και τίναξε λίγη σταχτή απ’το τσιγάρο της στο τασάκι. «Όχι. Πήγε μόνο ν’απαντήσει σ’εκείνη την κλήση και, μετά, εξαφανίστηκε. Δεν ξέρω πού. Κανείς δεν φαίνεται να ξέρει.»

«Ποιος μπορεί να γνώριζε ότι θα ήταν στο Νυχτόσκαλο, ώστε να την καλέσει εκεί;» ρώτησε η Ρία, περνώντας το χέρι της μέσα στα καστανά σγουρά μαλλιά της για να τα κάνει πίσω. «Κάποιος εραστής, ίσως;»

«Δε νομίζω. Τα είχε χαλάσει με τον τελευταίο της. Επικοινωνήσαμε μαζί του, βέβαια, αλλά ισχυρίστηκε ότι δεν ήξερε τίποτα. Και τώρα που λείπει κι η Βάρμη, μαζί με την Παντοκράτειρα….»

«Ναι,» αναστέναξε η Ρία, ακουμπώντας την πλάτη της στην καρέκλα. Τι παράξενη υπόθεση… Η Φενίλδα να χαθεί έτσι;… Τελευταία, βέβαια, η μάγισσα είχε αρχίσει να φέρεται περίεργα. Από τον γάμο της Αγαρίστης με τον Ορείχαλκο και ύστερα. Αλλά η Ρία δεν μπορούσε να είναι σίγουρη πως η εξαφάνισή της οφειλόταν σ’αυτό.

Συναγερμός αντήχησε, ξαφνικά, μέσα στο Παντοτινό Ανάκτορο.

Η Ρία συνοφρυώθηκε. Κοίταξε την Καλλιστώ ερωτηματικά.

«Δεν ξέρω,» είπε εκείνη καθώς σηκωνόταν όρθια. «Πρέπει, πάντως, νάναι σοβαρό.» Ο συναγερμός συνεχιζόταν.

Η Καλλιστώ βάδισε προς την έξοδο της μικρής αίθουσας, και η Ρία-Μία την ακολούθησε. Άνοιξαν την πόρτα και βγήκαν.

Η Αρχιέρεια του Κρόνου ρώτησε κάτι στρατιώτες που περνούσαν βιαστικά: «Τι συμβαίνει; Γιατί ο συναγερμός;»

«Κάποιος εισβολέας είναι μες στο Ανάκτορο, Παντόχρονη,» αποκρίθηκε ένας πολεμιστής, προφανώς αναγνωρίζοντάς την.

Εισβολέας; απόρησε η Ρία. Μέσα στο Παντοτινό Ανάκτορο;

5.

Ο Ελπιδοφόρος αναισθητοποίησε έναν ακόμα φρουρό, κατέστρεψε δύο ακόμα τηλεοπτικούς πομπούς· και μετά, άκουσε τον συναγερμό ν’αντηχεί, καθώς δεν ήταν πια μακριά από την πόρτα που θα τον οδηγούσε στα ακατοίκητα μέρη του Παντοτινού Ανακτόρου.

Σκατά!

Τώρα, το πράγμα θα αγρίευε, δίχως αμφιβολία.

Ρύθμισε το πιστόλι του στις κανονικές ριπές. Τράβηξε κι άλλο ένα πιστόλι από τη ζώνη του.

Βιαστικά βήματα ακούστηκαν πίσω απ’το συνεχόμενο ΙΟΥ-ΙΟΥ-ΙΟΥ-ΙΟΥ του συναγερμού. Παντοκρατορικοί στρατιώτες παρουσιάστηκαν, οπλισμένοι με κοντά τουφεκιά, ειδικά φτιαγμένα για συγκρούσεις σε στενούς χώρους.

Ο Ελπιδοφόρος πυροβόλησε και με τα δύο πιστόλια. Λευκές στολές βάφτηκαν κόκκινες καθώς κραυγές αντηχούσαν. Οι φωτεινές ρομφαίες του Άερ’θλαρ και της Άι’νιρ κινούνταν σαν ενεργειακά στοιχεία της φύσης, μοιάζοντας ν’αψηφούν τελείως τον συμβατικό χώρο· κι ό,τι άγγιζαν αμέσως καταστρεφόταν ολοσχερώς. Παρ’όλ’αυτά – παραδόξως – οι Πειθαρχικοί του Κενού χειρίζονταν τα πανίσχυρα όπλα με χειρουργική ακρίβεια.

Οι στρατιώτες της Παντοκράτειρας τράπηκαν σε άτακτη φυγή, πετώντας κάτω τα πυροβόλα τους, ουρλιάζοντας περίτρομοι. Ο Ελπιδοφόρος και οι φωτεινοί σύντροφοί του πέρασαν πάνω από τα κομμάτια των πιο άτυχων από αυτούς. Έτρεξαν – ή, μάλλον, εκείνος μόνο έτρεξε, αφού ο Άερ’θλαρ κι η Άι’νιρ αιωρούνταν – προς την έξοδο που θα τους οδηγούσε στα ακατοίκητα μέρη του Ανακτόρου.

6.

Οι στρατιώτες τής είπαν να κλειστεί σε κάποιο δωμάτιο μέχρι να περάσει η κρίση, αλλά η Ρία-Μία δεν τους άκουσε. Βάδισε μέσα στους διαδρόμους του Ανακτόρου, και η Καλλιστώ την ακολούθησε, διστακτικά, φανερά φοβισμένη.

«Όποιοι κι αν είναι, δεν πρόκειται να καταφέρουν να μας πλησιάσουν,» της είπε η Αρχιέρεια, για να την καθησυχάσει. «Τόσοι στρατιώτες είναι γύρω μας.»

«Μα,» έκανε αδύναμα η Καλλιστώ, «αν κατόρθωσαν να μπουν στο Ανάκτορο….»

Η Ρία καταλάβαινε τον φόβο της. Κανείς δεν είχε ξανακουστεί να εισβάλει εδώ και να προκαλεί καταστροφές. Αν επρόκειτο για αποστάτες, τότε το πρόβλημα μ’αυτούς ήταν πολύ πιο μεγάλο απ’ό,τι όλοι τους φαντάζονταν – ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος είχε τεράστια δύναμη. Ωστόσο, η Ρία-Μία είπε στην Καλλιστώ: «Θα φάνηκαν τυχεροί,» προσπαθώντας να διατηρεί την ψυχραιμία της. Η περιέργειά της είχε υπερνικήσει τον φόβο της.

Λίγο παρακάτω, άκουσε φωνές από ένα δωμάτιο. Πλησίασε και μέσα είδε τον Λοχαγό Μάξιμο περιστοιχισμένο από στρατιώτες, και έκδηλα τρανταγμένο. Τα ξανθά του μαλλιά στέκονταν όρθια σαν ενέργεια να τον είχε χτυπήσει, τα μάτια του ήταν ασταθή, και μιλούσε με αλλόκοτα τραυλίσματα. Παραδίπλα, στο δάπεδο, ήταν πεσμένος ένας άλλος αξιωματικός. Ακέφαλος. Χωρίς αίματα γύρω του. Σαν κάτι να είχε κόψει το κεφάλι του καυτηριάζοντας αμέσως το τραύμα. Και όχι μόνο αυτό αλλά είχε πάρει το κεφάλι κιόλας, γιατί δεν φαινόταν πουθενά τριγύρω.

Η Ρία-Μία μπήκε στην αίθουσα ψυχαγωγίας. «Μάξιμε!» είπε. «Είσαι καλά;»

«Ήταν – ήταν, ο, ο Στίβεν, Παντόχρονη,» της είπε αμέσως ο λοχαγός. «Μπήκε. Πυροβόλησε. Ενεργειακό όπλο.»

«Ποιος Στίβεν;»

«…Προδότης. Πήγε με – με, με αποστάτες–»

«Ποιος Στίβεν, Μάξιμε;» ρώτησε ξανά η Ρία, πλησιάζοντάς τον κι αγγίζοντας το μπράτσο του. «Και ηρέμησε. Κάθισε. Κάθισε.»

Ο Μάξιμος έγλειψε νευρικά τα χείλη του, κάθισε σε μια καρέκλα τρέμοντας. Η Ρία είπε στους στρατιώτες να φέρουν νερό, κι εκείνοι γέμισαν ένα ποτήρι και της το έδωσαν. Η Ρία το έδωσε στον λοχαγό, κι ο Μάξιμος ήπιε, διψασμένα.

«Ποιος Στίβεν;» τον ρώτησε, γι’ακόμα μια φορά, η Ρία-Μία, τραβώντας μια άλλη καρέκλα κοντά του και καθίζοντας, αγγίζοντας το χέρι του.

«Ο Στίβεν Νέλκος.» Η φωνή του ήταν τώρα καλύτερη.

Αδύνατον! Αυτός είχε εξαφανιστεί μετά τη δολοφονία της Αγγελικής. Πολλοί, μάλιστα, ήταν πια πεπεισμένοι ότι εκείνος την είχε σκοτώσει, παρότι ήταν ερωμένη του. «Ο ταγματάρχης; Ο Στίβεν Νέλκος που είχε χαθεί;»

Ο Μάξιμος κατένευσε. «Ναι. Αυτός.» Τα ορθωμένα μαλλιά του είχαν αρχίσει να πέφτουν.

«Και ποιος πήρε το κεφάλι αυτού;» Η Ρία έδειξε το ακέφαλο πτώμα.

Ο Μάξιμος ατένισε τον νεκρό με τρόμο στα μάτια, και απορία, σύγχυση, συγχρόνως. «Δε… δεν ξέρω.»

7.

Ο Ελπιδοφόρος πέρασε στα λαβυρινθώδη ακατοίκητα μέρη του Παντοτινού Ανακτόρου, και δεν άργησε να συναντήσει στρατιώτες που είχαν ειδοποιηθεί, αναμφίβολα, μέσω τηλεπικοινωνιακών πομπών. Δεν ήταν πολλοί. Οι Πειθαρχικοί του Κενού τούς ξεπάστρεψαν προτού προλάβουν να σηκώσουν τα όπλα τους. Οι ολόλευκες φωτεινές ρομφαίες ήταν αφάνταστα γρήγορες: το πιο τρομερό όπλο που είχε αντικρίσει ο Ελπιδοφόρος. Ή, ίσως, το ίδιο τρομερό με τα όπλα των Υπερασπιστών.

Οι Παντοκρατορικοί, δυστυχώς, πρόλαβαν να ουρλιάξουν προτού πεθάνουν όλοι· έτσι, ο Ελπιδοφόρος δεν παραξενεύτηκε που, λίγο παρακάτω, άκουσε άλλα βήματα να έρχονται. Εκείνος, όμως, γνώριζε ετούτα τα μέρη καλύτερα από αυτούς, κι έστριψε ώστε να τους αποφύγει. Η κίνησή του πέτυχε· τους είδε να περνάνε από δίπλα χωρίς να τον αντιλαμβάνονται. Και μαζί τους ήταν ο Σκοτ Θάμρω.

Καλύτερα, σκέφτηκε ο Ελπιδοφόρος. Δε θα ήθελα να τον σκοτώσω. Στην Ταρασμάλθη είχε κάνει το παν για να τον κρατήσει ζωντανό – και αυτόν και τους υπόλοιπους εκείνης της ομάδας – τον θεωρούσε σύντροφό του, στρατιώτη του: κι ένας ταγματάρχης πάντα ενδιαφέρεται για τους στρατιώτες του, όσο περίεργοι κι αν είναι.

Ο Ελπιδοφόρος χάθηκε μέσα στους λαβυρίνθους του Παντοτινού Ανακτόρου, μαζί με τους Πειθαρχικούς του Κενού, αποφεύγοντας δρόμους που παλιά σύχναζε ώστε να αποφύγει και τυχόν παγίδες του Ελκράσ’ναρχ.

8.

Άπαντες στράφηκαν, ξαφνιασμένοι.

Στην είσοδο της αίθουσας στεκόταν μια μορφή που έπιανε ολόκληρο το κατώφλι. Μια ψηλή ανθρωπόμορφη φιγούρα ντυμένη με βαριά πανοπλία που ήταν κατάμαυρη αλλά έκανε αργυρές και πορφυρές ανταύγειες, σαν να ήταν καμωμένη από κάποιο άγνωστο, παράξενο υλικό ή από ενέργεια. Το κεφάλι της φιγούρας έκρυβε ένα κλειστό κράνος, παρόμοιας κατασκευής με την υπόλοιπη πανοπλία.

Ένας από τους Υπερασπιστές της Παντοκράτειρας.

Οι στρατιώτες παραμέρισαν, ορισμένοι απ’αυτούς παραπατώντας λιγάκι. Όλοι τους φοβόνταν τους Υπερασπιστές.

Η Ρία-Μία σηκώθηκε όρθια. Η Καλλιστώ ήρθε και στάθηκε πίσω της. Ο Μάξιμος παρέμεινε καθισμένος, πολύ σοκαρισμένος για ν’αντιδράσει.

«Τι σημαίνει αυτό;» ρώτησε η απόκοσμη φωνή του Υπερασπιστή. Το χέρι του έδειχνε το ακέφαλο κουφάρι στο δάπεδο.

«Δεν ξέρουμε ακόμα, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε ένας στρατιώτης.

Η Ρία όφειλε να παραδεχτεί ότι ο Υπερασπιστής προκαλούσε και σ’εκείνη έναν κάποιο φόβο, αλλά βρήκε το θάρρος να ρωτήσει: «Τι, ε… τι μπορεί να τον σκότωσε με… με αυτό τον τρόπο;» Η Αρχιέρεια του Κρόνου και να μιλά έτσι, σαν λακές, μπροστά σ’αυτή τη μυστηριώδη οντότητα… Δε θα μπορούσε εύκολα να το συγχωρέσει στον εαυτό της.

«Κάτι τέτοιο,» αποκρίθηκε ο Υπερασπιστής. Το χέρι του μετατράπηκε σε μαύρη φωτιά που μέσα της διακρίνονταν πορφυρές και αργυρές γλώσσες. Η φωτιά τινάχτηκε, χτυπώντας τον ακέφαλο νεκρό και διαλύοντας το σώμα του τελείως.

Η Ρία άκουσε την Καλλιστώ ν’αναφωνεί πίσω της, όπως επίσης και κανένα-δυο από τους στρατιώτες. Η ίδια έμεινε σιωπηλή, αλλά ένιωθε τις τρίχες της να έχουν σηκωθεί σαν κι εκείνη να είχε χτυπηθεί από ενεργειακό όπλο όπως ο Μάξιμος. Ξεροκατάπιε.

Οι αργυρές και οι πορφυρές ανταύγειες πάνω στη μαύρη μορφή του Υπερασπιστή φάνηκαν να πάλλονται… φανερώνοντας τι; Θυμό; Ανησυχία; Φόβο, ίσως; Ό,τι κι αν ήταν, η Ρία ήξερε ότι εκείνη όφειλε να αισθανθεί τουλάχιστον ανησυχία· και την αισθάνθηκε, σαν πέτρα μέσα στο στομάχι της.

Ο Υπερασπιστής στράφηκε και έφυγε, χωρίς άλλες κουβέντες.

Φεηνάρκια

1.

Μέσα στο όχημα, η Αλιζέτ σχεδίαζε έναν πρόχειρο χάρτη επάνω στα γόνατά της, με χαρτί και στιλογράφο.

«Ζωγράφος είσαι,» σχολίασε ο Πολ.

«Σιωπή εσύ,» μούγκρισε η Ανταρλίδα.

«Δεν είπα τίποτα κακό. Δεν την ενόχλησα. Σ’ενόχλησα, Αλιζέτ;»

«Όχι.» Τελειώνοντας με τον χάρτη της, τους είπε: «Κάπως έτσι θα είναι τα πράγματα στη δίοδο, αν τίποτα δεν έχει αλλάξει.»

«Και λοιπόν;» ρώτησε η Ανταρλίδα, με τα χέρια της σταυρωμένα εμπρός της. Μην κρύβοντας την καχυποψία της για την άλλη Μαύρη Δράκαινα.

«Εδώ,» η Αλιζέτ έδειξε ένα κουτάκι επάνω στον χάρτη της, «είναι το ενεργειακό κέντρο τους, όπου έχουν όλες τις ενεργειακές φιάλες που τους χρειάζονται, και απ’όπου τροφοδοτούν όλα τ’άλλα σημεία. Υπάρχουν καλώδια που ξεκινούν από αυτό το μικρό οίκημα και πηγαίνουν….» Ζωγράφισε κάτι γραμμές προς διάφορες κατευθύνσεις. «Αλλά είναι υπόγεια: περνάνε κάτω από το έδαφος, δεν τα βλέπεις. Μια απ’αυτές τις γραμμές φτάνει κι εδώ.» Συνέχισε μία γραμμή ώσπου έφτασε σ’έναν κύκλο. «Κι από εδώ, πηγαίνει εδώ.» Συνέχισε κι άλλο τη γραμμή, φτάνοντάς την σ’έναν δεύτερο κύκλο, αντίκρυ στον προηγούμενο. «Αυτά τα δύο στρογγυλά είναι πύργοι επίβλεψης, και βρίσκονται εκεί που βρίσκονται για να μπορεί να κατεβεί ανάμεσά τους ένα κιγκλίδωμα και να κλείσει την πρόσβαση προς τη διαστασιακή δίοδο όταν οι φρουροί το κρίνουν απαραίτητο. Για να κινηθεί το κιγκλίδωμα χρειάζεται ενέργεια· γι’αυτό κιόλας τα καλώδια φτάνουν ώς εδώ.

»Για να περάσουμε με τη λιγότερη δυνατή φασαρία (που σημαίνει, βέβαια, ότι θα πέσουν και μερικές σφαίρες), πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να κάνουμε το εξής: Θα εισβάλουμε, απαρατήρητοι, στο ενεργειακό κέντρο· θα το σαμποτάρουμε έτσι ώστε να κοπεί η παροχή ενέργειας στο κιγκλίδωμα και μόνο, για να μην καταλάβουν οι φρουροί ότι κάτι έχει συμβεί· και θα τρέξουμε με το όχημά μας προς τη δίοδο. Η πρώτη αντίδραση των φρουρών θα είναι να κλείσουν το κιγκλίδωμα. Δε θα μπορέσουν να το κάνουν, ασφαλώς, και αυτό θα μας δώσει το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού. Πυροβολισμοί εννοείται ότι θα πέσουν, όπως είπα, αλλά, δεδομένης της θωράκισης του οχήματός μας, αμφιβάλλω ότι θα αποδειχτούν αρκετοί για να μας σταματήσουν.»

Η Αλιζέτ τούς κοίταξε έναν-έναν, περιμένοντας την αντίδρασή τους.

«Καλό είναι,» είπε ο Πολ.

Ο Τάμπριελ ένευσε. «Έτσι φαίνεται.»

Η Ανταρλίδα ρώτησε: «Ποιος θα πάει να σαμποτάρει το ενεργειακό κέντρο;»

«Θα πρότεινα τον εαυτό μου,» είπε η Αλιζέτ, «αν μπορούσα να απομακρυνθώ από εσάς…» Άγγιξε το φερίλιο βραχιόλι στον καρπό της.

«Ούτε που να το σκέφτεσαι,» είπε η Ανταρλίδα.

«Τι νομίζεις ότι θα κάνω; Θα πάω να σας προδώσω στους φρουρούς της διόδου, και θα τους οδηγήσω εναντίον σας;»

«Πολύ πιθανόν. Τι θα σε σταματήσει;»

Τίποτα, σκέφτηκε η Αλιζέτ, αλλά δεν μίλησε. Ό,τι και να έλεγε στην Ανταρλίδα, δεν θα την έπειθε ούτως ή άλλως. Κι επιπλέον, ίσως η Ανταρλίδα να είχε δίκιο – ίσως να τους προδώσω με την πρώτη ευκαιρία. Γιατί όχι; Τι θα με σταματήσει;

Τίποτα.

Εκτός από την περιέργειά της, πιθανώς, γι’αυτόν τον παράξενο δαίμονα, τον Ελκράσ’ναρχ…

Ούτε κι η ίδια δεν ήταν βέβαιη. Όχι απόλυτα.

«Θα πας εσύ, λοιπόν;» ρώτησε ο Πολ την Ανταρλίδα.

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνη δίχως να διστάσει. Ήταν η πιο κατάλληλη μετά από την Αλιζέτ.

«Νομίζω,» είπε η Αλιζέτ, «πως θα ήταν καλύτερα να έρθω μαζί σου. Για να βεβαιωθούμε ότι θα σαμποτάρουμε το ενεργειακό κέντρο σωστά. Ένα λάθος αν γίνει, οι φρουροί θα καταλάβουν ότι κάποιος έπαιξε με το σύστημα ενέργειας και θα πάνε να δουν τι συμβαίνει. Κι επίσης, εννοείται ότι θα ετοιμαστούν αμέσως για να δεχτούν επίθεση – πράγμα το οποίο δεν θα μας ευνοήσει.»

«Τι λες, Ανταρλίδα;» ρώτησε ο Τάμπριελ ατενίζοντάς την.

Η Ανταρλίδα φοβόταν ότι η Αλιζέτ πιθανώς να είχε κάποιο σχέδιο κατά νου ώστε να δραπετεύσει: πιθανώς όλα τούτα να ήταν μια παγίδα μέσα στην οποία προσπαθούσε η Σκοτεινή Βασίλισσα να τους ρίξει. Θα ήταν, ασφαλώς, δεμένη με την Ανταρλίδα μέσω του φερίλιου βραχιολιού· δεν θα μπορούσε να απομακρυνθεί απ’αυτήν· κι αν εκείνη την έβλεπε να κάνει τίποτα ύποπτο, θα μπορούσε εύκολα να την τραντάξει με ενέργεια, αναισθητοποιώντας την. Παρ’όλ’αυτά, η Ανταρλίδα δεν το θεωρούσε κι απίθανο η Αλιζέτ να κατόρθωνε κάπως να την αδρανοποιήσει και να της πάρει τη συσκευή ελέγχου…

Ήταν ρίσκο.

Αλλά η Αλιζέτ, όφειλε να παραδεχτεί η Ανταρλίδα, δεν είχε τελείως άδικο σ’αυτό που έλεγε για το σαμποτάζ… Και ποιος άλλος εκτός από τις δύο Μαύρες Δράκαινες ήταν πιο ικανός για να αναλάβει τούτη την αποστολή; Ο Τάμπριελ, όχι. Ούτε ο Πολ. Και οι Ιεράρχες μπορεί να ήξεραν πώς να μάχονται στη Νόρχακ, μπορεί ορισμένοι απ’αυτούς να ήταν ακόμα και καλοί κατάσκοποι, μα για να σαμποτάρουν ένα ενεργειακό κέντρο μάλλον δεν γνώριζαν τίποτα πέρα από τα πιο βασικά – όπως ότι αν πυροβολήσεις τις ενεργειακές φιάλες θα ανατιναχτούν.

Η Ανταρλίδα έστρεψε το βλέμμα της στην Αλιζέτ. «Θα φοράς το βραχιόλι.»

«Φυσικά.» Τα γκρίζα μάτια της Σκοτεινής Βασίλισσας την ατένιζαν ψύχραιμα.

Αλλά ούτε κι η Ανταρλίδα έδειχνε ανήσυχη. «Εντάξει, τότε. Μπορούμε να το δοκιμάσουμε. Και θα έρθει κι ένας Ιεράρχης μαζί μας. Όποιος θέλει.» Σα να έλεγε στην Αλιζέτ: Ο Τάμπριελ θα μας παρακολουθεί. Αν επιχειρήσεις κάτι, θα το μάθει στιγμιαία.

Η Σκοτεινή Βασίλισσα ανασήκωσε τους ώμους. «Εντάξει. Αν και δύο εισβάλουν πιο εύκολα απ’ό,τι τρεις.»

2.

Βρίσκονταν ακόμα στις βόρειες ακτές του Ωκεανού, όμως. Όχι πολύ μακριά από τη διαστασιακή δίοδο για Βίηλ, αλλά ούτε και πολύ κοντά. Είχαν κάποιες εκατοντάδες χιλιόμετρα να ταξιδέψουν. Και ξεκίνησαν να ταξιδεύουν ενώ το όχημά τους είχε τη μορφή τετράκυκλου. Πέρασαν από τους πρόποδες βουνών, κοντά από δάση, και μακριά από μικρές πόλεις. Από απόσταση, είδαν μια μάχη να γίνεται. Δύο μικροί στρατοί συγκρούονταν, και ο ένας πρέπει να αποτελείτο από Παντοκρατορικούς. Οι πολεμιστές της Παντοκράτειρας είχαν αρχίσει εδώ και καιρό να έχουν προβλήματα στη Φεηνάρκια· οι κάτοικοι της διάστασης, ανήμεροι εκ φύσης τους, επαναστατούσαν. Ο Τάμπριελ και οι σύντροφοί του, όμως, δεν μπορούσαν τώρα να δώσουν σημασία σε μια τέτοια σύγκρουση· όχι όταν ο σκοπός τους ήταν να φτάσουν στη Βίηλ.

Τρεισήμισι ώρες αφότου είχαν, το πρωί, ξεκινήσει από τις βόρειες ακτές του Ωκεανού, έφτασαν σ’έναν μεγάλο λιθόστρωτο δρόμο – ο μοναδικός που είχαν αντικρίσει από τότε που ήρθαν στη Φεηνάρκια. «Η δημοσιά που ενώνει την Έλγκοροβ και την Κάρνατεβ,» είπε ο Τάμπριελ, που τώρα είχε βγει από το ενεργειακό κέντρο του οχήματος για να ξεκουραστεί. «Ξεκινά από τη μια πόλη και καταλήγει στην άλλη. Μπορεί σ’εσάς να μη φαίνεται τίποτα σπουδαίο αλλά, για τη Φεηνάρκια, ένας τέτοιος δρόμος αποτελεί ιδιαίτερο αξιοθέατο.

»Θα αποφύγουμε την Έλγκοροβ, φυσικά,» πρόσθεσε, μετά, καθώς έτρωγαν, καθισμένοι στην πλαγιά ενός λόφου. Το όχημά τους ήταν σταματημένο πίσω από τον λόφο, για να μην τύχει και το πάρει το τηλεσκόπιο κανενός Παντοκρατορικού. Το είχαν, επίσης, καλύψει με βλάστηση: φυλλωσιές και κλαδιά που είχαν κόψει από τα τοπικά αειθαλή δέντρα. «Η Παντοκράτειρα την κρατά γερά υπό τον έλεγχό της, και αναμφίβολα με ψάχνουν εκεί.»

Ο Πολ ρώτησε: «Στην Έλγκοροβ δεν έχουν οι Δεσμοφύλακες την έδρα τους;»

«Ναι,» είπε ο Τάμπριελ.

«Θα έχεις, λοιπόν, παλιούς φίλους εκεί, ε;»

«Είναι, πράγματι, κάποιοι άνθρωποι που θα ήθελα να δω. Αλλά όχι τώρα.»

Το απόγευμα, επιβιβάστηκαν πάλι στο όχημά τους και, με κάθε επιφύλαξη, πέρασαν στην αντικρινή μεριά της μεγάλης δημοσιάς, μπαίνοντας στα βουνά και κατευθυνόμενοι βόρεια, προς τη διαστασιακή δίοδο για Βίηλ. Απόμακρα, εντόπισαν κάτι να τους παρακολουθεί. Και πρέπει να ήταν τεράστιο, γιατί έμοιαζε να πηδά από βουνοκορφή σε βουνοκορφή. Ένα μαύρο, ομιχλώδες πλάσμα, ανθρωπόμορφο σε γενικές γραμμές αλλά έχοντας ουρά κιόλας. Το κεφάλι του ήταν κάτι το ακατονόμαστο, πλατύ και μακρύ. Θύμιζε την κεφαλή αλόγου, ίσως, ή ερπετού. Παραδόξως, με τα κιάλια δεν μπορούσαν να διακρίνουν το παράξενο πλάσμα και πολύ καλύτερα, σαν μια αύρα να το κάλυπτε.

Όταν ρώτησαν τον Τάμπριελ (ο οποίος ήταν στο ενεργειακό κέντρο, χρησιμοποιώντας τη Μαγγανεία Κινήσεως) γι’αυτό, εκείνος τούς αποκρίθηκε: «Αγνοήστε τον και θα σας αγνοήσει. Ένας θεός είναι. Ο Χορευτής των Ορέων, μάλλον, έτσι όπως μου τον περιγράφετε. Σ’αυτές τις περιοχές τριγυρίζει, συνήθως.»

Μετά από κανένα μισάωρο (κι ενώ ο Χορευτής των Ορέων ακόμα τους παρακολουθούσε) αναγκάστηκαν να μεταμορφώσουν το όχημά τους σε τετράποδο, γιατί τα βουνά ήταν τώρα πολύ απόκρημνα για να μπορούν να τα διασχίσουν με τους τροχούς. Το ταξίδι τους έγινε πιο αργά, αλλά και πιο ασφαλές.

Η νύχτα, σιγά-σιγά, ήρθε.

Ο Χορευτής των Ορέων τούς εγκατέλειψε.

3.

Η Αλιζέτ κοίταζε με τα κιάλια, στεκόμενη πάνω σ’έναν βράχο. Ο αέρας, παγερός εδώ στα βουνά, έκανε την κάπα ν’ανεμίζει γύρω της. «Ναι,» είπε η Σκοτεινή Βασίλισσα, «τα πράγματα φαίνεται να είναι όπως τα θυμάμαι.»

Αντίκρυ της, και από κάτω, ήταν το μικρό Παντοκρατορικό στρατόπεδο που φρουρούσε τη διαστασιακή δίοδο, μέσα σ’ένα πέρασμα των βουνών. Πέτρινα οικήματα και δύο μεταλλικοί πύργοι επίβλεψης, ο ένας απέναντι στον άλλο, χωρίς τώρα το κιγκλίδωμα να είναι κλειστό ανάμεσά τους. Στο τέλος του περάσματος φαινόταν μονάχα ο νυχτερινός ουρανός, να τρεμοπαίζει όπως το νερό που ένας ελαφρύς αέρας φυσά από πάνω του. Δε χρειαζόταν να ξέρεις ότι αυτή ήταν η διαστασιακή δίοδος για να καταλάβεις ότι κάτι το ασυνήθιστο συνέβαινε εκεί. Εκτός απ’το αλλόκοτο τρεμόπαιγμα, κανονικά θα έπρεπε να φαίνεται και το ορεινό τοπίο στο τέλος του περάσματος, όχι μόνο ουρανός.

«Ξεκινάμε, λοιπόν;» ρώτησε η Ανταρλίδα.

Η Αλιζέτ κατέβασε τα κιάλια της και πήδησε από τον βράχο. «Μόλις είσαι έτοιμη.»

«Έτοιμη είμαι.» Η Ανταρλίδα κοίταξε τους Ιεράρχες. «Ποιος από εσάς θα έρθει μαζί μας;»

«Εγώ,» είπε ο Όρνιφιμ.

Ο Τάμπριελ ένευσε, δείχνοντας να συμφωνεί με την απόφαση.

«Να είστε φρόνιμες,» είπε ο Πολ.

Η Ανταρλίδα τον αγνόησε, κάνοντας νόημα στην Αλιζέτ και στον Όρνιφιμ να την ακολουθήσουν. Πίσω τους, ο Τάμπριελ ήρθε σε επαφή με τον Μεγάλο Ιεράρχη μέσα στην πορφυρή σφαίρα του ραβδιού του: και τώρα, ό,τι αντιλαμβανόταν ο Όρνιφιμ (και οι υπόλοιποι Ιεράρχες) το αντιλαμβανόταν κι εκείνος.

Η Ανταρλίδα, η Αλιζέτ, και ο Όρνιφιμ κατέβηκαν προσεχτικά προς το Παντοκρατορικό στρατόπεδο, με τη νύχτα να τους προσφέρει κάλυψη. Οι δύο γυναίκες οδηγούσαν και ο Ιεράρχης μιμείτο τις κινήσεις τους. Δεν ήταν κακός, παρατήρησε η Ανταρλίδα, μα σίγουρα δεν ήταν εκπαιδευμένος και σαν Μαύρη Δράκαινα. Δεν αφιέρωσε περισσότερη σκέψη σ’αυτόν, γιατί έπρεπε να έχει τις αισθήσεις της εστιασμένες, συγχρόνως, σε δύο πράγματα: στους Παντοκρατορικούς φρουρούς της διόδου, και στην Αλιζέτ. Ακόμα δεν ήταν πεπεισμένη ότι η Σκοτεινή Βασίλισσα δεν είχε προτείνει αυτή την επιχείρηση προκειμένου να ξεφύγει κάπως από την αιχμαλωσία της.

Ο Τάμπριελ την εμπιστεύεται πολύ περισσότερο απ’ό,τι πρέπει.

Αλλά, απ’την άλλη, καλύτερα να τη δοκιμάσουμε εδώ παρά κάπου αλλού που τα πράγματα πιθανώς να είναι ακόμα πιο επικίνδυνα…

Βρίσκονταν κοντά στο μικρό στρατόπεδο πλέον, κρυμμένοι ανάμεσα σε ψηλούς βράχους και αειθαλή βλάστηση. Η νυχτερινή ησυχία απλωνόταν γύρω τους. Τα ενεργειακά φώτα από τα πέτρινα οικήματα και από τους μεταλλικούς πύργους έσχιζαν τα σκοτάδια – και τύφλωναν αυτούς που ήταν κοντά τους: πράγμα που βόλευε την Ανταρλίδα, την Αλιζέτ, και τον Όρνιφιμ.

«Εκεί,» η Σκοτεινή Βασίλισσα έδειξε, «είναι το ενεργειακό κέντρο. Το μόνο που χρειάζεται είναι να περάσουμε τους δύο φρουρούς και μετά να γλιστρήσουμε ήσυχα ανάμεσα στα οικήματα.»

Η Ανταρλίδα ένευσε. Κοίταξε τον Όρνιφιμ. Εκείνος είπε: «Εντάξει.» Δεν έμοιαζε να έχει πρόβλημα. Το βλέμμα του ήταν παρατηρητικό και πονηρό, όπως πάντα.

Έμειναν ακίνητοι για λίγο, παρακολουθώντας τις κινήσεις των φρουρών. Παρατηρώντας πότε πήγαιναν και πότε έρχονταν. Εντοπίζοντας τον ρυθμό τους. Μετά, την κατάλληλη στιγμή, η Αλιζέτ έκανε νόημα στην Ανταρλίδα και βγήκαν από την κάλυψη του σκοταδιού, τρέχοντας προς το μικρό στρατόπεδο. Χωρίς οι φρουροί να τους καταλάβουν γλίστρησαν ανάμεσα στα οικήματα, και τώρα η Αλιζέτ οδηγούσε καθώς κινούνταν κοντά στους πέτρινους τοίχους, προσέχοντας μη βρεθούν αναπάντεχα πρόσωπο με πρόσωπο με κανέναν στρατιώτη της Παντοκράτειρας. Δεν ήθελαν να γίνει η παραμικρή φασαρία, για να είναι όσο το δυνατόν μεγαλύτερο το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού μετά, όταν θα ορμούσαν προς τη δίοδο, μέσα στο όχημά τους.

Η είσοδος του οικήματος όπου στεγαζόταν το ενεργειακό κέντρο του στρατοπέδου δεν ήταν αφύλαχτη. Ένας στρατιώτης στεκόταν εκεί, με το τουφέκι του αγκαλιά. Αδύνατον αυτόν να τον προσπεράσουμε, σκέφτηκε η Ανταρλίδα, και είδε ότι κι η Αλιζέτ πρέπει να είχε κάνει ακριβώς την ίδια σκέψη, γιατί της έγνεψε να ετοιμαστούν.

Η Σκοτεινή Βασίλισσα απομακρύνθηκε, για να ζυγώσει το οίκημα του ενεργειακού κέντρου από την άλλη μεριά. Η Ανταρλίδα προσάρμοσε ένα βέλος στη μικρή βαλλίστρα της.

Μια βαλλίστρα ήταν πάντοτε προτιμότερη από οποιοδήποτε πυροβόλο, σε αποστολές όπου η ησυχία μετρούσε. Ακόμα κι οι σιγαστήρες δεν φίμωναν τελείως τα πυροβόλα· απλά το έκαναν δυσκολότερο να εντοπίσει κανείς τη ριπή από μεγάλες αποστάσεις. Σε μικρούς χώρους δεν πρόσφεραν και κανένα σπουδαίο πλεονέκτημα.

Η Ανταρλίδα είδε ότι η Αλιζέτ ήταν στη σωστή θέση. Ύψωσε τη βαλλίστρα, σημάδεψε, και πάτησε τη σκανδάλη. Το βέλος καρφώθηκε στον λαιμό του φρουρού. Εκείνος παραπάτησε, σαστισμένος. Η Αλιζέτ πετάχτηκε πίσω του και του έκλεισε το στόμα με το ένα χέρι, ενώ τον τραβούσε μέσα στο σκοτάδι με το άλλο. Ψίθυρος δεν ακούστηκε. Ο ήχος των ποδιών της Σκοτεινής Βασίλισσας και του φρουρού κρύφτηκε από το σφύριγμα του ανέμου των βουνών.

Η Ανταρλίδα και ο Όρνιφιμ μπήκαν στο ενεργειακό κέντρο, και η Αλιζέτ αμέσως τους ακολούθησε. Κανένας δεν βρισκόταν, τέτοια ώρα, εδώ. Ολόκληρο το οίκημα ήταν ένα δωμάτιο, γεμάτο με ενεργειακές φιάλες, καλωδιώσεις, και ρυθμιστικά συστήματα.

«Προσοχή τώρα,» είπε η Αλιζέτ, καθώς η Ανταρλίδα κοιτούσε μια κονσόλα. «Προσοχή. Δε θέλουμε να διακόψουμε τελείως την ενεργειακή ροή προς τους πύργους επίβλεψης, γιατί, αν το κάνουμε αυτό, θα σβήσουν και οι λάμπες μέσα τους, και οι φρουροί θα καταλάβουν ότι κάτι συμβαίνει. Θέλουμε μόνο να μειώσουμε την ενεργειακή ροή, ώστε οι λάμπες να παραμείνουν αναμμένες αλλά να μην υπάρχει αρκετή δύναμη για να κλείσει αυτόματα το κιγκλίδωμα.»

«Θα το κάνεις εσύ;»

«Εκτός αν επιμένεις να το κάνεις εσύ.»

Η Ανταρλίδα δεν επέμεινε. Η Αλιζέτ πρέπει να ήξερε ακριβώς πώς λειτουργούσε αυτό το σύστημα· πρέπει, παλιότερα, να είχε ξαναπεράσει από εδώ για κάποιον λόγο. Άλλωστε, η Βίηλ ήταν η πατρίδα της. «Κάντο.»

Η Αλιζέτ πάτησε ένα πλήκτρο επάνω στην κονσόλα και γύρισε, με προσοχή, έναν διακόπτη.

Με τις άκριες των ματιών της, η Ανταρλίδα είδε ότι ο Όρνιφιμ φυλούσε την είσοδο του μικρού οικήματος, κρατώντας έτοιμη μια βαλλίστρα σαν τη δική της. Αν, όμως, έρθει τώρα κάποιος εδώ, την έχουμε άσχημα ούτως ή άλλως. Η δουλειά μας θα πάει χαμένη.

Η Αλιζέτ είπε: «Εντάξει.»

«Είσαι σίγουρη ότι το τακτοποίησες;»

«Ναι. Δώσε μου τώρα ένα ξιφίδιο.» Ακόμα δεν της είχαν επιτρέψει να κουβαλά όπλα.

Η Ανταρλίδα δίστασε.

«Για να σαμποτάρω την κονσόλα,» εξήγησε η Αλιζέτ.

Η Ανταρλίδα τράβηξε ένα ξιφίδιο απ’τη μπότα της και το κράτησε από την αιχμή, προτείνοντας το μανίκι. Η Αλιζέτ πήρε το όπλο και, χρησιμοποιώντας το επιδέξια, χάλασε την κονσόλα, έτσι ώστε να μη λειτουργούν τα πλήκτρα και οι διακόπτες – να μη μπορούν οι φρουροί εύκολα να ξαναρυθμίσουν την ενεργειακή ροή.

«Πάμε τώρα,» είπε, επιστρέφοντας το όπλο στην Ανταρλίδα.

4.

Ακριβώς όπως το είχα «δει», παρατήρησε ο Τάμπριελ κοιτάζοντας μέσα από τα μάτια του Όρνιφιμ, καθώς ο Ιεράρχης είχε γυρίσει για μια στιγμή ώστε να ρίξει μια ματιά στην Ανταρλίδα και στην Αλιζέτ. Ακριβώς έτσι ήταν.

Η Αλιζέτ να κρατά ένα ξιφίδιο από την αιχμή και να τείνει τη λαβή προς την Ανταρλίδα, ενώ πίσω τους ήταν κάποιο μηχανικό σύστημα – ακόμα μια εικόνα απ’αυτές που έβρισκε ο Τάμπριελ στο μυαλό του είχε γίνει πραγματικότητα. Ήταν, λοιπόν, σωστή η επιλογή του να ζητήσει από την Αλιζέτ να τους βοηθήσει να περάσουν τη διαστασιακή δίοδο…

Ο Τάμπριελ τούς περίμενε να επιστρέψουν, καθισμένος σ’έναν βράχο κοντά στο τετράποδο όχημά τους. Ο Πολ στεκόταν παραδίπλα, καπνίζοντας.

Η Ανταρλίδα, η Αλιζέτ, και ο Όρνιφιμ δεν άργησαν να έρθουν, βγαίνοντας από το Παντοκρατορικό στρατόπεδο χωρίς δυσκολία και γλιστρώντας μέσα στο νυχτερινό ορεινό τοπίο.

«Είμαστε έτοιμοι,» είπε η Ανταρλίδα, «και καλύτερα να ξεκινήσουμε αμέσως, γιατί αργά ή γρήγορα θα βρουν εκείνο τον σκοτωμένο φρουρό.»

Ο Τάμπριελ κατένευσε καθώς σηκωνόταν όρθιος, διακόπτοντας την επαφή του με τον Μεγάλο Ιεράρχη.

«Σκοτώσατε φρουρό;» είπε ο Πολ. «Νόμιζα πως είχατε κατά νου να αποφύγετε τους φρουρούς.»

«Αυτό είχαμε κατά νου,» αποκρίθηκε η Ανταρλίδα, «αλλά ο συγκεκριμένος στεκόταν στο δρόμο μας.»

Ανέβηκαν στο τετράποδο όχημά τους και ο Τάμπριελ κάθισε στο ενεργειακό κέντρο, υφαίνοντας τη Μαγγανεία Κινήσεως. Η Ανταρλίδα έπιασε το τιμόνι και οδήγησε προς ένα σημείο όπου θα μπορούσαν να κατεβούν χρησιμοποιώντας τροχούς, γιατί έπρεπε να περάσουν τη δίοδο με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ταχύτητα. Όταν έφτασε εκεί όπου ήθελε, η Ανταρλίδα είπε στον Τάμπριελ να μεταμορφώσει το όχημά τους, κι εκείνος, χρησιμοποιώντας το Ξόρκι Μηχανικής Μεταβλητότητος, το μετέτρεψε σε τροχοφόρο.

Η Ανταρλίδα πάτησε το πετάλι, και οι μεταλλικοί τροχοί γρύλισαν καθώς κατέβαιναν την πλαγιά τσακίζοντας μικρά δέντρα και θάμνους από κάτω τους.

Η αναστάτωση στο μικρό στρατόπεδο ήταν φανερή. Μια σειρήνα ηχούσε τώρα μέσα στη νύχτα, και λευκοντυμένοι στρατιώτες έτρεχαν. Η Ανταρλίδα έστριψε, επιταχύνοντας, κατευθυνόμενη προς τον παλλόμενο νυχτερινό ουρανό της διαστασιακής διόδου. Πυροβολισμοί αντήχησαν από δεξιά κι αριστερά, κάννες φάνηκαν να φωτίζουν, σφαίρες ακούστηκαν να εξοστρακίζονται πάνω στη θωράκιση του οχήματος. Στους δύο μεταλλικούς πύργους επίβλεψης, το κιγκλίδωμα πάλευε να κινηθεί μα είχε φανερή δυσκολία. Η ενεργειακή ροή δεν ήταν αρκετά δυνατή.

Η Αλιζέτ έκανε τη δουλειά της καλά, παρατήρησε η Ανταρλίδα. Και δεν μας πρόδωσε.

Αυτό, βέβαια, δεν σήμαινε ότι τώρα μπορούσε, ξαφνικά, ν’αρχίσει να την εμπιστεύεται.

Το πόδι της είχε σανιδώσει το πετάλι. Τα χέρια της κρατούσαν σταθερά το τιμόνι. Το όχημα πέρασε ανάμεσα από τους δύο πύργους επίβλεψης, ενώ πυροβολισμοί έρχονταν από παντού, βούτηξε μέσα στη διαστασιακή δίοδο–

Η πραγματικότητα της Φεηνάρκια έλιωσε γύρω από την Ανταρλίδα. Τα πάντα τα ρούφηξε μια μαύρη τρύπα.

Απόλυτο σκοτάδι, τώρα.

Βίηλ

Και φως.

Λυκόφως, ή λυκαυγές.

Βρίσκονταν μέσα σε μια μεγάλη σπηλιά, και η Ανταρλίδα εξακολουθούσε να έχει το πόδι της πιεσμένο στο πετάλι και τα χέρια της σταθερά στο τιμόνι. Το όχημα πετάχτηκε έξω απ’το σπηλαιώδες στόμιο. Ανάμεσα σε ξαφνιασμένους στρατιώτες της Παντοκράτειρας.

Οι οποίοι τους έκαναν νοήματα να σταματήσουν.

Η Ανταρλίδα, φυσικά, τα αγνόησε, τρέχοντας ολοταχώς. Γιατί όσο πιο γρήγορα απομακρύνονταν από εδώ τόσο το καλύτερο. Το μεγάλο όχημά τους διέλυσε ένα ξύλινο περίφραγμα που κατέβηκε για να τους σταματήσει.

Μετά τραντάχτηκε.

«Τι έγινε;» φώναξε η Ανταρλίδα.

«Ένα τεράστιο μεταλλικό βέλος μάς χτύπησε στην πίσω μεριά,» είπε ο Αρκαλόν. «Εξοστρακίστηκε, όμως· δεν καρφώθηκε. Μια πελώρια βαλλίστρα το εκτόξευσε. Και τώρα η βαλλίστρα μάς κυνηγά. Είναι πάνω σ’ένα τετράκυκλο, Ανταρλίδα.»

«Μην τους πυροβολήσετε!» προειδοποίησε εκείνη. «Θυμάστε τι σας είπαμε, έτσι;»

«Μην ανησυχείς,» αποκρίθηκε ο Αρκαλόν. «Θυμόμαστε.»

Στη Βίηλ, τα πυροβόλα όπλα δεν λειτουργούσαν καλά. Ήταν πολύ επικίνδυνο να εκραγούν στα χέρια του χειριστή και να τον σκοτώσουν. Κανένας δεν τα χρησιμοποιούσε εδώ.

Επίσης, στη Βίηλ η ενέργεια καταναλωνόταν εξωφρενικά πιο γρήγορα απ’ό,τι αλλού. Κοιτάζοντας την κονσόλα εμπρός της, η Ανταρλίδα είδε την ένδειξη ΠΟΣΟΤΗΤΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ να έχει πέσει ήδη στο 94%, ενώ από τη Φεηνάρκια είχαν φύγει, περίπου, στο 100%, με καινούργιες ενεργειακές φιάλες στο όχημά τους.

«Τα κέρατα του Κάρτωλακ…» μούγκρισε κάτω απ’την ανάσα της, οδηγώντας όσο πιο γρήγορα μπορούσε, για να ξεφύγουν από τους διώκτες τους. Το όχημα που τους καταδίωκε, σίγουρα, δεν έτρεχε με ενεργειακές φιάλες όπως το δικό τους, αλλά με εστία – ένα ειδικό κατασκεύασμα που δούλευε μόνο στη Βίηλ.

Κωλοδιάσταση… σκέφτηκε η Ανταρλίδα, ξέροντας ότι η ενέργεια του οχήματός της θα τελείωνε πολύ πιο γρήγορα απ’ό,τι η ενέργεια του οχήματος των Παντοκρατορικών.

«Χτυπήστε τους με τους σκαντζόχοιρους!» φώναξε στους άλλους.

Ο Αρκαλόν και ο Ζίρτελον, που βρίσκονταν στην πίσω μεριά του οχήματος, υπάκουσαν αμέσως. Κοιτάζοντας πάνω απ’τον ώμο της, η Ανταρλίδα τούς είδε ν’ανοίγουν την οπίσθια πόρτα και να ελευθερώνουν τη μία από τις δύο πελώριες αγκαθωτές σφαίρες, σπρώχνοντάς την και δίνοντάς της ώθηση με μακριά δόρατα.

Ο σκαντζόχοιρος έφυγε.

«Τι έγινε;» ρώτησε η Ανταρλίδα.

«Τους πετύχαμε,» αποκρίθηκε ο Αρκαλόν. «Χτυπήθηκαν. Έχουν σταματήσει.»

«Ωραία…» μουρμούρισε η Ανταρλίδα, συνεχίζοντας να τρέχει το όχημα σαν παλαβή. Είχαν φέρει τους σκαντζόχοιρους ακριβώς γι’αυτή την περίπτωση, γνωρίζοντας πως στη Βίηλ τα πυροβόλα ήταν, ουσιαστικά, άχρηστα.

Έριξε μια ματιά στην ποσότητα ενέργειας. Είχε κιόλας πέσει στο 89,5%!

«Τάμπριελ,» φώναξε, «έχουμε κάποιο σχέδιο για να τοποθετήσουμε εστία στο όχημά μας;»

«Όχι,» ήρθε η απάντησή του από το ενεργειακό κέντρο.

Πάλι τα ίδια, γαμώ τα κέρατα του Κάρτωλακ…

Η Αλιζέτ τής είπε: «Πήγαινε προς τους Δασότοπους των Λάν’τραχαμ. Η ενέργειά μας πρέπει να είναι αρκετή για να φτάσουμε, και εκεί, σίγουρα, θα βρούμε κάλυψη.»

Ελπίζω να ξέρεις τη διάστασή σου καλά, Αλιζέτ, σκέφτηκε η Ανταρλίδα, χωρίς να διαφωνήσει.

Σάρντλι

1.

Ο Ορείχαλκος, αφού επέστρεψε στη Φιλτά’κβι, κανόνισε ένα μεγάλο Παντοκρατορικό αεροσκάφος να σταλεί στη Νάθγκαν για να μεταφέρει τους Ούρταθ. Καθότι σύζυγος της Παντοκράτειρας, δεν του ήταν δύσκολο να τακτοποιήσει γρήγορα ένα τέτοιο θέμα. Έτσι, στις παγωμένες ερήμους της βορειοανατολικής άκρης της Σάρντλι ένα πελώριο αεροπλάνο ήρθε για πρώτη φορά από τότε που θυμούνταν οι Ούρταθ. Η παρουσία του, όμως, δεν τους έκανε να σαστίσουν· το περίμεναν, φυσικά, και ήξεραν ότι υπήρχαν τέτοια ιπτάμενα κατασκευάσματα μακριά από την πατρίδα τους.

Ο Παντοκρατορικός πιλότος δυσκολεύτηκε να βρει μέρος για να προσγειώσει το αεροσκάφος του, έτσι γεμάτη κακοτράχαλους βράχους που ήταν η Νάθγκαν. Αν το αεροπλάνο δεν μπορούσε να προσγειωθεί κατακόρυφα αλλά ήταν από εκείνα που έπρεπε να τρέξουν σε αεροδιάδρομο, δεν θα υπήρχε ποτέ καμία περίπτωση να κατεβεί εδώ. Οι προωθητήρες του γύρισαν κάθετα, τα μεταλλικά πόδια του άνοιξαν, και το σκάφος προσγειώθηκε, με προσοχή. Από κάτω του πέτρες, που στέκονταν εκεί από αιώνες, θρυμματίστηκαν. Μικρά ζώα της Νάθγκαν έτρεξαν να φύγουν.

Βούκινα αντήχησαν στο άγριο τοπίο, καθώς η σκόνη καταλάγιαζε, και οι Ούρταθ γρήγορα συγκεντρώθηκαν γύρω από το αεροσκάφος. Ψηλές, λευκόδερμες μορφές, μυώδεις. Άντρες και γυναίκες. Ημίγυμνοι μέσα στο τρομερό ψύχος. Με τα πρόσωπά τους βαμμένα – οι άντρες, μαύροι ασύμμετροι ρόμβοι γύρω απ’τα μάτια· οι γυναίκες, μια μαύρη λωρίδα η οποία περιλάμβανε τα μάτια. Κρατούσαν τσεκούρια με μακριές λαβές σαν μπαστούνια, μεγάλα σπαθιά, κοκάλινα τόξα, πιστόλια και καραμπίνες.

Ο άνεμος σφύριζε, ξερός και παγωμένος, πάνω από τη Νάθγκαν· έκανε τα άγρια μαλλιά των Ούρταθ να κυματίζουν.

Οι Παντοκρατορικοί που είχαν κατεβεί από το πελώριο αεροσκάφος πέταξαν έναν σάκο προς τη μεριά των ιθαγενών. Έναν σάκο που εκείνοι σύντομα διαπίστωσαν ότι ήταν γεμάτος πολύτιμους και ημιπολύτιμους λίθους. Ο Γέγκμπεθ-κορ είχε τηρήσει την υπόσχεσή του.

Οι Ούρταθ, κάνοντας μερικές σιωπηλές προσευχές στην Καργκάμαπ, την άγρια θεά τους, επιβιβάστηκαν στο γιγάντιο αεροσκάφος ανεβαίνοντας μια μεταλλική πλατφόρμα. Οι Παντοκρατορικοί τούς παρατηρούσαν χωρίς να μιλάνε. Δεν τους άρεσαν οι φάτσες αυτών των βαρβάρων, αλλά ο Πρίγκιπας Ορείχαλκος πρέπει να πίστευε ότι μπορούσαν να βοηθήσουν. Ίσως και να είχε δίκιο…

2.

Το γιγάντιο αεροσκάφος προσγειώθηκε στις όχθες της λίμνης Νόλκ’βα. Μια μεγάλη πόρτα του κατέβηκε σχηματίζοντας ράμπα, και οι Ούρταθ άρχισαν να αποβιβάζονται.

Ο Ορείχαλκος στεκόταν και τους κοίταζε από ένα μπαλκόνι του Πολύλιθου Μεγάρου. Δεξιά του ήταν ο Σίδηρος ο Δεύτερος, ο πατέρας του, ο οποίος είχε επιστρέψει από τη Νισθάι. Πλάι στον Σίδηρο τον Δεύτερο ήταν ο Σίδηρος ο Πρώτος, ενώ από τ’αριστερά του Ορείχαλκου στέκονταν ο θείος του, ο Όνυχας ο Δεύτερος, και η θεία του, η Αργιλία η Δεύτερη – μεγάλης ηλικίας όλοι τους, πάνω από εξήντα χρονών. Πίσω τους στέκονταν τα αδέλφια του Ορείχαλκου, η ξαδέλφη του η Γρανίτια η Πρώτη, και άλλοι. Είχαν όλοι συγκεντρωθεί εδώ για ν’ατενίσουν από απόσταση τους Ούρταθ, για τους οποίους ορισμένοι δεν είχαν ξανακούσει ενώ άλλοι τούς ήξεραν μονάχα ως μύθους.

Οι Ορειβάτες έβλεπαν τούς Ούρταθ να βγαίνουν από το αεροσκάφος και να στήνουν καταυλισμό στις όχθες της Νόλκ’βα.

«Φαίνονται βάρβαροι,» σχολίασε η Γρανίτια η Πρώτη, κρατώντας τα μικρά μπρούντζινα κιάλια της υψωμένα μπροστά στα μάτια της.

«Μπορεί να μας προκαλέσουν προβλήματα,» μουρμούρισε ο Ρουμπίνης, ο αδελφός του Ορείχαλκου, αρκετά δυνατά για να ακουστεί.

«Δεν το νομίζω,» είπε ο Όνυχας ο Δεύτερος. «Για να τους πρότεινε ο Αστροφώτιστος πρέπει νάναι επαγγελματίες.»

«Επαγγελματίες, αλλά σχεδόν γυμνοί,» σχολίασε η Γρανίτια.

«Στέκεται και κοιτάζει γυμνούς άντρες με τα κιάλια της,» είπε ο Τριγώνιος, ο σύζυγός της. «Νομίζω πως καλύτερα να πηγαίνω, τώρα.»

Κάποιοι γέλασαν.

Τα χρυσαφένια μάγουλα της Γρανίτιας κοκκίνισαν λιγάκι, αλλά αποκρίθηκε (γιατί ήταν, συνήθως, ετοιμόλογη): «Έχουν κι αρκετές γυμνές γυναίκες ανάμεσά τους, αγάπη μου. Ίσως να ήθελες τα κιάλια για να κοιτάξεις κι εσύ.» Δεν του πρόσφερε τα κιάλια της, όμως.

«Γιατί δέχονται λίθους, Ορείχαλκε, αφού δεν τους ενδιαφέρουν τα χρήματα;» ρώτησε ο Σίδηρος ο Δεύτερος.

«Επειδή, μάλλον, μπορούν να τους ανταλλάξουν όποια στιγμή θέλουν, πατέρα, για ν’αγοράσουν οτιδήποτε. Δε φαίνεται να έχουν κανονική οικονομία στη Νάθγκαν – όχι, τουλάχιστον, σαν αυτή που ξέρουμε εμείς – αλλά σίγουρα εμπορεύονται με τους ανθρώπους των πόλεων της Ανατολικής Σάρντλι. Αλλιώς, πού βρίσκουν τα πυροβόλα όπλα; Αμφιβάλλω ότι τα κατασκευάζουν μόνοι τους.»

«Μπορεί να υπάρχει κι άλλος λόγος που θέλουν τους λίθους,» είπε η Γρανίτια, καθώς κοίταζε με τα κιάλια της πάνω απ’τον ώμο του. «Κάποιο έθιμο, ίσως… Μπορεί να έχουν ιδιαίτερη σημασία γι’αυτούς.»

«Δεν αποκλείεται,» παραδέχτηκε ο Ορείχαλκος, που, όπως όλοι τους, ήξερε ότι στη Σάρντλι υπήρχαν εκατό φορές περισσότερα παράξενα ήθη και έθιμα απ’ό,τι λαοί. Και οι λαοί της διάστασης δεν ήταν καθόλου λίγοι.

3.

Καθώς έφευγαν από το μπαλκόνι κι έμπαιναν πάλι στο εσωτερικό του Πολύλιθου Μεγάρου, ο Ορείχαλκος έβλεπε τους περισσότερους από τους συγγενείς του προβληματισμένους. Ορισμένοι, μάλιστα, μουρμούριζαν – αλλά πολύ σιγανά για να μπορεί να τους ακούσει. Τα β΄ζάιλ τους τους μιλούσαν κι εκείνοι απαντούσαν. Ο Ορείχαλκος διέκρινε και μερικά από αυτά, κάπου-κάπου, σαν ελαφριές αναταράξεις στον αέρα.

Είχαν ανησυχήσει; αναρωτήθηκε. Γιατί; Εξαιτίας των Ούρταθ; Δεν μπορούσε να ρωτήσει τους συγγενείς του, διότι, αν τους ρωτούσε, ίσως να έπρεπε να αποκαλύψει το γεγονός πως είχε χάσει το δικό του β’ζάιλ: κι αυτό δεν ήθελε να το κάνει. Δε χρειαζόταν να ξέρουν. Δεν ήταν βέβαιος γιατί προτιμούσε να τους το κρύβει. Δεν επρόκειτο να σχημάτιζαν ξαφνικά κακή άποψη για εκείνον – το β’ζάιλ του καθενός ήταν προσωπική του υπόθεση. Παρ’όλ’αυτά, είχε την αίσθηση ότι καλύτερα κάτι τέτοιο να έμενε κρυφό.

Και τότε, μια άλλη σκέψη πέρασε απ’το νου του: Ίσως, στην πραγματικότητα, να μην ήθελε να κρύψει την απώλεια του β’ζάιλ του από τους συγγενείς του αλλά από τα β’ζάιλ τους.

Απ’ό,τι γνώριζε ο Ορείχαλκος, τα β’ζάιλ δεν είχαν άμεση επαφή το ένα με το άλλο. Επομένως, πολύ πιθανόν αυτά που συντρόφευαν τους συγγενείς του να μην ήξεραν ότι εκείνος είχε χάσει το β’ζάιλ του… και ο Ορείχαλκος διαισθανόταν πως έτσι μάλλον ήταν καλύτερα να παραμείνει.

Τέλος πάντων· είχε άλλα προβλήματα τώρα – πολύ πιο άμεσα. Έπρεπε να ξεκινήσει σύντομα τις επιθέσεις στα ορυχεία. Έπρεπε να χτυπήσει τους εχθρούς του Οίκου του γρήγορα και αποτελεσματικά, γιατί αν κρατούσε τους Ούρταθ για πολύ εδώ, στις όχθες της λίμνης Νόλκ’βα, οι επαναστάτες θα μάθαιναν για την παρουσία τους και ίσως να καταλάβαιναν για ποιο σκοπό βρίσκονταν σε τούτα τα μέρη. Πράγμα που σήμαινε ότι θα προετοιμάζονταν για να δεχτούν την επίθεση. Και ο Ορείχαλκος προτιμούσε να τους πιάσει απροετοίμαστους.

Πηγαίνοντας στα δωμάτιά του, βρήκε την Ανεμόφθαλμη να τον περιμένει καθισμένη σε μια βαθιά πολυθρόνα.

«Ήρθαν;» τον ρώτησε.

«Ναι.»

«Θα τους βάλεις να επιτεθούν αμέσως;» Η Ανεμόφθαλμη δεν σηκώθηκε από την πολυθρόνα καθώς τον κοίταξε ερευνητικά, με το σαγόνι ακουμπισμένο στη μισόκλειστη δεξιά γροθιά της.

«Δεν υπάρχει λόγος να καθυστερήσω.» Το ξύλινο πάτωμα του καθιστικού έτριζε εύηχα κάτω από τα μποτοφορεμένα πόδια του καθώς βημάτιζε. «Αυτό απλά θα δώσει στους αποστάτες χρόνο να προετοιμαστούν.»

«Πιστεύεις ότι έχουν κατασκόπους τους εδώ, στη Φιλτά’κβι;»

«Μπορεί,» αποκρίθηκε ο Ορείχαλκος. «Βασικά, σίγουρο είναι, έτσι όπως η Επανάσταση έχει εξαπλώσει τους πράκτορές της τελευταία στη Σάρντλι. Επιπλέον, δε χρειάζεται να είσαι μάντης για να δεις την κατασκήνωση των Ούρταθ στις όχθες της λίμνης.»

«Δε θα ξέρεις, όμως, και τι ακριβώς ήρθαν να κάνουν εδώ. Αν ξέρεις καν τι είναι οι Ούρταθ.»

«Τι χρησιμότητα μπορεί να έχει ένας μικρός στρατός, Ανεμόφθαλμη; Προφανώς, είναι εδώ για να πολεμήσει – και το πρόβλημά μας με τα ορυχεία είναι γνωστό.» Συνοφρυώθηκε, παρατηρώντας την. «Εσύ θα πρότεινες να καθυστερήσουμε την επίθεση;»

«Δεν ξέρω,» αποκρίθηκε εκείνη, μορφάζοντας σπασμωδικά. «Ίσως να χρειάζεται κάποιος καιρός για να δούμε αν μπορούμε να τους εμπιστευτούμε. Τους Ούρταθ, εννοώ. Μπορεί νάναι απρόβλεπτοι, τελικά.»

Η Ανεμόφθαλμη τού έμοιαζε ανήσυχη, και σπάνια ήταν ανήσυχη. Παράξενο; Ή όχι; «Τους φοβάσαι;» τη ρώτησε, χωρίς να λείπει ο πειραχτικός τόνος απ’τη φωνή του. Ένα αχνό χαμόγελο είχε σχηματιστεί στις άκριες του στόματός του.

«Τι;» Φάνηκε ξαφνιασμένη. «Λιγάκι, ίσως. Είναι άγριοι.»

«Πρέπει να το ρισκάρουμε,» είπε ο Ορείχαλκος, καθίζοντας αντίκρυ της. «Και το ρίσκο δε νομίζω ότι είναι μεγάλο. Αφού μου τους σύστησε ο θείος Αστροφώτιστος, πιστεύω ότι θα κάνουν τη δουλειά τους. Τα τέσσερα ορυχεία θα είναι, σύντομα, και πάλι δικά μας.»

4.

Ο Ορείχαλκος βγήκε έφιππος από το Πολύλιθο Μέγαρο και πήγε προς τον καταυλισμό των Ούρταθ, όταν αυτός είχε ολοκληρωθεί. Μαζί του ήρθαν η Ανεμόφθαλμη, ο Ρουμπίνης, και η Γρανίτια, επίσης επάνω σε άλογα.

Οι Ούρταθ τούς είδαν και τους περίμεναν στην άκρη της κατασκήνωσής τους. Οι σκηνές ήταν καμωμένες από κάποιου είδους δέρμα, παρατήρησε ο Ορείχαλκος. Δεν το αναγνώριζε από την απόσταση που το έβλεπε, μα υπέθετε ότι ήταν παρμένο από θηρίο της Νάθγκαν. Έμοιαζε σκληρό, ανθεκτικό.

«Γέγκμπεθ-κορ!» τον χαιρέτησε ένας Ούρταθ, υψώνοντας το κοκάλινο τόξο του. Ο Ορείχαλκος τον αναγνώριζε· είχε μιλήσει μαζί του και στην προηγούμενη συνάντηση με τους Ούρταθ. Ήταν ο Ψηλός Άντρας, που σήμαινε κάτι σαν «φύλαρχος» ή «βασιληάς». Όπως και νάχε, ήταν ο αρχηγός τους. Το όνομά του ήταν Γκαρτάθλο.

Ο Ορείχαλκος πλησίασε και αφίππευσε, παίρνοντας το άλογό του από τα γκέμια. Οι σύντροφοί του τον μιμήθηκαν. Ο Ορείχαλκος παρατήρησε ότι σ’όλο τον καταυλισμό των Ούρταθ δεν φαινόταν να υπάρχει ούτε ένα άλογο. Ούτε ένα μουλάρι. Αναμενόμενο, όμως, αφού τέτοια ζώα δεν ζούσαν στη Νάθγκαν. Δεν μπορούσαν να ζήσουν.

«Γκαρτάθλο Τεμέλκο,» χαιρέτησε ο Ορείχαλκος, έχοντας μάθει ότι Τεμέλκο ήταν ο τρόπος που προσφωνούσες τον Ψηλό Άντρα. Πρέπει η ίδια η λέξη να σήμαινε «Ψηλός Άντρας», αν και ο Ορείχαλκος δεν ήταν βέβαιος. Μπορεί και να σήμαινε κάτι αντίστοιχο με το «Υψηλότατε» όταν απευθυνόσουν σε πρίγκιπα.

«Είναι όλα εντάξει;» ρώτησε ο Ορείχαλκος, μιλώντας στην Πανσάρντλια που κι οι δυο τους καταλάβαιναν.

«Ναι, Γέγκμπεθ-κορ,» αποκρίθηκε ο Γκαρτάθλο. «Όπως υποσχέθηκες. Είμαστε έτοιμοι να πολεμήσουμε για σένα.» Δεν ήταν ψηλός μόνο στον τίτλο αλλά και στην πραγματικότητα. Ψηλός και μυώδης, με κατάλευκο δέρμα όπως όλοι οι Ούρταθ και μακριά, μαύρα μαλλιά και μούσια. Δεν ήταν εύκολο για τον Ορείχαλκο να καθορίσει την ηλικία του, αλλά υπέθετε ότι δεν μπορεί να ήταν και μικρός. Σίγουρα, πάνω από τριάντα-πέντε. Πάνω από σαράντα-πέντε, ίσως. Αδύνατον να πεις με βεβαιότητα.

«Μπορούμε να συζητήσουμε ό,τι θέλεις,» είπε ο Ορείχαλκος. «Έχω μαζί μου τον χάρτη με τις περιοχές που πρέπει να χτυπήσετε. Αν επίσης χρειάζεστε περισσότερα όπλα, είμαι πρόθυμος να σας εφοδιάσω.»

«Έχουμε ό,τι χρειαζόμαστε. Τον χάρτη, όμως, θα τον δω.» Μιλούσε μέτρια την Πανσάρντλια, αλλά μπορούσες να συνεννοηθείς άνετα μαζί του.

Ο Ορείχαλκος τράβηξε ένα τυλιγμένο κομμάτι χαρτί από τα ρούχα του και του το έδωσε. Ο Γκαρτάθλο το άνοιξε, κρατώντας το σταθερά μπροστά του. «Οι περιοχές σας,» είπε τελικά, «μου είναι άγνωστες. Αλλά ο πόλεμος παντού είναι ίδιος, Γέγκμπεθ-κορ. Θα αφανίσουμε όσους βρούμε εναντίον μας, εκτός αν έχουν κάποιο πλεονέκτημα που δεν μας έχεις πει.»

«Σας έχω πει ό,τι γνωρίζω. Τα ορυχεία έχουν καταληφθεί από στασιαστές. Ιθαγενείς των βουνών, νομάδες, και πρώην εργάτες τα κρατάνε τώρα. Σίγουρα θα είναι οπλισμένοι από την Επανάσταση, αλλά αμφιβάλλω ότι θα είναι αξιόμαχοι.»

Ο Γκαρτάθλο κουνούσε το κεφάλι καθώς ο Ορείχαλκος μιλούσε. Μετά ρώτησε: «Το κάθε ορυχείο έχει μία είσοδο;»

«Μερικά έχουν και δεύτερο άνοιγμα, για περιπτώσεις κινδύνου. Επίσης, σε όσα μέρη καλλιεργείται υπόγειο σταφύλι υπάρχει ακόμα μία είσοδος.»

«Υπόγειο σταφύλι;»

«Απ’αυτό γίνεται ο υπόγειος οίνος.»

Ο Γκαρτάθλο ένευσε αμίλητα, κοιτάζοντας πάλι τον χάρτη. Δεν πρέπει να γνώριζε για τον υπόγειο οίνο – πόσω μάλλον να έχει πιει.

«Μπορώ να σας φέρω μερικά βαρέλια,» προθυμοποιήθηκε ο Ορείχαλκος.

«Ήρθαμε για να πολεμήσουμε, όχι για να πιούμε!»

«Δε θα ξεκινήσουμε την επίθεση σήμερα, έτσι κι αλλιώς,» είπε ο Ορείχαλκος. «Είναι αργά.» Ήταν απόγευμα, και ο ήλιος πήγαινε προς τη δύση.

«Τότε, δεχόμαστε με ευγνωμοσύνη, Γέγκμπεθ-κορ,» αποκρίθηκε ο Γκαρτάθλο, κι έριξε μια ματιά στους άλλους Ούρταθ γύρω του. Εκείνοι έμοιαζαν να συμφωνούν. Μετά, ο Ψηλός Άντρας ρώτησε: «Θα μεταφερθούμε με μεταλλικό πουλί στο ορυχείο που θέλεις να επιτεθούμε αύριο;»

«Δεν υπάρχει μέρος εκεί για να προσγειωθεί ένα τόσο μεγάλο σκάφος,» εξήγησε ο Ορείχαλκος. «Θα πάμε με οχήματα. Ακολουθώντας αυτό το μονοπάτι.» Του το έδειξε επάνω στον χάρτη. «Όπως βλέπεις περνά ανάμεσα από τα περισσότερα ορυχεία μας.»

«Σε ποιο απ’τα κατακτημένα θα επιτεθούμε;»

Ο Ορείχαλκος τού έδειξε.

«Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι η… οχύρωση που θα έχουν,» είπε ο Γκαρτάθλο. «Είναι δύσκολο να μπεις σ’ένα στενό μέρος που το φυλάνε. Αλλά θα το κατορθώσουμε. Δεν είναι η πρώτη φορά που το έχουμε κάνει. Θέλω, όμως, έναν χάρτη και του ορυχείου. Μέσα.»

Ο Ορείχαλκος ένευσε. Το φανταζόμουν ότι θα ήθελες. Τράβηξε ένα άλλο τυλιγμένο χαρτί και του το έδωσε.

Ο Γκαρτάθλο το ξετύλιξε και το κοίταξε κι αυτό. «Αν μπούμε από εδώ,» είπε, «θα έχουμε περισσότερο χώρο. Πιο ανοιχτές σπηλιές.»

Ο Ορείχαλκος κατένευσε. «Ναι, τα υπόγεια αμπέλια.»

«Πάμε στη σκηνή μου, να μιλήσουμε,» πρότεινε ο Γκαρτάθλο.

Ο Ορείχαλκος συμφώνησε, και τον ακολούθησε μαζί με τον Ρουμπίνη, τη Γρανίτια, και την Ανεμόφθαλμη.

Μετά από λίγο, κάθονταν έξω απ’τη σκηνή του Ψηλού Άντρα (γιατί το εσωτερικό ήταν πολύ στενό για να τους χωρέσει όλους), γύρω από μια φωτιά, και συζητούσαν για την αυριανή επίθεση. Ο Ορείχαλκος, σε κάποια στιγμή, είπε στον Ρουμπίνη να πάει στο Πολύλιθο Μέγαρο και να ζητήσει να στείλουν μερικά βαρέλια με υπόγειο οίνο. Εκείνος υπάκουσε, αν και φάνηκε πως δεν του άρεσε το γεγονός ότι ο αδελφός του του έδινε διαταγές. Όταν επέστρεψε, ήταν μαζί του η αδελφή του Ορείχαλκου, και δίδυμη με τον Ρουμπίνη, Αζουρίτια η Δεύτερη, και ο Όνυχας ο Δεύτερος, που τον ενδιέφερε να μάθει ποια θα ήταν η στρατηγική τους για την επίθεση.

Τα βαρέλια με τον υπόγειο οίνο ήρθαν μετά από κανένα δεκάλεπτο, φορτωμένα επάνω σ’ένα κάρο που το τραβούσαν δύο δυνατά μουλάρια. Οι Ούρταθ γέμισαν κούπες με το ποτό και το πρόσφεραν στον Ψηλό Άντρα και στους Ορειβάτες, προτού βάλουν να πιουν κι εκείνοι.

Καθώς η ώρα περνούσε και η νύχτα έπεφτε, ο Ορείχαλκος τούς έβλεπε να ετοιμάζουν τα όπλα τους ιεροτελεστικά σ’ολόκληρο τον καταυλισμό, ενώ τύμπανα χτυπούσαν. Ακόνιζαν τις κόψεις μεγάλων λεπίδων και, μετά, τις άλειφαν με έλαια· έφτιαχναν βέλη από κόκαλο και σίδερο και φτερά πουλιών· έσφιγγαν τις χορδές κοκάλινων τόξων· λάδωναν πιστόλια και καραμπίνες. Και ορισμένοι απ’αυτούς άρχισαν να χορεύουν γύρω κι ανάμεσα από μεγάλες φωτιές: άντρες και γυναίκες, ολόγυμνοι, με το κατάλευκο δέρμα τους ν’αντανακλά τις φλόγες. Και ο χορός τους δεν ήταν ακίνδυνος· καθώς λίκνιζαν τα μυώδη σώματά τους, διέγραφαν γύρω τους επικίνδυνες τροχιές με μεγάλους πέλεκεις και μακριά σπαθιά, σα να προσπαθούσαν να αλληλοσκοτωθούν. Υπήρχε, ωστόσο, μια εξαιρετική ρυθμικότητα στις κινήσεις τους. Ο Ορείχαλκος δεν είδε ούτε μία φορά τις λεπίδες να σκίζουν δέρμα. Το θέαμα, όφειλε να ομολογήσει, ήταν μαγευτικό.

«Δεν είναι επικίνδυνο αυτό που κάνουν;» ρώτησε η Γρανίτια τον Ψηλό Άντρα.

Εκείνος γέλασε. «Ο Χορός του Θανάτου; Είναι μονάχα για την ευχαρίστηση της θεάς. Αν είναι επικίνδυνος για έναν Ούρταθ, τότε αυτός δεν είναι Ούρταθ!» Το μειδίαμά του ήταν πλατύ και γεμάτο δόντια.

5.

«Με τρομάζουν,» παραδέχτηκε η Ανεμόφθαλμη στον Ορείχαλκο, αργότερα, όταν επέστρεψαν στο Πολύλιθο Μέγαρο και ήταν στα δωμάτιά του. «Είναι τελείως άγριοι.»

«Ακριβώς ό,τι χρειαζόμαστε, δηλαδή,» αποκρίθηκε εκείνος, καθώς καθόταν σ’έναν χαμηλό σοφά για να λύσει τις μπότες του. «Νομίζεις πως κάποιοι πιο… ήμεροι θα μπορούν να διώξουν τους επαναστάτες από τα ορυχεία μας;» Ο Ορείχαλκος έβγαλε τη μια μπότα μετά την άλλη.

«Ναι αλλά δεν ξέρεις τι μπορεί να κάνουν αυτοί οι άνθρωποι!»

«Τι να κάνουν, Ανεμόφθαλμη; Δεν τους βλέπεις; Το μόνο που τους ενδιαφέρει να κάνουν είναι η δουλειά τους – να πάνε και να πολεμήσουν. Είναι καλύτεροι από οποιουσδήποτε άλλους μπορούσαμε να βρούμε σ’ολόκληρη τη Σάρντλι.» Σηκώθηκε από τον σοφά αρχίζοντας να γδύνεται καθώς βάδιζε προς το υπνοδωμάτιό του.

Η Ανεμόφθαλμη τον ακολούθησε. «Πώς το ξέρεις; Πρώτη φορά τούς συναναστρεφόμαστε!»

«Ξεχνάς γιατί τους αναζητήσαμε; Επειδή θέλαμε κάποιους που δεν υπάρχει περίπτωση να μας προδώσουν – κάποιους που αποκλείεται να έχουν αποστάτες ανάμεσά τους. Και δε νομίζω ο θείος Αστροφώτιστος να είχε άδικο. Οι Ούρταθ, όντως, αποκλείεται να έχουν αποστάτες ανάμεσά τους. Δεν τους ενδιαφέρει τι γίνεται με την Παντοκρατορία και την Επανάσταση. Δεν ακολουθούν καμια ιδεολογία πέρα από την ιδεολογία του πολέμου – μια διαρκή πάλη για επιβίωση. Η Νάθγκαν και η Καργκάμαπ αυτό τούς έχουν διδάξει.» Καθώς μιλούσε έβγαζε τα ρούχα του, και τώρα έριξε μια ρόμπα επάνω στο χρυσόδερμο σώμα του και την έδεσε, με μια πάνινη ζώνη, γύρω από τη μέση του. «Είναι οι τέλειες πολεμικές μηχανές,» είπε στην Ανεμόφθαλμη, στρεφόμενος να την αντικρίσει. «Θα πάνε, θα πολεμήσουν, θα νικήσουν, θα ανταμειφθούν ανάλογα, και τίποτα δεν θα πάει στραβά.»

Η Ανεμόφθαλμη αναστέναξε. «Εντάξει,» είπε. «Εμένα, πάντως, εξακολουθούν να με τρομάζουν.»

«Ας ελπίσουμε ότι το ίδιο θα τρομάξουν και τους αποστάτες, ώστε να τους κρατήσουν για πάντα μακριά από τα ορυχεία μας.» Κάθισε επάνω στο κρεβάτι, οκλαδόν. «Αλλά, αν σε τρομάζουν τόσο, Ανεμόφθαλμη, γιατί κάθεσαι ακόμα εδώ; Από περιέργεια;»

«Ίσως,» αποκρίθηκε εκείνη, σκαρφαλώνοντας στο κρεβάτι και βαδίζοντας στα τέσσερα προς το μέρος του, χωρίς να βγάλει τις μπότες της, «να φοβάμαι να σ’αφήσω μόνο μαζί τους.»

Ο Ορείχαλκος γέλασε, και παραμέρισε μια τούφα μαύρων μαλλιών από το ερυθρόδερμο πρόσωπό της, χαϊδεύοντας το μάγουλό της κι αφήνοντας το χέρι του εκεί για λίγο. «Δεν είμαι μόνος, Ανεμόφθαλμη. Ολόκληρος ο Οίκος των Ορειβατών είναι στο πλευρό μου.»

«Να φύγω, τότε;»

«Δε σε διώχνω.»

Η Ανεμόφθαλμη έγειρε το κεφάλι και φίλησε την παλάμη του χεριού του.

6.

Το ορυχείο έβγαζε χαλκό, και στις σπηλιές δίπλα του μπορούσε να καλλιεργηθεί υπόγειο αμπέλι για την παραγωγή υπόγειου οίνου. Η περιοχή είχε κατακτηθεί πρόσφατα από τους ιθαγενείς των βουνών, με τη βοήθεια που τους είχε προσφέρει η Επανάσταση. Οι εργάτες του ορυχείου ήταν επίσης ιθαγενείς, επομένως δεν είχε υπάρξει καμια σύγκρουση ανάμεσα σ’αυτούς και τους στασιαστές· είχαν, μάλιστα, βοηθήσει στο τέλος να διωχτούν οι Παντοκρατορικοί και οι μισθοφόροι του Οίκου των Ορειβατών.

Τώρα, το ορυχείο και το υπόγειο αμπέλι ελέγχονταν από αυτούς, για δικό τους όφελος. Ένας άνθρωπος της Επανάστασης, όμως, τους είχε πρόσφατα ειδοποιήσει ότι οι Ορειβάτες ίσως να κινούνταν εναντίον τους σύντομα, άρα όφειλαν να είναι προσεχτικοί και προετοιμασμένοι. Η Επανάσταση, βέβαια, θα τους έστελνε βοήθεια μόλις τη χρειάζονταν· παρακολουθούσε ήδη την περιοχή, τους διαβεβαίωσε ο άνθρωπος που τους μίλησε.

Ένα μεσημέρι ύστερα από την επίσκεψη του επαναστάτη, τέσσερα φορτηγά φάνηκαν να στρίβουν τη στροφή του μεγάλου περάσματος των βουνών που ονομαζόταν Κυρτός Δρόμος και να μπαίνουν στο πολύ μικρότερο μονοπάτι που οδηγούσε προς τις εισόδους του ορυχείου και του υπόγειου αμπελιού, και προς τις εγκαταστάσεις που ήταν (μετά δυσκολίας) χτισμένες μπροστά από εκεί – ένα οίκημα διαμονής για τους εργάτες, ένα ενεργειακό κέντρο, κι ένα φυλάκιο.

Τα φορτηγά δεν ήταν της Επανάστασης, και οι στασιαστές που είχαν καταλάβει το ορυχείο το αντιλήφτηκαν αυτό αμέσως. Μαζεύοντας βιαστικά εργαλεία, προσωπικά αντικείμενα, και όπλα, βγήκαν από το οίκημα διαμονής και απ’το φυλάκιο και χώθηκαν στις σήραγγες του ορυχείου, όπου ήξεραν ότι θα μπορούσαν ν’αποκρούσουν ευκολότερα οποιονδήποτε εχθρό.

Τα φορτηγά σταμάτησαν κάποιες δεκάδες μέτρα απόσταση από το φυλάκιο και το οίκημα διαμονής. Οι πόρτες τους άνοιξαν, και οι Ούρταθ άρχισαν να βγαίνουν, γεμίζοντας τα βουνά με τις πολεμικές κραυγές τους και το σάλπισμα από τα βούκινά τους.

Στην πλαγιά ενός βουνού, απ’όπου οι είσοδοι του ορυχείου και του υπόγειου αμπελιού φαίνονταν καθαρά, ένα ορνιθόπτερο ήταν προσγειωμένο, και ο Φένχιλ καθόταν δίπλα του, καπνίζοντας. Βλέποντας τα φορτηγά κι αυτούς που έβγαιναν από μέσα, πέταξε το τσιγάρο στη γη, σηκώθηκε όρθιος, και ύψωσε τα κιάλια του. Είδε τους λευκόδερμους πολεμιστές με τα βαμμένα πρόσωπα και καταράστηκε τη μάνα του Τάρφεοθ.

Ούρταθ. Δεν είχε ξαναδεί τις άσχημες φάτσες τους, αλλά δεν μπορεί να ήταν άλλοι. Εκτός αν ήταν εξωδιαστασιακοί, γιατί Σάρντλιες φυλές με ολόλευκο δέρμα δεν υπήρχαν – παρά μόνο οι Ούρταθ, σύμφωνα με τις φήμες.

Ο Φένχιλ κατέβασε τα κιάλια του και καβάλησε το ορνιθόπτερο. «Οι καριόληδες,» μουρμούρισε. «Το ήξερα ότι θα έρχονταν πρώτα για το υπόγειο αμπέλι… Και τους τόλεγα αλλά δε μ’άκουγαν.»

Τα δερμάτινα φτερά του τεχνουργήματος χτύπησαν δυνατά τον αέρα, και ο Φένχιλ πέταξε ολοταχώς, με δυτική κατεύθυνση. Προς το Φτερωτό Όρος.

7.

Το Φτερωτό Όρος δεν βρισκόταν κοντά στο ορυχείο. Απείχε πάνω από διακόσια χιλιόμετρα ορεινής περιοχής, γεμάτης απόκρημνες πλαγιές, γκρεμούς, και φαράγγια. Αυτά όλα το ορνιθόπτερο μπορούσε εύκολα να τα αγνοήσει ακολουθώντας τον δρόμο των πουλιών, και, καθώς έκαιγε τη μπαταρία στα σωθικά του και χτυπούσε τις μεγάλες φτερούγες σοθ’λάι του γρήγορα και δυνατά, είχε τη δυνατότητα να αναπτύξει πολύ μεγάλη ταχύτητα εξαιτίας του προσεγμένα κατασκευασμένου αεροδυναμικού του σχήματος. Ο Φένχιλ αισθανόταν τον αέρα να χαστουκίζει επώδυνα τα μάγουλά του καθώς ταξίδευε, ενώ τα μάτια του τα είχε προστατεύσει με ειδικά γυαλιά. Τα πουλιά των βουνών που τον έβλεπαν να έρχεται προς το μέρος τους άλλαζαν πορεία, κρώζοντας πανικόβλητα, απορώντας μ’αυτό το καινούργιο γιγάντιο πτηνό που είχε παρουσιαστεί στις περιοχές τους.

Ο Φένχιλ πίεσε το ορνιθόπτερό του για να φτάσει τη μέγιστη δυνατή ταχύτητα. Μπορούσε ν’ακούσει γύρω του τα μέταλλα να τρίζουν, τη μηχανή να βουίζει. Και ήταν βέβαιος πως αν το δέρμα των σοθ’λάι δεν ήταν τόσο ανθεκτικό από τη φύση του, θα είχε ήδη σκιστεί, αφήνοντάς τον να τσακιστεί κάπου στα βουνά.

Τελικά, κατόρθωσε να διανύσει την απόσταση ώς το Φτερωτό Όρος σε μία ώρα και είκοσι λεπτά. Δεν ήταν βέβαιος ότι θα κατόρθωνε να βρει την οφθαλμαπάτη και να περάσει με το ορνιθόπτερο από μέσα της, έτσι το κατέβασε προσεχτικά για να μην διαλυθεί πάνω στην πλαγιά. Αλλά, όπως αποδείχτηκε, οι υπολογισμοί του δεν ήταν λανθασμένοι. Αρχίζω να γίνομαι καλύτερος από τον Νάρτιλ, σκέφτηκε καθώς το τεχνούργημά του περνούσε μέσα από το ψευδές έδαφος και προσγειωνόταν στα σπλάχνα του Φτερωτού Όρους, στη βάση των επαναστατών.

«Οι Ούρταθ επιτίθενται!» φώναξε προτού καν κατεβεί από το ορνιθόπτερο, βγάζοντας τα γυαλιά του. «Οι Ούρταθ επιτίθενται!»

Οι επαναστάτες συγκεντρώθηκαν γύρω του, αφήνοντας ό,τι άλλο έκαναν.

«Στο ορυχείο χαλκού;» ρώτησε ο Νάρτιλ.

«Εσύ πού λες, πιλότε; Εκεί φυλούσα σκοπιά. Ετοιμαστείτε! Πρέπει να φύγουμε!»

Ο Νάρτιλ έτρεξε στο αεροπλάνο του. Ο Σάνραντιλ’φεν πάτησε τον διακόπτη του γενικού συναγερμού της βάσης. Ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος και η Ιωάννα πήγαν προς το δικό τους αεροπλάνο. Ο Σέλιρ’χοκ και η Άνμα’ταρ φάνηκαν να έρχονται από το βάθος. Διάφοροι άλλοι επαναστάτες έπαιρναν τα όπλα τους και ετοίμαζαν το ελικόπτερο.

Ο Ανδρόνικος έκανε νόημα να έρθουν και στο δικό του σκάφος. «Υπάρχει χώρος για αρκετούς,» είπε δυνατά. «Και θα πάρουμε όσους περισσότερους μπορούμε.»

Ο Φένχιλ τον πλησίασε, γιατί δε σκόπευε να επιστρέψει στο ορυχείο με το ορνιθόπτερο – μία τέτοια τρελή πτήση την ημέρα τού ήταν αρκετή. Κάμποσοι άλλοι επαναστάτες τον ακολούθησαν.

Ο Ανδρόνικος πήδησε από την ανοιχτή πόρτα του αεροπλάνου, κάνοντάς τους χώρο να μπουν. Ρώτησε τον Φένχιλ: «Πόσοι είναι οι Ούρταθ;»

«Τέσσερα φορτηγά ήρθαν. Ακόμα άδειαζαν όταν έφυγα. Πρέπει νάναι τουλάχιστον τετρακόσιοι, υπολογίζω.»

«Αυτά είναι άσχημα νέα, Φένχιλ. Δεν έχουμε τετρακόσιους ανθρώπους εδώ. Κι ακόμα κι αν είχαμε, δεν θα μπορούσαμε να τους μεταφέρουμε όλους με μία πτήση.»

«Το ξέρω. Αλλά και οι φύλακες του ορυχείου θα πολεμήσουν στο πλευρό μας, Πρίγκιπά μου. Δεν θα υποχωρήσουν τώρα, αφότου έδιωξαν τους ανθρώπους της Παντοκράτειρας από εκεί.»

8.

Ο Ορείχαλκος είχε βγει από το φορτηγό και έβλεπε τους Ούρταθ να επιτίθενται στο ορυχείο. Πλάι του στέκονταν η Ανεμόφθαλμη (η οποία επέμενε να έρθει), ο Όνυχας ο Δεύτερος, ο Ρουμπίνης, και η Γρανίτια η Πρώτη.

Οι Ούρταθ όρμησαν πρώτα στο φυλάκιο, γκρεμίζοντας την πόρτα του και εισβάλλοντας. Δε φάνηκε, όμως, κανένας να ήταν εκεί· ο Ορείχαλκος δεν διέκρινε μάχη να γίνεται. Στη συνέχεια, οι Ούρταθ μπήκαν στο οίκημα των εργατών, το οποίο ήταν οικοδομημένο μέσα στην πλαγιά του βουνού. Συγχρόνως, δέχονταν πυρά από την κεντρική είσοδο του ορυχείου, αλλά δεν είχαν πρόβλημα να προφυλάσσονται από αυτά και να ανταποδίδουν. Χρησιμοποιούσαν κάτι γιγάντιες μεταλλικές ασπίδες που ο Ορείχαλκος δεν είχε ξαναδεί. Εισέβαλαν στο οίκημα και, μετά από λίγο, φάνηκε να παύει να τους ενδιαφέρει. Ούτε εκεί υπήρχαν εχθροί για να πολεμήσουν.

Επομένως, όπως ο Ορείχαλκος είχε υποθέσει ότι θα έκαναν, οι στασιαστές ήταν όλοι συγκεντρωμένοι στο εσωτερικό του ορυχείου, όπου μπορούσαν να αμυνθούν ευκολότερα.

Οι Ούρταθ επιτέθηκαν στην κεντρική είσοδο πυροβολώντας, τοξεύοντας, και πετώντας βόμβες κατά των εχθρών τους, ενώ συγχρόνως προστατεύονταν πίσω από τις μεγάλες ασπίδες τους. Αλλά αυτός δεν ήταν παρά ένας αντιπερισπασμός· ήθελαν να δώσουν την εντύπωση ότι σκόπευαν να διαλύσουν την άμυνα στην είσοδο του ορυχείου για να εισβάλουν, ενώ στην πραγματικότητα ο σκοπός τους ήταν να μπουν από την άλλη μεριά: από την είσοδο του υπόγειου αμπελιού. Ο Ορείχαλκος είδε ένα μεγάλο μέρος τους να πηγαίνει προς τα εκεί, περνώντας πίσω από το θολωτό ενεργειακό κέντρο.

Οι στασιαστές, βέβαια, δεν είχαν αφήσει την είσοδο του υπόγειου αμπελιού απροστάτευτη. Οι Ούρταθ, ζυγώνοντας, δέχτηκαν πυρά. Προστατεύτηκαν πίσω από τις ασπίδες τους και πίσω από βράχους. Ανταπέδωσαν, με κοκάλινα τόξα, καραμπίνες, πιστόλια, βόμβες. Και μετά, κάποιοι απ’αυτούς έτρεξαν μπροστά, προς την είσοδο του αμπελιού, κρατώντας υψωμένες τις μεγάλες ασπίδες τους, ενώ οι υπόλοιποι τούς ακολουθούσαν κραυγάζοντας και κραδαίνοντας τα όπλα τους. Σκόνη είχε σηκωθεί. Ο Ορείχαλκος διέκρινε κάποιους Ούρταθ να σωριάζονται, χτυπημένοι από τα εχθρικά πυρά, νεκροί πιθανώς. Αλλά η έφοδός τους δεν απέτυχε. Ήταν τόσο βίαιη και ξαφνική που οι υπερασπιστές της εισόδου δεν μπόρεσαν να την ανακόψουν· φάνηκε, μάλιστα, να ξαφνιάζονται που οι εχθροί τους ορμούσαν έτσι καταπάνω τους ενώ σφαίρες τούς έλουζαν.

Το υπόγειο αμπέλι ερχόταν σε επαφή με το ορυχείο μέσω του Υπόγειου Θαλάμου Εποπτείας. Γιατί υπήρχε ένας θάλαμος εποπτείας και για τα δύο – καθαρά θέμα οικονομίας. Και τώρα, αυτό θα εξυπηρετούσε τον Ορείχαλκο. Οι Ούρταθ θα καταλάμβαναν εύκολα το υπόγειο αμπέλι, όπου είχαν περισσότερο χώρο να κινηθούν, και μετά οι υπερασπιστές του ορυχείου θα δέχονταν επίθεση από δύο μεριές. Δεν θα άντεχαν για πολύ έτσι. Η μάχη, βέβαια, δεν θα ήταν σύντομη, γιατί η αμυντική θέση των στασιαστών ήταν καλή, μα ούτε και μακροχρόνια πολιορκία θα ήταν.

Ο Ορείχαλκος, παρακολουθώντας τους Ούρταθ να μάχονται, έβλεπε ότι οι φήμες γι’αυτούς δεν ήταν καθόλου υπερβολικές.

9.

Δύο αεροπλάνα και ένα ελικόπτερο βγήκαν από το Φτερωτό Όρος, πετώντας ολοταχώς προς τα ανατολικά. Ήταν όλα τους γεμάτα επαναστάτες. Ακόμα και ο Σάνραντιλ’φεν είχε έρθει, καθώς ίσως οι δυνάμεις του ως μάγος του τάγματος των Γαιοδιφών να βοηθούσαν, αφού το επίκεντρο της σύγκρουσης ήταν ένα ορυχείο. Το πρώτο αεροπλάνο το οδηγούσε ο Νάρτιλ, και στο ενεργειακό κέντρο ήταν η Αλρίβα’σαρ. Το δεύτερο αεροπλάνο το οδηγούσε η Ιωάννα, και στο ενεργειακό κέντρο ήταν η Άνμα’ταρ. Το ελικόπτερο, μην έχοντας ιδιότητες αιθερικού ταξιδιού, δεν είχε ανάγκη από μάγο για να ρυθμίζει την ενεργειακή ροή του, και στο πιλοτήριο καθόταν τώρα η Σιλάνα. Ο Σάνραντιλ’φεν ήταν μαζί της.

Τα αεροπλάνα έφτασαν πρώτα στο υπό πολιορκία ορυχείο, σε λίγο περισσότερο από μισή ώρα, και η Ιωάννα είδε ότι τα πράγματα ήταν όπως τα είχε περιγράψει ο Φένχιλ. Τέσσερα μεγάλα φορτηγά (φανερά Παντοκρατορικής κατασκευής) ήταν σταθμευμένα αντίκρυ στις εγκαταστάσεις και εκατοντάδες λευκόδερμοι πολεμιστές βρίσκονταν έξω. Στην είσοδο του ορυχείου σκληρή μάχη φαινόταν να γίνεται, ενώ στην είσοδο του υπόγειου αμπελιού η μάχη φαινόταν να έχει ήδη τελειώσει· οι Ούρταθ είχαν διαλύσει την αρχική άμυνα εκεί, και ολοένα και περισσότεροι εισέβαλλαν.

«Τα πράγματα μοιάζουν σκούρα…» μουρμούρισε ο Ανδρόνικος. «Χτύπα τους, Ιωάννα.»

«Δεν περιμένεις, φυσικά, ότι θα τους διαλύσουμε με το αστείο πυροβόλο αυτού του σκάφους…» του είπε εκείνη, αλλά, στοχεύοντας κάτω, πυροβόλησε καθώς βουτούσε προς τους Ούρταθ.

Το αεροπλάνο του Νάρτιλ (παρόμοια οπλισμένο μ’αυτό της Ιωάννας) τη μιμήθηκε.

10.

«Αεροπλάνα!» είπε η Ανεμόφθαλμη, δείχνοντας.

Ο Ορείχαλκος στράφηκε κοιτάζοντας. Δύο αεροσκάφη έρχονταν προς το ορυχείο, χάνοντας ύψος, ελεγχόμενα. «Καλυφθείτε!» φώναξε, κι όλοι τους κρύφτηκαν πίσω απ’το φορτηγό.

Τα αεροπλάνα πυροβόλησαν, χτυπώντας τους Ούρταθ που ήταν ακάλυπτοι από κάτω τους και, ύστερα, σκαρφαλώνοντας πάλι ψηλότερα στον ουρανό.

Επαναστάτες, σκέφτηκε ο Ορείχαλκος. Πώς ειδοποιήθηκαν τόσο γρήγορα;

Δύο ώρες είχαν περάσει από την αρχή της επίθεσης, και οι Ούρταθ βρίσκονταν τώρα στο κεντρικό σπήλαιο του υπόγειου αμπελιού, εκεί όπου καλλιεργείτο το υπόγειο σταφύλι, σύμφωνα με τις αναφορές που είχαν φτάσει στον Ορείχαλκο. Οι στασιαστές προσπαθούσαν να τους απωθήσουν αλλά τσακίζονταν σαν ξυλαράκια μπροστά στους σκληροτράχηλους πολεμιστές από τη Νάθγκαν. Ο Ορείχαλκος περίμενε ότι σύντομα θα λάμβανε ακόμα μία αναφορά που θα έλεγε ότι το υπόγειο αμπέλι βρισκόταν πλήρως υπό τον έλεγχο των Ούρταθ και μπορούσαν να ξεκινήσουν να χτυπάνε το ορυχείο από δύο μεριές.

Αντί γι’αυτό, όμως, είχαν έρθει οι επαναστάτες από τον ουρανό.

Δεν έχει σημασία. Δε μπορεί να ευελπιστούν να μας νικήσουν περνώντας και πυροβολώντας έτσι όπως πυροβόλησαν τώρα. Αν σκέφτονται να πανικοβάλλουν τους Ούρταθ, κάνουν πολύ μεγάλο λάθος. Οι Ούρταθ δεν γνωρίζουν τι θα πει πανικός.

11.

Ο Νάρτιλ μίλησε μέσω πομπού στον Ανδρόνικο και στην Ιωάννα: «Δε μου φάνηκε να κατάλαβαν τίποτα, Πρίγκιπά μου. Και δεν υπάρχει εδώ πέρα κανένα μέρος για ασφαλή προσγείωση–»

«Ακόμα κι αν υπήρχε, θα προσγειωνόσουν ανάμεσά τους;» τον διέκοψε η Ιωάννα.

«Αυτό θέλω να πω, Μαύρη Δράκαινα. Δεν θεωρώ ‘ασφαλή προσγείωση’ το να κατεβείς ανάμεσα σε εχθρούς.»

«Θα βρούμε,» είπε ο Ανδρόνικος, «κάποιο άλλο μέρος εδώ κοντά για να προσγειωθούμε, και μετά θα χτυπήσουμε τους Ούρταθ από τα νώτα.»

Ακόμα μια φορά, πέρασαν πάνω από τους λευκόδερμους πολεμιστές, πυροβολώντας. Και δέχτηκαν κι εκείνοι πυρά. Κάποιος, μάλιστα, πέταξε ένα μεγάλο τσεκούρι με τόση δύναμη και ευστοχία που η Ιωάννα το είδε να περνά ξυστά έξω απ’το παράθυρο του αεροπλάνου που οδηγούσε. Δεν το πιστεύω, γαμώ τα μαλλιά της Έχιδνας…

«Καλύτερα, πάντως, αυτό να το είχαμε κάνει από πριν,» είπε η Ιωάννα στον Ανδρόνικο. «Τώρα χάσαμε όλο το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού.»

«Δεν ξέρουν, όμως, από πού θα τους χτυπήσουμε μετά.»

«Τέλος πάντων.» Η Ιωάννα οδήγησε το αεροπλάνο πάνω απ’τα βουνά, και είδε ότι ο Νάρτιλ την ακολουθούσε.

«Πού πηγαίνουμε, Πρίγκιπά μου;» ρώτησε ο τελευταίος μέσω πομπού.

«Θα κατεβάσουμε εδώ κοντά όσους μπορούν να κατεβούν με σχοινιά από τα αεροσκάφη – δηλαδή, όλους εκτός από τον πιλότο και τον μάγο. Ο πιλότος, μετά, θα πάει να προσγειώσει το αεροσκάφος του όπου καταφέρει να βρει μέρος και, στη συνέχεια, θα έρθει μαζί με τον μάγο να μας συναντήσει στο ορυχείο.»

«Μάλιστα, Πρίγκιπά μου.»

«Δεν πρόκειται να μείνω στο σκάφος,» είπε η Ιωάννα στον Ανδρόνικο.

«Θα το πιλοτάρει κάποιος άλλος.»

Ο Ανδρόνικος στράφηκε στους Σάρντλιους επαναστάτες και ρώτησε ποιος ήξερε να οδηγεί αεροπλάνο. Δυστυχώς, κανένας δεν ήξερε.

«Θα το πιλοτάρω εγώ,» είπε ο Σέλιρ’χοκ. «Δεν είμαι ο καλύτερος πιλότος που θα βρεις αλλά ξέρω τα βασικά.»

Ο Ανδρόνικος ένευσε, αν και διστακτικά.

«Θα χρειαστείς την Ιωάννα περισσότερο από εμένα εκεί κάτω,» του είπε ο μάγος.

Η Ιωάννα οδήγησε το αεροπλάνο πάνω από μια πλαγιά. Έστρεψε τους προωθητήρες του κάθετα και το κατέβασε ώς εκεί που τολμούσε, μη θέλοντας να χτυπήσει πάνω σε κανέναν βράχο ή κανένα δέντρο. Το σταθεροποίησε στον αέρα και είπε στον Ανδρόνικο: «Κατεβαίνουμε.» Σηκώθηκε από τη θέση της και στο πιλοτήριο κάθισε ο Σέλιρ’χοκ.

Μια καταπακτή άνοιξε στο πάτωμα του αεροπλάνου και σχοινιά έπεσαν. Οι επαναστάτες άρχισαν να κατεβαίνουν ο ένας κατόπιν του άλλου στο ορεινό τοπίο, με τα όπλα τους δεμένα επάνω τους.

Παραδίπλα, σε μια άλλη πλαγιά, το αεροσκάφος του Νάρτιλ είχε επίσης σταματήσει στον αέρα και οι επιβάτες του κατέβαιναν.

Ο Ανδρόνικος και η Ιωάννα βρέθηκαν κάτω και απομακρύνθηκαν γρήγορα από τις φωτιές και τους καπνούς των προωθητήρων. Ο Πρίγκιπας άνοιξε έναν πομπό και μίλησε: «Νάρτιλ. Όλα εντάξει;»

«Ναι, Πρίγκιπά μου.»

«Στο σκάφος μου ο Σέλιρ’χοκ είναι τώρα πιλότος. Προσπαθήστε, ει δυνατόν, να προσγειωθείτε κοντά ο ένας με τον άλλο.»

«Το βλέπω δύσκολο, έτσι όπως είναι το τοπίο, αλλά θα προσπαθήσουμε.»

«Ο Σέλιρ δεν είναι τόσο καλός πιλότος – να τον βοηθήσεις.»

«Θα τον βοηθήσω, Πρίγκιπά μου.»

Ο Ανδρόνικος έκλεισε τον πομπό και τον κρέμασε στη ζώνη του.

Η Ιωάννα σκαρφάλωσε στην κορυφή της πλαγιάς, ενώ ακόμα επαναστάτες κατέβαιναν από το αεροσκάφος, και κοίταξε με τα κιάλια της προς το ορυχείο. Ορισμένοι από τους Ούρταθ απλώνονταν τριγύρω, είδε. Ετοιμάζονται για εμάς.

12.

«Το έμαθαν πάρα πολύ γρήγορα,» παρατήρησε ο Όνυχας ο Δεύτερος. «Είναι σχεδόν παράλογο το πόσο γρήγορα το έμαθαν.»

Ο Ορείχαλκος ένευσε. «Έχεις δίκιο, θείε.»

«Σε κάνει να υποπτεύεσαι αν υπάρχει προδότης ανάμεσά μας,» συνέχισε ο Όνυχας. «Είναι ο μόνος τρόπος να έμαθαν τόσο γρήγορα πού θα επιτεθούμε και να ετοιμάστηκαν κιόλας.»

«Εννοείς ανάμεσα στους Ούρταθ;» ρώτησε ο Ρουμπίνης.

«Εννοώ ανάμεσά σ’εμάς.»

«Δε μπορεί να σοβαρολογείς, θείε!»

«Οι Ούρταθ, εκεί όπου ζουν, τι επαφές να έχουν με επαναστάτες;»

Η Γρανίτια είπε: «Και γιατί κάποιος από εμάς να είναι προδότης; Τι μπορεί να έχει να κερδίσει;»

«Μπορεί να είναι ιδεολογικό θέμα γι’αυτόν,» είπε η Ανεμόφθαλμη.

«Ιδεολογικό;» έκανε η Γρανίτια. «Να βρίσκονται τα ορυχεία μας στα χέρια των στασιαστών;»

«Ψυχραιμία,» τους είπε ο Ορείχαλκος. «Θα το λύσουμε μετά αυτό. Γιατί τώρα νομίζω πως θα ξαναδούμε τους επαναστάτες. Και οι Ούρταθ φαίνεται να νομίζουν το ίδιο,» πρόσθεσε, κοιτάζοντας τις κινήσεις των λευκόδερμων μισθοφόρων. Απομακρύνονταν από τις αρχικές τους θέσεις· απλώνονταν τριγύρω, στα βουνά.

13.

Η Ιωάννα ούτε άκουσε ούτε είδε τους Ούρταθ προτού εκείνη, ο Ανδρόνικος, και οι υπόλοιποι επαναστάτες βρεθούν αντίκρυ τους μέσα στο ορεινό τοπίο. Πράγμα το οποίο την εξέπληξε. Διότι η πολεμική ομάδα που αντίκριζε τώρα δεν ήταν μικρή. Κανονικά, θα έπρεπε να την είχε δει από πριν, ή να την είχε ακούσει· ήταν εκπαιδευμένη γι’αυτό. Οι Ούρταθ ήταν, λοιπόν, πολύ καλοί στο να χρησιμοποιούν το έδαφος προς όφελός τους.

Και τώρα ξεπρόβαλαν μέσα από τους βράχους έτσι ώστε να έχουν τη μέγιστη δυνατή κάλυψη. Πυροβόλησαν, αμέσως, και έβαλαν με μεγάλα κοκάλινα τόξα. Οι επαναστάτες καλύφτηκαν. Αλλά όχι προτού μερικοί απ’αυτούς χτυπηθούν.

«Φωτιές του Μαύρου Νάρζουλ!» γρύλισε ο Ανδρόνικος, σκυμμένος πίσω από ένα βράχο, με το τουφέκι του στα χέρια. «Σα να ξεπετάχτηκαν από τις πέτρες!»

«Είναι καλοί,» είπε η Ιωάννα, στοχεύοντάς τους με το τουφέκι της και πυροβολώντας. Κατάφερε να πετύχει έναν στο κεφάλι, σκοτώνοντάς τον. «Δε θα ξεμπλέξουμε μαζί τους εύκολα.»

Πυροβολισμοί αντηχούσαν ολόγυρα, και χειροβομβίδες εκτοξεύονταν κάπου-κάπου. Η Ιωάννα συνέχισε να στοχεύει όσους έβρισκε πιο ακάλυπτους. Όπου έβλεπε κατάλευκο δέρμα το χτυπούσε. Έτσι ελαφρά ντυμένοι όπως ήταν – ημίγυμνοι, ουσιαστικά – την βοηθούσαν. Τα σώματά τους έμοιαζαν σχεδόν ν’αντανακλούν τις αχτίνες του ήλιου, ο οποίος κατέβαινε από το κέντρο του ουρανού και όδευε προς τη δύση. Ήταν καλοί, όπως είχε παρατηρήσει η Μαύρη Δράκαινα, αλλά όχι αρκετά έξυπνοι για να ντυθούν πιο αποτελεσματικά για κάλυψη.

Ωστόσο, μερικοί απ’αυτούς κατόρθωσαν να περάσουν από ένα σημείο που οι επαναστάτες δεν μπορούσαν να τους σημαδέψουν και, μετά, βρέθηκαν κοντά στους επαναστάτες, ουρλιάζοντας τις πολεμικές κραυγές τους και κραδαίνοντας μεγάλα μακρυμάνικα πελέκια και μακρυλέπιδα σπαθιά. Η επίθεσή τους ήταν καταστροφική. Αίματα, κομμένα μέλη, εντόσθια, και κεφάλια πετάγονταν παντού γύρω τους, σαν οι Ούρταθ να ήταν ένας λευκοπόρφυρος ανεμοστρόβιλος θανάτου.

Η Ιωάννα, λέγοντας στον Ανδρόνικο να μείνει πίσω, πέρασε το τουφέκι της στον ώμο, τράβηξε το σπαθί της με το ένα χέρι και το πιστόλι της με το άλλο, κι έτρεξε προς τη μεριά της παράταξης των επαναστατών όπου είχαν κατορθώσει να ζυγώσουν οι Ούρταθ.

«Μη μου λες τι να κάνω, Μαύρη Δράκαινα,» είπε ο Ανδρόνικος ακολουθώντας την, καθώς κι εκείνος τραβούσε το σπαθί του – ένα μέτρο καλοσφυρηλατημένο Απολλώνιο ατσάλι.

Η Ιωάννα τον κοίταξε πάνω απ’τον ώμο της. Ο Ανδρόνικος ήταν από τους καλύτερους ξιφομάχους που είχε δει στη ζωή της, αλλά, και πάλι, αυτοί οι Ούρταθ την ανησυχούσαν. Και ο Ανδρόνικος, εκτός του ότι ήταν ο Ανδρόνικος και η Ιωάννα τον ήθελε ζωντανό κοντά της, ήταν επίσης το σημαντικότερο πρόσωπο στην Επανάσταση – δεν μπορούσαν να τον χάσουν. Ωστόσο, δεν του είπε τίποτα. Η κατάσταση ήταν, ούτως ή άλλως, έκρυθμη· δεν μπορούσε να καθυστερήσει με διαφωνίες – και ήταν βέβαιη ότι ο Ανδρόνικος δεν θα έκανε εύκολα πίσω.

Πλησιάζοντας τους εχθρούς, η Ιωάννα και ο Ανδρόνικος πυροβόλησαν συγχρόνως με τα πιστόλια τους, και μία Ούρταθ σωριάστηκε νεκρή. Ύστερα, άρχισε το πραγματικό μακελειό καθώς η Μαύρη Δράκαινα και ο Πρίγκιπας της Επανάστασης χίμησαν ανάμεσα στους λευκόδερμους μισθοφόρους. Οι άλλοι επαναστάτες, που είχαν ξαφνιαστεί και αναστατωθεί από το γεγονός ότι ο εχθρός είχε βρεθεί απρόσμενα τόσο κοντά τους, πήραν θάρρος τώρα και πολέμησαν με περισσότερο σθένος.

Η Ιωάννα απέφυγε έναν μεγάλο πέλεκυ, πέρασε κάτω απ’την αιματοβαμμένη λεπίδα του, και κάρφωσε στο στήθος τον λευκόδερμο χειριστή του. Τον κλότσησε για να τον ξεκολλήσει από το σπαθί της – και με την άκρη του ματιού της είδε μια άλλη Ούρταθ να έρχεται καταπάνω της, κατεβάζοντας ένα ξίφος. Η Ιωάννα έκανε στο πλάι μα η λεπίδα τη χτύπησε στο δεξί μπράτσο, όχι βαθιά αλλά σχίζοντας τη στολή της και τινάζοντας αίμα. Η Μαύρη Δράκαινα έχασε τη λαβή της επάνω στο μανίκι του σπαθιού της, αφήνοντας το όπλο ακόμα καρφωμένο στο στήθος του νεκρού Ούρταθ, καθώς είχε μπηχτεί βαθιά εκεί και είχε σκαλώσει. Η αντίπαλός της την κλότσησε στον μηρό, κάνοντάς τη να παραπατήσει, να σκοντάψει πάνω σε κάποιο κουφάρι, και να πέσει.

Μετά, μια αιματοβαμμένη λεπίδα ξεπρόβαλε κάτω από τα στήθη της λευκόδερμης πολεμίστριας και αίμα τινάχτηκε από το στόμα της ενώ τα μάτια της αναποδογύριζαν και το σπαθί της έπεφτε από τα παράλυτα δάχτυλά της. Ο Ανδρόνικος, τραβώντας την από τα μαλλιά, χώρισε το νεκρό της σώμα από το ξίφος του.

Η Ιωάννα είχε ήδη σηκωθεί όρθια.

«Καλά;» τη ρώτησε.

«Ναι.» Η Ιωάννα πάτησε στο στήθος του νεκρού Ούρταθ με το ένα πόδι και τράβηξε, με τα δύο χέρια, έξω το σπαθί της.

Από πάνω τους, τότε, ο δυνατός έλικας ενός ελικοπτέρου ακούστηκε. Η Σιλάνα είχε, επιτέλους, έρθει.

Σχοινιά έπεσαν από το ελικόπτερο κι επαναστάτες άρχισαν να κατεβαίνουν, πυροβολώντας τους Ούρταθ και εκτοξεύοντας χειροβομβίδες.

14.

«Σέλιρ’χοκ, βλέπεις αυτό που βλέπω;» είπε ο Νάρτιλ μέσω πομπού.

«Τι βλέπεις;»

«Ένα μικρό οροπέδιο. Σχετικά ανοιχτό.»

«Σχετικά, πράγματι.» Ο Σέλιρ έβλεπε κάμποσους βράχους και δέντρα στο μέρος που αναφερόταν ο Νάρτιλ.

«Δεν πρόκειται να βρούμε τίποτα καλύτερο, εκτός αν πάμε στα πέρατα της ματιάς του Άνβρεοθ. Ακολούθησέ με, και δες τι κάνω.»

Ο Σέλιρ είδε το αεροπλάνο του Νάρτιλ να ζυγώνει το οροπέδιο και να στρέφει τους προωθητήρες του κάθετα.

«Τι έγινε;» ρώτησε η Άνμα, από το ενεργειακό κέντρο. «Βρήκατε μέρος για προσγείωση;»

«Το ελπίζω.»

«Θέλεις εγώ να πιλοτάρω κι εσύ να ελέγχεις την ενεργειακή ροή;»

Ο Σέλιρ ήξερε ότι η Άνμα ήταν, αναμφίβολα, καλύτερη από εκείνον στο να οδηγεί αεροσκάφη. Ήταν λογική η πρότασή της. Το μόνο επικίνδυνο μέρος της σκέψης της ήταν η αλλαγή στη θέση του ενεργειακού κέντρου.

«Θα το προτιμούσα. Αλλά περίμενε.» Ο Σέλιρ γύρισε τους προωθητήρες κάθετα και, βάζοντας το σκάφος στον αυτόματο πιλότο, το άφησε να αιωρείται χωρίς να κινείται προς κάποια κατεύθυνση. Σηκώθηκε από τη θέση του και πήγε στο ενεργειακό κέντρο, όπου καθόταν η Άνμα.

«Μόλις αρχίσω τη μαγγανεία θα σηκωθείς και θα πας μπροστά,» της είπε.

«Εντάξει.»

Ο Σέλιρ ξεκίνησε τη Μαγγανεία Κινήσεως, υποτονθορύζοντας τα λόγια και φέρνοντας το μυαλό του στη σωστή νοητική κατάσταση. Η Άνμα σηκώθηκε από τη θέση κι εκείνος κάθισε, αγγίζοντας τους αισθητήρες. Αισθάνθηκε το μυαλό του να έρχεται λιγάκι απότομα σε επαφή με την ενεργειακή ροή του σκάφους, αλλά δεν μπορούσε να το καθυστερήσει· το ρίσκο θα ήταν πολύ μεγάλο. Μπορεί να έπεφταν και να τσακίζονταν στα βουνά. Μπορεί ακόμα και ν’ανατινάζονταν στον αέρα.

Η Άνμα, εν τω μεταξύ, είχε πάει στο πιλοτήριο, και είπε: «Τα πάντα φαίνονται εντάξει, Σέλιρ. Και ο Νάρτιλ έχει προσγειωθεί. Πηγαίνουμε κι εμείς, τώρα.»

«Σέλιρ’χοκ,» ακούστηκε τότε η φωνή του Νάρτιλ από τον πομπό. «Τι κάνεις; Γιατί σταμάτησες;»

«Για να οδηγήσω εγώ, Νάρτιλ,» του είπε η Άνμα. «Ερχόμαστε τώρα.»

Το αεροπλάνο πλησίασε το οροπέδιο, οι προωθητήρες του γύρισαν ξανά κάθετα, και, ανοίγοντας τα μεταλλικά του πόδια, κατέβηκε. Τραντάχτηκε από την προσγείωση, καθώς ήταν κάθε άλλο παρά ομαλή. Το έδαφος ήταν ανισόπεδο, γεμάτο βράχους· ορισμένα πόδια πάτησαν σταθερά, ορισμένα δεν πάτησαν καθόλου καλά. Μικρά δέντρα τσακίστηκαν κάτω από το αεροσκάφος.

«Τουλάχιστον είμαστε ακόμα ζωντανοί,» είπε η Άνμα καθώς σηκωνόταν από τη θέση της.

Ο Σέλιρ βγήκε απ’το ενεργειακό κέντρο. «Θα μπορούμε και να απογειωθούμε μετά;»

«Θα το μάθουμε τότε. Αλλά, μάλλον, η απάντηση είναι ναι.»

Πήραν τα όπλα τους και βγήκαν στο οροπέδιο, όπου τους περίμεναν ο Νάρτιλ και η Αλρίβα.

«Ο Οδυσσέας – ο Πρόμαχος από την Απολλώνια – μας είχε προειδοποιήσει για σένα,» είπε η Άνμα στον Νάρτιλ.

«Τι εννοείς; Σας είπε ότι είμαι επικίνδυνος πιλότος;»

«Ουσιαστικά, ναι.»

«Δε θάπρεπε ν’ακούτε τέτοιες φήμες.»

15.

Οι Ούρταθ αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν ύστερα από την άφιξη του ελικόπτερου και των άλλων επαναστατών.

«Πώς είναι η κατάσταση;» ρώτησε ο Σάνραντιλ τον Ανδρόνικο.

«Αυτή ήταν η πρώτη μας σύγκρουση μαζί τους, Πρόμαχε· και είχες δίκιο: είναι, όντως, επικίνδυνοι.»

Η Σιλάνα μίλησε μέσα απ’τον πομπό του Σάνραντιλ: «Να βρω μέρος να προσγειώσω το ελικόπτερο κάπου εδώ, Πρόμαχε;»

«Δεν υπάρχει μέρος εδώ για να προσγειωθεί ελικόπτερο τέτοιου μεγέθους,» είπε ο Ανδρόνικος στον Σάνραντιλ.

«Πού προσγειώσατε τα αεροπλάνα;» ρώτησε ο μάγος.

«Δεν ξέρω. Είπα στον Νάρτιλ και στον Σέλιρ να τα προσγειώσουν όπου πιο κοντά μπορούν και να έρθουν μετά να μας βρουν. Πες στη Σιλάνα να κάνει το ίδιο.»

«Σας ακούω, Πρίγκιπά μου,» ήρθε η φωνή της από τον πομπό.

Ο Σάνραντιλ ένευσε προς τη μεριά του Ανδρόνικου. «Καλώς,» είπε. Και στον πομπό: «Σιλάνα, πήγαινε κάπου να προσγειώσεις το ελικόπτερο.»

Το αεροσκάφος έφυγε από πάνω τους.

«Από δω και μπρος πρέπει να είμαστε πολύ προσεχτικοί με τους Ούρταθ,» είπε η Ιωάννα καθώς ξεκινούσαν να βαδίζουν μες στα βουνά. «Παραλίγο να μας αιφνιδιάσουν όταν πρωτοεμφανίστηκαν, παρότι δεν ήταν λίγοι. Και μετά, μόλις άρχισε η σύγκρουση, ήρθαν κι άλλοι· είμαι βέβαιη. Δεν ήταν μόνο αυτοί στην αρχή.»

«Η γη θα μου το φανερώσει όταν πλησιάσουν,» είπε ο Σάνραντιλ’φεν, και μισοκλείνοντας τα μάτια υποτονθόρυσε κάποιο ξόρκι μέσα απ’τα λευκά μούσια του.

Η Ιωάννα, που δεν ήξερε και πολλά για τη μαγεία των Γαιοδιφών, ρώτησε: «Τι έκανες;»

«Κάτι σαν τη Μαγγανεία Υλικής Διαισθήσεως, την οποία, αναμφίβολα, θα έχεις ξανακούσει.» Δεν έδωσε περισσότερες εξηγήσεις, καθώς έμοιαζε να πρέπει να είναι συγκεντρωμένος στο ξόρκι του. Συνέχιζε να μουρμουρίζει πίσω απ’τα δόντια του, και τα μάτια του ήταν στραμμένα στη γη.

Προχώρησαν έτσι για κάποια ώρα, κοιτάζοντας γύρω-γύρω και προσέχοντας για πιθανές ενέδρες. Παρά τη μαγική διαίσθηση του Σάνραντιλ’φεν, ήξεραν ότι όφειλαν να βρίσκονται σε εγρήγορση· δεν μπορούσαν να τα περιμένουν όλα από έναν άνθρωπο.

Ο μάγος τούς είπε, τελικά, ότι κάποιοι τούς πλησίαζαν· μπορούσε να το καταλάβει μέσα από τη γη: και δεν ήταν λίγοι αυτοί που τώρα την πατούσαν. Η Ιωάννα σκαρφάλωσε γρήγορα σε κάτι ψηλούς βράχους και κοίταξε με τα κιάλια της προς την κατεύθυνση που είχε πει ο Σάνραντιλ’φεν. Διαπίστωσε ότι, πράγματι, οι Ούρταθ έρχονταν. Καμια πενηνταριά απ’αυτούς· και δεν πρέπει να κινούνταν τυχαία. Μας έχουν αντιληφτεί κάπως και έρχονται συγκεκριμένα για εμάς.

Η Ιωάννα κατέβηκε και είπε στον Ανδρόνικο και τους υπόλοιπους τι συνέβαινε.

«Πρέπει να τους αντιμετωπίσουμε, λοιπόν,» κατέληξε ο Πρίγκιπας.

«Στην προηγούμενη σύγκρουση, δεν μπορεί να ήταν πενήντα,» είπε η Ιωάννα. «Σίγουρα ήταν λιγότεροι. Στην αρχή τουλάχιστον. Μετά ήρθαν κι άλλοι· δεν μπορώ να υπολογίσω πόσοι ακριβώς.»

«Πού θες να καταλήξεις;»

«Ότι αυτοί είναι περίπου πενήντα, εμείς λιγότεροι από διακόσιοι, και πολύ πιθανόν να έχουμε πρόβλημα αν τους αντιμετωπίσουμε ανοιχτά.»

«Ας τους στήσουμε ενέδρα, επομένως.»

«Αυτό ήθελα να προτείνω.»

Ο Φένχιλ είπε, ξεπροβάλλοντας ανάμεσα απ’τους υπόλοιπους επαναστάτες: «Αν είναι να κάνουμε κάτι, ας το κάνουμε γρήγορα. Μιλάτε πολύ, κι οι δυο σας!»

Ο Ανδρόνικος και η Ιωάννα τον αγριοκοίταξαν.

«Τι;» είπε εκείνος. «Αν δε μπορούμε να βρούμε έναν τρόπο να ξεπαστρέψουμε πενήντα απ’αυτούς τους αγριάνθρωπους, τότε τι ήρθαμε να κάνουμε εδώ; Να τους βοηθήσουμε να πάρουν το ορυχείο πιο ηρωικά;»

«Αρκετά!» είπε ο Ανδρόνικος. «Ξεκινάμε.» Και προς τον Σάνραντιλ: «Εξακολουθούν να πλησιάζουν, Πρόμαχε;»

«Ναι.»

Οι επαναστάτες χωρίστηκαν μέσα στο ορεινό τοπίο. Ορισμένοι πήγαν με τον Ανδρόνικο, ορισμένοι με την Ιωάννα, ορισμένοι με τον Σάνραντιλ’φεν και τον Φένχιλ. Σκαρφάλωσαν σε κρημνούς και κρύφτηκαν πίσω από δέντρα ή ογκόλιθους, ή χώθηκαν σε σχισμάδες ανάμεσα στις πέτρες, ή ξάπλωσαν στο έδαφος καλυμμένοι από βράχους και σημαδεύοντας με τα όπλα τους. Πολλοί απ’αυτούς μπορούσαν τώρα να δουν τους Ούρταθ καθώς έρχονταν αποφασιστικά, αλλά και προσεχτικά, προς το μέρος τους.

Γνωρίζουν τη θέση μας, παρατήρησε και πάλι η Ιωάννα. Στο περίπου, αλλά τη γνωρίζουν. Πώς τη βρήκαν; Με ανιχνευτές; Με κάποια σημάδια; Με μαγεία;

Οι Ούρταθ πλησίασαν, πάνοπλοι σαν μηχανές πολέμου και επικίνδυνοι σαν άγρια θηρία. Μπήκαν ανάμεσα στα σαγόνια της παγίδας των επαναστατών.

Η Ιωάννα, σημαδεύοντας μέσα από το στόχαστρο του τουφεκιού της, πυροβόλησε πρώτη, βρίσκοντας μια λευκόδερμη γυναίκα στον λαιμό και σωριάζοντάς την.

Αμέσως, κι οι υπόλοιποι επαναστάτες επιτέθηκαν με τα πυροβόλα όπλα τους και εκτοξεύοντας βόμβες. Οι Ούρταθ ξαφνιάστηκαν που τους είχαν καταλάβει· μάλλον υπολόγιζαν ότι θα αιφνιδίαζαν κι αυτή τη φορά τους εχθρούς τους – ή, ίσως, καλύτερα από την προηγούμενη φορά, που τους είχαν, ουσιαστικά, μισοαιφνιδιάσει, δεν τους είχαν πιάσει τελείως απροετοίμαστους. Η αντιστροφή της αναμενόμενης κατάστασης, πάντως, δεν φάνηκε να τους ρίχνει το ηθικό. Το μυαλό τους πάραυτα στράφηκε στη μάχη. Ανταπέδωσαν τα πυρά και προσπάθησαν να πλησιάσουν.

Ο Ανδρόνικος, που ήταν σε μια θέση πιο κάτω από την Ιωάννα, είδε τους Ούρταθ να σκαρφαλώνουν προς το μέρος του και των επαναστατών που ήταν μαζί του. Τους πυροβόλησε με το τουφέκι του, και οι σύντροφοί του τους πυροβόλησαν επίσης. Εκείνοι, όμως, κινούνταν σαν αγρίμια· χρησιμοποιούσαν τη βραχώδη κάλυψη του τοπίου στον μέγιστο δυνατό βαθμό, και διάνυαν την απόσταση που τους χώριζε από τους αντιπάλους τους με μεγάλες δρασκελιές και πηδήματα. Τα πόδια τους ήταν δυνατά, ευέλικτα, και γρήγορα.

Κάμποσοι από τους Ούρταθ δεν έφτασαν ποτέ τον Ανδρόνικο και τους συντρόφους του. Κάμποσοι άλλοι, όμως, τους έφτασαν. Ήρθαν κοντά και επιτέθηκαν με πιστόλια, μακρυλέπιδα ξίφη, και μεγάλα τσεκούρια. Η δύναμη και η ευελιξία του σώματός τους τους έδινε μεγάλη υπεροχή στην κοντινή μάχη· ο Ανδρόνικος είδε ότι ελάχιστοι επαναστάτες μπορούσαν να τους αντισταθούν από κοντά. Οι Ούρταθ τούς παραμέριζαν σαν παλιόξυλα, κλοτσώντας τους, σπρώχνοντάς τους, λιανίζοντάς τους, πυροβολώντας τους εξ επαφής.

Ο Πρίγκιπας της Επανάστασης τράβηξε το Απολλώνιο ξίφος του και σπάθισε το χέρι ενός Ούρταθ που κρατούσε πιστόλι, κόβοντάς το από τον καρπό, εκτοξεύοντας αίμα τριγύρω. Μετά, τον σπάθισε στο κλειδοκόκαλο, σωριάζοντάς τον. Και βρέθηκε αντιμέτωπος μ’άλλους δύο, που κρατούσαν τσεκούρια με μακριά μανίκια σαν ραβδιά. Τα μαλλιά και τα μούσια τους ήταν άγρια· γύρω από τα μάτια τους ασύμμετροι ρόμβοι ήταν βαμμένοι. Του επιτέθηκαν χωρίς δισταγμό, αναγνωρίζοντάς τον ως επικίνδυνο.

Ο Ανδρόνικος απέφυγε τη μια βαριά λεπίδα, απέκρουσε την άλλη. Παραμέρισε. Οι Ούρταθ ήρθαν καταπάνω του, ανεμίζοντας τα τσεκούρια τους, εκμεταλλευόμενοι το μήκος των μεγάλων όπλων. Ο Ανδρόνικος έσκυψε, τινάχτηκε· λεπίδες χτύπησαν βράχους, πετώντας σπίθες και πέτρινα θραύσματα. Ο Πρίγκιπας βρέθηκε, ευέλικτος και γρήγορος, δίπλα σ’έναν απ’τους δύο Ούρταθ. Τον κάρφωσε στα πλευρά, μπήγοντας τη λεπίδα βαθιά και τραβώντας την πάλι πίσω, ξέροντας πως είχε τρυπήσει τον πνεύμονα. Ο Ούρταθ παραπάτησε, ματωμένος, φτύνοντας αίμα. Τα όπλα τους τους έδιναν ένα κάποιο πλεονέκτημα όταν ο αντίμαχός τους ήταν στη σωστή απόσταση, αλλά όταν ερχόταν πιο κοντά δεν μπορούσαν να τους σώσουν.

Ο άλλος Ούρταθ, κραυγάζοντας, χίμησε στον Ανδρόνικο. Το τσεκούρι του συνάντησε το Απολλώνιο ατσάλι, σπίθες πετάχτηκαν. Ο Πρίγκιπας αισθάνθηκε την τρομερή δύναμη του αγριάνθρωπου να τον σπρώχνει όπισθεν. Παραπάτησε, προσπάθησε να μη χάσει την ισορροπία του και πέσει· και μετά, λύγισε. Εσκεμμένα. Μείωσε την αντίσταση. Και ο Ούρταθ ήταν που τώρα παραπάτησε. Οι λεπίδες χώρισαν μ’έναν ξαφνικό, διαπεραστικό ήχο που, κάπως, κατόρθωσε να ξεχωρίσει μέσα στις ιαχές της μάχης και στους πυροβολισμούς.

Ο Ανδρόνικος, άριστος ως ξιφομάχος χωρίς υπερβολή, διέκρινε αμέσως το άνοιγμα στην άμυνα του εχθρού του. Σπάθισε και του έσχισε την κοιλιά. Τα εντόσθια του Ούρταθ τινάχτηκαν έξω, μπλέχτηκαν ανάμεσά στα πόδια του. Ο Ανδρόνικος πετάχτηκε πέρα προτού ο Ούρταθ ξανακινήσει το μεγάλο τσεκούρι του και προτού σωριαστεί στο έδαφος.

Γυρίζοντας είδε ότι κάποιοι άλλοι επαναστάτες είχαν έρθει να βοηθήσουν τους συντρόφους του – οι επαναστάτες που είχαν πάει με την Ιωάννα – και η Μαύρη Δράκαινα ήταν μαζί τους, κρατώντας σπαθί στο ένα χέρι και ξιφίδιο στο άλλο, και τα δύο αιματοβαμμένα ώς τη λαβή.

Από αντίκρυ, πυροβολισμοί και εκρήξεις αντηχούσαν· οι επαναστάτες που ήταν με τον Πρόμαχο πρέπει να είχαν καταφέρει να κρατήσουν μακριά τους τους Ούρταθ.

Ο Ανδρόνικος τράβηξε το πιστόλι του και πυροβόλησε μια Ούρταθ, βρίσκοντάς τη στο πόδι και σωριάζοντάς την. Ένας επαναστάτης την κοπάνησε στο κεφάλι μ’ένα βαρύ ρόπαλο, διαλύοντας το κρανίο της.

Ο Ανδρόνικος ζύγωσε την Ιωάννα, καθώς εκείνη ξεπάστρευε ακόμα έναν εχθρό. Γύρω της ήταν κάμποσα πτώματα· ο Ανδρόνικος, όμως, δεν ήταν βέβαιος ότι ακόμα κι αυτή μπορεί να είχε σκοτώσει μόνη της τόσο γρήγορα τόσους Ούρταθ.

«Καλύτερα από την προηγούμενη φορά,» του είπε. Η αναπνοή της ήταν ελεγχόμενη παρότι λιγάκι λαχανιασμένη.

«Νομίζεις;»

«Ναι.»

Μετά απ’αυτό το επεισόδιο, η κατάσταση βελτιώθηκε για τους επαναστάτες. Οι Ούρταθ δεν κατόρθωσαν να ξανάρθουν τόσο κοντά τους ώστε να τους λιανίσουν, και σύντομα υποχώρησαν, όσοι από αυτούς έμειναν ζωντανοί.

Λιγότεροι από τους μισούς, παρατήρησε ο Ανδρόνικος. Και είπε στην Ιωάννα: «Το χειρότερο είναι όταν έρχονται κοντά μας. Πρέπει να τους κρατάμε μακριά. Μάχονται σαν θηρία.»

Η Μαύρη Δράκαινα ένευσε. «Ναι. Γι’αυτό κιόλας σκόπευαν να μας αιφνιδιάσουν. Θάναι δύσκολο να τους πετάξουμε έξω απ’το ορυχείο αν έχουν ήδη καταφέρει να μπουν.»

«Αφού προσπαθούν να χτυπήσουν εμάς εδώ, στα βουνά, αυτό σημαίνει ότι στο ορυχείο ο αριθμός τους θα έχει μειωθεί. Οι άνθρωποί μας εκεί θα μπορούν πιο εύκολα να τους αποκρούσουν.»

«Στην είσοδο του αμπελιού, πάντως, είχαν εισβάλει· δεν το είδες καθώς περνούσαμε με το αεροπλάνο;»

Ο Ανδρόνικος ένευσε, καθώς σκούπιζε το σπαθί του από τα αίματα και το θηκάρωνε. «Δυστυχώς. Όπως και νάχει, πρέπει να πλησιάσουμε για να δούμε ποια είναι η κατάσταση.»

16.

Ο Ορείχαλκος είχε δει μερικούς από τους Ούρταθ να χωρίζονται και να πηγαίνουν στα βουνά. Μετά, τους είχε δει να επιστρέφουν ενωμένοι αλλά φανερά μειωμένοι στον αριθμό – και ορισμένοι είχαν τραύματα επάνω τους. Αυτό δεν μπορεί να ήταν καλό σημάδι. Το καλό σημάδι ήταν πως δεν είχαν πανικοβληθεί. Είχαν επιστρέψει απλά για να ανασυγκροτηθούν. Ο Ορείχαλκος τούς είδε να μιλάνε με τον Ψηλό Άντρα ψύχραιμα. Εκείνος έδωσε διαταγές, και οι Ούρταθ επέστρεψαν πάλι στα βουνά γύρω από το ορυχείο – καμια πενηνταριά απ’αυτούς, στο σύνολο, τώρα.

«Οι επαναστάτες πρέπει να έρχονται πεζοί,» είπε ο Ρουμπίνης.

Ο Ορείχαλκος ένευσε σιωπηλά.

«Και οι Ούρταθ δεν φαίνεται να μπορούν να τους σταματήσουν, αδελφέ.»

«Μάλλον, οι επαναστάτες κατόρθωσαν κάπως να τους αιφνιδιάσουν την πρώτη φορά,» είπε ο Ορείχαλκος. «Ή ίσως να έφταιγε το γεγονός ότι δεν είχαν πάει ενωμένοι αλλά διαιρεμένοι. Όπως και νάχει, δε νομίζω να ξανασυμβεί.»

«Κακώς, όμως, τρέχουν και κυνηγάνε τους επαναστάτες,» είπε ο Όνυχας, συλλογισμένα, προβληματισμένα. «Καλύτερα να επικέντρωναν τις προσπάθειές τους στο να καταλάβουν το ορυχείο. Ακόμα δεν έχουν περάσει την είσοδο.» Έδειξε εκεί όπου γινόταν η σύγκρουση.

«Υπομονή, θείε,» είπε ο Ορείχαλκος. «Θέλουν πρώτα να έχουν το αμπέλι υπό τον έλεγχό τους, για να επιτεθούν κι απ’τις δύο μεριές.»

«Γιατί, όμως, καθυστερούν τόσο να το πάρουν υπό τον έλεγχό τους; Επειδή στέλνουν ανθρώπους τους να κυνηγάνε τους επαναστάτες στα βουνά! Δεν είναι καλή στρατηγική αυτή.»

Ο Ορείχαλκος δεν είπε τίποτα, αλλά όφειλε να παραδεχτεί ότι ο Όνυχας ο Δεύτερος δεν είχε άδικο. Καλύτερα θα ήταν αν δεν κυνηγούσαν τους επαναστάτες.

Περίμενε, όμως, να δει τι θα γινόταν προτού πάει να μιλήσει στον Ψηλό Άντρα.

Η ομάδα των Ούρταθ που είχε πάει στα βουνά επέστρεψε πάλι, και ήταν πολύ λιγότεροι απ’ό,τι όταν είχαν φύγει. Πλησίασαν τον Ψηλό Άντρα για να του αναφέρουν.

Ο Ορείχαλκος τον πλησίασε επίσης, μαζί με τα μέλη της οικογένειάς του. «Γκαρτάθλο Τεμέλκο,» είπε. «Τι συμβαίνει;»

«Οι εχθροί μάς κατατρόπωσαν στα βουνά για δεύτερη φορά. Πρέπει, κάπως, να είχαν αντιληφτεί τον ερχομό μας γιατί είχαν στήσει ενέδρα.»

Αυτοί οι καταραμένοι επαναστάτες παραήταν επικίνδυνοι! «Αγνοήστε τους,» είπε ο Ορείχαλκος. «Θα τους φροντίσουμε όταν έρθουν κοντά. Εκείνο που θέλω είναι να κατακτήσουμε το ορυχείο. Μετά δεν θα είναι εύκολο να το ξαναπάρουν.»

«Όπως επιθυμείς, Γέγκμπεθ-κορ,» αποκρίθηκε ο Γκαρτάθλο, αν και έμοιαζε να έχει πικαριστεί που οι επαναστάτες είχαν κατορθώσει να νικήσουν τους πολεμιστές του.

Τότε, μια Ούρταθ ήρθε τρέχοντας και μίλησε στον Ψηλό Άντρα στη γλώσσα τους. Εκείνος ένευσε, σοβαρά, και στράφηκε πάλι στον Ορείχαλκο. «Το υπόγειο αμπέλι είναι δικό σου, Γέγκμπεθ-κορ. Οι φύλακες διώχτηκαν. Ακολούθησαν το πέρασμα που μας είπες: αυτό που βγάζει στο ορυχείο.»

Επιτέλους, πρόοδος, σκέφτηκε ο Ορείχαλκος. «Ωραία,» είπε. «Ξεκινήστε, λοιπόν, να χτυπάτε το ορυχείο κι από τις δυο μεριές, σύμφωνα με το σχέδιό μας. Κι αφήστε μερικούς πολεμιστές σας απέξω για να προφυλάσσουν τις εισόδους, σε περίπτωση που οι επαναστάτες βγουν απ’τα βουνά και έρθουν εδώ.» Δεν αποκλειόταν η στρατηγική των επαναστατών να ήταν να τους τραβήξουν μακριά από το ορυχείο, σε άσκοπες μάχες που θα τους αποδυνάμωναν. Καλύτερα, επομένως, να έμεναν εστιασμένοι σε ένα πράγμα. Μέσα από την πειθαρχεία είναι που γεννιέται η νίκη, όπως ήξερε ο Ορείχαλκος.

«Είναι μακριά;» ρώτησε η Ανεμόφθαλμη.

Ο Ορείχαλκος και ο Γκαρτάθλο στράφηκαν να την κοιτάξουν.

«Οι επαναστάτες,» διευκρίνισε εκείνη κοιτάζοντας τον Ψηλό Άντρα. «Οι άνθρωποι που πολεμήσατε. Είναι μακριά μας;»

Ο Γκαρτάθλο κούνησε το κεφάλι. «Όχι πολύ. Θα είναι γρήγορα εδώ, αν το θέλουν.»

«Επομένως,» είπε ο Ορείχαλκος, «δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο. Καταλάβετε το ορυχείο!»

17.

Είδαν ένα ελικόπτερο να περνά.

«Η Σιλάνα,» είπε ο Νάρτιλ. «Πρέπει να ψάχνει μέρος για να προσγειωθεί.»

«Επικοινώνησε μαζί της,» τον προέτρεψε η Αλρίβα.

«Δε νομίζω ότι υπάρχει πια χώρος στο οροπέδιο όπου προσγειωθήκαμε εμείς. Θα πρέπει να βρει άλλο σημείο.»

Είχαν απομακρυνθεί απ’το οροπέδιο πηγαίνοντας προς το ορυχείο. Και συνέχισαν την πορεία τους, ενώ έχαναν το ελικόπτερο απ’τα μάτια τους, μέσα στα βουνά.

«Θα το προσγειώσει και θα μας βρει, αργά ή γρήγορα,» είπε ο Νάρτιλ. «Το βασικό τώρα είναι να πάμε στον Πρίγκιπα για να τον βοηθήσουμε.»

«Ναι,» ένευσε η Άνμα’ταρ, καθώς σκαρφάλωναν μια πλαγιά. Η απόσταση που έπρεπε να διανύσουν δεν ήταν μικρή, και το ορεινό τοπίο δεν βοηθούσε.

Απόμακρα, δεν άργησαν ν’ακούσουν πυροβολισμούς και ιαχές.

Ο Νάρτιλ καταράστηκε. «Ξεκίνησε χωρίς εμάς.»

Επιτάχυναν την πορεία τους, όσο μπορούσαν, αψηφώντας τον κακοτράχαλο τόπο.

Οι πυροβολισμοί και οι ιαχές σταμάτησαν. Δεν ακούγονταν πλέον. Κι όταν οι τέσσερις επαναστάτες σκαρφάλωσαν σ’ένα ύψωμα, δεν μπορούσαν να δουν τίποτα που να τους δείχνει πού είχε γίνει η σύγκρουση. Ο Σέλιρ’χοκ ύφανε ένα Ξόρκι Ανιχνεύσεως, έχοντας στο νου του τον Πρίγκιπα, και στα μικρά κάτοπτρα του ραβδιού του παρουσιάστηκε μια κόκκινη κουκίδα. «Προς τα κει πού υποθέτουμε είναι οι άλλοι,» είπε ο μάγος. «Και πρέπει να βρίσκονται πια κοντά στο ορυχείο.»

«Δεν έχουν φτάσει ακόμα;» ρώτησε ο Νάρτιλ.

«Κινούνται.» Ο Σέλιρ’χοκ κοίταζε την κόκκινη κουκίδα στα κάτοπτρά του, που δεν ήταν στάσιμη. «Επομένως, όχι, δεν έχουν φτάσει.»

«Η μάχη που ακούσαμε πρέπει να έγινε στα βουνά,» είπε η Άνμα’ταρ.

Ο Νάρτιλ συνοφρυώθηκε. «Οι Ορειβάτες έχουν μαχητές τους απλωμένους και στα βουνά;»

«Ή αυτοί που είναι στο ορυχείο απλώθηκαν για να μας βρουν, υποθέτοντας ότι, λογικά, θα κατεβαίναμε από τα αεροσκάφη και θα πλησιάζαμε πεζοί.»

18.

Οι επαναστάτες σταμάτησαν σε μια πλαγιά απ’όπου μπορούσαν να δουν καθαρά το ορυχείο και τους Ούρταθ. Στην είσοδό του γινόταν τρομερή σύγκρουση. Στην είσοδο του υπόγειου αμπελιού, τα πράγματα ήταν ήσυχα· οι Ούρταθ είχαν προ πολλού περάσει.

«Πρέπει νάχουν καταλάβει το αμπέλι, οι ασπροκώληδες μπάσταρδοι,» είπε ο Φένχιλ, κοιτάζοντας με τα κιάλια του. «Και οι σπηλιές του αμπελιού ενώνονται με το ορυχείο. Υπάρχει πέρασμα.»

Η Ιωάννα, που θυμόταν τους χάρτες όλων των κατειλημμένων ορυχείων, ένευσε. «Ναι. Πράγμα που σημαίνει ότι οι φύλακες του ορυχείου θα δέχονται επίθεση από δύο μεριές, τώρα.»

«Πρέπει να δράσουμε,» είπε ο Ανδρόνικος.

«Δε μπορούμε να κατεβούμε μέσα σ’αυτούς έτσι όπως είναι,» τόνισε η Ιωάννα. «Θα μας λιανίσουν.»

«Να τους χτυπήσουμε από μακριά, τότε,» είπε ο Φένχιλ. «Αλλά μην καθόμαστε άλλο!» Δεν κοίταζε με τα κιάλια του τώρα.

«Ο σκοπός είναι να τους διώξουμε από εδώ, και δε νομίζω έτσι να το καταφέρουμε. Απλά θα χωθούν μέσα στο υπόγειο αμπέλι για ν’αποφύγουν τα πυρά μας–»

«Κι αυτοί στην είσοδο του ορυχείου;»

«Αργά ή γρήγορα – μάλλον γρήγορα – θα διαλύσουν την άμυνα των ανθρώπων μας εκεί. Δε βλέπεις τι γίνεται;»

«Και τι προτείνεις, Μαύρη Δράκαινα;»

«Χρειαζόμαστε έναν αντιπερισπασμό.» Ύψωσε το χέρι της δείχνοντας το θολωτό οίκημα ανάμεσα στην είσοδο του ορυχείου και στην είσοδο του αμπελιού. «Το ενεργειακό κέντρο δεν είναι αυτό;»

«Ναι,» απάντησε ο Φένχιλ.

«Θα το ανατινάξουμε.»

«Πώς; Από εδώ δεν γίνεται.»

«Θα το πλησιάσω–»

«Δε μπορείς να το πλησιάσεις, Ιωάννα,» τη διέκοψε ο Ανδρόνικος. «Θα σε δουν. Αν ήταν νύχτα–»

«Θα κατεβώ από πάνω απ’τις εισόδους.» Η Μαύρη Δράκαινα έδειξε την πλαγιά πάνω απ’το ορυχείο.

«Δε σοβαρολογείς!» Η πλαγιά αυτή ήταν όσο απότομη μπορεί να είναι μια πλαγιά, και δεν φαινόταν να έχει πιασίματα. «Εκτός του ότι είναι αδύνατο να σκαρφαλώσεις εκεί, θα σε δουν–»

«Δεν είναι αδύνατο να σκαρφαλώσω–»

«Ιωάννα–»

«–αν έχω λίγη βοήθεια.» Και η Μαύρη Δράκαινα στράφηκε στον Σάνραντιλ’φεν. «Γνωρίζεις το Ξόρκι Λιθικής Έλξεως, Πρόμαχε;»

Ο μάγος συνοφρυώθηκε. «Εσύ πώς το ξέρεις;»

«Το χρησιμοποιούν οι μάγισσες του τάγματος των Δρακαινών. Το έχει και η Άνμα’ταρ. Το γνωρίζεις;»

Ο Σάνραντιλ κατένευσε. «Το γνωρίζω.»

«Τότε, μπορείς να το υφάνεις επάνω μου για να σκαρφαλώσω την πλαγιά.»

Ο Ανδρόνικος είπε: «Το σκαρφάλωμα δεν είναι το μοναδικό πρόβλημα. Θα σε δουν! Δεν είναι τυφλοί.»

«Δεν κοιτάζουν, όμως, προς τα κει, αν προσέξεις. Θεωρούν ότι κανένας δεν μπορεί να έρθει–»

«Και πάλι, είναι επικίνδυνο. Πολύ.»

«Θα προσέχω.»

«Λες ανοησίες!» Ο Ανδρόνικος είχε αρχίσει να τσαντίζεται μαζί της.

Ο Σάνραντιλ είπε: «Μπορούμε να λύσουμε κι αυτό το πρόβλημα, Πρίγκιπά μου.»

Ο Ανδρόνικος στράφηκε να κοιτάξει τον μαυρόδερμο, ασπρομάλλη μάγο συνοφρυωμένος. Εκείνος συνέχισε: «Με μια Μαγγανεία Λιθικής Προσομοιώσεως, σαν αυτή που κρύβει την είσοδο στο Φτερωτό Όρος.»

«Μα, αυτή η μαγγανεία χρησιμοποιείται σε ανοίγματα για να δημιουργεί μια οφθαλμαπάτη…»

«Με τον ίδιο τρόπο μπορεί να δημιουργήσει μια οφθαλμαπάτη γύρω από έναν άνθρωπο. Απλά δεν τη χρησιμοποιούμε γι’αυτό το σκοπό συνήθως επειδή δεν είναι πρακτικό.» Και προς την Ιωάννα: «Θα πρέπει να σε γεμίσουμε αισθητήρες και θα πρέπει να κουβαλάς επάνω σου μια μεγάλη μπαταρία.»

«Δεν έχω πρόβλημα.»

Ο Σάνραντιλ συνέχισε: «Όταν είσαι πιασμένη πάνω στην πλαγιά θα φαίνεσαι σαν να είσαι κι εσύ μέρος της γης – πέτρες και χώμα. Μονάχα αν κάποιος παρατηρεί πολύ προσεχτικά εκείνο το σημείο θα δει ότι κάτι μετακινείται, κάτι που, κανονικά, δεν θα έπρεπε να μετακινείται. Καταλαβαίνεις;»

Η Ιωάννα ένευσε. «Είναι ό,τι χρειάζομαι, Πρόμαχε. Και δε νομίζω ότι κανένας θα παρατηρεί τόσο προσεχτικά την πλαγιά.»

«Ούτε εγώ το νομίζω.»

Η Ιωάννα κοίταξε τον Ανδρόνικο, ερωτηματικά.

Εκείνος, μην έχοντας κανένα καλύτερο σχέδιο στο μυαλό του και θεωρώντας τη λύση του Σάνραντιλ αρκετά καλή, είπε: «Ας το κάνουμε.»

Η Ιωάννα έβγαλε την κάπα, τις μπότες, και τις κάλτσες της, και ο Ανδρόνικος έδεσε επάνω της, με κορδόνια, μερικούς αισθητήρες σύμφωνα με τις οδηγίες του Γαιοδίφη: έναν στην πίσω μεριά του κεφαλιού της· έναν ψηλά στην πλάτη της· έναν χαμηλά στην πλάτη· έναν στην κοιλιά της· έναν σε κάθε μηρό, από μπροστά· και έναν σε κάθε κνήμη, από πίσω. Μετά, ο Ανδρόνικος έδεσε μια μπαταρία στο πλάι του αριστερού μηρού της Ιωάννας, η οποία συνδεόταν με τους αισθητήρες μέσω λεπτών καλωδίων.

«Πρέπει να αισθάνεσαι σαν μηχανή, Μαύρη Δράκαινα,» είπε ο Φένχιλ, μειδιώντας.

«Μου λείπουν μερικά γρανάζια.»

Ο Σάνραντιλ είπε στον Ανδρόνικο και στον Φένχιλ: «Παραμερίστε.» Εκείνοι υπάκουσαν, και ο μάγος, υψώνοντας τα χέρια του μπροστά στην Ιωάννα, διέγραψε περίπλοκα σύμβολα στον αέρα και άρθρωσε λόγια στη γλώσσα της μαγείας. Μερικά λεπτά πέρασαν, χωρίς τίποτα να φαίνεται να συμβαίνει. Μετά, ενώ ακόμα τίποτα δεν φαινόταν να έχει συμβεί, ο Σάνραντιλ είπε στην Ιωάννα: «Πήγαινε και κόλλησε πάνω σ’αυτούς τους βράχους,» δείχνοντας.

Η Μαύρη Δράκαινα υπάκουσε, και όλοι την έχασαν από τα μάτια τους, καθώς τους δόθηκε η εντύπωση ότι έλιωσε μέσα στις πέτρες.

Ο Φένχιλ γέλασε.

Ο Ανδρόνικος είπε: «Πιάνει.»

«Δε με βλέπετε;» ρώτησε η φωνή της Ιωάννας από τις πέτρες.

«Καθόλου.»

Ο Σάνραντιλ τής είπε: «Μετακινήσου λίγο.»

Η Ιωάννα μετακινήθηκε, και οι άλλοι είδαν τώρα τις πέτρες να κινούνται μ’έναν τελείως αφύσικο τρόπο. Ο Ανδρόνικος, μάλιστα, νόμιζε πως μπορούσε να διακρίνει και μια γυναικεία μορφή.

«Όπως βλέπετε, η κίνηση την προδίδει,» είπε ο Σάνραντιλ. «Αλλά εκεί πάνω στην πλαγιά που θα είναι, κανένας δε θα την προσέξει. Είμαι βέβαιος.

»Έλα κοντά μας, Ιωάννα.»

Η Μαύρη Δράκαινα ξεπρόβαλε μέσα από τους βράχους και όλοι την είδαν να πλησιάζει. «Ήμουν αόρατη, υποθέτω…»

«Σχεδόν,» είπε ο Ανδρόνικος.

Ο Φένχιλ τής έδωσε έναν σάκο με εκρηκτικά. Η Ιωάννα τον πήρε και τον πέρασε στον ώμο. Μάζεψε επίσης και μερικά άλλα πράγματα που ίσως να της χρειάζονταν, αλλά φρόντισε να μην κουβαλά τόσα ώστε να παρακωλύουν τις κινήσεις της.

«Το Ξόρκι Λιθικής Έλξεως;» είπε στον Σάνραντιλ, όταν ήταν έτοιμη.

«Θα το κάνουμε κι αυτό.» Ο μάγος άγγιξε τους ώμους της και άρθρωσε λόγια άγνωστα για εκείνη. Η Ιωάννα αισθάνθηκε ένα ελαφρύ γαργαλητό σ’όλο της το σώμα, και μετά αισθάνθηκε τα γυμνά της πόδια να κολλάνε με αφύσικη δύναμη στο έδαφος από κάτω της.

«Πήγαινε,» της είπε ο Σάνραντιλ.

Η Ιωάννα έριξε ένα τελευταίο βλέμμα στον Ανδρόνικο (αν και θα προτιμούσε να τον φιλήσει) κι ύστερα έφυγε. Απομακρύνθηκε απ’τους επαναστάτες τρέχοντας μέσα στο ορεινό τοπίο και σκαρφαλώνοντας εύκολα σε μέρη που το σκαρφάλωμα θα ήταν τουλάχιστον αργό: τα χέρια και τα πόδια της κολλούσαν σαν βεντούζες πάνω στις πέτρες. Πώς φαινόταν – κατά πόσο ήταν αόρατη ή όχι – δεν ήξερε, αλλά πρόσεχε ούτως ή άλλως, σα να μην είχε υφανθεί ποτέ η Μαγγανεία Λιθικής Προσομοιώσεως επάνω της.

Όταν έφτασε κοντά στην πλαγιά πάνω απ’το ορυχείο, πιάστηκε πανεύκολα στους βράχους κι άρχισε να κινείται προς το ενεργειακό κέντρο. Βρισκόταν ψηλά πάνω από τις εισόδους, κι από κάτω της φαίνονταν οι Ούρταθ και τα τέσσερα φορτηγά. Κραυγές και πυροβολισμοί ακούγονταν. Στην είσοδο του ορυχείου, η μάχη είχε αγριέψει, παρατήρησε. Οι υπερασπιστές πρέπει να υποχωρούσαν. Δεν έχουμε πολύ χρόνο.

Η Ιωάννα έφτασε ανάμεσα στις δύο εισόδους και κατέβηκε γρήγορα την πλαγιά, για να βρεθεί πίσω από το θολωτό ενεργειακό κέντρο. Κανένας δεν το φυλούσε, είδε. Δεν θεωρούσαν ότι κάποιος μπορεί να κατόρθωνε να έρθει εδώ για να κάνει ζημιά. Η Ιωάννα έτρεξε, διανύοντας τη μικρή απόσταση ανάμεσα στην πλαγιά και στο θολωτό οίκημα. Έσπρωξε την πόρτα που βρήκε μπροστά της και μπήκε, τραβώντας ένα πιστόλι κι ένα ξιφίδιο για παν ενδεχόμενο.

Κανένας, όμως, δεν ήταν μέσα, και το εσωτερικό ήταν σκοτεινιασμένο, καθότι απόγευμα πλέον. Η Ιωάννα θηκάρωσε τα όπλα της και άναψε έναν φακό, κοιτάζοντας τα μηχανήματα και τις σειρές από ενεργειακές φιάλες. Μόλις πήρε μια γενική εικόνα τού πώς ήταν στημένο το σύστημα, έβγαλε τα εκρηκτικά από τον σάκο της, τα προσάρμοσε στα σημεία που θα προκαλούσαν τη μέγιστη δυνατή καταστροφή, και τα ρύθμισε να εκραγούν μετά από δέκα λεπτά, ώστε να έχει φτάσει κοντά στον Ανδρόνικο και τους υπόλοιπους όταν θα έκαναν την έφοδό τους.

Άνοιξε προσεχτικά την πόρτα του ενεργειακού κέντρου και κοίταξε έξω. Στην είσοδο του υπόγειου αμπελιού, τα πράγματα ήταν ήσυχα· οι Ούρταθ στέκονταν μπροστά και φρουρούσαν – για εμάς, αναμφίβολα. Στην είσοδο του ορυχείου, η άμυνα των υπερασπιστών είχε διαλυθεί· οι Ούρταθ εισέβαλλαν κραυγάζοντας και σκοτώνοντας. Κανένας, φυσικά, δεν έδινε σημασία στο ενεργειακό κέντρο.

Η Ιωάννα έτρεξε ώς την πλαγιά, πιάστηκε, κι άρχισε ν’ανεβαίνει.

Επιστρέφοντας κοντά στους υπόλοιπους, φάνηκε να τους ξαφνιάζει.

«Όλα εντάξει,» τους είπε. Και, κοιτάζοντας το ρολόι της: «Σε δύο λεπτά θα εκραγούν.» Άρχισε να βγάζει τους αισθητήρες και τη μπαταρία από πάνω της. Ακόμα αισθανόταν τα γυμνά της πόδια να κολλάνε στη γη· το ξόρκι του Σάνραντιλ διαρκούσε κάμποση ώρα.

«Οι Ούρταθ έχουν μπει στο ορυχείο, όμως,» είπε ο Φένχιλ, μουντά. «Πρέπει, βέβαια, οι δικοί μας να τους αντιστέκονται μέσα στην πρώτη σήραγγα, αλλά ώς πότε; Τους είδατε πώς πολεμάνε από κοντά…»

«Και θα πρέπει κι εμείς να τους πολεμήσουμε από κοντά πάλι,» είπε ο Ανδρόνικος. «Δεν υπάρχει άλλη λύση. Προσπαθήστε, όμως, να τους κρατάτε όσο το δυνατόν πιο μακριά σας, πυροβολώντας τους.»

Μετά από μερικά δευτερόλεπτα ακόμα, το ενεργειακό κέντρο εξερράγη.

19.

Η έκρηξη τράνταξε το ορεινό τοπίο.

Ο Ορείχαλκος παραπάτησε, λίγο έλειψε να πέσει. Παραδίπλα, είδε τη Γρανίτια να σωριάζεται, το ίδιο και τον Όνυχα, ο Ρουμπίνης σκόνταψε, η Ανεμόφθαλμη αναφώνησε, τα τζάμια ενός φορτηγού θρυμματίστηκαν, μέταλλα ακούστηκαν να χτυπάνε, θερμότητα ήρθε σαν επιθετικό κύμα, οι Ούρταθ ήταν ανάστατοι, αποπροσανατολισμένοι–

«Τι…» έκανε ο Ορείχαλκος, βλεφαρίζοντας καθώς τα μάτια του είχαν ξαφνικά θολώσει. Το ενεργειακό κέντρο! διαπίστωσε. Το ενεργειακό κέντρο είχε ανατιναχτεί!

Τ’αφτιά του κουδούνιζαν, αλλά μπόρεσε να διακρίνει τον ήχο των πυροβόλων, όχι από το ορυχείο μα από την αντίθετη μεριά. Δεχόμαστε επίθεση!

«Καλυφθείτε!» φώναξε στους συγγενείς του. «Καλυφθείτε!» Κι ο ίδιος κρύφτηκε πίσω από τη γωνία ενός φορτηγού, κρυφοκοιτάζοντας για να δει τι γινόταν.

Κάποιοι κατέβαιναν από μια βόρεια πλαγιά, πυροβολώντας, πλησιάζοντας την είσοδο του αμπελιού.

Επαναστάτες.

20.

Οι Ούρταθ δεν το περίμεναν αυτό. Η έκρηξη τούς ξάφνιασε, και τους έκανε ν’απομακρυνθούν από τις εισόδους δεξιά κι αριστερά του ενεργειακού κέντρου, καθώς χτυπήθηκαν από φλόγες και κομμάτια πέτρας και μετάλλων.

Οι επαναστάτες κατέβηκαν πυροβολώντας, κατευθυνόμενοι προς το υπόγειο αμπέλι. Οι λευκόδερμοι πολεμιστές δεν μπορούσαν να ανακόψουν την έφοδό τους· χτυπιόνταν από τα πυρά τους και έπεφταν, δεν είχαν χρόνο να συνέλθουν. Οι επαναστάτες πέρασαν πάνω απ’τα κουφάρια τους και μπήκαν στην είσοδο, έτρεξαν μέσα στη σήραγγα, συνεχίζοντας να πυροβολούν, ξαφνιάζοντας και τους λίγους Ούρταθ που ήταν στο εσωτερικό.

Κατεβαίνοντας προς τα βάθη της γης.

Βρέθηκαν στο πελώριο σπήλαιο όπου καλλιεργείτο το υπόγειο αμπέλι. Οι ενεργειακές λάμπες που το φώτιζαν είχαν σβήσει με την καταστροφή του ενεργειακού κέντρου, γιατί από εκεί τροφοδοτούνταν· το μέρος φωτιζόταν μόνο από λάμπες λαδιού τώρα, και ήταν στο μεγαλύτερό του μέρος σκοτεινό. Καθώς οι επαναστάτες όμως ορμούσαν μέσα, είδαν ρυάκια με νερό να έρχονται από ανοίγματα στους βράχους και να κυλάνε σε ανοιχτούς σωλήνες για να ποτίζουν τα κλήματα που φύτρωναν στο υπόγειο χώμα. Το αμπέλι δεν έμοιαζε καθόλου μ’αυτά που μπορεί κανείς να έβρισκε στον επάνω κόσμο, παρατήρησε η Ιωάννα, παρά μονάχα στο όνομα. Πιο πολύ κάτι το παρασιτικό τής θύμιζε, σαν μανιτάρι, αν και ούτε τέτοιο ήταν ακριβώς. Δεν είχε ξαναδεί υπόγειο αμπέλι, αλλά τώρα δεν είχε χρόνο να κοιτάξει περισσότερο την παράξενη βλάστηση γιατί το σπήλαιο ήταν γεμάτο Ούρταθ. Κρατούσε τα πιστόλια της υψωμένα και σημάδευε τις μορφές που ξεπρόβαλλαν από τα σκοτάδια.

Παντού πυροβολισμοί αντηχούσαν.

Το έδαφος ήταν μαλακό και υγρό κάτω απ’τα πόδια των μαχόμενων, κι έπρεπε επίσης να προσέχουν μη σκοντάψουν στα κλήματα. Επικίνδυνο πεδίο μάχης. Ύπουλο. Το μόνο καλό ήταν ότι οι Ούρταθ δεν τους περίμεναν, και ήταν αποπροσανατολισμένοι τόσο από την εμφάνισή τους όσο κι από το σβήσιμο των ενεργειακών λαμπών.

«Από κει,» είπε ο Φένχιλ δείχνοντας, «είναι το πέρασμα που οδηγεί στο ορυχείο.» Και πράγματι, από εκείνη τη μεριά ήταν συγκεντρωμένοι οι περισσότεροι Ούρταθ. Πρέπει να γινόταν μάχη με τους υπερασπιστές του ορυχείου, στο βάθος.

Τώρα, και οι Ούρταθ, όμως, ήταν περικυκλωμένοι. Δέχονταν επίθεση από δυο μεριές.

Προσπάθησαν να ανασχηματιστούν και να πολεμήσουν τους επαναστάτες, πλησιάζοντάς τους για να τους λιανίσουν με τα πελέκια και τα σπαθιά τους· μα ήταν αργά. Ο Ανδρόνικος, η Ιωάννα, και οι σύντροφοί τους ήταν γρήγοροι και ικανοί μαχητές. Λευκόδερμα πτώματα γέμισαν το σπήλαιο. Ωστόσο, μετά, κάμποσοι Ούρταθ κατόρθωσαν να βρεθούν κοντά σε μια μερίδα επαναστατών, μακελεύοντας με τα μεγάλα αγχέμαχα όπλα τους, δίνοντας στα αμπέλια να πιουν αίμα. Η Ιωάννα πήγε να βοηθήσει εκεί όπου γινόταν η συμπλοκή, ενώ προέτρεψε τον Ανδρόνικο να επιτεθεί σ’αυτούς στο πέρασμα. Ο Πρίγκιπας υπάκουσε, γιατί καταλάβαινε ότι ήταν πολύ βασικό να ελαφρύνουν την πίεση από τους υπερασπιστές του ορυχείου όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Οδήγησε τους πολεμιστές του στο πέρασμα και χτύπησε τους Ούρταθ από τα νώτα, πυροβολώντας με το τουφέκι του.

Οι λευκόδερμοι βρέθηκαν παγιδευμένοι μέσα στον στενό χώρο, και οι επαναστάτες δεν τους άφηναν να τους ζυγώσουν. Πυροβολισμοί έρχονταν και από τους Ούρταθ και από τους συντρόφους του Ανδρόνικου, και οι δεύτεροι ήταν που είχαν το πλεονέκτημα.

Ο Πρίγκιπας της Επανάστασης, μετά από κάποια ώρα, πέρασε πάνω από λευκόδερμα, αιματοβαμμένα πτώματα, κρατώντας το πιστόλι του στο ένα χέρι και το σπαθί του στο άλλο. Το τουφέκι του το είχε περάσει στην πλάτη όταν ο γεμιστήρας τελείωσε· ούτως ή άλλως η χρήση του δεν πολυσυνέφερε εδώ, μέσα σε τόσο στενούς χώρους.

Από το βάθος ηχούσαν πυροβολισμοί και κραυγές, αλλά κοντά στον Ανδρόνικο δεν πρέπει κανένας να πολεμούσε πλέον. «Είμαστε επαναστάτες!» φώναξε. «Ήρθαμε να βοηθήσουμε! Μας ακούτε;»

Ένας άντρας ξεπρόβαλε από το πέρασμα, ματωμένος και σκονισμένος. Ένα τσεκούρι ήταν στα χέρια του, κατεβασμένο. «Εσείς…» έκανε λαχανιασμένα, «εσείς τούς χτυπήσατε απ’την άλλη;»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος.

«Είναι κι άλλοι,» είπε ο άντρας, δείχνοντας πίσω του. «Στην είσοδο του ορυχείου. Την έχουν περάσει· έχουν μπει στο πέρασμα.»

«Το ξέρουμε. Γι’αυτό είμαστε εδώ.»

21.

Η Ιωάννα κλότσησε έναν Ούρταθ πίσω απ’το γόνατο και, καθώς εκείνος σκόνταφτε, τον σπάθισε στο σβέρκο, σχεδόν χωρίζοντας το κεφάλι απ’τους ώμους του. Ο λευκόδερμος πολεμιστής κατέρρευσε ανάμεσα στα αμπέλια και πάνω στο μαλακό χώμα, κάνοντας το νερό να πεταχτεί από ένα αυλάκι και μετά να κοκκινίσει από το αίμα.

Μια Σάρντλια επαναστάτρια, που ήταν πεσμένη παραδίπλα, σηκώθηκε όρθια αγκομαχώντας. «Ευχαριστώ,» είπε στην Ιωάννα. Κρατούσε ένα σπαθί, και η λεπίδα του ήταν σπασμένη.

Ένας άλλος επαναστάτης επίσης σηκώθηκε. Αυτός κρατούσε ένα τουφέκι το οποίο ήταν τσακισμένο από κάποιο πολύ βίαιο χτύπημα. Η Ιωάννα τούς είχε δει και τους δύο να χάνουν τη μάχη εναντίον του μεγαλόσωμου Ούρταθ και είχε σπεύσει να τους βοηθήσει, προτού εκείνος τούς σκοτώσει.

Τώρα, η Ιωάννα ένευσε προς τη μεριά της επαναστάτριας κι ύστερα έφυγε από κοντά τους. Τράβηξε το πιστόλι της και πυροβόλησε μια Ούρταθ στο κεφάλι, βάφοντας κόκκινα τα μακριά μαύρα μαλλιά της.

Ένα τσεκούρι ήρθε προς το μέρος της Ιωάννας κι εκείνη έσκυψε, νιώθοντας τη λεπίδα να περνά ξυστά από το κεφάλι της. Πυροβόλησε, με το πιστόλι της, τον Ούρταθ στο γόνατο. Εκείνος κραύγασε και παραπάτησε, αλλά ξαναεπιτέθηκε σαν εξαγριωμένο θηρίο. Η Ιωάννα απέκρουσε τη μεγάλη λεπίδα του τσεκουριού με το σπαθί της – και γλίστρησε στο υγρό, μαλακό χώμα, τα γόνατά της λύγισαν. Έκανε να πυροβολήσει με το πιστόλι της κι ανακάλυψε ότι οι σφαίρες είχαν τελειώσει – σκατά! Άφησε το πιστόλι να πέσει και έπαψε να φέρνει αντίσταση στο τσεκούρι. Βρέθηκε κάτω, και κύλησε πάνω στο υγρό χώμα κι ανάμεσα στα κλήματα. Ο Ούρταθ την ακολούθησε κουτσαίνοντας. Η Ιωάννα τινάχτηκε όρθια – και μπροστά, προς το μέρος του, σαν βέλος – απέφυγε το τσεκούρι του – τον κάρφωσε στο στήθος. Ο Ούρταθ έπεσε, καταλήγοντας ανάσκελα, με τη Μαύρη Δράκαινα επάνω του. Νεκρός.

«Ο Πρίγκιπας είναι στο πέρασμα!» άκουσε, τότε, η Ιωάννα τους επαναστάτες να φωνάζουν. «Ο Πρίγκιπας είναι στο πέρασμα!»

Σηκώθηκε όρθια, τραβώντας το όπλο της έξω από το στήθος του Ούρταθ.

22.

Ο Ανδρόνικος μπήκε στον Υπόγειο Θάλαμο Εποπτείας, ο οποίος βρισκόταν ανάμεσα στο ορυχείο χαλκού και στο υπόγειο αμπέλι. Αρκετοί από τους υπερασπιστές ήταν συγκεντρωμένοι εδώ, και μάχη ακουγόταν από την άλλη μεριά.

«Επάνω στην ώρα ήρθατε,» είπε ένας από τους ανθρώπους του ορυχείου. «Επάνω στην ώρα! Αν δεν ήσασταν εδώ, θα πεθαίναμε όλοι.»

«Το ξέραμε, όμως, ότι θα ερχόσασταν,» πρόσθεσε ένας άλλος. «Σας περιμέναμε.»

«Μπορεί ακόμα να πεθάνουμε όλοι,» τους προειδοποίησε ο Ανδρόνικος. «Η μάχη δεν τελείωσε – και πρέπει να πολεμήσουμε σκληρά αν είναι να νικήσουμε. Αυτοί οι πολεμιστές είναι σαν αγρίμια. Οι Ορειβάτες τούς έφεραν από τη Νάθγκαν. Ούρταθ τούς λένε.»

Η Ιωάννα μπήκε στον θάλαμο, λέγοντας στον Ανδρόνικο: «Το υπόγειο αμπέλι είναι καθαρό. Αλλά θα πρέπει να το φρουρούμε μήπως επιστρέψουν.»

«Να φρουρείτε το πέρασμα που οδηγεί στο ορυχείο,» είπε ο Ανδρόνικος. «Και όχι εσύ,» πρόσθεσε. Χρειαζόταν την Ιωάννα για άλλη δουλειά. «Εσύ,» κοίταξε τον Φένχιλ, «κι όσοι άλλοι χρειάζεσαι.»

Ο Φένχιλ κατένευσε. «Έγινε, Πρίγκιπά μου.»

Στην Ιωάννα ο Ανδρόνικος είπε: «Πάρε όσους νομίζεις και βγες από την είσοδο του αμπελιού για να χτυπήσεις αυτούς που βρίσκονται στην είσοδο του ορυχείου.»

Η Ιωάννα ένευσε, μοιάζοντας να συμφωνεί απόλυτα με το σχέδιό του.

Ο Ανδρόνικος και όσοι επαναστάτες τού έμειναν (δεν μπορούσε, άλλωστε, να χρησιμοποιήσει και πολλούς συγχρόνως, μέσα στα στενά περάσματα) βγήκαν από την άλλη μεριά του Υπόγειου Θαλάμου Εποπτείας, στην πρώτη σήραγγα του ορυχείου, η οποία είχε μετατραπεί σε πεδίο μάχης με τους Ούρταθ. Οι υπερασπιστές ήταν καλυμμένοι πίσω από τσουβάλια, κιβώτια, βαρέλια, ένα βαγονέτο, και πυροβολούσαν τους λευκόδερμους πολεμιστές, οι οποίοι βρίσκονταν αντίκρυ τους, πυροβολώντας επίσης και προσπαθώντας να κερδίσουν έδαφος, να έρθουν κοντά.

Ο Ανδρόνικος και οι σύντροφοί του συνέβαλαν στην ομοβροντία. Ο Σάνραντιλ’φεν ήταν πλάι στον Πρίγκιπα της Επανάστασης, κρατώντας ένα τουφέκι υψωμένο και στοχεύοντας.

23.

Βγαίνοντας από το αμπέλι, η Ιωάννα και οι επαναστάτες που είχαν πάει μαζί της βρήκαν μπροστά τους μερικούς Ούρταθ οι οποίοι ζύγωναν την είσοδο – κι αμέσως τους πυροβόλησαν. Δεν ήταν πολλοί και κατόρθωσαν να τους ξεπαστρέψουν χωρίς πρόβλημα. Η Ιωάννα οδήγησε τους συντρόφους της κοντά στην πλαγιά και πίσω από το διαλυμένο ενεργειακό κέντρο, όπου ακόμα φωτιές έκαιγαν και πυκνός καπνός υψωνόταν προς τον ουρανό. Πλησίασαν τους Ούρταθ που ήταν συγκεντρωμένοι στην είσοδο του ορυχείου, χωρίς εκείνοι να τους προσέξουν αμέσως. Οι επαναστάτες τούς πέταξαν χειροβομβίδες και, μετά, πυροβόλησαν.

Συγχρόνως, ο Ανδρόνικος κι οι υπόλοιποι επιτίθονταν από το εσωτερικό του ορυχείου. Οι Ούρταθ είχαν βρεθεί, γι’ακόμα μια φορά, μέσα σε διασταυρούμενα πυρά. Και προσπάθησαν να διαλύσουν τον εχθρό που νόμιζαν ότι θα διαλυόταν πιο εύκολα. Κινήθηκαν εναντίον των μαχητών της Ιωάννας, με φανερό σκοπό να τους πλησιάσουν ενώ εκείνοι προσπαθούσαν να τους κρατήσουν μακριά.

Η Μαύρη Δράκαινα ήταν γονατισμένη στο ένα γόνατο, δίπλα στην πλαγιά, και πυροβολούσε. Πρόσεχε να είναι όσο το δυνατόν καλύτερα καλυμμένη, όμως ένα βέλος τη βρήκε στον ώμο, κάνοντάς τη να πέσει πίσω μουγκρίζοντας. Οι σύντροφοί της συγκεντρώθηκαν γύρω της για να την προστατέψουν, πυροβολώντας συνεχόμενα τον εχθρό.

Η Ιωάννα ανασηκώθηκε πάνω στο έδαφος. Δε μπορούσε να σταματήσει να πολέμα τώρα, αλλά επίσης δε νόμιζε ότι μπορούσε να σηκώσει τουφέκι με το καταραμένο βέλος μέσα στον ώμο της. Ο πόνος είχε παραλύσει όλο το αριστερό της χέρι. Τραβώντας ένα πιστόλι, προσπάθησε να σημαδέψει και να πυροβολήσει ανάμεσα απ’τους άλλους επαναστάτες.

24.

«Πρέπει να φύγουμε, Ορείχαλκε!» είπε η Ανεμόφθαλμη.

«Όχι.»

«Πρέπει να φύγουμε! Δες τι γίνεται! Έχουν κυκλώσει τους Ούρταθ. Μετά, θα έρθουν για εμάς. Πες στους Ούρταθ να υποχωρήσουν και να φύγουμε όσο είναι ακόμα καιρός!»

Ο Όνυχας είπε: «Έχει δίκιο, Ορείχαλκε. Δε θα καταφέρουμε να πάρουμε το ορυχείο σήμερα. Και στο ένα φορτηγό έχει διαλυθεί ένας τροχός – αποκλείεται να μπορεί να κινηθεί. Αν οι αποστάτες μάς ξαναχτυπήσουν έτσι, ίσως να χάσουμε τελείως τη δυνατότητα να υποχωρήσουμε.»

Ο Ορείχαλκος προσπάθησε να πάρει μια ανάσα καθαρού αέρα μέσα από τους καπνούς της έκρηξης. Οι Ούρταθ έμοιαζε, πράγματι, να χάνουν τη μάχη. Οι επαναστάτες πρέπει να είχαν καταλάβει το υπόγειο αμπέλι απ’ό,τι φαινόταν, και τώρα είχαν βγει από εκεί και χτυπούσαν τους Ούρταθ στην είσοδο του ορυχείου, οι οποίοι δέχονταν, επίσης, ριπές από το εσωτερικό του ορυχείου. Σκοπεύαμε να περικυκλώσουμε τους στασιαστές αλλά, στο τέλος, εκείνοι περικύκλωσαν εμάς! Του έμοιαζε αδύνατο. Και μετά, θυμήθηκε ότι δεν ήταν εξαιτίας των υπερασπιστών του ορυχείου που είχε αναποδογυρίσει η κατάσταση, αλλά εξαιτίας των καινούργιων που είχαν έρθει. Πώς ήρθαν τόσο γρήγορα; Ποιος τους ειδοποίησε; Κάτι είχε πάει πολύ στραβά. Κάτι βασικό. Πρέπει, όντως, να υπήρχε προδότης μέσα στον Οίκο των Ορειβατών, όσο εξωφρενικό κι αν φαινόταν. Αλλιώς, ποια μπορεί να ήταν η εξήγηση για ετούτη την ανατροπή;

«Ορείχαλκε!» είπε η Ανεμόφθαλμη. «Πάμε!»

Ο Ορείχαλκος κούνησε το κεφάλι του. Πράγματι, τώρα δεν υπήρχε άλλη λύση. Φώναξε στον Ψηλό Άντρα, κάνοντάς του νοήματα.

Ο Γκαρτάθλο στεκόταν και έβαλλε μ’ένα μεγάλο κοκάλινο τόξο, όμως τον πρόσεξε καθώς περνούσε ένα καινούργιο βέλος στη χορδή. Κατάλαβε ότι ο Ορείχαλκος τού έκανε νόημα να υποχωρήσουν. Στράφηκε πάλι στο πεδίο της μάχης, ατενίζοντάς το συλλογισμένα. Πρέπει κι εκείνος να έφτασε στο συμπέρασμα ότι η υποχώρηση ήταν το λογικότερο τώρα. Στράφηκε σ’έναν άντρα πλάι του και του είπε κάτι· εκείνος ύψωσε το βούκινό του και έβγαλε έναν μακρόσυρτο ήχο που ακούστηκε πάνω από τους πυροβολισμούς και τις κραυγές.

Οι Ούρταθ άρχισαν να υποχωρούν. Οργανωμένα, παρότι ήταν προφανές ότι είχαν χτυπηθεί άσχημα. Οι μισοί περίπου πρέπει να είχαν απομείνει.

«Αναρωτιέμαι,» είπε η Γρανίτια κοιτάζοντάς τους με δέος: «αν δεν τους έλεγες να φύγουν δεν θα υποχωρούσαν ποτέ;»

«Δεν είναι ηλίθιοι, ξαδέλφη. Απλώς δεν εγκαταλείπουν εύκολα μια δουλειά όταν την έχουν αρχίσει.» Ο Ορείχαλκος άνοιξε την πόρτα του φορτηγού πλάι στο οποίο ήταν κρυμμένος μαζί με τους συγγενείς του και ανέβηκε στο ψηλό όχημα.

25.

Οι Ούρταθ υποχωρούσαν, αλλά ακόμα και στην υποχώρησή τους ήταν θανατηφόροι. Δεν μπορούσες να τους καταδιώξεις: τα πυρά τους και τα βέλη τους γέμιζαν τον αέρα πίσω τους σαν σύννεφο θανάτου.

Ο Ανδρόνικος δεν είχε πρόβλημα μ’αυτό· δεν σκόπευε να τους καταδιώξει ούτως ή άλλως, καθώς στεκόταν και τους κοίταζε από την είσοδο του ορυχείου, μαζί με τον Σάνραντιλ’φεν.

«Τα καταφέραμε, Πρόμαχε,» είπε.

«Κι ας ελπίσουμε ότι δεν θα επιστρέψουν,» αποκρίθηκε ο μάγος. «Γιατί μετά βίας τούς νικήσαμε μία φορά· θα μπορέσουμε και να το επαναλάβουμε;»

«Αν χρειαστεί.»

Ο Σάνραντιλ γέλασε μέσα από τα λευκά μούσια του. «Όπως πάντα αισιόδοξος ο Πρίγκιπας της Επανάστασης.»

Οι Ούρταθ επιβιβάστηκαν στα φορτηγά, και τα τρία από αυτά γύρισαν και έφυγαν από την περιοχή του ορυχείου, ακολουθώντας το ορεινό μονοπάτι. Το τέταρτο έμεινε πίσω, με τον ένα από τους τροχούς του διαλυμένο, αδύνατο να κινηθεί.

Οι επαναστάτες που ήταν έξω πλησίασαν την είσοδο του ορυχείου, και ο Ανδρόνικος είδε ότι μία απ’αυτούς υποβάσταζε την Ιωάννα. Στον αριστερό ώμο της Μαύρης Δράκαινας ήταν καρφωμένο ένα μεγάλο κοκάλινο βέλος των Ούρταθ. Πήγε κοντά της, αμέσως.

«Δεν είναι τίποτα,» είπε εκείνη, απότομα, υψώνοντας το δεξί της χέρι. «Μόλις κάποιος το βγάλει από μέσα μου, όλα θα είναι ’ντάξει.»

Ο Ανδρόνικος μειδίασε. «Θα την αναλάβω εγώ από δω και πέρα,» είπε στην άλλη επαναστάτρια, κι εκείνη, γνέφοντας καταφατικά, του παρέδωσε τη Μαύρη Δράκαινα.

«Βλέπεις, λοιπόν, γιατί ταιριάζουμε;» είπε ο Ανδρόνικος καθώς περνούσε το χέρι του γύρω απ’τη μέση της Ιωάννας. «Είμαστε κι οι δύο υπερβολικά αισιόδοξοι.»

«Πώς σου ήρθε αυτό;»

«Κάτι που είπε ο Πρόμαχος, πριν από λίγο.»

26.

Ο Σέλιρ’χοκ, η Άνμα’ταρ, ο Νάρτιλ, και η Αλρίβα’σαρ ήρθαν μετά από κανένα μισάωρο, καθώς οι νικητές μάζευαν τους νεκρούς και προσπαθούσαν να κάνουν τις φωτιές να σβήσουν. Ο Ανδρόνικος είχε βγάλει το βέλος από τον ώμο της Ιωάννας και είχε περάσει έναν επίδεσμο γύρω της, ποτισμένο με θεραπευτικές ουσίες που του είχε δώσει ο Φένχιλ από τον σάκο του.

«Μου φαίνεται πως χάσαμε όλα τα ωραία,» παρατήρησε ο Νάρτιλ.

«Δε θα σου φαίνονταν και τόσο ωραία άμα ήσουν εδώ, πιλότε,» του είπε ο Φένχιλ, που κρατούσε στο χέρι του μια κούπα.

«Νερό είν’αυτό ή υπόγειος οίνος;»

«Εσύ τι νομίζεις, εξυπνάκια;»

«Τι ρωτάω…»

Ο Φένχιλ έκανε να τον κλοτσήσει στα οπίσθια, αλλά ο Νάρτιλ απομακρύνθηκε γρήγορα.

«Πού είναι η Σιλάνα;» ρώτησε ο Ανδρόνικος τους νεοαφιχθέντες.

«Πρέπει να έρχεται, Πρίγκιπά μου,» είπε ο Σέλιρ’χοκ. «Είδαμε το ελικόπτερό της να περνά από πάνω μας σε κάποια στιγμή.»

«Δεν πρόκειται να χάσει το δρόμο,» τους διαβεβαίωσε ο Φένχιλ, πίνοντας μια γουλιά υπόγειο οίνο. «Είναι σαν μαϊμού των βουνών αυτή.»

«Καταπληκτικά τα κομπλιμέντα σου, όμως…»

«Σκασμός πια, πιλότε.»

Απολλώνια

1.

Ο Κλαρκ, σύντομα, χαιρέτησε τον Δαίδαλο λέγοντας πως έπρεπε να φύγει για να επιστρέψει στη Ρελκάμνια. Εκείνος φάνηκε να καταλαβαίνει, καθώς οι δυο τους αντάλλασσαν, όρθιοι, μια χειραψία μέσα στο σαλόνι.

Η Φενίλδα σηκώθηκε από τον καναπέ. «Δε θα καθίσεις, τουλάχιστον, να ξεκουραστείς προτού ξαναπετάξεις;»

Ο Κλαρκ στράφηκε να την κοιτάξει. «Θα ξεκουραστώ. Αλλά έξω απ’τη Χώρα του Δαίδαλου. Θέμα χρόνου, Φενίλδα.»

Εκείνη συνοφρυώθηκε. «Τόσο μεγάλη είναι η χρονική διαφορά;»

«Ένας απ’τους λόγους που ο Δαίδαλος ζει τόσα χρόνια είναι αυτή η διάσταση. Ο χρόνος κυλά πολύ αργά εδώ.»

«Ο Κλαρκ απλά θέλει να με κάνει να φαίνομαι γέρος,» είπε ο Δαίδαλος, «ενώ κι εκείνος είναι περίπου στην ηλικία μου.»

Ο Κλαρκ μειδίασε. «Περίπου.»

«Τουλάχιστον, εγώ δεν χρησιμοποιώ τεχνητά μέσα,» τόνισε ο Δαίδαλος σοβαρά.

«Πηγαίνω τώρα,» είπε ο Κλαρκ. «Θα ξανασυναντηθούμε. Και, υποθέτω, θα έχεις και τη Φενίλδα μαζί σου.»

«Ασφαλώς.»

Ο Κλαρκ πήγε στην κρεμάστρα και πήρε τα πράγματά του. Είπε στη Φενίλδα: «Θα σε ξαναδώ σύντομα. Εν τω μεταξύ, να προσέχεις αυτόν τον τρελό γέρο.»

Η Φενίλδα χαμογέλασε. «Εσύ μ’έφερες εδώ, Κλαρκ.»

«Κι εμένα θα πρέπει να με προσέχεις.» Ο Ρελκάμνιος μάγος βάδισε προς την έξοδο. Άνοιξε την πόρτα και έφυγε.

«Ο Κλαρκ,» είπε ο Δαίδαλος, «έχει δίκιο σ’ένα πράγμα: Ο χρόνος εδώ, όντως, κυλά πολύ αργά. Κι αυτό σημαίνει ότι χάνουμε χρόνο, αν υπολογίζεις τον χρόνο μ’αυτό τον τρόπο.»

«Είναι, πράγματι, τόσο χρονικά αργή τούτη η διάσταση;»

«Είναι. Γι’αυτό κιόλας δεν έχω ακόμα… προλάβει να βρω λύση στον υπερδιαστασιακό στρόβιλο. Ο χρόνος, παρότι με το μέρος μου όσον αφορά τη μακροχρόνια μελέτη, είναι εναντίον μου όταν θέλω να προλάβω ένα γεγονός στην Απολλώνια.»

«Αναφέρεσαι στον στρόβιλο που έχει παρουσιαστεί τα τελευταία χρόνια;» Η Φενίλδα είχε ακούσει ότι ένας υπερδιαστασιακός στρόβιλος είχε δημιουργηθεί κάπου στην Απολλώνια, από τον Πρίγκιπα Ανδρόνικο, προκειμένου οι επαναστάτες να νικήσουν μια μάχη εναντίον των δυνάμεων της Παντοκράτειρας. Μετά, όμως, ο στρόβιλος είχε φύγει από τον έλεγχό τους, και τώρα η διάσταση κινδύνευε από αυτόν.

Ο Δαίδαλος ένευσε. «Όταν τον δημιουργήσαμε έγιναν λάθη…» Έμοιαζε προβληματισμένος.

Η Φενίλδα συνοφρυώθηκε παρατηρώντας την έκφρασή του. «Εσύ τον δημιούργησες;»

«Νομίζεις ότι κανένας άλλος στην Απολλώνια θα μπορούσε;»

Δεν είχε άδικο. Οι υπερδιαστασιακοί στρόβιλοι, κανονικά, ήταν φαινόμενα· δεν τους έφτιαχνε κανένας. Παρουσιάζονταν από μόνοι τους σε κάποιες διαστάσεις, για άγνωστους λόγους συνήθως· ή μονάχα υποθέσεις μπορούσαν να γίνουν για την εμφάνισή τους. Δεν υπήρχε κάποιο ξόρκι, ή κάποια μέθοδος, που να δημιουργεί υπερδιαστασιακούς στροβίλους. Και το γεγονός ότι οι επαναστάτες τον είχαν εμφανίσει ως όπλο ήταν παράξενο – και δεν είχε συμβεί παρά μονάχα μία φορά.

Η Φενίλδα ρώτησε: «Υπάρχει ξόρκι που δημιουργεί υπερδιαστασιακούς στροβίλους;»

«Φυσικά και όχι. Είχα φτιάξει μια συσκευή για να γίνει η δουλειά μας. Τα πράγματα δεν πήγαν, όμως, όπως τα υπολόγιζα· οι συνεργάτες μου έκαναν κάποιο λάθος. Έτσι, αντί ο στρόβιλος να είναι σταθερός, είναι ασταθής. Συνεχώς επεκτείνεται, και πολύ φοβάμαι ότι στο τέλος θα διχοτομήσει την Απολλώνια.

»Αλλά τώρα έχουμε πιο άμεσα προβλήματα, Φενίλδα. Όταν ο Κλαρκ επικοινώνησε μαζί μου ήμουν έτοιμος να φύγω.»

«Μου το είπε, νομίζω. Είπε ότι σκόπευες να πας στη Βίηλ.»

«Ναι. Έχω μια πολύ σημαντική δουλειά εκεί.»

«Και σε καθυστερώ.»

«Καμία δουλειά δεν είναι σημαντικότερη της άλλης,» αποκρίθηκε ο Δαίδαλος. «Το πρόβλημά σου είναι εξίσου σημαντικό με ό,τι έχω να κάνω στη Βίηλ. Είσαι μία πολύτιμη σύμμαχος για εμάς, Φενίλδα, στον πόλεμό μας εναντίον του Ελκράσ’ναρχ. Και, αν το ήθελες, θα μπορούσες να γίνεις ακόμα και μέλος του Κύκλου της Αλήθειας.»

«Δε νομίζω ότι… καταλαβαίνω ακριβώς πώς σκέφτεστε.»

Ο Δαίδαλος γέλασε. «Το έχω ξανακούσει αυτό, πρόσφατα. Μπορεί να σου φαίνονται περίεργα όλα όσα σού λέμε τώρα,» είπε βαδίζοντας μέσα στο σαλόνι, «αλλά είμαι βέβαιος πως θα μπορέσεις πολύ εύκολα να αντιληφθείς την πολυπλοκότητα του σύμπαντος στο οποίο ζούμε. Εξάλλου, έχεις ήδη αρχίσει να το κάνεις. Έχεις γνωρίσει πράγματα που τα θεωρούσες αδύνατα. Και δεν μιλάω γι’αυτά που σου είπε ο Κλαρκ ή εγώ. Μιλάω για περιστατικά προτού γνωρίσεις εμάς. Για το Ανώνυμο Ξόρκι, όπως το ονομάζεις, και για το γεγονός ότι μπορείς να κάνεις ένα ξόρκι χωρίς να το έχεις διδαχθεί κανονικά.»

Η Φενίλδα ήπιε μια γουλιά απ’τον Γλυκό Κρόνο στο ποτήρι της. «Είμαι Ερευνήτρια, Δαίδαλε· τίποτα δεν θεωρώ αδύνατο.»

«Κι εγώ, κάποτε, στο τάγμα των Ερευνητών ήμουν… μέχρι που κατάλαβα πόσο περιόριζαν τους εαυτούς τους στην ανακάλυψη της αλήθειας. Μη μου πεις ότι θεωρούσες πως μπορεί να υπάρξει ένα ξόρκι σαν το Κοσμικό Τρυπάνι.»

«Δεν το είχα ποτέ σκεφτεί.»

«Κι από κει ξεκινά το πρόβλημα,» τόνισε ο Δαίδαλος. «Όταν κάτι δεν το έχεις σκεφτεί, το μυαλό αποκτά μια φυσική αντίσταση στο να μπορεί να το ανακαλύψει.»

Η Φενίλδα το βρήκε αυτό σωστό, αλλά και πάλι δε νόμιζε ότι μπορούσε να καταλάβει ακριβώς τη νοοτροπία του Κύκλου της Αλήθειας. Ίσως να ήταν ένα σκαλοπάτι πάνω από τους περισσότερους μάγους – σίγουρα ήταν ένα σκαλοπάτι πάνω από τους περισσότερους μάγους, αν σκεφτόταν κανείς τα όσα έκαναν – αλλά πώς ήταν δυνατόν να υπονοούν ότι μπορούσε κανείς να υπερπηδήσει τις αρχικές διδαχές των μαγικών ταγμάτων; Πώς ήταν δυνατόν να πιστεύουν ότι μπορούσε να ανακαλύψει τα πάντα μόνος του; Δεν θα ήξερε καν από πού ν’αρχίσει!

«Τέλος πάντων,» είπε ο Δαίδαλος, βλέποντάς την προβληματισμένη. «Καλό θα ήταν τώρα να πηγαίνουμε, και μπορούμε να συνεχίσουμε τη συζήτησή μας καθοδόν.»

Η Φενίλδα συνοφρυώθηκε. «Καθοδόν; Μα… υποσχέθηκες να με βοηθήσεις να…»

«Θα το κάνω. Καθώς θα ταξιδεύουμε.»

«Θα μου διδάξεις το ξόρκι καθώς θα ταξιδεύουμε;» απόρησε η Φενίλδα.

«Ναι. Μη δείχνεις τόσο ξαφνιασμένη. Μπορεί να γίνει. Άλλωστε, το ξέρεις ήδη· το μυαλό σου απλά πρέπει να καταλάβει ότι το ξέρει.»

Αυτός ο Δαίδαλος ίσως να ήταν χειρότερος από τον Κλαρκ, σκέφτηκε η Φενίλδα. Ακόμα πιο περίεργος. «Εντάξει,» είπε αναστενάζοντας. «Θα ξεκινήσουμε τώρα;»

«Υποθέτω ότι θα είσαι κουρασμένη απ’το ταξίδι σου…» είπε ο Δαίδαλος. Της έκανε νόημα να τον ακολουθήσει, και βάδισε προς μια πόρτα στο βάθος του δωματίου.

Η Φενίλδα πήρε την καπαρντίνα και τον σάκο της από την κρεμάστρα και τον ακολούθησε. Ήταν, όντως, κουρασμένη από την πτήση στον Αιθέρα και στους ουρανούς της Απολλώνιας. Θα προτιμούσε να κάνει ένα μπάνιο και να κοιμηθεί, αλλά μάλλον ο Δαίδαλος δεν είχε αυτό στο μυαλό του. Βάδισε μαζί του σ’έναν καμπυλωτό διάδρομο και, μετά, μπήκαν σ’έναν ανελκυστήρα. Ο μάγος πάτησε ένα κουμπί και ανέβηκαν.

Ανέβηκαν;

Ή, μήπως, κατέβηκαν;

Η Φενίλδα ήταν, προς στιγμή, μπερδεμένη. Προτού, όμως, ρωτήσει τον Δαίδαλο, η πόρτα μπροστά της άνοιξε. Αποκαλύπτοντας ένα δωμάτιο σαν αυτά στα καλά ξενοδοχεία: μεγάλο μαλακό κρεβάτι, χαλί στο πάτωμα, απαλός φωτισμός, τραβηγμένη κουρτίνα σ’ένα πλατύ παράθυρο.

«Εδώ,» είπε ο Δαίδαλος, «μπορείς να ξεκουραστείς προτού ξεκινήσουμε.»

«Μα, έλεγες ότι…»

«Αυτό το δωμάτιο δεν είναι στη διάστασή μου· είναι στην Απολλώνια. Όταν έχεις κοιμηθεί και είσαι ξεκούραστη, εγώ θα έχω απλά ετοιμαστεί για το ταξίδι.» Και της έκανε νόημα να βγει απ’τον ανελκυστήρα.

Η Φενίλδα βγήκε. Κοίταξε πίσω της και είδε τον Δαίδαλο να σηκώνει το χέρι του – με απίστευτα αργό ρυθμό, σαν να βρισκόταν μέσα σε κάποια παχύρευστη μάζα αέρα. Τι;… Για μια στιγμή, η Φενίλδα παραξενεύτηκε· μετά, όμως, η Ερευνήτρια μέσα της κατάλαβε. Η χρονική διαφορά. Η Χώρα του Δαίδαλου εφάπτεται σε σημεία με την Απολλώνια αλλά ο χρόνος κυλά διαφορετικά. Πιο αργά εκεί, πιο γρήγορα εδώ.

Η πόρτα του ανελκυστήρα είχε αρχίσει να κλείνει. Αργά. Η Φενίλδα βαρέθηκε να κάθεται να βλέπει τον μάγο να φεύγει. Άφησε τον σάκο της κάτω, κρέμασε την καπαρντίνα της στην κρεμάστρα, κι έκανε ένα γύρο του δωματίου. Διαπίστωσε ότι είχε μια πόρτα που οδηγούσε στο μπάνιο, και καμια άλλη πόρτα – εκτός απ’αυτή του ανελκυστήρα, βέβαια. Παραμέρισε την κουρτίνα και, από κάτω της, είδε τους δρόμους της Μακρόπολης. Πρέπει να ήταν ψηλά· στον έκτο όροφο, σίγουρα. Τριγύρω, όμως, υπήρχαν και ψηλότερες πολυκατοικίες. Φωτεινές επιγραφές και φώτα αναβόσβηναν παντού.

Η Φενίλδα πήρε το βλέμμα της από εκεί και το έστρεψε ξανά στον ανελκυστήρα. Η πόρτα είχε κλείσει πλέον. Η Φενίλδα την πλησίασε. Είδε ότι δίπλα της υπήρχαν κάποια κουμπιά με σύμβολα τα οποία δεν αναγνώριζε. Καλύτερα να μην τα πείραζε, αποφάσισε.

Κι αναρωτήθηκε τι ακριβώς ήταν αυτό το δωμάτιο. Μέρος κάποιου ξενοδοχείου το οποίο ο Δαίδαλος είχε αγοράσει;

Τέλος πάντων. Πιο καλά να έκανε ένα μπάνιο και να κοιμόταν. Ο μάγος δεν θ’αργούσε νάρθει να την ξυπνήσει.

2.

Η Φενίλδα ονειρεύτηκε φλογερά γράμματα μέσα στο σκοτάδι… Ονειρεύτηκε την Παντοκράτειρα καθισμένη στον θρόνο της, με δέρμα κατακόκκινο και μαλλιά καταγάλανα, κρατώντας ένα μεγάλο σπαθί στην αγκαλιά της… Ονειρεύτηκε τους Υπερασπιστές να την ατενίζουν επικριτικά ενώ οι μορφές τους αλλοιώνονταν με φριχτούς τρόπους… Ονειρεύτηκε τον Ελπιδοφόρο· είδε τα χέρια της ν’αρπάζουν τα ρούχα του κι αισθάνθηκε τα χείλη της να φιλάνε πεινασμένα τα δικά του… Ονειρεύτηκε την Καλλιστώ και τη Ρία-Μία να συζητάνε αναμεταξύ τους: και το θέμα τους ήταν εκείνη…

Ένα κουδούνισμα ακούστηκε. Η Φενίλδα άνοιξε τα μάτια της, είδε ότι φως γλιστρούσε ανάμεσα από τις κουρτίνες. Γύρισε ανάσκελα.

«Καλημέρα, Φενίλδα.» Ο Δαίδαλος στεκόταν αντίκρυ της, πλάι στην ανοιχτή πόρτα του ανελκυστήρα, ντυμένος με ταξιδιωτικά ρούχα κι έχοντας έναν σάκο στον ώμο. Το κουδούνισμα είχε σταματήσει.

Η Φενίλδα ανασηκώθηκε πάνω στο κρεβάτι, μαζεύοντας το σεντόνι γύρω της. «Τι χτυπούσε;»

Ο Δαίδαλος έδειξε ένα ρολόι που ήταν στο κομοδίνο.

«Δεν ήταν εδώ, πριν,» παρατήρησε η Φενίλδα.

«Πράγματι, δεν ήταν.»

Η Φενίλδα έτριψε τα μάτια της. Είδε χρώματα να διαλύονται γύρω απ’το πεδίο της όρασής της. «Πρέπει να φύγουμε;»

«Ναι.»

Μ’ένα τίναγμα σεντονιών, πήγε στο μπάνιο και, μετά από λίγο, ήταν ντυμένη και έτοιμη. Έβγαλε τα μεγάλα, στρογγυλά γυαλιά της από τον σάκο της και τα φόρεσε. «Πάμε,» είπε.

Μπήκαν στον ανελκυστήρα και ο Δαίδαλος πάτησε μερικά πλήκτρα στην κονσόλα στον τοίχο.

«Ξέρεις να οδηγείς;» τη ρώτησε. «Όχημα ξηράς.»

«Ναι. Όχι κάτι πολύπλοκο, εννοείται.»

Ο Δαίδαλος πάτησε ένα τελευταίο πλήκτρο και ο ανελκυστήρας ξεκίνησε. Η Φενίλδα γρήγορα έχασε την αίσθηση τού αν ανέβαιναν ή κατέβαιναν. Μετά, η πόρτα του ανελκυστήρα άνοιξε και βγήκαν σ’ένα μέρος που έμοιαζε με γκαράζ. Ένα όχημα ήταν σταματημένο αντίκρυ τους, χαμηλό και τετράκυκλο, με ψηλούς, δυνατούς τροχούς και γυάλινο σκέπαστρο.

«Θα πρέπει εσύ να οδηγείς καθώς εγώ θα διαμορφώνω την πραγματικότητα γύρω μας,» είπε ο Δαίδαλος, καθώς πλησίαζαν το όχημα.

«Τι πράγμα θα κάνεις;»

«Θα δεις.»

Ο Δαίδαλος άγγιξε το σκέπαστρο, άρθρωσε μια λέξη, κι αυτό άνοιξε. Ύστερα μπήκε στο όχημα, αφήνοντας τον σάκο του πίσω και καθίζοντας στη θέση του συνοδηγού. Η Φενίλδα τον μιμήθηκε, αφήνοντας κι εκείνη τον σάκο της πίσω και καθίζοντας στη θέση του οδηγού. Μπροστά της είδε ότι, εκτός απ’το τιμόνι, υπήρχε μια πολύ περίπλοκη κονσόλα.

«Λοιπόν,» είπε ο Δαίδαλος, «κάποια βασικά πράγματα για το όχημά μας…» Και της εξήγησε τι έκανε τι επάνω στην κονσόλα – αφήνοντας, βέβαια, και πολλά ανεξήγητα.

«Μάλιστα.» Η Φενίλδα πάτησε το κουμπί που έκλεινε το σκέπαστρο, και το σκέπαστρο έκλεισε από πάνω τους. Ενεργοποίησε τη μηχανή, έβαλε την πιο αργή ταχύτητα για αρχή, πάτησε το πετάλι, και οδήγησε το όχημα μέσα στο γκαράζ.

Ο Δαίδαλος πίεσε ένα κουμπί πάνω στην κονσόλα και μια μεγάλη θύρα άνοιξε στο πέρας του δωματίου, πλημμυρίζοντάς το με πρωινό φως. Η Φενίλδα βγήκε στον δρόμο–

–και σταμάτησε απότομα, κάνοντας τους δυνατούς τροχούς να γρυλίσουν.

Από μπροστά της είχε περάσει μια θολή φιγούρα που κινείτο με μεγάλη ταχύτητα.

«Τι σκατά…»

Ο Δαίδαλος γελούσε.

«Τι ήταν αυτό;» ρώτησε η Φενίλδα.

«Ένας άνθρωπος που βρίσκεται στην Απολλώνια. Σου είπα, Φενίλδα, η διάστασή μου συνυπάρχει με την Απολλώνια, αλλά εκεί ο χρόνος κυλά πολύ πιο γρήγορα – γι’αυτό τούς βλέπεις έτσι θολούς. Εκείνοι, όμως, δεν μας βλέπουν καθόλου.»

«Δε μας βλέπουν καθόλου;»

«Όχι.»

«Γιατί;»

«Διότι έτσι είναι οι νόμοι αυτής της διάστασης.»

«Εγώ σε έβλεπα όταν έφευγες με τον ανελκυστήρα απ’το δωμάτιό μου.»

«Βρισκόμουν σε σημείο σύνδεσης. Σε κατώφλι ανάμεσα στις δύο διαστάσεις. Εδώ, όμως, δεν είναι έτσι. Εδώ είμαστε αποκλειστικά στη διάστασή μου. Κι αυτοί που βλέπεις είναι, ουσιαστικά, αντικατοπτρισμοί. Δεν υπάρχει καν λόγος να προσέχεις μην τους πατήσεις. Δεν μπορείς να τους πατήσεις, όπως δεν μπορείς να πατήσεις κι ένα ολόγραμμα.»

«Πάλι καλά.» Η Φενίλδα πάτησε το πετάλι.

«Από κει.» Ο Δαίδαλος έδειξε.

Η Φενίλδα έστριψε, οδηγώντας μέσα σ’έναν δρόμο της Χώρας του Δαίδαλου· και μετά, βγήκε απ’τη Χώρα και βρέθηκε, όχι στη Μακρόπολη, αλλά σε μια πεδιάδα. Η οποία σύντομα τελείωσε. Τελείωσε. Ύστερα απ’αυτό το σύνορο δεν υπήρχε τίποτα. Ούτε ουρανός, ούτε γη. Το μυαλό της Φενίλδα δεν μπορούσε να συλλάβει τι ακριβώς βρισκόταν εκεί. Ήταν ένα κενό στην αντίληψη. Το αντίθετο της ύπαρξης.

«Σταμάτησες,» είπε ο Δαίδαλος.

«Γιατί; Θες να πάμε εκεί μέσα;»

«Θα σου έλεγα ο ίδιος να σταματήσεις, αν δεν το είχες κάνει από μόνη σου.»

«Τι είναι εκεί, Δαίδαλε;»

Ο Δαίδαλος φάνηκε προβληματισμένος – πράγμα που την παραξένεψε. «Εκεί… Εκεί κανένας δεν ξέρει τι ακριβώς είναι, Φενίλδα. Εκεί τίποτα δεν υπάρχει. Είναι το μέρος όπου τα πάντα είναι πιθανά και, συγχρόνως, τίποτα δεν υπάρχει. Ένας αρνητικός χώρος και χρόνος, αν θέλεις. Αν το σύμπαν μας είναι άλφα, αυτό είναι μείον άλφα.»

«Και τι κάνουμε τώρα; Δε βλέπω καμια διέξοδο, κανέναν δρόμο…»

«Θα τον φτιάξω,» είπε ο Δαίδαλος – ξαφνιάζοντάς την γι’ακόμα μια φορά. Ακούμπησε το χέρι του επάνω σ’ένα μέρος της κονσόλας με αισθητήρες και άρθρωσε λόγια που η Φενίλδα άλλα ήξερε άλλα όχι. Ο τρόπος, πάντως, με τον οποίο τα συνδύαζε ο Δαίδαλος τής ήταν τελείως άγνωστος. Από τη μπροστινή μεριά του οχήματος νόμιζε πως μπορούσε να διακρίνει κάποιες παράξενες λάμψεις. Συνοφρυώθηκε, παρατηρώντας· αλλά τότε κάτι άλλο τράβηξε την προσοχή της. Η γη της Χώρας του Δαίδαλου, η πεδιάδα κάτω από τους τροχούς του οχήματος, φάνηκε να επεκτείνεται. Να μπαίνει, με γωνιώδεις ελιγμούς, μέσα στον αρνητικό χώρο.

Και όχι, όχι, δεν ήταν μόνο η γη που το έκανε αυτό. Αλλά και ο ουρανός. Ο Δαίδαλος δημιουργούσε μια πραγματικότητα μέσα από την ανυπαρξία! Η Φενίλδα συνειδητοποίησε ότι κρατούσε την αναπνοή της. Θεοί! Θα τρελαθώ! Ήταν δυνατόν ένας μάγος – ένας άνθρωπος – να δημιουργεί πραγματικότητα με τέτοιο τρόπο;

Μια μακριά λωρίδα γης και ουρανού υπήρχε τώρα μέσα στον αρνητικό χώρο, κι επάνω στη γη ήταν ένας δρόμος κατάλληλος για οχήματα.

«Οδήγησε, Φενίλδα,» είπε ο Δαίδαλος. «Προσεχτικά. Έτσι και βγούμε από τον δρόμο, χαθήκαμε κι οι δύο. Κυριολεκτικά.»

Η Φενίλδα, προσπαθώντας ακόμα να συνέλθει απ’αυτό που έβλεπε, πάτησε το πετάλι, και το όχημα ακολούθησε τη λωρίδα πραγματικότητας του μάγου, ενώ δεξιά κι αριστερά απλωνόταν η ανυπαρξία – ένας χώρος που έκανε τις τρίχες της Φενίλδα να ορθώνονται και μόνο που τον έβλεπε με τις άκριες των ματιών της. Νόμιζε πως ο πονοκέφαλός της απειλούσε να ξαναρχίσει. Τον έδιωξε τελείως απ’το μυαλό της. Δεν ήθελε να σταματήσει εδώ πέρα, ούτε καν για να πάρει το φάρμακό της.

Ο Δαίδαλος άγγιζε πάλι εκείνο το ειδικό σημείο της κονσόλας και μουρμούριζε λόγια. Καθώς έφταναν στο πέρας της λωρίδας πραγματικότητας, η Φενίλδα την είδε ξανά να επεκτείνεται, στρίβοντας. Την ακολούθησε, προσέχοντας την οδήγησή της όσο ποτέ.

«Θα βγούμε κατευθείαν στη Βίηλ;» ρώτησε τον Δαίδαλο.

«Όχι. Θα περάσουμε από τη Φεηνάρκια πρώτα. Υπάρχει διαστασιακή δίοδος από Απολλώνια προς Φεηνάρκια.»

«Δε θα μπορούσαμε να βγούμε κατευθείαν στη Βίηλ;» Μετά από τόσα που είχε δει, γιατί αυτό να ήταν αδύνατο;

«Θεωρητικά, θα μπορούσαμε να βγούμε οπουδήποτε στο Γνωστό Σύμπαν και πέρα απ’αυτό. Αλλά υπάρχει μεγάλος κίνδυνος στον προσανατολισμό. Προτιμότερο, επομένως, είναι να ακολουθήσουμε συμβατικούς δρόμους.»

Η Φενίλδα γέλασε κοφτά. «Συμβατικούς, Δαίδαλε;»

«Τρόπος του λέγειν.» Και έκανε πάλι το ξόρκι του, για να επεκτείνει τη λωρίδα πραγματικότητας.

«Αν κουραστείς να οδηγείς, Φενίλδα, πες το μου.»

«Μπορούμε και να σταματήσουμε, εδώ πέρα;»

«Φυσικά και μπορούμε. Μάλιστα, σε κάποιο σημείο θα σταματήσουμε ούτως ή άλλως, για να σου διδάξω το Κοσμικό Τρυπάνι.»

«Σοβαρολογείς;»

«Ο χρόνος θα έχω φροντίσει να μετρά υπέρ μας.»

«Δεν είναι επικίνδυνο να είμαστε εδώ;»

«Επικίνδυνο είναι να βρίσκεσαι οπουδήποτε, Φενίλδα,» είπε ο Δαίδαλος.

«Δε μπορεί η πραγματικότητά σου να διαλυθεί γύρω μας;»

«Όχι όσο είμαστε εκεί και τη συντηρούμε με την παρουσία μας.»

Μετά από κάποια ώρα, η Φενίλδα ρώτησε: «Μπορείς οπουδήποτε να το κάνεις αυτό; Να… μπεις σ’αυτό τον αρνητικό χώρο και ν’αρχίσεις να δημιουργείς πραγματικότητα;»

«Όχι· μόνο από συγκεκριμένα σημεία διάφορων διαστάσεων. Για παράδειγμα, εκεί όπου τελειώνουν κάποιες διαστάσεις, ή εκεί όπου υπάρχουν διαστασιακές δίοδοι.»

«Γιατί συμβαίνει αυτό;»

«Επειδή αλλού η πραγματικότητα είναι καθορισμένη, Φενίλδα, από τους κατοίκους των διαστάσεων αυτών.»

Ύστερα, μία ώρα πέρασε ενώ η Φενίλδα οδηγούσε.

Δύο.

Τρεις.

Είχε αρχίσει να κουράζεται. Έτριψε τις άκριες των ματιών της πίσω από τα στρογγυλά της γυαλιά.

Ρώτησε τον Δαίδαλο: «Υπάρχει τίποτα που να κατοικεί στον αρνητικό χώρο; Κάποια οντότητα;»

«Μόνο ό,τι φέρνεις μαζί σου.»

Τέσσερις ώρες πέρασαν.

Η Φενίλδα ρώτησε: «Να σταματήσουμε;»

Ο Δαίδαλος ένευσε· κι εκείνος έμοιαζε κουρασμένος. Έκανε γι’ακόμα μια φορά το ξόρκι του και ένα παρακλάδι πραγματικότητας δημιουργήθηκε, διαμορφώνοντας κάτι σαν σπηλιά, θα μπορούσε να πει κανείς, στο πλάι του δρόμου. Η Φενίλδα πήγε το όχημα εκεί και το σταμάτησε. Γύρω από εκείνη και τον Δαίδαλο δέντρα υπήρχαν, σαν να βρίσκονταν σ’ένα όμορφο δάσος. Από πάνω τους ο ουρανός ήταν καθαρός και ο ήλιος στο κέντρο του.

Βγήκαν από το όχημα, και η Φενίλδα πρόσεξε ότι κομμάτια της λωρίδας πραγματικότητας του Δαίδαλου είχαν καταστραφεί. Του το έδειξε.

«Μην ανησυχείς,» της είπε εκείνος. «Δεν είμαστε εκεί για να τα συντηρούμε, γι’αυτό χάνονται.»

Η Φενίλδα έβγαλε τα γυαλιά της κι έτριψε τα μάτια της. Κάθισε κάτω από ένα δέντρο, ακουμπώντας την πλάτη της στον κορμό.

Ο Δαίδαλος πήρε απ’τον σάκο του δύο σάντουιτς. Της έδωσε το ένα.

«Ευχαριστώ,» είπε η Φενίλδα. Και ρώτησε, ξετυλίγοντας το φαγητό της: «Θα μου μιλήσεις για το Κοσμικό Τρυπάνι τώρα;»

«Δεν είσαι κουρασμένη;» Ο Δαίδαλος κάθισε οκλαδόν αντίκρυ της. Πολύ ευλύγιστος για την ηλικία του.

«Θέλω ν’αρχίσουμε.» Δάγκωσε το φαγητό της. Το μάσησε, ακούγοντάς το να κάνει κρατς-κρατς μέσα στο στόμα της. Λαχανικά.

«Εγώ, όμως, είμαι κουρασμένος,» είπε ο Δαίδαλος. «Μη νομίζεις ότι δεν είναι κουραστικό να φτιάχνεις πραγματικότητα. Ωστόσο, μπορείς να κοιτάξεις αυτό.» Έβγαλε μερικά τυλιγμένα κομμάτια χαρτί και τα έτεινε προς το μέρος της.

Η Φενίλδα τα πήρε. «Τι είναι;»

«Το ξόρκι. Διάβασέ το. Και μετά ξεκουράσου, γιατί σύντομα θα πρέπει να συνεχίσουμε.»

Η Φενίλδα ξετύλιξε τα χαρτιά και τα κοίταξε. Δεν έγραφαν μόνο τα λόγια του ξορκιού, φυσικά. Εξηγούσαν τη νοητική κατάσταση στην οποία έπρεπε να βρίσκεται ο μάγος, ανέλυαν τη χρήση του ξορκιού, ανέφεραν παραδείγματα, προειδοποιούσαν για κινδύνους…

Η Φενίλδα είχε την αίσθηση ότι τα είχε ξαναδιαβάσει, αλλά, ασφαλώς, αυτό ήταν αδύνατο. Νόμιζε ότι μια κλειδαριά είχε αρχίσει να ξεκλειδώνει μέσα στο μυαλό της. Και το ξεκλείδωμα δεν τελείωσε όταν είχε διαβάσει όλα τα χαρτιά.

Ο πονοκέφαλός της άρχισε. Σκατά…

Σηκώθηκε όρθια. Είδε ότι ο Δαίδαλος ήταν ξαπλωμένος παραδίπλα, ανάσκελα, κι έμοιαζε να κοιμάται. Η Φενίλδα τύλιξε το φαγητό της, το οποίο είχε σχεδόν τελειώσει, και βάδισε προς το όχημα. Πήρε από μέσα τον σάκο της, έβγαλε το φάρμακό της, και το χρησιμοποίησε. Ο πονοκέφαλος υποχώρησε.

Η Φενίλδα έριξε τον σάκο της στη θέση του οδηγού, πέρασε στην πίσω μεριά του οχήματος, και αφού έβγαλε τις μπότες της ξάπλωσε. Κάτι μέσα της έμοιαζε να θέλει να την προειδοποιήσει ότι δεν έπρεπε να κοιμηθούν και οι δύο, ότι μπορεί τίποτα επικίνδυνο να ερχόταν όσο εκείνοι κοιμόνταν. Αλλά κάτι άλλο, πολύ πιο λογικό, της είπε Ποιος να έρθει εδώ, μες στη μέση της ανυπαρξίας; Κι επιπλέον, δεν μπορεί ο Δαίδαλος να είχε παραβλέψει έναν τέτοιο κίνδυνο αν όντως υπήρχε.

Η Φενίλδα κοιμήθηκε, και ονειρεύτηκε ότι μελετούσε το παράξενο ξόρκι, σαν, ενώ εκείνη κοιμόταν, το μυαλό της να προσπαθούσε να συναρμολογήσει τα κομμάτια ενός ψηφιδωτού…

3.

«Φενίλδα.»

Άνοιξε τα βλέφαρά της και είδε τον Δαίδαλο να είναι καθισμένος στη μπροστινή μεριά του οχήματος και να την κοιτάζει.

Ανασηκώθηκε. Τον ρώτησε: «Ώρα να φύγουμε;»

«Ναι.»

Η Φενίλδα, χωρίς να φορέσει τις μπότες της, πήγε στη θέση του οδηγού και κάθισε, αφού έριξε πίσω τον σάκο της.

«Πάμε,» είπε ο Δαίδαλος, βάζοντας το χέρι του επάνω στην ειδική θέση της κονσόλας.

Η Φενίλδα φόρεσε τα γυαλιά της, ενεργοποίησε τη μηχανή, πάτησε το πετάλι, και γύρισε το τιμόνι για να βγάλει το όχημα από το κοίλωμα πραγματικότητας που είχε δημιουργήσει ο Δαίδαλος μέσα στην ανυπαρξία– Ξαφνικά, συνειδητοποίησε ότι δεν υπήρχε μονοπάτι. Σταμάτησε, απότομα.

Ο Δαίδαλος άρθρωσε τα λόγια για το ξόρκι του ενώ συγχρόνως (η Φενίλδα το πρόσεξε για πρώτη φορά) κοίταζε μια μικρή οθόνη επάνω στην κονσόλα, όπου παρουσιάζονταν νούμερα και γραμμές. Η πραγματικότητα μπροστά απ’το όχημα διευρύνθηκε· η λωρίδα δημιουργήθηκε και πάλι, και η Φενίλδα την ακολούθησε.

«Απέχουμε πολύ ακόμα;» ρώτησε.

«Δυο-τρεις ώρες. Όχι κι άσχημα, αν σκεφτείς ότι κάπου χίλια-πεντακόσια χιλιόμετρα απόστασης χωρίζουν τη Μακρόπολη από τη διαστασιακή δίοδο για Φεηνάρκια.»

«Μα,» είπε η Φενίλδα, «δεν είμαστε στην Απολλώνια… σωστά;»

«Είμαστε παράλληλα στην Απολλώνια, θα μπορούσες να πεις. Αν δεν είχαμε κάποιο σημείο αναφοράς, θα ήταν πολύ εύκολο να χαθούμε για πάντα ανάμεσα στις διαστάσεις.»

«Βλέπεις το δρόμο μας από εδώ;» Η Φενίλδα έδειξε τη μικρή οθόνη με τους αριθμούς και τις γραμμές.

«Ναι. Είναι συμπαντικές συντεταγμένες. Αν και όλες οι συμπαντικές συντεταγμένες είναι υποκειμενικές, σε τελική ανάλυση.»

«Τι πάει να πει αυτό;»

«Ότι κανένας δεν ξέρει πόσο μεγάλο είναι το συμπάν. Καθορίζεις τη θέση σου βάζοντας ένα σημείο αναφοράς, Φενίλδα. Όπως το ίδιο κάνεις και για να καθορίσεις την πραγματικότητά σου, ουσιαστικά.»

«Δεν καταλαβαίνω.»

«Επειδή έχουν ήδη καθορίσει την πραγματικότητά σου για σένα και θεωρείς το σημείο αναφοράς σου ‘φυσικό’. Αλλά δεν είναι φυσικό. Τεχνητό είναι.»

«Αναφέρεσαι στα μαγικά τάγματα πάλι;»

«Όχι μόνο.» Δεν εξήγησε, όμως, περισσότερα, καθώς έκανε ξανά το ξόρκι του για να επεκτείνει τη λωρίδα πραγματικότητας.

Μετά από λίγο, η Φενίλδα άναψε τσιγάρο και είπε: «Αναφέρεσαι σ’αυτά που λέει κι ο Κλαρκ, ε; Ότι ο Ελκράσ’ναρχ, ουσιαστικά, διαμορφώνει την πραγματικότητα των κατοίκων της Ρελκάμνια μέσα από τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες που δημιουργεί.»

«Αρχίζεις να μπαίνεις στο νόημα, Φενίλδα. Αρχίζεις να γίνεσαι μέλος του Κύκλου μας.»

«Δεν το νομίζω…»

Ο Δαίδαλος, όμως, χαμογελούσε αχνά.

Δεξιά κι αριστερά τους, ο αρνητικός χώρος απλωνόταν ατέρμονος. Η Φενίλδα οδηγούσε το όχημα σταθερά επάνω στη λωρίδα πραγματικότητας που δημιουργούσε ο Δαίδαλος. Ο χρόνος πέρασε χωρίς να της πολυφανεί. Μία ώρα… δύο… κάμποσα λεπτά ακόμα…

«Σταμάτα.»

Η Φενίλδα σταμάτησε.

Ο Δαίδαλος έκανε γι’ακόμα μια φορά το ξόρκι του, και πλάι στη λωρίδα δημιουργήθηκε ένα παρακλάδι πραγματικότητας. «Ακολούθησέ το.»

Η Φενίλδα το ακολούθησε. Έβγαλε το όχημα σ’ένα ορεινό τοπίο, και η πραγματικότητα ανασχηματίστηκε γύρω τους. Δεν υπήρχε πλέον αρνητικός χώρος πουθενά. Έμοιαζε ποτέ να μην είχε υπάρξει. Το μυαλό τον απέρριπτε.

«Δεν ήταν ανάγκη να βγούμε στην Απολλώνια,» εξήγησε ο Δαίδαλος, «αλλά ήθελα να δεις πώς μπορεί κανείς να περάσει από το πλάι μιας διαστασιακής διόδου.»

«Γιατί;»

«Διότι είσαι, ίσως, από τα άτομα που πρέπει να ξέρουν.»

«Ακόμα και να το δω δεν σημαίνει ότι θα καταλάβω πώς γίνεται.»

«Καλώς,» είπε ο Δαίδαλος. «Πάμε από κει.» Έδειξε.

Η Φενίλδα ακολούθησε ένα ορεινό μονοπάτι και, σύντομα, έφτασε σ’ένα σημείο όπου αντίκρυ της μπορούσε να δει την πραγματικότητα της διάστασης να γίνεται σφαιρική σαν να ήταν από κάποια ελαστική ύλη που είχε φουσκώσει. Το μονοπάτι φαινόταν να σκαρφαλώνει πάνω στη σφαίρα και να την ακολουθεί προς το πλάι, για να χαθεί, τελικά, κάπου στην πίσω μεριά της.

«Δεν έχεις ξαναπεράσει από δω, Φενίλδα, έτσι;»

«Όχι.»

«Σταμάτα.»

Πάτησε το φρένο.

«Ευτυχώς δεν είναι κανένας άλλος εδώ γύρω,» είπε ο Δαίδαλος. «Η δίοδος είναι μόνο προς τη Φεηνάρκια, όχι και από τη Φεηνάρκια, επομένως οι Απολλώνιοι δεν φοβούνται ότι κάποιος εχθρός μπορεί να έρθει από κει, κι έτσι – ειδικά τώρα με το Βόρειο και το Νότιο Μέτωπο – δεν σπαταλούν στρατιωτικές δυνάμεις εδώ.»

«Αν ήταν κάποιος άλλος εδώ, τι θα γινόταν;»

«Θα του φαινόταν, μάλλον, παράξενο αυτό που θα κάνουμε. Από την άλλη μεριά, πάντως, οι Παντοκρατορικοί φρουρούν τη δίοδο, για προφανείς λόγους. Αυτό σημαίνει ότι δεν θα βγούμε στη Φεηνάρκια αλλά σε μια πραγματικότητα που θα δημιουργήσω παράλληλα σ’αυτήν. Κανένας δεν θα μας πάρει είδηση. Εκτός αν οι Παντοκρατορικοί έχουν μαζί τους κάποιον σαν εμένα – πράγμα που αποκλείεται.

»Πλησίασε τη δίοδο προσεχτικά τώρα, Φενίλδα.»

Η Φενίλδα υπάκουσε, πηγαίνοντας το όχημα κοντά στη σφαίρα, και συνειδητοποιώντας ξαφνικά ότι πρέπει να είχε ανεβεί στη σφαίρα χωρίς να το καταλάβει.

«Αρκετά,» είπε ο Δαίδαλος. Έβαλε το χέρι του στη γνωστή θέση της κονσόλας και άρθρωσε τα λόγια για το ξόρκι του. Η Φενίλδα παρατήρησε ότι, κάθε φορά που ο μάγος έκανε το ξόρκι, τα λόγια άλλαζαν λιγάκι. Είχαν, άραγε, σχέση με τις συντεταγμένες που ήθελε ν’ακολουθήσει;

Στη μπροστινή μεριά του οχήματος κάτι φάνηκε να γυαλίζει.

«Τώρα,» είπε ο Δαίδαλος, μοιάζοντας, από την έκφρασή του, να βρίσκεται σε έντονη αυτοσυγκέντρωση, «τρέξε όσο πιο γρήγορα μπορείς. Πάτα το στο τέρμα.»

Η Φενίλδα ξεκίνησε, αλλά δεν το πάτησε και στο τέρμα.

«Όσο πιο γρήγορα μπορείς!» επέμεινε ο Δαίδαλος.

Η Φενίλδα το σανίδωσε. Η μηχανή μούγκρισε. Τα πάντα φάνηκαν να θολώνουν τριγύρω, εξαιτίας της ταχύτητας. Ήταν πολύ γρήγορο όχημα· το ταχύμετρο έγραψε 350 ΧΙΛ/ΩΡ. Και η Φενίλδα το αισθανόταν ότι έτρεχε στο πλάι μιας σφαίρας. Έκανε κύκλο και έφτανε τώρα στην άλλη μερ–

Φεηνάρκια

1.

Ευθύς δρόμος ξαφνικά, και παντού γύρω η τρομαχτική ανυπαρξία.

«Κόψε ταχύτητα!» Η φωνή του Δαίδαλου.

Η Φενίλδα πήρε το πόδι της από το πετάλι, πάτησε με το άλλο πόδι το φρένο. Ήπια. Αργά. Η ταχύτητα μειώθηκε.

Ο Δαίδαλος δημιούργησε κι άλλη λωρίδα πραγματικότητας εμπρός τους, κι άλλη λωρίδα, κι άλλη λωρίδα…

Και τώρα, η ταχύτητα του οχήματος ήταν πάλι φυσιολογική.

Η Φενίλδα ξεφύσησε. «Ήταν ανάγκη να γίνει αυτό; Εννοώ, να τρέξω τόσο πολύ.»

«Η πραγματικότητα αλλοιώνεται ευκολότερα όταν κάνεις κάτι ακραίο. Η διαστασιακή δίοδος είναι από μόνη της κάτι το ακραίο για την οποιαδήποτε πραγματικότητα. Η ταχύτητα που ανέπτυξες απλά μας βοήθησε. Μας έδωσε ένα ‘σπρώξιμο’, αν θέλεις, για να κάνουμε το άλμα.»

«Και είμαστε τώρα στη Φεηνάρκια;»

«Παράλληλα σ’αυτήν, ναι. Μπορούμε οποιαδήποτε στιγμή να περάσουμε εκεί. Αλλά δεν θα το κάνουμε, γιατί δεν θα μπορούμε μετά να επιστρέψουμε εδώ, στον αρνητικό χώρο. Θα πάμε κατευθείαν για τη δίοδο προς Βίηλ.»

«Μάλιστα,» είπε η Φενίλδα, αναστενάζοντας. «Και με το ξόρκι που πρέπει να μάθω, τι θα γίνει;»

«Θα σταματήσουμε κάπου εδώ. Η χρονική ροή της Φεηνάρκια με βολεύει για να φτιάξω μια πραγματικότητα όπου ο χρόνος κυλά πιο γρήγορα απ’ό,τι στη Βίηλ.»

«Γιατί να θέλεις ο χρόνος να κυλά πιο γρήγορα απ’ό,τι στη Βίηλ;»

«Γιατί, σου είπα, έχω μια δουλειά εκεί.»

«Αφορά τον Ελκράσ’ναρχ;»

«Ναι. Και το γεγονός ότι θα είσαι κι εσύ εκεί θα είναι πλεονέκτημα.»

«Με κολακεύεις;»

Ο Δαίδαλος γέλασε. «Ένας άντρας της ηλικίας μου; Όχι, Φενίλδα, φυσικά και όχι. Αλλά το ξέρω πως δεν με πιστεύεις.»

Η Φενίλδα μειδίασε λοξά, αλλά δεν είπε τίποτα. Το αριστερό της μάτι γυάλισε παράξενα.

2.

«Τι έχεις καταλάβει για το ξόρκι από τα χαρτιά που σου έδωσα;»

«Γενικά πράγματα μόνο. Δε νομίζω ότι μπορώ να το υφάνω χρησιμοποιώντας αυτή τη μέθοδο.»

Ο Δαίδαλος είχε δημιουργήσει μια σφαίρα πραγματικότητας που έμοιαζε με γραφείο. Το πάτωμα ήταν ξύλινο. Τριγύρω υπήρχαν πέτρινοι τοίχοι, εκτός από μία μεριά η οποία ήταν ανοιχτή και από κει και πέρα απλωνόταν ο αρνητικός χώρος. Το όχημα ήταν σταματημένο μπροστά στην ανυπαρξία. Οροφή το δωμάτιο δεν είχε· ένας νυχτερινός ουρανός φαινόταν από πάνω, και τρία αργυρόχρωμα φεγγάρια. Η Φενίλδα και ο Δαίδαλος ήταν καθισμένοι σε αναπαυτικές καρέκλες, κι ανάμεσά τους βρισκόταν ένα τραπέζι όπου ήταν ακουμπισμένα μερικά βιβλία και χαρτιά.

«Τι σε δυσκολεύει;»

«Πρέπει να κάνω δοκιμές. Δε μπορώ να χρησιμοποιήσω αμέσως το ξόρκι επειδή διάβασα μια φορά πώς γίνεται.» Άναψε τσιγάρο.

«Δε μπορείς; Τόσο καιρό το έκανες χωρίς να έχεις διαβάσει καθόλου πώς γίνεται.»

«Αυτό δεν είναι το πρόβλημα, όμως;»

«Το πρόβλημα είναι ότι το μυαλό σου έχει συνηθίσει να μαθαίνει τα ξόρκια μ’έναν συγκεκριμένο τρόπο.»

«Το μυαλό μου δεν μπορώ να το αλλάξω.»

«Πες μου,» την προέτρεψε ο Δαίδαλος, «τι σε μπερδεύει περισσότερο στη μέθοδο του Κοσμικού Τρυπανιού;»

Η Φενίλδα φύσηξε καπνό απ’την άκρη του στόματός της. «Δεν είναι κάτι συγκεκριμένο. Σου είπα, πρέπει να το δοκιμάσω.»

«Δοκίμασέ το, τότε. Εκεί, ας πούμε.» Της έδειξε έναν τοίχο.

«Και δεν… θα είναι επικίνδυνο;»

«Θα τρυπήσεις την πραγματικότητά μου και θα δεις τον αρνητικό χώρο από πίσω. Η Φεηνάρκια είναι από δω.» Έδειξε το πάτωμα.

Η Φενίλδα συνοφρυώθηκε. «Αφού το λες…» Σηκώθηκε απ’την καρέκλα της. Άφησε το τσιγάρο σ’ένα τασάκι. Στράφηκε στον τοίχο.

Προσπάθησε να θυμηθεί τα λόγια του ξορκιού. Συνειδητοποίησε ότι τα είχε ξεχάσει τελείως. Έπιασε τα χαρτιά. Τα κράτησε με το ένα χέρι και διάβασε τα λόγια, ενώ προσπαθούσε να φέρει το μυαλό της στη σωστή νοητική κατάσταση.

Τίποτα δεν έγινε.

Όσο απίθανο κι αν φαινόταν, είχε αποτύχει να κάνει το ξόρκι.

Γέλασε, κουνώντας το κεφάλι. «Απίστευτο…»

«Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο Δαίδαλος, ακόμα καθισμένος, με τα χέρια του επάνω στο τραπέζι και τα δάχτυλά του πλεγμένα.

«Δε μπορώ να το κάνω με τη μέθοδό σου.»

«Γιατί;»

«Δεν ξέρω.» Η Φενίλδα έριξε τα χαρτιά στο τραπέζι.

«Κάνε το όπως μπορείς.»

«Σίγουρα;»

«Ναι.»

Η Φενίλδα στράφηκε στον τοίχο. Ύψωσε τα χέρια της και έκανε το Ανώνυμο Ξόρκι. Λόγια κύλησαν απ’τα χείλη της χωρίς να ξέρει τι ακριβώς έλεγε. Το μυαλό της είχε έρθει αυτόματα σε μια συγκεκριμένη νοητική κατάσταση, σαν να ήταν η νοητική κατάσταση του «βαδίζω» ή του «κάθομαι».

Ο τοίχος σκίστηκε εμπρός της, αποκαλύπτοντας από πίσω του τον αρνητικό χώρο.

Η Φενίλδα παραξενεύτηκε που δεν την είχε πιάσει ο πονοκέφαλός της. Συνήθως την έπιανε όταν ύφαινε το Ανώνυμο Ξόρκι.

Στράφηκε στον Δαίδαλο.

«Τα λόγια που είπες δεν είναι αυτά που διάβασες από τα χαρτιά μου,» την πληροφόρησε εκείνος.

«Και τι είναι; Τα κατάλαβες; Γιατί εγώ δεν ήξερα τι έλεγα.»

Ο Δαίδαλος ένευσε. «Τα κατάλαβα. Χρησιμοποιείς έναν τελείως διαφορετικό τρόπο για να κάνεις το ξόρκι. Κάθισε.»

Η Φενίλδα κάθισε.

Ο Δαίδαλος πήρε στιλογράφο και χαρτί και άρχισε να γράφει. Όταν τελείωσε, έσπρωξε το χαρτί προς το μέρος της. «Αυτά είπες.»

Η Φενίλδα είχε πάλι την αίσθηση ότι τα είχε ξαναδιαβάσει, όπως και την προηγούμενη φορά, με τα άλλα λόγια. Το είπε στον Δαίδαλο.

Εκείνος συνοφρυώθηκε. «Παράξενο.»

«Γιατί;»

«Όχι γι’αυτά τα λόγια. Φυσικό είναι κάτι να σου θυμίζουν, αφού πριν από λίγο τα άρθρωσες η ίδια. Για τα άλλα λόγια μιλάω.» Έτριψε τα μούσια του, σκεπτικά.

«Μπορεί να συνέβη επειδή προκαλούν το ίδιο αποτέλεσμα…» υπέθεσε η Φενίλδα.

«Μπορεί.»

«Δεν είσαι σίγουρος;»

Ο Δαίδαλος δεν αποκρίθηκε αμέσως, κι εξακολουθούσε να είναι σκεπτικός. Τελικά, είπε: «Ξανακάνε το ξόρκι. Σ’αυτόν τον τοίχο τώρα.» Έδειξε.

Η Φενίλδα, παρότι φοβόταν ότι μ’αυτά τα καμώματα ο πονοκέφαλός της θα επέστρεφε, υπάκουσε. Σηκώθηκε από την καρέκλα, στάθηκε μπροστά στον τοίχο, και έκανε το Ανώνυμο Ξόρκι.

Μια τρύπα δημιουργήθηκε εκεί, και ο πονοκέφαλός της δεν επέστρεψε. Γιατί; απόρησε η Φενίλδα. Ίσως επειδή η πραγματικότητα του Δαίδαλου ήταν εφήμερη, συμπέρανε. Δεν ήταν όπως μια αληθινή διάσταση. Μάλλον γι’αυτό…

Στράφηκε πάλι να τον κοιτάξει.

«Όπως το περίμενα,» είπε εκείνος. «Χρησιμοποίησες διαφορετική μέθοδο αυτή τη φορά.»

«Τι;»

«Χρησιμοποιείς, νομίζω, κάθε πιθανή μέθοδο για την επίτευξη του ξορκιού, Φενίλδα.»

«Μα… πώς;…»

Ο Δαίδαλος γέλασε. «Σου είπα, Φενίλδα: η πραγματικότητα είναι πολύπλοκη ιστορία.»

«Και τι θα κάνουμε, τώρα;» Η Φενίλδα δεν κάθισε. «Όχι για την πραγματικότητα· για το ξόρκι.»

«Έχω αρχίσει να συνειδητοποιώ ακόμα καλύτερα από πού προέρχεται ο πονοκέφαλός σου. Το μυαλό σου δεν έχει υπερπηδήσει μόνο μια φυσιολογική διαδικασία για την εκμάθηση του ξορκιού, αλλά χρησιμοποιεί συγχρόνως και διάφορες μεθόδους για την εκτέλεσή του. Βρίσκεται σε σύγχυση.»

«Όλ’αυτά είναι θεωρίες!» είπε η Φενίλδα, απότομα, θυμωμένη, γιατί ο Δαίδαλος φαινόταν να μην ξέρει τι να κάνει. «Μπορείς να με βοηθήσεις ή όχι;»

Ο Δαίδαλος δεν της απάντησε. Τη ρώτησε: «Όταν άφησες τον πονοκέφαλό σου να σε κυριεύσει, ο Κλαρκ σε σταμάτησε απ’το να κάνεις ασυνείδητα το ξόρκι, έτσι δεν είναι;»

«Ναι. Και καλά έκανε. Αν μ’άφηνε να το ολοκληρώσω–»

«Ναι, ξέρω τον κίνδυνο. Ακόμα κι εδώ υπάρχει αυτός ο κίνδυνος, Φενίλδα, ώς ένα σημείο… αλλά…»

«Θα ήθελες να το επιχειρήσω πάλι; Ν’αφήσω τον πονοκέφαλο να με κυριεύσει, χωρίς να τον σταματήσω;»

«Δεν είμαι σίγουρος–»

«Δεν υπάρχει λύση, τελικά;»

«Θα μπορούσες να διαβάσεις όλες τις μεθόδους εκτέλεσης του ξορκιού,» της είπε ο Δαίδαλος. «Ή θα μπορούσες να μάθεις καλά μία απ’αυτές, ώστε το μυαλό σου να παραμερίσει τις άλλες και να εστιαστεί σ’αυτήν.»

Η Φενίλδα αναστέναξε. Κάθισε. Το τσιγάρο της είχε πια καεί από μόνο του μέσα στο τασάκι, παρατήρησε. «Προλαβαίνουμε;» ρώτησε τελικά. «Εννοώ, προτού φύγουμε από δω και πάμε στη Βίηλ.»

«Κοίτα,» είπε ο Δαίδαλος. «Έτσι όπως έχω ρυθμίσει αυτή την πραγματικότητα, έχουμε άνετα μια-δυο μέρες στη διάθεσή μας. Τι λες;»

«Τι άλλη επιλογή έχω;»

Ο Δαίδαλος ένευσε. «Καλώς. Τώρα, κάνε άλλη μια φορά το ξόρκι επάνω στον τοίχο που μας απομένει.»

«Γιατί;»

«Θέλω να διαπιστώσω κάτι.»

Η Φενίλδα το έκανε. Ο τοίχος τρύπησε.

«Μάλιστα,» είπε ο Δαίδαλος. «Διαφορετική μέθοδο χρησιμοποίησες πάλι. Συγκεκριμένα, μια παραλλαγή αυτής που είχες χρησιμοποιήσει την πρώτη φορά. Επομένως, δεν ξέρεις μόνο δύο μεθόδους.»

«Αυτό ήθελες να διαπιστώσεις;»

«Όχι μόνο. Ξέρεις τι νομίζω, Φενίλδα; Ότι το μυαλό σου συναρμολογεί εκ του αποτελέσματος τα πράγματα που θα έπρεπε να έχουν, σύμφωνα με τη λογική του, προηγηθεί προκειμένου να προκληθεί το αποτέλεσμα.»

Η Φενίλδα βλεφάρισε, λιγάκι μπερδεμένη. «Εννοείς….» Κόμπιασε.

Ο Δαίδαλος έπιασε τον στιλογράφο κι έκανε ένα τυχαίο σχήμα επάνω σ’ένα χαρτί. «Το σχήμα είναι το αποτέλεσμα. Αυτό θέλουμε να γίνει – το ξέρουμε. Αλλά μπορώ να το κάνω με διάφορους τρόπους.» Το ζωγράφισε ξανά και ξανά και ξανά. «Βλέπεις;»

Η Φενίλδα ένευσε. «Δηλαδή, θα πρέπει ν’αποφασίσω έναν τρόπο για να χρησιμοποιώ;»

«Κανονικά, όχι, αυτό δεν θα έπρεπε να είναι απαραίτητο. Επειδή είσαι εκπαιδευμένη, όμως, όπως είσαι εκπαιδευμένη από τα μαγικά τάγματα, σου προκαλεί σύγχυση το γεγονός ότι υπάρχουν διάφοροι τρόποι για να γίνει το ίδιο ξόρκι. Χρειάζεται, λοιπόν, ή να καταλήξεις σε έναν τρόπο, όπως είπες, ή να μάθεις στο μυαλό σου ότι υπάρχουν διάφοροι τρόποι για να προκαλέσεις το ίδιο αποτέλεσμα.»

«Εσύ τι προτείνεις;»

«Το δεύτερο, φυσικά.»

3.

Αλλά η Φενίλδα δεν επέλεξε το δεύτερο. Επέλεξε το πρώτο.

Ήταν καθαρά θέμα χρόνου. Για να αλλάξει τον τρόπο σκέψης της σχετικά με το πώς χρησιμοποιούσε τη μαγεία, θα έπρεπε να καθίσει και να μάθει διάφορους τρόπους για να κάνει διάφορα ξόρκια. Πράγμα αδύνατο να γίνει σε μια-δυο μέρες. Πράγμα αδύνατο να γίνει, ίσως, ακόμα και σε ένα μήνα.

Και η Φενίλδα δεν είχε παρά λίγα αποθέματα από το φάρμακό της. Εκτός του ότι ο Δαίδαλος βιαζόταν να πάει στη Βίηλ.

Επομένως, αποφάσισε να μάθει πολύ καλά μία μέθοδο του Κοσμικού Τρυπανιού, ώστε το μυαλό της να παραμερίσει τις υπόλοιπες μεθόδους και να συνηθίσει να χρησιμοποιεί αυτήν και μόνο αυτήν.

Ο Δαίδαλος αναδημιούργησε την πραγματικότητα γύρω τους για να κλείσει τις τρύπες, και η Φενίλδα επιδόθηκε στη μελέτη, με τη βοήθεια του μάγου φυσικά. Διάβαζε τη μέθοδο και προσπαθούσε να την εφαρμόσει. Ξανά, και ξανά, και ξανά. Στην αρχή, συνέχεια αποτύχαινε, και ο πονοκέφαλός της δεν άργησε να τη χτυπήσει. Ξετύλιξε το φάρμακο, το έβαλε στο μέτωπό της, και ο πόνος πέρασε. Και η Φενίλδα συνέχισε να δοκιμάζει τη μέθοδο.

Ο Δαίδαλος, ευτυχώς, είχε μαζί του αρκετό φαγητό και νερό ώστε ούτε να πεινάσουν ούτε να διψάσουν. Η Φενίλδα, όμως, νόμιζε πως αν ο μάγος δεν της θύμιζε κάθε τόσο ότι έπρεπε να φάει, εκείνη ίσως και να το ξεχνούσε. Είχε εστιάσει όλη της την προσοχή, όλη της τη νόηση, στην πρώτη μέθοδο του Κοσμικού Τρυπανιού που της είχε παρουσιάσει ο Δαίδαλος.

Από ένα σημείο και μετά, μπορούσε να το κάνει με επιτυχία. Κι αισθάνθηκε εκείνη την κλειδαριά μέσα στο μυαλό της να γυρίζει: να ξεκλειδώνει σχεδόν. Οι τοίχοι της πραγματικότητας του Δαίδαλου ξανατρύπησαν, πολλές φορές, καθώς η Φενίλδα χρησιμοποιούσε επάνω τους το Κοσμικό Τρυπάνι, προσπαθώντας να το συνηθίσει, προσπαθώντας να δώσει στο μυαλό της να καταλάβει ότι αυτή και μόνο αυτή ήταν η σωστή μέθοδος για τη χρήση του. Παραδόξως, όσο καλύτερα μάθαινε το ξόρκι τόσο περισσότερο είχε την αίσθηση ότι ανέκαθεν το ήξερε. Αυτό πρέπει να ήταν καλό σημάδι, νόμιζε.

Η κλειδαριά ξεκλείδωνε κι άλλο…

Ο Δαίδαλος την ενθάρρυνε καθώς οι ώρες περνούσαν. Της έλεγε ότι τα πήγαινε καλά. Και ξαναδιαμόρφωνε την πραγματικότητά του που είχε γεμίσει τρύπες.

Το αριστερό μάτι της Φενίλδα γυάλιζε δυνατά όταν ύφαινε το Κοσμικό Τρυπάνι, πράγμα που εκείνη δεν αντιλαμβανόταν. Ήταν σαν κάποιο κομμάτι γυαλί μέσα του να αντανακλούσε φως που ερχόταν από άγνωστη πηγή.

Ο πονοκέφαλός της της χίμησε σε διάφορες στιγμές όπως ένα πεινασμένο θηρίο που ήθελε να σπάσει το κρανίο της και να κατασπαράξει το μυαλό της. Η Φενίλδα, στην αρχή, έπαιρνε το φάρμακο των Υπερασπιστών· μετά, άρχισε να καταπολεμά τον πόνο φέρνοντας στο νου της τα λόγια της μεθόδου που χρησιμοποιούσε για να κάνει το Κοσμικό Τρυπάνι.

Στο τέλος, δεν είχε ανάγκη ούτε τα λόγια. Έδιωχνε τον πονοκέφαλο απλά και μόνο με τη θέλησή της, σαν σκυλί που το κλοτσάς όταν πάει να πλησιάσει για να σε δαγκώσει.

Ο Δαίδαλος τής έδινε συμβουλές σχετικά με τη μεθοδολογία του ξορκιού. Ύστερα, σταμάτησε· καθόταν και την κοιτούσε να κάνει μόνη της ό,τι έκανε. Κάπνιζε και την παρατηρούσε με επιστημονικό ενδιαφέρον.

Δύο ημέρες πέρασαν.

Το πρωί της τρίτης, η Φενίλδα ξύπνησε ξαπλωμένη στην πίσω μεριά του οχήματος. Σηκώθηκε, βγήκε απ’το όχημα, και είδε ότι ο Δαίδαλος καθόταν στο τραπέζι της μικρής πραγματικότητας πίνοντας καφέ. Ύψωσε τα χέρια της και χρησιμοποίησε το Κοσμικό Τρυπάνι. Δε χρειάστηκε καν να προσπαθήσει για να φέρει τη μέθοδο στο μυαλό της. Η μέθοδος ήρθε από μόνη της. Οι άλλες μέθοδοι δεν υπήρχαν πλέον· είχαν παραμεριστεί.

Ένας τοίχος του γραφείου διαλύθηκε.

«Συνέχεια μού γκρεμίζεις τα παιχνίδια μου, Φενίλδα,» είπε ο Δαίδαλος.

Η Φενίλδα γέλασε.

Ο Δαίδαλος ήπιε μια γουλιά καφέ και μετά γέλασε κι εκείνος.

Το γέλιο τους αντηχούσε για κάμποση ώρα μέσα στη μικρή πραγματικότητα. Ύστερα, ο Δαίδαλος ρώτησε: «Θα πιεις καφέ;»

«Ναι.»

«Της γέμισε ένα φλιτζάνι.»

Η Φενίλδα κάθισε αντίκρυ του. Ήπιε μια γουλιά. «Θα φύγουμε τώρα;»

«Νομίζεις ότι είσαι έτοιμη;»

Η Φενίλδα κατένευσε. «Είμαι έτοιμη, Δαίδαλε.»

«Ο πονοκέφαλός σου έχει περάσει; Μόνιμα;»

«Δε μένει παρά να το ανακαλύψω και σε πιο δύσκολες καταστάσεις. Το Κοσμικό Τρυπάνι, πάντως, το ξέρω όπως κάθε άλλο ξόρκι· και δεν υπάρχει περίπτωση το μυαλό μου να μπερδευτεί με διαφορετικές μεθόδους.»

«Ωραία,» είπε ο Δαίδαλος. «Αλλά κάποτε θα σε διδάξω ότι υπάρχουν πολλοί δρόμοι για να φτάσεις σ’ένα μέρος.»

4.

Η Φενίλδα οδήγησε για δυο ώρες επάνω στη λωρίδα πραγματικότητας που δημιουργούσε ο Δαίδαλος. Ύστερα, έφτασαν μπροστά σ’ένα μέρος που της θύμιζε διαστρεβλωτικό κάτοπτρο. Κι αυτό το κάτοπτρο δεν καθρέπτιζε το όχημά τους, παρά διάφορα αλλόκοτα σχήματα. Σχήματα που η Φενίλδα δεν μπορούσε να κατονομάσει. Σχήματα που έκαναν το μυαλό της να πονά, καθώς αρνείτο να δεχτεί την ύπαρξή τους. (Και παρατήρησε, με ικανοποίηση, ότι ο πονοκέφαλός της δεν επέστρεψε.)

Πάτησε το φρένο. «Τι στο κεφάλι του Σκοτοδαίμονος!»

«Μη σταματάς, Φενίλδα. Αυτή είναι η διαστασιακή δίοδος για Βίηλ.»

Η Φενίλδα στράφηκε να τον κοιτάξει, παραξενεμένη.

«Ναι, έτσι φαίνεται από εδώ,» της είπε ο Δαίδαλος. «Οι διαστασιακές δίοδοι είναι πραγματικά εφιαλτικές όταν τις δεις από τούτο το μέρος. Θυμίζουν την αρνητική φωτογραφία ενός αντικειμένου.»

«Καμία σχέση!» είπε η Φενίλδα.

Ο Δαίδαλος γέλασε. «Προσπάθησα να κάνω μια παρομοίωση. Ανεπιτυχώς, ίσως. Μπορούμε να περάσουμε τώρα;»

«Είσαι σίγουρος ότι δε θα χαθούμε για πάντα σε καμια περίεργη κοσμική δίνη;»

«Απόλυτα. Δεν υπάρχει κίνδυνος.»

Η Φενίλδα πάτησε το πετάλι.

Βίηλ

1.

Λυκαυγές ήταν, τελικά.

Και καθώς έτρεχαν επάνω στην πεδιάδα, ο ήλιος ξεπρόβαλλε από την ανατολή.

Η Ανταρλίδα κοίταζε την ποσότητα ενέργειας του οχήματός τους να μειώνεται με δραματικό ρυθμό. Στο 63,4% ήταν τώρα. «Αποκλείεται να φτάσουμε μ’αυτή τη δόση,» είπε στην Αλιζέτ. «Θα πρέπει ν’αλλάξουμε φιάλες σε κάποιο σημείο.» Κοίταξε πάνω απ’τον ώμο της, τον Πολ και τους Ιεράρχες. «Βλέπετε κανέναν νάρχεται; Κανέναν να μας ακολουθεί;»

«Όχι,» αποκρίθηκε ο Αρκαλόν.

«Πρέπει να μας έχασαν,» είπε ο Πολ. «Τρέχεις σαν παλαβή, εξάλλου.»

Η Αλιζέτ είπε στην Ανταρλίδα: «Θα φτάσουμε. Προτού χρειαστεί ν’αλλάξουμε ενεργειακές φιάλες.»

Θα το δούμε, σκέφτηκε η Ανταρλίδα, ρίχνοντας μια ματιά στον χάρτη στη μικρή οθόνη μπροστά της. Αν το σύστημα δεν είχε αποπροσανατολιστεί από τη διαστασιακή μετάβαση, τότε πρέπει να είχαν διανύσει τη μισή απόσταση μέχρι τους Δασότοπους των Λάν’τραχαμ.

Η Ανταρλίδα κάθισε πιο χαλαρά στη θέση της, οδηγώντας ήρεμα. Δεν ήξερε τη Βίηλ καλά σαν διάσταση, αλλά δε νόμιζε ότι θα είχε πρόβλημα στην οδήγηση αν τα πράγματα συνεχίζονταν έτσι. Ο δρόμος που ακολουθούσε ήταν ευθύς και βατός. Ένας ανοιχτός τόπος με λοφίσκους και συστάδες δέντρων κάπου-κάπου. Από διάφορες μεριές διακρίνονταν μικρές πόλεις, χωριά, και καταυλισμοί. Η Ανταρλίδα ήλπιζε να μην παρατηρούσαν το όχημά της Παντοκρατορικά μάτια. Αλλά μετά σκέφτηκε ότι οι Παντοκρατορικοί θα τους έδιναν σημασία μόνο αν τους έμοιαζαν αξιοπερίεργοι, κι αυτό δεν το νόμιζε, γιατί, παρότι η Βίηλ φαινόταν απλή διάσταση (όπως η Χάρνταβελ, για παράδειγμα), δεν ήταν. Καθώς οδηγούσε, η Ανταρλίδα είδε πως κι άλλα ενεργειακά οχήματα ταξίδευαν επάνω στις πεδιάδες.

Ενεργειακά οχήματα, βέβαια, που σίγουρα δεν κινούνταν με ενεργειακές φιάλες, όπως το δικό της, αλλά με εστίες – ειδικά φτιαγμένα για τη Βίηλ. Όμως αυτό δεν ήταν εφικτό να το διακρίνει κανείς από απόσταση. Επομένως, το όχημα της Ανταρλίδας θα μπορούσε να είναι ένα οποιοδήποτε όχημα στα μάτια των πρακτόρων της Παντοκράτειρας που πιθανώς να το έβλεπαν.

2.

Δεν ήταν ακόμα μεσημέρι όταν έφτασαν στις παρυφές των δασότοπων και χώθηκαν στη βλάστηση.

Η Ανταρλίδα είδε ότι η ποσότητα ενέργειας βρισκόταν τώρα στο 21%. Δεν σταμάτησε, όμως, το όχημα εξαιτίας αυτού του γεγονότος, αλλά επειδή δεν μπορούσε να προχωρήσει άλλο μέσα στη βλάστηση. Φώναξε στον Τάμπριελ να δώσει πόδια στο όχημα, και εκείνος, καθισμένος στο ενεργειακό κέντρο, το μετασχημάτισε. Η ενέργεια, από αυτό και μόνο, έπεσε κατευθείαν στο 14,8%. Η Ανταρλίδα μόρφασε βλέποντάς το, και μετά οδήγησε το όχημα πιο βαθιά μέσα στο δάσος.

«Είναι ασφαλές εδώ για να σταματήσουμε;» ρώτησε την Αλιζέτ, παρακάτω, παρότι της φαινόταν τραγελαφικό να ρωτά κάτι τέτοιο τη Σκοτεινή Βασίλισσα. Έχω αρχίσει να την εμπιστεύομαι;

«Λογικά, ναι.»

Η Ανταρλίδα σταμάτησε, και είδε ότι η ποσότητα ενέργειας ήταν τώρα στο 5,3%. Η μορφή με τα πόδια πρέπει να ρουφούσε τις φιάλες πιο γρήγορα απ’ό,τι η μορφή με τους τροχούς – πράγμα καταφανές εδώ, στη Βίηλ.

Η Ανταρλίδα σηκώθηκε απ’τη θέση της και είπε: «Ανοίξτε να βγούμε.»

Η Διάττα άνοιξε μια καταπακτή στο πάτωμα του οχήματος και, ο ένας μετά τον άλλο, πήδησαν έξω, ανάμεσα στα ψηλά, μεταλλικά πόδια του.

Ο Τάμπριελ βγήκε τελευταίος, μοιάζοντας κουρασμένος από τις ώρες που καθόταν στο ενεργειακό κέντρο.

Η Ανταρλίδα τον ρώτησε: «Ποιος θα τοποθετήσει εστία στο όχημά μας;»

«Δε μπορείς να μαντέψεις;»

«Ο Δαίδαλος δεν είναι από το τάγμα των Πεφωτισμένων.»

«Ναι αλλά είναι ο Δαίδαλος, Ανταρλίδα. Αν χρειαστεί θα το κάνει, νομίζω.»

«Επιπλέον, δε μας είπε ότι θα μας φτιάξει εστία,» συνέχισε εκείνη σαν να μην την είχε διακόψει. «Και δε θα τον συναντήσουμε εδώ, μες στα δάση. Είμαστε ακόμα μακριά από εκεί που είπε ότι θα τον συναντήσουμε, εκτός αν δεν έχω καταλάβει καθόλου καλά τον χάρτη τούτης της διάστασης.»

«Θα το φροντίσουμε το θέμα,» είπε ο Τάμπριελ. «Η Αλιζέτ, άλλωστε, ίσως να μπορεί να μας βοηθήσει.» Και στράφηκε να την κοιτάξει.

Η Αλιζέτ βλεφάρισε, ξαφνιασμένη. Παρατηρώντας τον. Και σκέφτηκε: Κι άλλο παιχνίδι παίζει τώρα; Είχε, από την αρχή, την αίσθηση ότι ο Τάμπριελ πειραματιζόταν μαζί της, τη δοκίμαζε, κι αυτή η αίσθηση δεν είχε φύγει ακόμα.

«Θα σας βοηθήσω;… Πώς ακριβώς;»

«Στη διάστασή σου είμαστε,» είπε ο Τάμπριελ.

«Δεν είμαι, όμως, μάγισσα. Δεν ξέρω να φτιάχνω εστίες. Ούτε έχω διασυνδέσεις εδώ. Όχι, τουλάχιστον, διασυνδέσεις που δεν σχετίζονται με την Παντοκράτειρα.»

«Οι Παντοκρατορικοί δεν ξέρουν ότι τους πρόδωσες, Αλιζέτ,» τόνισε ο Τάμπριελ. «Δεν ξέρουν ότι είσαι με το μέρος μας.»

Ούτε εγώ το ξέρω, σκέφτηκε η Αλιζέτ. Είχε αρχίσει να μπερδεύεται σχετικά με το ποιον υπηρετούσε. Και η εκπαίδευσή της ως Μαύρη Δράκαινα τώρα δεν τη βοηθούσε να ξεκαθαρίσει τα πράγματα μέσα της. Τι είχε αλλάξει; Αυτό που έμαθα για τον Ελκράσ’ναρχ; Ήταν δυνατόν να έφταιγε αυτό και μόνο;

«Τι είναι, Αλιζέτ;» ρώτησε ο Τάμπριελ. Τα μυστηριώδη μάτια του την παρατηρούσαν.

«Προτείνεις να πάμε σε κάποιο μέρος ελεγχόμενο από την Παντοκράτειρα;»

«Εσύ πες μου,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ, καθίζοντας σ’έναν βράχο γεμάτο πρασινάδα κι ακουμπώντας το ραβδί του στο γόνατό του, πλαγιαστά. «Προτείνεις να πάμε σε τέτοιο μέρος; Ή έχεις να προτείνεις κάτι άλλο;»

Η Ανταρλίδα είχε αρχίσει να θυμώνει με τον Τάμπριελ. Ήταν φορές που της το έκανε αυτό. Την εξόργιζε. Δεν μπορούσε καθόλου να τον καταλάβει. Συνέχεια, γύρω-γύρω το πηγαίνει μέχρι που να γίνει κανένα κακό προηγούμενο με την Αλιζέτ!

Η Σκοτεινή Βασίλισσα ύψωσε το φερίλιο βραχιόλι στον πήχη της. «Πώς να πάω σε μέρος ελεγχόμενο από την Παντοκράτειρα μ’αυτό επάνω μου; Θάρθετε κι εσείς μαζί μου; Εσύ είσαι καταζητούμενος· το ίδιο κι η Ανταρλίδα.»

«Ο Πολ δεν είναι,» είπε ο Τάμπριελ.

Δε μπορείς να βάλεις τον Πολ να τη φυλάει! σκέφτηκε η Ανταρλίδα. Δεν είναι ικανός για κάτι τέτοιο! Αλλά προτού προλάβει να μιλήσει, ο Τάμπριελ συνέχισε:

«Όμως, αν πιστεύεις ότι δεν είναι εφικτό να πάρουμε την εστία μας από κάποιο Παντοκρατορικό μέρος, τότε από πού αλλού νομίζεις ότι θα μπορούσαμε να την πάρουμε;»

Η Αλιζέτ σταύρωσε τα χέρια της εμπρός της, βηματίζοντας επάνω στο χορτάρι του δάσους. Με δοκιμάζει, σκέφτηκε. Πρέπει να ξέρει ήδη, και με δοκιμάζει. Σκαρφάλωσε σ’ένα δέντρο και κάθισε στο πιο χαμηλό κλαδί. (Η Ανταρλίδα παρατηρούσε τις κινήσεις της, προσεχτικά.) «Χρειάζεσαι έναν μάγο, Τάμπριελ. Οι εστίες δεν είναι αντικείμενα μαζικής παραγωγής. Πρέπει να φτιαχτεί συγκεκριμένα για το όχημά σου – ειδικά αφού πρόκειται για τέτοιο, μεταβαλλόμενο όχημα. Αυτό σημαίνει πως, ακόμα κι αν πήγαινα σ’ένα μέρος ελεγχόμενο από την Παντοκράτειρα, δεν θα μπορούσα να πάρω μια εστία και να φύγω. Δεν θα έκανε στο όχημά σου, κατά πάσα πιθανότητα.»

Ο Τάμπριελ έγνεφε καθώς η Σκοτεινή Βασίλισσα μιλούσε, σαν ήδη να τα ήξερε όλ’αυτά.

Αφού τα ξέρει, ο καταραμένος, γιατί με βάζει να του τα λέω! Της Αλιζέτ δεν της άρεσε καθόλου αυτό το παιχνίδι. Τα χέρια της έσφιξαν θυμωμένα το κλαδί όπου καθόταν.

«Θα μας οδηγήσεις, λοιπόν, σε κάποιον μάγο;» τη ρώτησε ο Τάμπριελ.

Τα Δαιμόνια να τον πάρουν! Το γνωρίζει! Γιατί δε μου το ζητά ανοιχτά; «Γιατί να έχω εγώ κάποιον μάγο υπόψη μου; Μια Μαύρη Δράκαινα είμαι. Κι έχω εδώ και χρόνια φύγει από τη Βίηλ.»

«Εξακολουθεί, όμως, να είναι πατρίδα σου. Και δεν είσαι μία Μαύρη Δράκαινα· είσαι η Σκοτεινή Βασίλισσα.»

Η Αλιζέτ πήδησε από το κλαδί. «Αρκετά!» γρύλισε. «Γιατί δεν το λες ανοιχτά;»

Η Ανταρλίδα, βλέποντας το μυώδες σώμα της Σκοτεινής Βασίλισσας να έχει πάρει – αυθόρμητα, ίσως – πολεμική στάση, έπιασε τη λαβή του σπαθιού στην πλάτη της, έτοιμη να το τραβήξει αν χρειαζόταν.

«Να πω τι;» ρώτησε ο Τάμπριελ, ατενίζοντας σταθερά την Αλιζέτ.

Τα μάτια της Σκοτεινής Βασίλισσας στένεψαν, γυαλίζοντας.

Ο Πολ είπε: «Συμβαίνει κάτι που, καθότι λιγάκι χαζός, δεν αντιλαμβάνομαι;»

«Έχεις ψάξει το ιστορικό μου,» είπε η Αλιζέτ στον Τάμπριελ. Και δεν ήταν ερώτηση.

«Όχι.» Η όψη του δεν φανέρωνε τίποτα. Θα μπορούσε να έλεγε ψέματα, ή θα μπορούσε να έλεγε αλήθεια. Τέτοια ουδετερότητα ήταν επικίνδυνη, σκέφτηκε η Αλιζέτ. Σχεδόν υπερφυσική.

«Δεν έχω και πολλή επαφή με τον αδελφό μου,» τον προειδοποίησε.

Ο Πολ μόρφασε. «Ποιον αδελφό σου;»

Η Αλιζέτ, όμως, δεν κοίταζε εκείνον· είχε το βλέμμα της εστιασμένο στον Τάμπριελ, ο οποίος είπε: «Εσύ γνωρίζεις καλύτερα.»

«Μισό λεπτό!» είπε ο Πολ. «Έχεις κάποιον αδελφό που μπορεί να μας βοηθήσει;»

Η Αλιζέτ στράφηκε να τον κοιτάξει. «Είναι μάγος του τάγματος των Πεφωτισμένων,» είπε. «Αλλά δεν τον βλέπω συχνά. Εκείνος, όπως όλοι οι Πεφωτισμένοι, είναι συνέχεια στη Βίηλ· εγώ πηγαίνω όπου με στέλνει η Παντοκράτειρα.»

«Δεν το ήξερα ότι έχεις αδελφό που είναι Πεφωτισμένος, Αλιζέτ,» είπε ο Τάμπριελ. «Νομίζεις ότι θα μπορούσε να μας βοηθήσει;»

Μη μου λες ψέματα! σκέφτηκε η Αλιζέτ. Δεν το ήξερες… Ναι, εντάξει! «Σας είπα: έχω καιρό να τον δω.»

«Είστε τσακωμένοι;» τη ρώτησε ο Πολ.

«Τι; Όχι, δεν είναι αυτός ο λόγος που έχω καιρό να τον δω–»

«Πού βρίσκεται τώρα ο αδελφός σου, Αλιζέτ; Πού μένει;» θέλησε να μάθει ο Τάμπριελ.

«Στο Πριγκιπάτο Έλρηνεχ είναι. Εκτός αν έχει πάει κάπου αλλού.»

Η Ανταρλίδα έβγαλε έναν χάρτη της Βίηλ από τον σάκο της και τον ξεδίπλωσε ανάμεσά τους, επάνω στο χορτάρι του δάσους. Ήταν καμωμένος από σκληρή περγαμηνή της Νόρχακ, που η υγρασία δεν την πείραζε όπως θα πείραζε το χαρτί. Η Ανταρλίδα τον κοίταξε για λίγο· ύστερα, τράβηξε το σπαθί της και έδειξε ένα σημείο επάνω του. «Πριγκιπάτο Έλρηνεχ,» είπε. «Δεν είναι μακριά μας.»

«Βλέπεις, Ανταρλίδα;» είπε ο Τάμπριελ. «Τα πράγματα αρχίζουν να μπαίνουν στη θέση τους. Από μόνα τους.»

Αρχίσαμε πάλι τις σαχλαμάρες περί μη τυχαίας τυχαιότητας! σκέφτηκε η Ανταρλίδα. Όταν ο Τάμπριελ έλεγε τέτοια, εκείνη σχεδόν πάντα διαφωνούσε μαζί του, αλλά το παράδοξο ήταν ότι, επίσης σχεδόν πάντα, ο Τάμπριελ αποδεικνυόταν σωστός με τρόπο που θα μπορούσε κανείς, άνετα, ν’αποκαλέσει παραφυσικό.

Η Αλιζέτ είπε: «Δεν είμαι σίγουρη ότι ο αδελφός μου είναι εκεί. Ούτε είμαι σίγουρη ότι θα μας βοηθήσει. Δεν είναι επαναστάτης,» τόνισε κοιτάζοντας τον Τάμπριελ. «Δεν είναι με το μέρος σας. Είναι με την Παντοκράτειρα.»

«Εκ πεποιθήσεως, Αλιζέτ,» ρώτησε εκείνος, «ή εξ ανάγκης;»

Η Αλιζέτ κόμπιασε για μια στιγμή. Μετά κούνησε το κεφάλι. «Δεν ξέρω. Είναι δικό του θέμα το τι κάνει.»

3.

Το πλάσμα έφτανε σχεδόν ώς τις κορυφές των δέντρων καθώς βάδιζε μέσα στο δάσος. Τα πίσω πόδια του, επάνω στα οποία στεκόταν, ήταν μεγάλα και δυνατά· τα μπροστινά μετά βίας ακουμπούσαν στο έδαφος, κι έμοιαζαν περισσότερο με χέρια. Το σώμα του ήταν μυώδες, με πράσινο δέρμα και σκούρες πράσινες τρίχες. Το πλάσμα θα μπορούσε να χανόταν μέσα στη βλάστηση, αν δεν ήταν τόσο γιγάντιο.

Το μακρύ κεφάλι του στράφηκε και ο λαιμός του κύρτωσε, καθώς σταματούσε να βαδίζει. Τα μαύρα μάτια του γυάλισαν, ίσως κάπως τρομαγμένα. Γρύλισε, και τα δόντια του φανερώθηκαν, μεγάλα και κοφτερά.

Δεν κουνιόταν καθόλου, τώρα· ατένιζε μονάχα αυτό που είχε παρουσιαστεί αντίκρυ του. Κάτι που, μάλλον, δεν είχε ξαναδεί στη ζωή του. Ή που, τουλάχιστον, σίγουρα δεν μπορούσε να θεωρήσει μέρος του φυσικού περιβάλλοντος των δασότοπων.

Ένα μεταλλικό θηρίο το οποίο στεκόταν πάνω σε τέσσερα χοντρά πόδια με εύκαμπτα, νυχάτα δάχτυλα.

Η Ανταρλίδα, κοιτάζοντας μέσα από το μπροστινό παράθυρο του εν λόγω μεταλλικού θηρίου, είχε σταματήσει το όχημα καθώς είχε βρεθεί αντίκρυ στο γιγάντιο πλάσμα των δασών.

«Λάν’τραχαμ,» είπε. Κι έριξε μια ματιά στην Αλιζέτ δίπλα της.

Εκείνη ένευσε. «Ναι. Περίμενε. Μην κινηθείς. Άστον να φύγει.»

Ο Πολ, πίσω τους, είπε: «Αν τσαντιστεί, τον κόβω ικανό να ανατρέψει τ’όχημά μας με μια σπρωξιά.»

«Δεν έχεις άδικο,» αποκρίθηκε η Αλιζέτ. «Είναι, πράγματι, πολύ δυνατά πλάσματα.»

Ο Λάν’τραχαμ ζύγωσε το μεταλλικό τετράποδο, και η Ανταρλίδα, η Αλιζέτ, κι ο Πολ είδαν, μέσα από το τζάμι, την όψη του πρασινόδερμου όντος από κοντά. Ο Λάν’τραχαμ άπλωσε ένα από τα μπροστινά πόδια του και άγγιξε το όχημα· τα νύχια του ακούστηκαν να τρίβονται πάνω στο μέταλλο.

Η Ανταρλίδα έκανε τη μηχανή να μουγκρίσει απότομα.

Ο Λάν’τραχαμ οπισθοχώρησε, γρυλίζοντας.

«Θα τον θυμώσεις!» προειδοποίησε ο Πολ.

Η Ανταρλίδα άναψε, ξαφνικά, τους μπροστινούς προβολείς του οχήματος. Ο Λάν’τραχαμ απομακρύνθηκε περισσότερο. Βάδισε ανάμεσα στα δέντρα, βγαίνοντας από τον δρόμο τους.

«Πάμε,» είπε η Αλιζέτ.

Η Ανταρλίδα συνέχισε την πορεία τους μέσα στους Δασότοπους των Λάν’τραχαμ.

Είχαν ξεκινήσει μερικές ώρες μετά το μεσημέρι, αφού είχαν αλλάξει ενεργειακές φιάλες στο όχημά τους και αφού είχαν κοιτάξει τον χάρτη τους για να υπολογίσουν τη διαδρομή. Το ταξίδι δεν θα ήταν μικρό, είχαν καταλήξει: θα έκαναν πάνω από δέκα ώρες μέσα στο τετράποδο όχημά τους. Είχαν, βέβαια, την επιλογή να το μεταμορφώσουν σε τροχοφόρο, αλλά αυτό θα είχε πάλι άλλα προβλήματα σ’έναν δασώδη τόπο, επομένως προτίμησαν να το αφήσουν όπως ήταν.

Εκείνο που απασχολούσε περισσότερο την Ανταρλίδα δεν ήταν ο χρόνος αλλά η ενεργειακή κατανάλωση, της οποίας ο ρυθμός, στη Βίηλ, ήταν πολύ μεγάλος. Ευτυχώς, είχαν αποθέματα σε ενεργειακές φιάλες, αλλιώς θα υπήρχε σοβαρό πρόβλημα.

«Οι Λάν’τραχαμ θεωρούνται ιερά πλάσματα στη Βίηλ, έτσι δεν είναι;» ρώτησε ο Πολ την Αλιζέτ.

«Ναι,» ένευσε εκείνη. «Είναι παιδιά των Αρχαίων Κολοσσών, που τα πνεύματά τους ακόμα κατοικούν στη διάσταση.»

«Χρησιμοποιείτε, όμως, τα κόκαλά τους παίρνοντάς τα από τον Τόπο Ανάπαυσης…»

«Δεν είναι η πρώτη φορά που έρχεσαι στη Βίηλ, ε;» Η Αλιζέτ στράφηκε να τον κοιτάξει, αλλάζοντας θέση πάνω στο κάθισμά της.

«Έχω ξανάρθει,» παραδέχτηκε ο Πολ, «για δουλειές του Ελκράσ’ναρχ. Αλλά δεν έχω μείνει πολύ. Μου έτυχε, όμως, να δω δύο Ιερούς Μαχητές των Οστών να αναμετριούνται. Ήταν εντυπωσιακό θέαμα. Τα κόκαλα που φοράνε είναι, όντως, από Λάν’τραχαμ, έτσι δεν είναι;»

«Ναι.»

«Τα θεωρείτε, λοιπόν, ιερά πλάσματα αλλά, συγχρόνως, φοράτε τα κόκαλά τους…»

«Γι’αυτό λέγονται Ιεροί Μαχητές των Οστών, Πολ. Δεν μπορεί ο καθένας να πάει στον Τόπο Ανάπαυσης των Λάν’τραχαμ, να πάρει κόκαλα, και να τα βάλει επάνω μου. Κατ’αρχήν, δεν είναι πανοπλία που τη βάζεις και τη βγάζεις. Όταν φορέσεις τα κόκαλα, γίνονται ένα μ’εσένα. Και χρειάζεται ολόκληρη ιεροτελεστία για να συμβεί αυτό. Πονάς στην αρχή, απ’ό,τι έχω ακούσει. Πολύ. Μερικοί έχουν πεθάνει ύστερα από την εμφύτευση των ιερών οστών. Αυτοί που έχουν επιζήσει, όμως, είναι τρομεροί μαχητές. Δεν θέλεις να τους συναντήσεις στη μάχη.»

«Καλύτεροι κι από Μαύρες Δράκαινες;»

«Εξαρτάται από το τι ψάχνεις για να ορίσεις το ‘καλύτερος’,» αποκρίθηκε η Αλιζέτ. «Οι Ιεροί Μαχητές των Οστών δεν αισθάνονται πόνο, και είναι πολύ δύσκολο να τους τραυματίσεις. Με τα κόκαλα των Λάν’τραχαμ μπορούν εύκολα ν’αντέχουν χτυπήματα που θα είχαν κατευθείαν σκοτώσει άλλους ανθρώπους.»

Ο Πολ ένευσε. «Ναι, το είδα αυτό. Εκείνοι οι δυο κοπανιόνταν σαν να ήταν από σίδερο, και κανένας δεν έπεφτε.»

«Πού ήσουν;»

Ο Πολ ύψωσε τα φρύδια ερωτηματικά.

«Σε ποιο μέρος της Βίηλ,» διευκρίνισε η Αλιζέτ.

«Στο Πριγκιπάτο Σάνκριλαμ.»

«Θα είδες, λοιπόν, τον Πρόμαχο της Πριγκίπισσας Ισλάννα, υποθέτω.»

«Ναι,» είπε ο Πολ, «αυτός ήταν ο ένας απ’τους δύο. Και νίκησε.»

«Αναμενόμενο. Λένε πως έχει νικήσει σε εκατοντάδες αναμετρήσεις.»

«Ο άλλος δεν πέθανε,» συνέχισε ο Πολ, «αλλά δεν ήταν πια σε κατάσταση για να στέκεται. Σ’ένα σημείο τα κόκαλα που τον έντυναν είχαν σπάσει.»

«Αναπλάθονται μετά από κάποιον καιρό. Τελείως.»

«Δηλαδή, άμα τα σπάσεις ξαναφυτρώνουν;»

«Ναι,» αποκρίθηκε η Αλιζέτ. «Είναι ένα με τον Ιερό Μαχητή – μέρος του σώματός του.»

4.

Όταν βγήκαν στις βόρειες παρυφές των δασότοπων, είχαν περάσει δώδεκα ώρες, είχαν συναντήσει ακόμα έναν Λάν’τραχαμ μέσα στη νύχτα (ο οποίος, ευτυχώς, τους είχε αγνοήσει), και είχαν αλλάξει δύο φορές ενεργειακές φιάλες (τα αποθέματά τους μειώνονταν τραγικά γρήγορα).

Η Αλιζέτ οδηγούσε τώρα, και σταμάτησε το όχημα εκεί όπου ήταν ακόμα καλυμμένο από τη βλάστηση. Στον ουρανό φαινόταν ένα μεγάλο φεγγάρι ανάμεσα από τα σύννεφα. Ήταν τέσσερις η ώρα μετά τα μεσάνυχτα. Ο Τάμπριελ βγήκε εξουθενωμένος από το ενεργειακό κέντρο, και έστησαν, έξω από το όχημα, έναν καταυλισμό για να ξεκουραστούν. Τις δύο φωτιές τους η Ανταρλίδα φρόντισε να τις κρύψει με ένα ξύλινο τείχισμα. Μονάχα ο καπνός μπορεί τώρα να φαινόταν· κι αυτός δεν ήταν εύκολο να διακριθεί μέσα στη νύχτα.

Ο Πολ ξύπνησε πρώτος απ’όλους, από μια ανεξήγητη νευρικότητα εντός του, η οποία, υπέθετε, μπορεί να οφειλόταν στο γεγονός ότι απλά κοίταζε όλη μέρα, χωρίς να έχει οδηγήσει καθόλου το όχημά τους. Ρίχνοντας μια ματιά γύρω του, είδε ότι ήταν αυγή και ότι η Ανταρλίδα, η Αλιζέτ, και ο Τάμπριελ κοιμόνταν ακόμα, όπως επίσης και οι περισσότεροι Ιεράρχες. Μονάχα ο Ζίρτελον και η Ράιλμεχ ήταν ξύπνιοι, φυλώντας σκοπιά.

Ο Πολ τούς παρατήρησε για λίγο, ακίνητος. Κι αναρωτήθηκε πώς μπορεί να ήταν να είσαι σαν αυτούς: να μοιράζεσαι μία ψυχή, και να ξέρεις ό,τι ξέρουν όλοι τους… και να δέχεσαι πάντα ό,τι σε προστάζει ο Μέγας Ιεράρχης, τον οποίο τώρα ο Τάμπριελ είχε φυλακισμένο μες στο ραβδί του. Ή, μάλλον, δεν ήταν ακριβώς έτσι. Ο Μέγας Ιεράρχης δεν τους πρόσταζε ακριβώς, απ’ό,τι είχε καταλάβει ο Πολ: επειδή οι Ιεράρχες ήταν ένα μ’αυτόν, είχαν ουσιαστικά την ίδια γνώμη.

Παράλογο… Πώς ήταν δυνατόν τόσοι πολλοί άνθρωποι να έχουν την ίδια γνώμη; Πώς ήταν δυνατόν τόσοι πολλοί άνθρωποι να ενεργούν σαν να ήταν, στην πραγματικότητα, ένας;

Τι σκατά αισθάνεστε; αναρωτήθηκε ο Πολ, ατενίζοντας τον Ζίρτελον και τη Ράιλμεχ. Τι σκατά σκέφτεστε; Είστε κανονικοί άνθρωποι; Τι είστε;

Ο Ζίρτελον τον πρόσεξε, και ένευσε προς το μέρος του σαν για να πει καλημέρα. Ο Πολ φόρεσε τις μπότες του, σηκώθηκε από την κουβέρτα του, και βάδισε προς τον Ιεράρχη, ο οποίος καθόταν σε μια πέτρα. Άναψε τσιγάρο, και του πρόσφερε ένα.

Ο Ζίρτελον το πήρε. «Ευχαριστώ.» Το άναψε με τον αναπτήρα του. Η μακριά, λοξή ουλή στο αριστερό του μάγουλο φαινόταν πιο έντονα απ’ό,τι συνήθως, στο φως της αυγής.

«Τι ονειρεύονται οι άλλοι, αρχηγέ;» είπε ο Πολ.

Ο Ζίρτελον τον κοίταξε συνοφρυωμένος.

«Οι άλλοι Ιεράρχες,» διευκρίνισε ο Πολ. «Βλέπουν κανένα ενδιαφέρον όνειρο;»

«Τα όνειρα που βλέπουμε δεν διαφέρουν,» είπε ο Ζίρτελον, φυσώντας καπνό απ’τα ρουθούνια του και ατενίζοντας τον Πολ σαν εκείνος να έπρεπε ήδη να το ξέρει αυτό. Σαν να ήταν αυτονόητο. «Είμαστε όλοι, συγχρόνως, στο ίδιο όνειρο.»

«Τώρα είναι που θα με τρέλαινες, αρχηγέ, αν δεν ήμουν ήδη λιγάκι σαλταρισμένος.»

«Μπορεί κι εσείς, οι υπόλοιποι, να βρίσκεστε στο ίδιο όνειρο αλλά να μην το ξέρετε. Το όνειρό σας, όμως, σίγουρα είναι άλλο από το δικό μας.»

«Και το Μεγάλο Κεφάλι;» Ο Πολ έδειξε, με το σαγόνι, την κοιμισμένη μορφή του Τάμπριελ.

«Ο Μεγάλος Προφήτης είναι εκείνος που φέρει τη θέληση του Μεγάλου Ιεράρχη,» αποκρίθηκε, αινιγματικά, ο Ζίρτελον.

Ο Πολ αποφάσισε πως δεν ήθελε να συνεχίσει τώρα αυτή την κουβέντα.

Η Αλιζέτ και η Ανταρλίδα ξύπνησαν μετά από τον Όρνιφιμ, σχεδόν συγχρόνως. Όταν σηκωνόταν η μία, φάνηκε να σηκώνεται κι η άλλη. Δύο σκοτεινές μορφές που έφτιαχναν τα μαλλιά τους μέσα στα ξημερώματα.

Ο Πολ αναρωτήθηκε αν η Ανταρλίδα την είχε βγάλει ξύπνια παρακολουθώντας την Αλιζέτ (την είχε ικανή για κάτι τέτοιο), ή αν είχαν ξυπνήσει την ίδια ώρα λόγω κάποιου βιολογικού ρολογιού Μαύρης Δράκαινας…

Τις είδε να έρχονται προς τη μεριά του.

«Νωρίς σηκώθηκες,» παρατήρησε η Ανταρλίδα.

«Αδημονώ να πάμε βόλτα,» είπε ο Πολ. Και προς την Αλιζέτ: «Είναι μακριά από δω ο αδελφός σου; Θα πάμε με τα πόδια, δηλαδή, ή θα πάρουμε το όχημα;»

«Με τα πόδια θα πάμε,» απάντησε η Ανταρλίδα αντί για την Αλιζέτ. «Τραβάμε λιγότερη προσοχή έτσι, και δεν σπαταλάμε ενέργεια.»

Η Αλιζέτ είπε στον Πολ: «Το Πριγκιπάτο Έλρηνεχ είναι μπροστά σου.» Με μια κίνηση του χεριού, έδειξε τις εκτάσεις στα βόρεια. «Ο Θέλμος πρέπει λογικά να είναι στην ίδια την Έλρηνεχ – την πρωτεύουσα του Πριγκιπάτου – εκτός αν έχει φύγει για καμια δουλειά. Εργάζεται στον Οίκο του Φωτός εκεί.»

«Το μέρος που πας για να ζητήσεις τη βοήθεια των Πεφωτισμένων;»

«Ναι.»

Ο Πολ κοίταξε βόρεια, τους τόπους που απλώνονταν αντίκρυ του.

«Η Έλρηνεχ δεν φαίνεται από εδώ,» του είπε η Αλιζέτ. «Είναι πάνω από εβδομήντα χιλιόμετρα απόσταση, αν δεν κάνω λάθος.»

«Και σκέφτεστε να πάμε εκεί με τα πόδια;» Ο Πολ κοίταξε τώρα την Ανταρλίδα.

«Μπορούμε να πάρουμε άλογα από κάπου εδώ κοντά,» αποκρίθηκε εκείνη. Και στράφηκε στην Αλιζέτ.

«Μπορούμε,» συμφώνησε η Σκοτεινή Βασίλισσα. «Υπάρχουν και μικρότερες πόλεις πριν από την Έλρηνεχ.»

Η Ανταρλίδα πήγε να ξυπνήσει τον Τάμπριελ, και σε λίγο ήταν έτοιμοι να ξεκινήσουν, έχοντας μαζί τους όλα τα εφόδια και τους εξοπλισμούς που μπορούσαν να κουβαλήσουν. Το όχημά τους το μετέτρεψαν σε τροχοφόρο, το κλείδωσαν, και το έκρυψαν καλά με βλάστηση. Οι πιθανότητες να το έβρισκε κάποιος εδώ ήταν μικρές, μα δεν ήθελαν να το ρισκάρουν.

Η Ανταρλίδα άνοιξε τον χάρτη της Βίηλ και, διπλώνοντάς τον μπροστά της (γιατί ήταν μεγάλος), κοίταξε την περιοχή που τους ενδιέφερε: αυτή βόρεια των Δασότοπων των Λάν’τραχαμ.

«Σε ποια πόλη, Αλιζέτ;» ρώτησε. «Τρεις φαίνεται νάναι εδώ γύρω.»

«Πάμε στη Νάρηλναχ. Είναι πλάι στον ποταμό Άσλερχ.»

«Και λοιπόν;»

«Περνάνε περισσότερα εμπορεύματα από εκεί. Ευκολότερα θα βρούμε άλογα.»

«Και οι Παντοκρατορικοί, όμως, θα ελέγχουν περισσότερο την περιοχή,» τόνισε η Ανταρλίδα, που ακόμα φοβόταν ότι η Αλιζέτ ίσως σχεδίαζε να τους προδώσει.

«Στη Βίηλ,» είπε η Σκοτεινή Βασίλισσα, «παντού έχει πράκτορές της η Παντοκράτειρα. Θεωρεί τη διάσταση σημαντική.»

«Το ίδιο κι ο Ελκράσ’ναρχ…» είπε ο Πολ, χαμηλόφωνα, σκεπτικά.

«Επειδή υπάρχει μία δίοδος εδώ που οδηγεί προς τη Ρελκάμνια και μία άλλη δίοδος που οδηγεί από τη Ρελκάμνια.»

«Μπορεί νάναι γι’αυτό. Αν και νομίζω πως ο Ελκράσ’ναρχ θεωρεί τη Βίηλ σημαντική εξαιτίας της παρουσίας των Πεφωτισμένων εδώ, οι οποίοι δεν υπάρχουν πουθενά αλλού στο Γνωστό Σύμπαν.»

«Τέλος πάντων,» τους διέκοψε η Ανταρλίδα. «Νομίζω πως σε μια εμπορική περιοχή οι πράκτορες της Παντοκράτειρας, και οι στρατιώτες της επίσης, θα είναι αναμφίβολα περισσότεροι.» Κοίταξε τον Τάμπριελ, περιμένοντας και τη δική του γνώμη για το προς τα πού να κατευθυνθούν.

Η Αλιζέτ είπε προτού εκείνος μιλήσει: «Πάμε αλλού, Ανταρλίδα, αν δεν θεωρείς το μέρος ασφαλές.»

«Εσύ τι νομίζεις, Αλιζέτ;» ρώτησε ο Τάμπριελ. «Είναι το μέρος ασφαλές;»

«Δεν είμαι βέβαιη ότι είναι λιγότερο ασφαλές από οποιοδήποτε άλλο μέρος, αλλά εκείνο για το οποίο είμαι βέβαιη είναι ότι θα βρούμε τα άλογα που θέλουμε. Και δεν είναι λίγα. Εννιά άνθρωποι είμαστε.»

«Δηλαδή, στις άλλες πόλεις δε θα βρούμε εννιά άλογα;» ρώτησε η Ανταρλίδα.

«Ίσως και όχι. Δεν είναι κέντρα εμπορίου.»

«Πάμε στη Νάρηλναχ,» είπε ο Τάμπριελ. «Ώς το βράδυ πρέπει να έχουμε φτάσει.»

5.

Δεν απομακρύνθηκαν πολύ από τις παρυφές των δασότοπων, καθώς ταξίδευαν προς τα δυτικά. Εξάλλου, δεν είχαν και κανέναν λόγο για ν’απομακρυνθούν. Η κάλυψη που τα δέντρα τούς πρόσφεραν τους συνέφερε. Δεν ήταν ασυνήθιστο, βέβαια, στη Βίηλ εννιά άνθρωποι να οδοιπορούν στην ύπαιθρο, αλλά καλύτερα να ήταν επιφυλακτικοί με τους πράκτορες της Παντοκράτειρας.

Στο δρόμο τους, είδαν κάτι κυνηγούς και τους βοηθούς τους, οι οποίοι επέστρεφαν από τα βάθη των δασότοπων μαζί με θηράματα· είδαν μερικά χωριά, άλλα από πιο κοντά, άλλα από πιο μακριά· είδαν ένα καραβάνι με ζώα που τραβούσαν κάρα, όχι πολύ μεγάλο (κάποιος τοπικός έμπορος μάλλον, είπε η Αλιζέτ)· είδαν ένα φορτηγό να διασχίζει μια πεδιάδα, κατευθυνόμενο βορειοανατολικά (κάποιος έμπορος μεγαλύτερης εμβέλειας πιθανώς, είπε η Αλιζέτ)· είδαν δύο δίκυκλα να τρέχουν προς τα βόρεια, σκαρφαλώνοντας τη ράχη ενός λόφου (μαντατοφόροι ίσως, είπε η Αλιζέτ)· και, καθώς βράδιαζε, είδαν τρεις ανθρώπους να στέκονται γύρω από έναν πέτρινο βωμό, έξω από έναν οικισμό, και να καίνε ένα θήραμα ενώ έψελναν σε μια παράξενη γλώσσα. Πίσω τους ορθωνόταν ένα πελώριο, ανθρωπόμορφο πέτρινο άγαλμα, σκοτεινό μες στη νύχτα. Μονάχα τα μάτια του φώτιζαν, καθώς μέσα στο κεφάλι του πρέπει να υπήρχε κάποια πηγή φωτός.

«Τι κάνουν αυτοί οι παλαβοί;» ρώτησε ο Πολ την Αλιζέτ.

«Θυσιάζουν στα Πνεύματα των Αρχαίων Κολοσσών.»

«Γιατί;»

«Γιατί οι άνθρωποι κάνουν θρησκευτικά πράγματα, Πολ;»

«Εννοώ αν είναι καμια γιορτή ή τίποτα παρόμοιο.»

Η Αλιζέτ κούνησε το κεφάλι. «Μάλλον θυσιάζουν για να μην έρθει κανένας Λάν’τραχαμ από τους δασότοπους και κάνει ζημιές στον οικισμό τους. Ή ίσως να ζητάνε κάποια χάρη από τα Πνεύματα.»

Στη Νάρηλναχ έφτασαν καμια ώρα αφότου είχαν δει αυτούς που έκαναν τη θυσία. Η Αλιζέτ πρότεινε να κατασκηνώσουν έξω από την πόλη και να στείλουν μέσα τους Ιεράρχες, που οι πράκτορες της Παντοκράτειρας δεν τους ήξεραν. Οι έμποροι δεν πρέπει να είχαν σταματήσει να κάνουν δοσοληψίες ακόμα, όμως σύντομα θα σταματούσαν λόγω της νύχτας· «επομένως, καλύτερα να βιαστούμε,» τόνισε η Αλιζέτ.

Ο Τάμπριελ συμφώνησε με το σχέδιό της· και το μυαλό του άγγιξε τη νοημοσύνη του Μεγάλου Ιεράρχη μέσα στο ραβδί του, αμέσως μόλις οι πέντε Ιεράρχες άρχισαν να βαδίζουν προς τη Νάρηλναχ. Τώρα, βρισκόταν σε άμεση επαφή μαζί τους. Οι αισθήσεις τους ήταν και δικές του αισθήσεις. Μπορούσε εύκολα να χάσει τον εαυτό του μέσα στη συλλογική ψυχή τους. Στην αρχή, όταν είχε πρωτοφυλακίσει τον Μεγάλο Ιεράρχη με την τέχνη των Δεσμοφυλάκων, δεν μπορούσε να βρίσκεται για πολύ σε επαφή με τους Ιεράρχες. Έφτανε στα όρια της παραφροσύνης. Μετά, όμως, σταδιακά, το συνήθισε, και του είχε γίνει πλέον σχεδόν φυσικό. Αν και, βέβαια, δεν μπορούσε να είναι και συνέχεια σε επαφή μαζί τους. Αισθανόταν κάτι εντός του να μην το θέλει αυτό, να το θεωρεί επικίνδυνο.

Ο Ζίρτελον, η Διάττα, ο Όρνιφιμ, η Ράιλμεχ, και ο Αρκαλόν πλησίασαν την πόλη πλάι στον μεγάλο ποταμό, η οποία ήταν περιτειχισμένη και στις επάλξεις των τειχών της σημαίες κυμάτιζαν. Πολλές απ’αυτές είχαν επάνω τους το έμβλημα της Παντοκράτειρας, παρατήρησε ο Τάμπριελ, και πολλοί από τους φρουρούς που στέκονταν στις επάλξεις φορούσαν τις λευκές στολές του Παντοκρατορικού Στρατού.

Οι Ιεράρχες πήγαν στην πύλη, και οι φύλακες εκεί τούς σταμάτησαν – Παντοκρατορικοί και τοπικοί μισθοφόροι.

«Η δουλειά σας;» ρώτησε ένας από τους τελευταίους.

«Ταξιδιώτες είμαστε,» απάντησε ο Όρνιφιμ.

«Σηκώστε τις κάπες σας!» πρόσταξε ένας Παντοκρατορικός.

Εκείνοι υπάκουσαν, φανερώνοντας τα λιγοστά όπλα που είχαν πάρει μαζί τους.

«Για την προστασία μας είναι,» είπε η Διάττα. «Κυκλοφορούν ληστές στις ερημιές.»

Ο Παντοκρατορικός τούς έκανε νόημα να περάσουν, και οι Ιεράρχες μπήκαν στους δρόμους της Νάρηλναχ, οι οποίοι ήταν αρκετά φαρδιοί και πλακόστρωτοι. Τα οικοδομήματα γύρω τους δεν ήταν πολύ ψηλά· κανένα δεν ξεπερνούσε τους τρεις ορόφους. Ωστόσο, η πόλη δεν ήταν σαν αυτές της Νόρχακ, της διάστασης των Ιεραρχών· θύμιζε περισσότερο πόλεις της Απολλώνιας, παρατηρούσε ο Τάμπριελ, παρά τη φανερά πιο απλή μορφή της. Στους δρόμους υπήρχαν φώτα που άναβαν με ενέργεια (την ειδική μορφή ενέργειας της Βίηλ). Στα καταστήματα οι βιτρίνες ήταν όμορφα φτιαγμένες και φωτισμένες. Ενεργειακά οχήματα κυκλοφορούσαν, αν και όχι πολλά. Σε μια γωνία, οι Ιεράρχες είδαν έναν τηλεπικοινωνιακό θάλαμο – πράγμα ανήκουστο ακόμα στη Νόρχακ.

Ο Τάμπριελ τούς καθοδήγησε, νοητικά, προς την αγορά της Νάρηλναχ, ακολουθώντας κι ο ίδιος τις οδηγίες που του έδινε η Αλιζέτ.

(«Την ξέρεις καλά την πόλη,» παρατήρησε ο Πολ. «Ύποπτα καλά.»

«Εδώ γεννήθηκα,» εξήγησε η Αλιζέτ.

«Ένα-ένα μάς τα λες…»

«Δε με ρωτήσατε.»)

Οι Ιεράρχες δεν μιλούσαν ακριβώς με τον Τάμπριελ μέσα στο μυαλό τους, απλά μάθαιναν ό,τι μάθαινε με τις αισθήσεις του. Προχώρησαν, λοιπόν, προς την αγορά της πόλης σχεδόν σαν να ήταν ντόπιοι, ή σαν να είχαν ξαναπεράσει από εδώ. Κανένας δεν θα μπορούσε να τους υποψιαστεί για εξωδιαστασιακούς. Ειδικά μες στη νύχτα.

Όταν έφτασαν στην αγορά, πήγαν σ’έναν έμπορο αλόγων ο οποίος ήταν έτοιμος να κλείσει το μαγαζί του.

«Μισό λεπτό, κύριος,» του είπε ο Όρνιφιμ. «Χρειαζόμαστε τα ζώα σου.»

Ο άντρας τούς κοίταξε βαριεστημένα. «Θ’ανοίξω πάλι το πρωί,» είπε, ενώ οι βοηθοί του συνέχιζαν να μαζεύουν διάφορα πράγματα. Από το βάθος του στάβλου, το χρεμέτισμα ενός αλόγου αντήχησε.

«Τα χρειαζόμαστε τώρα. Εννιά άλογα. Δεν είναι λίγα. Δε θα ζημιωθείς,» επέμεινε ο Όρνιφιμ.

Ο έμπορος – γαλανόδερμος και μαυρομάλλης – έστριψε το γένι του νευρικά. «Καλώς. Καλώς,» είπε τελικά. «Εννιά άλογα, ε; Στον σωστό άνθρωπο ήρθατε, πάντως. Για ελάτε…» Τους οδήγησε στο εσωτερικό του στάβλου κι άρχισε να τους δείχνει τα ζώα του. Είχε κάμποσα μαζεμένα εδώ. Η Αλιζέτ δεν είχε άδικο όταν είπε ότι θα έβρισκαν εύκολα ό,τι ήθελαν στη Νάρηλναχ.

Ο Τάμπριελ άφησε τους Ιεράρχες να διαλέξουν μόνοι τους τα άλογα που θα έπαιρναν. Εξάλλου, οι περισσότεροι από αυτούς ήταν έμπειροι ταξιδευτές στη Νόρχακ. Ειδικά ο Ζίρτελον και ο Όρνιφιμ.

Μετά από κάποια παζάρια – τα οποία έκανε κυρίως ο Όρνιφιμ, με λίγη βοήθεια από τον Αρκαλόν, που ήταν επιβλητικός όταν ήθελε – ο έμπορος δέχτηκε να τους πουλήσει εννιά από τα ζώα του σε λογική τιμή.

«Εντάξει, καλώς,» είπε· «επειδή είναι βράδυ και θέλω να κλείσω, και βλέπω ότι είστε άνθρωποι που ξέρετε τι εστί άλογο.» Αν και η αλήθεια ήταν ότι είχε προσπαθήσει να τους κλέψει, όπως είπε η Αλιζέτ στον Τάμπριελ· γιατί εκείνος τής είχε αναφέρει την τιμή του εμπόρου προτού οι Ιεράρχες αρχίσουν τα παζάρια τους μαζί του.

Ο Αρκαλόν πλήρωσε τον γαλανόδερμο άντρα με χρήματα της Βίηλ, τα οποία είχαν μαζί τους από προτού φύγουν από τη Νόρχακ, καθώς ήξεραν ότι θα τους χρειάζονταν εδώ. Ο Δαίδαλος τα είχε δώσει στον Τάμπριελ, όταν τα είχαν συμφωνήσει μεταξύ τους. Δέκα χιλιάδες αργύρια – όχι σε κέρματα, ευτυχώς, αλλά σε χαρτονομίσματα κυρίως.

Οι Ιεράρχες πήραν τα εννιά άλογα και πήγαν – καθοδηγούμενοι από τον Τάμπριελ που είχε την καθοδήγηση της Αλιζέτ – σ’ένα πανδοχείο με στάβλο παραδίπλα. Έκλεισαν δωμάτια και έφαγαν στην τραπεζαρία. Θα διανυκτέρευαν εκεί για να μην τραβήξουν την προσοχή των φρουρών στην πύλη, που τους είχαν δει πριν από λίγη ώρα να μπαίνουν. Δυστυχώς, η Νάρηλναχ είχε μόνο μία πύλη, στην ανατολική μεριά, διότι το εμπόριο γινόταν κυρίως μέσω του ποταμού Άσλερχ, και οι περισσότεροι έρχονταν και έφευγαν από το λιμάνι.

Ο Τάμπριελ δεν βρισκόταν όλη τη νύχτα σε επαφή με τους Ιεράρχες. Διέκοψε την επαφή του για να κοιμηθεί, γνωρίζοντας πως αν ήθελαν μπορούσαν να τον καλέσουν: μια ικανότητα που πρόσφατα είχαν ανακαλύψει πως διέθεταν, καθώς μόνο αφότου ο Τάμπριελ είχε φυλακίσει τον Μεγάλο Ιεράρχη κατάλαβαν ότι τους ήταν χρήσιμη. Μέσω του Καλέσματος μπορούσαν να ειδοποιήσουν τον Τάμπριελ όταν εκείνος δεν βρισκόταν σε επαφή μαζί τους. Έτσι, διαισθανόταν ότι οι Ιεράρχες κάτι ήθελαν από αυτόν.

Η τωρινή νύχτα, όμως, πέρασε ήσυχα. Και, με την αυγή, ο Τάμπριελ σηκώθηκε και, κρατώντας το μακρύ του ραβδί όρθιο, επικοινώνησε με τον Μεγάλο Ιεράρχη μέσα στην πορφυρή σφαίρα.

Ο Ζίρτελον, ο Αρκαλόν, ο Όρνιφιμ, η Διάττα, και η Ράιλμεχ είχαν ξυπνήσει και βρίσκονταν ήδη στον στάβλο του πανδοχείου. Πλήρωσαν τον σταβλίτη, πήραν τα άλογά τους, και έφυγαν από την πόλη βγαίνοντας από τη μοναδική πύλη. Ο Τάμπριελ και οι άλλοι, που ήταν στις παρυφές των δασότοπων, τους είδαν σύντομα να έρχονται προς το μέρος τους.

6.

Ταξίδεψαν για μία ημέρα κοντά στις όχθες του ποταμού Άσλερχ, προς τα βόρεια, επάνω στα καινούργια τους άλογα. Τη νύχτα, κατασκήνωσαν στην ύπαιθρο, και το επόμενο πρωί, δυο ώρες μετά την αυγή, έφτασαν στην Έλρηνεχ. Σημαίες φαίνονταν να κυματίζουν στις επάλξεις των τειχών της, και γιγάντιες βαλλίστρες γυάλιζαν στις αχτίνες του ήλιου.

«Δε νομίζω πως είναι απαραίτητο να μπούμε όλοι στην πόλη,» είπε ο Τάμπριελ, καθώς αφίππευαν. Ένας δυνατός αέρας είχε σηκωθεί, κάνοντας τα φύλλα να στροβιλίζονται και τις κάπες τους να ανεμίζουν.

«Δε μπορώ να πάω μόνη,» του θύμισε η Αλιζέτ, χωρίς να αναφέρει το βραχιόλι που την έδενε μαζί τους. Σίγουρα, ο Τάμπριελ δεν το είχε ξεχάσει.

«Θα σε συνοδέψουν ο Πολ, ο Ζίρτελον, και ο Όρνιφιμ.»

«Και εγώ,» δήλωσε η Ανταρλίδα.

Ο Τάμπριελ στράφηκε να την κοιτάξει. «Είσαι γνωστή στους πράκτορες της Παντοκράτειρας. Και καταζητούμενη.» Και πρόσθεσε: «Ο Ζίρτελον θα έχει μία από τις συσκευές ελέγχου μαζί του.»

Η Αλιζέτ όφειλε να παραδεχτεί ότι αυτή ήταν έξυπνη κίνηση, παρότι σίγουρα δεν ήταν κάτι που τη συνέφερε σε περίπτωση που ήθελε να τους προδώσει. Αν είχε μόνο ο Πολ συσκευή ελέγχου, τότε αδρανοποιώντας τον με κάποιον τρόπο, θα δραπέτευε. Όμως αν και ο Πολ και ο Ζίρτελον είχαν από μία συσκευή ελέγχου, τότε κατά πρώτον εκείνη δεν θα μπορούσε να ξέρει ποια από τις δύο συσκευές ήταν ο «κρίκος» της αλυσίδας της – αυτή από την οποία δεν μπορούσε να απομακρυνθεί. Τα πράγματα γίνονταν πολύ πιο περίπλοκα.

Η Ανταρλίδα, αναμφίβολα, έκανε τις ίδιες σκέψεις με την Αλιζέτ, γιατί κατένευσε μετά από μερικά δευτερόλεπτα δισταγμού. «Εντάξει,» είπε.

Ο Τάμπριελ στράφηκε στον Πολ: «Έχεις καμια διαφωνία με το σχέδιο;»

«Τι να πω εγώ; Δεν είμαι προφήτης, αφεντικό.»

«Πηγαίνετε, τότε,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ.

Η Αλιζέτ ρώτησε: «Θα μου δώσετε κάποιο όπλο, τώρα;»

«Τι να το κάνεις το όπλο;» είπε η Ανταρλίδα. «Στον αδελφό σου δεν πας να μιλήσεις;»

«Πάμε,» είπε ο Πολ στην Αλιζέτ, ακουμπώντας το χέρι του στον ώμο της.

Εκείνη έστρεψε την πλάτη στην Ανταρλίδα και ξεκίνησε να βαδίζει. Ο Πολ, ο Ζίρτελον, και ο Όρνιφιμ την ακολούθησαν.

Καθώς βάδιζαν προς την πύλη της Έλρηνεχ, όπου κατέληγε μια μεγάλη λιθόστρωτη δημοσιά, ο Πολ ρώτησε την Αλιζέτ: «Ο αδελφός σου είναι πιο μεγάλος από σένα;»

«Δίδυμοι είμαστε.»

«Λοιπόν, όντως ένα-ένα μάς τα λες!»

«Δε με ρώτησες πιο πριν,» είπε η Αλιζέτ, χωρίς να χαμογελάσει.

«Υπάρχει τίποτ’άλλο που θα ήθελες ίσως να μας αναφέρεις τώρα, όσο είναι ακόμα καιρός;»

«Δε νομίζω.»

Έφτασαν στην πύλη, και οι φρουροί εκεί δεν φάνηκαν να παραξενεύονται από τα σπαθιά που κρέμονταν από τις ζώνες των τριών αντρών. Τους ρώτησαν μόνο αν ήταν μισθοφόροι, κι όταν ο Πολ τούς είπε όχι, ούτε αυτό φάνηκε να τους παραξενεύει. Τους έγνεψαν να περάσουν.

Στους δρόμους της Έλρηνεχ είχε κάμποση κίνηση, αλλά όχι τόση ώστε να τους καθυστερεί. Και η Αλιζέτ ήξερε το μέρος αρκετά καλά.

«Ποιος είναι ο τοπικός άρχοντας;» τη ρώτησε ο Πολ.

«Ο Πρίγκιπας Ναλφίρες. Εκτός αν έχει πεθάνει.»

«Τι πάει να πει αυτό;»

«Είναι γέρος, απ’ό,τι θυμάμαι. Για έλα από δω.» Του έκανε νόημα με το χέρι της, κι έστριψαν σ’έναν δρόμο.

«Δεν είναι λιγάκι ύποπτο αυτό το μέρος;» Ο Πολ, κοιτάζοντας γύρω τους, έβλεπε μονάχα οικήματα που δεν μπορεί παρά να ήταν δευτέρας κατηγορίας. Το πλακόστρωτο ήταν βρόμικο, άσχημες οσμές έρχονταν στα ρουθούνια, και δυο ζητιάνοι κάθονταν σε μια γωνία.

«Κόβουμε δρόμο,» εξήγησε η Αλιζέτ.

Μετά από λίγο, βγήκαν σε μια λεωφόρο και πλησίασαν ένα πλατύ, κυλινδρικό οίκημα. Πάνω από την κεντρική του είσοδο (μια μεγάλη, διπλή πόρτα), η πινακίδα έγραφε ΟΙΚΟΣ ΤΟΥ ΦΩΤΟΣ, και πάνω απ’τα καλλιγραφικά γράμματα ήταν μια σφαίρα που έμοιαζε κάποιος να την έχει ζωγραφίσει με μία μόνο πλατιά πινελιά η οποία ξεκινούσε από κάτω και πήγαινε σπειροειδώς προς το κέντρο.

Η Αλιζέτ είπε στον Πολ, καθώς ζύγωναν την πόρτα: «Δε θα κρύψω ποια είμαι. Αυτό θα τους κάνει να με εξυπηρετήσουν πιο γρήγορα, υποθέτω. Αποκλείεται εδώ να ξέρουν ότι θα έπρεπε να βρίσκομαι στη Νόρχακ.»

Το ελπίζω, σκέφτηκε ο Πολ, που γνώριζε ότι το δίκτυο των πρακτόρων του Ελκράσ’ναρχ ήταν εκτεταμένο και διαβολικό. Χωρίς να μιλήσει, κατένευσε.

Η Αλιζέτ κοίταξε τους Ιεράρχες, μήπως ο Τάμπριελ είχε κάτι άλλο να προτείνει. Ο Ζίρτελον, καταλαβαίνοντας τη σιωπηλή ερώτησή της, είπε: «Ο Μεγάλος Προφήτης δεν διαφωνεί.»

«Καλώς. Αλλά μη μιλάς για Μεγάλους Προφήτες εδώ μέσα, από δω και στο εξής,» του είπε η Αλιζέτ, και ζύγωσε την είσοδο του Οίκου του Φωτός.

Ύψωσε το χέρι της και χτύπησε.

Ένας νεαρός – λευκόδερμος, ξανθός, ντυμένος με χιτώνα – άνοιξε. «Καλημέρα,» είπε. «Περάστε.» Παραμέρισε.

Η Αλιζέτ και οι τρεις άντρες μπήκαν σ’έναν προθάλαμο, όμορφα διακοσμημένο με πίνακες και αγάλματα. Ένα γραφείο ήταν στη γωνία, όχι μακριά από την είσοδο, και ο νεαρός βάδισε προς τα εκεί.

«Πώς θα μπορούσαμε να σας εξυπηρετήσουμε;»

Η Αλιζέτ γνώριζε ότι ο κόσμος ερχόταν στους Οίκους του Φωτός για να ζητήσει διάφορες υπηρεσίες, οι οποίες, βέβαια, πάντοτε σχετίζονταν με τη χρήση του Φωτός – της ενέργειας που προερχόταν από την ίδια τη Βίηλ και βρισκόταν διάχυτη παντού στη διάσταση. Συνήθως, οι υπηρεσίες αυτές είχαν να κάνουν με τη δημιουργία κάποιας καινούργιας εστίας, με την επιδιόρθωση κάποιας ελαττωματικής εστίας, ή την αντικατάσταση μιας εστίας που είχε τελειώσει ο κύκλος ζωής της.

«Πρέπει να δω τον αδελφό μου,» είπε η Αλιζέτ, κατεβάζοντας την κουκούλα της κάπας της. «Τον Θέλμος’νορ Τάνρεχ.»

Ο νεαρός βλεφάρισε. «Τον… αδελφό σας;» Την ατένισε παρατηρητικά. Δεν πρέπει να την αναγνώριζε.

«Δεν το ξέρεις ότι έχει μια δίδυμη αδελφή; Αλιζέτ Τάνρεχ, με λένε.»

Ο νεαρός ήταν απροετοίμαστος γι’αυτό. «Το έχω ακούσει… Έχω ακούσει για… Για εσάς.»

Γνωρίζει, λοιπόν, ποια είμαι, σκέφτηκε η Αλιζέτ. Ωραία. «Πήγαινε να τον φωνάξεις. Είναι σημαντικό. Δουλειά της Παντοκράτειρας.»

«Μάλιστα,» είπε νευρικά ο νεαρός. «Μισό λεπτό.» Κάθισε στην πολυθρόνα πίσω απ’το γραφείο. Άνοιξε έναν επικοινωνιακό δίαυλο και έφερε το ακουστικό στ’αφτί του, πατώντας ένα κουμπί. «Κύριε Τάνρεχ,» είπε, «η αδελφή σας είναι εδώ. Η Αλιζέτ. Δεν ξέρω, δεν την έχω ξαναδεί, κύριε Τάνρεχ. Ναι, είναι μελαχρινή. Με λευκό δέρμα, ναι.» Κοίταξε την Αλιζέτ με τις άκριες των ματιών του. «Ναι, γκρίζα είναι. Μάλιστα, κύριε Τάνρεχ.» Έκλεισε τον δίαυλο και στράφηκε στην Αλιζέτ. «Θα είναι εδώ αμέσως. Καθίστε παρακαλώ.» Έδειξε τον καναπέ αντίκρυ.

Ο Όρνιφιμ και ο Πολ κάθισαν. Ο Ζίρτελον και η Αλιζέτ έμειναν όρθιοι.

«Να σας προσφέρω κάτι;» ρώτησε ο νεαρός.

«Όχι,» αποκρίθηκε η Αλιζέτ.

Εκείνος ανασήκωσε νευρικά τους ώμους, μη λέγοντας τίποτα.

Η Αλιζέτ περίμενε με τα χέρια της σταυρωμένα εμπρός της, βηματίζοντας αργά μέσα στο δωμάτιο.

Ο Πολ αφουγκραζόταν και παρατηρούσε. Φοβόταν ότι ίσως το δίκτυο του Ελκράσ’ναρχ να τους είχε ήδη εντοπίσει, αφού είχαν μπει σ’ένα μέρος που, μάλλον, ήταν σημαντικό στην περιοχή. Όσο πιο πολλά ξέρεις γι’αυτό το σύμπαν, τόσο πιο παρανοϊκός γίνεσαι. Άναψε τσιγάρο.

Μια πόρτα άνοιξε στον προθάλαμο και ένας άντρας βγήκε. Πρέπει να ήταν στην ηλικία της Αλιζέτ, έκρινε ο Πολ. Ο αδελφός της. Αλλά δεν της μοιάζει και τόσο. Είχε κι αυτός λευκό δέρμα και μαύρα μαλλιά, αλλά εκεί οι ομοιότητες τελείωναν. Τα μαλλιά του ήταν κοντοκουρεμένα και ήταν λεπτός σαν στέκα του μπιλιάρδου. Το σώμα του δεν έμοιαζε γυμνασμένο όπως της Αλιζέτ. Επιπλέον, είχε κάτι το αναμφίβολα θηλυπρεπές στις κινήσεις του. Φορούσε χιτώνα, και μια πλατιά, λευκή ταινία περνούσε λοξά από το στήθος του, ξεκινώντας από τον δεξή ώμο και καταλήγοντας στα αριστερά πλευρά. Επάνω της ήταν πιασμένη μια καρφίτσα όπου μια σφαίρα ήταν ζωγραφισμένη – μια σφαίρα παρόμοια μ’αυτή στην πινακίδα του Οίκου του Φωτός. Γύρω απ’τη μέση του δενόταν μια πολύ φαρδιά πέτσινη ζώνη· η αγκράφα της είχε επάνω τρία πετράδια.

«Αλιζέτ…» είπε, βλέποντας την αδελφή του και σταματώντας μερικά βήματα αντίκρυ της. «Για λίγο νόμιζα ότι κάποιος ήθελε να μου κάνει φάρσα.»

«Δεν είναι φάρσα, όπως βλέπεις, Θέλμος. Είμαι εδώ για δουλειά της Παντοκράτειρας.»

«Ασφαλώς. Τι υπερβολικός που είμαι, νομίζοντας ότι ήρθες για κοινωνικούς λόγους…» Μειδίασε. «Και έφερες και φίλους μαζί σου;» Στράφηκε στους υπόλοιπους. Ο Πολ και ο Όρνιφιμ είχαν σηκωθεί απ’τον καναπέ και στέκονταν κοντά στην Αλιζέτ.

«Συνεργάτες,» διόρθωσε η Αλιζέτ.

«Και πολύ… συμπαθητικοί κύριοι,» παρατήρησε ο Θέλμος. «Από τη Ρελκάμνια είστε;» τους ρώτησε.

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Πολ.

«Ζάλθος!» Ο Θέλμος κοίταξε τον νεαρό στο γραφείο. «Δεν πρόσφερες τίποτα στους επισκέπτες μας;»

«Δεν ήθελαν, κύριε Τάνρεχ.»

Ο Θέλμος ξεφύσησε, θεατρικά. «Λέει αλήθεια ο μικρός;»

«Ναι,» είπε η Αλιζέτ, ανυπόμονα. «Μπορούμε τώρα να πάμε κάπου να μιλήσουμε ιδιαιτέρως;»

«Ασφαλώς. Ελάτε μαζί μου.»

Ο Θέλμος τούς οδήγησε στον πρώτο όροφο του Οίκου του Φωτός, μέσω μιας πέτρινης σκάλας στρωμένης με χαλί. Μπήκαν σ’ένα μικρό καθιστικό και έκλεισαν την πόρτα πίσω τους.

«Αυτό το μέρος είναι ασφαλές;» ρώτησε ο Πολ.

«Τι εννοείς, αγαπητέ;»

«Εννοώ, αν υπάρχουν αφτιά στους τοίχους.»

Ο Θέλμος γέλασε. «Φυσικά και όχι. Καθίστε. Η αδελφή μου δεν σας σύστησε, αλλά μην την παρεξηγείτε· έτσι ήταν από μικρή. Πρέπει, επομένως, να ζητήσω να μάθω τα ονόματά σας.»

«Τα ονόματά τους δεν έχουν σημασία,» είπε απότομα η Αλιζέτ. «Είμαστε εδώ για δουλειά.»

«Δεν το αμφιβάλλω.» Ο Θέλμος την ατένισε επίπεδα, μάλλον πικαρισμένος. Κανένας δεν είχε καθίσει ακόμα. «Ποια είναι, λοιπόν, η δουλειά σας;»

Η Αλιζέτ κάθισε στην άκρη ενός καναπέ, σταυρώνοντας τα πόδια της στο γόνατο. «Χρειαζόμαστε μια εστία.» Ο Πολ κάθισε δίπλα της. Ο Ζίρτελον και ο Όρνιφιμ έμειναν όρθιοι.

Ο Θέλμος κάθισε αντίκρυ τους. «Για τι σκοπό;»

«Για ένα όχημα. Μεταβαλλόμενο. Με τρεις μορφές: τροχοφόρο, τετράποδο, υποβρύχιο.»

«Περίπλοκος μηχανισμός. Θα πρέπει να το φέρετε για να το κοιτάξουμε,» είπε ο Θέλμος.

«Θα έρθεις μαζί μας.»

Ο Θέλμος συνοφρυώθηκε, φανερά ενοχλημένος. «Πού;»

«Στις παρυφές των Δασότοπων των Λάν’τραχαμ. Και είναι επείγον.»

«Μα τα Δαιμόνια, Αλιζέτ! Δε μπορώ να έρθω τώρα εκεί κάτω–»

«Θα έρθεις. Είναι επείγον,» τόνισε πάλι, «και δουλειά της Παντοκράτειρας.»

«Γιατί δε φέρνετε το όχημα εδώ;»

«Του έχει τελειώσει η ενέργεια,» είπε ψέματα η Αλιζέτ.

«Δεν έχετε μερικές ενεργειακές φιάλες για να–;»

«Όχι.»

Ο Θέλμος ξεφύσησε. «Μα τα Δαιμόνια!…» είπε. «Να στείλω κάποιον άλλο;» ρώτησε.

«Όχι. Θέλουμε εσένα. Το ξέρω πως είσαι καλός στη δουλειά σου.»

«Οι μόνες φορές που η αδελφή μου σκέφτεται να με κολακέψει είναι όταν με χρειάζεται.»

«Σου είπα: πρόκειται για δουλειά της Παντοκράτειρας.»

«Υποθέτω,» είπε ο Θέλμος υψώνοντας τα χέρια, «πως δεν μπορώ να αρνηθώ, σ’αυτή την περίπτωση.»

«Υποθέτεις σωστά. Πήγαινε να ετοιμαστείς, γιατί σε καμια ώρα το πολύ πρέπει να φύγουμε. Δεν έχουμε χρόνο για χάσιμο.»

Ο Θέλμος αναστέναξε καθώς σηκωνόταν. «Μάλιστα… Τουλάχιστον, στο δρόμο θα έχω την ευκαιρία να γνωρίσω καλύτερα τους φίλους σου που ακόμα δεν μου σύστησες.»

7.

«Νομίζω ότι ο αδελφός σου με συμπαθεί,» είπε ο Πολ στην Αλιζέτ, καθώς έβγαιναν από την πύλη της Έλρηνεχ, έφιπποι όλοι τους – και με τον Θέλμος’νορ μαζί τους, φυσικά.

«Μην το παίρνεις προσωπικά. Δεν είσαι και τόσο άσχημος.»

«Ελπίζω μόνο να μην τσακωθείτε για χάρη μου.»

Η Αλιζέτ τού έριξε ένα δολοφονικό βλέμμα μ’αυτά τα γκρίζα μάτια που γυάλιζαν σαν λεπίδες.

«Μια κουβέντα είπα…» μειδίασε ο Πολ.

Συνάντησαν τον Τάμπριελ, την Ανταρλίδα, τη Διάττα, τη Ράιλμεχ, και τον Αρκαλόν λίγο πιο πέρα από εκεί όπου τους είχαν αφήσει. Ο Ζίρτελον και ο Όρνιφιμ γνώριζαν, ασφαλώς, τη θέση τους αφού βρίσκονταν σε άμεση επαφή με τους υπόλοιπους Ιεράρχες και με τον Μεγάλο Προφήτη της Νόρχακ.

«Η παρέα μας είναι μεγάλη, λοιπόν,» παρατήρησε ο Θέλμος. «Εύχομαι η αδελφή μου να μου συστήσει κάποιους από εσάς…»

«Συνεργάτες μου είναι όλοι,» του είπε η Αλιζέτ. «Δουλεύουμε για την Παντοκράτειρα.»

«Ναι, εννοείται αυτό.» Τους κοίταξε ερευνητικά. Συνοφρυώθηκε βλέποντας τον Τάμπριελ. «Νομίζω πως κάπου σας έχω ξαναδεί, κύριε…»

«Κάποιο λάθος κάνεις,» αποκρίθηκε εκείνος.

Το συνοφρύωμα του Θέλμος βάθυνε καθώς τον παρατηρούσε.

«Ακόμα κι αν νομίσεις ότι κάτι θυμήθηκες,» του είπε η Αλιζέτ, «εξακολουθείς να κάνεις κάποιο λάθος. Κατάλαβες;»

«Απόλυτα. Αλλά εκείνο που, πραγματικά, δεν αντιλαμβάνομαι είναι ποιος μπορεί να είναι ο λόγος για όλη αυτή τη μυστικότητα.»

«Ποια μυστικότητα, ρε επιστήμονα;» είπε ο Πολ. «Δεν υφίσταται καμια μυστικότητα. Απλώς, ξέρεις, η Αλιζέτ είναι η Αλιζέτ.» Καθώς μιλούσε, ο Τάμπριελ και οι άλλοι ανέβαιναν στ’άλογά τους.

«Τη γνωρίζεις καλά, δηλαδή;» ρώτησε ο Θέλμος, ενώ άρχιζαν να τροχάζουν προς τα νότια, μέσα στην ύπαιθρο.

«Αρκετά καλά, αλλά όχι για πολύ καιρό. Το όνομά μου είναι Πολ, παρεμπιπτόντως.»

«Χαίρω πολύ, Πολ. Είχα έναν γνωστό κάποτε που λεγόταν κι αυτός Πολ. Ήταν από τη Ρελκάμνια. Έμπορος. Περνούσε από τη Βίηλ πολύ συχνά. Μετά εξαφανίστηκε. Δεν ξέρω τι έχει γίνει.»

«Τελευταία, μ’αυτές τις αναταραχές, οτιδήποτε μπορεί να συμβεί στον καθένα. Η Επανάσταση έχει παραγίνει επικίνδυνη.»

«Αναμφισβήτητα. Και είναι ευτύχημα που έχουμε καλούς προστάτες σαν εσάς για να μας προφυλάσσουν από τέτοιους εγκληματίες. Δουλεύεις συχνά μαζί με την Αλιζέτ;»

«Τον τελευταίο καιρό, ολοένα και περισσότερο. Και στο μέλλον προβλέπεται το ίδιο.»

«Χαίρομαι που έχει καλή παρέα,» είπε ο Θέλμος. «Μπορεί να σου φαίνεται λιγάκι τρομαχτική, αλλά είναι, κατά βάθος, πολύ συνεσταλμένη κοπέλα.»

«Σώπα…»

«Αρκετές μαλακίες ακούσαμε!» γρύλισε η Αλιζέτ, αγριοκοιτάζοντάς τους και τους δύο.

«Τι σου έλεγα;» είπε ο Θέλμος στον Πολ.

8.

Μέχρι τη νύχτα ταξίδευαν. Μετά, κατασκήνωσαν. Κοιμήθηκαν, και το πρωί ταξίδεψαν πάλι μερικές ώρες, προτού βρεθούν στο μέρος όπου είχαν κρύψει το όχημά τους μέσα στη βλάστηση των δασότοπων.

«Μάλιστα…» είπε ο Θέλμος, αφού η Ανταρλίδα τού έκανε μια σύντομη ξενάγηση στο εσωτερικό του, δείχνοντάς του όλους τους χώρους, τα συστήματα, και τις μηχανές. «Καταλαβαίνω πώς είναι… Αρκετά πολύπλοκο, πάντως.»

«Μπορείς να φτιάξεις την εστία, ή δεν μπορείς;» τον ρώτησε η Αλιζέτ, καθώς ήταν όλοι τους συγκεντρωμένοι έξω απ’το όχημα.

«Φυσικά και μπορώ. Αλλά θα μου πάρει χρόνο.»

«Πόσο χρόνο;» ρώτησε ο Τάμπριελ.

«Δυο μέρες, υποθέτω. Η ενέργεια που πρέπει να συγκεντρώνει η εστία είναι πολλή, αφού το όχημα είναι τόσο περίπλοκο.»

«Θα περιμένουμε, λοιπόν,» είπε ο Τάμπριελ.

«Εντάξει,» είπε ο Θέλμος.

Και ολόκληρη εκείνη την ημέρα δούλευε μέσα στο όχημα, συμβουλεύοντας κανένας τους να μην τον πλησιάσει διότι ίσως να ήταν επικίνδυνο για την υγεία του. Καθώς οι άλλοι κάθονταν έξω από το όχημα, έβλεπαν μια παράξενη ακτινοβολία να βγαίνει από τα παράθυρά του.

«Το Φως,» εξήγησε η Αλιζέτ. «Η ενέργεια της Βίηλ.» Το είχε ξαναδεί και παλιότερα.

«Ναι,» είπε ο Τάμπριελ νεύοντας. «Οι Πεφωτισμένοι είναι από τα πιο μυστηριώδη μαγικά τάγματα στο Γνωστό Σύμπαν. Οι άλλοι μάγοι δεν καταλαβαίνουν πώς έρχονται σε επαφή με την ενέργεια της Βίηλ. Εμείς δεν αισθανόμαστε τίποτα το ιδιαίτερο όταν είμαστε εδώ.» Αναρωτήθηκε, όμως, αν οι μάγοι της Νόρχακ θα αισθάνονταν κάτι. Οι μάγοι που δεν είχαν ακόμα εκπαιδευτεί από τα μαγικά τάγματα. Και θυμήθηκε όσα τού είχε πει ο Δαίδαλος… Αυτός, άραγε, αντιλαμβάνεται την ενέργεια που είναι διάχυτη παντού στη Βίηλ;

Θα το μάθουμε σύντομα, μάλλον. Διότι έπρεπε να τον συναντήσουν εδώ. Ήταν μέσα στο σχέδιό τους. Το οποίο δεν ήταν και πολύ συγκεκριμένο, αλλά ο Τάμπριελ έτσι κι αλλιώς δεν εμπιστευόταν τα πολύ συγκεκριμένα σχέδια – είχαν την τάση, συνεχώς, να ανατρέπονται. Τα κομμάτια του ψηφιδωτού μπορούσαν, πολύ καλύτερα, να πέσουν στις σωστές θέσεις από μόνα τους.

Για παράδειγμα, όταν είχε «δει» την Αλιζέτ να μιλά με τον Θέλμος, δεν ήξερε ούτε το όνομά του ούτε ότι ήταν αδελφός της. Είχε καταλάβει, όμως, ότι ήταν Πεφωτισμένος από το σύμβολο επάνω στην καρφίτσα στο στήθος του. Επομένως, είχε κατά νου πως όταν έφταναν στη Βίηλ η Αλιζέτ πιθανώς να μπορούσε να τους εξυπηρετήσει.

Από μόνα τους γλιστράνε στη σωστή θέση…

Ο Πολ ρώτησε: «Γιατί συμβαίνει αυτό το πράγμα εδώ;»

«Μιλάς για τη μαγική ενέργεια της Βίηλ;» είπε ο Τάμπριελ.

«Σκέφτηκα ότι, καθότι προφήτης, μπορεί να ξέρεις.»

«Δεν ξέρω, όμως. Τα πράγματα είναι έτσι επειδή είναι έτσι, Πολ.» Ο Τάμπριελ έβαλε ένα ξύλο στη φωτιά ανάμεσά τους. «Αυτό, συνήθως, είναι αρκετό.»

«Αν είναι αρκετό, γιατί πολεμάς τον Ελκράσ’ναρχ;»

«Επειδή κι εκείνος πολεμά εμένα. Σε περίπτωση που δεν θυμάσαι πια τις διαταγές σου, Πολ, ήταν να με σκοτώσεις.»

«Δεν είχα μόνο εγώ αυτές τις διαταγές. Όλοι οι πράκτορες του Ελκράσ’ναρχ σε κυνηγάνε.»

«Βλέπεις;»

«Είναι προσωπικό το θέμα, επομένως;» είπε ο Πολ. «Γι’αυτό έχεις συμμαχήσει με την Επανάσταση;»

«Η Συμπαντική Παντοκρατορία δεν έχει πλέον κανένα νόημα για μένα. Ίσως ποτέ να μην είχε. Και ο Ελκράσ’ναρχ είναι, όντως, επικίνδυνος. Για όλους μας, νομίζω.»

«Δεν είπα ποτέ το αντίθετο. Ξέρω πόσο επικίνδυνος είναι. –Άσχετο, αλλά πού ακριβώς θα συναντήσουμε αυτόν τον Δαίδαλο;»

«Θα δεις.»

«Δε μου έχεις πει και πολλά γι’αυτόν. Υποθέτω ότι ίσως μόνο η Ανταρλίδα να ξέρει, και φυσικά… τα παιδιά σου από δω.» Κοίταξε τους Ιεράρχες, μορφάζοντας.

«Δεν είναι εύκολο να σου περιγράψω τον Δαίδαλο. Καλύτερα να τον γνωρίσεις.»

Η Αλιζέτ ρώτησε: «Ποιος είναι ο Δαίδαλος;»

«Ένας μάγος, πολύ ισχυρός, πολύ περίεργος, και με το μέρος μας,» της απάντησε ο Πολ. «Μόνο αυτά ξέρω. Ούτε σε ποιο μαγικό τάγμα ανήκει δεν μου έχουν πει.»

«Δεν ανήκει σε μαγικό τάγμα ο Δαίδαλος,» είπε ο Τάμπριελ.

«Με παραμυθιάζουν τώρα, κιόλας,» είπε ο Πολ στην Αλιζέτ.

9.

Η Φενίλδα είχε ήδη σταματήσει δύο φορές προκειμένου να ξεκουραστούν εκείνη κι ο Δαίδαλος στο πλάι της λωρίδας πραγματικότητας. Ο πονοκέφαλός της δεν την είχε πιάσει καθόλου, και στο μυαλό της δεν υπήρχε η παραμικρή υποψία ότι μπορεί να την ξανάπιανε. Νόμιζε πως είχε, πλέον, θεραπευτεί. Και όχι μόνο αυτό: νόμιζε, επίσης, πως κάποιου είδους δύσκολο να καθοριστεί ελευθερία είχε γεννηθεί εντός της. Ο ύπνος της ήταν ήρεμος όσο ποτέ.

Όταν ξύπνησε μετά από τη δεύτερη στάση τους, κάθισε στο τιμόνι και ο Δαίδαλος κάθισε δίπλα της. Δημιούργησε μια λωρίδα πραγματικότητας και η Φενίλδα οδήγησε επάνω της.

«Είμαστε μακριά;» τον ρώτησε.

«Όχι. Φτάνουμε. Ελπίζω μόνο οι υπολογισμοί μου να αποδειχτούν σωστοί.»

«Τι υπολογισμοί;»

«Διαστασιακές συντεταγμένες.»

Μετά, ήταν σιωπηλός. Και η ώρα περνούσε.

Όταν η Φενίλδα πλησίαζε τις τρεις ώρες οδήγησης, ο μάγος είπε: «Εδώ είμαστε, νομίζω. Σταμάτα.»

Εκείνη πάτησε το φρένο. Ο Δαίδαλος έκανε το ξόρκι του, και ένα παρακλάδι πραγματικότητας δημιουργήθηκε στο πλάι του δρόμου ακυρώνοντας τον αρνητικό χώρο. Η Φενίλδα, πατώντας ξανά το πετάλι, έστριψε μέσα στο παρακλάδι–

Η πραγματικότητα ανασχηματίστηκε γύρω τους. Βρίσκονταν σ’ένα λιβάδι, κοντά σ’ένα δάσος. Ήταν απόγευμα.

Ο Δαίδαλος είπε μια λέξη που η Φενίλδα δεν είχε ξανακούσει αλλά υπέθετε, από τον τρόπο που μίλησε ο μάγος, ότι ήταν βρισιά.

«Τι;» τον ρώτησε.

«Έκανα λάθος,» είπε ο Δαίδαλος. «Και τώρα, δεν μπορούμε να επιστρέψουμε στον αρνητικό χώρο.»

«Πόσο μεγάλο λάθος;»

«Όχι και πολύ μεγάλο, υποθέτω. Στη Βίηλ είμαστε. Και μάλλον δεν βρισκόμαστε μακριά από τον προορισμό μας.»

«Δεν υπάρχουν χάρτες αποθηκευμένοι στο σύστημα του οχήματός μας;»

«Είναι αδύνατο να μην αποπροσανατολιστούν όταν διασχίζεις τον αρνητικό χώρο, επομένως μας είναι άχρηστοι για να βρούμε αυτόματα τον δρόμο μας.» Πατώντας μερικά πλήκτρα στην κονσόλα μπροστά τους, έκανε τον χάρτη της Βίηλ να παρουσιαστεί σε μια οθόνη. «Θα πρέπει να κοιτάξουμε τα ορόσημα γύρω μας…» είπε, παίρνοντας το βλέμμα του από την κονσόλα και κοιτάζοντας έξω από το σκέπαστρο του οχήματος.

Ρελκάμνια

1.

Ο Στρατηγός Μάριος Υψίκορμος έστρωνε τη στολή του μπροστά στον καθρέφτη… και είδε ότι ήταν τσαλακωμένη στη δεξιά μεριά. Αυτή η μαλακισμένη υπηρέτρια πάλι δεν είχε κάνει καλά τη δουλειά της! Δε μπορούσε να σιδερώσει ένα ρούχο σωστά; Θα έπρεπε να την τιμωρήσει! Ορισμένες φορές, ο Μάριος νόμιζε ότι η πρόστυχη γούσταρε τις τιμωρίες του, γι’αυτό και συνέχιζε να κάνει μικροατασθαλίες.

Είχε σκεφτεί κατά καιρούς να τη διώξει, αλλά πάντα κάτι τον σταματούσε, λες και η καταραμένη να τον κρατούσε από τα παπάρια. Όπως και νάχε, τη δουλειά της όφειλε να την κάνει σωστά! Ο Μάριος βγήκε από το δωμάτιο με τις ενδυμασίες του και έψαξε να τη βρει μέσα στο μεγάλο σπίτι.

«Μαργκώ!» φώναξε, όταν δεν τη βρήκε αμέσως· αλλά όχι πολύ δυνατά, για να μην ξυπνήσει τη γυναίκα του που κοιμόταν ακόμα. «Μαργκώ!»

Η νεαρή υπηρέτρια ξεπρόβαλε από μια πόρτα. Στα χέρια της κρατούσε ένα ξεσκονόπανο. Τα επάνω κουμπιά της υπηρετικής της στολής ήταν ξεκούμπωτα, φανερώνοντας προκλητικά το κατάμαυρο δέρμα της και έναν πορφυρό στηθόδεσμο. Τα πράσινα μαλλιά της ήταν δεμένα κότσο, αλλά μια μακριά τούφα ξέφευγε και έπεφτε στην αριστερή μεριά του προσώπου της, φτάνοντας ώς το στήθος. Τα αμυγδαλωτά μάτια της ήταν μεγάλα και παρατηρητικά, και είχε μια προσποιητά αθώα έκφραση.

Ο Μάριος αισθάνθηκε να φουντώνει βλέποντάς την έτσι. Αλλά, βέβαια, αυτή δεν ήταν η πρέπουσα αμφίεση, και εννοείται πως έπρεπε να της κάνει παρατήρηση.

«Τι αμφίεση είναι αυτή, κοπέλα μου;» είπε απότομα, δείχνοντας τη στολή της.

Η Μαργκώ κοίταξε προς τα κάτω, τον εαυτό της. Τα μάτια της γούρλωσαν θεατρικά. «Με συγχωρείτε, Στρατηγέ! Μόλις είχα σηκωθεί και δεν είχα προλάβει…» Κούμπωσε γρήγορα τα ανοιχτά κουμπιά της – τα περισσότερα απ’αυτά, τουλάχιστον. «Μη με τιμωρήσετε.»

«Κι αυτό εδώ–» έκανε να συνεχίσει ο Μάριος πιάνοντας το τσαλάκωμα στη στολή του, αλλά τότε ο τηλεπικοινωνιακός δίαυλος κουδούνισε. «Πήγαινε να δεις ποιος είναι.»

Η Μαργκώ έτρεξε. Κι όταν επέστρεψε, είπε: «Εσάς ζητάνε, Στρατηγέ.» Η όψη της ήταν λιγάκι τρομαγμένη, νόμιζε ο Μάριος.

«Ποιος είναι;»

«Δεν μου είπε. Η φωνή, όμως… είναι περίεργη.»

Περίεργη; «Περίεργη;»

Η Μαργκώ μόρφασε. «Περίεργη, Στρατηγέ.»

«Μείνε εδώ,» της είπε ο Μάριος και βάδισε βιαστικά μέσα στο μεγάλο σπίτι.

Μπήκε στο γραφείο του, έκλεισε την πόρτα, και σήκωσε τον δίαυλο.

«Μάλιστα;»

Η φωνή που ήρθε από την άλλη μεριά ήταν, πράγματι, περίεργη. Απόκοσμη. Αλλά όχι άγνωστη για τον Μάριο. «Καλημέρα, Στρατηγέ. Είμαι βέβαιος πως δεν σε ξύπνησα.»

Ο Μάριος καθάρισε τον λαιμό του. «Φυσικά και όχι, Άρχοντά μου. Αλλά ακόμα κι αν με είχατε ξυπνήσ–»

«Έχουμε ένα πρόβλημα, Στρατηγέ. Θυμάσαι τον Ταγματάρχη Στίβεν Νέλκος;»

«Μου είχατε πει, Άρχοντά μου, ότι δεν… δεν υπάρχει πια Ταγματάρχης Στίβεν Νέλκος. Ότι ο Ελπιδοφόρος είναι πράκτ–»

«Τα πράγματα άλλαξαν. Μας πρόδωσε.»

«Ε…; Αα… Και…» Ήταν δυνατόν κάποιος να προδώσει και να είναι ακόμα ζωντανός;

«Είναι άκρως επικίνδυνος, και δεν μπορώ να τον εντοπίσω.»

Δεν μπορούσε να τον εντοπίσει; Αδύνατον! «Μα…»

«Κάποια εχθρική δύναμη τον συντρέχει. Το βράδυ, εισέβαλε στο Παντοτινό Ανάκτορο. Σκότωσε πολλούς, με όπλα που είμαι βέβαιος ότι δεν θα αναγνωρίζεις, Στρατηγέ.»

Ο Μάριος είχε αρχίσει να ανησυχεί. Αισθανόταν τα χέρια του να τρέμουν λιγάκι. Και δεν ήταν να έχει τέτοιες ανησυχίες τώρα, στην ηλικία του. Σκόπευε από δω και στο εξής να ζήσει ήρεμα. Είχε υπηρετήσει αρκετά τη Ρελκάμνια και τον Κρυφό Άρχοντα. «Υπάρχει… υπάρχει περίπτωση να έρθει…; Είναι, δηλαδή, δολοφόνος για κάποιον εχθρό μας; Είναι με την Επανάσταση; Μπορεί να σκέφτεται να… σκοτώσει… διάφορα πρόσωπα;»

«Φοβάσαι για τη ζωή σου, Στρατηγέ;»

«Εγώ, Άρχοντά μου… είμαι στις υπηρεσίες σας, και, όπως ξέρετε… εεε… Θα κάνουμε…»

«Και πολύ καλά κάνεις και φοβάσαι. Σου είπα: είναι επικίνδυνος.»

«Μπορεί, δηλαδή, να έχουμε μια… εμ, παρόμοια κατάσταση με τη Σύγκλητο των Πολιταρχών;» Είχαν σκοτώσει τους περισσότερους Πολιτάρχες προκειμένου να ανατρέψουν την εξουσία τους και ν’αλλάξουν το καθεστώς. Προκειμένου να ξεκινήσουν τη Συμπαντική Παντοκρατορία.

«Τίποτα δεν αποκλείεται, Στρατηγέ.»

«Μα είναι μόνο ένας άνθρωπος!» φώναξε ο Μάριος, νιώθοντας ξαφνικά πολύ συγχυσμένος.

«Δεν με ακούς προσεχτικά, Στρατηγέ–»

«Με συγχωρείτε, Άρχοντά μου.»

«Τον συντρέχουν εχθρικές δυνάμεις, σου είπα.»

Ο Μάριος ξεροκατάπιε. «Και… τώρα…» Καθάρισε το λαιμό του. «Δηλαδή, θέλω να πω, πρέπει να τον βρούμε!»

«Μπαίνεις στο νόημα, Στρατηγέ. Βρες τον. Σκότωσέ τον. Το συντομότερο δυνατό.»

«Εγώ!; –Δηλαδή, μάλιστα, ασφαλώς, Άρχοντά μου. Θα κάνω το παν. Όμως, αν εσείς δεν… Θα βάλω, βεβαίως, το δίκτυό μας σε– Θα χρησιμοποιήσω το δίκτυό μας–»

«Ηρέμησε, Στρατηγέ. Θ’αρχίσω να νομίζω ότι έχω επιλέξει τον λάθος άνθρωπο για τη θέση σου.»

«Θα κάνω το παν για να βρεθεί, Άρχοντά μου!»

«Ωραία. Θυμάμαι πως, κάποτε, ήσουν πολύ ικανός στη δουλειά σου.»

«Σας ευχαριστώ, Άρχοντά μου.»

«Σου στέλνω βοήθεια, όμως. Και δεν πρέπει να είναι μακριά τώρα.»

«Τι είδους βοήθεια, Άρχοντά μου;»

Το κουδούνι της εισόδου του σπιτιού ακούστηκε να χτυπά. Ο Μάριος αναπήδησε, ξαφνιασμένος.

«Μάλλον η βοήθεια έφτασε, Στρατηγέ. Θα τα ξαναπούμε.» Η επικοινωνία τερματίστηκε, απότομα.

Ο Μάριος έτρεξε προς την είσοδο του σπιτιού, και, φτάνοντας εκεί, είδε τη Μαργκώ να πλησιάζει την πόρτα. «Μακριά!» της είπε, κάνοντάς της νόημα να παραμερίσει. Εκείνη υπάκουσε, δείχνοντας παραξενεμένη και φοβισμένη.

Ο Μάριος στάθηκε μπροστά στην πόρτα. Καθάρισε τον λαιμό του. Την άνοιξε.

Ένας άντρας στεκόταν στο κατώφλι του, γαλανόδερμος, με καστανά μαλλιά και μούσια. Ντυμένος με μαύρο δερμάτινο πανωφόρι, γκρίζο πουκάμισο, μαύρο παντελόνι. Τα μάτια του ήταν στενά και σκοτεινά, και δεν ατένιζαν τον Μάριο εχθρικά αλλά ούτε και φιλικά.

«Ο Στρατηγός Υψίκορμος, υποθέτω,» είπε.

«Μάλιστα,» αποκρίθηκε ο Μάριος, σοβαρά, φτιάχνοντας ασυναίσθητα τα γυαλιά του.

Ο γαλανόδερμος άντρας ένευσε, κοιτάζοντας τη στολή του Στρατηγού. «Φαίνεται.» Και συστήθηκε: «Ονομάζομαι Σκοτ Θάμρω. Ένας… κοινός φίλος με έστειλε.» Ο Μάριος παρατήρησε ότι το βλέμμα του άντρα είχε πάει πάνω απ’τον ώμο του, στη Μαργκώ μάλλον.

Ο Μάριος στράφηκε λέγοντάς της: «Εξαφανίσου.»

Εκείνη έφυγε.

Ο Μάριος είπε στον Σκοτ να περάσει και, μετά, έκλεισε την πόρτα πίσω του. Τον ρώτησε: «Πώς έφτασες ώς εδώ χωρίς να με ειδοποιήσουν πρώτα οι φρουροί μου;» Τώρα το είχε σκεφτεί. Κανονικά, οι σωματοφύλακές του θα έπρεπε να είχαν σταματήσει τον Σκοτ πολύ προτού φτάσει στην κεντρική είσοδο του σπιτιού.

«Αυτή είναι η δουλειά μου, Στρατηγέ.»

Ο Μάριος συνοφρυώθηκε. «Κατάσκοπος;»

«Ειδικός εκτελεστής.» (Δολοφόνος, σκέφτηκε ο Μάριος.) «Και, συνήθως, δεν συναναστρέφομαι τόσο… ανοιχτά υψηλόβαθμους στρατιωτικούς. Αλλά αφού μ’έστειλαν εδώ….» Μόρφασε αδιάφορα.

Ο Μάριος τον οδήγησε στο εσωτερικό του σπιτιού του, προς το γραφείο. «Γνωρίζεις τι συμβαίνει;»

«Πιο καλά από εσένα, μάλλον.»

Του Μάριου δεν του άρεσε το ύφος αυτού του τύπου. Μπορεί κι οι δύο να υπηρετούσαν τον Κρυφό Άρχοντα αλλά τούτος δεν ήταν λόγος να μη σέβεται καθόλου το αξίωμά του. «Δηλαδή; Τι ξέρεις;»

«Κυνηγάμε έναν προδότη, τον οποίο παλιότερα έχω γνωρίσει από κοντά. Επίσης, ήμουν στο Παντοτινό Ανάκτορο όταν έγινε η χτεσινοβραδινή επίθεση. Δεν έχω κοιμηθεί και πολύ, όπως βλέπεις.»

Ο Μάριος δεν είχε διακρίνει κανένα σημάδι αϋπνίας στο πρόσωπο του δολοφόνου. Καθώς όμως ο Σκοτ μιλούσε, συνειδητοποίησε κάτι που πριν, όταν συζητούσε με τον Κρυφό Άρχοντα, του είχε, κάπως, ξεφύγει. Ή, μάλλον, δεν το είχε αξιολογήσει όσο θα έπρεπε. Επίθεση στο Παντοτινό Ανάκτορο; Τα μυαλά του Σκοτοδαίμονος! Δεν είχε ποτέ ξανά ακούσει για επίθεση στο Παντοτινό Ανάκτορο…

2.

Μετά την εισβολή στο Παντοτινό Ανάκτορο, ο Ελπιδοφόρος είχε επιστρέψει, μέσω του Φαντασκευάσματος, στο διαμέρισμα του Κλαρκ, βρίσκοντάς το άδειο. Ο μάγος δεν ήταν εδώ. Ούτε η Φενίλδα. Ο Ελπιδοφόρος ήταν μόνος του, μαζί με τον Άερ’θλαρ και την Άι’νιρ.

«Είμαι πεθαμένος,» τους είπε. «Πηγαίνω για ύπνο. Εσείς δεν κοιμάστε, ή κάνω λάθος;»

«Δεν μας χρειάζεται ύπνος,» αποκρίθηκε ο Άερ’θλαρ.

«Τέλος πάντων, καληνύχτα. Υποθέτω θα φρουρείτε αυτό το μέρος όσο εγώ, που μου χρειάζεται ύπνος, θα κοιμάμαι.»

Πήγε στο δωμάτιο που του είχε παραχωρήσει ο Κλαρκ, έκανε ένα ντους, και μετά ξάπλωσε στο κρεβάτι. Για λίγο, αναρωτιόταν τρία πράγματα: πότε θα επέστρεφε ο Κλαρκ (σκόπευε ν’αργήσει;)· τι γινόταν η Φενίλδα (ήλπιζε να είναι καλά, και να κατάφερνε να ξεφορτωθεί επιτέλους τον πονοκέφαλό της)· και πόσο μπορεί να είχε εξοργιστεί ο Ελκράσ’ναρχ απ’όλα όσα είχαν συμβεί απόψε στο Παντοτινό Ανάκτορο. Το τελευταίο τού προκαλούσε απερίγραπτη ευφορία. Συγχρόνως, όμως, ήλπιζε να μη γινόταν καμια στραβή και ο Ελκράσ’ναρχ να κατόρθωνε να εντοπίσει τη συσκευή που είχε κρύψει· γιατί, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Κλαρκ, ήταν πολύ σημαντική.

Μετά, ο Ελπιδοφόρος κοιμήθηκε.

Το πρωί, σηκώθηκε, πήγε στην κουζίνα του διαμερίσματος, έφτιαξε πρωινό, και το έφερε στο σαλόνι, καθίζοντας στο τραπέζι για να φάει. Οι δύο Πειθαρχικοί του Κενού ακόμα εδώ ήταν, αιωρούμενοι μερικά εκατοστά πάνω απ’το έδαφος.

«Τίποτα συνταρακτικό μέσα στη νύχτα;» ρώτησε ο Ελπιδοφόρος.

«Τίποτα,» απάντησε ο Άερ’θλαρ.

Ο Ελπιδοφόρος έφαγε μερικές μπουκιές από το πρωινό του, κι ύστερα έκανε το χειρότερο πράγμα που μπορείς να κάνεις στη Ρελκάμνια (μετά απ’το να υπηρετείς τον Ελκράσ’ναρχ): έπιασε το τηλεχειριστήριο και άνοιξε τον τηλεοπτικό δέκτη αντίκρυ του. Γύρισε μερικά κανάλια βλέποντας ότι είχαν τις συνηθισμένες χαζομάρες: διαφημίσεις, ειδήσεις, διαφημίσεις, πρωινές εκπομπές με τραγουδίστριες, διαφημίσεις, πρωινές εκπομπές με «ειδικούς» που σου έλεγαν από το τι να τρως μέχρι με τι χαρτί να σκουπίζεσαι στην τουαλέτα, διαφημίσεις, μια ταινία με κάτι φανταστικά ζώα από τη Φεηνάρκια, διαφημίσεις, ειδήσεις, διαφημίσεις, μια αρένα όπου νάνοι δέρνονταν φορώντας πελώρια γάντια και κράνη με κέρατα, διαφημίσεις, ειδήσεις, διαφημίσεις…

Κανένας δεν έλεγε τίποτα για τη χτεσινοβραδινή εισβολή στο Παντοτινό Ανάκτορο, παρατήρησε ο Ελπιδοφόρος. Αναμενόμενο. Δεν ήθελαν, φυσικά, να ανησυχήσουν τους πολίτες, ή να δώσουν την εντύπωση ότι η Επανάσταση μπορεί να είχε τόσο μεγάλη δύναμη.

Ο Ελπιδοφόρος τελείωσε το πρωινό του παρακολουθώντας νάνους να δέρνονται φορώντας πελώρια γάντια και κράνη με κέρατα. Μετά, ρώτησε τους Πειθαρχικούς του Κενού: «Ο Κλαρκ ξέρετε αν έχει πρόσβαση στο Παντοκρατορικό Δίκτυο;»

«Πρέπει να έχει,» είπε ο Άερ’θλαρ.

Στο Παντοκρατορικό Δίκτυο, κανονικά, είχαν πρόσβαση μόνο οι άνθρωποι που υπηρετούσαν την Παντοκράτειρα, όχι ο καθένας. Αλλά ο Κλαρκ, βέβαια, δεν ήταν ο καθένας· και είχε και πιο περίεργες προσβάσεις. Επιπλέον, ο Ελπιδοφόρος ήξερε ότι ακόμα και το Παντοκρατορικό Δίκτυο, παρότι υποτίθεται πως είχε μια αφάνταστη συλλογή από πληροφορίες για τη Ρελκάμνια και συνεχώς ανανεωνόταν, δεν ήταν τίποτα το πραγματικά σοβαρό. Οι πράκτορες του Ελκράσ’ναρχ γνώριζαν πράγματα που ούτε η σκιά τους δεν υπήρχε στο Παντοκρατορικό Δίκτυο.

Ο Ελπιδοφόρος άνοιξε μια κονσόλα στον τοίχο και πληκτρολόγησε. Στην οθόνη παρουσιάστηκαν δεδομένα. Κοιτάζοντάς τα δεν άργησε να βρει ένα κουτάκι που έγραφε ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΕ Π.Δ. Επέλεξε αυτό το κουτάκι και το σύστημά του συνδέθηκε με το Παντοκρατορικό Δίκτυο. Στην επάνω αριστερή γωνία της οθόνης παρουσίαζε τον βαθμό προστασίας του συστήματος. Τώρα ήταν στο 100%, και δίπλα έγραφε ΚΑΜΙΑ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΕΙΣΒΟΛΗΣ. Ο Ελπιδοφόρος έψαξε, με κάθε δυνατή επιφύλαξη (παρότι ήταν βέβαιος ότι το σύστημα του Κλαρκ ήταν άριστα προστατευμένο), για τη χτεσινοβραδινή επίθεση στο Παντοτινό Ανάκτορο.

Δεν βρήκε τίποτα. Δεν υπήρχε η παραμικρή αναφορά.

Οι Υπερασπιστές, λοιπόν, ήθελαν αυτά τα νέα να εξαπλωθούν όσο το δυνατόν λιγότερο, ακόμα και ανάμεσα στους ανθρώπους που υπηρετούσαν άμεσα την Παντοκράτειρα.

Ενδιαφέρον.

Φοβούνται.

3.

Η Ρία-Μία ήταν αναστατωμένη. Δεν κοιμήθηκε καλά εκείνο το βράδυ, και σηκώθηκε πριν από την αυγή. Τα ερωτηματικά σχετικά με την εξαφάνιση της Φενίλδα, την αλλόκοτη εμφάνιση του Στίβεν Νέλκος, και το ακέφαλο πτώμα του νεκρού αξιωματικού στριφογύριζαν μέσα στο μυαλό της. Και ήταν βέβαιη πως οι Υπερασπιστές της Παντοκράτειρας κάτι γνώριζαν – κάτι που δεν ήθελαν να αποκαλύψουν. Όταν η έρευνα του Ανακτόρου είχε τελειώσει και ο εχθρός δεν είχε βρεθεί, ο Υπερασπιστής είχε πει στη Ρία-Μία και στους άλλους: «Δεν θα αναφέρετε τίποτα για τούτο το περιστατικό. Θα κρατήσετε το στόμα σας κλειστό, αλλιώς θα γνωρίσετε την οργή της Παντοκράτειρας όταν εκείνη επιστρέψει.» Κανένας δεν είχε φέρει αντίρρηση, φυσικά, ούτε είχε αμφισβητήσει τα λόγια του Υπερασπιστή. Οι Υπερασπιστές ήταν πάντα τόσο κοντά στην Παντοκράτειρα που η θέλησή της έμοιαζε νάναι και δική τους… και αντιστρόφως ίσως, υποψιαζόταν η Ρία-Μία – πράγμα λιγάκι τρομαχτικό.

Προκειμένου να ηρεμήσει, φόρεσε τα ιερατικά άμφιά της και βάδισε ώς το προσωπικό της τέμενος, όπου γονάτισε μπροστά στο άγαλμα του Κρόνου και προσευχήθηκε για ώρα, ζητώντας την Υπερχρόνια Καθοδήγησή Του.

Όπως γινόταν συνήθως όταν η Ρία προσευχόταν, αισθάνθηκε τον χρόνο να σταματά. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

«Παντόχρονη; Με συγχωρείτε…» Η φωνή διέλυσε τη χρονική στάση.

Η Ρία άνοιξε τα μάτια και, χωρίς να στραφεί ή να σηκωθεί από τη γονατιστή της θέση, ρώτησε τη μαθητευόμενη ιέρεια που υπηρετούσε στην οικία της: «Τι είναι, Μαγδαληνή;»

«Η Τελετή της Πρώτης Ώρας είναι σε είκοσι-πέντε λεπτά, Παντόχρονη.»

Η Ρία-Μία δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι προσευχόταν τόση ώρα. Σηκώθηκε όρθια. Στράφηκε να κοιτάξει την κοπέλα. «Σ’ευχαριστώ, Μαγδαληνή. Μπορείς να πηγαίνεις.»

Η μαθητευόμενη ιέρεια υποκλίθηκε και έφυγε.

Η Ρία-Μία πήγε στο υπνοδωμάτιό της, έστρωσε τα ιερατικά της άμφια επάνω στο ευτραφές σώμα της, χτένισε τα μακριά, καστανά, σγουρά μαλλιά της, φόρεσε ένα ζευγάρι μαλακά παπούτσια, πέρασε στο λαιμό της το περιλαίμιο που φανέρωνε το αξίωμα της Αρχιέρειας του Κρόνου, και έφυγε, κατεβαίνοντας στο γκαράζ της οικίας της. Ο οδηγός και οι σωματοφύλακές της την περίμεναν. Μπήκε στο όχημά της και, μετά από κανένα τέταρτο μέσα στους δρόμους και στις γέφυρες της Ρελκάμνια, έφτασε στην πελώρια πυραμίδα του Ύψιστου Ναού του Κρόνου.

Αν οι αποστάτες είχαν εισβάλει τόσο εύκολα στο Παντοτινό Ανάκτορο, αναρωτιόταν, τι θα τους εμπόδιζε να εισβάλουν κι εδώ; Τι θα τους εμπόδιζε να τη δολοφονήσουν αν ήθελαν; Η Ρία όφειλε να παραδεχτεί ότι ήταν κάπως φοβισμένη· αλλά προσπάθησε να διώξει τον φόβο της. Ο Κρόνος θα την προστάτευε. Και οι φρουροί της, επίσης.

Η Τελετή της Πρώτης Ώρας έγινε σαν τίποτα να μην είχε συμβεί μέσα στη νύχτα.

4.

Ο Ελπιδοφόρος δεν είχε καμια άλλη οδηγία για το πού έπρεπε να πάει και τι έπρεπε να κάνει. Επομένως, περίμενε. Προσπάθησε μερικές φορές να πιάσει κουβέντα με τους δύο Πειθαρχικούς του Κενού, αλλά οι προσπάθειές του ήταν ανεπιτυχείς. Ειδικά η Άι’νιρ ήταν απλησίαστη. Ο Άερ’θλαρ ήταν λιγάκι πιο συζητήσιμος, όμως κι αυτός έμοιαζε να δυσκολεύεται να μιλήσει με τον Ελπιδοφόρο. Εξαιτίας διαφορετικού είδους αντίληψης, μάλλον.

Ο Ελπιδοφόρος, σε κάποια στιγμή αφόρητης βαρεμάρας, επιχείρησε να βαδίσει σ’όλο το διαμέρισμα του Κλαρκ, και το βρήκε αδύνατο, σαν να ήταν λαβυρινθώδες χωρίς να είναι. Μια εξωφρενική αντίφαση.

«Τι έχει κάνει ο μάγος σ’αυτά τα δωμάτια;» ρώτησε τους Πειθαρχικούς του Κενού, όταν βαρέθηκε να επιστρέφει στους ίδιους και στους ίδιους χώρους με τρόπο που τον έκανε να νομίζει ότι είχε αρχίσει να χάνει την επαφή με την αντικειμενική πραγματικότητα.

«Τι εννοείς;» ρώτησε ο Άερ’θλαρ.

Ο Ελπιδοφόρος κάθισε στον καναπέ. «Είναι κάπως…» Μόρφασε. «Σε μπερδεύουν έτσι όπως είναι. Σίγουρα, έχει υφάνει κάποια μαγγανεία. Εσάς δεν σας μπερδεύουν;»

«Όχι.»

Δε με εκπλήσσει.

Παρ’όλ’αυτά, είχε κατορθώσει να ανακαλύψει κάποια δωμάτια που πριν δεν γνώριζε για την ύπαρξή τους: έναν χώρο με μεταλλικά αγάλματα, και γρανάζια στοιβαγμένο το ένα πάνω στο άλλο· ένα καθιστικό με μια τεράστια οθόνη στο ταβάνι, και καλώδια παντού γύρω· μια στενή βιβλιοθήκη γεμάτη παλιά βιβλία με αστικούς μύθους· ένα μπαλκόνι πλημμυρισμένο από φυτά, στο οποίο ο Ελπιδοφόρος προτίμησε να μη βγει για λόγους ασφαλείας.

Τελικά, ο Κλαρκ επέστρεψε. Ο Ελπιδοφόρος τον βρήκε ξαφνικά μπροστά του, καθισμένο σε μια πολυθρόνα, μ’ένα ποτήρι Σεργήλιο οίνο στο χέρι.

«Πού είναι η Φενίλδα, μάγε;»

«Κι εγώ χαίρομαι που σε βλέπω, Ελπιδοφόρε,» είπε ο Κλαρκ, υπομειδιώντας μέσα απ’τα μαύρα μούσια του.

Ο Ελπιδοφόρος κάθισε στον καναπέ. «Δεν ήρθε μαζί σου η Φενίλδα;»

«Έμεινε με τον Δαίδαλο.»

«Γιατί;»

«Για τον λόγο που φαντάζεσαι.»

«Μπορεί να τη θεραπεύσει;»

«Έτσι λέει. Και, μάλλον, έτσι είναι.» Ο Κλαρκ ήπιε, ήρεμα, μια γουλιά από το κρασί του. «Πώς πήγαν τα πράγματα στο Ανάκτορο;»

«Καλά,» είπε ο Ελπιδοφόρος. «Όπως τα είχαμε σχεδιάσει.» Και του ανέφερε μερικές ακόμα λεπτομέρειες.

«Ο Ελκράσ’ναρχ θα έχει τρελαθεί,» είπε ο Κλαρκ ικανοποιημένα. «Είσαι σίγουρος ότι σε αναγνώρισε εκείνος ο αξιωματικός;»

«Ο Μάξιμος; Ναι, δεν υπάρχει αμφιβολία. Και μη ρωτήσεις γιατί δεν τον σκότωσα.»

«Δε με απασχολεί ο θάνατός του. Ο Ελκράσ’ναρχ, έτσι κι αλλιώς, θα καταλάβαινε αργά ή γρήγορα ότι είσαι εναντίον του. Η συσκευή μας εύχομαι μόνο να είναι σε αρκετά ασφαλή θέση.»

«Λογικά, πρέπει να είναι. Σε τι ακριβώς θα χρειαστεί, όμως;»

«Ο Ελκράσ’ναρχ,» είπε ο Κλαρκ, «μπορεί και υφίσταται στο σύμπαν μας εξαιτίας της Παντοκράτειρας. Αυτή η συσκευή, ελπίζουμε, θα μας βοηθήσει να φτάσουμε στην Παντοκράτειρα.»

«Για να τη σκοτώσετε;»

«Αυτό,» είπε ο Κλαρκ, «δεν είναι τόσο εύκολο.»

«Τότε;»

«Η Ναλτάφιρ έχει ένα σχέδιο για να… διαβάλουμε τον Ελκράσ’ναρχ, ας πούμε.»

Ο Ελπιδοφόρος συνοφρυώθηκε. «Φοβάμαι πως δεν καταλαβαίνω. Κι επιπλέον, η Ναλτάφιρ δεν είναι εδώ, στη Ρελκάμνια, σωστά;»

«Θα έρθει,» τον διαβεβαίωσε ο Κλαρκ. «Σύντομα.»

5.

Το μεγάλο αεροπλάνο βγήκε απ’τον Αιθέρα και πέταξε στον ουρανό της Ρελκάμνια. Από κάτω του απλωνόταν η Ατέρμονη Πολιτεία: ψηλότερα και χαμηλότερα οικοδομήματα, γέφυρες, δρόμοι, σιδηροδρομικές γραμμές. Στον ουρανό, ο ήλιος όδευε προς τη δύση, και η Ουλή έβγαζε καπνούς και κόκκινες ανταύγειες.

Η Αγαρίστη, στο εσωτερικό του μεγάλου αεροσκάφους, δεν αισθανόταν εντυπωσιασμένη από το θέαμα. Ήταν βαρετό γι’αυτήν. Το είχε δει και το είχε ξαναδεί. Χασμουρήθηκε.

Κρίμα που είχε φύγει τόσο γρήγορα απ’τη Σάρντλι. Ήθελε να μείνει κι άλλο με τον Ορείχαλκο. Μπορούσε, μάλιστα, και να τον βοηθήσει να λύσει το πρόβλημά του με τα ορυχεία, ίσως. Αλλά όταν είσαι η Παντοκράτειρα έχεις όλο υποχρεώσεις…

«Πώς σου φάνηκε η Σάρντλι, Τζένιφερ;» ρώτησε η Αγαρίστη, παίρνοντας το βλέμμα της από το παράθυρο πλάι της και στρέφοντάς το στη Μαύρη Δράκαινα, η οποία ήταν μισοξαπλωμένη στον σοφά, ντυμένη με τη μελανή στολή της και βαστώντας ένα ποτήρι σαμπάνια στο δεξί χέρι.

«Έχω ξαναπάει, Μεγαλειοτάτη. Παλιότερα.»

«Είναι παράξενη διάσταση, δεν είναι;»

«Είναι.»

«Τον Ορείχαλκο, όμως, δεν τον ήξερες. Πώς σου φάνηκε ο Ορείχαλκος;»

«Η επιλογή σας να τον παντρευτείτε ήταν πολύ καλή, Μεγαλειοτάτη,» είπε η Τζένιφερ, και ήπιε μια γουλιά σαμπάνια.

«Γιατί το νομίζεις αυτό;»

«Είναι όμορφος, και φέρεται ωραία.»

«Πράγματι,» συμφώνησε η Αγαρίστη. «Πράγματι…» Κι έστρεψε πάλι το βλέμμα της στο παράθυρο, καθώς το αεροπλάνο είχε αρχίσει να χάνει ύψος. Πλησίαζε το Παντοτινό Ανάκτορο.

Έφτασε από πάνω του και κατέβηκε, κάθετα. Προσγειώθηκε σε μια οροφή ειδικά διαμορφωμένη γι’αυτό τον σκοπό.

Ο φτερωτός βοηθός της Παντοκράτειρας τη ζύγωσε. Ο τηλεπικοινωνιακός δίαυλος επάνω του κουδούνιζε. Η Αγαρίστη είπε μια λέξη προσταγής και το ημιμηχανικό πλάσμα προσγειώθηκε στα γόνατά της. Εκείνη πάτησε ένα κουμπί στη ράχη του, ανοίγοντας τον δίαυλο.

«Μεγαλειοτάτη;» Η φωνή της Βάρμης.

«Τι είναι, Βάρμη;»

«Φτάσαμε.»

«Το βλέπω. Γι’αυτό με κάλεσες;»

«Σκέφτηκα ότι ίσως να κοιμόσασταν, ή… οτιδήποτε.»

«Μην ακούω ανοησίες…» είπε η Αγαρίστη βαριεστημένα, και έκλεισε τον δίαυλο. Το φτερωτό πλάσμα έφυγε, πετώντας, από τα γόνατά της.

«Αυτή η Βάρμη είναι ανόητη μερικές φορές, δεν είναι;» ρώτησε η Παντοκράτειρα τη Τζένιφερ.

«Προσπαθεί να κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί, Μεγαλειοτάτη,» αποκρίθηκε η Μαύρη Δράκαινα.

«Το λες επειδή πραγματικά το πιστεύεις;» Η Αγαρίστη σηκώθηκε. «Σαν φίλη μου;»

«Ασφαλώς.»

Η Παντοκράτειρα πήρε ένα παλτό με γούνα από μια κρεμάστρα, το φόρεσε, και εκείνη κι η Τζένιφερ βγήκαν από το δωμάτιο, ακολουθούμενες από τους δύο Υπερασπιστές. Προτού φτάσουν στην έξοδο του αεροσκάφους, συνάντησαν τη Βάρμη ντυμένη με τη στρατιωτική στολή της. Μαζί της ήταν μερικοί ειδικοί στρατιώτες της φρουράς της Παντοκράτειρας.

«Ελπίζω να μην ξέχασες τίποτα ρούχα μες στο σκάφος…» είπε η Αγαρίστη στη Βάρμη.

Εκείνη κοκκίνισε. «Όχι,» αποκρίθηκε. «Τα έχω όλα.»

Η Αγαρίστη γέλασε και βάδισε προς την έξοδο. Οι στρατιώτες είχαν ήδη ανοίξει την πόρτα, και η Παντοκράτειρα κι η συνοδία της βγήκαν στην οροφή όπου είχε προσγειωθεί το μεγάλο αεροπλάνο. Μπήκαν σ’έναν ανελκυστήρα, που τους χωρούσε άνετα όλους, και κατέβηκαν μερικά πατώματα. Μετά, η Αγαρίστη, συνοδευόμενη τώρα μόνο από τους δύο Υπερασπιστές, πήγε στα διαμερίσματά της, τα οποία ήταν τόσο μεγάλα όσο ορισμένα ξενοδοχεία.

Μπαίνοντας, έβγαλε το παλτό της και το άφησε να πέσει στο πάτωμα καθώς βάδιζε περνώντας από το ένα δωμάτιο στο άλλο. Οι δύο Υπερασπιστές που είχαν μείνει εδώ, στη Ρελκάμνια, όσο εκείνη ήταν στη Σάρντλι βρέθηκαν εμπρός της.

«Αρχόντισσά μας,» είπε ο ένας, με την απόκοσμη φωνή του, «πρέπει να σου μιλήσουμε για κάτι.»

«Όχι τώρα.» Η Αγαρίστη πέρασε ανάμεσά τους. «Είμαι κουρασμένη από το ταξίδι.»

Οι Υπερασπιστές – και οι τέσσερις – την ακολούθησαν. «Είναι πολύ σημαντικό.»

Η Αγαρίστη, βαδίζοντας, έβγαλε τα παπούτσια της και τα πέταξε προς τυχαία κατεύθυνση. (Χωρίς εκείνη να τα δει, το ένα κατέληξε πάνω σ’ένα τραπεζάκι, το άλλο μέσα σ’ένα καλάθι από ακριβό ξύλο.) «Αφήστε το γι’αργότερα! Δε βλέπετε ότι παραπατάω;»

«Αρχόντισσά μας, πρέπει να μιλήσουμε τώρα. Τα γεγονότα δεν περιμένουν κανέναν. Κι έχουμε ήδη αρχίσει να παίρνουμε μέτρα…» Καθώς μιλούσαν πίσω της, η Παντοκράτειρα δεν ήταν βέβαιη ότι όλα αυτά τα είχε πει ένας Υπερασπιστής. Μπορεί να τα είχαν πει δύο, ή ακόμα και τρεις – μία πρόταση ο καθένας. Αλλά, σε τελική ανάλυση, όπως ήξερε, δεν είχε σημασία.

Η Αγαρίστη γέλασε καθώς έβγαζε το φόρεμά της πάνω απ’το κεφάλι της, πηγαίνοντας προς ένα δωμάτιο με πισίνα. «Είστε μελοδραματικοί! Μου έχετε κινήσει την περιέργεια.» Μπήκε στο δωμάτιο. Δοκίμασε το νερό με το χέρι της. Ήταν χλιαρό, όπως έπρεπε.

«Η φίλη σου, Αρχόντισσά μας, η Φενίλδα’σαρ, εξαφανίστηκε.»

Η Αγαρίστη έβγαλε τα εσώρουχά της και βούτηξε στην πισίνα. Για λίγο έμεινε κάτω απ’το νερό. Μετά έβγαλε το κεφάλι της επάνω, φτύνοντας έναν πίδακα. «Η Φενίλδα; Και πού πήγε;»

«Δεν ξέρουμε, Αρχόντισσά μας. Είπαμε: εξαφανίστηκε.»

Η Αγαρίστη γέλασε. «Ανοησίες! Πόσο καιρό λείπει;»

«Ήταν σε ένα μπαρ μαζί με τη φίλη σου την Καλλιστώ. Κάποιος την κάλεσε μέσω επικοινωνιακού διαύλου. Η Φενίλδα’σαρ πήγε, μίλησε, και έφυγε από το μπαρ.»

«Και μετά;»

«Εξαφανίστηκε. Κανένας δεν την έχει δει έκτοτε. Και ψάξαμε γι’αυτήν, Αρχόντισσά μας…»

Οι Υπερασπιστές της της φαίνονταν ανήσυχοι. Ήταν δυνατόν κάτι τέτοιο; Οι Υπερασπιστές της να είναι ανήσυχοι; Η Αγαρίστη συνοφρυώθηκε.

«Συνέβη, όμως, και κάτι άλλο, Αρχόντισσά μας, πολύ πιο σημαντικό. Μια νύχτα, ο Στίβεν Νέλκος, ο φονιάς της φίλης σου της Αγγελικής Έμφωτης, επέστρεψε–»

«ΤΙ!» Η φωνή της Παντοκράτειρας αντήχησε μέσα στο δωμάτιο. Τα χέρια της πιάστηκαν στην άκρη της πισίνας, για να τη σηκώσουν και το ένα της γόνατο να πατήσει στο ξύλινο πάτωμα. Το νερό κυλούσε επάνω στο τώρα λευκό-ροζ δέρμα της σχηματίζοντας δεκάδες ρυάκια.

«Δυστυχώς, δεν ήταν μόνος. Είχε βοήθεια. Από εχθρικές δυνάμεις.»

«Τι εχθρικές δυνάμεις; Αποστάτες;» Η Αγαρίστη σηκώθηκε όρθια, βαδίζοντας προς τα εκεί όπου κρεμόταν μια ρόμπα.

«Πιθανώς, Αρχόντισσά μας. Εισέβαλε στο Παντοτινό Ανάκτορο και σκότωσε πολλούς.»

Η Παντοκράτειρα πήρε τη ρόμπα και την τύλιξε γύρω της. «Τον συλλάβατε;»

«Μας ξέφυγε, δυστυχώς. Η βοήθεια που είχε ήταν… αξιοσημείωτη. Οι σύμμαχοί του διέθεταν δυνάμεις που μοιάζουν με τις δικές μας.»

«Τι εννοείς;» γρύλισε η Παντοκράτειρα.

«Βρέθηκαν πτώματα με κομμάτια τελείως εξαϋλωμένα,» είπε ένας Υπερασπιστής· κι ένας άλλος ύψωσε το χέρι του κι αυτό μετατράπηκε σε λόγχη από μαύρη-αργυρή-πορφυρή φωτιά, η οποία τινάχτηκε σαν μαστίγιο και χτυπώντας ένα σκαμνί το εξαΰλωσε.

«Ποιος είναι αυτός ο εχθρός;» ρώτησε η Παντοκράτειρα, ταραγμένη.

«Δεν είμαστε βέβαιοι ακόμα, Αρχόντισσά μας,» είπε ένας Υπερασπιστής.

«Αλλά το ερευνούν όλοι σου οι πράκτορες,» είπε ένας άλλος.

«Και οι πολεμιστές σου βρίσκονται σε συνεχή επιφυλακή,» πρόσθεσε ένας τρίτος.

«Εμείς, φυσικά, πάντοτε είμαστε στο πλευρό σου,» δήλωσε ο τελευταίος.

6.

«Άφησες τη Φενίλδα να εξαφανιστεί!» φώναξε η Αγαρίστη στην Καλλιστώ, εξοργισμένη. Το δέρμα της ήταν κατάμαυρο, τα μαλλιά της πορφυρά, και φορούσε έναν πράσινο χιτώνα όλο πτυχώσεις, με χρυσό σιρίτι στα μανίκια, στους ώμους, και στον ποδόγυρο.

Η Καλλιστώ έκανε ένα βήμα πίσω. «Δεν την άφησα. Μόνη της πήγε κι εξαφανίστηκε!»

«Δεν κατάλαβες ότι κάτι το περίεργο συνέβαινε όταν την κάλεσαν στον δίαυλο του μπαρ;»

«Πού… πού να το υποψιαστώ;»

«Είσαι χαζή!» φώναξε η Παντοκράτειρα. Κι αναστέναξε, χτυπώντας τα χέρια της στους μηρούς της. Κάθισε σε μια βαθιά πολυθρόνα, φανερά συγχυσμένη, σταυρώνοντας τα πόδια της στο γόνατο. «Γι’αυτό λένε ότι πρέπει να προσέχεις τις φίλες σου…»

«Μα, Αγαρίστη, εγώ… Δεν– Πώς να ξέρω τι είχε στο μυαλό της η Φενίλδα; Δεν μου είχε πει τίποτα που να… να με προϊδεάσει κάπως.»

Η Παντοκράτειρα την κάρφωσε μ’ένα φαρμακερό βλέμμα, και η Καλλιστώ ξανάκανε ένα βήμα πίσω. «Εξαφανίσου. Από. Μπροστά μου.»

Η Καλλιστώ δεν χρειαζόταν άλλη προτροπή.

Η Αγαρίστη αναστέναξε ξανά, σταυρώνοντας τα χέρια της στο στήθος. «Μερικές μέρες λείπω από τη Ρελκάμνια και δες τι συμβαίνει, γαμώ το κεφάλι του Σκοτοδαίμονος!»

Το φτερωτό ημιμηχανικό πλάσμα την πλησίασε ενώ ο δίαυλος επάνω του κουδούνιζε.

«Τι θες κι εσύ, τώρα;» Η Αγαρίστη τού έκανε νόημα να έρθει κοντά, κι όταν ήταν επάνω της πάτησε το κουμπί που ενεργοποιούσε τον δίαυλο.

«Μεγαλειοτάτη,» ακούστηκε μια αντρική φωνή (κάποιος φρουρός της), «η Αρχιέρεια του Κρόνου, Ρία-Μία, είναι εδώ και ζητά να σας δει.»

«Ας περάσει.»

Η Ρία-Μία σύντομα ήταν στο δωμάτιο όπου καθόταν η Παντοκράτειρα. «Καλωσόρισες, Αγαρίστη,» είπε. Και βλέποντας την έκφρασή της: «Υποθέτω έμαθες τι έχει συμβεί…»

«Είναι απαράδεκτα όλα όσα έχουν συμβεί, Ρία! Η Φενίλδα εξαφανίστηκε, μου λένε. Ο Στίβεν Νέλκος επέστρεψε, ο φονιάς! Και έχει βοήθεια από αποστάτες και δαίμονες!»

Η Ρία, αφού έβγαλε την κάπα της και την κρέμασε στην κρεμάστρα, κάθισε στον καναπέ. «Ήμουν εδώ, στο Παντοτινό Ανάκτορο, όταν το περιστατικό συνέβη, Αγαρίστη. Το ξέρεις;»

«Όχι.»

«Είδα τους νεκρούς. Ένας αξιωματικός είχε αποκεφαλιστεί, και το τραύμα είχε καυτηριαστεί· και το κεφάλι δεν ήταν πουθενά τριγύρω–»

«Το ξέρω.»

«Βρισκόταν μαζί με τον Μάξιμο σε μια αίθουσα ψυχαγωγίας. Και ο Μάξιμος ήταν που είδε τον Στίβεν πρώτος. Αυτός τον αναγνώρισε–»

«Ποιος είναι ο Μάξιμος;»

«Ένας λοχαγός του στρατού σου.»

«Τέλος πάντων. Για λέγε.»

«Ο Μάξιμος είδε τον Στίβεν ν’ανοίγει την πόρτα και να μπαίνει. Αμέσως τον αναγνώρισε και σηκώθηκε όρθιος. Και ο Στίβεν ύψωσε το πιστόλι του και τον πυροβόλησε. Με ενεργειακή ριπή, όχι με σφαίρες. Τον έριξε αναίσθητο. Γι’αυτό ο Μάξιμος δεν είδε πώς ακριβώς πέθανε ο άλλος αξιωματικός – τι ακριβώς του κατέστρεψε το κεφάλι.»

«Μα τους θεούς!» είπε η Αγαρίστη. «Αυτός ο Στίβεν πρέπει να ήταν με τους αποστάτες από την αρχή. Από τότε που σκότωσε την Αγγελική. Ίσως να τον πληρώνει αυτός ο καταραμένος προδότης, ο Ανδρόνικος! Τι ελεεινοί εγκληματίες περιφέρονται στη διάστασή μου, Ρία!»

«Είναι πραγματικά τρομερό, Αγαρίστη…»

«Αναρωτιέμαι,» είπε η Παντοκράτειρα, ανάβοντας τσιγάρο, «ο Ρίμναλ δεν τα ξέρει όλ’αυτά; Και δεν έμαθε ότι γύρισα;» Σηκώθηκε απότομα από την πολυθρόνα της και βάδισε ώς μια γωνία του δωματίου όπου ήταν μια κονσόλα και μια οθόνη. Πάτησε μερικά πλήκτρα, καλώντας τον Ρίμναλ’μορ, έναν από τους συζύγους της.

Το πρόσωπό του δεν άργησε να παρουσιαστεί στην οθόνη: χρυσόδερμο, με μαύρα σγουρά μαλλιά, αξύριστα μούσια, και ελλειψοειδή γυαλιά.

«Αγάπη μου,» είπε, «επέστρεψες…»

«Δεν είχες υπολογίσει τις ώρες;» Ο Ρίμναλ ήταν ο καλύτερος Τεχνομαθής μάγος που γνώριζε· θα μπορούσε να το κάνει αν ήθελε. Αν δεν ήταν πάντα τελείως χαμένος στον κόσμο του.

«Θα τις είχα υπολογίσει, αν γνώριζα πόσο θα έμενες στη Σάρντλι. Όμως δεν μου είπες πόσο θα λείψεις, την τελευταία φορά που σε είδα.»

«Η Παντοκράτειρα πρέπει να δίνει λογαριασμό πόσο θα μείνει σε μια από τις διαστάσεις της; Δεν το νομίζω!»

«Τότε, πώς να υπολογίσω;»

«Θα μπορούσες να μετράς τις ώρες ούτως ή άλλως. Ή να παρακολουθείς ποιος έρχεται και ποιος φεύγει από Αιθέρα.»

«Δεν είναι εύκολο αυτό· και, όπως ξέρεις, είμαι πολυάσχολος άνθρωπος. Χαίρομαι, όμως, που επέστρεψες.»

«Έμαθες τι έγινε στο Παντοτινό Ανάκτορο; Έμαθες για την εμφάνιση του Στίβεν Νέλκος; Για την εξαφάνιση της Φενίλδα;»

«Για την εισβολή στο Ανάκτορο έμαθα. Με ενημέρωσαν οι Υπερασπιστές σου. Ζήτησαν τη βοήθειά μου. Μέχρι στιγμής, όμως, δεν έχω καταφέρει να βρω τίποτα. Η Φενίλδα ποια είναι;»

«Μια φίλη μου! Μάγισσα του τάγματος των Ερευνητών. Φενίλδα’σαρ. Γαλανόδερμη, μαύρα μαλλιά μακριά ώς τη μέση. Μεγάλα στρογγυλά γυαλιά. Πολύ όμορφη – μπορεί ακόμα πιο όμορφη κι από εμένα. Την έχεις δει κάμποσες φορές, είμαι σίγουρη

«Χμ, ναι, νομίζω πως τη θυμάμαι, τώρα που το λες… Είναι, όντως, πιο όμορφη από εσένα, αγάπη μου–»

«Τι;»

«Δε μου είπε κανένας ότι χάθηκε, πάντως.»

Κάποιες φορές είναι σα να μου ζητά να τον αποκεφαλίσω! σκέφτηκε η Αγαρίστη. Γιατί τον παντρεύτηκα κι αυτόν; Α, ναι… ήταν ο καλύτερος Τεχνομαθής μάγος που ήξερε. «Δες αν μπορείς να τη βρεις, εντάξει;»

«Θα το κοιτάξω,» υποσχέθηκε ο Ρίμναλ.

«Ωραία.» Η Αγαρίστη τού έστειλε ένα φιλί μέσα απ’την οθόνη. «Θα έρθεις εδώ, τώρα;» ρώτησε.

«Γιατί;»

«Επειδή – προφανώς – σου έλειψα τόσες μέρες που λείπω!»

«Αν θέλεις έρχομαι.»

«Να έρθεις.» Η Αγαρίστη τερμάτισε την επικοινωνία τους κι επέστρεψε στην πολυθρόνα της. Καθώς μιλούσε δεν κάπνιζε το τσιγάρο της, και είχε καεί το μισό από μόνο του.

Η Παντοκράτειρα τίναξε στάχτη στο πάτωμα και πήρε μια τζούρα. «Γιατί παντρεύτηκα τον Ρίμναλ, Ρία;» ρώτησε.

«Δεν ξέρω, Αγαρίστη· εσύ πες μου. Δεν είναι και τόσο αντιπαθητικός, βέβαια… Έχει μια δική του, προσωπική γοητεία, έτσι ατημέλητος και αφηρημένος όπως είναι, ώρες-ώρες.»

«Λες ε;»

«Ναι.»

«Θα τον παντρευόσουν εσύ;»

«Η Αρχιέρεια του Κρόνου δεν παντρεύεται. Είναι νύφη του Κυρίου της.»

«Σωστά, το ξέχασα. Αν παντρευόταν, όμως, θα τον παντρευόσουν;»

«Δεν είμαι σίγουρη.»

Η Αγαρίστη έριξε το τσιγάρο της στο χαλί και το πάτησε για να σβήσει.

Σάρντλι

1.

«Σε απογοητεύσαμε, Γέγκμπεθ-κορ,» είπε ο Γκαρτάθλο, όταν οι Ούρταθ είχαν επιστρέψει στις όχθες της λίμνης Νόλκ’βα και ήταν νύχτα. Η κατασκήνωσή τους ήταν ακόμα στημένη εδώ· δεν την είχαν διαλύσει φεύγοντας για το ορυχείο και, φυσικά, κανένας δεν την είχε πειράξει όσο έλειπαν.

«Το φταίξιμο δεν είναι αποκλειστικά δικό σας,» αποκρίθηκε ο Ορείχαλκος. «Δεν είχαμε υπολογίσει ότι θα έρχονταν κι άλλοι επαναστάτες από τον αέρα. Κανονικά, αυτό δεν έπρεπε να είχε συμβεί.»

«Οι Ούρταθ, όμως, δεν ηττούνται!» είπε ο Γκαρτάθλο, με μια οργισμένη γυαλάδα στα μάτια του. «Θα επιστρέψουμε σ’εσένα, Γέγκμπεθ-κορ, την πληρωμή μας. Εκτός αν θέλεις να σε υπηρετήσουμε ξανά.»

«Μια προκαταβολή ήταν αυτά που σας έδωσα, και θέλω να τα κρατήσετε. Άνθρωποι από τον λαό σου πέθαναν για χάρη μου, Γκαρτάθλο Τεμέλκο.»

«Αυτό είναι το πεπρωμένο των Ούρταθ: να πεθαίνουν στη μάχη! Αυτό αποζητούν. Αλλιώς, δεν είναι Ούρταθ!»

«Όπως και νάχει,» είπε ο Ορείχαλκος, «θα ήθελα να κρατήσετε όσα έχετε ήδη λάβει από εμένα.»

«Είσαι πολύ γενναιόδωρος με όσους ηττούνται, Γέγκμπεθ-κορ.»

«Σου είπα: δεν θεωρώ αυτή την αποτυχία δικό σας λάθος. Θα είχατε νικήσει – είναι προφανές – αν δεν έρχονταν οι ενισχύσεις από τον αέρα.

»Θα ξαναμιλήσουμε, Γκαρτάθλο Τεμέλκο. Μπορείτε να μείνετε εδώ, στις όχθες της λίμνης, εν τω μεταξύ.»

«Θα μας χρειαστείς ξανά;»

«Μπορεί,» είπε ο Ορείχαλκος. «Πρέπει να σκεφτώ πρώτα.»

«Όπως επιθυμείς, Γέγκμπεθ-κορ.»

Ο Ορείχαλκος μπήκε στο φορτηγό μέσα στο οποίο τον περίμεναν η Ανεμόφθαλμη, ο Όνυχας ο Δεύτερος, ο Ρουμπίνης, και η Γρανίτια η Πρώτη. «Οδηγέ, φεύγουμε,» φώναξε στον άντρα που καθόταν στο τιμόνι, και το μεγάλο όχημα άρχισε να κινείται.

«Τι σου έλεγε τόση ώρα;» ρώτησε η Ανεμόφθαλμη.

«Το πήρε προσωπικά που χάσαμε τη μάχη,» αποκρίθηκε ο Ορείχαλκος. «Οι Ούρταθ είναι περήφανος λαός στον πόλεμο. Το φταίξιμο, όμως, δεν ήταν δικό τους, και του το είπα.»

«Περιμένει, δηλαδή, να πληρωθεί τώρα;» ρώτησε η Γρανίτια.

Ο Ορείχαλκος στράφηκε να κοιτάξει την ξαδέλφη του. Τόσοι από τους ανθρώπους του πέθαναν, σκέφτηκε· κανονικά, δεν θα έπρεπε να περιμένει να πληρωθεί, Γρανίτια; «Όχι, δεν περιμένει να πληρωθεί. Μάλιστα, προθυμοποιήθηκε να μου επιστρέψει την προκαταβολή που τους έχουμε δώσει. Αλλά αρνήθηκα.»

«Σκορπάς χρήματα – κι αυτή την περίοδο έχουμε ολοένα και λιγότερα.»

«Πολέμησαν καλά, Γρανίτια,» είπε ο Ορείχαλκος. «Κάποιος μάς πρόδωσε, γι’αυτό ηττήθηκαν. Κάποιος είχε ενημερώσει τους επαναστάτες ότι θα ερχόμασταν, κι έτσι ήταν έτοιμοι για εμάς κι έστειλαν αμέσως ενισχύσεις.»

«Ναι,» συμφώνησε ο Όνυχας νεύοντας, «αυτό νομίζω κι εγώ, Ορείχαλκε. Ας σκεφτούμε,» είπε, συνοφρυωμένος, καθώς είχε την πλάτη ακουμπισμένη στο κάθισμά του και τα χέρια του σταυρωμένα εμπρός του: «ποιος ήξερε ότι θα έφερνες τους Ούρταθ εδώ; Ο Αστροφώτιστος ο Τρίτος, που σ’τους πρότεινε· η Ανεμόφθαλμη, που ήταν συνέχεια μαζί σου· εμείς, οι Ορειβάτες· οι Παντοκρατορικοί που τους μετέφεραν μέσα στο αεροσκάφος· οι ίδιοι οι Ούρταθ. Οι υπηρέτες και οι φρουροί του Οίκου μας γνώριζαν επίσης ότι ήρθαν κάποιοι βάρβαροι και κατασκήνωσαν στις ακτές της λίμνης Νόλκ’βα, αλλά δεν γνώριζαν λεπτομέρειες γι’αυτούς· κανένας, απ’όσο ξέρω, δεν τους είχε πει τίποτα. Σωστά;»

«Σωστά,» αποκρίθηκε ο Ορείχαλκος.

«Δε θα μπορούσαν, όμως, να το υποθέσουν, ότι τους φέραμε για να ξαναπάρουμε τα ορυχεία;» έθεσε το ερώτημα ο Ρουμπίνης.

«Θα μπορούσαν,» συμφώνησε ο Όνυχας. «Αλλά δε νομίζω ότι είχαν καμία ιδιαίτερη ένδειξη. Επιπλέον, ακόμα κι αν υπάρχουν προδότες ανάμεσά τους, δε νομίζω ότι θα είχαν τον χρόνο για να μας προδώσουν. Τη μια μέρα οι Ούρταθ ήρθαν και κατασκήνωσαν στις όχθες της λίμνης· την άλλη, πήγαμε να πολεμήσουμε.

»Επίσης, μην ξεχνάτε πως οι επαναστάτες φάνηκε ότι ήξεραν σε ποιο ακριβώς από τα κατειλημμένα ορυχεία θα επιτιθόμασταν. Όμως ούτε εμείς δεν ξέραμε σε ποιο από τα ορυχεία θα επιτιθόμασταν, παρά μέχρι πρόσφατα, που το συζητήσαμε με τον Γκαρτάθλο. Έτσι δεν είναι, Ορείχαλκε;»

Ο Ορείχαλκος κατένευσε. «Πράγματι, θείε.»

Το φορτηγό πλησίαζε το Πολύλιθο Μέγαρο τώρα, βόρεια της Φιλτά’κβι· τα φώτα του φαίνονταν έντονα μέσα στη νύχτα.

Ο Όνυχας συνέχισε: «Χτες βράδυ μιλούσαμε με τον Γκαρτάθλο για την επίθεση: και ποιοι ήταν παρόντες; Εσύ, Ορείχαλκε, η Ανεμόφθαλμη, ο Ρουμπίνης, και η Γρανίτια – στην αρχή. Μετά, ήρθα κι εγώ και η Αζουρίτια η Δεύτερη.»

«Πιστεύετε, δηλαδή, ότι κάποιος από εμάς πρόδωσε το σχέδιό μας στους επαναστάτες;» τον ρώτησε η Ανεμόφθαλμη. Πάντοτε του μιλούσε στον πληθυντικό, όπως και στα άλλα μέλη των Ορειβατών που ήταν μεγάλης ηλικίας. «Κατ’αρχήν, δεν υπήρχε χρόνος για να γίνει αυτό. Όπως είπατε πριν, τη μια μέρα ήρθαν οι Ούρταθ, την άλλη επιτεθήκαμε στο ορυχείο.»

«Αυτό είναι αλήθεια,» παραδέχτηκε ο Όνυχας: «χρόνος δεν υπήρχε. Ωστόσο, τα πάντα δείχνουν ότι οι επαναστάτες μάς περίμεναν. Ήταν προετοιμασμένοι για κάποια μεγάλη επίθεση εναντίον τους.»

«Ναι,» είπε ο Ορείχαλκος σκεπτικά, καθώς το φορτηγό σταματούσε κοντά στο Πολύλιθο Μέγαρο, πλάι σε άλλα οχήματα, «για κάποια μεγάλη επίθεση εναντίον τους, σίγουρα. Όμως ίσως να μη γνώριζαν ότι θα χτυπούσαμε αυτό το συγκεκριμένο ορυχείο–»

«Τότε, πώς ήταν έτοιμοι για εμάς, αδελφέ;» απόρησε ο Ρουμπίνης.

«Δεν ήταν, ακριβώς, έτοιμοι στο συγκεκριμένο ορυχείο,» τόνισε ο Ορείχαλκος. «Δεν μας περίμεναν εκεί. Ήρθαν με αεροσκάφη. Αυτό σημαίνει, ίσως, ότι δεν ήξεραν πού θα γινόταν η επίθεση.»

Ο Όνυχας ένευσε. «Σωστά, σωστά, Ορείχαλκε…» Τα μάτια του είχαν στενέψει επάνω στο μαυρόδερμο πρόσωπό του· έμοιαζαν με δύο φωτεινές, έξυπνες σχισμάδες.

«Πρέπει να φρουρούσαν όλα τα κατειλημμένα ορυχεία,» συνέχισε ο Ορείχαλκος. «Να τα φρουρούσαν για να ειδοποιήσουν τις δυνάμεις τους που περίμεναν κάποιο σύνθημα, ώστε να έρθουν και να μας επιτεθούν από τα νώτα.»

«Ναι,» συμφώνησε ο Όνυχας, «αυτό πρέπει να έγινε. Βγάζει περισσότερο νόημα από την άλλη υπόθεση, ότι κάποιος πρόλαβε να τους ενημερώσει πως θα επιτεθούμε στο ορυχείο χαλκού.»

«Με συγχωρείτε, Άρχοντές μου,» ακούστηκε η φωνή του οδηγού από μπροστά. «Έχουμε φτάσει. Με χρειάζεστε για κάτι άλλο;»

«Όχι,» του είπε ο Ορείχαλκος· «μπορείς να πηγαίνεις.» Και ο άντρας έφυγε.

Ο Όνυχας συνέχισε: «Κάποιος πρέπει να ενημέρωσε τους επαναστάτες πολύ προτού έρθουν οι Ούρταθ στις όχθες της λίμνης Νόλκ’βα. Επομένως: ποιοι ήξεραν για τους Ούρταθ προτού τους φέρεις εδώ; Εσύ, Ορείχαλκε, ο Αστροφώτιστος ο Τρίτος, η Ανεμόφθαλμη, και οι ίδιοι οι Ούρταθ.»

«Οι Ούρταθ,» είπε ο Ορείχαλκος, «αποκλείεται να έχουν συναναστροφές με επαναστάτες.» Ποιος έχει, τότε; Ο Αστροφώτιστος; Η Ανεμόφθαλμη; Το ένα τού έμοιαζε πιο απίθανο απ’το άλλο.

«Μαζί μας,» τους θύμισε η Ανεμόφθαλμη, «ήταν και κάποιοι σωματοφύλακες του Ορείχαλκου, καθώς και ο πιλότος του ελικοπτέρου. Επίσης, μιλήσαμε με ανθρώπους της Λίσλιβεπ – αυτούς στην εταιρεία Μπότες, Ιστία, και Τροχοί. Τους είπαμε ότι θέλουμε να πάμε στη Νάθγκαν.»

«Οι άνθρωποι της Λίσλιβεπ ήρθαν, λοιπόν, εδώ, στην άλλη άκρη της Σάρντλι, και ειδοποίησαν τους επαναστάτες;» είπε ο Όνυχας. «Δε μου φαίνεται πιθανό, Ανεμόφθαλμη. Για τους σωματοφύλακες και τον πιλότο, όμως… ίσως να έχεις δίκιο. Ίσως να υπάρχει λόγος να τους υποψιαζόμαστε.»

Η Γρανίτια είπε, κουρασμένα: «Καλύτερα να το συζητήσουμε το πρωί. Τώρα δεν νομίζω ότι θα βγάλουμε καμια άκρη.»

«Έχει δίκιο,» είπε ο Ορείχαλκος στον Όνυχα. «Πιο καλά να ξεκουραστούμε.»

Ο Όνυχας ένευσε. «Ναι, ας πηγαίνουμε.» Εξακολουθούσε, όμως, να είναι φανερά προβληματισμένος.

«Θα μιλήσεις εσύ στον Σίδηρο τον Πρώτο, θείε;» ρώτησε ο Ορείχαλκος, καθώς είχαν βγει από το φορτηγό και έμπαιναν στο Πολύλιθο Μέγαρο. Δύο φρουροί τούς χαιρέτισαν κλίνοντας τα κεφάλια.

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Όνυχας, «θα του μιλήσω εγώ.»

«Ευχαριστώ, θείε.» Ο Ορείχαλκος ήταν βέβαιος πως ο Σίδηρος ο Πρώτος θα ήταν όλο φωνές και φασαρία όταν μάθαινε ότι η επίθεση είχε αποτύχει. Κι ας ελπίσουμε πως δεν το έχει υποψιαστεί ήδη. Διότι δεν αποκλειόταν να μην είχε κοιμηθεί ακόμα και, κοιτάζοντας από κάποιο παράθυρο ή εξώστη, να είχε δει τα φορτηγά να επιστρέφουν για να αφήσουν τους Ούρταθ στις όχθες της Νόλκ’βα.

2.

Οι επαναστάτες κατασκήνωσαν μπροστά στις εισόδους του ορυχείου και του υπόγειου αμπελιού, και ύστερα βάλθηκαν να κάψουν τους νεκρούς. Τους Ούρταθ τούς συγκέντρωσαν σ’έναν σωρό, τον έναν πάνω στον άλλο, τους έραναν με λάδι, και πέταξαν επάνω τους μερικούς δαυλούς για ν’αρπάξουν φωτιά. Ο ιερέας του ορυχείου δεν είπε παρά τα ελάχιστα δυνατά λόγια γι’αυτούς, γιατί, καθότι εχθροί τους, οι ιθαγενείς των βουνών δεν είχαν κανέναν σεβασμό για τους Ούρταθ – οι οποίοι, επιπλέον, τους έμοιαζαν τόσο παράξενοι και εξωτικοί με το κατάλευκο δέρμα τους ώστε να είναι σχεδόν εξωδιαστασιακοί γι’αυτούς. Ωστόσο, δεν μπορούσαν και να κάψουν τα πτώματα χωρίς καμία απολύτως τελετή, επειδή τότε, σύμφωνα με τα πιστεύω τους, θα υπήρχε κίνδυνος τα πνεύματα των νεκρών να επιστρέψουν για να τους εκδικηθούν, ή ίσως παράξενες κατάρες να έπεφταν επάνω τους, σταλμένες από τους θεούς. Επομένως, καλύτερα να ήταν προσεχτικοί.

Ο Σάνραντιλ’φεν είπε στον Ανδρόνικο και τους συντρόφους του, οι οποίοι στέκονταν και κοίταζαν την καύση των Ούρταθ: «Ο ιερέας επικαλείται τους Τίβτορος, τους Φύλακες του Έκτου Βασιλείου του Θανάτου: κατώτερους θεούς, δαιμονικά γεννήματα του Τάρφεοθ, θεού του σκότους και των υπόγειων βαθών.»

«Δε στέλνει, λοιπόν, τους νεκρούς σε όμορφο μέρος, υποθέτω…» σχολίασε η Άνμα’ταρ.

«Πώς είναι το Έκτο Βασίλειο του Θανάτου, Σάνραντιλ;» ρώτησε η Ιωάννα.

«Σκοτεινές σπηλιές, όπου οι ψυχές χάνουν τον δρόμο τους, και όπου πάντοτε δαιμονικοί άνεμοι φυσούν.»

Η Άνμα ρώτησε: «Θα στείλει και τους δικούς του νεκρούς στο ίδιο Βασίλειο;»

«Όχι.»

«Γίνονται διακρίσεις, λοιπόν.»

«Φυσικά και γίνονται.»

«Τα έχει δει κανένας αυτά τα Βασίλεια του Θανάτου;» ρώτησε η Άνμα.

«Εκατομμύρια άνθρωποι. Αλλά κανένας δεν επέστρεψε από εκεί,» αποκρίθηκε ο Σάνραντιλ.

Οι άλλοι γέλασαν.

«Τι γίνεται αν πετάξεις πέρα από την Εσχάτη;» ρώτησε η Άνμα. «Μετά από αυτή την έρημο δεν λένε ότι είναι τα Επτά Βασίλεια του Θανάτου;»

«Κανένας δεν έχει επιστρέψει από ένα τέτοιο ταξίδι, Άνμα. Δεν ξέρουμε γιατί.»

Μετά την καύση των νεκρών Ούρταθ, οι γηγενείς των βουνών σκόρπισαν τις στάχτες και τα κόκαλά τους στο ορεινό τοπίο, κι άρχισαν να τοποθετούν σε συγκεκριμένες σειρές τους δικούς τους νεκρούς, ευλαβικά και θρηνώντας. Ανάμεσα στους πεσόντες ήταν και κάμποσοι από τους επαναστάτες που είχαν έρθει μαζί με τον Ανδρόνικο.

Ο Πρίγκιπας της Επανάστασης πάντοτε αισθανόταν μια βαθιά θλίψη όταν συνειδητοποιούσε πόσοι άνθρωποι είχαν σκοτωθεί πολεμώντας γι’αυτόν. Ακόμα κι όταν θύμιζε στον εαυτό του ότι δεν είχαν πεθάνει πραγματικά για εκείνον αλλά επειδή ήθελαν να διώξουν τους Παντοκρατορικούς από την πατρίδα τους, ακόμα και τότε η θλίψη δεν έφευγε από την ψυχή του. Εγώ τούς οδηγούσα. Θα μπορούσα να τους είχα οδηγήσει καλύτερα, σκεφτόταν, παρότι γνώριζε ότι όλες οι μάχες είχαν και τους νεκρούς τους· ήταν κάτι που δεν μπορούσε να αποφευχθεί.

Όταν οι ιθαγενείς τελείωσαν με την τοποθέτηση των πτωμάτων, άρχισαν να τα ραίνουν με λάδι και αρώματα, ενώ ο ιερέας έψελνε.

«Τι κάνουν τώρα;» ρώτησε η Άνμα’ταρ.

«Η τελετή για τους δικούς τους ανθρώπους είναι πιο προσεγμένη,» εξήγησε ο Σάνραντιλ’φεν. «Δεν τους έβαλαν στη γη τυχαία, όπως βλέπεις. Τα σώματά τους σχηματίζουν, ξανά και ξανά, το ιερό σύμβολο του Άνβρεοθ, του θεού των ουρανών. Ο ιερέας μιλά για τη γενναιότητα των πεσόντων και επικαλείται τους Νεφρόκνος, τους Καβαλάρηδες των Ανέμων. Τους ζητά να πάρουν τα πνεύματα που, με την καύση, θα ελευθερωθούν από τα νεκρά σώματα και να τα μεταφέρουν στο Τρίτο Βασίλειο των Νεκρών, όπου άρχει η Ζικνίρφιπ, η Βασίλισσα με τα Τρία Πρόσωπα.»

«Είναι καλό Βασίλειο αυτό;»

«Θεωρείται καλύτερο απ’το Έκτο Βασίλειο, ναι,» είπε ο Σάνραντιλ. «Η Ζικνίρφιπ είναι παιδί της Νάεφισπ και του Άνβρεοθ. Την έκαναν προτού τσακωθούν, όπως λέει ο μύθος, και δεν ξαναμιλήσουν.»

Το ράντισμα των νεκρών τελείωσε, και οι ιθαγενείς, κρατώντας ψηλούς δαυλούς, άρχισαν να βάζουν φωτιά στα πτώματα, χωρίς βιασύνη, ευλαβικά. Ο ιερέας συνέχιζε να ψέλνει δυνατά, σε κάποια διάλεκτο ή γλώσσα της Σάρντλι που ο Ανδρόνικος, τουλάχιστον, δεν καταλάβαινε.

Η Άνμα’ταρ ρώτησε: «Είναι ιερέας του Άνβρεοθ;»

«Όχι,» είπε ο Σάνραντιλ.

«Πανθεϊκός είναι,» είπε ο Σέλιρ’χοκ.

«Γνωρίζεις για τους ιερείς μας…» παρατήρησε ο Σάνραντιλ, κάπως ξαφνιασμένος.

«Γενικές πληροφορίες, μόνο,» αποκρίθηκε ο Σέλιρ. «Τα άμφια του συγκεκριμένου ιερέα λένε καθαρά ότι είναι πανθεϊκός.»

«Τι πάει να πει ‘πανθεϊκός’;» ρώτησε η Άνμα.

«Λατρεύει όλους τους θεούς,» εξήγησε ο Σάνραντιλ. «Τους μεγάλους, τουλάχιστον.»

«Κι αυτό σημαίνει πως είναι κατώτερος από τους άλλους ιερείς, ή ανώτερος;»

«Ούτε το ένα ούτε το άλλο. Είναι διαφορετικού είδους ιερέας απλώς. Στη Σάρντλι, εξάλλου, υπάρχουν πολλών ειδών ιερείς. Σε κάθε περιοχή οι θεοί λατρεύονται και λιγάκι διαφορετικά.»

Οι ιθαγενείς μιμήθηκαν τον ιερέα καθώς η φωτιά φούντωνε, ψέλνοντας μαζί του. Οι φωνές τους γέμισαν τη νύχτα, ενώ το μεγάλο, ασημόχρωμο φεγγάρι τούς ατένιζε από τους ουρανούς.

3.

Ο Ορείχαλκος ήταν προβληματισμένος καθώς έμπαινε στα δωμάτιά του μαζί με την Ανεμόφθαλμη. Αν υπήρχε κάποιος προδότης κοντά στους Ορειβάτες – και, μάλλον, υπήρχε – ποιος μπορεί να ήταν; Τους τέσσερις σωματοφύλακες που είχε πάρει μαζί του σ’εκείνο το ταξίδι τούς εμπιστευόταν απόλυτα. Ήταν από τους πιο πιστούς πολεμιστές του Οίκου του. Και ο πιλότος το ίδιο. Ποιος άλλος, λοιπόν, μπορεί να είχε προδώσει τα σχέδιά του στην Επανάσταση; Ο θείος Αστροφώτιστος; Είχε, σίγουρα, πολλές διασυνδέσεις· ήταν άνθρωπος που βρισκόταν στα μέσα και στα έξω της Σάρντλι… αλλά, και πάλι, γιατί; Τι είχε να κερδίσει; Του είχαν υποσχεθεί κάτι οι επαναστάτες; Κάτι που ο Ορείχαλκος τώρα δεν μπορούσε – εξαιτίας της κούρασής του, ίσως – να φανταστεί;

Κι έπειτα, ήταν η Ανεμόφθαλμη, η οποία βρισκόταν τώρα δίπλα του, βγάζοντας τα ρούχα της με σκοπό, μάλλον, να πάει στο λουτρό. Η Ανεμόφθαλμη… την οποία ο Ορείχαλκος γνώριζε από τότε που κι οι δυο τους ήταν μικροί. Η Ανεμόφθαλμη… με την οποία ήταν εραστές από τότε που βρίσκονταν σε ηλικία που μπορούσαν να είναι εραστές.

Ήταν δυνατόν η Ανεμόφθαλμη να δούλευε για την Επανάσταση; Ήταν δυνατόν η Ανεμόφθαλμη να τον είχε προδώσει; Ο Ορείχαλκος δεν το πίστευε. Τι μπορεί να είχε να κερδίσει; Η απάντηση ήταν εκατό φορές πιο δύσκολο να βρεθεί απ’ό,τι για τον θείο τους, τον Αστροφώτιστο τον Τρίτο. Η Ανεμόφθαλμη ήταν, πολύ απλά, αδύνατον να έχει λόγο να τον προδώσει.

Μετά, όμως, ο Ορείχαλκος θυμήθηκε αυτά που έλεγε η ξαδέλφη του εναντίον των Παντοκρατορικών, εναντίον της Παντοκράτειρας…

Άλλο πράγμα τα λόγια, άλλο πράγμα οι πράξεις! τόνισε στον εαυτό του.

Η Ανεμόφθαλμη στράφηκε να τον κοιτάξει, καθώς εκείνος στεκόταν ακίνητος και συλλογισμένος μες στη μέση του καθιστικού των δωματίων του. Φορούσε τώρα μόνο τα εσώρουχά της, και το κόκκινο δέρμα της είχε πάρει μια όμορφη απόχρωση στο χαμηλό φως του δωματίου. Τον ζύγωσε. «Τι είναι;» τον ρώτησε αγγίζοντας το χέρι του.

«Σκέφτομαι, Ανεμόφθαλμη…»

«Δε θα βρεθεί λύση τώρα. Πάμε να πλυθούμε, να χαλαρώσουμε. Θα σκεφτούμε αύριο.»

Μάλλον έχει δίκιο, συλλογίστηκε ο Ορείχαλκος, και, καθώς εκείνη είχε τα δάχτυλα του αριστερού της χεριού πλεγμένα με τα δάχτυλα του δεξιού του χεριού, την ακολούθησε στο λουτρό των δωματίων του.

Το νερό στην πέτρινη λεκάνη θερμαινόταν μέσω ενός αυτοματοποιημένου συστήματος και συνεχώς ανανεωνόταν. Στην επιφάνειά του επέπλεαν πέταλα λουλουδιών, καθώς και έλαια τα οποία γυάλιζαν στο χαμηλό ενεργειακό φως του δωματίου. Η Ανεμόφθαλμη έβγαλε τα ρούχα του Ορείχαλκου το ένα μετά το άλλο, χωρίς βιάση, φιλώντας συγχρόνως το χρυσόδερμο σώμα του. Μετά από λίγο, οι σκέψεις του για προδότες είχαν παραγκωνιστεί, ήθελε να τις παραμερίσει (εξάλλου, η Ανεμόφθαλμη είχε δίκιο: μπορούσαν, σίγουρα, να περιμένουν ώς αύριο), και το σώμα του ανταποκρινόταν στα αγγίγματα και στα φιλιά της. Η Ανεμόφθαλμη χάιδεψε το ορθωμένο του όργανο, κι ύστερα βούτηξαν στη λεκάνη με το χλιαρό νερό, τα πέταλα, και τα αρωματικά έλαια.

Γνώριζαν χρόνια τα σώματά τους και τι μπορούσαν να κάνουν μαζί: κι αυτό που μπορούσαν να κάνουν το είχαν τελειοποιήσει. Ήξεραν τις επιθυμίες και τις δυνατότητές τους καλά, και έπαιζαν διωδία όπως δύο άριστοι μουσικοί. Μια τέλεια, φυσική έκσταση, η οποία, παρά τον καιρό που γνωρίζονταν, δεν είχε αμβλυνθεί.

Μετά το λουτρό, πήγαν στο μεγάλο κρεβάτι του υπνοδωματίου, και ο Ορείχαλκος κοιμήθηκε έχοντας ξεχάσει προς το παρόν τις ανησυχίες του για τους επαναστάτες και για τον προδότη που βρισκόταν κοντά στον Οίκο του.

Ο ύπνος του ήταν χωρίς όνειρα… μέχρι που μια φωνή ακούστηκε. Όχι πολύ δυνατή. Μουρμουρητό, περισσότερο.

Και δεν ήταν όνειρο, συνειδητοποίησε ο Ορείχαλκος καθώς ξυπνούσε.

«Δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση, γι’αυτό σταμάτα επιτέλους!» έλεγε η φωνή.

Ο Ορείχαλκος άνοιξε τα μάτια του. Ελάχιστα. Ίσα-ίσα για να διακρίνει. Διότι γνώριζε τη φωνή. Τη γνώριζε πολύ, πολύ καλά. Ήταν η φωνή που, πριν, ψιθύριζε στ’αφτί του καθώς έκαναν έρωτα.

Τα μάτια του είδαν μονάχα τις σκιές του ημιφωτισμένου δωματίου. Η Ανεμόφθαλμη πρέπει να βρισκόταν από την άλλη μεριά. Της είχε γυρισμένη την πλάτη. Και δεν στράφηκε για να την αντικρύσει· δεν ήθελε να τον καταλάβει.

«Δεν το νομίζω,» είπε η φωνή της. Και μετά: «Ξέρω τι κάνω.» Αναστεναγμός.

Μια σκιά κινήθηκε· μπήκε στο πεδίο όρασης του Ορείχαλκου. Η Ανεμόφθαλμη, έχοντας μια ρόμπα ριγμένη επάνω της, βηματίζοντας μες στο υπνοδωμάτιο· τα γυμνά πόδια της πατούσαν αθόρυβα το χαλί.

«Είσαι πολύ ενοχλητική, όμως, ώρες-ώρες…»

Η Ανεμόφθαλμη μιλούσε μόνη της, ψιθυριστά. Μιλούσε με το β’ζάιλ της. Πράγμα που ο Ορείχαλκος θεώρησε παράξενο. Δεν την είχε ξανακούσει να μιλά μες στη μαύρη νύχτα με το β’ζάιλ της. Γενικά, δεν κουβέντιαζε και πολύ μαζί του· τουλάχιστον όχι εκεί όπου εκείνος μπορούσε να την ακούσει.

Η Ανεμόφθαλμη πήγε και στάθηκε μπροστά στο παράθυρο, κοιτάζοντας ανάμεσα από τις κουρτίνες, έχοντας την πλάτη της στραμμένη στον Ορείχαλκο. «…οι θεοί να είναι μαζί μου,» έφτασε η ψιθυριστή φωνή της στ’αφτιά του. Μια ελλιπής πρόταση. Κάτι είχε προηγηθεί που εκείνος δεν κατόρθωσε ν’ακούσει.

Γιατί είσαι τόσο ταραγμένη, Ανεμόφθαλμη;

Ήταν δυνατόν η Ανεμόφθαλμη να τον είχε προδώσει; Η σκέψη επέστρεψε πάλι στο μυαλό του – πολύ δυσάρεστη. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί η Ανεμόφθαλμη θα ήθελε να κάνει κάτι τέτοιο. Πάντοτε ήταν στο πλευρό του.

Πρέπει να κάνω λάθος…

«Τελείωσε το θέμα!» την άκουσε να λέει, και την είδε ν’απομακρύνεται απ’το παράθυρο. Πλάι της, νόμιζε ότι μπορούσε να διακρίνει μια σκιά να κινείται – κάτι που, αν ο Ορείχαλκος δεν ήξερε για το β’ζάιλ της, θα εξηγούσε ως παιχνίδισμα του φωτός.

Η Ανεμόφθαλμη ήρθε στο κρεβάτι και ξάπλωσε, τυλίγοντας το χέρι της γύρω από τη μέση του κι ακουμπώντας το πρόσωπό της στην ωμοπλάτη του. Ο Ορείχαλκος αισθανόταν την αναπνοή της πάνω στο δέρμα του. Τη δική του αναπνοή τη διατήρησε ρυθμική, σαν να κοιμόταν. Τα βλέφαρά του έκλεισαν.

Ο ύπνος άργησε να τον πάρει αυτή τη φορά.

Βίηλ

1.

Ο Δαίδαλος οδηγούσε τώρα και, μετά από μερικές διαδρομές προς τυχαίες κατευθύνσεις, είπε: «Κατάλαβα πού βρισκόμαστε.»

Η Φενίλδα δεν είχε καταλάβει, γιατί δεν ήξερε και τόσο καλά τη γεωγραφία της Βίηλ. Καθώς ο Δαίδαλος οδηγούσε, είχε δει μόνο ένα δάσος, κάτι κάμπους, μια περιοχή με λόφους, και μερικά χωριά. «Και τώρα θα πάμε εκεί που πρέπει να πάμε;»

«Ναι. Στο Μεγάλο Σχίσμα.» Ο Δαίδαλος ακολουθούσε ανατολική κατεύθυνση, περνώντας ανάμεσα από αραιή βλάστηση. Ήταν νύχτα πλέον, έτσι είχε τα φώτα του οχήματος αναμμένα για να βλέπουν πού πήγαιναν.

Το Μεγάλο Σχίσμα; Η Φενίλδα το ήξερε αυτό. Το είχε ξανακούσει. Νόμιζε ότι το θυμόταν κι από τους χάρτες της Βίηλ που είχε δει. «Ένα τεράστιο φαράγγι; Που εκτείνεται για πάνω από διακόσια χιλιόμετρα;»

«Το γνωρίζεις, παρατηρώ.»

«Δεν το έχω ξαναεπισκεφτεί, όμως. Είναι όντως απύθμενο, όπως φημολογείται;»

«Πυθμένα έχει,» αποκρίθηκε ο Δαίδαλος, «αλλά δεν είναι εύκολο να φτάσει κανείς εκεί και να μείνει ζωντανός.»

«Γιατί;»

«Διότι το Μεγάλο Σχίσμα καταλήγει στο κέντρο της Βίηλ, και στο κέντρο της Βίηλ είναι το Φως – η δύναμη που χρησιμοποιούν οι Πεφωτισμένοι.»

«Δεν το είχα ξανακούσει αυτό.»

«Δεν είναι γνωστό παρά σε ελάχιστους. Ακόμα κι οι ίδιοι οι Πεφωτισμένοι δεν είναι βέβαιοι για το πού φτάνει το Μεγάλο Σχίσμα, αν και πολλοί απ’αυτούς το υποπτεύονται.»

«Μάλιστα…» είπε η Φενίλδα· και ξαφνικά συνοφρυώθηκε, καθώς μια σκέψη πέρασε απ’το μυαλό της. «Μια στιγμή. Στη Βίηλ τα οχήματα δεν λειτουργούν κανονικά· δεν λειτουργούν με ενεργειακές φιάλες. Επομένως, πώς το δικό μας–;» Ακόμα μια σκέψη: μια καινούργια συνειδητοποίηση. «Σ’όλο το ταξίδι δεν αλλάξαμε ούτε μία φορά ενεργειακή φιάλη!»

Ο Δαίδαλος μειδίασε. «Αναρωτιόμουν πότε θα το ρωτούσες.»

«Δε λειτουργεί με ενεργειακές φιάλες;»

«Όχι.»

«Και πώς λειτουργεί;»

«Στη Βίηλ,» είπε ο Δαίδαλος, «τα οχήματα λειτουργούν με εστίες. Η εστία είναι, ουσιαστικά, κάτι το ζωντανό. Δεν είναι μια μπαταρία που τη χρησιμοποιείς και αδειάζει. Μετά από ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα πεθαίνει.»

«Το ξέρω αυτό. Αλλά τι σχέση έχει με το όχημά σου; Οι εστίες λειτουργούν μόνο στη Βίηλ, ή κάνω λάθος;»

«Δεν κάνεις λάθος. Το όχημά μου δεν κινείται με εστία. Κινείται με κάτι παρόμοιο. Μια ζωντανή πηγή ενέργειας η οποία, θα μπορούσες να πεις, μοιάζει με την καρδιά ενός βιολογικού οργανισμού. Θα πεθάνει, βέβαια, κάποια στιγμή· αλλά όχι σύντομα, ελπίζω.»

Ένα ήταν το σίγουρο, σκέφτηκε η Φενίλδα: ο Δαίδαλος ήταν όλο εκπλήξεις. «Και πού βρήκες αυτή τη ζωντανή πηγή ενέργειας;»

«Μια ιστορία για κάποια άλλη στιγμή,» αποκρίθηκε ο μάγος. «Πρόκειται, όμως, για κάτι το σπάνιο: δύσκολο να βρεθεί και να διαμορφωθεί όπως το θέλεις.

»Στη Βίηλ είναι πολύ τυχεροί, ξέρεις. Πάρα πολύ τυχεροί χωρίς να το γνωρίζουν.»

«Τι εννοείς;» ρώτησε η Φενίλδα, ενώ αντίκρυ έβλεπε να αρχίζει να διακρίνεται κάτι μέσα στη νύχτα το οποίο δεν μπορεί παρά να ήταν το Μεγάλο Σχίσμα.

«Η διάστασή τους είναι μια πελώρια μπαταρία. Στέκονται επάνω σε μια πανίσχυρη πηγή ενέργειας. Και δεν έχουν ιδέα – την παραμικρή ιδέα – τι θαύματα μπορούν να κάνουν μ’αυτήν.»

«Και, υποθέτω, τώρα είναι που θα κατηγορήσεις τα μαγικά τάγματα γι’αυτή τη… δυστυχή κατάσταση.»

Ο Δαίδαλος γέλασε. «Όχι μόνο. Δε φταίνε μόνο τα μαγικά τάγματα. Δεν είναι εύκολο να δαμάσεις ένα τέτοιο θηρίο, Φενίλδα. Μπορεί να σε καταστρέψει. Ή μπορεί άθελά σου να προκαλέσεις καταστροφές σε ό,τι υπάρχει γύρω σου.»

«Μα,» είπε η Φενίλδα, «πολλές φορές δεν έχουν γίνει ατυχήματα με τους Πεφωτισμένους, ούτως ή άλλως;»

Ο Δαίδαλος ένευσε. «Ναι, και δε χρησιμοποιούν τη δύναμη της Βίηλ στον βαθμό που θα μπορούσαν να τη χρησιμοποιήσουν.» Μετά ρώτησε: «Καταλαβαίνεις τώρα γιατί ο Ελκράσ’ναρχ θέλει να έχει τη Βίηλ τόσο στενά υπό τον έλεγχό του;»

«Αυτός είναι ο λόγος; Νόμιζα πως φταίει το ότι η Βίηλ συνδέεται άμεσα με τη Ρελκάμνια.»

«Ναι, φταίει και αυτό,» συμφώνησε ο Δαίδαλος. «Από άποψη συμβατικής στρατηγικής. Αλλά, κυρίως, τον Ελκράσ’ναρχ τον ενδιαφέρει η φυσική ενέργεια ετούτης της διάστασης.»

«Φοβάται ότι κάποιος – όπως εσύ, για παράδειγμα – μπορεί να τη χρησιμοποιήσει εναντίον του;»

Βρίσκονταν κοντά στο Μεγάλο Σχίσμα τώρα, και ο Δαίδαλος οδηγούσε παράλληλα σ’αυτό, ακολουθώντας βορειοδυτική κατεύθυνση.

«Θέλει να τη χρησιμοποιήσει ο ίδιος, Φενίλδα, όταν είναι ο καιρός. Η ενέργεια που βρίσκεται παγιδευμένη μέσα στη Βίηλ είναι ικανή να προκαλέσει μεταλλάξεις στο σύμπαν.»

2.

Σταμάτησαν μέσα σ’ένα σύδεντρο για να ξεκουραστούν, και ο Δαίδαλος είπε στη Φενίλδα ότι αύριο θα έφταναν στον προορισμό τους.

«Πού είναι ο προορισμός μας;» τον ρώτησε εκείνη. «Και γιατί πηγαίνουμε εκεί;» Στεκόταν έξω από το όχημά τους, καπνίζοντας ένα τσιγάρο.

Ο Δαίδαλος ήταν ακόμα μέσα, με το γυάλινο σκέπαστρο ανοιχτό όμως. «Ο προορισμός μας είναι στη δυτική άκρη του Μεγάλου Σχίσματος, όπου θα σταματήσουμε και θα περιμένουμε τους ανθρώπους που θα έρθουν να μας συναντήσουν. Ή μπορεί και νάναι ήδη εκεί.»

Η Φενίλδα ύψωσε το φρύδι πάνω από το αριστερό της μάτι, που μέσα του, ακόμα και κάτω απ’τις ακτίνες του φεγγαριού της Βίηλ, έμοιαζε να γυαλίζει κάποιο κρυστάλλινο θραύσμα. «Θα συναντήσουμε κάποιους; Ποιους;»

«Θα έχεις ακούσει, υποθέτω, για τον Μεγάλο Προφήτη της Νόρχακ…» Ο Δαίδαλος βγήκε απ’το όχημα.

Τα φρύδια της Φενίλδα έσμιξαν. «Τον Πρίγκιπα Τάμπριελ; Που πρόδωσε την Παντοκράτειρα;»

«Ναι.»

«Αυτόν θα συναντήσουμε;»

«Μαζί με κάποιους άλλους.»

«Τι δουλειά έχει αυτός εδώ;»

«Την ίδια που έχουμε κι εμείς: να διώξουμε τον Ελκράσ’ναρχ από τούτη τη διάσταση.»

Η Φενίλδα γέλασε, φυσώντας καπνό. «Σχεδιάζεις να πάρεις τη Βίηλ από την Παντοκράτειρα; Δεν θα είναι εύκολο.»

«Το ξέρω,» είπε ο Δαίδαλος, «αλλά είναι απαραίτητο. Ο Ελκράσ’ναρχ πρέπει να χάσει την επιρροή που έχει εδώ, και πρέπει εμείς να πάρουμε τον έλεγχο της διάστασης. Η δύναμή της θα μας χρειαστεί για να τον πολεμήσουμε.»

«Το Φως;»

«Ναι. Η Βίηλ είναι σαν μια πελώρια συμπαντική μπαταρία, φορτισμένη με πανίσχυρη ενέργεια.»

Αφού έφαγαν από τις προμήθειες που είχε ο Δαίδαλος μαζί του, μέσα στο όχημα, η Φενίλδα τον ρώτησε: «Στον αρνητικό χώρο, μπορείς να δημιουργήσεις και φαγητό;» πίνοντας μια γουλιά από ένα αναψυκτικό που επάνω στο κουτάκι του έγραφε Σερπετού Αίμα – Απολλώνιας παρασκευής προφανώς.

«Μπορείς, αλλά δεν είναι καλό για να το φας.»

«Γιατί;»

«Συνήθως βγαίνει δηλητηριώδες.»

«Γιατί;» ρώτησε πάλι η Φενίλδα, με περισσότερη απορία στη φωνή της ετούτη τη φορά.

«Διότι δεν ακολουθεί αυτό που το βιολογικό μας σώμα έχει συνηθίσει ως ‘φυσική πορεία’.»

«Τι εννοείς;»

«Το φαγητό που τρώμε ακολουθεί μια φυσική πορεία – ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Για παράδειγμα, ένα ζώο γεννιέται, μεγαλώνει, τρώει διάφορες τροφές, και στο τέλος το σφάζουμε και το τρώμε εμείς. Μια φυσική πορεία, έτσι; Ή, αν θέλεις άλλο παράδειγμα, ρίχνουμε σπόρους σ’ένα χωράφι, τους ποτίζουμε, περιμένουμε να βγουν τα φυτά, να ωριμάσουν, κι όταν ωριμάσουν τα κόβουμε και τα τρώμε. Ακόμα μία φυσική πορεία. Η τροφή μας, γενικά, προέρχεται από κάτι που το βιολογικό μας σώμα εκλαμβάνει ως ‘φυσική πορεία’. Ακόμα και σε κάποιο εργαστήριο αν φτιάχνεται κάτι, υπάρχει μια κάποια ‘φυσική πορεία’, έτσι δεν είναι; Μια διαδικασία. Δεν κουνάς ένα ραβδάκι, όπως σε παραμύθι, προκειμένου να εμφανίσεις απ’το πουθενά μια σούπα. Στον αρνητικό χώρο, ουσιαστικά, μπορείς να το κάνεις αυτό: να κουνήσεις ένα θεωρητικό ραβδάκι και να εμφανίσεις μια σούπα. Όταν φας όμως αυτή τη σούπα θα διαπιστώσεις ότι δεν είναι καλή για σένα, γιατί το σώμα σου, σ’ένα βαθύ, υποσυνείδητο επίπεδο, δεν τη θεωρεί ‘πραγματική σούπα’. Είναι ψεύτική γι’αυτό. Καταλαβαίνεις;»

Η Φενίλδα ένευσε. «Νομίζω πως ναι.» Και, τελειώνοντας το αναψυκτικό της, ρώτησε: «Πόσο εύκολο είναι να δημιουργείς πραγματικότητα μέσα στον αρνητικό χώρο;»

«Αρχίζει να σ’ενδιαφέρει να γίνεις μία από εμάς, Φενίλδα;»

«Ας πούμε πως απλά είμαι περίεργη.»

«Χρειάζεται κάποια εκπαίδευση. Βέβαια, ένα ξόρκι είναι, ουσιαστικά, θα μπορούσες να πεις. Αλλά δεν μπορείς απλά να κάνεις συνεχόμενες δοκιμές ώσπου να το μάθεις. Είναι επικίνδυνο.»

«Επικίνδυνο να χαθείς μέσα στον αρνητικό χώρο;»

«Ναι. Κι αν χαθείς εκεί, δεν υπάρχει επιστροφή. Τι λες, λοιπόν,» τη ρώτησε, «να κοιμηθούμε τώρα; Απόψε αποκλείεται να σ’το μάθω, ούτως ή άλλως.»

Η Φενίλδα μειδίασε. «Ας κοιμηθούμε.» Σκαρφάλωσε στο εσωτερικό του οχήματος, καθίζοντας στο πίσω κάθισμα. «Να υφάνω εγώ μια Μαγγανεία Υλικής Διαισθήσεως;»

«Δε χρειάζεται να κάνεις τίποτα. Θα πω στο όχημα να μας ειδοποιήσει αν κάποιος πλησιάσει.»

«Τι;»

«Το όχημά μας είναι, εν μέρει, ζωντανό, Φενίλδα.»

Όλο εκπλήξεις αυτός ο άνθρωπος… Όλο εκπλήξεις… σκέφτηκε η Φενίλδα υπομειδιώντας.

3.

Καθώς κοιμόταν είχε την αίσθηση ότι μια παρουσία βρισκόταν κοντά της και παντού γύρω της. Μια παλλόμενη, ουδέτερη παρουσία. Μια παρουσία που μπορούσε να είναι φιλική και εχθρική συγχρόνως.

Σε κάποια στιγμή, ονειρεύτηκε ότι σηκώθηκε από το πίσω κάθισμα, βγήκε από το όχημα, και βάδισε ξυπόλυτη ώς την άκρη του Μεγάλου Σχίσματος· και, κοιτάζοντας κάτω, διαπίστωσε ότι το βλέμμα της μπορούσε να φτάσει βαθιά, πολύ βαθιά μέσα στο απύθμενο φαράγγι, εκεί όπου μια μεγάλη καρδιά παλλόταν. Μια καρδιά γεμάτη ενέργεια.

Ονειρεύομαι, ή όχι;

Τα μάτια της άνοιξαν, και διαπίστωσε ότι βρισκόταν ξαπλωμένη στο πίσω κάθισμα του οχήματος και ήταν νύχτα. Ονειρευόμουν, συμπέρανε, και προσπάθησε πάλι να κοιμηθεί: πράγμα το οποίο δεν δυσκολεύτηκε να κατορθώσει.

Όταν ο Δαίδαλος την ξύπνησε ήταν αυγή. Ο ήλιος της Βίηλ μόλις που φαινόταν να βγαίνει από την ανατολή. Η Φενίλδα κάθισε οκλαδόν επάνω στο πίσω κάθισμα του οχήματος και άναψε τσιγάρο, ενώ ο Δαίδαλος βημάτιζε έξω από το όχημα κάνοντας το χορτάρι να τρίζει κάτω από τις μπότες του.

«Να σου πω κάτι;» τον ρώτησε η Φενίλδα.

«Εννοείται.»

Του μίλησε για το όνειρό της. «Τι νομίζεις γι’αυτό;»

«Αισθάνεσαι την ενέργεια που κρύβεται μέσα στη Βίηλ,» της είπε ο Δαίδαλος. «Κι εγώ την αισθάνομαι.»

Η Φενίλδα κούνησε το κεφάλι. «Όχι, αποκλείεται. Αυτό υποτίθεται πως το κάνουν μόνο οι Πεφωτισμένοι.»

«Υποτίθεται,» τόνισε ο Δαίδαλος. «Αλλά, στην πραγματικότητα, ο κάθε μάγος μπορεί να το κάνει. Απλώς, οι υπόλοιποι έχουν πείσει τον εαυτό τους ότι ‘μόνο οι Πεφωτισμένοι το κάνουν’, κι έτσι δε βλέπουν αυτό που είναι μπροστά τους· δεν ακούνε αυτό που τους λένε οι αισθήσεις τους.»

«Δηλαδή, εσύ τώρα, αυτή τη στιγμή, νιώθεις την ενέργεια της Βίηλ;»

«Φυσικά.»

«Εγώ δεν τη νιώθω.»

«Επειδή έτσι νομίζεις. Όταν κοιμόσουν, όμως, και η ψυχή σου ήταν ελεύθερη από τις ανόητες πεποιθήσεις του μυαλού σου, αισθάνθηκες την ενέργεια της Βίηλ· γιατί, κάπου βαθιά μέσα σου, έχεις πλέον καταλάβει ότι τα πράγματα δεν είναι όπως σ’τα έχουν διδάξει.»

«Ίσως,» είπε η Φενίλδα, προβληματισμένα.

Ο Δαίδαλος κάθισε στο τιμόνι του οχήματος, έκλεισε το σκέπαστρο, και ενεργοποίησε τη μηχανή. Άρχισε να οδηγεί, στρίβοντας και ακολουθώντας το Μεγάλο Σχίσμα προς τα δυτικά.

«Δεν εμπιστεύεσαι την οδήγησή μου πια;» τον ρώτησε η Φενίλδα, αστειευόμενη, καθώς εξακολουθούσε να είναι καθισμένη οκλαδόν στο πίσω κάθισμα. Στην πραγματικότητα δεν είχε κανένα πρόβλημα που δεν οδηγούσε εκείνη.

Ο Δαίδαλος γέλασε. «Σκέφτηκα ότι θα ήθελες να ξεκουραστείς λίγο.»

Μετά από καμια ώρα, όταν ο ήλιος είχε ξεπροβάλει πλέον από την ανατολή και έλουζε τη γη της Βίηλ με το χρυσαφένιο φως του, έφτασαν στον προορισμό τους, στη δυτική άκρη του Μεγάλου Σχίσματος…

4.

Ο Θέλμος’νορ δεν δούλευε ασταμάτητα μέσα στο όχημά τους προκειμένου να φτιάξει την εστία. Κάπου-κάπου έβγαινε, για να ξεκουραστεί, να φάει, και να μιλήσει με τους υπόλοιπους. Εκείνοι, φυσικά, δεν του αποκάλυψαν ποιοι πραγματικά ήταν, ούτε τι πραγματικά ήθελαν στη Βίηλ. Τον άφησαν να νομίζει ότι ήταν πράκτορες της Παντοκράτειρας. Η Αλιζέτ, όμως, υποψιαζόταν πως ο αδελφός της είχε αναγνωρίσει τον Τάμπριελ ως έναν από τους συζύγους της Παντοκράτειρας. Φαινόταν από τις ματιές που του έριχνε: οι οποίες δεν ήταν σαν τις ματιές που έριχνε σε άντρες που του άρεσαν (όπως, για παράδειγμα, στον Πολ, είχε παρατηρήσει η Αλιζέτ), αλλά ματιές που μαρτυρούσαν ότι αναρωτιόταν για το άτομο του Τάμπριελ και ότι σκεφτόταν πως έπρεπε να είναι επιφυλακτικός μαζί του. Η Αλιζέτ δεν ήταν βέβαιη αν ο Θέλμος είχε ακούσει ότι ο Τάμπριελ είχε προδώσει την Παντοκράτειρα και είχε γίνει ο Μεγάλος Προφήτης της Νόρχακ, όμως δεν το θεωρούσε και απίθανο. Ήταν άνθρωπος που τον ενδιέφερε τι γινόταν πέρα από τη διάστασή του, στο Γνωστό Σύμπαν, παρότι σπάνια ταξίδευε έξω από τη Βίηλ.

«Δεν τα πάτε καλά με τον αδελφό σου, ε;» της είπε ο Πολ, το απόγευμα της δεύτερης ημέρας που περίμεναν τον Θέλμος να φτιάξει την εστία.

«Γιατί το λες αυτό;» Η Αλιζέτ ήταν πιασμένη στο κλαδί ενός δέντρου και το χρησιμοποιούσε ως μονόζυγο: ανεβαίνοντας κατεβαίνοντας, ανεβαίνοντας κατεβαίνοντας. Δε σταμάτησε την άσκησή της καθώς ο Πολ ήρθε να σταθεί εμπρός της.

«Απλώς, γενικά… δε μου φάνηκες να χαίρεσαι και τόσο που τον είδες. Ούτε εκείνος μού φάνηκε να του άρεσε τόσο ο τρόπος σου προς αυτόν.»

«Είναι περίεργος. Από μικρός ήταν.»

«Κι εσύ δεν είσαι;»

«Νομίζεις ότι είμαι περίεργη;»

«Εσύ δεν το νομίζεις;»

Η Αλιζέτ γέλασε ενώ συνέχιζε ν’ανεβοκατεβαίνει, με τα χέρια της πιασμένα γερά στο κλαδί. «Σου αρέσει ο Θέλμος, λοιπόν;»

Ο Πολ δεν ήταν βέβαιος αν η Μαύρη Δράκαινα προσπαθούσε να τον πειράξει ή αν σοβαρολογούσε. Τα γκρίζα, ατσάλινα μάτια της ήταν όπως πάντα: σε κοίταζαν σαν να ήξερε ακριβώς πώς να σε δολοφονήσει, και σαν, ίσως, αυτό να ήταν μέσα στα άμεσα σχέδιά της. Στις άκριες των χειλιών της, όμως, ο Πολ πίστευε ότι μπορούσε να διακρίνει ένα λεπτό μειδίαμα.

«Δεν μου αρέσει όπως νομίζω ότι το εννοείς,» της είπε. «Αλλά, γενικά, είναι αρκετά συμπαθητικός τύπος.»

«Σ’αρέσει η αδελφή του καλύτερα;»

Ο Πολ γέλασε. «Τώρα, αναρωτιέμαι πού το πηγαίνεις, Αλιζέτ.» Δεν είναι λεσβία, τελικά;

Η Αλιζέτ, ξαφνικά, τύλιξε τα πόδια της γύρω από τη μέση του καθώς ο Πολ στεκόταν μπροστά της κι εκείνη κρεμόταν από το κλαδί. Τον τράβηξε κοντά της, κι ο Πολ παρατήρησε ότι τα πόδια της ήταν πολύ δυνατά.

Τα μάτια της εξακολουθούσαν να τον ατενίζουν σαν να ήξερε ακριβώς πώς να τον δολοφονήσει (και σαν, ίσως, αυτό να βρισκόταν μέσα στα άμεσα σχέδιά της). «Πού το πηγαίνω;»

Ο Πολ μπορούσε να μυρίσει τον ιδρώτα της και να νιώσει τα στήθη της να γαργαλάνε το στέρνο του μέσα από τα ρούχα τους. Μην έχοντας πού αλλού να βάλει τα χέρια του, προτίμησε να τα πιάσει στην πίσω μεριά της ζώνης της. Προσπαθεί να με αποπλανήσει; αναρωτήθηκε, ξαφνιασμένος μαζί της.

Δεν της απάντησε αμέσως – δεν ήξερε τι ακριβώς να της απαντήσει – και η Αλιζέτ τον φίλησε στα χείλη, ενώ τα χέρια της ήταν ακόμα πιασμένα στο κλαδί. Το φιλί της ήταν παράδοξα ήπιο, νόμιζε ο Πολ.

«Δε σου αρέσουν, λοιπόν, οι γυναίκες τελικά,» παρατήρησε.

Η Αλιζέτ τού δάγκωσε το κάτω χείλος.

«Α!…» Ο Πολ έκανε πίσω, χωρίς να μπορεί να φύγει από κοντά της. Άγγιξε το χείλος του με τη γλώσσα του και διαπίστωσε ότι δεν αιμορραγούσε.

Η Αλιζέτ γέλασε. «Πραγματικά νόμιζες ότι μου αρέσουν οι γυναίκες;» τον ρώτησε, σοβαρεύοντας.

«Ποτέ κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για τίποτα.»

Η Αλιζέτ μόρφασε αναποδογυρίζοντας τα μάτια, παίρνοντας μια έκφραση που ο Πολ δεν πίστευε ότι ήταν ικανή να πάρει. «Είσαι σίγουρος τώρα;» τον ρώτησε.

«Έχω ακόμα κάποιες αμφιβολίες.»

Η Αλιζέτ τον φίλησε ξανά.

Η Ανταρλίδα, που τους παρατηρούσε από κάποια απόσταση καθώς εκείνοι βρίσκονταν ανάμεσα στα δέντρα, έσφιξε τη γροθιά της. Τι σκατά συμβαίνει τώρα; σκέφτηκε. Προσπαθεί να πάρει τον Πολ με το μέρος της; Ο Πολ ήταν ο ένας από τους τρεις που κρατούσαν τις συσκευές ελέγχου του φερίλιου βραχιολιού της Αλιζέτ· αν τον αποπλανούσε, ίσως κατόρθωνε κάπως να ξεφύγει. Ήταν ο μόνος, εξάλλου, που μπορούσε να αποπλανήσει: με την Ανταρλίδα και τον Τάμπριελ δεν είχε καμία ελπίδα.

Είναι χαζός; απόρησε η Ανταρλίδα. Δεν την υποπτεύεται; Ίσως ο Πολ δεν έπρεπε να έχει πια μία από τις συσκευές ελέγχου· ίσως ήταν καλύτερα να την έχει ένας από τους Ιεράρχες.

Αφήνοντάς τους μόνους, πήγε στον Τάμπριελ, που καθόταν σε μια πέτρα τυλιγμένη με βλάστηση (την οποία χρησιμοποιούσε συνέχεια για κάθισμα, τελευταία).

«Τι είναι, Ανταρλίδα;»

Η Ανταρλίδα γονάτισε μπροστά του, στο ένα γόνατο. «Ο Πολ και η Αλιζέτ φαίνεται να τα πηγαίνουν καλά.»

«Το έχω προσέξει. Το θεωρείς κακό; Πρέπει να συνεργαστούμε, Ανταρλίδα.»

«Δεν κατάλαβες τι εννοώ! Εννοώ… φιλιούνται εκεί πέρα,» έδειξε με μια κίνηση του κεφαλιού, «μέσα στο δάσος.»

«Ακόμα καλύτερα,» είπε ο Τάμπριελ.

«Προσπαθεί να τον αποπλανήσει! Να τον τραβήξει με το μέρος της, για να δραπετεύσει.»

Ο Τάμπριελ κούνησε το κεφάλι. «Δε νομίζω ότι ο Πολ είναι από εκείνους που αποπλανούνται σαν έφηβοι.»

«Δεν ξέρεις τι μπορεί να γίνει,» τον προειδοποίησε η Ανταρλίδα. «Προτείνω να μην έχει πλέον τη συσκευή ελέγχου μαζί του.»

«Τι θα κάνει η Αλιζέτ; Θα του την κλέψει;»

«Πολύ πιθανόν!»

«Μου φαίνεται ξεχνάς πως ο Πολ δεν ξέρει ποιος από εμάς έχει κάθε φορά τη συσκευή που αποτελεί ‘κρίκο’ για το φερίλιο βραχιόλι – τη συσκευή από την οποία αν η Αλιζέτ απομακρυνθεί ένα ενεργειακό κύμα θα τη χτυπήσει.»

«Δεν το ξεχνάω!» είπε η Ανταρλίδα, θυμωμένα. «Αλλά, και πάλι, είναι επικίνδυνο αυτό που συμβαίνει.»

«Μέχρι στιγμής, σου έχει δώσει η Αλιζέτ λόγο να πιστεύεις ότι θα μας προδώσει;»

«Μιλάς σοβαρά; Είναι η Αλιζέτ! Τι άλλο λόγο χρειάζομαι; Μέχρι στιγμής δεν έχει κάνει τίποτα επειδή ξέρει πως δεν τη συμφέρει να κάνει τίποτα!»

«Ή,» υπέθεσε ο Τάμπριελ, «θέλει να μάθει αν της έχουμε πει αλήθεια για τον Ελκράσ’ναρχ και την Παντοκράτειρα.»

«Νομίζεις ότι, πραγματικά, τη νοιάζει;»

«Εσένα δε θα σε προβλημάτιζε καθόλου αν σου έλεγαν πως όλα όσα γνωρίζεις είναι ένα ψέμα;»

«Η Αλιζέτ μπορεί να μη μας πιστεύει.»

«Και για τον Πολ τι νομίζει; ότι τον έχουμε βάλει να της πει ψέματα; Ακόμα κι ύστερα από τόσες μέρες κοντά του, εξακολουθεί να νομίζει ότι δεν είναι παρά ένας ηθοποιός;»

Η Ανταρλίδα μόρφασε, σκεπτική.

«Ο Πολ,» της είπε ο Τάμπριελ, «είναι η καλύτερη απόδειξη ότι ο Ελκράσ’ναρχ όντως υπάρχει. Γνωρίζει πράγματα που μόνο ένας πράκτορας της Παντοκράτειρας θα γνώριζε, και οι ιστορίες που λέει για τους Υπερασπιστές, παρότι εξωφρενικές, αντηχούν αληθινές. Θυμάσαι πώς είχαμε αντιδράσει εμείς όταν μας πρωτομίλησε για τον Ελκράσ’ναρχ; Αυτά που έλεγε μας έδιναν την αίσθηση ότι ήταν ψέματα, μα δεν μπορούσες και να τα αμφισβητήσεις. Η λογική μάς υποδείκνυε να μην τον πιστέψουμε· το ένστικτο, όμως, μας παρακινούσε προς την αντίθετη κατεύθυνση.»

Η Ανταρλίδα ένευσε, γιατί, πράγματι, αυτό ήταν αλήθεια. Έτσι ακριβώς είχε νιώσει τότε. Κι όταν το είχαν συζητήσει με τον Τάμπριελ, είχε ανακαλύψει πως κι εκείνος το ίδιο είχε αισθανθεί.

«Η Αλιζέτ, στο τέλος, θα έρθει εκούσια με το μέρος μας,» της είπε ο Τάμπριελ τώρα. «Θα το δεις.»

«Εσύ το έχεις ‘δει’;»

«Το ξέρεις ότι δεν ‘βλέπω’ τόσο ξεκάθαρα πράγματα, Ανταρλίδα.»

5.

Το απόγευμα της επόμενης ημέρας, ο Θέλμος’νορ ανακοίνωσε πως είχε κατασκευάσει την εστία και την είχε προσαρμόσει μέσα στις μηχανές του οχήματός τους. Ήταν έτοιμοι να ξεκινήσουν όποτε ήθελαν.

«Το σύστημα με τις ενεργειακές φιάλες είναι τώρα άχρηστο;» τον ρώτησε η Ανταρλίδα. «Αν πάμε σε άλλη διάσταση θα πρέπει να βγάλουμε την εστία σου;»

«Ασφαλώς,» αποκρίθηκε εκείνος. «Δεν είναι, όμως, δύσκολο. Θα σας δείξω πώς να το κάνετε. Μερικά καλώδια μόνο θα αποσυνδέσετε και θα συνδέσετε. Κι αν δείτε να υπάρχει κάποιο πρόβλημα, τότε…» Μόρφασε. «Τότε, θα πρέπει να το πάτε σε κάποιον τεχνικό. Τεχνομαθή μάγο, θα πρότεινα.»

«Τι πρόβλημα μπορεί να παρουσιαστεί;» ρώτησε η Ανταρλίδα.

«Διαταραχές στη ροή της ενέργειας.»

«Μπορεί να γίνει ακόμα και έκρηξη, ας πούμε;»

«Δεν το νομίζω. Θα ήταν υπερβολικό.»

«Εντάξει,» είπε η Ανταρλίδα· «δείξε μου τώρα πώς να αποσυνδέσω την εστία όταν χρειαστεί.»

Ο Θέλμος τής έκανε νόημα να έρθει μαζί του, και μπήκαν στο όχημα. Ο Πολ τούς ακολούθησε, γιατί πίστευε ότι καλό ήταν να μην ξέρει μόνο ένας άνθρωπος πώς να αποσυνδέσουν την εστία. Ήταν μεν απίθανο, αλλά η Ανταρλίδα μπορεί να σκοτωνόταν ή να αρρώσταινε.

Ο Θέλμος’νορ δεν άργησε να τους εξηγήσει ακριβώς πώς λειτουργούσε το σύστημα, και μετά βγήκαν πάλι από το όχημα.

«Ελπίζω να μη σε ταλαιπωρήσαμε πολύ, μάστορα,» του είπε ο Πολ.

«Δεν ήταν τίποτα το σπουδαίο,» αποκρίθηκε εκείνος. «Το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν ότι έπρεπε να φύγω από την Έλρηνεχ και να έρθω εδώ. Αλλά, αφού ήταν για καλό σκοπό, δεν πειράζει. Κι επιπλέον, είχα την ευκαιρία να δω την αδελφή μου.» Αγκάλιασε τους ώμους της Αλιζέτ, μειδιώντας. «Μη νομίζετε ότι τη βλέπω συχνά.»

«Το έχουμε καταλάβει,» είπε ο Πολ.

Ο Τάμπριελ ρώτησε τον Θέλμος: «Τα άλογα είναι καλά για πληρωμή σου;» Τα έδειξε με τον αντίχειρά του.

«Δε χρειάζομαι πληρωμή,» αποκρίθηκε ευχάριστα εκείνος, κουνώντας το χέρι του εμπρός του. «Ήταν χαρά μου που υπηρέτησα ανθρώπους της Παντοκράτειρας.»

«Ανοησίες,» είπε ο Τάμπριελ, ουδέτερα. «Μπορείς να πάρεις τα άλογα. Έτσι κι αλλιώς, εμείς δεν θα τα χρειαστούμε άλλο.»

«Θα φύγετε με το όχημα…»

«Ακριβώς.»

«Σ’αυτή την περίπτωση, θα ήταν κρίμα να τ’αφήσουμε εδώ, στις παρυφές των δασότοπων. Μπορεί να τα φάει κανένας Λάν’τραχαμ.»

Ο Τάμπριελ ένευσε. «Είσαι έξυπνος άνθρωπος.»

Ο Θέλμος ατένισε τα άλογα σκεπτικά. «Θα πρέπει, βέβαια, να τα δέσω το ένα πίσω απ’το άλλο, για να τα οδηγήσω στην Έλρηνεχ και να είμαι σίγουρος ότι δεν θα μου φύγει κανένα στο δρόμο.»

«Μην ανησυχείς για τίποτα,» του είπε ο Πολ. «Θα το φροντίσουμε εμείς.»

«Και καλύτερα να μην αργούμε,» πρόσθεσε η Ανταρλίδα.

«Θα ξεκινήσουμε απόψε κιόλας;» ρώτησε ο Πολ.

«Ναι,» είπε ο Τάμπριελ. «Δεν υπάρχει λόγος να μείνουμε εδώ περισσότερο απ’όσο χρειάζεται.»

Οι πράκτορες του Ελκράσ’ναρχ, σκέφτηκε ο Πολ, και κατένευσε. «Σωστά. Έχουμε δουλειές.»

Εκείνος, η Ανταρλίδα, και ο Όρνιφιμ έδεσαν τα δέκα άλογα το ένα πίσω απ’το άλλο, με πρώτο στη σειρά αυτό του Θέλμος.

«Αν θες ξεκινάς απόψε, επιστήμονα,» είπε ο Πολ στον Πεφωτισμένο μάγο, «ή κοιμάσαι εδώ και φεύγεις αύριο. Όπως γουστάρεις.»

«Ευχαριστώ,» αποκρίθηκε εκείνος. «Για τα άλογα.»

«Εμείς σ’ευχαριστούμε,» του είπε ο Τάμπριελ.

Ο Θέλμος ένευσε προς τη μεριά του, αν κι ακόμα έμοιαζε επιφυλακτικός μαζί του. Φαινόταν στο βλέμμα του.

Η Αλιζέτ πλησίασε τον δίδυμο αδελφό της και τον αγκάλιασε, σφιχτά. «Να είσαι καλά, Θέλμος,» του είπε, τρίβοντας την πλάτη του.

«Τι αχαρακτήριστες ενέργειες είναι αυτές;» είπε ο Θέλμος και φίλησε το μάγουλό της. «Να προσέχεις, Αλιζέτ, και να ξανάρθεις σύντομα.»

Τον άφησε από την αγκαλιά της. «Θα προσπαθήσω.»

Η Αλιζέτ, ο Πολ, ο Τάμπριελ, η Ανταρλίδα, και οι Ιεράρχες μπήκαν στο όχημα. Ο Τάμπριελ κάθισε στο ενεργειακό κέντρο και, κάνοντας τη Μαγγανεία Κινήσεως, το βρήκε εύκολο να ελέγξει τη ροή της ενέργειας. «Τα πάντα φαίνονται εντάξει,» φώναξε στους άλλους.

Ο Πολ είχε ήδη καθίσει στο τιμόνι, και ενεργοποίησε τη δυνατή μηχανή του οχήματος. Πάτησε το πετάλι και έφυγαν από τις παρυφές των Δασότοπων των Λάν’τραχαμ.

«Προς τα πού πηγαίνουμε;» ρώτησε, συνειδητοποιώντας γι’ακόμα μια φορά ότι δεν είχε ιδέα πού ακριβώς θα συναντούσαν αυτόν τον Δαίδαλο.

«Βορειοανατολικά,» του είπε η Ανταρλίδα, κι εκείνος έστριψε.

6.

Ο Θέλμος δεν είχε όρεξη να διανυκτερεύσει μόνος του στις παρυφές των Δασότοπων των Λάν’τραχαμ· έτσι, καβάλησε το άλογό του και ξεκίνησε τον δρόμο της επιστροφής, τραβώντας και τα άλλα εννέα άλογα πίσω του. Η Έλρηνεχ δεν ήταν και τόσο μακριά από εδώ: υπολόγιζε ότι ώς το βράδυ της επόμενης ημέρας θα έφτανε.

Είχε χαρεί που είδε την Αλιζέτ, ακόμα κι αν ήταν για δουλειά της Παντοκράτειρας. Σπανίως την έβλεπε, και, παρότι περίεργη, του είχε λείψει. Μακάρι να μπορούσε να περάσει περισσότερο χρόνο μαζί της. Καθώς επίσης και μ’αυτόν τον τύπο, τον Πολ, που του έμοιαζε συμπαθητικός.

Αναρωτήθηκε αν ο Πολ και η αδελφή του ήταν εραστές. Δεν είχε ρωτήσει, βέβαια, για λόγους ευγένειας, αλλά δεν θα το θεωρούσε κι απίθανο. Νόμιζε ότι ορισμένες φορές τούς είχε δει πιο κοντά απ’ό,τι ήταν απαραίτητο.

Όταν νύχτωσε, ο Θέλμος καταυλίστηκε κάτω από έναν λοφίσκο κι άφησε τα άλογά του να μασήσουν το χορτάρι. Ο άνεμος σφύριζε και τον έκανε να κρυώνει, αλλά, αφού ύφανε μια Μαγγανεία Υλικής Διαισθήσεως, κατάφερε να κοιμηθεί τυλιγμένος στην κάπα του.

Το πρωί, καμια ώρα πριν από το μεσημέρι, καθώς ταξίδευε πάλι, είδε τρία δίκυκλα να έρχονται προς το μέρος του. Στενεύοντας τα μάτια, τα παρατήρησε. Στρατιώτες της Παντοκράτειρας πρέπει να είναι.

Τα δίκυκλα σταμάτησαν κοντά του, και οι αναβάτες κατέβηκαν: δύο άντρες και μία γυναίκα. Έβγαλαν τα κράνη τους και τον ατένισαν. Μετά, αλληλοκοιτάχτηκαν και ένευσαν ο ένας στον άλλο. Ο Θέλμος παρατήρησε ότι η γυναίκα είχε επάνω της διακριτικά υπολοχαγού του Παντοκρατορικού Στρατού, ενώ ο ένας άντρας διακριτικά λοχία. Ο άλλος άντρας δεν είχε επάνω του τίποτα το ιδιαίτερο, ούτε φορούσε στρατιωτική στολή· παραδόξως, όμως, αυτός έμοιαζε να είναι ο αρχηγός.

«Είσαι ο Θέλμος’νορ, έτσι δεν είναι;» ρώτησε.

«Ναι. Τι θέλετε;»

«Πού ήσουν;»

«Τι σημασία έχει;»

«Σε ρώτησε: πού ήσουν;»

«Εσύ ποιος είσαι; Γιατί να πρέπει να σου απαντήσω;» Ο Θέλμος δεν αισθανόταν απειλημένος από αυτόν τον άγνωστο. Δεν φαινόταν να έχει καν κάποιο αξίωμα, ενώ εκείνος ήταν μάγος του τάγματος των Πεφωτισμένων – πράγμα καθόλου ασήμαντο στη Βίηλ.

«Επειδή θέλω να μάθω, μάγε!» φώναξε ο άντρας, και, αρπάζοντάς τον από τον γιακά, τον τράβηξε από το άλογό του.

Ο Θέλμος, χάνοντας την ισορροπία του, έπεσε από τη σέλα και κατέληξε, επώδυνα, στο έδαφος. Ωστόσο σηκώθηκε όρθιος σχεδόν αμέσως. Εξοργισμένος. «Το ανάστημα των Κολοσσών! Ποιος νομίζεις ότι είσαι;» φώναξε. «Θα σε αναφέρω στον Πρίγκιπα της Έλρηνεχ!» τον προειδοποίησε δείχνοντάς τον. «Ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος;» ρώτησε τους δύο αξιωματικούς, οι οποίοι, κανονικά, έπρεπε να του απαντήσουν. Στη Βίηλ, ένας Πεφωτισμένος θεωρείτο πως είχε μεγαλύτερο αξίωμα από μια υπολοχαγό κι έναν λοχία του Παντοκρατορικού Στρατού.

«Κάποιος που καλύτερα να του πεις ό,τι σου ζητάει,» αποκρίθηκε η γυναίκα.

Ο Θέλμος δεν μπορούσε να το πιστέψει αυτό που συνέβαινε! Για μια στιγμή έμεινε σιωπηλός· μετά, όμως, αποφάσισε πως ήταν προτιμότερο να τους πει αυτό που ήθελαν – για να τους ξεφορτωθεί. «Στις παρυφές των δασότοπων ήμουν, για μια επείγουσα δουλειά. Εντάξει τώρα;»

«Με ποιους ήσουν;» ρώτησε ο παράξενος άντρας, γαλανόδερμος και μαυρομάλλης, με στενά, σκοτεινά μάτια.

«Κοίτα,» του είπε ο Θέλμος, «δεν ξέρω ποιος είσαι αλλά μπορώ να σε διαβεβαιώσω πως ήταν δουλειά της Παντοκράτειρας και οι πράκτορές της μάλλον δεν θα ήθελαν να πω περισσότερα.»

«Οι πράκτορές της;» Ο άντρας τον άρπαξε πάλι απ’τον γιακά, με τα δύο χέρια. «Ποιοι ήταν πράκτορές της;» φώναξε.

Ο Θέλμος τον έσπρωξε προσπαθώντας να τον αποτινάξει. «Η αδελφή μου, η Αλιζέτ, ήταν μαζί τους! Την έχεις ακουστά; Είναι Μαύρη Δράκαινα που ακόμα υπηρετεί την Παντοκράτειρα. Κάποιοι την ξέρουν ως ‘η Σκοτεινή Βασίλισσα’. Θα μπλέξεις άμα συνεχίσεις, όποιος κι αν είσαι!»

Ο άντρας εξακολουθούσε να τον κρατά. «Μη δοκιμάζεις την υπομονή μου. Το ξέρω πως η Μαύρη Δράκαινα ήταν μαζί τους.»

«Το… το ξέρεις; Τότε–;»

«Ποιοι άλλοι ήταν μαζί;» επέμεινε ο άντρας.

«Άφησέ με,» είπε σταθερά ο Θέλμος.

Ο άντρας τον άφησε. «Ποιοι άλλοι ήταν μαζί τους και γιατί σε ήθελαν;»

«Ήταν πράκτορες της–»

«Δεν ήταν πράκτορες της Παντοκράτειρας! Μη μου πουλάς παραμύθια, μάγε!»

Ο Θέλμος βλεφάρισε παραξενεμένος. «Δεν ήταν…;»

«Γιατί σε ήθελαν;»

Είναι δυνατόν να μην ήταν; Τότε, η Αλιζέτ τι έκανε μαζί τους; Ο Θέλμος συνοφρυώθηκε. Μήπως ετούτοι εδώ είναι αποστάτες που προσποιούνται πως είναι Παντοκρατορικοί στρατιωτικοί; Κοίταξε προσεχτικά την υπολοχαγό και τον λοχία. Νόμιζε πως τους είχε ξαναδεί, κάπου στην Έλρηνεχ. Τον παράξενο άντρα εμπρός του, όμως, δεν τον είχε ξαναδεί ποτέ· ήταν βέβαιος.

Δεν πρέπει νάναι αποστάτες… Δε νομίζω.

«Μη μου τρως το χρόνο! Γιατί σε ήθελαν; σε ρώτησα!»

«Για να φτιάξω μια εστία για το όχημά τους. Ένα μεταβαλλόμενο όχημα. Πολύπλοκος μηχανισμός.»

«Το είχαν σταματημένο στις παρυφές των δασότοπων;»

Ο Θέλμος ένευσε, νιώθοντας μπερδεμένος. Γιατί η Αλιζέτ να μου πει ψέματα; Μετά, όμως, θυμήθηκε τον άντρα που έμοιαζε με τον Πρίγκιπα Τάμπριελ, τον σύζυγο της Παντοκράτειρας που έλεγαν ότι την είχε προδώσει σε μια καινούργια διάσταση, τη Νόρχακ. Υποτίθεται πως τον θεωρούσαν προφήτη εκεί, και ο Τάμπριελ είχε πάει με το μέρος του Αρχιπροδότη, είχε συμμαχήσει με την Επανάσταση.

«Ποιοι άλλοι ήταν μαζί τους;» ρώτησε ο παράξενος άντρας. «Εκτός από την αδελφή σου, ποιοι άλλοι ήταν μαζί τους; Αναγνώρισες κανέναν;»

Ο Θέλμος κούνησε το κεφάλι. «Μόνο… μόνο έναν…» είπε, σαστισμένος, αβέβαιος. Είναι η Αλιζέτ με τους αποστάτες; Δε μπορούσε να το πιστέψει. Δεν ήταν δυνατόν! Εκείνος, ο Θέλμος, μπορεί να πήγαινε με τους αποστάτες. Κάποτε. Ίσως. Αν οι συνθήκες ήταν κάπως. Αλλά η Αλιζέτ; Όχι. Αποκλείεται ποτέ η Αλιζέτ να συμμαχούσε με την Επανάσταση. Δεν την είχε ικανή για κάτι τέτοιο.

«Ποιον;» ρώτησε ο παράξενος άντρας, σκίζοντας τις σκέψεις του Θέλμος σαν σπαθί.

«Νομίζω, δεν είμαι σίγουρος, έτσι;»

«Πες μου ούτως ή άλλως. Μίλα, μάγε! Δεν έχω χρόνο για χάσιμο.»

Του Θέλμος δεν του άρεσε καθόλου ο τρόπος αυτού του τύπου. Ποιος στα Δαιμόνια νόμιζε πως ήταν και μιλούσε έτσι σ’έναν Πεφωτισμένο; Ωστόσο, ο Θέλμος απάντησε χωρίς να διαφωνήσει: «Υπάρχει περίπτωση να ήταν ο Πρίγκιπας Τάμπριελ, ο σύζυγος της Παντοκράτειρας. Είχε κόκκινο δέρμα και λευκά μαλλιά.»

Ο παράξενος άντρας καταράστηκε. «Και οι άλλοι; Πώς ήταν στην όψη οι άλλοι;»

«Δε θυμάμαι ακριβώς… Δε μου είπαν και τα ονόματά τους,» είπε ψέματα, γιατί ήξερε το όνομα του Πολ. «Μια γυναίκα, πάντως, είχε κατάλευκο δέρμα και ξανθά μαλλιά.»

«Μάλιστα.» Ο άντρας έμοιαζε οργισμένος, τα μάτια του σπινθηροβολούσαν. «Τους έφτιαξες την εστία που ήθελαν;»

«Ναι.»

«Είναι ακόμα στις παρυφές των δασότοπων;»

«Όχι.»

«Πού πήγαν;»

Ο Θέλμος ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν ξέρω. Έφυγαν.»

«Αν ανακαλύψω ότι μου είπες ψέματα, μάγε, θα σε βρω και θα σε σκοτώσω,» δήλωσε ο παράξενος άντρας. «Με καταλαβαίνεις;»

«Δεν δέχομαι απειλές από ανώνυμους,» αποκρίθηκε ο Θέλμος.

«Θα δεχτείς χειρότερα πράγματα από απειλές αν μου είπες ψέματα.» Ο άντρας τού έστρεψε την πλάτη και ανέβηκε στο δίκυκλό του.

Η υπολοχαγός και ο λοχίας ανέβηκαν στα δικά τους δίκυκλα, και έφυγαν κι οι τρεις, τρέχοντας επάνω στην πεδιάδα, με τους μεταλλικούς τους τροχούς να τσακίζουν το χορτάρι.

Ο Θέλμος έμεινε ακίνητος για μερικά λεπτά. Παραξενεμένος, τελείως παραξενεμένος. Μετά, άκουσε ένα από τα άλογά του να χρεμετίζει και επανήλθε στην πραγματικότητα.

Σκαρφάλωσε στη σέλα του πρώτου κατά σειρά αλόγου, ενώ σκεφτόταν: Η Αλιζέτ… με τους αποστάτες; Αποκλείεται… Αποκλείεται…

Πώς θα μάθαινε την αλήθεια;

Θα τη μάθαινε ποτέ;

7.

Περίπου τρία χιλιόμετρα απόσταση από τη δυτική άκρη του Μεγάλου Σχίσματος, και μέσα σε κάμποση αραιή βλάστηση, ορθωνόταν ένα ερειπωμένο κάστρο. Η μόνη πληροφορία που τους είχε δώσει ο Δαίδαλος γι’αυτό το μέρος ήταν ότι κάποτε ανήκε σε κάποιον τοπικό βαρόνο, προτού ο βαρόνος και όλη του η γενιά καταστραφούν και το μέρος εγκαταλειφθεί.

«Θα συναντηθούμε εκεί, Τάμπριελ,» είχε πει ο Δαίδαλος, την τελευταία φορά που είχαν μιλήσει.

Η Ανταρλίδα, που είχε πάρει το τιμόνι μετά από τον Πολ (ο οποίος είχε ήδη οδηγήσει τέσσερις ώρες), δεν δυσκολεύτηκε να βρει το ερειπωμένο κάστρο. Ήταν εκεί όπου έδειχνε ο χάρτης στην οθόνη της κονσόλας.

Σταμάτησε το όχημα αντίκρυ του, φωτίζοντάς το με τους προβολείς. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα τώρα· είχαν περάσει πάνω από έξι ώρες από τότε που είχαν αφήσει τις παρυφές των Δασότοπων των Λάν’τραχαμ.

«Εδώ μάς περιμένει ο Δαίδαλος;» ρώτησε ο Πολ.

«Έτσι είπε,» αποκρίθηκε η Ανταρλίδα, καθώς έσβηνε τη μηχανή και τους προβολείς και σηκωνόταν από τη θέση της.

Ο Πολ στράφηκε στην Αλιζέτ. «Το γνωρίζεις αυτό το κάστρο;»

Εκείνη κούνησε το κεφάλι. «Δε μου θυμίζει τίποτα. Και δεν έχω ξανάρθει εδώ.»

Ο Τάμπριελ βγήκε απ’το ενεργειακό κέντρο πλησιάζοντάς τους. «Ο Δαίδαλος, μάλλον, δεν θα επέλεγε ένα μέρος που είναι γνωστό σε πολλούς. Πάρτε τα πράγματά σας, τώρα, και πάμε να τον συναντήσουμε.»

«Είναι σίγουρο ότι δεν πρόκειται για καμια παγίδα;» ρώτησε ο Πολ.

«Τίποτα δεν είναι σίγουρο, Πολ. Να είσαι έτοιμος.»

«Για προφήτης, συνεχώς μας καθησυχάζεις σχετικά με το μέλλον…»

«Δεν είναι η δουλειά μου να σας καθησυχάζω,» είπε ο Τάμπριελ, ανοίγοντας μια πόρτα του οχήματος και βγαίνοντας πρώτος.

Τα μάτια του στράφηκαν στο ερειπωμένο κάστρο που διακρινόταν εύκολα ανάμεσα από τα αραιά δέντρα και κάτω από τις ασημένιες αχτίνες του φεγγαριού.

Ναι, σκέφτηκε, ακριβώς έτσι το είχα «δει». Τότε, όμως, δεν ήξερε αν ποτέ θα έφτανε εδώ. Ούτε ήξερε τι ήταν αυτό το μέρος.

Οι υπόλοιποι τον ακολούθησαν έξω απ’το όχημα· η Ανταρλίδα και ο Πολ με σπαθιά ανά χείρας. Οι Ιεράρχες δεν είχαν τραβήξει όπλα αλλά έμοιαζαν πανέτοιμοι. Η Αλιζέτ, φυσικά, ήταν ακόμα άοπλη.

Ο Τάμπριελ προχώρησε πρώτος, όμως η Ανταρλίδα ήρθε αμέσως πλάι του, και οι Ιεράρχες απλώθηκαν ολόγυρα.

Η νύχτα ήταν ήσυχη και παγερή. Αέρας δεν φυσούσε. Το χορτάρι ακουγόταν να τρίζει κάτω από τα πόδια τους.

Η πύλη του κάστρου τούς περίμενε ανοιχτή.

«Αν δεν έχει φτάσει ακόμα ο Δαίδαλος;» ρώτησε ο Πολ.

«Θα τον περιμένουμε,» είπε ο Τάμπριελ· και, ανάβοντας δαυλούς, μπήκαν στο ερείπιο.

Πολλοί από τους τοίχους γύρω τους ήταν μαυρισμένοι. Πρέπει, κάποτε, να είχε γίνει πυρκαγιά εδώ, υπέθεσε ο Τάμπριελ. Ίσως, μάλιστα, η πυρκαγιά να ήταν που είχε καταστρέψει ετούτο το μέρος.

Κανένας θόρυβος δεν ακουγόταν εκτός από τα βήματά τους. Το κάστρο ήταν ήσυχο, και ο Τάμπριελ σκέφτηκε ότι, όπως είχε πει ο Πολ, μπορεί ο Δαίδαλος να μην είχε έρθει ακόμα. Μπορεί να είχε άλλες δουλειές, που τον είχαν καθυστερήσει.

Φτάνοντας, όμως, στην κεντρική αίθουσα του κάστρου, ο Τάμπριελ διαπίστωσε ότι δεν ήταν έτσι. Ο μάγος τούς περίμενε, στεκόμενος κοντά στη μέση του μεγάλου δωματίου, όχι πολύ μακριά από ένα μακρόστενο τραπέζι. Πίσω του, καθισμένη σ’έναν θρόνο, ήταν μια γαλανόδερμη γυναίκα με μακριά, μαύρα μαλλιά και πολύ όμορφο σώμα. Τα πόδια της ήταν σταυρωμένα στο γόνατο.

«Καλωσήρθατε,» είπε ο Δαίδαλος.

«Ελπίζω να μην αργήσαμε,» είπε ο Τάμπριελ.

«Όχι, όχι πολύ.»

Η γυναίκα που καθόταν στον θρόνο σηκώθηκε, πλησιάζοντας. Όρθια, ήταν πιο όμορφη απ’ό,τι καθιστή. Και κάτι θύμιζε στον Τάμπριελ…

Μα φυσικά!

«Φενίλδα’σαρ;» είπε ξαφνιασμένος, παρότι την είχε «δει» κάποιες φορές σε τελείως παράξενους χώρους.

«Τάμπριελ…» Δεν γνωρίζονταν και πολύ καλά οι δυο τους, αλλά ο Τάμπριελ ήξερε ότι η Φενίλδα’σαρ ήταν φίλη της Παντοκράτειρας. Επομένως: τι μπορεί να ήθελε εδώ; Είχε αποφασίσει να την προδώσει;

Ο Τάμπριελ παρατήρησε – γι’ακόμα μια φορά παραξενεμένος – ότι το αριστερό της μάτι γυάλιζε σαν ένα κομμάτι σπασμένο κρύσταλλο να βρισκόταν εντός του. «Δε σε περιμέναμε εδώ, Φενίλδα.»

«Ούτε κι εγώ ήξερα ότι θα την έφερνα,» είπε ο Δαίδαλος, «γι’αυτό δεν σε είχα ειδοποιήσει. Βασικά, μέχρι πρότινος, δεν ήξερα καν ότι η Φενίλδα ήταν με το μέρος μας.»

Ο Τάμπριελ την ατένισε με δυσπιστία.

«Γνώριζα για τον Ελκράσ’ναρχ,» τον πληροφόρησε εκείνη, «προτού γνωρίσω τον Δαίδαλο.»

Μοργκιάνη

1.

Η Βέρμπηλ ήταν μια πόλη που απλωνόταν στη βόρεια και στη νότια όχθη του μεγάλου ποταμού Γύπα. Βρισκόταν νότια του Χαμηλού Δάσους και βορειοδυτικά του Ξερότοπου Ήταν μία από τις ανεξάρτητες πόλεις της Μοργκιάνης. Δεν ανήκε ούτε σε κάποιον από τους πολιτικούς συνασπισμούς των πόλεων του Γύπα, ούτε θεωρείτο μέρος της Κοινοπολιτείας των Τεσσάρων Δασών, ούτε, φυσικά, ήταν ένα από τα προτεκτοράτα του Βασιλείου της Χάρνωθ.

Δυστυχώς, δεν μπορούσε να αγνοήσει και την κυριαρχία των δυνάμεων της Παντοκράτειρας επί της Μοργκιάνης. Υπήρχαν Παντοκρατορικοί στρατιώτες εδώ, όπως και σε άλλες πόλεις της διάστασης, καθώς και πράκτορες κρυμμένοι στις σκιές. Ωστόσο, οι Παντοκρατορικοί είχαν να λένε πως οι κάτοικοι της Βέρμπηλ ήταν από τους πιο «προβληματικούς» της Μοργκιάνης. Δεν υπέφεραν αδιαμαρτύρητα τους δυνάστες τους. Ούτε πίστευαν την Παντοκρατορική προπαγάνδα, ότι η Συμπαντική Παντοκρατορία ήταν, στην πραγματικότητα, κάτι το θετικό για το Γνωστό Σύμπαν, ότι στόχος της ήταν η ειρήνη και η τάξη. Οι άνθρωποι της Παντοκράτειρας είχαν κάνει, και έκαναν, πολλά έγκλημα που οι κάτοικοι της Βέρμπηλ δεν ξεχνούσαν, καθώς έβλεπαν ότι οι εξωδιαστασιακοί κατακτητές δεν είχαν κανένα σεβασμό για τον τρόπο ζωής των Μοργκιανών, ή για τη θρησκεία τους.

Στο κέντρο της Βέρμπηλ γινόταν αρκετό εμπόριο: έμποροι έρχονταν από το Βασίλειο της Χάρνωθ στα δυτικά, από την Κοινοπολιτεία των Τεσσάρων Δασών στα βορειοδυτικά, από τις πόλεις στις όχθες του ποταμού Γύπα, κι από άλλες ανεξάρτητες πόλεις και μικρές περιοχές. Οι πολεμιστές και οι πράκτορες της Παντοκράτειρας, ασφαλώς, κυκλοφορούσαν εδώ για να παρακολουθούν αν όλα πήγαιναν όπως τα ήθελαν, καθώς και για να πιάνουν αποστάτες ή να μαθαίνουν πού ήταν οι κρυψώνες τους. Εκείνο που δεν έβλεπαν ήταν αυτό που βρισκόταν μπροστά στα μάτια τους. Αλλά, βέβαια, κανένας στη Βέρμπηλ δεν το έβλεπε, οπότε οι Παντοκρατορικοί μπορούσαν να δικαιολογηθούν για την ελλιπή οξυδέρκειά τους.

Κοντά στο κέντρο της πόλης ορθωνόταν ένας πύργος, ερειπωμένος από τότε που ο πιο γέρος κάτοικος τον θυμόταν. Όλοι ήξεραν ότι ανήκε σε κάποια παλιά οικογένεια της οποίας οι απόγονοι είχαν εγκαταλείψει το μέρος χωρίς να το πουλήσουν και, για κάποιο λόγο, ήταν νομικά ασφαλισμένο ώστε να μη μπορεί κανένας να το γκρεμίσει για να χτίσει κάτι άλλο. Δεν πείραζε, όμως, γιατί έτσι κι αλλιώς το οικόπεδο του πύργου ήταν μικρό και σε μια σχετικά άχρηστη γωνία, έξω από το εμπορικό κέντρο της πόλης.

Στην πραγματικότητα, ο πύργος δεν ήταν εγκαταλειμμένος. Ούτε καν ερειπωμένος. Οι πάντες, όμως, νόμιζαν πως ήταν. Τα μάτια τους έτσι τον έβλεπαν επειδή επηρεάζονταν από το μυαλό τους· και το μυαλό τους επηρεαζόταν από την πανίσχυρη μαγεία που απλωνόταν από τον πύργο προς κάθε κατεύθυνση, διαποτίζοντας όλη τη νοόσφαιρα της Βέρμπηλ.

Σ’ένα στενό μπαλκόνι του πύργου στεκόταν τώρα η ιδιοκτήτριά του, πρακτικά αόρατη για τους πάντες μέσα στην πόλη. Μια γυναίκα μετρίου αναστήματος, με κατάμαυρο δέρμα (όπως και οι περισσότεροι κάτοικοι της Μοργκιάνης), μακριά, σγουρά μενεξεδιά μαλλιά, και μάτια πράσινα κι αστραφτερά, με αφύσικα, θα έλεγε κανείς, μακριές βλεφαρίδες που θύμιζαν βελονοειδή φύλλα. Μια γκρίζα ρόμπα τύλιγε το σώμα της γυναίκας, κι ένα ζευγάρι μαλακές παντόφλες έντυναν τα πόδια της. Στον αριστερό της ώμο ήταν καθισμένη μια κατάλευκη γάτα με κόκκινα μάτια και κομμένο δεξί αφτί. Επί του παρόντος, χασμουριόταν βαριεστημένα κοντά στον λαιμό της αφέντρας της.

Η γυναίκα έτριψε τους βραχίονές της. «Κρύο,» παρατήρησε, με τρόπο που δεν ήταν βέβαιο αν μονολογούσε ή αν μιλούσε στη γάτα της.

Ήταν πρωί, καμια ώρα αφότου είχε ξημερώσει, αλλά αν ήσουν εξωδιαστασιακός ίσως να νόμιζες ότι πλησίαζε βράδυ, γιατί ο ήλιος της Μοργκιάνης ήταν ασθενικός. Ετοιμοθάνατο, θα μπορούσε να τον χαρακτηρίσει κανείς. Ωστόσο οι γηγενείς τον είχαν συνηθίσει· δεν τους φαινόταν παράξενος. Ανέκαθεν έτσι τον θυμόνταν. Η Μοργκιάνη ήταν μια διάσταση πλημμυρισμένη σκιές και μυστήριο.

Η γυναίκα στο μπαλκόνι επέστρεψε στο εσωτερικό του πύργου κλείνοντας την πόρτα πίσω της. Μια άλλη γάτα την πλησίασε καθώς κατέβαινε τη σκάλα που ήταν στρωμένη με μαλακό χαλί. Μια γάτα γκρίζα με μαύρες ραβδώσεις, πιο μεγαλόσωμη από αυτή στον ώμο της γυναίκας και με μάτια που γυάλιζαν σαν μαύρες χάντρες.

«Πάμε να φάμε το πρωινό μας;» είπε η γυναίκα, αυτή τη φορά μιλώντας καταφανώς στη γκρίζα γάτα.

Η λευκή γάτα, όμως, ήταν που νιαούρισε. Η γκρίζα, απλά, έτρεξε κατεβαίνοντας τη σκάλα.

Η γυναίκα την ακολούθησε. Μπήκε για λίγο σ’ένα δωμάτιο προκειμένου να πατήσει μερικά κουμπιά στο ηχοσύστημα εκεί και να βάλει μουσική που ακουγόταν – μέσω ειδικών ηχείων σε διάφορα σημεία των τοίχων – σ’όλο τον πύργο. Μετά, η γυναίκα συνέχισε να κατεβαίνει μέχρι που έφτασε στην κουζίνα. Εκεί άρχισε να φτιάχνει πρωινό, σπάζοντας αβγά, τηγανίζοντας, κόβοντας ψωμί.

Οι γάτες περιφέρονταν νωχελικά μέσα στο δωμάτιο, κουνώντας τις ουρές τους και, κάπου-κάπου, γλείφοντας τα μούσια ή τα πόδια τους.

Η μουσική σταμάτησε, ξαφνικά, και ένας ήχος ειδοποίησης ακούστηκε: μία, δύο, τρεις φορές. Η γυναίκα συνοφρυώθηκε προς στιγμή. Άφησε την προετοιμασία του πρωινού και έφυγε από την κουζίνα. Πήγε σ’ένα δωμάτιο του πύργου γεμάτο τηλεπικοινωνιακά συστήματα. Πάτησε ένα πλήκτρο και διάβασε ένα μήνυμα σε μια οθόνη.

«Μάλιστα,» μουρμούρισε. «Εντάξει· προλαβαίνουμε να φάμε το πρωινό μας.»

Οι γάτες την είχαν ακολουθήσει, και την παρατηρούσαν από τη μισάνοιχτη πόρτα.

Η γυναίκα επέστρεψε στην κουζίνα (μαζί με τις γάτες, φυσικά), τελείωσε την προετοιμασία του πρωινού, και κάθισε να φάει, αφού έδωσε ένα μεγάλο μέρος του φαγητού στους πιστούς της αίλουρους. Πιο καλά φαινόταν να τρώνε αυτοί παρά εκείνη.

Η μουσική συνεχιζόταν μέσα στον πύργο που όλοι στη Βέρμπηλ αγνοούσαν.

2.

Ετοιμάστηκε για ταξίδι. Πήρε μαζί της τα απαραίτητα, και κάποια πράγματα που ήταν λιγότερο απαραίτητα. Πέρασε ολόκληρη εκείνη την ημέρα σε προετοιμασίες και φροντίζοντας για την ασφάλεια του πύργου της. Διότι μπορεί οι άνθρωποι της Βέρμπηλ να μην είχαν τη δυνατότητα να τον δουν γι’αυτό που πραγματικά ήταν, αλλά στο σύμπαν υπήρχαν και οντότητες τελείως διαφορετικές από τους απλούς ανθρώπους – και πολύ πιο επικίνδυνες.

Την επομένη, η γυναίκα ντύθηκε με ρούχα ταξιδιωτικά: χοντρό μάλλινο παντελόνι, ψηλές πέτσινες μαύρες μπότες, δερμάτινη τουνίκα με γούνα από μέσα, γάντια, μαντήλι στο κεφάλι, και κάπα. Τις γάτες τις έβαλε σ’έναν σάκο (απ’όπου εκείνες μπορούσαν να βγάζουν τα κεφάλια τους και να κοιτάζουν) τον οποίο πήρε στον ώμο και έφυγε από τον πύργο, κάτω από τις αχτίνες του ασθενικού ήλιου της Μοργκιάνης.

Πήγε στο λιμάνι της Βέρμπηλ και μίλησε μ’έναν γνωστό της, με τον οποίο είχε μιλήσει και χτες μέσω επικοινωνιακού διαύλου προκειμένου να δει αν απέπλεε σύντομα κάποιο σκάφος που τη βόλευε. Ο άντρας τής χρωστούσε μια πολύ μεγάλη χάρη από παλιά, κι επιπλέον πάντοτε τη σεβόταν, έτσι την εξυπηρετούσε χωρίς ερωτήσεις. Της είχε πει ότι υπήρχαν, φυσικά, πλοία που θα απέπλεαν σύντομα από το λιμάνι και να ερχόταν να του μιλήσει το πρωί. Θα της είχε έτοιμο το εισιτήριό της. Τα πάντα κανονισμένα.

Η γυναίκα πήρε τώρα το εισιτήριο και τον ευχαρίστησε, ενώ παρατηρούσε, εκ φύσεως πλέον, τις κινήσεις των χεριών του, τον τόνο της φωνής του, τις συσπάσεις του προσώπου του, και τις κινήσεις των ματιών του, ψάχνοντας για σημάδια ότι μπορεί να είχε κατά νου να την προδώσει. Δεν ήταν πιθανό αυτό, βέβαια, αλλά επίσης δεν έπρεπε ποτέ κανείς να παραβλέπει την παρουσία των πρακτόρων της Παντοκράτειρας στην πόλη. Δεν ήταν λίγοι οι πολίτες που είχαν εκβιαστεί για να προδώσουν αγαπημένα τους πρόσωπα, συνεργάτες, ή φίλους.

Το πλοίο της θα απέπλεε σε καμια ώρα, έτσι εκείνη κάθισε σε μια καφετέρια στο λιμάνι και άφησε τη βαλίτσα της και την τσάντα με τις γάτες παραδίπλα. Όταν ο σερβιτόρος την πλησίασε, του παράγγειλε καφέ, και σε λίγο ο καφές ήταν μπροστά της μέσα σ’ένα ψηλό ποτήρι. Από εδώ όπου καθόταν μπορούσε να βλέπει το πλοίο στο οποίο θα επιβιβαζόταν: ένα μεγάλο, τρικάταρτο εμπορικό σκάφος που φαινόταν καλοφτιαγμένο. Ο καιρός δεν ήταν και πολύ καλός σήμερα, αλλά αναμφίβολα ένα τέτοιο καράβι δεν πρόκειται να είχε κανένα απολύτως πρόβλημα στο ταξίδι του επάνω στον ποταμό Γύπα.

Όταν η ώρα ήρθε, η γυναίκα πήγε στο πλοίο και, δείχνοντας το εισιτήριό της στον φρουρό, επιβιβάστηκε. Πήγε στη στενή καμπίνα της και άφησε τη βαλίτσα της και τον σάκο με τις γάτες. Τα δύο αιλουροειδή πήδησαν έξω, σαν να ήξεραν ότι τώρα αυτή ήταν η επιθυμία της αφέντρας τους.

Το πλοίο, μετά από κανένα μισάωρο, όταν όλοι οι επιβάτες είχαν επιβιβαστεί και όλα τα εμπορεύματα ήταν καλά φορτωμένα, σήκωσε τις άγκυρες, άνοιξε τα πανιά, και απέπλευσε από το μεγάλο λιμάνι της Βέρμπηλ με δυτική κατεύθυνση.

Το ταξίδι δεν ήταν άσχημο αλλά ούτε και πολύ καλό. Ο άνεμος έκανε το σκάφος να λικνίζεται, και η γυναίκα άκουσε ορισμένους από τους επιβάτες να ξερνάνε. Η ίδια δεν είχε πρόβλημα με τα κουνήματα· είχε ήδη πείσει το μυαλό της να μην ενοχλείται από αυτά. Παρέμεινε στην καμπίνα της, ξαπλωμένη ανάσκελα στο κρεβάτι, με τα μάτια κλειστά αλλά δίχως να κοιμάται, ταξιδεύοντας σ’έναν απ’τους φανταστικούς κόσμους της και συναντώντας διάφορες νοητικές οντότητες εκεί.

Οι γάτες περιφέρονταν νευρικά μέσα στην καμπίνα, όμως δεν ενοχλούσαν την αφέντρα τους. Σε κάποια στιγμή άρχισαν να παλεύουν, παιχνιδιάρικα.

Η μέρα πέρασε χωρίς το πλοίο να σταματήσει σε κανένα λιμάνι στις όχθες του Γύπα. Ο γνωστός της γυναίκας είχε φροντίσει να της βρει ένα σκάφος που θα πήγαινε αμέσως στον προορισμό της και δεν θα καθυστερούσε με στάσεις εδώ κι εκεί. Όταν νύχτωσε για τα καλά, το πλοίο μπήκε στο λιμάνι της Άνμωθ, στις εκβολές του Γύπα.

Η γυναίκα αμέσως κατάλαβε ότι είχαν σταματήσει. Καθώς ήταν ξαπλωμένη και διαλογιζόταν, ένιωθε το σκάφος σχεδόν σαν προέκταση του σώματός της: σαν τα νεύρα της να απλώνονταν από την πρύμνη ώς την πλώρη του, από την κορυφή του ψηλότερου καταρτιού ώς το πιο βαθύ σημείο του πιο βαθύ αμπαριού.

Σηκώθηκε απ’το κρεβάτι, φόρεσε τις μπότες της, τύλιξε το μαντίλι γύρω απ’το κεφάλι της, έδεσε την κάπα της στους ώμους, έβαλε τις γάτες στον σάκο τους, πήρε τον σάκο στον ώμο και τη βαλίτσα της στο χέρι, και βγήκε από την καμπίνα.

Αποβιβάστηκε μαζί με τους υπόλοιπους επιβάτες του σκάφους και βρέθηκε στους νυχτερινούς δρόμους της Άνμωθ οι οποίοι φωτίζονταν από στρογγυλές ενεργειακές λάμπες. Αν ήταν κάποια άλλη γυναίκα, θα πήγαινε τώρα να κλείσει δωμάτιο σε κανένα ξενοδοχείο για να κοιμηθεί και να ξεκουραστεί από το ταξίδι. Αλλά εκείνη δεν αισθανόταν κουρασμένη. Επιπλέον, εδώ και πολλά χρόνια, δεν κοιμόταν παρά ελάχιστα. Είχε ανακαλύψει πως είτε κοιμόταν είτε διαλογιζόταν το ίδιο ξεκουραζόταν στην ουσία. Το σώμα έμενε ακίνητο και ήρεμο· η μόνη διαφορά ήταν πως στον ύπνο υπήρχε λιγότερος έλεγχος της σκέψης.

Η γυναίκα αγόρασε ένα άλογο, το καβάλησε, και βγήκε από την πόλη.

3.

Η Άνμωθ ήταν προτεκτοράτο του Βασιλείου της Χάρνωθ. Το ίδιο και το χωριό που βρισκόταν μερικά χιλιόμετρα δυτικά της. Τα σύνορα του Βασιλείου δεν ήταν μακριά από εδώ. Από απόσταση, φαίνονταν τα φώτα από τα φυλάκια.

Η γυναίκα αφίππευσε και, τραβώντας το άλογό της από τα γκέμια, πλησίασε το χωριό. Οι δύο γιγαντόλυκοι που στέκονταν φρουροί στην είσοδό του την ατένιζαν παρατηρητικά αλλά δεν έκαναν καμία κίνηση να της χιμήσουν, ούτε αλύχτησαν για να προειδοποιήσουν τους χωριανούς. Οι κινήσεις της έλεγαν μέσα στο μυαλό τους: Δεν υπάρχει κίνδυνος από εμένα. Είμαι φίλη.

Η γυναίκα πλησίασε την καλύβα ενός ψαρά, στη βόρεια άκρη του χωριού, κοντά στο ακρογιάλι. Έδεσε το άλογό της σ’ένα δέντρο και χτύπησε την πόρτα της καλύβας. Ο γέρο-ψαράς άνοιξε, με φανερή επιφύλαξη μες στην άγρια νύχτα, αλλά, βλέποντας το πρόσωπο της γυναίκας, χαμογέλασε πλατιά.

«Καλησπέρα,» είπε εκείνη. «Και συγνώμη που σ’ενοχλώ τέτοια ώρα, Βάλθιρ, αλλά είναι ανάγκη.»

«Ο Νούρκας ο ίδιος μπορεί να μ’ενοχλούσε μα όχι εσύ,» αποκρίθηκε ο ψαράς. «Θες τα κλειδιά σου;»

«Ναι.»

Ο γέρο-ψαράς μπήκε στην καλύβα και επέστρεψε κρατώντας έναν κρίκο με δύο κλειδιά επάνω, τον οποίο και της έδωσε.

«Σ’ευχαριστώ. Έχεις ελέγξει το σκάφος πρόσφατα;»

«Ναι αμέ. Δεν έχει πρόβλημα, το καθαρίζω τακτικά.»

«Όλα εντάξει εδώ, στο χωριό;»

«Αμέ. Θαρθείς μέσα, να σε φιλέψω;»

«Δυστυχώς βιάζομαι, Βάλθιρ,» του είπε χαμογελώντας. «Με τα ψάρια, επίσης όλα εντάξει;»

«Αμέ, τίποτα δεν τάχει ξαναπειράξει από τότες που έδιωξες τσι στριγκιές.»

«Ωραία.»

«Θες να σου δόκω;»

«Ψάρια;»

«Αμέ. Δε θα τα πουλήσω όλα, μπορεί, και θα μου μείνουνε· και πού να τα φας όλα τώρα, μόνος σου;»

«Ευχαριστώ, Βάλθιρ, αλλά δεν μπορώ να τα κουβαλήσω μαζί μου. Άλλη φορά ίσως.»

Ο γέρο-ψαράς ένευσε.

Η γυναίκα είπε: «Σου αφήνω το άλογό μου. Κάνε το ό,τι θέλεις. Μπορείς ακόμα και να το πουλήσεις.»

Ύστερα, τον καληνύχτισε και έφυγε από την καλύβα του, για ν’ακολουθήσει ένα μονοπάτι ανάμεσα στους βράχους της ακτής. Γλίστρησε μέσα σ’ένα στενό άνοιγμα και βρέθηκε σε μια σκοτεινή σπηλιά. Οι γάτες της νιαούρισαν. Εκείνη άναψε έναν φακό και προχώρησε, προσεχτικά, για να μη γλιστρήσει στις βρεγμένες πέτρες. Κατέβηκε ένα απότομο σημείο και βρέθηκε σε μια σπηλιά που ήταν κάτω από το επίπεδο της θάλασσας αλλά δεν πλημμύριζε παρά μόνο σε τρομερές τρικυμίες.

Η σπηλιά ήταν μεγάλη και μέσα στο νερό της επέπλεε ένα σκάφος. Ένα μικρό υποβρύχιο.

Η γυναίκα το πλησίασε. Πήδησε πάνω του, ξεκλείδωσε την καταπακτή με τα κλειδιά που της είχε δώσει ο γέρο-ψαράς, και κατέβηκε στο εσωτερικό του, το οποίο μύριζε πρόσφατη απολύμανση. Κάθισε στο δερμάτινο κάθισμα μπροστά στην κονσόλα ελέγχου, ξεκλείδωσε το σύστημα, και, προτού το ενεργοποιήσει, έκανε ένα Ξόρκι Μηχανικής Ανταποκρίσεως για να δει αν τα πάντα επικοινωνούσαν σωστά. Το συμπέρασμα ήταν θετικό, έτσι ενεργοποίησε τα συστήματα του υποβρυχίου και το εσωτερικό του φωτίστηκε. Ο φακός της ήταν άχρηστος πλέον, οπότε τον έσβησε. Οι γάτες, έχοντας βγει από τον σάκο, ήταν σιωπηλές τώρα· τα μάτια τους κοίταζαν τα φωτάκια στην κονσόλα.

«Φεύγουμε,» μονολόγησε η γυναίκα. «Πάμε στο Σύμπλεγμα.» Άρθρωσε τη Μαγγανεία Κινήσεως ενώ άγγιζε με το αριστερό χέρι έναν ειδικό αισθητήρα επάνω στο κάθισμά της. Όταν η μαγγανεία ολοκληρώθηκε, της ήταν πανεύκολο να τη διατηρεί με το μυαλό της και μόνο. Έβαλε το σκάφος σε κίνηση και βγήκε απ’τη σπηλιά, ταξιδεύοντας υποβρυχίως.

Πηγαίνοντας βόρεια, προς τη διαστασιακή δίοδο για Σύμπλεγμα.

4.

Το υποβρύχιό της ήταν πολύ γρήγορο. Σε πεντέμισι ώρες είχε διασχίσει όλη την απόσταση και βρισκόταν κοντά στη δίοδο. Η οθόνη των ανιχνευτών τής έδειξε ότι δύο υποβρύχια την προσέγγιζαν. Παντοκρατορικά, κατά πάσα πιθανότητα. Φύλακες της διαστασιακής διόδου.

Η γυναίκα ήταν κουρασμένη, δεν είχε διάθεση να τους συναντήσει. Ούτε να τους αντιμετωπίσει αν χρειαζόταν. Βέβαια, μάλλον δεν θα χρειαζόταν· το σκάφος της ήταν ταχύτερο από τα δικά τους: μπορούσε, άνετα, να τους ξεφύγει.

Ακόμα καλύτερα, όμως, αν δεν την καταλάβαιναν καθόλου.

Η γυναίκα, παρά την κούρασή της, έκανε μια Μαγγανεία Νοητικής Συγχύσεως, εξαπολύοντάς την από το υποβρύχιό της μέσω των αισθητήρων στα τοιχώματά του. Η μαγγανεία έγινε με ταχύτητα που κανένας συμβατικός μάγος δεν θα πίστευε – αφάνταστα γρήγορα για το ανθρώπινο μυαλό – κι επιπλέον, έγινε ενώ η γυναίκα χρησιμοποιούσε ταυτόχρονα μια Μαγγανεία Κινήσεως για να ρυθμίζει την ενεργειακή ροή του σκάφους της: πράγμα που ένας συμβατικός μάγος θα έλεγε ότι ήταν, πολύ απλά, αδύνατον.

Τα Παντοκρατορικά υποβρύχια την έχασαν. Οι χειριστές των ανιχνευτών τους νόμισαν πως είχαν κάνει λάθος, πως τα συστήματα δεν είχαν πιάσει παρά κάποια από τις τυχαίες παρεμβολές που γίνονταν στα βάθη των θαλασσών.

Η γυναίκα οδήγησε το δικό της υποβρύχιο μέσα στη διαστασιακή δίοδο προτού οι Παντοκρατορικοί προλάβουν να συνέλθουν από τη μαγγανεία της. Μπήκε σε μια πλημμυρισμένη σήραγγα, πιλόταρε για κάποια ώρα, κι ύστερα αναδύθηκε μέσα σ’ένα αχανές σπήλαιο.

Είχε φτάσει στο Σύμπλεγμα.

Σύμπλεγμα

Οδήγησε το σκάφος της σε μια γωνία και σταμάτησε τις μηχανές. Της χρειαζόταν ξεκούραση τώρα, προκειμένου να συνεχίσει το ταξίδι της. Έκλεισε τα βλέφαρά της και διαλογίστηκε. Για ώρες.

Οι γάτες περιφέρονταν βαριεστημένα μέσα στο μικρό υποβρύχιο. Δεν τους άρεσε και τόσο αυτό το περιβάλλον. Τα κόκκινα μάτια της λευκής γυάλιζαν θυμωμένα.

Το βιολογικό ρολόι της γυναίκας την ξύπνησε όταν το σώμα της είχε ξεκουραστεί. Έτριψε τα μάτια της και έβγαλε κάτι να πιει και να φάει.

Είχε να φάει από τότε που ξεκίνησε να πιλοτάρει το υποβρύχιο, φεύγοντας από τις ακτές της Μοργκιάνης – και το γεύμα της δεν ήταν τίποτα το σπουδαίο. Γενικά, δεν έτρωγε πολύ· όμως αυτό δεν την ενοχλούσε καθόλου.

Έδωσε και στις γάτες λίγο φαγητό. Εκείνες νιαούριζαν παραπονιάρικα.

«Δε θα μείνουμε για πολύ εδώ,» τους είπε η γυναίκα. «Το ξέρω ότι είναι στενόχωρα. Ούτε εμένα μ’αρέσει.»

Τελείωσε το φαγητό της και ενεργοποίησε πάλι τις μηχανές.

Σε μερικές ώρες ήταν στον προορισμό της. Σε μια διαστασιακή δίοδο που ελάχιστοι γνώριζαν. Το Σύμπλεγμα είχε πολλές τέτοιες, εξαιτίας της λαβυρινθώδους, σκοτεινής, πλημμυρισμένης φύσης του.

Υπερυδάτια

1.

Το υποβρύχιο βγήκε από μια σπηλιά στην κάτω μεριά της Κεντρυδάτιας, της μεγαλύτερης από τις τρεις πλωτές ηπειρόνησους της Υπερυδάτιας. Οι Παντοκρατορικοί δεν ήξεραν γι’αυτή τη διαστασιακή δίοδο, και δεν τη φρουρούσαν. Επιπλέον, ακόμα κι αν την ήξεραν, ήταν πολύ δύσκολο να τη φρουρήσουν εδώ όπου βρισκόταν· κι επίσης, άσκοπο, αφού σχεδόν κανένας δεν περνούσε από τούτο το μέρος.

Οι γάτες νιαούριζαν παραπονιάρικα καθώς η γυναίκα πιλόταρε το σκάφος της κάτω από την πλωτή ήπειρο αποφεύγοντας επικίνδυνα σημεία ανάποδης γεωγραφίας: βουνά και λόφους που κατέρχονταν από πάνω μέσα στο νερό· πελώριους βράχους και παράξενους λιθικούς σχηματισμούς· πολύμορφα και πολύχρωμα κοράλλια· δάση από φύκια που χόρευαν στα υπόγεια ρεύματα… Και η πανίδα του βυθού δεν ήταν λιγότερο επικίνδυνη: υπήρχαν πελώρια πλάσματα εδώ κάτω που καλό ήταν κανείς να αποφεύγει προτού έχουν την ευκαιρία να τον πλησιάσουν.

Σε δυο ώρες η γυναίκα έβγαλε το υποβρύχιο από μια άκρη της πλωτής ηπείρου, κοιτάζοντας τον χάρτη της Υπερυδάτιας στην οθόνη της. Βρισκόταν τώρα σ’έναν κόλπο, και έπλευσε, υποβρυχίως, ώς την ανατολική του μεριά. Εκεί πλησίασε μια ακτή και πήγε το σκάφος της στα ρηχά. Υφαίνοντας ένα Ξόρκι Μηχανικής Μεταβλητότητος, το μεταμόρφωσε όπως το είχε μεταμορφώσει και μέσα στο Σύμπλεγμα, όταν χρειαζόταν να περάσει από σπήλαια όπου το νερό ήταν πολύ ρηχό ή από σημεία όπου δεν υπήρχε καθόλου νερό. Το υποβρύχιο έβγαλε δύο μεγάλα πισινά πόδια και δύο μικρότερα μπροστινά με δαγκάνες. Η γυναίκα έβαλε το όχημά της να περπατήσει επάνω στην Κεντρυδάτια, και μετά από κανένα μισάωρο σταμάτησε μέσα σ’ένα σύδεντρο για να ξεκουραστεί προτού συνεχίσει το ταξίδι της.

Ήταν μεσημέρι, και οι δύο ήλιοι της Υπερυδάτιας βρίσκονταν ψηλά στον ουρανό.

2.

Η Κυκλόπολη ήταν οικοδομημένη εκεί όπου ο ποταμός Τίρπος γεννιόταν μέσα από τον ποταμό Νάνθρη. Το σχήμα της ήταν κυκλικό, όπως το όνομά της υποδήλωνε, και έμοιαζε να αγκαλιάζει και τους δύο ποταμούς αν την κοίταζες από πάνω, μέσα σε κάποιο αεροσκάφος.

Η μαυρόδερμη γυναίκα με τις δύο γάτες δεν ήταν μέσα σε αεροσκάφος. Δεν ήταν καν μέσα στο όχημά της που, πριν, είχε τη μορφή υποβρυχίου. Το είχε χρησιμοποιήσει για να ταξιδέψει ώς εδώ και, μετά, το είχε κρύψει εκεί όπου πίστευε ότι κανένας δεν θα το έβρισκε.

Ήταν βαθιά νύχτα τώρα, καθώς η γυναίκα βάδιζε προς την Κυκλόπολη αγναντεύοντας τις ψηλές πολυκατοικίες της. Τις γάτες δεν τις είχε πλέον στον σάκο της· βάδιζαν ανάλαφρα δεξιά κι αριστερά της, μοιάζοντας εκστασιασμένες με την άπλα που είχαν, ύστερα από τόσες ώρες που ήταν κλεισμένες στο υποβρύχιο.

Η γυναίκα πήγε στην πόλη και μπήκε στους δρόμους της χωρίς κανένας να τη σταματήσει. Δεν είχε, εξάλλου, τίποτα το φανερά ύποπτο επάνω της· έμοιαζε με μια οποιαδήποτε ταξιδιώτισσα που κρατούσε τη βαλίτσα της και βάδιζε. Τα πιο παράξενα πράγματα μ’αυτήν ήταν δύο: το κατάμαυρο σαν μελάνι δέρμα της (επειδή οι γηγενείς της Υπερυδάτιας δεν είχαν συνήθως αυτόν τον δερματικό χρωματισμό) και οι δύο γάτες που περπατούσαν κοντά της. Ακόμα κι οι πιο παρανοϊκοί Παντοκρατορικοί φρουροί, όμως, δεν θα σταματούσαν μια γυναίκα επειδή είχε μαύρο δέρμα και δύο γάτες μαζί της. Εκτός αν υπήρχε και κάποιος άλλος, καλύτερος λόγος, συγχρόνως.

Η γυναίκα έκανε σήμα σ’ένα επιβατηγό όχημα· αυτό σταμάτησε κι εκείνη άνοιξε την πόρτα και μπήκε.

«Καλησπέρα, μαντάμ,» είπε ο οδηγός, μιλώντας στη Συμπαντική. «Πού πηγαίνουμε;»

«Στο Πλωτό Μέγαρο

«Φροντίστε οι γάτες να μην κατουρήσουν εδώ μέσα,» ζήτησε ο οδηγός καθώς κινούσε το όχημά του μέσα στους δρόμους της Κυκλόπολης, ανάμεσα στις πολυκατοικίες.

«Μην ανησυχείς· είναι εκπαιδευμένες.»

«Χαίρομαι.»

Όταν έφτασαν μπροστά στο ξενοδοχείο, η γυναίκα τον πλήρωσε με οκτάποδες (το χαρτονόμισμα της Υπερυδάτιας) και βγήκε από το όχημά του, καληνυχτίζοντάς τον.

Το Πλωτό Μέγαρο ήταν ένα πελώριο οικοδόμημα με μια πελώρια πισίνα γύρω του. Η γυναίκα βάδισε σε μια γέφυρα που περνούσε πάνω από το νερό και βρέθηκε στην είσοδο. Είπε στον φρουρό εκεί ότι ήθελε να κλείσει δωμάτιο· εκείνος χαμογέλασε και ευχήθηκε καλή διαμονή στην κυρία, αλλά της είπε να προσέχει τις γάτες της, να μην κάνουν καμια ζημιά. Η γυναίκα πέρασε την είσοδο και μίλησε με την κοπέλα στη ρεσεψιόν, η οποία, εκτός των άλλων, την ενημέρωσε ότι απόψε είχε πάρτι στην πίσω μεριά του ξενοδοχείου και η κυρία μπορούσε να πάει δωρεάν. Ακόμα και τα ποτά ήταν όλα δωρεάν, τόνισε. Η γυναίκα την ευχαρίστησε και, χρησιμοποιώντας τον ανελκυστήρα, ανέβηκε στο δωμάτιό της.

Δεν πήγε στο πάρτι.

Αύριο σκόπευε να φύγει με την αυγή.

3.

Το αεροδρόμιο της Κυκλόπολης βρισκόταν στην ανατολική άκρη της πόλης, πέρα από τον ποταμό Τίρπο. Κοντά του ήταν χτισμένος ένας Ναός του Ζέφυρου – θεού του ανέμου και του ουρανού στην Υπερυδάτια.

Το επιβατηγό όχημα μπήκε στον αερολιμένα και σταμάτησε έξω από την είσοδο των επιβατών. Οι πόρτες του άνοιξαν και άνθρωποι βγήκαν, ανάμεσα στους οποίους και η μαυρόδερμη γυναίκα με τις μεγάλες βλεφαρίδες και τις δύο γάτες – οι οποίες τώρα ήταν μέσα στον σάκο τους πάλι, κοιτάζοντας από ένα στενό άνοιγμα που ίσα που χωρούσε τα κεφάλια τους. Θα μπορούσαν να είχαν πηδήσει έξω, ασφαλώς, και ν’αρχίσουν να τρέχουν, αλλά υπάκουγαν την αφέντρα τους και την εμπιστεύονταν.

Η γυναίκα πήγε σ’έναν υπάλληλο του αεροδρομίου που έκοβε εισιτήρια και είπε ότι ήθελε ένα εισιτήριο για Αιθέρα· προορισμός, Ρελκάμνια. Ο υπάλληλος την πληροφόρησε ότι το επόμενο σκάφος για Αιθέρα έφευγε μετά από καμια ώρα, και ευτυχώς που η κυρία είχε έρθει νωρίς γιατί δεν είχε άλλο αεροπλάνο για Αιθέρα μέχρι αύριο. Θα έπρεπε, βέβαια, να γίνει έλεγχος από τις Παντοκρατορικές Αρχές πριν από την αναχώρηση, της είπε ο υπάλληλος· και τις γάτες θα έπρεπε να τις βάλει σ’ένα ειδικό κλουβί προτού επιβιβαστεί στο αεροσκάφος. Η γυναίκα αποκρίθηκε πως δεν υπήρχε πρόβλημα. Πλήρωσε και παρέλαβε το εισιτήριό της. Ο υπάλληλος τής ευχήθηκε καλό ταξίδι και της είπε προς τα πού να πάει για να γίνει ο απαραίτητος έλεγχος.

Η γυναίκα πήγε εκεί και συνάντησε τους Παντοκρατορικούς φρουρούς με τις λευκές στολές. Τους έδειξε την ταυτότητά της (η οποία δεν έγραφε, φυσικά, το αληθινό της όνομα) και τους έδωσε τα πράγματά της για να τα ελέγξουν. Η ίδια μπήκε σ’έναν μικρό θάλαμο, έβγαλε τα ρούχα της, και είπε στον φρουρό απέξω ότι ήταν έτοιμη. Δεν αισθάνθηκε το παραμικρό καθώς γινόταν ο αυτόματος έλεγχος του σώματός της από τους αισθητήρες.

Ασφαλώς δεν βρέθηκε τίποτα ύποπτο επάνω της. Η γυναίκα φόρεσε πάλι τα ρούχα της και βγήκε από τον θάλαμο. Οι φρουροί έβαλαν την κάθε γάτα σ’ένα κλουβί (οι γάτες τούς ατένιζαν δολοφονικά καθώς γινόταν αυτό), έδωσαν τα κλουβιά στη γυναίκα, και της ευχήθηκαν καλό ταξίδι.

Εκείνη πήγε στην αίθουσα αναμονής και περίμενε. Το αεροπλάνο είχε, τελικά, καθυστέρηση μισής ώρας. Καθώς καθόταν, η γυναίκα παρατηρούσε τους ανθρώπους που, όπως φαινόταν, θα ταξίδευαν μαζί της. Δεν είχαν επάνω τους τίποτα το αξιοσημείωτο. Μονάχα ένας τράβηξε την προσοχή της ο οποίος ήταν, αναμφίβολα, κατάδικος. Τα χέρια του ήταν δεμένα με χειροπέδες και δύο πολεμιστές της Παντοκράτειρας τον συνόδευαν. Αποστάτης πιθανώς.

Όταν ήρθε η ώρα της αναχώρησης, οι φρουροί ανακοίνωσαν στους επιβάτες ότι μπορούσαν να βγουν στον αεροδιάδρομο για να επιβιβαστούν. Οι πόρτες άνοιξαν. Η μαυρόδερμη γυναίκα πήγε με τους υπόλοιπους. Τη βαλίτσα της την είχε παραδώσει πιο πριν, έτσι τώρα κρατούσε μόνο τα κλουβιά με τις γάτες, το ένα στο ένα χέρι, το άλλο στο άλλο χέρι.

Μια αεροσυνοδός οδήγησε εκείνη και τους υπόλοιπους επιβάτες στο μεγάλο αεροσκάφος, όπου ανέβηκαν μια σκάλα και μπήκαν στο εσωτερικό του. Η γυναίκα κάθισε στη θέση που έγραφε το εισιτήριό της και έβαλε τις γάτες στην ειδική θυρίδα παραδίπλα. Η αεροσυνοδός ήρθε κοντά της, μετά από λίγο, για να τη ρωτήσει αν θα ήθελε κάτι. Η γυναίκα απάντησε αρνητικά.

Το αεροπλάνο άρχισε να τρέχει επάνω στον αεροδιάδρομο. Ο πιλότος ζήτησε, μέσω μεγαφώνου, από τους επιβάτες να δέσουν τις ζώνες τους. Το αεροπλάνο ανέπτυξε πολύ μεγάλη ταχύτητα. Απογειώθηκε. Πέταξε ψηλά στους ουρανούς της Υπερυδάτιας. Χώθηκε στα σύννεφα, τα οποία, από τα παράθυρα, φαίνονταν σαν μπαμπάκι γύρω του. Βγήκε πάνω από τα σύννεφα. Οι δύο ήλιοι της Υπερυδάτιας ήταν πολύ λαμπεροί εδώ· τύφλωναν. Η μαυρόδερμη γυναίκα ανοιγόκλεισε τις μεγάλες βλεφαρίδες της· τέτοιο φως δεν υπήρχε ούτε κατά διάνοια στη Μοργκιάνη…

Φόρεσε ένα ζευγάρι σκούρα γυαλιά.

Το αεροπλάνο ανέβηκε ακόμα ψηλότερα. Ο πιλότος ζήτησε από τους επιβάτες να ετοιμαστούν για μετάβαση στον Αιθέρα. Να δέσουν τις ζώνες τους αν τις είχαν λύσει.

Το αεροπλάνο πλησίασε το σημείο μετάβασης.

Βούτηξε μέσα του.

Τραντάχτηκε ολόκληρο.

Ρελκάμνια

1.

Μετά από ταξίδι έξι ωρών μέσα στον Αιθέρα, το μεγάλο επιβατηγό αεροσκάφος βγήκε στους ουρανούς της Ρελκάμνια, και η Ατέρμονη Πολιτεία φάνηκε να απλώνεται από κάτω του. Ολόκληρη η διάσταση οικοδομημένη· μια απίστευτα πολύπλοκη, απέραντη πόλη.

Το αεροπλάνο έχασε ύψος αλλά συνέχισε να είναι πολύ πιο πάνω από τα πανύψηλα οικοδομήματα. Αν κατέβαινε περισσότερο, υπήρχε κίνδυνος πρόσκρουσης. Για μερικές ώρες πετούσε διασχίζοντας τους ουρανούς της Ρελκάμνια· μετά, έφτασε πάνω από τον Βόρειο Αερολιμένα, όπου και προσγειώθηκε. Όταν είχε περάσει το σημείο μετάβασης του Αιθέρα ήταν μεσημέρι· τώρα, είχε πλέον έρθει το απόγευμα.

Οι επιβάτες αποβιβάστηκαν.

Η γυναίκα κοίταξε τον ουρανό προς στιγμή: τον φωτεινό ήλιο της Ρελκάμνια, και την Ουλή: ένα οριζόντιο σχίσμα που έκανε κόκκινες ανταύγειες γύρω του και εξέπνεε επίσης κόκκινους καπνούς. Αφού παρέλαβε τη βαλίτσα της, έβγαλε τις γάτες της από τα κλουβιά τους και τα παρέδωσε στους φρουρούς. Εκείνοι τής έκαναν έλεγχο, όπως έκαναν και σ’όλους τους υπόλοιπους επιβάτες – κανένας δεν έμπαινε στη Ρελκάμνια χωρίς έλεγχο, ακόμα κι αν ήδη είχε γίνει έλεγχος από τη διάσταση προέλευσής του.

Όταν η γυναίκα πήγε στο σημείο του αερολιμένα όπου περίμεναν κάμποσα επιβατηγά οχήματα, αισθανόταν κουρασμένη από τους παρανοϊκούς ελέγχους των Παντοκρατορικών. Μπήκε σ’ένα όχημα, είπε στην οδηγό πού ήθελε να πάει, και ζήτησε τη συμβουλή της για το πώς να φτάσει εκεί· γιατί ο προορισμός της δεν ήταν λίγο πιο δίπλα, όπως ήξερε: ήταν εκατοντάδες χιλιόμετρα απόσταση από εδώ, μέσα από ατελείωτους δρόμους, γέφυρες, και σήραγγες. Η οδηγός, καθώς οδηγούσε ήρεμα, της έδωσε κάποιες πληροφορίες για το πώς να πλοηγηθεί. Μέχρι ένα σημείο, όμως. «Μετά,» της είπε, «πρέπει να βρεις μόνη σου το δρόμο, ή να ρωτήσεις κάποιον άλλο.» Η απόσταση ήταν πολύ μεγάλη για να δοθούν κατευθύνσεις με δυο λόγια. Η μαυρόδερμη γυναίκα την ευχαρίστησε ούτως ή άλλως.

Η λευκή γάτα γουργούριζε επάνω στα γόνατά της, καθώς εκείνη τής χάιδευε το τρίχωμα. Η άλλη ήταν κουλουριασμένη γύρω από τις μπότες της.

2.

Ώς το βράδυ, η γυναίκα ταξίδευε μέσα στην Ατέρμονη Πολιτεία: στην αρχή, με το επιβατηγό όχημα· μετά, ως επιβάτης σ’ένα τρένο, το οποίο σε κάποια στιγμή πέρασε από μια υπόγεια σήραγγα, ενώ γενικά έτρεχε πάνω σε αερογέφυρες. Τελικά, για να ξεκουραστεί, η γυναίκα έκλεισε δωμάτιο σ’ένα μικρό ξενοδοχείο κοντά στις δυτικές ακτές της Μεγάλης Θάλασσας της Ρελκάμνια.

Το πρωί, πήρε καράβι για να καταλήξει στις ανατολικές ακτές της Μεγάλης Θάλασσας· μετά, μπήκε σ’ένα επιβατηγό όχημα· μετά, σ’ένα άλλο επιβατηγό όχημα (το προηγούμενο πήγαινε μέχρι ένα σημείο και μετέφερε κι άλλο κόσμο)· μετά, σ’έναν σιδηρόδρομο. Τα τελευταία δύο χιλιόμετρα τα έκανε με τα πόδια, καθώς ήταν απόγευμα και ο ήλιος της Ρελκάμνια μισοκρυμμένος πίσω από τους δυτικούς ουρανοξύστες, πλημμυρίζοντας τους δρόμους με σκιές και ανταύγειες.

Πλησίασε μια πολυκατοικία. Χτύπησε ένα κουδούνι.

«Ποιος είναι;» ακούστηκε μια αντρική φωνή.

«Εγώ. Ήρθα.»

Η πόρτα της πολυκατοικίας άνοιξε.

Η γυναίκα και οι γάτες της μπήκαν.

3.

«Να σου γνωρίσω, Ελπιδοφόρε, τη Ναλτάφιρ,» είπε ο Κλαρκ.

Ο Ελπιδοφόρος ατένισε τη γυναίκα που είχε μόλις μπει στο διαμέρισμα του μάγου: κατάμαυρο δέρμα, σγουρά μενεξεδιά μαλλιά, πράσινα μάτια, μεγάλες βλεφαρίδες· σκονισμένη από το ταξίδι· με δύο γάτες γύρω απ’τα μποτοφορεμένα πόδια της, η μία λευκή με κόκκινα μάτια και κομμένο δεξί αφτί, η άλλη γκρίζα με μαύρες ραβδώσεις και πιο μεγαλόσωμη. Η λευκή έμοιαζε τσαντισμένη· η γκρίζα ήταν πιο ήρεμη.

«Χαίρω πολύ,» είπε ο Ελπιδοφόρος.

Η γυναίκα άφησε τη βαλίτσα της κάτω και του έδωσε το χέρι της. «Παρομοίως. Ελπιδοφόρος, έτσι;»

«Ναι.»

Η Ναλτάφιρ κοίταξε ερωτηματικά τον Κλαρκ.

Εκείνος εξήγησε: «Ο Ελπιδοφόρος ήταν πράκτορας του Ελκράσ’ναρχ μέχρι πρότινος. Όχι οικειοθελώς, μπορώ να σε διαβεβαιώσω. Μας έχει ήδη βοηθήσει, και θα μας βοηθήσει ακόμα περισσότερο.»

Η Ναλτάφιρ ένευσε. Κι έστρεψε το βλέμμα της στους Πειθαρχικούς του Κενού. «Καλησπέρα,» είπε.

«Καλησπέρα, Ναλτάφιρ,» αποκρίθηκε η Άι’νιρ, ενώ ο Άερ’θλαρ έκανε μια κίνηση που πρέπει να ήταν νεύμα χαιρετισμού.

Ο Ελπιδοφόρος παρατήρησε ότι η μάγισσα δεν είχε παραξενευτεί καθόλου από την παρουσία των Πειθαρχικών, ούτε είχε απορία για το τι ήταν. Αναμενόμενο, βέβαια.

Η Ναλτάφιρ είπε στον Ελπιδοφόρο: «Να σου συστήσω τον Κοκκινομάτη» – έσκυψε και πήρε στην αγκαλιά της τη λευκή γάτα – «και τον Γκριζοχαίτη» – προφανώς αναφερόταν στη γκρίζα γάτα με τις μαύρες λωρίδες.

«Ελπίζω να μη δαγκώνουν.»

Η Ναλτάφιρ μειδίασε. «Μόνο σε ειδικές περιπτώσεις.» Άφησε τον Κοκκινομάτη επάνω σ’έναν καναπέ.

«Πεινάς;» τη ρώτησε ο Κλαρκ.

«Ναι.»

«Ωραία· έλεγα να φτιάξω φαγητό σε λίγο. Επίσης, έχουμε πολλά να συζητήσουμε.»

Σάρντλι

1.

Το επόμενο πρωί, ο Όνυχας ο Δεύτερος θέλησε να του μιλήσει. Ένας υπηρέτης ήρθε και του είπε να συναντήσει τον θείο του στα προσωπικά δωμάτιά του. Ο Ορείχαλκος πήγε και βρήκε τον Όνυχα σ’ένα καθιστικό, με πρωινό στρωμένο στο τραπέζι εμπρός του. Πρωινό για δύο.

«Έχεις φάει;» ρώτησε ο Όνυχας.

«Όχι.»

«Τότε, δεν έκανα λάθος.» Ο Όνυχας έδειξε τη θέση αντίκρυ του.

Ο Ορείχαλκος κάθισε στην πλεχτή ξύλινη καρέκλα και έβαλε καφέ στην κούπα του. «Γιατί ήθελες να μου μιλήσεις τόσο νωρίς, θείε;»

«Για το θέμα που μας απασχολεί, φυσικά. Για τον προδότη ανάμεσά μας,» αποκρίθηκε ο Όνυχας. Και πρόσθεσε: «Δεν είπα τίποτα στον Σίδηρο.» Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι μιλούσε για τον Σίδηρο τον Πρώτο. «Και ούτε η Γρανίτια νομίζω πως του είπε τίποτα – δεν πρέπει να του μίλησε καθόλου χτες, όταν γυρίσαμε. Όμως, αργά ή γρήγορα, θα το μάθει· είναι αναπόφευκτο, δεν είναι;»

«Υποθέτω πως είναι,» είπε ο Ορείχαλκος, δοκιμάζοντας τον καφέ.

«Σκεφτόμουν το ζήτημα του προδότη πολλή ώρα προτού κοιμηθώ.» Ο Όνυχας δεν έτρωγε τώρα. «Και όσο το σκέφτομαι τόσο πιο ανησυχητικό θεωρώ πως είναι. Διότι ο προδότης είναι, σίγουρα, ένας απ’αυτούς που σε συνόδεψαν στη Νάθγκαν. Ή ο Αστροφώτιστος ο Τρίτος, του Οίκου των Ουράνιων. Όποιος κι αν είναι, πάντως, έχουμε σοβαρό πρόβλημα, Ορείχαλκε· γιατί σημαίνει πως είναι δικός μας άνθρωπος.»

Δικός μας άνθρωπος. Ο Ορείχαλκος, που έκοβε έναν καρπό σε φέτες μέσα στο πιάτο του, σταμάτησε. Δικός μας άνθρωπος… Χτες βράδυ η Ανεμόφθαλμη μιλούσε στο β’ζάιλ της. Ταραγμένη. Παράξενο για εκείνη. Κι ο Ορείχαλκος την ήξερε τόσα χρονιά. Από τότε που ήταν μικροί…

«Νομίζω πως κι εσύ έχεις τις υποψίες σου,» είπε ο Όνυχας. «Και ίσως νάναι πιο συγκεκριμένες απ’τις δικές μου.» Τον παρατηρούσε. Ο Ορείχαλκος έβλεπε τα μάτια του θείου του να τον περιεργάζονται.

«Δεν είμαι σίγουρος… αλλά θα πρέπει να πάρουμε όλες τις πιθανότητες.» Τελείωσε με το κόψιμο του καρπού μέσα στο πιάτο του. Πήρε ένα κομμάτι στο χέρι και το δάγκωσε. Μάσησε, συλλογισμένα· κατάπιε. «Κοίτα, θείε… Αν κάπως μεταφέρθηκε στους επαναστάτες η πληροφορία ότι θα φέρουμε τους Ούρταθ, αυτό πρέπει να έγινε ενώ ήμουν ακόμα στη Φανχάι και ετοιμαζόμουν. Γιατί μετά, καθώς πετούσαμε προς Νάθγκαν, δε νομίζω πως ήταν εύκολο για κάποιον απ’τους συντρόφους μου να έρθει σε επαφή με επαναστάτες. Αν, λοιπόν, η προδοσία έγινε στη Φανχάι… Οι σωματοφύλακες ήταν κοντά μου σχεδόν συνέχεια. Ο πιλότος δεν ήταν – άρα, θα μπορούσε ευκολότερα να πάει και να με προδώσει. Η Ανεμόφθαλμη… Μερικές φορές, η Ανεμόφθαλμη έφυγε από κοντά μου για να βαδίσει στην πόλη. Και για τον Αστροφώτιστο, βέβαια, δεν μπορούμε να έχουμε την παραμικρή ιδέα τι έκανε.

»Επίσης,» συνέχισε ο Ορείχαλκος, «η Ανεμόφθαλμη φέρεται λίγο παράξενα τελευταία… και δεν περίμενα ότι ποτέ θα το έλεγα αυτό, αλλά μου δίνει μια άσχημη εντύπωση για το συγκεκριμένο θέμα.»

Τα μάτια του Όνυχα στένεψαν. «Εννοείς ότι το θεωρείς πιθανό να μας έχει προδώσει;»

«Έχω παρατηρήσει κάποιες μικρές αλλαγές στη συμπεριφορά της. Και το λέω αυτό επειδή, όπως ξέρεις, τη γνωρίζω από τότε που ήμασταν μικροί.»

Ο Όνυχας ένευσε. Δεν ήταν άγνωστη η σχέση του Ορείχαλκου με την Ανεμόφθαλμη. Μέχρι που εκείνος παντρεύτηκε την Παντοκράτειρα (για πολιτικούς λόγους), όλοι θεωρούσαν ότι οι δυο τους σύντομα θα παντρεύονταν.

«Η Ανεμόφθαλμη, επιπλέον, πολλές φορές μού έχει πει ότι αντιπαθεί τους Παντοκρατορικούς,» πρόσθεσε ο Ορείχαλκος. «Αυτό, βέβαια, από μόνο του δεν είναι δικαιολογία για να υποθέσουμε ότι μας έχει προδώσει. Αλλά δεν είναι και η μοναδική ένδειξη, όπως σου είπα.»

«Σ’έχει ταράξει αυτό που νομίζεις ότι διακρίνεις,» παρατήρησε ο Όνυχας.

«Ναι,» παραδέχτηκε ο Ορείχαλκος. «Γιατί…» αναστέναξε, «θεωρώ ότι πρέπει, αν μη τι άλλο, να την παρακολουθήσουμε για κάποιο καιρό, θείε, να μάθουμε τις κινήσεις της. Κι εσύ έχεις τους κατάλληλους ανθρώπους γι’αυτό.» Ο Όνυχας ο Δεύτερος ήταν που διεύθυνε τους κατασκόπους του Οίκου των Ορειβατών.

«Πάντα, όμως, είναι πρόβλημα να παρακολουθείς κάποιον ευγενή.» Εξαιτίας του β’ζάιλ του, φυσικά, όπως ήξερε ο Ορείχαλκος, και όπως δεν χρειαζόταν να προσθέσει ο Όνυχας. Το β’ζάιλ κοίταζε εκεί όπου ο ευγενής δεν κοίταζε. Το β’ζάιλ αγρυπνούσε όταν ο ευγενής κοιμόταν. Πολλές φορές το β’ζάιλ ήταν που είχε ειδοποιήσει έναν ευγενή ότι κάποιος τον παρακολουθούσε.

«Υποθέτω πως οι κατάσκοποί σου είναι αρκετά ικανοί, ακόμα και για τέτοιες περιπτώσεις,» είπε ο Ορείχαλκος.

«Πράγματι, είναι· έχουν ξαναπαρακολουθήσει ευγενείς. Ωστόσο υπήρξαν και περιπτώσεις που τα β’ζάιλ τούς εντόπισαν. Ή, τουλάχιστον, υπέθεσαν πως ήταν τα β’ζάιλ – και δε νομίζω πως έκαναν λάθος. Όπως και νάχει, την Ανεμόφθαλμη θα την παρακολουθήσουμε. Έτσι όπως μου τα λες, δεν μπορούμε να το ριψοκινδυνέψουμε. Και το ίδιο πρέπει να κάνουμε και με τον πιλότο του ελικοπτέρου σου. Στη δική του περίπτωση δεν θα είναι καθόλου δύσκολο.»

«Για τον Αστροφώτιστο τι έχεις κατά νου;»

«Δε χρειάζεται να τον παρακολουθήσουμε για την ώρα. Η παρακολούθησή του θα είναι δύσκολη, είμαι βέβαιος, και δεν ξέρω αν θα έχει κανένα αποτέλεσμα. Ας επικεντρωθούμε στους πιθανούς προδότες που είναι κοντά μας, πρώτα. Με τον Αστροφώτιστο δεν έχουμε καθημερινές δοσοληψίες. Αν ο πιλότος, όμως, είναι προδότης, πρέπει να τιμωρηθεί. Πολύ αυστηρά, και παραδειγματικά.

»Κι αν η Ανεμόφθαλμη είναι που μας έχει προδώσει συμμαχώντας με τους επαναστάτες, τότε… θα το αφήσω σ’εσένα να αποφασίσεις τι θα γίνει.»

Ο Ορείχαλκος ένευσε. Σ’ευχαριστώ, θείε. Του ήταν αδιανόητο ότι η Ανεμόφθαλμη τούς είχε προδώσει. Γιατί, μα τους θεούς; Γιατί; Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι η Ανεμόφθαλμη δεν τον αγαπούσε πλέον, ότι η αγάπη της είχε, κάπως, μετατραπεί σε μίσος επειδή εκείνος είχε παντρευτεί την Παντοκράτειρα. Το ήξερε πως συνέχιζε να τον αγαπά. Μπορούσε να το διαβάσει στα μάτια της, στις κινήσεις της. Στο σώμα της, όταν έκαναν έρωτα.

Γιατί να μας προδώσει, τότε;

Αν όντως συνέβαινε αυτό, η Ανεμόφθαλμη πρέπει να είχε κάποιον πολύ καλό λόγο. Σίγουρα. Χωρίς καμία αμφιβολία.

Ο Ορείχαλκος, όμως, αδυνατούσε τώρα να φανταστεί ποιος μπορεί να ήταν ο λόγος αυτός…

2.

Οι επαναστάτες συγκέντρωναν όπλα.

Μετά από τη νίκη τους εναντίον των Ούρταθ στο ορυχείο χαλκού, είχαν αποφασίσει ότι όφειλαν να κινηθούν γρήγορα εναντίον των Ορειβατών· διότι οι Ορειβάτες, αναμφίβολα, δε θ’αργούσαν να εκπονήσουν άλλο σχέδιο για να ξαναπάρουν τα κατειλημμένα ορυχεία. Οι επαναστάτες συνέχισαν, φυσικά, να παρακολουθούν τις κατεκτημένες θέσεις, έχοντας τα ορνιθόπτερά τους σε ετοιμότητα, αλλά συγχρόνως πετούσαν και προς διάφορες περιοχές της Σάρντλι προκειμένου να μαζέψουν πολεμοφόδια.

Με τα οποία σκόπευαν να οπλίσουν τους Ασνούρτα. Και οι Ασνούρτα θα πήγαιναν να καταλάβουν το ορυχείο καπνόλιθου βόρεια της Ασνούρτα λίν’τα, όπως ήταν το αρχικό σχέδιο των επαναστατών.

Μόνο αν έφερναν τον Οίκο των Ορειβατών σε οικονομικό αδιέξοδο θα μπορούσε ο Ανδρόνικος να διαπραγματευτεί μαζί τους, ώστε να τους στρέψει εναντίον της Παντοκράτειρας και να τους πάρει με το μέρος του: στερώντας έτσι στην Παντοκρατορία τη σημαντικότερη πηγή μεταλλευμάτων της.

Ο Φένχιλ, η Σιλάνα, ο Νάρτιλ, και η Αλρίβα’σαρ ταξίδευαν, μέσα στο αεροπλάνο τους, προς διάφορες μεριές της Σάρντλι, συλλέγοντας όπλα από επαναστάτες οι οποίοι ή τα είχαν πάρει από εμπόρους ή τα είχαν ληστέψει. Ο Φένχιλ και οι σύντροφοί του είχαν δοσοληψίες σε σαβάνες, μέσα σε ζούγκλες, σε ορεινά μονοπάτια, στις άκρες ερήμων, στις όχθες ποταμών. Πάντοτε έξω από πόλεις, όπου ο έλεγχος των πρακτόρων της Παντοκράτειρας ήταν μικρότερος. Οι επαναστάτες των διάφορων περιοχών τούς έφερναν κιβώτια ή βαρέλια με πολεμοφόδια, κι εκείνοι τα μετέφεραν στο αεροπλάνο τους και πετούσαν για Φτερωτό Όρος.

Τα πράγματα πήγαιναν καλά. Εμπόδια δεν συναντούσαν, επειδή η Επανάσταση ήταν πλέον αρκετά εξαπλωμένη στη Σάρντλι και το δίκτυό της ισχυρό.

Όχι, όμως, τέλειο. Τίποτα δεν είναι αδιαπέραστο. Πάντοτε υπάρχει κίνδυνος. Ειδικά όταν έχει κανείς να κάνει με ανθρώπους σαν τους πράκτορες της Παντοκράτειρας. Έτσι, ο Φένχιλ και οι σύντροφοί του βρέθηκαν σε κάποια στιγμή κυνηγημένοι.

Απόγευμα, καθώς ο ήλιος έδυε κάνοντας τα χρώματα του περιβάλλοντος να λιώνουν. Στις όχθες του ποταμού Σάτβραν. Έξω από τη Λαρτάντνι, μια σημαντική πόλη-λιμάνι στις νότιες ακτές της Σάρντλι. Οι τοπικοί επαναστάτες έφερναν τα πολεμοφόδια, σκεπασμένα με υφάσματα και ψάθες, μέσα σ’ένα κάρο που το τραβούσαν δύο βόδια. Ο Φένχιλ, η Σιλάνα, ο Νάρτιλ, και η Αλρίβα’σαρ τούς περίμεναν κοντά στο ποτάμι. Τους είδαν να βγαίνουν από τη δημοσιά και ν’ακολουθούν ένα μονοπάτι δίπλα στον καλαμιώνα.

Ένα φορτηγό σταμάτησε στη δημοσιά, απότομα, με τρόπο που αμέσως τράβηξε την προσοχή του Φένχιλ, καθώς τα μέταλλά του γυάλιζαν στις ακτίνες του δύοντος ήλιου.

Τι κάνουν αυτοί εδώ;

Δεν υπήρχε κανένας λόγος για να σταματήσει ένα φορτηγό σε τούτο το μέρος. Ο Φένχιλ δεν έβλεπε καμια αποθήκη πουθενά. Ούτε καν κάποιο πανδοχείο.

Οι πόρτες του φορτηγού άνοιξαν, και Παντοκρατορικοί στρατιώτες βγήκαν, με τα τουφέκια τους στα χέρια, καθώς το κάρο με τα βόδια ακόμα πλησίαζε τους επαναστάτες χωρίς να τους έχει φτάσει.

«Ρίξτε τους!» είπε ο Φένχιλ, βγάζοντας το δικό του τουφέκι από την πλάτη και πυροβολώντας. Οι άλλοι τον μιμήθηκαν. Αυτό έκοψε τη φόρα των Παντοκρατορικών που έμοιαζαν να σκοπεύουν να πλησιάσουν τρέχοντας. Σταμάτησαν και γονάτισαν, ή έπεσαν στη γη, για να καλυφτούν από τα εχθρικά πυρά. Ο Φένχιλ είδε δύο να χτυπιούνται, οι λευκές τους στολές κοκκίνισαν.

Οι άνθρωποι πάνω στο κάρο – τρεις στο σύνολό τους: ένας οδηγός, ένας δίπλα του, κι ένας πίσω, στην καρότσα – ταράχτηκαν. Κοίταξαν προς τη μεριά των στρατιωτών της Παντοκράτειρας. Αυτός που ήταν στην καρότσα σήκωσε μια καραμπίνα κι άρχισε να ρίχνει. Ο οδηγός μαστίγωνε τώρα τα βόδια σαν παλαβός· τα ζώα μούγκριζαν και έτρεχαν. Σφαίρες έπεφταν από δω κι από κει.

Ο Φένχιλ, η Σιλάνα, ο Νάρτιλ, και η Αλρίβα είχαν καλυφτεί μέσα στον καλαμιώνα. Φύλλα και κομμάτια από καλάμια τινάζονταν.

Καθώς το κάρο έφτανε κοντά, ο άντρας που καθόταν στην καρότσα χτυπήθηκε και σωριάστηκε πάνω στα πολεμοφόδια. Οι Παντοκρατορικοί πλησίαζαν σταθερά, πυροβολώντας.

«Πώς σκατά θα πάρουμε τα όπλα από δω και θα φύγουμε;» γρύλισε η Σιλάνα, αλλάζοντας γεμιστήρα στο τουφέκι της.

«Αρχίστε να τα φορτώνετε στη βάρκα,» είπε ο Φένχιλ, πυροβολώντας συνεχόμενα.

«Μας ρίχνουν!» του είπε ο Νάρτιλ.

«Φορτώνετέ τα στη βάρκα!» φώναξε ο Φένχιλ. «Κουνηθείτε!» Και προς αυτούς στο κάρο: «Γυρίστε το στο πλάι για να μας δίνει κάλυψη!»

Ο οδηγός κατάλαβε και υπάκουσε, μαστιγώνοντας τα βόδια, βάζοντάς τα να στρίψουν. Το ξύλο της πίσω μεριάς του οχήματος είχε γεμίσει σφαίρες.

Ο Φένχιλ πήρε μια χειροβομβίδα απ’τη ζώνη του. Δάγκωσε την περόνη, την τράβηξε με τα δόντια, πέταξε τη χειροβομβίδα στους Παντοκρατορικούς. «Τώρα! Κουνηθείτε!»

Οι σύντροφοί του έτρεξαν προς το κάρο, σκυμμένοι.

Ο Φένχιλ έπιασε τη Σιλάνα από τη ζώνη. «Εσύ μαζί μου, άγρια. Κάποιοι πρέπει να τους καλύπτουν.»

Η Σιλάνα ένευσε. Υψώνοντας το τουφέκι της πυροβόλησε τους Παντοκρατορικούς μαζί με τον Φένχιλ.

«Πώς μας βρήκαν εδώ πέρα, γαμώ τα κωλομέρια της Νάεφισπ;» μούγκρισε ο Φένχιλ.

Η Σιλάνα, όπως έκανε συνήθως, δεν είπε τίποτα.

Κοιτάζοντας με τις άκριες των ματιών του, ο Φένχιλ είδε τον Νάρτιλ και την Αλρίβα να συνεργάζονται με τους ανθρώπους του κάρου για να βγάλουν τα πολεμοφόδια και να τα μεταφέρουν στη βάρκα. Ο άντρας που είχε χτυπηθεί από τα πυρά των Παντοκρατορικών δεν ήταν βέβαιο αν ζούσε. Ο Φένχιλ τον έβλεπε ξαπλωμένο πίσω απ’το κάρο, με το στήθος του γεμάτο αίματα.

Θα πρέπει τώρα να τους πάρουμε κι αυτούς μαζί μας· δε μπορούμε να τους αφήσουμε εδώ. Θα τους σκοτώσουν ή, ακόμα χειρότερα, θα τους φυλακίσουν και θα τους βασανίσουν για να προδώσουν τις κρυψώνες των άλλων.

Μπλέξαμε, γαμώ τα σκοτάδια του Τάρφεοθ!

Και οι λευκοντυμένοι στρατιώτες πλησίαζαν. Τα πυρά του Φένχιλ και της Σιλάνα δεν μπορούσαν να τους κρατήσουν για πάντα μακριά. Ήταν αρκετοί, και πυροβολούσαν κι αυτοί. Σε κάποια στιγμή πέταξαν μια χειροβομβίδα η οποία εξερράγη κοντά στο κάρο, σπάζοντας έναν τροχό του αλλά ευτυχώς μην κάνοντας και τα πολεμοφόδια να εκραγούν.

«Γρήγορα!» φώναξε ο Φένχιλ στους επαναστάτες που φόρτωναν τη βάρκα, παρότι έβλεπε ότι τα πήγαιναν καλά· πάνω απ’τα μισά κιβώτια ήταν επάνω στο πλεούμενο. «Γρήγορα!»

Τα βόδια είχαν ταραχτεί φανερά ύστερα από την έκρηξη της χειροβομβίδας: μούγκριζαν και χτυπούσαν τα πόδια τους· ο οδηγός με το ζόρι τα συγκρατούσε, και το θεώρησε καλύτερο να τα λύσει από το κάρο για να μην κάνουν καμια ζημιά. Τα χτύπησε με το μαστίγιό του, στέλνοντάς τα να τρέξουν προς τη δημοσιά.

Καλή κίνηση, σκέφτηκε ο Φένχιλ, βλέποντας τα ζώα να πηγαίνουν καταπάνω στους Παντοκρατορικούς σηκώνοντας σκόνη. Αυτό θα τους καθυστερήσει για λίγο.

Τα τουφέκια των στρατιωτών σκότωσαν το ένα βόδι· το άλλο φάνηκε έξυπνο, έκανε στροφή και πήγε προς τη δημοσιά.

Μερικά από τα ξύλα του κάρου είχαν σπάσει, παρατήρησε ο Φένχιλ καθώς άλλαζε γεμιστήρα στο τουφέκι του γι’ακόμα μια φορά. Ευτυχώς που οι σύντροφοί του τελείωναν με το φόρτωμα των πολεμοφόδιων. Σε λίγο το ξύλινο όχημα θα γινόταν κομμάτια.

Ύψωσε το τουφέκι του στον ώμο–

Μια κραυγή. Γυναικεία.

Στράφηκε και είδε ότι η Αλρίβα είχε χτυπηθεί. Γαμήσου! Ο Νάρτιλ την είχε πιάσει στα χέρια του και την τραβούσε πίσω από το κάρο. Η μπλούζα της ήταν ποτισμένη με αίμα: ο Φένχιλ μπορούσε εύκολα να το διακρίνει αυτό, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει πού ακριβώς ήταν το τραύμα.

Στράφηκε στους Παντοκρατορικούς, πυροβολώντας οργισμένος. Χτύπησε έναν στο πόδι καθώς αυτός προσπαθούσε να πλησιάσει. Χτύπησε έναν άλλο στο κεφάλι, διαλύοντας το κρανίο του.

«Πρέπει να φύγουμε,» είπε η Σιλάνα. Ακουγόταν λαχανιασμένη. Φοβόταν. Ακόμα ένα σημάδι ότι το πράγμα είχε σκατέψει τελείως, σκέφτηκε ο Φένχιλ.

Τράβηξε την τελευταία του χειροβομβίδα· την εκτόξευσε. Ένας Παντοκρατορικός την έπιασε αμέσως και την πέταξε μακριά· η έκρηξη έγινε σχεδόν στον αέρα, μακριά από το πεδίο της μάχης· πουλιά φτερούγισαν τρομαγμένα, φεύγοντας από τα δέντρα.

«Τα παπάρια του Άνβρεοθ!» γρύλισε ο Φένχιλ μέσα από σφιγμένα δόντια.

Στράφηκε στους άλλους επαναστάτες, φωνάζοντας: «Τρέξτε! Στη βάρκα! Αφήστε τα υπόλοιπα! Αφήστε τα!» Έτσι κι αλλιώς, τα περισσότερα τα είχαν πάρει. Πυροβολώντας, ο Φένχιλ είχε αρχίσει να υποχωρεί. Η Σιλάνα ακολουθούσε το παράδειγμά του.

Ανέβηκαν στη βάρκα: όλοι τους: και εκείνοι και οι άνθρωποι που είχαν έρθει με το κάρο. Τον χτυπημένο τον τράβηξε μέσα ο συνοδηγός του κάρου.

Η Σιλάνα έβαλε μπροστά τη μηχανή της βάρκας, και το σκάφος, μουγκρίζοντας, έφυγε από την όχθη. Ολοταχώς.

3.

Ο Φένχιλ γονάτισε πλάι στην Αλρίβα. «Είσαι ζωντανή, μάγισσα;»

Εκείνη κρατούσε τα πλευρά της – εκεί πρέπει να είχε χτυπηθεί, τελικά – καθώς ήταν ξαπλωμένη μέσα στη βάρκα, ανάμεσα στα πολεμοφόδια. «Δε νομίζω ότι θα είμαι για πολύ…» είπε, με δυσκολία.

«Ανοησίες. Δεν είναι παρά μια γρατσουνιά.» Ο Φένχιλ έπιασε το χέρι της και το πήρε από τα πλευρά της· εκείνη δεν έφερε αντίσταση. Ο Φένχιλ έσκισε τη νοτισμένη μπλούζα της μ’ένα μαχαίρι για να δει το τραύμα επάνω στο κόκκινο δέρμα της.

Σκατά, σκέφτηκε· είναι άσχημο. Η σφαίρα μάλλον είχε σκαλώσει κάπου ανάμεσα στα κόκαλα. Ας ελπίσουμε μόνο να μην έχει πάει ακόμα πιο βαθιά και έχει τρυπήσει τον πνεύμονα.

«Δεν είναι τίποτα,» είπε στην Αλρίβα. «Απλά μην κουνιέσαι τώρα.» Σκέφτηκε: Και πώς θα φύγουμε, χωρίς μάγο στο ενεργειακό κέντρο του αεροπλάνου;

«Νάρτιλ,» είπε, «φέρε αντισηπτικό και γάζες.»

«Δεν είμαι γιατρός, αλλά δεν πρέπει να βγάλουμε τη σφαίρα πρώτα;»

«Δε μπορώ να βγάλω τη σφαίρα τώρα. Φέρε μου αντισηπτικό και γάζες, να σταματήσω την αιμορραγία. Κι εσύ μην κουνιέσαι,» είπε στην Αλρίβα γιατί την είδε να σαλεύει. Υπήρχε κίνδυνος η σφαίρα να τρυπήσει τον πνεύμονά της – αν δεν ήταν ήδη χτυπημένος.

Μάλλον, όμως, δεν είναι χτυπημένος, σκέφτηκε ο Φένχιλ. Θα έφτυνε αίμα αν ήταν χτυπημένος, δε θα έφτυνε αίμα;

Ο Νάρτιλ έφερε αντισηπτικό και γάζες.

Ο οδηγός του κάρου είπε: «Ο Νάθλεμ είναι νεκρός.»

Ο ποιος; Ο Φένχιλ στράφηκε και είδε ότι ο άντρας αναφερόταν στον τύπο που ήταν στην καρότσα και είχε χτυπηθεί από τα πυρά των Παντοκρατορικών. «Λυπάμαι, φίλε. Αλλά πώς σκατά σάς ακολούθησαν; Το ξέρατε ότι σας ακολουθούσαν; Παραλίγο να σκοτωθούμε όλοι απ’αυτή την ιστορία.»

«Δεν το ξέραμε φυσικά!» Και ρώτησε: «Πού μας πηγαίνετε τώρα;»

«Στο αεροσκάφος μας. Το έχουμε σε απόσταση ασφαλείας από εδώ.»

«Δε μπορούμε να φύγουμε απ’τη Λαρτάντνι.»

«Δε θα σας πάρουμε μαζί με το ζόρι,» του είπε ο Φένχιλ καθώς περιποιείτο το τραύμα της Αλρίβα. «Θα σας αφήσουμε όπου θέλετε. Δεν ξέρω, όμως, αν θα ήταν ασφαλές για εσάς να επιστρέψετε στην πόλη. Αφού σας ακολούθησαν, ίσως να ξέρουν και ποιοι είστε.» Στράφηκε για να τους κοιτάξει και είδε πως κι οι δυο τους ήταν τώρα σκεπτικοί. Ο άντρας που οδηγούσε το κάρο έμοιαζε πιο νέος· ο άλλος, που καθόταν πλάι του, ήταν φανερά μεγαλύτερος. Ο πρώτος είχε δέρμα χρυσό και μαλλιά μαύρα και σγουρά· ο δεύτερος ήταν ερυθρόδερμος, με μαλλιά και μούσια επίσης μαύρα.

Ο Φένχιλ εστίασε την προσοχή του πάλι στο τραύμα της μάγισσας.

Ο Νάρτιλ ρώτησε: «Πώς σας λένε;»

«Σατρέθλιτ.» Δεν ήταν ο οδηγός που είχε μιλήσει, μπορούσε να διακρίνει από τη φωνή ο Φένχιλ· επομένως, ήταν ο άλλος, ο μεγαλύτερος.

«Κάτριλεμ.» Αυτός ήταν ο οδηγός. «Ο Νάθλεμ ήταν αδελφός μου.» Υπήρχε θλίψη στη φωνή του.

«Λυπόμαστε για τον θάνατό του,» είπε ο Νάρτιλ. «Δουλεύετε καιρό για την Επανάσταση;»

«Τελευταία μπήκαν αυτοί οι δύο,» είπε ο Σατρέθλιτ. «Εγώ είμαι σχεδόν απ’την αρχή της όλης ιστορίας. Μ’έβαλε μέσα η Κιρτέφκι.»

«Η Πρόμαχος;»

«Ναι.»

Η Κιρτέφκι ήταν Πρόμαχος της Επανάστασης σ’ετούτες τις νότιες περιοχές, κοντά στις ακτές, όπως ήξεραν όλοι τους. Ένα φεγγάρι ήταν πειρατίνα· μετά είχε στραφεί στην ξηρά – επειδή είχε πια μεγαλώσει, κάποιοι έλεγαν· επειδή είχε γεννήσει το πρώτο της παιδί, έλεγαν άλλοι, ή επειδή το πλιάτσικο πλέον δεν ήταν τόσο καλό στη θάλασσα.

4.

Ήταν νύχτα όταν σταμάτησαν στις ανατολικές όχθες του Σάτβραν, δίπλα στη ζούγκλα.

Η Αλρίβα ζούσε ακόμα, αν και δεν βρισκόταν σε καθόλου καλή κατάσταση. Ήταν ιδρωμένη και παραμιλούσε, έτρεμε· σίγουρα είχε πυρετό. Ο Νάρτιλ τη σήκωσε στα χέρια και την πήγε στο προσγειωμένο αεροσκάφος, σ’ένα ξέφωτο της ζούγκλας, ενώ οι υπόλοιποι έφερναν προς τα εκεί τα πολεμοφόδια. Ο Νάρτιλ έμεινε μαζί της· δεν πήγε να τους βοηθήσει.

Όταν τα κιβώτια είχαν φορτωθεί στο αεροσκάφος, ο Φένχιλ είπε: «Χρειαζόμαστε έναν μάγο, αλλιώς δεν πρόκειται να πετάξουμε. Αυτό σημαίνει πως είτε πρέπει να βρούμε εδώ έναν, ή κάποιος πρέπει να πάει στο Φτερωτό Όρος για να μας φέρει βοήθεια.»

«Ξέρεις κανέναν μάγο εδώ κοντά που να μπορεί να μας βοηθήσει;» είπε ο Νάρτιλ. «Καλύτερα να πάει κάποιος στο Φτερωτό Όρος. Ας στείλουμε έναν γάτο.»

Ο Φένχιλ ένευσε. «Κι εγώ το ίδιο σκεφτόμουν. Στη Σάτ’βνι;»

«Ναι. Θα πούμε σ’έναν γάτο εκεί να πάει στο Φτερωτό Όρος για νάρθουν να μας φέρουν βοήθεια.»

Ο Φένχιλ ένευσε ξανά. Και καταράστηκε. «Γιατί τριγυρίζουμε μ’αυτό το σκάφος, πιλότε; Τι να την κάνουμε την ιδιότητα αιθερικού ταξιδιού μες στη Σάρντλι;»

«Εσύ έλεγες ότι είναι πιο γρήγορο απ’το ελικόπτερο…»

«Επειδή είναι πιο γρήγορο απ’το ελικόπτερο.»

«Τι μουρμουρίζεις, λοιπόν; Θα πάμε στη Σάτ’βνι, τώρα, ή όχι; Μπορεί να βρούμε και κάποιον εκεί για να φροντίσει την Αλρίβα όπως πρέπει.»

«Ναι,» είπε ο Φένχιλ. «Ας φύγουμε.» Και προς τη Σιλάνα: «Εσύ κι οι άλλοι δύο θα μείνετε εδώ, για να φυλάτε τα πολεμοφόδια.»

«Πρέπει να φύγω για να κηδέψω τον αδελφό μου, Φένχιλ,» του είπε ο Κάτριλεμ.

«Αν επιστρέψεις τώρα στη Λαρτάντνι, κάποιος θα κηδέψει κι εσένα μαζί του. Κήδεψέ τον εδώ αν θέλεις. Αλλά μην απομακρυνθείτε από το αεροσκάφος.»

Ο Κάτριλεμ δεν διαφώνησε παρότι έμοιαζε τσαντισμένος με την όλη κατάσταση.

Ο Φένχιλ και ο Νάρτιλ πήραν την Αλρίβα μαζί τους και επέστρεψαν στη βάρκα. Ο Φένχιλ κοίταξε επιφυλακτικά ολόγυρα, για να δει μήπως τους είχαν, κάπως, εντοπίσει οι Παντοκρατορικοί, μα τίποτα το ύποπτο δεν φαινόταν.

Έβαλαν μπροστά τη μηχανή της βάρκας και κατευθύνθηκαν βόρεια, αντίθετα στη ροή του ποταμού.

Όταν έφτασαν στη Σάτ’βνι, δεν είχε ακόμα ξημερώσει, και η Αλρίβα εξακολουθούσε να είναι ζωντανή και εμπύρετη, παραληρώντας, λέγοντας ασυναρτησίες. Ο Φένχιλ, κρατώντας το τιμόνι της βάρκας, οδήγησε προς το λιμάνι.

Η Σάτ’βνι ήταν οικοδομημένη στις ανατολικές όχθες του ποταμού Σάτβραν, και τα περισσότερα οικήματά της ήταν χαμηλά. Ελάχιστες πολυκατοικίες διακρίνονταν μες στο σκοτάδι της νύχτας· τα φώτα στα παράθυρά τους έμοιαζαν με μάτια επάνω στον ουρανό. Μια ψηλή γέφυρα ήταν χτισμένη εδώ, ενώνοντας την ανατολική με τη δυτική όχθη του ποταμού. Κάμποσες δεκάδες χιλιόμετρα ανατολικά της Σάτ’βνι απλωνόταν η Ασνούρτα λίν’τα, όπως ήξερε ο Φένχιλ, η οποία φυσικά δεν φαινόταν από εδώ.

Το σημείο του λιμανιού όπου άραξαν τη βάρκα τους ήταν από τα πιο ήσυχα. Από αυτά όπου δεν πλησίαζαν συνήθως οι στρατιώτες της Παντοκράτειρας. Κυρίως βάρκες ψαράδων σταματούσαν εδώ. Ο Φένχιλ είπε στον Νάρτιλ να μείνει με την Αλρίβα· μετά, ανέβηκε στην ξύλινη αποβάθρα και χάθηκε μέσα στους ήσυχους, νυχτερινούς δρόμους της Σάτ’βνι.

Ο Νάρτιλ περίμενε, ανησυχώντας. «Σσς,» ψιθύριζε κάθε τόσο στην Αλρίβα, που παραμιλούσε. «Σσς. Ο Φένχιλ θα μας φέρει βοήθεια.» Και προσευχόταν στους θεούς η βοήθεια να έφτανε αρκετά γρήγορα για να σώσει τη μάγισσα. Την ήξερε χρόνια. Πάντοτε συνεργάζονταν οι δυο τους: εκείνη στο ενεργειακό κέντρο του σκάφους, εκείνος στο πιλοτήριο. Την αγαπούσε σαν να ήταν κοντινό μέλος της οικογένειάς του.

Ο Φένχιλ άργησε λιγάκι να επιστρέψει, αλλά όταν επέστρεψε ήταν μαζί του μια μαυρόδερμη γυναίκα η οποία άρχισε αμέσως να περιποιείται την Αλρίβα.

«Είναι θεραπεύτρια,» είπε ο Φένχιλ στον Νάρτιλ. «Καλή. Την ξέρω από παλιά.»

Ο Νάρτιλ ένευσε σιωπηλά. Αισθανόταν τον λαιμό του κλειστό.

Ο Φένχιλ τον τράβηξε παραδίπλα, για να μην τους ακούει η θεραπεύτρια, και του ψιθύρισε: «Επικοινώνησα και μ’έναν γάτο. Ευτυχώς ήταν εδώ, δεν είχε πάει πουθενά. Του είπα τι χρειαζόμαστε, κι έφυγε αμέσως. Η βοήθεια δε θ’αργήσει νάρθει. Το μόνο που πρέπει είναι να παραμείνουμε καλά κρυμμένοι ώς τότε.»

Ο Νάρτιλ ένευσε, σιωπηλά πάλι.

«Σε κόλλησε μουγκαμάρα η Σιλάνα, πιλότε;»

«Μην αστειεύεσαι τώρα,» τον προειδοποίησε ο Νάρτιλ.

Η θεραπεύτρια τούς είπε, όταν τελείωσε τη δουλειά της: «Το τραύμα ήταν άσχημο. Βαθύ, όπως φοβόσουν, Φένχιλ. Την έβγαλα τη σφαίρα, όμως, κι έβαλα βοτάνια στη φίλη σας. Θα έχει πυρετό για μέρες, αλλά πιστεύω ότι θ’αναρρώσει. Να της δίνετε αυτό όταν βλέπετε πως ο πυρετός είναι πολύς.» Πήρε μερικά φύλλα από ένα σακουλάκι και τα έδωσε στον Φένχιλ. «Βράζεις μισό φύλλο για μερικά λεπτά μέσα στο νερό, και της δίνεις να πιει.»

Ο Φένχιλ ένευσε. «Σ’ευχαριστούμε, Γιρνάλτι. Είμαι ξανά υποχρεωμένος.»

«Ο Βάσλεοθ να είναι μαζί σου, Φένχιλ,» είπε η γυναίκα, σφίγγοντας το χέρι του μέσα στα δύο δικά της. Μετά, βγήκε από τη βάρκα ανεβαίνοντας στην αποβάθρα, και χάθηκε μες στην πόλη.

«Επιστρέφουμε;» είπε ο Νάρτιλ.

«Ναι.»

5.

Η μπαταρία της βάρκας τελείωσε κάπου στα μισά της διαδρομής, αλλά είχαν και εφεδρική οπότε δεν παρουσιάστηκε πρόβλημα. Το πιο επικίνδυνο σημείο ήταν όταν συνάντησαν ένα σκάφος γεμάτο λευκοντυμένους στρατιώτες. Έρχονταν προς τα βόρεια ενώ οι επαναστάτες πήγαιναν νότια. Πιθανώς οι Παντοκρατορικοί να έψαχναν γι’αυτούς· εξάλλου, τους είχαν δει να φεύγουν με βάρκα.

Ο Φένχιλ και ο Νάρτιλ, έχοντας κρύψει καλά την Αλρίβα κάτω από υφάσματα, παρίσταναν τους ψαράδες. Πράγμα όχι δύσκολο αφού η βάρκα ήταν εξοπλισμένη έτσι ώστε να μοιάζει με ψαρόβαρκα, για λόγους προκάλυψης. Οι Παντοκρατορικοί έριξαν το έντονο φως του προβολέα τους επάνω στον Φένχιλ και στον Νάρτιλ, αναγκάζοντάς τους να μισοκλείσουν τα μάτια για να μην τυφλωθούν. Ο Φένχιλ έπιασε το πιστόλι κάτω από την κάπα του, για κάθε ενδεχόμενο.

«Καλημέρα, φίλοι!» χαιρέτησε ο Νάρτιλ, μιλώντας στην Πανσάρντλια. Δεν είχε ξημερώσει ακόμα αλλά τα μεσάνυχτα είχαν περάσει προ πολλού.

Οι Παντοκρατορικοί, χωρίς να μιλήσουν, πήραν το φως από πάνω τους και συνέχισαν προς τα βόρεια.

«Στου Τάρφεοθ το στόμα…» μουρμούρισε ο Φένχιλ, βλέποντάς τους ν’απομακρύνονται.

«Τουλάχιστον, είχες καμια χειροβομβίδα να τους πετάξεις, σε περίπτωση που μας ορμούσαν;» ρώτησε ο Νάρτιλ.

«Όχι. Μου τελείωσαν στη συμπλοκή, και δεν πήρα μαζί μου καθώς φεύγαμε.» Είχαν φύγει βιαστικά, ήταν αλήθεια, αλλά φοβόνταν κι οι δυο τους για τη ζωή της Αλρίβα.

Όταν άραξαν είχε πια ξημερώσει. Βγήκαν από τη βάρκα τους και την τράβηξαν έξω απ’το νερό (με την Αλρίβα ξαπλωμένη στο εσωτερικό) και μέσα στη ζούγκλα, πηγαίνοντάς την ώς το ξέφωτο όπου ήταν προσγειωμένο το αεροπλάνο.

«Τι έγινε;» ρώτησε η Σιλάνα, που ήταν καθισμένη έξω από το σκάφος και δε φαινόταν να έχει κοιμηθεί.

«Στείλαμε έναν γάτο,» είπε ο Φένχιλ, «και βρήκαμε μια θεραπεύτρια για την Αλρίβα. Τώρα πρέπει να περιμένουμε, και να μην κάνουμε τίποτα που θα μαζέψει εδώ τους σκύλους της Παντοκράτειρας. Φροντίστε το αεροπλάνο να είναι σκεπασμένο με βλάστηση, μην τυχόν και το μπανίσει κανένα ελικόπτερο.»

«Σκεπασμένο είναι, Φένχιλ,» είπε ο Νάρτιλ.

«Σκεπάστε το κι άλλο.»

Το σκέπασαν. Δεν ήταν δύσκολο να γίνει, μέσα στη ζούγκλα. Φυλλωσιές κατάλληλες γι’αυτή τη δουλειά υπήρχαν παντού. Κανένα ελικόπτερο, όμως, δεν ακούστηκε να περνά από πάνω τους… μέχρι δυο ώρες μετά το μεσημέρι. Τότε άκουσαν έλικες, και κρύφτηκαν μες στη βλάστηση, με τα όπλα τους σε ετοιμότητα. Είχαν ανοίξει τα κιβώτια και είχαν πάρει κι ένα αντιαεροπορικό ρουκετοβόλο, το οποίο τώρα κρατούσε ο Φένχιλ.

Κοιτάζοντας όμως προς τον ουρανό, νόμιζε πως αναγνώριζε το αεροσκάφος. «Περιμένετε!» φώναξε. «Μην κάνετε καμια ανοησία! Μου φαίνεται πως είναι οι δικοί μας.»

Το ελικόπτερο έχασε ύψος αλλά δεν προσγειώθηκε, γιατί δεν υπήρχε χώρος: το καλυμμένο αεροπλάνο έπιανε ίσα-ίσα το ξέφωτο. Ένα σχοινί έπεσε από το ελικόπτερο, και η Άνμα’ταρ κατέβηκε.

Βλέποντας τους να ξεπροβάλλουν από τη βλάστηση και να την πλησιάζουν, είπε: «Μου είπαν ότι χρειάζεστε μια μάγισσα.»

Ο Φένχιλ μειδίασε. «Δε φαντάζεσαι πόσο χαιρόμαστε που σε βλέπουμε, Άνμα.»

Η Άνμα’ταρ έκανε νόημα στο ελικόπτερο, με το χέρι της, και το ελικόπτερο υψώθηκε και έφυγε.

«Τι έχει η Αλρίβα; Τι έγινε;»

«Χτυπήθηκε,» της είπε ο Φένχιλ. «Τα σκυλιά της Παντοκράτειρας μάς κυνήγησαν.»

«Πώς σας βρήκαν;»

«Δεν ξέρω. Ρώτα αυτούς τους δύο.» Έδειξε τον Κάτριλεμ και τον Σατρέθλιτ.

Η Άνμα τούς κοίταξε. Ο δεύτερος είπε: «Ούτ’εμείς ξέρουμε. Προσέχαμε όπως πάντα.»

«Λοιπόν,» τους είπε ο Φένχιλ. «Τώρα εμείς θα φύγουμε. Ή έρχεστε μαζί μας ή σας αφήνουμε εδώ. Τι θέλετε;»

«Θα τους πάρουμε μαζί μας;» έκανε η Άνμα, ξαφνιασμένη. «Στο Φτερωτό Όρος;» Η βάση ήταν κρυφή· δεν γνώριζαν τη θέση της όλοι όσοι ήταν με την Επανάσταση.

«Άμα τους αφήσουμε εδώ, υπάρχει κίνδυνος να τους πιάσουν επειδή ίσως νάχουν δει τις φάτσες τους· κι άμα τους πιάσουν, μπορεί να βάλουν σε μπελάδες την Πρόμαχο Κιρτέφκι και τους άλλους επαναστάτες σε τούτες τις περιοχές.»

Η Άνμα ένευσε μοιάζοντας να συμφωνεί. «Έχεις δίκιο. Έτσι πρέπει να γίνει.» Στράφηκε στον Κάτριλεμ και στον Σατρέθλιτ. «Μόνο οι πιο έμπιστοι έρχονται στο Φτερωτό Όρος. Αν δεν αποδειχτείτε τέτοιοι, θ’ανακαλύψετε ότι η Επανάσταση δε συγχωρεί τους προδότες.»

«Δε χρειάζεται ν’ανησυχείς, μάγισσα, όποια κι αν είσαι,» είπε ο Σατρέθλιτ. «Μπήκα στην Επανάσταση επειδή μ’έβαλε η Πρόμαχος. Δεν πρόκειται να προδώσουμε τίποτα.»

«Καλώς,» αποκρίθηκε η Άνμα. «Και Άνμα’ταρ είναι το όνομά μου.»

Μπήκαν στο αεροπλάνο, και η μάγισσα κάθισε στο ενεργειακό κέντρο ενώ ο Νάρτιλ στο πιλοτήριο. Η Μαγγανεία Κινήσεως υφάνθηκε, τα συστήματα του σκάφους ενεργοποιήθηκαν, το ίδιο κι οι μηχανές του. Το αεροπλάνο υψώθηκε κάθετα στον ουρανό, διαλύοντας τη φυτική προκάλυψη από γύρω του. Ύστερα, οι προωθητήρες του στράφηκαν οριζόντια και πέταξε προς το Φτερωτό Όρος.

Έφτασε εκεί πριν από το ελικόπτερο.

6.

Αυτό ήταν το μοναδικό δυσάρεστο επεισόδιο, όσο συγκέντρωναν τα όπλα για τους Ασνούρτα.

Μετά, ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος και ο Φένχιλ έκριναν ότι μπορούσαν να πάνε να τους βρουν, για να ξεκινήσει η επίθεση στο ορυχείο καπνόλιθου.

Βίηλ

1.

«Τώρα που είμαστε όλοι εδώ, μπορούμε να μιλήσουμε για τον λόγο που σας έφερα στη Βίηλ,» είπε ο Δαίδαλος, όταν κάθισαν γύρω απ’το μακρόστενο τραπέζι. «Ο Τάμπριελ, ασφαλώς, τον γνωρίζει, το ίδιο κι η Ανταρλίδα, αλλά τους είχα ζητήσει να μη σας αναφέρουν τίποτα πολύ συγκεκριμένο μέχρι να έχω την ευκαιρία να σας μιλήσω ο ίδιος.» Κοίταξε τον Τάμπριελ, ο οποίος ένευσε σιωπηλά. Ήταν καθισμένος στ’αριστερά του Δαίδαλου, ο οποίος καθόταν στην κορυφή του μακρόστενου τραπεζιού. Στα δεξιά του Δαίδαλου ήταν καθισμένη η Ανταρλίδα και δίπλα της, κατά σειρά, η Αλιζέτ, ο Όρνιφιμ, και η Διάττα. Αντίκρυ της ήταν ο Τάμπριελ, ο Αρκαλόν, ο Ζίρτελον, και η Ράιλμεχ. Ο Πολ καθόταν αντίκρυ στον Δαίδαλο, στην άλλη κορυφή του τραπεζιού.

Και τώρα είπε: «Αναρωτιέμαι γιατί τέτοια μυστικότητα, στρατηγέ. Φοβόσουν ότι θα τα παρατούσαμε στη μέση και θα φεύγαμε τρέχοντας;»

«Ο Τάμπριελ μού υποσχέθηκε πως, αν τελικά σας έφερνε, θα ήταν βέβαιος για εσάς· οπότε, όχι, δεν φοβόμουν κάτι τέτοιο,» αποκρίθηκε ο Δαίδαλος.

Η Φενίλδα καθόταν στον θρόνο, παραδίπλα, και τους παρατηρούσε με το σαγόνι ακουμπισμένο στη γροθιά της. Το αριστερό της μάτι γυάλιζε σαν ένα θραύσμα γυαλί να είχε παγιδευτεί μέσα του.

«Είμαστε όλο αφτιά,» είπε ο Πολ, ακουμπώντας την πλάτη του στην καρέκλα κι ανάβοντας τσιγάρο. «Γιατί μας έφερες εδώ;»

«Για να πάρουμε τη Βίηλ από τον έλεγχο του Ελκράσ’ναρχ.»

«Εμείς;» Ο Πολ μόρφασε. «Είμαστε… πόσοι; Δύο, πέντε, εννιά και δύο, έντεκα μαζί μ’εμένα. Δε μπορεί να σοβαρολογείς. Η Βίηλ είναι από τις πιο καλά φρουρούμενες διαστάσεις από τον Παντοκρατορικό Στρατό.»

«Ακριβώς,» είπε ο Δαίδαλος, «και υπάρχει λόγος γι’αυτό. Ξέρεις ποιος είναι;»

«Οι διαστασιακές δίοδοι που βρίσκονται εδώ. Μία προς Ρελκάμνια και μία από Ρελκάμνια.»

«Η ενέργεια με την οποία είναι φορτισμένη η διάσταση. Αυτός είναι ο πραγματικός λόγος που ο Ελκράσ’ναρχ θέλει να την ελέγχει.»

«Η ενέργεια της Βίηλ, όμως, είναι άχρηστη έξω από τη Βίηλ,» είπε ο Πολ. «Μόνο εδώ πιάνουν τα μαγικά των Πεφωτισμένων.»

«Επειδή έτσι νομίζουν.»

«Τι θες να πεις ‘επειδή έτσι νομίζουν’; Αν νομίσουν πως ισχύει κάτι άλλο, θ’αρχίσει και να ισχύει;»

«Πολύ πιθανόν.»

Ο Πολ γέλασε. «Μας δουλεύεις.»

«Η ενέργεια που φορτίζει τη Βίηλ έχει τη δυνατότητα να διαμορφώσει το σύμπαν, Πολ,» του είπε ο Δαίδαλος. «Η διάσταση επάνω στην οποία τώρα βρισκόμαστε είναι σαν μια μπαταρία γιγαντιαίων διαστάσεων· και με την ενέργειά της μπορείς να κάνεις σχεδόν το οτιδήποτε. Οι Πεφωτισμένοι δεν τη χρησιμοποιούν παρά μ’έναν πολύ περιορισμένο τρόπο – και όχι χωρίς αιτία. Είναι πραγματικά επικίνδυνη.»

«Αν είναι έτσι όπως τα λες, γιατί ο Ελκράσ’ναρχ δεν έχει ακόμα χρησιμοποιήσει την ενέργεια της Βίηλ για να κατατροπώσει την Επανάσταση; Για να διαλύσει την Απολλώνια, ας πούμε;»

«Δεν είναι ο σκοπός του να διαλύσει καμία διάσταση. Σκοπός του είναι να αναδημιουργήσει τον Ενιαίο Κόσμο. Επιπλέον, μη νομίζεις πως ακόμα και για τον Ελκράσ’ναρχ είναι απλό να πάρει την ενέργεια της Βίηλ και να τη χρησιμοποιήσει για να καταστρέψει μια άλλη διάσταση. Η ενέργεια της Βίηλ είναι πιο αποτελεσματική για δημιουργία παρά για καταστροφή. Γι’αυτό θα μας χρειαστεί και εμάς στον πόλεμό μας. Γι’αυτό πρέπει να πάρουμε τη Βίηλ υπό τον έλεγχό μας.»

«Είσαι σοβαρός, δηλαδή. Πιστεύεις ότι μπορούμε εμείς, οι έντεκα άνθρωποι, να διώξουμε τους Παντοκρατορικούς από εδώ και να χρησιμοποιήσουμε την ενέργεια της διάστασης – ό,τι κι αν σημαίνει αυτό…»

«Δε θα το κάνουμε μόνοι μας, Πολ. Η Επανάσταση μπορεί να μην είναι και τόσο φανερή εδώ αλλά υπάρχει.»

Ο Τάμπριελ είπε: «Αν όμως πιστεύεις ότι εγώ ή η Ανταρλίδα ξέρουμε τι γίνεται με την Επανάσταση σε τούτη τη διάσταση, κάνεις λάθος.»

«Σου εξήγησα και την προηγούμενη φορά που συζητήσαμε,» αποκρίθηκε ο Δαίδαλος: «έχω μιλήσει με τον Πρίγκιπα Ανδρόνικο. Γνωρίζω πώς μπορούμε να έρθουμε σε επαφή με την Επανάσταση εδώ.»

«Αν η Επανάσταση δεν μπορούσε τόσο καιρό να πάρει τη διάσταση,» είπε ο Πολ, «πώς ακριβώς εμείς οι έντεκα θα καταφέρουμε να κάνουμε τη ζυγαριά να γείρει;»

«Πολύ λίγη πίστη έχεις σ’εμάς, Πολ,» παρατήρησε ο Δαίδαλος. «Δες γύρω σου ποιοι είναι συγκεντρωμένοι. Κοίταξε τον εαυτό σου. Είσαι ένας από τους πράκτορες του Ελκράσ’ναρχ: γνωρίζεις, αναμφίβολα, πράγματα για το δίκτυό του μέσα στη Βίηλ τα οποία ούτε εγώ δεν ξέρω. Η Ανταρλίδα είναι Μαύρη Δράκαινα, η Αλιζέτ επίσης. Οι κύριοι και οι κυρίες είναι Ιεράρχες, και βρίσκονται σε συνεχή επαφή ο ένας με τον άλλο – οι καλύτεροι κατάσκοποι που μπορώ να φανταστώ.»

«Κι εσύ ποιος είσαι;» ρώτησε ο Πολ. «Γνωρίζουμε ελάχιστα για σένα. Ούτε καν σε ποιο μαγικό τάγμα ανήκεις δεν μας έχεις πει.»

«Δεν ανήκω σε κανένα μαγικό τάγμα.»

«Εγώ αλλιώς τα ξέρω τα πράγματα. Οι μάγοι που δεν είναι σε κάποιο απ’τα μαγικά τάγματα… δεν είναι, συνήθως, και πολύ καλοί μάγοι.»

«Δεν τα ξέρεις σωστά τα πράγματα, τότε. Οι μόνοι πραγματικοί μάγοι είναι αυτοί που δεν ανήκουν σε κάποιο από τα μαγικά τάγματα. Αλλά τούτη δεν είναι μια συζήτηση που μπορούμε να κάνουμε τώρα, Πολ, γιατί έχουμε άλλες δουλειές.»

«Γιατί είσαι εναντίον του Ελκράσ’ναρχ;» ρώτησε ο Πολ, αλλάζοντας θέμα.

«Διότι τον θεωρώ επικίνδυνο για το Γνωστό Σύμπαν. Επιπλέον, αν εμείς δεν κάνουμε κάτι για να καταστρέψουμε τον Ελκράσ’ναρχ, ο Ελκράσ’ναρχ θα καταστρέψει εμάς. Βλέπει ως απειλή οτιδήποτε αποκλίνει από το μοντέλο που προσπαθεί να επιβάλει σ’ολόκληρο το σύμπαν. Θέλει να μας πείσει όλους ότι είμαστε το ίδιο, να μας κάνει να πιστέψουμε ότι οι διαστάσεις δεν διαφέρουν μεταξύ τους, ότι όλα είναι ένα· τότε, με τη σειρά μας, εμείς θα πείσουμε το σύμπαν ότι αυτή είναι η πραγματικότητα, και το σύμπαν θα γίνει πιο… εύπλαστο.»

Ο Πολ μόρφασε, σβήνοντας το τσιγάρο του σ’ένα κρυστάλλινο τασάκι. «Αυτά που λες μου ακούγονται παραμύθια.»

«Επειδή, όπως όλοι οι άνθρωποι, πιστεύεις ότι το σύμπαν είναι κάτι το αναλλοίωτο. Κάτι το οποίο εσύ δεν επηρεάζεις άμεσα.»

«Το επηρεάζω;»

«Φυσικά και το επηρεάζεις. Όλοι μας το επηρεάζουμε. Οι σκέψεις μας το διαμορφώνουν με κάθε στιγμή που περνά. Αν σκεφτόμασταν αλλιώς, το σύμπαν θα ήταν αλλιώς.»

«Αν τα πράγματα ήταν έτσι, τότε θα ήταν πανεύκολο ν’αλλάζεις συνέχεια τον κόσμο!» γέλασε ο Πολ.

«Αντιθέτως,» του είπε ο Δαίδαλος. «Δες εσένα, για παράδειγμα. Πόσο εύκολο είναι να σε κάνουν να πιστέψεις κάτι τελείως διαφορετικό; Και είσαι μόνο ένας άνθρωπος, Πολ. Ο Ελκράσ’ναρχ προσπαθεί ν’αλλάξει τον τρόπο σκέψης δισεκατομμυρίων ανθρώπων – και θα το καταφέρει στο τέλος, αν του το επιτρέψουμε. Ο χρόνος δεν έχει σημασία γι’αυτόν. Θα εξαπλώσει την Παντοκρατορία του σ’όλες τις διαστάσεις, θα τους κάνει όλους να πιστέψουν αυτά που θέλει. Ο Ενιαίος Κόσμος θα αναδημιουργηθεί τελικά, και ο Ελκράσ’ναρχ θα είναι ο μοναδικός του άρχοντας.»

Η Αλιζέτ μίλησε, ξαφνιάζοντας τον Πολ: «Ποιος ακριβώς είναι ο Ελκράσ’ναρχ;»

«Δε σας είπε ο Τάμπριελ;» ρώτησε ο Δαίδαλος.

«Όχι με λεπτομέρειες.»

«Ο Ελκράσ’ναρχ είναι μια οντότητα απ’τον Ενιαίο Κόσμο. Δε θα μπορούσε να υπάρξει εδώ αν η Παντοκράτειρα δεν–»

«Αυτό το ξέρουμε. Μας το είπε.»

«Τότε, τι άλλο θέλεις να σας πω εγώ; Γνωρίζεις τι είναι ο Ελκράσ’ναρχ.»

Η Αλιζέτ ατένιζε τον μάγο με στενεμένα μάτια, μοιάζοντας να αναρωτιέται αν ακόμα, ύστερα από όλ’αυτά, προσπαθούσαν να την ξεγελάσουν.

Ο Πολ ρώτησε: «Τι ήταν ο Ελκράσ’ναρχ στον Ενιαίο Κόσμο;»

«Αυτό δεν το γνωρίζω,» αποκρίθηκε ο Δαίδαλος. «Τα πράγματα στον Ενιαίο Κόσμο ήταν πολύ διαφορετικά απ’ό,τι τώρα. Κατοικούσαν εκεί οντότητες που εμείς μπορεί να μην έχουμε την παραμικρή δυνατότητα να κατανοήσουμε.»

«Ο Ελκράσ’ναρχ είναι μία απ’αυτές;»

«Πρέπει να υπήρχαν πολύ πιο ισχυρά και πολύ πιο παράξενα πράγματα από τον Ελκράσ’ναρχ. Αλλά τώρα είναι αργά και δεν έχει νόημα να κάνουμε θεωρητικές συζητήσεις. Θα μιλήσουμε περισσότερο αύριο – για θέματα που μας αφορούν άμεσα. Και μετά, πρέπει ν’αρχίσουμε να κινούμαστε.»

«Τι άλλο έχουμε να πούμε; Όχι πως, δηλαδή, υπάρχουν λίγα ερωτηματικά στην όλη υπόθεση…»

«Κατ’αρχήν, εσύ πρέπει να μας πεις όλα όσα ξέρεις για το δίκτυο του Ελκράσ’ναρχ στη Βίηλ, ώστε να μπορούμε να διαμορφώσουμε μια στρατηγική. Και η Αλιζέτ πρέπει, επίσης, να μας δώσει πληροφορίες που δεν έχουμε.»

«Με τους επαναστάτες πότε θα έρθουμε σε επαφή;» ρώτησε ο Πολ.

«Σύντομα.»

Αυτή ήταν η μόνη απάντηση που έδωσε ο Δαίδαλος.

2.

Ο Δαίδαλος τούς οδήγησε στους ξενώνες του παλιού κάστρου: υπνοδωμάτια όπου δεν υπήρχαν κρεβάτια αλλά μόνο στρώματα από άχυρο.

«Δυστυχώς,» τους είπε, «δεν είχα χρόνο να εξοπλίσω το μέρος καλύτερα.»

«Θα βολευτούμε,» αποκρίθηκε ο Πολ. «Στο κελί μου στη Φέντινκεχ ήταν, ομολογουμένως, λιγάκι χειρότερα από εδώ.» Έριξε τον σάκο του στο πάτωμα καθώς έμπαινε σ’ένα απ’τα δωμάτια.

Ο Δαίδαλος απομακρύνθηκε, μαζί με τους άλλους. Ο Πολ τούς άκουγε να μιλάνε καθώς βάδιζαν στον πέτρινο διάδρομο. Στο δωμάτιό του δεν υπήρχε φως, έτσι άναψε έναν φακό. Είδε ότι τα πατζούρια του παράθυρου ήταν κλειστά. Τα άνοιξε, και τον χτύπησε ο ψυχρός νυχτερινός αέρας. Δεν υπήρχε τζάμι.

«Και γαμώ…» μουρμούρισε, κλείνοντας πάλι τα πατζούρια και μανταλώνοντάς τα με το σκουριασμένο μάνταλο.

Κάθισε στο αχυρόστρωμα, έβγαλε τις μπότες του, και ξάπλωσε ανάσκελα. Έσβησε τον φακό, μένοντας στο σκοτάδι. Ακούγοντας τους άλλους να πηγαίνουν στα δωμάτιά τους. Στο τέλος, τίποτα πλέον δεν ακουγόταν από τον διάδρομο. Εκτός από τον αέρα που γλιστρούσε, σφυρίζοντας, μέσα στο ερειπωμένο κάστρο.

Ο Πολ τυλίχτηκε στην κάπα του.

Το πράγμα παραξένεψε πολύ, σκέφτηκε καθώς χασμουριόταν. Όχι, δηλαδή, πως εξαρχής δεν ήταν παράξενο. Αλλά αυτός ο Δαίδαλος ήταν η κορυφή της όλης παραξενοσύνης μέχρι στιγμής. Ο Πολ δεν μπορούσε να τον καταλάβει παρά μόνο με μεγάλη δυσκολία· και πάλι, τα όσα έλεγε τού έμοιαζαν απίστευτα, αδύνατα.

Αναρωτιέμαι τι πιστεύει η Αλιζέτ γι’αυτόν. Ακόμα νομίζει ότι προσπαθούμε να την τουμπάρουμε;

Μπα… αποκλείεται. Δε μπορεί νάναι τόσο ξεροκέφαλη. Πρέπει νάχει πειστεί πλέον ότι ο Ελκράσ’ναρχ όντως υπάρχει.

Ο Πολ κοιμήθηκε, και ονειρεύτηκε ότι ήταν στο Δικαστήριο, και ότι τον έλεγαν Χρίστο Λευκοχαίτη…

Μετά από λίγη ώρα, τον ξύπνησαν.

3.

Ο Δαίδαλος κατέβηκε πάλι στη μεγάλη αίθουσα του κάστρου. «Πώς σου φάνηκαν, λοιπόν, οι επισκέπτες μας, Φενίλδα;»

Η Φενίλδα, που μέχρι στιγμής δεν είχε σηκωθεί από τον θρόνο, τώρα σηκώθηκε βηματίζοντας μέσα στο δωμάτιο. «Είσαι σίγουρος ότι μπορούμε να τους εμπιστευτούμε; Ειδικά αυτόν τον Πολ και την Αλιζέτ.»

«Είμαι σίγουρος ότι μπορούμε να εμπιστευτούμε τον Τάμπριελ – κι ο Τάμπριελ φαίνεται να νομίζει ότι μπορεί να τους εμπιστευτεί. Επιπλέον, δε νομίζεις ότι μας είναι χρήσιμοι; Έχουν πληροφορίες που αλλιώς δεν θα είναι εύκολο να βρούμε. Η Αλιζέτ κατάγεται από τη Βίηλ, μην ξεχνάς.»

«Τέλος πάντων…» είπε η Φενίλδα, που, απ’όσα είχε ακούσει για τη Σκοτεινή Βασίλισσα, δεν μπορούσε να το πιστέψει ότι είχε προδώσει την Παντοκράτειρα. «Θα φύγουμε από εδώ αύριο;»

«Ή αύριο ή μεθαύριο.»

«Ωραία.» Η Φενίλδα είχε ξεπαγιάσει εδώ μέσα, όσο περίμεναν τον Τάμπριελ και τους άλλους να έρθουν. Μερικές φορές νόμιζε ότι έκανε πιο πολύ κρύο στο εσωτερικό του κάστρου απ’ό,τι έξω. «Δεν υπήρχε κανένα άλλο μέρος για να μείνουμε;» ρώτησε τον Δαίδαλο καθώς βάδιζε προς μια έξοδο της αίθουσας.

«Αυτό είναι το πιο ασφαλές μέρος που ξέρω.»

Σίγουρα, όμως, όχι και το πιο ζεστό, σκέφτηκε η Φενίλδα, βαδίζοντας προς το δωμάτιό της. Ούτε το πιο καλά επιπλωμένο. Ευτύχημα ήταν που υπήρχε τραπέζι και καθίσματα στην κεντρική αίθουσα· στα υπνοδωμάτια υπήρχαν μόνο στρώματα από άχυρο. Η πλάτη της είχε πιαστεί, ακόμα και τυλιγμένη στην κουβέρτα της καθώς ξάπλωνε.

Μπήκε στο δωμάτιό της και, ανάβοντας την ενεργειακή λάμπα που κρεμόταν από το ταβάνι (και που λειτουργούσε με εστία, όχι με μπαταρία), κοίταξε το αχυρόστρωμα με απέχθεια. Βάδισε ώς το παράθυρο (από τα λίγα που είχαν ακόμα τζάμι) και κοίταξε έξω. Το βλέμμα της έπεσε πάνω στο όχημα με το οποίο είχαν έρθει ο Τάμπριελ και οι σύντροφοί του.

Δε θάπρεπε αυτό να το κρύψουμε, καλύτερα; σκέφτηκε. Το όχημα του Δαίδαλου το είχαν βάλει στο υπόγειο γκαράζ του κάστρου. Θα χωρούσε, άραγε, και το όχημα του Τάμπριελ εκεί; Της φαινόταν πολύ ψηλό. Ίσως και να μη χωρούσε. Ή, αν χωρούσε, θα χωρούσε ίσα-ίσα.

Έφυγε απ’το δωμάτιό της και πήγε προς το δωμάτιο του Δαίδαλου. Στρίβοντας σε μια γωνία, είδε μια σκιερή φιγούρα να στρέφεται να την κοιτάξει. Το φως της λάμπας του διαδρόμου φανέρωνε ξανθά μαλλιά και ένα κατάλευκο πρόσωπο. Η Ανταρλίδα.

«Συγνώμη αν σε ξάφνιασα,» είπε η Φενίλδα.

«Δε με ξάφνιασες· σε άκουσα να έρχεσαι,» αποκρίθηκε η Μαύρη Δράκαινα.

Η Φενίλδα την πλησίασε. «Τι κάνεις εδώ;» Γιατί δεν κοιμάσαι;

«Κάποιος πρέπει να φρουρεί.»

«Να φρουρεί; Δεν υπάρχει λόγος· το μέρος είναι κρυφό. Γι’αυτό ο Δαίδαλος μάς έφερε εδώ και κοιμόμαστε στο πάτωμα καταστρέφοντας την πλάτη μας.»

Η Ανταρλίδα μειδίασε προς στιγμή· ύστερα είπε: «Δε φρουρώ επειδή κάτι μπορεί να έρθει από έξω.»

Η Φενίλδα συνοφρυώθηκε. «Τι εννοείς;»

«Κάποια άτομα… ένα, συγκεκριμένα… ας πούμε ότι πιστεύω πως πρέπει να είμαστε προσεχτικοί μαζί του.»

«Η Αλιζέτ.» Ο Τάμπριελ, λοιπόν, δεν την εμπιστεύεται, ασχέτως τι νομίζει ο Δαίδαλος! «Δεν είναι με το μέρος μας;»

Η Ανταρλίδα έσμιξε τα χείλη. «Κοίτα… Είναι παράξενη ιστορία. Δεν ξέρουμε αν είναι ακριβώς με το μέρος μας, ουσιαστικά – αν και μας έχει βοηθήσει ώς τώρα, είναι αλήθεια.»

«Δεν ξέρετε αν είναι με το μέρος μας;» έκανε η Φενίλδα. «Μα, τότε, πώς…;»

Η Ανταρλίδα τής μίλησε για το φερίλιο βραχιόλι που φορούσε η Αλιζέτ.

«Σαν να είναι αιχμάλωτή σας, δηλαδή. Δεν έπρεπε να την είχατε φέρει εδώ, Ανταρλίδα! Τι θα γίνει αν ξαφνικά στραφεί εναντίον μας;»

«Ο Τάμπριελ νομίζει ότι αυτό δεν θα συμβεί. Νομίζει ότι αξίζει να πάρουμε το ρίσκο. Κι όπως σου είπα, η αλήθεια είναι ότι η Αλιζέτ, όντως, μας έχει βοηθήσει κάμποσο ώς τώρα. Δύο φορές κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μας, για την ακρίβεια.»

«Παρ’όλ’αυτά δεν την εμπιστεύεσαι.»

«Πώς να την εμπιστευτώ; Είναι η Αλιζέτ.»

«Και δε θα κοιμηθείς καθόλου όλη τη νύχτα;»

«Θα δω… Δε θάναι η μοναδική νύχτα που δεν έχω κοιμηθεί εξάλλου,» πρόσθεσε. Και μετά ρώτησε: «Αλήθεια, εσύ γιατί είσαι εδώ;»

Η Φενίλδα κόντευε να το ξεχάσει. «Πήγαινα να βρω τον Δαίδαλο.» Τώρα, όμως, θα κοιμάται πια, μάλλον. «Αλλά, βασικά, το θέμα αφορά εσάς. Το όχημά σας. Καλύτερα να μην τ’αφήσουμε έξω. Μπορεί κάποιος να το δει. Κάποιος πράκτορας της Παντοκράτειρας.»

«Πού να το πάμε;»

«Το κάστρο έχει υπόγειο γκαράζ στην πίσω μεριά.»

Η Ανταρλίδα φάνηκε να το σκέφτεται για μια στιγμή. Μετά ένευσε, και είπε: «Περίμενε λίγο.» Πήγε σ’ένα απ’τα δωμάτια, και η Φενίλδα την άκουσε να μιλά ψιθυριστά. Ύστερα η Μαύρη Δράκαινα επέστρεψε, και μαζί της ήταν ο Τάμπριελ.

«Υπάρχει γκαράζ στο κάστρο;» ρώτησε τη Φενίλδα.

«Ναι. Υπόγειο.»

«Και θα χωράει το όχημά μας;»

«Δεν είμαι σίγουρη, αλλά μπορείτε να δοκιμάσετε.»

«Θα σου ήταν κόπος να καθίσεις εσύ στο ενεργειακό κέντρο, Φενίλδα;» Έμοιαζε κουρασμένος, και αγουροξυπνημένος. Πρέπει εκείνος να χρησιμοποιούσε τη Μαγγανεία Κινήσεως καθώς έρχονταν προς το κάστρο, υπέθετε η Φενίλδα. Δεν είχαν άλλο μάγο μαζί τους, εξάλλου.

«Δεν υπάρχει πρόβλημα.»

«Καλώς. Ανταρλίδα, θα–;»

«Θα φωνάξω τον Πολ,» τον διέκοψε εκείνη, φεύγοντας από κοντά τους και βαδίζοντας μέσα στον διάδρομο.

Η Φενίλδα ρώτησε τον Τάμπριελ, όσο ήταν μόνοι τους: «Γιατί έφερες την Αλιζέτ αφού δεν τη θεωρείτε έμπιστη;»

«Θα τη θεωρούμε σύντομα.»

«Τι εννοείς;»

«Πιστεύω πως τα πράγματα θα έρθουν έτσι που σύντομα θα είμαστε βέβαιοι πως είναι με το μέρος μας.»

Η Φενίλδα είχε ακούσει ότι ο Τάμπριελ είχε αλλάξει· στη Νόρχακ τον θεωρούσαν προφήτη. Και ο Δαίδαλος τής είχε πει ότι δεν ήταν ψέματα πως είχε κάποιες δυνάμεις. Επίσης, της είχε μιλήσει για την παράξενη περίπτωση των Ιεραρχών – ένα είδος συλλογικής νοημοσύνης, με την οποία ο Τάμπριελ ερχόταν σε επαφή χρησιμοποιώντας τις δυνάμεις του ως Δεσμοφύλακας.

«Παρ’όλ’αυτά πρέπει τώρα να τη φρουρείτε…»

«Για την ώρα μόνο,» είπε ο Τάμπριελ. «Και η Ανταρλίδα είναι, κάποιες φορές… υπερβολικά προσεχτική.»

Αναμφίβολα, γνωρίζει καλά την Αλιζέτ όμως. Είναι κι οι δυο τους Μαύρες Δράκαινες.

Η Ανταρλίδα επέστρεψε μαζί με τον Πολ.

«Κάποια μού φαίνεται ότι δεν έχει κοιτάξει το ρολόι της,» είπε εκείνος.

«Είναι αργά, το ξέρω,» αποκρίθηκε η Φενίλδα. «Αλλά καλύτερα να προσπαθήσουμε να κρύψουμε το όχημά σας.»

«Ναι, μου το είπε η Ανταρλίδα. Εντάξει, πάμε.»

Μαζί, η Φενίλδα και ο Πολ βγήκαν από το κάστρο και βάδισαν ανάμεσα στα δέντρα, φωτίζοντας τη νύχτα με τους φακούς τους.

«Δούλευες τόσο καιρό για τον Ελκράσ’ναρχ, ε;» είπε ο Πολ.

«Δεν ‘δούλευα’ ακριβώς γι’αυτόν. Δεν είχα άλλη επιλογή.»

«Οι περισσότεροι που δουλεύουν για τον Ελκράσ’ναρχ στην ίδια κατάσταση είναι. Ούτε εγώ είχα επιλογή. Και δεν είχα ακούσει τίποτα για σένα.» Έφτασαν κοντά στο όχημα, και ο Πολ άνοιξε μια πόρτα. «Παρότι είμαστε κι οι δύο απ’τη Ρελκάμνια.» Ανέβηκε. «Το δίκτυο του τέως αφεντικού μας είναι πιο πολύπλοκο απ’ό,τι μπορεί κανένας να φανταστεί. Αναρωτιέμαι αν υπάρχει άνθρωπος που να ξέρει όλους τους πράκτορές του μέσα σε μια διάσταση.»

Η Φενίλδα τον ακολούθησε στο εσωτερικό του οχήματος. «Αυτό είναι και το όλο νόημα, Πολ: να μην ξέρεις τα πάντα. Έτσι ελέγχεσαι ευκολότερα.»

Ο Πολ ένευσε, και κάθισε στη θέση του οδηγού. «Το ενεργειακό κέντρο είναι εκεί,» είπε δείχνοντας.

Η Φενίλδα πήγε και κάθισε στην ειδική θέση. Ύφανε τη Μαγγανεία Κινήσεως και αισθάνθηκε τη ροή της ενέργειας μέσα στο περίπλοκο μηχάνημα. Άκουσε τις μηχανές να ενεργοποιούνται, και το ένιωσε να κινείται.

«Προς τα πού είναι αυτό το γκαράζ;» ρώτησε ο Πολ, από μπροστά.

«Κάνε το γύρο του κάστρου και φώτισε τα τείχη του.»

Μετά από λίγο, η Φενίλδα τον άκουσε πάλι: «Μια σιδερένια πόρτα στο τέλος μιας κατηφόρας;»

«Ναι.»

«Κάποιος πρέπει να την ανοίξει.»

Η Φενίλδα τον άκουσε να βγαίνει από το όχημα και μετά να επιστρέφει. «Ελπίζω να χωράμε,» της είπε, καθώς έβαζε το όχημα σε κίνηση ξανά.

Η Φενίλδα άκουσε ένα δυνατό, μεταλλικό γρρρρρρ. «Τι κάνει έτσι;» ρώτησε ενώ συνέχιζε να είναι εστιασμένη στη Μαγγανεία Κινήσεως.

«Η οροφή. Μπαίνουμε όμως. Μετά βίας.»

Μετά από λίγο η μηχανή έσβησε. «Αυτό ήταν. Δε νομίζω να γκρεμίσαμε τίποτα,» είπε η φωνή του Πολ.

Η Φενίλδα διέκοψε τη Μαγγανεία Κινήσεως και βγήκε από το ενεργειακό κέντρο. Ακολούθησε τον Πολ έξω απ’το όχημα και, φωτίζοντας ψηλά, κοίταξαν την οροφή του γκαράζ. Ήταν φανερό πως είχε γδαρθεί, αλλά καμια σοβαρή ζημιά δεν φαινόταν.

«Πάλι καλά,» είπε ο Πολ σβήνοντας τον φακό. «Υπάρχει σκάλα εδώ μέσα;»

«Ναι.»

Έκλεισαν τη σιδερένια πόρτα και μετά ανέβηκαν, από μια στριφτή πέτρινη σκάλα, στο εσωτερικό του κάστρου.

«Τι έγινε κι αυτό το μέρος κατέληξε έτσι;» ρώτησε ο Πολ. «Πυρκαγιά; Υπάρχουν μαυρίσματα στους τοίχους.» Έδειξε ένα.

«Ο Δαίδαλος μού είπε ότι έγινε κάποιο λάθος με το Φως.»

«Το φως;»

«Το Φως. Τη μαγική ενέργεια της Βίηλ.»

«Οι Πεφωτισμένοι κατέστρεψαν το κάστρο;»

«Ατύχημα, μάλλον. Από κάποιο πείραμα ίσως.» Ανασήκωσε τους ώμους της. «Δεν ξέρω πολλά για το πώς λειτουργεί η μαγεία τους.»

«Ερευνήτρια είσαι, σωστά;»

Η Φενίλδα ένευσε. «Αν και πλέον δεν θα έπρεπε να μπορώ να σου απαντήσω με βεβαιότητα.»

«Σ’έχει κολλήσει κάτι ο Δαίδαλος;»

Η Φενίλδα γέλασε. «Δεν ξέρω. Ίσως.»

Πλησίαζαν τα υπνοδωμάτια τώρα, έτσι χώρισαν. Ο Πολ έστριψε στον διάδρομο όπου στεκόταν η Ανταρλίδα, πηγαίνοντας να της μιλήσει. Η Φενίλδα δεν τον ακολούθησε· κατευθύνθηκε προς το δικό της δωμάτιο, και φτάνοντας αισθανόταν τώρα πιο έτοιμη να κοιμηθεί από πριν.

Βγάζοντας τις μπότες της και τυλίγοντας τον εαυτό της μέσα στην κουβέρτα, σκέφτηκε: Ας ελπίσουμε ότι το επόμενο μέρος διαμονής μας θα είναι πιο ζεστό – και με ανθρώπινα κρεβάτια.

4.

Το πρωί, συγκεντρώθηκαν στη μεγάλη αίθουσα του κάστρου και κάθισαν γύρω από το μεγάλο τραπέζι για να φάνε και να συζητήσουν. Η Φενίλδα ήταν πάλι πιασμένη από το κρύο, και αισθανόταν το ζεσταμένο κρασί που έπινε να δίνει κάποια απαραίτητη θερμότητα στα παγωμένα κόκαλά της.

Ο Πολ μίλησε σε όλους για το δίκτυο του Ελκράσ’ναρχ στη Βίηλ – για όσα ήξερε, τουλάχιστον· γιατί, τους τόνισε, δεν ήξερε τα πάντα. Να, για παράδειγμα, είπε, δεν είχε ιδέα πως και η Φενίλδα ήταν πράκτορας του Ελκράσ’ναρχ στη Ρελκάμνια. Αναμφίβολα αγνοούσε την ύπαρξη και πολλών άλλων πρακτόρων.

«Οι πληροφορίες σου, ωστόσο, θα μας φανούν χρήσιμες,» είπε ο Δαίδαλος. «Δεν ήξερα ούτε τα μισά απ’αυτά που μας ανέφερες. Και μια ερώτηση τώρα: Γνωρίζουν – ή, έστω, υποψιάζονται – οι άλλοι πράκτορες του Ελκράσ’ναρχ ότι τους έχεις προδώσει;»

«Δεν είμαι σίγουρος. Ίσως να με θεωρούν νεκρό. Το αεροπλάνο μου, ουσιαστικά, χάθηκε καθώς διέσχιζε τον Αιθέρα, πέφτοντας σ’έναν υπερδιαστασιακό στρόβιλο – κι έτσι εγώ κι οι υπόλοιποι επιζώντες βρεθήκαμε στη Νόρχακ, μια διάσταση άγνωστη για τους πράκτορες του Ελκράσ’ναρχ, αφού ήταν απομονωμένη τότε.»

«Μάλιστα,» είπε ο Δαίδαλος σκεπτικά. «Θα μπορούσες να διεισδύσεις σε κάποια… ευαίσθητη περιοχή παριστάνοντας ότι ακόμα υπηρετείς τον Ελκράσ’ναρχ;»

«Πιθανώς. Αναλόγως και την περιοχή, πάντα.»

Μετά, ο Δαίδαλος ζήτησε από την Αλιζέτ να τους δώσει ό,τι πληροφορίες μπορούσε. Εκείνη σκούπισε τα χείλη της μ’ένα μαντήλι, ήπιε μια γουλιά κρασί, και τους μίλησε για την πατρίδα της.

«Για το Πριγκιπάτο Κάνρελ τι ξέρεις;» τη ρώτησε, τελικά, ο Δαίδαλος.

«Έγιναν κάποια επεισόδια εκεί, πρόσφατα. Δηλαδή, όχι σα να λέμε χτες· έχουν περάσει κάποια χρόνια. Ο Πρίγκιπας Άτβος, που ήταν άρχοντας του Πριγκιπάτου, προσπάθησε να στραφεί εναντίον της Παντοκράτειρας· οι συνωμότες του, όμως, τον πρόδωσαν και η εξουσία στο Πριγκιπάτο άλλαξε. Ο Πρίγκιπας Ρέτβελνος διοικεί εκεί τώρα, ο οποίος ήταν παλιά Στρατηγός στην ίδια περιοχή.»

Ο Δαίδαλος ένευσε. «Τα ίδια μού έχει πει κι ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος.»

«Γιατί με ρώτησες, τότε;»

«Για να διασταυρώσω την πληροφορία. Ξέρεις αν ο Πρίγκιπας Άτβος είναι ακόμα ζωντανός, Αλιζέτ;»

«Νομίζω πως κατάφερε να ξεφύγει, αλλά οι πράκτορες της Παντοκράτειρας και ο Ρέτβελνος έχουν διαδώσει τη φήμη ότι είναι νεκρός, για πολιτικούς λόγους.»

«Ναι,» είπε ο Δαίδαλος. «Ο Πρίγκιπας Άτβος, όμως, είναι ζωντανός, και μάλιστα στη Βίηλ. Η Επανάσταση εδώ δεν είναι χωρίς καμία δύναμη, παρότι εξωτερικά φαίνεται πως η Παντοκράτειρα ελέγχει απόλυτα τη διάσταση. Οι επαναστάτες περιμένουν να έρθει ο κατάλληλος καιρός για να κινηθούν, γιατί το ξέρουν πως αν κινηθούν νωρίτερα, και αποτύχουν, δεν θα έχουν δεύτερη ευκαιρία· οι Παντοκρατορικοί θα τους διαλύσουν.»

«Θα έρθουμε σε επαφή μ’αυτόν τον Πρίγκιπα Άτβος;» ρώτησε η Ανταρλίδα.

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Δαίδαλος. «Και δεν είναι πλέον ‘Πρίγκιπας’ Άτβος· είναι Πρόμαχος Άτβος. Επίσης, θα έρθουμε σε επαφή με την Πρόμαχο Λαμρίτ.»

«Την έχω ακουστά,» είπε η Ανταρλίδα· «δεν την έχω, όμως, δει ποτέ.»

Με τη συζήτηση πλησίαζε μεσημέρι, και ο Πολ, αφού έριξε μια ματιά στο ρολόι του, ρώτησε: «Πότε θα φύγουμε, λοιπόν;»

«Μπορούμε να φύγουμε ακόμα και τώρα, αν είστε έτοιμοι,» αποκρίθηκε ο Δαίδαλος.

«Δε νομίζω πως έχουμε τίποτ’άλλο να κάνουμε…»

«Ας πάμε σε οποιοδήποτε μέρος έχει καλύτερα κρεβάτια,» είπε η Φενίλδα.

«Η κυρία έχει κάποιο δίκιο,» παρατήρησε ο Πολ. «Ποντίκια κυκλοφορούν εδώ μέσα.»

Ρελκάμνια

1.

Ο δίσκος ανατρέπεται από την άκρη του μπαρ. Ένα πιατάκι, δύο φλιτζάνια, ένα ποτήρι, και δύο κουταλάκια τινάζονται από πάνω του – καταλήγουν στο πάτωμα – ήχοι θραύσης πίσω από τη βαβούρα του κόσμου – κομμάτια από γυαλί.

Ορισμένοι από τους πελάτες στρέφονται και την κοιτάζουν. Ο άντρας στο μπαρ την κοιτάζει. Θυμωμένα.

Η Αγαρίστη προσπαθεί να διώξει τον πανικό. «Με συγχωρείς, δεν το είδα, ήταν στην άκρη.» Είχε χτυπήσει τον δίσκο με την κορυφή της σφουγγαρίστρας. Ποιος ηλίθιος τον είχε αφήσει εκεί;

«Καλά,» λέει ο άντρας στο μπαρ. «Μάζευέ τα, γρήγορα. Και θα αφαιρεθούν απ’το μισθό σου.» Φτύνει μερικά βρόμικα δεκάδια από το στόμα του και τα πετά μέσα στο τασάκι.

Η Αγαρίστη μαζεύει τα σπασμένα κομμάτια από το πάτωμα, τα οποία βγάζουν μικρά στοματάκια και τσιμπάνε τα δάχτυλα και τις παλάμες της. Δαγκώνει τα χείλη της για να μην κλάψει. Όταν τα έχει μαζέψει όλα, τα πηγαίνει στην κουζίνα και τα πετά στα σκουπίδια.

«Ε, πού πας;» τη σταματά μια φωνή προτού φύγει. Η Αγαρίστη στρέφεται για ν’αντικρίσει την κυρία που φτιάχνει τα πρωινά φαγητά. «Έλα δω, κοριτσάκι.»

Δεν είναι «κοριτσάκι»! Γιατί πάντα τη λέει κοριτσάκι; Η Αγαρίστη πλησιάζει. «Πρέπει να τελειώσω. Έχω αφήσει το σφουγγάρισμα–»

«Σου έχω μια δουλειά–»

«Μα πρέπει να–»

«Δεν είναι τίποτα σπουδαίο! Μην είσαι τεμπέλα!» Τα μάτια της γυναίκας που φτιάχνει τα πρωινά φαγητά δεν είναι μάτια· είναι δύο σκοτεινές τρύπες. Το πρόσωπό της είναι ένα κρανίο, χωρίς δέρμα, πλαισιωμένο από μακριά, μαύρα μαλλιά. Με γαντοφορεμένα χέρια πιάνει ένα πιατάκι με φλιτζάνι επάνω και το τείνει προς την Αγαρίστη. «Θα το πας στην κυρία στο τραπέζι τρία-τρία-τρία. Ξέρεις ποιο είν’αυτό, έτσι;»

«…Τρία;»

«Τρία-τρία-τρία,» επαναλαμβάνει το κρανίο με τα σκοτεινά μάτια και τα μαύρα μαλλιά. «Το γωνιακό. Πάρτο και πήγαινε! Κουνήσου!» Τείνει το φλιτζάνι ακόμα πιο κοντά της.

Η Αγαρίστη δεν έχει άλλη επιλογή· το παίρνει, κρατώντας το με δύο τρεμάμενα χέρια που αιμορραγούν από τα δαγκώματα των θραυσμάτων που μάζεψε πριν από λίγο. «Μα, δε… δε σερβίρω σήμερα…»

«Πήγαινέ το και τελείωνε, κοριτσάκι μου! Δεν έχω χρόνο για σαχλαμάρες!» Η γυναίκα γυρίζει από την άλλη. Τα μαύρα μαλλιά κρύβουν το σκελετωμένο πρόσωπό της. Θα μπορούσε τώρα η όψη της να μην ήταν ένα κρανίο. «Τραπέζι τρία-τρία-τρία. Το γωνιακό.»

Τρία-τρία-τρία; σκέφτεται, φοβισμένη, η Αγαρίστη καθώς πηγαίνει προς την πόρτα. Υπάρχει τέτοιο τραπέζι; Δεν το θυμάται, δεν το θυμάται καθόλου! Θέλει να κλάψει, γιατί φοβάται ότι θα κάνει πάλι καμια μαλακία. Βλεφαρίζοντας διώχνει τα δάκρυα από τα μάτια της. Ξεροκαταπίνει.

Βγαίνει στην τραπεζαρία. Κοιτάζει ολόγυρα. Κρόνε μου, ποιο είναι το τραπέζι τρία-τρία-τρία; Προσπαθεί να μη μπλέξει τα πόδια της στη σφουγγαρίστρα και στον κουβά· βηματίζει προσεχτικά. Τα μάτια της ψάχνουν τα τραπέζια.

Μια γυναίκα υψώνει το χέρι και της κάνει νόημα. Είναι καθισμένη σ’ένα τραπέζι που η Αγαρίστη δεν θυμάται να ήταν εκεί παλιά. Το τραπέζι τρία-τρία-τρία; Ή κάνω λάθος; Αν κάνω λάθος…. Διστάζει να πλησιάσει. Η γυναίκα – μαυρόδερμη, μενεξεδιά μαλλιά – της ξανακάνει νόημα να πλησιάσει.

Η Αγαρίστη πλησιάζει. «Για εσάς είναι, κυρία;»

«Ναι, άστο εδώ.»

Η Αγαρίστη αφήνει το φλιτζάνι μπροστά της, και η γυναίκα πιάνει μια χαρτοπετσέτα για να σκουπίσει το αίμα από τις άκριες του μικρού πιάτου.

«Με συγχωρείτε!» λέει αμέσως η Αγαρίστη. «Να σας φέρω ένα άλλο!»

«Δεν πειράζει, Αγαρίστη.» Η γυναίκα χαμογελά. «Θέλεις να καθίσεις μαζί μου για λίγο; Να ξεκουραστείς;»

«Δε μπορώ, κυρία. Πρέπει να…» Κοιτάζει προς τη μεριά της σφουγγαρίστρας. Βλέπει ότι πολύς κόσμος έχει μαζευτεί ξαφνικά στο μαγαζί. Θα μπορεί να σφουγγαρίσει έτσι;

«Κάθισε,» επιμένει η γυναίκα. «Πληρώνω εγώ. Το είπα στον κύριο στο μπαρ.»

Η Αγαρίστη κάθεται αντίκρυ της, παραξενεμένη. «Με ξέρετε, κυρία;»

«Σ’έχω ξαναδεί εδώ.» Η γυναίκα πίνει μια γουλιά απ’τον καφέ της, παρατηρώντας την. «Γιατί δουλεύεις εδώ, Αγαρίστη;»

«Βοηθάω τη μαμά μου, κυρία.»

«Αυτήν εκεί;» Η γυναίκα δείχνει με το βλέμμα της.

Η Αγαρίστη στρέφεται, για να δει τη μητέρα της να σερβίρει ποτά σ’ένα τραπέζι. «Ναι. Τη γνωρίζετε;»

«Την έχω ξαναδεί.»

«Έρχεστε συχνά εδώ;»

«Αρκετά συχνά.»

Η Αγαρίστη δεν τη θυμάται. Αν ερχόταν συχνά, δεν θα τη θυμόταν;

Η γυναίκα χαμογελά πάλι. «Με λένε Ναλτάφιρ, Αγαρίστη.»

«Χάρηκα πολύ, κυρία.» Τι άλλο να της πει;

Ξαφνικά, τη φωνάζει ο άντρας του μπαρ: «Αγαρίστη! Αγαρίστη!» Της κάνει νόημα με το χέρι του.

Η Αγαρίστη κοιτάζει την παράξενη γυναίκα που ονομάζεται Ναλτάφιρ. Εκείνη τής γνέφει να πάει. Η Αγαρίστη σηκώνεται απ’το τραπέζι και πλησιάζει το μπαρ.

«Τι κάθεσαι εκεί; Δε βλέπεις τι κόσμο έχουμε;» της λέει ο άντρας.

«Η κυρία…» Η Αγαρίστη γυρίζει για να δείξει. Δε βλέπει πουθενά τη μαυρόδερμη γυναίκα. Την ψάχνει με το βλέμμα, σαστισμένη. «Ήταν… ήταν… εκεί. Νομίζω.» Δείχνει.

«Τι λες, ρε Αγαρίστη; Θα μας τρελάνεις; Πάρε αυτά τα δύο και πήγαινέ τα στο τραπέζι πέντε.» Σπρώχνει δύο ποτά επάνω στον πάγκο του μπαρ, προς το μέρος της.

Μα, η γυναίκα, η γυναίκα που ονομάζεται Ναλτάφιρ, ήταν εκεί! Η Αγαρίστη παίρνει, αδιαμαρτύρητα, τα ποτήρια και βαδίζει προς το τραπέζι πέντε, γνωρίζοντας τη διαδρομή ενστικτωδώς. Δεν είναι δύσκολο να το βρει, όπως το τραπέζι τρία-τρία-τρία.

Περπατώντας με τα ποτά στα χέρια, ακούει γύρω της γέλια από τους πελάτες κι αισθάνεται άσχημα. Νομίζει ότι γελάνε μαζί της. Επειδή τα χέρια της είναι κομμένο. Βλέπει μια κυρία που έχει τόσο όμορφα φτιαγμένα νύχια, κι αναρωτιέται γιατί ποτέ δεν καταφέρνει κι εκείνη να φτιάξει τα νύχια της έτσι…

Τα νύχια φεύγουν απ’τα δάχτυλα της κυρίας και χορεύουν επάνω στο τραπέζι, χτυπώντας και χοροπηδώντας.

Η Αγαρίστη παίρνει το βλέμμα της από αυτά. Έχει φτάσει στο τραπέζι πέντε, όπου κάθονται δύο άντρες με κοστούμια. Τους αφήνει τα ποτά τους, κι εκείνοι δεν της ρίχνουν ούτε μια ματιά.

Επειδή τα χέρια της είναι κομμένα; Επειδή δεν έχει βαμμένα νύχια;

2.

Η Παντοκράτειρα ξύπνησε.

Ανασηκώθηκε επάνω στο τεράστιο κρεβάτι. Κοίταξε γύρω της, το δωμάτιο. Κοίταξε το ρολόι στον τοίχο. Εφτά και τριάντα-τρία.

…Τρία-τρία-τρία…

Συνοφρυώθηκε. Πώς της είχε έρθει αυτό; Έβλεπε κάποιο όνειρο; Μάλλον. Αλλιώς, γιατί να ξυπνήσει τέτοια ώρα; Συνήθως δεν ξυπνούσε τόσο πρωί αν δεν το είχε αποφασίσει από πριν.

Η Αγαρίστη παραμέρισε το σεντόνι και σηκώθηκε, ντυμένη με τα εσώρουχά της. Πλησίασε το μεγάλο παράθυρο, πάτησε ένα κουμπί στον τοίχο, και τα πατζούρια άνοιξαν. Από κάτω της αποκαλύφθηκε η απέραντη πόλη της Ρελκάμνια.

Μέσα σ’έναν τέτοιο λαβύρινθο, πού μπορεί να έχει εξαφανιστεί η Φενίλδα; Κανένας δεν έμοιαζε να μπορεί να τη βρει. Ούτε οι Υπερασπιστές της, ούτε οι πράκτορές της, ούτε ο Ρίμναλ’μορ. Πού έχεις πάει, Φενίλδα;

Και πώς εμφανίστηκε ξανά ο Στίβεν Νέλκος;

Παράξενα πράγματα…

Η Αγαρίστη πήγε στην πόρτα του υπνοδωματίου, την άνοιξε, και βγήκε στο κατώφλι. «Πού είστε;» φώναξε.

Ένας από τους Υπερασπιστές της ήρθε από τον διάδρομο. «Εδώ είμαστε, Αρχόντισσά μας, στο πλευρό σου.»

«Θέλω ν’αλλάξω εμφάνιση,» είπε η Παντοκράτειρα, και ξαναμπήκε στο υπνοδωμάτιο.

Ο Υπερασπιστής την ακολούθησε μέσα, και μετά από μερικές στιγμές ήρθαν κι οι άλλοι τρεις. «Η επιθυμία σου είναι διαταγή μας,» είπε κάποιος απ’αυτούς. Και ενώθηκαν. Τα κεφάλια τους βούλιαξαν το ένα μέσα στο άλλο· το ίδιο και τα χέρια τους, τα πόδια τους, και τα σώματά τους. Μετατράπηκαν σε μια αιωρούμενη μαύρη φωτιά που μέσα της διακρίνονταν αργυρές και πορφυρές γλώσσες, όπως επάνω στις μαύρες αρματωσιές τους φαίνονταν αργυρές και πορφυρές αντανακλάσεις.

Μετά, η φωτιά μετατράπηκε σε μια παράξενη ενεργειακή δίνη, και η δίνη μετατράπηκε σε κύβο: ψηλό και πλατύ, με τα ίδια χρώματά πάλι – μαύρο με ασημένιες και κόκκινες ανταύγειες. Μια πόρτα άνοιξε σε μια από τις πλευρές του, κι ένα κατακόκκινο φως αποκαλύφθηκε στο εσωτερικό του.

Η Παντοκράτειρα μπήκε μέσα στον κύβο, και τώρα γύρω της μπορούσε να δει μονάχα κόκκινο. Δεν υπήρχαν ούτε τοίχοι, ούτε οροφή, ούτε πάτωμα.

ΚΡΑΤΑΣ ΕΝΤΟΣ ΣΟΥ ΤΟ ΚΟΥΤΙ ΜΑΣ, ΚΑΙ ΣΟΥ ΠΡΟΣΦΕΡΟΥΜΕ ΑΠΟ ΑΥΤΟ Ο,ΤΙ ΕΠΙΘΥΜΕΙΣ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΜΑΣ. ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΣΟΥ, ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ ΜΑΣ; Η φωνή ερχόταν από παντού, χωρίς να έχει φανερή πηγή προέλευσης, αλλά ήταν αναμφίβολα η φωνή των Υπερασπιστών της.

Θέλω δέρμα κατάμαυρο και μαλλιά σγουρά και μενεξεδιά, πρόσταξε η Παντοκράτειρα, χωρίς να είναι βέβαιη γιατί ακριβώς το ζητούσε αυτό· απλώς της φαινόταν καλή ιδέα. Μάτια πράσινα, με μεγάλες, πολύ μεγάλες βλεφαρίδες. Νύχια ασημένια.

ΕΚΠΛΗΡΩΝΟΥΜΕ, ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ.

Η Αγαρίστη ένιωσε ένα θερμό κύμα να τυλίγει το σώμα της και να το γαργαλά από πάνω ώς κάτω, σχεδόν ερωτικά. Μετά, είδε το κόκκινο που την περιέβαλλε να ραγίζει και να διαλύεται σε αμέτρητα θραύσματα, ολοένα και μικρότερα.

Η Παντοκράτειρα βρισκόταν και πάλι στο υπνοδωμάτιό της, και οι Υπερασπιστές ήταν γύρω της. Πήγε και στάθηκε μπροστά σ’έναν ψηλό καθρέφτη. Ναι, τα πάντα ήταν ακριβώς όπως τα είχε ζητήσει. Ως συνήθως.

Στράφηκε να τους κοιτάξει. «Βρήκατε τη Φενίλδα;»

«Όχι ακόμα.»

Η Αγαρίστη άνοιξε την πελώρια ντουλάπα της, πήρε τα ρούχα που της τράβηξαν πρώτα την προσοχή, κι άρχισε να ντύνεται. «Γιατί δεν μπορείτε να τη βρείτε;»

«Ίσως να μην είναι στη Ρελκάμνια, Αρχόντισσά μας.»

«Και πού να έχει πάει; Τι δουλειά έχει αλλού η Φενίλδα;»

«Μπορεί να σε πρόδωσε, Αρχόντισσά μας.»

«Η Φενίλδα; Αποκλείεται!»

Οι Υπερασπιστές δεν μίλησαν.

Η Αγαρίστη τελείωσε με το ντύσιμό της και, μετά, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. «Με τον Στίβεν Νέλκος τι γίνεται;»

«Δεν έχει βρεθεί ακόμα.»

«Να τον βρείτε! Δε μπορώ να έχω έναν τέτοιο εγκληματία να τριγυρίζει μες στην πόλη μου!»

«Ασφαλώς, Αρχόντισσά μας.»

Η Αγαρίστη βγήκε απ’το υπνοδωμάτιο και πήγε προς έναν τηλεπικοινωνιακό δίαυλο για να καλέσει τον σύζυγό της, Ρίμναλ’μορ, να δει αν είχε αυτός, τουλάχιστον, τίποτα ενδιαφέρον να της πει…

3.

Η Ναλτάφιρ είχε μείνει για κάμποση ώρα ακίνητη, καθώς καθόταν οκλαδόν επάνω στον καναπέ, με τα μάτια της κλειστά, τη συσκευή στα γόνατά της, και το διάδημα περασμένο στο κεφάλι της. Επάνω στο διάδημα υπήρχαν δύο καλώδια που το συνέδεαν με τη συσκευή, ένα στον δεξή κρόταφο κι ένα στον αριστερό.

Οι δύο γάτες της μάγισσας, ο Κοκκινομάτης και ο Γκριζοχαίτης, έπαιζαν μ’ένα παράξενο μηχανικό μπαλάκι που τους είχε δώσει ο Κλαρκ. Ήταν φτιαγμένο από μαλακή, πλαστική ύλη και ορισμένα σημεία του αναβόσβηναν, φωτίζοντας με διάφορα χρώματα. Επίσης, πρέπει να περιείχε κάποιον κινητικό μηχανισμό, υπέθετε ο Ελπιδοφόρος, γιατί δεν καθόταν ποτέ σε μια θέση, και η ταχύτητά του άλλαζε κάθε τόσο. Το μπαλάκι έκανε στροφές και ζικ-ζακ επάνω στο πάτωμα, και αναπηδούσε απρόσμενα. Οι γάτες είχαν κατενθουσιαστεί.

Οι Πειθαρχικοί του Κενού τις κοιτούσαν με απάθεια.

Ο Ελπιδοφόρος τις κοίταζε χαμογελώντας, καθώς καθόταν και έπινε τον καφέ του.

Ο Κλαρκ έλειπε από το καθιστικό. Κάτι ετοίμαζε πάλι;

Η Ναλτάφιρ άνοιξε, τελικά, τα μάτια της και έβγαλε το διάδημα από το κεφάλι της. Το απόθεσε πάνω στη συσκευή και τη σήκωσε απ’τα γόνατά της για να την ακουμπήσει παραδίπλα στον καναπέ.

«Τι έγινε;» ρώτησε ο Ελπιδοφόρος.

«Εντάξει,» είπε η μάγισσα καθώς σηκωνόταν όρθια.

«Η συσκευή μου δούλεψε κανονικά;»

«Ναι. Σ’το είπα από την πρώτη φορά που προσπάθησα: η συσκευή ήταν τοποθετημένη σωστά· το μόνο που χρειαζόταν ήταν να κοιμηθεί η Παντοκράτειρα – η Αγαρίστη, όπως μας είπε ο Κλαρκ ότι τη λένε.»

«Και τώρα κοιμόταν;»

Η Ναλτάφιρ κάθισε στο τραπέζι, αντίκρυ του. «Κοιμόταν.»

«Και μπήκες στο όνειρό της…»

Η Ναλτάφιρ κατένευσε ενώ γέμιζε μια κούπα με καφέ.

Ο Ελπιδοφόρος αναρωτιόταν πώς ήταν δυνατόν να γίνει αυτό. Αλλά, βέβαια, δεν ήταν το μόνο παράξενο που είχε δει στη ζωή του… «Και μετά;» ρώτησε τη μάγισσα.

«Τι ‘μετά’;»

«Της μίλησες; Την έκανες να μισήσει τον Ελκράσ’ναρχ;»

Η Ναλτάφιρ γέλασε. Ήπιε μια γουλιά καφέ. «Αυτό δεν είναι τόσο απλό. Της μίλησα, όμως. Δεν ξέρω αν η ίδια, ξυπνώντας, θα το θυμάται.»

Ο Ελπιδοφόρος συνοφρυώθηκε. «Τότε, τι νόημα έχει;»

«Τα όνειρα μιλάνε βαθιά στην ψυχή μας, Ελπιδοφόρε. Δε χρειάζεται να τα θυμάσαι για να σε έχουν επηρεάσει.»

«Κι εσύ τώρα επηρέασες την Παντοκράτειρα;»

«Μια αρχή έκανα μόνο.»

«Οι Υπερασπιστές της δεν κατάλαβαν τίποτα;»

«Αυτό δεν μπορώ να το ξέρω,» είπε η Ναλτάφιρ. «Ας το ελπίσουμε, όμως. Ας ελπίσουμε ότι δεν θα καταλάβουν τίποτα μέχρι να έχω τελειώσει τη δουλειά μου.»

«Αν το καταλάβουν;»

«Το μόνο που χρειάζεται να κάνουν είναι να βρουν τη συσκευή που έκρυψες μέσα στο Παντοτινό Ανάκτορο και να την καταστρέψουν. Μετά, δεν θα έχω τρόπο να εισβάλλω στα όνειρα της Αγαρίστης.»

Ο Κλαρκ μπήκε στο δωμάτιο, ντυμένος με μια ρόμπα. «Τι κάνουμε;» ρώτησε. Τα μαλλιά του ήταν φανερά αχτένιστα και πετούσαν.

Η Ναλτάφιρ τού είπε τι είχε καταφέρει, ενώ εκείνος καθόταν στο τραπέζι, ανάμεσα στη μάγισσα και στον Ελπιδοφόρο.

«Ωραία,» είπε τελικά ο Κλαρκ.

Ο Ελπιδοφόρος ρώτησε: «Τι ονειρευόταν, Ναλτάφιρ;»

«Γιατί ρωτάς;»

«Από περιέργεια.»

«Ονειρευόταν ότι ήταν σε κάποιο μπαρ εδώ, στη Ρελκάμνια, και δούλευε.»

«Η Παντοκράτειρα; Να δουλεύει σε μπαρ;»

«Περίεργο, ε;» είπε η Ναλτάφιρ. «Μου έμοιαζε ταλαιπωρημένη, μάλιστα. Τα χέρια της αιμορραγούσαν.» Κοίταξε την κούπα με τον καφέ της. Επίμονα.

«Τι;»

Η Ναλτάφιρ βλεφάρισε. «Τίποτα.»

4.

«Ο Κλαρκ μού είπε ότι ίσως να μπορείς να με βοηθήσεις μ’ένα πρόβλημα που έχω.»

Η Ναλτάφιρ, που καθόταν τώρα στον καναπέ παρέα με τις γάτες της, κοίταξε σκεπτικά τον Ελπιδοφόρο. «Θα λες για το εμφύτευμα…»

Ο Ελπιδοφόρος στράφηκε να κοιτάξει τον Κλαρκ, ο οποίος κοίταζε κάτι δεδομένα στην οθόνη μιας κονσόλας. «Της μίλησες;»

«Της είπα κάποια βασικά πράγματα,» αποκρίθηκε ο μάγος, χωρίς να πάρει το βλέμμα του από τη δουλειά του.

Ο Ελπιδοφόρος, που στεκόταν όρθιος μέσα στο καθιστικό, στράφηκε πάλι στη Ναλτάφιρ. «Ξέρεις, λοιπόν…»

«Ο Ελκράσ’ναρχ έβαλε μέσα σου κάτι από τον εαυτό του και, μέσω αυτού, μπορεί να αντιλαμβάνεται πράγματα από τις αισθήσεις σου σαν να ήταν δικές του αισθήσεις.»

«Βλέπει ό,τι βλέπω. Ακούει ό,τι ακούω. Ή, τουλάχιστον, μπορούσε να το κάνει μέχρι που ο Κλαρκ μού έδωσε αυτό.» Άγγιξε το φυλαχτό που κρεμόταν από τον λαιμό του.

Η Ναλτάφιρ ένευσε. Μάλλον το ήξερε.

Ο Ελπιδοφόρος ρώτησε: «Μπορώ να ξεφορτωθώ τελείως αυτό που ο Ελκράσ’ναρχ έβαλε μέσα μου;»

«Μπορείς. Αλλά πρέπει να το καταφέρεις μόνος σου.»

«Το ίδιο είπε κι ο Κλαρκ.»

«Φυσικά. Είναι μέρος του εαυτού σου πλέον, Ελπιδοφόρε. Κανένας δεν μπορεί να το ξεφορτωθεί για εσένα. Μόνο εσύ μπορείς να το κάνεις αυτό. Εγώ το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σε βοηθήσω ώστε να έρθεις στη σωστή νοητική κατάσταση για να πολεμήσεις το εμφύτευμα.»

«Θέλω να δοκιμάσω.»

«Θα πρέπει να σε υπνωτίσω, και μετά θα είσαι μόνος σου, αν και θα προσπαθήσω να σου προσφέρω όση βοήθεια δύναμαι.»

Ο Κλαρκ, χωρίς να γυρίσει να τους κοιτάξει, ρώτησε: «Θα πάρουν πολλή ώρα αυτά, Ναλτάφιρ;»

«Δε μπορώ να ξέρω πόση ώρα ακριβώς θα πάρουν,» αποκρίθηκε εκείνη, χαϊδεύοντας τον Κοκκινομάτη στην αγκαλιά της. «Από τον Ελπιδοφόρο εξαρτάται.»

«Όταν τον έχεις υπνωτίσει, θα μπορείς να τον ξυπνήσεις όποτε θέλεις;»

«Θα πρότεινα να τον αφήσουμε να ξυπνήσει μόνος του. Είναι το καλύτερο, και το πιο ασφαλές.»

«Και πόσο υπολογίζεις, τουλάχιστον, ότι θα κρατήσει αυτή η υπόθεση;»

«Από μερικές ώρες έως μερικές ημέρες.»

«Δε μας βολεύει,» είπε ο Κλαρκ, παίρνοντας τα μάτια του από την οθόνη και τα χέρια του από τα πλήκτρα της κονσόλας. «Υπάρχουν ένα σωρό πράγματα που πρέπει να κάνουμε.»

«Τι πράγματα;» ρώτησε ο Ελπιδοφόρος.

«Να πολεμήσουμε τους υπηρέτες του Ελκράσ’ναρχ.»

«Θα μπορώ να τους πολεμήσω καλύτερα χωρίς το εμφύτευμά του μέσα μου, Κλαρκ.»

«Αναμφίβολα, αλλά νομίζω πως καλό θα ήταν να αρχίσουμε να κινούμαστε. Πρέπει να προετοιμάσουμε το έδαφος στη Ρελκάμνια για την Επανάσταση. Θεωρείς ότι είναι ανάγκη τώρα αμέσως να πολεμήσεις το εμφύτευμα, Ελπιδοφόρε;»

«Εσύ θεωρείς ότι δεν χρειάζεται;»

«Σου έχω ήδη βρει μια λύση. Ο Ελκράσ’ναρχ δεν μπορεί να σε εντοπίσει όσο φοράς το φυλαχτό μου.»

Ο Ελπιδοφόρος βάδισε προς τον Κλαρκ. «Μου φαίνεται ότι έχεις κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό σου, μάγε…»

«Η αλήθεια είναι πως, ναι, υπάρχει κάτι. Μια δουλειά που έχει ήδη αργήσει να γίνει γιατί δεν είχα τον κατάλληλο άνθρωπο για να την αναλάβει.»

Ο Ελπιδοφόρος σταύρωσε τα χέρια του εμπρός του. «Και τώρα τον βρήκες;»

«Τολμώ να πω ότι είσαι ένας πολύ σημαντικός σύμμαχος, Ελπιδοφόρε.»

«Τι άλλους συμμάχους έχεις στη Ρελκάμνια; Μέχρι στιγμής δεν έχω δει κανέναν.»

«Θα τους συναντήσεις αν είσαι πρόθυμος να αναλάβεις τη δουλειά που έχω για σένα.»

Ο Ελπιδοφόρος κάθισε κοντά του. «Ας μιλήσουμε γι’αυτή τη δουλειά.»

5.

«Φέρε μου εκείνο τον τροχό, Αγαρίστη. Όχι αυτόν, τον άλλο.»

Η Αγαρίστη ανασηκώνει, με τα δύο χέρια, τον βαρύ τροχό ώστε να σταθεί όρθιος, και τον κυλά προς τον πατέρα της, που είναι γονατισμένος πλάι σ’ένα τετράκυκλο όχημα, μουτζουρωμένος και ιδρωμένος.

«Εντάξει, εδώ,» της λέει. «Άφησέ τον εδώ.» Η Αγαρίστη τον αφήνει, και ο μπαμπάς της βάζει το χέρι του επάνω στον τροχό για να τον συγκρατήσει. Μετά, τον ωθεί προς τη μεριά του οχήματος, εκεί όπου λείπει ένας από τους τέσσερις τροχούς του.

Η Αγαρίστη σκουπίζει ιδρώτα από το μέτωπό της. Παρότι το μηχανουργείο είναι ψυχρό όταν μπαίνει, πάντοτε ιδρώνει πολύ στο τέλος εδώ κάτω. Και η ατμόσφαιρα είναι αποπνιχτική, τόσο αποπνιχτική. Αν και από μικρή έρχεται στο μηχανουργείο για να βοηθά τον μπαμπά της, ακόμα δεν έχει συνηθίσει. Νομίζει ότι μια μέγγενη τη στραγγαλίζει αργά-αργά, κάνοντάς τη να μπορεί ν’αναπνεύσει ολοένα και λιγότερο. Και τα χέρια της είναι πάντα γρατσουνισμένα…

«Θα πάω λίγο έξω, μπαμπά. Εντάξει;»

«Μια στιγμή. Περίμενε. Στάσου,» λέει ο πατέρας της, μουγκρίζοντας καθώς σπρώχνει τον τροχό για να τον βάλει στη σωστή θέση.

«Τι;»

«Φέρε μου δυο καλώδια. Τα τρία-γάμα· τα λεπτά, ξέρεις. Και το πυροκολλητικό.»

Η Αγαρίστη βαδίζει προς το βάθος του μηχανουργείου, όπου δουλεύει ο Φέγκνιρ, ο συνεργάτης του πατέρα της. Πρασινόδερμος και κοκαλιάρης, με άγρια μαύρα γένια. Αντικρίζοντάς την, της κλείνει το μάτι. Εκείνη κάνει πως δεν τον βλέπει. Ο Φέγκνιρ γελά πίσω της.

Η Αγαρίστη ανοίγει το μεγάλο μεταλλικό κουτί και ψάχνει μέσα στα καλώδια που κινούνται σαν φίδια, μπλέκονται ανάμεσα στα δάχτυλά της, και τυλίγονται γύρω απ’τους καρπούς της, τραβώντας τους. Τη δυσκολεύουν επίτηδες, για να θυμώσει ο μπαμπάς μαζί της και να τη χτυπήσει! Η Αγαρίστη βρίσκει τα δύο καλώδια τρία-γάμα, τα παίρνει γρήγορα προτού τα υπόλοιπα καταφέρουν να παγιδεύσουν τα χέρια της, και πηγαίνει προς τα μεταλλικά ράφια όπου είναι το πυροκολλητικό. Μια ξαφνική φλόγα πετάγεται απ’τη μουσούδα του, τη στιγμή που η Αγαρίστη κάνει να το πιάσει.

Πίσω της ακούει το γέλιο του Φέγκνιρ, καθώς κρύβει το χέρι της ανάμεσα στα γόνατά της, μορφάζοντας από τον πόνο, δακρυσμένη. Προσπαθεί να αγνοήσει το γέλιο, να το διώξει απ’το κεφάλι της. Ξεροκαταπίνει, και νομίζει ότι καταπίνει βελόνες. Πλησιάζει το πυροκολλητικό, αυτή τη φορά με περισσότερη προσοχή. Το πιάνει από τη βάση και το παίρνει μαζί της.

Ο Φέγκνιρ την κοιτάζει. Θες βοήθεια μικρή; λέει ένα στόμα που ξεπροβάλει από το άσχημο μάγουλό του.

Η Αγαρίστη πηγαίνει τα καλώδια και το πυροκολλητικό στον πατέρα της.

«Άντε, ρε Αγαρίστη. Πού ήταν; Κρυμμένα;»

Εκείνη δε λέει τίποτα. Δεν του λέει ούτε ότι έχει κάψει την παλάμη της. «Να πάω επάνω;»

Ο πατέρας της αναστενάζει. «Πήγαινε, αλλά όχι περισσότερο από ένα τέταρτο. Έχεις το ρολόι σου μαζί, έτσι;»

«Ναι, μπαμπά.»

Η Αγαρίστη ανεβαίνει το επικλινές επίπεδο και βγαίνει από το μηχανουργείο. Γεμίζει τα πνευμόνια της με τον υπέροχο αέρα της πόλης. Γλυκός, τόσο γλυκός. Κάνει το στήθος της να φουσκώνει.

Από κάτι καπνοδόχους βλέπει μαύρο καπνό να βγαίνει, και από μέσα του πρόσωπα την κοιτάζουν και την κοροϊδεύουν. Το βουητό από μηχανές αντηχεί. Οχήματα ακούγονται να κινούνται στους μεγαλύτερους δρόμους. Οι πολυκατοικίες κρύβουν τον ουρανό.

«Γεια σου, Αγαρίστη.»

Γυρίζει και βλέπει τη μαυρόδερμη γυναίκα με τα μενεξεδιά μαλλιά. Τα μάτια της είναι πράσινα, με μεγάλες βλεφαρίδες. Πώς τη λένε;

«Εσείς εδώ, κυρία;»

Η γυναίκα την πλησιάζει. «Μη με λες ‘κυρία’. Είμαστε περίπου στην ίδια ηλικία.»

Η Αγαρίστη την κοιτάζει προσεχτικά. Πράγματι… Πράγματι, έχει δίκιο· πρέπει, όντως, να είμαστε περίπου στην ίδια ηλικία. Πώς δεν το είχα προσέξει πριν; «Τι κάνεις εδώ; Με ξέρεις;»

«Μια βόλτα έκανα απλώς. Τι έχει το χέρι σου;»

Η Αγαρίστη κατεβάζει το βλέμμα της· βλέπει ότι το δεξί της χέρι κρατά το αριστερό. «Το έκαψα. Κατά λάθος.»

«Δώσε μου να το δω.»

Η Αγαρίστη διστάζει.

«Δώσε μου να το δω,» επιμένει η γυναίκα, φιλικά, έχοντας τα δικά της χέρια απλωμένα μπροστά της.

Η Αγαρίστη τής δίνει το χέρι της, κι εκείνη το κρύβει ανάμεσα στις χούφτες της. Χαμογελά. «Θα μετρήσω ώς το τρία, Αγαρίστη. Ως το τρία–»

…τρία-τρία-τρία-τρία-τρία…

«–και το χέρι σου θα έχει γίνει καλά.»

Η Αγαρίστη γελά. «Πώς;»

«Θα δεις,» λέει η γυναίκα. Και μετρά: «Ένα… Δύο… Τρία!» Ανοίγει απότομα τις χούφτες της, ελευθερώνοντας το χέρι της Αγαρίστης.

Εκείνη κοιτάζει την παλάμη της. Το έγκαυμα έχει εξαφανιστεί!

Ανοιγοκλείνει το στόμα της, σαστισμένη, μην ξέροντας τι να πει.

Η μαυρόδερμη γυναίκα γελά. «Εσύ το έκανες, ξέρεις. Στην πραγματικότητα, εσύ το έκανες, όχι εγώ.»

«Τι;… Μα… Όχι, δε μπορεί.»

Η γυναίκα συνεχίζει να γελά. «Θα τα ξαναπούμε, Αγαρίστη.» Της γυρίζει την πλάτη και βαδίζει.

Η Αγαρίστη τα έχει χαμένα· δεν ξέρει ούτε τι να κάνει ούτε τι να πει. «Περίμενε!» φωνάζει τελικά. «Πώς σε λένε;» Η γυναίκα έχει, όμως, χαθεί κάπου μέσα στους καπνούς του στενού δρόμου που είναι γεμάτος κομμάτια από μηχανές και άλλα εξαρτήματα.

Η Αγαρίστη τρέχει πίσω της, αλλά δεν τη βρίσκει.

Κοιτάζει το χέρι της. Το ανοιγοκλείνει χωρίς να πονά. Γελά.

Εσύ το έκανες, ξέρεις…

Εσύ το έκανες…

Σάρντλι

1.

Τα κιβώτια και τα βαρέλια με τα πολεμοφόδια ήταν στοιβαγμένα στη μεγάλη αίθουσα του Φτερωτού Όρους. Έπιαναν μια ολόκληρη γωνία στο βάθος· και παραδίπλα ήταν προσγειωμένα τα αεροσκάφη και σταματημένα τα οχήματα της βάσης.

«Είμαστε έτοιμοι, δε νομίζεις;» είπε ο Ανδρόνικος στον Φένχιλ, καθώς κοίταζε τον ψηλό σωρό. «Μπορούμε να εξοπλίσουμε έναν στρατό μ’αυτά.»

Ο Φένχιλ ένευσε. «Θα μας μείνουν κιόλας. Δε χρειάζεται όλα να πάνε στους Ασνούρτα. Χάσαμε αρκετά πολεμοφόδια στη σύγκρουση με τους Ούρταθ, στο ορυχείο χαλκού.»

Πράγματι, οι Ούρταθ ήταν τρομερός αντίπαλος. Αν δεν είχαν κατορθώσει να τους κυκλώσουν, αποκλείεται να τους είχαν ποτέ νικήσει με καταμέτωπο επίθεση. Ακόμα και στην υποχώρησή τους ήταν επικίνδυνοι. Και είχαν, ασφαλώς, μείνει αρκετοί από αυτούς για να ξαναεπιτεθούν αν ήθελαν – σε οποιοδήποτε από τα κατειλημμένα ορυχεία – ο Ανδρόνικος και οι επαναστάτες του δεν τους είχαν αφανίσει· κάτι τέτοιο θα ήταν μάλλον αδύνατον. Ωστόσο, οι Ούρταθ δεν είχαν επιχειρήσει καμία επίθεση ακόμα, και ο Ανδρόνικος αναρωτιόταν τι μπορεί να σχεδίαζαν οι Ορειβάτες. Γιατί δίσταζαν να ξαναεπιτεθούν; Σκόπευαν να στείλουν τους Ούρταθ πίσω, στη Νάθγκαν; Τόσο σύντομα; Δεν το θεωρούσε πιθανό. Επιπλέον, οι κατάσκοποι της Επανάστασης ανέφεραν πως ο καταυλισμός των Ούρταθ εξακολουθούσε να βρίσκεται στις όχθες της λίμνης Νόλκ’βα. Οι Ορειβάτες, λοιπόν, πρέπει να σχεδίαζαν να τους χρησιμοποιήσουν πάλι, αργά ή γρήγορα.

Μάλλον αναρωτιούνται πώς συνέβη ό,τι συνέβη, στο ορυχείο χαλκού. Πώς καταφέραμε να τους κυκλώσουμε. Την επόμενη φορά που θα επιτεθούν θα είναι, αναμφίβολα, καλύτερα οργανωμένοι.

Ο Φένχιλ στράφηκε να τον κοιτάξει. «Το μόνο που μένει, τώρα, είναι να πετάξουμε για Ασνούρτα λίν’τα, Πρίγκιπά μου.»

Ο Ανδρόνικος ένευσε. «Ναι. Κάνε ό,τι προετοιμασίες χρειάζονται και θα φύγουμε, Φένχιλ.»

«Η Αλρίβα πώς είναι;» Είχαν περάσει δύο ημέρες από τότε που την είχαν φέρει, τραυματισμένη άσχημα, στο Φτερωτό Όρος.

«Καλύτερα, αλλά δε θα μπορέσει να έρθει μαζί μας. Η Νισβάκι το απαγόρευσε· και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι έχει δίκιο.» Η Νισβάκι’νιρ ήταν μάγισσα του τάγματος των Βιοσκόπων, και αρχίατρος στο Φτερωτό Όρος. «Δεν πειράζει που δεν θα είναι μαζί μας, Φένχιλ. Το σημαντικό είναι να αναρρώσει. Μάγους έχουμε για να καθίσουν στο ενεργειακό κέντρο του σκάφους.»

«Ναι,» είπε ο Φένχιλ συλλογισμένα.

Ο Ανδρόνικος τον χαιρέτησε και κατευθύνθηκε προς μια έξοδο της μεγάλης αίθουσας του Φτερωτού Όρους. Στο δρόμο του συνάντησε τον Σάνραντιλ’φεν, ο οποίος ρώτησε: «Όλα εντάξει, Πρίγκιπά μου;»

«Ναι. Ήρθε το τελευταίο φορτίο χωρίς κανένα πρόβλημα. Μπορούμε τώρα να ξεκινήσουμε για την Ασνούρτα λίν’τα, μόλις ο Φένχιλ κι οι άλλοι ετοιμαστούν.»

«Θα με χρειαστείς κι εμένα στην επίθεση που θα γίνει στο ορυχείο καπνόλιθου;» ρώτησε ο Πρόμαχος του Φτερωτού Όρους.

«Αν οι Ασνούρτα δεν αποδειχτούν αρκετοί, τότε γιατί μαζέψαμε όλ’αυτά τα όπλα;» Ο Ανδρόνικος έδειξε προς τη γωνία της μεγάλης αίθουσας, όπου ήταν στοιβαγμένα τα κιβώτια και τα βαρέλια. «Καλύτερα να μείνεις εδώ, Σάνραντιλ.»

Η έκφραση του μάγου έδειξε ότι κι εκείνος πρέπει να το θεωρούσε αυτό συνετό. «Θα είμαι εδώ, τότε, Πρίγκιπά μου. Μέχρι που να με χρειαστείτε.»

Δεν είχαν πολλές διαφωνίες μεταξύ τους, ο Ανδρόνικος και ο Σάνραντιλ’φεν. Ακολουθούσαν περίπου την ίδια στρατηγική στις κινήσεις τους: αγώνας υπέρ της Επανάστασης αλλά με προσοχή συγχρόνως· όχι απότομες, σπασμωδικές, ή παράτολμες ενέργειες που μπορεί να οδηγούσαν στον θάνατο επαναστατών οι οποίοι, αλλιώς, είχαν τη δυνατότητα να προσφέρουν μεγάλη βοήθεια σε άλλες θέσεις.

Ο Ανδρόνικος, παρότι δεν ήταν τόσο ανόητος ώστε να νομίζει πως μια επανάσταση κατά της Συμπαντικής Παντοκρατορίας θα ήταν αναίμακτη, αισθανόταν προσωπικά υπεύθυνος κάθε φορά που ένας επαναστάτης σκοτωνόταν. Είχε ανησυχήσει πολύ όταν, τις προάλλες, ήρθε στο Φτερωτό Όρος εκείνος ο γάτος για να αναφέρει πως ο Φένχιλ και οι σύντροφοί του είχαν μπλέξει και η Αλρίβα’σαρ είχε τραυματιστεί άσχημα και ίσως να πέθαινε αν δεν τη φρόντιζαν αμέσως.

Απομακρύνθηκε από τον Σάνραντιλ’φεν, βαδίζοντας μέσα στους λαβυρινθώδεις διαδρόμους του Φτερωτού Όρους, οι οποίοι ήταν σκαμμένοι στο εσωτερικό του βουνού με τις οδηγίες του ίδιου του Προμάχου – και, καθότι μάγος του τάγματος των Γαιοδιφών, είχε κάνει εξαιρετική δουλειά. Ο Ανδρόνικος δεν φανταζόταν ότι αυτό το κατασκεύασμα μπορούσε ποτέ να πέσει, ακόμα κι ύστερα από ισχυρό σεισμό.

Μπαίνοντας στο δωμάτιό του, βρήκε την Ιωάννα εκεί, καθισμένη στο κρεβάτι, με τα ξανθά μαλλιά της λυτά, ντυμένη με τα εσώρουχά της, κι έχοντας έναν χάρτη απλωμένο επάνω της. Ο αριστερός της ώμος ήταν ακόμα δεμένος με επίδεσμο· το τραύμα από το βέλος των Ούρταθ δεν είχε θεραπευτεί πλήρως.

Η Ιωάννα είχε αρχίσει να γίνεται ολοένα και πιο τολμηρή, τελευταία. Ο Ανδρόνικος δεν ήξερε αν αυτό ήταν καλό. Παρότι η Απολλώνια ήταν μακριά από εδώ, δεν ήθελε κάπως να διαρρεύσει κάτι στη Βασίλισσά του· η Αντίκλεια είχε ήδη περάσει από πολλά εξαιτίας του. Αν κάποιος άλλος ερχόταν τώρα στο δωμάτιό του αναζητώντας τον, θα έβρισκε την Ιωάννα καθισμένη στο κρεβάτι του, σχεδόν γυμνή. Τι θα νόμιζε; Μία πιθανή εξήγηση μπορούσε να υπάρχει.

Παρ’όλ’αυτά, του άρεσε που εκείνος ήταν που είχε μπει στο δωμάτιό του και είχε βρει την Ιωάννα καθισμένη στο κρεβάτι του, σχεδόν γυμνή. Παρότι ήταν κάμποσο καιρό παντρεμένος με την Αντίκλεια (για πολιτικούς λόγους κυρίως – αν και δεν την αντιπαθούσε· το αντίθετο, μάλιστα), δεν είχε ποτέ ξεχάσει τελείως την Ιωάννα.

Ορισμένοι είχε ακούσει να λένε ότι εκείνος και η Ιωάννα ήταν η πρώτη φλόγα που είχε βάλει φωτιά στα ξύλα του Παντοκρατορικού οικοδομήματος. Ο Ανδρόνικος είχε επαναστατήσει λίγο αφότου η Παντοκράτειρα είχε τιμωρήσει τις Μαύρες Δράκαινες, κλείνοντάς τες μέσα σ’ένα Μεταβλητό Αυτοσυντηρούμενο Όχημα το οποίο είχε τη μορφή τρένου και περνούσε από μια σειρά μικρές διαρκώς μεταβαλλόμενες διαστάσεις. Μαγγανείες Μνημονικής Διαγραφής είχαν σβήσει τις μνήμες όλων των Μαύρων Δρακαινών, και, μέσω ενός ειδικά φτιαγμένου δικτύου, η Παντοκράτειρα και οι ευνοούμενοί της μπορούσαν να τις παρακολουθούν σαν να επρόκειτο για τηλεοπτική εκπομπή. Έβαζαν και στοιχήματα, πολλές φορές. Ο Ανδρόνικος το έβρισκε αυτό τουλάχιστον αηδιαστικό και απάνθρωπο, και κάπου-κάπου δεν ήξερε αν η φυλάκιση των Μαύρων Δρακαινών (και της Ιωάννας, ιδιαίτερα) ήταν που τον είχε παρακινήσει να πάρει την τελική απόφαση και να ξεκινήσει την Επανάσταση.

«Γιατί στέκεστε και με κοιτάτε, Πρίγκιπά μου; Με βρίσκετε αποκρουστική ή ευχάριστη στο μάτι;» είπε η Ιωάννα, χωρίς να στραφεί να τον κοιτάξει· το βλέμμα της εξακολουθούσε να είναι στον χάρτη.

Ο Ανδρόνικος πήγε στο κρεβάτι και κάθισε δίπλα της. «Δε μπορώ ν’αποφασίσω τι απ’τα δύο είναι,» την πείραξε. Τα χείλη του πλησίασαν το μάγουλό της· η Ιωάννα γύρισε δίνοντάς του τα χείλη της για να φιλήσει.

Μετά μειδίασε λοξά. «Νομίζεις ότι έκανα κάτι ηλίθιο, ε;»

Ο Ανδρόνικος συνοφρυώθηκε.

«Ότι δε θάπρεπε να είμαι εδώ, στο δωμάτιό σου, στο κρεβάτι σου. Όχι, τουλάχιστον, χωρίς να έχω κλειδώσει την πόρτα.»

«Δε σκεφτόμουν αυτό,» είπε ο Ανδρόνικος. «Δηλαδή, όχι μόνο αυτό.»

«Ποιος θα ερχόταν στο δωμάτιό σου όταν είσαι κάτω, στη μεγάλη αίθουσα; Αν κάποιος ερχόταν, λογικά θα χτυπούσε πρώτα – κι εγώ, φυσικά, δεν θα απαντούσα. Εντάξει, εκτός αν ήταν η Άνμα ή ο Σέλιρ. Αν, πάλι, κάποιος έμπαινε χωρίς να χτυπήσει, τότε θα έπρεπε να χαίρεσαι που έχεις μια Μαύρη Δράκαινα στο δωμάτιό σου.»

«Κατάσκοπος, ε;»

«Τι άλλο θα μπορούσε να είναι, για να θέλει να γλιστρήσει αθόρυβα στο δωμάτιο του Πρίγκιπα της Επανάστασης;»

«Τα έχεις σκεφτεί όλα, όπως συνήθως.»

«Αυτή είναι η δουλειά μου: να κατασκοπεύω, να πιάνω κατασκόπους, και να σκοτώνω ανθρώπους.»

«Αυτό,» είπε ο Ανδρόνικος, «είναι το πιο ερωτικό πράγμα που μπορεί να πει μια γυναίκα επάνω στο κρεβάτι μου.»

Η Ιωάννα γέλασε, και τον φίλησε. Φορούσε ένα μάλλον ασυνήθιστο άρωμα, παρατήρησε ο Ανδρόνικος. Πιο πριν δεν το είχε προσέξει. Ούτε το είχε ποτέ παλιότερα ξαναμυρίσει επάνω της. Ήταν λεπτό αλλά και, συγχρόνως, διαπεραστικό. Κατέβαινε στη μύτη σου με σχεδόν ύπουλο τρόπο.

«Τι είναι αυτό το άρωμα;»

«Σ’αρέσει;»

«Είναι παράξενο. Ναι, νομίζω ότι μ’αρέσει.»

«Η Σιλάνα μού το έδωσε.»

«Η Σιλάνα; Βάζει αρώματα η Σιλάνα;»

«Δε θα το περίμενες, ε; Είναι από ένα φυτό της Σάρντλι· μου είπε πώς το λένε αλλά δεν το θυμάμαι. Ψιλοσπάνιο, απ’ό,τι κατάλαβα.»

«Νομίζω ότι έχει κάτι το μεθυστικό, πάντως…»

Η Ιωάννα γέλασε, έκανε να τον ξαναφιλήσει.

«Μιλάω σοβαρά,» είπε ο Ανδρόνικος καθώς τα χείλη τους συναντιόνταν.

Μετά, τη ρώτησε: «Τι κοιτάς στον χάρτη;»

«Ορυχεία,» είπε η Ιωάννα. «Τι άλλο;» Ήταν ο χάρτης με την περιοχή των ορυχείων του Οίκου των Ορειβατών. «Δε μου λες: πότε σκέφτεσαι να μιλήσεις μ’αυτόν τον Ορείχαλκο;»

«Γιατί ρωτάς;»

«Γιατί, όταν κατακτήσουμε και το ορυχείο καπνόλιθου, θα έχουμε τα μισά τους ορυχεία στην κατοχή μας.»

«Αν ο Σάνραντιλ κρίνει ότι τότε οι πιέσεις είναι αρκετές…»

«Ανδρόνικε,» είπε η Ιωάννα διπλώνοντας τον χάρτη, «πάντα θα είναι ρίσκο. Όπως και να το κάνεις. Δε μπορείς να είσαι απόλυτα βέβαιος ότι θα σε ακολουθήσει στην Επανάσταση.»

«Καλύτερα, όμως, να αυξήσουμε τις πιθανότητες επιτυχίας όσο γίνεται. Και το γεγονός ότι έχουν τους Ούρταθ ακόμα εδώ αλλά δεν τους έχουν ξαναχρησιμοποιήσει εναντίον μας με προβληματίζει.»

«Προφανώς, δε θέλουν πάλι να πάθουν τα ίδια,» είπε η Ιωάννα. «Μάλλον αναρωτιούνται πώς μάθαμε για την επίθεσή τους τόσο γρήγορα ώστε να τους στήσουμε παγίδα.»

«Δεν ήταν ακριβώς παγίδα.»

«Δεν ήταν; Τους περικυκλώσαμε. Τέλος πάντων. Όπως και νάχει, σίγουρα δεν περίμεναν να ηττηθούν έτσι. Πρέπει να έχουν προβληματιστεί, γι’αυτό αργούν να κάνουν την επόμενη κίνησή τους. Μπορεί να ψάχνουν να βρουν πώς διέρρευσε η πληροφορία.»

Ο Ανδρόνικος συνοφρυώθηκε σκεπτικά. «Δεν αποκλείεται,» παραδέχτηκε. Και θυμήθηκε ότι ο Σάνραντιλ τού είχε πει πως ένας πράκτορας της Επανάστασης βρισκόταν πολύ κοντά στους Ορειβάτες. Κάποιος που ήθελε να διατηρήσει οπωσδήποτε την ανωνυμία του – αν και ο Πρόμαχος του Φτερωτού Όρους προφανώς ήξερε το όνομά του.

Ο Ανδρόνικος αναρωτήθηκε αν ο πράκτορας ήταν μέλος του Οίκου των Ορειβατών. Κάποιος αδελφός ή ξάδελφος του Ορείχαλκου, ίσως…

Η Ιωάννα ρώτησε: «Ο Φένχιλ θα φέρει κι άλλα πολεμοφόδια;»

Ο Ανδρόνικος βλεφάρισε. «Τι;»

Η Ιωάννα έδειξε, με τον αντίχειρά της, το κλειστό παράθυρο του δωματίου, που έβλεπε στη μεγάλη, κεντρική αίθουσα του Φτερωτού Όρους «Τον είδα που ήρθε κι άρχισε πάλι να ξεφορτώνει.»

«Αυτά ήταν τα τελευταία,» είπε ο Ανδρόνικος. «Θα πάμε στην Ασνούρτα λίν’τα μόλις ο Φένχιλ κι οι άλλοι ετοιμαστούν.»

«Θα γίνει πάλι Προσφορά του Καλού Ερχομού;»

«Το θυμάσαι το έθιμο, βλέπω.»

«Μ’αρέσουν τα περίεργα έθιμα. Θα γίνει, λοιπόν, ή δε θα γίνει;»

«Δεν ξέρω· ο Φένχιλ θα μας πει. Γιατί ρωτάς;»

«Γιατί, αν ο Φένχιλ σκοπεύει να πάει για κυνήγι, θέλω να πάω μαζί του.»

Ο Ανδρόνικος έσφιξε τον μηρό της πίσω απ’το γόνατο. «Δεν είναι καιρός για να εξασκείς τα χόμπι σου, Μαύρη Δράκαινα. Επιπλέον, είσαι τραυματισμένη.»

«Μη με καταπιέζεις. Κάνεις κακό στην ψυχική μου υγεία.»

«Νόμιζα ότι οι Μαύρες Δράκαινες δεν είχαν ψυχική υγεία.»

«Τα πράγματα αλλάζουν. Γνώρισα έναν τύπο που είναι επαναστατικού χαρακτήρα.»

Ο Ανδρόνικος μειδίασε. «Είσαι σίγουρη ότι θες να πας για κυνήγι;»

«Ναι, γιατί όχι; Δεν κάνουμε τίποτα, εδώ και μέρες.»

«Δεν έχει περάσει, όμως, και πολύς καιρός από τότε που πολεμήσαμε τους Ούρταθ.»

Η Ιωάννα είπε, κουνώντας το κεφάλι επιτηδευμένα: «Οι Μαύρες Δράκαινες δεν έχουν καμία αίσθηση του χρόνου, Πρίγκιπά μου.»

Ο Ανδρόνικος γελούσε σαν έφηβος. Φίλησε τον λαιμό της και το μάγουλό της, και είπε, με τα χείλη του κοντά στ’αφτί της: «Πρέπει να πας τώρα αμέσως να ρωτήσεις τον Φένχιλ;»

«Δε βιάζομαι.» Η Ιωάννα τράβηξε το πουκάμισό του έξω από το παντελόνι του.

Ο Ανδρόνικος την πήρε στην αγκαλιά του.

Τελικά, αυτό το καινούργιο άρωμα ήταν πολύ ωραίο…

2.

«Δε νομίζω να πάει σήμερα, βέβαια,» είπε η Ιωάννα, όταν είχε σηκωθεί απ’το κρεβάτι και έβαζε τα ρούχα της – όχι τη μελανή στολή της Μαύρης Δράκαινας· ταξιδιωτικά ρούχα φτιαγμένα στη Σάρντλι. «Κοντεύει να βραδιάσει, και δεν είναι πολλή ώρα που ήρθε φέρνοντας τα όπλα.»

Ο Ανδρόνικος ήταν ακόμα ξαπλωμένος, με μια κουβέρτα να σκεπάζει τα λαγόνια του. «Ναι· ακόμα κι ο Φένχιλ δεν πρέπει νάναι τόσο παλαβός. Μάλλον αύριο θα πάει, υποθέτω.»

Η Ιωάννα έδεσε τα κορδόνια στις μπότες της. «Φεύγω,» είπε. «Κι όταν γυρίσω….» Σκαρφάλωσε στο κρεβάτι ξανά, καβαλώντας τον και σκύβοντας για να φέρει το πρόσωπό της κοντά στο δικό του. Η γλώσσα της ξεπρόβαλε σαν φίδι, αγγίζοντας τα ξανθά μούσια του και, μετά, τα χείλη του. Ο Ανδρόνικος έκανε να την πιάσει μέσα στο στόμα του, αλλά η Ιωάννα αμέσως την απομάκρυνε κρύβοντάς την πίσω από τα δόντια της. Τα μάτια της γυάλιζαν παιχνιδιάρικα.

Σηκώθηκε απ’το κρεβάτι με μια απότομη κίνηση και πήγε προς την πόρτα, ανοίγοντάς την και βγαίνοντας στον διάδρομο.

Βάδισε μέσα στο Φτερωτό Όρος ψάχνοντας να βρει τον Φένχιλ ενώ, συγχρόνως, σκεφτόταν ότι θα ήθελε να μείνει για πάντα εδώ, στη Σάρντλι, μαζί με τον Ανδρόνικο, ακόμα κι όταν η Επανάσταση είχε τελειώσει. Θα μπορούσαν να είναι ελεύθεροι οι δυο τους σ’ετούτη τη διάσταση. Εκείνος δεν θα ήταν πια Βασιληάς της Απολλώνιας, κι εκείνη… εκείνη, μάλλον, δε θα χρειαζόταν πια να είναι Μαύρη Δράκαινα. Θα μπορούσε να κυνηγά, δε θα μπορούσε; Θα ήταν κυνηγός. Στη Σάρντλι υπήρχαν πολλοί κυνηγοί· το επάγγελμα, σίγουρα, ανθούσε. Και ο Ανδρόνικος θα έκανε κάτι άλλο, σε κάποια από τις πόλεις, όπως τη Φανχάι που ήταν κέντρο εδώ πέρα–

Ονειροπολήσεις. Τι νόημα είχαν; Δε θα γίνονταν πραγματικότητα. Και παλιά σπάνια σκεφτόμουν τέτοια πράγματα. Τι έχω πάθει;

Ο Ανδρόνικος θα την πείραζε: Η Μαύρη Δράκαινα έχει χάσει το κεντρί της; Ή την πανοπλία της;

Και τα δύο, ίσως, σκέφτηκε η Ιωάννα.

Στη μεγάλη αίθουσα του Φτερωτού Όρους, δεν είδε πουθενά τον Φένχιλ. Ρώτησε έναν άλλο επανάσταση που ήταν εκεί: «Πού είναι ο Φένχιλ;»

«Κοίταξες στο δωμάτιό του;»

«Πάω να δω. Ευχαριστώ.»

Η Ιωάννα μπήκε σ’ένα από τα ανοίγματα της αίθουσας και, σε λίγο, έφτασε έξω απ’την πόρτα του δωματίου του Φένχιλ. Τη χτύπησε με τη γροθιά της μερικές φορές, αλλά κανένας δεν απάντησε. Δεν πρέπει να ήταν εκεί.

Πού μπορεί να είχε πάει; Το μυαλό της Μαύρης Δράκαινας άρχισε να ψάχνει για ύποπτες ενέργειες.

Πίσω της άκουσε μια πόρτα ν’ανοίγει. Γύρισε και είδε τη Σιλάνα να την κοιτάζει από το κατώφλι του δωματίου της. «Στην Αλρίβα θα έχει πάει.»

«Σωστά. Ευχαριστώ. Και σ’ευχαριστώ και για το άρωμα.»

Η Σιλάνα, σιωπηλή ως συνήθως, απλά έγνεψε με το κεφάλι.

Η Ιωάννα πήγε στο δωμάτιο της Αλρίβα’σαρ, που δεν ήταν μακριά από εδώ. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτα και, κοιτάζοντας από τη χαραμάδα, είδε μέσα τη μάγισσα ξαπλωμένη στο κρεβάτι και τον Φένχιλ καθισμένο κοντά της.

Χτύπησε την πόρτα.

«Περάστε,» είπε η Αλρίβα.

Η Ιωάννα μπήκε. «Πώς είσαι, Αλρίβα;»

«Στραπατσαρισμένη. Δε θα μπορώ νάρθω μαζί σας στην Ασνούρτα λίν’τα.»

«Δεν πειράζει,» είπε η Ιωάννα. «Χρειάζεσαι ξεκούραση.» Και προς τον Φένχιλ: «Θα πας για κυνήγι;»

«Τι εννοείς;»

«Μιλάω για την Προσφορά του Καλού Ερχομού. Δεν πρέπει να κυνηγήσεις κάτι;»

«Θα κυνηγήσω, αλλά γιατί ρωτάς;»

«Επειδή θα έρθω μαζί σου.»

Το βλέμμα που της έριξε ο Φένχιλ ήταν λιγάκι καχύποπτο, και άγριο ίσως. «Γιατί;»

«Μην κάνεις έτσι· δε μ’έστειλε ο Ανδρόνικος για να σε φυλάω. Απλά θέλω να κυνηγήσω. Δεν κάνω τίποτα τόσο καιρό.»

«Πριν από λίγες μέρες πολεμούσαμε τους Ούρταθ…»

«Το ίδιο είπε κι ο Ανδρόνικος.»

«Και τραυματίστηκες στη μάχη.»

«Ακόμα ένας λόγος για να ξεμουδιάσω. Πότε ξεκινάμε, λοιπόν;»

«Την αυγή. Με το ελικόπτερο.»

«Θα σε περιμένω μπροστά στο ελικόπτερο,» δήλωσε η Ιωάννα.

«Ό,τι πεις.»

«Ποιοι άλλοι θα είναι μαζί μας;»

«Θα έλεγα σ’άλλον έναν τουλάχιστον να έρθει, αλλά τώρα που έχω εσένα δε νομίζω ότι υπάρχει λόγος. Εκτός αν θέλει νάρθει κι η Σιλάνα. Αν είναι έτσι, θα τη βρω κι αυτή μάλλον μπροστά στο ελικόπτερο.»

«Εντάξει,» είπε η Ιωάννα. Και προς την τραυματισμένη μάγισσα: «Καληνύχτα, Αλρίβα.»

«Νύχτα.»

Η Ιωάννα έφυγε απ’το δωμάτιο.

3.

Η Ιωάννα είπε στον Ανδρόνικο: «Θα πάω στο δωμάτιό μου, γιατί αύριο ξεκινάμε με την αυγή και θέλω να είμαι ξεκούραστη.» Στεκόταν στο κατώφλι του δωματίου του, με την πόρτα κλειστή πίσω της.

Ο Ανδρόνικος ήταν ακόμα ξαπλωμένος. «Θα αθετήσεις την υπόσχεσή σου, εν ολίγοις. Έχω ένα μπλοκάκι εδώ» – έδειξε το συρτάρι του κομοδίνου – «και τα σημειώνω αυτά.»

Η Ιωάννα τον έβρισε γελώντας, και έφυγε απ’το δωμάτιο προτού μπει στον πειρασμό να μείνει.

Την επομένη, σηκώθηκε πριν από την αυγή. Έκανε μερικές ασκήσεις για να ξεμουδιάσει, πλύθηκε μ’ένα βρεγμένο πανί (δεν υπήρχε χώρος για προσωπικό λουτρό μέσα σε κάθε δωμάτιο του Φτερωτού Όρους), ντύθηκε, οπλίστηκε, και κατέβηκε στη μεγάλη αίθουσα.

Μέσα στο ελικόπτερο είδε ότι ήταν καθισμένη η Σιλάνα.

«Θα έρθεις κι εσύ, λοιπόν.»

«Για να είμαι εδώ,» αποκρίθηκε η Σιλάνα. «Δε μου είπε κανένας ότι θα ήσουν κι εσύ.»

«Το αποφάσισα τελευταία στιγμή. Ο Φένχιλ το ξέρει.»

Η Ιωάννα άναψε τσιγάρο, και κάπνιζε καθώς στεκόταν έξω από το αεροσκάφος, περιμένοντας.

Ο Φένχιλ ήρθε εξοπλισμένος για κυνήγι. «Καλημέρα,» είπε.

«Γεια,» αποκρίθηκε η Ιωάννα.

«Κι εσύ εδώ, ε;» είπε ο Φένχιλ, βλέποντας τη Σιλάνα καθώς ανέβαινε στο ελικόπτερο.

Εκείνη δεν μίλησε.

Η Ιωάννα πέταξε το σχεδόν τελειωμένο τσιγάρο της στο έδαφος, το πάτησε, κι ανέβηκε στο ελικόπτερο. Προσφέρθηκε να καθίσει στο πιλοτήριο, και οι άλλοι δύο δεν έφεραν αντίρρηση.

Το αεροσκάφος υψώθηκε προς την οροφή της μεγάλης αίθουσας, πέρασε μέσα από τις πέτρες που δεν ήταν παρά μια καλοφτιαγμένη οφθαλμαπάτη, και πέταξε στον ουρανό, πάνω από τα βουνά.

«Προς τα πού;» ρώτησε η Ιωάννα, με το πηδάλιο του σκάφους στα χέρια της.

«Νοτιοανατολικά,» είπε ο Φένχιλ.

«Θα τους προσφέρεις αγριογούρουνο πάλι;»

«Όχι, κροκόδειλο.»

«Μια ερώτηση έκανα.»

«Και σου απάντησα, Μαύρη Δράκαινα.»

«Σοβαρολογούσες;»

«Εσύ τι νόμιζες;»

«Θα τους δώσεις κροκόδειλο

«Ναι.»

«Τι να τον κάνουν; Τον τρώνε;»

«Τα πάντα τρώγονται. Αλλά οι κάσ’νεχακ είναι μια ειδική ράτσα γιγάντιου κροκόδειλου. Το βασικό δεν είναι ότι τον τρως· είναι ότι μπορείς να φτιάξεις προστατευτικό θώρακα από τις φολίδες του, που είναι σκληρές σα σίδερο.»

«Δε θα σκοτώνεται εύκολα, λοιπόν, ε;»

«Θα τον σκοτώσουμε, μη σε νοιάζει.»

Σε μιάμιση ώρα περίπου, βρίσκονταν πάνω από τον ποταμό Σάτβραν, και ο Φένχιλ είπε στην Ιωάννα ν’ακολουθήσει τη ροή του προς τα νότια. Εκείνη την ακολούθησε, πετώντας πάνω από την ανατολική όχθη.

«Ποια είν’αυτή η πόλη;» ρώτησε, όταν κανένα τέταρτο ακόμα είχε περάσει. Ύψωσε το χέρι της για να δείξει μια πόλη στη δυτική όχθη του ποταμού.

«Ονομάζεται Ράσ’βνι,» αποκρίθηκε ο Φένχιλ. «Και δεν είμαστε πια μακριά από τον προορισμό μας,» πρόσθεσε.

«Δεν έχει Παντοκρατορικούς στην πόλη;»

«Φυσικά.»

«Τότε, μπορεί να είδαν το ελικόπτερό μας.»

«Και να το είδαν, δε νομίζω ότι θάρθουν να ερευνήσουν εκεί όπου θα προσγειωθούμε.»

Κανένα δεκάλεπτο πέρασε ακόμα, και ο Φένχιλ είπε στην Ιωάννα να προσγειωθεί πλάι σ’ένα κατάφυτο έλος στις ανατολικές όχθες του Σάτβραν. Εκείνη υπάκουσε, κατεβάζοντας το αεροσκάφος με προσοχή.

«Εδώ,» είπε ο Φένχιλ καθώς οι τρεις τους έβγαιναν απ’το ελικόπτερο, «θα βρούμε τους φίλους μας. Χρησιμοποιούμε ένα ειδικό είδος σφαίρας γι’αυτούς.» Έβγαλε μια σφαίρα από μια θήκη στη ζώνη του και την έδειξε στην Ιωάννα, κρατώντας την ανάμεσα στον δείκτη και στον αντίχειρά του. «Την ξέρεις, Μαύρη Δράκαινα;»

Εκείνη την κοίταξε προσεχτικά. Κατένευσε. «Για στόχους με ισχυρή θωράκιση. Είναι τόσο σκληροτράχηλα αυτά τα ερπετά;»

«Είναι.» Ο Φένχιλ τής έδωσε πέντε σφαίρες και μια καραμπίνα, και πήρε μια άλλη καραμπίνα για τον εαυτό του. Η Σιλάνα ήταν ήδη κατάλληλα εξοπλισμένη. Είχε ανοίξει την καραμπίνα της και έβαζε μέσα σφαίρες. Την έκλεισε και την όπλισε.

«Η Σιλάνα,» είπε ο Φένχιλ, «κοιμάται μαζί με τους κάσ’νεκαχ. Τόσο καλά τούς ξέρει.»

Η Σιλάνα τον αγνόησε καθώς ξεκινούσε να βαδίζει πρώτη μέσα στο έλος. Η Ιωάννα και ο Φένχιλ την ακολούθησαν.

«Εσύ δεν τους ξέρεις;» ρώτησε η Μαύρη Δράκαινα.

«Έχω σκοτώσει μερικούς. Αλλά η Σιλάνα είναι καλύτερη.»

Η Ιωάννα γέμισε την καραμπίνα της με τις ειδικές σφαίρες και την όπλισε, κρατώντας την σε ετοιμότητα.

Το έλος ήταν γεμάτο επικίνδυνη βλάστηση που μπορούσε να μπλεχτεί στα πόδια τους και να τους κάνει να σκοντάψουν, έτσι προχωρούσαν προσεχτικά. Τα στάσιμα νερά βρομούσαν. Διάφοροι ύποπτοι θόρυβοι ακούγονταν – κινήσεις μέσα στη βλάστηση, γρυλίσματα θηρίων, πλατσουρίσματα. Έντομα ζουζούνιζαν.

Η Ιωάννα σκότωσε κάτι φτερωτό που πετάχτηκε πάνω στο πλάι του λαιμού της. Το κοίταξε, λιωμένο στην παλάμη της. Κάτι σαν κουνούπι, αλλά πολύ μεγάλο.

«Κουσ’τνάκα,» της είπε ο Φένχιλ. «Ρουφάει το αίμα με καλαμάκι.»

Η Ιωάννα το τίναξε απ’το χέρι της. «Δηλητηριώδες;»

«Όχι. Εκτός αν είναι μολυσμένο. Σε δάγκωσε;»

«Δε νομίζω.»

Ο Φένχιλ κοίταξε το πλάι του λαιμού της. «Πρέπει νάχεις δίκιο. Άμα σε είχε δαγκώσει θα φαινόταν· αφήνουν ολόκληρα σημάδια στο δέρμα.»

Η Σιλάνα τούς οδήγησε πάνω σ’έναν πελώριο πεσμένο κορμό, για να περάσουν από ένα μέρος που ήταν γεμάτο στάσιμα νερά – αρκετά βαθιά, μάλλον. Καθώς η Ιωάννα κοίταζε τη χρυσόδερμη, καστανομάλλα επαναστάτρια να κινείται – σιωπηλή, παρατηρητική, προσεχτική σε κάθε της βήμα – είχε την αίσθηση ότι η Σιλάνα ήταν άλλο ένα από τα πλάσματα του έλους. Κάτι που ταίριαζε απόλυτα με το φυσικό τοπίο.

Ένα μεγάλο φίδι κολυμπούσε μέσα στα βρόμικα νερά, όπου επίσης επέπλεαν φύλλα, κλαδιά, λάσπες, και διάφορα κομμάτια που δεν μπορούσε κανείς εύκολα να μαντέψει τι ήταν. Το ερπετό ύψωσε για λίγο το κεφάλι του, και η Ιωάννα θα ορκιζόταν ότι τα μάτια του την ατένισαν υπολογιστικά προτού συνεχίσει την πορεία του.

Ένα πουλί φτερούγισε ξαφνικά, φεύγοντας από ένα σκελετωμένο δέντρο που ο κορμός του ήταν γεμάτος από κάποιου είδους μεγάλα σαλιγκάρια χωρίς κέλυφος.

Η Σιλάνα πήδησε σε μια νησίδα – ένα κομμάτι στέρεας γης που έμπαινε σαν χερσόνησος μέσα στο νερό. Έκανε νόημα στον Φένχιλ και την Ιωάννα να τη μιμηθούν. Εκείνοι υπάκουσαν, βρέθηκαν δίπλα της, και τότε η Σιλάνα τούς έγνεψε να μείνουν ακίνητοι. Γονάτισε, υψώνοντας την καραμπίνα της στον ώμο.

Η Ιωάννα γονάτισε επίσης, με το όπλο της έτοιμο. Τι παρατήρησε; Σίγουρα, κάτι που δεν πρόσεξα εγώ. Μπορεί να ήταν Μαύρη Δράκαινα, μα δεν ήταν και ειδική στο να εντοπίζει τις κινήσεις πλασμάτων που σέρνονταν σε βάλτους.

Το νερό έμοιαζε ήσυχο, εκτός από κανένα φίδι που περνούσε, ή κανένα έντομο που ζουζούνιζε κοντά στην επιφάνειά του. Ήταν κρυμμένος κάπου εδώ ένας από τους γιγάντιους κροκόδειλους που έψαχναν;

Η ώρα περνούσε. Οι αισθήσεις της Ιωάννας παρακολουθούσαν προσεχτικά τους ήχους του βάλτου και τις κινήσεις των διάφορων πλασμάτων.

Το νερό ταράχτηκε. Κάτι ερχόταν!

Κάτι περνούσε κάτω απ’τον πελώριο πεσμένο κορμό. Ή μάλλον, όχι μόνο ένα κάτι, πρόσεξε η Ιωάννα· πολλά κάτι. Τρία. Και μεγάλα. Οι κροκόδειλοι.

«Πού πηγαίνουν;» ψιθύρισε.

«Να φάνε,» αποκρίθηκε ο Φένχιλ.

Η Ιωάννα είδε ότι, στην αντικρινή άκρη της βρόμικης λίμνης, κάποια άλλα πλάσματα είχαν αρχίσει να μαζεύονται. Κρατιόνταν με τις ουρές τους από τα κλαδιά χαμηλών δέντρων και μετά πηδούσαν κάτω. Είχαν πράσινο τρίχωμα που έμοιαζε να θέλει να γίνει ένα με το περιβάλλον· δύσκολα τα ξεχώριζες. Επίσης, είχαν έξι πόδια· η Ιωάννα το διέκρινε αυτό μόνο τη στιγμή που κρέμονταν από τα κλαδιά, προτού πέσουν στη γη· ύστερα, ήταν αδύνατο να διακρίνεις πόσα πόδια είχαν, έτσι όπως κινούνταν μες στη βλάστηση. Πλησίασαν την όχθη για να πιουν νερό. Ένα, δύο, τρία… Τέσσερα… Πέντε. Η Ιωάννα τα εντόπιζε το ένα μετά το άλλο.

«Κίρ’χικ,» είπε ο Φένχιλ. «Τρωκτικά. Πολύ έξυπνα ζωάκια. Οι κάσ’νεκαχ τα βρίσκουν νόστιμα.»

Η Ιωάννα έβλεπε τους τρεις κροκόδειλους να πλησιάζουν τα κίρ’χικ κολυμπώντας κάτω από το νερό, αργά, προκαλώντας ελάχιστες αναταράξεις, σχεδόν αόρατοι παρά το μέγεθός τους.

«Μόλις επιτεθούν στα ποντίκια, θα ρίξουμε και οι τρεις σε έναν,» είπε ο Φένχιλ – για την Ιωάννα, αναμφίβολα· η Σιλάνα ήξερε πώς γινόταν το κυνήγι των γιγάντιων κροκόδειλων. «Μόνο έτσι θα έχουμε πιθανότητα να τον σκοτώσουμε προτού όλοι τους την κοπανήσουν.»

Τα κίρ’χικ έπιναν νερό και έτριβαν τις μουσούδες τους με τα δύο μπροστινά τους πόδια. Οι μακριές ουρές τους ταλαντεύονταν, κάπου-κάπου, πίσω τους, μοιάζοντας με χορτάρι που ο αέρας το έκανε να κινείται.

Ένα από τα τρωκτικά έμεινε για μια στιγμή ακίνητο, σαν να είχε καταλάβει ότι κάποιος κίνδυνος ήταν κοντά, σαν να το μυριζόταν πίσω από την κακοσμία του βάλτου.

Οι κάσ’νεκαχ όρμησαν, βγάζοντας τα πελώρια κεφάλια τους από το νερό, ανοίγοντας τα πελώρια στόματά τους κι αποκαλύπτοντας δόντια σαν ξιφίδια.

«Στον μεσαίο!» είπε η Σιλάνα, πυροβολώντας.

Η Ιωάννα έριξε στον μεσαίο, και δίπλα της άκουσε και τον Φένχιλ να ρίχνει. Ο γιγάντιος κροκόδειλος τραντάχτηκε, βγάζοντας μια διαπεραστική κραυγή, τινάζοντας τα βρόμικα νερά γύρω του.

Οι άλλοι δύο αμέσως κατάλαβαν ότι υπήρχε κίνδυνος. Στράφηκαν για να τον εντοπίσουν, ενώ τα σώματά τους, που είχαν βγει από το νερό, ξαναβούλιαζαν μέσα, για προφύλαξη.

Τα κίρ’χικ είχαν γίνει καπνός, είχαν εξαφανιστεί σαν στοιχειά του έλους.

Η Ιωάννα πυροβόλησε ξανά τον μεσαίο κροκόδειλο, και ξανά, καθώς αυτός χτυπιόταν. Αίμα τιναζόταν επάνω στις σκληρές φολίδες του.

Οι άλλοι δύο κάσ’νεχακ κολύμπησαν προς το μέρος της Μαύρης Δράκαινας και των συντρόφων της.

«Μακριά!» φώναξε ο Φένχιλ. «Μακριά!»

Πετάχτηκαν όρθιοι κι απομακρύνθηκαν από την όχθη της λίμνης. Οι κάσ’νεχακ έκαναν το νερό να τινάζεται· ο ένας από τους δύο βγήκε στην ξηρά με τρομερή ταχύτητα κι έτρεξε καταπάνω στην Ιωάννα, τον Φένχιλ, και τη Σιλάνα, ανοιγοκλείνοντας τις πελώριες μασέλες του, κραυγάζοντας.

Η Ιωάννα ήξερε ότι οι σφαίρες στην καραμπίνα της είχαν τελειώσει· τις μετρούσε καθώς πυροβολούσε τον πρώτο κροκόδειλο. Ο Φένχιλ πρέπει να είχε ακόμα σφαίρες μέσα στο όπλο του, γιατί πυροβόλησε μια φορά (χτυπώντας τον κάσ’νεχακ στο πλάι του κεφαλιού και μοιάζοντας να μην του προκαλεί τίποτα περισσότερο από ένα επιδερμικό τραύμα) και μετά φώναξε: «Τρέξτε!»

Και έτρεξαν.

Η Σιλάνα πήδησε και πιάστηκε στα κλαδιά ενός δέντρου, σαν μαϊμού. Ο Φένχιλ ανέβηκε σ’έναν ψηλό βράχο γεμάτο γλιστερή πρασινάδα. Η Ιωάννα τινάχτηκε και γράπωσε μια κληματίδα με το δεξί χέρι.

Η κληματίδα έσπασε. Η Ιωάννα, όμως, εκπαιδευμένη για τέτοια απρόοπτα, προσγειώθηκε στα πόδια της, με τα γόνατα λυγισμένα.

Ο κάσ’νεκαχ, βρυχούμενος, ήρθε καταπάνω της. Η Ιωάννα έβλεπε μονάχα το πελώριο στόμα του, έτοιμο να την καταπιεί. Και πραγματικά, μπορούσε να την κάνει μια χαψιά: ολόκληρο το κεφάλι της και το επάνω μέρος του σώματός της χωρούσαν εκεί μέσα.

Η Ιωάννα τράβηξε το πιστόλι της και τον πυροβόλησε στο στόμα, επανειλημμένα.

Ο γιγάντιος κροκόδειλος έκανε πίσω, κραυγάζοντας από πόνο.

Η Ιωάννα ξεθηκάρωσε το σπαθί από τον γοφό της καθώς σηκωνόταν όρθια μπροστά στο θηρίο.

Ο Φένχιλ πυροβόλησε από τον βράχο όπου στεκόταν. Ένα μεγάλο τραύμα άνοιξε στα πλευρά του κάσ’νεκαχ. Ο Φένχιλ είχε μάλλον προλάβει να ξαναοπλίσει την καραμπίνα του.

Η Ιωάννα σπάθισε τη μουσούδα του θηρίου, χωρίς η λεπίδα της να το τραυματίσει. Ήταν όμως τραυματισμένο αρκετά· υποχώρησε προς τη λίμνη, γρήγορα, και βούλιαξε μες στο στάσιμο νερό· χώθηκε κάτω από την επιφάνεια, κολυμπώντας υποβρυχίως κι αφήνοντας πίσω του ένα ποτάμι από αίμα.

Ο Φένχιλ και η Σιλάνα πήδησαν κάτω και πλησίασαν την Ιωάννα.

«Ποτέ μην πιάνεσαι απ’αυτό το φυτό,» είπε ο πρώτος στη Μαύρη Δράκαινα, δείχνοντας την κληματίδα που είχε σπάσει. «Φαίνεται ανθεκτικό αλλά δε μπορεί να σηκώσει άνθρωπο.» Της έδωσε μερικές καινούργιες σφαίρες.

Πλησίασαν την όχθη της λίμνης. Με προσοχή. Και με τις καραμπίνες τους οπλισμένες και σε ετοιμότητα.

«Μοιάζει νεκρός,» είπε η Ιωάννα, κοιτάζοντας το ακίνητο σώμα του πρώτου κάσ’νεκαχ που είχαν πυροβολήσει, το οποίο τώρα επέπλεε στο νερό.

«Καμια φορά το κάνουν ψέματα,» είπε η Σιλάνα, και πυροβόλησε.

Έκπληκτη, η Ιωάννα είδε τον γιγάντιο κροκόδειλο να τραντάζεται.

Μετά από μερικές ριπές, όμως, έμεινε ακίνητος.

«Τώρα,» είπε η Σιλάνα, «πρέπει νάναι νεκρός.»

Ο Φένχιλ έβγαλε ένα σχοινί με γάντζο από τον σάκο του. Το στριφογύρισε πάνω απ’το κεφάλι του και το πέταξε. Ο γάντζος πιάστηκε στο σώμα του κάσ’νεκαχ, και, με τη βοήθεια της Ιωάννας και της Σιλάνα, ο Φένχιλ τράβηξε τον κροκόδειλο στην όχθη. Η Ιωάννα αισθάνθηκε τον τραυματισμένο αριστερό της ώμο να της ρίχνει μια έντονη σουβλιά.

Ο Φένχιλ κέντρισε το σώμα του κάσ’νεκαχ σε διάφορα σημεία με το σπαθί του. «Ναι, σίγουρα νεκρός,» είπε.

«Υπήρχε περίπτωση να ζούσε ακόμα;» απόρησε η Ιωάννα.

«Ποτέ δεν ξέρεις μ’αυτούς. Έχουν συμβεί κατά καιρούς τραγελαφικά πράγματα. Κάποιοι κυνηγοί τον νόμιζαν για νεκρό, τον έβαλαν μες στο όχημά τους, και μετά από λίγο… ο νεκρός ζωντάνεψε. Μονάχα ο ένας από τους τρεις κυνηγούς επέζησε, κι αυτός χωρίς δεξί χέρι.»

Η Ιωάννα τράβηξε το σπαθί της και κέντρισε κι εκείνη τον κροκόδειλο μέσα σ’ένα από τα τραύματα που είχαν προκαλέσει οι ειδικές σφαίρες.

«Αυτός είναι ψόφιος, μην ανησυχείς,» είπε ο Φένχιλ. «Τον κάρφωσα στα παπάρια· θα είχε πεταχτεί επάνω αν ζούσε.»

4.

Επιστρέφοντας στο Φτερωτό Όρος, τράβηξαν τον νεκρό κάσ’νεκαχ έξω απ’το ελικόπτερο και τον άφησαν μες στη μέση της μεγάλης αίθουσας, όπου κάμποσοι από τους επαναστάτες συγκεντρώθηκαν για να τον δουν. Ο Φένχιλ τούς έκανε αστείες γκριμάτσες και γρυλίσματα. Η Σιλάνα ήταν σιωπηλή, αλλά έμοιαζε πολύ ευχαριστημένη με τον εαυτό της.

Η Άνμα’ταρ είπε στην Ιωάννα: «Δεν το ήξερα ότι σου άρεσε το κυνήγι.»

«Πάντα ήθελα να μάθω πώς να κυνηγάω γιγάντιους κροκόδειλους, Άνμα. Ήταν το όνειρό μου.»

Ο Σέλιρ’χοκ είπε: «Οι Ασνούρτα θα ξετρελαθούν μ’αυτό το δώρο. Το κυνήγι των κάσ’νεκαχ είναι δύσκολο, όπως θα διαπίστωσες.»

«Ξέρεις για τους κάσ’νεχακ;» απόρησε η Ιωάννα.

«Ακουστά μόνο.»

Η Άνμα σταύρωσε τα χέρια της εμπρός της. «Ορισμένες φορές, αυτός ο άνθρωπος σε κάνει ν’αναρωτιέσαι αν υπάρχει τίποτα που δεν έχει ‘ακουστά μόνο’!»

«Διαβάζω εγκυκλοπαίδειες,» είπε ο Σέλιρ, καθώς η Ιωάννα γελούσε.

5.

Οι Ασνούρτα πράγματι ενθουσιάστηκαν με την Προσφορά του Καλού Ερχομού. Χοροπηδώντας και κραυγάζοντας – κ’κ’κ’κ’κ’κ΄κ΄κ! – πλησίασαν τους επαναστάτες και τον νεκρό κάσ’νεκαχ που πέταξαν στη γη. Ο Φένχιλ, ο Ανδρόνικος, και ο Νάρτιλ είχε χρειαστεί να συνεργαστούν για να τον σηκώσουν πάνω απ’τα κεφάλια τους όπως απαιτούσε το έθιμο· ένας άνθρωπος μόνος του ήταν αδύνατον να καταφέρει να τον σηκώσει.

Ο Φένχιλ μίλησε, μετά, στη γλώσσα των Ασνούρτα, ενώ εκείνοι στέκονταν αντίκρυ του και τον παρατηρούσαν, με τα πρόσωπά τους κρυμμένα πίσω απ’τις ξύλινες μάσκες τους. Όταν τελείωσε να μιλά, ένας απ’αυτούς τού απάντησε· κι ύστερα, δύο Ασνούρτα έβγαλαν σουραύλια κι άρχισαν να παίζουν δυνατά.

Ο Φένχιλ είπε στον Ανδρόνικο: «Ειδοποιούν τους υπόλοιπους ότι ήρθαμε φέρνοντας τα όπλα μαζί μας όπως τους είχαμε υποσχεθεί.»

«Και τι θα κάνουμε εμείς, τώρα;» ρώτησε ο Πρίγκιπας.

«Τίποτα δε χρειάζεται να κάνουμε. Θα περιμένουμε.»

«Εδώ;» είπε η Άνμα’ταρ. «Μες στη μέση της Ασνούρτα λίν’τα;»

«Ναι. Θα κατασκηνώσουμε.»

«Γιατί δεν πήγαμε κατευθείαν στον μεγάλο καταυλισμό τους, την Ασνούρτα Μ’λίν’τα; Έτσι δε λέγεται;»

«Η Ασνούρτα Μ’λίν’τα αλλάζει θέσεις· δεν είναι πάντα στο ίδιο μέρος. Κι επιπλέον, δεν έχει σημασία πού είμαστε, Άνμα. Οι Ασνούρτα θάρθουν από κάθε γωνιά της πεδιάδας. Θα πάρουν τα όπλα και θα πάμε για πόλεμο.»

«Δεν έχουμε, όμως, όλα τα όπλα μες στο σκάφος,» του θύμισε ο Νάρτιλ. Δεν χωρούσαν.

«Θα πάμε και θα τα φέρουμε, πιλότε. Μέχρι να συγκεντρωθούν εδώ οι Ασνούρτα που θα πολεμήσουν, θα τάχουμε μεταφέρει.»

Η Ιωάννα είπε, παρατηρώντας τους κοντούς, μαυρόδερμους ανθρώπους με τις ξύλινες μάσκες: «Ακόμα με παραξενεύει το γεγονός ότι φάνηκαν τόσο πρόθυμοι να μας βοηθήσουν.»

«Τόσα όπλα μάς ζήτησαν,» της είπε ο Νάρτιλ.

«Ναι, αλλά τι τους νοιάζει για τους Παντοκρατορικούς;»

«Δεν τους συμπαθούν,» είπε ο Φένχιλ. «Τους λένε ‘ξενόφερτους’, και κατά καιρούς έχουν συγκρούσεις μαζί τους. Οι Παντοκρατορικοί, αναμφίβολα, θα ήθελαν να περνούν άνετα απ’αυτή την πεδιάδα που ενώνει την Ανατολική Σάρντλι με τη Δυτική, αλλά οι Ασνούρτα διαφωνούν. Κανείς δεν περνά απ’τα μέρη τους χωρίς τη συγκατάθεσή τους. Γι’αυτό, όπως σας έχω πει, οι έμποροι ή περνάνε από τη δημοσιά νότια της Ασνούρτα λίν’τα, ή πηγαίνουν με καράβι ακολουθώντας τις ακτές.»

Η Ιωάννα αναρωτήθηκε πώς θα ήταν να πολεμάς μαζί μ’αυτά τα μικρόσωμα, μαύρα ανθρωπάκια. Και μετά, μέσα στο μυαλό της, συνέκρινε τους Ασνούρτα με τους Ούρταθ. Θεοί, τι αντίθεση! Οι Ούρταθ ήταν κατάλευκοι και ψηλοί. Ωστόσο, κι οι δυο λαοί τής έμοιαζαν, για κάποιο λόγο, το ίδιο επικίνδυνοι. Μια Μαύρη Δράκαινα μπορούσε εύκολα να το διακρίνει αυτό από τις κινήσεις τους. Ήταν όλοι τους έτοιμοι, και ικανοί, να σκοτώσουν μόλις χρειαζόταν. Είχαν τα ένστικτα του κυνηγού.

6.

Μας παρακολουθούν. Κατάσκοποι, της είπε το β’ζάιλ της.

«Γιατί;»

Πλησίαζε μεσημέρι, και βάδιζε στην αγορά της Φιλτά’κβι κοιτάζοντας τα ενδύματα, τα όπλα, και τα μπιχλιμπίδια που πουλούσαν οι έμποροι. Ένα καραβάνι είχε έρθει στην πόλη, λίγες ώρες μετά την αυγή.

Οι Ορειβάτες δεν νομίζω ότι σε εμπιστεύονται.

«Ο Όνυχας;» ψιθύρισε μέσα στην κουκούλα της κάπας της. «Ο Όνυχας ο Δεύτερος;»

Και ο Ορείχαλκος, ίσως.

Αισθάνθηκε κάτι να σφίγγει τα σωθικά της, κι έναν κόμπο στον λαιμό της. Ξεροκατάπιε. «Όχι. Τον ξέρω τον Ορείχαλκο. Κι εκείνος με ξέρει. Με αγαπά. Με εμπιστεύεται.»

Μπορεί, όμως, να σε ξέρει πολύ καλά. Καλύτερα απ’ό,τι νομίζεις, την προειδοποίησε το β’ζάιλ της. Και είναι παρατηρητικός, και έξυπνος. Μπορεί να έχει καταλάβει ότι κάτι συμβαίνει.

«Όχι! Δεν έχει καταλάβει τίποτα. Γιατί με βασανίζεις έτσι, τελευταία, αδελφή;»

Προσπαθώ να σε προστατέψω. Αυτή είναι η δουλειά μου.

«Σταμάτα, τότε, να με τυραννάς, μα τους θεούς!»

Οι θεοί μ’έχουν στείλει πλάι σου.

Σταμάτησε σ’ένα ανοιχτό ποτοπωλείο, ζήτησε ένα τάο βις. Ο άντρας γέμισε μια κούπα και της την έδωσε. Εκείνη τον πλήρωσε και ήπιε βαθιά.

Ίσως, της ψιθύρισε το β’ζάιλ της, που μονάχα εκείνη μπορούσε ν’ακούσει, να ήταν συνετό να επιστρέψεις στη Νισθάι, και να μείνεις εκεί για κάποιο καιρό.

«Γιατί;»

Για να σταματήσουν να σε παρακολουθούν, ανόητη!

«Μπορώ να αποφύγω τους κατασκόπους τους όταν θέλω,» ψιθύρισε μέσα στην κουκούλα της, και ήπιε τάο βις.

Δεν ήξερες καν ότι σε παρακολουθούσαν μέχρι που σ’το είπα!

Άφησε την κούπα της επάνω στον ξύλινο πάγκο και έφυγε από το ανοιχτό ποτοπωλείο, βαδίζοντας μέσα στην αγορά, ανάμεσα σε δυο μεγάλες σκηνές, που στη μία πουλούσαν μαντήλια και στην άλλη υποδήματα.

«Γι’αυτό έχω εσένα: για να με ειδοποιείς,» είπε στο β’ζάιλ της.

Τουλάχιστον, μην κάνεις καμια ύποπτη κίνηση όσο βρίσκεσαι εδώ, αφού είσαι τόσο ξεροκέφαλη και δε θες να επιστρέψουμε στη Νισθάι!

«Χτες βράδυ μίλησα μ’έναν γάτο…» μουρμούρισε.

Σε είχε ήδη χάσει ο κατάσκοπος που ήταν πίσω σου. Το ένστικτό σου λειτούργησε καλά. Αν δεν είχε λειτουργήσει, θα σε είχα ειδοποιήσει.

«Τι! Το ήξερες από τότε και δεν μου είπες τίποτα;»

Ήθελα να βεβαιωθώ.

«Τώρα, ποια απ’τις δυο μας είναι η ανόητη, αδελφή;»

Βίηλ

1.

Η Πρόμαχος Λαμρίτ βρισκόταν, σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχαν από την Επανάσταση, στις δυτικές περιοχές της Βίηλ, ενώ ο Πρόμαχος Άτβος κρυβόταν στα ανατολικά, στην Κοιλάδα των Ποταμών και στο Πριγκιπάτο Νέλερβικ. Οι κατευθύνσεις ήταν τελείως αντίθετες· δεν μπορούσαν να ταξιδέψουν ταυτόχρονα και προς τις δύο. Το καλύτερο που είχαν να κάνουν, σκέφτηκαν, ήταν να χωριστούν για να κερδίσουν χρόνο. Εξάλλου, για να επικοινωνούν είχαν το τέλειο δίκτυο: τους Ιεράρχες. Η επαφή τους ήταν φυσική, άμεση, συνεχόμενη, και αδύνατον να εντοπιστεί από τους Παντοκρατορικούς.

Ο Δαίδαλος πήρε το τετράκυκλο όχημά του και κατευθύνθηκε προς τα δυτικά, προς την Πρόμαχο Λαμρίτ. Μαζί του πήρε τη Φενίλδα, τον Πολ (επειδή γνώριζε για την επιρροή μιας πράκτορος του Ελκράσ’ναρχ στις περιοχές όπου βρισκόταν η Λαμρίτ), και την Ιεράρχη που ονομαζόταν Διάττα.

Οι υπόλοιποι επιβιβάστηκαν στο μεταβαλλόμενο όχημα για να ταξιδέψουν ανατολικά και να βρουν τον Πρόμαχο Άτβος, τον εκθρονισμένο Πρίγκιπα του Κάνρελ.

Ο Πολ καθόταν στο πίσω κάθισμα του οχήματος, μαζί με τη Διάττα. Στα χέρια του κρατούσε ανοιχτό τον χάρτη της Βίηλ, αν και δεν τον χρειαζόταν πραγματικά· ήξερε τη γενική γεωγραφία της διάστασης. Και ήξερε ότι μόνο στην Έλρηνεχ και στη Νέφκαλ υπήρχαν μεγάλες γέφυρες που περνούσαν τον ποταμό Άσλερχ, ο οποίος χώριζε τον Πολ και τους συντρόφους του από τον προορισμό τους. Το πρόβλημα ήταν πως αυτές οι δύο πόλεις – πρωτεύουσες του Πριγκιπάτου Έλρηνεχ και του Πριγκιπάτου Νέφκαλ, αντίστοιχα – ελέγχονταν από τους Παντοκρατορικούς· και ο Πολ δεν νόμιζε ότι ένα όχημα σαν αυτό του Δαίδαλου θα περνούσε απαρατήρητο. Δεν ήταν κάτι το τόσο πολύ διαφορετικό από οποιοδήποτε άλλο όχημα κυκλοφορούσε στη Βίηλ – είχε τέσσερις τροχούς και ένα σκέπαστρο – αλλά το φτιάξιμό του, πίστευε ο Πολ, θα δημιουργούσε ερωτηματικά. Ήταν πολύ κομψό και πολύ αεροδυναμικό. Πιθανώς, λοιπόν, οι φρουροί στις πόλεις να τους σταματούσαν για έλεγχο – κι αυτό δεν θα ήταν καλό.

Ο Πολ μίλησε στον Δαίδαλο για τις σκέψεις του. Τον ρώτησε: «Από πού σκοπεύεις να περάσουμε τον ποταμό; Ή θα κάνεις κάποιο μαγικό και τ’όχημά μας θα πετάξει;»

«Όχι,» αποκρίθηκε ο μάγος, «αυτό το όχημα δεν πετάει.» Καθόταν στο τιμόνι, οδηγώντας, και η Φενίλδα ήταν καθισμένη στη θέση του συνοδηγού. «Θα πρόσεξες, όμως, ότι τούτη τη στιγμή δεν κατευθυνόμαστε δυτικά αλλά νότια, έτσι δεν είναι;»

«Ναι,» είπε ο Πολ, «το πρόσεξα. Και υποθέτω ότι σκέφτεσαι να πάμε από Έλρηνεχ.»

«Δεν θα πάμε από Έλρηνεχ.»

«Υπάρχει κανένας άλλος ασφαλής τρόπος για να περάσουμε τον ποταμό; Εκτός απ’το να μπούμε σε οχηματαγωγό πλοίο, σε κάποια μικρή πόλη στις όχθες.»

Ο Δαίδαλος γέλασε. «Μου φαίνεται ότι δεν κοιτάζεις καλά τον χάρτη σου, Πολ. Κοίταξε τον πάλι.»

Ο Πολ συνοφρυώθηκε. «Δεν υπάρχουν γέφυρες σημειωμένες στον ποταμό Άσλερχ, μάγε. Προσπαθείς να μου κάνεις πλάκα;»

«Δες τον χάρτη σου καλύτερα! Δεν τον κοιτάζεις με τα μάτια ανοιχτά,» επέμεινε ο Δαίδαλος, καθώς έστριβε λιγάκι προς τ’ανατολικά και επιτάχυνε. Η Φενίλδα, που καθόταν πλάι του, είδε ότι το ταχύμετρο πέρασε τα εκατό χιλιόμετρα την ώρα. Ελπίζω να είναι καλός οδηγός για την ηλικία του, σκέφτηκε, λοξοκοιτάζοντας τον Δαίδαλο. Από την άλλη, βέβαια, δεν φαινόταν να υπάρχουν και πολλά εμπόδια στην πεδιάδα που απλωνόταν μπροστά τους.

Ο Πολ, που κοίταζε ξανά τον χάρτη, καθισμένος στο πίσω κάθισμα του οχήματος, είπε μετά από λίγο: «Δεν το πιστεύω… Είναι δυνατόν να εννοείς ότι θα κάνουμε τον κύκλο;»

«Τον κύκλο;» ρώτησε ο Δαίδαλος.

«Γύρω από τη Λίμνη των Κολοσσών.»

«Ακριβώς αυτό θα κάνουμε.»

«Για όνομα των θεών, μάγε!» είπε ο Πολ. «Θα μας πάρει δέκα φορές περισσότερο χρόνο!»

«Είναι, όμως, ο πιο ασφαλής δρόμος. Και το όχημά μας είναι γρήγορο· δεν χρειάζεται ν’ανησυχούμε για τον χρόνο.»

«Τέλος πάντων,» είπε ο Πολ τυλίγοντας τον χάρτη μέσα στα χέρια του. «Καλύτερα έτσι, απ’το να μπλέξουμε με το δίκτυο των πρακτόρων της Παντοκράτειρας.»

«Το ίδιο σκέφτηκα κι εγώ. Έτσι όπως εσύ κι η Αλιζέτ μάς εκθέσατε την κατάσταση, αποκλείεται να κατορθώναμε να περάσουμε απαρατήρητοι από την Έλρηνεχ ή τη Νέφκαλ.»

«Τι περίμενες; Είναι δύο από τα σημαντικότερα Πριγκιπάτα στη Βίηλ. Στο Πριγκιπάτο Νέφκαλ βρίσκεται η διαστασιακή δίοδος από Ρελκάμνια.»

2.

Η Ανταρλίδα και οι άλλοι είχαν να αντιμετωπίσουν ένα παρόμοιο εμπόδιο με τον ποταμό Νέρελρημ στ’ανατολικά. Όμως, στη δική τους περίπτωση, δεν υπήρχε πρόβλημα· το όχημά τους θα μετατρεπόταν σε υποβρύχιο και θα διέσχιζε άνετα τον ποταμό. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να είναι σ’εκείνο το σημείο αρκετά βαθύς· πράγμα που μάλλον θα ίσχυε, καθώς ο Νέρελρημ ήταν τεράστιος ποταμός που κυλούσε, όπως κι ο Άσλερχ, για εκατοντάδες χιλιόμετρα. Όμως, ακόμα και σε αβαθές σημείο αν τύχαινε να πέσουν, πάλι δεν θα υπήρχε πρόβλημα: απλά θα περνούσαν με τη μορφή τετράκυκλου ή τετράποδου οχήματος.

Ο Τάμπριελ καθόταν στο ενεργειακό κέντρο, υποχρεωτικά, αφού ήταν ο μόνος μάγος που είχαν. Η Αλιζέτ ήταν στο τιμόνι, οδηγώντας, επειδή γνώριζε τη γεωγραφία της διάστασής της καλύτερα απ’όλους. Η Ανταρλίδα καθόταν δίπλα της για να την προσέχει. Δεν υπήρχε περίπτωση να εμπιστευτεί τόσο εύκολα τη Σκοτεινή Βασίλισσα. Το ότι η Αλιζέτ τούς είχε βοηθήσει μια-δυο φορές δεν σήμαινε τίποτα· μπορεί να το έκανε ψέματα, για να πάψουν να είναι επιφυλακτικοί μαζί της και να τους ρίξει στα δόντια των ανθρώπων της Παντοκράτειρας.

Οι τέσσερις Ιεράρχες κάθονταν σε διάφορα άλλα σημεία του οχήματος: ο Όρνιφιμ και η Ράιλμεχ πίσω, ο Αρκαλόν και ο Ζίρτελον μπροστά.

Η Ανταρλίδα ρώτησε τον Αρκαλόν: «Πώς πηγαίνει το ταξίδι του Πολ;»

«Λένε πως θα κάνουν τον κύκλο κάποιας Λίμνης των Κολοσσών, για ν’αποφύγουν να περάσουν από την Έλρηνεχ ή τη Νέφκαλ.»

Η Ανταρλίδα συνοφρυώθηκε. «Λίμνη των Κολοσσών;»

«Στα δυτικά,» της είπε η Αλιζέτ. «Κοίτα τον χάρτη.»

Η Ανταρλίδα πάτησε ένα πλήκτρο στην κονσόλα του οχήματος, και ο χάρτης στην οθόνη έχασε την εστίασή του γύρω από το Μεγάλο Σχίσμα· έδειξε ολόκληρη τη Βίηλ. Μια μεγάλη λίμνη υπήρχε, όντως, στα δυτικά. «Αυτή εδώ, λες;»

«Ναι,» αποκρίθηκε η Αλιζέτ.

«Μακρύ ταξίδι…»

«Πράγματι, αλλά ασφαλές. Οι περιοχές νότια της Λίμνης των Κολοσσών θεωρούνται άγριες. Δεν υπάρχει κανένα Πριγκιπάτο εκεί· μονάχα μερικές σκόρπιες πόλεις και οικισμοί. Οι πράκτορες της Παντοκράτειρας ελέγχουν ελάχιστα το μέρος· το δίκτυό τους είναι χάλια.»

«Τι είναι αυτό ‘Το Γαλανό’, πέρα από τη λίμνη;»

«Εκεί η διάσταση της Βίηλ τελειώνει, Ανταρλίδα. Όσο πιο δυτικά πηγαίνεις, τόσο περισσότερο βυθίζεσαι σε μια γαλανή ακτινοβολία. Έτσι λένε· εγώ, προσωπικά, δεν έχω ταξιδέψει εκεί.»

«Εμείς,» ρώτησε η Ανταρλίδα μετά από λίγο, «από πού θα διασχίσουμε τον ποταμό Νέρελρημ;»

«Προς τα νότια. Κάπου εδώ.» Η Αλιζέτ πάτησε μερικά πλήκτρα για να εστιάσει τον χάρτη και έδειξε με το δάχτυλό της. «Γύρω στις οχτώ ώρες μέχρι να φτάσουμε, υπολογίζω.»

3.

Ο Δαίδαλος τούς πήγαινε με 150 χιλιόμετρα την ώρα. Το πεδινό τοπίο περνούσε πολύ γρήγορα γύρω τους.

Κοιτάζοντας τον χάρτη στην οθόνη, η Φενίλδα παρατήρησε ότι πλησίαζαν τον Τόπο Ανάπαυσης – το μέρος όπου έρχονταν να πεθάνουν οι Λάν’τραχαμ όταν αισθάνονταν πως πλησίαζε η ώρα του θανάτου τους. Με την ταχύτητα που έτρεχε το όχημα του Δαίδαλου, όμως, η Φενίλδα δεν μπόρεσε να δει σχεδόν τίποτα από τον Τόπο Ανάπαυσης όταν τελικά πέρασαν από κοντά του. Μονάχα ένα μεγάλο χαμήλωμα του εδάφους νόμιζε ότι διέκρινε, ψηλές πέτρες γύρω του, και σωρούς από κόκαλα μέσα του.

«Αυτός ήταν ο Τόπος Ανάπαυσης, έτσι;» ρώτησε τον Δαίδαλο.

«Ναι,» αποκρίθηκε ο μάγος, οδηγώντας.

Και μετά από λίγο, μπήκαν σ’έναν άγονο τόπο γεμάτο ξερό χώμα και πέτρες.

Οι Ερημιές, διάβασε η Φενίλδα στον χάρτη της οθόνης του οχήματος. Επίσης, ο χάρτης έδειχνε ότι η διαστασιακή δίοδος για Σάρντλι ήταν κάπου εδώ, περίπου στο κέντρο τούτης της άνυδρης έκτασης.

«Δε θ’αργήσουμε να περάσουμε απ’αυτό το μέρος,» είπε ο Δαίδαλος.

«Κυκλοφορούν επικίνδυνα πλάσματα σ’ετούτες τις περιοχές, αν δεν κάνω λάθος,» είπε ο Πολ.

«Δεν κάνεις λάθος,» τον διαβεβαίωσε ο Δαίδαλος. «Αυτός είναι κι ο λόγος που η διαστασιακή δίοδος προς Σάρντλι δεν φρουρείται από τις δυνάμεις της Παντοκράτειρας.»

«Έτσι έχω ακούσει κι εγώ. Αλλά, επιπλέον, είναι μονόδρομη· κανένας δεν μπορεί να έρθει από τη Σάρντλι, επομένως το ρίσκο δεν είναι και τόσο μεγάλο.»

Κανένα τέταρτο πέρασε χωρίς να δουν τίποτα ζωντανό στις Ερημιές. Η Φενίλδα κοίταζε στον ορίζοντα αναρωτούμενη πού βρίσκονταν αυτά τα επικίνδυνα πλάσματα που είχαν αναφέρει ο Πολ και ο Δαίδαλος. Μετά, όμως, κάτι παρουσιάστηκε. Ξεδιπλώθηκε πίσω από έναν πελώριο βράχο. Ένα ερπετό γιγαντιαίων διαστάσεων, με χρυσαφιά χαίτη γύρω από το κεφάλι. Ανοίγοντας το στόμα του (πελώρια δόντια, μακριά γλώσσα, απύθμενος λαιμός), συσπείρωσε το οφιοειδές κορμί του μοιάζοντας έτοιμο να τιναχτεί – και ν’αρπάξει το όχημα που δεν περνούσε και πολύ μακριά του.

«Δαίδαλε!» αναφώνησε η Φενίλδα.

«Το βλέπω.» Ο μάγος έστριψε, απότομα.

Το γιγάντιο φίδι ήρθε καταπάνω τους.

Η Φενίλδα αισθάνθηκε ξαφνικά μια δύναμη παντού γύρω: μια δύναμη διάχυτη στον χώρο, σαν τον αέρα: μια ακατονόμαστη ενέργεια που κάτι τής θύμιζε…

Το όχημα τραντάχτηκε.

Μας χτύπησε; Η Φενίλδα κοίταξε πίσω και, έξω από το γυάλινο σκέπαστρο, είδε το πελώριο ερπετό να έχει κοπανήσει – επώδυνα αναμφίβολα – το κεφάλι του στο σκληρό έδαφος της ερημιάς. Το όχημα είχε αποδειχτεί πολύ γρήγορο για να καταφέρει να το πιάσει ανάμεσα στα σαγόνια του.

Η Φενίλδα στράφηκε πάλι, κοιτάζοντας το ταχύμετρο. Η ταχύτητα μειωνόταν σταδιακά, κατεβαίνοντας από τα 250 χιλιόμετρα την ώρα. Ο Δαίδαλος είχε αναπτύξει ταχύτητα περισσότερη από 250 χιλιόμετρα την ώρα (!) προκειμένου ν’αποφύγει το ερπετό, συνειδητοποίησε η Φενίλδα.

«Είσαι σίγουρος πως είσαι μάγος κι όχι ραλίστας;» ρώτησε ο Πολ. Η όψη του ήταν σαστισμένη. «Πόσο γρήγορα μπορεί να τρέξει αυτό το εργαλείο;»

Η Φενίλδα αισθανόταν τώρα εκείνη την παράξενη δύναμη να υποχωρεί, σαν συμπυκνωμένος αέρας που σιγά-σιγά αραιώνει· σαν φορτισμένη ομίχλη που, σταδιακά, διαλύεται.

Είπε στον Πολ: «Μέχρι τριακόσια-πενήντα χιλιόμετρα την ώρα.»

«Θα σκοτωθούμε… Μην το ξανακάνεις αυτό, μάγε.»

«Δε θα το έκανα αν δεν ήταν απαραίτητο,» αποκρίθηκε ο Δαίδαλος.

Καθώς η ταχύτητα του οχήματος μειωνόταν, φτάνοντας πάλι στα 150 χιλιόμετρα την ώρα, ο Πολ ρώτησε τη Διάττα: «Πώς τα πηγαίνουν οι άλλοι;»

«Καλά,» αποκρίθηκε η Ιεράρχης.

«Δεν είσαι και πολύ ομιλητική, ε;»

Η Διάττα τον αγριοκοίταξε.

«Ηρέμησε, τίγρη,» είπε ο Πολ χαμογελώντας. «Μια παρατήρηση ήταν.»

Εκείνη τού επέστρεψε το χαμόγελο – τυπικά, όμως· μάλλον για να μη φανεί εχθρική, υπέθεσε ο Πολ. «Δεν έχω τίποτα συγκεκριμένο να πω.»

«Δε μιλάς, δηλαδή, με τους άλλους ενώ είσαι συγχρόνως εδώ, μαζί μας;»

«Τους ομοούσιους;»

Ο Πολ μόρφασε. «Αν εννοείς τους άλλους Ιεράρχες, ναι, αυτούς.»

«Δε ‘μιλάμε’ από τέτοια απόσταση,» είπε Διάττα. «Απλώς γνωρίζουμε

Ακόμα μια απ’αυτές τις περίεργες απαντήσεις τους, σκέφτηκε ο Πολ. «Θα πρέπει, όμως, νάναι κουραστικό κάπου-κάπου, ε;»

«Δε σε καταλαβαίνω. Εσύ κουράζεσαι να γνωρίζεις ό,τι γνωρίζεις;»

«Ας το αφήσουμε.» Ο Πολ τράβηξε ένα τσιγάρο απ’την ταμπακιέρα του και πρόσφερε και στη Διάττα ένα. Εκείνη δέχτηκε.

«Υπάρχει κανένας αντικαπνιστής εδώ μέσα;» ρώτησε ο Πολ.

«Δε νομίζω,» αποκρίθηκε ο Δαίδαλος.

«Ωραία,» είπε ο Πολ καθώς άναβε το τσιγάρο του και το τσιγάρο της Διάττα, «γιατί όταν ήμουν κοντά στην Αλιζέτ είχα την εντύπωση ότι ορισμένες φορές σκεφτόταν να με καθαρίσει όποτε άναβα τσιγάρο.»

Η ερημιά κυλούσε γρήγορα γύρω τους για μισή ώρα τουλάχιστον, χωρίς να βλέπουν πάλι τίποτα το ζωντανό. Ύστερα, όμως, τέσσερα μακρόσωμα πλάσματα με λιγνά πόδια άρχισαν να τους καταδιώκουν. Κινούνταν πολύ γρήγορα, κι αναμφίβολα θα μπορούσαν να προλάβουν ένα άλλο όχημα· αλλά όχι αυτό το όχημα. Ο Δαίδαλος, χωρίς δυσκολία, τους έδωσε να φάνε τη σκόνη του.

Η Φενίλδα σκέφτηκε ότι οι Ερημιές ήταν παράξενος τόπος. Παρότι φαινόταν τίποτα να μη ζει εδώ, κάτι μπορούσε να πεταχτεί και να σε καταβροχθίσει προτού το καταλάβεις.

Μετά απ’το περιστατικό με τα τέσσερα γρήγορα πλάσματα, δεν άργησαν να φτάσουν στο τέλος της άγονης έκτασης και να βγουν ξανά στις πεδιάδες της Βίηλ, κοντά στις νότιες παρυφές των Δασότοπων των Λάν’τραχαμ.

«Εδώ,» τους είπε ο Πολ, «είμαστε ουσιαστικά μέσα στο Πριγκιπάτο Κάνρελ, απ’όπου διώχτηκε αυτός ο Πρίγκιπας Άτβος.»

Ταξίδεψαν για δυο ώρες ακόμα, με νοτιοδυτική κατεύθυνση, διασχίζοντας περιοχές που κάθε άλλο παρά έρημες ήταν. Το μεσημέρι είχε περάσει, όταν σταμάτησαν πίσω από ένα μικρό δάσος για να ξεκουραστούν. Κανένα Παντοκρατορικό όχημα ή αεροσκάφος δεν είχαν δει να τους ακολουθεί· παρ’όλ’αυτά, ο Πολ σκαρφάλωσε σ’έναν λόφο πλάι στο δάσος και κοίταξε με τα κιάλια του το τοπίο, ψάχνοντας για ύποπτες κινήσεις.

Επιστρέφοντας κοντά στους υπόλοιπους, που είχαν αρχίσει να στήνουν έναν πρόχειρο καταυλισμό, είπε: «Τα πράγματα φαίνονται ήσυχα για την ώρα.»

4.

Η Αλιζέτ οδήγησε για τέσσερις ώρες· μετά σταμάτησαν, γιατί και εκείνη χρειαζόταν ξεκούραση και, κυρίως, ο Τάμπριελ. Βγήκαν από το όχημά τους και η Ανταρλίδα σκαρφάλωσε στην οροφή του για να κοιτάξει τη γύρω περιοχή με τα κιάλια της. Μια μικρή πόλη υπήρχε εκεί κοντά· τίποτ’άλλο το αξιοσημείωτο. Και κανένας δεν φαινόταν να τους πλησιάζει. Η Ανταρλίδα κατέβηκε απ’την οροφή του οχήματος και είπε ότι όλα ήταν εντάξει. Ρώτησε τους Ιεράρχες τι γινόταν με τον Πολ και τους άλλους. Εκείνοι αποκρίθηκαν πως κι αυτοί είχαν πριν από λίγο σταματήσει για να ξεκουραστούν.

Η Ράιλμεχ, ο Ζίρτελον, και ο Όρνιφιμ έστησαν κατασκήνωση και άναψαν φωτιά. Αφού όλοι έφαγαν, ξεκουράστηκαν για κάποιες ώρες και, όταν ο ήλιος έγερνε προς τη δύση, ανέβηκαν πάλι στο όχημά τους και συνέχισαν το ταξίδι τους προς τα νοτιοανατολικά. Στις όχθες του ποταμού Νέρελρημ έφτασαν νύχτα, και είδαν ένα πλοίο να περνά. Το διέκριναν από τα φώτα του. Δεν φαινόταν να έχει πανιά· πρέπει να κινείτο με την ενέργεια της Βίηλ, έχοντας εστία μέσα στα σωθικά του.

Η Αλιζέτ ήταν πάλι στο τιμόνι.

«Από εδώ θα περάσουμε απέναντι;» τη ρώτησε η Ανταρλίδα.

«Ναι. Το μέρος είναι έρημο· δεν πρόκειται κανένας να μας δει.»

Η Ανταρλίδα, κοιτάζοντας προς τα νότια και προς τα βόρεια, δεν μπορούσε να διακρίνει τα φώτα καμίας πόλης, κανενός οχυρού. Πράγματι, το μέρος έμοιαζε έρημο. Και, μάλλον, ήταν.

«Θα περιμένουμε το πλοίο να έχει χαθεί από το οπτικό μας πεδίο,» είπε.

Η Αλιζέτ δεν διαφώνησε.

Περίμεναν, και το πλοίο – που κατευθυνόταν βόρεια – δεν άργησε να εξαφανιστεί μες στη νύχτα, πίσω από μια στροφή του μεγάλου ποταμού.

Η Ανταρλίδα πάτησε ένα πλήκτρο στην κονσόλα, βάζοντας σε λειτουργία τους ανιχνευτές του οχήματος. Κοίταξε την οθόνη των ανιχνευτών. Τίποτα δεν εντόπιζαν. Εντάξει, σκέφτηκε. Και φώναξε στον Τάμπριελ ότι τώρα θα μεταμορφώνονταν.

Από το ενεργειακό κέντρο ο μάγος ακούστηκε να μουρμουρίζει τα λόγια για το Ξόρκι Μηχανικής Μεταβλητότητος. Συγχρόνως, η Αλιζέτ πήγαινε το όχημά τους προς τον ποταμό. Οι τροχοί του βούτηξαν στα ρηχά καθώς η μορφή του είχε αρχίσει ν’αλλάζει. Η Ανταρλίδα είδε το νερό να φτάνει στο παράθυρο μπροστά τους. Το τιμόνι μεταβαλλόταν, και η Αλιζέτ το είχε αφήσει για λίγο από τα χέρια της. Το νερό σκέπασε το παράθυρο. Το όχημα είχε βυθιστεί: και δεν ήταν πια όχημα, αλλά υποβρύχιο σκάφος.

Η Αλιζέτ, πιάνοντας πάλι το τιμόνι, πιλόταρε προς την αντικρινή όχθη του ποταμού. Όπως κι η Ανταρλίδα – όπως όλες οι Μαύρες Δράκαινες – έτσι κι εκείνη γνώριζε να οδηγεί κάθε τύπο οχήματος και σκάφους στο Γνωστό Σύμπαν. Η οθόνη των ανιχνευτών εξακολουθούσε να μην εντοπίζει τίποτα το ύποπτο καθώς ταξίδευαν κάτω απ’το νερό. Όταν έφτασαν στην ανατολική όχθη, ο Τάμπριελ μεταμόρφωσε ξανά το υποβρύχιο σε όχημα και βγήκαν στην ξηρά.

Η Αλιζέτ οδήγησε για μερικά χιλιόμετρα ακόμα, έχοντας τους προβολείς αναμμένους για να φωτίζουν τη νυχτερινή ύπαιθρο. «Εδώ πρέπει να είμαστε ασφαλείς,» είπε, σταματώντας το όχημα σε μια λοφώδη περιοχή.

Η Ανταρλίδα κοίταξε τον χάρτη στην οθόνη της κονσόλας. Όπως φαινόταν, αύριο θα έφταναν στην Πεδιάδα των Ποταμών και στο Πριγκιπάτο Νέλερβικ.

5.

Το απόγευμα δεν οδήγησε πάλι ο Δαίδαλος, αλλά η Φενίλδα· και δεν έτρεχε με 150 χιλιόμετρα την ώρα. Έτρεχε με γύρω στα 100, όμως, γιατί είχαν να καλύψουν μεγάλη απόσταση και δεν μπορούσαν να καθυστερήσουν. Το βράδυ, κατασκήνωσαν νότια του Άσλερχ, όχι πολύ μακριά από τις όχθες του, στο σημείο όπου ο μεγάλος ποταμός καμπύλωνε αρχίζοντας να ρέει προς τη Λίμνη των Κολοσσών.

«Εδώ,» είπε ο Πολ καθώς έστηναν την κατασκήνωσή τους, «πρέπει να είμαστε έξω απ’τα σύνορα του Πριγκιπάτου Κάνρελ.»

«Ναι,» συμφώνησε ο Δαίδαλος, «τα περάσαμε πριν από κάμποση ώρα.»

«Σε ποιο Πριγκιπάτο ανήκουν αυτές οι περιοχές;» ρώτησε η Φενίλδα, καθισμένη πλάι στη φωτιά που είχαν μόλις ανάψει. Το γυάλινο θραύσμα που φαινόταν να υπάρχει μέσα στο αριστερό της μάτι είχε πάρει ένα πορτοκαλοκόκκινο χρώμα από τις φλόγες.

«Αυτές οι περιοχές,» είπε ο Δαίδαλος, «δεν ανήκουν σε κανένα Πριγκιπάτο.» Στεκόταν όρθιος, ατενίζοντας προς τα δυτικά. «Είναι άγριες.»

«Δεν υπάρχουν πόλεις;»

«Υπάρχουν, αλλά όχι πολλές. Και δεν ισχύει ο νόμος κανενός Πρίγκιπα εδώ. Ούτε της Παντοκράτειρας.»

«Κυκλοφορούν, όμως, κάποιοι πράκτορές της,» είπε ο Πολ τελειώνοντας με το στήσιμο της μικρής σκηνής του. «Τίποτα που νομίζω πως θα μας δυσκολέψει, βέβαια. Ωστόσο, θα τους τραβήξουμε αμέσως την προσοχή άμα τύχει να μας μπανίσουν.»

«Γιατί;» ρώτησε η Διάττα, πηγαίνοντας να καθίσει κοντά στη φωτιά.

«Δε βλέπεις πώς είναι το όχημά μας; Σου θυμίζει τ’άλλα οχήματα που έχουμε δει εδώ, στη Βίηλ;»

«Τα ίδια μού φαίνονται όλα.»

«Ξέχασα,» είπε ο Πολ· «στη Νόρχακ δεν έχετε και πολλά οχήματα.» Κάθισε ανάμεσα στη Φενίλδα και στη Διάττα.

Η μάγισσα ρώτησε: «Πώς είναι στη Νόρχακ;»

«Τι να σου πω; Τα μπουντρούμια τους είναι υπέροχα.»

Η Φενίλδα τον κοίταξε παραξενεμένη.

Η Διάττα μειδίασε. «Ο Μεγάλος Προφήτης τον είχε φυλακίσει γιατί προσπάθησε να τον σκοτώσει.»

Η Φενίλδα συνοφρυώθηκε, ατενίζοντας τον Πολ. «Προσπάθησες να σκοτώσεις τον Τάμπριελ;»

«Ο Ελκράσ’ναρχ τον θέλει νεκρό. Απορώ που δεν το ξέρεις.»

«Το έχω ακούσει,» είπε η Φενίλδα. «Αλλά… είχες βρεθεί σε μια απομονωμένη διάσταση μαζί του. Ο Ελκράσ’ναρχ δεν είχε επιρροή εκεί…»

«Η διάσταση, όμως, ήρθε τελικά σε επαφή με το υπόλοιπο σύμπαν,» τόνισε ο Πολ· «δεν έμεινε απομονωμένη· και ο στρατός της Παντοκράτειρας αργά ή γρήγορα θα πήγαινε να τη χαιρετήσει. Επομένως, έπρεπε να κάνω τη δουλειά μου.»

«Και ο Τάμπριελ γιατί σ’εμπιστεύεται τώρα;»

«Με δοκίμασε, μπορείς να πεις. Επιπλέον, δε χρωστάω τίποτα στον Ελκράσ’ναρχ. Αν ο καταραμένος μπορεί να σκοτωθεί, προτιμώ να τον σκοτώσω παρά να τον υπηρετώ. Μου έκλεψε τη ζωή μου,» πρόσθεσε πετώντας μια πέτρα στη φωτιά.

Η Φενίλδα δεν ζήτησε να μάθει τι εννοούσε ο Πολ, κι εκείνος σκέφτηκε Καλύτερα έτσι· δεν είχε διάθεση τώρα να δίνει εξηγήσεις.

«Ποιος θα έχει την ευτυχία να κάνει την πρώτη βάρδια;» ρώτησε όταν είχαν φάει κι ετοιμάζονταν για ύπνο.

«Κανένας δε χρειάζεται να κάνει βάρδιες,» είπε ο Δαίδαλος.

«Για να το λες, σε πιστεύω.» Χωρίς άλλες ερωτήσεις, ο Πολ αποσύρθηκε στη σκηνή του. Ο μάγος κάποιο χαρτί θάχει κρυμμένο στο μανίκι του.

Το πρωί, τους ξύπνησε η Διάττα. Είχε αέρα κι έριχνε μια ψιλή βροχή. Μουντός καιρός, με ουρανό γεμάτο σύννεφα. Μάζεψαν τις σκηνές τους και μπήκαν πρόθυμα στο όχημα, κλείνοντας το γυάλινο σκέπαστρο από πάνω τους. Ο Δαίδαλος κάθισε πάλι στο τιμόνι και, απτόητος απ’τη σχετική κακοκαιρία, άρχισε να τρέχει με 150 χιλιόμετρα την ώρα. Το όχημα δεν έμοιαζε να έχει πρόβλημα μ’αυτό· ήταν σταθερό παρότι φαινόταν ελαφρύ.

Πριν από το μεσημέρι έφτασαν στις όχθες μιας μεγάλης λίμνης. Δε φαινόταν στεριά αντίκρυ τους· αν δεν ήξερε ότι ήταν η Λίμνη των Κολοσσών, ο Πολ σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να την είχε μπερδέψει για θάλασσα.

Μερικές πόλεις και χωριά βρίσκονταν στις όχθες, αλλά ο Δαίδαλος δεν σταμάτησε πουθενά, παρά μόνο όταν ήρθε το μεσημέρι. Ήταν τώρα στη δυτική μεριά της λίμνης, και κοντά τους φαινόταν ένα ψαροχώρι. Ο Δαίδαλος είπε πως, αν ήθελαν, μπορούσαν να πάνε ν’αγοράσουν τρόφιμα. «Αν και θα μας φτάσουν αυτά που έχουμε μαζί μας· δεν υπάρχει αμφιβολία,» πρόσθεσε.

Είχε πλέον πάψει να βρέχει και ο καιρός ήταν λίγο καλύτερος, αλλά αποφάσισαν να μη βγουν από το όχημά τους για να πάνε στο χωριό.

«Πού βρίσκονται τ’αδέλφια σου;» ρώτησε ο Πολ τη Διάττα, καθώς άναβε τσιγάρο.

«Οι ομοούσιοι,» τον διόρθωσε εκείνη.

«Ναι, αυτοί.»

6.

Το μεσημέρι έφτασαν στην Κοιλάδα των Ποταμών και βρέθηκαν στις όχθες του πρώτου μεγάλου ποταμού της, όπου και σταμάτησαν.

Η Αλιζέτ, που ήταν πάλι στο τιμόνι, είπε: «Καλύτερα να του δώσουμε τη μορφή τετράποδου, γιατί από δω και πέρα τα εδάφη δεν είναι ομαλά. Παντού έχει ποτάμια μικρότερα και μεγαλύτερα, έλη, και μικρές πεδιάδες και δάση που δημιουργούνται ανάμεσά τους.»

«Μας είπες, όμως, στο κάστρο του Δαίδαλου, ότι υπάρχει ένα δίκτυο Παντοκρατορικών κατασκόπων εδώ. Δε θα προσέξουν αμέσως ένα όχημα που κινείται με τέσσερα πόδια;» ρώτησε η Ανταρλίδα.

«Σας είπα, επίσης, ότι το δίκτυο των κατασκόπων εδώ δεν είναι και πολύ καλό επειδή η περιοχή θεωρείται ελάσσονος σημασίας.»

«Αποκλείεται, δηλαδή, να προσέξουν το όχημά μας;» Η Ανταρλίδα δεν μπορούσε να το πιστέψει. Μέχρι στιγμής δεν είχε δει στη Βίηλ κανένα όχημα που να κινείται πάνω σε τέσσερα πόδια· μονάχα τροχοφόρα είχε αντικρίσει.

«Δεν αποκλείεται,» είπε η Αλιζέτ. «Αλλά τα εδάφη είναι δύσβατα για ένα τέτοιο φορτηγό.»

«Τα ποτάμια είναι ρηχά για το υποβρύχιο;»

«Τα περισσότερα, ναι.»

«Η περιοχή που πρέπει να πάμε για να συναντήσουμε τον Άτβος πώς είναι;»

«Δασώδης.» Η Αλιζέτ εστίασε τον χάρτη στην οθόνη και της έδειξε. «Ανατολικά της Νέλερβικ, της πρωτεύουσας του Πριγκιπάτου, όλα τα εδάφη είναι δασώδη ανάμεσα στους ποταμούς. Δεν υπάρχει περίπτωση να πάμε εκεί με το φορτηγό, Ανταρλίδα. Δε θα μπορούμε να περάσουμε.»

Η Ανταρλίδα αναστέναξε, σκεπτική. «Εντάξει,» είπε τελικά. «Ας το αφήσουμε τώρα στη μορφή που είναι, και μετά βλέπουμε.»

«Το ίδιο νομίζω κι εγώ.»

Ο Τάμπριελ ήταν που είχε μιλήσει, και η Ανταρλίδα στράφηκε να τον αντικρίσει, λιγάκι ξαφνιασμένη. Δεν τον είχε ακούσει να έρχεται πίσω της. Είμαι κουρασμένη, μπερδεμένη… Και πώς να μην ήταν; Ο χάρτης που φαινόταν στην οθόνη της κονσόλας ήταν γεμάτος ποταμούς που σχημάτιζαν ολόκληρο δίχτυ. Πολύ δύσκολο να διαγράψει κανείς πορεία εδώ πέρα.

«Πώς ταξιδεύουν οι άνθρωποι σ’ετούτες τις περιοχές, Αλιζέτ;»

Η Σκοτεινή Βασίλισσα ανασήκωσε τους ώμους. «Γνωρίζουν τα εδάφη τους καλύτερα από εμάς. Και σίγουρα δεν κυκλοφορούν με μεγάλα φορτηγά.»

«Το κατασκοπευτικό δίκτυο της Πριγκίπισσας Κισβέτα είναι καλό;» ρώτησε η Ανταρλίδα την Αλιζέτ, καθώς έβγαιναν από το όχημα νιώθοντας τον ψυχρό άνεμο να χτυπά τα πρόσωπά τους ερχόμενος από τα βουνά που φαίνονταν στα βόρεια, τυλιγμένα σε ομίχλες.

«Δεν ξέρω πολλά για την Κισβέτα,» αποκρίθηκε η Αλιζέτ, «όπως σας είπα και στο κάστρο. Το μόνο που έχω ακούσει είναι ότι πρόσφατα πήρε την εξουσία, όταν ο πατέρας της πέθανε.»

«Φυσικός θάνατος;»

«Νομίζω πως όχι.»

«Τον σκότωσαν;»

Η Αλιζέτ ένευσε. «Σκοτώθηκε σε μια έκρηξη που προκλήθηκε από τα Παιδιά του Φωτός.»

Τα Παιδιά του Φωτός. Ο Δαίδαλος δεν τους είχε πει πολλά γι’αυτά, προτού φύγουν από το ερειπωμένο κάστρο, παρά μόνο ότι η Μητέρα τους είχε το άντρο της κάπου στα βουνά που αγκάλιαζαν την Κοιλάδα των Ποταμών. «Ξέρεις για τα Παιδιά του Φωτός, έτσι δεν είναι;» είχε ρωτήσει την Αλιζέτ, κι εκείνη είχε πει πως ήξερε. «Θα τους μιλήσεις εσύ, επομένως, γι’αυτά. Κι αν δεν το κάνεις εσύ, θα το κάνει ο Πρόμαχος Άτβος.»</