ΚΩΣΤΑΣ ΒΟΥΛΑΖΕΡΗΣ

Οι Μηχανές
του Φωτός

Η Πλοηγός και ο Δαίμονας,
Βιβλίο Δεύτερο

Μια Ιστορία από το
Θρυμματισμένο Σύμπαν

 

 

 

 

 

© Κώστας Βουλαζέρης

http://www.kostasvoulazeris.eu

http://www.fantastikosorizontas.gr/kostasvoulazeris

 

Για τα πνευματικά δικαιώματα αυτού του κειμένου ισχύουν οι όροι του Creative Commonshttp://creativecommons.org/licenses/by-nc-nd/3.0/gr/


Αυτό το βιβλίο είναι λογοτεχνικό. Όλα τα ονόματα, τα πρόσωπα, και οι καταστάσεις είναι φανταστικά ή χρησιμοποιούνται με φανταστικό, λογοτεχνικό τρόπο. Οποιαδήποτε ομοιότητα με αληθινά ονόματα, πρόσωπα, ή καταστάσεις είναι καθαρά συμπτωματική.

 

Διαβάστε περισσότερες ιστορίες από το
Θρυμματισμένο Σύμπαν

 

Ένα Τρένο με Πολύχρωμες Γυναίκες
Ο Διαιρεμένος Θεός
Γάμος του Ήλιου και του Ανέμου
Οι Υπέρμαχοι του Γαλανού Φωτός
Ο Θάνατος του Ξενιστή
Ο Πόλεμος των Ξένων
Οι Φύλακες των Πάγων
Ο Θίασος των Θαυμαστών Θηρίων
Η Πόλη των Αγαλμάτων
Ο Απομονωμένος Κόσμος
Ο Βασιληάς, οι Νύφες, και η Μαύρη Δράκαινα
Το Τραγούδι της Ψυχής
Κρασί της Σεργήλης
Η Απειλή από τον Νεκρό Κόσμο
Οι Άνεμοι, το Μήνυμα, και ο Κώδικας
Το Όνειρο της Παντοκράτειρας

 

Δωρεάν στο
www.fantastikosorizontas.gr/kostasvoulazeris/thrymmatismeno_sympan

 

 

 

 

ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΣ Α’
Σάρντλι

 

 

 

 

 

 

 

 

1.

«Προετοιμάζονται για την αυγή,» είπε ο Ορείχαλκος.

Ήταν νύχτα, και στεκόταν στην άκρη ενός μεγάλου εξώστη του Πολύλιθου Μεγάρου, με μια κούπα τάο βις στο χέρι. Παραδίπλα, σε αναπαυτικά καθίσματα με μαλακά μαξιλάρια, κάθονταν ο Ανδρόνικος, ο Πρίγκιπας της Επανάστασης και Βασιληάς της Απολλώνιας, και η Ιωάννα η Μαύρη Δράκαινα, καθώς επίσης και η Γρανίτια η Πρώτη (ξαδέλφη του Ορείχαλκου), η Αζουρίτια η Δεύτερη (αδελφή του Ορείχαλκου), ο Όνυχας ο Τέταρτος (το μικρότερο από τα αδέλφια του Ορείχαλκου· που ονομαζόταν Όνυχας ο Πέμπτος πριν μάθουν για τον θάνατο του Όνυχα του Δευτέρου), η Νεφελόπτερη (ξαδέλφη του Ορείχαλκου από τη μεριά της μητέρας του, του Οίκου των Ουράνιων), και ο Ναλκέτρι (σύζυγος της Νεφελόπτερης και όχι ευγενικής καταγωγής).

«Πρέπει η τελετή να γίνει οπωσδήποτε την αυγή;» ρώτησε η Γρανίτια, καθώς ήταν σχεδόν ξαπλωμένη στο επικλινές κάθισμά της και κάπνιζε ένα τσιγάρο από εσωδιαστασιακό χόρτο φυσώντας τον καπνό προς τα πάνω. Ο καπνός διέγραφε ευφάνταστα σχήματα στο φως των λαμπών του εξώστη, που δεν ήταν ενεργειακές αλλά άναβαν με λίπος, όχι λόγω μειωμένων ενεργειακών αποθεμάτων του Οίκου των Ορειβατών, παρά για λόγους ατμόσφαιρας. Ανάμεσα στους παρευρισκόμενους υπήρχε, επίσης, ένα μεγάλο, χαμηλό, στρογγυλό ξύλινο τραπέζι γεμάτο καράφες με ποτά και πιατέλες με γλυκίσματα.

«Έτσι λένε οι Ούρταθ,» αποκρίθηκε ο Ορείχαλκος, και ήπιε μια γουλιά τάο βις, κοιτάζοντας τον καταυλισμό των Ούρταθ, μες στη νύχτα, στις όχθες της λίμνης Νόλκ’βα, αντίκρυ στο Πολύλιθο Μέγαρο. Αναμμένες φωτιές διακρίνονταν· τύμπανα ακούγονταν να χτυπούν, και βούκινα να σφυρίζουν και να μουγκρίζουν. «Η νοσόκρο-βαντ πρέπει να γίνει όταν το πρώτο φως του ήλιου πέφτει στη Σάρντλι. Τότε ο Ψηλός Άντρας θα αναγεννηθεί.»

«Θα αναγεννηθεί;» είπε ο Ανδρόνικος.

Ο Ορείχαλκος στράφηκε να κοιτάξει τον Πρίγκιπα της Επανάστασης. «Έτσι μου είπε η γυναίκα του Γκαρτάθλο, η Νασίτρι. Ο Ψηλός Άντρας θα αναγεννηθεί, είπε. Αν και, βέβαια, στην πραγματικότητα ο γιος του Γκαρτάθλο θα πάρει τη θέση του.»

«Πρέπει να πιστεύουν σε κάποιου είδους μετεμψύχωση,» υπέθεσε η Νεφελόπτερη. «Ότι το πνεύμα του προηγούμενου Ψηλού Άντρα γίνεται ένα με του καινούργιου.»

«Κι εγώ το ίδιο νομίζω, ξαδέλφη.»

Η Γρανίτια η Πρώτη ρώτησε: «Τι γίνεται άμα είναι Ψηλή Γυναίκα;» και φύσηξε καπνό απ’την άκρια του στόματός της.

«Δε νομίζω ότι γίνεται να έχουν Ψηλή Γυναίκα, Γρανίτια. Μόνο Ψηλό Άντρα.»

«Τι περιοριστικό έθιμο!» Η Γρανίτια έριξε το τελειωμένο τσιγάρο της μέσα σ’ένα τασάκι από κάποιο διαφανές πέτρωμα που έκανε γαλανές ανταύγειες στο φως των λαμπών.

Ο Ορείχαλκος μειδίασε. «Αυτό είναι το έθιμό τους. Και δε μου φαίνεται οι γυναίκες τους να έχουν πρόβλημα.»

«Ό,τι έχεις συνηθίσει είναι…» είπε η Νεφελόπτερη.

«Πράγματι,» συμφώνησε ο Ορείχαλκος. Και τους είπε: «Είμαστε όλοι καλεσμένοι, ξέρετε.»

«Καλεσμένοι;» έκανε η Γρανίτια, καθώς ανασηκωνόταν στηριζόμενη στον αγκώνα. «Πού;»

«Στη νοσόκρο-βαντ. Αν θέλουμε μπορούμε να πάμε να παρακολουθήσουμε την αναγέννηση του Ψηλού Άντρα των Ούρταθ· και θα πρότεινα να το κάνουμε, ειδικά αφού σκεφτόμαστε ν’ακολουθήσουμε τη στρατηγική που πρότεινε ο Πρίγκιπάς μας.»

«Μην το λες σαν να πρέπει να γίνουμε τώρα δούλοι τους. Τη δουλειά τους θα κάνουν, εξάλλου· και θα πληρωθούν με πολύτιμους λίθους απ’τα ορυχεία μας.»

«Παρ’όλ’αυτά, είναι προτιμότερο να μην τους προσβάλουμε. Αυτό που θα τους ζητήσουμε δεν είναι ακίνδυνο για τη φυλή τους.»

«Ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος, όμως, είπε ότι οι Παντοκρατορικοί έχουν χάσει τη δύναμή τους. Δεν είναι όπως παλιά…» Η Γρανίτια στράφηκε να κοιτάξει τον Ανδρόνικο.

«Ασφαλώς και έτσι είναι,» αποκρίθηκε εκείνος.

«Αν δεν είναι έτσι, τότε όλοι μας θα έχουμε κακά ξεμπερδέματα,» είπε η Γρανίτια, διακόπτοντάς τον.

«Ωστόσο,» συνέχισε ο Ανδρόνικος, «δε βλάπτει να τα έχουμε καλά με τους Ούρταθ, αφού θα τους ζητήσουμε ν’αντιμετωπίσουν τις δυνάμεις της Παντοκράτειρας για εμάς, εκεί όπου θα χρειαστεί. Εγώ, τουλάχιστον, θα πάω σ’αυτή την τελετή τους. Δεν έχουμε τίποτα να χάσουμε.» Ανασήκωσε τους ώμους του και ήπιε μια γουλιά υπόγειο οίνο από τη χρυσοποίκιλτη κούπα του.

Η Ιωάννα, καθισμένη πλάι του, με τα πόδια της σηκωμένα επάνω στο μαλακό κάθισμα και διπλωμένα από κάτω της, τον λοξοκοίταξε. Η λογική που πάντα σε βάζει σε μπελάδες, σκέφτηκε, αλλά δεν του μίλησε. Μέχρι στιγμής, από τότε που είχαν έρθει στη Σάρντλι, δύο φορές είχαν επιχειρήσει να δολοφονήσουν τον Ανδρόνικο, σε καταστάσεις που υποτίθεται ότι δεν θα γινόταν τίποτα πιο βίαιο από συζήτηση: η πρώτη φορά ήταν στο ορυχείο καπνόλιθου που είχαν κατακτήσει οι Ασνούρτα για τους επαναστάτες, και η δεύτερη στον καταυλισμό των Ούρταθ, σήμερα τα ξημερώματα, όταν ο Όνυχας ο Δεύτερος είχε αποδειχτεί πως τελικά ήταν Δημιούργημα και ο πραγματικός Όνυχας ο Δεύτερος νεκρός εδώ και κάποιο καιρό. Η Ιωάννα δεν νόμιζε πως οι Παντοκρατορικοί είχαν κανέναν υπηρέτη τους ανάμεσα στους Ούρταθ – δεν νόμιζε ότι τίποτα θα γινόταν σ’αυτή τη νοσόκρο-βαντ – αλλά, και πάλι, μπορούσες να το ρισκάρεις; Φυσικά και όχι. Θα έπρεπε να προσέχουν.

Μια Μαύρη Δράκαινα πάντα ήταν προσεχτική.

Και η Ιωάννα ήταν πιο προσεχτική σε ό,τι αφορούσε τον Ανδρόνικο.

Ο Όνυχας ο Τέταρτος, ο μικρός αδελφός του Ορείχαλκου, ρώτησε: «Δεν έχουν σταλεί εντολές στους Παντοκρατορικούς στα ορυχεία μας να αποχωρήσουν;»

«Φυσικά και έχουν σταλεί,» του είπε η Γρανίτια. «Με ελικόπτερο, το μεσημέρι.»

«Αλλά δεν είναι αυτοί που μας προβληματίζουν, Όνυχα,» εξήγησε ο Ορείχαλκος στον αδελφό του. «Αυτοί θα φύγουν· δεν πρόκειται να καθίσουν όταν δεν έχουν την υποστήριξή μας. Το ξέρουν ότι θα ήταν αυτοκτονικό.»

«Το πρόβλημα,» συνέχισε τον συλλογισμό του Ορείχαλκου ο Ανδρόνικος, «είναι η αντίδραση της Παντοκράτειρας στην απόφασή σας να συμμαχήσετε με την Επανάσταση. Πολύ πιθανόν να γίνουν επιθέσεις σε διάφορες πόλεις ή οχυρά, από Παντοκρατορικές δυνάμεις που ήδη βρίσκονται στη Σάρντλι, ή από δυνάμεις που ίσως σύντομα να έρθουν. Οι Ούρταθ θα βοηθήσουν πολύ, νομίζω, σ’αυτές τις περιπτώσεις.

»Κι επίσης,» πρόσθεσε, «πρέπει να πάρουμε όλους – και εννοώ όλους – τους Οίκους της Σάρντλι με το μέρος μας. Αν ακόμα και ένας είναι με την Παντοκράτειρα, αυτό θα μας προκαλέσει πρόβλημα, γιατί η Σάρντλι θα φανεί διχασμένη. Δεν πρέπει να φανείτε διχασμένοι – σε καμία περίπτωση.»

Ο Ορείχαλκος κατένευσε. «Ναι,» συμφώνησε.

Η Νεφελόπτερη είπε: «Οι Ουράνιοι θα σας υποστηρίξουν, Πρίγκιπά μου, αφού οι Ορειβάτες σάς υποστηρίζουν. Μπορεί ο θείος μου, ο Ηλιόνους ο Πρώτος, να είπε ότι πρέπει να συζητηθεί το θέμα, αλλά ήταν γενικά θετικά προδιατεθειμένος όπως θα παρατηρήσατε – και το ίδιο θα είναι κι οι υπόλοιποι του Οίκου μας· θα δείτε.»

«Με χαροποιεί αυτό,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος. «Όμως μην ξεχνάτε ότι δεν υποστηρίζετε εμένα· υποστηρίζετε τον εαυτό σας όταν συμμαχείτε με την Επανάσταση.»

«Ό,τι ισχύει για τους Ουράνιους ισχύει και για τους Γεωμέτρες,» του είπε η Γρανίτια. «Ο Τριγώνιος μού είπε, όταν ήμασταν μόνοι, αυτό που σου λέει τώρα και η Νεφελόπτερη. Κανένας Οίκος δεν θα εξακολουθήσει να είναι υπέρ της Παντοκράτειρας, τώρα που οι Ορειβάτες επαναστάτησαν εναντίον της. Εκτός του ότι ξέρουν την επιρροή μας, ο Ορείχαλκος ήταν σύζυγός της, κι αφού ένας σύζυγός της – ο μοναδικός της σύζυγος στη Σάρντλι – στρέφεται εναντίον της, τότε τι θα κάνουν οι άλλοι; Δεν είναι αυτονόητο;»

«Πράγματι είναι, Γρανίτια.» Ο Ανδρόνικος είχε παρατηρήσει ότι, σε αντίθεση με άλλους, η Γρανίτια η Πρώτη ποτέ δεν του μιλούσε στον πληθυντικό από τότε που εκείνος είχε γνωριστεί καλύτερα με τους Ορειβάτες· και αναρωτιόταν αν επρόκειτο για κάτι το οποίο έκανε αυθόρμητα ή αν είχε κάποια πολιτική σκοπιμότητα στο μυαλό της. Αναμφίβολα, του έμοιαζε για πολιτικά σκεπτόμενη γυναίκα. «Το ότι ήρθε ο Ορείχαλκος με το μέρος της Επανάστασης ήταν εξαιρετικά σημαντικό. Δίνει ένα πολύ ισχυρό μήνυμα προς κάθε κατεύθυνση.»

Η Γρανίτια έριξε ένα βλέμμα στον Ορείχαλκο.

Εκείνος έμεινε σιωπηλός. Είχε προσέξει το γεγονός ότι η ξαδέλφη του είχε πει «ο Ορείχαλκος ήταν σύζυγός της»: δηλαδή, δεν είναι πια σύζυγός της. Κι αυτό είναι αλήθεια, σκέφτηκε ο Ορείχαλκος: δεν είναι δυνατόν πλέον να θεωρούμε σύζυγός της αφού την πρόδωσα συμμαχώντας με την Επανάσταση. Κι όμως, δεν μπορούσε να πει ότι δεν αισθανόταν τίποτα για την Αγαρίστη.

Την Αγαρίστη…

Δεν ήταν η Παντοκράτειρα γι’αυτόν· ήταν η Αγαρίστη. Ήξερε το αληθινό της όνομα: πράγμα που εκείνη (όπως του είχε πει) δεν είχε αποκαλύψει σε κανέναν άλλο σύζυγό της, ποτέ. Αγαπούσε τον Ορείχαλκο περισσότερο από τους υπόλοιπους… κι εκείνος την είχε προδώσει.

Αισθανόταν άσχημα γι’αυτό, και ήταν βέβαιος πως το ίδιο θα αισθανόταν και η Αγαρίστη μόλις το μάθαινε. Τη συμπαθούσε – πολύ – παρότι έβλεπε πως ήταν παράξενη και, πιθανώς, λιγάκι τρελή. Και όσα τού είχε πει ο Ανδρόνικος γι’αυτήν – ότι, ουσιαστικά, ο Ελκράσ’ναρχ τη χρησιμοποιούσε για τους δικούς του σκοπούς – τον είχαν κάνει να τη συμπαθήσει ακόμα περισσότερο. Τον είχαν κάνει να θέλει να τη βοηθήσει.

Κι αναρωτιόταν αν η Αγαρίστη θα ήθελε τη βοήθειά του.

Σκότη του Τάρφεοθ! Του φαινόταν αδύνατο να διορθώσει τούτη την κατάσταση. Πώς μπορούσε να διαχωρίσει την Παντοκράτειρα από την Παντοκρατορία; Πώς μπορούσε να επιλέξει τη γυναίκα και όχι όσα εκείνη κουβαλούσε μαζί της, όσα την ακολουθούσαν και την περιστοίχιζαν; Η Παντοκράτειρα ήταν η Παντοκρατορία.

Και η Ανεμόφθαλμη;

Η Ανεμόφθαλμη, που τώρα ήταν επάνω, στα δωμάτιά του, και κατά πάσα πιθανότητα κοιμόταν, θα τον περνούσε για τρελό. Δε θα μπορούσε να καταλάβει. Αποκλείεται να μπορούσε να καταλάβει…

«Ορείχαλκε; Σου μιλάμε, Ορείχαλκε.»

Ο Ορείχαλκος βλεφάρισε, παίρνοντας το βλέμμα του από το σκοτάδι πέρα από τον εξώστη και στρέφοντάς το στη Γρανίτια. «Τι;»

«Δεν άκουσες λέξη, ε;»

Η Νεφελόπτερη μειδίασε. «Έχει πιει πολύ, μου φαίνεται!»

«Δεν το νομίζω,» είπε η Γρανίτια.

Ο Ορείχαλκος αποφάσισε να αποκριθεί εσκεμμένα κοφτά. «Τα ξημερώματα, ανακαλύψαμε ότι ο θείος Όνυχας είχε αντικατασταθεί από ένα Δημιούργημα· αμέσως μετά, αντιμετωπίσαμε το όχημα με το ενεργειακό κανόνι του Δημήτριου, κι ένα σωρό άνθρωποι τραυματίστηκαν και σκοτώθηκαν· μετά, κάναμε συμβούλιο στην Υψηλή Αίθουσα για να δούμε τι θα γίνει με τους Οίκους μας και την Επανάσταση· μετά, συνεχίσαμε να μιλάμε και να παίρνουμε αποφάσεις, και τσακώθηκα με τον Ρουμπίνη–»

«Δεν εννοούσε αυτά που είπε· είμαι σίγουρη, Ορείχαλκε,» τόνισε η Αζουρίτια η Δεύτερη, που ήταν δίδυμη με τον Ρουμπίνη.

Ο αδελφός του του είχε πει, εν ολίγοις, ότι ο Ορείχαλκος με τις ενέργειές του θα έφερνε την καταστροφή του Οίκου τους· ότι εκείνος, ο Ρουμπίνης, έπρεπε εξαρχής να είχε παντρευτεί την Παντοκράτειρα· και ότι τώρα μπορεί να το έκανε και να έφευγε από το Πολύλιθο Μέγαρο, που είχε ξαφνικά μετατραπεί σε άντρο παρανόμων, κακοποιών, και καταζητούμενων σ’όλο το Γνωστό Σύμπαν. Σε καταριέμαι από εδώ ώς τα Επτά Βασίλεια του Θανάτου, Ορείχαλκε! είχε φωνάξει ο Ρουμπίνης, εξοργισμένος, προτού αποχωρήσει.

«Μπορεί,» αποκρίθηκε ο Ορείχαλκος στην Αζουρίτια, νηφάλια. Κι ύστερα, προς την ομήγυρη, με πιο εύθυμη διάθεση: «Μετά απ’όλα αυτά, νομίζω πως δε θα ήταν τόσο παράλογο να είμαι λιγάκι ζαλισμένος, μα τους Ανέμους του Άνβρεοθ!»

Η Γρανίτια μειδίασε, και γέμισε την κούπα της με τάο βις. «Σε ρώτησε ο Ανδρόνικος πού πιστεύεις ότι πρέπει να συγκεντρωθούν οι Οίκοι της Σάρντλι για να μιλήσουν σχετικά με την Επανάσταση.»

Ο Ορείχαλκος στράφηκε στον Ανδρόνικο, ο οποίος είπε: «Είπαμε ότι πρέπει, μάλλον, να γίνει μια τέτοια μαζική συνάντηση…»

«Ασφαλώς και πρέπει,» αποκρίθηκε ο Ορείχαλκος.

«Θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί στο Πολύλιθο Μέγαρο,» πρότεινε η Γρανίτια.

«Δε νομίζω ότι αυτό θα ήταν συνετό, ξαδέλφη.»

Τα φρύδια της έσμιξαν πάνω στο χρυσόδερμο πρόσωπό της. «Γιατί όχι;»

«Για να μη θεωρήσουν ότι προσπαθούμε να τους επιβληθούμε, κατά πρώτον–»

Η Γρανίτια αναποδογύρισε τα μάτια της. «Για όνομα της Νάεφισπ…»

«Πρέπει να φανούμε διπλωματικοί, Γρανίτια, ανεξαρτήτως της κατάστασης,» είπε ο Ορείχαλκος. «Κατά δεύτερον, είναι και θέμα χώρου. Το Πολύλιθο Μέγαρο είναι μεγάλο, ναι, αλλά πόσους μπορεί να χωρέσει; Θα φέρουν, μην ξεχνάς, και υπηρέτες μαζί τους και μισθοφόρους. Κατά τρίτον, παίζει ρόλο και η απόσταση από τις έδρες τους στη δική μας. Και κατά τέταρτον, έχεις σκεφτεί ότι μπορεί κάποιος να επιχειρήσει κάτι… ύπουλο;»

«Τι ύπουλο;» συνοφρυώθηκε η Γρανίτια.

«Επίθεση εναντίον σας μέσα στο ίδιο σας το σπίτι,» είπε η Ιωάννα, κάνοντας τη Γρανίτια την Πρώτη να γυρίσει να την κοιτάξει ξαφνιασμένη. «Κάποιος Οίκος, ή ευγενής, μπορεί να θεωρήσει ότι αυτή είναι μια καλή ευκαιρία για ν’αποκτήσει την εύνοια της Παντοκράτειρας, αιχμαλωτίζοντας όχι μόνο τους προδότες Ορειβάτες και τον προδότη Πρίγκιπα Ορείχαλκο» – είχε ήδη βάλει ένα τσιγάρο στο στόμα της και τώρα το άναψε – «αλλά και τον ‘Αρχιπροδότη’ – τον Ανδρόνικο. Και εμένα. Είμαι καταζητούμενη σ’ολόκληρο το Γνωστό Σύμπαν.» Όλες οι Μαύρες Δράκαινες ήταν. Η Ιωάννα φύσηξε καπνό.

«Ακριβώς,» συμφώνησε ο Ορείχαλκος.

«Η Φανχάι δεν θα ήταν ένα καλό μέρος γι’αυτή τη συνάντηση;» ρώτησε ο Ανδρόνικος. «Είναι, αναμφίβολα, μια από τις κεντρικότερες πόλεις της Σάρντλι. Η κεντρικότερη, ίσως.»

Ο Ορείχαλκος ένευσε. «Κι εγώ το ίδιο σκεφτόμουν, Πρίγκιπα Ανδρόνικε.»

2.

Η Άνμα’ταρ καθόταν στο περβάζι του παραθύρου και κοίταζε κάτω, τον εξώστη όπου βρίσκονταν ο Ορείχαλκος, ο Ανδρόνικος, η Ιωάννα, και οι άλλοι. Αισθανόταν τον γλυκό νυχτερινό αέρα της Σάρντλι να δροσίζει το πρόσωπό της και τους γυμνούς ώμους της.

Οι παρευρισκόμενοι στον εξώστη, τώρα, άρχιζαν να φεύγουν, μπαίνοντας στο εσωτερικό του Πολύλιθου Μεγάρου, έχοντας μάλλον αποφασίσει πως είχε έρθει η ώρα να κοιμηθούν. Κανένας δεν πρέπει να είχε προσέξει την Άνμα να τους κοιτάζει, ούτε καν η Ιωάννα. Όχι πως η Άνμα ήθελε να το κρατήσει κρυφό για κανέναν λόγο. Όπως κι οι άλλοι επαναστάτες, έτσι κι εκείνη ήταν φιλοξενούμενη στο Πολύλιθο Μέγαρο, και δεν είχε παράπονο με το δωμάτιο που ο Ορείχαλκος είχε παραχωρήσει σ’αυτήν και τον Σέλιρ’χοκ.

Το βλέμμα της πήγε προς τη λίμνη Νόλκ’βα, που τα νερά της ασήμιζαν κάτω απ’τις ακτίνες του φεγγαριού της Σάρντλι, το οποίο οι γηγενείς ονόμαζαν Σελήνη. Φωτιές διέλυαν τη νύχτα στις όχθες της λίμνης, στον καταυλισμό των Ούρταθ – πιο δυνατές φωτιές απ’ό,τι χρειάζονταν απλώς για να βλέπει κανείς ή για να μαγειρέψει – και ήχοι έρχονταν: από τύμπανα και από βούκινα, ήταν σίγουρη η Άνμα. Κάνουν κάποια τελετή.

«Μου φέρνεις τα κιάλια μου;» ζήτησε· και μετά από μερικές στιγμές άκουσε γυμνά πόδια να την πλησιάζουν, χωρίς βιασύνη. Στράφηκε και πήρε τα κιάλια της από τον Σέλιρ.

«Ποιον παρακολουθείς πάλι;» τη ρώτησε εκείνος, τυλίγοντας με το ένα του χέρι τους ώμους της και φέρνοντάς την κοντά του καθώς εκείνη εξακολουθούσε να κάθεται στο περβάζι.

Η Άνμα αισθάνθηκε ένα ευχάριστο μυρμήγκιασμα να τη διατρέχει. «Δεν τους παρακολουθώ. Αλλά φαίνεται να κάνουν κάτι περίεργο απόψε.» Κι ύστερα άρθρωσε τα λόγια για το Ξόρκι Οπτικής Ενισχύσεως, δίνοντας στα κιάλια επαυξημένες ιδιότητες. Τα έφερε στα μάτια της και ατένισε τον καταυλισμό των Ούρταθ, ο οποίος φάνηκε ξαφνικά να έρχεται πολύ κοντά της, δίπλα της, με πολλές, πάρα πολλές λεπτομέρειες. Μπορούσε να δει τις μεγάλες φωτιές αναμμένες παντού, και πολεμιστές με κατάλευκο δέρμα, άντρες και γυναίκες, να κάθονται γύρω τους, οκλαδόν, και να τραγουδούν – η Άνμα διέκρινε, εξαιτίας της οπτικής ενίσχυσης των κιαλιών της, τα χείλη τους να κινούνται, ακόμα και τον ιδρώτα να κυλά επάνω στο σώμα ορισμένων. Κάποιοι στέκονταν όρθιοι και χτυπούσαν τύμπανα· κάποιοι άλλοι φυσούσαν, κάθε τόσο, βούκινα. Και υπήρχαν και κάτι γυναίκες που βάδιζαν στους διαδρόμους οι οποίοι σχηματίζονταν ανάμεσα στις πυρές, μοιάζοντας να κάνουν τα συγκεκριμένα ιεροτελεστικά βήματα ενός μυστηριώδους χορού· κάπου-κάπου, δε, πηδούσαν μέσα από τις φωτιές, τσυρίζοντας. Σ’αντίθεση με τους υπόλοιπους Ούρταθ, δεν ήταν σχεδόν γυμνές: φορούσαν επάνω τους τα τομάρια διάφορων ζώων, και τα κεφάλια τους ήταν κουκουλωμένα με τα κεφάλια των ζώων αυτών. Η Άνμα δεν αναγνώριζε τα σκοτωμένα θηρία· πρέπει να ήταν από τη μακρινή πατρίδα των Ούρταθ, που τώρα δεν θυμόταν πώς την έλεγαν.

«Πρέπει να έχει σχέση με τον νεκρό αρχηγό τους,» είπε ο Σέλιρ. «Τον Ψηλό Άντρα.»

Η Άνμα δεν κατέβασε τα κιάλια της. «Ξέρεις ακόμα και για τους Ούρταθ;»

«Όχι· το υποθέτω, όμως. Αφού ο προηγούμενος αρχηγός τους πέθανε, ένας άλλος θα πρέπει να πάρει τη θέση του.» Και η Άνμα αισθάνθηκε τώρα και τα δύο χέρια του Σέλιρ να την τυλίγουν, και τα χείλη του να φιλάνε το πλάι του λαιμού της. Οι Ούρταθ άρχισαν ξαφνικά να έχουν λιγότερο ενδιαφέρον. Κατέβασε τα κιάλια της και στράφηκε στον Σέλιρ.

3.

Λίγο προτού ξημερώσει, οι φωτιές των Ούρταθ είχαν σβήσει. Σκοτάδι είχε τυλίξει τον καταυλισμό τους. Και ησυχία. Μια σιγαλιά που θα ταίριαζε σε νεκρούς.

Τότε ήταν που μια μικρή ομάδα βγήκε έφιππη από το Πολύλιθο Μέγαρο πηγαίνοντας προς τις όχθες της λίμνης Νόλκ’βα. Πρώτοι ίππευαν ο Ανδρόνικος και ο Ορείχαλκος, και μετά έρχονταν η Ανεμόφθαλμη, η Ιωάννα, η Γρανίτια η Πρώτη, ο Σίδηρος ο Δεύτερος, και ο Σάνραντιλ’φεν.

Η Ιωάννα πίστευε ότι τα μέτρα ασφαλείας ήταν απαράδεκτα λίγα, δεδομένου ότι ο Ανδρόνικος ήταν ο Πρίγκιπας της Επανάστασης και ο Ορείχαλκος ένας σύζυγος της Παντοκράτειρας που την είχε μόλις προδώσει· αλλά κανένας δεν φαινόταν να ασπάζεται τη γνώμη της. Δεν πίστευαν ότι οι Ούρταθ μπορεί να είχαν καμία σχέση με τους πράκτορες της Παντοκράτειρας. Η Ιωάννα, ωστόσο, κανέναν δεν εμπιστευόταν τόσο πολύ, έτσι είχε τα όπλα της έτοιμα, αν και όχι στα χέρια της, φυσικά, για να μη δείχνει εχθρική. Ο Ορείχαλκος και ο Ανδρόνικος δεν θα το ήθελαν αυτό· ούτε και κανένας άλλος.

Ο καταυλισμός ήταν σιωπηλός μέσα στο πυκνό σκοτάδι πριν από την αυγή, και ο Ορείχαλκος είπε στους συντρόφους του να σβήσουν τις λάμπες τους προτού φτάσουν εκεί. «Οι Ούρταθ προφανώς θέλουν σκοτάδι,» είπε.

Ίσως οι Ούρταθ να το θέλουν, σκέφτηκε η Ιωάννα, αλλά μπορεί και κάποιον δολοφόνο να μην τον χαλάει καθόλου… Το χέρι της ήταν στο μικρό πιστόλι που ήταν δεμένο στον μηρό της.

Στα σύνορα του καταυλισμού τούς περίμεναν μερικοί από τους Ούρταθ, ανάμεσα στους οποίους και η Νασίτρι, η γυναίκα του Γκαρτάθλο, του προηγούμενου Ψηλού Άντρα, ο οποίος είχε σκοτωθεί όταν το Παντοκρατορικό όχημα με το ενεργειακό κανόνι επιτέθηκε.

Ο Ορείχαλκος, αφιππεύοντας, τη χαιρέτησε με το όνομά της. Εκείνη έκλινε μονάχα το κεφάλι, σιωπηλή, και τους έκανε νόημα να περάσουν στον καταυλισμό χωρίς να μιλάνε. Η Ιωάννα, ο Ανδρόνικος, και οι υπόλοιποι κατέβηκαν από τα άλογά τους, και τα ζώα τα πήραν οι Ούρταθ, απομακρύνοντάς τα.

Ο καταυλισμός έμοιαζε με κάποιο μέρος όπου βασίλευαν οι νεκροί. Ίσως, σκέφτηκε η Ιωάννα, μ’ένα απ’αυτά τα Επτά Βασίλεια του Θανάτου που πιστεύουν εδώ, στη Σάρντλι. Τα μάτια της εξερευνούσαν τις σκιές όπως μονάχα τα μάτια μιας Μαύρης Δράκαινας ήξεραν πώς να εξερευνούν τις σκιές, και παντού έβρισκε Ούρταθ, άντρες και γυναίκες, καθισμένους ή όρθιους, αμίλητους, ακίνητους σαν αγάλματα, με τα βλέφαρα κλειστά. Μονάχα κάτι παράξενες μορφές περιφέρονταν στον καταυλισμό ανάμεσά τους: κάτι μορφές που, αρχικά, η Ιωάννα θα υπέθετε ότι δεν ήταν Ούρταθ, καθώς ήταν, σίγουρα, τελείως διαφορετικά ντυμένες. Φορούσαν επάνω τους τομάρια νεκρών ζώων, και τα κεφάλια των ζώων κάλυπταν τα δικά τους κεφάλια. Γυναίκες, παρατήρησε η Μαύρη Δράκαινα μετά από λίγο. Είναι γυναίκες, όλες τους. Και τα βήματά τους, αργά και αθόρυβα, έμοιαζαν να αποτελούν μέρος κάποιας ιεροτελεστίας. Καμια τους δεν μιλούσε. Ιέρειες, ίσως; Δε μπορεί νάναι τίποτ’άλλο…

Οι μόνοι άνθρωποι, εκτός από αυτές, που βάδιζαν μέσα στον καταυλισμό ήταν, πρόσεξε η Ιωάννα, εκείνη, οι σύντροφοί της, και η Νασίτρι. Η οποία τώρα τούς έκανε νόημα να σταματήσουν κοντά σε μια μεγάλη σκηνή, και να μείνουν εκεί. Ασφαλώς υπάκουσαν. Και η Νασίτρι γονάτισε στο ένα γόνατο μπροστά τους και έκλεισε τα μάτια, μένοντας ακίνητη σαν άγαλμα.

Η Ιωάννα είδε αντίκρυ τους κάτι… παράξενο. Πρέπει να βρίσκονταν κοντά στο κέντρο του καταυλισμού, αν οι αισθήσεις της δεν τη γελούσαν (και σπάνια γελούσαν μια Μαύρη Δράκαινα), κι εκεί ακριβώς ένας πάσσαλος ήταν καρφωμένος στο χώμα, ψηλός και, μάλλον, ξύλινος (αν και ήταν δύσκολο να διακρίνει η Ιωάννα το υλικό του μέσα στο σκοτάδι)· κι επάνω στον πάσσαλο ήταν δεμένο… Τι μπορεί να ήταν αυτό; Τι, εκτός από ένας άνθρωπος τυλιγμένος με κάτι σαν ύφασμα; αναρωτήθηκε η Ιωάννα. Ήταν, όμως, δυνατόν να έχουν τυλίξει έτσι έναν άνθρωπο και να τον έχουν δέσει σ’αυτό το παλούκι; Γιατί;

Δεν κινήθηκε από τη θέση της, φυσικά. Περίμενε να δει τι θα γινόταν.

Ενώ, συγχρόνως, είχε το νου της για πιθανώς ύποπτες κινήσεις. Αν και, έτσι όπως έβλεπε τούτο το έθιμο, πίστευε ότι οποιαδήποτε ύποπτη κίνηση θα γινόταν κατευθείαν αντιληπτή μέσα στη γενικότερη ακινησία του καταυλισμού. Αυτές τις ιέρειες, ας πούμε, αμέσως τις πρόσεχες παρά το πυκνό σκοτάδι. Έμοιαζαν με φαντάσματα κάποιου νεκρού κόσμου, με το ιεροτελεστικό βάδισμά τους. Έκαναν την Ιωάννα, κάπου-κάπου, ν’ανατριχιάζει παρά την εκπαίδευσή της.

Το πρώτο φως της αυγής γλίστρησε από την ανατολή, από τη μεριά του Πολύλιθου Μεγάρου· γλίστρησε και μπήκε ανάμεσα στις σκηνές των Ούρταθ: ένας λαμπερός εισβολέας στο σκιερό βασίλειο των νεκρών. Τα πρόσωπα και οι μορφές των λευκόδερμων πολεμιστών αποκαλύφθηκαν. Το ίδιο και οι όψεις των ιερειών τους που ήταν ντυμένες με τομάρια. Μονάχα εκείνες, όμως, ακόμα κινούνταν· κανένας άλλος· και τώρα, καθώς το ηλιακό φως διέσχιζε τον καταυλισμό κι έφτανε στα νερά της λίμνης Νόλκ’βα, κάνοντάς τα ν’αστράψουν σαν χρυσάφι, οι ιέρειες άρχισαν να τσυρίζουν δαιμονισμένα, κοκαλώνοντας απότομα στις θέσεις τους. Μονάχα τα χείλη κι οι γλώσσες τους κινούνταν, κροταλίζοντας σαν μουσικά όργανα, διαπερνώντας με τον ήχο τους τ’αφτιά και τα μυαλά όλων.

Οι φωνές τους ήταν τόσο δυνατές και τόσο ξαφνικές που έφτασαν ακόμα και στο Πολύλιθο Μέγαρο, εισβάλλοντας στις αίθουσες, στα δωμάτια, στις σκάλες, και στους διαδρόμους του, ανησυχώντας τους φρουρούς και ξυπνώντας κάμποσους οι οποίοι κοιμόνταν.

Η Άνμα’ταρ δεν είχε την εκπαίδευση Μαύρης Δράκαινας, αλλά και η εκπαίδευση μιας μάγισσας του τάγματος των Δρακαινών δεν ήταν μικρή. Τα βλέφαρά της αμέσως άνοιξαν, το σώμα της αμέσως ήρθε σε πλήρη εγρήγορση: και η Άνμα τινάχτηκε από το κρεβάτι που μοιραζόταν με τον Σέλιρ, μένοντας προς στιγμή όρθια μέσα στο δωμάτιο, ακίνητη, αποπροσανατολισμένη από τον θόρυβο, συσπειρωμένη για να δεχτεί επίθεση και για να ανταποδώσει. Ύστερα πήγε στο παράθυρο κι άνοιξε διάπλατα τα πατζούρια, κοιτάζοντας προς τον καταυλισμό των Ούρταθ, όπου τώρα καμία φωτιά δεν ήταν αναμμένη.

Ο Σέλιρ σηκώθηκε πίσω της.

«Γιατί κάνουν έτσι;» ρώτησε η Άνμα, χωρίς να στραφεί να τον κοιτάξει.

«Δεν ξέρω,» αποκρίθηκε εκείνος, και της έδωσε τα κιάλια της.

Στον καταυλισμό των Ούρταθ, στις όχθες της λίμνης Νόλκ’βα, η Ιωάννα αισθανόταν ένα μυρμήγκιασμα από το κεφάλι ώς τις πατούσες. Θεοί! σκέφτηκε, νομίζοντας πως τα ουρλιαχτά των ιερειών απειλούσαν να σβήσουν ακόμα και τους συλλογισμούς από το μυαλό της. Θεοί! Είναι τελείως τρελοί αυτοί οι Ούρταθ…

Οι ιέρειες έπαψαν να στριγκλίζουν, καθώς τώρα ο καταυλισμός ήταν πλήρως φωτισμένος από το φως της αυλής. Έμειναν ακίνητες στις θέσεις τους, σαν αγάλματα. Τότε, όλοι οι υπόλοιποι Ούρταθ άνοιξαν τα μάτια τους κι άρχισαν να κινούνται. Η Νασίτρι σηκώθηκε όρθια, μπροστά στην Ιωάννα, τον Ανδρόνικο, τον Ορείχαλκο, και τους άλλους.

Η Μαύρη Δράκαινα πρόσεχε μην κάνει τώρα κανένας δολοφόνος την κίνησή του. Αναμφίβολα, θα ήταν η κατάλληλη στιγμή μέσα στην αναμπουμπούλα της ξαφνικής κίνησης των Ούρταθ ύστερα από τόση ώρα ακινησίας.

Ένας μεγαλόσωμος άντρας (όχι πως υπήρχαν και μικρόσωμοι ανάμεσα στους Ούρταθ, αλλά αυτός ήταν πιο μεγαλόσωμος από τους περισσότερους) άναψε φωτιά μπροστά στον τυλιγμένο άνθρωπο που ήταν δεμένος στον πάσσαλο στο κέντρο του καταυλισμού. Η Ιωάννα παρατήρησε ότι δεν χρησιμοποιούσε ξύλα αλλά, κυρίως, οργανικές ύλες. Η Νάθγκαν είναι μια παγωμένη έρημος στα βορειοανατολικά της Σάρντλι, θυμήθηκε τον Ορείχαλκο να λέει.

Η Νασίτρι βάδισε, πλησιάζοντας τη φωτιά, που δεν ήταν τόσο μεγάλη όσο αυτές που είχαν ανάψει τη νύχτα. Δεν ήταν ούτε κατά το ένα δέκα σαν αυτές. Η Νασίτρι έπιασε ένα κόκαλο, το τύλιξε με δέρμα, και το έβαλε μες στις φλόγες, δημιουργώντας δαυλό. Κρατώντας τον δαυλό υψωμένο στα δεξιά της, ζύγωσε τον τυλιγμένο άνθρωπο που ήταν δεμένος στον πάσσαλο.

Και με τι είναι τυλιγμένος; αναρωτήθηκε η Ιωάννα. Δε νόμιζε ότι ήταν ύφασμα. Κάποιου είδους δέρμα πρέπει να ήταν κι αυτό, υπέθετε.

Η Νασίτρι στάθηκε μπροστά στον δεμένο και έβαλε φωτιά στο υλικό που τον κάλυπτε.

Δε μπορεί νάναι άνθρωπος εκεί μέσα! σκέφτηκε η Ιωάννα, ξαφνιασμένη. Θα καεί ζωντανός! Οι Ούρταθ πρέπει να είχαν τυλίξει κάποιο ανδρείκελο· η καύση, μάλλον, ήταν συμβολική. Μάλλον θεωρούσαν ότι έτσι έστελναν τον παλιό τους φύλαρχο – τον προηγούμενο Ψηλό Άντρα – στα Βασίλεια του Θανάτου της Σάρντλι…

Η Νασίτρι ούρλιαξε ξαφνικά: «Τεμέλκο! ΤΕΜΕΛΚΟ!»

Κι όλοι οι Ούρταθ τη μιμήθηκαν.

ΤΕΜΕΛΚΟ! ούρλιαζε ο καταυλισμός. ΤΕΜΕΛΚΟ!

ΤΕΜΕΛΚΟ!

Ενώ οι γυναίκες που ήταν ντυμένες με τομάρια ζώων – οι ιέρειες, όπως υπέθετε η Ιωάννα – παρέμεναν ακίνητες σαν αγάλματα: όπως ήταν πριν όλοι οι άλλοι Ούρταθ.

Και μετά, η Ιωάννα είδε ότι είχε κάνει τραγικό λάθος σχετικά με το τυλιγμένο… ανδρείκελο… στον πάσσαλο.

Δεν ήταν ανδρείκελο! Ήταν άνθρωπος εκεί μέσα!

Ένας άντρας, με τα μάτια κλειστά.

Καθώς οι φλόγες έτρωγαν το υλικό που τον τύλιγε, εκείνος φανερωνόταν. Όχι καμένος, όμως. Το υλικό πρέπει να ήταν τέτοιο που τρωγόταν από τη φωτιά μα, συγχρόνως, τον προστάτευε. Ωστόσο δεν μπορεί ο δεμένος να μην αισθανόταν κανέναν πόνο, σκέφτηκε η Ιωάννα. Ίσως να μην καιγόταν αλλά, σίγουρα, η θερμότητα θα ήταν τρομερή.

ΤΕΜΕΛΚΟ ΤΕΜΕΛΚΟ ΤΕΜΕΛΚΟ ΤΕΜΕΛΚΟ ΤΕΜΕΛΚΟ

ΤΕΜΕΛΚΟ ΤΕΜΕΛΚΟ ΤΕΜΕΛΚΟ ΤΕΜΕΛΚΟ

ΤΕΜΕΛΚΟ ΤΕΜΕΛΚΟ ΤΕΜΕΛΚΟ

ΤΕΜΕΛΚΟ ΤΕΜΕΛΚΟ

ΤΕΜΕΛΚΟ

Καθώς οι τρανταχτές φωνές των Ούρταθ έπαυαν, το υλικό που τύλιγε τον δεμένο είχε, πλέον, καταστραφεί από τις φλόγες, οι φλόγες είχαν σβήσει, και ο δεμένος δεν ήταν δεμένος· τα σχοινιά που τον κρατούσαν πάνω στον πάσσαλο είχαν καεί.

Τα μάτια του άνοιξαν.

Τα χέρια του υψώθηκαν στον αέρα.

Ούρλιαξε: «ΝΕΣΓΚΕΘΛΟ!»

Κι ολόκληρος ο καταυλισμός απάντησε: ΝΕΣΓΚΕΘΛΟ ΤΕΜΕΛΚΟ!

ΝΕΣΓΚΕΘΛΟ ΤΕΜΕΛΚΟ, ΝΕΣΓΚΕΘΛΟ ΤΕΜΕΛΚΟ, ΝΕΣΓΚΕΘΛΟ ΤΕΜΕΛΚΟ

ΝΕΣΓΚΕΘΛΟ ΤΕΜΕΛΚΟ, ΝΕΣΓΚΕΘΛΟ ΤΕΜΕΛΚΟ

ΝΕΣΓΚΕΘΛΟ ΤΕΜΕΛΚΟ

Η Άνμα’ταρ, παρακολουθώντας από το παράθυρο του δωματίου της στο Πολύλιθο Μέγαρο, δεν κατέβασε τα κιάλια από τα μάτια της καθώς είπε: «Αυτός πρέπει νάναι ο καινούργιος Ψηλός Άντρας, Σέλιρ.»

Ο Σέλιρ’χοκ, που στεκόταν πλάι της κοιτάζοντας κι εκείνος μ’ένα ζευγάρι κιάλια, αποκρίθηκε: «Ναι, αυτός είναι ο καινούργιος Ψηλός Άντρας των Ούρταθ. Έπρεπε να είχαμε μείνει ξύπνιοι, τελικά…»

«Γιατί;»

«Για να έχουμε παρακολουθήσει ολόκληρη την τελετή, φυσικά, από την αρχή ώς τώρα. Έμοιαζε ενδιαφέρουσα.»

«Ο Πρίγκιπάς μας είναι εκεί,» είπε η Άνμα. «Το ίδιο κι η Ιωάννα κι ο Σάνραντιλ’φεν. Και ο Άρχοντας Ορείχαλκος, και κάποιοι από τους συγγενείς του.»

«Ναι, τους έχω δει. Κρίμα που δεν μας ειδοποίησαν κι εμάς να πάμε μαζί τους. Μάλλον οι Ούρταθ δεν θα μπορούσαν να δεχτούν πολλούς ξένους ανάμεσά τους…»

«Κι από δω που βλέπουμε, καλά είναι. Θα είχαμε κουφαθεί εκεί κάτω.»

Ο Σέλιρ μειδίασε.

4.

Μετά τη νοσόκρο-βαντ, οι Ούρταθ δεν γλέντησαν· επέστρεψαν στις καθημερινές τους εργασίες. Πράγμα που εξέπληξε λιγάκι τον Ανδρόνικο, ο οποίος πίστευε ότι ύστερα από την ανάδειξη του καινούργιου τους αρχηγού θα γινόταν κάποια γιορτή.

«Μπορούμε να συζητήσουμε με τον Ψηλό Άντρα, τώρα;» ρώτησε τον Ορείχαλκο.

«Λογικά, ναι,» αποκρίθηκε εκείνος· και μίλησε στη Νασίτρι, χρησιμοποιώντας την Πανσάρντλια και μεταφέροντας την ερώτηση του Ανδρόνικου σχεδόν αυτολεξεί.

«Ναι,» είπε η Νασίτρι. «Νεσγκέθλο Τεμέλκο σάς δεχτεί. Περιμένετε.»

Ο Νεσγκέθλο, έχοντας βγει μέσα από το παράξενο κουκούλι που τον τύλιγε, είχε τώρα πάει σε μια μεγάλη σκηνή από δέρμα, και η Νασίτρι πήγε επίσης εκεί, προφανώς για να μεταφέρει το αίτημα του Ορείχαλκου. Μετά από λίγο, επέστρεψε και είπε: «Ελάτε.»

Ο Ορείχαλκος, ο Ανδρόνικος, και οι άλλοι την ακολούθησαν· και, φτάνοντας μπροστά στη μεγάλη σκηνή, συνάντησαν τον Νεσγκέθλο, ο οποίος τώρα ήταν ντυμένος με μια από τις φούστες που φορούσαν οι Ούρταθ και στους ώμους του έπεφτε ένας μανδύας. Στην εμφάνιση έμοιαζε πολύ με τον πατέρα του, τον Γκαρτάθλο, όφειλε να παρατηρήσει ο Ορείχαλκος. Αν ο Γκαρτάθλο ήταν πιο νέος, έτσι υποθέτω θα φαινόταν. Ο Νεσγκέθλο είχε μόνο λιγότερα μούσια από αυτόν. Η τρίχα του, όμως, ήταν μαύρη σαν του πατέρα του. Το δέρμα του, φυσικά, κατάλευκο· και γύρω απ’τα μάτια του ασύμμετροι μαύροι ρόμβοι ήταν βαμμένοι, όπως σε όλους τους άντρες των Ούρταθ.

«Άρχοντα Ορείχαλκε,» είπε. «Γέγκμπεθ-κορ.»

«Νεσγκέθλο Τεμέλκο,» αποκρίθηκε ο Ορείχαλκος. «Πρέπει να σε ρωτήσω αν η συμφωνία που έκανα με τον πατέρα σου θα ισχύει και μ’εσένα. Εξακολουθείς να υπηρετείς τους Ορειβάτες;»

«Αν πληρώνουν καλά όπως τότε. Με λίθους. Ναι.» Μιλούσε την Πανσάρντλια χειρότερα απ’τον Γκαρτάθλο.

«Ό,τι ίσχυε πριν, ισχύει και τώρα,» τον διαβεβαίωσε ο Ορείχαλκος. «Θέλουμε, όμως, οι Ούρταθ να μας βοηθήσουν σε κάτι διαφορετικό αυτή τη φορά.»

«Οι Ούρταθ πολεμάμε! Τίποτε άλλο.»

«Για πόλεμο σάς θέλω. Αλλά διαφορετικό πόλεμο απ’ό,τι πριν. Δεν θα επιτεθούμε σε κατειλημμένα ορυχεία· θα χτυπήσουμε τις δυνάμεις της Παντοκράτειρας όπου μας προκαλέσουν πρόβλημα μέσα στη Σάρντλι: σε βάσεις, σε οχυρά, ακόμα και σε πόλεις αν αποδειχτεί απαραίτητο.» Και πρόσθεσε: «Οι Παντοκρατορικοί ήταν που σκότωσαν τον πατέρα σου, τον Γκαρτάθλο, Νεσγκέθλο Τεμέλκο.»

«Γκαρτάθλο σκοτώθηκε σε μάχη – δεν έχει σημασία πώς. Ο πόλεμός σου, για τους Ούρταθ, είναι το ίδιο. Μας πληρώσεις, σκοτώσουμε εχθρούς σου. Όχι, όμως, να περιμένουμε άλλο. Περιμένουμε πολύ εδώ, Γέγκμπεθ-κορ. Οι Ούρταθ δεν είναι να περιμένουν πλάι σε λίμνη· οι Ούρταθ είναι να μάχονται: οι Ούρταθ κυνηγάνε και μάχονται σε δυνατή Νάθγκαν. Αν είναι να περιμένουμε άλλο, τότε οι Ούρταθ φύγουμε από εδώ κι επιστρέψουμε σε Νάθγκαν, που είναι για εμάς.»

«Η αλήθεια είναι,» αποκρίθηκε ο Ορείχαλκος, «πως δεν είμαι βέβαιος πότε ακριβώς θα πολεμήσουμε· αλλά υποπτεύομαι ότι θα συμβεί σύντομα.»

«Δώσουμε χρόνο, τότε, σε σένα, Γέγκμπεθ-κορ. Ημέρες. Μετά φύγουμε. Οι Ούρταθ δεν περιμένουν άλλο πλάι σε λίμνη· επιστρέψουν σε δυνατή Νάθγκαν!»

Ο Ορείχαλκος σκέφτηκε ότι ο πατέρας του Νεσγκέθλο, ο Γκαρτάθλο, ήταν πιο σοφός, όμως φυσικά δεν το είπε. Αποκρίθηκε: «Όπως επιθυμείς, Νεσγκέθλο Τεμέλκο. Θα σε ενημερώσω σύντομα. Μέχρι τότε θα σας στείλω μερικά βαρέλια με υπόγειο οίνο, και ό,τι άλλο θέλετε.»

«Οι Ούρταθ είναι ικανοποιημένοι, αλλά δεχόμαστε υπόγειο οίνο σου. Ευχαριστούμε, Γέγκμπεθ-κορ.»

«Είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω ύστερα από το πρόβλημα που σας προκάλεσα με την επίθεση του οχήματος των Παντοκρατορικών.»

«Οι Ούρταθ το είχαν σκοτώσει το όχημα, αν γυναίκα αυτή» – έδειξε με το βλέμμα του την Ιωάννα – «και άλλη γυναίκα μαζί της δεν το είχαν σκοτώσει πριν.» Έκλινε το κεφάλι του προς τη μεριά της Μαύρης Δράκαινας. «Όπως Ούρταθ είσαι.»

Η Ιωάννα δεν μπόρεσε παρά να χαμογελάσει αχνά. «Ευχαριστώ…» είπε. Υποθέτω ότι είναι φιλοφρόνηση, πρόσθεσε νοερά.

«Θα σας αφήσουμε τώρα και θα επιστρέψουμε στο Πολύλιθο Μέγαρο,» είπε ο Ορείχαλκος. «Ευχαριστούμε για την πρόσκληση στη νοσόκρο-βαντ, Νεσγκέθλο Τεμέλκο.»

«Γέγκμπεθ-κορ,» αποκρίθηκε μονάχα ο Ψηλός Άντρας, σαν αυτό να ήταν αρκετό ως αποχαιρετισμός και ως αιτιολογία για την πρόσκληση στην τελετή.

Ο Ορείχαλκος και οι υπόλοιποι βάδισαν ανάμεσα στις σκηνές και σύντομα βγήκαν από τον καταυλισμό των Ούρταθ. Στις παρυφές του μερικοί Ούρταθ τούς περίμεναν κρατώντας τα άλογά τους από τα χαλινάρια, τα οποία και τους παρέδωσαν. Ο Ορείχαλκος έκλινε το κεφάλι προς το μέρος τους.

«Γέγκμπεθ-κορ,» είπε μία από αυτούς.

Η Ιωάννα ανέβηκε στη σέλα του αλόγου της και ο Ανδρόνικος στη σέλα του δικού του αλόγου. Στράφηκε και της είπε: «Όπως Ούρταθ είσαι, ε;» Δεν γνώριζε και πολύ καλά την Πανσάρντλια, αλλά σίγουρα την ήξερε καλύτερα από τον Νεσγκέθλο, και είχε καταλάβει όλα όσα είχε πει αυτός με τον Ορείχαλκο.

Η Ιωάννα γέλασε καθώς ξεκινούσαν να τροχάζουν προς το Πολύλιθο Μέγαρο. «Με συμπαθούν· τι πρόβλημα έχεις;»

«Κανένα. Νομίζω, μάλιστα, πως συμφωνώ απόλυτα με τον Ψηλό Άντρα.»

«Τώρα, απλά προσπαθείς να με τσαντίσεις.»

Η Γρανίτια ρώτησε, διακόπτοντας τις χαριτολογίες του Ανδρόνικου και της Ιωάννας: «Πραγματικά, θα στείλουμε τους Ούρταθ αμέσως να πολεμήσουν;»

«Αμέσως, όχι,» αποκρίθηκε ο Ορείχαλκος. «Γιατί δεν έχουμε πού ακριβώς να επιτεθούμε. Αμφιβάλλεις, όμως, ότι σύντομα θα παρουσιαστεί η ευκαιρία; Ειδικά τώρα, που θα στείλουμε μηνύματα σ’όλους τους Οίκους της Σάρντλι δηλώνοντας ότι είμαστε με την Επανάσταση και ζητάμε τη συμμαχία τους εναντίον της Παντ– της Παντοκρατορίας;» Ο Ορείχαλκος ήταν έτοιμος να πει της Παντοκράτειρας προτού σταματήσει τον εαυτό του και προτιμήσει να πει της Παντοκρατορίας. Δεν αισθανόταν πως ήταν εναντίον της Αγαρίστης, κι ευχόταν να μπορούσε κάπως να διαχωρίσει την Παντοκράτειρα από την Παντοκρατορία, παρότι αυτό έμοιαζε ακόμα και στον ίδιο αδύνατο επί του παρόντος.

«Ναι,» είπε ο Σάνραντιλ’φεν, «σίγουρα θα υπάρξουν αντιδράσεις μόλις τα νέα διαδοθούν, Άρχοντά μου.»

«Τα νέα,» τους θύμισε η Ιωάννα, «θα έχουν ήδη διαδοθεί αρκετά. Μην ξεχνάτε ότι ο Δημήτριος ξέφυγε, και θα έχει αρχίσει να ενημερώνει όσους περισσότερους πράκτορες και στρατιωτικούς της Παντοκράτειρας μπορεί, όσο το δυνατόν πιο γρήγορα.»

«Ταραγμένη εποχή έρχεται…» είπε σκεπτικά ο Σίδηρος ο Δεύτερος.

«Όχι αν προλάβουμε τους Παντοκρατορικούς προτού έχουν την ευκαιρία να οργανωθούν εναντίον μας,» τόνισε ο Ανδρόνικος. «Πρέπει εμείς να οργανώσουμε πρώτοι τους Οίκους της Σάρντλι. Αν γίνει αυτό με επιτυχία – και πιστεύω πως θα γίνει – τότε λίγα είναι τα πράγματα που θα μπορούν οι πράκτορες της Παντοκράτειρας να χρησιμοποιήσουν για να μας χτυπήσουν, Άρχοντά μου.»

5.

Ο Ορείχαλκος φρόντισε να σταλούν, μέσω ελικοπτέρου, επιστολές σ’όλους τους μεγάλους Οίκους της Σάρντλι, ώστε οι ευγενείς της διάστασης να ενημερωθούν για τα γεγονότα και να τους ζητηθεί να συγκεντρωθούν στη Φανχάι, προκειμένου να συζητήσουν. Ο Ορείχαλκος τόνισε στους μαντατοφόρος του ότι έπρεπε, ει δυνατόν, να πάρουν απάντηση από τους Οίκους αμέσως σχετικά με το αν θα έρχονταν στη Φανχάι, γιατί η κατάσταση ήταν τέτοια που δεν σήκωνε καθυστέρηση.

Τα ελικόπτερα που απογειώθηκαν από το Πολύλιθο Μέγαρο ήταν τρία. Το ένα θα κατευθυνόταν νότια, πηγαίνοντας στη Νισθάι – όπου είχε την έδρα του ο Οίκος των Ουράνιων – στη Φανχάι – όπου είχε την έδρα του ο Οίκος των Πολεοδόμων – στη Ρακ’κάμι, στις εκβολές του ποταμού Ράκναμ – όπου είχε την έδρα του ο Οίκος των Γνωστικών – και στη Ραντ’κάμι, στις εκβολές του ποταμού Ράντραμ – όπου είχε την έδρα του ο Οίκος των Ακτοφυλάκων. Το δεύτερο ελικόπτερο θα κατευθυνόταν ανατολικά, πηγαίνοντας στη Νασράντεχ, στις όχθες του ποταμού Άζγκαλκ – όπου είχε την έδρα του ο Οίκος των Οδηγών – στη Βαν’τάτλεχ, στις Ακτές του Φιδιού – όπου είχε την έδρα του ο Οίκος των Θηριοδαμαστών – και στην Ουστάλβεχ, στο Μεγάλο Δέλτα του ποταμού Κίβγκαλκ – όπου είχε την έδρα του ο Οίκος των Υδατοσκόπων. Το τρίτο ελικόπτερο θα κατευθυνόταν δυτικά, πηγαίνοντας στην Κάρντβι – όπου είχε την έδρα του ο Οίκος των Γεωμετρών – στη Λουρνάνι – όπου είχε την έδρα του ο Οίκος των Οπλομάχων – και, τέλος, στη Σάνκα, στις όχθες του ποταμού Ράντραμ – όπου είχε την έδρα του ο Οίκος των Πρασίνων.

Αφότου τα ελικόπτερα με τους αγγελιαφόρους έφυγαν, ο Ορείχαλκος, ο Ανδρόνικος, και οι υπόλοιποι δεν υπήρχε τίποτα, για την ώρα, να κάνουν απ’το να περιμένουν.

Η αναμονή τους δεν κράτησε για πολύ, αλλά οι πρώτες απαντήσεις δεν ήρθαν από τους πιλότους των ελικοπτέρων (οι οποίοι θα επέστρεφαν το απόγευμα ή το βράδυ, αν όλα πήγαιναν καλά) παρά από τους Παντοκρατορικούς γύρω από τη Φιλτά’κβι. Αυτοί που φρουρούσαν τα ορυχεία δεν έφεραν καμία αντίρρηση στο να φύγουν· δεν μπορούσαν, άλλωστε, και να διαφωνήσουν, αναμιγμένοι με τους μισθοφόρους των Ορειβατών όπως ήταν. Από μια Παντοκρατορική βάση, όμως, στα νοτιοανατολικά της Φιλτά’κβι δεν δόθηκε καμία απάντηση όλο το πρωί, και όταν ο Ορείχαλκος έστειλε έναν άνθρωπό του να πάει εκεί με δίκυκλο για να μάθει τι γινόταν, πληροφορήθηκε τελικά ότι οι πολεμιστές της Παντοκράτειρας αρνούνταν να εγκαταλείψουν τη βάση σύμφωνα με τις διαταγές του.

Δουλειά του Δημήτριου; αναρωτήθηκε ο Ορείχαλκος. Ίσως. Αλλά δεν είχε σημασία. Αυτοί οι Παντοκρατορικοί έπρεπε οπωσδήποτε να φύγουν από εκεί· δεν μπορούσε να τους αφήσει να παραμείνουν τόσο κοντά στη Φιλτά’κβι και στο Πολύλιθο Μέγαρο.

Οι Ούρταθ, τελικά, θα πολεμήσουν νωρίτερα απ’ό,τι νομίζαμε…

Είπε στη Γρανίτια, καθώς βρίσκονταν στην Υψηλή Αίθουσα όταν άκουσαν την αναφορά του ανθρώπου που είχαν στείλει στην Παντοκρατορική βάση: «Βλέπεις; Κάτι προέκυψε, όπως λέγαμε.»

6.

Οι Ούρταθ ήταν, φυσικά, παραπάνω από πρόθυμοι να επιτεθούν. Ύστερα από τόσες ημέρες αδράνειας στις όχθες της λίμνης, είχαν κάνει όρεξη για πόλεμο. Ο Ορείχαλκος, όμως, δεν τους έστειλε μόνους εναντίον των Παντοκρατορικών· έστειλε μαζί τους και μισθοφόρους του Οίκου του. Και οι επαναστάτες του Ανδρόνικου βοήθησαν επίσης.

Η Παντοκρατορική βάση δεν ήταν αφύλαχτη, αλλά ούτε ήταν και φτιαγμένη έτσι ώστε να μπορεί ν’αντέξει σε σφοδρή επίθεση, ή σε πολιορκία. Δεν περίμεναν ότι εδώ θα τους χτυπούσαν, τόσο κοντά στην έδρα του Οίκου του συζύγου της Παντοκράτειρας. Τα πράγματα, όμως, είχαν τώρα αλλάξει. Και οι Παντοκρατορικοί δεν ήταν πρόθυμοι να πεθάνουν για να κρατήσουν μερικά στρέμματα γης, οικήματα, και πολεμοφόδια. Όταν οι Ούρταθ τούς επιτέθηκαν, με την υποστήριξη των επαναστατών του Ανδρόνικου και των μισθοφόρων του Οίκου των Ορειβατών, δεν έμειναν για πολύ στις θέσεις τους, καθώς δεν μπορούσαν, με τα συστήματα άμυνας της βάσης, να κρατήσουν τους Ούρταθ μακριά, κι όταν οι Ούρταθ ήταν κοντά τους, οι πολεμιστές της Παντοκράτειρας δεν είχαν καμία ελπίδα εναντίον τους. Οι μακρυμάνικοι πέλεκεις και τα μεγάλα σπαθιά τους μακέλευαν τους λευκοντυμένους στρατιώτες σαν πρόβατα. Οι Παντοκρατορικοί που κατάφεραν να επιβιώσουν συγκεντρώθηκαν μέσα σ’ένα μεγάλο αεροπλάνο (το ίδιο που είχε, πριν από κάποιο καιρό, φέρει τους Ούρταθ από τη Νάθγκαν), απογειώθηκαν, και πέταξαν προς τα νότια.

Οι επαναστάτες του Ανδρόνικου και οι μισθοφόροι των Ορειβατών πήραν από τη βάση ό,τι πολεμοφόδια, ενεργειακές φιάλες, οχήματα, σκάφη, και μηχανήματα είχαν απομείνει. Δεν ήταν λίγα, ούτε αμελητέα.

Η μάχη είχε ξεκινήσει το πρωί και είχε τελειώσει μετά το μεσημέρι. Οι νικητές, παίρνοντας τους νεκρούς τους και τα λάφυρα από την κατεστραμμένη βάση, άρχισαν να επιστρέφουν στα περίχωρα της Φιλτά’κβι και στο Πολύλιθο Μέγαρο.

Ο Ανδρόνικος στεκόταν επάνω σ’ένα ανοιχτό φορτηγό όχημα, καθώς επέστρεφαν. Η καρότσα ήταν γεμάτη με ενεργειακές φιάλες και όπλα που είχαν αρπάξει από τους Παντοκρατορικούς. Η Ιωάννα καθόταν στην άκρη της καρότσας καπνίζοντας ένα τσιγάρο· τα ξανθά της μαλλιά, λυτά τώρα ύστερα από τη μάχη, ανέμιζαν στον θερμό αέρα του απογεύματος.

«Λες να έχουμε ακόμα πολλές τέτοιες βάσεις να καταστρέψουμε;» τη ρώτησε ο Ανδρόνικος.

«Οι άνθρωποι της Παντοκράτειρας δεν παίζουν όταν βλέπουν πως χάνουν: και σύντομα θα δουν πως χάνουν, νομίζω.» Πέταξε το τελειωμένο τσιγάρο της απ’το πλάι της καρότσας του φορτηγού, κι έβγαλε ένα άλλο από μια τσέπη της στολής της.

«Καπνίζεις περισσότερο ξανά;»

«Ήθελα να το δώσω σ’εσένα,» είπε ψέματα η Ιωάννα, στρέφοντας το τσιγάρο προς το μέρος του.

Ο Ανδρόνικος κούνησε το κεφάλι αρνητικά. Η Ιωάννα μόρφασε αδιάφορα κι έκρυψε πάλι το τσιγάρο μέσα στη στολή της.

«Αφού συγκεντρωθούν οι ευγενείς στη Φανχάι και μιλήσουμε μαζί τους, τι θα κάνεις μετά;» τον ρώτησε ύστερα από λίγο.

«Τι εννοείς; Εξαρτάται… ποια θα είναι η απόφαση… τι θα έχουν κάνει, ίσως, οι πράκτορες της Παντοκράτειρας… Γιατί ρωτάς;»

«Η απόφαση το ξέρεις ότι, κατά πάσα πιθανότητα, θα είναι να συμμαχήσουν με την Επανάσταση. Αφού οι Ορειβάτες είναι μαζί μας, όλη η Σάρντλι θα έρθει μαζί μας. Έτσι δεν έλεγες;»

«Αυτό ελπίζω, κι αυτό φαίνεται να πιστεύει κι ο Ορείχαλκος: πράγμα που είναι καλό σημάδι για τη στρατηγική μας, και για την απελευθέρωση της διάστασης. Όμως γιατί ρωτάς, Ιωάννα;» επανέλαβε ο Ανδρόνικος.

Η Ιωάννα δίστασε προς στιγμή. Μετά: «Σκέφτεσαι να μείνουμε;»

Ο Ανδρόνικος συνοφρυώθηκε. «Πού; Στη Σάρντλι;»

«Ναι. Θα μείνουμε ή, όταν έχεις βεβαιωθεί για την απελευθέρωση της διάστασης, θα φύγουμε;»

«Τι να κάνουμε εδώ, Ιωάννα;»

«Απλώς ρώτησα.» Απέφυγε το βλέμμα του.

«Πρέπει να επιστρέψω στην Απολλώνια, να δω τι γίνεται κι εκεί, με το Βόρειο Μέτωπο κυρίως.»

«Ναι, σωστά.» Η Ιωάννα έβγαλε πάλι το τσιγάρο. Το άναψε.

Ο Ανδρόνικος άρχισε να καταλαβαίνει πού το πήγαινε. «Δεν είναι δυνατόν να κατοικήσουμε στη Σάρντλι: κι οι δύο το ξέρουμε,» της είπε.

Η Ιωάννα ύψωσε το βλέμμα της για να τον κοιτάξει καθώς φυσούσε καπνό απ’την άκρια του στόματός της. Τα μάτια της τα έλεγαν όλα· δεν χρειαζόταν το στόμα της να πει τίποτα. Θα ήθελα να μέναμε για πάντα εδώ, μαρτυρούσαν στον Ανδρόνικο. Η Σάρντλι τούς είχε φέρει πάλι κοντά, όπως ήταν παλιά οι δυο τους. Αλλά αυτή δεν μπορούσε παρά να είναι μια παροδική κατάσταση· ο Ανδρόνικος το καταλάβαινε, και ήταν βέβαιος πως και η Ιωάννα το καταλάβαινε. Θα επιστρέψω σύντομα στην Απολλώνια, και δεν θα μπορούμε πια να είμαστε μαζί. Δεν μπορούσε να ξαπλώνει τη μια βραδιά με την Ιωάννα και την άλλη βραδιά με τη Βασίλισσά του, την Αντίκλεια: την οποία είχε μεν παντρευτεί για πολιτικούς λόγους αλλά ήταν πολύ καλή κοπέλα, και συνεχώς πάσχιζε να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της καινούργιας κοινωνικής της θέσης – που δεν ήταν καθόλου λίγες.

«Δεν έχουμε φύγει από τη Σάρντλι ακόμα,» είπε ο Ανδρόνικος. «Μη με κοιτάς σα να θέλεις να με δαγκώσεις.»

Η Ιωάννα μειδίασε, νιώθοντας την κακή της διάθεση να φτερουγίζει μακριά από τους ώμους της. «Μα, θέλω να σε δαγκώσω.»

7.

«Όταν έφτασα στη Νισθάι, Άρχοντά μου, συνάντησα ένα μικρό πρόβλημα,» είπε στον Ορείχαλκο η πιλότος του ελικοπτέρου, όταν επέστρεψε, το βράδυ, στο Πολύλιθο Μέγαρο, «και φοβήθηκα ότι ίσως να μην κατόρθωνα να φύγω ώστε να συνεχίσω την αποστολή μου· κι ακόμα χειρότερα, φοβήθηκα ότι ίσως να μη μαθαίνατε τι μου είχε συμβεί ώστε να στείλετε κάποιον άλλο για να ειδοποιήσει τους υπόλοιπους Οίκους.»

Τα λόγια της γυναίκας παραξένεψαν τον Ορείχαλκο. Στη Νισθάι; Είχε συναντήσει πρόβλημα στη Νισθάι; Στο Μέγαρο της Ζούγκλας – την έδρα των Ουράνιων; Παράξενο. «Συνέχισε,» την προέτρεψε. Ήταν καθισμένος στον Πολύλιθο Θρόνο, απουσία του θείου του, του Σιδήρου του Πρώτου, που έπαιρνε συνήθως αυτή τη θέση. Η Ανεμόφθαλμη η Δεύτερη στεκόταν δίπλα στον θρόνο, κι ο Ορείχαλκος παρατήρησε ένα έντονο συνοφρύωμα στο πρόσωπό της καθώς άκουγαν αυτά που έλεγε η μαντατοφόρος για κάποιο δυσάρεστο συμβάν στην έδρα του Οίκου της.

Στην Υψηλή Αίθουσα, επίσης, βρίσκονταν η Γρανίτια η Πρώτη, ο Ρουμπίνης (ακόμα μουτρωμένος από τον καυγά του με τον Ορείχαλκο, ακόμα εξοργισμένος με τον αδελφό του), η Αζουρίτια η Δεύτερη, η Αργιλία η Δεύτερη, ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος, η Ιωάννα, ο Σάνραντιλ’φεν, και ο Σέλιρ’χοκ.

Η πιλότος είπε: «Προσγειώθηκα στο Μέγαρο της Ζούγκλας, Άρχοντά μου, κι εκεί φάνηκε πως με περίμεναν· ή μάλλον, περίμεναν κάποιον απεσταλμένο από εσάς.» Ήταν ντυμένη με καφέ πέτσινο πανωφόρι, λευκή μπλούζα, μαύρο δερμάτινο παντελόνι, και ψηλές μπότες. Στο στήθος της γαντζωνόταν μια καρφίτσα με το έμβλημα των Ορειβατών. Το κράνος της το κρατούσε παραμάσκαλα. Προφανώς, είχε έρθει αμέσως να μιλήσει στον Ορείχαλκο, μη χάνοντας χρόνο με το ν’αλλάξει ρούχα. Τα ξανθά μαλλιά της ήταν δεμένα σφιχτά πίσω της, και το λευκό-ροζ δέρμα της έμοιαζε λιγάκι μαυρισμένο απ’τον ιδρώτα της ημέρας που είχε περάσει πετώντας. «Μόλις βγήκα απ’το ελικόπτερό μου, με πλησίασαν δύο φρουροί του Μεγάρου και πρόσταξαν να τους ακολουθήσω. Με πήγαν σε μια μεγάλη αίθουσα, κι εκεί συνάντησα κάποιους από τους Ουράνιους, καθώς και τον Λοχαγό Καλπάρτι, που είναι σύζυγος της Ανεμόφθαλμης της Πρώτης. Απ’ό,τι κατάλαβα, αυτός ήταν που είχε κανονίσει να συλληφθώ αμέσως μόλις ερχόμουν στο Μέγαρο της Ζούγκλας. Είπε ότι είχε μάθει, από ‘πηγές’ (δεν εξήγησε τι εννοούσε), πως οι Ορειβάτες έχουν προδώσει την Παντοκράτειρα, πως προσπαθούν τώρα να φέρουν κι άλλους με το μέρος τους, να τους κάνουν προδότες δηλαδή, και πως πρέπει, ως συνέπεια, εγώ να φυλακιστώ και να μη μου επιτραπεί να φύγω.»

Ο Δημήτριος, σκέφτηκε ο Ορείχαλκος, ήρεμα, ακραγγίζοντας τα λοξά τραύματα που είχε κάνει στο πρόσωπό του το Δημιούργημα που είχε πάρει τη θέση του Όνυχα του Δευτέρου. Οι εφελκίδες ήταν τραχιές κάτω από τα δάχτυλά του.

«Δε μπορεί οι συγγενείς μου να συμφώνησαν!» αναφώνησε η Ανεμόφθαλμη.

«Ευτυχώς όχι, Αρχόντισσά μου,» αποκρίθηκε η πιλότος· «αλλά στην αρχή ήταν διστακτικοί. Μπερδεμένοι, ίσως. Με ρώτησαν αν αυτά που έλεγε ο Λοχαγός Καλπάρτι αλήθευαν. Υποχρεωτικά τούς απάντησα πως, ναι, ο Οίκος των Ορειβατών είχε αποφασίσει να μην υπηρετεί πλέον την Παντοκράτειρα, και τους καλούσε στη Φανχάι για να συζητήσουν, μαζί με άλλους Οίκους, σε ουδέτερο έδαφος. Ο λοχαγός, φυσικά, προέτρεψε τους Ουράνιους να μην πάνε σ’αυτή τη συνάντηση, και επέμεινε να φυλακιστώ. Η Ανεμόφθαλμη η Πρώτη συμφώνησε μαζί του.»

Η Ανεμόφθαλμη η Δεύτερη αναστέναξε σιγανά. Η ξαδέλφη της δεν έπρεπε ποτέ να είχε παντρευτεί αυτόν τον καταραμένο Παντοκρατορικό, νόμιζε. Εξάλλου, ο Βύρων Καλπάρτι δεν ήταν ευγενής, δεν είχε β’ζάιλ· ήταν ένας οποιοσδήποτε! Αλλά δεν ήταν αυτό, βέβαια, που στην πραγματικότητα ενοχλούσε την Ανεμόφθαλμη τη Δεύτερη. Δεν είχε πρόβλημα με τον Ναλκέτρι, τον σύζυγο της άλλης της ξαδέλφης, της Νεφελόπτερης, για παράδειγμα, ο οποίος επίσης δεν ήταν ευγενής. Τον συμπαθούσε, μάλιστα· κι αφού η Νεφελόπτερη τον αγαπούσε, αυτό ήταν αρκετό. Κι έπρεπε, νόμιζε η Ανεμόφθαλμη, να ήταν αρκετό για όλους τους Ουράνιους, κανονικά, και κανένας να μη γκρινιάζει.

Εκείνο που την ενοχλούσε με τον Βύρωνα Καλπάρτι ήταν η ιδιότητά του ως λοχαγός του Παντοκρατορικού Στρατού. Ήταν με τον εχθρό.

Και, παραδόξως, μόνο εκείνη έμοιαζε να το προσέχει αυτό: κανένας άλλος από τους συγγενείς της δεν έλεγε τίποτα για τον καταραμένο Βύρωνα Καλπάρτι – παρότι δεν ήταν από Οίκο της Σάρντλι και, φυσικά, δεν είχε β’ζάιλ – ενώ όλοι μουρμούριζαν για τον Ναλκέτρι πίσω από την πλάτη του και της Νεφελόπτερης, ή ακόμα και μπροστά τους. Τι ανοησία!

«Οι υπόλοιποι δεν συμφώνησαν, όμως,» έλεγε η πιλότος όσο αυτές οι σκέψεις περνούσαν σαν αστραπές απ’το ξαφνικά οργισμένο μυαλό της Ανεμόφθαλμης της Δεύτερης. «Υπήρξαν διαφωνίες, βέβαια, Άρχοντά μου. Φωνές ακούστηκαν, υπέρ και κατά της πρότασης του λοχαγού. Τελικά, όπως θα καταλαβαίνετε, δεν με φυλάκισαν, και μου είπαν ότι θα έρχονταν στη συνάντηση στη Φανχάι οπωσδήποτε.»

«Πώς το πήρε αυτό ο λοχαγός;» ρώτησε ο Ορείχαλκος.

«Διαφώνησε φυσικά. Και μάλιστα, πολύ έντονα. Ωστόσο, οι Ουράνιοι τού είπαν ότι δεν μπορούσαν να μη δεχτούν να μιλήσουν με τους Ορειβάτες και με τους άλλους Οίκους· ήταν αδύνατο κάτι τέτοιο. Θα φαίνονταν αγενής, κατά πρώτον· και κατά δεύτερον, είπαν, επρόκειτο για ένα θέμα που σίγουρα τους ενδιέφερε.

»Νομίζω, Άρχοντά μου, πως υπάρχουν ανάμεσά τους πολλοί που περίμεναν μια τέτοια ανατροπή στην πολιτική κατάσταση της διάστασής μας, αν μου επιτρέπετε να εκφέρω γνώμη.»

Ο Ορείχαλκος ένευσε. Δε με εκπλήσσει, σκέφτηκε, ικανοποιημένα. «Μάλιστα,» είπε. «Και μετά, έφυγες από το Μέγαρο της Ζούγκλας;»

«Αφού ξεκουράστηκα λίγο. Οι περιπέτειές μου, όμως, δεν τελείωσαν στη Νισθάι δυστυχώς, Άρχοντά μου.»

Ο Ορείχαλκος συνοφρυώθηκε. Τώρα καταλάβαινε γιατί η πιλότος έμοιαζε τόσο ταλαιπωρημένη: πρέπει να την είχαν κυνηγήσει οι καταραμένοι πράκτορες της Παντοκράτειρας. Ευτυχώς, ο άλλος πιλότος – αυτός που είχαν στείλει στα δυτικά, για να ειδοποιήσει τους Γεωμέτρες, τους Οπλομάχους, και τους Πράσινους – δεν είχε συναντήσει τέτοια προβλήματα. Είχε μεταφέρει το μήνυμά του, είχε λάβει θετικές (αν και διστακτικές, όπως είπε – και όπως ήταν αναμενόμενο) απαντήσεις από τους Οίκους, και είχε επιστρέψει στο Πολύλιθο Μέγαρο το απόγευμα.

«Συνέχισε,» προέτρεψε, γι’ακόμα μια φορά, ο Ορείχαλκος την πιλότο. «Κάθισε πρώτα, όμως.»

«Ευχαριστώ, Άρχοντά μου,» είπε εκείνη, καθίζοντας σε μια καρέκλα του μεγάλου τραπεζιού, όχι πολύ μακριά από τον Ανδρόνικο.

Ο Ορείχαλκος έκανε νόημα στους υπηρέτες. «Φέρτε της υπόγειο οίνο και γλυκίσματα.» Εκείνοι υπάκουσαν, και σύντομα η πιλότος είχε μια κούπα δροσερό κρασί στα χέρια της, απ’την οποία και ήπιε διψασμένα.

Σκούπισε τα χείλη της με μια πετσέτα και είπε: «Καθώς έφευγα απ’τη Νισθάι, συνειδητοποίησα ότι κάποιος με καταδίωκε. Ένα άλλο ελικόπτερο. Προσπάθησε να με καταρρίψει προτού φτάσω στη Φανχάι αλλά δεν τα κατάφερε· του ξέφυγα. Κι όταν έφτασα στη Φανχάι, εξαφανίστηκε. Φοβούμενη ότι θα μου είχαν στήσει παγίδα στο αεροδρόμιο της πόλης, πήγα κατευθείαν στους Τρεις Πύργους. Οι Πολεοδόμοι μού επέτρεψαν να προσγειωθώ, και τους μετέφερα το μήνυμά σας. Εδώ, κανένας Παντοκρατορικός δεν επιχείρησε να με συλλάβει. Οι Πολεοδόμοι συμφώνησαν να γίνει η συνάντηση στη Φανχάι, αλλά όχι στους Τρεις Πύργους. Τους διαβεβαίωσα πως δεν είχατε σκοπό να κάνετε τη συνάντηση μέσα στην οικία τους, κι αυτό τους καθησύχασε· μάλλον, δε θέλουν μπλεξίματα με τους πράκτορες της Παντοκράτειρας, όσο μπορούν να το αποφύγουν. Μου είπαν πως, δεδομένου ότι είσαστε πρόθυμοι να πληρώσετε για τον χώρο σε κάποιο ξενοδοχείο ίσως, δεν έχουν κανένα πρόβλημα με το να πραγματοποιηθεί η συνάντηση στη Φανχάι. Εξάλλου, πάντα ήταν ανοιχτή πόλη, παρότι θεωρούνται άρχοντές της. Σπάνια αρνούνται σε κάποιον να πάει και να οργανώσει οτιδήποτε εκεί.»

«Σ’το είπαν αυτό;»

«Μάλιστα, Άρχοντά μου. Μετά, ύστερα από μια σύντομη ανάπαυση, έφυγα από τη Φανχάι και πέταξα πάνω απ’τον Τρόμο του Βάσλεοθ, κατευθυνόμενη προς Ρακ’κάμι. Γι’ακόμα μια φορά με καταδίωξαν και γι’ακόμα μια φορά τούς ξέφυγα, αν και το ελικόπτερό μου χτυπήθηκε λιγάκι. Στη Ρακ’κάμι συνάντησα τους Γνωστικούς και τους μετέφερα το μήνυμά σας. Μου υποσχέθηκαν πως θα έρθουν στη συνάντηση στη Φανχάι, και με βοήθησαν να κάνω κάποιες επισκευές στο ελικόπτερό μου. Με ρώτησαν πώς είχα χτυπηθεί, και τους αποκρίθηκα ότι κάποιοι με καταδίωκαν – μάλλον, πράκτορες της Παντοκράτειρας. Μου είπαν να προσέχω, και μου έδωσαν ένα δωμάτιο για να ξεκουραστώ μέσα στο Καταφύγιο της Γνώσης. Καθώς ήμουν εκεί, κάποιος γλίστρησε ένα κομμάτι χαρτί κάτω απ’την πόρτα μου – δεν ξέρω ποια στιγμή ακριβώς. Όταν το πρόσεξα, άνοιξα την πόρτα να δω μήπως κάποιος ήταν απέξω, μα δεν είδα κανέναν.

»Επάνω στο χαρτί υπήρχε ένα μήνυμα. Το έχω μαζί μου, Άρχοντά μου.» Το έβγαλε απ’το εσωτερικό του πέτσινου πανωφοριού της. «Θέλετε να το δείτε;»

«Ναι.»

Η πιλότος σηκώθηκε, πλησίασε τον Πολύλιθο Θρόνο, και του το έδωσε. Ο Ορείχαλκος το διάβασε: Ένα ελικόπτερο θα σε πλησιάσει – για προστασία – όταν φύγεις. Θα στείλει τον εξής κωδικό στον πομπό σου: και ακολουθούσε ο τηλεπικοινωνιακός κωδικός με ψηφία και σύμβολα.

«Τι λέει;» ρώτησε ο Ανδρόνικος.

Ο Ορείχαλκος τού είπε· και ρώτησε την πιλότο, η οποία είχε ξανακαθίσει στη θέση της: «Πράγματι, σε πλησίασε ελικόπτερο;»

«Ναι· κανένα μισάωρο αφότου είχα απογειωθεί από τη Ρακ’κάμι πετώντας ανατολικά, προς Ραντ’κάμι. Μου έστειλε τον κωδικό μέσω του τηλεπικοινωνιακού πομπού μου, και μου είπε πως ήταν με την Επανάσταση. Το οδηγούσε ένας καραφλός, χρυσόδερμος τύπος με μούσια, απ’ό,τι μπόρεσα να δω· κι άλλοι δύο ήταν μαζί του – ένας άντρας και μια γυναίκα.»

Ο Σάνραντιλ’φεν είπε: «Μάλλον, άνθρωποι της Προμάχου Κιρτέφκι.»

«Ποια είναι η Πρόμαχος Κιρτέφκι;» ρώτησε ο Ορείχαλκος.

«Η αρχηγός της Επανάστασης στις νότιες περιοχές, κοντά στις ακτές, Άρχοντά μου.»

«Την έχετε ειδοποιήσει γι’αυτό που συμβαίνει εδώ;»

«Μέχρι στιγμής δεν ήμουν βέβαιος ότι τα νέα είχαν φτάσει στ’αφτιά της μέσω του δικτύου μας. Τώρα, όμως, δεν έχω αμφιβολία ότι ξέρει τι γίνεται.»

«Επίσης,» είπε ο Ορείχαλκος, «φαίνεται πως οι Γνωστικοί έχουν ανάμεσά τους ανθρώπους που είναι κρυφά με την Επανάσταση…»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Σάνραντιλ’φεν, αλλά δεν προθυμοποιήθηκε να πει τίποτα περισσότερο – να αποκαλύψει ονόματα – αν ήξερε.

«Συνέχισε,» προέτρεψε ο Ορείχαλκος την πιλότο.

«Οι Παντοκρατορικοί με κυνήγησαν ξανά καθώς πήγαινα προς τη Ραντ’κάμι. Τρία ελικόπτερα ήρθαν καταπάνω σε μένα και στους επαναστάτες. Οι επαναστάτες προσπάθησαν να με προστατέψουν, κι αντάλλαξαν πυρά με τους Παντοκρατορικούς: ένα ελικόπτερο των τελευταίων καταρρίφθηκε· τ’άλλα δύο τελικά υποχώρησαν, καθώς πλησιάζαμε στη Ραντ’κάμι. Προσγειώθηκα εκεί στο Οχυρό της Θάλασσας, ενώ το ελικόπτερο των επαναστατών πέταξε νότια. Ίσα που πρόλαβα, μέσω πομπού, να τους ευχαριστήσω για τη βοήθειά τους. Αν δεν τους είχα μαζί μου, αποκλείεται ετούτη τη φορά να είχα ξεφύγει ζωντανή, όσο κι αν οι θεοί να το ήθελαν, Άρχοντά μου.»

«Τι σου είπαν οι Ακτοφύλακες;»

«Θα έρθουν στη συνάντηση στη Φανχάι, μου υποσχέθηκαν· δεν μπορούν να αγνοήσουν το κάλεσμα ενός Οίκου όπως είναι οι Ορειβάτες. Όσο, όμως, ήμουν στο Οχυρό της Θάλασσας, οι Παντοκρατορικοί προσπάθησαν πάλι να με συλλάβουν. Μια πράκτοράς τους που ονομάζεται Χριστίνα Ταχυδάκτυλη παρουσιάστηκε μαζί με στρατιώτες και ζήτησε από τους Ακτοφύλακες να με φυλακίσουν, ως παράνομη. Εκείνοι δεν το δέχτηκαν, λέγοντας πως αν το έκαναν αυτό θα πρόσβαλαν τους Ορειβάτες – πράγμα απαράδεκτο. Εξάλλου, τόνισαν, δεν ήμουν παρά μια μαντατοφόρος, όχι αποστάτρια. Μετέφερα απλώς το αίτημα των Ορειβατών να γίνει συνάντηση, τίποτα περισσότερο. Η Χριστίνα Ταχυδάκτυλη μού είπε, τότε, να μεταφέρω κι ένα δικό της μήνυμά στους Ορειβάτες…»

«Τι μήνυμα;» ρώτησε ο Ορείχαλκος όταν την είδε να διστάζει.

«Βασικά, Άρχοντά μου, μου είπε ότι θα αφανίσουν κάθε μέλος του Οίκου των Ορειβατών και θα σβήσουν την άθλια, προδοτική ράτσα του από τη Σάρντλι.» Έμοιαζε να ντρέπεται καθώς το έλεγε αυτό στον Ορείχαλκο.

«Και μετά, σε άφησαν να φύγεις;»

«Οι Παντοκρατορικοί έφυγαν πριν από εμένα, και οι Ακτοφύλακες προθυμοποιήθηκαν να στείλουν ένα ελικόπτερό τους για να με συνοδέψει ώς ένα σημείο, ώστε να μη γίνουν επεισόδια. Φυσικά δέχτηκα· οφείλω να ομολογήσω, Άρχοντά μου, πως ήμουν φοβισμένη.» Ήπιε μια γουλιά απ’τον υπόγειο οίνο στην κούπα της. «Τίποτα δεν συνέβη, τελικά, όμως,» συνέχισε. «Το ελικόπτερο των Ακτοφυλάκων με συνόδεψε περίπου ώς τη δημοσιά που συνδέει τη Νισθάι με τη Σάτ’βνι· έπειτα ο πιλότος μού ευχήθηκε, μέσω πομπού, ο Άνβρεοθ νάναι μαζί μου και πέταξε νότια. Κατά την υπόλοιπη πτήση μέχρι εδώ, Άρχοντά μου, δεν συνάντησα κανένα πρόβλημα.»

Γιατί να σε κυνηγούσαν πια; σκέφτηκε ο Ορείχαλκος. Κατάλαβαν ότι είχες μεταφέρει όλα τα μηνύματα που έπρεπε να μεταφέρεις.

Η Ανεμόφθαλμη στράφηκε να τον κοιτάξει. «Μπορεί τα ίδια να έχουν συμβεί και στον μαντατοφόρο που στείλαμε στ’ανατολικά.»

«Δε θ’αργήσουμε να το μάθουμε,» της αποκρίθηκε ο Ορείχαλκος. Και προς την πιλότο: «Ο Οίκος των Ορειβατών σε ευχαριστεί πολύ για τις υπηρεσίες σου. Θα ανταμειφθείς πλούσια· σ’το υπόσχομαι.»

«Ευχαριστώ, Άρχοντά μου.» Η πιλότος σηκώθηκε και υποκλίθηκε αντίκρυ του.

«Μπορείς να πηγαίνεις.»

Η γυναίκα στράφηκε και έφυγε.

«Οι Παντοκρατορικοί μάλλον δε θα καθίσουν ήσυχα,» σχολίασε η Γρανίτια.

Ο Ρουμπίνης γέλασε χλευαστικά, χωρίς να πει τίποτα. Ο Ορείχαλκος το θεώρησε συνετό ν’αγνοήσει τη συμπεριφορά του αδελφού του. Φερόταν σαν αγροίκος και σαν ανόητος, τελευταία.

«Περίμενε κανείς ότι θα κάθονταν ήσυχα;» είπε η Ιωάννα, καπνίζοντας ένα τσιγάρο καθώς ήταν καθισμένη σε μια άκρη της Υψηλής Αίθουσας.

«Δε νομίζω, όμως, ότι μπορούν να κάνουν πραγματική ζημιά,» προσπάθησε να τους καθησυχάσει όλους ο Σάνραντιλ’φεν.

8.

Ο πιλότος που είχε σταλεί στην Ανατολική Σάρντλι, για να ενημερώσει τους Οίκους των Οδηγών, των Θηριοδαμαστών, και των Υδατοσκόπων, ήρθε στο Πολύλιθο Μέγαρο καμια ώρα αφότου είχε επιστρέψει η προηγούμενη πιλότος, που είχε κυνηγηθεί από τους Παντοκρατορικούς. Βγήκε από το ελικόπτερό του και κατέβηκε στην Υψηλή Αίθουσα, όπου τώρα ήταν συγκεντρωμένοι περισσότεροι απ’ό,τι πριν: Ορειβάτες και επαναστάτες, Γεωμέτρες και Ουράνιοι. Τους τελευταίους, ειδικά, ο Ορείχαλκος τούς είχε καλέσει άρον-άρον γιατί θεωρούσε ότι έπρεπε αμέσως να μάθουν τι συνέβαινε στο Μέγαρο της Ζούγκλας.

Ο Ηλιόνους ο Πρώτος, ο πατέρας της Ανεμόφθαλμης της Δεύτερης, αναστατώθηκε πολύ ακούγοντας τα νέα· αλλά: «Το περίμενα,» είπε. «Περίμενα ότι η αντίδραση του Καλπάρτι θα ήταν, ασφαλώς, άσχημη. Και δεν ξέρω τώρα τι πρέπει να κάνουμε μ’αυτόν…» Έδειχνε προβληματισμένος.

«Πρέπει να επιστρέψουμε στη Νισθάι το συντομότερο δυνατό, πατέρα,» τόνισε η Αστρόπνοη η Τρίτη.

Και τότε ήταν που μπήκε ο πιλότος στην Υψηλή Αίθουσα, καθώς οι φρουροί ανακοίνωναν μεγαλόφωνα την άφιξή του. Οι φωνές έπαψαν, σιγή απλώθηκε, και ο μαντατοφόρος βάδισε ανάμεσα στους ευγενείς και στους επαναστάτες.

Η όψη του δεν έμοιαζε στον Ορείχαλκο τόσο ταλαιπωρημένη όσο της προηγούμενης πιλότου. «Σ’ακούμε,» του είπε.

Ο άντρας υποκλίθηκε. «Τα πάντα πήγαν καλά, Άρχοντά μου. Οι Οίκοι συμφώνησαν να σας συναντήσουν στη Φανχάι.»

«Δεν δέχτηκες καμια επίθεση, ούτε σε κυνήγησε κανένας, έτσι;»

«Όχι, Άρχοντά μου. Αλλά, αν μου επιτρέπετε, γιατί ρωτάτε;»

«Επειδή τη συνάδελφό σου την καταδίωκαν Παντοκρατορικά αεροσκάφη από τη Νισθάι ώς τη Ραντ’κάμι.»

«Αυτό, Άρχοντά μου, είναι… ανησυχητικό…»

«Τα κατάφερε καλά. Τα πράγματα θα μπορούσαν να ήταν και χειρότερα.»

«Οι θεοί ήταν μαζί της, τότε. Ο Άνβρεοθ είχε στραμμένο το βλέμμα του στο αεροσκάφος της.»

«Δίχως αμφιβολία,» αποκρίθηκε ο Ορείχαλκος. «Μπορείς να πηγαίνεις να ξεκουραστείς, τώρα. Σ’ευχαριστώ για τις υπηρεσίες σου.»

«Είναι τιμή μου να υπηρετώ τους Ορειβάτες, Άρχοντά μου.» Ο πιλότος υποκλίθηκε και έφυγε από την Υψηλή Αίθουσα.

9.

Η Ιωάννα ανησυχούσε για την ασφάλεια του ταξιδιού.

Με την αυγή είχε αποφασιστεί να ξεκινήσουν για Φανχάι· και καθοδόν θα περνούσαν και από τη Νισθάι. Δεν θα πήγαιναν πετώντας αλλά με οχήματα ξηράς. Και μέσα σ’αυτά τα οχήματα θα ήταν, εκτός από τον Ανδρόνικο, την Ιωάννα, την Άνμα’ταρ, τον Σέλιρ’χοκ, τον Σάνραντιλ’φεν, και άλλους επαναστάτες, ο Ορείχαλκος, κάποιοι συγγενείς του, οι Ουράνιοι που ήταν επί του παρόντος στη Φιλτά’κβι (ο Ηλιόνους ο Πρώτος, η Αστρόπνοη η Τρίτη, ο Αστροφώτιστος ο Δεύτερος, η Νεφελόπτερη, ο Ναλκέτρι, και η Ανεμόφθαλμη η Δεύτερη), οι Γεωμέτρες (η Ευθύγραμμη η Τρίτη και οι συγγενείς της που είχαν έρθει για λογαριασμό της Οξυγώνιας), και κάμποσοι υπηρέτες και φρουροί.

Με τόσα σημαντικά πρόσωπα μέσα της, αυτή η συνοδία θα ήταν, αναμφίβολα, καλός στόχος για τους πράκτορες της Παντοκράτειρας. Και η Ιωάννα φοβόταν ότι πολύ πιθανόν να τη χτυπούσαν, είτε για να σκοτώσουν τους πάντες, είτε για να σκοτώσουν μερικούς και να αιχμαλωτίσουν τους υπόλοιπους. Εξάλλου, όλοι όσοι βρίσκονταν με τον Αρχιπροδότη θεωρούνταν προδότες της Συμπαντικής Παντοκρατορίας.

Η Ιωάννα μίλησε, μέσα στη νύχτα, με την Άνμα’ταρ και τον Σέλιρ’χοκ, και πήραν κάποιες αποφάσεις σχετικά με τη φύλαξη της συνοδίας οι οποίες δεν είχαν να κάνουν μόνο με συμβατικούς τρόπους προστασίας αλλά και με ξόρκια και μαγγανείες. «Πρέπει,» είπε η Ιωάννα στη Δράκαινα και στον Διαλογιστή, «να είμαστε έτοιμοι για τα πάντα.»

«Θα είμαστε,» υποσχέθηκε ο Σέλιρ’χοκ, με τον συνηθισμένο νηφάλιο τρόπο του.

Η Ιωάννα μίλησε μετά μ’έναν μάγο του τάγματος των Βιοσκόπων που βρισκόταν στη δούλεψη των Ορειβατών. Του είπε να κάνει συνεχώς ελέγχους για βιολογικούς οργανισμούς, κι αν εντοπίσει κάτι ασυνήθιστο – οτιδήποτε – να την ειδοποιήσει αμέσως. Φοβόταν μήπως οι Παντοκρατορικοί κατάφερναν να γλιστρήσουν κάποιο Δημιούργημα μέσα στη συνοδία.

Επίσης, η Ιωάννα μίλησε στους επαναστάτες του Φτερωτού Όρους που θα έρχονταν μαζί τους στη Φανχάι: τους τόνισε τη σημαντικότητα και την επικινδυνότητα της κατάστασης. Και τέλος, μίλησε στον Πρόμαχό τους, τον Σάνραντιλ’φεν, ρωτώντας τον αν νόμιζε πως υπήρχε κάτι που μπορούσε να κάνει, ως μάγος. «Γνωρίζω, βέβαια, ότι δεν είναι αυτή η ειδικότητά σου…» του είπε.

«Και έχεις δίκιο,» αποκρίθηκε ο Πρόμαχος του Φτερωτού Όρους. «Αν πηγαίναμε σε κάποιο ορυχείο, θα μπορούσα να σας βοηθήσω καλύτερα με τη μαγεία του. Τώρα μπορώ να κάνω μονάχα προτάσεις.»

Η Ιωάννα ένευσε, και του είπε πως ό,τι προτάσεις είχε να κάνει θα τις άκουγαν. Ήταν παλιός επαναστάτης της Σάρντλι και ήξερε πάρα πολλά για τη διάσταση.

Μετά, η Μαύρη Δράκαινα πήγε στο δωμάτιο του Ανδρόνικου και τον βρήκε να κάθεται σε μια ψάθινη πολυθρόνα μπροστά στο παράθυρο, ατενίζοντας το μοναδικό φεγγάρι της Σάρντλι.

Ακούγοντάς τη να μπαίνει, στράφηκε να την κοιτάξει. «Λοιπόν;»

«Εντάξει. Ας πούμε.» Η Ιωάννα ήρθε και κάθισε στο περβάζι του παραθύρου.

«Τι ‘ας πούμε’;»

«Δεν ξέρω αν τα πάντα είναι τέλεια. Μπορεί κάτι να συμβεί.»

«Ποτέ,» είπε ο Ανδρόνικος, «τίποτα δεν είναι τέλειο. Αφού λες ότι θα είμαστε καλά φυλαγμένοι, πιστεύω πως θα είμαστε.»

«Έχεις περισσότερη εμπιστοσύνη σ’εμένα απ’ό,τι έχω εγώ στον εαυτό μου, ορισμένες φορές.»

«Το ξέρω.»

Η Ιωάννα μειδίασε, κοιτάζοντάς τον με τις άκριες των ματιών.

«Είναι μέρος της εκπαίδευσή σου, ίσως,» πρόσθεσε ο Ανδρόνικος. Ύψωσε ένα φρύδι. «Ή όχι;»

«Δεν ξέρω αν όλες οι Μαύρες Δράκαινες είναι έτσι.»

«Θέλουν, όμως, όλες να είναι τέλειες, νομίζω.»

«Δεν πρέπει νάχεις άδικο.»

«Ο πατέρας μου ξέρεις τι μου είχε πει κάποτε, Ιωάννα;»

«Τι;»

«Πως όταν δεν είσαι ποτέ απόλυτα ευχαριστημένος με τον εαυτό σου θα γίνεσαι πάντα καλύτερος. Αυτό κάνεις κι εσύ – και οι άλλες Μαύρες Δράκαινες, ίσως.»

«Γίνομαι πάντα καλύτερη; Το εύχομαι.»

Ο Ανδρόνικος ανασήκωσε τους ώμους. «Αυτό ήταν το σκεπτικό που σας ενέπνευσε η εκπαίδευσή σας, μάλλον.»

«Μπορεί. Εκτός των άλλων.» Η Ιωάννα κοίταξε, για μια στιγμή, έξω απ’το παράθυρο· μετά έστρεψε πάλι το βλέμμα της στον Ανδρόνικο. «Έχεις σκεφτεί ποτέ να εκπαιδεύσεις κι άλλες;»

«Μαύρες Δράκαινες;»

«Και μάγισσες του τάγματος των Δρακαινών.»

«Ποιος θα τις εκπαιδεύσει, Ιωάννα; Και δεν–»

«Εγώ θα μπορούσα να τις εκπαιδεύσω. Όχι τις μάγισσες, εννοείται. Αυτές κάποια άλλη, ή κάποιες άλλες, θα τις εκπαίδευαν. Η Άνμα’ταρ, ίσως, ή η Ραμίνα’ταρ.»

«Και,» ο Ανδρόνικος συνέχισε από εκεί που είχε μείνει, «δεν ξέρω αν θα ήθελα να κάνω κάτι τέτοιο. Τι σκοπό θα εξυπηρετούσε, Ιωάννα;»

«Θα δούλευαν για σένα, φυσικά.»

«Ναι, εντάξει, θα δούλευαν για μένα. Αλλά εγώ δεν έχω ανάγκη από κάτι τέτοιο. Θέλω να πω ότι η Παντοκράτειρα σάς έφτιαξε επειδή ήθελε να κάνετε κάποιες αποστολές γι’αυτήν – να σκοτώνετε ανθρώπους, να μπαίνετε σε απαραβίαστα μέρη… Όταν έχουμε νικήσει τη Συμπαντική Παντοκρατορία, τι να τα κάνω εγώ αυτά; Δε θέλω να συνεχίσω εκείνο που πάλεψα για να καταστρέψω.»

«Νομίζεις δηλαδή πως, όταν διαλυθεί η Παντοκρατορία, ο κόσμος θα γίνει ξαφνικά παράδεισος;»

Ο Ανδρόνικος κούνησε το κεφάλι. «Δε λέω αυτό…»

«Κι όμως, αυτό φαίνεται να νομίζεις ορισμένες φορές. Η Παντοκράτειρα δεν ευθύνεται για όλα τα κακά στο σύμπαν, Ανδρόνικε· κι όταν αυτή πάψει να διοικεί, τα υπόλοιπα κακά θα παραμείνουν.»

«Τέλος πάντων,» είπε ο Ανδρόνικος. «Δε νομίζω ότι θα χρειαστώ άλλες Μαύρες Δράκαινες.»

Η Ιωάννα κατέβηκε απ’το περβάζι. «Καλά… Πηγαίνω για ύπνο. Αύριο πρέπει να είμαι ξεκούραστη.»

Ο Ανδρόνικος την έπιασε από το χέρι καθώς περνούσε από δίπλα του. «Μείνε.»

Η Ιωάννα στράφηκε να τον κοιτάξει, νιώθοντας έναν ξαφνικό ενθουσιασμό βαθιά μέσα στην κοιλιά της. «Για πόσο;» Το σώμα της της έλεγε να μείνει, το μυαλό της να φύγει για να είναι ξεκούραστη αύριο όταν θα ξεκινούσαν.

«Μέχρι την αυγή.»

«Δε μπορούμε να είμαστε ξύπνιοι μέχρι την αυγή!» γέλασε η Ιωάννα.

«Δεν πρότεινα να είμαστε ξύπνιοι. Όχι συνέχεια, τουλάχιστον.»

10.

«Δεν είναι συνετό να πάμε κι οι δύο, πατέρα,» είπε ο Ορείχαλκος στον Σίδηρο τον Δεύτερο. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα, και βρίσκονταν μόνοι τους σε μια μικρή αίθουσα του Πολύλιθου Μεγάρου. «Κάποιος πρέπει να μείνει εδώ. Κάποιος που τον σέβονται, που τον εμπιστεύονται. Εσύ.»

Ο Σίδηρος ήταν διστακτικός. «Και να σ’αφήσω να πας μόνος σου στη Φανχάι….»

«Δε θα είμαι μόνος μου. Η Γρανίτια η Πρώτη θα είναι μαζί μου, και η αδελφή μου η Αζουρίτια η Δεύτερη. Και η Αζουρίτια η Πρώτη, επίσης.»

«Η Αζουρίτια η Πρώτη;»

«Ναι, δεν την άκουσες; Η ίδια προθυμοποιήθηκε.» Ήταν η μεγάλη κόρη της Αργιλίας της Δεύτερης, ξαδέλφη του Ορείχαλκου και μεγαλύτερη απ’αυτόν κατά έξι χρόνια. Ασχολιόταν με τις διάφορες δουλειές στα ορυχεία – εκτός από αυτές που είχαν να κάνουν με τη φύλαξή τους και την πολιτική με τους Παντοκρατορικούς. Τη γοήτευαν τα πετρώματα και οι λίθοι, και η γη γενικότερα. Είχε πει πολλές φορές ότι θα ήθελε να είχε το Χάρισμα της μάγισσας, ώστε να είναι στο τάγμα των Γαιοδιφών. Κανένας, όμως, Σάρντλιος που ήταν από Οίκο δεν ήταν συγχρόνως και μάγος. Κανένας που είχε β’ζάιλ δεν είχε και το Χάρισμα. Ο Ορείχαλκος είχε, κάπου-κάπου, αναρωτηθεί γιατί να συμβαίνει αυτό· του φαινόταν λιγάκι παράξενο.

«Θα έρθει κι ο Οπάλιος ο Δεύτερος;» ρώτησε ο Σίδηρος ο Δεύτερος.

«Ναι. Απ’ό,τι κατάλαβα.» Ο Οπάλιος ήταν σύζυγος της Αζουρίτιας της Πρώτης, Ορειβάτης κι αυτός, και δεύτερος ξάδελφός της (όπως επίσης και του Ορείχαλκου). Ο Οπάλιος ο Δεύτερος ήταν παιδί ενός γιου του αδελφού του παππού του Ορείχαλκου. Οι Ορειβάτες δεν ήταν καθόλου μικρός Οίκος· και δεν βρίσκονταν όλοι στο Πολύλιθο Μέγαρο, φυσικά. Ο Ορείχαλκος ορισμένες φορές μπερδευόταν τελείως με την μπλεγμένη γενεαλογία.

«Μάλιστα,» είπε ο Σίδηρος ο Δεύτερος. «Εξακολουθώ, όμως, να…» Κούνησε το κεφάλι, μορφάζοντας. «Ορείχαλκε, θα είναι ο αδελφός μου εδώ, και η Αργιλία.»

«Τη θεία ας πούμε ότι την εμπιστεύομαι. Τους τρομάζει με το μοναδικό της μάτι.» (Ο Σίδηρος ο Δεύτερος μειδίασε άθελά του.) «Αλλά, είσαι σοβαρός; Τον Σίδηρο τον Πρώτο τον εμπιστεύεσαι;»

«Δεν είναι ανόητος, Ορείχαλκε, παρότι μπορεί να σου δίνει αυτή την εντύπωση.»

«Δεν είπα ότι είναι ανόητος, πατέρα. Είναι, όμως, μεγάλος πια – και, ναι, νομίζω ότι τα έχει λιγάκι – λιγάκι – χαμένα.»

«Κι εγώ είμαι μεγάλος.»

«Ο Σίδηρος ο Πρώτος είναι μεγαλύτερος–»

«Για τρία χρόνια.»

«–κι εσύ, πατέρα, δεν τα έχεις χαμένα. Το ξέρεις ότι πρέπει να μείνεις εδώ. Είσαι, ίσως, ο μόνος που μπορεί να αντιμετωπίσει κάτι σοβαρό αν χρειαστεί, τώρα που ο Όνυχας ο Δεύτερος δεν είναι πια μαζί μας.»

Ο Σίδηρος ο Δεύτερος δεν αποκρίθηκε αμέσως. Βημάτισε μέσα στη μικρή αίθουσα, σκεπτικός. Τελικά, όμως, συμφώνησε: θα έμενε στο Πολύλιθο Μέγαρο, είπε, και θα ήταν έτοιμος για κάθε ενδεχόμενο. Έτσι, ο Ορείχαλκος τον καληνύχτισε, είπε «Θα τα ξαναπούμε και το πρωί, πατέρα», και έφυγε για τα δωμάτιά του.

Στο δρόμο συνάντησε τον Ρουμπίνη. Ο αδελφός του στεκόταν στη γωνία ενός διαδρόμου, ακουμπώντας τον ώμο στον τοίχο, και τον κοίταζε με τα χέρια σταυρωμένα μπροστά του.

«Δεν είμαι καλεσμένος, φαίνεται,» είπε.

Ο Ορείχαλκος στάθηκε, τον αντίκρισε. «Δε ζήτησες να έρθεις.» Ήταν προφανές ότι ο Ρουμπίνης αναφερόταν στη συνάντηση που θα γινόταν στη Φανχάι. «Αλλά, ούτως ή άλλως, όλοι είναι καλεσμένοι, Ρουμπίνη – φυσικά, λοιπόν, κι εσύ.»

«Μου προτείνεις να έρθω στη συγκέντρωση που θα μας καταδικάσει συλλήβδην ως αποστάτες και προδότες.»

«Δεν είμαστε προδότες. Υπερασπιζόμαστε τη Σάρντλι–»

«Σοβαρά; Σα ν’ακούω την Ανεμόφθαλμη να μιλά – ξέρεις, όταν την είχατε συλλάβει.»

Ο Ρουμπίνης έμοιαζε να θέλει καυγά, σκέφτηκε ο Ορείχαλκος – που ήθελε να αποφύγει τον καυγά. «Λοιπόν, κοίτα. Αν θέλεις, έλα. Αν δεν θέλεις, μην έρθεις. Κανένας δε σε υποχρεώνει να κάνεις τίποτα.»

«Με υποχρεώσατε, όμως, να γίνω αποστάτης σαν εσάς.»

«Οι Παντοκρατορικοί είχαν σκοτώσει τον θείο Όνυχα, Ρουμπίνη!» είπε, θυμωμένα, ο Ορείχαλκος. «Τον είχαν αντικαταστήσει μ’ένα τέρας. Είναι δυνατόν να μου λες ότι ακόμα θες να είσαι με το μέρος τους;»

«Αλλάζεις το θέμα, αδελφέ.»

«Ναι; Και ποιο είναι το θέμα; Σου είπα: αν θέλεις, έλα στη συγκέντρωση· αν δεν θέλεις, μην έρθεις. Δεν έχουμε κάτι άλλο να πούμε.» Στράφηκε, γυρίζοντας την πλάτη στον Ρουμπίνη, βαδίζοντας μέσα στον διάδρομο.

«Έπρεπε εγώ να την είχα παντρευτεί, Ορείχαλκε! Τότε, όλα θα ήταν καλύτερα στη Σάρντλι.»

Ναι, ίσως… σκέφτηκε ο Ορείχαλκος. Ίσως.

Αλλά το ήξερε πως αποκλείεται να ήταν έτσι.

11.

Αυτός ο καταραμένος Ορείχαλκος!

Ο Ρουμπίνης έσφιξε τη γροθιά του, βλέποντας την πλάτη του αδελφού του ν’απομακρύνεται και να στρίβει σε μια γωνία. Το άλλο του χέρι ήταν κρυμμένο μέσα σε μια πτυχή του χιτώνα του, βαστώντας τη λαβή ενός πιστολιού με ανοιχτή ασφάλεια.

Είχε κατά νου να σκοτώσει τον Ορείχαλκο – γι’αυτό κιόλας τον περίμενε εδώ – αλλά δεν ήταν κι απόλυτα βέβαιος. Δεν ήξερε αν κάτι τέτοιο θα διόρθωνε την κατάσταση· άλλωστε, ο ίδιος ο Αρχιπροδότης ήταν μέσα στο Πολύλιθο Μέγαρο, όπως κι ο άλλος προδότης, ο καταραμένος μάγος, ο Σάνραντιλ’φεν. Ο Ρουμπίνης ήλπιζε ότι σκοτώνοντας τον Ορείχαλκο ίσως να έφτιαχναν τα πράγματα, αλλά από την άλλη φοβόταν ότι ίσως και να χειροτέρευαν… έτσι, δεν είχε επιχειρήσει να υψώσει το πιστόλι του και να τον πυροβολήσει. Είχε αλλάξει γνώμη προς το τέλος. Είχε αποφασίσει.

Αυτός ο καταραμένος Ορείχαλκος!

Ο Ρουμπίνης στράφηκε και βάδισε μέσα στον διάδρομο. Τότε που ήθελα εγώ να παντρευτώ την Παντοκράτειρα, μου έλεγαν όλοι όχι, μου έλεγαν ότι ο Ορείχαλκος θα ήταν καλύτερα να έχει την… ευθύνη. Τι σαχλαμάρες, μα τα γερασμένα βυζιά της Νάεφισπ! Τι σαχλαμάρες! Πολύ ωραία χειρίστηκε, τελικά, το όλο θέμα ο Ορείχαλκος! Μας πήγε με την Επανάσταση! Με τους αποστάτες… Τι βλάκας!

Και ο Όνυχας ο Δεύτερος, που τότε υποστήριζε τον Ορείχαλκο – έλεγε πως αυτός ήταν ο κατάλληλος για να παντρευτεί την Παντοκράτειρα – πού είχε καταλήξει; Είχε δολοφονηθεί, ο ανόητος! και τον είχαν αντικαταστήσει μ’ένα Δημιούργημα. Ποιος ξέρει τι προδοσία μπορεί να είχε επιχειρήσει ώστε να επιφέρει τέτοια καταστροφή επάνω του κι επάνω στον Οίκο των Ορειβατών! Μπορεί να είχε κι αυτός καμια «έξυπνη» ιδέα να πάει με τους επαναστάτες. Ο Ρουμπίνης τον είχε ικανό τον Όνυχα τον Δεύτερο για κάτι τέτοιο: όλο μηχανορραφίες ήταν ο γέρος!

Είσαι ανήσυχος, Ρουμπίνη, του είπε το β’ζάιλ του.

«Τι περίμενες εσύ να είμαι; Έχουμε μπλέξει με ανόητους και προδότες!»

Ήταν, όμως, ασύνετο αυτό που πήγες να κάνεις. Τι θα γινόταν αν δεν κατάφερνες να σκοτώσεις τον Ορείχαλκο; Ή, τι θα γινόταν αν σε έπιαναν – ακόμα κι αν τον σκότωνες;

«Τα ίδια μου έλεγες και πριν.»

Και θα τα ξαναπώ αν χρειαστεί.

«Εκείνο που χρειάζεται είναι να σταματήσει αυτή η τρέλα· διαφωνείς;»

Δεν διαφωνώ. Πρέπει, όμως, να επιδείξεις υπομονή και παρατηρητικότητα, Ρουμπίνη, αν θέλεις να δράσεις κάποια στιγμή. Σ’αυτά τα δύο ο Ορείχαλκος είναι δάσκαλός σου, γι’αυτό και πάντα νομίζεις ότι βρίσκεται ένα βήμα πιο μπροστά. Υπομονή, Ρουμπίνη. Και παρατηρητικότητα. Μην είσαι βιαστικός. Οι θεοί ευνοούν τους συνετούς. Θα έρθει η στιγμή που περιμένεις.

«Θα το δούμε,» μουρμούρισε ο Ρουμπίνης, καθώς έφτανε στα δωμάτιά του, άνοιγε την εξώπορτα, και έμπαινε.

Βρήκε την Ευύδρια, τη σύζυγό του, ξαπλωμένη μπρούμυτα στο κρεβάτι, να διαβάζει ένα μεγάλο βιβλίο. Ήταν από εκείνους τους πολύ σπάνιους ανθρώπους στη Σάρντλι που οι θεοί το ήθελαν να έχουν δέρμα κατάλευκο σαν καλογυαλισμένο κόκαλο. Oι Ούρταθ, που ήταν όλοι κατάλευκοι, αποτελούσαν εξαίρεση· καμια άλλη φυλή δεν είχε ακούσει ο Ρουμπίνης να είναι όλα της τα μέλη κατάλευκα, ποτέ· και μέχρι στιγμής δεν ήξερε ούτε καν για τους Ούρταθ. Ακόμα μια ανοησία του Ορείχαλκου, που τους έφερε εδώ. Τι τους θέλαμε αυτούς τους βαρβάρους; Στο τέλος, θα μας φάνε ζωντανούς!

Η Ευύδρια δεν μίλησε στον Ρουμπίνη· συνέχισε να διαβάζει σαν να μην τον είχε δει καθόλου να μπαίνει. Εκείνος την αγνόησε επίσης, κι άρχισε να ανοίγει ντουλάπες και μπαούλα, βγάζοντας ρούχα και όπλα και βάζοντάς τα σε σάκους.

«Τι κάνεις;» τον ρώτησε τελικά η Ευύδρια, παίρνοντας το βλέμμα της από το βιβλίο και κάνοντας πίσω τα μακριά, καστανά μαλλιά της.

«Αύριο φεύγουμε.» Ο Ρουμπίνης δεν σταμάτησε να βάζει πράγματα σε σάκους.

«Για τη Φανχάι;»

«Ναι.»

Η Ευύδρια χαμογέλασε μοιάζοντας ευχαριστημένη. «Νόμιζα ότι δεν θα πηγαίναμε.»

«Ποιος σου έδωσε αυτή την ιδέα;»

«Εσύ, αγάπη μου. Είπες ότι δεν έχουμε θέση ανάμεσα σε αποστάτες και προδότες.»

«Και όντως, δεν έχουμε. Δε θα πάμε μαζί τους.»

Η Ευύδρια συνοφρυώθηκε. Σηκώθηκε από το κρεβάτι. «Πώς θα πάμε;»

«Μόνοι μας. Θα τους ακολουθήσουμε.»

Η Ευύδρια έγειρε το κεφάλι στο πλάι, με τα βλέφαρα κατεβασμένα. Μάλλον άκουγε κάτι που της έλεγε το β’ζάιλ της. Ύστερα είπε στον Ρουμπίνη: «Δε θα είναι επικίνδυνο αυτό;»

«Πιο επικίνδυνο είναι να είμαστε μαζί τους, Ευύδρια. Μαζί τους είναι, επίσης, ο Αρχιπροδότης, για όνομα των θεών! Νομίζεις ότι είναι μικρές οι πιθανότητες να δεχτούν επίθεση, όσο καλά προστατευμένοι κι αν είναι;»

Η Ευύδρια συνοφρυώθηκε πάλι. Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού.

Αυτό δε σημαίνει ότι πρέπει να είστε απρόσεχτοι, είπε το β’ζάιλ του Ρουμπίνη. Υπομονή και παρατηρητικότητα. Σύνεση.

Ναι, σκέφτηκε ο Ρουμπίνης καθώς έκλεινε έναν μικρό σάκο. Υπομονή, παρατηρητικότητα, σύνεση.

12.

«Γιατί είσαι τσαντισμένος;»

«Είναι ευδιάκριτο, ε;»

«Για μένα, ναι, είναι. Για άλλους, ίσως και να μην ήταν.»

Ο Ορείχαλκος, που μέχρι στιγμής βημάτιζε μέσα στο δωμάτιο, κάθισε σ’έναν καναπέ, οκλαδόν, με την κούπα του (που περιείχε υπόγειο οίνο) στα χέρια. «Με ξέρεις καλά, Ανεμόφθαλμη.»

«Και αντιστρόφως,» είπε εκείνη, καθισμένη επάνω σε μερικά μεγάλα, μαλακά μαξιλάρια στο πάτωμα. «Το κατάλαβες ότι κάτι σού έκρυβα όταν κάτι σού έκρυβα.» Όταν ενεργούσα για λογαριασμό της Επανάστασης χωρίς να το ξέρεις, πρόσθεσε νοερά, μη θέλοντας να το πει δυνατά και να θυμίσει και στους δυο τους εκείνη την άσχημη περίοδο.

«Ναι…» Ο Ορείχαλκος ήπιε.

«Τι έχεις τώρα;»

«Συνάντησα τον Ρουμπίνη καθώς ερχόμουν.»

«Κατάλαβα…» Αυτός ο Ρουμπίνης ίσως ν’αποδειχτεί επικίνδυνος, της ψιθύρισε το β’ζάιλ της. «Ο αδελφός σου ίσως ν’αποδειχτεί επικίνδυνος, Ορείχαλκε.»

«Εντάξει, μπορεί νάναι περίεργος… κακομαθημένος, βιαστικός, να λέει πολλά άσχημα πράγματα που δεν τα εννοεί… αλλά δεν είναι επικίνδυνος, Ανεμόφθαλμη· μην τα παραλέμε.»

Η Ανεμόφθαλμη έμεινε σιωπηλή.

«Δεν το βλέπεις έτσι, ε;» τη ρώτησε ο Ορείχαλκος.

«Δε μπορώ να είμαι σίγουρη· δεν τον ξέρω τόσο καλά όσο εσύ.»

«Τον ξέρεις, όμως, από παλιά. Τον έβλεπες όταν ερχόσουν στο Πολύλιθο Μέγαρο.»

«Και ποτέ δεν τον είχα συμπαθήσει ιδιαίτερα.»

«Τέλος πάντων,» είπε ο Ορείχαλκος τελειώνοντας το κρασί του. «Ας κοιμηθούμε. Αύριο φεύγουμε με την αυγή.»

Η Ανεμόφθαλμη ένευσε, και είπε: «Η Ιωάννα φαίνεται να πιστεύει ότι πρέπει να είμαστε πολύ προσεχτικοί, ότι ίσως να μας επιτεθούν οι δυνάμεις της Παντοκράτειρας.»

«Υπάρχει, όντως, μια τέτοια πιθανότητα,» είπε ο Ορείχαλκος καθώς σηκωνόταν όρθιος. «Γι’αυτό κιόλας δεν έχουμε καθυστερήσει καθόλου, γενικά. Κινούμαστε όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, ώστε το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού νάναι με το μέρος μας.»

Η Ανεμόφθαλμη σηκώθηκε επίσης. Γελώντας.

«Γιατί γελάς;»

«Γιατί ποτέ δεν περίμενα ότι θα σ’έβλεπα τόσο ανοιχτά με το μέρος της Επανάστασης.» Τον πλησίασε σβέλτα και τον φίλησε στα χείλη, ηχηρά.

«Μη χαίρεσαι τόσο. Αυτό απλά σημαίνει ότι είμαστε όλοι σε μεγάλους μπελάδες.»

«Τουλάχιστον, όμως, είμαστε ενωμένοι. Και σ’αγαπώ.» Τον φίλησε ξανά. «Οι θεοί είναι στο πλευρό μας.»

Έπειτα πήγαν για ύπνο, και η Ανεμόφθαλμη είδε παράξενα, εφιαλτικά όνειρα. Καθώς ονειρευόταν, νόμιζε πως και το β’ζάιλ της ονειρευόταν, νόμιζε πως βρισκόταν σε μια κατάσταση παρόμοια με την κατάσταση που είχε βρεθεί στο Στόμα των Θεών. Αυτά που έβλεπε έμοιαζαν με τις παραισθήσεις που είχε δει τότε. Ήταν τρομαχτικό, κι όταν η Ανεμόφθαλμη ξύπνησε, αναπάντεχα και χωρίς να ξέρει ακριβώς γιατί, παρατήρησε πως είχε έρθει η αυγή. Αχνό, γκρίζο φως γλιστρούσε ανάμεσα από τις κουρτίνες του παραθύρου.

Ανασηκώθηκε πάνω στο κρεβάτι, νιώθοντας πιασμένη, κουρασμένη, και το σώμα της να κολλά από τον ιδρώτα. Ο λαιμός της ήταν ξερός και ήθελε, απεγνωσμένα, κάτι να πιει. Έγλειψε τα ξεραμένα χείλη της. Τι ονειρευόμουν; αναρωτήθηκε. Δε μπορούσε να θυμηθεί τις λεπτομέρειες· μονάχα ότι έμοιαζε με την εμπειρία της στο Στόμα των Θεών.

Ρίχνοντας μια ματιά δίπλα της, είδε ότι ο Ορείχαλκος ακόμα κοιμόταν. Αφήνοντάς τον να κοιμάται, σηκώθηκε απ’το κρεβάτι και βάδισε προς–

ντριιιιιιιιν!

Η Ανεμόφθαλμη αναπήδησε, ξαφνιασμένη.

Ο Ορείχαλκος, ακούγοντας τον χτύπο του ρολογιού στο κομοδίνο, ξύπνησε. Άπλωσε το χέρι του και το έκλεισε. Είδε την Ανεμόφθαλμη αντίκρυ του, όρθια. Συνοφρυώθηκε. «Έχεις σηκωθεί;»

«Μόλις,» αποκρίθηκε εκείνη, νιώθοντας ακόμα τον λαιμό της ξερό. Και βάδισε προς την έξοδο του δωματίου.

Ο Ορείχαλκος την είδε να παραμερίζει την κουρτίνα και να χάνεται πίσω της. Του είχε φανεί λιγάκι ανήσυχη. Και σίγουρα δεν είχε ξυπνήσει από το ρολόι. Αν είχε ξυπνήσει από το ρολόι, δεν θα είχε προλάβει να σηκωθεί από το κρεβάτι τόσο γρήγορα. Ή τουλάχιστον έτσι εκείνος υπέθετε, καθώς το μυαλό του ήταν ακόμα θολωμένο από τον ύπνο και το ήξερε.

Σηκώθηκε, λιγάκι βιαστικά, και βάδισε ώς την κουρτίνα της πόρτας του δωματίου. Την παραμέρισε προσεχτικά, αθόρυβα, και κοίταξε: για να δει την Ανεμόφθαλμη να βρίσκεται στο καθιστικό πίνοντας από μια αργυρή κούπα. Και μάλλον υπόγειος οίνος ήταν αυτό που έπινε, γιατί το μπουκάλι στο τραπεζάκι δίπλα της ήταν ανοιχτό.

Τι έχει; Ο Ορείχαλκος δεν νόμιζε ότι την είχε δει ποτέ ξανά να πίνει μόλις ξυπνήσει. Δεν την πλησίασε, όμως, για να της μιλήσει. Πήγε να ετοιμαστεί, διότι ήξερε ότι έπρεπε σύντομα να ξεκινήσουν το ταξίδι τους προς τη Φανχάι· και καθοδόν θα περνούσαν κι από τη Νισθάι… όπου ίσως να συναντήσουμε πράγματα και καταστάσεις πολύ άσχημες, φοβόταν ο Ορείχαλκος.

Αφού πλύθηκε και ντύθηκε, συνάντησε την Ανεμόφθαλμη στο καθιστικό, η οποία είχε επίσης πλυθεί και ντυθεί ώς τώρα. Στο τραπέζι ήταν στρωμένα διάφορα πρωινά φαγητά και ροφήματα, που είχαν φέρει οι υπηρέτες του Μεγάρου.

«Είσαι καλά;» τη ρώτησε ο Ορείχαλκος καθώς έτρωγαν.

«Γιατί ρωτάς;» είπε εκείνη, αν και καταλάβαινε ότι, μάλλον, ο Ορείχαλκος είχε αντιληφτεί πως κάτι τής συνέβαινε. Τον ήξερε καλά και την ήξερε καλά.

«Γιατί, πιο πριν, μου φάνηκες κάπως… δεν ξέρω πώς να το πω· δε σ’έχω, πάντως, ξαναδεί να πίνεις υπόγειο οίνο μόλις σηκώνεσαι: και πρέπει να σηκώθηκες πριν από μένα, απ’ό,τι κατάλαβα – προτού χτυπήσει το ρολόι, ίσως.»

Ναι, σκέφτηκε η Ανεμόφθαλμη, όντως, τον ξέρω καλά και με ξέρει καλά… «Ονειρευόμουν, νομίζω. Ήταν κάποιο όνειρο. Πολλά όνειρα, μάλλον. Δεν τα θυμάμαι.» Ήταν όπως μέσα στο Στόμα των Θεών. Ρίγησε.

«Θα έρθεις μαζί μας, έτσι;»

«Φυσικά!» είπε αμέσως η Ανεμόφθαλμη. «Είσαι σοβαρός;»

Ο Ορείχαλκος χαμογέλασε, γιατί αυτή ήταν ακριβώς η αντίδραση που περίμενε. «Απλώς,» είπε, «ρώτησα σε περίπτωση που δεν αισθανόσουν καλά.»

«Μια χαρά είμαι, τώρα,» αποκρίθηκε η Ανεμόφθαλμη. Και η αλήθεια ήταν πως δεν αισθανόταν άσχημα πλέον. Την απασχολούσε μονάχα εκείνο που της είχε πει το β’ζάιλ της, πιο πριν, καθώς έπλενε τον νυχτερινό ιδρώτα από πάνω της.

«Τι ήταν αυτά τα όνειρα, αδελφή μου;» είχε ρωτήσει η Ανεμόφθαλμη το πνεύμα της αγέννητης αδελφής της, ενώ το σαπουνόνερο κυλούσε στο πορφυρόδερμο σώμα της.

Το β’ζάιλ δεν είχε απαντήσει αμέσως.

«Τι ήταν αυτά τα όνειρα, αδελφή μου;» είχε επιμείνει η Ανεμόφθαλμη. «Μην κάνεις πως δε μ’ακούς!»

Τα όνειρα… είχε πει τελικά το β’ζάιλ. Ήταν όνειρα, αυτό ήταν.

«Δεν ήταν όπως άλλα όνειρα! Ήταν όπως τότε στο Στόμα των Θεών. Γιατί;»

Ίσως…

«Τι ‘ίσως’; Πες μου – γιατί;»

Η επίδραση δεν έχει φύγει ακόμα. Θα περάσει.

«Ονειρευόσουν κι εσύ;»

Ονειρευόμουν…

«Τα β’ζάιλ ονειρεύονται, αδελφή μου;»

Συνεχώς ονειρευόμαστε, Ανεμόφθαλμη. Όλα είναι ένα όνειρο…

Για κάποιο λόγο, αυτό την είχε κάνει να αισθανθεί ένα ρίγος να διατρέχει τη ράχη της.

13.

Η συνοδία δεν θα ήταν καθόλου μικρή. Από τους επαναστάτες του Φτερωτού Όρους θα έρχονταν ο Ανδρόνικος, η Ιωάννα, ο Σάνραντιλ’φεν, η Άνμα’ταρ, ο Σέλιρ’χοκ, η Σιλάνα, και μερικοί άλλοι, ανάμεσα στους οποίους δεν θα ήταν ο Φένχιλ (ο οποίος είχε σπάσει το πόδι του στη μάχη μέσα στον καταυλισμό των Ούρταθ και έπρεπε να μεταφερθεί στο Φτερωτό Όρος), ούτε ο Νάρτιλ και η Αλρίβα’σαρ· ο πιλότος και η μάγισσα είχαν πετάξει, επιστρέφοντας στη βάση της Επανάστασης προς το παρόν. Από τον Οίκο των Γεωμετρών, θα έρχονταν η Ευθύγραμμη η Τρίτη και οι άλλοι που είχαν επισκεφτεί το Πολύλιθο Μέγαρο για λογαριασμό της Οξυγώνιας, καθώς επίσης και η ίδια η Οξυγώνια. Παρομοίως, από τον Οίκο των Ουράνιων, θα έρχονταν όσοι είχαν επισκεφτεί το Πολύλιθο Μέγαρο για λογαριασμό της Ανεμόφθαλμης της Δεύτερης, καθώς και η ίδια η Ανεμόφθαλμη. Και από τον Οίκο των Ορειβατών, θα έρχονταν ο Ορείχαλκος, η Γρανίτια η Πρώτη, ο σύζυγός της ο Τριγώνιος, ο αδελφός της ο Μαγνήσιος ο Τρίτος (το δεύτερο παιδί του Σιδήρου του Πρώτου, που είχε δεχτεί να έρθει σχεδόν με το ζόρι, καθώς πάντα θεωρούσε τον εαυτό του έμπορο και ποτέ πολιτικό), η Αζουρίτια η Δεύτερη, και η Αζουρίτια η Πρώτη κι ο σύζυγός της ο Οπάλιος ο Δεύτερος.

Επιπλέον, μαζί τους θα είχαν φρουρούς και υπηρέτες. Και θα έρχονταν και οι Ούρταθ, γιατί ο Ορείχαλκος πίστευε πως ίσως να τους χρειάζονταν, και ο Ανδρόνικος συμφωνούσε.

Τα οχήματα που απαιτούνταν για να επιβιβαστούν όλοι αυτοί δεν ήταν λίγα, αλλά οι υπηρέτες του Πολύλιθου Μεγάρου τα είχαν όλα έτοιμα με την αυγή, και η συνοδία, δίχως καθυστέρηση, ξεκίνησε, περνώντας ανατολικά της Φιλτά’κβι και κατευθυνόμενη νότια.

Ο Ρουμπίνης αναχώρησε αφότου οι άλλοι είχαν φύγει, ακολουθώντας τους από απόσταση, σαν να τους παρακολουθούσε. Ήταν καθισμένος σ’ένα δίκυκλο τελευταίας τεχνολογίας, βαμμένο μαύρο και γυαλιστερό. Πίσω του καθόταν η Ευύδρια, έχοντας τα χέρια της τυλιγμένη γύρω απ’τη μέση του. Ο Ρουμπίνης φορούσε κράνος, για να κρύβει την όψη του περισσότερο παρά επειδή πίστευε ότι μπορεί να έπεφτε απ’το όχημά του και να χτυπούσε· και η Ευύδρια φορούσε κάπα και κουκούλα πάνω απ’τα ελαφριά ρούχα της. Κανένας δεν θέλω να μας αναγνωρίσει, αν τύχει να μας δουν από μακριά, της είχε τονίσει ο Ρουμπίνης. Η Ευύδρια θεωρούσε την ανησυχία του αυτή υπερβολική, ψυχωτική, αλλά δεν είχε φέρει αντίρρηση. Του είχε πει, καθώς φορούσε την κουκούλα της: Και να μας δουν τι έγινε; Αν τους έλεγες πως ήθελες να πας μαζί τους, κανένας δεν θα έφερνε αντίρρηση ούτως ή άλλως! Ο Ρουμπίνης είχε αποκριθεί: Ίσως, αλλά θα μας παρακολουθούσαν συνεχώς. Κι επιπλέον, καλύτερα να μη φαίνεται ότι εμείς είμαστε τόσο κοντά με αποστάτες. Μπορεί σύντομα όλα ν’αλλάξουν και η… μικροανταρσία τους να γυρίσει ανάποδα.

Ο Ρουμπίνης, επίσης, σκεφτόταν ότι αν όντως τα πράγματα γύριζαν ανάποδα, τότε ίσως η Παντοκράτειρα να σκότωνε τον Ορείχαλκο και να παντρευόταν εκείνον. Όπως έπρεπε να τον είχε παντρευτεί εξαρχής.

14.

Μετά από καμια ώρα, η συνοδία πέρασε έξω από τη Ράσ’βνι, που ήταν οικοδομημένη στην ακροποταμιά του Σάτβραν· έπειτα, ακολουθώντας τις όχθες προς τα νότια, έφτασαν, λίγο πριν από το μεσημέρι, κοντά στη γέφυρα που διέσχιζε τον ποταμό και οδηγούσε ανατολικά, στη Σάτ’βνι. Φυσικά, δεν ανέβηκαν σ’αυτή τη γέφυρα, καθώς ο προορισμός τους βρισκόταν στην αντίθετη κατεύθυνση. Ωστόσο σταμάτησαν σ’έναν οικισμό εκεί κοντά, για να ξεκουραστούν μερικές ώρες και να φάνε. Οι άνθρωποι του οικισμού φάνηκαν, αρχικά, τρομοκρατημένοι από την παρουσία της μεγάλης συνοδίας, όμως ο Ορείχαλκος τούς διαβεβαίωσε πως δεν υπήρχε λόγος για φόβο, και τους άφησε έναν πολύτιμο λίθο. «Για να σας ευχαριστήσω για τη φιλοξενία σας,» τους είπε.

Οι άνθρωποι του οικισμού έκαναν υποκλίσεις, πέφτοντας στα γόνατα. Μάλλον δεν είχαν ξαναδεί ποτέ τέτοιο πλούτο στη ζωή τους. «Οι θεοί να σας ευλογούν, Άρχοντά μου!» του είπαν.

Ο Ορείχαλκος έφυγε απ’αυτούς και, κάνοντας νόημα στους σωματοφύλακες του να απομακρυνθούν (δεν τους χρειαζόταν πλέον), πλησίασε τη μεριά του καταυλισμού όπου κάθονταν ο Ανδρόνικος και οι κοντινοί του άνθρωποι.

«Πρίγκιπα Ανδρόνικε,» είπε. «Δε φαίνεται να έχουμε προβλήματα μέχρι στιγμής.»

Ο Ανδρόνικος ένευσε. «Είμαστε μεγάλη συνοδία. Δε θα μας επιτεθεί κανένας απερίσκεπτα.»

«Οι Παντοκρατορικοί σπάνια επιτίθενται απερίσκεπτα,» τόνισε η Ιωάννα, που δεν της άρεσε που τους έβλεπε να χαλαρώνουν όταν θα έπρεπε να βρίσκονται ολοένα και περισσότερο σε επιφυλακή όσο το ταξίδι τους προχωρούσε. «Κινούνται βάσει σχεδίου.»

Ο Ορείχαλκος κάθισε κοντά τους. «Μιλάς για κάτι συγκεκριμένο;» τη ρώτησε.

«Αν ήξερα τι σκέφτονται να κάνουν, δε θα πρότεινα να είμαστε προετοιμασμένοι για οτιδήποτε

Μετά έφαγαν· κι όταν τελείωσαν, η Ιωάννα ήταν από τους λίγους που δεν μπήκαν στη σκηνή τους για να ξεκουραστούν προτού συνεχίσουν το ταξίδι τους. Ρίχνοντας μια ματιά γύρω της είδε ότι εκτός από εκείνη οι υπόλοιποι που στέκονταν ή κάθονταν, μέσα στον πρόχειρο καταυλισμό της συνοδίας, ήταν φρουροί. Τελειώνοντας το τσιγάρο της, το έσβησε κάτω από τη μπότα της. Σηκώθηκε απ’το σκαμνί όπου καθόταν και πλησίασε τη σκηνή της Άνμα’ταρ και του Σέλιρ’χοκ.

«Άνμα;» είπε, κουνώντας τον μπερντέ της εισόδου. «Μ’ακούς, Άνμα;»

Η μάγισσα δεν άργησε να βγάλει το κεφάλι. «Τι;»

«Πάμε για κατόπτευση.»

«Γιατί;»

«Γιατί τώρα, μες στον μεσημεριανό ήλιο, κανένας που μας κατασκοπεύει δεν θα το περιμένει.»

«Ναι· δε θα μας έχει για τρελούς.»

Η Ιωάννα την ατένισε επίμονα.

Η Άνμα’ταρ μειδίασε. «Εντάξει, έρχομαι.» Μπήκε πάλι στη σκηνή και, μετά από λίγο, βγήκε εξοπλισμένη και έτοιμη.

«Ο Σέλιρ;» ρώτησε η Ιωάννα.

«Θες νάρθει κι ο Σέλιρ;»

«Απλά ρωτάω αν του είπες πού πας,» εξήγησε η Ιωάννα καθώς βάδιζαν.

«Του το είπα.»

«Ωραία.»

«Σκέφτεσαι να χαθούμε;»

«Καλύτερα να το αποφύγουμε.»

Βγήκαν απ’τον καταυλισμό γλιστρώντας ανάμεσα από τις σκηνές και τους φύλακες – Ούρταθ και μισθοφόροι των Οίκων της Σάρντλι.

«Το είπες στον Ανδρόνικο;» ρώτησε η Άνμα’ταρ.

«Όχι.»

«Σε κανέναν άλλο;»

«Όχι.»

«Όντως, λοιπόν, καλύτερα να μη χαθούμε,» την πείραξε η Άνμα’ταρ· και μετά έπαψαν να μιλούν, καθώς η κατόπτευσή τους άρχισε.

Πήγαιναν από σκιερό μέρος σε σκιερό μέρος και κοίταζαν με τα κιάλια τους, επάνω στα οποία η Άνμα είχε υφάνει Ξόρκια Οπτικής Ενισχύσεως. Δεν άργησαν να εντοπίσουν δύο ανθρώπους όχι και τόσο μακριά από τον καταυλισμό τους, σταματημένους μέσα σ’ένα σύδεντρο, μ’ένα μαύρο δίκυκλο πλάι τους. Ένας άντρας και μια γυναίκα. Φορούσαν κι οι δύο κάπες και κουκούλες, παρότι εκεί όπου βρίσκονταν δεν μπορεί να τους χτυπούσε ο ήλιος. Η γυναίκα φαινόταν να κοιμάται, ξαπλωμένη. Ο άντρας ήταν καθισμένος με την πλάτη ακουμπισμένη σ’ένα δέντρο.

Η Ιωάννα τον παρατήρησε προσεχτικά, με τα οπτικά ενισχυμένα κιάλια της. Γιατί μου θυμίζει κάτι; Νόμιζε ότι μπορούσε σχεδόν να διακρίνει αυτό το πρόσωπο μέσα στη σκιά της κουκούλας… Αλλάζοντας θέση, το κοίταξε από άλλη γωνία, και το Ξόρκι Οπτικής Ενισχύσεως φάνηκε να δουλεύει καλά. Διαπερνώντας τις σκιές αποκάλυψε στην Ιωάννα την ταυτότητα του άντρα.

Ο αδελφός του Ορείχαλκου!

«Τον βλέπεις;» είπε η Ιωάννα στην Άνμα. «Είναι ο Ρουμπίνης.»

«Κάποιο λάθος πρέπει να κάνεις…»

«Δες τον από δω που τον βλέπω! Ο Ρουμπίνης είναι.» Η Ιωάννα, σκυμμένη, με λυγισμένα γόνατα, παραμέρισε για να δώσει τη θέση της στην Άνμα’ταρ.

Η μάγισσα κοίταξε με τα οπτικά ενισχυμένα κιάλια της. «Θεοί… Είναι, πράγματι, αυτός.» Κατέβασε τα κιάλια στρεφόμενη στην Ιωάννα. «Γιατί νομίζεις ότι μπορεί να μας ακολουθεί;»

«Ίσως νάναι πράκτορας της Παντοκράτειρας.»

«Θα μου φαινόταν παράξενο…»

«Παράξενο; Ύστερα απ’αυτές τις φασαρίες που έκανε με τον Ορείχαλκο;»

«Ναι,» επέμεινε η Άνμα, «παράξενο. Αν ήταν πράκτορας της Παντοκράτειρας, δε νομίζεις ότι θα φερόταν πιο έξυπνα; Δε νομίζεις ότι θα ήταν πιο διακριτικός, όσο μας έστηνε την παγίδα του;»

Η Ιωάννα συνοφρυώθηκε. «Ίσως.»

15.

«Τι ανόητος!» είπε ο Ορείχαλκος όταν η Ιωάννα και η Άνμα’ταρ τού ανέφεραν τι είχαν δει. Η ώρα της ανάπαυσης είχε περάσει, και οι υπηρέτες κι οι μισθοφόροι διέλυαν τον καταυλισμό για να συνεχίσουν το ταξίδι τους.

«Μπορούμε να τον περιποιηθούμε, αν θέλεις,» προθυμοποιήθηκε η Ιωάννα.

«Τι εννοείς, ‘να τον περιποιηθείτε’;»

«Να τον αιχμαλωτίσουμε. Να τον φέρουμε εδώ.»

«Δε χρειάζεται,» είπε ο Ορείχαλκος. «Αφήστε τον. Ας μας ακολουθήσει αν θέλει. Δεν του απαγόρεψε κανένας να έρθει.» Και με τούτα τα λόγια, απομακρύνθηκε από την Ιωάννα, την Άνμα’ταρ, τον Ανδρόνικο, και τον Σέλιρ’χοκ, πηγαίνοντας προς το όχημα όπου επιβιβάζονταν τα μέλη της οικογένειάς του.

Η Ιωάννα ατένισε τον Ανδρόνικο. «Τι νομίζεις;»

«Τι να νομίζω; Ό,τι είπε ο Ορείχαλκος. Ξέρει τον αδελφό του καλύτερα από εμάς.»

«Αυτή η τακτική, όμως, μπορεί να μας βάλει σε κίνδυνο. Ο Ρουμπίνης δεν αποκλείεται ακόμα και να συνεργάζεται με τους πράκτορες της Παντοκράτειρας,» είπε η Ιωάννα καθώς βάδιζαν προς το όχημά τους.

«Κι αν συνεργάζεται, τι έγινε; Πραγματικά πιστεύεις, Ιωάννα, ότι οι Παντοκρατορικοί δεν ξέρουν αυτή τη στιγμή πού βρισκόμαστε; Σίγουρα, έχουν κατασκόπους τους απλωμένους παντού στη Σάρντλι.»

«Δεν είπα ότι δεν ξέρουν πού βρισκόμαστε!» αποκρίθηκε η Ιωάννα, απότομα, πικαρισμένη. «Δε μ’αρέσει, όμως, να έχω κανέναν στα νώτα μου.»

«Αφού ο Ορείχαλκος δεν θέλει να κάνουμε τίποτα, τίποτα δεν θα κάνουμε. Δε μπορούμε να τον αγνοήσουμε σ’αυτό το θέμα,» είπε ο Ανδρόνικος, και επιβιβάστηκαν στο όχημά τους.

Η Σιλάνα καθόταν ήδη στο τιμόνι, έχοντας έρθει πριν απ’αυτούς, και τώρα ενεργοποίησε τη μηχανή.

Η συνοδία μπήκε στη μεγάλη λιθόστρωτη δημοσιά που ξεκινούσε από τη Σάτ’βνι, περνούσε από τη Νισθάι και τη Φανχάι, και, στρίβοντας, κατέληγε στη Ρακ’κάμι, στις ακτές της θάλασσας.

Καμια ώρα πέρασε κι ύστερα συνάντησαν ένα φυλάκιο στο πλάι της δημοσιάς. Ένα Παντοκρατορικό φυλάκιο. Κανένας πολεμιστής της Παντοκράτειρας, όμως, δεν φαινόταν εκεί. Έμοιαζε εγκαταλειμμένο.

Ο Ανδρόνικος είπε, μέσω πομπού, σε όλους να σταματήσουν, και η συνοδία σταμάτησε.

«Τι συμβαίνει, Πρίγκιπα Ανδρόνικε;» ρώτησε ο Ορείχαλκος, καθώς έβγαιναν απ’τα οχήματά τους.

«Φαίνεται άδειο,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος δείχνοντας, με το σαγόνι, το φυλάκιο.

Ο Ορείχαλκος πλησιάζοντάς τον κατένευσε. «Ναι, έτσι φαίνεται. Πρέπει ν’άκουσαν ότι θα περνούσαμε.»

«Τους έχουμε τρομάξει,» είπε η Γρανίτια η Πρώτη. «Καλό δεν είναι αυτό;» Είχε έρθει πίσω απ’τον Ορείχαλκο, όπως επίσης κι οι άλλοι Ορειβάτες, θέλοντας ν’ακούσουν από κοντά τι είχε να πει ο Πρίγκιπας της Επανάστασης.

«Ανάλογα,» απάντησε ο Ανδρόνικος. «Όπως και νάχει, πρέπει να το ερευνήσουμε.» Ατένισε την Ιωάννα, η οποία ένευσε, και μαζί με την Άνμα’ταρ, τη Σιλάνα, και τρεις άλλους επαναστάτες βάδισε προς το φυλάκιο.

«Αν θέλετε και κάποιους δικούς μας ανθρώπους….» άρχισε ο Ορείχαλκος, αλλά σταμάτησε βλέποντας τον Ανδρόνικο να κουνά το κεφάλι αρνητικά.

«Δεν υπάρχει λόγος, Ορείχαλκε. Μια έρευνα θα κάνουν μόνο. Αν συναντήσουν αντίσταση, θα επιστρέψουν αμέσως.»

Ο Ανδρόνικος είδε την Ιωάννα και τους άλλους να μπαίνουν στο φυλάκιο, και μετά από λίγο άκουσε τον πομπό του να σφυρίζει. Τον πήρε από τη ζώνη του και τον άνοιξε.

«Ναι,» είπε.

«Το μέρος είναι έρημο,» ανέφερε η φωνή της Ιωάννας. «Τα έχουν μαζέψει κι έχουν φύγει. Σημάδια μάχης δεν υπάρχουν. Ήταν οργανωμένο, και πρέπει να έγινε πριν από μερικές ώρες αν δεν κάνω λάθος.»

«Καλώς. Επιστρέψτε.»

Η Ιωάννα κι οι άλλοι επέστρεψαν, και η Μαύρη Δράκαινα είπε: «Ξέρεις τι αναρωτιέμαι, Ανδρόνικε;»

«Τι;»

«Πού πήγαν αυτοί που έφυγαν από εδώ.»

Ο Ορείχαλκος, που ακόμα ήταν κοντά, ρώτησε: «Φοβάσαι ότι ίσως να μας έχουν στήσει παγίδα;»

«Δεν το θεωρείς πιθανό;» του είπε η Ιωάννα.

16.

Ο Ρουμπίνης σταμάτησε το δίκυκλό του σε κάποια απόσταση από το Παντοκρατορικό φυλάκιο, ενώ η συνοδία του Ορείχαλκου είχε προ πολλού περάσει κατευθυνόμενη δυτικά επάνω στη μεγάλη δημοσιά.

«Γιατί σταματάς;» τον ρώτησε η Ευύδρια.

«Απορώ,» είπε ο Ρουμπίνης, «τι πήγαν να ψάξουν εκεί μέσα.» Τους είχε δει να μπαίνουν, με τα κιάλια του. Αυτή η ξανθιά γυναίκα, η Μαύρη Δράκαινα, και κάποιοι άλλοι – επαναστάτες του Ανδρόνικου όλοι τους. «Πρέπει το μέρος νάναι εγκαταλειμμένο.» Κατέβηκε απ’το δίκυκλο.

«Εντάξει, κι εμάς τι μας νοιάζει;»

«Θα πάω να ρίξω μια ματιά. Μείνε εδώ.»

Η Ευύδρια κατέβηκε από το δίκυκλο επίσης. «Θα έρθω.» Πήρε ένα πιστόλι από τον σάκο που κρεμόταν στο πλάι του οχήματος.

«Δεν πρόκειται κανένας νάναι μέσα. Απλά θέλω να δω αν πήγαν να ψάξουν για κάτι συγκεκριμένο αυτοί οι αποστάτες.»

«Θα έρθω,» επανέλαβε η Ευύδρια, ψύχραιμα, οπλίζοντας το πιστόλι.

Ο Ρουμπίνης ανασήκωσε τους ώμους κι άρχισε να βαδίζει προς το φυλάκιο. Εκείνη τον ακολούθησε. Η πύλη του δεν ήταν κλειδωμένη, έτσι μπήκαν χωρίς δυσκολία και περιπλανήθηκαν για λίγο μέσα στα δωμάτια – κοιτώνες για στρατιώτες, μια τραπεζαρία, κάτι γραφεία, μια αίθουσα τηλεπικοινωνιών, μια αποθήκη τροφίμων, μια αποθήκη όπλων. Οι Παντοκρατορικοί είχαν μαζέψει τα πάντα και είχαν φύγει· δεν τα είχαν ληστέψει οι αποστάτες: ο Ρουμπίνης δεν τους είχε δει να βγαίνουν κουβαλώντας πράγματα.

Τι ήρθαν, τότε, να κάνουν; Τι έψαχναν; Δε μπορούσε να καταλάβει.

«Πάμε,» τον προέτρεψε η Ευύδρια. «Χάνουμε το χρόνο μας, Ρουμπίνη.» Τον τράβηξε απ’το μανίκι. Η κατάλευκη όψη της είχε γίνει ανυπόμονη, και ίσως λιγάκι ανήσυχη· ή μάλλον, σκέφτηκε ο Ρουμπίνης, απ’την αρχή ήταν λιγάκι ανήσυχη: από τότε που είχαν έρθει εδώ.

«Πάμε,» συμφώνησε. «Πάμε.»

Και πλησίασαν την πύλη του φυλακίου.

Για ν’ανακαλύψουν ότι κάποιοι τούς περίμεναν εκεί.

Δύο λευκοντυμένοι πολεμιστές. Σημαδεύοντάς τους με τουφέκια. Παντοκρατορικοί!

Ο Ρουμπίνης ύψωσε τα χέρια. «Δεν είμαστε εχθροί,» είπε χωρίς να πανικοβληθεί. «Είμαι ο Ρουμπίνης, του Οίκου των Ορειβατών – του σημαντικότερου Οίκου της Σάρντλι.»

«Ο Οίκος των Ορειβατών μάς πρόδωσε, αν δεν κάνω λάθος, Ρουμπίνη,» ακούστηκε μια φωνή από δίπλα, και ένας καφετόδερμος άντρας με κοντά μαύρα μαλλιά παρουσιάστηκε πίσω από τους στρατιώτες.

«Δημήτριε…» είπε ο Ρουμπίνης, ξαφνιασμένος. Κι αμέσως μετά, με περισσότερο σθένος: «Αν είχες μείνει στο Μέγαρο, ποτέ δεν θα γίνονταν αυτά που έγιναν!»

«Αν είχα μείνει στο Πολύλιθο Μέγαρο, θα ήμουν τώρα ή νεκρός ή αιχμάλωτος του Αρχιπροδότη – με τον οποίο έχετε συμμαχήσει.»

«Κάνεις λάθος. Δεν έχουμε συμμαχήσει όλοι μας. Ήταν απόφαση του Ορείχαλκου, εξαιτίας της Ανεμόφθαλμης της Δεύτερης. Αν ήταν στο χέρι μου, ποτέ δεν θα σας είχαμε προδώσει!»

«Δεν ήταν όμως στο χέρι σου, Ρουμπίνη,» είπε ο Δημήτριος, «και τώρα είστε με τον χειρότερο εχθρό μας.»

«Δεν είναι έτσι! Μπορούν όλα ν’αλλάξουν.»

«Σοβαρά;» Ο Δημήτριος γέλασε. «Αν όντως είσαι ακόμα πιστός στην Παντοκράτειρα, τότε δε νομίζω πως ο λόγος σου θα έχει καμία βαρύτητα στον Οίκο των Ορειβατών.»

Ο Ρουμπίνης αισθάνθηκε οργή να τον κατακλύζει σαν καυτός άνεμος.

Ψυχραιμία, Ρουμπίνη! τον προειδοποίησε το β’ζάιλ του. Υπομονή, παρατηρητικότητα. Σύνεση!

Ο Ρουμπίνης πήρε μια βαθιά ανάσα, και τότε μόνο κατάλαβε ότι η Ευύδρια είχε πιάσει τον πήχη του με το ένα χέρι. Καθαρίζοντας τον λαιμό του, είπε: «Ήταν πλεκτάνη. Προσπάθησα αλλά δεν μπορούσα να μεταπείσω τους συγγενείς μου. Και το γεγονός ότι είχατε αντικαταστήσει τον Όνυχα τον Δεύτερο μ’ένα Δημιούργημα τούς έκανε αμέσως όλους να στραφούν εναντίον σας.»

«Ο Όνυχας είχε επιχειρήσει να μας προδώσει,» είπε απλά ο Δημήτριος, σαν να ανέφερε ένα βαρετό ιστορικό δεδομένο. «Κάναμε ό,τι καλύτερο μπορούσαμε. Αντί να τον σκοτώσουμε χωρίς καμια εξήγηση – και, πίστεψέ με, ο ίδιος ευθυνόταν για τον θάνατό του – βάλαμε στη θέση του κάτι που έμοιαζε μ’αυτόν, για να είναι όλοι ευχαριστημένοι.» Στράφηκε, βαδίζοντας. «Θα έρθεις μαζί μας τώρα, Ρουμπίνη. Και η γυναίκα σου.»

Οι δύο στρατιώτες εξακολουθούσαν να σημαδεύουν τον Ρουμπίνη με τα τουφέκια τους· κι εκείνος παρατήρησε τώρα ότι υπήρχαν κι άλλοι τριγύρω. Από πού είχαν έρθει; Πώς δεν τους είχε δει πλησιάζοντας εδώ; Αισθάνθηκε τα νύχια της Ευύδριας να μπήγονται στον πήχη του, αλλά δεν άκουσε άχνα να βγαίνει απ’το στόμα της. Φοβάται.

Ο Ρουμπίνης φώναξε: «Δεν καταλαβαίνω, Δημήτριε! Είμαι αιχμάλωτος τώρα;»

Ο Δημήτριος, που είχε απομακρυνθεί κάμποσα βήματα, στράφηκε πάλι. «Αιχμάλωτος; Νόμιζα ότι ήσουν με το μέρος μας, Άρχοντά μου…»

17.

Η Νισθάι, οικοδομημένη στις παρυφές της ζούγκλας Νισθάν’κνα, ήταν πνιγμένη στα λουλούδια και στην αναρριχώμενη βλάστηση. Έμοιαζε ν’αρέσει στους ανθρώπους της να στολίζουν τα σπίτια τους με άνθη και φυτά. Καθώς νύχτωνε, και η συνοδία περνούσε από τα περίχωρα της πόλης κατευθυνόμενη προς το Μέγαρο της Ζούγκλας, ο Ανδρόνικος παρατηρούσε ότι η βλάστηση προσέδιδε έναν μυστηριακό χαρακτήρα στη Νισθάι τον οποίο έβρισκε της αρεσκείας του. Δεν είχε ξανάρθει εδώ, και η πόλη δεν έμοιαζε καθόλου με τη Φανχάι ή τη Φιλτά’κβι. Η πρώτη ήταν πολύ πιο κοσμοπολίτικη, και η δεύτερη πολύ πιο ξερή σε σχέση με τον φυτικό πλούτο που υπήρχε σε τούτο το μέρος.

«Οι Ουράνιοι μένουν σε ωραία πόλη,» σχολίασε.

Η Ιωάννα μούγκρισε μονάχα· είχε το νου της σε πιθανές παγίδες που μπορεί να τους έστηναν εδώ οι άνθρωποι της Παντοκράτειρας. Ποτέ δεν χαλάρωνε.

Ο Ανδρόνικος ακούμπησε το χέρι του στους ώμους της, κι εκείνη αισθάνθηκε το άγγιγμά του ακούσια να τη διεγείρει. «Ακούς τη λέω;» τη ρώτησε.

«Σ’ακούω,» του είπε, και άναψε τσιγάρο. Φύσηξε καπνό απ’το ανοιχτό παράθυρο πλάι της.

Σε κάποιο σημείο, οι φρουροί της πόλης σταμάτησαν τη συνοδία. Οι άνθρωποι των Ορειβατών – μισθοφόροι και υπηρέτες – τούς μίλησαν, ενώ έκαναν νόημα στον Ορείχαλκο να μείνει στο όχημά του. Ναι, σκέφτηκε ο Ανδρόνικος παρατηρώντας το, καλύτερα έτσι. Είναι πιο ασφαλείς μέσα παρά έξω. Νόμιζε ότι ανάμεσα στους φρουρούς μπορούσε να δει και κάποιους με λευκές στολές. Στρατιώτες της Παντοκράτειρας. Δεν είχαν, λοιπόν, εγκαταλείψει ακόμα όλα τους τα πόστα. Φυσικό ήταν. Τόσο εύκολα θ’άφηναν τη Σάρντλι από τα νύχια τους;

Οι φρουροί της πόλης φάνηκαν διστακτικοί να επιτρέψουν στη συνοδία να συνεχίσει, όμως τότε ο Ηλιόνους ο Πρώτος βγήκε απ’το όχημά του απαιτώντας να μάθει τι νόημα είχαν αυτές οι ανοησίες. «Δεν με αναγνωρίζετε;» φώναξε, μιλώντας στην Πανσάρντλια. «Πρέπει τώρα να δώσω εξηγήσεις για να επιστρέψω στο σπίτι μου;» Δεξιά του στεκόταν η Αστρόπνοη η Τρίτη, με τα χέρια της σταυρωμένα στο στήθος. Αριστερά του ήταν ο Αστροφώτιστος ο Δεύτερος.

«Φυσικά και όχι, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε ο άντρας που έμοιαζε για αρχηγός των φρουρών. «Φυσικά και όχι… Περάστε.» Έκανε νόημα στους πολεμιστές του να παραμερίσουν, κι εκείνοι υπάκουσαν.

Η συνοδία συνέχισε. Πέρασε από τα περίχωρα της Νισθάι και, τελικά, έφτασε στο Μέγαρο της Ζούγκλας, την οικία των Ουράνιων. Εκεί χρειάστηκε και πάλι να μιλήσει ο Ηλιόνους ο Πρώτος, προκειμένου να τους αφήσουν να σταματήσουν τα οχήματά τους απέξω και να μπουν στο Μέγαρο – όχι όλοι, φυσικά: οι περισσότεροι μισθοφόροι και υπηρέτες έμειναν με τα οχήματα· το ίδιο και οι Ούρταθ. Ούτε στον Ψηλό Άντρα δεν επιτράπηκε πρόσβαση – όχι πως αυτός τη ζήτησε· έδειχνε ικανοποιημένος να μείνει με τον λαό του, στον καταυλισμό που είχαν μόλις αρχίσει να στήνουν έξω από το Μέγαρο της Ζούγκλας και τα περίχωρα της Νισθάι, στις παρυφές της Νισθάν’κνα.

Το Μέγαρο της Ζούγκλας, παρατήρησε ο Ανδρόνικος καθώς βάδιζε στους διαδρόμους και στις αίθουσές του, ήταν γεμάτο βλάστηση και φυτά, όπως η Νισθάι. Ορισμένα απ’αυτά είχαν μεγάλα ή μικρά μάτια που ατένιζαν με περιέργεια τους επισκέπτες, ή ανοιγόκλειναν σαν να ήθελαν να υπονοήσουν κάτι. Κάποια άλλα φυτά άπλωναν μακριά πλοκάμια και χάιδευαν τους ώμους όσων περνούσαν από κοντά τους.

Η Άνμα’ταρ τινάχτηκε όταν ένα την άγγιξε, τραβώντας το ξιφίδιό της.

Η Ανεμόφθαλμη γέλασε. «Μην το χτυπήσεις. Παίζει μαζί σου.» Και τέντωσε το χέρι της προς το φυτό, το οποίο τύλιξε προς στιγμή το πλοκάμι του γύρω απ’τον καρπό της και μετά την ελευθέρωσε.

Οι υπηρέτες του Μεγάρου τούς οδήγησαν σε μια μεγάλη αίθουσα με χοντρούς κίονες όπου (αναμενόμενα) σκαρφάλωναν και τυλίγονταν φυτά. Εδώ, τους περίμεναν πολλά από τα μέλη του Οίκου των Ουράνιων. Ο Ανδρόνικος δεν αναγνώριζε κανέναν τους· του ήταν όλοι άγνωστοι. Είχε ασχοληθεί με τους Ορειβάτες κυρίως – επειδή ήθελε να τους πάρει με το μέρος του – και ελάχιστα με τους άλλους Οίκους της Σάρντλι.

Μια γυναίκα – μαυρόδερμη και, σίγουρα, πενήντα χρονών – μίλησε πρώτη: «Αστροφώτιστε,» είπε απευθυνόμενη στον Αστροφώτιστο τον Δεύτερο, τον αδελφό του Ηλιόνου του Πρώτου, που ήταν μαζί με τον Ανδρόνικο, τον Ορείχαλκο, και τους άλλους. «Την πήρε. Την πήρε μαζί του.» Έμοιαζε καταθλιμμένη, τρομοκρατημένη. «Και τα παιδιά επίσης.»

«Τι; Ποιος;» έκανε, φανερά ξαφνιασμένος, ο Αστροφώτιστος ο Δεύτερος, πιάνοντας τους ώμους της γυναίκας καθώς εκείνη ήρθε κοντά του.

«Ο Βύρων. Πήρε την κόρη μας και τα παιδιά και έφυγε!» είπε εκείνη, κι ακούμπησε το κεφάλι της στον ώμο του.

«Τι!» φώναξε ο Ηλιόνους ο Πρώτος. «Αυτό το καταραμένο γέννημα του Τάρφεοθ! Τόλμησε;»

Ένας άλλος άντρας μίλησε, πολύ νεότερος απ’όλους όσους είχαν μιλήσει ώς τώρα και χρυσόδερμος, με μαύρα, μακριά μαλλιά. «Δεν την απήγαγε ακριβώς, πατέρα, αν αυτό νομίζεις. Ουσιαστικά, η Ανεμόφθαλμη πήγε μαζί του με τη θέλησή της…» Κόμπιαζε όμως.

Η Ανεμόφθαλμη; σκέφτηκε ο Ανδρόνικος, απορημένος· και μετά συνειδητοποίησε ότι πρέπει να μιλούσαν για την Ανεμόφθαλμη την Πρώτη, όχι φυσικά για την Ανεμόφθαλμη τη Δεύτερη που ήταν με τη συνοδία. Την Ανεμόφθαλμη την Πρώτη, η οποία είχε παντρευτεί τον Παντοκρατορικό στρατιωτικό Βύρων Καλπάρτι…

Ο Ανδρόνικος άρχισε να καταλαβαίνει.

«Ανοησίες!» φώναξε η γυναίκα που είχε μιλήσει πρώτη, σηκώνοντας τώρα το κεφάλι της από τον ώμο του Αστροφώτιστου του Δευτέρου. «Την απήγαγε! Θα την έπαιρνε με τη βία αν δεν πήγαινε ήσυχα μαζί του! Πήρε την κόρη μας!»

18.

Ο Λοχαγός Βύρων Καλπάρτι είχε πάρει τη σύζυγό του, Ανεμόφθαλμη την Πρώτη, και τα δύο παιδιά τους και είχε φύγει από τη Νισθάι· είχε κατευθυνθεί βόρεια, στην Καρθάι, στο τέλος του Δρόμου της Ζούγκλας, πέρα από τη Νισθάν’κνα, στις παρυφές της Τρίγωνης. Η Τοξομάχη η Πρώτη – η μαυρόδερμη, πενηντάρα γυναίκα που είχε μιλήσει πρώτη και είχε πλησιάσει τον Αστροφώτιστο τον Δεύτερο, τον σύζυγό της – ανησυχούσε πολύ για την κόρη της· γιατί, όπως είπε, παρότι η Ανεμόφθαλμη φαινόταν να είχε πάει οικειοθελώς με τον Καλπάρτι, στην πραγματικότητα ήταν απαγωγή. Την είχε απαγάγει ο Παντοκρατορικός, για να τους εκβιάσει! Ο χρυσόδερμος τριαντάρης άντρας που είχε μιλήσει μετά την Τοξομάχη – ο Επουράνιος ο Δεύτερος, ο αδελφός της Ανεμόφθαλμης της Δεύτερης, όπως τον σύστησαν οι Ουράνιοι στον Ανδρόνικο και τους συντρόφους του – δεν συμφωνούσε απόλυτα με τη θεία του. Έλεγε ότι η Ανεμόφθαλμη η Πρώτη τού είχε φανεί να μη φέρνει καθόλου αντίσταση, έτσι αμφέβαλλε αν σκοπός του Καλπάρτι ήταν να τη χρησιμοποιήσει για να τους εκβιάσει – εκτός κι αν η ίδια η Ανεμόφθαλμη ήταν μέσα στο κόλπο.

«Αποκλείεται!» φώναξε η Τοξομάχη. «Αποκλείεται. Η κόρη μου ποτέ δεν θα έκανε κάτι τέτοιο!»

«Διαφωνούσε με το να πάτε στη Φανχάι για να συζητήσουμε;» τη ρώτησε ο Ανδρόνικος, καθώς όλοι τους ήταν καθισμένοι γύρω από ένα στρογγυλό τραπέζι στη Μεγάλη Αίθουσα του Μεγάρου της Ζούγκλας.

«Ο Καλπάρτι; Φυσικά!»

«Η Ανεμόφθαλμη η Πρώτη,» διευκρίνισε ο Ανδρόνικος.

Αντί για την Τοξομάχη απάντησε Επουράνιος ο Πρώτος: «Η Ανεμόφθαλμη δεν είπε τίποτα για το θέμα, Πρίγκιπά μου. Ήταν σιωπηλή – υποπτεύομαι επειδή φοβόταν την αντίδραση του συζύγου της.» Ήταν ένας ψηλός, ευτραφής άντρας, με χρυσό δέρμα, μακριά μαύρα μουστάκια, και αραιά γκρίζα μαλλιά. Τον είχαν συστήσει στον Ανδρόνικο ως πατέρα της Νεφελόπτερης (η οποία ήταν μέσα στη συνοδία που είχε ξεκινήσει από το Πολύλιθο Μέγαρο) και αδελφό της Ημισέληνης, της μητέρας του Ορείχαλκου.

«Εξαρχής,» είπε η Ανεμόφθαλμη η Δεύτερη, «δεν έπρεπε να τον είχε παντρευτεί αυτόν. Ποτέ δεν κατάλαβα τι βρήκε σ’έναν καταραμένο Παντοκρατορικό στρατιωτικό!»

«Ο Καλπάρτι,» είπε ο Επουράνιος ο Πρώτος, «δεν ήταν κακός άνθρωπος, γενικά.»

«Κι επιπλέον,» πρόσθεσε ο Ηλιόνους ο Πρώτος, «επρόκειτο για στρατηγική κίνηση. Καλό δεν ήταν να έχουμε κι εμείς κάποιον δεσμό με τους Παντοκρατορικούς;»

«Ναι,» είπε η Ανεμόφθαλμη ειρωνικά, «πολύ ωραία, πατέρα… και τώρα βλέπεις τι συνέβη!»

«Τώρα, Ανεμόφθαλμη, βρισκόμαστε σε μια περίοδο που είναι… εμ… έκρυθμη.»

Ο Ανδρόνικος ρώτησε: «Τι σας έχει ζητήσει ο Καλπάρτι;»

«Τίποτα ακόμα,» αποκρίθηκε ο Επουράνιος ο Πρώτος. «Σήμερα το πρωί, εξάλλου, πήρε την Ανεμόφθαλμη την Πρώτη και τα παιδιά και έφυγε.»

Ο Σάνραντιλ’φεν ρώτησε: «Και είστε σίγουροι ότι πηγαίνουν στην Καρθάι, Άρχοντά μου;»

«Κατευθύνθηκαν βόρεια, επάνω στον Δρόμο της Ζούγκλας. Δε μπορεί να σκέφτονται να πάνε αλλού. Και τους ακολούθησαν κι άλλοι Παντοκρατορικοί, φεύγοντας απ’τη Νισθάι.»

«Δεν έχουν, όμως, φύγει όλοι οι Παντοκρατορικοί από εδώ…» είπε ο Ανδρόνικος. Είχε δει στρατιώτες με λευκές στολές στην πόλη.

Ο Επουράνιος ο Πρώτος ένευσε. «Όχι, δεν έχουν φύγει όλοι. Ασφαλώς.»

Ο Σάνραντιλ είπε: «Δεν θα ήθελαν να δείξουν ότι υποχωρούν.»

«Γιατί επέλεξαν αυτή την Καρθάι;» ρώτησε ο Ανδρόνικος. «Είναι κανένας που τους υποστηρίζει εκεί;»

«Η Καρθάι,» απάντησε ο Πρόμαχος του Φτερωτού Όρους, «βρίσκεται στις παρυφές της ερήμου και είναι οικοδομημένη σαν οχυρό. Είναι πολύ αρχαία πόλη, και σχετικά απομονωμένη λόγω της γεωγραφίας που την περιβάλλει.»

«Η θέση της, δηλαδή, είναι αμυντική.»

«Ναι,» είπε ο Σάνραντιλ’φεν.

Και ο Επουράνιος ο Πρώτος συμφώνησε: «Ο Πρόμαχος έχει δίκιο. Έτσι είναι.»

Η Ιωάννα, καπνίζοντας ένα τσιγάρο, είπε: «Σκοπεύουν, υποθέτω, να οχυρωθούν εκεί μέχρι να καταφέρουν να γυρίσουν την κατάσταση έτσι ώστε να τους βολεύει: έτσι ώστε να έχουν το πάνω χέρι. Και μάλλον θα χρησιμοποιήσουν ό,τι πλεονέκτημα διαθέτουν για να το καταφέρουν αυτό. Την Ανεμόφθαλμη την Πρώτη, στην περίπτωσή σας· και είμαι σίγουρη πως και μέλη άλλων Οίκων θα έχουν παντρευτεί Παντοκρατορικούς στρατιωτικούς – ή κάνω λάθος;»

«Η Ιωάννα μιλά σωστά,» είπε ο Σέλιρ’χοκ· «αυτό πρέπει να είναι το σχέδιό τους. Αφού δεν μπορούν να επιβάλουν την κυριαρχία τους στη Σάρντλι μέσω στρατιωτικής υπεροχής, θα την επιβάλουν μέσω εκβιασμών, αφού έχουν τέτοιους δεσμούς εδώ.»

«Ναι,» είπε ο Ορείχαλκος νεύοντας, με το σαγόνι του ακουμπισμένο στη γροθιά του, «πολύ φοβάμαι πως αυτό είναι, Σέλιρ’χοκ.» Οι εφελκίδες από το χτύπημα του Δημιουργήματος φάνταζαν σαν σκοτεινές, βαθιές σκιές επάνω στο χρυσόδερμο πρόσωπό του. Ευτυχώς που εκτός από εμένα, σκέφτηκε, κανένας άλλος Ορειβάτης δεν είναι παντρεμένος με Παντοκρατορικό. Μετά, όμως, η μνήμη του τον πληροφόρησε πως είχε άδικο. Υπήρχε ένας Ορειβάτης που ήταν παντρεμένος με Παντοκρατορικό, αν δεν έκανε λάθος. Δεν ήταν από αυτούς που έμεναν στο Πολύλιθο Μέγαρο, αλλά συγγενής παρ’όλ’αυτά. Δεύτερος ξάδελφός τους, όπως ο Οπάλιος που είχε παντρευτεί την Αζουρίτια την Πρώτη. Μαγνήσιος ο Δεύτερος ονομαζόταν, και είχε πάρει για γυναίκα μια μάγισσα που δούλευε στον Παντοκρατορικό Στρατό.

«Είμαστε μπλεγμένοι όλοι μας μαζί τους,» είπε ο Ηλιόνους ο Πρώτος, δυσοίωνα, έχοντας κι εκείνος, όπως κι ο Ορείχαλκος, μια σκοτεινή όψη στο πρόσωπό του.

«Πώς μπορούμε να το λύσουμε αυτό το πρόβλημα;» έθεσε το ερώτημα ο Επουράνιος ο Πρώτος, γεμίζοντας μια μακριά πίπα με καπνό και ανάβοντάς την. Ο ευτραφής Ουράνιος έμοιαζε με μεγάλη, πονηρή γριά γάτα, παρατήρησε ο Ανδρόνικος. Τα μάτια του γυάλιζαν έξυπνα. Υποψιασμένα.

Η Ιωάννα είπε: «Αν η Καρθάι είναι το μέρος όπου σχεδιάζουν να οχυρωθούν, τότε καλά θα κάνουμε να πάρουμε την Καρθάι.»

«Ποιος είναι άρχοντας εκεί;» ρώτησε ο Ανδρόνικος. «Δεν ανήκει στον Οίκο των Ουράνιων;»

«Στον δικό μας Οίκο ανήκει, Πρίγκιπά μου,» δήλωσε η Ευθύγραμμη η Τρίτη, του Οίκου των Γεωμετρών, η οποία ήταν κι αυτή ευτραφής όπως κι ο Επουράνιος, αλλά κατά τα άλλα δεν του έμοιαζε καθόλου. Φαινόταν πολύ νεότερη, και είχε δέρμα λευκό-ροζ και μακριά, σγουρά καστανά μαλλιά που χύνονταν στην πλάτη της. Φορούσε ένα φαρδύ, αεράτο φόρεμα όλο πτυχώσεις και κεντήματα. Στα δαχτυλιδοφορεμένα χέρια της κρατούσε τώρα ένα κοκάλινο κομπολόι. «Η Αρχόντισσα της Καρθάι ονομάζεται Τριγώνια η Πέμπτη, και είναι πολύ μικρή. Μόλις δεκάξι χρονών.»

«Προσκείμενη στην Παντοκράτειρα;»

«Δεν έχει και τόσο… ισχυρές πολιτικές πεποιθήσεις, Πρίγκιπά μου. Όπως είπα, είναι μικρή.»

Η Ιωάννα είπε: «Οι Παντοκρατορικοί δεν θα πήγαιναν σ’ένα μέρος όπου δεν μπορούν να βρουν υποστήριξη. Εκτός αν ήξεραν ότι μπορούν να το κατακτήσουν.»

«Η Τριγώνια η Πέμπτη,» είπε ο Επουράνιος ο Δεύτερος, ο αδελφός της Ανεμόφθαλμης της Δεύτερης, «δε νομίζω ότι θα τους κλείσει της πύλες της Καρθάι. Κι όταν πια είναι μέσα… είναι μέσα. Δεν πρόκειται να βγουν.»

«Ο μικρός μιλά σωστά,» τόνισε ο Επουράνιος ο Πρώτος, βγάζοντας την πίπα του απ’τα δόντια. «Αν ήταν να κάνουμε κάτι, έπρεπε ήδη να το είχαμε κάνει!»

«Δεν προλάβαμε!» πετάχτηκε η Τοξομάχη η Πρώτη.

Ο Επουράνιος στράφηκε να την κοιτάξει. «Από τους δικούς σου, τους Οπλομάχους, πόσοι είναι παντρεμένοι με Παντοκρατορικούς, αλήθεια;»

«Δύο,» αποκρίθηκε η Τοξομάχη, μουντά. «Ο αδελφός μου, ο Ξιφοφόρος ο Δεύτερος–»

«Ναι, σωστά,» τη διέκοψε ο Επουράνιος ο Πρώτος· «την είχα δει τη γυναίκα του, μια φορά, σε μια γιορτή. Μια ξανθιά με γαλανό δέρμα, δεν είναι; Φανερά εξωδιαστασιακή.»

«Ναι,» είπε η Τοξομάχη. «Η Λοχαγός Κλαρίσσα Λάναρκωφ.»

«Ποιος άλλος έχει παντρευτεί Παντοκρατορικό;»

«Μια πρώτη ξαδέλφη μου.»

Ο Επουράνιος ο Πρώτος ένευσε. «Άσχημα τα πράγματα.»

«Νόμιζα,» είπε ο Ανδρόνικος, «ότι οι ευγενείς της Σάρντλι δύσκολα παντρεύονταν όσους δεν είναι κι αυτοί ευγενείς της Σάρντλι…»

«Ναι,» είπε ο Ηλιόνους ο Πρώτος, «αλλά αυτοί ήταν Παντοκρατορικοί, Πρίγκιπά μου. Πολλοί Οίκοι το έκαναν, για πολιτικούς λόγους.»

«Και τώρα,» τόνισε η Ανεμόφθαλμη η Δεύτερη, «θα το πληρώσουμε όλοι μας.»

«Μα, ποιος θα φανταζόταν ότι τα πράγματα θα εξελίσσονταν έτσι, κόρη μου;»

Η Ιωάννα είπε: «Νομίζω ότι πρέπει να πάμε στην Καρθάι. Αύριο κιόλας. Μαζί με τους Ούρταθ.»

«Σκέφτεσαι να πολιορκήσουμε την πόλη;» ρώτησε ο Ορείχαλκος.

«Αν χρειαστεί.»

«Δεν είναι εύκολο να παρθεί η Καρθάι,» τους προειδοποίησε ο Επουράνιος ο Πρώτος.

«Μπορούμε, τουλάχιστον, να αποτρέψουμε τους Παντοκρατορικούς απ’το να συγκεντρωθούν εκεί,» είπε η Ιωάννα. «Όσο είναι ακόμα καιρός, Άρχοντά μου.» Άναψε δεύτερο τσιγάρο.

Ο Επουράνιος ο Πρώτος συνοφρυώθηκε. «Εννοείς, να περικυκλώσουμε την Καρθάι ώστε να μην τους αφήνουμε να μπουν;»

«Ακριβώς. Έτσι θα χάσουν την αμυντική θέση, και θα διασπαστούν ίσως.»

«Σ’ένα πράγμα, όμως, κάνεις λάθος,» της είπε ο Ανδρόνικος.

Η Ιωάννα στράφηκε να τον κοιτάξει συνοφρυωμένη. Δεν της άρεσε να της λένε ότι έκανε λάθος.

«Πρέπει να ξεκινήσουμε απόψε, όχι αύριο,» ολοκλήρωσε ο Πρίγκιπας της Επανάστασης.

19.

«Πού πηγαίνουμε;» ρώτησε ο Ρουμπίνης.

Ο Δημήτριος είχε οδηγήσει εκείνον και την Ευύδρια νότια, στις πεδιάδες με τα ψηλά χόρτα, όπου η φύση ήταν ήσυχη καθώς η νύχτα πλησίαζε. Πίσω από ένα σύδεντρο τούς περίμενε ένα προσγειωμένο ελικόπτερο. Ο πράκτορας της Παντοκράτειρας είχε μπει στο αεροσκάφος και οι στρατιώτες είχαν ωθήσει και τον Ρουμπίνη και την Ευύδρια να μπουν. Κρατούσαν ακόμα τα όπλα τους υψωμένα· ήταν προφανές πως δεν επρόκειτο για απλή πρόσκληση. Η Ευύδρια έσφιγγε τον πήχη του Ρουμπίνη καθώς επιβιβάζονταν στο ελικόπτερο (οι πολεμιστές της Παντοκράτειρας τής είχαν πάρει προ πολλού το πιστόλι της· δεν είχαν αφήσει κανένα όπλο επάνω σ’εκείνη και στον σύζυγό της), και τώρα το ελικόπτερο είχε υψωθεί και, αφήνοντας πίσω του την πεδιάδα, πετούσε βόρεια, πάνω από την πυκνή ζούγκλα Νισθάν’κνα.

«Πού πηγαίνουμε;» ξαναρώτησε ο Ρουμπίνης, επίμονα, εξαγριωμένος με τη συμπεριφορά του Δημήτριου. Ήταν τρελός ο καταραμένος πράκτορας; Ο Ρουμπίνης τού είχε πει ότι εκείνος δεν ήταν προδότης όπως ο Ορείχαλκος. Δεν τον ενδιέφερε τον βλάκα να πάρει πάλι τον Οίκο των Ορειβατών με το μέρος της Παντοκράτειρας;

«Θα δεις, Άρχοντά μου,» απάντησε ο Δημήτριος, χωρίς να γυρίσει να τον κοιτάξει, καθισμένος πλάι στον πιλότο.

«Μη μου λες ‘θα δεις’! Είμαι αιχμάλωτός σου;»

Ο Δημήτριος τώρα στράφηκε να τον ατενίσει. «Αν εξακολουθείς να είσαι πιστός στην Παντοκράτειρα, όχι, δεν είσαι αιχμάλωτός μου. Είσαι εδώ με τη θέλησή σου, σωστά;»

«Δεν ξέρω καν πού πηγαίνουμε. Μόνο ένας αιχμάλωτος δεν θα ήξερε πού τον πηγαίνουν!»

«Μάλλον έχεις δίκιο,» αποκρίθηκε διπλωματικά ο Δημήτριος. «Με συγχωρείς, Άρχοντά μου, αλλά θα καταλαβαίνεις ότι όλη αυτή η κατάσταση με έχει ταράξει πολύ. Πηγαίνουμε στην Καρθάι.»

Ο Ρουμπίνης συνοφρυώθηκε παραξενεμένος. «Στην Καρθάι; Στις παρυφές της Τρίγωνης; Τι δουλειά έχουμε μες στην έρημο;»

«Χρειαζόμαστε ένα οχυρό μέχρι η αμμοθύελλα να περάσει. Συγχρόνως, όμως, πρέπει να κάνουμε και κάποιες κινήσεις: καθώς αυτή δεν είναι μια από εκείνες τις αμμοθύελλες που περνάνε από μόνες τους.»

«Τι κινήσεις;»

«Χρειαζόμαστε τη βοήθειά σου, κατά πρώτον. Οι θεοί μάς ευνόησαν που σ’έφεραν κοντά μας, Άρχοντα Ρουμπίνη.»

«Οι θεοί;» έκανε ο Ρουμπίνης, καγχάζοντας. «Αν δε λαθεύω, εσείς απαγάγατε εμένα· δεν ήρθα εγώ σ’εσάς.» Και συγχρόνως το β’ζάιλ του τον προειδοποιούσε: Προσπαθεί να σε καλοπιάσει. Να κάνεις δύο σκέψεις για κάθε μία απάντηση που του δίνεις.

«‘Απαγάγαμε’…» μόρφασε ο Δημήτριος. «Δεν είναι αυτή η σωστή λέξη, Άρχοντά μου. Σου είπα: αν είσαι με το μέρος μας, δεν τίθεται θέμα απαγωγής. Είσαι σύμμαχός μας, και μπορείς να μας βοηθήσεις.»

«Με τι τρόπο; Δε νομίζω ότι μπορώ να κάνω εύκολα τους συγγενείς μου να στραφούν τώρα εναντίον της Επανάστασης· ο Ορείχαλκος και ο Αρχιπροδότης τούς έχουν δηλητηριάσει!»

«Δεν είναι αυτό που θέλουμε από εσένα.»

«Τι, τότε;»

«Θέλουμε απλά να δηλώσεις ότι είσαι με το μέρος μας· κι αν χρειαστεί να παριστάνεις τον αιχμάλωτό μας.»

«Τι θα πει να παριστάνω τον αιχμάλωτό σας;»

«Τα πράγματα, Άρχοντά μου, έχουν χάσει λιγάκι τον… ρυθμό τους στη Σάρντλι. Για να τα επαναφέρουμε προς τη σωστή κατεύθυνση θα πρέπει να ασκηθούν κάποιες πιέσεις στους Οίκους που κινδυνεύουν να παραστρατήσουν.»

«Δεν απάντησες στην ερώτησή μου,» παρατήρησε ο Ρουμπίνης.

«Θα καταλάβεις,» υποσχέθηκε ο Δημήτριος, «όταν φτάσουμε στην Καρθάι.»

20.

Σχεδόν όλοι όσοι είχαν έρθει στη Νισθάι έφυγαν ξανά. Έμειναν μόνο οι Γεωμέτρες (εκτός από την Οξυγώνια, που συνόδεψε την Ανεμόφθαλμη ως σωματοφύλακάς της), ο Ηλιόνους ο Πρώτος, η Αστρόπνοη η Τρίτη, η Νεφελόπτερη, ο Ναλκέτρι, η Αζουρίτια η Πρώτη, ο Οπάλιος ο Δεύτερος, και ο Μαγνήσιος ο Τρίτος. Επίσης, μαζί με τον Ορείχαλκο, τον Ανδρόνικο, και τους υπόλοιπους αποφάσισε να πάει ο Επουράνιος ο Δεύτερος, ο αδελφός της Ανεμόφθαλμης της Δεύτερης.

Δυνατοί προβολείς φώτιζαν τη νύχτα, καθώς τα οχήματα ακολουθούσαν τον Δρόμο της Ζούγκλας, που απλωνόταν φαρδύς και πλακόστρωτος ανάμεσα στην πυκνή βλάστηση. Από πάνω τους πετούσαν τρία ανιχνευτικά ελικόπτερα, για πιθανές ενέδρες των Παντοκρατορικών. Μέσα σ’ένα απ’αυτά ήταν η Ιωάννα· μέσα σ’ένα άλλο, η Άνμα’ταρ.

Ο Δρόμος της Ζούγκλας ήταν γεμάτος κλαδιά, φύλλα, και χώματα. Όσο κι αν τον καθάριζαν οι Ουράνιοι, πάντοτε γέμιζε. Ήταν η περιοχή τέτοια. Αυτό, όμως, δεν παρακώλυε στο ελάχιστο τα οχήματα της συνοδίας. Εκείνο που φοβόταν ο Ανδρόνικος ήταν μην τους είχαν στήσει οι Παντοκρατορικοί καμια ενέδρα, ή καμια παγίδα με εκρηκτικές ύλες. Η Σιλάνα κι άλλοι δύο επαναστάτες προπορεύονταν επάνω σε δίκυκλα, ως ανιχνευτές, αναζητώντας σημάδια που δεν θα εντόπιζαν τα ελικόπτερα.

Το νυχτερινό ταξίδι, όμως, αποδείχτηκε ακίνδυνο. Οι Παντοκρατορικοί δεν είχαν χρόνο να προετοιμαστούν, όπως ο Ανδρόνικος το υποψιαζόταν. Παρ’όλ’αυτά δεν θα ήθελε να μην είχε πάρει τα μέτρα του· και ήταν βέβαιος πως και η Ιωάννα κι ο Σάνραντιλ’φεν την ίδια γνώμη είχαν. Τα οχήματα βγήκαν από τις βόρειες παρυφές της ζούγκλας, διέσχισαν υπό το φως της Σελήνης μια πεδιάδα με χαμηλή βλάστηση, και αντίκρυ, στις παρυφές της ερήμου που ονομαζόταν Τρίγωνη, ο Ανδρόνικος είδε τα φώτα μιας πόλης. Και ψηλά, πολύ ψηλά τείχη. Στεκόταν όρθιος επάνω στην καρότσα ενός οχήματος και κοίταζε με τα κιάλια του, παρατηρώντας τις επάλξεις. Μπορούσε να διακρίνει σημαίες με το έμβλημα των Γεωμετρών (το οποίο είχε πρόσφατα μάθει) και σημαίες με το έμβλημα της Παντοκράτειρας. Λευκοντυμένοι πολεμιστές βρίσκονταν επάνω στα τείχη, όπως επίσης και Σάρντλιοι μισθοφόροι· και μεγάλα πυροβόλα ήταν έτοιμα. Η πύλη ήταν κλειστή.

Ο Ανδρόνικος κατέβασε τα κιάλια και άνοιξε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό του, ρυθμισμένο στη συχνότητα των ελικοπτέρων. «Μην πετάξετε πάνω από την πόλη,» πρόσταξε. «Υποθέτω ότι θα σας χτυπήσουν.»

«Εντάξει,» αποκρίθηκε η Ιωάννα.

Τα οχήματα σταμάτησαν σε απόσταση ασφαλείας από την Καρθάι. Από τα μεγάλα φορτηγά βγήκαν οι Ούρταθ, και παρατάχτηκαν ατενίζοντας την οχυρωμένη πόλη σαν κυνήγι που σκόπευαν να το θηρέψουν απόψε κιόλας. Ο Ανδρόνικος ωστόσο δεν ήξερε αν θα ήταν συνετό να επιτεθούν τώρα, μες στη νύχτα, ύστερα από τόσο ταξίδι που είχαν κάνει.

«Δε φαίνεται να έρχεται κανένας για να μας καλοδεχτεί, Ορείχαλκε,» είπε στον Ορειβάτη που είχε έρθει να σταθεί πλάι του.

«Δε με εκπλήσσει, Πρίγκιπα Ανδρόνικε. Κι εγώ αν έβλεπα έναν τέτοιο στρατό να ζυγώνει την πόλη μου θα έκλεινα αμέσως τις πύλες και θα κρυβόμουν από πίσω.»

Πράγματι, σκέφτηκε ο Ανδρόνικος. «Ας επικοινωνήσουμε μαζί τους, τότε.»

Ο Ορείχαλκος ένευσε κι έβγαλε έναν τηλεπικοινωνιακό πομπό, στέλνοντας σήμα προς την Καρθάι, ελπίζοντας ότι κάποιος θα απαντούσε. «Είμαι ο Ορείχαλκος,» είπε στο μικρόφωνο, «του Οίκου των Ορειβατών. Έρχομαι ειρηνικά, επιθυμώντας να μιλήσω με την Αρχόντισσα Τριγώνια την Πέμπτη.»

Για μερικές στιγμές, δεν ήρθε καμία απάντηση, και όλοι όσοι ήταν συγκεντρωμένοι γύρω απ’τον Ορείχαλκο περίμεναν σιωπηλά. Από τις ενδείξεις επάνω στον τηλεπικοινωνιακό πομπό φαινόταν ότι κάποιος είχε λάβει το σήμα.

Ο Ορείχαλκος επανέλαβε: «Είμαι ο Ορείχαλκος, του Οίκου των Ορειβατών. Έρχομαι ειρηνικά, επιθυμώντας να μιλήσω με την Αρχόντισσα Τριγώνια την Πέμπτη.»

Η φωνή που του απάντησε ήταν γνωστή γι’αυτόν: «Η Αρχόντισσα της Καρθάι δεν μιλά με προδότες που έρχονται με στρατό μπροστά στην πύλη της.»

«Ο Δημήτριος,» είπε ο Ορείχαλκος στον Ανδρόνικο. Και στο μικρόφωνο του πομπού: «Θέλω να μιλήσω στην ίδια την Αρχόντισσα!»

Κανένας δεν του απάντησε.

Ο Ορείχαλκος έψαξε με το βλέμμα για τον Τριγώνιο, τον σύζυγο της ξαδέλφης του της Γρανίτιας. Είδε πως δεν ήταν μακριά, και του έκανε νόημα να έρθει ακόμα πιο κοντά. Εκείνος πλησίασε, κι ο Ορείχαλκος τού είπε: «Αν μιλήσεις εσύ, ίσως να έχουμε κάποια αποτελέσματα. Τι σου είναι η Τριγώνια η Πέμπτη; Αδελφή; Ξαδέλφη;»

«Ξαδέλφη,» αποκρίθηκε ο Τριγώνιος διστακτικά. «Αλλά δεν ξέρω αν…. Δεν την ξέρω και πολύ καλά, γενικά.» Μόρφασε, δυσανασχετώντας.

«Προσπάθησε,» επέμεινε ο Ορείχαλκος. «Νομίζω πως ίσως να είσαι η μόνη μας ελπίδα για ένα ειρηνικό τέλος εδώ πέρα.»

Ειρηνικό τέλος; σκέφτηκε ο Ανδρόνικος. Δεν πιστεύω πως υπάρχει τέτοια πιθανότητα, δυστυχώς, Ορείχαλκε…

Ο Τριγώνιος ένευσε. «Εντάξει.» Πήρε τον πομπό απ’το χέρι του ξαδέλφου της γυναίκας του και είπε: «Είμαι ο Τριγώνιος ο Τρίτος, του Οίκου των Γεωμετρών. Θα ήθελα να μιλήσω με την ξαδέλφη μου, την Τριγώνια την Πέμπτη.»

Τριγώνιος ο Τρίτος!; εξεπλάγη ο Ανδρόνικος, που νόμιζε ώς τώρα πως ο Τριγώνιος ήταν όπως ο Ορείχαλκος – δηλαδή, ο μόνος του ονόματός του και, άρα, χωρίς αριθμό. Μάλλον οι Ορειβάτες, όμως, τον έλεγαν απλά Τριγώνιο επειδή ανάμεσα σ’αυτούς τουλάχιστον δεν υπήρχε άλλος με το όνομά του – κι ο Τριγώνιος συνέχεια μαζί με τη Γρανίτια ήταν, στο Πολύλιθο Μέγαρο, απ’ό,τι είχε καταλάβει ο Ανδρόνικος. Πρέπει, πάντως, ν’αρέσουν στους Γεωμέτρες τα ονόματα Τριγώνιος και Τριγώνια. Είχαν τρεις με το ένα και πέντε με το άλλο!

Κανένας δεν απάντησε στον Τριγώνιο τον Τρίτο, κι εκείνος επανέλαβε το όνομα και το αίτημά του.

Η φωνή του Δημήτριου ακούστηκε ξανά: «Η Αρχόντισσα της Καρθάι δεν συνομιλεί με συμμάχους προδοτών.»

«Δημήτριε, δώσε μου την ξαδέλφη μου!» είπε ο Τριγώνιος. «Δεν έχεις δικαίωμα να διακόπτεις την επικοινωνία μας!»

Ένα γέλιο ακούστηκε από τον πομπό. «Ποια επικοινωνία σας; Είπα: η Αρχόντισσα δεν επιθυμεί επικοινωνία μαζί σας. Είναι, όμως, εδώ ένας άλλος που θα ήθελε να σας μιλήσει.»

«Ποιος;»

«Καλησπέρα, Τριγώνιε. Είναι ο αδελφός μου εκεί;»

Ο Ορείχαλκος πέτρωσε για μια στιγμή, νιώθοντας τον ψυχρό νυχτερινό άνεμο που ερχόταν από την έρημο να τον παγώνει ώς το κόκαλο. Η φωνή που είχε ακουστεί ήταν του Ρουμπίνη! Δεν μπορεί! Ο Δημήτριος κάνει κάποιο κόλπο!

«Ο Ρουμπίνης ήταν πίσω μας, Δημήτριε,» είπε ο Ορείχαλκος, παίρνοντας απότομα τον πομπό απ’το χέρι του Τριγώνιου. «Το ξέρω πως δεν είναι μαζί σου.»

«Μαζί του είμαι, Ορείχαλκε. Και μπράβο που είχες καταλάβει ότι σε ακολουθούσα: έχεις, φαίνεται, καλούς κατασκόπους. Ιδίωμα των προδοτών, υποθέτω. Όλοι τους έχουν καλούς κατασκόπους.»

«Πώς βρέθηκες στην Καρθάι;» ρώτησε ο Ορείχαλκος, επιβάλλοντας ψυχραιμία στον εαυτό του.

«Αυτό δεν σε απασχολεί. Εκείνο που θέλω να ξέρεις είναι ότι η Αρχόντισσα Τριγώνια γνωρίζει τι προδότες είστε και δεν πρόκειται να παραδώσει την πόλη της σ’εσάς.»

«Λες ανοησίες, Ρουμπίνη, και το ξέρεις! Δεν είναι σκοπός μας να καταλάβουμε την Καρθάι· μονάχα να μιλήσουμε στην Αρχόντισσα.»

«Αυτό δεν πρόκειται να συμβεί.»

Ο Αστροφώτιστος ο Δεύτερος είπε στον Ορείχαλκο: «Ρώτησέ τον αν η κόρη μου και τα παιδιά της είναι καλά.»

«Πού είναι η Ανεμόφθαλμη η Πρώτη, Ρουμπίνη; Πού είναι τα παιδιά της;»

Ο Δημήτριος απάντησε: «Είναι ασφαλείς, και εκείνη και τα παιδιά της. Αλλά αυτό θα εξαρτηθεί, βέβαια, κι από εσάς…»

Ο Αστροφώτιστος πλησίασε τον πομπό, μίλησε δυνατά: «Αφήστε την κόρη μου να φύγει! Δεν έχει καμία σχέση μ’όλη αυτή την ιστορία!»

Ο Δημήτριος γέλασε. «Δεν καταλαβαίνω ποιος μου μιλά, αλλά όποιος κι αν είσαι σε διαβεβαιώνω πως ολόκληρη η Σάρντλι έχει σχέση… ‘μ’αυτή την ιστορία’.»

«Ο Αστροφώτιστος ο Δεύτερος είμαι, του Οίκου των Ουράνιων. Δώσε μου τον Καλπάρτι, να του μιλήσω! Τώρα!»

Σιγή για λίγο από τον πομπό. Παράσιτα μονάχα. Ένα εκνευριστικό κρακ-κρακ-κρουκ, αναμιγμένο με το σφύριγμα του ξερού, ψυχρού ανέμου της Τρίγωνης.

Μετά, μια φωνή: «Άρχοντα Αστροφώτιστε…»

«Βύρωνα. Πώς τόλμησες να το κάνεις αυτό; Σου δώσαμε την κόρη μας να την παντρευτείς, κι εσύ την απήγαγες τώρα για να μας εκβιάσεις! Οι θεοί θα σε καταραστούν!»

«Δεν απήγαγα την Ανεμόφθαλμη, Άρχοντά μου. Από μόνη της βλέπει πως η προδοσία των Ορειβατών είναι ανόητη και αυτοκαταστροφική, και θέλησε ν’απομακρυνθεί για να προστατεύσει τον εαυτό της και τα παιδιά μας.»

«Ανοησίες!» βρυχήθηκε ο Αστροφώτιστος. «Άστη να βγει από την πόλη, Βύρωνα!»

«Δεν την κρατάω με τη βία. Το ξέρει πως αν πάει κοντά σας θα την αναμίξετε με προδότες και θα την απομακρύνετε από εμένα.»

«Δώσε μου την κόρη μου να της μιλήσω!»

Καμία απάντηση από τον πομπό· μονάχα παράσιτα.

«Βύρωνα!» φώναξε ο Αστροφώτιστος.

Πάλι, καμία απάντηση.

«Θα τον σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια…» γρύλισε ο Αστροφώτιστος, γυρίζοντας από την άλλη και βηματίζοντας οργισμένα.

Η Ανεμόφθαλμη η Δεύτερη τον έπιασε από τον ώμο. «Θείε. Υπομονή. Οι θεοί ευνοούν όσους δείχνουν υπομονή.»

Ο Αστροφώτιστος στράφηκε να την αντικρίσει. «Η κόρη μου – η ξαδέλφη σου – βρίσκεται σε κίνδυνο!»

Ο Ανδρόνικος παρενέβη: «Αυτή τη στιγμή, δε νομίζω ότι βρίσκεται σε κίνδυνο, Άρχοντά μου. Δε θα την πειράξουν όσο τη χρειάζονται για να τη χρησιμοποιούν εναντίον μας.»

«Δεν είναι δικό σου παιδί, Πρίγκιπα Ανδρόνικε…» είπε ο Αστροφώτιστος, μοιάζοντας ξαφνικά εξαντλημένος, κατάκοπος.

«Μ’ενδιαφέρει, όμως, Άρχοντά μου, τι θα της συμβεί,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος, νιώθοντας ένα αόρατο σπαθί να λογχίζει το στήθος του. Γιατί πρέπει πάντα να βάζω σε κίνδυνο ανθρώπους που δεν φταίνε; Γιατί πρέπει να σκοτώνονται, να κακοποιούνται, όταν προσπαθώ να τους ελευθερώσω; Δεν ήταν ανόητος, γνώριζε το κόστος της Επανάστασης, όμως οι ίδιες σκέψεις, τα ίδια συναισθήματα, έρχονταν πάντα, ξανά και ξανά…

Ο Ορείχαλκος μίλησε στον πομπό: «Τι θέλεις για ν’αφήσεις την Ανεμόφθαλμη και τα παιδιά της να φύγουν, Δημήτριε;»

«Τίποτα, Ορείχαλκε. Τίποτα από εσένα. Θέλω μόνο να κάνω τους Οίκους της Σάρντλι να λογικευτούν.»

«Δεν πρόκειται να φέρεις άλλους αιχμαλώτους στην Καρθάι,» του είπε ο Ορείχαλκος. «Θα μείνουμε εδώ και θα φρουρούμε. Κανένας δεν θα μπει στην πόλη, ούτε από ξηράς ούτε από αέρα. Μέχρι να παραδοθείς, θα περιμένουμε!»

«Θα χάσετε, τότε, τη συγκέντρωση στη Φανχάι…»

«Η συγκέντρωση θα γίνει· μην ελπίζεις ότι θα το αποτρέψεις αυτό.»

«Θα το δούμε, Ορείχαλκε… Θα το δούμε…»

Ο Ορείχαλκος έκλεισε τον πομπό και στράφηκε στον Ανδρόνικο. «Οι Ούρταθ θα μείνουν εδώ, Πρίγκιπα Ανδρόνικε. Συμφωνείς;»

«Ναι. Αλλά κι εμείς δεν θα φύγουμε απόψε.»

«Όχι, όχι απόψε· είμαστε όλοι κουρασμένοι. Αύριο, με την αυγή.»

Ο Ανδρόνικος ένευσε. «Πρέπει οπωσδήποτε να είμαστε στη Φανχάι, όταν οι Οίκοι θα έχουν συγκεντρωθεί εκεί.»

21.

Της Άνμα’ταρ δεν της άρεσε που ο Σέλιρ’χοκ θα έμενε εδώ, έξω από τα τείχη της Καρθάι, μαζί με τους Ούρταθ, τον Αστροφώτιστο τον Δεύτερο, τον Επουράνιο τον Δεύτερο, έξι επαναστάτες του Φτερωτού Όρους, και μισθοφόρους του Οίκου των Ορειβατών και του Οίκου των Ουράνιων. Ήξερε, όμως, ότι αυτή η απόφαση ήταν σωστή, γιατί πολύ πιθανόν να χρειάζονταν τη βοήθεια ενός μάγου κάποια στιγμή. Επιπλέον, ήταν ανόητο να ανησυχεί για τον Σέλιρ. Ήταν παραπάνω από ικανός να επιβιώνει ακόμα και στις πιο αντίξοες συνθήκες, και δεν ήταν η πρώτη φορά, φυσικά, που είχε πάει σε κάποια αποστολή χωρίς εκείνη. Η Άνμα θύμισε στον εαυτό της ότι ο Σέλιρ είχε ταξιδέψει στα πέρατα του Πορφυρού Κενού μαζί με την Ιωάννα και τον Γεράρδο – και τότε ήμουν εγώ μαζί; Όχι. Θύμισε στον εαυτό της ότι ο Σέλιρ είχε πάει στην παγωμένη διάσταση Ταρασμάλθη μαζί με τον Γεράρδο πάλι, τον Προαιρέσιο, και τη Μάρθα – και ούτε τότε ήμουν μαζί. Θύμισε στον εαυτό της κι όλες τις υπόλοιπες φορές που ο Σέλιρ’χοκ είχε αναλάβει αποστολές χωρίς εκείνη. Το να μείνει έξω απ’την Καρθάι, προκειμένου οι Παντοκρατορικοί να μη μπορούν να φέρουν περισσότερους αιχμαλώτους εδώ, αναμφίβολα δεν θα ήταν και τίποτα σπουδαίο γι’αυτόν, μπροστά σ’όλα τ’άλλα που είχε κάνει στη ζωή του.

Η Άνμα’ταρ είχε προτείνει, χτες βράδυ, να μείνει κι εκείνη στην Καρθάι, γιατί δεν αποκλειόταν κι οι δικές της ικανότητες και μαγείες να αποδεικνύονταν χρήσιμες αν τα πράγματα αγρίευαν. Ο Πρίγκιπας, όμως, φάνηκε διστακτικός να συμφωνήσει μαζί της· και ο Σέλιρ τής είπε ότι καλύτερα να πήγαινε στη Φανχάι, με τον Ανδρόνικο, διότι οι πράκτορες της Παντοκράτειρας κάποιο παιχνίδι θα προσπαθούσαν να στήσουν κι εκεί, «και ο Πρίγκιπάς μας θα χρειαστεί τη βοήθειά σου». Η Άνμα δεν μπορούσε να διαφωνήσει· ήταν όντως λογικό, όπως και τα περισσότερα πράγματα που συνήθως έλεγε ο Σέλιρ.

Τώρα, καθώς το φως της αυγής ερχόταν από τ’ανατολικά της ερήμου που οι Σάρντλιοι αποκαλούσαν Τρίγωνη εξαιτίας του σχήματός της, η Άνμα’ταρ βγήκε απ’τη σκηνή που μοιραζόταν με τον Σέλιρ’χοκ και κοίταξε τα ψηλά τείχη της Καρθάι. Καμια αλλαγή δεν φαινόταν εκεί. Σημαίες κρέμονταν από κοντάρια, πολεμιστές (Παντοκρατορικοί και Σάρντλιοι μισθοφόροι) στέκονταν στις επάλξεις, και πυροβόλα ήταν στημένα. Η Άνμα δεν νόμιζε ότι οι υπερασπιστές της πόλης ήταν πρόθυμοι να κάνουν έξοδο για να διώξουν τους πολιορκητές της.

Άκουσε τον Σέλιρ’χοκ να βγαίνει απ’τη σκηνή πίσω της, και τον είδε με την άκρια του ματιού της. Στο χέρι του κρατούσε το μακρύ ραβδί του με τους κρυστάλλους, τα κυκλώματα, και τα μικροσκοπικά κάτοπτρα: ένα εργαλείο που χρησιμοποιούσαν μόνο οι μάγοι του τάγματος των Διαλογιστών. Μπορούσαν να αντλούν ενέργεια από τους κρυστάλλους για να ενδυναμώνουν τα ξόρκια και τις μαγγανείες τους. Οι κρύσταλλοι αυτοί ήταν σαν ζωντανοί οργανισμοί· η ενέργειά τους ποτέ δεν στέρευε, αλλά η ποσότητά της δεν ήταν και πολύ μεγάλη: οι κρύσταλλοι εξαντλούνταν και έπρεπε να ξεκουράζονται, αλλιώς ο μάγος μπορούσε να τους σκοτώσει από την κατάχρηση· και φυσικά μπορούσαν και να πεθάνουν συν τω χρόνω, όπως κάθε άλλος ζωντανός οργανισμός.

Η Άνμα στράφηκε να κοιτάξει τον Σέλιρ. Πλησίασε και τον φίλησε. Ύστερα είπε: «Πηγαίνω,» ρίχνοντας μια ματιά προς τις σκηνές που διέλυαν οι επαναστάτες.

Εκείνος ένευσε. «Να έχεις το νου σου, στη Φανχάι. Είναι μια πόλη όπου πολλές προδοσίες συμβαίνουν. Και είμαι σχεδόν βέβαιος ότι κάποιος θα προσπαθήσει να δολοφονήσει τον Πρίγκιπά μας, αν και εύχομαι να κάνω λάθος.»

«Δε θα είμαι ποτέ μακριά του,» αποκρίθηκε η Άνμα.

Ο Σέλιρ τής έδωσε τον σάκο της, ο οποίος ήταν αφημένος κοντά στην είσοδο της σκηνής. Εκείνη τον πήρε, τον πέρασε στον ώμο, φίλησε ξανά τον Σέλιρ, βιαστικά, και στράφηκε απ’την άλλη, πηγαίνοντας στον Ανδρόνικο, την Ιωάννα, τη Σιλάνα, τον Σάνραντιλ’φεν, και τους υπόλοιπους επαναστάτες που θα κατευθύνονταν προς τη Φανχάι.

Καθώς έφτανε κοντά τους, φωνές ακούστηκαν από παντού γύρω.

«Ένα ελικόπτερο,» είπε η Ιωάννα δείχνοντας στον ουρανό.

Και πράγματι, ένα ελικόπτερο ερχόταν από τα βόρεια, από την έρημο.

«Αναχαιτίστε το,» πρόσταξε ο Ανδρόνικος. «Μάλλον Παντοκρατορικοί είναι εκεί μέσα.»

Η Ιωάννα έτρεξε προς ένα από τα προσγειωμένα ελικόπτερα. Η Άνμα έτρεξε προς το δεύτερο. Και στο τρίτο πήγε ένας άλλος επαναστάτης από το Φτερωτό Όρος: ο Αργυρόδρομος, ένας ευγενής του Οίκου των Οδηγών, ο οποίος ήταν χρόνια με την Επανάσταση στη Σάρντλι και δεν είχε και πολλές επαφές με τους υπόλοιπους ευγενείς, του Οίκου του ή μη.

Η Άνμα κάθισε μπροστά στο πηδάλιο, ενεργοποίησε τα συστήματα του αεροσκάφους, και ύψωσε το ελικόπτερο πάνω απ’τον καταυλισμό. Από κάτω της μπορούσε να δει τους Ούρταθ να ετοιμάζουν τα όπλα τους – μακρύκαννες καραμπίνες και εκτοξευτές βομβών – περιμένοντας να σημαδέψουν κάτι που θα ερχόταν από τον ουρανό. Οι μισθοφόροι των Ορειβατών και των Ουράνιων ετοιμάζονταν παρομοίως, ενώ οι πολεμιστές στα τείχη της Καρθάι άρχιζαν να δείχνουν προς τα βόρεια, έχοντας τώρα προσέξει κι εκείνοι το ελικόπτερο που πλησίαζε.

Η Άνμα’ταρ, η Ιωάννα, και ο Αργυρόδρομος έκαναν κύκλους γύρω από την οχυρωμένη πόλη, σε τέτοια απόσταση ώστε να μη μπορούν να τους χτυπήσουν από τις επάλξεις, και περίμεναν το άλλο αεροσκάφος να έρθει πιο κοντά. Όταν είχε ζυγώσει αλλά προτού φτάσει στην Καρθάι, η Ιωάννα είπε στην Άνμα και στον Αργυρόδρομο μέσω πομπού: «Τώρα»· και τα τρία ελικόπτερα προσέγγισαν αυτό που ερχόταν προς τα νότια.

Επάνω του, παρατήρησε η Άνμα, υπήρχε το σύμβολο της Παντοκράτειρας.

Η Ιωάννα είπε, μέσω πομπού πάλι και σε τέτοια συχνότητα ώστε να μπορεί να την πιάσει και ο δέκτης του ερχόμενου ελικοπτέρου: «Απομακρυνθείτε από την πόλη, αλλιώς θα ανοίξουμε πυρ.»

Το ελικόπτερο την αγνόησε· προσπάθησε να περάσει ανάμεσα από τα τρία ελικόπτερα των επαναστατών και να φτάσει στην Καρθάι. Η Άνμα’ταρ πάτησε τη σκανδάλη, και το μοναδικό πυροβόλο του αεροσκάφους της έβαλε. Η Ιωάννα και ο Αργυρόδρομος τη μιμήθηκαν. Ο αέρας γέμισε φωτιά και σφαίρες. Αλλά μονάχα η ουρά του Παντοκρατορικού ελικοπτέρου χτυπήθηκε, και μάλιστα ελαφρά· ο πιλότος του πρέπει να ήταν αρκετά ικανός. Έκανε μανούβρα και ανταπέδωσε· τα δύο πυροβόλα του αεροσκάφους, που κρέμονταν από τα μικρά φτερά του, στόχευσαν την Άνμα. Όμως εκείνη είχε ήδη βουτήξει προς τα κάτω: έτσι απέφυγε τις ριπές και μετά ανέκτησε το ύψος που είχε απότομα χάσει.

Είναι επίμονος, ο καταραμένος! σκέφτηκε.

«Απομακρυνθείτε, αλλιώς θα σας καταρρίψουμε!» ακούστηκε η φωνή της Ιωάννας από τον πομπό· και η Άνμα είδε ότι η Μαύρη Δράκαινα και ο Αργυρόδρομος πυροβολούσαν το Παντοκρατορικό ελικόπτερο, το οποίο, αναγκαστικά πλέον, στράφηκε πάλι βόρεια ενώ η ουρά του κάπνιζε. Οι Ούρταθ και οι μισθοφόροι πυροβολούσαν επίσης, πρόσεξε η Άνμα, αλλά αμφέβαλλε ότι τα πύρα τους έφταναν τόσο ψηλά με καμια σπουδαία ακρίβεια.

Το Παντοκρατορικό ελικόπτερο πέταξε πάνω από τις άμμους της Τρίγωνης, φεύγοντας.

Η Άνμα’ταρ, η Ιωάννα, και ο Αργυρόδρομος προσγειώθηκαν. Ο Ανδρόνικος και ο Ορείχαλκος τούς πλησίασαν. Ο τελευταίος ρώτησε τον Αργυρόδρομο: «Θα μείνεις εδώ εσύ;»

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνος.

Ο Ορείχαλκος ένευσε. «Ωραία. Γιατί οι Ούρταθ δεν είναι πιλότοι, και οι μισθοφόροι μας–»

Μια φωνή τον διέκοψε: «Ξέρω κι εγώ να πιλοτάρω, Ορείχαλκε.» Ήταν ο Επουράνιος ο Δεύτερος. «Και θα μείνω.»

«Καλύτερα, όμως, να μην πιλοτάρεις εκτός αν είναι ανάγκη,» είπε ο Ορείχαλκος, κοιτάζοντάς τον με κάποιο δισταγμό.

Ο Επουράνιος γέλασε. «Μη με βλέπεις σα νάμαι παιδάκι! Είμαστε σχεδόν στην ίδια ηλικία. Και δεν είσαι του Οίκου μου ώστε να δικαιολογείται ν’ανησυχείς για μένα.»

«Εγώ, όμως, είμαι του Οίκου σου,» του είπε η Ανεμόφθαλμη ζυγώνοντας.

«Αλλά δεν είσαι ο καλύτερος άνθρωπος για να προτείνει επιφυλακτικότητα, αδελφή μου,» αποκρίθηκε ο Επουράνιος μειδιώντας.

«Δεν πρότεινα επιφυλακτικότητα…» Η Ανεμόφθαλμη τού έκλεισε το μάτι.

«Τέλος πάντων,» είπε ο Ορείχαλκος. «Καλύτερα να πηγαίνουμε. Η Φανχάι μάς περιμένει.»

Ο Ανδρόνικος κατένευσε. «Ναι,» είπε. Ύστερα στράφηκε στην Ιωάννα. «Σας είπαν ποιοι ήταν μες στο ελικόπτερο;»

«Δε μας μίλησαν καθόλου, παρότι τους προειδοποίησα να απομακρυνθούν αλλιώς θα τους ρίχναμε.»

Ο Ορείχαλκος είπε: «Υπάρχει πιθανότητα να ήταν από τη Λουρνάνι, την έδρα των Οπλομάχων. Η Τοξομάχη είπε ότι ο αδελφός της, ο Ξιφοφόρος ο Δεύτερος, είναι παντρεμένος με μια Παντοκρατορική λοχαγό.»

«Πιστεύεις ότι αυτή ήταν μες στο αεροσκάφος;» ρώτησε η Ιωάννα.

«Δεν αποκλείεται.» Και προς τον Αργυρόδρομο: «Να έχετε το νου σας. Μπορεί να επιστρέψει.»

«Θα προσέχουμε. Γι’αυτό μείναμε εδώ.»

Ο Σάνραντιλ’φεν – που τώρα είχε πλησίασε κι αυτός – είπε: «Αν η κατάσταση φύγει κάποια στιγμή από τον έλεγχό σας, να έρθετε στη Φανχάι και να μας ειδοποιήσετε αμέσως. Εντάξει, Αργυρόδρομε;»

«Ασφαλώς, Πρόμαχε. Όπως ξέρεις πάντοτε ήμουν υπέρ της σύνεσης, και ο Βάσλεοθ οδηγεί τα βήματά μου.»

«Αργυρόδρομος;» έκανε, ξαφνιασμένος, ο Ορείχαλκος, που μέχρι στιγμής δεν ήξερε το όνομα του μαυρόδερμου, πορφυρομάλλη επαναστάτη. «Είσαι του Οίκου των Οδηγών;»

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνος. «Αργυρόδρομος ο Τρίτος, Ορείχαλκε. Εκτός αν κάποιος πέθανε χωρίς να το ξέρω και έχω γίνει ‘ο Δεύτερος’· αλλά δεν το νομίζω.»

«Δε σε είχα υπόψη μου.»

«Δε με εκπλήσσει. Συναναστρέφομαι ελάχιστα τον κόσμο των Οίκων της Σάρντλι από τότε που ξεκίνησε εδώ η Επανάσταση.»

«Δε θα ήθελες να έρθεις στη Φανχάι, όπου σίγουρα θα είναι κι άλλοι του Οίκου σου;»

«Δε νομίζω ότι υπάρχει λόγος. Εδώ μπορώ να εξυπηρετήσω καλύτερα τον σκοπό μας.»

Ο Ορείχαλκος τού έδωσε το χέρι του. «Ο Άνβρεοθ στο πλευρό σου, Αργυρόδρομε.»

22.

«Αυτοί οι καταραμένοι προδότες δεν θα μας αφήσουν σε ησυχία!» είπε ο Ρουμπίνης, χτυπώντας τη γροθιά του στις πέτρινες επάλξεις. Εκείνος, η Ευύδρια, ο Δημήτριος, ο Βύρωνας, και η Τριγώνια στέκονταν σ’έναν εξώστη του παλατιού της Καρθάι, και είχαν μόλις δει τα τρία ελικόπτερα των εχθρών τους να απομακρύνουν το ελικόπτερο που ερχόταν από την έρημο. «Πώς θα τους διώξουμε γύρω από την πόλη;»

«Δε θα είναι εύκολο,» αποκρίθηκε ο Δημήτριος. «Ειδικά με τους Ούρταθ που έφερε εδώ ο Ορείχαλκος.»

Ο Ορείχαλκος! Πάντα ο Ορείχαλκος! σκέφτηκε ο Ρουμπίνης. Ποτέ δε μ’αφήνει να κάνω εκείνο που θέλω!

«Εξαιτίας σας ήρθαν!» είπε η Τριγώνια η Πέμπτη, η Αρχόντισσα της Καρθάι, ατενίζοντας αυστηρά τον Δημήτριο και, μετά, στρέφοντας το βλέμμα της, το ίδιο αυστηρά, στον Βύρωνα Καλπάρτι. Θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει κωμική την αντίδρασή της, δεδομένου ότι ήταν μόνο δεκάξι χρονών – κοριτσάκι, ουσιαστικά. Όμως υπήρχε κάτι στον τρόπο της που σ’έκανε να παραβλέπεις την ηλικία της. Ήταν ψηλή κοπέλα, με μακριά, ξανθά μαλλιά και δέρμα λευκό με απόχρωση του ροζ. Φορούσε ένα κατάλευκο φόρεμα και κοσμήματα που γυάλιζαν στο φως της αυγής. «Μου είπατε ότι ήρθατε εδώ για να προστατέψετε την πόλη μου από αποστάτες, αλλά δε μου φαίνεται ότι μπορείτε να προσφέρετε καμία προστασία!»

«Αρχόντισσά μου,» είπε ο Δημήτριος. «Δεν προσπαθούμε να προστατέψουμε μόνο την Καρθάι, αλλά ολόκληρη τη Σάρντλι. Ο Αρχιπροδότης βρίσκεται στη διάστασή μας, κι αν δεν διωχτεί από εδώ θα μας καταστρέψει όλους. Η προσφορά σας είναι πολύ σημαντική για την Παντοκρατορία, σας διαβεβαιώνω· και η Παντοκράτειρα δεν ξεχνά όσους τη βοηθούν.»

«Η Παντοκράτειρα είναι μακριά από εδώ, κύριε,» είπε η Τριγώνια. «Σε άλλη διάσταση.»

«Η Παντοκράτειρα, Αρχόντισσά μου, ποτέ δεν είναι μακριά. Εμείς είμαστε τα μάτια της και τα αφτιά της.»

«Χρειαζόμαστε, όμως, τα όπλα της τώρα,» τόνισε η Τριγώνια, κι έστρεψε τη ματιά της στον στρατό που ήταν καταυλισμένος έξω από την πόλη. «Δε θ’ανεχτώ η Καρθάι να μείνει περικυκλωμένη για πολύ!»

«Η Καρθάι,» είπε ο Δημήτριος, «πρέπει να αποτελέσει επί του παρόντος ασφαλές μέρος για όσους ακόμα είναι πιστοί στην Παντοκράτειρα, ώστε να ανατρέψουμε τα σχέδια του Αρχιπροδότη και να λογικέψουμε τους Οίκους της Σάρντλι.»

Η Τριγώνια ακούμπησε τα χέρια της στις επάλξεις. «Θα το δούμε αυτό, κύριε…» είπε χωρίς να τον κοιτάζει, έχοντας το βλέμμα της στραμμένο σ’αυτούς που φαινόταν να φεύγουν προς τα νότια, αφήνοντας πίσω τους τους Ούρταθ, κάποιους μισθοφόρους, και τα τρία ελικόπτερα που τώρα ήταν προσγειωμένα.

Τι εννοεί η Τριγώνια; αναρωτήθηκε ο Ρουμπίνης, υποπτευόμενος πως αυτό το θα δούμε μπορούσε να σημαίνει οτιδήποτε. Μπορούσε να σημαίνει ακόμα και ότι η Αρχόντισσα της Καρθάι σκεφτόταν να προδώσει την Παντοκράτειρα προκειμένου να διώξει τους πολιορκητές γύρω από την πόλη της.

Ο Ορείχαλκος! Αυτός φταίει ξανά!

«Πώς θα έρθουν σ’εμάς οι συνεργάτες σου;» ρώτησε ο Ρουμπίνης τον Δημήτριο, απότομα. «Αν δεν μπορούν να περάσουν τους πολιορκητές μας, πώς θα έρθουν εδώ;»

«Θα πρέπει,» αποκρίθηκε ήρεμα εκείνος, «ή αυτοί να βρουν έναν τρόπο ή εμείς.»

«Εν ολίγοις, δεν έχεις καμία ιδέα,» τον κατηγόρησε ο Ρουμπίνης, αγριοκοιτάζοντάς τον. «Μ’έφερες εδώ, με παγίδευσες–!»

«Σε παγίδευσα; Νόμιζα ότι είπες πως είσαι πιστός στην–»

«Πιστός στην Παντοκράτειρα μπορεί να είμαι,» γρύλισε ο Ρουμπίνης, «αλλά το σχέδιό σου, τελικά, το πήραν οι θύελλες του Σάμπρεοθ, Δημήτριε!» Και με τούτα τα λόγια, έφυγε από τον εξώστη.

Η Ευύδρια, αφού έριξε μια ματιά στη συγκαλυμμένη οργή στο πρόσωπο του Δημήτριου, ακολούθησε τον σύζυγό της στο εσωτερικό του παλατιού της Καρθάι. Ήταν η ιδέα της ή όντως είχε δει την Τριγώνια την Πέμπτη να χαμογελά με την άκρη του μικρού στόματός της;

23.

Σε τρεις ώρες είχαν διασχίσει τον Δρόμο της Ζούγκλας και είχαν φτάσει πάλι στη Νισθάι, όπου, στο Μέγαρο της Ζούγκλας, συνάντησαν τους Ουράνιους και τους Ορειβάτες που είχαν μείνει πίσω και τους είπαν τι είχε συμβεί στην Καρθάι. Η Τοξομάχη δήλωσε ότι θα πήγαινε κι εκείνη στην Καρθάι, αφού ο Αστροφώτιστος είχε μείνει εκεί. Ο Ηλιόνους ο Πρώτος διαφώνησε, αλλά δεν είχε και πολύ χρόνο για να της μιλήσει, καθώς ο Ορείχαλκος τού είπε ότι δεν θα καθυστερούσαν στη Νισθάι· θα έφευγαν αμέσως για Φανχάι. Επομένως, αν ο Ηλιόνους ήθελε να έρθει, έπρεπε να τους ακολουθήσει: τώρα. Ο Ηλιόνους ήθελε να έρθει, έτσι, αφού είπε στην Τοξομάχη να σκεφτεί νηφάλια προτού κάνει οτιδήποτε, πήγε μαζί τους. Όπως επίσης και η κόρη του η Αστρόπνοη η Τρίτη, ο αδελφός του ο Επουράνιος ο Πρώτος, η κόρη του Επουράνιου η Νεφελόπτερη, και ο σύζυγός της ο Ναλκέτρι.

Η συνοδία που έφυγε από τη Νισθάι ήταν μικρότερη από αυτήν που είχε έρθει την προηγούμενη βραδιά, καθώς έλειπαν οι Ούρταθ και αρκετοί μισθοφόροι. Οι Ουράνιοι είχαν πάρει μαζί τους κάμποσους δικούς τους μισθοφόρους, αλλά ο αριθμός ήταν σαφώς μικρότερος. Καθώς αποχωρούσαν από την πόλη, ο Ανδρόνικος νόμιζε πως μπορούσε να δει τους Παντοκρατορικούς στρατιώτες που βρίσκονταν ακόμα εδώ να τους ατενίζουν με εχθρικά βλέμματα. Οι Ουράνιοι θα πρέπει, αργά ή γρήγορα, να απαιτήσουν από αυτούς να εγκαταλείψουν την πόλη και τη γύρω περιοχή. Αλλά αυτό θα συνέβαινε, μάλλον, μετά τη συγκέντρωση στη Φανχάι, όπου θα έπαιρναν την τελική απόφαση ότι ήταν με την Επανάσταση και εναντίον της Παντοκράτειρας.

Ο Ανδρόνικος ευχόταν τα τελευταία γεγονότα να τους ωθούσαν προς την απελευθέρωση της διάστασής τους, όχι να τους έκαναν να φοβηθούν. Δεν πίστευε ότι ο Δημήτριος και ο Βύρωνας Καλπάρτι θα έβλαπταν την Ανεμόφθαλμη την Πρώτη ή τα παιδιά της· ο μόνος λόγος που την κρατούσαν στην Καρθάι ήταν για να τρομοκρατήσουν τους υπόλοιπους. Και δεν θα τους αφήσουμε τώρα να φέρουν κι άλλους ευγενείς εκεί. Ήταν πολύ σημαντικό οι Οίκοι της Σάρντλι να πάρουν την απόφασή τους χωρίς τέτοιες πιέσεις που μπορούσαν να αλλοιώσουν τη λογική σκέψη προς το χειρότερο.

Ο Ανδρόνικος καθόταν μπροστά στο τιμόνι και οδηγούσε το όχημα όπου επέβαιναν εκείνος κι οι άλλοι επαναστάτες. Είχε επιμείνει να οδηγήσει αυτός και όχι η Σιλάνα. Η μέρα ήταν ζεστή και είχε τα μανίκια του πουκαμίσου του σηκωμένα και τα κουμπιά ανοιχτά ώς την κοιλιά. Στο κεφάλι φορούσε ένα πλατύγυρο ψάθινο καπέλο, και στα μάτια του ένα ζευγάρι σκούρα γυαλιά. Τα χέρια του ήταν ντυμένα μ’ένα ζευγάρι πέτσινα γάντια χωρίς δάχτυλα, για να μη γλιστράνε οι παλάμες του πάνω στο τιμόνι λόγω του ιδρώτα.

«Τι με κοιτάς έτσι;» είπε στην Ιωάννα, που καθόταν πλάι του, στη θέση του συνοδηγού. «Το θεωρείς επικίνδυνο ο Πρίγκιπας της Επανάστασης – ο ‘Αρχιπροδότης’ – να οδηγεί; Ποιος δολοφόνος θα το σκεφτεί ότι εγώ οδηγώ κι όχι κάποιος άλλος; Ποιος θα μ’αναγνωρίσει έτσι όπως είμαι ντυμένος;»

«Η αλήθεια είναι πως η μεταμφίεσή σου είναι καλή,» αποκρίθηκε η Ιωάννα, «επειδή είναι απλή και κρύβει τα βασικά για σένα.»

«Δηλαδή;»

«Μάτια και μαλλιά· και το πρόσωπό σου είναι στη σκιά του καπέλου.»

«Βλέπεις λοιπόν; Δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας.»

«Πάντα,» είπε η Ιωάννα, «υπάρχει λόγος ανησυχίας.»

«Σωστά· ξέχασα για μια στιγμή ότι είσαι Μαύρη Δράκαινα… Μπορείς, όμως, να σταματήσεις επιτέλους να καπνίζεις;» Από τότε που είχαν φύγει απ’την Καρθάι, ο Ανδρόνικος υπολόγιζε ότι η Ιωάννα πρέπει να είχε καπνίσει τουλάχιστον δέκα τσιγάρα.

Η Ιωάννα πέταξε έξω από το παράθυρο το τσιγάρο που είχε μόλις ανάψει. «Ικανοποιήθηκες τώρα;»

«Ναι,» είπε στεγνά ο Ανδρόνικος. Ύστερα μειδίασε μέσα από τα ξανθά μούσια του.

«Τώρα που σε βλέπω,» του είπε η Ιωάννα, «καλύτερα θα ήταν αν είχες ξυριστεί κιόλας.»

«Γιατί;»

«Γιατί όλοι ξέρουν ότι ο Πρίγκιπας της Επανάστασης έχει μούσι.»

«Δεν είμαι ο μόνος στο Γνωστό Σύμπαν με μούσι.»

«Είναι, όμως, ένα σημάδι για σένα. Ξυρίζοντάς το θα τους μπέρδευες.»

«Δεν το ξυρίζω.»

«Είσαι πεισματάρης!» είπε η Ιωάννα μεταξύ αστείου και σοβαρού, και ο Ανδρόνικος γέλασε.

Στη Φανχάι έφτασαν ένα τέταρτο προτού τα ρολόγια δείξουν τρεις μετά το μεσημέρι. Η ζέστη ήταν δυνατή, και Παντοκρατορικοί πολεμιστές σταμάτησαν τη συνοδία τους στις παρυφές της πόλης, απαιτώντας να μάθουν τι συνέβαινε.

Η Ιωάννα έπιασε τον ώμο του Ανδρόνικου, κουνώντας το κεφάλι πέρα-δώθε: μια κίνηση που φανερά έλεγε Μην κάνεις τίποτα.

Ο Επουράνιος ο Πρώτος βγήκε από το όχημά του και, αφού συστήθηκε, είπε: «Μαζί με την οικογένειά μου ερχόμαστε στη Φανχάι. Υπάρχει κανένα πρόβλημα μ’αυτό; Νόμιζα πως η Φανχάι ήταν ελεύθερη πόλη για όλους.»

Μια γυναίκα ξεπρόβαλε πίσω από τους στρατιώτες: ψηλή, λιγνή, με χρυσό δέρμα και πράσινα μαλλιά. Θύμιζε καλάμι από κάποιον άγριο καλαμιώνα της Σάρντλι. Δεν φορούσε λευκή στολή όπως οι στρατιώτες της Παντοκράτειρας αλλά ήταν φανερό πως είχε αρχηγική θέση ανάμεσά τους. «Υπάρχει η υποψία, Άρχοντά μου, ότι ίσως αποστάτες έρθουν στη Φανχάι,» είπε. «Κι αν τους βρούμε πρέπει να τους συλλάβουμε.»

«Δεν μας αφορά εμάς αυτό,» αποκρίθηκε ο Επουράνιος. «Παραμερίστε να περάσουμε!»

«Σε όλα τα οχήματα βρίσκονται μέλη της οικογένειάς σας και μόνο, Άρχοντά μου;»

«Δεν είμαι υποχρεωμένος ν’απαντώ σ’εσένα! Αν δεν μας αφήσετε να περάσουμε, θα γίνει κακό προηγούμενο στα περίχωρα της Φανχάι που παρόμοιό του δεν θα έχει γίνει ποτέ ξανά!» απείλησε ο Επουράνιος ο Πρώτος.

Μερικοί καβαλάρηδες φάνηκαν τότε να έρχονται ολοταχώς. Δεν ήταν Παντοκρατορικοί· έμοιαζαν Σάρντλιοι μισθοφόροι. Η συζήτηση της χρυσόδερμης γυναίκας και του Επουράνιου έπαψε καθώς οι ιππείς πλησίαζαν· και όταν ήρθαν κοντά φάνηκε ότι επάνω τους είχαν το σύμβολο των Πολεοδόμων: τρεις πύργοι και ένας ήλιος πίσω τους.

«Ποιο είναι το πρόβλημα εδώ;» ρώτησε ο αρχηγός τους – ένας μικρόσωμος, μαυρόδερμος άντρας με γαλανά, κοντοκουρεμένα μαλλιά.

«Άρχοντα Εύοικε!» είπε ο Επουράνιος. «Ασφαλώς θα με θυμάστε!»

«Φυσικά και σας θυμάμαι, Άρχοντά μου.»

«Ερχόμαστε στη Φανχάι για τη συγκέντρωση που έχει κανονιστεί, κι αυτοί εδώ φαίνονται αποφασισμένοι να μας κλείσουν το δρόμο! Απαράδεκτο, νομίζω! Έτσι δεν είναι;»

«Ασφαλώς, Άρχοντα Επουράνιε,» αποκρίθηκε ο Εύοικος. «Στη Φανχάι όλοι είναι ευπρόσδεκτοι. Πόσω μάλλον τα σεβαστά μέλη του Οίκου των Ουράνιων. Μπορείτε να περάσετε.» Και προς τους Παντοκρατορικούς: «Παραμερίστε!»

«Άρχοντά μου,» είπε η λιγνή, χρυσόδερμη γυναίκα που έμοιαζε με καλαμιά, «πρέπει να γίνει έρευνα. Για επικίνδυνους αποστάτες που κυκλοφορούν ελεύθεροι στη διάστασή μας.»

«Αποστάτες;» έκανε ο Εύοικος. «Χα! Εσύ, Νιρτάνα, παραλίγο ν’αποκαλέσεις κι εμένα ‘αποστάτη’ προχτές, μέσα στους ίδιους τους Τρεις Πύργους!»

Από αυτό, ο Ανδρόνικος συμπέρανε ότι η γυναίκα πρέπει να ήταν πράκτορας της Παντοκράτειρας, Επόπτρια της περιοχής ίσως, και, αν έκρινε κανείς απ’το όνομά της, Σάρντλιας καταγωγής.

«Μου δώσατε λόγο,» αποκρίθηκε η Νιρτάνα. «Επιτρέψατε να γίνει η συνάντηση στην πόλη σας!»

«Όχι, όμως, μέσα στους Τρεις Πύργους!» τόνισε ο Εύοικος. «Η Φανχάι είναι ανοιχτή πόλη για όλους – ακόμα για σένα – κι αυτό δεν αλλάζει. Παραμερίστε τώρα κι αφήστε τους να περάσουν, προτού χρειαστεί να επιβάλουμε την ηθική μας σχετικά με την πόλη μας, Νιρτάνα!» Ο Εύοικος (ο οποίος πρέπει να ήταν του Οίκου των Πολεοδόμων, απ’ό,τι καταλάβαινε ο Ανδρόνικος) τράβηξε το σπαθί από τη μέση του, και οι ιππείς του τον μιμήθηκαν. Οι πολεμιστές της Παντοκράτειρας που βρίσκονταν μπροστά τους ήταν όλοι πεζοί· είχαν έρθει εδώ με δύο τετράκυκλα οχήματα. Αν, έτσι όπως στέκονταν, τους εφορμούσαν οι καβαλάρηδες του Εύοικου, οι Παντοκρατορικοί δεν θα είχαν χρόνο ούτε να γυρίσουν τα τουφέκια τους και να τους σημαδέψουν προτού χάσουν τα κεφάλια τους από τα σπαθιά των έφιππων μαχητών. Κι αν ο Εύοικος τούς επιτιθόταν, ο Ανδρόνικος θα τους επιτιθόταν επίσης· το ίδιο κι οι μισθοφόροι των Ορειβατών και των Ουράνιων.

Η Νιρτάνα έριξε μια ματιά ολόγυρά της, κι ύστερα έκανε νόημα στους λευκοντυμένους στρατιώτες της να υπακούσουν. Ανέβηκαν στα δύο οχήματα και έφυγαν, πηγαίνοντας γρήγορα προς την πόλη.

Ο Εύοικος, θηκαρώνοντας το σπαθί του, είπε: «Καλωσορίσατε, Άρχοντα Επουράνιε, στη Φανχάι. Μας συγχωρείτε γι’αυτό το επεισόδιο.»

«Ελπίζω,» αποκρίθηκε ο Επουράνιος ο Πρώτος, «να μην έχουμε παρόμοια δυσάρεστα επεισόδια και μέσα στην πόλη…»

«Δεδομένης της κατάστασης, δεν μπορώ να υποσχεθώ τίποτα, Άρχοντά μου. Θα πρέπει να προσέχετε, όπως πάντα όταν είστε στη Φανχάι. Δεν είναι μια πόλη για απερίσκεπτους.» Ο Εύοικος αφίππευσε και πλησίασε. «Ποιοι άλλοι είναι μαζί σας, αν επιτρέπεται;»

Ο Ορείχαλκος βγήκε από το όχημά του μαζί με τους συγγενείς του: τη Γρανίτια την Πρώτη, την Αζουρίτια την Πρώτη, τον Οπάλιο τον Δεύτερο, την Αζουρίτια τη Δεύτερη, και τον Μαγνήσιο τον Τρίτο.

Ο Εύοικος πρέπει να αναγνώριζε τουλάχιστον κάποιους από αυτούς γιατί είπε: «Ορειβάτες. Καλωσορίσατε. Έχουμε λάβει το μήνυμά σας ασφαλώς και σας περιμέναμε.»

«Ευχαριστούμε για τη φιλοξενία σας, Άρχοντά μου,» είπε ο Ορείχαλκος.

Η Ιωάννα έσφιξε πάλι τον ώμο του Ανδρόνικου όταν εκείνος έκανε να βγει από το όχημά τους. «Δε χρειάζεται να ξέρουν ότι είσαι εδώ,» του είπε, καθώς οι ευγενείς έξω εξακολουθούσαν να μιλούν.

«Δεν πρόκειται να κρυφτώ

«Δεν κρύβεσαι· είναι μέτρο ασφ–»

Αλλά ο Ανδρόνικος άνοιξε την πόρτα πλάι του και βγήκε απ’το όχημα. Η Ιωάννα κι οι άλλοι επαναστάτες αμέσως τον μιμήθηκαν.

Ο Πρίγκιπας της Επανάστασης έβγαλε το ψάθινο καπέλο του, αλλά όχι και τα σκούρα γυαλιά του.

«Κι αυτοί;…» ρώτησε ο Εύοικος, στρεφόμενος στους επαναστάτες.

Ο Ορείχαλκος έριξε ένα ερωτηματικό βλέμμα στον Ανδρόνικο (Να του πω;) και ο Πρίγκιπας της Επανάστασης έγνεψε καταφατικά.

Η Ιωάννα, παρατηρώντας τις κινήσεις τους, σκέφτηκε, εξοργισμένη με τον Ανδρόνικο: Πόσο ανόητος μπορεί να είναι! Ποιος μας εγγυάται ότι κάποιος απ’αυτούς τους καβαλάρηδες δεν είναι κατάσκοπος, ή δολοφόνος, των Παντοκρατορικών; Ακόμα κι ο Εύοικος μπορεί να ήταν Δημιούργημα! Η Ιωάννα ήταν έτοιμη να δράσει, έχοντας ήδη πάει να σταθεί πλάι και λίγο πιο πίσω από τον Πρίγκιπα. Το ένα της χέρι άγγιζε το πιστόλι στην πίσω μεριά της ζώνης της.

Ο Ορείχαλκος είπε: «Να σου συστήσω, Εύοικε, τον Ανδρόνικο, Βασιληά της Απολλώνιας και Πρίγκιπα της Επανάστασης.»

«Ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος; Ο ίδιος;» έκανε, έκπληκτος, ο Εύοικος.

«Ο ίδιος,» αποκρίθηκε ο Βασιληάς της Απολλώνιας. «Χάρηκα για τη γνωριμία, Άρχοντά μου.»

«Παρομοίως,» αποκρίθηκε ο Εύοικος. «Προτιμότερο, όμως, θα ήταν να κρατήσετε την παρουσία σας όσο το δυνατόν πιο κρυφή, Πρίγκιπά μου, καθώς η Φανχάι, όλοι το λένε, μπορεί να αποδειχτεί πολύ, πολύ επικίνδυνη πόλη. Παρότι ανέκαθεν ήταν δική μας, εξίσου ανέκαθεν ήταν ανεξάρτητη συγχρόνως· επομένως, παρά των καλών μας προθέσεων, δεν μπορούμε να υποσχεθούμε ότι θα σας προστατέψουμε όσο είστε έξω από τους Τρεις Πύργους.»

Αυτός ο άνθρωπος, τουλάχιστον, έχει περισσότερο λογική από τον Ανδρόνικο! σκέφτηκε η Ιωάννα.

«Το καταλαβαίνω, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος. «Δεν θα ήθελα, άλλωστε, σε καμία περίπτωση να σας επιβαρύνω με τη φύλαξή μου. Έχω γύρω μου ανθρώπους που θεωρώ πολύ ικανούς και πολύ έμπιστους.»

Η απάντησή του φάνηκε να ικανοποιεί τον Εύοικο, ο οποίος ανέβηκε ξανά στο άλογό του και είπε: «Ελάτε μαζί μου. Θα σας συνοδέψω ώς το κέντρο της πόλης.»

24.

Δεν έβγαινε πια καπνός από την ουρά του αλλά το ελικόπτερο πετούσε παράταιρα πάνω από την Τρίγωνη. Ο έλικας της ουράς είχε πάθει σοβαρή ζημιά από την επίθεση των τριών άλλων ελικοπτέρων έξω απ’την Καρθάι.

«Χάνουμε ύψος!» είπε ο Ξιφοφόρος, βλέποντας από κάτω τους τις θίνες της ερήμου να έρχονται ολοένα και πιο κοντά.

«Φυσικά και χάνουμε ύψος,» μούγκρισε η Κλαρίσσα, έχοντας το πηδάλιο του μικρού αεροσκάφους στα χέρια της, παλεύοντας να σταθεροποιήσει την πτήση τους. «Δε μπορούμε να μείνουμε πάνω μ’αυτή τη ζημιά… Το μυαλό του Σκοτοδαίμονος!… Πώς βρέθηκαν εκεί αυτοί; Γιατί κανένας δεν μας είχε προειδοποιήσει;»

Ήταν φανερά εξοργισμένη, και ο Ξιφοφόρος έβλεπε ότι ο θυμός της αποτελούσε ακόμα ένα εμπόδιο γι’αυτήν στην οδήγηση του ελικοπτέρου. Δυστυχώς, δεν μπορούσε να τη βοηθήσει, καθώς ο ίδιος δεν ήξερε πώς να πιλοτάρει.

«Κρατήσου,» του είπε η Κλαρίσσα.

«Θα πέσουμε;»

«Δε νομίζω ότι γίνεται αλλιώς,» έτριξε τα δόντια, εξακολουθώντας να παλεύει με το πηδάλιο.

«Ευτυχώς είμαστε πάνω από άμμο· η πτώση θάναι ήπια.»

«Μην το λες. Κρατήσου,» επανέλαβε, και προσπάθησε να κατεβάσει το ελικόπτερο, εστιάζοντας όλη της την προσοχή σ’αυτή τη δουλειά και διώχνοντας απ’το μυαλό της τις απορίες σχετικά με το πώς αποστάτες είχαν καταφέρει να κυκλώσουν την Καρθάι. Αν δε μας κατεβάσω ομαλά, δε θα πάρω ποτέ απαντήσεις…

Το αεροσκάφος προσγειώθηκε μέσα σ’έναν πίδακα άμμου, επάνω σ’έναν αμμόλοφο, και κατρακύλησε από μια πλαγιά του. Η Κλαρίσσα και ο Ξιφοφόρος ήταν δεμένοι με τις ζώνες τους κι έτσι δεν άρχισαν να κοπανάνε από δω κι από κει μέσα στην καμπίνα, γλιτώνοντας έτσι σπασμένα κόκαλα. Το τράνταγμα, όμως, ήταν βίαιο: προς στιγμή, ο Ξιφοφόρος είδε δυνατά χρώματα να χορεύουν μπροστά στα μάτια του και έχασε τις αισθήσεις του.

Η Κλαρίσσα έπιασε τον ώμο του και τον ταρακούνησε, φοβούμενη μην είχε πάθει τίποτα σοβαρό.

Εκείνος άνοιξε τα μάτια, βλεφαρίζοντας. «Θύελλες του Σάμπρεοθ…» μούγκρισε ξεροκαταπίνοντας.

Η Κλαρίσσα έλυσε τη ζώνη της. «Είσαι καλά;»

«Νομίζω.»

Η Κλαρίσσα ύψωσε το βλέμμα της στην πόρτα που ήταν από πάνω της σαν καταπακτή, έτσι όπως είχε πέσει το ελικόπτερο. Γύρισε το χερούλι της, απασφαλίζοντάς την, και την κλότσησε. Η πόρτα άνοιξε, κι εκείνη πιάστηκε από τις άκριες και βγήκε, πηδώντας έξω. Τα μποτοφορεμένα πόδια της πάτησαν στην άμμο της ερήμου. Γύρω της είδε παντού θολούρα να απλώνεται, από την πτώση του αεροσκάφους. Έβγαλε το κράνος της και το άφησε να πέσει, περνώντας το γαντοφορεμένο χέρι της μέσα από τα κοντά, ξανθά μαλλιά της.

Πίσω της άκουσε τον Ξιφοφόρο να βήχει. Στράφηκε και τον είδε να προσπαθεί να βγει από το ελικόπτερο. Τον βοήθησε, πιάνοντας τους καρπούς του κι αφήνοντάς τον να πιάσει τους δικούς της. Ο σύζυγός της έμοιαζε ηλικιωμένος, βραδυκίνητος, δεν μπορούσε παρά να παρατηρήσει πολλές φορές η Κλαρίσσα, που ήταν μια δεκαετία μικρότερή του. Ή ίσως η ζωή που έκανε να είχε αυτά τα αποτελέσματα επάνω του, γιατί η Κλαρίσσα είχε δει και σαρανταπεντάρηδες που ήταν σαφώς πιο ευκίνητοι και δραστήριοι.

Ο Ξιφοφόρος βγήκε απ’το αεροσκάφος κι ακούμπησε επάνω του, ξεφυσώντας και μουγκρίζοντας.

Η Κλαρίσσα έλυσε το κράνος του και το τράβηξε απ’το κεφάλι του, ρίχνοντάς το κάτω, πλάι στο δικό της. «Πονάς πουθενά;» τον ρώτησε, φοβούμενη μήπως είχε στραμπουλίξει κανέναν αστράγαλο – αν και θα της έμοιαζε περίεργο.

«Παντού,» αποκρίθηκε εκείνος, και το μαυρόδερμο, πρασινογένικο πρόσωπό του μόρφασε.

«Καλά μού φαίνεσαι,» του είπε η Κλαρίσσα, στενεύοντας και γουρλώνοντας θεατρικά τα μάτια όπως συχνά έκανε όταν αστειευόταν μαζί του. Φίλησε τα χείλη του, πεταχτά.

«Είμαστε μες στη μέση της ερήμου…» είπε εκείνος, κουρασμένα.

«Το πρόσεξες.»

«Καλά το έλεγαν τα κορίτσια μου να μην πάμε στην Καρθάι.»

Αναφερόταν στα παιδιά από την άλλη του γυναίκα, ήξερε η Κλαρίσσα: τη σύζυγό του που είχε πεθάνει πριν από δέκα χρόνια. Καμια από τις δύο κοπέλες δεν συμπαθούσε την Κλαρίσσα. Δεν της μιλούσαν, δεν ήθελαν να τη συναναστρέφονται· κι εκείνη δεν είχε κάνει και καμια ιδιαίτερη προσπάθεια να τις πλησιάσει. Την αποκαλούσαν ξένη. «Ο μπαμπάς παντρεύτηκε αυτή την ξένη,» έλεγαν. Και ο Ξιφοφόρος δεν τους έλεγε τίποτα· τις είχε κακομάθει, κατά τη γνώμη της Κλαρίσσας.

«Θα έπρεπε κανονικά να είχες επιμείνει να είχαν έρθει μαζί μας,» του είπε, τώρα. «Πρέπει να συγκεντρώσουμε όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους στην Καρθάι: να δείξουμε ότι δεν είστε αποστάτες!»

«Η Τρίοπλη και η Ξιφόχαρη είναι μεγάλες κοπέλες· δεν μπορώ να τους λέω τι να κάνουν,» κούνησε το κεφάλι ο Ξιφοφόρος.

«Δεν είναι και τόσο μεγάλες. Η μία είναι δεκαοκτώ, η άλλη δεκάξι, για όνομα των θέων! Όταν ήμουν εγώ δεκάξι, δεν τολμούσα ν’αντιμιλήσω στον πατέρα μου ή στη μητέρα μου.»

«Τέλος πάντων,» αναστέναξε ο Ξιφοφόρος. «Τι θα κάνουμε τώρα;» Έδειξε γύρω τους, τη θολούρα που καταλάγιαζε καθώς η άμμος που είχε σηκωθεί έπεφτε πάλι. «Θα επιδιορθώσουμε το ελικόπτερο;»

«Δε μπορούμε να επιδιορθώσουμε το ελικόπτερο,» είπε η Κλαρίσσα. «Θα πάμε με τα πόδια.» Κι έβαλε τα χέρια της μέσα στην καμπίνα για να πάρει τους σάκους τους και να τους βγάλει έξω.

«Με τα πόδια… μες στην καταραμένη έρημο!»

«Δε μπορεί νάμαστε μακριά απ’την Καρθάι.» Του έδωσε τον σάκο του.

«Σκέφτεσαι να γυρίσουμε στην Καρθάι μετά απ’ό,τι συνέβη; Έχουν αποκλείσει την πόλη, Κλαρίσσα. Γίνεται πολιορκία. Δε θα μας αφήσουν να μπούμε.»

«Θα περάσουμε κρυφά ανάμεσά τους. Τη νύχτα.»

«Αποκλείεται· θα μας πιάσουν. Καλύτερα να γυρίσουμε στη Λουρνάνι.»

«Δεν έχουμε αρκετά εφόδια για να γυρίσουμε στη Λουρνάνι, Ξιφοφόρε!» είπε η Κλαρίσσα. «Αλλά ακόμα κι αν είχαμε, στην Καρθάι θα έπρεπε να πάμε. Δεν καταλαβαίνεις πόσο σημαντικό είναι;» Έβγαλε έναν χιτώνα από τον σάκο της και τον φόρεσε πάνω από τη στρατιωτική της στολή. Σήκωσε την κουκούλα του στο κεφάλι και τύλιξε ένα μαντήλι γύρω από το σαγόνι της. Αυτή ήταν η καλύτερη αμφίεση για να διασχίζει κανείς ερήμους, όπως είχε μάθει εδώ, στη Σάρντλι.

Ο Ξιφοφόρος δεν έφερε αντίρρηση. Φορούσε ήδη χιτώνα, έτσι σήκωσε μόνο την κουκούλα του και τύλιξε ένα μαντήλι γύρω απ’το σαγόνι του. Ήξερε ότι η Κλαρίσσα δεν θα άλλαζε γνώμη. Ήταν εξαγριωμένη από τότε που είχε έρθει εκείνος ο μαντατοφόρος των Ορειβατών στο Μέγαρο των Όπλων, στη Λουρνάνι, ζητώντας από τους Οπλομάχους να συναντηθούν με όλους τους άλλους Οίκους της Σάρντλι στη Φανχάι προκειμένου να συζητήσουν για την απελευθέρωση της διάστασης από τους Παντοκρατορικούς. Ο ίδιος ο Άρχοντας Ορείχαλκος είχε επαναστατήσει, παρότι σύζυγος της Παντοκράτειρας! Οι Οπλομάχοι είχαν πει ότι, φυσικά, δέχονταν την πρόσκληση στη Φανχάι. Δε μπορούσαν να αρνηθούν, όταν οι άλλοι Οίκοι θα πήγαιναν εκεί για ένα τόσο σημαντικό θέμα. «Οι συγγενείς σου είναι ανόητοι!» είχε φωνάξει η Κλαρίσσα στον Ξιφοφόρο. «Θα στιγματιστούν όλοι ως αποστάτες! Πρέπει να κάνεις κάτι για να το αποτρέψεις αυτό!» Ο Ξιφοφόρος, όμως, της είχε αποκριθεί ότι δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Και μετά ήταν που η Κλαρίσσα είχε λάβει το μήνυμα κάποιου πράκτορα της Παντοκράτειρας το οποίο την καλούσε στην Καρθάι. «Κι εσύ θα έρθεις μαζί μου,» είχε πει στον Ξιφοφόρο. «Το ίδιο κι οι κόρες σου.» Εκείνος είχε ζητήσει από τις κόρες του να έρθουν, αλλά ούτε η Τρίοπλη ούτε η Ξιφόχαρη ήθελε να το ακούσει. Ο Ξιφοφόρος, ωστόσο, είχε αποφασίσει να πάει, για να μη δυσαρεστήσει την Κλαρίσσα αλλά και για να μάθει τι θα γινόταν στην Καρθάι.

Καλύτερα να μην είχα έρθει, τελικά, σκέφτηκε τώρα, καθώς ξεκινούσε να βαδίζει επάνω στις άμμους της Τρίγωνης, με την Κλαρίσσα πλάι του.

Οι κόρες μου μπορεί να είχαν δίκιο από την αρχή, που μου έλεγαν να μην ξαναπαντρευτώ… Είχε παντρευτεί την Κλαρίσσα πριν από πέντε χρόνια, όταν η Τρίοπλη ήταν έντεκα και η Ξιφόχαρη δεκατρία. Δεν είχε θεωρήσει τα λόγια τους σοβαρά, τότε. Κοριτσάκια είναι· τι ξέρουν; είχε σκεφτεί. Θα τη συμπαθήσουν, με τον καιρό, την Κλαρίσσα. Ο ίδιος την έβρισκε πιο συμπαθητική τότε απ’ό,τι τώρα. Ήταν δυνατή και όμορφη. Πολύ γυναίκα. Και η ξαδέλφη του, η Διλέπιδη, του έλεγε ότι θα ήταν καλό για τον Οίκο τους να παντρευτεί μια Παντοκρατορική στρατιωτικό. Θα είναι πολιτικό πλεονέκτημα για μας, δεν το καταλαβαίνεις; Παντρέψου την. Άσε τι λένε τα κορίτσια. Αυτές πάντα θα θυμούνται τη μάνα τους· είναι δυνατόν να μην τη θυμούνται; Μετά από δύο χρόνο, κι η ίδια η Διλέπιδη είχε παντρευτεί έναν Παντοκρατορικό. Δεν έμενε, επί του παρόντος, στο Μέγαρο των Όπλων, και ο Ξιφοφόρος αναρωτιόταν τι μπορεί να γινόταν. Θα πήγαινε κι αυτή στην Καρθάι, άραγε;

Οι αναμνήσεις και οι συλλογισμοί του βούλιαξαν μέσα στην άμμο της έρημου που ήταν απέραντη και καυτή σαν καμίνι. Καμια πόλη δεν διακρινόταν στον ορίζοντα πέρα από τις ψηλές θίνες.

«Πηγαίνουμε σωστά;» έκρωξε, συνειδητοποιώντας ξαφνικά ότι ο λαιμός του είχε ξεραθεί τελείως. Άνοιξε το παγούρι του, παραμέρισε το μαντήλι απ’το στόμα του, και ήπιε μια γουλιά νερό.

«Ναι. Νότια.» Η Κλαρίσσα έβγαλε την ενεργειακή της πυξίδα.

Ο ήλιος έκαιγε δυνατός στο κέντρο του ουρανό όταν έφτασαν σε τέτοιο σημείο που μπορούσαν αντίκρυ τους ν’αγναντέψουν τα αρχαία, ψηλά τείχη της Καρθάι. Ήταν κι οι δυο τους μουσκεμένοι στον ιδρώτα και αφυδατωμένοι. Υγροί από έξω, ξεροί από μέσα.

Η Κλαρίσσα έφερε τα κιάλια της στα μάτια και κοίταξε. «Περικυκλωμένη…» μουρμούρισε. Όχι πως αυτό δεν ήταν φανερό και με γυμνό μάτι. Κατέβασε τα κιάλια. «Θα περιμένουμε το βράδυ.»

«Και μέχρι τότε;»

«Είπαμε, θα περιμένουμε.»

«Θα καταφέρουμε να μείνουμε ζωντανοί;»

«Το ελπίζω.»

Κρύφτηκαν πίσω από κάτι αμμόλοφους και έστησαν μια σκηνή για να χωθούν από κάτω, στη σκιά της.

25.

Ο Εύοικος τούς συνόδεψε ώς το πολύβοο, κοσμοπλημμυρισμένο κέντρο της Φανχάι, όπου τους χαιρέτησε και είπε ότι εδώ έπρεπε, υποχρεωτικά, να τους αφήσει για την ώρα.

«Σας ευχαριστούμε, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε ο Ορείχαλκος, από το παράθυρο του οχήματος που μοιραζόταν με τους άλλους Ορειβάτες. «Θα τα ξαναπούμε σύντομα, ελπίζω.»

«Ασφαλώς.»

«Θα σας επισκεφτώ στους Τρεις Πύργους, μόλις έχω κανονίσει το μέρος διαμονής μας.»

«Θα ειδοποιήσω να σας περιμένουν, Άρχοντα Ορείχαλκε,» υποσχέθηκε ο Εύοικος· και μετά, εκείνος κι οι καβαλάρηδες του έφυγαν, περνώντας μέσα από τα πλήθη.

Ο Ανδρόνικος, που είχε ακούσει τη συνομιλία του Ορείχαλκου με τον Εύοικο, μίλησε στον πρώτο μέσω των πομπών των οχημάτων τους: «Πού πηγαίνουμε τώρα, Ορείχαλκε;»

«Σ’ένα ξενοδοχείο που ξέρω ότι είναι καλό και που είμαι βέβαιος ότι θα μας εξυπηρετήσει, Πρίγκιπα Ανδρόνικε,» ήρθε η απάντηση του Ορειβάτη από το μεγάφωνο.

Τα οχήματα κινήθηκαν αργά μέσα στην κοσμοπλημμύρα των δρόμων της Φανχάι. Παρότι ήταν τρεις η ώρα μετά το μεσημέρι, γινόταν χαλασμός.

«Δεν ξεκουράζονται ποτέ σ’αυτή την πόλη;» μουρμούρισε η Άνμα’ταρ, από την πίσω μεριά του οχήματος των επαναστατών του Φτερωτού Όρους.

«Ποτέ,» τη διαβεβαίωσε η Σιλάνα, λιγόλογη ως συνήθως.

Η Ιωάννα κάπνιζε, καθισμένη πλάι στον Ανδρόνικο, στη θέση του συνοδηγού. «Ελπίζω να πηγαίνουμε, τουλάχιστον, κάπου όπου θάχει λιγότερη ζέστη και φασαρία.» Και λιγότερα μέρη για να κρυφτούν δολοφόνοι, πρόσθεσε νοερά.

«Είμαι βέβαιος,» είπε ο Ανδρόνικος, «πως εκεί που μας οδηγεί ο Ορείχαλκος θάναι καλά.»

Το ξενοδοχείο «Ο Δωδεκάψυχος» ήταν ψηλό, και δίπλα του είχε στάβλο και γκαράζ. Το γκαράζ, δε, συνεχιζόταν και στα υπόγεια του Δωδεκάψυχου, και εκεί άφησαν τα οχήματά τους προτού ανεβούν, μέσω ανελκυστήρων, στη ρεσεψιόν. Οι υπάλληλοι ξαφνιάστηκαν λιγάκι βλέποντάς τους, γιατί κάθε άλλο παρά λίγοι ήταν, αριθμώντας πάνω από σαράντα μαζί με τους μισθοφόρους των Ορειβατών, των Ουράνιων, και των Γεωμετρών. Ο Ορείχαλκος έκανε όλες τις συνεννοήσεις, κλείνοντας δωμάτια και πληρώνοντας με πολύτιμους και ημιπολύτιμους λίθους. Υπάλληλοι άρχισαν να τρέχουν σαν παλαβοί, για να ετοιμάσουν ό,τι χρειαζόταν.

Ο Ανδρόνικος είχε, εν τω μεταξύ, καθίσει σε μια πολυθρόνα (χωρίς να βγάλει τα γυαλιά και το καπέλο του, για λόγους προκάλυψης) και κοίταζε μια τοπική εφημερίδα. Η Ιωάννα καθόταν παραδίπλα, σ’έναν χαμηλό καναπέ, και κάπνιζε. Η Άνμα’ταρ καθόταν πλάι στην Ιωάννα, πίνοντας λεμονάδα. Ο Σάνραντιλ’φεν ήταν θρονιασμένος σε μια πολυθρόνα, καπνίζοντας πίπα. Η Σιλάνα βημάτιζε με τα χέρια σταυρωμένα εμπρός της. Οι άλλοι επαναστάτες από το Φτερωτό Όρος ή κάθονταν ή περιφέρονταν άσκοπα.

Η Γρανίτια η Πρώτη πλησίασε τον Ανδρόνικο μ’ένα ποτήρι τάο βις στο χέρι. «Αυτή είναι η χειρότερη εφημερίδα της Φανχάι, Πρίγκιπά μου. Απορώ πώς κατέληξε εδώ.»

Εκείνος έκλεισε την εφημερίδα. «Αλήθεια;»

«Ναι. Το Γατί της Φανχάι. Χάλια· όλοι το ξέρουν. Ασχολείται με σαχλαμάρες.» Ήπιε μια γουλιά απ’το ποτό της. Ο Τριγώνιος, ο σύζυγός της, ήρθε πίσω της. Ακούμπησε το χέρι του στον ώμο της· η Γρανίτια τον κοίταξε με τις άκριες των ματιών. «Τι έχεις;» τον ρώτησε. «Δε μου φαίνεσαι καλά.»

«Τι να έχω; Φοβάμαι για την Τριγώνια, στην Καρθάι. Μπορεί και να τη σκοτώσουν άμα θεωρήσουν ότι θίγει τα συμφέροντά τους…»

«Δε νομίζω να φτάσουν ώς εκεί, Άρχοντά μου,» του είπε ο Ανδρόνικος βγάζοντας τα σκούρα γυαλιά του κι αφήνοντάς τα στο τραπεζάκι που είχε βρει και την εφημερίδα. «Ο θάνατός της δεν θα τους εξυπηρετήσει σε τίποτα.»

«Εκτός αν η ξαδέλφη μου θέλει να τους διώξει απ’την Καρθάι. Τότε μπορεί είτε να τη φυλακίσουν είτε να τη σκοτώσουν, Πρίγκιπά μου. Μπορεί ήδη να την έχουν φυλακίσει. Δεν είδατε ότι αρνούνταν να μου τη δώσουν στον πομπό για να της μιλήσω;»

Η Ιωάννα είπε: «Φυλακισμένοι είναι όλοι όσοι βρίσκονται μέσα στην Καρθάι τώρα. Αιχμάλωτοι των Παντοκρατορικών.»

«Ο Ρουμπίνης δεν μου φάνηκε να θεωρεί τον εαυτό του αιχμάλωτο,» τόνισε η Γρανίτια.

Πλησιάζοντας, η Αζουρίτια η Δεύτερη, που ήταν δίδυμη με τον Ρουμπίνη, είπε: «Ο αδελφός μου παραφέρεται κάπου-κάπου, Γρανίτια. Το ξέρεις αυτό.»

«Παραφέρεται;» έκανε η Γρανίτια γελώντας. «Δεν θα έλεγα μόνο ότι ‘παραφέρεται’! Μας πρόδωσε κανονικά.»

«Μπορεί,» είπε η Αζουρίτια, διστακτικά. «Ή μπορεί να αναγκάστηκε. Μη βγάζεις γρήγορα συμπεράσματα.»

Η Γρανίτια ήπιε ακόμα μια γουλιά τάο βις· κι αν έκρινε σωστά ο Ανδρόνικος από την έκφρασή της, το έκανε περισσότερο για να μη μιλήσει παρά επειδή διψούσε.

Όταν τα δωμάτιά τους ήταν έτοιμα – πράγμα που, με την περίσσια προθυμία των υπαλλήλων του ξενοδοχείου, δεν άργησε να συμβεί – ανέβηκαν όλοι για να ξεκουραστούν.

26.

Ο Ορείχαλκος και η Ανεμόφθαλμη μοιράζονταν την ίδια σουίτα με την Γρανίτια, τον Τριγώνιο, και την Αζουρίτια τη Δεύτερη· παρ’όλ’αυτά, δεν αισθάνονταν συνωστισμένοι: η σουίτα είχε αρκετούς χώρους για να μπορούν να μη συναντιούνται καθόλου αν δεν ήθελαν. Κι ανάμεσα στα υπόλοιπα δωμάτια ήταν ένα κεντρικό, κυκλικό δωμάτιο με πισίνα στη μέση, η οποία ήταν γεμάτη με δροσερό νερό και γύρω της υπήρχαν μπουκαλάκια με αρωματικά σαπούνια και έλαια διαφόρων ειδών. Επίσης, μέσα στο νερό κολυμπούσε ένα είδος ψαριού που ονομαζόταν σίσ’νιχ και τα υγρά που εξέκρινε υποτίθεται πως έκαναν καλό στο δέρμα.

Οι Ορειβάτες, ύστερα από τόσες ώρες ταξιδιού μέσα στο όχημά τους, δεν δίστασαν καθόλου να γδυθούν και να βουτήξουν στην πισίνα, γεμίζοντάς την με σαπούνια και έλαια. Τα σίσ’νιχ κολυμπούσαν γύρω τους κι ανάμεσα στα πόδια τους· κανένα δεν ήταν πολύ μεγαλύτερο από τον δείκτη του δεξιού χεριού του Ορείχαλκου.

«Αναρωτιέμαι,» είπε η Γρανίτια καθώς έτριβε την πλάτη του Τριγώνιου με λάδι, «αν έχουν έρθει άλλοι πριν από εμάς. Λογικά, πρέπει να έχουν έρθει…»

«Οι Γνωστικοί και οι Ακτοφύλακες,» είπε ο Ορείχαλκος.

«Ναι. Οι πόλεις τους είναι από τις πιο κοντινές στη Φανχάι.»

Οι Γνωστικοί έμεναν στη Ρακ’κάμι, στο Καταφύγιο της Γνώσης· οι Ακτοφύλακες στη Ραντ’κάμι, στο Οχυρό της Θάλασσας. Είχαν κι οι δύο βοηθήσει την πιλότο που είχαν στείλει οι Ορειβάτες ως μαντατοφόρο, προκειμένου να ξεφύγει από την καταδίωξη των πρακτόρων της Παντοκράτειρας. Ο Ορείχαλκος, μάλιστα, θυμόταν πως ο Σάνραντιλ’φεν είχε πει ότι οι Γνωστικοί είχαν ανάμεσά τους κάποιον που βοηθούσε άμεσα την Επανάσταση· ο Πρόμαχος, όμως, δεν είχε γίνει πιο συγκεκριμένος, θέλοντας, προφανώς, να καλύψει την ταυτότητα του μυστικού πράκτορα.

«Ναι,» είπε ο Ορείχαλκος. «Λογικά πρέπει να ήρθαν πριν από εμάς, αν δεν άργησαν να ξεκινήσουν. Και καλό θα ήταν να μάθουμε ποιοι είναι εδώ και ποιους περιμένουμε.»

«Μπορούμε να ρωτήσουμε το ξενοδοχείο,» είπε η Αζουρίτια.

«Δεν είναι βέβαιο ότι ήρθαν στον Δωδεκάψυχο,» αποκρίθηκε ο Ορείχαλκος στην αδελφή του. «Επιπλέον, αν ήταν εδώ, νομίζω πως θα το είχαμε ήδη μάθει.»

«Υπάρχουν ένα σωρό ξενοδοχεία στη Φανχάι.» Η Γρανίτια είχε σταματήσει να τρίβει την πλάτη του Τριγώνιου με λάδι, και τώρα εκείνος έτριβε τη δική της πλάτη.

«Δε μπορούμε να τα ψάξουμε όλα,» είπε ο Ορείχαλκος, «αλλά οι Πολεοδόμοι σίγουρα θα ξέρουν ποιοι είναι στην πόλη τους: και σκοπεύω να τους επισκεφτώ το απόγευμα, όπως είπα στον Εύοικο.»

«Μπορεί, όμως, να είναι επικίνδυνο να πας. Οι Παντοκρατορικοί θα σε περιμένουν.»

«Αυτό ήμουν έτοιμη να πω κι εγώ,» είπε η Ανεμόφθαλμη.

«Μέσα στους Τρεις Πύργους δεν θα τολμήσουν να κάνουν τίποτα,» είπε ο Ορείχαλκος. «Οι Πολεοδόμοι δεν θα τους αφήσουν να με συλλάβουν. Πάντοτε ήταν φιλόξενος Οίκος–»

«Μπορεί να μην τους αφήσουν να σε συλλάβουν,» τον διέκοψε η Γρανίτια, «αλλά ίσως να μη μπορέσουν να τους σταματήσουν απ’το να σε δολοφονήσουν.» Έκανε νόημα στον Τριγώνιο να πάψει να της τρίβει την πλάτη.

«Επιπλέον,» είπε η Ανεμόφθαλμη, «είναι και το πώς θα φτάσεις μέχρι τους Τρεις Πύργους. Προσωπικά, πιο πιθανό το θεωρώ να σου επιτεθούν καθοδόν παρά μέσα στην έδρα των Πολεοδόμων.»

«Πράγματι,» συμφώνησε ο Ορείχαλκος, «είναι πιο πιθανό να μου επιτεθούν στο δρόμο. Και καθόλου δύσκολο μες στη Φανχάι.» Υπήρχαν πάρα πολλά σημεία σ’ετούτη την πόλη όπου μπορούσε, για παράδειγμα, να κρυφτεί κάποιος ακροβολισμένος με τουφέκι μακρινής εμβέλειας. Αν ήξεραν ότι ο Ορείχαλκος βρισκόταν στον Δωδεκάψυχο – και μάλλον, με το δίκτυό τους, θα το ήξεραν – μπορούσαν απλά να τον περιμένουν να βγει ώστε να τον δολοφονήσουν. Εκτός αν δεν τον ήθελαν νεκρό… Μπορεί να φοβούνται την τιμωρία της Παντοκράτειρας, αν με σκοτώσουν χωρίς την έγκρισή της.

«Δεν είναι ανάγκη να πας στους Τρεις Πύργους για να μιλήσεις στους Πολεοδόμους,» του είπε η Ανεμόφθαλμη. «Ας έρθουν αυτοί εδώ. Μπορούμε να τους καλέσουμε.»

«Όχι· το σωστό είναι εγώ να πάω να τους βρω, και το ξέρεις. Αυτό απαιτεί το έθιμο.» Όταν ένας ευγενής επιθυμούσε επαφή με ευγενείς ενός άλλου Οίκου και βρισκόταν στην έδρα του Οίκου αυτού, τότε εκείνος όφειλε να πάει να τους βρει, όχι το αντίστροφο· και μάλιστα, φέρνοντάς τους κάποιο δώρο.

«Το έθιμο…» μόρφασε η Ανεμόφθαλμη. «Η κατάσταση τώρα είναι έκρυθμη!»

«Δε μπορούμε να αγνοήσουμε το έθιμο, Ανεμόφθαλμη. Αν οι άλλοι Οίκοι δεν μας σέβονται, δεν θα μας πάρουν σοβαρά – και δικαίως.»

Η Γρανίτια κατένευσε. «Έτσι είναι. Θα μπορούσε, όμως, να πάει κάποιος άλλος από εμάς στους Πολεοδόμους, Ορείχαλκε, όχι εσύ.»

«Όποιος κι αν πάει θα κινδυνέψει–»

«Εσύ όμως περισσότερο. Ήσουν σύζυγος της Παντοκράτειρας.»

«Αυτός ακριβώς είναι κι ο λόγος που πρέπει εγώ να πάω να τους συναντήσω, Γρανίτια. Και θα το κάνω. Με προσοχή, βέβαια.»

«Αφού σύντομα θα συγκεντρωθούμε όλοι σε κάποιο ξενοδοχείο, έτσι κι αλλιώς, τι νόημα έχουν αυτά;» είπε η Ανεμόφθαλμη.

«Μην κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις: είναι αγενές να μην πάμε να τους επισκεφτούμε. Κι επιπλέον, θέλω να δω τις διαθέσεις τους, και να μάθω ποιοι Οίκοι είναι τώρα στη Φανχάι και ποιους περιμένουμε ακόμα. Πώς αλλιώς θα επικοινωνήσουμε για να συγκεντρωθούμε;»

«Αυτά μπορούν να γίνουν και μέσω διαύλου…»

Εξακολουθείς να κάνεις πως δεν καταλαβαίνεις! σκέφτηκε ο Ορείχαλκος. Οι Πολεοδόμοι δεν ήταν υπηρέτες του, για να τους καλέσει μέσω διαύλου και να τους ρωτήσει ποιοι είχαν έρθει και πού έμεναν.

Η Γρανίτια ρώτησε: «Η μεγάλη συγκέντρωση θα γίνει εδώ, στον Δωδεκάψυχο, Ορείχαλκε;»

«Το σκέφτομαι. Μου φαίνεται καλό ξενοδοχείο. Τους ρώτησα κιόλας αν θα μπορούσαν να οργανώσουν κάτι τέτοιο.»

«Και τι είπαν;»

«Είναι πρόθυμοι να το κάνουν.»

«Τους αρέσουν πολύ οι λίθοι που τους δίνεις, νομίζω…»

Ο Ορείχαλκος μειδίασε. «Ακόμα κι έτσι, ξαδέλφη…» Πήρε νερό στις χούφτες του και το έριξε στο πρόσωπό του. Αισθάνθηκε τις χαρακιές του Δημιουργήματος να τον τσούζουν, εξαιτίας του σαπουνιού και των ελαίων, παρότι κάποιες ημέρες είχαν περάσει από τον τραυματισμό του. Οι εφελκίδες ήταν ξερές και τραχιές κάτω από τις παλάμες του.

«Εντάξει,» είπε η Ανεμόφθαλμη, «το πού θα γίνει η συγκέντρωση το βλέπουμε μετά. Το βασικό τώρα είναι πώς θα πας στους Τρεις Πύργους το απόγευμα, αφού επιμένεις. Και προτείνω, αν είναι να το κάνεις, να το κάνεις κρυφά, χωρίς ούτε το προσωπικό του ξενοδοχείου να το ξέρει, ενώ βραδιάζει.»

«Το ίδιο σκεφτόμουν κι εγώ,» αποκρίθηκε ο Ορείχαλκος. «Να πάω μόνος μου. Χωρίς συνοδία, και χωρίς όχημα.»

«Κάποιοι, όμως, πρέπει να έρθουν μαζί σου,» είπε η Γρανίτια.

«Θα πάω εγώ,» προθυμοποιήθηκε η Ανεμόφθαλμη.

«Εσύ δεν φτάνεις για να τον προστατέψεις αν χρειαστεί. Αυτή η Μαύρη Δράκαινα, όμως, του Πρίγκιπα Ανδρόνικου, σίγουρα είναι η κατάλληλη για τη δουλειά.»

27.

«Θα είσαι πιο ασφαλής χωρίς μούσι.»

«Δεν το νομίζω.»

«Θα είσαι, επίσης, και πιο όμορφος ξυρισμένος.»

«Τόσα χρόνια δεν είχες παραπονεθεί.»

«Μη φέρνεις αντίρρηση – το ξέρεις ότι πρέπει να γίνει!»

«Δεν υπάρχει κανένας λόγος απολύτως!»

«Έλα, να τελειώνουμε! Λίγα λεπτά μόνο–»

Ο Ανδρόνικος τράβηξε το σπαθί του και το έστρεψε προς το μέρος της. «Μείνε μακριά μου, Μαύρη Δράκαινα!»

Η Ιωάννα κρατούσε ένα ψαλίδι καθώς βημάτιζαν μέσα στη σουίτα που μοιράζονταν με την Άνμα’ταρ, τον Σάνραντιλ’φεν, και τη Σιλάνα. «Κάνεις σαν παιδάκι! Τι θα γίνει, δηλαδή, αν κόψεις το μούσι; Απλά θα είναι πιο δύσκολο να σε αναγνωρίσουν οι πράκτορες της Παντοκράτειρας. Συνέχεια με μούσι σε βλέπει όλο το Γνωστό Σύμπαν από τότε που την παντρεύτηκες. Χρόνια ολόκληρα!»

«Μ’αρέσει το μούσι μου,» είπε επίμονα ο Ανδρόνικος χωρίς να κατεβάσει το σπαθί του. «Τέλος αυτή η ιστορία.»

«Τα μαλλιά της Έχιδνας!» μούγκρισε η Ιωάννα, αναφερόμενη σε μια σημαντική θεά της Υπερυδάτιας, της διάστασης γενέτειράς της. «Θα νόμιζε κανείς ότι δεν σου λέω να κόψεις το μούσι σου αλλά το–!»

«Δεν υπάρχει περίπτωση να κόψω το μούσι. Εξάλλου, όταν συγκεντρωθούν οι Οίκοι της Σάρντλι θα πρέπει να τους πω ποιος είμαι· δεν πρόκειται να τους το κρύψω.»

Ο επικοινωνιακός δίαυλος της σουίτας κουδούνισε.

Η Ιωάννα αναστέναξε. «Δε βλέπω να μπορούμε να συνεννοηθούμε…»

Ο Ανδρόνικος θηκάρωσε το σπαθί του και βάδισε προς το κουδούνισμα, βγαίνοντας απ’το υπνοδωμάτιο. Η Ιωάννα τον ακολούθησε.

Πλησιάζοντας τον δίαυλο στον τοίχο, ο Ανδρόνικος είδε ότι και ο Σάνραντιλ ερχόταν προς τα εδώ μοιάζοντας αγουροξυπνημένος. Ο Πρίγκιπας της Επανάστασης έκανε νόημα ότι θα απαντούσε εκείνος, και κοίταξε τη μικρή οριζόντια οθόνη του διαύλου. Από τη σουίτα του Ορείχαλκου καλούσαν. Πάτησε το κουμπί που άνοιγε τον δίαυλο έτσι ώστε να μπορούν ν’ακούσουν όλοι.

«Μάλιστα,» είπε.

«Πρίγκιπα Ανδρόνικε, εσύ είσαι;» Η φωνή του Ορείχαλκου.

«Ναι.»

«Ελπίζω να μην ενοχλώ.»

«Επάνω στην ώρα κάλεσες, βασικά.»

«Μπορούμε, δηλαδή, να μιλήσουμε; Θα ήταν δυνατό να έρθω εκεί;»

Ο Ανδρόνικος έριξε μια ματιά στον Σάνραντιλ και στην Ιωάννα: κανένας δεν φαινόταν να έχει αντίρρηση. «Έλα,» είπε στον Ορείχαλκο. «Εκτός από την Άνμα’ταρ και τη Σιλάνα, που ίσως να κοιμούνται, οι άλλοι στο πόδι είμαστε.»

«Ωραία, γιατί κυρίως με την Ιωάννα θέλω να μιλήσω.»

Η επικοινωνία τερματίστηκε, και η Ιωάννα κοίταξε συνοφρυωμένη τον Ανδρόνικο. «Δεν έχω ιδέα,» της είπε εκείνος.

Ο Ορείχαλκος μετά από λίγο ήταν στη σουίτα τους, και κάθισε σε μια πολυθρόνα ενώ ο Ανδρόνικος, η Ιωάννα, και ο Σάνραντιλ’φεν κάθισαν αντίκρυ του.

«Θα πιεις κάτι;» τον ρώτησε ο Πρίγκιπας της Επανάστασης.

Ο Ορείχαλκος κούνησε το κεφάλι. «Όχι, ευχαριστώ.» Ήταν ντυμένος μ’έναν απλό χιτώνα κι ένα ζευγάρι μαλακά δερμάτινα παπούτσια. Τα μακριά πορφυρά μαλλιά του ήταν ακόμα νωπά.

«Τι έχεις να μας πεις;»

Ο Ορείχαλκος τούς μίλησε για τις σκέψεις του σχετικά με την επίσκεψη που σχεδίαζε να κάνει στους Τρεις Πύργους το απόγευμα, και ρώτησε αν θα μπορούσε να τον συνοδέψει η Ιωάννα. «Επίσης,» είπε, «αν έχετε κάτι άλλο να προτείνετε….» Δεν ολοκλήρωσε αλλά ήταν ευνόητη η προτροπή του.

Ο Ανδρόνικος κοίταξε την Ιωάννα. «Θα τον συνοδέψεις;»

Κανονικά, βρίσκομαι εδώ για να συνοδεύω εσένα, σκέφτηκε εκείνη, σβήνοντας το τσιγάρο της σ’ένα τασάκι. «Ναι,» είπε, «αν εσύ δεν πας πουθενά.»

«Για την ακρίβεια, σκεφτόμουν ίσως να πάω μαζί με τον Ορείχαλκο.»

Κάτι τέτοιες ανοησίες έρχονται στο μυαλό σου κάθε τόσο! «Οι Παντοκρατορικοί μπορεί να μην επιτεθούν στον Ορείχαλκο μέσα στους Τρεις Πύργους, αλλά αν πας εσύ εκεί, τότε οι Τρεις Πύργοι σίγουρα θα γίνουν πεδίο μάχης, Ανδρόνικε.»

Ο Ανδρόνικος το σκέφτηκε.

Ο Ορείχαλκος είπε: «Καλύτερα, θα έλεγα κι εγώ, να μην έρθεις, για να μην τους προκαλέσουμε. Η δική μου παρουσία θα είναι ήδη αρκετά προκλητική.»

«Ωραία τότε,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος· «θα μείνω εδώ, και η Ιωάννα θα έρθει μαζί σου. Ποιους άλλους θα πάρεις, και πώς σκοπεύεις να βγεις από το ξενοδοχείο χωρίς κανένας να σε δει;»

«Ο θείος μου ο Αστροφώτιστος ο Τρίτος έμενε εδώ, τις προάλλες. Αναρωτιέμαι αν είναι ακόμα εδώ…»

«Τι σχέση έχει αυτό;»

«Γνωρίζει, μάλλον, το ξενοδοχείο καλύτερα από εμένα, Πρίγκιπα Ανδρόνικε.»

«Επομένως, το θεωρείς πιθανό να ξέρει και κάποια… πίσω πόρτα;»

«Δεν θα το απέκλεια. Μπορώ να χρησιμοποιήσω τον δίαυλο;» Έδειξε τον επικοινωνιακό δίαυλο της σουίτας.

«Εννοείται.»

Ο Ορείχαλκος σηκώθηκε, πλησίασε τον δίαυλο, και κάλεσε τη ρεσεψιόν. Τους είπε ποιος ήταν και τους ρώτησε αν ο Αστροφώτιστος ο Τρίτος, του Οίκου των Ουράνιων, διέμενε ακόμα στο ξενοδοχείο. Η απάντηση που έλαβε ήταν θετική. Ο Ορείχαλκος ζήτησε να τον συνδέσουν με τη σουίτα του Αστροφώτιστου, και κρατώντας το ακουστικό του δίαυλου στ’αφτί περίμενε.

Μετά από λίγο, άκουσε από την άλλη μεριά της γραμμής: «Μάλιστα;» Δεν θυμόταν και τόσο καλά τη φωνή του θείου του, αλλά αυτή πρέπει να ήταν.

«Ο Αστροφώτιστος ο Τρίτος;»

«Μάλιστα

«Ο Ορείχαλκος είμαι, θείε. Πώς είσαι;»

«Καλά. Άκουσα πως έφερες τους Ούρταθ στη Φιλτά’κβι κι έστησαν καταυλισμό στις όχθες της Νόλκ’βα.» Γέλασε. «Τα νέα κυκλοφόρησαν γρήγορα, όπως βλέπεις.» Ο Αστροφώτιστος δεν πρέπει να γνώριζε ακόμα για τη συγκέντρωση των Οίκων στη Φανχάι.

«Μπορώ να έρθω να μιλήσουμε;»

«Σε λίγο θα φύγω να πάω σε μια συνάντηση. Πρόκειται για κάτι σημαντικό;»

«Ναι.»

«Έλα τότε. Σε περιμένω.»

«Ευχαριστώ, θείε.»

Ο Ορείχαλκος έκλεισε τον δίαυλο. Στράφηκε στον Ανδρόνικο, την Ιωάννα, και τον Σάνραντιλ’φεν και τους είπε ότι έπρεπε να πηγαίνει.

«Θα είμαι έτοιμη για να φύγουμε, το απόγευμα,» υποσχέθηκε η Ιωάννα.

Ο Ορείχαλκος ένευσε και βγήκε από τη σουίτα τους, πηγαίνοντας προς τη σουίτα του Αστροφώτιστου του Τρίτου. Στο δρόμο συνάντησε την Αστρόπνοη την Τρίτη, η οποία του χαμογέλασε χωρίς να του πει πού κατευθυνόταν· κατέβαινε, πάντως. Πού μπορεί να πηγαίνει τέτοια ώρα; αναρωτήθηκε ο Ορείχαλκος. Όλοι ξεκουράζονται. Ή, τουλάχιστον, σχεδόν όλοι, διόρθωσε τον εαυτό του καθώς συνειδητοποίησε ότι εκείνος κάθε άλλο παρά ξεκουραζόταν – αν και θα έπρεπε.

Είναι δυνατόν να υποπτεύομαι την Αστρόπνοη; Ήταν αδελφή της Ανεμόφθαλμης, και ποτέ δεν είχε δώσει κανένα αρνητικό σημάδι σαν αυτά που έδινε, για παράδειγμα, ο Ρουμπίνης. Η Ανεμόφθαλμη δεν μου έχει ποτέ πει τίποτα κακό για την αδελφή της. Μόνο για την ξαδέλφη της του έλεγε, συνήθως: για την Ανεμόφθαλμη την Πρώτη, την οποία θεωρούσε ανόητη που είχε παντρευτεί τον Βύρωνα Καλπάρτι.

Ο Ορείχαλκος έφτασε στη σουίτα του θείου του και χτύπησε, ενώ αναρωτιόταν: Γνωρίζουν, άραγε, οι άλλοι Ουράνιοι ότι ο Αστροφώτιστος ο Τρίτος είναι εδώ, στο ξενοδοχείο;

Ο Αστροφώτιστος τού άνοιξε και τον υποδέχτηκε. «Τι έπαθες;» τον ρώτησε κοιτάζοντας τον καταπρόσωπο.

Ο Ορείχαλκος συνοφρυώθηκε, μην καταλαβαίνοντας.

Ο Αστροφώτιστος άγγιξε το πρόσωπό του με τα δάχτυλα ανοιχτά, παριστάνοντας ότι γρατσούνιζε τον εαυτό του. «Τραυματίστηκες… Από κάποιο θηρίο;»

«Όχι ακριβώς,» είπε ο Ορείχαλκος. «Θα σου εξηγήσω, θείε. Ας καθίσουμε.»

«Ασφαλώς. Έλα.»

Ο Ορείχαλκος κάθισε σε μια ψάθινη πολυθρόνα με μαλακά μαξιλάρια, και ο Αστροφώτιστος πήγε να γεμίσει δύο ποτήρια με υπόγειο οίνο από την κάβα.

Ο Ορείχαλκος είδε ένα γυναικείο πρόσωπο να τους κρυφοκοιτάζει από μια πόρτα. Μόλις όμως η γυναίκα πρόσεξε ότι την είχαν παρατηρήσει εξαφανίστηκε. «Είναι κάποια εδώ;» ρώτησε τον θείο του καθώς εκείνος τού πρόσφερε ένα ποτήρι με υπόγειο οίνο.

«Ναι. Δύο, βασικά. Συνοδοί.»

Ο ευγενικός όρος για να πεις πόρνες. «Μπορείς να τις διώξεις; Θα ήθελα κανείς να μην κρυφακούει.»

«Θα έφευγαν σε λίγο, ούτως ή άλλως.»

Ο Αστροφώτιστος μπήκε στην πόρτα απ’όπου είχε εμφανιστεί το γυναικείο πρόσωπο. Δεν πέρασε πολλή ώρα και δύο γυναίκες βγήκαν από εκεί, ντυμένες προκλητικά και φεύγοντας από τη σουίτα.

Ο θείος του Ορείχαλκου κάθισε, τελικά, αντίκρυ του μ’ένα ποτήρι υπόγειο οίνο στο χέρι. «Πώς τραυματίστηκες;» τον ρώτησε.

Ο Ορείχαλκος τού εξήγησε τι είχε συμβεί τις τελευταίες ημέρες, καθώς και τι, μάλλον, θα συνέβαινε μέσα στις επόμενες.

«Μου φαίνεται ότι έφερες το τέλος της διάστασης, Ορείχαλκε.»

«Μη γίνεσαι μελοδραματικός, θείε.»

«Μα τα γέρικα βυζιά της Νάεφισπ! μελοδραματικός; Ήσουν σύζυγος της Παντοκράτειρας και την πρόδωσες! Συναναστρέφεσαι τώρα τον Αρχιπροδότη και είσαι με την Επανάσταση. Και προσπαθείς να φέρεις και τους άλλους Οίκους με το μέρος σου.»

«Οι Ουράνιοι είναι ήδη με το μέρος μου.»

«Ευτυχώς για σένα, ο ξάδελφός μου, ο Ηλιόνους, και ο αδελφός μου, ο Επουράνιος, έπαιρναν πάντα αποφάσεις χωρίς να με ρωτήσουν.»

«Εσύ θα ήσουν εναντίον μου, θείε;»

«Δεν ξέρω, αλλά θα το σκεφτόμουν πολύ σοβαρά προτού στραφώ να πολεμήσω τις δυνάμεις της Παντοκράτειρας.»

«Οι Παντοκρατορικοί σκότωσαν τον θείο μου τον Όνυχα και τον αντικατέστησαν μ’ένα Δημιούργημα,» τόνισε ο Ορείχαλκος, αν και του το είχε ήδη πει ασφαλώς, «έναν άνθρωπο που δεν είναι άνθρωπος. Και τόσο καιρό δεν ξέραμε τίποτα! Εσύ τι θα έκανες, δε θα στρεφόσουν εναντίον τους;»

«Δεν ξέρω. Δύσκολο να σου απαντήσω…»

«Χρειάζομαι τη βοήθειά σου,» του είπε ο Ορείχαλκος, «γι’αυτό είμαι εδώ.»

«Δε μ’αρέσει τούτο,» παρατήρησε ο Αστροφώτιστος.

«Μια πληροφορία θέλω μόνο.»

«Πες μου.»

Τον ρώτησε ποιος ήταν ο πιο κρυφός τρόπος για να βγει κανείς από τον Δωδεκάψυχο, κι εκείνος, μετά από μια στιγμή σκέψης, του είπε.

«Ελπίζω να μην περνά απ’το μυαλό σου να με προδώσεις, θείε.»

«Να, βλέπεις τι έχει συμβεί τώρα, με την κατάσταση που προκάλεσες; Δεν μπορείς να εμπιστευτείς ούτε την ίδια σου την οικογένεια.»

28.

«Δεν έπρεπε να είχα φέρει τα παιδιά εδώ, Βύρωνα,» είπε η Ανεμόφθαλμη η Πρώτη, κοιτάζοντας έξω απ’το παράθυρο του δωματίου που τους είχε παραχωρήσει η Τριγώνια η Πέμπτη στο παλάτι της Καρθάι. Πέρα απ’τα τείχη της πόλης μπορούσε να δει τους κατασκηνωμένους πολιορκητές μέσα στη νύχτα. «Αν το ήξερα αυτό, δεν θα τα είχα φέρει.»

Ο Βύρωνας καθόταν στον καναπέ, με τη στρατιωτική του στολή ξεκούμπωτη και το ένα του πόδι επάνω στο κάθισμα, καπνίζοντας. «Δε θ’άφηνα τα παιδιά μου να στιγματιστούν ως προδότες και αποστάτες, Ανεμόφθαλμη.»

Εκείνη πήρε το βλέμμα της από το παράθυρο, στρεφόμενη να τον αντικρίσει. Δεν είναι μόνο δικά σου παιδιά! σκέφτηκε, ενοχλημένη. «Και τι κάναμε τώρα; Τα φέραμε εδώ και τα φυλακίσαμε!»

«Κανένας δεν έχει ‘φυλακιστεί’. Οι αποστάτες κάνουν μια τελευταία, απελπισμένη προσπάθεια να κρατηθούν στη διάσταση.»

«Τελευταία, απελπισμένη προσπάθεια;» γέλασε πικρά η Ανεμόφθαλμη. «Δε μου φαίνονται και τόσο απελπισμένοι, Βύρωνα. Εμείς, όμως, σίγουρα είμαστε αποκλεισμένοι. Το απόγευμα απώθησαν άλλο ένα ελικόπτερο που ερχόταν προς τα εδώ.»

«Θα οργανωθούν καλύτερα αυτοί που έρχονται, θα τους διαλύσουν. Θα δεις. Είναι δυνατόν να πιστεύεις ότι ο Ορείχαλκος μπορεί να νικήσει ύστερα από την προδοσία του; Είναι σα να έφτυσε καταπρόσωπο την ίδια την Παντοκράτειρα! Ήταν σύζυγός της, Ανεμόφθαλμη.»

Εκείνη αναστέναξε. Σταύρωσε τα χέρια της εμπρός της ακουμπώντας την πλάτη στον τοίχο, πλάι στο ανοιχτό παράθυρο. «Δε μ’αρέσει τίποτα απ’αυτά…» είπε κοιτάζοντας τα δοκάρια στο ταβάνι. «Τίποτα…» Έκλεισε τα μάτια. «Δεν έπρεπε να σε είχα ακούσει, Βύρωνα.»

«Δεν υπήρχε περίπτωση ν’αφήσω τα παιδιά μου εκεί όπου αποστάτες μπορούσαν να–»

«Δεν είναι μόνο δικά σου παιδιά!» Τα μάτια της άνοιξαν, οργισμένα. «Ανήκουν πρώτα στον Οίκο των Ουράνιων!» Είτε έχουν β’ζάιλ είτε όχι, πρόσθεσε νοερά, γιατί όταν ο ένας γονιός ήταν ευγενής και ο άλλος όχι, δεν ήταν βέβαιο ότι το παιδί θα είχε β’ζάιλ. Αυτό θα γινόταν φανερό κατά την εφηβεία. Μέχρι στιγμής, τα αγόρια της Ανεμόφθαλμης ήταν πολύ μικρά.

Το β’ζάιλ της της ψιθύρισε: Σ’το είχα πει ότι ήταν ριψοκίνδυνο να τον ακολουθήσεις…

Ο Βύρωνας σηκώθηκε από τον καναπέ. «Τα παιδιά μας είναι παιδιά μας, Ανεμόφθαλμη. Δεν θα–»

«Τώρα έγιναν ‘παιδιά μας’; Τόση ώρα έλεγες ‘παιδιά μου’!»

«Δεν τα έκανα μόνος μου,» είπε ο Βύρωνας εκνευρισμένα, σβήνοντας το τσιγάρο του στο τασάκι. «Γιατί ανησυχείς; Τι νομίζεις ότι θα συμβεί;»

«Έχουμε αποκοπεί εδώ πέρα. Έχουμε αποκλειστεί. Και η οικογένειά μου θ’ανησυχεί για μένα και για τα παιδιά. Τίποτα δεν έχουμε καταφέρει.» Αναστέναξε ξανά.

«Και τι θα προτιμούσες να γινόταν;» φώναξε ο Βύρωνας. «Να έφευγα και ν’άφηνα εσένα και τους μικρούς μαζί με τους αποστάτες;»

«Δεν σου είπα να φύγεις…»

«Τι άλλο θα μπορούσε να γίνει; Αν δεν έφευγα θα με σκότωναν στον ύπνο μου!»

Η Ανεμόφθαλμη κούνησε το κεφάλι. «Όχι. Είσαι του Οίκου των Ουράνιων τώρα.»

«Ανεμόφθαλμη, είναι αποστάτες. Δε διστάζουν–»

Ο τηλεπικοινωνιακός πομπός του χτύπησε. Ο Βύρωνας τον έπιασε από το τραπέζι, όπου ήταν ακουμπισμένος δίπλα στο τασάκι, και τον έφερε στ’αφτί του ανοίγοντάς τον. «Λοχαγός Βύρων Καλπάρτι.»

Άκουσε τι είχαν να του πουν και μετά έκλεισε. «Κάτι γίνεται έξω,» είπε στην Ανεμόφθαλμη. «Στον καταυλισμό των εχθρών.» Κούμπωσε τη στολή του, φόρεσε τις μπότες του, και έφυγε απ’το δωμάτιο, βιαστικά.

Η Ανεμόφθαλμη δεν τον ακολούθησε. Μπορούσε να γευτεί μια ξινίλα στο στόμα της και να νιώσει μια βαθιά απογοήτευση στο στήθος της. Στράφηκε πάλι στο παράθυρο και κοίταξε έξω, πέρα απ’τα τείχη. Εγώ δε βλέπω να γίνεται τίποτα, σκέφτηκε.

29.

Ο Σέλιρ’χοκ καθόταν έξω απ’τη σκηνή του, οκλαδόν, και διαλογιζόταν, όταν άκουσε τη φασαρία. Άνοιξε τα μάτια, σηκώθηκε όρθιος κρατώντας το ραβδί του, και κοίταξε προς τη μεριά του θορύβου μέσα στον νυχτερινό καταυλισμό. Κάτι γινόταν με τους Ούρταθ αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει τι ακριβώς.

Πλησίασε χωρίς καθυστέρηση. Το επίμαχο σημείο ήταν στα άκρα του καταυλισμού. Οι Ούρταθ είχαν πιάσει κάποιους. Μια γυναίκα κι έναν άντρα, κι οι δυο ντυμένοι με χιτώνες. Η γυναίκα ήταν τώρα γονατισμένη κι ένας Ούρταθ κρατούσε τα χέρια της πίσω απ’την πλάτη της, με επώδυνο τρόπο αναμφίβολα. Το γαλανόδερμο πρόσωπό της ήταν ματωμένο. Τα κοντοκουρεμένα μαλλιά της γυάλιζαν ξανθά στο φεγγαρόφωτο. Παραδίπλα ήταν πεταμένο ένα πιστόλι – δικό της πιθανώς. Ο άντρας ήταν μαυρόδερμος και πεσμένος ανάσκελα στο έδαφος· ένας Ούρταθ στεκόταν από πάνω του, έχοντας την αιχμή του σπαθιού του στον λαιμό του άντρα. Ένας άλλος Ούρταθ ήταν τραυματισμένος στον μηρό· το αίμα του γυάλιζε πάνω στο κατάλευκο πόδι του. Ωστόσο, στεκόταν ευθυτενής μ’ένα πιστόλι στο χέρι.

Ο Αργυρόδρομος και ο Επουράνιος ο Δεύτερος βρίσκονταν ήδη εδώ, παρατήρησε ο Σέλιρ’χοκ. «Τι συμβαίνει;» τους ρώτησε.

«Προσπάθησαν να φτάσουν στην πύλη της Καρθάι,» είπε ο Αργυρόδρομος. «Τους έπιασαν οι Ούρταθ.»

«Ποιοι είναι;»

«Αυτό θέλουμε να μάθουμε.»

Ο Επουράνιος τούς παρατηρούσε προσεχτικά, μοιάζοντας να προσπαθεί να θυμηθεί τις όψεις τους.

«Τους αναγνωρίζετε, Άρχοντά μου;» τον ρώτησε ο Σέλιρ’χοκ.

«Όχι,» αποκρίθηκε εκείνος, «δε νομίζω.»

«Ποιος είσαι;» ρώτησε, λαχανιασμένα, ο μαυρόδερμος άντρας που ήταν πεσμένος ανάσκελα. «Είσαι από Οίκο;»

«Επουράνιος ο Δεύτερος, του Οίκου των Ουράνιων.»

Ο άντρας έγλειψε τα ξεραμένα χείλη του. «Ονομάζομαι Ξιφοφόρος. Ξιφοφόρος ο Δεύτερος, του Οίκου των Οπλομάχων.»

Τα μάτια του Επουράνιου στένεψαν. «Ο αδελφός της θείας μου της Τοξομάχης;…» Δεν έμοιαζε απόλυτα σίγουρος.

«Της Τοξομάχης της Πρώτης, ναι,» του είπε ο Ξιφοφόρος. «Έχει παντρευτεί τον Αστροφώτιστο τον Δεύτερο.» Έγλειψε πάλι τα ξεραμένα χείλη του, έβηξε.

«Άφησέ τον να σηκωθεί!» πρόσταξε ο Επουράνιος τον Ούρταθ που είχε το σπαθί του στον λαιμό του Ξιφοφόρου. Εκείνος δεν κινήθηκε. «Άφησέ τον να σηκωθεί,» επανέλαβε ο Επουράνιος, χειρονομώντας για να δείξει τι εννοούσε. Ο Ούρταθ – που, μάλλον, δεν ήξερε και πολύ καλά την Πανσάρντλια – πήρε το σπαθί του απ’το λαιμό του μαυρόδερμου άντρα και παραμέρισε.

Ο Επουράνιος έδωσε το χέρι του στον Ξιφοφόρο κι εκείνος στάθηκε στα πόδια του, εξουθενωμένος.

Ο Επουράνιος είπε σ’έναν απ’τους μισθοφόρους που είχαν έρθει κοντά: «Φέρτε νερό για τον Άρχοντα Ξιφοφόρο.» Ο πολεμιστής άνοιξε το παγούρι του και το έδωσε. Ο Ξιφοφόρος ήπιε διψασμένα.

«Ποια είν’αυτή;» ρώτησε ο Επουράνιος, κοιτάζοντας τώρα τη γυναίκα που οι Ούρταθ κρατούσαν γονατισμένη.

«Η σύζυγός μου,» αποκρίθηκε ο Ξιφοφόρος.

Ο Αργυρόδρομος, μοιάζοντας να έχει προσέξει κάτι, πλησίασε τη γυναίκα, άρπαξε τον χιτώνα της στα χέρια του, και τον τράβηξε σχίζοντάς τον. Από κάτω αποκαλύφτηκε μια λευκή στρατιωτική στολή. «Παντοκρατορική,» είπε. Και προς τον Ξιφοφόρο: «Η γυναίκα σου είναι με τον εχθρό, Άρχοντά μου.»

Εκείνος έμεινε σιωπηλός.

Η Παντοκρατορική είπε: «Αφήστε μας να μπούμε στην πόλη. Δε θα κερδίσετε τίποτα από εμάς. Δεν έχουμε πληροφορίες να σας δώσουμε.»

«Πληροφορίες;» έκανε ο Αργυρόδρομος. «Δεν περιμένουμε πληροφορίες! Ποιο είναι τ’όνομά σου;»

Η γυναίκα δεν μίλησε.

Ο Αργυρόδρομος τη χαστούκισε. Εκείνη προσπάθησε να κινηθεί, αλλά ο Ούρταθ πίσω της της κρατούσε ακόμα τα χέρια γυρισμένα στην πλάτη και ο πόνος πρέπει να ήταν έντονος.

«Σταμάτα!» είπε ο Ξιφοφόρος στον Αργυρόδρομο. «Σου είπα, είναι σύζυγός μου! Το όνομά της είναι Κλαρίσσα Λάναρκωφ. Λοχαγός. Μας εμποδίσατε απ’το να μπούμε στην πόλη· δεν είναι ανάγκη και να μας βασανίσετε!»

«Δεν έχουμε σκοπό να βασανίσουμε κανέναν,» του είπε ο Αργυρόδρομος. «Αλλά, για την ώρα, θα μείνετε μαζί μας.» Στράφηκε σε δύο επαναστάτες του Φτερωτού Όρους. «Δέστε την Παντοκρατορική.» Κι έκανε νόημα στον Ούρταθ ν’αφήσει τα χέρια της.

«Δεν είναι απαραίτητο,» είπε ο Ξιφοφόρος. «Παίρνω εγώ την ευθύνη.»

«Λυπάμαι, δε σ'εμπιστευόμαστε.»

«Ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος;» είπε θυμωμένα ο Ξιφοφόρος, στρεφόμενος στον Επουράνιο τον Δεύτερο. «Αυτός παίρνει αποφάσεις εδώ;»

Ο Αργυρόδρομος ήταν που του απάντησε, όμως: «Αργυρόδρομος ο Τρίτος, του Οίκου των Οδηγών. Χάρηκα για τη γνωριμία.»

30.

«Κάποιους έπιασαν,» είπε ο Δημήτριος, κοιτάζοντας με τα κιάλια από τις επάλξεις του παλατιού της Καρθάι. «Και νομίζω πως μπορώ να τους αναγνωρίσω… Η Κλαρίσσα Λάναρκωφ πρέπει να είναι, και ο σύζυγός της, ο Ξιφοφόρος ο Δεύτερος.»

«Αυτοί μάλλον ήταν και στο ελικόπτερο που χτυπήθηκε το πρωί,» είπε ο Βύρωνας. «Η ουρά του είχε πάθει ζημιά, και σε τέτοιες περιπτώσεις το αεροσκάφος μπορεί να πέσει. Υποθέτω πως έπεσε στην Τρίγωνη, όχι και πολύ μακριά από δω, και μετά προσπάθησαν να έρθουν με τα πόδια. Προσπάθησαν να προσπεράσουν τους πολιορκητές μέσα στη νύχτα.»

«Μάλλον,» είπε μόνο ο Δημήτριος, εξακολουθώντας να κοιτάζει με τα κιάλια.

Η Τριγώνια η Πέμπτη γέλασε κοροϊδευτικά. «Μάταια η προσπάθειά τους…»

Ο Ρουμπίνης στράφηκε να την κοιτάξει. «Σου φαίνεται αστείο;»

Η Τριγώνια ήταν καθισμένη στις επάλξεις σαν να έβλεπε κάποιο καρναβάλι συγκεντρωμένο έξω από τα τείχη της πόλης της, όχι πολιορκητές. Ήταν ντυμένη μ’ένα ασημόχρωμο νυχτικό, κι επάνω στους ώμους και στο στήθος της έπεφτε ένα μαλακό σάλι. Τα ξανθά μαλλιά της γυάλιζαν στο φως της Σελήνης. Τα μάτια της ατένισαν τώρα τον Ρουμπίνη. «Εσένα δεν σου φαίνεται;» Ύψωσε ένα φρύδι.

«Όχι.»

«Δε μοιάζεις και πολύ χαρούμενος…»

«Άνθρωποι σκοτώνονται εκεί κάτω!»

«Δεν είδα κανένας να έχει πεθάνει ακόμα.»

«Αρχόντισσά μου,» παρενέβη ο Δημήτριος κατεβάζοντας τα κιάλια του, «η κατάσταση είναι πολύ σοβαρή. Οι αποστάτες τώρα έχουν και αιχμαλώτους.»

«Και τι θα τους κάνουν;» έθεσε το ερώτημα η Τριγώνια. «Πρόκειται να βγείτε από την πόλη μου αν σας απειλήσουν ότι θα τους σκοτώσουν; Το μόνο σοβαρό θέμα όλης αυτής της γελοίας ιστορίας είναι ότι έχετε βάλει την Καρθάι σε κίνδυνο, κύριε.»

«Η Καρθάι είναι ιδανική για τη δουλειά που τη θέλουμε, Αρχόντισσά μου. Και πιστεύω εσείς, τουλάχιστον, είστε ακόμα πιστή στην Παντοκράτειρα.»

«Προσπαθώ, αλλά μου το κάνετε ολοένα και πιο δύσκολο.»

«Ελπίζω,» είπε ο Δημήτριος, «να μην περνά απ’το μυαλό σας να προδώσετε τη Μεγαλειοτάτη, γιατί θα υπάρξουν συνέπειες που δεν θα μπορέσω να ελέγξω.» Και, στρεφόμενος, έφυγε από τις επάλξεις.

Ο Καλπάρτι τον ακολούθησε, σιωπηλά.

Ο Ρουμπίνης έμεινε μόνος με την Τριγώνια, και της είπε: «Καταλαβαίνεις ότι μπορεί έτσι να βάλεις τον εαυτό σου σε κίνδυνο;»

«Τι θα μου κάνουν εμένα; Θα με απαγάγουν μέσα στην πόλη μου; Θα με σκοτώσουν;» Ο τρόπος που μιλούσε θα ταίριαζε περισσότερο σε γυναίκα μεγαλύτερης ηλικίας από δεκάξι χρονών. Αλλά, από την άλλη, ίσως το γεγονός ότι ήταν δεκάξι χρονών να την έκανε τόσο απερίσκεπτη. Ίσως τα λόγια της να μην οφείλονταν σε ώριμη σκέψη αλλά σε παρόρμηση, υπέθεσε ο Ρουμπίνης. «Αν ήθελα να τους διώξω από δω, θα τους είχα διώξει, Ρουμπίνη.»

Εκείνος χαμογέλασε από ευγένεια.

«Νομίζεις ότι δε θα μπορούσα;» είπε προκλητικά η Τριγώνια.

«Δε θα σου πρότεινα να το προσπαθήσεις.» Και το β’ζάιλ του τον προειδοποίησε: Πρόσεχε μ’αυτήν, Ρουμπίνη. Φαίνεται παράτολμη. Σκέψου δυο φορές προτού κάνεις ένα βήμα μαζί της. Ο Ρουμπίνης αναρωτήθηκε τι να έλεγε το β’ζάιλ της Τριγώνιας. Ήταν τόσο παράτολμο πνεύμα όσο εκείνη;

Η Τριγώνια μειδίασε, δείχνοντας αληθινά διασκεδασμένη. «Γιατί όχι; Νομίζεις ότι φοβάμαι;»

«Θα έπρεπε να φοβάσαι.»

«Δεν φοβάμαι,» δήλωσε η Τριγώνια η Πέμπτη, σοβαρά. «Μπορώ, αν θέλω, ώς την αυγή να τους έχω όλους κλειδωμένους στα μπουντρούμια μου.»

«Μην κάνεις καμια ανοησία.»

«Εσύ γιατί είσαι τόσο πολύ υπέρ τους, Ρουμπίνη;»

«Βλέπω ποιο είναι το καλό της διάστασης.»

«Το καλό της διάστασης;» Η Τριγώνια γέλασε. «Έχω ακούσει ότι ήθελες να παντρευτείς την Παντοκράτειρα αλλά ο αδελφός σου, ο Ορείχαλκος, δεν σε άφησε. Αυτός είναι ο λόγος που–;»

«Μη λες σαχλαμάρες!» Το β’ζάιλ του τον προειδοποίησε: Πρόσεχε, Ρουμπίνη, μαζί της. Πρόσεχε.

Η Τριγώνια μειδίασε. «Θα χαίρεσαι τώρα, που ο Ορείχαλκος έγινε ‘αποστάτης’, ε; Πιστεύεις ότι η Παντοκράτειρα θ’αποφασίσει να… αλλάξει σύζυγο;»

«Αρκετά άκουσα.» Ο Ρουμπίνης στράφηκε να φύγει. Η κοπέλα μιλούσε σαν μεθυσμένη!

Η Τριγώνια τον έπιασε απ’το μανίκι, με τα δύο χέρια, σταματώντας τον. «Μ’αφήνεις μόνη, μες στο νυχτερινό ψύχος;»

Ο Ρουμπίνης γύρισε πάλι να την αντικρίσει. «Δε μου φαίνεται να κρυώνεις.»

«Είσαι σίγουρος;» Η Τριγώνια παραμέρισε το σάλι της, αποκαλύπτοντας τους γυμνούς της ώμους. Έπιασε το χέρι του Ρουμπίνη και το έβαλε πάνω στο λευκό-ροζ δέρμα της. «Τι νομίζεις;»

«Δεν είσαι παγωμένη, πάντως. Μάλλον ζεστή μού φαίνεσαι.»

«Ακόμα ένας λόγος για να μείνεις.» Ύψωσε το φρύδι της, ατενίζοντας τον καταπρόσωπο.

«Η Αρχόντισσα της Καρθάι χρειάζεται έναν άντρα, νομίζω,» είπε ο Ρουμπίνης παίρνοντας το χέρι του από πάνω της παρά τη μικρή αντίσταση που του έφερε το δικό της χέρι.

«Και τον βρήκε;» ρώτησε η Τριγώνια ευθαρσώς.

Ο Ρουμπίνης γέλασε. «Όχι,» είπε.

«Αυτή είναι η κατάρα μου. Δε μπορώ να βρω άντρα να με ικανοποιήσει…»

Ο Ρουμπίνης δεν ήξερε αν αστειευόταν ή αν μιλούσε σοβαρά, κι απορούσε πώς ήταν δυνατόν να του λέει τέτοια πράγματα από τη στιγμή που, παλιότερα, ποτέ ξανά δεν τον είχε συναντήσει. «Είσαι πολύ μικρή για να το λες αυτό.»

«Είμαι;»

«Δεκάξι χρονών γριά…»

Η Τριγώνια γέλασε. «Και πόσο χρονών είσαι εσύ, Ρουμπίνη;»

«Τριάντα-τεσσάρων.»

«Πιο μεγάλος απ’τον αδελφό σου, τον Ορείχαλκο;»

Το χαμόγελό του εξαφανίστηκε. «Όχι. Ο Ορείχαλκος είναι δυο χρόνια πιο μεγάλος από εμένα.»

«Πώς κατέληξες εδώ;» τον ρώτησε η Τριγώνια. «Δε μου μοιάζεις για αιχμάλωτος, όπως η Ανεμόφθαλμη και τα παιδιά της.»

«Η Ανεμόφθαλμη δεν είναι αιχμάλωτη.»

«Για αιχμάλωτη μού φαίνεται εμένα. Πες μου, πώς ήρθες; Συνεργαζόσουν με τον Δημήτριο εξαρχής;»

Ο Ρουμπίνης τής εξήγησε πώς είχε καταλήξει στην Καρθάι.

Η Τριγώνια γέλασε σαν να της είχε διηγηθεί κάποια κωμική ιστορία. «Είσαι, λοιπόν, αιχμάλωτος!»

«Δεν είμαι αιχμάλωτος!»

«Αφού σ’έφερε εδώ με το ζόρι! Φυσικά και είσαι.»

«Εξακολουθώ να είμαι πιστός στην Παντοκράτειρα. Θα ερχόμουν ούτως ή άλλως,» δήλωσε ο Ρουμπίνης.

Η Τριγώνια δάγκωσε μια τούφα από τα ξανθά της μαλλιά, μειδιώντας. «Αφού το λες…»

Τον είχε τσαντίσει πια με τα καμώματά της. «Πηγαίνω στο δωμάτιό μου,» της είπε. «Αν κρυώνεις έλα μέσα.»

«Θα το έχω υπόψη,» αποκρίθηκε η Τριγώνια πίσω του, καθώς εκείνος έφευγε από τις επάλξεις.

Η κοπέλα ήταν πειραχτήρι και περίεργη, σκέφτηκε ο Ρουμπίνης βαδίζοντας προς το δωμάτιό του. Δεν υπήρχε άλλη εξήγηση. Ο τρόπος της, όμως, εξακολουθούσε να του φαίνεται ότι κανονικά θα ταίριαζε σε μια γυναίκα μεγαλύτερης ηλικίας.

Όταν μπήκε στο δωμάτιό του, η Ευύδρια τού είπε απότομα: «Τελείωσε η συναναστροφή με τη χρυσομαλλούσα;»

Ο Ρουμπίνης συνοφρυώθηκε. «Με παρακολουθούσες;»

«Το παράθυρο,» έδειξε η Ευύδρια, «βλέπει στις επάλξεις όπου στεκόσασταν. Πάλι καλά που δεν την πασπάτεψες και πιο χαμηλά!»

«Η κοπέλα είναι αλλόκοτη,» είπε ο Ρουμπίνης, «αλλά τίποτα σπουδαίο δεν συμβαίνει μαζί της.»

«Τι σου έλεγε τόση ώρα;»

«Ανοησίες.»

«Σου μιλούσε τόση ώρα γι’ανοησίες;» Η δυσπιστία ήταν έκδηλη στο πρόσωπό της.

«Ναι. Για τον Ορείχαλκο μού έλεγε και για την Παντοκράτειρα. Και ότι αν ήθελε μπορούσε να διώξει τον Δημήτριο και τον Καλπάρτι· ή, μάλλον, να τους κλείσει στα μπουντρούμια της. Της είπα ότι μια τέτοια κίνηση δεν θα ήταν συνετή. Τέτοιες χαζομάρες μού έλεγε, Ευύδρια. Σου είχα πει κι εσύ νάρθεις στις επάλξεις αλλά δεν ήθελες…»

«Τι να κάνω μες στη νύχτα;» μόρφασε εκείνη, καθίζοντας στο κρεβάτι και μαζεύοντας το νυχτικό της γύρω της. Ήταν ακόμα μουτρωμένη.

Ο Ρουμπίνης έβγαλε τα ρούχα του κι ανέβηκε κι εκείνος στο κρεβάτι, προχωρώντας στα τέσσερα και πηγαίνοντας κοντά της. Φίλησε το στήθος της, κι ύστερα τα χείλη του πλησίασαν το πρόσωπό της. «Μόνο μία γυναίκα υπάρχει που αγαπώ. Ξέρεις ποια είναι;»

Η Ευύδρια μούγκρισε αρνητικά. «Δείξε μου.»

Ο Ρουμπίνης γέλασε και τη φίλησε, τραβώντας το νυχτικό της προς τα πάνω.

31.

Η Ιωάννα συνάντησε τον Ορείχαλκο έξω απ’τη σουίτα του, αλλά δεν ήταν μόνος. Μαζί του ήταν η Ανεμόφθαλμη η Δεύτερη.

«Θα έρθει και κανένας άλλος;» ρώτησε η Ιωάννα.

«Όχι,» αποκρίθηκε ο Ορείχαλκος. «Μόνος εμείς.»

Βάδισαν μέσα στους διαδρόμους του μεγάλου ξενοδοχείου, κι ο Ορείχαλκος οδήγησε τις δύο γυναίκες σε μια σκάλα που ήταν πολύ πιο στενή από τις άλλες που είχε δει η Ιωάννα στον Δωδεκάψυχο. Επίσης, δεν ήταν καθόλου φωτισμένη, και δεν υπήρχαν παράθυρα κοντά της ώστε να μπαίνει το φως της Σελήνης ή τα νυχτερινά φώτα της πόλης. Κανένας δεν θα της έδινε σημασία, κανονικά, εκεί στην άκρη ενός διαδρόμου όπου βρισκόταν, εκτός αν έψαχνε εσκεμμένα για κάτι σαν αυτήν.

«Ο θείος σου σου είπε για τούτο το μέρος;» ρώτησε η Ιωάννα, καθώς κατέβαιναν τα στενά σκαλοπάτια που έμοιαζαν ν’αγκαλιάζουν τον τοίχο του ξενοδοχείου.

«Ναι.» Ο Ορείχαλκος κρατούσε φακό για να φωτίζει.

«Οι πιθανότητες, δηλαδή, να πρόκειται για παγίδα είναι ελάχιστες, σωστά;» Η Ιωάννα έπιασε τη λαβή του πιστολιού κάτω από την κάπα της.

«Ο θείος Αστροφώτιστος δεν θα μας έστελνε σε παγίδα,» είπε η Ανεμόφθαλμη. «Δε νομίζω πως συνεργάζεται σε τέτοιο βαθμό με τους Παντοκρατορικούς.»

«Σε τι βαθμό συνεργάζεται;» Το γεγονός ότι μπορεί να συνεργαζόταν έστω και λίγο μαζί τους δεν της άρεσε καθόλου.

«Επαγγελματικά, μόνο,» εξήγησε η Ανεμόφθαλμη. «Ασχολείται με μισθοφορικές εταιρείες και μισθοφόρους. Έχει βάλει λεφτά εκεί. Γι’αυτό κιόλας δεν κάθεται στη Νισθάι, στο Μέγαρο της Ζούγκλας, αλλά τριγυρίζει σ’όλη τη Σάρντλι. Ο θείος Αστροφώτιστος ήταν που μας είπε και για τους Ούρταθ στη Νάθγκαν. Εμείς δεν ξέραμε γι’αυτούς.»

Αυτός ο θείος Αστροφώτιστος είχε αρχίσει ν’αρέσει στην Ιωάννα ολοένα και λιγότερο με κάθε λέξη που άρθρωνε η Ανεμόφθαλμη για την αφεντιά του. Αφού ασχολιόταν με μισθοφόρους – ενεργώντας, μάλλον, ως ενδιάμεσος ή και έχοντας ορισμένες εταιρείες στη δούλεψή του – θα είχε, σίγουρα, πολλά πάρε-δώσε με πολλούς. Δε θα το θεωρούσα απίθανο να μας πουλήσει. Προφανώς, όμως, η Ανεμόφθαλμη έμοιαζε να το θεωρεί απίθανο, επομένως η Ιωάννα δεν είπε τίποτα. Και άνοιξε, κρυφά, την ασφάλεια του πιστολιού κάτω απ’την κάπα της, κρατώντας τη λαβή γερά στο χέρι της.

Ο Ορείχαλκος, που πήγαινε πρώτος, τις οδήγησε σε μια σιδερένια πόρτα που πρέπει να βρισκόταν στο ισόγειο του ξενοδοχείου. Προτού όμως την ανοίξει, η Ιωάννα έπιασε τον ώμο του και του είπε ότι θα άνοιγε εκείνη. Ο Ορείχαλκος δεν έφερε αντίρρηση. Η Μαύρη Δράκαινα έπιασε το σιδερένιο πόμολο και τράβηξε την πόρτα ενώ συγχρόνως τραβούσε και το πιστόλι απ’το θηκάρι κάτω απ’την κάπα της.

Ο δρόμος– ή, μάλλον, το σοκάκι που αντίκρισε έμοιαζε έρημο εκτός από ένα σκυλί που μασούσε κάτι στη γωνία. Πυκνές σκιές υπήρχαν από δω κι από κει, αλλά η Ιωάννα δεν νόμιζε ότι έκρυβαν κανέναν εχθρό. Βγήκε πρώτη, ασφαλώς, κι ύστερα έκανε νόημα στον Ορείχαλκο και την Ανεμόφθαλμη να έρθουν. Εκείνοι την ακολούθησαν.

«Σ’το είπα,» είπε η Ανεμόφθαλμη στην Ιωάννα: «ο θείος Αστροφώτιστος δεν θα μας πρόδιδε στους Παντοκρατορικούς.»

«Εντάξει, πάμε.» Η Μαύρη Δράκαινα ασφάλισε πάλι το πιστόλι της αλλά δεν το έβαλε στο θηκάρι· προτίμησε να το έχει στο χέρι, κρυμμένο κάτω από την κάπα της.

Βάδισαν μέσα στους νυχτερινούς δρόμους της Φανχάι, που δεν ήταν ήσυχοι παρά την προχωρημένη ώρα. Η κίνησή τους ήταν λιγάκι διαφορετική απ’ό,τι το πρωί, νόμιζε η Ιωάννα, αλλά όχι τελείως, όπως σε άλλες πόλεις. Τα κάρα και τα ενεργειακά οχήματα που μετέφεραν πράγματα δεν είχαν αντικατασταθεί από ανθρώπους που πήγαιναν να διασκεδάσουν σε νυχτερινά κέντρα, καζίνο, ή μπαρ. Το εμπόριο δεν φαινόταν να σταματά όταν ο ήλιος έδυε, και αυτοί που έμοιαζαν να πηγαίνουν να διασκεδάσουν δεν ήταν παρά ένα μικρό ποσοστό των ανθρώπων που έβλεπες να τριγυρίζουν στο κέντρο της Φανχάι· οι υπόλοιποι δεν θα μπορούσες εύκολα να μαντέψεις πού πήγαιναν ή τι δουλειές μπορεί να είχαν, υπέθετε η Ιωάννα, ακόμα κι αν ήσουν από τη Σάρντλι. Ορισμένοι, δε, πρέπει να ήταν αναμφίβολα εξωδιαστασιακοί. Και υπήρχαν και περιπολίες λευκοντυμένων στρατιωτών της Παντοκράτειρας. Μια απ’αυτές που είδε η Ιωάννα είχε μαζί της και μάγο, με τα ανάλογα διακριτικά επάνω του. Οι Παντοκρατορικοί έπαιρναν τη Φανχάι πολύ σοβαρά. Γνώριζαν ότι, λόγω της φύσης της, πολλοί επαναστάτες θα έκαναν δουλειές εδώ.

Ο Ορείχαλκος και η Ανεμόφθαλμη, ευτυχώς, φαινόταν να ξέρουν τους δρόμους της Φανχάι πολύ καλύτερα από την Ιωάννα, κι εκείνη τούς ακολουθούσε σιωπηλά, παρατηρώντας μήπως κανένας τούς κατασκόπευε. Σ’ορισμένες στιγμές, αντιλήφτηκε μυστηριώδεις μορφές να τους κοιτάζουν ή και ν’ακολουθούν τα βήματά τους για λίγο, αλλά η παρακολούθηση ποτέ δεν συνεχιζόταν. Η Ιωάννα δεν νόμιζε ότι μπορεί να ήταν πράκτορες της Παντοκράτειρας αυτοί, ούτε χαφιέδες τους· μάλλον, απλά αλήτες ήταν, ή ίσως ληστές που αναρωτιόνταν αν θα ήταν συνετό να τους χιμήσουν για να τους πάρουν τα λεφτά τους. Όπως φάνηκε, όμως, πρέπει να τους έκριναν δύσκολους στόχους.

Τα καταστήματα της Φανχάι, αναμενόμενα, δεν ήταν κλειστά τη νύχτα, αλλά η πόλη έδινε την εντύπωση στην Ιωάννα ότι είχε, κάπως, μυστηριωδώς, μεταμορφωθεί. Σαν τα μαγαζιά που ήταν εδώ το πρωί να είχαν εξαφανιστεί και τη θέση τους να είχαν πάρει άλλα, καινούργια. Ή σαν να είχαν αλλάξει πρόσοψη: σαν ένα οίκημα το πρωί να ήταν κουρείο και το βράδυ μπαρ· ή σαν το πρωί να ήταν φούρνος και το βράδυ να πουλούσε χάρτες και φακούς και άλλα ταξιδιωτικά μικροπράγματα. Η Ιωάννα πίστευε ότι, όντως, αυτό μπορεί να αλήθευε για κάποια καταστήματα. Καθώς περνούσαν κοντά από μια διασταύρωση, νόμιζε πως θυμόταν ότι ένα συγκεκριμένο οίκημα το πρωί ήταν υποδηματοπωλείο, αλλά τώρα πουλούσε πρόχειρο φαγητό και ποτά. Παράξενο… Η Ιωάννα σπάνια έκανε λάθος στο πού βρισκόταν κάποιο χτίριο και τι ήταν.

Οι Τρεις Πύργοι ορθώνονταν σε κεντρικό σημείο της Φανχάι· καθώς διέσχιζαν το κέντρο της πόλης τούς έβλεπαν ανάμεσα και πάνω απ’τα υπόλοιπα χτίρια, που δεν ήταν όλα ψηλές πολυκατοικίες και πύργοι αλλά ανάμεσά τους υπήρχαν και πολλά που δεν θα μπορούσες παρά να τα αποκαλέσεις καλύβες. Φοβερή ανομοιομορφία στο περιβάλλον. Τώρα, οι Τρεις Πύργοι ήταν πλέον πολύ κοντά· έμοιαζαν να κρύβουν τον νυχτερινό ουρανό προς τα βόρεια: τρία πανύψηλα οικοδομήματα καμωμένα από λευκή πέτρα, φωτισμένα γύρω-γύρω με προβολείς. Είχαν μπαλκόνια και εξώστες με φυτά, κι από ορισμένα απ’τα παράθυρά τους φαίνονταν έντονα φώτα, ενώ άλλα παράθυρα ήταν τελείως σκοτεινά. Επάνω στον κεντρικό πύργο υπήρχε μια πελώρια πινακίδα που έγραφε, στην Πανσάρντλια:

Η Ιωάννα δεν ήξερε την Πανσάρντλια και τόσο καλά, αλλά μπορούσε να το διαβάσει αυτό.

Η είσοδος των Τριών Πύργων βρισκόταν στον κεντρικό πύργο και στην κορυφή έξι μεγάλων σκαλοπατιών. Ήταν διπλή, ξύλινη, και κλειστή. Επάνω της ήταν καρφωμένη μια χρυσή πινακίδα που έγραφε στην Πανσάρντλια: ΜΕΓΑΛΗ ΟΙΚΙΑ ΠΟΛΕΟΔΟΜΩΝ. Εκατέρωθέν της στέκονταν δύο οπλισμένοι μισθοφόροι με τα αναγνωριστικά του Οίκου των Πολεοδόμων.

Ο Ορείχαλκος τούς πλησίασε, ανεβαίνοντας τα σκαλοπάτια χωρίς βιασύνη, και συστήθηκε. «Μαζί μου,» πρόσθεσε, «έχω την Ανεμόφθαλμη τη Δεύτερη, του Οίκου των Ουράνιων, καθώς και μια σωματοφύλακά της.»

«Οι Άρχοντες,» αποκρίθηκε ο ένας φρουρός, «είχαν πει να σας περιμένουμε, Άρχοντα Ορείχαλκε. Παρακαλώ, περάστε.» Και τους άνοιξαν και τα δύο φύλλα της διπλής πόρτας.

Ο Ορείχαλκος μπήκε στους Τρεις Πύργους ακολουθούμενος από την Ανεμόφθαλμη και την Ιωάννα. Δεν ήταν η πρώτη φορά που ερχόταν εδώ· είχε έρθει και παλιότερα, κάμποσες φορές. Πόσες ακριβώς, δεν θυμόταν. Γνώριζε, πάντως, πώς να πάει στην Αίθουσα Υποδοχής των Πολεοδόμων, η οποία βρισκόταν στον τέταρτο όροφο του Κεντρικού, όπως ονόμαζαν τον κεντρικό πύργο. Ο δεξής πύργος ονομαζόταν Δεξής, και ο αριστερός Αριστερός. Πιο απλά ονόματα απ’ό,τι, ίσως, θα περίμενε κανείς.

Ένας υπηρέτης συνάντησε τον Ορείχαλκο, κι αφού έκανε μια υπόκλιση, τον προέτρεψε να έρθει μαζί του. Εκείνος δεν δίστασε· ούτε και η Ιωάννα κι η Ανεμόφθαλμη, φυσικά. Μπήκαν μαζί με τον υπηρέτη σ’έναν ανελκυστήρα και ο ανελκυστήρας τούς πήγε στον τέταρτο όροφο του Κεντρικού. Η πόρτα του άνοιξε αυτόματα κι από πίσω της αποκάλυψε την Αίθουσα Υποδοχής: το μεγάλο δωμάτιο όπου οι Πολεοδόμοι υποδέχονταν επισήμως τους επισκέπτες της οικίας τους. Ήταν ένας χώρος στολισμένος με έργα τέχνης – πίνακες, γλυπτά πάνω σε πέτρα και ξύλο – και με φυτά. Στο βάθος υπήρχε ένα τραπέζι, όχι πολύ μεγάλο, με μερικές ψηλές καρέκλες γύρω του. Πριν από το τραπέζι υπήρχαν άλλα, πολύ μικρότερα τραπεζάκια, καναπέδες, καρέκλες, και πολυθρόνες. Ο δεξής τοίχος ήταν στο μεγαλύτερό του μέρος παράθυρο, κι από κάτω φαινόταν η Φανχάι. Ο χώρος έμοιαζε με την αίθουσα αναψυχής κάποιου πολυτελούς ξενοδοχείου.

Κανένας δεν ήταν τώρα εδώ. Ο υπηρέτης προέτρεψε τον Ορείχαλκο και τις συνοδούς του να καθίσουν όπου επιθυμούσαν μέχρι να έρθουν οι Άρχοντες, και ζήτησε να πάρει τις κάπες τους. Εκείνοι τις έλυσαν και του τις έδωσαν. (Η Ιωάννα έκρυψε το πιστόλι της μέσα στα ρούχα της, ενώ ακόμα φορούσε την κάπα.) Ο υπηρέτης τις κρέμασε σε μια κρεμάστρα στη γωνία, και τους ρώτησε αν θα ήθελαν να πιουν κάτι. Ο Ορείχαλκος ζήτησε τάο βις, το ίδιο κι η Ανεμόφθαλμη· η Ιωάννα είπε ότι ήθελε ένα ποτήρι υπόγειο οίνο, αλλά δεν ήπιε περισσότερο από μια μικρή γουλιά, ίσα για να υγράνει τα χείλη της.

Από τον ανελκυστήρα, σύντομα, ήρθαν τρεις άνθρωποι. Ο Ορείχαλκος τούς αναγνώριζε όλους. Τους είχε ξαναδεί πολλές φορές. Ήταν από τους Πολεοδόμους που ασχολούνταν πολύ με την κοινωνική ζωή του Οίκου τους και της Φανχάι, καθώς και με τις συναναστροφές με άλλους Οίκους. Η παχιά, χρυσόδερμη, πενηνταπεντάρα γυναίκα ονομαζόταν Οικόκαρδη η Δεύτερη, και είχε τα μακριά ώς τη μέση καστανά μαλλιά της χτενισμένα σε πολλές μπούκλες και γεμάτα γυαλιστερά μπιχλιμπίδια – κρυστάλλους, λίθους, κέρματα. Ο τριαντάρης, πορφυρόδερμος, μαυρομάλλης άντρας ήταν γιος της και ονομαζόταν Οικοδάκτυλος. Στην εμφάνιση δεν έμοιαζε καθόλου στη μητέρα του, αλλά ήταν πολύ δραστήριος στη Φανχάι, και όλοι όσοι είχαν συναναστροφές με τους Πολεοδόμους τον ήξεραν. Όπως επίσης και την αδελφή του, την Οικονόμο τη Δεύτερη, η οποία ήταν μικρότερη απ’αυτόν μα εξίσου δραστήρια, και συνήθως συνεργάζονταν οι δυο τους. Ούτε οι Παντοκρατορικοί τούς πολυσυμπαθούσαν αλλά ούτε και οι παράνομοι της Φανχάι. Η Οικονόμος, όμως, δεν ήταν τώρα εδώ. Το τρίτο πρόσωπο που είχε βγει από τον ανελκυστήρα ήταν ο Πολύοικος ο Δεύτερος: ένας μαυρόδερμος, πενηντάρης άντρας, τελείως καραφλός και με μακριά ώς το στήθος κόκκινη γενειάδα. (Πρέπει να τη μεγάλωνε από μικρός και ποτέ να μην την είχε κόψει, υπέθετε ο Ορείχαλκος.) Στα χέρια του φορούσε πάντοτε γάντια (και γι’αυτό ο Ορείχαλκος μπορούσε μόνο να υποθέσει ότι ο Πολύοικος είχε κάποιο πρόβλημα εκ γενετής, ή ότι κάποτε είχε πάθει κάποιο ατύχημα – έγκαυμα, ίσως;).

«Ορείχαλκε!» αναφώνησε ο Οικοδάκτυλος. «Καλωσόρισες, ακόμα κι αν μας φέρνεις κακά μαντάτα – ή, τουλάχιστον, αμφιλεγόμενα, όπως θα έλεγε η μητέρα.» Λοξοκοίταξε την Οικόκαρδη.

Εκείνη χαμογέλασε. «Καλωσορίσατε όλοι σας στους Τρεις Πύργους,» είπε. «Ελπίζω οι υπηρέτες να σας περιποιήθηκαν όσο λείπαμε.» Ήταν λιγάκι τσεβδή, αλλά όχι τόσο που να υπάρχει δυσκολία στην κατανόηση των όσων έλεγε.

«Ασφαλώς,» αποκρίθηκε ο Ορείχαλκος, έχοντας ήδη σηκωθεί όρθιος και πλησιάζοντας για ν’ανταλλάξει μια χειραψία με τους τρεις Πολεοδόμους. «Από εδώ η Ανεμόφθαλμη η Δεύτερη, του Οίκου των Ουράνιων· ίσως να τη θυμάστε.»

«Φυσικά και τη θυμόμαστε,» είπε ο Οικοδάκτυλος, κλίνοντας το κεφάλι προς τη μεριά της Ανεμόφθαλμης.

«Κι από δω μια σωματοφύλακας της Ανεμόφθαλμης, η Σιλάνα,» σύστησε την Ιωάννα ο Ορείχαλκος, χωρίς να δώσει ιδιαίτερη σημασία – και ούτε οι Πολεοδόμοι τής έδωσαν ιδιαίτερη σημασία. Ύστερα έβγαλε από την τσέπη του ένα κατακόκκινο, αστραφτερό ρουμπίνι, αριστοτεχνικά κομμένο, και το πρόσφερε στους Πολεοδόμους. «Δυστυχώς δεν υπήρχε χρόνος για κάποιο πιο προσεγμένο δώρο,» είπε, «αλλά εύχομαι να το δεχτείτε ως ευχαριστώ για τη φιλοξενία που προσφέρετε στον Οίκο μου και στον Οίκο των Ουράνιων.»

«Μα είναι υπέροχο!» αναφώνησε η Οικόκαρδη, παίρνοντάς το στα παχιά δάχτυλά της για να το περιεργαστεί. «Και με λαξεμένες πλευρές, με όμορφα σχήματα.»

«Κάτι απλό που έκαναν οι τεχνίτες μας στο Πολύλιθο Μέγαρο, Αρχόντισσά μου.»

«Καθίστε, καθίστε,» πρότεινε η Οικόκαρδη, και όλοι τους πήραν θέσεις στα αναπαυτικά καθίσματα της Αίθουσας Υποδοχής των Τριών Πύργων.

«Ελπίζω,» είπε ο Ορείχαλκος, «η άφιξή μας εδώ να μη σας έχει δημιουργήσει προβλήματα.»

«Η αλήθεια είναι,» αποκρίθηκε ο Πολύοικος αγγίζοντας τη μακριά, κόκκινη γενειάδα του, «πως μας έχει δημιουργήσει κάποια προβλήματα. Με τους Παντοκρατορικούς, εννοείται.»

«Με την Επόπτρια Νιρτάνα, συγκεκριμένα,» πρόσθεσε η Οικόκαρδη, τσεβδίζοντας. «Φαίνεται να πιστεύει ότι οφείλουμε να σας φυλακίσουμε όλους, Άρχοντα Ορείχαλκε, και να απαγορεύσουμε την πραγματοποίηση της συνάντησης των Οίκων στην πόλη μας. Της αποκριθήκαμε, ασφαλώς, πως δεν μπορούμε να το κάνουμε αυτό. Είναι ενάντια στην ηθική μας, στα ήθη και στα έθιμά μας.»

«Να προσέχετε, όμως,» τόνισε ο Οικοδάκτυλος. «Επειδή εμείς δεν σας κυνηγάμε, δεν σημαίνει πως δεν σας κυνηγάνε και οι Παντοκρατορικοί.»

«Το αντιλαμβανόμαστε αυτό,» είπε ο Ορείχαλκος.

«Υποθέτω πως θα ήταν επικίνδυνο και να έρθετε ώς εδώ…»

«Πήραμε τα μέτρα μας,» τον διαβεβαίωσε η Ανεμόφθαλμη, κι ο Οικοδάκτυλος ένευσε σαν να περίμενε αυτή την απάντηση.

«Δε μπορούσαμε να μη σας επισκεφτούμε,» είπε ο Ορείχαλκος.

«Γνωρίζουμε ότι οι Ορειβάτες πάντοτε είναι τυπικοί,» είπε η Οικόκαρδη. «Απ’τους καλύτερους Οίκους της Σάρντλι.»

«Πώς αποφασίσατε να στραφείτε εναντίον της Παντοκράτειρας;» ρώτησε ο Πολύοικος. «Η μαντατοφόρος που ήρθε εδώ μάς είπε κάποια πράγματα, αλλά όχι τα πάντα.»

Ο Ορείχαλκος τούς δηγήθηκε, εν συντομία, τι είχε συμβεί με τους Παντοκρατορικούς στην περιοχή της Φιλτά’κβι και στο Πολύλιθο Μέγαρο. Τόνισε ιδιαιτέρως το γεγονός ότι ο Όνυχας ο Δεύτερος είχε αντικατασταθεί από ένα Δημιούργημα. «Τον είχαν σκοτώσει και είχαν βάλει ένα ψεύτικο πλάσμα στη θέση του. Και πολύ φοβάμαι ότι κανένας μας – κανένας Οίκος της Σάρντλι – δεν είναι ασφαλής. Καλό θα ήταν να φέρετε έναν Βιοσκόπο για να ελέγξει όλα τα μέλη της οικογένειάς σας κι όλους τους κοντινούς σας ανθρώπους, Αρχόντισσα Οικόκαρδη.»

«Θεοί…» είπε η Οικόκαρδη. «Θεωρείς ότι μπορεί κι εδώ… κάποιος από εμάς…;»

«Δεν θα το θεωρούσα απίθανο, αν και εμένα και τους Ορειβάτες ήθελαν, ασφαλώς, να μας προσέχουν για προφανείς λόγους.»

Η Οικόκαρδη ένευσε, έχοντας το παχύ της σαγόνι ακουμπισμένο στο δάχτυλό της. «Ναι, βέβαια…» Έδειχνε προβληματισμένη.

«Αυτά, όμως, δεν θα πρέπει να μας τρομοκρατήσουν,» τόνισε η Ανεμόφθαλμη. «Σκοπός μας είναι να διώξουμε τις δυνάμεις της Παντοκράτειρας από εδώ και να ελευθερώσουμε τη Σάρντλι! Και μόνο ενωμένοι μπορούμε να το καταφέρουμε.»

Ο Οικοδάκτυλος μειδίασε πλατιά. «Πάντοτε το έλεγα ότι είχες μαχητικό πνεύμα, Ανεμόφθαλμη.»

«Δεν είναι αστεία η κατάσταση, Οικοδάκτυλε,» του είπε η Οικόκαρδη. «Καθόλου αστεία.»

«Δεν είπα τέτοιο πράγμα, μητέρα.»

«Αρχόντισσά μου,» ρώτησε ο Ορείχαλκος, «ποιοι άλλοι Οίκοι έχουν έρθει στην πόλη ώς τώρα;» Και συγχρόνως, παρατηρούσε τις όψεις των Πολεοδόμων, προσπαθώντας να κρίνει τη διάθεσή τους. Ο Οικοδάκτυλος τού έμοιαζε μάλλον ενθουσιασμένος από όλα τούτα. Η Οικόκαρδη ήταν επιφυλακτική· πρέπει να φοβόταν ότι, αν κάτι πήγαινε στραβά, μπορεί το τίμημα για τον Οίκο της να ήταν πολύ βαρύ. Ο Πολύοικος χάιδευε τη γενειάδα του και είχε τα μάτια στενεμένα· ο Ορείχαλκος ήταν δύσκολο να βγάλει συμπέρασμα από την έκφρασή του, αλλά νόμιζε πως και ο Πολύοικος έκανε το ίδιο πράγμα μ’εκείνον: προσπαθούσε να κρίνει τον Ορείχαλκο, την Ανεμόφθαλμη, και την Ιωάννα από τις όψεις τους. Πώς του φαίνεται, άραγε, η Μαύρη Δράκαινα; Πιστεύει ότι όντως είναι σωματοφύλακας ή υποπτεύεται ότι είναι κάτι περισσότερο;

Η Οικόκαρδη είπε, αφού καθάρισε το λαιμό της: «Οι Ακτοφύλακες έχουν στείλει αντιπροσώπους. Τον Ακτονόμο τον Δεύτερο, πατέρα του συζύγου μου, τον Θαλασσάρχη τον Πρώτο, την Πελαγία την Τρίτη, και τον Ακτομάχο. Τους είχαμε εδώ το μεσημέρι· φάγαμε μαζί τους.»

«Τους φιλοξενείτε στους Τρεις Πύργους;» Έτσι όπως είχε μιλήσει η Οικόκαρδη (Τους είχαμε εδώ το μεσημέρι), ο Ορείχαλκος συμπέραινε πως δεν έμεναν στους Τρεις Πύργους, αλλά αυτός ήταν ο πιο ευγενικός τρόπος για να ρωτήσει πού βρίσκονταν.

«Όχι. Για να μη δίνουμε δικαιώματα τους Παντοκρατορικούς, κυρίως, οι οποίοι είναι εναντίον της συνάντησης που θα γίνει.»

«Πού μένουν, Αρχόντισσά μου;»

«Στη Θέα του Τρόμου.» Ένα ξενοδοχείο στις όχθες του Ράντραμ, το οποίο είχε θέα προς τον Τρόμο του Βάσλεοθ, τους επικίνδυνους βάλτους που εκτείνονταν για εκατοντάδες χιλιόμετρα νοτιοδυτικά της Φανχάι.

«Μάλιστα. Και μόνο οι Ακτοφύλακες έχουν έρθει; Οι Γνωστικοί δεν είναι εδώ;»

«Κι αυτοί έχουν έρθει, Άρχοντα Ορείχαλκε. Διαμένουν επίσης στη Θέα του Τρόμου

Ο Ορείχαλκος το περίμενε ότι οι Γνωστικοί και οι Ακτοφύλακες θα ήταν από τους πρώτους στη Φανχάι, αφού οι πόλεις τους δεν βρίσκονταν μακριά από εδώ. «Κανένας άλλος Οίκος;»

«Κανένας μέχρι στιγμής. Αλλά, πιστεύω, θα έρθουν· απλά είναι νωρίς ακόμα. Τι απαντήσεις λάβατε εσείς, Άρχοντά μου;»

«Θετικές.»

«Κανένας δεν θα αγνοήσει ένα τέτοιο κάλεσμα του Οίκου των Ορειβατών,» είπε η Οικόκαρδη. «Το πρόβλημα είναι πώς θα αντιδράσουν οι Παντοκρατορικοί…»

«Ώς τώρα,» είπε ο Οικοδάκτυλος, «είναι ήσυχοι, αλλά αποκλείεται να μείνουν έτσι για πολύ.»

«Καθόλου ήσυχοι δεν είναι,» διαφώνησε ο Ορείχαλκος· και τους πληροφόρησε τι γινόταν στην Καρθάι.

«Ευτυχώς,» είπε η Οικόκαρδη, «κανένας Πολεοδόμος που μένει στους Τρεις Πύργους δεν είναι παντρεμένος με Παντοκρατορικό.»

«Κι απ’αυτούς που μένουν έξω απ’τους Τρεις Πύργους;»

Η Οικόκαρδη έσμιξε τα χείλη. Ήπιε μια γουλιά από τα κροκοδείλια δάκρια στο κρυστάλλινο ποτήρι της, αδειάζοντάς το. «Δύο, πολύ φοβάμαι, Άρχοντα Ορείχαλκε. Δύο ξαδέλφια μας.» Άνοιξε το μπουκάλι πλάι της κι έβαλε κι άλλα κροκοδείλια δάκρυα στο ποτήρι της.

32.

Όταν βγήκαν από τους Τρεις Πύργους, ήταν αργά μέσα στη νύχτα, και η Ιωάννα είπε στον Ορείχαλκο ότι τώρα, στον γυρισμό, θα έπρεπε να είναι πιο προσεχτικοί. «Οι πράκτορες της Παντοκράτειρας θα το έχουν μάθει ότι επισκεφτήκαμε τους Πολεοδόμους.»

Ο Ορείχαλκος δεν διαφώνησε· εκείνος κι η Ανεμόφθαλμη πήγαν από τα πιο κρυφά δρομάκια που γνώριζαν, αποφεύγοντας τις μεγάλες λεωφόρους όπου υπήρχαν κατάσκοποι και τηλεοπτικοί πομποί. Παρ’όλ’αυτά, από την αρχή κιόλας, η Ιωάννα εντόπισε κάποιους να έρχονται πίσω τους. Βιαστικά. Δεν φορούσαν τις λευκές στολές του Παντοκρατορικού Στρατού, αλλά αυτή δεν θα ήταν η πρώτη φορά που οι Παντοκρατορικοί έβαζαν άλλους να κάνουν τις βρομοδουλειές τους. Κι έτσι όπως πλησίαζαν, ήταν προφανές ότι δεν ήθελαν απλά να τους παρακολουθήσουν. Θέλουν να μας επιτεθούν.

Η Ιωάννα το είπε στον Ορείχαλκο και στην Ανεμόφθαλμη, κι αμέσως κινήθηκαν πιο γρήγορα μέσα στα δρομάκια της Φανχάι.

Η Ανεμόφθαλμη αισθάνθηκε ένα ρίγος να τη διατρέχει καθώς έβλεπε, με τις άκριες των ματιών της, τις μακριές σκιές των διωκτών τους να προσπαθούν να τους πλησιάσουν περικυκλώνοντάς τους. Άκουσε τη φωνή του β’ζάιλ της: Είναι πολλοί, αδελφή μου. Πάνω από δώδεκα πρέπει νάναι. Φύγετε, γρήγορα! Και η Ανεμόφθαλμη σκέφτηκε: Η Ιωάννα τούς πρόσεξε πριν από την αγέννητη αδελφή μου, θαυμάζοντας τις ικανότητες της Μαύρης Δράκαινας. Ήταν πιο παρατηρητική από ένα β’ζάιλ. Το δικό μου β’ζάιλ, τουλάχιστον… που το μυαλό του ίσως και να ήταν πειραγμένο πλέον, ύστερα από εκείνη την περιπέτεια στο Στόμα των Θεών…

«Πάμε από κει,» είπε ο Ορείχαλκος δείχνοντας.

«Βγαίνουμε σε κεντρικό δρόμο από κει,» τον προειδοποίησε η Ανεμόφθαλμη.

«Καλύτερα απ’το να μας αποκλείσουν μες στα σοκάκια. Κι αν συνεχίσουμε–»

«Δε θα μας αποκλείσουν· υπάρχει δρόμος.»

«Σίγουρη;»

«Ναι. Ελάτε.» Η Ανεμόφθαλμη έκανε νόημα σ’εκείνον και την Ιωάννα, και βάδισε γρήγορα.

Έστριψαν σε μια γωνία, μπαίνοντας σ’ένα δρομάκι που βρομούσε απαίσια. Δυο γάτες πετάχτηκαν απ’το διάβα τους, τρομαγμένες. Η Ανεμόφθαλμη πιάστηκε από μια σιδερένια σκάλα και σκαρφάλωσε, ενώ ο Ορείχαλκος και η Ιωάννα την ακολουθούσαν. Βρέθηκαν σε μια από τις χαμηλές οροφές μιας πολύπλοκης πολυκατοικίας. Αναρριχητικά φυτά απλώνονταν κάτω από τα πόδια τους, έχοντας χωθεί μέσα στις πέτρες σε πολλά σημεία. «Προσέχετε,» προειδοποίησε η Ανεμόφθαλμη, «μη σκοντάψετε.»

Τους οδήγησε σ’ένα μονοπάτι ανάμεσα στους τοίχους της πολυκατοικίας: ένα μέρος όπου έπρεπε να κινούνται πλαγιαστά, σέρνοντας τις πλάτες τους πάνω στις πέτρες. Το διέσχισαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν και βγήκαν σε μια γλιστερή, επικλινή οροφή. Η Ανεμόφθαλμη πήδησε σε μια άλλη οροφή, κανένα μέτρο πιο ψηλά. Ο Ορείχαλκος και η Ιωάννα τη μιμήθηκαν, και τώρα βρέθηκαν μπροστά σε μια σιδερένια σκάλα που σκαρφάλωνε πάνω σ’έναν τοίχο της πολυκατοικίας φτάνοντας πολύ ψηλά. Πιάστηκαν στα σκαλοπάτια της και κατέβηκαν σ’ένα δρομάκι.

Η Ιωάννα κοίταξε και προς τις δύο μεριές, αμέσως. Δεν έβλεπε τους διώκτες τους πουθενά. Αφουγκράστηκε, μήπως έρχονταν από πάνω, αλλά δεν άκουσε τίποτα. «Πρέπει να τους ξεφύγαμε,» είπε.

Και το β’ζάιλ της Ανεμόφθαλμη τής έλεγε το ίδιο, μέσα στο μυαλό της: Δεν είναι πια κοντά σας, αδελφή μου. «Ελάτε,» είπε η Ανεμόφθαλμη, γνέφοντας πάλι για να την ακολουθήσουν.

Διέσχισαν μικρούς δρόμους και σοκάκια, κι όταν βγήκαν στις λεωφόρους αναμίχθηκαν με τον κόσμο που νυχτοπερπατούσε, ο οποίος τώρα ήταν λιγότερος από πριν αλλά όχι και λίγος.

Μπήκαν στον Δωδεκάψυχο από την πλευρική, σιδερένια πόρτα που τους είχε πει ο Αστροφώτιστος ο Τρίτος. Η Ιωάννα είχε το πιστόλι της απασφαλισμένο στο χέρι της, μήπως κανένας εχθρός τούς περίμενε εδώ· το μέρος, όμως, ήταν ανοιχτό. Ανέβηκαν τη στενή σκάλα και επέστρεψαν στα δωμάτιά τους μέσα στο ξενοδοχείο.

33.

Τις ημέρες που ακολούθησαν, παρότι οι επαναστάτες περίμεναν ότι οι Παντοκρατορικοί θα έκαναν κάποια κίνηση εναντίον τους, καμία τέτοια κίνηση δεν έγινε. Ίσως η Επόπτρια Νιρτάνα να μην το θεωρούσε σκόπιμο να έρθει σε σύγκρουση με τους Πολεοδόμους, ή ίσως να μην μπορούσε να πλησιάσει τον Ορείχαλκο ή τον Ανδρόνικο για να τους επιτεθεί. Εξάλλου, είχαν την καλύτερη δυνατή φρούρηση για τις συνθήκες στις οποίες βρίσκονταν.

Ο Ορείχαλκος κάλεσε στον Δωδεκάψυχο, για να μιλήσουν, τους αντιπροσώπους των Ακτοφυλάκων και των Γνωστικών, που όλοι τους έμεναν στη Θέα του Τρόμου, στις όχθες του Ράντραμ. Δεν πήγε ο ίδιος να τους βρει γιατί η Ιωάννα τόνισε ότι θα ήταν ανόητο να το κάνει αυτό ύστερα από ό,τι είχε συμβεί την προηγούμενη βραδιά, στους δρόμους της Φανχάι, όταν επέστρεφαν από τους Τρεις Πύργους. «Οι Παντοκρατορικοί δεν θα επιτεθούν ντυμένοι με τις λευκές τους στολές. Μάλλον έχουν κακοποιούς και μισθοφόρους που περιφέρονται στην πόλη και περιμένουν να δουν εσένα ή τον Ανδρόνικο για να σας σκοτώσουν.» Ο Ανδρόνικος συμφωνούσε μαζί της, και είπε στον Ορείχαλκο ότι ήθελε κι εκείνος να συναντήσει τους Ακτοφύλακες και τους Γνωστικούς όταν έρχονταν στο ξενοδοχείο.

Η συνάντηση αυτή δεν άργησε να πραγματοποιηθεί. Μία ώρα αφότου ο Ορείχαλκος τούς κάλεσε, οι αντιπρόσωποι των δύο Οίκων βρίσκονταν στον Δωδεκάψυχο, σε μια αίθουσα που οι υπάλληλοι του ξενοδοχείου είχαν ετοιμάσει ύστερα από αίτημα του Ορείχαλκου. Οι Ακτοφύλακες ήταν τέσσερις: ο Ακτονόμος ο Δεύτερος, ο μεγαλύτερος ανάμεσά τους, σίγουρα πάνω από εβδομήντα χρονών, με λευκοπράσινα γένια που θύμιζαν φύκια και πορφυρό δέρμα· ο Θαλασσάρχης ο Πρώτος, που δεν μπορεί να ήταν πάνω από πενήντα χρονών και είχε δέρμα λευκό-ροζ, μαύρα μαλλιά και μούσια, και μια καλύπτρα με όμορφα κεντήματα στο αριστερό μάτι η οποία τον έκανε να μοιάζει με κουρσάρο (που δεν αποκλείεται και να ήταν, σκέφτηκε ο Ανδρόνικος)· ο Ακτομάχος, ο γιος του Θαλασσάρχη, που του έμοιαζε και πρέπει να ήταν δεκαεφτά, δεκαοκτώ χρονών· και η Πελαγία η Τρίτη, που είχε δέρμα κόκκινο, γαλανά μαλλιά, και πονηρά μάτια, και φαινόταν να είναι γύρω στα τριάντα-πέντε. Οι Γνωστικοί ήταν πέντε: η Πολυγνώστρια η Πρώτη, η μεγαλύτερη σε ηλικία (μάλλον καμια εξήνταπενταριά χρονών, απ’ό,τι υπολόγιζε ο Ανδρόνικος), με δέρμα κατάμαυρο, μαλλιά κάτασπρα, και γυαλιά με λεπτό σκελετό, λιγνή σαν σκιάχτρο και ντυμένη πλούσια· ο Μακρογνώστης ο Δεύτερος, που ήταν ο αμέσως πιο μικρός από αυτήν, κρατούσε ένα κοντό ραβδί με λαξεμένη κεφαλή σκύλου στην κορυφή, και είχε σκούρο κόκκινο δέρμα που έμοιαζε με σκοτεινή φωτιά και μαύρα μαλλιά και μούσια που θύμιζαν στάχτες (επίσης, φαινόταν να σέρνει λιγάκι το αριστερό του πόδι, είχε προσέξει ο Ανδρόνικος καθώς τον έβλεπε να μπαίνει στην αίθουσα μαζί με τους υπόλοιπους, προτού συστηθούν)· ο Αρχιγνώστης ο Πρώτος, γιος της Πολυγνώστριας της Πρώτης και κατάμαυρος σαν εκείνη αλλά με μαλλιά πράσινα και κοντοκουρεμένα, και φρεσκοξυρισμένο πρόσωπο, φανερά νεότερος από τον Μακρογνώστη· ο Γνωσιολάτρης ο Τέταρτος, πορφυρόδερμος και παχύς, με ξυρισμένο κεφάλι και πρόσωπο, και μεγάλα σκουλαρίκια τα οποία ενώνονταν με μια αργυρή αλυσίδα· και η Φιλομαθής η Πέμπτη, κόρη του Γνωσιολάτρη, η οποία σίγουρα δεν ήταν πάνω από είκοσι-πέντε χρονών, όμορφη, με χρυσό δέρμα (προφανώς έχοντας πάρει από τη μητέρα της, σκέφτηκε ο Ανδρόνικος) και μακριά μαλλιά σαν τη φωτιά. Φορούσε ένα σωρό δαχτυλίδια (πιο πολλά από ένα στα περισσότερα δάχτυλα) και κάπνιζε σχεδόν όσο και η Ιωάννα.

Η συνάντησή τους δεν είχε συγκρούσεις: κι οι δύο Οίκοι ήταν πρόθυμοι τουλάχιστον ν’ακούσουν, και είχαν κάμποσες απορίες σχετικά με το τι συνέβαινε. Ο Ορείχαλκος και ο Ανδρόνικος προσπάθησαν να τους τις λύσουν όλες, περιγράφοντας κυρίως τα τελευταία γεγονότα γύρω από τη Φιλτά’κβι. Οι Γνωστικοί φάνηκαν από την αρχή υπέρ της Επανάστασης, κατά κύριο λόγο. Δεν ήθελαν να είναι υπόλογοι των Παντοκρατορικών αν μπορούσαν να το αποτρέψουν. Και τόνισαν ότι κανένας του Οίκου τους δεν ήταν παντρεμένος με Παντοκρατορικό. «Παρότι άλλοι Οίκοι ήθελαν να κερδίσουν την εύνοια των κατακτητών μας, ή να ανελιχθούν πολιτικά, βάζοντας μέλη τους να παντρευτούν εξωδιαστασιακούς,» είπε η Πολυγνώστρια η Πρώτη, «εμείς ποτέ δεν το κάναμε. –Και δεν κατακρίνω τους παρόντες, ασφαλώς,» πρόσθεσε ρίχνοντας μια ματιά στον Ορείχαλκο ο οποίος ήταν σύζυγος της Παντοκράτειρας. «Ασφαλώς,» αποκρίθηκε εκείνος. «Δεν υπάρχει παρεξήγηση, Αρχόντισσά μου.»

Οι Ακτοφύλακες ήταν πιο διστακτικοί από τους Γνωστικούς· είχαν τις αμφιβολίες τους σχετικά με την επιτυχία αυτής της εξέγερσης, αν και παραδέχονταν πως το γεγονός ότι οι Ορειβάτες είχαν στραφεί εναντίον των Παντοκρατορικών ήταν, αναμφίβολα, ένα πολύ σημαντικό σημάδι ότι είχε έρθει ο καιρός η Σάρντλι να απελευθερωθεί από τους κυρίαρχούς της. «Στην Ατέρμονη Θάλασσα,» είπε ο Θαλασσάρχης ο Πρώτος, «κολυμπά ένα γιγάντιο χταπόδι, σχεδόν όσο ο μισός Δωδεκάψυχος, Πρίγκιπα Ανδρόνικε. Το λέμε κάλ’τβιχ, και το θεωρούμε ιερέα του Τάρφεοθ, γόνο της Νουνέρκιπ, της κόρης του Άρχοντα των Υπόγειων Βαθών, που η μορφή της είναι επίσης σαν χταπόδι. Για να τρυπήσεις το δέρμα του κάλ’τβιχ πρέπει να έχεις ειδικά καμάκια που εκτοξεύονται από δυνατούς εκτοξευτήρες στο πλοίο σου. Τα καμάκια καρφώνονται πάνω στο χταπόδι, και οι αλυσίδες στο πέρας τους το τραβάνε στο κατάστρωμά σου, για να πεθάνει. Πολλές φορές, όμως, το κάλ’τβιχ τραβά εσένα, καθώς παρά τα τραύματά του έχει ακόμα πολλή δύναμη, και αναποδογυρίζει το σκάφος σου μες στη μέση της ανοιχτής θάλασσας. Πολύ φοβάμαι ότι οι Παντοκρατορικοί, Πρίγκιπα Ανδρόνικε, ίσως να μοιάζουν με κάλ’τβιχ.»

«Παρ’όλ’αυτά, δεν έχετε εγκαταλείψει το κυνήγι, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος. «Το ίδιο κι εμείς.»

Ο Θαλασσάρχης μειδίασε μέσα από τα άγρια μαύρα μούσια του. «Υπάρχει κέρδος από το κυνήγι κάλ’τβιχ. Από το σώμα τους μπορείς να φτιάξεις πανοπλία καλύτερη απ’αυτή που φτιάχνεις με το πετσί κάσ’νεκαχ. Αλεξίσφαιρη πανοπλία, αν καταφέρεις να διατηρήσεις σωστά το κρέας τους, που είναι πολύ σκληρό. Η σφαίρα πάει και σταματά επάνω όπως σε στρώμα κρεβατιού.»

«Κι από το κυνήγι Παντοκρατορικών υπάρχει κέρδος, Άρχοντά μου,» του είπε ο Σάνραντιλ’φεν, καπνίζοντας την πίπα του. «Ελευθερία το λέμε.»

«Μόνο, όμως, όταν έχεις καταφέρει να κυνηγήσεις όλους τους Παντοκρατορικούς, μάγε.»

Πίσω από μια κουρτίνα της αίθουσας, η Ιωάννα στεκόταν και κοίταζε από μια χαραμάδα. Όταν οι ευγενείς είχαν μπει στο μεγάλο δωμάτιο, κρατούσε στα χέρια της μια συσκευή εντοπισμού Δημιουργημάτων, και τους είχε ελέγξει όλους, έναν-έναν, εστιάζοντας τον μηχανισμό επάνω τους. Κανένας δεν είχε φανερωθεί ως μη-άνθρωπος. Ωστόσο, η Ιωάννα εξακολουθούσε να είναι επιφυλακτική μαζί τους, και, καθώς αυτοί συζητούσαν, εκείνη παρατηρούσε τις κινήσεις τους από την κρυψώνα της και ήταν έτοιμη να δράσει αν χρειαζόταν.

Μέχρι το τέλος της συνάντησης, όμως, δεν χρειάστηκε.

34.

Το σούρουπο της ίδιας ημέρας, ο Ανδρόνικος πληροφορήθηκε από τον Ορείχαλκο – ο οποίος το πληροφορήθηκε από τον Οικοδάκτυλο, του Οίκου των Πολεοδόμων, μέσω επικοινωνιακού διαύλου – ότι οι Οπλομάχοι ήρθαν στη Φανχάι, έχοντας διασχίσει τα πεδινά εδάφη από τη Λουρνάνι ώς εδώ μέσα σ’ένα μεγάλο όχημα περιτριγυρισμένο από μικρότερα όπου επέβαιναν μισθοφόροι για να τους φρουρούν. Τώρα είχαν πάει να κλείσουν δωμάτια στο ξενοδοχείο «Ο Ψηλόπυργος». Τέσσερις ήταν οι Οπλομάχοι που είχαν έρθει, σύμφωνα με τις πληροφορίες του Οικοδάκτυλου: ο Πέλεκυς ο Πρώτος, η Βαλλιστρίδα η Δεύτερη, η Πολύοπλη η Τέταρτη, και ο Εκηβόλος ο Τρίτος. Ο Ανδρόνικος, φυσικά, δεν είχε ξανακούσει για κανέναν τους. Η Ιωάννα τού είπε ότι θα έπρεπε να τους ελέγξουν μήπως ήταν Δημιουργήματα.

«Να πάμε στο ξενοδοχείο τους τώρα, μες στη νύχτα;» απόρησε ο Ανδρόνικος.

«Όχι βέβαια, αλλά με την πρώτη ευκαιρία πρέπει να δούμε αν είναι όλοι τους άνθρωποι ή όχι.»

Ο Ανδρόνικος συμφώνησε, αν και δεν πίστευε ότι τα Δημιουργήματα θα ήταν και τόσα πολλά ανάμεσα στους Σάρντλιους ευγενείς. Οι Ορειβάτες είχαν ένα κρυμμένο μέσα στην οικογένειά τους επειδή ήταν ο ισχυρότερος Οίκος της Σάρντλι, και μάλλον επειδή ο Ορείχαλκος ήταν σύζυγος της Παντοκράτειρας κι επομένως ο Ελκράσ’ναρχ ήθελε να τον παρακολουθεί και να τον ελέγχει με τρόπο κρυφό. Οι υπόλοιποι Οίκοι ούτε τόσο σημαντικοί όσο οι Ορειβάτες ήταν, ούτε κανένα μέλος τους ήταν σύζυγος της Παντοκράτειρας.

Ωστόσο, οφείλουμε να είμαστε, όπως πάντα, προσεχτικοί, σκέφτηκε ο Πρίγκιπας της Επανάστασης, σβήνοντας το τσιγάρο του στο κρυστάλλινο τασάκι πλάι του, καθώς ήταν καθισμένος σε μια πολυθρόνα του καθιστικού της σουίτας που μοιραζόταν με την Ιωάννα, τον Σάνραντιλ’φεν, την Άνμα’ταρ, και τη Σιλάνα.

Τώρα μόνο η Ιωάννα ήταν εδώ, καθισμένη αντίκρυ του, σε μια άλλη πολυθρόνα, έχοντας τα πόδια της διπλωμένα από κάτω της και φορώντας ένα φόρεμα Σάρντλιας μόδας (το οποίο φάνταζε λιγάκι παράξενο επάνω της, νόμιζε ο Ανδρόνικος). «Καπνίζεις πιο πολύ από εμένα σήμερα,» του είπε.

«Το παρατήρησες.»

«Συνεχώς σε παρατηρώ.»

«Με τρομάζεις όταν μου λες τέτοια, το ξέρεις;»

Η Ιωάννα μειδίασε. «Όλους τούς παρατηρώ· μην το παίρνεις προσωπικά.»

«Τώρα με πληγώνεις.»

«Πουθενά δε σε βρίσκουν! Εσείς οι Απολλώνιοι είστε περίεργοι άντρες.» Η Ιωάννα τράβηξε ένα τσιγάρο από την ταμπακιέρα της.

«Δεν έχεις τίποτα καλύτερο να κάνεις;» τη ρώτησε ο Ανδρόνικος, προτού εκείνη πατήσει το κουμπί του ενεργειακού αναπτήρα της.

Το βλέμμα της έγινε πονηρό. «Έχεις τίποτα να προτείνεις;»

35.

Την επομένη, πρωί-πρωί κιόλας, ο επικοινωνιακός δίαυλος της σουίτας του Ανδρόνικου κουδούνισε, κι όταν ο Ανδρόνικος τον σήκωσε έμαθε από τον Ορείχαλκο ότι οι Οπλομάχοι θα έρχονταν μέσα σε μία ώρα να τους επισκεφθούν και να πληροφορηθούν τι ακριβώς γινόταν. «Μου φάνηκαν αναστατωμένοι, έτσι όπως μου μίλησαν,» είπε ο Ορείχαλκος.

Η συνάντηση έγινε στην ίδια αίθουσα του Δωδεκάψυχου που είχε γίνει και η συνάντηση με τους Γνωστικούς και τους Ακτοφύλακες. Και η Ιωάννα, φυσικά, κρύφτηκε πάλι πίσω από την κουρτίνα έχοντας στα χέρια της τη συσκευή που έλεγχε για Δημιουργήματα της Παντοκράτειρας. Όπως την προηγούμενη φορά, όμως, έτσι και τώρα, δεν εντόπισε κανένα.

Οι Οπλομάχοι κάθισαν για να μιλήσουν με τον Ανδρόνικο, τον Σάνραντιλ’φεν, τον Ορείχαλκο, τη Γρανίτια την Πρώτη, τον Τριγώνιο, και την Ανεμόφθαλμη τη Δεύτερη. Ο Πέλεκυς ο Πρώτος ήταν ένας άντρας που, αναμφίβολα, του ταίριαζε το όνομά του, έκρινε ο Ανδρόνικος καθώς ο Οπλομάχος ήταν καθισμένος αντίκρυ του. Συμπαγής με αιχμηρές γωνίες, θύμιζε καλοακονισμένο, βαρύ όπλο. Ήταν μαυρόδερμος και είχε άσπρα μούσια και αραιά μαλλιά. Σίγουρα είχε περάσει τα εβδομήντα αλλά εξακολουθούσε να δείχνει γεροδεμένος και εύρωστος.

Ο Εκηβόλος ο Τρίτος ήταν γιος του, λιγνός και μυώδης, με δέρμα λευκό-ροζ (έχοντας, προφανώς, πάρει από τη μητέρα του, όποια κι αν ήταν), μαύρα κοντά μαλλιά, και άγρια μάτια. Η Βαλλιστρίδα η Δεύτερη ήταν περίπου στην ίδια ηλικία με τον Εκηβόλο – δηλαδή, γύρω στα σαράντα-πέντε – υπολόγιζε ο Ανδρόνικος, και ο Πέλεκυς τη σύστησε ως ανιψιά του. Ήταν πορφυρόδερμη, και είχε μια μελανή, πλούσια χαίτη που θύμιζε λιονταριού. Φορούσε ρούχα που δένονταν σφιχτά επάνω στο σώμα της, και δεν ήταν καθόλου απωθητική παρά τη λοξή ουλή κάτω απ’το αριστερό της μάτι κι επάνω στο μάγουλο, η οποία έμοιαζε με τα τραύματα που ο Ορείχαλκος είχε τώρα στο πρόσωπό του από τα νύχια του Δημιουργήματος (αν και αυτά ήταν, σαφώς, πολύ χειρότερα). Η Πολύοπλη η Τέταρτη ήταν κόρη της Βαλλιστρίδας και έμοιαζε με νεότερη αντανάκλασή της. Πρέπει να είχαν διαφορά καμια εικοσαριά χρόνια, έκρινε ο Ανδρόνικος, γιατί η κοπέλα τού φαινόταν για είκοσι μέχρι είκοσι-τριών χρονών. Ήταν πορφυρόδερμη κι αυτή, και είχε μακριά μαύρα μαλλιά τα οποία χύνονταν ατίθασα στους ώμους της. Το ντύσιμό της, επίσης, ήταν σαν αυτό της μητέρας της. Ουλή κάτω απ’το αριστερό μάτι δεν είχε.

Οι Οπλομάχοι ήταν ανήσυχοι, όπως είχε πει ο Ορείχαλκος στον Ανδρόνικο. Ιδιαίτερα ο Πέλεκυς και η Βαλλιστρίδα. «Ο αδελφός μου, ο Ξιφοφόρος ο Δεύτερος,» είπε η Βαλλιστρίδα, «εξαφανίστηκε απρόοπτα. Μόνο στις κόρες του είπε ότι θα ταξίδευε, και μετά έφυγε απ’το Μέγαρο των Όπλων σαν κλέφτης μ’αυτή τη γυναίκα του την Κλαρίσσα Λάναρκωφ, που είναι Παντοκρατορική στρατιωτικός.»

Μάλλον δεν τη συμπαθεί και πολύ, παρατήρησε ο Ανδρόνικος, κρίνοντας απ’τον τόνο της φωνής της· και ρώτησε τη Βαλλιστρίδα: «Οι κόρες του δεν πήγαν μαζί τους;»

«Όχι· και πολύ καλά έκαναν, φυσικά. Δεν είναι τόσο ανόητες όσο ο πατέρας τους, φαίνεται!»

«Δεν είναι και κόρες της Κλαρίσσας Λάναρκωφ;»

«Όχι!» είπε η Βαλλιστρίδα, κάπως απότομα, σαν ο Ανδρόνικος να έπρεπε ήδη να το γνωρίζει αυτό. «Της είχε κάνει με την προηγούμενη γυναίκα του, που ήταν Σάρντλια ευγενής, όπως άρμοζε.»

Ο Πέλεκυς ο Πρώτος είπε: «Ούτε η κόρη μου η Διλέπιδη ξέρω πού ακριβώς είναι αυτή τη στιγμή, αλλά υποθέτω θα έχει εξαφανιστεί στο ίδιο μέρος όπου εξαφανίστηκε κι ο Ξιφοφόρος ο Δεύτερος, γιατί δεν μπορούσα να την εντοπίσω προτού φύγουμε.»

«Είναι κι αυτή παντρεμένη με Παντοκρατορικό;» ρώτησε ο Ανδρόνικος.

«Ναι.»

Μπλεγμένη ιστορία…

Ο Ορείχαλκος είπε: «Νομίζουμε πως ξέρουμε προς πού ίσως να πήγαν η Διλέπιδη κι ο Ξιφοφόρος, Άρχοντά μου.» Και τους μίλησε για την Καρθάι, εξηγώντας τους πως η Διλέπιδη και ο Ξιφοφόρος δεν θα κατάφερναν να μπουν στην οχυρωμένη πόλη στις παρυφές της Τρίγωνης εκτός αν ήδη βρίσκονταν μέσα. Τα λόγια του δεν καθησύχασαν τους Οπλομάχους και πολύ. Είπαν ότι οι πολιορκητές έπρεπε να ενημερωθούν, ώστε να μη χτυπήσουν τα μέλη της οικογένειάς τους. Ο Ορείχαλκος τούς αποκρίθηκε ότι οι Ούρταθ και οι άλλοι που είχαν μείνει εκεί είχαν διαταγές να μη χτυπήσουν κανέναν παρά μόνο αν δέχονταν επίθεση από αυτόν. «Εκείνο που μας ενδιαφέρει είναι οι Παντοκρατορικοί να μη φέρουν κι άλλους αιχμαλώτους μέσα στην Καρθάι.»

«Πιστεύετε, δηλαδή, Άρχοντά μου, ότι ο Ξιφοφόρος και η Διλέπιδη είναι τώρα αιχμάλωτοι;» ρώτησε η Βαλλιστρίδα.

«Ακόμα και οικειοθελώς να πήγαν, ναι, αιχμάλωτοι είναι στην ουσία, γιατί οι Παντοκρατορικοί θα προσπαθήσουν να τους χρησιμοποιήσουν εναντίον μας.»

«Γι’αυτό,» τόνισε ο Ανδρόνικος, «πρέπει όλοι σας να φανείτε ενωμένοι στο σκοπό σας να ελευθερώσετε τη διάσταση. Αν διχαστείτε, αν μερικοί από εσάς λυγίσετε από την πίεση των Παντοκρατορικών, τότε θα σας κάνουν μεγάλη ζημιά· γιατί σ’αυτό ακριβώς βασίζονται.»

36.

Ύστερα από τη συνάντηση με τους Οπλομάχους, ο Ορείχαλκος πληροφορήθηκε – από τον Οικοδάκτυλο πάλι, μέσω διαύλου – ότι οι Γεωμέτρες είχαν έρθει δυο ώρες μετά τα ξημερώματα, καθώς επίσης και οι Οδηγοί πριν από καμια ώρα.

«Πού μένουν;» ρώτησε ο Ορείχαλκος, κοιτάζοντας το ρολόι στον τοίχο της σουίτας του και βλέποντας πως ήταν μεσημέρι.

«Οι Οδηγοί στον Δωδεκάψυχο. Οι Γεωμέτρες στον Ψηλόπυργο.»

Οι Πολεοδόμοι έμαθαν πιο γρήγορα από εμένα ότι οι Οδηγοί ήρθαν στον Δωδεκάψυχο! σκέφτηκε ο Ορείχαλκος, λιγάκι έκπληκτος, δεδομένου ότι διέμενε στον Δωδεκάψυχο. «Ποιοι ακριβώς είναι εδώ, γνωρίζεις, Οικοδάκτυλε;»

«Ναι. Ήρθαν όλοι και μας επισκέφτηκαν για λίγο, στους Τρεις Πύργους.» Και του είπε πως, από τους Γεωμέτρες, στη Φανχάι ήταν ο Τραπέζιος ο Δεύτερος, η Τριγώνια η Πρώτη, ο Αμβλυγώνιος ο Πρώτος, η Τριγώνια η Τρίτη, ο Παραλληλόγραμμος ο Δεύτερος, και η Τριγώνια η Τέταρτη. Ο Ορείχαλκος ήξερε πως ο Τραπέζιος ο Δεύτερος ήταν πατέρας του Τριγώνιου του άντρα της Γρανίτιας, και ότι ο Παραλληλόγραμμος ο Δεύτερος και η Τριγώνια η Τέταρτη ήταν παιδιά της Ευθύγραμμης, της θείας του Τριγώνιου. Οι άλλοι νόμιζε πως ήταν πρώτα και δεύτερα ξαδέλφια, μα δεν ήταν και σίγουρος. Πάντως, ήξερε ότι ο Τριγώνιος είχε πολλούς συγγενείς από τη μεριά του αδελφού της γιαγιάς του, ενώ η γιαγιά του δεν είχε κάνει πολλά παιδιά: μόνο τον Τραπέζιο τον Δεύτερο και την Ευθύγραμμη την Τρίτη. Οι γενεαλογίες ήταν πάντοτε μπερδεμένες…

Ο Ορείχαλκος αναρωτήθηκε πώς οι Γεωμέτρες δεν είχαν έρθει ακόμα να συναντήσουν τους συγγενείς τους που ήταν μαζί μ’εκείνον στον Δωδεκάψυχο. Αλλά δεν μίλησε· συνέχισε ν’ακούει τον Οικοδάκτυλο, ο οποίος του είπε πως, από τους Οδηγούς, είχαν έρθει η Σταυροδρόμια η Δεύτερη, ο Πολύδρομος ο Πρώτος, ο Οδοιπόρος ο Τρίτος, και ο Αργυρόδρομος ο Πρώτος. Ο Ορείχαλκος είχε ακουστά τα ονόματα, και είχε συναντηθεί παλιότερα με τον Οδοιπόρο τον Τρίτο για κάποιες δουλειές. Ήταν περίπου στην ίδια ηλικία.

«Θα τρελαθούμε σε λίγο, με τόσο κόσμο εδώ,» του είπε η Γρανίτια, όταν ο Ορείχαλκος, μετά την επικοινωνία με τον Οικοδάκτυλο, ενημέρωσε τους συγγενείς του για την άφιξη των Γεωμετρών και των Οδηγών. «Και δεν έχουν έρθει όλοι ακόμα…»

«Αναμενόμενη δεν ήταν η πολυκοσμία, ξαδέλφη;»

«Πολυκοσμία; Όλη η Σάρντλι θα μαζευτεί στη Φανχάι! Δε μιλάμε απλώς για ‘πολυκοσμία’!» γέλασε η Γρανίτια, καπνίζοντας. Ήταν καθισμένη πλάι στην πισίνα, στο κεντρικό δωμάτιο της σουίτας, και φορούσε ένα κομψό, δαντελωτό μαγιό με λίθους και λουλούδια κεντημένα επάνω. Το ένα της πόδι ήταν μέσα στο νερό και κάθε τόσο το κλοτσούσε, βαριεστημένα. «Πώς και δεν ήρθαν να σε φωνάξουν οι δικοί σου, Τριγωνάκι μου;» ρώτησε τον σύζυγό της, ενώ έκανε πίσω τα πράσινα, σγουρά μαλλιά της.

Ο Τριγώνιος, ο οποίος ήταν βουτηγμένος στην πισίνα ώς τους ώμους, κοίταξε τον Ορείχαλκο και τους άλλους Ορειβάτες αμήχανα. Της είχε ξαναπεί να μην τον αποκαλεί Τριγωνάκι μου· όχι μπροστά σε τρίτους, τουλάχιστον. Ο Ορείχαλκος τον είχε ακούσει. Αλλά η Γρανίτια όταν βαριόταν είχε την τάση να λέει σαχλαμάρες πολλές φορές. Ελπίζω, στο τέλος, να μην καταλήξει σαν τον πατέρα της. Ο Σίδηρος ο Πρώτος ήταν, συχνά, απαράδεκτος.

«Πρέπει να τακτοποιούνται ακόμα, ύστερα από την εθιμική επίσκεψη στους Τρεις Πύργους,» αποκρίθηκε ο Τριγώνιος.

Η τακτοποίησή τους, όμως, δεν κράτησε για πολύ. Όταν οι Ορειβάτες είχαν παραγγείλει μεσημεριανό, και το φαγητό είχε έρθει στη σουίτα τους καλομαγειρεμένο και εύοσμο, ο επικοινωνιακός δίαυλος χτύπησε: και ήταν ένας υπάλληλος του ξενοδοχείου ο οποίος ήθελε να τους ειδοποιήσει πως οι Γεωμέτρες βρίσκονταν εδώ και ζητούσαν να τους δουν.

Δεν υπήρχε άλλη επιλογή για τους Ορειβάτες απ’το να τους συναντήσουν σε μια αίθουσα του Δωδεκάψυχου αρκετά ευρύχωρη ώστε να τους χωρά όλους, γιατί δεν ήταν μόνο αυτοί που είχαν έρθει τώρα αλλά και η Ευθύγραμμη η Τρίτη κι όσοι ήταν μαζί της από τη συνάντηση στο Πολύλιθο Μέγαρο κι έπειτα: ο Αμβλυγώνιος ο Δεύτερος, δεύτερος ξάδελφος του Τριγώνιου της Γρανίτιας· η Τριγώνια η Δεύτερη, ξαδέλφη της Ευθύγραμμης της Τρίτης και θεία του Τριγώνιου· η Ευθύγραμμη η Δεύτερη, ξαδέλφη της Ευθύγραμμης της Τρίτης κι αυτή· και, φυσικά, η Οξυγώνια, που ήταν σωματοφύλακας της Ανεμόφθαλμης και δεύτερη ξαδέλφη του Τριγώνιου.

Πονοκέφαλος ήταν η συνάντηση μ’όλους αυτούς, που ο Ορείχαλκος δεν τους γνώριζε και τόσο καλά και ήταν ήδη κουρασμένος από τη συνάντηση με τους Οπλομάχους. Προσπάθησε, ωστόσο, να δώσει τον καλύτερό του εαυτό, όπως πάντα. Οι θεοί ευνοούν τους συνετούς και εκείνους που δαμάζουν τον εαυτό τους· δεν χρειαζόταν το β’ζάιλ του για να του το τονίζει αυτό.

Τον ρώτησαν τι είχε συμβεί στο πρόσωπό του, κι ο Ορείχαλκος τούς είπε για το Δημιούργημα και για τη συμμαχία του με την Επανάσταση. Οι Γεωμέτρες ζήτησαν, τότε, να δουν οι ίδιοι τον Πρίγκιπα Ανδρόνικο, να μιλήσουν μαζί του· κι ο Ορείχαλκος δεν μπορούσε παρά να τον καλέσει μέσω του διαύλου του ξενοδοχείου. Ο Πρίγκιπας της Επανάστασης αποκρίθηκε πως θα ερχόταν αμέσως, και πράγματι δεν άργησε να βρεθεί ανάμεσά τους, μαζί με τον Σάνραντιλ’φεν, την Ιωάννα, την Άνμα’ταρ, και τη Σιλάνα. Ο Ορείχαλκος πρόσεξε πως η Μαύρη Δράκαινα βυθίστηκε στη σκιά μιας γωνίας της αίθουσας. Μάλλον θέλει πάλι να ελέγξει μήπως κανένας είναι Δημιούργημα.

Καθώς ο Ανδρόνικος μιλούσε με τους Γεωμέτρες – προσπαθώντας να διασκεδάσει τους φόβους τους σχετικά με την Επανάσταση στη Σάρντλι και να τους τονίσει πως θα φρόντιζαν, στην Καρθάι, η Τριγώνια η Πέμπτη να μην πάθει κανένα κακό, αν μπορούσαν να το αποτρέψουν – ένας υπάλληλος του Δωδεκάψυχου ήρθε και ψιθύρισε στον Ορείχαλκο: «Άρχοντά μου, σας ζητάνε στον δίαυλο.»

«Ποιος;»

«Ο Άρχοντας Οικοδάκτυλος.»

Ο Ορείχαλκος αναστέναξε. «Σύνδεσέ τον,» είπε· «θα του μιλήσω.» Και σηκώθηκε απ’το τραπέζι, για να πιάσει τον δίαυλο στον τοίχο και να τον ανοίξει, φέρνοντας το ακουστικό στο αφτί του.

«Τι συμβαίνει, Οικοδάκτυλε;»

«Έχουμε εδώ τους Πράσινους, Ορείχαλκε.»

Υπέροχα… ακόμα ένας Οίκος. Ο τρίτος μέσα στην ίδια ημέρα! Όχι πως αυτό θα έπρεπε να τον εκπλήσσει, βέβαια. Αλλά η Γρανίτια είχε δίκιο: θα τρελαθούμε στο τέλος.

Ο Οικοδάκτυλος τού είπε πως οι Πράσινοι είχαν έρθει, πριν από λίγο, με ατμόπλοιο από τη Σάνκα, και ήταν τώρα στους Τρεις Πύργους. Σκέφτονταν να κλείσουν δωμάτια στον Ψηλόπυργο, έλεγαν. Πέντε απ’αυτούς βρίσκονταν στη Φανχάι (εξαιρώντας, φυσικά, σωματοφύλακες και υπηρέτες): ο Κρινοπρόσωπος ο Πρώτος, η Πολύκλαδη η Δεύτερη, η Πρασινόγελη η Δεύτερη, ο Ψηλόδενδρος ο Τρίτος, ο Κρινοπρόσωπος ο Δεύτερος, και η Πολύκαρπη η Πρώτη. «Θέλουν να σας συναντήσουν,» είπε ο Οικοδάκτυλος.

Ο Ορείχαλκος αναστέναξε. «Είναι τώρα οι Γεωμέτρες εδώ, και γίνεται της θύελλας του Σάμπρεοθ. Θα τους συναντήσω άλλη ώρα. Κατά προτίμηση αύριο. Μπορείς να τους καθυστερήσεις;»

Ο Οικοδάκτυλος γέλασε. «Κάτι θα σκεφτώ, Ορείχαλκε.»

«Σ’ευχαριστώ, Οικοδάκτυλε.»

Ο Ορείχαλκος επέστρεψε στη θέση του, πλάι στην Ανεμόφθαλμη.

«Τι ήθελε;» τον ρώτησε εκείνη, ενώ η αίθουσα αντηχούσε από τις φωνές των Γεωμετρών, του Ανδρόνικου, του Σάνραντιλ’φεν, και της Γρανίτιας της Πρώτης. Ευτυχώς, δεν έμοιαζαν για θυμωμένες φωνές· ο Ορείχαλκος είχε πάψει να ακούει τι έλεγαν συγκεκριμένα, και στ’αφτιά του έφτανε μονάχα μια γενική εντύπωση τού τι γινόταν.

«Οι Πράσινοι είναι εδώ,» είπε στην Ανεμόφθαλμη, και ήπιε μια γουλιά απ’το τάο βις στο κρυστάλλινο ποτήρι του. «Θέλουν να μας δουν, αλλά είπα στον Οικοδάκτυλο όχι τώρα.»

Η Ανεμόφθαλμη ένευσε, καταλαβαίνοντας απόλυτα. Κι εκείνη ήταν ζαλισμένη απ’τη συγκέντρωση των Γεωμετρών. Δεν ήξερε κανέναν τους, και οι φάτσες τους δεν την ενθουσίαζαν. «Δεν πάμε στη σουίτα μας;» πρότεινε.

«Το ξέρεις ότι δε μπορούμε να τους αφήσουμε και να φύγουμε.»

«Δε μας δίνουν καμια σημασία τώρα, ούτως ή άλλως. Όλο με τον Πρίγκιπα Ανδρόνικο μιλάνε.»

Ο Ορείχαλκος, όμως, ήταν ανένδοτος· και το β’ζάιλ της της είπε: Έχει δίκιο. Θα τους προσβάλετε αν φύγετε τώρα, αδελφή μου.

Ναι, αδελφή μου, σκέφτηκε η Ανεμόφθαλμη, αλλά εσύ δεν έχεις κεφάλι για να σ’το πρήξουν…

37.

Ο Οικοδάκτυλος κατάφερε να καθυστερήσει τους Πράσινους, έτσι δεν τους συνάντησαν εκείνη την ημέρα. Η συνάντηση κανονίστηκε για το άλλο πρωί, κι απ’ό,τι είπε ο Οικοδάκτυλος στον Ορείχαλκο – σε επόμενη επικοινωνία τους μέσω διαύλου – οι Πράσινοι ανησυχούσαν για κάποια μέλη τους που ήταν παντρεμένα με Παντοκρατορικούς.

«Δεν είναι οι μόνοι που μέλη τους είναι παντρεμένα με Παντοκρατορικούς,» είπε η Ανεμόφθαλμη, όταν ο Ορείχαλκος τής το ανέφερε αυτό, μέσα στο υπνοδωμάτιό τους, στη σουίτα που μοιράζονταν με τους συγγενείς του.

«Πράγματι. Αλλά, όπως πάντα, ο κάθε Οίκος σκέφτεται τους δικούς του.»

Η Ανεμόφθαλμη, καθισμένη οκλαδόν στο κρεβάτι, συνοφρυώθηκε. «Ποιοι Πράσινοι, αλήθεια, έχουν παντρευτεί Παντοκρατορικούς;»

«Δεν είναι και τόσοι πολλοί. Δύο, βασικά, μου είπε ο Οικοδάκτυλος: η μικρή κόρη του Κρινοπρόσωπου του Πρώτου, η Περίανθη, η μοναδική του ονόματός της· και ένας ξάδελφος του Κρινοπρόσωπου, ο Πολύκλαδος ο Πρώτος, που μέχρι στιγμής έχει χάσει δύο προηγούμενες γυναίκες.»

«Δύο;» έκανε η Ανεμόφθαλμη. «Πόσο χρονών είναι;»

Ο Ορείχαλκος, που καθόταν αντίκρυ της επάνω στο μεγάλο κρεβάτι, οκλαδόν κι εκείνος, μειδίασε. «Το ίδιο ρώτησα κι εγώ τον Οικοδάκτυλο.»

Η Ανεμόφθαλμη παρατηρούσε το πρόσωπό του καθώς το χαμόγελο έκανε τις εφελκίδες των λοξών τραυμάτων εκεί να λυγίζουν. Για κάποιο λόγο, δεν νόμιζε πως είχε γίνει πιο άσχημος ύστερα από την επίθεση του Δημιουργήματος· απλά διαφορετικός. Για εκείνη, ο Ορείχαλκος ποτέ δεν θα μπορούσε να γίνει άσχημος, νόμιζε η Ανεμόφθαλμη.

Καθώς αυτά περνούσαν στιγμιαία απ’το νου της, ο Ορείχαλκος συνέχιζε να μιλά: «Αλλά δεν ήξερε να μου πει την ηλικία του. Ήξερε μόνο ότι δεν μπορεί να έχει και μεγάλη διαφορά από την ηλικία του Κρινοπρόσωπου, και ο Κρινοπρόσωπος ο Πρώτος είναι – αυτό το γνωρίζω – γύρω στα πενήντα-πέντε. Ο Πολύκλαδος έχασε την πρώτη του γυναίκα στη γέννα, και η δεύτερη πέθανε από μια αναπνευστική ασθένεια. Έχει τρία παιδιά: δύο από την πρώτη, ένα από τη δεύτερη.»

«Και πώς τώρα τού ήρθε να παντρευτεί Παντοκρατορική;» μόρφασε η Ανεμόφθαλμη. Τρελάθηκε όταν γέρασε;

Ο Ορείχαλκος ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν ξέρω. Δεν είναι, όμως, στρατιωτικός αυτή που παντρεύτηκε.»

«Τι είναι;»

«Μια βοηθός του Επόπτη της Σάνκα.»

«Βοηθός του Επόπτη; Πράκτορας της Παντοκράτειρας, δηλαδή;»

«Πολύ πιθανόν.»

«Μάλλον γι’αυτό ανησυχούν,» είπε η Ανεμόφθαλμη. «Θεωρούν ότι ο Οίκος τους είναι πολύ στενά συνδεδεμένος με την Παντοκρατορική εξουσία της περιοχής τους.»

Ο Ορείχαλκος δεν μίλησε· απλώς ένευσε.

38.

Η Ιωάννα ξάπλωσε ανάσκελα στο μεγάλο, μαλακό κρεβάτι και τεντώθηκε, μουγκρίζοντας ικανοποιημένα. Το γυμνό της σώμα, λουσμένο από το χαμηλό φως της λάμπας, έμοιαζε να χάνει τη ροζ απόχρωσή του και να μετατρέπεται σε μπρούτζινο. Οι θηλές της φαίνονταν κατάμαυρες, κι ήταν ακόμα στητές. Στη δεξιά της κνήμη η εφελκίδα φάνταζε πιο μαύρη, παρατήρησε ο Ανδρόνικος. Το τραύμα από τη μάχη με τα νουκ’ρέσμα, στις σπηλιές πριν από το ορυχείο λευκόχρυσου, δεν είχε εξαφανιστεί ακόμα. Η Ιωάννα, πάντως, δεν έδειχνε να ενοχλείται πλέον από αυτό, ούτε το έδενε πια με επίδεσμο.

Για λίγο έκλεισε τα βλέφαρά της, και προς στιγμή ο Ανδρόνικος νόμιζε ότι θα κοιμόταν· μετά, όμως, άνοιξε πάλι τα μάτια της και τα έστρεψε επάνω του. «Πώς πήραν τα ονόματά τους όλοι αυτοί οι Οίκοι της Σάρντλι;» τον ρώτησε.

«Αυτό σκεφτόσουν τόση ώρα;» την πείραξε ο Ανδρόνικος.

Η Ιωάννα μετακίνησε το αριστερό της πόδι, για να τρίψει την πατούσα της πάνω στον μηρό του. «Λέμε εξυπνάδες, ε;»

Ο Ανδρόνικος αισθάνθηκε το μόριό του να σκληραίνει ξανά. Έπιασε τον αστράγαλό της και κράτησε το πόδι της κοντά του.

«Ξέρεις;» τον ρώτησε η Ιωάννα.

«Τι;»

Η Ιωάννα γέλασε. «Από πού πήραν τα ονόματά τους οι Οίκοι.»

«Παραδόξως, ναι. Μου το είπε ο Σάνραντιλ, όταν του έκανα την ίδια ερώτηση.»

«Φαίνεται πως έχουμε παρόμοιες απορίες…»

«Πριν από αιώνες – χιλιετίες, μάλλον – οι θεοί της Σάρντλι επέλεξαν έντεκα ανθρώπους για να προστατεύουν, να περιποιούνται, και να διαφυλάττουν τη διάστασή τους. Ο Σάνραντιλ μού είπε και τα ονόματα των Έντεκα, αλλά δεν τα θυμάμαι. Στον καθένα οι θεοί ανέθεσαν κι από ένα καθήκον: να δαμάζει τα βουνά και να ανακαλύπτει τα πλούτη τους· να παρακολουθεί τα σημάδια στους ουρανούς και να μελετά τον καιρό· να φτιάχνει χάρτες και διαγράμματα, και γενικά να αποτυπώνει στο χαρτί με σχήματα τον φυσικό κόσμο· να μελετά τις ιδιότητες των υδάτων και να εξερευνά τους πυθμένες των ποταμών, των λιμνών, και των θαλασσών· να προστατεύει τις ζούγκλες, τα έλη, τους κάμπους, και όλα τα φυσικά μέρη, και να είναι γνώστης των ιδιοτήτων των φυτών· να ξέρει τη χρήση κάθε όπλου, καθώς και κάθε μέθοδο και τακτική πολέμου και μάχης· να οδηγεί τις φυλές των ανθρώπων μέσα από άγριους τόπους, από δρόμους ασφαλείς και με σύνεση· να δαμάζει τα θηρία και να τα κάνει δούλους του· να φρουρεί τις ακτές από τα πελώρια και επικίνδυνα πλάσματα που έρχονταν από τις θάλασσες εκείνη την αρχαία εποχή· να οικοδομεί πόλεις για να κατοικούν οι φυλές των ανθρώπων· να μελετά και να γνωρίζει λεπτομέρειες για καθετί με το οποίο οι άλλοι δεν ασχολούνταν.»

«Κι απ’αυτούς τους Έντεκα ξεκίνησαν οι Οίκοι;»

Ο Ανδρόνικος ένευσε. «Έτσι μου είπε ο Σάνραντιλ. Ορειβάτες, Ουράνιοι, Γεωμέτρες, Υδατοσκόποι, Πράσινοι, Οπλομάχοι, Οδηγοί, Ακτοφύλακες, Θηριοδαμαστές, Πολεοδόμοι, Γνωστικοί. Δεν μοιάζουν τα ονόματά τους με τις ιδιότητες που σου περιέγραψα;»

«Ναι,» είπε η Ιωάννα, «αλλά οι Οίκοι τώρα δε νομίζω ότι κάνουν και τόσο καλά τα καθήκοντά τους…»

«Εσύ θα το κρίνεις αυτό, Μαύρη Δράκαινα;»

«Έλα τώρα! Καταλαβαίνεις τι εννοώ. Εκτός από τους Ορειβάτες, οι άλλοι τι κάνουν; Πού ήταν οι Οπλομάχοι όταν οι δυνάμεις της Παντοκράτειρας ήρθαν; Προστάτεψαν τη διάσταση με τις τόσες μεθόδους και τεχνικές πολέμου που υποτίθεται πως ξέρουν;»

«Η Παντοκράτειρα, μάλλον, ήταν ισχυρότερη από εκείνους. Επιπλέον, αυτά είναι τα καθήκοντα των Οίκων σύμφωνα με την ιστορία – τη μυθολογία, ίσως – της Σάρντλι. Στην καθημερινή τους ζωή δεν ασχολούνται συνέχεια μ’αυτά, προφανώς.»

«Αυτό σού λέω κι εγώ.»

«Τέλος πάντων. Ας ελπίσουμε ότι θα μπορέσουμε να συνεννοηθούμε μαζί τους, και τα ήθη και τα έθιμά τους δεν μας αφορούν.»

«Για το καλό τους είναι ό,τι προσπαθούμε να κάνουμε,» είπε η Ιωάννα.

«Και για το δικό μας. Δε θέλουμε η Παντοκράτειρα να ξαναπάρει τον έλεγχο των ορυχείων.»

«Πού πήγε ο ιδεαλισμός σου, Πρίγκιπά μου;» ρώτησε η Ιωάννα, μεταξύ αστείου και σοβαρού.

Ο Ανδρόνικος γύρισε ανάσκελα, αφήνοντας τον αστράγαλό της, τον οποίο ώς τώρα κρατούσε μες στο χέρι του. «Λιγοστεύει κάθε φορά που σκέφτομαι πόσοι πεθαίνουν υπηρετώντας την Επανάσταση.»

«Είσαι ανόητος.»

«Ευχαριστώ…»

«Νομίζεις ότι λιγότεροι θα πέθαιναν αν δεν γινόταν η Επανάσταση;»

«Στον πόλεμο πάντοτε σκοτώνονται περισσότεροι, Ιωάννα.»

«Ξέρεις πόσοι είναι οι θάνατοι από εργατικά ατυχήματα στη Ρελκάμνια;» τον ρώτησε εκείνη. «Στη Σεργήλη; Εδώ, στη Σάρντλι;»

«Δεν ήρθαμε, όμως, για να σταματήσουμε τα εργατικά ατυχήματα–»

«Ο Σάνραντιλ έχασε εκείνο τον φίλο του στο ορυχείο λευκόχρυσου εξαιτίας–»

«Ναι, εντάξει, ξέρω τι έγινε με τον Σάνραντιλ.»

«Οι άνθρωποι που αντιμετωπίζουμε εμείς είναι, κατά κύριο λόγο, μισθοφόροι, δολοφόνοι, ή πράκτορες της Παντοκράτειρας, Ανδρόνικε,» είπε η Ιωάννα. «Αν φοβόνταν τόσο να πεθάνουν, ας διάλεγαν άλλη δουλειά να κάνουν. Νομίζεις ότι εγώ δεν έχω σκεφτεί ότι μπορεί να πεθάνω;»

«Θα προτιμούσα όμως αν παρέμενες ζωντανή…»

«Το ίδιο κι εγώ, αλλά δεν αλλάζει τίποτα. Σταμάτα, επιτέλους, αυτή την ανοησία! Είσαι ο πιο κλαψιάρης στρατηγός που έχω υπηρετήσει!»

Ο Ανδρόνικος γέλασε.

«Δεν το δικαιολογεί ούτε καν η ηλικία σου,» του είπε η Ιωάννα, χωρίς να γελά. «Δεν είσαι ακόμα σαράντα, όμως θα έπρεπε να έχεις καταλάβει ότι οι άνθρωποι πεθαίνουν κάποτε.»

«Θα προτιμούσα να μην πεθαίνουν εξαιτίας μου.»

«Να στεναχωριόσουν αν σκότωνες εσκεμμένα πολίτες, εργάτες, χωρικούς – ανθρώπους που δεν μπορούν να αντισταθούν.»

«Γιατί να το κάνω αυτό;»

«Για να τους υποτάξεις; Για να τους μάθεις ποια είναι η θέση τους;»

«Τι νομίζεις ότι είμαι, Μαύρη Δράκαινα;» είπε ο Ανδρόνικος, λιγάκι απότομα.

«Βλέπεις; Δεν το έχεις μέσα σου να είσαι δολοφόνος. Σταμάτα, λοιπόν, ν’ανησυχείς.»

«Δηλαδή, μόνο αν σκοτώνεις αθώους είναι κακό;»

«Οι άλλοι πάνε γυρεύοντας. Κι εγώ πάω γυρεύονταν, κι εσύ πας γυρεύοντας. Το ξέρουμε αλλά εξακολουθούμε να κάνουμε τη δουλειά μας, ή ακολουθούμε έναν σκοπό. Καταλαβαίνεις τι σου λέω;»

«Ναι,» είπε ο Ανδρόνικος, «αλλά, και πάλι, δεν είναι κάτι που… που χρησιμοποιώ τη λογική μου, Ιωάννα. Δεν το σκέφτομαι και μετά λυπάμαι για τους νεκρούς· απλά, λυπάμαι για τους νεκρούς. Κυρίως για τους επαναστάτες με τους οποίους αγωνίζομαι.»

«Οι επαναστάτες με τους οποίους αγωνίζεσαι πιστεύουν ότι είναι καλύτερα να πεθαίνεις απ’το να είσαι υπόδουλος μιας εξωτερικής δύναμης.»

«Και για τους Οίκους της Σάρντλι τι έχεις να πεις;» τη ρώτησε ο Ανδρόνικος.

«Το ίδιο ισχύει. Αν δεν θέλουν δεν θα συμμαχήσουν μαζί μας. Θα τους βάλεις με το ζόρι; Θα απαγάγεις τους συγγενείς τους για να τους εκβιάσεις, όπως κάνουν οι Παντοκρατορικοί; Θα επιτεθείς στις πόλεις και στα οχυρά τους, για να τους δείξεις ποιος είναι ο πιο ισχυρός;»

«Το ξέρεις πως δεν θα χρησιμοποιούσα ποτέ τέτοιες μεθόδους.»

«Αυτοί, λοιπόν, που θα έρθουν με την Επανάσταση θα έρθουν οικειοθελώς, και θα ξέρουν ακριβώς τι κάνουν,» είπε η Ιωάννα και, λιγάκι εκνευρισμένη μαζί του, σηκώθηκε απ’το κρεβάτι κι έπιασε ν’ανάψει ένα τσιγάρο.

39.

Οι Πράσινοι ήταν στον Δωδεκάψυχο με την αυγή κιόλας. Ο Ορείχαλκος και ο Ανδρόνικος είχαν ειδοποιηθεί για την άφιξή τους και, μαζί με την Ανεμόφθαλμη, τη Γρανίτια την Πρώτη, τον Σάνραντιλ’φεν, και την Ιωάννα, τους συνάντησαν στην αίθουσα που είχαν συναντήσει και τους Ακτοφύλακες. Η Άνμα’ταρ ήταν κρυμμένη πίσω από μια κουρτίνα, ελέγχοντας για Δημιουργήματα και μη βρίσκοντας κανένα.

Καθώς οι Πράσινοι συστήνονταν, ο Ανδρόνικος τούς παρατηρούσε. Ο Κρινοπρόσωπος ο Πρώτος ήταν ένας ψηλός, λιγνός άντρας γύρω στα πενήντα-πέντε, με πράσινα γένια και μαλλιά, και κατάμαυρο δέρμα. Έμοιαζε κοινωνικός τύπος και, σε διαφορετική περίπτωση, μάλλον θα χαμογελούσε περισσότερο. Η Πολύκλαδη η Δεύτερη ήταν κόρη του, αλλά είχε δέρμα χρυσό και μαλλιά μαύρα. Η Πρασινόγελη η Δεύτερη ήταν αδελφή της, δίδυμη, και έμοιαζαν καταπληκτικά οι δυο τους. Επίσης, παρότι ήταν αρκετά μεγάλες, θύμιζαν κορίτσια. Η Πολύκλαδη φορούσε ένα στενό φόρεμα, ενώ η Πρασινόγελη ένα φαρδύ· κι από εκεί ο Ανδρόνικος το έβρισκε πιο εύκολο να τις ξεχωρίζει, καθώς κι από το γεγονός ότι η Πρασινόγελη είχε πιο στενά μάτια. Η Πολύκαρπη η Πρώτη ήταν αδελφή του Κρινοπρόσωπου, και είχε δέρμα χρυσό όπως οι κόρες του. Τα μαλλιά της ήταν πράσινα και φτιαγμένα σε μια περίτεχνη πλεξίδα. Το φόρεμά της ήταν όλο κεντήματα, κι απ’το λαιμό της κρέμονταν τρία περιδέραια. Το μισό αριστερό αφτί της ήταν κομμένο. Ο γιος της, ο Ψηλόδενδρος ο Τρίτος, είχε επίσης χρυσό δέρμα (ο Κρινοπρόσωπος ο Πρώτος, παραδόξως, ήταν ο μόνος με κατάμαυρο δέρμα) και πράσινα, μακριά μαλλιά. Δεν ήταν καθόλου ψηλός, αλλά μετρίου αναστήματος και γεροδεμένος. Γύρω στα είκοσι-πέντε, τον υπολόγιζε ο Ανδρόνικος. Και ο αδελφός του Ψηλόδενδρου, ο Κρινοπρόσωπος ο Δεύτερος, πρέπει να ήταν καμια πενταετία πιο μικρός, με δέρμα χρυσό, μαύρα κοντά μαλλιά, και έναν μεγάλο παπαγάλο στο χέρι ο οποίος είχε ένα και μοναδικό μάτι. Ο Ανδρόνικος δεν είχε τύχει να ξαναδεί τέτοιο πτηνό. Ο Κρινοπρόσωπος ο Δεύτερος σύστησε τον παπαγάλο ως ο Παρατηρητής· και ο παπαγάλος έκρωξε αμέσως: «Παρατηρητής! Πα… ρατηρητής!»

Ο Κρινοπρόσωπος ο Πρώτος μειδίασε. «Είναι ομιλητικός ο παπαγάλος του ανιψιού μου. Σπάνιο πουλί. Ένας στους διακόσιους του είδους του γεννιέται μονόφθαλμος, και λένε ότι είναι αγγελιαφόρος των θεών.»

«Θεών!» έκρωξε ο Παρατηρητής. Ο Κρινοπρόσωπος ο Δεύτερος τού χάιδεψε το κεφάλι σαν για να τον σωπάσει.

Και μετά, η συζήτηση για τους Παντοκρατορικούς και για την Επανάσταση ξεκίνησε, και δεν ήταν τόσο ευχάριστη. Οι Πράσινοι ανησυχούσαν πολύ για τα μέλη τους που ήταν παντρεμένα με ανθρώπους της Παντοκράτειρας. «Τη μικρή μου κόρη, την Περίανθη, την πήρε μαζί του ο σύζυγός της χωρίς τη θέλησή της, Πρίγκιπα Ανδρόνικε. Και στην αρχή δεν είχα ιδέα πού θα την πήγαινε! Μίλησα, όμως, με τον Επόπτη και μου είπε ότι προορισμός τους ήταν η Καρθάι.»

«Την έχουμε αποκλείσει, Άρχοντά μου,» είπε ο Ανδρόνικος· κι εκείνος κι ο Ορείχαλκος τού εξήγησαν τι είχε συμβεί.

«Κι αν η κόρη μου φτάσει εκεί τώρα, τι θα γίνει;»

«Μάλλον ο άντρας της θ’αναγκαστεί να την επιστρέψει στη Σάνκα,» απάντησε ο Ορείχαλκος. Και μετά ρώτησε: «Ο ξάδελφός σας, ο Πολύκλαδος ο Πρώτος, πού βρίσκεται;»

«Γνωρίζετε, λοιπόν, Άρχοντα Ορείχαλκε…» είπε ο Κρινοπρόσωπος ο Πρώτος, μοιάζοντας ευχαριστημένος που ο Ορειβάτης είχε γνώση για τα του Οίκου των Πρασίνων.

«Φυσικά,» αποκρίθηκε ο Ορείχαλκος ενώ σκεφτόταν: Ο Οικοδάκτυλος μού το είπε. «Είναι παντρεμένος με μια Παντοκρατορική, δεν είναι;»

«Ναι, αλλά ευτυχώς δεν έχουν φύγει από τη Σάνκα. Η γυναίκα του είναι βοηθός του Επόπτη της περιοχής μας.» Και μετά, ζήτησε να μάθει πώς θα έπαιρναν πίσω όσους βρίσκονταν ήδη μέσα στην Καρθάι.

Ο Ανδρόνικος τού αποκρίθηκε ότι οι Παντοκρατορικοί θα έπρεπε να παραδοθούν λόγω των εξωτερικών πιέσεων. «Αν οι Οίκοι της Σάρντλι δεν λυγίσουν, οι Παντοκρατορικοί δεν θα έχουν άλλη επιλογή. Δεν θέλουν τους συγγενείς σας, Άρχοντά μου· θέλουν να κρατήσουν τη διάσταση υπό τον έλεγχό τους.»

Η Πολύκαρπη η Πρώτη πρότεινε να σταλεί κάποιος στη Σάνκα, για να μάθουν αν η Περίανθη ήταν, όντως, και πάλι εκεί. Ο Κρινοπρόσωπος ο Πρώτος συμφώνησε αμέσως.

«Ακόμα όμως και να μην είναι εκεί, δεν πρέπει ν’ανησυχήσετε, Άρχοντά μου,» τόνισε ο Ανδρόνικος. «Οι Παντοκρατορικοί θα σας την επιστρέψουν αργά ή γρήγορα. Δεν κρατούν αιχμαλώτους που δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν.» Σκέφτηκε να προσθέσει και Ούτε σκοτώνουν αιχμαλώτους χωρίς λόγο, αλλά δεν το έκανε γιατί θυμήθηκε ότι υπήρχαν φορές που οι Παντοκρατορικοί είχαν προβεί σε αποτρόπαιες ενέργειες. Αν η κόρη αυτού του ανθρώπου πεθάνει, συλλογίστηκε, πώς είναι δυνατόν να μη φταίω κι εγώ, έστω και λίγο; Η Ιωάννα έβλεπε τα πράγματα απλά – γεγονός που ίσως να οφειλόταν στην εκπαίδευσή της – αλλά τα πράγματα ποτέ δεν ήταν απλά…

40.

Ενόσω μιλούσαν με τους Πράσινους, ήρθαν, με αεροσκάφος, οι Θηριοδαμαστές. Το είπε ο Οικοδάκτυλος στον Ορείχαλκο, αργότερα. Πέντε απ’αυτούς ήταν τώρα στη Φανχάι: η Λεόμορφη η Δεύτερη, ο Κτηνομάχος ο Τρίτος, ο Κτηνομάτης ο Πρώτος, η Πανθηρία η Τρίτη, και ο Οφιόκορμος ο Δεύτερος. Είχαν αργήσει εσκεμμένα να φύγουν από το Μέγαρο των Θηρίων στη Βαν’τάτλεχ, επειδή ήξεραν ότι θα έφταναν γρήγορα με το αεροσκάφος τους, κι έτσι περίμεναν οι άλλοι Οίκοι να συγκεντρωθούν πρώτα.

«Θέλουν να μας μιλήσουν;» ρώτησε ο Ορείχαλκος.

«Όχι άμεσα,» αποκρίθηκε ο Οικοδάκτυλος, μέσα από τον επικοινωνιακό δίαυλο. «Όπως και οι Οδηγοί, έτσι κι αυτοί μοιάζουν ικανοποιημένοι να περιμένουν να μιλήσουν μαζί σας στη μεγάλη συγκέντρωση που θα γίνει.»

Καλό αυτό, σκέφτηκε ο Ορείχαλκος, και ευχαρίστησε τον Οικοδάκτυλο που, γι’ακόμα μια φορά, τον είχε ενημερώσει. «Με έχεις υποχρεώσει.»

Ο Οικοδάκτυλος γέλασε. «Τι νομίζεις ότι κάνουμε εδώ όλη μέρα, Ορείχαλκε; Παρακολουθούμε ποιος έρχεται και ποιος φεύγει από την πόλη μας, παρότι ποτέ δεν παρεμβαίνουμε.

»Παρεμπιπτόντως, χτες βράδυ ήρθε στους Τρεις Πύργους η Επόπτρια Νιρτάνα και μας μίλησε. Ζήτησε τη συγκατάθεσή μας ώστε να συλλάβει τον Αρχιπροδότη, τον Πρίγκιπα Ανδρόνικο. Με εσένα, Ορείχαλκε, είπε, μπορούμε να δούμε αργότερα τι θα γίνει· το βασικό είναι ο Αρχιπροδότης να αιχμαλωτιστεί, ώστε να μη μπορεί να προκαλέσει άλλο κακό στην έννομη τάξη της Συμπαντικής Παντοκρατορίας – και κάτι άλλα τέτοια λόγια των Σασβένιθ. Φυσικά αρνηθήκαμε, και η Νιρτάνα έφυγε χωρίς άλλη κουβέντα· αλλά πολύ φοβάμαι ότι, σύντομα, ίσως να κάνει κάτι μόνη της.»

Οι Σασβένιθ ήταν κατώτερες θεές: τρεις κόρες της Νάεφισπ, της θέας των παραμυθιών, οι οποίες έλεγαν συνεχώς ψέματα και συκοφαντίες, και μιλούσαν για ό,τι άσχημο υπήρχε στους ανθρώπους, χωρίς το στόμα τους να μπορεί ποτέ να αρθρώσει τίποτα το καλό. Πάντοτε όλοι αναφέρονταν στις Σασβένιθ συλλογικά· ποτέ δεν μιλούσαν για μία συγκεκριμένη από αυτές, απ’ό,τι γνώριζε ο Ορείχαλκος.

«Θα το πω στον Πρίγκιπα Ανδρόνικο, αλλά μάλλον είναι ήδη προετοιμασμένος. Σ’ευχαριστώ και πάλι, Οικοδάκτυλε.»

Ο Ορείχαλκος είχε δίκιο. Πράγματι, ο Ανδρόνικος ήταν προετοιμασμένος. Όταν πήγε στη σουίτα του και ανέφερε σ’εκείνον και τους άλλους επαναστάτες το περιστατικό με τη Νιρτάνα, η Ιωάννα είπε: «Ούτως ή άλλως την περιμένουμε, Ορείχαλκε. Δε μπορώ να φανταστώ τι άλλο να κάνουμε. Ελπίζω μόνο οι Πολεοδόμοι να μην αλλάξουν γνώμη, στο τέλος, και μας προδώσουν.»

«Δεν το νομίζω αυτό,» αποκρίθηκε ο Ορείχαλκος.

«Τους εμπιστεύεσαι; Όλους;»

Εσύ, Μαύρη Δράκαινα, μάλλον δεν εμπιστεύεσαι κανέναν. «Τους περισσότερους, ας πούμε. Τους πιο σημαντικούς. Χωρίς τη συγκατάθεση αυτών, ό,τι και να κάνουν οι άλλοι θα είναι σαν… σαν να το κάνει ο οποιοσδήποτε: και η Νιρτάνα έχει, σίγουρα, πολλούς οποιουσδήποτε μέσα στη Φανχάι για να εξαπολύσει εναντίον μας.»

Το μεσημέρι, καθώς ο Ορείχαλκος έτρωγε μαζί με την οικογένειά του, ο επικοινωνιακός δίαυλος κουδούνισε. Η Αζουρίτια η Δεύτερη, η αδελφή του, σηκώθηκε αμέσως και πλησίασε τη συσκευή, ανοίγοντάς την έτσι ώστε να μπορούν ν’ακούσουν όλοι.

«Μάλιστα;» είπε.

«Χαίρετε. Σε ποια μιλάω;»

«Στην Αζουρίτια τη Δεύτερη.»

«Συγνώμη αν ενοχλώ, Αρχόντισσά μου. Είναι ο Άρχοντας Ορείχαλκος εκεί;»

Ο Ορείχαλκος είχε ήδη σηκωθεί και πλησιάσει τον δίαυλο. «Εδώ είμαι, Οικοδάκτυλε. Ήρθαν οι Υδατοσκόποι;» Ήταν οι τελευταίοι που περίμεναν.

«Ναι.» Είχαν έρθει ο Υδατόχρους ο Πρώτος, ο Δύτης ο Τέταρτος, η Ευύδρια η Δεύτερη, ο Πυθμένας ο Δεύτερος, η Εύρροη η Τρίτη, και η Βαθύνοη η Πρώτη.

«Θέλουν να μας δουν;» ρώτησε ο Ορείχαλκος, υποψιαζόμενος πως η απάντηση θα ήταν θετική, αφού ο αδελφός του ο Ρουμπίνης ήταν σύζυγος της Ευύδριας της Τρίτης, η οποία ήταν κόρη της Βαθύνοης της Πρώτης και αδελφή του Υδατόχρου του Πρώτου και της Εύρροης της Τρίτης. Ο Πυθμένας ο Δεύτερος ήταν ξάδελφός της, και ο Δύτης ο Τέταρτος ανιψιός της.

«Όχι αμέσως. Δεν είπαν τίποτα.»

Τον εξέπληξε λιγάκι τον Ορείχαλκο αυτό. «Εντάξει,» είπε. «Πού μένουν;»

«Στο Νότιο Κάλεσμα

Ο Ορείχαλκος ευχαρίστησε τον Οικοδάκτυλο κι επέστρεψε στο τραπέζι. Η Αζουρίτια η Δεύτερη ήταν ήδη εκεί, μαζί με τους υπόλοιπους.

«Οι συγγενείς της αγαπητής Ευύδριας είναι εδώ, ξάδελφε;» είπε η Αζουρίτια η Πρώτη.

«Έτσι φαίνεται.»

«Επομένως, τώρα όλοι οι Οίκοι είναι συγκεντρωμένοι στη Φανχάι, έτσι;»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Ορείχαλκος τρώγοντας.

«Και θα γίνει η μεγάλη συνάντηση…»

«Γι’αυτό ήρθαν.»

«Θ’αργήσει να τελειώσει; Περίπου πόσο θα πάρει, δηλαδή;»

Ο Ορείχαλκος μειδίασε αχνά καθώς μασούσε μαλακό κρέας φιδιού. «Άρχισες να βαριέσαι από τώρα;»

«Το ξέρεις ότι δε μ’αρέσουν κάτι τέτοιες συγκεντρώσεις. Αυτά τα αναλαμβάνεις εσύ κανονικά. Ή η Γρανίτια.»

«Δε μπορούμε να τ’αναλαμβάνουμε όλα μόνοι μας,» της είπε η Γρανίτια.

«Εγώ σε καταλαβαίνω απόλυτα, Αζουρίτια,» είπε, σκουπίζοντας τα παχιά χείλη του, ο Μαγνήσιος ο Τρίτος.

«Δε με εκπλήσσει,» του είπε η Γρανίτια.

«Δεν είναι όλοι το ίδιο ικανοί σε όλα, αδελφή μου· γι’αυτό οι θεοί το θέλησαν να είμαστε πολλοί.» Σήκωσε την κούπα του και ήπιε κροκοδείλια δάκρυα. «Αισθάνομαι τελείως άχρηστος εδώ. Τα πάντα μόνοι σας τα κάνετε, ούτως ή άλλως.»

«Η παρουσία σου, όμως, είναι σημαντική. Όπως και όλων σας,» τόνισε ο Ορείχαλκος, απορώντας που ο Μαγνήσιος δεν μπορούσε να το καταλάβει αυτό. Έμπορος ήταν, άλλωστε! Η πολιτική και το εμπόριο δεν διέφεραν και τόσο… σωστά;

Ο Μαγνήσιος μόρφασε χωρίς ν’αποκριθεί.

Ο Οπάλιος ο Δεύτερος, ο σύζυγος της Αζουρίτιας της Πρώτης, μάλλον θέλοντας ν’αλλάξει το θέμα της συζήτησης, είπε: «Αλήθεια, οι Υδατοσκόποι τι γνώμη έχουν για την ονομασία του μικρού του Ρουμπίνη και της Ευύδριας; Είναι ήδη δύο χρονών, δεν είναι; Πρέπει να του δοθεί ένα όνομα.»

«Οι Υδατοσκόποι,» είπε η Γρανίτια, «δεν έχουν εκφέρει άποψη. Ό,τι θέλει το ζευγάρι, νομίζω πως έχουν πει· κι αυτό, λογικά, σημαίνει ότι ο μικρός πρέπει να ονομαστεί ως Ορειβάτης, πιστεύω.»

«Πώς το βγάζεις αυτό το συμπέρασμα, Γρανίτια;» ρώτησε η Ανεμόφθαλμη υπομειδιώντας.

«Είναι μαζί μας συνέχεια! Πώς θα τον λέμε; Νερό, ή κάτι παρόμοιο;»

Ο Τριγώνιος, δίπλα της, γέλασε. «Ίσως θα έπρεπε να τον πούμε Γρανίτιο κι αυτόν…» Τη μικρή τους κόρη την είχαν ονομάσει Γρανίτια η Δεύτερη, επειδή η Γρανίτια η Πρώτη επέμενε να της δώσει το δικό της όνομα σώνει και καλά. Κόρη μου δεν είναι; έλεγε. Θα έχει το δικό μου όνομα!

Η Γρανίτια λοξοκοίταξε τον σύζυγό της, και συνέχισε να μιλά κοιτάζοντας τον Οπάλιο: «Αφού οι Οίκοι τους δεν αποφασίζουν, ο Ρουμπίνης και η Ευύδρια ρώτησαν τα β’ζάιλ τους, όπως απαιτεί το έθιμο, και ξέρεις τα β’ζάιλ τι τους απάντησαν; Του Ρουμπίνη τού είπε να ονομάσουν το παιδί ως Ορειβάτη· της Ευύδριας τής είπε να το ονομάσουν ως Υδατοσκόπο.»

«Και τι θα κάνουν, τελικά; Θα στείλουν ιερέα σε κάποιο Στόμα των Θεών για να τους δώσει απάντηση;»

«Δεν έχουν αποφασίσει ακόμα.»

Κι ας ελπίσουμε ότι θα μείνουν ζωντανοί ώστε να μπορέσουν να αποφασίσουν, σκέφτηκε ο Ορείχαλκος, καθώς συγχρόνως αναρωτιόταν πόσο ανόητος μπορεί να ήταν ο Ρουμπίνης για ν’ακολουθήσει τον Δημήτριο και να μπλέξει στην Καρθάι.

41.

Η Άνμα’ταρ νόμιζε πως άκουσε την ειδοποίηση της Μαγγανείας Υλικής Διαισθήσεως μέσα στον ύπνο της. Ο νοητικός θόρυβος τρύπησε, για μια στιγμή μονάχα, τα όνειρά της και μετά βυθίστηκε, μακριά… μακριά… μακριά… Θα μπορούσε να ήταν κι αυτός άλλο ένα όνειρο. Και μια λιγότερο εκπαιδευμένη μάγισσα, ή μια μάγισσα που δεν ήταν του τάγματος των Δρακαινών, μάλλον θα τον θεωρούσε όνειρο, και δεν θα ξυπνούσε.

Η Άνμα’ταρ, όμως, τινάχτηκε, ανακαθίζοντας επάνω στο κρεβάτι.

Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό γύρω της, και η Σιλάνα, στο άλλο κρεβάτι, πρέπει να κοιμόταν. Επομένως, δεν μπορεί να ήταν κάποιος κοντινός θόρυβος που την είχε ξυπνήσει: η Σιλάνα δεν ροχάλιζε.

Η Άνμα σηκώθηκε απ’το κρεβάτι της αργά, πιάνοντας το πιστόλι που ήταν κάτω από το μαξιλάρι της και τραβώντας το ξιφίδιο από τη μία απ’τις μπότες της που ήταν αφημένες παραδίπλα.

Δεν ήταν όνειρο. Πρέπει, όντως, να είχε ακούσει την ειδοποίηση της μαγγανείας μέσα στο μυαλό της. Κανονικά, όμως, δεν θα έπρεπε να ήταν τόσο σύντομη και αδύναμη. Αν κάποιος είχε εισβάλει στη σουίτα, η Μαγγανεία Υλικής Διαισθήσεως θα έπρεπε να είχε κάνει το κεφάλι της να βουίξει από τον θόρυβο.

Μονάχα μία εξήγηση υπήρχε… Κάποιος μάγος αδρανοποίησε τη μαγγανεία μου, αλλά δεν το έκανε τέλεια.

«Σιλάνα!» είπε η Άνμα, χαμηλόφωνα αλλά έντονα. «Σιλάνα! Σήκω. Χωρίς θόρυβο.»

Η άλλη επαναστάτρια την άκουσε και σηκώθηκε. Στ’αφτιά της Άνμα ήρθε ο ήχος που κάνει το σπαθί όταν τραβιέται από το θηκάρι, και η φωνή της Σιλάνα: «Τι;»

«Εισβολείς, νομίζω.»

Και χωρίς άλλα λόγια, η Άνμα’ταρ πλησίασε τη μισάνοιχτη πόρτα του δωματίου τους και κοίταξε έξω, το καθιστικό της σουίτας. Μια γωνιακή λάμπα ήταν αναμμένη, και στο αδύναμο φως της η μάγισσα είδε σκιερές φιγούρες να μπαίνουν από την εξώπορτα, η μία μετά την άλλη.

Σκατά, σκέφτηκε. Δε μπορεί νάναι λιγότεροι από έξι. Και δε μπορεί να θέλουν το καλό μας.

Άνοιξε την ασφάλεια του πιστολιού της. Αυτό θα σηκώσει όλο το ξενοδοχείο στο πόδι.

Οι εισβολείς, έχοντας μπει αθόρυβα, τραβούσαν σπαθιά και ξιφίδια από θηκάρια δεμένα επάνω τους. Φορούσαν κουκούλες όλοι τους, οι οποίες είχαν ανοίγματα μονάχα για τα μάτια· και εκεί, στα μάτια, κάτι γυάλιζε. Γυαλιά.

Γυαλιά; Για να βλέπουν θερμότητα μες στο σκοτάδι, σίγουρα, συμπέρανε η Άνμα.

Και δεν δίστασε άλλο: πυροβόλησε τον έναν από τους δύο που έρχονταν προς το δωμάτιό της. Ο άντρας έπεσε κραυγάζοντας.

Η Άνμα πυροβόλησε τον δεύτερο, καθώς εκείνος έκανε να τραβήξει πιστόλι από τη ζώνη του. Αίμα τινάχτηκε απ’το κεφάλι του.

Κάποιος άλλος πυροβόλησε τότε, απανωτά, και οι ριπές χτύπησαν τη μισάνοιχτη πόρτα πίσω απ’την οποία ήταν κρυμμένη η Άνμα, πετώντας θραύσματα ξύλου ολόγυρα.

Οι εισβολείς συγκεντρώνονταν τώρα κοντά στην είσοδο, μάλλον σκεπτόμενοι να υποχωρήσουν όσο ακόμα μπορούσαν. Πολύ αργά, όμως, καριόληδες. Τώρα τους ειδοποίησα όλους.

Και, αναμενόμενα, πυροβολισμοί ήρθαν από την πόρτα του δωματίου του Ανδρόνικου και της Ιωάννας κι από την πόρτα του δωματίου του Σάνραντιλ’φεν: ξαφνικές, δυνατές λάμψεις μες στο μισοσκόταδο του καθιστικού. Κι άλλοι κουκουλοφόροι έπεσαν, ουρλιάζοντας.

«Φύγετε, ρε! Φύγετε!» φώναξε ένας τους, στη Συμπαντική· κι ενώ πυροβολούσαν τυχαία γύρω τους, πέρασαν το κατώφλι της εξώπορτας – οι δύο που στέκονταν ακόμα όρθιοι, τουλάχιστον.

Και τότε, η Άνμα είδε μια φιγούρα να πετάγεται απ’το δωμάτιο του Ανδρόνικου: μια φιγούρα που αναγνώριζε: η Ιωάννα, με το λευκό-ροζ δέρμα της και τα ξανθά μαλλιά της να γυαλίζουν ξαφνικά στο ασθενικό φως της γωνιακής λάμπας, καθώς ήταν ντυμένη μόνο με τα εσώρουχά της. Στα χέρια της κρατούσε δύο πιστόλια.

«Ιωάννα!» φώναξε ο Ανδρόνικος πίσω της.

Συγχρόνως, ο Σάνραντιλ’φεν βγήκε απ’το δωμάτιό του μ’ένα πιστόλι στο χέρι.

Η Ιωάννα πέρασε το κατώφλι της εξώπορτας, καταδιώκοντας τους επίδοξους δολοφόνους. Η Άνμα’ταρ έτρεξε πίσω απ’τη Μαύρη Δράκαινα, μη θέλοντας να την αφήσει μόνη.

Η Ιωάννα, πηδώντας έξω απ’τη σουίτα, στον διάδρομο του ξενοδοχείου, είδε δύο κουκουλοφόρους να τρέχουν προς τη σκάλα. Τους πυροβόλησε αμέσως, πέφτοντας στο πάτωμα για ν’αποτελεί μικρότερο στόχο σε περίπτωση που στρέφονταν να της ρίξουν. Τα πυρά της βρήκαν τον έναν στα πόδια, σωριάζοντάς τον.

Ο άλλος γύρισε, πυροβολώντας με το πιστόλι του – και οι σφαίρες του πέρασαν πάνω απ’την Ιωάννα, σχίζοντας τον αέρα.

Η Άνμα’ταρ ήταν στο κατώφλι της σουίτας και εκτόξευσε το ξιφίδιό της: το όπλο στροβιλίστηκε τάχιστα και καρφώθηκε στο στήθος του άντρα, ο οποίος έπιασε τη λαβή προσπαθώντας απεγνωσμένα να τραβήξει το όπλο έξω, παραπατώντας και πέφτοντας. Νεκρός.

Η Ιωάννα σηκωνόταν όρθια, στιγμιαία, σαν αιλουροειδές.

Γύρω τους, στον διάδρομο, πόρτες άνοιγαν.

42.

Δύο από τους εισβολείς δεν ήταν νεκροί: αυτός που η Ιωάννα είχε πυροβολήσει στα πόδια κι άλλος ένας, επίσης χτυπημένος στα πόδια μες στο μισοσκόταδο του καθιστικού της σουίτας.

Τώρα το καθιστικό δεν ήταν πλέον ημιφωτισμένο· δυνατά ενεργειακά φώτα το γέμιζαν, και οι δύο τραυματισμένοι αιχμάλωτοι βρίσκονταν ξαπλωμένοι στο χαλί του πατώματος, μουσκεύοντάς το με το αίμα τους, ενώ βογκούσαν, όχι μόνο από τις σφαίρες μέσα στο σώμα τους αλλά κι από τις κλοτσιές που τους έριχναν η Ιωάννα και η Σιλάνα καθώς περιφέρονταν γύρω τους. Ήταν κι οι δυο τους ντυμένες, τώρα, και φορούσαν μπότες.

«Ποιος σας έστειλε εδώ;» είχε ρωτήσει ο Ανδρόνικος τους αιχμαλώτους, που ο ένας ήταν πορφυρόδερμος και καραφλός, κι ο άλλος είχε δέρμα λευκό-ροζ και μαύρα μαλλιά, κι έμοιαζαν κι οι δύο για Σάρντλιοι. Όταν δεν απάντησαν, κι ενώ η Ιωάννα και η Σιλάνα συνέχιζαν να τους κλοτσάνε, τους είχε ξαναρωτήσει: «Ποιος σας έστειλε; Η Επόπτρια; Η Νιρτάνα;» Τότε, ο πορφυρόδερμος είχε απαντήσει: «Ναι, αυτή… ναι…» βογκώντας.

«Αρκετά,» είπε ο Ορείχαλκος, που είχε έρθει στη σουίτα των επαναστατών ύστερα από τους πυροβολισμούς μέσα στη νύχτα. «Αρκετά. Αν τους σκοτώσετε δεν θα έχουν να μας πουν τίποτα.»

Η Σιλάνα έδωσε μια τελευταία κλοτσιά στη ράχη του λευκόδερμου άντρα, κι ύστερα εκείνη κι η Ιωάννα έπαψαν να τους χτυπάνε. Η Μαύρη Δράκαινα άναψε ένα τσιγάρο.

«Πώς σας λένε;» ρώτησε ο Ορείχαλκος τους αιματοβαμμένους και μελανιασμένους κακοποιούς.

Ο πορφυρόδερμος τού έδωσε τα ονόματά τους.

«Δύο ρεμάλια απ’τη Φανχάι, μάλλον,» είπε η Ανεμόφθαλμη η Δεύτερη.

«Είστε στον Παντοκρατορικό Στρατό;» τους ρώτησε ο Ανδρόνικος.

«Όχι,» έκρωξε ο πορφυρόδερμος. «Τυχαίοι είμαστε, Άρχοντά μου…» βόγκησε ο λευκόδερμος. «Δεν ξέραμε,» πρόσθεσε ο πορφυρόδερμος· «μας πλήρωσαν.» Και ο λευκόδερμος επιβεβαίωσε: «Δεν είχαμε ιδέα.»

«Ποιος διέλυσε τη μαγγανεία μου στην πόρτα;» τους ρώτησε η Άνμα’ταρ.

«Ο μάγος.» Ο λευκόδερμος έδειξε έναν από τους νεκρούς.

«Αυτός ήταν των Παντοκρατορικών,» πρόσθεσε ο πορφυρόδερμος.

«Και το σημαντικότερο απ’όλα,» είπε ο Ορείχαλκος: «πώς μπήκατε στον Δωδεκάψυχο και μάθατε πού βρίσκεται η σουίτα του Πρίγκιπα Ανδρόνικου;»

«Μας έδειξαν, Άρχοντά μου… μας έδειξαν…» βόγκησε ο λευκόδερμος, που φαινόταν ο πιο άσχημα χτυπημένος από τους δύο.

Η Σταυροδρόμια η Δεύτερη παρατήρησε: «Κάτι μού λέει ότι οι υπάλληλοι του Δωδεκάψυχου δεν είναι και τόσο έμπιστοι όσο κανείς θα νόμιζε.» Εκείνη κι ο Οδοιπόρος ο Τρίτος βρίσκονταν επίσης στη σουίτα του Ανδρόνικου, αφού οι Οδηγοί έμεναν στο ίδιο ξενοδοχείο και είχαν, φυσικά, ακούσει τους πυροβολισμούς όπως και κάθε άλλος ένοικος. «Δε νομίζω ν’αρέσει αυτό στους Πολεοδόμους, καθόλου μα καθόλου…» Είχε τα χέρια της σταυρωμένα εμπρός της καθώς ατένιζε τους δύο αιχμαλώτους επάνω στο χαλί. Ήταν μια ψηλή, λευκόδερμη, ξανθιά, ξερακιανή γυναίκα που ποτέ δεν θα το φανταζόσουν ότι ήταν άνω των πενήντα αν δεν το ήξερες. Τα ρούχα της ήταν ταξιδιωτικά – η παραδοσιακή ενδυμασία των Οδηγών.

Ο Ορείχαλκος ρώτησε: «Οι υπάλληλοι του Δωδεκάψυχου σάς έδειξαν πού να πάτε; Αυτοί σάς έβαλαν στο ξενοδοχείο;» Φοβόταν πως ήξερε ποια θα ήταν η απάντηση.

Και δεν έπεσε έξω.

43.

Η υπάλληλος που είχε απόψε τη νυχτερινή φύλαξη του ξενοδοχείου ορκίστηκε στους θεούς ότι δεν ήξερε τίποτα, τίποτα, τίποτα. Δεν τους είχε ξαναδεί ποτέ της αυτούς τους τύπους, είπε. «Ούτε έξω στους δρόμους δεν τους έχω δει· πόσω μάλλον μες στον Δωδεκάψυχο. Είναι αλήτες και παλιάνθρωποι και, μα τους θεούς, δεν έχω ιδέα πώς μπήκαν!»

«Δεν είναι συνετό να λες ψέματα και να επικαλείσαι τους θεούς,» είπε ο Ορείχαλκος, λίγο προτού η Ιωάννα και η Σιλάνα αρχίσουν να ραίνουν την υπάλληλο με κλοτσιές και γρονθοκοπήματα, μέσα στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου, ενώ κι άλλοι υπάλληλοι, καθώς και ένοικοι, βρίσκονταν ολόγυρα, έχοντας ανησυχήσει από τη φασαρία.

Ο Ορείχαλκος έπιασε τον τηλεπικοινωνιακό δίαυλο στον πάγκο της ρεσεψιόν και κάλεσε τους Τρεις Πύργους παρά το ακατάλληλο της ώρας, ζητώντας τον Οικοδάκτυλο. Όταν ο Πολεοδόμος απάντησε (κι ενώ η Ιωάννα και η Σιλάνα συνέχιζαν να περιποιούνται την εμφάνιση της υπαλλήλου), ο Ορείχαλκος τού είπε τι είχε συμβεί. Εκείνος αποκρίθηκε ότι σε λίγο θα ήταν εκεί, μαζί με την αδελφή του την Οικονόμο. Ο Ορείχαλκος δεν ήξερε αν ο Οικοδάκτυλος ακουγόταν οργισμένος ή ενθουσιασμένος. Πάντοτε τού φαινόταν λιγάκι περίεργος. Από εκείνους που, κατά βάθος, τους αρέσουν οι αναστατώσεις.

Έκλεισε τον δίαυλο και στράφηκε στην υπάλληλο που ήταν υπεύθυνη για τη νυχτερινή φύλαξη του ξενοδοχείου. Βρισκόταν τώρα πεσμένη πλάι σ’ένα τραπεζάκι της ρεσεψιόν, με το ένα της μάτι πρησμένο, τα χείλη της ματωμένα, και τα ρούχα της τραβηγμένα και σκισμένα σε σημεία. Η Ιωάννα και η Σιλάνα δεν τη χτυπούσαν πλέον, μάλλον επειδή φαινόταν νάναι στα όρια της λιποθυμίας.

«Ποιος σου είπε να τους βάλεις μέσα;» τη ρώτησε ο Ορείχαλκος. «Η Επόπτρια;»

«…Δεν ξέρω…» Έκλαιγε. «Σας παρακαλώ, Άρχοντά μου, δεν ξέρω…»

«Οι κακοποιοί είπαν ότι μίλησαν μαζί σου: ότι εσύ τούς έδειξες πού να πάνε για να επιτεθούν στους ενοίκους.» Ο Ορείχαλκος στράφηκε στους επίδοξους δολοφόνους, που οι μισθοφόροι των Ορειβατών τούς κρατούσαν ανάμεσά τους, καθισμένους σ’έναν καναπέ, σημαδεύοντάς τους με πιστόλια. «Αυτή είναι η γυναίκα με την οποία μιλήσατε, ή όχι;»

«Αυτή,» αποκρίθηκε ο καραφλός, πορφυρόδερμος άντρας.

«Όχι!» ούρλιαξε εκείνη. «Κάνουν λάθος!»

«Δε νομίζω,» είπε ο Ανδρόνικος, «ότι θα έκαναν τέτοιο λάθος.» Και προς τον Ορείχαλκο: «Ποιος είναι διευθυντής του ξενοδοχείου;»

«Ένας δεύτερος ξάδελφος των Πολεοδόμων των Τριών Πύργων. Τώρα θα έρθει ο Οικοδάκτυλος και θα φροντίσει για το ζήτημα.»

«Νομίζεις, όμως, ότι είναι ασφαλές να γίνει τελικά η μεγάλη συγκέντρωση εδώ;»

Ο Ορείχαλκος είχε κανονίσει οι Οίκοι να συγκεντρωθούν στον Δωδεκάψυχο. Είχε πει στους υπαλλήλους να ετοιμάσουν μια μεγάλη αίθουσα, και η αίθουσα ήταν ήδη έτοιμη· την είχε δει· μόνο τα φαγητά, τα ποτά, και τα γλυκίσματα έλειπαν. Το τραπέζι, οι καρέκλες, η διακόσμηση, μια οθόνη, ένα ηχοσύστημα, τα πάντα ήταν εκεί όπου όφειλαν να είναι. Και ο Ορείχαλκος είχε καλέσει, μέσω διαύλου, όλους τους Οίκους που βρίσκονταν στη Φανχάι, ενημερώνοντάς τους ότι η συγκέντρωση θα γινόταν αύριο, δύο ώρες πριν από το μεσημέρι.

Τώρα, όμως, ξαφνικά, μέσα στην άγρια νύχτα, ο Δωδεκάψυχος είχε πλέον πάψει να μοιάζει με ασφαλές μέρος. Ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος είχε δίκιο. Αλλά δεν είχε σκεφτεί κάτι…

«Θα ήταν πιο ασφαλές οποιοδήποτε άλλο ξενοδοχείο στη Φανχάι;» τον ρώτησε ο Ορείχαλκος.

«Εσύ πες μου. Εσύ πρέπει να ξέρεις.»

«Αν οι Παντοκρατορικοί μπορούν να βάλουν πληρωμένους φονιάδες εδώ, μπορούν να βάλουν πληρωμένους φονιάδες και σ’οποιοδήποτε άλλο ξενοδοχείο στην πόλη.»

«Θα πρέπει, επομένως, εμείς να φροντίσουμε για την ασφάλεια της συγκέντρωσης…»

«Ναι,» είπε ο Ορείχαλκος. «Εμείς, και οι Πολεοδόμοι, αν θελήσουν να μας βοηθήσουν προκειμένου να διατηρήσουν τη φήμη τους ως καλοί οικοδεσπότες της Φανχάι.»

Η Γρανίτια παρενέβη: «Θα βάλουν έτσι τον εαυτό τους σε κίνδυνο με τους Παντοκρατορικούς.»

«Ο σκοπός είναι να διωχτούν οι Παντοκρατορικοί, ξαδέλφη. Όταν τελειώσει αυτή η συγκέντρωση, δεν πρέπει πλέον να έχουν καμία θέση στη Σάρντλι.»

Ο Οικοδάκτυλος και η Οικονόμος η Δεύτερη μπήκαν τότε στο ξενοδοχείο μαζί με τέσσερις μισθοφόρους τους. Κι οι δύο ήταν γνωστό ότι έχωναν τη μύτη τους παντού στη Φανχάι και ότι είχαν μηδενική ανοχή για τους κακοποιούς και τους παρανόμους που θεωρούσαν βλαβερούς για την πόλη· έτσι, μόλις η μελανιασμένη υπάλληλος τούς αντίκρισε άρχισε να τρέμει και να ψελλίζει πως εκείνη δεν είχε φταίξει σε τίποτα και πως άδικα την κατηγορούσαν, πως είχε γίνει κάποιο τραγικό λάθος.

«Αυτό είναι απαράδεκτο!» είπε, αυστηρά, η Οικονόμος, που ήταν τρία χρόνια μικρότερη του Οικοδάκτυλου – είκοσι-έξι χρονών, δηλαδή – και είχε χρυσό δέρμα και καστανά μαλλιά κομμένα κοντά αλλά έτσι που τρεις μακριές ουρές κρέμονταν σαν φίδια στον αυχένα της. Φορούσε γκρίζο παντελόνι, ψηλές μαύρες γυαλιστερές μπότες, και μαύρο δερμάτινο πανωφόρι με ψηλό όρθιο γιακά και μυτερό ντεκολτέ· κάτω απ’το πανωφόρι δεν φαινόταν να φορά κανένα άλλο ρούχο. «Δολοφόνοι μέσα σ’ένα ξενοδοχείο σαν τον Δωδεκάψυχο; Και μάλιστα υποβοηθούμενοι από τους ίδιους τους υπαλλήλους;»

«Λένε ψέματα, Αρχόντισσά μου!» είπε κλαίγοντας η υπάλληλος που είχε τη νυχτερινή φύλαξη.

«Σιωπή!» φώναξε ο Οικοδάκτυλος. «Ισχυρίζεσαι ότι ο Άρχοντας Ορείχαλκος ψεύδεται;» Το έκανε να ακουστεί σαν απίστευτα εξωφρενικό: πέρα από κάθε φαντασία. Ήταν ντυμένος τελείως διαφορετικά από την αδελφή του, με λευκό παντελόνι, πουκάμισο, και μπότες, τα οποία τόνιζαν το κόκκινο δέρμα του. Έμοιαζε με φωτιά τυλιγμένη με ύφασμα. Στους ώμους του έπεφτε ένας μελανός μανδύας με χρυσό σιρίτι και χρυσή αλυσίδα.

«Αυτοί,» η υπάλληλος έδειξε τους αιχμαλώτους, «έκαναν λάθος. Με κάποια άλλη μίλησαν.»

Ο Οικοδάκτυλος πρόσταξε να συγκεντρωθούν εδώ όλοι οι υπάλληλοι που βρίσκονταν τώρα στο ξενοδοχείο. Η διαταγή του εκτελέστηκε χωρίς καθυστέρηση, και ο Οικοδάκτυλος ρώτησε τούς αιχμαλώτους ποιος τούς είχε βάλει στον Δωδεκάψυχο και τους είχε οδηγήσει στη σουίτα του Ανδρόνικου. Εκείνοι έδειξαν την ίδια γυναίκα ξανά.

Η όψη του Οικοδάκτυλου αγρίεψε. Πρόσταξε τους μισθοφόρους του να συλλάβουν την υπάλληλο, κι εκείνοι το έκαναν παρά τις διαμαρτυρίες της, σηκώνοντάς την όρθια και δένοντάς της τα χέρια πίσω απ’την πλάτη με χειροπέδες.

Ο Ορείχαλκος είπε στον Οικοδάκτυλο και στην Οικονόμο: «Θα θέλαμε να ζητήσουμε την προστασία του Οίκου των Πολεοδόμων για αύριο, όταν θα γίνει η μεγάλη συγκέντρωση των Οίκων.»

«Θα υπάρχουν μισθοφόροι μας, σίγουρα,» αποκρίθηκε ο Οικοδάκτυλος.

«Εξάλλου,» πρόσθεσε η Οικονόμος, «θα είμαστε κι εμείς εκεί.»

«Εννοώ κάτι περισσότερο,» εξήγησε ο Ορείχαλκος. «Να μη μπορεί κανένας να μπει στον Δωδεκάψυχο πριν και κατά τη διάρκεια της συνάντησης.»

«Μας ζητάτε να αποκλείσουμε το ξενοδοχείο, Άρχοντά μου…» είπε η Οικονόμος.

«Αυτό δεν εξαρτάται μόνο από εμάς,» είπε ο Οικοδάκτυλος.

«Αν εξαρτιόταν, ίσως και να το κάναμε,» δήλωσε η Οικονόμος, συμπληρωματικά.

«Θα πρέπει να μιλήσουμε με τη μητέρα μας και τους άλλους,» εξήγησε ο Οικοδάκτυλος, «αλλά δεν είμαι σίγουρος αν θα δεχτούν να προβούν σε μια τέτοια, τόσο ακραία ενέργεια.»

«Η περίπτωση, όμως, είναι ακραία, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος, «και πολλοί μπορεί να κινδυνέψουν.»

Η Οικονόμος είπε: «Η πράξη που προτείνετε αντίκειται στην ηθική και στα έθιμά μας. Η Φανχάι είναι μια ανοιχτή πόλη· τα ξενοδοχεία της, επίσης, είναι ανοιχτά σε όλους.»

«Ωστόσο, θα μιλήσουμε στους συγγενείς μας,» υποσχέθηκε ο Οικοδάκτυλος, «γιατί η περίπτωση είναι, όντως, ιδιαίτερη, Πρίγκιπα Ανδρόνικε.»

Η Οικονόμος η Δεύτερη κατένευσε, σαν για να επιβεβαιώσει τα λόγια του.

Ο Οικοδάκτυλος, προτού φύγει μαζί με την αδελφή του, είπε στον Ορείχαλκο: «Σ’το είπα ότι η Επόπτρια θα κινιόταν εναντίον σας. Να είστε έτοιμοι συνεχώς· εμείς δεν μπορούμε να στραφούμε ανοιχτά κατά των Παντοκρατορικών μέχρι να παρθεί απόφαση ύστερα από τη μεγάλη συγκέντρωση των Οίκων.»

44.

Οι Πολεοδόμοι εξέπληξαν τον Ορείχαλκο. Δεν περίμενε ότι θα ανταποκρίνονταν στο αίτημά του, ότι θα απέκλειαν τον Δωδεκάψυχο με τους πολεμιστές τους. Όμως, από το πρωί κιόλας της επόμενης ημέρας, ο Εύοικος ο Τρίτος (τον οποίο ο Ορείχαλκος, ο Ανδρόνικος, και οι άλλοι είχαν συναντήσει μαζί με τους ιππείς του, όταν έμπαιναν στη Φανχάι), ο Οικοδάκτυλος, και η Οικονόμος η Δεύτερη ήταν στο ξενοδοχείο με οπλισμένους μισθοφόρους, οι οποίοι έκλεισαν όλες τις εισόδους και δήλωσαν ότι κανένας δεν θα έμπαινε και δεν θα έβγαινε μέχρι να γινόταν η μεγάλη συγκέντρωση των Οίκων. Στις περιπτώσεις, δε, που ήταν απαραίτητο κάποιος να μπει ή να βγει θα γινόταν εξονυχιστικός έλεγχος.

Ο Οικοδάκτυλος είπε στον Ορείχαλκο, τον Ανδρόνικο, και τους άλλους που ήταν συναθροισμένοι στην αίθουσα όπου θα γινόταν η συγκέντρωση: «Η μητέρα συμφώνησε μετά από κάποια σκέψη, διότι θεώρησε ότι η Επόπτρια το παράκανε στέλνοντας φονιάδες μέσα σ’ένα ξενοδοχείο που μας ανήκει και διευθυντής του είναι ένα μέλος του Οίκου μας. Ο θείος μας, ο Πολύοικος ο Δεύτερος, είναι της ίδιας γνώμης· είπε ότι δεν μπορούμε να δείξουμε τη φιλοξενία των Πολεοδόμων όταν οι επισκέπτες στη Φανχάι απειλούνται μέσα στα ξενοδοχεία.»

«Αν κάποιοι σάς επιτίθονταν στον δρόμο,» πρόσθεσε η Οικονόμος, «θα ήταν ένα τελείως διαφορετικό θέμα. Αλλά, μέσα σε ξενοδοχείο, και μάλιστα δικό μας; Απαράδεκτο!»

Είμαστε τυχεροί, σκέφτηκε η Ιωάννα, η οποία στεκόταν πλάι στον Ανδρόνικο, που παίρνουν τη φιλοξενία τόσο σοβαρά οι Πολεοδόμοι. Αλλιώς, ίσως ολόκληρος ο Δωδεκάψυχος να στρεφόταν ξαφνικά εναντίον μας, πληρωμένος από την Επόπτρια. Και το πρόβλημα ήταν ότι, σύμφωνα με τα λεγόμενα του Ορείχαλκου, δεν υπήρχε και κανένα άλλο πιο ασφαλές μέρος για να γίνει η συνάντηση…

«Ο αδελφός του Πολύοικου, ο Πολυκάτοικος ο Δεύτερος, συμφώνησε επίσης,» συνέχισε ο Οικοδάκτυλος, «αν και είχε τους ενδοιασμούς του.»

«Πάντα είναι επιφυλακτικός,» εξήγησε η Οικονόμος.

«Η Οικοδάκτυλη η Δεύτερη μονάχα διαφώνησε, αλλά ανέκαθεν δρούμε βάσει πλειοψηφίας σε τέτοιες περιπτώσεις,» τελείωσε ο Οικοδάκτυλος.

«Σας ευχαριστούμε όλους, Άρχοντα Οικοδάκτυλε,» είπε ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος.

«Ελπίζουμε,» είπε ο Εύοικος, «να μην το μετανιώσουμε, Πρίγκιπα Ανδρόνικε. Η Επόπτρια, μέχρι στιγμής, δεν έχει έρθει στους Τρεις Πύργους για να μας μιλήσει, αλλά μάλλον δεν θ’αργήσει.»

«Και λοιπόν;» είπε η Οικονόμος. «Θα πρέπει να φοβηθούμε τα λόγια της;»

«Τα λόγια της, όχι. Τα όπλα της, ίσως.»

«Τα όπλα των δυνάμεων της Παντοκράτειρας,» είπε ο Ανδρόνικος, «είναι περιορισμένα τούτο τον καιρό, Άρχοντά μου, εξαιτίας της εξάπλωσης της Επανάστασης παντού στο Γνωστό Σύμπαν. Σε διαφορετική περίπτωση, η απελευθέρωση της Σάρντλι θα ήταν ανέφικτη, γιατί πρόκειται για μια διάσταση πολύ σημαντική για την Παντοκρατορία. Από εδώ έπαιρνε τις περισσότερες από τις πρώτες ύλες που της χρειάζονταν – από τα ορυχεία των Ορειβατών κυρίως.»

«Ούτε εμείς συμπαθούμε τους Παντοκρατορικούς, Πρίγκιπα Ανδρόνικε,» είπε ευθαρσώς η Οικονόμος η Δεύτερη. «Μετά χαράς θα τους διώξουμε από τη Φανχάι.»

«Καλύτερα, όμως, να μη βιαζόμαστε να μιλήσουμε, ξαδέλφη,» της είπε ο Εύοικος ο Τρίτος, που έμοιαζε διχασμένος τώρα, παρότι πριν από μερικές ημέρες είχε αμέσως σπεύσει προς βοήθεια της συνοδίας του Ανδρόνικου, του Ορείχαλκου, και των άλλων, απομακρύνοντας τη Νιρτάνα και τους λευκοντυμένους μαχητές της.

«Η αλήθεια είναι πως οφείλουμε όλοι να είμαστε προσεχτικοί,» αποκρίθηκε η Οικονόμος. «Δεν πρότεινα το αντίθετο, Εύοικε.»

Ύστερα από τη σύντομη συζήτηση, οι τρεις Πολεοδόμοι δεν κάθισαν στην αίθουσα όπου θα γινόταν η μεγάλη συνάντηση, αλλά βάλθηκαν να βαδίζουν μέσα το ξενοδοχείο, από την οροφή ώς τα υπόγεια, ελέγχοντας. Η Ιωάννα και η Άνμα’ταρ πήγαν μαζί τους, όμως όχι προτού η πρώτη πει στον Ανδρόνικο να μείνει κοντά στον Σάνραντιλ’φεν, τη Σιλάνα, και τους άλλους επαναστάτες όσο θα έλειπαν. Ο Ανδρόνικος τής αποκρίθηκε ότι δεν πρόκειται να πήγαινε πουθενά, αν και θεωρούσε την αντίδρασή της υπερβολική. Πάντα, όμως, έτσι είναι η Ιωάννα, σκέφτηκε βλέποντάς την να φεύγει μαζί με την Άνμα’ταρ, ακολουθώντας τους τρεις Πολεοδόμους.

Η Ανεμόφθαλμη είπε, ενώ περίμεναν μέσα στην αίθουσα: «Αν είναι οι Παντοκρατορικοί να κάνουν κάτι εδώ, πρέπει να το κάνουν τώρα, προτού έρθουν οι Οίκοι.» Ήταν φανερά νευρική καθώς καθόταν σε μια καρέκλα με μια κούπα καφέ κοντά της· τα πόδια της έκαναν πέρα-δώθε.

«Υπάρχει και μια άλλη περίπτωση…» είπε η Σταυροδρόμια η Δεύτερη, σκεπτικά.

Η Ανεμόφθαλμη κοίταξε τη μεγαλύτερη γυναίκα με περιέργεια. «Τι περίπτωση;»

Η Σταυροδρόμια καθόταν στην αντικρινή μεριά του μεγάλου τραπεζιού. «Να προσπαθήσουν να σταματήσουν τον ερχομό των άλλων Οίκων προς τον Δωδεκάψυχο

«Πράγματι,» συμφώνησε ο Ανδρόνικος. «Δεν το σκεφτήκαμε αυτό…»

«Δεν το θεωρώ πιθανό,» είπε ο Ορείχαλκος, αν και υπήρχε αμφιβολία στο σημαδεμένο πρόσωπό του. «Με ποια πρόφαση θα τους σταματήσουν μες στη μέση της Φανχάι; Εγώ και ο Ανδρόνικος είμαστε προδότες· μπορούν να δικαιολογήσουν οποιαδήποτε ενέργειά τους εναντίον μας. Όπως επίσης κι εναντίον του Οίκου των Ορειβατών, αφού μ’έχει φανερά υποστηρίξει. Αλλά οι άλλοι Οίκοι δεν έχουν ακόμα δηλωθεί σύμμαχοι της Επανάστασης.»

«Κι αυτό είναι, σίγουρα, κάτι που οι Παντοκρατορικοί θα θέλουν ν’αποτρέψουν, Άρχοντά μου,» είπε η Σταυροδρόμια, «προτού συμβεί.»

«Ναι αλλά δεν μπορούν να τους απαγορέψουν να διασχίσουν τους δρόμους της Φανχάι! Οι Πολεοδόμοι δεν θα το επιτρέψουν.»

«Ίσως να έχουμε συγκρούσεις, τότε.»

Ο Ορείχαλκος κούνησε το κεφάλι του, δύσπιστα· ο Ανδρόνικος, όμως, πολύ φοβόταν ότι ίσως να συνέβαινε αυτό που περιέγραφε η Σταυροδρόμια του Οίκου των Οδηγών. Περικυκλώσαμε την Καρθάι, ώστε να μη μπορούν να φέρουν αιχμαλώτους εκεί, επομένως κάποιον άλλο τρόπο πρέπει να βρουν για να αντιδράσουν.

Το θέμα είναι αν έχουν αρκετές στρατιωτικές δυνάμεις στη Φανχάι ώστε να καταφέρουν να αποκλείσουν τους Οίκους μέσα στα ξενοδοχεία τους και να αποτρέψουν τις προσπάθειες των Πολεοδόμων να σπάσουν τον κλοιό.

Ο Ανδρόνικος άναψε τσιγάρο, σκεπτόμενος ότι πιθανώς να είχαν αιματηρά επεισόδια. Έπρεπε να το είχαμε προβλέψει, συλλογίστηκε ενώ άκουγε τους άλλους να συζητούν γύρω του. Αλλά και να το είχαμε προβλέψει, τι θα μπορούσαμε να κάνουμε; Μονάχα οι Πολεοδόμοι μπορούν τώρα να κάνουν κάτι…

45.

Η Νιρτάνα άκουσε τι είχε να της πει ο πληροφοριοδότης της και μετά έκλεισε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό και στράφηκε στη γυναίκα πλάι της. «Ακόμα ζωντανός είναι ο Αρχιπροδότης. Σ’το είπα ότι δεν θα έπιανε μια τέτοια μέθοδος! Λες να ήταν απροστάτευτοι μες στο ξενοδοχείο;»

«Τουλάχιστον εγώ έκανα κάτι, σ’αντίθεση μ’εσένα,» αποκρίθηκε η Χριστίνα Ταχυδάκτυλη. «Περιμένεις τόσες μέρες χωρίς να κάνεις τίποτα, ενώ ο Αρχιπροδότης και οι Ορειβάτες συνεχώς κερδίζουν έδαφος.»

«Περιμένω για την κατάλληλη στιγμή. Έχω ανθρώπους μου στους δρόμους που καραδοκούν–»

«Καραδοκούν, αλλά οι στόχοι τους δε θα βγουν απ’τον Δωδεκάψυχο χωρίς καλό λόγο! Δεν είναι ανόητοι–»

«Στην αρχή, παραλίγο να τους στριμώξουν καθώς επέστρεφαν από τους Τρεις Πύργους–»

«Παραλίγο. Ακόμα μία αποτυχία, δηλαδή.»

«Ήρθες από τη Ραντ’κάμι νομίζοντας ότι ξέρεις τη Φανχάι καλύτερα από εμένα;» σύριξε, φουρκισμένη, η Νιρτάνα. «Δεν είσαι καν Σάρντλια! Εγώ ξέρω καλύτερα τούτα τα μέρη. Εδώ μεγάλωσα.»

«Και πώς θα σταματήσεις τη συνάντηση των Οίκων;» είπε, προκλητικά, η Χριστίνα.

Στέκονταν μέσα στο γραφείο της Νιρτάνα, στο Παντοκρατορικό Φρουραρχείο της Φανχάι. Κι οι δυο τους είχαν πολύ τσιτωμένα νεύρα για να καθίσουν. Από τις γρίλιες του παραθύρου πλάι τους έμπαινε το φως της αυγής. Καμια δεν είχε κοιμηθεί όλο το βράδυ. Κούπες με καφέ ήταν μισοτελειωμένες στο γραφείο ανάμεσά τους, καθώς κι ένα ποτήρι τάο βις απ’το οποίο έπινε κάπου-κάπου η Νιρτάνα.

«Θα βρω έναν τρόπο,» αποκρίθηκε η Επόπτρια της Φανχάι.

«Καλύτερα να τον βρεις γρήγορα: η ώρα περνά.»

Στην εμφάνιση, οι δύο γυναίκες δεν έμοιαζαν καθόλου. Η Νιρτάνα ήταν ψηλόλιγνη, χρυσόδερμη, και νευρώδης, με πράσινα μαλλιά κομμένα στο ύψος του ώμου και τώρα δεμένα βιαστικά πίσω απ’το κεφάλι της. Φορούσε στρατιωτική στολή που την αναγνώριζε ως λοχαγό, και ήταν φανερά Σάρντλιας καταγωγής. Η Χριστίνα Ταχυδάκτυλη, αντιθέτως, ήταν φανερά εξωδιαστασιακή. Καταγόταν από τη Ρελκάμνια. Ήταν πιο κοντή από τη Νιρτάνα και πιο γεροδεμένη, αν και όχι παχιά – δεν υπήρχε ίχνος λίπους επάνω της. Το δέρμα της ήταν λευκό με απόχρωση του ροζ, τα μαλλιά της κόκκινα και κοντά. Από το αριστερό αφτί της κρεμόταν ένα χρυσό σκουλαρίκι φτιαγμένο σαν ξίφος. Ήταν Επόπτρια της Ραντ’κάμι, αλλά πάντα προτιμούσε να κάνει τις δουλειές της μέσω της υπόγειας οδού.

«Όσο εσύ δεν ήσουν ακόμα εδώ,» της είπε η Νιρτάνα, «εγώ δεν καθόμουν. Βρισκόμουν σε επικοινωνία με ανθρώπους μας απ’όλη τη Σάρντλι, και μου έχουν στείλει πολεμιστές τους στη Φανχάι. Κρυφά. Για να μην τους καταλάβουν οι Πολεοδόμοι. Δεν τους εμπιστεύομαι πλέον τους Άρχοντες της Φανχάι: ούτε καν τον Πολυκάτοικο τον Δεύτερο ή την Τεχνοδόμο.»

«Και τι θα τους κάνεις όλους αυτούς τους πολεμιστές; Θα τους βάλεις να επιτεθούν στον Δωδεκάψυχο, τώρα που οι μισθοφόροι των Πολεοδόμων τον έχουν αποκλείσει; Το μόνο που θα καταφέρεις θα είναι να–»

«Απέκλεισαν τον Δωδεκάψυχο εξαιτίας σου! Αν δεν είχαμε στείλει τους φονιάδες και τον μάγο– Τον μάγο! Συν τοις άλλοις χάσαμε κι έναν μάγο, μ’αυτή την ανόητη ενέργεια!»

Η Χριστίνα κάθισε σε καρέκλα. «Μιλάς πιο πολύ απ’ό,τι πράττεις…»

Η Νιρτάνα την ατένισε άγρια. Είχε βαρεθεί πλέον τις υποδείξεις της! Καλύτερα να είχε μείνει στη Ραντ’κάμι. Δε χρειάζομαι βοηθό.

46.

Οι αντιπρόσωποι των Πολεοδόμων – η Οικόκαρδη η Δεύτερη, ο Πολύοικος ο Δεύτερος, και η Οικοδάκτυλη η Δεύτερη – έφυγαν από τους Τρεις Πύργους και πήγαν στον Δωδεκάψυχο χωρίς να συναντήσουν κανένα εμπόδιο.

Το ίδιο, όμως, δεν συνέβη και με τους αντιπροσώπους των υπόλοιπων Οίκων. Η πρόβλεψη της Σταυροδρόμιας της Δεύτερης είχε βγει αληθινή.

Οι Ακτοφύλακες και οι Γνωστικοί, που έμεναν στη Θέα του Τρόμου – το ξενοδοχείο που ήταν οικοδομημένο στις όχθες του ποταμού Ράντραμ και έβλεπε τους τρομερούς, αχανείς βαλτότοπους που έφεραν το όνομα «ο Τρόμος του Βάσλεοθ» – συνάντησαν αντίσταση όταν επιχείρησαν να βγουν ομαδικά για να πάνε στον Δωδεκάψυχο. Βρήκαν Παντοκρατορικούς στρατιώτες στο δρόμο τους, οι οποίοι τους ζήτησαν να επιστρέψουν στο ξενοδοχείο και να μείνουν εκεί για λόγους ασφαλείας. Πρόσθεσαν, επίσης, πως όποιος πήγαινε στη συγκέντρωση του Αρχιπροδότη στον Δωδεκάψυχο θα θεωρείτο κι ο ίδιος προδότης από τις Παντοκρατορικές Αρχές – όπως ο Οίκος των Ορειβατών.

Στον Ψηλόπυργο – που βρισκόταν στη βόρεια μεριά της Φανχάι – οι Οπλομάχοι, οι Γεωμέτρες, και οι Πράσινοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια παρόμοια κατάσταση. Οι Γεωμέτρες, που είχαν βγει πρώτοι, εξαναγκάστηκαν να επιστρέψουν στο ξενοδοχείο, υπό την απειλή όπλων.

Και φυσικά, στο Νότιο Κάλεσμα, οι Υδατοσκόποι και οι Θηριοδαμαστές συνάντησαν επίσης Παντοκρατορικούς στρατιώτες.

Αμέσως, όλοι οι Οίκοι άρχισαν να καλούν, μέσω διαύλου, τους Τρεις Πύργους και τον Δωδεκάψυχο για να μάθουν τι συνέβαινε. Πώς τολμούσαν οι Παντοκρατορικοί να παρεμβαίνουν σε μια τέτοια συνάντηση;

Ο Ορείχαλκος χτύπησε τη γροθιά του στο τραπέζι, οργισμένος, όταν ο Πολύοικος ο Δεύτερος τούς πληροφόρησε όλους ότι, σύμφωνα με τις αναφορές που είχαν, ο αριθμός των Παντοκρατορικών στρατιωτών ήταν πολύ μεγάλος. «Δεν το ξέραμε ότι είχαν τόσους μέσα στην πόλη!» είπε ο Πολύοικος. «Πώς είναι δυνατόν;»

«Σίγουρα δεν φύτρωσαν από το έδαφος, Άρχοντά μου!» αντιγύρισε ο Ορείχαλκος, απότομα. Και να φανταστείς ότι οι Πολεοδόμοι περηφανεύονται πως ελέγχουν την πόλη τους παρότι τη διατηρούν ανοιχτή! σκέφτηκε. Φοβόταν ότι ίσως τούτο να τρομοκρατούσε τους ευγενείς της Σάρντλι αρκετά ώστε να τους στρέψει μακριά από την Επανάσταση.

«Ψυχραιμία,» είπε η Οικόκαρδη η Δεύτερη, προτού ο Πολύοικος απαντήσει στον Ορείχαλκο. «Δεν ξέρουμε πώς κατόρθωσαν να μπουν απαρατήρητοι στη Φανχάι, αλλά τώρα είναι εδώ, και πρέπει να βρούμε τρόπο να τους αντιμετωπίσουμε.»

«Θα τους έβαλε η Επόπτρια στην πόλη λίγους-λίγους, όλες αυτές τις ημέρες,» υπέθεσε η Οικονόμος η Δεύτερη, η κόρη της Οικόκαρδης. «Χωρίς στολές, χωρίς φανερά όπλα.»

«Αν προσπαθήσουμε να τους διώξουμε γύρω απ’τα ξενοδοχεία, θα έχουμε λουτρό αίματος,» προέβλεψε ο Εύοικος ο Τρίτος.

«Τι άλλο να κάνουμε όμως;» έθεσε το ερώτημα ο Οικοδάκτυλος. «Θα τους αφήσουμε να προσβάλλουν τον Οίκο μας έτσι; Η Φανχάι μπορεί να είναι κατακτημένη από την Παντοκράτειρα, όπως όλη η Σάρντλι, μα ποτέ άλλοτε–»

«Μου φαίνεται ότι κανένας σας δεν σκέφτεται ότι ίσως να μη χρειάζεται να τους διώξουμε γύρω απ’τα ξενοδοχεία!» είπε η Οικονόμος η Δεύτερη, σχεδόν γελώντας με τους συγγενείς της.

«Και πώς θα–;» άρχισε ο Εύοικος.

«Θα τους πάρουμε με ελικόπτερα, από την οροφή των ξενοδοχείων. Ή μέσα από τις σήραγγες.»

«Σήραγγες;» έκανε ο Ανδρόνικος. «Υπάρχουν σήραγγες κάτω απ’τα ξενοδοχεία;»

«Υπάρχουν σήραγγες κάτω απ’όλη τη Φανχάι,» του είπε η Οικόκαρδη. «Αλλά υποτίθεται ότι είναι κρυφές,» τόνισε ρίχνοντας ένα αυστηρό, επικριτικό βλέμμα στην Οικονόμο· «μόνο ο Οίκος μας γνωρίζει πού είναι τα ανοίγματα που οδηγούν σ’αυτές. Και υπάρχει καλός λόγος. Όπως έχετε καταλάβει, Πρίγκιπα Ανδρόνικε, θέλουμε να έχουμε το πάνω χέρι μέσα στην ίδια μας την πόλη ενώ συγχρόνως τη διατηρούμε ανοιχτή για όλους.»

«Κατανοητό, Αρχόντισσά μου.»

«Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, μητέρα,» είπε η Οικονόμος, «οι σήραγγες είναι ο καλύτερος τρόπος για ν’αποφύγουμε τη σύγκρουση.»

«Μπορούμε να στείλουμε και ελικόπτερα, όπως είπες πριν από λίγο,» τόνισε ο Πολύοικος, στρίβοντας νευρικά τη μακριά, κόκκινη γενειάδα του μέσα στο γαντοφορεμένο του χέρι. «Δε νομίζω να έχουν το θράσος να τα καταρρίψουν, με τόσους ευγενείς μέσα!»

«Δεν το νομίζετε, Άρχοντά μου;» έκανε ο Επουράνιος ο Πρώτος βγάζοντας το παχύ πούρο από το στόμα του. «Μιλάμε για τους ίδιους ανθρώπους που απήγαγαν τους συγγενείς μας και τους πήγαν στην Καρθάι, αντικατέστησαν τον Όνυχα του Οίκου των Ορειβατών μ’ένα τέρας, περικύκλωσαν ξενοδοχεία μες στην ίδια τη Φανχάι, έστειλαν δολοφόνους μες στον Δωδεκάψυχο, κυνήγησαν τον Άρχοντα Ορείχαλκο και την Ανεμόφθαλμη τη Δεύτερη καθώς επέστρεφαν από τους Τρεις Πύργους…»

«Ναι αλλά αυτό θα… θα παραήταν! Θα σήμαινε ανοιχτό πόλεμο.»

«Κατά τη γνώμη τους έχουμε ανοιχτό πόλεμο, Άρχοντα Πολύοικε,» είπε η Ανεμόφθαλμη. «Ή είμαστε υποτελείς τους και κάνουμε ό,τι μας λένε, ή έχουμε πόλεμο – δεν υπάρχει μέση λύση.»

«Πρέπει να χρησιμοποιήσουμε τις σήραγγες, μητέρα,» είπε η Οικονόμος στην Οικόκαρδη. «Είναι ο καλύτερος τρόπος. Ο μοναδικός, ίσως.»

«Κι ας ελπίσουμε,» είπε ο Οικοδάκτυλος σκεπτικά, «ότι η Νιρτάνα δεν θα έχει ανακαλύψει τις σήραγγες, τόσο καιρό που είναι εδώ, χωρίς να έχουμε καταλάβει τίποτα.»

47.

Στον Δωδεκάψυχο υπήρχε, φυσικά, τρόπος για να κατεβεί κανείς στις σήραγγες. Η είσοδος ήταν καλά κρυμμένη, και οι Πολεοδόμοι θα προτιμούσαν να γνωρίζουν μόνο εκείνοι γι’αυτήν, αλλά η Ιωάννα επέμεινε ότι πιθανώς να χρειάζονταν τη βοήθειά της και άλλων επαναστατών αν τύχαινε να συναντήσουν τους Παντοκρατορικούς εκεί κάτω.

«Μας ζητάς να σας αποκαλύψουμε ένα μυστικό που κάποτε μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον μας,» είπε ο Πολύοικος ο Δεύτερος. «Αλλά, έτσι όπως αποφασίσαμε να πράξουμε, θα μάθουν για τις σήραγγες όλοι οι Οίκοι της Σάρντλι, επομένως δεν θα έβλαπτε να τις μάθουν και μερικοί άνθρωποι ακόμα.»

Η Οικόκαρδη συμφώνησε, έτσι η Ιωάννα, η Άνμα’ταρ, ο Σάνραντιλ’φεν, και ο Ανδρόνικος ακολούθησαν την Οικονόμο τη Δεύτερη, τον Οικοδάκτυλο, και τον Εύοικο τον Τρίτο σ’έναν μεγάλο ανελκυστήρα του ξενοδοχείο.

Στην αρχή, της Ιωάννας δεν της άρεσε που κι ο Ανδρόνικος προθυμοποιήθηκε να έρθει, γιατί, κατά τη γνώμη της, όφειλε να είναι κάπου ασφαλής. Από την άλλη, όμως, όταν και εκείνη και η Άνμα’ταρ έλειπαν από κοντά του, θα ήταν πραγματικά ασφαλής ανάμεσα σε τόσους αγνώστους που ο καθένας μπορούσε να είναι κρυφός πράκτορας της Παντοκράτειρας; Σίγουρα όχι. Επομένως, η Ιωάννα σκέφτηκε ότι ο Πρίγκιπας της Επανάστασης καλύτερα να ερχόταν μαζί τους· εξάλλου, οι σήραγγες υποτίθεται πως ήταν κρυφές και, άρα, οι πιθανότητες να τις έχουν ανακαλύψει οι Παντοκρατορικοί μικρές.

Έτσι, δεν του είχε πει να μείνει πίσω. Επιπλέον, ακόμα κι αν του έλεγα θα με άκουγε; Πάντα του κεφαλιού του κάνει! σκέφτηκε η Ιωάννα, καθώς έμπαιναν στον μεγάλο ανελκυστήρα και η Οικονόμος πατούσε έναν συνδυασμό πλήκτρων στην κονσόλα ο οποίος φάνηκε περίεργος στη Μαύρη Δράκαινα. Τι έκανε η Πολεοδόμος; Γιατί δεν πατούσε το κουμπί για το υπόγειο, κανονικά; Η Ιωάννα έπιασε τη λαβή του πιστολιού στον μηρό της και το απασφάλισε αθόρυβα. Θα της φαινόταν πολύ παράξενο αν οι Πολεοδόμοι σχεδίαζαν προδοσία τώρα, αλλά ποιος ξέρει;

Ο ανελκυστήρας άρχισε να κατεβαίνει γρήγορα. Και η οθόνη δίπλα στην κονσόλα με τα πλήκτρα έδειξε ότι έφτασε στο υπόγειο γκαράζ, το πέρασε, πήγε στο δεύτερο υπόγειο, το πέρασε κι αυτό, και μετά άρχισε να κατεβαίνει από τον ψηλότερο όροφο (!), σαν ξαφνικά να είχε βρεθεί πάλι στην κορυφή του ξενοδοχείου.

«Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο Ανδρόνικος νηφάλια.

Η Οικονόμος, που στεκόταν πλάι του, μειδίασε. «Δεν πεταχτήκαμε επάνω πάλι· απλά η οθόνη δεν είναι ρυθμισμένη έτσι ώστε να μπορεί να δείξει το επίπεδο κάτω από το δεύτερο υπόγειο, γι’αυτό έχει μπερδευτεί λιγάκι.»

Καθώς μιλούσε, ο ανελκυστήρας είχε φτάσει στον προορισμό τους και είχε πάψει να κινείται. Ο Οικοδάκτυλος άνοιξε την πόρτα και βγήκαν σ’ένα μέρος που ήταν φανερά υπόγειο. Μια σήραγγα σκαμμένη μέσα στις πέτρες, φωτισμένη από μια μεγάλη ενεργειακή λάμπα στο ταβάνι, κοντά στην έξοδο του ανελκυστήρα, ενώ άλλη μια ενεργειακή λάμπα φαινόταν στο βάθος, εκεί όπου η σήραγγα διχάλωνε.

«Ακολουθήστε μας,» είπε ο Οικοδάκτυλος· και εκείνος, η Οικονόμος, κι ο Εύοικος βάδισαν πρώτοι.

Ο Σάνραντιλ’φεν άρθρωσε τα λόγια για κάποιο ξόρκι, καθώς οι επαναστάτες πήγαιναν πίσω απ’τους Πολεοδόμους. Το ίδιο ξόρκι που είχε χρησιμοποιήσει και στις σπηλιές πριν από τα ορυχεία λευκόχρυσου, υπέθεσε η Ιωάννα, για να εντοπίσει αν κανένας τούς ζύγωνε χωρίς να τον έχουν δει ή ακούσει. Χρήσιμο κόλπο, δίχως αμφιβολία. Γιατί, άραγε, δεν το ξέρουν και οι μάγισσες του τάγματος των Δρακαινών; Η Ιωάννα κοίταξε, με τις άκριες των ματιών, την Άνμα η οποία βάδιζε πλάι της. Εκείνη, παρατηρώντας το βλέμμα της Ιωάννας, ύψωσε ένα φρύδι ερωτηματικά· αλλά η Ιωάννα τής έγνεψε ότι δεν έτρεχε τίποτα.

Οι σήραγγες ήταν σιωπηλές και υγρές γύρω τους, καθώς επίσης και αρκετά μπερδεμένες. Η Ιωάννα νόμιζε ότι άδικα ανησυχούσαν οι Πολεοδόμοι πως θα έχαναν ένα πολύ σημαντικό πλεονέκτημα στη Φανχάι αποκαλύπτοντάς τες σε άλλους. Ακόμα και μια Μαύρη Δράκαινα θα δυσκολευόταν να βρει τον δρόμο της εδώ μέσα. Θα έπρεπε να εξοικειωθεί πρώτα. Κι επιπλέον, η Ιωάννα δεν νόμιζε ότι μπορούσε να θυμηθεί τον συνδυασμό των πλήκτρων του ανελκυστήρα που τους είχε οδηγήσει στις σήραγγες. Η είσοδος ήταν πολύ καλά κρυμμένη. Αναρωτήθηκε αν ένας μάγος του τάγματος των Τεχνομαθών θα μπορούσε να εντοπίσει αυτή την επιπρόσθετη λειτουργία του ανελκυστήρα και να σπάσει τον συνδυασμό.

Μετά από ταχύ βάδισμα μισής ώρας (η Φανχάι δεν ήταν μικρή πόλη, ούτε πάνω από τη γη ούτε από κάτω) έφτασαν μπροστά σε μια κλειστή μεταλλική πόρτα, και οι Πολεοδόμοι έπαψαν να βαδίζουν. Μέχρι εδώ είχαν περάσει δίπλα κι από άλλες, παρόμοιες πόρτες, καθώς και σκοτεινά ανοίγματα, αλλά τα είχαν αγνοήσει σαν να μην υπήρχαν, και ούτε είχαν δώσει καμία εξήγηση γι’αυτά στους επαναστάτες. Δεν θέλουν να μας μάθουν περισσότερα για τις σήραγγές τους απ’ό,τι είναι απολύτως απαραίτητο, είχε σκεφτεί η Ιωάννα.

Η Οικονόμος πάτησε πάλι έναν συνδυασμό πλήκτρων στη μικρή κονσόλα πλάι στην πόρτα: αλλά η Ιωάννα δεν μπορούσε, αυτή τη φορά, να δει ποια κουμπιά πίεσε γιατί η Πολεοδόμος τής είχε γυρισμένη την πλάτη. Ήταν, άραγε, τα ίδια με πριν; Ο Ανδρόνικος, που στεκόταν κοντά στην Οικονόμο, μάλλον θα τα είχε δει πάνω απ’τον ώμο της.

Τριγμοί ακούστηκαν πίσω απ’τη μεταλλική πόρτα, κι ένα φωτάκι άναψε πάνω στην κονσόλα στον τοίχο. Η Οικονόμος άνοιξε την πόρτα, και το εσωτερικό ενός ανελκυστήρα αποκαλύφθηκε.

«Πού είμαστε;» τη ρώτησε ο Ανδρόνικος.

«Κάτω απ’το Νότιο Κάλεσμα,» αποκρίθηκε εκείνη, μπαίνοντας στον ανελκυστήρα.

«Τι γίνεται αν κάποιος άλλος είναι εδώ μέσα όταν καλέσεις τον ανελκυστήρα από τις σήραγγες;» Ο Ανδρόνικος την ακολούθησε, μαζί με τους υπόλοιπους.

«Παρουσιάζεται ένα μήνυμα στην οθόνη το οποίο ζητά όλοι να βγουν· κι αν δεν έχουν βγει ο ανελκυστήρας δεν κατεβαίνει, ούτε πηγαίνει πουθενά αλλού: μένει στη θέση του, ακίνητος.» Η Οικονόμος πάτησε ένα πλήκτρο καθώς η πόρτα έκλεινε.

«Υπάρχουν αισθητήρες, δηλαδή, εδώ μέσα.»

«Φυσικά, Πρίγκιπά μου.»

Ο ανελκυστήρας ανέβηκε στον έκτο όροφο του ξενοδοχείου και σταμάτησε. «Εδώ,» είπε ο Οικοδάκτυλος ανοίγοντας, «έχουν τα δωμάτια τους και οι Υδατοσκόποι και οι Θηριοδαμαστές.»

Βγήκαν σ’ένα διάδρομο με πόρτες δεξιά κι αριστερά.

«Μέχρι στιγμής δεν έχουμε συναντήσει Παντοκρατορική αντίσταση,» παρατήρησε η Ιωάννα.

«Κι ας ελπίσουμε πως δεν θα συναντήσουμε,» είπε ο Οικοδάκτυλος. «Θα είναι μεγάλο πλήγμα για εμάς αν η Νιρτάνα γνωρίζει για τις σήραγγες.»

Πλησίασαν μια πόρτα, και ο Οικοδάκτυλος χτύπησε το κουδούνι, δυνατά, πιέζοντας μέσα το κουμπί. Η πόρτα άνοιξε, αποκαλύπτοντας μια ψηλή, πορφυρόδερμη γυναίκα με μακριά πυρόξανθα μαλλιά, που έκαναν το κεφάλι της να μοιάζει με φωτιά. Τα μάτια της είχαν ένα έντονο βαθυγάλαζο χρώμα. Φορούσε ένα μαύρο δερμάτινο φόρεμα και ζώνη από ασημένιους κρίκους.

«Αρχόντισσα Λεόμορφη,» είπε ο Οικοδάκτυλος. «Μπορούμε να περάσουμε;»

Η Λεόμορφη συνοφρυώθηκε. «Σας άφησαν οι Παντοκρατορικοί να μπείτε;»

«Δεν ήρθαμε από την είσοδο του ξενοδοχείου,» εξήγησε η Οικονόμος. «Μπορούμε τώρα να περάσουμε;»

«Φυσικά.»

Στο καθιστικό της σουίτας συνάντησαν τους υπόλοιπους αντιπροσώπους του Οίκου των Θηριοδαμαστών: τον Κτηνομάτη τον Πρώτο, έναν ασημομάλλη, μεγαλόσωμο μαυρόδερμο άντρα που, αναμφίβολα, ήταν ο γηραιότερος ανάμεσά τους· τον Κτηνομάχο τον Τρίτο, μυώδη, χρυσόδερμο, με ξυρισμένο κεφάλι και μια περίπλοκη δερματοστιξία στην αριστερή μεριά του προσώπου· την Πανθηρία την Τρίτη, λυγερή και μαυρόδερμη, μοιάζοντας νάναι η νεότερη από αυτούς· και τον Οφιόκορμο τον Δεύτερο, που έδειχνε να τιμά το όνομα του, μακρύς και ευλύγιστος όπως φαινόταν. Επίσης στο καθιστικό ήταν ξαπλωμένος τεμπέλικα ένας κατάμαυρος πάνθηρας με κολάρο, ενώ ένα πλάσμα που θύμιζε γιγάντιο, άπτερο πτηνό στεκόταν πίσω από μια καρέκλα και κοίταζε. Είχε γαλανά πούπουλα, πράσινο λαιμό, μαύρο ράμφος, και στενά παρατηρητικά μάτια. Ευτυχώς, και τα δύο θηρία έμοιαζαν εξημερωμένα, και δεν αναστατώθηκαν από τους επισκέπτες.

Κανένας από τους Θηριοδαμαστές δεν ήταν χαρούμενος με τον αποκλεισμό που τους είχαν κάνει οι Παντοκρατορικοί· προτού, όμως, αρχίσουν να διαμαρτύρονται για την κατάσταση, ο Οικοδάκτυλος και η Οικονόμος άρχισαν πρώτοι να μιλάνε, εξηγώντας για τη σήραγγα και προτείνοντας να πάνε μέσω αυτής στον Δωδεκάψυχο. Οι Θηριοδαμαστές συμφώνησαν αμέσως.

«Θα ειδοποιήσουμε και τους Υδατοσκόπους,» είπε ο Οικοδάκτυλος, «και μετά ξεκινάμε. Εν τω μεταξύ ετοιμαστείτε· πάρτε μαζί σας ό,τι δεν θέλετε ν’αφήσετε πίσω.»

Οι Θηριοδαμαστές σηκώθηκαν από τις θέσεις τους στο καθιστικό και πήγαν προς τα δωμάτιά τους. Οι Πολεοδόμοι και οι επαναστάτες έφυγαν από τη σουίτα. Ο Οικοδάκτυλος και η Οικονόμος δεν είχαν συστήσει τον Πρίγκιπα Ανδρόνικο – συνετή κίνηση, αν ήταν συνειδητή και απλά δεν το είχαν ξεχάσει, έκρινε η Ιωάννα – και οι Θηριοδαμαστές δεν τον είχαν αναγνωρίσει.

Οι Υδατοσκόποι αποδείχτηκαν το ίδιο αναστατωμένοι με τους Θηριοδαμαστές, κι ακόμα περισσότερο.

«Δεν ήρθαμε εδώ για να καταλήξουμε αιχμάλωτοι!» φώναξε η Βαθύνοη η Πρώτη, όταν οι Πολεοδόμοι και οι επαναστάτες ήταν στο καθιστικό της σουίτας τους το οποίο περιλάμβανε και μια αρκετά μεγάλη πισίνα. «Δεν υπάρχει κανένας έλεγχος στη Φανχάι; Κανένα μέτρο ασφαλείας, για όνομα των θεών;» Η Βαθύνοη (την οποία σύστησαν μετά στην Ιωάννα και στους άλλους επαναστάτες) ήταν σίγουρα πάνω από εξήντα, και η Ιωάννα φοβόταν μην πάθει τίποτα έτσι όπως έκανε. Το χρυσό δέρμα στο πρόσωπό της είχε γίνει σχεδόν κόκκινο.

«Μην ανησυχείτε, Αρχόντισσά μου, και μη φωνάζετε,» είπε η Οικονόμος. «Ήρθαμε για να σας πάρουμε από εδώ.»

«Λύθηκε, λοιπόν, η πολιορκία;» είπε ο Πυθμένας ο Δεύτερος, πιο νηφάλια από τη Βαθύνοη, καθώς ήταν καθισμένος σε μια πολυθρόνα.

«Όχι ακριβώς,» αποκρίθηκε ο Οικοδάκτυλος, και του εξήγησε πώς θα τους έπαιρναν από το Νότιο Κάλεσμα, αν, φυσικά, συμφωνούσαν.

Οι Υδατοσκόποι συμφώνησαν· δεν είχαν καμία διάθεση να αισθάνονται αιχμάλωτοι μέσα στο ξενοδοχείο που είχαν πληρώσει.

48.

Χρησιμοποιώντας πάλι τις σήραγγες, οδήγησαν τους Θηριοδαμαστές και τους Υδατοσκόπους στον Δωδεκάψυχο, όπου και τους πήγαν στην αίθουσα που ήταν έτοιμη για τη συνάντηση.

«Κανένα νέο όσο λείπαμε;» ρώτησε ο Οικοδάκτυλος.

«Τίποτα,» αποκρίθηκε η Οικόκαρδη· και ρώτησε: «Δε συναντήσατε Παντοκρατορικούς στις σήραγγες, έτσι;»

«Ούτε έναν,» είπε η Οικονόμος. «Και τώρα πάμε για τους υπόλοιπους.»

Η Οικόκαρδη η Δεύτερη ένευσε, μοιάζοντας περήφανη για τα παιδιά της.

Η Ιωάννα, ο Ανδρόνικος, ο Σάνραντιλ’φεν, και η Άνμα’ταρ κατέβηκαν ξανά στις σήραγγες της Φανχάι μαζί με τον Οικοδάκτυλο, την Οικονόμο, και τον Εύοικο, ακολουθώντας αυτή τη φορά άλλη κατεύθυνση μέσα στα λαβυρινθώδη υπόγεια περάσματα που ήταν όλα φωτισμένα με ενεργειακές λάμπες. Από τον φωτισμό και μόνο, η Ιωάννα έκρινε ότι οι Πολεοδόμοι πρέπει να χρησιμοποιούσαν συχνά αυτούς τους κρυφούς δρόμους, αλλιώς γιατί να ξοδεύουν τόση ενέργεια;

Η απόσταση μέχρι τη Θέα του Τρόμου ήταν σχεδόν ίδια με την απόσταση μέχρι το Νότιο Κάλεσμα, έτσι έκαναν πάλι περίπου μισή ώρα ώσπου να φτάσουν σ’έναν ανελκυστήρα.

Αφού δεν έχουμε συναντήσει Παντοκρατορικούς ώς εδώ, αποκλείεται πλέον να συναντήσουμε, σκέφτηκε η Ιωάννα καθώς ανέβαιναν μέσα στο ξενοδοχείο. Αν η Επόπτρια ήξερε για τις σήραγγες, δεν μπορεί να είχε αφήσει δύο από τα τρία ξενοδοχεία αφύλαχτα.

Στη Θέα του Τρόμου διέμεναν οι Ακτοφύλακες και οι Γνωστικοί. Οι Πολεοδόμοι και οι επαναστάτες τούς συνάντησαν, τους εξήγησαν τι συνέβαινε, κι ύστερα τους πήραν μαζί τους στις σήραγγες, πηγαίνοντάς τους κι αυτούς στον Δωδεκάψυχο χωρίς να παρουσιαστεί κανένα πρόβλημα.

Μόνο ο Ψυλόπυργος απέμενε τώρα, όπου είχαν κλείσει δωμάτια οι Οπλομάχοι, οι Γεωμέτρες, και οι Πράσινοι. Η απόσταση ήταν η πιο μακρινή από τις τρεις και χρειάστηκαν, επομένως, περισσότερη ώρα για να τη διανύσουν, αλλά το έκαναν με πιο πολύ θάρρος καθώς δεν πίστευαν πια ότι θα συναντούσαν Παντοκρατορικούς. Ο Σάνραντιλ’φεν, ωστόσο, υποτονθόρυσε πάλι το ξόρκι του, και η Ιωάννα παρατήρησε ότι οι αισθήσεις του ήταν, σίγουρα, εστιασμένες στη μαγεία ενόσω βάδιζαν. Ο Πρόμαχος δεν ήθελε να φανεί απρόσεχτος και να το μετανιώσει μετά: και η Μαύρη Δράκαινα ενέκρινε τον τρόπο που δρούσε.

Γι’ακόμα μια φορά ανέβηκαν με ανελκυστήρα όταν έφτασαν στον προορισμό τους και, στο εσωτερικό του ξενοδοχείου, συνάντησαν τους Οπλομάχους, τους Γεωμέτρες, και τους Πράσινους και τους ζήτησαν να τους ακολουθήσουν στις σήραγγες. Οι πρώτοι και οι τελευταίοι, όμως, ήταν διστακτικοί. Βλέποντας τα μέτρα που έπαιρναν οι Παντοκρατορικοί – ολοένα και πιο σκληρά – ανησυχούσαν για τους δικούς τους που ήταν παντρεμένοι με ανθρώπους της Παντοκράτειρας.

«Μην τους φοβάστε, Άρχοντές μου!» τους είπε ο Ανδρόνικος, στην αίθουσα όπου τους είχαν συγκεντρώσει για να τους μιλήσουν. «Αυτό θέλουν – τον φόβο σας. Μην τους τον δίνετε. Δεν μπορούν πραγματικά να σας κρατήσουν υπό την κυριαρχία τους αν ξεσηκωθείτε· δεν έχουν αρκετές δυνάμεις στη Σάρντλι, και δεν υπάρχει δυνατότητα να φέρουν περισσότερες. Ούτε πρόκειται να πειράξουν τους αιχμαλώτους, διότι ξέρουν ότι έτσι θα κερδίσουν μόνο το μίσος και την οργή σας, και μετά δεν θα υπάρχει κανένας τρόπος ούτε να σας μεταστρέψουν ούτε να σας υποτάξουν.»

«Αυτά,» είπε ο Κρινοπρόσωπος ο Πρώτος, «είναι εύκολο να τα λέτε εσείς, Πρίγκιπά μου, αλλά εγώ δεν ξέρω ακόμα πού βρίσκεται η μικρή μου κόρη η Περίανθη.»

«Με το να μείνετε εδώ δεν βοηθάτε την κόρη σας, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος.

Και ο Οικοδάκτυλος είπε: «Όσο καθυστερούμε τόσο τα πράγματα χειροτερεύουν. Πρέπει να φύγετε από τον Ψηλόπυργο, Άρχοντές μου, όπως έκαναν και οι ευγενείς που διέμεναν στο Νότιο Κάλεσμα και στη Θέα του Τρόμου. Είναι τώρα όλοι συγκεντρωμένοι στον Δωδεκάψυχο και σας περιμένουν.»

Η Πολύκλαδη η Δεύτερη, η κόρη του Κρινοπρόσωπου του Πρώτου, ψιθύρισε στο δεξί αφτί του πατέρα της, ενώ, σχεδόν συγχρόνως, ψιθύριζε στο αριστερό του αφτί η Πολύκαρπη η Πρώτη, που ήταν αδελφή του. Οι δύο γυναίκες έμοιαζαν να συμφωνούν, αν και εκείνος έδειχνε προβληματισμένος. «Καλά,» είπε τελικά. «Καλά, εντάξει.» Και προς τον Οικοδάκτυλο: «Οδηγήστε μας. Τώρα που ήρθαμε στη Φανχάι και ξεκίνησε αυτό το παιχνίδι, τίποτα δεν φαίνεται να μπορεί να το σταματήσει.»

«Μη νομίζετε, Άρχοντά μου, πως τίποτα καλό θα συνέβαινε αν σταματούσε τώρα,» είπε η Οικονόμος.

Ο Ανδρόνικος συμφωνούσε μαζί της, αλλά, γι’ακόμα μια φορά, ευχήθηκε να μην πλήρωναν αθώοι – όπως η μικρή κόρη του Κρινοπρόσωπου – τον ξεσηκωμό εναντίον της Παντοκράτειρας.

Δεν ήξερε αν ο Απόλλωνας τον άκουγε εδώ, τόσο μακριά από τη διάστασή του την Απολλώνια, όμως προσευχήθηκε σ’αυτόν για να τους προσφέρει τη βοήθεια και το φως του.

49.

Οι αντιπρόσωποι των Οίκων της Σάρντλι ήταν τώρα όλοι συγκεντρωμένοι στον Δωδεκάψυχο, στην αίθουσα που είχε ετοιμαστεί ειδικά γι’αυτό τον σκοπό. Ο Ορείχαλκος τούς καλωσόρισε και τους ζήτησε να έχουν ψυχραιμία. «Αυτή η τελευταία κίνηση των Παντοκρατορικών ήταν κάτι που δεν είχαμε προβλέψει,» είπε, «αν και μάλλον θα έπρεπε. Ήταν σφάλμα μας.»

«Δε μπορούσατε να την είχατε προβλέψει εσείς, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε η Οικόκαρδη. «Εμείς θα έπρεπε να είχαμε μάθει ότι η Επόπτρια είχε φέρει κρυφά περισσότερους πολεμιστές μέσα στην πόλη–»

«Α, έχει φέρει δηλαδή κι ανθρώπους έξω από τη Φανχάι…» είπε ο Θαλασσάρχης ο Πρώτος.

«Φυσικά. Αλλιώς δε θα μπορούσε να κάνει αυτό που είδες. Θα φοβόταν.» Η Οικόκαρδη τού μιλούσε με οικειότητα, γιατί ο σύζυγός της, ο Ακτονόμος ο Τρίτος, ήταν του Οίκου των Ακτοφυλάκων, και είχαν στενές σχέσεις με τον Θαλασσάρχη, ο οποίος ήταν ξάδελφός του.

«Και τώρα, αν θέλαμε,» πρόσθεσε ο Πολύοικος ο Δεύτερος, «μπορούσαμε να τους επιτεθούμε και να τους διαλύσουμε, αλλά η αιματοχυσία θα ήταν μεγάλη μέσα στους δρόμους της πόλης: κι αυτό, βέβαια, κανένας μας δεν το επιθυμούσε αφού υπήρχε κι άλλος τρόπος για να συναντηθούμε.»

Ο Θαλασσάρχης δεν συνέχισε τούτη την κουβέντα, έτσι μίλησε και πάλι ο Ορείχαλκος, λέγοντάς τους για τον θείο του τον Όνυχα και για όλα όσα είχαν συμβεί στην περιοχή της Φιλτά’κβι, καθώς και για την απόφασή του να συμμαχήσει με την Επανάσταση. Πολλοί από τους αντιπροσώπους των Οίκων, βέβαια, τα είχαν ήδη ακούσει αυτά, αλλά ο Ορείχαλκος όφειλε να τα πει για όσους δεν τα γνώριζαν· κι επιπλέον, δε νόμιζε πως έβλαπτε να ξαναειπωθούν.

«Εκείνο, επομένως, που ζητάω από εσάς είναι, πιστεύω, προφανές. Να με υποστηρίξετε, για να ελευθερώσουμε τη Σάρντλι.»

«Τι υποστήριξη θα έχουμε εμείς, όμως;» ρώτησε η Βαλλιστρίδα η Δεύτερη, του Οίκου των Οπλομάχων. «Και εννοώ από την Απολλώνια.» Έστρεψε το βλέμμα της στον Ανδρόνικο.

«Θα σας βοηθήσω με ό,τι τρόπο δύναμαι,» αποκρίθηκε εκείνος. «Αλλά μην ξεχνάτε δύο πράγματα: η Απολλώνια βρίσκεται σε πόλεμο αυτή την περίοδο, και η απελευθέρωση της Σάρντλι αφορά κυρίως εσάς, όχι εμένα.»

«Εσείς, όμως, έρχεστε και μας ξεσηκώνετε, Πρίγκιπα Ανδρόνικε,» τόνισε η Βαθύνοη η Πρώτη.

«Δε μας έβαλε με το ζόρι ο Πρίγκιπας,» της είπε ο Μακρογνώστης ο Δεύτερος, του Οίκου των Γνωστικών. «Διακινδυνεύει τη ζωή του όσο βρίσκετε εδώ, ενώ θα μπορούσε να είναι στην πατρίδα του την Απολλώνια!»

Η Βαθύνοη τον ατένισε με άγριο βλέμμα. «Με την κατάσταση που δημιουργήθηκε, όμως, είναι σαν να εξαναγκαζόμαστε να εναντιωθούμε στην Παντοκράτειρα, Άρχοντα Μακρογνώστη!»

«Και μην ξεχνάμε πως η Απολλώνια θα επωφεληθεί από την απελευθέρωση της Σάρντλι,» είπε ο Πέλεκυς ο Πρώτος, «αφού οι Παντοκρατορικοί θα χάσουν τα μεταλλεύματα με τα οποία τους προμηθεύουμε και τα οποία τους είναι απαραίτητα τώρα, με τόσα μέτωπα που έχουν ανοιχτά.»

«Σαφώς και θα επωφεληθεί η Απολλώνια, Άρχοντά μου,» έδωσε απάντηση ο Ανδρόνικος, «αλλά όχι μόνο η Απολλώνια: όλες οι διαστάσεις που έχουν επαναστατήσει, καθώς και όλοι οι επαναστάτες που βρίσκονται σε διαστάσεις ακόμα υπό την κυριαρχία της Παντοκράτειρας. Είμαι εδώ ως αντιπρόσωπος κάθε ανθρώπου που μάχεται κατά της Συμπαντικής Παντοκρατορίας, όχι ως ηγέτης της Απολλώνιας. Αν ίσχυε το δεύτερο, θα είχα συστηθεί ως Βασιληάς Ανδρόνικος του Οίκου των Ευφρόνων, Άρχοντες και Αρχόντισσές μου της Σάρντλι. Όμως τώρα, εδώ, για εσάς, είμαι μόνο ο Πρίγκιπας της Επανάστασης. Και δηλώνω πως θα σας βοηθήσω με κάθε τρόπο εναντίον της Παντοκρατορίας· αλλά δεν μπορώ – δεν είναι εφικτό για εμένα – να δώσω τις μάχες που πρέπει εσείς να δώσετε. Αν και εύχομαι να μη χρειαστεί καθόλου πόλεμος.»

«Θεωρείτε ότι οι Παντοκρατορικοί θα φύγουν ειρηνικά, Πρίγκιπά μου;» ρώτησε η Βαλλιστρίδα, με χροιά και ύφος που έλεγαν, ξεκάθαρα, ότι το αμφισβητούσε πολύ αυτό.

«Μπορεί και ναι, επειδή η Παντοκράτειρα τώρα δεν έχει περισσότερο στρατό για να στείλει στη Σάρντλι ώστε να διατηρήσει τις κτήσεις της. Επιπλέον, όσο πιο γρήγορα και αιφνιδιαστικά κινηθείτε, τόσο το καλύτερο θα είναι, κατά τη γνώμη μου.»

«Αποκλείεται να μη γίνουν επεισόδια…» είπε η Σταυροδρόμια η Δεύτερη.

«Επεισόδια,» τους θύμισε ο Ηλιόνους ο Πρώτος, του Οίκου των Ουράνιων, «έχουν ήδη γίνει. Αιχμαλώτισαν τα παιδιά μας με την πρώτη υποψία ότι μπορεί να αποστατήσουμε! Κι επίσης με την πρώτη υποψία, φυλάκισαν την κόρη μου, την Ανεμόφθαλμη τη Δεύτερη» – στράφηκε να την κοιτάξει προς στιγμή – «και λίγο έλειψε να την εκτελέσουν! Εξοργιστικά και τα δύο, Άρχοντές μου!»

(Η Ανεμόφθαλμη μειδίασε άθελά της, και προσπάθησε να το κρύψει από ευγένεια. Χαιρόταν που – επιτέλους – έβλεπε τον πατέρα της έτσι, μαχητικό και ξεκάθαρα εναντίον των Παντοκρατορικών. Μάλλον η απαγωγή της συνονόματής της από τον Βύρωνα Καλπάρτι ήταν η τελευταία προσβολή που μπορούσε ο Ηλιόνους ο Πρώτος να δεχτεί από τους Παντοκρατορικούς.)

«Το θέμα, όμως,» είπε ο Κρινοπρόσωπος ο Πρώτος, «είναι τι μπορεί να κάνουν με τα παιδιά μας…»

«Νομίζετε, Άρχοντά μου,» του είπε ο Επουράνιος ο Πρώτος, «ότι δεν θα κρατήσουν τώρα αιχμαλώτους, ακόμα κι αν αποφασίσουμε να μην επαναστατήσουμε εναντίον τους; Θα κρατήσουν αιχμαλώτους, σας διαβεβαιώνω, απλά και μόνο γιατί δεν θα μας θεωρούν, πλέον, αξιόπιστους και θα φοβούνται ότι μπορεί οποιαδήποτε στιγμή να τους χτυπήσουμε, αφού αυτό τον καιρό είναι ευάλωτοι.»

«Ο Άρχοντας Επουράνιος έχει δίκιο σ’ετούτο,» συμφώνησε ο Πέλεκυς ο Πρώτος.

«Καταλήγουμε, λοιπόν, να εξαναγκαζόμαστε…» είπε, φανερά δυσαρεστημένη, η Βαθύνοη.

«Προτιμούν οι Υδατοσκόποι να είμαστε υποτελείς στην Παντοκράτειρα, Αρχόντισσά μου;» ρώτησε η Πολυγνώστρια η Πρώτη.

«Δεν είναι αυτό που λέω!»

«Πρέπει να ψηφίσουμε,» είπε ο Μακρογνώστης, «σύμφωνα με το έθιμο. Για θέματα που αφορούν ολόκληρη τη διάσταση, οι Οίκοι ψηφίζουν.»

«Δε θυμάμαι να ψηφίσαμε όταν παραδοθήκαμε στην Παντοκράτειρα…» σχολίασε ο Κρινοπρόσωπος.

«Δεν είχαμε εναλλακτικές λύσεις τότε, Άρχοντά μου,» είπε ο Πέλεκυς. «Αν ο πατέρας σας, ο Πολύκαρπος, ήταν ακόμα μαζί μας θα μπορούσε να σας διαβεβαιώσει γι’αυτό.»

«Αν και μικρός τότε, Άρχοντα Πέλεκυ, δεν ήμουν τόσο μικρός ώστε να μη θυμάμαι τι είχε συμβεί. Και συμφωνώ ότι δεν υπήρχαν εναλλακτικές λύσεις· απλώς το σχολίασα γιατί, για να είμαι ειλικρινής, δεν θυμόμουν αυτό το έθιμο.»

«Δεν παρουσιάζεται συχνά ανάγκη να παίρνονται αποφάσεις για ολόκληρη τη Σάρντλι,» είπε ο Μακρογνώστης, «έτσι πολλά πράγματα λησμονούνται.»

«Ας ψηφίσουμε, επομένως,» είπε ο Ορείχαλκος. «Υποθέτω η ψηφοφορία γίνεται ανοιχτά, Άρχοντα Μακρογνώστη…»

Εκείνος ένευσε. «Ναι· είναι πολύ σημαντικό να ξέρουμε ποια θέση παίρνει ο καθένας.»

«Οι Ορειβάτες,» δήλωσε ο Ορείχαλκος, «όπως προφανώς δεν θα έχει αμφιβολία κανένας σας, είναι υπέρ της Επανάστασης.»

Η Λεόμορφη η Δεύτερη είπε: «Θα πρέπει να το συζητήσουμε για λίγο αναμεταξύ μας, Άρχοντα Ορείχαλκε. Δεν ήρθαμε στη Σάρντλι ήδη αποφασισμένοι.»

«Τότε,» αποκρίθηκε ο Ορείχαλκος ακουμπώντας την πλάτη του στην καρέκλα, «μπορείτε ασφαλώς να το συζητήσετε.»

«Ελπίζουμε αυτό να το προβλέπει το έθιμο, Άρχοντα Μακρογνώστη,» είπε, λιγάκι αστεία, η Πολύοπλη η Τέταρτη, η κόρη της Βαλλιστρίδας της Δεύτερης που της έμοιαζε τόσο – στην εμφάνιση, τουλάχιστον, και πιθανώς και στον χαρακτήρα.

Ορισμένοι γύρω απ’το τραπέζι γέλασαν, περισσότερο νευρικά παρά εύθυμα.

«Τα ήθη και τα έθιμα μας είναι που μας ξεχωρίζουν από τα άγρια θηρία,» είπε ο Μακρογνώστης ο Δεύτερος, «και δεν θα πρέπει να τα περιγελούμε, κοπέλα μου.» Το είχε πάρει πιο σοβαρά απ’ό,τι θα ήθελε η Πολύοπλη, ήταν βέβαιος ο Ορείχαλκος.

Μετά, οι αντιπρόσωποι των Οίκων βγήκαν από την αίθουσα προκειμένου να συζητήσουν αναμεταξύ τους σχετικά με το τι θα ψήφιζαν.

Η Ιωάννα έσβησε το πέμπτο τσιγάρο και είπε στον Ανδρόνικο, που καθόταν πλάι της και, όπως κι εκείνη, δεν είχε σηκωθεί απ’το τραπέζι της συνεδρίασης: «Αν τώρα δεν στραφούν εναντίον της Παντοκράτειρας, οι πράκτορές της θα τους ανταμείψουν για την πίστη τους με το να τους κάνουν να υποφέρουν για την επόμενη εκατονταετία.»

Και ο Ανδρόνικος ήξερε ότι η Ιωάννα είχε δίκιο. Γνωρίζει από πρώτο χέρι τις τιμωρίες της Παντοκράτειρας…

50.

Καμια ώρα πέρασε ενώ οι αντιπρόσωποι του κάθε Οίκου συζητούσαν αναμεταξύ τους, ιδιαιτέρως· και μετά, συγκεντρώθηκαν όλοι στην αίθουσα της συνεδρίασης για να ψηφίσουν, ανοιχτά και επώνυμα. Ο ένας κατόπιν του άλλου, οι Οίκοι της Σάρντλι δήλωσαν αν ήταν υπέρ ή κατά της Επανάστασης. Η σημαντικότερη στιγμή στην Ιστορία της διάστασης των τελευταίων χρόνων. Μια απόφαση που θα καθόριζε την Ιστορία της στο μέλλον, όπως όλοι τους γνώριζαν.

«Ο Οίκος των Ορειβατών δηλώνει υπέρ,» είπε ο Ορείχαλκος. Όχι πως αυτό δεν ήταν ήδη γνωστό, αλλά όφειλε να ανακοινωθεί επίσημα τώρα, σύμφωνα με το έθιμο.

Ο Ηλιόνους ο Πρώτος είπε: «Ο Οίκος των Ουράνιων δηλώνει υπέρ.» Ο Ορείχαλκος δεν το αμφέβαλλε ότι θα ήταν υπέρ, αλλά μέχρι ετούτη τη στιγμή δεν μπορούσε να είναι κι απόλυτα βέβαιος. Ανακουφίστηκε από την ψήφο των Ουράνιων, μα ήξερε ότι οι αποφάσεις των υπόλοιπων Οίκων ήταν που θα καθόριζαν το τελικό αποτέλεσμα.

Η Πολυγνώστρια η Πρώτη είπε: «Ο Οίκος των Γνωστικών δηλώνει υπέρ.»

Η Βαθύνοη η Πρώτη είπε: «Ο Οίκος των Υδατοσκόπων δηλώνει κατά.»

Ο Πέλεκυς ο Πρώτος είπε: «Ο Οίκος των Οπλομάχων δηλώνει υπέρ.» Οι Οπλομάχοι είναι μαζί μας, σκέφτηκε ο Ορείχαλκος, που δεν ήταν καθόλου βέβαιος γι’αυτό, δεδομένου ότι είχαν δύο σημαντικούς συγγενείς τους παντρεμένους με Παντοκρατορικούς. Μακάρι το ίδιο να είναι και οι Πράσινοι…

Ο Τραπέζιος ο Δεύτερος είπε: «Ο Οίκος των Γεωμετρών δηλώνει κατά.» Κι ο Ορείχαλκος ξαφνιάστηκε. Οι Γεωμέτρες!; Γιατί; Ο Τριγώνιος ο Τρίτος, ο σύζυγος της Γρανίτιας, ήταν γιος του Τραπέζιου του Δευτέρου. Πώς πήραν αυτή την απόφαση; Βλέποντας την έκφραση στο πρόσωπο της Ευθύγραμμης της Τρίτης, έκρινε πως εκείνη μάλλον δεν συμφωνούσε με τη γενική ψήφο του Οίκου της.

Ο Πολύδρομος ο Πρώτος είπε: «Ο Οίκος των Οδηγών δηλώνει υπέρ.»

Ο Κρινοπρόσωπος ο Πρώτος είπε: «Ο Οίκος των Πρασίνων δηλώνει κατά.» Αναμενόμενο, σκέφτηκε ο Ορείχαλκος, απογοητευμένος που οι Πράσινοι δεν είχαν βρει το θάρρος να ψηφίσουν υπέρ. Η ψηφοφορία, πάντως, φαίνεται γενικά να γέρνει προς το υπέρ. Προσπάθησε μέσα στο μυαλό του να κάνει τον υπολογισμό, αλλά μια φωνή τον διέκοψε.

Ο Κτηνομάτης ο Πρώτος είπε: «Ο Οίκος των Θηριοδαμαστών δηλώνει κατά.» Κατά; απόρησε ο Ορείχαλκος. Γιατί, για όνομα των θεών; Τι έχουν να χάσουν, εκεί στη Βαν’τάτλεχ που κατοικούν;

Ο Ακτονόμος ο Δεύτερος είπε: «Ο Οίκος των Ακτοφυλάκων δηλώνει υπέρ.»

Η Οικόκαρδη η Δεύτερη είπε: «Ο Οίκος των Πολεοδόμων δηλώνει υπέρ.»

Ο Μακρογνώστης καθάρισε τον λαιμό του, κοιτάζοντας τις σημειώσεις που είχε κρατήσει σ’ένα σημειωματάριο. «Βρίσκομαι στην ευχάριστη θέση να σας ανακοινώσω ότι έχουμε εφτά υπέρ και τέσσερα κατά. Η Σάρντλι είναι,» είπε υψώνοντας το βλέμμα του, «από εδώ και στο εξής υπέρ της Επανάστασης.»

«Και οι Παντοκρατορικοί στρατιωτικοί και Επόπτες πρέπει να μαζέψουν τα πράγματά τους και να τραβήξουν για αλλού,» πρόσθεσε ο Επουράνιος ο Πρώτος, ανάβοντας, φανερά ευχαριστημένος, το πούρο του.

«Να δούμε, όμως, κατά πόσο θα φύγουν αδιαμαρτύρητα…» είπε, δυσοίωνα, ο Κρινοπρόσωπος ο Πρώτος.

51.

Οι Πολεοδόμοι έδωσαν διαταγή να βγει ανακοίνωση στο Μάτι της Φανχάι, το σημαντικότερο τηλεοπτικό κανάλι της πόλης, ότι ύστερα από επίσημη συγκέντρωση στον Δωδεκάψυχο οι Οίκοι της Σάρντλι είχαν αποφασίσει να αναγγείλουν την ανεξαρτησία της διάστασης από τη Συμπαντική Παντοκρατορία. Οι επόπτες, οι πράκτορες, οι στρατιωτικοί, και οι στρατοί της Παντοκράτειρας όφειλαν να αποχωρήσουν από τη Σάρντλι το συντομότερο δυνατό, αλλιώς θα θεωρούνταν εχθροί και οι γηγενείς θα τους φέρονταν ανάλογα.

Η ίδια διαταγή δόθηκε σε ραδιοφωνικούς σταθμούς και στη μεγάλη εφημερίδα της Φανχάι, την Πολύβοη, καθώς επίσης και σε μαντατοφόρους, που έφυγαν επάνω σε δίκυκλα για να διαδώσουν την απόφαση σ’όλη τη διάσταση.

Το νέο, ασφαλώς, δεν άργησε καθόλου να φτάσει στ’αφτιά της Επόπτριας Νιρτάνα, η οποία ήταν στο γραφείο της μέσα στο Παντοκρατορικό Φρουραρχείο της Φανχάι, μαζί με τη Χριστίνα Ταχυδάκτυλη.

«Τι!» ούρλιαξε η Νιρτάνα, κοιτάζοντας την οθόνη του τηλεοπτικού δέκτη, στη γωνία του δωματίου, ο οποίος ήταν εστιασμένος στη συχνότητα του Ματιού της Φανχάι. «Δεν είναι δυνατόν να έγινε αυτή η συνάντηση! Πρόκειται για απάτη!»

«Νομίζεις,» είπε η Χριστίνα, «ότι θα έκαναν τέτοια απάτη οι άνθρωποι της Σάρντλι, με τα ένα-εκατομμύριο-και-ένα έθιμά τους;»

«Σάρντλια είμαι,» της θύμισε η Νιρτάνα. «Και η πολιτική είναι πολιτική, σ’όποια διάσταση κι αν βρίσκεσαι! Πώς βγήκαν οι αντιπρόσωποι των Οίκων απ’τα ξενοδοχεία τους για να συγκεντρωθούν στον Δωδεκάψυχο; Τα έχουμε όλα περικυκλωμένα! Πρόκειται για απάτη, σου λέω.»

Μετά, όμως, η οθόνη έδειξε τους αντιπροσώπους των Οίκων συγκεντρωμένους σε μια αίθουσα, και μαζί τους ήταν ο Ορείχαλκος, καθώς και ο Αρχιπροδότης.

«Αδύνατον!» φώναξε η Νιρτάνα. «Αδύνατον!» Και κάλεσε, μέσω πομπού, τους πολεμιστές της που είχαν περικυκλώσει τα ξενοδοχεία, απαιτώντας να μάθει τι είχε συμβεί. Κανένας δεν μπορούσε να της δώσει απάντηση, όμως. Οι αρχηγοί τους δήλωναν άγνοια. Μήπως ήταν προδότες; δεν μπόρεσε παρά να αναρωτηθεί η Επόπτρια.

Στην οθόνη, ο Αρχιπροδότης μιλούσε τώρα και έλεγε σε κάποιον ανταποκριτή του Ματιού της Φανχάι: «…Όχι· οι κάτοικοι της Σάρντλι δεν χρειάζεται να φοβούνται αντίποινα. Πράκτορες της Επανάστασης βρίσκονται σε κάθε μεριά της διάστασής τους, και η Απολλώνια θα τους υποστηρίξει όσο μπορεί. Επιπλέον, όποιος παρακολουθεί τα πραγματικά γεγονότα τον τελευταίο καιρό στο Γνωστό Σύμπαν θα έχει αναμφίβολα παρατηρήσει ότι η Παντοκράτειρα έχει χάσει τη δύναμη που κάποτε είχε. Η Συμπαντική Παντοκρατορία καταρρέει σε κάθε γωνιά του Γνωστού Σύμπαντος. Η Νόρχακ – η διάσταση που ανακαλύφθηκε τελευταίως – είναι εναντίον της· η Απολλώνια είναι εναντίον της· η Χάρνταβελ πρόσφατα ελευθερώθηκε· στη Σεργήλη γίνεται πόλεμος, τον οποίο η Επανάσταση φαίνεται να κερδίζει· στη Φεηνάρκια, το ίδιο. Και η Σάρντλι θα βοηθήσει στο να γείρει η πλάστιγγα προς τη μεριά της Ελευθερίας.»

«Αυτό το γαμημένο καθίκι!» γρύλισε η Νιρτάνα. «Έρχεται εδώ και εξωθεί τους ντόπιους σε αποστασία!» Αρπάζοντας το ποτήρι της με το τάο βις το εκτόξευε πάνω στον τοίχο πλάι στον τηλεοπτικό δέκτη, σπάζοντάς το και τινάζοντας το ποτό ολόγυρα, αφήνοντας λεκέδες.

Μετά από λίγο, ο ανταποκριτής του Ματιού πλησίασε τον Ορείχαλκο και τον ρώτησε τι τον είχε ωθήσει να στραφεί εναντίον της Παντοκράτειρας, ειδικά από τη στιγμή που ήταν σύζυγό της. Εκείνος αποκρίθηκε: «Είχαν αντικαταστήσει ένα μέλος του Οίκου των Ορειβατών – το οποίο τώρα δεν θα κατονομάσω – με ένα Δημιούργημα: ένα από τα πλάσματά τους που παριστάνουν τους ανθρώπους χωρίς να είναι άνθρωποι. Τα σημάδια που βλέπετε στο πρόσωπό μου αυτό το τέρας τα προκάλεσε, όταν το ανακαλύψαμε και επιχειρήσαμε να το σκοτώσουμε–»

«Κινδύνεψε η ίδια σας η ζωή, δηλαδή, Άρχοντά μου;» ρώτησε ο ανταποκριτής, που η όψη του δεν φαινόταν στην οθόνη έτσι όπως ήταν στημένος ο τηλεοπτικός πομπός.

«Όχι μονάχα η δική μου. Ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος και άλλοι επαναστάτες, καθώς και συγγενείς μου, κινδύνεψαν επίσης. Αυτό και μόνο – αυτή η απαράδεκτη αντικατάσταση του συγγενή μας με Δημιούργημα – θα ήταν αρκετό για να μας στρέψει όλους, όλους τους Ορειβάτες, κατά της Συμπαντικής Παντοκρατορίας. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Οι απαιτήσεις των Παντοκρατορικών από εμάς – σχετικά με τα ορυχεία μας – ήταν εξωφρενικές, και πολλές φορές οι εργάτες μας είχαν μπει σε αχρείαστο κίνδυνο, ενώ οι μισθοί τους πλήττονταν ολοένα και περισσότερο. Αυτό, για εμάς, ήταν… ήταν κάτι που δεν μπορούσαμε να το ανεχθούμε πλέον.»

«Ο ένας αισχρός προδότης κατόπιν του άλλου,» γρύλισε η Νιρτάνα, χαμηλώνοντας τον ήχο του τηλεοπτικού δέκτη.

«Πρέπει, κάπως, να τους μεταστρέψουμε,» είπε η Χριστίνα. «Να υποτάξουμε και πάλι τη Σάρντλι.»

«Με τι στρατό; Αυτός που υπάρχει εδώ δεν είναι αρκετός για να υποτάξει ολόκληρη τη διάσταση, και η Παντοκράτειρα δεν στέλνει πια μαχητές από τη Ρελκάμνια.»

«Ούτε για κάτι τόσο σοβαρό;»

«Δεν καταλαβαίνεις; Δεν μπορεί. Έχει πολλά ανοιχτά μέτωπα. Γι’αυτό κιόλας υπήρχε πρόβλημα στα ορυχεία των Ορειβατών – πρόβλημα με τους επαναστάτες. Κι όπως βλέπεις, αυτό το καταραμένο πρόβλημα πήρε διαστάσεις που δεν φανταζόμασταν…»

«Δηλαδή, θα υποχωρήσουμε;» έκανε η Χριστίνα καθώς σηκωνόταν από την καρέκλα της.

«Έχεις καμια καλύτερη ιδέα;» είπε η Νιρτάνα, που ήταν ήδη όρθια.

52.

Οι μισθοφόροι των Πολεοδόμων βγήκαν στους δρόμους της Φανχάι, οπλισμένοι με τουφέκια και πιστόλια και καραμπίνες, σπαθιά και ξιφολόγχες, δόρατα και πολεμικούς πέλεκεις, πεζοί, επάνω σε άλογα, επάνω σε ξεσκέπαστα ενεργειακά οχήματα με περιστρεφόμενα πυροβόλα. Ο Εύοικος ο Τρίτος πήγε μαζί τους, έφιππος, βαστώντας ψηλά μια καραμπίνα με ξιφολόγχη προσαρτημένη. Πλάι του ερχόταν ένας άλλος καβαλάρης κρατώντας μια σημαία με το έμβλημα του Οίκου των Πολεοδόμων. Στον ουρανό πάνω από τη Φανχάι, ελικόπτερα πετούσαν κάνοντας κύκλους, κι από τις ανοιχτές πόρτες τους φαίνονταν πολεμιστές με όπλα στα χέρια. Στη μπροστινή τους μεριά είχαν πυροβόλο προσαρτημένο, ενώ στα φτερά τους είχαν ή μικρότερα πυροβόλα ή ρουκετοβόλα. Οι διαταγές τους, όμως, από τους Πολεοδόμους ήταν να μη ρίξουν. Και οι ίδιες διαταγές ίσχυαν για όλους τους μισθοφόρους. Το ζητούμενο ήταν να διώξουν τους Παντοκρατορικούς από την πόλη, όχι να πνίξουν τους δρόμους της στο αίμα.

Οι πολίτες, βέβαια, μην ξέροντας τι θα συνέβαινε, ήδη έτρεχαν να κρυφτούν στα σπίτια τους· οι έμποροι έκλειναν και διπλοκλείδωναν τα καταστήματά τους, κατέβαζαν ανθεκτικά σιδερένια ρολά· οι ταξιδιώτες πήγαιναν στα ξενοδοχεία τους ή προσπαθούσαν να φύγουν όσο το δυνατόν πιο γρήγορα από την πόλη, ανεβαίνοντας σε άλογα, σε οχήματα, σε πλεούμενα.

Οι ιερείς, στους ναούς τους, προσεύχονταν στους θεούς της Σάρντλι να δώσουν δύναμη, θάρρος, και αντοχή στα παιδιά της διάστασης, καθώς και σοφία, σύνεση, και γνώση στους άρχοντες των Έντεκα Οίκων.

Η Επόπτρια Νιρτάνα πρόσταξε, μέσω πομπού, τους πολεμιστές της να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους γύρω από τα ξενοδοχεία που είχαν αποκλείσει και να συγκεντρωθούν γύρω από το Παντοκρατορικό Φρουραρχείο. Πράγμα που έγινε με ελάχιστες συμπλοκές. Μονάχα σε μερικές διασταυρώσεις των λεωφόρων της Φανχάι οι Παντοκρατορικοί αντάλλαξαν ριπές με τους μισθοφόρους των Πολεοδόμων. Οι νεκροί και οι τραυματίες ήταν λίγοι, το ίδιο και οι ζημιές στην πόλη. Οι Παντοκρατορικοί εκτόξευαν πίσω τους καπνογόνα και δακρυγόνα, καθώς υποχωρούσαν, γεμίζοντας τους δρόμους με βλαβερές αναθυμιάσεις. Οι μισθοφόροι των Πολεοδόμων έδεσαν νωπά μαντήλια γύρω από τα πρόσωπά τους, ενώ άλλοι φόρεσαν ειδικά γυαλιά ή μάσκες. Κάποιοι, δε, εξαγριωμένοι, εξαπέλυσαν χειροβομβίδες κατά των λευκοντυμένων πολεμιστών της Παντοκράτειρας, ανατινάζοντας ανθρώπους, οχήματα, πόρτες, παράθυρα, τζαμαρίες, το λιθόστρωτο δρόμων· αλλά αυτούς ο Εύοικος ο Τρίτος και οι υπαρχηγοί του, σύντομα, τους σταμάτησαν με βρισιές και διαταγές.

«ΤΙ ΣΚΑΤΑ ΚΑΝΕΤΕ, ΓΑΜΩ ΤΙΣ ΘΥΕΛΛΕΣ ΤΟΥ ΣΑΜΠΡΕΟΘ!» βρυχήθηκε ο Εύοικος, επάνω στο άλογό του. «Θα γαμήσετε την πόλη; Θα σας κρεμάσω όλους!

»Τους διώχνουμε· καταλαβαίνετε; ΔΙΩΧΝΟΥΜΕ. Δε γκρεμίζουμε τη Φανχάι, ούτε σκοτώνουμε τους πάντες! Πετάξτε τους καπνογόνα, πετάξτε τους χυμικά, πετάξτε τους σκατά αλόγου και σκατά κροκόδειλου, όχι βόμβες!»

Οι πολεμιστές της Παντοκράτειρας συγκεντρώθηκαν τελικά γύρω από το Παντοκρατορικό Φρουραρχείο, όπως τους είχε προστάξει η Επόπτρια της Φανχάι, και οχυρώθηκαν εκεί, ορθώνοντας πρόχειρα συρματοπλέγματα, μεταλλικά τοιχώματα, γιγάντιες ασπίδες.

Η Νιρτάνα άνοιξε τις γρίλιες του παραθύρου του γραφείου της και κοίταξε κάτω. Πρέπει να είναι όλοι εδώ, παρατήρησε, βλέποντας ότι οι δρόμοι γύρω από το Φρουραρχείο είχαν γεμίσει λευκοντυμένους πολεμιστές, άλογα, και οχήματα. Από το βάθος μπορούσε να δει τους μισθοφόρους των Πολεοδόμων να έρχονται μέσα από σκόνη, θόρυβο, και καπνό. Τι ανομοιόμορφο συνονθύλευμα που ήταν! Σαν βάρβαροι ιθαγενείς. Άλλοι ντυμένοι έτσι, άλλοι ντυμένοι αλλιώς, παρότι επάνω τους είχαν, υποχρεωτικά, τα αναγνωριστικά του Οίκου για τον οποίο δούλευαν. Η Νιρτάνα έσφιξε τις γροθιές της, νιώθοντας την παρόρμηση να προστάξει να τους βομβαρδίσουν. Τα ελικόπτερα που πετούσαν πάνω από την πόλη δεν ήταν όλα των Πολεοδόμων, αλλά μέχρι στιγμής κανένα δεν είχε ανοίξει πυρ, ούτε κατά των μαχητών στους δρόμους ούτε κατά των άλλων αεροσκαφών. Η Νιρτάνα μπήκε στον πειρασμό να δώσει τη διαταγή… μα δεν την έδωσε. Τα επακόλουθα θα είναι πολύ άσχημα αν το κάνω. Και δεν έχουμε τη δύναμη για να κρατηθούμε εδώ, αφού οι Οίκοι αποφάσισαν ότι είναι με την Επανάσταση και το δήλωσαν δημοσίως.

Δεν υπάρχει επιστροφή.

Αλλά η Νιρτάνα θα έκανε μια τελευταία προσπάθεια παρ’όλα’αυτά.

Σήκωσε τον τηλεβόα που είχε πλάι της–

Η Χριστίνα γέλασε πικρά. «Είναι δυνατόν να νομίζεις ότι αυτό θα τους τρομάξει;»

«Αφού δεν έχεις καμια άλλη ιδέα να προτείνεις, βγάλε τον σκασμό,» της είπε η Νιρτάνα, και πάτησε τον διακόπτη που ενεργοποιούσε τον τηλεβόα.

Η φωνή της αντήχησε στους δρόμους γύρω από το Παντοκρατορικό Φρουραρχείο και πέρα από αυτούς: «ΑΡΧΟΝΤΕΣ ΠΟΛΕΟΔΟΜΟΙ, ΚΑΝΕΤΕ ΛΑΘΟΣ ΝΑ ΕΠΙΣΥΡΕΤΕ ΤΗΝ ΟΡΓΗ ΤΗΣ ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΕΙΡΑΣ ΕΠΑΝΩ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΣΑΣ ΚΑΙ ΕΠΑΝΩ ΣΤΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΣΑΡΝΤΛΙ. ΠΑΡΑΔΩΣΤΕ ΜΑΣ ΤΟΥΣ ΑΠΟΣΤΑΤΕΣ, ΤΟΝ ΑΡΧΙΠΡΟΔΟΤΗ ΠΡΙΓΚΙΠΑ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟ, ΚΑΙ ΤΟΝ ΠΡΟΔΟΤΗ ΑΡΧΟΝΤΑ ΟΡΕΙΧΑΛΚΟ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥ ΤΩΝ ΟΡΕΙΒΑΤΩΝ ΚΑΙ ΟΛΑ ΤΟΥΤΑ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΞΕΧΑΣΤΟΥΝ. Η ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΕΙΡΑ ΘΑ ΠΑΡΑΒΛΕΨΕΙ Ο,ΤΙ ΣΥΝΕΒΗ, ΚΑΙ Η ΣΑΡΝΤΛΙ ΔΕΝ ΘΑ ΑΙΜΟΡΡΑΓΗΣΕΙ.»

Οι μισθοφόροι σταμάτησαν σε κάποια απόσταση από το Παντοκρατορικό Φρουραρχείο, αντίκρυ στους πολεμιστές της Παντοκράτειρας, έχοντάς τους ουσιαστικά περικυκλωμένους αν και όχι στο έλεός τους. Αν ξεσπούσε μάχη, θα ήταν άγρια· κανείς δεν το αμφέβαλλε.

Ο Ορείχαλκος ήταν ανάμεσα στους μισθοφόρους των Πολεοδόμων, περιστοιχισμένος από τους δικούς του μισθοφόρους, και κοντά του βρίσκονταν κι αρκετοί επαναστάτες από το Φτερωτό Όρος, αλλά όχι ο Ανδρόνικος· η Ιωάννα είχε πει ότι δεν ήταν συνετό οι δυο τους να είναι στο ίδιο μέρος. Οι Παντοκρατορικοί, αν τους έβλεπαν, μπορεί να επιχειρούσαν να τους χτυπήσουν με κάποια βόμβα ή ρουκέτα, ώστε να τους βγάλουν, γρήγορα, και τους δύο από τη μέση.

Ο Ορείχαλκος τώρα, ακούγοντας τα λόγια της Επόπτριας (η οποία φαινόταν σ’ένα από τα παράθυρα του Παντοκρατορικού Φρουραρχείου), ζήτησε να του δώσουν έναν τηλεβόα. Η Σιλάνα ένευσε και είπε στους επαναστάτες ότι ο Άρχοντας Ορείχαλκος χρειαζόταν τηλεβόα. Ένας απ’αυτούς είχε τηλεβόα μαζί του, της τον έδωσε, και η Σιλάνα τον έδωσε στον Ορείχαλκο.

Εκείνος παρατήρησε ότι ο Εύοικος δεν είχε ακόμα απαντήσει στην Επόπτρια. Μάλλον δεν πίστευε ότι ήταν η θέση του να απαντήσει, και η Οικόκαρδη τώρα δεν βρισκόταν εδώ. Ούτε τον Οικοδάκτυλο ή την αδελφή του, την Οικονόμο, μπορούσε ο Ορείχαλκος να δει πουθενά.

Σήκωσε τον τηλεβόα, τον ενεργοποίησε, και είπε: «Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΠΑΡΘΗΚΕ, ΕΠΟΠΤΡΙΑ! Η ΣΑΡΝΤΛΙ ΕΙΝΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΔΥΝΑΣΤΕΣ ΤΗΣ. ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΑΛΛΑΖΕΙ ΤΩΡΑ. ΚΑΙ ΟΙ ΜΟΝΟΙ ΠΟΥ ΘΑ ΑΙΜΟΡΡΑΓΗΣΟΥΝ ΘΑ ΕΙΣΤΕ ΕΣΥ ΚΑΙ ΟΙ ΑΚΟΛΟΥΘΟΙ ΣΟΥ, ΑΝ ΔΕΝ ΑΡΧΙΣΕΤΕ ΑΜΕΣΩΣ ΝΑ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΕΤΕ ΤΗΝ ΠΟΛΗ ΚΑΙ ΑΝ, ΕΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ, ΔΕΝ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΕΤΕ ΤΗ ΣΑΡΝΤΛΙ.»

Οι μισθοφόροι των Ορειβατών και των Πολεοδόμων ζητωκραύγασαν, κραδαίνοντας τα όπλα τους στον αέρα.

Η Νιρτάνα ήταν έτοιμη να ανταπαντήσει, αλλά το ξανασκέφτηκε. Έκλεισε τον τηλεβόα και τον κατέβασε από τα χείλη της. Στράφηκε να κοιτάξει τη Χριστίνα, η οποία στεκόταν πίσω της.

«Μάλλον δεν έπιασε…» παρατήρησε η Ταχυδάκτυλη, ειρωνικά.

Η Νιρτάνα την αγνόησε. «Καλύτερα να πηγαίνουμε όσο ακόμα μπορούμε. Δε θέλω να μπλέξουμε σε πολιορκία μέσα στο Φρουραρχείο, και υποθέτω ούτε εσύ.»

Η Χριστίνα δεν μπορούσε να διαφωνήσει τώρα, έτσι έμεινε σιωπηλή καθώς η Νιρτάνα περνούσε από δίπλα της πλησιάζοντας τον δίαυλο στο γραφείο για να δώσει διαταγή στους αξιωματικούς της να εγκαταλείψουν τη Φανχάι.

53.

Ο Ανδρόνικος, η Ιωάννα, και η Άνμα’ταρ ήταν μέσα σ’ένα ελικόπτερο, μαζί με δύο επαναστάτες του Φτερωτού Όρους και την Οικονόμο τη Δεύτερη. Η Μαύρη Δράκαινα ήταν στο τιμόνι, και έκανε το αεροσκάφος κύκλους γύρω από το Παντοκρατορικό Φρουραρχείο, διατηρώντας απόσταση ασφαλείας και έχοντας το νου της για ύπουλες επιθέσεις με ρουκέτες. Το μόνο που την καθησύχαζε ήταν ότι πίστευε πως οι Παντοκρατορικοί δεν ήξεραν ότι ο Ανδρόνικος βρισκόταν εδώ μέσα, επομένως γιατί να στοχεύσουν το συγκεκριμένο ελικόπτερο όταν τόσα πετούσαν πάνω από τη Φανχάι;

«Φεύγουν,» είπε ο Ανδρόνικος, καθώς από κάτω τους οι λευκοντυμένοι πολεμιστές της Παντοκράτειρας έριχναν τα πρόχειρα οχυρωματικά τους έργα από μια μεριά και πήγαιναν προς μια από τις λεωφόρους της πόλης. Οι μισθοφόροι των Πολεοδόμων παραμέριζαν, καθώς οι αρχηγοί τους φαινόταν να τους δίνουν διαταγές κουνώντας τα χέρια και τα όπλα τους στον αέρα. Επίσης, τρία Παντοκρατορικά ελικόπτερα προσγειώνονταν στην οροφή του Φρουραρχείου.

«Εκτός αν είναι κόλπο…» είπε η Ιωάννα.

Εσύ παντού κόλπα βλέπεις, Μαύρη Δράκαινα, σκέφτηκε ο Ανδρόνικος. Αλλά του άρεσε ακριβώς έτσι όπως ήταν. Αν δεν έβλεπε παντού κόλπα, δεν θα ήταν η Ιωάννα.

«Δε νομίζω,» είπε η Άνμα’ταρ, και σήκωσε τα κιάλια της μουρμουρίζοντας τα λόγια για κάποιο ξόρκι – μάλλον, Ξόρκι Οπτικής Ενισχύσεως, υπέθετε ο Ανδρόνικος.

Η Οικονόμος ρώτησε: «Αν είναι κόλπο, τι μπορεί να είναι;»

«Μπορεί να γυρίσουν και να μας χτυπήσουν,» αποκρίθηκε η Ιωάννα. Κι εκείνη, όμως, ουσιαστικά δεν το νόμιζε. Η Άνμα μάλλον έχει δίκιο, σκέφτηκε. Οι Παντοκρατορικοί σπάνια είναι πρόθυμοι να πεθάνουν όταν δεν υπάρχει η βεβαιότητα ότι κάτι θα κερδίσουν: κι εδώ η κατάσταση είναι χαμένη από χέρι.

«Τα όπλα τους τα κρατάνε υψωμένα…» παρατήρησε η Οικονόμος.

«Δε θα έφευγαν με τα όπλα τους κατεβασμένα,» είπε ο Ανδρόνικος. «Δε μας εμπιστεύονται περισσότερο απ’ό,τι εμείς εμπιστευόμαστε αυτούς, Αρχόντισσά μου.»

Κάποιοι επέβαιναν στα ελικόπτερα που είχαν προσγειωθεί στην οροφή του Φρουραρχείου, ενώ οι έλικες δεν είχαν πάψει ούτε στιγμή να περιστρέφονται. Ύστερα, τα αεροσκάφη υψώθηκαν στον αέρα, πάνω από τα οικοδομήματα της Φανχάι, και πέταξαν δυτικά. Προς κάποια Παντοκρατορική βάση, αναμφίβολα, σκέφτηκε ο Ανδρόνικος.

«Ας τους ακολουθήσουμε,» είπε στην Ιωάννα. «Κρυφά. Θέλω να μάθω πού πηγαίνουν.» Και στην Οικονόμο: «Μπορούμε να σας αφήσουμε σε κάποια οροφή, Αρχόντισσά μου.»

«Θα έρθω μαζί σας,» δήλωσε εκείνη, δίχως δισταγμό.

Ο Ανδρόνικος ήταν έτοιμος να της πει ότι αυτό ίσως να αποδεικνυόταν επικίνδυνο για εκείνη, αλλά η Ιωάννα τον πρόλαβε. «Ανδρόνικε,» είπε, «καλύτερα ούτε εσύ να μην έρθεις. Αν μας αντιληφτούν–»

«Δε σοβαρολογείς, βέβαια! Ξεκίνα να τους ακολουθείς προτού τους χάσουμε.»

Η Ιωάννα δεν έφερε αντίρρηση γιατί δεν υπήρχε χρόνος και το καταλάβαινε. Φυσικά, σκέφτηκε. Πού να σοβαρολογείς με τον Ανδρόνικο! Δεν υπάρχει σοβαρότητα μ’αυτόν όταν του έχει κολλήσει κάτι στο μυαλό!

Και το ελικόπτερό τους ακολούθησε τα τρία Παντοκρατορικά ελικόπτερα.

Προτού απομακρυνθούν από τη Φανχάι, και βγουν από την εμβέλεια των τηλεπικοινωνιακών πομπών, ο Ανδρόνικος κάλεσε τον Σάνραντιλ’φεν και τον πληροφόρησε τι πήγαιναν να κάνουν.

«Να προσέχετε, Πρίγκιπά μου,» είπε ο μάγος μέσα απ’το μεγάφωνο.

«Όπως πάντα, Πρόμαχε,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος καθώς τερμάτιζε την επικοινωνία.

Δηλαδή καθόλου, σκέφτηκε ειρωνικά η Ιωάννα, υπομειδιώντας άθελά της. Μ’αυτόν τον άνθρωπο ποτέ δε βαριέσαι. Ίσως να ήταν ο ιδανικός άντρας για μια Μαύρη Δράκαινα…

Η Ιωάννα άναψε ένα τσιγάρο καθώς πιλόταρε το αεροσκάφος, βλέποντας αντίκρυ της, απόμακρα στους ουρανούς της Σάρντλι, τα τρία ελικόπτερα των Παντοκρατορικών. Δεν ήθελε να τα πλησιάσει περισσότερο, φυσικά, για λόγους ασφάλειας. Μπορεί οι ανιχνευτές τους να εντόπιζαν το αεροσκάφος της.

Είχαν μόλις βγει από την περιοχή της Φανχάι, πετώντας πάνω από τον μεγάλο ποταμό Ράντραμ, και τώρα πετούσαν πάνω από τους αχανείς βαλτότοπους που άκουγαν στο όνομα «ο Τρόμος του Βάσλεοθ». Δεν άργησαν να τους περάσουν γιατί δεν εκτείνονταν για πολύ στη βόρεια άκρη τους, ανάμεσα στους ποταμούς Ράντραμ και Ράκναμ. Η Ιωάννα συνέχισε να πιλοτάρει το ελικόπτερο δυτικά, πάνω από πεδινά μέρη κυρίως… και μια ολόκληρη ώρα πέρασε.

«Είμαστε μακριά από την πόλη,» παρατήρησε η Οικονόμος. «Πρέπει να πλησιάζουμε τη λίμνη Κρούκ'φα.»

«Ναι,» είπε ο Ανδρόνικος, που γνώριζε καλά τη βασική γεωγραφία της Σάρντλι. «Και πιστεύω πως ξέρω πού πηγαίνουν, Αρχόντισσά μου…»

«Πού;» Η Οικονόμος άγγιξε τον ώμο του, φέρνοντας το πρόσωπό της κοντά στο δικό του σαν να είχε δυσκολία να τον ακούσει. Η Ιωάννα, όμως, δεν νόμιζε πως αυτό ήταν το πρόβλημά της. Τον γουστάρει, σκέφτηκε. Το είχε παρατηρήσει από πριν, από όταν ήταν όλοι τους στον Δωδεκάψυχο. Στην αρχή, νόμιζε ότι ίσως να ήταν η ιδέα της· τώρα είχε πειστεί. Δε μπορείς να την αδικήσεις· είναι όμορφος… Αλλά κι αυτή είναι πολύ μικρότερή του– Περίπου στην ίδια ηλικία με τη Βασίλισσά του, την Αντίκλεια, στην Απολλώνια, συνειδητοποίησε ξαφνικά η Ιωάννα. Αλλά καλύτερα να μην το σκεφτόταν τώρα αυτό! Την αποσπούσε απ’την οδήγηση του αεροσκάφους.

Ο Ανδρόνικος, εν τω μεταξύ, απαντούσε στην Οικονόμο: «Έχουν μια βάση κοντά στη Ράντ’κα, όχι και πολύ μακριά από τις όχθες της λίμνης.» Δεν την είχε ποτέ δει ο ίδιος, αλλά ήταν σημειωμένη στους χάρτες των επαναστατών, μαζί με άλλες στρατιωτικές βάσης της Παντοκράτειρας στη Σάρντλι.

«Δεν το ήξερα…» είπε η Οικονόμος.

«Δεν είναι γνωστό, Αρχόντισσά μου.»

Μετά από κανένα τέταρτο πτήσης ακόμα, είδαν τα τρία ελικόπτερα να προσγειώνονται σε μια στρατιωτική βάση που, πράγματι, δεν ήταν μακριά ούτε από τη μικρή πόλη Ράντ’κα ούτε από τη μεγάλη λίμνη Κρούκ’φα. Και οι δύο φαίνονταν από τον αέρα. Τα οικήματα της πόλης ήταν χαμηλά· τα νερά της λίμνης γυάλιζαν στον μεσημεριανό ήλιο της Σάρντλι, κι επάνω τους διακρίνονταν μερικά πλεούμενα.

«Επιστρέφουμε,» είπε η Ιωάννα, και έστρεψε το πηδάλιο, βάζοντας το ελικόπτερο να διαγράψει ημικύκλιο στον αέρα και να αρχίσει να κατευθύνεται ανατολικά, προς τη Φανχάι.

Δεν είχε ρωτήσει τον Ανδρόνικο, αλλά ήταν βέβαιη πως συμφωνούσε. Τι άλλο μπορεί να ήθελε; Να πάνε πιο κοντά στη βάση; Δεν ήταν και τόσο ανόητος!

Η Οικονόμος ρώτησε: «Πώς θα τους διώξουμε από εκεί, Πρίγκιπά μου;»

(Δεν είναι δικός σου Πρίγκιπας, σκέφτηκε η Ιωάννα, αλλά δεν μίλησε.)

«Ελπίζω να φύγουν από μόνοι τους,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος. «Αλλά αν χρειαστεί θα πρέπει να τους… ωθήσουμε λιγάκι.» Η Καρθάι, όμως, προέχει, συλλογίστηκε, αναρωτούμενος τι θα έκαναν τώρα οι Παντοκρατορικοί που ήταν ταμπουρωμένοι εκεί.

54.

«Δεν το πιστεύω!» είπε η Ανεμόφθαλμη. «Είναι σαν όνειρο. Έφυγαν! Έφυγαν, Ορείχαλκε.» Και, παίρνοντας το πρόσωπό του μέσα στα χέρια της, φίλησε δυνατά τα χείλη του.

«Μη χαίρεσαι από τώρα,» της είπε η Γρανίτια, που μούλιαζε μέσα στην πισίνα της σουίτας μ’ένα ποτήρι τάο βις από κοντά. «Η συνονόματη ξαδέλφη σου είναι ακόμα στην Καρθάι…»

«Μόνη της κάλεσε τις θύελλες του Σάμπρεοθ,» είπε η Ανεμόφθαλμη, που στεκόταν έξω από την πισίνα, μαζί με τον Ορείχαλκο. Κι οι δυο τους ήταν ντυμένοι κανονικά, όχι έτοιμοι να βουτήξουν. Κανένας άλλος δεν βρισκόταν στο καθιστικό: είχαν πάει στα υπνοδωμάτια τους για να ξεκουραστούν. «Δεν έπρεπε ποτέ να είχε παντρευτεί τον καταραμένο Παντοκρατορικό.»

«Ίσως,» είπε η Γρανίτια, και ήπιε μια γουλιά από το τάο βις της. «Αλλά αν είχαν έρθει τα πράγματα αλλιώς, τι θα έλεγες;»

«Δεν μπορούσαν να έρθουν αλλιώς,» αποκρίθηκε η Ανεμόφθαλμη. «Στο τέλος οι Παντοκρατορικοί θα έφευγαν από εδώ.» Καθώς μιλούσε βάδιζε, και τώρα κάθισε σε μια πολυθρόνα.

Ο Ορείχαλκος, που ακόμα στεκόταν όρθιος, είπε: «Η Γρανίτια, όμως, έχει δίκιο: πρέπει να δούμε τι θα γίνει με την Καρθάι. Εξ αρχής ήταν το πιο λεπτό σημείο όλης αυτής της ιστορίας.»

«Δε μπορεί να συνεχίσουν να κρατάνε τους αιχμαλώτους άσκοπα, τώρα που έχασαν τη μάχη,» τόνισε η Ανεμόφθαλμη. «Αυτό δεν έλεγε κι ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος;»

«Σοβαρέψου,» της είπε η Γρανίτια αναποδογυρίζοντας τα μάτια. «Ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος, παρότι…» μόρφασε, «ομολογουμένως ευπαρουσίαστος… είναι καλός πολιτικός. Θα έλεγε οτιδήποτε για να μας φέρει με το μέρος του. Νομίζεις ότι θα έφευγε από τη Σάρντλι χωρίς η Σάρντλι να έχει πάει με την Επανάσταση;»

«Σίγουρα έχει τους σκοπούς του,» αποκρίθηκε απότομα η Ανεμόφθαλμη, «και οι σκοποί του είναι σωστοί! Αλλά, μέχρι στιγμής, δεν έχει πει ψέματα–»

«Αυτό, όμως, δεν είναι ούτε η αλήθεια. Είναι μια προσωπική εκτίμηση που παίζει με τις πιθανότητες. Είναι εσύ πώς θα το πάρεις. Θ’ακούσεις εκείνο που θέλεις ν’ακούσεις. Και ποιος θέλει ν’ακούσει ότι οι συγγενείς μας στην Καρθάι θα πάθουν κακό; Κανένας. Και μην ξεχνάς,» συνέχισε η Γρανίτια αφού ήπιε μια βιαστική γουλιά τάο βις, «πόσοι Οίκοι έχουν ανθρώπους τους εκεί. Είναι, λοιπόν, ν’απορείς που οι Γεωμέτρες ψήφισαν κατά;»

Σωστά, σκέφτηκε ο Ορείχαλκος, που τώρα είχε καθίσει οκλαδόν πλάι στην πισίνα. Η Τριγώνια η Πέμπτη. Μπορεί από τον φόβο τους γι’αυτήν ν’αποφάσισαν να καταψηφίσουν την Επανάσταση.

Η Ανεμόφθαλμη ρώτησε τη Γρανίτια: «Έτσι σου είπε ο άντρας σου;»

«Ο Τριγώνιος δεν μου είπε τίποτα. Δεν σχολιάζει ποτέ αυτά που κάνει ο Οίκος του. Θεωρεί τον εαυτό του περισσότερο έναν από εμάς πλέον.»

«Εξακολουθεί, όμως, να είναι Γεωμέτρης,» τόνισε η Ανεμόφθαλμη, που δεν την πίστευε ότι ο Τριγώνιος δεν της είχε μιλήσει για το θέμα.

«Τον είδες να πηγαίνει να συζητήσει με τους άλλους Γεωμέτρες όταν μίλησαν αναμεταξύ τους πριν από την ψηφοφορία; Όχι· μαζί μας έμεινε.»

Αυτό δεν πάει να πει τίποτα, σκέφτηκε η Ανεμόφθαλμη, αλλά δεν αποκρίθηκε. Τέντωσε τα πόδια της εμπρός της και χασμουρήθηκε. Ήταν κι εκείνη κουρασμένη· ίσως θα έπρεπε να πάει να κοιμηθεί, όπως οι περισσότεροι Ορειβάτες. Αλλά όχι χωρίς τον Ορείχαλκο… Τον κοίταξε με τις άκριες των ματιών της, καθώς εκείνος ήταν καθισμένος πλάι στην πισίνα, και τον έγδυσε με το μυαλό της.

Η Γρανίτια κοίταζε αλλού, σαν από ευγένεια προς την Ανεμόφθαλμη (μάλλον απίθανο, στην πραγματικότητα)· αλλά, όταν η Ανεμόφθαλμη ήταν έτοιμη να μιλήσει και να προτείνει στον Ορείχαλκο να πάνε στο υπνοδωμάτιό τους, είπε: «Οι Οίκοι θα φύγουν τώρα απ’τη Φανχάι;» και έστρεψε τα μάτια της στον ξάδελφό της.

«Δεν υπάρχει κανένας λόγος να μείνουν,» αποκρίθηκε εκείνος, «και πολλοί λόγοι να φύγουν. Πρέπει να βεβαιωθούν ότι θα διώξουν τους επόπτες και τους πολεμιστές της Παντοκράτειρας από τις περιοχές τους.»

«Και νομίζεις ότι όλοι θα το κάνουν;»

«Έχει αποφασιστεί, Γρανίτια. Εσύ νομίζεις ότι θα προδώσουν τη Σάρντλι;»

Η Γρανίτια κοίταξε το ποτό στο χέρι της, σκεπτικά. «Όχι, δεν το νομίζω αυτό…»

«Ούτως ή άλλως,» είπε η Ανεμόφθαλμη, «στάλθηκαν μαντατοφόροι σ’όλη τη διάσταση για να ανακοινώσουν την απόφαση του συμβουλίου. Ώς τώρα τα νέα θα έχουν ακουστεί σε κάθε πόλη της Δυτικής Σάρντλι, και σύντομα θα τα έχει μάθει κι ολόκληρη η Ανατολική.

»Δεν πάμε να κοιμηθούμε, Ορείχαλκε; Είμαστε στο πόδι από τη νύχτα.» Από τότε που εκείνοι οι επίδοξοι δολοφόνοι είχαν εισβάλει στον Δωδεκάψυχο και στη σουίτα του Πρίγκιπα Ανδρόνικου.

«Πάμε,» συμφώνησε ο Ορείχαλκος, που κι αυτός ήταν κουρασμένος. Σηκώθηκε όρθιος, και ρώτησε τη Γρανίτια: «Εσύ εδώ θα μείνεις, ξαδέλφη;»

«Μ’αρέσει το νερό,» αποκρίθηκε εκείνη, τελειώνοντας το τάο βις της.

Μόλις ήταν μόνοι στο υπνοδωμάτιό τους, η Ανεμόφθαλμη τού χίμησε και, όχι τελείως εκούσια, έπεσαν στο μεγάλο κρεβάτι ακόμα ντυμένοι.

«Νόμιζα ότι είπες ‘να κοιμηθούμε’,» την πείραξε ο Ορείχαλκος.

«Ήταν τρόπος του λέγειν,» γέλασε η Ανεμόφθαλμη.

Τα ρούχα σύντομα βρέθηκαν τα μισά στο πάτωμα τα μισά στο κρεβάτι· τα σκεπάσματα του κρεβατιού παρασύρθηκαν από έναν ξαφνικό στρόβιλο· δύο γυμνά σώματα, κόκκινο και χρυσό, έλιωναν το ένα μέσα στο άλλο, ενώ τα μαλλιά τους, μαύρα και κόκκινα, αναδεύονταν γύρω τους… κι ύστερα, η θύελλα κόπασε και οι δυο τους κοιμήθηκαν, ο Ορείχαλκος ανάσκελα, μ’ένα σεντόνι γύρω απ’τα πόδια του, η Ανεμόφθαλμη μπρούμυτα, με το ίδιο σεντόνι να τυλίγεται γύρω από τη μέση της.

Το μυαλό της, όμως, ήταν αλλού… Ονειρευόταν.

Αδελφή μου; είπε, καθώς είδε τον εαυτό της αντίκρυ της, μέσα σε μια σπηλιά. Στο έδαφος υπήρχε νερό ώς τον αστράγαλο, και ήταν ξυπόλυτη: και εκείνη και η αντανάκλαση μπροστά της.

Η Ανεμόφθαλμη τής έκανε νόημα να ακολουθήσει, και η Ανεμόφθαλμη ακολούθησε.

Πού πηγαίνουμε;

Καμία απάντηση δεν πήρε. Ένας δυνατός αγέρας ακουγόταν να φυσά στη σπηλιά γύρω τους, μουρμουρίζοντας. Μιλώντας. Η Ανεμόφθαλμη αφουγκράστηκε, και νόμιζε ότι μπορούσε ν’ακούσει λόγια· αλλά δεν έβγαζαν κανένα νόημα.

Είναι όπως στο Στόμα των Θεών…

Η οδηγός της, η αδελφή της, στράφηκε να την αντικρίσει, σταματώντας να βαδίζει.

Ήταν εδώ από παλιά… έλεγαν οι φωνές· έτσι τον ήξεραν… αλλά ίσως να έγινε από λάθος… αυτός βλέπει… Τάμπριελ… δεν ξέρει τίποτα… δεν το λες και σ’εμάς;… αφού τον είδα να έρχεται… ο Πρίγκιπας…

Τι είναι αυτά; ρώτησε η Ανεμόφθαλμη την Ανεμόφθαλμη. Μίλα μου! Είσαι μουγκή;

Η οδηγός στράφηκε πάλι, βαδίζοντας, και στο βάθος μιας σπηλιάς η Ανεμόφθαλμη είδε τον Ορείχαλκο να σκύβει πάνω από μια κοιμισμένη γυναίκα και να φιλά τον αυχένα της.

Να φιλά την Παντοκράτειρα.

…έχει τον κύβο… δικό της…

Η Ανεμόφθαλμη ξύπνησε τρομαγμένη. Ανασηκώθηκε πάνω στο στρώμα και είδε ότι ο Ορείχαλκος κοιμόταν. Κοίταξε προς το παράθυρο και είδε ότι ήταν νύχτα. Σηκώθηκε απ’το κρεβάτι φοβούμενη ότι θα πατούσε σε νερό – το όνειρο έμοιαζε να θέλει να παραμείνει γαντζωμένο στο μυαλό της. Όπως όταν βγήκα από το Στόμα των Θεών.

Πήγε στο λουτρό, και ρώτησε το β’ζάιλ της: «Αδελφή μου, τι συμβαίνει;»

Τι συμβαίνει, αδελφή μου;

«Ονειρευόμουν εσένα,» ψιθύρισε η Ανεμόφθαλμη, ανοίγοντας τη βρύση κι αφήνοντας το νερό να τρέξει στον νεροχύτη, κελαρύζοντας.

Ονειρευόμασταν μαζί, αποκρίθηκε το β’ζάιλ της.

Η Ανεμόφθαλμη έσκυψε, πήρε νερό μέσα στις χούφτες της, το έριξε στο πρόσωπό της: μία, δύο, τρεις φορές. «Γιατί;»

Δεν είμαι σίγουρη, αδελφή μου…

«Δεν θα έπρεπε να έχει συμβεί;»

Το β΄ζάιλ δεν αποκρίθηκε. Κάτι δεν πήγαινε καλά μαζί του· η Ανεμόφθαλμη ήταν σίγουρη.

«Φταίει το Στόμα των Θεών; Απάντησέ μου! Φταίει το Στόμα των Θεών;»

Θα μπορούσε…

Έχει τρελαθεί; αναρωτήθηκε η Ανεμόφθαλμη. «Πες μου τι είναι! Θα έπρεπε κανονικά να μπορούμε να ονειρευτούμε μαζί ή όχι, αδελφή μου; Μη μου κρύβεις πράγματα!»

Αδελφή μου, σου έχω ξαναπεί – δεν σ’το έχω ξαναπεί; – για εμένα όλα είναι όνειρο…

«Όνειρο; Δηλαδή, ονειρεύεσαι τώρα; Νομίζεις ότι ονειρεύεσαι;»

Είμαι ακόμα αγέννητη, αδελφή μου… θα γεννηθώ ποτέ;… Ονειρεύομαι ότι είμαι μαζί σου.

«Ναι, εντάξει, ίσως. Αλλά όταν εγώ ονειρεύομαι, όταν κοιμάμαι και ονειρεύομαι, πρέπει να είμαστε μαζί;»

Συνεχώς είμαστε μαζί.

«Παλιά, δεν ήταν έτσι.»

Παλιά, απλά δεν το θυμόσουν, είπε το β’ζάιλ.

«Θυμόμουν τα όνειρά μου κατά καιρούς.»

Όχι αυτά τα όνειρα.

«Δηλαδή, τίποτα δεν έχει αλλάξει; Τίποτα;»

Όχι, απάντησε το β’ζάιλ, κάτι έχει αλλάξει…

«Τι;»

Θυμάσαι περισσότερο.

Τι απάντηση ήταν αυτή; Το β’ζάιλ της της έλεγε σαχλαμάρες! Η Ανεμόφθαλμη αναρωτήθηκε αν ίσως θα έπρεπε να ρωτήσει κάποιον ιερέα γι’αυτό το θέμα. Αν το β’ζάιλ της είχε πάθει κάτι ύστερα από το Στόμα των Θεών, τι μπορούσε να κάνει;

Βγήκε απ’το λουτρό και είδε ότι ο Ορείχαλκος, αναμενόμενα, ακόμα κοιμόταν– Για στάσου! Δεν είχε μπει κι εκείνος στο Στόμα των Θεών; Έστω για λίγο; Εκείνος δεν ήταν που την είχε τραβήξει έξω; Η Ανεμόφθαλμη έτσι νόμιζε, αν και οι αναμνήσεις της ήταν μπερδεμένες φυσικά. Όταν μπήκε στο Στόμα των Θεών, τι είδε;

Η Ανεμόφθαλμη κάθισε στο κρεβάτι, πλάι στον Ορείχαλκο. Για μια στιγμή, δίστασε· ύστερα άγγιξε τον ώμο του. «Ορείχαλκε,» είπε. «Ορείχαλκε.» Το χέρι της σύρθηκε πάνω στο γυμνό στήθος του.

Τα μάτια του άνοιξαν. «Τι;» μουρμούρισε, βλέποντάς την καθισμένη δίπλα του και αμέσως καταλαβαίνοντας ότι δεν είχε ερωτικά παιχνίδια στο μυαλό της. Την ήξερε καλά. «Έγινε κάτι;» Σκέφτηκε ότι ίσως να είχε χτυπήσει ο επικοινωνιακός δίαυλος και να μην τον είχε ακούσει.

«Να σε ρωτήσω κάτι;» είπε η Ανεμόφθαλμη σαν να μην είχαν φτάσει τα λόγια του στ’αφτιά της.

Τι την απασχολεί τόσο, μες στη μαύρη νύχτα; «Ρώτα.»

«Εσύ δεν με πήρες από το Στόμα των Θεών;»

«…Ναι.» Δεν είχε σκοπό να της πει ψέματα – όχι, τουλάχιστον, σε τούτο το θέμα.

«Και το β’ζάιλ σου;»

Ο Ορείχαλκος το περίμενε ότι αυτή η ερώτηση θα ακολουθούσε. «Πώς σου ήρθε τώρα αυτό;»

«Πες μου, τι έγινε με το β’ζάιλ σου;»

Δεν έχω β’ζάιλ πια, Ανεμόφθαλμη. «Τι να έγινε; Είδα κάποια… πράγματα, αλλά δεν κάθισα πολύ. Σε άρπαξα γρήγορα και βγήκαμε.»

Η Ανεμόφθαλμη συνοφρυώθηκε. «Κι από τότε;»

«Τι από τότε;»

«Είναι το β’ζάιλ σου… κανονικό;»

«Όπως ήταν πάντα, τα τελευταία χρόνια.»

«Καμια αλλαγή;»

«Έχεις εσύ παρατηρήσει κάποια αλλαγή στο β’ζάιλ σου;» τη ρώτησε.

«Έτσι νομίζω.»

«Τι αλλαγή;»

«Πρέπει να μην έχει ακόμα περάσει η επίδραση του Στόματος των Θεών…» είπε η Ανεμόφθαλμη, και ξάπλωσε στο κρεβάτι. «Ας κοιμηθούμε.»

«Από τι ξύπνησες; Ονειρευόσουν;»

«Ναι. Νόμιζα ότι ήμουν πάλι στη σπηλιά. Αλλά το β’ζάιλ μου λέει ότι πάντα έβλεπα τέτοια όνειρα – δηλαδή, όνειρα που είμαι μαζί του – αλλά παλιά δεν τα θυμόμουν. Τώρα θυμάμαι πολύ, μου λέει.»

«Θυμάσαι τα όνειρα…»

«Όμως δε νομίζω ότι είναι μόνο αυτό… Όταν ήμουν στο Στόμα των Θεών, άκουγα κάτι… ομιλίες. Δεν έβγαζαν νόημα. Και τις άκουγα ξανά στο όνειρό μου. Ούτε τώρα έβγαζαν νόημα. Είναι όμως σαν να είναι πραγματικές… σαν να έρχονται από κάπου.»

«Παραισθήσεις είναι, Ανεμόφθαλμη. Ξέχασέ τες.»

«Ναι, ίσως…» Η Ανεμόφθαλμη, αναστενάζοντας, γύρισε ανάσκελα, γιατί ήταν ξαπλωμένη στο πλάι.

«Τι σου λέει το β’ζάιλ σου για τις φωνές;»

«Δεν το ρώτησα.»

«Τώρα, που το συζητάμε, δεν σου λέει τίποτα;»

Η Ανεμόφθαλμη περίμενε μήπως η αγέννητη αδελφή της απαντούσε. Τίποτα, όμως. Μπορεί ούτε αυτή να μην ξέρει, σκέφτηκε. Είχε την εντύπωση ότι κάτι περίεργο είχε συμβεί στο Στόμα των Θεών. Πάντα, βέβαια, γίνονταν περίεργα πράγματα εκεί, μα τώρα… τώρα πρέπει να είχε συμβεί κάτι ακόμα πιο περίεργο· η Ανεμόφθαλμη – παρότι ποτέ άλλοτε, φυσικά, δεν είχε βρεθεί μέσα σε Στόμα των Θεών – αισθανόταν ότι, κάπως, το ήξερε.

55.

Ο Ξιφοφόρος ο Δεύτερος, παραμερίζοντας την κουρτίνα, μπήκε στη σκηνή όπου κρατούσαν τη γυναίκα του. Ο χώρος δεν ήταν μεγάλος, και στο κέντρο του ήταν καρφωμένος ένας σιδερένιος πασσαλίσκος, όπου ήταν δεμένες οι αλυσίδες της Κλαρίσσας, οι οποίες ένωναν τα χέρια της με τα πόδια της. Οι επαναστάτες δεν την είχαν από την αρχή δεμένη έτσι απάνθρωπα· το έκαναν αφότου εκείνη είχε προσπαθήσει να δραπετεύσει. Το έκαναν παρά τις έντονες διαφωνίες του Ξιφοφόρου, ο οποίος παραλίγο να πιαστεί στα χέρια μ’αυτόν τον ηλίθιο τον Αργυρόδρομο. Ευτυχώς (σκεφτόταν τώρα, αναδρομικά) οι άλλοι τούς είχαν σταματήσει εγκαίρως: προτού πέσει η πρώτη γροθιά. Η Τοξομάχη, η αδελφή του Ξιφοφόρου, είχε αρπάξει εκείνον, τραβώντας τον πίσω, και ο σύζυγός της, ο Αστροφώτιστος, την είχε βοηθήσει· ενώ συγχρόνως ο Επουράνιος ο Δεύτερος και ο Σέλιρ’χοκ είχαν αρπάξει τον Αργυρόδρομο παρόμοια. «Τι κάνεις;» του είχε φωνάξει ο μάγος. «Αν οι Παντοκρατορικοί μάς βάλουν να χτυπιόμαστε αναμεταξύ μας, νίκησαν!» Αυτό είχε καλμάρει τον Αργυρόδρομο, όμως ο Οδηγός ακόμα έβλεπε τον Ξιφοφόρο εχθρικά· ο Ξιφοφόρος ήταν βέβαιος. Με μισεί, απλά και μόνο επειδή η Κλαρίσσα είναι γυναίκα μου.

Στο κέντρο της σκηνής, πλάι στον σιδερένιο πασσαλίσκο, ήταν ξαπλωμένη μια κουβαριασμένη μορφή. Γαλανό δέρμα, ξανθά μαλλιά.

«Κλαρίσσα…» είπε ο Ξιφοφόρος γονατίζοντας κοντά της. Στα χέρια του κρατούσε ένα πιάτο με φαγητό και μια κούπα με κρασί. Κάθε μεσημέρι εκείνος τής τα έφερνε, και είχε δηλώσει στον Αργυρόδρομο πως θα τον σκότωνε αν προσπαθούσε να τον σταματήσει.

«Φύγε,» αποκρίθηκε η Κλαρίσσα. Ήταν ντυμένη μόνο με τα εσώρουχά της. Την είχαν γδύσει ύστερα από την προσπάθειά της να δραπετεύσει, προτού τη δέσουν στον πασσαλίσκο.

«Σου έφερα κάτι να φας.»

«Δε θέλω να φάω. Φύγε!» φώναξε η Κλαρίσσα, έχοντας το πρόσωπό της στραμμένο από την άλλη.

Ο Ξιφοφόρος ακούμπησε το πιάτο και την κούπα κάτω. «Αγάπη μου…» Άπλωσε το χέρι του, έπιασε τον ώμο της–

Η Κλαρίσσα γύρισε απότομα, σπρώχνοντάς τον, με τις αλυσίδες της να κροταλίζουν άγρια. «Μη μ’αγγίζεις!» γρύλισε. Το δεξί της μάτι ήταν μελανιασμένο και μισόκλειστο, αλλά το αριστερό γυάλιζε από οργή. «Πήγαινε πίσω στους φίλους σου τους αποστάτες!»

«Δεν είναι φίλοι μου, Κλαρίσσα.»

«Ούτε κι εχθροί σου, όμως. Εγώ είμαι αλυσοδεμένη, εσύ δεν είσαι!»

«Δεν προσπάθησα να δραπετεύσω–»

«Γιατί είσαι δειλός! Σου είπα να με βοηθήσεις–»

«Ήταν αδύνατο να ξεφύγεις! Δε βλέπεις πώς φυλάνε–;»

«Δε θα ήταν ‘αδύνατο’ αν με είχες βοηθήσει!» σύριξε η Κλαρίσσα καθώς σηκωνόταν στα γόνατα.

«Θα ήμασταν τώρα κι οι δύο αλυσοδεμένοι–»

Τον χαστούκισε, τον άρπαξε απ’τα μαλλιά με το ένα χέρι κι έκανε να τον αρπάξει απ’το λαιμό με το άλλο, αλλά ο Ξιφοφόρος έπιασε τον καρπό της. Πάλεψαν για λίγο, σιωπηλά, κι ύστερα την πήρε στην αγκαλιά του καθώς η Κλαρίσσα έκλαιγε, περισσότερο από οργή, νόμιζε ο Ξιφοφόρος, παρά από φόβο ή πανικό.

«Δεν πρόκειται να μας κρατήσουν εδώ για πάντα,» της ψιθύρισε και φίλησε τα ιδρωμένα μαλλιά της. «Θα βρεθεί σύντομα μια λύση… Φάε, όμως, κάτι τώρα. Θες να τους κάνεις τη χάρη και να πεθάνεις της πείνας;»

Η Κλαρίσσα αποτραβήχτηκε από την αγκαλιά του. Κοίταξε το φαγητό. «Είναι δηλητηριασμένο;»

Ο Ξιφοφόρος δεν μπορούσε να καταλάβει αν μιλούσε σοβαρά ή αν αστειευόταν. Πήρε το κουτάλι κι έφαγε μια μπουκιά από την κρεατόσουπα. Σήκωσε την κούπα και ήπιε μια γουλιά κρασί. «Αν είναι, θα πεθάνουμε μαζί.»

Η Κλαρίσσα πήρε στα χέρια της το βαθύ πιάτο κι άρχισε να τρώει, λαίμαργα. Δεν είχε φάει τίποτα από τότε που την είχαν πιάσει να προσπαθεί να δραπετεύσει. Όσες φορές είχε έρθει ο Ξιφοφόρος να της φέρει κάτι, είχε χύσει και το φαγητό και το ποτό.

«Τι γίνεται στην Καρθάι;» τον ρώτησε καθώς έτρωγε.

«Τίποτα σπουδαίο. Κάποιοι προσπάθησαν να έρθουν και οι επαναστάτες τούς απώθησαν. Αυτοί οι Ούρταθ φαίνονται πολύ επικίνδυνοι πολεμιστές, Κλαρίσσα. Είχα ακούσει παλιά γι’αυτούς, αλλά δεν τους είχα δει ποτέ. Οι Ορειβάτες ξέρουν ποιους να πληρώσουν για να κάνουν τη δουλειά τους.»

«Οι Ορειβάτες τούς πληρώνουν;»

«Ναι.»

«Οι χειρότεροι από τους προδότες. Αναμενόμενο.» Η Κλαρίσσα τελείωσε τη σούπα. Πήρε την κούπα και ήπιε τη μισή. Σκούπισε τα χείλη της με την ανάστροφη του χεριού της. «Πες τους να με μεταφέρουν στη σκηνή σου,» ζήτησε, «ακόμα κι έτσι, αλυσοδεμένη.»

«Λες να μην τους το έχω πει; Από την αρχή το έλεγα. Δεν δέχονται όμως. Κανένας τους. Ούτε καν η αδελφή μου, η Τοξομάχη, δεν συμφωνεί. Έχει στο μυαλό της τον Βύρωνα Καλπάρτι που πήρε την κόρη της, την Ανεμόφθαλμη, και την πήγε στην Καρθάι. Μου λέει ότι κι εσύ ήθελες να με απαγάγεις.»

«Δεν είσαι και τόσο μικρός,» είπε ξερά η Κλαρίσσα, που ήταν μια δεκαετία μικρότερή του.

Ο Ξιφοφόρος μειδίασε. «Ούτε εσύ, όμως.»

«Με κατηγορείς, λοιπόν, ότι σε απήγαγα;»

«Οικιοθελώς, ίσως.» Ο Ξιφοφόρος πέρασε το χέρι του πίσω απ’το λαιμό της και, τραβώντας το πρόσωπό της κοντά στο δικό του, τη φίλησε.

Η Κλαρίσσα δεν του έφερε αντίσταση, και, καθώς το φιλί τους τελείωνε, είπε: «Βοήθησέ με, Ξιφοφόρε μου. Πρέπει να κάνεις κάτι. Για να φύγουμε από εδώ.»

«Κάνω ό,τι μπορώ,» αποκρίθηκε εκείνος.

Η Κλαρίσσα τον φίλησε ξανά.

Όταν ο Ξιφοφόρος ο Δεύτερος βγήκε τελικά από τη σκηνή της, συνάντησε λίγο παραπέρα την Τοξομάχη την Πρώτη, η οποία είχε έρθει από τη Νισθάι την ημέρα που ξημέρωσε ύστερα από τη νύχτα που οι Ούρταθ έπιασαν εκείνον και την Κλαρίσσα να προσπαθούν να πλησιάσουν τα τείχη της Καρθάι.

«Πώς είναι η γυναίκα σου;» τον ρώτησε τώρα η αδελφή του, με τόνο που ήταν μάλλον ψυχρός.

«Πώς λες να είναι; Δεμένη την έχουν, σα θηρίο!»

«Χειρότερα θα έπρεπε να της έχουν κάνει.»

Τα μάτια του Ξιφοφόρου στένεψαν οργισμένα. «Τι σ’έχει πιάσει, Τοξομάχη; Δε θυμάμαι ποτέ να ήσουν τόσο… τόσο…» Μόρφασε, αηδιασμένος.

«Ίσως να φταίει το γεγονός ότι ένα κάθαρμα κρατά την κόρη μου και τα παιδιά της πίσω απ’αυτά τα καταραμένα τείχη!» Η Τοξομάχη έδειξε την Καρθάι, μέσα στο έντονο μεσημεριανό φως. Ο ήλιος ήταν δυνατός εδώ, στις παρυφές της Τρίγωνης, και η ζέστη επίσης.

«Μπορεί η Ανεμόφθαλμη να πήγε οικιοθελώς μαζί του.»

Η Τοξομάχη ρουθούνισε. «Ναι, οικιοθελώς…! Φοβήθηκε για τα παιδιά της· αυτός ήταν ο μόνος λόγος.»

Ο Ξιφοφόρος κούνησε το κεφάλι και, βαδίζοντας, την προσπέρασε.

«Δεν είναι, τουλάχιστον, σαν εσένα η κόρη μου, που σ’έχει ξελογιάσει αυτό το γαλανόδερμο ερπετό!» είπε πίσω του η Τοξομάχη.

Αγνόησέ την· είναι θυμωμένη, φοβισμένη, τον συμβούλεψε το β’ζάιλ του, που συνήθως ήταν σιωπηλό. Ο Ξιφοφόρος, έτσι κι αλλιώς, δεν θα της είχε απαντήσει· συνέχισε να βαδίζει, κάνοντας πως δεν την άκουσε. Με τις άκριες των ματιών του, είδε τον Αστροφώτιστο τον Δεύτερο να τους κοιτάζει επικριτικά. Δεν πρέπει να συμφωνούσε με τη συμπεριφορά της συζύγου του… Παρότι αυτός δεν είναι συγγενής μου, δείχνει να με καταλαβαίνει πιο πολύ από την αδελφή μου, σκέφτηκε μελαγχολικά ο Ξιφοφόρος.

Πήγε στη σκηνή του και κάθισε απέξω, ανάβοντας ένα τσιγάρο, κουρασμένος, εξοντωμένος. Ψυχικά κυρίως.

Ο Σέλιρ’χοκ πλησίασε, βαστώντας το μακρύ ραβδί του που η επάνω μεριά ήταν γεμάτη μικροσκοπικά κάτοπτρα, κρυστάλλους, και κυκλώματα. Ήταν μάγος του τάγματος των Διαλογιστών, και ο Ξιφοφόρος είχε ακούσει ότι αυτά τα ραβδιά τούς βοηθήσουν στις μαγείες τους. Πώς ακριβώς, όμως, δεν είχε ιδέα.

«Να καθίσω, Άρχοντά μου;»

«Κάθισε. Και λέγε με Ξιφοφόρο. Στον ενικό.» Είχε ξαναμιλήσει με τον μάγο. Ήταν, βασικά, ο μόνος με τον οποίο μπορούσε να μιλήσει λογικά εδώ πέρα. Ακόμα κι ο Επουράνιος και ο Αστροφώτιστος τού έμοιαζαν κάπως… εξαγριωμένοι· αλλά όχι ο Σέλιρ’χοκ.

Ο μάγος κάθισε αντίκρυ του, οκλαδόν.

«Τσιγάρο;» τον ρώτησε ο Ξιφοφόρος.

«Αν έχεις την καλοσύνη.»

«Η καλοσύνη είναι το μόνο που μου έχει απομείνει εδώ πέρα.» Ο Ξιφοφόρος τού έδωσε ένα τσιγάρο από την ταμπακέρα του, και ο μάγος το άναψε μ’έναν μικρό ενεργειακό αναπτήρα.

«Μην απελπίζεσαι. Ο Αργυρόδρομος μπορεί νάναι λιγάκι απότομος, αλλά ο Πρίγκιπάς μας δεν είναι παράλογος: δεν θα κρατήσει ούτε εσένα ούτε τη γυναίκα σου αιχμάλωτους όταν αυτή η ιστορία τελειώσει.»

«Ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος…»

«Ναι.»

«Και πώς θα τελειώσει αυτή η ιστορία, μάγε;» είπε ο Ξιφοφόρος.

«Όταν οι Οίκοι αποφασίσουν.»

«Κι αν αποφασίσουν να μην εναντιωθούν στην Παντοκράτειρα, τι θα κάνετε τότε εσείς οι επαναστάτες; Θα τα μαζέψετε και θα φύγετε;»

«Η Επανάσταση στη Σάρντλι θα συνεχιστεί. Δε νομίζω ότι κανένας από τους Προμάχους της διάστασης είναι πρόθυμος να τα παρατήσει,» είπε ο Σέλιρ’χοκ. «Ούτε ο Άρχοντας Ορείχαλκος νομίζω πως είναι πρόθυμος να επιστρέψει στο στρατόπεδο των Παντοκρατορικών – όχι ύστερα από όσα συνέβησαν.»

«Η αντικατάσταση του Όνυχα μ’αυτό που ονομάζετε Δημιούργημα…»

«Και όχι μόνο.»

«Επομένως,» είπε ο Ξιφοφόρος, «σ’αυτή την περίπτωση, η Σάρντλι θα διχαστεί.»

«Η Σάρντλι είναι ήδη διχασμένη. Όπως και η γυναίκα σου θα σου έχει πει, κυκλοφορούν πολλοί πράκτορες της Επανάστασης εδώ.»

Ο Ξιφοφόρος ένευσε. Πράγματι, η Κλαρίσσα τού το είχε πει αυτό. «Μου λες, λοιπόν, πως ό,τι κι αν γίνει οι επαναστάτες θα νικήσετε.»

«Σου λέω πως ό,τι κι αν γίνει θα συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε. Είναι, όμως, καλύτερα να έχουμε με το μέρος μας τους ανθρώπους για τους οποίους αγωνιζόμαστε, δεν είναι;»

«Δεν υπάρχει προσωπικό όφελος για εσάς;» Ο Ξιφοφόρος δεν μπορούσε να το πιστέψει αυτό.

«Για τους επαναστάτες που είναι γηγενείς της Σάρντλι, τι άλλο προσωπικό όφελος να υπάρχει εκτός από την ελευθερία τους; Δεν τους ανάγκασε κανένας να αγωνιστούν· εμείς απλά τους υποστηρίξαμε στον αγώνα τους.»

«Εσείς; Οι Απολλώνιοι;»

«Η Απολλώνια ήταν η πρώτη διάσταση που επαναστάτησε, όπως θα ξέρεις, αλλά εγώ δεν είμαι Απολλώνιος, Ξιφοφόρε.»

«Από πού είσαι;»

«Από τη Μοργκιάνη.»

Ο Ξιφοφόρος συνοφρυώθηκε. «Τη Μοργκιάνη… Την έχω ακουστά.» Έσβησε το τσιγάρο στο χώμα δίπλα του.

«Ο ήλιος της είναι πολύ πιο ασθενικός από τούτον εδώ. Φαντάσου πώς θα ήταν αν ήταν συνέχεια απόγευμα.»

«Ένας πολύ σκοτεινός κόσμος…»

«Όχι αν έτσι έχεις συνηθίσει,» είπε ο Σέλιρ’χοκ.

«Γιατί δεν αγωνίζεσαι στη διάστασή σου, Σέλιρ’χοκ; Γιατί εδώ; Γιατί με τον Πρίγκιπα Ανδρόνικο;»

«Έτσι ήρθαν τα πράγματα. Έχω ταξιδέψει σε πολλές διαστάσεις. Σε όλες τις γνωστές, καθώς και σε κάποιες όχι και τόσο γνωστές.»

«Πριν από την Επανάσταση ή μετά;»

«Και πριν και μετά.» Ο Σέλιρ’χοκ έσβησε το τσιγάρο του κάτω από τη μπότα του. «Δούλευα για τους Παντοκρατορικούς, ως μάγος του τάγματος των Διαλογιστών. Είδα πράγματα που δεν μου άρεσαν. Όταν άκουσα ότι στην Απολλώνια άρχισε επανάσταση, ότι ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος, ο σύζυγος της Παντοκράτειρας, είχε στραφεί εναντίον της, πήγα και του πρόσφερα τις υπηρεσίες μου. Του είχα μιλήσει και παλιότερα, δυο-τρεις φορές, πριν από την Επανάσταση· είχα βρει τις ιδέες του αρκετά καλές.» Ο Σέλιρ’χοκ μειδίασε. «Στην αρχή, όταν δήλωσα πως ήμουν μαζί του, δεν με εμπιστευόταν. Έβαλε μια μάγισσα να με παρακολουθεί, για να βεβαιωθεί ότι δεν ήμουν κατάσκοπος σταλμένος από την Παντοκράτειρα…»

«Απολλώνια; Του τάγματος των Διαλογιστών κι αυτή;» ρώτησε ο Ξιφοφόρος, καθώς ο Σέλιρ’χοκ είχε σταματήσει να μιλά, σαν να ήταν χαμένος σε αναμνήσεις που η έκφρασή του μαρτυρούσε ότι δεν ήταν δυσάρεστες.

«Ούτε το ένα ούτε το άλλο. Καταγωγή από Ρελκάμνια–»

«Τη διάσταση-έδρα της Παντοκράτειρας;»

«Ο Πρίγκιπας δεν είχε λόγο να μην την εμπιστεύεται. Την είχε πρόσφατα σώσει από μια κινητή φυλακή. Το όνομά της είναι Άνμα’ταρ. Καταλήξαμε πολύ κοντά οι δυο μας, στο τέλος.»

«Γυναίκα σου;»

«Δεν είμαστε παντρεμένοι σύμφωνα με τα έθιμα καμιας διάστασης, αλλά, ναι, μπορείς να πεις ότι είναι γυναίκα μου.»

«Και πού βρίσκεται τώρα;»

«Όχι μακριά, μάλλον.» Ο Σέλιρ’χοκ κοίταζε κάπου πέρα απ’τη σκηνή του Ξιφοφόρου, προς τα νότια.

Ο Ξιφοφόρος, παραξενεμένος, στράφηκε. Είδε οχήματα να έρχονται από τον Δρόμο της Ζούγκλας, γυαλίζοντας κάτω από τον καυτό μεσημεριανό ήλιο.

56.

Έφτασαν μέσα στο μεσημέρι, με τον δυνατό ήλιο να χτυπά βάναυσα τις παρυφές της Τρίγωνης, όπου ήταν οικοδομημένη η Καρθάι με τα ψηλά πέτρινα τείχη. Σταμάτησαν τα οχήματά τους στον καταυλισμό που ήταν στημένος γύρω της, σε ασφαλή απόσταση από τις επάλξεις της. Ορισμένοι από τους Ούρταθ (ανάμεσα στους οποίους και ο Νεσγκέθλο Τεμέλκο), ορισμένοι από τους μισθοφόρους των Ορειβατών και των Ουράνιων που είχαν μείνει εδώ, ο Σέλιρ’χοκ, ο Αργυρόδρομος, ο Αστροφώτιστος ο Δεύτερος, η Τοξομάχη η Πρώτη, ο Επουράνιος ο Δεύτερος, και ο Ξιφοφόρος ο Δεύτερος πλησίασαν για να συναντήσουν τον Ανδρόνικο, την Ιωάννα, την Άνμα’ταρ, τον Ορείχαλκο, την Ανεμόφθαλμη τη Δεύτερη, τον Επουράνιο τον Πρώτο, και τους άλλους που έβγαιναν από τα οχήματα.

«Οι Μεγάλοι Οίκοι της Σάρντλι αποφάσισαν,» ανακοίνωσε ο Ορείχαλκος μεγαλόφωνα: «η διάστασή μας δεν δέχεται πλέον να είναι υποτελής στη Συμπαντική Παντοκρατορία! Είμαστε με την Επανάσταση, σύμμαχοι της Απολλώνιας!»

«Κι αυτοί που είναι μέσα στην Καρθάι;» έθεσε το ερώτημα η Τοξομάχη. «Θ’ανοίξουν τις πύλες τους και θα παραδοθούν;»

«Γι’αυτό είμαστε εδώ,» αποκρίθηκε ο Ορείχαλκος. «Για να τους πληροφορήσουμε τι έχει αποφασιστεί.»

«Θα παραδοθούν, όμως, ή όχι;» επέμεινε η Τοξομάχη.

«Αυτό δεν μπορώ να το ξέρω, Αρχόντισσά μου. Δεν υπάρχει, όμως, κανένας λόγος πλέον να μένουν κλεισμένοι εκεί,» είπε ο Ορείχαλκος· αλλά φοβόταν ότι ο Δημήτριος ίσως να προσπαθούσε να πάρει εκδίκηση για ό,τι είχε συμβεί. Τι ανόητος που ήταν ο Ρουμπίνης! Δεν έδωσε στον πράκτορα μόνο τον εαυτό του αλλά και τη σύζυγό του, την Ευύδρια. Δύο αιχμαλώτους – από δύο διαφορετικούς Οίκους. Οι Υδατοσκόποι – ο Υδατόχρους ο Πρώτος, ο Δύτης ο Τέταρτος, η Ευύδρια η Δεύτερη, ο Πυθμένας ο Δεύτερος, η Εύρροη η Τρίτη, και η Βαθύνοη η Πρώτη – είχαν τώρα έρθει μαζί με τον Ορείχαλκο και τους άλλους από τη Φανχάι εξαιτίας αυτού του γεγονότος. Και ήταν όλοι τους πολύ ανήσυχοι.

57.

Ο Ορείχαλκος κάλεσε μέσω τηλεπικοινωνιακού πομπού την Καρθάι, λέγοντας το όνομά του και ότι επιθυμούσε να μιλήσει στην Αρχόντισσα Τριγώνια την Πέμπτη.

Αντί γι’αυτήν, ο Δημήτριος απάντησε. «Η Αρχόντισσα της Καρθάι δεν μιλά με αποστάτες και προδότες,» είπε η φωνή του μέσα από το μεγάφωνο του πομπού, ο οποίος ήταν ανοιχτός στο χέρι του Ορείχαλκου έτσι ώστε να μπορούν να ακούσουν όλοι όσοι στέκονταν κοντά του.

«Πρέπει η ίδια να έρθει για να μου το πει αυτό. Εσύ δεν έχεις καμια εξουσία στη Σάρντλι, Δημήτριε. Το συμβούλιο των Οίκων αποφάσισε: η διάστασή μας δεν είναι πια υποτελής στη Συμπαντική Παντοκρατορία.»

«Προσπαθείς να μας κοροϊδέψεις για ν’ανοίξουμε τις πύλες μας. Κανένας εδώ δεν σε πιστεύει, προδότη!»

«Αν ανοίγατε τις πύλες σας θα μπορούσε να έρθει μέσα κάποιος μαντατοφόρος για να σας ανακοινώσει τα νέα, όπως γίνεται παντού στη Σάρντλι. Παραδώσου, Δημήτριε. Θα σ’αφήσουμε να φύγεις από τη διάσταση χωρίς κανένας να σε πειράξει.»

Η επικοινωνία τερματίστηκε απότομα· μονάχα παράσιτα ακούγονταν τώρα.

«Δεν είναι πρόθυμοι να παραδοθούν!» φώναξε η Τοξομάχη. «Φέρτε έξω αυτή τη γαλανόδερμη σαύρα! Πείτε τους πως αν δε μας δώσουν τα παιδιά μας πίσω θα τη σκοτώσουμε!»

Ο Ορείχαλκος συνοφρυώθηκε. «Ποια γαλανόδερμη σαύρα, Αρχόντισσά μου;»

«Στη γυναίκα μου αναφέρεται, Άρχοντα Ορείχαλκε,» είπε ο Ξιφοφόρος ο Δεύτερος.

58.

Μέσα στο τηλεπικοινωνιακό κέντρο του παλατιού της Καρθάι – το οποίο ήταν γεμάτο λευκοντυμένους Παντοκρατορικούς και κανέναν άνθρωπο της Τριγώνιας της Πέμπτης – άκουσαν τα λόγια του Ορείχαλκου ο Δημήτριος, ο Ρουμπίνης, και η Τριγώνια. Ο Βύρων Καλπάρτι και η Ανεμόφθαλμη η Πρώτη ήταν στο δωμάτιό τους, ενώ η Ευύδρια ήταν στο δωμάτιο που μοιραζόταν με τον Ρουμπίνη και μάλλον (έτσι, τουλάχιστον, νόμιζε ο Ρουμπίνης) κοιμόταν μετά απ’το μεσημεριανό γεύμα.

Μόλις ο Δημήτριος τερμάτισε, με το απότομο πάτημα ενός κουμπιού, την επικοινωνία με τον Ορείχαλκο, η Τριγώνια είπε, συνοφρυωμένη: «Αν είναι αλήθεια–»

«Ανοησίες, Αρχόντισσά μου! Φυσικά και δεν είναι αλήθεια. Οι αποστάτες θα χρησιμοποιήσουν κάθε γλοιώδες κόλπο που μπορούν να φανταστούν για να μας κάνουν να ρίξουμε την άμυνά μας.»

«Αν όμως είναι αλήθεια, κύριε,» επέμεινε η Τριγώνια μοιάζοντας θυμωμένη που την είχε διακόψει, «ο Ορείχαλκος έχει δίκιο: πράγματι δεν έχετε καμία εξουσία εδώ.»

«Μου ζητάτε να φύγω, Αρχόντισσά μου; Θέλετε να στραφείτε κι εσείς με το μέρος των παρανόμων, γυρίζοντας την πλάτη σας στην Παντοκράτειρα;»

«Δεν είπα ακόμα ότι σας διώχνω,» αποκρίθηκε η Τριγώνια (και ο Ρουμπίνης πρόσεξε ιδιαίτερα αυτό το ακόμα· δε νόμιζε ότι η Αρχόντισσα της Καρθάι το είχε πει τυχαία). «Όμως, αν διαπιστωθεί ότι όντως οι Οίκοι – συμπεριλαμβανομένου και του δικού μου – αποφάσισαν πως η Σάρντλι δεν είναι πια υποτελής στη Συμπαντική Παντο–»

«Σας εξήγησα, Αρχόντισσά μου: αυτά είναι ανοησίες· κόλπα αποστατών, για να μας ξεγελάσουν.»

«Πολύ καλά,» είπε κοφτά η Τριγώνια. «Όπως νομίζετε.» Και βάδισε προς την έξοδο του τηλεπικοινωνιακού κέντρου, περνώντας το χέρι της κάτω απ’τον αγκώνα του Ρουμπίνη και τραβώντας τον, ελαφρά, ευγενικά, μαζί της. Εκείνος δεν έφερε αντίσταση· την ακολούθησε στους διαδρόμους του παλατιού.

«Αρχόντισσά μου,» της είπε, «θα μας παρεξηγήσουν έτσι όπως βαδίζουμε.»

Το χαμόγελό της ήταν άτακτο. «Τι μπορεί να νομίσουν; ότι είμαστε συνωμότες; ή… εραστές;»

Πρόσεχέ την αυτήν, Ρουμπίνη, του ψιθύρισε το β’ζάιλ του. Πρόσεχε τις κινήσεις που κάνεις μαζί της. Και ο Ρουμπίνης αναρωτήθηκε ακούσια, γι’ακόμα μια φορά, τι μπορεί να της έλεγε το δικό της β’ζάιλ. Αλλά δεν είχε χρόνο να το αναλογιστεί περισσότερο αυτό. Είπε: «Δεν γνωρίζω, αλλά σίγουρα δεν θα είναι κολακευτικό… Ο αρχηγός της φρουράς σου ήδη με πλησίασε, ξέρεις…»

Τα φρύδια της υψώθηκαν απότομα. «Τι; Γιατί;»

«Μου είπε πως δεν είναι πρέπον να σε πλησιάζω όπως, ορισμένες φορές, σε πλησιάζω, εκτός αν έχω τον γάμο κατά νου.»

«Είναι αυθάδης!» Η Τριγώνια έμοιαζε πολύ θυμωμένη: περισσότερο από όταν ο Δημήτριος την είχε διακόψει.

«Το ίδιο του είπα κι εγώ, περίπου. Ότι καλύτερα να μην ανακατεύεται στην προσωπική ζωή της Αρχόντισσας της πόλης. Δε νομίζω ότι του άρεσε η απάντησή μου…»

«Ο Κύκλος ο Πρώτος επειδή είναι θείος μου έχει την εντύπωση ότι είναι και μπαμπάς μου!» είπε η Τριγώνια στραβώνοντας τα όμορφα χείλη της. «Ο μπαμπάς μου, Ρουμπίνη, με εμπιστεύεται πολύ περισσότερο απ’αυτόν. Λες να μου έδινε τούτη την πόλη αν δεν με εμπιστευόταν;»

«Τ’αδέλφια σου δεν την ήθελαν;»

«Όχι· τους φαινόταν πολύ… έρημη. Αλλά εμένα μ’αρέσει. Όταν όλοι αρνήθηκαν, είπα γιατί όχι, θα την πάρω εγώ, κι ο μπαμπάς δεν άργησε να συμφωνήσει.»

«Τέλος πάντων…»

«Σε κάνω να βαριέσαι, ε; Βασικά,» χαμήλωσε τη φωνή της, «για άλλο ήθελα να σου μιλήσω…»

«Για τι;»

«Δε νομίζεις ότι πρέπει να μάθουμε αν ο αδελφός σου, ο Ορείχαλκος, λέει αλήθεια ή όχι; Γιατί, αν λέει αλήθεια, δεν σκοπεύω να κρατήσω ούτε λεπτό ακόμα τον Δημήτριο μες στο παλάτι μου. Και δε μ’αρέσει καθόλου που αμέσως, με το που πάτησε το πόδι του εδώ, έβαλε τους λακέδες του να κάνουν κατάληψη στο τηλεπικοινωνιακό κέντρο μου!»

«Δεν έκαναν ‘κατάληψη’. Πρόκειται για έκτακτη ανάγκη–»

«Έκτακτη ανάγκη η αριστερή μου πατούσα! Έκτακτη ανάγκη για τους Παντοκρατορικούς ίσως, όχι για εμάς. Εμείς τι έχουμε να χάσουμε απ’αυτό τον ξεσηκωμό; Είμαστε Σάντλιοι!»

«Δεν είναι έτσι ακριβώς… Είμαστε–»

«Σταμάτα!» Κούνησε το χέρι της αποδοκιμαστικά. «Αμφιβάλλεις ότι πρέπει να μάθουμε αν είναι αλήθεια αυτά που είπε ο Ορείχαλκος;» τον ρώτησε καθώς, ενώ βρίσκονταν σε μια γωνία των διαδρόμων, έπαυε απότομα να βαδίζει.

Ο Ρουμπίνης μόρφασε. «Και πώς προτείνεις να το κάνουμε αυτό;» Παρότι αρχικά αμφέβαλλε ότι ήταν συνετό να πάει κι εκείνος, όπως ο Ορείχαλκος, με το μέρος της Επανάστασης, τώρα όφειλε να παραδεχτεί πως αν ολόκληρη η Σάρντλι είχε στραφεί εναντίον της Συμπαντικής Παντοκρατορίας θα ήταν ανόητο αυτός να παραμείνει πιστός στην Παντοκράτειρα. Δεν θα είχε τίποτα να κερδίσει.

«Πρέπει κάποιος από εμάς να βγει από την πόλη,» είπε, χαμηλόφωνα, η Τριγώνια η Πέμπτη. «Δεν υπάρχει άλλος τρόπος. Όσο βρισκόμαστε εδώ, είμαστε αποκλεισμένοι από τον έξω κόσμο, και δεν μπορούμε έτσι να μάθουμε την αλήθεια.»

59.

Ο Ορείχαλκος δεν ήξερε μέχρι στιγμής ότι κρατούσαν αιχμάλωτη στον καταυλισμό την Κλαρίσσα Λάναρκωφ. «Δε μπορούμε να το κάνουμε αυτό, Αρχόντισσά μου,» αποκρίθηκε στην Τοξομάχη, «γιατί, για νάμαι ειλικρινής, δε νομίζω πως θα έχει και κανένα αποτέλεσμα. Δε νομίζω ότι ο Δημήτριος θα παραδοθεί αν απειλήσουμε να τη σκοτώσουμε.»

«Δε βλάπτει να δοκιμάσουμε,» επέμεινε η Τοξομάχη.

«Αν όμως οι Παντοκρατορικοί δεν παραδοθούν,» είπε ο Ανδρόνικος, «τότε το γεγονός ότι τελικά δεν θα τη σκοτώσουμε θα μας κάνει να φανούμε αναποφάσιστοι.»

«Σκοτώστε την. Ποιος είπε να μην τη σκοτώσετε;»

«Τοξομάχη–!» άρχισε ο Ξιφοφόρος, φανερά εξοργισμένος με την αδελφή του, αλλά ο Ανδρόνικος τον διέκοψε: «Δεν σκοτώνουμε τους αιχμαλώτους μας, Αρχόντισσά μου. Όχι χωρίς καλή αιτία.»

«Τότε απορώ, Πρίγκιπα Ανδρόνικε, πώς με τέτοια… τέτοια πιστεύω αγωνίζεστε τόσα χρόνια κατά της Παντοκράτειρας!»

«Το χειρότερο πράγμα που μπορείς να κάνεις με τους αιχμαλώτους σου είναι να τους σκοτώνεις,» αποκρίθηκε νηφάλια ο Ανδρόνικος.

Και ο Ορείχαλκος είπε: «Δεν υπάρχει περίπτωση ν’ακολουθήσουμε αυτό τον δρόμο, οπότε δεν έχει νόημα να το συζητάμε.»

Η Τοξομάχη τούς ατένισε και τους δύο με βλέμμα δηλητηριώδες και, στρέφοντάς τους την πλάτη, απομακρύνθηκε. Ο Αστροφώτιστος ο Δεύτερος την ακολούθησε, μάλλον για να της μιλήσει.

Ο Επουράνιος ο Δεύτερος ρώτησε: «Και τι θα κάνουμε αν δεν θέλουν να βγουν; Θα πολιορκήσουμε την Καρθάι;»

«Υπομονή,» συμβούλεψε ο Ανδρόνικος. «Ο Δημήτριος ή πραγματικά νομίζει ότι πρόκειται για απάτη–»

«Αποκλείεται να το νομίζει αυτό,» είπε ο Ορείχαλκος. «Ξέρει για ποιο λόγο πήγαμε στη Φανχάι.»

«Πιθανώς να έχεις δίκιο. Επομένως, ίσως να περιμένει ότι θα γίνει κάτι και θα ανατραπεί η κατάσταση. Όταν δει ότι τίποτα δεν πρόκειται να γίνει, τότε θα παραδοθεί. Ποιος ο λόγος να παραμείνει κλεισμένος εκεί μέσα;»

«Μπορεί, όντως, τα πράγματα να εξελιχτούν έτσι,» είπε σκεπτικά ο Ορείχαλκος.

Και ο Επουράνιος ο Δεύτερος ρώτησε: «Δεν υπάρχει περίπτωση να συμβεί κάτι που θα ανατρέψει την κατάσταση, Πρίγκιπα Ανδρόνικε;»

Ο Ανδρόνικος πήρε σκεπτική έκφραση όπως ο Ορείχαλκος και, σταυρώνοντας τα χέρια του εμπρός του, έστρεψε το βλέμμα του στα τείχη της Καρθάι και τις επάλξεις, όπου φαίνονταν πολεμιστές, πυροβόλα, και σημαίες με το έμβλημα της Παντοκράτειρας. «Κοιτάξτε, Άρχοντά μου… κανένας δεν μπορεί να είναι βέβαιος πως κάτι αποκλείεται να συμβεί. Όμως» – κι έστρεψε τώρα τη ματιά του στον Επουράνιο τον Δεύτερο – «αφού οι Παντοκρατορικοί δεν μπορούσαν να στείλουν στρατιωτική βοήθεια στους Ορειβάτες ώστε να κρατήσουν τα ορυχεία τους, γιατί να έχουν τη δύναμη να κρατήσουν ολόκληρη τη Σάρντλι υπό την κυριαρχία τους όταν αυτή έχει αποφασίσει σύσσωμα να επαναστατήσει;»

«Είναι, δηλαδή, πράγματι τόσο αποδυναμωμένοι…»

«Αν δεν ήταν, δεν θα ήμασταν εμείς εδώ προσπαθώντας να τους διώξουμε από τη Σάρντλι,» είπε ο Ανδρόνικος.

«Αυτό δεν σημαίνει ότι αποκλείεται να γίνουν κάποιες συγκρούσεις ή επιθέσεις, βέβαια,» πρόσθεσε η Ιωάννα. «Αλλά οι Παντοκρατορικοί σύντομα θα υποχωρήσουν όταν δεν έχουν από πού να κρατηθούν για να μείνουν.»

«Επομένως,» είπε η Βαθύνοη η Πρώτη, «καθόμαστε και περιμένουμε; Αυτό είναι το καλύτερο που έχετε να προτείνετε, Πρίγκιπα Ανδρόνικε, όσο η κόρη μου, η Ευύδρια η Τρίτη, είναι εκεί μέσα και κινδυνεύει;»

«Θα κινδυνέψει χειρότερα αν επιτεθούμε,» της είπε η Ιωάννα. «Τώρα, μάλλον, δε βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο.»

Και ο Ανδρόνικος: «Αυτή τη στιγμή, ναι, το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να περιμένουμε. Ώς την επόμενη μέρα, τουλάχιστον· και θα δούμε πώς θα αντιδράσει τότε ο Δημήτριος. Δε μπορεί να μην αρχίσει να παρατηρεί πως, παρότι είναι τόσες μέρες κλεισμένος εκεί μέσα, η ενέργειά του αυτή δεν είχε κανένα θετικό αποτέλεσμα για τους Παντοκρατορικούς.»

60.

Η Ευύδρια κοιμόταν, μπρούμυτα, μην ξέροντας ακόμα τίποτα για όσα είχαν συμβεί. Ο Ρουμπίνης την ξύπνησε κουνώντας την από τον ώμο, κι όταν εκείνη κάθισε πάνω στο κρεβάτι, της είπε για την άφιξη του αδελφού του και ότι ο Ορείχαλκος υποστήριζε πως οι Οίκοι είχαν αποφασίσει να διώξουν τους Παντοκρατορικούς από τη Σάρντλι.

«Πρέπει νάναι αλήθεια, Ρουμπίνη,» είπε η Ευύδρια. «Νομίζεις ότι ο Ορείχαλκος θα ερχόταν και θα το έλεγε αυτό αν δεν ήταν αλήθεια; Τον ξέρεις τον αδελφό σου…»

Ο Ρουμπίνης είχε καθίσει σε μια καρέκλα, με τα χέρια σταυρωμένα εμπρός του. «Δε μπορούμε να είμαστε βέβαιοι. Έχει μπλέξει με αποστάτες τώρα.»

Η Ευύδρια δεν είπε τίποτα. Σηκώθηκε απ’το κρεβάτι, στρώνοντας το μεσοφόρι της, και βάδισε προς το λουτρό. Όταν βγήκε, το κατάλευκο πρόσωπό της ήταν μουσκεμένο με νερό. Δεν έκανε καμια κίνηση για να το σκουπίσει.

«Η Τριγώνια πιστεύει ότι πρέπει να μάθουμε ποια είναι η αλήθεια,» είπε ο Ρουμπίνης.

«Μιλούσες με την Τριγώνια πάλι…» Ακούστηκε σαν κατάκριση.

«Μου μίλησε· τι να έκανα; να της γύριζα την πλάτη;»

Η Ευύδρια πήγε μπροστά στον καθρέφτη και, χωρίς να καθίσει στο σκαμνί, πήρε μια τσατσάρα κι άρχισε να χτενίζεται. Με κάθε βουρτσιά, η μακριά, καστανή κόμη της έμοιαζε ολοένα και πιο γυαλιστερή. Ο Ρουμπίνης την κοιτούσε και παρατηρούσε πόσο όμορφη ήταν. Απορούσε πώς ήταν δυνατόν να μιλά με ζηλότυπο τρόπο για την Τριγώνια. Η Τριγώνια ήταν κοριτσάκι· η Ευύδρια γυναίκα.

Επί του παρόντος, δεν απάντησε στον Ρουμπίνη καθώς είχε το βλέμμα της στραμμένο στο είδωλό της. Εκείνος επανέλαβε: «Μου είπε ότι πρέπει να μάθουμε αν ο Ορείχαλκος λέει αλήθεια.»

«Αλήθεια λέει. Εγώ τον πιστεύω.»

«Δεν έχει σημασία αν τον πιστεύεις εσύ. Πρέπει να μάθουμε αν όντως λέει αλήθεια· αλλιώς δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Ο Δημήτριος θα επιμένει συνέχεια πως πρόκειται για ψέματα και θα μας κρατά εδώ. Κι επιπλέον, αν είναι ψέματα, δεν θα ήθελα να στραφώ εναντίον της Παντοκράτειρας.» Θα μπορούσα να την κάνω να δει ότι παντρεύτηκε τον λάθος άνθρωπο… και ποιος ξέρει τι μπορεί να γινόταν μετά; Ίσως η Παντοκράτειρα ν’αποφάσιζε να παντρευτεί τον Ρουμπίνη. Ο Ρουμπίνης θα το ήθελε αυτό. Ακόμα και εις βάρος της Ευύδριας. Θα ήταν ο πιο σημαντικός άνθρωπος στη Σάρντλι. Πρίγκιπας της Συμπαντικής Παντοκρατορίας.

«Λες και η Παντοκράτειρα έχει κάνει τίποτα για σένα,» μόρφασε η Ευύδρια, συνεχίζοντας να χτενίζεται.

«Μη μιλάς έτσι,» είπε αμέσως ο Ρουμπίνης. «Η Παντοκράτειρα μάς φέρθηκε καλά, και ο αδελφός μου την πρόδωσε – τελείως αδικαιολόγητα.»

Η έκφραση της Ευύδριας έλεγε ότι διαφωνούσε, αλλά τα χείλη της άλλο πράγμα ρώτησαν: «Και πώς προτείνει η Τριγώνια να μάθουμε την αλήθεια όσο είμαστε αποκλεισμένοι εδώ μέσα;»

«Αυτό ακριβώς νομίζει κι εκείνη πως είναι το πρόβλημα. Πρέπει να βγούμε από την Καρθάι για να έρθουμε σε επαφή με τον έξω κόσμο και να πληροφορηθούμε τι γίνεται.»

«Θα μας αφήσει ο Δημήτριος να βγούμε;»

«Μάλλον όχι. Θα πει ότι είναι επικίνδυνο οι αποστάτες να μας αιχμαλωτίσουν.»

Η Ευύδρια άφησε την τσατσάρα της και στράφηκε να τον αντικρίσει. «Και τι σκέφτεσαι να κάνεις; Να βγεις κρυφά;»

«Ναι,» παραδέχτηκε ο Ρουμπίνης. «Αλλά δεν είμαι ακόμα σίγουρος.»

Η Ευύδρια κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. «Μπορεί κάποιος να βγει κρυφά από την Καρθάι; Υπάρχουν μυστικά περάσματα;» Σ’το είπε η Τριγώνια; έμοιαζε να ρωτά, επιπλέον, η έκφρασή της.

«Η Τριγώνια μού είπε ότι ξέρει έναν δρόμο που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε – και τίποτα πιο συγκεκριμένο.»

«Και τι της απάντησες;»

«Εσύ τι θέλεις, Ευύδρια; Τι νομίζεις;»

«Της απάντησες ή δεν της απάντησες;»

Τι προσπαθεί ν’αποδείξει τώρα; αναρωτήθηκε ο Ρουμπίνης, γιατί τα λόγια της του ακούγονταν σαν πρόκληση. «Δεν της απάντησα. Της είπα ότι θέλω να το σκεφτώ. Μου είπε να σκεφτώ γρήγορα και να την ειδοποιήσω προτού νυχτώσει.

»Τι νομίζεις, λοιπόν; Να το επιχειρήσουμε, ή όχι;»

Η Ευύδρια συνοφρυώθηκε ακουμπώντας τον αγκώνα της στο γόνατό της και το σαγόνι της στη γροθιά της. Το σώμα της διαγραφόταν σαγηνευτικά, μισοκαλυμμένο από το λεπτό μεσοφόρι. «Πάμε,» είπε τελικά. «Αλλά μόνο αν ο ‘δρόμος’ της είναι ασφαλής. Να τη ρωτήσεις πρώτα.»

«Μόνος μου; Δε φοβάσαι ότι μπορεί να με ξελογιάσει;»

Αστειευόταν, φυσικά, αλλά η Ευύδρια τον αγριοκοίταξε σα να της είχε μιλήσει σοβαρά. Ο Ρουμπίνης σηκώθηκε από την καρέκλα, πλησίασε τη σύζυγό του, και πιάνοντας τους ώμους της την έσπρωξε ανάσκελα στο κρεβάτι, καβαλώντας την και φέρνοντας τα πόδια της γύρω από τη μέση του. Την άκουσε να παίρνει μια απότομη, ξαφνιασμένη αναπνοή. Τα χείλη του φίλησαν δυνατά τα χείλη της· τα χέρια του διέτρεξαν τα πλευρά της, σηκώνοντας το μεσοφόρι πάνω από τη μέση της.

«Όχι τώρα,» του είπε η Ευύδρια.

«Γιατί;»

«Έτσι.»

Ο Ρουμπίνης την ξαναφίλησε. «Καλά,» είπε και σηκώθηκε από το κρεβάτι.

«Πήγαινε να τη ρωτήσεις,» τον προέτρεψε η Ευύδρια καθώς σηκωνόταν κι εκείνη, στρώνοντας πάλι το μεσοφόρι της. «Αν όντως υπάρχουν μυστικά περάσματα – πράγμα πιθανό σ’ένα μέρος σαν αυτό – και τα γνωρίζει, τότε το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να φύγουμε. Έπρεπε να το είχαμε κάνει απ’την αρχή.»

61.

Η Τριγώνια είχε υπόψη της, τελικά, ένα μυστικό πέρασμα. Ξεκινούσε απ’το παλάτι και κατέληγε μέσα στην έρημο, την Τρίγωνη, που το όνομά της έμοιαζε με το όνομα της Αρχόντισσας της Καρθάι. (Ο Ρουμπίνης είχε αναρωτηθεί, όσο βρισκόταν εδώ, αν οι Γεωμέτρες ήταν που είχαν κάποτε, παλιά, ονομάσει έτσι αυτή την έρημο, αλλά δεν είχε ρωτήσει· δεν το είχε ποτέ φέρει η κουβέντα.)

«Να είσαι στα διαμερίσματά μου με τη δύση του ήλιου,» του είπε. «Και εσύ και η Ευύδρια, αν σκοπεύεις να τη φέρεις.»

«Φυσικά και σκοπεύω να τη φέρω.» Δε θ’άφηνε τη σύζυγό του μόνη στην Καρθάι.

Η Τριγώνια ένευσε, και είπε: «Θα σας περιμένω.»

«Θα μπορούσαμε ίσως να πάρουμε και την Ανεμόφθαλμη και τα παιδιά της μαζί μας,» είπε η Ευύδρια στον Ρουμπίνη, όταν εκείνος επέστρεψε στο δωμάτιό τους και της μετέφερε τα λόγια της Αρχόντισσας της Καρθάι.

«Η Ανεμόφθαλμη ήξερε τι έκανε όταν ήρθε εδώ με τον άντρα της. Εμείς δεν έχουμε καμία ευθύνη γι’αυτήν.»

«Νομίζεις ότι ήρθε οικειοθελώς; Της έχω μιλήσει, και είναι στεναχωρημένη που κατέληξε εδώ, κλεισμένη, μαζί με τα παιδιά της.»

«Ναι αλλά όταν ήρθε ήθελε να έρθει!»

«Δεν το ξέρεις αυτό!»

«Σου είπε το αντίθετο;»

«Δε μου είπε τίποτα συγκεκριμένο, αλλά…» Κόμπιασε.

«Δε μπορούμε να την πάρουμε μαζί μας, Ευύδρια,» είπε ο Ρουμπίνης, σιγανά, τυλίγοντας το χέρι του γύρω από τη μέση της και φέρνοντάς την κοντά του. «Είναι πολύ ριψοκίνδυνο. Πώς θα την πλησιάσουμε; Και πώς θα τη φέρουμε στα διαμερίσματα της Τριγώνιας χωρίς ο Καλπάρτι να πάρει είδηση ότι κάτι ύποπτο συμβαίνει;»

Η Ευύδρια μόρφασε δυσαρεστημένα, αλλά ήταν φανερό πως καταλάβαινε τον δισταγμό του συζύγου της.

Ο Ρουμπίνης φίλησε την άκρη του στόματός της. «Αν αυτά που είπε ο Ορείχαλκος είναι αλήθεια, τότε ο Δημήτριος θ’αναγκαστεί ούτως ή άλλως ν’αφήσει τους αιχμαλώτους να βγουν.»

«Ή θα τους κάνει κακό.»

«Δεν το νομίζω. Δε νομίζω, κατά πρώτον, ότι ο Βύρωνας θα έκανε ποτέ κακό στην Ανεμόφθαλμη ή στα παιδιά τους.

»Ας ετοιμαστούμε τώρα. Η νύχτα δεν είναι και τόσο μακριά.»

«Ούτε τόσο κοντά,» είπε η Ευύδρια, φιλώντας τον στα χείλη και αγκαλιάζοντάς τον, τραβώντας τον προς το κρεβάτι.

«Όχι τώρα,» της είπε ο Ρουμπίνης, μην αφήνοντάς την να τον παρασύρει κάτω μαζί της.

Η Ευύδρια μειδίασε στραβά. «Το κάνεις επίτηδες, για πριν, ε;»

«Η ώρα πλησιάζει· δεν πρέπει να χαλαρώσουμε,» αποκρίθηκε ο Ρουμπίνης, ξεγλιστρώντας από την αγκαλιά της.

Η Ευύδρια αναστέναξε αλλά δεν είπε τίποτα.

Δεν είχαν πολλά πράγματα να ετοιμάσουν, κι ακόμα κι αν είχαν δεν θα ήταν συνετό να τα πάρουν μαζί τους. Όταν έβγαιναν απ’το δωμάτιό τους και πήγαιναν προς τα διαμερίσματα της Τριγώνιας, δεν θα έπρεπε να φαίνεται ότι σχεδίαζαν να ταξιδέψουν, αλλιώς κάποιος από τους ανθρώπους του Δημήτριου – οι οποίοι ήταν απλωμένοι σ’όλο το παλάτι – μπορεί να τον ειδοποιούσε. Η Ευύδρια είπε ότι καλύτερα ήταν να μην πάρουν καν τους σάκους τους· «καλύτερα να δείξουμε ότι απλά πηγαίνουμε έναν νυχτερινό περίπατο.» Ο Ρουμπίνης συμφώνησε.

Ντύθηκαν καλά, αλλά δεν φόρεσαν κάπες· θα τους έδινε κάπες η Τριγώνια, στα διαμερίσματά της, σκέφτηκαν. Σίγουρα είχε παραπάνω από αρκετές εκεί. Τα όπλα τους – ένα ξιφίδιο κι ένα πιστόλι ο Ρουμπίνης, κι άλλο ένα πιστόλι η Ευύδρια – τα έκρυψαν επάνω τους.

Κι όταν ο ήλιος βούλιαξε πίσω από την έρημο, βγήκαν απ’το δωμάτιό τους και βάδισαν στους πέτρινους διαδρόμους του παλατιού.

Κανείς δεν σας παρακολουθεί, Ρουμπίνη, του ψιθύρισε το β’ζάιλ του, κι εκείνος πήρε θάρρος από αυτό, γιατί όφειλε να παραδεχτεί ότι φοβόταν λιγάκι. Φοβόταν ότι ο Δημήτριος ίσως να είχε, κάπως, αντιληφτεί την κίνηση που σχεδίαζαν.

Οι διάδρομοι ήταν σιωπηλοί γύρω τους, γεμάτοι σκιές, κι ορισμένα σημεία τελείως μα τελείως σκοτεινά. Οι ενεργειακές λάμπες δεν ήταν αναμμένες, για εξοικονόμηση ενέργειας. Ο Δημήτριος και ο Βύρωνας επέμεναν: δεν έπρεπε να σπαταλάνε την ενέργεια που είχαν, έτσι αποκλεισμένοι όπως ήταν. Μονάχα μερικές λάμπες λαδιού κρέμονταν αναμμένες εδώ κι εκεί, αλλά όχι πολλές. Οι φρουροί που στέκονταν σε διασταυρώσεις και σε γωνίες φάνταζαν σαν μαύρα αγάλματα. Πολεμιστές της Τριγώνιας, οι περισσότεροι απ’αυτούς, όχι Παντοκρατορικοί.

Ο Ρουμπίνης και η Ευύδρια έφτασαν στα διαμερίσματα της Αρχόντισσας της Καρθάι χωρίς κανένα δυσάρεστο επεισόδιο, και ο πρώτος χτύπησε την πόρτα συνθηματικά. Η πόρτα άνοιξε, από το χέρι ενός άντρας με κατάμαυρο δέρμα και πράσινα μαλλιά. Ήταν ντυμένος με πέτσινο θώρακα, κι από τη ζώνη του κρέμονταν ένα σπαθί κι ένα πιστόλι. Ο Κύκλος ο Πρώτος, ο αρχηγός της φρουράς της Τριγώνιας.

Η Τριγώνια δεν μου το είπε ότι θα ήταν κι αυτός στην παρέα μας, σκέφτηκε ο Ρουμπίνης. Αλλά ο Κύκλος, προφανώς, ήξερε ότι εκείνοι θα έρχονταν, γιατί αμέσως τούς έγνεψε να περάσουν.

Στο καθιστικό των διαμερισμάτων τούς περίμενε η Τριγώνια, έτοιμη για ταξίδι, και μαζί της ήταν κι άλλοι τέσσερις: δύο από τους φρουρούς της, ένας υπηρέτης, και μια υπηρέτρια.

«Δεν πήρατε κάπες;» είπε η Αρχόντισσα της Καρθάι, ξαφνιασμένη, αντικρίζοντας τον Ρουμπίνη και την Ευύδρια. «Θα χρειαστεί να ταξιδέψουμε! Σ’το είπα, Ρουμπίνη.»

«Το ξέρουμε,» αποκρίθηκε ο Ρουμπίνης, «αλλά για να μη μας υποψιαστεί κανείς όσο ερχόμασταν–»

«Υποθέσαμε ότι θα μας δίνατε εσείς κάπες, Αρχόντισσά μου,» τον διέκοψε η Ευύδρια.

Η Τριγώνια πρόσταξε τον υπηρέτη της: «Φέρ’τους δυο κάπες.» Εκείνος αμέσως πήγε σ’ένα πλαϊνό δωμάτιο κι επέστρεψε με δύο κάπες, δίνοντας τη μία στον Ρουμπίνη και την άλλη στην Ευύδρια. Τις έριξαν στους ώμους τους και έδεσαν τα λουριά μπροστά στο στήθος.

«Ξεκινάμε,» είπε η Τριγώνια· κι ο ένας από τους φρουρούς της ζήτησε ευγενικά από τον Ρουμπίνη και την Ευύδρια: «Φύγετε απ’το χαλί, Άρχοντά μου, Αρχόντισσά μου.» Η Τριγώνια, οι υπηρέτες της, και ο Κύκλος είχαν ήδη πάει στις γωνίες του καθιστικού.

Ο Ρουμπίνης και η Ευύδρια υπάκουσαν, και οι δύο φρουροί σήκωσαν το χαλί τυλίγοντάς το κυλινδρικά. Έμοιαζε βαρύ. Κι από κάτω του δεν αποκαλύφθηκε καμια καταπακτή, παρά μόνο το πέτρινο πάτωμα. Ο Ρουμπίνης συνοφρυώθηκε, παραξενεμένος.

Κάποιοι έρχονται από έξω, τον προειδοποίησε, τότε, το β’ζάιλ του. Και μάλλον δεν το είχε προσέξει αυτό μόνο το δικό του β’ζάιλ, γιατί η Ευύδρια είχε ήδη στραφεί στην εξώπορτα των διαμερισμάτων, βάζοντας το χέρι της κάτω από τα ρούχα της, εκεί όπου είχε κρυμμένο το πιστόλι· και ο Κύκλος ο Πρώτος κοίταζε, επίσης, προς την ίδια μεριά.

Η Τριγώνια βάδισε ώς το κέντρο του δωματίου. Γονάτισε στο ένα γόνατο, παραμερίζοντας την κάπα της, και ατένισε το πάτωμα για μια στιγμή· ύστερα, άγγιξε ένα σημείο του με τις άκριες των δαχτύλων της, σαν να έψαχνε για κάτι επάνω στις πλάκες. Δεν την είχε αυτήν ειδοποιήσει το β’ζάιλ της; αναρωτήθηκε ο Ρουμπίνης.

«Ρουμπίνη…» είπε η Ευύδρια.

«Ναι, το ξέρω.»

Ο Κύκλος τράβηξε το πιστόλι του.

«Τι συμβαίνει, Άρχοντά μου;» ρώτησε ένας από τους φρουρούς.

«Κάποιος έρχ–»

Η εξώπορτα χτύπησε, δυνατά, και μια φωνή αντήχησε: «Αρχόντισσα Τριγώνια!» Ο Δημήτριος.

Μας κατάλαβε! σκέφτηκε ο Ρουμπίνης. Πώς μας κατάλαβε;

Ο Κύκλος έκανε, αμέσως, σ’όλους νόημα να μείνουν σιωπηλοί.

Ο Δημήτριος ξαναχτύπησε, δυνατότερα. «Αρχόντισσά μου, το ξέρω πως είστε μέσα! Ανοίξτε μου! Τώρα!»

Η Τριγώνια φάνηκε κάτι να βρίσκει στο πάτωμα, κάτι επάνω σε μια από τις πλάκες. Ο Ρουμπίνης έβλεπε ιδρώτα να γυαλίζει στο όμορφο, νεανικό πρόσωπό της. Είχε πάλι εκείνη την έκφραση που σ’έκανε να νομίζεις ότι ήταν τουλάχιστον δέκα χρόνια μεγαλύτερη απ’ό,τι στην πραγματικότητα.

Πίεσε κάποιον διακόπτη, και μια από τις πλάκες του πατώματος κινήθηκε, τρίζοντας. Ένα στενό άνοιγμα αποκαλύφθηκε. Ένας χοντρός άνθρωπος ποτέ δεν θα χωρούσε να περάσει από κει μέσα. Ευτυχώς που κανένας μας δεν είναι χοντρός, σκέφτηκε ο Ρουμπίνης.

Το πέρασμα είναι ασφαλές· πηγαίνετε! του είπε το β’ζάιλ του. Ο Δημήτριος δεν είναι μόνος.

Η πόρτα χτύπησε ξανά. «Ανοίξτε, Αρχόντισσά μου!»

Η Τριγώνια, γονατισμένη καθώς ήταν, κατέβηκε ευέλικτα μέσα στο άνοιγμα του πατώματος, και ο Κύκλος έκανε νόημα στον Ρουμπίνη και στην Ευύδρια να την ακολουθήσουν – γρήγορα. Η Ευύδρια κατέβηκε πρώτη, ενώ κάποιος είχε αρχίσει να κοπανά την εξώπορτα, τώρα με φανερή πρόθεση να τη γκρεμίσει.

Ο Ρουμπίνης ακολούθησε την σύζυγό του κάτω από το πάτωμα, και διαπίστωσε ότι η πτώση δεν ήταν μικρή. Κάπου δυο μέτρο, υπέθεσε.

«Πρόσεχε το κεφάλι σου,» του είπε η Τριγώνια, που κρατούσε φακό για να φωτίζει τον στενό, σκοτεινό χώρο όπου είχαν βρεθεί. «Το ταβάνι είναι χαμηλό εδώ.»

«Έχεις ξανάρθει σ’ετούτο το πέρασμα;»

«Μια φορά μόνο. Αλλά δεν έχω φτάσει ώς το τέλος. Το έχω, όμως, δει σε παλιούς χάρτες.»

Δε μου το είπες αυτό, πριν!

Από πάνω, η πόρτα ακούστηκε να σπάει, και φωνές ακολούθησαν τη θραύση της, η πιο δυνατή από τις οποίες ήταν του Κύκλου: «Μείνετε πίσω! Τι νομίζετε ότι κάνετε; Εδώ είναι τα–!» Η βαβούρα μεγάλωσε.

«Πάμε!» είπε η Τριγώνια, εσπευσμένα, ξεκινώντας να βαδίζει.

Η Ευύδρια την ακολούθησε δίχως δισταγμό. Ο Ρουμπίνης έριξε, για μια στιγμή, μια ματιά επάνω, και δεν είδε κανέναν άλλο να έρχεται από το άνοιγμα, ούτε φρουρό ούτε υπηρέτη. Μετά προχώρησε γρήγορα πίσω απ’τη σύζυγό του.

Το πέρασμα ήταν, πράγματι, χαμηλό – δεν μπορούσες να έχεις σηκωμένο το κεφάλι – στενό, και μύριζε πέτρα και υγρασία.

«Εδώ κατεβαίνει,» είπε η Τριγώνια, λίγο παρακάτω, σταματώντας. «Υπάρχει σκάλα. Με επικίνδυνα σκαλοπάτια. Έχετε το νου σας.»

Ο Ρουμπίνης δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτα μπροστά από τις δύο γυναίκες· τις είδε, όμως, να προχωράνε αργά, κατεβαίνοντας. Ακολούθησε, κι αισθάνθηκε τα γλιστερά σκαλοπάτια κάτω απ’τα μποτοφορεμένα πόδια του. Απλώνοντας τα χέρια του δεξιά κι αριστερά, κρατήθηκε από τα τραχιά τοιχώματα.

Πίσω του άκουσε κάποιον να κατεβαίνει, και μια φωνή: «Τριγώνια! Ρουμπίνη!» Ο Δημήτριος, ξανά.

Ο Ρουμπίνης δεν απάντησε. Άστον να χαθεί, να μην ξέρει πού έχουμε πάει.

Καθώς όμως κατέβαιναν, η Ευύδρια γλίστρησε και «Αααα!» τσύριξε. Ο Ρουμπίνης τέντωσε αμέσως το χέρι του και την άρπαξε απ’τη ζώνη, ενώ τα δικά της χέρια προσπαθούσαν να γαντζωθούν στους τοίχους. Παραλίγο να γλιστρήσει κι εκείνος και να χάσει την ισορροπία του. «Το πόδι μου…» βόγκησε η Ευύδρια.

«Τριγώνια!» αντήχησε η φωνή του Δημήτριου, από πιο κοντά τώρα· κι ο Ρουμπίνης νόμιζε πως μπορούσε ν’ακούσει κι άλλους να κατεβαίνουν από το άνοιγμα.

«Προχώρα!» ψιθύρισε στην Ευύδρια. «Προχώρα, αγάπη μου!»

«Το πόδι μου…» μουρμούριζε εκείνη – πρέπει να πονούσε – αλλά συνέχισε να κατεβαίνει τη σκάλα με προσοχή.

Ο Ρουμπίνης τράβηξε το πιστόλι του καθώς την ακολουθούσε.

«Τριγώνια!» Τώρα, η φωνή του Δημήτριου ήταν πολύ κοντά, και κοιτάζοντας πάνω απ’τον ώμο του ο Ρουμπίνης μπορούσε να διακρίνει φως στην κορυφή της σκάλας. Έρχεται, ο καταραμένος! Αλλά κι εμείς δεν μπορεί πια νάμαστε μακριά: πρέπει να φτάνουμε στο τέλος. Πρέπει!

Από μπροστά άκουσε: «Μαζί μου. Μαζί μου.» Η Τριγώνια.

Ναι, εκείνη μάλλον είχε φτάσει στο τέλος της σκάλας. Και πράγματι, τα γλιστερά σκαλιά δεν άργησαν να τελειώσουν κάτω από τα πόδια του Ρουμπίνη.

«Μαζί μου,» είπε πάλι η Τριγώνια, και την ακολούθησαν μέσα σ’ένα άνοιγμα στ’αριστερά, το οποίο ήταν κυλινδρικό σαν σωλήνας και αναμφίβολα καθοδικό.

Πίσω τους ο Ρουμπίνης τώρα μπορούσε ν’ακούσει, καθαρά, βήματα να έρχονται.

Το κυλινδρικό πέρασμα έστριβε σ’ένα σημείο, κι εκεί, στη στροφή, η Τριγώνια είπε: «Από δω και πέρα δεν έχω ξανάρθει. Αλλά το έχω δει στους χάρτες: αυτός είναι ο δρόμος.»

Η Ευύδρια αγκομαχούσε και κλαψούριζε· το πόδι της πρέπει ακόμα να την πονούσε. Ίσως να το είχε στραμπουλήσει. Όμως ο Ρουμπίνης ευχόταν να μην ήταν αυτό· ευχόταν να ήταν κάτι πιο άκακο, γιατί, ακόμα κι όταν έβγαιναν από εδώ, θα είχαν σίγουρα να περπατήσουν πολύ.

«Τριγώνια! Ρουμπίνη!» Ο Δημήτριος. Πίσω τους τώρα. Κοντά.

Ο Ρουμπίνης τον είδε στην αρχή του κυλινδρικού περάσματος, μ’έναν φακό στο ένα χέρι κι ένα πιστόλι στο άλλο.

Το πιστόλι ήταν υψωμένο. «Μείνε εκεί που είσαι, Ρουμπίνη! Θα ρίξω! Μείνε εκεί που είσαι! Όλοι σας!»

Πρόσεχε, Ρουμπίνη! Πρόσεχε! προειδοποίησε το β’ζάιλ του.

Ο Ρουμπίνης πυροβόλησε – το πέρασμα άστραψε από την ξαφνική ριπή – ο Δημήτριος κραύγασε, παραπατώντας – πυροβόλησε κι εκείνος – το πέρασμα άστραψε ξανά – ο Ρουμπίνης αισθάνθηκε ένα δυνατό τράνταγμα στο στήθος–

«Αγάπη μου… Αγάπη μου…» Η φωνή της Ευύδριας, κοντά στ’αφτί του· τα χέρια της, γύρω του… Ο Ρουμπίνης συνειδητοποίησε ότι είχε σκοντάψει, είχε πέσει επάνω της. Το πιστόλι του; Πού ήταν το πιστόλι του; Το είχε χάσει;

«Μείνετε εκεί που είστε!» αντήχησε η εξαγριωμένη κραυγή του Δημήτριου.

Ακόμα ένας πυροβολισμός. Η Ευύδρια, μάλλον.

Η σκοτεινή μορφή του Δημήτριου φάνηκε να πέφτει. Πίσω του, όμως, ήταν κι άλλες μορφές. Οι οποίες πυροβόλησαν. Ο Ρουμπίνης αισθάνθηκε πάλι τραντάγματα στο σώμα του. Άκουσε την Ευύδρια να ουρλιάζει, κλαίγοντας· την ένιωσε να τον τραβά προς τα πίσω.

Ένα πυκνό σκοτάδι κάλυψε τα πάντα.

Το τελευταίο πράγμα που άκουσε ήταν η φωνή του β’ζάιλ του: Ρουμπίνη… Μη μ’αφήνεις, Ρουμπίνη… Μη μ’αφ…

62.

Φύγε! Είναι νεκρός! Νεκρός! Φύγε! ούρλιαζε το β’ζάιλ της.

«Όχι, δε μπορεί…» μουρμούριζε εκείνη.

Φύγε!

«Ελάτε!» φώναξε η Τριγώνια η Πέμπτη. «Ελάτε!»

Άφησέ τον! επέμεινε το β’ζάιλ της Ευύδριας, κι εκείνη, νιώθοντας σαν κάποιος να είχε περάσει ένα σπαθί μέσα στα σωθικά της, τον άφησε τρέχοντας πίσω απ’την Αρχόντισσα της Καρθάι, μέσα στο σκοτεινό κυλινδρικό πέρασμα. Πίσω της πυροβολισμοί αντήχησαν αλλά καμια σφαίρα δεν την πέτυχε. Με κάλυψε ο Ρουμπίνης, σκέφτηκε ενώ δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά της και η όρασή της θόλωνε ολοένα και περισσότερο. Το πόδι της εξακολουθούσε να τις ρίχνει έντονες σουβλιές, αλλά τώρα η Ευύδρια το αγνοούσε· ο πόνος στην καρδιά της ήταν πολύ πιο δυνατός.

«Αα!» έκανε η Τριγώνια, μπροστά της, και η Ευύδρια την είδε να πέφτει στα τέσσερα ενώ ένα δυνατό πλαφ! αντηχούσε. Νερό;

Έχει νερό εδώ, ξαδέλφη, είπε το β’ζάιλ της Ευύδριας.

Το φως έσβησε. Ο φακός της Τριγώνιας είχε βραχεί και είχε χαλάσει.

«Σκοτάδια του Τάρφεοθ…!» καταράστηκε η Αρχόντισσα της Καρθάι. «Ευύδρια;»

«Εδώ είμαι.»

«Ο Ρουμπίνης;»

«…Ν-νεκρός.»

«Ο κωλοφακός δε λειτουργεί! Έχεις εσύ φακό; Βγάλτον! Βγάλτον!»

«Ο Ρουμπίνης είχε–»

«Πάμε! Προχώρα!»

Η Ευύδρια ένιωσε ένα χέρι πάνω στο σώμα της· το έπιασε από τον καρπό, και το χέρι έπιασε τον δικό της καρπό, τραβώντας την. Από κάτω της άκουγε πλατσουρίσματα κι αισθανόταν το νερό να μπαίνει μέσα στις μπότες της, μουλιάζοντας τις κάλτσες και τα πόδια της. Νόμιζε ότι έκανε καλό στο πόδι της που είχε χτυπήσει στη γλιστερή σκάλα – το πάγωνε.

«Αρχόντισσα Τριγώνια!» Η φωνή κάποιου, από μακριά. Άγνωστη φωνή, συνειδητοποίησε η Ευύδρια, παρότι για μια στιγμή είχε την ψευδαίσθηση ότι ήταν του Ρουμπίνη. Ο Ρουμπίνης είναι νεκρός… Το β’ζάιλ της δεν μπορεί να έκανε λάθος· τα β’ζάιλ δεν έκαναν λάθη σε τέτοια πράγματα. Εκτός αν της είχε πει ψέματα, για να γλιτώσει εκείνη, τουλάχιστον, τη ζωή της…

«Γαμώ τις κωλομηχανές τους, γαμώ…» γρύλισε η Τριγώνια.

«Τι είναι;» ρώτησε η Ευύδρια, σιγανά.

«Ο πομπός μου· δεν έχει σήμα εδώ πέρα.»

Και μετά, βγήκαν από το νερό και βάδισαν σε πετρώδες, άγριο έδαφος· η Ευύδρια αισθανόταν την αγριάδα του ακόμα και μέσα από τις σόλες των μποτών της.

«Ξέρεις πού πάμε;» ρώτησε την Τριγώνια ξεροκαταπίνοντας. Το στόμα της ήταν τόσο ξερό, και ο λαιμός της επίσης…

«Πού να ξέρω; Δε βλέπω τίποτα. Αλλά θυμάμαι ότι υπήρχε νερό. Ο χάρτης το έλεγε.»

«Και μετά απ’το νερό;»

«Κάτι περάσματα. Όχι πολλά. Δε νομίζω ότι είναι εύκολο να χάσουμε το δρόμο μας. Θα βγούμε, θα δεις.»

Η Ευύδρια, όμως, έτρεμε. Θα χαθούμε για πάντα εδώ μέσα; Είναι δυνατόν να χαθούμε; Θεοί, βοηθήστε μας…

Τουλάχιστον, οι Παντοκρατορικοί δεν πρέπει πια να ήταν στο κατόπι τους. Δεν τους άκουγε. Ούτε, ρίχνοντας κανένα βλέμμα πάνω απ’τον ώμο της, μπορούσε να διακρίνει φως.

63.

Η Ευύδρια δεν ήξερε πόση ώρα περιπλανιόνταν μέσα σ’αυτά τα κατασκότεινα βάθη, πάντως από ένα σημείο και μετά το απέκλειε να βρίσκονταν πλέον κάπου μέσα στο παλάτι ή κάτω απ’αυτό. Προσπάθησε να κάνει έναν χάρτη μες στο μυαλό της: Τα διαμερίσματα της Τριγώνιας ήταν στον πέμπτο όροφο του παλατιού· το πρώτο πέρασμα ήταν αμέσως από κάτω τους· μετά, η γλιστερή σκάλα τούς είχε κατεβάσει κι άλλο αλλά δεν πρέπει ακόμα να τους είχε βγάλει κάτω απ’το παλάτι· η κυλινδρική σήραγγα ήταν που, μάλλον, τους είχε οδηγήσει εκεί. Όταν είχαν φτάσει στο νερό πρέπει να βρίσκονταν κάπου κοντά στα υπόγεια ποτάμια που τροφοδοτούσαν τα πηγάδια της Καρθάι. Κι ύστερα… ύστερα, η Ευύδρια τα είχε μπερδέψει τελείως, αλλά από εκεί και πέρα νόμιζε ότι είχαν πλέον πάψει να είναι κάτω απ’το παλάτι, και κάτω απ’την Καρθάι πιθανώς. Το έδαφος ήταν τραχύ, το ίδιο και τα τοιχώματα ολόγυρά τους, και τα περάσματα δεν ήταν τόσο στενά όσο στην αρχή: σε κάποιες στιγμές, όταν άπλωνε το ελεύθερο χέρι της (το άλλο το κρατούσε συνεχώς η Τριγώνια), δεν μπορούσε ν’αγγίξει τοίχο. Σ’ένα σημείο, είχε σκοντάψει πάνω σε μικρούς σταλαγμίτες· το χτυπημένο της πόδι είχε χτυπήσει ξανά, και η Ευύδρια είχε δαγκώσει τα χείλη της από τον πόνο ο οποίος την είχε κάνει να μουδιάσει ώς το γόνατο, αλλά είχε συνεχίσει να βαδίζει.

Απόμακρα, κάπου-κάπου, μπορούσε ν’ακούσει τσυρίγματα.

«Τι… τι είν’αυτά;» είχε ρωτήσει, την πρώτη φορά, την Τριγώνια.

«Νυχτερίδες μάλλον.»

Νυχτερίδες. Η Ευύδρια ξεροκατάπιε. Είχε ακούσει ιστορίες που έλεγαν ότι υπήρχαν νυχτερίδες που έπεφταν πάνω στους ανθρώπους, τους δάγκωναν, και τους έπιναν το αίμα.

Αλλά, βέβαια, η Τριγώνια μπορεί να έκανε και λάθος. Μπορεί οι ήχοι να προέρχονταν από κάποια άλλα πλάσματα του Τάρφεοθ. Πλάσματα πολύ χειρότερα… Η Ευύδρια ρίγησε, και ήθελε να σταματήσει κάπου για να κατουρήσει, αλλά δεν είχαν χρόνο για τέτοιες πολυτέλειες, έτσι κρατήθηκε.

Επί του παρόντος, ύστερα από… μία ώρα; δύο; περισσότερες;… νόμιζε πως μπορούσε να διακρίνει φως. Αχνό, αδύναμο· αλλά μέσα σ’ετούτο το σκοτάδι ακόμα κι ένα τέτοιο φως φάνταζε έντονο.

«Φως…» είπε.

«Το βλέπω.»

«Πάμε εκεί;»

«Δεν εννοείται;»

Το χέρι την τράβηξε και πλησίασαν το άνοιγμα που ήταν από πάνω τους, όχι πολύ ψηλά· μπορούσαν άνετα να σκαρφαλώσουν και να το φτάσουν. Φεγγαρόφωτο, σκέφτηκε η Ευύδρια. Η Σελήνη μάς οδήγησε έξω. Μπορούσε τώρα να διακρίνει τη μορφή της Τριγώνιας, αν και σκοτεινή.

Η Αρχόντισσα της Καρθάι στράφηκε να την κοιτάξει· τα μάτια της γυάλιζαν. «Τα καταφέραμε,» είπε· κι ύστερα σκαρφάλωσε τη μικρή πλαγιά, βγαίνοντας από τη σπηλιά.

Η Ευύδρια προσπάθησε να την ακολουθήσει, και δυσκολεύτηκε. Η Τριγώνια έπιασε το ένα της χέρι και τη βοήθησε.

Είχαν βρεθεί σ’ένα βραχώδες σημείο της ερήμου, μες στη νύχτα. Λαχανιασμένες και ανακουφισμένες κι οι δυο τους, κάθισαν κάτω να ηρεμήσουν, ακουμπώντας τις πλάτες τους σε ψηλές πέτρες. Η Σελήνη φώτιζε από πάνω τους, κάνοντας τα πάντα να ασημίζουν.

«Πόσο μακριά είμαστε;» ρώτησε μετά από λίγο η Ευύδρια. «Από την Καρθάι.»

Η Τριγώνια βρήκε πρώτη τη δύναμη να σηκωθεί όρθια και, κοιτάζοντας ολόγυρα, είπε: «Όχι πολύ μακριά.» Ύψωσε το χέρι της, δείχνοντας.

64.

«Άρχοντα Ορείχαλκε!»

Ο Ορείχαλκος βγήκε από τη σκηνή του, μέσα στη βαθιά νύχτα, για ν’αντικρίσει τον μισθοφόρο που τον φώναζε. «Τι συμβαίνει;»

«Δύο γυναίκες, Άρχοντά μου. Τις έπιασαν να πλησιάζουν τον καταυλισμό. Λένε πως είναι η Τριγώνια η Πέμπτη και η Ευύδρια η Τρίτη.»

Τι; «Οδήγησέ με εκεί. Αμέσως.»

Ο μισθοφόρος ένευσε, αρχίζοντας να βαδίζει.

Η Ανεμόφθαλμη πετάχτηκε έξω απ’τη σκηνή προτού ο Ορείχαλκος προλάβει να κάνει το πρώτο του βήμα. Είχε κι εκείνη ακούσει τη φωνή του μισθοφόρου, καθώς και τη σύντομη συνομιλία του με τον Ορείχαλκο. «Βγήκε η Τριγώνια από την πόλη; Και η Ευύδρια;»

«Έτσι φαίνεται,» αποκρίθηκε ο Ορείχαλκος· και ακολούθησαν τον μισθοφόρο, κι οι δυο τους ξυπόλυτοι κι ελαφριά ντυμένοι, νιώθοντας την ψύχρα της νύχτας να δαγκώνει το δέρμα τους και να τους κάνει ν’ανατριχιάζουν.

Ο καταυλισμός ήταν ήσυχος γύρω τους: οι περισσότεροι κοιμόνταν. Κάμποσες φωτιές ήταν αναμμένες, για ζεστασιά. Κοντά στις ερήμους της Σάρντλι, οι ημέρες είναι καυτές και οι νύχτες παγερές.

Ο Σάνραντιλ’φεν, παραδόξως, ήταν ξύπνιος, καπνίζοντας την πίπα του καθισμένος μπροστά από τη σκηνή του. Βλέποντας τον Ορείχαλκο και την Ανεμόφθαλμη, σηκώθηκε και, με γρήγορα βήματα, τους ζύγωσε. «Τι συμβαίνει, Άρχοντά μου;» ρώτησε.

Ο Ορείχαλκος τού εξήγησε καθώς βάδιζαν.

«Κι ο αδελφός σου, ο Ρουμπίνης;» ρώτησε ο Πρόμαχος.

«Πού να ξέρω; Δεν είναι μαζί τους.» Είναι τόσο ανόητος που μπορεί να έμεινε οικειοθελώς μέσα ενώ η ίδια η σύζυγός του και η Αρχόντισσα της Καρθάι αποφάσισαν να δραπετεύσουν.

Ο μισθοφόρος, τελικά, τους οδήγησε στη βορειανατολική άκρη του καταυλισμού, όπου οι Ούρταθ είχαν περιτριγυρίσει δύο γυναίκες. Δεν τις είχαν δέσει, ούτε τις άγγιζαν, αλλά στέκονταν γύρω τους με τα όπλα τους έτοιμα – μακρυμάνικους πέλεκεις οι περισσότεροι, αν και υπήρχαν και δυο γυναίκες ανάμεσά τους που κρατούσαν πιστόλια και στα δύο χέρια.

«Παραμερίστε!» τους πρόσταξε ο Ορείχαλκος, χειρονομώντας για να καταλάβουν γρήγορα τι ήθελε, αφού οι Ούρταθ δεν γνώριζαν και τόσο καλά την Πανσάρντλια, κι ορισμένοι ανάμεσά τους δεν τη γνώριζαν καθόλου. «Είναι γνωστές μου.» Φυσικά, είχε αναγνωρίσει αμέσως την Ευύδρια, κι η άλλη δεν μπορεί παρά να ήταν η Τριγώνια. Ήταν, σίγουρα, μικρής ηλικίας, όπως έλεγαν οι Γεωμέτρες.

Οι Ούρταθ έκαναν πέρα, και η Ευύδρια έτρεξε κοντά στον Ορείχαλκο αγκαλιάζοντάς τον σφιχτά. «Ορείχαλκε…» είπε. «Ορείχαλκε… Ο Ρουμπίνης… Θεοί… Ο Ρουμπίνης… Προσπάθησα, αλλά…»

Ο Ορείχαλκος την έπιασε από τους ώμους και την έσπρωξε, ελαφρά, για να την ξεκολλήσει από πάνω του, να κοιτάξει το πρόσωπό της. Τα μάτια της γυάλιζαν από τα δάκρυα. «Τι έγινε, Ευύδρια; Πώς βρέθηκες εδώ; Πού είναι ο Ρουμπίνης;»

«Ο αδελφός σου…» Ξεροκατάπιε. «Είναι νεκρός ο Ρουμπίνης, Ορείχαλκε. Λυπάμαι.»

Θεοί… Πώς;… Παρά τα όσα είχε κάνει ο Ρουμπίνης τελευταία, ο Ορείχαλκος ποτέ, σε καμία περίπτωση, δεν θα τον ήθελε νεκρό. Ήταν απλά ανόητος. Δεν τον έβλεπε σαν εχθρό του.

Στράφηκε στην Τριγώνια, η οποία στεκόταν παραδίπλα μοιάζοντας πολύ πιο συγκροτημένη από την Ευύδρια, αν και η όψη της φανέρωνε πόσο κατάκοπη ήταν. «Αρχόντισσά μου,» είπε ο Ορείχαλκος. «Πώς βρεθήκατε εδώ;»

«Ο Άρχοντας Ορείχαλκος;» ρώτησε εκείνη.

«Ναι. Κι εσείς, υποθέτω, η Τριγώνια η Πέμπτη…»

«Δε χρειάζεται πληθυντικός, στα χάλια που βρισκόμαστε.»

Ο Ορείχαλκος δεν μπόρεσε παρά να χαμογελάσει. «Όπως επιθυμείς.» Και, κοιτάζοντας και εκείνη και την Ευύδρια: «Πείτε μου, όμως, τι έγινε. Πώς σκοτώθηκε ο Ρουμπίνης; Πώς φτάσατε εδώ; Δε μου ανέφερε κανένας ότι άνοιξαν οι πύλες.»

«Δεν άνοιξαν οι πύλες,» αποκρίθηκε η Τριγώνια· και του εξήγησε ότι θέλησαν να διαπιστώσουν αν ήταν αλήθεια πως η Σάρντλι είχε δηλώσει την ανεξαρτησία της: έτσι επιχείρησαν να φύγουν από την πόλη μέσω ενός μυστικού περάσματος που η ίδια είχε ανακαλύψει σε κάτι παλιούς χάρτες, όταν πρωτόχε έρθει στην Καρθάι και σκάλιζε τη βιβλιοθήκη του παλατιού….

65.

Ο καταυλισμός σύντομα αναστατώθηκε, καθώς ο Ορείχαλκος φρόντισε να τους ξυπνήσει όλους. Όχι τους μισθοφόρους, ασφαλώς, αλλά τους άρχοντες, τις αρχόντισσες, και τους επαναστάτες του Φτερωτού Όρους. Οι Υδατοσκόποι καταχάρηκαν που είδαν την Ευύδρια την Τρίτη ζωντανή και κοντά τους· την αγκάλιαζαν και τη φιλούσαν. Οι Γεωμέτρες χάρηκαν παρομοίως από την παρουσία της Τριγώνιας της Πέμπτης, αλλά εκείνη τούς είπε ότι δεν θα έπρεπε να χαίρονται γιατί ο Ρουμπίνης ήταν νεκρός, και ο Κύκλος ο Πρώτος ίσως επίσης να ήταν νεκρός, ή αιχμάλωτος στην καλύτερη περίπτωση.

«Ο Δημήτριος σκότωσε τον αδελφό σου,» είχε πει η Ευύδρια στον Ορείχαλκο, όταν η Τριγώνια τού διηγιόταν τι είχε συμβεί, και τα λόγια της ακόμα αντηχούσαν μες στο μυαλό του. «Είμαι σίγουρη πως αυτός ήταν. Αλλά μετά τον πυροβόλησα, και μάλλον κι εκείνος είναι νεκρός.»

Ο Δημήτριος… αυτό το κάθαρμα, σκεφτόταν τώρα ο Ορείχαλκος, καθώς η Τριγώνια η Πέμπτη μιλούσε στους συγκεντρωμένους ευγενείς ξανά για τα γεγονότα μέσα στο παλάτι της.

«Είσαι η Αρχόντισσα της Καρθάι,» της είπε η Ευθύγραμμη η Τρίτη, εμφατικά. «Και είσαι έξω από την πόλη, όχι αιχμάλωτη πλέον. Ούτε υπόκεισαι στην εξουσία των Παντοκρατορικών. Πρόσταξε ν’ανοίξουν τις πύλες, και θα γίνει.»

Ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος συμφώνησε. «Αυτός είναι, μάλλον, ο πιο αναίμακτος τρόπος για να τους βγάλουμε από την πόλη,» είπε, νεύοντας.

«Το τηλεπικοινωνιακό κέντρο το έχουν καταλάβει οι Παντοκρατορικοί,» εξήγησε η Τριγώνια. «Αν στείλουμε σήμα από εδώ, θα το πιάσουν αυτοί πρώτοι και θα μας δώσουν, φυσικά, αρνητική απάντηση.»

Ο Ανδρόνικος, που τόση ώρα παρατηρούσε την Αρχόντισσα της Καρθάι να μιλά, σκέφτηκε: Μοιάζει πολύ μεγαλύτερη απ’ό,τι πραγματικά είναι! Πολύ έξυπνη κοπέλα. «Μιλήστε με τηλεβόα, τότε, Αρχόντισσά μου,» την προέτρεψε. «Αυτόν κανένας δεν μπορεί να τον σταματήσει.»

Η Τριγώνια συμφώνησε. Έτσι, προτού καν ξημερώσει, στάθηκε επάνω σε μια εξέδρα και, κρατώντας έναν τηλεβόα στο στόμα της, ζήτησε από τους πολεμιστές της μέσα στην Καρθάι να συλλάβουν τους Παντοκρατορικούς και ν’ανοίξουν τις πύλες. «ΕΙΜΑΙ Η ΑΡΧΟΝΤΙΣΣΑ ΣΑΣ,» επανέλαβε, «Η ΤΡΙΓΩΝΙΑ Η ΠΕΜΠΤΗ, ΚΑΙ ΕΙΜΑΙ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΛΗ. ΟΙ ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΙΚΟΙ ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΑΝ ΝΑ ΜΕ ΔΟΛΟΦΟΝΗΣΟΥΝ. ΕΠΙΤΕΘΗΚΑΝ ΣΤΟΝ ΚΥΚΛΟ ΤΟΝ ΠΡΩΤΟ, ΚΑΙ ΣΚΟΤΩΣΑΝ ΤΟΝ ΡΟΥΜΠΙΝΗ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥ ΤΩΝ ΟΡΕΙΒΑΤΩΝ. ΚΥΝΗΓΗΣΑΝ ΕΜΕΝΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΥΥΔΡΙΑ ΤΗΝ ΤΡΙΤΗ.

»ΣΥΛΛΑΒΕΤΕ ΤΟΥΣ ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΙΚΟΥΣ! ΑΝΟΙΞΤΕ ΤΙΣ ΠΥΛΕΣ!»

Λίγη ώρα μετά την προσταγή της Τριγώνιας της Πέμπτης, σύντομες συγκρούσεις φάνηκαν να διεξάγονται στις επάλξεις της πόλης, και η μεγάλη πύλη αντίκρυ στον καταυλισμό δεν άργησε ν’ανοίξει. Οι Ούρταθ και οι μισθοφόροι των Ορειβατών και των Ουράνιων ήταν όλοι έτοιμοι και οπλισμένοι, αλλά ο Ορείχαλκος πρόσταξε κανένας να μην εφορμήσει.

«Θα περιμένουμε να δούμε πώς θα εξελιχτεί η κατάσταση,» είπε στον Ανδρόνικο, καθώς στέκονταν επάνω στην εξέδρα και κοίταζαν.

Ο Ανδρόνικος κατένευσε, συμφωνώντας. Στράφηκε στην Τριγώνια. «Πόσους πολεμιστές έχετε μέσα στην πόλη, Αρχόντισσά μου; Είναι περισσότεροι από τους Παντοκρατορικούς;»

«Πολύ περισσότεροι. Δεν είχαμε παρά ελάχιστους στρατιώτες της Παντοκράτειρας στην Καρθάι – δεν τη θεωρούσαν σημαντική – και ο Δημήτριος δεν πρόλαβε να φέρει πολλούς.»

Όπως το υποψιαζόμουν, σκέφτηκε ο Ανδρόνικος.

Οι πολεμιστές της Τριγώνιας της Πέμπτης έβγαλαν τους Παντοκρατορικούς από την πόλη καθώς μια λωρίδα ηλιακού φωτός φαινόταν στον ανατολικό ορίζοντα. Τους είχαν αφοπλίσει και είχαν δέσει τα χέρια τους πίσω από την πλάτη. Ανάμεσά τους ήταν και ο Βύρων Καλπάρτι, αλλά όχι ο Δημήτριος.

Πρέπει να είναι νεκρός, συμπέρανε ο Ορείχαλκος, όπως είπε η Ευύδρια. Τον σκότωσε. Και κάπου μέσα του λυπόταν γι’αυτό. Θα ήθελε εκείνος να έπαιρνε εκδίκηση… για τον Ρουμπίνη… για τον Όνυχα… Αυτός ο εξωδιαστασιακός άνθρωπος είχε κάνει τόσα κακά στην οικογένειά του.

Αλλά τώρα τελείωσε.

Η Ανεμόφθαλμη η Πρώτη και τα δύο μικρά αγόρια της βγήκαν από την πόλη μαζί με τους πολεμιστές της Τριγώνιας της Πέμπτης, και η Τοξομάχη κι ο Αστροφώτιστος πήγαν ν’αγκαλιάσουν και να φιλήσουν την κόρη και τα εγγόνια τους.

«Πού είναι ο Κύκλος ο Πρώτος;» ρώτησε η Τριγώνια τούς πολεμιστές της, όταν τους ζύγωσε μαζί με τον Ορείχαλκο και τον Ανδρόνικο. «Είναι νεκρός;»

«Χτυπημένος, Αρχόντισσά μου, όχι νεκρός,» αποκρίθηκε ένας πορφυρόδερμος άντρας, βγάζοντας το κράνος του κι αποκαλύπτοντας από κάτω μια πλούσια μαύρη χαίτη. «Οι Παντοκρατορικοί τον χτύπησαν στο κεφάλι μέσα στα διαμερίσματά σας. Στην αρχή δεν το ξέραμε, αλλιώς θα τους είχαμε επιτεθεί αμέσως. Τον έδεσαν, μαζί με τους δύο υπηρέτες που ήταν επίσης εκεί. Επιπλέον, είχαν σκοτώσει δύο άντρες της φρουράς· τους βρήκαμε νεκρούς σ’ένα από τα δωμάτιά σας. Στο πάτωμα του καθιστικού ήταν ανοιχτή μια καταπακτή, κι ακόμα είναι. Δεν ξέρουμε πώς να την κλείσουμε.»

«Δεν πειράζει,» αποκρίθηκε η Τριγώνια. «Εγώ την άνοιξα, προκειμένου να βγούμε από την Καρθάι. Αλλά μάλλον το σχέδιό μου δεν πήγε και τόσο καλά. Μπορεί ο Κύκλος να περπατήσει;»

«Μπορεί, Αρχόντισσά μου. Υποθέτω, σε λίγο θα βγει για να σας συναντήσει.»

«Θα πάω εγώ να τον συναντήσω,» δήλωσε η Τριγώνια. «Θα με οδηγήσεις σ’αυτόν;»

«Ασφαλώς.»

Η Τριγώνια στράφηκε στον Ορείχαλκο και τον Ανδρόνικο. «Θέλεις να έρθουν και κάποιοι από εμάς;» τη ρώτησε ο πρώτος, υποθέτοντας πως η Αρχόντισσα ίσως να φοβόταν ότι πράκτορες της Παντοκράτειρας κρύβονταν ακόμα μέσα στο παλάτι της.

«Δεν είναι απαραίτητο,» αποκρίθηκε εκείνη. «Απλά ήθελα να σου πω ότι πραγματικά λυπάμαι για τον Ρουμπίνη, Ορείχαλκε. Αν ήξερα τι θα συνέβαινε….»

Ο Ορείχαλκος κούνησε το κεφάλι. «Δε μπορεί κανείς να κατηγορήσει εσένα. Ο Ρουμπίνης έκανε πάντα τις δικές του επιλογές.»

«Δεν πρέπει να τα πηγαίνατε και πολύ καλά οι δυο σας, απ’ό,τι κατάλαβα όσο τον γνώρισα.»

«Δεν έχεις άδικο. Ειδικά τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο, ποτέ δεν ήθελα να του συμβεί τίποτα κακό.»

«Το καταλαβαίνω,» αποκρίθηκε η Τριγώνια, και μετά ακολούθησε τους πολεμιστές της μέσα στην Καρθάι, περνώντας τη μεγάλη πύλη των ψηλών, πέτρινων τειχών.

«Τι θα κάνουμε με τους αιχμαλώτους;» ρώτησε ο Επουράνιος ο Πρώτος, πλησιάζοντας τον Ορείχαλκο και τον Ανδρόνικο, με την Ανεμόφθαλμη τη Δεύτερη από δεξιά και τον Ξιφοφόρο τον Δεύτερο από αριστερά. «Ο Καλπάρτι είναι ανάμεσά τους.»

«Θα πρότεινα να τους διώξετε από τη διάσταση, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος. «Στείλτε τους σε μια Παντοκρατορική βάση, για να φύγουν μέσω Αιθέρα.»

«Ο πατέρας μου,» είπε η Ανεμόφθαλμη, «μίλησε πριν από λίγο με τον Καλπάρτι, ο οποίος λέει ότι θέλει να μείνει μαζί μας. Με την ξαδέλφη μου και τα παιδιά τους.» Την ίδια δεν έμοιαζε να την ενθουσιάζει αυτή η ιδέα· η όψη της το υποδήλωνε πεντακάθαρα.

«Αυτό,» απάντησε ο Ανδρόνικος, «εσείς πρέπει να το αποφασίσετε. Εγώ ήρθα εδώ μόνο για να σας βοηθήσω να απελευθερωθείτε.»

Ο Ορείχαλκος είπε: «Ρωτήστε την Ανεμόφθαλμη την Πρώτη. Αν θέλει ο Καλπάρτι να μείνει μαζί της, ας μείνει. Αν όχι… όχι.»

Ο Επουράνιος ο Πρώτος ένευσε. «Αυτό σκεφτόμουν κι εγώ. Αλλά, δεδομένου ότι είναι στρατιωτικός της Παντοκράτειρας, θα μπορεί να μείνει εδώ, τώρα που έχουμε εξεγερθεί εναντίον της;»

«Μόνο αν εξεγερθεί κι εκείνος, υποθέτω,» είπε ο Ανδρόνικος. «Γιατί, αν ζητηθεί η παρουσία του σε άλλη διάσταση, θα πρέπει να πάει εκεί.»

«Εγώ λέω να τον διώξουμε έτσι κι αλλιώς, και να τελειώνουμε μαζί του,» πρότεινε η Ανεμόφθαλμη η Δεύτερη. «Αν μείνει, μπορεί να μας κατασκοπεύει.»

«Να κατασκοπεύσει τι;» έθεσε το ερώτημα ο Επουράνιος.

«Δεν ξέρω, θείε. Κάτι.»

Ο Ξιφοφόρος βρήκε ευκαιρία να μιλήσει: «Πρίγκιπα Ανδρόνικε, μπορώ τώρα να πάρω τη σύζυγό μου από τη σκηνή όπου κρατείται αιχμάλωτη;»

Ο Ανδρόνικος κοίταξε τον Ορείχαλκο ερωτηματικά, και ο Ορείχαλκος είπε: «Ούτε εγώ ούτε ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος είναι σωστό να παίρνουμε τέτοιες αποφάσεις, Άρχοντά μου. Η Κλαρίσσα Λάναρκωφ θα πρέπει, κανονικά, να φύγει με τους υπόλοιπους Παντοκρατορικούς, επομένως δε βλέπω ποιο το νόημα να την κρατάμε αιχμάλωτη αφού η Καρθάι άνοιξε τις πύλες της.»

Ο Ξιφοφόρος ένευσε. «Ακριβώς αυτό ήθελα να τονίσω κι εγώ. Αν προσπαθήσουν να με εμποδίσουν, να τους πω ότι έχω την άδειά σας να πάρω τη σύζυγό μου από τη φυλακή της;»

«Ναι, πείτε αυτό, Άρχοντά μου.»

Ο Ξιφοφόρος στράφηκε και απομακρύνθηκε, βαδίζοντας ανάμεσα στις σκηνές του καταυλισμού.

66.

Η Ιωάννα καθόταν μπροστά στη σκηνή του Ανδρόνικου και κάπνιζε, μόνη, όταν ο Ανδρόνικος πλησίασε και κάθισε κοντά της. Ο ήλιος δεν είχε ακόμα μεσουρανήσει, αλλά η ζέστη ήταν δυνατή. Η Ιωάννα φορούσε μόνο τον στηθόδεσμό της κι ένα κοντό γιλέκο, μαύρο παντελόνι και χαμηλές, γυριστές μπότες. Πλάι της, στο χώμα, ήταν καμια δεκαριά αποτσίγαρα.

«Τι έγινε;» τον ρώτησε, φυσώντας καπνό προς τον ουρανό.

«Τα αναμενόμενα σ’αυτές τις καταστάσεις. Οι Σάρντλιοι μοιάζει να μην ξέρουν ξαφνικά ποιος παίρνει αποφάσεις, ποιος είναι υπεύθυνος για τι…» Χαμογέλασε. «Μ’αρέσει.»

«Σ’αρέσει;»

«Ναι,» είπε ο Ανδρόνικος. «Είναι μια φυσική κατάσταση. Δεν υπάρχει κανένας επόπτης πλέον από πάνω τους ο οποίος ν’αποφασίζει για όλα.»

«Υποθέτω, αυτό είναι καλό.» Η Ιωάννα έσβησε το τσιγάρο πλάι της, ανάμεσα στα υπόλοιπα. «Αλλά μην ξεχνάς ότι πάντα υπάρχει κάποιος πάνω από κάποιον. Οι ‘φυσικές καταστάσεις’ δεν το αποτρέπουν αυτό.»

«Δυστυχώς.»

«Έτσι λέει ένας βασιληάς μιας ολόκληρης διάστασης; Εσύ είσαι πάνω απ’όλους τους άλλους γηγενείς της Απολλώνιας, Ανδρόνικε.»

«Πολλές φορές έχω ευχηθεί να μην ήμουν. Θα ήταν πιο απλά τα πράγματα για εμένα, τότε. Προσπαθώ να είμαι δίκαιος, όμως, και να μην παρεμβαίνω παρά μόνο όταν μου το ζητάνε ή όταν είναι ανάγκη για το καλό της διάστασης. Νομίζεις ότι το ίδιο συμβαίνει και με την Παντοκράτειρα;»

«Δεν συμβαίνει το ίδιο με την Παντοκράτειρα, αλλά προσπαθώ να σε κρατάω προσγειωμένο,» είπε η Ιωάννα, υπομειδιώντας. «Κάποιος πρέπει να το κάνει.»

Ο Ανδρόνικος γέλασε. Έβαλε το χέρι του στην τσέπη του γιλέκου της, εκεί όπου έβλεπε ότι είχε την ταμπακιέρα της, και της πήρε ένα τσιγάρο. «Με προτιμάς, όμως, έτσι όπως είμαι. Το ξέρω. Φαίνεται.»

Η Ιωάννα τού έδωσε φωτιά. «Δυστυχώς.»

Ο Ανδρόνικος ακούμπησε την άκρη του τσιγάρου του επάνω στη φλόγα του ενεργειακού αναπτήρα της. «Γιατί;»

«Γιατί καταλαβαίνω ότι σύντομα τώρα θα επιστρέψουμε στην Απολλώνια.»

«Δεν τελειώσαμε ακόμα εδώ,» της είπε ο Ανδρόνικος. «Πρέπει να βεβαιωθούμε ότι οι Παντοκρατορικοί όντως θα φύγουν χωρίς να επιχειρήσουν τίποτα ύπουλο.»

«Κι αν επιχειρήσουν κάτι ύπουλο;…»

«…θα χρειαστεί να βοηθήσουμε τους Σάρντλιους, Ιωάννα.»

«Ας μείνουμε, τότε. Εμένα μού αρέσει εδώ,» δήλωσε η Μαύρη Δράκαινα, μειδιώντας. Εσκεμμένα αθώα.

67.

Αποφάσισαν να μείνουν στην Καρθάι μέχρι που να διαπιστωθεί ότι το μεγαλύτερο μέρος των Παντοκρατορικών δυνάμεων είχε εγκαταλείψει τη διάσταση. Η πόλη ήταν πολύ καλά οχυρωμένη, και θα αποθάρρυνε τους πράκτορες της Παντοκράτειρας απ’το να πλησιάσουν, σε περίπτωση που αυτοί σκέφτονταν να έρθουν για να δολοφονήσουν τον Ανδρόνικο ή τον Ορείχαλκο. Ο Σάνραντιλ’φεν είπε πως το Φτερωτό Όρος θα ήταν ακόμα πιο ασφαλές, καθώς – εκτός του ότι κι αυτό ήταν, φυσικά, οχυρωμένο και προστατευμένο με μαγγανείες – η θέση του δεν ήταν γνωστή παρά σε ελάχιστους. Όμως ο Ανδρόνικος δεν ήθελε να καταχωνιαστεί σε κάποιο κρυφό μέρος· ούτε και ο Ορείχαλκος. Ήθελαν να βρίσκονται κάπου όπου θα μπορούσαν να έχουν εύκολα επαφή με την υπόλοιπη Σάρντλι, αν χρειαζόταν, και η υπόλοιπη Σάρντλι θα μπορούσε εύκολα να έχει επαφή μ’εκείνους. Επομένως, το Φτερωτό Όρος δεν τους βόλευε τώρα.

Έμειναν στην Καρθάι, στις παρυφές της Τρίγωνης, με τη δυνατή θερμότητα του περιβάλλοντος της ερήμου να τους σφυροκοπεί καθημερινά. Η Τριγώνια η Πέμπτη, φυσικά, είπε πως δεν είχε κανένα πρόβλημα με τη διαμονή τους. Εκτός από τον Ανδρόνικο και τον Ορείχαλκο, έμειναν στην πόλη η Ιωάννα, η Άνμα’ταρ, ο Σέλιρ’χοκ, και αρκετοί ετοιμοπόλεμοι επαναστάτες, αλλά ο Σάνραντιλ’φεν και κάμποσοι άλλοι επαναστάτες (ανάμεσα στους οποίους και η Σιλάνα) έφυγαν για το Φτερωτό Όρος. Πράγμα με το οποίο ο Ανδρόνικος δεν διαφώνησε, διότι έπρεπε να συντονίσουν τέτοιες ενέργειες σ’όλη τη Σάρντλι ώστε να αποτραπούν τυχόν ύπουλα κόλπα και καταστροφές που μπορεί να σχεδίαζαν οι άνθρωποι της Παντοκράτειρας. (Οι γάτοι θα έμπαιναν σε κίνηση παντού στη διάσταση, τρέχοντας για να μεταφέρουν μηνύματα, επάνω σε άλογα, επάνω σε δίκυκλα, επάνω σε πλεούμενα, επάνω σε αεροσκάφη.)

Επίσης, στην Καρθάι έμειναν οι Ούρταθ, ώστε ο Ορείχαλκος να μπορεί να τους στείλει όπου πιθανώς να παρουσιαζόταν πρόβλημα (και δεν αμφέβαλλε ότι σε κάποια μέρη θα παρουσιαζόταν). Οι περισσότεροι, όμως, από τους συγγενείς του, τους Ορειβάτες, έφυγαν για Φιλτά΄κβι, χωρίς ο Ορείχαλκος να φέρει την παραμικρή αντίρρηση. Μονάχα η Γρανίτια η Πρώτη παρέμεινε, και ο σύζυγός της ο Τριγώνιος. Από τους Γεωμέτρες, επιπλέον, έμεινε η Ευθύγραμμη η Τρίτη, που ήταν θεία της Τριγώνιας της Πέμπτης.

Η Ευύδρια δεν ήθελε να κατοικεί πια μαζί με τους Ορειβάτες ύστερα από τον θάνατο του συζύγου της· έτσι, αφού έγινε η κηδεία του Ρουμπίνη στη Φιλτά’κβι (όπου πήγε και ο Ορείχαλκος με αεροσκάφος προτού επιστρέψει πάλι στην Καρθάι), η Ευύδρια ακολούθησε τους συγγενείς της του Οίκου των Υδατοσκόπων στην Ανατολική Σάρντλι και στην Ουστάλβεχ, παίρνοντας και τον μικρό της γιο.

Η Κλαρίσσα Λάναρκωφ πήγε μαζί με τον Ξιφοφόρο τον Δεύτερο στην έδρα των Οπλομάχων, τη Λουρνάνι, αλλά σύντομα μαθεύτηκε ότι εξαφανίστηκε από εκεί, χωρίς κανένας – ούτε καν ο σύζυγός της – να γνωρίζει προς τα πού κατευθύνθηκε. (Κανένας εκτός από τους πράκτορες της Επανάστασης, που την παρακολούθησαν κρυφά και την είδαν να πηγαίνει στη Νόλρι, η οποία ήταν σταθμός και βάση των δυνάμεων της Παντοκράτειρας, βρισκόμενη κοντά στη διαστασιακή δίοδο για Αρβήντλια και κοντά σε ορυχεία πολύτιμων λίθων και μετάλλων – τα οποία δεν έλεγχαν οι Ορειβάτες αλλά οι Πράσινοι.)

Οι περισσότεροι Ουράνιοι επέστρεψαν στη Νισθάι (που, ούτως ή άλλως, δεν ήταν μακριά από την Καρθάι), εκτός από την Ανεμόφθαλμη τη Δεύτερη και τον αδελφό της, τον Επουράνιο τον Δεύτερο, οι οποίοι παρέμειναν μαζί με τον Ορείχαλκο. Ο Βύρων Καλπάρτι δήλωσε πως ήθελε να εξακολουθήσει να είναι με τη σύζυγό του, την Ανεμόφθαλμη την Πρώτη, και τα παιδιά τους. Οι Ουράνιοι, και η ίδια η Ανεμόφθαλμη, συμφώνησαν, αλλά μόνο με την προϋπόθεση ότι θα παραιτείτο από τον Παντοκρατορικό Στρατό. Ο Βύρων είπε: «Ό,τι έκανα το έκανα έχοντας το καλό της οικογένειάς μου κατά νου. Μπορεί να κατάγομαι από τη Ρελκάμνια αλλά μέσα μου ρέει και το αίμα της Σάρντλι. Οι γονείς μου, κάποτε, ήρθαν στη Ρελκάμνια από εδώ· γι’αυτό κιόλας το επώνυμό μου θυμίζει Σάρντλιο όνομα, όπως θα μπορείτε να καταλάβετε.» Έμοιαζε αρκετά ειλικρινής· η Ανεμόφθαλμη η Πρώτη τον πίστεψε. Η Ανεμόφθαλμη η Δεύτερη ποτέ δεν θα τον πίστευε, όμως: σε καμία περίπτωση. Ούτε θα τον εμπιστευόταν.

68.

Το μόνο που χρειαζόταν να κάνουν τώρα, προς το παρόν, ήταν να περιμένουν να μάθουν τι θα γινόταν με τις Παντοκρατορικές δυνάμεις σε κάθε γωνιά της Σάρντλι και να δράσουν ανάλογα αν, και μόνο αν, χρειαζόταν. Τα προβλήματά τους δεν ήταν τόσο άμεσα όσο όταν βρίσκονταν στη Φανχάι. Και οι σκέψεις του Ορείχαλκου πήγαιναν, κάθε τόσο, στην Αγαρίστη.

Μέσα στο μυαλό του είχε διαχωρίσει την Παντοκράτειρα από τους Παντοκρατορικούς. Ειδικά από τότε που ο Ανδρόνικος τού είχε εξηγήσει τι συνέβαινε μ’αυτό τον αρχέγονο δαίμονα, τον Ελκράσ’ναρχ. Εξαρχής, από τότε που την παντρεύτηκε, υποπτευόταν ότι οι Υπερασπιστές ήταν κάτι περισσότερο απ’αυτό που έδειχναν, αλλά ποτέ δεν είχε υποψιαστεί πόσο πραγματικά παράξενη ήταν η ιστορία μαζί τους. Η Αγαρίστη ήταν αιχμάλωτή τους, είτε το γνώριζε είτε όχι. Ο Ορείχαλκος ήθελε να τη βοηθήσει, μα δεν ήξερε πώς. Η ίδια θα τον αποστρεφόταν, υπέθετε, μόλις μάθαινε για την προδοσία του· δεν θα καταλάβαινε τους λόγους που τον είχαν κάνει να θέλει να απελευθερώσει τη Σάρντλι.

Ρώτησε τον Σέλιρ’χοκ, ένα απόγευμα, συναντώντας τον σε μια αυλή του παλατιού της Καρθάι: «Τι χρονική διαφορά υπάρχει ανάμεσα στη Ρελκάμνια και στη Σάρντλι, μάγε;»

«Τι χρονική αναλογία, εννοείς, Άρχοντά μου…»

«Όπως κι αν λέγεται…»

«Η Ρελκάμνια κινείται στο χρόνο πιο γρήγορα από τη Σάρντλι.» Ο Σέλιρ’χοκ συνοφρυώθηκε προς στιγμή, σαν να έκανε υπολογισμούς με το μυαλό του. «Αν δε λαθεύω, όταν στη Σάρντλι περνά μία ημέρα, στη Ρελκάμνια έχει περάσει μία ημέρα και πέντε ώρες περίπου.»

Ο Ορείχαλκος συνοφρυώθηκε. «Αυτό σημαίνει ότι έχουμε λιγότερο χρόνο εμείς;»

«Σκέψου του ως εξής: Στον ίδιο θεωρητικά αντικειμενικό χρόνο, στη Ρελκάμνια προλαβαίνεις να κάνεις περισσότερα πράγματα απ’ό,τι στη Σάρντλι. Επίσης, στη Ρελκάμνια γερνάς πιο γρήγορα.»

«Τώρα, με μπέρδεψες τελείως.»

Το κατάμαυρο πρόσωπο του Σέλιρ’χοκ μειδίασε, και ο Ορείχαλκος τού επέστρεψε το μειδίαμα.

«Γιατί θέλεις να μάθεις;» ρώτησε ο μάγος.

«Απλά είμαι περίεργος.»

Αλλά η αλήθεια ήταν ότι προσπαθούσε να υπολογίσει πόσο γρήγορα μπορεί να έφτανε στ’αφτιά της Αγαρίστης η πληροφορία για το τι είχε συμβεί εδώ. Ο Ορείχαλκος αισθανόταν ότι ήθελε να τη δει και να της μιλήσει, παρότι αυτό έμοιαζε αδύνατο. Ήθελε να συζητήσουν, να μάθει αν η Αγαρίστη ήξερε για τον Ελκράσ’ναρχ. Να μάθει τι ακριβώς ήξερε γι’αυτόν. Ήταν το ίδιο πράγμα που ήξερε κι ο Ανδρόνικος;

Ο Ανδρόνικος δεν την αγαπούσε· ο Ορείχαλκος το είχε καταλάβει. Για εκείνον, ήταν μόνο «η Παντοκράτειρα», ένας συμπαντικός τύραννος, και ένα πιόνι του Ελκράσ’ναρχ πιθανώς: το βασικό του πιόνι στον πίνακα του παιχνιδιού που ήταν όλο το Γνωστό Σύμπαν. Αλλά ο Ορείχαλκος την έβλεπε σαν γυναίκα, και σαν άνθρωπο, επειδή νόμιζε πως την είχε γνωρίσει αρκετά καλά στην τελετή του γάμου τους, σ’εκείνον τον Πύργο του Ήλιου και του Ανέμου, στην καυτή έρημο Εσχάτη. Είχε κοιτάξει, για μερικές ημέρες, μες στην ψυχή της. Γιατί οι τελετές γάμου που γίνονταν στους Πύργους του Ήλιου και του Ανέμου, όταν παντρεύονταν οι ευγενείς της Σάρντλι, δεν ήταν όπως οι απλές τελετές γάμου που έκαναν οι ιερείς όταν παντρεύονταν δύο οποιοιδήποτε άνθρωποι. Είχαν κάτι το βαθιά μυστικιστικό και εσωτερικό. Γι’αυτό κιόλας, όταν ο Ορείχαλκος και η Αγαρίστη είχαν αρχίσει να αγνοούν τα έθιμα της τελετής, το β’ζάιλ του Ορείχαλκου είχε εξοργιστεί και είχε προσπαθήσει να τους σκοτώσει και τους δύο… με αποτέλεσμα το ίδιο να σκοτωθεί από το χέρι των Υπερασπιστών της Παντοκράτειρας. Του Ελκράσ’ναρχ. Ο οποίος, φυσικά, δεν ήταν πρόθυμος να χάσει τόσο εύκολα το βασικό του πιόνι στο παιχνίδι του Γνωστού Σύμπαντος.

Ο Ορείχαλκος ήθελε να ξανασυναντήσει την Αγαρίστη. Οπωσδήποτε. Μου είπε το όνομά της, το πραγματικό της όνομα. Σε κανέναν άλλο σύζυγό της δεν έχει πει το όνομά της. Ο Ανδρόνικος δεν ξέρει ότι τη λένε Αγαρίστη. Δεν ξέρει τίποτα γι’αυτήν.

Πώς μπορώ, όμως, να κάνω κάτι, τώρα που είμαι ένας από τους «αποστάτες» (όπως τους αποκαλούσαν οι Παντοκρατορικοί); Πώς μπορώ να τη βοηθήσω;

«Τι σ’απασχολεί;» τον ρώτησε η Ανεμόφθαλμη, βλέποντάς τον καθισμένο στον καναπέ του δωματίου που τους είχε παραχωρήσει η Τριγώνια η Πέμπτη στο παλάτι της.

«Διάφορα πράγματα. Σκέφτομαι.» Δεν μπορούσε, φυσικά, να μιλήσει στην Ανεμόφθαλμη για την Αγαρίστη. Για εκείνη, η Παντοκράτειρα ήταν ένας δαίμονας.

Τώρα, για πρώτη φορά ύστερα από τόσο καιρό, ο Ορείχαλκος νόμιζε πως πραγματικά θα ήθελε να είχε ακόμα το β’ζάιλ του, για να το συμβουλευτεί.

69.

Νέα από όλη τη Σάρντλι δεν άργησαν ν’αρχίσουν να έρχονται, το ένα κατόπιν του άλλου, στην Καρθάι. Ορισμένα τα έφερναν γάτοι της Επανάστασης που ήξεραν ότι ο Πρίγκιπας ήταν εδώ· ορισμένα τα έφερναν αγγελιαφόροι αρχόντων της Σάρντλι· ορισμένα τα έφερναν ευγενείς, άνθρωποι από Οίκους, που έρχονταν να επισκεφτούν τον Ορείχαλκο και τον Ανδρόνικο· ορισμένα τα έφερναν κατάσκοποι των Ορειβατών.

Οι περιοχές που ενδιέφεραν περισσότερο τους επαναστάτες ήταν οι έδρες των Οίκων της Σάρντλι, γιατί αυτά ήταν τα κέντρα ελέγχου της διάστασης. Και, αναμενόμενα, τα πρώτα νέα ήρθαν από εκεί…

Νισθάι – έδρα του Οίκου των Ουράνιων: Οι δυνάμεις της Παντοκράτειρας υποχώρησαν χωρίς επεισόδια· ο Βύρων Καλπάρτι δεν ακολούθησε τους υπόλοιπους στρατιωτικούς στην υποχώρησή τους. (Το μεγαλύτερο μέρος των Παντοκρατορικών πολεμιστών πήγε προς τα δυτικά, παρατήρησαν οι πράκτορες της Επανάστασης.)

Φανχάι – έδρα του Οίκου των Πολεοδόμων: Ύστερα από τις σύντομες συγκρούσεις πριν από το μεγάλο συμβούλιο των Οίκων, δεν προκλήθηκαν άλλες καταστροφές, αλλά στην πόλη παρατηρήθηκε αυξημένη κίνηση από ταξιδιώτες και μισθοφόρους. (Οι πράκτορες της Επανάστασης δεν εντόπισαν ύποπτες κινήσεις.)

Ραντ’κάμι – έδρα του Οίκου των Ακτοφυλάκων: Η Παντοκρατορική Επόπτρια της περιοχής, Χριστίνα Ταχυδάκτυλη, έλειπε (άγνωστο πού είχε πάει)· οι δυνάμεις της Παντοκράτειρας υποχώρησαν χωρίς να γίνουν συγκρούσεις. Κατευθύνθηκαν βόρεια, πλέοντας επάνω στον ποταμό Ράντραμ. (Οι πράκτορες της Επανάστασης τούς είδαν να περνάνε από τη Φανχάι, να συνεχίζουν, και μετά να στρίβουν δυτικά, στον ποταμό Ραντ, πηγαίνοντας προς τη λίμνη Κρούκ’φα.)

Ράκ’κάμι – έδρα του Οίκου των Γνωστικών: Οι δυνάμεις της Παντοκράτειρας προκάλεσαν ζημιές στην πόλη, όταν τους ζητήθηκε να υποχωρήσουν, αλλά οι επαναστάτες της Προμάχου Κιρτέφκι βοήθησαν τους μαχητές των Γνωστικών, και οι Παντοκρατορικοί αναγκάστηκαν να περάσουν τον ποταμό Ράκναμ – πετώντας, εκδικητικά, δηλητήρια πίσω τους μέσα στα νερά – και να υποχωρήσουν προς τα δυτικά. (Οι πράκτορες της Επανάστασης τούς εντόπισαν να κινούνταν πλάι στις παρυφές των δασότοπων Ρέ’ενθαμκ, με βόρεια κατεύθυνση.)

Σάνκα – έδρα του Οίκου των Πρασίνων: Οι Παντοκρατορικοί υποχώρησαν χωρίς να χτυπήσουν την πόλη, αλλά η βοηθός του τοπικού Επόπτη δηλητηρίασε τον σύζυγό της, Πολύκλαδο τον Πρώτο, και, την ίδια νύχτα, δολοφόνοι γλίστρησαν μέσα στο Καταπράσινο Μέγαρο και επιτέθηκαν στους ενοίκους. Ορισμένοι από τους Πράσινους τραυματίστηκαν· ευτυχώς, κανένας δεν σκοτώθηκε – εκτός απ’τον Πολύκλαδο τον Πρώτο, φυσικά. Ο σύζυγος της Περίανθης, που ήταν Παντοκρατορικός και την είχε απαγάγει προτού γίνει το μεγάλο συμβούλιο των Οίκων, την είχε πλέον παραδώσει στους Πράσινους, κι έτσι εκείνη βρισκόταν στο Μέγαρο όταν οι δολοφόνοι επιτέθηκαν. Δεν ήταν, όμως, από αυτούς που χτυπήθηκαν. Ο πατέρας της, ο Κρινοπρόσωπος ο Πρώτος, αποδείχτηκε πως άδικα ανησυχούσε για εκείνη. Μάλλον για τον ξάδελφό του, τον Πολύκλαδο τον Πρώτο, θα έπρεπε ν’ανησυχεί περισσότερο. (Οι πράκτορες της Επανάστασης παρακολούθησαν την υποχώρηση των Παντοκρατορικών και τους είδαν να κατευθύνονται βορειοδυτικά, προς τη Νόλρι.)

Λουρνάνι – έδρα του Οίκου των Οπλομάχων: Οι Παντοκρατορικοί δέχτηκαν να αποχωρήσουν από την πόλη όταν οι μισθοφόροι των Οπλομάχων περικύκλωσαν το φρουραρχείο τους, ενώ η Κλαρίσσα Λάναρκωφ είχε ήδη φύγει μαζί με μερικούς άλλους αξιωματικούς και πράκτορες. Η Διλέπιδη, η κόρη του Πέλεκυ του Πρώτου, που δεν έμενε πλέον στο Μέγαρο των Όπλων, είχε έρθει εκεί ύστερα από τα τελευταία γεγονότα, μαζί με τον σύζυγό της που ήταν Παντοκρατορικός στρατιωτικός. Όταν η υποχώρηση του στρατεύματος της Παντοκράτειρας άρχισε, εκείνος προσπάθησε να απαγάγει τη Διλέπιδη παρά τη θέλησή της, για να την πάρει μαζί του στη Νόλρι. Η Διλέπιδη τον σκότωσε πυροβολώντας τον δύο φορές στο στήθος μ’ένα μικρό πιστόλι. (Οι δυνάμεις της Παντοκράτειρας που εγκατέλειψαν τη Λουρνάνι κατευθύνθηκαν δυτικά, παρατήρησαν οι πράκτορες της Επανάστασης, και περνώντας από την περιοχή της Σάνκα – όπου προκάλεσαν κάποιες μικρές καταστροφές στα περίχωρα της πόλης των Πρασίνων – μπήκαν σε ατμόπλοια που τους περίμεναν στις όχθες του ποταμού Ράντραμ και έπλευσαν βόρεια, για να αποβιβαστούν στην Τόλκα κι από εκεί να πάνε στη Νόλρι. Η οποία είχε γεμίσει με Παντοκρατορικό στρατό, σημείωσαν οι πράκτορες της Επανάστασης, και οι Πράσινοι δεν είχαν πλέον κανέναν έλεγχο στα ορυχεία τους εκεί.)

Κάρντβι – έδρα του Οίκου των Γεωμετρών: Αφού διέλυσαν, με απανωτούς πυροβολισμούς, κάτι πανάρχαια αγάλματα γεωμετρικής τέχνης στην αυλή του Μεγάρου της Ανεπίληπτης Συμμετρίας, οι Παντοκρατορικοί εγκατέλειψαν την πόλη κατευθυνόμενοι δυτικά. (Πέρασαν κοντά από τη Λουρνάνι και τη Σάνκα χωρίς επεισόδια, και οι πράκτορες της Επανάστασης τούς είδαν κι αυτούς να καταλήγουν στη Νόλρι.)

Φιλτά’κβι – έδρα του Οίκου των Ορειβατών: Δεν είχαν μείνει άλλοι Παντοκρατορικοί για να φύγουν. Κανένα δυσάρεστο επεισόδιο δεν έγινε. (Οι πράκτορες της Επανάστασης δεν εντόπισαν καμία ύποπτη κίνηση, ούτε στη Φιλτά’κβι, ούτε γύρω από τις όχθες της λίμνης Νόλκ’βα, ούτε κοντά σε κανένα από τα ορυχεία των Ορειβατών.)

Νασράντεχ – έδρα του Οίκου των Οδηγών: Οι δυνάμεις της Παντοκράτειρας εγκατέλειψαν την πόλη μόλις η Σταυροδρόμια η Δεύτερη και ο Αργυρόδρομος ο Πρώτος τούς το ζήτησαν. (Οι πράκτορες της Επανάστασης τούς εντόπισαν να πηγαίνουν ανατολικά, σε μια βάση τους βόρεια της Βεν’δράχαλ.)

Βαν’τάτλεχ – έδρα του Οίκου των Θηριοδαμαστών: Οι λίγοι στρατιώτες της Παντοκράτειρας που βρίσκονταν εδώ υποχώρησαν χωρίς να φέρουν καμία αντίσταση. Επιβιβάστηκαν σε αεροσκάφη και πέταξαν βόρεια. (Εντοπίστηκαν να προσεγγίζουν τη βάση βόρεια της Βεν’δράχαλ.)

Ουστάλβεχ – έδρα του Οίκου των Υδατοσκόπων: Οι Παντοκρατορικοί, φεύγοντας με αεροσκάφη, βομβάρδισαν το μεγάλο αεροδρόμιο της Ουστάλβεχ, το οποίο ήταν από τα καλύτερα της Σάρντλι. Ο αεροδιάδρομος γέμισε κρατήρες, υπόστεγα γκρεμίστηκαν, οικήματα άνοιξαν μεγάλες τρύπες, και όλα τα τζάμια διαλύθηκαν. (Οι πράκτορες της Επανάστασης τούς εντόπισαν να κατευθύνονται νότια, προς τη βάση βόρεια της Βεν’δράχαλ.)

70.

Συγκεντρώθηκαν σε μια αίθουσα του παλατιού της Καρθάι, όταν είχαν αρκετές αναφορές στα χέρια τους ώστε να μπορεί να βγει κάποιο συμπέρασμα για τις κινήσεις των Παντοκρατορικών. Καθισμένοι τώρα όλοι γύρω από ένα τραπέζι, είχαν έναν μεγάλο χάρτη της Σάρντλι ανάμεσά τους, ζωγραφισμένο επάνω σε μαλακή περγαμηνή με όμορφη γιρλάντα και άλλα διακοσμητικά σχέδια – απεικονίσεις διαφόρων πλασμάτων και λαών της διάστασης. Επάνω στην περγαμηνή στέκονταν επίσης τρεις ξύλινοι στρατιώτες.

Τοποθετώντας τον τελευταίο από αυτούς, ο Ανδρόνικος είπε: «Ορίστε οι θέσεις όπου φαίνεται να έχουν συγκεντρωθεί τα στρατεύματα της Παντοκράτειρας.» Ο ένας ξύλινος στρατιώτης ήταν στημένος στη Νόλρι, ο άλλος λίγο πιο δίπλα από τη Ράντ’κα και τη λίμνη Κρούκ’φα, κι ο τρίτος βόρεια της Βεν’δράχαλ.

«Και τι κάνουν εκεί;» ρώτησε η Τριγώνια η Πέμπτη, με τα δάχτυλά της πλεγμένα επάνω στο τραπέζι.

«Για την ώρα, περιμένουν, σύμφωνα με τις πληροφορίες μας,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος.

«Δεν φεύγουν, δηλαδή;» είπε η Ανεμόφθαλμη η Δεύτερη, συνοφρυωμένη.

«Υποθέτω ότι συγκεντρώθηκαν εκεί ώστε να εγκαταλείψουν τη Σάρντλι μέσω Αιθέρα.»

«Γιατί δεν πετάνε, τότε;» ρώτησε ο Επουράνιος ο Δεύτερος. «Τι τους εμποδίζει;»

«Περιμένουν μάλλον να έρθουν αεροσκάφη από τη Ρελκάμνια για να τους πάρουν.»

«Έχουν μάθει στη Ρελκάμνια τι συμβαίνει εδώ;» είπε ο Ορείχαλκος, που ακόμα αναρωτιόταν πώς να έρθει σε επαφή με την Αγαρίστη, για να της μιλήσει, και πώς να διαχωρίσει την Παντοκράτειρα από τους Παντοκρατορικούς.

«Αν δεν έχουν μάθει,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος, «σύντομα θα μάθουν. Δεν είναι παρά θέμα χρόνου. Οι Παντοκρατορικοί που βρίσκονται εδώ θα στείλουν κάποιο αεροσκάφος τους να διασχίσει τον Αιθέρα και να φτάσει στη Ρελκάμνια, κι από τη Ρελκάμνια θα έρθουν αεροσκάφη για να πάρουν τους πολεμιστές που έχουν συγκεντρωθεί στα τρία σημεία που έχουμε σημειώσει.» Έδειξε, με μια σύντομη χειρονομία, τους τρεις ξύλινους στρατιώτες επάνω στον χάρτη.

«Ή, τουλάχιστον, αυτή την υπόθεση κάνετε, Πρίγκιπά μου,» είπε η Ανεμόφθαλμη.

«Πράγματι,» συμφώνησε ο Ανδρόνικος, «είναι μια υπόθεση. Αλλά δεν έχουμε λόγο να πιστέψουμε, αυτή τη στιγμή, ότι σχεδιάζουν επίθεση από τα τρία σημεία συγκέντρωσής τους.»

«Μπορεί, όμως, να περιμένουν ενισχύσεις,» είπε ο Τριγώνιος, ο σύζυγος της Γρανίτιας, «γι’αυτό τώρα είναι ακίνητοι, ώστε να μας κάνουν να πιστέψουμε πως δεν υπάρχει κίνδυνος ενώ στην πραγματικότητα υπάρχει.»

«Τίποτα δεν αποκλείεται, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος. «Ωστόσο, όπως ξέρετε, η Παντοκρατορία βρίσκεται σε δύσκολη θέση τούτες τις ημέρες. Το αμφιβάλλω ότι μπορεί να στείλει ενισχύσεις στη Σάρντλι. Αν μπορούσε να στείλει ενισχύσεις, θα το είχε κάνει ήδη, όπως έχω ξαναπεί, όταν επιτιθόμασταν στα ορυχεία των Ορειβατών.»

«Έτσι ακριβώς,» είπε ο Ορείχαλκος. «Η ίδια η Παντοκράτειρα, όταν μας είχε επισκεφτεί, είχε επισημάνει ότι δεν μπορούσε να μας στείλει ενισχύσεις. Υπάρχει πρόβλημα.» Το μυαλό του, όμως, δεν ήταν στο πρόβλημα που συζητούσαν γύρω απ’το τραπέζι… Πώς να πλησιάσω πάλι την Αγαρίστη; Είναι δυνατόν να μην υπάρχει κανένας τρόπος; Κι όμως, έτσι έμοιαζε. Συνεχώς, η Παντοκράτειρα ήταν περιτριγυρισμένη από φρουρούς, αξιωματικούς, μάγους, και… τους Υπερασπιστές της, φυσικά. Ο Ελκράσ’ναρχ δεν την άφηνε ποτέ από κοντά του. Ναι, φάνταζε αδύνατο να την πλησιάσει τώρα ο Ορείχαλκος: τώρα που ήταν πλέον με τους «αποστάτες». Τίποτα, όμως, δεν είναι ακατόρθωτο… Το μυαλό του αναζητούσε λύσεις.

«Εγώ,» είπε η Ανεμόφθαλμη, «προτείνω να προετοιμαστούμε για πόλεμο. Να μην επαναπαυόμαστε.»

«Δεν είμαστε επαναπαυμένοι, Αρχόντισσά μου,» της απάντησε ο Ανδρόνικος. «Γι’αυτό κιόλας βρισκόμαστε ακόμα στη Σάρντλι· δεν έχουμε φύγει.»

«Εννοώ, να ετοιμαστούμε για να χτυπήσουμε τις τρεις θέσεις που έχετε σημειώσει πάνω στον χάρτη, Πρίγκιπά μου. Όταν οι Παντοκρατορικοί πρωτοήρθαν στη Σάρντλι, μας κατέκτησαν γιατί δεν ήμασταν αρκετά ενωμένοι–»

«Δεν ήταν αυτός ο πραγματικός λόγος, Ανεμόφθαλμη,» της είπε η Γρανίτια. «Ούτε ο μόνος.»

«Ήταν όμως ένας πολύ σημαντικός λόγος!»

«Οι Παντοκρατορικοί ήταν πολύ ισχυροί–»

«Ναι, αλλά αν ήμασταν ενωμένοι θα τους είχαμε απωθήσει! Ας μην κάνουμε και τώρα το ίδιο λάθος. Πρέπει να συγκεντρωθεί στρατός – από όλους τους Οίκους – και να σταλεί σ’αυτές τις τρεις θέσεις.» Η Ανεμόφθαλμη έδειξε τα τρία ξύλινα στρατιωτάκια επάνω στον χάρτη, καθώς σηκωνόταν όρθια. Τώρα που είχαν φτάσει ώς εδώ, τώρα που είχαν φτάσει σχεδόν να διώξουν τους Παντοκρατορικούς από τη Σάρντλι, φοβόταν ότι ίσως να γινόταν κάτι – κάτι απίθανο, ίσως· κάτι εξωφρενικό – που θα ανέτρεπε τα πάντα. Και τα παράξενα όνειρα που έβλεπε ολοένα και περισσότερο τελευταία ενίσχυαν αυτό τον φόβο της, παρότι δεν ήταν άμεσα σχετιζόμενα με την κατάσταση στη Σάρντλι ή με τους Παντοκρατορικούς.

«Προτείνεις να ξεκινήσουμε πόλεμο!» είπε η Γρανίτια, σαν τούτο να μην ήταν καταφανές, σαν η Ανεμόφθαλμη να μην το είχε εκφράσει ξεκάθαρα.

«Οι Ούρταθ, ούτως ή άλλως, έχουν αρχίσει να βαριούνται.»

«Μιλάς σοβαρά; Επειδή κάτι άγριοι μισθοφόροι έχουν αρχίσει να βαριούνται, εμείς θα–;»

«Εξήγησα ήδη ποιος είναι ο λόγος που πρέπει να είμαστε έτοιμοι.»

«Μα, δεν λες να είμαστε έτοιμοι απλώς! Λες να στρατολογήσουμε δυνάμεις ώστε να επιτεθούμε στις τρεις θέσεις όπου έχουν συγκεντρωθεί τώρα οι Παντοκρατορικοί!»

«Ναι,» απάντησε η Ανεμόφθαλμη. «Αυτό ακριβώς.» Απορούσε που η Γρανίτια έμοιαζε να δυσκολεύεται να το συνειδητοποιήσει, και απορούσε επίσης που ήταν η μόνη που το είχε προτείνει εδώ μέσα. Ήταν προφανές ότι αυτό ήταν το καλύτερο που μπορούσαν να κάνουν! «Αν αφήσουμε τους Παντοκρατορικούς να νομίσουν πως δεν έχουμε πραγματική δύναμη πέραν από τις αποφάσεις ενός συμβουλίου, θα βρουν τρόπο να μας χτυπήσουν: να είστε σίγουροι για τούτο!» Ακόμα δεν είχε καθίσει, και το ένα της χέρι ακράγγιζε τη γιρλάντα του χάρτη επάνω στο τραπέζι.

«Πρίγκιπα Ανδρόνικε,» ρώτησε η Ευθύγραμμη η Τρίτη, «τι νομίζετε;» Κρατούσε το κοκάλινο κομπολόι της, και τα παχιά δάχτυλά της έπαιζαν, αργά, με τις χάντρες. Η έκφρασή της ήταν σκεπτική.

Ο Ανδρόνικος είχε τα χέρια του σταυρωμένα εμπρός του, καθώς τους άκουγε με την πλάτη ακουμπισμένη στην καρέκλα του. «Δεν ξέρω αν μια τέτοια κίνηση θα είχε νόημα. Αν οι Παντοκρατορικοί δεν δεχτούν ενισχύσεις από τη Ρελκάμνια – και δεν θεωρώ ότι θα δεχτούν – τότε θα φύγουν. Δε μπορούν να κρατηθούν εδώ, ύστερα από την απόφασή σας.»

«Αν όμως σταλούν ενισχύσεις από τη Ρελκάμνια;» είπε η Ανεμόφθαλμη. «Αν γίνει κάτι που δεν έχουμε προβλέψει – ούτε εμείς ούτε εσείς, Πρίγκιπά μου;»

«Δεν είμαι εναντίον της ιδέας τού να στρατολογήσετε δυνάμεις και να πλησιάσετε τις τρεις θέσεις όπου έχουν συγκεντρωθεί οι Παντοκρατορικοί. Απλώς δεν το προτείνω.»

Η Ιωάννα είπε: «Υπάρχει και η περίπτωση μια τέτοια κίνηση να τρομάξει τους Παντοκρατορικούς και να τους κάνει να επιτεθούν ενώ αρχικά δεν σκόπευαν.»

«Χειρότερα, όμως, δεν θα είναι αν μας πιάσουν απροετοίμαστους;» είπε η Ανεμόφθαλμη: και ήταν φανερό πως η ίδια απαντούσε ναι σ’αυτή την ερώτηση. «Καλύτερα να φοβηθούν και ν’αλλάξουν τα τυχόν ύπουλα σχέδια που μπορεί να έχουν κάνει!»

Η Ιωάννα έσβησε το τσιγάρο της στο τασάκι μπροστά της, χωρίς να μιλήσει.

Η Άνμα’ταρ ρώτησε: «Δεν παρακολουθούν οι κατάσκοποί μας αυτά τα τρία σημεία;» Έδειξε τους ξύλινους στρατιώτες πάνω στον χάρτη.

«Φυσικά και τα παρακολουθούν,» της είπε ο Ανδρόνικος.

«Επομένως, αν οι Παντοκρατορικοί επιχειρήσουν επίθεση θα το μάθουμε αμέσως. Δε μπορεί οι πράκτορές μας να μη δουν ολόκληρα στρατεύματα να ξεκινούν για πόλεμο.»

«Αυτό λέω κι εγώ. Σύμφωνα με τις πληροφορίες μας δεν δείχνουν ότι σκοπεύουν να επιτεθούν.» Πήρε ένα από τα τσιγάρα της Ιωάννας και το άναψε με τον ενεργειακό αναπτήρα του.

«Καλύτερα να είμαστε έτοιμοι,» επέμεινε η Ανεμόφθαλμη, που ακόμα στεκόταν. Αισθανόταν τα νεύρα της πολύ τσιτωμένα για να καθίσει· τα γόνατά της της έμοιαζαν αλύγιστα. «Ακόμα κι αν δεν βάλουμε τις δυνάμεις μας να πλησιάσουν τους Παντοκρατορικούς, πρέπει να υπάρχει στρατός συγκεντρωμένος από όλους τους Οίκους. Προετοιμασμένος για πόλεμο. Μέχρι στιγμής, μόνο οι Ούρταθ είναι έτοιμοι για πόλεμο!»

Ο Ορείχαλκος, παρατηρώντας την και ακούγοντάς την, έδιωξε για λίγο από το μυαλό του την Αγαρίστη. Η Ανεμόφθαλμη τού φαινόταν πολύ πιο απότομη απ’ό,τι συνήθως. Δεν ήταν ποτέ ιδιαίτερα ήρεμο πλάσμα, βέβαια, αλλά όχι κι έτσι! Τα όνειρά της φταίνε; Την ενοχλούν τόσο; «Δεν είναι αλήθεια αυτό,» της είπε. «Υπάρχουν μισθοφόροι έτοιμοι για πόλεμο, πληρωμένοι από όλους τους Οίκους.»

«Όχι όμως και τόσοι πολλοί. Είναι στρατός κατασκηνωμένος έξω από καμια πόλη; Όχι. Μόνο οι Ούρταθ.»

«Σ’αυτό ίσως να έχει δίκιο,» είπε η Γρανίτια. «Το να είχαμε στρατό έτοιμο δεν θα μας έβλαπτε. Θα μας πρόσφερε μια κάποια ασφάλεια. Αλλά δεν χρειάζεται να φτάσουμε στο σημείο να χτυπήσουμε τις θέσεις των Παντοκρατορικών. Καλύτερα να τους αφήσουμε να υποχωρήσουν ήρεμα. Κι αν δεν υποχωρήσουν…» ανασήκωσε τους ώμους, «βλέπουμε.»

«Θα πρέπει να γίνει πάλι συμβούλιο των Οίκων γι’αυτό,» τόνισε ο Ορείχαλκος.

«Δε χρειάζεται συμβούλιο!» είπε η Ανεμόφθαλμη. «Θα στείλουμε αγγελιαφόρους, ζητώντας από όλους να στρατολογήσουν μισθοφόρους. Δε νομίζω κανένας να έχει πρόβλημα. Για την ασφάλεια της περιοχής τους θα είναι.»

«Έτσι, απλά τους προτείνεις κάτι. Δεν παίρνεις απόφαση για ολόκληρη τη διάσταση. Και πριν από λίγο δεν λέγαμε να είμαστε ενωμένοι;»

«Αν για κάθε μικρό ζήτημα πρέπει να γίνεται συμβούλιο των Οίκων–»

Η Ευθύγραμμη η Τρίτη τη διέκοψε: «Δεν είναι μικρό ζήτημα η μαζική συγκέντρωση στρατευμάτων για τη φύλαξη της διάστασης.»

«Θα συγκαλέσετε, λοιπόν, συμβούλιο ξανά;» απόρησε η Ανεμόφθαλμη.

Ο Ορείχαλκος αναστέναξε. «Ούτε εγώ θέλω να συγκληθούν πάλι οι Οίκοι, αλλά αυτό που προτείνεις….»

«Ας τους στείλουμε το αίτημά μας με αγγελιαφόρους,» είπε η Ανεμόφθαλμη, «κι αν υπάρξουν διαφωνίες, τότε κάνουμε συμβούλιο.» Κάθισε – επιτέλους – στην καρέκλα της, νιώθοντας ξαφνικά εξαντλημένη.

Οι γηγενείς της Σάρντλι αλληλοκοιτάχτηκαν για μερικές στιγμές, σιωπηλά, σαν ο ένας να ήθελε να διακρίνει στην έκφραση του άλλου ποια ήταν η απόφασή του, τι νόμιζε.

Ο Ανδρόνικος δεν παρενέβη. Δεν ήθελε να τους επηρεάσει σ’αυτό το ζήτημα. Δεν θα πρότεινε τη στρατολόγηση μισθοφόρων παρά μόνο αν του φαινόταν απαραίτητο, και τώρα απαραίτητο δεν του φαινόταν. Ούτε Βασιληάς της Σάρντλι είμαι. Δεν επιθυμούσε οι κάτοικοι του Γνωστού Σύμπαντος να τον βλέπουν σαν μια δύναμη παρόμοια της Παντοκράτειρας, μια δύναμη που έπρεπε να συμβουλεύονται για το πώς θα διοικήσουν τις διαστάσεις τους.

«Ας το κάνουμε,» είπε, τελικά, η Τριγώνια. «Δεν έχουμε τίποτα να χάσουμε. Μονάχα μερικά καύσιμα.»

Οι υπόλοιποι συμφώνησαν, περισσότερο ή λιγότερο διστακτικά.

«Καλώς,» είπε ο Ορείχαλκος. «Ποιος θα γράψει το αίτημα;»

«Νομίζω πως εσύ είσαι ο καλύτερος γι’αυτή τη δουλειά,» του είπε η Γρανίτια.

Ο Ορείχαλκος το φοβόταν ότι το πράγμα θα κατέληγε εδώ. Οι Σάρντλιοι είχαν αρχίσει να τον βλέπουν σαν κεντρική φιγούρα της διάστασης. Είχαν αρχίσει να τον βλέπουν έτσι από καιρό: από τότε που είχε γίνει σύζυγος της Παντοκράτειρας: και τώρα, ακόμα περισσότερο. Ένα τέτοιο αίτημα ήταν πλέον σχεδόν προφανές ότι έπρεπε να γίνει από εκείνον. Έριξε ένα βλέμμα στον Ανδρόνικο. Τώρα καταλαβαίνω πώς πρέπει να αισθάνεσαι ορισμένες φορές. Εσύ απλά επέλεξες την απελευθέρωση της διάστασής σου, οι άλλοι σε επέλεξαν για αρχηγό τους, σε επονόμασαν Πρίγκιπα της Επανάστασης.

«Εντάξει,» αποκρίθηκε ο Ορείχαλκος.

Η Γρανίτια φώναξε σ’έναν υπηρέτη να τους φέρει χαρτί και μελάνι.

71.

Ο Ναός του Σάμπρεοθ μέσα στην Καρθάι ήταν οικοδομημένος με αμμόλιθο και λαξεμένος σαν ένα πελώριο πρόσωπο, στρεβλωμένο από εφιάλτη. Είχε δύο πελώρια μάτια, κοντή, πλατιά μύτη, και γιγάντιο στόμα. Το στόμα ήταν και η κεντρική πύλη του Ναού, η οποία έστεκε ανοιχτή όλες τις ώρες, για όσους ήθελαν να έρθουν να προσευχηθούν στον θεό της ερήμου και της θύελλας της άμμου. Δεν υπήρχε καν κάποια σιδεριά ή κατασκεύασμα από ξύλο που να μπορεί να κλείσει την είσοδο. Κανένας γηγενής δεν θα φανταζόταν να μπει στον Ναό για να κάνει καταστροφές· κάτι τέτοιο, αναμφίβολα, θα έριχνε την οργή της θύελλας του Σάμπρεοθ επάνω του.

Η Ανεμόφθαλμη ζύγωσε τον Ναό καθώς βράδιαζε, τυλιγμένη στην κάπα της και κουκουλωμένη. Η ψύχρα των παρυφών της ερήμου ήταν έντονη παντού στο περιβάλλον γύρω της. Οι δρόμοι της Καρθάι ήταν σιωπηλοί· οι κάτοικοι προτιμούσαν να κλείνονται στα σπίτια τους τις νύχτες, καθισμένοι κοντά σε φωτιές ή σε ενεργειακά συστήματα θέρμανσης, ανάλογα με τις προτιμήσεις και την οικονομική κατάσταση του καθενός.

Η Ανεμόφθαλμη, πλησιάζοντας την είσοδο του Ναού, είδε τον ιερέα να βγαίνει. Φορούσε κουκούλα κι αυτός αλλά δεν μπορεί να ήταν άλλος, γιατί φορούσε επίσης τα ιερατικά άμφια. Έφευγε. Πού πήγαινε; Είχε κι άλλο σπίτι μέσα στην Καρθάι εκτός από τον Ναό;

«Σεβασμιότατε;»

Ο ιερέας στάθηκε, στρεφόμενος προς το μέρος. Σιωπηλός.

Η Ανεμόφθαλμη τον ζύγωσε και, στο φως της ενεργειακής λάμπας που κρεμόταν μπροστά στην είσοδο του Ναού, διέκρινε το πρόσωπό του κάτω απ’την κουκούλα. Κατάμαυρο δέρμα σαν το σκοτάδι, γαλανό γένι στο σαγόνι, μάτια σταθερά και παρατηρητικά. Καμια δεκαετία μεγαλύτερο από εκείνη, τον υπολόγιζε η Ανεμόφθαλμη.

«Σεβασμιότατε, πρέπει να σας μιλήσω.»

«Ασφαλώς, Αρχόντισσά μου. Ελάτε,» αποκρίθηκε ο ιερέας, τείνοντας το χέρι του προς τον Ναό σαν φτερούγα πελώριου πουλιού. Πρέπει να την είχε αναγνωρίσει. Ήξερε ποιοι ευγενείς βρίσκονταν τώρα στην Καρθάι.

Η Ανεμόφθαλμη βάδισε στο εσωτερικό του Ναού: στη στρογγυλή αμμολίθινη αίθουσα που είχε έναν και μόνο κίονα στο κέντρο, ο οποίος ήταν τόσο παχύς που ούτε τρεις Ανεμόφθαλμες μαζί δεν θα μπορούσαν να αγκαλιάσουν. Λαξεύματα τον γέμιζαν: λαξεύματα σχετικά με τη θρησκεία του Σάμπρεοθ, σύμβολα και απεικονίσεις. Η έρημος στο τρομερό μεγαλείο της.

Κανένας άλλος δεν βρισκόταν τώρα εδώ, αλλά η Ανεμόφθαλμη δεν αισθανόταν αρκετά άνετα σ’ένα τόσο μεγάλο δωμάτιο, και ανοιχτό επίσης, όπου ο καθένας πιθανώς να έμπαινε από στιγμή σε στιγμή.

«Θα μπορούσαμε να πάμε κάπου πιο… ιδιαίτερα, Σεβασμιότατε;»

«Αν το επιθυμείτε.»

«Το επιθυμώ.»

Ο ιερέας την κατεύθυνε στη μία από τις δύο σκάλες στο πέρας της αίθουσας, και η Ανεμόφθαλμη ανέβηκε σκαλοπάτια από αμμόλιθο ακούγοντας ένα αδύναμο κριτς-κρατς κάτω από τις μπότες της. Η σκάλα έκανε μια μικρή καμπύλη καθώς οδηγούσε επάνω, και μετά σταματούσε. Ο διάδρομος ήταν σκοτεινός, φωτισμένος μόνο από το φως της Σελήνης που έμπαινε από ένα παράθυρο – το οποίο πρέπει να ήταν το ένα από τα δύο μάτια του προσώπου του Ναού, συνειδητοποίησε η Ανεμόφθαλμη.

Ο ιερέας, βαδίζοντας, πήγε σε μια πόρτα σχεδόν αόρατη μες στο μισοσκόταδο και την ξεκλείδωσε. Τελικά, δεν ήταν τα πάντα ανοιχτά στον Ναό. Η Ανεμόφθαλμη ακολούθησε τον άντρα σ’ένα δωμάτιο τελείως σκοτεινό. Ο ιερέας πάτησε έναν διακόπτη και η λάμπα στο ταβάνι άναψε, αποκαλύπτοντας δύο ξύλινες καρέκλες και μια τοιχογραφία στον αριστερό τοίχο η οποία απεικόνιζε μια αμμοθύελλα γιγαντιαίων διαστάσεων, με πελώριο στόμα και μάτια, κατάμαυρα και τα τρία. Η προσωποποίηση του Σάμπρεοθ.

«Καθίστε, Αρχόντισσά μου.»

Η Ανεμόφθαλμη κάθισε στη μία καρέκλα και ο ιερέας στην άλλη. Παρότι τον είχε ξαναδεί, δεν ήξερε ποιο ήταν το όνομά του, και δεν τον ρώτησε.

Ο άντρας έριξε την κουκούλα του στους ώμους. Το κατάμαυρο κεφάλι του ήταν ξυρισμένο. «Κάτι σας απασχολεί, Αρχόντισσά μου…»

Η Ανεμόφθαλμη κατέβασε επίσης την κουκούλα της κάπας της, ελευθερώνοντας τα μακριά μαύρα μαλλιά της. «Ναι,» είπε. «Κάτι που ίσως να σχετίζεται με το β’ζάιλ μου.»

Ο ιερέας την περίμενε να συνεχίσει.

«Βρέθηκα σ’ένα Στόμα των Θεών,» είπε η Ανεμόφθαλμη, «κι από τότε βλέπω κάποια όνειρα…»

Ο ιερέας παρέμεινε σιωπηλός, έτσι η Ανεμόφθαλμη συνέχισε να του μιλά προσπαθώντας να εξηγήσει εκείνο που κι η ίδια αδυνατούσε να κατανοήσει. Στο τέλος, είπε: «Φοβάμαι ότι ίσως το β’ζάιλ μου να έπαθε κάτι ύστερα από ό,τι συνέβη στο Στόμα των Θεών. Ίσως να τρελάθηκε.»

«Το β’ζάιλ δεν μπορεί να τρελαθεί. Είναι μαντατοφόρος των θεών. Είναι ιερή οντότητα, Αρχόντισσά μου.»

«Τι συμβαίνει τότε όταν πηγαίνουμε στο Στόμα των Θεών; Δεν τρελαίνεται το β’ζάιλ εκεί;»

«Ένας άνθρωπος μπορεί, ίσως, να χάσει τα λογικά του, για μικρότερο ή μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, αν είναι απροετοίμαστος για την εμπειρία. Αλλά όχι ένα β’ζάιλ. Το β’ζάιλ είναι, μεν, κάποιος αγέννητος συγγενής σας, Αρχόντισσά μου, αλλά δεν παύει να είναι πνεύμα: ένας μαντατοφόρος των θεών.»

«Τι συμβαίνει, λοιπόν; Έχω τρελαθεί εγώ;»

«Μου φαίνεστε αρκετά λογική, Αρχόντισσά μου. Εκείνο που νομίζω ότι συμβαίνει είναι πως, όσο ήσασταν στο Στόμα των Θεών, οι θεοί σάς μίλησαν και σας είπαν πράγματα που, παρότι η λογική σας δεν κατανοεί άμεσα, τα κατανοεί το ατέρμονο της ψυχής σας.»

«Φοβάμαι πως δεν καταλαβαίνω…» είπε η Ανεμόφθαλμη.

«Τι σας λέει το β’ζάιλ σας γι’αυτό που συμβαίνει;»

«Ότι… θυμάμαι περισσότερο. Ότι θυμάμαι περισσότερο τα όνειρά μου. Αλλά δεν ξέρω αν μπορώ να το εμπιστευτώ– Δεν το εμπιστεύομαι…»

«Θα έπρεπε να εμπιστεύεστε το β’ζάιλ σας, Αρχόντισσά μου,» είπε ο ιερέας.

«Δε με οδηγεί σε κανένα λογικό συμπέρασμα, όμως.»

«Αυτό που συμβαίνει δεν σχετίζεται με τη λογική.»

«Μα, δεν καταλαβαίνω τι πρέπει να κάνω!» είπε η Ανεμόφθαλμη.

«Ίσως να μην πρέπει να κάνετε τίποτα. Ίσως στο τέλος να πάψετε να βλέπετε τέτοια όνειρα, χωρίς κανένα κακό να έχει συμβεί.»

Η Ανεμόφθαλμη δυσανασχετούσε, κι αυτό πρέπει να φάνηκε στο πρόσωπό της, οπότε ο ιερέας είπε: «Ήταν κάποτε ένας νομάδας της ερήμου, ο Νισλέμρι, Αρχόντισσά μου, ο οποίος κοιμήθηκε σε μια όαση μαζί με τη φυλή του. Όταν ξύπνησε, θύελλα είχε πιάσει. Ο ξερός, καυτός άνεμος της ερήμου ούρλιαζε παντού γύρω του, φέρνοντας άμμο καταπάνω του σαν επικίνδυνες λεπίδες. Και ο Νισλέμρι ήταν τώρα μόνος στην όαση. Η φυλή του είχε εξαφανιστεί. Διπλώθηκε στο έδαφος, κουκουλώθηκε μέσα στην κάπα του, για να προφυλαχτεί από το μένος του Σάμπρεοθ, ενώ προσευχόταν στον Μεγάλο Άρχοντα να τον λυπηθεί. Όταν η θύελλα καταλάγιασε, ο Νισλέμρι βρήκε το τοπίο αλλαγμένο. Η όαση δεν ήταν όπως τη θυμόταν, και οι θίνες ολόγυρά της είχαν επίσης αλλάξει. Έψαξε για τους άλλους της φυλής του φωνάζοντας τα ονόματά τους, μα κανένας δεν του απάντησε, ούτε τους είδε πουθενά. Τελικά έφυγε από την όαση, βέβαιος ότι η φυλή του τον είχε εγκαταλείψει όσο κοιμόταν. Δεν μπορούσε, όμως, να κατανοήσει γιατί τον τιμωρούσαν έτσι· δεν είχε κάνει κανένα κακό.

»Ακολουθώντας τα σημάδια στον ουρανό, περιπλανήθηκε μέσα στην έρημο πηγαίνοντας στα μέρη όπου σύχναζε η φυλή του, αναζητώντας την, ρωτώντας άλλες φυλές πού ήταν. Κανείς, όμως, δεν μπορούσε να του δώσει απάντηση. Ορισμένοι, μάλιστα, τον περιγελούσαν λέγοντάς του πως ήταν τρελός, πως ποτέ δεν υπήρξε τέτοια φυλή. Κάποτε, βρέθηκε σ’έναν απομονωμένο ναό του Σάμπρεοθ, στα πιο βαθιά μέρη της Εσχάτης, και μίλησε στις ιέρειες που κατοικούσαν σαν άγρια πτηνά εκεί. Τους διηγήθηκε τα βάσανά του, κι εκείνες τον έδιωξαν από τον ναό κακήν-κακώς, λέγοντάς του να επιστρέψει μόνο όταν είχε βρει τον δρόμο του. Ο Νισλέμρι δεν μπορούσε να καταλάβει τα λόγια τους, γιατί ήξερε πως ο δρόμος του ήταν με τη φυλή του· δεν είχε επιθυμήσει ποτέ τίποτε άλλο.

»Ύστερα από την επίσκεψή του σ’εκείνο τον απομονωμένο ναό, καθώς ταξίδευε, έβλεπε παντού τορχ να τον παρακολουθούν από μακριά. Θα έχετε ακούσει για τους μεγάλους ιερούς σκύλους της Εσχάτης, ακόμα κι αν δεν είστε παντρεμένη, Αρχόντισσά μου…»

Η Ανεμόφθαλμη ένευσε αμίλητα. Όταν ευγενείς παντρεύονταν, η νύφη πήγαινε να βρει τον γαμπρό καβάλα σ’έναν τορχ· το γνώριζε. Δεν είχε, όμως, ποτέ δει τορχ η ίδια.

«Επάνω τους ο Νισλέμρι διέκρινε, ορισμένες φορές, φιγούρες,» συνέχισε ο ιερέας. «Δεν είχε, όμως, ακούσει ποτέ νομάδες να καβαλούν τα ιερά θηρία. Όχι τόσοι πολλοί, τουλάχιστον. Ελάχιστοι είναι αυτοί που έχουν την ευλογία ένας τορχ να τους δεχτεί στη ράχη του – εξαιρώντας πάντα τις νύφες, ασφαλώς. Ο Νισλέμρι δεν ήταν βέβαιος αν αυτό που έβλεπε ήταν ψευδαίσθηση της ερήμου ή όχι, γιατί κάπου-κάπου οι καβαλάρηδες εξαφανίζονταν, ενώ άλλες φορές τού έδιναν την αίσθηση ότι δεν ήταν τίποτα περισσότερο από σκιές ή αντανακλάσεις. Επί δύο μερόνυχτα και μία ημέρα έβλεπε τα ιερά θηρία να τον περιτριγυρίζουν από απόσταση ο Νισλέμρι, σαν φύλακες, κι όταν το βράδυ της τρίτης ημέρας κοιμήθηκε κάτω από μερικούς βράχους, δεν ξύπνησε εκεί. Ξύπνησε στην όαση όπου είχε κοιμηθεί προτού ξεσπάσει η θύελλα. Η φυλή του ήταν κοντά του και πάλι, και, όπως έμαθε, μονάχα μια νύχτα είχε στην πραγματικότητα περάσει.»

«Τα ονειρεύτηκε;»

«Ο ίδιος θα ορκιζόταν πως όχι, ήταν όλα αληθινά. Τα είχε ζήσει.»

Η Ανεμόφθαλμη συνοφρυώθηκε. «Και… τι έγινε μ’αυτό;»

Ο ιερέας μειδίασε. «Τίποτα, Αρχόντισσά μου. Το περιστατικό απλώς συνέβη. Όλα όσα συμβαίνουν δεν χρειάζεται να έχουν κάποιο νόημα για τη λογική μας.»

Η Ανεμόφθαλμη κατάλαβε πού ήθελε να καταλήξει ο ιερέας. Δεν έβρισκε, όμως, την απάντησή του απόλυτα ικανοποιητική.

«Όταν σκοπεύατε να έρθετε εδώ, στον Ναό, τι σας είπε το β’ζάιλ σας;» τη ρώτησε.

«Δεν το συμβουλεύτηκα.»

«Τώρα, καθώς πλησιάζατε τον Ναό, τι σας είπε;»

«Τίποτα.»

«Ούτε όσο βρισκόσασταν εδώ, μαζί μου;»

«Ούτε.»

«Τότε, μάλλον συμφωνεί με ό,τι σας είπα.»

72.

Οι περισσότεροι Οίκοι δέχτηκαν το αίτημα του Ορείχαλκου να συγκεντρώσουν στρατό ώστε να τον έχουν ετοιμοπόλεμο σε περίπτωση που χρειαζόταν να συγκρουστούν με τους Παντοκρατορικούς. Μεγάλοι στρατιωτικοί καταυλισμοί ανεγέρθησαν γύρω από τις πόλεις που αποτελούσαν έδρες των Οίκων, καθώς μισθοφόροι συναθροίζονταν εκεί απ’όλη τη Σάρντλι.

Ο Ορείχαλκος, ο Ανδρόνικος, και οι υπόλοιποι διέμεναν ακόμα στην Καρθάι, διότι, ώσπου οι δυνάμεις της Παντοκράτειρας να εγκαταλείψουν τη διάσταση, υπήρχε πάντοτε ο κίνδυνος οι πρωτεργάτες της εξέγερσης στη Σάρντλι να δεχτούν επίθεση: και η πόλη της Τριγώνιας της Πέμπτης ήταν ένα από τα καλύτερα οχυρά.

Οι πράκτορες της Επανάστασης έφερναν αναφορές ότι οι Παντοκρατορικοί δεν φαινόταν να κάνουν καμία επιθετική κίνηση από τα τρία βασικά σημεία όπου είχαν συγκεντρωθεί. Ορισμένοι απ’αυτούς ακόμα εντοπίζονταν να πηγαίνουν προς τα εκεί: κάποιες μονάδες που βρίσκονταν σε σχετικά απομονωμένα φρούρια και δεν είχαν μάθει αμέσως για την υποχώρηση, και κάποιοι πράκτορες και στρατιωτικοί που, για τον έναν ή για τον άλλο λόγο, είχε τύχει ν’αργήσουν. Τίποτα το ανησυχητικό ή το μη αναμενόμενο.

Παρότι όμως οι Παντοκρατορικοί είχαν υποχωρήσει από τις αρχικές τους θέσεις μέσα στη Σάρντλι και είχαν συγκεντρωθεί σε τρεις τοποθεσίες μόνο, οι ημέρες περνούσαν και δεν έλεγαν να φύγουν τελείως από τη διάσταση.

Αδύνατον να περιμένουν ενισχύσεις, σκεφτόταν ο Ανδρόνικος. Αποκλείεται η Παντοκράτειρα να μπορεί να τους βοηθήσει, αφού δεν μπορούσε να προστατέψει τα ορυχεία της.

Η Ανεμόφθαλμη, όμως, πρότεινε να κινηθούν εναντίον των Παντοκρατορικών όσο ήταν ακόμα καιρός. Σχεδίαζαν κάτι! Αλλιώς, γιατί δεν έφευγαν; Οι υπόλοιποι δεν συμφώνησαν με μια τόσο σπασμωδική κίνηση. Ας τους προειδοποιήσουμε, όμως, είπε η Γρανίτια η Πρώτη· ας τους προειδοποιήσουμε πως αν δεν εγκαταλείψουν τη διάσταση θα δεχτούν επίθεση από κάθε μεριά της Σάρντλι. Μ’αυτό οι περισσότεροι συμφώνησαν. Αλλά, προτού προειδοποιήσουν τους Παντοκρατορικούς, έστειλαν πάλι μηνύματα στους Οίκους που είχαν έδρες πιο κοντά στις τοποθεσίες συγκέντρωσης των δυνάμεων της Παντοκράτειρας, ώστε να μάθουν τι θα γινόταν και να είναι έτοιμοι. Αυτές οι διαδικασίες δεν αποδείχτηκαν και τόσο χρονοβόρες, καθώς όλα τα μηνύματα μεταφέρονταν με αεροσκάφη, για τις μακρινές αποστάσεις, ή με γρήγορα δίκυκλα, για τις κοντινές. Η προειδοποίηση μεταβιβάστηκε στους Παντοκρατορικούς με τον ίδιο τρόπο, και η απάντηση που έλαβαν οι επαναστάτες ήταν ότι περίμεναν διαταγή από τη Ρελκάμνια, γι’αυτό δεν είχαν υποχωρήσει ακόμα.

Η Σάρντλι ολόκληρη βρισκόταν σε μια γενικευμένη κατάσταση αναμονής. Σε μια από εκείνες τις καταστάσεις κατά τις οποίες γίνονται, από όλους, συνέχεια, υποθέσεις για το χειρότερο, κι ένα σωρό τρελά σενάρια κυκλοφορούν, περισσότερο ή λιγότερο αληθοφανή ανάλογα με τις γνώσεις του καθενός.

«Προσπαθούν να κερδίσουν χρόνο!» έλεγε η Ανεμόφθαλμη, όταν συγκεντρώνονταν μέσα στο παλάτι της Καρθάι για να συζητήσουν. «Κάτι σχεδιάζουν!» Το μόνο, όμως, που μπορούσαν οι Σάρντλιοι να κάνουν γι’αυτό ήταν να έχουν τις δυνάμεις τους σε ετοιμότητα, και ο Ανδρόνικος κι οι άνθρωποί του να παραμένουν εδώ, ενώ ο ίδιος ο Πρίγκιπας της Επανάστασης θα προτιμούσε να επιστρέψει στην Απολλώνια, καθώς ήξερε πως και η δική του διάσταση τον χρειαζόταν. Στο Βόρειο Μέτωπο ο πόλεμος με τους Παντοκρατορικούς μαινόταν όταν είχε φύγει από εκεί. Το μόνο που τον καθησύχαζε – λίγο – ήταν το γεγονός ότι η Απολλώνια είχε μικρότερη χρονική ταχύτητα απ’ό,τι η Σάρντλι. Μπορούσες να κάνεις πιο πολλά πράγματα στη Σάρντλι ενώ στην Απολλώνια συνέβαιναν αναλογικά λιγότερα. Ωστόσο, αυτό δεν σήμαινε ότι ο Ανδρόνικος έπρεπε και να χάνει άσκοπα τον χρόνο του εδώ. Το επόμενο βήμα στην τελική τους μάχη με τη Συμπαντική Παντοκρατορία απαιτούσε την παρουσία του στο Βόρειο Μέτωπο της Απολλώνιας.

73.

Οι Παντοκρατορικοί εγκατέλειψαν τη Σάρντλι.

Ήρθε μια μέρα που μεγάλα αεροσκάφη φάνηκαν στους ουρανούς της διάστασης, πηγαίνοντας να προσγειωθούν στις τρεις τοποθεσίες συγκέντρωσης των δυνάμεων της Παντοκράτειρας. Ο στρατός επιβιβάστηκε, μαζί με τα οχήματα και τους εξοπλισμούς του, και τα αεροσκάφη απογειώθηκαν ξανά – για να μπουν στον Αιθέρα, υπέθεταν οι κάτοικοι της Σάρντλι. Οι Παντοκρατορικοί δεν πρέπει να τους είχαν πει ψέματα· πράγματι, περίμεναν διαταγή από τη Ρελκάμνια για να υποχωρήσουν. Και ο Ανδρόνικος νόμιζε ότι η διαταγή αυτή είχε αργήσει να έρθει επειδή η Παντοκράτειρα και οι στρατιωτικοί της σκέφτονταν πώς θα ήταν, ίσως, δυνατόν να κρατήσουν τη Σάρντλι υπό τον έλεγχό τους. Μάλλον, όμως, είχαν καταλήξει ότι δεν μπορούσαν να την κρατήσουν, και είχαν προστάξει γενική υποχώρηση από τη διάσταση, ώστε να διασώσουν, τουλάχιστον, τις στρατιωτικές τους δυνάμεις και να τις χρησιμοποιήσουν σε άλλα μέρη του Γνωστού Σύμπαντος όπου γινόταν πόλεμος.

Ωστόσο, οι επαναστάτες δεν μπορούσαν να θεωρήσουν την αποχώρηση των Παντοκρατορικών βέβαιη μέχρι που να ελέγξουν και να διαπιστώσουν ότι δεν επρόκειτο για κάποια απάτη προκειμένου να ρίξουν την άμυνά τους. Επομένως, ακολούθησαν κάποιες ενέργειες:

Οι εγκαταλειμμένες Παντοκρατορικές βάσεις, παντού στη διάσταση, αλλά κυρίως στις τρεις τελευταίες τοποθεσίες συγκέντρωσης, ερευνήθηκαν εξονυχιστικά για το οποιοδήποτε στοιχείο. Η Ιωάννα, η Άνμα’ταρ, και ο Σέλιρ’χοκ βοήθησαν σε μερικές από αυτές τις έρευνες.

Αεροσκάφη, μισθωμένα από τους Οίκους, αλλά και το αεροπλάνο του Νάρτιλ από το Φτερωτό Όρος, όργωσαν τη διάσταση απ’τη μια άκρη ώς την άλλη, κατοπτεύοντας για μεγάλες συναθροίσεις ανθρώπων που μπορεί και να μη φαίνονταν πολεμιστές εκ πρώτης όψης αλλά να έκρυβαν τα όπλα τους και να περίμεναν.

Οι πράκτορες της Επανάστασης ερευνούσαν όλα τα κρυφά σημεία των πόλεων της Σάρντλι, μήπως εντοπίσουν πράκτορες της Παντοκράτειρας που έκαναν σχέδια βλαβερά για τη διάσταση.

Καράβια, πληρωμένα κυρίως από τους Ακτοφύλακες και τους Υδατοσκόπους, ανίχνευαν τις θάλασσες και τις ακτές και τους βυθούς, και έκαναν ελέγχους σε όποιο σκάφος μπορεί να θεωρούσαν ύποπτο.

Το συμπέρασμα απ’όλα αυτά ήταν πως οι δυνάμεις της Παντοκράτειρας είχαν, όντως, εγκαταλείψει τη Σάρντλι. Και πανηγυρισμοί άρχισαν σε πολλές από τις μεγάλες πόλεις, ενώ ο κόσμος μιλούσε για το πώς τώρα η διάσταση θα έπαιρνε τα πάνω της και θα ανθούσε, για το πώς οι θεοί ήταν ευχαριστημένοι, για το πώς όλοι θα πλούτιζαν χωρίς τους φόρους της Παντοκράτειρας, για το πώς θα ήταν πιο ελεύθεροι χωρίς τους νόμους της Παντοκράτειρας, χωρίς τις περιπολίες των στρατιωτών της Παντοκράτειρας, και χωρίς τους υπόγειους ελέγχους των πρακτόρων της Παντοκράτειρας.

Η Ιωάννα, που είχε πάει με τον Ανδρόνικο, τον Ορείχαλκο, και τους άλλους στη Νισθάι, για να γιορτάσουν μαζί με τους Ουράνιους, σκέφτηκε: Ζουν στον φανταστικό τους κόσμο τώρα. Τα πράγματα δεν πρόκειται ν’αλλάξουν και τόσο… αν και, ομολογουμένως, θα ήταν όλοι πιο ελεύθεροι στη Σάρντλι, χωρίς τους Παντοκρατορικούς. Αλλά ακούγοντάς τους να μιλάνε θα νόμιζε κανείς πως τώρα όλοι τους θα κυλιόνταν στα πλούτη και θα γλεντούσαν νυχθημερόν!

«Γιατί έχεις τέτοια κατεβασμένη μούρη, Μαύρη Δράκαινα;» τη ρώτησε ο Ανδρόνικος, συναντώντας την σε μια άκρη της Μεγάλης Αίθουσας του Μεγάρου της Ζούγκλας. Ήταν ντυμένη μ’ένα μαύρο δερμάτινο φόρεμα επικαλυμμένο με κάποια ουσία (ντόπια, της Σάρντλι, κατά πάσα πιθανότητα) που το έκανε να γυαλίζει. Έπεφτε ώς τα γόνατά της, ενώ άφηνε τους ώμους και τα χέρια της εκτεθειμένα. Στα πόδια της φορούσε σανδάλια Σάρντλιας μόδας. Τα ξανθά της μαλλιά ήταν λυτά και καλοχτενισμένα. Κοσμήματα δεν φορούσε. Στο ένα χέρι κρατούσε ένα μακρύ ποτήρι με υπόγειο οίνο, στο άλλο ένα αναμμένο τσιγάρο. Ο Ανδρόνικος τής πήρε το τσιγάρο και τράβηξε μια τζούρα.

«Τι κατεβασμένη μούρη;» του είπε εκείνη. «Δεν έχω κατεβασμένη μούρη. Απλώς κάθομαι εδώ και κρυφακούω, και απορώ μ’αυτούς τους ανθρώπους.» Λοξοκοίταξε κάποιους που συζητούσαν μεγαλόφωνα, λίγο παραδίπλα, ανάμεσα στους οποίους ήταν και δύο Ουράνιοι, απ’αυτούς που ο Ανδρόνικος και η Ιωάννα ήξεραν μόνο εξ όψεως και ούτε καν θυμόνταν τα ονόματά τους. Οι υπόλοιποι πρέπει να ήταν πολυχρήματοι και αρχηγοί μισθοφόρων. «Νομίζουν ότι τώρα, ξαφνικά, θα γίνουν τα πάντα υπέροχα. Σου μοιάζουν.»

Ο Ανδρόνικος ήπιε μια γουλιά απ’το τάο βις στο φαρδύ ποτήρι του. «Θες να πεις ότι δεν θα γίνουν τα πάντα υπέροχα τώρα;» τη ρώτησε, παίρνοντας το βλέμμα του από αυτούς που είχε λοξοκοιτάξει η Ιωάννα, οι οποίοι ήταν μισοκρυμμένοι πίσω από μια πελώρια πήλινη γλάστρα με κάποιο φυτό της Σάρντλι που είχε μάτια σε μερικά από τα φύλλα του και ατένιζε μια τους συνομιλούντες, βλεφαρίζοντας, μια την Ιωάννα και τον Ανδρόνικο, επίσης βλεφαρίζοντας. Και στις δύο περιπτώσεις, έμοιαζε να έχει τις ίδιες φιλοσοφικές απορίες.

Η Ιωάννα μειδίασε στραβά, χωρίς να δώσει απάντηση. Του πήρε το τσιγάρο της, ρούφηξε την τελευταία τζούρα, και το έριξε στο πάτωμα, σβήνοντάς το με το σανδάλι της. Ένα φυτικό πλοκάμι ήρθε, ύπουλα, από δίπλα και έκανε να τυλιχτεί γύρω από τη γάμπα της. Η Μαύρη Δράκαινα το κλότσησε, διακριτικά, κι εκείνο απομακρύνθηκε. «Η τρίτη φορά που το κάνει αυτό,» είπε η Ιωάννα στον Ανδρόνικο.

«Μπορεί να διαφωνεί που έσβησες το τσιγάρο στο πάτωμα της αίθουσας που το φιλοξενεί.»

«Δεν το νομίζω. Είναι, απλά, περίεργο φυτό.» Ήπιε μια γουλιά απ’τον υπόγειο οίνο της.

Το τραγούδι που έπαιζαν οι μουσικοί, οι οποίοι στέκονταν στο κέντρο της αίθουσας, άλλαξε, κι αρκετοί φάνηκαν να σηκώνονται για να χορέψουν, ανάμεσα στους οποίους η Γρανίτια και ο σύζυγός της ο Τριγώνιος, και ο Αστροφώτιστος ο Δεύτερος με την Τοξομάχη.

Ο Ανδρόνικος έδωσε το χέρι του στην Ιωάννα. «Χορεύεις, Μαύρη Δράκαινα;»

Εκείνη, παρατηρώντας τους χορευτές που στριφογύριζαν ανάμεσα στις χοντρές, γεμάτες φυτά κολόνες της αίθουσας, συνοφρυώθηκε. «Δεν τον ξέρω αυτό τον χορό.»

«Πόσο δύσκολος μπορεί να είναι;»

«Εσύ τον ξέρεις;»

«Έρχεσαι ή όχι;»

«Θα ήταν συνετό να μας δουν να χορεύουμε μαζί;» είπε η Ιωάννα, νιώθοντας διστακτική.

«Δεν είμαστε στην Απολλώνια ακόμα. Και όλοι γνωρίζουν, ούτως ή άλλως, ότι είσαι πιστή ακόλουθός μου στον αγώνα της Επανάστασης. Ποιος θα παραξενευτεί;»

Πολλοί, επίσης, γνωρίζουν ότι είμαι κάτι περισσότερο από πιστή ακόλουθός σου! σκέφτηκε η Ιωάννα, μην ξέροντας αν έπρεπε να αισθανθεί δυσαρεστημένη που ο Ανδρόνικος την είχε αποκαλέσει έτσι.

Του έδωσε το χέρι της και πήγαν προς τους υπόλοιπους χορευτές, αφήνοντας καθοδόν τα ποτήρια τους επάνω στον δίσκο που κρατούσε ένας υπηρέτης.

«Τον ξέρεις τον χορό,» παρατήρησε η Ιωάννα, μετά από λίγο, καθώς στριφογύριζαν όπως κι οι άλλοι μέσα στην αίθουσα. Αισθανόταν τον Ανδρόνικο να την καθοδηγεί στις κινήσεις του χορού, κι ετούτη δεν ήταν μια αίσθηση πρωτόγνωρη για εκείνη – ν’αφήνει το σώμα της να καθοδηγείται από το σώμα του Ανδρόνικου. Αλλά τις άλλες φορές δεν είχε σχέση με χορό. «Δε μπορεί να μην τον ξέρεις.»

«Νομίζεις ότι τον ξέρω;»

«Είμαι σίγουρη,» είπε η Ιωάννα, καθώς ο Ανδρόνικος γλιστρούσε κάτω από το χέρι της βάζοντάς το στον ώμο του, περνούσε το χέρι του κάτω από το γόνατό της υψώνοντάς το πλάι του, και έκαναν μια γρήγορη σβούρα προτού αρχίσουν πάλι να κινούνται με πιο αργό ρυθμό, ακολουθώντας τη μουσική. «Πού τον έμαθες;»

«Στην Απολλώνια μαθαίνουμε πολλούς χορούς. Αυτός ο συγκεκριμένος λέγεται ‘τα Βήματα του Πιθήκου’.»

«Σα να σε βρίζουν.»

Ο Ανδρόνικος γέλασε. «Δε συμπαθείς τους πιθήκους; Είναι συγγενείς μας.»

«Να μιλάς για τον εαυτό σου.»

Και στριφογύριζαν πάλι, καθώς η μουσική άλλαζε ρυθμό.

«Έτσι λένε ορισμένοι επιστήμονες,» είπε ο Ανδρόνικος, περνώντας τον δεξί του αγκώνα μέσα στον αριστερό αγκώνα της και κρατώντας την γερά.

«Έχουν ακουστεί και χειρότερες μαλακίες,» αποκρίθηκε η Ιωάννα. «Δεν είναι άκομψο αυτό το πιάσιμο;»

Ο Ανδρόνικος γύρισε απότομα, φέρνοντάς την πίσω του, με την πλάτη της κολλημένη πάνω στη δική του, και με τον δεξί του αγκώνα ακόμα μπλεγμένο με τον αριστερό της αγκώνα. Αμέσως μετά, έμπλεξε και τους αγκώνες τους που ήταν μέχρι στιγμής ελεύθεροι. Η Ιωάννα παρατήρησε ότι κι όλοι οι υπόλοιποι χορευτές έκαναν ακριβώς αυτή την κίνηση, και χόρευαν ανάποδα (!) τώρα.

«Δεν είναι λιγάκι ανόητο αυτό;» ρώτησε τον Ανδρόνικο, πάνω απ’τον ώμο της.

«Πες το στους Σάρντλιους· δεν έφτιαξα εγώ τον χορό.»

«Αλλά μου ζήτησες να τον χορέψω μαζί σου.»

Για λίγη ώρα χόρευαν έτσι, ανάποδα, με τους αγκώνες τους πιασμένους, και η Ιωάννα είδε τη Γρανίτια να τη χαιρετά μ’ένα κλείσιμο του ματιού, καθώς εκείνη κι ο Τριγώνιος περνούσαν από κοντά. Η Ιωάννα το θεωρούσε θαύμα που δεν έμπλεκαν όλοι αυτοί τα πόδια τους· και νόμιζε πως το μόνο που είχε γλιτώσει την ίδια από ένα πολύ άκομψο γλίστρημα ήταν η εκπαίδευσή της ως Μαύρη Δράκαινα.

Η μουσική άλλαξε πάλι ρυθμό, και ο Ανδρόνικος ελευθέρωσε τον έναν αγκώνα της και τη γύρισε γρήγορα, έτσι ώστε ν’αντικρίσουν ο ένας τον άλλο.

Η Ιωάννα αισθανόταν ξαναμμένη από τον χορό, όχι επειδή την είχε εντυπωσιάσει αλλά επειδή συνέχεια τριβόταν επάνω στον Ανδρόνικο. «Πότε τελειώνει;» τον ρώτησε.

«Τι πράγμα;»

«Ο χορός.»

«Δεν είναι και βασανιστήριο…»

«Είναι,» είπε η Ιωάννα, με τα χείλη της κοντά στα δικά του αλλά χωρίς να τ’αγγίζει.

Ο Ανδρόνικος την παρέσυρε έξω απ’τον χορό, γιατί κι εκείνος αισθανόταν το ίδιο βασανιστήριο, και γιατί ήξερε πως ο χορός, ούτως ή άλλως, σε λίγο τελείωνε. Τα βήματά τους τους οδήγησαν στον πελώριο μπουφέ της αίθουσας, απ’όπου ο Επουράνιος ο Δεύτερος, εκείνη τη στιγμή, έπαιρνε δύο βαθιά πιάτα γεμάτα πρόχειρα φαγητά και έφευγε. Η Τριγώνια η Πέμπτη στεκόταν λίγο παραδίπλα, μιλώντας με μια άλλη γυναίκα, καμια δεκαετία μεγαλύτερη από εκείνη (την οποία ούτε ο Ανδρόνικος ούτε η Ιωάννα είχαν ξαναδεί), και γελώντας. Κι οι δύο κρατούσαν ποτήρια με λευκό κρασί. Λευκό Απολλώνιον Νότιων Δουκάτων, νόμιζε ο Ανδρόνικος πως ήταν, αν δεν έκανε λάθος. Και κοίταξε να δει πού το είχε ο μπουφές. Το βλέμμα του εντόπισε δύο μπουκάλια, αλλά παρατήρησε ότι ήταν και τα δύο άδεια.

«Τάο βις;» ρώτησε την Ιωάννα.

«Είμαστε στη Σάρντλι, δεν είμαστε;»

Σωστά, σκέφτηκε ο Ανδρόνικος, και ζήτησε δύο ποτήρια τάο βις από έναν υπηρέτη πίσω απ’τον μπουφέ. Εκείνος τα γέμισε και τους τα έδωσε. Ο Ανδρόνικος και η Ιωάννα, με τα ποτά στο χέρι, έφυγαν από τη Μεγάλη Αίθουσα περνώντας κάτω από πυκνά φυτά, ανεβαίνοντας ξύλινες σκάλες, διασχίζοντας έναν μικρό διάδρομο, και φτάνοντας στο δωμάτιο που είχαν παραχωρήσει οι Ουράνιοι στον Πρίγκιπα της Επανάστασης για τη διάρκεια της επίσκεψής του.

Ο Ανδρόνικος άφησε το ποτήρι του σ’ένα τραπεζάκι, έπιασε τις κάτω άκριες του γυαλιστερού φορέματος της Ιωάννας, και το τράβηξε πάνω απ’το κεφάλι της. Ήταν ντυμένη με πράσινα, στενά εσώρουχα από μέσα.

Το πρώτο τους φιλί εκείνο το βράδυ ήταν το πιο βαθύ και αργό. Ύστερα, τα σώματά τους μπλέχτηκαν επάνω στο κρεβάτι σ’έναν χορό τελείως διαφορετικό από πριν, τον οποίο ανακάλυπταν με κάθε κίνηση. Το φιλί μετά την πρώτη τους κορύφωση ήταν το πιο δυνατό. Από κάτω τους ακουγόταν βαβούρα, καθώς και οι τοπικές μουσικές από τη διασκέδαση στη Μεγάλη Αίθουσα· και όσο προχωρούσε η νύχτα τόσο πιο έντονα γίνονταν και τα δύο. Κανένας δεν είχε διάθεση για ύπνο απόψε, και ο Ανδρόνικος κι η Ιωάννα δεν αποτελούσαν εξαίρεση. Αφού τελείωσαν τα τάο βις που δεν είχαν ακόμα αγγίξει, χόρεψαν και πάλι επάνω στο κρεβάτι για αρκετή ώρα. Το τελευταίο τους φιλί ήταν το πιο γρήγορο.

«Η μουσική σταμάτησε,» μουρμούρισε η Ιωάννα, με το κεφάλι της ξαπλωμένο πάνω στην κοιλιά του· ο Ανδρόνικος νόμιζε ότι μπορούσε ν’ακούσει τη φωνή της ν’αντηχεί μέσα στα σωθικά του.

«Ναι,» είπε. Η μουσική στη Μεγάλη Αίθουσα, πράγματι, είχε πάψει. Και η φασαρία επίσης: δεν ακούγονταν γέλια, ούτε φωνές.

«Ώρα για ύπνο;» χασμουρήθηκε η Ιωάννα.

«Αν επιμένεις.»

Η Ιωάννα, αναστενάζοντας, σήκωσε το κεφάλι της απ’την κοιλιά του και το ακούμπησε στον ώμο του, τυλίγοντας το ένα της πόδι γύρω του. Ο Ανδρόνικος αισθάνθηκε να του σηκώνεται· παρ’όλ’αυτά, έκαναν κι οι δυο τους πως δεν το πρόσεξαν και κοιμήθηκαν.

74.

Μέσα στη βαθιά νύχτα, ένα μικρό αεροπλάνο έστρεψε κάθετα τους προωθητήρες του και προσγειώθηκε σε μια ειδικά διαμορφωμένη στέγη του Μεγάρου της Ζούγκλας. Εκεί στεκόταν ήδη και περίμενε ένας άντρας, τυλιγμένος σε κάπα για να προστατεύεται από το κρύο. Δεν κινήθηκε καθώς το αεροσκάφος κατέβαινε μπροστά του, χτυπώντας τον με τον θερμό αέρα από τις μηχανές του.

Μια πλαϊνή πόρτα του αεροπλάνου άνοιξε και ο πιλότος βγήκε. «Άρχοντά μου…» είπε, κλίνοντας το κεφάλι σε ένδειξη σεβασμού και χαιρετισμού συγχρόνως.

Ο άντρας με την κάπα τον χαιρέτησε και μπήκε στο σκάφος, όπου άλλος ένας άνθρωπος βρισκόταν: ένας μάγος, καθισμένος στο ενεργειακό κέντρο.

«Ήταν η αμοιβή σας ικανοποιητική;» ρώτησε ο άντρας με την κάπα.

«Ασφαλώς, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε ο πιλότος, μπαίνοντας ξανά και καθίζοντας στη θέση του οδηγού.

«Είναι, όμως, επικίνδυνο αυτό που θα κάνουμε για εσάς…» πρόσθεσε ο μάγος, με κάποιο δισταγμό στη φωνή του.

Ο άντρας κάθισε πλάι στον πιλότο. «Θα πληρωθείτε άλλα τόσα, όταν επιστρέψετε.» Έβγαλε από την κάπα του ένα έγγραφο και το έδωσε στον πιλότο. «Με την υπογραφή μου και τη σφραγίδα μου.»

«Οι θεοί να σας έχουν καλά, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε εκείνος.

«Δε νομίζω ότι εσάς θα σας πειράξει κανένας,» συνέχισε ο ευγενής. «Απλά με μεταφέρετε· τίποτα περισσότερο. Μετά θα φύγετε. Ακόμα κι αν σας κρατήσουν, το αποκλείω να είναι για τίποτα περισσότερο από έναν έλεγχο και μερικές ερωτήσεις.»

«Δεν φοβόμαστε μόνο για τον εαυτό μας, Άρχοντά μου,» δήλωσε ο πιλότος. «Καταλαβαίνουμε τους κινδύνους, αλλά δεν καταλαβαίνουμε γιατί… το αποφασίσατε.»

«Αυτό είναι δική μου δουλειά,» αποκρίθηκε εκείνος, όχι απότομα ή εχθρικά.

«Ασφαλώς, Άρχοντά μου.» Ο πιλότος πάτησε ένα πλήκτρο στην κονσόλα μπροστά του και η ανοιχτή πόρτα έκλεισε.

Το αεροπλάνο υψώθηκε στον ουρανό, πάνω από το Μέγαρο της Ζούγκλας και τη Νισθάι. Έστρεψε τους προωθητήρες του οριζόντια κι άρχισε ν’ανεβαίνει σταδιακά, με κλίση. Πηγαίνοντας πιο ψηλά… ολοένα και πιο ψηλά…

Σε λίγο, είχε περάσει το σημείο μετάβασης για Αιθέρα και δεν ήταν πια στη Σάρντλι…

75.

Η Ανεμόφθαλμη βουλιάζει μέσα σ’ένα βαλτώδες σπήλαιο. Παράξενα φίδια κολυμπάνε στο νερό γύρω από τα πόδια της· τα κεφάλια τους χωρίζονται: διχοτομούνται, τριχοτομούνται. Οι ουρές τους το ίδιο. Ποια είναι τα κεφάλια και ποιες οι ουρές;

Μια σκιά την ατενίζει από μια νησίδα, φωτισμένη από ένα αχνό, κοκκινωπό φως. Η Ανεμόφθαλμη τρέχει με μεγάλα πηδήματα, για να μην την καταπιεί ο βούρκος· τα φίδια γλείφουν τα γυμνά πόδια της. Ζυγώνει τη νησίδα. Η σκιά που στέκεται εκεί είναι ο εαυτός της, και απλώνει το ένα χέρι προς το μέρος της.

Η Ανεμόφθαλμη το αρπάζει και κρατιέται. Η Ανεμόφθαλμη πάνω στη νησίδα χαμογελά κι αρχίζει να την τραβά. Ύστερα, απότομα, η Ανεμόφθαλμη αφήνει την Ανεμόφθαλμη. Ένα γέλιο αντηχεί ολόγυρα – χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα – ένα παιχνιδιάρικο γέλιο, και η Ανεμόφθαλμη βουλιάζει στο νερό, βουλιάζει και βουλιάζει και βουλιάζει–

Βήχει επάνω σε στέρεες, τραχιές πέτρες. Μια φωνή λέει: …μετά το συμβάν…

Μια άλλη φωνή: …θα μπορούσες να το είχες υποθέσει, όμως…

Μια άλλη φωνή: …στην τρίτη στροφή αριστερά, παρακαλώ…

Και μετά, τόσες πολλές μαζί: …είναι τέσσερις, είναι ένας, είναι πέντε ή οκτώ· τι σημασία νομίζεις πως έχει;… τότε μόνο θα μπορούσαμε να μπούμε και να τον σώσουμε… έφερε εδώ δαίμονες!… μόνο αν ψάξετε… προφήτης ή όχι θα τον σκοτώσω!… δύο αδέλφια… φωτιά στα μάτια της… πίσω από τις μάσκες… δεν είναι πρόσωπα!… στον Τάμπριελ… εκτός αν τον έχει ήδη δει… θα επιστρέψουμε και θα δω πάλι τη βασίλισσά του—

Μια γυναίκα στέκεται από πάνω της, ανάμεσα στις φωνές. Η Ανεμόφθαλμη βλέπει μόνο τα πόδια της, δυο κοκκινόδερμα πόδια, γυμνά, αλλά το ξέρει πως είναι η Ανεμόφθαλμη. Κάνει να κοιτάξει επάνω, και το ένα πόδι την κλοτσά στο κεφάλι, κάνοντάς τη να γυρίσει στο πλάι, να κατρακυλήσει σε μια πλαγιά όλο λάσπες.

Σταματά – γαντζώνεται δυνατά με τα χέρια της – λίγο προτού πέσει σε μια λίμνη με νερό όπου αντανακλώνται εικόνες που μοιάζουν να αναδύονται από τον πυθμένα. Βλέπει τον Ορείχαλκο να σκύβει και να φιλά τον αυχένα μιας γυναίκας που κοιμάται – της Παντοκράτειρας… Βλέπει ένα πεδίο μάχης γεμάτο φωτιά και αίμα και ερείπια ανθρώπων, οχημάτων, σκαφών, οικοδομημάτων… Βλέπει έναν κοκκινόδερμο άντρα με λευκά μαλλιά και γένι. Τον βλέπει να γυρίζει και να την κοιτάζει–

Ουρλιάζοντας, η Ανεμόφθαλμη πετάγεται πίσω, σκοντάφτει και πέφτει στην αγκαλιά της Ανεμόφθαλμης, η οποία της κλείνει με το ένα χέρι τα μάτια και με το άλλο το στόμα–

…σκοτάδι, σκοτάδι εδώ μέσα, χρειάζομαι έναν δαυλό… κι όμως μ’αυτόν δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα… γιατί να πρέπει να επιστρέψουμε;… ο αγώνας σας είναι μάταιος!… δεν έχεις δει τίποτα!… τρεις φορές από τότε, τρεις φορές… ένα πολύ παράξενο μηχάνημα…

Τα μάτια της άνοιξαν.

Η Ανεμόφθαλμη είχε ξυπνήσει.

Η πλάτη της ήταν κολλημένη στο κρεβάτι, και κοίταζε το ταβάνι, όπου ένας μεγάλος ανεμιστήρας περιστρεφόταν αργά, διώχνοντας τη ζέστη. Παντού γύρω της, σκοτάδι.

Θεοί… σκέφτηκε, περίτρομη, πού είμαι; Πού είμαι; Πού είμαι;

Μετά, άρχισε να έρχεται στα συγκαλά της. Σκοτάδι; Αν ήταν παντού γύρω της σκοτάδι, πώς έβλεπε τον ανεμιστήρα; Ανασηκώθηκε πάνω στο κρεβάτι και είδε τη λάμπα στο κομοδίνο να φωτίζει αχνά τον χώρο. Την ήξερε καλά αυτή τη λάμπα, με το γυαλί που ήταν λαξεμένο σαν τίγρεις που παλεύουν. Η Ανεμόφθαλμη είχε συνειδητοποιήσει πλέον ότι βρισκόταν στο υπνοδωμάτιό της, στο Μέγαρο της Ζούγκλας.

Και ο Ορείχαλκος έπρεπε, κανονικά, να κοιμόταν μαζί της. Είχαν καθίσει στη γιορτή μέχρι το τέλος: μέχρι που οι μουσικοί είχαν πάψει να παίζουν τα όργανά τους, μέχρι που κι ο τελευταίος άνθρωπος είχε φύγει από το Μέγαρο ή πάει στο δωμάτιό του να ξεκουραστεί. Είχαν σβήσει, ένα-ένα, τα δυνατά φώτα στη Μεγάλη Αίθουσα, αφήνοντας μονάχα ελάχιστα αναμμένα, και είχαν έρθει εδώ. Είχαν κάνει έρωτα και είχαν κοιμηθεί.

Αλλά τώρα η Ανεμόφθαλμη δεν έβλεπε τον Ορείχαλκο στο υπνοδωμάτιό της.

Σηκώθηκε απ’το κρεβάτι, έπιασε τη ρόμπα που ήταν ριγμένη πάνω στην καρέκλα, και την τύλιξε γύρω απ’το γυμνό σώμα της. Βάδισε μέσα στα δωμάτια, μα δεν τον βρήκε πουθενά.

Ψάχνεις για τον Ορείχαλκο; της είπε το β’ζάιλ της.

«Ναι,» απάντησε η Ανεμόφθαλμη.

Ντύθηκε και έφυγε.

«Πού πήγε;»

Πώς να ξέρω; Ήμουν, και είμαι – και πάντα θα είμαι – κοντά σου.

«Δεν… δεν ήσουν στα όνειρά μου;»

Συνεχώς είμαι στα όνειρά σου. Είδα τον Ορείχαλκο να σηκώνεται, να φορά τα ρούχα του, και να βγαίνει απ’το δωμάτιο, ενώ καθόμουν πλάι σου, αδελφή μου.

Πού, όμως, μπορεί να είχε πάει τέτοια ώρα; απορούσε η Ανεμόφθαλμη. Είχε κάποια δουλειά να κάνει; Δεν της είχε αναφέρει τίποτα…

Και τότε θυμήθηκε κάτι που της είχε πει λίγο προτού κοιμηθούν: «Να ξέρεις πως, ό,τι κι αν συμβεί, σ’αγαπώ, Ανεμόφθαλμη. Σ’αγαπώ. Κι αυτό δεν αλλάζει.»

Παράξενο… Γιατί να πει κάτι τέτοιο; Εκείνη την ώρα, η Ανεμόφθαλμη είχε νομίσει πως το είπε εξαιτίας των όσων είχαν γίνει με τους Παντοκρατορικούς – με τη σύλληψή της και με τη φυλάκισή της στη Φιλτά’κβι. Ήταν, όμως, στην πραγματικότητα, κάτι άλλο; Η Ανεμόφθαλμη συνοφρυώθηκε, σκεπτική.

Υπάρχει ένα διπλωμένο χαρτί που δεν υπήρχε πριν, και έχει το όνομά σου γραμμένο επάνω, της είπε το β’ζάιλ της.

«Πού;»

Στο τραπέζι. Δεν γυρίζεις να κοιτάξεις;

Η Ανεμόφθαλμη γύρισε και είδε το διπλωμένο χαρτί. Πλησίασε. Κι αμέσως αναγνώρισε τον γραφικό χαρακτήρα του Ορείχαλκου. Έπιασε το μήνυμα και το ξεδίπλωσε. Διάβασε το περιεχόμενο. Τα μάτια της διαστάλθηκαν. Ύστερα στένεψαν.

Έσπρωξε το τραπέζι, ανατρέποντάς το μαζί μ’ένα βάζο που ήταν επάνω, χύνοντας νερό και λουλούδια στο ξύλινο πάτωμα.

76.

Ένας δυνατός, διαπεραστικός ήχος έσκισε σαν λεπίδα Απολλώνιου ξίφους τον ύπνο του, και τα βλέφαρα του Ανδρόνικου άνοιξαν. Είδε ότι η Ιωάννα είχε ήδη ξυπνήσει και πάρει καθιστή θέση επάνω στο κρεβάτι, γονατιστή σχεδόν, μοιάζοντας με αιλουροειδές έτοιμο να χιμήσει σε κάποιον εχθρό που πλησίαζε, μέσα στο φως της αυγής που γλιστρούσε απ’το παράθυρο.

«Τι είναι;» τη ρώτησε.

«Δεν ξέρω. Κάποιος χτυπά το κουδούνι.»

«Μην κάνεις έτσι, τότε,» είπε ο Ανδρόνικος καθώς, παραμερίζοντας το σεντόνι, σηκωνόταν απ’το κρεβάτι. «Δε δεχόμαστε επίθεση.»

Τον ατένισε συνοφρυωμένη. «Πώς κάνω, δηλαδή;»

Ο Ανδρόνικος δεν απάντησε. Πήρε μια ρόμπα και την τύλιξε γύρω του, δένοντας την πάνινη ζώνη. Το κουδούνι ξαναχτύπησε, πιο επίμονα τώρα.

Η Ιωάννα φόρεσε το νυχτερινό της φόρεμα, πήρε τα εσώρουχα και τα σανδάλια της στο χέρι, και χώθηκε στη ντουλάπα.

«Πού πηγαίνεις;» είπε ο Ανδρόνικος, ενοχλημένα. «Ποιος λες να είναι; Μάλλον κάποιος γνωστός!»

«Σταμάτα να μιλάς και άντε ν’ανοίξεις.»

Ο Ανδρόνικος, αναστενάζοντας και κουνώντας το κεφάλι, βάδισε προς την εξώπορτα του δωματίου. Άγγιξε το πόμολο και ρώτησε: «Ποιος είναι;»

«Εγώ, Πρίγκιπά μου.» Η φωνή του Σέλιρ’χοκ.

Ο Ανδρόνικος άνοιξε και ο μάγος μπήκε, ντυμένος κανονικά και με το ραβδί του στο χέρι.

«Συμβαίνει κάτι; Είναι αυγή, Σέλιρ…»

«Με συγχωρείς αν ενοχλώ, Πρίγκιπά μου.»

«Δεν είναι εκεί το θέμα.» Ο Ανδρόνικος έκλεισε την πόρτα. «Γι’αυτό είμαι εδώ: για να με ενοχλείτε.»

«Ο Ορείχαλκος έφυγε,» τον πληροφόρησε ο Σέλιρ’χοκ, «κι όλο το Μέγαρο είναι ανάστατο.»

Η Ιωάννα βγήκε απ’την κρυψώνα της.

Ο μάγος στράφηκε να την κοιτάξει. «Καλημέρα, Ιωάννα,» είπε, χωρίς να μοιάζει παραξενεμένος που την έβλεπε να ξεπροβάλλει από τη ντουλάπα.

«Σέλιρ…» αποκρίθηκε εκείνη μ’ένα νεύμα.

«Πού πήγε ο Ορείχαλκος;» ρώτησε ο Ανδρόνικος. «Είχε κάπου να ταξιδέψει;»

«Αν είχε κάπου να ταξιδέψει, δεν θα ήταν όλοι τους τόσο αναστατωμένοι. Ο Ορείχαλκος, Πρίγκιπά μου, πήγε στη Ρελκάμνια–»

«Πού!»

«Κάποιο λάθος θα έχει γίνει,» είπε η Ιωάννα. «Πώς το ξέρουν ότι πήγε στη Ρελκάμνια; Τους το είπε;»

«Τους το έγραψε,» απάντησε ο Σέλιρ’χοκ. «Σ’ένα χαρτί. Και το άφησε εκεί που θα το έβρισκε η Ανεμόφθαλμη η Δεύτερη.»

Η Ιωάννα κούνησε το κεφάλι. «Τα μαλλιά της Έχιδνας…» καταράστηκε κάτω απ’την ανάσα της.

«Γιατί να πάει στη Ρελκάμνια, Σέλιρ;» είπε ο Ανδρόνικος. «Μήπως κάτι άλλο συμβαίνει; Μήπως τον απήγαγαν;»

«Στο μήνυμα – αν και εγώ, προσωπικά, δεν το έχω διαβάσει – άκουσα πως γράφει ότι θέλει να μιλήσει στην Παντοκράτειρα· ότι η Παντοκράτειρα ήταν σύζυγός του, την ήξερε, και δεν μπορούσε να την προδώσει έτσι. Γράφει πως, για εκείνον, η Παντοκράτειρα και η Παντοκρατορία δεν είναι το ίδιο. Γράφει πως ξέρει το πραγματικό της όνομα.»

«Τρελάθηκε,» είπε η Ιωάννα. «Η Παντοκράτειρα θα τον σκοτώσει μόλις πατήσει το πόδι του στη Ρελκάμνια. Θα τον βασανίσει και, μετά, θα τον σκοτώσει.»

«Ο ίδιος γράφει ότι δεν πιστεύει πως θα πάθει κακό.»

Η Ιωάννα γέλασε. «Έχει τρελαθεί. Τελείως. Δεν ξέρει τι έχει κάνει αυτή η γυναίκα σε τόσους ανθρώπους;»

«Δε νομίζω πως θα του διέφευγε μια τέτοια ‘λεπτομέρεια’,» είπε ο Σέλιρ’χοκ. «Ωστόσο, πρέπει να θεωρεί ότι ο Ελκράσ’ναρχ την κρατά υπνωτισμένη, την κρατά, κάπως, υπό την κυριαρχία του· και ο Ορείχαλκος πηγαίνει στη Ρελκάμνια για να τη βοηθήσει.»

«Το γράφει αυτό;»

«Φυσικά και όχι, Ιωάννα. Το υποθέτω εγώ, όμως.»

«Και ίσως η υπόθεσή σου νάναι σωστή,» είπε ο Ανδρόνικος. «Αλλά δεν θα έπρεπε να το κάνει αυτό. Θα τον σκοτώσουν ή θα τον αιχμαλωτίσουν.»

«Ίσως καταφέρουμε να τον προλάβουμε,» είπε η Ιωάννα στρέφοντας το βλέμμα της στον Ανδρόνικο. «Να τον σταματήσουμε προτού πάει ν’αυτοκτονήσει.»

«Μέσω Αιθέρα;» είπε ο Σέλιρ’χοκ. «Ενώ έχει ξεκινήσει εδώ και κάποιες ώρες; Δεν το θεωρώ πιθανό να τα καταφέρουμε.»

«Πότε ξεκίνησε;» ρώτησε η Ιωάννα.

«Η Ανεμόφθαλμη βρήκε το μήνυμά του λίγο πριν από τα ξημερώματα. Δεν το είπε αμέσως στους άλλους, όμως. Ύστερα ξύπνησε κάποιους από την οικογένειά της και τους εξήγησε τι είχε συμβεί· και μετά, ο ένας κατόπιν του άλλου, όλοι μέσα στο Μέγαρο αναστατώθηκαν. Τους άκουσα να μιλάνε έξω απ’το δωμάτιό μου, γι’αυτό ξύπνησα. Δε νομίζω, πάντως, ότι μπορούμε να προλάβουμε τον Ορείχαλκο, Ιωάννα. Κι ακόμα κι αν τον προλαβαίναμε, τι θα κάναμε; Θα τον αιχμαλωτίζαμε;»

«Ο Σέλιρ έχει δίκιο,» είπε ο Ανδρόνικος. «Αν ο Ορείχαλκος θέλει να πάει στη Ρελκάμνια….»

«Αν θέλει να πάει στη Ρελκάμνια, είναι ήδη νεκρός,» είπε η Ιωάννα.

77.

Στη Μεγάλη Αίθουσα ήταν συγκεντρωμένοι οι Ουράνιοι και οι επισκέπτες τους. Όλοι αγουροξυπνημένοι. Όλοι ταραγμένοι. Φωνές και μουρμουρητά αντηχούσαν παντού. Υπηρέτες έφερναν κούπες με καφέ και άλλα ροφήματα.

Ο Ανδρόνικος πήρε μια κούπα καφέ και ήπιε μια γουλιά, καθώς εκείνος, η Ιωάννα, και ο Σέλιρ’χοκ είχαν μόλις μπει στο μεγάλο δωμάτιο που ήταν πλημμυρισμένο από φυτά κάθε είδους.

Ο Σάνραντιλ’φεν και η Άνμα’ταρ τούς πλησίασαν. «Αυτό,» είπε ο Πρόμαχος του Φτερωτού Όρους, «ήταν τελείως απρόσμενο.»

«Δεν είχε πει σε κανέναν τίποτα, προτού αποφασίσει να φύγει;» ρώτησε η Ιωάννα.

«Κανένας δεν ήξερε το παραμικρό εδώ μέσα,» είπε η Άνμα’ταρ. «Ούτε καν η Ανεμόφθαλμη. Ακόμα και ο Καλπάρτι μοιάζει σοκαρισμένος απ’αυτό που έγινε.»

«Γιατί να μη μοιάζει; Το ξέρει πως αν εκείνος πάει στη Ρελκάμνια θα τον γδάρουν ζωντανό και θα κρεμάσουν το τομάρι του από καμια γέφυρα.»

«Η Ανεμόφθαλμη πώς το έχει πάρει;» ρώτησε ο Ανδρόνικος.

«Δεν είναι εδώ τώρα,» είπε ο Σάνραντιλ’φεν.

«Πού είναι;»

«Δεν ξέρω. Και ούτε οι περισσότεροι, νομίζω.» Ο Πρόμαχος έριξε μια ματιά τριγύρω, στην αίθουσα, στους παρευρισκόμενους. «Ο Επουράνιος, ο αδελφός της, νομίζω πως έχει πάει να τη βρει.»

«Ελπίζω να μη σχεδιάζει να ταξιδέψει κι αυτή στη Ρελκάμνια.»

«Αν και δεν έχω διαβάσει το μήνυμά του,» είπε ο Σάνραντιλ’φεν (και ο Ανδρόνικος σκέφτηκε: Κανένας δεν φαίνεται να το έχει διαβάσει αλλά όλοι φαίνεται να ξέρουν τι λέει), «μου είπαν πως γράφει ότι ζητά από την Ανεμόφθαλμη σε καμία περίπτωση να μην τον ακολουθήσει, γιατί αυτό θα ήταν αυτοκτονία. Και τη διαβεβαιώνει πως σ’εκείνον η Παντοκράτειρα δεν θα κάνει κακό, αλλά–»

«Θα του κάνει κακό, Σάνραντιλ,» τον διέκοψε η Ιωάννα. «Είναι η Παντοκράτειρα – κι αυτός είναι ανόητος.»

Ο μάγος στράφηκε να την ατενίσει. «Γιατί είσαι τόσο σίγουρη;»

«Σοβαρολογείς; Δεν ξέρεις τι είναι η Παντοκράτειρα;»

«Εκείνο που ξέρω είναι ότι είχαν παντρευτεί οι δυο τους μέσα σ’έναν απ’τους Πύργους του Ήλιου και του Ανέμου, στην Εσχάτη, όπως μονάχα οι ευγενείς της Σάρντλι παντρεύονται: κι αυτό δημιουργεί, λένε, έναν δεσμό πολύ ισχυρό και βαθύ στην ψυχή των ανθρώπων.»

Η Ιωάννα γνώριζε ότι οι Σάρντλιοι είχαν ένα σωρό περίεργα έθιμα και δοξασίες, αλλά τα θεωρούσε γελοία τα περισσότερα. Κι αυτό που τώρα της έλεγε ο Σάνραντιλ τής φαινόταν επίσης αστείο. «Θα μου πεις κιόλας ότι κανένας ποτέ δεν χωρίζει στη Σάρντλι επειδή τους ευλογούν οι θεοί σας;»

Ο Σάνραντιλ’φεν την αγριοκοίταξε. «Μπορεί εσύ να μην πιστεύεις σε τίποτα, Μαύρη Δράκαινα, αλλά εμείς πιστεύουμε σε ορισμένα πράγματα. Και είναι γνωστό πως κάτι αληθινά μυστηριώδες συμβαίνει στους Πύργους του Ήλιου και του Ανέμου.»

«Ό,τι κι αν είναι,» είπε η Ιωάννα, «το αμφιβάλλω ότι θα αποτρέψει την Παντοκράτειρα απ’το να κάνει ό,τι νομίζει μ’έναν σύζυγο που την πρόδωσε.»

«Θα πρέπει να συμφωνήσουμε να διαφωνούμε, όπως φαίνεται,» είπε ο Σάνραντιλ’φεν.

Ο Ανδρόνικος τον ρώτησε: «Πιστεύεις πραγματικά, Πρόμαχε, ότι εξαιτίας του γάμου σ’αυτό τον πύργο η Παντοκράτειρα βλέπει τον Ορείχαλκο διαφορετικά απ’τους άλλους συζύγους της;»

«Είμαι βέβαιος ότι τον βλέπει διαφορετικά. Ωστόσο δεν μπορώ να προβλέψω και τι θα συμβεί· δεν είμαι μάντης. Ίσως, στο τέλος, η Ιωάννα ν’αποδειχτεί σωστή κι εγώ λάθος, Πρίγκιπά μου.»

Το πιο πιθανό, σκέφτηκε η Ιωάννα. Αλλά δεν μίλησε.

Ο Ανδρόνικος ρώτησε: «Τι ακριβώς γίνεται στους Πύργους του Ήλιου και του Ανέμου;» Είχε ακούσει γι’αυτό το έθιμο της Σάρντλι, μα δεν ήξερε λεπτομέρειες.

«Δεν γνωρίζω. Μόνο οι ιερείς και οι ευγενείς το γνωρίζουν αυτό· και δεν είναι κάτι που λένε στον καθένα. Δεν τον αφορά, άλλωστε.»

Η Ιωάννα ρώτησε: «Κι αυτός ο… ιερός δεσμός που λες ισχύει για όλους τους παντρεμένους ευγενείς;» Της ήταν αδύνατο να πιστέψει τέτοιες χαζομάρες. Αν υπήρχαν τέτοιοι «ιεροί δεσμοί», σίγουρα ο Ανδρόνικος δεν θα είχε παντρευτεί ποτέ άλλη γυναίκα στην Απολλώνια. Δεν θα μπορούσε, δεν θα ήταν δυνατό, να την παντρευτεί!

«Ναι.»

«Δηλαδή, είναι όλοι τους ευτυχισμένοι; Με σοκάρεις, Πρόμαχε.»

«Δεν είπα ότι είναι όλοι τους ευτυχισμένοι, μόνο ότι ο δεσμός είναι ξεχωριστός ύστερα από την τελετή στον Πύργο του Ήλιου και του Ανέμου. Η οποία δεν είναι μια συνηθισμένη τελετή. Μένουν κάποιο καιρό εκεί μέσα, απ’ό,τι έχω ακούσει, και ακολουθούν κάποιους κανόνες.»

«Με τους άλλους ευγενείς της Σάρντλι που είχαν παντρευτεί Παντοκρατορικούς, όμως, δεν συνέβησαν και πολύ ευχάριστα πράγματα…»

«Εκείνοι οι γάμοι δε νομίζω πως είχαν γίνει σε Πύργους του Ήλιου και του Ανέμου, αλλά από ιερείς. Γάμοι του Ήλιου και του Ανέμου γίνονται μονάχα ανάμεσα σε ευγενείς, όχι ανάμεσα σε ευγενείς και απλούς ανθρώπους. Ο γάμος του Ορείχαλκου και της Παντοκράτειρας ήταν εξαίρεση, προφανώς· αλλά δεν πιστεύω πως ήταν και λιγότερο ιερός.»

«Τέλος πάντων,» είπε η Ιωάννα. «Θα μάθουμε σύντομα τι θα συμβεί με τον Ορείχαλκο. Ή δεν θα μάθουμε ποτέ.»

«Θα μείνουμε κι άλλο εδώ, δηλαδή;» ρώτησε η Άνμα’ταρ. «Λέγαμε να φύγουμε, τώρα…» Κοίταξε τον Ανδρόνικο.

Εκείνος ένευσε. «Θα φύγουμε,» είπε, «δεν μπορούμε να καθυστερήσουμε. Η Απολλώνια μάς χρειάζεται.»

Και η Ιωάννα αισθάνθηκε ένα σφίξιμο εντός της. Κατά βάθος, ήθελε να μείνουν εδώ, στη Σάρντλι, που εκείνη κι ο Ανδρόνικος μπορούσαν να είναι μαζί. Δεν είχαν την ίδια δυνατότητα στην Απολλώνια, όπου βρισκόταν η Βασίλισσά του, η Αντίκλεια. Το ρίσκο ήταν πολύ μεγάλο, και δεν χρειάζονταν αναστατώσεις αυτού του είδους τώρα. Επιπλέον, η Ιωάννα δεν ήθελε, σε καμία περίπτωση, να προκαλέσει προβλήματα στη διακυβέρνηση του Βασιλείου της Απολλώνιας. Ο Ανδρόνικος ήταν βασιληάς μετά τον πρόσφατο θάνατο του πατέρα του, και είχε τα καθήκοντα βασιληά στους ώμους του.

«Δεν αλλάζει τίποτα, επομένως;» ρώτησε η Άνμα’ταρ. «Όπως τα είχαμε σχεδιάσει;»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος. «Δε μπορούμε να προσφέρουμε κάτι άλλο στη Σάρντλι. Οι Παντοκρατορικοί έφυγαν· τα υπόλοιπα είναι προβλήματα των γηγενών: δεν χρειάζονται – και δεν θα πρέπει να χρειάζονται – εμάς για να τους τα λύσουμε. Μακάρι ο Ορείχαλκος να είχε περιμένει προτού ταξιδέψει για Ρελκάμνια. Μακάρι να το είχε συζητήσει μαζί μας…» Ο Ανδρόνικος πραγματικά θα το ήθελε αυτό. Τον είχε συμπαθήσει όσο αγωνίζονταν για την απελευθέρωση της Σάρντλι, και νόμιζε πως, ώς ένα βαθμό, καταλάβαινε γιατί ο Ορείχαλκος είχε πάρει την απόφαση που είχε πάρει. Αγαπούσε την Παντοκράτειρα. Ο Ανδρόνικος δεν ήξερε τι ήταν εκείνο που τους είχε δέσει, μα δεν μπορεί να υπήρχε άλλη εξήγηση: την αγαπούσε. Αλλιώς αποκλείεται ποτέ να είχε κάνει κάτι τέτοιο. Ήταν αυτοκτονικό, όπως έλεγε η Ιωάννα. «Δεν το συζήτησε μαζί μας, όμως,» τελείωσε τη φράση του ο Ανδρόνικος ύστερα από μια στιγμή. Αλλά, ακόμα και να το είχε συζητήσει, τι θα καταλαβαίναμε; Ο ίδιος αμφέβαλλε ότι θα κατανοούσε ποτέ τι ήταν εκείνο που μπορούσε να κάνει κάποιον να αγαπήσει την Παντοκράτειρα. Έμοιαζε με… ψεύτικη, όταν την παρατηρούσες. Με μη-αληθινή.

«Δεν είναι κάτι που συζητάς με τον καθένα,» είπε η Άνμα’ταρ.

«Αν το είχε συζητήσει, όμως, ίσως είχαμε καταφέρει να τον αποτρέψουμε από την αυτοκτονία,» τόνισε η Ιωάννα, που ακόμα δεν μπορούσε να πιστέψει πώς ήταν δυνατόν αυτός ο άνθρωπος να έχει αποδειχτεί τόσο ανόητος παρ’όλες τις αρετές που φαινόταν να διαθέτει.

«Ας μην κάνουμε άσκοπες υποθέσεις,» πρότεινε ο Σέλιρ’χοκ. «Το μόνο που κατορθώνει κάποιος όταν αναρωτιέται πώς θα μπορούσε να ήταν κάτι είναι να αποπροσανατολίζει τον εαυτό του.»

Ο Σάνραντιλ’φεν είπε στον Ανδρόνικο: «Ο Νάρτιλ και η Αλρίβα’σαρ μπορούν να σας πετάξουν στην Απολλώνια όποτε το επιθυμείτε, Πρίγκιπά μου.»

«Θα ετοιμαστούμε σήμερα,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος, «και θα ταξιδέψουμε αύριο.»

 

 

 

 

ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΣ Β’
Βίηλ

 

 

 

 

 

 

 

 

1.

Του Φέλρες δεν του άρεσαν καθόλου ετούτες οι παραμεθόριες περιοχές στα βόρεια του Πριγκιπάτου. Από εδώ, αν ανέβαινες σε κάποιο ύψωμα, πολλές φορές μπορούσες ν’αγναντέψεις ώς την Καμένη Γη: αυτή τη γκρίζα, τρομαχτική έρημο, που ήταν όλο πέτρα και τίποτα δεν φύτρωνε, και οι ταξιδιώτες έλεγαν πως στοιχειά που έτρωγαν τις ψυχές τριγυρνούσαν, υπηρετώντας τα Δαιμόνια· ή ίσως να ήταν τα ίδια τα Δαιμόνια σε διάφορες μορφές.

Τον Φέλρες, όμως, δεν ήταν αυτές οι ιστορίες που τον τρόμαζαν. Όχι, δεν τρόμαζε ποτέ από τέτοιες ανοησίες εκείνος! Απλώς του ήταν απεχθές το γεγονός ότι αναγκαζόταν να έρχεται εδώ πάνω, τόσο πολύ μακριά από τον πολιτισμό. Κανονικά ο Πρίγκιπας δεν θα έπρεπε να στέλνει εκείνον σε τούτα τα μέρη, αλλά να έχει βρει κάποιον άλλο, ντόπιο άνθρωπο για να κάνει εδώ τη δουλειά του φοροεισπράκτορα. Οι κάτοικοι της περιοχής, σίγουρα, θα τον έβλεπαν και με καλύτερο μάτι, ενώ τον Φέλρες τον μισούσαν – το καταλάβαινε. Το παρατηρούσε στα βλέμματά τους. Τα Δαιμόνια να τον πάρουν! Ο καταραμένος φορατζής είναι πάλι δω! τους είχε ακούσει να μουρμουρίζουν αναμεταξύ τους.

Φορατζής… Τι λέξεις χρησιμοποιούσαν… Φορατζής… Αυτή είναι η δουλειά μου, απολίτιστοι γαμιόληδες! σκεφτόταν ο Φέλρες. Τι να κάνω;

Θα ήταν καλύτερα αν εξακολουθούσε να βρισκόταν στο στράτευμα του Πρίγκιπα. Τόσο πολύ καλύτερα… Αλλά έτσι είχαν έρθει τα πράγματα· και η γυναίκα του του έλεγε πως καλά θα έκανε να ευχαριστούσε τα Πνεύματα των Αρχαίων Κολοσσών που ήταν ακόμα ζωντανός και είχε δουλειά.

Μακάρι μόνο η καταραμένη δουλειά του να μην τον έστελνε, κάθε τόσο, εδώ πάνω, λίγα χιλιόμετρα απόσταση από την Καμένη Γη και περισσότερο από διακόσια χιλιόμετρα απόσταση από την Κίρτβεχ και τις όχθες της Λίμνης των Κολοσσών…

Ο Φέλρες ήταν τώρα καθισμένος στις πίσω θέσεις του ψηλού, ασκέπαστου τρίκυκλου, ακούγοντας τη μηχανή να μουγκρίζει. Γύρω του κάθονταν δύο πολεμιστές του Πρίγκιπα τους οποίους ήξερε από παλιά, καθώς και η Λοχίας Μαλθρίτ Νερέμβοχ, που ανήκε στον Παντοκρατορικό Στρατό και ήταν ντυμένη με τον συνηθισμένο λευκό μανδύα τους πάνω από την πανοπλία της. Στη μπροστινή θέση, στο τιμόνι, καθόταν μια οδηγός του Πρίγκιπα, την οποία ο Φέλρες επίσης ήξερε από παλιά. Τους ξέρω όλους από παλιά, πλέον. Έχω παλιώσει κι εγώ, σκεφτόταν μελαγχολικά, δυσαρεστημένος με τις συγκυρίες που τον είχαν αναγκάσει να κάνει ετούτη τη δουλειά. Τη δουλειά του… φορατζή.

Εκατέρωθεν του τρίκυκλου ταξίδευαν δύο δίκυκλα, που επάνω στο καθένα ήταν καθισμένοι δύο πολεμιστές, ένας του Πρίγκιπα κι ένας της Παντοκράτειρας. Ήταν η «προστατευτική συνοδία» του φοροεισπράκτορα, για περιπτώσεις που παράνομοι επιτίθονταν. Ευτυχώς, μέχρι στιγμής ελάχιστα τέτοια επεισόδια είχαν γίνει. Η Επανάσταση, που σ’άλλες διαστάσεις οργίαζε, τούτους τους ταραγμένους καιρούς, δεν είχε και μεγάλη επιρροή στη Βίηλ – και σίγουρα όχι στο Πριγκιπάτο Κίρτβεχ. Ο Φέλρες αισθανόταν αρκετά ασφαλής, γενικά. Αυτό, ωστόσο, δεν τον έκανε νάναι ευχαριστημένος με τη δουλειά του φορατζή…

Ήμουν λοχαγός. Ήμουν πολεμιστής. Με σέβονταν τότε, δεν με έβριζαν.

Μεγάλοι Κολοσσοί!…

Η βόρεια παραμεθόριος του Πριγκιπάτου Κίρτβεχ ήταν γεμάτη χωριά, οικισμούς, και αγροκτήματα. Αρκετά απ’αυτά ήταν σημειωμένα στον χάρτη του Φέλρες, αλλά όχι όλα· όποτε ταξίδευε εδώ, έμοιαζε ν’ανακαλύπτει κάθε φορά και κάτι καινούργιο, σαν να ξεφύτρωναν μέσα απ’το έδαφος!

Σήμερα, ώς τώρα, δεν είχε κάνει καμια τέτοια, καινούργια ανακάλυψη. Είχε επισκεφτεί κάμποσα γνωστά μέρη, είχε ελέγξει, και είχε πάρει τους ανάλογους φόρους. Όταν οι κάτοικοι δεν είχαν να πληρώσουν, τους σημείωνε, ώστε την επόμενη φορά να πρέπει να πληρώσουν, εκτός των κανονικών φόρων, και πρόστιμο. Αν κάποιος είχε σημειωθεί πάνω από δύο φορές, τότε ο Πρίγκιπας θα έστελνε τον στρατό του να πάρει την περιουσία του ή και να βάλει τον ίδιο και την οικογένειά του σε καταναγκαστική εργασία.

Δε φταίνε που με μισούνε. Τους φέρνω τα κακά νέα.

Αλλά αυτή είναι η δουλειά μου· τι να κάνω;

Κι επιπλέον, είχε την αίσθηση ότι υπήρχαν ορισμένοι λεχρίτες που ψεύδονταν: παρότι είχαν ένα σωρό κτήματα και ζώα, έλεγαν ότι δεν είχαν να πληρώσουν τον φόρο! Ή ότι δεν είχαν να πληρώσουν ολόκληρο τον φόρο.

Ο Πρίγκιπας είχε, πρόσφατα, θεσπίσει έναν νόμο που προέβλεπε πως όσο κι αν χρωστούσε κάποιος δεν είχε διαφορά. Είτε χρωστούσε όλο τον φόρο είτε ένα μέρος του, οι ποινές ήταν ίδιες. Σκληρός νόμος, και ο Φέλρες ήταν βέβαιος πως οι πράκτορες της Παντοκράτειρας είχαν σπρώξει τον Πρίγκιπα να τον θεσπίσει – αυτή η Επόπτρια Νίνα Έκγραμμη, κατά πάσα πιθανότητα – αλλά τούτο τον καιρό οι Παντοκρατορικοί είχαν προβλήματα σ’ολόκληρο το Γνωστό Σύμπαν (αν αλήθευαν οι φήμες) και χρειάζονταν χρήματα.

Το μεσημέρι, ο Φέλρες και η προστατευτική συνοδία του είχαν σταματήσει σ’ένα χωριό, κι αφού το είχαν, φυσικά, ελέγξει ολόκληρο και είχαν πάρει τους ανάλογους φόρους, είχαν καθίσει στην τοπική ταβέρνα, όπου ήταν αυτονόητο πως δεν έπρεπε να πληρώσουν. Κανένας ντόπιος δεν κάθισε να φάει ή να πιει μαζί τους· μονάχα η ταβερνιάρισσα ήταν εκεί και τα παιδιά της, για να τους σερβίρουν. Και ο Φέλρες παρατήρησε ότι οι συνοδοί του δεν φάνηκαν συγκρατημένοι στις παραγγελίες τους.

«Μη μεθύσετε, σας προειδοποιώ!» τους είπε, αγριοκοιτάζοντάς τους. «Έχουμε κι άλλη δουλειά μέχρι το βράδυ!»

«Ναι,» του αποκρίθηκαν.

«Μην ανησυχείς, ρε αφεντικό,» του αποκρίθηκαν.

«Τα πάντα θα γίνουν,» υποσχέθηκαν.

«Ποιος θα μας βάλει χέρι εδώ πέρα, εξάλλου;»

«Δεν πρόκειται να τα πιούμε, μη φοβάσαι.»

Και πράγματι, δεν μέθυσαν. Δεν κατέληξαν να παραπατούν, τουλάχιστον.

Η Λοχίας Μαλθρίτ, ευτυχώς, ήπιε ελάχιστα. Πράγμα που δεν εξέπληξε τον Φέλρες. Ήταν μια μουντή, λιγομίλητη γυναίκα που δεν της άρεσαν τα γλέντια και οι φασαρίες. Έκανε τη δουλειά της κοφτά και συγκεκριμένα.

Αφού χόρτασαν, κάθισαν στην ταβέρνα να ξεκουραστούν, καπνίζοντας.

«Εξαιρετικό το φαγητό σας,» είπε ο Φέλρες στην ταβερνιάρισσα, που του έμοιαζε συμπαθητική και πρέπει να ήταν χήρα: ο άντρας της, τουλάχιστον, δεν φαινόταν πουθενά. «Είναι ντόπιο;»

«Ναι, κύριε,» αποκρίθηκε εκείνη, χωρίς να τον κοιτάζει και βαδίζοντας για ν’απομακρυνθεί απ’το τραπέζι του.

«Πρέπει νάσαι καλύτερη μαγείρισσα από άλλους εδώ πέρα, τότε!»

«Ίσως, κύριε.» Η γυναίκα πήγε στον πάγκο του μπαρ κι άρχισε να τον τρίβει μ’ένα πανί, χωρίς να δίνει πολλή σημασία στον φοροεισπράκτορα και τη συνοδία του.

Τι αναιδής σκρόφα! σκέφτηκε ο Φέλρες. Και της έχουμε φερθεί τόσο καλά… (Το γεγονός ότι της είχαν, πριν από λίγο, πάρει, ως φόρο, πέντε χιλιάδες αργύρια, και τώρα είχαν καταναλώσει φαγητά και ποτά που κόστιζαν, το λιγότερο, πενήντα αργύρια, δεν πέρασε από το μυαλό του Φέλρες ως εξήγηση για τη συμπεριφορά της γυναίκας παρά μόνο ξυστά, όπως τα πλευρά μιας βάρκας που τρίβονται ελαφρά επάνω στα βράχια της ακτής αλλά όχι αρκετά για να μείνει χαρακιά στο ξύλο.)

«Ποιο είναι τ’όνομά σου, ταβερνιάρισσα;» τη ρώτησε, με τρόπο που θεωρούσε καλοπροαίρετο.

Εκείνη τού είπε το όνομά της, κι ο Φέλρες ύστερα από μισή ώρα το ξέχασε. Αλιζέτ ήταν, ή Αλιρμίτ;

Οι υπόλοιπες προσπάθειες του φοροεισπράκτορα να τραβήξει την προσοχή της ταβερνιάρισσας έπεσαν, επίσης, στο κενό· κι εκείνος, το απόγευμα, μαζί με τη συνοδία του, έφυγε από την ταβέρνα ελαφρώς δυσαρεστημένος από την αχάριστη και αναιδή συμπεριφορά της άξεστης γυναίκας.

Καθώς το φως της ημέρας μειωνόταν και ο Φέλρες ήταν καθισμένος στις πίσω θέσεις του τρίκυκλου, εντόπισε με το βλέμμα του ένα αγρόκτημα που δεν νόμιζε ότι ξαναείχε εντοπίσει σε τούτα τα μέρη. «Άλλο ένα μανιτάρι φύτρωσε, μου φαίνεται!» είπε, κάνοντας τους πολεμιστές γύρω του να γελάσουν, ζαλισμένοι λιγάκι απ’τα ποτά καθώς ήταν. Ακόμα κι η Μαλθρίτ χαμογέλασε: αχνά. «Για πάμε να δούμε τι θα μας πει ο ιδιοκτήτης του…»

Όπως αποδείχτηκε, το αγρόκτημα δεν ήταν καινούργιο: απλώς ο Φέλρες είχε, τόσο καιρό, καταφέρει κάπως να μην το προσέξει. Η οικογένεια που το είχε, όμως, του είπε πως είχαν πληρώσει τους φόρους τους κανονικά όλες τις προηγούμενες φορές. Ο Φέλρες, φυσικά, δεν τους πίστεψε· αφού δεν είχαν πληρώσει σε κείνον, σε ποιον είχαν πληρώσει; Στα Δαιμόνια; Αν ήταν δυνατόν! Ορισμένοι άνθρωποι προσπαθούσαν να ξεγλιστρήσουν λέγοντας τεράστιες ανοησίες!… Τέλος πάντων. Ο Φέλρες απαίτησε να του πληρώσουν όλους τους προηγούμενους φόρους καθώς και τον τωρινό. Εκείνοι τού αποκρίθηκαν ότι δεν είχαν λεφτά. «Τι δεν έχετε; Ολόκληρα κτήματα βλέπω εδώ!» τους είπε. «Τόσα ζώα, τόση γη!» Και τους εξήγησε ποιος ήταν ο καινούργιος νόμος του Πρίγκιπα. Αυτοί είπαν ότι δεν τον είχαν ξανακούσει· κανείς δεν τους είχε ενημερώσει. «Εμένα δεν με ενδιαφέρει αυτό,» αποκρίθηκε ο Φέλρες – πολύ λογικά, όπως θεωρούσε. «Πρέπει να πληρώσετε τους φόρους σας ούτως ή άλλως.» Του είπαν, πάλι, ότι δεν είχαν να πληρώσουν όλους τους φόρους· κι εξάλλου, τους είχαν ήδη πληρώσει· θα του πλήρωναν, όμως, τον τελευταίο αν ήθελε. «Αν θέλω; Δεν είναι θέμα τού τι θέλω εγώ, αλλά του τι θέλει ο Πρίγκιπας, η πατρίδα σας!» Εισέπραξε τον τελευταίο φόρο και τους σημείωσε στο σημειωματάριό του, ότι δεν είχαν πληρώσει εδώ και δύο φορολογικές περιόδους. Αυτό σήμαινε πως ο Πρίγκιπας θα έστελνε τώρα στρατιώτες του ή να κατασχέσουν τη γη τους, ή να τους βάλουν να κάνουν καταναγκαστική εργασία, ή και τα δύο.

Ο Φέλρες έφυγε από το αγρόκτημα λιγάκι τσαντισμένος. Αυτοί οι αγροίκοι της βόρειας παραμεθόριου ήταν το κάτι άλλο! Ούτε τους γαμημένους νόμους που τους αφορούσαν δεν ήξεραν, οι απολίτιστοι!

Λίγο πιο πάνω, συνάντησε έναν οικισμό που ήξερε. Ξαναείχε έρθει εδώ και παλιότερα· ήταν σημειωμένο το μέρος στον χάρτη του. Και προς τα βόρεια δεν υπήρχε τίποτα: μονάχα κάτι λόφοι με άγρια, ξερή βλάστηση και, μετά, η Καμένη Γη. Η οδηγός του τρίκυκλου το σταμάτησε αντίκρυ στον οικισμό, κατόπιν εντολής του φοροεισπράκτορα, και τα δίκυκλα σταμάτησαν παραδίπλα. Κατέβηκαν όλοι από τα οχήματα τους κι άρχισαν να ζυγώνουν τον οικισμό, ο Φέλρες κουτσαίνοντας από τη δεξιά μεριά εξαιτίας του κατεστραμμένου του γόνατου – εξαιτίας του καταραμένου γόνατου που τον είχε διώξει απ’το στράτευμα και τον είχε κάνει… φορατζή.

Ορισμένοι από τους κατοίκους του οικισμού είχαν ήδη βγει από τα σπίτια τους και τους ατένιζαν να πλησιάζουν, μέσα στις πυκνές σκιές του απογεύματος, ενώ ένας ψυχρός άνεμος σφύριζε, προερχόμενος από την Καμένη Γη και φέρνοντας μια οσμή παλιάς πέτρας μαζί του.

Δίπλα στον οικισμό υπήρχε ένα μικρό σύδεντρο, τυλιγμένο στο σκοτάδι καθώς ο ήλιος φλέρταρε με τον δυτικό ορίζοντα. Μέσα, όμως, από το σκοτάδι ο Φέλρες νόμισε πως είδε ξαφνικά κάτι να γυαλίζει. Μέταλλο; Συνοφρυώθηκε παραξενεμένος, σταματώντας προτού φτάσει στις παρυφές του οικισμού, και κάνοντας νόημα και στους συνοδούς του να σταματήσουν.

«Τι είναι;» ρώτησε η Μαλθρίτ.

Προτού προλάβει ο Φέλρες να απαντήσει, ένας άντρας ξεπρόβαλε μέσα από το σύδεντρο. Ένας άντρας ντυμένος, από πάνω ώς κάτω, με μεταλλική πανοπλία. Και ήταν πανύψηλος! Τρία μέτρα τουλάχιστον, τον υπολόγιζε ο Φέλρες. Υπήρχε τέτοιος άνθρωπος; Τι ήταν; παιδί κατευθείαν από τη γενιά των Αρχαίων Κολοσσών;

Αλλά το ύψος του δεν ήταν το μόνο παράξενο με δαύτον. Από τα μάτια του κράνους της πανοπλίας του, φως έβγαινε. Δυνατό φως, σαν μέσα του να είχε ενεργειακές λάμπες!

«Κολοσσοί!» αναφώνησε ο Φέλρες. «Τι είν’αυτό, μα των Δαιμονίων τις ανάσες!»

«Γίγαντας…» μουρμούρισε κάποιος από τη συνοδία του.

«Κάποιο κόλπο,» γρύλισε η Λοχίας Μαλθρίτ, τραβώντας το σπαθί της από το θηκάρι στη μέση της.

Ο πάνοπλος γίγαντας άρχισε να έρχεται προς το μέρος τους, με μεγάλες δρασκελιές και με το φως να συνεχίζει να βγαίνει από τα μάτια του κράνους του. Κλειδώσεις ακούγονταν να τρίζουν και μέταλλα να τρίβονται το ένα με το άλλο, ενώ τα πόδια του πανύψηλου ανθρώπου βροντούσαν στη γη.

Και ο Φέλρες συνειδητοποίησε ξαφνικά: Δε μπορεί νάναι άνθρωπος…

«Αν όχι άνθρωπος, τότε τι;» είπε ένας απ’τους πολεμιστές του, και ο Φέλρες συνειδητοποίησε κάτι ακόμα: είχε μιλήσει, δεν είχε σκεφτεί μόνο. Είχε τελείως ξαφνιαστεί, με την παρουσία αυτού του… αυτού του τέρατος – ό,τι κι αν ήταν!

Οι άνθρωποι του οικισμού, κραυγάζοντας, κρύφτηκαν στα σπίτια τους, καθώς κι εκείνοι είχαν τώρα δει τον γίγαντα.

Ο οποίος, ενόσω ζύγωνε τον φοροεισπράκτορα και τους συνοδούς του, μίλησε – και η φωνή του ήταν μεταλλική και βαθιά: «Φύγετε από τούτο το μέρος και μην ξαναγυρίσετε!»

«Σκοτώστε το!» πρόσταξε ο Φέλρες. «Σκοτώστε το!» δείχνοντας τον γίγαντα.

Δύο από τους πολεμιστές του ύψωσαν οπλισμένες βαλλίστρες, σημάδεψαν, και έβαλαν. Τα βέλη τους εξοστρακίστηκαν χτυπώντας στην πανοπλία του πανύψηλου άντρα ο οποίος ερχόταν καταπάνω τους – και τώρα τάχυνε το βηματισμό του: σχεδόν έτρεχε.

«Φύγετε από τούτο το μέρος και μην ξαναγυρίσετε!» φώναξε, με φωνή που ο Φέλρες έκρινε ότι αποκλείεται να ήταν ανθρώπινη.

Οι συνοδοί του φοροεισπράκτορα, τρομοκρατημένοι, στράφηκαν κι άρχισαν να τρέχουν. Ο Φέλρες προσπάθησε να τους ακολουθήσει κουτσαίνοντας, ρίχνοντας κατάρες στο κατεστραμμένο του γόνατο μέσα από σφιγμένα δόντια.

«Μην τρέχετε, ανόητοι!» γρύλισε. «Χτυπήστε το! Χτυπήστε το!» Αλλά δεν τον άκουγαν· τον αγνοούσαν.

Και ο γίγαντας ερχόταν πίσω του· ο Φέλρες, λαχανιασμένος και τραβώντας το δεξί του πόδι, άκουγε τα βαριά, μεγάλα πέλματα να βροντούν πάνω στη γη. Οι συνοδοί του ήταν τώρα πολύ πιο μπροστά απ’αυτόν, πηγαίνοντας προς τα οχήματα.

«Μη μ’αφήνετε!» ούρλιαξε ο Φέλρες, προτού σκοντάψει και σωριαστεί μπρούμυτα στο έδαφος.

Ορισμένοι απ’τους πολεμιστές του, καθώς τώρα είχαν φτάσει στα οχήματα, στράφηκαν και τον είδαν πεσμένο.

Ο Φέλρες κοίταξε πίσω του: ο γίγαντας πλησίαζε! «Όχι!» ούρλιαξε, προσπαθώντας να σηκωθεί.

Κάποιοι απ’τους πολεμιστές του είχαν ανεβεί στα δίκυκλα και τα είχαν ήδη ενεργοποιήσει – οι μηχανές τους ακούγονταν να μουγκρίζουν. Η οδηγός του τρίκυκλου ήταν επίσης καθισμένη στο τιμόνι, και έβαζε μπροστά τη μηχανή του οχήματος. Δύο άλλοι ύψωσαν τις βαλλίστρες τους και έριξαν στον μεταλλικό γίγαντα, ενώ η Λοχίας Μαλθρίτ έτρεχε προς τον πεσμένο φοροεισπράκτορα που ούρλιαζε.

Το ένα βέλος από τις βαλλίστρες χτύπησε στον γοφό του γίγαντα και εξοστρακίστηκε· το άλλο χτύπησε στο στήθος του και καρφώθηκε εκεί, αλλά το τέρας δεν φάνηκε να αισθάνεται τίποτα, ούτε να καθυστερεί καθόλου.

Και τώρα ήταν, ουσιαστικά, πάνω από τον Φέλρες, ο οποίος είχε μόλις καταφέρει να σηκωθεί όρθιος, νιώθοντας κρύο ιδρώτα να τον λούζει, ενώ του φαινόταν πως ο βόρειος άνεμος από την Καμένη Γη έφερνε κραυγές από τα ίδια τα Δαιμόνια – τις Δαιμονικές Ιαχές, που λεγόταν ότι ορισμένες φορές άκουγαν αυτοί που βρίσκονταν κοντά στον θάνατο.

Η Μαλθρίτ έπιασε το μπράτσο του Φέλρες και τον τράβηξε μαζί της. «Έλα!» είπε. «Τρέξε! Έλα!» Στο άλλο της χέρι είχε το σπαθί της. Ο φοροεισπράκτορας προσπάθησε να βαδίσει πιο γρήγορα μα δεν μπορούσε· το δεξί του πόδι, με το σπασμένο γόνατο, συνεχώς του παρουσίαζε εμπόδιο. Κλαψούριζε και καταριόταν, νιώθοντας ότι το τέλος του ήταν κοντά.

Η Μαλθρίτ στράφηκε, ξαφνικά, φωνάζοντας: «Πίσω!» και υψώνοντας το σπαθί της προς τον γίγαντα, δείχνοντάς τον με την αιχμή. «Πίσω!»

Ο γίγαντας κούνησε το δεξί του χέρι προς το μέρος της, συναντώντας τη λεπίδα του σπαθιού. Το χτύπημα εκτόξευσε τη Μαλθρίτ όπισθεν, χωρίς το όπλο· και η λοχίας κατρακύλησε, ακούσια, φτάνοντας κοντά στα οχήματα.

Ο Φέλρες, ουρλιάζοντας, έκανε να τρέξει. Έπεσε πάλι. Μπρούμυτα. Από πάνω του μέταλλα ακούγονταν να τρίζουν, κι έβλεπε το φως από τα μάτια του γίγαντα στο έδαφος γύρω του. «Όχι!» κραύγασε. «Για όνομα των Κολοσσών!…»

Κι αυτή ήταν η τελευταία κραυγή του φοροεισπράκτορα Φέλρες, καθώς το δεξί πόδι του γίγαντα πάτησε με δύναμη στη ράχη του, τσακίζοντάς την και σκοτώνοντάς τον.

Η Μαλθρίτ, καθώς σηκωνόταν όρθια, είδε τον Φέλρες να συνθλίβεται, αίμα να τινάζεται από τη μύτη και το στόμα του, ενώ ο γίγαντας πλησίαζε.

«Λοχία!» της φώναξε η οδηγός του τρίκυκλου. «Έλα πάνω, Μαλθρίτ! Είναι νεκρός! Πάμε!»

Η Μαλθρίτ δεν ήταν ανόητη· καταλάβαινε ότι δεν είχαν καμία ελπίδα να νικήσουν αυτό το τέρας. Πήδησε πάνω στο τρίκυκλο, και τα οχήματα άρχισαν αμέσως να κινούνται.

Ο γίγαντας έτρεξε ξοπίσω τους.

«Κολοσσοί!» αναφώνησε ένας απ’τους οδηγούς των δίκυκλων. «Έρχεται!»

Και, όπως φάνηκε, ο γίγαντας πριν δεν είχε αναπτύξει την πραγματική του ταχύτητα. Ήταν πολύ γρήγορος, και οι δρασκελιές του πολύ μεγάλες.

«Ρίξτε του!» πρόσταξε η Μαλθρίτ. «Ρίξτε του!»

Οι δύο πολεμιστές με τις βαλλίστρες προσπαθούσαν απεγνωσμένα να τις οπλίσουν.

Ο γίγαντας ερχόταν· ζύγωνε ένα απ’τα δίκυκλα. Έκανε ένα απίστευτο άλμα και το έφτασε – η γη τραντάχτηκε από κάτω του και χώματα τινάχτηκαν. Το δεξί, μεταλλικό του πόδι κλότσησε δυνατά, χτυπώντας το πλάι του οχήματος και εκτοξεύοντάς το στον αέρα. Οι δύο πολεμιστές επάνω στο δίκυκλο κραύγασαν ξέφρενα, προτού καταλήξουν στη γη, μέσα στη θολούρα του χώματος που είχε σηκωθεί.

Η Μαλθρίτ έπιασε τον σάκο της, ο οποίος ήταν αφημένος στις πίσω θέσεις του τρίκυκλου, και πήρε μια χειροβομβίδα από μέσα – τη μοναδική, καθώς τέτοιου είδους εκρηκτικά ήταν εξαιρετικά επικίνδυνα στη Βίηλ. Και μάλλον τώρα ήταν η κατάλληλη στιγμή για τη χρήση τους, σκέφτηκε η λοχίας. Κρατώντας γερά τη βόμβα, τράβηξε την περόνη.

Ύψωσε τη χειροβομβίδα πάνω απ’τον ώμο της και την τίναξε, με δύναμη, προς τον γίγαντα, φωνάζοντας: «Μην κοιτάτε πίσω!» ενώ κι εκείνη έκλεινε τα μάτια.

Η έκρηξη που άκουσε ήταν τρομαχτική.

Άνοιξε τα βλέφαρά της και είδε μονάχα θολούρα, ενώ στο έδαφος υπήρχε, φανερά, ένας μεγάλος κρατήρας.

Πρέπει να πέθανε, το καταραμένο, σκέφτηκε η Μαλθρίτ. Δε μπορεί να επέζησε από–

Μέταλλα ακούστηκαν να τρίζουν πίσω απ’το βούισμα στ’αφτιά της, και ο γίγαντας ξεπρόβαλε μέσα απ’τη θολούρα, με την πανοπλία του λιγάκι μαυρισμένη. Έκανε ένα άλμα και πήγε κοντά στο πεσμένο δίκυκλο – αυτό που πριν είχε κλοτσήσει. Το έπιασε με τα δύο χέρια, το σήκωσε πάνω απ’το κεφάλι του, και, τρέχοντας, το εκτόξευσε. Το όχημα πέταξε προς τη μεριά της Μαλθρίτ και των πολεμιστών μαζί της.

«Χωριστείτε!» ούρλιαξε η λοχίας, ξέφρενα· και το τρίκυκλο απομακρύνθηκε από το δίκυκλο που ήταν ακόμα όρθιο.

Το όχημα που είχε εκτοξεύσει ο γίγαντας κοπάνησε στο έδαφος και αναπήδησε κάνοντας τούμπες – πηγαίνοντας προς το δίκυκλο με τους δύο αναβάτες. Η Μαλθρίτ τούς άκουσε να ουρλιάζουν και, μετά, τους είδε να χτυπιούνται από το παράδοξο βλήμα και να πέφτουν.

Ούτε που το σκέφτηκε να πει στην οδηγό να σταματήσει για να ελέγξουν μήπως ήταν ζωντανοί. «Επιτάχυνε!» της είπε, αντιθέτως. «Επιτάχυνε!»

«Δεν πάει άλλο,» έκανε εκείνη, αδύναμα, με τρεμάμενη φωνή.

Η Μαλθρίτ, όμως, παρατήρησε τώρα ότι ο γίγαντας δεν τους καταδίωκε πλέον. Στεκόταν απλά και τους κοίταζε. Ύστερα, στράφηκε και βάδισε προς τα βόρεια.

«Νότια,» είπε η Μαλθρίτ στην οδηγό. «Πάμε νότια, στην Κίρτβεχ.»

Τι δαίμονας ήταν αυτός;… Πώς… πώς βρέθηκε εδώ, μα τους Κολοσσούς;

2.

«Εξαιρετικός!» φώναξε ο Καρτάφες’νορ. «Υπέροχος! Είναι… είναι… είναι θεός!»

Στεκόταν επάνω σ’έναν λόφο, στις νότιες παρυφές της Καμένης Γης, και δίπλα του ήταν η Φενίλδα’σαρ, ο Πολ, ο Δαίδαλος, η Διάττα, η Λαμρίτ, και ο Άλτρες. Μαζί τους είχαν πάρει κιάλια και τηλεσκόπια, για να κοιτάζουν τι θα γινόταν στον μικρό οικισμό πλάι στο σύδεντρο όπου είχε κρυφτεί ο Πάνοπλος.

Το αποτέλεσμα δεν είχε δυσαρεστήσει κανέναν τους.

Η Λαμρίτ μειδίασε στραβά. «Δεν είναι καθόλου κακό το δημιούργημά σου, Δαίδαλε,» είπε. «Είμαι σίγουρη πως τα τσιράκια της Παντοκράτειρας θα τρέχουν σαν παλαβοί μέχρι την Κίρτβεχ.»

«Χωρίς να σταματήσουν ούτε για κατούρημα,» πρόσθεσε ο Πολ, κάνοντας την Πρόμαχο της Επανάστασης να γελάσει.

«Δεν είναι αποκλειστικά δημιούργημα του Δαίδαλου!» τόνισε ο Καρτάφες. «Αν και,» συμπλήρωσε ρίχνοντας μια ματιά στον Δαίδαλο (ο οποίος δεν έδειχνε να έχει προσβληθεί, ούτως ή άλλως), «η βοήθειά του ήταν σαφώς πολύτιμη… Πάρα πολύ πολύτιμη.»

Ο Δαίδαλος παρέμενε αμίλητος, με τα χέρια του σταυρωμένα στο στήθος και την κάπα του ν’ανεμίζει γύρω του.

Η Φενίλδα ύψωσε πάλι τα κιάλια στα μάτια της και κοίταξε προς τα νότια. Τα δύο δίκυκλα των Παντοκρατορικών έμοιαζαν να έχουν καταστραφεί τελείως, και οι αναβάτες τους πρέπει να ήταν νεκροί από την πτώση. Τουλάχιστον, κανένας τους δεν φαινόταν να κινείται. Το τρίκυκλο είχε διαφύγει· ο Πάνοπλος δεν το είχε κυνηγήσει – σύμφωνα με τις εντολές του Δαίδαλου και της Λαμρίτ, ότι κάποιοι έπρεπε να φύγουν από εδώ ζωντανοί. Ήταν μέρος του σχεδίου.

Ο Πάνοπλος πλησίασε τώρα το σύδεντρο και κρύφτηκε μέσα στο σκοτάδι του. Οι κάτοικοι του οικισμού εξακολουθούσαν να είναι κλειδαμπαρωμένοι στα σπίτια τους, δικαιολογημένα φοβισμένοι.

Η Φενίλδα έστρεψε τα κιάλια της προς την άκρη του σύδεντρου απ’όπου θα έβγαινε ο Πάνοπλος, και πράγματι, μετά από λίγο, τον είδε να βγαίνει από εκεί, σκαρφαλώνοντας σε μια πλαγιά των λόφων με την ξερή βλάστηση. Κατέβασε τα κιάλια της, καθώς δε νόμιζε ότι θα της χρειάζονταν πλέον.

«Το παιδί μου έρχεται!» είπε, ενθουσιωδώς, ο Καρτάφες. Τα καμώματά του δεν ταίριαζαν καθόλου στην ηλικία του, έκρινε η Φενίλδα. Σε καμία περίπτωση. Κάνει σα να τα έχει χαμένα!

Ο Πάνοπλος, σύντομα, ήταν κοντά τους· και ο Καρτάφες γονάτισε μπροστά του, ανοίγοντας τα χέρια του σαν να ήθελε ν’αγκαλιάσει τον μεταλλικό γίγαντα. «Παιδί μου! Είσαι υπέροχος! Είσαι θεός! Με κάνεις τόσο περήφανο!»

«Με τιμάς, Αφέντη Καρτάφες. Σε ευχαριστώ,» αποκρίθηκε η μεταλλική φωνή του Πάνοπλου. «Είσαι ευχαριστημένος, Δαίδαλε;»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο μάγος, νηφάλια. «Όλα έγιναν όπως έπρεπε να γίνουν, Πάνοπλε. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τραβήξαμε την προσοχή τους.»

Ο Πολ γέλασε. «Τραβήξαμε την προσοχή τους; Μάγε, μόλις βίασες τη χρήση της Συμπαντικής Γλώσσας! Δεν τραβήξαμε απλώς την προσοχή τους· η Νίνα Έκγραμμη θα παλαβώσει όταν ακούσει για τούτο το περιστατικό. Γι’αυτό κιόλας» – πήρε τον σάκο του από κάτω – «καλύτερα να πηγαίνω σιγά-σιγά.»

Ο Δαίδαλος ένευσε προς το μέρος του. «Καλή τύχη, Πολ.» Του έδωσε το χέρι του κι αντάλλαξαν μια σύντομη χειραψία.

«Θα τα ξαναπούμε σύντομα, μάγε. Δε θα χαθούμε σε μια τόσο μικρή διάσταση.» Μειδίασε.

Χαιρέτησε έπειτα τη Φενίλδα, τη Διάττα, τον Άλτρες, και τέλος τη Λαμρίτ, η οποία φίλησε το μάγουλό του, καθώς έμοιαζε να έχει αναπτύξει μια συμπάθεια προς αυτόν όσες ημέρες βρίσκονταν στο άντρο της Επανάστασης κάτω από την Καμένη Γη. (Τον Καρτάφες’νορ ο Πολ τον αγνόησε, αλλά εκείνος δεν φάνηκε να το πρόσεξε μέσα στον ενθουσιασμό του για το αυτοκίνητο που είχε κατασκευάσει μαζί με τον Δαίδαλο.)

«Να προσέχεις,» είπε η Πρόμαχος. «Οι πράκτορες της Παντοκράτειρας έχουν δαιμονικό μυαλό.»

«Κι εγώ το ίδιο,» αποκρίθηκε ο Πολ κλείνοντας της το μάτι· και, περνώντας ανάμεσά τους, βάδισε προς τα εκεί όπου είχε αφήσει δεμένο το άλογο που θα τον ταξίδευε μέσα στο Πριγκιπάτο Κίρτβεχ.

«Ώρα να επιστρέψουμε στη βάση μας,» είπε ο Άλτρες. «Αφού πρώτα σβήσουμε τα ίχνη του Πάνοπλου από τη γη.» Παρότι ήθελαν να τραβήξουν την προσοχή των Παντοκρατορικών, δεν ήθελαν να τους αφήσουν κανένα σημάδι σχετικά με την κατεύθυνση από την οποία είχε έρθει, ή προς την οποία είχε πάει, ο μεταλλικός γίγαντας. Καλύτερα να αναρωτιόνταν.

Η Λαμρίτ κατένευσε. «Ας πιάσουμε δουλειά.»

Όπως είχε καταλάβει η Φενίλδα, το ζητούμενο ήταν να σβήσουν τα ίχνη του Πάνοπλου εδώ γύρω, στους λόφους. Μετά, όταν έμπαιναν στην Καμένη Γη, ο γίγαντας δεν θα άφηνε ίχνη, καθώς το έδαφος ήταν παντού γκρίζο και πετρώδες. Όπως και νάχε, εκείνη δεν ειδικευόταν σε τέτοια· θα το αναλάμβαναν η Λαμρίτ, ο Άλτρες, και η Διάττα. Εκτός αν ο Δαίδαλος γνώριζε κανένα ξόρκι που μπορούσε να λύσει αμέσως το πρόβλημα… Κοιτάζοντας, όμως, τον μάγο δεν τον είδε να προθυμοποιείται να κάνει τίποτα.

3.

Παρότι σκόπευαν να κάνουν πόλεμο, ήθελαν να τον κάνουν αθόρυβα. Στην αρχή, τουλάχιστον. Πράγμα σχεδόν αδύνατο όταν σχεδιάζεις να επιτεθείς σ’ένα ολόκληρο Πριγκιπάτο. Μπορούσαν όμως να προσπαθήσουν, ώστε να τραβήξουν όσο το δυνατόν πιο αργά την προσοχή των δυνάμεων της Παντοκράτειρας (αν ήδη δεν την είχαν τραβήξει με την ανατροπή της εξουσίας στο Πριγκιπάτο Νέλερβικ). Η Ανταρλίδα πρότεινε να ξεκινήσουν να προελαύνουν αμέσως από τη Νέλερβικ, χωρίς να καλέσουν πολεμιστές από τις υπόλοιπες πόλεις του Πριγκιπάτου και να τους περιμένουν να συγκεντρωθούν εδώ. Θα τους καλούσαν ενώ θα είχαν ήδη αρχίσει να κινούνται, και θα τους έπαιρναν μαζί τους καθώς κινούνταν.

Ο Πρόμαχος Άτβος συμφώνησε με το σχέδιό της Μαύρης Δράκαινας, και ούτε η Βασνίτα, η νέα Πριγκίπισσα του Νέλερβικ, έφερε αντίρρηση. Πρόσταξε τους ευγενείς της πρωτεύουσας να έχουν τους μαχητές τους έτοιμους ώς την αυγή.

Η Αλιζέτ, επίσης, δήλωσε πως το σχέδιο της Ανταρλίδας ήταν καλό. «Έτσι όπως είναι η κατάσταση,» είπε, «μας συμφέρει να επιτεθούμε πιο γρήγορα παρά πιο αργά.»

Ο Τάμπριελ δεν έκανε κανένα σχόλιο, συμφωνώντας με τη σιωπή του με το σχέδιο της Ανταρλίδας. Δεν ήταν στρατηγός και το ήξερε.

Ο Αρκαλόν, όμως, ένας από τους Ιεράρχες, που είχε στρατηγικές γνώσεις, είπε κι εκείνος πως το σχέδιο της Ανταρλίδας έμοιαζε να είναι το καλύτερο δυνατό στη συγκεκριμένη περίπτωση.

«Θα πάρουμε το Πριγκιπάτο Χαύδοραλ,» είπε ο Άτβος, ενώ ήταν όλοι τους συγκεντρωμένοι σε μια αίθουσα του κάστρου της Νέλερβικ καταστρώνοντας τη βασική στρατηγική του πολέμου τους, «γιατί είναι το πιο σημαντικό της ανατολικής Βίηλ.» Ένας χάρτης ήταν απλωμένος στο τραπέζι ανάμεσά τους, δείχνοντας ολόκληρη τη διάσταση. Επάνω του ήταν σημειωμένα όλα τα Πριγκιπάτα, με το έμβλημα του καθενός ζωγραφισμένο στην περιοχή που του αναλογούσε. «Βρίσκεται πιο κοντά στην κεντρική Βίηλ από οποιοδήποτε άλλο Πριγκιπάτο, και έχει το μεγαλύτερο λιμάνι εδώ.» Το έδειξε, στις εκβολές του ποταμού Νέρελρημ. Ήταν η πρωτεύουσα του Χαύδοραλ, που είχε, όπως όλες οι πρωτεύουσες, το ίδιο όνομα με το Πριγκιπάτο.

«Τα λιμάνια του Τάσβεραλ;» ρώτησε η Ανταρλίδα, κοιτάζοντας τον χάρτη συνοφρυωμένη.

«Δεν είναι άξια λόγου,» απάντησε η Αλιζέτ αντί για τον Άτβος.

«Πράγματι,» είπε ο Πρόμαχος, «είναι πολύ μικρότερης σημασίας. Ωστόσο, θα κινηθούμε και εναντίον του Τάσβεραλ, αλλά μόνο αφότου έχουμε απελευθερώσει το Χαύδοραλ από την Παντοκράτειρα.»

Η Βασνίτα καθόταν σε μια πολυθρόνα στην κορυφή του τραπεζιού, έχοντας τη μέση της ακίνητη και αλύγιστη, καθώς ο επίδεσμος για το τραύμα στα δεξιά της πλευρά δενόταν σφιχτά γύρω της· και δεν την ενοχλούσε πλέον μονάχα ο πόνος αλλά κι αυτή η καταραμένη ακινησία στην οποία οι θεραπευτές τής έλεγαν ότι έπρεπε να βρίσκεται. Δυστυχώς, δεν θα μπορούσε ν’ακολουθήσει τους άλλους στην πολεμική τους εκστρατεία.

«Για το Πριγκιπάτο Ντόσβεκ τι έχεις στο μυαλό σου, Άτβος;» ρώτησε τον Πρόμαχο.

Τα μάτια όλων στράφηκαν στη βορειοανατολική άκρη του χάρτη, πάνω από το Πριγκιπάτο Νέλερβικ, πέρα απ’τα βουνά και πέρα απ’το πέρασμα Ντόσβεκ, το οποίο δεν είχε πάρει τυχαία αυτή την ονομασία. Στο βόρειο άκρο του περάσματος ήταν η ομώνυμη πόλη, πρωτεύουσα του ομώνυμου Πριγκιπάτου. Μετά τα σύνορα του Πριγκιπάτου Ντόσβεκ απλωνόταν μια περιοχή με δέντρα που ήταν σημειωμένη ως Τα Δάση της Ομίχλης, καθώς επίσης και μια άλλη περιοχή που ονομαζόταν Η Χαωδία, και νότες ήταν ζωγραφισμένες εκεί, μέσα σε κύκλους και αστέρια.

«Τι είναι η Χαωδία;» ρώτησε η Ανταρλίδα, προτού ο Άτβος απαντήσει στη Βασνίτα.

«Ένα πέρας της Βίηλ,» είπε η Πριγκίπισσα. «Δεν έχω ταξιδέψει ποτέ εκεί, Ανταρλίδα, αλλά λένε πως ακούς μια παράξενη μουσική που μοιάζει να διαπερνά τα πάντα.»

«Το Ντόσβεκ, πάντως, φαίνεται απομονωμένο εκεί όπου βρίσκεται…»

«Ναι,» είπε ο Άτβος· «γι’αυτό κιόλας προτείνω να το αγνοήσουμε τελείως.»

«Δε θα είναι, όμως, έτσι σα ν’αφήνουμε έναν εχθρό στα νώτα μας;» έθεσε το ερώτημα η Ανταρλίδα. «Κακή στρατηγική αυτή.»

Η Αλιζέτ είπε: «Δεν υπάρχουν σοβαρές Παντοκρατορικές δυνάμεις στο Ντόσβεκ, και οι κάτοικοί του πάντοτε ήταν εσωστρεφείς και…» μόρφασε, «μυστηριώδεις.»

«Αυτό είν’αλήθεια,» συμφώνησε η Βασνίτα. «Ορισμένοι, μάλιστα, λένε ότι τα μυαλά τους είναι σαλεμένα από τη Χαωδία.»

Ο Άτβος είπε στην Ανταρλίδα: «Για την ώρα πρέπει να το αγνοήσουμε το Ντόσβεκ. Δε μπορούμε να μπούμε στη διαδικασία να διασχίσουμε το πέρασμα των βουνών για να φτάσουμε εκεί. Το κόστος, αν συναντήσουμε αντίσταση, θα είναι μεγάλο. Χωρίς κανένα σημαντικό όφελος.»

Η Ανταρλίδα φάνηκε να το σκέφτεται, συνοφρυωμένη, και ένευσε σιωπηλά.

Ο επικοινωνιακός δίαυλος επάνω στο τραπέζι κουδούνισε. Η Βασνίτα πάτησε το κουμπί που ενεργοποιούσε το μεγάφωνο και το μικρόφωνο. «Μάλιστα;»

«Υψηλοτάτη; Πριγκίπισσά μου;»

«Η ίδια.»

«Επέστρεψαν οι απεσταλμένοι σας από τα δάση, μαζί με το μεταβαλλόμενο όχημα.»

«Μάλιστα,» είπε η Βασνίτα. Η Ιλρίνα’νορ (η σύζυγος του Άτβος), μερικοί επαναστάτες, και μερικοί πολεμιστές του Πριγκιπάτου είχαν αναλάβει να φέρουν το όχημα του Τάμπριελ από εκεί όπου είχε ξεμείνει όταν ο Λοχαγός Ταλμάρος Βέμπρηχ είχε αιχμαλωτίσει εκείνον και τους συντρόφους του. «Είναι σε καλή κατάσταση;»

«Απ’ό,τι λέει η Ιλρίνα’νορ, ναι, Υψηλοτάτη.»

«Ωραία. Πείτε στην Ιλρίνα’νορ να έρθει να της μιλήσουμε.»

«Μάλιστα, Υψηλοτάτη.»

Η Βασνίτα έκλεισε τον δίαυλο, και είπε στον Τάμπριελ: «Όπως βλέπεις, όλα εντάξει και μ’αυτό το θέμα.»

Εκείνος ένευσε σαν να το ήξερε ήδη. Ίσως να το είχε δει σε κάποιο από τα οράματά του, υπέθεσε η Βασνίτα, αφού ισχυριζόταν πως ήταν προφήτης.

«Θα μας χρειαστεί το μεταβαλλόμενο όχημα,» είπε ο Άτβος. «Είναι βέβαιο.» Και ρώτησε: «Τι χωρητικότητα έχει; Θα μπορούσε να χωρέσει αρκετούς μαχητές;»

«Δυστυχώς όχι,» αποκρίθηκε η Ανταρλίδα. «Δεν είναι τόσο μεγάλο. Μια ομάδα κρούσης μόνο, ίσως.» Ανασήκωσε τον έναν ώμο, μορφάζοντας.

«Καλώς,» είπε ο Άτβος· κι άπλωσε έναν άλλο χάρτη επάνω στον πρώτο: έναν χάρτη που έδειχνε μόνο την ανατολική Βίηλ και τα σημαντικά Πριγκιπάτα της: το Νέλερβικ, το Τάσβεραλ, και το Χαύδοραλ. «Μπορούμε να φτάσουμε στη Χαύδοραλ είτε μέσω ξηράς είτε μέσω ποταμού, όπως βλέπετε.» Και έδειξε. «Οι μαχητές μας, σίγουρα, θα πάνε μέσω ποταμού ώς εδώ» – έδειξε πάλι – «όπου είναι και τα σύνορα του Νέλερβικ. Από εδώ, υπάρχουν δύο δρόμοι– ή, μάλλον, τρεις–»

Η πόρτα της αίθουσας χτύπησε.

Ο Ιεράρχης Όρνιφιμ πήγε ν’ανοίξει. Ήταν η Ιλρίνα’νορ, και η Βασνίτα τής έκανε νόημα να μπει. Η μάγισσα πέρασε το κατώφλι χαιρετώντας τους όλους και πηγαίνοντας πλάι στον Άτβος. Ήταν ντυμένη ακόμα με ρούχα φανερά ταλαιπωρημένα απ’το ταξίδι στα δάση. Τα καστανά της μαλλιά ήταν δεμένα σφιχτά πίσω απ’το κεφάλι της.

«Συζητάμε για τη βασική μας στρατηγική,» της είπε ο σύζυγός της. «Με την αυγή ξεκινάμε.»

Η Ιλρίνα συνοφρυώθηκε, ξαφνιασμένη. «Τόσο γρήγορα;»

«Ναι. Καλύτερα πιο γρήγορα παρά πιο αργά.»

Η Ιλρίνα δεν έφερε αντίρρηση· κάθισε στην καρέκλα όπου πριν καθόταν ο Άτβος αλλά τώρα, καθώς έδειχνε στους άλλους σημεία επάνω στον χάρτη, είχε σηκωθεί.

Η πόρτα, τότε, χτύπησε γι’ακόμα μια φορά.

Η Βασνίτα παραξενεύτηκε. Ποιος μπορεί να ήταν;

«Περιμένουμε κάποιον;» τη ρώτησε η Ανταρλίδα.

«Όχι,» αποκρίθηκε η καινούργια Πριγκίπισσα.

Η Ανταρλίδα σηκώθηκε από τη θέση της πηγαίνοντας προς την πόρτα· το δεξί της χέρι ήταν κοντά στη λαβή του ξιφιδίου στη ζώνη της, παρατήρησε η Βασνίτα. Η Μαύρη Δράκαινα άνοιξε, και η μορφή του Ραφέλνες, του Ιερού Μαχητή των Οστών, αποκαλύφθηκε.

«Τι θέλεις;» τον ρώτησε η Ανταρλίδα.

«Άκουσα πως γίνεται συμβούλιο. Είναι για τον πόλεμο;»

Η Ανταρλίδα ατένισε τη Βασνίτα πάνω απ‘τον ώμο της. Εκείνη είπε, δυνατά: «Έλα μέσα, Ραφέλνες.»

Η Μαύρη Δράκαινα παραμέρισε και ο Ιερός Μαχητής των Οστών μπήκε, ντυμένος με την κοκάλινη αρματωσιά που ήταν ένα με το σώμα του. Ρίχνοντας μια ματιά στους χάρτες στο τραπέζι, πρέπει να συμπέρανε ότι είχε υποθέσει σωστά. «Μιλάτε για τον πόλεμο και δεν είμαι καλεσμένος, Βασνίτα;»

«Λόγω βιασύνης και μόνο,» αποκρίθηκε εκείνη. «Κάθισε.»

«Κανονικά θα έπρεπε και ο Νισμάνος να ήταν εδώ.» Αναφερόταν στον άλλο Ιερό Μαχητή των Οστών του Πριγκιπάτου.

«Κανονικά, ίσως· αλλά, όπως σου είπα, βιαζόμαστε.»

Ο Ραφέλνες δεν κάθισε· στάθηκε κοντά στο τραπέζι με τα χέρια του σταυρωμένα εμπρός του.

Η Βασνίτα στράφηκε στον Πρόμαχο. «Τι έλεγες, Άτβος;» Αισθανόταν ήδη κουρασμένη από όλα τα πράγματα που έπρεπε να προσέχει να κρατά σε ισορροπία. Δεν είχε ακόμα συνηθίσει το γεγονός ότι ήταν Πριγκίπισσα του Νέλερβικ, όμως πίστευε ότι θα συνήθιζε με τον καιρό. Πάντως, αν οι περιστάσεις ήταν διαφορετικές, δεν θα ήθελε σε καμία περίπτωση το βάρος αυτής της θέσης στους ώμους της.

«Μέχρι εδώ,» είπε ο Άτβος, δείχνοντας επάνω στον χάρτη, «οι μαχητές μας θα πάνε σίγουρα μέσω του ποταμού. Και μετά υπάρχουν τρεις δρόμοι. Ο ένας είναι μέσω ξηράς, προς την πρωτεύουσα του Χαύδοραλ στις ακτές. Ο άλλος είναι ακολουθώντας τα ποτάμια έτσι…» Έδειξε μια πορεία προς τα βορειοδυτικά κι ύστερα προς τα νότια, όπου το πλοίο θα έβγαινε, τελικά, κοντά στις εκβολές του ποταμού Νέρελρημ και στην Χαύδοραλ. «Και ο τρίτος δρόμος είναι από εδώ.» Έδειξε πάλι ένα ταξίδι πάνω στα ποτάμια, προς τα νοτιοανατολικά αυτή τη φορά, ώσπου το πλοίο να καταλήξει σε μια παράκτια πόλη που ονομαζόταν Λίνερελ· και μετά, από τη Λίνερελ, ακολουθώντας τις ακτές, θα έφτανε στη Χαύδοραλ.

«Ασύμφορο,» είπε η Βασνίτα. «Θα συναντήσετε τόσα εμπόδια αν πάτε από εκεί.»

«Μη νομίζεις ότι από ξηράς θα συναντήσουμε λιγότερα εμπόδια,» αποκρίθηκε ο Άτβος. «Από εκεί που τα πλοία θα αποβιβάσουν τους μαχητές μας μέχρι την πόλη της Χαύδοραλ η απόσταση είναι πάνω από διακόσια-πενήντα χιλιόμετρα· κι αυτά τα χιλιόμετρα είναι γεμάτα μικρότερες πόλεις, χωριά, και οχυρά, με την παρουσία των Παντοκρατορικών αισθητή.»

«Η πιο ασύμφορη πορεία μοιάζει, εκ πρώτης όψης, να είναι η δεύτερη που πρότεινες,» του είπε ο Ραφέλνες, «επειδή είναι πολύ μακρινή: κάνεις ολόκληρο κύκλο μέχρι να φτάσεις στη Χαύδοραλ. Όμως είναι, επίσης, η πιο ακίνδυνη ίσως. Σχετικά μιλώντας, πάντα. Κι επιπλέον, τα ποταμόπλοια κινούνται πιο γρήγορα από τους ανθρώπους που προελαύνουν στην ξηρά, όπως όλοι γνωρίζουμε.»

Ο Άτβος ένευσε. «Το ίδιο νομίζω κι εγώ. Και δεν έχουμε πολύ χρόνο για ν’αποφασίσουμε πώς θα διαιρέσουμε τις δυνάμεις μας, ή αν θα τις διαιρέσουμε καν. Με την αυγή ξεκινάμε.» Ήταν απόγευμα τώρα.

«Αφού μας ενδιαφέρει η ταχύτητα, όπως φαίνεται,» είπε η Αλιζέτ, «τότε εγώ θα πρότεινα να αποφύγουμε τελείως την ξηρά. Να χωρίσουμε τις δυνάμεις μας στα δύο, και να πάμε από τα ποτάμια. Υπάρχουν αρκετά σκάφη;» ρώτησε τη Βασνίτα.

«Σύμφωνα μ’αυτά που λέει το Πολεμικό Αρχείο του Πριγκιπάτου, ναι. Αρκετά για τους πολεμιστές της πρωτεύουσας. Αλλά δεν ξέρω αν είναι αρκετά και για όσους θα συγκεντρώσουμε από τις υπόλοιπες πόλεις. Δεν ξέρω αν θα υπάρχει χώρος ώστε καθοδόν να πάρετε κι άλλους.»

«Στις άλλες πόλεις δεν φτιάχνουν πλοία;» είπε η Ανταρλίδα.

«Ανάλογα.»

«Κινούνται με ενέργεια τα πλοία τους;» ρώτησε η Αλιζέτ.

«Δεν έχουν όλα εστίες εντός τους,» απάντησε η Βασνίτα. «Ούτε τα δικά μας δεν είναι όλα ενεργοκίνητα.»

«Δεν υπάρχουν αρκετά ενεργοκίνητα πλοία για όλους τους πολεμιστές της πρωτεύουσας;»

«Δε νομίζω. Θα πρέπει να ταξιδέψετε με μειωμένη ταχύτητα. Επιπλέον, ακόμα κι αν είχαμε αρκετά σκάφη για τόσους μαχητές, δεν ξέρω αν θα είχαμε αρκετούς μάγους διαθέσιμους για να ελέγχουν την ενεργειακή ροή. Τα μεγάλα πλοία χρειάζονται τη Μαγγανεία Κινήσεως, όπως και το μεταβαλλόμενο όχημά σας.»

«Το γνωρίζουμε,» είπε η Ανταρλίδα.

«Τι νομίζεις;» τη ρώτησε ο Άτβος. «Να πάμε μόνο από τους ποταμούς;»

«Η αλήθεια είναι πως καλό θα ήταν να αποφύγουμε την ξηρά αφού βιαζόμαστε. Όταν η πρωτεύουσα του Χαύδοραλ απελευθερωθεί από τους Παντοκρατορικούς, ολόκληρο το Πριγκιπάτο θα απελευθερωθεί.»

«Συμφωνείς με την Αλιζέτ, λοιπόν.»

Η Ανταρλίδα κατένευσε.

Ο Άτβος στράφηκε στον Ραφέλνες, ατενίζοντάς τον ερωτηματικά.

«Το είπα ήδη: από την ξηρά δεν φαίνεται να συμφέρει,» δήλωσε ο Μαχητής των Οστών.

Ο Άτβος τούς κοίταξε όλους. «Το μόνο που μένει, λοιπόν, είναι να περιμένουμε την αυγή για να ξεκινήσουμε. Εκτός αν κάποιος έχει κάτι να προσθέσει…»

«Σίγουρα,» είπε ο Ραφέλνες, «υπάρχουν πολλές λεπτομέρειες που έχετε παραβλέψει επειδή βιάζεστε, αλλά αυτό δεν μπορεί να διορθωθεί τώρα.»

Ο Άτβος ένευσε. «Φοβάμαι πως έχεις δίκιο. Όμως προτιμήσαμε να χτυπήσουμε γρήγορα παρά να σχεδιάσουμε μια μακροχρόνια στρατηγική. Όσο περνούν οι ημέρες, τόσο πιο καλά προετοιμασμένοι εναντίον μας θα είναι οι Παντοκρατορικοί.»

4.

Επί δύο ώρες ταξίδεψε μέσα στη νύχτα, στις παραμεθόριες βόρειες περιοχές του Πριγκιπάτου Κίρτβεχ, κατευθυνόμενος όχι νότια – προς τα εκεί όπου είχαν πάει οι έντρομοι Παντοκρατορικοί που είχαν χτυπηθεί από τον Πάνοπλο – αλλά νοτιοανατολικά, με προορισμό την Άτβηλκ: μια πόλη η οποία, παρότι δεν ήταν τόσο σημαντική όσο η πρωτεύουσα του Κίρτβεχ, εξακολουθούσε να βρίσκεται σε καίρια θέση για το Πριγκιπάτο: στο δυτικό άκρο της γέφυρας του ποταμού Πίλρεκ, εκεί όπου οδηγούσε ο δρόμος μετά το πέρασμα της Ουράς. Δεν υπήρχε άλλο πέρασμα για να διασχίσει κανείς με ασφάλεια αυτά τα βουνά, απ’ό,τι γνώριζε ο Πολ, και μετά από το πέρασμα δεν υπήρχε κανένας άλλος ασφαλής τρόπος για να διασχίσει τον ποταμό Πίλρεκ, εκτός από τη γέφυρα της Άτβηλκ. Για να περάσει αλλιώς, ένας ταξιδιώτης θα έπρεπε να πάει νότια, να πάρει, κάπως, κάποια βάρκα στις όχθες της Δίδυμης (όπου κατέληγε ο Πίλρεκ), και να ταξιδέψει ώς τη δυτική μεριά της λίμνης, προκειμένου να βρεθεί στα εσωτερικά μέρη του Πριγκιπάτου.

Δεν ήταν, λοιπόν, παράξενο που βρίσκονταν αρκετοί πράκτορες της Παντοκράτειρας στην Άτβηλκ. Όταν ήσουν εκεί μπορούσες να ελέγχεις όλη – ή σχεδόν όλη – την κίνηση από το Πριγκιπάτο Έλρηνεχ προς το Πριγκιπάτο Κίρτβεχ, και αντίστροφα.

Όταν ο Πολ κατέβηκε από το άλογό του, κοίταξε ολόγυρα την ερημιά στην οποία είχε καταλήξει, και παρότι είδε κάποια φώτα, από ένα αγρόκτημα κι έναν οικισμό μάλλον, υπέθεσε πως δεν πρέπει να υπήρχε κανένα πανδοχείο εδώ κοντά ώστε να ξεκουραστεί. Κατασκήνωσε σ’ένα σύδεντρο και έπεσε για ύπνο.

Μοναδική του παρέα ήταν κάτι λύκοι που άκουγε να ουρλιάζουν από μακριά. Δεν ήταν εκείνο το είδος της παρέας που ήθελες να πλησιάσει…

Καθώς κοιμόταν είχε την αίσθηση ότι δεν κοιμόταν καλά, ότι διάφορα πράγματα τον ενοχλούσαν όλη τη νύχτα· όταν όμως ξύπνησε, ένιωθε ξεκούραστος. Έριξε νερό στο πρόσωπό του από το φλασκί του, έλυσε το άλογό του από το δέντρο όπου το είχε δέσει, το σέλωσε, και το καβάλησε.

Το μεσημέρι, νόμιζε ότι είχε πλέον αρχίσει ν’απομακρύνεται από τη βόρεια παραμεθόριο του Κίρτβεχ, καθώς τα εδάφη γύρω του είχαν γίνει πιο πολιτισμένα. Σταμάτησε σ’ένα χωριό και έφαγε σε μια ταβέρνα. Οι ντόπιοι τον ρώτησαν από πού ερχόταν. Εκείνος τούς είπε ότι είχε πάει να δει μια αδελφή του στα βόρεια, την οποία είχε παντρέψει μ’έναν αγρότη. Ορισμένοι δεν του φάνηκε ότι τον πίστεψαν. Ήταν τέτοιοι οι καιροί, ούτως ή άλλως, που ο ένας άνθρωπος υποπτευόταν τον άλλο. Τέτοιοι οι καιροί εδώ και πολλά χρόνια… σκέφτηκε ο Πολ, καθώς τελείωνε το φαγητό του.

Όταν έφυγε απ’το χωριό, δεν άργησε και ν’αφήσει την παραμεθόριο πίσω του για τα καλά. Βρισκόταν τώρα στο εσωτερικό του Πριγκιπάτου, αν και, βέβαια, στις βορειοανατολικές του περιοχές, εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από την πρωτεύουσα και τις όχθες της Λίμνης των Κολοσσών. Οι δρόμοι ήταν λιγάκι πιο καλοφτιαγμένοι εδώ, και το άλογό του έμοιαζε να χαίρεται που τρόχαζε επάνω σε κάτι στρωτό. Επίσης, καθώς ο ήλιος βούλιαζε προς τον δυτικό ορίζοντα, ο Πολ νόμισε πως είδε δυο φορές ενεργειακά οχήματα να περνάνε απόμακρα. Όταν είχε νυχτώσει, σταμάτησε σε μια μικρή πόλη κι έκλεισε δωμάτιο στο μοναδικό πανδοχείο της. Το άλογό του το έβαλε στον στάβλο δίπλα στο πανδοχείο. Ένας παραμυθάς ήταν στην τραπεζαρία απόψε και έλεγε ιστορίες από τους Δασότοπους των Λάν’τραχαμ, με μυστηριώδη πνεύματα, Δαιμόνια, Λάν’τραχαμ, κυνηγημένες όμορφες γυναίκες, ταξιδιώτες, και γενναίους πολεμιστές. Ο Πολ τον άκουγε μέχρι που νύσταξε και ανέβηκε στο δωμάτιό του. Δεν έχουν αλλάξει και πολλά στη Βίηλ από τότε που ήμουν εδώ, σκέφτηκε καθώς έβγαζε τα ρούχα του. Νόμιζε πως είχε ξανακούσει ακριβώς τις ίδιες ιστορίες που έλεγε απόψε αυτός ο παραμυθάς.

Ολόκληρη την επόμενη ημέρα ταξίδευε προς τα νοτιοανατολικά, και δεν είχε πλέον την αίσθηση ότι ήταν ο μοναδικός ταξιδιώτης μιας ερημιάς· έβλεπε ανθρώπους κάθε τόσο, σε τούτες τις δημοσιές του Πριγκιπάτου. Συνάντησε, μέχρι να νυχτώσει, έναν έμπορο μ’έναν νεαρό βοηθό και δύο κάρα· τρεις περιπολίες τεσσάρων έφιππων Παντοκρατορικών μαχητών (τη μία, δε, τη συνάντησε δύο φορές)· κάτι προσκυνητές που πήγαιναν προς έναν βωμό των Αρχαίων Κολοσσών για να θυσιάσουν και να ζητήσουν ευημερία για το χωριό τους (προσκάλεσαν τον Πολ να έρθει κι εκείνος, αλλά ο Πολ αρνήθηκε ευγενικά)· και μερικούς ταξιδιώτες, σε διάφορες στιγμές. Το μεσημέρι, έφαγε μαζί με τέσσερις από τους τελευταίους γύρω από μια φωτιά, καθώς τους συνάντησε να έχουν στήσει τον καταυλισμό τους. Στην αρχή θορυβήθηκαν από την παρουσία του, αλλά ο Πολ τούς διαβεβαίωσε πως δεν ήταν ληστής. Από πάνω τους, ενόσω γευμάτιζαν, πέρασε ένα ελικόπτερο. Ο Πολ αναρωτήθηκε αν οι Παντοκρατορικοί πήγαιναν να ελέγξουν, από αέρα, την περιοχή όπου ο Πάνοπλος είχε επιτεθεί.

Καθώς έπεφτε η νύχτα, συνάντησε τρεις διασκεδαστές με μια σκεπαστή άμαξα. Ο ένας ήταν λιγνός, μακρομούρης, πρασινόδερμος, και μακροδάχτυλος, και έκανε τον ταχυδακτυλουργό· η δεύτερη ήταν μια λευκόδερμη γυναίκα που, όπως ισχυρίστηκε, μπορούσε να διαβάζει το μέλλον από την παλάμη και να κάνει κι άλλα παρόμοια μαγικά· και η τρίτη ήταν μια γαλανόδερμη νάνος που έκανε ακροβατικά. Βάδιζε επάνω σε δύο ψηλά ξυλοπόδαρα, πλάι στην άμαξα, όταν ο Πολ συνάντησε τους τρεις διασκεδαστές και τους είπε την καλησπέρα του. Εκείνοι φάνηκαν φιλικοί μαζί του. Συστήθηκαν ως ο Ψηλός, η Κοντή, και η Μάντισσα. «Χάρηκα για τη γνωριμία,» αποκρίθηκε ο Πολ. «Τ’όνομά μου είναι Δάρυλμος.» Η Μάντισσα τού είπε ότι πήγαιναν σε μια πόλη εδώ κοντά, και καλά θα έκανε κι εκείνος να ερχόταν μαζί τους γιατί δεν υπήρχε άλλη πόλη για να διανυκτερεύσει μέσα στα επόμενα δέκα χιλιόμετρα. Ο Πολ δεν έφερε αντίρρηση.

Η Κοντή έκανε, τότε, ένα τρομερό άλμα από τα ξυλοπόδαρά της καταλήγοντας στην πάνινη οροφή της άμαξας – και τραβώντας τα ξυλοπόδαρα μαζί της! Χαμογελώντας ξάπλωσε ανάσκελα και φώναξε στον Ψηλό να της πετάξει το φλασκί της με τη μπίρα. Ο Ψηλός, που καθόταν στη θέση του οδηγού και κρατούσε τα χαλινάρια του αλόγου, έπιασε ένα φλασκί και το πέταξε προς τα πάνω. Η Κοντή το έπιασε με τα γυμνά της πόδια καθώς αυτό διέγραφε καμπύλη στον αέρα.

«Μη σ’εντυπωσιάζει η Κοντή,» είπε ο Ψηλός στον Πολ, που κοίταζε τα νούμερά της υπομειδιώντας. «Ακόμα και το ψάρι μου τα κάνει αυτά, αγαπητέ Δάρυλμος.» Και παραμέρισε ένα πανί από δίπλα του, αποκαλύπτοντας από κάτω μια ολοστρόγγυλη γυάλα μ’ένα μεγάλο κόκκινο ψάρι μέσα. Στο πλάι της γυάλας ήταν συνδεδεμένο κάτι που θύμιζε μεγάφωνο (και μάλλον ήταν). Ο Ψηλός έβγαλε έναν τηλεπικοινωνιακό πομπό από τα φαρδιά ρούχα του, τον ενεργοποίησε, και είπε: «Δεν είναι αλήθεια, Ψάρι; Δεν είσαι πιο καπάτσος από την Κοντή;»

Το ψάρι έκανε μερικές σβούρες μέσα στη γυάλα, και μετά μια φωνή ακούστηκε από το μεγάφωνό της: «Φυσικά και είμαι, αφεντικό! Το Τρομερό Κόκκινο Ψάρι δαμάζει το σύμπαν!»

Ο Πολ γέλασε, απορώντας πώς ο Ψηλός είχε καταφέρει να μιλήσει μέσα απ’το μεγάφωνο της γυάλας. Αναμφίβολα, κάποιο κόλπο με τον πομπό. «Στο τέλος, μου φαίνεται ότι θα πρέπει να σας πληρώσω μέχρι να φτάσουμε στην πόλη.»

«Τι ανοησίες, φίλε μου!» είπε ο Ψηλός, κρύβοντας πάλι τη γυάλα με το ψάρι. «Μας προσφέρεις την ευχάριστη παρέα σου· και το σπαθί σου, σε περίπτωση που ληστές μάς επιτεθούν. Αυτά είναι αρκετά.»

«Θέλεις να διαβάσω το μέλλον σου;» τον ρώτησε η Μάντισσα, που κοίταζε από ένα πλευρικό παράθυρο της άμαξας.

«Ευχαριστώ αλλά όχι,» αποκρίθηκε ο Πολ. «Με τρομάζουν κάτι τέτοια.»

Η Μάντισσα γέλασε ευχάριστα.

Μέσα στη νύχτα μπήκαν στη μικρή πόλη και έκλεισαν δωμάτια σ’ένα πανδοχείο. Ο Πολ είχε καταλάβει ότι δεν ήταν πλέον μακριά από την Άτβηλκ· αύριο πρέπει να έφτανε, υπέθετε. Κι αναρωτήθηκε αν κι οι διασκεδαστές κατευθύνονταν πιθανώς προς τα εκεί. Δεν τους είχε ρωτήσει. Το πρωί, όμως, έμαθε ότι σκόπευαν να μείνουν στην πόλη για να βγάλουν μερικά χρήματα. «Περνά κάμποσος κόσμος από εδώ,» του είπε η Μάντισσα. «Γιατί δεν κάθεσαι κι εσύ λίγο;»

«Δυστυχώς δεν μπορώ,» αποκρίθηκε ο Πολ· «πρέπει να πηγαίνω.»

«Είσαι σίγουρος πως δεν θέλεις να δω τι γράφει πάνω στο χέρι σου; Δωρεάν θα είναι.»

«Απόλυτα σίγουρος.»

Του ευχήθηκαν τα Πνεύματα των Αρχαίων Κολοσσών να τον βοηθούσαν στον δρόμο του, κι εκείνος τούς αποχαιρέτησε. Έφυγε από την πόλη και ταξίδεψε νοτιοανατολικά όπως και πριν.

Οι δρόμοι τώρα τού ήταν πιο γνώριμοι, και πιο καλοφτιαγμένοι. Σε μια διχάλα είδε μια ξύλινη πινακίδα που, προς τη μια μεριά, έγραφε ΑΤΒΗΛΚ δείχνοντας, με βέλος, το ένα παρακλάδι του δρόμου. Ο Πολ πήγε προς τα εκεί.

Πολύ πριν από το μεσημέρι, άκουσε τα τρεχούμενα νερά του ποταμού Πίλρεκ και, βγαίνοντας από μια δασώδη περιοχή την οποία διέσχιζε η μικρή δημοσιά, έφτασε αντίκρυ στην Άτβηλκ, που ήταν περιτειχισμένη και οικοδομημένη στις όχθες του ποταμού. Ο Πολ έβαλε το άλογό του στη μεγάλη, λιθόστρωτη δημοσιά που ένωνε την Άτβηλκ με την Κίρτβεχ, μακριά στα δυτικά, και τρόχασε προς την πύλη της πόλης.

Οι φρουροί δεν τον σταμάτησαν για να τον ελέγξουν, καθώς ήταν απασχολημένοι με το να ελέγχουν το ενεργειακό φορτηγό ενός εμπόρου ο οποίος ζητούσε πρόσβαση. Έκαναν νόημα στον Πολ να περάσει γρήγορα, κι εκείνος δεν δίστασε.

Μέσα στους δρόμους της Άτβηλκ, αφίππευσε και πήρε το άλογό του από τα γκέμια, κοιτάζοντας τα οικήματα γύρω του και προσπαθώντας να φέρει πάλι στο μυαλό του την περιοχή.

ΖΑΡΙΑ ΚΑΙ ΧΑΝΤΡΕΣ, έγραφε η πινακίδα του πανδοχείου που βρισκόταν στην αγορά, πλάι στο Σιντριβάνι της Κυράς των Βουνών, όπου υπήρχε το άγαλμα μιας γυναίκας με μια στάμνα, κι από τη στάμνα ήταν που ανάβλυζε το νερό. Ένας άντρας τώρα είχε βάλει το γαϊδούρι του να πιει από το σιντριβάνι. Γι’αυτό δεν είναι να πίνεις ποτέ από τέτοια μέρη, όσο κι αν διψάς… σκέφτηκε ο Πολ, καθώς οδηγούσε το άλογό του προς τον στάβλο του πανδοχείου Ζάρια και Χάντρες.

«Καλημέρα, κύριος!» χαιρέτησε η σταβλίτισσα, μια γεροδεμένη λευκόδερμη γυναίκα.

«Θα μου τον κρατήσεις;» Ο Πολ τής έδωσε τα γκέμια του αλόγου του.

«Φυσικά. Θα περάσουμε όμορφα οι δυο μας.» Η σταβλίτισσα χάιδεψε τη χαίτη του αλόγου, το οποίο χρεμέτισε και ακούμπησε τη μουσούδα του στον ώμο της.

«Αλίμονο, κοπελιά· με τρομάζεις!» είπε ο Πολ, δίνοντάς της ένα αργύριο.

Εκείνη το πήρε γελώντας, κοκκινίζοντας λίγο. «Αυτό είναι για όλη την ημέρα,» παρατήρησε.

«Μάλλον θα καθίσω όλη την ημέρα,» αποκρίθηκε ο Πολ. «Κι αν όχι, τότε τα ρέστα δικά σου.»

Βγήκε απ’τον στάβλο και είδε ότι ο τύπος στο σιντριβάνι ακόμα δεν είχε πάρει από εκεί το γαϊδούρι του. Τέτοια δίψα έχει το ζωντανό; Ο Πολ βάδισε ώς την εξώπορτα του πανδοχείου, την έσπρωξε, και μπήκε στην τραπεζαρία.

«ΣΚΑΤΑ ΚΑΙ ΔΑΙΜΟΝΙΑ!» αντήχησε ακριβώς εκείνη τη στιγμή η κραυγή ενός άντρα, στη Δημώδη, την κοινή γλώσσα της Βίηλ. Είχε πεταχτεί όρθιος, είδε ο Πολ, μπροστά σ’ένα τραπέζι όπου ήταν απλωμένα ζάρια και αργύρια. Άλλοι δύο κάθονταν στο ίδιο τραπέζι, και τώρα γελούσαν. «Κάτσε κάτω, ρε!» είπε ο ένας. «Κάτσε κάτω!» Ο άντρας που είχε φωνάξει κάθισε κουνώντας το κεφάλι, αναστενάζοντας.

Ο Πολ κάθισε σ’ένα άδειο τραπέζι, κι όταν η σερβιτόρα ήρθε κοντά του της ζήτησε μια κούπα καφέ. Σάρντλιο, αν είχαν. (Την τελευταία φορά που είχε περάσει από εδώ, είχαν.) Η κοπέλα τον ρώτησε πώς ήθελε να τον φτιάξουν. Ο Πολ τής είπε, κι εκείνη επέστρεψε σε λίγο με τον καφέ του.

Ο Πολ περίμενε, πίνοντας νωχελικά.

Ώς το μεσημέρι ο σύνδεσμός του πρέπει να παρουσιαζόταν. Εκτός αν τα πράγματα είχαν αλλάξει τελείως εδώ πέρα.

Καθώς περίμενε, σκέφτηκε για λίγο πού πήγαινε να μπλέξει. Υπέθετε ότι το δίκτυο σε τούτες τις περιοχές δεν θα γνώριζε τι του είχε συμβεί, και ότι θα μπορούσε να αναμιχθεί μαζί τους. Αν όμως ήξεραν γι’αυτόν, τότε θα την είχε, ίσως, πολύ άσχημα.

Αλλά τι θα μπορούσαν να ξέρουν; Θα ανέκριναν, υποθέτω, τους επιζώντες του αεροπλάνου που ο Τάμπριελ άφησε να φύγουν από τη Νόρχακ. Αποκλείεται να μην τους ανέκριναν. Κι αυτοί τι θα είπαν; Τα ελάχιστα που ήξεραν για την καινούργια διάσταση και για τον Τάμπριελ. Δεν το θεωρούσε πιθανό να είχαν κρύψει τίποτα· θα φοβόνταν πολύ για να κρατήσουν πράγματα κρυφά. Και τι θα είπαν για εμένα; Ότι επιχείρησα να σκοτώσω τον Τάμπριελ, και ότι μετά δεν ξέρουν τι μου συνέβη – ο Τάμπριελ, πάντως, δεν είναι νεκρός. Οι πράκτορες του Ελκράσ’ναρχ, επομένως, αν είχαν γνώση αυτού του θέματος, θα υπέθεταν πως ή ο Πολ ήταν νεκρός ή αιχμάλωτος. Όταν η Νίνα Έκγραμμη με δει εδώ, αυτό θα σβήσει την πρώτη περίπτωση απ’το νου της. Ήμουν αιχμάλωτος, λοιπόν… και πώς ξέφυγα; Θα έπρεπε να έχει κατά νου μια καλή ιστορία για να πει.

Εκτός, βέβαια, αν η Νίνα δεν γνώριζε τίποτα για τα γεγονότα στη Νόρχακ: δεν γνώριζε ότι το αεροπλάνο μέσα στο οποίο βρισκόταν ο Πολ είχε πέσει εκεί, παρασυρμένο από τον υπερδιαστασιακό στρόβιλο…

Πρέπει, όμως, να είμαι έτοιμος για το χειρότερο ενδεχόμενο πάντα, σκέφτηκε ο Πολ, πίνοντας τον καφέ του.

Ο γαλανόδερμος άντρας με το μαύρο μούσι ήρθε το μεσημέρι στο πανδοχείο, όταν η τραπεζαρία ήταν γεμάτη κόσμο. Έριξε μια ματιά τριγύρω σαν να ήθελε να κόψει κίνηση, ενώ παραμάσκαλα κρατούσε μια τοπική εφημερίδα και στο άλλο χέρι είχε μια σβηστή πίπα. Φορούσε ένα μακρύ, γκρίζο πανωφόρι.

Ο Πολ τού έκανε νόημα με τα δάχτυλα: ένα σημάδι των πρακτόρων της Παντοκράτειρας, που κανένας άλλος δεν θα πρόσεχε. Ο γαλανόδερμος με το μούσι αμέσως το πρόσεξε· ήταν παλιός πράκτορας και πεπειραμένος. Ίσως να γνώρισε και τη φάτσα μου. Ίσως να με θυμάται από τότε. Οι πράκτορες της Παντοκράτειρας έλεγαν μεταξύ τους πως ο Κισβέρνες είχε τη μνήμη των Κολοσσών.

Επί του παρόντος, πλησίασε το τραπέζι όπου καθόταν ο Πολ και κάθισε κι εκείνος, αφήνοντας την εφημερίδα του μπροστά του. Ο Μαντατοφόρος της Κίρτβεχ ήταν, είδε ο Πολ: μια εφημερίδα που κυκλοφορούσε στα περισσότερα μέρη του Πριγκιπάτου, καθώς ενεργειακά φορτηγά τη μετέφεραν.

«Κισβέρνες…»

«Πολ.» Ο γαλανόδερμος άντρας έβαλε το τσιμπούκι του στο στόμα και χρησιμοποιώντας ένα από τα ειδικά σπίρτα της Βίηλ το άναψε.

«Με θυμάσαι.»

«Ο Κισβέρνες τίποτα δεν ξεχνάει, Πολ.» Ρούφηξε καπνό και φύσηξε καπνό. «Είσαι εδώ για δουλειές;»

«Ναι.»

«Δε μπορεί τα νέα να έφτασαν τόσο γρήγορα ώς τη Ρελκάμνια, μπορεί;»

«Ποια νέα;» Ο Πολ ήπιε την τελευταία γουλιά καφέ απ’την κούπα του.

«Για το τέρας που παρουσιάστηκε στη βόρεια παραμεθόριο.»

«Τέρας;» Ο Πολ ύψωσε ένα φρύδι, κάνοντας τον ανήξερο.

«Μας ενημέρωσαν όλους. Ένας… μεταλλικός γίγαντας, σύμφωνα με τις πληροφορίες, επιτέθηκε σ’έναν φοροεισπράκτορα και στη συνοδία του, σκοτώνοντας τον ίδιο και τους περισσότερους από τους συνοδούς.»

«Μεταλλικός γίγαντας, ε;»

«Γι’αυτό δε σ’έστειλαν εδώ;» Ο Κισβέρνες δάγκωσε την άκρη της πίπας του, παρατηρώντας τον.

«Όχι ακριβώς. Αλλά υπάρχει η πληροφορία ότι η Επανάσταση κάτι μαγειρεύει σε τούτα τα μέρη. Δε μπορώ να πω περισσότερα. Θέλω να σε ρωτήσω, όμως, κάποια πράγματα.»

Η σερβιτόρα πλησίασε το τραπέζι τους, τότε, και ρώτησε αν θα ήθελαν να τους φέρει φαγητό. «Γνωστός σας είναι ο κύριος, κύριε Κισβέρνες;» είπε. Προφανώς ήξερε τον Κισβέρνες, που ήταν θαμώνας εδώ, αλλά ο Πολ αμφέβαλλε ότι ήξερε και την ιδιότητά του ως πράκτορα της Παντοκράτειρας.

«Τον βλέπω κάπου-κάπου,» της απάντησε ο Κισβέρνες. Ύστερα, της έδωσε παραγγελία και της έκλεισε το μάτι κάνοντάς της νόημα να πηγαίνει. Η κοπέλα έφυγε.

«Τι θέλεις, λοιπόν, Πολ;» ρώτησε ο Κισβέρνες, ακουμπώντας την πλάτη του στην καρέκλα.

«Να μάθω τι γίνεται με το δίκτυο γενικά, και με τη Νίνα συγκεκριμένα. Μόλις ήρθα στο Πριγκιπάτο.»

«Παντρεύτηκε.»

«Η Νίνα; Με δουλεύεις;»

«Έναν ξάδελφο του Πρίγκιπα Νοσνάλτος. Ράλκος, τον λένε. Δούκας της Ριφάλπεκ. Ξέρεις πού είναι η Ριφάλπεκ;»

Ο Πολ έφερε στο μυαλό του τον χάρτη του Πριγκιπάτου που είχε μελετήσει πρόσφατα, όσο βρισκόταν στη βάση των Επαναστατών κάτω από την Καμένη Γη. «Φυσικά. Εκεί μένει και η Νίνα, τώρα;» Ήταν μια πόλη νοτιοανατολικά της Κίρτβεχ, στις όχθες της Λίμνης των Κολοσσών και στις εκβολές του ποταμού Ρίλχρημ, ο οποίος πήγαζε από τη Δίδυμη και ήταν ο μοναδικός υδάτινος δρόμος που ένωνε τις δύο λίμνες.

«Θα μένει λιγάκι και με τον άντρα της, δε θα μένει;» είπε ο Κισβέρνες. «Αλλά, κατά τα άλλα, βέβαια, πηγαίνει όπου χρειάζεται να πάει. Στην Κίρτβεχ, στη Ριφάλπεκ, στην Άτβηλκ μπορεί να τη δεις καμια φορά, οπουδήποτε μες στο Πριγκιπάτο.»

Η αλήθεια ήταν πως η Νίνα Έκγραμμη δύσκολα καθόταν σε μια θέση· από παλιά έτσι ήταν, όπως θυμόταν ο Πολ. «Πού μπορώ να τη βρω;»

«Δοκίμασε στη Ριφάλπεκ,» είπε ο Κισβέρνες. «Αν και με τα τελευταία γεγονότα… πώς να υποθέσεις πού μπορεί να βρίσκεται; Μπορεί νάχει πάει ακόμα και στη βόρεια παραμεθόριο, όπου λένε πως ξεπετάχτηκε αυτός ο μεταλλικός γίγαντας.»

«Αποκλείεται,» μόρφασε ο Πολ. «Δε θα πήγαινε εκεί άμα δεν είχε κάποιο πολύ συγκεκριμένο στοιχείο.»

«Μπορεί και νάχει κάποιο πολύ συγκεκριμένο στοιχείο, Πολ.»

Δεν το θεωρώ πιθανό. Οι επαναστάτες είχαν πει ότι θα κάλυπταν καλά τα ίχνη τους· και ο Πολ δεν το αμφέβαλλε. Η Λαμρίτ τού φαινόταν πως ήξερε τι έκανε. Κι επιπλέον, είχαν τον Δαίδαλο μαζί τους.

«Στην Κίρτβεχ, πού συχνάζει; Στην Πριγκιπική και στο Φρουραρχείο;»

«Ως συνήθως.»

«Στη Ριφάλπεκ;»

«Στο κάστρο του άντρα της. Το Κάστρο των Κήπων, το λένε.»

Ο Πολ τον κοίταξε ερωτηματικά.

Και η σερβιτόρα πλησίασε με το γεύμα. Η κουβέντα τους διακόπηκε καθώς η κοπέλα άφηνε τα πιάτα μπροστά τους. «Καλή όρεξη,» είπε και έφυγε.

«Το Κάστρο των Κήπων;»

«Λένε πως έχει ωραίους κήπους, πάνω απ’τα νερά του ποταμού Ρίλχρημ. Ο Ράλκος, παρεμπιπτόντως, σε περίπτωση που δεν το ξέρεις, είναι και μάγος του τάγματος των Πεφωτισμένων,» πρόσθεσε ο Κισβέρνες.

«Μάλιστα.» Ο Πολ δοκίμασε το φαγητό του.

«Καλύτερα,» είπε ο Κισβέρνες, «να την αναζητήσεις στην Κίρτβεχ πρώτα, τώρα με τα προβλήματα που παρουσιάστηκαν. Εκεί θάναι, κατά πάσα πιθανότητα.» Και καθώς έτρωγε, ρώτησε: «Αλλά τι σκαρώνουν, ρε, οι αποστάτες πάλι; Τι ξέρεις;»

«Ετοιμάζουν κάτι πολύ μεγάλο, φαίνεται.»

«Σώπα… Στη Βίηλ;»

«Στο Πριγκιπάτο Κίρτβεχ, τουλάχιστον.»

«Μα, τι επιρροή έχουν εδώ;»

«Δε μπορώ να σου πω περισσότερα, όπως σου εξήγησα. Πρέπει πρώτα να μιλήσω στη Νίνα Έκγραμμη. Αλλά μη νομίζεις ότι κι εγώ ο ίδιος ξέρω πολλά. Οι πληροφορίες αυτές έφτασαν στο δίκτυό μας όχι από τη Βίηλ αλλά από άλλες διαστάσεις. Ανέκριναν κάτι αποστάτες κι αυτοί μαρτύρησαν διάφορα.»

«Αν δεν είχε συμβεί το επεισόδιο με τον μεταλλικό γίγαντα, θα έλεγα ότι προσπαθούν να μας τρομοκρατήσουν. Αλλά… δεν έχω ξανακούσει ποτέ για τέτοιο πράμα… Μεταλλικός γίγαντας!… Τι μπορεί να είναι, Πολ; Κάποιο μηχάνημα;»

«Θα το ανακαλύψουμε σύντομα. Γι’αυτό είμαι εδώ, Κισβέρνες.»

«Και ήρθες μόνος σου; Χωρίς κανέναν άλλο για βοήθεια;»

Ο Πολ σκούπισε τα χείλη του με το μανίκι της τουνίκας του. «Η βοήθεια μου είναι… απλωμένη.»

Ο Κισβέρνες ένευσε. «Μάλιστα… Δηλαδή, να φοβόμαστε για αποστάτες κρυμμένους ανάμεσά μας, τώρα;» Είχε καταλάβει εκείνο που ο Πολ ήθελε να τον κάνει να καταλάβει: ότι οι άνθρωποι που τον συντρόφευαν δεν ήταν κοντά του αλλά απλωμένοι γύρω του για λόγους ασφάλειας, ώστε αν κάποιος εχθρικός πράκτορας εντοπίσει αυτόν να μην εντοπίσει και τους υπόλοιπους.

«Τίποτα δεν αποκλείεται, σ’ετούτους τους ταραγμένους καιρούς,» αποκρίθηκε ο Πολ, και ήπιε μια γουλιά από τη μπίρα του.

5.

Με την αυγή, οι ευγενείς της Νέλερβικ είχαν τους πολεμιστές τους έτοιμους για να ξεκινήσει η εκστρατεία, όπως είχε προστάξει η καινούργια Πριγκίπισσα, Βασνίτα Κάλνεραχ. Καθώς το πρώτο φως της ημέρας έπεφτε στην Κοιλάδα των Ποταμών, κάνοντας τα νερά να γυαλίζουν, είκοσι πλοία ήταν εξοπλισμένα και επανδρωμένα, καθώς επίσης και το μεταβαλλόμενο όχημα του Τάμπριελ. Έχοντας τη μορφή τετράποδου, στεκόταν στις όχθες του ποταμού, με τα πόδια του κατά το ήμισυ μέσα στο νερό σαν να ήθελε να το δοκιμάσει προτού βουτήξει.

Η Βασνίτα είχε, φυσικά, ξυπνήσει για να αποχαιρετήσει τους υπηκόους και τους συμμάχους της που θα έφευγαν για να πολεμήσουν. Θα πήγαινε κι η ίδια μαζί τους, αν μπορούσε, παρότι απεχθανόταν τους θανάτους. Στεκόταν τώρα σ’ένα μπαλκόνι του κάστρου της Νέλερβικ, ντυμένη όπως όφειλε να είναι ντυμένη η Πριγκίπισσα του Νέλερβικ, μ’ένα μακρύ φόρεμα από γυαλιστερό ύφασμα κι έναν μακρύ πορφυρό μανδύα. Κάτω από τα ρούχα της αισθανόταν το τραύμα στα πλευρά της να τη λογχίζει, σα να προσπαθούσε συνεχώς να της θυμίζει την ευθύνη που είχε τώρα για το Πριγκιπάτο της. Ατενίζοντας τα πλοία που είχαν γεμίσει τον ποταμό, νόμιζε ότι μπορούσε να διακρίνει τον Άτβος στην πρύμνη του Μένους των Ποταμών, της ναυαρχίδας του δυτικού στόλου (όπως τον είχαν ονομάσει επειδή θ’ακολουθούσε δυτική πορεία). Πλάι του στέκονταν η Ιλρίνα’νορ και ο Νισμάνος, ο Ιερός Μαχητή των Οστών. Τον Στρατηγό Ναλφίρες Βάθμακ δεν μπορούσε να τον δει πουθενά στο κατάστρωμα· ήταν, μήπως, στην καμπίνα του;

Δεν είχε σημασία. Η Βασνίτα ύψωσε το χέρι της, κουνώντας το προς τη μεριά του Άτβος, ελπίζοντας ότι ο Πρόμαχος της Επανάστασης θα έβλεπε αυτή την τελευταία χειρονομία αποχαιρετισμού. Και ο Άτβος, πράγματι, την είδε, γιατί κι εκείνος ύψωσε το χέρι του προς το μέρος της.

Η Βασνίτα χαμογέλασε, και το βλέμμα της πήγε αλλού, στον Άνεμο της Κοιλάδας, την άλλη ναυαρχίδα, αυτή του ανατολικού στόλου. Κατάφερε να εντοπίσει τον Ραφέλνες, τον δεύτερο Ιερό Μαχητή των Οστών του Πριγκιπάτου, και την Αλιζέτ, τη σύζυγο του, στην πλώρη του σκάφους. Κούνησε το χέρι της προς τη μεριά τους, και ο Ραφέλνες την πρόσεξε όπως την είχε προσέξει κι ο Άτβος, και τη χαιρέτησε κι αυτός. Μετά στράφηκε κι η Αλιζέτ, χαιρετώντας την επίσης.

Το βλέμμα της Βασνίτα πήγε, ύστερα, στο τετράποδο όχημα του Τάμπριελ καθώς αυτό είχε αρχίσει να κινείται. Το είδε να βουτά στον ποταμό και να μεταμορφώνεται, να γίνεται υποβρύχιο. Το θέαμα ήταν, όφειλε να ομολογήσει, μαγευτικό: τα μέταλλα έλιωναν και αναπλάθονταν, σαν να επρόκειτο για κάποια μυστηριώδη ημίρρευστη ουσία, πλαστικής φύσης.

Η Βασνίτα δεν ήξερε αν θα είχε νόημα να υψώσει το χέρι της για να χαιρετήσει τον Τάμπριελ, την Ανταρλίδα, την Αλιζέτ, και τον Όρνιφιμ, που ήξερε ότι βρίσκονταν μέσα στο υποβρύχιο. Παρ’όλ’αυτά, το έκανε: τους έγνεψε, μία, δύο φορές, ελπίζοντας ότι θα την έβλεπαν.

«Σας είδαν, Πριγκίπισσά μου,» είπε μια φωνή πίσω της. Χωρίς να την ξαφνιάσει.

Η Βασνίτα κοίταξε πάνω απ’τον ώμο της, τον Αρκαλόν, τον Ιεράρχη που ο Τάμπριελ είχε αφήσει εδώ, μαζί της, ώστε να έχουν άμεση επικοινωνία. («Ό,τι ξέρει ο ένας Ιεράρχης το ξέρουν όλοι οι Ιεράρχες,» της είχε πει. «Και ό,τι ξέρουν όλοι οι Ιεράρχες, αργά ή γρήγορα, το ξέρω κι εγώ.») Διαβάζουν και το μυαλό μου; σκέφτηκε. «Είσαι σίγουρος;» τον ρώτησε μειδιώντας.

«Ναι. Ο ομοούσιος μου, ο Όρνιφιμ, είναι μέσα στο υποβρύχιο, μαζί τους,» αποκρίθηκε ο Αρκαλόν. Ο Ιεράρχης ήταν τραυματισμένος, όπως και η Βασνίτα, από ένα χτύπημα στα πλευρά κι από ένα στον ώμο· όμως η Πριγκίπισσα νόμιζε πως στεκόταν όρθιος πολύ πιο άνετα από εκείνη. Δεν ήταν και παράξενο, βέβαια· της έμοιαζε για πολεμιστής: άνθρωπος που είχε μάθει να μάχεται, άνθρωπος που μάλλον είχε ξανατραυματιστεί στη ζωή του.

Η Βασνίτα ένευσε, κι έστρεψε πάλι το βλέμμα της στον στόλο, ο οποίος άρχιζε να πλέει επάνω στον ποταμό, κατευθυνόμενος νότια. Δεν είχε χωριστεί σε ανατολικό και δυτικό ακόμα· κι εκεί όπου θα χωριζόταν, η Βασνίτα δεν θα μπορούσε να τον δει πια.

6.

Ο στόλος αποτελείτο από είκοσι σκάφη, δέκα από τα οποία – τρεις χιλιάδες πολεμιστές – θα πήγαιναν δυτικά, μαζί με τον Άτβος, την Ιλρίνα’νορ, τον Νισμάνος Ενάρμικ τον Ιερό Μαχητή των Οστών, τον Στρατηγό Ναλφίρες Βάθμακ, και τη Ράιλμεχ την Ιεράρχη. Τα άλλα δέκα σκάφη – τρεις χιλιάδες πολεμιστές ακόμα – θα πήγαιναν ανατολικά, με τον Ιερό Μαχητή Ραφέλνες Βάθμακ, τη σύζυγό του, Αλιζέτ Βάθμακ, την Κελρίτ Βόρτεμαχ, και τον Ιεράρχη Ζίρτελον. Επίσης από εκείνη τη μεριά θα πήγαινε, στην αρχή, και το υποβρύχιο του Τάμπριελ, αλλά θα προπορευόταν, για ανιχνευτικούς λόγους. Πράγμα καθόλου δύσκολο, αφού αυτό κινείτο με ενέργεια ενώ τα άλλα σκάφη με ιστία και κουπιά. Η ταχύτητά του ήταν πολλαπλάσια.

Για δέκα ώρες ο στόλος έπλεε προς τα νότια, με τα πανιά του να φουσκώνουν από τον άνεμο. Ο Άτβος ήταν στη στενή καμπίνα του, μαζί με την Ιλρίνα’νορ, όταν τούς ειδοποίησαν ότι είχαν φτάσει στη διχάλα των ποταμών και είχε έρθει η ώρα να χωριστούν. Ο Πρόμαχος της Επανάστασης και η μάγισσα βγήκαν στην κουβέρτα και είδαν ότι τα πλοία είχαν ήδη αρχίσει να παίρνουν τα μισά ανατολική και τα μισά δυτική κατεύθυνση, τα πρώτα ακολουθώντας τη ροή του ποταμού προς τη θάλασσα, τα δεύτερα πηγαίνοντας αντίθετα σ’αυτήν.

Ο Στρατηγός Ναλφίρες πλησίασε τον Άτβος και είπε: «Πριν από καμια ώρα, δύο πλοία μας σταμάτησαν στη Νιλκέρικ, για να πάρουν ό,τι πολεμιστές είχε να δώσει η πόλη.»

Ο Άτβος ένευσε· ήξερε πού ήταν η Νιλκέρικ· πρέπει να την είχαν μόλις περάσει. «Και τι έγινε; Είχαμε καμια επικοινωνία;»

«Όλα εντάξει,» είπε ο Ναλφίρες. «Δήλωσαν πρόθυμοι να προσφέρουν μαχητές στην Πριγκίπισσα, αν και πρέπει να παραξενεύτηκαν από τούτη την… ξαφνική εκστρατεία.» Ούτε ο Ναλφίρες Βάθμακ ήταν τόσο υπέρ τούτης της «ξαφνικής εκστρατείας», απ’ό,τι είχε καταλάβει ο Άτβος. Ήταν παλιός στρατιωτικός, πάνω από σαράντα-πέντε χρονών, και πίστευε στον νηφάλιο σχεδιασμό, όχι στις απότομες κινήσεις, όπως είχε δηλώσει όταν η Βασνίτα τον είχε καλέσει για να του μιλήσει. Ωστόσο είχε αναγκαστεί να παραδεχτεί ότι, δεδομένης της κατάστασης, δεδομένου του γεγονότος ότι βιάζονταν, ίσως – ίσως – αυτό το σχέδιο να ήταν καλό· κι εκείνος, φυσικά, θα βοηθούσε όσο μπορούσε, αν και δεν ενέκρινε απαραιτήτως το ότι η Πριγκίπισσα Κισβέτα είχε φυλακιστεί. Ο Άτβος είχε ρωτήσει, μετά, τη Βασνίτα μήπως ο Στρατηγός δεν θα έπρεπε να ήταν καθόλου μαζί τους· μήπως υπήρχε περίπτωση να ενεργήσει προδοτικά. Εκείνη, όμως, του είχε αποκριθεί πως δεν υπήρχε τέτοιος φόβος. «Τον εμπιστεύομαι περισσότερο στη μάχη παρά εδώ, στη Νέλερβικ,» είχε πει. «Δεν πρόκειται να παραδοθεί ούτε στους Παντοκρατορικούς ούτε σε κανέναν άλλο. Θα πολεμήσει μαζί με τους μαχητές του Πριγκιπάτου μέχρι τέλους αν χρειαστεί. Είναι θέμα τιμής γι’αυτόν, Άτβος.»

Ο Άτβος ρώτησε επί του παρόντος τον Στρατηγό: «Είχαμε με πομπό επικοινωνία μαζί τους;»

«Ναι.» Ο Ναλφίρες Βάθμακ ήταν ψηλός άντρας – ψηλότερος από τον Άτβος – και είχε λευκό δέρμα με απόχρωση του ροζ και τραχιά μαύρα μούσια. Τα μακριά του μαλλιά ήταν δεμένα κοτσίδα. Φορούσε μια μακριά κάπα και ελαφριά πανοπλία από κάτω. Ένα μεγάλο σπαθί ήταν θηκαρωμένο στη μέση του.

Ο Άτβος στράφηκε εκεί όπου μπορούσε να δει τη Ράιλμεχ, και της έκανε νόημα να πλησιάσει. Η μαυρομάλλα, λευκόδερμη Ιεράρχης πλησίασε, με την κάπα της ν’ανεμίζει γύρω της. Τα μαλλιά της ήταν δεμένα κότσο, σφιχτά, πίσω απ’το κεφάλι της, και το βάδισμά της ήταν αναμφίβολα στρατιωτικό. Ο Άτβος δεν ήξερε τίποτα γι’αυτήν, αλλά ήταν βέβαιος πως πρέπει να είχε κάποια στρατιωτική θέση στη διάστασή της, τη Νόρχακ.

«Πρόμαχε,» είπε η Ράιλμεχ.

«Όλα εντάξει με τους άλλους;» τη ρώτησε ο Άτβος.

«Ναι. Ο Άνεμος της Κοιλάδας στρίβει νοτιοανατολικά, όπως θα βλέπεις κι εσύ, και το υποβρύχιο πηγαίνει νοτιοανατολικά επίσης.» Υπήρχε ένας Ιεράρχης σε κάθε βασικό σκάφος του στόλου, για να έχουν άμεση επικοινωνία συνεχώς. Αυτοί οι Ιεράρχες ήταν το πιο εκπληκτικό δίκτυο κατασκόπων που μπορούσε να διανοηθεί κανείς, όφειλε να ομολογήσει ο Άτβος.

«Καλώς,» αποκρίθηκε. «Πηγαίνουμε, λοιπόν, δυτικά, σύμφωνα με το σχέδιο.»

«Κι οι Κολοσσοί ας είναι μαζί μας,» είπε ο Στρατηγός Ναλφίρες Βάθμακ, ατενίζοντας προς τον ορίζοντα, με το σαγόνι ψηλά και τα χέρια πιασμένα πίσω απ’την πλάτη – μια στάση που έπαιρνε συχνά, είχε παρατηρήσει ο Άτβος.

Βαθιά κάτω από την επιφάνεια του ποταμού, μέσα στο υποβρύχιο σκάφος, όπου ο Τάμπριελ καθόταν στο ενεργειακό κέντρο έχοντας υφάνει τη Μαγγανεία Κινήσεως, ο Όρνιφιμ είπε στην Ανταρλίδα και την Αλιζέτ: «Ο στόλος χωρίζεται.»

«Το βλέπουμε,» αποκρίθηκε η Αλιζέτ, που καθόταν στο τιμόνι του σκάφους και κοίταζε την οθόνη των ανιχνευτών.

«Δεν έχει παρουσιαστεί κανένα πρόβλημα, έτσι;» ρώτησε η Ανταρλίδα τον Ιεράρχη.

«Κανένα απολύτως,» είπε ο Όρνιφιμ.

Η Αλιζέτ στράφηκε να κοιτάξει την Ανταρλίδα. «Θα πάμε πιο μπροστά για ν’ανιχνεύσουμε, τώρα;»

Η Ανταρλίδα καταλάβαινε, από τα λόγια κι από την όψη της Σκοτεινής Βασίλισσας, ότι πρέπει να το θεωρούσε ανούσιο ακόμα. Τι μπορεί να παρουσιαζόταν τόσο νωρίς; Οι πιθανότητες να συναντήσουν κάποιον κίνδυνο θα ήταν περισσότερες όταν θα πλησίαζαν τη Λίνερελ, και μετά όταν θα έβγαιναν απ’τα ποτάμια και θα έπλεαν στη θάλασσα, παράκτια. Η Ανταρλίδα συμφωνούσε, ωστόσο είπε: «Ας πάμε. Έτσι κι αλλιώς, δε χάνουμε τίποτα.»

Η Αλιζέτ μόρφασε αδιάφορα, και επιτάχυνε, αφήνοντας γρήγορα πίσω της τον στόλο των ιστιοφόρων.

7.

Η Κελρίτ Βόρτεμαχ κοίταζε, για λίγο, τον στόλο να διαιρείται σε ανατολικός και δυτικός, ενώ στεκόταν στην πρύμνη του Ανέμου της Κοιλάδας, με τα γαντοφορεμένα χέρια της ν’αγγίζουν το γυαλισμένο ξύλο της κουπαστής. Μετά, το βλέμμα της έφυγε από τα σκάφη που απομακρύνονταν πλέοντας αντίθετα στη ροή του ποταμού και στράφηκε στο κατάστρωμα της ναυαρχίδας.

Αυτός ο περίεργος άντρας, ο Ζίρτελον, με τη λοξή ουλή στο αριστερό μάγουλο, στεκόταν κοντά στο κεντρικό κατάρτι, παρατήρησε η Κελρίτ, μακριά από εκείνη, τον Ραφέλνες, και την Αλιζέτ. Καλύτερα. Δεν ήθελε να τον έχει κοντά της, όσο ήταν αυτό δυνατόν, γιατί, απ’ό,τι είχε καταλάβει, ήταν κάποιου είδους μάγος. Και ο Τάμπριελ τον είχε εδώ για να τους κατασκοπεύει: για να ξέρει μέσω αυτού τι έκαναν. Για να έχουν επικοινωνία, ήταν βασικά αυτό που τους είχε πει· αλλά, και πάλι, ποια ήταν η διαφορά; Η Κελρίτ δεν μπορούσε να καταλάβει. Ο Ζίρτελον, εξάλλου, είχε δυνάμεις που ήταν, προφανώς, ακατανόητες για εκείνη και για όλους τους άλλους επάνω σε τούτο το σκάφος. Επάνω σ’ολόκληρο τον ανατολικό στόλο, μάλλον.

«Έτσι επίμονα όπως τον κοιτάς, θα νόμιζε κανείς ότι τον γουστάρεις,» της είπε η Αλιζέτ.

Η Κελρίτ στράφηκε να την αντικρίσει, παραμερίζοντας μια τούφα ξανθά μαλλιά από το πρόσωπό της. «Αυτό δεν είναι ούτε καν αστείο.»

Η Αλιζέτ Βάθμακ μειδίασε, ωστόσο.

Ο Ραφέλνες, που είχε μια κάπα ριγμένη πάνω από τα ιερά οστά που έντυναν το σώμα του, είπε, κοιτάζοντας κι εκείνος τον Ζίρτελον: «Έχει κάτι το… ασυνήθιστο επάνω του.»

«Ακριβώς,» ένευσε η Κελρίτ. «Το τρομαχτικό, ίσως. Σα να μην είναι άνθρωπος όπως εμείς.»

«Και τι είναι;» είπε η Αλιζέτ. «Δαίμονας;» Την πείραζε. Ήταν πειραχτήρι η Αλιζέτ Βάθμακ· και το γεγονός ότι πέρσι είχε γίνει μητέρα δεν το είχε αλλάξει αυτό στο ελάχιστο. Ο τρόπος της ήταν απότομος και ανεξημέρωτος όπως πάντα. Ακόμα κι όταν γεννούσε τον γιο της, η Κελρίτ (που δεν ήταν παρούσα) είχε μάθει πως η Αλιζέτ έκανε αστεία στις μαίες.

«Σίγουρα, πάντως, έχει μαγικές δυνάμεις, Αλιζέτ!»

Η Αλιζέτ γέλασε. «Το ίδιο δε θα μπορούσε να πει κανείς και για τον άντρα μου» – άγγιξε τον ώμο του Ραφέλνες – «αν δεν ήξερε τίποτα για τους Ιερούς Μαχητές των Οστών;»

«Αυτό είναι άλλο…»

«Καθόλου, Κελρίτ. Φαντάσου πώς θα τον έβλεπε ένας εξωδιαστασιακός άσχετος με τη Βίηλ. Σαν τέρας.»

«Σ’ευχαριστώ, αγάπη μου,» είπε ο Ραφέλνες.

Η Κελρίτ γέλασε. Η Αλιζέτ μειδίασε πλατιά, δείχνοντας τα λευκά δόντια της. Και ο Ραφέλνες χαμογελούσε, φυσικά, γνωρίζοντας ότι η σύζυγός του δεν είχε προσπαθήσει να τον προσβάλει.

Η Αλιζέτ συνέχισε: «Ο Ζίρτελον δεν είναι ούτε κατά το ήμισυ τόσο τρομαχτικός, ή περίεργος, όσο ο Ραφέλνες.»

«Ίσως,» αποκρίθηκε η Κελρίτ, στρέφοντας πάλι το βλέμμα της στον παράξενο άντρα, ο οποίος είχε απομακρυνθεί τώρα λιγάκι από το κεντρικό κατάρτι και βάδιζε προς την πρύμνη χωρίς να βιάζεται. «Έρχεται προς τα δω…»

«Λες να μας δαγκώσει;» έκανε η Αλιζέτ.

«Σταμάτα πια!» μόρφασε η Κελρίτ στραβώνοντας τα χείλη.

Ο Ζίρτελον ανέβηκε τη σκάλα που οδηγούσε στην πρύμνη. Τα μακριά, σγουρά, μαύρα μαλλιά του ανέμιζαν γύρω απ’το κεφάλι του, συγκρατημένα από μια πράσινη κορδέλα γύρω από τους κροτάφους. Το δέρμα του ήταν λευκό με απόχρωση του ροζ, όπως της Αλιζέτ και του Ραφέλνες· θα μπορούσε, θεωρητικά, να ήταν γηγενής της Βίηλ, αν έκρινε κανείς από τα χρώματά του· η Κελρίτ παρ’όλ’αυτά εξακολουθούσε να τον βλέπει ως κάτι το τελείως… εξώκοσμο. Γιατί; αναρωτήθηκε, ατενίζοντάς τον να τους ζυγώνει περνώντας δίπλα από τον τιμονιέρη. Κάτι στα μάτια του… συμπέρανε, αβέβαιη για το συμπέρασμά της.

Ο Ζίρτελον ένευσε προς τη μεριά τους, σε χαιρετισμό.

«Γεια,» είπε η Αλιζέτ χαμογελώντας.

«Όλα εντάξει;» ρώτησε ο Ραφέλνες.

Ο Ζίρτελον ένευσε πάλι. «Ναι. Ο Μεγάλος Προφήτης έρχεται από τη μεριά μας, κι έχει πάει μπροστά τώρα, για να ανιχνεύσει.»

«Ο Μεγάλος Προφήτης;» έκανε η Κελρίτ.

«Ο Τάμπριελ,» εξήγησε ο Ζίρτελον στρέφοντας το παράξενο βλέμμα του επάνω της. Τι έχουν τα μάτια του; αναρωτήθηκε εκείνη. Είναι σαν… σαν καθρέφτες που αντικρίζουν άλλους καθρέφτες.

«Βρίσκεσαι, όντως, σε συνεχή επαφή μαζί του;» είπε η Αλιζέτ. «Μέσα στο μυαλό σου;» Άγγιξε το πλάι του κεφαλιού της.

«Περίπου.»

«Θα είναι περίεργο, υποθέτω,» χαμογέλασε η Αλιζέτ. «Κανένας σας δε θα μπορεί να βρει μια στιγμή ησυχίας.» Γέλασε. «Ή όχι;» ρώτησε σοβαρά.

«Δεν είναι ακριβώς όπως νομίζεις.»

Η Αλιζέτ συνοφρυώθηκε ερωτηματικά.

«Ένα μέρος του μυαλού σου ενοχλείται επειδή ένα άλλο μέρος του μυαλού σου βρίσκεται σε επαφή μαζί του;»

Η Αλιζέτ μόρφασε, μπερδεμένη.

Της το είπα, σκέφτηκε η Κελρίτ. Είναι παράξενος. Δεν είναι σαν εμάς.

«Τέλος πάντων,» είπε ο Ραφέλνες. «Ό,τι κι αν κάνεις, χαιρόμαστε που σε έχουμε μαζί μας.» Και τον ρώτησε: «Θα ξέρεις συνεχώς τι γίνεται και στον δυτικό στόλο;»

«Ναι,» απάντησε ο Ζίρτελον, «επειδή η Ράιλμεχ είναι εκεί, επάνω στο Μένος των Ποταμών. Τώρα στέκεται στην πρύμνη, μαζί με τον Πρόμαχο Άτβος, την Ιλρίνα’νορ, και τον Στρατηγό Ναλφίρες.»

«Δηλαδή είναι σα να τους βλέπεις κανονικά;» είπε, έκπληκτη, η Αλιζέτ. «Σα να είσαι εκεί, δίπλα τους;»

«Κατά μία έννοια, ναι.»

«Μεγάλοι Κολοσσοί…» μουρμούρισε η Αλιζέτ, ρίχνοντας πρώτα ένα βλέμμα στον Ραφέλνες και μετά ένα στην Κελρίτ.

Η τελευταία, σταυρώνοντας τα χέρια της εμπρός της, έμεινε σιωπηλή. Φαντάσου να έχεις ένα δίκτυο από τέτοιους κατασκόπους… σκέφτηκε. Γι’αυτό η Παντοκράτειρα φοβάται τον Τάμπριελ. «Δεν έχει σημασία που η Ράιλμεχ είναι τόσο μακριά από εσένα;»

Ο Ζίρτελον την ατένισε ξανά. «Αρκεί να είμαστε στην ίδια διάσταση, η απόσταση είναι ασήμαντη.»

«Αν ήταν σε άλλη διάσταση;»

«Δεν βρίσκομαι σε επαφή με τους ομοούσιους που είναι σε άλλες διαστάσεις.»

«Ομοούσιοι είναι οι….»

«Ναι,» της είπε ο Ζίρτελον.

«Τι θα λέγατε να πάμε να ξεκουραστούμε λίγο;» πρότεινε η Αλιζέτ. «Είμαστε στο πόδι από τα ξημερώματα.» Είχαν μονάχα καθίσει λιγάκι το μεσημέρι, στη γέφυρα, για να φάνε κάτι πρόχειρο, προτού ο στόλος διαιρεθεί.

«Πάμε,» συμφώνησε η Κελρίτ. Και προς τον Ζίρτελον: «Κουράζεσαι κι εσύ κανονικά, έτσι;»

Εκείνος την κοίταξε απορημένος.

Η Αλιζέτ γέλασε. «Μη δίνεις σημασία στην Κελρίτ· είναι από το φεγγάρι!»

Η Κελρίτ την αγριοκοίταξε. Αν δεν ήταν η Αλιζέτ όπως πάντα ήταν η Αλιζέτ, θα το είχε πάρει προσωπικά αυτό!

Ο Ζίρτελον χαμογέλασε, και ο Ραφέλνες τον χτύπησε φιλικά στον πλάτη. «Πάμε κάτω,» είπε.

Μπήκαν στη γέφυρα του πλοίου και κάθισαν στα αναπαυτικά καθίσματα. Στο τραπέζι υπήρχαν φρούτα, γλυκίσματα, ρύζι με γαρνιτούρες, και ποτά – κρασί και μπίρα. Ο Ζίρτελον πήρε θέση σε μια πολυθρόνα στη γωνία. Η Κελρίτ έλυσε την κάπα της και κάθισε σε μια καρέκλα του τραπεζιού· έβγαλε τα γάντια της και έπιασε ένα μήλο από τη φρουτιέρα κι ένα μαχαίρι για να το καθαρίσει. Γέμισε επίσης μια κούπα με νερωμένο κρασί. Ο Ραφέλνες κάθισε κι αυτός στο τραπέζι και γέμισε άλλη μια κούπα με νερωμένο κρασί, την οποία κράτησε κοντά του πίνοντας αργά: ακόμα έπινε όταν η Κελρίτ είχε προ πολλού τελειώσει το μήλο της και τη δική της κούπα. Η Αλιζέτ έβγαλε την κάπα και τις μπότες της και μισοξάπλωσε στον μοναδικό, στενό καναπέ της καμπίνας, καπνίζοντας πού και πού κανένα τσιγάρο εισαγμένο από Ρελκάμνια.

Το μηχανικό ρολόι στον καρπό της Κελρίτ έλεγε ότι ήταν περασμένες έξι, όταν ένας πολεμιστής τούς ειδοποίησε ότι πλησίαζαν μια πόλη του Πριγκιπάτου Νέλερβικ, την Άσνιρκ, απ’όπου τους είχαν μόλις στείλει μήνυμα μέσω πομπού.

«Τι μήνυμα;» ρώτησε η Κελρίτ, που η Πριγκίπισσα Βασνίτα την είχε αναθέσει ναύαρχο του ανατολικού στόλου επειδή οι Βόρτεμαχ ήταν ένας από τους Χαμηλούς Οίκους και ήθελε να δείξει πως δεν υποστήριζε μόνο τους Υψηλούς Οίκους, όπως τους Βάθμακ.

«Μας λένε ότι έχουν πολεμιστές έτοιμους για εμάς, Αρχόντισσά μου,» αποκρίθηκε ο πολεμιστής. «Πρέπει οι εντολές της Πριγκίπισσας να έφτασαν εδώ πριν από εμάς.»

Φυσικά. Η Νέλερβικ δεν ήταν μακριά από την Άσνιρκ από ξηράς. Μόλις εβδομήντα-πέντε χιλιόμετρα περίπου· ένας μαντατοφόρος με ενεργειακό δίκυκλο – ακόμα και με άλογο – θα είχε προ πολλού φτάσει, αν είχε ξεκινήσει από χτες το πρωί, όταν οι ευγενείς της Νέλερβικ ετοίμαζαν τους στρατούς τους.

«Έχουν πλοία;» ρώτησε η Κελρίτ.

«Λένε πως έχουν ένα πολεμικό σκάφος, που θα στείλουν μαζί μας. Δεν χωράνε, όμως, σ’αυτό όλοι οι πολεμιστές που είναι πρόθυμοι να μας ακολουθήσουν.»

«Αφήστε να επιβιβαστούν στα σκάφη μας όσοι είναι δυνατόν να επιβιβαστούν,» πρόσταξε η Κελρίτ.

«Μάλιστα, Αρχόντισσά μου.» Ο πολεμιστής έκλινε το κεφάλι και έφυγε.

«Μου φαίνεται σαν ψέμα…» είπε η Κελρίτ μετά από λίγο.

«Ποιο πράγμα; Η επικοινωνία από την Άσνιρκ;» ρώτησε ο Ραφέλνες.

«Όχι· όχι, δεν λέω γι’αυτούς. Λέω για όλο αυτό το πράγμα που συμβαίνει. Για όλη την εκστρατεία.» Κοίταξε, με τις άκριες των ματιών της, τον Ζίρτελον, ο οποίος δεν έμοιαζε να δίνει σημασία στα λόγια της αλλά δεν μπορεί να μην άκουγε. «Και δε λέω ότι είμαι εναντίον,» πρόσθεσε η Κελρίτ, περισσότερο για τ’αφτιά του Ζίρτελον παρά για οποιονδήποτε άλλο λόγο. «Αν όλ’αυτά οδηγήσουν στην απελευθέρωσή μας από την Παντοκράτειρα, τότε κάτι καλό θα έχει γίνει… Αλλά ήρθαν τόσο ξαφνικά. Και βρεθήκαμε, χωρίς πολλή σκέψη, όχι μόνο να υπηρετούμε κάποια που σφετερίστηκε τον Θρόνο του Πριγκιπάτου αλλά και να αντιμετωπίζουμε μια δύναμη που είναι… τεράστια, και εξαπλωμένη παντού.»

«Η Βασνίτα δεν είναι απλά κάποια που σφετερίστηκε τον θρόνο,» είπε ο Ραφέλνες. «Την πιστεύω όταν λέει πως το μόνο που θέλει είναι το καλό του Πριγκιπάτου μας και της Βίηλ. Δεν έχω αμφιβολία για τις προθέσεις της.»

Η Κελρίτ ήξερε ότι ο Ραφέλνες και η Βασνίτα ήταν κάποτε εραστές (με τη συγκατάθεση της Αλιζέτ, μάλιστα!), έτσι δεν ήταν βέβαιη για το πόση βαρύτητα να δώσει σε τούτα τα λόγια. Από την άλλη, όμως, πολλοί ήταν εκείνοι που συμπαθούσαν τη Βασνίτα Κάλνεραχ, όχι μόνο ο Ραφέλνες ή οι άλλοι εραστές της (διότι δεν είχε, κατά καιρούς, λίγους, όπως γνώριζε η Κελρίτ). Γι’αυτό κιόλας μπόρεσε να σταθεί, μετά τον σφετερισμό της, και το Πριγκιπάτο μας δεν πνίγηκε στον εμφύλιο πόλεμο.

Η ίδια η Κελρίτ δεν ήξερε αν συμπαθούσε ακριβώς τη Βασνίτα· πάντως, δεν την αντιπαθούσε κιόλας. Μπορεί όντως οι προθέσεις της να είναι καλές. Δεν την είχε ούτε για φιλάργυρη ούτε για εξουσιομανή. Μάλιστα, ανέκαθεν νόμιζε ότι ήταν πολύ πιο συνετή από την ξαδέλφη της, την Κισβέτα. Όχι, φυσικά, πως αυτό από μόνο του δικαιολογούσε απαραίτητα τον σφετερισμό ενός θρόνου…

8.

Καθώς ο ανατολικός στόλος έπλεε πάνω στον ποταμό Λάρερημ, συγκέντρωνε πολεμιστές από τις βόρειες όχθες, ενώ τις νότιες όχθες δεν τις πλησίαζε καθόλου. Από απόσταση μονάχα, η Κελρίτ, ο Ραφέλνες, και η Αλιζέτ έβλεπαν τα μικρά λιμάνια και τα τείχη πόλεων: διότι αυτές οι περιοχές δεν ανήκαν στο Πριγκιπάτο Νέλερβικ αλλά στο Πριγκιπάτο Χαύδοραλ. Ο ποταμός Λάρερημ, ουσιαστικά, αποτελούσε σύνορο ανάμεσά τους.

Το πρωί της δεύτερης ημέρας της εκστρατείας, η Κελρίτ, κατεβάζοντας από το μάτι της το τηλεσκόπιο με το οποίο κοιτούσε τις νότιες όχθες, είπε: «Αφού τους βλέπουμε εμείς, μας βλέπουν κι αυτοί· και σίγουρα θα τους έχουμε τραβήξει την προσοχή.» Παραμέρισε μια τούφα ξανθών μαλλιών από το πρασινόδερμο πρόσωπό της, πιάνοντάς την πίσω από το αριστερό της αφτί.

«Παρατηρείς κινήσεις πολεμιστών;» ρώτησε ο Ραφέλνες.

«Όχι· αυτό δε σημαίνει, όμως, πως δεν προετοιμάζονται κιόλας.»

Η όψη του Ραφέλνες μαρτυρούσε πως ο Ιερός Μαχητής των Οστών συμφωνούσε μαζί της.

Η Αλιζέτ ρώτησε: «Γιατί να υποθέσουν ότι ερχόμαστε για να επιτεθούμε στο Πριγκιπάτο τους; Τα τελευταία χρόνια δεν είχαμε διενέξεις με το Χαύδοραλ.»

«Δεν είχαμε διενέξεις λόγω της Παντοκρατορικής εποπτείας,» είπε ο Ραφέλνες. «Ακόμα κι εγώ, που δεν τα πάω καλά με την πολιτική, το ξέρω αυτό, αγάπη μου.»

«Ναι, δεν τα πας καλά με την πολιτική…» Η Αλιζέτ μόρφασε αναποδογυρίζοντας τα μάτια, φανερώνοντας τη δυσπιστία της για τη δήλωση του Ραφέλνες. «Όπως και νάχει, στο Πριγκιπάτο Χαύδοραλ δεν μπορεί να έχουν μάθει τόσο γρήγορα ότι αποτινάξαμε τους Παντοκρατορικούς από τη Νέλερβικ.»

«Μην το λες· δεν αποκλείεται. Παντοκρατορικοί κατάσκοποι τριγυρίζουν παντού, όπως ισχυρίζεται κι ο Πρόμαχος Άτβος. Κι έχω την αίσθηση πως ξέρει τι λέει.»

Η Κελρίτ στράφηκε στον Ζίρτελον. «Τι γίνεται με τον δυτικό στόλο;»

«Δεν έχουν συναντήσει κανένα εμπόδιο. Έχουν, όμως, κι εκείνοι κάνει παρόμοιες υποθέσεις μ’αυτές που κάνετε εσείς τώρα.

»Το υποβρύχιο του Μεγάλου Προφήτη, πάντως, δεν έχει εντοπίσει τίποτα μπροστά μας, και τώρα πηγαίνει προς τα δυτικά.»

«Μας εγκαταλείπει;»

«Θα επιστρέψει σύντομα,» τη διαβεβαίωσε ο Ζίρτελον. «Θέλουν απλώς να βεβαιωθούν ότι δεν υπάρχει κανένα εμπόδιο και μπροστά στον δυτικό στόλο.»

Το βράδυ, έφτασαν κοντά στο τελευταίο φιλικό λιμάνι, την πόλη Καρέσνιχ, η οποία ήταν οικοδομημένη εκεί όπου ο ποταμός Λάρερημ χανόταν μέσα στον ποταμό Κάλμιρηλ, και ο ανατολικός στόλος θα έστριβε νότια, κατευθυνόμενος προς τη Λίνερελ και το Πράσινο Πέλαγος. Στην Καρέσνιχ τούς περίμεναν δύο πολεμικά πλοία, πλήρως επανδρωμένα και έτοιμα να τους ακολουθήσουν. Η Ναύαρχος Κελρίτ, ασφαλώς, μετά χαράς τα πρόσθεσε στον στόλο της και συνέχισαν να πλέουν, τώρα επάνω στον ποταμό Κάλμιρηλ, ακολουθώντας τη ροή του. Οι δυτικές όχθες ήταν όλες εδάφη του Πριγκιπάτου Χαύδοραλ – εχθρικές, έτσι όπως είχαν έρθει τα πράγματα – ενώ οι ανατολικές όχθες ανήκαν στο Πριγκιπάτο Τάσβεραλ – επίσης εχθρικές, αφού κι αυτό το Πριγκιπάτο βρισκόταν υπό τον έλεγχο της Παντοκράτειρας.

Η Κελρίτ ένιωθε περικυκλωμένη, αποκλεισμένη. Είχε την αίσθηση ότι από στιγμή σε στιγμή κάποιοι θα τους επιτίθονταν, από τα ανατολικά ή από τα δυτικά. Ή ίσως να τους επιτίθονταν κι από τις δύο όχθες συγχρόνως, για να τους κλείσουν ανάμεσά τους και να τους κομματιάσουν.

Μέσα στη νύχτα, όμως, δεν μπορούσε να διακρίνει κανένα σκάφος να πλησιάζει.

Ένα χέρι άγγιξε τον ώμο της και η Κελρίτ αναπήδησε, ξαφνιασμένη. Στρεφόμενη είδε τον Ζίρτελον. Εκτός από εκείνη κι αυτόν, μονάχα ο τιμονιέρης ήταν τώρα εδώ, στην πρύμνη της ναυαρχίδας.

«Τι;» ρώτησε η Κελρίτ.

«Ο Μεγάλος Προφήτης βρίσκεται πάλι κοντά μας, Ναύαρχε.»

«Αυτό με καθησυχάζει τώρα…» Δεν έλειπε η ειρωνεία απ’τη φωνή της.

Ο Ζίρτελον δεν φάνηκε να δίνει σημασία. «Δε μοιάζει να μας έχουν στήσει παγίδα ακόμα. Αν μας είχαν στήσει παγίδα, νομίζω πως ή η Ανταρλίδα ή η Αλιζέτ θα την είχαν εντοπίσει. Κοιτάζουν συνεχώς με το περισκόπιο.»

Η Αλιζέτ η Μαύρη Δράκαινα, εννοούσε προφανώς. Της Κελρίτ τής φαινόταν παράξενη τούτη η συνωνυμία. Όταν άκουγε το όνομα Αλιζέτ, πάντοτε ερχόταν στο μυαλό της η Αλιζέτ Βάθμακ, την οποία ήξερε από τότε που κι οι δυο τους ήταν μικρές.

«Πήγαινε να κοιμηθείς,» πρόσθεσε ο Ζίρτελον.

Η Κελρίτ ατένισε το πρόσωπό του. Η μακριά ουλή στο αριστερό του μάγουλο φάνταζε τόσο σκοτεινή και βαθιά, μες στη νύχτα. «Σου φαίνομαι κουρασμένη;»

«Πρέπει να είσαι,» είπε ο Ζίρτελον. «Δεν έχεις κοιμηθεί όλη μέρα.» Τα μάτια του της έφερναν στο μυαλό αντανακλάσεις πολλών ματιών, καθρεπτισμούς μέσα σε καθρεπτισμούς.

«Παρακολουθείς τι κάνω;»

«Δε χρειάζεται. Από το πρωί είσαι ή στην πρύμνη ή στην κουβέρτα. Μην ανησυχείς,» της είπε· «αν κάνουν πως μας πλησιάζουν, θα ειδοποιηθούμε αμέσως.

»Δε νομίζω, ωστόσο, να το επιχειρήσουν…» πρόσθεσε σκεπτικά.

«Γιατί;»

«Διότι δεν μπορεί ακόμα να ξέρουν ποιες ακριβώς είναι οι προθέσεις μας. Και θα έχουν αναμφίβολα δει και τον δυτικό στόλο. Πού να πρωτοεπιτεθούν; Λογικά, θα περιμένουν μέχρι να γίνει φανερό πού κατευθυνόμαστε. Δηλαδή θα πρέπει ν’αρχίσουμε ν’ανησυχούμε αφότου περάσουμε τη Λίνερελ, νομίζω.»

«Μάλλον,» συμφώνησε η Κελρίτ· και μετά, ακολουθώντας τη συμβουλή του Ζίρτελον, πήγε στην καμπίνα της.

9.

Ο δυτικός στόλος συγκέντρωνε πολεμιστές και πλοία καθώς έπλεε βορειοδυτικά, ακριβώς όπως και ο ανατολικός στόλος. Και περίπου την ίδια νυχτερινή ώρα που ο ανατολικός στόλος έφτασε κοντά στην Καρέσνιχ, ο δυτικός έφτασε στο μέρος όπου ο ποταμός Λάρερημ γεννιόταν μέσα από τον ποταμό Κάνιλρεχ. Εκεί δημιουργείτο μια μεγάλη διχάλα, με επικίνδυνους καταρράκτες και σημεία με βράχια που μπορούσαν να προκαλέσουν ζημιές στα πλοία. Οι οδηγοί, όμως, του δυτικού στόλου ήταν από τους πιο πεπειραμένους στο Πριγκιπάτο Νέλερβικ και δεν δυσκολεύτηκαν να προσπεράσουν αυτά τα εμπόδια, ακολουθώντας τους ασφαλείς υδάτινους δρόμους που σχηματίζονταν ανάμεσά τους, και να βρεθούν επάνω στον πλατύ ποταμό Κάνιλρεχ, ο οποίος από εδώ και πέρα κυλούσε νότια, για χιλιόμετρα και χιλιόμετρα και χιλιόμετρα, ώσπου να συναντήσει, κοντά στη θάλασσα, τον ακόμα μεγαλύτερο ποταμό Νέρελρημ, ο οποίος ερχόταν εδώ από την κεντρική Βίηλ, έχοντας διασχίσει τα εδάφη του Πριγκιπάτου Σάνκριλαμ.

Καθώς έπλεαν επάνω στον Κάνιλρεχ, είχαν από τη μια πλευρά τις όχθες του Πριγκιπάτου Χαύδοραλ κι από την άλλη τις όχθες του Πριγκιπάτου Σάνκριλαμ, και ο Άτβος φοβόταν ότι ίσως, αργά ή γρήγορα, να δέχονταν επίθεση, αν οι πράκτορες της Παντοκράτειρας είχαν καταλάβει το σχέδιό τους.

Το πρωί της πρώτης ημέρας που ταξίδευαν επάνω στον Κάνιλρεχ, ένα ελικόπτερο ήρθε προς το μέρος του στόλου, από τα εδάφη του Πριγκιπάτου Χαύδοραλ. Ο Άτβος, υψώνοντας το κιάλι του, είδε ότι έφερε το σύμβολο της Παντοκράτειρας.

«Παντοκρατορικοί,» είπε σ’αυτούς που στέκονταν κοντά του στην πρύμνη του Μένους των Ποταμών.

«Δε μπορεί να τολμήσουν να μας επιτεθούν με ένα μόνο ελικόπτερο!» είπε ο Ναλφίρες Βάθμακ, στεκόμενος ευθυτενής, με τα χέρια του πιασμένα πίσω από την πλάτη, ατενίζοντας το αεροσκάφος με βλέμμα αυστηρό, χωρίς να κρατά κιάλι, λες και τα μάτια του να ήταν μάτια αετού.

«Μπορεί να σκέφτονται να μας ρίξουν εκρηκτικές ύλες, Στρατηγέ,» είπε ο Νισμάνος, ο Ιερός Μαχητής των Οστών. «Με μια σχετικά μεγάλη ποσότητα–»

«–μπορούν ν’ανατινάξουν σχεδόν τον μισό μας στόλο, αν ρίξουν τα εκρηκτικά στο σωστό σημείο,» τον διέκοψε ο Άτβος κατεβάζοντας το κιάλι του.

«Ναι,» είπε ο Νισμάνος.

Ο Άτβος στράφηκε στη γυναίκα του. «Ετοίμασε το όπλο μας. Για καλό και για κακό.»

Η Ιλρίνα’νορ ένευσε, μην έχοντας αμφιβολία σε ποιο όπλο αναφερόταν ο Άτβος: το πανίσχυρο ενεργειακό κανόνι στην πλώρη της ναυαρχίδας. Σε άλλες διαστάσεις, είχε ακούσει η Ιλρίνα, μόνο οι μάγοι του τάγματος των Τεχνομαθών γνώριζαν τη Μαγγανεία Οπλικής Φορτίσεως που ήταν απαραίτητη για τον έλεγχο της ροής της ενέργειας στα ενεργειακά κανόνια. Στη Βίηλ, όμως, δεν ήταν έτσι. Στη Βίηλ, μόνο οι Πεφωτισμένοι μπορούσαν να κάνουν τη Μαγγανεία Οπλικής Φορτίσεως για τα ενεργειακά κανόνια της διάστασης – καθώς κι ορισμένοι Τεχνομαθείς που είχαν εκπαιδευτεί ειδικά. Αλλά, βέβαια, τα ενεργειακά κανόνια της Βίηλ δεν ήταν όπως αυτά άλλων διαστάσεων. Εδώ δεν ρουφούσαν ενέργεια από φιάλες· είχαν μέσα τους μια εστία που συγκέντρωνε τη δύναμη της ίδιας της διάστασης και την εξαπέλυε εναντίον των στόχων τους.

Η Ιλρίνα’νορ ρώτησε: «Και ποιος θα το χειριστεί, αν χρειαστεί;»

«Εγώ,» της είπε ο Άτβος, κάνοντάς της πάλι νόημα να πηγαίνει.

Η Ιλρίνα κατέβηκε τη σκάλα της πρύμνης και, διασχίζοντας την κουβέρτα (προσέχοντας μη γλιστρήσει στα βρεγμένα ξύλα), έτρεξε στην πλώρη, όπου ήταν προσαρτημένο το ενεργειακό κανόνι. Το μεταλλικό κατασκεύασμα, που γυάλιζε κάτω από τις ακτίνες του πρωινού ήλιου, είχε δύο θέσεις: μία για τον πυροβολητή, μία για τον μάγο. Κι οι δύο ήταν προστατευμένες με ατσάλι και άθραυστο γυαλί. Η Ιλρίνα ανέβηκε στη δεύτερη και έκλεισε το σκέπαστρο από πάνω της. Ακούμπησε την πλάτη της αναπαυτικά στο δερμάτινο κάθισμα, βάζοντας τον αυχένα της επάνω στον ειδικό αισθητήρα εκεί· μετά ακούμπησε τις παλάμες και τους καρπούς της επάνω στους αισθητήρες στους βραχίονες του καθίσματος.

Κλείνοντας τα βλέφαρα, έφερε το μυαλό της σε επαφή με το Φως. Αισθάνθηκε τον παλμό του και άκουσε το τραγούδι του. Μια πανίσχυρη, φορτισμένη παρουσία παντού γύρω της. Τα λόγια της Μαγγανείας Οπλικής Φορτίσεως γλίστρησαν αβίαστα από τα χείλη της, και τώρα η Ιλρίνα αισθάνθηκε την εστία βαθιά μέσα στα σπλάχνα του κανονιού να συγκεντρώνει τη δύναμη της Βίηλ και να φουσκώνει, να πάλλεται σαν καρδιά. Ενέργεια έμπαινε κι ενέργεια έβγαινε, ομαλά, ελεγχόμενα. Ένα τέλειο σύστημα, καθοδηγούμενο από τη νοητική και ψυχική δύναμη της Πεφωτισμένης μάγισσας.

Εν τω μεταξύ, στην πρύμνη του Μένους των Ποταμών, ο Άτβος, ο Ναλφίρες, ο Νισμάνος, και η Ράιλμεχ έβλεπαν το Παντοκρατορικό ελικόπτερο να έρχεται ολοένα και πιο κοντά.

Ο Άτβος πρόσταξε τον οδηγό της ναυαρχίδας να οδηγήσει το σκάφος προς τα ανατολικά. «Θέλω να είμαστε, ει δυνατόν, το πρώτο πλοίο που θα συναντήσουν τα ιπτάμενα σκυλιά της Παντοκράτειρας,» είπε.

Ο τιμονιέρης κοίταξε ερωτηματικά τον Ναλφίρες, που ήταν, κατόπιν διαταγής της καινούργιας Πριγκίπισσας, ναύαρχος του δυτικού στόλου. Ο Ναλφίρες έγνεψε καταφατικά, και το Μένος των Ποταμών πήρε ανατολική κλίση.

Το αεροσκάφος πλησίασε.

Ο τηλεπικοινωνιακός πομπός του Ναλφίρες κουδούνισε. Ο Στρατηγός τον άνοιξε έτσι ώστε να μπορούν ν’ακούσουν όλοι όσοι ήταν γύρω του.

«Σας μιλά ο Πλοίαρχος του Μένους των Ποταμών,» είπε στο μικρόφωνο.

«Πλοίαρχε,» ακούστηκε μια αντρική φωνή από τον πομπό. «Απαιτούμε να μάθουμε ποιος ο προορισμός του στόλου σας. Και ποιος ο σκοπός του. Έχει δοθεί στις Παντοκρατορικές Αρχές η εντύπωση πως πηγαίνετε για πόλεμο.»

Ο Ναλφίρες έκανε νόημα στον Άτβος να πάει στο ενεργειακό κανόνι, και ο Πρόμαχος αμέσως έφυγε από την πρύμνη, ακούγοντας πίσω του τον Στρατηγό να λέει: «Πώς σας δόθηκε αυτή η εντύπωση;»

Προσπαθεί να τους καθυστερήσει, σκέφτηκε ο Άτβος, τρέχοντας επάνω στην κουβέρτα, ενώ έβλεπε γύρω του πολεμιστές να οπλίζουν βαλλίστρες μεγαλύτερες και μικρότερες.

Το ελικόπτερο ήταν πολύ κοντά τώρα, και ο Άτβος φοβόταν ότι ίσως να ετοιμαζόταν να εκτοξεύσει εκρηκτικές ύλες καταπάνω τους.

Φτάνοντας στην πλώρη, κάθισε αμέσως στη θέση του πυροβολητή του κανονιού και έκλεισε το σκέπαστρο από πάνω του. Τα συστήματα του όπλου έδειχναν να είναι σε ετοιμότητα. Ο Άτβος πάτησε ένα κουμπί ενεργοποιώντας τον πομπό που ήταν ενσωματωμένος στο κανόνι, για ν’ακούσει τι έλεγε ο Ναλφίρες με τους Παντοκρατορικούς.

να επιστρέψεις πάραυτα στο Πριγκιπάτο Νέλερβικ, τότε, Πλοίαρχε. Πρέπει να δοθεί ειδική άδεια!

—Το θεωρώ περιττό. Έχω διαταγές από την Πριγκίπισσα, όπως σας είπα, και– Άτβος, ΤΩΡΑ!

Ο Ναλφίρες ήξερε ότι ο Άτβος θα τον παρακολουθούσε, φυσικά, μέσα από τον πομπό του κανονιού, και ο Πρόμαχος τώρα έστρεψε την κάννη του όπλου προς το ελικόπτερο. Σημάδεψε και πάτησε τη σκανδάλη. Μια παχιά δέσμη φωτεινής ενέργειας εκτοξεύτηκε, χτυπώντας το αεροσκάφος στο κέντρο.

Η έκρηξη που έγινε ήταν τερατώδης. Ολόκληρος ο ουρανός άστραψε, και ο βρόντος λίγο έλειψε να τους κουφάνει όλους. Φλόγες πήδησαν προς κάθε κατεύθυνση.

Είχαν όντως εκρηκτικά επάνω τους, οι καταραμένοι, σκέφτηκε ο Άτβος.

«Εκρηκτικά,» είπε η Ιλρίνα, από τη θέση πίσω του.

«Ναι,» γρύλισε εκείνος, κι ανοίγοντας πάλι τα μάτια του (τα είχε κλείσει για να μην τυφλωθεί) κοίταξε το κατάστρωμα και είδε κάτι να πέφτει–

Τι!

Ύψωσε το βλέμμα.

Το ψηλότερο κατάρτι είχε αρπάξει φωτιά. Αυτά που έπεφταν ήταν φλεγόμενα κομμάτια από το πανί. Ο παρατηρητής είχε ήδη πέσει από την κορυφή του καταρτιού και σωριαστεί στην κουβέρτα, νεκρός.

Ο Άτβος άνοιξε το σκέπαστρο και βγήκε απ’το κανόνι, ενώ πανικός άρχιζε επάνω στο σκάφος.

«Σβήστε το ιστίο!» γκάριζε ο Ναλφίρες. «ΣΒΗΣΤΕ ΤΟ ΙΣΤΙΟ! ΚΟΥΝΗΘΕΙΤΕ!»

10.

«Εντάξει τώρα,» είπε ο Ζίρτελον, καθησυχάζοντάς τους. «Την έσβησαν τη φωτιά.»

«Και το κατάρτι καταστράφηκε;» ρώτησε ο Ραφέλνες.

«Ευτυχώς όχι. Βασικά, μόνο το ιστίο ήταν σε κίνδυνο. Το ψηλότερο από τα ιστία. Οι φλόγες από την έκρηξη του ελικοπτέρου το έκαναν ν’αρπάξει.»

«Και το έσωσαν;» ρώτησε η Αλιζέτ.

«Ναι, αλλά δεν είναι σε καλή κατάσταση. Θέλει σοβαρό μπάλωμα, ή αλλαγή.»

Η Κελρίτ δάγκωνε το χείλος της, νευρικά. «Τι θα κάνουμε αν στείλουν τέτοιο πράγμα ενάντια και σ’εμάς;»

«Ελικόπτερο με εκρηκτικά;» είπε ο Ραφέλνες. «Την έχουμε άσχημα τότε. Μόνο το κανόνι μας μπορεί να μας σώσει, όπως και το Μένος των Ποταμών.» Κοίταξε προς την πλώρη, το ενεργειακό κανόνι που βρισκόταν εκεί, καθώς εκείνος κι οι υπόλοιποι στέκονταν στην πρύμνη, πάνω από την κουβέρτα.

«Ό,τι δούμε να έρχεται, του ρίχνουμε,» είπε η Κελρίτ. «Αμέσως.»

«Στρατηγική πρώτα-σκοτώνουμε-και-μετά-ρωτάμε;» είπε η Αλιζέτ.

«Καλύτερα έτσι παρά να συμβεί τίποτα παρόμοιο και σ’εμάς. Αν ένα τέτοιο αεροσκάφος περάσει από πάνω μας ρίχνοντας μια κάποια ποσότητα εκρηκτικών υλών, θα… μπορεί να μας τινάξει όλους στον αέρα!»

Ο Ζίρτελον ένευσε. «Το ίδιο πιστεύει κι ο Πρόμαχος.»

«Στη Βίηλ έτσι είναι,» του είπε η Κελρίτ. «Κανονικά, θα έπρεπε να έχουν απαγορευτεί όλες οι εκρηκτικές ύλες, παντού μέσα στη διάσταση!»

«Τώρα όμως δεν είναι απαγορευμένες,» είπε ο Ραφέλνες. «Κι επομένως οφείλουμε να προσέχουμε.»

Παρακολουθούσαν τους ουρανούς, προς τα δυτικά και προς τα ανατολικά, καθώς ο στόλος τους ταξίδευε νότια ακολουθώντας τη ροή του Κάλμιρηλ· αλλά δεν είδαν κανένα αεροσκάφος να έρχεται καταπάνω τους. Μονάχα ένα ελικόπτερο εντόπισαν να πετά πάνω απ’τα εδάφη του Χαύδοραλ, μα δεν πλησίασε τον ποταμό.

Πληροφορήθηκαν, άραγε, αυτό που συνέβη με τον δυτικό στόλο και διστάζουν να μας προσεγγίσουν; αναρωτήθηκε η Κελρίτ. Όμως μετά σκέφτηκε ότι δεν μπορεί τα νέα να είχαν μεταφερθεί τόσο γρήγορα· η απόσταση ήταν πολύ μεγάλη. Εκτός αν είχες στις υπηρεσίες σου ανθρώπους σαν τον Ζίρτελον και τη Ράιλμεχ· ή αν είχες στημένο ένα πολύ καλό δίκτυο πομπών και αναμεταδοτών σ’ολόκληρη την περιοχή. Η Κελρίτ, όμως, δεν νόμιζε πως ούτε το ένα ούτε το άλλο ίσχυε στην περίπτωση του Πριγκιπάτου Χαύδοραλ.

Το εμπόδιο, τελικά, δεν ήρθε από τον ουρανό. Παρουσιάστηκε μπροστά τους, πριν από το μεσημέρι. Αντίκρισαν μια μεγάλη, σιδερένια γέφυρα που απλωνόταν από τη μια άκρη του ποταμού Κάλμιρηλ ώς την άλλη. Ήταν ψηλή αλλά όχι τόσο ψηλή ώστε να μπορούν να περάσουν τα πολεμικά ιστιοφόρα από κάτω της, εκτός αν σηκωνόταν. Και οι Παντοκρατορικοί πολεμιστές που βρίσκονταν τώρα πάνω στη γέφυρα δεν έμοιαζαν πρόθυμοι να τη σηκώσουν.

«Το είχα πει,» μούγκρισε ο Ραφέλνες. «Κάτι θα παραβλέπαμε μες στη βιασύνη μας να ξεκινήσουμε την εκστρατεία.» Δεν είχαν σχεδιάσει πώς θα περνούσαν από ετούτο το εμπόδιο. «Πού είναι ο Τάμπριελ και το υποβρύχιό του;» ρώτησε τον Ζίρτελον.

«Κοντά μας τώρα. Είχαν δει πριν από εμάς πως η γέφυρα ήταν κατεβασμένη και είχε στρατιώτες επάνω της.»

«Και γιατί δε μας προειδοποίησες;» ρώτησε αμέσως η Κελρίτ.

«Η Ανταρλίδα λέει να συνεχίσετε,» είπε ο Ζίρτελον, «και η Αλιζέτ συμφωνεί. Χτυπήστε τους.»

«Θα μας βοηθήσουν;» ρώτησε ο Ραφέλνες.

«Φυσικά.»

11.

Μετά το μεσημέρι, όταν ο Κισβέρνες είχε φύγει από το Ζάρια και Χάντρες, ο Πολ πήρε το άλογό του από τον στάβλο και το πήγε στην αγορά για να το πουλήσει. Δεν έπιασε και πολύ καλή τιμή (ο έμπορος ήταν κλέφτης, βασικά) αλλά αυτό δεν τον ενδιέφερε και τόσο· ήθελε απλά να ξεφορτωθεί το άλογο. Πλησίασε τον σταθμό των επιβατηγών οχημάτων και ρώτησε πότε έφευγε το επόμενο για Κίρτβεχ. Σε καμια ώρα, του είπαν· έτσι ο Πολ περίμενε, καθίζοντας σ’ένα παγκάκι πλάι σε μια ενεργειακή λάμπα, καθώς η πόλη γύρω του γέμιζε ολοένα και περισσότερο με σκιές.

Το επιβατηγό, όπως αποδείχτηκε, θα μετέφερε και κάποια πράγματα εκτός από τους επιβάτες, οι οποίοι ήταν πέντε χωρίς τον Πολ: ένα αντρόγυνο με σάκους και βαλίτσες· ένας μισθοφόρος μ’ένα μεγάλο σπαθί περασμένο στην πλάτη, το οποίο έβγαλε και άφησε πλάι του, για να μπορεί να καθίσει άνετα (αυτός και οι υπόλοιποι)· μια κοπελίτσα που κοίταζε τους πάντες με γουρλωμένα μάτια σαν να την τρόμαζαν, και κάθισε σε μια γωνία, αμίλητη και ακίνητη· κι ένας μονόφθαλμος, σημαδεμένος, γενειοφόρος τύπος που είχε την όψη παλιού, κουρασμένου στρατιώτη. Οδηγός του οχήματος ήταν μια χοντρή γυναίκα με κοντά, ξανθά μαλλιά και λευκό-ροζ δέρμα.

«Δεν περιμένουμε κάναν άλλο, ε;» φώναξε στον άντρα στον σταθμό.

«Όχι. Φεύγεις.»

Η μηχανή του επιβατηγού μπήκε σε λειτουργία, κι οι τέσσερις μεγάλοι μεταλλικοί τροχοί του άρχισαν να περιστρέφονται σηκώνοντας σκόνη. Ο σταθμός βρισκόταν έξω από τα τείχη της Άτβηλκ, και το μεγάλο όχημα έφυγε χωρίς να χρειαστεί να διασχίσει τους δρόμους της πόλης· μπήκε αμέσως στη μεγάλη, ευρύχωρη, πλακόστρωτη δημοσιά και κύλησε προς τα δυτικά. Δεν πήγαινε με μεγάλη ταχύτητα, παρατήρησε ο Πολ καθώς το άκουγε να μουγκρίζει και να τρίζει γύρω του, αλλά σίγουρα πήγαινε πιο γρήγορα από το άλογο που είχε πουλήσει. Θα έφτανε σήμερα στην πρωτεύουσα του Πριγκιπάτου, ενώ αλλιώς θα χρειαζόταν μέρες.

Η δημοσιά, στην αρχή, απομακρυνόταν από τις όχθες του ποταμού Πίλρεκ· μετά, όμως, συναντούσε άλλες όχθες: αυτές της Δίδυμης, της μικρής λίμνης βορειοανατολικά της Λίμνης των Κολοσσών. Το φως του δύοντος ήλιου έκανε τα νερά να στραφταλίζουν, κατακόκκινα. Μικρές πόλεις και χωριά ήταν οικοδομημένα σε διάφορα σημεία στις όχθες: κατοικίες ψαράδων, κυρίως. Όταν, ύστερα από καμια ώρα, το επιβατηγό άφησε τη Δίδυμη πίσω του, είχε πλέον βραδιάσει. Η οδηγός είχε ανάψει τους προβολείς για να βλέπει τη δημοσιά. Το αντρόγυνο ψιθύριζαν αναμεταξύ τους και, κάπου-κάπου, φιλιόνταν κάτω από τις κουκούλες τους, αγνοώντας τους υπόλοιπους. Ο μισθοφόρος με το μεγάλο σπαθί είχε μισοκοιμηθεί, με τα μυώδη χέρια του σταυρωμένα μπροστά του. Η κοπελίτσα σκούπιζε κάθε τόσο τα μάτια της με τα δάχτυλά της· έκλαιγε, σιωπηλά. Ο σημαδεμένος γέρος κάπνιζε ένα βαρύ τσιγάρο που βρομούσε σαν παλιό, μπουκωμένο τζάκι. Ο Πολ άνοιξε το παράθυρο για να πάρουν αέρα. Πού το βρήκε αυτό το πράμα ο τζουρόγερος; Στον κήπο πίσω απ’το σπίτι του το καλλιεργεί, γαμώ τα παπάρια του Σκοτοδαίμονος;

Το επιβατηγό έφτασε στην Κίρτβεχ μέσα στη νύχτα. Σταμάτησε έξω απ’την Πύλη της Ξηράς κι άφησε τους επιβάτες να κατεβούν, ενώ φρουροί έρχονταν για να κάνουν έλεγχο στα πράγματα. Στους επιβάτες έριξαν απλά μια ματιά, για να δουν αν κουβαλούσαν μεγάλα όπλα. Μίλησαν με τον μισθοφόρο, ο οποίος έβγαλε κάτι χαρτιά να τους δείξει. Ο Πολ δεν είχε ιδιαίτερο πρόβλημα να τους προσπεράσει και να γλιστρήσει κάτω από τη σκιά της μεγάλης Πύλης της Ξηράς ώστε, στη συνέχεια, να μπει στους δρόμους της πρωτεύουσας του Πριγκιπάτου, που δεν ήταν και τόσο σιωπηλοί παρά τη νυχτερινή ώρα. Ενεργειακές λάμπες τούς φώτιζαν, κρεμασμένες από κολόνες στις διασταυρώσεις· τα καλώδιά τους χάνονταν μες στα σκοτάδια, πηγαίνοντας προφανώς προς κάποιες κεντρικές εστίες.

Ο Πολ βάδισε χωρίς βιασύνη και, καθοδόν, επειδή πεινούσε, αγόρασε ένα ξυλάκι. Τοπικό φαγητό που έβρισκε κανείς στα περισσότερα μέρη της Βίηλ: μικρά κομμάτια κρέας, ψωμί, και λαχανικά περασμένα επάνω σ’ένα μικρό ξύλινο στέλεχος. Καυλί, το έλεγαν στην αργκό πολλών περιοχών. Κι ορισμένα ξυλάδικα (μέρη που πουλούσαν ξυλάκια) είχαν πολύ κακή φήμη, ότι το κρέας προερχόταν από σκοτωμένες γάτες ή ακόμα και αρουραίους· στην πραγματικότητα, όμως, αυτά συνέβαιναν μόνο σε περίπτωση που η οικονομία της περιοχής πήγαινε πολύ χάλια. Μες στην ίδια την Κίρτβεχ δεν μπορεί να έτρωγες γάτες και αρουραίους. Έτσι ελπίζω τουλάχιστον…

Όταν ο Πολ έφτασε μπροστά στο Φρουραρχείο, είχε τελειώσει το ξυλάκι και ήταν ακόμα ζωντανός. Πλησίασε την πύλη του άχαρου, γκρίζου οικοδομήματος και είπε στους φρουρούς: «Θα ήθελα να μιλήσω με την κυρία Νίνα Έκγραμμη. Με γνωρίζει.»

«Η κύρια Έκγραμμη έχει πολλές ασχολίες…» Ο φρουρός που του απάντησε ήταν ντερέκι στο ύψος, σαν γαϊδούρι όρθιο, και είχε βλέμμα σκοτεινό και βλοσυρό.

Ο Πολ ήξερε ότι δε θα έβγαζε άκρη, φυσικά. «Ποιος αξιωματικός διανυκτερεύει απόψε;» ρώτησε. «Ζήτησέ του να βγει, και θα συνεννοηθούμε.»

Το Όρθιο Γαϊδούρι κοίταξε τον άλλο, που ήταν σαφώς κοντότερος. Εκείνος τού έκανε νόημα καταφατικό, και το Όρθιο Γαϊδούρι φώναξε προς το εσωτερικό του Φρουραρχείου: «Ειδοποιήστε τη Λοχία Νερέμβοχ! Κάποιος τη ζητά.»

Ο Πολ μπορούσε να δει μονάχα σκιές πίσω από τους δύο φρουρούς· άκουσε, όμως, βήματα και φωνές, και μετά από λίγο μια γυναίκα παρουσιάστηκε. Μετρίου αναστήματος, γαλανόδερμη, με κοντά μαύρα μαλλιά. Ντυμένη με λευκό χιτώνα που είχε επάνω κεντημένο το σύμβολο της Παντοκράτειρας και τα γαλόνια που την αναγνώριζαν ως λοχία.

«Καλησπέρα,» είπε ο Πολ. «Ζήτησα να δω την κυρία Έκγραμμη, αλλά φαίνεται πως τα παλικάρια από δω δεν είναι και τόσο ομιλητικά. Όπως και πρέπει άλλωστε.» Τους έγνεψε με το κεφάλι, σαν να ήθελε να πει ότι ενέκρινε τις ενέργειές τους. Σαν να ήταν κάποιος ανώτερός τους. Κάποιος που είχε έρθει για να τους ελέγξει. Εκείνοι, αμέσως, τον κοίταξαν με άλλο βλέμμα – ο Πολ το παρατήρησε – και στάθηκαν ευθυτενείς. Οι άνθρωποι που είχαν συνηθίσει να παίρνουν διαταγές μπορούσαν να πάρουν διαταγές από τον οποιονδήποτε είχε τον χαρακτήρα αξιωματικού…

Η λοχίας – που κι εκείνη είχε, αναμφίβολα, συνηθίσει να παίρνει διαταγές – ρώτησε: «Ποιος είστε, κύριε;»

«Μπορούμε να μιλήσουμε ιδιαιτέρως; Έρχομαι για δουλειά της Παντοκράτειρας, όχι τυχαία.»

«Περάστε,» είπε η λοχίας, και χτύπησε, όχι δυνατά, το μπράτσο του Όρθιου Γαϊδουριού με την παλάμη της σαν για να του πει να παραμερίσει. Ο φρουρός υπάκουσε, και ο Πολ μπήκε στο Φρουραρχείο ακολουθώντας τη λοχία.

Εκείνη τον οδήγησε σ’ένα γραφείο που δεν ήταν και τόσο μακριά από την πύλη. «Καθίστε,» είπε.

«Ονομάζομαι Πολ Ντέρνηχ,» συστήθηκε ο Πολ καθώς καθόταν. «Δεν το είπα πριν γιατί δεν θέλω το όνομά μου να κυκλοφορήσει. Βρίσκομαι εδώ για δουλειά της Παντοκράτειρας, όπως εξήγησα.»

«Μάλιστα. Θέλετε κάτι να πιείτε;»

«Ευχαριστώ, όχι.»

Η γυναίκα κάθισε αντίκρυ του, πίσω απ’το γραφείο. «Λοχίας Μαλθρίτ Νερέμβοχ,» είπε. «Πώς θα μπορούσα να σας εξυπηρετήσω, κύριε Ντέρνηχ; Και κατ’αρχήν, μπορείτε να αποδείξετε ότι όντως έρχεστε σταλμένος από την Παντοκράτειρα;»

«Φυσικά.» Ο Πολ έβγαλε από την τσέπη του ένα χαρτί που είχε πλαστογραφήσει με τις ειδικές του γνώσεις για το δίκτυο των πρακτόρων του Ελκράσ’ναρχ και με τη βοήθεια των επαναστατών της Λαμρίτ και του Δαίδαλου. «Ευαίσθητο χαρτί. Πιέζεις την κάτω δεξιά γωνία για επιβεβαίωση.»

Η Μαλθρίτ πήρε το χαρτί στα χέρια της, το διάβασε, και πίεσε, με τον αντίχειρα και τον δείκτη, την κάτω δεξιά γωνιά. Τα μάτια της φάνηκαν για λίγο να κοιτάζουν κάπου αλλού, πέρα από τον Πολ, πέρα από το δωμάτιο, πέρα από το Φρουραρχείο, πέρα από το Πριγκιπάτο Κίρτβεχ και τη Βίηλ, καθώς έβλεπε κάποιο όραμα που της επιβεβαίωνε ότι το έγγραφο στα χέρια της ήταν γνήσιο.

Ο Πολ γνώριζε κάποιες λεπτομέρειες για το πώς φτιάχνεται η νοητική σφραγίδα και τις είχε πει στον Δαίδαλο, ο οποίος είχε γνέψει καταφατικά και του είχε αποκριθεί ότι δεν θα υπήρχε πρόβλημα: Κανένας δεν θα καταλάβει τη διαφορά. Θα είναι σαν να το έφτιαξαν οι μάγοι της ίδιας της Παντοκράτειρας, μέσα από το Παντοτινό Ανάκτορο της Ρελκάμνια.

Ο Πολ σκέφτηκε τώρα: Για να δούμε, σωστά τα έλεγε ο μάγος, ή είναι όλο φαμφάρες;

Τα μάτια της Μαλθρίτ εστιάστηκαν πάλι στον Πολ. Η λοχίας ένευσε και του επέστρεψε το χαρτί. «Εντάξει,» είπε.

Ο μάγος δεν είναι όλο φαμφάρες. «Δεν συλλαμβάνομαι λοιπόν;»

«Φυσικά και όχι, κύριε Ντέρνηχ.»

«Πολ.»

Η Μαλθρίτ ένευσε πάλι, σοβαρά. Δεν πρέπει να ήταν απ’αυτές που χαμογελάνε συχνά. «Τι μπορώ να κάνω, Πολ;»

«Σου είπα, θέλω να μιλήσω με τη Νίνα Έκγραμμη. Την ξέρω από παλιά.»

«Η κυρία Έκγραμμη δεν είναι εδώ απόψε.»

«Είναι στην Πριγκιπική;» Πριγκιπική Νήσος – το μέρος όπου είχε το παλάτι του ο Πρίγκιπας Νοσνάλτος του Κίρτβεχ, και όπου μπορούσες να πας μέσω μιας φυσικής γέφυρας που ένωνε το νησί με την πρωτεύουσα του Πριγκιπάτου.

«Όχι,» είπε η Μαλθρίτ, «δεν είναι στην Πριγκιπική. Βρίσκεται στη Ριφάλπεκ επί του παρόντος.»

Ο Πολ συνοφρυώθηκε. «Τα προβλήματα στη βόρεια παραμεθόριο δεν την έχουν φέρει εδώ;»

Η Μαλθρίτ τον ατένισε προσεχτικά. «Τι ξέρεις για τα προβλήματα στην παραμεθόριο;»

«Γι’αυτά βρίσκομαι εδώ. Αν και όταν ήρθα στη Βίηλ δεν ήξερα τι ακριβώς συνέβαινε…»

«Δηλαδή, τώρα ξέρεις τι ακριβώς συμβαίνει;» Η λοχίας έμοιαζε να δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το θέμα. Σχεδόν προσωπικό.

«Γιατί το ρωτάς έτσι; Έχεις κάτι να μου πεις;»

«Ήμουν στην παραμεθόριο όταν αυτό που συνέβη, συνέβη,» εξήγησε η Μαλθρίτ. «Είχα πάει με τον φοροεισπράκτορα Φέλρες – μακαρίτης τώρα. Τον πάτησε ο μεταλλικός γίγαντας.»

«Τον είδες αυτόν τον γίγαντα;» Ο Πολ προσποιήθηκε ότι το ενδιαφέρον του είχε κεντριστεί: έκανε μπροστά καθώς ήταν καθισμένος αντίκρυ της· τα χέρια του άγγιξαν το γραφείο ανάμεσά τους.

Η Μαλθρίτ ένευσε. «Έχω εφιάλτες από τότε.»

«Πώς ήταν;»

Η Μαλθρίτ κόμπιασε προς στιγμή. Ύστερα: «Ένας… ένας ψηλός άνθρωπος. Πάρα πολύ ψηλός. Τρία μέτρα τουλάχιστον. Κι ολόκληρος από μέταλλο – και δε νομίζω ότι φορούσε πανοπλία. Από τα μάτια του έβγαινε ένα παράξενο φως, σαν από ενεργειακές λάμπες. Ήταν πολύ δυνατός, και πολύ γρήγορος. Κυνήγησε τα οχήματά μας· κλότσησε ένα και το διάλυσε – ένα δίκυκλο. Το έπιασε, μετά, και το πέταξε πάνω σ’ένα άλλο – δίκυκλο κι αυτό. Του έριξα μια χειροβομβίδα, αλλά η έκρηξη δεν φάνηκε να τον έβλαψε καθόλου.»

«Και η Νίνα δεν έχει πάει να δει τι συμβαίνει;»

«Έχει στείλει ανθρώπους της να ερευνήσουν.»

«Ενώ η ίδια κάθεται στη Ριφάλπεκ;»

«Δεν ξέρω τι μπορεί να έχει στο μυαλό της η κυρία Έκγραμμη,» είπε η Μαλθρίτ. «Ίσως να έχει δουλειές εκεί…»

«Μάλιστα…» Ο Πολ ακούμπησε την πλάτη του στην καρέκλα, σκεπτικός.

«Εσύ,» τον ρώτησε, διστακτικά, η Μαλθρίτ, «τι ξέρεις; Για να ήρθες εδώ, θέλω να πω… και για να σ’έστειλε η ίδια η Μεγαλειοτάτη… πρέπει να έχεις υπόψη σου… Τι ήταν αυτός ο γίγαντας;»

«Δεν ξέρω,» είπε ο Πολ. «Οι πληροφορίες μας λένε μόνο ότι οι αποστάτες κάτι σκαρώνουν στο Πριγκιπάτο Κίρτβεχ.»

«Δεν έχουμε αποστάτες στο Πριγκιπάτο Κίρτβεχ.»

Ο Πολ ρουθούνισε, γελώντας κοφτά. «Έτσι νομίζεις;»

Η Μαλθρίτ δεν μίλησε, μοιάζοντας γενικά να είναι λιγάκι αμήχανη μαζί του.

«Υπάρχουν αποστάτες εδώ,» τη διαβεβαίωσε ο Πολ, «κρυμμένοι, και κάτι ετοιμάζουν. Κάτι μεγάλο, πολύ φοβάμαι. Γι’αυτό κιόλας πρέπει να μιλήσω επειγόντως με τη Νίνα. Πρέπει να κινητοποιηθούμε· δεν πρόκειται γι’αστείο.»

«Σίγουρα,» συμφώνησε αμέσως η Μαλθρίτ. «Αν, εξάλλου, έχουν κι άλλους γίγαντες σαν αυτόν….»

«Κατά πάσα πιθανότητα, έχουν.» Ο Πολ σηκώθηκε από την καρέκλα του – και η λοχίας πετάχτηκε επίσης όρθια. «Σ’ευχαριστώ για την πληροφόρηση, Μαλθρίτ.»

«Δεν έκανα τίποτα. Θα ξεκινήσεις αμέσως για τη Ριφάλπεκ, ή θα περάσεις τη νύχτα στην πόλη;»

«Γιατί ρωτάς;»

«Απλώς επειδή υπάρχουν ένα σωρό άδεια δωμάτια στο Φρουραρχείο, και μπορείς να μείνεις εδώ αν θέλεις.» Ανασήκωσε τον έναν ώμο, νευρικά. Μορφάζοντας.

«Θα μείνω,» είπε ο Πολ. «Σ’ευχαριστώ. Θα με ειδοποιήσεις με την αυγή, για να ξεκινήσω για τη Ριφάλπεκ;»

«Ασφαλώς. Πάμε να σου δείξω τα δωμάτια.»

12.

Γέφυρα της Λίνερελ ονομαζόταν η μεγάλη γέφυρα που είχε το ένα πόδι στην ανατολική όχθη του ποταμού Κάλμιρηλ και το άλλο στη δυτική, παρότι βρισκόταν κάποιες δεκάδες χιλιόμετρα βόρεια της εν λόγω πόλης. Ήταν κατασκευασμένη εν μέρει από πέτρα και εν μέρει από ξύλο. Τα δύο άκρα της, το ένα στην ανατολή και το άλλο στη δύση, ήταν πέτρινα, αλλά οι δύο προεκτάσεις αυτών των άκρων ήταν ξύλινες και μπορούσαν, με ειδικές τροχαλίες και αλυσίδες, να σηκωθούν. Όταν ήταν κατεβασμένες ενώνονταν ολοκληρώνοντας τη γέφυρα, κάνοντάς το εφικτό για οχήματα, έφιππους, και οδοιπόρους να περάσουν, ενώ συγχρόνως ήταν αδύνατο οποιοδήποτε μεγάλο πλοίο να περάσει πλέοντας επάνω στον ποταμό.

Όπως τώρα, που η Γέφυρα της Λίνερελ ήταν κατεβασμένη μπροστά στον ανατολικό στόλο, αποτελώντας εμπόδιο γι’αυτόν. Επάνω της στέκονταν πολεμιστές της Παντοκράτειρας, και φαινόταν πως είχαν ανεβάσει επίσης και ένα ενεργειακό κανόνι. Βλέποντας τον στόλο να έρχεται, είχαν ήδη αρχίσει να του κάνουν νόημα να σταματήσει.

Δεν είχαν, όμως, την παραμικρή ιδέα για το υποβρύχιο.

Βαθιά κάτω από την επιφάνεια του μεγάλου ποταμού Κάλμιρηλ, το μεταβαλλόμενο υποβρύχιο σκάφος είχε σταματήσει, και στο εσωτερικό του η Ανταρλίδα ετοιμαζόταν, γρήγορα αλλά όχι βιαστικά. Έβγαζε τα ρούχα της και φορούσε μια στολή κατάδυσης.

Η Αλιζέτ, που καθόταν στο τιμόνι, δεν έμοιαζε ευχαριστημένη. «Ακόμα νομίζεις ότι θα σας προδώσω, ε, Ανταρλίδα;» είπε, καθώς η Ανταρλίδα τραβούσε το φερμουάρ της μαύρης στολής.

«Ποιο είναι το πρόβλημά σου; Πιστεύεις ότι εσύ θα έκανες το σαμποτάζ καλύτερα από εμένα; Την ίδια εκπαίδευση έχουμε, Αλιζέτ.» Και, ναι, ακόμα δεν σε εμπιστεύομαι. «Επιπλέον, εσύ οδηγείς το σκάφος.» Η Ανταρλίδα έβαλε τα εκρηκτικά μέσα στον σάκο της. Πέρασε γύρω από τη μέση της μια ζώνη με όπλα και την κούμπωσε.

Ο Όρνιφιμ καθόταν και τις κοίταζε, χωρίς να μιλά. Ο Τάμπριελ ήταν στο ενεργειακό κέντρο.

Η Αλιζέτ είπε: «Είμαι καλύτερη από σένα, και το ξέρεις,» όχι με τρόπο εριστικό ή επιδεικτικό αλλά σαν να δήλωνε κάτι γνωστό και πασιφανές.

«Μπορεί,» αποκρίθηκε η Ανταρλίδα. «Γενικά. Αλλά σ’αυτό που πηγαίνω να κάνω δεν υπάρχει διαφορά, και μη λες μαλακίες.» Φόρεσε τη μάσκα της, πήρε τον σάκο στον ώμο, και πήγε προς τον θάλαμο κατάδυσης.

Η Αλιζέτ δεν είπε τίποτα πίσω της.

Η Ανταρλίδα έκλεισε την υδατοστεγή πόρτα του θαλάμου, ο οποίος ήταν στενός και ίσα που τη χωρούσε. Άνοιξε την καταπακτή και, καθώς το μικρό δωμάτιο πλημμύριζε, βγήκε απ’το υποβρύχιο κολυμπώντας.

Ακριβώς από πάνω της ήξερε πως ήταν η γέφυρα, όπως έδειχναν τα ανιχνευτικά συστήματα του σκάφους· αναδύθηκε, λοιπόν. Σιγανά. Προσεχτικά. Φτάνοντας στην επιφάνεια, έβγαλε τα μάτια και τη μύτη της από το νερό για να κοιτάξει. Ήταν, όντως, κάτω από τη γέφυρα και κοντά στη δυτική της μεριά, εκεί όπου τελείωνε το πέτρινο τμήμα της: εκεί ακριβώς όπου ήθελε να βρεθεί: στο σημείο που είχε δει με το περισκόπιο, πιο πριν, καθώς πλησίαζαν.

Ο ανατολικός στόλος της Πριγκίπισσας Βασνίτα ερχόταν από τα βόρεια· δεν είχε σταματήσει. Ωραία, σκέφτηκε η Ανταρλίδα. Μέχρι στιγμής το σχέδιό μας πάει καλά. Κολύμπησε λίγο ακόμα και έφτασε πλάι σε μια από τις μεγάλες πέτρινες κολόνες της γέφυρας. Τώρα θα ήταν χρήσιμο να είχα μια μάγισσα μαζί μου, για να κάνει ένα Ξόρκι Λιθικής Έλξεως, συλλογίστηκε· αλλά μάγισσα δεν είχε, επομένως θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει άλλες μεθόδους για να σκαρφαλώσει. Τράβηξε από τη ζώνη της δυο πόδια της γάτας, και τα πέρασε στα γυμνά πόδια της: δύο ατσάλινοι βρόχοι που τύλιγαν το πέλμα και διέθεταν πέντε ατσάλινα νύχια, πολύ πιο μακριά από τα δάχτυλα του ποδιού. Μετά, η Ανταρλίδα τράβηξε δυο χέρια της γάτας και τα πέρασε στα χέρια της.

Χωρίς άλλη καθυστέρηση, σκαρφάλωσε πάνω στη μεγάλη κολόνα και έφτασε στην κορυφή της. Από πάνω της, τώρα, μπορούσε ν’ακούσει τις ομιλίες των Παντοκρατορικών πολεμιστών.

«Αποκλείεται να μη σταματήσουν,» έλεγε κάποιος. «Πώς θα περάσουν; Θα πετάξουν;»

«…να επιτεθούν…» (Η φωνή αυτή δεν ακούστηκε καθαρά.)

«Κι έχουν κι ενεργειακό κανόνι μαζί τους· το είδαν οι ανιχνευτές…»

«Και πάλι, όμως…»

Η Ανταρλίδα είχε ήδη τοποθετήσει τα εκρηκτικά κάτω από τη γέφυρα και τα είχε ρυθμίσει να εκραγούν σε τρία λεπτά. Το ενεργειακό κανόνι των Παντοκρατορικών δεν ήταν μακριά από εδώ, γι’αυτό είχε επιλέξει ετούτο το σημείο της γέφυρας. Η έκρηξη που θα γινόταν θα ήταν αρκετή για να γκρεμίσει ολόκληρη τη δυτική της μεριά.

Η Ανταρλίδα κατέβηκε γρήγορα ώς ένα σημείο της πέτρινης κολόνας και, μετά, άφησε τον εαυτό της να πέσει στο νερό. Ο ποταμός την αγκάλιασε και η Ανταρλίδα βυθίστηκε. Βγάζοντας τα χέρια και τα πόδια της γάτας, κολύμπησε προς τα κάτω, προς το υποβρύχιο…

Πολλά μέτρα από πάνω της, στη Γέφυρα της Λίνερελ, οι πολεμιστές της Παντοκράτειρας δεν είχαν καταλάβει τι είχε συμβεί· δεν είχαν καταλάβει ότι πολλοί απ’αυτούς θα ήταν σε λίγο νεκροί. Μονάχα κάποιοι είχαν ακούσει τον θόρυβο που είχε κάνει η Μαύρη Δράκαινα βουτώντας στον ποταμό.

«Κάτι έπεσε,» είπε ένας. «Ή κάποιος.» Και κοίταξε κάτω, τα νερά, από την άκρη της γέφυρας.

«Τι κάνεις, ρε;» Μια πολεμίστρια τον τράβηξε πίσω.

«Κι όμως κάτι ακούστηκε να πέφτει,» είπε ένας άλλος. «Έριξε κανένας τίποτα;» ρώτησε μεγαλόφωνα όσους ήταν γύρω.

Εκείνοι έδωσαν αρνητικές απαντήσεις, αλλά ένας είπε: «Κι εσύ τ’άκουσες, ε; Σαν κάτι νάπεσε στον ποταμό…»

«Ναι–»

«Σκασμός με την κουβέντα!» γκάριξε ο λοχαγός τους.

Και μετά, έγινε η έκρηξη που τους τίναξε όλους πολλά μέτρα πάνω και γύρω από τη γέφυρα, όχι σε όλες τις περιπτώσεις με τα σώματά τους ολόκληρα.

Η Κελρίτ Βόρτεμαχ, στεκόμενη στην πρύμνη του Ανέμου της Κοιλάδας, είδε την έκρηξη να διαλύει το δυτικό τμήμα της γέφυρας, κομματιάζοντας πέτρες και κατακαίοντας ξύλα, μέσα σε δυνατή λάμψη και εκκωφαντικό θόρυβο. Η μισή γέφυρα κατέρρευσε, πέφτοντας, σε κομμάτια, μες στα νερά του ποταμού Κάλμιρηλ. Το ενεργειακό κανόνι των Παντοκρατορικών δεν φαινόταν πουθενά πλέον.

«Μεγάλοι Κολοσσοί!…» αναφώνησε η Κελρίτ.

«Ποιος την ανατίναξε;» ρώτησε ο Ραφέλνες.

«Η Ανταρλίδα,» αποκρίθηκε ο Ζίρτελον, με τα χέρια του σταυρωμένα μπροστά του.

«Δε νομίζω ότι θα έχουμε σύγκρουση,» είπε η Αλιζέτ, βλέποντας τους πολεμιστές που βρίσκονταν στην ανατολική μεριά της γέφυρας να τρέχουν να φύγουν, έντρομοι, να πηγαίνουν στην ανατολική όχθη του ποταμού.

Η Κελρίτ έδωσε διαταγή στον τιμονιέρη να περάσει τον Άνεμο της Κοιλάδας ανάμεσα από τα συντρίμμια της γέφυρας – γρήγορα. Τα άλλα σκάφη θα ακολουθούσαν τη ναυαρχίδα. Επίσης, πρόσταξε να έχουν το ενεργειακό κανόνι έτοιμο, για την απίθανη περίπτωση που δέχονταν επίθεση.

Επίθεση, όμως, δεν δέχτηκε· ο ανατολικός στόλος προσπέρασε ό,τι είχε απομείνει από τη Γέφυρα της Λίνερελ και έπλευσε προς τα νότια, προς τη Λίνερελ και το Πράσινο Πέλαγος.

Η Κελρίτ, παρά τη γρήγορη νίκη, δεν είχε χαλαρώσει. Χρησιμοποιώντας το κιάλι της, παρακολουθούσε τις όχθες ανατολικά και δυτικά, κι όποτε έβλεπε κανένα ελικόπτερο να πετά ετοιμαζόταν να δώσει διαταγή στο ενεργειακό κανόνι να είναι έτοιμο. Ούτε ένα ελικόπτερο, όμως, δεν πλησίασε τον στόλο της.

«Το υποβρύχιο είναι μαζί μας;» ρώτησε τον Ζίρτελον, καμια ώρα μετά το μεσημέρι, καθισμένη σ’ένα σκαμνί στην πρύμνη και τρώγοντας λίγο πρόχειρο φαγητό.

«Ναι,» αποκρίθηκε ο σημαδεμένος άντρας, που ακουμπούσε την πλάτη και τους αγκώνες του στην κουπαστή, έχοντας πάρει τέτοια στάση που θα έλεγε κανείς ότι πήγαινε ταξίδι αναψυχής, όχι στον πόλεμο. Ο Ραφέλνες και η Αλιζέτ ήταν κάτω, στη γέφυρα του σκάφους. Προτού φύγουν, η Αλιζέτ είχε ρωτήσει την Κελρίτ: Θα συνεχίσεις να είσαι εδώ, κοιτάζοντας με το κιάλι; Εκείνη τής είχε αποκριθεί πως έπρεπε να ήταν προσεχτικοί. Ωραία, είχε πει η Αλιζέτ· εμείς θα πάμε στη γέφυρα, να ξεκουραστούμε λίγο. Μη μας ενοχλήσεις εκτός αν γίνεται επίθεση, εντάξει; Η Κελρίτ απορούσε πού είχε βρει η Αλιζέτ τη διάθεση για έρωτες (γιατί αυτός ήταν προφανώς ο λόγος που δεν ήθελε να την ενοχλήσουν) μέσα σ’ετούτη την εμπόλεμη κατάσταση. Ωστόσο: Εντάξει, της απάντησε. Δεν πρόκειται ούτως ή άλλως να φύγω από εδώ. Και ο Ζίρτελον είχε μείνει μαζί της.

«Πώς ακριβώς ανατίναξε τη γέφυρα η Ανταρλίδα;» ρώτησε η Κελρίτ.

«Σκαρφάλωσε από κάτω και κόλλησε πάνω της εκρηκτικά.»

Η Κελρίτ τελείωσε το φαγητό της και σκούπισε τα χείλη της μ’ένα μαντήλι που τράβηξε από τον κόρφο της. «Στη Λίνερελ έχουν εντοπίσει κανένα εμπόδιο;»

«Πριν από λίγο βρίσκονταν εκεί κοντά,» αποκρίθηκε ο Ζίρτελον, «και είδαν ότι στα τείχη οι υπερασπιστές είναι, φυσικά, προετοιμασμένοι με μεγάλες βαλλίστρες και καταπέλτες.»

«Δε θα πλησιάσουμε τα τείχη.» Η Κελρίτ άνοιξε το ψάθινο καλάθι πλάι της και πήρε από μέσα μια κούπα κι ένα μπουκάλι κρασί Πριγκιπάτου Έλρηνεχ. Γέμισε την κούπα και την πρότεινε στον Ζίρτελον. «Διψάς;»

«Ευχαριστώ.» Ο άντρας πλησίασε και πήρε την κούπα από το χέρι της, επιστρέφοντας μετά κοντά στην κουπαστή.

Η Κελρίτ γέμισε ακόμα μια κούπα, για τον εαυτό της, και ήπιε. «Η Λίνερελ απλώνεται μόνο στη δυτική μεριά του ποταμού, απ’ό,τι ξέρω, επομένως δε θάναι πρόβλημα να μην πλησιάσουμε τα τείχη της. Έτσι δεν είναι;» Η ίδια δεν είχε πάει ποτέ στη Λίνερελ· το είχε ακούσει, όμως. Κι επιπλέον, ήταν λογικό· στ’ανατολικά του Κάλμιρηλ τα εδάφη ανήκαν στο Πριγκιπάτο Τάσβεραλ.

Ο Ζίρτελον ένευσε. «Ναι, στις δυτικές όχθες είναι χτισμένη.»

Μετά από λίγο, η Κελρίτ είπε: «Στη διάστασή σου– Νόρχακ, δεν τη λένε;»

«Ναι.»

«Στη Νόρχακ είστε όλοι σαν εσένα; Δηλαδή, ξέρετε ο ένας τι βλέπει ο άλλος;»

«Όχι· αυτό το κάνουμε μόνο εμείς. Ιεράρχες μάς αποκαλούν οι άλλοι, οι… ‘κανονικοί’ άνθρωποι.»

«Εσείς πώς λέτε τον εαυτό σας;»

Ο Ζίρτελον μόρφασε, κάνοντας τη μακριά ουλή στο μάγουλό του να λυγίσει. «Είμαστε ομοούσιοι. Μοιραζόμαστε την ίδια ψυχή.»

«Είστε πολλοί;»

«Όχι και τόσοι πολλοί.»

Η Κελρίτ σκέφτηκε να ρωτήσει Γιατί είστε έτσι όπως είστε; Πάθατε κάτι; Επηρεαστήκατε από κάτι; αλλά δεν το έκανε, μην ξέροντας αν θα ήταν ευγενικό. Τα μάτια αυτού του άντρα τής προκαλούσαν μια περίεργη αίσθηση που δεν μπορούσε να κατονομάσει, καθώς έμοιαζαν με καθρέφτες που κοίταζαν μέσα σε άλλους καθρέφτες.

«Είσαι παντρεμένος;» τον ρώτησε, περισσότερο από κεκτημένη ταχύτητα καθώς απαγόρευε στον εαυτό της να κάνει την άλλη, την πιο ενδιαφέρουσα ερώτηση.

«Παντρεμένος;» Ο Ζίρτελον γέλασε, έχοντας ακόμα την πλάτη του ακουμπισμένη στην κουπαστή. «Όχι, Αρχόντισσά μου, δεν είμαι παντρεμένος. Στη Νόρχακ δεν καθόμουν πολύ σ’ένα μέρος. Ήμουν μισθοφόρος και υπεύθυνος καραβανιού δούλων, προτού συμβούν όσα συνέβησαν με τον Μεγάλο Προφήτη…»

«Καραβανιού δούλων; Έκανες δουλεμπόριο;»

«Απλώς τους φυλούσα. Εδώ, νομίζω, δεν έχετε δούλους, σωστά;»

Η Κελρίτ κούνησε το κεφάλι. «Μόνο πολύ παλιά. Βασικά, κατά περιόδους της Ιστορίας μας. Ειδικά όταν γίνονταν άσχημοι πόλεμοι, που τα Πριγκιπάτα βρίσκονταν σε μεγάλη αναταραχή και όλοι σκοτώνονταν με όλους κι έπαιρναν πολλούς αιχμαλώτους· έτσι οι αιχμάλωτοι γίνονταν δούλοι.»

Ο Ζίρτελον ένευσε. «Ναι…»

«Και φυσικά,» συνέχισε η Κελρίτ, «κατά την Τυραννίδα. Τότε υπήρχαν πάρα πολλοί δούλοι, αν η Ιστορία λέει αλήθεια.»

«Τυραννίδα;»

«Η περίοδος πριν τη Διαίρεση. Αλλά, βέβαια, εσύ δε θα ξέρεις τίποτα γι’αυτά… Η Τυραννίδα ήταν πριν από χίλια-πεντακόσια χρόνια περίπου. Τότε η Βίηλ είχε μονάρχη, και όλοι οι άλλοι βρίσκονταν υπό την κυριαρχία του.»

«Βασιληά;»

«Ναι, ή Βασίλισσα. Οι μονάρχες ήταν όλοι ενός συγκεκριμένου Οίκου, ο οποίος διοικούσε τη διάστασή μας για πάρα πολλούς αιώνες, και οι ίδιοι ισχυρίζονταν ότι είχαν μέσα τους το αίμα των Αρχαίων Κολοσσών: ισχυρίζονταν ότι ήταν απευθείας απόγονοί τους. Δε νομίζω ότι αλήθευε. Και όταν έγινε η Διαίρεση, η Τυραννίδα έπεσε· η Τελευταία Βασίλισσα καρατομήθηκε και όλη της η γενιά θανατώθηκε.»

«Γενοκτονία ολόκληρου του Οίκου των βασιληάδων σας;»

«Ναι. Κι έτσι, από τότε έχουμε Πριγκιπάτα.» Ήπιε μια γουλιά κρασί για να υγράνει το στόμα της. «Στη Νόρχακ πώς είναι τα πράγματα; Από πολιτικής άποψης, εννοώ.»

«Μπερδεμένα. Αλλού υπάρχουν βασίλεια, αλλού ανεξάρτητες πόλεις, αλλού περιοχές που…» μόρφασε, «διοικούνται από μόνες τους, ή απλά υπάρχουν. Και τελευταία δημιουργήθηκε το Παγκόσμιο Συμβούλιο, που έχει αντιπροσώπους από παντού. Αν δεν ήταν ο Μεγάλος Προφήτης και η απειλή της Παντοκράτειρας, δεν θα είχε γίνει, όμως· το αποκλείω.»

Η Κελρίτ δεν μίλησε, παρατηρώντας τον.

Ο Ζίρτελον είπε: «Στη Βίηλ έχετε επαναστατική ιστορία, λοιπόν. Πώς δεχτήκατε τους Παντοκρατορικούς εδώ; Δεν είναι η εξουσία τους σαν την Τυραννίδα;»

«Όχι ακριβώς, απ’ό,τι μας λένε οι ιστορικοί. Δεν υπάρχει ούτε Βασιλικός Οίκος, ούτε δούλοι, ούτε… Βασικά, είμαστε… Εντάξει, είναι σχεδόν το ίδιο. Απλά δεν υπάρχει κεντρική εξουσία φανερή μέσα στη Βίηλ. Επιπλέον, δεν μπορούσαμε να μη δεχτούμε την κυριαρχία τους, Ζίρτελον· ήταν πολύ δυνατοί. Έτσι έχω ακούσει τουλάχιστον· εγώ ήμουν αγέννητη όταν ήρθαν.»

Ο Ζίρτελον την ατένισε με στενεμένα μάτια.

«Τι;» ρώτησε η Κελρίτ, συνοφρυωμένη.

«Πόσο χρονών είσαι, Αρχόντισσά μου;»

Η Κελρίτ μειδίασε. «Πόσο νομίζεις;»

«Δεν είμαι καλός να μαντεύω, αλλά θα έλεγα γύρω στα τριάντα.»

«Τόσο είμαι,» ένευσε η Κελρίτ· «και δεν είμαι παντρεμένη, σε περίπτωση που θες να ρωτήσεις.» Είχε βαρεθεί να τη ρωτάνε οι συγγενείς της και οι άνθρωποι άλλων Οίκων αν ήταν παντρεμένη ή πότε θα παντρευόταν. Ήταν τόσο περίεργοι!

«Δε θα το ρωτούσα…» είπε ο Ζίρτελον κοιτάζοντάς την παραξενεμένα.

Η Κελρίτ ήπιε την τελευταία γουλιά στην κούπα της, στρέφοντάς το βλέμμα αλλού. Ωραία τα κατάφερες, σκέφτηκε. Μοιάζει σα να του το είπες αυτό επειδή νομίζεις πως σε γλυκοκοιτάζει κι έχει γίνει ενοχλητικός.

Το απόγευμα, όταν ο ήλιος έγερνε προς τη δύση αλλά δεν είχε αρχίσει ακόμα να χάνεται εκεί, ο στόλος της Κελρίτ Βόρτεμαχ έφτασε στις εκβολές του ποταμού Κάλμιρηλ. Η Λίνερελ ήταν χτισμένη στη δυτική όχθη, και ακόμα και χωρίς κιάλι φαίνονταν οι βαλλίστρες και οι καταπέλτες στα τείχη της. Επίσης, δύο ελικόπτερα πετούσαν εκεί κοντά.

Η Κελρίτ πρόσταξε το ενεργειακό κανόνι στη ναυαρχίδα και οι βαλλίστρες σε όλα τα άλλα σκάφη να είναι σε ετοιμότητα. Δε νόμιζε, ωστόσο, ότι θα δέχονταν επίθεση αν δεν πλησίαζαν τα τείχη της πόλης· και δεν τα πλησίασαν. Πέρασαν από απόσταση ασφαλείας και βγήκαν από τον ποταμό, στο Πράσινο Πέλαγος, χωρίς κανένας να τους εμποδίσει.

«Φοβόμουν,» είπε η Κελρίτ, «πως θα μας έκαναν μπλόκο στην έξοδο του Κάλμιρηλ.» Στεκόταν στην πρύμνη ξανά, και τώρα κοντά της δεν ήταν μόνο ο Ζίρτελον αλλά και η Αλιζέτ κι ο Ραφέλνες.

«Δεν ξέρουν πού κατευθυνόμαστε,» είπε ο Ιερός Μαχητής των Οστών, «κι ύστερα απ’ό,τι συνέβη στη γέφυρα, μάλλον δε θέλουν να το ριψοκινδυνέψουν να χάσουν ανθρώπους άσκοπα.»

«Πρέπει να υπέθεταν ότι ίσως να επιτιθόμασταν στη Λίνερελ,» είπε η Αλιζέτ.

Ο Ραφέλνες κατένευσε. «Γι’αυτό έχουν οχυρωθεί εκεί έτσι όπως έχουν οχυρωθεί.»

Ο στόλος της Κελρίτ πήρε δυτική κατεύθυνση, πλέοντας επάνω στο Πράσινο Πέλαγος, όχι πολύ μακριά από τις ακτές αλλά ούτε και τόσο κοντά ώστε να μπορεί να χτυπηθεί από εχθρικές βαλλίστρες ή καταπέλτες.

13.

Ο Πολ κοιμήθηκε σ’ένα δωμάτιο του Φρουραρχείου της Κίρτβεχ, χωρίς να χαλαρώσει, γιατί ήξερε πως το δίκτυο των πρακτόρων του Ελκράσ’ναρχ ήταν άκρως επικίνδυνο και δεν θα του φαινόταν παράξενο να τον έχουν ήδη εντοπίσει, να γνωρίζουν πως ήταν προδότης, και να έρχονταν μες στη νύχτα για να τον περιποιηθούν. Το ξιφίδιό του το είχε κάτω από το μαξιλάρι του, όπως επίσης και το ένα του χέρι, αγγίζοντας τη λαβή του όπλου.

Τα ξημερώματα, όταν η Λοχίας Μαλθρίτ Νερέμβοχ χτύπησε την πόρτα για να τον ξυπνήσει, εκείνος είχε ήδη σηκωθεί και ετοιμαζόταν. «Περάστε,» είπε.

Η Μαλθρίτ άνοιξε και μπήκε. «Έχεις σηκωθεί…» παρατήρησε. Ήταν νυσταγμένη, τα μάτια της μισόκλειστα.

«Δεν κοιμήθηκες καθόλου όλη νύχτα;» τη ρώτησε ο Πολ.

«Τώρα πάω να κοιμηθώ,» αποκρίθηκε κουρασμένα εκείνη.

«Καλή ξεκούραση.»

«Ευχαριστώ. Θα ξαναπεράσεις από την πρωτεύουσα;»

«Μάλλον, αν και δεν μπορώ να είμαι σίγουρος. Θα πάω όπου με πάνε οι δουλειές μου.»

Η Μαλθρίτ έτριψε το δεξί της μάτι. «Αν ξαναπεράσεις και θέλεις κάτι απ’τη φρουρά, ζήτησέ με.»

Ο Πολ ένευσε, και η λοχίας βγήκε απ’το δωμάτιο. Τον γούσταρε· ήταν προφανές. Αν και δεν θάναι η πρώτη φορά που έχω κάνει λάθος για κάτι τέτοιο…

Φόρεσε τις μπότες του, πήρε τον σάκο του, και έφυγε απ’το δωμάτιο που του είχε παραχωρήσει η Μαλθρίτ. Βγήκε από το Φρουραρχείο και, βαδίζοντας στους δρόμους της Κίρτβεχ, πήγε στις αποβάθρες. Κάμποσοι ψαράδες είχαν μόλις έρθει και έβγαζαν τις ψαριές τους από τις βάρκες τους, μέσα στα δίχτυα. Ορισμένοι πουλούσαν κιόλας τα ψάρια, επί τόπου, σε ανθρώπους που πλησίαζαν για να τ’αγοράσουν κατευθείαν απ’αυτούς. «Να κάτι πράματα, με το συμπάθιο! Ελάτε να δείτε!» φώναζε ένας ψαράς, κρατώντας ένα πελώριο ψάρι από την ουρά καθώς αυτό σπαρταρούσε κάνοντας το κεφάλι του πέρα-δώθε. «Κολοσσοί ολόκληροι! Κολοσσοί! Φοβάμαι ότι θα με φάνε αυτοί, όχι ότι εγώ θα φάω αυτούς – χα-χα-χα-χα!»

Η ευωδία των ψαριών είχε γεμίσει το λιμάνι, και ο Πολ σούφρωσε τη μύτη του καθώς περνούσε. Τη σιχαινόταν αυτή τη μυρωδιά. Ρωτώντας ποιος μετέφερε επιβάτες με τη βάρκα του, οδηγήθηκε τελικά σ’έναν πρασινόδερμο τύπο που καθόταν σταυροπόδι πάνω σε μια δέστρα και κάπνιζε τσιμπούκι. Στο κεφάλι φορούσε ένα ψάθινο καπέλο, και τα πόδια του ήταν ξυπόλυτα, με πατούσες κατάμαυρες σαν σόλες παπουτσιών.

«Καλημέρα,» είπε ο Πολ.

«’μέεερα…» Ο άντρας δεν έβγαλε το τσιμπούκι από τα δόντια του.

«Μου είπαν ότι μεταφέρεις κόσμο με τη βάρκα σου. Θα με πας κάπου;»

«Άμα δεν είναι μακριά.»

«Στη Ριφάλπεκ.»

«Δεν είναι και τόσο κοντά, αλλά έλα, πάμε, θα σε πετάξω.» Σηκώθηκε όρθιος, βαδίζοντας προς μια βάρκα.

Ο Πολ τον ακολούθησε. Μπήκαν στη βάρκα, και ο πρασινόδερμος, καπελοφόρος βαρκάρης έβαλε μπροστά. Με τη μηχανή του να βουίζει το πλεούμενο έφυγε απ’το λιμάνι της Κίρτβεχ σχίζοντας τα νερά της Λίμνης των Κολοσσών κοντά στις όχθες.

«Την έχεις καιρό την εστία;» ρώτησε ο Πολ.

«Μη μου πεις ότι πάμ’ αργά!»

«Δεν το είπα γι’αυτό.» Αν και, όντως, είχε δει βάρκες να πηγαίνουν και πιο γρήγορα.

«Την έχω δώδεκα χρόνια, μάστορα,» είπε ο βαρκάρης. «Τίποτα δεν έχει καταλάβει. Μου την είχε φτιάξει μια μάγισσα που είναι ξαδέλφη της θείας της μάνας μου. Τρομερή τεχνίτισσα! Σκυλί, σου λέω. Η εστία, όχι η μάγισσα, μην παρεξηγηθούμε.»

Ο Πολ κάθισε στην πλώρη του μικρού σκάφους, καθώς ταξίδευαν, και κοίταζε μια τις όχθες μια τα νερά της λίμνης. Μετά από μιάμιση ώρα περίπου, έφτασαν στη Ριφάλπεκ: μια περιτειχισμένη πόλη που αγκάλιαζε τις εκβολές του ποταμού Ρίλχρημ, ο οποίος δεν ήταν και τόσο πλατύς. Ο βαρκάρης σταμάτησε τη βάρκα του σε μια αποβάθρα.

«Εδώ είμαστε, μάστορα. Ένα αργύριο μού χρωστάς.»

Ο Πολ τού το έδωσε και βγήκαν από τη βάρκα.

«Πάω να τσιμπήσω κάνα μεζέ προτού επιστρέψω στην πρωτεύουσα· έρχεσαι;» ρώτησε ο βαρκάρης.

«Ευχαριστώ, έχω δουλειές.»

«Εσύ χάνεις. Είναι μια ταβέρνα δω να πέρα που φτιάχνει κάτι μεζέδες να γλείφεις τα δάχτυλά σου.»

Ο Πολ απομακρύνθηκε από το λιμάνι και βάδισε στους δρόμους της πόλης, η οποία ήταν σαφώς μικρότερη από την Κίρτβεχ αλλά όχι και πολύ μικρή. Ο Κισβέρνες της Άτβηλκ είχε πει ότι η Νίνα, αν ήταν εδώ, θα ήταν μάλλον στο Κάστρο των Κήπων, του άντρα της και ξαδέλφου του Πρίγκιπα Νοσνάλτος· επομένως, ο Πολ προς τα εκεί κατευθύνθηκε. Και δεν άργησε να φτάσει μπροστά σε μια μεγάλη πύλη της βόρειας μεριάς του κάστρου.

Το κάστρο άγγιζε και τις δύο όχθες του Ρίλχρημ, δρασκελίζοντάς τον σαν γέφυρα. Ήταν πελώριο οικοδόμημα, και κάπου εκεί πάνω πρέπει να ήταν και οι κρεμαστοί κήποι που είχε αναφέρει ο Κισβέρνες.

Πίσω από τα κάγκελα της κλειστής πύλης στέκονταν δύο φρουροί. Ο Πολ τούς χαιρέτησε και τους είπε πως ήταν εδώ για να μιλήσει στην Αρχόντισσα Νίνα Έκγραμμη, σταλμένος από την ίδια την Παντοκράτειρα. (Προτίμησε να πει αρχόντισσα αντί για κυρία, λόγω του γάμου της με τον Ράλκος’νορ ο οποίος ήταν ευγενικής καταγωγής.) Οι φρουροί τού αποκρίθηκαν να περιμένει ένα λεπτό, κι ο ένας απ’τους δύο σήκωσε έναν επικοινωνιακό δίαυλο που κρεμόταν στον τοίχο παραδίπλα και μίλησε με κάποιον. Μετά, πλησίασε πάλι τα κάγκελα και ρώτησε τον Πολ: «Τ’όνομά σας, κύριε;»

«Θα προτιμούσα να το ξέρει μόνο η Αρχόντισσα.»

Ο φρουρός επέστρεψε στον δίαυλο, μίλησε πάλι, και μετά, αφού τον έκλεισε, έκανε νόημα στον άλλο φρουρό· εκείνος κατέβασε έναν μοχλό και τα κάγκελα της πύλης σηκώθηκαν.

Ο Πολ μπήκε.

«Μια στιγμή, να έρθει κάποιος να σας οδηγήσει, κύριε,» είπε ο φρουρός που του είχε μιλήσει και πριν.

Ο Πολ περίμενε και, μετά από λίγο, ήρθαν δύο άλλοι φρουροί. Τους ακολούθησε κι αυτοί τον οδήγησαν στο εσωτερικό του κάστρου, το οποίο, παρατήρησε, ήταν πολύ όμορφα στολισμένο. Τον πήγαν τελικά σ’ένα δωμάτιο που έμοιαζε με καθιστικό, είχε πίνακες κρεμασμένους στους τοίχους, και ένα παράθυρο που έβλεπε σ’έναν καταπράσινο κήπο. Το Κάστρο των Κήπων…

«Περιμένετε εδώ, κύριε,» είπε ο ένας από τους δύο φρουρούς, και έφυγαν αφήνοντάς τον μόνο.

Ο Πολ βημάτισε μέσα στο δωμάτιο σφυρίζοντας, ξέροντας ότι βρισκόταν υπό παρακολούθηση. Από την ίδια τη Νίνα, κατά πάσα πιθανότητα. Ήταν πολύ προσεχτική. Μάλλον, πίσω από κάποιον πίνακα κρυβόταν τηλεοπτικός πομπός· ή ίσως να υπήρχε κανένα μικροσκοπικό άνοιγμα ώστε να μπορείς να κοιτάζεις από πλαϊνό δωμάτιο ή κρυφό πέρασμα.

«Καλημέρα, Πολ.»

Ο Πολ, που εκείνη τη στιγμή έβλεπε τον κήπο έξω απ’το παράθυρο, στράφηκε ξαφνιασμένος. Μια γυναίκα στεκόταν κοντά σε μια γωνία του δωματίου – σε μια γωνία όπου δεν υπήρχε πόρτα.

Τι λέγαμε για κρυφά περάσματα;…

«Νίνα!» είπε ο Πολ, χαμογελώντας.

Η γυναίκα ήταν ψηλή και γαλανόδερμη, με μακριά, σγουρά, ξανθά μαλλιά που τώρα μια ξύλινη χτένα συγκρατούσε πίσω, αποκαλύπτοντας το πλατύ μέτωπό της. Τα χείλη και τα μάτια της ήταν βαμμένα, αλλά όχι έντονα. Φορούσε ένα μακρύ, λευκό φόρεμα και ένα εφαρμοστό, κοντό πανωφόρι πάνω από το φόρεμα. Δεν έφτανε ώς τη μέση της· τα μανίκια, όμως, ήταν μακριά. Ο Πολ ήταν βέβαιος πως κάτω απ’το πανωφόρι όλο και κάποιο όπλο πρέπει να ήταν κρυμμένο: στιλέτο, πιθανώς.

«Δεν περίμενα να σε δω εδώ, Πολ,» είπε η Νίνα Έκγραμμη, χωρίς όμως να υποδηλώνει ότι θα προτιμούσε να μην τον έβλεπε. Απλά ήταν ξαφνιασμένη. Αναμενόμενα, σκέφτηκε ο Πολ.

«Μ’αυτά που συμβαίνουν στη βόρεια παραμεθόριο; Μιλάς σοβαρά;»

«Μαθεύτηκαν τόσο γρήγορα;» Η Νίνα τον πλησίασε εκεί όπου στεκόταν, μπροστά στο παράθυρο που κοίταζε τον κήπο.

«Τα έμαθα μόλις ήρθα, βασικά. Δεν έχουν φτάσει τα νέα ώς τη Ρελκάμνια, αν αναρωτιέσαι γι’αυτό.»

«Αν είχαν φτάσει θα μου φαινόταν πολύ παράξενο. Γιατί είσαι, όμως, εδώ;»

«Οι αφέντες μας με έστειλαν, γιατί θεωρούν ότι η Επανάσταση ετοιμάζει κάτι στο Πριγκιπάτο Κίρτβεχ. Κι όπως φαίνεται, δεν έχουν άδικο.»

Η Νίνα συνοφρυώθηκε. «Πώς το πληροφορήθηκαν;»

«Από την ανάκριση κάτι αποστατών, σε άλλη διάσταση.»

«Ποια διάσταση;»

«Φεηνάρκια.»

«Και τι μπορεί να ξέρουν οι Φεηνάρκιοι για τα όσα γίνονται στο Πριγκιπάτο Κίρτβεχ;»

«Δεν ήταν Φεηνάρκιοι οι αποστάτες που ανακρίθηκαν,» είπε ο Πολ. «Ήταν απ’αυτούς που τριγυρίζουν σε πολλές διαστάσεις.»

«Τι είπαν; Ποιο είναι το σχέδιο της Επανάστασης;»

«Εκεί είναι το πρόβλημα. Δεν ξέρουν ακριβώς τι γίνεται στη Βίηλ· έχουν, όμως, ακούσει ότι ο Αρχιπροδότης έχει βρει μια καινούργια τεχνολογία που δουλεύει μόνο εδώ.»

«Με τη μαγική ενέργεια της Βίηλ;»

«Μάλλον· δεν το διευκρίνισαν αυτό. Πάντως, μαρτύρησαν ότι η Επανάσταση θα χτυπήσει πρώτα το Πριγκιπάτο Κίρτβεχ μ’αυτή την τεχνολογία. Και ξέρεις πώς είναι τα πράγματα τώρα σ’όλη την Παντοκρατορία, Νίνα… υπάρχουν προβλήματα παντού. Δεν έχουμε στρατό για χάσιμο. Πρέπει, επομένως, είπαν οι αφέντες μας, να εντοπίσουμε την πηγή του προβλήματος ώστε να το διαλύσουμε εν τη γενέσει.»

«Κι έστειλαν μόνο εσένα; Το ξέρεις, βέβαια, ότι εκτιμώ ιδιαίτερα τις ικανότητές σου, Πολ, αλλά δεν θα έπρεπε κανονικά να είχαν στείλει κι άλλους αφού θεωρούν το ζήτημα τόσο σημαντικό; Και είναι σημαντικό, μπορώ να σε διαβεβαιώσω.»

«Οι άνθρωποί μου είναι απλωμένοι στο Πριγκιπάτο· αυτό μπορώ να πω μόνο.»

Η Νίνα συνοφρυώθηκε. «Τι… Υποπτεύεσαι εμένα; Με υποπτεύονται οι…;»

«Δεν σε υποπτεύονται,» τη διαβεβαίωσε ο Πολ. «Ωστόσο, οι διαταγές μου είναι να κινηθώ με κάθε δυνατή μυστικότητα, κι αυτό κάνω. Γιατί, σκέψου, αφού οι επαναστάτες σχεδιάζουν κάτι μεγάλο εδώ, δεν θα έχουν και πράκτορές τους μες στο Πριγκιπάτο Κίρτβεχ;»

Η Νίνα κούνησε το κεφάλι. «Αδύνατον! Θα τους είχα εντοπίσει.»

«Μην είσαι τόσο σίγουρη…»

«Είμαι σίγουρη, Πολ. Αυτή είναι η δουλειά μου! Είμαι Επόπτρια εδώ.»

«Μου έχει δοθεί η εντύπωση, όμως, ότι δεν είσαι τόσο… δραστήρια όσο παλιά.»

«Τι πάει να πει αυτό;» Έδειχνε να θυμώνει.

«Θα περίμενα να ήσουν στη βόρεια παραμεθόριο, ύστερα από τέτοια συμβάντα,» εξήγησε ο Πολ. «Ή, τουλάχιστον, στην πρωτεύουσα. Περνάς, όμως, την ώρα σου…» έτεινε το χέρι του προς τον κήπο που φαινόταν απ’το παράθυρο, «εδώ. Παντρεύτηκες…»

«Το ένα δεν έχει σχέση με το άλλο!» είπε η Νίνα. Ήταν εξαγριωμένη· δεν φώναζε, αλλά ο Πολ μπορούσε να το καταλάβει ότι ήταν εξαγριωμένη. Τα μάτια της γυάλιζαν επικίνδυνα. «Μπορεί να είμαι εδώ αλλά ελέγχω όλους μου τους πράκτορες όπως πάντα. Τίποτα δεν έχει αλλάξει. Και θα πήγαινα στη βόρεια παραμεθόριο αν θεωρούσα πως αυτό θα είχε νόημα τώρα. Θέλω, όμως, πρώτα να έχω κάποιο στοιχείο. Μέχρι στιγμής, δεν ξέρω ούτε καν προς τα πού κατευθύνθηκε αυτός ο μεταλλικός γίγαντας φεύγοντας. Οι πράκτορές μου μου λένε ότι δεν άφησε ίχνη πίσω του – πράγμα παράξενο, αν σκεφτεί κανείς το μέγεθός του. Προφανώς κάποιοι τα έσβησαν.»

Ο Πολ ένευσε. «Προφανώς. Θα μιλήσουμε, λοιπόν, για το τι συμβαίνει στο Πριγκιπάτο, καθώς και για τα σχέδιά σου;»

«Ναι. Έλα μαζί μου.» Η Νίνα βάδισε προς τη γωνία όπου την είχε πρωτοδεί ο Πολ, πίεσε μια πέτρα επάνω στον τοίχο, και ο τοίχος άνοιξε, μουγκρίζοντας καθώς οι πέτρες τρίβονταν αναμεταξύ τους.

Ο Πολ την ακολούθησε μέσα σ’ένα σκιερό πέρασμα, που φωτιζόταν από ψηλά, πολύ ψηλά, καθώς βρισκόταν ανάμεσα στους τοίχους του κάστρου και δεν είχε οροφή από πάνω του· θύμιζε φωταγωγό. Η Νίνα κατέβηκε μια πέτρινη σκάλα και ο Πολ την κατέβηκε πίσω της, και κατέληξαν σ’ένα μέρος που ήταν τελείως σκοτεινό.

«Φως;» είπε ο Πολ.

Και μετά άκουσε πάλι πέτρες να τρίβονται η μια πάνω στην άλλη. Ένας τοίχος άνοιξε, κι ένας κήπος φάνηκε πίσω του. Ο Πολ ακολούθησε τη Νίνα έξω. Εκείνη έκλεισε το κρυφό πέρασμα και βάδισαν, για λίγο, μέσα στα δέντρα και στα φυτά, προτού συναντήσουν ένα μέρος γεμάτο ξύλινα παιχνίδια – κάστρα, καβαλάρηδες, στρατιώτες, πλοία, οχήματα, αεροπλάνα. Κι ανάμεσα στα παιχνίδια ήταν καθισμένο ένα μικρό αγόρι, που δεν μπορεί να ήταν πάνω από δύο χρονών. Είχε δέρμα γαλανό και μαλλιά ξανθά και σγουρά.

Η Νίνα πήγε και γονάτισε πλάι του, στο ένα γόνατο· το μακρύ φόρεμά της έκανε βαθιές πτυχώσεις γύρω της. «Αυτός είναι ο Πολ, Άλτρες. Είναι παλιός μου φίλος. Πες ‘γεια’ στον Πολ.»

Το αγόρι τον κοίταξε διστακτικά. Ύστερα είπε: «Γεια χου…»

Ο Πολ μειδίασε. «Γεια σου κι εσένα, μεγάλε.» Και πλησίασε. Ρώτησε τη Νίνα: «Γιατί μου φαίνεται ότι το παιδάκι σού μοιάζει;»

«Παράξενο, ε;» είπε εκείνη καθώς σηκωνόταν όρθια. «Μάλλον επειδή είναι γιος μου.»

Οι θεοί έχουν τρελαθεί σ’όλο το Γνωστό Σύμπαν! «Άκουσα ότι παντρεύτηκες τον ξάδελφο του Νοσνάλτος, αλλά….»

«Δεν άκουσες ότι έκανα παιδί μαζί του;»

«Όχι.»

Η Νίνα γέλασε. «Μη δείχνεις τόσο παραξενεμένος.»

«Το σύμπαν είναι σαν ξαφνικά να μπερδεύτηκε πιο πολύ απ’ό,τι είναι ήδη μπερδεμένο,» είπε ο Πολ, νηφάλια.

«Γιατί; Δε μοιάζει η Νίνα Έκγραμμη για μητέρα;»

«Θα σου κακοφαινόταν αν έλεγε όχι;»

Η Νίνα κούνησε το κεφάλι υπομειδιώντας. «Ας καθίσουμε,» πρότεινε πηγαίνοντας προς ένα πέτρινο παγκάκι.

14.

Η Χαύδοραλ ήταν το σημαντικότερο λιμάνι της ανατολικής Βίηλ, κι απ’ό,τι φαινόταν έπαιρνε τον εαυτό της σοβαρά. Καθώς η Ανταρλίδα κοιτούσε με το περισκόπιο του υποβρυχίου, μπορούσε να δει ότι ένα ψηλό πέτρινο τείχος, γεμάτο μικρά ραγίσματα και πρασινάδες, αγκάλιαζε τον κόλπο στις εκβολές του Νέρελρημ όπου ήταν οικοδομημένη η Χαύδοραλ. Και μπροστά από τον κόλπο ήταν ένας μεγάλος κυματοθραύστης, που συγχρόνως πρόσφερε προστασία κι εναντίον εχθρικών σκαφών. Τα πλοία μπορούσαν να μπουν και να βγουν από το λιμάνι μόνο από ένα άνοιγμα που σχηματιζόταν ανάμεσα στον κυματοθραύστη και στο τείχος που περιέκλειε τον κόλπο. Ήταν αρκετά μεγάλο για να χωρά ακόμα και τα μεγαλύτερα σκάφη, αλλά, όπως κάθε κλειστό μέρος, ευνοούσε αναπόφευκτα τους αμυνόμενους, αποτελώντας οχυρωματικό έργο.

Δε θάναι και πολύ εύκολο για τον στόλο της Πριγκίπισσας να πάρει τη Χαύδοραλ, σκέφτηκε η Ανταρλίδα. Και συνέχισε να παρατηρεί την πόλη, βλέποντας ότι επάνω στις επάλξεις ήταν στημένες γιγάντιες μεταλλικές βαλλίστρες που γυάλιζαν στον μεσημεριανό ήλιο, καταπέλτες με πελώριες χούφτες που κρατούσαν σιδερένιες σφαίρες, και δύο ενεργειακά κανόνια. Στον αέρα πάνω από την πόλη, τρία ελικόπτερα πετούσαν. Είναι έτοιμοι για εμάς. Δε μπορούν να ξέρουν πού κατευθύνονται ο ανατολικός και ο δυτικός στόλος, αλλά φοβούνται ότι ίσως η πόλη τους να δεχτεί επίθεση. Αναμενόμενο, βέβαια. Η Ανταρλίδα περίμενε ότι ακριβώς έτσι θα ήταν τα πράγματα. Ίσως και λίγο χειρότερα.

Δεν αισθάνθηκε την αυτοπεποίθησή της να κλυδωνίζεται στο ελάχιστο.

Πήρε το βλέμμα της απ’το περισκόπιο και στράφηκε στην Αλιζέτ, που καθόταν στο τιμόνι. «Υπάρχει μονάχα ένα άνοιγμα απ’το οποίο μπορείς να μπεις στο λιμάνι της Χαύδοραλ.»

«Το ξέρω,» αποκρίθηκε η Σκοτεινή Βασίλισσα. «Δεν είναι μόνο το μεγαλύτερο λιμάνι στην ανατολική Βίηλ· είναι και το πιο καλά προστατευμένο. Κάτω από το νερό, επίσης, κατά μήκος του ανοίγματος που είδες, υπάρχει, πιασμένη επάνω σε μια υποθαλάσσια αλυσίδα, μια ολόκληρη κορδέλα από εκρηκτικές ύλες, τις οποίες μπορούν να πυροδοτήσουν όποτε θέλουν.»

«Και μάλλον θα θέλουν όταν δουν κάμποσα από τα πλοία μας να εισβάλλουν…» είπε η Ανταρλίδα.

Η Αλιζέτ ένευσε. «Αυτό είναι το νόημα της εκρηκτικής αλυσίδας. Και καταλαβαίνεις τι μπορεί κάτι τέτοιο να κάνει εδώ, στη Βίηλ, έτσι; Εκτός του ότι θα τινάξει στον αέρα τον μισό στόλο μας – ειδικά αν τα πλοία βρίσκονται σχετικά κοντά το ένα στο άλλο – θα σηκώσει τέτοιο παλιρροϊκό κύμα που θα πνίξει προς στιγμή όλες τις αποβάθρες της Χαύδοραλ και, πιθανώς, θα πλημμυρίσει και τη μισή πόλη, αν όχι ολόκληρη. Πρόκειται, προφανώς, για μέτρο έκτακτης ανάγκης.»

«Η δική μας περίπτωση, όμως, σύντομα θα γίνει έκτακτη ανάγκη, έτσι δεν είναι;» είπε ο Όρνιφιμ.

«Κατά πάσα πιθανότητα,» αποκρίθηκε η Αλιζέτ. «Γι’αυτό πρέπει να πάμε και να αδρανοποιήσουμε τα εκρηκτικά προτού φτάσει εδώ ο στόλος της Κελρίτ.»

«Δε θα είναι επικίνδυνο;» είπε η Ανταρλίδα.

«Το μόνο που χρειάζεται είναι να χαλάσουμε τον τηλεπικοινωνιακό δέκτη, ώστε να μη μπορούν να τα πυροδοτήσουν.»

Η Ανταρλίδα ένευσε. «Πράγματι. Πάντως,» πρόσθεσε, «θα πρέπει να είναι τελείως τρελοί για να έχουν τέτοιο πράγμα κάτω απ’το λιμάνι. Δε φαντάζονται τι θα γίνει αν εκραγεί κατά λάθος;»

«Δε μπορεί να εκραγεί κατά λάθος,» αποκρίθηκε η Αλιζέτ καθώς σηκωνόταν από τη θέση μπροστά στο τιμόνι. «Το μόνο που μπορεί να κάνει τα εκρηκτικά να πυροδοτηθούν είναι ένα συγκεκριμένο τηλεπικοινωνιακό σήμα. Ακόμα κι αν κάτι – κάποιο μεγάλο ψάρι – πάει και τα δαγκώσει, τίποτα δε θα συμβεί· απλά θα βραχούν, μερικά από αυτά, και θα καταστραφούν. Αλλά κι αυτό δεν είναι εύκολο να γίνει: τα έχουν τυλιγμένα με προστατευτικά περιτυλίγματα. Ο μόνος άλλος τρόπος να εκραγούν είναι αν κάποιος πάει εκεί κάτω και προκαλέσει την έκρηξη ο ίδιος· αλλά για να κάνει κάτι τέτοιο θα πρέπει νάναι αυτοκτονικός.»

«Όπως τα Παιδιά του Φωτός;»

«Όπως τα Παιδιά του Φωτός,» συμφώνησε η Αλιζέτ. «Ευτυχώς που η Μητέρα δεν ξέρει για την αλυσίδα.»

«Ή, τουλάχιστον, πιστεύεις ότι δεν ξέρει.»

«Τέλος πάντων,» είπε η Αλιζέτ. «Θα πάω να αδρανοποιήσω τον τηλεπικοινωνιακό δέκτη.»

«Θα έρθω μαζί σου.»

«Δε χρειάζομαι βοήθεια, Ανταρλίδα.»

«Παρ’όλ’αυτά θα έρθω.»

«Νομίζεις ότι αν ήμουν εναντίον σας θα ήσασταν ακόμα ζωντανοί εδώ μέσα;» ρώτησε ευθέως η Αλιζέτ.

«Υπερεκτιμάς τον εαυτό σου, ως συνήθως.»

«Αν σε ήθελα νεκρή, Ανταρλίδα, θα ήσουν νεκρή.»

«Θα προσπαθούσες,» είπε προκλητικά η Ανταρλίδα· και για μια στιγμή ατένιζαν η μία την άλλη εχθρικά.

«Τι νόημα έχει αυτό;» ρώτησε ο Τάμπριελ.

Οι Μαύρες Δράκαινες στράφηκαν και τον είδαν να στέκεται έξω απ’το ενεργειακό κέντρο. Είχε πάψει να κάνει τη Μαγγανεία Κινήσεως αλλά τα βασικά συστήματα του υποβρυχίου εξακολουθούσαν, φυσικά, να λειτουργούν χωρίς πρόβλημα.

«Κανένα νόημα,» είπε η Αλιζέτ, και, παίρνοντας το βλέμμα της από τα μενεξεδιά μάτια της Ανταρλίδας, βάδισε προς το ντουλάπι όπου είχαν τις στολές κατάδυσης.

«Όχι από τώρα,» της είπε ο Τάμπριελ, σταματώντας την. «Καλύτερα όταν ο ανατολικός στόλος βρίσκεται πιο κοντά μας. Δεν είναι ακόμα εδώ, σωστά;» Κοίταξε τον Όρνιφιμ.

«Τη νύχτα θα έχει φτάσει, όπως το υπολογίζουν η Κελρίτ και οι άλλοι,» αποκρίθηκε εκείνος.

«Έχουμε χρόνο, λοιπόν. Αν αδρανοποιήσουμε τα εκρηκτικά τώρα, μπορεί οι υπερασπιστές της πόλης να το καταλάβουν και να πάρουν τα μέτρα τους. Αν τα αδρανοποιήσουμε μετά, την τελευταία στιγμή, δεν θα μπορούν να κάνουν τίποτα, ακόμα κι αν το αντιληφτούν. Δεν θα προλαβαίνουν.»

«Σ’αυτό έχεις δίκιο,» παραδέχτηκε η Αλιζέτ. «Λες ότι δεν είσαι στρατηγός, Τάμπριελ, αλλά δεν φαίνεσαι άσχετος από στρατηγική.»

«Η στρατηγική, πολλές φορές, είναι απλή λογική, Αλιζέτ.»

Επάνω στην κονσόλα των ανιχνευτικών συστημάτων του σκάφους ένα φωτάκι άρχισε ν’αναβοσβήνει, έντονα.

«Τι είν’αυτό;» είπε ο Όρνιφιμ.

Η Ανταρλίδα κοίταξε την οθόνη των ανιχνευτών. «Κάτι βγαίνει απ’το λιμάνι. Κάτι μεγάλο! Κάτω απ’τη θάλασσα.»

«Υποβρύχιο.» Η Αλιζέτ ατένιζε έξω απ’το παράθυρο, προσπαθώντας να διακρίνει το υποθαλάσσιο σκάφος μέσα από τα σκοτεινά νερά του βυθού.

Ο Τάμπριελ πήγε στο ενεργειακό κέντρο και τον άκουσαν να μουρμουρίζει λόγια στη γλώσσα της μαγείας – υφαίνοντας τη Μαγγανεία Κινήσεως κατά πάσα πιθανότητα.

Η Αλιζέτ κάθισε στο πηδάλιο και μετακίνησε το σκάφος τους, απομακρύνοντάς το από το άλλο υποβρύχιο.

Ας ελπίσουμε ότι δεν έχει εντοπίσει κι αυτό εμάς, σκέφτηκε η Ανταρλίδα, παρατηρώντας πώς κινείτο το σκάφος μέσα στην οθόνη των ανιχνευτών. Οι ανιχνευτές του υποβρυχίου της Ανταρλίδας και του Τάμπριελ ήταν η τελευταία λέξη της Απολλώνιας τεχνολογίας, καθώς ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος ήταν που τους είχε δώσει αυτό το μεταβαλλόμενο σκάφος/όχημα, και ήξερε για τι δουλειές το χρειάζονταν. Έπρεπε να είναι ανθεκτικό και ευέλικτο· και μέχρι στιγμής δεν τους είχε απογοητεύσει.

«Δε μας είπες ότι είχαν υποβρύχιο εδώ πέρα,» είπε στην Αλιζέτ η Ανταρλίδα.

«Δεν το γνώριζα,» αποκρίθηκε εκείνη, οδηγώντας επιδέξια το σκάφος τους κάτω από το νερό.

«Τι ξέρεις τότε;»

«Ούτε εγώ δεν ξέρω τα πάντα για τη Βίηλ, Ανταρλίδα! Επιπλέον, μπορεί αυτό το σκάφος να μην ήταν εδώ παλιότερα. Μπορεί τελευταία να το έφεραν.»

«Τελευταία;»

«Εξαιτίας του κινδύνου της Επανάστασης παντού στο Γνωστό Σύμπαν. Η Χαύδοραλ είναι το μεγαλύτερο λιμάνι εδώ· θέλουν να την έχουν προστατευμένη.»

Η Ανταρλίδα, κοιτάζοντας την οθόνη των ανιχνευτών, είδε ότι το υποβρύχιο – που πρέπει να ήταν πολύ πιο μεγάλο απ’το δικό τους – μάλλον δεν τους είχε εντοπίσει. Βγαίνοντας απ’το λιμάνι έπαιρνε ανατολική κατεύθυνση.

«Πηγαίνει προς τον στόλο της Κελρίτ.»

Η Αλιζέτ ένευσε. «Έτσι φαίνεται.»

«Και υποθέτω πως έχει τις τορπίλες του έτοιμες.»

«Δε χρησιμοποιούνται τορπίλες στη Βίηλ, Ανταρλίδα. Θα είναι, όμως, σίγουρα οπλισμένο με βαλλίστρες· και τα βέλη τους θα είναι αρκετά δυνατά για να τρυπήσουν την καρίνα οποιουδήποτε σκάφους.»

«Ενεργειακά κανόνια;»

«Δε νομίζω. Αλλά ο Τάμπριελ ίσως να μπορούσε να το ελέγξει μέσω των αισθητήρων του σκάφους μας.»

Η Ανταρλίδα πήγε στο ενεργειακό κέντρο και του το είπε, καθώς εκείνος είχε τα μάτια κλειστά, ελέγχοντας με το νου του τη ροή της ενέργειας του υποβρυχίου.

«Πρέπει να πλησιάσουμε,» της αποκρίθηκε· «και δεν ξέρω αν θα ήταν ασφαλές.»

«Να πλησιάσουμε; Πόσο; Δε μπορείς να χρησιμοποιήσεις το ξόρκι ώς το πέρας της εμβέλειας των ανιχνευτών μας;»

«Θα μπορούσα, αν δεν έκανα συγχρόνως και τη Μαγγανεία Κινήσεως. Αλλά αν σταματήσω τη Μαγγανεία Κινήσεως θα σταματήσουμε και να κινούμαστε, και το υποβρύχιό τους θ’απομακρυνθεί και δεν θα το φτάνω.»

Η Ανταρλίδα καταράστηκε τα κέρατα του Κάρτωλακ κι επέστρεψε κοντά στην Αλιζέτ. «Δεν–»

«Τον άκουσα,» είπε η Σκοτεινή Βασίλισσα. «Κοίτα, Ανταρλίδα, έτσι κι αλλιώς δεν έχει σημασία. Ακόμα και με τις βαλλίστρες του μόνο, το υποβρύχιο είναι πολύ επικίνδυνο για τον στόλο της Κελρίτ. Το μοναδικό αποτελεσματικό όπλο που έχουν για να το χτυπήσουν είναι ουσιαστικά το ενεργειακό κανόνι τους· γιατί πρέπει κάτι να μπορεί να το εντοπίσει κάτω απ’το νερό και, μετά, να το σημαδέψει. Οι βαλλίστρες επάνω στα καταστρώματα είναι από δύσκολο έως αδύνατο να το κατορθώσουν αυτό.»

«Τι θα κάνουμε, λοιπόν;» Και μην περιμένοντας την απάντηση της Αλιζέτ, ρώτησε τον Όρνιφιμ: «Ειδοποίησες την Κελρίτ;»

«Ο Ζίρτελον τής είπε για το υποβρύχιο.»

Η Αλιζέτ είπε: «Μόνο εμείς μπορούμε να το σαμποτάρουμε, Ανταρλίδα. Δεν υπάρχει άλλος τρόπος να το χτυπήσουμε. Αν φτάσει στον ανατολικό στόλο, έχει τη δύναμη να κάνει τεράστια ζημιά.»

15.

Η μικρή καταπακτή του υποβρυχίου άνοιξε και οι δύο Μαύρες Δράκαινες βγήκαν, πρώτα η Αλιζέτ, μετά η Ανταρλίδα, ντυμένες με στολές κατάδυσης κι έχοντας επάνω τους δεμένους τους εξοπλισμούς τους. Η πίεση του νερού ήταν σχεδόν συνθλιπτική εδώ κάτω στα βάθη του Πράσινου Πελάγους, αλλά εκείνες δεν ενοχλούνταν: είχαν εκπαιδευτεί να αντιμετωπίζουν και πιο αντίξοες συνθήκες, πιο εχθρικά περιβάλλοντα. Ήταν μαθημένες να δαμάζουν τον κόσμο γύρω τους.

Στο πηδάλιο του σκάφους τους είχαν αφήσει τον Όρνιφιμ, ο οποίος ήταν, αρχικά, λιγάκι διστακτικός. «Δεν έχω ξαναοδηγήσει τέτοιο πράγμα,» είχε πει· αλλά η Αλιζέτ τού είχε απαντήσει: «Πάντα υπάρχει πρώτη φορά για όλα. Δε θα το περάσεις και μέσα από καμια στενή σήραγγα εξάλλου· εδώ θα μείνεις.»

Η Ανταρλίδα και η Αλιζέτ τώρα απομακρύνονταν από το μικρό υποβρύχιό τους και, κολυμπώντας, κατευθύνονταν προς τα εκεί που ήξεραν ότι βρισκόταν το πολύ μεγαλύτερο υποβρύχιο που είχε βγει από το λιμάνι της Χαύδοραλ. Ο πυθμένες της Πράσινης Θάλασσας ήταν κατασκότεινος, κι έπρεπε ν’ανάψουν τους φακούς που ήταν προσαρτημένοι στις μάσκες τους για να βλέπουν, αλλιώς δεν υπήρχε αμφιβολία ότι θα χάνονταν. Στις ζώνες τους ήταν δεμένα σχοινιά ασφαλείας – πολύ μακριά, πολύ λεπτά, πολύ ανθεκτικά – τα οποία κατέληγαν στο σκάφος τους, για να μπορούν άνετα να επιστρέψουν σ’αυτό όποτε ήθελαν χωρίς να χαθούν.

Δεν κυνηγούσαν το μεγάλο υποβρύχιο· θα ήταν αδύνατο να το προλάβουν τρέχοντας πίσω του· το πλησίαζαν από τα πλάγια, σκοπεύοντας να το συναντήσουν καθώς θα περνούσε από μπροστά τους. Το δικό τους υποβρύχιο είχε διαγράψει ημικύκλιο για να φτάσει στο σωστό σημείο: στο σημείο όπου οι δύο Μαύρες Δράκαινες βγήκαν για να δράσουν.

Η Αλιζέτ μπορούσε να δει την Ανταρλίδα να της ρίχνει, κάπου-κάπου, λοξές ματιές καθώς κολυμπούσαν. Με προσέχει. Προσέχει τις κινήσεις μου. Η Σκοτεινή Βασίλισσα γέλασε από μέσα της. Δεν μπορεί να το πιστέψει ότι αποφάσισα να πάω οικειοθελώς με το μέρος τους…

Τα Δαιμόνια! ούτε κι εγώ δεν μπορώ να το πιστέψω, καλά-καλά, ακόμα.

Μέχρι να δράσει εναντίον του Ζακ Ματνέρω, ελευθερώνοντας την Ιλρίνα’νορ από τα χέρια του, δεν είχε πάρει καμία τελική απόφαση. Με την Επανάσταση ή με την Παντοκράτειρα; Με τον Τάμπριελ ή μ’αυτόν τον παράξενο δαίμονα, τον Ελκράσ’ναρχ; Αμφιταλαντευόταν. Από τη μια, έρχονταν στο μυαλό της οι ιστορίες του Πολ – η όλη υποκρισία της Συμπαντικής Παντοκρατορίας και ο υπόγειος έλεγχος – από την άλλη, η εκπαίδευσή της ως Μαύρη Δράκαινα.

Η απόφαση ήταν δύσκολη. Μπορούσε, επομένως, να γίνει μόνο ξαφνικά, απρόοπτα: όταν κι η ίδια δεν θα το πολυσυνειδητοποιούσε. Έπρεπε, κάπως, να ξεγελάσει το μυαλό της.

Και το είχε κάνει σ’εκείνη την κρίσιμη στιγμή, μέσα στο κάστρο της Νέλερβικ, με Παντοκρατορικούς και επαναστάτες παντού γύρω της. Η πλάστιγγα είχε γείρει. Η εκπαίδευση της Μαύρης Δράκαινας είχε, εν μέρει, αλλοιωθεί. Η περιέργεια για τον Ελκράσ’ναρχ είχε υπερισχύσει. Το γεγονός ότι τόσα χρόνια υπηρετούσε άλλη εξουσία, όχι την εξουσία που νόμιζε, είχε τσαντίσει κάποιο μέρος του εγώ της – και είχε αντιδράσει.

Κανείς δεν κορόιδευε έτσι τη Σκοτεινή Βασίλισσα!

Φυσικό είναι η Ανταρλίδα να μην το πιστεύει. Ούτε κι εγώ δεν το πιστεύω.

Τι να γινόταν, άραγε, τώρα ο Πολ; Εκείνος έφταιγε που είχε κάνει την πλάστιγγα να γείρει. Εκείνος είχε δείξει στην Αλιζέτ τον διαβολικό λαβύρινθο του Ελκράσ’ναρχ. Και τα τελευταία νέα που είχαν τώρα γι’αυτόν ήταν ότι είχε φύγει από τους υπόλοιπους επαναστάτες για να ταξιδέψει μέσα στο Πριγκιπάτο Κίρτβεχ, προκειμένου να βάλει σε εφαρμογή ένα επικίνδυνο σχέδιο που αφορούσε τους πράκτορες της Παντοκράτειρας και την Επόπτρια Νίνα Έκγραμμη, η οποία, εκτός από Ανώτατη Ελέγκτρια στο Πριγκιπάτο, ήταν και μυστική πράκτορας του Ελκράσ’ναρχ.

Ο μεγάλος, σκοτεινός όγκος του υποβρυχίου φάνηκε μέσα στον βυθό, αντίκρυ της Αλιζέτ και της Ανταρλίδας. Τα δυνατά του φώτα διέλυαν την υποθαλάσσια νύχτα, κι έκαναν ψάρια να σκορπίζονται έντρομα από το πέρασμά του.

Οι δύο Μαύρες Δράκαινες κρύφτηκαν πίσω από φύκια. Ένα μαλάκιο με πολλά πλοκάμια (αλλά σίγουρα όχι χταπόδι) ήταν πιασμένο εκεί κοντά, σε κάτι βράχους, και μπορούσαν κι οι δυο τους να διαισθανθούν ότι τις παρατηρούσε με ό,τι αισθήσεις διέθετε. Δεν κουνιόταν, ωστόσο· ήταν τελείως ακίνητο επάνω στις πέτρες· νομίζοντας, μάλλον, ότι τους κρυβόταν.

Ελπίζω, σκέφτηκε η Ανταρλίδα, να μην είμαστε κι εμείς το ίδιο ανόητες μ’αυτό το πλάσμα. Να μη νόμιζαν ότι κρύβονταν από το υποβρύχιο ενώ κάποιος εκεί μέσα τις είχε ήδη αντιληφτεί.

Η Αλιζέτ έκανε νόημα, με το χέρι της, να κινηθούν, και ξεκίνησε πρώτη. Η Ανταρλίδα την ακολούθησε.

Το μεγάλο υποβρύχιο περνούσε από μπροστά τους, κι εκείνες πιάστηκαν επάνω του, στην πρύμνη, προσέχοντας μην τις ρουφήξουν οι προπέλες και τις κομματιάσουν. Για να κινείται ένα τόσο μεγάλο σκάφος, σίγουρα χρειαζόταν μάγο για να ελέγχει την ενεργειακή του ροή· αν μπορούσαν, λοιπόν, να τον βρουν και να τον σκοτώσουν, αυτό θα σταματούσε και το υποβρύχιο. Κάτι τέτοιο όμως ήταν αδύνατο, όπως είχαν κι οι δυο τους συμφωνήσει· γιατί θα έπρεπε να εισβάλουν στο υποβρύχιο και να φτάσουν στο ενεργειακό του κέντρο.

Καλύτερα απλά να ανατίναζαν τις μηχανές.

Η Ανταρλίδα και η Αλιζέτ έβγαλαν εκρηκτικά από τους αδιάβροχους σάκους τους και τα κόλλησαν επάνω στο υποβρύχιο, εκεί όπου η Αλιζέτ έδειξε: εκεί όπου θα έκαναν τη μεγαλύτερη ζημιά. Αν και δεν χρειαζόταν ν’ανησυχούν τόσο γι’αυτό, ούτως ή άλλως. Στη Βίηλ βρίσκονταν: η έκρηξη θα ήταν τερατώδης.

Οι Μαύρες Δράκαινες ρύθμισαν τα εκρηκτικά να εκραγούν σε τρία λεπτά και έφυγαν, κολυμπώντας γρήγορα, ακολουθώντας τα σχοινιά που θα τις οδηγούσαν στο σκάφος τους.

Η έκρηξη πίσω τους τράνταξε τον βυθό προτού φτάσουν στο υποβρύχιο, και το υποθαλάσσιο κύμα που σηκώθηκε τις έσπρωξε βίαια προς τον προορισμό τους. Η Ανταρλίδα μπλέχτηκε προς στιγμή μέσα στο σχοινί που ήταν δεμένο στη ζώνη της, αλλά γρήγορα κατόρθωσε να ξεμπλεχτεί.

Όταν μπήκαν στο μικρό τους σκάφος και έβγαλαν τις μάσκες τους, στάζοντας νερά στο πάτωμα, ο Όρνιφιμ τούς είπε: «Μέχρι εδώ το αισθάνθηκα. Ολόκληρο το υποβρύχιο ταρακουνήθηκε, και τα πάντα θόλωσαν έξω απ’το παράθυρο. Ακόμα είναι θολά.» Έδειξε. Έμοιαζε εντυπωσιασμένος: στη Νόρχακ, τη διάσταση των Ιεραρχών, μέχρι πρότινος δεν είχαν ούτε υποβρύχια ούτε υποθαλάσσιες εκρήξεις.

«Φυσικά,» είπε η Αλιζέτ βγάζοντας τη στολή της. «Στη Βίηλ είμαστε.»

16.

«Το κατέστρεψαν,» είπε ο Ζίρτελον. «Δεν υπάρχει πλέον κίνδυνος.»

Ήταν καθισμένοι όλοι τους – εκείνος, η Κελρίτ, η Αλιζέτ, κι ο Ραφέλνες – στη γέφυρα, κι ενώ έπαιρναν το μεσημεριανό τους ο Ζίρτελον τούς είχε πει για την εκρηκτική αλυσίδα στην είσοδο του λιμανιού της Χαύδοραλ και, μετά, για την έξοδο του υποβρυχίου. Η Κελρίτ είχε ανησυχήσει· είχε βγει, για λίγο, απ’τη γέφυρα για να δώσει διαταγή να έχουν έτοιμο το ενεργειακό κανόνι και να περιμένουν επίθεση κάτω από τη θάλασσα. Ύστερα είχε επιστρέψει, περιμένοντας ν’ακούσει τι άλλο θα έλεγε ο Ζίρτελον.

Κι εκείνος είχε πει ότι η Ανταρλίδα και η Αλιζέτ (η Μαύρη Δράκαινα, τόνισε στον εαυτό της η Κελρίτ, για να συνηθίζει τη συνωνυμία που την ψιλοενοχλούσε) αποφάσισαν να ανατινάξουν το υποβρύχιο, και βγήκαν από το σκάφος τους. «Και τι γίνεται τώρα;» είχε ρωτήσει η Αλιζέτ Βάθμακ, μισοξαπλωμένη στον καναπέ, κοιτάζοντας τον Ζίρτελον με ενδιαφέρον. «Τι κάνουν;» Αλλά εκείνος είχε αποκριθεί: «Δεν ξέρω. Ο Όρνιφιμ δεν τις βλέπει, ούτε τις ακούει· είναι μέσα στο υποβρύχιο, ενώ εκείνες είναι έξω, πηγαίνοντας προς τον εχθρό. Έχουν χαθεί στο σκοτάδι του βυθού.»

Τώρα, η Αλιζέτ είπε: «Τι; Τα κατάφεραν; Το ανατίναξαν;»

Ο Ζίρτελον κατένευσε. «Ναι.»

«Τόσο εύκολο ήταν;»

Η Κελρίτ γέλασε με τα λόγια και την έκφραση της Αλιζέτ.

«Τι γελάς; Παριστάνεις την έξυπνη;» της είπε η Αλιζέτ, μεταξύ αστείου και σοβαρού.

«Ορισμένες φορές απορώ πώς σκέφτεσαι, Αλιζέτ. Σου φάνηκε ‘τόσο εύκολο’; Αν αυτό το υποβρύχιο μάς έφτανε, θα μας είχε κομματιάσει! Τι θα μπορούσε να το σταματήσει; Δεν έχουμε όπλα για υποθαλάσσια μάχη.»

Ο Ραφέλνες ήπιε μια γουλιά απ’τον Σάρντλιο καφέ του και είπε: «Δεν το ήξερα πως ο Πρίγκιπας Αλβάρος είχε υποβρύχια.» Αναφερόταν στον Πρίγκιπα του Χαύδοραλ.

«Δε θα ήταν δικό του,» είπε η Κελρίτ. «Των Παντοκρατορικών θα ήταν.»

«Το ίδιο πιστεύει κι η Αλιζέτ,» τους πληροφόρησε ο Ζίρτελον· και προς στιγμή, όλοι τους μπερδεύτηκαν.

Μετά, η Κελρίτ αναστέναξε. «Να λες ‘η Μαύρη Δράκαινα’ όταν αναφέρεσαι σ’αυτήν, εντάξει;»

«Για λίγο,» είπε η Αλιζέτ γελώντας, «νόμιζα ότι προσπαθούσες να διαβάσεις το μυαλό μου.»

«Συγνώμη,» αποκρίθηκε ο Ζίρτελον ανασηκώνοντας αδιάφορα τους ώμους και υπομειδιώντας. Η παλιά ουλή στο μάγουλό του συσπάστηκε. Η Κελρίτ νόμιζε ότι είχε αρχίσει να βρίσκει αυτή την ουλή συμπαθητική.

«Αφού είχαν ένα, δεν μπορεί να έχουν κι άλλα;» ρώτησε η Αλιζέτ.

«Τι;» έκανε η Κελρίτ.

«Υποβρύχια, έξυπνη. Δε μπορεί να έχουν κι άλλα;»

Η Κελρίτ στράφηκε στον Ζίρτελον, ατενίζοντάς τον ερωτηματικά. Εκείνος είπε: «Η Ανταρλίδα και η Μαύρη Δράκαινα δεν βλέπουν τα συστήματα του σκάφους τους να εντοπίζουν κανένα άλλο.»

«Η Ανταρλίδα δεν είναι επίσης Μαύρη Δράκαινα;» ρώτησε ο Ραφέλνες, ρητορικά.

Η Κελρίτ αναποδογύρισε τα μάτια. «Εντάξει, ας το παραβλέψουμε για να συνεννοούμαστε.» (Η Αλιζέτ γελούσε και τεντωνόταν επάνω στον καναπέ.) «Εκτός αν θες να λέμε τη γυναίκα σου ‘η Περίεργη’, για να τις ξεχωρίζουμε.»

«Το άκουσα αυτό, ανόητο κοριτσάκι!» είπε η Αλιζέτ, ενοχλημένα.

«Δεν προσπαθούσα να το κρύψω.»

Ο Ραφέλνες χαμογελούσε, ξέροντας αναμφίβολα ότι δεν τσακώνονταν πραγματικά οι δυο τους. Τέτοιου είδους λογομαχίες είχαν κάνει πολλές, από παλιά: από μικρές. Ο Ιερός Μαχητής των Οστών άλλαξε θέμα· είπε: «Μπορεί, όμως, να έχουν υποβρύχια μες στο λιμάνι της Χαύδοραλ.»

«Αν τα έχουν εκεί,» αποκρίθηκε η Κελρίτ, «αργά ή γρήγορα θα τα βγάλουν.» Κι από μέσα της ευχόταν να μην είχαν άλλα υποβρύχια· διότι, πώς μπορούσε να είναι σίγουρη ότι η στρατηγική της Ανταρλίδας και της Μαύρης Δράκαινας θα λειτουργούσε το ίδιο καλά και για δεύτερη – ή ακόμα και για τρίτη – φορά;

«Γι’αυτή την αλυσίδα εκρηκτικών είχατε ποτέ ξανακούσει;» ρώτησε η Αλιζέτ. «Επειδή εγώ δεν είχα ξανακούσει.»

Η Κελρίτ κούνησε το κεφάλι. «Ούτε εγώ είχα ξανακούσει.» Και κοίταξε τον Ραφέλνες.

«Το ίδιο,» δήλωσε ο Ιερός Μαχητής των Οστών. «Πρέπει να το ήξεραν μόνο οι Παντοκρατορικοί, ο Πρίγκιπας Αλβάρος, και ορισμένοι απ’τους στρατιωτικούς και τους κατασκόπους του που ασχολούνται με την ασφάλεια της Χαύδοραλ. Επικίνδυνο μέτρο ασφαλείας, πάντως, Κελρίτ. Μια τέτοια υποθαλάσσια έκρηξη μπορεί να δημιουργήσει παλιρροϊκό κύμα ικανό να πνίξει ολόκληρη την πόλη.»

«Καλά το έλεγα εγώ πάντα,» είπε η Κελρίτ: «στη διάστασή μας θα έπρεπε, κανονικά, να είχαν απαγορευτεί όλες οι εκρηκτικές ύλες.»

«Ακόμα κι αν είχαν απαγορευτεί,» είπε η Αλιζέτ, «τι νομίζεις ότι θα εμπόδιζε έναν Πρίγκιπα απ’το να φέρει μερικές λαθραία και να τις κρύψει κάτω απ’το λιμάνι του;»

«Ειδικά,» πρόσθεσε ο Ραφέλνες, «με τη βοήθεια των πρακτόρων της Παντοκράτειρας…»

«Δεν το ξέρουμε αν αυτή η εκρηκτική αλυσίδα φτιάχτηκε από τότε που ήρθαν οι Παντοκρατορικοί,» είπε η Κελρίτ. «Μπορεί να ήταν εκεί από πιο πριν.»

«Από πιο πριν;» έκανε ο Ραφέλνες, δύσπιστα. «Πριν έρθουν οι Παντοκρατορικοί στη Βίηλ, ο Πρίγκιπας Αλβάρος ήταν αγέννητος. Είκοσι-δύο χρονών είναι, τώρα. Μικρότερος απ’όλους μας μέσα σε τούτη την καμπίνα.»

«Ίσως η μάνα του να είχε βάλει εκεί τα εκρηκτικά,» υπέθεσε η Κελρίτ. Είχε ακούσει πως η Πριγκίπισσα Νιρλέτα, μακαρίτισσα τώρα, νόμιζε πάντα ότι κρυφοί εχθροί την περιστοίχιζαν κι έπαιρνε ένα σωρό μέτρα ασφαλείας. Μπορεί να ήταν αλήθεια, μπορεί και ψέματα προκειμένου να τη δυσφημίσουν.

Θα το μάθουμε, ίσως, όταν εισβάλουμε στη Χαύδοραλ, σκέφτηκε η Κελρίτ – συνειδητοποιώντας ότι ώς το βράδυ εκεί θα ήταν, και νιώθοντας ανήσυχη.

Αναρωτιέμαι αν η Βασνίτα έκανε καλά που έβαλε εμένα για ναύαρχο του ανατολικού στόλου… Ευτυχώς είχε κοντά της και τον Ραφέλνες. Τον εμπιστευόταν στον πόλεμο. Την Αλιζέτ όχι και τόσο, αλλά σίγουρα δεν ήταν ανόητη: μπορούσε να φανεί χρήσιμη σε περιπτώσεις ανάγκης· και κανείς δεν αμφέβαλλε ότι ήταν θαρραλέα – παράτολμη ίσως. Και ο Ζίρτελον… Η Κελρίτ δεν τον ήξερε, όμως σίγουρα ήταν καλός στην τέχνη του πολέμου. Εξάλλου, ο ίδιος είχε πει ότι ήταν μισθοφόρος στη διάστασή του. Πολεμιστής.

Θα κάνουμε τη Χαύδοραλ να τρέμει! σκέφτηκε η Κελρίτ, προσπαθώντας να δώσει θάρρος στον εαυτό της.

17.

Όταν ο ήλιος είχε δύσει, είδαν τη Χαύδοραλ αντίκρυ τους, στις εκβολές του Νέρελρημ.

Η Κελρίτ στεκόταν στην πλώρη του Ανέμου της Κοιλάδας και κοίταζε με το κιάλι της τα ψηλά τείχη της πόλης και του λιμανιού, τον κυματοθραύστη, τις γιγάντιες μεταλλικές βαλλίστρες στις επάλξεις, τους λευκοντυμένους στρατιώτες της Παντοκράτειρας και τους πολεμιστές του Πρίγκιπα Αλβάρος, τους καταπέλτες με τις μεγάλες χούφτες που κρατούσαν σιδερένιες σφαίρες, τα δύο ενεργειακά κανόνια με τις μακριές μουσούδες, τα οποία στέκονταν σαν μεταλλικοί δαίμονες έτοιμοι να φυσήξουν θάνατο και καταστροφή.

Θα είναι πολύ δύσκολο να εισβάλουμε, παρατήρησε η Κελρίτ. Και, κατεβάζοντας το κιάλι της, ρώτησε τον Ραφέλνες, που στεκόταν παραδίπλα: «Να αποβιβάσουμε τους περισσότερους μαχητές μας στην ακτή, ανατολικά της πόλης;»

Ο Ιερός Μαχητής των Οστών κατένευσε. «Αυτό ακριβώς θα πρότεινα κι εγώ, Κελρίτ. Δε θα προσφέρουν τίποτα όλοι μέσα στα σκάφη.»

«Δεν είναι, όμως, ούτε αρκετοί για να κατακλύσουν τα τείχη,» τόνισε η Αλιζέτ, που ο Οίκος της, οι Βάθμακ, φημιζόταν ανέκαθεν για τους πολεμιστές και τους στρατηγούς του, κι όλοι οι υπόλοιποι, που δεν ήταν μήτε ξακουστοί πολεμιστές μήτε στρατηγοί, ήξεραν κάτι λίγο τουλάχιστον απ’αυτές τις τέχνες. «Μονάχα να απασχολήσουν λιγάκι τους υπερασπιστές μπορούν.»

«Θα περιμένουμε και τον δυτικό στόλο, ούτως ή άλλως,» της θύμισε η Κελρίτ. Και στράφηκε στον Ζίρτελον. «Βρίσκεται μακριά;»

«Δεν θα είναι εδώ απόψε, πάντως. Δεν έχουν φτάσει στον ποταμό Νέρελρημ· πλέουν ακόμα επάνω στον ποταμό Κάνιλρεχ.»

«Η Ανταρλίδα και η Μαύρη Δράκαινα;» ρώτησε η Κελρίτ. «Έχουν αδρανοποιήσει την εκρηκτική αλυσίδα στην είσοδο του λιμανιού;»

«Αυτό λένε να πάνε να κάνουν τώρα. Όμως…» Ο Ζίρτελον συνοφρυώθηκε.

«Τι;» Η Κελρίτ ανησύχησε. Είχε παρουσιαστεί κάποιο απρόσμενο πρόβλημα; Κι άλλο υποβρύχιο, ίσως;

«Ρωτάνε,» είπε ο Ζίρτελον μετά από λίγο, «αν σκοπεύουμε να προσπαθήσουμε να περάσουμε την είσοδο του λιμανιού απόψε.»

«Επειδή ο δυτικός στόλος δεν είναι εδώ ακόμα;»

«Ναι.»

«Καλό ερώτημα αυτό,» σχολίασε ο Ραφέλνες. «Τι προτείνεις, Κελρίτ: να προσπαθήσουμε να περάσουμε την είσοδο του λιμανιού, ή όχι;»

Η Κελρίτ σκέφτηκε, αναποφάσιστα: Η Βασνίτα, πράγματι, ίσως να μην έκανε καθόλου καλά που με διόρισε ναύαρχο ετούτου του στόλου. Το πιο ασφαλές τής φαινόταν να μην επιχειρήσουν να περάσουν την είσοδο του λιμανιού απόψε· αλλά επίσης φοβόταν ότι ίσως αυτό να μην έδειχνε παρά τη δειλία της… Ο Οίκος της, οι Βόρτεμαχ, αν και είχε βγάλει κάμποσους στρατιωτικούς, ποτέ δεν ξεχώριζε για τους πολεμιστές του, όπως οι Βάθμακ.

«Κελρίτ;» είπε ο Ραφέλνες.

«Σε άκουσα,» αποκρίθηκε εκείνη, καθώς ατένιζε τα απόμακρα φώτα της Χαύδοραλ μες στη νύχτα και δεν είχε στραφεί να τον κοιτάξει. «Δεν είμαι σίγουρη. Μάλλον θα ήταν καλύτερα αν περιμέναμε τον δυτικό στόλο…»

«Θα τους ξαφνιάσει, όμως, αν περάσουμε την είσοδο του λιμανιού απόψε,» είπε η Αλιζέτ. «Δε θα το έχουν υπολογίσει, Κελρίτ. Θα νομίζουν κι αυτοί ότι σχεδιάζουμε να περιμένουμε τον δυτικό στόλο. Επιπλέον, μπορεί να έχουν πολεμικές μηχανές παντού στα τείχη, αλλά δε θα φυλάνε καλά την είσοδο. Υποπτεύομαι πως δεν θα μας ρίξουν ούτε με βέλη, ούτε με σιδερένιες σφαίρες, ούτε με ενέργεια. Θα πιστεύουν ότι μπορούν να μας ανατινάξουν εύκολα με τα εκρηκτικά τους. Εγώ λέω να επιτεθούμε, για να καταλάβουμε τις αποβάθρες. Θα είναι σαν να έχουμε βάλει το πόδι μας γερά στο κατώφλι τους· δεν θα μπορούν μετά να μας κλείσουν την πόρτα κατάμουτρα.»

«Η Αλιζέτ έχει δίκιο, νομίζω,» είπε ο Ζίρτελον. «Καλύτερα να ξαφνιάζεις τον εχθρό σου όσο πιο γρήγορα μπορείς, όταν μπορείς.»

Γιατί διόρισε η Πριγκίπισσα εμένα ναύαρχο αυτού του δαιμονισμένου στόλου; σκέφτηκε η Κελρίτ, νιώθοντας άσχημα, νιώθοντας ότι δεν μπορούσε να κάνει καλά τη δουλειά της· και πέρασε απ’το μυαλό της, για μια στιγμή, να τους πει όχι, δεν θα επιτίθονταν τώρα, δεν θα προσπαθούσαν να περάσουν τώρα την είσοδο του λιμανιού – απλά και μόνο για να τους δείξει ότι εκείνη οδηγούσε αυτόν τον στόλο. Τούτο, όμως, θα ήταν ανόητο· παιδιάστικο. Και ο πόλεμος δεν είναι παιχνίδι.

«Συμφωνώ,» είπε η Κελρίτ. «Ας το κάνουμε. Αφού, όμως, αφήσουμε πρώτα τους περισσότερους πολεμιστές μας στην ακτή.»

18.

«Δεν υπάρχει λόγος να έρθεις κι εσύ, Ανταρλίδα,» είπε η Αλιζέτ, όταν ο Όρνιφιμ τούς εξήγησε τι σκόπευε να κάνει η Κελρίτ. «Απλά θα αδρανοποιήσω τον τηλεπικοινωνιακό δέκτη.»

«Θα έρθω,» επέμεινε εκείνη. «Μην καθυστερούμε άλλο.» Είχε ήδη γδυθεί και έβαζε τη στολή κατάδυσης.

Η Αλιζέτ τη μιμήθηκε, χωρίς άλλη κουβέντα. Αφού θέλει να έρθει, ας έρθει, σκέφτηκε, αν και ήξερε ότι ήταν ανούσιο – και αντιοικονομικό – να στέλνεις δύο ανθρώπους σε μια αποστολή που μπορούσε άνετα να κάνει ένας.

Όταν είχαν επιστρέψει από την προηγούμενή τους κατάδυση, είχε φορέσει τα ρούχα της πρόχειρα και δεν είχε βάλει τις μπότες της· έτσι τώρα γδύθηκε γρήγορα και ντύθηκε με τη στολή κατάδυσης. Ήταν έτοιμη λίγο μετά από την Ανταρλίδα. Πήγαν στον θάλαμο κατάδυσης, έκλεισαν την υδατοστεγή θύρα πίσω τους, και άνοιξαν την καταπακτή. Το στενό δωμάτιο πλημμύρισε θαλασσινό νερό, και οι δύο Μαύρες Δράκαινες βγήκαν, κολυμπώντας γρήγορα και έχοντας τους φακούς στα κεφάλια τους αναμμένους.

Το υποβρύχιό τους δεν ήταν σταματημένο μακριά από το λιμάνι της Χαύδοραλ, έτσι δεν άργησαν να δουν εμπρός τους τον κυματοθραύστη να ορθώνεται από τον πυθμένα. Φύκια και άλλα υποθαλάσσια φυτά φύτρωναν επάνω του, και ψάρια περιφέρονταν ανάμεσά τους. Οι Μαύρες Δράκαινες κολύμπησαν κατά μήκος του κυματοθραύστη και έφτασαν στην είσοδο του λιμανιού, όπου είδαν την αλυσίδα να εκτείνεται από τη μια άκρη ώς την άλλη. Οι κρίκοι της ήταν τόσο μεγάλοι όσο η μέση της Αλιζέτ, και ήταν ολόκληρη τυλιγμένη με κομμάτια σκληρής πλαστικής ύλης, μέσα στην οποία βρίσκονταν τα εκρηκτικά.

Η Αλιζέτ έκανε νόημα στην Ανταρλίδα να την ακολουθήσει, και πλησίασαν τη μέση της γιγάντιας αλυσίδας, όπου, απ’ό,τι θυμόταν, ήταν τοποθετημένος ο δέκτης προκειμένου το σήμα να μπορεί να μεταφερθεί και προς τις δύο κατευθύνσεις γρήγορα, ώστε όλες οι ύλες να εκραγούν συγχρόνως. Λες και θα υπήρχε μεγάλη διαφορά, στη Βίηλ, αν ο δέκτης ήταν στη μια άκρη της αλυσίδας ή στην άλλη. Και πάλι η έκρηξη καταστροφική θα ήταν.

Απ’ό,τι ήξερε η Αλιζέτ, η εκρηκτική αλυσίδα της Χαύδοραλ δεν είχε χρησιμοποιηθεί ποτέ κατά την περίοδο που οι Παντοκρατορικοί βρίσκονταν στη Βίηλ· δεν είχε υπάρξει ανάγκη. Και απορούσε γιατί ακόμα την είχαν εδώ – σίγουρα, μέχρι πρότινος, δεν περίμεναν επίθεση. Η ύπαρξη της αλυσίδας μάλλον οφειλόταν στην επιμονή της Πριγκίπισσας Νιρλέτα, και μετά, όταν εκείνη είχε πεθάνει και ο γιος της είχε καθίσει στον Θρόνο του Χαύδοραλ, στη συνήθεια πλέον. Κανένας δεν είχε μπει στον κόπο να βγάλει την αλυσίδα απ’το λιμάνι. Πρέπει, όμως, κάποιοι δύτες να την έλεγχαν κάθε τόσο, αν δεν έκανε λάθος οι Αλιζέτ, για να βλέπουν ότι όλα ήταν καλά και δεν θα γινόταν κανένα τραγικό επεισόδιο.

Καθώς εκείνη κι η Ανταρλίδα πλησίαζαν τη μέση της πελώριας αλυσίδας, η Σκοτεινή Βασίλισσα είδε με τις άκριες των ματιών της μια σκιερή μορφή να περνά. Στράφηκε απότομα, τραβώντας το ξιφίδιο από τον μηρό της. Η Ανταρλίδα τη μιμήθηκε· και της έκανε νόημα με το χέρι: Τι συμβαίνει;

Η Αλιζέτ νόμιζε ότι είχε δει ένα μεγάλο ψάρι, το οποίο… πού είχε πάει; Το έψαξε με το βλέμμα της. Και το βρήκε, εύκολα. –Ερχόταν καταπάνω τους τώρα.

Ένα ακανθοφόρο σκυλόψαρο!

Κι άλλο ένα, λίγο πιο πίσω από το πρώτο.

Καινούργιο μέτρο ασφαλείας; απόρησε η Αλιζέτ. Δεν είχε ξανακούσει ότι ακανθοφόρα σκυλόψαρα φρουρούσαν την εκρηκτική αλυσίδα της Χαύδοραλ· ήξερε, όμως, ότι μπορούσαν να εκπαιδευτούν για να φυλάνε μια θαλάσσια περιοχή.

Τα ψάρια ήταν τόσο μεγάλα όσο η Αλιζέτ απ’το κεφάλι ώς τα πόδια, και εξίσου πλατιά. Τα σώματά τους φάνταζαν μαύρα μες στον βυθό, αλλά όταν τα φώτιζε το φως των φακών φαινόταν ότι, στην πραγματικότητα, ήταν βαθυγάλαζα. Στις ράχες τους είχαν μεγάλα καρφιά: κοκάλινες, αιχμηρές αποφύσεις από τη σπονδυλική τους στήλη, που έσχιζαν το δέρμα τους σε πολύ μικρή ηλικία και έβγαιναν έξω. Εξαιρετικά επικίνδυνα ήταν αυτά τα καρφιά, όπως ήξερε η Αλιζέτ· μπορούσαν άνετα να σκοτώσουν.

Τα σκυλόψαρα ήρθαν καταπάνω στις Μαύρες Δράκαινες, ανοιγοκλείνοντας τις γεμάτες δόντια μασέλες τους.

Η Ανταρλίδα τράβηξε άλλο ένα ξιφίδιο, αυτό που είχε δεμένο στην κνήμη της, καθώς σκεφτόταν: Τι δαίμονες είναι τούτοι; Γιατί η Αλιζέτ δεν το είπε από πριν ότι θα τους συναντούσαμε; Δεν ήξερε τίποτα; Ήταν προφανές ότι αυτά τα ψάρια, ό,τι κι αν ήταν (αν και με καρχαρίες τής έμοιαζαν), βρίσκονταν εδώ ως φρουροί της αλυσίδας. Έπρεπε να είχαμε έρθει καλύτερα οπλισμένες! συλλογίστηκε, βλέποντας την Αλιζέτ να αποφεύγει ευέλικτα τα δόντια του πρώτου ψαριού και να προσπαθεί να βρεθεί από κάτω του. Το ξιφίδιό της καρφώθηκε στην κοιλιά του. Η σκούρα ομίχλη του αίματός του έκανε τα νερά να θολώσουν γύρω του και γύρω από τη Σκοτεινή Βασίλισσα.

Το άλλο ακανθοφόρο ψάρι βρισκόταν τώρα κοντά, και ήταν προφανές στην Ανταρλίδα ότι την ήθελε για βραδινό. Όρμησε καταπάνω της, πηγαίνοντας χαμηλά, προς τα πόδια. Καταλαβαίνει ότι τα καρφιά στη ράχη του είναι επικίνδυνα για εμένα. Η Ανταρλίδα κολύμπησε στο πλάι, προσπαθώντας να κάνει την ίδια κίνηση που είχε κάνει κι η Αλιζέτ για να βρεθεί κάτω από το ψάρι και να το καρφώσει στην κοιλιά. Διαπίστωσε, όμως, ότι για εκείνη δεν ήταν το ίδιο εύκολο. Απέφυγε μεν τα καρφιά του καρχαρία, αλλά τα δόντια του βρέθηκαν μπροστά της. Η Ανταρλίδα τον χτύπησε στη μουσούδα με το ένα της ξιφίδιο. Αίμα χόρεψε μες στο νερό. Αλλά το ψάρι δεν υποχώρησε· έπεσε επάνω της, σπρώχνοντάς την με τον όγκο του, προσπαθώντας να της δαγκώσει το κεφάλι· τα σαγόνια του άνοιγαν έκλειναν άνοιγαν έκλειναν άνοιγαν έκλειναν. Η Ανταρλίδα πιάστηκε από κάτω του, με τα πόδια της, σαν να ήθελε να το κάνει εραστή της, και το κάρφωσε στα πλάγια με τα ξιφίδιά της, ξανά και ξανά. Γεύτηκε το αίμα του μέσα στη θάλασσα. Το δαιμονισμένο ψάρι, όμως, ακόμα δεν έλεγε να το βάλει κάτω, λες κι είχε την ίδια την Ψυχή του Κάρτωλακ εντός του! – παρότι αυτός ο άγριος θεός της Σεργήλης σίγουρα δεν είχε καμια δύναμη εδώ, στη Βίηλ.

Τα σαγόνια του πάλευαν να φτάσουν στο κεφάλι της ενώ η Ανταρλίδα λύγιζε τη ράχη της προς τα πίσω για να τ’αποφύγει. Το ψάρι ήταν ευέλικτο, τα δόντια του δάγκωσαν τη μάσκα της και έκλεισαν, με δύναμη. Η μάσκα θρυμματίστηκε. Η Ανταρλίδα έκλεισε τα μάτια, νιώθοντας να στριφογυρίζει μες στο νερό, μην ξέροντας προς τα πού πήγαινε. Ευτυχώς δεν είχε σπάσει και ο αναπνευστήρας της, γιατί μπορούσε ακόμα να τραβήξει αέρα από τη φιάλη στην πλάτη της.

Πρέπει να δω! Άνοιξε πάλι τα βλέφαρά της, κι αντίκρισε από πάνω της μια πελώρια μαύρη μορφή μέσα σε μαύρη ομίχλη. Ο φακός της είχε καταστραφεί μαζί με τη μάσκα της.

Το ψάρι κατήλθε. Η Ανταρλίδα έσφιξε τα ξιφίδια στις γροθιές της.

Μια άλλη μορφή ήρθε, ξαφνικά, από δίπλα, με φως πάνω στο κεφάλι της. Η Αλιζέτ! Χίμησε στο ψάρι, αρπάζοντας με το ένα χέρι ένα από τα αγκάθια του ενώ το κάρφωνε με το ξιφίδιό της στον λαιμό, βαθιά.

Η ομίχλη του αίματος θόλωσε τα πάντα. Η Ανταρλίδα, τώρα, μονάχα από το φως της Αλιζέτ ήξερε πού εκείνη βρισκόταν – και δεν ήταν μακριά της. Αισθάνθηκε το δυνατό χέρι της Σκοτεινής Βασίλισσας στον καρπό της. Την ακολούθησε χωρίς δισταγμό.

Έφτασαν στη μέση της γιγάντιας αλυσίδας, όπου, ανάμεσα από τις πλαστικές ύλες, φαινόταν ένας μηχανισμός, μ’ένα φωτάκι ν’αναβοσβήνει ρυθμικά επάνω του. Ο τηλεπικοινωνιακός πομπός, σκέφτηκε η Ανταρλίδα, ενώ η Αλιζέτ τον πλησίαζε θηκαρώνοντας το ξιφίδιό της στο θηκάρι στον μηρό της.

Για τη Σκοτεινή Βασίλισσα δεν ήταν δύσκολο να αδρανοποιήσει τον μηχανισμό. Τον άνοιξε και έβγαλε την εστία από μέσα του, τραβώντας την βίαια, αδιαφορώντας αν προκαλούσε ζημιά. Μετά ξεθηκάρωσε πάλι το ξιφίδιό της και τον χτύπησε μερικές φορές, για να μη μπορεί εύκολα να επισκευαστεί. Έκανε νόημα στην Ανταρλίδα να φύγουν, και έφυγαν.

Όταν επέστρεψαν στο υποβρύχιο, η Ανταρλίδα είπε: «Τι σκατά ήταν αυτά τα κωλόψαρα; Γιατί δεν είπες ότι είχαν φύλακες;» Είχε μόλις βγάλει τον αναπνευστήρα της και έλυνε τη φιάλη από την πλάτη της.

Η Αλιζέτ έβγαλε τον δικό της αναπνευστήρα και τη μάσκα της. «Ακανθοφόρα σκυλόψαρα, τα λέμε στη Βίηλ. Και δεν το ήξερα, προφανώς, ότι ήταν εκεί. Μπορεί να τα έβαλαν τελευταία.»

«Παραλίγο να γίνουμε το βραδινό τους! Αν ξέραμε γι’αυτά θα μπορούσαμε τουλάχιστον νάχαμε πάρει καλύτερα όπλα μαζί μας.»

«Σου είπα, δεν ήξερα για την ύπαρξή τους.» Η Αλιζέτ έβγαζε τη στολή της, γλιστρώντας από μέσα της σαν να ήταν δεύτερο δέρμα.

«Τι συνέβη;» ρώτησε ο Τάμπριελ ερχόμενος από το ενεργειακό κέντρο.

«Η αλυσίδα δεν ήταν αφύλαχτη,» εξήγησε η Ανταρλίδα.

Ο Τάμπριελ δεν έκανε άλλες ερωτήσεις γι’αυτό το θέμα· στράφηκε στον Όρνιφιμ. «Ο ανατολικός στόλος πού βρίσκεται;»

«Πλησιάζει, Μεγάλε Προφήτη.»

19.

Ο στόλος είχε αποβιβάσει χιλιάδες μαχητές στις ακτές ανατολικά της Χαύδοραλ, οι οποίοι τώρα πλησίαζαν την περιτειχισμένη πόλη με φανερή πρόθεση να την πολιορκήσουν. Ο Ραφέλνες είχε πει ότι δελεαζόταν να πάει μαζί τους, για να ξέρουν ότι είχαν στο πλευρό τους έναν Ιερό Μαχητή των Οστών· «όμως,» είχε προσθέσει, «εσείς πιθανώς να με χρειαστείτε πραγματικά, ενώ αυτοί όχι.» Δεν πίστευε ότι θα εμπλέκονταν σε μάχη, γιατί δεν είχαν διαταγές να προσπαθήσουν να ανεβούν στα τείχη, ούτε να γκρεμίσουν καμια πύλη, και οι υπερασπιστές ήταν μάλλον απίθανο να βγουν από τη Χαύδοραλ για να τους χτυπήσουν. «Μέσα στο λιμάνι, όμως, θα μας πολεμήσουν,» είχε πει ο Ραφέλνες στην Κελρίτ καθώς τραβούσε το μεγάλο σπαθί από την πλάτη του.

Ο Άνεμος της Κοιλάδας προσέγγιζε τώρα την είσοδο του λιμανιού: το άνοιγμα ανάμεσα στον κυματοθραύστη και στα τείχη που περιέκλειαν τον κόλπο. Οι βαλλίστρες και οι καταπέλτες δεν έβαλαν, ούτε φυσικά τα ενεργειακά κανόνια. Σκοπεύουν να μας ανατινάξουν με την εκρηκτική αλυσίδα, σκέφτηκε Κελρίτ. Πιστεύουν ότι δεν ξέρουμε τίποτα για την ύπαρξή της. Η Αλιζέτ είχε μαντέψει σωστά τις προθέσεις των υπερασπιστών της Χαύδοραλ. Η Κελρίτ αισθάνθηκε να τη ζηλεύει λιγάκι. Ήταν πάντοτε τόσο απότομη και ατίθαση, αλλά το μυαλό της έκοβε.

«Έχουν αφοπλίσει τα εκρηκτικά, έτσι;» ρώτησε η Κελρίτ τον Ζίρτελον. «Είναι σίγουρες.»

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνος· «δεν έχουν αμφιβολία.»

Η Κελρίτ έφερε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό της κοντά στα χείλη της και πρόσταξε όλα τα σκάφη του στόλου ν’αρχίσουν να βάλλουν κατά των πολεμικών μηχανών στις επάλξεις μόλις βρίσκονταν εντός εμβέλειας. Το ίδιο πρόσταξε – με τη φωνή της και μόνο, όχι με τον πομπό – να κάνει και το ενεργειακό κανόνι του Ανέμου της Κοιλάδας, το οποίο βρισκόταν κοντά της, στην πλώρη της ναυαρχίδας. Ο Πεφωτισμένος μάγος και ο χειριστής του κανονιού ήταν ήδη έτοιμοι. Η κάννη στράφηκε προς τα τείχη του κόλπου και ακατέργαστη, καταστροφική ενέργεια εκτοξεύτηκε, φωτίζοντας τη νύχτα. Μια βαλλίστρα διαλύθηκε, και κομμάτια πέτρας τινάχτηκαν προς όλες τις κατευθύνσεις.

«Καλύτερα να πάμε στην πρύμνη,» πρότεινε η Αλιζέτ. «Εδώ, σύντομα, θα είναι επικίνδυνα.»

Η Κελρίτ κατένευσε, κι έφυγαν από την πλώρη.

Τα πρώτα πλοία του στόλου της ζύγωσαν την είσοδο του λιμανιού, επιτιθέμενα δεξιά κι αριστερά με τις βαλλίστρες τους αλλά δεχόμενα ελάχιστα αντίποινα.

Η Κελρίτ, στην πρύμνη τώρα, έσφιξε το κιάλι της νευρικά μέσα στα χέρια της, χωρίς να το χρησιμοποιεί για να κοιτάζει· ήταν τα πάντα πολύ κοντά πλέον. Δε θα γίνει έκρηξη… Δε θα γίνει…

Τα πλοία της, το ένα μετά το άλλο, έμπαιναν στο λιμάνι.

Δεν έγινε.

«Οι Μαύρες Δράκαινες έκαναν καλά τη δουλειά τους,» είπε ο Ραφέλνες. «Και τώρα εμείς θα τελειώσουμε εκείνο που άρχισαν.»

Η Αλιζέτ όπλισε μια βαλλίστρα από γυαλιστερό, μαύρο, λαξευτό ξύλο, η οποία έπαιρνε δύο βέλη. Ήταν ντυμένη με φολιδωτή πανοπλία τώρα, κράνος, και μανδύα. Από τη μέση της κρεμόταν ένα κοντό σπαθί, ενώ στον γοφό της μια φαρέτρα γεμάτη βέλη με πράσινα και κόκκινα φτερά.

Η Κελρίτ φορούσε μια παρόμοια πανοπλία, αλλά το κράνος της ήταν ψηλότερο για να δείχνει ότι ήταν ναύαρχος και να μπορούν οι πολεμιστές της να την αναγνωρίσουν. Δεν είχε φαρέτρα με βέλη επάνω της· μόνο το μακρύ σπαθί της και δύο ξιφίδια, το ένα στη ζώνη της, πλάι στο σπαθί, έτσι που τα θηκάρια τους ακουμπούσαν, και το άλλο στη δεξιά της μπότα.

Ο Ζίρτελον φορούσε έναν αλυσιδωτό θώρακα και κράνος, και το σπαθί του ήταν ήδη στο χέρι του. Ο Ραφέλνες, ως Ιερός Μαχητής των Οστών, δεν φορούσε κάτι περισσότερο απ’ό,τι συνήθως: η κοκάλινη αρματωσιά του ήταν ένα με τον εαυτό του. Και δεν του χρειαζόταν τίποτ’άλλο. Τα ξανθά του μαλλιά ανέμιζαν, βγαίνοντας μέσα απ’το οστέινο κράνος που ήταν ένα με το κρανίο του.

Στο λιμάνι της Χαύδοραλ, πανικός τώρα επικρατούσε καθώς οι υπερασπιστές καταλάβαιναν ότι κάτι δεν είχε πάει καθόλου καλά. Οι γιγαντοβαλλίστρες και οι καταπέλτες και τα ενεργειακά κανόνια άρχισαν ξαφνικά να βάλλουν· το ίδιο και οι τοξότες κι οι βαλλιστροφόροι στις επάλξεις. Ήταν όμως αργά: ο εχθρός βρισκόταν ήδη μέσα στο λιμάνι, και ανταπέδιδε.

«Στις αποβάθρες!» πρόσταξε η Κελρίτ, μιλώντας στον πομπό της. «Πάρτε τις αποβάθρες!»

Τα σκάφη της χτυπούσαν με τις βαλλίστρες τους τις επάλξεις των τειχών που περιέκλειαν τον κόλπο της Χαύδοραλ· το ίδιο και το ενεργειακό κανόνι στην πλώρη του Ανέμου της Κοιλάδας, η οποία είχε μόλις περάσει την είσοδο του λιμανιού. Οι υπερασπιστές των τειχών του κόλπου, που εξαρχής δεν ήταν πολλοί, υποχώρησαν, ενώ και οι τέσσερις γιγαντοβαλλίστρες που βρίσκονταν εκεί είχαν καταστραφεί.

Στις αποβάθρες, η Κελρίτ έβλεπε πλοία αραγμένα χωρίς πολεμιστές επάνω τους. Οι αρχηγοί τους περίμεναν την υποθαλάσσια έκρηξη, και το παλιρροϊκό κύμα που θα ακολουθούσε. Τα είχαν αφήσει όλα αφύλαχτα. Οι Κολοσσοί είναι με το μέρος μας απόψε! Η Κελρίτ μειδίασε άθελά της.

«Πάρτε το λιμάνι!» φώναξε, τραβώντας το σπαθί της και δείχνοντας. Η φωνή της αντήχησε πάνω στο κατάστρωμα του Ανέμου της Κοιλάδας και γύρω από τη ναυαρχίδα, μέσα στον σαματά που έκαναν οι πολεμικές μηχανές καθώς εξαπέλυαν βέλη, σιδερένιες σφαίρες, και καταστροφική ενέργεια. «ΠΑΡΤΕ ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ!»

Οι πολεμιστές της κραύγασαν, από τη ναυαρχίδα και από τα άλλα σκάφη που ήταν κοντά της, ενώ τα πρώτα πλοία που είχαν εισβάλει στο λιμάνι έφταναν τώρα στις αποβάθρες και οι μαχητές επάνω τους πηδούσαν στα καταστρώματα των αραγμένων καραβιών της Χαύδοραλ. Η Κελρίτ παρατήρησε ότι μονάχα ένα από τα πλοία του στόλου της είχε υποστεί σοβαρές ζημιές από τα εχθρικά βλήματα: ένα του κατάρτι είχε σπάσει και τα μισά του κουπιά είχαν καταστραφεί.

«Τα πράγματα δεν θα συνεχιστούν έτσι,» άκουσε τον Ραφέλνες να λέει δίπλα της. «Ο Αλβάρος δεν θα χάσει το λιμάνι του τόσο εύκολα. Οι λεπίδες μας θα πιουν αίμα απόψε!» Η υπόσχεση της μάχης έμοιαζε να του προκαλεί μια παράξενου είδους έκσταση, που η Κελρίτ αναρωτήθηκε αν οφειλόταν στην πανοπλία του από κόκαλα Λάν’τραχαμ. Ό,τι κι αν ήταν, πάντως, ήταν κολλητικό. Νόμιζε πως κι εκείνη είχε αρχίσει να νιώθει μια σχεδόν αφύσικη προσμονή για την αιματηρή σύγκρουση.

Η πύλη του λιμανιού ήταν κλειστή – την είχαν κλείσει, προφανώς, για να προστατευτούν από την υποθαλάσσια έκρηξη η οποία δεν έγινε ποτέ – αλλά τώρα άνοιξε και πολεμιστές ξεχύθηκαν στο λιμάνι: Παντοκρατορικοί και του Πρίγκιπα Αλβάρος. Οι πολεμικές κραυγές τους γέμισαν τη νύχτα.

Ένα ενεργειακό κανόνι επάνω στις επάλξεις χτύπησε ένα από τα πλοία της Κελρίτ στην πρύμνη, τρυπώντας τα ξύλα του απ’τη μια άκρη ώς την άλλη· νερό άρχισε αμέσως να το γεμίζει. Το κανόνι του Άνεμου της Κοιλάδας στράφηκε, σημάδεψε, και έβαλε εναντίον του κανονιού της Χαύδοραλ καθώς τώρα ήταν εντός της εμβέλειάς του. Το πέτυχε, ανατινάζοντας μαζί πέτρες από τις επάλξεις.

Οι μαχητές της Κελρίτ που είχαν πηδήσει στο λιμάνι συγκρούονταν με τους υπερασπιστές της πόλης. Η Αλιζέτ, πλάι στην Κελρίτ, ύψωσε τη βαλλίστρα της, καθώς η ναυαρχίδα ζύγωνε τις αποβάθρες, και έριξε, εκτοξεύοντας πρώτα το ένα βέλος κι ύστερα το άλλο. Και τα δύο καρφώθηκαν σε σώματα ντυμένα στα λευκά, παρατήρησε η Κελρίτ. Η Αλιζέτ άρχισε πάλι να οπλίζει τη βαλλίστρα, επιδέξια, εξοικειωμένη.

Ο Άνεμος της Κοιλάδας πλεύρισε ένα αραγμένο σκάφος της Χαύδοραλ, και η Κελρίτ φώναξε: «Την πύλη! ΠΑΡΤΕ ΤΗΝ ΠΥΛΗ ΤΟΥ ΛΙΜΑΝΙΟΥ! ΤΗΝ ΠΥΛΗ!» με το σπαθί της υψωμένο, δείχνοντας. Οι πολεμιστές της πήδησαν από το κατάστρωμα της ναυαρχίδας στο κατάστρωμα του άλλου πλοίου και, στη συνέχεια, στις αποβάθρες, για να συγκρουστούν με τους υπερασπιστές της πόλης.

Ο Ραφέλνες πήγε μαζί τους, και η Κελρίτ τον είδε να τσακίζει τους εχθρούς σαν ξερόκλαδα με το μεγάλο σπαθί του, ενώ τα χτύπημά τους έμοιαζαν αστεία εναντίον του. Θύμιζαν παιδιά που χτυπούν με ξυλαράκια έναν μεγάλο, σκληροτράχηλο Λάν’τραχαμ.

Η Κελρίτ έμεινε επάνω στη ναυαρχίδα, και ο Ζίρτελον κι η Αλιζέτ έμειναν μαζί της. Η τελευταία έριχνε με τη βαλλίστρα της αμέσως μόλις την όπλιζε. Φαινόταν πολύ καλοφτιαγμένο όπλο, όχι μόνο από άποψη εμφάνισης αλλά και αποτελεσματικότητας. Θανατηφόρο και όμορφο.

Ο Ζίρτελον είπε: «Δε θα πάρουμε την πύλη. Τη φυλάνε με νύχια και με δόντια. Και είναι περισσότεροι από εμάς. Δύο πλεονέκτημα έχουμε μόνο: ότι είναι ακόμα κάπως αιφνιδιασμένοι· και ότι δεν μπορούν να βγουν από την πύλη όλοι μαζί γρήγορα, αλλιώς θα μας είχαν ήδη περικυκλώσει. Μάλλον δεν ήταν, τελικά, καλή ιδέα που αποβιβάσαμε τους περισσότερους μαχητές μας στην ανατολική ακτή, Κελρίτ.»

«Μα, θα απασχολούν τους υπερασπιστές χτυπώντας τα τείχη.»

«Δε νομίζω ότι οι υπερασπιστές της Χαύδοραλ ανησυχούν τόσο γι’αυτούς όσο για εμάς.»

Η Αλιζέτ είπε: «Έχει δίκιο, Κελρίτ. Όπως και νάχει, φαίνεται πως θα είναι δύσκολο να πάρουμε την πύλη. Κοίτα τους πώς πολεμάνε.» Ύψωσε τη βαλλίστρα της, σημάδεψε, έβαλε· το βέλος καρφώθηκε στον ώμο μιας πολεμίστριας του Πρίγκιπα Αλβάρος, πάνω απ’την ασπίδα της. «Καλύτερα να καταστρέψεις την πύλη. Με το ενεργειακό κανόνι.»

Η Κελρίτ κοίταξε την κατάσταση στο λιμάνι. Έσμιξε τα χείλη. Η Αλιζέτ και ο Ζίρτελον πρέπει να μιλούσαν σωστά. Είμαι άχρηστη. Είναι αστείο που η Πριγκίπισσα με ανέθεσε ναύαρχο. Σήκωσε τον πομπό της, πάτησε το κουμπί που τον ρύθμιζε στη συχνότητα του κανονιού, και μίλησε στον χειριστή του. «Χτυπήστε την πύλη του λιμανιού. Γκρεμίστε την.»

Το κανόνι στράφηκε και εξαπέλυσε ακατέργαστη ενέργεια. Μία φορά – χτυπώντας την ανοιχτή πύλη και κάνοντας πέτρες να πέσουν και χώμα να σηκωθεί. Δεύτερη φορά – κάνοντας περισσότερες πέτρες να πέσουν, περισσότερο χώμα να σηκωθεί, περισσότερους ανθρώπους να σκοτωθούν· και, καθώς τα στηρίγματα της αψίδας είχαν χάσει πια τη δύναμή τους, ολόκληρη η αψίδα κατέρρευσε, πλακώνοντας όσους δεν είχαν ακόμα φύγει τρέχοντας από κάτω της. Η πύλη έφραξε, ενώ η μάχη στο λιμάνι συνεχιζόταν.

20.

Το μικρό υποβρύχιο μπήκε στο λιμάνι όταν είχε εισβάλει και το τελευταίο πλοίο του ανατολικού στόλου, για να μην αποτελέσει εμπόδιο στα μεγαλύτερα σκάφη. Αναδύθηκε, και η Ανταρλίδα κοίταξε από το μπροστινό του παράθυρο, βλέποντας ότι η μάχη έμοιαζε να έχει σχεδόν τελειώσει. Η πύλη του λιμανιού, παρατήρησε, είχε καταρρεύσει.

«Η Κελρίτ διέλυσε την πύλη,» είπε. «Αλλά έτσι που ίσως να συμφέρει περισσότερο τους πολιορκούμενους.»

«Περιμένουμε και τον δυτικό στόλο, δεν τον περιμένουμε, προτού καταλάβουμε την πόλη;» είπε η Αλιζέτ, με το πηδάλιο του σκάφους στα χέρια της.

«Ναι. Μάλλον ήθελε να διακόψει τη ροή των επιτιθέμενων. Πρέπει να ήταν πολλοί. Πάμε στη ναυαρχίδα, Αλιζέτ.»

Η Σκοτεινή Βασίλισσα οδήγησε το υποβρύχιο πλάι στο μεγάλο ιστιοφόρο σκάφος, και μια ανεμόσκαλα έπεσε αμέσως απ’το κατάστρωμα του Ανέμου της Κοιλάδας.

«Μας περίμεναν,» παρατήρησε η Ανταρλίδα.

«Τους το είπε ο Ζίρτελον,» εξήγησε ο Όρνιφιμ.

Αναμενόμενο, σκέφτηκε η Ανταρλίδα, και άνοιξε την καταπακτή στην οροφή, βγαίνοντας επάνω στο υποβρύχιο.

Από την κουπαστή του Ανέμου της Κοιλάδας είδε τον Ζίρτελον να της κάνει νόημα ν’ανεβεί. Η Ανταρλίδα πιάστηκε στην ανεμόσκαλα και σκαρφάλωσε, για να βρεθεί πλάι στον Ζίρτελον, την Κελρίτ, και την Αλιζέτ Βάθμακ. Η Σκοτεινή Βασίλισσα ανέβηκε δεύτερη, μετά ο Όρνιφιμ, και μετά ο Τάμπριελ.

«Το λιμάνι φαίνεται να είναι δικό μας,» είπε ο τελευταίος.

«Μόνο το λιμάνι, όμως,» τόνισε η Αλιζέτ Βάθμακ.

«Θα έρθει σύντομα και ο Πρόμαχος Άτβος με τον δυτικό στόλο. Δεν σχεδιάζαμε ποτέ να πάρουμε την πόλη μόνοι μας.»

«Απλώς λέω…»

Ο Ζίρτελον είπε: «Μέχρι στιγμής τα πράγματα ήταν σχετικά εύκολα, πάντως.»

«Με την εξαίρεση ότι παραλίγο να μας φάνε δύο καρχαρίες,» σχολίασε η Ανταρλίδα.

Η Κελρίτ ύψωσε ένα φρύδι. «Καρχαρίες;»

«Τα ψάρια που ονομάζετε ‘ακανθοφόρα σκυλόψαρα’. Δύο απ’αυτά φυλούσαν την εκρηκτική αλυσίδα. Και απορώ, μάλιστα. Η Αλιζέτ έλεγε ότι η αλυσίδα δεν έχει χρησιμοποιηθεί ποτέ· ήταν εδώ μόνο για περίπτωση ανάγκης.»

«Εγώ δεν ήξερα για την ύπαρξή της, πάντως,» είπε η Κελρίτ. «Δεν είχα ακούσει ποτέ τίποτα.» Κι έστρεψε το βλέμμα της στη Σκοτεινή Βασίλισσα.

«Όταν συνεργάζεσαι με τους πράκτορες της Παντοκράτειρας μαθαίνεις πολλά κρυφά πράγματα, Αρχόντισσά μου,» εξήγησε εκείνη.

Ο Τάμπριελ ρώτησε την Κελρίτ: «Ο Πρίγκιπας Αλβάρος, ή κάποιος Παντοκρατορικός επόπτης, προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί σας;»

«Κανένας ακόμα.»

«Στη Χαύδοραλ είναι Επόπτρια η Ανδρομάχη Χρυσόπτερη,» τον πληροφόρησε η Σκοτεινή Βασίλισσα. «Πράκτορας της Παντοκράτειρας· βαθμός, Ανώτατη Ελέγκτρια σε τούτη την περιοχή – η οποία δεν είναι και πολύ μεγάλη.»

«Ανδρομάχη Χρυσόπτερη; Απολλώνιας καταγωγής;»

Η Αλιζέτ ένευσε. «Ναι. Κι αριστοκράτισσα. Από τους λίγους Απολλώνιους που δεν πρόδωσαν την Παντοκράτειρα όταν ο Ανδρόνικος επαναστάτησε εναντίον της.»

«Νομίζεις ότι θα ήταν συνεννοήσιμη;»

«Τι πάει να πει αυτό;»

«Αν της ζητούσαμε να μας παραδώσει την πόλη, θα την παρέδιδε;»

«Μόνο για να γλιτώσει το τομάρι της, αν δεν υπήρχε καμια άλλη λύση.»

Ο Τάμπριελ στράφηκε στην Κελρίτ: «Την ξέρεις, Αρχόντισσά μου, την Επόπτρια;»

«Όχι.»

«Εσύ;» Ο Τάμπριελ κοίταξε την Αλιζέτ Βάθμακ.

«Πού να την ξέρω;» μόρφασε εκείνη, καθώς όπλιζε ξανά τη βαλλίστρα της με δύο βέλη.

Η μάχη στο λιμάνι, όμως, είχε πλέον φανερά τελειώσει. Σηκώνοντας το όπλο της για να ρίξει, η Αλιζέτ διαπίστωσε ότι δεν υπήρχαν άλλοι στόχοι.

21.

«Δεν είναι παράξενο που βρίσκουμε τον δρόμο ανοιχτό;» ρώτησε η Ιλρίνα τον Άτβος, καθώς κάθονταν στην πλώρη του Μένους των Ποταμών. Ήταν το απόγευμα της πρώτης ημέρας του ταξιδιού τους επάνω στον μεγάλο ποταμό Κάνιλρεχ. Το πρωί είχαν συναντήσει εκείνο το Παντοκρατορικό ελικόπτερο που μετέφερε εκρηκτικά· ο Άτβος και Ιλρίνα, χρησιμοποιώντας το ενεργειακό κανόνι της ναυαρχίδας, το είχαν ανατινάξει στον αέρα, κι από τότε δεν είχαν συναντήσει κανέναν άλλο εχθρό.

«Είναι επιφυλακτικοί ύστερα απ’ό,τι συνέβη,» αποκρίθηκε ο Πρόμαχος στη γυναίκα του. Ήταν καθισμένοι πάνω απ’το ξόανο της πλώρης του Μένους των Ποταμών, και ο Άτβος είχε τα χέρια του τυλιγμένα γύρω από τους ώμους της Ιλρίνα, καθώς εκείνη ακουμπούσε την πλάτη της στο στέρνο του. Ο απογευματινός αέρας που χτυπούσε τα πρόσωπά τους ήταν ψυχρός. «Δε θέλουν να χάσουν περισσότερα αεροσκάφη από το κανόνι μας. Και θα φοβούνται ότι έχουμε κι άλλες δυνάμεις. Κρυφές. Η διάλυση της Γέφυρας της Λίνερελ, αναμφίβολα, θα τους εμφύσησε αυτό το φόβο.» Η Ράιλμεχ τούς είχε πει ότι η Ανταρλίδα είχε κολλήσει εκρηκτικά κάτω από τη γέφυρα κάνοντάς την να ανατιναχτεί ώστε ο ανατολικός στόλος να περάσει. «Οι Παντοκρατορικοί θα έχασαν πολλούς πολεμιστές τους εκεί, και πολλούς εξοπλισμούς. Η Ράιλμεχ είπε ότι είχαν στήσει κι ένα ενεργειακό κανόνι πάνω στη γέφυρα.»

«Πιστεύεις ότι δε θα συναντήσουμε τίποτα μέχρι τη Χαύδοραλ;»

«Δεν είμαι σίγουρος. Αλλά νομίζω ότι δεν θα ξοδέψουν άλλες δυνάμεις ώσπου να καταλάβουν ποιος είναι ο τελικός μας προορισμός.»

Η Ιλρίνα έμεινε σιωπηλή για λίγο· ύστερα στράφηκε και τον φίλησε, χαϊδεύοντας το μάγουλό του. «Το φανταζόσουν ότι θα βγαίναμε ποτέ από κει μέσα και θα κάναμε τώρα αυτά;»

«Φυσικά,» αποκρίθηκε ο Άτβος, αλλά ήταν φανερό πως έλεγε ψέματα, και η Ιλρίνα χαμογέλασε. «Ήμασταν και λιγάκι τυχεροί,» πρόσθεσε εκείνος. «Περίπου. Γιατί περιμέναμε βοήθεια από τον Πρίγκιπα. Απλώς δεν την περιμέναμε αφότου μας είχαν φυλακίσει.» Τη φίλησε. «Το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ, όσο ήμουν κλεισμένος εκεί μέσα, ήσουν εσύ, Ιλρίνα· γιατί ήξερα πού σε είχαν βάλει.»

«Εγώ, δυστυχώς,» αποκρίθηκε η μάγισσα, «από ένα σημείο και μετά, δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα. Είναι φριχτό να βάζεις έναν Πεφωτισμένο εκεί μέσα…» Απέφυγε το βλέμμα του· έστρεψε τα μάτια της στα νερά του ποταμού, όπου αντανακλούσε το φως του απογευματινού ήλιου. «Νόμιζα ότι είχα τρελαθεί.»

«Αν είχες τρελαθεί θα το σκότωνα αυτό το κάθαρμα,» είπε ο Άτβος, αναφερόμενος στον Ζακ Ματνέρω, τον Παντοκρατορικό Επόπτη του Νέλερβικ, ο οποίος ήταν τώρα φυλακισμένος. «Και απορώ γιατί ο Τάμπριελ και η Βασνίτα αποφάσισαν να τον κρατήσουν ζωντανό.»

«Μπορεί να φανεί χρήσιμος.»

«Το αμφιβάλλω. Νομίζεις ότι οι Παντοκρατορικοί θα πληρώσουν λύτρα γι’αυτόν;»

«Μπορεί να δώσει πληροφορίες.»

«Έχουμε καλύτερη πληροφόρηση από τη δική του,» είπε ο Άτβος.

Και μετά έμειναν σιωπηλοί καθώς το απόγευμα έδινε τη θέση του στη νύχτα και ο στόλος τους δεν συναντούσε κανένα άλλο σκάφος επάνω στον ποταμό Κάνιλρεχ, σαν οι πάντες να είχαν φοβηθεί από τον ερχομό τους – και δικαιολογημένα, άλλωστε: ήταν φανερό ότι πήγαιναν για πόλεμο.

Η Ιλρίνα και ο Άτβος σηκώθηκαν, τελικά, από την πλώρη του σκάφους και βάδισαν επάνω στο κατάστρωμα. Ο Στρατηγός Ναλφίρες Βάθμακ και ο Νισμάνος, ο Ιερός Μαχητής των Οστών, φαίνονταν να στέκονται στην πρύμνη, πίσω από τον τιμονιέρη, συζητώντας. Η Ράιλμεχ καθόταν στα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στην πρύμνη και κάπνιζε ένα τσιγάρο. Ο Άτβος τής έκανε νόημα να έρθει, κι εκείνη σηκώθηκε πρόθυμα και τον πλησίασε. «Τι είναι, Πρόμαχε;»

«Πώς τα πηγαίνουν οι άλλοι;»

«Εντάξει. Μόλις βγήκαν από τον ποταμό Κάλμιρηλ και μπήκαν στο Πράσινο Πέλαγος.»

«Κανένας δεν προσπάθησε να τους σταματήσει στη Λίνερελ;»

«Κανένας.» Η Ράιλμεχ φύσηξε καπνό προς τα δίπλα.

Ο Άτβος είπε στην Ιλρίνα: «Βλέπεις; Φυλάνε τις δυνάμεις τους, περιμένοντας να καταλάβουν πού κατευθυνόμαστε.»

«Σύντομα θα το καταλάβουν,» αποκρίθηκε εκείνη. «Ο ανατολικός στόλος δε θ’αργήσει τώρα να φτάσει στη Χαύδοραλ.»

«Πράγματι,» συμφώνησε ο Άτβος.

Και, χαιρετώντας τη Ράιλμεχ, βάδισαν προς την καμπίνα τους.

Το πρωί, ο Πρόμαχος δεν περίμενε επίθεση εναντίον τους, και τα πράγματα εξελίχτηκαν σύμφωνα με τις προσδοκίες του. Πέρασαν κάτω από μια μεγάλη γέφυρα και συνέχισαν ανενόχλητοι. Απόμακρα, ο Άτβος μπορούσε να δει κανένα ελικόπτερο να πετά, αλλά τα αεροσκάφη δεν ήρθαν κοντά στον στόλο. Θέλουν απλά να ξέρουν πού βρισκόμαστε. Περιμένουν… Κι αυτό, μάλλον, σήμαινε ότι στη Χαύδοραλ θα συναντούσαν σθεναρή αντίσταση. Οι Παντοκρατορικοί θα συγκέντρωναν τις δυνάμεις τους εκεί που θα συμπέραιναν ότι σκόπευε να επιτεθεί ο στόλος.

Ήταν πολύ συνετό, τελικά, που χωρίσαμε τον στόλο μας σε ανατολικό και δυτικό, σκέφτηκε ο Άτβος. Τους αποπροσανατολίζει περισσότερο. Πρέπει να κοιτάνε και από δω και από κει.

Το βράδυ έφτασαν στο σημείο που ο ποταμός Κάνιλρεχ χανόταν μέσα στον ποταμό Νέρελρημ, και στις δυτικές όχθες ήταν οικοδομημένη η πόλη Τάρνελβακ, που, όπως ήξερε ο Άτβος, πολλές φορές στην Ιστορία της είχε αλλάξει χέρια, ακόμα και πρόσφατα. Μια ανήκε στο Πριγκιπάτο Σάνκριλαμ στα δυτικά, μια στο Πριγκιπάτο Χαύδοραλ στα ανατολικά, μια στο Πριγκιπάτο Κάνρελ στα νότια (το Πριγκιπάτο που ήταν, δικαιωματικά και κληρονομικά, του Άτβος αλλά ο Στρατηγός του, ο Ρέτβελνος, το είχε σφετεριστεί). Η παρουσία των Παντοκρατορικών στη Βίηλ δεν είχε καταφέρει να αποτρέψει τον πόλεμο που είχε γίνει πριν από μια δεκαετία για την Τάρνελβακ. Έναν πόλεμο στον οποίο είχαν εμπλακεί και τα τρία γειτονικά Πριγκιπάτα. Το Σάνκριλαμ είχε στην κατοχή του την πόλη τότε, η Πριγκίπισσα Ισλάννα. Η Πριγκίπισσα Νιρλέτα, του Χαύδοραλ, είχε ξαφνικά θυμηθεί (ή, ίσως, να της είχαν θυμίσει κάποιοι από τους αριστοκράτες της) τους προγόνους της που κάποτε κατοικούσαν στην Τάρνελβακ, κι έτσι είχε επιτεθεί. Και ο Άτβος (που ήμουν Πρίγκιπας του Κάνρελ τότε – και σύντομα θα είμαι ξανά!) είχε θεωρήσει πως αυτή ήταν μια καλή ευκαιρία να τους πάρει την Τάρνελβακ όσο τρώγονταν αναμεταξύ τους. Είχε καταφέρει να πείσει και τους Παντοκρατορικούς του Πριγκιπάτου του ότι αυτό θα τους συνέφερε όλους. Τελικά, το Χαύδοραλ είχε νικήσει εκείνο τον πόλεμο, μάλλον επειδή ήταν μικρότερο Πριγκιπάτο σε έκταση και μπορούσε εύκολα να συγκεντρώσει όλες του τις δυνάμεις στο επίμαχο σημείο. Το Σάνκριλαμ και το Κάνρελ ήταν μεγαλύτερα και είχαν απλωμένες τις δυνάμεις τους σ’όλη την επικράτειά τους. Η Πριγκίπισσα Νιρλέτα είχε, βασικά, ενεργήσει γρήγορα, κι αυτό της είχε χαρίσει τη νίκη. Μετά, αφού είχε πατήσει γερά στην Τάρνελβακ, είχε πάρει εξωφρενικά μέτρα ασφάλειας για να μην καταληφθεί η πόλη από κανέναν άλλο· και ο Άτβος δεν μπορούσε να πείσει τη Σιτράθα – την τότε Παντοκρατορική Επόπτρια στο Κάνρελ – να συμφωνήσει μ’ένα σχέδιό του για να πάρουν την Τάρνελβακ.

Η Τάρνελβακ βρισκόταν ακόμα στα χέρια του Χαύδοραλ, και, καθώς περνούσαν από αντίκρυ της, ο Άτβος έβλεπε ότι οι στρατιώτες στα τείχη της ήταν έτοιμοι για πόλεμο. Δεν επιχείρησαν, όμως, να επιτεθούν στον στόλο του· ήταν απλώς προετοιμασμένοι μήπως και τους χτυπήσουν. Αλλά ο Άτβος δεν είχε έρθει τώρα για να καταλάβει την Τάρνελβακ. Εκείνος ο Πρίγκιπας που κατέστρωνε έξυπνα γεωπολιτικά σχέδια δεν υπάρχει πλέον. Τη θέση του έχει πάρει ένας Πρόμαχος της Επανάστασης. Του φαινόταν αστείο τώρα το γεγονός ότι κάποτε ήθελε τόσο να κατακτήσει την Τάρνελβακ. Οι Παντοκρατορικοί μάς έλεγχαν όλους, κι εμείς καθόμασταν και σκεφτόμασταν πώς να πάρουμε μια πόλη σ’ένα σημείο όπου συναντιούνται τα ποτάμια… Αναμφίβολα, αυτές οι μικροσυγκρούσεις – που δεν προκαλούσαν και τόσο μεγάλα προβλήματα – ήταν κάτι που η Παντοκράτειρα ενθάρρυνε, για να βάζει τους υπηκόους της να τρώγονται αναμεταξύ τους και, επομένως, να μην το βρίσκουν εύκολο να ενωθούν και να της εναντιωθούν. Ήμουν τόσο ανόητος, τότε, που έπαιζα τα παιχνίδια της…

Η Ράιλμεχ, που στεκόταν στην πρύμνη μαζί με τον Άτβος, την Ιλρίνα, τον Νισμάνος, και τον Ναλφίρες, είπε: «Ο ανατολικός στόλος έφτασε στη Χαύδοραλ. Γίνεται μάχη.»

«Πες μας,» την προέτρεψε ο Ναλφίρες Βάθμακ ενώ, συγχρόνως, ατένιζε την Τάρνελβακ καθώς την προσπερνούσαν και έμπαιναν στον πλατύ ποταμό Νέρελρημ, που ήταν σαφώς μεγαλύτερος από τον Κάνιλρεχ.

Η Ράιλμεχ τούς μιλούσε για τη νυχτερινή μάχη στη Χαύδοραλ ενόσω ο στόλος τους συνέχιζε το ταξίδι του ανενόχλητος από τους Παντοκρατορικούς.

22.

Η Κελρίτ, στεκόμενη στην πρύμνη του Ανέμου της Κοιλάδας, πέρασε, με τη βοήθεια της Αλιζέτ Βάθμακ, τον εκφωνητή στην πλάτη της. Άγγιξε το στόμα του εκφωνητή, το οποίο τυλιγόταν γύρω απ’το δεξί της αφτί και έφτανε μπροστά στο δικό της στόμα, και, αφού πάτησε το κουμπί που ενεργοποιούσε τη συσκευή, μίλησε.

«ΛΑΕ ΤΗΣ ΧΑΥΔΟΡΑΛ,» είπε, με τη φωνή της να μεγεθύνεται και να φτάνει ώς τα πέρατα της πόλης και στα περίχωρά της. «ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΙΓΚΙΠΑΤΟ ΝΕΛΕΡΒΙΚ. ΣΑΣ ΜΟΙΑΖΕΙ ΟΤΙ ΕΡΧΟΜΑΣΤΕ ΣΑΝ ΚΑΤΑΚΤΗΤΕΣ, ΑΛΛΑ ΚΑΤΑΚΤΗΤΕΣ ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ. ΕΡΧΟΜΑΣΤΕ ΓΙΑ ΝΑ ΣΑΣ ΕΛΕΥΘΕΡΩΣΟΥΜΕ! ΕΡΧΟΜΑΣΤΕ ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΩΞΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΔΕΣΜΟΦΥΛΑΚΕΣ ΤΗΣ ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΕΙΡΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΙΓΚΙΠΑΤΟ ΣΑΣ. ΤΟ ΠΡΙΓΚΙΠΑΤΟ ΝΕΛΕΡΒΙΚ ΕΙΝΑΙ ΗΔΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟ, ΜΕ ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΑ ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ ΣΤΟΝ ΘΡΟΝΟ! ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΛΙΓΟΙ – ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΟΛΛΟΙ! ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΠΡΙΓΚΙΠΑ, ΣΕ ΛΙΓΟ ΚΑΙΡΟ, ΘΑ ΔΕΙΤΕ ΤΟΥΣ ΑΛΗΘΙΝΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΤΗΣ ΒΙΗΛ ΝΑ ΕΞΕΓΕΙΡΟΝΤΑΙ! ΗΡΘΕ Ο ΚΑΙΡΟΣ ΝΑ ΔΙΩΞΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΔΥΝΑΣΤΕΣ ΜΑΣ ΚΑΙ ΝΑ ΕΛΕΥΘΕΡΩΘΟΥΜΕ. ΕΡΧΟΜΑΣΤΕ ΕΔΩ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΝΑ ΠΟΛΕΜΗΣΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΟΥΣ ΤΗΣ ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΕΙΡΑΣ. ΛΑΕ ΤΗΣ ΧΑΥΔΟΡΑΛ, ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ, ΠΟΛΕΜΗΣΕ ΜΑΖΙ ΜΑΣ!»

Η Κελρίτ πάτησε το κουμπί που έκλεινε τον εκφωνητή. Στις επάλξεις της πόλης δεν μπορούσε να δει καμια αντίδραση, πέρα από μερικούς πολεμιστές να μιλάνε αναμεταξύ τους.

Στράφηκε στους συντρόφους της. «Εντάξει, έτσι;» Ήταν αβέβαιη για τον λόγο που είχε βγάλει: για το κάλεσμα προς τον λαό της Χαύδοραλ. Δεν είχε ποτέ της ξανακάνει κάτι τέτοιο· και δεν ήταν εκείνη σαν τη Βασνίτα, που τα πήγαινε καλά με τα λόγια και με όλους γενικά.

«Υπέροχα, Αρχόντισσά μου,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ. «Κανένας μας δεν θα μπορούσε να τα είχε πει καλύτερα, εκτός από τη Βασνίτα Κάλνεραχ ίσως.»

Η Κελρίτ μειδίασε, ικανοποιημένη. Σοβαρέψου! σκέφτηκε όμως. Δε χρειάζεσαι επιβράβευση απ’αυτόν τον παράξενο προφήτη!

Ο Άνεμος της Κοιλάδας δεν βρισκόταν αραγμένος στις αποβάθρες της Χαύδοραλ, καθώς η ναύαρχος του ανατολικού στόλου εκφωνούσε το κάλεσμά της, αλλά στα μέσα του περιτειχισμένου κόλπου του λιμανιού, ώστε να μη μπορεί να γίνει στόχος από τα όπλα των Παντοκρατορικών. Το τελευταίο ενεργειακό κανόνι που φαινόταν στα τείχη της Χαύδοραλ, βέβαια, ήταν σχετικά μακριά, γι’αυτό κιόλας δεν το είχε χτυπήσει το ενεργειακό κανόνι του Ανέμου της Κοιλάδας· όμως, και πάλι, δεν ήταν κανείς να το ριψοκινδυνεύει. Επιπλέον, επάνω στα τείχη υπήρχαν κι άλλα όπλα: γιγάντιες βαλλίστρες, καταπέλτες που εκτόξευαν πελώριες σιδερένιες σφαίρες.

«Τα πάντα ήσυχα,» παρατήρησε η Ανταρλίδα.

«Περίμενες ότι θα στρέφονταν αμέσως εναντίον των Παντοκρατορικών;» ρώτησε η Αλιζέτ Βάθμακ.

«Όχι, αλλά περίμενα ότι ίσως οι Παντοκρατορικοί να προσπαθούσαν να μας χτυπήσουν.»

«Θα προετοιμάζονται,» είπε ο Ραφέλνες. «Ας κάνουμε κι εμείς το ίδιο.»

Ο Ζίρτελον τούς είπε: «Ο δυτικός στόλος τα ξημερώματα θα είναι εδώ.»

Η Ανταρλίδα ένευσε. «Όταν έρθει θα επιτεθούμε· κι αν οι άνθρωποι της Χαύδοραλ μάς βοηθήσουν, μας βοήθησαν. Αν όχι… όχι.»

«Ακριβώς,» συμφώνησε ο Ραφέλνες. «Δε μπορούμε να βασιστούμε σ’αυτούς για να πάρουμε την πόλη. Ίσως νάναι πολύ δειλοί για να ξεσηκωθούν εναντίον των Παντοκρατορικών.»

Η Ανταρλίδα θυμήθηκε ότι, στην αρχή, και ο Ραφέλνες ήταν κατά τού να ξεσηκωθούν εναντίον των Παντοκρατορικών, αλλά προτίμησε να μην πει τίποτα.

«Εγώ θα πάω στους πολεμιστές μας έξω από τ’ανατολικά τείχη της Χαύδοραλ,» συνέχισε ο Ιερός Μαχητής των Οστών, αλλάζοντας θέμα, «για να ξέρουν ότι είμαι μαζί τους και για να τους βοηθήσω στη μάχη που σύντομα θα γίνει.»

Η Ανταρλίδα κατένευσε. «Θα σε χρειαστούν.»

Ο Ραφέλνες έκανε να βαδίσει προς το κατάστρωμα του σκάφους, και η Αλιζέτ Βάθμακ τον ακολούθησε λέγοντας ότι θα πήγαινε μαζί του. Εκείνος διαφώνησε. «Καλύτερα να μείνεις με την Κελρίτ. Θα σε χρειαστεί περισσότερο απ’ό,τι εγώ, και θα είσαι πιο ασφαλής επάνω στη ναυαρχίδα.»

«Δεν ήρθα εδώ για να είμαι ασφαλής!»

Ο Ραφέλνες φάνηκε να θυμώνει μαζί της· τα γαλανά του μάτια γυάλισαν. «Σκοπεύεις να σκαρφαλώσεις στα τείχη, Αλιζέτ;»

«Αν χρειαστεί!»

«Μη λες ανοησίες. Θα μείνεις εδώ, και θα συναντηθούμε μέσα στην πόλη όταν την έχουμε πορθήσει,» είπε ο Ραφέλνες και, στρέφοντάς της την πλάτη, κατέβηκε τη σκάλα της πρύμνης.

Η Αλιζέτ τον ατένιζε οργισμένα, με τα χέρια της σταυρωμένα εμπρός της.

«Καλύτερα να κοιμηθούμε μερικές ώρες,» πρότεινε η Ανταρλίδα, «μέχρι να έρθει ο δυτικός στόλος.»

23.

Η Κελρίτ δεν μπορούσε να ξεκουραστεί. Μια κοιμόταν, μια ξυπνούσε, ξαπλωμένη καθώς ήταν στο στενό κρεβάτι της γέφυρας. Συνεχώς στριφογύριζε, μουγκρίζοντας, ξεφυσώντας, παραμερίζοντας τα ξανθά της μαλλιά από το ιδρωμένο μέτωπό της.

«Θα ησυχάσεις καμια ώρα, να κοιμηθούμε;» της είπε, σε κάποια στιγμή, η Αλιζέτ Βάθμακ, που ήταν ξαπλωμένη ανάσκελα στον καναπέ.

«Τι να κοιμηθείς; Εσύ κάθεσαι και καπνίζεις!» Η Κελρίτ έβλεπε την καύτρα μες στο σκοτάδι, μύριζε τον καπνό. «Ίσως γι’αυτό να μη μπορώ να κλείσω μάτι!»

«Είμαι τσαντισμένη.»

«Γιατί;»

Η Αλιζέτ δεν της απάντησε, και η Κελρίτ ξαναρώτησε: «Γιατί;»

«Κλείσε πια το στόμα σου και κοιμήσου!»

Η Κελρίτ αναστέναξε και γύρισε απ’την άλλη, ρίχνοντας την κουβέρτα της κάτω, γιατί νόμιζε πως τη ζέσταινε.

Την ίδια στιγμή, στο κατάστρωμα του Ανέμου της Κοιλάδας, η άλλη Αλιζέτ, η Σκοτεινή Βασίλισσα, βημάτιζε κοντά στην κουπαστή χαϊδεύοντας το λείο ξύλο της με το δεξί χέρι. Ούτε εκείνη κοιμόταν, αλλά όχι επειδή δεν μπορούσε να κοιμηθεί παρά επειδή δεν ήθελε. Προτιμούσε να βρίσκεται σε εγρήγορση κάτι τέτοιες ώρες, ακόμα κι αν χρησιμοποιούσε τον χρόνο για να χαλαρώσει. Αρχικά, όμως, είχε πάει στην καμπίνα της και είχε ξαπλώσει, γιατί αλλιώς ήξερε πως η Ανταρλίδα θα την ακολουθούσε εδώ για να την παρακολουθεί. Ακόμα δεν την εμπιστευόταν, και ίσως ποτέ να μη μπορούσε να την εμπιστευτεί, ό,τι κι αν γινόταν.

Στην ίδια καμπίνα με την Αλιζέτ ήταν και ο Ζίρτελον, και εκείνη είχε σηκωθεί χωρίς να τον ξυπνήσει και είχε ανεβεί στο κατάστρωμα. Δεν φορούσε τις μπότες της και είχε τα ρούχα της δεμένα χαλαρά επάνω της, με μια κάπα να κρέμεται από τους ώμους της για να την προστατεύει από την ψύχρα της νύχτας. Μαζί της κουβαλούσε μόνο ένα όπλο: ένα ξιφίδιο στη ζώνη της, πίσω από την πλάτη.

Άκουσε βήματα να την πλησιάζουν από τα νώτα. Δεν ήταν, όμως, τα βήματα της Ανταρλίδας. Κάποιος άλλος… Κοίταξε με την άκρια του ματιού της πάνω απ’τον ώμο της. Ο Ζίρτελον.

«Δεν κοιμόσουν, ε;» του είπε όταν εκείνος ήρθε κοντά της.

«Όχι.»

«Μ’άκουσες να σηκώνομαι;»

«Ναι.»

«Τελικά,» είπε η Αλιζέτ, «μου φαίνεται ότι κανένας δεν σκοπεύει ν’ακολουθήσει τη συμβουλή της Ανταρλίδας εκτός από την ίδια. Ο Τάμπριελ κοιμάται;»

«Δεν ξέρω.»

«Δεν ξέρεις;»

«Ο Μεγάλος Προφήτης έρχεται σε επαφή μαζί μας μόνο όταν εκείνος το επιθυμεί,» εξήγησε ο Ζίρτελον.

Η Αλιζέτ κάθισε πάνω στην κουπαστή, ατενίζοντας τα τείχη της Χαύδοραλ, σιωπηλά. Ύστερα, το βλέμμα της πήγε στα τείχη που περιέκλειαν τον κόλπο, για να δει εκεί τους πολεμιστές από το Πριγκιπάτο Νέλερβικ. Έχοντας κατακτήσει το λιμάνι, μπορούσαν να ανεβούν στις επάλξεις αυτών των τειχών, και, φυσικά, το είχαν κάνει. Παρατηρούσαν τη γύρω περιοχή τώρα.

Η Αλιζέτ δεν σκέφτηκε να πει τίποτ’άλλο στον Ζίρτελον καθώς η ώρα κυλούσε, και ούτε εκείνος τής μίλησε περισσότερο, πηγαίνοντας να καθίσει στα σκαλιά της πλώρης. Η αυγή τούς βρήκε ακόμα στις ίδιες θέσεις, και τότε οι παρατηρητές επάνω στα τείχη του κόλπου ύψωσαν βούκινα σαλπίζοντας δυνατά και μακρόσυρτα.

Ο δυτικός στόλος έρχεται, σκέφτηκε η Αλιζέτ αναγνωρίζοντας το σύνθημα· και σηκώθηκε από την κουπαστή, πηγαίνοντας στην καμπίνα της για να ετοιμαστεί.

Ο δυτικός στόλος, μετά από καμια ώρα, κατέκλυσε το λιμάνι της Χαύδοραλ αφού είχε αφήσει τους πολεμιστές του δυτικά της πόλης για να πολιορκήσουν τα τείχη της.

Ο Πρόμαχος Άτβος, η Ιλρίνα’νορ, η Ράιλμεχ, και ο Στρατηγός Ναλφίρες Βάθμακ συνάντησαν την Κελρίτ Βόρτεμαχ και τους υπόλοιπους επάνω στον Άνεμο της Κοιλάδας.

«Το ταξίδι σας ήταν καλό, Πρόμαχε, μας είπε ο Ζίρτελον,» είπε ο Τάμπριελ στον Άτβος.

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνος· «δεν δεχτήκαμε καμία επίθεση. Εδώ πώς είναι τα πράγματα;»

«Από τότε που σταμάτησαν οι συγκρούσεις, ήσυχα.»

«Πού είναι ο Νισμάνος;» ρώτησε η Κελρίτ.

«Με τους πολεμιστές μας, στα δυτικά,» απάντησε ο Ναλφίρες. Και προς την Αλιζέτ Βάθμακ: «Το ίδιο κι ο σύζυγός σου, να υποθέσω; Είναι με τους πολεμιστές στ’ανατολικά;»

«Ναι, θείε,» είπε εκείνη, μοιάζοντας ακόμα τσαντισμένη που ο Ραφέλνες δεν την είχε αφήσει να πάει μαζί του.

«Έχουμε κανένα σημάδι ότι μπορεί ο Πρίγκιπας να παραδοθεί;» ρώτησε ο Ναλφίρες.

«Τίποτα,» είπε η Κελρίτ. «Ούτε φωνή ούτε ακρόαση.»

«Κάνατε προσπάθεια να επικοινωνήσετε;»

«Φυσικά. Τους μιλήσαμε με εκφωνητή, ζητώντας τους να στραφούν εναντίον της Παντοκράτειρας.»

Ο Ναλφίρες κοίταξε τη Ράιλμεχ. «Δε μας το είπες αυτό…»

Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους. «Σας είπα τα βασικά, Στρατηγέ.»

Η Αλιζέτ Βάθμακ είπε: «Σιγά μην πάρει καμια πρωτοβουλία ο Πρίγκιπας. Η Επόπτρια τον ελέγχει.»

«Είχες πει ότι δεν την ξέρεις, όταν σε ρώτησα,» της θύμισε ο Τάμπριελ.

«Δεν την ξέρω, δεν την έχω συναντήσει ποτέ μου, αλλά έχω ακούσει γι’αυτήν. Λένε ότι πηδάει τον Πρίγκιπα κανονικά, κι εκείνος κάνει ό,τι του ζητάει.»

Ο Ναλφίρες την αγριοκοίταξε, αναμφίβολα επειδή δεν ενέκρινε τη φρασεολογία της.

«Τι, θείε;» είπε η Αλιζέτ. «Είναι αλήθεια, κατά πάσα πιθανότητα. Ο Πρίγκιπας Αλβάρος είναι μικρός· μόλις είκοσι χρονών. Είκοσι-δύο, βασικά, πρέπει νάναι τώρα, αν δεν κάνω λάθος.»

«Δεν είσαι και τόσο πιο μεγάλη απ’αυτόν, Αλιζέτ,» είπε ο Ναλφίρες. «Και δεν σε κοίταξα επειδή θεωρώ πως δεν είναι αλήθεια ότι η Επόπτρια κοιμάται με τον Πρίγκιπα του Χαύδοραλ.»

Η Αλιζέτ αναποδογύρισε τα μάτια. «Μεγάλοι Κολοσσοί…»

Μάλλον, σκέφτηκε η Κελρίτ, τώρα το κατάλαβε ότι ο Στρατηγός την αγριοκοίταξε επειδή είπε «πηδάει τον Πρίγκιπα κανονικά»· και δεν μπόρεσε παρά να χαμογελάσει. Η Αλιζέτ θα ήταν πάντα η Αλιζέτ…

«Δηλαδή,» είπε ο Τάμπριελ, «δεν υπάρχει καμία περίπτωση να πάρουμε τους ανθρώπους της Χαύδοραλ με το μέρος μας;»

«Ο Πρίγκιπας προστάζει τους πολεμιστές του,» αποκρίθηκε η Κελρίτ, «και δεν νομίζω ότι θα τον παρακούσουν. Ο απλός λαός, βέβαια, δεν ξέρω τι θα κάνει, αλλά χωρίς όπλα… καταλαβαίνεις.»

«Ας τους δώσουμε μια τελευταία ευκαιρία να παραδοθούν,» πρότεινε ο Ναλφίρες.

Η Κελρίτ κατένευσε, και πρόσταξε έναν στρατιώτη να φέρει τον εκφωνητή στον Στρατηγό. Όταν, όμως, ο εκφωνητής είχε έρθει ο Ναλφίρες είπε: «Καλύτερα εσύ να μιλήσεις, Κελρίτ. Εσύ είχες μιλήσει και πριν.»

Τα Δαιμόνια γαμώ! σκέφτηκε εκείνη. Επίτηδες μού το κάνουν αυτό; Και την προηγούμενη φορά θα προτιμούσε να είχε μιλήσει κάποιος άλλος – ο Τάμπριελ, ίσως, ή η Ανταρλίδα· ή ο Ραφέλνες· ή ακόμα κι η Αλιζέτ, μα τους Μεγάλους Κολοσσούς! Όχι εγώ…

Αναστέναξε. «Εντάξει,» είπε, για να μη φανεί δειλή.

Η Αλιζέτ Βάθμακ τη βοήθησε πάλι να βάλει τον εκφωνητή στην πλάτη της, και η Κελρίτ τον ενεργοποίησε και είπε:

«ΠΡΙΓΚΙΠΑ ΑΛΒΑΡΟΣ. ΔΕΝ ΗΡΘΑΜΕ ΕΔΩ ΩΣ ΕΧΘΡΟΙ ΣΟΥ ΑΛΛΑ ΩΣ ΕΧΘΡΟΙ ΤΩΝ ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΙΚΩΝ. ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ Ο ΛΑΟΣ ΣΟΥ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ, ΑΝΟΙΞΕ ΤΙΣ ΠΥΛΕΣ ΣΟΥ ΚΑΙ ΑΦΗΣΕ ΜΑΣ ΝΑ ΔΙΩΞΟΥΜΕ ΤΟΥΣ ΥΠΟΤΑΚΤΙΚΟΥΣ ΤΗΣ ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΕΙΡΑΣ. ΒΟΗΘΗΣΕ ΜΑΣ!

»ΕΠΟΠΤΡΙΑ ΧΡΥΣΟΠΤΕΡΗ. ΠΑΡΑΔΩΣΟΥ ΤΩΡΑ, ΑΛΛΙΩΣ ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΣ ΓΙΑ ΣΕΝΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΣΟΥ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΑΣΧΗΜΕΣ. ΑΝ ΠΑΡΑΔΟΘΕΙΣ ΤΩΡΑ, ΘΑ ΣΟΥ ΕΠΙΤΡΑΠΕΙ ΝΑ ΦΥΓΕΙΣ ΕΙΡΗΝΙΚΑ ΚΑΙ ΑΝΕΝΟΧΛΗΤΗ ΑΠΟ ΤΗ ΧΑΥΔΟΡΑΛ.»

Η Κελρίτ απενεργοποίησε τον εκφωνητή, και περίμεναν όλοι κάποια απάντηση από την πόλη.

Η απάντηση που ήρθε είχε τη μορφή ενεργειακής ριπής από το τελευταίο ενεργειακό κανόνι της Χαύδοραλ. Χτύπησε ένα από τα σκάφη του στόλου του Ναλφίρες τρυπώντας το από την κουβέρτα ώς την καρίνα. Το πλεούμενο άρχισε να βυθίζεται, και οι πολεμιστές επάνω του έτρεχαν και πηδούσαν σε άλλα, διπλανά σκάφη ή στη θάλασσα.

«Αυτό ήταν,» μούγκρισε ο Ναλφίρες Βάθμακ. «Τέρμα οι διαπραγματεύσεις με βαρβάρους, Κελρίτ.»

24.

Η επίθεση ξεκίνησε συγχρονισμένα απ’όλες τις μεριές της πόλης.

Οι πολεμιστές στα ανατολικά και στα δυτικά απλώθηκαν έτσι ώστε να μπορούν να επιτεθούν και στη βόρεια μεριά των τειχών, γιατί όσο μεγαλύτερη περιοχή κάλυπταν τόσο πιο δύσκολο θα ήταν για τους υπερασπιστές της Χαύδοραλ να τους κρατήσουν έξω. Εφόρμησαν με ψηλές σκάλες και ξύλινους πολιορκητικούς πύργους, κι άρχισαν να κοπανούν την ανατολική και τη δυτική πύλη της πόλης με πολιορκητικούς κριούς, σηκώνοντας σκόνη και μεγάλο βρόντο. Χτυπούσαν, επίσης, με γιγάντιες βαλλίστρες που είχαν φέρει από τα καράβια, και με μικρότερες βαλλίστρες που τις κρατούσαν βαλλιστροφόροι, ενώ τοξότες με μακριά τόξα εξαπέλυαν γρήγορα το ένα βέλος μετά το άλλο. Ο ουρανός είχε γεμίσει βλήματα που έπεφταν πάνω στις επάλξεις, με σκοπό να αναγκάσουν τους υπερασπιστές να καλυφθούν και να μη μπορούν να ενεργήσουν εναντίον των εφορμώντων πολεμιστών που προσπαθούσαν να εισβάλουν με τις σκάλες και τους πολιορκητικούς πύργους. Οι υπέρμαχοι της Χαύδοραλ απαντούσαν με βλήματα από τις δικές τους πολεμικές μηχανές και με βέλη από βαλλίστρες και τόξα.

«Για το Νέλερβικ!» φώναζε ο Ραφέλνες, για να εμψυχώσει τους μαχητές του. «Για το Νέλερβικ και την ελευθερία της Βίηλ! ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΛΕΡΒΙΚ ΚΑΙ ΤΗ ΒΙΗΛ!»

Και πολλοί άλλοι μιμήθηκαν την κραυγή του: ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΛΕΡΒΙΚ ΚΑΙ ΤΗ ΒΙΗΛ! ΓΙΑ ΤΟ ΝΕΛΕΡΒΙΚ ΚΑΙ ΤΗ ΒΙΗΛ! Οι φωνές τους γέμιζαν τον αέρα, μαζί με τις κραυγές των τραυματισμένων και των ετοιμοθάνατων και τους τρομερούς γδούπους των πολεμικών μηχανών και των πολιορκητικών κριών.

Στο λιμάνι της Χαύδοραλ, η Κελρίτ πρόσταξε το κανόνι του Ανέμου της Κοιλάδας να δημιουργήσει δρόμο για τους πολεμιστές της, και δύο ενεργειακές ριπές ανατίναξαν τη μπλοκαρισμένη πύλη του λιμανιού, φτιάχνοντας ένα μεγάλο άνοιγμα στα τείχη. Οι μαχητές του Νέλερβικ όρμησαν από εκεί, κραυγάζοντας· αλλά συνάντησαν σθεναρή αντίσταση, καθώς και τις ενεργειακές ριπές του κανονιού στις επάλξεις της πόλης.

Ο Άτβος και η Ιλρίνα’νορ ήταν καθισμένοι στις θέσεις του κανονιού στο Μένος των Ποταμών, η δεύτερη για να ρυθμίζει την ενεργειακή του ροή και ο πρώτος για να σημαδεύει: και ο Πρόμαχος τώρα προσπάθησε να χτυπήσει το κανόνι των εχθρών τους, αλλά βρήκε ότι ήταν – για μερικά μέτρα, ίσως – εκτός εμβέλειας. Αν πλησιάσουμε περισσότερο, θα κινδυνέψουμε κι εμείς, σκέφτηκε. Καλύτερα, επομένως, να κάνουμε κάτι άλλο. Έστρεψε το στόχαστρό του στα τείχη του λιμανιού και τα χτύπησε, ξανά και ξανά, ανατινάζοντάς τα και δημιουργώντας ακόμα ένα άνοιγμα απ’το οποίο μπορούσαν να εισβάλουν οι μαχητές του Νέλερβικ και οι επαναστάτες του.

Η πλάστιγγα άρχισε να γέρνει. Οι υπερασπιστές δεν μπορούσαν να απωθούν τους επιτιθέμενους από κάθε μεριά. Σ’ορισμένα σημεία οι πολιορκητές περνούσαν, και συμπλοκές ξεσπούσαν στις επάλξεις των τειχών και στους δρόμους της πόλης.

25.

«Θα πάρουν την πόλη μου!» φώναξε ο Πρίγκιπας Αλβάρος, κοιτάζοντας από ένα παράθυρο του κάστρου του, που ήταν χτισμένο στη βόρεια μεριά της Χαύδοραλ, επάνω στον λόφο που ήταν γνωστός στους ντόπιους ως το Κεφάλι του Κολοσσού, γιατί έμοιαζε με το επάνω μέρος του κεφαλιού κάποιου υποθετικά θαμμένου γίγαντα.

Ο Πρίγκιπας στράφηκε, εξοργισμένος. «Μου είπες ότι δεν θα μπορούσαν να πάρουν την πόλη μου, παρά τις απειλές τους!» ούρλιαξε, σφίγγοντας τις γροθιές του. Το γαλανό δέρμα του προσώπου του έμοιαζε να έχει μαυρίσει· τα μάτια του είχαν μετατραπεί σε δύο σχισμές οργής.

Η Ανδρομάχη Χρυσόπτερη τον ατένιζε ψύχραιμα. Αν ο Πρίγκιπας – που ποτέ δεν ήταν και πολύ σταθερή προσωπικότητα, κατά τη γνώμη της – έφευγε τώρα από τον έλεγχό της, τα πράγματα θα δυσκόλευαν ακόμα περισσότερο. «Μην ανησυχείς τόσο εύκολα, Αλβάρος,» του αποκρίθηκε. «Τίποτα δεν κρίθηκε ακόμα.»

«Μας έχουν κυκλώσει! Μας επιτίθενται από παντού!» Ο Πρίγκιπας έδειξε έξω απ’το παράθυρο. «Ο αδελφός μου τραυματίστηκε χτες, στο λιμάνι – δεν ξέρω καν αν θα ζήσει!»

«Γι’αυτό δεν έφταιγα εγώ, Πρίγκιπά μου. Ο Μέλτρος βιάστηκε να επιτεθεί ίσως· ή ίσως να ήταν απλά άτυχος. Το ξέρω πως αυτός είναι ο πρώτος πόλεμος που ζεις, Πρίγκιπά μου, αλλά πρέπει να δείξεις θάρρος.»

«Μ’αποκαλείς ‘δειλό’ τώρα, Ανδρομάχη;»

Η Παντοκρατορική Επόπτρια γέλασε. «Μη φέρεσαι παιδιάστικα,» είπε, πλησιάζοντάς τον ακόμα περισσότερο απ’ό,τι ήταν ήδη κοντά του, πιέζοντας το σώμα της επάνω του, το στήθος της επάνω στο στήθος του. «Το καταλαβαίνεις ότι ξέρω τι κάνω, έτσι; Πότε σού έχω κάνει κάτι που δε σ’αρέσει;» Τα χείλη της άγγιξαν τα δικά του, κι έκανε ένα βήμα μπροστά, αναγκάζοντας την πλάτη του Αλβάρος να συναντήσει την άκρη του παραθύρου. «Οι πόλεμοι χρειάζονται ψυχραιμία, λύκε μου,» του ψιθύρισε. «Θα τους διώξουμε από εδώ, σύντομα. Εν τω μεταξύ, να είσαι συνέχεια κοντά μου.»

Από κάτω τους, οι κραυγές των μαχόμενων αντηχούσαν, καθώς κι ο βρόντος των πολεμικών μηχανών.

Ο Αλβάρος είπε, βραχνά: «Θα μπορέσουν να τους κρατήσουν έξω;»

«Αν δεν τους κρατήσουν έξω, θα τους κατασφάξουμε μέσα,» υποσχέθηκε η Ανδρομάχη. «Οι δρόμοι μιας πόλης είναι, πολλές φορές, πιο καλό αμυντικό έργο από τα τείχη της.» Μπορούσε να αισθανθεί τη στύση του σκληρή κάτω από το παντελόνι του. Ο μικρός είναι φοβισμένος αλλά όχι και τόσο φοβισμένος… Η Ανδρομάχη μειδίασε στραβά και τον φίλησε, τώρα επειδή το ήθελε.

26.

Ο Ραφέλνες πήδησε πρώτος έξω από τον πολιορκητικό πύργο, επάνω στις επάλξεις των τειχών της Χαύδοραλ. Δύο λεπίδες αμέσως τον χτύπησαν, η μία στα πλευρά, η άλλη στον ώμο: και το μόνο που έκαναν ήταν να χαράξουν λιγάκι την κοκάλινη αρματωσιά του. Κραυγάζοντας και γελώντας, ο Ιερός Μαχητής των Οστών σπάθισε τον έναν εχθρό στο λαιμό, σχεδόν κόβοντας το κεφάλι του, και κάρφωσε την άλλη στην κοιλιά, διαπερνώντας την πέρα για πέρα και κάνοντας το μεγάλο σπαθί του να βγει αιματοβαμμένο απ’τη ράχη της. Οι πολεμιστές του τον ακολούθησαν, ουρλιάζοντας και χτυπώντας ολόγυρα καθώς ξεχύνονταν πάνω στις επάλξεις.

για το Νέλερβικ και τη Βίηλ! για το Νέλερβικ και τη Βίηλ! για το Νέλερβικ και τη Βίηλ! – οι πολεμικές κραυγές αντηχούσαν ακατάπαυστα.

Μακελεύοντας τους υπερασπιστές που βρίσκονταν σ’αυτό το τμήμα των τειχών και αποτρέποντας άλλους απ’το να πλησιάσουν, ο Ραφέλνες και οι πολεμιστές του δημιούργησαν ένα πολύ σημαντικό άνοιγμα στην άμυνα της Χαύδοραλ. Ολοένα και περισσότεροι μαχητές του Νέλερβικ έρχονταν τώρα από τον ξύλινο πολιορκητικό πύργο–

Κι ύστερα ο πύργος ανατινάχτηκε. Τα ξύλα του εκτοξεύτηκαν ολόγυρα και δεκάδες άνθρωποι ακούστηκαν να ουρλιάζουν καθώς εξαϋλώνονταν ή καίγονταν ή έπεφταν από μεγάλο ύψος.

Το ενεργειακό κανόνι! κατάλαβε αμέσως ο Ραφέλνες, κι έστρεψε το γαλανό του βλέμμα στο καταστροφικό όπλο που είχε γυρίσει τη μουσούδα του προς τη μεριά του και των πολεμιστών του. «Φύγετε!» φώναξε. «Κατεβείτε!» Αλλά ο ίδιος δεν έτρεξε στις πέτρινες σκάλες που ήταν εκεί κοντά· έτρεξε πάνω στις επάλξεις, σπαθίζοντας εχθρούς ή σπρώχνοντάς τους, αγνοώντας τα χτυπήματά τους σαν να ήταν τσιμπήματα εντόμων. Κατευθυνόμενος προς το ενεργειακό κανόνι.

Το οποίο τώρα έβαλε ξανά. Και η ριπή του ανατίναξε τη μεριά των επάλξεων όπου είχαν συγκεντρωθεί τόσοι από τους μαχητές του Νέλερβικ, σκοτώνοντας όσους δεν είχαν προλάβει να φύγουν.

Ο Ραφέλνες, τρέχοντας, συνάντησε κι άλλους συμπολεμιστές του που είχαν κατορθώσει να ανεβούν στα τείχη, κι αυτοί τον ακολούθησαν, πετσοκόβοντας τους εχθρούς τους, πλησιάζοντας το κανόνι, το οποίο βρισκόταν επάνω σ’έναν πυργίσκο των τειχών… και έστρεψε την κάννη του προς τη μεριά τους.

Όχι πάλι!… γρύλισε από μέσα του ο Ραφέλνες.

Η ενεργειακή ριπή εκτοξεύτηκε· ο Ιερός Μαχητής των Οστών είδε φως παντού γύρω του, αισθάνθηκε το πάτωμα από κάτω του να διαλύεται, αισθάνθηκε διάφορα κομμάτια να τον χτυπάνε, και θολούρα και σκοτάδι τύλιξαν τα πάντα καθώς έπεφτε…

27.

Η Ανταρλίδα, η Αλιζέτ, ο Τάμπριελ, ο Ζίρτελον, η Ράιλμεχ, και ο Όρνιφιμ μπήκαν στην πόλη αφού οι πολιορκητές είχαν απωθήσει τους υπερασπιστές της Χαύδοραλ από την κατεστραμμένη πύλη του λιμανιού και τους είχαν αναγκάσει να υποχωρήσουν μέσα στους δρόμους και να οχυρωθούν εκεί. Η Κελρίτ, η Αλιζέτ Βάθμακ, ο Στρατηγός Ναλφίρες, ο Άτβος, και η Ιλρίνα’νορ βρίσκονταν πίσω τους, ακολουθώντας. Όλοι τους είχαν όπλα στα χέρια, αλλά κανένας δεν είχε χρειαστεί να ματώσει τη λεπίδα του ακόμα· μονάχα η Αλιζέτ Βάθμακ είχε ρίξει μερικά βέλη από τη μαύρη, λαξευτή, διπλή βαλλίστρα της, τοξεύοντας πολεμιστές που στέκονταν πάνω σε σπίτια και που έφεραν κι εκείνοι βαλλίστρες ή τόξα.

«Αυτό το ενεργειακό κανόνι χτυπά τα ίδια τα τείχη τους,» παρατήρησε η άλλη Αλιζέτ, η Μαύρη Δράκαινα, κοιτάζοντας προς τ’ανατολικά και δείχνοντας.

«Πράγμα που μπορεί να είναι καλό σημάδι,» είπε ο Ζίρτελον. «Σημαίνει ότι τα τείχη τους γίνονται ολοένα και περισσότερο δικά μας.»

«Ο Ραφέλνες…» είπε η Αλιζέτ Βάθμακ. «Ίσως νάναι εκεί.»

«Τίποτα δεν μπορεί να βλάψει έναν Ιερό Μαχητή των Οστών, Αλιζέτ,» προσπάθησε να την καθησυχάσει ο Ναλφίρες.

«Ούτε ένα ενεργειακό κανόνι, θείε;»

«Είναι πολύ δύσκολο να σημαδέψεις έναν μόνο πολεμιστή, μέσα σε τέτοιο πλήθος.»

Η Σκοτεινή Βασίλισσα πρότεινε: «Ας πάμε να τακτοποιήσουμε αυτό το ενεργειακό κανόνι. Έτσι κι αλλιώς, μόνο ένα είναι.»

«Δεν είναι, όμως, και τόσο κοντά μας,» είπε ο Ναλφίρες, καθώς τώρα όλοι τους κρύβονταν μέσα σ’ένα σοκάκι όπου ήταν κι άλλοι από τους πολεμιστές τους. Πιο πέρα, οι δρόμοι της Χαύδοραλ δεν ήταν ακόμα δικοί τους, και άγριες συγκρούσεις γίνονταν στο σύνορο που είχε δημιουργηθεί μες στην πόλη. «Πώς σκοπεύεις να φτάσουμε εκεί; Είναι αδύνατο να περάσουμε μέσα από τόσους εχθρούς χωρίς να μας σκοτώσουν!»

«Αδύνατο;» κάγχασε κοφτά η Αλιζέτ.

Ο Ναλφίρες την ατένισε επικριτικά. «Με κοροϊδεύεις, μα των Δαιμόνιων τις ανάσες!;»

«Μπορεί να είναι αδύνατο για σένα,» του είπε η Σκοτεινή Βασίλισσα, «αλλά όχι και για εμένα. Μπορώ να φτάσω σ’αυτό το κανόνι – εύκολα.»

«Ποια νομίζει ότι είναι αυτή η γυναίκα;» είπε ο Ναλφίρες στον Τάμπριελ.

Εκείνος χαμογέλασε – αχνά αλλά χαμογέλασε – σπάνιο φαινόμενο, όφειλε να παρατηρήσει η Ανταρλίδα. «Αφού η Αλιζέτ λέει ότι μπορεί να το κάνει, Στρατηγέ, τότε μπορεί· είμαι βέβαιος.»

Ο Ναλφίρες συνοφρυώθηκε. «Λέτε τρελά πράγματα!» Στράφηκε στον Άτβος.

Ο Πρόμαχος είπε: «Ο Τάμπριελ έχει δίκιο, Στρατηγέ. Η Αλιζέτ είναι Μαύρη Δράκαινα.»

«Δεν είμαι μια οποιαδήποτε Μαύρη Δράκαινα,» είπε η Αλιζέτ. «Κι αν δεν έχετε τίποτ’άλλο να μου πείτε, τώρα θα πάω να κάνω τη δουλειά μας.»

Ο Ναλφίρες την ατένιζε έκπληκτος. Αναμφίβολα, αναρωτιόταν αν ήταν τρελή.

«Πήγαινε,» είπε ο Τάμπριελ στη Σκοτεινή Βασίλισσα.

Εκείνη ένευσε και–

«Θα έρθω κι εγώ,» δήλωσε η άλλη Αλιζέτ.

«Τι!» έκανε ο Ναλφίρες. «Μα το ανάστημα των Κολοσσών! έχετε χάσει όλοι τα λογικά σας;»

«Δε χρειάζομαι τη βοήθειά σου,» είπε η Σκοτεινή Βασίλισσα στη συνονόματή της. «Ούτε το πτώμα σου.»

Η Αλιζέτ Βάθμακ την ατένισε σαν να ήταν έτοιμη να της χιμήσει, αλλά είπε: «Ο Ραφέλνες είναι εκεί! Θέλω να μάθω αν–»

«Δε θα το μάθεις έτσι,» τη διαβεβαίωσε η Αλιζέτ. «Θα κοιτάξω εγώ και θα σου πω αν τον είδα.» Ύστερα, στράφηκε κι έφυγε από κοντά τους. Πήδησε και πιάστηκε στην άκρη μιας οροφής· ανέβηκε επάνω στο σπίτι τόσο εύκολο όσα θ’ανέβαινε και μια γάτα, και χάθηκε απ’τα μάτια τους.

Ο Τάμπριελ κοίταξε την Ανταρλίδα, μοιάζοντας λιγάκι παραξενεμένος – πράγμα που θα παρατηρούσες μόνο αν τον ήξερες καλά, όπως εκείνη. Απορεί γιατί δεν πρότεινα να πάω μαζί με την Αλιζέτ.

«Δεν πρόκειται τώρα να μας προδώσει,» του είπε. «Τι να προδώσει, άλλωστε; Το σχέδιό μας είναι ‘επίθεση μέχρι ο εχθρός να πέσει’ – η Επόπτρια θα το έχει ήδη μαντέψει, σίγουρα.»

«Εγώ έλεγα, Ανταρλίδα, ότι ίσως ήθελες να τη βοηθήσεις…»

«Με δουλεύεις, έτσι;»

«Τίποτα δεν αποκλείεται.»

«Θα πρέπει να χαμογελάς περισσότερο.»

Ο Τάμπριελ χαμογέλασε, επιτηδευμένα. Και ήταν τρομαχτικό.

28.

Μέσα από τις Ερημιές με περνάνε οι Οδηγοί ενώ ακούγεται το σφύριγμα ενός ξερού ανέμου. Μπορούν κι αποφεύγουν τα θηρία με κάποιον τρόπο, σα ν’ακολουθούν ένα αόρατο μονοπάτι: ένα μονοπάτι που μονάχα εκείνοι μπορούν να δουν. Και φτάνουμε στον Τόπο Ανάπαυσης. Μέσα στη νύχτα, μου φαίνεται σαν τα κόκαλα των Λάν’τραχαμ να φωσφορίζουν, περιτριγυρισμένα καθώς είναι από τις γιγάντιες αρχαίες πέτρες.

Στέκομαι μπροστά στο κοίλωμα του εδάφους, ενώ οι Οδηγοί αρχίζουν να χτυπούν τα τύμπανά τους και να τραγουδούν στην Αρχαία Γλώσσα. Βγάζω τα ρούχα μου, αποφασισμένος γι’αυτό που πρόκειται να κάνω. Γνωρίζω τους κινδύνους, γνωρίζω ότι στην αρχή ο πόνος θα είναι μεγάλος… όμως μετά η ανταμοιβή θα είναι εξίσου μεγάλη. Κι επιπλέον, το νιώθω πως οι νεκροί Λάν’τραχαμ με καλούν. Ή ίσως απλά να είναι η επιθυμία μου να γίνω Ιερός Μαχητής που με καλεί.

Οι Οδηγοί με ραίνουν μ’ένα κολλώδες υγρό καθώς στέκομαι γυμνός αντίκρυ στα οστά που απλώνονται σαν λίμνη. Μου δίνουν να πιω κάποιο παρασκεύασμά τους μέσα σ’ένα ξύλινο κύπελλο – πικρό και σαν φωτιά στον λαιμό και στην κοιλιά μου. Μια παράξενη δύναμη, όμως, νομίζω ότι τώρα με πλημμυρίζει, λες κι η φωτιά να έχει εξαπλωθεί από τα σπλάχνα μου σε κάθε σημείο του σώματός μου.

Οι Οδηγοί συνεχίζουν να χτυπάνε τα τύμπανά τους και να τραγουδούν στην Αρχαία Γλώσσα. Τα φαρδιά ρούχα τους ανεμίζουν. Τα κεφάλια τους είναι κρυμμένα μέσα σε κουκούλες, τα πρόσωπά τους πίσω από μάσκες. Κανείς δεν βλέπει τα πρόσωπά τους· σύμφωνα με μια δοξασία, δεν είναι καν άνθρωποι.

Με ραίνουν με μια σκόνη που κολλά πάνω στο δέρμα μου, πάνω στο υγρό που γυαλίζει στο φως των δαυλών. Το τραγούδι των Οδηγών μετατρέπεται σ’ένα συνεχόμενο ουλουλουλουλουλουλουλουλου… Νιώθω το σώμα μου να φλέγεται, από μέσα και από έξω. Φταίει η σκόνη που μου έριξαν; Φταίει το ποτό;

(ουλουλουλουλουλουλουλουλουλου)

Νομίζω ότι ζαλίζομαι.

Ένας από τους Οδηγούς δείχνει με το λαξευτό ραβδί του. Δείχνει προς τη λίμνη των ιερών οστών. Κοιτάζω, και είναι σαν να βλέπω ξαφνικά κάπου αλλού. Μια θεόρατη μορφή πυργώνεται από τη γη ώς τους ουρανούς, ατενίζοντάς μας· και πλάι της, δεξιά κι αριστερά της, δύο άλλες μορφές, παρόμοιου ύψους, με μακριά πόδια και μακριά χέρια, μακριά μούσια και μακριά μαλλιά. Τα Πνεύματα των Αρχαίων Κολοσσών! Η αναπνοή μου έχει κοπεί.

Και μετά, βλέπω ένα ολόκληρο κοπάδι από Λάν’τραχαμ – κάτι που λένε ότι ποτέ δεν συναντά κανείς στις μέρες μας. Τα γιγάντια πλάσματα περιφέρονται μέσα σ’ένα δάσος, μοιάζοντας να ξεγλιστρούν από την ίδια τη βλάστηση, με πράσινο δέρμα και σκούρες πράσινες τρίχες. Ορισμένα γέρνουν τους λαιμούς τους για να δαγκώσουν καρπούς που κρέμονται από τα κλαδιά των δέντρων. Τι μεγαλειώδες θέαμα!

Αισθάνομαι τις φλόγες να έχουν τυλίξει την ψυχή και το σώμα μου. Νομίζω ότι ουρλιάζω μαζί με τους Οδηγούς.

(ουλουλουλουλουλουλουλουλουλουλου)

Το λαξευτό ραβδί εξακολουθεί να δείχνει.

Βλέπω έναν Λάν’τραχαμ να έρχεται στον Τόπο Ανάπαυσης, αντίκρυ μου, να στέκεται μισοβυθισμένος μέσα στα οστά των προγόνων του και να με ατενίζει με μαύρα, γυαλιστερά μάτια. Να με καλεί.

Ξαπλώνει. Τα μάτια του κλείνουν. Πεθαίνει. Το ξέρει πως έχει έρθει η ώρα του, γι’αυτό είναι εδώ. Το σώμα του αποσυντίθεται με ονειρικά ταχύ ρυθμό. Η σάρκα λιώνει, εξαφανίζεται, μονάχα τα οστά απομένουν.

Κατεβαίνω μέσα στο κοίλωμα και βαδίζω προς τα οστά, ολόκληρος φλεγόμενος, μέσα και έξω.

(ουλουλουλουλουλουλουλουλουλουλου)

Αγγίζω τα κόκαλα, και μέσα στα χέρια μου γίνονται εύπλαστα σαν πηλός. Τα βάζω επάνω στο γυμνό μου σώμα, και ουρλιάζω από τον πόνο–

(ουλουλουλουλουλουλουλουλουλου)

Διαμορφώνω την πανοπλία μου. Σφαδάζοντας.

Ένα βάρος – ένα τρομερό βάρος – είναι, ξαφνικά, επάνω μου–

Ο Ραφέλνες ξύπνησε. Τα γαλανά του μάτια άνοιξαν μέσα στο οστέινο κράνος του.

29.

Είδε μια γυναίκα να στέκεται από πάνω του, με δέρμα λευκό, μαύρα μαλλιά, και μάτια γκρίζα και γυαλιστερά, που θύμιζαν λεπίδες. Ντυμένη με μελανή στολή.

Η γυναίκα που είχε το ίδιο όνομα με τη σύζυγό του. Η Μαύρη Δράκαινα.

«Είσαι ζωντανός, λοιπόν,» είπε η Αλιζέτ, και ορθώθηκε γιατί είχε γονατίσει από πάνω του. «Πρέπει να με βοηθήσεις, αλλιώς δε μπορώ να σε βγάλω από δω.»

Ο Ραφέλνες προσπάθησε να ανασηκωθεί και το βρήκε αδύνατο. Γύρω του το μέρος ήταν γεμάτο μεγάλες βαριές πέτρες. Τι…; Πού…; Και θυμήθηκε. Το τείχος είχε χτυπηθεί από το ενεργειακό κανόνι· είχε καταρρεύσει. Ανάμεσα στα συντρίμμια, ο Ραφέλνες μπορούσε να δει πλακωμένους ανθρώπους. Πρόσωπα αιματοβαμμένα· οι κοιλιές και τα στήθη τους είχαν σπάσει και αίμα είχε τιναχτεί απ’τη μύτη και το στόμα τους. Ο Ραφέλνες ήταν επίσης πλακωμένος από τις κοτρόνες, και κανονικά έπρεπε να ήταν κι εκείνος νεκρός, αλλά η οστέινη πανοπλία του τον είχε σώσει.

«Ναι,» μούγκρισε, κι άρχισε να σπρώχνει, με το δεξί χέρι, την πέτρα που πλάκωνε το αριστερό επάνω στα πλευρά του. Η Αλιζέτ τον βοήθησε. Ο Ραφέλνες είδε σκληρούς μύες να διαγράφονται κάτω απ’τη μαύρη στολή της. Η πέτρα, τελικά, μετακινήθηκε, έφυγε. Ο Ραφέλνες ανασηκώθηκε, και τώρα έσπρωξε μια από τις πέτρες που πλάκωναν την κοιλιά και τα πόδια του· η Αλιζέτ, και πάλι, τον βοήθησε. Γύρω τους ιαχές μάχης ακούγονταν, αλλά δεν ήταν πολύ κοντά, μπορούσε να καταλάβει ο Ραφέλνες· δεν έβλεπε πολεμιστές να μάχονται δίπλα σ’εκείνον και τη Μαύρη Δράκαινα.

Όταν ήταν ελεύθερος από τις πέτρες, σηκώθηκε όρθιος. Μετά δυσκολίας. Η οστέινη πανοπλία του ήταν τσακισμένη και σπασμένη σε σημεία· το σώμα του, όμως, δεν πρέπει να είχε πάθει καμια σοβαρή ζημιά.

«Μπορείς να κινηθείς;» τον ρώτησε η Αλιζέτ.

«Ναι, έτσι νομίζω.» Ο Ραφέλνες πήρε το μεγάλο του σπαθί, τραβώντας τη λεπίδα ανάμεσα από τις δύο πέτρες όπου ήταν πιασμένη.

«Πήγαινε στους πολεμιστές του Νέλερβικ, τότε. Είναι από κει.» Έδειξε. «Τους είδα καθώς ερχόμουν.»

«Εσύ πώς βρέθηκες εδώ;»

Η Αλιζέτ έδειξε τώρα το ενεργειακό κανόνι πάνω στον πυργίσκο. «Αυτός είν’ο λόγος.»

«Κι εγώ εκεί προσπαθούσα να φτάσω, όταν μου έριξε.»

«Εμένα,» είπε η Αλιζέτ, «δεν θα με δει να πλησιάζω.» Κι έφυγε, γρήγορα αλλά, παραδόξως, χωρίς να δίνει την εντύπωση πως έτρεχε. Ο Ραφέλνες την έχασε μες στη θολούρα της μάχης.

30.

Το ενεργειακό κανόνι σταμάτησε να ρίχνει.

«Γιατί σταμάτησε να ρίχνει;» φώναξε ο Πρίγκιπας Αλβάρος, δείχνοντάς το από το παράθυρο.

Η Ανδρομάχη δεν μίλησε. Στένεψε τα μάτια, παρατηρώντας το μεγάλο όπλο. Ο πυργίσκος επάνω στον οποίο βρισκόταν ήταν σε αρκετή απόσταση από το κάστρο, και η Επόπτρια δεν μπορούσε να διακρίνει λεπτομέρειες. Στρεφόμενη στο εσωτερικό της μεγάλης αίθουσας, πρόσταξε έναν από τους Παντοκρατορικούς στρατιώτες που στέκονταν στην περιφέρειά της μαζί με τους στρατιώτες του Πρίγκιπα: «Φέρε μου ένα ζευγάρι κιάλια.» Ο λευκοντυμένος πολεμιστής έφυγε, βαδίζοντας βιαστικά.

«Πρέπει να κατάφεραν να το καταστρέψουν!» είπε ο Αλβάρος, οργισμένα. «Γιατί, αλλιώς, να σταματήσει να ρίχνει;»

«Οι επιτιθέμενοι δεν φαίνεται να έχουν κατορθώσει να φτάσουν σ’αυτό το σημείο των τειχών, Πρίγκιπά μου,» διαφώνησε η Ανδρομάχη. «Είναι ακόμα πολεμιστές μας εκεί – δες. Περιφρουρούν τον πυργίσκο, στεκόμενοι στις επάλξεις γύρω του.»

Ο Αλβάρος, αγνοώντας την, βάδισε προς το βάθος της μεγάλης αίθουσας όπου βρισκόταν ο Θρόνος του Χαύδοραλ. Μπροστά στον θρόνο ήταν στημένο ένα τηλεπικοινωνιακό σύστημα με πομποδέκτη και οθόνη, το οποίο τροφοδοτείτο με ανεξάρτητη εστία, όχι με μια απ’αυτές που τροφοδοτούσαν τα περισσότερα μηχανήματα στο κάστρο μέσω καλωδίων. Ο Πρίγκιπας άνοιξε τον τηλεπικοινωνιακό δίαυλο πατώντας δύο κουμπιά, και, κρατώντας το μικρόφωνο στο χέρι, είπε: «Σας καλεί ο Πρίγκιπας Αλβάρος. Γιατί σταματήσατε να χτυπάτε τον εχθρό;»

Καμία απάντηση· μονάχα παράσιτα.

«Σας καλεί ο Πρίγκιπας Αλβάρος! Απαντήστε μου!»

Πάλι, κανένας δεν μίλησε.

«Το σαμπόταραν!» είπε ο Αλβάρος στην Ανδρομάχη.

Εκείνη πλησίασε για να δει αν ο Πρίγκιπας είχε εκπέμψει στη σωστή συχνότητα. Κοίταξε την οθόνη και διαπίστωσε ότι η συχνότητα ήταν σωστή. Πρέπει να έχει δίκιο… σκέφτηκε.

«Γιατί δεν μιλάς;» απαίτησε ο Αλβάρος.

«Τι να πω;» αντιγύρισε η Ανδρομάχη. «Δεν ξέρω τι έχει συμβεί!»

Τότε, ο Παντοκρατορικός στρατιώτης επέστρεψε στην αίθουσα φέρνοντας στην Επόπτρια τα κιάλια που του είχε ζητήσει. Η Ανδρομάχη τα πήρε και πήγε στο παράθυρο· τα ύψωσε στα μάτια της και κοίταξε στην κορυφή του πυργίσκου όπου βρισκόταν το κανόνι. Στις θέσεις τους φαινόταν να κάθονται ο μάγος και ο πυροβολητής, κανονικά. Αλλά ήταν κι οι δύο νεκροί· κάποιος είχε σχίσει τους λαιμούς τους.

«Τους σκότωσαν,» είπε η Ανδρομάχη σαν να ήταν βρισιά, καθώς κατέβαζε τα κιάλια. «Σκότωσαν τον χειριστή και τον μάγο του κανονιού.»

«Μα… πώς έφτασαν εκεί;» φώναξε ο Αλβάρος. «Ο πυργίσκος είναι κυκλωμένος από δικούς μας πολεμιστές!» Ήταν ξανά κοντά στο παράθυρο, δίπλα της, δείχνοντας τους οπλοφόρους στις επάλξεις.

Η Ανδρομάχη ύψωσε πάλι τα κιάλια. Κοίταξε να δει μήπως, τελικά, δεν ήταν δικοί τους οι πολεμιστές. Δικοί τους ήταν, όμως. Παντοκρατορικοί και του Χαύδοραλ. Τότε…; Μονάχα μία πιθανή εξήγηση υπήρχε: κάποιος είχε ανεβεί στον πυργίσκο από την είσοδό του κάτω, στο έδαφος. Για να φτάσει, όμως, εκεί… Πώς είχε κατορθώσει να φτάσει εκεί;

Κατέβασε τα κιάλια της. Πρέπει να ξαναοπλίσουμε το κανόνι, να βάλουμε έναν μάγο μέσα του! Μετά, όμως, αναρωτήθηκε: Αυτός που τους σκότωσε δεν θα το σαμπόταρε κιόλας; Δεν θα έκοψε καλώδ–;

Βήματα μπήκαν στην αίθουσα.

«Υψηλότατε! Τα πράγματα είναι άσχημα στους δρόμους της πόλης.»

Η Ανδρομάχη στράφηκε για να δει πως είχε μιλήσει ο Νεσνάρες, ο Στρατηγός του Χαύδοραλ και θείος του Πρίγκιπα. Ήταν αδελφός του πατέρα του Αλβάρος, ο οποίος δεν κατοικούσε πλέον στην πρωτεύουσα του Πριγκιπάτου.

«Δε μπορεί να είναι και τόσο άσχημα, Στρατηγέ,» είπε η Ανδρομάχη αμέσως. «Σίγουρα τα παραλές.» Φοβόταν πως, αν ο Αλβάρος πανικοβαλλόταν, το Χαύδοραλ θα έφευγε από τον έλεγχό της.

«Δεν τα παραλέω καθόλου, Εξοχότατη,» αποκρίθηκε ο Νεσνάρες. «Ο εχθρός έχει εισβάλλει από το λιμάνι, από την Υψηλή Πύλη, και από τη Δεύτερη Πύλη. Επίσης, στα περισσότερα σημεία έχει διώξει τους πολεμιστές μας από τις επάλξεις των τειχών. Είμαστε, ουσιαστικά, περικυκλωμένοι.»

Η Ανδρομάχη κοίταξε το κουρδιστό ρολόι στον καρπό της. Μεσημέρι πλησίαζε. Τόσο γρήγορα… Κατόρθωσαν να διαλύσουν την άμυνά μας τόσο γρήγορα… Μέσα σε μερικές ώρες.

«Μπορούμε να παραδοθούμε,» είπε ο Αλβάρος.

«Όχι!» φώναξε η Ανδρομάχη. «Μην είσαι ανόητος, Πρίγκιπά μου. Θα έρθει βοήθεια σύντομα. Έχουμε ζητήσει βοήθεια από τα Πριγκιπάτα Κάνρελ και Σάνκριλαμ.» Από τις Παντοκρατορικές δυνάμεις που βρίσκονταν εκεί· στέλνοντας ελικόπτερο χτες βράδυ, όταν είδαν πως ο εχθρικός στόλος είχε εύκολα εισβάλει στο λιμάνι έχοντας – κάπως – αχρηστέψει την εκρηκτική αλυσίδα.

«Δεν θα έρθουν εγκαίρως, Εξοχότατη,» είπε ο Νεσνάρες. «Μέχρι να συγκεντρωθεί στρατός και να φτάσει–»

«Μην καταστροφολογείς, Στρατηγέ! Υποτίθεται πως πρέπει να δρας έτσι ώστε να βελτιώνεις το ηθικό των μαχητών σου, όχι να–»

«Έχουν ήδη σκοτωθεί αρκετοί από τους μαχητές μου!» γρύλισε ο Νεσνάρες. «Μην προσπαθείς να μου υποδείξεις τη δουλειά μου!» Ήταν ψηλός άντρας, με φαρδείς ώμους, λευκό-ροζ δέρμα, και μακριά, σγουρά μαύρα μαλλιά. Φορούσε αλυσιδωτή αρματωσιά και τώρα κρατούσε το κράνος του παραμάσκαλα. Από τη ζώνη του κρεμόταν το σπαθί του. «Είμαι χρόνια εδώ, Στρατηγός του Πριγκιπάτου, από τότε που ο Πρίγκιπάς μας ήταν ακόμα αγέννητος!» Ο Νεσνάρες ήταν πάνω από πενήντα χρονών, κάπου είκοσι χρόνια μεγαλύτερος από την Ανδρομάχη.

Εκείνη δεν πτοήθηκε από τα λόγια του, ούτε από την ηλικία του. «Ήσουν στρατηγός μιλώντας για ήττα αντί για νίκη; Η βοήθεια που καλέσαμε θα έρθει· το αμφισβητείς;» Βάδισε μέσα στην αίθουσα, πλησιάζοντας τον Νεσνάρες ο οποίος στεκόταν στο κέντρο της. Ο Αλβάρος την ακολούθησε.

«Δεν το αμφισβητώ,» είπε ο Στρατηγός. «Πιθανολογώ, όμως, πως όταν έρθει η βοήθεια θα είναι πολύ αργά. Μέχρι που να συγκεντρωθούν… Ακόμα και με ενεργειακά οχήματα να έρθουν–»

«Με αεροσκάφη θα έρθουν, Στρατηγέ!»

«Πόσα αεροσκάφη υπάρχουν στο Πριγκιπάτο Κάνρελ και στο Πριγκιπάτο Σάνκριλαμ; Και πόσο μεγάλα; Και είναι βέβαιο ότι θα τα στείλουν όλα;»

«Συνεχώς σκέφτεσαι πώς θα ηττηθούμε, Στρατηγέ, όχι πώς θα νικήσουμε! Δε μπορείς να κάνεις κάτι πιο χρήσιμο;»

Η όψη του Νεσνάρες είχε αγριέψει. «Γι’αυτό βρίσκομαι εδώ. Προτείνω,» είπε, στρεφόμενος στον ανιψιό του, «να γίνει αυτό που ζήτησαν οι πολιορκητές, Πρίγκιπά μου. Να αποχωρήσουν οι Παντοκρατορικοί από τη Χαύδοραλ.»

«Μιλάς για προδοσία κατά της Παντοκράτειρας, Στρατηγέ!» φώναξε η Ανδρομάχη. «Σε προειδοποιώ–!»

«Αν δεν φύγετε από εδώ, θα μας καταδικάσετε μαζί σας! Δεν πρόκειται να κρατήσετε την πόλη!»

«Αν δε βρισκόμασταν σε κατάσταση μάχης θα σε συλλάμβανα για Εσχάτη Προδοσία, Στρατηγέ!» γρύλισε η Ανδρομάχη.

Ο Νεσνάρες στράφηκε πάλι στον Αλβάρος. «Πρίγκιπά μου, πρέπει να αποφασίσετε. Οι πολιορκητές το είπαν ξεκάθαρα: δεν είναι εναντίον μας· θέλουν μόνο να διώξουμε τους Παντοκρατορικούς.»

«Είσαι ανόητος, Στρατηγέ!» φώναξε η Ανδρομάχη προτού προλάβει να μιλήσει ο Αλβάρος. «Τι νομίζεις ότι θα κάνουν όταν έχουμε φύγει εμείς από εδώ; Νομίζεις ότι θα μείνουν όλα όπως ήταν; Σύμφωνα με τις πληροφορίες μου, στο Πριγκιπάτο Νέλερβικ άλλαξε η εξουσία πριν από κάποιες ήμερες. Έγινε ανατροπή. Η Πριγκίπισσα Κισβέτα έπεσε και τώρα στη θέση της κυβερνά η ξαδέλφη της, η Βασνίτα, που ήταν ανέκαθεν, αλλά κρυφά, υπέρ των αποστατών. Το ίδιο θα συμβεί κι εδώ! Θα φυλακίσουν εσάς, ή θα σας σκοτώσουν, και θα βάλουν τους δικούς τους ανθρώπους για να κυβερνήσουν!»

«Και δε θα συμβεί αυτό αν συνεχίσουμε να υποστηρίζουμε εσένα;» αντιγύρισε ο Νεσνάρες. «Αν υποθέσουμε ότι σκοπεύουν να μας διώξουν από την εξουσία, θα το κάνουν ούτως ή άλλως. Επομένως, καλύτερα να μην τους εξοργίσουμε περισσότερο–»

«Είσαι δειλός!» Η Ανδρομάχη τράβηξε το σπαθί από τη ζώνη της και έστρεψε την αιχμή προς τον Στρατηγό. Ήταν Απολλώνια αριστοκράτισσα και, όπως όλοι οι Απολλώνιοι αριστοκράτες, εκπαιδευμένη στη χρήση του ξίφους· δεν το είχε μαζί της μόνο για φιγούρα. «Συλλάβετε αυτόν τον προδότη!» πρόσταξε τους φρουρούς της αίθουσας.

«Περιμένετε!» τους πρόλαβε ο Αλβάρος προτού κινηθούν.

Η Ανδρομάχη στράφηκε να τον ατενίσει έντονα. «Πρίγκιπά μου, αυτός ο άνθρωπος είναι εναντίον σου. Ίσως ανέκαθεν να ήταν εναντίον σου. Ίσως να ήταν με τους αποστάτες και να το έκρ–»

«Ψέματα! Ψέματα και συκοφαντίες – γι’αυτά είσαι καλή, Επόπτρια!» βρυχήθηκε ο Νεσνάρες. «Και θέλεις να μας καταδικάσεις μαζί σου, μ’αυτή την ηλίθια στρατηγική που σκοπεύεις ν’ακολουθήσεις!»

«Σιωπή!» ούρλιαξε η Ανδρομάχη, και, γυρίζοντας απότομα, έκανε να τον χτυπήσει με το σπαθί της. Αλλά ο Νεσνάρες είχε ήδη ξεθηκαρώσει το δικό του ξίφος κι απέκρουσε τη λεπίδα της, κάνοντας ένα βήμα όπισθεν.

Στη στιγμή, όλοι οι φρουροί της αίθουσας είχαν επίσης τραβήξει τα σπαθιά τους.

«Κατεβάστε τα όπλα σας!» φώναξε ο Αλβάρος. «Κατεβάστε τα όπλα σας – σας προστάζω!»

Οι πάντες έμειναν ακίνητοι· κανένας δεν επιτέθηκε σε κανέναν, αλλά επίσης κανένας δεν κατέβασε το όπλο του. Οι Παντοκρατορικοί πολεμιστές ήταν έτοιμοι να υπερασπιστούν την Επόπτρια, ενώ οι πολεμιστές του Χαύδοραλ έδειχναν να κλίνουν προς το μέρος του Στρατηγού, τον οποίο σέβονταν και εμπιστεύονταν.

«Πρίγκιπά μου–» άρχισε η Ανδρομάχη.

«Πρίγκιπά μου,» τη διέκοψε ο Νεσνάρες, «από την απόφασή σας εξαρτάται η επιβίωση της Χαύδοραλ! Οι πολιορκητές το είπαν ξεκάθαρα: το μόνο που θέλουν είναι να διώξουμε τους Παντοκρατορικούς, και η μάχη θα σταματήσει. Πρέπει να το ριψοκινδυνέψουμε, αλλιώς θα καταστραφούμε.»

«Θα καταστραφείτε,» είπε η Ανδρομάχη, «αν προδώσετε την Παντοκράτειρα–»

«Πρέπει να γίνει, τότε.» Η φωνή του Αλβάρος την ξάφνιασε. Ο Πρίγκιπας έμοιαζε να έχει αποφασίσει. «Για το καλό του Πριγκιπάτου. Πρέπει να φύγεις, Ανδρομάχη, και μετά–»

«Δεν θα υπάρξει ‘μετά’,» τον προειδοποίησε εκείνη. «Ξανασκέψου το, Πρίγκιπά μου, σε παρακαλώ!»

«Όχι,» είπε ο Αλβάρος. «Δεν γίνεται αλλιώς. Ο θείος έχει δίκιο. Έχουν τσακίσει την άμυνά μας, μας έχουν περικυκλώσει… Πρέπει να φύγεις.»

«Με διώχνεις, Πρίγκιπά μου; Ύστερα από… τόσα;» Προσπάθησε να κάνει ότι η φωνή της πιανόταν από στενοχώρια.

«Δε γίνεται αλλιώς, Ανδρομάχη…» Ο Αλβάρος έδειχνε πραγματικά θλιμμένος. «Ίσως στο μέλλον να… Τώρα πρέπει να πάρεις όλους τους Παντοκρατορικούς στρατιώτες από εδώ και να φύγ–»

Ο Νεσνάρες απέκρουσε το σπαθί της Ανδρομάχης καθώς εκείνη έκανε να καρφώσει τον Πρίγκιπα στο στήθος. Και μετά, χάος ξέσπασε μέσα στην Αίθουσα του Θρόνου. Παντοκρατορικοί πολεμιστές μάχονταν με τους πολεμιστές του Πρίγκιπα, η Ανδρομάχη ξιφομαχούσε με τον Νεσνάρες. Ο Αλβάρος δέχτηκε επίθεση από έναν μαχητή της Παντοκράτειρας, και το βρήκε δύσκολο να τον αντιμετωπίσει· σκόνταψε και έπεσε. Ο Νεσνάρες, όμως, τινάχτηκε και κάρφωσε τον άντρα στο στήθος προτού προλάβει να χτυπήσει τον πεσμένο Πρίγκιπα. Η Ανδρομάχη βρήκε, τότε, τον Στρατηγό ακάλυπτο για μια στιγμή κι έμπηξε το σπαθί της βαθιά στα πλευρά του, τρυπώντας την αλυσιδωτή πανοπλία του. Αίμα τινάχτηκε απ’το στόμα του Νεσνάρες. Η λεπίδα της Επόπτριας είχε κολλήσει μέσα του· η Ανδρομάχη χρειάστηκε να τον κλοτσήσει για να ελευθερώσει το όπλο, μετά δυσκολίας: και τότε ένας πίδακας αίματος πετάχτηκε από τα πλευρά του καθώς ο Νεσνάρες σωριαζόταν πλάι στον Πρίγκιπα.

«Γιατί με πρόδωσες;» ούρλιαξε η Ανδρομάχη στον Αλβάρος. Αισθανόταν προσωπικά θιγμένη από την απόφαση του Πρίγκιπα. Όχι πληγωμένη, θιγμένη. Νόμιζε ότι τον είχε γοητεύσει. Κι επιπλέον, της άρεσε παρότι ήταν πάνω από δέκα χρόνια μικρότερός της.

«Τον σκότωσες…» είπε μονάχα εκείνος, σα να μη μπορούσε να το πιστέψει, γονατισμένος πλάι στον θείο του, υψώνοντας το σπαθί του.

Η Ανδρομάχη ήταν αποφασισμένη να σκοτώσει και τον Αλβάρος – να του δείξει ότι δεν μπορούσε να την προδώσει έτσι, μέσα σε μια καταραμένη στιγμή! Όμως τώρα είδε ότι ήταν περιτριγυρισμένη από πολεμιστές του Πρίγκιπα που έρχονταν καταπάνω της με προφανή πρόθεση να την κατακόψουν εκεί όπου στεκόταν.

Ένας απ’αυτούς, ξαφνικά, σωριάστηκε αιμόφυρτος, και πίσω του φάνηκε ένας λευκοντυμένος Παντοκρατορικός, φωνάζοντας: «Επόπτρια! Από δω! Μαζί μας!»

Η Ανδρομάχη δεν προλάβαινε να σπαθίσει τον Αλβάρος, όχι αν ήθελε να μείνει η ίδια ζωντανή. Και προτιμούσε να μείνει ζωντανή. Θα τον έκανε να μετανιώσει για την απόφασή του άλλη φορά! Θα τον έκανε να μετανιώσει!

Στράφηκε, πήδησε πάνω στο τραπέζι που ήταν πίσω της, πήδησε κάτω (και πέρα απ’τον πολεμιστή που είχε σκοτώσει ο Παντοκρατορικός σύμμαχός της), και βγήκε απ’τον κλοιό των εχθρών της, τρέχοντας. Οι φρουροί, ευτυχώς, δεν έμοιαζαν τόσο αποφασισμένοι να κυνηγήσουν αυτήν όσο να προστατέψουν τον Πρίγκιπά τους. Οι πολεμιστές της Παντοκράτειρας την κύκλωσαν για να την προφυλάξουν, και βγήκαν όλοι μαζί από την Αίθουσα του Θρόνου.

«Καταδιώξτε τους!» άκουσε πίσω της τον Αλβάρος να ουρλιάζει. «Σκότωσε τον θείο μου, ηλίθιοι! Σκότωσε τον θείο μου, η καταραμένη σκύλα! Έχει τα Δαιμόνια μέσα της!»

Καταραμένη σκύλα; σκέφτηκε η Ανδρομάχη. Πώς τολμούσε να μιλά έτσι γι’αυτήν; Άλλα τής έλεγε όταν ήταν στο κρεβάτι μαζί του!

31.

Η Αλιζέτ Βάθμακ φάνηκε να ανακουφίζεται όταν η συνονόματή της Μαύρη Δράκαινα επέστρεψε και της είπε ότι ο σύζυγός της ήταν καλά. «Τον βρήκα πλακωμένο από το τείχος. Αν δεν ήταν Ιερός Μαχητής των Οστών δεν θα είχε ζήσει· και πάλι, χρειαζόταν τη βοήθειά μου για να ξεθαφτεί.»

«Μεγάλοι Κολοσσοί…» είπε η Αλιζέτ Βάθμακ. «Σ’ευχαριστώ, Αλιζέτ. Θα βρω τρόπο να σε ξεπληρώσω, σ’το υπόσχομαι.»

«Πολεμάμε μαζί,» αποκρίθηκε μονάχα εκείνη, σαν αυτό να ήταν αρκετό.

Η Ανταρλίδα τη ρώτησε: «Βεβαιώθηκες ότι το ενεργειακό κανόνι δεν θα μπορεί να ξαναχρησιμοποιηθεί από άλλο μάγο;»

«Φυσικά,» είπε η Σκοτεινή Βασίλισσα. «Εκτός αν το επισκευάσουν· αλλά τώρα, μάλλον, δε θα προλαβαίνουν. Θα το είχα ανατινάξει αν είχε ενεργειακές φιάλες, Ανταρλίδα, όμως εδώ δεν έχουν τέτοιες.»

Βρίσκονταν όλοι τους στο ίδιο σοκάκι που ήταν και πριν, αν και οι πολεμιστές του Νέλερβικ είχαν προχωρήσει λιγάκι, αυξάνοντας την περιοχή τους μέσα στην πόλη. Οι υπερασπιστές της Χαύδοραλ τα είχαν βρει σκούρα, έτσι όπως τους χτυπούσαν από παντού γύρω.

Η Κελρίτ πρότεινε τώρα να πάνε πιο μπροστά. Κανένας δεν διαφώνησε, έτσι προχώρησαν. Με προσοχή.

Ένας πολεμιστής ήρθε σύντομα κοντά τους, ένας από τους διοικητές του στρατεύματος, και απευθύνθηκε στην Κελρίτ. «Ναύαρχε,» είπε, «λυπάμαι που φέρνω αυτά τα νέα, αλλά πρέπει. Ο Ιερός Μαχητής των Οστών είναι νεκρός–»

«Τι!» ούρλιαξε η Αλιζέτ Βάθμακ.

«Ποιος Ιερός Μαχητής;» ρώτησε η Κελρίτ.

«Ο Νισμάνος, Αρχόντισσά μου. Λυπάμαι.» (Η Κελρίτ άκουσε δίπλα της την Αλιζέτ να αναπνέει βαθιά, ανακουφισμένη γι’ακόμα μια φορά.) «Αγωνίστηκε γενναία. Τον σκότωσε ένας άλλος Ιερός Μαχητής των Οστών. Εγώ δεν ήξερα το όνομά του, όμως κάποιοι από τους πολεμιστές μου τον έχουν ακουστά. Ονομάζεται Άλτρες, και πρέπει νάναι ο μοναδικός που έχουν εδώ στη Χαύδοραλ.»

Η Κελρίτ καταράστηκε σιωπηλά, από μέσα της. Ο Νισμάνος νεκρός… σκέφτηκε θλιμμένα. Τον φέραμε εδώ και σκοτώθηκε… Αλλά τι περίμενε; Για πόλεμο πήγαν, όχι για εκδρομή στα δάση. Τα Δαιμόνια να πάρουν! Ο Νισμάνος ήταν πιο μεγάλος από τον Ραφέλνες σε ηλικία. Περνούσε την Κελρίτ για πάνω από μια δεκαετία, κι εκείνη θυμόταν ότι μικρή, ως κοπελίτσα, ήταν λιγάκι τσιμπημένη μαζί του.

«Δε θέλω το πτώμα του να πέσει στα χέρια των εχθρών μας,» είπε στον διοικητή.

«Ασφαλώς, Αρχόντισσά μου. Το έχουμε ήδη μαζί μας. Ήταν ιερό πρόσωπο για όλους μας.»

«Τα Δαιμόνια γαμώ…» άκουσε η Κελρίτ τον Ναλφίρες να μουρμουρίζει πλάι της, ξεφυσώντας.

«Κάτι συμβαίνει!» είπε η Ανταρλίδα, ξαφνικά.

«Τι;» Η Κελρίτ στράφηκε απότομα να την αντικρίσει, και είδε ότι η Μαύρη Δράκαινα κοίταζε στο βάθος του δρόμου. Η Κελρίτ ακολούθησε το βλέμμα της και συνοφρυώθηκε. Πολεμιστές μάχονταν· πού ήταν το περ–; Για στάσου μια στιγμή! Δεν είναι οι δικοί μας εναντίον των εχθρών μας. Είναι… Είναι δυνατόν;

Ο τηλεπικοινωνιακός πομπός του Ναλφίρες κουδούνισε. Ο Στρατηγός τον τράβηξε από τη ζώνη του και τον άνοιξε έτσι ώστε να μπορούν ν’ακούσουν όλοι.

«Στρατηγέ;» ήρθε απ’το μεγάφωνο μια αντρική φωνή.

«Ναι, σ’ακούω.»

«Οι πολεμιστές της Χαύδοραλ χτυπάνε τους Παντοκρατορικούς, Στρατηγέ! Ήρθαν με το μέρος μας!»

Η Κελρίτ, επομένως, είχε δίκιο· τα μάτια της δεν τη γελούσαν. Είχε δει πολεμιστές του Πρίγκιπα να μάχονται εναντίον Παντοκρατορικών. Άργησαν, όμως, σκέφτηκε. Ο Νισμάνος είναι νεκρός.

Η Αλιζέτ Βάθμακ, αντιθέτως, γέλασε. «Επιτέλους, οι Κολοσσοί τούς έδωσαν γνώση!»

32.

Οι έλικες του ελικοπτέρου περιστρέφονταν, γεμίζοντας το ελικοδρόμιο στην κορυφή του πύργου με το βουητό και τον αέρα τους. Οι Παντοκρατορικοί πολεμιστές που βρίσκονταν μέσα στο κάστρο της Χαύδοραλ συγκεντρώνονταν εδώ – όσοι απ’αυτούς κατάφερναν να απεμπλακούν ζωντανοί από τους μαχητές του Πρίγκιπα, ή όσοι κατάφερναν να κατακόψουν τους αντιπάλους τους και να περάσουν.

Η Ανδρομάχη Χρυσόπτερη στράφηκε για να κοιτάξει κάτω, τις οδομαχίες. Μπορούσε να δει καθαρά ότι οι πολεμιστές της βρίσκονταν σε σύγκρουση με τους πολεμιστές του Πριγκιπάτου. Ο Αλβάρος έδωσε διαταγή σ’όλους τους διοικητές του να μας προδώσουν. Θα το πληρώσει αυτό! Θα το πληρώσει πολύ ακριβά!

«Φορτώσατε τα εκρηκτικά που σας είπα;» ρώτησε η Ανδρομάχη, στρεφόμενη στον Λοχαγό Ιβάν Κάλρω.

«Μάλιστα, Εξοχότατη. Αλλά πώς θα πάρουμε τους στρατιώτες μας από κει μέσα;» Έδειξε τους δρόμους της Χαύδοραλ από κάτω τους.

«Δεν θα τους πάρουμε, Λοχαγέ. Δεν μπορούν να υποχωρήσουν εκεί όπου τώρα βρίσκονται.»

«Τότε, πετώντας τα εκρηκτικά….»

«Η θυσία τους είναι αναγκαία. Για να δώσουμε στους εχθρούς μας να καταλάβουν ότι δεν αστειευόμαστε!»

Ο Ιβάν Κάλρω έσμιξε τα χείλη, νεύοντας. «Μάλιστα, Εξοχότατη.»

«Πάμε!» είπε η Ανδρομάχη και βάδισε προς το ελικόπτερο, με τον αέρα από τους έλικες να τινάζει τον μανδύα της και τα μακριά, ξανθά μαλλιά της που συγκρατούνταν πίσω με δύο κοκάλινα τσιμπιδάκια.

Ανέβηκε στο αεροσκάφος και, σύντομα, επιβιβάστηκαν κι όλοι οι πολεμιστές της. Ήταν στενόχωρα μέσα στο ελικόπτερο καθώς αυτό υψωνόταν πάνω από το κάστρο της Χαύδοραλ.

«Κουβαλάμε πολύ βάρος,» είπε ο πιλότος. «Το ταξίδι θα είναι αργό, και οι ελιγμοί μας θα πρέπει να–»

«Πετάξτε τα εκρηκτικά!» πρόσταξε η Ανδρομάχη καθώς περνούσαν πάνω από την πόλη. «Στείλτε τους στις Φωτιές του Μαύρου Νάρζουλ!»

33.

Η πόλη γέμισε φωτιά και καπνό, ενώ τρανταζόταν ολόκληρη. Το έδαφος έτρεμε, ρωγμές άνοιξαν στους πλακόστρωτους δρόμους. Οι εκρήξεις πλημμύρισαν το σύμπαν, άνθρωποι κουφάθηκαν. Άνθρωποι σκοτώθηκαν ακαριαία. Άνθρωποι διαλύθηκαν – τα μέλη τους τινάχτηκαν προς διάφορες κατευθύνσεις. Άνθρωποι τυφλώθηκαν. Οικήματα έγιναν σωροί πέτρας και χώματος.

Η Κελρίτ ζάρωσε σε μια γωνία, διπλώθηκε, κλείνοντας τ’αφτιά της, μαζεύοντας τα πόδια της, σφαλίζοντας τα μάτια της. Θα έβλεπε, στο μέλλον, πολλούς εφιάλτες ύστερα απ’αυτό. Η γη σειόταν από κάτω της, και κάτι βαρύ και σκληρό έπεσε και πλάκωσε το αριστερό της πόδι, στα δάχτυλα, συνθλίβοντάς τα μέσα στη μπότα της. Η Κελρίτ ούρλιαξε αλλά δεν τόλμησε να κουνηθεί απ’τη θέση της.

Ο Ναλφίρες Βάθμακ προσπάθησε να προστατέψει την ανιψιά του από την καταστροφή, τραβώντας τη μαζί του σ’ένα σημείο που θεωρούσε ασφαλές, αλλά πέτρες έπεσαν και πλάκωσαν και εκείνον και την Αλιζέτ.

Ο Άτβος και η Ιλρίνα’νορ πήγαν κάτω από ένα μπαλκόνι, και το μπαλκόνι γκρεμίστηκε. Μια βροχή από πέτρες, χώματα, ξύλα, και γλάστρες έπεσε καταπάνω τους, καθώς ήταν γονατισμένοι. Ίσως να είχαν σκοτωθεί αν ο Ραφέλνες δεν παρουσιαζόταν ξαφνικά για να τους καλύψει με την ήδη άσχημα σφυροκοπημένη κοκάλινη πανοπλία του.

Η Αλιζέτ, η Σκοτεινή Βασίλισσα, εξαφανίστηκε κάπου μέσα στον χαλασμό.

Η Ανταρλίδα τράβηξε τον Τάμπριελ προς ένα οίκημα που ήταν σίγουρα πανδοχείο, καθώς πλάι στην πόρτα του υπήρχε μια πινακίδα που έγραφε Το Δέκατο και το Τελευταίο! «Εδώ! Εδώ! Στο υπόγειο! Θα έχει κελάρι!» Οι Ιεράρχες – ο Ζίρτελον, ο Όρνιφιμ, η Ράιλμεχ – πάντοτε κοντά στον Μεγάλο Προφήτη, ακολούθησαν. Η τραπεζαρία του πανδοχείου ήταν άδεια· οι κάτοικοι είχαν εγκαταλείψει τα μέρη όπου γίνονταν συμπλοκές – ή ίσως οι υπερασπιστές της Χαύδοραλ να τους είχαν απομακρύνει με το ζόρι. Το πανδοχείο ταρακουνήθηκε σαν να ήταν καράβι. Μια λάμπα λαδιού έπεσε πάνω σ’ένα τραπέζι, βάζοντας φωτιά. Η Ανταρλίδα και οι άλλοι κατέβηκαν τη σκάλα που οδηγούσε στο κελάρι και άνοιξαν την πόρτα. Στο εσωτερικό βρήκαν μερικούς ανθρώπους που αμέσως άρχισαν να τους παρακαλούν να μην τους πειράξουν, μιλώντας και στη Συμπαντική και στη Δημώδη της Βίηλ. «Μην ανησυχείτε!» τους είπε ο Τάμπριελ. «Δεν είμαστε εδώ για να λεηλατήσουμε!»

34.

Το ενεργειακό κανόνι στην πλώρη του Ανέμου της Κοιλάδας στράφηκε και έβαλε κατά του ελικοπτέρου. Η ενεργειακή ριπή αστόχησε για μερικά μέτρα, μέσα στον χαλασμό.

«Επόπτρια!» είπε ο πιλότος προειδοποιητικά.

«Φεύγουμε,» είπε η Ανδρομάχη, και το ελικόπτερο αμέσως έστριψε πετώντας προς τα βορειοδυτικά.

Το κανόνι ξαναπροσπάθησε να το χτυπήσει αλλά και πάλι αστόχησε.

«Τα ρίξατε όλα;» ρώτησε η Ανδρομάχη τους στρατιώτες· δεν χρειαζόταν να πει ότι αναφερόταν στα εκρηκτικά.

«Σχεδόν, Εξοχότατη.»

«Ωραία. Πετάμε για Σάνκριλαμ.»

35.

Τα αφτιά τους ακόμα κουδούνιζαν όταν η πόλη έπαψε να τραντάζεται.

Σοκαρισμένοι, σιωπηλοί, παραπατώντας, άρχισαν να μετράνε τους νεκρούς και τους τραυματίες μέσα στη θολούρα που είχαν αφήσει πίσω τους οι τερατώδεις εκρήξεις…

Ο Τάμπριελ, η Ανταρλίδα, και οι Ιεράρχες βγήκαν απ’το κελάρι (λέγοντας στους άλλους που ήταν εκεί να μείνουν, καλύτερα, ακόμα κάτω – κι εκείνοι υπάκουσαν). Το πανδοχείο ήταν γκρεμισμένο και χρειάστηκε να σκαρφαλώσουν για να ξετρυπώσουν μέσα από τα συντρίμμια. Ευτυχώς η πόρτα του υπογείου δεν ήταν τόσο φραγμένη ώστε να μη μπορούν να παραμερίσουν τις πέτρες και να περάσουν. Στους δρόμους της πόλης, προσπάθησαν να εντοπίσουν τους συμμάχους τους μέσα στη σκόνη που είχε σηκωθεί, στους καπνούς, και στις φωτιές. Το περιβάλλον ήταν αποπνιχτικό.

Βρήκαν την Κελρίτ να ουρλιάζει, με το πόδι της πλακωμένο από μια κοτρόνα. Αφού την ελευθέρωσαν, η Ανταρλίδα έκανε να της βγάλει τη μπότα, κι εκείνη κραύγασε σαν να την ξεκοίλιαζαν. «Πρέπει νάναι σπασμένο,» της είπε η Μαύρη Δράκαινα, αφήνοντας το πόδι. «Χρειάζεσαι φροντίδα.» Ο Ζίρτελον και ο Όρνιφιμ βοήθησαν την Κελρίτ να σηκωθεί.

Την Αλιζέτ τη βρήκαν – ή, μάλλον, εκείνη τούς βρήκε – λίγο παρακάτω. Αίματα σκέπαζαν όλη την αριστερή μεριά του προσώπου της, έχοντας νοτίσει τα μαύρα μαλλιά της.

«Είσαι καλά;» τη ρώτησε ο Τάμπριελ, νομίζοντας ότι μπορούσε να τη δει να παραπατά λιγάκι. Το βάδισμά της δεν ήταν τόσο σταθερό όσο συνήθως – αλλά αυτό μάλλον ήταν αναμενόμενο ακόμα και για τη Σκοτεινή Βασίλισσα, ύστερα από τέτοια λαίλαπα.

«Ναι,» αποκρίθηκε η Αλιζέτ. «Μια πέτρα με χτύπησε στο κεφάλι. Μετά κρύφτηκα κάτω από ένα τραπέζι, σ’ένα σπίτι. Το μισό ήταν γκρεμισμένο όταν βγήκα.» Σκόνταψε και πιάστηκε από έναν τοίχο που ήταν ακόμα όρθιος.

«Πρέπει κάποιος να δέσει το τραύμα σου,» της είπε ο Τάμπριελ.

Μετά, βρήκαν τον Άτβος και την Ιλρίνα’νορ, σχεδόν αγρατσούνιστους, μαζί με τον Ραφέλνες, ο οποίος αιμορραγούσε και μεγάλα κομμάτια έλειπαν απ’την κοκάλινη πανοπλία του. Στηριζόταν στο μεγάλο σπαθί του για να βαδίζει.

«Μας έσωσε τη ζωή,» είπε ο Πρόμαχος στον Τάμπριελ. «Μα τους Κολοσσούς, θα είχαμε σκοτωθεί…»

«Πού είναι η Αλιζέτ;» έκρωξε ο Ραφέλνες.

«Δεν ξέρουμε ακόμα,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ. «Θα τη βρούμε.»

Και τη βρήκαν ύστερα από λίγη αναζήτηση. Θαμμένη κάτω από πέτρες. Μαζί με τον Ναλφίρες Βάθμακ.

Κανένας απ’τους δυο τους δεν ανέπνεε.

36.

«Καταστρέψατε την πόλη μου!» φώναξε ο Πρίγκιπας Αλβάρος, στεκόμενος μπροστά στον Θρόνο του Χαύδοραλ, μέσα στη μεγάλη αίθουσα.

«Δεν ρίξαμε εμείς τα εκρηκτικά, Υψηλότατε,» αποκρίθηκε ο Άτβος.

«Μου επιτεθήκατε, όμως!»

«Δεν επιτεθήκαμε σ’εσάς, μόνο στους Παντοκρατορικούς. Ο σκοπός μας ήταν να τους διώξουμε από το Πριγκιπάτο Χαύδοραλ.»

«Και σας το δηλώσαμε δύο φορές, μάλιστα,» είπε ο Τάμπριελ.

Μετά τον βομβαρδισμό της πόλης, είχαν όλοι τους πάει στο κάστρο πάνω στον λόφο που ονομαζόταν Κεφάλι του Κολοσσού. Έμοιαζε να είναι από τα λίγα ανέγγιχτα σημεία από την καταστροφή· ή, τουλάχιστον, ανέγγιχτο στο μεγαλύτερό του μέρος, γιατί τα τείχη του ήταν μαυρισμένα και χτυπημένα. Δεν ήταν, όμως, γκρεμισμένα.

«Η Αρχόντισσα Κελρίτ Βόρτεμαχ σάς ζήτησε – ζήτησε από όλους τους ανθρώπους της Χαύδοραλ – να έρθετε μαζί μας και να αποτινάξετε τους δυνάστες σας,» συνέχισε ο Τάμπριελ.

«Αυτό αποφάσισα να κάνω,» αποκρίθηκε ο Αλβάρος με σκοτεινό βλέμμα, «κι ορίστε τ’αποτελέσματα! Σχεδόν ολόκληρη η πρωτεύουσά μου καταστράφηκε, και ο θείος μου και Στρατηγός του Πριγκιπάτου δολοφονήθηκε!» Εξακολουθούσε να μιλά απότομα, αλλά δεν φώναζε κι έμοιαζε πιο προσεχτικός όταν απευθυνόταν στον Τάμπριελ, καθώς εκείνος τού είχε ήδη συστηθεί. Ο Πρίγκιπας Αλβάρος δεν φαινόταν να γνώριζε τίποτα για τον Μεγάλο Προφήτη της Νόρχακ, όμως είχε ακούσει για τον Πρίγκιπα Τάμπριελ τον σύζυγο της Παντοκράτειρας. Μέχρι στιγμής, ωστόσο, δεν ήξερε ότι ο Τάμπριελ είχε αποστατήσει όπως ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος, κι όταν ο Τάμπριελ τού το είπε, εκείνος τον κοίταξε μ’ένα βλέμμα που φανέρωνε, ανάμικτα, έκπληξη, απορία, θαυμασμό, και δέος ίσως.

«Ποιος πέταξε τα εκρηκτικά, Υψηλότατε;» ρώτησε ο Άτβος. «Οι Παντοκρατορικοί; Είχαν ακόμα πολεμιστές τους μες στην πόλη! Σκοτώθηκαν κι αυτοί μαζί με τους άλλους.»

«Η Επόπτρια,» είπε ο Αλβάρος, και το βλέμμα του σκοτείνιασε περισσότερο. Αγρίεψε. «Φεύγοντας, σκότωσε τον θείο μου και, μετά, βάλθηκε να διαλύσει την πόλη.»

«Θα έπρεπε να την είχατε φυλακίσει προτού κινηθείτε, Πρίγκιπά μου,» είπε η Ανταρλίδα, «αν πιστεύατε ότι ήταν τόσο απρόβλεπτη που θα έκανε κάτι τέτοιο.»

Το άγριο βλέμμα του νεαρού Πρίγκιπα του Χαύδοραλ την κάρφωσε. «Θα μου υποδείξεις τι έπρεπε να έχω κάνει;» Και προς τον Τάμπριελ: «Ποια είν’αυτή η γυναίκα;»

«Αυτή, Υψηλότατε, είναι η Ανταρλίδα, εκπαιδευμένη ως Μαύρη Δράκαινα από την Παντοκράτειρα προτού έρθει με την Επανάσταση. Ξέρει τι σας λέει.»

«Πώς στα Δαιμόνια να υποψιαστώ τι θα έκανε η Ανδρομάχη όταν της ζητούσα να φύγει;» φώναξε ο Αλβάρος, υψώνοντας τα χέρια· κι ύστερα κάθισε στον θρόνο του, μοιάζοντας εξουθενωμένος.

«Η αντίδρασή της ήταν, ομολογουμένως… δολοφονική,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ.

«Και ανόητη,» πρόσθεσε η Αλιζέτ, καθισμένη σε μια από τις καρέκλες της αίθουσας, μ’έναν αιματοβαμμένο επίδεσμο τυλιγμένο γύρω απ’το κεφάλι της. «Δε μπορούσε να κάνει τη δουλειά της και να κρατήσει την πόλη· τι νόημα είχε να κάνει τη δουλειά της ακόμα χειρότερα και να καταστρέψει την πόλη; Δεν ήταν εδώ για προσωπικούς λόγους αλλά, υποτίθεται, ως αντιπρόσωπος της Παντοκράτειρας.»

«Θα τη βρω,» είπε ο Αλβάρος, «και θα τη σκοτώσω γι’αυτό που έκανε. Αν όμως δεν είχατε έρθει εσείς, τίποτα από τούτα δεν θα είχε συμβεί! Ούτε η πόλη μου θα είχε καταστραφεί, ούτε ο θείος μου θα ήταν νεκρός, ούτε ο αδελφός μου άσχημα τραυματισμένος και στα όρια του θανάτου! Εσείς φταίτε!» Τους έδειξε, συλλογικά, με το δεξί του χέρι. Και οι πολεμιστές που στέκονταν κοντά στον θρόνο και στην περιφέρεια της αίθουσας έμοιαζαν έτοιμοι να τραβήξουν τα σπαθιά τους και να τους ορμήσουν.

Όταν είχαν πρωτοπλησιάσει το κάστρο επάνω στο Κεφάλι του Κολοσσού, ο Τάμπριελ και οι σύντροφοί του ήταν διστακτικοί, φοβούμενοι ότι ίσως να δέχονταν επίθεση· το γεγονός, όμως, ότι οι πολεμιστές του Πρίγκιπα είχαν στραφεί εναντίον των Παντοκρατορικών λίγο πριν τον βομβαρδισμό τούς είχε δώσει θάρρος. Αποκλείεται η ρίψη των εκρηκτικών να ήταν σχέδιο του Αλβάρος, υπέθεταν, άρα αποκλείεται και τώρα να προσπαθούσε να τους σκοτώσει.

Ο Πρίγκιπας μας, όμως, σκέφτηκε επί του παρόντος ο Τάμπριελ, μου φαίνεται το ίδιο… απρόβλεπτος με την Επόπτρια. Αναμφίβολα, θα ταίριαζαν οι δυο τους. Και θυμήθηκε αυτά που είχε πει η πρόσφατα νεκρή Αλιζέτ Βάθμακ, ότι ο Αλβάρος και η Ανδρομάχη Χρυσόπτερη ήταν εραστές.

«Υψηλότατε,» είπε ο Άτβος, «εμείς δεν θέλαμε καν να γίνει μάχη αν μπορούσαμε να το αποτρέψουμε. Ήταν όμως αναγκαίο να έρθουμε με στρατιωτικές δυνάμεις στη Χαύδοραλ, αλλιώς θα αποδεικνυόταν αδύνατο να διώξουμε τους Παντοκρατορικούς. Και δεν μπορούσαμε να τους αφήσουμε στο Πριγκιπάτο σας. Είναι καιρός ολόκληρη η Βίηλ να εξεγερθεί–»

«Ποιος το λέει; Εσύ; Και ποιος είσαι, αλήθεια; Μιλάς και μιλάς, τόση ώρα, αλλά δεν έχεις καν συστηθεί!»

«Το όνομά μου είναι Άτβος Μέλνεριχ. Ήμουν Πρίγκιπας του Κάνρελ, προτού ο Στρατηγός μου με προδώσει και καθαρπάξει τον θρόνο. Τώρα έχω την τιμή να είμαι Πρόμαχος της Επανάστασης. Σκοπεύω, όμως, να ανακτήσω τον Θρόνο του Κάνρελ, και τότε σας υπόσχομαι πως θα κάνω το παν για να σας αποζημιώσω για τις ζημιές που έπαθε η Χαύδοραλ, αν και δεν είναι δικό μου το φταίξιμο, ούτε της Επανάστασης. Η Επόπτρια πρέπει να ήταν τρελή για να έπραξε όπως έπραξε. Σκότωσε και δικούς της ανθρώπους μέσα στην πόλη, εκτός από τους δικούς μας και τους δικούς σας.»

«Πρίγκιπας του Κάνρελ;…» είπε ο Αλβάρος, έχοντας το σαγόνι του ακουμπισμένο στη γροθιά του καθώς τον ατένιζε. «Νόμιζα ότι ο Πρίγκιπας Άτβος του Κάνρελ ήταν νεκρός. Επιχείρησε να στραφεί εναντίον της Παντοκράτειρας και πέθανε για την προδοσία του. Έτσι μου είχε πει η Ανδρομάχη.»

«Αυτή τη φήμη έχουν εξαπλώσει οι Παντοκρατορικοί για εμένα,» αποκρίθηκε ο Άτβος. «Αλλά, όπως βλέπετε, δεν είμαι νεκρός.»

«Δεν σε ήξερα και παλιότερα. Μπορεί να είσαι κάποιος απατεώνας που προσπαθεί να σφετεριστεί τον Θρόνο του Κάνρελ.»

«Δε σας φαίνεται να είμαι στη σωστή ηλικία για να είμαι ο Πρίγκιπας Άτβος;»

Ο Αλβάρος τον παρατήρησε. «Θα μπορούσε, ναι…» παραδέχτηκε, τελικά, σκεπτικός. «Αλλά, όπως σου είπα, δεν σε γνωρίζω. Ίσως, όμως, κάποιοι από τους ευγενείς μου, μεγαλύτεροι από εμένα, να σε αναγνωρίσουν όταν σε δουν.»

«Αναμφίβολα, Υψηλότατε. Παλιότερα είχα συναντηθεί με αρκετούς από αυτούς. Το Κάνρελ βρίσκεται δυτικά του Χαύδοραλ.»

«Ξέρω τη γεωγραφία της διάστασής μας!» αποκρίθηκε απότομα ο Αλβάρος.

«Δεν ήθελα να υπονοήσω ότι δεν την ξέρετε.»

«Γιατί είστε τώρα εδώ;» τους ρώτησε ο Αλβάρος. «Ήρθατε μόνο και μόνο για να δικαιολογηθείτε για την καταστροφή που προκαλέσατε στην πόλη μου;»

«Δεν ήρθαμε για να ‘δικαιολογηθούμε’, Υψηλότατε,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ, με ουδέτερη έκφραση ως συνήθως, αποφασίζοντας να είναι υπομονετικός με τον Πρίγκιπα του Χαύδοραλ. «Το θεωρήσαμε, όμως, σωστό να γνωρίζετε επακριβώς τις προθέσεις μας ώστε να μην προκληθούν παρεξηγήσεις. Κυκλώσαμε τη Χαύδοραλ αποκλειστικά και μόνο για να διώξουμε τους Παντοκρατορικούς από εδώ. Ούτε η Επανάσταση ούτε το Πριγκιπάτο Νέλερβικ είναι εναντίον του Πριγκιπάτου Χαύδοραλ. Και ούτε, φυσικά, επιθυμούσαμε τον βομβαρδισμό της πόλης. Εξάλλου, μην ξεχνάτε ότι πάρα πολλοί κι από τους δικούς μας ανθρώπους σκοτώθηκαν. Για παράδειγμα, ο Στρατηγός Ναλφίρες Βάθμακ, του Νέλερβικ, και η Αλιζέτ Βάθμακ, η ανιψιά του και σύζυγος του Ιερού Μαχητή Ραφέλνες.» Ο Τάμπριελ έριξε μια ματιά στον Ραφέλνες, που η κοκάλινη πανοπλία του ήταν σφυροκοπημένη και κομματιασμένη, κι ο ίδιος τραυματισμένος, ευτυχώς όχι σοβαρά. Καθόταν σε μια καρέκλα, κοντά στην Αλιζέτ, και έπινε κρασί από μια κούπα· ο Αλβάρος, τουλάχιστον, δεν είχε φανεί αγενής στα κεράσματα: οι υπηρέτες του κάστρου του είχαν φέρει σε όλους ποτά όταν μπήκαν στην αίθουσα και βρέθηκαν ενώπιον του Πρίγκιπα. «Ο άλλος Ιερός Μαχητής των Οστών που ήταν μαζί μας, ο Νισμάνος, σκοτώθηκε από τον δικό σας Ιερό Μαχητή, τον Άλτρες.» Ο Τάμπριελ ατένισε τώρα τον Άλτρες, ο οποίος στεκόταν πλάι στον Θρόνο του Χαύδοραλ. Κι αυτού η οστέινη πανοπλία ήταν καταχτυπημένη και μισοδιαλυμένη. Οι αρματωσιές, όμως, θα θεραπεύονταν από μόνες τους, και μάλιστα γρήγορα, αν ό,τι ήξερε ο Τάμπριελ για τους Ιερούς Μαχητές της Βίηλ αλήθευε. «Όπως βλέπετε, λοιπόν, Πρίγκιπά μου, το κόστος δεν ήταν καθόλου μικρό για εμάς.»

«Εντάξει, καταλαβαίνω,» είπε, ανυπόμονα και, ίσως, λιγάκι αδιάφορα, ο Αλβάρος, «είχατε απώλειες. Δεν ήταν αναμενόμενο, Πρίγκιπα Τάμπριελ, αφού ξεκινήσατε πόλεμο;»

«Δεν είμαι Πρίγκιπας πλέον, Πρίγκιπά μου. Και ναι, θα μπορούσε ίσως να πει κανείς ότι ήταν αναμενόμενο. Αναίμακτες επαναστάσεις πολύ δύσκολα γίνονται. Ωστόσο, τα πράγματα δεν θα ήταν τόσο άσχημα αν η Επόπτρια δεν μας είχε λούσει όλους με εκρηκτικές ύλες.»

«Ναι, προφανώς,» γρύλισε ο Αλβάρος χτυπώντας τα δάχτυλα του δεξιού του χεριού στον βραχίονα του θρόνου. «Οι φρουροί στις επάλξεις του κάστρου μού είπαν ότι πέταξε προς τα βορειοδυτικά, προς το Σάνκριλαμ ίσως. Θα τη βρω, Πρίγκιπα Τάμπριελ, και θα τη σκοτώσω γι’αυτό!»

«Υπομονή, Πρίγκιπά μου,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ, αποφασίζοντας να μην αναφέρει πάλι ότι δεν ήταν Πρίγκιπας πλέον και ότι δεν έπρεπε να τον αποκαλεί έτσι ο Αλβάρος. «Θα έρθει και η σειρά του Σάνκριλαμ.»

«Του Σάνκριλαμ; Δε μ’ενδιεφέρει για το Σάνκριλαμ! Θα ζητήσω απ’την Πριγκίπισσα Ισλάννα να μου παραδώσει την Ανδρομάχη, αν αυτή έχει πάει να κρυφτεί στην αυλή της.»

«Δε νομίζω πως αυτό θα ήταν συνετό.»

«Γιατί;»

«Διότι, αφού συμμαχήσατε μαζί μας, οι Παντοκρατορικοί ήδη θα σας θεωρούν εχθρό τους. Αποστάτη.»

«Είμαι ο Πρίγκιπας του Χαύδοραλ! Στην Πριγκίπισσα Ισλάννα θα απευθυνθώ, όχι–»

«Η Πριγκίπισσα Ισλάννα δεν θα στραφεί εναντίον των Παντοκρατορικών, Υψηλότατε,» τον διέκοψε ο Άτβος. «Οι δυνάμεις τους είναι πάρα πολλές στο Πριγκιπάτο της. Πολύ περισσότερες απ’ό,τι στο δικό σας.»

«Προτείνεις να μην κάνω τίποτα;» γρύλισε ο Αλβάρος καθώς τεντωνόταν μπροστά, καθισμένος επάνω στον θρόνο του, σφίγγοντας τις άκριες των χεριών του καθίσματος μέσα στις γροθιές του.

«Το καλύτερο που έχετε να κάνετε, Υψηλότατε,» αποκρίθηκε ο Άτβος, «είναι να επιδιορθώσετε γρήγορα τις ζημιές στην πόλη σας και να ισχυροποιήσετε την άμυνά σας. Και σας υπόσχομαι ότι η Επανάσταση θα σας βοηθήσει σ’αυτό, γιατί κι εμείς χρειαζόμαστε τη βοήθειά σας.»

«Τι είδους βοήθεια;»

«Θέλουμε να μπορούμε να περάσουμε ανενόχλητα από το Πριγκιπάτο σας, φυσικά, και να μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε το λιμάνι σας ως βάση.»

«Το λιμάνι μου δεν υπάρχει πλέον! Το καταστρέψατε, ανόητοι!»

«Η θέση του λιμανιού δεν έχασε την αξία της,» αποκρίθηκε ο Άτβος, αγνοώντας την κολακευτική κλιτική προσφώνηση του Πρίγκιπα. «Ό,τι γκρεμίστηκε μπορεί να ανοικοδομηθεί. Το δυστυχές είναι ότι τόσες ζωές χάθηκαν, το οποίο με λυπεί αφάνταστα.» Και δεν έδειχνε να ψεύδεται, έκρινε ο Τάμπριελ. Ο Άτβος, παρότι σίγουρα αντιλαμβανόταν ότι οι αναίμακτες επαναστάσεις ήταν ουσιαστικά αδύνατες, δεν ήταν αιμοβόρος άνθρωπος. Αλλά ούτε και θα έκανε πίσω μέχρι να πετύχει τον σκοπό του. Ακριβώς ο άνθρωπος που χρειάζεται η Επανάσταση στη Βίηλ. Σαφώς καλύτερος από εμένα για να διοικεί.

Ο Αλβάρος είπε: «Έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα, δεν μπορώ παρά να υποκύψω στο αίτημά σας. Έχω μάθει, ωστόσο, ότι στο Νέλερβικ φυλακίσατε την Πριγκίπισσα Κισβέτα και βάλατε στον θρόνο μια ξαδέλφη της, τη Βασνίτα.»

«Τα νέα κυκλοφόρησαν γρήγορα…» παρατήρησε ο Άτβος.

«Η Ανδρομάχη το πληροφορήθηκε μέσω του δικτύου των Παντοκρατορικών.»

«Εκθρονίσαμε την Κισβέτα επειδή ήταν με το μέρος της Παντοκράτειρας, και βάλαμε τη Βασνίτα στον θρόνο επειδή ξέραμε ότι είναι πέραν πάσης αμφιβολίας με το μέρος μας. Βοηθούσε την Επανάσταση από πριν. Κρυφά.»

«Και στο Πριγκιπάτο μου ποιος σας βοηθούσε κρυφά;» απαίτησε να μάθει ο Αλβάρος.

«Κανένας,» του είπε ο Άτβος.

«Δεν υπάρχουν, δηλαδή, επαναστάτες κρυμμένοι εδώ;»

«Υπάρχουν, αλλά είναι ελάχιστοι και όχι σε σημαντικά πόστα. Απλά κάποιοι άνθρωποι για να παίρνουμε βασικές πληροφορίες.»

«Είπατε ότι ολόκληρη η Βίηλ εξεγείρετε κατά των Παντοκρατορικών…» άλλαξε θέμα ο Αλβάρος.

«Είναι αλήθεια. Και θα το δείτε σύντομα, Υψηλότατε. Θα έρθουν νέα από τη δύση. Θα ακούσετε.»

37.

Ο Πρίγκιπας Αλβάρος τούς φιλοξένησε στο κάστρο του, και τους νεκρούς τους έβαλαν σ’έναν ψυχρό υπόγειο θάλαμο, επάνω σε ξύλινα τραπέζια, τον έναν πλάι στον άλλο, την Αλιζέτ Βάθμακ, τον Ναλφίρες Βάθμακ, και τον Νισμάνος Ενάρμικ. Η Ιλρίνα’νορ ύφανε επάνω τους μια Μαγγανεία Σηπτικής Επιβραδύνσεως, ώστε τα σώματά τους να διατηρηθούν μέχρι να παρθούν από εδώ και να μεταφερθούν στη Νέλερβικ· γιατί όλοι συμφωνούσαν ότι οι πεσόντες έπρεπε να κηδευτούν στην πατρίδα τους. Το ίδιο είχε προστάξει και η Πριγκίπισσα Βασνίτα μέσω του Αρκαλόν, ο οποίος ήταν κοντά της και της είχε διηγηθεί τι είχε συμβεί στη Χαύδοραλ.

Ο Ραφέλνες τώρα κατέβηκε στα υπόγεια του κάστρου, αγριοκοιτάζοντας τους φρουρούς που του έριχναν επιφυλακτικά βλέμματα. Κανένας δεν τόλμησε να μπει στο δρόμο του για να τον σταματήσει ή για να τον ρωτήσει τι ήθελε εδώ. Η όψη του ήταν τρομαχτική· τα μάτια του γυάλιζαν σαν γαλανές φωτιές· και η σφυροκοπημένη οστέινη πανοπλία του του έδινε την εμφάνιση τραυματισμένου θηρίου που είναι έτοιμο να ξεσπάσει και να σκοτώσει.

Ο Ραφέλνες πλησίασε την πόρτα του νεκρικού θαλάμου και την έσπρωξε, ανοίγοντάς την. Οι μεντεσέδες έτριξαν. Σκοτάδι αποκαλύφθηκε. Ο Ραφέλνες γύρισε τον διακόπτη στον τοίχο, ανάβοντας το ενεργειακό φως που ήταν στο ταβάνι, ενωμένο με καλώδιο που έφτανε σε κάποια κεντρική εστία μέσα στο κάστρο. Στο κέντρο του θαλάμου ήταν τα πτώματα, ασκέπαστα και ντυμένα με όμορφα ρούχα. Εκτός από τον Νισμάνος, που ελάχιστα ρούχα τον έντυναν, καθώς η κοκάλινη πανοπλία ήταν η κύρια ένδυση κάθε Ιερού Μαχητή των Οστών.

Το βλέμμα του Ραφέλνες, όμως, δεν πήγε τώρα καθόλου στον εν Οστοίς Αδελφό του (όπως αποκαλούσαν, στην Αρχαία Γλώσσα, οι Ιεροί Μαχητές ο ένας τον άλλον). Είχε μάτια μόνο για το σμπαραλιασμένο σώμα της γυναίκας του. Το πρόσωπο και το κεφάλι της Αλιζέτ ήταν άσχημα χτυπημένα από τις πέτρες που είχαν πέσει επάνω της. Οι θεραπευτές του κάστρου είχαν, φυσικά, καθαρίσει το αίμα και ράψει τις πληγές, αλλά η όψη της εξακολουθούσε να μοιάζει… αφύσικη.

Ο Ραφέλνες την πλησίασε, αργά. Άπλωσε το χέρι του, που έτρεμε, και άγγιξε το πρόσωπό της, τα μαλλιά της. Αισθάνθηκε δάκρυα να συγκεντρώνονται στα μάτια του. Αναμνήσεις περνούσαν απ’το μυαλό του… «Πώς συνέβη αυτό;» μουρμούρισε. «Δεν έπρεπε καθόλου να σε είχα πάρει μαζί μου… Με συγχωρείς… Τι θα πω στον μικρό;» Η μαμά σκοτώθηκε επειδή ένα χτίριο έπεσε πάνω της… Η μαμά σου σκοτώθηκε πολεμώντας γενναία… Τίποτα δεν του έμοιαζε σωστό.

Γονάτισε, στο ένα γόνατο, μπροστά στο τραπέζι όπου ήταν ξαπλωμένο το πτώμα της Αλιζέτ. Κατέβασε το κεφάλι, έκλεισε τα μάτια, και προσευχήθηκε στα Πνεύματα των Μεγάλων Κολοσσών, στην Αρχαία Γλώσσα, σιωπηλά. Οι λέξεις έμοιαζαν να αντηχούν μέσα στο μυαλό του σαν να ήταν άδειος θάλαμος, υπόγειος και ψυχρός όπως αυτός γύρω από το σώμα του.

Μετά από κάποια ώρα (πόση ακριβώς δεν θα μπορούσε με τίποτα να μαντέψει) άκουσε βήματα πίσω του. Ορθώθηκε και στράφηκε, αργά.

Ήταν ο Άτβος.

«Μου είπαν ότι είχες κατεβεί…» είπε ο Πρόμαχος.

«Και λοιπόν;»

«Σκέφτηκα μήπως ήθελες… κάποιον για να μιλήσεις.»

Ή ίσως να φοβάσαι τι μπορεί να κάνω, σκέφτηκε ο Ραφέλνες, καθώς θυμόταν τα βλέμματα που του έριχναν οι φρουροί του κάστρου. «Τι να σου πω, Πρόμαχε;… Δεν έπρεπε ποτέ να την είχα φέρει εδώ, μαζί μου. Η θέση της δεν ήταν εδώ. Εγώ φταίω γι’αυτό…» Γυρίζοντας την πλάτη στον Άτβος, ακούμπησε τα χέρια του στην άκρη του τραπεζιού όπου βρισκόταν το πτώμα της Αλιζέτ. Στηρίχτηκε εκεί, κουρασμένα. Το σώμα του τον πονούσε καθώς η οστέινη αρματωσιά θεραπευόταν. Η ψυχή του πονούσε ακόμα περισσότερο, από άλλη αιτία…

Ο Άτβος πλησίασε, κάνοντας τον γύρο του τραπεζιού, για να σταθεί αντίκρυ στον Ιερό Μαχητή των Οστών. «Δε φταις εσύ, Ραφέλνες. Η Αλιζέτ ήρθε οικειοθελώς να πολεμήσει–»

«Τι σημασία έχει;» τον διέκοψε απότομα εκείνος. «Δεν έπρεπε να την είχα αφήσει νάρθει!» Κοπάνησε τη γροθιά του στο τραπέζι, κάνοντάς το να τρίξει δυνατά· τα δάχτυλά του, επικαλυμμένα με οστά Λάν’τραχαμ, άφησαν αποτυπώματα πάνω στο ξύλο. «Ή, τουλάχιστον, έπρεπε να ήμουν κοντά της στη μάχη. Αν ήμουν κοντά της, αυτό δεν θα είχε συμβεί…»

«Δεν μπορούσες να το προβλέψεις· κανένας μας δεν μπορούσε–»

«Μη μου–»

«Άκουσέ με. Ξέρω πώς αισθάνεσαι. Όταν ήμουν φυλακισμένος στα μπουντρούμια του κάστρου της Νέλερβικ, ήξερα ότι ο Επόπτης σκότωνε τους ανθρώπους μου τον έναν μετά τον άλλο. Μου έφερνε τα κομμένα κεφάλια τους, για να το αποδεικνύει. Και κάθε φορά φοβόμουν ότι θα έβλεπα και το κεφάλι της Ιλρίνα… ή φοβόμουν ότι θα έχανε το μυαλό της εκεί μέσα, στη λευκόχρυση φυλακή της. Αναρωτιόμουν τι θα συνέβαινε πρώτα: θα τη σκότωναν ή θα τρελαινόταν; Και σκεφτόμουν ότι έφταιγα εγώ για όλα. Εγώ την είχα παρασύρει μαζί μου στην Επανάσταση, από τον καιρό που ήμασταν στο Πριγκιπάτο Κάνρελ… Δεν έχω ποτέ μετανιώσει που αποφάσισα να πάω με την Επανάσταση, αλλά τότε… τότε και μόνο τότε, το είχα μετανιώσει. Για την Ιλρίνα. Την είχα τραβήξει σε μια κατάσταση που…» μόρφασε, «τι γινόταν, Ραφέλνες; Μας κυνηγούσαν, έπρεπε να κρυβόμαστε, έπρεπε να πολεμάμε μια δύναμη που έμοιαζε τεράστια, πολύ μεγαλύτερη από εμάς και τους συμμάχους μας. Και στο τέλος; Την καταδίκασα να πεθάνει μαζί μου, σε κάτι σκοτεινά μπουντρούμια. Αλλά, καθώς βρισκόμουν απεγνωσμένος μες στη φυλακή μου, δε σκέφτηκα ότι η Ιλρίνα ήθελε να είναι στο πλευρό μου. Μπορούσε να μην είχε έρθει μαζί μου. Μπορούσε να είχε φύγει. Ήταν πολύ δύσκολο να το σκεφτώ αυτό εκείνη τη στιγμή. Ήταν οι συνθήκες τέτοιες, που κάνουν έναν άνθρωπο ανόητο, παράλογο, τρελό, χωρίς καθαρό μυαλό…

»Η Αλιζέτ ήθελε επίσης να είναι στο πλευρό σου, Ραφέλνες. Τώρα δεν μπορείς να το δεις έτσι, το ξέρω, αλλά αυτή είναι η αλήθεια. Ήθελε να είναι στο πλευρό σου – ό,τι κι αν συνέβαινε.»

«Εσύ, όμως, τα λες αυτά ενώ η Ιλρίνα είναι ζωντανή. Αλλά η Αλιζέτ δεν είναι ζωντανή.»

«Ναι…» αναστέναξε ο Άτβος αποφεύγοντας το βλέμμα του. «Αλλά… Απλά να μην κατηγορείς τον εαυτό σου για ό,τι έγινε, Ραφέλνες· δε σου λέω να μη λυπάσαι για το θάνατό της.»

Ο Ραφέλνες δεν μίλησε. Ίσως νάχεις δίκιο, Πρόμαχε, σκέφτηκε. Η Αλιζέτ, σίγουρα, ήθελε να έρθει. Όμως αυτό, για εμένα, δεν είναι αρκετά καλή δικαιολογία.

Ο Άτβος, υποθέτοντας μάλλον ότι ο Ραφέλνες είχε θυμώσει μαζί του, δεν είπε τίποτε άλλο. Βάδισε, χωρίς βιασύνη, προς την έξοδο του νεκρικού θαλάμου και έφυγε. Ο Ραφέλνες δεν επιχείρησε να τον σταματήσει. Άσ’τον να νομίζει ό,τι θέλει… Το μόνο σημαντικό πράγμα τώρα ήταν ότι η Αλιζέτ ήταν νεκρή.

Ο Πρίγκιπας Αλβάρος δεν θα γυρέψει μόνος του εκδίκηση από αυτή την Ανδρομάχη Χρυσόπτερη. «Ακούστε με, Κολοσσοί,» είπε ο Ραφέλνες. «Ακούστε με! Τ’ορκίζομαι στο όνομά σας ότι η Ανδρομάχη Χρυσόπτερη θα πεθάνει από το χέρι μου!»

Τα προστατευτικά οστά της γροθιάς του είχαν κάνει ολόκληρη λακκούβα εκεί όπου πιέζονταν στο ξύλο του τραπεζιού.

38.

Η Κελρίτ βρισκόταν ξαπλωμένη σ’ένα μαλακό κρεβάτι μέσα στο κάστρο του Πρίγκιπα Αλβάρος, κι αισθανόταν τώρα λιγάκι καλύτερα καθώς ήταν ζαλισμένη από ένα βοτάνι που μια θεραπεύτρια τής είχε δώσει να πιει. Το βοτάνι ήταν πικρό σαν δηλητήριο αλλά είχε κάνει τον τρομερό πόνο στο πόδι της να περάσει.

«Θα ξαναπερπατήσω;» είχε ρωτήσει, ζαλισμένα, η Κελρίτ τη θεραπεύτρια.

Εκείνη είχε χαμογελάσει καλοσυνάτα. «Φυσικά και θα ξαναπερπατήσετε, Αρχόντισσά μου.»

«Μα, δε νιώθω να έχω δάχτυλα…»

«Απλά ένα σπάσιμο είναι. Τα κόκαλα θα δέσουν και θα είστε καλά πάλι.»

Τώρα, η θεραπεύτρια δεν ήταν πια μαζί της και η Κελρίτ είχε μισοκοιμηθεί. Νόμιζε ότι ονειρευόταν… ή, απλά, σκεφτόταν; Στο όνειρό της πολεμιστές χτυπιόνταν με σπαθιά και τσεκούρια και δόρατα, ενώ ένα δυνατό βουητό ακουγόταν από πάνω – κάτι επικίνδυνο ερχόταν – κάτι που θα τους σκότωνε όλους – και η Κελρίτ έπρεπε να τους ειδοποιήσει, αλλά δεν μπορούσε: πέτρες ήταν επάνω στο πόδι της κι ένα βαμβάκι στο στόμα της. Πού ήταν ο Ραφέλνες; Πού ήταν η Αλιζέτ; Ο Ζίρτελον;

–Ένας δυνατός χτύπος από την πόρτα. Πόρτα; Εδώ; Ο χτύπος ξανακούστηκε, πιο δυνατός τώρα. Η ονειρική μάχη άρχισε να διαλύεται. Η μάχη έχει τελειώσει. Η Κελρίτ βλεφάρισε έντονα, προσπαθώντας να συνέλθει απ’την επιρροή του φαρμάκου της θεραπεύτριας. Τι ήταν αυτό που μου έδωσε; Χυμός σκίανθου; Ναι, μάλλον αυτό πρέπει να ήταν. Η Κελρίτ είχε ακούσει ότι θόλωνε τις αισθήσεις κι άρχιζες να ονειρεύεσαι. Υπήρχαν κι ορισμένοι άνθρωποι εθισμένοι στον σκίανθο, και τον έπαιρναν ασχέτως αν πονούσαν ή όχι.

Η πόρτα ξαναχτύπησε.

Η Κελρίτ βλεφάρισε. Σύνελθε! πρόσταξε τον εαυτό της. Έγλειψε τα χείλη της, σα να έπρεπε να τα υγράνει για να τα βάλει σε κίνηση. Τα μάτια της ήταν εστιασμένα στο σπασμένο πόδι της, που ήταν τυλιγμένο με σκληρά υφάσματα μέσα σ’έναν ξύλινο σκελετό.

«Κελρίτ; Να περάσω;» ακούστηκε μια φωνή.

«Ναι,» κατάφερε να φωνάξει εκείνη. «Έλα.»

Η πόρτα άνοιξε και ο Ζίρτελον μπήκε. Μαζί του ήταν ο Τάμπριελ. Έκλεισαν πίσω τους.

«Πώς είσαι, Κελρίτ;» ρώτησε ο Ζίρτελον, καθίζοντας στο κρεβάτι, πλάι της. Ο Τάμπριελ έμεινε όρθιος, βαστώντας το ραβδί του με την πορφυρή σφαίρα στην κορυφή. Της έμοιαζε απόμακρος και μυστηριώδης, σαν πνεύμα από παραμύθι. Το κόκκινο δέρμα του και τα κατάλευκα μαλλιά του ενδυνάμωναν αυτή την εντύπωση, καθώς δεν υπήρχε τέτοιος δερματικός χρωματισμός στη Βίηλ. Όλοι όσοι είχαν κόκκινο δέρμα ήταν εξωδιαστασιακοί.

Η Κελρίτ κοίταξε τον Ζίρτελον. Προσπάθησε να χαμογελάσει. «Όχι και πολύ καλά.» Τα μάτια του ήταν τώρα σαν καθρέφτες μέσα σε καθρέφτες περισσότερο από ποτέ άλλοτε. Πόσες φορές καθρεπτίζομαι εγώ εκεί μέσα; «Μου έδωσε κάτι και… είμαι μουδιασμένη.»

«Για τον πόνο,» είπε ο Ζίρτελον. «Έχεις σπάσει το πόδι σου.»

Της φάνηκε αστείο και γέλασε. «Το ξέρω αυτό.»

«Θα είσαι καλά σύντομα. Ήσουν τυχερή.»

«Τυχερή;»

Ο Ζίρτελον έσμιξε τα χείλη, και δεν αποκρίθηκε.

Ο Τάμπριελ είπε: «Πολλοί σκοτώθηκαν, Αρχόντισσά μου. Η Επόπτρια, φεύγοντας από την πόλη, έριξε εκρηκτικά. Τα μισά οικοδομήματα της Χαύδοραλ έχουν ισοπεδωθεί.»

«Ο Πρίγκιπας;»

«Μιλήσαμε μαζί του. Συνεννοηθήκαμε.»

«Είναι μαζί μας, τελικά, έτσι;»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ. «Είχε προστάξει τους Παντοκρατορικούς να φύγουν απ’το Πριγκιπάτο, γι’αυτό έγινε ό,τι έγινε.»

«Γιατί δεν σταμάτησε την Επόπτρια;»

«Δεν τα κατάφερε, προφανώς.»

«Πού είναι η Αλιζέτ;» Η Κελρίτ περίμενε ότι, λογικά, θα ερχόταν να τη δει. Γιατί δεν είχε έρθει; Γιατί δεν είχε έρθει ούτε εκείνη ούτε ο Ραφέλνες;

«Η Αλιζέτ Βάθμακ, Αρχόντισσά μου,» είπε ο Τάμπριελ, «πολύ φοβάμαι ότι είναι νεκρή.»

Η Κελρίτ νόμιζε ότι ο χυμός του σκίανθου την είχε κάνει να παρακούσει. «Νε… νεκρή; Όχι…»

«Δυστυχώς. Είναι νεκρή, Αρχόντισσά μου. Την πλάκωσε ένα χτίριο. Μαζί με τον Ναλφίρες Βάθμακ. Κι αυτός νεκρός είναι.»

«Μεγάλοι Κολοσσοί…» μουρμούρισε η Κελρίτ, κι αισθάνθηκε δάκρυα να κυλούν στα μάγουλά της. «Η Αλιζέτ…» Από τότε που ήταν κοριτσάκια έκαναν παρέα οι δυο τους. Την αγαπούσε την Αλιζέτ, παρότι ήταν ατίθαση και απότομη συνήθως. «Ο Ραφέλνες;» ρώτησε.

«Ο Ραφέλνες είναι ζωντανός. Μονάχα η πανοπλία του έχει στραπατσαριστεί.»

Η Κελρίτ ξεροκατάπιε, νιώθοντας κάτι αλμυρό να κατεβαίνει στον λαιμό της.

«Λυπάμαι, Αρχόντισσά μου,» είπε ο Τάμπριελ.

«Την πιάσατε;»

«Ποια;»

«Την Επόπτρια.»

«Όχι. Διέφυγε, με ελικόπτερο. Πέταξε προς το Πριγκιπάτο Σάνκριλαμ, λένε.»

«Α…» είπε μόνο η Κελρίτ, μουδιασμένα, και το βλέμμα της πήγε στο τραυματισμένο πόδι της, που της φαινόταν περίεργο έτσι όπως ξεπρόβαλλε μέσα από τα σκεπάσματα.

«Πρέπει να πηγαίνω τώρα, Αρχόντισσά μου,» είπε ο Τάμπριελ. «Ο Ζίρτελον θα μείνει, όμως, αν δεν έχετε αντίρρηση.»

«Εντάξει,» μουρμούρισε η Κελρίτ, και ο Τάμπριελ έφυγε απ’το δωμάτιο κλείνοντας σιγανά την πόρτα.

«Θέλεις να σου φέρω κάτι;» τη ρώτησε ο Ζίρτελον.

«…Όχι,» απάντησε ύστερα από μια στιγμή δισταγμού εκείνη. «Μείνε.» Άγγιξε το χέρι του.

Ο Ζίρτελον ένευσε.

39.

«Βρήκαμε ίχνη.»

Οι δύο άντρες, φτάνοντας κοντά στον μικρό καταυλισμό, κατέβηκαν σβέλτα απ’τα άλογά τους. Ήταν ντυμένοι με κάπες μέσα στο σούρουπο, και στις πλάτες τους ήταν περασμένα τόξα και φαρέτρες.

«Τι ίχνη;» ρώτησε ο Πολ, χωρίς να σηκωθεί μπροστά από τη ζεστή φωτιά. Τριγύρω ήταν καθισμένοι κι άλλοι: πράκτορες της Παντοκράτειρας όλοι τους, σταλμένοι με διαταγή της Νίνας Έκγραμμης. Κανένας τους, όμως, δεν ήταν πράκτορας του Ελκράσ’ναρχ. Απ’ό,τι γνώριζε ο Πολ, τουλάχιστον· και δε νόμιζε ότι κάτι τέτοιο θα το αγνοούσε, ή ότι η Νίνα θα του το έκρυβε.

«Μεγάλα ίχνη,» αποκρίθηκε ο ένας από τους δύο ανιχνευτές, καθώς έδεναν τα άλογά τους σ’ένα χαμόδεντρο και ζύγωναν τη φωτιά. «Μ’ανθρώπινα μοιάζουν, αλλά είναι αφύσικα μεγάλα.» Ο Πολ και η ομάδα του είχαν μαζί τους ένα τετράκυκλο όχημα, όμως είχαν πάρει και άλογα, γιατί η αποστολή τους ήταν να ερευνήσουν όλη τη βόρεια παραμεθόριο, εξονυχιστικά. Και καλύτερα ιχνηλατείς και κατοπτεύσεις με την ταχύτητα που κινούνται τα άλογα παρά με την ταχύτητα που κινείται ένα ενεργειακό όχημα. Το όχημα το είχαν ως βάση τους: μια μετακινούμενη, εξάτροχη βάση, με ανιχνευτικά συστήματα (άχρηστα τελείως, όμως, για να εντοπίζουν ίχνη στη γη) και αποθήκες για τρόφιμα και εξοπλισμούς.

«Ανθρώπινα;» είπε ο Πολ, πετώντας το μισοτελειωμένο τσιγάρο του στις φλόγες. «Αλλά αφύσικα μεγάλα; Θα μπορούσαν, δηλαδή, να έγιναν από τα μεταλλικά πόδια του γίγαντα που ψάχνουμε;»

«Θα μπορούσαν.»

«Τι νομίζετε; Έγιναν ή δεν έγιναν;» τους ρώτησε, επίμονα, καθώς εκείνοι κάθονταν πλάι στους άλλους, κοντά στη μεγάλη φωτιά που διέλυε γύρω τους τις πυκνές σκιές του σούρουπου. Μονάχα μια λωρίδα ηλιακού φωτός φαινόταν πλέον στη δύση, και σύντομα θα χανόταν κι αυτή. Το μεγάλο φεγγάρι της Βίηλ ήταν ήδη στον ουρανό, σαν πελώριο μισόκλειστο μάτι.

«Δεν έχουμε ξαναδεί μεταλλικό γίγαντα. Ούτε τα ίχνη του, Πολ.»

Ορισμένοι άλλοι πράκτορες γέλασαν νευρικά.

«Εσύ πρέπει νάσαι ο έξυπνος της παρέας, Μελράνος,» αποκρίθηκε ο Πολ. Και σηκώθηκε από την πέτρα όπου καθόταν. «Πάμε. Θ’ακολουθήσουμε τα ίχνη που βρήκατε, να μάθουμε πού οδηγούν.»

Οι άλλοι πράκτορες ορθώθηκαν ολόγυρά του, κι ο ανιχνευτής που ονομαζόταν Μελράνος – ένας πρασινόδερμος, μαυρομάλλης άντρας με τραχιά μούσια και αλλήθωρο δεξί μάτι – είπε: «Ξέρουμε πού οδηγούν.»

«Σας είπα, αν βρείτε ίχνη, να μην τ’ακολουθήσετε μόνοι σας! Και δε μ’αρέσει να παρακούν τις διαταγές μου.»

«Μπορεί να ήρθες από τη Ρελκάμνια,» του είπε ο Μελράνος, «αλλά εμείς είμαστε εδώ χρόνια. Κάποιοι από εμάς – όπως εγώ – είμαστε, μάλιστα, γηγενείς της Βίηλ.»

«Προσπαθείς να μ’εντυπωσιάσεις, πρασινομούρη;» Τα μάτια του Πολ γυάλισαν άγρια στο φως της φωτιάς. «Δε σε πρόσταξε η μαμά σου να με υπακούς; Ή, μήπως, εσύ δεν είσαι κανονικό παιδί της αλλά μπάσταρδο;» Οι πράκτορες της Παντοκράτειρας έλεγαν, χαριτολογώντας, τη Νίνα Έκγραμμη μαμά τους.

«Πρόσεχε τα λόγια σου, εξωδιαστασιακέ,» μούγκρισε ο Μελράνος, «όσο ακόμα μπορείς να τα προσέχεις.»

«Με συγχωρείς;» Ο Πολ άγγιξε το αφτί του. «Άκουσα καλά; Ήταν αυτό απειλή;»

«Πάρτο όπως–»

Μια γυναίκα – η πράκτορας που ονομαζόταν Ρισκάνα – άρπαξε τον Μελράνος από τον ώμο και τον τράβηξε πίσω. «Αρκετά δεν είπες; Ο Πολ έχει δίκιο, κι από τις δύο απόψεις. Και η μαμά πρόσταξε να τον υπακούμε και είναι λογικό, εξάλλου, να μην ακολουθήσει κανένας τα ίχνη μόνος του.» Ήταν μια γυναίκα με λευκό-ροζ δέρμα, στενά σκοτεινά μάτια, και μακριά μαύρα μαλλιά που ποτέ δεν έδενε και πάντα ήταν μπλεγμένα.

«Μέχρι πού ακολουθήσατε τα ίχνη;» ρώτησε ο Πολ τον άλλο ανιχνευτή, τον σύντροφο του Μελράνος, έναν πράκτορα που ονομαζόταν Άτβος.

«Όχι πολύ μακριά,» αποκρίθηκε εκείνος. «Είδαμε, όμως, ότι οδηγούν στην Καμένη Γη.»

«Ενδιαφέρον,» είπε ο Πολ προς όλους. «Σας εκπλήσσει;» τους ρώτησε. Κι όταν κανένας δεν απάντησε: «Ποιο μέρος είναι καλύτερο για να κρύβει αποστάτες από την Καμένη Γη;»

«Στην Καμένη Γη τίποτα δεν ζει,» μούγκρισε ο Μελράνος.

«Όπως είπα, το καλύτερο μέρος για να κρυφτεί κανείς.»

«Πώς να κρυφτεί όταν δε θα μπορεί να επιβιώσει;» έθεσε το ερώτημα ο Άτβος.

«Ίσως να έχουν βρει κάποιον τρόπο. Όπως βρήκαν και τρόπο να φτιάξουν αυτόν τον μεταλλικό γίγαντα που κινείται σα νάχει ζωή.

»Πάμε τώρα να μάθουμε πού οδηγούν τα ίχνη.» Βάδισε προς το σταματημένο εξάτροχο όχημα, για να πάρει εξοπλισμούς.

Οι πράκτορες της Παντοκράτειρας τον ακολούθησαν.

Από πάνω τους το φεγγάρι της Βίηλ ήταν σκοτεινό από τη μέση και πάνω, κουκουλωμένο σε πυκνή σκιά. Σε αντίθεση με τα φεγγάρια άλλων διαστάσεων, η δική του σκιά δεν ερχόταν πάντα από το πλάι. Κι όταν ήταν όπως τώρα, σαν μισόκλειστο μάτι, οι γηγενείς το θεωρούσαν κακό οιωνό. Τα Δαιμόνια μάς ατενίζουν, έλεγαν. Έτσι, οι πράκτορες της Παντοκράτειρας ήταν λιγάκι νευρικοί απόψε. Εξάλλου, πολλοί απ’αυτούς ήταν γεννημένοι στη Βίηλ, κι οι υπόλοιποι είχαν ζήσει κάμποσα χρόνια εδώ για νάχουν αποκτήσει τις προλήψεις των ντόπιων.

Αφού εξοπλίστηκαν, ο Πολ ρώτησε: «Πόσο μακριά από εδώ είναι τα ίχνη;»

«Πέντε χιλιόμετρα περίπου,» απάντησε ο Άτβος.

«Θα πάμε με το όχημα, επομένως. Αφήστε τ’άλογα δεμένα εδώ.»

«Μπορεί να μας χρειαστούν για να συνεχίσουμε ν’ακολουθούμε τα ίχνη,» είπε ο Μελράνος.

«Δε θα τ’ακολουθήσουμε πολύ μακριά. Θα δούμε μόνο αν εξαφανίζονται κάπου κοντά στις αρχές της Καμένης Γης,» αποκρίθηκε ο Πολ, «ή αν συνεχίζουν στα βάθη της. Κι αν ισχύει η δεύτερη περίπτωση, θα οργανώσουμε ειδική αποστολή.»

Κάθισε ο ίδιος στο τιμόνι του οχήματος, κι αφού οι πράκτορες έκλεισαν τις πόρτες, το ξεκίνησε και το οδήγησε προς τα εκεί που του έδειξαν οι ανιχνευτές. Ο ήλιος είχε, πλέον, χαθεί αλλά ο Πολ είχε ανάψει τους προβολείς για να βλέπει μπροστά του. Το τοπίο ήταν, κατά κύριο λόγο, ανοιχτό, με λίγα σκόρπια δέντρα, τα περισσότερα από τα οποία δεν ήταν ψηλά. Το έδαφος γινόταν ανοδικό και καθοδικό σε ανύποπτα σημεία, γι’αυτό κι έπρεπε κανείς να είναι προσεχτικός. Μεγάλοι βράχοι έμοιαζαν να ξετρυπώνουν απρόσμενα μέσα από τη γη: βράχοι που, αν κανείς δεν τους πρόσεχε, μπορούσαν να προκαλέσουν πρόβλημα ακόμα και σ’ένα μεγάλο, εξάτροχο όχημα σαν ετούτο.

«Από κει,» έδειξε ο Άτβος, καθισμένος πλάι στον Πολ. «Βόρεια.»

Ο Πολ έστριψε. Είχε δει τα μεγάλα ίχνη στο φως των προβολέων, και συνέχιζε τώρα να τα βλέπει. Βαθιές λακκούβες στη γη. Πολύ έντονες. Το παράκανε η Λαμρίτ, σκέφτηκε. Λίγο πιο εμφανή να ήταν τα χνάρια κι οι δικοί μου θα το καταλάβαιναν ότι η όλη ιστορία είναι στημένη.

Ή μάλλον, ας ελπίσουμε ότι δεν το έχουν όντως καταλάβει…

Αλλά, αν το είχαν καταλάβει, κάτι δε θα του έλεγαν; Εκτός αν με υποπτεύονται… Πάντοτε υπήρχε κάποιο ρίσκο σε τέτοιες καταστάσεις.

Το όχημα έφτασε στα όρια της Καμένης Γης, και τα πέρασε. Το τοπίο έγινε ξαφνικά γκρίζο προς κάθε κατεύθυνση, και ξερό. Ούτε ένα χορταράκι δεν φαινόταν να φυτρώνει, πουθενά. Και το έδαφος ήταν ραγισμένο και τραχύ· μακριές, σπαστές χαρακιές εκτείνονταν από δω κι από κει, σαν η γη να ήταν το κατακρεουργημένο σώμα του θύματος κάποιου παρανοϊκού δολοφόνου.

«Μέχρι εδώ,» είπε ο Άτβος. «Δεν πήγαμε παραπέρα.»

Ο Πολ σταμάτησε το όχημα. «Βγαίνουμε,» πρόσταξε, και βγήκε πρώτος, με το σπαθί του στο χέρι.

Οι πράκτορες τον ακολούθησαν χωρίς δισταγμό, κρατώντας κι εκείνοι όπλα. Η Ρισκάνα είπε: «Το ανιχνευτικό μας σύστημα δεν εντοπίζει τίποτα γύρω μας. Ούτε οχήματα ούτε καμια μεγάλη συγκέντρωση ανθρώπων.»

Φυσικά και όχι, σκέφτηκε ο Πολ.

«Αν ήταν αυτός ο γίγαντας εδώ,» είπε ο Μενέλαος, ένας άλλος πράκτορας, καταγόμενος από τη Ρελκάμνια, «θα τον εντόπιζε· δε μπορεί να μην τον πρόσεχε. Θα τον έβλεπε σαν όχημα, σαν μηχάνημα.»

Μην είσαι και τόσο σίγουρος, σκέφτηκε ο Πολ. «Ο σκοπός μας δεν είναι να συναντήσουμε τον γίγαντα. Σίγουρα, θυμάστε τι έπαθαν οι προηγούμενοι που τον συνάντησαν. Ο σκοπός μας είναι να μάθουμε τι σκατά συμβαίνει. Πού κρύβονται οι αποστάτες και πώς φτιάχνουν τέτοια τέρατα.»

Ο Άτβος και ο Μελράνος κοίταζαν τα ίχνη στο έδαφος. «Από δω,» είπε ο πρώτος, δείχνοντας. «Από δω έχει πάει.»

«Σώπα, ρε επιστήμονα,» αποκρίθηκε ο Πολ. Δε χρειαζόταν νάσαι ιχνηλάτης για να δεις πού πήγαιναν αυτές οι τεράστιες λακκούβες στη γκρίζα γη. Πραγματικά, η Λαμρίτ κι ο Δαίδαλος το παράκαναν. Πρέπει να έβαλαν τον Πάνοπλο να χοροπηδά για να κάνει τέτοια σημάδια. «Πάρτε από το όχημα ό,τι πιστεύετε πως χρειάζεστε, και πάμε.»

Δεν ήταν και πολλά αυτά που ήθελαν να πάρουν, έτσι σύντομα άρχισαν ν’ακολουθούν τα μεγάλα ίχνη μέσα στο γκρίζο τοπίο, φωτίζοντας με δυνατούς φακούς που λειτουργούσαν με εστίες.

Μια μεγάλη, κατάμαυρη σκιά δεν άργησε να περάσει από πάνω τους. Μια φτερωτή σκιά.

«Οι Ασώματοι…» είπε ο Μελράνος με κάποιο δέος.

«Δεν έχουν φάει ποτέ κανέναν, απ’ό,τι έχω ακούσει,» είπε ο Πολ.

«Έτσι νομίζεις;»

«Σου έφαγαν κανένα γνωστό σου;»

«Υπάρχουν άνθρωποι που τους έχουν κλέψει την ψυχή!»

Ο Πολ ρουθούνισε. «Και πού την έχουν πάει; Έχουν καμια φωλιά γεμάτη ψυχές; Έχουν οι ψυχές ανταλλακτική αξία;»

«Δε θα γελούσες άμα ήσουν από τη Βίηλ,» του είπε ο Μελράνος.

«Κυκλοφορούν, όντως, πολλές ιστορίες για τους Ασώματους,» είπε η Ρισκάνα, «αλλά κανένας δεν ξέρει ποιες είναι αληθινές και ποιες όχι.»

Ακόμα μια φτερωτή σκιά πέρασε από πάνω τους.

Δεν είναι τα αόρατα πουλιά που πρέπει να φοβάστε, σκέφτηκε ο Πολ. Τον συνέφερε, όμως, που οι Ασώματοι έμοιαζε να τους έχουν τραβήξει την προσοχή. Διευκολύνει τη δουλειά μου και τη δουλειά της Λαμρίτ.

Από τ’αριστερά του άκουσε την Αντιγόνη’σαρ να υποτονθορύζει κάποιο ξόρκι. Ήταν μάγισσα του τάγματος των Ερευνητών, και η μαγεία της λειτουργούσε στη Βίηλ το ίδιο καλά με τη μαγεία των Πεφωτισμένων. Οι Πεφωτισμένοι ήταν που δεν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τη μαγεία τους σε άλλες διαστάσεις, όχι το αντίστροφο.

«Τι ψάχνεις;» ρώτησε ο Πολ την Αντιγόνη.

«Οτιδήποτε ύποπτο,» αποκρίθηκε η μάγισσα ενώ τα μάτια της έμοιαζαν να τον κοιτάζουν και, συγχρόνως, να μην τον κοιτάζουν, καθώς το μυαλό της ήταν απασχολημένο με το ξόρκι της.

Αποκλείεται να διαπεράσει τα προστατευτικά ξόρκια του Δαίδαλου, προσπάθησε να καθησυχάσει τον εαυτό του ο Πολ. Η Λαμρίτ τού είχε υποσχεθεί, όταν – πολύ προσεχτικά – είχαν επικοινωνήσει, ότι ο Δαίδαλος θα έκρυβε τον Πάνοπλο έτσι που τα ανιχνευτικά συστήματα του οχήματος δεν θα τον εντόπιζαν. Κι αυτό είχε βγει αλήθεια, όπως είχε διαπιστώσει ο Πολ. Δε μπορεί ο μάγος να μην έχει προετοιμαστεί και για άλλους μάγους.

Δεν είχαν απομακρυνθεί πολύ από το όχημά τους όταν, μέσα απ’το σκοτάδι, είδαν δύο φωτεινά σημεία να ξεπροβάλλουν, κάπου τρεισήμισι μέτρα πάνω απ’το έδαφος.

Δύο μάτια.

Ξαφνιασμένοι, οι πράκτορες έστρεψαν τους φακούς τους προς τα εκεί, και αντίκρισαν να έρχεται καταπάνω τους, με σταθερά βήματα, ένας άνθρωπος από μέταλλο.

«Από πού πετάχτηκε;» αναφώνησε η Ρισκάνα.

Ο Άτβος και ο Μελράνος πήραν τα τόξα τους στα χέρια και πέρασαν βέλη στις χορδές. Σημάδεψαν και έριξαν, στη στιγμή, αλλά τα βλήματά τους χτύπησαν πάνω στον μεταλλικό γίγαντα χωρίς να τον βλάψουν.

«Πίσω στο όχ–!» έκανε να πει ο Μενέλαος, αλλά τα λόγια του μετατράπηκαν σ’ένα μακρόσυρτο αααααρρχχ καθώς ένα βέλος είχε καρφωθεί ανάμεσα στις ωμοπλάτες του, και ο πράκτορας, παραπατώντας, σωριάστηκε μπρούμυτα στη σκληρή, τραχιά, γκρίζα γη.

Οι υπόλοιποι, γυρίζοντας αιφνιδιασμένοι, είδαν εχθρούς να έρχονται, κάποιοι τοξεύοντάς τους και κάποιοι κραδαίνοντας σπαθιά και τσεκούρια.

Ο Πολ διέκρινε ανάμεσα στους επαναστάτες τη Λαμρίτ, τον Άλτρες, και άλλους που είχε γνωρίσει στο άντρο της Επανάστασης στα υπόγεια σπήλαια της Καμένης Γης.

«Παγίδα!» γρύλισε ο Μελράνος, στρέφοντας τώρα το τόξο του προς τους επαναστάτες και βάλλοντας γρήγορα. Πρώτο βέλος: αστόχησε. Δεύτερο: καρφώθηκε στον μηρό ενός εφορμώντος επαναστάτη.

Ο Πολ, γυρίζοντας απότομα, σπάθισε τον Μελράνος στο πλάι του λαιμού, κόβοντας την καρωτίδα και κάνοντας έναν πίδακα αίματος να τιναχτεί καθώς ο πράκτορας κατέρρεε ξαφνιασμένος και το τόξο έφευγε απ’τα χέρια του.

«Προδότη! Αποστάτη!» σύριξε η Ρισκάνα, καταλαβαίνοντας αμέσως τι είχε γίνει κι επιχειρώντας να καρφώσει τον Πολ με δύο ξιφίδια, ένα σε κάθε γαντοφορεμένο χέρι. Εκείνος τινάχτηκε πίσω και τη σπάθισε στον ώμο, κάνοντάς τη να παραπατήσει αλλά όχι να πέσει. Ένα βέλος καρφώθηκε στα πλευρά της, κι ύστερα οι επαναστάτες ήταν επάνω στους πράκτορες της Παντοκράτειρας και λεπίδες συγκρούονταν με λεπίδες, αίμα τιναζόταν, σώματα έπεφταν στη γη. Ο Πάνοπλος είχε χιμήσει επίσης, και ο Πολ είδε το πόδι του να κλοτσά τον Άτβος στο στήθος, εκτοξεύοντάς τον στον αέρα, δέκα μέτρα παραδίπλα, για να σωριαστεί ακίνητος και, μάλλον, νεκρός, με τα κόκαλά του διαλυμένα.

Ο Πολ είχε βρεθεί χωρίς αντίπαλο, καθώς η Ρισκάνα φαινόταν επίσης νεκρή. Κοίταξε γύρω του, να δει πού τον συνέφερε να επιτεθεί για να βοηθήσει τους επαναστάτες, και συμπέρανε ότι δεν χρειάζονταν τη βοήθειά του. Οι πράκτορες της Παντοκράτειρας, ξαφνιασμένοι και τρομαγμένοι καθώς ήταν, έπεφταν ο ένας μετά τον άλλο.

Η Λαμρίτ ζύγωσε τον Πολ καθώς η συμπλοκή τελείωνε, σκουπίζοντας το αίμα απ’το σπαθί της μ’ένα μαντήλι. «Εσύ,» του είπε, «είσαι αιχμάλωτός μας.» Θηκάρωσε το ξίφος της στη μέση, άρπαξε την τουνίκα του με τα γαντοφορεμένα χέρια της, και κόλλησε τα χείλη της πάνω στα δικά του.

«Πρόμαχε…» είπε ο Πολ, αιφνιδιασμένος. «Δεν είχα καταλάβει ότι με συμπαθούσες τόσο.»

Η Λαμρίτ μειδίασε. «Έχω δει και χειρότερες φάτσες στη ζωή μου.»

«Τις μάσκες του Δάρυλμος;»

Η Λαμρίτ γέλασε.

Γύρω τους η μάχη είχε μόλις λάβει τέλος· οι λεπίδες είχαν πάψει να συγκρούονται, και οι επαναστάτες αποτελείωναν κάποιους ετοιμοθάνατους Παντοκρατορικούς καρφώνοντάς τους στον λαιμό ή στην καρδιά.

Ο Πολ είδε τον Δαίδαλο, τη Φενίλδα, τον Καρτάφες’νορ, και τη Διάττα να έρχονται. Ο Δάρυλμος ο μασκοποιός ήταν μαζί τους, και φώναξε στους επαναστάτες που αποτελείωναν τους Παντοκρατορικούς: «Τι κάνετε εκεί, ρε κόπανοι; Μην τους χαλάσετε τα πρόσωπα! Πώς περιμένετε να τ’αντιγράψω; Καλλιτέχνης είμαι, όχι μάντης!»

«Τι φωνάζεις;» του είπε ο Άλτρες. «Βλέπεις κανέναν να τους κοπανά κατακέφαλα;»

«Τι κάνεις, Πολ;» ρώτησε ο Δαίδαλος, πλησιάζοντας.

«Ζωντανός μέχρι στιγμής, αφεντικό.»

«Όχι κατά τύχη, ελπίζουμε,» τον πείραξε η Φενίλδα, και το αριστερό της μάτι γυάλισε παράξενα στο φως των φακών σαν κάποιο κρυστάλλινο κομμάτι να ήταν παγιδευμένο εντός του.

«Ποτέ κατά τύχη,» αποκρίθηκε ο Πολ. «Γι’αυτό κιόλας δεν μπορώ ν’αργήσω να επιστρέψω στον πολιτισμό.» Ατένισε τον Δάρυλμος. «Πόσο γρήγορα θα μας φτιάξεις τις μάσκες σου, αριστοτέχνη;»

«Πόσες μάσκες;» ρώτησε εκείνος, στρέφοντας το φως του φακού του στα πτώματα των πρακτόρων της Παντοκράτειρας.

«Μία, δύο· όχι περισσότερες. Υποτίθεται πως μας επιτεθήκατε και τρέξαμε να γλιτώσουμε, όσοι από εμάς καταφέραμε να επιβιώσουμε.»

«Δυο μάσκες μπορώ, άνετα, να τις έχω έτοιμες μέχρι τα ξημερώματα.»

«Είσαι μάγος, το ήξερα από την αρχή.»

«Θα πρέπει, όμως,» παρενέβη ο Άλτρες, «να δούμε ποιους μάς συμφέρει καλύτερα να υποδυθούμε. Πρέπει να είναι εύκολο να κάνουμε πως είμαστε αυτοί. Επειδή φοράς τη μούρη κάποιου δεν μεταμορφώνεσαι ξαφνικά και σ’εκείνον.»

«Θα μιλάς για μάσκες κατώτερης ποιότητας, φυσικά…» είπε ο Δάρυλμος.

«Δεν αστειεύομαι τώρα, Δάρυλμος.»

Ο μασκοποιός ένευσε, σοβαρεύοντας. «Ο Πολ θα μας πει. Αυτός ξέρει καλύτερα τους Παντοκρατορικούς.»

«Δεν είχα και τόσο πολύ καιρό για να τους γνωρίσω, τους συγκεκριμένους,» είπε ο Πολ. «Αλλά, αφού είστε από τη Βίηλ, θα είναι, πιστεύω, πιο εύκολο να υποδυθείτε ανθρώπους επίσης από τη Βίηλ. Τον Άτβος και τον Μελράνος.» Έδειξε τους δύο νεκρούς ανιχνευτές.

«Αυτόν εκεί που του έχεις γεμίσει τη μούρη αίμα;» είπε ο Δάρυλμος.

«Έσκισα το λαιμό του,» εξήγησε ο Πολ. «Το πρόσωπο είναι απείραχτο.»

«Κι ο άλλος;…» Ο Δάρυλμος κοίταξε τον δεύτερο ανιχνευτή, που ήταν τιναγμένος μακριά από τα υπόλοιπα πτώματα, από την κλοτσιά του Πάνοπλου.

«Ούτε αυτού το πρόσωπο πρέπει νάχει χαλάσει.»

Η Λαμρίτ είπε στους επαναστάτες να φέρουν τον Άτβος κοντά τους, και δύο απ’αυτούς τον έφεραν, σέρνοντάς τον από τα πόδια. Ο Δάρυλμος στάθηκε από πάνω του και τον κοίταξε, φωτίζοντάς τον με τον φακό του. «Ναι,» είπε. «Μπορώ να τον αντιγράψω.»

«Ξεκίνα λοιπόν,» του είπε ο Πολ. Και προς τους άλλους: «Ποιοι θα τους υποδυθούν;»

«Εγώ τον έναν,» δήλωσε ο Άλτρες.

Ο Πολ τον ατένισε από πάνω ώς κάτω. Κατένευσε. «Θα μπορούσες να είσαι ο Άτβος. Έχετε τον ίδιο δερματικό χρωματισμό.» Λευκοί κι οι δυο τους, με απόχρωση του ροζ. «Ο Μελράνος, όμως, ήταν πρασινόδερμος…» Κοίταξε τους υπόλοιπους επαναστάτες. Το πράσινο δέρμα, αν και πολύ σπάνιο σε άλλες διαστάσεις, δεν ήταν και τόσο σπάνιο στη Βίηλ. Η Λαμρίτ ήταν πρασινόδερμη. Αλλά αυτή, βέβαια, δεν μπορούσε να υποδυθεί τον Μελράνος, και ούτε θα ήταν, ούτως ή άλλως, συνετό η Πρόμαχος να κατεβεί νότια μέσα στο Πριγκιπάτο από τόσο νωρίς.

«Εγώ, μάλλον, θα πρέπει να τον υποδυθώ,» είπε ένας επαναστάτης πλησιάζοντας τον Πολ και τον Άλτρες. Είχε πράσινο δέρμα και– Αλλά τότε ο Πολ συνειδητοποίησε κάτι πολύ βασικό.

«Καλύτερα όχι,» είπε. «Αφήστε τον Μελράνος. Κανένας δεν θα τον υποδυθεί.»

«Γιατί;» ρώτησε ο Άλτρες.

«Το δεξί του μάτι ήταν αλλήθωρο· και δε νομίζω πως ούτε ακόμα κι ο καλλιτέχνης από δω» – έδειξε, με το σαγόνι, τον Δάρυλμος – «μπορεί να φτιάξει αλλήθωρα μάτια.»

«Έχεις δίκιο,» ένευσε ο Άλτρες. «Ευτυχώς που το σκέφτηκες νωρίς.»

«Θα βρούμε έναν άλλο,» είπε ο Πολ κοιτάζοντας τους νεκρούς. Βημάτισε ανάμεσά τους, παρατηρώντας τις όψεις τους, προσπαθώντας να θυμηθεί όσα ήξερε για τον καθένα τους. Ποιον θα ήταν πιο εύκολο να παριστάνουν οι επαναστάτες;

«Θα μπορούσα να υποδυθώ αυτήν, νομίζω,» είπε μια επαναστάτρια, δείχνοντας τη Ρισκάνα.

Ο Πολ στράφηκε να την αντικρίσει. Ποιο ήταν το όνομά της; Δεν θυμόταν, αλλά σίγουρα την είχε ξαναδεί στο άντρο, πολλές φορές. Όντως, μοιάζει με τη Ρισκάνα. Λευκό-ροζ δέρμα· στενά, μαύρα μάτια· μαύρα, μακριά μαλλιά. «Είναι εξωδιαστασιακή. Από τη Ρελκάμνια.»

Η επαναστάτρια ανασήκωσε τους ώμους. «Και λοιπόν; Θα πρέπει να μιλήσω για τη Ρελκάμνια;»

Ο Πολ μόρφασε, σκεπτικός. «Μάλλον όχι,» παραδέχτηκε. «Υποθέτω θα μπορούσες να υποδυθείς τη Ρισκάνα…»

«Ρισκάνα τη λένε;»

«Ναι. Εσύ πώς λέγεσαι; Δε θυμάμαι αν έχω ακούσει τ’όνομά σου.»

«Σιλράτα. Ήμουν στο πηγάδι του άντρου, όταν πρωτοήρθατε εσύ κι οι άλλοι.»

Ο Πολ συνοφρυώθηκε. «Έπαιζες Συλλέκτη μαζί με τη Θελρίτ.»

«Αυτή τη θυμάσαι…» παρατήρησε η Σιλράτα.

«Μου συστήθηκε αργότερα. Εσύ δε μου ξαναμίλησες.»

Εκείνη ανασήκωσε πάλι τους ώμους. «Να την υποδυθώ;» ρώτησε αλλάζοντας θέμα, αναφερόμενη προφανώς τη Ρισκάνα.

«Ναι, αφού νομίζεις ότι μπορείς,» αποκρίθηκε ο Πολ. Και στράφηκε στον Δάρυλμος. «Θα φτιάξεις μια μάσκα βασισμένη στο πρόσωπο αυτής της γυναίκας;» Έδειξε τη νεκρή πράκτορα της Παντοκράτειρας.

«Τι νομίζεις ότι είμαστε; Ερασιτέχνες;»

«Ζητώ ταπεινά συγνώμη από τον καλλιτέχνη.»

«Έτσι μπράβο,» είπε ο Δάρυλμος, πηγαίνοντας να κοιτάξει από κοντά τη Ρισκάνα. «Συνηθισμένη φάτσα,» παρατήρησε. «Τίποτα το ιδιαίτερο.»

40.

Ο Αρκαλόν είχε, από ένα σημείο και μετά, πάψει να της αναφέρει τι γινόταν στην πολιορκία της Χαύδοραλ, και η όψη του ήταν ουδέτερη. Σχεδόν σαν μάσκα, νόμιζε η Βασνίτα. Σαν το πρόσωπό του να μην ήταν παρά ένα σάρκινο προσωπείο που έκρυβε πίσω του άλλα προσωπεία. Ιεράρχης… είχε σκεφτεί η Βασνίτα, αναριγώντας άθελά της. Το δέος της, όμως, γι’αυτούς τους παράξενους ανθρώπους δεν την είχε εμποδίσει απ’το να του ζητήσει να συνεχίσει τη διήγησή του. «Μου έλεγες ότι τα πράγματα πήγαιναν καλά. Σταμάτησαν τώρα να πηγαίνουν καλά;»

«Όχι ακριβώς…» είχε μουρμουρίσει ο Αρκαλόν.

«Τι είναι, τότε;»

«Η πόλη μάλλον είναι δική μας, Πριγκίπισσά μου. Αλλά περίμενε λίγο…»

Η Βασνίτα, καθισμένη σε μια αναπαυτική καρέκλα, σ’ένα εξώστη του κάστρου της Νέλερβικ, είχε υπακούσει, περιμένοντας. Και τελικά ο Αρκαλόν τής είχε πει: «Πήραμε τη Χαύδοραλ, Πριγκίπισσά μου. Είναι δική μας, και ο Πρίγκιπας Αλβάρος φαίνεται να είναι πρόθυμος σύμμαχός μας. Όμως… συνέβησαν και κάποια… άσχημα πράγματα.»

Κι έπειτα, της είχε μιλήσει για τους θανάτους.

Ο Νισμάνος Ενάρμικ, ο Ιερός Μαχητής των Οστών – νεκρός.

Ο Στρατηγός Ναλφίρες Βάθμακ – νεκρός.

Η Αλιζέτ Βάθμακ – νεκρή.

Μα τους Κολοσσούς! η Αλιζέτ νεκρή… Η Βασνίτα κι εκείνη ήταν φίλες από χρόνια· η καινούργια Πριγκίπισσα του Νέλερβικ αισθανόταν σαν ένα ζωτικό όργανο να είχε ξεριζωθεί από μέσα της: ένα μέρος της καρδιάς της.

Ο Ραφέλνες θα είναι απαρηγόρητος, κι εξοργισμένος. Προσευχήθηκε οι Κολοσσοί να του έδιναν τη σοφία τους και την αντοχή τους.

Καθώς οι ώρες περνούσαν η Βασνίτα καθόταν στην καρέκλα της ακίνητη, ατενίζοντας τον ορίζοντα και τα νερά του ποταμού. Όταν μια από τις υπηρέτριές της ήρθε να ρωτήσει μήπως η Πριγκίπισσα θα ήθελε κάτι, εκείνη την έδιωξε χωρίς να της μιλήσει, με μονάχα μια χειρονομία. Το βράδυ είχε τώρα έρθει, κι ακόμα η Βασνίτα καθόταν στον εξώστη. Ο Αρκαλόν ήταν καθισμένος δίπλα της, και δεν είχε πει τίποτ’άλλο αφότου της ανέφερε τα πάντα που είχαν συμβεί στη Χαύδοραλ. Κατανοούσε την κατάσταση στην οποία η Βασνίτα βρισκόταν.

Μεγάλοι Κολοσσοί… η Αλιζέτ νεκρή…

Η Αλιζέτ νεκρή…

Αυτή η σκέψη γυρόφερνε, στην αρχή, συνεχώς μέσα στο μυαλό της, καθώς και πώς πρέπει να αισθανόταν ο Ραφέλνες για την απώλεια της γυναίκας του. Την αγαπούσε πολύ την Αλιζέτ. Μ’εμένα, ό,τι είχαμε κάνει δεν ήταν παρά ένα ερωτικό παιχνίδι· αλλά την Αλιζέτ την αγαπούσε βαθιά… Η Βασνίτα είχε δει κάποιες φορές τον Ραφέλνες εξοργισμένο, και τώρα δεν ήθελε ούτε καν να φανταστεί πώς θα ήταν η όψη του.

Όταν η δηλητηριώδης ομίχλη αυτών των σκέψεων παραμέρισε απ’το μυαλό της, η Βασνίτα σκέφτηκε κι άλλα πράγματα. Το Πριγκιπάτο Νέλερβικ είχε ζημιωθεί βαριά απ’αυτή την καταραμένη πολιορκία. Είχε χάσει τον έναν από τους δύο Ιερούς Μαχητές του. Είχε χάσει τον Στρατηγό Ναλφίρες Βάθμακ. Είχε χάσει τόσους πολεμιστές από τον βομβαρδισμό…

Η Βασνίτα στράφηκε στον Αρκαλόν. «Πόσους μαχητές χάσαμε από τον βομβαρδισμό;»

«Αρκετούς,» αποκρίθηκε εκείνος, «αλλά, ευτυχώς, όχι τόσους πολλούς.»

«Έχει γίνει καταμέτρηση;»

«Ακόμα βρίσκουν νεκρούς μέσα στα συντρίμμια.»

Η Βασνίτα αναστέναξε, αγγίζοντας το μέτωπό της και συνειδητοποιώντας ότι ήταν ιδρωμένη παρά τη βραδινή ψύχρα. «Πήρα το Πριγκιπάτο στα χέρια μου και σχεδόν το κατέστρεψα…» Γέλασε: πικρά, θλιμμένα.

«Δε φταις εσύ, Βασνίτα.» Πρώτη φορά την έλεγε Βασνίτα· συνήθως την αποκαλούσε Πριγκίπισσά μου. «Κανένας δεν είχε προβλέψει αυτό που συνέβη.»

Η Βασνίτα πήρε μια βαθιά ανάσα. Έβγαλε ένα τσιγάρο και το άναψε. «Τι θα πω στους ευγενείς μου;…» μουρμούρισε χωρίς ν’απευθύνεται συγκεκριμένα στον Αρκαλόν, κοιτάζοντας τον ποταμό, πέρα απ’το κάστρο, πέρα απ’την πρωτεύουσα του Πριγκιπάτου.

«Οι ευγενείς σου, αναμφίβολα, καταλάβαιναν ότι έστειλαν τους ανθρώπους τους να πολεμήσουν,» είπε ο Αρκαλόν, «όχι να πάνε περίπατο.»

Η Βασνίτα στράφηκε να τον αντικρίσει. «Τι ξέρεις εσύ, Αρκαλόν; Δεν είσαι καν από εδώ, από τη Βίηλ!» Ήταν απότομος ο τρόπος της. Κι αμέσως μετά, σκέφτηκε ότι δεν ήταν σωστό που του είχε μιλήσει έτσι, αλλά είχε παρασυρθεί από τη δηλητηριώδη θύελλα που κλυδώνιζε την ψυχή και τις σκέψεις της.

«Ναι, δεν είμαι από τη Βίηλ,» παραδέχτηκε ο Αρκαλόν, «αλλά στη Νόρχακ ήμουν, κάποτε, Καθοδηγητής του Έπαρχου Νολμάκνο της Σάρανματ.»

«Τι θα πει ‘καθοδηγητής’; Και τι θα πει ‘έπαρχος’;»

«Θεώρησε ότι ήμουν ο βασικότερος σύμβουλος του άρχοντα μιας όχι και τόσο μικρής περιοχής. Ξέρω τι σημαίνει πολιτική.»

«Και νομίζεις πως αυτό που έγινε δεν είναι σοβαρό;»

«Φυσικά και είναι· αλλά, στον πόλεμο, συμβαίνουν και απρόοπτα πράγματα. Δε μπορείς να το ελέγξεις.»

Η Βασνίτα κούνησε το κεφάλι, δυσανασχετώντας, ενώ φυσούσε καπνό. Ρώτησε: «Αφού ήσουν σύμβουλος ενός άρχοντα στη Νόρχακ, γιατί έφυγες από εκεί και ήρθες εδώ; Τόσο σημαντικός είναι για σένα ο Τάμπριελ;»

«Ο Τάμπριελ είναι ο Μέγας Ιεράρχης, και ο Μέγας Ιεράρχης είναι ο Τάμπριελ. Η θέλησή του είναι δική μου. Ούτως ή άλλως, δεν υπάρχουν πλέον Καθοδηγητές ύστερα από τη διάλυση της Ηνωμένης Γης της Κοινωνίας.»

Η Βασνίτα δεν ήξερε τίποτα για όλ’αυτά, και δεν την ενδιέφεραν. Ειδικά τώρα. Είχε άλλα στο μυαλό της. Έστρεψε πάλι το βλέμμα της στον ποταμό. Πώς θα αντιδρούσαν οι Βάθμακ όταν μάθαιναν για τον θάνατο της Αλιζέτ και του Ναλφίρες; Πώς θα αντιδρούσε, πιο συγκεκριμένα, η Νιρλέτα Βάθμακ, που ήταν αδελφή του Ναλφίρες; Δεδομένου του χαρακτήρα της, θα ξεσήκωνε θύελλα ολόκληρη. Μεγάλοι Κολοσσοί, σώστε με…

Η Βασνίτα ήταν, γενικά, συμπαθής ανάμεσα στους αριστοκράτες του Νέλερβικ, μα δεν ήξερε αν θα εξακολουθούσε να είναι συμπαθής ύστερα απ’αυτά τα γεγονότα. Δύο ευγενείς είναι νεκροί. Δύο σημαντικοί ευγενείς. Και ένας Ιερός Μαχητής των Οστών. Οι αριστοκράτες της θα έλεγαν ότι η καινούργια τους Πριγκίπισσα τούς είχε οδηγήσει σε καταστροφή.

Η Βασνίτα είχε διαβάσει πολύ στη ζωή της. Ως συγγραφέας κι η ίδια, είχε καταβροχθίσει πολλά βιβλία. Καμία συμβουλή κανενός βιβλίου, όμως, δεν νόμιζε ότι μπορούσε να τη βοηθήσει τώρα.

Έχεις πανικοβληθεί, είπε στον εαυτό της. Πρέπει να ηρεμήσεις.

Ο Αρκαλόν έχει, εν μέρει, δίκιο. Οι ευγενείς το ήξεραν ότι στέλνουν ανθρώπους τους στον πόλεμο. Ήξεραν ότι θα υπάρξουν απώλειες.

Η Βασνίτα, όμως, φοβόταν ότι τώρα ίσως να απαιτούσαν να αποφυλακιστεί η Κισβέτα ώστε να καθίσει πάλι στον Θρόνο του Νέλερβικ… Αλλά, ύστερα από αυτές τις επιθέσεις εναντίον των Παντοκρατορικών, τι θα έκανε η Παντοκράτειρα στο Πριγκιπάτο Νέλερβικ, ακόμα κι αν η Κισβέτα διοικούσε ξανά; Οι πολεμιστές μας ήταν που έδιωξαν τις δυνάμεις της από το Χαύδοραλ, που σκότωσαν τόσους μαχητές της…

Μη σκέφτεσαι τώρα έτσι, Βασνίτα! Ο σκοπός είναι να απελευθερωθούμε από την Παντοκράτειρα. Αυτός δεν ήταν, από την αρχή; Νόμιζες ποτέ ότι ο δρόμος θα ήταν εύκολος;

«Πριγκίπισσά μου…» Η φωνή του Αρκαλόν.

«Τι;» Η Βασνίτα τον ατένισε πάλι.

«Θα φέρουν αύριο τους νεκρούς, για να κηδευτούν στη Νέλερβικ.»

Η Βασνίτα συνοφρυώθηκε. «Τόσο γρήγορα;»

«Με ελικόπτερο.»

«Δε μπορεί να χωράνε όλοι οι νεκροί σε ελικόπτερο, Αρκαλόν.»

«Χωράνε η Αλιζέτ, ο Ναλφίρες, και ο Νισμάνος. Αυτούς θα φέρουν. Τους άλλους θα τους συγκεντρώσουν και θα τους φέρουν με πλοίο, αργότερα.»

Η Βασνίτα ξεροκατάπιε. Το τσιγάρο της είχε τελειώσει. Το πέταξε από την άκρη του εξώστη, βλέποντας την καύτρα να εξαφανίζεται μέσα στη νύχτα. «Και θέλουν να ετοιμαστούμε;»

«Ναι. Μαζί με τους νεκρούς θα έρθουν η Κελρίτ Βόρτεμαχ, που είναι τραυματισμένη–»

«Τραυματισμένη;»

«Πέτρες πλάκωσαν το πόδι της, και έχει σπάσει. Θα έρθουν η Κελρίτ, ο Τάμπριελ, η Αλιζέτ, η Ανταρλίδα, ο Ραφέλνες, ο Όρνιφιμ, και ο Ζίρτελον. Ο Πρόμαχος Άτβος θα παραμείνει στη Χαύδοραλ, για να κρατά την κατάσταση υπό έλεγχο και για να βοηθήσει την πόλη όπως μπορεί. Μαζί του θα είναι η Ιλρίνα’νορ· κι επίσης η Ράιλμεχ, για να έχουμε επικοινωνία.»

Ο Ραφέλνες… Θα είναι, άραγε, οργισμένος μαζί μου ο Ραφέλνες, τώρα που η Αλιζέτ σκοτώθηκε; Η Βασνίτα αναστέναξε. «Ας κάνουμε, λοιπόν, ό,τι προετοιμασίες μπορούμε…» Πιάνοντας το ραβδί της σηκώθηκε απ’την καρέκλα. Τα πλευρά της ακόμα την πέθαιναν στον πόνο. Ακόμα, ύστερα από οχτώ μέρες. Νόμιζε πως θα την πονούσαν για πάντα, αν και οι θεραπευτές τής έλεγαν ότι δεν θ’αργούσε να γίνει καλά, και δεν έπρεπε ν’ανησυχεί.

Ο Αρκαλόν, παρότι επίσης τραυματισμένος, σηκώθηκε από τη δική του καρέκλα χωρίς τη βοήθεια ραβδιού και χωρίς φανερή δυσκολία. Της έμοιαζε ότι είχε πλέον θεραπευτεί. Πρέπει το τραύμα του να ήταν πιο ελαφρύ απ’το δικό μου. Ή ίσως εγώ να είμαι αδύναμης κράσης…

«Θέλεις βοήθεια;» τη ρώτησε.

«Όχι,» αποκρίθηκε η Βασνίτα, πηγαίνοντας προς την πόρτα που οδηγούσε στο εσωτερικό του κάστρου. Είχε βαρεθεί να τη βοηθάνε για να σηκώνεται και να κάθεται και να βαδίζει. Δεν είμαι ανάπηρη, μα τα Δαιμόνια! απλώς λιγάκι χτυπημένη.

Λιγάκι… Ένα ολόκληρο βέλος βαλλίστρας είχε χωθεί μέσα της. Τέλος πάντων, σκέφτηκε, μπαίνοντας στο κάστρο και τώρα συνειδητοποιώντας πόσο κρύο ήταν έξω, επειδή μέσα η διαφορά θερμοκρασίας ήταν αισθητή.

Κατεβαίνοντας στην Αίθουσα του Θρόνου, μαζί με τον Αρκαλόν, είδε μια υπηρέτρια να στέκεται κοντά στην κολόνα που ήταν λαξεμένη έτσι ώστε ν’απεικονίζει τη μορφή της Βάσνιλατ, μιας παλιάς ηρωίδας του Πριγκιπάτου, Ιερής Μαχήτριας των Οστών. Στο χέρι της η νεαρή υπηρέτρια κρατούσε μια κούπα με κάποιο ποτό, και μιλούσε – γελώντας κάπου-κάπου – μ’έναν άντρα ο οποίος κρατούσε μια παρόμοια κούπα. Η Βασνίτα θυμόταν πως η κοπέλα λεγόταν Ρισάββα· ο άντρας πρέπει να ήταν ένας από τους επαναστάτες που είχε αφήσει εδώ ο Πρόμαχος Άτβος (δεν ήταν ντυμένος σαν τους φρουρούς του κάστρου, παρότι είχε ένα σπαθί θηκαρωμένο στην πλάτη του), αλλά η καινούργια Πριγκίπισσα δεν ήξερε το όνομά του.

«Ρισάββα!»

Η υπηρέτρια τινάχτηκε, ξαφνιασμένη. «Υψηλοτάτη,» είπε κάνοντας μια βιαστική υπόκλιση, και χύνοντας λίγο απ’το ποτό στα δάχτυλά της. Κρασί, παρατήρησε η Βασνίτα.

«Πού είναι ο Υπασπιστής;»

«Ο Άρχοντας Νολτράκος;»

«Έχουμε κι άλλο Υπασπιστή στο κάστρο;»

«Φυσικά και όχι, Πριγκίπισσά μου. Είναι– μάλλον είναι στα δωμάτιά του. Να τον ειδοποιήσω;»

«Ναι. Αμέσως. Τον θέλω επειγόντως. Κι άφησε αυτό το ποτό από τα χέρια σου.»

«Μάλιστα, Υψηλοτάτη.» Η υπηρέτρια άφησε την κούπα σ’ένα τραπεζάκι και πλησίασε τον επικοινωνιακό δίαυλο σε μια άκρη της αίθουσας.

Ο επαναστάτης με τον οποίο, πριν από λίγο, μιλούσε δεν είπε τίποτα. Ήπιε μονάχα μια γουλιά απ’το ποτό του, παρατηρώντας τη Βασνίτα καθώς εκείνη πήγαινε να καθίσει στον Θρόνο του Νέλερβικ. Ο Αρκαλόν την ακολούθησε.

Η Ρισάββα άφησε τον δίαυλο και πλησίασε τη Βασνίτα, περνώντας ανάμεσα από τις τέσσερις κολόνες-αγάλματα της αίθουσας. «Δεν είναι εκεί, Πριγκίπισσά μου.»

«Βρες τον, τότε. Πάρε κι άλλους μαζί σου αν θέλεις. Πρέπει να του μιλήσω.»

Η υπηρέτρια έφυγε, σχεδόν τρέχοντας.

Η Βασνίτα έβγαλε ένα μαντήλι και σκούπισε τον ιδρώτα στο πρόσωπό της. Με κάθε ημέρα που περνούσε, της άρεσε ολοένα και λιγότερο να είναι Πριγκίπισσα του Νέλερβικ. Στα μάτια των φρουρών της αίθουσας μπορούσε να δει απορία να καθρεπτίζεται, καθώς και στα μάτια του επαναστάτη. Αναμφίβολα, αναρωτιόνταν τι την είχε ταράξει μες στο βράδυ.

Ο Νολτράκος Κάρθελακ δεν άργησε να έρθει, ακολουθούμενος από τη Ρισάββα. Ήταν ένας άντρας μετρίου αναστήματος με γαλανό δέρμα και πορφυρά μαλλιά. Τώρα ήταν ντυμένος με καφέ παντελόνι και μαύρο μακρύ πανωφόρι πάνω από λευκό πουκάμισο. Οι Κάρθελακ ήταν Υψηλός Οίκος, και η Βασνίτα τα είχε καλά μαζί τους. Ο Νολτράκος, που παλιότερα ήταν εραστής της, είχε αρκετές ιδέες που ταίριαζαν με τις δικές της, γι’αυτό κιόλας του είχε αναθέσει τα καθήκοντα Υπασπιστή. Ήθελε κάποιον που να μπορεί να εμπιστεύεται. Τον Υπασπιστή της Κισβέτα τον είχε καθαιρέσει, γιατί ήταν υπέρ των Παντοκρατορικών και δεν τον συμπαθούσε· ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που έγλειφαν τους πάντες (και τα πάντα) για να γλιστρήσουν σε οποιοδήποτε αξίωμα ή κοινωνική θέση. Τον έλεγαν Βανθάρος και ήταν από τον Χαμηλό Οίκο των Μάρτενθαχ. Μονάχα ο γλοιώδης τρόπος του ήταν που τον είχε οδηγήσει στο αξίωμα του Υπασπιστή, επειδή άρεσε στην ξαδέλφη της Βασνίτα να έχει κάτι τέτοια υποκείμενα γύρω της. Η Κισβέτα είχε καθαιρέσει τον Υπασπιστή του πατέρα της γιατί, λέει, ήταν γέρος και όφειλε να παραχωρήσει τη θέση του σε κάποιον νεότερο, με περισσότερες δυνάμεις. Πράγματι, ο Κασμάρες ήταν γέρος, αλλά ήταν και σοφός, νόμιζε η Βασνίτα. Του είχε ζητήσει να επιστρέψει στο αξίωμα του Υπασπιστή, όμως εκείνος, έχοντας αποποιηθεί κάθε πολιτική θέση από τότε που τον καθαίρεσε η Κισβέτα, είχε αρνηθεί. Επομένως, η Βασνίτα είχε επιλέξει τον άνθρωπο που τώρα στεκόταν εμπρός της.

«Τι συμβαίνει, Πριγκίπισσά μου;» ρώτησε ο Νολτράκος Κάρθελακ.

Η Βασνίτα κατέβηκε απ’τον θρόνο στηριζόμενη στο ραβδί της. «Πάμε να μιλήσουμε,» του είπε. Και οδήγησε εκείνον και τον Αρκαλόν στο γραφείο της, το οποίο δεν ήταν μακριά από την Αίθουσα του Θρόνου.

Αφού κάθισαν, είπε στον Νολτράκος τι είχε συμβεί στη Χαύδοραλ, καθώς και ότι θα έφερναν αύριο, με ελικόπτερο, τους τρεις νεκρούς. «Τι προτείνεις να κάνω με τους Βάθμακ;» τον ρώτησε, καθισμένη πίσω απ’το μεγάλο ξύλινο γραφείο και νιώθοντας τους επιδέσμους στα πλευρά της να τη σφίγγουν, ξαφνικά, τόσο που δεν μπορούσε ν’αναπνεύσει. Ήθελε να γδυθεί και να τους λύσει αλλά, φυσικά, δεν το έκανε.

Η όψη του Νολτράκος ήταν σκεπτική. «Σίγουρα, αυτό θα τους αναστατώσει πολύ, Βασνίτα… Μην τους το πεις τελευταία στιγμή, όμως. Δε νομίζω ότι θα τους αρέσει.»

«Το ίδιο σκέφτηκα κι εγώ: να τους το πω απόψε.»

«Δεν είναι ό,τι καλύτερο αλλά πρέπει να γίνει. Θέλεις να το κάνω εγώ;»

Η Βασνίτα άγγιξε το σαγόνι της, έσμιξε τα χείλη. Ναι. Κάνε το εσύ. Κάνε το, πάρτο από πάνω μου. «Όχι. Θα ήταν δειλό από μέρους μου. Θα τους μιλήσω η ίδια. Κάλεσέ τους, όμως, Ζήτησέ τους να έρθουν στο κάστρο.»

Ο Νολτράκος σηκώθηκε απ’την καρέκλα του. «Θα γίνει,» είπε. Κι άγγιξε, για μια στιγμή, το χέρι της πάνω στο γραφείο. «Και μην ανησυχείς, Βασνίτα. Ξέρουμε όλοι ότι θες μόνο το καλό αυτού του Πριγκιπάτου και τίποτε άλλο.» Ύστερα έφυγε απ’το δωμάτιο, αφήνοντάς τη μόνη με τον Αρκαλόν.

Η Βασνίτα αναστέναξε. Ο Νολτράκος πάντοτε ήταν πολύ γλυκός στα λόγια. Αλλά τα γλυκά λόγια δεν είναι η πραγματικότητα… Τότε μου είχαν φανεί μεγάλη υπόθεση, όμως… Την περίοδο που ήταν εραστής της, η Βασνίτα είχε γράψει τον Λόγο που Ξυπνά τους Κολοσσούς κι Εξορίζει τα Δαιμόνια, ένα φιλοσοφικοπολιτικό σύγγραμμα που είχε γίνει αρκετά δημοφιλές ανάμεσα στους αριστοκράτες ολόκληρης της Βίηλ.

Τι βιβλίο θα γράψω τώρα, ύστερα απ’όλα τούτα; Τα Δαιμόνια Βρίσκουν Λαβές στις Ψυχές των Πριγκίπων;

41.

Η Νιρλέτα και αρκετοί από τους συγγενείς της δεν άργησαν να συγκεντρωθούν στο κάστρο της Νέλερβικ και στην Αίθουσα του Θρόνου· κι από τα πρόσωπά τους φαινόταν πως υποψιάζονταν ότι αυτό που είχε να τους πει η καινούργια Πριγκίπισσα θα είχε σχέση με τον πόλεμο στο Χαύδοραλ, και δεν θα ήταν τίποτα το καλό.

Η Βασνίτα δεν δίστασε· τους μίλησε ξεκάθαρα. Ήταν, νόμιζε, το καλύτερο που μπορούσε να κάνει, στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τους είπε ότι η πόλη της Χαύδοραλ είχε κατακτηθεί πολύ γρήγορα, τα πάντα είχαν πάει καλά, αλλά προς το τέλος κάτι τραγικό είχε συμβεί. Φεύγοντας, η Επόπτρια είχε πετάξει εκρηκτικά από το ελικόπτερό της… και είχαν υπάρξει νεκροί.

Η αναταραχή στην αίθουσα ήταν μεγάλη. Οι Βάθμακ άρχισαν, ξαφνικά, να μιλάνε όλοι μαζί. «Το είπα!» φώναξε η Νιρλέτα. «Το είπα! Αν στραφούμε εναντίον της Παντοκράτειρας θα καταστραφούμε!»

«Κανένας δεν έχει ‘καταστραφεί’, Αρχόντισσά μου,» της είπε ο Νολτράκος, που στεκόταν πλάι στο θρόνο της Βασνίτα. «Καταλαβαίνω την οργή σας, αλλά–»

«Τι θα μας πεις;» τον διέκοψε ένας άλλος Βάθμακ. «Δύο δικοί μας άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους σήμερα! Πόσοι Κάρθελακ σκοτώθηκαν; Κανένας, υποθέτω, μα τα Δαιμόνια!»

«Δειλοί πάντα,» μούγκρισε μια άλλη Βάθμακ.

Κι ένας τρίτος, προσβλητικά: «Οι Βάθμακ ανέκαθεν ήταν πολεμιστές· οι Κάρθελακ σταβλίτες!»

«Δε θ’ακούσω άλλες προσβολές κατά του Οίκου του Υπασπιστή μου!» φώναξε η Βασνίτα, φουρκισμένη, σφίγγοντας το ραβδί της μέσα στα χέρια της καθώς ήταν καθισμένη στον θρόνο, νιώθοντας τους επιδέσμους γύρω απ’τα πλευρά της να την πνίγουν, να της κόβουν την αναπνοή. «Οι Κάρθελακ είναι Υψηλός Οίκος σαν τον δικό σας! Αν θέλετε να προσβάλετε κάποιον, προσβάλετε εμένα. Εγώ είμαι η Πριγκίπισσά σας.»

«Αφού σου έδωσαν τον θρόνο,» άκουσε κάποιον (δεν ήταν βέβαιη ποιον) να μουρμουρίζει πίσω από τους Βάθμακ που στέκονταν πρώτοι.

Τον αγνόησε. «Έγινε μάχη,» τους είπε, καθώς οι φωνές τους κόπαζαν λιγάκι. «Πολλοί σκοτώθηκαν. Λυπάμαι. Το ξέρετε ότι η Αλιζέτ ήταν καλή μου φίλη. Νομίζετε ότι εγώ δεν λυπήθηκα για τον θάνατό της;» Αισθάνθηκε ένα δάκρυ να κυλά στο μάγουλό της, και το σκούπισε αμέσως με το μαντήλι της· η Πριγκίπισσα του Νέλερβικ δεν μπορούσε να κλαίει όποτε της ερχόταν. «Και ο Ναλφίρες ήταν ο καλύτερος Στρατηγός που είχε ποτέ το Νέλερβικ. Τον εκτιμούσα απεριόριστα.»

Οι Βάθμακ κουνούσαν τώρα τα κεφάλια τους καταφατικά και μουρμούριζαν. Η Βασνίτα άκουσε κάποια να λέει: «Εξαιρετικός άνθρωπος»· κάποιον άλλο: «Ο καλύτερος Στρατηγός, σίγουρα»· κι έναν τρίτο: «Αληθινός γόνος των Αρχαίων Κολοσσών».

«Με μεγάλη μου λύπη σάς μεταφέρω τούτα τα νέα,» είπε η Βασνίτα. «Και σας κάλεσα απόψε επειδή αύριο θα έχετε τους νεκρούς σας κοντά σας. Πρόσταξα να τους φέρουν όσο το δυνατόν πιο γρήγορα.» Δεν ήταν αλήθεια, δεν το είχε προστάξει· αλλά το ψέμα ήταν αθώο, και θα την εξυπηρετούσε, πίστευε. «Θα έρθουν με ελικόπτερο από τη Χαύδοραλ, το πρωί. Θα κηδευτούν ως ήρωες του Πριγκιπάτου.»

Αυτό φάνηκε να ικανοποιεί τους Βάθμακ, αλλά οι όψεις τους εξακολουθούσαν να είναι οργισμένες. Ειδικά της Νιρλέτα.

«Να κατηγορείτε τους ανθρώπους της Παντοκράτειρας γι’αυτό που συνέβη,» τους είπε ο Νολτράκος, «τους πρώην δυνάστες μας, όχι την Πριγκίπισσα, που θέλει μονάχα το καλό του Νέλερβικ.»

Οι απαντήσεις των Βάθμακ δεν ήταν καθόλου σωστές προς τον Υπασπιστή, νόμιζε η Βασνίτα:

«Ησυχία εσύ!»

«Κλείσ’τα σαγόνια σου, σταβλίτη!»

«…δειλέ!»

Τον έλεγαν σταβλίτη επειδή οι Κάρθελακ ήταν γνωστοί για τους στάβλους τους. Η συμπεριφορά των Βάθμακ ήταν απαράδεκτη. Μπορούν μονάχα να δικαιολογηθούν εξαιτίας αυτού που συνέβη, σκέφτηκε η Βασνίτα, και δεν τους επέπληξε όπως, κανονικά, θα όφειλε.

Γυρίζοντας να κοιτάξει τον Νολτράκος πλάι της, του είπε σιγανά: «Μην τους δίνεις σημασία· είναι αναστατωμένοι.»

Εκείνος ένευσε, αν και η όψη του έλεγε ξεκάθαρα πως δεν τους συγχωρούσε για τέτοιες προσβολές κατά του Οίκου του.

42.

Η Ρισάββα βάδιζε βιαστικά μέσα στους νυχτερινούς διαδρόμους του κάστρου, πηγαίνοντας από εκεί που δεν είχε και πολλά φώτα. Πίσω της, μια σκιά την ακολουθούσε, μα εκείνη δεν το είχε προσέξει. Νόμιζε πως κανένας δεν την είχε δει να φεύγει από την Αίθουσα του Θρόνου: νόμιζε πως όλοι τους ήταν πολύ απασχολημένοι, ακόμα κι οι φρουροί, ακόμα κι αυτός ο περίεργος άντρας, ο Αρκαλόν, που όλοι έλεγαν ότι ήταν υπηρέτης του παράξενου κοκκινόδερμου, λευκομάλλη μάγου, του Τάμπριελ.

Η Ρισάββα ζύγωσε έναν επικοινωνιακό δίαυλο που χρησιμοποιούσαν οι υπηρέτες. Βρισκόταν στο κέντρο μιας μικρής αίθουσας με περισσότερα έπιπλα και πράγματα απ’ό,τι θα έπρεπε κανονικά να έχει στο εσωτερικό της. Ο χώρος ήταν στριμωγμένος. Ευτυχώς, κανένας άλλος υπηρέτης δεν ήταν εδώ τέτοια ώρα. Η Ρισάββα έπιασε το ακουστικό του διαύλου και το έφερε στο αφτί της. Τον ενεργοποίησε και πάτησε ένα κουμπί.

Περίμενε, δαγκώνοντας το χείλος της, ρίχνοντας κλεφτές ματιές πάνω απ’τον ώμο της. (Δεν πρόσεξε, όμως, αυτόν που την παρακολουθούσε κρυμμένος στο σκοτάδι.)

Ο άνθρωπος τον οποίο είχε καλέσει της απάντησε από την άλλη άκρη της γραμμής. «Πρέπει να σας μιλήσω, Άρχοντά μου,» του είπε εκείνη, ψιθυριστά. «Πολύ σημαντικό.»

Παίρνοντας την αναμενόμενη απάντηση, έφυγε απ’τη μικρή αίθουσα και πήγε προς έναν ανελκυστήρα. (Η σκιερή φιγούρα πίσω της την ακολούθησε ξανά.) Μπήκε και πάτησε το κουμπί για τον πρώτο όροφο.

(Αυτός που την ακολουθούσε έτρεξε στις σκάλες.)

Η Ρισάββα βγήκε απ’τον ανελκυστήρα και διέσχισε έναν διάδρομο χωρίς να βιάζεται. Χαιρέτησε έναν φρουρό που στεκόταν σε μια γωνία, κλείνοντάς του το μάτι. Εκείνος τής χαμογέλασε. Η Ρισάββα άνοιξε μια πόρτα και μπήκε σ’έναν πυργίσκο του κάστρου, στο πλάι του Κεντρικού Οικήματος. Έκλεισε πίσω της κι ανέβηκε την παλιά, πέτρινη, στριφτή σκάλα. Χώθηκε σ’ένα άνοιγμα και βρέθηκε σ’ένα σκοτεινό δωμάτιο που δεν φωτιζόταν από ενεργειακή λάμπα. Η Ρισάββα άναψε ένα κερί και, καθίζοντας στον παλιό ξύλινο πάγκο, περίμενε. Πλάι της ήταν ένα στενό παράθυρο χωρίς τζάμι, απ’όπου φαίνονταν τα περίχωρα βόρεια της Νέλερβικ.

Μετά από λίγο άκουσε βήματα στα σκαλοπάτια. Αυτός θα ήταν. Κανένας άλλος δεν θα ερχόταν εδώ τέτοια ώρα. Ο πύργος χρησίμευε μόνο ως περιστερώνας, κι ο περιστερώνας ήταν στην κορυφή.

Ο Άρχοντας Θαλράνος Κάλνεραχ, ο σύζυγος της Πριγκίπ– Αρχόντισσας Κισβέτα Κάλνεραχ, σκύβοντας για να περάσει τη χαμηλή είσοδο, μπήκε στο μικρό δωμάτιο και κάθισε πλάι στη Ρισάββα. Ήταν ντυμένος βιαστικά.

«Τι έχεις να μου πεις;» τη ρώτησε.

«Οι Βάθμακ ήταν εδώ, Άρχοντά μου. Η Βασνίτα τούς είπε τι έγινε στη Χαύδοραλ. Σκοτώθηκε ο Στρατηγός, Άρχοντά μου, κι η Αλιζέτ Βάθμακ, και ο Νισμάνος ο Ιερός Μαχητής επίσης…»

Αφού του είπε όλα όσα είχε ακούσει, τον ρώτησε: «Είναι ευχαριστημένος ο Άρχοντάς μου;» γιατί τον είδε νάναι αμίλητος.

Ο Θαλράνος αγνόησε την ερώτησή της. «Είπες ότι ο Τάμπριελ θα έρθει μαζί με τους νεκρούς;»

«Ναι, Άρχοντά μου, έτσι είπε η Βασνίτα.»

«Έκανες καλή δουλειά.» Ο Θαλράνος έβγαλε ένα χαρτονόμισμα από τα ρούχα του και της το έδωσε.

Η Ρισάββα το κοίταξε στο φως του κεριού. Είκοσι-πέντε αργύρια! Χαμογέλασε. Δε μπορούσε να καταλάβει γιατί αυτά τα χαρτάκια είχαν αξία αλλά όλοι στην αγορά τα δέχονταν σαν να ήταν ασήμι· κι άμα πήγαινες σε τραπεζίτη, μπορούσε να σου δώσει είκοσι-πέντε αργύρια μετρημένα ένα-ένα αν ήθελες.

«Ευχαριστώ, Άρχοντά μου!»

Ο Θαλράνος έβαλε το δάχτυλό του μπροστά στα χείλη του. «Απόψε δεν μιλήσαμε. Ούτε έχουμε ξαναμιλήσει.»

«Φυσικά, Άρχοντά μου.»

Ο Θαλράνος σηκώθηκε από τον ξύλινο πάγκο και έφυγε.

Η Ρισάββα έκρυψε το χαρτονόμισμα στον κόρφο της και περίμενε, μετρώντας ώς το εκατό, για να περάσει κάποια ώρα και να μην τύχει κανένας φρουρός να νομίσει ότι είχε συναντήσει εδώ τον σύζυγο της Αρχόντισσας Κισβέτα.

Ένα… Δύο… Τρία…

(…)

Τριάντα-εφτά. Τριάντα-οκτώ. Τριάντα-εννιά. Σαράντα.

(…)

εξήντα-δύο, εξήντα-τρία, εξήντα-τέσσερα, εξήντα-πέντε,

(…)

ενενήντα-τέσσερα ενενήντα-πέντε ενενήντα-έξι ενενήνταεφτά-ενενήνταοκτώ-ενενήνταεννέα-εκατό!

Η Ρισάββα σηκώθηκε, έκανε να βγει απ’το μικρό δωμάτιο–

–και βρήκε μπροστά της τον Ναλτάρες!

Αμέσως, πετάχτηκε πίσω, ξαφνιασμένη. «Τι, τι κάνεις; Εσύ εδώ; Πώς;»

Τραβώντας ένα ξιφίδιο, ο Ναλτάρες την άρπαξε από την υπηρετική της στολή και την έσπρωξε πάνω στον ξύλινο πάγκο, ανάσκελα. Η λεπίδα του πήγε μπροστά στο αριστερό της μάτι, απειλητικά. Το κερί είχε πέσει απ’το χέρι της Ρισάββα στο ψυχρό πέτρινο πάτωμα και είχε σβήσει, σκεπάζοντας το μικρό δωμάτιο στο σκοτάδι. Μονάχα το λιγοστό φεγγαρόφωτο που γλιστρούσε απ’το στενό παράθυρο φώτιζε τον χώρο τώρα, κάνοντας τη λάμα του ξιφιδίου να γυαλίζει αχνά.

«Άμα φωνάξεις θα σε σκοτώσω,» της είπε ο Ναλτάρες.

Η Ρισάββα ήταν τόσο τρομαγμένη που δεν μπορούσε να βγάλει κιχ.

«Από πότε κατασκοπεύεις για τον Θαλράνος, βρομιάρα;»

Η βρισιά του την πείραξε· τόσο καιρό τής έκανε τα γλυκά μάτια, ο μπάσταρδος! Το καθίκι! Βρήκε πάλι τη μιλιά της. «Λες χαζομάρες! Ζηλεύεις!»

«Ζηλεύω;» γρύλισε ο Ναλτάρες. «Σας άκουσα! Σ’άκουσα τι του έλεγες. Αυτός ο πύργος έχει αρκετά καλή ακουστική· σχεδόν από την αρχή της σκάλας μπορούσα να σας ακούσω.»

Η Ρισάββα έμεινε σιωπηλή. Θα με μαχαιρώσει… Ήταν ένας απ’τους επαναστάτες του Προμάχου Άτβος, δε θα δίσταζε, ήταν φονιάς. Της είχε πει ένα σωρό ιστορίες για τον εαυτό του: περιπέτειες πριν και αφότου αρχίσει να πολεμά για τον Πρόμαχο. Την είχε εντυπωσιάσει. Επίτηδες το είχε κάνει.

«Τι σου δίνει;» τη ρώτησε. «Λεφτά;»

«…Με παρακολουθούσες; Γιατί;»

«Σε είχα δει που όλο έχωνες τη μύτη σου, όλο προσπαθούσες νάσαι κοντά εκεί που η Πριγκίπισσα μιλούσε με άλλους.»

«Σε σιχαίνομαι,» του είπε. «Είσαι παλιάνθρωπος. Μη με ξαναπλησιάσεις!» Προσπάθησε να τον σπρώξει μακριά της, αλλά δεν κατάφερε να τον κουνήσει, και το ξιφίδιό του πιέστηκε πάνω στο μάγουλό της· λίγο ακόμα και θα έσχιζε το γαλανό δέρμα της.

«Πού είναι τα λεφτά;» τη ρώτησε.

«Δεν έχω…»

«Αν δε σου δίνει λεφτά, γιατί κατασκοπεύεις γι’αυτόν;»

Η Ρισάββα δεν μίλησε.

Ο Ναλτάρες, πιέζοντας το ξιφίδιο στον λαιμό της, άρχισε να πασπατεύει τα ρούχα της με το άλλο χέρι, το αριστερό, όπου το μικρό δάχτυλο ήταν κομμένο – ένα πλάσμα από τις Ερημιές τού το είχε δαγκώσει, της είχε πει, όταν της περιέγραφε με στόμφο τις περιπέτειές του. Δεν άργησε να βρει το χαρτονόμισμα στον κόρφο της και να το τραβήξει έξω.

«Δε νομίζω όλες οι υπηρέτριες σ’αυτό το κάστρο να κουβαλάνε τραπεζογραμμάτια των είκοσι-πέντε αργυρίων, ε;» της είπε.

Η Ρισάββα ξεροκατάπιε. «…Εντάξει… σε παρακαλώ, μη μου το πάρεις.»

«Να σου πάρω λεφτά που έβγαλες σαν σπιούνα;»

«Είμαι φτωχιά κοπέλα.» Δεν ήταν αλήθεια· ανήκε σε Χαμηλό Οίκο. Δεν ήταν πάμπλουτος ο Οίκος της, μα ούτε και φτωχός.

«Ψέματα, αλλά κράτα το.» Ο Ναλτάρες έστριψε το χαρτονόμισμα επιδέξια με τα δάχτυλά του, κάνοντάς το κύλινδρο, και το έχωσε ανάμεσα στα στήθη της. «Θα είσαι δική μου κατάσκοπος τώρα.»

Τα μάτια της γούρλωσαν.

«Εκτός αν θέλεις να πάμε στην Πριγκίπισσα…»

«Δεν είπα ότι διαφωνώ!»

43.

Ο Πρίγκιπας Αλβάρος τούς παραχώρησε ένα ελικόπτερο το οποίο υποσχέθηκαν ότι θα του επέστρεφαν το συντομότερο δυνατό. Έτσι, όταν ξημέρωσε, οι νεκροί, ακόμα υπό την επήρεια της Μαγγανείας Σηπτικής Επιβραδύνσεως της Ιλρίνα’νορ, φορτώθηκαν στο αεροσκάφος τυλιγμένοι σε σάβανα. Ο Πρόμαχος Άτβος και η Ιλρίνα ανέβηκαν στην κορυφή του πύργου όπου ήταν το ελικοδρόμιο, για να χαιρετήσουν τον Τάμπριελ και τους υπόλοιπους.

«Να προσέχετε στη Νέλερβικ,» είπε ο Άτβος. «Μπορεί οι αντιδράσεις των Βάθμακ να είναι άσχημες. Δεν πρέπει να χάσουμε το Πριγκιπάτο, τώρα που καταφέραμε να το φέρουμε με την Επανάσταση.»

«Δε νομίζω ότι αυτό θα συμβεί, Πρόμαχε,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ. «Θα ξανασυναντηθούμε σύντομα.» Αντάλλαξε μια γρήγορη χειραψία μαζί του και στράφηκε στο ελικόπτερο, όπου ήδη είχαν επιβιβαστεί οι υπόλοιποι, βοηθώντας και την Κελρίτ να ανεβεί, η οποία στηριζόταν σε πατερίτσες, μη μπορώντας να πατήσει πάνω στο σπασμένο πόδι της.

Ο Τάμπριελ μπήκε στο αεροσκάφος, και ο Όρνιφιμ έκλεισε την πόρτα πίσω του. Η Ανταρλίδα καθόταν στο πιλοτήριο, και ενεργοποίησε τις μηχανές του ελικοπτέρου θέτοντας τους έλικες σε γρήγορη περιστροφή. Ο Ραφέλνες καθόταν δίπλα στο τυλιγμένο πτώμα της γυναίκας του, σιωπηλός. Η Αλιζέτ ήταν καθισμένη κοντά του, εξακολουθώντας να έχει επίδεσμο γύρω απ’το κεφάλι της. Ο Ζίρτελον καθόταν κοντά στην Κελρίτ, η οποία δεν φαινόταν να αισθάνεται καλά, αν έκρινε ο Τάμπριελ από την όψη της. Δεν της είχαν δόσει σήμερα χυμό σκίανθου για ν’απομακρύνει τον πόνο, επειδή είχε πει ότι ήθελε να ξέρει τι της γινόταν όταν θα επέστρεφαν στη Νέλερβικ.

Ο Τάμπριελ πήγε και κάθισε πλάι στην Ανταρλίδα, στηρίζοντας το ραβδί του ανάμεσα στα γόνατά του.

«Ξεκινάμε;» τον ρώτησε εκείνη.

«Ναι.»

Το ελικόπτερο υψώθηκε από τον πύργο, φεύγοντας απ’το κάστρο της Χαύδοραλ και πετώντας βόρεια, πάνω από τα εδάφη του ομώνυμου Πριγκιπάτου.

«Είχα ‘δει’ τα πτώματα,» είπε ο Τάμπριελ στην Ανταρλίδα, ύστερα από κανένα τέταρτο πτήσης.

«Και δεν προειδοποίησες κανέναν…»

«Τι να έλεγα; Δεν είχα ‘δει’ τα πρόσωπά τους· τους είχα ‘δει’ όπως είναι τώρα, τυλιγμένοι μες στα σάβανα, με τον Ραφέλνες καθισμένο απ’τη μια και την Αλιζέτ καθισμένη απ’την άλλη. Και τότε δεν ήξερα καν τον Ραφέλνες.»

«Εννοείς ότι τους είχες ‘δει’ προτού έρθουμε στη Βίηλ;»

«Ναι, πολύ προτού έρθουμε στη Βίηλ.»

Μετά από δύο ώρες πτήσης ακόμα, έφτασαν στη Νέλερβικ, πάνω από το κάστρο, και η Ανταρλίδα δήλωσε μέσω πομπού ποιοι ήταν, ζητώντας άδεια προσεδάφισης. Οι φρουροί του κάστρου τής έδωσαν θετική απάντηση, κι έτσι προσγείωσε το αεροσκάφος στην κορυφή του πύργου όπου είχε προσπαθήσει (και αποτύχει) να απογειώσει το ελικόπτερό του ο Επόπτης Ζακ Ματνέρω για να πάρει την Πριγκίπισσα Κισβέτα και την αδελφή της, Νισμέτ’νορ, και να φύγει.

Οι έλικες έπαψαν να περιστρέφονται, και ο Όρνιφιμ άνοιξε την πόρτα. Πολεμιστές του Πριγκιπάτου τούς περίμεναν για να τους υποδεχτούν, καθώς κι ένας άντρας που ο Τάμπριελ αναγνώριζε μόνο μέσω του συλλογικού νου των Ιεραρχών. Ονομαζόταν Νολτράκος, και ήταν ο καινούργιος Υπασπιστής του Πριγκιπάτου. Η Βασνίτα τον είχε διορίσει σ’αυτή τη θέση όσο ο Τάμπριελ κι οι άλλοι έλειπαν. Ο Αρκαλόν τον έβλεπε συχνά.

Ο Νολτράκος τούς συστήθηκε, μη γνωρίζοντας μάλλον ότι ο Τάμπριελ και οι Ιεράρχες τον ήξεραν. «Η Πριγκίπισσα σάς περιμένει στην Αίθουσα του Θρόνου, και επιθυμεί οι νεκροί να μεταφερθούν επίσης εκεί.»

«Ό,τι επιθυμεί η Πριγκίπισσα,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ.

«Συγχαρητήρια για τη θέση του Υπασπιστή, Νολτράκος,» είπε η Κελρίτ.

Εκείνος στράφηκε να την κοιτάξει, βλεφαρίζοντας σα να μην την είχε προσέξει πριν, ή να μην είχε καταλάβει ότι ήταν αυτή. «Κελρίτ Βόρτεμαχ… Η Βασνίτα μού είπε ότι σε διόρισε ναύαρχο του ανατολικού στόλου. Χτυπήθηκες, όμως…» Έριξε μια ματιά στον νάρθηκα στο πόδι της.

«Κάτι κοτρόνες έπεσαν πάνω μου. Θα ξαναπερπατήσω, μου λένε.»

«Σ’ευχαριστώ, βέβαια,» είπε βιαστικά ο Νολτράκος, μοιάζοντας να το θεωρεί αγενές που είχε παραμελήσει ν’απαντήσει στα συγχαρητήριά της. «Θα προσπαθήσω να φανώ αντάξιος του αξιώματος του Υπασπιστή.»

«Γιατί η Βασνίτα δεν ανέθεσε το αξίωμα στον Κασμάρες ξανά;» ρώτησε ο Ραφέλνες, κάπως απότομα.

Ο Νολτράκος στράφηκε ν’αντικρίσει τον Ιερό Μαχητή των Οστών. «Του το πρότεινε, αλλά εκείνος αρνήθηκε.»

«Τα Δαιμόνια…» μούγκρισε ο Ραφέλνες. «Το πήρε κατάκαρδα όταν η Κισβέτα τον έδιωξε.»

«Εσείς δεν θα το παίρνατε, Άρχοντά μου;»

«Όχι αν το Πριγκιπάτο με χρειαζόταν και πάλι,» δήλωσε ο Ιερός Μαχητής των Οστών.

«Ας πάμε να συναντήσουμε την Πριγκίπισσα,» πρότεινε ο Τάμπριελ.

Η Βασνίτα τούς περίμενε καθισμένη στον Θρόνο του Νέλερβικ, φρουρούμενη από τον Αρκαλόν, τους πολεμιστές του Πριγκιπάτου της, καθώς και από μερικούς επαναστάτες που ο Άτβος είχε αφήσει εδώ.

«Πριγκίπισσά μου, εύχομαι να σας βρίσκουμε καλά,» είπε ο Τάμπριελ.

«Δεν μπορώ να είμαι καλά ύστερα από τόσους θανάτους,» αποκρίθηκε θλιμμένα η Βασνίτα.

«Μακάρι να είχα τη δύναμη να τους λιγόστευα. Και πραγματικά, το προσπαθήσαμε. Αδρανοποιήσαμε την εκρηκτική αλυσίδα στην είσοδο του λιμανιού. Δώσαμε δύο ευκαιρίες στον Πρίγκιπα Αλβάρος να διώξει τους Παντοκρατορικούς και να παραδοθεί. Και η Αλιζέτ» – κοίταξε προς στιγμή τη Σκοτεινή Βασίλισσα – «πέρασε μέσα από τις γραμμές του εχθρού και σαμπόταρε το ενεργειακό τους κανόνι. Παρ’όλ’αυτά, εκείνο που συνέβη λίγο πριν από τη νίκη μας ήταν… απρόβλεπτο.»

Η Βασνίτα ένευσε. «Το γνωρίζω. Τα γνωρίζω όλα.» Η φωνή της ήταν βραχνή, κουρασμένη, σαν κάτι να είχε γδάρει τον λαιμό της. Δεν πρέπει να κοιμήθηκε και πολύ καλά τη νύχτα, σκέφτηκε ο Τάμπριελ. Αν κοιμήθηκε καθόλου.

Η Βασνίτα στράφηκε, ύστερα, στον Νολτράκος. «Άρχοντά μου, θα ήθελα να ειδοποιηθούν οι Βάθμακ, καθώς και η οικογένεια του Ιερού Μαχητή των Οστών Νισμάνος Ενάρμικ.»

«Αμέσως, Πριγκίπισσά μου,» αποκρίθηκε ο Υπασπιστής, και αποχώρησε.

«Οι Ενάρμικ,» ρώτησε η Αλιζέτ την Κελρίτ, «είναι Υψηλός Οίκος;»

«Έσχατος,» αποκρίθηκε εκείνη.

Η Αλιζέτ ένευσε καταλαβαίνοντας.

Η Ανταρλίδα, που δεν καταλάβαινε, ρώτησε: «Τι θα πει ‘Έσχατος’;»

«Αυτοί που δεν είναι αριστοκράτες,» της εξήγησε η Αλιζέτ. «Ουσιαστικά, δεν θεωρούνται καν ‘Οίκοι’ αλλά απλές οικογένειες. Τυπικά, όμως, τους λέμε ‘Έσχατους Οίκους’. Και η δική μου οικογένεια, οι Τάνρεχ, Έσχατος Οίκος είναι. Όπως και των περισσότερων ανθρώπων στη Βίηλ.»

«Και Ιερός Μαχητής των Οστών μπορεί να γίνει ο καθένας; Ασχέτως καταγωγής;»

«Ναι, αν τα καταφέρει.»

«Πώς μπορείτε να συζητάτε για τέτοια πράγματα;» γρύλισε ο Ραφέλνες, κι απομακρύνθηκε δείχνοντας αηδιασμένος. Βάδισε προς τα εκεί όπου οι πολεμιστές του Πριγκιπάτου είχαν αφήσει τα πτώματα, επάνω σε τρία μακρόστενα τραπέζια, τοποθετημένα ειδικά για τούτη την περίσταση στο κέντρο της αίθουσας του θρόνου, ανάμεσα στους τέσσερις λαξευτούς κίονες-αγάλματα.

Η Ανταρλίδα κοίταξε τον Ραφέλνες συνοφρυωμένη. Τι να πεις τώρα; Δεν έχει άδικο, σκέφτηκε. Ορισμένες φορές, αναρωτιόταν αν η ίδια είχε εξοικειωθεί τόσο με τον θάνατο που τίποτα πλέον δεν την σόκαρε. Είμαι περισσότερο εξοικειωμένη από έναν Ιερό Μαχητή των Οστών; Ναι, σίγουρα ναι. Ήταν Μαύρη Δράκαινα. Υπέθετε ότι, στη ζωή της, πρέπει να είχε σκοτώσει τουλάχιστον τους διπλάσιους ανθρώπους απ’ό,τι ο Ραφέλνες, και να είχε δει τους διπλάσιους των διπλάσιων να σκοτώνονται γενικά.

Επιπλέον, η Αλιζέτ Βάθμακ ήταν γυναίκα του.

Πώς θα αισθανόμουν αν σκοτωνόταν ο Τάμπριελ; αναρωτήθηκε η Ανταρλίδα, καθώς τώρα σιωπή είχε πλακώσει στην Αίθουσα του Θρόνου, μελαγχολική και νεκρική. Ρίγησε. Αδύνατον! Αποκλείεται… Ο Μεγάλος Προφήτης της Νόρχακ δεν μπορεί να σκοτωθεί. Αλλά ήξερε ότι έλεγε χαζομάρες στον εαυτό της. Όλοι οι άνθρωποι πεθαίνουν… Και, για μια στιγμή, νόμιζε πως δεν ήταν πια η Ανταρλίδα η Μαύρη Δράκαινα αλλά ο Ραφέλνες ο Ιερός Μαχητής των Οστών που στεκόταν πλάι στη νεκρή σύζυγό του και ξετύλιγε, αργά, το επάνω μέρος του σάβανού της για να κοιτάξει ξανά το πρόσωπό της, και… το πρόσωπο θα μπορούσε να ήταν του Τάμπριελ.

Η Κελρίτ αναστέναξε κουρασμένα, παραδίπλα, και η Ανταρλίδα αισθάνθηκε σα να ξύπνησε ξαφνικά από έναν εφιάλτη.

Η Βασνίτα είπε, από τον θρόνο: «Κάθισε, Αρχόντισσά μου. Είσαι τραυματισμένη. Μη στέκεσαι, για όνομα των Κολοσσών.»

Ο Ζίρτελον οδήγησε την Κελρίτ σ’ένα κάθισμα και πήρε τις πατερίτσες της.

Ο Υπασπιστής Νολτράκος επέστρεψε στην αίθουσα, λέγοντας: «Οι Βάθμακ έρχονται, Πριγκίπισσά μου, και οι Ενάρμικ ειδοποιήθηκαν επίσης. Δεν τους είπα ότι ο Νισμάνος είναι νεκρός, αλλά τους είπα να έρθουν το συντομότερο δυνατό για ένα πολύ σημαντικό ζήτημα.»

«Καλά έκανες,» αποκρίθηκε η Βασνίτα. «Έπρεπε να σ’το είχα πει κι η ίδια.»

«Ήταν αναμενόμενο να το παραβλέψετε μέσα στην όλη ταραχή, Πριγκίπισσά μου,» αποκρίθηκε, γλυκομίλητα, ο Νολτράκος.

Καθώς ο Υπασπιστής και η καινούργια Πριγκίπισσα αντάλλασσαν αυτές τις κουβέντες, ο Τάμπριελ είδε έναν άντρα να τον ζυγώνει απ’το πλάι. Ψηλό και γαλανόδερμο, με μαύρα μαλλιά, ξυρισμένο πρόσωπο, και μια μικρή, αλλά αρκετά φανερή, ουλή στο σαγόνι, η οποία μάλλον είχε γίνει από σπαθιά που πρέπει από τύχει να είχε αστοχήσει τον λαιμό του. Φορούσε μαύρη δερμάτινη τουνίκα, υφασμάτινο γκρίζο παντελόνι, και κοντές καφέ μπότες. Από την πλάτη του κρεμόταν, θηκαρωμένο, το σπαθί του.

Ένας απ’τους επαναστάτες του Άτβος. Ο Τάμπριελ τον αναγνώριζε, τον θυμόταν· αλλά δεν ήξερε το όνομά του. Τον έχω «δει», όμως…

«Με συγχωρείτε, Άρχοντά μου,» είπε ο άντρας. «Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε κάπου οι δυο μας;»

Η Ανταρλίδα, φυσικά, πρόσεξε επίσης τον επαναστάτη και πήγε να σταθεί στο πλευρό του Τάμπριελ, επειδή δεν εμπιστευόταν κανέναν και πάντοτε περίμενε Παντοκρατορικούς φονιάδες να πεταχτούν σαν πολύμορφοι δαίμονες μέσα από κάθε σύμμαχο.

«Τι έχουμε να πούμε;» ρώτησε ο Τάμπριελ. «Και ποιος είσαι;»

«Ονομάζομαι Ναλτάρες, Άρχοντά μου, και είμαι άνθρωπος του Προμάχου. Έχω κάτι σημαντικό να σας πω, αλλά δεν μπορώ να το πω εδώ μέσα.» Μιλούσε σιγανά, μάλλον για να μην τον ακούσει η Βασνίτα στον θρόνο.

«Γιατί;» Η Ανταρλίδα ήταν που ρώτησε τώρα.

«Υπάρχει καλός λόγος, Μαύρη Δράκαινα.» Προφανώς είχε ακούσει γι’αυτήν.

Ο Τάμπριελ στράφηκε στη Βασνίτα. «Πριγκίπισσά μου. Με συγχωρείτε, αλλά πρέπει να αποχωρήσω για λίγο από την αίθουσα. Δε θ’αργήσω να επιστρέψω.»

Η Βασνίτα, που μιλούσε με τον Νολτράκος και τον Αρκαλόν (κι οι δύο τώρα βρίσκονταν κοντά στον θρόνο της), απλά κατένευσε προς το μέρος του. «Ασφαλώς.»

Ο Τάμπριελ πρόσεξε ότι ο Αρκαλόν, ακούγοντας τα λόγια του, συνοφρυώθηκε παραξενεμένος· έτσι, ήρθε σε επαφή με τον Μεγάλο Ιεράρχη μέσα στην πορφυρή σφαίρα του ραβδιού του για να ενημερώσει, στιγμιαία, όλους τους Ιεράρχες για το τι συνέβαινε. Η θέλησή του ήταν ο Όρνιφιμ και ο Ζίρτελον να τον ακολουθήσουν, αλλά όχι ο Αρκαλόν.

Ο Τάμπριελ βάδισε προς μια πλευρική έξοδο της Αίθουσας του Θρόνου, και ο Ναλτάρες βάδισε δίπλα του. Η Ανταρλίδα βάδισε δίπλα στον Ναλτάρες, έτοιμη να τον χτυπήσει σε περίπτωση που έκανε καμια ύποπτη κίνηση. Ο Ζίρτελον και ο Όρνιφιμ ήρθαν στο κατόπι τους. Η Αλιζέτ τούς κοίταζε ν’απομακρύνονται αλλά δεν τους ακολούθησε.

Σταμάτησαν όταν είχαν φτάσει σε μια μικρή αίθουσα όπου δεν ήταν κανένας άλλος, και ο Ναλτάρες στράφηκε και είπε: «Άρχοντά μου, βρήκα μια κατάσκοπο μέσα στο κάστρο.»

«Παντοκρατορική;» ρώτησε ο Τάμπριελ.

«Δεν κατασκόπευε για τους Παντοκρατορικούς, αλλά για τον Άρχοντα Θαλράνος.»

«Τον σύζυγο της Κισβέτα;» είπε η Ανταρλίδα.

«Ναι. Την είχα προσέξει που όλο προσπαθούσε να κρυφακούει τι έλεγε η Πριγκίπισσα, και κατάφερα τελικά να την παρακολουθήσω και να τη βρω να μιλάει με τον Θαλράνος.»

«Τι του έλεγε;» ρώτησε η Ανταρλίδα.

«Ότι θα έρθετε σήμερα με ελικόπτερο, και ότι θα φέρετε μαζί σας τους νεκρούς.»

«Ποια είναι αυτή η γυναίκα;» θέλησε να μάθει ο Τάμπριελ, απορώντας που ο Αρκαλόν δεν είχε μάθει τίποτα για την κατάσκοπο.

«Μια υπηρέτρια. Τη στρίμωξα και μίλησα μαζί της αφού είχε συναντήσει τον Θαλράνος. Δεν είπα τίποτα στην Πριγκίπισσα.»

Έτσι, λοιπόν, εξηγείται που ο Αρκαλόν δεν ξέρει. «Γιατί;»

«Δεν ήξερα ποια θα ήταν η αντίδρασή της, Άρχοντά μου–»

«Η αντίδρασή της; Μάλλον όχι και τόσο καλή, αφού μιλάμε για κατάσκοπο.»

«Η κοπέλα μάς είναι πιο χρήσιμη ελεύθερη παρά κλεισμένη σε κάποιο μπουντρούμι ή σκοτωμένη,» τόνισε ο Ναλτάρες. «Μπορεί να ‘ταΐζει’ τον Θαλράνος με ό,τι θέλουμε· μπορεί να μας αποκαλύψει ακόμα και τα σχέδιά του, αν τύχει να του ξεφύγει κάτι, ή αν εκείνη καταφέρει να κρυφακούσει τίποτα.»

«Πιστεύεις ότι ο Θαλράνος κάτι σχεδιάζει;»

«Γιατί αλλιώς να έχει κατάσκοπο, Άρχοντά μου; Γιατί να θέλει να μαθαίνει τι κάνει η Πριγκίπισσα; Είμαι σίγουρος πως σκέφτεται πώς να βγάλει την Κισβέτα απ’τα μπουντρούμια και να την καθίσει πάλι στο θρόνο· και πιθανό είναι να θέλει να ελευθερώσει και τον Επόπτη.»

Η Ανταρλίδα ρώτησε: «Ποια είναι η υπηρέτρια; Θα μας πεις το όνομά της;»

«Ρισάββα τη λένε. Έχει καμια σημασία το όνομα, Μαύρη Δράκαινα; Την ξέρεις;»

«Φέρτη εδώ, να τη μάθουμε,» πρόσταξε η Ανταρλίδα.

«Αυτό είχα κατά νου να κάνω.»

44.

Η καταγωγή του Ραφέλνες δεν ήταν από τον Οίκο των Βάθμακ, αλλά από τον Υψηλό Οίκο των Μόντενραχ, οι οποίοι κατοικούσαν κυρίως στα νοτιανατολικά του Πριγκιπάτου. Ονομαζόταν Ραφέλνες Βάθμακ επειδή είχε παντρευτεί την Αλιζέτ, και στον γάμο ο άντρας πάντα παίρνει το όνομα της γυναίκας εκτός αν είναι ανώτερης κοινωνικής στάθμης από αυτήν. Ο Ραφέλνες, όμως, δεν αισθανόταν σαν να είναι Βάθμακ. Δεν αισθανόταν ποτέ τμήμα της οικογένειάς τους, ούτε παλιότερα ούτε τώρα που είχαν συγκεντρωθεί εδώ, στην Αίθουσα του Θρόνου, για να συναντήσουν τους νεκρούς τους. Ο Ραφέλνες δεν ένιωθε ότι μπορούσε να μοιραστεί τη θλίψη του μαζί τους. Το μόνο που τον έκανε Βάθμακ ήταν η Αλιζέτ, όχι αυτοί οι υπόλοιποι.

Ήταν, όμως, συμπονετικοί μαζί του· αυτό όφειλε να το παραδεχτεί. Η Λαμρίτ Βάθμακ, η μητέρα της Αλιζέτ, τον αγκάλιασε σφιχτά, κλαίγοντας. Η Νιρλέτα τον συλλυπήθηκε σφίγγοντας τα χέρια του μέσα στα δικά της. Ο Νίλφες, ο αδελφός της Αλιζέτ, του είπε πόσο καταλάβαινε τον πόνο του. Αλλά ο Ραφέλνες το αμφέβαλλε. Αμφέβαλλε ότι κανένας τους καταλάβαινε τίποτα. Δεν αμφέβαλλε ότι είχαν λυπηθεί για το θάνατο της Αλιζέτ και του Ναλφίρες, μα δεν μπορούσαν να ξέρουν τι ένιωθε εκείνος… που δεν ήταν εκεί για να την προστατέψει όταν τον χρειαζόταν. Θα μπορούσα να την είχα σώσει, όπως έσωσα τον Πρόμαχο και τη μάγισσα. Όμως δεν ήμουν κοντά της. Μεγάλοι Κολοσσοί! δεν ήμουν κοντά της!

«Δεν είναι ο Πρόμαχος Άτβος εδώ;» φώναξε η Νιρλέτα, στρεφόμενη στη Βασνίτα που καθόταν στον θρόνο. «Έστειλε τους νεκρούς αλλά ο ίδιος δεν θέλησε να μας δείξει το πρόσωπό του;»

«Ο Πρόμαχος βρίσκεται στη Χαύδοραλ γιατί η παρουσία του εκεί είναι απαραίτητη, Αρχόντισσά μου,» αποκρίθηκε η Βασνίτα. «Η Αρχόντισσα Κελρίτ Βόρτεμαχ, όμως, είναι, όπως βλέπετε–»

«Τι μας ενδιαφέρει η Βόρτεμαχ; Ο Άτβος είναι που παρέσυρε την κόρη μας σ’ετούτη την καταστροφή!»

«Δεν έφταιγε ο Άτβος για ό,τι συνέβη, Νιρλέτα,» είπε ο Ραφέλνες, μέσα από τη θλίψη που τον πολιορκούσε. «Το φταίξιμο ήταν δικό μου.»

«Ανοησίες! Έκανες ό,τι μπορούσες.»

«Το ίδιο κι εκείνος, και όλοι όσοι πολέμησαν μαζί μας. Η πολιορκία πήγαινε απροσδόκητα καλά. Ολόκληρος ο αγώνας μας για να διώξουμε τους Παντοκρατορικούς από το Πριγκιπάτο Χαύδοραλ πήγαινε απροσδόκητα καλά, από την αρχή, αν σκεφτεί κανείς το πόσο λίγο είχαμε σχεδιάσει αυτή την επίθεση… αλλά ύστερα η Επόπτρια έριξε εκρηκτικές ύλες στην πόλη, φεύγοντας με το ελικόπτερό της. Όμως,» πρόσθεσε φωνάζοντας, «ορκίστηκα στους Αρχαίους Κολοσσούς» – τράβηξε το σπαθί του – «ότι θα πεθάνει καρφωμένη από τη λεπίδα μου!»

Οι Βάθμακ έμειναν σιωπηλοί, αλλά η Βασνίτα, που ήταν ακόμα καθισμένη στον θρόνο και τους παρατηρούσε, έκρινε από τις όψεις τους ότι ενέκριναν τα λόγια του Ραφέλνες. Ανέκαθεν πίστευαν ότι μπορείς να λύσεις οποιοδήποτε πρόβλημα με τα όπλα. Ορισμένα προβλήματα, όμως, δυστυχώς δεν λύνονται έτσι…

«Πρώτα,» τους είπε, «πρέπει να φροντίσουμε για τις κηδείες.» Είχε προσέξει ότι δεν είχαν δώσει καμία σημασία στον Νισμάνος, κι αυτό τη λυπούσε γιατί, παρότι η Αλιζέτ και ο Ναλφίρες ήταν Βάθμακ και, ασφαλώς, ήταν λογικό να θρηνούν για τον χαμό τους, ο Νισμάνος δεν έπαυε να είναι Ιερός Μαχητής των Οστών, σεβαστό πρόσωπο στο Πριγκιπάτο. «Και θα πρότεινα να κηδευτούν μαζί κι οι τρεις, αν συμφωνείτε κι εσείς, στο Τέμενος της Ράχης του Ποταμού.»

«Σκεφτόμασταν,» είπε ο Νίλφες Βάθμακ, «να κηδέψουμε την αδελφή μου και τον θείο στην οικεία μας, προσκαλώντας κι άλλους ευγενείς.»

«Ο Ναλφίρες και η Αλιζέτ, όμως, δεν έχασαν τη ζωή τους πολεμώντας μόνοι. Μαζί τους σκοτώθηκε κι ο Νισμάνος, και νομίζω πως οφείλουμε να τους τιμήσουμε και τους τρεις το ίδιο – ως ήρωες.»

Οι Βάθμακ μουρμούρισαν αναμεταξύ τους, ενώ ο Ραφέλνες στρεφόταν πάλι στο νεκρό πρόσωπο της γυναίκας του θέλοντας να το κρατήσει για πάντα στη μνήμη του, στο μυαλό του, στην ψυχή του· αδιαφορώντας πού και πώς θα γινόταν η κηδεία. Ήταν το ίδιο για εκείνον. Η τελετή δεν θα έφερνε την Αλιζέτ πίσω, στη Βίηλ των ζωντανών.

Οι Βάθμακ δεν άργησαν να αποφασίσουν. Η Νιρλέτα στράφηκε στην Πριγκίπισσα του Νέλερβικ και είπε: «Συμφωνούμε, Υψηλοτάτη. Ας κηδευτούν και οι τρεις μαζί, στο Τέμενος της Ράχης του Ποταμού.»

Η Βασνίτα ένευσε, ανακουφισμένη που δεν θα χρειαζόταν να διαπληκτιστεί μαζί τους. Στράφηκε στον Αρκαλόν, που στεκόταν πλάι της, και του ψιθύρισε: «Πού είναι ο Τάμπριελ;»

45.

Η κοπέλα που τους έφερε ο Ναλτάρες ήταν γαλανόδερμη, πρασινομάλλα, και φανερά φοβισμένη.

«Εσύ είσαι η Ρισάββα;» ρώτησε η Ανταρλίδα.

«…Μάλιστα,» είπε εκείνη. «Και δεν είμαι εχθρός της Πριγκίπισσας,» πρόσθεσε βιαστικά, «ό,τι κι αν ακούσατε. Θα σας βοηθήσω σε ό,τι μπορώ.»

«Ο Ναλτάρες μάς είπε ότι έχεις επαφές με τον Άρχοντα Θαλράνος,» είπε ο Τάμπριελ.

«Ναι. Μου έδινε κάποια χρήματα όταν του έφερνα πληροφορίες· μόνο αυτό, τίποτα περισσότερο.»

«Και τώρα θα φέρνεις σ’εμάς πληροφορίες σχετικά μ’αυτόν;» ρώτησε η Ανταρλίδα.

«Το είπα στον Ναλτάρες: συμφωνώ να σας βοηθήσω. Αλλά ο Άρχοντας Θαλράνος δεν μου λέει τίποτα εμένα· εγώ λέω πράγματα σ’εκείνον.»

«Θα του λες, λοιπόν, ό,τι θέλουμε να του λες,» τόνισε ο Τάμπριελ.

«Εντάξει,» συμφώνησε η Ρισάββα, «εντάξει.»

«Να τους θεωρείς αυτούς τους ανθρώπους σα να είμαι εγώ,» της είπε ο Ναλτάρες, «σε περίπτωση που λείπω.»

«Εμείς είναι πιθανότερο να λείπουμε,» είπε ο Τάμπριελ. «Δεν ήρθαμε στη Νέλερβικ για να μείνουμε. Μπορείς, όμως,» τόνισε στη Ρισάββα, «να μιλάς στον Αρκαλόν.»

«Τον Αρκαλόν;…» έκανε εκείνη, σα να μην ήξερε σε ποιον αναφερόταν.

«Τον άνθρωπό μου που είναι κοντά στην Πριγκίπισσα.»

Η Ρισάββα ένευσε, καταλαβαίνοντας τώρα. «Εντάξει. Αλλά δεν τον γνωρίζω καθόλου.»

«Εκείνος γνωρίζει εσένα,» της είπε ο Τάμπριελ, που εξακολουθούσε να βρίσκεται σε επαφή με τον συλλογικό νου των Ιεραρχών. Στο μυαλό του έρχονταν εικόνες και αισθήσεις που ήξερε ότι δεν ήταν δικές του, και μπορούσε πλέον εύκολα να τις διαχωρίσει – κάτι που, αρχικά, τον είχε αρκετά δυσκολέψει.

Η Ανταρλίδα ρώτησε τη Ρισάββα: «Τι σχεδιάζει ο Θαλράνος; Ξέρεις τίποτα;»

Εκείνη κούνησε το κεφάλι. «Τίποτα. Δε μου λέει τίποτα. Τ’ορκίζομαι στα Πνεύματα των Αρχαίων Κολοσσών. Μου έχει ζητήσει μόνο να κρυφακούω και να του αναφέρω.»

«Έχει ζητήσει το ίδιο κι από άλλους υπηρέτες ή φρουρούς του κάστρου;» ρώτησε η Ανταρλίδα.

«Δεν ξέρω. Ίσως.»

«Πολύ πιθανό, θα έλεγα,» τόνισε ο Τάμπριελ. Κι έστρεψε το βλέμμα του στον Ναλτάρες.

«Αυτό πιστεύω κι εγώ, Άρχοντά μου,» είπε εκείνος· «όμως δεν έχω εντοπίσει κανέναν άλλο ακόμα.»

«Να έχεις το νου σου,» είπε ο Τάμπριελ. «Κι εσύ το ίδιο,» πρόσθεσε κοιτάζοντας τη Ρισάββα. «Αν εντοπίσεις κάποιον κατάσκοπο, να ειδοποιήσεις αμέσως ή τον Ναλτάρες ή τον Αρκαλόν.»

«Μάλιστα, Άρχοντά μου.»

«Πρέπει να επιστρέψουμε τώρα στην Αίθουσα του Θρόνου,» είπε ο Τάμπριελ· «η Πριγκίπισσα μάς ζητά.»

Ο Ναλτάρες συνοφρυώθηκε παραξενεμένος· δεν ήξερε τι ακριβώς γινόταν με τους Ιεράρχες, πώς επικοινωνούσαν μεταξύ τους και με τον Τάμπριελ. «Μας ζητά;»

«Ναι,» είπε ο Τάμπριελ. «Ή μάλλον, εμένα ζητά, συγκεκριμένα. Πρέπει να πηγαίνω. Εσύ κι η Ρισάββα δεν χρειάζεται να έρθετε μαζί μας.»

Ο Ναλτάρες ένευσε, μοιάζοντας να καταλαβαίνει την επιφυλακτικότητά του· αλλά εξακολουθούσε να δείχνει μπερδεμένος σχετικά με το πώς ο Τάμπριελ ήξερε ό,τι ήξερε. «Στην Πριγκίπισσα δεν θα πούμε τίποτα, έτσι;» ρώτησε.

«Τίποτα, ακόμα. Αλλά ο Αρκαλόν θα είναι συνεχώς κοντά της: και ο Αρκαλόν γνωρίζει όλα όσα είπαμε.»

«Θα του τα πείτε, δηλαδή…»

«Ναι. Ακριβώς σαν να ήταν εδώ, Ναλτάρες.»

Ο Τάμπριελ στράφηκε, και η Ανταρλίδα, ο Όρνιφιμ, και ο Ζίρτελον τον ακολούθησαν καθώς επέστρεφε στην Αίθουσα του Θρόνου.

Εκεί, τον περίμεναν η Βασνίτα και οι Βάθμακ, οι οποίοι στράφηκαν πάραυτα προς το μέρος του. Αν μη τι άλλο, ο Τάμπριελ, με τα λευκά του μαλλιά και το κόκκινο δέρμα του και το ραβδί με την πορφυρή σφαίρα στην κορυφή, ξεχώριζε αμέσως σε μια διάσταση που κανένας γηγενής δεν ήταν κοκκινόδερμος.

«Τουλάχιστον,» είπε η Νιρλέτα Βάθμακ, «εσείς, Άρχοντά μου, σε αντίθεση με τον Πρόμαχο, επιστρέψατε μαζί με τους νεκρούς μας.»

«Ήταν υποχρέωσή μου, Αρχόντισσά μου,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ. «Θα ερχόταν και ο Άτβος, σας διαβεβαιώνω, αλλά κάποιος έμπιστος άνθρωπος έπρεπε οπωσδήποτε να μείνει στη Χαύδοραλ επί του παρόντος.»

Η Βασνίτα ρώτησε, επίσημα: «Θα μας τιμήσετε με την παρουσία σας στην κηδεία των τριών ηρώων, Άρχοντα Τάμπριελ;»

«Ασφαλώς,» αποκρίθηκε εκείνος. «Γι’αυτό είμαι εδώ.» Καταλάβαινε ότι ήταν σημαντικό για την Επανάσταση στη Βίηλ να μην αποξενώνει τους ευγενείς, αλλά να τους κάνει να τον συμπαθούν, ή τουλάχιστον να τον βλέπουν με κάποιο σεβασμό. Αλλιώς, πώς θα μπορούσε να τους ενώσει για να πολεμήσουν την πρώην σύζυγό του και τους ανθρώπους της; Τα ανατολικά Πριγκιπάτα της Βίηλ δεν ήταν παρά η αρχή, και τα πιο εύκολα να στραφούν με την Επανάσταση, σύμφωνα με τα λεγόμενα της Αλιζέτ Τάνρεχ· το πραγματικό πρόβλημα βρισκόταν στην κεντρική Βίηλ: στα Πριγκιπάτα Σάνκριλαμ, Νέφκαλ, Έλρηνεχ, και Κάνρελ. Εκεί οι δυνάμεις της Παντοκράτειρας ήταν πολλές και ισχυρές. Έχουμε ακόμα ν’αντιμετωπίσουμε αρκετές δυσκολίες, κι όσο περισσότερους πιστούς συμμάχους έχουμε στο πλευρό μας τόσο το καλύτερο…

46.

Η Βασνίτα τούς παραχώρησε δωμάτια στο κάστρο για να ξεκουραστούν. Ο Τάμπριελ και η Ανταρλίδα είχαν στη διάθεσή τους μια κρεβατοκάμαρα, ένα μικρό καθιστικό, κι ένα λουτρό. Δύο υπηρέτες έφεραν φαγητά και ποτά, και τα απόθεσαν στο στρογγυλό τραπέζι του καθιστικού, ενώ η Ανταρλίδα κοίταζε γύρω-γύρω, τους τοίχους και τις γωνίες.

«Θα θέλατε κάτι άλλο;» ρώτησε ο ένας υπηρέτης: ο μεγαλύτερος από τους δύο.

«Όχι,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ. «Ευχαριστούμε.»

«Στο λουτρό μπορείτε να θερμάνετε το νερό με τον θερμορυθμιστή.»

Ο Τάμπριελ ένευσε. «Γνωρίζουμε.»

«Καλή διαμονή.» Ο υπηρέτης υποκλίθηκε, και εκείνος κι ο άλλος υπηρέτης – που ήταν κατά πολύ νεότερος – έφυγαν κλείνοντας την πόρτα διακριτικά πίσω τους.

Ο Τάμπριελ, αφήνοντας το ραβδί του ακουμπισμένο στον τοίχο, ρώτησε την Ανταρλίδα: «Τι ψάχνεις; Για κοριούς;» Τι άλλος λόγος μπορεί να υπήρχε για να κοιτάζει μια Μαύρη Δράκαινα γύρω-γύρω τους τοίχους;

«Ναι, και δε νομίζω ότι έχουμε κανέναν εδώ,» αποκρίθηκε η Ανταρλίδα. Και στράφηκε στο τραπέζι. Είδε τα ποτά. «Σεργήλιος οίνος,» παρατήρησε παίρνοντας ένα μπουκάλι στα χέρια της. «Ποτό απ’την πατρίδα μου.» Ύψωσε τα λεπτά της φρύδια. Άνοιξε το μπουκάλι, γέμισε μια κούπα, και ήπιε. «Ωραίος. Ελαφρώς παγωμένος.»

«Από πότε έχεις να πας στη Σεργήλη, Ανταρλίδα;» Ο Τάμπριελ κάθισε σε μια πολυθρόνα στη γωνία, πλάι στο παράθυρο, το οποίο ήταν μισάνοιχτο και οι κουρτίνες ανέμιζαν ανάλαφρα.

«Πολύυυ καιρό, πλέον. Κυρίως εξαιτίας του ότι έμπλεξα μ’έναν Κόκκινο Προφήτη.» Μειδίασε πάνω απ’το χείλος της κούπας της.

Ο Τάμπριελ δεν της επέστρεψε το χαμόγελο – πράγμα που δεν την εξέπληξε. Ρώτησε, όμως: «Όταν οι δυνάμεις της Παντοκράτειρας διωχτούν από εκεί, σκέφτεσαι να επιστρέψεις;»

«Όταν;» είπε η Ανταρλίδα. «Δεν είναι αν, πλέον;»

«Αν δεν νικήσουμε, Ανταρλίδα, είμαι βέβαιος ότι θα πεθάνουμε όλοι μας αυτή τη φορά. Το παιχνίδι έχει προχωρήσει πολύ. Επομένως, καλύτερα να πιστεύουμε στο όταν

Η Ανταρλίδα ήπιε ακόμα μια γουλιά κρασί. «Και τι έχεις ‘δει’; Έχεις ‘δει’ πράγματα μετά την πτώση της Παντοκρατορίας;»

«Δεν ξέρω σε ποια χρονική περίοδο εντάσσονται αυτά που βλέπω. Δεν ξέρω καν αν θα πραγματοποιηθούν, αν είναι στο παρελθόν ή στο μέλλον. Μη λέμε τα ίδια πράγματα.»

«Ούτε μία ένδειξη, όμως;»

Ο Τάμπριελ ακούμπησε το σαγόνι στο χέρι του, σκεπτικός. Ένδειξη… συλλογίστηκε, φέρνοντας δεκάδες εικόνες στο μυαλό του: τραβώντας τες απ’το σκοτάδι, ρίχνοντάς τους μια ματιά, πετώντας τες πάλι πίσω στο νοητικό συρτάρι της μνήμης του, σαν φωτογραφίες. «Δε μπορώ να είμαι βέβαιος, Ανταρλίδα. Όλα τυχαία… και τίποτα τυχαίο.»

Η Ανταρλίδα γέμισε ακόμα μια κούπα με Σεργήλιο οίνο και του την πρόσφερε, καθίζοντας στα γόνατά του. «Γιατί το νομίζεις αυτό;»

Ο Τάμπριελ ήπιε. «Ποιο;»

«Τίποτα δεν είναι τυχαίο αλλά, συγχρόνως, όλα είναι τυχαία.»

«Είναι το μόνο λογικό συμπέρασμα που μπορεί να βγάλει κανείς για το τι συμβαίνει σ’αυτό το σύμπαν.»

«Λογικό; Είναι δύο αντικρουόμενες προτάσεις…»

«Και νομίζεις ότι δεν μπορεί συγχρόνως να ισχύουν δύο φαινομενικά αντίθετα πράγματα; Σκέψου το έτσι: Έχεις ένα ζάρι με έξι πλευρές. Το ρίχνεις. Ξέρεις τι αριθμό θα δείξει; Ποια από τις έξι πλευρές θα καταλήξει επάνω;»

«Εννοείται πως όχι.»

«Επομένως, είναι τυχαίο. Σωστά;»

«Είναι,» παραδέχτηκε η Ανταρλίδα, και ήπιε.

«Επίσης, όμως, το ζάρι έχει μόνο έξι πλευρές: που σημαίνει ότι θα παρουσιαστεί επάνω ή η πρώτη πλευρά ή η δεύτερη ή η τρίτη ή η τέταρτη ή η πέμπτη ή η έκτη. Σωστά;»

«Προφανώς.»

«Επομένως, δεν είναι τυχαίο. Το ξέρεις πως θα δεις μια από αυτές τις πλευρές.»

Η Ανταρλίδα συνοφρυώθηκε. «Ναι…»

«Βλέπεις; Είναι, συγχρόνως, τυχαίο αλλά και μη-τυχαίο.»

«Νομίζω ότι ήπια πολύ κρασί…» είπε η Ανταρλίδα, υπομειδιώντας. «Θέλεις να καταλήξεις ότι το σύμπαν μας είναι ένα ζάρι;»

Ο Τάμπριελ γέλασε – πράγμα που πάντοτε της φαινόταν πολύ παράξενο όταν συνέβαινε, γιατί αποτελούσε σπάνιο φαινόμενο. «Ναι, θα μπορούσες να πεις ότι είναι ζάρι. Δεν ξέρεις ποια πλευρά θα παρουσιαστεί, αλλά ο αριθμός των πλευρών είναι πεπερασμένος.»

Μετά, σηκώθηκαν από την πολυθρόνα και πήγαν στο λουτρό για να πλυθούν. Πατώντας μερικά πλήκτρα στη μικρή κονσόλα στον τοίχο, ο Τάμπριελ έβαλε τον θερμορυθμιστή να κάνει το νερό χλιαρό, και καθώς περίμεναν γδύθηκαν και, σαν να το είχαν συμφωνήσει σιωπηλά από πριν, αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν βαθιά, ο Τάμπριελ συνθλίβοντας την Ανταρλίδα επάνω στο στήθος του και η Ανταρλίδα γαντζώνοντας τα χέρια της στους ώμους του και τυλίγοντας το ένα της πόδι πίσω απ’το γόνατό του. Η κίνησή τους έμοιαζε και στους δύο τόσο παράξενα συγχρονισμένη που ήταν, ταυτόχρονα, υπέροχη και τρομακτική.

Ο Τάμπριελ σκέφτηκε, ακούσια: Πώς τόσα χρόνια δεν είχα συναντήσει αυτή τη γυναίκα;

Και η Ανταρλίδα: Ξέρει τι σκέφτομαι;

Όταν το μπιιιιπ! του θερμορυθμιστή ακούστηκε ήταν ακόμα αγκαλιασμένοι με τον ίδιο τρόπο. Τα χείλη τους χώρισαν, κοίταξαν τον πίνακα του θερμορυθμιστή, είδαν ότι το νερό είχε φτάσει στο επίπεδο θερμοκρασίας που ήθελαν, η Ανταρλίδα πάτησε το κουμπί που έκλεινε τον μηχανισμό, και μπήκαν στην πέτρινη λεκάνη του λουτρού.

Αφού έκαναν έρωτα, αργά, νωχελικά, έμειναν τεμπέλικα μέσα στο χλιαρό νερό και στο σαπούνι, με τα πόδια τους μπλεγμένα και με το κεφάλι της Ανταρλίδας ακουμπισμένο στον ώμο του Τάμπριελ.

Η Ανταρλίδα έτριβε το χέρι της επάνω στο στέρνο του. «Ξέρεις τι μου έλεγε η μαμά μου;» είπε, μισοκοιμισμένα.

«Τι;»

«Ότι ποτέ δεν θα βρω κανέναν άντρα που να μπορεί να μείνει μαζί μου παραπάνω από ένα μήνα.»

«Μάλλον πρέπει να έκανε λάθος.»

«Μέχρι πρότινος,» είπε η Ανταρλίδα, «είχε δίκιο.»

«Ίσως να φταίει το γεγονός ότι δεν είμαι σαν τους ανθρώπους που είχε στο μυαλό της η μαμά σου.»

Η Ανταρλίδα μειδίασε. «Πολύ πιθανόν.» Και τον ρώτησε: «Τι σου έλεγε εσένα η μητέρα σου, Τάμπριελ;»

«Δεν γνώρισα ποτέ τη μητέρα μου. Έφυγε αφότου με γέννησε.»

«Γιατί;»

«Ξέρω γω; Πρέπει να την τρόμαξα.»

Η Ανταρλίδα γέλασε, αλλά δεν άκουσε τον Τάμπριελ να γελά – πράγμα που δεν σήμαινε ότι δεν είχε αστειευτεί. «Σοβαρά. Γιατί;»

«Δεν ξέρω, Ανταρλίδα. Ο πατέρας μου δεν θέλησε να μου πει. Ως μητέρα μου θεωρώ περισσότερο τη δασκάλα μου στο τάγμα των Δεσμοφυλάκων.»

«Δε μου έχεις πει ποτέ γι’αυτήν.»

«Δεν έτυχε.»

Κανένας μας δεν του αρέσει να λέει πολλά για το παρελθόν του, σκέφτηκε η Ανταρλίδα. Ίσως γι’αυτό να ταιριάζουμε. Ίσως να είναι ένας από τους λόγους. Η μητέρα της θα έλεγε πως κι οι δυο τους ήταν αντικοινωνικοί. «Πες μου τώρα.»

«Ήταν πολύ καλή στην τέχνη των Δεσμοφυλάκων. Πολύ ισχυρή μάγισσα.»

«Ήταν;»

«Ένας δαίμονας τη σκότωσε.»

«Ένας από τους δαίμονες της Φεηνάρκια;»

«Ναι. Παρά τις δυνάμεις της, ορισμένες φορές αποτολμούσε πράγματα… ασύνετα. Είχε τρεις θεούς υπό την κυριαρχία της, Ανταρλίδα. Καταλαβαίνεις; Τρεις θεούς. Ήταν πανίσχυρη. Αλλά όλοι έχουν τα όριά τους. Υπάρχουν θεοί που δεν μπορείς να τους φυλακίσεις, όσο δυνατός κι αν είσαι.»

«Εννοείς ότι είχε τρεις δαίμονες κλεισμένους μέσα σε φυλαχτά;»

«Ναι.»

«Νόμιζα ότι οι Δεσμοφύλακες έχουν έναν…»

«Συνήθως, έναν έχουν. Απαιτεί τρομερά μεγάλη ψυχική δύναμη για να έχεις παραπάνω.»

«Και η δασκάλα σου πήγε να φυλακίσει και τέταρτο;»

«Πρέπει να σκόπευε να απελευθερώσει τους άλλους όταν είχε αυτόν υπό την κυριαρχία της. Αλλά, όπως σου είπα, τη σκότωσε. Και μετά τον σκότωσα εγώ.»

Όταν τελικά βγήκαν από το λουτρό, το φαγητό στο τραπέζι είχε κρυώσει, αλλά δεν τους πείραζε. Κάθισαν, τυλιγμένοι σε ζεστούς χιτώνες, και έφαγαν, συζητώντας για την κατάσταση στη Βίηλ και τι θα έκαναν στο μέλλον.

«Πρέπει να μιλήσουμε με τη Βασνίτα για το Πριγκιπάτο Τάσβεραλ,» είπε η Ανταρλίδα. «Αυτό είναι το τελευταίο Πριγκιπάτο της ανατολικής Βίηλ που πρέπει να φέρουμε με την Επανάσταση, και οι Παντοκρατορικοί εκεί, σίγουρα, θα έχουν ήδη πληροφορηθεί για τα γεγονότα στο Νέλερβικ – ίσως και για τα γεγονότα στην πρωτεύουσα του Χαύδοραλ – και θάναι προετοιμασμένοι. Δεν θα μπορούμε να τους αιφνιδιάσουμε με μια ξαφνική επίθεση, όπως κάναμε στο Χαύδοραλ.»

«Θα πρότεινα να μην επιτεθούμε καθόλου στο Τάσβεραλ, Ανταρλίδα,» είπε ο Τάμπριελ, καθώς έκοβε ένα κομμάτι από το κοκκινιστό χοιρινό στο πιάτο του.

«Να μην επιτεθούμε; Ο Άτβος και η Βασνίτα είπαν ότι μπορούμε να αγνοήσουμε το Πριγκιπάτο Ντόσβεκ, εκεί στην άκρη της διάστασης όπου βρίσκεται, αλλά όχι και το Τάσβεραλ. Πρέπει να το έχουμε με το μέρος μας αν είναι να προχωρήσουμε μετά προς την κεντρική Βίηλ.»

«Δεν προτείνω να το αγνοήσουμε: προτείνω να μην κάνουμε πόλεμο.»

«Να το πάρουμε διπλωματικά;»

«Γιατί όχι; Έχουμε το Νέλερβικ και το Χαύδοραλ με το μέρος μας. Δε μπορεί να μην αισθάνεται καθόλου φοβισμένη η Πριγκίπισσα Λισρρέτα του Τάσβεραλ, εκεί στη γωνία όπου βρίσκεται το Πριγκιπάτο της, κλεισμένο από τα άλλα δύο Πριγκιπάτα.»

«Εκείνη μπορεί να αισθάνεται φοβισμένη… αλλά ο Παντοκρατορικός Επόπτης;»

«Γι’αυτό πρέπει να μιλήσουμε με τη Βασνίτα. Και θα μας πει, φυσικά, και ο Άτβος τη γνώμη του μέσω των Ιεραρχών.»

Η Ανταρλίδα το σκέφτηκε για λίγο καθώς έτρωγε λαχανικά από τη μεγάλη πιατέλα στο κέντρο του τραπεζιού. Τελικά είπε: «Ίσως, όμως, θα ήταν καλύτερα να φροντίσουμε για τη σταθερότητα της κατάστασης στο Χαύδοραλ, προτού κινηθούμε εναντίον των Παντοκρατορικών στο Τάσβεραλ.»

«Εξαρχής, όμως, λέγαμε να δράσουμε γρήγορα. Κι αν δεν κάνουμε, τελικά, πόλεμο με το Τάσβεραλ, ποιος ο λόγος να μην το πάρουμε όσο το δυνατόν πιο γρήγορα με το μέρος μας;»

«Αποκλείεται να αποφύγουμε τελείως τον πόλεμο, Τάμπριελ. Συγκρούσεις θα γίνουν. Δεν το θεωρώ και πολύ πιθανό οι δυνάμεις της Παντοκράτειρας να φύγουν ειρηνικά, οσοδήποτε λίγες κι αν είναι στο Τάσβεραλ.»

«Η Αλιζέτ,» είπε ο Τάμπριελ, «σίγουρα θα ξέρει ακριβώς πόσες είναι οι Παντοκρατορικές δυνάμεις εκεί.»

«Ακριβώς; Δε νομίζω.»

«Περισσότερα από εμάς, τον Άτβος, και τη Βασνίτα θα ξέρει· πάω στοίχημα.»

47.

Το απόγευμα κάλεσαν τη Βασνίτα μέσω διαύλου και τη ρώτησαν αν θα μπορούσαν να μιλήσουν για το Τάσβεραλ. Εκείνη αποκρίθηκε ότι αυτό τώρα ήταν αδύνατο: ετοιμαζόταν για τη κηδεία που θα γινόταν με τη δύση του ήλιου· δεν είχε καθόλου χρόνο. Έτσι, ο Τάμπριελ κάλεσε – μέσω διαύλου πάλι – την Αλιζέτ, ζητώντας της να έρθει στα δωμάτιά του. Η Σκοτεινή Βασίλισσα δεν άργησε. Χτύπησε την πόρτα και η Ανταρλίδα τής άνοιξε για να μπει. Η Αλιζέτ ήταν ντυμένη μ’ένα φόρεμα της μόδας των ευγενών της Βίηλ, μέσα από το οποίο το μυώδες σώμα της διαγραφόταν κολακευτικά. Δεν είχε τώρα κανέναν επίδεσμο τυλιγμένο γύρω απ’το κεφάλι της, και το τραύμα της δεν φαινόταν καθόλου, κρυμμένο μες στα μαύρα μαλλιά της, που έπεφταν λυτά και νωπά στους ώμους της.

«Υποθέτω,» είπε καθώς καθόταν σε μια καρέκλα, «πως δεν με καλέσατε επειδή σας έλειψα.»

«Νομίζεις ότι σε αντιπαθούμε, Αλιζέτ;» Ο Τάμπριελ καθόταν στην πολυθρόνα πλάι στο παράθυρο.

(Δεν τη συμπαθούμε κιόλας, σκέφτηκε ακούσια η Ανταρλίδα, πηγαίνοντας να καθίσει κι εκείνη.)

«Μου έχει περάσει απ’το μυαλό, μερικές φορές…»

«Ήθελες να με δολοφονήσεις. Τι περίμενες; Αγάπες;»

«Αυτή ήταν η αποστολή μου, όχι κάτι το προσωπικό.»

«Εγώ όταν προσπαθούν να με σκοτώσουν δεν μπορώ παρά να το παίρνω λιγάκι προσωπικά, πάντα,» είπε ο Τάμπριελ, γεμίζοντας το τσιμπούκι του με καπνό κι ανάβοντάς το μ’ένα απ’τα ειδικά σπίρτα της Βίηλ.

«Θέλουμε να μιλήσουμε για το Τάσβεραλ,» είπε η Ανταρλίδα στη Σκοτεινή Βασίλισσα. «Κανονικά έπρεπε και η Βασνίτα να ήταν εδώ, αλλά είπε πως δεν μπορούσε επειδή ήθελε να προετοιμαστεί για την κηδεία. Τι έχει να κάνει η ίδια η Πριγκίπισσα για την κηδεία δεν μπορώ να φανταστώ, βέβαια…»

«Θα έπρεπε να μπορείς,» αποκρίθηκε η Αλιζέτ. «Στη Βίηλ δεν υπάρχουν ιερείς, όπως σε άλλες διαστάσεις, Ανταρλίδα.»

«Τι πάει να πει αυτό;»

«Πάει να πει πως ή ο επικεφαλής της οικογένειας κάνει τις κηδείες ή ο άρχοντας της περιοχής. Κι όταν κηδεύεις ήρωες, εννοείται πως κάνει την κηδεία ο Πρίγκιπας ή η Πριγκίπισσα του Πριγκιπάτου. Εκτός αν αναθέσει σε κάποιον άλλο αυτό το καθήκον. Κρίνοντας όμως από τον χαρακτήρα της Βασνίτα, δε νομίζω πως θα το κάνει.»

«Γιατί δεν υπάρχουν ιερείς;»

Η Αλιζέτ ανασήκωσε τους ώμους. «Γιατί να υπάρχουν;»

«Για να κάνουν τις κηδείες;»

«Και τους γάμους κι όλες τις τελετές, και να πλουτίζουν μαζεύοντας χρήματα; Δεν ξέρω, Ανταρλίδα· έτσι συνηθίζεται εδώ. Οι τελετές μας γίνονται σε βωμούς και σε τεμένη, και μπορεί να τις κάνει ο οποιοσδήποτε θέλει να ζητήσει κάτι από τα Πνεύματα. Έχουμε γλιτώσει τους μεγάλους ναούς που βλέπεις στη Ρελκάμνια και στη Σεργήλη και στην Απολλώνια.» Μόρφασε και γέμισε για τον εαυτό της ένα ποτήρι μπίρα από την καράφα που ο Τάμπριελ και η Ανταρλίδα δεν είχαν αγγίξει. «Οι μόνοι που μοιάζουν – πολύ γενικά – με ιερείς στη Βίηλ είναι οι Οδηγοί.»

«Ποιοι είναι οι Οδηγοί;»

«Κάποιοι που, σύμφωνα με τις φήμες, μένουν στις παρυφές των Ερημιών και μέσα και γύρω από τους Δασότοπους των Λάν’τραχαμ. Επίσης, ορισμένοι λένε πως τους έχουν δει να κατεβαίνουν μέσα στο Μεγάλο Σχίσμα, ή να κάθονται σε ομιχλιασμένα νησιά της Λίμνης των Κολοσσών. Είναι μυστηριώδεις.» Η Αλιζέτ ήπιε μια γουλιά μπίρα. «Κανείς δεν ξέρει τι ακριβώς συμβαίνει μαζί τους. Τους συναντούν όσοι θέλουν να γίνουν Ιεροί Μαχητές των Οστών, πηγαίνοντας προς τον Τόπο Ανάπαυσης. Φοράνε πάντοτε μάσκες, έχω ακούσει.»

«Δεν τους έχεις δει η ίδια;» ρώτησε η Ανταρλίδα.

«Όχι. Ελάχιστοι τούς βλέπουν.»

Ο Τάμπριελ είπε: «Είναι κάτι σαν σαμάνοι;»

«Περίπου,» απάντησε η Αλιζέτ. «Υποθέτω.»

«Τέλος πάντων,» είπε η Ανταρλίδα. «Δε μας απασχολούν αυτοί οι Οδηγοί. Πρέπει να μιλήσουμε για το Τάσβεραλ τώρα.»

«Υποθέτω,» είπε η Αλιζέτ πίνοντας ακόμα μια γουλιά από τη μπίρα της, «θέλετε να μάθετε τα πάντα για το ποιος διοικεί εκεί, ποιος ελέγχει αυτόν που διοικεί, και ποιος ελέγχει αυτόν που ελέγχει αυτόν που διοικεί.»

«Όπως πάντα, Αλιζέτ,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ, «ξεκινάμε από τα βασικά· και μετά θέλουμε, φυσικά, ν’ακούσουμε και τις δικές σου… ιδιαίτερες γνώσεις για την περιοχή.»

«Δεν έχω τίποτα πολύ ιδιαίτερες γνώσεις για την περιοχή. Το δίκτυο των πρακτόρων της Παντοκράτειρας είναι σχετικά μικρό στο Τάσβεραλ, αν και σαφώς μεγαλύτερο από εδώ, στο Νέλερβικ.»

«Τα βασικά, πρώτα,» την παρότρυνε ο Τάμπριελ.

«Η Πριγκίπισσα Λισρρέτα διοικεί.»

«Αυτό είναι το μόνο που ξέρουμε, αλλά, για εμάς, δεν είναι μέχρι στιγμής παρά ένα όνομα.»

«Για τον χαρακτήρα της δεν μπορώ να σου πω και πολλά· δεν την έχω ποτέ γνωρίσει προσωπικά. Η Βασνίτα, σίγουρα, θα ξέρει πολύ περισσότερα για το πώς συμπεριφέρεται, αφού κατοικούν στην ίδια ευρύτερη περιοχή της Βίηλ. Εκείνο που ξέρω είναι ότι η Πριγκίπισσα Λισρρέτα έχει τρεις γιους, που κανένας τους δεν πρέπει να είναι μεγαλύτερος από είκοσι χρονών αν δε λαθεύω. Τους λένε ‘οι Τρεις Πρίγκιπες του Τάσβεραλ’, παρότι, βέβαια, πρίγκιπας δεν είναι ακόμα κανένας τους – όχι όσο η μητέρα τους είναι ζωντανή.»

«Παιδιά, δηλαδή, έτσι όπως τους περιγράφεις. Παίζει κανένας τους καθοριστικό ρόλο στη διακυβέρνηση;»

«Δε νομίζω. Κάνουν, όμως, φασαρίες κατά καιρούς. Συμπεριφέρονται σαν να τους ανήκουν τα πάντα.»

«Είναι στο Πριγκιπάτο τους…»

«Και το Πριγκιπάτο τους είναι στη Συμπαντική Παντοκρατορία.»

«Καταλαβαίνω πού θες να καταλήξεις, Αλιζέτ.» Ο Τάμπριελ άναψε πάλι την πίπα του γιατί είχε σβήσει. «Δεν τα πάνε καλά με τους τοποτηρητές της Παντοκράτειρας;»

«Καθόλου, αλλά όχι σε σημείο που να θεωρούνται επικίνδυνοι. Όπως είπες, είναι παιδιά.»

Η Ανταρλίδα ρώτησε: «Ποιος είναι Επόπτης στο Τάσβεραλ;»

«Γι’αυτόν θα έλεγα τώρα,» αποκρίθηκε η Αλιζέτ. «Ονομάζεται Καρλ Βέρινλωφ–»

«Καταγόμενος από Σεργήλη;» είπε η Ανταρλίδα, γιατί το όνομά του αυτό της έλεγε.

«Ναι. Καρλ Βέρινλωφ, συνταγματάρχης εν αποστρατεία, ήρωας του Βόρειου Μετώπου της Απολλώνιας–»

«Του Βόρειου Μετώπου της Απολλώνιας;» Η Ανταρλίδα συνοφρυώθηκε.

«Νομίζεις ότι τον έχεις ξανακούσει;»

«Ναι, έτσι νομίζω.»

«Δεν αποκλείεται. Όπως σου είπα, θεωρείται ήρωας πολέμου, αλλά τον έχουν αποστρατεύσει γιατί τραυματίστηκε πολύ άσχημα σε μια σύγκρουση. Από τη δεξιά μεριά, τώρα, κουτσαίνει, και το δεξί του χέρι λείπει. Το έχει αντικαταστήσει ο ίδιος ο Ρίμναλ’μορ, ο σύζυγος της Παντοκράτειρας, μ’ένα μηχανικό χέρι που λειτουργεί ως γάντζος.»

«Και πώς δουλεύει εδώ, στη Βίηλ;»

«Με εστία, φυσικά. Την κουβαλά πάντα μαζί του.»

«Τον διόρισαν Επόπτη στο Τάσβεραλ όταν τον αποστράτευσαν;»

«Ναι.»

«Υπήρχε, δηλαδή, κενή θέση εδώ;»

«Ο προηγούμενος Επόπτης,» είπε η Αλιζέτ, «είχε μόλις σκοτωθεί από κάποιους στασιαστές. Ανθρώπους της εμπορικής τάξης του Πριγκιπάτου Τάσβεραλ οι οποίοι είχαν ξεσηκωθεί εξαιτίας της βαριάς φορολογίας στα προϊόντα και είχαν γίνει ληστές. Ο Καρλ Βέρινλωφ, όταν ανέλαβε την εποπτεία του Πριγκιπάτου, βρήκε πού κρύβονταν και τους εκτέλεσε όλους. Και γενικά είναι από τους πιο σκληρούς επόπτες στη Βίηλ, παρότι το Τάσβεραλ δεν είναι και το σημαντικότερο Πριγκιπάτο. Πιο γνωστό για την εξαγωγή χυμού σκίανθου είναι, βασικά. Ο σκίανθος φυτρώνει σε μεγάλες ποσότητες στα δάση του.»

Η Ανταρλίδα στράφηκε στον Τάμπριελ. «Δε νομίζω πως η διπλωματική μέθοδος θα πιάσει μ’αυτόν τον Καρλ Βέρινλωφ.»

«Μπορεί, όμως, να πιάσει με τους ανθρώπους του Τάσβεραλ. Μάλλον, δε θα τον αγαπάνε και πολύ.» Και προς την Αλιζέτ: «Ποια η γνώμη της Πριγκίπισσας Λισρρέτα γι’αυτόν;»

«Δεν είμαι βέβαιη, αλλά δεν έχω ακούσει και νάναι ανοιχτά εναντίον του.»

«Χρειαζόμαστε τη Βασνίτα,» είπε ο Τάμπριελ. «Σίγουρα.» Ρούφηξε καπνό και τον φύσηξε προς το ανοιχτό παράθυρο πλάι του, απ’όπου έφυγε απ’το δωμάτιο διαγράφοντας μυστηριακά σύμβολα και περιστρεφόμενα ερπετά.

48.

Το Τέμενος της Ράχης του Ποταμού βρισκόταν περίπου δύο χιλιόμετρα βόρεια των τειχών της Νέλερβικ, σ’ένα ύψωμα στις όχθες, εκεί όπου δημιουργείτο ένας καταρράκτης, όχι τόσο απότομος ώστε να μη μπορεί να πλοηγηθεί με πλοίο ή βάρκα αν ο πλοηγός ήταν προσεχτικός. Το τέμενος δεν ήταν τίποτα περισσότερο από δύο αγάλματα, δύο κίονες, και ένας βωμός· αλλά είχε ιδιαίτερη σημασία για τους ανθρώπους της περιοχής, και οποιοσδήποτε κάτοικος της Βίηλ θα το θεωρούσε ιερό τόπο.

Τα αγάλματα ήταν τόσο ψηλά όσο δύο ψηλοί άντρες, απεικονίζοντας γίγαντες με μακριά μούσια και μαλλιά, οι οποίοι κρατούσαν τα όπλα τους στραμμένα στη γη: ο ένας σπαθί κι ο άλλος πολεμική σφύρα. Οι κίονες είχαν το μισό ύψος των αγαλμάτων, κι επάνω τους, με χαράγματα στην Αρχαία Γλώσσα, αναγράφονταν μύθοι και θρύλοι, ιεροτελεστίες και εξορκισμοί, ρητά και ιερά λόγια. Ο βωμός ήταν καμωμένος από την ίδια την πέτρα της ράχης και λαξεμένος αριστοτεχνικά. Πίσω του κρυβόταν μια εστία, απ’την οποία ξεκινούσαν καλώδια που περνούσαν μέσα από τα αγάλματα και έκαναν τα μάτια τους να φωτίζουν. Ο μηχανισμός αυτός ήταν σε λειτουργία εδώ και αιώνες: τα καλώδια δεν είχαν διαβρωθεί από την υγρασία του ποταμού, η εστία είχε αποδειχτεί αείζωη. Κι αυτό οι ντόπιοι το θεωρούσαν θαύμα των Πνευμάτων των Αρχαίων Κολοσσών.

Η κηδεία των τριών ηρώων της μάχης της Χαύδοραλ πραγματοποιήθηκε μόλις ο ήλιος έδυσε. Η Πριγκίπισσα Βασνίτα Κάλνεραχ είχε έρθει εδώ καμια ώρα πιο πριν, μαζί με μια μικρή αλλά καλά οπλισμένη συνοδία, για να κάνει ό,τι προετοιμασίες απαιτούνταν. Τα λόγια της, στην Αρχαία και στη Δημώδη, τα είχε ήδη μάθει καλά, λέγοντάς τα ξανά και ξανά μπροστά σ’έναν καθρέφτη, στο κάστρο της Νέλερβικ.

Οι Βάθμακ ήρθαν κουβαλώντας σε φορεία τους νεκρούς τους, ενώ τη σορό του Ιερού Μαχητή Νισμάνος μετέφεραν ο Ιερός Μαχητής Ραφέλνες και μερικοί άλλοι πιστοί πολεμιστές του Πριγκιπάτου.

Ευγενείς ήρθαν από τη Νέλερβικ και όλες τις τριγυρινές περιοχές, καθώς επίσης και μάγοι και μάγισσες του τάγματος των Πεφωτισμένων. Ανέβηκαν στη ράχη στις όχθες του ποταμού και στάθηκαν σεβάσμια γύρω από το τέμενος. Ο απλός λαός που θέλησε να παρευρεθεί στην κηδεία στάθηκε κάτω από τον λόφο, και δεν ήταν λίγος: οι λάμπες τους, ενεργειακές και μη, τρυπούσαν τη νύχτα με εκατοντάδες μικρά φώτα.

Ο Τάμπριελ, η Ανταρλίδα, η Αλιζέτ, και οι Ιεράρχες βρίσκονταν επάνω στη ράχη, κοντά σ’έναν από τους κίονες με τα λαξεύματα στην Αρχαία Γλώσσα της Βίηλ. Η Ανταρλίδα, κοιτάζοντας ανάμεσα στους ευγενείς, παρατήρησε ότι και ο Άρχοντας Θαλράνος ήταν εδώ, ο σύζυγος της φυλακισμένης στα μπουντρούμια Κισβέτα. Πλάι του στεκόταν ένας άντρας τον οποίο η Ανταρλίδα δεν γνώριζε αλλά ο Θαλράνος κάθε τόσο ψιθύριζε μαζί του.

«Ποιος είν’αυτός δίπλα στον Θαλράνος;» ρώτησε η Ανταρλίδα τον Τάμπριελ, ψιθυριστά κι εκείνη, γιατί η Βασνίτα είχε αρχίσει να μιλά, μεγαλόφωνα και ιεροτελεστικά, στην Αρχαία Γλώσσα και οι πάντες έκαναν ησυχία.

Ο Τάμπριελ αποκρίθηκε: «Αυτός νομίζω πως είναι ο Βανθάρος Μάρτενθαχ, ο προηγούμενος Υπασπιστής. Της Κισβέτα.»

Και μάλλον, σκέφτηκε η Ανταρλίδα, δε θάναι ευχαριστημένος που η Βασνίτα τον καθαίρεσε. Ο Ναλτάρες έχει δίκιο: ο Θαλράνος κάτι πρέπει να σχεδιάζει, και σίγουρα έχει και συμμάχους. Επιπλέον, δεν της άρεσε η φάτσα αυτού του Βανθάρος: της θύμιζε νυφίτσα.

Η Βασνίτα τελείωσε με τα ιεροτελεστικά λόγια στην Αρχαία Γλώσσα, και έβγαλε έναν λόγο στη Δημώδη της Βίηλ. Η Ανταρλίδα δεν κατάλαβε σχεδόν τίποτα, γιατί ούτε τη μία γλώσσα γνώριζε ούτε την άλλη· μπορούσε, όμως, να υποθέσει ότι η νέα Πριγκίπισσα έλεγε τιμητικά λόγια για τους νεκρούς ήρωες. Μετά, μίλησαν οι Βάθμακ, στη Δημώδη κι αυτοί, και τέλος ο Ραφέλνες, κάποιοι πολεμιστές του Πριγκιπάτου, και κάποιοι συγγενείς του Νισμάνος Ενάρμικ. Γιατί κανένας δεν χρησιμοποιεί τη Συμπαντική; αναρωτήθηκε η Ανταρλίδα. Την ήξεραν και τη χρησιμοποιούσαν σ’όλες τις άλλες περιπτώσεις της ζωής τους…

Αφότου τελείωσαν οι λόγοι, οι νεκροί τοποθετήθηκαν, ο ένας κατόπιν του άλλου, επάνω στον βωμό, που καλωδιώσεις διέτρεχαν την επιφάνειά του – μάλλον πρόσφατα τοποθετημένες εκεί, υπέθετε η Ανταρλίδα. Τα καλώδια συνδέονταν με την εστία πίσω από τον βωμό. Η σορός του Νισμάνος τοποθετήθηκε πρώτη επάνω στην ιερή πέτρινη τράπεζα. Ένας Πεφωτισμένος, ντυμένος επίσημα, πλησίασε, ύφανε ένα ξόρκι με περίπλοκες χειρονομίες και μουρμουρίσματα, και δυνατή, φωτεινή ενέργεια φάνηκε να περνά απ’τα καλώδια, κατακαίγοντας τη σάρκα του Νισμάνος – ο οποίος ήταν γυμνός – αλλά αφήνοντας τα κόκαλά του ανέγγιχτα: και τα φυσικά του κόκαλα και αυτά της ιερής πανοπλίας του. Δεν ήταν ούτε μαυρισμένα ούτε σπασμένα. Οι συγγενείς του ανέβηκαν και τα μάζεψαν μέσα σε μια επίχρυση οστεοθήκη.

Η ίδια διαδικασία επαναλήφθηκε για την Αλιζέτ Βάθμακ και για τον Ναλφίρες Βάθμακ, και οι συγγενείς τους μάζεψαν τα κόκαλα και τα έβαλαν σε οστεοθήκες.

Η Βασνίτα φώναζε κάποια λόγια στην Αρχαία Γλώσσα ύστερα από την καύση του κάθε νεκρού.

«Τι λέει;» ρώτησε, ψιθυριστά, η Ανταρλίδα την Αλιζέτ.

«‘Επέστρεψε στο Φως που τον γέννησε.’»

Όταν οι καύσεις είχαν τελειώσει και η Βασνίτα έλεγε κάποια τελευταία λόγια στη Δημώδη, η Ανταρλίδα ψιθύρισε: «Υποθέτω πως αυτό δεν γίνεται για όλους τους νεκρούς στη Βίηλ…»

«Όχι,» απάντησε η Αλιζέτ, «μόνο για τους σημαντικούς, ή αν οι συγγενείς τους έχουν αρκετά χρήματα για να πληρώσουν μάγο να κάνει τη δουλειά. Διαφορετικά, απλά τούς καίνε με φωτιά και μαζεύουν τα κόκαλα – τα οποία, βέβαια, δεν είναι σε τόσο καλή κατάσταση όσο αυτά που βλέπεις εδώ.»

Η κηδεία των ηρώων είχε τελειώσει, και το συγκεντρωμένο πλήθος άρχισε να επιστρέφει στη Νέλερβικ, με ελάχιστη φασαρία. Σε λίγο, μόνο το συνεχές φως από τα μάτια των αγαλμάτων των Αρχαίων Κολοσσών φώτιζε το Τέμενος της Ράχης του Ποταμού.

49.

Καθώς πήγαιναν προς τα νότια, μέσα στο εξάτροχο όχημα, ο Πολ έλεγε στον Άλτρες και στη Σιλράτα πώς να υποδυθούν καλύτερα τους πράκτορες της Παντοκράτειρας στους οποίους είχαν μεταμφιεστεί. «Δεν ξέρω τα πάντα γι’αυτούς,» τους προειδοποίησε, «δεν είχα χρόνο να μάθω παρά τα πιο βασικά, οπότε θα πρέπει να είστε προσεχτικοί στο τι λέτε και τι κάνετε. Να θυμάστε: το καλύτερο, στις περισσότερες περιπτώσεις, είναι η ουδετερότητα. Επίσης, να έχετε υπόψη σας ότι θεωρείστε ισόβαθμοι με Παντοκρατορικούς αξιωματικούς· δεν παίρνετε διαταγές από στρατιώτες. Αν σας πουν να σταματήσετε, δεν σταματάτε, εκτός αν θέλετε. Ακόμα κι αν οι αξιωματικοί σάς πουν κάτι, δεν είστε υποχρεωμένοι να το δεχτείτε· θα ήταν λογικό, όμως, να τους ακούσετε. Διαταγές παίρνετε μόνο από τους ειδικούς πράκτορες: τους Ελεγκτές, τους Ανώτερους Ελεγκτές, και τον Ανώτατο Ελεγκτή της περιοχής σας. Θα σας πω ποιοι είναι αυτοί στο Κίρτβεχ, και καλά θα κάνετε να μην τους ξεχάσετε. Επίσης, παίρνετε διαταγές από ειδικούς πράκτορες που μπορεί να εμφανιστούν απροειδοποίητα· αλλά πρέπει κάποιος πρώτα να αποδείξει ότι είναι τέτοιος, όχι απλά να το πει.

»Θα σας έχω, βέβαια, συνέχεια μαζί μου – θα πω στη Νίνα ότι σας χρειάζομαι – γιατί είμαι σίγουρος πως αν σας αφήσω μόνους θα τα σκατώσετε. Ωστόσο, πρέπει να ξέρετε τα βασικά.»

Ο Άλτρες είπε υπομειδιώντας: «Χαίρομαι που μας δείχνεις εμπιστοσύνη, Πολ.» Ήταν καθισμένος μπροστά στο τιμόνι και οδηγούσε.

«Χαίρομαι κι εγώ που χαίρεσαι, Άτβος,» αποκρίθηκε ο Πολ, αποκαλώντας τον με το όνομα του πράκτορα που θα υποδυόταν. Τους είχε πει ότι έπρεπε πάση θυσία να συνηθίσουν τα ονόματά τους, να κάνουν το μυαλό τους να νομίσει, εν μέρει, ότι είναι οι πράκτορες Άτβος και Ρισκάνα. Κανέναν δεν πείθεις για τίποτα, τους είχε τονίσει, αν κι εσύ δεν πιστεύεις ώς ένα βαθμό το ψέμα σου.

Ήταν λιγάκι τρομαγμένοι κι οι δύο απ’αυτό που πήγαιναν να κάνουν, είχε παρατηρήσει ο Πολ, αν και δεν τους έλειπε το θάρρος. Και απορούσε γιατί εκείνος δεν φοβόταν. Από την άλλη, βέβαια, όταν ο ίδιος ο Ελκράσ’ναρχ έχει αλλάξει το σώμα σου και την ταυτότητά σου, παύεις πια να σκέφτεσαι ότι είναι δύσκολο να προσποιηθείς το οτιδήποτε ή τον οποιονδήποτε…

Ας ελπίσουμε ότι η Νίνα δεν θα ψυλλιαστεί τίποτα, γιατί αλλιώς θα καταλήξουμε όλοι σε κάποιο πολύ βαθύ μπουντρούμι με κακομούτσουνους βασανιστές να μας κοιτάζουν από ψηλά.

Ο Πολ θα μπορούσε να τους πάει στην πρωτεύουσα του Κίρτβεχ την ίδια ημέρα που ο Δάρυλμος τούς έφτιαξε τις μάσκες τους, μα δεν το έκανε. Καθοδόν σταμάτησαν στην ύπαιθρο για να τους συνεχίσει το μάθημά του. Θα έχαναν μια μέρα αλλά θα ήταν καλύτερα προετοιμασμένοι. Αν ο Άλτρες ή η Σιλράτα έκαναν κάποιο τραγικό λάθος, η Νίνα δεν υπήρχε αμφιβολία ότι θα καταλάβαινε αμέσως την απάτη. Ήταν πάντοτε καχύποπτη, και απολάμβανε τη δουλειά τους. Ο Πολ – που δεν ήξερε και πολλά για την παλιά της ζωή – είχε πολλές φορές αναρωτηθεί μήπως είχε η ίδια προσφερθεί να γίνει πράκτορας του Ελκράσ’ναρχ, αντί να έχει μπλέξει όπως οι περισσότεροι από τους πράκτορές του. Ήταν, βέβαια, λιγάκι απίθανο. Απ’ό,τι ήξερε ο Πολ, δεν πήγαινες εσύ να βρεις τον Ελκράσ’ναρχ· ερχόταν εκείνος να βρει εσένα, αν θεωρούσε ότι μπορούσες να του φανείς χρήσιμος.

Ενώ πλησίαζε το μεσημέρι της επόμενης ημέρας από τότε που είχαν ξεκινήσει να ταξιδεύουν νότια, έφτασαν στη μεγάλη πόλη Κίρτβεχ, στις όχθες της Λίμνης των Κολοσσών. Η ζέστη ήταν ευχάριστη, και ο Πολ οδηγούσε τώρα ο ίδιος προκειμένου να αποφευχθούν τυχόν λάθη. Πλησίασε το εξάτροχο όχημά τους στην Πύλη της Ξηράς και σταμάτησε μπροστά στους φρουρούς. Τους έδειξε το χαρτί με την άδειά του και τον άφησαν να περάσει χωρίς τον παραμικρό έλεγχο.

Το όχημα ήταν μεγάλο και στριμωχνόταν μέσα στους δρόμους της Κίρτβεχ, όπου περνούσαν κι άλλα ενεργειακά οχήματα, πεζοί, καβαλάρηδες, και κάρα που τα τραβούσαν ζώα.

«Να θυμάστε,» είπε ο Πολ στους δύο μεταμφιεσμένους επαναστάτες: «ερχόμαστε από σφαγή. Πρέπει να είμαστε τουλάχιστον λιγάκι φοβισμένοι.»

«Δεν το έχουμε ξεχάσει,» αποκρίθηκε η Σιλράτα.

Ο Πολ πήγε το όχημα στον χώρο στάθμευσης πίσω από το Φρουραρχείο και το σταμάτησε εκεί. Απενεργοποίησε τη μηχανή, άνοιξε την πόρτα πλάι του, και βγήκε. Ο Άλτρες/Άτβος και η Σιλράτα/Ρισκάνα τον ακολούθησαν, καθώς βάδιζε προς μια μικρή πύλη η οποία οδηγούσε στο εσωτερικό του Φρουραρχείου. Στον φρουρό που στεκόταν εκεί έδειξε το χαρτί που είχε δείξει και στους φρουρούς στην Πύλη της Ξηράς. Του το είχε φτιάξει η Νίνα, έτσι ώστε να ισχύει όπου κι αν βρισκόταν μέσα στο Κίρτβεχ και να έχει ελευθερία κινήσεων.

Μπαίνοντας στο Φρουραρχείο, ο Πολ πήγε κατευθείαν προς το γραφείο της Επόπτριας ελπίζοντας να τη βρει εκεί και να μη χρειαστεί να την αναζητήσει μες στην πρωτεύουσα ή αλλού στο Πριγκιπάτο. Ύστερα από τη συνάντησή τους στη Ριφάλπεκ, στο Κάστρο των Κήπων, η Νίνα τού είχε υποσχεθεί ότι θα ερχόταν στην Κίρτβεχ και θα έμενε εκεί, για να συντονίζει τις δραστηριότητες των πρακτόρων της και να μάθουν τι συνέβαινε μ’αυτά τα καινούργια όπλα των επαναστατών.

Στον διάδρομο όπου βρισκόταν το γραφείο της Νίνας στεκόταν ένας λευκοντυμένος φρουρός. «Είναι μέσα η Επόπτρια;» τον ρώτησε ο Πολ.

«Μάλιστα, κύριε. Αλλά μιλάει με κάποιους–»

«Αυτό που έχω να της πω είναι σημαντικό.» Αγνοώντας τον φρουρό, χτύπησε την πόρτα με τη γροθιά του. «Νίνα! Εγώ είμαι, ο Πολ! Πρέπει να μιλήσουμε!»

Οι ομιλίες που ακούγονταν από μέσα έπαψαν. Βήματα ακούστηκαν, και η Νίνα Έκγραμμη άνοιξε την πόρτα. Ήταν ντυμένη με λευκό πουκάμισο και μαύρη φούστα, και είχε επάνω της τα αναγνωριστικά της Επόπτριας.

«Έχω επισκέπτες,» του είπε. Πάνω απ’τον ώμο της, ο Πολ μπορούσε να δει έναν άντρα και μια γυναίκα, καθισμένους μπροστά στο γραφείο της και αρκετά καλοντυμένους.

«Είναι σημαντικό αυτό που έχω να σου πω. Είμαι βέβαιος ότι θα θέλεις να το μάθεις τώρα.»

Η Νίνα τον ατένισε διστακτικά για μια στιγμή: ενοχλημένα, ίσως. Ύστερα στράφηκε στον άντρα και στη γυναίκα που κάθονταν μπροστά στο γραφείο της. «Κάτι προέκυψε,» τους είπε· «θα πρέπει να μιλήσουμε αύριο.»

«Δε γίνεται το απόγευμα;» ρώτησε ο άντρας – παχύς, γαλανόδερμος, και με φουντωτό μουστάκι.

«Δε συζητάω για τέτοια θέματα το απόγευμα.»

Ο άντρας ένευσε λέγοντας «Εντάξει» και σηκώθηκε από την καρέκλα του, όπως επίσης και η γυναίκα – πιο λεπτή από αυτόν, λευκόδερμη, και μελαχρινή. «Θα σας είμαστε ευγνώμονες…» είπε στη Νίνα καθώς πήγαινε, μαζί με τον άντρα, προς την έξοδο του γραφείου.

«Το καταλαβαίνω,» αποκρίθηκε η Επόπτρια, ουδέτερα.

Οι δυο τους έφυγαν, και ο Πολ, ο Άλτρες/Άτβος, και η Σιλράτα/Ρισκάνα μπήκαν.

Η Νίνα έκλεισε την πόρτα. «Έχετε νέα για τους επαναστάτες;»

«Χειρότερα απ’ό,τι θα φανταζόσουν,» είπε ο Πολ, καθίζοντας στην καρέκλα όπου πριν από λίγο καθόταν η λευκόδερμη γυναίκα. Οι δύο πράκτορές του έμειναν όρθιοι.

«Τους βρήκατε ή όχι;» Η Νίνα έκανε τον κύκλο του γραφείου της για να καθίσει αντίκρυ στον Πολ. Επάνω στη δεξιά άκρη του επίπλου υπήρχε ένας βαλσαμωμένος αετός.

«Μας βρήκαν αυτοί…»

Τα μάτια της στένεψαν. «Δεχτήκατε επίθεση;»

Ο Πολ αναστέναξε βαριά καθώς ακουμπούσε την πλάτη του στην καρέκλα. «Ο Άτβος» – έδειξε, με μια σχεδόν αδιάφορη χειρονομία, τον Άλτρες – «και ο Μελράνος βρήκαν ίχνη. Μεγάλα και βαθιά. Αλλά έμοιαζαν ανθρώπινα. Υποθέσαμε ότι είχαν γίνει από τον μεταλλικό γίγαντα – και μάλλον δεν κάναμε λάθος, τελικά… Τα ακολουθήσαμε και είδαμε ότι οδηγούσαν μέσα στην Καμένη Γη. Φτάσαμε σ’ένα σημείο όπου χάνονταν και κοιτάξαμε πιο προσεχτικά. Ήταν νύχτα και είχαμε όλοι έτοιμα τα όπλα μας και παρατηρούσαμε τα σκοτάδια για καμια ενέδρα.

»Δεν ξέρω από πού πετάχτηκαν αλλά από κάπου πετάχτηκαν, Νίνα. Από κάποιο κοίλωμα του γκρίζου εδάφους της Καμένης Γης, από κάποιο λαγούμι… Επαναστάτες. Αδύνατον να υπολογίσω πόσοι ήταν, και μαζί τους είχαν τον μεταλλικό γίγαντα που μας περιέγραψε η Λοχίας Μαλθρίτ Νερέμβοχ. Στο ύψος είναι δύο φορές όσο εγώ, Νίνα. Κανονικά, βέβαια, το ύψος δεν είναι καθοριστικό σε μια μάχη: όσο ψηλός κι αν είσαι σκοτώνεσαι. Αλλά αυτός δεν σκοτώνεται: τίποτα δεν φαίνεται να τον πιάνει – ούτε βέλη ούτε λεπίδες. Συγκρουστήκαμε με τους επαναστάτες και ξεκάναμε κάμποσους απ’αυτούς, όμως ήταν αδύνατο να νικήσουμε με το τέρας που είχαν στο πλευρό τους. Κινιόταν απίστευτα γρήγορα για το μέγεθός του, και με κάθε του χτύπημα έριχνε κι έναν πράκτορά μας νεκρό, εκτοξεύοντάς τον στον αέρα. Δεν έχω ξαναδεί πότε στη ζωή μου κάτι τέτοιο, και ούτε μπορώ να φανταστώ πώς οι επαναστάτες το δημιούργησαν…»

Η Νίνα τον άκουγε σιωπηλά, συνοφρυωμένη. «Και δεν βρήκατε, τελικά, το άντρο τους;»

«Ποιο άντρο τους; Ίσα που καταφέραμε να γλιτώσουμε ζωντανοί εμείς οι τρεις που βλέπεις.» Έβγαλε ένα τσιγάρο και το άναψε με τα ειδικά σπίρτα της Βίηλ.

«Και τι προτείνεις τώρα να γίνει;»

«Τι να προτείνω;» Ο Πολ φύσηξε καπνό. «Στείλε κανένα στρατό, ξέρω γω; Πάντως, με τις μικρές ανιχνευτικές ομάδες δεν γίνεται ν’αντιμετωπιστούν τέτοια πράγματα.»

«Να στείλω ολόκληρο στρατό για να πολεμήσει ένα μεταλλικό κατασκεύασμα που δεν έχουμε ιδέα πού εμφανίζεται κάθε φορά ή αν είναι καν ένα ή περισσότερα; Ο σκοπός είναι να εντοπίσουμε το άντρο των επαναστατών και τότε να στείλουμε στρατό – για να τους αφανίσουμε απ’τις περιοχές μας μια και καλή.»

«Κάπου μέσα στην Καμένη Γη ίσως νάναι το άντρο τους…» μόρφασε ο Πολ.

«Ή ίσως να σας οδήγησαν επίτηδες εκεί για να σας μπερδέψουν!» είπε, εκνευρισμένα, η Νίνα. «Και πώς, αλήθεια, ήξεραν τη θέση σας; Αυτή η ενέδρα δεν μπορεί παρά να ήταν σχεδιασμένη.»

«Σου είπα,» αποκρίθηκε ο Πολ, τινάζοντας στάχτη μέσα στο λίθινο τασάκι πάνω στο γραφείο της, «είναι πολύ πιθανό η Επανάσταση να έχει πράκτορές της κρυμμένους μέσα στο Πριγκιπάτο. Τότε δεν ήθελες να μ’ακούσεις–»

«Κι εξακολουθώ να το θεωρώ δύσκολο να υφίσταται.» Έστρεψε ξαφνικά το βλέμμα της στον Άλτρες και τη Σιλράτα. «Εσείς μπορείτε να πηγαίνετε· δε σας χρειαζόμαστε άλλο.»

Οι δύο μεταμφιεσμένοι επαναστάτες χαιρέτισαν όπως τους είχε μάθει ο Πολ και αποχώρησαν. Η Νίνα δεν έδειχνε να καταλαβαίνει ότι κάτι ασυνήθιστο υπήρχε επάνω τους. Ο Δάρυλμος δεν είναι, τελικά, όλο λόγια· ούτε ο Άλτρες και η Σιλράτα είναι άσχημοι ηθοποιοί.

«Ας πούμε ότι οι επαναστάτες κρύβονται στην Καμένη Γη…» είπε η Νίνα, συλλογισμένα, αγγίζοντας το σαγόνι της. «Το… το θεωρείς πιθανό να συμβαίνει;»

«Δεν αποκλείεται. Και τις δύο φορές που τους συναντήσαμε ήταν στη βόρεια παραμεθόριο του Πριγκιπάτου.»

«Τότε,» είπε η Νίνα, «αυτό ίσως να σημαίνει πως κρύβονται εκεί

«Στη βόρεια παραμεθόριο;»

«Γιατί όχι; Δεν είδες πώς είναι η περιοχή;»

Ο Πολ έσβησε το τσιγάρο του μέσα στο τασάκι. «Ούτε κι αυτό αποκλείεται… Σίγουρα υπάρχουν κάμποσα μέρη εκεί για να φωλιάσουν παράνομοι.»

«Πρέπει να τους ξετρυπώσουμε και να μάθουμε τι κάνουν – πώς φτιάχνουν αυτά τα μεταλλικά τέρατα.»

«Εγώ θα σου πρότεινα να φέρεις και στρατιωτικές δυνάμεις στην περιοχή. Δεν βλάπτει. Έχεις ν’αντιμετωπίσεις τίποτ’άλλους εχθρούς στα σύνορα του Πριγκιπάτου;»

«Το ξέρεις πως όχι… φοβάμαι όμως ότι ίσως οι επαναστάτες να λουφάξουν, μόλις δουν στρατό, και να κρυφτούν καλύτερα απ’ό,τι πριν. Πράγμα που θα δυσκολέψει τη δουλειά μας να τους εντοπίσουμε.»

«Θέλεις, λοιπόν, να συνεχίσουμε τις έρευνες;»

«Οι δικοί σου άνθρωποι τι κάνουν, Πολ; Γιατί δεν βοηθάνε;»

«Βοηθάνε, απλώς δεν έχουν επαφή με τους δικούς σου πράκτορες, γιατί, σου είπα, υπάρχει υποψία για αποστάτες κρυμμένους μέσα στο Πριγκιπάτο.»

«Μισό λεπτό, για να καταλάβω, μα το μυαλό του Σκοτοδαίμονος! Το θεωρείς πιθανό κάποιοι να έχουν διεισδύσει στο δίκτυό μου, και αυτοί να είναι που σε πρόδωσαν στους επαναστάτες ώστε να σου στήσουν ενέδρα;»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Πολ, «το θεωρώ πολύ πιθανό. Σου ξαναλέω, η Επανάσταση έχει βάλει στόχο το Πριγκιπάτο Κίρτβεχ.»

«Το μυαλό του Σκοτοδαίμονος…!» καταράστηκε πάλι η Νίνα πίσω απ’τα δόντια, και σταύρωσε τα χέρια της εμπρός της καθώς ακουμπούσε την πλάτη στην πολυθρόνα του γραφείου.

Ο Πολ είπε: «Στείλε στρατό στα βόρεια, και θα συνεχίσουμε τις έρευνές μας – και στο εσωτερικό του Πριγκιπάτου και στην παραμεθόριο.»

«Στρατό ακόμα δεν στέλνω,» αποκρίθηκε κατηγορηματικά η Επόπτρια. «Θα στείλω μόνο αν παρουσιαστεί κάποια σοβαρή απειλή στα βόρεια.»

«Δεν είναι αρκετά σοβαρή απειλή οι μεταλλικοί γίγαντες;»

«Δεν ξέρω. Μέχρι στιγμής μόνο έναν έχουμε δει, ο οποίος δεν εμφανίζεται καν στο ίδιο μέρος κάθε φορά.»

«Καλώς.» Ο Πολ σηκώθηκε απ’την καρέκλα του. «Μπορείς να μου παραχωρήσεις τους δύο πράκτορες που ήταν μαζί μου; Ίσως να τους χρειαστώ. Μου φαίνονται αρκετά ικανοί, αφού κατόρθωσαν να επιβιώσουν ύστερα απ’αυτό που μας συνέβη.»

«Εννοείται πως μπορείς να τους χρησιμοποιήσεις· δεν έχω καμια άλλη επείγουσα δουλειά γι’αυτούς.»

Ο Πολ ένευσε και στράφηκε προς την πόρτα του γραφείου της.

«Να με κρατάς ενήμερη,» του είπε η Νίνα, καθώς εκείνος έπιανε το πόμολο.

«Όσο εξακολουθώ να είμαι ζωντανός, θα είσαι ενήμερη,» της υποσχέθηκε, και έφυγε απ’το γραφείο.

Στον χώρο στάθμευσης των οχημάτων συνάντησε τον Άλτρες και τη Σιλράτα να τον περιμένουν, όπως τους είχε πει να κάνουν σε περίπτωση που η Επόπτρια και Ανώτατη Ελέγκτρια τούς έδιωχνε απ’το γραφείο της.

«Όλα εντάξει;» μουρμούρισε ο Άλτρες.

«Τι σκατά εννοείς, Άτβος; Βλέπεις τίποτα να είναι εντάξει σ’αυτό το γαμημένο Πριγκιπάτο;» αποκρίθηκε απότομα ο Πολ, βαδίζοντας προς την έξοδο του χώρου στάθμευσης.

Ο Άλτρες/Άτβος και η Σιλράτα/Ρισκάνα τον ακολούθησαν αμίλητα.

«Μας έστειλε πουθενά αλλού η Επόπτρια;» ρώτησε η δεύτερη, καθώς βάδιζαν στους δρόμους της Κίρτβεχ, μέσα στη σκόνη και στις λάσπες. «Ή είναι δυσαρεστημένη μαζί μας;»

Αυτή παίζει καλύτερα τον ρόλο της. Ο Άλτρες ξεχνιέται – παρότι εσκεμμένα και προσεχτικά. «Τι δυσαρεστημένη να είναι; Θα μπορούσε κανένας να κάνει τίποτα περισσότερο από εμάς; Και που γλιτώσαμε ζωντανοί πολύ ήταν.»

«Συνεχίζουμε τις έρευνές μας, λοιπόν;» ρώτησε ο Άλτρες.

«Ναι. Και θα είστε μαζί μου από δω και στο εξής. Ξεχάστε τους άλλους Ελεγκτές σας. Εγώ είμαι ο θεός σας τώρα.»

50.

Η βεράντα γύρω της ήταν γεμάτη αναρριχώμενα φυτά με βυσσινιά και λευκά άνθη. Η Ανδρομάχη Χρυσόπτερη αισθανόταν σχεδόν αόρατη εδώ, έτσι καλυμμένη από τη βλάστηση όπως ήταν, καθώς ξάπλωνε επάνω στο ανάκλιντρο και κάπνιζε από μια μακριά, λιγνή κοκάλινη πίπα. Ο καπνός ήταν εισαγμένος από τη Σάρντλι, και πολύ καλός.

Αν μη τι άλλο, η φιλοξενία της Πριγκίπισσας Ισλάννα του Σάνκριλαμ είχε αποδειχτεί άψογη. Το δωμάτιο της Ανδρομάχης στο παλάτι της Πριγκίπισσας ήταν μακράν κομψότερο και πιο αριστοτεχνικά φτιαγμένο από τα δωμάτια που είχε στο κάστρο της Χαύδοραλ πάνω στο Κεφάλι του Κολοσσού. Η οικία του Πρίγκιπα Αλβάρος ήταν ένα γκρίζο και μάλλον άχαρο μέρος. Το μόνο που διόρθωνε την κατάσταση ήταν ο ίδιος ο Πρίγκιπας, ο οποίος ήταν… σίγουρα όχι καλός, αλλά πάνω από μέτριος εραστής. Το ξιπασμένο αγόρι! Πώς είχε τολμήσει να της ζητήσει έτσι, με τέτοιο θράσος, να φύγει από το Πριγκιπάτο Χαύδοραλ; Διαφορετικά πράγματα τής έλεγε πριν από δύο νύχτες, στην κρεβατοκάμαρά της! Τελείως διαφορετικά! Είχε η μνήμη του κάποιο πρόβλημα;

Η Ανδρομάχη δεν ήξερε αν ήταν πιο τσαντισμένη επειδή είχε χάσει το Πριγκιπάτο από τον έλεγχό της (και πιθανώς να δεχόταν ποινές γι’αυτό) ή επειδή είχε συγκρουστεί έτσι με τον Αλβάρος. Ήταν σαν να την είχε κλοτσήσει έξω απ’το κρεβάτι του, γυμνή. Αισθανόταν προσβεβλημένη ως γυναίκα… αν και δεν θα έλεγε, σε καμία περίπτωση, ότι είχε ερωτευτεί αυτό το ξιπασμένο αγόρι!

Τον είχε πληρώσει, όμως, τον Πρίγκιπα Αλβάρος όπως του άξιζε, βομβαρδίζοντας την πόλη του και σκοτώνοντας, σίγουρα, πολλούς αποστάτες εκεί. Αποστάτες από το Πριγκιπάτο Νέλερβικ.

Ο Λούσιος, πάντως, ο Επόπτης του Σάνκριλαμ, δεν είχε εγκρίνει την ενέργειά της. «Τι έκανες;» είχε φωνάξει, όταν, μέσα στο γραφείο του, η Ανδρομάχη τού είχε διηγηθεί τι είχε συμβεί. «Η δουλειά σου εκεί δεν ήταν να καταστρέψεις τη Χαύδοραλ!»

Δεν της άρεσε καθόλου ο τόνος του. «Δεν την κατέστρεψα,» του είχε αποκριθεί. «Οι αποστάτες όφειλαν να μάθουν ότι δεν είναι να παίζουν μαζί μας· και συγχρόνως τους προκάλεσα ένα σοβαρό πλήγμα.»

«Είμαστε εδώ για να περιφρουρούμε τα συμφέροντα της Παντοκράτειρας στη Βίηλ, όχι για να καταστρέφουμε πόλεις της που είναι σημαντικά λιμάνια! Μ’αυτό που έκανες, ξέρεις πόσο δύσκολο θα είναι να ξαναπάρουμε τη Χαύδοραλ; Παρέδωσες στην Επανάσταση όλους τους κατοίκους της πόλης ως συμμάχους!»

«Αυτό που έκανα ήταν το καλύτερο για την περίσταση – γινόταν πολιορκία και ο εχθρός ήταν ήδη μέσα στα τείχη! Και δε θα κάθομαι τώρα ν’ακούω αυτές τις ανόητες κατακρίσεις!» φώναξε η Ανδρομάχη, θυμωμένη. «Δεν είσαι ανώτερός μου.»

«Δεν είμαι; Αν δεν κάνω λάθος, δεν είσαι πλέον Επόπτρια κανενός πριγκιπάτου, ενώ εγώ είμαι και Επόπτης και ταγματάρχης του Παντοκρατορικού Στρατού,» δήλωσε ο Λούσιος Φαθράλω, με ύφος που έκανε την Ανδρομάχη να θέλει να τραβήξει επί τόπου το ξίφος της και να τον κοπανήσει στο κεφάλι – με τη λαβή αν όχι με τη λεπίδα.

«Οι ειδικοί πράκτορες της Παντοκράτειρας δεν υπόκεινται στις διαταγές των στρατιωτικών,» του είπε στραβώνοντας το χείλος της με απέχθεια. Και ήταν έτοιμη να προσθέσει ότι ήταν Ανώτατη Ελέγκτρια, ο υψηλότερος βαθμός στην ιεραρχία των ειδικών πρακτόρων· αλλά Ανώτατος Ελεγκτής ήσουν μόνο σε μια συγκεκριμένη περιοχή, και η Ανδρομάχη είχε διωχτεί κακήν-κακώς από το Χαύδοραλ που ήταν η περιοχή της εποπτείας της. Επομένως, τώρα πλέον ήταν Ανώτερη Ελέγκτρια, εκτός αν την υποβίβαζαν.

Δεν του είχε δώσει χρόνο να της απαντήσει· γυρίζοντάς του την πλάτη είχε φύγει απ’το γραφείο του. Και δεν είχαν ξαναμιλήσει τις επόμενες δύο ημέρες που η Ανδρομάχη ήταν στη Σάνκριλαμ, ούτε και σήμερα, που ήταν η τρίτη ημέρα.

Καθώς ο Λούσιος πέρασε απ’το μυαλό της, δάγκωσε νευρικά την άκρη της πίπα της. Ρούφηξε καπνό και τον φύσηξε προς την πέργκολα. Τι κόπανος… Και η αναφορά που θα έκανε γι’αυτήν δεν θα ήταν καθόλου καλή· η Ανδρομάχη ήταν βέβαιη. Ευτυχώς, όμως, ο Λούσιος δεν είχε καμία δικαιοδοσία στο Χαύδοραλ, και δεν ήταν παρών όταν το περιστατικό συνέβη, έτσι ο λόγος του δεν θα είχε και πολύ βαρύτητα. Παρ’όλ’αυτά, η Ανδρομάχη δεν αισθανόταν καθόλου σίγουρη για το μέλλον της ύστερα από τούτο. Όταν ερχόταν διαταγή από την Παντοκράτειρα, τι θα έλεγε; Θα έστελνε την Ανδρομάχη Χρυσόπτερη σε άλλη διάσταση, ως Επόπτρια πάλι; Θα της ανέθετε κάποιο διαφορετικό καθήκον; Ή θα την άφηνε στη Βίηλ, αναθέτοντάς της να ξαναπάρει το Πριγκιπάτο Χαύδοραλ;

Η Ανδρομάχη, φυσικά, ευχόταν να ήταν το τελευταίο. Δεν είχε τελειώσει με τον Πρίγκιπα Αλβάρος, και ήθελε να πολεμήσει τους αποστάτες που της είχαν προκαλέσει τέτοιο πρόβλημα.

Φοβόταν όμως πως όταν ερχόταν επιστολή από τη Ρελκάμνια, ίσως να μην έλεγε τίποτε από αυτά, αλλά να της επέβαλλε κάποια ποινή. Ίσως να την υποβάθμιζαν, από Ανώτατη Ελέγκτρια σε Ελέγκτρια, ή ακόμα και σε απλή πράκτορα – αν και δεν το νόμιζε αυτό: θα ήταν, σίγουρα, ακραίο!

Αλλά φοβόταν.

Και προσπάθησε να διώξει τον φόβο απ’το μυαλό της. Τεντώθηκε πάνω στο ανάκλιντρο απολαμβάνοντας τη ζέστη του νωχελικού μεσημεριού. Ήταν ντυμένη μ’ένα μακρύ, μενεξεδί φόρεμα με φαρδιά μανίκια και εφαρμοστό, καμπυλωτό ντεκολτέ. Στη φούστα του είχε δύο μακριά ανοίγματα, ένα από δεξιά κι ένα από αριστερά, μέσα απ’τα οποία ξεπρόβαλλαν τα όμορφα πόδια της Ανδρομάχης καλυμμένα με λευκές, ψηλές μεταξωτές κάλτσες. Τα ξανθά της μαλλιά τα είχε δεμένα κότσο πίσω απ’το κεφάλι της.

Βάζοντας το χέρι της μπροστά στο στόμα, χασμουρήθηκε. Ήταν, δίχως αμφιβολία, ωραία εδώ πάνω, στη βεράντα, μες στο μεσημέρι, με τον μεγάλο ποταμό Νέρελρημ να κυλά από κάτω. Μουσική ερχόταν από κάποια αυλή του παλατιού της Πριγκίπισσας Ισλάννα κι έφτανε ώς τ’αφτιά της Ανδρομάχης: μουσική από το παραδοσιακό πνευστό όργανο του Πριγκιπάτου Σάνκριλαμ που ονομαζόταν μέγαυλος. Μπορεί και να έπαιζε η κόρη της Ισλάννα, η Αλθαρέτ. Η Ανδρομάχη είχε ακούσει, όσο βρισκόταν εδώ, ότι ήταν καλή με τον μέγαυλο.

Απρόσμενα, ένας άλλος ήχος αναμίχθηκε με την απόμακρη μουσική. Ένας πολύ πιο κοντινός ήχος. Βήματα. Επάνω σε ξύλινο πάτωμα.

Η Ανδρομάχη πήρε αμέσως καθιστή θέση πάνω στο ανάκλιντρο ενώ στρεφόταν να δει ποιος ερχόταν από το εσωτερικό του δωματίου της. Αντίκρισε έναν γαλανόδερμο άντρα με μαύρα μαλλιά. Ήταν ντυμένος με μελανή τουνίκα με κομψό ασημένιο σιρίτι, γκρίζο παντελόνι με λουριά στο πλάι, και κοντές μαύρες μπότες. Από τη ζώνη του κρεμόταν ένα σπαθί. Στο χέρι του κρατούσε το σπαθί της Ανδρομάχης, μέσα στο θηκάρι.

Δε μπορεί να ερχόταν για να τη δολοφονήσει έτσι όπως βάδιζε, αλλά και πάλι η Ανδρομάχη τινάχτηκε όρθια πάνω στα καλτσοντυμένα πόδια της.

Ο άντρας πέταξε το σπαθί της προς το μέρος της. Εκείνη το έπιασε στον αέρα χωρίς δυσκολία, έβαλε το χέρι της γερά στη λαβή, αλλά δεν τράβηξε τη λεπίδα απ’το θηκάρι.

«Άκουσα ότι είσαι καλή ξιφομάχος, Ανδρομάχη Χρυσόπτερη,» είπε ο άντρας. «Απολλώνια αριστοκράτισσα. Από τους λίγους Απολλώνιους αριστοκράτες που δεν έχουν πάει με τον Αρχιπροδότη.»

«Με ξέρεις αλλά δεν σε ξέρω,» αποκρίθηκε εκείνη, εσκεμμένα όχι και τόσο φιλικά. «Πώς μπήκες εδώ; Ήταν κλειδωμένα.»

Ο γαλανόδερμος άντρας ανασήκωσε τους ώμους. «Έχω τις μεθόδους μου…» Τράβηξε απότομα το ξίφος του και σπάθισε καταπάνω της.

Η Ανδρομάχη πρόλαβε να ξεθηκαρώσει κι εκείνη το λεπίδι της και ν’αποκρούσει τη σπαθιά του, οπισθοχωρώντας ένα βήμα. Τι σκατά κάνει; Ήταν, τελικά, δολοφόνος; Ο άντρας ξανασπάθισε – η Ανδρομάχη απέφυγε το ξίφος του – βυσσινιά άνθη και κλωνάρια τινάχτηκαν στον αέρα – η Ανδρομάχη σπάθισε και το λεπίδι της βρέθηκε κοντά στον λαιμό του – ο άντρας πήδησε όπισθεν.

Και γέλασε. «Είσαι, όντως, καλή.»

«Κι εσύ είσαι ο τρελός του παλατιού;»

Το χαμόγελο του άντρα πλάτυνε. Ύστερα θηκάρωσε το σπαθί του, σοβαρεύοντας. «Δεν είμαι καν από αυτό το παλάτι. Και δεν είναι η καταγωγή μου από τη Βίηλ.» Έβαλε το χέρι του σε μια τσέπη της τουνίκας του και τράβηξε – κάποιο όπλο, φοβήθηκε η Ανδρομάχη – μια ταυτότητα. «Ειδικός πράκτορας Τζακ Πολύχρωμος.»

Η Ανδρομάχη παρατήρησε την ταυτότητα. Φαινόταν γνήσια. Θηκάρωσε το σπαθί της. «Κι εγώ που νόμιζα ότι είσαι γαλάζιος.»

«Αλλάζω χρώματα κάθε τόσο.» Ο Τζακ έκρυψε πάλι την ταυτότητά του.

«Σαν την Παντοκράτειρα;»

«Προσπαθώ πάντα να κοιτάζω ψηλά.»

«Τότε θα πρέπει να προσέχεις μήπως σε χτυπήσουν χαμηλά.»

Ο Τζακ μειδίασε. «Ετοιμόλογη, επίσης. Αυτό δεν το έλεγε ο φάκελός σου.»

«Προσπαθώ πάντα να κοιτάζω μπροστά μου.» Η Ανδρομάχη πέρασε από διπλά του και μισοξάπλωσε στο ανάκλιντρο. Σήκωσε την πίπα της από κάτω όπου είχε πέσει, πλάι στα παπούτσια της. Είχε φυσικά σβήσει, και ο περισσότερος καπνός είχε χυθεί. Καθώς η Ανδρομάχη τη γέμιζε πάλι, ρώτησε: «Τι θέλεις εδώ, Τζακ; Ήρθες να με πάρεις από τη Βίηλ; Να μου αναθέσεις κάποιο άλλο καθήκον; Να…;» Να με τιμωρήσεις; «Γιατί ήρθες εδώ;»

«Κάνω μια έρευνα,» αποκρίθηκε εκείνος, εκπλήσσοντάς την, «και ίσως να μπορείς να με βοηθήσεις, αν έχεις την καλή διάθεση.»

«Μόνο αν είσαι πρόθυμος να με βοηθήσεις κι εσύ.»

Ο Τζακ ύψωσε ένα φρύδι του ερωτηματικά. Τα μάτια του ήταν στενά και σκοτεινά, παρατήρησε η Ανδρομάχη: βαθιά μέσα στις κόγχες του κρανίου του.

«Φέρε μια καρέκλα να καθίσεις,» του πρότεινε.

Ο Τζακ πήγε μέσα και έφερε, ενώ εκείνη άναβε την κοκάλινη πίπα της. Η μουσική από τον μέγαυλο είχε πάψει, πρόσεξε.

«Ψάχνω κάποιους αποστάτες και προδότες,» είπε ο Τζακ, καθισμένος τώρα αντίκρυ της, με τους αγκώνες ακουμπισμένους στα γόνατά του. «Ακολουθώ τα ίχνη τους από το Πριγκιπάτο Έλρηνεχ, αλλά δυστυχώς τα έχασα καθώς κατευθυνόμουν βορειοανατολικά. Γνωρίζω πως επέβαιναν σ’ένα μεταβαλλόμενο όχημα, και πως ανάμεσά τους είναι η Αλιζέτ Τάνρεχ – η Μαύρη Δράκαινα – ο πρώην σύζυγος της Παντοκράτειρας Πρίγκιπας Τάμπριελ, και ίσως η Ανταρλίδα Ταρφάνη – μια ακόμα Μαύρη Δράκαινα.»

Η Ανδρομάχη συνοφρυώθηκε. «Η Αλιζέτ Τάνρεχ δεν είναι με το μέρος μας;»

«Μέχρι στιγμής αυτό ήξερα κι εγώ. Όμως, ψάχνοντας σε πρόσφατες αναφορές, έμαθα ότι η Παντοκράτειρα την είχε στείλει στη Νόρχακ προκειμένου να δολοφονήσει τον Τάμπριελ.»

«Οι πηγές σου είναι καλές…» παρατήρησε η Ανδρομάχη ατενίζοντάς τον ερευνητικά. Είσαι ειδικός πράκτορας βέβαια, σαν εμένα, αλλά μια τέτοια αποστολή θα ήταν σίγουρα πιο απόρρητη από απόρρητη.

Ο Τζακ δεν σχολίασε τα λόγια της· είπε: «Η Αλιζέτ, μάλλον, μας πρόδωσε συμμαχώντας με τον Τάμπριελ.»

«Παράξενο. Είχα ακούσει ότι ήταν φανατικά πιστή στη Μεγαλειοτάτη.»

«Κι εγώ. Αλλά πολλοί λένε ότι ο Τάμπριελ – που στη Νόρχακ τον θεωρούν ‘Μεγάλο Προφήτη’ – έχει παράξενες δυνάμεις.»

«Υπονοείς ότι την έχει, κάπως… υποβάλλει;»

«Για να είμαι ειλικρινής, δεν ξέρω τι μπορεί να έχει συμβεί. Όμως, για να είναι η Αλιζέτ μαζί με αποστάτες, αυτό σημαίνει πως κι η ίδια δεν μπορεί παρά αποστάτρια να είναι.» Κι αλλάζοντας ξαφνικά θέμα: «Μου είπαν ότι ήρθες από το Χαύδοραλ, Ανδρομάχη…»

«Αν μίλησες με τον Λούσιο, υποθέτω δεν θα άκουσες και τα καλύτερα,» μόρφασε εκείνη.

«Δίκιο έχεις. Πιστεύει ότι είσαι ανόητη που βομβάρδισες την πόλη. Εγώ δεν είμαι και τόσο σίγουρος γι’αυτό.»

«Πώς φαίνεται ότι κάτι θέλεις από εμένα…» Η Ανδρομάχη φύσηξε, αργά, Σάρντλιο καπνό από τα χείλη.

«Θέλω να μάθω αν ο Τάμπριελ είναι στο Χαύδοραλ,» είπε ο Τζακ.

«Σκοπεύεις να τον κυνηγήσεις;»

«Τέτοιοι προδότες δεν πρέπει να περιφέρονται ελεύθεροι. Δεν πρέπει καν να είναι ζωντανοί

«Σα ν’ακούω κάτι το προσωπικό…» είπε η Ανδρομάχη.

«Επαγγελματικό μόνο,» τη διαβεβαίωσε ο Τζακ.

Περίεργος ο τόνος σου, τότε… σκέφτηκε η Ανδρομάχη τρίβοντας την άκρη της κοκάλινης πίπας επάνω στα δόντια της.

«Είναι εκεί, λοιπόν;» ρώτησε ο Τζακ. «Είναι στο Χαύδοραλ;»

«Αν με βοηθήσεις θα σε βοηθήσω,» αποκρίθηκε η Ανδρομάχη.

«Τι είδους βοήθεια θέλεις;»

«Θέλω να παρέμβεις, ως ειδικός πράκτορας, προκειμένου να μείνω εδώ, στη Βίηλ, για να κυνηγήσω τους αποστάτες μαζί σου.» Στην ταυτότητά του είχε δει ότι ήταν Ανώτερος Ελεγκτής, κι όταν ένας υψηλόβαθμος ειδικός πράκτορας της Παντοκράτειρας δήλωνε πως χρειαζόταν τη βοήθεια ενός άλλου, κανένας δεν μπορούσε να το αμφισβητήσει, εκτός από την ίδια την Παντοκράτειρα. Ακόμα κι ένας Ανώτατος Ελεγκτής θα δίσταζε.

Ο Τζακ την ατένισε για μια στιγμή αμίλητος· μετά, είπε: «Τώρα νομίζω ότι μ’εσένα συμβαίνει κάτι το προσωπικό, Ανδρομάχη.»

«Μ’έδιωξαν απ’την περιοχή της εποπτείας μου!» αποκρίθηκε απότομα εκείνη. «Φυσικά και είναι κάτι το προσωπικό. Θέλεις τη βοήθειά μου, ή δεν τη θέλεις;»

«Δε νομίζω ότι η βοήθειά σου θα έβλαπτε. Ο φάκελός σου είναι, μέχρι στιγμής, καλός. Δεν έχει προστεθεί η αποτυχία σου στο Πριγκιπάτο Χαύδοραλ ακόμα.» (Η Ανδρομάχη τον ατένισε με στενεμένα μάτια, συνοφρυωμένη, για τούτο το σχόλιο. Την είχε πειράξει, παρότι ήταν απλώς η αλήθεια.) «Και δεν αναφέρει καν ότι είσαι ετοιμόλογη, πράγμα που μπορεί να αποδειχτεί πλεονέκτημα… όταν δεν υπάρχει κίνδυνος να τσαντίσεις το λάθος πρόσωπο.»

Η Ανδρομάχη μειδίασε· αυτό το τελευταίο σχόλιο τής είχε αρέσει. Της είχε φανεί αστείο. «Δηλαδή, είμαστε σύμφωνοι, Τζακ;»

«Θα δηλώσω ότι σε χρειάζομαι μαζί μου. Δε νομίζω κανένας να διαφωνήσει, αν κι εσύ βάλεις την υπογραφή σου ότι όντως συμφωνείς να με βοηθήσεις.»

«Δε θα είμαι υπόλογή σου,» τον προειδοποίησε η Ανδρομάχη. «Είμαι Ανώτερη Ελέγκτρια.»

«Το ξέρω. Θα είμαστε συνέταιροι, για όσο επιθυμείς. Καλώς;» Της έδωσε το χέρι του.

Η Ανδρομάχη, βγάζοντας την πίπα της από το στόμα, φύσηξε καπνό προς το μέρος του. «Καλώς.» Δεν του έσφιξε το χέρι.

«Είναι ο Τάμπριελ στο Χαύδοραλ;» ρώτησε ο Τζακ, απομακρύνοντας το χέρι του.

«Δεν ξέρω,» αποκρίθηκε η Ανδρομάχη, κι άφησε την πίπα της στο πλάι του ανάκλιντρου, για να σβήσει. Δεν την ήθελε άλλο.

Η όψη του Τζακ σκοτείνιασε, αγρίεψε. «Μην παίζεις μαζί μου. Αν δεν έχεις πληροφορίες–»

«Παύεις να είσαι άνθρωπος του λόγου σου αν δεν έχω πληροφορίες;»

«Είπες ξέρεις!»

«Δεν είπα ότι ξέρω.»

Ο Τζακ σηκώθηκε όρθιος με φανερή πρόθεση να φύγει.

«Αλλά δεν είπα και ότι δεν ξέρω,» συνέχισε η Ανδρομάχη.

Ο Τζακ δεν κάθισε, όμως δεν έφυγε κιόλας.

Η Ανδρομάχη είπε: «Τα πλοία που επιτέθηκαν στη Χαύδοραλ ήρθαν, σύμφωνα με τις πληροφορίες μου, από το Πριγκιπάτο Νέλερβικ, το οποίο έχει–»

«–αποστατήσει. Μου τα είπε κι ο Επόπτης.»

«Και ποια νομίζεις ότι τα είπε στον Επόπτη, Τζακ;»

«Ο Επόπτης, πάντως, δεν ξέρει τίποτα για τον Τάμπριελ.»

«Δυστυχώς, ο Λούσιος δεν μου φέρθηκε καλά, κι έτσι η πρώτη, σύντομη συνάντησή μας ήταν και η τελευταία.»

«Δηλαδή, ξέρεις και πράγματα που δεν του έχεις πει;»

«Κάθισε,» πρότεινε η Ανδρομάχη.

Ο Τζακ, ύστερα από μια στιγμή δισταγμού, υπάκουσε, αν κι έμοιαζε τσαντισμένος μαζί της. Μάλλον θα προτιμούσε να με αρπάξει απ’τα μαλλιά, να μου γυρίσει τον λαιμό στο πλάι, και ν’απαιτήσει να του πω όλα όσα ξέρω, σκέφτηκε η Ανδρομάχη κρίνοντας από την έκφρασή του. Τι κρίμα που δεν μπορεί να το κάνει… Οι ειδικοί πράκτορες της Παντοκράτειρας ήταν, πολλές φορές, τόσο ξιπασμένοι όσο ο Πρίγκιπας Αλβάρος, αλλά τούτος εδώ ο συγκεκριμένος η Ανδρομάχη νόμιζε πως είχε κάτι το ιδιαίτερο… κάτι το ακόμα πιο ξιπασμένο, ίσως… σαν να ήταν πιο ειδικός πράκτορας από τους ειδικούς πράκτορες.

«Σύμφωνα με τις πληροφορίες μου,» του είπε, «η εξουσία στο Νέλερβικ έχει αλλάξει. Η Πριγκίπισσα Κισβέτα είναι αιχμάλωτη· το ίδιο κι η αδελφή της, η Νισμέτ’νορ. Η ξαδέλφη της Κισβέτα είναι Πριγκίπισσα του Νέλερβικ τώρα: μια γυναίκα ονόματι Βασνίτα Κάλνεραχ–»

«Η συγγραφέας;»

«Η συγγραφέας. Ο Επόπτης Ζακ Ματνέρω λένε πως κι αυτός είναι αιχμάλωτος στα μπουντρούμια του κάστρου της Νέλερβικ. Και επίσης λένε πως ο Πρόμαχος Άτβος, ο πρώην Πρίγκιπας του Κάνρελ, βρίσκεται στη Νέλερβικ, καθώς κι άλλοι επικίνδυνοι αποστάτες, ανάμεσα στους οποίους κι ένας άντρας με κόκκινο δέρμα, λευκά μαλλιά, και μακρύ ραβδί με πορφυρή σφαίρα στην κορυφή–»

«Ο Τάμπριελ.»

«Ναι, ο Τάμπριελ. Ποιος άλλος;»

51.

Η Βασνίτα ξετύλιξε τον ενοχλητικό επίδεσμο γύρω από τη μέση της. Μα τα Δαιμόνια, πώς την έξυνε έτσι! Έτριψε τα πλευρά της και την κοιλιά της με τα νύχια της για να ανακουφιστεί, προσέχοντας, φυσικά, το τραύμα στη δεξιά μεριά. Το δέρμα γύρω του, ύστερα από δέκα ημέρες πλέον, ήταν ακόμα πρησμένο και μελανό, αλλά επάνω στην πληγή είχε δημιουργηθεί μια μεγάλη, σκληρή εφελκίδα, και οι θεραπευτές έλεγαν ότι πήγαινε καλά. Η Βασνίτα, όμως, μέχρι να μπορούσε να κάθεται και να σηκώνεται άνετα, και μέχρι αυτό το δαιμονισμένο ξύσιμο να σταματούσε, δεν θα μπορούσε να θεωρήσει ότι ήταν «καλά».

Κανονικά θα έπρεπε να ευχαριστώ τα Πνεύματα των Κολοσσών, σκέφτηκε, καθώς έπαυε να ξύνεται κι έβαζε το ένα της χέρι μες στην πέτρινη λεκάνη για να δοκιμάσει το νερό. Θα μπορούσα να είχα σκοτωθεί από εκείνο το βέλος. Το νερό ήταν χλιαρό, όπως το είχε ζητήσει από τις υπηρέτριες που ήταν συνεχώς κοντά της για να την περιποιούνται. Είχαν, μάλιστα, προθυμοποιηθεί να έρθουν μαζί της στο λουτρό για να τη βοηθήσουν να γδυθεί, αλλά η Βασνίτα δεν το είχε δεχτεί. Μπορούσε πια να πλένετε και μόνη της· δεν ήταν σε τόσο άσχημη κατάσταση!

Έβγαλε τον στηθόδεσμο, τις κάλτσες, και την περισκελίδα της (νιώθοντας, εξαιτίας των κινήσεων, το τραύμα της να της ρίχνει έντονες σουβλιές και τα πλευρά της να την τραβάνε σαν να είχε κορδόνια εντός της) και γλίστρησε μέσα στη λεκάνη με το χλιαρό νερό, αναστενάζοντας καθώς χαλάρωνε.

Γιατί κρατάω αυτό το κάθαρμα, τον Ζακ Ματνέρω, ακόμα ζωντανό; αναρωτήθηκε. Γιατί δεν έχω καν προστάξει να τον βασανίσουν μέχρι που να μπορώ ν’ακούσω τα ουρλιαχτά του ώς εδώ πάνω ενώ λούζομαι; Αν ήταν διαφορετική γυναίκα θα το είχε κάνει, αλλά η Βασνίτα αποστρεφόταν τη βία και τους θανάτους. Ίσως θα έπρεπε ν’αλλάξω, τώρα που είμαι Πριγκίπισσα του Νέλερβικ. Είχε ακούσει να λένε πως οι μαλθακοί πρίγκιπες δεν κρατούσαν για πολύ τον θρόνο.

Μήπως υποσυνείδητα δεν ήθελε να τον κρατήσει για πολύ; Πρέπει να τον κρατήσω. Τουλάχιστον ώσπου να διωχτούν τελείως οι Παντοκρατορικοί από τη Βίηλ. Αυτό, όμως, μπορούσε να πάρει πολύ καιρό… αν και ο Άτβος και ο Τάμπριελ έμοιαζαν να πιστεύουν ότι τροχοί είχαν μπει σε κίνηση οι οποίοι σύντομα θα συνέθλιβαν τους ανθρώπους της Παντοκράτειρας.

Λίγο προτού τελειώσει το πρωινό της μπάνιο, άκουσε έναν χτύπο στην πόρτα. Μια από τις υπηρέτριες, αναμφίβολα, η οποία μάλλον ήθελε να τη ρωτήσει μήπως η Υψηλοτάτη χρειαζόταν τίποτα…

«Ναι;» είπε η Βασνίτα.

«Υψηλοτάτη,» ακούστηκε η φωνή της υπηρέτριας, «σας ζητούν στον δίαυλο. Ο Άρχοντας Τάμπριελ.»

«Μπορείς να φέρεις το ακουστικό του διαύλου εδώ;»

«Μάλιστα, Υψηλοτάτη.»

Μετά από λίγο, η πόρτα άνοιξε και η υπηρέτρια μπήκε κρατώντας στο χέρι το ακουστικό και τραβώντας πίσω της ένα μακρύ καλώδιο.

«Σ’ευχαριστώ,» της είπε η Βασνίτα, παίρνοντας το ακουστικό και γνέφοντάς της να πηγαίνει.

Η υπηρέτρια έφυγε κάνοντας μια μικρή υπόκλιση. Πίσω της έκλεισε την πόρτα του μπάνιου, αφήνοντας το καλώδιο να περνά κάτω από τη χαραμάδα.

Η Βασνίτα έφερε το ακουστικό στ’αφτί της. «Μάλιστα;»

«Καλημέρα, Πριγκίπισσά μου,» είπε η φωνή του Τάμπριελ. «Ελπίζω να μην ενοχλώ…»

«Δεν κοιμόμουν. Θα ήθελες να μιλήσουμε για το Τάσβεραλ;» Της το είχε ζητήσει και χτες το απόγευμα, αλλά τότε η Βασνίτα ήταν αδύνατο να μιλήσει μαζί του γιατί έπρεπε να προετοιμαστεί για την κηδεία της Αλιζέτ, του Ναλφίρες, και του Νισμάνος. Και είχε πολύ άγχος. Ευτυχώς στο τέλος όλα είχαν πάει καλά. Κι ύστερα απ’την κηδεία νόμιζε πως η θλίψη της για τον άδικο χαμό της Αλιζέτ είχε μεγαλώσει…

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ. «Πρέπει να κινηθούμε το συντομότερο δυνατό εναντίον της Παντοκρατορικής εξουσίας του Τάσβεραλ, και χρειαζόμαστε τις γνώσεις και τη γνώμη σου.»

«Μπορείτε να είστε στα πριγκιπικά διαμερίσματα του κάστρου σε μισή ώρα;»

«Ασφαλώς.»

«Τότε ελάτε. Θα σας περιμένω.»

52.

Ο Τάμπριελ, η Ανταρλίδα, η Αλιζέτ, και ο Αρκαλόν συνάντησαν τη Βασνίτα στο καθιστικό των πριγκιπικών διαμερισμάτων. Η καινούργια Πριγκίπισσα κάθισε αντίκρυ τους, σε μια πολυθρόνα με μαλακά μαξιλάρια, ντυμένη με φαρδύ φόρεμα και γυαλιστερές επάργυρες παντόφλες. Στα χέρια της κρατούσε το ραβδί της που τη βοηθούσε όποτε το χρειαζόταν. Τις υπηρέτριες της τις είχε διώξει.

«Πώς αισθάνεσαι, Πριγκίπισσά μου;» τη ρώτησε ο Τάμπριελ.

«Ακόμα δεν είμαι τελείως καλά από το τραύμα, αλλά αυτός δεν είναι ο μόνος λόγος που αισθάνομαι χάλια.» Η Βασνίτα αναστέναξε. «Τέλος πάντων. Τι ξέρετε ήδη για το Τάσβεραλ;»

«Αυτά μόνο που μας έχει πει η Αλιζέτ.» Ο Τάμπριελ έριξε ένα βλέμμα στη Σκοτεινή Βασίλισσα, και μετά έστρεψε πάλι τα γκρίζα, ομιχλώδη μάτια του στη Βασνίτα. «Ότι η Πριγκίπισσα Λισρρέτα διοικεί· ότι έχει τρεις γιους· ότι Επόπτης είναι ο Καρλ Βέρινλωφ, ένας συνταγματάρχης εν αποστρατεία, όχι και τόσο αγαπητός από τους ανθρώπους του Πριγκιπάτου απ’ό,τι κατάλαβα.»

«Τον απεχθάνονται,» διευκρίνισε η Βασνίτα. «Στα ανατολικά πριγκιπάτα είναι ο πιο μισητός Επόπτης της ευρύτερης περιοχής.»

«Τον απεχθάνεται το ίδιο και η Πριγκίπισσα Λισρρέτα;»

«Ναι, αλλά τι μπορούσε να κάνει εκτός απ’το να αποδεχτεί την εξουσία του; Επιπλέον, είναι, κατά τη γνώμη μου, πολύ φοβισμένη. Πριν από μερικά χρόνια, ο σύζυγός της – ένας ευγενής καταγόμενος από το Νέλερβικ, μάλιστα – σκοτώθηκε σε ατύχημα ενώ οδηγούσε το όχημά του στα νότια του Τάσβεραλ, κοντά στους Δασότοπους της Σκιάς. Η Λισρρέτα πιστεύει ότι ίσως οι πράκτορες της Παντοκράτειρας να τον σκότωσαν επειδή έλεγε πως ο Παντοκρατορικός Φόρος είχε καταντήσει πολύ βαρύς, ειδικά στα εμπορεύματα, και όφειλε να ελαττωθεί.»

«Καταλαβαίνω…» είπε ο Τάμπριελ. «Ήταν ο Καρλ Βέρινλωφ Επόπτης όταν ο Πρίγκιπας έχασε τη ζωή του;»

«Όχι. Ήταν στο Τάσβεραλ ο προκάτοχός του, ο οποίος, μετά τον θάνατο του Πρίγκιπα, δεν άργησε να σκοτωθεί από κάποιους στασιαστές–»

«Αυτό μού το είπε κι η Αλιζέτ. Δυσαρεστημένοι άνθρωποι της εμπορικής τάξης που είχαν στραφεί στη ληστεία. Ήταν και με την Επανάσταση;»

«Απ’ό,τι γνωρίζω, όχι. Όχι επίσημα. Ίσως ο Άτβος να ξέρει κάτι παραπάνω.»

Ο Τάμπριελ στράφηκε στον Αρκαλόν. «Είναι τώρα η Ράιλμεχ κοντά στον Πρόμαχο;»

«Ναι…» Ο Ιεράρχης έμεινε για μερικές στιγμές σιωπηλός. «Ο Πρόμαχος λέει ότι οι πράκτορές του είχαν κάποια επαφή μ’εκείνους τους στασιαστές, αλλά όχι πολύ στενή.»

Ο Τάμπριελ στράφηκε στη Βασνίτα, η οποία είπε: «Ο Καρλ Βέρινλωφ τούς ξεπάστρεψε όλους.» Ο Τάμπριελ ένευσε, γνωρίζοντάς το από την Αλιζέτ, και η Βασνίτα συνέχισε: «Η Λισρρέτα είναι, λοιπόν, όπως είπα, αρκετά φοβισμένη. Φοβάται, κυρίως, για τους γιους της, οι οποίοι είναι… ατίθασοι σαν τον πατέρα τους, ίσως. Μπορείς να δεις την ανησυχία στα μάτια της.»

Ο Τάμπριελ συνοφρυώθηκε. «Την ξέρεις προσωπικά;»

«Έχουμε συναντηθεί κάμποσες φορές, όταν ταξίδευα στο Τάσβεραλ.»

«Θα μπορούσες να μας φέρεις σε επαφή μαζί της; Εκείνο που σκέφτομαι είναι να πάρουμε το Τάσβεραλ χωρίς να χρειαστεί να κάνουμε πόλεμο όπως στο Χαύδοραλ.»

Η Βασνίτα ένευσε, συμφωνώντας. «Αρκετοί έχουν πεθάνει…» μουρμούρισε, σκεπτόμενη πάλι τη φίλη της, την Αλιζέτ Βάθμακ.

«Ποιος είναι, κατά τη γνώμη σου, ο καλύτερος τρόπος για να πάρουμε το Τάσβεραλ χωρίς πόλεμο;» τη ρώτησε ο Τάμπριελ.

«Δεν είμαι βέβαιη…» παραδέχτηκε η Βασνίτα κουνώντας το κεφάλι, ύστερα από μερικές στιγμές σκέψης. «Πρέπει να καταλάβεις, Τάμπριελ, ότι δεν είμαι στρατηγός· απλά πιστεύω στην Επανάσταση…»

«Νομίζεις ότι θα μπορούσαμε να συναντηθούμε με την Πριγκίπισσα Λισρρέτα;»

«Έτσι όπως έχουν έρθει τα πράγματα, δεν θα είναι εύκολο. Αδύνατον να πάμε επισήμως στο Τάσβεραλ.»

Η Ανταρλίδα είπε: «Μπορούμε, όμως, να γλιστρήσουμε μέσα στο Πριγκιπάτο απαρατήρητοι και να συναντήσουμε κάπως την Πριγκίπισσα. Δεν είναι ανάγκη να το μάθει ο Επόπτης. Βασικά, δεν θα πρέπει να το μάθει.»

«Το θέμα είναι αν η Πριγκίπισσα Λισρρέτα είναι συνεννοήσιμη,» είπε ο Τάμπριελ. «Θα μπορούσαμε να συνεννοηθούμε μαζί της, Βασνίτα, ώστε να στραφεί εναντίον του Επόπτη;»

«Δύσκολα, πιστεύω,» αποκρίθηκε η Βασνίτα. «Σου είπα, τον φοβάται.»

«Τόσο πολύ; Αναμφίβολα, θα έχει μάθει ότι το Νέλερβικ και το Χαύδοραλ έχουν αποτινάξει την κυριαρχία της Παντοκράτειρας. Δεν θα σκέφτεται ότι το Τάσβεραλ θα είναι, πιθανώς, το επόμενο Πριγκιπάτο που θα δεχτεί επίθεση;»

«Μπορεί και να το σκέφτεται,» παραδέχτηκε η Βασνίτα, «αλλά δεν ξέρω αν θα είναι πρόθυμη η ίδια να στραφεί εναντίον του Επόπτη και να τον διώξει. Κατ’αρχήν, ο Καρλ Βέρινλωφ σίγουρα θα χτυπήσει το Τάσβεραλ άσχημα σε μια τέτοια περίπτωση· ίσως τόσο άσχημα όσο η Ανδρομάχη Χρυσόπτερη χτύπησε την πρωτεύουσα του Χαύδοραλ.»

«Εννοείται ότι θα βοηθήσουμε την Πριγκίπισσα να διώξει τον Επόπτη,» είπε η Ανταρλίδα.

«Κι επιπλέον, τι προτιμά;» είπε ο Τάμπριελ. «Να γίνει πόλεμος, ή να σώσει το Πριγκιπάτο της με όσο το δυνατόν λιγότερες απώλειες και ζημιές;»

«Δεν ξέρω,» αποκρίθηκε η Βασνίτα, νιώθοντας άσχημα που της ζητούσαν να μαντέψει τις σκέψεις και τις αντιδράσεις της Πριγκίπισσας του Τάσβεραλ. «Δεν είμαι εκείνη. Πάντως, η Λισρρέτα δεν είναι φανατικά υπέρ της Επανάστασης, όπως εγώ· σας το λέω για να το έχετε υπόψη σας. Και φοβάται για τους γιους της.»

Η Αλιζέτ, που μέχρι στιγμής ήταν σιωπηλή, είπε: «Θα μπορούσαμε να απαγάγουμε τους γιους της και να απαιτήσουμε να συμμαχήσει μαζί μας.»

«Αυτό,» είπε ο Τάμπριελ, «δε νομίζω να την κάνει να μας συμπαθήσει.»

Η Αλιζέτ ανασήκωσε τους ώμους, μορφάζοντας. «Είναι όμως μια σκέψη…»

«Δεν πρόκειται να συμφωνήσω με κάτι τέτοιο,» τους προειδοποίησε η Βασνίτα, αν και δεν ήταν καθόλου βέβαιη ότι τους ενδιέφερε η συγκατάνευσή της.

«Δε νομίζω ότι θα αποδειχτεί απαραίτητο να κινηθούμε έτσι,» της είπε ο Τάμπριελ. «Και ούτε θεωρώ ότι θα έφερνε απαραίτητα θετικό αποτέλεσμα.» Στράφηκε στον Αρκαλόν. «Τι λέει ο Άτβος για όλα τούτα; Του τα μεταφέρει η Ράιλμεχ;»

«Φυσικά,» αποκρίθηκε ο Αρκαλόν. «Κι εκείνο που ο Πρόμαχος θέλει να ξέρετε είναι ότι έχει έναν σύμμαχο στο Τάσβεραλ.»

«Σύμμαχο;» έκανε η Ανταρλίδα. «Και τώρα μας το λέει;»

«Δεν είναι σημαντικός στην πολιτική ζωή του Πριγκιπάτου, ούτε βρίσκεται κοντά στην Πριγκίπισσα ή στον Επόπτη. Είναι ένας παράνομος, γνωστός ανάμεσα στους ντόπιους ως ‘ο Θεριστής των Οστών’.»

«Θεριστής των Οστών;» άρθρωσε ο Τάμπριελ. Τι του θύμιζε αυτό το όνομα; Τι του έφερνε στο μυαλό;

«Ναι. Είναι ένας Ιερός Μαχητής των Οστών, λέει ο Πρόμαχος, ο οποίος πήγε μαζί με τους ληστές – τους στασιαστές που αντέδρασαν εξαιτίας των φόρων.»

Ιερός Μαχητής των Οστών, σκέφτηκε ο Τάμπριελ. Φυσικά. Αυτό τού θύμιζε το παρωνύμιο Θεριστής των Οστών. «Νόμιζα ότι ο Επόπτης τούς σκότωσε όλους.»

«Εκτός από τον Θεριστή.»

«Οι Ιεροί Μαχητές,» είπε η Βασνίτα, «δεν σκοτώνονται εύκολα. Έχω ακούσει κι εγώ τη φήμη ότι ο Ρηθμάλος είναι ακόμα ζωντανός, αλλά δεν ήξερα αν ήταν αλήθεια.»

«Ο Πρόμαχος λέει ότι είναι αλήθεια,» είπε ο Αρκαλόν.

«Εντάξει,» είπε η Ανταρλίδα, «έχουμε κι έναν σύμμαχο εκεί μέσα που θα μπορούσε να μας βοηθήσει στον πόλεμο. Δεν θέλουμε, όμως, να κάνουμε πόλεμο. Άρα, μας είναι σχεδόν άχρηστος.»

«Πρέπει να συναντηθούμε με την Πριγκίπισσα Λισρρέτα, νομίζω,» είπε ο Τάμπριελ. «Θα μπορούσε αυτό να κανονιστεί, Βασνίτα;»

«Εγώ δεν μπορώ να κανονίσω τίποτα, εφόσον το Νέλερβικ έχει αποστατήσει.»

«Πού τη συναντούσες παλιά, όταν πήγαινες στο Τάσβεραλ;» ρώτησε η Ανταρλίδα.

«Στο πριγκιπικό παλάτι της πρωτεύουσας. Εκεί μένει. Σπάνια φεύγει. Και εκεί, επίσης, κατοικεί ο Παντοκρατορικός Επόπτης. Αλλά ακόμα κι όταν ο ίδιος λείπει έχει, φυσικά, πράκτορές του μέσα στο παλάτι. Εν ολίγοις, δε νομίζω ότι είναι εφικτό να συναντήσετε την Πριγκίπισσα χωρίς να το μάθουν οι Παντοκρατορικοί.»

«Δε φεύγει ποτέ από το παλάτι;» ρώτησε ο Τάμπριελ, προβληματισμένος. Η Λισρρέτα φαινόταν να ήταν το μοναδικό κλειδί για να πάρουν το Τάσβεραλ σχετικά αναίμακτα. «Δεν πηγαίνει πουθενά;»

«Όχι σε τακτική βάση. Μόνο σε περιπτώσεις που κάνει επισκέψεις.»

«Θα μπορούσε κάποιος να ζητήσει να τη δει, κι εμείς να είμαστε εκεί για να της μιλήσουμε;»

«Με ποια πρόφαση να ζητήσει να τη δει;» είπε η Βασνίτα. «Δεν ζητάς από την πριγκίπισσα ενός πριγκιπάτου να έρθει σε σένα· τη ρωτάς αν θα μπορούσες να πας να την επισκεφτείς.»

Ο Τάμπριελ καταράστηκε από μέσα του. Η κατάσταση τού φαινόταν αδιέξοδη.

Ο δίαυλος, τότε, κουδούνισε.

«Να απαντήσω;» ρώτησε ο Αρκαλόν τη Βασνίτα, προτού εκείνη σηκωθεί. Η Πριγκίπισσα ένευσε και ο Ιεράρχης σηκώθηκε, πήγε στον δίαυλο, και τον άνοιξε έτσι ώστε να μπορούν ν’ακούσουν όλοι.

«Ποιος είναι;» ρώτησε.

«Ο Υπασπιστής. Θα ήθελα να μιλήσω στην Πριγκίπισσα.»

Η Βασνίτα αμέσως αναγνώρισε τη φωνή του Νολτράκος, κι έκανε νόημα στον Αρκαλόν να της φέρει το ακουστικό.

«Μάλιστα,» είπε ο Ιεράρχης στον δίαυλο. Σήκωσε το ακουστικό και το πήγε στην Πριγκίπισσα, ώστε να μιλήσει προσωπικά με τον Υπασπιστή της.

«Τι είναι, Νολτράκος;» ρώτησε η Βασνίτα.

«Ένα αγόρι ήρθε στην πύλη του κάστρου, Βασνίτα, και επέμενε να το αφήσουν να περάσει, ισχυριζόμενο ότι έφερνε μήνυμα από τη Μητέρα–»

«Την ποια;» έκανε η Πριγκίπισσα, ξαφνιασμένη. «Τη… τη γνωστή Μητέρα;»

«Ναι. Οι φρουροί, αφού επικοινώνησαν μαζί μου, άφησαν το αγόρι να μπει και έχω τώρα στα χέρια μου έναν κύλινδρο που ο μαντατοφόρος επιμένει ότι είναι μόνο για τα μάτια της Πριγκίπισσας Βασνίτα. Επίσης, το αγόρι έχει επάνω του δεμένες εκρηκτικές ύλες – μου τις έδειξε – και λέει πως είναι πρόθυμο να τις πυροδοτήσει αν προσπαθήσουμε να το αιχμαλωτίσουμε. Το διαβεβαίωσα πως αυτό αποκλείεται να συμβεί. Να σου φέρω το μήνυμα της Μητέρας;»

Η Βασνίτα χρειάστηκε μερικές στιγμές για να συνέλθει προτού απαντήσει: «Ναι, φέρτο, αμέσως.»

53.

Ο Νολτράκος έριξε μια ματιά σε όλους μέσα στο καθιστικό, χαιρετώντας τους μ’ένα νεύμα, κι ύστερα πήγε τον κύλινδρο στη Βασνίτα. «Προσεχτικά, όμως,» την προειδοποίησε. «Η Μητέρα είναι μάγισσα.»

«Περίμενε, Πριγκίπισσά μου,» είπε ο Τάμπριελ προτού η Βασνίτα ξετυλίξει τον κύλινδρο. Και, κατά σειρά, άρθρωσε τα λόγια για ένα Ξόρκι Ενεργειακής Ανιχνεύσεως (που εντόπιζε διάφορες μορφές ενέργειας, είτε ο μάγος τις ήξερε και μπορούσε να τις αναγνωρίσει είτε όχι), ένα Ξόρκι Εντοπισμού Προκαλύψεως (που εντόπιζε ξόρκια που έκρυβαν άλλα ξόρκια), και ένα Ξόρκι Πνευματικής Ανιχνεύσεως (που εντόπιζε πνευματικές οντότητες – αν και ήταν απίθανο κάποια τέτοια να καιροφυλαχτούσε μέσα στον κύλινδρο· άλλωστε, βρίσκονταν στη Βίηλ, όχι στη Φεηνάρκια).

Η Βασνίτα περίμενε, μην καταλαβαίνοντας τίποτα από αυτά που έκανε ο Τάμπριελ. Τελικά, εκείνος τής είπε: «Νομίζω πως δεν υπάρχει κίνδυνος.»

Η Βασνίτα έσπασε την κέρινη σφραγίδα της Μητέρας και διάβασε το μήνυμα.

 

Προς Πριγκίπισσα Βασνίτα Κάλνεραχ, του Νέλερβικ:

 

Υψηλοτάτη,

Με μεγάλη μου χαρά πληροφορήθηκα την ενθρόνισή σας και τον διωγμό των δυνάμεων της Παντοκράτειρας από το Πριγκιπάτο Νέλερβικ. Εύχομαι αυτό να σημάνει μια νέα, καλύτερη εποχή για ολάκερη τη Βίηλ!

Επιθυμώ να σας δηλώσω ότι έχετε την πλήρη υποστήρηξή μου και των Παιδιών του Φωτός.

Επιπροσθέτως, είμαι πρόθυμη να σας προσφέρω ό,τι βοήθεια δύναμαι, διότι αντιλαμβάνομαι ότι οι εχθροί σας θα είναι πολλοί. Επίσης, θα επιθυμούσα να γνωρίσω τους συμμάχους σας.

Εάν κι εσείς το επιθυμείτε, προθυμοποιούμαι να σας συναντήσω στην Τρύπα, στα ανατολικά σύνορα του Νέλερβικ. Θα περιμένω εκεί κάποιες ημέρες.

 

Για τη Δόξα των Αρχαίων Κολοσσών

και της Γενέτειράς μας, της Βίηλ!

 

Μαρέλνιτ’νορ,

Μητέρα των Παιδιών του Φωτός

 

«Τι γράφει, Πριγκίπισσά μου;» ρώτησε ο Τάμπριελ, υποπτευόμενος ότι το μήνυμα της Μητέρας πρέπει να είχε σχέση με την Επανάσταση στη Βίηλ και, άρα, να τον αφορούσε κι εκείνον.

Η Βασνίτα είπε σε όλους τι έγραφε η Μαρέλνιτ’νορ, δίχως να κρύψει τίποτα.

Και για λίγο κανένας δεν μίλησε.

Ο Νολτράκος έμοιαζε σοκαρισμένος. «Πώς τολμάει αυτή η γυναίκα;» είπε. «Στέλνει μαγεμένα παιδιά να σκοτώνονται και μετά έχει το θράσος να μιλά στις επιστολές της σαν να είναι η Τελευταία Βασίλισσα της Τυραννίδας!»

Η Ανταρλίδα ρώτησε: «Θα πάμε να τη συναντήσουμε;»

«Το ερώτημα είναι, το ρισκάρουμε να μην πάμε;» αποκρίθηκε η Βασνίτα, που κι εκείνη, κατά τα άλλα, απεχθανόταν τη Μητέρα και τις μεθόδους της όσο ο Νολτράκος.

54.

Το αγόρι δεν μπορεί να ήταν πάνω από δώδεκα χρονών. Είχε δέρμα λευκό-ροζ, βρόμικο πρόσωπο, και φουντωτά ξανθά μαλλιά. Φορούσε ρούχα χωρικού. Δεν θα μπορούσες να το ξεχωρίσεις από ένα οποιοδήποτε άλλο αγόρι της Βίηλ, νόμιζε ο Τάμπριελ, μέχρι να παρατηρήσεις τα μάτια του. Υπήρχε ένας βαθύς, φλογερός φανατισμός σ’αυτά τα μάτια. Το Παιδί του Φωτός είχε διδαχθεί από πολύ μικρή ηλικία ότι η αποστολή του ήταν να πεθάνει για τη Βίηλ, παίρνοντας μαζί του και τους εχθρούς της, μέσα σε θανατηφόρες φλόγες.

Όταν η Βασνίτα τού ζήτησε να της πει το όνομά του, το αγόρι αποκρίθηκε: «Είμαι ένας Μαντατοφόρος του Φωτός· δεν έχω όνομα.» Και ήταν τρομαχτικός ο τρόπος που το είπε αυτό. Ο Τάμπριελ δεν είχε ποτέ, σε καμια άλλη διάσταση, συναντήσει τίποτα παρόμοιο. Ούτε οι Μαύρες Δράκαινες, ύστερα από την εκπαίδευση στην οποία τις είχε υποβάλει η Παντοκράτειρα, δεν είχαν τέτοιο ύφος. Αυτό το αγόρι δεν είναι μόνο σαν να μην έχει όνομα, αλλά σαν να μην έχει ψυχή.

Η Βασνίτα κοίταξε τον Μαντατοφόρο του Φωτός με θλίψη να καθρεπτίζεται στο πρόσωπό της.

Όταν του ζήτησε να λύσει τα εκρηκτικά από πάνω του, προκειμένου να έρθει μαζί τους μέσα στο ελικόπτερο, το αγόρι αρνήθηκε. «Η δύναμη του Φωτός είναι μαζί μου,» εξήγησε, σαν αυτό να έβγαζε νόημα.

«Δεν μπορούμε, τότε, να σε πάρουμε στο ελικόπτερο,» του είπε αυστηρά η Βασνίτα. Το αγόρι δεν φάνηκε να έχει κανένα πρόβλημα μ’αυτό· αποκρίθηκε: «Μετέφερα το μήνυμα της Μητέρας, όπως με πρόσταξε.»

«Μπορείς να πηγαίνεις, επομένως,» του είπε η Βασνίτα, μοιάζοντας να έχει βρεθεί σε απόγνωση μαζί του.

Το αγόρι στράφηκε και έφυγε από τη μικρή αίθουσα όπου το είχαν συναντήσει. Ο Υπασπιστής Νολτράκος το ακολούθησε, για να βεβαιωθεί ότι δεν θα γινόταν κανένα δυσάρεστο επεισόδιο με τους φρουρούς. Τα εκρηκτικά που το αγόρι κουβαλούσε ήταν αρκετά για ν’ανατινάξουν μια ολόκληρη πτέρυγα του κάστρου.

Το ελικόπτερο του Πρίγκιπα Αλβάρος του Χαύδοραλ τούς περίμενε στον πύργο όπου η Ανταρλίδα το είχε προσγειώσει. Δεν το είχαν ακόμα επιστρέψει στον κάτοχό του, και τώρα θα το χρησιμοποιούσαν για να ταξιδέψουν ώς την Τρύπα και να συναντήσουν τη Μαρέλνιτ’νορ. Η Βασνίτα είχε επιμείνει να έρθει μαζί τους, παρότι ο Υπασπιστής της δεν το θεωρούσε συνετό. «Αφού είμαι Πριγκίπισσα του Νέλερβικ, θα κάνω ό,τι οφείλει να κάνει η Πριγκίπισσα του Νέλερβικ, είτε είμαι τραυματισμένη είτε όχι,» του είχε πει. Κι ο Νολτράκος είχε αποκριθεί (μάλλον απότομα, έκρινε ο Τάμπριελ): «Νομίζεις ότι η Κισβέτα θα πήγαινε ποτέ η ίδια να συναντήσει τη Μητέρα; Νομίζεις ότι ο πατέρας της Κισβέτα, ο Πρίγκιπας–;» Η Βασνίτα τον είχε διακόψει: «Δεν είμαι ούτε η Κισβέτα ούτε ο πατέρας της! Αν ήμουν δεν θα ήμασταν τώρα με την Επανάσταση.» Και είχε προσθέσει: «Θα μείνεις εσύ για λίγο στη θέση μου, Νολτράκος, ώστε να βεβαιωθείς ότι τίποτε άσχημο δεν θα συμβεί όσο λείπω.» Κι εκεί η κουβέντα είχε λήξει.

Ενδιαφέρεται πολύ γι’αυτήν ο Υπασπιστής, είχε παρατηρήσει ο Τάμπριελ. Περισσότερο, ίσως, απ’ό,τι θάπρεπε να ενδιαφέρεται ένας υπασπιστής για την πριγκίπισσά του, αλλά ακριβώς όσο θα ενδιαφερόταν ένας άντρας για τη γυναίκα του…

Και δεν ήταν ο μόνος. Μόλις ο Ραφέλνες έμαθε – από τον Νολτράκος, όπως δήλωσε – ότι η Βασνίτα θα πήγαινε αυτοπροσώπως να συναντήσει τη Μητέρα, προθυμοποιήθηκε να έρθει κι εκείνος. Ακόμα ένας άντρας που ενδιαφέρεται για εκείνη περισσότερο απ’ό,τι θα έπρεπε… Η Πριγκίπισσα, φυσικά, δεν του αρνήθηκε να την ακολουθήσει, παρότι η κοκάλινη αρματωσιά του φαινόταν ακόμα άσχημα σφυροκοπημένη από τη μάχη της Χαύδοραλ: δεν είχε θεραπευτεί πλήρως. «Για να είμαι ειλικρινής, σκεφτόμουν να σ’το ζητήσω, Ραφέλνες,» του είπε η Βασνίτα, όταν ο Ιερός Μαχητής των Οστών παρουσιάστηκε μπροστά της δηλώνοντας τις προθέσεις του. «Δίσταζα, όμως, γνωρίζοντας….» Δεν έμοιαζε να μπορεί να συνεχίσει.

«Δε θα έπρεπε ποτέ να διστάζεις, Πριγκίπισσά μου,» αποκρίθηκε εκείνος. «Και η Αλιζέτ αυτό θα επιθυμούσε. Το ξέρεις, μα τους Κολοσσούς, πως έτσι είναι!»

Στο ελικόπτερο, λοιπόν, τώρα επιβιβάστηκαν, εκτός από τον Τάμπριελ, η Βασνίτα, ο Ραφέλνες, η Ανταρλίδα, η Αλιζέτ, ο Ζίρτελον, και ο Όρνιφιμ. Τον Αρκαλόν τον άφησαν πίσω, για να έχουν άμεση επαφή με το κάστρο της Νέλερβικ. Η Ανταρλίδα κάθισε στο πιλοτήριο, και το αεροσκάφος απογειώθηκε, πετώντας ανατολικά.

Ο προορισμός τους, η Τρύπα, απείχε λιγότερο από μιάμιση ώρα πτήση, και επρόκειτο για ένα άνοιγμα στη γη, μια άβυσσο, όπου χυνόταν ο Λήρναλεμ, το ανατολικότερο από τα ποτάμια της Κοιλάδας των Ποταμών. Η Τρύπα δεν ήταν ούτε κατά διάνοια τόσο μεγάλη όσο το Μεγάλο Σχίσμα στην κεντρική Βίηλ, όμως ούτε και μικρή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί.

Ο καιρός ήταν άσχημος, και το ελικόπτερο παράδερνε μέσα σε ισχυρούς ανέμους, κλυδωνιζόμενο· αλλά η Ανταρλίδα ήταν καλή πιλότος, και πραγματικός κίνδυνος δεν υπήρξε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, παρότι η Βασνίτα ζαλίστηκε νιώθοντας τα σωθικά της να στροβιλίζονται εντός της και σκεπτόμενη ότι καλύτερα να μην είχε δέσει πάλι γύρω της αυτόν τον καταραμένο επίδεσμο με τα βοτάνια των θεραπευτών. Ο Ζίρτελον, επίσης, δεν φαινόταν να είναι σε καλή κατάσταση· είχε τα μάτια του κλειστά και έπαιρνε βαθιές ανάσες καθώς το αεροσκάφος τρανταζόταν από τους δυνατούς αγέρηδες. Η Αλιζέτ δεν έμοιαζε να καταλαβαίνει τίποτα· ούτε κι η Ανταρλίδα. Ο Τάμπριελ είχε ζαλιστεί λιγάκι αλλά δεν νόμιζε πως ήταν και στην κατάσταση της Βασνίτα ή του Ζίρτελον. Ο Όρνιφιμ δεν έδειξε σημάδια ζάλης, μα ούτε φαινόταν τόσο άνετος όσο η Αλιζέτ και η Ανταρλίδα.

Όταν το ελικόπτερο έφτασε πάνω από την Τρύπα, ήταν μεσημέρι· και η Ανταρλίδα παρατήρησε: «Αυτό το άνοιγμα είναι τεράστιο. Πού θα συναντήσουμε τη Μητέρα;» Έβλεπε, από κάτω τους, τον ποταμό να χύνεται καταρρακτωδώς μέσα στη σκοτεινή άβυσσο και να χάνεται. Η περιφέρεια της Τρύπας ήταν μεγάλη: εκτεινόταν για πολλά χιλιόμετρα, και οι τόποι αυτοί ήταν βραχώδεις και δενδρώδεις.

«Δεν ανέφερε συγκεκριμένη τοποθεσία στο μήνυμά της,» κατάφερε ν’αποκριθεί η Βασνίτα, αγνοώντας τη ζάλη της.

Η Αλιζέτ κοίταξε κάτω μ’ένα ζευγάρι κιάλια.

«Βλέπεις τίποτα;» τη ρώτησε ο Τάμπριελ.

«Όχι.»

«Θα σε βοηθούσε ένα Ξόρκι Οπτικής Ενισχύσεως;»

«Πολύ.»

«Δος μου τα κιάλια.»

Η Αλιζέτ τού τα έδωσε. Εκείνος ύφανε επάνω τους ένα Ξόρκι Οπτικής Ενισχύσεως και της τα επέστρεψε. Η Σκοτεινή Βασίλισσα κοίταξε πάλι κάτω, ενώ η Ανταρλίδα οδηγούσε το ελικόπτερο γύρω από την Τρύπα.

«Τίποτα,» είπε μετά από λίγο η Αλιζέτ.

Και τότε ήταν που μια σημαία φάνηκε να κυματίζει επάνω σ’έναν βράχο. «Εκεί!» είπε η Ανταρλίδα, παρατηρώντας την πρώτη απ’όλους.

Η Αλιζέτ έστρεψε τα κιάλια της. «Το έμβλημα του τάγματος των Πεφωτισμένων.»

«Αυτή πρέπει να είναι,» είπε ο Τάμπριελ. «Μας είδε και δηλώνει τη θέση της.»

«Το πιθανότερο,» συμφώνησε η Αλιζέτ.

Η Ανταρλίδα ρώτησε: «Κατεβαίνουμε κοντά στη σημαία, λοιπόν;»

«Ναι,» είπε ο Τάμπριελ, και το ελικόπτερο σύντομα ήταν στη γη, σε απόσταση κάπου πενήντα μέτρων από τη σημαία και όχι πολύ μακριά από το χείλος της Τρύπας.

Με κάθε επιφύλαξη, οι επιβάτες του βγήκαν και βάδισαν προς το έμβλημα των Πεφωτισμένων που κυμάτιζε στον αέρα. Δε χρειάστηκε να πλησιάσουν πολύ: Πίσω απ’τον βράχο όπου στεκόταν η σημαία ξεπρόβαλαν φιγούρες τυλιγμένες σε κάπες, με τις κουκούλες σηκωμένες. Οι περισσότερες ήταν κοντές, αλλά μία ανάμεσά τους ψηλότερη.

Η Μητέρα, σκέφτηκε η Βασνίτα. Η Μαρέλνιτ’νορ. Δεν είχε δει ποτέ της την όψη αυτής της διεστραμμένης γυναίκας, και αναρωτιόταν – ανέκαθεν αναρωτιόταν – πώς μπορεί να ήταν. Θα φαινόταν τίποτα από τον χαρακτήρα της στο πρόσωπό της; Θα φαινόταν η κακία με την οποία έστελνε μικρά παιδιά να πεθάνουν αφού είχε παίξει με το μυαλό τους;

Η Πριγκίπισσα του Νέλερβικ σταμάτησε σε απόσταση πέντε μέτρων από τη μάγισσα, ακουμπώντας στο ραβδί της, και οι άλλοι σταμάτησαν γύρω της. Ο Ραφέλνες και ο Ζίρτελον είχαν τα χέρια τους στις λαβές των σπαθιών τους αλλά δεν τα είχαν τραβήξει από τα θηκάρια.

«Είμαι η Βασνίτα Κάλνεραχ.»

«Κι εγώ η Μαρέλνιτ’νορ,» αποκρίθηκε η φιγούρα που ήταν ψηλότερη από τις άλλες, και κατέβασε την κουκούλα της. Το πρόσωπο που αποκαλύφθηκε φανέρωνε μια γυναίκα γύρω στα σαράντα. Είχε δέρμα γαλανό και μαλλιά μαύρα και μακριά, πιασμένα χαλαρά πίσω απ’το κεφάλι της. Τα μαύρα μάτια της δεν γυάλιζαν από μοχθηρία, όπως θα φανταζόταν η Βασνίτα. Αν μη τι άλλο, η Πριγκίπισσα νόμιζε ότι φανέρωναν μια κάποια μελαγχολία· και σκέφτηκε: Τι περίμενες; Η γυναίκα είναι τρελή.

«Από εδώ ο Άρχοντας Τάμπριελ’λι, πρώην σύζυγος της Παντοκράτειρας και Προφήτης της Νόρχακ,» σύστησε η Βασνίτα. «Από εδώ η Αλιζέτ και η Ανταρλίδα, Μαύρες Δράκαινες που κάποτε υπηρετούσαν την Παντοκράτειρα, αλλά όχι πια. Από εδώ ο Ζίρτελον και ο Όρνιφιμ, δύο πιστοί ακόλουθοι του Τάμπριελ, από τη Νόρχακ. Κι αυτός είναι ο Ραφέλνες Βάθμακ, δικός μου πολεμιστής, για τον οποίο ίσως να έχεις ακούσει.»

Η Μαρέλνιτ’νορ ένευσε: πράγμα που μπορεί να σήμαινε ότι όντως είχε ακούσει γι’αυτόν, ή μπορεί να σήμαινε ευχαριστώ για τις συστάσεις. «Εγώ έχω μόνο τα παιδιά μου να συστήσω,» είπε. Η φωνή της ήταν, συγχρόνως, χαμηλή, βραχνή, και διαπεραστική, σαν ο λαιμός της να είχε κάποιο πρόβλημα.

Τα ξέρουμε τα… παιδιά σου, σκέφτηκε η Βασνίτα. «Μας κάλεσες εδώ…»

«Για να σας πω ότι είμαι πρόθυμη να βοηθήσω την Επανάσταση με ό,τι τρόπο μπορώ. Είμαι σύμμαχός σας.»

Δε χρειαζόμαστε συμμάχους σαν εσένα! ήταν έτοιμη να της πει η Βασνίτα, αλλά συγκρατήθηκε. Είναι δυνατόν αυτή η τρελή να νομίζει ότι θα κάνουμε πόλεμο με παιδιά-βόμβες;

«Τι έχεις να μας προσφέρεις, Μαρέλνιτ’νορ;» ρώτησε ο Τάμπριελ.

Η Μητέρα τον ατένισε για μια στιγμή από πάνω ώς κάτω· μετά αποκρίθηκε: «Πρέπει να μου πείτε τι σχεδιάζετε πρώτα. Πού θα επιτεθείτε; Στο Χαύδοραλ; Στο Τάσβεραλ; Στο Ντόσβεκ; Παντού μπορούν να σας βοηθήσουν τα παιδιά μου, για την απελευθέρωση της Βίηλ.»

Της αξίζει να πεθάνει, σκέφτηκε η Βασνίτα, σφίγγοντας την κεφαλή του ραβδιού της μέσα στη δεξιά της γροθιά καθώς στηριζόταν επάνω του. «Το Χαύδοραλ είναι ήδη με την Επανάσταση. Και δεν πρόκειται να βάλουμε παιδιά να σκοτωθούν για εμάς – σε καμία περίπτωση!»

«Τα παιδιά μου είναι πρόθυμα να πεθάνουν για την–»

«Ναι, είμαι βέβαιη, ύστερα απ’ό,τι τους έχεις κάνει! Δεν χρειάζομαι ανθρώπους σαν εσένα για συμμάχους μου, μάγισσα!»

Τα μάτια της Μητέρας έγιναν πάγος. «Κρίμα, Πριγκίπισσα Βασνίτα. Νόμιζα ότι ήσουν αγωνίστρια σαν εμένα.»

«Εγώ δεν σκοτώνω παιδιά!»

«Και πώς κατέκτησες δύο πριγκιπάτα τόσο γρήγορα; Χωρίς θανάτους;»

«Δεν ‘κατέκτησα’ τίποτα, και οι θάνατοι που–»

Ο Τάμπριελ ακούμπησε το χέρι του στον ώμο της Βασνίτα, διακόπτοντάς την. Και είπε στη Μητέρα: «Σκοπεύουμε να απελευθερώσουμε το Πριγκιπάτο Τάσβεραλ χωρίς να κάνουμε πόλεμο, αν είναι εφικτό. Και η βοήθειά σου είναι ευπρόσδεκτη αν δεν περιλαμβάνει τους θανάτους παιδιών.»

«Νομίζετε ότι δεν θρηνώ για τα παιδιά μου που χάνονται;» είπε η Μαρέλνιτ’νορ. «Νομίζετε ότι με χαρά τα στέλνω να αυτοθυσιαστούν; Θρηνώ για το κάθε ένα που πεθαίνει, Άρχοντα Τάμπριελ. Και θρηνούν κι όλα τα υπόλοιπα παιδιά μαζί μου. Γνωρίζουμε, όμως, πως οι θάνατοι είναι απαραίτητοι προκειμένου μια μέρα η Βίηλ να είναι και πάλι ελεύθερη από τον ζυγό της Νέας Τυραννίδας.» Γύρω της, τα Παιδιά του Φωτός ήταν σιωπηλά και ακίνητα. Ο άνεμος έκανε τις κάπες και τις κουκούλες τους να κυματίζουν. Έμοιαζαν με στοιχειά της Φεηνάρκια στον Τάμπριελ· με άγρια πνεύματα του Κάρτωλακ στην Ανταρλίδα· με Δαιμόνια, ή δούλους των Δαιμόνιων, στην Αλιζέτ, τη Βασνίτα, και τον Ραφέλνες.

«Οι θάνατοι των παιδιών σου δεν είναι πια απαραίτητοι, Μαρέλνιτ’νορ,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ. «Η διάσταση μπορεί να ελευθερωθεί και με άλλους τρόπους. Η Επανάσταση, με την υποστήριξη του Πρίγκιπα Ανδρόνικου, έχει βάλει τροχούς σε κίνηση παντού, και στην ανατολή και στη δύση. Θέλουμε τη βοήθειά σου, αλλά δεν θα δεχτούμε την αυτοθυσία παιδιών για να πετύχουμε τους σκοπούς μας.» Ο Τάμπριελ καταλάβαινε ότι αυτή η άρνηση ίσως να μην ήταν και τόσο στρατηγική κίνηση σε τούτο τον πόλεμο, γιατί μπορεί όντως τα Παιδιά του Φωτός να φαίνονταν χρήσιμα στο Τάσβεραλ, αν μη τι άλλο για να τρομοκρατήσουν τους Παντοκρατορικούς του Πριγκιπάτου. Όμως γνώριζε πως αν αποκρινόταν θετικά στη Μητέρα η Βασνίτα θα εξοργιζόταν μαζί του – και με το δίκιο της. Ούτε ο Τάμπριελ συμφωνούσε με τις μεθόδους της Μαρέλνιτ’νορ, παρότι πολλοί τον είχαν, κατά καιρούς, χαρακτηρίσει ψυχρό και υπολογιστικό.

Η Μητέρα κούνησε το κεφάλι θλιμμένα, σείοντας τα μαύρα μαλλιά της που χόρευαν στον δυνατό αέρα. «Δεν καταλαβαίνετε… Πώς είναι δυνατόν να μάχεστε τους νέους τυράννους και να μην καταλαβαίνετε; Νομίζετε ότι θα ελευθερωθούμε χωρίς θυσίες;» φώναξε ξαφνικά. «Κάνετε λάθος, και θα το δείτε!» Φόρεσε την κουκούλα της και τους έστρεψε απότομα την πλάτη, βαδίζοντας και συγχρόνως κάνοντας στα παιδιά της κάποιο νόημα με το δεξί χέρι.

Τρία από τα Παιδιά του Φωτός σκαρφάλωσαν γρήγορα επάνω στον βράχο και κατέβασαν το λάβαρο. Το κοντάρι του μίκρυνε, καθώς πολλοί μικροί κύλινδροι φάνηκαν να γλιστράνε ο ένας μέσα στον άλλο, και τα τρία παιδιά τύλιξαν τη σημαία γύρω του, προτού ακολουθήσουν τα υπόλοιπα και τη Μητέρα πίσω από τον βράχο.

Κανένας δεν επιχείρησε να σταματήσει τη Μαρέλνιτ’νορ λέγοντας κάτι.

«Πού πήγαν;» είπε η Ανταρλίδα, μη βλέποντας καμία μορφή να ξεπροβάλλει από την άλλη μεριά του βράχου. «Υπάρχει κάποιο άνοιγμα εκεί;»

«Μάλλον.» Η Αλιζέτ βάδισε προς τον βράχο, και η Ανταρλίδα τραβώντας το σπαθί της την ακολούθησε. Ο Τάμπριελ πήγε πίσω τους, και ο Ζίρτελον κι ο Όρνιφιμ βάδισαν εκατέρωθέν του, με τα σπαθιά τους στα χέρια. Η Βασνίτα και ο Ραφέλνες δεν κινήθηκαν από τις θέσεις τους, όμως κι ο Ιερός Μαχητής των Οστών ξεθηκάρωσε το ξίφος του.

Πίσω από τον βράχο ο Τάμπριελ, η Ανταρλίδα, και οι άλλοι είδαν ότι όντως υπήρχε ένα άνοιγμα: το στόμιο μιας σπηλιάς που φαινόταν να κατεβαίνει απότομα μέσα στη γη. Πουθενά δεν φαινόταν φως, μονάχα σκοτάδι.

«Ή έφυγαν πολύ γρήγορα ή δεν χρειάζονται λάμπες για να βρίσκουν τον δρόμο τους,» είπε η Ανταρλίδα.

«Να την ακολουθήσουμε;» ρώτησε η Αλιζέτ.

«Δε θέλουμε να την κάνουμε εχθρό μας, Αλιζέτ,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ. «Έτσι κι αλλιώς, νομίζω πως θα την ξαναδούμε.»

Η Ανταρλίδα στράφηκε να τον κοιτάξει, και το βλέμμα της ρωτούσε φανερά: Το έχεις «δει»;

Ο Τάμπριελ δεν θέλησε να απαντήσει. Όταν όμως η Μητέρα είχε βγάλει την κουκούλα της, το πρόσωπό της δεν τον είχε ξαφνιάσει καθόλου.

55.

Όσο ο Πολ έκανε τις δουλειές της Επανάστασης στο Πριγκιπάτο Κίρτβεχ, διεισδύοντας στο δίκτυο της Νίνας Έκγραμμης και προσπαθώντας να μάθει κάθε λεπτομέρεια γι’αυτό, ο Δαίδαλος και ο Καρτάφες’νορ δεν κάθονταν άπραγοι. Μέσα στο άντρο της Προμάχου Λαμρίτ, κάτω από τη γκρίζα, ραγισμένη ερημιά της Καμένης Γης, εργάζονταν κατασκευάζοντας ένα ακόμα αυτοκίνητο. «Το δεύτερό μου παιδί!» έλεγε ενθουσιωδώς ο Καρτάφες, σαν να είχε ξεχάσει τη συμβολή του Δαίδαλου στην όλη διαδικασία.

Η Φενίλδα, γι’ακόμα μια φορά, τους παρακολουθούσε νιώθοντας, θέλοντας και μη, τον παλμό του Φωτός παντού γύρω της, ακούγοντας το υπέροχο τραγούδι του. Δεν είμαι του τάγματος των Πεφωτισμένων, σκεφτόταν, κι όμως το νιώθω! Και ξέρω ότι θα μπορούσα και να το χρησιμοποιήσω. Το ξέρω! Δίσταζε όμως. Και συνέχιζε να παρακολουθεί.

Ο Δαίδαλος και ο Καρτάφες’νορ έφτιαξαν πρώτα το σκαρί του αυτοκινήτου, με τη βοήθεια των επαναστατών της Λαμρίτ που έλιωσαν και διαμόρφωσαν γι’αυτούς μέταλλα στο σιδηρουργείο του άντρου. Μετά, οι δύο μάγοι κατασκεύασαν το κυκλοειδές, χωρίς όμως ακόμα να κλέψουν Φως από τη Βίηλ. Μετά, ρύθμισαν τα κυκλώματα του αυτοκινήτου ώστε να μπορεί να κωδικογραφηθεί. Μετά, το κωδικογράφησε ο Καρτάφες (επέμενε να το κάνει εκείνος, οπωσδήποτε), και τέλος ο Δαίδαλος έκλεψε Φως από τη Βίηλ (απαγόρεψε στον Καρτάφες να το κάνει αυτό – «Την επόμενη φορά ίσως,» του είπε) παγιδεύοντάς το μέσα στο κυκλοειδές. Η Φενίλδα αισθάνθηκε την απώλεια βαθιά μέσα στην ύπαρξή της και στο περιβάλλον γύρω της συγχρόνως. Ένας ξαφνικός πόνος, σαν να της είχαν τραβήξει με λαβίδες κάποιο ζωτικό όργανο από το σώμα της. Δεν ήταν καθόλου ευχάριστο, παρότι αντιλαμβανόταν ότι δεν επρόκειτο παρά για μια ψευδαίσθηση.

Και τώρα, η Φενίλδα ήξερε τι θα έκανε ο Δαίδαλος: το Ξόρκι Τηλεκινήσεως, για να μεταφέρει το κυκλοειδές, χωρίς να το αγγίξει, μέσα στο σκαρί του αυτοκινήτου. Η ίδια η Φενίλδα δεν γνώριζε πώς να κάνει αυτό το ξόρκι· δεν το είχε μελετήσει ποτέ της· τώρα, όμως, παρατήρησε τον Δαίδαλο πολύ προσεχτικά. Κοίταζε τις χειρονομίες του, αφουγκραζόταν τα λόγια του, αισθανόταν τον παλμό του Φωτός… και, προς στιγμή, νόμιζε πως θα μπορούσε κι εκείνη να κάνει το ξόρκι. Αλλά προτίμησε να μην το προσπαθήσει, γιατί υπέθετε ότι σίγουρα κάτι δεν θα είχε καταλάβει καλά. Τα ξόρκια δεν μαθαίνονταν τόσο γρήγορα.

Καλύτερα να επιχειρούσε κάτι άλλο, αποφάσισε. Ένα άλλο ξόρκι, αλλά όχι όπως συνήθως, παρά αντλώντας δύναμη από τη Βίηλ. Έτσι, ενώ έβλεπε τον Δαίδαλο να μεταφέρει προσεχτικά το κυκλοειδές μέσα στο σκαρί του αυτοκινήτου, ύφανε το Ξόρκι Ενεργειακής Ανιχνεύσεως, το οποίο, καθότι Ερευνήτρια, της ήταν δευτέρα φύση. Έκανε τις οικείες χειρονομίες, άρθρωσε τα οικεία λόγια – ενώ έφερνε τον εαυτό της σε επαφή με τον παλμό της Βίηλ.

Αισθάνθηκε κάτι το διαφορετικό αλλά δεν μπορούσε, στην αρχή, να το καθορίσει. Οι αισθήσεις της είχαν διευρυνθεί όπως γινόταν πάντα όταν χρησιμοποιούσε το Ξόρκι Ενεργειακής Ανιχνεύσεως – μπορούσε να εντοπίσει άμεσα την παγιδευμένη ενέργεια μέσα στο κυκλοειδές. Αυτό ήταν ακριβώς όπως όφειλε να είναι. Ποια η διαφορά, τότε, του να χρησιμοποιείς το Φως και του να κάνεις ένα ξόρκι με τον συνηθισμένο τρόπο; Η Φενίλδα συνέχισε τη χρήση του Ξορκιού Ενεργειακής Ανιχνεύσεως προσπαθώντας να προσδιορίσει αυτή τη διαφορά.

Το σύμπαν καταλαβαίνει τη γλώσσα της μαγείας και ανταποκρίνεται… Αυτό ήξεραν όλοι οι μάγοι, όλων των μαγικών ταγμάτων, για το πώς λειτουργούσαν τα ξόρκια και οι μαγγανείες. Επομένως, τώρα το Φως της Βίηλ καταλάβαινε επίσης τη γλώσσα της μαγείας και ανταποκρινόταν; Ίδιος τρόπος αλλά διαφορετικό μέσο;

Ο Δαίδαλος λέει ότι υπάρχουν πολλά μονοπάτια που οδηγούν στο ίδιο αποτέλεσμα. Παραπάνω από ένας τρόπος για να υφάνει κανείς ένα ξόρκι…

Τα λόγια, οι χειρονομίες – η μέθοδος.

Το Φως, ή το σύμπαν – το μέσο.

Η επίδραση του ξορκιού – το αποτέλεσμα.

Το κάθε μέσο δεν θα έπρεπε να έχει και τη δική του ξεχωριστή μέθοδο, ακόμα κι αν το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο; Αν χρησιμοποιούσα άλλη μέθοδο, θα μπορούσα και πάλι να έχω το Φως της Βίηλ ως μέσο;

Γιατί όχι;

Ο Δαίδαλος είχε πλέον προσαρμόσει το κυκλοειδές μέσα στο σκαρί του καινούργιου αυτοκινήτου. Σηκώθηκε όρθιος κι απομακρύνθηκε.

«Έτοιμο;» ρώτησε ανυπόμονα ο Καρτάφες.

«Ναι,» απάντησε ο Δαίδαλος.

Οι φωνές τους διέλυσαν τους συλλογισμούς της Φενίλδα, και έπαψε να χρησιμοποιεί το Ξόρκι Ενεργειακής Ανιχνεύσεως, νιώθοντας ακόμα λιγάκι μπερδεμένη. Η χρήση του Φωτός ήταν αλλόκοτη εμπειρία.

Ο Καρτάφες’νορ καθάρισε τον λαιμό του, και είπε δυνατά: «Σήκω, Εξάποδε!»

Το αυτοκίνητο δεν ήταν φτιαγμένο όπως το προηγούμενο. Δεν ήταν ανθρωποειδές. Ο Καρτάφες επέμενε να κάνουν το σκαρί του να μοιάζει με έντομο. Είχε ένα κεντρικό, στρογγυλό σώμα και έξι μεταλλικά πόδια, τρία από τη μια και τρία από την άλλη. Στη μπροστινή μεριά διέθετε δύο κοφτερές λεπίδες, σαν ψαλίδι, κι από πάνω τους είχε ένα ολοστρόγγυλο μάτι.

Το οποίο, τώρα, πέταξε κόκκινο φως.

Ο Εξάποδος τινάχτηκε όρθιος. Οι λεπίδες του ανοιγόκλεισαν νευρικά, σπασμωδικά. «Πού…;» είπε. «ΠΟΥ;» ούρλιαξε με τη μεταλλική του φωνή, κι άρχισε να κάνει πέρα-δώθε, χτυπώντας τα έπιπλα με τις λεπίδες του, κάνοντας κομμάτια ξύλου να πετάγονται.

Η Φενίλδα, τρομαγμένη, έτρεξε στην έξοδο του εργαστηρίου του Καρτάφες’νορ. Θεοί! Δεν έπρεπε ο Δαίδαλος ν’αφήσει τον Καρτάφες να το κωδικογραφήσει! Βγήκε τρελό, σαν τον πατέρα του!

«Εξάποδε!» φώναξε ο Καρτάφες. «Σταμάτα – τώρα! Σε διατάζω!»

«ΠΟΥ;» βρυχήθηκε το αυτοκίνητο, ανατρέποντας έναν πάγκο και δαγκώνοντας ένα πόδι του, κόβοντάς το στα δύο. «ΠΟΥ!»

«Υπάκουσέ με!» ούρλιαξε ο Καρτάφες, κι άρθρωσε τα λόγια για ένα Ξόρκι Τηλεκινήσεως κάνοντας θραύσματα να σηκωθούν και να πάνε, στροβιλιζόμενα, προς το αυτοκίνητο. «Είμαι ο αφέντης σου, ο Καρτάφες’νορ! Ο δημιουργός σου!»

«Όχι, ανόητε!» γρύλισε ο Δαίδαλος, κι έσπρωξε, απότομα και δυνατά, τον Καρτάφες σωριάζοντάς τον στο πάτωμα. «Το τρομάζεις.»

Τα σπασίδια που ο Πεφωτισμένος είχε σηκώσει στον αέρα έπεσαν πάλι στο έδαφος της σπηλιάς, λίγο προτού φτάσουν στο αυτοκίνητο.

Ο Εξάποδος εστίασε το μοναδικό, κόκκινο μάτι του στον Δαίδαλο, πλησιάζοντας τον αργά. Οι αρθρώσεις των μεταλλικών ποδιών του έκαναν κλικ-κλακ καθώς κινιόταν, ενώ τα θραύσματα που το αυτοκίνητο πατούσε έτριζαν κι έσπαγαν κάτω από το βάρος του.

«Δαίδαλε – φύγε!» φώναξε η Φενίλδα, που στεκόταν στο κατώφλι του εργαστηρίου μην ξέροντας τι να κάνει για να βοηθήσει. Ο Καρτάφες έφταιγε· δεν χρειαζόταν ο Δαίδαλος να πληρώσει το τίμημα της ανοησίας του!

Αλλά ο Δαίδαλος δεν έμοιαζε φοβισμένος – ούτε καν ταραγμένος – καθώς αντίκριζε το αυτοκίνητο.

«ΠΟΥ;» βρυχήθηκε η μεταλλική φωνή του Εξάποδου.

«Πού;» είπε ο Δαίδαλος, νηφάλια. «Πού είσαι, Εξάποδε; Εξάποδος δεν είναι το όνομά σου;»

Το αυτοκίνητο έπαψε να κινείται· το πορφυρό του μάτι αναβόσβησε. «Εξάποδος… Πού Εξάποδος είναι;»

«Με αναγνωρίζεις εμένα; Ποιος είμαι εγώ;»

Το μάτι φώτισε πιο έντονα: σταθερά τώρα, όχι αναβοσβήνοντας. «Δαίδαλος.» (Ο Καρτάφες το έβαλε μέσα στην κωδικογράφησή του, σκέφτηκε η Φενίλδα. Ευτυχώς, ο ανόητος.)

Ο Δαίδαλος ένευσε. «Ναι, Δαίδαλος είναι το όνομά μου. Κι αυτός» – έδειξε τον Πεφωτισμένο που ορθωνόταν – «είναι ο Καρτάφες. Ο πατέρας σου. Δεν τον αναγνωρίζεις;»

Το αυτοκίνητο έστρεψε τώρα το βλέμμα του στον Καρτάφες’νορ. «Ναι… πατέρας μου. Καρτάφες… Αλλά… Εξάποδος ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ;» Η Φενίλδα νόμιζε ότι μπορούσε ν’ακούσει υπαρξιακή απόγνωση στη φωνή του. Και γιατί αυτό το αυτοκίνητο δεν μιλούσε τόσο καλά όσο ο Πάνοπλος; Ο ηλίθιος ο Καρτάφες τα σκάτωσε!

«Κοιμόσουν για κάποιο καιρό,» του είπε ο Δαίδαλος. «Και τώρα που ξύπνησες είσαι και πάλι κοντά μας. Στο σπίτι σου.»

«…Σπίτι; Εξάποδος;…» Χρησιμοποιώντας τα έξι μεταλλικά του πόδια, έκανε το στρογγυλό του σώμα γύρω-γύρω για να κοιτάξει το δωμάτιο. «Εξάποδος δεν θυμάται…» Ακουγόταν θλιμμένος.

«Επειδή κοιμόσουν,» του είπε ο Δαίδαλος.

Ο Καρτάφες θέλει ξύλο, σκέφτηκε η Φενίλδα καταπνίγοντας μια παρόρμηση να τον κλοτσήσει. Η κωδικογράφησή του είναι χάλια. Γιατί δεν είχε αφήσει τον Δαίδαλο να την κάνει, που ήξερε καλύτερα;

«Κοιμόμουν…»

«Είσαι κάτω από την Καμένη Γη, στο άντρο των επαναστατών.»

«Ααα.» Αυτό έμοιαζε να του λέει κάτι. «Λαμρίτ;»

«Ναι, στο άντρο των επαναστατών της Λαμρίτ.»

«Είχα μπερδευτεί, Δαίδαλε. Συγνώμη.»

Κι έτσι, η δημιουργία του Εξάποδου ολοκληρώθηκε, μία ημέρα αφότου οι επαναστάτες και ο Πάνοπλος σκότωσαν τους πράκτορες της Παντοκράτειρας που ο Πολ είχε οδηγήσει στην Καμένη Γη. Μία ημέρα αφότου ο Άλτρες και η Σιλράτα έφυγαν μαζί με τον Πολ, φορώντας τις μάσκες που τους είχε φτιάξει ο Δάρυλμος και υποδυόμενοι άλλους ανθρώπους.

56.

Την ίδια ημέρα που ο Εξάποδος αφυπνίστηκε, τον έβγαλαν από το άντρο και τον πήγαν σ’ένα κοίλωμα του εδάφους της Καμένης Γης. Ήταν νύχτα, και ο Πάνοπλος βρισκόταν ήδη εκεί, μαζί με τη Λαμρίτ. Ο σκοπός ήταν τα δύο αυτοκίνητα να γνωριστούν. Σε κανένα δεν είχαν ακόμα πει τίποτα για την ύπαρξη του άλλου· και ο Δαίδαλος είχε τονίσει ότι όφειλαν να είναι προσεχτικοί σχετικά μ’αυτό. Ο Καρτάφες συμφωνούσε, αλλά η Φενίλδα φυσικά δεν τον εμπιστευόταν. Δεν αποκλείεται να έκανε πάλι του κεφαλιού του.

Ο Εξάποδος, κατεβαίνοντας στο πετρώδες κοίλωμα, σταμάτησε απότομα μόλις αντίκρισε τον Πάνοπλο. «Δαίδαλε…» είπε αργά – με δέος, νόμιζε η Φενίλδα.

Ο Δαίδαλος, που καθόταν οκλαδόν επάνω στο στρογγυλό σώμα του Εξάποδου, ρώτησε: «Τι βλέπεις;»

Ο Πάνοπλος, όμως, μίλησε πριν από τον Εξάποδο: «Δαίδαλε!» αντήχησε η μεταλλική του φωνή. «Τι είναι αυτό το τέρας;»

«Εξάποδος;… Μιλάει για εμένα, Δαίδαλε;»

«Μιλάει κιόλας!;» έκανε, ξαφνιασμένος, ο Πάνοπλος.

Της Φενίλδα τής ερχόταν να γελάσει, αλλά συγκρατήθηκε. Η Λαμρίτ, που στεκόταν αντίκρυ της, πλάι στον Πάνοπλο, δεν συγκρατήθηκε. Γέλασε, με τους αντίχειρές της περασμένους στη ζώνη της, απ’όπου κρέμονταν ένα σπαθί κι ένα ξιφίδιο.

«Εσύ τέρας!» φώναξε ο Εξάποδος.

«Μην κάνετε φασαρία!» τους είπε αυστηρά ο Καρτάφες. «Ο Πάνοπλος είναι αδελφός σου, Εξάποδε.»

«Όχι!… Αδύνατον, πατέρα!»

Ο Πάνοπλος είπε: «Δεν μπορεί αυτό να είναι αδελφός μου, Δαίδαλε. Είναι;»

«Συγγενής σου, αν μη τι άλλο,» αποκρίθηκε ο Δαίδαλος, πηδώντας από τη ράχη του Εξάποδου. «Το όνομά του είναι Εξάποδος. Διαφέρετε μόνο εξωτερικά. Η ίδια ζωτική ενέργεια σάς φορτίζει και τους δύο.»

Ο Πάνοπλος πλησίασε και γονάτισε στο ένα γόνατο μπροστά στον Δαίδαλο. «Προσπαθείς να γελάσεις μ’εμένα, Δαίδαλε;» ρώτησε, σιγανά. Τις προάλλες οι επαναστάτες είχαν κάνει κάποια αστεία με τον Πάνοπλο, και ο Δαίδαλος τού είχε πει να μην ανησυχεί, ούτε να μπερδεύεται· ήθελαν μονάχα να γελάσουν.

Τώρα, ο μάγος είπε: «Όχι. Είναι, πράγματι, αδελφός σου.»

«Γαμώ τα Δαιμόνια, γαμώ…» είπε ο Πάνοπλος κοιτάζοντας τον Εξάποδο. Αυτό το είχε ακούσει από τους επαναστάτες.

Ο Εξάποδος έβγαλε ένα υπόκωφο γρύλισμα και κροτάλισε τις λεπίδες του.

«Με τρομάζει, Δαίδαλε,» είπε ο Πάνοπλος.

«Εσύ τρομάζεις Εξάποδο!» τόνισε ο Εξάποδος.

«Θα δείτε ότι μοιάζετε πολύ, κατά βάθος, όταν γνωριστείτε καλύτερα,» τους υποσχέθηκε ο Δαίδαλος.

«Θα μένει μαζί μας, δηλαδή;» ρώτησε ο Πάνοπλος, ακόμα γονατισμένος στο ένα γόνατο.

«Φυσικά.»

«Με σοκάρεις, Δαίδαλε. Νόμιζα πως ήσουν σοβαρός άνθρωπος…»

57.

Η Νίνα Έκγραμμη πήρε το άλογό της από τον στάβλο του Φρουραρχείου, σελωμένο και χαλινωμένο από τον σταβλίτη. Τραβώντας το από τα γκέμια, το έβγαλε στους μεσημεριανούς δρόμους της Κίρτβεχ και το καβάλησε. Η φούστα της είχε σχισίματα στο πλάι ώστε να μπορεί εύκολα να καθίσει στη σέλα. Φορούσε μια κάπα έχοντας την κουκούλα σηκωμένη· τα αναγνωριστικά της Επόπτριας ήταν κρυμμένα κάτω από το ζεστό ύφασμα, όπως επίσης και μερικά μικρά όπλα. Κανένας δεν θα υποπτευόταν ποια ήταν· αν κάποιος δολοφόνος ή κατάσκοπος περίμενε την Επόπτρια του Κίρτβεχ, δεν θα φανταζόταν ποτέ ότι η ταξιδιώτισσα που είχε μόλις περάσει αντίκρυ του ήταν, στην πραγματικότητα, ο στόχος του.

Η Νίνα προτιμούσε να ταξιδεύει μερικώς μεταμφιεσμένη (και η καλύτερη μεταμφίεση ήταν να μοιάζεις με την οποιαδήποτε, πίστευε) παρά στενά φρουρούμενη. Με τους φρουρούς δίνεις στόχο, και τους φρουρούς μπορεί κάποιος να τους προσπεράσει ή να τους σκοτώσει για να φτάσει σ’εσένα. Αλλά πώς μπορεί να σε πλησιάσει όταν δεν ξέρει καν ότι είσαι εκεί; Δε μπορείς να χτυπήσεις εκείνο που δεν μπορείς να δεις.

Ακόμα κι όταν διένυε μικρές αποστάσεις, η Νίνα Έκγραμμη ήταν επιφυλακτική. Μέσα στους δρόμους της Κίρτβεχ, ώθησε το άλογό της προς τα νότια, προς την Πύλη της Λίμνης, η οποία έβγαζε στο λιμάνι. Από εκεί είχε σκοπό να ακολουθήσει τη φυσική γέφυρα που οδηγούσε στην Πριγκιπική Νήσο, μέσα στη Λίμνη των Κολοσσών, όπου ήταν οικοδομημένο το παλάτι του Πρίγκιπα Νοσνάλτος. Στο παλάτι περνούσε τα απογεύματά της όταν βρισκόταν στην πρωτεύουσα του Πριγκιπάτου, εκτός αν είχε κάποια άλλη, σημαντική δουλειά να κάνει.

Καθώς διέσχιζε τις γεμάτες κόσμο, ζώα, οχήματα, και κάρα λεωφόρους της πόλης, η Νίνα αναλογιζόταν την κατάσταση που της είχε περιγράψει ο Πολ πριν από λίγο, στο γραφείο της. Τόσοι πράκτορες νεκροί… Παγίδα, οπωσδήποτε… Οι αποστάτες είχαν πληροφόρηση, καλή πληροφόρηση… Ήταν δυνατόν να είχε κάνει τη δουλειά της Επόπτριας και της Ανώτατης Ελέγκτριας τόσο χάλια όλα αυτά τα χρόνια στο Κίρτβεχ; Ήταν δυνατόν το Πριγκιπάτο να είχε γεμίσει αποστάτες και εχθρούς της Παντοκράτειρας; Ήταν δυνατόν η Επανάσταση – που ήταν γνωστό ότι δεν είχε και τόσο μεγάλη δύναμη στη Βίηλ – να είχε ξεγελάσει έτσι το δίκτυό της;

Ο Πολ υπονόησε ότι έχω χαλαρώσει… Έχει δίκιο;… Είχε, μήπως, παρασυρθεί από τον γιο της, τον μικρό Άλτρες, περισσότερο απ’ό,τι ήταν συνετό για τη θέση της; Για να είχαν οι αφέντες τους στείλει τον Πολ εδώ, αυτό ίσως να σήμαινε ότι δεν την θεωρούσαν ικανή πλέον για να κρατά υπό τον έλεγχό της το Πριγκιπάτο. Κι όταν εκείνοι ήταν δυσαρεστημένοι… οτιδήποτε μπορούσε να συμβεί, συλλογίστηκε η Νίνα νιώθοντας ένα ρίγος να τη διατρέχει. Ο Άλτρες μου… Δε μπορεί να πειράξουν το γιο μου…

Γιατί είμαι τόσο μπερδεμένη; αναρωτήθηκε καθώς περνούσε κάτω από την Πύλη της Λίμνης. Ποτέ άλλοτε δεν θυμόταν να είναι τόσο μπερδεμένη. Ίσως ούτε καν όταν είχε πρωτομπεί στο δίκτυο των Υπερασπιστών της Παντοκράτειρας – στο δίκτυο που ήταν κρυμμένο μέσα στο δίκτυο: στους πράκτορες που έλεγχαν τους άλλους πράκτορες: σ’αυτούς που είχαν την πραγματική δύναμη στα χέρια τους αλλά, συγχρόνως, φοβόνταν ο ένας τον άλλο και τους αφέντες τους. Κανένας δεν ήξερε πόσοι ακριβώς ήταν στο δίκτυο των Υπερασπιστών. Μπορεί να ήταν ελάχιστοι – πενήντα άνθρωποι απλωμένοι σ’όλο το Γνωστό Σύμπαν – ή μπορεί να ήταν χιλιάδες, ή δεκάδες χιλιάδες.

Η Νίνα δεν είχε απογοητευτεί καθόλου όταν είχε μάθει για την ύπαρξή τους. Πάντοτε την προσέλκυε το μυστήριο, γι’αυτό κιόλας είχε, από ένα σώμα ασφαλείας της Ρελκάμνια, καταφέρει να μεταπηδήσει στους πράκτορες της Παντοκράτειρας. Ήταν ευρηματική και σκεφτόταν γρήγορα. Κι ενώ βρισκόταν στο δίκτυο των πρακτόρων της Παντοκράτειρας είχε, ύστερα από κάποιο καιρό, καταλάβει ότι κάποια ακατονόμαστη, μυστηριώδη δύναμη την είχε παγιδέψει. Κάποιοι άγνωστοι πράκτορες. Τους περίμενε, λοιπόν, να της ανακοινώσουν την ύπαρξή τους· γνώριζε ότι αργά ή γρήγορα θα το έκαναν. Και είχε δίκιο.

Όταν της ζητήθηκε ν’αλλάξει το όνομά της, είχε δεχτεί μετά χαράς. Και τώρα ήταν κάτι περισσότερο από πράκτορας της Παντοκράτειρας. Ήταν σαν εκείνους τους υπερκατασκόπους που διάβαζες σε κάτι φανταστικές ιστορίες συγγραφέων της Ρελκάμνια. Τι άλλο να ζητήσει; Της άρεσε.

Και μέχρι στιγμής δεν της είχαν παρουσιαστεί σοβαρά προβλήματα…

Γιατί το Πριγκιπάτο μοιάζει νάχει ξεφύγει απ’τον έλεγχό μου; αναρωτήθηκε καθώς ακολουθούσε τον δρόμο που οδηγούσε στην αρχή της φυσικής γέφυρας. Πού έκανα λάθος;

Δύο πολεμιστές του Πρίγκιπα στέκονταν τώρα μπροστά της: φρουροί, κλείνοντάς της τον δρόμο. Η Νίνα αφίππευσε. Κατέβασε την κουκούλα της και παραμέρισε την κάπα της, φανερώνοντας, με τα αναγνωριστικά επάνω της και με το ίδιο το πρόσωπό της, ποια ήταν. Οι φρουροί ένευσαν και της έκαναν χώρο. Η Νίνα καβαλίκεψε πάλι το άλογό της και, χτυπώντας το στα πλευρά με τα τακούνια των μποτών της, το έβαλε να καλπάσει πάνω στη χωμάτινη φυσική γέφυρα. Γύρω της έσκαγαν τα κύματα της Λίμνης των Κολοσσών, νερό τιναζόταν στον αέρα, αφρίζοντας. Η Νίνα, που δεν είχε ξανασηκώσει την κουκούλα της, το αισθάνθηκε να πιτσιλίζει ευχάριστα τα μάγουλα και το μέτωπό της.

Στο πέρας της γέφυρας στέκονταν άλλοι δύο φρουροί, οι οποίοι ασφαλώς την άφησαν να περάσει όπως οι προηγούμενοι. Και τώρα η Νίνα Έκγραμμη βρισκόταν στην κατάφυτη Πριγκιπική, που τα δάση της περιφρουρούνταν από τους Φύλακες της Νήσου, ένα ειδικό τάγμα πολεμιστών του Πρίγκιπα Νοσνάλτος. Οι φρουροί που είχε περάσει η Νίνα, και στα δύο άκρα της γέφυρας, ήταν από αυτό το τάγμα.

Το παλάτι του Πρίγκιπα φαινόταν ψηλό και κατάλευκο, πάνω από τα δέντρα, στην καρδιά του νησιού. Η Νίνα, τροχάζοντας τώρα, ακολούθησε το λιθόστρωτο μονοπάτι που οδηγούσε προς τα εκεί. Οι οπλές του αλόγου της χτυπούσαν ρυθμικά στις καλοφτιαγμένες πλάκες. Όμορφες, γαργαλιστικές οσμές έρχονταν στα ρουθούνια της από τα δέντρα και τα λουλούδια ολόγυρά της. Ένα σκυλί ακούστηκε να γαβγίζει.

Η Νίνα τράβηξε τα γκέμια του αλόγου της μπροστά στην κεντρική πύλη του παλατιού. Πήδησε από τη σέλα και παρέδωσε το ζώο σ’έναν ιπποκόμο ο οποίος είχε εκείνη τη στιγμή έρθει πρόθυμα να το παραλάβει λέγοντας: «Καλωσορίσατε, Αρχόντισσά μου.» Η Νίνα τον χαιρέτησε μ’ένα νεύμα και μπήκε στο παλάτι περνώντας ανάμεσα από δύο πάνοπλους φρουρούς. Τα μποτοφορεμένα πόδια της ηχούσαν επάνω στις πέτρες, στην αρχή, και μετά δεν ακούγονταν καθόλου επάνω στα μαλακά χαλιά των εσωτερικών, πλούσια στολισμένων αιθουσών. Καθοδόν προς έναν ανελκυστήρα, είδε κάποιον να κρύβεται πίσω από ένα ψηλό άγαλμα.

«Γεια σου, Βανθάρος,» χαιρέτησε υπομειδιώντας.

Το οκτάχρονο αγόρι, που ήταν γιος του Πρίγκιπα Νοσνάλτος και της συζύγου του, της Πριγκίπισσας Ελνέσσα, γούρλωσε τα μάτια – μην περιμένοντας μάλλον ότι η Νίνα θα το παρατηρούσε – κι έβαλε το δάχτυλό του μπροστά στα χείλη, με μεγάλη σοβαρότητα.

Το μειδίαμα της Νίνας πλάτυνε. Ο μικρός πρέπει να κρυβόταν από την αδελφή του, την Αλρίτα, η οποία ήταν τρία χρόνια μικρότερή του. Συνέχεια κρυφτό έπαιζαν αυτά τα δύο παιδιά· θα μπορούσαν, άραγε, να γίνουν καλοί κατάσκοποι όταν μεγάλωναν;

Η Νίνα έκλεισε το μάτι στον νόμιμο κληρονόμο του Θρόνου του Κίρτβεχ και πλησίασε τη λαξευτή, ξύλινη πόρτα του ανελκυστήρα. Πάτησε ένα κουμπί και περίμενε τον θάλαμο να κατεβεί στο ισόγειο του παλατιού.

Όταν η Νίνα Έκγραμμη ανέβηκε στα δωμάτιά της, βρήκε την εξώπορτα ξεκλείδωτη. Συνοφρυώθηκε (ήταν βέβαιη ότι την είχε κλειδώσει) και, μπαίνοντας, τράβηξε ένα ξιφίδιο μέσα απ’το πουκάμισό της. Η λεπτή, κοφτερή λεπίδα ήταν κρυμμένη, σε ειδικό θηκάρι, στον δερμάτινο στηθόδεσμό της, ανάμεσα στα στήθη της.

Η Νίνα κοίταξε ερευνητικά το καθιστικό. Είδε φαγητό στρωμένο στο τραπέζι, ανέγγιχτο. Ποιος είχε έρθει; Ο Ράλκος; Ήρθε από τη Ριφάλπεκ;

«Εσύ είσαι, αγάπη μου;» φώναξε, παρατηρώντας τις πόρτες ολόγυρά της.

Η κουρτίνα του μπαλκονιού αναδεύτηκε, και ο σύζυγός της ξεπρόβαλε, ψηλός, λευκόδερμος, και ξανθός. «Το κατάλαβα πως εσύ πρέπει να ήσουν ο καβαλάρης που ήρθε στη Νήσο,» είπε.

Η Νίνα επέστρεψε το ξιφίδιό της στο θηκάρι κάτω απ’το πουκάμισό της. «Γιατί δε με ειδοποίησες;»

«Ποιος άλλος να ήταν;»

«Έτσι όπως είναι η κατάσταση τελευταία, δεν ξέρω…» Η Νίνα έκλεισε την πόρτα πίσω της, έβγαλε τις μπότες της κλοτσώντας την δεξιά με το αριστερό πόδι και την αριστερή με το δεξί, και βάδισε ξυπόλυτη επάνω στο χαλί. Έλυσε την κάπα της και την έριξε πάνω σε μια πολυθρόνα.

«Είναι, τελικά, τόσο σημαντικό αυτό που συμβαίνει;» Ο Ράλκος κάθισε σε μια από τις καρέκλες του τραπεζιού.

«Κάποιοι πράκτορές μου σκοτώθηκαν στις παρυφές της Καμένης Γης,» είπε η Νίνα καθίζοντας στα γόνατά του. «Τους είχαν στήσει ενέδρα. Και μαζί με τους αποστάτες ήταν πάλι εκείνος ο μεταλλικός γίγαντας.» Αναστέναξε.

Ο Ράλκος ξεκούμπωσε τα κουμπιά του πουκαμίσου της, μεθοδικά, το ένα κατόπιν του άλλου. «Έχω παρατηρήσει κάτι περίεργο,» είπε. «Δύο φορές.» Το αριστερό του χέρι άγγιξε το δεξί της στήθος, πάνω από τον δερμάτινο στηθόδεσμο· η Νίνα αισθάνθηκε τη θηλή της να σκληραίνει.

«Τι περίεργο;»

Ο Ράλκος άφησε το στήθος της και, ατενίζοντας τα φαγητά επάνω στο τραπέζι με βλέμμα απλανές, συνοφρυώθηκε. «Η Βίηλ… Υπάρχει μια δύναμη στη Βίηλ, όπως ξέρεις. Φως, τη λέμε εμείς οι Πεφωτισμένοι.»

«Ναι,» είπε η Νίνα. «Το γνωρίζω. Και λοιπόν;»

«Πρώτη φορά αισθάνθηκα κάτι να… χάνεται από αυτή τη δύναμη.» Έστρεψε το βλέμμα του για να την κοιτάξει καταπρόσωπο, κι εκείνη μπορούσε να δει στα μάτια του ότι ήταν πολύ προβληματισμένος. Τόσο προβληματισμένος όσο κι εγώ, ίσως.

«Τι εννοείς, ‘κάτι να χάνεται’;»

«Δεν ξέρω ακριβώς. Δεν τόχω ξανανιώσει. Και τώρα, μέσα σε λίγες μέρες, το ένιωσα δυο φορές. Την πρώτη, νόμιζα ότι ίσως να ήταν η ιδέα μου· τη δεύτερη… τη δεύτερη βεβαιώθηκα. Είναι σαν…» Έσμιξε τα χείλη, συλλογισμένα. «Σαν να έχεις μια δεξαμενή, και κάποιος να κλέβει το νερό της. Όχι πολύ, μια κούπα μόνο, αλλά η απώλεια είναι αισθητή σ’εμάς τους Πεφωτισμένους.»

Η Νίνα συνοφρυώθηκε. «Θες να πεις ότι στερεύει η μαγική ενέργεια της Βίηλ; Ότι οι εστίες θα πάψουν να λειτουργούν;» Μπορεί αυτό να είναι μέρος του σχεδίου της Επανάστασης;

«Όχι,» είπε ο Ράλκος. «Όχι ακόμα. Μίλησα και μ’άλλους μάγους, Νίνα. Κι αυτοί το έχουν αισθανθεί. Δύο φορές, ώς τώρα, ήταν σαν κάτι να έκλεψε ένα μικρό μέρος του Φωτός. Ορισμένοι λένε πως αισθάνθηκαν ότι η κλοπή έγινε κάπου στα βόρεια· εγώ δεν είμαι σίγουρος γι’αυτό.»

«Και ήρθες τώρα για να μου το πεις;»

Ο Ράλκος ένευσε. «Σκέφτηκα ότι ίσως να είναι σημαντικό. Ίσως να σχετίζεται, κάπως, με τις κινήσεις των επαναστατών που ερευνάς.»

Η Νίνα κούνησε το κεφάλι. «Δεν ξέρω… δεν ξέρω αν σχετίζεται. Σύμφωνα με τις πληροφορίες μου, όμως, οι επαναστάτες έχουν βρει κάποια καινούργια τεχνολογία.»

«Σ’το είπε ο πράκτορας που ήρθε από τη Ρελκάμνια;»

«Ναι. Και μέσω αυτής της τεχνολογίας πιστεύουμε ότι έφτιαξαν τον μεταλλικό γίγαντα. Πώς θα μπορούσε να φτιαχτεί κάτι τέτοιο, Ράλκος;»

«Δεν θα μπορούσε, κανονικά. Η μόνη παρόμοια περίπτωση που μπορώ να σκεφτώ είναι κάποιο όχημα με πόδια. Αλλά αυτός ο γίγαντας δεν είναι όχημα, απ’ό,τι έχω καταλάβει.»

«Λίγο ψηλότερος από άνθρωπο είναι, και κινείται πολύ γρήγορα. Είναι, επίσης, πολύ δυνατός. Και φαινομενικά άτρωτος – αν και δε νομίζω ότι θα άντεχε τις ριπές ενός ενεργειακού κανονιού.»

Ο Ράλκος ένευσε. «Ούτε κι εγώ το νομίζω…» Ήταν σκεπτικός για λίγο· μετά είπε: «Τα οχήματα που έχουν πόδια χρειάζονται οδηγό, και μάγο για να ρυθμίζει τη ροή της ενέργειας· δεν μπορούν να είναι τόσο μικρά. Επιπλέον, σχεδόν ποτέ δεν είναι ευέλικτα ή γρήγορα.»

«Δεν πρόκειται για κάποιου είδους όχημα. Αποκλείεται.» Η Νίνα σηκώθηκε από τα γόνατά του, βηματίζοντας μες στο δωμάτιο. Τράβηξε το πουκάμισό της έξω από τη φούστα της, ξεκούμπωσε τα δύο τελευταία κουμπιά, και, βγάζοντάς το, το έριξε πάνω στην κάπα της στην πολυθρόνα. Τράβηξε το λιγνό ξιφίδιο από το θηκάρι ανάμεσα στα στήθη της και, ζυγιάζοντάς το με δύο δάχτυλα, το εκτόξευσε, καρφώνοντάς το στο τραπεζάκι μπροστά στην πολυθρόνα. «Δεν καταλαβαίνω… Και φαίνεται οι δαιμονισμένοι αποστάτες να έχουν διεισδύσει και μέσα στο δίκτυό μου…»

Ο Ράλκος δεν μίλησε. Η Νίνα στράφηκε να τον ατενίσει και τον είδε πάλι σκεπτικό. Στοίχημα ήταν αν την είχε ακούσει. Τι σκέφτεται; Προσπαθεί να βρει τη λύση μόνο με το μυαλό του; Μάλλον απίθανο!

«Ο Καρτάφες…» είπε ξαφνικά ο σύζυγός της, σαν να θυμήθηκε κάτι που είχε λησμονήσει. «Ο Καρτάφες!»

«Ποιος Καρτάφες;»

«Ο Καρτάφες’νορ. Ένας μάγος. Του είχε κολλήσει η ιδέα να δημιουργήσει ζωή. Ανθρώπους. Ή περίπου. Πλάσματα που θα κινούνταν και θα σκέφτονταν και θα μιλούσαν, με τη δύναμη του Φωτός. Φυσικά, δεν είχε ποτέ πετύχει τίποτα. Ήταν τρελός· περίγελος όλου του τάγματος των Πεφωτισμένων. Και μια φορά το παράκανε. Πήρε τα σώματα κάτι νεκρών και προσπάθησε να τα ζωντανέψει ως πλάσματα υπό την κυριαρχία του. Ήταν απατεώνες, αλλά οι οικογένειές τους διαμαρτυρήθηκαν. Ο Πρίγκιπας Νοσνάλτος τον κάλεσε σε δίκη–»

«Το θυμάμαι,» είπε η Νίνα. «Τώρα που το λες το θυμάμαι. Του απαγορεύτηκε να συνεχίσει τα πειράματά του και εξορίστηκε από την πρωτεύουσα.»

«Το τάγμα στράφηκε εναντίον του, και ο Πρίγκιπας το ίδιο. Επίσης, του είπε πως αν τον ξανάπιανε να κάνει τέτοια πειράματα θα τον εξόριζε από ολόκληρο το Πριγκιπάτο, όχι μόνο από την πρωτεύουσα.»

«Και τι απέγινε από τότε; Μιλάς γι’αυτόν σα να είναι νεκρός πλέον.»

«Δεν ξέρω αν είναι νεκρός,» είπε ο Ράλκος. «Από ένα σημείο και μετά εξαφανίστηκε. Όλοι έχουν χάσει τα ίχνη του. Κανένας δεν ξέρει πού βρίσκεται. Ίσως να αυτοεξορίστηκε από το Πριγκιπάτο, τελικά. Κυκλοφορεί, όμως, και η φήμη ότι συναναστρέφεται αποστάτες.»

Η Νίνα τράβηξε μια καρέκλα και κάθισε κοντά στον σύζυγό της. «Πιστεύεις ότι αυτός…; Ότι τα πειράματα του, τελικά, έπιασαν;»

«Δεν ξέρω. Έτσι όπως μου περιγράφεις τον μεταλλικό γίγαντα, είναι μια πιθανότητα, νομίζω. Από την άλλη, βέβαια, είναι τελείως εξωφρενικό να έπιασαν αυτές οι παραφροσύνες του. Προσωπικά, δεν μπορώ να φανταστώ πώς μπορεί να το έκανε. Αλλά, με τον Καρτάφες, ποτέ δεν ξέρεις…»

Η Νίνα σηκώθηκε απ’την καρέκλα και τράβηξε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό από τη ζώνη της. «Θα τον βρούμε,» είπε, «και θα μάθουμε τι συμβαίνει μ’αυτόν.» Πατώντας δύο κουμπιά κάλεσε τους πράκτορές της, σε μια κρυφή τηλεπικοινωνιακή συχνότητα. Αν ο Καρτάφες’νορ βρισκόταν στο Πριγκιπάτο Κίρτβεχ, σκόπευε να τον εντοπίσει. Γιατί, αν αλήθευαν οι φήμες, θα μπορούσε ίσως να την οδηγήσει στην κρυψώνα των αποστατών.

58.

Επιστρέφοντας στη Νέλερβικ ύστερα από τη συνάντησή τους με τη Μητέρα, άρχισαν πάλι να συζητάνε για το πώς να προσεγγίσουν το πρόβλημα του Πριγκιπάτου Τάσβεραλ. Μιλούσαν ώς τη νύχτα, και είχαν και επικοινωνία με τον Πρόμαχο Άτβος, μέσω των Ιεραρχών. Λίγο πριν από τα μεσάνυχτα κατόρθωσαν να εκπονήσουν ένα σχέδιο που τους φαινόταν ότι είχε καλές πιθανότητες επιτυχίας. Αύριο, με την αυγή κιόλας (γιατί δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο), θα το έβαζαν σε εφαρμογή.

Προτού πάει να κοιμηθεί, ο Τάμπριελ συνάντησε, μαζί με την Ανταρλίδα μόνο, τον Ναλτάρες και του είπε να φροντίσει ο Άρχοντας Θαλράνος να πάρει την εξής λανθασμένη πληροφορία: ότι οι επαναστάτες σκέφτονταν πως το Τάσβεραλ ήταν πολύ δύσκολος στόχος και δεν θα κινούνταν εναντίον του. Βρίσκονταν σε αδιέξοδο, γιατί ούτε τα κεντρικά πριγκιπάτα μπορούσαν ακόμα να χτυπήσουν· επομένως, μάλλον θα περίμεναν κάποιο καιρό.

«Φυσικά, όμως, δεν θα κάνουμε αυτό, έτσι δεν είναι;» είπε ο Ναλτάρες, που δεν ήξερε για το σχέδιό τους.

«Εννοείται,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ. «Φρόντισε η πληροφορία, όμως, να φτάσει στ’αφτιά του Θαλράνος.»

«Κανένα πρόβλημα,» ένευσε ο Ναλτάρες, και χάθηκε μέσα στους διαδρόμους του κάστρου της Νέλερβικ.

Σαν σκιά πήγε στα δωμάτια των υπηρετών, τα οποία ήταν ήσυχα ετούτη την ώρα της νύχτας, και πλησίασε μια μικρή πόρτα κοντά σε μια γωνία. Τράβηξε το ξιφίδιο από τη μπότα του, πέρασε τη λεπίδα μέσα στη χαραμάδα που σχηματιζόταν ανάμεσα στον τοίχο και στην πόρτα, και σήκωσε τη μικρή αμπάρα από την άλλη μεριά. Άνοιξε και μπήκε στο στενό δωμάτιο, που είχε χώρο ίσα για ένα κρεβάτι κι ένα μπαούλο. Το παράθυρο στον τοίχο ήταν κλειστό, αλλά το παντζούρι ήταν ανοιχτό και λίγο φεγγαρόφωτο γλιστρούσε στο εσωτερικό του δωματίου. Μια μορφή ήταν στο κρεβάτι, κουκουλωμένη κάτω από την κουβέρτα.

Ο Ναλτάρες πλησίασε την κοιμισμένη Ρισάββα και, παραμερίζοντας απότομα την κουβέρτα, της έκλεισε το στόμα με το δεξί χέρι. «Μην φωνάξεις,» της είπε καθώς εκείνη ξυπνούσε· «εγώ είμαι, ο Ναλτάρες.»

Η Ρισάββα χτύπησε το χέρι του με τα δύο δικά της, κι ο Ναλτάρες την άφησε. «Δε θα φώναζα,» του είπε, θυμωμένα.

«Νόμιζα ότι κοιμόσουν…» Ο Ναλτάρες κάθισε πλάι της, στην άκρη του κρεβατιού.

«Κοιμόμουν. Τι θες τέτοια ώρα;»

«Δε φοβάσαι να κοιμάσαι μόνη σου εδώ πέρα, σ’ένα τέτοιο επικίνδυνο κάστρο;» Το χέρι του γλίστρησε κάτω απ’την κουβέρτα, άγγιξε το στήθος της–

Η Ρισάββα το απομάκρυνε βίαια, καθώς τιναζόταν παίρνοντας καθιστή θέση πάνω στο κρεβάτι. «Αν ήρθες γι’αυτό, φύγε, τώρα!»

«Μην ενθουσιάζεσαι τόσο. Ήθελα απλά να δείξω την καλή μου διάθεση,» μειδίασε ο Ναλτάρες μέσα στο μισοσκόταδο, και η ουλή στο σαγόνι του έμοιαζε στη Ρισάββα ότι φαινόταν πολύ έντονα στο φεγγαρόφωτο. «Αλλά δεν ήρθα μόνο γι’αυτό.»

«Άναψε το φως,» του είπε η Ρισάββα.

«Έχεις και φως εδώ πέρα;»

Τον αγριοκοίταξε.

«Πού είναι ο διακόπτης;»

«Πού λες να είναι; Πλάι στην πόρτα.»

Ο Ναλτάρες σηκώθηκε απ’το κρεβάτι, ψηλάφησε τον τοίχο, βρήκε τον διακόπτη, και τον πάτησε. Η ενεργειακή λάμπα στο ταβάνι ενεργοποιήθηκε.

«Τι συμβαίνει;» τον ρώτησε η Ρισάββα, καθίζοντας καλύτερα πάνω στο κρεβάτι και μαζεύοντας την κουβέρτα γύρω της.

Ο Ναλτάρες πήγε πάλι να καθίσει κοντά της. «Ήρθε η ώρα να μεταφέρεις στον Άρχοντα Θαλράνος ακόμα κάτι που κρυφάκουσες.»

Το γαλανό δέρμα στο πρόσωπο της Ρισάββα πήρε μια πιο ανοιχτή χροιά, καθώς τον άκουγε να της λέει τι υποτίθεται πως εκείνη είχε κρυφακούσει. «Είναι αλήθεια αυτά;» τον ρώτησε, στο τέλος.

Ο Ναλτάρες τη χαστούκισε, ελαφρά, σχεδόν παιχνιδιάρικα, στο μάγουλο. «Τι σε νοιάζει εσένα;»

«Μη με χτυπάς, καθίκι!» έκανε η Ρισάββα, χτυπώντας τον απότομα με την παλάμη της στο στήθος. «Θέλω να ξέρω: είναι αλήθεια ή δεν είναι;»

«Ούτε εγώ δεν ξέρω αν είναι αλήθεια.»

«Μου λες ψέματα.»

«Αυτό που σου είπα θα του πεις. Έχεις διαφωνίες;» Το βλέμμα του έγινε απειλητικό.

«Όχι.»

«Ωραία.»

«Να ρωτήσω κάτι;»

«Ρώτα.»

«Ποιους άκουσα να τα λένε αυτά;»

«Τον Άρχοντα Τάμπριελ και την Πριγκίπισσα Βασνίτα, σε μια από τις αίθουσες που βρίσκονται κοντά στην Αίθουσα του Θρόνου.» Σηκώθηκε απ’την άκρη του κρεβατιού της. «Φρόντισε ο Άρχοντας Θαλράνος να τα μάθει πρωί-πρωί. Και πρόσεξε: αν μάθω εγώ ότι με πούλησες….» Τράβηξε το ξιφίδιό του και, χρησιμοποιώντας τη λεπίδα, κατέβασε τον διακόπτη του φωτός.

59.

Με την αυγή, ο Τάμπριελ, η Ανταρλίδα, η Αλιζέτ, ο Ζίρτελον, και ο Όρνιφιμ πήραν το ελικόπτερο που τους είχε παραχωρήσει ο Πρίγκιπας Αλβάρος και πέταξαν νότια. Μετά από δύο ώρες πτήσης κι ένα τέταρτο είχαν περάσει πάνω από τα εδάφη του Νέλερβικ και του Χαύδοραλ και είχαν φτάσει την πρωτεύουσα του δεύτερου, που ένα μεγάλο μέρος της φαινόταν, από τον αέρα, τελείως σμπαραλιασμένο, όλο ερείπια και χαλάσματα· και στο έδαφος υπήρχαν κρατήρες από τις εκρήξεις. Σ’ορισμένα σημεία, εργάτες προσπαθούσαν να κλείσουν τις μεγάλες λακκούβες με πέτρες και λάσπη, ενώ παντού το έργο της ανοικοδόμησης ήταν φανερό πως είχε αρχίσει.

Επίσης, ο Πρίγκιπας Αλβάρος έδειχνε να έχει γίνει προσεχτικός πλέον με τα αεροσκάφη που περνούσαν πάνω από την πόλη του. Μόλις το ελικόπτερο που οδηγούσε η Αλιζέτ ζύγωσε τη Χαύδοραλ, έλαβαν σήμα μέσω πομπού, και μια γυναικεία φωνή τούς ζήτησε να πουν ποιοι ήταν και ποια η δουλειά τους εδώ. Ο Τάμπριελ απάντησε, κι έτσι τους επιτράπηκε να προσγειωθούν στο κάστρο του Πρίγκιπα επάνω στον λόφο που ήταν γνωστός ως Κεφάλι του Κολοσσού.

Βγήκαν από το ελικόπτερο, και δύο φρουροί τούς οδήγησαν στην Αίθουσα του Θρόνου, όπου τους υποδέχτηκαν ο Πρίγκιπας Αλβάρος, ο Πρόμαχος Άτβος, η Ιλρίνα’νορ, η Ράιλμεχ, και ένας πενηντάρης άντρας τον οποίο ο Τάμπριελ και η Ανταρλίδα δεν είχαν ξαναδεί αλλά ο Πρίγκιπας δεν άργησε να τον συστήσει. «Από εδώ,» είπε, «ο Άρχοντας Νισμάνος, ο πατέρας μου, ο οποίος ήρθε πρόσφατα από τη Νάσπελ.»

Ο Νισμάνος δεν έμοιαζε και πολύ, στην εμφάνιση, με τον γιο του: ούτε στα χρώματα ούτε στο όλο παρουσιαστικό. «Δεν ξέρω αν θα έπρεπε να πω πως χαίρομαι για τη γνωριμία…» είπε, ατενίζοντας τον Τάμπριελ.

«Λυπάμαι για το πρόβλημα που προκλήθηκε, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ, «αλλά δεν ήταν αποκλειστικά δική μου η ευθύνη.»

«Αρκετά, πατέρα,» είπε ο Αλβάρος, καθισμένος στον θρόνο του. «Συμφωνήσαμε ότι δεν θα το συζητήσουμε άλλο αυτό.»

Ο Νισμάνος, αν και έμοιαζε πως ήθελε κι άλλα να πει, έμεινε σιωπηλός σμίγοντας αποδοκιμαστικά τα χείλη.

Ο Τάμπριελ στράφηκε στον Άτβος. «Πρόμαχε, ξέρεις για τι είμαστε εδώ. Καλύτερα, λοιπόν, να ξεκινάμε.»

Ο Άτβος ένευσε. «Ναι.» Και προς τον Αλβάρος: «Πρίγκιπά μου, θα πρέπει να φύγω για λίγο, αλλά δεν θα αργήσω να επιστρέψω. Σου έχω υποσχεθεί τη βοήθειά μου, και πάντα τηρώ τις υποσχέσεις μου.»

«Πού πηγαίνεις;»

«Δυστυχώς, για λόγους ασφάλειας, δεν μπορώ αυτό να το αποκαλύψω.»

«Πρόκειται για δουλειά της Επανάστασης;»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Άτβος, χωρίς πάλι να δώσει καμια άλλη εξήγηση.

«Κι αν οι Παντοκρατορικοί μού επιτεθούν όσο λείπεις, Πρόμαχε;» έθεσε το ερώτημα ο Αλβάρος.

«Δεν θα λείψω και τόσο πολύ, όπως είπα· αλλά, σε μια τέτοια περίπτωση, θα σπεύσουμε αμέσως να βοηθήσουμε το Χαύδοραλ με ό,τι μέσα έχουμε στη διάθεσή μας.»

«Θα το μάθετε, όμως, εγκαίρως ότι δεχόμαστε επίθεση;» ρώτησε, μάλλον απότομα, ο Νισμάνος.

«Η Ράιλμεχ θα μείνει μαζί σας, Άρχοντά μου.»

«Και λοιπόν;» Φυσικά, δεν καταλάβαινε. Δεν ήξερε τίποτα για το τι ήταν οι Ιεράρχες.

Ο Άτβος στράφηκε στον Τάμπριελ, κοιτάζοντάς τον ερωτηματικά. Να του εξηγήσουμε; έλεγαν το βλέμμα και η έκφρασή του.

Ο Τάμπριελ απάντησε στον Νισμάνος: «Άρχοντά μου, η Ράιλμεχ χρησιμοποιεί ένα… είδος μαγείας που της επιτρέπει να έρχεται σε άμεση επαφή μαζί μου καθώς και με άλλα άτομα. Όταν μάθει κάτι, θα το μάθω κι εγώ. Επομένως, δεν χρειάζεται ν’ανησυχείτε.»

60.

Ορισμένα από τα πλοία του στόλου που είχε επιτεθεί στη Χαύδοραλ διέθεταν, εκτός από ιστία και κουπιά, ενεργειακές μηχανές. Δεν τις είχαν χρησιμοποιήσει, φυσικά, γιατί θα άφηναν τον υπόλοιπο στόλο πίσω τους, πράγμα που δεν θα είχε νόημα. Επιπλέον, σε κάθε πλοίο με ενεργειακή μηχανή έπρεπε να είναι απασχολημένος και ένας μάγος προκειμένου να ρυθμίζει τη ροή της ενέργειας, αφού επρόκειτο για πολύ μεγάλα σκάφη, όχι για βάρκες. Το Μένος των Ποταμών, η ναυαρχίδα του δυτικού σκέλους του στόλου του Νέλερβικ, ήταν ένα από τα πλοία με ενεργειακή μηχανή· και τώρα, αυτή η μηχανή θα φαινόταν χρήσιμη στον Άτβος, επειδή βιαζόταν και επειδή έπρεπε να πάρει κάποιους πολεμιστές μαζί του αλλά όχι κι ολόκληρο στόλο.

Η Ιλρίνα’νορ κάθισε στο ενεργειακό κέντρο του σκάφους, ύφανε τη Μαγγανεία Κινήσεως, και έβαλε τα συστήματα να αντλήσουν δύναμη από τη μεγάλη εστία που βρισκόταν στα σπλάχνα του πλεούμενου σαν την καρδιά γιγάντιου κήτους. Το Μένος των Ποταμών, σηκώνοντας αφρούς πίσω από την πρύμνη του, απέπλευσε από το λιμάνι της Χαύδοραλ και, με τον Πρόμαχο Άτβος στο τιμόνι, ταξίδεψε ανατολικά επάνω στο Πράσινο Πέλαγος, ακολουθώντας τις ακτές προς το Πριγκιπάτο Τάσβεραλ. Ο καιρός δεν ήταν πολύ καλός, και το πλοίο κλυδωνιζόταν από τα κύματα, αλλά δεν υπήρχε και φανερός κίνδυνος να ναυαγήσει.

Κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, εκεί όπου ο άνεμος δεν μπορούσε να σηκώσει κύματα, το υποβρύχιο που οδηγούσε η Ανταρλίδα ακολουθούσε το Μένος των Ποταμών. Ο Τάμπριελ ήταν, φυσικά, καθισμένος στο ενεργειακό κέντρο. Οι υπόλοιποι επιβάτες ήταν η Αλιζέτ και ο Όρνιφιμ.

«Τι γίνεται στο Πριγκιπάτο Νέλερβικ;» ρώτησε η Ανταρλίδα. «Τι λέει ο Αρκαλόν;»

«Ο Ραφέλνες,» αποκρίθηκε ο Όρνιφιμ, «ξεκίνησε καμια ώρα μετά από εμάς, με μηχανοκίνητη βάρκα. Ο Αρκαλόν είναι μαζί του, σύμφωνα με το σχέδιο. Ταξιδεύουν επάνω στους ποταμούς· δεν έχουν βγει ακόμα στην ξηρά.»

Η Ανταρλίδα ένευσε. Ωραία, σκέφτηκε. Είχαν στείλει τον Αρκαλόν, προσωρινά, μαζί με τον Ραφέλνες επειδή ήταν σημαντικό να ξέρουν ποια θα ήταν η απάντηση της ξαδέλφης του Ιερού Μαχητή των Οστών. Πολλά θα κρίνονταν από αυτό. Ολόκληρο το σχέδιό μας, ουσιαστικά.

Ο Ζίρτελον είχε πάει με τον Άτβος, γιατί επίσης σημαντικό ήταν να έχουν επαφή με τον Πρόμαχο.

61.

Το μεσημέρι, το Μένος των Ποταμών είχε φτάσει στη Λίνερελ, στις εκβολές του ποταμού Κάλμιρηλ. Προσπέρασε το λιμάνι χωρίς να το προσεγγίσει και συνέχισε να πλέει ανατολικά, σε ακτές που τώρα ανήκαν στο Πριγκιπάτο Τάσβεραλ. Το υποβρύχιο της Ανταρλίδας δεν ακολουθούσε πια το πλοίο του Προμάχου· είχε στρίψει μέσα στον ποταμό Κάλμιρηλ, πηγαίνοντας βόρεια.

Και τα δύο σκάφη σταμάτησαν, σύντομα, τις μηχανές τους για μερικές ώρες ώστε να ξεκουραστούν οι μάγοι που βρίσκονταν στα ενεργειακά κέντρα. Το Μένος των Ποταμών, βέβαια, συνέχιζε να πλέει με τα πανιά του, αλλά η ταχύτητα που μπορούσε να αναπτύξει έτσι δεν ήταν και τόσο μεγάλη. Το υποβρύχιο έμεινε ακίνητο στα βάθη του ποταμού, με μόνο τα πιο βασικά του συστήματα να βρίσκονται σε λειτουργία.

Η Ιλρίνα’νορ, βγαίνοντας στο κατάστρωμα για να ξεκουραστεί, είδε τα δάση που φαίνονταν απόμακρα στις ακτές του Τάσβεραλ. Κάθισε στην πλώρη και άναψε ένα τσιγάρο. Ο Άτβος, έχοντας δώσει σε άλλον το τιμόνι, ήρθε και κάθισε πλάι της, φέρνοντας δύο βαθιά πιάτα με ζεστό φαγητό μαζί του.

«Έτσι όπως κουνάει αυτό το σκαρί, δεν είναι να τρως,» είπε η Ιλρίνα.

«Δεν έχεις άδικο,» αποκρίθηκε ο Άτβος, αλλά έφαγε μια πιρουνιά από το ρύζι στο πιάτο του. Δεν ήταν και τόσο χάλια, παρότι ο μάγειρας του καραβιού, από την αρχή, δεν του είχε γεμίσει το μάτι. «Αλήθεια, πώς μπορείς και κάνεις τη Μαγγανεία Κινήσεως αφού ζαλίζεσαι;»

«Όταν βρίσκομαι στο ενεργειακό κέντρο ο οργανισμός μου είναι σαν να ξεχνά ότι ζαλίζεται, αρκεί να είμαι συνέχεια επικεντρωμένη στη μαγγανεία και μόνο.»

«Θα τόχω υπόψη μου αυτό.»

Η Ιλρίνα ύψωσε ένα φρύδι ερωτηματικά.

«Εννοώ,» εξήγησε ο Άτβος, τρώγοντας, «ότι δεν θα σου μιλήσω όταν είσαι στο ενεργειακό κέντρο παρά μόνο αν πρόκειται για μεγάλη ανάγκη, για να μη γίνει καμια ζημιά.»

Η Ιλρίνα, παίρνοντας μια τζούρα απ’το τσιγάρο της, ένευσε. «Ναι, έτσι θα ήταν καλύτερα.» Μετά από λίγο, πετώντας το τσιγάρο στη θάλασσα, είπε: «Οι Δασότοποι της Σκιάς, ε;» δείχνοντας τα δάση στις ακτές.

Ο Άτβος ένευσε. «Ναι.» Εδώ το λουλούδι σκίανθος φύτρωνε σε αφθονία· το Τάσβεραλ ήταν γνωστό σ’όλη τη Βίηλ για την εξαγωγή χυμού σκίανθου.

Η Ιλρίνα σηκώθηκε. «Πάω να κοιμηθώ λίγο.»

«Δεν έφαγες τίποτα…»

«Δε θέλω,» είπε η μάγισσα, φεύγοντας.

Το απόγευμα, όταν η Ιλρίνα’νορ ξαναήταν καθισμένη στο ενεργειακό κέντρο του σκάφους και οι μηχανές βούιζαν, το Μένος των Ποταμών έφτασε κοντά στο Ακρωτήρι των Ψηλών Βράχων, όπως ήταν σημειωμένο στους χάρτες του Άτβος. Ήταν κι αυτό μέρος των ακτών του Τάσβεραλ, και οι Δασότοποι της Σκιάς εξακολουθούσαν να φαίνονται από εδώ, καθώς κάλυπταν μια πολύ μεγάλη νότια περιοχή του Πριγκιπάτου. Στο ακρωτήρι ένας ψηλός φάρος ήταν αναμμένος, είδε ο Άτβος, εκπέμποντας ενεργειακό φως που φαινόταν για πολλά μίλια μες στη θάλασσα. Κοντά στον φάρο, ένα χωριό ήταν γαντζωμένο επάνω στους βράχους. Κανένα αξιοσημείωτο λιμάνι δεν είχε παρατηρήσει ο Άτβος πουθενά σε τούτες τις ακτές, καθώς ήταν άγριες και απόκρημνες. Οι ναυτικοί χάρτες του πλοίου έμοιαζαν να συμφωνούν με τις παρατηρήσεις του Προμάχου. Οι ακτές του Τάσβεραλ, παρότι μεγαλύτερες σε έκταση απ’ό,τι του Χαύδοραλ, ήταν οι περισσότερες τόσο άσχημες και εχθρικές που δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να προσφέρουν στο Πριγκιπάτο τίποτα σημαντικό από οικονομικής άποψης. Ο Άτβος, βέβαια, το γνώριζε τούτο από παλιά· δεν είχε, όμως, ποτέ άλλοτε πλεύσει πλάι στο Τάσβεραλ απ’τη μια άκρη ώς την άλλη.

«Πλοία εν όψει! Δύο!» φώναξε ο παρατηρητής επάνω στο κατάρτι. «Ευθεία μπροστά!»

Ο Άτβος συνοφρυώθηκε. «Πόσο μακριά;» φώναξε, καθώς στεκόταν πίσω από το στρογγυλό τιμόνι του σκάφους, με τα χέρια του στις λαβές που προεξείχαν σαν ακτίνες από τον τροχό.

Ο παρατηρητής κοίταζε με το κιάλι του· τα πλοία δεν ήταν ορατά με γυμνό μάτι. «Τουλάχιστον πέντε, δέκα μίλια, Καπ’τάνιε.» Έδειξε την κατεύθυνση προς την οποία βρίσκονταν τα σκάφη.

«Μηχανοκίνητα;»

«Έτσι φαίνεται.»

«Έρχονται προς εμάς;»

«Πάνε βορειοανατολικά.»

Βορειοανατολικά; Προς τα εκεί που πηγαίνουμε κι εμείς, δηλαδή. Ο Άτβος σκέφτηκε να ρωτήσει τον παρατηρητή μήπως μπορούσε να διακρίνει τη σημαία τους, αλλά αυτό θα ήταν αδύνατο από τόσο μεγάλη απόσταση. Εκτός αν η Ιλρίνα μπορεί να βοηθήσει… Δεν ήθελε να τη διακόψει από τη δουλειά της στο ενεργειακό κέντρο, όμως τώρα ήταν απαραίτητο· διότι μπορεί τα πλοία να ήταν Παντοκρατορικά και πολεμικά.

Έδωσε το τιμόνι σ’έναν άλλο και κατέβηκε στα σπλάχνα του σκάφους, όπου η σύζυγός του ήταν καθισμένη σ’ένα ειδικό κάθισμα απ’το οποίο ξεκινούσαν καλώδια που πήγαιναν στα μεταλλικά τοιχώματα ολόγυρά του. Η μάγισσα είχε τα μάτια κλειστά και δεν έμοιαζε να έχει αντιληφτεί τον ερχομό του Άτβος.

Εκείνος την πλησίασε. «Ιλρίνα. Χρειάζομαι τη βοήθειά σου.»

Τα βλέφαρά της άνοιξαν. «Τι;»

«Ένα Ξόρκι Οπτικής Ενισχύσεως.» Και της εξήγησε γιατί το ήθελε, καθώς εκείνη σταματούσε ομαλά τη χρήση της Μαγγανείας Κινήσεως.

Ανεβαίνοντας προς το κατάστρωμα, συνάντησαν έναν άντρα του πληρώματος ο οποίος κατέβαινε αναστατωμένος. «Πρόμαχε, οι μηχανές…» Μετά, είδε την Ιλρίνα και σταμάτησε. «Α, δεν είναι βλάβη…»

«Όχι, δεν είναι βλάβη,» τον διαβεβαίωσε ο Άτβος. «Δυστυχώς, έχουμε μόνο μία μάγισσα μαζί μας.»

Όταν ήταν στην κουβέρτα, ο Πρόμαχος φώναξε στον παρατηρητή να κατεβεί από την κορυφή του καταρτιού. Εκείνος πιάστηκε ευέλικτα στα ξάρτια και γρήγορα ήταν κάτω.

«Δώσε μου το κιάλι σου,» του είπε η Ιλρίνα.

Ο άντρας κοίταξε τον Άτβος, παραξενεμένος. Ο Πρόμαχος έγνεψε καταφατικά, και ο παρατηρητής έδωσε το κιάλι του στη μάγισσα, η οποία ύφανε ένα Ξόρκι Οπτικής Ενισχύσεως επάνω του, προσφέροντας στον φακό του υπερφυσικές ιδιότητες μεγέθυνσης. Το επέστρεψε στον παρατηρητή και είπε: «Πήγαινε πάνω και πες μας τι σύμβολο έχουν στις σημαίες τους.»

Ο άντρας μόρφασε. «Δε γίνεται – με το συμπάθιο κιόλας. Είναι πολύ μακριά, και ξεμακραίνουν.»

«Γιατί λες να έκανε τα μαγικά της πάνω στο κιάλι σου;» του είπε ο Άτβος.

Ο παρατηρητής συνοφρυώθηκε κοιτάζοντας το κιάλι, σα να προσπαθούσε να διακρίνει κάποια διαφορά εκεί. «Θα μπορώ να δω πιο μακριά, δ’λαδή;»

«Δοκίμασε και πες μας.»

Ο παρατηρητής ένευσε, πέρασε το κιάλι στη ζώνη του, και σκαρφάλωσε πάλι στα ξάρτια φτάνοντας στην κορυφή του καταρτιού. Κοίταξε μακριά, και φώναξε: «Το βλέπω!»

«Τι έχουν στις σημαίες τους;» ρώτησε ο Άτβος, φωνάζοντας κι εκείνος, με το δεξί του χέρι πλάι στο στόμα του.

«Το έμβλημα της Παντοκράτειρας,» ήρθε η απάντηση από ψηλά.

62.

«Στην αρχή ήταν πολύ διστακτική,» τους διηγήθηκε ο Όρνιφιμ· «μετά, όμως, ο Ραφέλνες κατόρθωσε να την κάνει να καταλάβει ότι το ζήτημα είναι πολύ σημαντικό: ότι, αν δεν μας βοηθήσει, είναι πολύ πιθανό να ξεσπάσει πόλεμος ανάμεσα στα πριγκιπάτα. Αυτά τα λόγια την έβαλαν σε σκέψεις. Έχει παιδιά, και η οικογένειά της είναι κοντά στα σύνορα του Νέλερβικ με το Τάσβεραλ· δεν θέλει να γίνει πόλεμος.» Δεν είπε σε ποια αναφερόταν αλλά όλοι ήξεραν.

Μιλούσε για την ξαδέλφη του Ραφέλνες, τη Μαλθρίτ Μόντενραχ, η οποία ήταν αδελφή του Ρέτβελνος Μόντενραχ, του μακαρίτη συζύγου της Πριγκίπισσας Λισρρέτα του Τάσβεραλ. Ο Ραφέλνες ήταν, με τη γέννησή του, Μόντενραχ, αλλά όχι πλέον, όχι αφότου είχε παντρευτεί την Αλιζέτ Βάθμακ. Σύμφωνα με τα έθιμα της Βίηλ, ο σύζυγος έπαιρνε το όνομα της γυναίκας, εκτός αν η κοινωνική του στάθμη ήταν υψηλότερη από τη δική της· όμως και οι Βάθμακ και οι Μόντενραχ ήταν Υψηλοί Οίκοι στο Νέλερβικ.

«Ο φόβος του πολέμου είναι που, βασικά, την μετέπεισε, απ’ό,τι κατάλαβα. Όταν έπειτα μίλησαν στον σύζυγό της, φάνηκε δυσαρεστημένος, αλλά στο τέλος προθυμοποιήθηκε να έρθει κι αυτός αφού εκείνη θα πήγαινε–»

«Ποιος είναι ο σύζυγό της;» ρώτησε η Αλιζέτ διακόπτοντάς τον.

«Κάποιος που ονομάζεται Ταλμάρος. Ο Αρκαλόν δεν γνωρίζει περισσότερα γι’αυτόν. Φαίνεται νάναι καμια πενταετία μεγαλύτερός της. Ο Ραφέλνες διαφώνησε μαζί του, όμως· του είπε να μην έρθει, του είπε ότι καλύτερα να μείνει εδώ. Ο Ταλμάρος έκανε κάποια φασαρία αλλά, τελικά, υπέκυψε. Ο Ραφέλνες τον διαβεβαίωσε ότι δεν θα άφηνε κανέναν να πειράξει τη Μαλθρίτ. Το μόνο που θα έκανε η Μαλθρίτ θα ήταν μια μικρή επίσκεψη στο παλάτι της Πριγκίπισσας Λισρρέτα, τίποτα περισσότερο.»

«Κι εγώ θ’ανησυχούσα αν ήμουν στη θέση του άντρα της,» είπε η Ανταρλίδα. «Οι πράκτορες της Παντοκράτειρας δεν θα διστάσουν να την αιχμαλωτίσουν, αν μάθουν ότι είναι μπλεγμένη μαζί μας.» Είχαν προ πολλού βγει από τον ποταμό και μεταμορφώσει το υποβρύχιό τους σε τετράτροχο όχημα. Ήταν απόγευμα, ο ήλιος έδυε, και ταξίδευαν μέσα στα εδάφη του Πριγκιπάτου Τάσβεραλ, ακολουθώντας έναν χάρτη που τους είχε δώσει η Βασνίτα και που ο Άτβος είχε κάνει σημειώσεις επάνω του. Η Ανταρλίδα οδηγούσε, αποφεύγοντας τα κατοικημένα μέρη, χωρίς να έχει τους προβολείς αναμμένους, για να μη δίνουν στόχο. Οι πράκτορες της Παντοκράτειρας θα ήταν, αναμφίβολα, πολύ προσεχτικοί εδώ, ύστερα από ό,τι είχε συμβεί στα πριγκιπάτα Νέλερβικ και Χαύδοραλ.

«Πού βρίσκονται τώρα;» ρώτησε η Αλιζέτ τον Όρνιφιμ. «Μπήκαν στο Τάσβεραλ;»

«Ναι. Μετά το μεσημέρι, η Μαλθρίτ ήταν έτοιμη, έτσι εκείνη κι ο Ραφέλνες πήραν το τρίκυκλο όχημά της, πήγαν στις όχθες του ποταμού, επιβιβάστηκαν σ’ένα οχηματαγωγό, και πέρασαν απέναντι, στη Σάνερνιχ, που είναι πόλη του Τάσβεραλ. Ο Αρκαλόν τούς είδε να πλέουν επάνω στο ποτάμι, αλλά δεν τους ακολούθησε. Επέστρεψε στη Νέλερβικ με τη μηχανοκίνητη βάρκα, όπως είχαμε πει. Τώρα είναι μαζί με την Πριγκίπισσα Βασνίτα.»

«Ας ελπίσουμε, λοιπόν, ότι δεν θα συμβεί τίποτα δυσάρεστο στον Ραφέλνες και στην ξαδέλφη του όσο είναι καθοδόν προς την Τάσβεραλ,» είπε η Ανταρλίδα. Κι έριξε μια ματιά στον χάρτη που ήταν ανοιχτός δίπλα της. Ήταν πολύ καλύτερος από αυτόν που ήταν αποθηκευμένος στο σύστημα του οχήματος, έτσι είχε τη μικρή οθόνη ενεργή μόνο για να βλέπει πού βρίσκονταν σε σχέση με τις πόλεις και τα άλλα βασικά ορόσημα. Το όχημα φαινόταν σαν μια κόκκινη κουκίδα επάνω στον χάρτη της οθόνης. Ο άλλος χάρτης, όμως, που ήταν από περγαμηνή, ήταν πολύ πιο αναλυτικός κι ανέφερε ένα σωρό πράγματα που αυτός του συστήματος δεν τα περιλάμβανε.

«Τι έγινε με τα Παντοκρατορικά πλοία που εντόπισε ο Πρόμαχος;» ρώτησε η Αλιζέτ τον Όρνιφιμ.

«Προηγούνται του Μένους των Ποταμών, πηγαίνοντας προς την ίδια κατεύθυνση.»

«Θέλουν να φτάσουν κι αυτοί στην Τάσνερακ;»

Η Ανταρλίδα είχε πρόσφατα μάθει ότι η Τάσνερακ ήταν το μεγαλύτερο και το μόνο αξιόλογο λιμάνι του Πριγκιπάτου Τάσβεραλ. Στον χάρτη της το έβλεπε σημειωμένο εκατό-κάτι χιλιόμετρα νότια της πρωτεύουσας, στις εκβολές του ποταμού Νέλερηλ, ανατολικά των Δασότοπων της Σκιάς.

«Έτσι υποθέτει ο Πρόμαχος,» αποκρίθηκε ο Όρνιφιμ.

«Κι από πού υποθέτει ότι έρχονται;» ρώτησε η Αλιζέτ. «Μεταφέρουν πολεμιστές της Παντοκράτειρας τα πλοία;»

«Ναι, έτσι φαίνεται. Ο Πρόμαχος υποθέτει ότι ίσως να είναι ενισχύσεις που έρχονται είτε από το Σάνκριλαμ είτε από το Κάνρελ. Το Κάνρελ λέει πως το θεωρεί πιο πιθανό, καθώς έχει πολύ μεγάλες ακτές. Το Σάνκριλαμ δεν έχει ακτές· για να ήρθαν πλοία από εκεί θα πρέπει να κατέβηκαν τον ποταμό Νέρελρημ. Δεν είναι απίθανο, αλλά ο Άτβος θεωρεί πιθανότερο να ήρθαν από το Κάνρελ.»

«Δηλαδή,» είπε η Ανταρλίδα, «έχουν μάθει παντού για ό,τι έγινε στο Νέλερβικ και στο Χαύδοραλ…»

«Εσύ τι περίμενες,» ρώτησε ρητορικά η Αλιζέτ, «ότι η Ανδρομάχη Χρυσόπτερη θα το κρατούσε κρυφό; Οι Παντοκρατορικοί, μάλλον, προσπαθούν να προφυλάξουν το Τάσβεραλ – να μην του συμβεί ό,τι συνέβη στα άλλα δύο πριγκιπάτα.»

«Ακόμα ένας λόγος, λοιπόν, για να μην καθυστερούμε,» είπε η Ανταρλίδα. Αλλά λίγο πιο κάτω σταμάτησε το όχημά τους πίσω από ένα σύδεντρο. Δε μπορούσαν να κάνουν αλλιώς· ο Τάμπριελ έπρεπε να ξεκουραστεί. Μετά το μεσημέρι, είχαν ταξιδέψει τρεισήμισι ώρες κάτω από τα νερά του ποταμού Κάλμιρηλ κατευθυνόμενοι βόρεια, και ύστερα η Ανταρλίδα είχε οδηγήσει παραπάνω από μία ώρα μέσα στο απόγευμα.

Βγήκαν απ’το όχημα, για να πάρουν αέρα, και ο Τάμπριελ τούς είπε ότι μετά από μία, μιάμιση ώρα μπορούσαν πάλι να ξεκινήσουν. «Απ’ό,τι καταλαβαίνω, δεν πρέπει να είμαστε μακριά από τον προορισμό μας,» υπέθεσε, «ή κάνω λάθος;» Καθίζοντας σ’ένα βράχο ντυμένο στο χόρτο, έπιασε ν’ανάψει το τσιμπούκι του.

«Λιγότερο από διακόσια χιλιόμετρα, υπολογίζω,» αποκρίθηκε η Ανταρλίδα. «Γύρω στα εκατό-πενήντα.»

«Όχι και τόσο κοντά, λοιπόν…» μουρμούρισε ο Τάμπριελ, ρουφώντας καπνό και φυσώντας τον.

63.

Όταν είχε νυχτώσει, το Μένος των Ποταμών έφτασε κοντά στην Τάσνερακ, και ο Άτβος, που στεκόταν στην πλώρη, πλάι στον Ζίρτελον, είδε ότι, όπως είχε αναφέρει ο παρατηρητής από το κατάρτι, τα δύο Παντοκρατορικά σκάφη είχαν αράξει στο λιμάνι εκεί.

«Νομίζεις ότι θα μας προκαλέσουν πρόβλημα;» τον ρώτησε ο Ζίρτελον.

«Παντοκρατορικοί στρατιώτες το ξέραμε ότι θα ήταν στην Τάσνερακ, ούτως ή άλλως. Μερικοί παραπάνω δεν θα κάνουν και καμια σπουδαία διαφορά. Αν μας επιτεθούν, θα ανταποδώσουμε με το ενεργειακό κανόνι, και θα γυρίσουμε αμέσως και θα φύγουμε. Δε νομίζω, όμως, να επιτεθούν. Θα μας ακούσουν και θα δώσουν απάντηση.»

Και, με τούτα τα λόγια, έφυγε από την πλώρη και κατέβηκε στο ενεργειακό κέντρο για να πει στην Ιλρίνα ότι μπορούσε να έρθει επάνω· θα πλησίαζαν με τα πανιά και τα κουπιά τώρα. Και τη χρειάζονταν για να κάνει τη Μαγγανεία Οπλικής Φορτίσεως, στην απίθανη περίπτωση που μπορεί να αποδεικνυόταν απαραίτητη η χρήση του ενεργειακού κανονιού.

Η Ιλρίνα’νορ ανέβηκε στο κατάστρωμα μαζί του, και ήταν φανερά κουρασμένη. Είχαν περάσει πάνω από πέντε ώρες από τότε που είχε μπει στο ενεργειακό κέντρο, μετά τη μεσημεριανή της ανάπαυση. «Ελπίζω,» είπε στον Άτβος, σιγανά ώστε να την ακούσει μόνο εκείνος, «να μην χρειαστεί να ενεργοποιήσω το κανόνι. Δεν ξέρω πόσο καλά θα μπορέσω να το κάνω.»

«Μην ανησυχείς. Κατά πάσα πιθανότητα δεν θα χρειαστεί. Δεν ήρθαμε εδώ για να δεχτούμε επίθεση, ούτε για να αντεπιτεθούμε.»

Τώρα, το Μένος των Ποταμών πλησίαζε πολύ αργά το λιμάνι της Τάσνερακ, αλλά δεν ήταν μακριά, έτσι δεν άργησε να φτάσει. Ο Άτβος είχε δώσει, από την αρχή του ταξιδιού, διαταγή να μη σηκώσουν καμία σημαία στα κατάρτια και να κρύψουν το ενεργειακό κανόνι και τις γιγάντιες βαλλίστρες κάτω από καμβάδες. Και τα δύο είχαν γίνει, όμως και πάλι ο Πρόμαχος ήταν βέβαιος πως οι παρατηρητές των Παντοκρατορικών θα έκριναν το σκάφος του επικίνδυνο, γιατί σίγουρα για εμπορικό ή επιβατηγό δεν έμοιαζε. Από μακριά φώναζε πολεμικό πλοίο. Επιπλέον, αν είχαν στην Τάσνερακ ανιχνευτικά συστήματα, αυτά πολύ πιθανόν να εντόπιζαν την ύπαρξη του ενεργειακού κανονιού, μόλις το σκάφος προσέγγιζε το λιμάνι…

δηλαδή τώρα. Ο Άτβος είδε μια κάποια αναστάτωση στις αποβάθρες. Παντοκρατορικοί πολεμιστές ετοιμάζονταν, βαστώντας βαλλίστρες, και ασπίδες και δόρατα, ενώ επάνω σε δύο πυργίσκους γιγαντοβαλλίστρες ήταν ήδη οπλισμένες και επανδρωμένες.

Ο Άτβος έκανε νόημα στην Ιλρίνα να πάει στο ενεργειακό κανόνι, και ο ίδιος πήγε στη γέφυρα, όπου και ενεργοποίησε το τηλεπικοινωνιακό σύστημα. Έστειλε σήμα προς την Τάσνερακ, ότι ήθελε να μιλήσει. Είπε στο μικρόφωνο: «Ερχόμαστε ειρηνικά. Επιθυμούμε συνομιλία. Επαναλαμβάνω: Ερχόμαστε ειρηνικά. Επιθυμούμε συνομιλία.»

Τα παράσιτα, σύντομα, διαλύθηκαν και μια αντρική φωνή ακούστηκε: «Ποιοι είστε; Από πού έρχεστε;»

«Ονομάζομαι Άτβος Μέλνεριχ, Πλοίαρχος του Μένους των Ποταμών, και Πρόμαχος της Επανάστασης. Ερχόμαστε από τα πριγκιπάτα Χαύδοραλ και Νέλερβικ, τα οποία είναι πλέον με το μέρος της Επανάστασης. Επιθυμώ να μιλήσω με τον Παντοκρατορικό Επόπτη του Τάσβεραλ, ειρηνικά, ώστε να διαπραγματευτούμε.»

Σιγή ακολούθησε για λίγο· μονάχα παράσιτα ακούγονταν. Μετά, η φωνή είπε: «Ο Επόπτης δεν είναι εδώ.»

«Το γνωρίζω. Έχω την άδειά σας να αράξω στο λιμάνι της Τάσνερακ, ώστε να τον περιμένω μέχρι να έρθει;»

«Ο Επόπτης θα ειδοποιηθεί για την άφιξή σας. Δεν μπορούμε να υποσχεθούμε ότι θα έρθει.»

«Καλώς. Έχω άδεια να αράξω στο λιμάνι;»

«Ναι.»

Η επικοινωνία τερματίστηκε και ο Άτβος βγήκε από τη γέφυρα και βάδισε πάνω στο κατάστρωμα, δίνοντας διαταγές στο πλήρωμα να αράξουν.

«Υποσχέθηκαν να μη μας επιτεθούν;» ρώτησε ο Ζίρτελον.

«Και να το υπόσχονταν θα τους πίστευες; Πρέπει να είμαστε σε επιφυλακή. Είπαν, όμως, ότι θα ειδοποιήσουν τον Επόπτη να έρθει. Κι αυτό είναι που θέλουμε.»

Ο Ζίρτελον ένευσε.

64.

Η Ανταρλίδα, κοιτάζοντας μια τον χάρτη στην οθόνη μια τον χάρτη στην περγαμηνή, έβλεπε ότι πλησίαζαν τον προορισμό τους. Κατά τα μεσάνυχτα πρέπει να βρίσκονταν εκεί, υπολόγιζε καθώς η Αλιζέτ τώρα οδηγούσε.

Ο Όρνιφιμ τούς είπε τι γινόταν στο λιμάνι της Τάσνερακ, και η Αλιζέτ σχολίασε: «Τώρα θα εξαρτηθούν όλα από το πόσο πρόθυμος είναι ο Καρλ Βέρινλωφ να μιλήσει.»

«Εσύ τι νομίζεις;» τη ρώτησε η Ανταρλίδα. «Θα είναι πρόθυμος ή όχι;»

«Δεδομένου ότι τα δύο γειτονικά πριγκιπάτα πήγαν τόσο γρήγορα με την Επανάσταση, ναι, λογικά θα πάει να μιλήσει με τον Πρόμαχο. Δεν θα το ρισκάρει να μη μάθει τι έχει ο Άτβος να του πει.»

Αν όμως ο Επόπτης δεν πάει στην Τάσνερακ, σκέφτηκε η Ανταρλίδα, το σχέδιό μας θα χαλάσει… Τούτο το καταραμένο σχέδιο εξαρτιόταν από ένα σωρό λεπτομέρειες, κι αυτό δεν της άρεσε. Έπρεπε όλα τα κομμάτια να δέσουν σωστά προκειμένου να πιάσει. Πρώτα, έπρεπε η Μαλθρίτ Μόντενραχ να δεχτεί να βοηθήσει (πράγμα που, παρά τις διαβεβαιώσεις του Ραφέλνες, η Ανταρλίδα δεν θεωρούσε βέβαιο αλλά ευτυχώς είχε γίνει)· μετά, έπρεπε ο Επόπτης να φύγει από το παλάτι της Πριγκίπισσας στην Τάσβεραλ ώστε να πάει στην Τάσνερακ και να μην τον έχουν στα πόδια τους· και τέλος, η Πριγκίπισσα Λισρρέτα έπρεπε να έχει θετική αντίδραση σ’αυτό που θα της πρότεινε η αδελφή του μακαρίτη συζύγου της.

Πολλά ενδεχόμενα το σχέδιο να στραβώσει. Πάρα πολλά ενδεχόμενα, για να μπορεί να χαρακτηριστεί σταθερό, θεωρούσε η Ανταρλίδα. Το πρόβλημα, όμως, ήταν πως δεν είχαν κανένα καλύτερο σχέδιο για να αποφύγουν τον πόλεμο με το Τάσβεραλ.

Και τώρα, με τον ερχομό των Παντοκρατορικών πλοίων, είχε γίνει φανερό ότι οι δυνάμεις της Παντοκράτειρας σκόπευαν να ενισχύσουν το Τάσβεραλ· επομένως, το σχέδιο της Βασνίτα, του Ραφέλνες, και του Τάμπριελ ήταν ξαφνικά ακόμα πιο σημαντικό να επιτύχει. Διότι η Ανταρλίδα δεν το θεωρούσε κι απίθανο οι Παντοκρατορικοί να τους επιτίθονταν από το Τάσβεραλ προτού εκείνοι προλάβουν να επιτεθούν στο Τάσβεραλ.

Το όχημά τους έφτασε στους λοφότοπους δυτικά της πρωτεύουσας του Πριγκιπάτου μερικά λεπτά μετά τα μεσάνυχτα. Εκεί, ο Τάμπριελ ύφανε το Ξόρκι Μηχανικής Μεταβλητότητος και οι τροχοί του οχήματος εξαφανίστηκαν για να αντικατασταθούν από τέσσερα δυνατά μηχανικά πόδια με εύκαμπτα δάχτυλα.

«Κάπου εδώ πρέπει να τους δούμε, τώρα…» είπε η Αλιζέτ, οδηγώντας το όχημα επάνω στους κακοτράχαλους λόφους με την αραιή βλάστηση. Εξακολουθούσαν να μην έχουν αναμμένους τους προβολείς τους, έτσι η Σκοτεινή Βασίλισσα όφειλε να είναι πολύ προσεχτική μες στα σκοτάδια. Το φεγγάρι της Βίηλ, παρότι μεγάλο, δεν ήταν κι ο καλύτερος φωτισμός για μέρη σαν ετούτα.

Ο Ραφέλνες είχε πει ότι θα έφερνε την ξαδέλφη του στη βορειοδυτική άκρη του λοφότοπου, μακριά από την κεντρική δημοσιά, ώστε να τη συναντήσουν προτού βάλουν σε εφαρμογή το σχέδιό τους, γιατί μετά θα έπρεπε να πάνε όλοι μαζί στην Τάσβεραλ. Η τοποθεσία της συνάντησης ήταν έξω από ένα μικρό χωριό, σημειωμένο μόνο στον χάρτη της Βασνίτα· στον χάρτη του συστήματος του οχήματος δεν υπήρχε.

Η Αλιζέτ έψαχνε με το βλέμμα της, το ίδιο κι η Ανταρλίδα, και σύντομα είδαν τα φώτα ενός χωριού. «Αυτό πρέπει νάναι,» είπε η Σκοτεινή Βασίλισσα, και έβαλε το τετράποδο όχημά τους να το πλησιάσει ώς ένα σημείο. Μετά, σταμάτησε. «Καλύτερα να κατεβούμε εδώ,» είπε. Η Ανταρλίδα συμφώνησε. Είπαν στον Τάμπριελ να διακόψει τη Μαγγανεία Κινήσεως και βγήκαν όλοι από το όχημα.

«Δεν τους βλέπω πουθενά,» δήλωσε ο Όρνιφιμ, παρατηρώντας τα σκοτάδια με στενεμένα μάτια.

«Όπως κι εμείς,» του είπε η Αλιζέτ, «έτσι κι αυτοί δεν θα είναι σε κάποιο πολύ φανερό σημείο.»

«Ας πλησιάσουμε κι άλλο, και θα τους βρω, όσο σκοτεινά κι αν είναι,» υποσχέθηκε ο Τάμπριελ, και ξεκινώντας να βαδίζει πρώτος άρθρωσε τα λόγια για ένα Ξόρκι Ενεργειακής Ανιχνεύσεως, παρά την κούρασή του ύστερα από τόσες ώρες μέσα στο όχημα. Οι αισθήσεις του διευρύνθηκαν και αναζήτησαν γύρω του πηγές ενέργειας. Σκεφτόταν ότι, λογικά, πρέπει να εντόπιζε κάπου εδώ την εστία που τροφοδοτούσε το τρίκυκλο όχημα της Μαλθρίτ Μόντενραχ.

Και δεν είχε άδικο. Το κουρασμένο μυαλό του, σε λίγο, αντιλήφτηκε κάτι που πρέπει να ήταν ακριβώς αυτή η εστία. Μια πηγή ενέργειας (χαρακτηριστικής ενέργειας της Βίηλ – την αναγνώριζε) μέτριας ισχύος. «Από δω,» είπε στους άλλους, που τον ακολουθούσαν, και βάδισε προς τα εκεί που υπέθετε ότι θα έβρισκε το τρίκυκλο όχημα.

Πέρασε ανάμεσα από μερικά χαμηλά δέντρα και χορτάρι και, μετά, είδε αντίκρυ του κάτι να γυαλίζει στο φεγγαρόφωτο, όχι πολύ μακριά από το πιο ακριανό χωράφι του χωριού. Το τρίκυκλο. Δεν φαινόταν καθαρά, αλλά αυτό πρέπει να ήταν.

Πλάι στον Τάμπριελ, ο Όρνιφιμ τράβηξε το σπαθί του. Μάλλον, κι εκείνος το είχε δει, και οι Ιεράρχες ήταν πάντα πολύ προσεχτικοί όταν βρίσκονταν κοντά του.

«Ραφέλνες;» φώναξε ο Τάμπριελ, σταματώντας να βαδίζει και παύοντας τη χρήση του Ξορκιού Ενεργειακής Ανιχνεύσεως.

Δύο σκοτεινές φιγούρες ξεπρόβαλαν πίσω από ένα δέντρο και τους πλησίασαν κατεβάζοντας τις κουκούλες τους. «Καλησπέρα σας,» χαιρέτησε ο Ιερός Μαχητής των Οστών.

«Όλα εντάξει στο ταξίδι σας;» ρώτησε ο Τάμπριελ.

«Ναι. Από δω η Μαλθρίτ, η ξαδέλφη μου.»

Η γυναίκα πλάι στον Ραφέλνες ήταν μετρίου αναστήματος, με λευκό-ροζ δέρμα και μακριά καστανά μαλλιά. Τα μάτια της ατένιζαν τον Τάμπριελ και τους άλλους με κάποια καχυποψία. «Ο Άρχοντας Τάμπριελ, υποθέτω…» είπε.

«Μάλιστα, Αρχόντισσά μου,» αποκρίθηκε εκείνος. «Σας ευχαριστώ που δεχτήκατε να μας βοηθήσετε και λυπάμαι αν αυτό προκάλεσε προβλήματα μέσα στην οικογένειά σας.»

«Δεν θα παρουσιαστεί κανένα πρόβλημα αν επιστρέψω ζωντανή στα παιδιά μου και στον Ταλμάρος,» είπε η Μαλθρίτ.

«Σου είπα να μην ανησυχείς, Μαλθρίτ,» παρενέβη ο Ραφέλνες. «Θα σκοτώσω όλη την αυλή αν επιχειρήσουν ν’απλώσουν χέρι επάνω σου.»

«Αν κάνετε μόνο αυτό που σας ζητάμε, Αρχόντισσά μου,» είπε ο Τάμπριελ, «είναι απίθανο, νομίζω, να πάθετε κακό.»

Η Μαλθρίτ ένευσε με σμιγμένα χείλη. «Κι εγώ αυτό ελπίζω.»

«Φροντίστε να μιλήσετε στην Πριγκίπισσα μόνη,» τόνισε η Αλιζέτ. «Να μην είναι κανένας άλλος μπροστά – ούτε φρουρός ούτε υπηρέτης – γιατί ο καθένας μπορεί να αναφέρει στους πράκτορες της Παντοκράτειρας.»

«Ναι,» αποκρίθηκε η Μαλθρίτ, νεύοντας πάλι, «κάπως έτσι το σκέφτομαι κι εγώ.» Ήταν φανερά αγχωμένη.

«Κι αφού μιλήσετε στην Πριγκίπισσα,» της είπε ο Τάμπριελ, «φύγετε αμέσως από το Πριγκιπάτο: επιστρέψτε στο Νέλερβικ.»

Η Μαλθρίτ ένευσε για τρίτη φορά, και είπε: «Δεν πηγαίνουμε τώρα σε κάποιο πιο φωτεινό μέρος, για να διανυκτερεύσουμε;»

«Τα φωτεινά μέρη δεν είναι σύμμαχοί μας,» της είπε η Αλιζέτ, «αλλά, ναι, δεν πρόκειται να μείνουμε εδώ. Η Τάσβεραλ, χωρίς να το ξέρει, μας περιμένει.»

65.

Καθώς το Μένος των Ποταμών άραζε σε μια από τις αποβάθρες της Τάσνερακ, ο Άτβος παρατηρούσε τους Παντοκρατορικούς πολεμιστές που ήταν συγκεντρωμένοι στο λιμάνι, μήπως δει τίποτα ύποπτες κινήσεις. Είχαν, όμως, τα όπλα τους κατεβασμένα κι έδιναν την εντύπωση ότι περίμεναν. Επίσης, ήταν πολλοί. Δεν ήταν απλά μερικοί άνθρωποι της φρουράς του λιμανιού: αυτοί ήταν οι πολεμιστές που είχαν έρθει με τα δύο σκάφη και, μάλλον, ακόμα δεν είχαν τακτοποιηθεί δωμάτια για όλους, γι’αυτό και περίμεναν.

Ο Άτβος αναρωτιόταν αν ήταν σταλμένοι από το Κάνρελ, το Πριγκιπάτο του, όπου τώρα διοικούσε ο προδότη Ρέτβελνος, ο κάποτε Στρατηγός του Κάνρελ, όταν ο Άτβος ήταν Πρίγκιπας εκεί. Η γροθιά του Προμάχου σφίχτηκε στη σκέψη αυτού του αποκρουστικού ανθρώπου που είχε στραφεί εναντίον του.

Τούτες οι σκέψεις, όμως, γρήγορα διαλύθηκαν καθώς είδε τους Παντοκρατορικούς πολεμιστές να παραμερίζουν για να βαδίσει προς το Μένος των Ποταμών ένας άντρας ντυμένος σαν αξιωματικός και περιτριγυρισμένος από έξι δικούς του πολεμιστές. Λοχαγός του Παντοκρατορικού Στρατού, παρατήρησε ο Άτβος. Ο αξιωματικός είχε δέρμα λευκό-ροζ και κοντά, καστανά μαλλιά. Από τη ζώνη του κρεμόταν ένα σπαθί σε θηκάρι διακοσμημένο με ασήμι.

Στάθηκε στην αποβάθρα και φώναξε: «Ποιος είναι ο Πλοίαρχος Άτβος;»

«Εγώ,» αποκρίθηκε ο Άτβος πλησιάζοντας την κουπαστή. Γύρω του, με τις άκριες των ματιών του, είδε τους πολεμιστές του πλοίου του να ετοιμάζουν τα όπλα τους, για την περίπτωση που ο λοχαγός είχε απάτη στο μυαλό του.

«Μιλήσαμε με τον πομπό,» είπε ο αξιωματικός. «Ονομάζομαι Βανθάρος Σάρνεχ. Λοχαγός Βανθάρος Σάρνεχ. Ποιες είναι οι προθέσεις σου, Πλοίαρχε;»

«Σου δήλωσα ήδη τις προθέσεις μου. Επιθυμώ να μιλήσω στον Παντοκρατορικό Επόπτη Καρλ Βέρινλωφ.»

«Για ποιο θέμα;»

«Για το Πριγκιπάτο Τάσβεραλ και τη δύσκολη θέση στην οποία βρίσκεται η Παντοκρατορική εξουσία εδώ, τώρα που τα πριγκιπάτα Χαύδοραλ και Νέλερβικ έχουν δηλώσει την ανεξαρτησία τους από τη Συμπαντική Παντοκρατορία.»

«Νομίζεις ότι αισθανόμαστε απειλημένοι από μερικούς στασιαστές;»

«Σε διαβεβαιώνω, Λοχαγέ, είμαστε κάτι περισσότερο από μερικοί στασιαστές. Αλλά καλύτερα ας αφήσουμε τον Επόπτη να το κρίνει αυτό. Θα τον ειδοποιήσεις;»

«Ασφαλώς και θα τον ειδοποιήσω. Θα φύγει μαντατοφόρος σε λίγο, παρότι νύχτα.»

«Σ’ευχαριστώ, Λοχαγέ. Φρόντισε ο μαντατοφόρος να τονίσει στον Επόπτη ότι πρόκειται για θέμα πολύ σημαντικό, κι αν αρνηθεί να μας μιλήσει τώρα, δεν θα λάβει άλλη προειδοποιήσει προτού… γίνει ό,τι γίνει.»

Ο Λοχαγός Σάρνεχ συνοφρυώθηκε. «Τι θα γίνει;»

«Αυτό είναι κάτι που θα συζητήσω με τον Επόπτη και μόνο.»

«Πολύ καλά· όπως επιθυμείς.»

«Ελπίζω πως έχω τον λόγο σου, Λοχαγέ, ότι δεν θα δεχτούμε επίθεση όσο βρισκόμαστε εδώ. Αλλιώς, θα πρέπει να ανταποδώσουμε ανάλογα…»

Το βλέμμα του Λοχαγού Σάρνεχ πήγε, προς στιγμή, στον καμβά που ακόμα κάλυπτε το ενεργειακό κανόνι (παρότι η Ιλρίνα’νορ κι ένας άλλος επαναστάτης ήταν μέσα). Το έχουν εντοπίσει, επομένως, σκέφτηκε ο Άτβος, με τα ανιχνευτικά τους συστήματα.

«Κανένας δεν πρόκειται να σας πειράξει,» υποσχέθηκε ο Παντοκρατορικός. «Όμως να έχετε υπόψη σας ότι θα υπάρχουν συνεχώς φρουροί σ’ετούτο το σημείο του λιμανιού, διότι η έλλειψη εμπιστοσύνης είναι κάτι το αμοιβαίο ανάμεσά μας. Επίσης, πρέπει να σας ζητήσω να παραμείνετε όλοι στο σκάφος σας. Κανένας δεν επιτρέπεται να βγει στο λιμάνι.»

«Ούτε καν για ανεφοδιασμό; Μερικά τρόφιμα;»

«Αν θέλετε τρόφιμα, πείτε το στους φρουρούς και θα σας προμηθεύσουμε εμείς. Συμφωνούμε;»

«Συμφωνούμε, Λοχαγέ,» αποκρίθηκε ο Άτβος· και ο Βανθάρος Σάρνεχ έφυγε από την αποβάθρα μαζί με τους πολεμιστές του. Ο Πρόμαχος σύντομα τον έχασε απ’τα μάτια του μες στο νυχτερινό λιμάνι της Τάσνερακ.

66.

Ο μαντατοφόρος έφτασε στην πρωτεύουσα επάνω σε δίκυκλο, λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, ακολουθώντας τη λιθόστρωτη δημοσιά που ένωνε την Τάσνερακ με την Τάσβεραλ. Ανέβηκε στο παλάτι της Πριγκίπισσας, που ήταν οικοδομημένο δίπλα στους καταρράκτες, επάνω στους βράχους των λόφων που περιτριγύριζαν την πόλη, και ζήτησε να δει τον Παντοκρατορικό Επόπτη επειγόντως.

Οι φρουροί ειδοποίησαν τον Καρλ Βέρινλωφ ότι ένας άντρας τον ζητούσε, έχοντας τα αναγνωριστικά αγγελιαφόρου επάνω του. Ο Επόπτης είπε να τον αφήσουν να περάσει, και τον υποδέχτηκε στο καθιστικό των διαμερισμάτων του, ντυμένος μ’έναν βυσσινή χιτώνα κι έχοντας στην πλάτη του την εστία που έκανε το δεξί μηχανικό χέρι του να λειτουργεί.

«Εξοχότατε,» είπε ο αγγελιαφόρος, χαιρετώντας τον Επόπτη στρατιωτικά. «Φέρνω μήνυμα από την Τάσνερακ, από τον Λοχαγό Βανθάρος Σάρνεχ.» Και έτεινε έναν κύλινδρο, κλειστό με σφραγίδα.

Ο Καρλ τον πήρε από το χέρι του. «Μπορείς να διανυκτερεύσεις στο παλάτι, αν δεν βιάζεσαι να φύγεις,» είπε.

Ο αγγελιαφόρος τον ευχαρίστησε κι αποχώρησε από τα διαμερίσματά του.

Ο Επόπτης έσπασε τη σφραγίδα με τον μηχανικό γάντζο του δεξιού του χεριού, ξετύλιξε το χαρτί, και το διάβασε στο φως της ενεργειακής λάμπας του δωματίου.

Από μια μισάνοιχτη πόρτα στο πλάι, βγήκε μια γυναίκα με γαλανό δέρμα και κόκκινα μαλλιά. «Καλά νέα ή κακά;» ρώτησε. Ονομαζόταν Κελδάρη, και ήταν από την Αλβέρια. Ο Καρλ την είχε παντρευτεί όταν διεξήγαγε έναν μικρό πόλεμο εκεί, προτού τραυματιστεί στην Απολλώνια.

«Καλά,» αποκρίθηκε ο Επόπτης του Τάσβεραλ, «και αμφιλεγόμενα. Πρέπει να φύγω με την αυγή.» Πήγε στο γραφείο του, άνοιξε τον επικοινωνιακό δίαυλο εκεί, και πρόσταξε να έχουν, με το ξημέρωμα, έτοιμο το όχημά του και μια μικρή συνοδία.

Η Κελδάρη στεκόταν στο κατώφλι και τον κοίταζε. «Πού θα πας;»

«Στην Τάσνερακ,» αποκρίθηκε εκείνος κλείνοντας τον δίαυλο. «Παρουσιάστηκε μια επείγουσα δουλειά εκεί.»

Και δεν της είπε τίποτα περισσότερο. Ποτέ δεν της έλεγε πολλά για τις δουλειές του.

67.

Όταν ο Άτβος βγήκε από τη γέφυρα του Μένους των Ποταμών, η Ιλρίνα κοιμόταν ακόμα, τυλιγμένη στην κουβέρτα του κρεβατιού τους. Ήταν αυγή, και της χρειαζόταν ξεκούραση. Είχε κουραστεί πολύ, χτες, δουλεύοντας στο ενεργειακό κέντρο του σκάφους.

Ο Άτβος, φορώντας την κάπα του για να τον προφυλάσσει από την πρωινή ψύχρα της θάλασσας, βάδισε πάνω στο κατάστρωμα νιώθοντας το Μένος των Ποταμών να αναδεύεται ανήσυχα από κάτω του. Στην πλώρη και στην πρύμνη και στην κουπαστή, πολεμιστές του Νέλερβικ στέκονταν φρουροί, καθώς και επαναστάτες που ήταν από παλιά μαζί με τον Άτβος. Ορισμένοι απ’τους τελευταίους τον είδαν και ένευσαν προς το μέρος, λέγοντας «Πρόμαχε», ή «Καλημέρα, Πρόμαχε», ή «Όλα ήσυχα μέχρι στιγμής, Πρόμαχε».

Στο λιμάνι, κοντά στην αποβάθρα όπου ήταν αραγμένο το Μένος των Ποταμών, Παντοκρατορικοί πολεμιστές ήταν συγκεντρωμένοι. Καμια εικοσαριά τουλάχιστον, με βαλλίστρες μερικοί, και άλλοι με δόρατα κι ασπίδες. Ο Λοχαγός Σάρνεχ ήταν άνθρωπος του λόγου του, σκέφτηκε ο Άτβος. Μας έχει εδώ σαν να είμαστε φυλακισμένοι.

Ελπίζω να είναι άνθρωπος του λόγου του και σ’άλλα θέματα…

Ο Άτβος ανέβηκε στην πρύμνη και κοίταξε προς τη μεριά όπου χτες είχαν αράξει τα δύο Παντοκρατορικά σκάφη τα οποία είχαν φέρει στρατό. Δεν ήταν πια εκεί, παρατήρησε. Είχαν φύγει, πριν από το ξημέρωμα μάλλον. Ο Άτβος αναρωτήθηκε τι μπορεί, άραγε, να σήμαινε αυτό. Σκοπεύουν να επιστρέψουν από εκεί όπου ήρθαν – από το Κάνρελ, κατά πάσα πιθανότητα – για να φέρουν ακόμα περισσότερους πολεμιστές;

Αν σχεδίαζαν να ενισχύσουν το Τάσβεραλ ώστε μετά να το βάλουν να χτυπήσει το Χαύδοραλ και το Νέλερβικ, τότε η Επανάσταση έπρεπε γρήγορα να διώξει τους Παντοκρατορικούς από εδώ, αλλιώς θα ήταν αδύνατο ν’αποφύγουν τον πόλεμο. Τα πάντα θα εξαρτηθούν από την απόφαση της Πριγκίπισσας Λισρρέτα. Κι απ’ό,τι είχε ακούσει ο Άτβος γι’αυτήν, δεν της είχε καμία εμπιστοσύνη· δεν είχε το θάρρος να εναντιωθεί στους Παντοκρατορικούς. Παρότι ήταν περίπου στην ίδια ηλικία μ’εκείνον, δεν είχε τύχει ποτέ να τη γνωρίσει προσωπικά, ούτε ως Πρίγκιπας του Κάνρελ ούτε, φυσικά, ως Πρόμαχος της Επανάστασης· ωστόσο, από τις ενέργειές της και μόνο, του είχε δώσει την εντύπωση πως ήταν δειλή. Και, δυστυχώς, ο Άτβος δεν είχε κανέναν άνθρωπό του στο Πριγκιπάτο Τάσβεραλ που να μπορεί να την αντικαταστήσει. Δεν υπάρχει καμία Βασνίτα εδώ, φιλική προς την Επανάσταση και αγαπητή ανάμεσα στον λαό και στους αριστοκράτες.

Η περίπτωση του Τάσβεραλ ήταν δύσκολη και, με την άφιξη των επιπλέον Παντοκρατορικών δυνάμεων στο Πριγκιπάτο, προβλεπόταν να δυσκολέψει. Χτυπήσαμε τους Παντοκρατορικούς αιφνίδια στην αρχή· τώρα, ήρθε η ώρα να αντεπιτεθούν. Ξέρουν ότι πρέπει να πολεμήσουν έναν εχθρό που είναι ισχυρός.

Η Πριγκίπισσα Κισβέτα, του Νέλερβικ, ήταν αρχομανής, της άρεσε κατά βάθος η δύναμη που της έδινε η συνεργασία της με τους υποτακτικούς της Παντοκράτειρας. Έναν άνθρωπο σαν αυτήν τον εκθρονίζεις. Ο Πρίγκιπας Αλβάρος, του Χαύδοραλ, ήταν υποχείριο, ακολουθούσε εντολές χωρίς να καταλαβαίνει ποιο ακριβώς ήταν το καλό του Πριγκιπάτου του. Έναν άνθρωπο σαν αυτόν τον αφυπνίζεις. Η Πριγκίπισσα Λισρρέτα, του Τάσβεραλ, ήταν φοβισμένη: φοβόταν πως ο σύζυγός της είχε δολοφονηθεί εξαιτίας της αντίστασης που έφερνε στους Παντοκρατορικούς, και φοβόταν πως κι οι τρεις γιοι της μπορεί να είχαν την ίδια μοίρα. Μ’έναν άνθρωπο σαν αυτήν τι κάνεις;

Μα τα Πνεύματα των Αρχαίων Κολοσσών, μακάρι ο Τάμπριελ να μπορέσει να λύσει τούτο τον γρίφο.

Ο Άτβος είδε, σε λίγο, τον Ζίρτελον να βγαίνει στο κατάστρωμα, και κατέβηκε από την πρύμνη για να τον συναντήσει.

«Πρόμαχε,» χαιρέτησε ο Ιεράρχης. Η ουλή στο αριστερό του μάγουλο φαινόταν σκοτεινή στο φως της αυγής.

«Πού βρίσκονται ο Τάμπριελ και οι άλλοι; Έχουν συναντήσει τον Ραφέλνες;»

«Ναι, αυτόν και την ξαδέλφη του. Έχουν πάει στα περίχωρα της Τάσβεραλ κι έχουν κλείσει δωμάτια σ’ένα πανδοχείο εκεί. ‘Ο Κόκκινος Λαγός’, το λένε.»

«Δηλαδή, είναι έξω από τα τείχη…»

Ο Ζίρτελον ένευσε. «Το θεώρησαν πιο ασφαλές.»

«Και είναι,» συμφώνησε ο Άτβος.

«Περιμένουν να μάθουν πότε θα εμφανιστεί ο Επόπτης εδώ, για να πάει η Μαλθρίτ να επισκεφτεί την Πριγκίπισσα.»

Εντάξει, σκέφτηκε ο Άτβος. Μέχρι στιγμής όλα πάνε καλά.

Και ούτε ο Επόπτης άργησε να έρθει. Βασικά, ήρθε γρηγορότερα απ’ό,τι ο Πρόμαχος περίμενε: δύο ώρες μετά την αυγή.

Ο Λοχαγός Σάρνεχ παρουσιάστηκε στο λιμάνι μαζί με μερικούς πολεμιστές του και φώναξε στον Άτβος ότι ο Παντοκρατορικός Επόπτης Καρλ Βέρινλωφ βρισκόταν στην πόλη και ήταν πρόθυμος να μιλήσει μαζί του.

«Σε περιμένει στο Φρουραρχείο, Πλοίαρχε.»

Ο Άτβος δεν είχε καμια πρόθεση να πάει μαζί με τους Παντοκρατορικούς. Άλλωστε, δεν τους είχε κρύψει ποιος ήταν, και ήταν βέβαιος ότι θα ήθελαν πολύ να αιχμαλωτίσουν έναν Πρόμαχο της Επανάστασης, αν μπορούσαν να το κάνουν χωρίς οι ίδιοι να έχουν κανένα μεγάλο κόστος. «Όπως είπες χτες βράδυ, Λοχαγέ, η έλλειψη εμπιστοσύνης είναι κάτι το αμοιβαίο ανάμεσά μας. Αν ο Επόπτης επιθυμεί να μιλήσει, ας έρθει εδώ.»

«Ο Επόπτης αποκλείεται να ανεβεί στο σκάφος σου, Πλοίαρχε.» (Ποτέ δεν τον είχε πει Πρόμαχε, είχε παρατηρήσει ο Άτβος.)

«Δεν χρειάζεται να ανεβεί. Ας έρθει στην αποβάθρα.»

«Γίνονται τέτοιες συζητήσεις επάνω σε αποβάθρα;»

«Αν δεν υπάρχει άλλος τρόπος…»

Ο Λοχαγός Σάρνεχ έμεινε σιωπηλός για λίγο. Ύστερα είπε: «Θα μιλήσω στον Επόπτη,» και αποχώρησε μαζί με τους πολεμιστές του.

«Αν αρνηθεί να έρθει;» ρώτησε ο Ζίρτελον, που στεκόταν πλάι στον Άτβος.

«Δεν το θεωρώ πιθανό,» αποκρίθηκε ο Πρόμαχος.

Όταν ο Καρλ Βέρινλωφ ξεπρόβαλε μέσα απ’το λιμάνι της Τάσνερακ, ο Άτβος δεν μπορούσε να μην τον αναγνωρίσει αμέσως. Όχι επειδή Παντοκρατορικοί πολεμιστές με πανοπλίες, κράνη, σπαθιά, ασπίδες, και λευκούς χιτώνες και μανδύες τον περιστοίχιζαν· ούτε επειδή ήταν ντυμένος με λευκή στολή που είχε τα αναγνωριστικά του Επόπτη επάνω της αν την παρατηρούσες· αλλά επειδή από το δεξί του μανίκι έβγαινε ένας μηχανικός γάντζος, και δερμάτινα λουριά έμοιαζαν να συγκρατούν κάτι στην πλάτη του – την εστία, πιθανώς, με την οποία λειτουργούσε ο γάντζος.

Το δέρμα του Καρλ Βέρινλωφ ήταν κατάμαυρο και τα μαλλιά του πράσινα. Το πρόσωπό του ήταν αξύριστο τουλάχιστον δύο ημέρες. Τα μάτια του θύμιζαν πέτρες· το στόμα του θύμιζε οριζόντια μαχαιριά κάτω απ’τη μικρή μύτη του. Και από τη δεξιά μεριά κούτσαινε.

Ο Παντοκρατορικός Επόπτης του Τάσβεραλ στάθηκε στην αρχή της αποβάθρας όπου ήταν αραγμένο το Μένος των Ποταμών. «Ποιος είναι ο αποστάτης Άτβος Μέλνεριχ;» φώναξε.

Ο Άτβος πλησίασε τη ράμπα που συνέδεε το κατάστρωμα με την αποβάθρα, κάνοντας αρνητικό νόημα στον Ζίρτελον και σε άλλους που πήγαν να τον ακολουθήσουν: Μείνετε πίσω. Η Ιλρίνα’νορ (έχοντας ξυπνήσει πλέον) βρισκόταν ήδη μέσα στο ενεργειακό κανόνι, κι ένας από τους επαναστάτες, τους παλιούς συντρόφους του Άτβος, ο Νίλφες, ήταν καθισμένος ως χειριστής του κανονιού. Το όπλο, φυσικά, εξακολουθούσε να είναι σκεπασμένο με καμβάδες.

Ο Πρόμαχος κατέβηκε στην αποβάθρα, μόνος. «Εγώ είμαι ο Άτβος Μέλνεριχ, δικαιωματικός Πρίγκιπας του Κάνρελ.»

«Ο Πρίγκιπας του Κάνρελ είναι νεκρός,» αποκρίθηκε ο Καρλ Βέρινλωφ, που σίγουρα ήξερε πως αυτή δεν ήταν παρά μια ψευδή φήμη, εσκεμμένα εξαπλωμένη από τους πράκτορες της Παντοκράτειρας. «Πρέπει να είσαι κάποιος απατεώνας που υποδύεται τον νεκρό Πρίγκιπα που πρόδωσε την Παντοκράτειρα.» Ο μηχανικός γάντζος του Επόπτη ανοιγόκλεισε, χωρίς το χέρι να υψωθεί – νευρικά, ή για εκφοβισμό;

Όπως και νάχε, ο Άτβος δεν αισθανόταν φοβισμένος – όχι από κάτι όρνια σαν αυτόν τον Επόπτη, που τρέφονταν από τον φόβο των άλλων. «Μπορείς να πιστεύεις ό,τι θέλεις,» του είπε. «Μαζί μου, όμως, θα πρέπει να μιλήσεις, αν είσαι πρόθυμος ν’ακούσεις τι έχω να πω.» Έκανε μερικά βήματα μπροστά και μετά σταμάτησε, μένοντας στη θέση του. Περιμένοντας.

Ο Καρλ έγνεψε στους πολεμιστές του να μην έρθουν μαζί του, και ζύγωσε τον Άτβος με σταθερά βήματα και εχθρικό βλέμμα. Το σπαθί του ήταν θηκαρωμένο στη ζώνη του, και το αριστερό του χέρι δεν ήταν ποτέ μακριά από τη λαβή.

«Μου είπαν ότι ήρθες ξεστομίζοντας απειλές… Πρόμαχε.»

«Δεν απείλησα κανέναν,» αποκρίθηκε ο Άτβος.

«Αν δεν ερχόμουν, είπες ότι κάτι κακό (και αδιευκρίνιστο) θα συνέβαινε.»

«Το Νέλερβικ και το Χαύδοραλ είναι με το μέρος της Επανάστασης: ναι, κάτι κακό θα συμβεί για εσάς αν δεν φανείτε πρόθυμοι να διαπραγματευτείτε.»

Τα φρύδια του Καρλ έσμιξαν. «Να διαπραγματευτούμε; Δεν διαπραγματευόμαστε με αποστάτες!»

«Αναμφίβολα θα έμαθες πόσο γρήγορα το Νέλερβικ και το Χαύδοραλ έδιωξαν τους δυνάστες τους,» του είπε ο Άτβος. «Οι δυνάμεις της Επανάστασης είναι μεγάλες εδώ–»

«Ή πιάσατε τους άλλους Επόπτες απροετοίμαστους. Σε διαβεβαιώνω, όμως, πως το ίδιο δεν θα συμβεί και στο Τάσβεραλ. Αν δεν πιστεύεις εμένα, θα μπορούσες να ρωτήσεις τους προηγούμενους στασιαστές της περιοχής… μόνο που δεν είναι πια ζωντανοί.»

«Αναφέρεσαι στον Θεριστή των Οστών; Αυτός ζει και σκοτώνει Παντοκρατορικούς τυράννους, απ’ό,τι έχω ακούσει.»

«Ένας μύθος δεν μπορεί να σκοτώσει κανέναν.»

«Μύθος;» είπε ο Άτβος, που ήξερε πολύ καλά ότι ο Ρηθμάλος ήταν πραγματικός.

«Ήρθες για να μιλήσουμε για ένα στοιχειό των δασών;» γρύλισε ο Καρλ.

«Σου είπα: είμαι εδώ για να διαπραγματευτούμε.»

«Τι είδους… διαπραγματεύσεις έχεις κατά νου;»

«Ζητάμε να εγκαταλείψουν οι Παντοκρατορικές δυνάμεις, άμεσα και χωρίς φασαρίες, το Τάσβεραλ, αφήνοντάς το στη διοίκηση της Πριγκίπισσας Λισρρέτα.»

«Έχεις τρομερό θράσος, Πρόμαχε,» είπε ο Καρλ Βέρινλωφ, μοιάζοντας να εκτοξεύει θανατηφόρα βέλη από τα μάτια του καταπάνω στον Άτβος. «Ποτέ δεν ανταποκρίθηκα στις απαιτήσεις παρανόμων και αποστατών, και δεν σκοπεύω ν’αρχίσω τώρα. Θα σε κρεμάσω για το θράσος σου· αυτό σ’το υπόσχομαι.»

«Μην εξάπτεσαι, Επόπτη,» του είπε ο Άτβος, ψύχραιμα. «Σκέψου πού βρίσκεσαι. Σε μια γωνία, με δύο εχθρούς στα σύνορά σου. Σου δίνουμε μια ευκαιρία – την τελευταία ευκαιρία, πολύ πιθανόν – να υποχωρήσεις χωρίς κανένας να πάθει κακό. Κι όπως θα καταλαβαίνεις, ενδιαφέρομαι περισσότερο για τον λαό του Τάσβεραλ. Ευχαρίστως θα καρατομούσα εσένα και τα σκυλιά που σε ακολουθούν.»

Ο γάντζος του Καρλ έκανε κλικ-κλακ καθώς ανοιγόκλεινε, και μετά, απρόσμενα, υψώθηκε πηγαίνοντας προς τον λαιμό του Προμάχου. Ο Άτβος άρπαξε τον μεταλλικό πήχη του Επόπτη ενώ συγχρόνως έκανε πίσω, αποφεύγοντας τη μέγκενη.

Πάραυτα, στο κατάστρωμα του Μένους των Ποταμών, ξίφη βγήκαν από θηκάρια, τόξα τεντώθηκαν. Και, καθώς ο Άτβος και ο Καρλ άρχιζαν να παλεύουν επάνω στην αποβάθρα, οι Παντοκρατορικοί πολεμιστές τράβηξαν επίσης τα όπλα τους και βάδισαν προς τον Πρόμαχο και τον Επόπτη, βιαστικά. Δύο από τους παλιούς επαναστάτες του Άτβος τούς έριξαν με τόξα: το ένα βέλος καρφώθηκε σ’έναν ώμο, το άλλο σε μια ασπίδα. Οι υπόλοιποι επαναστάτες και πολεμιστές του Νέλερβικ που βρίσκονταν κοντά στην κουπαστή πήδησαν από το κατάστρωμα στην προβλήτα, κραυγάζοντας και σείοντας τα όπλα τους.

Ο Άτβος έβαλε τρικλοποδιά στον Καρλ και σπρώχνοντάς τον τον πέταξε στο νερό, ενώ φώναζε: «Όχι! Όχι μην επιτεθείτε!» Ούτε και οι Παντοκρατορικοί έμοιαζαν τόσο πρόθυμοι να εμπλακούν σε μάχη επάνω στην αποβάθρα, έτσι η σύγκρουση αποφεύχθηκε παρά τρίχα, ενώ είχαν όλοι τα όπλα τους υψωμένα και ήταν έτοιμοι να χιμήσουν ο ένας στον άλλο, μην απέχοντας παραπάνω από ένα μέτρο απόσταση.

«Φεύγουμε!» φώναξε ο Άτβος. «Στο πλοίο, όλοι! Φεύγουμε!» τρέχοντας επάνω στη ράμπα και στο κατάστρωμα. Όσοι είχαν πηδήσει από το Μένος τον ακολούθησαν, ενώ κάποιοι από τους Παντοκρατορικούς πολεμιστές πετούσαν γρήγορα τα όπλα τους και έβγαζαν τις πανοπλίες τους για να βουτήξουν στο νερό και να βοηθήσουν τον Επόπτη, ο οποίος, με το βαρύ μηχανικό χέρι του, βούλιαζε σαν κοτρόνα, ουρλιάζοντας ακατανόητα πράγματα και χυδαίες βρισιές.

Το πλήρωμα του Μένους των Ποταμών είχε ήδη αρχίσει να σηκώνει την άγκυρα και να κόβει, με γρήγορες, δυνατές σπαθιές, τους κάβους που έδεναν το πλοίο στις δέστρες της αποβάθρας. Τα πανιά άνοιγαν, φουσκώνοντας στον πρωινό αέρα· οι λαμνοκόποι έπιαναν τα κουπιά.

Το Μένος των Ποταμών απέπλευσε βιαστικά από το λιμάνι της Τάσνερακ ενώ οι Παντοκρατορικοί έβγαζαν τον Καρλ Βέρινλωφ από το νερό.

«Τι του είπες κι αντέδρασε έτσι;» ρώτησε ο Ζίρτελον τον Άτβος, γιατί εκεί που στέκονταν ο Πρόμαχος κι ο Επόπτης δεν ακουγόταν τι έλεγαν. «Ότι η μάνα του ήταν πουτάνα;»

Ο Άτβος γέλασε. «Κολοσσοί! Η μάνα του δεν ξέρω αν ήταν πουτάνα, αλλά αυτός πρέπει νάναι απ’τα χειρότερα καθίκια που έχω γνωρίσει – και δεν έχω γνωρίσει λίγα στη ζωή μου.» Στο μυαλό του ήρθε πρώτος και καλύτερος ο Ρέτβελνος, ο νυν Πρίγκιπας του Κάνρελ.

«Πρόμαχε!» φώναξε μια επαναστάτρια, η Κισβέτα, δείχνοντας προς το λιμάνι της Τάσνερακ.

«Τους βλέπω,» αποκρίθηκε ο Άτβος. Τρία πλοία, με Παντοκρατορικές σημαίες και γιγάντιες βαλλίστρες, έβγαιναν απ’το λιμάνι αρχίζοντας να τους καταδιώκουν. «Οπλίστε τις βαλλίστρες μας!» φώναξε στο πλήρωμα ο Πρόμαχος της Επανάστασης, βαδίζοντας επάνω στο κατάστρωμα. Οι καμβάδες που τις έκρυβαν έφυγαν αμέσως. «Ενεργειακό κανόνι! Πυρ κατά βούληση!»

Το κανόνι στράφηκε, ενώ δύο πολεμιστές του Νέλερβικ τραβούσαν τους καμβάδες από πάνω του. Η κάννη του έδειξε τα Παντοκρατορικά σκάφη. Μια παχιά δέσμη ενέργειας βλήθηκε, αστράφτοντας και γρυλίζοντας. Το κεντρικό κατάρτι του ενός σκάφους γκρεμίστηκε. Το πλήρωμα του Άτβος ζητωκραύγασε, κραδαίνοντας τα όπλα τους στον αέρα. Νέλερβικ! φώναζαν. Νέλερβικ! και: Είμαστε παιδιά των Κολοσσών! και: Θάνατος στα σκυλιά της Παντοκράτειρας!

Το ενεργειακό κανόνι έβαλε ξανά: ακόμα μια ολόλαμπρη δέσμη εξαπολύθηκε από την κάννη του, διανύοντας στη στιγμή την απόσταση ανάμεσα στο Μένος των Ποταμών και στους διώκτες του και τρυπώντας το σκαρί ενός Παντοκρατορικού σκάφους (όχι αυτού που είχε χάσει το κεντρικό κατάρτι του) απ’τη μια άκρη ώς την άλλη. Το τρίτο καράβι άρχισε να γυρίζει, για να επιστρέψει στο λιμάνι.

«Παύσατε πυρ!» φώναξε ο Άτβος. «Όχι άλλες ριπές!» προσπαθώντας ν’ακουστεί πάνω από τις ενθουσιώδεις κραυγές του πληρώματός του.

Ο Νίλφες, ο χειριστής του κανονιού, σηκώθηκε απ’τη θέση του. «Τους αφήνουμε, Πρόμαχε;»

«Ναι· φεύγουμε όσο πιο γρήγορα μπορούμε. –Ιλρίνα!»

Η μάγισσα βγήκε από τη θέση της πίσω από τον χειριστή του κανονιού. «Να πάω στο κέντρο;»

«Ναι.»

Η Ιλρίνα’νορ έτρεξε, περνώντας ανάμεσα από το ενθουσιασμένο πλήρωμα και κατεβαίνοντας μέσα σε μια καταπακτή.

Μετά από λίγο οι μηχανές είχαν ενεργοποιηθεί και το Μένος των Ποταμών έσχιζε τα νερά της Κυρτής Θάλασσας κατευθυνόμενο δυτικά.

«Με τον Τάμπριελ και τους δικούς του τι γίνεται;» ρώτησε ο Άτβος τον Ζίρτελον. «Το ξέρουν ότι ο Επόπτης έφυγε από το παλάτι, έτσι;»

«Φυσικά, Πρόμαχε.»

68.

Η Μαλθρίτ δεν πήγε μόνη της να επισκεφτεί την Πριγκίπισσα Λισρρέτα. Μαζί της πήρε τον Ραφέλνες, καθώς οδηγούσε το τρίκυκλο όχημά της προς τη βόρεια πύλη της Τάσβεραλ. Οι φρουροί που στέκονταν εκεί πρέπει να είδαν ότι αυτός που τη συνόδευε ήταν Ιερός Μαχητής των Οστών, έτσι της έκαναν νόημα να σταματήσει. Ο Ραφέλνες δεν είχε φορέσει την κουκούλα της κάπας του, μη θέλοντας να δίνει την εντύπωση ότι είχε κάτι να κρύψει. Καλύτερα να πλησίαζαν τη Λισρρέτα με τρόπο απλό και φιλικό, όχι ύποπτο. Επιπλέον, η Αλιζέτ – αυτή η θανατηφόρα γυναίκα που είχε το ίδιο όνομα με την πολυαγαπημένη νεκρή σύζυγό του – είχε πει, προτού φύγουν από τον Κόκκινο Λαγό, ότι ο καλύτερος τρόπος για να κρυφτείς ήταν να μην κρυφτείς καθόλου, εκτός αν ήσουν καταζητούμενος και οι φρουροί ήξεραν τη φάτσα σου. Ο Ραφέλνες δεν αμφέβαλλε γι’αυτή τη σοφία· σίγουρα, η Σκοτεινή Βασίλισσα, όπως την αποκαλούσαν (παρωνύμιο, δίχως αμφιβολία), ήξερε από τέτοια θέματα.

Το τρίκυκλο της Μαλθρίτ δεν είχε γυάλινο σκέπαστρο· είχε μόνο κάτι κρίκους στο πλάι ώστε να μπορεί να προσαρτηθεί υφασμάτινο υπόστεγο για περίπτωση βροχής ή χιονιού. Στην πίσω μεριά, διέθετε δύο μεγάλους τροχούς και δύο καθίσματα (στο ένα από τα οποία καθόταν ο Ραφέλνες)· στη μπροστινή μεριά, είχε έναν μικρότερο τροχό και μία μόνο θέση: αυτή του οδηγού: όπου καθόταν η Μαλθρίτ καθώς σταμάτησε το όχημα για να μιλήσει στους φρουρούς.

«Καλημέρα σας,» χαιρέτησε ευγενικά.

«Καλημέρα, κυρία. Θα μπορούσαμε να μάθουμε ποια είστε και ποια είναι η δουλειά σας εδώ;» Ήταν μόλις και μετά βίας ερώτηση· διαταγή περισσότερο.

«Ονομάζομαι Μαλθρίτ Μόντενραχ. Είμαι συγγενής της Πριγκίπισσας,