ΚΩΣΤΑΣ ΒΟΥΛΑΖΕΡΗΣ

 

 

 

 

Ο Απομονωμένος Κόσμος

 

Μια Ιστορία από το
Θρυμματισμένο Σύμπαν

 

 

 

 

© Κώστας Βουλαζέρης

http://www.fantastikosorizontas.gr/kostasvoulazeris

 

Για τα πνευματικά δικαιώματα αυτού του κειμένου ισχύουν οι όροι του Creative Commons – http://creativecommons.org/licenses/by-nc-nd/3.0/gr/


Αυτό το βιβλίο είναι λογοτεχνικό. Όλα τα ονόματα, τα πρόσωπα, και οι καταστάσεις είναι φανταστικά ή χρησιμοποιούνται με φανταστικό, λογοτεχνικό τρόπο. Οποιαδήποτε ομοιότητα με αληθινά ονόματα, πρόσωπα, ή καταστάσεις είναι καθαρά συμπτωματική.

 

 

 

 

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ
Το Άγκιστρο του Κόσμου

 

 

 

 

Κεφάλαιο Πρώτο
Η Αρχή Μιας Πολύ Μεγάλης Εξερεύνησης

Όταν το Ρήγμα πρωτοεμφανίστηκε, νομίζαμε ότι είχε έρθει το τέλος του κόσμου μας. Κατήλθε σαν μάχαιρα από τους αιθέρες, σχίζοντας τη γη, κάνοντας το χώμα να βουλιάζει, κάνοντας τα βουνά να γέρνουν και να λυγίζουν, κάνοντας ακόμα και τον ουρανό και τα σύννεφα να χάνουν τη φυσική τους μορφή.

Και στην αρχή σεισμοί έγιναν, και ρωγμές άνοιξαν· και πολλοί άνθρωποι είδαν οράματα και όνειρα αλλόκοτα, που δεν είχαν ξαναδεί ποτέ τους.

Ναι, νομίζαμε ότι η συντέλεια του κόσμου μας είχε έρθει, ότι όλοι θα καταστρεφόμασταν. Όλοι: και εμείς και τα παιδιά μας. Δε θα έμενε τίποτα παρά μια ατελείωτη ερημιά, για να κατοικήσει, ίσως, κάποιο απόκοσμο μεγαθήριο.

Δε γνωρίζαμε τότε ότι ο Μεγάλος Προφήτης θα ερχόταν μέσα από το Ρήγμα μαζί με τη Συνοδό του, για να μας αποκαλύψουν το Ατέρμονο Σύμπαν και να μας βγάλουν από την περιορισμένη φυλακή του κόσμου μας…

*
* * *
*

Για άγνωστο χρονικό διάστημα περιστρέφονταν μέσα στον υπερδιαστασιακό στρόβιλο, δίχως να έχουν καμία αίσθηση του πού βρίσκονταν, ή ακόμα και του ποιοι ήταν. Είχαν ξεχάσει τα ονόματά τους εδώ μέσα. Μέχρι και την ταυτότητά τους, ίσως· την ίδια τους την προσωπικότητα. Το Σύμπαν τούς είχε αρπάξει στην αγκαλιά του. Κατά μία έννοια, δεν υπήρχαν.

Και θα μπορούσαν να συνεχίσουν να μην υπάρχουν. Ο στρόβιλος θα μπορούσε να είχε διαλύσει για πάντα το σώμα και τη συνείδησή τους.

Αλλά κάτι δεν το ήθελε να γίνει έτσι–

Τινάχτηκαν έξω.

Και κουτρουβάλησαν πάνω σε μια χορταριασμένη πλαγιά.

Η γυναίκα – ψηλή, ξανθιά, με κατάλευκο δέρμα σαν μάρμαρο, και κατάμαυρη, δερμάτινη στολή – άπλωσε το χέρι της και, με μια κίνηση που φανέρωνε άριστη εκπαίδευση, ευελιξία, και αντανακλαστικά, πιάστηκε από έναν βράχο σταματώντας την πτώση της.

Ο άντρας – κοκκινόδερμος, ψηλός κι αυτός, με μακριά, άσπρα μαλλιά, και γένι στο σαγόνι – προσπέρασε τη γυναίκα και συνέχισε να κουτρουβαλά στην πλαγιά. Το δεξί μπατζάκι του παντελονιού του ήταν βαμμένο κόκκινο: το πόδι του αιμορραγούσε.

«Τάμπριελ!» ούρλιαξε η γυναίκα, απλώνοντας το άλλο της χέρι, προσπαθώντας ν’αρπάξει τον αστράγαλό του–

–κι αποτυχαίνοντας.

Ο άντρας σταμάτησε να κουτρουβαλά χτυπώντας σ’έναν βράχο στο τέλος της πλαγιάς. Και μένοντας ακίνητος.

Η Ανταρλίδα στένεψε τα μάτια της, λαχανιασμένη, παρατηρώντας τον από εκεί όπου είχε πιαστεί. Δεν πρέπει νάναι νεκρός, σκέφτηκε. Κι ύστερα έστρεψε το βλέμμα της πίσω, εκεί απ’όπου είχαν έρθει: στον υπερδιαστασιακό στρόβιλο.

Το τρομαχτικό διαστασιακό φαινόμενο ορθωνόταν σαν παραπέτασμα, ξεκινώντας από τα ψηλότερα στρώματα του ουρανού και τελειώνοντας στη γη. Μια αλλοίωση της πραγματικότητας. Έκανε την υφή ετούτης της διάστασης (όποια κι αν ήταν – γιατί η Ανταρλίδα δεν είχε ιδέα πού βρίσκονταν τώρα, εκείνη κι ο Τάμπριελ’λι) να ζαρώνει σα να ήταν ύφασμα. Και ο κίνδυνος ήταν μεγάλος: η Ανταρλίδα γνώριζε ότι δεν έπρεπε κανείς να μένει για πολύ κοντά σ’έναν υπερδιαστασιακό στρόβιλο. Μπορεί να μας ξαναρουφήξει. Νόμιζε πως αισθανόταν κάτι – κάποια ακατονόμαστη δύναμη – να την τραβά προς τα πίσω, όπως ο άνεμος. Το χορτάρι γύρω της μπορούσε να παρατηρήσει ότι είχε πάρει μια κλίση προς τον στρόβιλο. Οι πέτρες κυλούσαν προς αυτόν. Τα βουνά φαίνονταν να γέρνουν. Τα σύννεφα πλησίαζαν την αλλοίωση, μοιάζοντας ζωντανά.

Η Ανταρλίδα άφησε τον βράχο όπου κρατιόταν και κουτρουβάλησε στην πλαγιά, ελεγχόμενα όμως, όχι όπως πριν. Ήταν εκπαιδευμένη, εξάλλου, για κάτι τέτοια. Κάποτε ήταν μία από τις Μαύρες Δράκαινες της Συμπαντικής Παντοκράτειρας.

Χωρίς δυσκολία κατέληξε στο τέλος της πλαγιάς και δίπλα στον Τάμπριελ’λι, γονατισμένη στο ένα γόνατο. Με το δεξί χέρι τον ταρακούνησε από τον ώμο.

«Τάμπριελ! Πρέπει να φύγουμε από δω!»

Τα μάτια του άνοιξαν· βλεφάρισε αποπροσανατολισμένα. Ανασηκώθηκε, και μόρφασε τρίζοντας τα δόντια.

«Το πόδι μου…» μούγκρισε, κι έπιασε με τα δύο χέρια τον μηρό του που αιμορραγούσε.

«Σήκω,» του είπε η Ανταρλίδα. «Στηρίξου επάνω μου. Πρέπει να απομακρυνθούμε, και μετά θα κοιτάξω το τραύμα σου.»

Ο Τάμπριελ υπάκουσε, βάζοντας το χέρι του στους ώμους της· και μαζί έτρεξαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, για ν’αφήσουν τον καταστροφικό στρόβιλο πίσω τους.

Σύντομα, βρίσκονταν κάτω από τις σκιές δέντρων. Ένα δάσος ξεκινούσε εδώ. Η Ανταρλίδα σταμάτησε να προχωρά, και ο Τάμπριελ σταμάτησε μαζί της. Τον βοήθησε να καθίσει στο έδαφος και ν’ακουμπήσει την πλάτη του σ’έναν κορμό.

Ένας γρήγορος αλλά δυνατός σεισμός έγινε. Κανένα δέντρο δεν έπεσε.

Για μερικές ανάσες, κι οι δυο τους περίμεναν, αφουγκραζόμενοι και κοιτάζοντας ολόγυρα. Είδαν κάποιες φευγαλέες σκιές πουλιών και ζώων· άκουσαν απόμακρα αλυχτήματα, τσυρίγματα, τιτιβίσματα, και άναρθρες φωνές.

«Δε φαίνεται να υπάρχει άνθρωπος εδώ…» έκρωξε ο Τάμπριελ, νιώθοντας τον λαιμό του ξεραμένο.

«Πού βρισκόμαστε;» τον ρώτησε η Ανταρλίδα.

«Δεν ξέρω.»

Τα μάτια της γυάλισαν αγριοκοιτάζοντάς τον. «Εσύ μας έφερες εδώ! Αν και δε θα έπρεπε να μας είχες φέρει: δε θα έπρεπε να είχες ενεργοποιήσει τη συσκευή· οι δύο από τις μηχανές εστίασης είχαν καταστραφ–!»

«Τα πάντα έγιναν όπως έπρεπε να γίνουν,» τη διέκοψε εκείνος, ψυχρά. «Όπως τα είχα δει–»

Η Ανταρλίδα τον γρονθοκόπησε καταπρόσωπο, κάνοντας το κεφάλι του να γυρίσει στο πλάι καθώς ήταν καθισμένος με την πλάτη στον κορμό του δέντρου. Λίγο αίμα πετάχτηκε απ’τα χείλη του.

«Είχες δει κι εμένα να χάνομαι μαζί σου μέσα στον στρόβιλο;» του φώναξε.

Ο Τάμπριελ σκούπισε το αίμα απ’την άκρια του στόματός του. «Ναι.»

«Και πού είμαστε τώρα;» ρώτησε πάλι η Ανταρλίδα, εξοργισμένη.

«Θα το μάθουμε σύντομα,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ. «Δεν ξέρω ονόματα. Έχω δει μονάχα εικόνες… όπως πάντα. Εικόνες που μοιάζει να έρχονται από… κάπου. Σα ν’ανοίγω ένα συρτάρι και να τις τραβάω από εκεί. Φωτογραφίες.»

Η Ανταρλίδα κούνησε το κεφάλι αναστενάζοντας. Ο ερυθρόδερμος μάγος ίσως να ήταν τρελός! Τι ίσως; Σίγουρα ήταν.

Γονάτισε και στα δύο γόνατα και έσκισε το δεξί μπατζάκι του παντελονιού του Τάμπριελ, για να περιποιηθεί το τραύμα του.

«Δεν είναι πολύ άσχημο,» του είπε αφού το πασπάτεψε λίγο με τα χέρια της. «Ούτε βαθύ είναι. Αλλά δεν έχω μαζί μου κανένα φάρμακο για να το αποστειρώσω. Επομένως, θα πρέπει να το κάνουμε με τον παλιό, καλό τρόπο.» Τράβηξε το ξιφίδιο απ’τη ζώνη της. «Θα πονέσει.»

Ο Τάμπριελ δεν είπε τίποτα.

Η Ανταρλίδα σηκώθηκε όρθια, κοίταξε τα κλαδιά των δέντρων, διάλεξε ένα, το έκοψε, το καθάρισε με το ξιφίδιό της, και το έδωσε στον Τάμπριελ. «Δάγκωσέ το,» του είπε, κι εκείνος δεν έφερε αντίρρηση, βάζοντάς το ανάμεσα στα δόντια του.

Η Ανταρλίδα τράβηξε έναν ενεργειακό αναπτήρα από τη μπότα της και θέρμανε τη λεπίδα του ξιφιδίου. Ύστερα, γονατισμένη πάλι δίπλα στον Τάμπριελ, ακούμπησε τη λεπίδα πάνω στο τραύμα του.

Εκείνος μούγκρισε σαν θηρίο, και το ψηλό σώμα του τραντάχτηκε· ιδρώτας τον έλουσε. Η Ανταρλίδα απομάκρυνε το ξιφίδιο από την πληγή του και το κάρφωσε στο έδαφος. Χρησιμοποιώντας ένα κομμάτι ύφασμα από το παντελόνι του, του έδεσε το τραύμα, ενώ εκείνος είχε βγάλει το ξύλο από το στόμα του και η αναπνοή του ακουγόταν λαχανιασμένη μέσα στο δάσος.

Ένας σεισμός τράνταξε πάλι το μέρος.

«Εξαιτίας του στροβίλου είναι,» μουρμούρισε ο Τάμπριελ, καθώς η Ανταρλίδα είχε μόλις τελειώσει με το δέσιμο του τραύματός του. «Η διάσταση… διαμαρτύρεται, θα μπορούσες να πεις.»

Η Ανταρλίδα σηκώθηκε όρθια και, βγαίνοντας στις παρυφές του δάσους, κοίταξε τον ουρανό. Ήταν γαλανός, όπως και στις περισσότερες διαστάσεις του Γνωστού Σύμπαντος, και είχε έναν ήλιο που το χρώμα του ήταν κάτι ανάμεσα σε κίτρινο και πολύ ανοιχτό πράσινο. Φαινόταν να γέρνει προς τη Δύση. Η Ανταρλίδα δε θυμόταν ποτέ της να έχει ξαναδεί αυτό τον ήλιο. Σε ποια διάσταση βρισκόμαστε;

Τριγύρω μπορούσε ν’αγναντέψει χορταριασμένους λόφους και, πιο μακριά, ψηλά βουνά. Το μεγάλο δάσος ήταν πίσω της, εκεί όπου είχε αφήσει τον Τάμπριελ. Ο υπερδιαστασιακός στρόβιλος, αρκετές εκατοντάδες μέτρα μπροστά της, έσχιζε τον χώρο σαν εξώκοσμη λεπίδα: και το τοπίο αλλοιωνόταν με αφύσικο τρόπο γύρω του.

Πού βρισκόμαστε;

Πουθενά δε μπορούσε να δει ανθρώπους, ούτε σημάδια από ανθρώπους. Οικοδομήματα ή οχήματα δεν υπήρχαν. Δε φαινόταν ούτε καν ο καπνός από τις καμινάδες κάποιου χωριού.

Είναι δυνατόν να είμαστε οι μόνοι άνθρωποι σε τούτο τον κόσμο;

Επέστρεψε κοντά στον Τάμπριελ’λι· κάθισε οκλαδόν επάνω στο χορτάρι. «Ίσως να είμαστε μόνοι μας.»

«Τι εννοείς;» τη ρώτησε.

«Ίσως να μην υπάρχουν άλλοι άνθρωποι εδώ. Και η διάσταση δε μου θυμίζει τίποτα απολύτως· δεν πρέπει να είναι κάποια όπου έχω ξαναπάει.»

«Δεν είμαστε μόνοι μας.»

Τα μάτια της στένεψαν. «Πώς το ξέρεις; Ή μάλλον, άσε, μη μου πεις· το έχεις ‘δει’.»

«Ακριβώς.»

«Έχεις δει και τι θα φάμε απόψε, μήπως; Γιατί νυχτώνει, και δεν έχουμε τίποτα φαγώσιμο επάνω μας.»

«Αυτό δεν το έχω δει. Είμαι βέβαιος, όμως, πως μια Μαύρη Δράκαινα ξέρει να κυνηγά.»

«Κι ένας μάγος του τάγματος των Δεσμοφυλάκων, ο οποίος επίσης τυχαίνει να είναι Φεηνάρκιος, δεν ξέρει;»

«Σε αντίθεση με τους περισσότερους συμπατριώτες μου,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ, «δεν ανέπτυξα ποτέ και τόσες πολλές υπαίθριες ικανότητες, Ανταρλίδα.»

«Θα ήταν δύσκολο, τότε, να επιβιώσεις στη Φεηνάρκια. Γιατί σε διάλεξε η Παντοκράτειρα για σύζυγό της;»

«Ίσως επειδή ήμουν διαφορετικός,» είπε ο Τάμπριελ. «Αλλά, κατά πάσα πιθανότητα, για τις μυστικιστικές μου γνώσεις. Είναι πιο σπάνιες από την ιχνηλασία και το κυνήγι.

»Όπως και νάχει, δεν είμαι ένας από τους συζύγους της πλέον. Έχω άλλα πράγματα να κάνω. Σημαντικότερα πράγματα. Και νομίζω…» Κοίταξε το έδαφος σα να έψαχνε να βρει εκεί κάτι που είχε χάσει. «Νομίζω ότι βρίσκομαι στην αρχή του σωστού μονοπατιού σε τούτο το μέρος. Ναι… έτσι νομίζω, Ανταρλίδα.»

Θεοί! σκέφτηκε η Ανταρλίδα. Ελπίζω να ακούγεται μονάχα τρελός αλλά να μην είναι. Ή, τουλάχιστον, όχι τελείως. Γιατί, διαφορετικά, έχουμε μπλέξει πολύ άσχημα.

«Τι σημαντικότερα πράγματα;» τον ρώτησε. «Τι σχεδιάζεις;»

«Δεν ξέρω,» απάντησε ο Τάμπριελ. «Ακολουθώ εικόνες. Βάζω στη σωστή σειρά ένα τεράστιο ψηφιδωτό.»

Η Ανταρλίδα συνοφρυώθηκε. «Με βλέπεις κι εμένα μέσα στο ψηφιδωτό σου;»

«Ναι.»

Υπέροχα…

Η Ανταρλίδα σηκώθηκε όρθια. «Θα προσπαθήσω να πιάσω βραδινό,» είπε. «Όπλο έχεις επάνω σου»· κοίταξε το πιστόλι που ήταν θηκαρωμένο στη μέση του· «χρησιμοποίησέ το αν χρειαστεί.»

Ο Τάμπριελ’λι κατένευσε, κι εκείνη έφυγε βγάζοντας το τουφέκι από την πλάτη της και γλιστρώντας μέσα στο αυξανόμενο σκοτάδι του δάσους.

*

Ένας πυροβολισμός μέσα στο απόβραδο.

Ο Τάμπριελ, καθισμένος στο έδαφος, με την πλάτη ακουμπισμένη στον κορμό του δέντρου, δεν κινήθηκε από τη θέση του· ούτε ανησύχησε.

Η Μαύρη Δράκαινα βρήκε φαγητό.

Δε νόμιζε ότι θα χρειαζόταν να πυροβολήσει δεύτερη φορά.

*

Στον σκοτεινό ουρανό, ανάμεσα απ’τις φυλλωσιές των δέντρων, φαίνονταν δύο φεγγάρια, το ένα μαβί, το άλλο πράσινο.

Η Ανταρλίδα ξεπρόβαλε μέσα από τις νυχτερινές σκιές, τραβώντας πίσω της το σκοτωμένο θήραμά της: ένα ζαρκάδι.

Ο Τάμπριελ είχε ήδη ανάψει φωτιά. Μπορεί να μην είχε τόσες υπαίθριες ικανότητες όσες οι περισσότεροι άλλοι Φεηνάρκιοι, μα κάποια βασικά πράγματα ήξερε να τα κάνει.

Η Ανταρλίδα άφησε το ζαρκάδι κοντά στη φωτιά, κάθισε σε μια πέτρα, έβγαλε τις μπότες της, τράβηξε το ξιφίδιο απ’τη ζώνη της, κι άρχισε να γδέρνει το θήραμα.

«Δυσκολεύτηκες;» τη ρώτησε ο Τάμπριελ.

«Όχι. Και υπάρχει και μια πηγή μισό χιλιόμετρο από εδώ, την οποία μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε για να πιούμε νερό. Το δοκίμασα και μοιάζει καλό.»

«Κρίμα που δεν έχουμε φλασκιά για να γεμίσουμε.»

«Σύντομα,» είπε η Ανταρλίδα, γδέρνοντας το τρυφερό πετσί του ζαρκαδιού, «θα έχουμε.»

*

Όταν έψησαν το ζαρκάδι πάνω απ’τη φωτιά και έφαγαν το κρέας του, η Ανταρλίδα πήρε το κρανίο του και πήγε να το γεμίσει με νερό. Μετά από λίγο επέστρεψε, και ήπιαν, ενώ τα φλασκιά που είχε φτιάξει από το δέρμα του θηράματος στέγνωναν ακόμα δίπλα στις φλόγες.

Η ματιά του Τάμπριελ’λι έμεινε για λίγο στη φωτιά–

Πανύψηλα τείχη ορθώνονται. Γιγαντιαία. Γεμάτα σκαλίσματα τίγρεων. Στους πρόποδες ενός βουνού. Κι από κάτω τους, άνθρωποι, πεζοί και έφιπποι. Μια τοξωτή πύλη πάνω στα τείχη, ψηλή όσο τέσσερις άντρες, και ανοιχτή–

Η φωτιά, και γύρω της το σκοτεινό δάσος.

Ο Τάμπριελ’λι βλεφάρισε, και ήπιε άλλη μια γουλιά νερό.

«Καλύτερα να ξεκουραστούμε κι οι δύο απόψε,» είπε. «Θα υφάνω μια Μαγγανεία Υλικής Διαισθήσεως γύρω μας· αν κάτι μάς ζυγώσει, θα το καταλάβω.»

«Εγώ,» αποκρίθηκε η Ανταρλίδα, «πάντοτε προτιμώ τα μάτια και τ’αφτιά μου.»

«Μην είσαι ανόητη. Θα χρειαστούμε όλες μας τις δυνάμεις αύριο. Είμαστε σε μια διάσταση άγνωστη σ’εμάς. Μάλλον ούτε για την Παντοκράτειρα δεν ξέρουν εδώ.»

Η Ανταρλίδα συνοφρυώθηκε. «Αν δεν ξέρουν για την Παντοκράτειρα, τότε τούτο το μέρος πρέπει να βρίσκεται κάπου πέρα απ’το Γνωστό Σύμπαν…»

Ο Τάμπριελ ανασήκωσε τους ώμους. «Ίσως. Ένας υπερδιαστασιακός στρόβιλος μπορεί να σε πετάξει οπουδήποτε.»

Και άρθρωσε τα λόγια για τη Μαγγανεία Υλικής Διαισθήσεως.

Το μυαλό του και οι αισθήσεις του του είπαν ότι η μαγγανεία λειτούργησε κανονικά. Θετικό σημάδι αυτό. Σήμαινε πως τουλάχιστον κάποιοι βασικοί νόμοι δεν διέφεραν εδώ, σε τούτη τη διάσταση, όποια κι αν ήταν.

Επίσης, όπως είχε φανεί, κανονικά λειτουργούσαν και τα πυροβόλα όπλα, αφού η Ανταρλίδα είχε σκοτώσει το ζαρκάδι με το τουφέκι της. Η παρούσα διάσταση, επομένως, δεν ήταν όπως η Αρβήντλια ή η Διάσταση του Φωτός όπου τα πυροβόλα όπλα δεν λειτουργούσαν καθόλου· αλλά ούτε πρέπει να ήταν και σαν τη Βίηλ όπου υπήρχε σοβαρός κίνδυνος έκρηξης όταν πυροβολούσες, κι έτσι τα πυροβόλα αποφεύγονταν πάση θυσία.

«Θα μάθουμε περισσότερα συν τω χρόνω…» μουρμούρισε ο Τάμπριελ κάτω απ’την ανάσα του καθώς κοίταζε τις φλόγες.

«Τι είπες;» ρώτησε η Ανταρλίδα, που ακόνιζε το ξιφίδιό της.

«Ότι αύριο αρχίζει για εμάς μια πολύ μεγάλη εξερεύνηση, Μαύρη Δράκαινα.»

Κεφάλαιο Δεύτερο
Οι Άνθρωποι Επάνω Στα Άλογα

Εκείνες τις πρώτες ημέρες ο Μεγάλος Προφήτης και η Συνοδός του ήταν μπερδεμένοι, αποπροσανατολισμένοι. Χαμένοι σ’έναν κόσμο πρωτόγνωρο γι’αυτούς. Είχαν έρθει από τη διάσταση που ονομάζεται Απολλώνια μέσω ενός υπερδιαστασιακού στροβίλου που ο Προφήτης είχε δημιουργήσει προκειμένου να δώσει τέλος σ’έναν πόλεμο. Ο υπερδιαστασιακός στρόβιλος ήταν για εμάς «το Ρήγμα», γιατί τότε δεν γνωρίζαμε τι άλλο όνομα να του δώσουμε. Δεν είχαμε δει το Ατέρμονο Σύμπαν ακόμα. Ο Μεγάλος Προφήτης, που βλέπει τόσα πολλά, θα μας το έδειχνε αυτό. Θα μας ελευθέρωνε.

Στην αρχή, όμως, δεν ξέραμε ποιος ήταν ανάμεσά μας…

*
* * *
*

Τη νύχτα το κρύο ήταν έντονο, αλλά κατάφεραν να κοιμηθούν· και η Μαγγανεία Υλικής Διαισθήσεως του Τάμπριελ δεν τον ειδοποίησε ότι κάτι τούς πλησίαζε.

«Ήμασταν τυχεροί,» είπε η Ανταρλίδα, όρθια μέσα στο διαπεραστικό ψύχος της αυγής. «Σίγουρα ένα σωρό θηρία περιφέρονται σε τούτα τα μέρη.»

Το μοναδικό πράγμα που τους είχε ξυπνήσει τρεις φορές ήταν οι σεισμοί. Η διάσταση εξακολουθούσε να διαμαρτύρεται για την απρόσμενη παρουσία του υπερδιαστασιακού στροβίλου. («Θα σταματήσει ποτέ αυτό,» είχε ρωτήσει η Ανταρλίδα τη δεύτερη φορά που ξύπνησαν, «ή θα συνεχίζεται για πάντα;» Και ο Τάμπριελ είχε απαντήσει: «Πιστεύω πως οι σεισμοί θα πάψουν ύστερα από κάποιο καιρό.»)

«Ναι…» μουρμούρισε ο Τάμπριελ καθώς έβγαιναν στις παρυφές του δάσους και κοίταζαν ολόγυρα.

«Προς τα πού θα πάμε τώρα;»

Ο Τάμπριελ ύψωσε το χέρι του, δείχνοντας. «Προς τα εκεί.»

«Γιατί;»

«Επειδή πρέπει να πάμε κάπου, Μαύρη Δράκαινα,» αποκρίθηκε, ξεκινώντας να βαδίζει.

«Δηλαδή δεν το έχεις δει;» ρώτησε η Ανταρλίδα, ακολουθώντας τον.

Ο Τάμπριελ δεν απάντησε. Ένας ψυχρός αέρας είχε σηκωθεί κάνοντας τα λευκά του μαλλιά να κυματίζουν πάνω απ’τους ώμους του. Από τη δεξιά μεριά κούτσαινε ελαφρώς, όμως μπορούσε να οδοιπορήσει.

«Περίμενε!» του είπε η Ανταρλίδα, κι εκείνος κοντοστάθηκε ατενίζοντάς την ερωτηματικά.

Η Μαύρη Δράκαινα ζύγωσε ένα από τα δέντρα στις παρυφές του δάσους, έκοψε ένα μακρύ κλαδί με το ξιφίδιό της, το καθάρισε, και του το έδωσε για μπαστούνι.

Ο Τάμπριελ το πήρε στο δεξί χέρι κι άρχισε πάλι να βαδίζει.

«Παρακαλώ…» είπε η Ανταρλίδα, μορφάζοντας.

«Ευχαριστώ,» είπε ο Τάμπριελ, ουδέτερα.

Και προχώρησαν προς μερικούς λόφους, αφήνοντας το δάσος πίσω τους. Όταν ανέβαιναν την πρώτη πλαγιά, σύννεφα φάνηκαν να συγκεντρώνονται στον ουρανό σχεδόν σαν να τα είχε προσελκύσει εδώ ο υπερδιαστασιακός στρόβιλος. Μαύρα σύννεφα, που κάλυπταν τον ήλιο.

Μια αστραπή φώτισε απότομα το σκοτάδι· μια βροντή αντήχησε.

Βροχή ξεκίνησε.

Ο Τάμπριελ ρώτησε την Ανταρλίδα δίχως να στραφεί να την κοιτάξει: «Μπορείς κάπως να μας φτιάξεις κάπες;»

«Δεν είμαι υφάντρα,» απάντησε εκείνη ενώ το νερό της βροχής έκανε τα μακριά, ξανθά μαλλιά της να κολλάνε επάνω στις πλευρές του κατάλευκου προσώπου της. «Αλλά αν σκοτώσω κάποιο θηρίο που μπορώ να το γδάρω και να πάρω το τομάρι του, τότε ναι, ίσως καταφέρω να μας φτιάξω κάτι που μοιάζει με κάπες. Ελπίζω μόνο να μη σ’ενδιαφέρει η μόδα.»

Ο Τάμπριελ δεν γέλασε· σπάνια γελούσε: η Ανταρλίδα το ήξερε αυτό, το είχε ακούσει από τότε που κι οι δυο τους υπηρετούσαν την Παντοκράτειρα, εκείνος ως ένας από τους συζύγους της (Πρίγκιπας Τάμπριελ) κι εκείνη ως μία από τις Μαύρες Δράκαινες.

Το νερό είχε ποτίσει τα ρούχα τους όταν τελικά έφτασαν στην κορυφή του μικρού λόφου, και είδαν κι άλλους λόφους μετά απ’αυτόν, καθώς και κάμποσα βαθουλώματα ανάμεσά τους.

«Πρέπει κάπου να καλυφτούμε,» είπε η Ανταρλίδα.

Ο Τάμπριελ δε διαφώνησε.

Κατέβηκαν τον λόφο και βρήκαν μια ρηχή σπηλιά στην πλαγιά ενός άλλου. Στο εσωτερικό της ήταν ένα πρασινόφτερο πουλί με πελώρια κίτρινα μάτια, το οποίο τους ατένιζε διαπεραστικά αλλά δεν έβγαλε την παραμικρή φωνή για να προσπαθήσει να τους διώξει.

Η Ανταρλίδα είπε, καθώς περίμεναν τη μπόρα να κοπάσει: «Δεν είμαι απ’τους ανθρώπους που γκρινιάζουν, το ξέρεις αυτό – καμία Μαύρη Δράκαινα δεν είναι – αλλά γιατί έμπλεξες εμένα σ’ετούτη την ιστορία; Υπάρχει συγκεκριμένος λόγος για την παρουσία μου;»

«Δε σε έμπλεξα εγώ, Ανταρλίδα,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ, που είχε ήδη καθίσει στο έδαφος της σπηλιάς ενώ η Μαύρη Δράκαινα στεκόταν όρθια κοντά στο στόμιό της, έχοντάς του γυρισμένη την πλάτη. «Εσύ ήρθες να με βοηθήσεις όταν το όχημά μου χτυπήθηκε. Κι αν δεν με είχες βοηθήσει, η αλήθεια είναι πως μάλλον θα ήμουν νεκρός.»

«Μετά όμως σου είπα να μην ενεργοποιήσεις τη συσκευή. Οι δύο μηχανές εστίασης είχαν καταστραφεί, και υποτίθεται πως έπρεπε και οι τέσσερις να είναι λειτουργικές προκειμένου να δημιουργηθεί ο στρόβιλος.»

«Ο στρόβιλος δημιουργήθηκε: ακριβώς όπως τον είχα δει.»

«Δεν ξέρουμε όμως τι συνέβη στην Απολλώνια.» Η Ανταρλίδα στράφηκε να τον αντικρίσει πάνω απ’τον ώμο της. «Ίσως να τους σκότωσες όλους εκεί. Ίσως να σκότωσες ακόμα και τον Πρίγκιπα Ανδρόνικο!»

Ο Τάμπριελ κούνησε το κεφάλι. «Δεν είναι νεκρός ο Ανδρόνικος. Έχει πολλά να κάνει ακόμα.»

«Το έχεις… δει.» Δεν ήταν ερώτηση.

Ο Τάμπριελ κατένευσε σιωπηλά.

Η Ανταρλίδα πήρε το βλέμμα της από τον ερυθρόδερμο μάγο και το έστρεψε πάλι έξω, στη βροχή. «Θες να πεις ότι ήρθα τυχαία μαζί σου;»

«Τίποτα δεν είναι τυχαίο, Ανταρλίδα.»

«Δεν το σχεδίασες, όμως.»

«Όχι, δεν το σχεδίασα.»

«Ποιος το σχεδίασε, τότε;»

«Κανένας,» είπε ο Τάμπριελ.

Και η Ανταρλίδα σκέφτηκε: Είναι τρελός.

Έβγαλε ένα τσιγάρο από τη στολή της και το άναψε, περιμένοντας την καταιγίδα να περάσει.

*

Το μεσημέρι πλησίαζε όταν η βροχή, τελικά, σταμάτησε. Ο Τάμπριελ και η Ανταρλίδα είχαν φάει μερικά από τα ψημένα κομμάτια ζαρκαδιού που τους είχαν απομείνει από χτες βράδυ, και τώρα βγήκαν απ’τη σπηλιά. Ο ουρανός από πάνω τους ήταν πεντακάθαρος, και το χορτάρι των λόφων έμοιαζε πλυμένο.

Η Μαύρη Δράκαινα παρατήρησε κάτι που δεν το είχε παρατηρήσει τις προηγούμενες φορές: ένα… άστρο. Δεν μπορεί να ήταν τίποτ’άλλο. Ένα κατακόκκινο άστρο, στον βορειοδυτικό ορίζοντα. Ένα άστρο που οι μεγάλες ακτίνες του έμοιαζαν να είναι από ζωγραφιά σύμβολου, εμβλήματος, ή οικόσημου. Ύψωσε το χέρι της και το έδειξε.

«Τι είν’αυτό;»

Δεν άκουσε απάντηση από τον Τάμπριελ, και στράφηκε να τον κοιτάξει. Τα λευκά του φρύδια, παρατήρησε, ήταν σουφρωμένα πάνω από τα ψυχρά, γκρίζα μάτια του· το μέτωπό του ζαρωμένο.

«Τι συμβαίνει;» τον ρώτησε.

«Το έχω ‘δει’ αυτό το άστρο.»

«Είναι σημαντικό;»

«Νομίζω πως είναι.»

«Γιατί;»

«Μη ζητάς λεπτομέρειες,» της είπε. «Σύντομα θα μάθουμε.»

Και ανέβηκαν μια πλαγιά, νιώθοντας το χώμα υγρό κάτω από τα μποτοφορεμένα πόδια τους, να βουλιάζει και να τους δυσκολεύει στην οδοιπορία. Κρωξίματα πουλιών αντηχούσαν από μακριά.

Η Ανταρλίδα παρατήρησε ότι το δάσος όπου είχαν μπει πριν ήταν μεγαλύτερο απ’ό,τι φανταζόταν. Εκτεινόταν για πάρα πολλά χιλιόμετρα, και χανόταν μέσα σε ομίχλες.

Κοιτάζοντας πίσω της, είδε ότι το τοπίο γύρω από τον υπερδιαστασιακό στρόβιλο είχε τώρα αλλοιωθεί αισθητά, πολύ περισσότερο από πριν. Η υφή της διάστασης είχε ζαρώσει. Η Ανταρλίδα ένιωσε τις τρίχες της να ορθώνονται προς στιγμή. Πήρε το βλέμμα της από εκεί και το έστρεψε εμπρός–

Καβαλάρηδες!

Ιππείς πλησίαζαν από ένα άνοιγμα των χαμηλών λόφων. Καμια πενηνταριά, επάνω σε ψηλά άλογα, τα περισσότερα καφετιά αλλά και ορισμένα μαύρα και λευκά. Ήταν ντυμένοι με δέρματα και μεταλλικά κομμάτια αρματωσιάς, όπως κράνη, περικνημίδες, περικάρπια, και θώρακες. Η Ανταρλίδα δεν μπορούσε να διακρίνει αν κανένας τους κουβαλούσε πυροβόλο όπλο· δεν το νόμιζε, όμως.

«Τους έχεις ‘δει’ αυτούς;» ρώτησε τον Τάμπριελ καθώς είχαν σταματήσει να βαδίζουν.

«Έχω δει κάποιους που μοιάζουν μ’αυτούς.»

«Είναι εχθρικοί;»

«Δεν είμαι βέβαιος.»

«Γιατί έρχονται εδώ; Για εμάς;»

«Δεν μπορείς να μαντέψεις;» είπε ο Τάμπριελ.

«…Για τον στρόβιλο.»

Ένευσε. «Έτσι υποθέτω κι εγώ. Μάλλον, φαίνεται από πολύ μακριά.»

«Πρέπει να μας έχουν δει, πάντως,» είπε η Ανταρλίδα. «Ορισμένοι μάς δείχνουν.» Έβγαλε το τουφέκι απ’την πλάτη της.

«Θα τα βάλεις μ’όλους αυτούς;»

«Δε θα με φτάσουν οι σφαίρες. Ακόμα κι αν δεν έχουν πυροβόλα όπλα, δεν μπορούμε να τους αντιμετωπίσουμε. Όμως αισθάνομαι καλύτερα μ’ένα όπλο στα χέρια.»

Κατέβηκαν τον λόφο χωρίς να προσπαθούν ν’αποφύγουν τους ερχόμενους καβαλάρηδες. Καθώς αυτοί πλησίαζαν, η Ανταρλίδα κι ο Τάμπριελ’λι τούς παρατηρούσαν, και διέκριναν ότι ο δερματικός χρωματισμός τους ήταν είτε άσπρος με απόχρωση του ροζ είτε κατάμαυρος σαν μελάνι.

Ύστερα, οι ιππείς βρίσκονταν κοντά τους: και σχημάτισαν ένα ημικύκλιο γύρω τους, υψώνοντας βαλλίστρες και τραβώντας ξίφη.

Δεν έχουν πυροβόλα όπλα, σκέφτηκε η Ανταρλίδα.

Ένας ανάμεσά τους, ο οποίος έμοιαζε για αρχηγός και είχε δέρμα λευκό-ροζ και καστανά μαλλιά, φώναξε κάτι σε μια γλώσσα που η Μαύρη Δράκαινα δεν καταλάβαινε.

«Τι λέει;» ρώτησε τον Τάμπριελ, έχοντας το τουφέκι της μισοϋψωμένο εμπρός της και κρατώντας το με τα δύο χέρια.

«Δεν ξέρω. Δεν έχω ξανακούσει αυτή τη γλώσσα.»

Ο άγνωστος καβαλάρης επανέλαβε τα λόγια του, κοιτάζοντας την Ανταρλίδα και τον Τάμπριελ’λι. Ήταν ντυμένος με δέρματα, και είχε επάνω του περικάρπια από κάποιου είδους μέταλλο που έκανε πρασινογάλαζες ανταύγειες καθώς το χτυπούσε το ηλιακό φως. Το κράνος του ήταν καμωμένο από το ίδιο μέταλλο. Ο μανδύας που έπεφτε στους ώμους του είχε μαύρο χρώμα με πράσινες λωρίδες· η αγκράφα που τον συγκρατούσε στο στέρνο του άντρα ήταν μεγάλη και απεικόνιζε το κεφάλι βρυχούμενης τίγρης. Τα μακριά, καστανά μαλλιά του πολεμιστή έβγαιναν από τις άκριες του κράνους του κι έπεφταν επάνω στον μανδύα. Είχε γένι στο σαγόνι, και μουστάκι. Τα μάτια του ήταν σκληρά και σταθερά.

«Δεν καταλαβαίνουμε τι λες,» του είπε ο Τάμπριελ. «Μιλάς τη Συμπαντική;»

Ο άντρας αποκρίθηκε, στην ίδια γλώσσα με πριν.

«Μάλλον δεν τη μιλά,» είπε η Ανταρλίδα.

Ο άντρας έδωσε τώρα κάποια διαταγή στους υπόλοιπους, κι αρκετοί απ’αυτούς κατέβηκαν απ’τα άλογά τους πλησιάζοντας τον Τάμπριελ και την Ανταρλίδα· ορισμένοι κρατούσαν βαλλίστρες υψωμένες, άλλοι είχαν σπαθιά στα χέρια.

Η Μαύρη Δράκαινα πυροβόλησε στον αέρα, για να δει την αντίδρασή τους.

Οι άγνωστοι τρόμαξαν· πετάχτηκαν πίσω, φωνάζοντας.

Μάλλον δεν έχουν ξαναδεί πυροβόλο όπλο, συμπέρανε η Ανταρλίδα, και πυροβόλησε πάλι, στον αέρα.

«Μακριά!» φώναξε. «Μείνετε μακριά!» πισωπατώντας συγχρόνως, και λέγοντας στον Τάμπριελ: «Έλα μαζί μου.»

«Όχι!» είπε εκείνος πιάνοντας το μπράτσο της. «Περίμενε! Δεν έχουμε πού άλλου να πάμε· και δεν είναι τυχαίο που είμαστε εδώ.»

Ο αρχηγός φώναζε διαταγές, δείχνοντας την Ανταρλίδα και τον Τάμπριελ: και οι άγνωστοι πολεμιστές άρχισαν πάλι να συγκεντρώνονται γύρω τους.

«Ρίξε το όπλο σου στο έδαφος,» της είπε ο Τάμπριελ.

«Το έχεις δει’ αυτό; Είναι προφανές ότι θέλουν να μας αιχμαλωτίσουν!»

Ένα βέλος εκτοξεύτηκε, και η Ανταρλίδα έκανε ελαφρώς στο πλάι για να το αφήσει να περάσει από τ’αριστερά της.

Πολεμιστές πλησίαζαν από παντού.

Η Μαύρη Δράκαινα είδε ότι ο Τάμπριελ είχε δίκιο· δεν είχε νόημα να προσπαθήσουν να τους αντιμετωπίσουν. Έριξε το τουφέκι της στο έδαφος και ύψωσε τα χέρια. «Παραδινόμαστε,» είπε. «Δε θέλουμε το κακό σας. Δεν είμαστε εχθροί σας,» αν και ήξερε ότι δεν την καταλάβαιναν. Πώς είναι δυνατόν να μη γνωρίζουν τη Συμπαντική; Πού έχουμε βρεθεί;

Οι πολεμιστές, δίχως καθυστέρηση, τους περιτριγύρισαν, και κάποιος άρπαξε την Ανταρλίδα απ’το ένα χέρι ενώ ένας άλλος την έσπρωξε στην πλάτη ρίχνοντάς τη στα γόνατα. Ένας τρίτος πήρε το ξιφίδιο απ’τη ζώνη της· ένας τέταρτος σήκωσε το τουφέκι της από το έδαφος, κρατώντας το με μεγάλη προσοχή: τα χέρια του φαινόταν να τρέμουν.

Παραδίπλα, οι πολεμιστές είχαν παρομοίως σωριάσει τον Τάμπριελ και τον έψαχναν για όπλα. Τράβηξαν το πιστόλι απ’το θηκάρι στη ζώνη του.

Ο αρχηγός φώναξε ξανά κάποιες διαταγές. (Δεν μπορεί να ήταν τίποτ’άλλο από διαταγές, αν έκρινε κανείς από τον τόνο της φωνής του.)

Τώρα, σκέφτηκε η Ανταρλίδα, είμαστε στο έλεος αυτών των αγρίων. Ελπίζω να είχες καλό λόγο που μου είπες να πετάξω το όπλο μου, Τάμπριελ’λι, γιατί θα προτιμούσα να πάρω κάμποσους από δαύτους μαζί μου προτού πεθάνω.

Όταν τους είχαν αρπάξει όλα τους τα όπλα, οι πολεμιστές παραμέρισαν από μπροστά τους, και ο αρχηγός παρουσιάστηκε ξανά, τώρα πεζός μ’ένα σπαθί στο χέρι. Εκεί όπου το μανίκι του όπλου συναντούσε τη λεπίδα, το κεφάλι μιας τίγρης γυάλιζε, ολόχρυσο, με σμαραγδένια μάτια.

Ο άντρας έκανε μια ερώτηση στην Ανταρλίδα.

«Δεν μιλάμε τη γλώσσα σου!» του είπε εκείνη τρίζοντας τα δόντια, καθώς ήταν ακόμα γονατισμένη: πράγμα που δεν της άρεσε – μια Μαύρη Δράκαινα, αν ήταν να πεθάνει, όφειλε να πεθάνει όρθια, στα πόδια της!

Ο άντρας επανέλαβε την ίδια ερώτηση στον Τάμπριελ.

Ούτε εκείνος τον κατάλαβε αλλά, δείχνοντας τον εαυτό του με τους αντίχειρες των χεριών του, είπε: «Τάμπριελ.» Και μετά, δείχνοντας την Ανταρλίδα: «Ανταρλίδα.»

Ο αρχηγός συνοφρυώθηκε, σκεπτικά. Έπειτα έδειξε κι εκείνος τον εαυτό του με το ελεύθερό του χέρι. «Ναρχάεζ!» είπε με κάποια περηφάνια.

Εντάξει, σκέφτηκε η Ανταρλίδα, τώρα μάθαμε τουλάχιστον το όνομά σου.

Ο Ναρχάεζ έδωσε μια διαταγή στους πολεμιστές του, κι εκείνοι, τραβώντας την Ανταρλίδα και τον Τάμπριελ’λι, τους σήκωσαν όρθιους· έπειτα έβγαλαν σχοινί και τους έδεσαν τα χέρια.

«Τους έχουμε παραξενέψει,» της είπε ο Τάμπριελ, στωικά. «Ίσως, μάλιστα, να μην έχουν ξαναδεί κοκκινόδερμους ή λευκόδερμους ανθρώπους σ’ετούτη τη διάσταση· ίσως να έχουν όλοι τους ή δέρμα λευκό-ροζ ή κατάμαυρο.»

Η Ανταρλίδα έμεινε σιωπηλή.

Και μετά, οι πολεμιστές ανέβηκαν στα άλογά τους κι άρχισαν να τους τραβάνε μαζί τους, χωρίς να καλπάζουν, ώστε ο Τάμπριελ και η Ανταρλίδα να μπορούν άνετα να ακολουθήσουν.

Μας πηγαίνουν προς τον υπερδιαστασιακό στρόβιλο, παρατήρησε η Μαύρη Δράκαινα. Και, αναμφίβολα, δεν έχουν ιδέα τι είναι.

Κεφάλαιο Τρίτο
Σε Μια Απομονωμένη Διάσταση

Ο Μεγάλος Προφήτης ήταν κάποτε σύζυγος της Παντοκράτειρας, η οποία διεκδικεί για τον εαυτό της ολόκληρο το Γνωστό Σύμπαν. Δεν ήταν ο μοναδικός της σύζυγος, ασφαλώς, γιατί η Παντοκράτειρα παίρνει συζύγους από διάφορες διαστάσεις προκειμένου να επικυρώσει την εξουσία της. Όταν όμως παντρεύτηκε τον Μεγάλο Προφήτη εκείνος δεν είχε ακόμα το χάρισμα της Ενόρασης· όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, δεν ήταν παρά ένας απλός μάγος από τη διάσταση που ονομάζεται Φεηνάρκια: ένας μάγος του τάγματος των Δεσμοφυλάκων, οι οποίοι γνωρίζουν την τέχνη να φυλακίζουν θεούς και δαίμονες μέσα σε ειδικά διαμορφωμένα αντικείμενα και να χρησιμοποιούν τα πνεύματά τους για τους δικούς τους σκοπούς. Αργότερα ήταν που ο Μεγάλος Προφήτης απέκτησε την ικανότητα να βλέπει μέσα από τις ομίχλες του χρόνου· αργότερα ήταν που το Ατέρμονο Σύμπαν αποφάσισε να φωτίσει το νου του με εικόνες σαν από αντανακλάσεις σε καθρέφτη. Κι όταν αυτό συνέβη, βρισκόταν στο Πορφυρό Κενό, σ’ένα παράξενο, μακρινό ταξίδι, όπου είδε πράγματα για τα οποία δεν επιθυμεί να μιλήσει. Υποπτεύομαι, όμως, πως ξέρει ότι εμείς δε θα μπορούσαμε ποτέ να τα κατανοήσουμε, διότι το Ατέρμονο Σύμπαν δεν έχει αγγίξει τον νου μας όπως έχει αγγίξει τον δικό του.

*
* * *
*

Ένα σεισμικό κύμα τράνταξε τη γη καθώς τους πήγαιναν προς τον υπερδιαστασιακό στρόβιλο, και τα άλογα των καβαλάρηδων χρεμέτισαν αναστατωμένα.

Ανάμεσα από τους λόφους η υφή της διάστασης, από τα ψηλότερα σημεία του ουρανού μέχρι τη γη (και μέχρι πιο κάτω από τη γη, όπως γνώριζε πολύ καλά ο Τάμπριελ), φαινόταν να αλλοιώνεται, να ζαρώνει· κι ακόμα κι από εδώ όπου τώρα βρισκόταν η ομάδα των καβαλάρηδων, μπορούσε κανείς να νιώσει την απόκοσμη έλξη να τον τραβά σαν ρουφήχτρα σε θάλασσα ή ποταμό.

«Όχι!» φώναξε ο Τάμπριελ’λι. «Μην πλησιάζετε άλλο! Μην πλησιάζετε! Θα χαθείτε όλοι!»

Ο Ναρχάεζ στράφηκε να τον κοιτάξει, μην έχοντας προφανώς καταλάβει τίποτα από τα λόγια του.

Ο Τάμπριελ τράβηξε με δύναμη τα σχοινιά που έδεναν τα χέρια του: τα τράβηξε προς την αντίθετη μεριά απ’αυτήν όπου βρισκόταν ο στρόβιλος. «Πρέπει να φύγετε!» είπε. «Δε βλέπεις, Ναρχάεζ;» Έδειξε τον στρόβιλο. «Θα χαθείτε εκεί! Είναι επικίνδυνο!» Τράβηξε πάλι τα σχοινιά, προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Ο Ναρχάεζ έκανε νόημα στους ιππείς του να σταματήσουν. Πήρε το ένα χέρι του από τα ηνία του αλόγου του και έδειξε κι αυτός τον στρόβιλο πίσω από τους λόφους. Είπε κάτι στον Τάμπριελ το οποίο εκείνος δεν κατάλαβε, αλλά υπέθεσε ότι πρέπει να ήταν Ξέρεις τι είναι αυτό; ή Είναι επικίνδυνο; ή κάτι παρόμοιο.

«Κίνδυνος!» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ. «Κίνδυνος!» Και ξανατράβηξε τα σχοινιά του προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Ο Ναρχάεζ φάνηκε σκεπτικός. «Κίνδυνος;» είπε αργά, προφέροντας με δυσκολία τη λέξη που, αναμφίβολα, δεν ήξερε τι ακριβώς σήμαινε.

Ο Τάμπριελ κατένευσε. «Κίνδυνος.» Και μετά κούνησε το κεφάλι πέρα-δώθε, κι έδειξε τον στρόβιλο. «Δεν πλησιάζεις εκεί, Ναρχάεζ. Κίνδυνος.» Έδειξε πάλι, αλλά τώρα προς την αντίθετη κατεύθυνση. «Πρέπει να φύγουμε.»

Ο Ναρχάεζ εξακολουθούσε να τον κοιτάζει σκεπτικά. Ένας άλλος καβαλάρης πλησίασε τον αρχηγό και του μίλησε· εκείνος ένευσε. Και έδωσε, φωναχτά, μια διαταγή.

Οι καβαλάρηδες στράφηκαν απ’την άλλη κι άρχισαν ν’απομακρύνονται απ’τον υπερδιαστασιακό στρόβιλο.

Η Ανταρλίδα έριξε στον Τάμπριελ ένα βλέμμα που έλεγε: Ευτυχώς κατάφερες να τους αλλάξεις γνώμη.

Εκείνου η όψη έμεινε ανέκφραστη.

*

Όταν βγήκαν από τους λοφότοπους, οι καβαλάρηδες τούς ανέβασαν επάνω σε άλογα για να μπορούν να ταξιδέψουν πιο γρήγορα. Εξακολουθούσαν, βέβαια, να τους έχουν τα χέρια δεμένα, και δεν ήταν μόνοι τους επάνω στα άλογα: ήταν μαζί μ’έναν άλλο ιππέα. Η Ανταρλίδα αντιλαμβανόταν ότι αν ήθελε μπορούσε ν’αρπάξει το ξιφίδιο του καβαλάρη εμπρός της, να τον σκοτώσει καρφώνοντάς τον στο διάφραγμα, και να κόψει τα δεσμά της. Δεν το έκανε όμως, επειδή ούτε εκείνη ούτε ο Τάμπριελ δεν είχαν ιδέα πού βρίσκονταν, κι ετούτοι οι άνθρωποι, όποιοι κι αν ήταν, πιθανώς τελικά να μπορούσαν να τους βοηθήσουν.

Το μεσημέρι σταμάτησαν και έστησαν έναν πρόχειρο καταυλισμό. Με διαταγή του Ναρχάεζ, τα σχοινιά λύθηκαν από τα χέρια του Τάμπριελ και της Ανταρλίδας· και ο αρχηγός των καβαλάρηδων έκανε νόημα στους δύο εξωδιαστασιακούς να καθίσουν μαζί του έξω απ’τη σκηνή του. Εκτός από εκείνους ήταν κι άλλοι δύο ήδη καθισμένοι εκεί: ένας άντρας με λευκό-ροζ δέρμα και μαύρα, μακριά μαλλιά, κι ένας με δέρμα κατάμαυρο και μαλλιά πράσινα, σγουρά, και κοντά· στα μάγουλα, και μόνο στα μάγουλα, είχε πυκνό μούσι· και τα μάτια του γυάλιζαν μ’ένα μαβί χρώμα που θύμιζε το χρώμα του ενός απ’τα δύο φεγγάρια ετούτης της διάστασης.

Ο Ναρχάεζ έκανε ένα νόημα στην Ανταρλίδα και στον Τάμπριελ το οποίο έλεγε φανερά ότι μπορούσαν να φάνε και να πιουν ό,τι ήθελαν απ’όσα βρίσκονταν απλωμένα ανάμεσά τους επάνω στο λευκό ύφασμα. Εκείνοι δε δίστασαν να πάρουν κρέας και ψωμί, ούτε να γεμίσουν τα κύπελλα που βρίσκονταν κοντά τους μ’ένα ποτό που δεν μπορεί παρά να ήταν κρασί – και, μάλιστα, διαπίστωσαν πως ήταν πολύ καλό στη γεύση.

Ο Ναρχάεζ σύστησε τους άλλους δύο: τον λευκόδερμο τον έλεγαν Ερβάδαζ, τον μαυρόδερμο Χάλρεοκ.

Ο Τάμπριελ σύστησε πάλι τον εαυτό του και την Ανταρλίδα, και ο Ναρχάεζ έγνεψε καταφατικά σα να μην είχε ξεχάσει τα ονόματά τους.

Θετικό σημάδι αυτό, έκρινε ο Τάμπριελ. Αφού δεν έχει ξεχάσει τα ονόματά μας, δεν πρέπει να θέλει το κακό μας. Και ήπιε μια γουλιά από το κρασί.

Κατά τη διάρκεια του μεσημεριού, ο Ναρχάεζ προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί τους αλλά οι προσπάθειές του δεν απέδωσαν. Κανένας δεν μπορούσε να καταλάβει τι έλεγε ο άλλος· οι γλώσσες τους δεν είχαν καμία απολύτως συνάφεια. Ο Χάλρεοκ, επομένως, πρέπει να αποφάσισε ότι ίσως ήταν συνετό ν’αρχίσει από τα βασικά: κρατώντας διάφορα αντικείμενα στα χέρια του – ένα κύπελλο, ένα κομμάτι κρέας, ένα ξιφίδιο, ένα κράνος – άρχισε να λέει τα ονόματά τους.

Προσπαθεί να μας μάθει τη γλώσσα τους, σκέφτηκε η Ανταρλίδα.

Σε κάποια στιγμή, ο Χάλρεοκ άγγιξε το μαύρο μέτωπό του και είπε μια λέξη· μετά άγγιξε το μέτωπο του Ναρχάεζ και είπε μια άλλη λέξη· και μετά άγγιξε τα μέτωπα της Ανταρλίδας και του Τάμπριελ προφέροντας πάλι άλλες λέξεις. Τέλος, έκανε μια ερώτηση καθώς και ερωτηματικές χειρονομίες.

«Μάλλον,» είπε η Ανταρλίδα στον Τάμπριελ, «θέλει να μάθει γιατί έχουμε τον δερματικό χρωματισμό που έχουμε.»

Εκείνος ένευσε. «Πώς, όμως, να του πούμε ότι δεν είμαστε από αυτή τη διάσταση;»

Η Ανταρλίδα δεν είχε απάντηση να δώσει σ’αυτό. Σίγουρα, οι λέξεις που τους είχε μάθει ο Χάλρεοκ δεν επαρκούσαν για να αποδώσουν ένα τόσο πολύπλοκο νόημα.

Ο Τάμπριελ είπε ξιφίδιο και άπλωσε το χέρι του.

Ο Ναρχάεζ, δίχως να διστάσει, τράβηξε το ξιφίδιό του και του το έδωσε με τη λαβή μπροστά. Εκείνος το πήρε και, χρησιμοποιώντας τη λεπίδα του, διέγραψε στο χώμα μια ευθεία γραμμή. Μετά ζωγράφισε από πάνω της μια σφαίρα που ακτινοβολούσε – έναν ήλιο, για να δείξει πού ήταν ο ουρανός – και στη συνέχεια σχημάτισε τεθλασμένες, αλληλοτεμνόμενες γραμμές που ξεκινούσαν από ψηλά στον ουρανό και έφταναν ώς τη γη και κάτω από τη γη – ο υπερδιαστασιακός στρόβιλος. Έπειτα, έδειξε τον εαυτό του και την Ανταρλίδα, και σχημάτισε μια καμπύλη μ’ένα βέλος, από τον στρόβιλο προς τη γη.

Ο Ναρχάεζ, ο Ερβάδαζ, και ο Χάλρεοκ μίλησαν για λίγο αναμεταξύ τους.

Ο Τάμπριελ επέστρεψε το ξιφίδιο στον πρώτο κι εκείνος το θηκάρωσε.

*

Το απόγευμα αντίκρισαν μια περιτειχισμένη πόλη. Τα τείχη της ήταν ψηλά και πέτρινα, και ήταν χτισμένη σε μια πεδιάδα κάτω από τα βουνά που ορθώνονταν στα βόρεια.

Ο Ναρχάεζ έκανε νόημα στους ιππείς του να σταματήσουν και, δείχνοντας την πόλη, είπε στον Τάμπριελ: «Άλρεχ. Άλρεχ.»

Το όνομά της, μάλλον, σκέφτηκε εκείνος νεύοντας. Όπως και πριν, ήταν επάνω σ’ένα άλογο μαζί μ’έναν άλλο καβαλάρη, και τα χέρια του ήταν δεμένα – ακόμα δεν τους εμπιστεύονταν αρκετά για να τους αφήσουν λυτούς.

Ο Ναρχάεζ φώναξε κάτι – την ίδια λέξη που φώναζε πάντα όταν ήθελε να ξεκινήσουν – και οι ιππείς άρχισαν να καλπάζουν προς την πόλη.

Η Ανταρλίδα, που κι εκείνη ήταν καθισμένη σε άλογο και δεμένη όπως ο Τάμπριελ’λι, έστρεψε το κεφάλι της πίσω και κοίταξε πάνω απ’τον ώμο της προς τον υπερδιαστασιακό στρόβιλο.

Ακόμα φαίνεται, παρατήρησε. Έχουμε ταξιδέψει τόσα χιλιόμετρα κι ακόμα φαίνεται. Σα να μην έχουμε απομακρυνθεί παρά μερικές εκατοντάδες μέτρα. Το έκαναν πάντοτε αυτό οι υπερδιαστασιακοί στρόβιλοι; Η Ανταρλίδα δεν το είχε ξανακούσει. Ετούτος εδώ, πάντως, έμοιαζε νάναι σαν τον ήλιο, τα φεγγάρια, και τ’αστέρια, που όπου κι αν είσαι μπορείς να τα δεις.

Όπου κι αν είσαι; Φαινόταν, άραγε, από οποιοδήποτε σημείο αυτής της διάστασης;

Θα το ανακαλύψουμε.

Καθώς πλησίαζαν την πόλη, ένας ισχυρός σεισμός τράνταξε το έδαφος. Τα άλογα της ομάδας του Ναρχάεζ χρεμέτισαν, και πολλά σηκώθηκαν στα πισινά τους πόδια. Ένας καβαλάρης κραύγασε, πέφτοντας· κι άλλος ένας. Κι ένας ακόμα.

Ο βρόντος που ερχόταν από τα βάθη της γης ήταν πολύ δυνατός.

Η Ανταρλίδα είδε, με τις άκριες των ματιών της, το έδαφος να σκίζεται. Στράφηκε για να κοιτάξει καλύτερα–

Ένα ρήγμα άνοιγε.

Μια τάφρος.

Καταπίνοντας χώμα και πέτρες και χόρτα.

Το άλογο που μετέφερε την Ανταρλίδα και τον συνοδό της χλιμίντριζε τρομαγμένα, και σηκώθηκε στα πίσω πόδια του· άρχισε να χοροπηδά. Ο ιππέας προσπάθησε να το συγκρατήσει, τραβώντας βίαια τα ηνία.

«Όχι!» είπε η Ανταρλίδα. «Όχι έτσι· το πανικοβάλλεις χειρότερα!» Γιατί ήταν Μαύρη Δράκαινα, και οι Μαύρες Δράκαινες δεν υστερούσαν σε γνώσεις ιππασίας.

Ο ιππέας, όμως, δεν καταλάβαινε τι του έλεγε, κι ακόμα κι αν καταλάβαινε αμφίβολο ήταν ότι θα μπορούσε να ελέγξει το άλογό του.

Το ζώο, αφηνιασμένο, τους πέταξε και τους δύο από πάνω του, στη γη που τρανταζόταν.

Η Ανταρλίδα, λυγίζοντας τον κορμό και τα γόνατά της, κύλησε για να μη βγάλει κανέναν ώμο έτσι όπως ήταν δεμένη. Μετά, σχεδόν αμέσως, σηκώθηκε στο ένα γόνατο, κοιτάζοντας τριγύρω.

Η έφιππη ομάδα ήταν άνω-κάτω: άλλοι εξακολουθούσαν να βρίσκονται πάνω στις σέλες τους, άλλοι είχαν πέσει· ορισμένα άλογα είχαν φύγει τρέχοντας, και φαίνονταν ν’απομακρύνονται προς τυχαίες κατευθύνσεις. Ο ιππέας που φυλούσε τον Τάμπριελ δεν είχε πέσει· κρατούσε το ζώο του υπό τον έλεγχο του. Ο Ναρχάεζ, επίσης, είχε καταφέρει να παραμείνει στη σέλα του.

Ο σεισμός σταμάτησε.

*

Πέρασαν την πύλη της Άλρεχ σαν παραζαλισμένοι, άλλοι έφιπποι άλλοι όχι. Η Ανταρλίδα ήταν από αυτούς που βάδιζαν, με τα χέρια της ακόμα δεμένα.

Οι δρόμοι της πόλης ήταν λιθόστρωτοι. Τα περισσότερα οικοδομήματα δεν ήταν ψηλά – είχαν το πολύ τρεις ορόφους – και κάμποσα τώρα είχαν υποστεί σοβαρές ζημιές από τον σεισμό: τζάμια είχαν σπάσει, πόρτες είχαν βγει απ’τη θέση τους, τρύπες είχαν γίνει επάνω σε τοίχους και οροφές. Οι κάτοικοι ήταν ανάστατοι, και η τοπική φρουρά έτρεχε από δω κι από κει για να προσφέρει βοήθεια.

Η Ανταρλίδα παρατήρησε ότι οι άνθρωποι αυτού του μέρους δεν πρέπει να είχαν καμία μορφή εξελιγμένης τεχνολογίας. Ενεργειακά οχήματα δεν έβλεπε πουθενά, καθώς διέσχιζε τους στενούς δρόμους μαζί με τους καβαλάρηδες του Ναρχάεζ· ούτε φαινόταν να έχουν αναπτύξει κάποιο είδος τηλεπικοινωνίας: κανένας από τους φρουρούς δεν κρατούσε τηλεπικοινωνιακό πομπό ή παρόμοιο όργανο.

Αναρωτιέμαι, σκέφτηκε η Ανταρλίδα, αν έχουν μάγους εδώ… Αν έχουν, σίγουρα θα είναι τελείως διαφορετικοί από αυτούς που ξέρουμε εμείς. Τα μαγικά τάγματα του Γνωστού Σύμπαντος δεν πρέπει να είχαν καμία επιρροή σε τούτη τη διάσταση. Μα τους θεούς, αυτό το μέρος μοιάζει τελείως αποκομμένο. Απομονωμένο.

Πού έχουμε βρεθεί;

Θα μπορέσουμε ποτέ να επιστρέψουμε;

Ο Κάρτωλακ να σε φάει, Τάμπριελ’λι! γιατί μ’έφερες εδώ; Γιατί πάτησες εκείνο το καταραμένο κουμπί; Οι δύο από τις τέσσερις μηχανές εστίασης είχαν καταστραφεί!

Αναστέναξε. Τι νόημα είχε να επικαλείται τον Κάρτωλακ, έναν θεό της Σεργήλης, εδώ; Αυτή η διάσταση μοιάζει τόσο μακριά από το υπόλοιπο σύμπαν που καμία προσευχή ή επίκληση δεν μπορεί να εισακουστεί.

Διασχίζοντας τους ανάστατους δρόμους της Άλρεχ, έφτασαν σ’ένα οικοδόμημα που δεν μπορεί παρά να ήταν μέγαρο, και δεν μπορεί παρά εδώ να έμενε ο άρχοντας της περιοχής. Ο Ναρχάεζ κατέβηκε απ’το άλογό του και μίλησε με τους φρουρούς, οι οποίοι άνοιξαν τη διπλή, καγκελωτή πύλη του κήπου για να τους υποδεχτούν. Τα άλογά τους τα πήραν ιπποκόμοι, και γύρω απ’την Ανταρλίδα και τον Τάμπριελ’λι συγκεντρώθηκαν στρατιώτες της πόλης. Ο Ναρχάεζ συζήτησε για λίγο με μία απ’αυτούς η οποία φαινόταν για διοικήτριά τους: μια εύσωμη, ξανθιά γυναίκα με δέρμα λευκό-ροζ. Μετά, στράφηκε στην Ανταρλίδα και τον Τάμπριελ και, χαμογελώντας, τους είπε μερικά λόγια που έμοιαζαν καθησυχαστικά.

Γιατί θέλει να μας καθησυχάσει; αναρωτήθηκε η Μαύρη Δράκαινα. Τι θα συμβεί;

Οι φρουροί που περιτριγύριζαν εκείνη και τον Τάμπριελ τούς τράβηξαν από τα σχοινιά τους και τους απομάκρυναν από τους υπόλοιπους. Τους οδήγησαν επάνω σ’ένα λιθόστρωτο μονοπάτι του κήπου και, τελικά, μπροστά σε μια ανοιχτή πόρτα όπου ξεκινούσαν πέτρινα σκαλοπάτια τα οποία κατέβαιναν. Τους έσπρωξαν για να μπουν, και κατέληξαν σ’ένα μέρος που φωτιζόταν από δαυλούς και ήταν υγρό και γεμάτο σκιές.

Μπουντρούμι.

Οι φρουροί που βρίσκονταν εδώ τούς κοίταζαν με περιέργεια· μάλλον δεν είχαν ξαναδεί ανθρώπους με τον δικό τους δερματικό χρωματισμό. Οι όψεις τους δεν ήταν φιλικές.

Οδήγησαν τον Τάμπριελ και την Ανταρλίδα σ’ένα πέτρινο κελί, έλυσαν τα χέρια τους, έκλεισαν την καγκελωτή πόρτα, και τους άφησαν εκεί.

Εκείνοι κάθισαν επάνω σε κάτι άχυρα που υπήρχαν στο βάθος.

Μετά από λίγο, η Ανταρλίδα ρώτησε: «Πώς είναι το πόδι σου;»

«Πονάει, αλλά θα ζήσω.»

Μια παύση, ύστερα: «Έχεις ‘δει’ πότε θα μας βγάλουν από δω;»

«Όχι.»

«Αυτοί οι άνθρωποι δεν πρέπει νάχουν καμία επαφή με το υπόλοιπο σύμπαν, Τάμπριελ,» είπε η Ανταρλίδα. «Δεν έχουν ούτε πυροβόλα όπλα, ούτε ενεργειακά οχήματα, ούτε καμία μορφή τηλεπικοινωνίας. Τουλάχιστον δεν έχουμε δει τίποτα από αυτά ακόμα. Και δε νομίζω πως οφείλεται στο γεγονός ότι οι γνωστές τεχνολογίες δεν λειτουργούν σε τούτη τη διάσταση· τα όπλα μας διαπιστώσαμε ότι λειτουργούσαν.»

«Απομονωμένη διάσταση…» είπε κουρασμένα ο Τάμπριελ, γλείφοντας τα χείλη του που είχαν ξεραθεί.

Η Ανταρλίδα συνοφρυώθηκε στρεφόμενη να τον κοιτάξει. «Τι πράγμα;»

«Έτσι ονομάζονται οι διαστάσεις που δεν έχουν καμία δίοδο προς άλλη διάσταση. Φυσικά, είναι θεωρητικές· γιατί πώς ξέρεις ότι υπάρχουν αν δεν μπορείς να πας σ’αυτές;»

«Η δική μας περίπτωση δεν είναι θεωρητική!»

«Ναι, κατά πάσα πιθανότητα είμαστε σε μια απομονωμένη διάσταση. Οι άνθρωποι εδώ δεν πρέπει να έχουν ιδέα για το υπόλοιπο σύμπαν· πρέπει να νομίζουν ότι είναι μόνοι τους, ότι μόνο ο δικός τους κόσμος υπάρχει.»

«Και τώρα άνοιξε ένας υπερδιαστασιακός στρόβιλος εδώ…» μουρμούρισε η Ανταρλίδα.

«Ναι. Φαντάζεσαι πόσο θα τους έχει παραξενέψει το φαινόμενο;»

«Τον καθένα θα είχε παραξενέψει· δεν είναι κάτι που βλέπεις κάθε μέρα, όπου κι αν είσαι.»

Βήματα ακούστηκαν να έρχονται από τον διάδρομο· μια πολεμίστρια παρουσιάστηκε, ντυμένη όπως τους υπόλοιπους φρουρούς και βαστώντας έναν δίσκο στα χέρια. Ένας άλλος φρουρός την ακολουθούσε, ο οποίος, τραβώντας μια αρμαθιά κλειδιά από τη ζώνη του, ξεκλείδωσε το κελί και την άφησε να μπει. Η γυναίκα ακούμπησε τον δίσκο κοντά στον Τάμπριελ και την Ανταρλίδα και έφυγε. Ο άντρας κλείδωσε πάλι, και χάθηκαν κι οι δυο τους μέσα στις σκιές του υπόγειου διαδρόμου.

Επάνω στον δίσκο ήταν αρκετό φαγητό, καθώς και μια καράφα με νερό και δύο κύπελλα. Η Ανταρλίδα και ο Τάμπριελ’λι δεν δίστασαν να φάνε.

Κεφάλαιο Τέταρτο
Ταξίδι Προς Άγνωστο Προορισμό

Στην αρχή, δεν ξέραμε πώς να τους φερθούμε. Ήταν τελείως άγνωστοι για εμάς. Δεν είχαμε ξαναδεί κανέναν σαν αυτούς. Και ήταν κατανοητό, θέλω να πιστεύω, να τους φοβόμαστε λίγο. Εξάλλου, τότε δεν γνωρίζαμε ακόμα την απίστευτη πολυπλοκότητα του Ατέρμονου Σύμπαντος.

Ωστόσο κάποιοι ανάμεσά μας είχαν το θάρρος να τους δείξουν εμπιστοσύνη, και να τους οδηγήσουν εκεί όπου και εμείς θα μπορούσαμε να μάθουμε περισσότερα για αυτούς αλλά και εκείνοι να μάθουν περισσότερα για εμάς…

Η γνώση διώχνει τον φόβο.

*
* * *
*

Κοιμήθηκαν επάνω στα άχυρα του κελιού, και μετά από ώρες κάποιος ήρθε να τους ξυπνήσει. Ένας φρουρός, ο οποίος άνοιξε την καγκελωτή πόρτα και τους έκανε νόημα να βγουν. Από το στενό παράθυρο του κελιού τους φαινόταν ότι ήταν πρωί· είχε ξημερώσει.

Ο Τάμπριελ και η Ανταρλίδα διέσχισαν γι’ακόμα μια φορά τα υγρά υπόγεια και, ανεβαίνοντας την πέτρινη σκάλα, βρέθηκαν στον κήπο. Μερικοί στρατιώτες τούς περίμεναν εκεί, και τους οδήγησαν σ’ένα μέρος ανάμεσα στα δέντρα όπου ένα ξύλινο τραπέζι ήταν στημένο καθώς και κάποιες καρέκλες. Επάνω στο τραπέζι υπήρχαν ελαφριά φαγητά, νερό, και τσάι. Σε μια από τις καρέκλες καθόταν ο Ναρχάεζ, και σ’άλλες δύο, ο Ερβάδαζ και ο Χάλρεοκ.

Ο Ναρχάεζ έκανε νόημα στον Τάμπριελ και στην Ανταρλίδα να καθίσουν, μιλώντας συγχρόνως: λέγοντας πράγματα που εκείνοι δεν μπορούσαν να καταλάβουν. Το χέρι του όμως έδειχνε τα φαγητά, έτσι ήταν προφανές ότι τους προσκαλούσε να φάνε.

Κάθισαν σε αντικριστές καρέκλες, και ένας υπηρέτης, που ξεπρόβαλε ξαφνικά από τις σκιές του κήπου, γέμισε τα κύπελλά τους με τσάι και νερό, και έβαλε φαγητό στα πιάτα τους.

Πρώτα, σκέφτηκε η Ανταρλίδα, μας πετάνε στα μπουντρούμια· μετά, μας περιποιούνται σαν να ήμασταν καλεσμένοι τους… Κι άρχισε να τρώει.

Ο Τάμπριελ άρχισε επίσης να τρώει, ενώ αναρωτιόταν σε ποιον ανήκε αυτό το μέγαρο όπου βρίσκονταν. Αναμφίβολα, πρέπει να ήταν ο άρχοντας της Άλρεχ, αλλά γιατί δεν είχε έρθει να τους δει; Δεν τους εμπιστευόταν; Θεωρούσε ότι ίσως να ήταν κάποιου είδους κατάσκοποι, σταλμένοι από τους εχθρούς της περιοχής του;

Δυστυχώς δεν μπορούμε να κάνουμε τόσο περίπλοκες ερωτήσεις στον Ναρχάεζ· όχι, τουλάχιστον, μέχρι να μάθουμε καλύτερα τη γλώσσα που χρησιμοποιούν σε τούτη τη διάσταση.

Όταν τελείωσαν το πρωινό τους (το οποίο περιλάμβανε, κατά κύριο λόγο, φαγητά που κι οι δυο τους γνώριζαν – φαγητά που υπήρχαν και στο Γνωστό Σύμπαν – αλλά και κάποια που τους ήταν τελείως άγνωστα – καρπούς και πολτούς που δεν είχαν ξαναδεί) ο Ναρχάεζ τούς έκανε νόημα να σηκωθούν και ν’ακολουθήσουν εκείνον και τους συντρόφους του. Ο Τάμπριελ και η Ανταρλίδα υπάκουσαν – τι άλλη επιλογή είχαν;

Προχώρησαν για λίγο μέσα στον κήπο του μεγάρου και συνάντησαν τους υπόλοιπους καβαλάρηδες του Ναρχάεζ κοντά στα άλογά τους. Ο στάβλος ήταν παραδίπλα, παρατήρησαν, μισοκρυμμένος πίσω από τις φυλλωσιές των δέντρων και τους θάμνους. Ο Ερβάδαζ έπιασε δύο άλογα από τα χαλινάρια και, τραβώντας τα, τα έφερε πλάι στους δύο εξωδιαστασιακούς. Τους έκανε μια ερώτηση, ακουμπώντας τα χέρια του πάνω στις σέλες.

Η Ανταρλίδα κοίταξε τον Τάμπριελ. «Μας ρωτά αν ξέρουμε ιππασία;»

«Κι εγώ έτσι νομίζω,» αποκρίθηκε εκείνος.

Ο Ναρχάεζ τούς έκανε νόημα ν’ανεβούν στα άλογα.

«Μάλλον,» είπε ο Τάμπριελ στην Ανταρλίδα, «έχουν αρχίσει να μας δείχνουν κάποια εμπιστοσύνη.» Κι ανέβηκε στο ένα άλογο.

Η Μαύρη Δράκαινα ανέβηκε στο άλλο.

Ο Ναρχάεζ μειδίασε, κι ένευσε λέγοντας κάτι που δεν κατάλαβαν αλλά πρέπει να ήταν θετικό, όπως Ωραία, ή Καλώς, ή Εντάξει.

Οι υπόλοιποι πολεμιστές καβάλησαν τα άλογά τους, και όλοι μαζί βγήκαν από τον κήπο του μεγάρου, μπαίνοντας στους δρόμους της Άλρεχ.

Η Ανταρλίδα παρατήρησε πως, παρότι όντως ο Ναρχάεζ έμοιαζε να τους δείχνει εμπιστοσύνη πλέον, δεν τους είχε αφήσει και τελείως αφύλαχτους: γύρω τους ήταν ιππείς που είχαν τα μάτια τους περισσότερο στραμμένα σ’αυτούς παρά οπουδήποτε αλλού. Και λογικό είναι. Αν ο Τάμπριελ έχει δίκιο, αν πράγματι βρισκόμαστε σε μια απομονωμένη διάσταση, τότε πρέπει να φαινόμαστε πολύ περίεργοι σε τούτους τους ανθρώπους.

Βγήκαν από μια άλλη πύλη της Άλρεχ, όχι από αυτήν που είχαν μπει χτες το απόγευμα.

Νότια, παρατήρησε η Ανταρλίδα κοιτάζοντας τη θέση του ήλιου· αυτή η πύλη είναι νότια.

Και τρόχασαν επάνω σε μια δημοσιά που γύρω της απλώνονταν χωράφια.

Σε κάποια στιγμή, ο Ναρχάεζ έδειξε εκείνο το κατακόκκινο αστέρι με τις μακριές αχτίνες στον βορειοδυτικό ορίζοντα, και έκανε μια ερώτηση στον Τάμπριελ’λι.

Εκείνος κούνησε το κεφάλι. «Δεν ξέρω τι είναι,» απάντησε, υποθέτοντας ότι αυτή ήταν η ερώτηση του Ναρχάεζ.

Με την ευκαιρία, η Ανταρλίδα κοίταξε προς τα εκεί όπου βρισκόταν ο υπερδιαστασιακός στρόβιλος, και τον είδε πάλι. Παρότι είχαν απομακρυνθεί τόσο πολύ από αυτόν, εξακολουθούσε να φαίνεται. Όπως και το κατακόκκινο αστέρι. Ολόκληρος ο ουρανός έμοιαζε να βαθαίνει προς εκείνη τη μεριά, να αλλοιώνεται με τρόπο δύσκολο να κατονομαστεί.

Ο Ναρχάεζ δεν έκανε άλλη ερώτηση στον Τάμπριελ, καταλαβαίνοντας μάλλον την απάντησή του.

Η Ανταρλίδα, όμως, ρώτησε τον κοκκινόδερμο μάγο: «Γιατί ο στρόβιλος δεν χάνεται όσο απομακρυνόμαστε από αυτόν; Δε θα έπρεπε κανονικά να μικραίνει; Δε θα έπρεπε πλέον να έχει χαθεί από το πεδίο όρασής μας;»

«Κανονικά, ναι, μάλλον θα έπρεπε να έχει χαθεί. Αλλά με τους υπερδιαστασιακούς στροβίλους ποτέ δεν ξέρεις, Ανταρλίδα…»

«Δηλαδή ετούτος εδώ μπορεί να φαίνεται από οποιοδήποτε σημείο της διάστασης;»

«Έτσι όπως δείχνει το πράγμα, δε θα το απέκλεια. Κι επιπλέον, μην ξεχνάς ότι αυτή πρέπει νάναι μια πολύ ιδιαίτερη διάσταση…»

Η Ανταρλίδα συνοφρυώθηκε. «Τι εννοείς;»

«Κατά πρώτον, είναι σίγουρα μια απομονωμένη διάσταση: και δεν ξέρουμε τι αποτελέσματα μπορεί να έχει ένας υπερδιαστασιακός στρόβιλος σε μια διάσταση χωρίς καμία δίοδο προς αλλού. Κατά δεύτερον, όπως θα έχεις ήδη καταλάβει, δε βρισκόμαστε τυχαία εδώ.»

«Πώς θα έπρεπε να το έχω καταλάβει; Επειδή μας… είδες να ερχόμαστε;»

Ο Τάμπριελ δεν αποκρίθηκε.

Θεωρεί την ερώτησή μου ρητορική; σκέφτηκε η Ανταρλίδα. Ή την απάντηση αυτονόητη;

Δε συνέχισε την κουβέντα.

*

Το μεσημέρι έφτασαν σε μια πόλη που βρισκόταν στις όχθες μιας λίμνης ή στις ακτές μιας θάλασσας. Κρίνοντας από το περιβάλλον και από τον αέρα που φυσούσε, όμως, και η Ανταρλίδα και ο Τάμπριελ υπέθεσαν ότι ήταν λίμνη, όχι θάλασσα. Ο θαλασσινός αέρας είναι διαφορετικός: πιο αλμυρός, πιο άγριος.

Η πόλη ήταν περιτειχισμένη όπως η προηγούμενη, αλλά μεγαλύτερη. Ψηλοί πύργοι ορθώνονταν πάνω απ’τα τείχη της, γυαλίζοντας στο ηλιακό φως. Και ένα αρκετά μεγάλο μέρος της ήταν οικοδομημένο πάνω από τα νερά της λίμνης. Μικρότερα και μεγαλύτερα πλοία φαίνονταν στο λιμάνι, κωπήλατα και ιστιοφόρα – κανένα ενεργειακό σκάφος, φυσικά.

Ο Ναρχάεζ έδειξε την πόλη, λέγοντας: «Ναλκέμ. Ναλκέμ!»

Οι ιππείς τρόχασαν προς την πύλη· και σταμάτησαν εκεί, μπροστά στους φρουρούς. Ο Ναρχάεζ ξεπέζεψε, έδειξε στους στρατιώτες ένα μεγάλο δαχτυλίδι που φορούσε στο αριστερό χέρι–

(ο Τάμπριελ το παρατήρησε για πρώτη φορά, και: Πρέπει να αποτελεί αναγνωριστικό, σκέφτηκε προσπαθώντας να το δει καλύτερα: ήταν λαξεμένο σαν το κεφάλι βρυχούμενης τίγρης, όπως η αγκράφα στον μανδύα του Ναρχάεζ, και στα μάτια της τίγρης υπήρχαν δύο κόκκινοι, γυαλιστεροί λίθοι – ρουμπίνια;)

–και τους μίλησε. Κάνοντας μια χειρονομία, έδειξε τον Τάμπριελ’λι και την Ανταρλίδα.

Εμείς, λοιπόν, είμαστε πάλι το θέμα της συζήτησης, συλλογίστηκε ο Τάμπριελ. Ναι, σίγουρα δεν βρισκόμαστε τυχαία εδώ. Τι ακριβώς, όμως, πρέπει να κάνουμε;

Οι φρουροί της Ναλκέμ παραμέρισαν, ο Ναρχάεζ καβάλησε πάλι το άλογό του, και οι ιππείς μπήκαν στην πόλη.

Οι δρόμοι της ήταν μεγαλύτεροι από αυτούς της Άλρεχ, πιο καθαροί, και γενικώς καλύτεροι. Διασχίζοντάς τους έφτασαν σ’ένα μέρος που δεν μπορεί παρά να ήταν αγορά, καθώς ήταν γεμάτο με κόσμο και εμπόρους που διαλαλούσαν την πραμάτεια τους.

Η Ανταρλίδα παρατήρησε τα αντικείμενα που πουλούσαν και, γι’ακόμα μια φορά, διαπίστωσε ότι ετούτη η διάσταση δεν είχε καμία σχεδόν τεχνολογική εξέλιξη. Δεν έχουν ιδέα τι συμβαίνει στο υπόλοιπο σύμπαν, αν και δε νομίζω πως η φύση της διάστασής τους καθιστά αδύνατη τη χρήση οποιασδήποτε διαδεδομένης τεχνολογίας.

Χαμάληδες και κάρα πήγαιναν και έρχονταν, παλεύοντας να διασχίσουν την κοσμοπλημμυρισμένη αγορά. Τα τελευταία τα τραβούσαν άλογα, βόδια, και ένα είδος πλάσματος που η Ανταρλίδα δεν είχε ξαναδεί. Έμοιαζε με πρόβατο αλλά, σίγουρα, δεν ήταν πρόβατο. Ήταν λίγο πιο κοντό από άλογο, και γεμάτο λευκές και γκρίζες τρίχες. Τα μάτια του ήταν γουρλωτά και μαύρα. Δύο μικροί κυνόδοντες ξεπρόβαλλαν από τα παχιά χείλη του. Η ουρά του ήταν μακριά και άτριχη· το χρώμα της, σκούρο γκρι.

«Τι είν’αυτά;» ρώτησε η Ανταρλίδα τον Τάμπριελ.

«Ούτε εγώ τα έχω ξαναδεί. Πρέπει νάναι γηγενή ετούτης της διάστασης.»

Βρομάνε απίστευτα, πάντως, σκέφτηκε η Ανταρλίδα καθώς ένα από τα πλάσματα, που έσερνε ένα μικρό κάρο, περνούσε από δίπλα τους.

Αφήνοντας την αγορά πίσω τους, διέσχισαν μια αρκετά πλατιά λεωφόρο και έφτασαν σ’ένα μέγαρο παρόμοιο μ’αυτό στην Άλρεχ αλλά πολύ μεγαλύτερο. Οι δικοί του πύργοι ήταν που φαίνονταν να γυαλίζουν έξω απ’την πόλη.

Οι φρουροί του μέρους τούς υποδέχτηκαν, και τρεις απ’αυτούς και δύο υπηρέτες οδήγησαν τον Τάμπριελ’λι και την Ανταρλίδα σ’ένα δωμάτιο που, αυτή τη φορά, δεν ήταν στα μπουντρούμια αλλά στον πρώτο όροφο. Καθώς πήγαιναν προς τα εκεί, είδαν ότι το οικοδόμημα είχε αλλού ξύλινα, γυαλιστερά πατώματα κι αλλού πέτρινα, άλλοτε σκεπασμένα με χαλιά άλλοτε γυμνά· στους τοίχους υπήρχαν ζωγραφικοί πίνακες και ταπετσαρίες (ένας τίγρης που όρθωνε το ανάστημά του πάνω από δύο βουνά, κι από κάτω του ήταν μια αστραφτερή πόλη· ένας άρχοντας και οι σύντροφοί του που κυνηγούσαν ζαρκάδια· μια γυαλιστερή λίμνη που μεγαλόπτερα πουλιά πετούσαν από πάνω της· μια μεγάλης ηλικίας αρχοντική γυναίκα καθισμένη σ’έναν θρόνο)· στις γωνίες υπήρχαν κολόνες και αγάλματα (μια τίγρη ορθωμένη· ένας άντρας που στεκόταν με τα χέρια του ακουμπισμένα στη λαβή του ανεστραμμένου ξίφους του).

Το δωμάτιο της Ανταρλίδας και του Τάμπριελ δεν ήταν πολύ μεγάλο αλλά ούτε και πολύ μικρό. Είχε ένα τραπέζι, τέσσερις καρέκλες, και δύο κρεβάτια. Ξενώνας, κατά πάσα πιθανότητα. Από το μοναδικό (αλλά μεγάλο) παράθυρο φαινόταν ο κήπος του μεγάρου.

«Αναρριχηθήκαμε,» είπε η Μαύρη Δράκαινα, καθίζοντας στο κρεβάτι και βγάζοντας τις μπότες της. «Από τα μπουντρούμια στον πρώτο όροφο.»

Ο Τάμπριελ δεν χαμογέλασε. Βημάτισε ώς το παράθυρο και στάθηκε μπροστά του.

«Πώς είναι το τραύμα σου;» ρώτησε η Ανταρλίδα ανάβοντας ένα τσιγάρο. (Δε θ’αργήσουν να μου τελειώσουν· δεν έχω και πολλά μαζί μου, κι εδώ σίγουρα δε θα βρω για ν’αγοράσω.)

«Καλύτερα.»

Η πόρτα άνοιξε, και δύο υπηρέτριες έφεραν δίσκους με φαγητά. Κι οι δύο είχαν δέρμα λευκό με απόχρωση του ροζ. Μέχρι στιγμής, η Ανταρλίδα δεν είχε δει κανέναν άλλο δερματικό χρωματισμό εδώ πέρα εκτός από λευκό-ροζ και μαύρο.

«Ευχαριστούμε,» είπε στις υπηρέτριες, κι εκείνες, μοιάζοντας λιγάκι φοβισμένες, έφυγαν.

«Δε δαγκώνω,» πρόσθεσε η Ανταρλίδα καθώς έκλειναν βιαστικά την πόρτα πίσω τους.

Φύσηξε καπνό απ’την άκρη του στόματός της, μορφάζοντας.

*

Μετά το φαγητό, παρατήρησαν ότι στον ξενώνα υπήρχε ένα πλευρικό δωμάτιο με λουτρό: ουσιαστικά, μια πέτρινη λεκάνη η οποία γέμιζε με νερό από μια βρύση. Το νερό δεν ήταν ζεστό αλλά και ο καιρός δεν ήταν κρύος, έτσι πρώτα ο Τάμπριελ και μετά η Ανταρλίδα έκαναν μπάνιο, καθαρίζοντας τη σκόνη και τον ιδρώτα του δρόμου (και του μπουντρουμιού της Άλρεχ) από πάνω τους.

«Αναρωτιέμαι πού μας πηγαίνουν,» είπε η Μαύρη Δράκαινα, έχοντας μόλις φορέσει τη μελανή, δερμάτινη στολή της. «Ξέρεις;»

«Δεν είμαι βέβαιος. Έχω ‘δει’ πολλές εικόνες από τούτο τον κόσμο, Ανταρλίδα,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ, καθισμένος οκλαδόν επάνω στο κρεβάτι του με τα μάτια κλειστά.

«Υπάρχει κάτι που να ξέρεις;»

«Μην είσαι βιαστική: όλα θα βγάλουν νόημα στο τέλος.»

«Συγνώμη που ανησυχώ λιγάκι· απλώς βρισκόμαστε σε μια απομονωμένη διάσταση όπου δεν καταλαβαίνουμε τίποτα από αυτά που μας λένε και απ’όπου δεν έχουμε ιδέα αν θα καταφέρουμε ποτέ να φύγουμε.»

«Θα φύγουμε,» είπε ο Τάμπριελ με βεβαιότητα. «Κάποτε.»

«Μ’έχεις δει γριά εδώ πέρα;» Η Ανταρλίδα έβγαλε ένα τσιγάρο και το κοίταξε διστακτικά. Να το κάπνιζε ή να το φυλούσε για αργότερα;

«Όχι.»

«Πάλι καλά.» Επέστρεψε το τσιγάρο στη θήκη του, αναστενάζοντας.

Ρώτησε τον Τάμπριελ (ο οποίος εξακολουθούσε να έχει τα μάτια κλειστά): «Δε σε πονά το πόδι σου, έτσι όπως κάθεσαι τώρα;»

«Όχι πολύ.»

Η Ανταρλίδα ξάπλωσε ανάσκελα, σταυρώνοντας τα χέρια της πίσω απ’το κεφάλι.

Μετά από κάποια ώρα, ενώ πλησίαζε το απόγευμα, η πόρτα χτύπησε.

Η Ανταρλίδα κοιμόταν ελαφριά – όπως είχε εκπαιδευτεί να κοιμάται ως Μαύρη Δράκαινα – και τα μάτια της άνοιξαν αμέσως.

«Περάστε,» φώναξε ο Τάμπριελ καθώς σηκωνόταν απ’το κρεβάτι του. Η Ανταρλίδα είδε έναν μικρό μορφασμό στο πρόσωπό του, ο οποίος πρέπει να οφειλόταν σε κάποιον ελαφρύ πόνο που του προκάλεσε η πληγή στο πόδι του.

Η πόρτα άνοιξε ενώ η Μαύρη Δράκαινα έπαιρνε καθιστή θέση πάνω στο κρεβάτι της.

Ο Ναρχάεζ μπήκε, ακολουθούμενος από τον Χάλρεοκ, τον Ερβάδαζ, έναν ακόμα πολεμιστή, και μια πολεμίστρια· οι δύο τελευταίοι πρέπει να ήταν ντόπιοι, από τη Ναλκέμ. Όταν όλοι τους βρίσκονταν μέσα, έχοντας τα χέρια τους ακουμπισμένα στα μανίκια των θηκαρωμένων σπαθιών τους, πέρασε το κατώφλι ένας άντρας με δέρμα λευκό-ροζ ο οποίος πρέπει να ήταν γύρω στα πενήντα. Τα μαλλιά του ήταν πλούσια αλλά κομμένα κοντά, και τελείως λευκά. Στο πρόσωπό του υπήρχε ένα φουντωτό μουστάκι, επίσης λευκό. Τα μάτια του γυάλιζαν καταπράσινα. Ήταν ντυμένος με έναν μακρύ χιτώνα που είχε χρώμα καφέ και ραβδώσεις σαν του τίγρη. Πάνω από αυτόν τον χιτώνα φορούσε ένα άλλο, ελαφρύτερο χιτώνιο από πορφυρές και χρυσές κλωστές, το οποίο είχε κεντημένες απεικονίσεις από τίγρεις, άλλες να βρυχούνται, άλλες να τρέχουν, άλλες να πηδούν, άλλες να στέκονται στα δύο πόδια, άλλες στα τέσσερα· και όλες μπλέκονταν αναμεταξύ τους, μοιάζοντας να δημιουργούν ένα ιερό δίχτυ.

Ναι, γενικώς υπήρχε κάτι το ιερό επάνω σ’αυτόν τον άντρα και την όλη του αμφίεση.

Στα χέρια του ήταν ένα σωρό δαχτυλίδια· στη μέση του, μια φαρδιά ζώνη με λαξεύματα τίγρεων σε χρυσάφι. Από τη ζώνη, επίσης, κρεμόταν ένα πλατύ, κυρτό ξίφος, θηκαρωμένο σε πολυτελές ξύλινο θηκάρι.

Ο Ναρχάεζ και οι υπόλοιποι έκλιναν τα κεφάλια· κι ο πρώτος μίλησε στον άντρα, που πρέπει να ήταν κάποιου είδους ιερέας εδώ πέρα.

Ο ιερέας τού αποκρίθηκε με μερικές σύντομες λέξεις. Ύστερα έστρεψε το βλέμμα του στον Τάμπριελ’λι και στην Ανταρλίδα, παρατηρώντας τους. Εκείνοι δεν κινήθηκαν, ούτε μίλησαν. Τι νόημα είχε να κάνουν οτιδήποτε; Δεν είχαν ιδέα ποιος πραγματικά ήταν αυτός ο άντρας.

Ο ιερέας μίλησε πάλι στον Ναρχάεζ, και μετά έφυγε απ’το δωμάτιο. Ο πολεμιστής και η πολεμίστρια που πρέπει να ήταν ντόπιοι τον ακολούθησαν.

Ο Ναρχάεζ έκανε νόημα στον Τάμπριελ και την Ανταρλίδα να ετοιμαστούν για να φύγουν. Εκείνοι έγνεψαν καταφατικά.

Και μετά από μισή ώρα οδηγήθηκαν στο λιμάνι της Ναλκέμ από τον Ναρχάεζ και τους πολεμιστές του. Εκεί ένα ποταμόπλοιο τούς περίμενε, το οποίο διέθετε δύο μεγάλα ιστία αλλά ήταν και κωπήλατο. Στα κουπιά βρίσκονταν ημίγυμνοι, αλυσοδεμένοι άντρες.

Δούλοι.

Οι περισσότεροι μαυρόδερμοι, όμως δεν έλειπαν και οι λευκοί ανάμεσά τους.

Από κάποια άλλη χώρα είναι τούτοι; αναρωτήθηκε η Ανταρλίδα. Αιχμάλωτοι πολέμου, ή θύματα δουλεμπορίου;

Ο Ναρχάεζ μίλησε μ’έναν μαυρόδερμο άντρα που πρέπει, σίγουρα, να ήταν ο Καπετάνιος του σκάφους. Εκείνος ένευσε δυο-τρεις φορές μοιάζοντας να συμφωνεί – αναγκαστικά, ίσως – με όλα όσα τού έλεγε ο πολεμιστής. Έπειτα, καθώς ο Ναρχάεζ απομακρυνόταν από κοντά του, έριξε ένα έντονο βλέμμα στην Ανταρλίδα και τον Τάμπριελ’λι: και το βλέμμα του αυτό δεν φανέρωνε τόσο θυμό όσο φόβο, και απορία, θαυμασμό.

Ο Τάμπριελ σκέφτηκε: Στο μυαλό ετούτων των ανθρώπων μπορούμε να γίνουμε απειλή, κάτι το επικίνδυνο· ή κάτι το θαυμαστό, κάτι το ιερό.

Εικόνες πλημμύρισαν το νου του.

Δεν είμαστε τυχαία εδώ. Καθόλου τυχαία…

Το πλοίο ξεκίνησε όταν όλοι είχαν επιβιβαστεί και τα σχοινιά που το έδεναν στην αποβάθρα είχαν λυθεί. Ο άνεμος δεν ήταν και τόσο δυνατός ώστε να φουσκώσει τα πανιά του, αλλά οι λαμνοκόποι πρόσφεραν όση ώθηση χρειαζόταν, δουλεύοντας υπό την απειλή του μαστιγοφόρου άντρα που έκανε πέρα-δώθε πάνω στο κατάστρωμα. Ήταν εύσωμος και μυώδης, και τα ξύλα έτριζαν κάτω απ’τα μποτοφορεμένα πόδια του.

Η νύχτα έπεσε καθώς διέσχιζαν τη λίμνη προς τα νότια. Στον ουρανό παρουσιάστηκαν τα δύο φεγγάρια, το ένα μαβί, το άλλο πράσινο. Και το κατακόκκινο αστέρι με τις μεγάλες αχτίνες, που έμοιαζε να έχει βγει από ζωγραφιά, εξακολουθούσε να είναι λαμπερό στον βορειοδυτικό ορίζοντα.

Ο Τάμπριελ’λι και η Ανταρλίδα στέκονταν στην πλώρη και κοίταζαν τα νερά της λίμνης και τα μικρά νησάκια δίπλα απ’τα οποία περνούσε το σκάφος τους. Επάνω σε καθένα από τα δύο κατάρτια του πλοίου υπήρχε μια μεγάλη λάμπα· το φως που εξέπεμπαν, όμως, δεν μπορούσε ποτέ να είναι τόσο ισχυρό όσο αυτό μιας ενεργειακής λάμπας. Ετούτες οι λάμπες, υπέθετε η Ανταρλίδα, πρέπει να άναβαν με τη χρήση κάποιου ζωικού ή φυτικού ελαίου.

Όταν είχε νυχτώσει για τα καλά, ο Ναρχάεζ πλησίασε τους δύο εξωδιαστασιακούς και, κάνοντάς τους νοήματα, τους έδωσε να καταλάβουν ότι μπορούσαν να πάνε κάτω για να κοιμηθούν. Ο Τάμπριελ και η Ανταρλίδα δεν έφεραν αντίρρηση· και, κατεβαίνοντας μερικά ξύλινα σκαλοπάτια, βρήκαν δύο στενά κρεβάτια να τους περιμένουν.

*

Το πρωί, όταν ξύπνησαν, διαπίστωσαν ότι είχαν βγει από τη λίμνη και έπλεαν επάνω σ’έναν μεγάλο ποταμό, προς τα νότια, βρισκόμενοι πιο κοντά στην ανατολική όχθη και βλέποντας πεδινά μέρη να περνάνε από δίπλα τους. Στα λιμάνια που ατένιζαν δεν σταματούσαν, κι αυτό αποτελούσε σημάδι ότι ο Ναρχάεζ βιαζόταν να τους πάει όπου κι αν τους πήγαινε.

Ελπίζω μόνο να μη σχεδιάζει να μας κλείσει σε καμια φυλακή, σκέφτηκε η Ανταρλίδα, αν και δεν το νόμιζε: η όλη του συμπεριφορά μέχρι στιγμής δεν έδειχνε κάτι τέτοιο.

Οι πολεμιστές του Ναρχάεζ τούς πρόσφεραν φαγητό το πρωί και το μεσημέρι, και δεν ασχολήθηκαν άλλο μαζί τους.

Όταν είχε πλέον έρθει το απόγευμα, είδαν μια μεγάλη πόλη να παρουσιάζεται στις ανατολικές όχθες του ποταμού. Η μεγαλύτερη που είχαν αντικρίσει ώς τώρα σε τούτη τη διάσταση. Ήταν περιτειχισμένη όπως τις προηγούμενες, αλλά τα τείχη της ήταν ψηλότερα και πιο παχιά, κι έμοιαζαν απόρθητα. Σ’ένα ψηλό σημείο της ήταν φανερή μια ακρόπολη, όπου λάβαρα κυμάτιζαν και φρουροί στέκονταν. Σ’ένα άλλο, ελαφρώς χαμηλότερο σημείο φαινόταν ένα παλάτι. Στις επάλξεις των τειχών της πόλης υπήρχαν σημαίες που είχαν κεντημένο το κεφάλι μιας βρυχούμενης τίγρης πάνω από δύο διασταυρωμένα ξίφη.

Ο Τάμπριελ σκέφτηκε: Ένα κεφάλι τίγρης, όπως στο δαχτυλίδι του Ναρχάεζ, και στην αγκράφα της κάπας του. Ο συνοδός μας μάλλον δεν είναι όποιος κι όποιος σε τούτα τα μέρη. Αν αυτή ήταν η πρωτεύουσα της χώρας, τότε ο Ναρχάεζ πρέπει, όπως φαινόταν, να ήταν κάποιος που υπηρετούσε την κεντρική εξουσία, άμεσα.

Ο Τάμπριελ έστρεψε για λίγο το βλέμμα του προς τα βορειοανατολικά όπου, ακόμα κι από εδώ, ήταν φανερός ο υπερδιαστασιακός στρόβιλος: η αλλοίωση της πραγματικότητας που έμοιαζε μ’ένα βαθούλωμα στον ουρανό, σαν κάποιος εξώκοσμος γίγαντας να ήταν κρυμμένος από πίσω του και να τον ρουφούσε.

Ναι, τώρα είναι βέβαιο πλέον. Είδαν τον στρόβιλο από εδώ, από την πρωτεύουσα, κι έστειλαν κάποιους να ερευνήσουν.

Έτσι μας βρήκαν.

Τι να νομίζουν για εμάς, άραγε; Τι είμαστε; Δαίμονες; Απεσταλμένοι των θεών τους;

Στο χέρι μας είναι να πάρουμε όποια μορφή επιθυμούμε.

Ο Τάμπριελ έψαξε εκείνο το αλλόκοτο μέρος στο μυαλό του απ’όπου έρχονταν οι μυστηριώδεις εικόνες.

Ναι, Ναρχάεζ, κι εσύ εδώ είσαι. Κι εσύ εδώ είσαι…

Το πλοίο άραξε σε μια αποβάθρα της πρωτεύουσας, και ο Ναρχάεζ, δείχνοντας την πόλη, είπε στον Τάμπριελ’λι και στην Ανταρλίδα: «Φέντινκεχ. Φέντινκεχ!»

Βγήκαν στο λιμάνι και – ενώ οι τοπικοί φρουροί απομάκρυναν τα περίεργα πλήθη που προσπαθούσαν να κοιτάξουν τους νεόφερτους με τον παράξενο δερματικό χρωματισμό – προχώρησαν μέσα στους δρόμους της μεγάλης πόλης. Η Ανταρλίδα παρατήρησε ότι ακόμα κι εδώ δεν υπήρχε καμία μορφή εξελιγμένης τεχνολογίας: και μάλλον αυτό ίσχυε για ολόκληρη τη διάσταση, συμπέρανε. Τι άποψη να έχουν για το τουφέκι μου; αναρωτήθηκε· και: Πού να έχουν βάλει τα όπλα μας; Δεν μπορεί να τα είχαν πετάξει ή να τα είχαν αφήσει σε κάποια απ’τις προηγούμενες πόλεις· σίγουρα μαζί τους τα είχαν. Η Ανταρλίδα λοξοκοίταξε τον Ναρχάεζ, ψάχνοντάς τα επάνω στην ενδυμασία του: τα πιστόλια τουλάχιστον, γιατί το τουφέκι ήταν φανερό ότι δεν το κουβαλούσε. Η Μαύρη Δράκαινα, όμως, δεν είδε τίποτα. Πρέπει να τα έχει στο σάκο της σέλας του αλόγου του· ή να τα έχει δώσει στον Ερβάδαζ ή στον Χάλρεοκ. Οι δύο άντρες ήταν, αναμφίβολα, υπαξιωματικοί του. Η Ανταρλίδα μπορούσε εύκολα να καταλάβει τη συμπεριφορά στρατιωτικών όταν τους παρατηρούσε – ήταν μέρος της εκπαίδευσής της ως Μαύρη Δράκαινα – και ο Ερβάδαζ κι ο Χάλρεοκ, δίχως αμφιβολία, φέρονταν σαν υπαξιωματικοί του Ναρχάεζ.

Η συνοδεία των έφιππων πολεμιστών πήγε τον Τάμπριελ’λι και την Ανταρλίδα στο ψηλότερο σημείο της Φέντινκεχ, στην ακρόπολη, χωρίς να χρειαστεί να διασχίσουν την αγορά της πόλης ή κάποια άλλη κοσμοπλημμυρισμένη περιοχή. Απ’όπου περνούσαν η τοπική φρουρά τούς είχε ήδη ανοίξει τον δρόμο, και έδιωχνε τυχαίους περαστικούς.

Η λιθόστρωτη οδός που οδηγούσε στην ακρόπολη ήταν, αναμενόμενα, ανηφορική· τα άλογά τους, όμως, δεν έδειξαν σημάδια κόπωσης – ήταν γερά, πολεμικά ζώα. Η πύλη του οχυρωμένου οικοδομήματος τούς περίμενε ανοιχτή. Φρουροί στέκονταν εκατέρωθέν της, και οι πανοπλίες που φορούσαν ήταν φτιαγμένες από εκείνο το μέταλλο που έκανε πρασινογάλαζες ανταύγειες μέσα στο φως του απογεύματος.

Οι ιππείς του Ναρχάεζ μπήκαν σ’έναν περίβολο και, αφού ξεπέζεψαν, ιπποκόμοι πήραν τα άλογά τους. Ο Ερβάδαζ και ο Χάλρεοκ έκαναν νόημα στην Ανταρλίδα και στον Τάμπριελ να έρθουν μαζί τους. Εκείνοι υπάκουσαν, και οι δύο άντρες τούς οδήγησαν πάνω σε μια πέτρινη σκάλα· κάτω από μια ψηλή, αλλά όχι πλατιά, αψιδωτή, φρουρούμενη είσοδο· μέσα σε μισοσκότεινους διαδρόμους φωτιζόμενους από δαυλούς· και, τέλος, σ’έναν ξενώνα παρόμοιο με τον προηγούμενο όπου είχαν μείνει. Ένα μέρος με δύο κρεβάτια, τέσσερις καρέκλες, κι ένα ξύλινο τραπέζι. Επίσης, υπήρχε μια μικρή ντουλάπα και δύο μπαούλα. Στον αντικρινό τοίχο ήταν ένα παράθυρο.

Ο Χάλρεοκ τούς μίλησε κάνοντάς τους, συγχρόνως, νοήματα με τα χέρια του ότι έπρεπε να περιμένουν. Η Ανταρλίδα έγνεψε καταφατικά, και εκείνος κι ο Ερβάδαζ έφυγαν από το δωμάτιο κλείνοντας την πόρτα…

…έξω απ’την οποία η Ανταρλίδα είχε δει πως στέκονταν δύο φρουροί· και λίγο παραπέρα στον διάδρομο στέκονταν άλλοι δύο. Σε άλλα σημεία δεν είχε προσέξει να υπάρχει τέτοια φύλαξη. Προφανώς, ακόμα μας φοβούνται. Ακόμα πιστεύουν ότι μπορεί να είμαστε κάτι… εχθρικό. Κάτι επικίνδυνο.

Στράφηκε στον Τάμπριελ. «Μάλλον φτάσαμε στο τέλος του ταξιδιού μας. Τώρα θα μάθουμε τι σχέδια έχουν για εμάς οι κάτοικοι αυτού του κόσμου.»

«Όχι,» αποκρίθηκε εκείνος, δίχως να χαμογελά· «τώρα θα μάθουμε τι σχέδια έχει το σύμπαν για όλους μας.»

Κεφάλαιο Πέμπτο
Η Διδασκαλία της Οικουμενικής

Το πρώτο πράγμα που έπρεπε να γίνει ήταν να τους μάθουμε μια από τις γλώσσες μας· και η καλύτερη κι ευκολότερη γλώσσα, για αρχή, ήταν η Οικουμενική.

Τρομοκρατήθηκα όταν το Δεξί Χέρι ήρθε και βρήκε εμένα για να μου αναθέσει αυτή τη δουλειά. Δεν είχα ιδέα ποιοι ήταν αυτοί οι δύο μυστηριώδεις άγνωστοι, και όταν τους είχα δει εξ αποστάσεως, μου είχαν φανεί τόσο τρομακτικοί, εκείνος με το κατακόκκινο δέρμα του κι εκείνη με το κατάλευκο δέρμα της. Θα νόμιζε κανείς ότι είχαν βγει από κάποιο παραμύθι, ότι δεν ήταν αληθινοί άνθρωποι.

Το Δεξί Χέρι, όμως, επέμενε ότι εγώ ήμουν ο κατάλληλος για να τους διδάξει την Οικουμενική και τα βασικά για το Βασίλειο. Μου είπε να μην ανησυχώ· δεν ήταν άγριοι, δεν είχαν έρθει κι από τη Γη των Ταργκάφλι! Τα λόγια του δεν με είχαν ηρεμήσει και πολύ, τότε· αλλά τώρα που τα θυμάμαι γελάω με τον εαυτό μου. Τι ανόητος που ήμουν!

Προσπαθώντας να φανώ σταθερός και απειλητικός, πήγα να αντικρίσω για πρώτη φορά από κοντά τον Μεγάλο Προφήτη και τη Συνοδό του…

*
* * *
*

Το πρωί, ένας άντρας ήρθε στο δωμάτιό τους. Ήταν μετρίου αναστήματος, ξανθός, λιγάκι παχύς, και είχε δέρμα λευκό με απόχρωση του ροζ. Τα μαλλιά του ήταν κοντά, και δεν είχε μούσι ή μουστάκι. Το σώμα του δεν έδινε την εντύπωση πολεμιστή, αλλά ούτε και η ενδυμασία του. Φορούσε έναν γκρίζο χιτώνα δεμένο γύρω από τη μέση με μια φαρδιά, μαύρη, πέτσινη ζώνη. Στα πόδια του ήταν ένα ζευγάρι σανδάλια. Από την πλάτη του κρεμόταν ένας μπεζ μανδύας. Συστήθηκε ως Καλέφραζ και τους έκανε νόημα να τον ακολουθήσουν.

Ο Τάμπριελ’λι και η Ανταρλίδα – οι οποίοι είχαν ήδη φάει το πρωινό που τους είχε φέρει μια πολεμίστρια και είχαν ντυθεί και ετοιμαστεί – τον ακολούθησαν έξω απ’τον ξενώνα τους και μέσα στους πέτρινους διαδρόμους της ακρόπολης. Σύντομα έφτασαν σ’ένα μέρος που δεν μπορεί παρά να ήταν βιβλιοθήκη, καθώς περιείχε ξύλινα ράφια, κι επάνω στα ράφια βιβλία και κυλίνδρους. Το πρωινό φως έμπαινε από δύο μακρόστενα παράθυρα, κάνοντας τη σκόνη που πλανιόταν στον αέρα να φαίνεται έντονα. Το δωμάτιο δεν ήταν πολύ μεγάλο· επρόκειτο, αν μη τι άλλο, για μια μικρή βιβλιοθήκη. Λογικό, άλλωστε, αφού ετούτη η ακρόπολη πρέπει να ήταν φτιαγμένη για πόλεμο, όχι για ανάγνωση, μελέτη, και γραφή.

Ο Καλέφραζ κάθισε σε μια καρέκλα και τους έγνεψε να καθίσουν αντίκρυ του. Ο Τάμπριελ και η Ανταρλίδα υπάκουσαν. Ανάμεσά τους ήταν ένα ξύλινο τραπέζι με μερικές στοίβες βιβλίων και κυλίνδρων.

Κι εκεί ο Καλέφραζ, ένας από τους Γραμματικούς της Βασίλισσας Παμράνεχ του Βασιλείου Τάρσαζ, άρχισε να τους μαθαίνει τη γλώσσα που σε τούτη τη διάσταση αποκαλούσαν Οικουμενική και ήταν, ασφαλώς, η γλώσσα του εμπορίου.

Από τότε και ύστερα, ο Καλέφραζ τούς έφερνε κάθε μέρα στη μικρή βιβλιοθήκη της Ακρόπολης για να τους διδάσκει, βάζοντάς τους να διαβάζουν, να γράφουν, και να μιλούν την Οικουμενική.

Εν τω μεταξύ, ο υπερδιαστασιακός στρόβιλος εξακολουθούσε να φαίνεται στον ουρανό, όπως επίσης και το κατακόκκινο άστρο στα βορειοδυτικά.

Όταν ο Καλέφραζ τούς είχε διδάξει τα βασικά της Οικουμενικής και τους είχε μάθει επίσης την ορολογία για τα ουράνια σώματα, τους ρώτησε γι’αυτά τα δύο: για τον στρόβιλο και για το άστρο. «Κανένα τους δεν υπήρχε πρωτύτερα. Εμφανίστηκαν σχεδόν συγχρόνως: πρώτα το… βαθούλωμα του ουρανού και μετά το αστέρι.»

«Το βαθούλωμα,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ’λι, «είναι ένας…» Προσπάθησε να βρει τη λέξη για να πει στρόβιλος. Όσο για τη λέξη υπερδιαστασιακός, ήταν βέβαιος πως δεν υπήρχε αντίστοιχή της στην Οικουμενική, αφού εδώ ήταν μια απομονωμένη διάσταση· οι κάτοικοί της δεν είχαν καν όνομα γι’αυτήν: ήταν απλά «ο κόσμος». «Ένα ρήγμα,» είπε τελικά ο Τάμπριελ. «Είναι ένα ρήγμα στον κόσμο σας, που σας συνδέει με άλλους κόσμους. Από εκεί ήρθαμε. Και το αστέρι δεν ξέρουμε τι είναι. Ίσως κι αυτό να ήρθε από το ρήγμα.»

Ο Καλέφραζ τον ατένισε σκεπτικά. «Το Ρήγμα, λοιπόν…» μουρμούρισε, μοιάζοντας ευχαριστημένος που είχε βρει επιτέλους έναν τρόπο για να το αποκαλεί. «Πώς ήρθατε από εκεί, Τάμπριελ;»

«Το είχα ‘δει’. Θα ερχόμουν εδώ. Μαζί με την Ανταρλίδα.»

Ο Καλέφραζ συνοφρυώθηκε παραξενεμένος.

Η Ανταρλίδα είπε: «Μας τράβηξε μέσα του. Το Ρήγμα. Δεν μπορείς να αντισταθείς όταν είσαι κοντά του. Δεν πρέπει να το πλησιάζετε πολύ. Κανονικά πεθαίνεις όταν σε τραβήξει. Εμείς ήμασταν…» Πώς ήταν το τυχεροί σε τούτη τη γλώσσα; αναρωτήθηκε η Ανταρλίδα.

«Το είχα ‘δει’ ότι θα ερχόμασταν,» εξήγησε ο Τάμπριελ, σταθερά.

«Πώς ακριβώς το είχες δει;» τον ρώτησε ο Καλέφραζ. «Από πού είστε, κατ’αρχήν, αφού λέτε πως δεν είστε από τούτο τον κόσμο;»

«Είμαι από… έναν κόσμο» – στην Οικουμενική δεν είχαν κάποια σωστή λέξη για να πει κανείς διάσταση, ή τουλάχιστον ο Τάμπριελ δεν την ήξερε ακόμα – «που ονομάζεται Φεηνάρκια.»

«Είμαι από έναν κόσμο που ονομάζεται Σεργήλη,» είπε με τη σειρά της η Ανταρλίδα.

«Και πού είναι αυτοί οι κόσμοι;» θέλησε να μάθει o Καλέφραζ.

«Οι κόσμοι αυτοί είναι… είναι στον Κοινό Κόσμο,» είπε ο Τάμπριελ, μην ξέροντας ακόμα πώς να πει Γνωστό Σύμπαν. «Και πηγαίνεις από τον έναν στον άλλο. Πολλοί κόσμοι που… εμ… επικοινωνούν. Αυτός είναι ο Κοινός Κόσμος. Ο δικός σας κόσμος είναι αυτό που εμείς ονομάζουμε ‘μόνος του κόσμος’.»

«Απομονωμένος κόσμος;» είπε ο Καλέφραζ.

Ο Τάμπριελ κατένευσε. «Απομονωμένος κόσμος. Δεν μπορείς από εδώ να πας αλλού, σε άλλον κόσμο. Επειδή έγινε το Ρήγμα μπορέσαμε και ήρθαμε. Επειδή έτσι έπρεπε.»

Ο Καλέφραζ συνοφρυώθηκε. «Έτσι έπρεπε;»

«Το είχα ‘δει’.»

«Τι εννοείς, όταν λες ‘το είχα δει’;»

«Βλέπω… εικόνες. Ο Κοινός Κόσμος μού τις δείχνει. Εδώ.» Ο Τάμπριελ ακούμπησε το δάχτυλό του στο πλάι του κεφαλιού.

Το συνοφρύωμα του Καλέφραζ βάθυνε. «Θες να πεις ότι βλέπεις το μέλλον; Είσαι μάντης;»

Ο Τάμπριελ δεν κατάλαβε τις λέξεις μέλλον και μάντης, έτσι ο Καλέφραζ αναγκάστηκε να του εξηγήσει το νόημά τους. Τότε εκείνος κούνησε το κεφάλι αρνητικά. «Όχι πάντα,» είπε. «Δεν βλέπω μόνο το μέλλον. Και δεν είναι ακριβώς σωστό να πεις ότι είμαι μάντης.»

«Η Βασίλισσα,» είπε ο Καλέφραζ και στους δυο τους, «θα θέλει κάποτε να σας μιλήσει. Και ο Πρώτος Αρχιερέας, επίσης. Όμως όχι ακόμα· πρέπει πρώτα να μάθετε να μιλάτε σωστά, στην Οικουμενική τουλάχιστον.»

*

Κατά τη διάρκεια των ημερών της διδασκαλίας τους, αισθάνθηκαν κάμποσους σεισμούς να γίνονται. Δεν ήταν, ευτυχώς, καταστροφικοί αλλά έκαναν τους τοίχους της Ακρόπολης να τρίζουν ελαφρώς· και, μια φορά που βρίσκονταν στη βιβλιοθήκη όταν ο σεισμός γινόταν, είδαν βιβλία και περγαμηνές να πέφτουν από τα ράφια.

«Μεγάλε Τίγρη!» αναφώνησε ο Καλέφραζ καθώς πεταγόταν όρθιος από την καρέκλα του.

Ο Τάμπριελ και η Ανταρλίδα, που παρέμειναν καθισμένοι, είχαν πλέον καταλάβει ότι αυτός ο Μεγάλος Τίγρης ήταν ο θεός που λάτρευαν στο Βασίλειο Τάρσαζ. Το όνομά του ήταν Μαράνχαλωμ.

Ο σεισμός δεν κράτησε για πολύ, και ο Καλέφραζ ξανακάθισε και, αφήνοντας τα όσα τούς δίδασκε μέχρι στιγμής (κάποιες πολιτικές, στρατιωτικές, και ιερατικές ορολογίες), τους ρώτησε: «Γιατί συμβαίνουν αυτοί οι σεισμοί; Εξαιτίας του Ρήγματος;»

«Πολύ πιθανόν,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ.

«Θα σταματήσουν; Έχετε ξαναδεί να συμβαίνουν παρόμοιοι σεισμοί εξαιτίας άλλων Ρηγμάτων;»

«Για να είμαι ειλικρινής, δεν ξέρω, Καλέφραζ. Εκείνο που ξέρω, όμως, είναι ότι οι στρόβιλοι είναι απρόβλεπτοι και επικίνδυνοι.»

«Μπορεί, δηλαδή, να προκαλέσει κάποια… ζημιά στον κόσμο μας;»

«Αυτή,» είπε ο Τάμπριελ, «είναι η πρώτη φορά που βλέπω στρόβιλο σε απομονωμένο κόσμο· έτσι δεν είμαι βέβαιος.»

Η Ανταρλίδα ρώτησε, δείχνοντας τα βιβλία εμπρός τους: «Θα συνεχίσουμε;» Την ενδιέφερε πολύ περισσότερο το μάθημα που έκαναν μέχρι που τους διέκοψε ο σεισμός.

Ο Καλέφραζ, παρότι έμοιαζε ακόμα ανήσυχος από το ελαφρύ τράνταγμα της Ακρόπολης, κατένευσε. «Ναι,» είπε.

*

Ο Ναρχάεζ ερχόταν συχνά και τους επισκεπτόταν, τις ημέρες που ο Βασιλικός Γραμματικός Καλέφραζ τούς δίδασκε την Οικουμενική και κάποια βασικά πράγματα για το Βασίλειο Τάρσαζ. Ο Τάμπριελ και η Ανταρλίδα έμαθαν ότι ολόκληρο το όνομά του ήταν Ναρχάεζ λαρ Σατρέζ, που σήμαινε Ναρχάεζ γιος του Σατρέζ· και ήταν Δεξί Χέρι του Θρόνου, δηλαδή «κάποιος που αναλαμβάνει να τρέχει σε όποιο τρελό μέρος τον στέλνουν για ένα σωρό βασιλικές υποθέσεις,» όπως είπε ο ίδιος. «Είναι, όμως, μεγάλη τιμή να είσαι Δεξί Χέρι,» πρόσθεσε.

Αργότερα, ο Καλέφραζ τούς εξήγησε πως υπήρχε και το Αριστερό Χέρι του Θρόνου που ήταν, ουσιαστικά, αρχικατάσκοπος της Βασίλισσας. Κανείς δεν ήξερε τις δουλειές του Αριστερού Χεριού. Όπως έλεγαν στο Τάρσαζ, το Αριστερό Χέρι πάντα μέσα στο σκοτεινό μανίκι είναι κρυμμένο. Επί του παρόντος, αυτή τη θέση είχε μια γυναίκα που ονομαζόταν Κελνίχηβ.

Ο Καλέφραζ, βλέποντας ότι τώρα γνώριζαν καλύτερα την Οικουμενική, αποφάσισε να ξαναπιάσει το θέμα σχετικά με αυτόν τον Κοινό Κόσμο. «Εξηγήστε μου πάλι πώς ακριβώς το Ρήγμα σάς έφερε εδώ,» ζήτησε.

«Σου είπαμε,» απάντησε η Ανταρλίδα: «μας παρέσυρε.»

«Γιατί πήγατε κοντά του αφού ξέρατε πόσο επικίνδυνο είναι;»

«Εμείς το δημιουργήσαμε,» δήλωσε ο Τάμπριελ.

«Το δημιουργήσατε;» εξεπλάγη ο Καλέφραζ. «Γιατί;»

«Για να νικήσουμε έναν πόλεμο,» είπε η Ανταρλίδα. «Αν δεν το δημιουργούσαμε εμείς, ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος θα έστελνε κάποιους άλλους να το κάνουν.»

«Ποιος είναι ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος;»

«Ο Πρίγκιπας της…» Η Ανταρλίδα δεν ήξερε τη λέξη επανάσταση στην Οικουμενική· προσπάθησε, όμως, να εξηγήσει στον Καλέφραζ τι εννοούσε.

Εκείνος κατάλαβε, και της είπε ποια ήταν η αντίστοιχη λέξη. «Είναι επαναστάτης, λοιπόν… Ενάντια σε ποιον; Ή σε τι;»

«Ενάντια στην…»

Χρειάστηκε πάλι να ψάξουν για να βρουν τη λέξη παντοκράτειρα. Εδώ, ο όρος παντοκράτορας/παντοκράτειρα ήταν μονάχα θεωρητικός· κανένας δεν έλεγχε ποτέ ολόκληρο τον κόσμο, εξήγησε ο Καλέφραζ.

«Η Παντοκράτειρα,» είπε η Ανταρλίδα, «προσπαθεί να θέσει υπό την κυριαρχία της όλο τον Κοινό Κόσμο–»

Ο Τάμπριελ τη διέκοψε λέγοντας της στη Συμπαντική: «Πρέπει κάποτε να βρούμε έναν καλύτερο όρο για να λέμε ‘Γνωστό Σύμπαν’.»

Ο Καλέφραζ, που δεν κατάλαβε λέξη, ρώτησε: «Τι συμβαίνει;»

Ο Τάμπριελ προσπάθησε να του εξηγήσει το πρόβλημα με τον Κοινό Κόσμο, και τελικά κατάφεραν να βρουν έναν σωστό τρόπο για να λένε Γνωστό Σύμπαν. Η λέξη γνωστό ήταν εύκολο να βρεθεί· η λέξη σύμπαν ήταν δυσκολότερο, μιας και σε τούτη την απομονωμένη διάσταση δεν υπήρχε λόγος να χρησιμοποιείται και πολύ συχνά. Ήταν μια αρχαία λέξη, την οποία χρησιμοποιούσαν σπάνια για να δηλώσουν κάτι ευρύτερο από τα καθιερωμένα.

«Ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος ήταν παλιότερα ένας από τους συζύγους της Παντοκράτειρας,» είπε η Ανταρλίδα, «αλλά μετά επαναστάτησε εναντίον της· και τώρα η Επανάσταση είναι απλωμένη σ’ολόκληρο το Γνωστό Σύμπαν.»

«Σχετικά με το Ρήγμα, όμως… πώς το δημιουργήσατε;»

«Χρησιμοποιήσαμε μια… μέθοδο,» απάντησε ο Τάμπριελ. «Δεν τη γνωρίζω ακριβώς, για να είμαι ειλικρινής. Εγώ απλά ενεργοποίησα μια συσκευή.»

«Γιατί όμως έπρεπε να δημιουργήσετε το Ρήγμα αφού είναι τόσο επικίνδυνο;»

«Γινόταν πόλεμος στην Απολλώνια,» είπε η Ανταρλίδα, «και οι Παντοκρατορικοί θα νικούσαν. Έτσι ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος αποφάσισε πως άξιζε να το ριψοκινδυνέψει. Ο στρόβιλος δημιουργήθηκε σ’ένα σημείο κοντά στο στράτευμα των Παντοκρατορικών.»

«Αλλά παρέσυρε κι εσάς…»

«Ναι. Τα πράγματα δεν πήγαν και τόσο καλά.»

Ο Καλέφραζ έστρεψε το βλέμμα του στον Τάμπριελ. «Δεν είπες ότι τα είχες προδεί όλα τούτα;»

Εκείνος ένευσε. «Βλέπω κάποιες εικόνες, και το ήξερα ότι έπρεπε να δημιουργήσω τον στρόβιλο. Έπρεπε να έρθω εδώ.»

Ο Καλέφραζ τον κοίταξε με κάποια καχυποψία στα μάτια του. «Γιατί; Έχεις κάτι συγκεκριμένο να κάνεις στον κόσμο μας;»

«Πιστεύω πως ναι, αλλά δεν ξέρω ακόμα τι.»

*

«Θα τους τρομάξεις μ’αυτά που τους λες,» είπε η Ανταρλίδα στον Τάμπριελ, το μεσημέρι, καθώς έτρωγαν στο δωμάτιό τους.

«Γιατί;»

«Τους φαίνεσαι παράξενος, δεν το καταλαβαίνεις;»

«Ούτως ή άλλως τους φαίνομαι παράξενος. Κι εσύ τους φαίνεσαι παράξενη.»

«‘Το ήξερα ότι θα έρθω εδώ’; Και, ‘Έχω κάτι σημαντικό να κάνω εδώ, αλλά δε γνωρίζω ακόμα τι είναι’; Είσαι σοβαρός; Τους φρικάρεις! Μπορεί, μάλιστα, να νομίζουν ότι τους λες και ψέματα.»

«Ο Καλέφραζ δε δείχνει να με θεωρεί ψεύτη.»

«Μπορεί, όμως, να σε θεωρεί είτε το δείχνει είτε όχι!»

Ο Τάμπριελ κούνησε το κεφάλι, σκουπίζοντας τα χείλη του με μια πετσέτα και πίνοντας μια γουλιά κρασί. «Δεν το νομίζω, Ανταρλίδα.»

«Ακόμα κι έτσι νάναι,» επέμεινε η Μαύρη Δράκαινα, «ο Καλέφραζ σίγουρα αναφέρει σε κάποιον ανώτερό του. Πιθανώς στην ίδια τη Βασίλισσα, ή στο Αριστερό Χέρι του Θρόνου, ή στον Πρώτο Αρχιερέα. Και ίσως κάποιος απ’αυτούς να σε θεωρεί ψεύτη, ή επικίνδυνο. Μην το παρατραβάς.»

«Τι προτείνεις να κάνω; Να μην απαντώ στις ερωτήσεις του Γραμματικού; Τότε δε θα υπάρχει φόβος να με θεωρήσουν ψεύτη ή επικίνδυνο; Τουλάχιστον, τώρα τους λέω την αλήθεια· και είμαι συνεπής σ’αυτά που τους λέω: δε φάσκω και αντιφάσκω.»

Η Ανταρλίδα έσμιξε τα χείλη, δυσανασχετώντας.

«Γνωρίζω τι θέλουν όλοι αυτοί οι πολιτικοί, Ανταρλίδα. Μην ξεχνάς πως τόσο καιρό ήμουν Πρίγκιπας Τάμπριελ και βρισκόμουν στην αυλή της Παντοκράτειρας.»

Η Ανταρλίδα ήπιε μια γουλιά απ’το κρασί της. Ελπίζω να ξέρεις τι κάνεις, σκέφτηκε. Γιατί είμαι βέβαιη πως, αν ανακαλύψουν για εμάς κάτι που δεν τους αρέσει ή κάτι που θεωρούν επικίνδυνο, δε θα διστάσουν να μας σκοτώσουν, παρότι τώρα μοιάζουν φιλικοί μαζί μας.

Ο Τάμπριελ, καταλαβαίνοντας τις ανησυχίες της, πρόσθεσε: «Είμαστε οι μόνοι άνθρωποι σε τούτη τη διάσταση που ξέρουν τι πραγματικά είναι ο υπερδιαστασιακός στρόβιλος. Οι γηγενείς φοβούνται το ‘Ρήγμα’: φοβούνται ότι μπορεί να προκαλέσει κάποια ανεπανόρθωτη ζημιά στον κόσμο τους. Σε ποιον θα στραφούν, λοιπόν, για βοήθεια όταν τη χρειαστούν;»

Η Ανταρλίδα δεν διαφώνησε με τα λόγια του. Ρώτησε: «Γιατί συμβαίνουν οι σεισμοί; Έχεις κάποια θεωρία;»

«Αν ήμουν απ’το τάγμα των Ερευνητών, αναμφίβολα θα είχα κάποια θεωρία. Τώρα, το μόνο που μπορώ να υποθέσω είναι πως οφείλονται στο γεγονός ότι αυτή η διάσταση είναι απομονωμένη.»

«Και λοιπόν;»

«Το ότι δεν έχει διόδους ίσως να την κάνει να είναι σαν…» Μόρφασε. «Σαν ένα κλειστό δοχείο που, ξαφνικά, δέχεται πιέσεις από μέσα και δεν μπορεί να τις διώξει προς τα έξω.»

«Είσαι σοβαρός;»

«Σου είπα, υποθέσεις μπορώ να κάνω μονάχα.»

*

Λένε πως οι Μαύρες Δράκαινες ποτέ δεν κοιμούνται. Αυτό δεν είναι απόλυτα αληθές: κοιμούνται, αλλά ο ύπνος τους είναι πάντοτε ελαφρύς. Ξυπνούν με τον παραμικρό θόρυβο, κοιτάζουν γύρω τους, κι αν δεν εντοπίσουν κίνδυνο ξανακοιμούνται. Έτσι είναι εκπαιδευμένες να κάνουν.

Και η Ανταρλίδα τώρα, ενώ κοιμόταν μέσα στον ξενώνα της Ακρόπολης της Φέντινκεχ, άκουσε το μοναδικό παράθυρο ν’ανοίγει, και πόδια να πατούν στο πέτρινο πάτωμα.

Τα μάτια της άνοιξαν – δύο μικρές, γυαλιστερές σχισμάδες μες στο σκοτάδι.

Μια σκιερή φιγούρα ήταν στο δωμάτιο, φωτιζόμενη μονάχα από τις αχτίνες των φεγγαριών – μαβιά και πράσινα χρώματα αναμιγμένα.

Κι άλλη μια φιγούρα ήρθε απ’το παράθυρο.

Φορούσαν κουκούλες, μπορούσε να διακρίνει η Ανταρλίδα.

Δύο εισβολείς.

Ο πρώτος στράφηκε αμέσως στα κρεβάτια όπου κοιμόνταν εκείνη κι ο Τάμπριελ’λι. Τραβώντας ένα ξιφίδιο από τη μπότα του, την πλησίασε, ενώ συγχρόνως άπλωνε το δεξί του χέρι – το όπλο το κρατούσε με το αριστερό.

Δεν έρχεται να με σκοτώσει, συμπέρανε η Ανταρλίδα· έρχεται για να μου κλείσει το στόμα και να βάλει το λεπίδι του στο λαιμό μου. Κατά πάσα πιθανότητα, θέλουν να μας αιχμαλωτίσουν.

Ο άντρας – πρέπει να ήταν άντρας – την πλησίασε κι άλλο. Τώρα, στεκόταν ακριβώς πάνω από το κρεβάτι της.

Ταυτόχρονα, ο άλλος έκανε κύκλο: πήγαινε προς το κρεβάτι του Τάμπριελ.

Η Ανταρλίδα τινάχτηκε, κλοτσώντας τον άντρα από πάνω της στην κοιλιά. Εκείνος διπλώθηκε μ’ένα ξαφνιασμένο βογκητό.

«Τάμπριελ!» φώναξε η Μαύρη Δράκαινα, καθώς στρεφόταν προς το μέρος του πηδώντας όρθια πάνω στο κρεβάτι της.

Τα μάτια του Τάμπριελ’λι άνοιξαν, και είδε μια μαύρη μορφή. Αμέσως κύλησε στο πλάι, πέφτοντας απ’το μαλακό στρώμα στο σκληρό, πέτρινο πάτωμα.

Ο κουκουλοφόρος που είχε προσπαθήσει να τον αρπάξει στράφηκε στην Ανταρλίδα. Το δεξί της πόδι, όμως, βρισκόταν ήδη σε κίνηση, και τον χτύπησε στο σαγόνι, στέλνοντάς τον πάνω στο κρεβάτι του Τάμπριελ.

Η Ανταρλίδα, ακούγοντας μια κίνηση στα νώτα της, γύρισε–

–και ίσα που πρόλαβε ν’αποφύγει τη λεπίδα του άλλου κουκουλοφόρου καθώς εκείνος διέγραφε μια τροχιά με το ξιφίδιό του σημαδεύοντας τις κλειδώσεις των γονάτων της.

Η Μαύρη Δράκαινα πήδησε στο πάτωμα. Ο άντρας οπισθοχώρησε προς το παράθυρο, μοιάζοντας διστακτικός να της επιτεθεί με το όπλο του.

Συγχρόνως, φώναξε κάτι στον σύντροφό του.

«Ποιοι είστε;» τους ρώτησε η Ανταρλίδα στην Οικουμενική, βαδίζοντας έτσι ώστε να βρεθεί σε τέτοια θέση που να μπορεί να τους βλέπει και τους δύο.

Ο Τάμπριελ είχε ήδη ορθωθεί και, τρέχοντας μέσα στο δωμάτιο, άρπαξε μια καρέκλα από τα δύο πισινά πόδια και τη σήκωσε. (Δεν είχαν άλλα όπλα εδώ· οι άνθρωποι της Βασίλισσας Παμράνεχ δεν τους το επέτρεπαν.)

Ο κουκουλοφόρος που είχε αρχικά πλησιάσει την Ανταρλίδα τινάχτηκε προς το παράθυρο χωρίς να της δώσει απάντηση. Η Μαύρη Δράκαινα τον κυνήγησε· άρπαξε τη ζώνη του, κόβοντάς του τη φόρα, και το γόνατό της τον χτύπησε στην κλείδωση του δικού του γονάτου.

Ο άλλος κουκουλοφόρος, βγάζοντας μια οργισμένη κραυγή, χίμησε καταπάνω της με το ξιφίδιό του υψωμένο.

Ο Τάμπριελ τού επιτέθηκε με την καρέκλα, προτού φτάσει τη Μαύρη Δράκαινα. Εκείνος απέφυγε το χτύπημα του μάγου και, γυρίζοντας, τον σπάθισε. Η λεπίδα έσχισε ένα κομμάτι από το μακρύ νυχτικό του Τάμπριελ, αστοχώντας τα πλευρά του για μερικά εκατοστά.

Αναπάντεχα, η πόρτα του δωματίου άνοιξε με πάταγο, και πολεμιστές όρμησαν μέσα, με τα σπαθιά τους γυμνολέπιδα, να αντανακλούν το φως των φεγγαριών.

«Παραδοθείτε!» φώναξε ένας, στην Οικουμενική.

Ο κουκουλοφόρος που βρισκόταν μπροστά στο παράθυρο προσπάθησε να ξεφύγει από τη λαβή της Ανταρλίδας· κι έστρεψε το ξιφίδιό του εναντίον της, μοιάζοντας τώρα να αδιαφορεί αν τη σκότωνε ή όχι. Εκείνη τού έπιασε τον καρπό με το ένα χέρι, και το γόνατό της τον χτύπησε στα πλευρά, μία, δύο, τρεις φορές. Το όπλο τού έπεσε, και η Ανταρλίδα το άρπαξε απ’το πάτωμα, υψώνοντάς το και βάζοντάς το στο λαιμό του, ενώ τον έσπρωχνε για να τον κολλήσει στον τοίχο πλάι στο παράθυρο.

Ο άλλος κουκουλοφόρος είχε ήδη παραδοθεί, καθώς βρέθηκε περιστοιχισμένος από τους πολεμιστές της Ακρόπολης και τον Τάμπριελ’λι.

Κεφάλαιο Έκτο
Φήμες, Μύθοι, και Υποθέσεις

Ο Μεγάλος Προφήτης με τρόμαζε τότε, κάθε φορά που μου έλεγε ότι είχε «δει» κάτι. Δεν ήξερα πώς να αντιδράσω. Και δεν ήξερα αν έπρεπε να τον θεωρήσω τρελό ή μη. Άλλωστε, δεν είχα καμία απόδειξη ότι όντως έβλεπε εικόνες που έβγαιναν αληθινές. Είχα αποφασίσει, λοιπόν, να είμαι επιφυλακτικός μαζί του.

Και θυμάμαι τόσο καθαρά εκείνο το πρωινό που το Δεξί Χέρι μού είπε: Ήρθαν μέσα στη νύχτα και τους επιτέθηκαν.

Σε ποιους επιτέθηκαν; ρώτησα. Ποιοι τους επιτέθηκαν;

Μου απάντησε ότι ήξερα σε ποιους επιτέθηκαν. Όσο για το ποιοι τους επιτέθηκαν, μάλλον ήταν άνθρωποι της Κοινωνίας. Να το έχεις υπόψη σου, μου τόνισε, γιατί σήμερα οι ξένοι θα σου κάνουν ερωτήσεις. Προετοιμάσου να τους δώσεις τις σωστές απαντήσεις.

Η νευρικότητά μου πολλαπλασιάστηκε εκείνη την ημέρα. Κι ακόμα περισσότερο όταν άκουσα τον Προφήτη να μου μιλά για την Πύλη σαν να ήξερε γι’αυτήν πιο πολλά από τον ίδιο τον Πρώτο Αρχιερέα…

*
* * *
*

«Το είχα ‘δει’,» είπε ο Τάμπριελ στην Ανταρλίδα, ενώ οι φρουροί έδεναν τα χέρια των κουκουλοφόρων και τους έπαιρναν από τον ξενώνα τραβώντας τους βίαια.

«Είχες δει ότι θα μας επιτίθονταν; Γιατί δεν είπες–;»

«Δεν ήξερα πότε θα συνέβαινε. Ούτε πού ακριβώς. Όπως συνήθως μια εικόνα είχα δει μονάχα: εσένα να μάχεσαι μ’έναν κουκουλοφόρο, μέσα σ’ένα σκοτεινό δωμάτιο, ενώ ένας άλλος κουκουλοφόρος σε πλησίαζε από πίσω με το ξιφίδιό του υψωμένο. Κι αυτή η σκηνή πραγματοποιήθηκε μπροστά μου πριν από λίγο· προτού όμως ο εχθρός προλάβει να σε καρφώσει, του όρμησα με την καρέκλα.»

Ένας από τους πολεμιστές της Ακρόπολης φάνηκε τότε στο κατώφλι της πόρτας, και τους είπε: «Μείνετε εδώ.»

Ο Τάμπριελ ένευσε αποκρινόμενος: «Δε θα πηγαίναμε πουθενά.»

«Από πού μπήκαν;» ρώτησε ο πολεμιστής. «Από το παράθυρο;»

«Ναι,» είπε η Ανταρλίδα. «Κι αυτό σημαίνει ότι κατάφεραν να περάσουν από όλους τους φρουρούς σας.»

Η όψη του πολεμιστή σκοτείνιασε, αλλά δεν είπε τίποτα.

*

Μετά από λίγη ώρα, ο Ναρχάεζ μπήκε στον ξενώνα ντυμένος με τον μανδύα του (μαύρος με πράσινες λωρίδες) που η αγκράφα είχε το σχήμα κεφαλής βρυχούμενης τίγρης. Πανοπλία δεν φορούσε· το σπαθί του, όμως, βρισκόταν στο πλευρό του.

«Τι συνέβη;» ρώτησε. «Προσπάθησαν να σας σκοτώσουν;»

«Δεν ήθελαν να μας σκοτώσουν,» αποκρίθηκε η Ανταρλίδα, που ήταν καθισμένη στο περβάζι του παραθύρου και κοίταζε έξω, τα τείχη της Ακρόπολης και, αμέσως μετά απ’αυτά, τα ψηλότερα τείχη της Φέντινκεχ μέσα στη νύχτα. Το κατακόκκινο άστρο με τις μεγάλες αχτίνες φάνταζε λαμπερό στον βορειοδυτικό ορίζοντα. Η Μαύρη Δράκαινα έστρεψε το βλέμμα της στο Δεξί Χέρι του Θρόνου. «Ήθελαν να μας απαγάγουν.»

«Είσαι βέβαιη;»

«Ήταν διστακτικοί να μας μαχαιρώσουν. Εκείνος που με πλησίασε ετοιμαζόταν να μου κλείσει το στόμα και να βάλει το ξιφίδιό του στο λαιμό μου.»

Ο Ναρχάεζ την παρατήρησε στενεύοντας τα μάτια. «Δε φαίνεται να αμφιβάλλεις καθόλου. Πρέπει να ήσουν παράξενα ψύχραιμη…»

«Είμαι εκπαιδευμένη για να είμαι παράξενα ψύχραιμη,» αποκρίθηκε η Ανταρλίδα. «Κάποτε ήμουν Μαύρη Δράκαινα στις υπηρεσίες της Παντοκράτειρας.» Και ρώτησε: «Ποιοι ήταν αυτοί; Γιατί ήρθαν;»

«Δεν είμαι σίγουρος ακόμα· πρέπει να τους ανακρίνουμε πρώτα. Φοβάμαι, όμως, πως πιθανώς να ήταν σταλμένοι από τους Ιεράρχες της Κοινωνίας.»

«Ιεράρχες της Κοινωνίας;» έκανε ο Τάμπριελ, ο οποίος καθόταν σε μια καρέκλα κι έπινε νερωμένο κρασί από ένα κύπελλο. «Ποιοι είναι αυτοί;»

«Οι… κατάσκοποι του Μεγάλου Ιεράρχη. Ο Καλέφραζ θα σας πει περισσότερα γι’αυτόν αν του το ζητήσετε.»

«Είναι εχθρός του Βασιλείου Τάρσαζ;»

«Ναι. Είναι ο Μονάρχης της Ηνωμένης Γης της Κοινωνίας – όπως την έχει ονομάσει – η οποία βρίσκεται δυτικά από εδώ.»

«Θα έχει δει κι αυτός το Ρήγμα…» είπε η Ανταρλίδα.

«Αναμφίβολα,» συμφώνησε ο Ναρχάεζ. «Και μάλλον θα έχει μάθει και για εσάς. Εκ των προτέρων σάς προειδοποιώ πως, αν κάποιος άνθρωπός του σας πλησιάσει για να σας κάνει κάποια προσφορά, το καλύτερο είναι να θεωρήσετε ψέμα ό,τι κι αν σας πει. Στα μέρη που έχουν ονομαστεί Κοινωνία, κανένας δεν είναι πλέον άξιος εμπιστοσύνης.»

Ο Τάμπριελ ένευσε. «Θα το έχουμε υπόψη μας.»

«Σας αφήνω τώρα,» είπε ο Ναρχάεζ, «για ν’ασχοληθώ με τους αιχμαλώτους. Αν και διπλασίασα γι’απόψε όλες τις φρουρές στην Ακρόπολη, να έχετε τα μάτια σας ανοιχτά.» Και βγήκε απ’τον ξενώνα βαδίζοντας βιαστικά.

Η Ανταρλίδα στράφηκε στον Τάμπριελ.

«Γιατί με κοιτάζεις έτσι;» ρώτησε εκείνος.

«Τον έχεις ‘δει’ αυτόν τον Μεγάλο Ιεράρχη; Θα έχουμε πάρε-δώσε μαζί του;»

«Ακόμα κι αν έχω δει το πρόσωπό του, δε μπορώ να ξέρω ότι όντως είναι αυτός, Ανταρλίδα. Πόσες φορές θα πρέπει να σου πω πως βλέπω μόνο εικόνες; Δεν υπάρχουν τίποτα σημειώσεις με ψιλά γράμματα από κάτω τους.» Ως συνήθως, δεν χαμογέλασε.

«Πρέπει να βρεις έναν τρόπο οι εικόνες που βλέπεις να μας χρησιμεύουν σε κάτι. Απόψε, για παράδειγμα, θα ήταν χρήσιμο αν ξέραμε ότι θα προσπαθούσαν να μας απαγάγουν.»

*

Το πρωί, ρώτησαν τον Καλέφραζ για τον Μεγάλο Ιεράρχη και για την Κοινωνία.

«Δεν είναι εύκολο να εξηγηθεί ο Μέγας Ιεράρχης,» απάντησε εκείνος. «Ας αρχίσουμε, λοιπόν, από την Κοινωνία.» Καθάρισε το λαιμό του, νευρικά. «Βρίσκεται στα δυτικά μας, κατ’αρχήν…» Ξεδίπλωσε μια περγαμηνή επάνω στην οποία ήταν ζωγραφισμένος ένας χάρτης. «Εδώ είναι το Βασίλειό μας,» είπε δείχνοντας. «Εδώ, η Ηνωμένη Γη της Κοινωνίας. Παλιότερα, τίποτα δεν ήταν ενωμένο σ’αυτή την περιοχή. Πριν από καμια δεκαριά χρόνια, όμως, ο Μέγας εμφανίστηκε και ένωσε τα κρατίδια και τις ανεξάρτητες πόλεις. Και ο τελικός του σκοπός είναι να κυριαρχήσει επάνω σ’ολόκληρο τον κόσμο, αν οι φήμες αληθεύουν.»

«Δηλαδή,» είπε η Ανταρλίδα, «έχετε κι εδώ κάποιον σαν την Παντοκράτειρα…»

«Ναι, ίσως… Περίπου.»

«Τι το σπουδαίο έχει ο Μέγας Ιεράρχης;» θέλησε να μάθει ο Τάμπριελ.

«Κατά πρώτον, είναι αμφιλεγόμενο από πού κατάγεται και πώς ακριβώς εμφανίστηκε· κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι ξέρει στα σίγουρα – μονάχα οι Ιεράρχες ίσως, αλλά αυτοί είναι μια… ξεχωριστή περίπτωση. Κατά δεύτερον, λένε ότι δεν γερνά.» Ο Καλέφραζ γέλασε κοφτά, και λιγάκι νευρικά. «Ανοησίες, φυσικά· μάλλον χρησιμοποιεί κάποιες αλοιφές ή βοτάνια για να φαίνεται νέος.

»Το πραγματικά παράξενο, όμως, είναι ο… δεσμός του με τους Ιεράρχες. Έχω ακούσει ότι υπάρχει κάτι το ιδιαίτερο ανάμεσα σ’αυτούς και τον Μεγάλο. Τους επιλέγει με κάποιον ειδικό τρόπο. Και… δεν είναι κανονικοί άνθρωποι.»

«Τι είναι;» ρώτησε ο Τάμπριελ.

«Όταν ένας απ’αυτούς μάθει κάτι, αμέσως το ξέρουν όλοι τους, καθώς και ο Μέγας.»

«Εννοείς ότι τα μυαλά τους βρίσκονται σε συνεχή επαφή;»

«Ναι· έτσι λέγεται, τουλάχιστον. Λέγεται ότι… μοιράζονται έναν κοινό νου.»

«Έχει ξανασυμβεί αυτό;»

«Τι να έχει ξανασυμβεί;»

«Σ’ετούτο τον κόσμο,» είπε ο Τάμπριελ, «έχει ξανασυμβεί κάποιοι να μοιράζονται έναν κοινό νου;»

Ο Καλέφραζ κούνησε το κεφάλι. «Δεν το έχω ξανακούσει· ούτε το έχω διαβάσει σε τόσα ιστορικά βιβλία που υπάρχουν.»

Η Ανταρλίδα ρώτησε τον Τάμπριελ, στη Συμπαντική: «Σου θυμίζει κάτι συγκεκριμένο;»

«Όχι.»

Ο Καλέφραζ κοίταξε μια τον έναν μια την άλλη, φανερά ενοχλημένος που μιλούσαν σε μια γλώσσα την οποία δεν καταλάβαινε.

«Καλέφραζ,» είπε ο Τάμπριελ μιλώντας τώρα στην Οικουμενική, «μας διδάσκεις ήδη ενάμιση μήνα τη γλώσσα σας, και νομίζω πως ξέρουμε πια τα βασικά για να επικοινωνούμε. Θα μπορούσες τώρα να μας πεις κάποια πράγματα για την ευρύτερη γεωγραφία του κόσμου σας;»

Εκείνος έγνεψε καταφατικά. «Ευχαρίστως.» Και άρχισε να ξεδιπλώνει χάρτες.

Ναι, σκέφτηκε ο Τάμπριελ κοιτάζοντας τον μεγαλύτερο απ’αυτούς. Ναι, ακριβώς έτσι…

…ενώ στο μυαλό του ερχόταν μια από τις μυστηριώδεις εικόνες–

Ο χάρτης με τη γεωγραφία ετούτης της διάστασης.

Κι ένα χέρι. Ένα δάχτυλο που έδειχνε ένα συγκεκριμένο σημείο επάνω στο Βασίλειο Τάρσαζ.

Το χέρι του Καλέφραζ–

«Τι είναι εδώ;» Ο Τάμπριελ έδειξε το σημείο από τη νοητική εικόνα.

Ο Γραμματικός βλεφάρισε ξαφνιασμένος. «Γιατί ρωτάς;»

«Υπάρχει κάτι συγκεκριμένο εδώ;» Ο Τάμπριελ έβλεπε μονάχα μια χρυσή γραμμή ζωγραφισμένη επάνω στον χάρτη: μια γραμμή δίπλα στα δυτικότερα βουνά του Βασιλείου.

«Υπάρχει,» είπε ο Καλέφραζ νεύοντας. «Η Πύλη του Μαράνχαλωμ.»

«Του θεού σας;»

«Ναι. Σύμφωνα με τον μύθο, από εδώ ήρθε ο Μεγάλος Τίγρης. Είναι η Πύλη που οδηγεί στο βασίλειό του.» Κι ακούμπησε το δάχτυλό του νευρικά επάνω στον χάρτη.

Ακριβώς όπως στην εικόνα που είδα. Ακριβώς.

Ο Τάμπριελ τον κοίταξε καταπρόσωπο. «Μας έχετε πει ότι δεν υπάρχουν έξοδοι από τούτο τον κόσμο, Καλέφραζ.»

Ο Καλέφραζ γέλασε. «Μα, δεν υπάρχουν! Η Πύλη είναι συμβολική. Βρίσκεται πάνω σ’ένα πανύψηλο τείχος γεμάτο σκαλίσματα τίγρεων. Πρέπει να το έφτιαξαν οι ιερείς του Μαράνχαλωμ στα αρχαία χρόνια, πριν από χιλιετίες.»

«Πανύψηλο τείχος; Με σκαλίσματα τίγρεων;»

«Ναι…»

«Έχεις κάποια εικόνα του; Κάποια ζωγραφική; Κάποιον πίνακα;»

Η Ανταρλίδα κοίταξε τον Τάμπριελ παραξενεμένη, γιατί της φαινόταν ανυπόμονος, πράγμα που γενικώς δεν ήταν του χαρακτήρα του. Τι συμβαίνει; Έχει «δει» κάτι; Κάτι που θεωρεί σημαντικότερο από άλλα;

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Καλέφραζ. «Μισό λεπτό, θα σ’το δείξω…» Σηκώθηκε απ’την καρέκλα του, τράβηξε ένα βιβλίο από τα ράφια της βιβλιοθήκης, κάθισε πάλι, κι άρχισε να ψάχνει μέσα στις σελίδες του βιβλίου. Τελικά, το έστρεψε προς τη μεριά του Τάμπριελ και της Ανταρλίδας. «Ορίστε: το τείχος και η Πύλη.»

Τα μάτια του Τάμπριελ διαστάλθηκαν προς στιγμή. «Το έχω ξαναδεί. Στο μυαλό μου. Αλλά η Πύλη ήταν ανοιχτή.»

«Ανοιχτή;» είπε ο Καλέφραζ. «Αδύνατον! Δεν υπάρχει τίποτα από πίσω· μόνο πέτρες.»

«Η Πύλη ήταν ανοιχτή!» επέμεινε ο Τάμπριελ εξακολουθώντας να κοιτάζει την εικόνα, έντονα. «Οδηγούσε κάπου. Και μπροστά στα τείχη ήταν μαζεμένοι άνθρωποι – πολεμιστές, νομίζω – πεζοί και έφιπποι.»

«Εντάξει,» είπε ο Καλέφραζ, «αφού το είδες, το είδες… Αλλά δε νομίζω ότι θα συμβεί.»

Ο Τάμπριελ πήρε τα μάτια του από την εικόνα του βιβλίου, υψώνοντάς τα στο πρόσωπο του Γραμματικού. «Θα συμβεί, Καλέφραζ· να είσαι βέβαιος γι’αυτό.»

Ο Γραμματικός έκλεισε, κάπως νευρικά κι αμήχανα, το βιβλίο. «Λοιπόν,» είπε. «Ας κάνουμε ένα σύντομο μάθημα γεωγραφίας τώρα, έτσι; Εσύ το ζήτησες, εξάλλου.»

«Ναι,» συμφώνησε ο Τάμπριελ ακουμπώντας την πλάτη του στην καρέκλα. «Μ’ενδιαφέρει πολύ η γεωγραφία αυτού του κόσμου.»

*

Ο Ναρχάεζ ήρθε να τους επισκεφτεί το μεσημέρι στον ξενώνα, ενώ εκείνοι έτρωγαν.

«Οι Ιεράρχες τούς είχαν στείλει,» είπε· «και, πράγματι, σκοπός τους ήταν να σας αιχμαλωτίσουν. Μας τα αποκάλυψαν όλα όταν τους βασανίσαμε. Ήρθαν από τη Ντάρλεχ, η οποία είναι–»

«–μια πόλη της Κοινωνίας,» τον διέκοψε ο Τάμπριελ, που, όπως κι η Ανταρλίδα, είχε σταματήσει το φαγητό του και ατένιζε το Δεξί Χέρι του Θρόνου.

Ο Ναρχάεζ μειδίασε. «Ο Καλέφραζ, βλέπω, σας μόρφωσε. Γνωρίζετε, επομένως, πως ό,τι ξέρει ένας Ιεράρχης το ξέρουν κατευθείαν όλοι τους, σωστά;»

«Ναι, μας το είπε.»

«Άρα καταλαβαίνετε γιατί πρέπει να είστε πολύ προσεκτικοί… Ο Μέγας ίσως να έχει Ιεράρχες ακόμα και μέσα στο Βασίλειό μας δίχως να το γνωρίζουμε, αν και κατά κανόνα, σύμφωνα με τις πηγές πληροφόρησής μας, τους κρατά στην Κοινωνία· γιατί, παρότι έχει υποτάξει όλα τα κρατίδια και τις πόλεις σ’εκείνη την περιοχή, εξακολουθεί να μην είναι βέβαιος για την απόλυτη πίστη των υπηκόων του.»

«Τι γνωρίζεις για τον Μεγάλο Ιεράρχη, Ναρχάεζ;» ρώτησε ο Τάμπριελ. «Ποιος είναι πραγματικά;»

«Τίποτα ουσιαστικό δεν ξέρω – εκτός απ’το ότι είναι πολύ επικίνδυνος. Ορισμένοι λένε πως δεν είναι καν άνθρωπος.»

«Και τι είναι; Θεός; Δαίμονας;»

«Οι φήμες δίνουν και παίρνουν, όπως θα καταλαβαίνεις. Τέλος πάντων· να μη σας κρατάω άλλο από το φαγητό σας. Καλό μεσημέρι,» είπε ο Ναρχάεζ, και βάδισε προς την έξοδο του ξενώνα.

«Με τους εισβολείς από την Κοινωνία τι θα κάνετε;» τον ρώτησε η Ανταρλίδα προτού φύγει.

«Θα τους χρησιμοποιήσουμε για δούλους κατά πάσα πιθανότητα.»

Όταν ο Ναρχάεζ δεν ήταν πλέον στο δωμάτιο, ο Τάμπριελ είπε: «Πρέπει να επισκεφτώ την Πύλη του Μαράνχαλωμ, Ανταρλίδα.»

«Πιστεύεις ότι είναι διαστασιακή δίοδος;»

«Δεν ξέρω τι είναι, την είδα όμως ανοιχτή. Δεν είναι μονάχα συμβολική όπως φαίνεται να πιστεύει ο Καλέφραζ.»

«Από πίσω της είδες τι κρύβεται;»

«Όχι. Όμως κάτι υπάρχει εκεί – το ξέρω.»

«Την τελευταία φορά που ήσουν βέβαιος ότι έπρεπε να κάνουμε κάτι, μας κατάπιε ένας υπερδιαστασιακός στρόβιλος…»

«Και καταλήξαμε εδώ – όπως έπρεπε.»

Η Ανταρλίδα αναστέναξε. «Δε νομίζω, πάντως, ότι θα σου επιτρέψουν να επισκεφτείς την Πύλη. Όχι ακόμα, τουλάχιστον.»

Ένας σεισμός έγινε τότε, και το τραπέζι ανάμεσά τους τραντάχτηκε, τα πιάτα και τα κύπελλα έτριξαν.

*

Το βράδυ, η Ανταρλίδα είπε: «Χρησιμοποίησε τη μαγεία σου. Δε θέλω άλλες εκπλήξεις.»

Ο Τάμπριελ δεν διαφώνησε. Ύφανε μια Μαγγανεία Υλικής Διαισθήσεως γύρω από το δωμάτιο. Αν κάποιος έμπαινε θα τον καταλάβαινε αμέσως, ακόμα κι αν βρισκόταν στον πιο βαθύ ύπνο. Ένα νοητικό καμπανάκι θα χτυπούσε μέσα του, και τα μάτια του θα άνοιγαν.

«Σ’αυτή τη διάσταση δεν πρέπει να έχουν μάγους,» είπε η Ανταρλίδα, ξαπλώνοντας στο κρεβάτι μ’ένα στρατιωτικό βιβλίο στα χέρια το οποίο είχε δανειστεί από τη βιβλιοθήκη.

Ο Τάμπριελ, έχοντας ολοκληρώσει τη μαγγανεία του, στεκόταν μπροστά στο παράθυρο και κάπνισε πίπα – μια συνήθεια την οποία είχε κολλήσει εδώ, μην έχοντας και πολλά να κάνει μέσα στον ξενώνα ενάμιση μήνα. «Ναι,» αποκρίθηκε, «ούτε εγώ νομίζω πως έχουν. Κανένας δε μας έχει αναφέρει τίποτα, και τα βιβλία τους δεν έχω δει μέχρι στιγμής να γράφουν κάτι.»

Η Ανταρλίδα ένευσε. «Ετούτο δω που κρατάω δεν περιλαμβάνει καθόλου τη μαγεία στις τακτικές μάχης που περιγράφει. Γιατί νομίζεις ότι συμβαίνει αυτό; Δεν υπάρχουν άνθρωποι με ταλέντο στη μαγεία;»

«Υποθέτω πως το γεγονός ότι η διάσταση είναι απομονωμένη παίζει κάποιο ρόλο. Ακόμα κι αν υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι, Ανταρλίδα, πού θα διδαχτούν όσα πρέπει να διδαχτούν; Επιπλέον, ίσως να είναι λιγότεροι εκείνοι με το Χάρισμα επειδή αυτός ο κόσμος είναι αποκομμένος από το υπόλοιπο σύμπαν…»

«Η μαγεία, πάντως, λειτουργεί κανονικά εδώ, έτσι δεν είναι;»

«Έτσι δείχνει, ναι,» ένευσε ο Τάμπριελ βγάζοντας την πίπα από το στόμα του. Στράφηκε να κοιτάξει την Ανταρλίδα. «Εκείνο, όμως, που απασχολεί εμένα περισσότερο είναι αυτός ο Μέγας Ιεράρχης και οι άλλοι Ιεράρχες, που υποτίθεται ότι μοιράζονται έναν κοινό νου…»

Η Μαύρη Δράκαινα τον περίμενε να συνεχίσει.

«Δε μπορεί να είναι μάγοι,» είπε ο Τάμπριελ. «Τουλάχιστον, όχι σαν αυτούς που γνωρίζουμε εμείς. Επομένως, τι είναι;»

«Εσύ πες μου. Στη Φεηνάρκια υπάρχουν δαίμονες με κάποια παρόμοια ικανότητα; Ή θεοί;»

«Απ’όσο ξέρω, όχι. Κι αυτό με οδηγεί μονάχα σ’ένα συμπέρασμα… Κάτι από τον Ενιαίο Κόσμο, ίσως.»

«Από τον Ενιαίο Κόσμο

«Από εκεί προέρχονται όλα τα παράξενα. Δεν είναι τυχαίο που η Παντοκράτειρα ερευνά οτιδήποτε από τον Ενιαίο Κόσμο.»

«Δηλαδή, μιλάμε για κάποιον πανάρχαιο θεό; Ο Καλέφραζ είπε ότι εμφανίστηκε πριν από καμια δεκαριά χρόνια.»

«Αυτό δε σημαίνει και πολλά. Ίσως να κοιμόταν και να αφυπνίστηκε. Ή ίσως, τελικά, να υπάρχει κάποια μικρή δίοδος σε τούτη τη διάσταση: κάποια χαραμάδα απ’όπου θα μπορούσε να γλιστρήσει κάτι κακόβουλο… Η Πύλη του Μαράνχαλωμ είναι, κατ’αρχήν, ένα παράδειγμα ότι ο κόσμος αυτός δεν είναι τόσο απομονωμένος όσο νομίζουν οι κάτοικοί του.»

Κεφάλαιο Έβδομο
Εικόνες Έξω Από Τον Χρόνο

Για τη θεωρία του Ενιαίου Κόσμου δεν είχαμε ιδέα, φυσικά, αφού δεν γνωρίζαμε τίποτα για το Ατέρμονο Σύμπαν. Ο Μεγάλος Προφήτης μάς μίλησε γι’αυτήν. Μας είπε ότι πολλοί μάγοι, επιστήμονες, και φιλόσοφοι πιστεύουν πως, στα αρχαία χρόνια, το σύμπαν ήταν ενιαίο, πως δεν υπήρχαν αλληλοσυνδεόμενες διαστάσεις, αλλά όλες οι διαστάσεις ήταν μία. Ο Ενιαίος Κόσμος. Εν ολίγοις, πιστεύουν πως κάποτε το σύμπαν ήταν όπως εμείς νομίζαμε ότι ήταν η διάστασή μας: ένας κόσμος μονάχα, και τίποτε άλλο.

Και αργότερα, σύμφωνα μ’αυτή τη θεωρία, το σύμπαν θρυμματίστηκε κι έτσι δημιουργήθηκαν οι διαστάσεις. Κανείς δεν γνωρίζει πότε ακριβώς έγινε αυτός ο θρυμματισμός, γιατί, όπως μας δίδαξε ο Μεγάλος Προφήτης, σε κάθε διάσταση ο χρόνος κυλά με διαφορετική ταχύτητα. Ούτε κανείς γνωρίζει γιατί ο Ενιαίος Κόσμος θρυμματίστηκε. Είναι ένα μυστήριο.

*
* * *
*

«Θα μπορούσες να με οδηγήσεις στην Πύλη του Μαράνχαλωμ;» ρώτησε ο Τάμπριελ’λι τον Καλέφραζ, μία από τις μέρες που ο Γραμματικός είχε μόλις αρχίσει να τους διδάσκει την Ανώτερη Γλώσσα: τη γλώσσα που μιλούσαν οι ιερείς και οι ευγενείς του Βασιλείου Τάρσαζ, τη γλώσσα που χρησιμοποιείτο σ’όλες τις επίσημες περιστάσεις και τελετές.

Ο Καλέφραζ, ξαφνιασμένος λίγο από τούτη την ερώτηση, καθάρισε τον λαιμό του. «Εμμ…» είπε διστακτικά. «Δε μπορώ εγώ μόνος μου να κανονίσω κάτι τέτοιο… Εμμ, θα πρέπει να μιλήσεις στον Πρώτο Αρχιερέα, ίσως. Και στη Βασίλισσα. Θα χρειαστεί έγκριση. Δεν ξέρω αν θα τη δώσουν.»

«Πότε θα μιλήσω μ’αυτούς;» ρώτησε ο Τάμπριελ.

Ο Καλέφραζ καθάρισε πάλι το λαιμό του. «Κοίτα… μόλις μάθετε τα βασικά της Ανώτερης, πιστεύω θα ζητήσουν οι ίδιοι να σας δουν. Από τώρα μου κάνουν ερωτήσεις για εσάς. Θέλουν, εκτός των άλλων, να τους πείτε αν γνωρίζετε πώς μπορούν να σταματήσουν οι σεισμοί. Έχουν γίνει κάποιες σοβαρές καταστροφές εξαιτίας τους, Τάμπριελ.»

«Δεν γνωρίζω πώς να τους σταματήσω. Αλλά μπορώ να το ερευνήσω. Έχει σίγουρα να κάνει με το Ρήγμα και με τη φύση του κόσμου σας, συγχρόνως. Για να το ερευνήσω, όμως, πρέπει να μου δείξετε κάποια εμπιστοσύνη. Πρέπει να επισκεφτώ την Πύλη.»

«Η Πύλη… έχει κάποια… σχέση με τους σεισμούς, και με το Ρήγμα;» ρώτησε κομπιάζοντας ο Καλέφραζ.

«Δεν είμαι βέβαιος, αλλά ίσως η Πύλη να είναι, ή να ήταν, κάποιο Ρήγμα.»

«Πώς είναι δυνατόν;»

«Εσύ ο ίδιος, Καλέφραζ, μου είπες ότι υποτίθεται πως οδηγεί στο βασίλειο του Μαράνχαλωμ.»

«Ναι, όμως… όμως δεν το πιστεύω πραγματικά. Θέλω να πω ότι, δηλαδή, είναι μέρος της θρησκείας μας, αλλά δεν… δεν είναι κάτι που έχουμε δει να συμβαίνει.»

«Το έχω δει εγώ,» είπε ο Τάμπριελ με απόλυτη βεβαιότητα. «Η Πύλη θα ανοίξει.»

«Εντάξει,» αποκρίθηκε ο Καλέφραζ, μοιάζοντας να προσπαθεί να αποφύγει περισσότερη κουβέντα πάνω σ’αυτό το θέμα, «αλλά θα πρέπει να μιλήσεις στον Πρώτο Αρχιερέα καλύτερα. Εγώ είμαι εδώ μόνο για να σας διδάξω κάποια πράγματα.» Και επέστρεψε στη διδασκαλία της Ανώτερης Γλώσσας.

Ο Τάμπριελ δεν έφερε αντίρρηση.

*

Ο Ναρχάεζ ήρθε να τους συναντήσει στη βιβλιοθήκη, καθώς τελείωναν με τη διδασκαλία του Καλέφραζ και σηκώνονταν από τις καρέκλες τους. Τους ρώτησε πώς πήγαιναν τα πράγματα, και εκείνοι απάντησαν ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα.

«Εκτός από ένα,» τόνισε η Ανταρλίδα. «Είμαστε σχεδόν δύο μήνες κλειδωμένοι στην Ακρόπολη χωρίς να έχουμε ούτε καν την άδεια να κυκλοφορούμε ελεύθερα μέσα της.»

«Καταλαβαίνω,» αποκρίθηκε ο Ναρχάεζ. «Αυτά τα μέτρα δεν είναι, όμως, επειδή εμείς δεν σας εμπιστευόμαστε· είναι για τη δική σας ασφάλεια. Όπως είδατε, τις προάλλες ήρθαν πράκτορες των Ιεραρχών για να σας απαγάγουν.»

«Μπορούμε να προστατέψουμε τους εαυτούς μας,» του είπε η Ανταρλίδα. «Αν θέλουν να το ξαναπροσπαθήσουν, ας έρθουν.»

Ο Ναρχάεζ την ατένισε υπομειδιώντας. «Είσαι, πράγματι, παράξενη γυναίκα,» είπε. Και ρώτησε: «Πού θέλετε να πάτε;»

«Στην πόλη, όχι μακριά,» απάντησε η Ανταρλίδα. «Απλώς για να βαδίσουμε λίγο. Δε νομίζω ότι είναι υπερβολικό.»

Ο Ναρχάεζ ένευσε. «Εντάξει, θα δω τι μπορώ να κάνω. Πριν φύγω, όμως, μια ερώτηση: Τι είδους όπλα είναι αυτά που έχετε φέρει μαζί σας;»

«Αναφέρεσαι στο…;» Η Ανταρλίδα δεν ήξερε πώς να πει τουφέκι στην Οικουμενική. Αμφέβαλλε, μάλιστα, ότι υπήρχε τέτοια λέξη. «Σ’εκείνο το μεταλλικό ραβδί που κρατούσα, το οποίο πετούσε φωτιά;»

«Ακριβώς. Καθώς και στα μικρότερα μεταλλικά όπλα που φαίνονται παρόμοια.»

Τα πιστόλια μας. «Να προσέχετε μ’αυτά,» τον προειδοποίησε η Ανταρλίδα. «Μπορεί κατά λάθος να αλληλοσκοτωθείτε.»

«Προσέχουμε, μην ανησυχείς. Τα έχουμε αποθηκεύσει και κανείς δεν τα πειράζει. Πώς όμως φτιάχνονται, Ανταρλίδα; Και πώς ακριβώς χρησιμοποιούνται;»

«Το πώς χρησιμοποιούνται μπορώ να σ’το δείξω. Το πώς φτιάχνονται είναι μια πιο περίπλοκη υπόθεση. Γνωρίζω τις βασικές αρχές για να φτιάξω ένα όπλο, αλλά δεν ξέρω αν εδώ έχετε τον κατάλληλο εξοπλισμό.»

«Τι εξοπλισμός χρειάζεται;»

«Κατ’αρχήν, πρέπει να έχετε κάποια, εμ…» Έψαξε για τις σωστές λέξεις στην Οικουμενική. «Κάποια εκρηκτική ύλη. Και πρέπει να δουλέψουν και κάποια μεταλλουργεία για να φτιάξουν το όπλο και τις…» – χρησιμοποίησε την πιο παρεμφερή λέξη που ήρθε στο μυαλό της – «σφαίρες – τα κομμάτια που εκτοξεύει το όπλο.»

Ο Ναρχάεζ την άκουγε σκεπτικός. «Θα μιλήσω στους κατάλληλους ανθρώπους,» είπε. «Γιατί, αν μπορείς να μας μάθεις πώς φτιάχνονται και πώς χρησιμοποιούνται αυτά τα όπλα, τότε το Βασίλειο Τάρσαζ θα αποκτήσει μεγάλη δύναμη. Πουθενά αλλού δεν υπάρχουν τέτοια όπλα, Ανταρλίδα.»

Ναι, σκέφτηκε εκείνη, το έχω καταλάβει. «Θα κάνω ό,τι μπορώ.»

«Θα επιστρέψω το απόγευμα,» είπε ο Ναρχάεζ· «και, μάλλον, τότε θα βγείτε στην πόλη. Φυσικά, όχι χωρίς συνοδεία.»

«Φυσικά,» αποκρίθηκε η Ανταρλίδα.

*

Το μεσημεριανό τους ήταν νόστιμο και χορταστικό, και συνοδευόταν από κρύα μπίρα. Όταν έφαγαν, ξάπλωσαν στα κρεβάτια τους και χουζούρεψαν μέσα στη ζέστη του μεσημεριού. Είχαν έρθει άνοιξη σε τούτο τον κόσμο και, τώρα πλέον, πλησίαζε το καλοκαίρι, και η θερμοκρασία ανέβαινε. Ο Καλέφραζ τούς είχε διδάξει τους μήνες του χρόνου και στην Οικουμενική και στην Ανώτερη Γλώσσα. Συνολικά ήταν δεκαέξι, από εικοσιπέντε μέρες ο καθένας.

«Δεν έχουμε την παραμικρή ιδέα ποια είναι η χρονική αναλογία ετούτης της διάστασης σε σχέση με άλλες διαστάσεις,» είπε η Ανταρλίδα καθώς ήταν ξαπλωμένη στο πλάι με την πλάτη της γυρισμένη στον Τάμπριελ. «Μπορεί στην Απολλώνια να έχει περάσει ήδη ένας ολόκληρος χρόνος.»

«Ή μπορεί να μην έχει περάσει πάνω από ένας μήνας. Δεν έχει σημασία, όμως. Είμαστε εκεί πού πρέπει να είμαστε· και τον Πρίγκιπα Ανδρόνικο θα τον ξαναδούμε: είμαι βέβαιος.»

Η βεβαιότητά σου δε με καθησυχάζει καθόλου, Τάμπριελ’λι, σκέφτηκε η Ανταρλίδα. Εκείνο που την πείραζε περισσότερο εδώ δεν ήταν το γεγονός ότι βρισκόταν σ’ένα άγνωστο περιβάλλον – μια Μαύρη Δράκαινα δεν μπορούσε να την ενοχλήσει κάτι τέτοιο· ήταν εκπαιδευμένες να δρουν μέσα σε οποιοδήποτε περιβάλλον, εχθρικό ή φιλικό. Εκείνο που πραγματικά την πείραζε ήταν ότι, ουσιαστικά, δεν υπήρχε κανένας λόγος να βρίσκεται σε τούτη την απομονωμένη διάσταση! Παρά τα όσα έλεγε ο Τάμπριελ, η παρουσία της εδώ τής έμοιαζε τελείως ανούσια.

«Θέλω να έχεις το νου σου για κάτι, Ανταρλίδα…»

«Για τι; ‘Είδες’ ότι θα μας επιτεθεί κάποιος πάλι;»

«Είδα ένα μεγάλο πουλί να βγαίνει μέσα από το κόκκινο άστρο στον ουρανό. Το είδα να βγαίνει ενώ ήταν νύχτα και ενώ ο Πράσινος» (η ονομασία του πράσινου φεγγαριού, όπως τους είχε διδάξει ο Καλέφραζ) «βρισκόταν κοντά στο κόκκινο άστρο.»

«Αν δεν κάνω λάθος, η τροχιά του Πράσινου πλησιάζει το άστρο τις τελευταίες ημέρες,» είπε η Ανταρλίδα.

«Ναι, το ξέρω. Και θέλω επίσης να ξέρω πότε θα έρθει αυτό το πουλί.»

«Γιατί; Είναι σημαντικό;»

«Το έχω ξαναδεί.»

«Στα οράματά σου, εννοείς;»

«Ναι. Θα το συναντήσουμε στο μέλλον.»

«Θα είναι εχθρός μας;»

«Θα δείξει.»

«Τι είναι;» ρώτησε η Ανταρλίδα. «Κάποιος δαίμονας; Και τι είναι το άστρο; Κάποια δίοδος που άνοιξε εξαιτίας του υπερδιαστασιακού στροβίλου;»

«Τίποτα δεν αποκλείεται.»

Η Ανταρλίδα αναστέναξε. «Μου αρέσει που πάντα είσαι συγκεκριμένος.»

Το απόγευμα, όταν ο ήλιος είχε πέσει λίγο και δεν έκανε τόση ζέστη, η πόρτα του ξενώνα χτύπησε και η φωνή του Ναρχάεζ ακούστηκε. Ζητούσε να περάσει.

«Πέρασε,» του φώναξε η Ανταρλίδα, κι εκείνος άνοιξε και μπήκε.

«Η Βασίλισσα επέτρεψε να σας πάω μια βόλτα στην πόλη,» είπε. «Ετοιμαστείτε, λοιπόν. Θα σας περιμένω έξω, στον διάδρομο.» Και βγήκε πάλι.

Ο Τάμπριελ και η Ανταρλίδα ντύθηκαν με ρούχα του Βασιλείου Τάρσαζ, όπως ντύνονταν και όλες τις ημέρες που βρίσκονταν στην Ακρόπολη. Τα ρούχα που είχαν φέρει μαζί τους δεν μπορούσαν να τα φοράνε συνέχεια. Το παντελόνι του Τάμπριελ ήταν σκισμένο από τότε που η Ανταρλίδα είχε επιδέσει το τραύμα στο πόδι του. Και η Μαύρη Δράκαινα είχε μονάχα μία στολή μαζί της.

Επί του παρόντος, ο Τάμπριελ φόρεσε ένα λευκό πουκάμισο με αργυρό σιρίτι, που είχε ψηλό γιακά και, σύμφωνα με τη μόδα, έμπαινε μόνο μέσα στη μπροστινή μεριά του παντελονιού ενώ στην πίσω μεριά κρεμόταν σαν μανδύας. Το παντελόνι του ήταν υφασμάτινο και μαύρο· οι μπότες του κοντές και μυτερές, και οι άκριες του παντελονιού κρύβονταν μέσα τους.

Η Ανταρλίδα ντύθηκε με μια κίτρινη τουνίκα χωρίς μανίκια η οποία είχε τριγωνικό ντεκολτέ και γιακά κυρίως πίσω απ’τον λαιμό· τα κουμπιά της ήταν μεγάλα, ξύλινα, και καφετιά. Κάτω απ’την τουνίκα – που ήταν μακριά ώς τους μηρούς – φόρεσε μια βαθυγάλαζη φούστα με πτυχές ανοιχτού γαλάζιου χρώματος η οποία έπεφτε μέχρι τους αστραγάλους. Στα πόδια της έδεσε ένα ζευγάρι δερμάτινα σανδάλια. Τα μακριά, ξανθά της μαλλιά τα χτένισε προς τα πίσω και τα άφησε λυτά.

Όταν ήταν κι οι δυο τους έτοιμοι, βγήκαν απ’τον ξενώνα και στον διάδρομο συνάντησαν τον Ναρχάεζ και πέντε πολεμιστές που θα τους συνόδευαν, οι δύο εκ των οποίων ήταν γυναίκες. Το Δεξί Χέρι του Θρόνου τράβηξε δύο ξιφίδια και έδωσε το ένα στην Ανταρλίδα και το άλλο στον Τάμπριελ’λι.

«Για παν ενδεχόμενο,» είπε. «Κρύψτε τα στα ρούχα σας.» Εκείνοι τα έκρυψαν: η Μαύρη Δράκαινα μέσα στην τουνίκα της, ο κοκκινόδερμος μάγος στην πίσω μεριά του παντελονιού του η οποία καλυπτόταν από το λευκό του πουκάμισο.

Με τη συνοδεία του Ναρχάεζ και των πολεμιστών του Βασιλείου, βγήκαν από την Ακρόπολη και, μέσα στο φως του απογεύματος, βάδισαν στους δρόμους της πρωτεύουσας Φέντινκεχ.

Απ’όπου κι αν περνούσαν, όλο και κάποιος σταματούσε για να τους κοιτάξει· και τις περισσότερες φορές φώναζε και σε άλλους, δείχνοντας.

Έχουμε γίνει κινούμενο αξιοθέατο, σκέφτηκε η Ανταρλίδα, κάπως ενοχλημένα, αν και καταλάβαινε τον λόγο που οι άνθρωποι αυτού του κόσμου τούς κοίταζαν με τόση περιέργεια.

Όταν είχαν πια κατεβεί από το ύψωμα όπου βρισκόταν η Ακρόπολη και βάδιζαν κοντά στο λιμάνι, ακούγοντας το νερό να κυλά πλάι τους και τον αέρα να σφυρίζει, η Μαύρη Δράκαινα είπε στον Ναρχάεζ: «Ο Καλέφραζ δεν μας έχει αναφέρει τίποτα για μάγους. Δεν υπάρχουν μάγοι εδώ;» Χρησιμοποίησε μια λέξη που στην Οικουμενική σήμαινε αυτός που κάνει παράξενα ή θαυμαστά κόλπα.

Το Δεξί Χέρι την κοίταξε παραξενεμένα. «Μάγοι;» έκανε, χρησιμοποιώντας μια άλλη λέξη που η Ανταρλίδα δεν είχε ξανακούσει. «Εννοείς σαν αυτούς που ζουν με τους Ταργκάφλι, ή αυτούς που συγκεντρώνονται στη Γη της Φέδλωχ;»

Ο Καλέφραζ είχε δείξει, επάνω στους χάρτες του, στην Ανταρλίδα και στον Τάμπριελ ότι οι Ταργκάφλι ήταν ένας λαός που έμενε ανατολικά του Βασιλείου Τάρσαζ. Θεωρούνταν άγριοι και επικίνδυνοι, και κατοικούσαν, έλεγε ο Γραμματικός, μέσα σε ερείπια παλιότερων πολιτισμών. Δεν είχε μπει σε περισσότερες λεπτομέρειες.

Η Γη της Φέδλωχ ήταν ένα μέρος δυτικά του Τάρσαζ, μετά την Κοινωνία, πέρα από την Ενδότερη Θάλασσα, και νότια του Βασιλείου Ώσρανοκ. Ένα μέρος όπου δεν υπήρχε κοινή εξουσία αλλά πόλεις-κράτη: ένα μέρος όπου είχαν τα λημέρια τους οι περισσότεροι πειρατές της Ενδότερης Θάλασσας αλλά και του Δυτικού Πελάγους. Ο Καλέφραζ έμοιαζε να θεωρεί τη Γη της Φέδλωχ το ίδιο επικίνδυνη με τη Γη των Ταργκάφλι.

«Δε νομίζω,» είπε η Ανταρλίδα. «Στο υπόλοιπο σύμπαν οι μάγοι κάνουν χρήσιμα πράγματα. Πολλά…» – έψαξε για τη λέξη μηχανήματα αλλά δεν κατάφερε να τη βρει – «κατασκευάσματα, για παράδειγμα, δε θα μπορούσαν να λειτουργήσουν χωρίς αυτούς.»

«Οι μάγοι που ξέρω εγώ είναι τρελοί,» αποκρίθηκε ο Ναρχάεζ.

«Τι ακριβώς κάνουν, όμως; Τι μπορούν να… εμ, επιτύχουν με τη μαγεία τους;»

Ο Ναρχάεζ κούνησε το κεφάλι, λιγάκι εκνευρισμένα. «Δεν ξέρω, δεν είμαι μάγος!»

«Έχεις ποτέ συναντήσει κάποιον μάγο;»

«Όχι.»

Η Ανταρλίδα ψιθύρισε στον Τάμπριελ, μιλώντας στη Συμπαντική: «Να του πω ότι είσαι μάγος;»

«Δε νομίζω πως είναι απαραίτητο ακόμα.»

Και συνέχισαν τον περίπατό τους μέσα στη Φέντινκεχ χωρίς να συζητούν άλλο για μάγους και μαγείες. Ο Ναρχάεζ τούς έδειχνε διάφορους δρόμους και τους έλεγε πώς ονομάζονταν, καθώς επίσης και κάποια μνημεία και άλλα αξιοθέατα, όπως η Μεγάλη Βιβλιοθήκη, ο Ναός του Μαράνχαλωμ, το Βασιλικό Παλάτι επάνω στον λόφο, η Πινακοθήκη, το Θέατρο των Φεγγαριών, η Αρένα, η Μικρή Αγορά (ή Λιμαναγορά) που βρισκόταν κοντά στο λιμάνι…

Καθώς περνούσαν από τη Μεγάλη Αγορά – η οποία ήταν στην καρδιά της πόλης, μακριά από τη Λιμαναγορά – ο Τάμπριελ είδε ένα περιδέραιο επάνω στον πάγκο ενός εμπόρου που πουλούσε κοσμήματα και γυαλιστερούς λίθους. Το περιδέραιο είχε αργυρή αλυσίδα απ’την οποία κρεμόταν ένας επίσης αργυρός δίσκος που στο κέντρο του ήταν ένα ημιδιαφανές, πολυεδρικό πετράδι. Στην περιφέρεια του δίσκου υπήρχαν λαξεύματα σαν από κλήματα που μπλέκονται το ένα με το άλλο, σχηματίζοντας έναν ατελείωτο λαβύρινθο.

Ο Τάμπριελ στάθηκε μπροστά στο περιδέραιο και το πήρε στο δεξί του χέρι.

Δεν το έβλεπε για πρώτη φορά.

Θα το χρειαστώ αυτό…

«Δεν έχω χρήματα μαζί μου,» είπε στον Ναρχάεζ. «Πώς μπορώ να το αγοράσω;»

Το Δεξί Χέρι του Θρόνου τον κοίταξε συνοφρυωμένο. «Σ’ενδιαφέρει τόσο πολύ;»

«Ναι.»

«Το έχεις ‘δει’ σε κάποιο όραμα;»

«Ο Καλέφραζ σού λέει τα πάντα για εμένα, λοιπόν…» παρατήρησε ο Τάμπριελ· γιατί ο ίδιος δεν είχε πει ποτέ στο Δεξί Χέρι ότι «έβλεπε» εικόνες.

«Θα το αγοράσω εγώ,» δήλωσε ο Ναρχάεζ. Και προς τον έμπορο πίσω απ’τον πάγκο: «Πόσο θέλεις γι’αυτό;»

«Είκοσι νύχια.»

«Δεκαπέντε, και πολλά είναι για την ποιότητά του.»

Ο έμπορος, που μάλλον αναγνώριζε το Δεξί Χέρι του Θρόνου, δεν έφερε αντίρρηση. Ο Ναρχάεζ έβγαλε τα νομίσματα από το βαλάντιό του και τον πλήρωσε.

Ο Τάμπριελ πήρε το περιδέραιο και το έκρυψε μέσα σε μια τσέπη του παντελονιού του.

«Τι αξία έχει για σένα;» τον ρώτησε ο Ναρχάεζ, λίγο παρακάτω, καθώς βάδιζαν μέσα στη Μεγάλη Αγορά.

«Δεν ξέρω ακόμα. Το έχω ‘δει’, όμως, όπως ήδη μάντεψες.»

*

Μια από τις επόμενες ημέρες, η Ανταρλίδα ρώτησε τον Καλέφραζ: «Τι ξέρεις για τους μάγους αυτού του κόσμου;»

«Δεν ασχολούμαι με μάγους,» αποκρίθηκε εκείνος.

«Ο Ναρχάεζ μάς είπε ότι υπάρχουν μάγοι στη Γη των Ταργκάφλι και στη Γη της Φέδλωχ.»

«Ναι, εκεί μπορείς να βρεις τα πάντα. Γιατί ρωτάς, όμως;»

«Στο υπόλοιπο σύμπαν οι μάγοι έχουν μεγάλη σημασία,» εξήγησε η Ανταρλίδα. «Υπάρχουν οργανωμένα τάγματα μάγων.»

Ο Καλέφραζ την ατένιζε σα να νόμιζε ότι η παράξενη κατάλευκη γυναίκα τού έκανε πλάκα. Μετά, καθάρισε τον λαιμό του και είπε: «Οι μάγοι είναι επικίνδυνοι άνθρωποι, απ’όσο ξέρω. Έχω ακούσει –από φήμες, βέβαια, μη νομίζεις ότι σχετίζομαι με τέτοιους! – πως έρχονται σε επαφή με τον κόσμο μας, του ‘ζητάνε’ κάτι, κι εκείνος ανταποκρίνεται.»

«Δε διαφέρουν και πολύ από τους δικούς μας μάγους, δηλαδή,» σχολίασε ο Τάμπριελ.

Η Ανταρλίδα τον κοίταξε ερωτηματικά.

«Οι μάγοι,» είπε εκείνος, εξακολουθώντας να χρησιμοποιεί την Οικουμενική, «μιλούν σε μια γλώσσα που το σύμπαν καταλαβαίνει και ανταποκρίνεται.»

Ο Καλέφραζ συνοφρυώθηκε. «Το λες σαν… Είσαι μάγος, Τάμπριελ;»

Εκείνος ένευσε.

Τα μάτια του Καλέφραζ γούρλωσαν.

«Μην ταράζεσαι· κανείς δε θα πει ότι άρχισες τις κακές παρέες μαζί μου.»

Ο Καλέφραζ μειδίασε παρά την αμηχανία του.

Ο Τάμπριελ, ως συνήθως, δεν χαμογέλασε. «Οι μάγοι, όπως σου είπε η Ανταρλίδα, είναι πολύ σημαντικοί στο υπόλοιπο σύμπαν. Πολλά από τα πράγματα που λειτουργούν δεν θα λειτουργούσαν χωρίς αυτούς.»

«Τι μπορείς να κάνεις αφού είσαι μάγος;» θέλησε να μάθει ο Καλέφραζ.

«Σε τούτο τον κόσμο, μόνο κάποια βασικά πράγματα. Για παράδειγμα, ύστερα από την επίθεση των Ιεραρχών, προστατεύω κάθε νύχτα το δωμάτιό μας, ώστε αν κάποιος μπει να τον καταλάβω.»

«Δεν κοιμάσαι;»

«Κοιμάμαι. Αλλά αν κάποιος μπει θα τον αντιληφτώ. Δεν ξέρω τις κατάλληλες λέξεις στην Οικουμενική για να σου πω πώς λέγεται το… η τεχνική που χρησιμοποιώ. Ίσως θα μπορούσαμε, όμως, να ψάξουμε για να βρούμε ένα όνομα.»

«Κάποια άλλη στιγμή.»

«Όπως θέλεις.»

Η Ανταρλίδα ρώτησε: «Δεν υπάρχουν μάγοι στο Βασίλειο Τάρσαζ;»

«Δεν γνωρίζω,» απάντησε ο Καλέφραζ. «Ίσως και να υπάρχουν κάπου. Κρυφά, δηλαδή. Κανένας δεν πρόκειται να το παραδεχτεί ότι είναι μάγος.»

«Γιατί; Φυλακίζονται;»

«Ανάλογα… Συνήθως, τους σκοτώνουν με την πρώτη υποψία ότι συνέβη κάτι για το οποίο ευθύνονται.» Στράφηκε στον Τάμπριελ. «Στη δική σου περίπτωση, βέβαια, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Δεν είσαι από δω. Να προσέχεις, όμως· ειδικά όταν μιλήσεις στη Βασίλισσα ή στον Πρώτο Αρχιερέα.»

*

«Οι κατάσκοποί μας μας ανέφεραν ότι κάποιοι άγνωστοι πλησίασαν το Ρήγμα,» είπε ο Ναρχάεζ, ένα απόγευμα, στην Ανταρλίδα και στον Τάμπριελ, «και εξαφανίστηκαν.»

Οι τρεις τους βάδιζαν επάνω στις επάλξεις της Ακρόπολης κοιτάζοντας την Φέντινκεχ να απλώνεται μεγαλόπρεπα από κάτω τους.

«Σας είχαμε προειδοποιήσει, δε σας είχαμε προειδοποιήσει;» είπε ο Τάμπριελ.

«Δεν πρέπει να ήταν δικοί μας άνθρωποι,» εξήγησε ο Ναρχάεζ. «Τους είδαν να έρχονται από τ’ανατολικά. Υποπτευόμαστε ότι, μάλλον, ήταν Ταργκάφλι.» Και ρώτησε: «Τι μπορεί να τους συνέβη, τώρα που τους κατάπιε το Ρήγμα; Μπορεί να πήγαν σε άλλο κόσμο, όπως εσείς;»

«Οι πιθανότητες να συμβεί αυτό είναι ελάχιστες. Κατά πάσα πιθανότητα κομματιάστηκαν, ψυχικά και σωματικά. Οι στρόβιλοι είναι καταστροφικοί, Ναρχάεζ· δεν παίζει κανείς μαζί τους.» Στρέφοντας το βλέμμα του βορειοανατολικά, ατένισε την αλλοίωση που προκαλούσε ο υπερδιαστασιακός στρόβιλος στον ουρανό ετούτου του κόσμου.

«Θα πρότεινες να βάλουμε φρουρούς γύρω από το Ρήγμα; Να απαγορεύσουμε σε οποιονδήποτε να το πλησιάζει;»

«Σας είπα τι συμβαίνει,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ. «Κρίνετε εσείς τι πρέπει να κάνετε και τι όχι.»

Η Ανταρλίδα ρώτησε: «Βρίσκεται εντός των συνόρων του Βασιλείου, ή έξω απ’τα σύνορα;»

«Λίγο πιο έξω,» απάντησε ο Ναρχάεζ. «Η περιοχή είναι ορεινή, όπως είδατε κι εσείς, και δεν ελέγχεται εύκολα.»

*

Μια από τις επόμενες νύχτες, ο Τάμπριελ στεκόταν μπροστά στο παράθυρο του ξενώνα και κοίταζε τον ουρανό. Ο Πράσινος βρισκόταν κοντά στο κόκκινο άστρο… ναι, όπως το είχε δει. Δεν ήταν, όμως, η πρώτη νύχτα που το συγκεκριμένο φεγγάρι ήταν σ’αυτή τη θέση: δε σήμαινε ότι το μυστηριώδες πτηνό θα εμφανιζόταν απόψε.

Θα εμφανιστεί, όμως. Κάποια στιγμή θα εμφανιστεί!

Κρίμα που δεν ήξερε το πότε. Κρίμα που ποτέ δεν ήξερε το πότε.

Σαν ο χρόνος να μην υπάρχει. Σα να μην είναι παρά μια ψευδαίσθηση.

Πολλοί φιλόσοφοι το είχαν ισχυριστεί τούτο, και όχι λίγοι επιστήμονες. Αλλά τι πρακτική αξία μπορεί να είχε;

Αν ο χρόνος δεν είναι παρά μια ψευδαίσθηση, άραγε μπορείς να τον μεταβάλλεις; Αυτό που κάνω, με τις εικόνες που βλέπω, είναι σαν να μεταβάλλω τον χρόνο; Ή απλά ακολουθώ τις οδηγίες κάποιας ακατονόμαστης πηγής;

Αισθάνθηκε ένα χέρι επάνω στο γυμνό του μπράτσο.

Δεν την είχε ακούσει να πλησιάζει – όχι παράξενο για μια Μαύρη Δράκαινα.

«Είσαι ξύπνια…» της είπε χωρίς να στραφεί.

«Κάνει ζέστη.» Ο Τάμπριελ αισθάνθηκε το σώμα της να έρχεται κοντά του· τα μικρά στήθη της πιέστηκαν επάνω στη γυμνή πλάτη του. Το χέρι της πήγε από το μπράτσο του στην κοιλιά του. Το σαγόνι της ακούμπησε ελαφρά στον ώμο του.

«Δε βλέπω τίποτα στον ουρανό,» ψιθύρισε στ’αφτί του.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που είχε, κατά τύχη, ή όχι και τόσο «κατά τύχη», έρθει κοντά του μέσα στον τελευταίο μήνα (τον τρίτο μήνα που βρίσκονταν σε τούτο τον κόσμο)· και ο Τάμπριελ όφειλε να παραδεχτεί ότι η παρουσία της δεν ήταν δυσάρεστη. Εξάλλου, είμαστε συνέχεια κλεισμένοι – μαζί – σε τούτο τον ξενώνα και σε τούτη την Ακρόπολη· είναι να μην αρχίσουν να σου έρχονται ιδέες; Κι εκείνου τού έρχονταν ιδέες, όταν την έβλεπε ξαπλωμένη στο διπλανό κρεβάτι ή όταν την έβλεπε να ντύνεται. Αν και γενικά προσπαθούσε να αποφεύγει να την κοιτάζει εκείνες τις στιγμές, δεν κατάφερνε πάντα να αγνοεί τον πειρασμό.

«Τι θέλεις, Ανταρλίδα;» ρώτησε εξακολουθώντας να κοιτά έξω απ’το παράθυρο.

«Αναρωτιέμαι για τα γούστα της Παντοκράτειρας.»

Ο Τάμπριελ στράφηκε να την κοιτάξει, χαμογελώντας: μια από τις λίγες φορές που χαμογελούσε.

Τα χείλη τους συναντήθηκαν.

Τα χέρια της γαντζώθηκαν στους ώμους του· τα χέρια του μπλέχτηκαν μέσα στα μαλλιά της.

Κυλίστηκαν στο κρεβάτι της, ντυμένοι ακόμα με τα λίγα ρούχα που είχαν επάνω τους.

«Τι νομίζεις λοιπόν;» τη ρώτησε φιλώντας τον λαιμό της.

«Από τόσο νωρίς

Κεφάλαιο Όγδοο
Συνάντηση με τον Πρώτο Αρχιερέα του Μαράνχαλωμ

Την ημέρα που ο Μεγάλος Προφήτης θα συναντούσε τον Πρώτο Αρχιερέα ήμουν ανήσυχος, σχεδόν τόσο πολύ όσο και μετά από την εισβολή των πρακτόρων των Ιεραρχών στην Ακρόπολη. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ όλη νύχτα· στριφογύριζα πάνω στο κρεβάτι, και η σύζυγός μου διαμαρτυρόταν ότι δεν την άφηνα να ησυχάσει. Μετά έγινε ένας από τους δυνατότερους σεισμούς, και σηκώθηκα για να καθίσω μπροστά σ’ένα παράθυρο μέχρι την αυγή. Η Κάνταφαχ, αφού πήγε να βάλει τους μικρούς να κοιμηθούν, κάθισε κοντά μου. Και λίγο προτού ξημερώσει, επέστρεψε στο κρεβάτι για να κλείσει τα μάτια της καμια-δυο ώρες προτού πιάσει δουλειά στο Βασιλικό Ραφείο.

Ο Πρώτος Αρχιερέας δεν ζήτησε να με δει ύστερα από τη συνάντησή του με τον Μεγάλο Προφήτη και τη Συνοδό του, κι αυτό το θεώρησα καλό σημάδι. Πρέπει να είχα κάνει σωστά τη δουλειά μου.

Πλησίασα, όμως, το Δεξί Χέρι για να τον ρωτήσω πώς πήγαν τα πράγματα· αλλά εκείνος βιαζόταν, και πρέπει να ήταν και λίγο εκνευρισμένος, γιατί με προσπέρασε λέγοντας: Μη μ’ενοχλείς μ’ανοησίες τώρα!

Είχε συμβεί κάτι άσχημο μήπως; δεν μπόρεσα παρά να αναρωτηθώ.

*
* * *
*

Όταν έμαθαν αρκετά καλά την Ανώτερη Γλώσσα – η οποία, όφειλαν να παραδεχτούν, ήταν πιο δύσκολη από την Οικουμενική – ο Καλέφραζ τούς είπε, μια μέρα, ότι αύριο ο Πρώτος Αρχιερέας είχε ζητήσει να τους μιλήσει. Θα πήγαιναν, επομένως, να τον επισκεφτούν με τη συνοδεία του Ναρχάεζ και κάποιων απ’τους πολεμιστές του.

«Τι γνωρίζει για εμάς;» ρώτησε ο Τάμπριελ. «Όσα ξέρεις κι εσύ;»

«Ασφαλώς,» απάντησε ο Καλέφραζ.

Τη νύχτα, ένας σεισμός τράνταξε τη Φέντινκεχ: ένας από τους δυνατότερους σεισμούς που την είχαν τραντάξει ύστερα από την εμφάνιση του υπερδιαστασιακού στροβίλου. Μέσα στην Ακρόπολη, αντικείμενα ακούστηκαν να πέφτουν από ράφια και τραπέζια, και ορισμένα να σπάζουν στο πέτρινο πάτωμα.

Το πρωί, ο Ναρχάεζ χτύπησε την πόρτα του ξενώνα και είπε στην Ανταρλίδα και στον Τάμπριελ να έρθουν. Όταν εκείνοι βγήκαν, συνάντησαν το Δεξί Χέρι του Θρόνου και τους υπόλοιπους πολεμιστές που θα τους συνόδευαν. Έφυγαν από την Ακρόπολη ενώ δεν ήταν πολλή ώρα που ο ήλιος είχε ανατείλει, και βάδισαν προς το μεγάλο οικοδόμημα του Ναού του Μαράνχαλωμ. Οι δρόμοι της Φέντινκεχ δεν ήταν ποτέ τελείως άδειοι, μα ετούτη την ώρα σίγουρα ήταν πιο σιωπηλοί από άλλες φορές που ο Ναρχάεζ είχε βγάλει τον Τάμπριελ και την Ανταρλίδα από την Ακρόπολη.

(Η Μαύρη Δράκαινα περίμενε να δει πότε θα τελείωνε αυτή η κατάσταση με τις συνοδείες. Θα νόμιζε κανείς ότι είμαστε τα κατοικίδια αυτών των ανθρώπων! Ή φυλακισμένοι. Τι άλλο χρειάζεται για να μας εμπιστευτούν αρκετά ώστε να μας αφήσουν να βαδίζουμε μόνοι μας στην πόλη τους, γαμώ τα κέρατα του Κάρτωλακ! Τέτοιες και παρόμοιες σκέψεις είχαν πολλές φορές περάσει από το νου της, τον τελευταίο καιρό.)

Τα σκαλοπάτια του Ναού ήταν καμωμένα από βαριά, γκρίζα πέτρα, και γεμάτα λαξεύματα τίγρεων. Γύρω τους ψηλοί κίονες ορθώνονταν οι οποίοι συγκρατούσαν ένα υπόστεγο· αναρριχητικά φυτά σκαρφάλωναν επάνω τους, και λαξεύματα τούς γέμιζαν κι αυτούς. Οι φρουροί του Ναού που στέκονταν ανάμεσά τους ήταν ντυμένοι διαφορετικά από τους πολεμιστές του Ναρχάεζ ή τους στρατιώτες της τοπικής φρουράς της Φέντινκεχ. Η εμφάνισή τους είχε, σίγουρα, κάτι το πιο ιερό.

Το εσωτερικό του Ναού ήταν στολισμένο με χρυσάφι και ασήμι, και πολύτιμοι λίθοι, μεγαλύτεροι και μικρότεροι, γυάλιζαν σε διάφορα σημεία της κεντρικής του αίθουσας. Το πανύψηλο άγαλμα ενός τίγρη στεκόταν στο κέντρο της, φτάνοντας σχεδόν ώς το ανώτατο σημείο της τριγωνικής της οροφής.

Ένας ιερέας συνάντησε τον Ναρχάεζ, την Ανταρλίδα, και τον Τάμπριελ καθώς πέρασαν το κατώφλι της πλατιάς διπλής εισόδου του Ναού, η οποία ήταν καμωμένη από κάποιο μέταλλο που έκανε μαυροκίτρινες αντανακλάσεις και ήταν μισάνοιχτη – μόνο το ένα της φύλλο ήταν ανοιχτό, κι αυτό όχι ολόκληρο.

Ο ιερέας κοίταξε για μια στιγμή τους εξωδιαστασιακούς από πάνω ώς κάτω, με περιέργεια. Το δέρμα του ήταν κατάμαυρο και τα μαλλιά του καφετιά. Δεν πρέπει να ήταν πάνω από σαράντα χρονών.

Έστρεψε το βλέμμα του στον Ναρχάεζ, λέγοντας: «Ο Πανιερότατος σάς περιμένει. Ελάτε μαζί μου.» Κι άρχισε να βαδίζει μέσα στην αίθουσα.

Εκείνοι τον ακολούθησαν. Πέρασαν κάτω από μια πύλη κι έφτασαν σ’ένα δωμάτιο σαν σαλόνι, με καθίσματα, διακοσμητικά αντικείμενα, κουρτίνες, και κάποια ελαφριά γλυκίσματα και ποτά επάνω σ’ένα ξύλινο τραπεζάκι. Σε μια ψηλή πολυθρόνα καθόταν ένας άντρας παρόμοια ντυμένος μ’αυτόν που η Ανταρλίδα και ο Τάμπριελ είχαν δει στη Ναλκέμ (ο οποίος, όπως προ πολλού τούς είχε πει ο Καλέφραζ όταν τον είχαν ρωτήσει, ήταν ο Αρχιερέας της πόλης εκείνης). Στην αμφίεση του, ωστόσο, υπήρχαν και κάποιες διαφορές, οι πιο έντονες από τις οποίες ήταν το ότι φορούσε γωνιώδεις επωμίδες από χρυσάφι, και το ότι στο κεφάλι του ήταν ένα πλατύ διάδημα, επίσης χρυσό· τα μάτια ενός τίγρη ήταν λαξεμένα επάνω του, και μέσα τους βρίσκονταν ρουμπίνια.

Το δέρμα του Πρώτου Αρχιερέα του Μαράνχαλωμ ήταν λευκό-ροζ, και είχε γκρίζα μαλλιά και μούσια. Το πρόσωπό του ήταν βαθιά ρυτιδωμένο· σε ηλικία πρέπει να περνούσε τα εξήντα. Καθώς όμως σηκωνόταν από την πολυθρόνα του, φάνηκε πως τα χρόνια δεν τον είχαν καταβάλει· έδινε την εντύπωση ότι είχε μια φυσική ζωντάνια εντός του, μια ανεξάντλητη ζωτική ενέργεια.

«Σας χαιρετώ,» είπε στην Ανώτερη Γλώσσα.

Ο Τάμπριελ και η Ανταρλίδα υποκλίθηκαν όπως τους είχε πει ο Καλέφραζ να κάνουν μπροστά στον Πρώτο Αρχιερέα. Με τις άκριες των ματιών τους, είδαν ότι κι ο Ναρχάεζ υποκλίθηκε παρόμοια.

«Σας τους έφερα, Πανιερότατε,» είπε. «Γνωρίζουν αρκετά για να μπορείτε να τους μιλήσετε και να σας καταλάβουν. Ορισμένες από τις συνήθειές τους, όμως, ίσως να σας παραξενέψουν.»

«Αναμενόμενο είναι αυτό,» αποκρίθηκε ο Πρώτος Αρχιερέας. «Παρακαλώ, καθίστε,» είπε προς όλους, δείχνοντας τα καθίσματα του δωματίου. «Καθίστε όπου θέλετε.»

Και εκείνοι κάθισαν σε ξύλινες καρέκλες με μεγάλα μαξιλάρια. Ο ιερέας που τους είχε υποδεχτεί στην είσοδο του Ναού παρέμεινε όρθιος, στεκόμενος κοντά σε μια γωνία με τα χέρια διπλωμένα μπροστά του, κρυμμένα μέσα στον φαρδύ χιτώνα του.

«Τα ονόματά σας είναι Τάμπριελ και Ανταρλίδα, όπως μου έχουν πει,» άρχισε ο Πρώτος Αρχιερέας κοιτάζοντάς τους ερευνητικά σαν να προσπαθούσε να τους ζυγιάσει, «και έρχεστε από… την άλλη μεριά του Ρήγματος.»

«Το Ρήγμα, Πανιερότατε,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ, «δεν έχει ‘μεριές’. Δεν είναι ένα ποτάμι που χωρίζει δύο όχθες.»

Τα φρύδια του Πρώτου υψώθηκαν. «Τι είναι, τότε; Θα ήθελα πολύ να μάθω.»

«Δεν είναι εύκολο να το εξηγήσει κανείς. Είναι σαν… μια δέσμη φωτός που περνά μέσα από τις πολλές όψεις ενός κρυστάλλου. Ο κρύσταλλος είναι το σύμπαν, και η κάθε όψη του είναι ένας κόσμος.»

«Όπως ο δικός μας.»

Ο Τάμπριελ ένευσε. «Ακριβώς.»

«Ο δικός σας κόσμος πώς είναι; Μπορείς να μου τον περιγράψεις;»

«Δεν καταγόμαστε από τον ίδιο κόσμο, εγώ κι η Ανταρλίδα· είμαστε, όμως, κι οι δύο από το Γνωστό Σύμπαν…» Και του είπε κάποια βασικά πράγματα για τη Συμπαντική Παντοκρατορία και για την Επανάσταση. Του είπε, επίσης, ότι ήρθαν από έναν κόσμο που ονομαζόταν Απολλώνια: εκεί δημιουργήθηκε το Ρήγμα, εξήγησε, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι δυνάμεις της Παντοκράτειρας.

«Κι εσύ μπορείς να δεις οράματα από το μέλλον, σωστά;» είπε ο Πρώτος Αρχιερέας.

«Όχι πάντα. Και δεν είναι ακριβώς οράματα. Είναι εικόνες. Σαν ζωγραφικοί πίνακες. Βλέπω διάφορες σκηνές. Δεν ξέρω αν έχουν ήδη συμβεί, αν θα συμβούν, ή αν είναι απλά πιθανό να συμβούν… ή αν έχουν, ίσως, αποφευχθεί.»

Ο Πρώτος τον παρατηρούσε με το ένα μάτι στενεμένο. Τα μάτια του ήταν έξυπνα και γυαλιστερά. «Μου έχουν πει, Τάμπριελ, πως ήθελες να έρθεις στον κόσμο μας…»

«Το είχα ‘δει’ πως θα ερχόμουν. Το ήξερα πως το Ρήγμα δε θα με κατέστρεφε όπως θα έπρεπε κανονικά να με καταστρέψει.»

«Μ’αυτό το Ρήγμα, όμως, έχεις βάλει τον κόσμο μας σε κίνδυνο. Χτες βράδυ, σίγουρα θα αισθάνθηκες τον σεισμό… Μπορείς να διορθώσεις τη ζημιά που μας προκάλεσες;»

«Θα προσπαθήσω.»

«Μπορείς να κάνεις, με κάποιον τρόπο, το Ρήγμα να εξαφανιστεί;»

«Δεν είναι τα πράγματα τόσο εύκολα. Θα πρέπει πρώτα να μάθω διάφορα για τη φύση του κόσμου σας – και αδυνατώ να το καταφέρω αυτό κλειδωμένος στην Ακρόπολη.»

Στο βλέμμα του Πρώτου Αρχιερέα δεν έλειπε μια κάποια καχυποψία. (Τίποτα το μη αναμενόμενο, σκέφτηκε ο Τάμπριελ.) «Πού θα ήθελες να πας;»

«Έχω ‘δει’ την Πύλη του Μαράνχαλωμ. Στην αρχή, βέβαια, δεν ήξερα ότι ήταν αυτή, αλλά ο Καλέφραζ μού έδειξε μια εικόνα της και το διαπίστωσα. Την έχω ‘δει’ ανοιχτή, Πανιερότατε.»

«Ανοιχτή;»

«Ναι. Κι απ’ό,τι μου έχει πει ο Καλέφραζ, υποτίθεται πως οδηγεί στο βασίλειο του Μαράνχαλωμ.»

«Δεν υποτίθεται,» είπε ο Πρώτος Αρχιερέας, μοιάζοντας λιγάκι ενοχλημένος. «Πράγματι εκεί οδηγεί.»

«Φαίνεται πως εσείς, Πανιερότατε, το πιστεύετε περισσότερο απ’ό,τι άλλοι μέσα στο Βασίλειό σας.»

«Αν δεν πίστευα στον Μαράνχαλωμ, δε θα ήμουν Πρώτος Αρχιερέας του. Η Πύλη οδηγεί στο βασίλειό του, είναι αλήθεια· αλλά επίσης είναι αλήθεια ότι παραμένει κλειστή εδώ και χιλιετίες.» Συνοφρυώθηκε. «Το γεγονός ότι κάποιος… κάποιος έξω απ’τον κόσμο μας την είδε να ανοίγει…»

«Δεν την είδα ‘να ανοίγει’· την είδα ανοιχτή. Μια εικόνα μόνο, τίποτα περισσότερο. Είδα πανύψηλα τείχη στους πρόποδες κάποιων βουνών. Πολλοί άνθρωποι, πεζοί και ιππείς, και μάλλον πολεμιστές, στέκονταν εμπρός τους. Και μια πύλη πάνω στα τείχη ήταν ανοιχτή.»

«Τα τείχη είχαν λαξεύματα;»

«Ναι· λαξεύματα τίγρεων. Όταν ο Καλέφραζ μού έδειξε την εικόνα που είναι ζωγραφισμένη σ’ένα βιβλίο, αμέσως την αναγνώρισα.»

«Γιατί βλέπεις τα οράματα που βλέπεις, Τάμπριελ;» ρώτησε ο Πρώτος Αρχιερέας. «Είσαι… ευλογημένος από κάποιον θεό;»

«Δεν το νομίζω. Όλα άρχισαν όταν ήμουν σ’έναν κόσμο που ονομάζουμε ‘Το Πορφυρό Κενό’. Λίγο έλειψε να σκοτωθώ εκεί… και τότε… έχασα, για κάποιο ακαθόριστο χρονικό διάστημα, τον εαυτό μου… Δεν είναι εύκολο να εξηγήσω τι ακριβώς έγινε· ούτε κι εγώ ο ίδιος δεν ξέρω… Όταν συνήλθα, όμως, εικόνες έρχονταν στο μυαλό μου. Απλά έρχονταν· δεν ξέρω γιατί. Και οι περισσότερες απ’αυτές βγαίνουν αληθινές.»

«Μπορείς να μου το αποδείξεις κάπως;»

«Δύσκολο να το κάνω έτσι απλά. Για παράδειγμα, όμως, δεν είναι η πρώτη φορά που σας βλέπω, Πανιερότατε. Σας έχω δει να…» κοίταξε τον μαυρόδερμο ιερέα στη γωνία, «σκίζετε τον χιτώνα αυτού του ανθρώπου.»

«Τι!» πετάχτηκε ο ιερέας, ξεδιπλώνοντας τα χέρια από μπροστά του και κάνοντας μερικά βήματα μέσα στο δωμάτιο.

«Αυτός ο άνθρωπος είναι ο Πρωθιερέας του Ναού,» είπε ο Πρώτος Αρχιερέας στον Τάμπριελ. «Κι αυτό που είδες σημαίνει ότι θα τον καθαιρέσω.»

Ο Πρωθιερέας έκανε να μιλήσει, αλλά ο Πρώτος τού έγνεψε να μείνει σιωπηλός, και συνέχισε να λέει στον Τάμπριελ: «Πράγμα το οποίο δεν θεωρώ πιθανό.»

«Μπορεί να μη συμβεί,» αποκρίθηκε εκείνος. «Αυτό όμως είδα.»

Τα μάτια του Πρωθιερέα τον ατένιζαν στενεμένα, με οργή να καθρεπτίζεται εντός τους.

Η Ανταρλίδα σκέφτηκε: Δε μ’αρέσει τούτο. Αρχίζουμε να κάνουμε εχθρούς. Δε μπορούσε ο Τάμπριελ να σκεφτεί κάτι καλύτερο να πει στον Πρώτο Αρχιερέα; Κάτι πιο… ήπιο; – ο Κάρτωλακ να τον έτρωγε!

«Τέλος πάντων,» είπε ο Πρώτος. «Τι άλλο μπορείς να μου πεις; Τι άλλο έχεις ‘δει’;»

«Έχω δει ένα μεγάλο πουλί να βγαίνει μέσα από το κόκκινο άστρο που έχει παρουσιαστεί στους ουρανούς σας.»

«Δε νομίζω ότι εμφανίστηκε κανένα τέτοιο πουλί.»

«Θα εμφανιστεί, όμως. Θα ξεπροβάλει όταν ο Πράσινος είναι κοντά στο άστρο.»

Ο Πρωθιερέας είπε ξαφνικά, παρεμβαίνοντας στη συζήτηση: «Ο Πράσινος ήταν ήδη κοντά στο άστρο, και τώρα είναι πια μακριά του!»

«Δεν ξέρω πότε ακριβώς θα έρθει το πουλί,» εξήγησε ήρεμα ο Τάμπριελ.

Ο Πρώτος Αρχιερέας έκανε νόημα στον Πρωθιερέα να απομακρυνθεί, κι εκείνος υπάκουσε κλίνοντας το κεφάλι. Ήταν, όμως, ακόμα φανερά εκνευρισμένος από αυτά που είχε πει πριν από λίγο ο Τάμπριελ.

«Το κόκκινο άστρο έχει εμφανιστεί εξαιτίας του Ρήγματος;» ρώτησε ο Πρώτος.

«Κατά πάσα πιθανότητα.»

«Αν εξαφανιστεί το Ρήγμα, θα εξαφανιστεί και το άστρο, δηλαδή;»

«Αυτό δεν το γνωρίζω. Ίσως να μείνει εδώ για πάντα. Ίσως να είναι κάτι που ήρθε στον κόσμο σας μέσα από το Ρήγμα, όπως εμείς.

»Θα μπορούσα τώρα εγώ να σας ρωτήσω κάποια πράγματα, Πανιερότατε;»

«Σε ακούω.»

«Θα ήθελα να μάθω τι μύθοι υπάρχουν για τη δημιουργία του κόσμου σας;»

«Δεν σου είπε ο Καλέφραζ;»

«Για να είμαι ειλικρινής, δεν τον έχω ρωτήσει ακόμα. Περισσότερο διδασκόμαστε τις γλώσσες σας παρά οτιδήποτε άλλο. Και η Ανώτερη, οφείλω να ομολογήσω, ήταν πολύ δύσκολη για εμάς.»

«Τη μιλάς, όμως, αρκετά καλά,» παρατήρησε ο Πρώτος Αρχιερέας.

«Βιαζόμουν να συζητήσω μαζί σας, Πανιερότατε.»

Ο Πρώτος χαμογέλασε πίσω από τα μούσια του όπως κάποιο μεγάλο αιλουροειδές που βλέπει κάτι που το διασκεδάζει. «Η ιστορία του κόσμου μας,» είπε, «ξεκινά από τον Κατακλυσμό. Πριν από τον Κατακλυσμό κανείς δε γνωρίζει τι υπήρχε. Οι Αρχαίοι μάς έσωσαν από αυτόν κι έτσι δημιουργήθηκε ο κόσμος μας.»

«Ο μύθος είναι ίδιος για όλους τους λαούς, ή ισχύει μόνο για το Βασίλειο Τάρσαζ;»

«Απ’όσο γνωρίζω, όλοι το ίδιο πιστεύουν. Με κάποιες διαφοροποιήσεις ίσως, αλλά όχι πολύ σημαντικές.»

«Ποιοι ήταν οι Αρχαίοι και πώς σταμάτησαν τον Κατακλυσμό;»

«Ορισμένοι λένε πως ήταν άνθρωποι, ορισμένοι πως ήταν θεοί ή δαίμονες ή ανώτερα όντα.»

«Τι πιστεύετε εσείς;»

«Δεν ξέρω τι να πιστέψω. Προτιμώ να φυλάττω όλη μου την πίστη για τον Μαράνχαλωμ. Εξάλλου, εκείνος είναι πολύ πιο υπαρκτός για εμένα απ’ό,τι οι Αρχαίοι, τους οποίους ούτε πρόκειται ποτέ να δω αλλά ούτε και ποτέ έχω αισθανθεί την παρουσία τους όπως έχω αισθανθεί την παρουσία του Μεγάλου Τίγρη.»

«Τον Κατακλυσμό πώς τον σταμάτησαν;» θέλησε να μάθει ο Τάμπριελ.

«Κανένας δεν είναι βέβαιος. Γίνονται εικασίες, ωστόσο…»

«Τι είδους εικασίες;»

«Δυστυχώς, δεν μπορώ να σε βοηθήσω εδώ· δεν ασχολούμαι με τους Αρχαίους, όπως προείπα. Πιστεύεις ότι ίσως να χρειάζεσαι πληροφορίες γι’αυτούς προκειμένου να εξαφανίσεις το Ρήγμα;»

Ο Τάμπριελ ένευσε. «Ναι· γιατί νομίζω πως ο Κατακλυσμός στον οποίο αναφέρεστε, Πανιερότατε, είναι πιθανώς ο θρυμματισμός του Ενιαίου Κόσμου.»

«Του Ενιαίου Κόσμου;»

Ο Τάμπριελ τού εξήγησε τι εικαζόταν ότι ήταν ο Ενιαίος Κόσμος και πώς από αυτόν γεννήθηκαν όλες οι διαστάσεις του σύμπαντος – εξακολουθώντας, βέβαια, να χρησιμοποιεί τη λέξη κόσμος αντί για διάσταση, αφού ακόμα δεν είχε βρει κάποια άλλη, καταλληλότερη λέξη στη γλώσσα αυτών των ανθρώπων.

«Αν τα πράγματα είναι όπως λες,» παραδέχτηκε ο Πρώτος Αρχιερέας, «δεν αποκλείεται ο Κατακλυσμός που γνωρίζουμε εμείς να είναι, όντως, ο θρυμματισμός του Ενιαίου Κόσμου.»

«Νομίζω,» είπε ο Τάμπριελ, «ότι αυτοί οι Αρχαίοι – ό,τι κι αν ήταν – ήταν κάτοικοι κάποιας περιοχής του Ενιαίου Κόσμου και, όταν ο θρυμματισμός ξεκίνησε, φοβήθηκαν τόσο που, κάπως, σφράγισαν την περιοχή τους από το υπόλοιπο σύμπαν. Γι’αυτό κιόλας ο κόσμος σας είναι απομονωμένος τώρα και δεν έχει διόδους προς κανέναν άλλο – με κάποιες εξαιρέσεις, ίσως.»

«Εξαιρέσεις;»

«Αναφέρομαι στην Πύλη του Μαράνχαλωμ.»

«Θεωρείς ότι το βασίλειο του Μεγάλου Τίγρη είναι κάποιος άλλος κόσμος;» απόρησε ο Πρώτος Αρχιερέας.

«Μπορεί και να είναι.»

«Κανονικά, αυτό θα έπρεπε να το χαρακτηρίσω βλασφημία. Αλλά ύστερα από τόσα που έχω ακούσει από εσένα, Τάμπριελ, είναι δύσκολο να χαρακτηρίσω βλασφημία οτιδήποτε κι αν μου πεις.» Ο Πρώτος Αρχιερέας πήρε ένα κύπελλο από ένα τραπεζάκι κοντά του και ήπιε.

Επί τη ευκαιρία, γέμισε και ο Τάμπριελ ένα κύπελλο με χυμό από μια καράφα και ήπιε κι εκείνος. Η Ανταρλίδα είχε προ πολλού γεμίσει το δικό της κύπελλο, όπως κι ο Ναρχάεζ. Ο Τάμπριελ, που αισθανόταν πλέον το στόμα του ξερό μετά από τόση συζήτηση, τώρα το αισθάνθηκε να υγραίνεται ευχάριστα.

«Θα ήθελα,» είπε, «να επισκεφτώ την Πύλη του Μαράνχαλωμ, Πανιερότατε. Θα μου το επιτρέψετε;»

Ο Πρώτος Αρχιερέας τον ατένισε διστακτικά για λίγο· έπειτα είπε: «Θα μιλήσεις πρώτα με τη Βασίλισσα – γιατί κι εκείνη αγωνιά να συζητήσει μαζί σου και με την Ανταρλίδα – και μετά θα δούμε…»

*

Το βράδυ, η Ανταρλίδα κοίταζε τον ουρανό ενώ ο Τάμπριελ κάπνιζε την πίπα του καθισμένος στο τραπέζι του ξενώνα.

«Δεν πρόκειται να έρθει τίποτα από το άστρο,» είπε η Μαύρη Δράκαινα. «Κακώς το ανέφερες στον ιερέα.»

«Ο Πράσινος δεν είναι κοντά· δε χρειάζεται να κοιτάζεις τώρα.»

«Το ξέρω.» Η Ανταρλίδα στράφηκε να τον αντικρίσει. «Επίσης, κακώς του είπες εκείνα τα πράγματα για τον Πρωθιερέα. Θέλεις πραγματικά να κάνεις εχθρούς εδώ πέρα;»

«Ο Πρωθιερέας θα γίνει εχθρός μου ούτως ή άλλως.»

«Πώς το ξέρεις; Το έχεις ‘δει;’»

«Έχω δει κάποια πράγματα που μου το υποδηλώνουν.»

«Σ’το υποδηλώνουν; Και γι’αυτό το ριψοκινδύνεψες;»

Ο Τάμπριελ φύσηξε καπνό προς το ταβάνι. «Ο Πρώτος θα μας εκτιμήσει περισσότερο, Ανταρλίδα, όταν διαπιστώσει πως είχα δίκιο σ’ένα τόσο σημαντικό ζήτημα.»

Εκείνη δε συμφωνούσε. Σταυρώνοντας τα χέρια εμπρός της, είπε: «Ελπίζω να μη σκοπεύεις να κάνεις τα ίδια αύριο με τη Βασίλισσα.»

Κεφάλαιο Ένατο
Η Βασίλισσα και τα Παράξενα Όπλα

Ο σύζυγος της Βασίλισσάς μας, ο Βασιλεύς Αρκάεμ, πέθανε λίγο μετά τη γέννηση του πρώτου τους παιδιού, Πρίγκιπα Μάρνεζ. Τρεις μήνες, για την ακρίβεια, ύστερα από τον τοκετό της Βασίλισσας Παμράνεχ, ο Αρκάεμ αρρώστησε βαριά κολλώντας από κάπου1 τον Πυρετό του Αίματος, που, όπως όλοι γνωρίζουν, τις περισσότερες φορές είναι θανατηφόρος. Επί δύο μήνες ήταν κλεισμένος στο υπνοδωμάτιό του με θεραπευτές συνεχώς γύρω του, οι οποίοι πάσχιζαν να τον σώσουν ενώ συγχρόνως προσπαθούσαν να μην κολλήσουν κι οι ίδιοι αυτή τη φρικτή ασθένεια. Φορούσαν γάντια στα χέρια και μαντήλια βρεγμένα με φαρμακόνερο στο πρόσωπο. Παρά ταύτα, ένας τους κόλλησε τον Πυρετό και δεν άργησε να πεθάνει με δυνατούς πόνους. Στη Βασίλισσα δεν επέτρεπαν να πλησιάσει καθόλου τον Βασιληά της τον τελευταίο μήνα προτού πεθάνει, από φόβο μην προσβληθεί κι εκείνη από την ασθένεια.

Οι θεραπευτές λένε ότι ο Αρκάεμ αποδείχτηκε πολύ γενναίος, προσπαθώντας να καταπολεμήσει τον Πυρετό του Αίματος με κάθε δύναμη του σώματος και της ψυχής του· αλλά, στο τέλος, υπέκυψε. Τίποτα δεν μπόρεσε να τον σώσει.

Για δύο χρόνια μετά τον θάνατό του, η καημένη η Βασίλισσά μας, ευαίσθητο πλάσμα καθώς είναι, ήταν απαρηγόρητη και καταρρακωμένη· γιατί, όπως όλοι πλην των ανόητων γνωρίζουν, έτρεφε μεγάλη αγάπη για τον σύζυγό της. Αυτά τα δύο χρόνια ούτε μιλούσε πολύ, ούτε έτρωγε, και όταν κατάφερνε να κοιμηθεί, συχνά ξυπνούσε ουρλιάζοντας, κι ύστερα ισχυριζόταν ότι τον είχε δει να έρχεται στον ύπνο της και να της λέει πως τον δολοφόνησαν. Η οικογένειά της προσπαθούσε να την καθησυχάσει, λέγοντάς της ότι ασφαλώς και δεν επρόκειτο για δολοφονία· ο Πυρετός ήταν ο δολοφόνος του.

Η Βασίλισσά μας, εκείνα τα δύο μαύρα χρόνια, δεν μπορούσε ούτε καλά-καλά να ασχοληθεί με τον νεογέννητο γιο της, και κυρίως οι γκουβερνάντες και οι υπηρέτριες τον φρόντιζαν.

Όταν όμως τα δύο χρόνια πέρασαν, η Βασίλισσα Παμράνεχ φάνηκε, εξωτερικά τουλάχιστον, να ξεπερνά τη λύπη της και, σταδιακά, άρχισε να συμμετέχει ολοένα και σε περισσότερες κοινωνικές δραστηριότητες και διασκεδάσεις: παράτολμα, θα έλεγε κανείς, ασυλλόγιστα. (Εικάζω πως αυτό τη βοηθούσε να διώξει τον θάνατο του Βασιληά της από τη μνήμη της, να τον σπρώξει στα σκοτεινότερα μέρη του μυαλού της.)

Εραστές είχε αρκετούς από τότε, μα κανέναν ποτέ δεν παντρεύτηκε· και έναν που απαίτησε να καθίσει στον Θρόνο πλάι της τον περιγέλασε ανοιχτά μπροστά στην Αυλή. Είχε γίνει απρόβλεπτη πλέον στις συμπεριφορές της η Βασίλισσά μας, ωστόσο ο πυρήνας της ψυχής της δεν νομίζω πως είχε πραγματικά αλλάξει. Και όλοι, πλην εξαιρέσεων, θέλω να πιστεύω πως την αγαπούσαμε.

Όταν ο Μεγάλος Προφήτης και η Συνοδός του τη συνάντησαν, πλησίαζε τα πενήντα της χρόνια, αλλά η ζωντάνια δεν είχε χαθεί στο ελάχιστο από μέσα της.

*
* * *
*

«Καλωσήρθατε!» είπε η Βασίλισσα καθώς ξεσταύρωνε τα πόδια της και σηκωνόταν από τον καναπέ του μεγάλου καθιστικού. «Νόμιζα πια ότι ποτέ δεν θα σας έφερναν για να δω τα παράξενα πρόσωπά σας!» Ήταν μετρίου αναστήματος, με δέρμα λευκό και μαλλιά ξανθά, σγουρά, και αστραφτερά, αναμφίβολα βαμμένα. Τα πράσινα μάτια της γυάλιζαν. Τα χείλη της ήταν βαμμένα (έντονα) μενεξεδιά· το ίδιο και τα βλέφαρά της. Φορούσε ένα μακρύ γαλανό φόρεμα με λευκές περίτεχνες δαντέλες, το ντεκολτέ του οποίου ήταν βαθύ και στενό. Τα εφαρμοστά μανίκια του έφταναν μέχρι τον αγκώνα· η φούστα του ήταν λεία και έπεφτε ώς τις κνήμες. Στα πόδια της Βασίλισσας Παμράνεχ γυάλιζε ένα ζευγάρι αργυρόχρωμα παπούτσια με τακούνι. Στο λαιμό της φορούσε ένα χρυσό περιδέραιο, στα χέρια της βραχιόλια και δαχτυλίδια.

Ο Τάμπριελ και η Ανταρλίδα υποκλίθηκαν όπως τους είχε δείξει ο Καλέφραζ.

Ο Ναρχάεζ, που τους συνόδευε, υποκλίθηκε επίσης. «Βασίλισσά μου,» είπε, «έπρεπε να τους προετοιμάσουμε κατάλληλα πρώτα.»

«Ναι, βέβαια,» αποκρίθηκε η Παμράνεχ. «Αλλά αργήσατε πολύ.»

«Μας συγχωρείτε, Βασίλισσά μου.»

«Καθίστε,» είπε η Παμράνεχ δείχνοντας τα καθίσματα μπροστά της· και η ίδια κάθισε στον καναπέ ξανά, σταυρώνοντας τα πόδια της στο γόνατο.

Ο Τάμπριελ, καθώς έπαιρνε θέση σε μια πολυθρόνα, σκέφτηκε: Αυτή η γυναίκα μού θυμίζει την Παντοκράτειρα. Όχι στην εμφάνιση αλλά στον χαρακτήρα. Και φέρνοντας ο Τάμπριελ στο νου του την εμφάνιση της Παντοκράτειρας, ουσιαστικά προσπαθούσε να θυμηθεί το σχήμα του σώματος και του προσώπου της, όχι τα χρώματά της· γιατί αυτά – με κάποια μέθοδο που δεν είχε αποκαλύψει ούτε σ’εκείνον ούτε σε κανέναν άλλο που εκείνος ήξερε – μπορούσε να τα αλλάζει κατά βούληση: και τα μαλλιά της, και τα μάτια της, και τον δερματικό της χρωματισμό· ξανά και ξανά. Κανείς δεν γνώριζε ποια ήταν η αληθινή εμφάνιση της Παντοκράτειρας.

Η Παμράνεχ χτύπησε τα χέρια της, και πρόσταξε τον υπηρέτη που αμέσως ήρθε: «Κέρασέ μας ποτά!»

«Μάλιστα, Μεγαλειότατη.»

Και σε λίγο, όλοι είχαν ένα ποτήρι με κάποιο ποτό στο χέρι.

Η Βασίλισσα παρατηρούσε τον Τάμπριελ και την Ανταρλίδα καλά-καλά, μ’ένα αχνό χαμόγελο στα χείλη. «Είστε τόσο παράξενοι!» είπε μιλώντας στην Οικουμενική. «Εσύ είσαι τόσο άσπρη· κι εσύ τόσο κόκκινος, σαν αίμα. Γιατί είστε έτσι;»

«Διότι αυτός είναι ο δερματικός χρωματισμός μας,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ. «Δεν είναι παράξενος στο Γνωστό Σύμπαν.»

«Γνωστό Σύμπαν;» Το χαμόγελό της βάθυνε καθώς τους παρατηρούσε. «Ο Καλέφραζ μού είπε ότι ήρθατε από αυτό το Ρήγμα.»

«Από εκεί ήρθαμε,» της είπε ο Τάμπριελ, κι άρχισε γι’ακόμα μια φορά να εξηγεί κάποια βασικά πράγματα για τις διαστάσεις και για το σύμπαν.

Η Βασίλισσα Παμράνεχ τον άκουγε με ενδιαφέρον, τελειώνοντας εν τω μεταξύ το ποτό της και κάνοντας νόημα στον υπηρέτη να της ξαναγεμίσει το ποτήρι.

«Μπορείτε, λοιπόν, να μας οδηγήσετε σε άλλους κόσμους;» ρώτησε.

«Δεν ξέρω αν αυτό θα ήταν τόσο απλό. Ο κόσμος σας είναι απομονωμένος, Μεγαλειοτάτη. Ωστόσο, έχω ‘δει’ ότι θα φύγω από εδώ…»

«Ναι,» είπε η Βασίλισσα, και τα μάτια της άστραψαν, «είσαι μάντης! Πες μου τι άλλα έχεις δει!»

Ο Τάμπριελ συνειδητοποίησε ότι, τελικά, θα καταντούσε κουραστικό να εξηγεί στους πάντες πως δεν ήταν μάντης ακριβώς και πως δεν μπορούσε έτσι απλά να προβλέπει τα μελλούμενα. Της το είπε αυτό, κι επίσης της είπε ότι είχε δει την Πύλη του Μαράνχαλωμ ανοιχτή.

«Μα τον Μεγάλο Τίγρη, είναι αλήθεια; Θα ανοίξει;» έκανε η Παμράνεχ.

«Πιστεύω πως ναι, Μεγαλειοτάτη. Και θα ήθελα να την επισκεφτώ, με την άδειά σας.»

«Την έχεις,» αποκρίθηκε η Βασίλισσα, ξαφνιάζοντάς τον. «Μπορείς να πας να δεις την Πύλη και με τα μάτια σου. Σκέφτομαι, μάλιστα, να έρθω μαζί σου.»

«Βασίλισσά μου–» έκανε να παρέμβει ο Ναρχάεζ.

Η Παμράνεχ, όμως, φάνηκε να τον αγνοεί καθώς στρεφόταν να κοιτάξει την Ανταρλίδα. «Εσύ γιατί δεν μιλάς καθόλου; Είσαι μουγκή;»

Η Μαύρη Δράκαινα χαμογέλασε. «Δεν έχω κάτι να πω μέχρι στιγμής, Μεγαλειοτάτη.»

«Το Δεξί Χέρι μού είπε ότι πολέμησες με μεγάλη δεξιοτεχνία εναντίον των πρακτόρων των Ιεραρχών…»

«Είμαι εκπαιδευμένη γι’αυτό, Μεγαλειοτάτη,» αποκρίθηκε η Ανταρλίδα, και της είπε ότι ήταν Μαύρη Δράκαινα και ότι παλιότερα υπηρετούσε την Παντοκράτειρα, αλλά τώρα ήταν με τον Πρίγκιπα Ανδρόνικο και την Επανάσταση.

«Ενδιαφέρον πρέπει να έχει αυτός ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος που αναφέρετε,» σχολίασε η Παμράνεχ. «Θα ήθελα κάποια στιγμή να τον γνωρίσω. Είναι παντρεμένος; Εννοώ τώρα, όχι όταν ήταν με την Παντοκράτειρα.»

«Όχι,» απάντησε η Ανταρλίδα, «τώρα δεν είναι παντρεμένος.»

«Εσύ γιατί πρόδωσες την Παντοκράτειρα;»

«Δεν την πρόδωσα εγώ· εκείνη πρόδωσε εμάς. Μας τιμώρησε επειδή δεν… μπορούσαμε να ανταποκριθούμε στις απαιτήσεις της.»

«Τι απαιτήσεις είχε;»

«Για να είμαι ειλικρινής, δεν έχω καταλάβει ακόμα.»

Η Παμράνεχ γέλασε και ήπιε μια γουλιά απ’το ποτό της. Είπε στον Τάμπριελ: «Δε μοιάζεις τρομαγμένος ή ανήσυχος που βρίσκεσαι μπροστά στη Βασίλισσα, αλλά μέχρι στιγμής δε σ’έχω δει ούτε μια φορά να χαμογελάς.»

Ο Τάμπριελ χαμογέλασε τότε: και το χαμόγελό του ήταν αληθινό. «Μου έχουν πει ότι δεν είμαι από τους ανθρώπους που χαμογελούν πολύ.»

«Μα τα Δόντια του Μεγάλου Τίγρη, υπερβάλλουν! Δεν είσαι από τους ανθρώπους που χαμογελούν ούτε λίγο!»

Γέλασαν – ακόμα κι ο Τάμπριελ.

Μετά η Βασίλισσα είπε: «Αν δεν κάνω λάθος, έχετε φέρει κάποια μυστηριώδη όπλα μαζί σας. Το Δεξί Χέρι,» έριξε ένα γρήγορο λοξό βλέμμα στον Ναρχάεζ, «μου ανέφερε ότι πετάνε φωτιά.»

«Ναι,» είπε η Ανταρλίδα, «είναι αλήθεια.»

«Θα μου δείξετε πώς λειτουργούν;»

«Τώρα;»

«Ναι, γιατί όχι;» Η Παμράνεχ σηκώθηκε όρθια, αφήνοντας το ποτό της σ’ένα τραπεζάκι παραδίπλα.

«Βασίλισσά μου,» είπε ο Ναρχάεζ καθώς εκείνος κι οι υπόλοιποι σηκώνονταν επίσης, «ίσως θα ήταν καλύτερα αυτό να γίνει κάποια άλλη στιγμή, όταν θα έχουν πρώτα δείξει σ’εμένα πώς λειτουργούν τα όπλα.»

«Δεν υπάρχει λόγος για περισσότερη καθυστέρηση,» διαφώνησε η Παμράνεχ. «Πάμε στο εκπαιδευτήριο του παλατιού.» Και βάδισε προς την έξοδο του καθιστικού.

Ο Ναρχάεζ, ο Τάμπριελ, η Ανταρλίδα, και κάμποσοι φρουροί και υπηρέτες την ακολούθησαν. Καθώς βάδιζε, η Βασίλισσα είπε: «Θέλω να μας φέρουν τα παράξενα όπλα. Όλα.»

Ένας απ’τους φρουρούς έφυγε αμέσως, κατόπιν μιας κοφτής κίνησης του κεφαλιού του Ναρχάεζ.

Η Βασίλισσα ρώτησε την Ανταρλίδα, κοιτάζοντάς την πάνω απ’τον ώμο της: «Στο Γνωστό Σύμπαν είναι συνηθισμένα αυτά τα όπλα;»

«Αρκετά συνηθισμένα, Μεγαλειοτάτη. Αν και σε μερικούς κόσμους δεν λειτουργούν.»

«Γιατί;»

Η Ανταρλίδα ανασήκωσε τους ώμους. «Γιατί τέτοια είναι η φύση των κόσμων αυτών.»

Βγήκαν στον κήπο του Βασιλικού Παλατιού και, βαδίζοντας επάνω σ’ένα λιθόστρωτο μονοπάτι, ανάμεσα σε ψηλά δέντρα και πυκνή βλάστηση, έφτασαν σ’ένα μέρος που αποτελούσε ξέφωτο. Το έδαφος εδώ ήταν πλούσιο σε χορτάρι, αλλά δεν υπήρχαν δέντρα ή θάμνοι, και σε διάφορα σημεία βρίσκονταν ξύλινα, πέτρινα, πάνινα, και αχυρένια κατασκευάσματα που βοηθούσαν στην εκπαίδευση στα όπλα.

«Πού είναι αυτός ο φρουρός;» είπε η Βασίλισσα σταυρώνοντας τα χέρια της μπροστά της.

«Δε θ’αργήσει να έρθει, Μεγαλειοτάτη,» αποκρίθηκε ο Ναρχάεζ. «Χρειάζεται, όμως, κάποιον χρόνο: τα όπλα βρίσκονται αποθηκευμένα στην Ακρόπολη.»

Καθώς περίμεναν, ένας άντρας που πρέπει να ήταν γύρω στα εικοσιπέντε πλησίασε. Είχε δέρμα κατάμαυρο και μαλλιά γαλανά, και ήταν ντυμένος πλούσια. Από τη ζώνη του κρεμόταν ένα θηκαρωμένο ξίφος. Πήγε κοντά στη Βασίλισσα και φίλησε το μάγουλό της. Ύστερα έστρεψε το βλέμμα του ερευνητικά στους δύο εξωδιαστασιακούς.

«Να σας γνωρίσω τον γιο μου,» είπε η Παμράνεχ, «τον Πρίγκιπα Μάρνεζ.»

Ο Τάμπριελ και η Ανταρλίδα έκαναν μια σύντομη υπόκλιση.

«Χαίρω πολύ,» είπε ο Πρίγκιπας μιλώντας στην Ανώτερη Γλώσσα. «Έχουμε ακούσει πολλά για εσάς.»

Μαυρόδερμος; παραξενεύτηκε ο Τάμπριελ. Η Βασίλισσα είχε δέρμα λευκό με απόχρωση του ροζ. Αυτό σήμαινε, τότε, ότι ο σύζυγό της (που ο Καλέφραζ τούς είχε πει ότι πέθανε από μια πολύ άσχημη ασθένεια) πρέπει να είχε δέρμα μαύρο.

«Περιμένουμε να μας φέρουν τα παράξενα όπλα,» είπε η Παμράνεχ στον γιο της, μιλώντας κι εκείνη τώρα στην Ανώτερη Γλώσσα.

«Το άκουσα, μητέρα. Πιστεύεις ότι είναι… ασφαλές;»

Η Παμράνεχ στράφηκε στην Ανταρλίδα και στον Τάμπριελ. «Υπάρχει κάποιος κίνδυνος με τα όπλα σας; Εκτός απ’το γεγονός ότι είναι όπλα, φυσικά.»

«Απ’όσο γνωρίζουμε, όχι, Μεγαλειοτάτη,» αποκρίθηκε η Μαύρη Δράκαινα.

«Τα όπλα αυτού του είδους φαίνεται να λειτουργούν κανονικά στον κόσμο σας,» πρόσθεσε ο Τάμπριελ.

Η Βασίλισσα ένευσε. «Εντάξει.» Και κοίταξε τον γιο της.

«Μητέρα,» της είπε ο Πρίγκιπας Μάρνεζ, «με όλο το σεβασμό προς τους φιλοξενούμενούς μας, είναι κι οι δυο τους τελείως άγνωστοι για εμάς… Ίσως θα ήταν καλύτερα αν εσύ απομακρυνόσουν. Στην αρχή, τουλάχιστον.»

«Μην ακούω ανοησίες! Έχεις αρχίσει να παραγίνεσαι υπερπροστατευτικός μαζί μου, Μάρνεζ. Δεν έχω γεράσει τόσο ακόμα!»

«Δεν είπα ότι έχεις γεράσει, μητέρα,» αποκρίθηκε ο Πρίγκιπας αναστενάζοντας.

Τα όπλα ήρθαν μετά από λίγο. Δύο παλατιανοί φρουροί τα κρατούσαν ανάμεσά τους μέσα σ’ένα μπαούλο, ενώ μια ντουζίνα πολεμιστές από την Ακρόπολη τούς περιστοίχιζαν.

Η Ανταρλίδα παραλίγο να γελάσει. Μα τους θεούς! σκέφτηκε, πρώτη φορά βλέπω να γίνεται τόσο μεγάλη ιστορία για ένα τουφέκι και δυο πιστόλια.

Οι φρουροί άφησαν το μπαούλο κάτω, και το άνοιξαν.

Η Βασίλισσα Παμράνεχ στράφηκε στη Μαύρη Δράκαινα. «Θα μας δείξεις;»

«Όπως επιθυμείτε, Μεγαλειοτάτη.» Η Ανταρλίδα έσκυψε και πήρε το τουφέκι και το πιστόλι της από το μπαούλο. «Παραμερίστε,» είπε προς όλους, κι εκείνοι υπάκουσαν.

Η Μαύρη Δράκαινα πέρασε το πιστόλι στη ζώνη της και ύψωσε το τουφέκι στον ώμο, σημαδεύοντας ένα πάνινο ανδρείκελο που πρέπει να ήταν γεμάτο άχυρο ή χώμα. «Να το χτυπήσω αυτό;» ρώτησε.

Ο Ναρχάεζ έδειξε. «Αυτό εκεί;»

«Ναι.»

«Χτύπα το. Γι’αυτό είναι.»

Η Ανταρλίδα πάτησε τη σκανδάλη. Ο κρότος του τουφεκιού αντήχησε μέσα στον κήπο, και η κάννη του φάνηκε να πετά φωτιά.

Το ανδρείκελο χτυπήθηκε στο μέτωπο, και άχυρα αποκαλύφτηκαν κάτω απ’το πανί του.

Μετά η Ανταρλίδα πάτησε τη σκανδάλη παρατεταμένα, γεμίζοντας τον πάνινο άνθρωπο σφαίρες.

«Μεγάλε Τίγρη!» αναφώνησε η Παμράνεχ, ενθουσιασμένη. «Αν είχαμε τέτοια όπλα, κανείς ποτέ δεν θα τολμούσε να τα βάλει με το Τάρσαζ! Ούτε ο Μέγας Ιεράρχης!»

Η Ανταρλίδα τράβηξε το πιστόλι της και πυροβόλησε έναν κοντινότερο στόχο ο οποίος πρέπει να ήταν φτιαγμένος για εκπαίδευση στο τόξο.

«Και είναι τόσο μικρό τούτο το όπλο!» είπε η Βασίλισσα.

Η Ανταρλίδα άφησε το τουφέκι και το πιστόλι στο χορτάρι και πήγε να μαζέψει μερικές σφαίρες. Επιστρέφοντας, τις είχε μέσα στη χούφτα της.

«Αυτά είναι τα βλήματα που εκτοξεύονται,» είπε δείχνοντάς τα στη Βασίλισσα, στον Πρίγκιπα, και στο Δεξί Χέρι του Θρόνου. «Τούτα εδώ είναι γι’αυτό το όπλο» – ακούμπησε με το πόδι της το πιστόλι – «και τούτα εδώ γι’αυτό το όπλο» – ακούμπησε το τουφέκι.

«Μπορώ να το δοκιμάσω κι εγώ;» ρώτησε η Παμράνεχ.

Ο Ναρχάεζ και ο Μάρνεζ έκαναν να παρέμβουν, αλλά η Βασίλισσα ύψωσε το χέρι της λέγοντας: «Θέλω να το δοκιμάσω!»

Ο Ναρχάεζ έγνεψε στην Ανταρλίδα.

«Ποιο απ’τα δύο θέλετε, Μεγαλειοτάτη;» ρώτησε εκείνη.

Η Παμράνεχ σήκωσε από κάτω το τουφέκι. «Αυτό.»

Η Ανταρλίδα τής έδειξε πώς να το φέρει στον ώμο της, πού να βάλει τα χέρια της, και πώς να στοχεύσει. «Και να έχετε το στόμα σας μισάνοιχτο όταν ρίχνετε, γιατί μπορεί αλλιώς να τραυματιστούν τ’αφτιά σας.»

Η Βασίλισσα σημάδεψε ένα ανδρείκελο και πυροβόλησε.

Αστοχώντας τελείως.

Οι σφαίρες της εξοστρακίστηκαν πάνω σε πέτρες· το χορτάρι φάνηκε να κομματιάζεται και να τινάζεται· μια ελαφριά θολούρα δημιουργήθηκε από το χώμα που σηκώθηκε.

Η Βασίλισσα συνέχισε να πυροβολεί: και μετά, η κάννη του τουφεκιού έπαψε να πετά φωτιά· με το πάτημα της σκανδάλης, μονάχα ένα ξερό κλικ ακουγόταν.

«Τι συνέβη;» απόρησε η Παμράνεχ. «Το χάλασα;»

«Τελείωσαν οι σφαίρες, Μεγαλειοτάτη,» εξήγησε η Ανταρλίδα.

«Μπορούμε να τις ξαναβάλουμε μέσα και να συνεχίσω;»

«Φοβάμαι πως όχι. Είναι μίας χρήσεως.»

«Και τι θα γίνει τώρα; Θέλω να έχω τέτοια όπλα στο στρατό μου, Ανταρλίδα. Μπορείς να μας δείξεις πώς φτιάχνονται;»

«Μπορώ,» είπε η Ανταρλίδα. «Αλλά δεν είμαι κι εξειδικευμένη· δεν είναι τόσο εύκολο όπως το να φτιάχνεις, για παράδειγμα, ένα τόξο. Κατ’αρχήν, καθώς είπα και στον Ναρχάεζ, χρειάζεται κάποια εκρηκτική ύλη.»

Το Δεξί Χέρι είπε στη Βασίλισσα: «Ο Βόρχαμ ίσως να μπορεί να βγάλει κάποια άκρη, Μεγαλειοτάτη.»

Εκείνη ένευσε. «Ναι,» είπε ενθουσιωδώς. «Πήγαινε την Ανταρλίδα στον Βόρχαμ. Θέλω οπωσδήποτε να δείτε πώς μπορούμε να φτιάξουμε τέτοια όπλα!»

Και ο Τάμπριελ’λι κατάλαβε τώρα γιατί, σε μια από τις εικόνες στο μυαλό του, είχε δει τους στρατιώτες του Τάρσαζ να φέρουν τουφέκια και τον Ναρχάεζ, τον Ερβάδαζ, και τον Χάλρεοκ να είναι παρόμοια οπλισμένοι…

Κεφάλαιο Δέκατο
Ταξίδι στην Πύλη του Μαράνχαλωμ

Η Βασίλισσα τούς επέτρεψε να πάνε στην Πύλη του Μαράνχαλωμ ευκολότερα απ’ό,τι νόμιζα. Είμαι βέβαιος πως ο Πρίγκιπας θα διαφώνησε, και ίσως κι ο Πρώτος Αρχιερέας επίσης, όμως εκείνη το αποφάσισε, κι έτσι έπρεπε να ταξιδέψουμε. Να φύγουμε από την πρωτεύουσα και να πάμε στην Πύλη.

Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού μας, άκουγα συνεχώς δυσοίωνους ψιθύρους ανάμεσα στους στρατιώτες και, κυρίως, ανάμεσα στους ιερείς. Όλοι τους φοβόνταν ότι ίσως κάτι πολύ άσχημο να συνέβαινε. Και ο Πρωθιερέας ισχυριζόταν ότι δεν ήταν δυνατόν η Πύλη να ανοίξει γι’αυτόν τον ξένο που δεν πίστευε καν στον Μεγάλο Τίγρη. Κάποιο άλλο σχέδιο πρέπει να έχει ο Τάμπριελ στο μυαλό του, έλεγε. Ίσως, μάλιστα, να είναι κατάσκοπος: άνθρωπος που τον έχουν στείλει εδώ για να μας κάνει κακό.

Και ο Πρίγκιπας Μάρνεζ, όσες φορές βρισκόταν κοντά όταν ο Πρωθιερέας μιλούσε έτσι, δεν εξέφραζε ποτέ καμία διαφωνία. Σε αντίθεση με τη Βασίλισσα, η οποία έμοιαζε να έχει συμπαθήσει εξαρχής τον Μεγάλο Προφήτη και τη Συνοδό του, και θεωρούσε τον Πρωθιερέα υπερβολικό και καχύποπτο.

*
* * *
*

Μετά από τρεις ημέρες το αίτημα του Τάμπριελ’λι έγινε πραγματικότητα. Η Βασίλισσα τού επέτρεψε να επισκεφτεί την Πύλη του Μαράνχαλωμ όπως είχε ζητήσει. Δεν θα πήγαινε μόνος του, όμως· δήλωσε πως θα ερχόταν κι η ίδια μαζί του. Ο Πρίγκιπας Μάρνεζ ήταν φανερό ότι δεν ήθελε ν’αφήσει τη μητέρα του να πάει· θα προτιμούσε να πήγαινε εκείνος, και η Παμράνεχ να μείνει πίσω, στο παλάτι. Ωστόσο η Βασίλισσα δεν ήταν από τις γυναίκες που εύκολα άλλαζαν γνώμη. Έτσι, ο Πρίγκιπας αποφάσισε ότι θα ερχόταν μαζί της στο ταξίδι προς την Πύλη, παρότι η μητέρα του του ζήτησε να μείνει στον Θρόνο ως Αντιβασιλέας της για όσο θα έλειπε – ούτε αυτός άλλαζε εύκολα γνώμη. Τη θέση του Αντιβασιλέα θα έπαιρνε προσωρινά ο θείος του, ο αδελφός της Βασίλισσας, Άρχοντας Βένεροκ, όπως είπε ο Καλέφραζ στον Τάμπριελ και στην Ανταρλίδα. «Στην πραγματικότητα, όμως, το Αριστερό Χέρι θα διοικεί,» πρόσθεσε· «είμαι βέβαιος.»

Ο Γραμματικός θα ερχόταν επίσης στο ταξίδι, όχι τόσο επειδή το επιθυμούσε – όπως κατάλαβαν η Ανταρλίδα και ο Τάμπριελ, θα προτιμούσε να μείνει στο παλάτι – αλλά επειδή ο Ναρχάεζ και η Βασίλισσα τον πρόσταξαν. Αυτός ήταν που είχε περισσότερη επαφή με τους ξένους· κι επιπλέον, κάποιος θα έπρεπε να καταγράψει ό,τι συνέβαινε στην Πύλη.

Ο Πρώτος Αρχιερέας δεν μπορούσε να τους συνοδέψει εξαιτίας των καθηκόντων του στον Ναό της Φέντινκεχ· έστειλε, όμως, τον Πρωθιερέα μαζί τους, καθώς και κάποιους άλλους ιερείς και ναΐτες φρουρούς. Το όνομα του Πρωθιερέα ήταν Έλνεφριζ, πληροφόρησε ο Καλέφραζ τον Τάμπριελ και την Ανταρλίδα, και δεν ήταν από τη Φέντινκεχ αλλά από την Κάρναλχ, μια πόλη στα νότια η οποία ήταν λιμάνι του Ανατολικού Πελάγους.

Ο Ναρχάεζ, ασφαλώς, θα ήταν μέσα στη συνοδεία, καθώς και ο Ερβάδαζ, ο Χάλρεοκ, και πολλοί άλλοι πολεμιστές. Όταν επιβιβάστηκαν σε τρία πλοία για να διασχίσουν τον ποταμό Νύραλοκ και να βγουν στις βορειοδυτικές του όχθες, η Ανταρλίδα δεν μπόρεσε παρά να παρατηρήσει ότι ένας μικρός στρατός είχε ουσιαστικά συγκεντρωθεί. Θα νόμιζε κανείς ότι πηγαίνουμε για πόλεμο, όχι για να δούμε ένα αξιοθέατο ετούτης της διάστασης.

Το μεσημέρι είχε περάσει πια όταν οι προετοιμασίες τελείωσαν και τα πλεούμενα ξεκίνησαν το ταξίδι τους. Το ηλιακό φως, ωστόσο, ήταν δυνατό, και θα εξακολουθούσε να είναι δυνατό για αρκετές ώρες ακόμα λόγω της καλοκαιρινής εποχής.

Ο Τάμπριελ ρώτησε την Ανταρλίδα, καθώς στέκονταν στην πλώρη ενός από τα τρία πλοία: «Τι σου λέει αυτός ο Βόρχαμ ο Αλχημιστής; Μπορεί να φτιάξει τα όπλα;»

«Ακόμα δεν έχουμε καταλήξει τι εκρηκτική ύλη θα χρησιμοποιήσουμε.» Δύο φορές είχε συναντήσει τον Βασιλικό Αλχημιστή από τότε που είχαν μιλήσει με τη Βασίλισσα: την πρώτη φορά, του είχε εξηγήσει τα βασικά πράγματα που χρειάζονταν για να φτιαχτεί ένα πυροβόλο όπλο· τη δεύτερη, εκείνος τής είχε δείξει κάποιες ύλες που υπήρχαν σε τούτο τον κόσμο. Ορισμένες η Ανταρλίδα τις ήξερε, ορισμένες άλλες όχι. Αλλά ακόμα και γι’αυτές που ήξερε δεν μπορούσε να είναι βέβαιη· δεν είχε ξαναβρεθεί σε τούτη τη διάσταση: και δεν λειτουργούσαν τα πάντα με τον ίδιο τρόπο σε κάθε γωνιά του σύμπαντος – πόσω μάλλον σ’ένα απομονωμένο μέρος σαν αυτό.

«Δεν υπάρχουν τα κατάλληλα υλικά;» ρώτησε ο Τάμπριελ.

«Πρέπει να υπάρχουν,» απάντησε η Ανταρλίδα· «αλλά χρειάζεται να τα εντοπίσουμε και να τα αναμίξουμε στις σωστές ποσότητες. Και μετά, φυσικά, πρέπει κάποιοι μεταλλουργοί να κατασκευάσουν τα όπλα.»

«Θα γίνει.»

«Το έχεις ‘δει’;»

«Ναι. Οι πολεμιστές του Βασιλείου Τάρσαζ δεν θ’αργήσουν να κρατούν πυροβόλα όπλα.»

«Τότε,» είπε η Ανταρλίδα, «καλά θα κάνουμε να βρούμε μια ονομασία γι’αυτά, γιατί ο όρος ‘πυροβόλα όπλα’ δεν υπάρχει ούτε στην Οικουμενική ούτε στην Ανώτερη Γλώσσα.»

«Κάτι θα σκεφτώ,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ. «Θα το συζητήσω και με τον Καλέφραζ.» Και λοξοκοίταξε τον Γραμματικό, ο οποίος στεκόταν παραδίπλα, σιωπηλός.

Το βράδυ σταμάτησαν σε μια πόλη στις δυτικές όχθες του ποταμού, και ο τοπικός Άρχοντας τούς φιλοξένησε προσφέροντας σε όλους κατάλυμα και στη Βασίλισσα τα προσωπικά του διαμερίσματα. Η Ανταρλίδα ρώτησε τον Καλέφραζ πού ακριβώς βρίσκονταν, κι εκείνος ξετύλιξε έναν χάρτη και της έδειξε. Δεν είμαστε μακριά από τη λίμνη Σάρφεχ, παρατήρησε η Ανταρλίδα – τη λίμνη που είχε διασχίσει μαζί με τον Τάμπριελ προτού μπουν στον ποταμό Νύραλοκ και φτάσουν στη Φέντινκεχ για πρώτη φορά.

«Αύριο,» είπε ο Καλέφραζ, «θα στρίψουμε βορειοδυτικά, και θα συνεχίσουμε έτσι μέχρι να φτάσουμε στην Πύλη του Μαράνχαλωμ.»

Η Ανταρλίδα άφησε τον Γραμματικό στην τραπεζαρία του μεγάρου του Άρχοντα (όπου οι περισσότεροι είχαν τελειώσει το φαγητό τους αλλά ακόμα μερικοί πολεμιστές έτρωγαν) και βάδισε προς τα εκεί όπου της είχαν πει ότι βρισκόταν ο ξενώνας που θα μοιραζόταν με τον Τάμπριελ. Ο Φεηνάρκιος μάγος είχε ήδη αποσυρθεί στο κατάλυμά τους, χωρίς να φάει ή να πιει πολύ.

Η Ανταρλίδα, ανεβαίνοντας μια στριφτή σκάλα, προχώρησε μέσα στους διαδρόμους του πρώτου ορόφου του μεγάρου…

…και αντιλήφτηκε, χωρίς καμια ιδιαίτερη δυσκολία, ότι κάποιος την παρακολουθούσε.

Κι άλλος πράκτορας των Ιεραρχών; αναρωτήθηκε· και δεν έστριψε εκεί όπου της είχαν πει ότι έπρεπε να στρίψει για να πάει στον ξενώνα, αλλά σ’ένα άλλο, τυχαίο σημείο.

Μέσα σ’έναν σκοτεινό διάδρομο δίχως παράθυρα.

Τα χέρια της ψηλάφησαν τους τοίχους δεξιά κι αριστερά, ψάχνοντας για πόρτες. Βρήκε μία, κλειστή, και κόλλησε την πλάτη της επάνω στο ξύλο, στεκόμενη στο κατώφλι, τυλιγμένη στο σκοτάδι.

Αυτός που την παρακολουθούσε παρουσιάστηκε στην αρχή του διαδρόμου και κοίταξε μέσα με επιφύλαξη. Προφανώς, δεν μπορούσε να διακρίνει την Ανταρλίδα.

Εκείνη, όμως, μπορούσε να τον διακρίνει. Ένας απ’τους ναΐτες του Πρωθιερέα.

Και τότε θυμήθηκε τα λόγια του Τάμπριελ, ότι ο Πρωθιερέας θα γινόταν εχθρός τους.

Ο ναΐτης τράβηξε ένα ξιφίδιο από τη ζώνη του και μπήκε στον διάδρομο με προσεχτικά βήματα. Η αναπνοή του ακουγόταν έντονα μες στη σιγαλιά.

Η Ανταρλίδα τον άφησε να βαδίσει λίγο, να απομακρυνθεί από εκείνη, και μετά γλίστρησε έξω απ’τον διάδρομο χωρίς να κάνει τον παραμικρό θόρυβο.

Ο ναΐτης δεν κατάλαβε τίποτα, και η Μαύρη Δράκαινα πήγε γρήγορα προς τον ξενώνα. Φορούσε τη μαύρη δερμάτινη στολή της – τη στολή με την οποία είχε έρθει από τον υπερδιαστασιακό στρόβιλο – και οι μαλακές μπότες της ήταν σιωπηλές επάνω στο πέτρινο πάτωμα, φτάνει να ήταν λιγάκι προσεχτική: και μια Μαύρη Δράκαινα πάντα ήταν προσεχτική.

Στο δρόμο της συνάντησε μονάχα έναν από τους πολεμιστές του Ναρχάεζ, ο οποίος τη χαιρέτησε μ’ένα κούνημα του κεφαλιού, κι εκείνη τον αντιχαιρέτησε παρομοίως.

Φτάνοντας στον ξενώνα, άνοιξε την πόρτα και μπήκε.

Ο Τάμπριελ ήταν καθισμένος οκλαδόν στο πάτωμα, και δε γύρισε να την κοιτάξει. Το βλέμμα του ήταν εστιασμένο σ’ένα αντικείμενο που κρατούσε ανάμεσα στα χέρια του. Η Ανταρλίδα το παρατήρησε. Το περιδέραιο που αγόρασε στη Μεγάλη Αγορά της Φέντινκεχ, όταν ο Ναρχάεζ μάς συνόδεψε έξω απ’την Ακρόπολη για πρώτη φορά.

«Τι κάνεις εκεί;» τον ρώτησε.

«Μη μ’ενοχλείς αν θέλεις,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ.

Η Ανταρλίδα βάδισε ώς το κρεβάτι της και κάθισε στην άκρη. «Κάποιος με παρακολουθούσε καθώς ερχόμουν.»

Ο Τάμπριελ βλεφάρισε και στράφηκε τώρα να την αντικρίσει. «Τι πράγμα;»

«Με παρακολουθούσε ένας απ’τους ναΐτες του Πρωθιερέα,» είπε η Ανταρλίδα καθώς έβγαζε τις μπότες της. «Στην αρχή δεν ήξερα ότι ήταν ναΐτης· τον ξεγέλασα, όμως, και το έμαθα.»

«Τι εννοείς, ‘τον ξεγέλασες’;»

«Μην ανησυχείς· δεν έγινε καμια φασαρία. Κρύφτηκα κάπου και τον άφησα να περάσει από μπροστά μου και να με χάσει.»

«Δεν υπήρχε λόγος να τον κάνεις να νομίσει πως δεν ήθελες να μάθει πού πηγαίνεις,» είπε ο Τάμπριελ.

«Το ξέρω. Αλλά, σου είπα, τότε δεν γνώριζα ακόμα ποιος ή τι ήταν. Φοβόμουν ότι ίσως να ήταν πάλι κάποιος από τους πράκτορες των Ιεραρχών.»

Ο Τάμπριελ έστρεψε ξανά το βλέμμα του στο περιδέραιο. «Σε είχα προειδοποιήσει ότι ο Πρωθιερέας θα μας προκαλέσει προβλήματα, δε σε είχα προειδοποιήσει;»

«Αναρωτιέμαι γιατί…» Υπήρχε ειρωνεία στη φωνή της.

«Νομίζεις ότι σε παρακολουθούσαν εξαιτίας αυτού που ανέφερα μπροστά στον Πρώτο Αρχιερέα;» ρώτησε ο Τάμπριελ χωρίς να στραφεί να την κοιτάξει.

«Φυσικά και το νομίζω. Ήταν σχεδόν σαν να απείλησες τον Πρωθιερέα.»

«Εξαρχής μας υποπτευόταν, Ανταρλίδα.»

Η Ανταρλίδα σηκώθηκε όρθια, ξεκούμπωσε τη στολή της, την έβγαλε, και την άφησε να πέσει πλάι στο κρεβάτι. Ύστερα ξάπλωσε.

Ο Τάμπριελ, που εξακολουθούσε να κοιτάζει το περιδέραιο, είπε με φωνή που έμοιαζε λιγάκι σαν υπνωτισμένη: «Ο Πράσινος πλησιάζει πάλι το κόκκινο άστρο. Να το έχεις υπόψη σου.»

Η Ανταρλίδα αναποδογύρισε τα μάτια αναστενάζοντας. «Εντάξει,» αποκρίθηκε και πήγε στο παράθυρο.

*

Το μυστηριώδες πουλί δεν παρουσιάστηκε εκείνη τη νύχτα.

*

Την επομένη, έφυγαν με την αυγή και, όπως είχε πει ο Καλέφραζ, πήραν βορειοδυτική κατεύθυνση, αφήνοντας πίσω τους τις όχθες του ποταμού και ταξιδεύοντας σε μια ανοιχτή πεδιάδα, επάνω σε άλογα και άμαξες. Πόλεις δεν είδαν εδώ, μονάχα χωριά και οικισμούς, κοντά στα οποία βοσκοί έβοσκαν πρόβατα, κατσίκια, και μαρνέκια – τα τριχωτά πλάσματα με τους δύο μικρούς κυνόδοντες και τη μακριά, γκρίζα, άτριχη ουρά, τα οποία ο Τάμπριελ κι η Ανταρλίδα είχαν δει για πρώτη φορά στη Ναλκέμ, και τα οποία εκεί βρομούσαν απίστευτα αλλά εδώ η οσμή τους χανόταν μέσα στον άνεμο.

Οι βοσκοί στέκονταν και ατένιζαν τη συνοδεία που περνούσε, και οι χωρικοί την έδειχναν ο ένας στον άλλο. Μάλλον δεν έβλεπαν πολλές φορές τέτοια πράγματα στα μέρη τους. Ίσως, μάλιστα, ορισμένοι να ανησυχούσαν μήπως γινόταν πόλεμος.

Καθώς ταξίδευαν, η Ανταρλίδα κοίταξε με επιφύλαξη προς τη μεριά που βρίσκονταν ο Πρωθιερέας του Μαράνχαλωμ, οι ιερείς, και οι ναΐτες φρουροί, και παρατήρησε ότι και μερικοί απ’αυτούς κοίταζαν εκείνη και τον Τάμπριελ. Τούτο, βέβαια, δεν ήταν από μόνο του περίεργο ή ανησυχητικό· εξάλλου, ήταν κι οι δυο τους παράξενοι με τα δεδομένα των ανθρώπων αυτής της διάστασης.

Τον ναΐτη που την ακολουθούσε χτες βράδυ τον είδε επίσης, και σε κάποια στιγμή τον πρόσεξε να την ατενίζει με στενεμένα μάτια. Αναμφίβολα, αναρωτιέται πού εξαφανίστηκα. Πού πήγα. Ο Τάμπριελ έχει δίκιο: του δημιούργησα υποψίες αχρείαστα.

Και ο Πρωθιερέας σίγουρα θα έμαθε για το γεγονός.

Όταν πλησίαζε το μεσημέρι, και η ζέστη, εξαιτίας του καλοκαιριού, ήταν δυνατή, η Ανταρλίδα ρώτησε τον Τάμπριελ (μιλώντας στη Συμπαντική όπως πάντα όταν συζητούσαν αναμεταξύ τους): «Τι έκανες, τελικά, χτες τη νύχτα;»

«Με το περιδέραιο;»

«Ναι.»

«Το προετοίμαζα.»

«Τι πάει να πει αυτό;»

«Το προετοίμαζα,» εξήγησε ο Τάμπριελ, «όπως προετοιμάζουν οι Δεσμοφύλακες ένα αντικείμενο που τους χρειάζεται.»

Η Ανταρλίδα συνοφρυώθηκε. «Οι Δεσμοφύλακες φυλακίζουν τους δαιμονικούς θεούς της Φεηνάρκια έτσι…»

«Ναι.»

«Εσύ, λοιπόν, τι θα κάνεις το περιδέραιο εδώ;»

«Έχω ένα προαίσθημα ότι ίσως να μου χρειαστεί,» είπε ο Τάμπριελ.

«Το έχεις δει

«Είδα να το αγοράζω, καθώς και κάτι που… δεν καταλαβαίνω απόλυτα. Πιστεύω όμως ότι θα μου φανεί χρήσιμο, Ανταρλίδα.»

Η Μαύρη Δράκαινα, που δεν είχε και μεγάλη σχέση με τη μαγεία, έμεινε σιωπηλή. Αλλά δεν της άρεσε τούτο· για κάποιο λόγο, δεν της άρεσε. Ο Τάμπριελ μπορεί να είχε ένα προαίσθημα ότι ίσως το περιδέραιο να του χρειαζόταν, αλλά εκείνη είχε ένα κακό προαίσθημα γι’αυτό.

Προσπάθησε να το αγνοήσει. Οι Μαύρες Δράκαινες δεν ήταν μάγισσες· άφηναν τη μαγεία σ’εκείνους που την ήξεραν.

Η μεγάλη συνοδεία σταμάτησε επάνω στην ανοιχτή πεδιάδα όταν είχε μεσημεριάσει για τα καλά, και εκεί κατασκήνωσαν για να φάνε και να ξεκουραστούν. Η Ανταρλίδα κάθισε έξω απ’τη σκηνή που μοιραζόταν με τον Τάμπριελ, για να γευματίσει μαζί με τον Ναρχάεζ, τον Ερβάδαζ, τον Χάλρεοκ, και τον Καλέφραζ. Ο Φεηνάρκιος μάγος αποσύρθηκε νωρίς στο εσωτερικό της σκηνής: και η Μαύρη Δράκαινα μπορούσε να φανταστεί ποιος ήταν ο λόγος.

«Είναι εντάξει;» τη ρώτησε ο Χάλρεοκ δείχνοντας με το σαγόνι του προς τη μεριά της σκηνής.

«Ναι, καλά είναι, απλά λίγο κουρασμένος απ’το ταξίδι, υποθέτω,» απάντησε η Ανταρλίδα.

«Αύριο τέτοια ώρα πρέπει να είμαστε κοντά στην Πύλη,» είπε, μετά από λίγο, ο Ερβάδαζ πίνοντας μια γουλιά νερωμένο κρασί από το φλασκί του. «Δεν έχω ποτέ ξαναπάει εκεί.»

«Ούτε εγώ,» παραδέχτηκε ο Καλέφραζ, αλλά δεν έμοιαζε και τόσο ενθουσιασμένος που θα πήγαινε τώρα.

«Εγώ έχω ξαναπάει,» είπε ο Χάλρεοκ.

Ο Ναρχάεζ στράφηκε να τον κοιτάξει. «Δε μου το είχες πει ποτέ αυτό.»

«Ήταν παλιά,» αποκρίθηκε ο μαυρόδερμος άντρας ανασηκώνοντας τους ώμους, «προτού γίνω πολεμιστής στον Βασιλικό Στρατό. Πήγα μαζί με τον θείο μου που ήταν ιερέας. Ήθελε να παρακαλέσει τον Μεγάλο Τίγρη να βοηθήσει μια ξαδέλφη του σ’ένα μακρινό ταξίδι που θα έκανε.»

«Και έγινε τίποτα παράξενο;» ρώτησε ο Ερβάδαζ.

«Πού;»

«Στην Πύλη.»

«Όχι, ρε ανόητε, τι να γίνει; Καθίσαμε εκεί και κοιτούσαμε τα τείχη και τον ουρανό.» Ο Χάλρεοκ γέλασε και ήπιε από το κύπελλό του.

Η Ανταρλίδα, μετά από κάποια ώρα, πήγε να ξεκουραστεί στη σκηνή της. Ο Καλέφραζ και ο Ερβάδαζ είχαν ήδη φύγει από την παρέα· μονάχα ο Ναρχάεζ και ο Χάλρεοκ είχαν μείνει, και παρότι η Ανταρλίδα τούς συμπαθούσε και τους δύο, ήθελε να μάθει τι έκανε ο Τάμπριελ.

Παραμερίζοντας την κουρτίνα της σκηνής, μπήκε και βρήκε τον κοκκινόδερμο μάγο να κάθεται οκλαδόν επάνω σ’ένα μικρό χαλί και να ατενίζει το περιδέραιο που κρατούσε στα χέρια του.

Δεν έκανα λάθος, λοιπόν, συμπέρανε η Ανταρλίδα, και πήγε να ξαπλώσει, μην ενοχλώντας τον. Εξάλλου, έμοιαζε τόσο χαμένος στη δουλειά του που ήταν αμφίβολο αν την είχε καν προσέξει.

*

Το βράδυ, όταν κατασκήνωναν πάλι στην ανοιχτή πεδιάδα και δεκάδες φτερωτά έντομα ζουζούνιζαν γύρω απ’τις φωτιές τους, η εικόνα που ο Τάμπριελ’λι είχε δει στο μυαλό του έγινε πραγματικότητα.

Ο Πράσινος βρισκόταν κοντά στο κόκκινο άστρο με τις μεγάλες ακτίνες το οποίο έμοιαζε με ζωγραφιά: και μέσα απ’αυτό το άστρο ένα πουλί βγήκε, φτερουγίζοντας στον νυχτερινό ουρανό με πελώριες φτερούγες και μακριά, διχαλωτή ουρά.

Οι πολεμιστές της συνοδείας ύψωσαν τα χέρια τους δείχνοντάς το και φωνάζοντας.

«Βγήκε μέσα απ’το αστέρι! Μέσα απ’το κόκκινο αστέρι!»

«Όχι, ρε· έτσι σου φάνηκε!»

«Μη λέτε βλακείες! Μέσα απ’το αστέρι βγήκε!»

«Δε μπορεί να βγήκε μέσα απ’το αστέρι – δεν είναι δυνατόν!»

«Είναι σημάδι απ’τους θεούς!»

«Ο Μεγάλος Τίγρης δε θα έστελνε ένα πτηνό!»

«Τότε, δεν το έστειλε ο Μαράνχαλωμ· είναι μαντατοφόρος κάποιου άλλου θεού!»

Εν τω μεταξύ το μεγάλο πουλί έκανε κύκλους στον ουρανό και, μετά, έφυγε: απομακρύνθηκε τόσο πολύ που δεν μπορούσαν πια να το δουν.

Πήγε προς τα βορειοδυτικά, παρατήρησε η Ανταρλίδα. Προς τα εκεί όπου πηγαίνουμε κι εμείς.

Η Βασίλισσα Παμράνεχ ήρθε να συναντήσει τη Μαύρη Δράκαινα και τον Τάμπριελ προτού ολοκληρώσουν το στήσιμο της σκηνής τους. Μαζί της ήταν ο Ναρχάεζ, ο Καλέφραζ, και ο Χάλρεοκ.

«Αυτό ήταν που είχες ‘δει’;» ρώτησε η Βασίλισσα τον Τάμπριελ.

«Μάλιστα, Μεγαλειοτάτη,» αποκρίθηκε εκείνος, «αυτό ήταν.»

«Και τι θα γίνει τώρα; Τι ήταν;»

«Θα δούμε. Δεν ξέρω ακόμα.»

Η Παμράνεχ – που μάλλον περίμενε να της πει κάτι συνταρακτικό – τον ατένισε με κάποια δυσαρέσκεια στο βλέμμα της. Μετά, όμως, τα πράσινα μάτια της γυάλισαν πάλι. «Αφού ‘είδες’ το πουλί να βγαίνει από το άστρο, κι αυτό πράγματι συνέβη, τότε λογικά πρέπει και η Πύλη του Μαράνχαλωμ ν’ανοίξει!»

«Ας μη βιαζόμαστε να βγάλουμε συμπεράσματα, Μεγαλειοτάτη.» Δεν ήταν ο Τάμπριελ που μίλησε αλλά ο Πρωθιερέας, και όλοι στράφηκαν να τον κοιτάξουν, καθώς κανείς ώς τώρα – εκτός από την Ανταρλίδα – δεν είχε προσέξει τον ερχομό του. «Η Πύλη είναι κάτι το ιερό, όχι ένα πτηνό που έτυχε να φτερουγίσει στους ουρανούς.»

Η Βασίλισσα δεν είπε τίποτα, όμως έμοιαζε ενοχλημένη από τα λόγια του Πρωθιερέα.

Ο Ναρχάεζ είπε: «Ας πάμε να ξεκουραστούμε, όλοι.» Και προς τον Τάμπριελ: «Εκτός αν έχεις ‘δει’ αυτό το πουλί να έρχεται εδώ για να μας προκαλέσει προβλήματα.»

Εκείνος κούνησε το κεφάλι. «Δεν έχω δει κάτι τέτοιο.»

Η Βασίλισσα Παμράνεχ και οι υπόλοιποι έφυγαν, αφήνοντας τον Τάμπριελ και την Ανταρλίδα μόνους να στήσουν τη σκηνή τους.

Όταν την έστησαν, μπήκαν, και η Μαύρη Δράκαινα είπε: «Για να ήρθε το πουλί από το κόκκινο αστέρι, αυτό σημαίνει πως είτε το αστέρι αποτελεί δίοδο προς κάποια άλλη διάσταση είτε το πουλί κατοικούσε επάνω στο αστέρι και τώρα απλά αποφάσισε να φύγει από εκεί.»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ’λι καθίζοντας επάνω στο χαλί όπου καθόταν και το μεσημέρι και βγάζοντας το περιδέραιο μέσα από τα ρούχα του, «μπορεί να σημαίνει είτε το ένα είτε το άλλο. Δε νομίζω, όμως, ότι είναι το πρώτο.»

«Δε νομίζεις ότι πρόκειται για διαστασιακή δίοδο;»

«Όχι. Πιστεύω πως το αστέρι είναι κάτι που ήρθε μέσα από τον στρόβιλο.» Κι ύστερα έπαψε να μιλά, εστιάζοντας πάλι τη ματιά του στο περιδέραιο: προετοιμάζοντάς το…

«Δε θα φας τίποτα;»

«Αργότερα,» μουρμούρισε μονάχα ο Τάμπριελ.

Η Ανταρλίδα βγήκε απ’τη σκηνή τους και βάδισε μέσα στην κατασκήνωση, κοιτάζοντας τις αντιδράσεις των στρατιωτών στο παράξενο φαινόμενο που είχε συμβεί, αλλά στρέφοντας και το βλέμμα της κάπου-κάπου στον ουρανό μήπως το μεγάλο πουλί ξαναπαρουσιαζόταν παρά τις προβλέψεις του Τάμπριελ.

Το γεγονός ότι την παρακολουθούσαν δεν της διέφυγε.

Μάλλον ήταν πάλι κάποιος απ’τους ναΐτες του Πρωθιερέα.

Ετούτη τη φορά αποφάσισε να μην κάνει καμία απολύτως ύποπτη κίνηση. Θα τελείωνε τον περίπατό της και θα πήγαινε μπροστά στη σκηνή της για να φάει.

Ακολούθησε πιστά αυτή την απόφαση. Έκανε τον γύρω της κατασκήνωσης και, καθώς ζύγωνε τη σκηνή που μοιραζόταν με τον Τάμπριελ, είδε με τις άκριες των ματιών της τη σκιερή μορφή που την παρακολουθούσε να χάνεται μέσα στις υπόλοιπες σκιές της νύχτας–

Και η Ανταρλίδα σταμάτησε το βήμα της.

Να τον ακολουθούσε; Να βεβαιωνόταν ότι ήταν, όντως, κάποιος ναΐτης;

Η περιέργεια νίκησε, και η Μαύρη Δράκαινα πήγε πίσω του, γλιστρώντας μέσα στις σκιές της κατασκήνωσης, κινούμενη αθόρυβα και γρήγορα.

Η γυναίκα – γιατί, όπως διαπίστωσε, γυναίκα ήταν, τελικά – βάδιζε χωρίς να φαίνεται να υποπτεύεται ότι την κατασκόπευαν. Τα ρούχα της δεν ήταν ευδιάκριτα στο σκοτάδι, όμως η Ανταρλίδα μπορούσε να δει πως ο βηματισμός της φανέρωνε πολεμίστρια. Δε νομίζω οι ναΐτες φρουροί να έχουν γυναίκες ανάμεσά τους… Και οι ιερείς όλοι άντρες ήταν· ο Μαράνχαλωμ δεν είχε ιέρειες.

Η Ανταρλίδα συνέχισε ν’ακολουθεί την πολεμίστρια…

…μέχρι που την είδε να πλησιάζει τη σκηνή του Πρίγκιπα Μάρνεζ. Εκεί η Ανταρλίδα σταμάτησε, κάμποσα μέτρα πριν από τη σκηνή, γιατί το μέρος ήταν καλά φρουρούμενο και φοβόταν μην τη δουν.

Η πολεμίστρια μίλησε στους φρουρούς κι εκείνοι την άφησαν να περάσει.

Ο Πρίγκιπας Μάρνεζ, λοιπόν… σκέφτηκε η Ανταρλίδα φεύγοντας. Φαίνεται πως κανείς δεν μας εμπιστεύεται εδώ πέρα.

Επέστρεψε στη σκηνή που μοιραζόταν με τον Τάμπριελ και κάθισε απέξω για να φάει. Ο Ναρχάεζ, ο Ερβάδαζ, και ο Χάλρεοκ κάθονταν λίγο παραδίπλα, αλλά δεν πήγε κοντά τους. Ο Καλέφραζ πρέπει να βρισκόταν μέσα στη δική του σκηνή, μάλλον κουρασμένος απ’το ταξίδι.

Η Ανταρλίδα τελείωσε το φαγητό της και μπήκε στη σκηνή της, για να δει τον Τάμπριελ να εξακολουθεί να βρίσκεται οκλαδόν επάνω στο χαλί με το περιδέραιο στα χέρια του.

«Δεν μας παρακολουθεί μόνο ο Πρωθιερέας,» του είπε πηγαίνοντας στο στρώμα της για να καθίσει.

Εκείνος δεν πρέπει να την άκουσε· ή, ακόμα κι αν την άκουσε, δεν απάντησε.

Η Ανταρλίδα έβγαλε τις μπότες και τη στολή της και ξάπλωσε. Θα μιλούσαν αύριο.

*

Καθώς διάνυαν τα τελευταία χιλιόμετρα προς την Πύλη του Μαράνχαλωμ και μπορούσαν να δουν τα ψηλά, απόκρημνα βουνά στον βορειοδυτικό ορίζοντα, η Ανταρλίδα ανέφερε στον Τάμπριελ (μιλώντας στη Συμπαντική, φυσικά) ότι χτες βράδυ ο Πρίγκιπας Μάρνεζ είχε στείλει μια πολεμίστρια για να την παρακολουθήσει.

«Δε με εκπλήσσει,» αποκρίθηκε εκείνος.

«Το είχες ‘δει’;»

«Όχι.»

«Έχεις ‘δει’ ότι ο Πρίγκιπας θα γίνει εχθρός μας;»

«Ούτε. Αλλά δε χρειάζεται να είσαι μάντης για να καταλάβεις ότι δεν μας εμπιστεύεται και ότι πιστεύει πως ίσως να αποτελούμε απειλή για το Βασίλειό του.» Το άλογο του Τάμπριελ ρουθούνισε νευρικά, κι εκείνος τού χάιδεψε τον λαιμό, ηρεμώντας το.

Η Ανταρλίδα έριξε μια ματιά προς τη μεριά της συνοδείας όπου βρισκόταν ο Πρωθιερέας και, μετά, μια ματιά προς τη μεριά όπου βρισκόταν ο Πρίγκιπας Μάρνεζ, κοντά στη Βασίλισσα. Πρέπει να προσέχεις τους πάντες εδώ πέρα…

Τα βουνά φαίνονταν να μεγαλώνουν ολοένα και περισσότερο καθώς τα πλησίαζαν, να καλύπτουν ολοένα και μεγαλύτερο μέρος του ορίζοντα στο πέρας της ανοιχτής πεδιάδας. Και τα τείχη – αυτά που είχε δει ο Τάμπριελ στο μυαλό του – δεν άργησαν επίσης να γίνουν ορατά. Το μεσημέρι, που βρίσκονταν πια στους πρόποδες των βουνών, τα είδαν να ορθώνονται εμπρός τους, πανύψηλα και γεμάτα λαξεύματα τίγρεων. Επάνω τους ήταν μια τοξωτή πύλη, ψηλή όσο τέσσερις άντρες: ακριβώς όπως είχε φανερωθεί στο νου του Τάμπριελ· αλλά κλειστή.

«Χωρίς λόγο ταξιδέψαμε, όπως φαίνεται,» είπε ο Πρωθιερέας τραβώντας τα ηνία του αλόγου του και μιλώντας αρκετά δυνατά ώστε να τον ακούσουν όλοι όσοι βρίσκονταν στη μπροστινή μεριά της συνοδείας.

«Δεν το ξέρουμε αυτό ακόμα!» διαφώνησε η Βασίλισσα Παμράνεχ. «Μόλις ήρθαμε.»

Η Ανταρλίδα κοίταξε τον Τάμπριελ, και τον ρώτησε στη Συμπαντική Γλώσσα: «Τι γίνεται τώρα;»

«Κατασκηνώνουμε, υποθέτω,» αποκρίθηκε ήρεμα εκείνος.

Η Παμράνεχ τον ζύγωσε πάνω στο άλογό της, με τον Πρίγκιπα Μάρνεζ πλάι της, επίσης έφιππο. «Γιατί η Πύλη δεν είναι ανοιχτή, Τάμπριελ;» ρώτησε. Ο ψυχρός άνεμος που ερχόταν από τα βουνά (και ο οποίος δεν ήταν δυσάρεστος μέσα στην καλοκαιρινή ζέστη) έκανε τα ξανθά, σγουρά της μαλλιά ν’ανεμίζουν πίσω και πάνω απ’το κεφάλι της.

«Δεν γνωρίζω, Μεγαλειοτάτη. Πρέπει να περιμένουμε, πιστεύω.»

«Για πόσο;» απαίτησε, κάπως κοφτά, ο Πρίγκιπας Μάρνεζ.

«Ούτε αυτό το γνωρίζω.»

«Δεν μπορούμε, πάντως, να περάσουμε το καλοκαίρι μας εδώ.»

Η Παμράνεχ στράφηκε να κοιτάξει τον γιο της. «Μην τα παραλές. Σίγουρα δε θα χρειαστεί να περιμένουμε τόσο πολύ.» Και προς τον Τάμπριελ: «Να καταυλιστούμε εδώ, ή έχεις να προτείνεις κάποιο άλλο μέρος;»

«Εδώ,» αποκρίθηκε εκείνος.

Και η Βασίλισσα κι ο Πρίγκιπας του Τάρσαζ απομακρύνθηκαν πάλι.

Ο Ναρχάεζ έδωσε τη διαταγή και η συνοδεία άρχισε να κατασκηνώνει.

Ο Τάμπριελ και η Ανταρλίδα έστησαν τη σκηνή τους, και μετά ο πρώτος έφυγε από εκεί και, περνώντας ανάμεσα από τις άλλες σκηνές και τους πολεμιστές της συνοδείας, βάδισε προς την Πύλη του Μαράνχαλωμ. Η Μαύρη Δράκαινα τον ακολούθησε, ενώ έβλεπε ότι ένας από τους ναΐτες τούς παρακολουθούσε από κάποια απόσταση. Οι προσπάθειές του ήταν μάλλον αδέξιες, όφειλε να παρατηρήσει η Ανταρλίδα· οποιοσδήποτε λιγάκι εκπαιδευμένος στην κατασκοπία θα τον εντόπιζε. Αλλά τι τον νοιάζει και να τον καταλάβουμε; Μπορούμε, μήπως, να κάνουμε τίποτα για να σταματήσουμε την παρακολούθησή του;

Η Πύλη του Μαράνχαλωμ ήταν καμωμένη από το ίδιο μέταλλο που ήταν καμωμένες και πολλές πανοπλίες των πολεμιστών του Τάρσαζ: ένα μέταλλο που έκανε πρασινογάλαζες ανταύγειες και ονομαζόταν, όπως τους είχε πει ο Καλέφραζ, φερίλιο. Ούτε η Ανταρλίδα ούτε ο Τάμπριελ ήξεραν να υπάρχει πουθενά αλλού στο Γνωστό Σύμπαν· οι ιδιότητές του, όμως, έμοιαζαν μ’αυτές του ατσαλιού. Ουσιαστικά, ήταν κάτι σαν φυσικό ατσάλι, όχι κράμα άλλων μετάλλων.

Η Πύλη ήταν δίφυλλη, κι επάνω της ήταν λαξεμένο το κεφάλι ενός τίγρη: στο δεξί φύλλο, το δεξί μέρος του κεφαλιού· στο αριστερό φύλλο, το αριστερό μέρος του κεφαλιού. Μέσα στα μάτια του κάτι φαινόταν να γυαλίζει: κάτι ημιδιαφανές…

Ο Τάμπριελ συνοφρυώθηκε, παραξενεμένος. Τι είν’αυτό; Κάποιος λίθος; Κι άπλωσε το χέρι του για ν’αγγίξει το δεξί μάτι του τίγρη–

Αισθάνθηκε ενέργεια να χτυπά τα δάχτυλά του, και τα τράβηξε πίσω.

Το μάτι είχε, προς στιγμή, γυαλίσει με μια πανδαισία χρωμάτων.

«Είσαι καλά;» ρώτησε η Ανταρλίδα.

«Ναι. Υπάρχει κάποιου είδους ενέργεια εδώ,» είπε ο Τάμπριελ.

Και ύφανε ένα Ξόρκι Ενεργειακής Ανιχνεύσεως, εστιάζοντάς το στα μάτια της λαξεμένης κεφαλής του τίγρη. Η ενέργεια που εντόπισε δεν ήταν καμία που γνώριζε. Σίγουρα δεν ήταν όμοια με την ενέργεια που κινούσε διάφορα οχήματα στο Γνωστό Σύμπαν.

Και η πηγή της δεν ήταν ούτε το μάτι του τίγρη ούτε η Πύλη· ήταν κάτι πίσω από την Πύλη, πέρα από την Πύλη.

Στο βασίλειο του Μαράνχαλωμ;

Ο Τάμπριελ ήθελε να βεβαιωθεί. Απομακρύνθηκε από την Πύλη, κοιτάζοντας τα τείχη, ψάχνοντας για κάποιο άνοιγμα επάνω τους, κάποια τρύπα απ’την οποία θα μπορούσε να περάσει για να δει τι βρισκόταν από την άλλη μεριά.

«Τι κάνεις;» τον ρώτησε η Ανταρλίδα.

Ο Τάμπριελ τής είπε.

«Δε νομίζω ότι υπάρχει τίποτα το σπουδαίο από πίσω. Μόνο τις πλαγιές των βουνών θα βρεις.»

Ο Τάμπριελ δεν έβλεπε κανένα άνοιγμα πάνω στα τείχη. «Μπορείς να φέρεις τ’άλογά μας;»

«Δεν άκουσες τι σου είπα;»

«Φέρε τα άλογά μας, Ανταρλίδα. Αν δεν πάμε από πίσω, πώς μπορούμε να ξέρουμε ότι δεν υπάρχει τίποτα;»

Η Μαύρη Δράκαινα, χωρίς ν’αποκριθεί, πήγε προς τον καταυλισμό. Όταν επέστρεψε τραβούσε τα άλογά τους από τα γκέμια, και τα καβάλησαν.

«Σκοπεύεις να κάνουμε τον γύρο των τειχών;» ρώτησε τον Τάμπριελ.

«Ναι.»

«Αφού επιμένεις…»

Χτύπησαν τ’άλογά τους στα πλευρά με τα τακούνια των μποτών τους και ξεκίνησαν να καλπάζουν.

«Εκτός αν βρούμε κάποιο άνοιγμα πάνω στα τείχη,» είπε ο Τάμπριελ, με τα λευκά του μαλλιά ν’ανεμίζουν πίσω του.

«Παραδόξως για την παλαιότητά τους, φαίνεται να βρίσκονται σε πολύ καλή κατάσταση,» παρατήρησε η Ανταρλίδα μετά από λίγο.

«Ναι, κι εμένα μ’έχει παραξενέψει. –Παρεμπιπτόντως, το ξέρεις ότι μας παρακολουθούν;»

«Ναι.» Η Ανταρλίδα είχε προ πολλού δει τους τρεις καβαλάρηδες που ήταν στο κατόπι τους. Αναμφίβολα, άνθρωποι του Πρωθιερέα και του Πρίγκιπα. «Αγνόησέ τους όσο δεν μας ενοχλούν.»

Μετά από κανένα χιλιόμετρο, έφτασαν στην άκρη του τείχους και έστριψαν βγαίνοντας στην από πίσω μεριά του, όπου συνέχισαν να καλπάζουν κατευθυνόμενοι πάλι προς την Πύλη.

Αυτοί που τους παρακολουθούσαν ήταν ακόμα στο κατόπι τους, παρατήρησε η Ανταρλίδα.

Η Πύλη του Μαράνχαλωμ ήταν ακριβώς ίδια από την πίσω μεριά όπως και από τη μπροστινή, διαπίστωσαν όταν τράβηξαν κοντά της τα ηνία των αλόγων τους για να σταματήσουν. Το ίδιο λάξευμα υπήρχε στο μέταλλό της, και τα μάτια του τίγρη γυάλιζαν με τον ίδιο τρόπο, σαν ημιδιαφανείς λίθοι να βρίσκονταν εντός τους.

Η Ανταρλίδα είδε ότι οι κατάσκοποι του Πρίγκιπα και του Πρωθιερέα έκαναν κάποιες μάλλον αστείες προσπάθειες να καλυφτούν πίσω από την αραιή βλάστηση μιας πλαγιάς. Τόση ώρα νομίζουν ότι δεν τους έχουμε δει; Πραγματικά, θεωρούν ότι μας κατασκοπεύουν τώρα;

Ο Τάμπριελ ξεπέζεψε και, πλησιάζοντας την Πύλη, άρθρωσε πάλι τα λόγια για το Ξόρκι Ενεργειακής Ανιχνεύσεως. Η ίδια μορφή ενέργειας υπήρχε στα μάτια της λαξεμένης κεφαλής, και, όπως και πριν, έδινε την εντύπωση ότι ερχόταν πίσω ή πέρα από την Πύλη.

Επομένως, έρχεται από το βασίλειο του Μαράνχαλωμ, όχι από ετούτη τη διάσταση, συμπέρανε ο Τάμπριελ. Πράγμα το οποίο δεν μας βοηθά με κανέναν τρόπο να ανοίξουμε την Πύλη.

Από την άλλη, βέβαια, δεν είχε «δει» τον εαυτό του να ανοίγει την Πύλη· απλά είχε «δει» την Πύλη ανοιχτή

Ένα εκκωφαντικό κρώξιμο. Από πίσω του.

Ο Τάμπριελ στράφηκε αιφνιδιασμένος.

Τα άλογα χρεμέτισαν φοβισμένα. Η Ανταρλίδα με το ζόρι κατάφερε να συγκρατήσει το δικό της, ενώ το δικό του απομακρύνθηκε τρέχοντας.

Μια μεγάλη σκιά είχε πέσει επάνω τους.

Ο Τάμπριελ ύψωσε το βλέμμα του και, στην κοντινότερη πλαγιά των βουνών, είδε ένα πουλί να κάθεται και να τους ατενίζει. Ήταν ψηλό όσο και η Πύλη του Μαράνχαλωμ, είχε πελώριες φτερούγες – οι οποίες τώρα ήταν ανοιχτές – και διχαλωτή ουρά, ενώ το τρίχωμά του ήταν γκρίζο και πλούσιο. Επάνω στο κεφάλι του ορθωνόταν ένα μεγάλο, κατακόκκινο λοφίο.

«Κάτι μού θυμίζει αυτό,» είπε η Ανταρλίδα ενώ, ενστικτωδώς, το χέρι της πήγαινε στη ζώνη της ψάχνοντας για κάποιο – οποιοδήποτε – όπλο. Κανένα δεν ήταν εκεί· δεν τους είχαν επιτρέψει να φέρουν ούτε ένα ξιφίδιο.

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ, «είναι το πουλί που ήρθε από το άστρο.»

Το μεγάλο πτηνό μάζεψε τις φτερούγες του παρατηρώντας τους.

«Δεν μοιάζει επιθετικό,» είπε η Ανταρλίδα. «Τι θέλει;»

«Ίσως απλά να είναι χαμένο εδώ.»

«Και γιατί ήρθε σε μας; Το ξέρει ότι κι εμείς δεν ανήκουμε σε τούτο τον κόσμο;»

«Δεν αποκλείεται…»

Το πουλί άνοιξε πάλι τις φτερούγες του, τις χτύπησε δυνατά, και υψώθηκε στον ουρανό, κρώζοντας.

Μετά έφυγε, αφήνοντας γκρίζα πούπουλα να πέσουν πίσω του.

Η Ανταρλίδα πρόσεξε ότι ο ένας από τους τρεις κατασκόπους αμέσως άρχισε να καλπάζει προς την άκρη του τείχους απ’όπου είχαν έρθει όλοι τους.

Ο Τάμπριελ πλησίασε το άλογο του, που είχε απομακρυνθεί, σφυρίζοντάς του. Το ζώο στάθηκε και ο κοκκινόδερμος μάγος πήγε κοντά του και του χάιδεψε το λαιμό. Όταν είδε ότι το είχε ηρεμήσει, το καβάλησε και ζύγωσε πάλι την Ανταρλίδα, η οποία εξακολουθούσε να βρίσκεται μπροστά στην Πύλη, επάνω στο δικό της άλογο.

«Η ενέργεια φαίνεται ξανά να προέρχεται από πίσω,» της είπε. «Υποθέτω, λοιπόν, πως πηγάζει από άλλη διάσταση.»

«Από εκεί που οδηγεί η Πύλη…»

Ο Τάμπριελ ένευσε.

«Ο κόσμος όπου βρισκόμαστε, επομένως, δεν είναι απομονωμένος όπως νομίζαμε,» κατέληξε η Ανταρλίδα.

«Δεν ξέρουμε ακόμα τι είδους διάσταση είναι πίσω από την Πύλη. Μπορεί νάναι μια απλή ενδοδιάσταση, τίποτα περισσότερο. Και, μάλιστα, αυτό θεωρώ πιθανότερο.»

«Χρειαζόμαστε έναν μάγο του τάγματος των Ερευνητών για να την ανοίξουμε,» είπε η Ανταρλίδα.

«Αν χρειαζόμασταν Ερευνητή, δε θα την είχα δει ανοιχτή.» Το βλέμμα του Τάμπριελ στράφηκε στην Πύλη.

Και τότε ήταν που ένας σεισμός έγινε, κάνοντας τη γη να τρίξει κάτω απ’τις οπλές των αλόγων τους. Τα ζώα χρεμέτισαν, αλλά δεν έδειξαν να φοβούνται τόσο όσο από την παρουσία του γιγαντιαίου πουλιού.

«Να επιστρέψουμε στον καταυλισμό;» πρότεινε η Ανταρλίδα καθώς ο σεισμός τελείωνε.

Ο Τάμπριελ ένευσε. «Δε φαίνεται να υπάρχει κάτι άλλο να κάνουμε εδώ.»

*

Για πέντε ημέρες περίμεναν κατασκηνωμένοι μπροστά από την Πύλη του Μαράνχαλωμ, και η υπομονή όλων σταδιακά εξαντλιόταν. Εκτός από του Τάμπριελ, που έμοιαζε καρτερικός.

«Είσαι σίγουρος ότι θ’ανοίξει;» τον ρώτησε η Ανταρλίδα, το βράδυ της πέμπτης ημέρας, καθώς στέκονταν έξω απ’τη σκηνή τους. «Τόσες μέρες δεν έχει γίνει απολύτως τίποτα, Τάμπριελ.»

«Την είδα ανοιχτή,» αποκρίθηκε εκείνος.

«Κι εσύ ο ίδιος, όμως, μου έχεις πει ότι δεν ξέρεις πότε θα συμβούν αυτά που βλέπεις.»

Ο Τάμπριελ κούνησε το κεφάλι του, μοιάζοντας να δυσανασχετεί. «Για την Πύλη ήμουν σχεδόν σίγουρος… Νόμιζα ότι, κανονικά, ώς τώρα θα είχε ανοίξει.»

«Αλλά δεν έχει ανοίξει. Και όλοι φαίνονται εκνευρισμένοι. Θυμάσαι τι μας είπε ο Καλέφραζ, χτες; Ο Πρωθιερέας έχει ήδη ζητήσει απ’τη Βασίλισσα να φύγουμε. Και είμαι βέβαιη πως κι ο Πρίγκιπας θα συμφωνεί μαζί του.»

«Η Βασίλισσα, ωστόσο, δεν έχει δώσει ακόμα διαταγή να επιστρέψουμε στη Φέντινκεχ.»

«Επειδή είδε το πουλί να έρχεται από το άστρο. Αυτός είναι ο μόνος λόγος, πιστεύω. Της απέδειξες ότι, όντως, αυτά που βλέπεις βγαίνουν αληθινά.

»Αλλά η Πύλη, Τάμπριελ, δε νομίζω ότι θ’ανοίξει τώρα.» Τα μενεξεδιά μάτια της τον κοίταξαν έντονα. «Ίσως να έχουμε καλύτερα πράγματα να κάνουμε σε τούτο τον κόσμο απ’το να περιμένουμε άσκοπα.»

Ο Τάμπριελ συνοφρυώθηκε ατενίζοντας το πρόσωπό της. «Τι προτείνεις; Να πω στη Βασίλισσα να φύγουμε;»

«Ναι.»

Συμφέρει αυτό; αναρωτήθηκε ο Τάμπριελ. Θα είναι σαν να χάνω την αξιοπιστία μου, δε θα είναι; Από την άλλη, όμως, αν έβαζε τη Βασίλισσα να περιμένει μέρες εδώ χωρίς να συμβεί απολύτως τίποτα, δε θα ήταν χειρότερο; Μάλλον θα ήταν.

Πρέπει να έκανα λάθος… Φυσικά, ποτέ δεν μπορούσε να είναι σίγουρος πότε θα πραγματοποιείτο κάτι από αυτά που έβλεπε, μα σχετικά με την Πύλη υπήρχε μια βεβαιότητα μέσα του. Νόμιζε ότι, όταν ερχόταν σε τούτο το μέρος, θα άνοιγε γι’αυτόν.

Και ήρθα με συνοδεία, ακριβώς όπως το είχα δει… Πολλοί άνθρωποι συγκεντρωμένοι, έφιπποι και πεζοί…

«Έχεις δίκιο, Ανταρλίδα. Θα πω στη Βασίλισσα να επιστρέψουμε.»

Κεφάλαιο Ενδέκατο
Ο Έμπορος στη Χαμηλοφώτιστη Καμάρα

Η Βασίλισσά μας δυσαρεστήθηκε όταν ο Μεγάλος Προφήτης τής είπε ότι η Πύλη δεν θα άνοιγε τώρα αλλά κάποια στιγμή στο μέλλον. Ωστόσο πρόσταξε να επιστρέψουμε στη Φέντινκεχ, κι έτσι αρχίσαμε να ταξιδεύουμε πάλι.

Ο Πρωθιερέας έμοιαζε μάλλον ευχαριστημένος, και τον άκουσα να λέει πως ο Τάμπριελ είχε τελικά αποδειχτεί τσαρλατάνος και, πιθανώς, τρελός. Εγώ, προσωπικά, αισθανόμουν ανακουφισμένος που δεν είχε συμβεί τίποτα άσχημο, ακόμα κι όταν είχαμε όλοι δει εκείνο το παράξενο γιγαντιαίο πουλί να προσγειώνεται πίσω από την Πύλη. Αναρωτιέμαι τι θα γινόταν αν αποφάσιζε να μας επιτεθεί, ή να επιτεθεί στον Μεγάλο Προφήτη και τη Συνοδό του…

Όταν επιστρέψαμε στη Φέντινκεχ, διαπίστωσα πως η κατάσταση που γνώριζα είχε ξαφνικά αλλάξει. Ο Μεγάλος Προφήτης και η Συνοδός του έμεναν πάλι στην Ακρόπολη όπως πριν, μα όλοι ήξεραν πλέον ότι δεν ήταν αυτή η σωστή τους θέση. Ορισμένοι, ήμουν βέβαιος, ήθελαν να τους ξεφορτωθούν, όσο πιο γρήγορα τόσο το καλύτερο. Ορισμένοι ήθελαν να τους χρησιμοποιήσουν προς όφελος του Βασιλείου. Και ορισμένοι τούς κοίταζαν με καχυποψία και προσπαθούσαν να ξεσκεπάσουν τις σκέψεις και τα σχέδιά τους.

Η Ανταρλίδα βρισκόταν συχνά με τον Βασιλικό Αλχημιστή Βόρχαμ προκειμένου να φτιάξουν εκείνα τα παράξενα όπλα που τελικά ονομάσαμε «πυροβόλα»· επομένως ήμουν πολύ περισσότερο με τον Μεγάλο Προφήτη παρά μαζί της: κι εκείνου το ενδιαφέρον έμοιαζε να είναι στραμμένο αποκλειστικά στους Αρχαίους. Με ρωτούσε τι γνώριζα γι’αυτούς· με ρωτούσε ποιοι είχαν ασχοληθεί μαζί τους (φιλόσοφοι; μυστικιστές; ιστορικοί; μάγοι;)· με ρωτούσε τι βιβλία υπήρχαν που να μιλάνε γι’αυτούς – βιβλία που είχα στη βιβλιοθήκη της Ακρόπολης ή αλλού, ή ακόμα και χαμένα ή μυθικά βιβλία. Γενικώς, τον ενδιέφεραν τα πάντα σχετικά με τους Αρχαίους· και κυρίως ήθελε να μάθει πώς οι Αρχαίοι έσωσαν τον κόσμο μας από τον Κατακλυσμό, γιατί πίστευε ότι ο Κατακλυσμός μας ήταν, ουσιαστικά, ο θρυμματισμός του Ενιαίου Κόσμου: πίστευε ότι οι Αρχαίοι μάς είχαν σκόπιμα απομονώσει από το Ατέρμονο Σύμπαν και μας είχαν περιορίσει.

Στις απαντήσεις μου ήμουν διστακτικός, όχι μόνο επειδή δεν ήξερα τι έπρεπε να του αποκαλύψω και τι να κρατήσω κρυφό (πολλές φορές πήγα και συμβουλεύτηκα τον Πρώτο Αρχιερέα σχετικά μ’αυτό το λεπτό θέμα), αλλά κι επειδή δεν ήξερα τι ήταν αληθινό και τι ψεύτικο σε ό,τι αφορούσε τους Αρχαίους. Διάφορες φήμες και μύθοι ακούγονταν γι’αυτούς, και δεν ήταν λίγοι οι παράφρονες που ανέφεραν το όνομά τους.

Ο Πρωθιερέας Έλνεφριζ δεν έβλεπε με καλό μάτι το γεγονός ότι επισκεπτόμουν τον Ναό για ζητήματα που είχαν να κάνουν με έναν από τους «ξένους». Είμαι βέβαιος πως θα προτιμούσε να μην λέω τίποτα σχετικό με τους Αρχαίους στον Μεγάλο Προφήτη.

Κάποτε ήρθε να μου μιλήσει και το Αριστερό Χέρι του Θρόνου για τον Τάμπριελ: και ήταν μία από τις λίγες φορές που μιλούσα από τόσο κοντά μαζί της. Το θεωρούσα συνετότερο να την αποφεύγω. Παρ’όλ’αυτά, τα λόγια της μου ακούστηκαν ανάλαφρα· θα νόμιζε κανείς ότι συζητούσαμε για τον καιρό. Τα μάτια της, όμως, με παρατηρούσαν πολύ προσεχτικά, σα να φοβόταν ότι ίσως να είχα, με κάποιον τρόπο, διαφθαρεί από τους ξένους.

Αναρωτήθηκα αν την είχε βάλει ο Πρίγκιπας Μάρνεζ να μου μιλήσει, διότι ήταν γνωστό πως είχε καλές σχέσεις μαζί της· αναμφίβολα πιο καλές απ’ό,τι η Βασίλισσα. Γιατί, όμως, να μην έρθει σε μένα ο ίδιος; Θεωρούσε ότι η Κελνίχηβ μπορούσε να με φοβίσει περισσότερο, ώστε να της αποκαλύψω ό,τι πιθανώς να έκρυβα;

Είχα αρχίσει να νομίζω ότι όλοι με παρακολουθούσαν!

*
* * *
*

Ο Ναρχάεζ είχε πλέον επιτρέψει στον Τάμπριελ και στην Ανταρλίδα να βγαίνουν από την Ακρόπολη όποτε το επιθυμούσαν· κι οι δυο τους, όμως, ήταν βέβαιοι ότι συνεχώς τους κατασκόπευαν όταν βάδιζαν στους δρόμους της Φέντινκεχ.

Επί του παρόντος ήταν απόγευμα και, καθότι καλοκαίρι, το ηλιακό φως ήταν ακόμα δυνατό καθώς πήγαιναν προς το λιμάνι της πρωτεύουσας με τον Καλέφραζ να τους συνοδεύει (ο οποίος κοίταζε διαρκώς πάνω απ’τον δεξή ή τον αριστερό ώμο του, σα να φοβόταν ότι σκιές τον κατέτρεχαν σε κάθε του βήμα). Ο Γραμματικός είχε πει ότι σήμερα μάλλον θα ερχόταν ένα πρόσωπο το οποίο ο Τάμπριελ περίμενε εδώ κι αρκετές μέρες. Ένα πρόσωπο που ίσως μπορούσε να τον καθοδηγήσει καλύτερα στην αναζήτησή του για τους Αρχαίους. Διότι, μέχρι στιγμής, όχι μόνο δεν έμοιαζε να καταλήγει πουθενά αλλά ούτε καν να βρίσκεται σε κάποιον ομαλό δρόμο.

Προχτές, ο Καλέφραζ τον είχε πάει σ’έναν φιλόσοφο της Φέντινκεχ ονόματι Λαμάρμωζ, ο οποίος είχε δηλώσει εδώ και καιρό πως ήθελε με την πρώτη ευκαιρία να δει τους «εξώκοσμους». Ο Τάμπριελ είχε, ουσιαστικά, ανταλλάξει πληροφορίες μαζί του: του είχε μιλήσει για τις διαστάσεις του Γνωστού Σύμπαντος (κι εκείνος τον άκουγε με μεγάλο ενδιαφέρον να καθρεπτίζεται στα πελώρια, ολοστρόγγυλα, γαλανά μάτια του) και ο φιλόσοφος τού είχε πει όσα γνώριζε για τους Αρχαίους και τον Κατακλυσμό – που, στην πραγματικότητα, δεν ήταν τίποτα παραπάνω από φήμες. Δεν του έδωσε κανένα στοιχείο που μπορούσε ν’ακολουθήσει, μόνο θεωρίες τού είπε. Θεωρίες, όμως, μπορούσε κι ο ίδιος να βγάζει πολλές! Η αλήθεια ήταν που είχε σημασία.

Και τώρα, ήλπιζε ότι θα πλησίαζε, οσοδήποτε λίγο, στην αλήθεια. Τουλάχιστον, ο Καλέφραζ τον είχε διαβεβαιώσει πως ο έμπορος που θα συναντούσαν έφερνε ένα σωρό σπάνια, παράξενα, και απόκρυφα βιβλία, ανάμεσα στα οποία δεν αποκλείεται να ήταν και Οι Καταγραφές του Κατακλυσμού ή Η Ομολογία των Αρχαίων. Ή, ακόμα κι αν δεν τα είχε αυτά τα συγγράμματα, πιθανώς να γνώριζε πού ακριβώς μπορούσε κάποιος να τα βρει, καθώς – σύμφωνα πάλι με τα λόγια του Καλέφραζ – ήταν πολυταξιδεμένος και περνούσε από ό,τι λιμάνι φανταζόσουν: από τη Στενή και την Ενδότερη Θάλασσα ώς το Δυτικό και το Ανατολικό Πέλαγος. Από τη μια άκρη του κόσμου στην άλλη.

Ο Τάμπριελ θα έφευγε απ’το πρωί για να πάει να τον συναντήσει, αλλά η Ανταρλίδα επέμενε ότι, όποτε έβγαιναν, έπρεπε να βγαίνουν μαζί – οι δυο τους· επειδή φοβόταν ότι ίσως κάποιος να έβρισκε την ευκαιρία να επιτεθεί στον Τάμπριελ όσο εκείνος βάδιζε μόνος στους δρόμους της Φέντινκεχ.

(«Ποιος να μου επιτεθεί με τόσους που με παρακολουθούν;»

«Αυτούς να φοβάσαι: αυτούς που σε παρακολουθούν. Ή μήπως νομίζεις ότι όλοι θέλουν το καλό σου; Ειδικά ο Πρωθιερέας!»

Με τούτο ο Τάμπριελ δεν μπορούσε να διαφωνήσει.)

Επομένως, δεν είχε φύγει το πρωί από την Ακρόπολη· είχε καθίσει μαζί τον Καλέφραζ στη βιβλιοθήκη, περιμένοντας την επιστροφή της Μαύρης Δράκαινας από το Βασιλικό Παλάτι, όπου είχε πάει για να επισκεφτεί τον Βόρχαμ και να συνεχίσουν την έρευνά τους για τα πυροβόλα όπλα.

Η οποία έρευνα πήγαινε καλά, απ’ό,τι έλεγε η Ανταρλίδα στον Τάμπριελ: είχαν καταφέρει να φτιάξουν μια εκρηκτική ύλη που η Μαύρη Δράκαινα θεωρούσε ικανοποιητική. Έκανε έκρηξη χωρίς να βγάζει πολύ καπνό. Το ζητούμενο τώρα ήταν να κατασκευάσουν σφαίρες που μπορούσαν να προσαρμοστούν στο τουφέκι της και στα πιστόλια ώστε να τις δοκιμάσουν.

Οι δρόμοι της Φέντινκεχ γίνονταν ολοένα και πιο φασαριόζικοι καθώς οι τρεις τους πλησίαζαν το λιμάνι περνώντας μέσα από τη Μικρή Αγορά, όλοι τους φορώντας κάπες και έχοντας κουκούλες σηκωμένες στο κεφάλι. Δεν ήθελαν ο καθένας να μπορεί να δει ότι οι δύο «παράξενοι ξένοι» βάδιζαν δίπλα του· και δεν είχαν κανέναν άλλο, καλύτερο τρόπο αυτή τη στιγμή για να κρύψουν τον δερματικό τους χρωματισμό.

«Μου είπες ότι είναι έμπορος, έτσι δε μου είπες;» ρώτησε ο Τάμπριελ τον Καλέφραζ.

Εκείνος κατένευσε. «Ναι.»

«Τότε γιατί δεν πηγαίνουμε να τον βρούμε κατευθείαν στη Μεγάλη Αγορά; Εκεί δε θα έχει μεταφέρει την πραμάτεια του, λογικά;»

«Ναι, εκεί θα την έχει μεταφέρει, μα δεν ξέρω πού ακριβώς. Κάθε φορά αλλάζει θέση. Το πλοίο του, όμως, το ξέρω· τόχω ξαναδεί. Θα ρωτήσουμε εκεί και θα μας πουν πού είναι αυτή τη φορά. Ίσως, μάλιστα, νάναι και μέσα στο πλοίο· ορισμένες φορές κάνει τις δουλειές του από εκεί.»

«Γιατί θέλει να είναι έτσι περίεργος;»

«Για να διατηρεί ένα κάποιο μυστήριο γύρω του, ίσως. Ένα προσωπείο που του αρέσει. Όλοι έχουν το προσωπείο τους, έτσι δεν είναι, Τάμπριελ;» Ο Καλέφραζ έμοιαζε πολύ νευρικός καθώς μιλούσε, και τα μάτια του δεν φαινόταν να μπορούν να μείνουν σ’ένα μέρος.

«Επίσης,» παρενέβη η Ανταρλίδα, «μπορεί να έχει εχθρούς.»

Ο Καλέφραζ συνοφρυώθηκε στρεφόμενος να την κοιτάξει. «Τι εχθρούς;»

«Αφού ασχολείται με παράξενα πράγματα, και αφού ταξιδεύει απ’τη μια μεριά του κόσμου στην άλλη, δεν μπορεί να μην έχει κι ανθρώπους που τον αντιπαθούν. Εδώ εμείς έχουμε, που δεν είναι και πολύς καιρός που είμαστε σε τούτη την άκρη του σύμπαντος…»

«Τρομάζεις τον Γραμματικό,» της είπε ο Τάμπριελ στη Συμπαντική.

Και ένας σεισμός έγινε τότε, τραντάζοντας τη Μικρή Αγορά καθώς την άφηναν πίσω τους. Ένας πάγκος έπεσε, και βάζα και πιάτα ακούστηκαν να σπάνε. Κάποιος καταράστηκε, δυνατά· ένα άλογο χλιμίντριζε· μια γυναίκα ούρλιαζε· ένα μωρό άρχισε να κλαίει γοερά· τα σκυλιά γάβγιζαν, και οι γάτες πηδούσαν απ’το ένα μέρος στο άλλο.

Η Ανταρλίδα απέφυγε ένα κομμάτι σοβά από ένα χτίριο στ’αριστερά της. Ο σοβάς διαλύθηκε πλάι στα μποτοφορεμένα πόδια της.

Ο σεισμός σταμάτησε.

Ο Καλέφραζ αναστέναξε. «Μεγάλε Τίγρη!… Πρέπει να κάνετε κάτι γι’αυτό! Πρέπει να κάνετε τους σεισμούς να σταματήσουν.»

«Νομίζω,» είπε ο Τάμπριελ, «ότι έχουν γίνει λίγο πιο αδύναμοι από πριν.»

«Θες να πεις ότι θα σταματήσουν από μόνοι τους;» ρώτησε ο Καλέφραζ καθώς έμπαιναν σ’ένα στενορύμι για ν’αποφύγουν την κίνηση στην κεντρική λεωφόρο.

«Ίσως. Ίσως και όχι. Πάντως, σίγουρα εγώ δε θα μπορέσω να κάνω κάτι για το Ρήγμα αν δεν μάθω κι άλλα πράγματα για τη φύση του κόσμου σας: και ο μόνος τρόπος για να το κατορθώσω αυτό είναι μέσω των Αρχαίων.»

«Γιατί;»

«Γιατί, είτε το αντιλαμβάνεστε είτε όχι, το σημαντικότερο απ’όλα είναι το πώς ο κόσμος σας συνδέεται ή συνδεόταν με το υπόλοιπο σύμπαν, Καλέφραζ.»

Το στενορύμι ήταν σκιερό και βρόμικο, και κάτω απ’τα μποτοφορεμένα πόδια τους υπήρχαν νερά και λάσπες. Μπροστά σε κάμποσες από τις πόρτες των σπιτιών στέκονταν γυναίκες και άντρες που μιλούσαν, έχοντας ανησυχήσει απ’τον σεισμό.

Ο Τάμπριελ, η Ανταρλίδα, και ο Καλέφραζ δεν άργησαν να βγουν στο λιμάνι, όπου η ατμόσφαιρα ήταν λιγότερο αποπνιχτική. Βάδισαν προς μια αποβάθρα και είδαν ένα πλοίο που, για τα δεδομένα της ανοιχτής θάλασσας, δεν ήταν κάτι παραπάνω από μέτριο σε μέγεθος, αλλά για τα δεδομένα ποταμού ήταν αρκετά μεγάλο – ακόμα και για έναν πλατύ ποταμό όπως ο Νύραλοκ. Διέθετε δύο κατάρτια και τα ιστία του ήταν μαζεμένα. Στην πλώρη του υπήρχε το άγαλμα μιας όμορφης μακρυμάλλας γυναίκας που από τη μέση και κάτω ήταν χταπόδι.

«Η Φαλκρίνκω,» είπε ο Καλέφραζ. «Θεά των θαλασσών. Τη λατρεύουν πολλοί ταξιδευτές.»

Πλησίασαν το σκάφος, το οποίο ταλαντευόταν ελαφρά στα κύματα του ποταμού. Το παλιό, σκούρο ξύλο του ακουγόταν να τρίζει. Το χοντρό σχοινί που το έδενε στη δέστρα της αποβάθρας τεντωνόταν επίμονα.

Ο Καλέφραζ φώναξε σε μια γυναίκα που καθόταν στην κουπαστή με τα πόδια της να κρέμονται από την άκρη. Ήταν ντυμένη με φαρδύ, μαύρο φόρεμα, και τα μαύρα, σγουρά μαλλιά της ανέμιζαν γύρω απ’το κεφάλι της. Το δέρμα της ήταν λευκό με απόχρωση του ροζ.

«Τι θέλεις;» ρώτησε τον Γραμματικό, χωρίς σίγουρα να τον αναγνωρίζει μέσα απ’τη σκιά της κουκούλας του, ακόμα κι αν τον είχε κάποτε ξαναδεί.

«Τον κύριο Ρέμικατ, τον έμπορο. Είναι εδώ;»

«Γιατί τον θέλεις; Θες ν’αγοράσεις πράγματα, ή να του πουλήσεις κάτι; Σε περιμένει;»

«Ν’αγοράσω θέλω, αν βρω κάτι μου μ’ενδιαφέρει– Δηλαδή, ουσιαστικά ο φίλος μου από δω» – με μια ελαφριά κίνηση του κεφαλιού, έδειξε τον Τάμπριελ – «είναι που θέλει ν’αγοράσει. Και, όχι, ο κύριος Ρέμικατ δεν μας περιμένει.»

«Θα πάτε στη Μεγάλη Αγορά,» τους είπε η γυναίκα. «Στη Χαμηλοφώτιστη Καμάρα, που λένε· εκεί έχει κάνει το μαγαζί του.»

«Ευχαριστούμε.»

*

Οι σκιές του απογεύματος είχαν αρχίσει να πυκνώνουν όταν πλησίασαν τη Χαμηλοφώτιστη Καμάρα και είδαν τη σκηνή που ήταν στημένη εκεί. Η καμάρα δεν είχε πάρει το όνομά της τυχαία: ήταν χαμηλή σε σχέση με άλλες, και μια λάμπα κρεμόταν εντός της την οποία θα μπορούσε να φτάσει ακόμα κι ένα παιδί αν ύψωνε το χέρι του. Κάθε απόγευμα, προτού πέσει η νύχτα, την άναβε κάποιος απ’τους ανθρώπους που τριγυρνούσαν εκείνη την ώρα και ήταν η δουλειά τους ν’ανάβουν τις λάμπες στους δρόμους της πρωτεύουσας.

Ο Τάμπριελ πλησίασε τη σκηνή του εμπόρου και κοίταξε μέσα, για να δει ένα μέρος γεμάτο στοίβες από βιβλία και κυλίνδρους καθώς και διάφορα άλλα μικροαντικείμενα, όπως κομμάτια ξύλο με χαράγματα, αγαλματίδια, ιδιόρρυθμα ξιφίδια, πανιά με ασυνήθιστα κεντήματα. Ο άντρας που καθόταν στη μέση όλων αυτών ήταν μαυρόδερμος, με ξυρισμένο κεφάλι και πράσινο μούσι. Μπροστά του στεκόταν μια λευκόδερμη γυναίκα, και μιλούσαν. Ήταν καλοντυμένη, αλλά όχι πλούσια ντυμένη, πράγμα που φανέρωνε ότι μάλλον ανήκε στη μεσαία τάξη των τοπικών εμπόρων της Φέντινκεχ.

Ο μαυρόδερμος άντρας – που πρέπει να ήταν ο Ρέμικατ – παρατηρώντας τον Τάμπριελ, έπαψε για μια στιγμή να μιλά με τη γυναίκα και ρώτησε: «Θέλεις κάτι, φίλε μου;»

«Θέλω να δω αν έχεις κάποια βιβλία που μ’ενδιαφέρουν.»

«Περίμενε λίγο να τελειώσω εδώ και θα μιλήσουμε. Ρίξε μια ματιά τριγύρω, αν θες.» Και στράφηκε πάλι στη γυναίκα.

Ο Τάμπριελ ήταν βέβαιος ότι ο Ρέμικατ δεν είχε διακρίνει τον δερματικό του χρωματισμό κάτω απ’την κουκούλα του, γιατί αν τον είχε διακρίνει πρέπει σίγουρα είτε να έμοιαζε πολύ παραξενεμένος (αφού δεν υπήρχαν άνθρωποι με κόκκινο δέρμα σε τούτη τη διάσταση) είτε να φαινόταν ότι τον αναγνώριζε (από τις φήμες που κυκλοφορούσαν γι’αυτόν και την Ανταρλίδα).

Ο Τάμπριελ μπήκε στη σκηνή κοιτάζοντας ολόγυρα, τα βιβλία, τους κυλίνδρους, και τα άλλα αντικείμενα. Ο Καλέφραζ τον ακολούθησε. Η Ανταρλίδα έμεινε έξω, προσέχοντας μήπως κανένας τούς παρακολουθούσε…

…και δεν άργησε να εντοπίσει μια σκιερή μορφή στο βάθος της Χαμηλοφώτιστης Καμάρας, πίσω από μια γωνία, εκεί όπου μόνο μια Μαύρη Δράκαινα, ή κάποιος άλλος ειδικά εκπαιδευμένος στην κατασκοπία, θα την παρατηρούσε.

Ποιος σ’έστειλε εσένα; αναρωτήθηκε η Ανταρλίδα. Ο Πρίγκιπας; Ο Πρωθιερέας; Ο Ιεράρχης; Ή κάποιος άλλος; Δεν είχε πλέον ιδέα πόσοι πραγματικά μπορεί να τους παρακολουθούσαν, για διάφορους λόγους. Και το πρόβλημα είναι πως, είτε φοράμε κουκούλες είτε όχι, μας βρίσκουν. Επομένως, πρέπει να μας παραφυλάνε κάπου κοντά στην Ακρόπολη. Ποιος άλλος θα βγει από εκεί κρύβοντας το πρόσωπό του; Οι μεταμφιέσεις μας είναι καλές μόνο για τους κοινούς ανθρώπους που βαδίζουν στους δρόμους της πόλης.

Εν τω μεταξύ, στο εσωτερικό της σκηνής, ο Τάμπριελ είδε τον Ρέμικατ να διαφωνεί ευγενικά με τη γυναίκα. Η δοσοληψία τους – όποια κι αν ήταν – μάλλον δε θα ολοκληρωνόταν.

Σύντομα, η γυναίκα έφυγε απ’το κατάστημα.

Ο έμπορος στράφηκε στον Τάμπριελ και στον Καλέφραζ. «Λοιπόν. Τι θα θέλατε, φίλοι μου;» Η κουβέντα του με τη γυναίκα δεν φαινόταν να του έχει χαλάσει τη διάθεση.

Ο Τάμπριελ έβγαλε την κουκούλα του, και τα μάτια του εμπόρου προς στιγμή γούρλωσαν.

«Έχω ακούσει για σένα!» είπε με κάποιο δέος στη φωνή του, καθώς σηκωνόταν από το ξύλινο σκαμνί. «Ένας άντρας με δέρμα κόκκινο σαν το αίμα. Ένας άντρας από άλλους κόσμους. Εσύ είσαι, έτσι δεν είναι;»

Εκείνος κατένευσε. «Ναι. Το όνομά μου είναι Τάμπριελ.» Του έδωσε το χέρι του.

Ο έμπορος το έσφιξε. «Ρέμικατ,» είπε σαν χαμένος.

«Ο φίλος μου ο Καλέφραζ» – ο Τάμπριελ έδειξε τον Γραμματικό με μια κοφτή κίνηση του χεριού – «μου έχει πει ότι ασχολείσαι με σπάνια βιβλία.»

«Ναι. Τι θέλεις;»

«Τις Καταγραφές του Κατακλυσμού και την Ομολογία των Αρχαίων.»

«Ψάχνεις λοιπόν τα πιο σπάνια από τα σπάνια, Τάμπριελ…» παρατήρησε ο Ρέμικατ.

«Τα έχεις;»

«Μαζί μου, όχι· αλλά μπορώ να τα βρω. Αν είμαι τυχερός.»

Ο Τάμπριελ συνοφρυώθηκε. «Τι θα πει, ‘αν είσαι τυχερός’;»

«Αν τα βρω εκεί που θα πάω. Αν τα έχουν οι προμηθευτές μου. Αλλά μην ανησυχείς: ταξιδεύω από την άγρια Καρκούμ μέχρι το Βασίλειο Ώσρανοκ, χωρίς να αποφεύγω τη Γη της Φέδλωχ.»

«Σε πόσο καιρό θα είσαι πάλι εδώ;»

«Σε δέκα, δεκαπέντε μέρες θάχω πάει ώς την Καρκούμ και θάχω γυρίσει. Μετά θα πλεύσω για το Ώσρανοκ, και θάναι κάμποσος καιρός μέχρι που να με ξαναδείς.»

«Υπάρχει πιθανότητα να βρεις ό,τι ζητάω στην Καρκούμ;» Ο Τάμπριελ γνώριζε, από τους χάρτες που του είχε δείξει ο Καλέφραζ, ότι η Καρκούμ ήταν μια παράκτια πόλη νότια της Γης των Ταργκάφλι και νότια από τις Ερημιές του Τέλους του Κόσμου. Ένα μέρος επικίνδυνο, όπου σύχναζαν κάθε λογής άνθρωποι: πειρατές, τυχοδιώκτες, καταζητούμενοι, μάγοι, μισθοφόροι, φονιάδες, εξερευνητές.

«Υπάρχει πιθανότητα,» αποκρίθηκε ο Ρέμικατ, «πώς δεν υπάρχει; –Ποιο είναι, όμως, το ενδιαφέρον σου σ’αυτά τα βιβλία, αν επιτρέπεται, Τάμπριελ;»

Ο Τάμπριελ τον κοίταξε παρατηρητικά. «Είσαι περίεργος άνθρωπος, ε, έμπορα;»

Εκείνος γέλασε. «Αν δεν ήμουν, δε θ’ασχολιόμουν με τα πράγματα που ασχολούμαι.»

«Ενδιαφέρομαι για τους Αρχαίους και για τον Κατακλυσμό.»

«Αυτό το έχω καταλάβει. Τίποτα πιο συγκεκριμένο;»

«Θέλω να μάθω πώς έσωσαν ετούτο τον κόσμο από τον Κατακλυσμό.»

«Χμμμμ…» έκανε ο Ρέμικατ υπομειδιώντας, και κάθισε πάλι στο σκαμνί του. «Μεγάλο ερώτημα έχεις πιάσει, φίλε μου. Λένε ότι ήρθες από το Ρήγμα: αυτό το παράξενο πράμα που φαίνεται στους ουρανούς, όπου κι αν είσαι. Πιστεύεις ότι το Ρήγμα θα φέρει καινούργιο Κατακλυσμό;»

«Δεν το νομίζω,» είπε ο Τάμπριελ. «Αλλά, βέβαια, ποτέ δεν ξέρεις.»

Το μειδίαμα του Ρέμικατ πλάτυνε, καθώς ο έμπορος μάλλον θεωρούσε ότι ο κοκκινόδερμος άντρας αστειευόταν.

Ο Τάμπριελ, ως συνήθως, δε χαμογέλασε· ούτε διευκρίνισε αν αστειευόταν ή όχι.

«Θα σε ξαναδώ, λοιπόν, σε δέκα, δεκαπέντε μέρες – αν δεν έχει γίνει δεύτερος Κατακλυσμός ώς τότε,» είπε.

Ο Ρέμικατ γέλασε. «Καλώς,» αποκρίθηκε.

«Θα είσαι πάλι εδώ; Στη Χαμηλοφώτιστη Καμάρα;»

«Συνήθως, δε στήνω μαγαζί στο ίδιο μέρος δύο φορές συνεχόμενα. Καλύτερα να ρωτήσεις στο πλοίο μου και θα σου πουν. Ή έλα εδώ στην αγορά και ρώτα τους εμπόρους· οι περισσότεροι με ξέρουν ή μ’έχουν ακούσει.»

Ο Τάμπριελ ένευσε, και ρώτησε: «Γιατί αλλάζεις θέσεις;»

«Σου φέρνει κακή τύχη να είσαι συνεχώς στο ίδιο μέρος. Σκέψου το απλά: Όταν βρίσκεσαι συνεχώς καθισμένος εδώ, ας πούμε» – άγγιξε τις άκριες του σκαμνιού του – «ο υπόλοιπος κόσμος εξακολουθεί να κινείται, κι αυτό σημαίνει πως, κάποια στιγμή, κάτι θα έρθει και θα πέσει πάνω σου – είτε μεταφορικά είτε κυριολεκτικά. Αλλάζοντας θέσεις γίνεσαι, όμως, κινούμενος στόχος, και είναι πιο δύσκολο να σε πετύχει κάτι.»

Ένα απρόσμενο μειδίαμα χάραξε το πρόσωπο του Τάμπριελ. «Θα τα ξαναπούμε, Ρέμικατ,» είπε, κι έφυγε απ’τη σκηνή ενώ ο έμπορος σιγογελούσε πίσω του.

Κεφάλαιο Δωδέκατο
Το Άγκιστρο του Κόσμου

Ο Βόρχαμ κατόρθωσε να φτιάξει μερικές σφαίρες με τη βοήθεια ενός μεταλλουργού και υπό την καθοδήγηση της Συνοδού του Μεγάλου Προφήτη. Η Ανταρλίδα τις έβαλε πειραματικά στο μεγάλο πυροβόλο όπλο που είχε φέρει μαζί της – το οποίο μου είπαν ότι ονομαζόταν «τουφέκι» – και πήγε να τις δοκιμάσει στο εκπαιδευτήριο στον κήπο του Βασιλικού Παλατιού. Η Βασίλισσα ήταν παρούσα σ’αυτή τη δοκιμή, καθώς επίσης και ο Πρίγκιπας, το Δεξί Χέρι του Θρόνου, ο Μεγάλος Προφήτης, και ο γράφων. Το όπλο λειτούργησε κατά το αναμενόμενο, κι αυτό φάνηκε να ευχαριστεί τη Βασίλισσά μας. Η Ανταρλίδα, όμως, είπε ότι οι σφαίρες δεν ήταν τόσο καλά φτιαγμένες όσο αυτές που είχε εκείνη μάθει να χρησιμοποιεί· χρειαζόταν ακόμα δουλειά. Ωστόσο, για αρχή, δεν τα πήγαμε καθόλου άσχημα, πρόσθεσε. Και τότε η Βασίλισσα τής είπε να μη φτιάχνουν μόνο σφαίρες, αλλά να δείξει στον Βόρχαμ πώς να φτιάξει και όπλα σαν το τουφέκι. Η Ανταρλίδα αποκρίθηκε ότι θα χρειαζόταν να στηθούν ολόκληρα εργαστήρια γι’αυτή τη δουλειά. Κι επίσης, αν ήταν να κατασκευαστούν περισσότερες σφαίρες – σφαίρες σε μαζική παραγωγή, όπως είπε – θα έπρεπε να ανοίξουν ορυχεία για την εξόρυξη των απαραίτητων εκρηκτικών υλών· οι μικρές ποσότητες που υπήρχαν στο αλχημικό εργαστήριο δεν επαρκούσαν. Η Βασίλισσα τής αποκρίθηκε πως θα είχε όση χρηματική υποστήριξη και όσους δούλους και εργάτες χρειαζόταν, φτάνει να της έφτιαχνε τέτοια όπλα και να εκπαίδευε τους πολεμιστές της στον χειρισμό τους.

Εκείνο τον καιρό είχε ακουστεί ότι πόλεμος είχε ξεκινήσει ανάμεσα στην Ηνωμένη Γη της Κοινωνίας και στο Βασίλειο Ώσρανοκ, επομένως ήταν λογικό η Βασίλισσά μας να φοβάται και να επιθυμεί όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ασφάλεια για το Τάρσαζ. Εξάλλου, οι επεκτατικές βλέψεις της Κοινωνίας δεν ήταν κρυφές. Ο Μέγας Ιεράρχης ήταν γνωστό πως ήθελε να εξαπλώσει την αυτοκρατορία του (ασχέτως αν δεν την ονόμαζε έτσι) ώς τα πέρατα του κόσμου μας. Τώρα, επιτιθόταν ανοιχτά στο Ώσρανοκ· αύριο, πού θα επιτιθόταν; Η πιθανότερη απάντηση ήταν, στο Τάρσαζ: σ’εμάς. Εκτός αν προτιμούσε να υποτάξει πρώτα τη Γη της Φέδλωχ.

Η Συνοδός του Μεγάλου Προφήτη και ο Βασιλικός Αλχημιστής ξεκίνησαν να δουλεύουν πυρετωδώς ύστερα από τη διαταγή της Βασίλισσας· και, μέσα στην καλοκαιρινή κάψα, εργαστήρια στήνονταν και ορυχεία άρχισαν να ανοίγονται. Εκατοντάδες εργάτες και δούλοι ίδρωναν κάτω από τον καυτό ήλιο ή μέσα σε κλειστά δωμάτια φτιαγμένα από πέτρα ή ξύλο.

Τότε ήταν που κατέφθασε κι ένας αγγελιαφόρος από το Βασίλειο Ώσρανοκ, μέσω θαλάσσης και με κίνδυνο της ζωής του όπως μας ανέφερε, γιατί οι Ιεράρχες τον είχαν κυνηγήσει. Είχε έρθει στο Βασίλειό μας ζητώντας βοήθεια για τη χώρα του· μετέφερε μια επιστολή από τον Βασιληά Κάζιριμ, μόνο για τα μάτια της Βασίλισσας Παμράνεχ. Η Βασίλισσά μας άνοιξε την επιστολή και τη διάβασε, και μετά πήγε να μιλήσει με τους συμβούλους της, ανάμεσα στους οποίους, φυσικά, ήταν το Δεξί και το Αριστερό Χέρι και ο Πρίγκιπας γιος της. Ο γράφων δεν γνωρίζει τι ήταν γραμμένο μέσα στην επιστολή, αφού τέτοια ζητήματα δεν είναι για τα δικά του μάτια, ωστόσο είναι βέβαιος πως η επιστολή έλεγε γραπτώς εκείνο που ο μαντατοφόρος είχε πει προφορικώς: Το Ώσρανοκ ζητούσε στρατιωτική αρωγή από εμάς.

Εν τω μεταξύ, όμως, ο μυστηριώδης έμπορος Ρέμικατ είχε επιστρέψει, και ο Μεγάλος Προφήτης είχε πάει να τον δει και να του μιλήσει για τα ζητήματα που τον απασχολούσαν, και που, σύντομα, θα απασχολούσαν όλους μας…

*
* * *
*

Μόλις ο Καλέφραζ έμαθε ότι ο Ρέμικατ είχε ξανάρθει στη Φέντινκεχ, ειδοποίησε τον Τάμπριελ, κι εκείνος είπε: «Άργησε.»

«Το ξέρω. Μάλλον, κάτι θα του έτυχε. Ίσως, όμως, να σου βρήκε κάποιο απ’τα βιβλία – ή και τα δύο.»

«Θα δούμε.» Ο Τάμπριελ ήπιε μια γουλιά από το τσάι του και σηκώθηκε απ’την καρέκλα, για να σταθεί όρθιος μέσα στη βιβλιοθήκη της Ακρόπολης ενώ ο Γραμματικός ήταν ακόμα καθισμένος.

«Θα φύγουμε από τώρα;»

«Δεν υπάρχει λόγος ν’αργούμε.»

«Κι η Ανταρλίδα;»

«Όπως ξέρεις, έχει δουλειές με τον αλχημιστή.»

«Έχει πει, όμως, ότι είναι καλύτερα να σε συνοδ–»

«Δε χρειάζομαι συνοδεία,» τον διέκοψε ο Τάμπριελ. «Πάμε στη Μεγάλη Αγορά.» Και βάδισε προς την έξοδο της βιβλιοθήκης.

Ο Καλέφραζ τον ακολούθησε, και σύντομα βρίσκονταν έξω απ’την Ακρόπολη, στους πρωινούς δρόμους της Φέντινκεχ, φορώντας καλοκαιρινές κάπες και κουκούλες, παριστάνοντας τους ταξιδιώτες για τα μάτια του κόσμου.

Φτάνοντας στη Μεγάλη Αγορά, ο Τάμπριελ είπε στον Καλέφραζ να ρωτήσει τους εμπόρους πού είχε κάνει το μαγαζί του ο Ρέμικατ. Ο Γραμματικός υπάκουσε, και δεν άργησαν να μάθουν την τοποθεσία και να κατευθυνθούν προς τα εκεί. Ο έμπορος είχε στήσει τη σκηνή του δίπλα απ’το πανδοχείο «Τα Ενδότερα», και, καθώς πλησίαζαν, είδαν ότι είχε δουλειά: μιλούσε με τρεις άντρες οι οποίοι είχαν μπροστά τους στοιβαγμένα κάποια βιβλία που ήθελαν να αγοράσουν και κάποια άλλα που φαινόταν να θέλουν να πουλήσουν. Ο Τάμπριελ πρότεινε στον Καλέφραζ να περιμένουν, κι εκείνος δε διαφώνησε.

Όταν οι τρεις άντρες είχαν φύγει, οι δυο τους ζύγωσαν τη σκηνή του Ρέμικατ και έβγαλαν τις κουκούλες τους.

«Τάμπριελ!» είπε ο έμπορος. «Σε περίμενα. Κάθισε. Κι εσύ, φίλε μου,» πρόσθεσε κοιτάζοντας τον Καλέφραζ. «Πώς σε είπαμε;»

Εκείνος συστήθηκε, χωρίς να δηλώσει πως ήταν Βασιλικός Γραμματικός. Ύστερα κάθισαν κι οι δύο σε ξύλινα σκαμνιά, καθώς ο Ρέμικατ τραβούσε την κουρτίνα της σκηνής του και την έδενε πρόχειρα μ’έναν σπάγκο.

«Βρήκες τα βιβλία που σου ζήτησα;» ρώτησε ο Τάμπριελ.

Ο Ρέμικατ γέμισε δύο κούπες με κάποιου είδους χυμό και έδωσε τη μία στον κοκκινόδερμο μάγο και την άλλη στον Γραμματικό.

«Τι είν’αυτό;» ρώτησε ο τελευταίος κοιτάζοντας το ποτό του συνοφρυωμένος.

«Χυμός από καφάρδιο: ένα φρούτο που φυτρώνει στις παρυφές της Μεγάλης Ερημιάς, εκεί όπου αυτή συναντά το Πυκνόκλαδο Δάσος.» (Μεγάλη Ερημιά ήταν μια άλλη ονομασία για τις Ερημιές του Τέλους του Κόσμου, όπως είχε μάθει ο Τάμπριελ· μια ονομασία την οποία χρησιμοποιούσαν περισσότερο οι άνθρωποι που κατοικούσαν ανατολικά του Βασιλείου Τάρσαζ.)

«Καφάρδιο!;» έκανε ο Καλέφραζ. «Έχω ακούσει πως είναι επικίνδυνο.»

«Ανοησίες,» είπε ο Ρέμικατ, γεμίζοντας κι εκείνος μια κούπα με χυμό και πίνοντας. «Μόνο σε πολύ, πολύ μεγάλες ποσότητες, φίλε μου Καλέφραζ.»

Ο Τάμπριελ ήπιε, βέβαιος ότι ο έμπορος δε σκόπευε να τους δηλητηριάσει.

«Καλό, ε;» είπε ο Ρέμικατ.

Ο Τάμπριελ δεν μπορούσε να διαφωνήσει· ο χυμός είχε μια γλυκιά, δροσιστική γεύση. Κατένευσε.

Ο Ρέμικατ κάθισε στο σκαμνί του. «Δυστυχώς, τα βιβλία δεν μπόρεσα να σ’τα βρω.»

Οι Λάμιες να σε πάρουν, έμπορα! σκέφτηκε ο Τάμπριελ, αγανακτισμένα· γιατί η έρευνά του για τους Αρχαίους και τον Κατακλυσμό δεν πήγαινε καθόλου καλά. Οι άνθρωποι ετούτου του κόσμου έμοιαζαν να έχουν ξεχάσει τελείως το παρελθόν τους – να το έχουν μπλέξει μ’ένα σωρό μύθους και θρύλους. Όχι πως αυτό, βέβαια, ήταν παράξενο· στις περισσότερες διαστάσεις το ίδιο συνέβαινε. Σ’ολόκληρο το σύμπαν το ίδιο συνέβαινε. Έχουμε όλοι ξεχάσει το παρελθόν μας…

«Είπα, όμως, ότι έχω έναν πελάτη που ενδιαφέρεται για τους Αρχαίους,» συνέχισε ο Ρέμικατ, «και ιδιαίτερα για το πώς οι Αρχαίοι σταμάτησαν τον Κατακλυσμό· κι ένας γνωστός μου, που είναι μάγος στην Καρκούμ (και μην ακούσω κανένα περίεργο σχόλιο γι’αυτό!), μου ανέφερε ότι οι Ταργκάφλι έχουν έναν λίθο που τον θεωρούν ιερό και τον ονομάζουν ‘Το Άγκιστρο του Κόσμου’.»

Ο Τάμπριελ συνοφρυώθηκε. «Το Άγκιστρο του Κόσμου;»

Ο Ρέμικατ ένευσε υπομειδιώντας. «Η ονομασία βλέπω πως σε βάζει σε σκέψεις. Οι Ταργκάφλι λένε ότι το Άγκιστρο το δημιούργησαν οι αρχαίοι θεοί για να αποτραπεί η διάλυση του κόσμου.»

«Πού ακριβώς είναι αυτό το Άγκιστρο;»

«Στην πόλη που ονομάζεται Βινέρνι.»

«Η οποία πού βρίσκεται; Στη Γη των Ταργκάφλι;»

«Στην καρδιά της.» Δεν ήταν ο Ρέμικατ που μίλησε αλλά ο Καλέφραζ. «Επικίνδυνο μέρος για να ταξιδέψει κανείς.»

«Όχι τόσο επικίνδυνο όσο νομίζουν πολλοί,» τον διαβεβαίωσε ο έμπορος, «φτάνει να γνωρίζεις τους σωστούς ανθρώπους και τα σωστά μονοπάτια.»

«Εσύ τα γνωρίζεις;» ρώτησε ο Τάμπριελ.

«Φοβάμαι πως όχι. Ξέρω, όμως, κάποιους που τα γνωρίζουν.»

«Μπορείς, δηλαδή, να με βοηθήσεις να πάω εκεί;»

Ο Ρέμικατ ένευσε, αν και λίγο διστακτικά. «Μπορώ να σου δώσω ορισμένες κατευθύνσεις· όχι πολλά πράματα.»

«Έχεις καμια εικόνα αυτού του Άγκιστρου του Κόσμου, Ρέμικατ;»

«Εικόνα;»

«Ναι. Υπάρχει ζωγραφισμένος ο λίθος σε κάποιο βιβλίο που έχεις;»

Ο Ρέμικατ φάνηκε σκεπτικός. «Για κάτσε να κοιτάξω…» είπε, και σηκώθηκε απ’το σκαμνί του, αφήνοντας την κούπα του παραδίπλα κι αρχίζοντας να ψάχνει μέσα σε κάτι στοίβες από βιβλία.

Εν τω μεταξύ ο Καλέφραζ είπε στον Τάμπριελ, μιλώντας στην Ανώτερη Γλώσσα: «Δεν πιστεύω να σκέφτεσαι να πας στη Γη των Ταργκάφλι!»

«Αυτό ακριβώς σκοπεύω να κάνω,» αποκρίθηκε εκείνος στην ίδια γλώσσα.

«Η Βασίλισσα δεν θα σ’το επιτρέψει!»

«Θα μου το επιτρέψει.»

«Πώς είσαι τόσο σίγουρος;»

«Νομίζω πως έχω ‘δει’ το Άγκιστρο του Κόσμου, Καλέφραζ: γι’αυτό ζήτησα κιόλας από τον Ρέμικατ να μου δείξει την εικόνα του λίθου.»

Ο Γραμματικός αναστέναξε.

«Επίσης,» πρόσθεσε ο Τάμπριελ, «έχω ‘δει’ ότι θα βρεθώ σε πόλεις πολύ διαφορετικές από αυτές του Βασιλείου Τάρσαζ· επομένως, είναι αναπόφευκτο ότι θα ταξιδέψω αρκετά στον κόσμο σας. Και σε κάμποσες από αυτές τις πόλεις είσαι μαζί μου, Καλέφραζ–»

«Τι; Μα εγώ δεν μπορώ να φύγω απ’το Βασίλειο! Δεν…!» Κούνησε το κεφάλι του, μη συνεχίζοντας.

Ούτε κι ο Τάμπριελ συνέχισε.

Και ο Ρέμικατ σύντομα επέστρεψε πλάι τους, κρατώντας μια περγαμηνή ανοιχτή μπροστά του. Μια περγαμηνή επάνω στην οποία ήταν ζωγραφισμένος ένας ψηλός, πράσινος λίθος ανάμεσα σε αρχαία ερειπωμένα οικοδομήματα.

Τα οποία κάτι θύμιζαν στον Τάμπριελ.

Δεν μπορούσε να τα μπερδέψει με τίποτε άλλο.

Πολυκατοικίες. Παρόμοιες μ’αυτές που βρίσκεις στην Απολλώνια και στη Σεργήλη και σε άλλες διαστάσεις του Γνωστού Σύμπαντος.

Επίσης, ο λίθος ήταν αυτός που είχε δει με τα πνευματικά του μάτια. Ο ίδιος ψηλός, πράσινος λίθος.

«Το Άγκιστρο του Κόσμου…» μουρμούρισε ο Τάμπριελ.

Ο Ρέμικατ ένευσε. «Ναι,» είπε, μοιάζοντας ικανοποιημένος που το είχε βρει.

«Και τι γράφει από κάτω;» Κάτω απ’την εικόνα υπήρχαν γράμματα σε κάποια γλώσσα που ο Τάμπριελ δεν γνώριζε.

«Είναι στην Ιερή Διάλεκτο των Ταργκάφλι. Ελάχιστοι τη γνωρίζουν. Δεν είναι προφορική γλώσσα, μόνο γραπτή. Βλέπεις πώς είναι τα σύμβολά της; Σου μοιάζουν με τα γράμματα οποιασδήποτε άλλης γλώσσας;»

Με της Οικουμενικής, όντως, δεν έμοιαζαν· ούτε με της Ανώτερης Γλώσσας.

«Θα την αγοράσω αυτή την περγαμηνή,» είπε ο Τάμπριελ. «Και θα σε πληρώσω κι επιπλέον για τις υπηρεσίες σου, Ρέμικατ. Μπορεί να μη βρήκες τα βιβλία, αλλά βρήκες πολλά άλλα χρήσιμα πράγματα.»

Ο Ρέμικατ έμοιαζε πάλι πολύ ικανοποιημένος. «Έκανα ό,τι μπορούσα, φίλε μου,» αποκρίθηκε καθίζοντας στο σκαμνί καθώς τύλιγε την παλιά περγαμηνή μέσα στα χέρια του.

«Θα ήθελα να κάνεις και κάτι ακόμα για μένα,» είπε ο Τάμπριελ.

Ο Ρέμικατ τον ατένισε ερωτηματικά.

«Να με πας στην Καρκούμ, και να με καθοδηγήσεις εκεί.»

«Ευχαρίστως θα το έκανα, αλλά πρέπει να ταξιδέψω δυτικά.»

«Πού; Στη Γη της Φέδλωχ και στα λιμάνια του Ώσρανοκ; Δεν το ξέρεις ότι εκεί γίνεται πόλεμος τώρα;»

Ο Ρέμικατ συνοφρυώθηκε. «Από σένα το ακούω για πρώτη φορά. Μόλις ήρθα στη Φέντινκεχ, βέβαια, πριν από μερικές ώρες… Πότε άρχισε ο πόλεμος;»

Ο Καλέφραζ είπε: «Δεν είναι πολύς καιρός. Κι εμείς πρόσφατα το πληροφορηθήκαμε. Η Κοινωνία έχει επιτεθεί στο Ώσρανοκ.»

«Απ’ό,τι ξέρω, ανέκαθεν γίνονταν αψιμαχίες μεταξύ τους. Και ανάμεσα σ’εσάς και στην Κοινωνία, επίσης.»

«Αυτή δεν είναι μια απλή αψιμαχία,» του είπε ο Καλέφραζ. «Είναι πόλεμος. Και ίσως, μάλιστα, να εξαπλωθεί και προς τα μέρη μας…»

Ο Ρέμικατ φάνηκε σκεπτικός, αλλά είπε: «Όπως και νάχει, εγώ θα προσπαθήσω να πλεύσω δυτικά. Κι αν βρω τα λιμάνια τελείως κλειστά θα φύγω.»

«Θα σε πληρώσω για να με πας στην Καρκούμ,» επέμεινε ο Τάμπριελ. «Σε συμφέρει καλύτερα.»

Τα μάτια του Ρέμικατ στένεψαν. «Για τι ποσό μιλάμε;»

«Θα το συζητήσω με τη Βασίλισσα και θα σε ενημερώσω σύντομα. Μη φύγεις από την πόλη προτού σε ξαναδώ.»

«Η Βασίλισσα σε ακούει, λοιπόν, άνθρωπε με το κόκκινο δέρμα· οι φήμες λένε αλήθεια,» παρατήρησε ο Ρέμικατ και ήπιε μια γουλιά απ’τον χυμό του. «Είναι επίσης αλήθεια ότι της λες το μέλλον;»

«Δεν λέω το μέλλον· βλέπω εικόνες από εκεί όπου ο χρόνος δεν υπάρχει.»

«Μιλάς σα μάγος.»

«Που σημαίνει ότι μιλάω περίεργα;»

«Ναι. Κι ο γνωστός μου στην Καρκούμ έτσι τα λέει – έτσι που δεν τον πολυκαταλαβαίνεις.» Ο Ρέμικατ μειδίασε.

«Θα με περιμένεις, λοιπόν, για να ξαναμιλήσουμε;»

«Σύμφωνοι, Τάμπριελ.» Ο Ρέμικατ τού έδωσε το χέρι του.

Ο Τάμπριελ το έσφιξε. «Εις το επανιδείν, Ρέμικατ. –Την περγαμηνή, όμως, θα την αγοράσω τώρα.» Και έβγαλε το βαλάντιό του.

*

Η Ανταρλίδα επέστρεψε το απόγευμα στην Ακρόπολη, με το κατάλευκο δέρμα και τα ξανθά μαλλιά της μαυρισμένα απ’τους αλχημικούς καπνούς. Το φόρεμά της ήταν σε παρόμοια κατάσταση, καθώς επίσης τσαλακωμένο και μουσκεμένο απ’τον ιδρώτα.

«Αυτή,» είπε στον Τάμπριελ, ενοχλημένα, «δεν είναι η δουλειά μου.» Και, μπαίνοντας πίσω από το παραβάν, άρχισε να γδύνεται.

Εκείνος καθόταν κοντά στο παράθυρο καπνίζοντας την πίπα του και γεμίζοντας το δωμάτιο με αρωματικό καπνό. «Το μπάνιο είναι έτοιμο,» της είπε.

«Ευχαριστώ,» αποκρίθηκε η Ανταρλίδα καθώς τα ρούχα της μαζεύονταν σ’έναν μικρό σωρό μπροστά από το παραβάν.

«Επίσης, νομίζω πως σου έχω καλά νέα.»

«Τι καλά νέα;»

«Θα ταξιδέψουμε.»

«Θα ταξιδέψουμε;» Η Ανταρλίδα βγήκε πίσω απ’το παραβάν με μια ρόμπα δεμένη χαλαρά επάνω της.

«Ναι. Θα πάμε στην Καρκούμ.»

«Στην Καρκούμ; Για ποιο λόγο;»

«Αυτός είν’ο λόγος.» Ο Τάμπριελ σηκώθηκε απ’την καρέκλα του, ξετύλιξε μια περγαμηνή που βρισκόταν επάνω στο τραπέζι, και την άφησε εκεί, ανοιχτή.

Η Ανταρλίδα κοίταξε την εικόνα. Η γραφή από κάτω δεν έβγαζε κανένα νόημα. «Κάτι που έχεις ‘δει’;»

«Ναι. Ο Ρέμικατ μού είπε ότι τούτος ο λίθος ονομάζεται Άγκιστρο του Κόσμου»· και της εξήγησε τι πίστευαν γι’αυτό οι Ταργκάφλι και πού βρισκόταν.

«Η Βασίλισσα δε θα μ’αφήσει να έρθω μαζί σου,» είπε η Ανταρλίδα. «Θέλει να της φτιάξω τα όπλα.»

«Δεν έχεις δώσει οδηγίες στον αλχημιστή;»

«Ναι, του έχω δώσει οδηγίες, αλλά–»

«Βλέπεις, λοιπόν; Δεν υπάρχει πρόβλημα.»

«Φυσικά και υπάρχει! Δεν έχουμε ακόμα καταφέρει να φτιάξουμε κάποιο μοντέλο πυροβόλου που να θεωρώ αποδεκτό· και μόνο εγώ μπορώ να το κρίνω αυτό.»

«Θα πάω μόνος μου στην Καρκούμ, επομένως.»

«Ούτε που να το σκέφτεσαι,» είπε η Ανταρλίδα, και βάδισε προς το μπάνιο, περνώντας τη μικρή πόρτα και μισοκλείνοντάς την πίσω της.

Ο Τάμπριελ την περίμενε να βγει, κάνοντας πέρα-δώθε μέσα στο δωμάτιο και καπνίζοντας.

Η Ανταρλίδα βγήκε μετά από λίγο, στάζοντας και με τη ρόμπα τυλιγμένη γύρω της πιο σφιχτά από πριν. Τα μαλλιά της έπεφταν βαριά στους ώμους και στην πλάτη της.

«Νομίζεις ότι θα μου επιτεθούν;» τη ρώτησε ο Τάμπριελ αφήνοντας τη σβησμένη πλέον πίπα του επάνω στο τραπέζι.

«Είμαι σίγουρη ότι κάποιος θα σου επιτεθεί όταν φύγεις από το Βασίλειο. Δεν μπορώ να ξέρω ποιος αλλά κάποιος, κάποιος που σε φοβάται, αναμφίβολα θα περιμένει μια τέτοια ακριβώς ευκαιρία.»

«Ο Πρωθιερέας, ας πούμε…»

«Ή ο Μέγας Ιεράρχης.»

«Την προηγούμενη φορά, οι πράκτορές του προσπάθησαν να μας απαγάγουν, όχι να μας σκοτώσουν.»

«Μπορεί ώς τώρα νάχει αλλάξει γνώμη.»

«Ναι, δεν αποκλείεται,» αναγκάστηκε να παραδεχτεί ο Τάμπριελ καθίζοντας σε μια απ’τις καρέκλες του τραπεζιού. «Αλλά είμαι βέβαιος ότι η Βασίλισσα δεν θα με στείλει μόνο μου στην Καρκούμ.»

«Όταν δεν είμαι μαζί σου, μόνος είσαι,» είπε η Ανταρλίδα. «Κανένας απ’αυτούς εδώ δεν είναι εκπαιδευμένος σαν εμένα. Κι ετούτη τη στιγμή, εγώ κι εσύ είμαστε τα δύο πιο αμφιλεγόμενα, και ίσως τα δύο πιο επικίνδυνα, άτομα σ’αυτό τον κόσμο. Αν πας κάπου πρέπει να έρθω μαζί σου.»

«Και με τον Βόρχαμ τι θα γίνει;»

«Θα φύγεις αύριο κιόλας;»

«Αύριο θα μιλήσω με τη Βασίλισσα, για να πάρω την άδειά της.»

«Μόλις ξημερώσει, λοιπόν, θα πρέπει ν’αρχίσω να τακτοποιώ όλες μου τις αλχημικές εκκρεμότητες,» συμπέρανε η Ανταρλίδα.

Κεφάλαιο Δέκατο-Τρίτο
Η Σκοτεινή Πόλη και το Νόμισμα

Η Βασίλισσά μας, στην αρχή, ήταν διστακτική ν’αφήσει τον Μεγάλο Προφήτη να ταξιδέψει στην Καρκούμ, για δύο λόγους: επειδή όταν του επέτρεψε να ταξιδέψει στην Πύλη του Μαράνχαλωμ τίποτα το σημαντικό δεν συνέβη· και, κυρίως, επειδή δεν ήθελε ν’αφήσει τη Συνοδό του να φύγει. Χρειάζομαι τα όπλα, είπε η Βασίλισσά μας. Η Κοινωνία ίσως ν’αποφασίσει να επιτεθεί και σ’εμάς αργά ή γρήγορα. Ή ίσως εμείς ν’αποφασίσουμε να επιτεθούμε στην Κοινωνία! πρόσθεσε· γιατί δεν είχαμε ακόμα απαντήσει στον Βασιληά Κάζιριμ του Ώσρανοκ αν θα τον βοηθούσαμε ή όχι.

Ο Μεγάλος Προφήτης, ωστόσο, επέμεινε. Τον θυμάμαι να στέκεται μέσα στην Αίθουσα του Αργυρόντυτου Θρόνου και να λέει: Δεν είναι ασήμαντο αυτό που ζητάω, Μεγαλειοτάτη. Ούτε το ζητάω για προσωπικό όφελος. Τα μυστικά των Αρχαίων ίσως να μου δώσουν να καταλάβω κάποια πράγματα για τη φύση του κόσμου σας, τα οποία θα με βοηθήσουν να διαλύσω το Ρήγμα και να σταματήσω τους σεισμούς. Επιπλέον, πιθανώς να καταφέρω ν’ανοίξω διόδους προς άλλους κόσμους: διόδους που υπήρχαν εδώ από παλιά αλλά οι Αρχαίοι, με κάποιον τρόπο, τις σφράγισαν προκειμένου να γλιτώσουν τους εαυτούς τους από αυτό που αποκαλείτε Κατακλυσμό. Δεν θέλετε να έρθετε σε επαφή με το Ατέρμονο Σύμπαν που σας περιβάλλει;

Το βλέμμα του Μεγάλου Προφήτη ήταν εστιασμένο στη Βασίλισσα Παμράνεχ, αλλά η φωνή του έμοιαζε να απευθύνεται σ’όλους τους παρευρισκόμενους στην αίθουσα.

Σιωπή έπεσε για λίγο· και μετά η Μεγαλειοτάτη είπε ότι θα αποφάσιζε αφότου μιλούσε με τον Βόρχαμ, τον Βασιλικό Αλχημιστή. Προφανώς δεν ήθελε η κατασκευή των όπλων να σταματήσει όσο ο Μεγάλος Προφήτης και η Συνοδός του θα έλειπαν.

Την επόμενη ημέρα, ξεκινήσαμε.

Και, ναι, ήμουν κι εγώ μαζί τους, όπως το είχε δει ο Μεγάλος Προφήτης. Η Βασίλισσα με πρόσταξε να πάω ώστε να καταγράψω ό,τι θα συνέβαινε. Η σύζυγός μου, η Κάνταφαχ, ανησύχησε όταν της το είπα, αλλά δεν υπήρχε κάτι που μπορούσα να κάνω για να το αποτρέψω, έτσι προσπάθησα να την καθησυχάσω όσο καλύτερα γινόταν.

Εκτός από εμένα, μαζί μας ήρθαν πέντε πολεμιστές της Βασίλισσας και ο Χάλρεοκ. Το Δεξί Χέρι η Βασίλισσα δεν μπορούσε να το αφήσει να έρθει· θεωρούσε ότι έπρεπε να μείνει στο Βασίλειο, ειδικά μια τέτοια περίοδο που ανοιχτός πόλεμος γινόταν στα δυτικά μας.

*
* * *
*

Ο ήλιος ανάτελλε σχίζοντας τα πρωινά σύννεφα και αντανακλώντας επάνω στα ήρεμα νερά του ποταμού.

Ο Ρέμικατ στεκόταν στο κατάστρωμα του πλοίου του, το οποίο ονομαζόταν Ταχύδρομη Κυρά, και ατένιζε τους επιβάτες του να ζυγώνουν την αποβάθρα. Ήταν ντυμένος για ταξίδι, και γύρω του βρίσκονταν οι ναύτες του. Πλάι του ήταν η μελαχρινή, σγουρομάλλα γυναίκα στην οποία ο Καλέφραζ είχε μιλήσει την πρώτη φορά που ο Τάμπριελ είχε δει τον έμπορο. Σύντομα θα μάθαιναν ότι ονομαζόταν Καρνάχω και ήταν σύζυγος του Ρέμικατ.

Ο Τάμπριελ πλησίασε πρώτος την Ταχύδρομη Κυρά κι ανέβηκε στο κατάστρωμά της, ακολουθούμενος από τον Καλέφραζ, την Ανταρλίδα, τον Χάλρεοκ, και τους πολεμιστές της Βασίλισσας.

«Καλωσήρθατε,» τους είπε ο Ρέμικατ· και, κοιτάζοντάς τους με τα χέρια του στη μέση: «Είστε και κάμποσοι, βλέπω… Για να δούμε πού θα σας βολέψουμε…»

Τους οδήγησε στις κουκέτες που είχε αδειάσει γι’αυτούς. «Το γεγονός ότι θα κοιμάστε εδώ σημαίνει ότι κάποιοι άλλοι θα κοιμούνται στ’αμπάρι,» τους πληροφόρησε. «Αλλά τα χρήματα της Βασίλισσάς σας μου λένε ότι αξίζει να κάνω μια τέτοια… προσωρινή τροποποίηση,» πρόσθεσε. «Αφού αφήσετε τα πράματά σας, ελάτε πάνω που ο αέρας είναι καθαρός.»

Το πλοίο δεν άργησε να αποπλεύσει από το λιμάνι της Φέντινκεχ. Τα ιστία του δεν ήταν πολύ φουσκωμένα αλλά ο άνεμος ήταν αρκετός για να το κινεί. Ο Τάμπριελ και η Ανταρλίδα παρατήρησαν ότι ο Ρέμικατ δεν είχε δούλους μέσα στην Ταχύδρομη Κυρά. Τα κουπιά του σκάφους ήταν λίγα, και επί του παρόντος κανένας δεν καθόταν εκεί· μάλλον, τα είχαν για περιπτώσεις ανάγκης, όταν δεν φυσούσε καθόλου αέρας και έπρεπε να πλεύσουν.

Ο Ρέμικατ έκανε στους επιβάτες του μια μικρή ξενάγηση της Ταχύδρομης Κυράς, η οποία τελείωσε γρήγορα αφού το πλοίο δεν ήταν και τόσο μεγάλο. Ωστόσο ήταν ένα σκάφος που σου έδινε την εντύπωση ότι έκρυβε πολύ περισσότερα απ’ό,τι είχε ο Ρέμικατ αποκαλύψει· αναμφίβολα, δεν είχε αναφέρει πολλά κρυφά μέρη που υπήρχαν εδώ, αισθανόταν βέβαιη η Ανταρλίδα. Και είναι λογικό, άλλωστε. Δεν θα θέλει οι άνθρωποι της Βασίλισσας να ξέρουν πώς μπορεί να φέρει κάτι απαρατήρητα μέσα στο Βασίλειο. Αποκλείεται όλες οι δουλειές που έκανε ο Ρέμικατ να ήταν απόλυτα σύμφωνες με τους νόμους του Τάρσαζ ή οποιασδήποτε άλλης περιοχής.

Η Ταχύδρομη Κυρά έπλευσε πάνω στον ποταμό Νύραλοκ με νότια κατεύθυνση, προσπερνώντας όσες πόλεις συναντούσε στις όχθες του. Ο Ρέμικατ είπε ότι το επόμενο πρωί θα βρίσκονταν στην ανοιχτή θάλασσα. Στο Ανατολικό Πέλαγος.

*

«Μ’εκνευρίζουν!» είπε η Παντοκράτειρα κουνώντας το πόδι της νευρικά καθώς καθόταν στην πολυθρόνα. «Μ’εκνευρίζουν πολύ!»

«Ποιοι;» ρώτησε ο Τάμπριελ.

«Αυτές οι Μαύρες Δράκαινες. Τις εκπαίδευσα για να κάνουν τα πάντα, και δεν κάνουν τα πάντα!» Σηκώθηκε από την πολυθρόνα της και βάδισε, σέρνοντας τη μακριά ουρά ένος μελανού, φαρδύ φορέματος πίσω της. Το κατάλευκο σαν χιόνι δέρμα της έκανε έντονη αντίθεση μέσα του, αλλά τα κατάμαυρα μαλλιά της ταίριαζαν απόλυτα. Η Παντοκράτειρα έμοιαζε με ασπρόμαυρη ζωγραφιά.

«Κανείς δεν μπορεί να κάνει τα πάντα,» της είπε ο Τάμπριελ.

Η Παντοκράτειρα στράφηκε απότομα να τον αντικρίσει. «Νομίζεις ότι δεν τις εκπαίδευσα καλά, τελικά; Αυτό θες να πεις;»

«Το αντίθετο–»

«Τα λες παράξενα, Τάμπριελ! Συνέχεια τα λες παράξενα!» Αναστέναξε, και τον ζύγωσε. «Πες μου, τι ‘βλέπεις’; Θα τις τιμωρήσω;»

«Τι… βλέπω;»

«Ναι. Πες μου τι βλέπεις! Τι σου δείχνουν οι εικόνες στο μυαλό σου. Θα τις τιμωρήσω όπως τους αξίζει, που δεν με υπηρετούν όπως πρέπει;»

Κάτι δεν πήγαινε καλά. Η Παντοκράτειρα δεν έπρεπε να ξέρει για αυτά που εκείνος έβλεπε, επειδή… δεν τα έβλεπε ακόμα. Όταν ήταν μαζί της δεν τα έβλεπε.

Ύστερα από την αλλαγή εντός του είχε απομακρυνθεί από την Παντοκράτειρα. Είχε μια αποστολή να εκπληρώσει· το ήξερε.

«Μίλα μου!» Τα χέρια της άρπαξαν το πουκάμισό του. «Πες μου!»

Ο Τάμπριελ ξύπνησε επάνω στη στενή του κουκέτα, νιώθοντας το καράβι να κουνιέται γύρω του. Κατέβηκε, έριξε την καλοκαιρινή του κάπα στους ώμους του, και, χωρίς να φορέσει τις μπότες του, ανέβηκε στο κατάστρωμα. Οι λιγοστοί ναύτες που ήταν εκεί στράφηκαν να τον κοιτάξουν, και ψιθύρισαν αναμεταξύ τους. Ο πολεμιστής της Βασίλισσας που είχε μείνει φρουρός τον ατένισε επίσης αλλά έμεινε σιωπηλός.

Ο Τάμπριελ βάδισε μέχρι την πλώρη. Κάθισε και έβγαλε την πίπα του για να καπνίσει. Στον ουρανό τα τρία πράγματα που έβλεπε κανείς αμέσως ήταν τα δύο φεγγάρια, ο Πράσινος και ο Ιώδης, και το καινούργιο κατακόκκινο άστρο με τις μεγάλες ακτίνες το οποίο ο Βασιλικός Αστρονόμος είχε αποφασίσει να ονομάσει, μάλλον απλοϊκά, Νέο Άστρο.

Μετά από λίγο, και καθώς ο Τάμπριελ ήταν σχεδόν έτοιμος να επιστρέψει στις κουκέτες, είδε μια μεγάλη μαύρη μορφή να φτερουγίζει στον ουρανό κατευθυνόμενη ανατολικά.

Το πουλί.

Και πηγαίνει προς τα εκεί όπου πηγαίνουμε κι εμείς.

Σύμπτωση;

Ή μπορεί το πουλί να ήθελε κάτι απ’αυτούς;

Από ποια διάσταση ήρθες, αναρωτιέμαι, σκέφτηκε ο Τάμπριελ ατενίζοντάς το να χάνεται μέσα στο σκοτάδι της νύχτας. Και γιατί σε έχω «δει» τόσες πολλές φορές;

*

Καθώς ο ήλιος ξεμύτιζε από την ανατολή, πέρασαν δίπλα από την Κάρναλχ – η οποία ήταν μεγάλη πόλη αλλά όχι τόσο όσο η Φέντινκεχ – και βγήκαν στο Ανατολικό Πέλαγος.

Εδώ, ο αέρας ήταν σαφώς δυνατότερος απ’ό,τι στον ποταμό, και το πλοίο τους άρχισε να κινείται ταχύτητα, πλέοντας ανατολικά κατά μήκος των ακτών. Η Ταχύδρομη Κυρά δεν μπορούσε να ξανανοιχτεί πολύ· σε περίπτωση έντονης θαλασσοταραχής δεν θα άντεχε μακριά από τις ακτές.

Καθώς ξεμάκραιναν από την Κάρναλχ, η Ανταρλίδα πρόσεξε ότι ένα σκάφος έφυγε από εκεί κι άρχισε να πλέει πίσω τους, όχι πολύ κοντά αλλά σε κάμποση απόσταση. Σαν να μας ακολουθεί. Ποιος δαίμονας μπορεί να ήταν πάλι, γαμώ τα κέρατα του Κάρτωλακ; Άνθρωποι του Μεγάλου Ιεράρχη; Του Πρίγκιπα; Του Πρωθιερέα; Κάποιου άλλου;

Πλησίασε τον Τάμπριελ – ο οποίος, όπως κι εκείνη, βρισκόταν στο κατάστρωμα – και του το είπε.

«Δεν έχω ‘δει’ να μας επιτίθενται στη θάλασσα,» αποκρίθηκε αυτός.

«Επειδή δεν το έχεις ‘δει’ δεν σημαίνει ότι δε θα συμβεί κιόλας.»

«Αυτό είναι αλήθεια.»

Η Ανταρλίδα σκαρφάλωσε στα ξάρτια κι ανέβηκε στο παρατηρητήριο, πάνω στο ψηλότερο κατάρτι του σκάφους. Ο άντρας που στεκόταν εκεί – ένας ψηλόλιγνος τύπος με μακριά, ξανθά μαλλιά και στενόμακρο, αξύριστο πρόσωπο – την κοίταξε παραξενεμένος.

«Γεια,» είπε η Ανταρλίδα, στην Οικουμενική, καθώς κρατιόταν έξω απ’το παρατηρητήριο (δεν υπήρχε χώρος για να μπουν δύο άνθρωποι). «Βλέπεις τι είν’αυτό το πλοίο;» Έδειξε δυτικά, το σκάφος που τους ακολουθούσε.

Ο άντρας ύψωσε το κιάλι του στο ένα μάτι και κοίταξε. «Εμπορικό φαίνεται. Έχει σημαία του Τάρσαζ.» Κατέβασε το κιάλι. «Γιατί ρωτάς;»

«Από περιέργεια.» Ο αέρας εδώ πάνω έκανε τα μακριά ξανθά μαλλιά της Ανταρλίδας να ανεμίζουν καθώς ήταν χαλαρά δεμένα πίσω απ’το κεφάλι της. «Βλέπεις αν έχουν όπλα;»

Ο άντρας κοίταξε πάλι. «Υπάρχουν κάποιοι μισθοφόροι, νομίζω. Συνηθισμένο.» Κατέβασε το κιάλι. «Φοβάσαι ότι μας παρακολουθούν;»

«Δεν είμαι σίγουρη. Ήθελα να βεβαιωθώ ότι δεν ήταν πειρατικό,» είπε ψέματα η Ανταρλίδα.

«Πειρατικό εδώ πέρα; Δεν έχει πειρατές τόσο κοντά στο Τάρσαζ.»

Η Ανταρλίδα κατέβηκε τα ξάρτια και ζύγωσε ξανά τον Τάμπριελ για να του πει τι είχε δει ο παρατηρητής.

«Δε μ’ανησυχεί αυτό το πλοίο, Ανταρλίδα. Άλλο είναι που μ’ανησυχεί.»

Η Μαύρη Δράκαινα συνοφρυώθηκε ερωτηματικά.

Ο Τάμπριελ έδειξε με το σαγόνι του. «Εκείνος εκεί ο άντρας.»

Η Ανταρλίδα κοίταξε. Ήταν ένας ναύτης του Ρέμικατ, μετρίου αναστήματος, με φαρδείς ώμους, σγουρά μαύρα μαλλιά, και μούσι· το δέρμα του ήταν λευκό με απόχρωση του ροζ.

«Τον έχω ‘δει’ να με σημαδεύει με μια οπλισμένη βαλλίστρα.»

Η Ανταρλίδα ξαναστράφηκε στον Τάμπριελ. «Τι πράγμα;»

«Σου είπα. Τον έχω δει να με σημαδεύει με μια οπλισμένη βαλλίστρα.»

«Πότε τον είδες; Καιρό τώρα;»

«Πριν από τρεις μέρες. Η εικόνα ήρθε στο μυαλό μου όπως όλες οι εικόνες που έρχονται στο μυαλό μου.»

«Πού βρισκόσουν όταν σε σημάδευε; Μέσα στο πλοίο;»

«Δε νομίζω. Μέσα σε κάποιο δωμάτιο ήμουν.»

«Και είσαι σίγουρος ότι σημάδευε εσένα; Το λέω επειδή έχεις δει και σκηνές όπου δεν είσαι παρών.»

Ο Τάμπριελ ένευσε. «Το ξέρω. Αλλά στη συγκεκριμένη ήμουν παρών, ή θα είμαι· είμαι βέβαιος, Ανταρλίδα.»

«Εκτός αν αποτρέψουμε το γεγονός,» είπε η Μαύρη Δράκαινα γυρίζοντας πάλι να κοιτάξει τον ναύτη.

«Μην κάνεις καμια βιαστική κίνηση. Αυτό που είδα μην ξεχνάς ότι δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια εικόνα που ίσως να πραγματοποιηθεί.»

«Δε σκοπεύω να τον σκοτώσω,» δήλωσε η Ανταρλίδα. «Όχι από τώρα, τουλάχιστον. Θα τον προσέχω, όμως. Γιατί, για να τον έχεις δει να σε απειλεί, σημαίνει ότι πιθανώς να παριστάνει τον ναύτη αλλά στην πραγματικότητα να είναι πράκτορας κάποιου εχθρού μας.»

Επί του παρόντος, ο σγουρομάλλης άντρας μιλούσε μ’έναν άλλο ναύτη, και γελούσαν πίνοντας μπίρα καθώς ξεκουράζονταν από τις πρωινές τους δουλειές στο πλοίο.

Ο άνεμος δυνάμωσε, και συνέχισε να είναι δυνατός όλη την ημέρα.

*

Την επομένη, ο Ρέμικατ είπε στον Τάμπριελ και στην Ανταρλίδα, καθώς έπλεαν δίπλα σε μια κατάφυτη ακτή: «Αν όλα πάνε καλά θα φτάσουμε στη Μίερκαχ μέσα στη βαθιά νύχτα· κι αυτό είναι το τελευταίο λιμάνι του Τάρσαζ που θα συναντήσουμε. Μπορούμε ν’αγκυροβολήσουμε άμα θέτε να προμηθευτείτε κάτι. Μετά από κει μπαίνουμε σε περιοχές που δεν ισχύουν οι νόμοι του Βασιλείου σας· όλες οι ακτές θεωρούνται ‘Γη των Ταργκάφλι’.»

«Δε νομίζω πως έχουμε τίποτα συγκεκριμένο να προμηθευτούμε,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ, καθώς στεκόταν στην πρύμνη του σκάφους μαζί με τον Ρέμικατ και την Ανταρλίδα. «Ας δούμε μόνο μήπως θέλουν οι άλλοι.» Και, στρεφόμενος προς το κατάστρωμα, φώναξε στον Χάλρεοκ και στον Καλέφραζ, κάνοντάς τους νόημα να έρθουν κι αυτοί στην πρύμνη.

Οι δύο άντρες ανέβηκαν.

«Τι συμβαίνει, Τάμπριελ;» ρώτησε ο Χάλρεοκ.

Εκείνος έκλινε το κεφάλι προς τη μεριά του Ρέμικατ, κι ο έμπορος τούς επανέλαβε αυτά που είχε πει στον Φεηνάρκιο μάγο και στη Μαύρη Δράκαινα.

Ο Χάλρεοκ μόρφασε. «Ό,τι χρειαζόμαστε το έχουμε μαζί μας.»

Και ο Καλέφραζ συμφώνησε γνέφοντας καταφατικά.

«Καλώς,» είπε ο Ρέμικατ. «Δε θα σας ανησυχήσω, λοιπόν, όσο θα περνάμε απ’το λιμάνι της Μίερκαχ.»

Και πράγματι, το προσπέρασαν ενώ όλοι τους κοιμόνταν στις κουκέτες – εκτός, βέβαια, από έναν πολεμιστή της Βασίλισσας που πάντοτε έμενε φρουρός στο κατάστρωμα τις νύχτες. Όταν με την αυγή ξύπνησαν βρίσκονταν στις θάλασσες νότια της Γης των Ταργκάφλι.

Ο Τάμπριελ στάθηκε στην άκρη του καταστρώματος ατενίζοντας βόρεια και βλέποντας μια πεδιάδα να απλώνεται, επάνω στην οποία, πού και πού, χαμηλά δέντρα ξεφύτρωναν, σαν στραβά δάχτυλα πανάρχαιων θαμμένων γιγάντων που προσπαθούσαν να βγουν από το έδαφος. Απόμακρα, ένα καραβάνι φαινόταν. Ο Τάμπριελ μπορούσε να διακρίνει μαρνέκια, άλογα, και άμαξες.

Η Ανταρλίδα είχε πάει στην πρύμνη, γιατί δεν την απασχολούσαν τόσο τα αξιοθέατα της Γης των Ταργκάφλι όσο το αν εκείνο το πλοίο εξακολουθούσε να βρίσκεται στο κατόπι τους. Και, όπως τώρα διαπίστωσε, ναι, ακόμα εκεί ήταν. Για να συνεχίζει να είναι τόσο κοντά μας δεν πρέπει να σταμάτησε σε κανένα λιμάνι, ακριβώς όπως κι εμείς. Επομένως, ή, όλως τυχαίως, ο καπετάνιος του βιάζεται, ή μας ακολουθούν. Το δεύτερο τής φαινόταν πολύ πιθανότερο.

Επέστρεψε στο κατάστρωμα κατεβαίνοντας τη μία από τις δύο μικρές σκάλες της πρύμνης. Το βλέμμα της έψαξε για τον μελαχρινό, σγουρομάλλη ναύτη, κι εύκολα τον βρήκε να φτιάχνει τα ξάρτια μ’ένα μαχαίρι στα δόντια και με τα χέρια του να κινούνται επιδέξια, σαν να ήξερε ακριβώς τι έκανε.

Επομένως, είναι ναύτης, σκέφτηκε η Ανταρλίδα· δεν παριστάνει τον ναύτη.

Αυτά που βλέπει ο Τάμπριελ είναι παράξενα. Όμως, αφού είδε ότι τούτος ο άνθρωπος ίσως ν’αποτελεί απειλεί, καλύτερα να τον προσέχω. Εξάλλου, μπορεί ο Πρωθιερέας να τον είχε πληρώσει για να γίνει δολοφόνος. Δεν ήταν και τόσο σπουδαίο. Τους περισσότερους ανθρώπους το χρήμα τούς έπειθε χωρίς δυσκολία· και ο Πρωθιερέας, σίγουρα, δεν ήταν φτωχός. Ο Ναός του Μαράνχαλωμ ήταν… κερδοφόρα επιχείρηση· η Ανταρλίδα δεν είχε αμφιβολία γι’αυτό.

Πλησίασε τον Τάμπριελ κι ακούμπησε το χέρι της στον ώμο του.

«Βλέπεις τίποτα ενδιαφέρον;»

«Τίποτα ακόμα,» αποκρίθηκε εκείνος πίνοντας μια γουλιά τσάι από την κούπα του.

*

Ολόκληρη την ημέρα έπλεαν πλάι στις ακτές της Γης των Ταργκάφλι οι οποίες ήταν, αναμφίβολα, άγριες. Υπήρχαν λιμάνια αλλά δεν έμοιαζαν με τα λιμάνια του Τάρσαζ· ήταν περισσότερο κέντρα εμπορίου, όπου τα πλοία σταματούσαν για να πάρουν προμήθειες και, ίσως, για να πουλήσουν ορισμένα πράγματα. Επίσης, υπήρχαν και μερικές περιοχές που ήταν γνωστά λημέρια πειρατών, και ο Ρέμικατ προσπάθησε να τις αποφύγει αφήνοντας για λίγο τις ακτές και πλέοντας στην ανοιχτή θάλασσα προτού ξαναγυρίσει εκεί.

Πριν από το μεσημέρι είδαν μια σύγκρουση να διεξάγεται δυο-τρία χιλιόμετρα απόσταση από την ακροθαλασσιά. Δύο ομάδες μάχονταν, άγρια. Καβαλάρηδες και πεζοί σκότωναν ο ένας τον άλλο, και σύννεφα σκόνης είχαν σηκωθεί.

«Τι γίνεται εδώ;» ρώτησε ο Τάμπριελ τον Ρέμικατ καθώς στέκονταν στην πρύμνη.

«Διαμάχη φυλών, ή λήσταρχων. Δεν είναι ασυνήθιστο για τα μέρη.»

«Ταργκάφλι είναι αυτοί;»

«Κοίτα…» είπε ο Ρέμικατ. «Στο Τάρσαζ και αλλού, όποιον μένει σε τούτα τα μέρη τον λένε Ταργκάφλι. Εδώ, όμως, υπάρχουν κάποιοι που θεωρούν τους εαυτούς τους αληθινούς Ταργκάφλι· κι οι υπόλοιποι δεν δίνουν μισή κουράδα αλόγου για το πώς τους λέει ο καθένας.»

«Τι σημαίνει ‘αληθινοί Ταργκάφλι’;»

«Να σου πω, ούτε κι εγώ δεν ξέρω, φίλε μου. Υποτίθεται πως έχει κάτι να κάνει με τους προγόνους τους. Θεωρούν το αίμα τους αγνό, έχω ακούσει. Θεωρούν ότι, πραγματικά, ανήκουν σε τούτη τη γη.»

«Οι υπόλοιποι δεν ανήκουν;»

«Οι υπόλοιποι… Νομίζω πως ένας καθαρόαιμος Ταργκάφλι θα σου έλεγε ότι οι υπόλοιποι είναι απλά περαστικοί, ή ξενόφερτοι.»

Καθώς νύχτωνε, βρέθηκαν αντίκρυ σ’ένα άλλο θέαμα: βίγλισαν μερικούς ανθρώπους κατασκηνωμένους στην ακτή, με φωτιές αναμμένες και με τρία πελώρια πλάσματα κοντά τους.

Ο Καλέφραζ, που καθόταν κοντά στον Τάμπριελ και στην Ανταρλίδα, στην πλώρη της Ταχύδρομης Κυράς, είπε μια λέξη που εκείνοι δεν κατάλαβαν. Και μετά, γυρίζοντας να τους κοιτάξει, τους εξήγησε: «Έτσι λέγονται αυτά τα πλάσματα. Στο Τάρσαζ δεν υπάρχουν πολλά· κι επιπλέον, μέσα στους δρόμους οποιασδήποτε πόλης δε βολεύουν. Άσε που όταν τα πιάσει η Μάνητα των Ουρανών μπορεί να γίνουν εξαιρετικά επικίνδυνα.»

Ο Τάμπριελ, παρατηρώντας τα πλάσματα, είπε στη Συμπαντική: «Ελέφαντες. Ελέφαντες είναι.»

Η Ανταρλίδα ένευσε. «Ναι, αλλά έχουν και χαυλιόδοντες.»

«Ορισμένοι ελέφαντες έχουν χαυλιόδοντες, Ανταρλίδα· δεν είναι περίεργο: ειδικά στη Φεηνάρκια.» Και τη ρώτησε: «Στη Σεργήλη, αλήθεια, υπάρχουν ελέφαντες;»

«Δεν έχω δει κανέναν μέχρι στιγμής,» αποκρίθηκε εκείνη μειδιώντας.

Ο Τάμπριελ έκανε την εξαίρεση να χαμογελάσει.

Ο Καλέφραζ καθάρισε ηχηρά τον λαιμό του, γιατί τον ενοχλούσε όποτε οι δύο εξωδιαστασιακοί μιλούσαν στη γλώσσα τους, την οποία δεν καταλάβαινε.

«Συγνώμη, Καλέφραζ,» είπε ο Τάμπριελ. «Τα έχουμε ξαναδεί αυτά τα ζώα· δεν είναι πρωτόγνωρα για εμάς. Αυτό λέγαμε.

»Τι είναι, όμως, η Μάνητα των Ουρανών που ανέφερες;»

«Ορισμένες φορές τα πιάνει κάτι,» εξήγησε ο Γραμματικός, «το οποίο λένε ότι έχει σχέση με τη θέση των άστρων και των φεγγαριών. Και τότε, γίνονται πολύ επικίνδυνα. Μπορεί να σε ποδοπατήσουν, ή να γκρεμίσουν σπίτια ολόκληρα.»

«Οι ελέφαντες,» είπε η Ανταρλίδα, μιλώντας στην Οικουμενική και χρησιμοποιώντας τη λέξη που είχε χρησιμοποιήσει ο Καλέφραζ για να πει ελέφαντες, «δεν διακατέχονται από καμια μυστηριώδη ‘μάνητα’ σε άλλους κόσμους…» Κοίταξε τον Τάμπριελ ερωτηματικά. «Διακατέχονται;»

«Απ’όσο γνωρίζω, όχι,» απάντησε εκείνος. «Οι άνθρωποι εδώ πώς τους ελέγχουν, Καλέφραζ, όταν τους πιάσει η Μάνητα;»

«Δεν ξέρω. Έχω ακούσει, όμως, να λένε ότι οι μάγοι μπορούν να τους ηρεμήσουν.»

*

«Κάτι ετοιμάζεται, Καπετάνιε!» φώναξε ο παρατηρητής. «Λιθοβόλος νομίζω!»

«Στροφή προς τ’ανοιχτά!» πρόσταξε ο Ρέμικατ τον τιμονιέρη. «Προς τ’ανοιχτά! Προς ολοταχώς!»

Και το πλοίο έστριψε μέσα στα κοκκινωπά χρώματα του απογεύματος.

Ήταν η επομένη ημέρα αφότου είχαν δει τους ελέφαντες, και έπλεαν δίπλα σε μια ακτή με πυκνή βλάστηση – ψηλό χορτάρι και δέντρα που μπλέκονταν αναμεταξύ τους. Ο άνεμος ούρλιαζε και η θάλασσα ήταν ταραγμένη. Τα ξάρτια και τα κατάρτια έτριζαν· τα πανιά φούσκωναν.

Κάτι φάνηκε να εκτοξεύεται από την ακτή και να διαγράφει ημικύκλιο στον ουρανό.

Μια μεγάλη πέτρα.

«Πειρατές…» έκανε ξέπνοα ο Καλέφραζ, με τα μάτια του γουρλωμένα καθώς κοίταζε ψηλά.

Η πέτρα έπεσε στη θάλασσα, μερικά μέτρα απόσταση από την Ταχύδρομη Κυρά, και το πλοίο ταρακουνήθηκε, ενώ νερό πετάχτηκε βρέχοντας το κατάστρωμα κι αυτούς που βρίσκονταν επάνω.

«Οι Λάμιες να τους φάνε!» καταράστηκε ο Τάμπριελ στη Συμπαντική, καθώς πιανόταν από τα ξάρτια για να στηριχτεί.

«Πάρτε μας μακριά, ρε!» γκάριξε ο Ρέμικατ στους ναύτες του. «ΠΑΡΤΕ ΜΑΣ ΜΑΚΡΙΑ, ΡΕ ΑΧΡΗΣΤΑ ΤΟΜΑΡΙΑ!»

Ακόμα μια πέτρα τινάχτηκε στον ουρανό.

Κι έμοιαζε νάναι πιο καλοσημαδεμένη από την προηγούμενη.

Ο Τάμπριελ άρθρωσε γρήγορα ένα Ξόρκι Τηλεκινήσεως, εστιαζόμενος στον ερχόμενο λίθο. Υψώνοντας το ένα χέρι του έδειξε το επικίνδυνο βλήμα, ενώ μυστηριακά λόγια έρρεαν από τα χείλη του. (Μερικοί ναύτες τον κοίταζαν παραξενεμένοι, και λίγο φοβισμένοι ίσως.)

Η πέτρα ζύγωνε το πλοίο τώρα, έχοντας φτάσει στο πιο ψηλό σημείο της τροχιάς της στον ουρανό κι αρχίζοντας να πέφτει.

Ο Τάμπριελ χρησιμοποίησε τη συγκεντρωμένη δύναμη του ξορκιού, δίνοντας ένα ισχυρό σπρώξιμο στο πλάι της πέτρας.

Βγάζοντας την απ’την κανονική της πορεία.

Στέλνοντάς τη στη θάλασσα, μόλις πέντε μέτρα απ’την Ταχύδρομη Κυρά.

Αλμυρό νερό τούς έβρεξε όλους.

Και το πλοίο συνέχισε ν’απομακρύνετε.

«Θεοί!» αναφώνησε ο Ρέμικατ ζυγώνοντας τον Τάμπριελ. «Εσύ το έκανες αυτό; Εσύ;»

Εκείνος ένευσε. «Ένα μικρό σπρώξιμο ήταν μόνο.»

Τα μάτια του Ρέμικατ στένεψαν. «Είσαι μάγος.»

«Όχι, όμως, σαν αυτούς που ξέρεις, έμπορα.»

«Δεν έχει σημασία ό,τι κι αν είσαι. Μας γλίτωσες από πολλούς μπελάδες. Ακόμα κι άμα δε μας είχε βουλιάξει αυτή η πέτρα, θα χρειαζόμασταν ένα σωρό επισκευές εξαιτίας της.»

Το πλοίο τους είχε τώρα απομακρυνθεί αρκετά από την ακτή ώστε να μην αποτελεί πια στόχο για τους λιθοβόλους καταπέλτες.

«Γιατί μας επιτέθηκαν;» ρώτησε η Ανταρλίδα τον Ρέμικατ.

Ο έμπορος ανασήκωσε τους ώμους του. «Για τα λάφυρα. Πειρατές της στεριάς ήταν. Έτσι τους λέμε. Κάθονται κοντά στις ακτές και, μόλις ζυγώσει κάνα σκάφος, του ρίχνουν, οι διαβολισμένοι, και μετά έρχονται με βάρκες για ν’αποτελειώσουν ό,τι ξεκινήσανε.»

Η Ανταρλίδα απομακρύνθηκε απ’τον Ρέμικατ, τον Τάμπριελ, και τον Καλέφραζ και ανέβηκε στην πρύμνη για να κοιτάξει πίσω τους, να δει τι γινόταν με το πλοίο που τους ακολουθούσε.

Διαπίστωσε, όπως το περίμενε, ότι συνέχιζε να είναι στο κατόπι τους· και είχε κι αυτό φύγει απ’τις ακτές πλέοντας στην ανοιχτή θάλασσα. Δεν ήμασταν αρκετά τυχεροί ώστε να καθίσει να του επιτεθούν οι πειρατές της στεριάς.

*

Η Ταχύδρομη Κυρά συνέχισε το ταξίδι της για μία ημέρα ακόμα, και στο τέλος της ημέρας, όταν η νύχτα είχε πέσει και πυκνά, μαύρα σύννεφα που προμήνυαν καταιγίδα είχαν μαζευτεί στον ουρανό, έφτασε στις εκβολές του ποταμού Κις-χαρ Ιχ και στο λιμάνι της Καρκούμ.

Καθώς πλησίαζαν την πόλη από απόσταση, ο Τάμπριελ είδε ότι ένα μέρος της ήταν περιτειχισμένο κι ένα μέρος της όχι. Οικοδομήματα φαίνονταν, μες στο σκοτάδι, να είναι διάσπαρτα γύρω απ’τα τείχη με τρόπο που έμοιαζε τυχαίος, χαοτικός.

«Ερείπια είναι,» εξήγησε ο Ρέμικατ βλέποντας τον Τάμπριελ να τα παρατηρεί. «Κανείς δε μένει σ’αυτά. Μόνο ένα κομμάτι της πόλης είναι κατοικημένο. Το περιτειχισμένο κομμάτι.

»Η Καρκούμ είναι μια πανάρχαια πόλη, Τάμπριελ, όπως και σχεδόν όλες που θα βρεις στη Γη των Ταργκάφλι. Πολλοί λένε ότι ήταν εδώ πριν ακόμα κι απ’τον Κατακλυσμό· αλλά εγώ νομίζω ότι αυτό είν’υπερβολικό.»

Η Ταχύδρομη Κυρά είχε τώρα μπει στο λιμάνι της Καρκούμ και είχε αράξει. Δυο ναύτες είχαν πηδήσει στην αποβάθρα και είχαν δέσει το χοντρό της σχοινί στη δέστρα. Μετά, ένας ελεγκτής πλησίασε για να δει τι εμπορεύματα υπήρχαν στο σκάφος και τι φόρο θα έπρεπε να πληρώσει ο Ρέμικατ. Μαζί του ήταν άλλοι πέντε, κι έμοιαζαν περισσότερο με συμμορία παρά με φρουρούς.

Ο Τάμπριελ και η Ανταρλίδα στέκονταν στο κατάστρωμα και κοίταζαν την πόλη μέσα στην αφέγγαρη νύχτα. Κάποια από τα οικοδομήματά της ήταν πολύ ψηλά για τα δεδομένα αυτού του κόσμου, παρατήρησαν κι οι δυο τους. Τόσο ψηλά ώστε να μπορούν να ονομαστούν πολυκατοικίες. Οι περισσότερες απ’αυτές τις πολυκατοικίες, όμως, φαίνονταν ακατοίκητες· στα χαμηλά οικήματα κυρίως πρέπει να έμεναν οι άνθρωποι της Καρκούμ, γιατί εκεί υπήρχαν αναμμένα φώτα.

«Έχει κάποιον άρχοντα ετούτο το μέρος, ή διαφεντεύεται από συμμορίες;» ρώτησε ο Τάμπριελ τον Ρέμικατ όταν ο έλεγχος είχε τελειώσει κι ο φόρος είχε πληρωθεί.

«Συμμορίες υπάρχουν σε κάθε γωνιά της Καρκούμ,» απάντησε ο έμπορος, «αλλά επίσης υπάρχει και άρχοντας – τίποτα περισσότερο από ένας ληστής με μεγαλύτερη επιρροή από τους άλλους. Τον λένε Νίρναλωμ ο Μαυρομάτης. Και είναι αλήθεια ότι τα μάτια του είναι μαύρα. Τελείως μαύρα. Τα έχω δει.»

«Τι πάει να πει ‘τελείως μαύρα’;»

«Δεν έχουν καθόλου άσπρο μέσα τους. Και, μα τους θεούς, σου λέω την αλήθεια.»

«Γιατί είναι έτσι;» ρώτησε η Ανταρλίδα.

«Επειδή κάποτε, ως πειρατής, ταξίδεψε στην άκρη του κόσμου και κοίταξε απέξω. Έτσι, τουλάχιστον, λένε.»

«Στην άκρη του κόσμου;» έκανε ο Τάμπριελ. «Υπάρχει άκρη σ’ετούτο τον κόσμο;»

«Τι να σου πω; Δεν έχω πάει ποτέ.»

Ο Τάμπριελ στράφηκε στον Καλέφραζ που στεκόταν πίσω του.

Εκείνος καθάρισε τον λαιμό. «Υπάρχουν μύθοι. Μπορείς να βρεθείς στην άκρη του κόσμου αν ταξιδέψεις στα πέρατα των θαλασσών, ή αν διασχίσεις τις Ερημιές του Τέλους του Κόσμου, ή αν περάσεις τις Παγωμένες Εκτάσεις. Κανένας, βέβαια, δεν έχει ποτέ επιστρέψει από ένα τέτοιο ταξίδι.»

«Ο Νίρναλωμ έχει επιστρέψει,» είπε ο Ρέμικατ.

«Ανοησίες!» ρουθούνισε ο Καλέφραζ. «Λέει ψέματα, σίγουρα.»

«Ο ίδιος δε λέει τίποτα, βασικά,» είπε ο Ρέμικατ δίχως να κοιτάζει τον Γραμματικό· το βλέμμα του ήταν χαμένο κάπου ανάμεσα στα σκοτεινά οικήματα της Καρκούμ· «οι άλλοι τα λένε.»

Ο ουρανός άστραψε.

«Καταιγίδα έρχεται,» είπε ο έμπορος. «Καλύτερα να βρούμε κατάλυμα. Γρήγορα.»

Όταν ετοιμάστηκαν και βγήκαν από την Ταχύδρομη Κυρά, η βροχή είχε ήδη αρχίσει, και προχώρησαν τυλιγμένοι στις κάπες τους και με τις κουκούλες στα κεφάλια.

«Ελάτε!» είπε ο Ρέμικατ, βαδίζοντας πρώτος με την Καρνάχω πλάι του. «Στο Τρύπιο Καλύβι θα σας πάω.»

Ο Τάμπριελ, η Ανταρλίδα, ο Καλέφραζ, ο Χάλρεοκ, και οι πολεμιστές από το Τάρσαζ τον ακολούθησαν. Οι ναύτες του πλοίου είχαν πάει να βρουν κατάλυμα όπου πίστευε καλύτερα ο καθένας τους, ενώ ορισμένοι είχαν μείνει μέσα στην Ταχύδρομη Κυρά.

«Τρύπιο Καλύβι;» είπε ο Καλέφραζ. «Ελπίζω, Ρέμικατ, να μην είναι όπως ακούγεται!»

Ο έμπορος γέλασε μέσα στη βροχή. «Δεν είναι όπως ακούγεται, φίλε μου· σε διαβεβαιώνω!»

Και διέσχισαν σκοτεινούς δρόμους υπό την καθοδήγησή του. Στην Καρκούμ δεν υπήρχαν άνθρωποι που να ανάβουν λάμπες· όποιος ήθελε άναβε λάμπα έξω απ’την πόρτα του, όποιος δεν ήθελε δεν άναβε. Κι αυτό σήμαινε ότι τα περισσότερα σημεία ήταν τυλιγμένα σε πυκνό σκοτάδι – και επικίνδυνα.

Η Ανταρλίδα παρατήρησε πολλές φορές μάτια να τους κοιτάζουν, ζυγιάζοντάς τους. Αξίζει να επιτεθούμε, έμοιαζαν ν’αναρωτιούνται, ή δεν αξίζει; Θα τους τσακίσουμε ή είναι πολύ δυνατοί για μας; Τελικά, μάλλον έκριναν ότι ήταν πολύ δυνατοί γι’αυτούς. Οι πανοπλίες των πολεμιστών της Βασίλισσας πρέπει να γυάλιζαν από τα ανοίγματα στις κάπες τους, και τα ξίφη τους δεν προσπαθούσαν να τα κρύψουν.

Το Τρύπιο Καλύβι δεν ήταν πολύ μακριά, και όταν έφτασαν είδαν ότι επρόκειτο για ένα διώροφο πανδοχείο πιο καλοφτιαγμένο από τα περισσότερα οικοδομήματα στην Καρκούμ. Ανοίγοντας την εξώπορτα, μπήκαν σε μια μεγάλη τραπεζαρία γεμάτη κόσμο ο οποίος δεν σου ενέπνεε την εμπιστοσύνη. Μυρωδιές φαγητών, ποτών, καπνού, και ιδρώτα πλανιόνταν στον αέρα. Ημίγυμνες χορεύτριες χόρευαν ανάμεσα στα τραπέζια, κάποιες με δέρμα λευκό-ροζ, κάποιες με δέρμα κατάμαυρο.

Ο Ρέμικατ έκλεισε γρήγορα ένα μεγάλο τραπέζι για εκείνον και τους συντρόφους του, καθώς επίσης και δωμάτια. Παράγγειλε φαγητό από έναν κοντό σερβιτόρο και σύντομα το είχαν μπροστά τους.

«Η κουζίνα εδώ είναι διαφορετική απ’ό,τι στο Τάρσαζ,» είπε, «αλλά δε νομίζω ότι θα μείνετε δυσαρεστημένοι. Ειδικά από ό,τι θα φάτε σε τούτο το μέρος.»

Ο σερβιτόρος ήρθε ξανά, φέρνοντας μαζί του έναν δίσκο με πίπες και μικρά πιατάκια. Πλησιάζοντάς τους έναν-έναν, άρχισε να δίνει στον καθέναν τους μία πίπα κι ένα πιατάκι· μέσα στο πιατάκι είδαν ότι υπήρχε καπνός.

«Ευχαριστούμε!» είπε ο Ρέμικατ. «Ευχαριστούμε! Πες στ’αφεντικό σου ότι το ευχαριστώ πολύ!» Κι έδωσε στον σερβιτόρο ένα νόμισμα.

Εκείνος έκανε μια βαθιά υπόκλιση και, μετά, επέστρεψε γρήγορα πάλι για να φέρει ένα μικρό μαγκάλι και να το αφήσει στο κέντρο του τραπεζιού. Φλόγες χόρευαν στο εσωτερικό του, και γύρω του υπήρχαν μακριά ξυλάκια τα οποία μπορούσες να βουτήξεις στη φωτιά για ν’ανάψεις την πίπα σου.

Ο καπνός ήταν γλυκός και αρωματικός, όπως διαπίστωσαν.

Και το φαγητό δεν ήταν καθόλου άσχημο.

«Πρέπει να είναι κάποιου είδους ψάρι, έτσι;» είπε ο Καλέφραζ.

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Ρέμικατ, «ψάρι είναι. Ποταμίσιο. Απ’αυτά που κολυμπούν στον Κις-χαρ Ιχ.» Μιλούσε καθώς έτρωγε, και τώρα σκούπισε το στόμα του με μια πετσέτα. «Ξέρεις τι σημαίνει αυτό το όνομα στη γλώσσα των Ταργκάφλι;»

«Νομίζω ‘ποταμός των ψαριών που χορεύουν’.»

«Ναι, και ακριβώς αυτά τα ψάρια τρώμε τώρα.» Ο Ρέμικατ μειδίασε. «Πηδάνε πάνω απ’το νερό και ξαναβουτάνε μέσα.»

*

Μετά το φαγητό, ενώ η καταιγίδα συνεχιζόταν έξω απ’το πανδοχείο, ανέβηκαν στα δωμάτιά τους για να ξεκουραστούν. Ο Τάμπριελ και η Ανταρλίδα βρήκαν στο κατάλυμά τους δύο κρεβάτια και μια ξύλινη λεκάνη με νερό όπου μπορούσαν να πλυθούν. Δίπλα της ήταν ένα βαρέλι, επίσης γεμάτο νερό, ώστε να μπορούν να την ξαναγεμίσουν. Βρύσες δεν υπήρχαν. Και για φωτισμό υπήρχε μονάχα ένα καντήλι το οποίο ήταν κρεμασμένο πλάι στην πόρτα και έπρεπε να το ανάψουν εκείνοι καθώς έμπαιναν.

Πρώτη έκανε μπάνιο η Ανταρλίδα μέσα στη λεκάνη, και δεύτερος ο Τάμπριελ. Μετά, ζευγάρωσαν επάνω σ’ένα από τα δύο κρεβάτια το οποίο συνεχώς έτριζε σαν να ήταν έτοιμο να διαλυθεί από κάτω τους.

Κανένας απ’τους δυο τους δε θα μπορούσε να πει ότι αγαπούσε τον άλλο, ή ότι ήταν ερωτευμένος με τον άλλο, και ούτε θα μπορούσαν ποτέ να διανοηθούν να είναι εραστές όσο βρίσκονταν στο Γνωστό Σύμπαν· ωστόσο εδώ, σε τούτο τον απομονωμένο κόσμο, αισθάνονταν πως κάτι τούς έδενε πολύ έντονα. Μάλλον, το γεγονός ότι ήταν οι μοναδικοί εξωδιαστασιακοί· το γεγονός ότι μόνο εκείνοι μπορούσαν να καταλάβουν πραγματικά ο ένας τον άλλο, μόνο εκείνοι είχαν κοινές εμπειρίες. Οι υπόλοιποι κάτοικοι του κόσμου ήταν πραγματικά άγνωστοι γι’αυτούς. Το περιβάλλον ήταν ξένο· και αν εκείνος δεν έβλεπε εικόνες στο μυαλό του, και αν εκείνη δεν ήταν Μαύρη Δράκαινα, θα έπρεπε κανονικά να ήταν κι οι δυο τους τρομοκρατημένοι ώς τα τρίσβαθα της ψυχής τους εδώ όπου είχαν καταλήξει, χωρίς νάχουν κανέναν φανερό τρόπο για να επιστρέψουν.

Η Ανταρλίδα φώναξε καθώς έφτανε στην κορύφωσή της, με τα μάτια κλειστά και με τα μακριά, ξανθά της μαλλιά να χύνονται στους ώμους και στα στήθη της. Μετά, έσκυψε πάνω απ’τον Τάμπριελ και φίλησε αργά τα χείλη του. Εκείνος παραμέρισε τα μαλλιά της σαν κουρτίνα, περνώντας τα πίσω απ’τ’αφτιά της. Η Ανταρλίδα μειδίασε και ξάπλωσε πλάι του, ακουμπώντας το κεφάλι της στον ώμο του.

Έτσι, κοιμήθηκαν.

Ενώ η βροχή χτυπούσε τα μισόκλειστα παραθυρόφυλλα του παραθύρου τους.

Και οι φωνές και τα τραγούδια στο πανδοχείο ολοένα και λιγόστευαν.

Ώσπου τίποτα δεν ακουγόταν πλέον εκτός από τη φωνή της καταιγίδας.

Και τότε ήταν που οι πέντε δολοφόνοι αποφάσισαν να κινηθούν.

Οι σκιερές μορφές τους βγήκαν απ’το δωμάτιο όπου περίμεναν. Τέσσερις μυώδεις άντρες και μια γυναίκα, με αιχμηρά όπλα στα χέρια: το μοναδικό πράγμα επάνω τους που γυάλιζε κάπου-κάπου.

Κατέβηκαν τη σκάλα από τον δεύτερο όροφο στον πρώτο, και πήγαν προς το κατάλυμα του στόχου τους…

…ενώ ο Τάμπριελ κοιμόταν και ονειρευόταν ένα όνειρο–

–που διαλύθηκε από μια εικόνα, έντονη και πραγματική σαν φωτογραφία:

Ένας μαυρόδερμος άντρας με πράσινο μούσι, απρόσμενα ανασηκωμένος – ο Ρέμικατ – και δίπλα του μια λευκή γυναίκα με μαύρα σγουρά μαλλιά – η Καρνάχω – και γύρω τους: δολοφόνοι.

Ο Τάμπριελ τινάχτηκε σε καθιστή θέση πάνω στο κρεβάτι. «Ανταρλίδα! Ο Ρέμικατ. Θα τον σκοτώσουν. Το δωμάτιο ήταν σαν το δικό μας. Εδώ. Μέσα στο πανδοχείο.»

Η Μαύρη Δράκαινα είχε ήδη πεταχτεί όρθια. «Ο Ρέμικατ; Γιατ–;»

«Δεν ξέρω!»

Η Ανταρλίδα φόρεσε την πουκαμίσα της κι έδεσε τη ζώνη με τα όπλα της γύρω απ’τη μέση της, προτού πάει προς την πόρτα του δωματίου–

Ένας κρότος!

Μια άλλη πόρτα έσπαγε ακριβώς την ίδια στιγμή που η Μαύρη Δράκαινα άνοιγε τη δική της.

Η πόρτα του δωματίου του Ρέμικατ: και οι δολοφόνοι ορμούσαν μέσα.

Ο έμπορος ανασηκώθηκε, ταραγμένος. «Τι – τι κάνετε;» φώναξε. «Τι συμβαίνει;»

Η μοναδική γυναίκα ανάμεσα στους δολοφόνους τού πέταξε ένα νόμισμα πάνω στο κρεβάτι.

Η Καρνάχω ούρλιαξε καθώς οι λεπίδες των φονιάδων στρέφονταν ενάντια σ’εκείνη και στον άντρα της.

Ένας κρότος αντήχησε, πολύ διαφορετικός από τον προηγούμενο, κι ένας απ’τους δολοφόνους σωριάστηκε νεκρός.

Οι άλλοι στράφηκαν.

Στην πόρτα στεκόταν η Ανταρλίδα κρατώντας το πιστόλι της υψωμένο. Το έστρεψε προς έναν άλλο από τους φονιάδες και τον πυροβόλησε στο κεφάλι. Οι όψεις των υπόλοιπων ήταν τρομοκρατημένες.

Η Ανταρλίδα θηκάρωσε το πιστόλι της (δε χρειαζόταν να ξοδεύει σφαίρες που δεν τις περίσσευαν) και τραβώντας δύο ξιφίδια – ένα σε κάθε χέρι – όρμησε στους τρεις που είχαν απομείνει.

Ο πρώτος πέθανε χωρίς να προλάβει να πολυαντιδράσει, ακόμα τρανταγμένος από τους πυροβολισμούς – κάτι που ποτέ ξανά δε θα είχε δει στη ζωή του. Ο άλλος και η γυναίκα πρόβαλαν περισσότερη αντίσταση. Η Μαύρη Δράκαινα απέφυγε κι απέκρουσε τις λεπίδες τους – οι οποίες κάμποσες φορές πέρασαν ξυστά από ευάλωτα σημεία του σώματός της, και μία φορά τής έσχισαν την πουκαμίσα της τραυματίζοντάς την ελαφρά στο μπράτσο – και μετά το ένα της ξιφίδιο καρφώθηκε στο διάφραγμα της αντιπάλου της, κάνοντάς την να διπλωθεί στο πάτωμα προτού πεθάνει. Ο άλλος αντίπαλος κατέβασε το σπαθί του προς το κεφάλι της Ανταρλίδας, αλλά εκείνη ήδη έσκυβε και γύριζε για να τον αντικρίσει. Το σπαθί του ξανακινήθηκε, καρφωτά τώρα· η Μαύρη Δράκαινα έκανε στο πλάι και το άφησε να χωθεί ανάμεσα στα κλειστά παραθυρόφυλλα, το γόνατό της υψώθηκε χτυπώντας τον δολοφόνο στο στομάχι, και το ξιφίδιό της διαπέρασε τον λαιμό του καθώς εκείνος διπλωνόταν.

Ο Ρέμικατ κοίταζε με γουρλωμένα μάτια. Η Καρνάχω είχε το στόμα της ορθάνοιχτο, και τώρα το έκλεισε, ξεροκαταπίνοντας.

«Πάνω στην ώρα, λοιπόν,» είπε ο Τάμπριελ, που στεκόταν στο κατώφλι του δωματίου ντυμένος με το παντελόνι του και μια τουνίκα.

Από τον διάδρομο ακούγονταν φωνές καθώς, προφανώς, πολλοί είχαν ξυπνήσει από τη φασαρία.

«Ποιοι ήταν αυτοί, Ρέμικατ;» ρώτησε ο Τάμπριελ μπαίνοντας στο δωμάτιο, ενώ η Ανταρλίδα σκούπιζε τα αιματοβαμμένα ξιφίδιά της στα ρούχα ενός νεκρού προτού τα θηκαρώσει.

«Δεν… δεν ξέρω…» ψέλλισε ο έμπορος, κι ύστερα το βλέμμα του πήγε στο νόμισμα πάνω στο κρεβάτι.

Ο Τάμπριελ έπιασε το νόμισμα και το σήκωσε, κρατώντας το ανάμεσα στον δείκτη και στον αντίχειρα του δεξιού του χεριού. «Το έχω δει αυτό…» μουρμούρισε.

«Τάμπριελ!» Η φωνή του Χάλρεοκ, πίσω του. «Ανταρλίδα! Τι έγινε εδώ;»

«Κάποιοι δολοφόνοι επιτέθηκαν στον Ρέμικατ,» αποκρίθηκε η Μαύρη Δράκαινα.

Ο έμπορος ρώτησε τον Τάμπριελ: «Πού το έχεις ξαναδεί;»

«Στο μυαλό μου. Πουθενά αλλού.»

Κεφάλαιο Δέκατο-Τέταρτο
Οι Δολοφόνοι ενός Θεού και ο Μάγος των Ερειπίων

Φοβόμασταν ότι ίσως κάποιος να επιχειρούσε να σκοτώσει τον Μεγάλο Προφήτη, αλλά, όπως φάνηκε, και ο Ρέμικατ είχε εχθρούς στην Καρκούμ. Και μάλιστα ισχυρούς, για τους οποίους πρωτύτερα δεν γνώριζε.

Δεν μου άρεσε καθόλου έτσι όπως εξελίσσονταν τα πράγματα. Θα επέστρεφα στο Βασίλειο και στην Κάνταφαχ, ή θα άφηνα τα κόκαλά μου εδώ, σε τούτη τη γη των βαρβάρων;

*
* * *
*

Οι πολεμιστές της Βασίλισσας απομάκρυναν τους περίεργους που είχαν συγκεντρωθεί έξω από το δωμάτιο του Ρέμικατ, και φώναξαν να έρθει εδώ ο πανδοχέας. Αμέσως.

Εν τω μεταξύ, ο Καλέφραζ ρώτησε τον Τάμπριελ: «Τι συνέβη; Τι ήθελαν αυτοί οι άνθρωποι;» Κοιτούσε τους νεκρούς στο πάτωμα.

«Νομίζω ότι είναι προφανές το τι ήθελαν.»

Ο Γραμματικός ύψωσε το βλέμμα του για να τον κοιτάξει. «Ήρθαν για να σε σκοτώσουν

«Αν είχαν έρθει για εμένα θα βρίσκονταν νεκροί στο δωμάτιο του Ρέμικατ;»

«Μα–» άρχισε ο Καλέφραζ, αλλά ο έμπορος τον πρόλαβε λέγοντας στον Τάμπριελ: «Δώσε μου το νόμισμα να το κοιτάξω.»

Εκείνος τού το έδωσε.

Ο Ρέμικατ συνοφρυώθηκε καθώς το κρατούσε μέσα στην παλάμη του (που φαινόταν να τρέμει λιγάκι, παρότι η άμεση απειλή είχε περάσει). «Δεν είναι νόμισμα…» είπε. «Είναι–»

Αλλά τότε μπήκε ο πανδοχέας διακόπτοντάς τον. Τα μάτια του κοίταξαν γουρλωμένα τους νεκρούς στο αιματοβαμμένο πάτωμα του δωματίου. Μάλλον δεν του είχαν πει τι ακριβώς είχε συμβεί, γιατί δεν ήξεραν – οι πολεμιστές της Βασίλισσας δεν είχαν αφήσει κανέναν να μπει.

«Θεοί της Ερημιάς!» αναφώνησε.

«Υπάρχουν κάποια πτώματα εδώ,» είπε ο Τάμπριελ ψυχρά. «Πώς θα τα ξεφορτωθούμε;»

Ο πανδοχέας – ένας μελαχρινός άντρας με μούσι και σχετικά κοντός – δεν έμοιαζε έτοιμος ν’απαντήσει σε μια τέτοια ερώτηση. Αντί να μιλήσει, κοίταζε τον Τάμπριελ με περιέργεια: αναμφίβολα, εξαιτίας του πορφυρού του δέρματος.

«Μου επιτέθηκαν μέσα στη νύχτα,» δήλωσε ο Ρέμικατ, κρύβοντας το νόμισμα (που δεν ήταν νόμισμα, όπως είχε υποστηρίξει) μέσα στα ρούχα του. «Ήθελαν να με σκοτώσουν. Οι σύντροφοί μου ίσα που πρόλαβαν να με βοηθήσουν. Και τώρα τους χρωστώ τη ζωή μου.» Έκλινε το ξυρισμένο κεφάλι του προς τον Τάμπριελ και την Ανταρλίδα. Ύστερα έστρεψε πάλι το βλέμμα του στον πανδοχέα. «Τα πτώματα θέλω να φύγουν απ’το δωμάτιό μου.»

«Ασφαλώς!» αποκρίθηκε ταραγμένα εκείνος. «Ασφαλώς και θα φύγουν. Και με συγχωρείς γι’αυτό, Ρέμικατ. Δεν… όπως θα καταλαβαίνεις, δεν ήξερα απολύτως τίποτα. Το παραμικρό.» Ήταν προφανές ότι γνώριζε τον έμπορο από παλιά και δεν ήθελε να χάσει έναν τακτικό πελάτη. «Θα φωνάξω τους υπηρέτες. Θα τα μαζέψουμε αμέσως! Και θα πλύνουμε το πάτωμα. Εν τω μεταξύ θα σου βρω ένα άλλο δωμάτιο–»

«Δε χρειάζεται· θα περιμένω. Εξάλλου, τώρα δεν μπορώ να κοιμηθώ αμέσως.»

«Ναι, ναι, το καταλαβαίνω.»

Ο Ρέμικατ και η Καρνάχω πήγαν στο δωμάτιο του Τάμπριελ και της Ανταρλίδας όσο οι νεκροί μαζεύονταν και το πάτωμα καθαριζόταν από τα αίματα.

«Τι είναι το νόμισμα που δεν είναι νόμισμα;» ρώτησε ο Τάμπριελ τον έμπορο. Εκτός από αυτούς, στο δωμάτιο βρίσκονταν επίσης ο Καλέφραζ και ο Χάλρεοκ. Οι άλλοι πολεμιστές της Βασίλισσας ήταν έξω, στον διάδρομο.

«Είναι… Είδες το σύμβολο επάνω του;»

Ο Τάμπριελ ένευσε. «Ναι, και τώρα και παλιότερα, στο μυαλό μου.» Ήταν δύο χαυλιόδοντες κι ένα μάτι ανάμεσά τους.

«Είναι το σύμβολο του Τέζελ Ντόραλ, του θεού των ελεφάντων. Οι δολοφόνοι της θρησκείας του αφήνουν πάντα πίσω τους το σύμβολό του, έχω ακούσει.»

«Και τι σχέση έχεις εσύ μ’αυτούς;» ρώτησε η Ανταρλίδα. «Γιατί μπορεί να σε κυνηγάνε; Τους έχεις ενοχλήσει με κάποιον τρόπο;»

Η όψη του Ρέμικατ έγινε συλλογισμένη. «…Δε νομίζω.»

Η Καρνάχω έπιασε το μπράτσο του. «Ο Νέσσερακ,» είπε.

Η όψη του Ρέμικατ τώρα σκοτείνιασε. «Μα τους θεούς, πρέπει νάχεις δίκιο. Αυτό πρέπει να είναι…» Και, στρεφόμενος στον Τάμπριελ και στην Ανταρλίδα: «Ένας γνωστός μου μου πούλησε κάτι πολύτιμο για τους ιερείς του Τέζελ Ντόραλ – ένα αγαλματίδιο απ’το Ναό τους. Δε μου είπε, βέβαια, ότι ήταν από εκεί, αλλά ήταν πασιφανές· δεν μπορούσε νάναι από πουθενά αλλού: μόνο στο Ναό τους βρίσκεις τέτοια. Επίσης, δεν μου είπε πώς το απέκτησε… και πολύ φοβάμαι ότι το έκλεψε τελικά.»

«Οι ιερείς θα έπρεπε, λοιπόν, να κυνηγούν εκείνον, όχι εσένα,» είπε η Ανταρλίδα.

«Το πούλησα το αγαλματίδιο, δεν το έχω πια,» εξήγησε ο Ρέμικατ.

«Επομένως,» συμπέρανε ο Τάμπριελ, «σε θεωρούν συνένοχο.»

Ο Ρέμικατ ένευσε. «Δυστυχώς, έτσι πρέπει νάναι…»

«Νομίζεις ότι, μετά απ’αυτό, θα ξαναεπιχειρήσουν να σε σκοτώσουν;» ρώτησε η Ανταρλίδα.

«Ανάλογα…» κόμπιασε ο Ρέμικατ. «Δεν είμαι σίγουρος…»

«Καλύτερα να φύγουμε απ’την Καρκούμ,» του είπε η Καρνάχω, «και να μείνουμε για κάμποσο καιρό μακριά από δω.»

Ο Τάμπριελ είπε στον Ρέμικατ: «Μου υποσχέθηκες ότι θα μου βρεις τους κατάλληλους ανθρώπους για να με πάνε στο Άγκιστρο του Κόσμου.»

Η Καρνάχω φάνηκε τότε να θυμώνει μαζί του. «Μας κυνηγάνε να μας σκοτώσουν! Το καταλαβαίνεις;»

«Μην ξεχνάς, όμως, ότι η Ανταρλίδα σάς έσωσε από τα σπαθιά τους,» της θύμισε ο Τάμπριελ χωρίς να χάσει την ψυχραιμία του. «Και εγώ ήμουν που ‘είδα’ ότι θα δεχόσασταν επίθεση–»

«Το ήξερες ότι θα μας επιτίθονταν;» έκανε η Καρνάχω. «Και γιατί δεν μας το είχες–;»

«Δεν το ήξερα από πριν. Το είδα καθώς κοιμόμουν· το ονειρεύτηκα, θα μπορούσες να πεις. Ήσασταν περικυκλωμένοι από φονιάδες και βρισκόσασταν σ’ένα δωμάτιο σαν ετούτο εδώ· επομένως φοβήθηκα ότι πιθανώς να δεχόσασταν επίθεση μες στο πανδοχείο, κι αμέσως είπα στην Ανταρλίδα να πάει να σας βοηθήσει.»

«Έχεις την ευγνωμοσύνη μας, Τάμπριελ,» είπε ο Ρέμικατ κλίνοντας το κεφάλι προς το μέρος του.

«Δε θέλω καμία ευγνωμοσύνη. Μου φτάνει να μου δείξετε πώς θα φτάσω στο Άγκιστρο του Κόσμου. Και μην ανησυχείτε για περαιτέρω επιθέσεις απ’αυτούς τους δολοφόνους όσο είστε κοντά στην Ανταρλίδα και κοντά στους πολεμιστές της Βασίλισσας.»

Ο πανδοχέας επέστρεψε σε λίγο για να πει στον έμπορο και στη γυναίκα του ότι μπορούσαν να ξαναπάνε στο δωμάτιό τους· ήταν και πάλι σαν καινούργιο! τόνισε.

«Τους νεκρούς τι τους κάνατε;» ρώτησε η Ανταρλίδα.

Ο πανδοχέας ατένισε τη μυστηριώδη κατάλευκη γυναίκα με καχυποψία. «Τους πήγαμε στο κελάρι για την ώρα· τι άλλο να τους κάνουμε; Ήταν πελάτες μας, όπως διαπιστώσαμε: είχαν κλείσει ένα δωμάτιο εδώ.»

«Ήρθαν πριν από εμάς, ή μετά;» ρώτησε ο Ρέμικατ.

«Μετά.»

«Επομένως,» είπε η Ανταρλίδα, «είδαν το καράβι σου ν’αράζει στο λιμάνι και σε ακολούθησαν.»

Ο Ρέμικατ ένευσε. «Πρέπει να παραφυλούσαν εκεί για καιρό.»

Ο πανδοχέας ρώτησε, κάπως ανήσυχα: «Αυτό σημαίνει ότι μπορεί νάχουμε κι άλλα προβλήματα;»

«Μην ανησυχείς,» του είπε ο Τάμπριελ· «δε θα μείνουμε για πολύ στο πανδοχείο σου.» Πράγμα που φάνηκε να τον ανακουφίζει λιγάκι.

«Πού θα πάτε τους νεκρούς μετά;» ρώτησε η Ανταρλίδα τον πανδοχέα, και η ανακούφιση εξαφανίστηκε από το πρόσωπό του.

«Γιατί σ’ενδιαφέρουν τόσο οι νεκροί;»

«Επειδή μας συμφέρει να τους κρύψεις για λίγο. Έτσι αυτοί που τους έστειλαν θ’αργήσουν να μάθουν τι έγινε.»

Ο πανδοχέας κούνησε το κεφάλι. «Δεν μπορώ να το κάνω αυτό! Δε θέλω να μπλέξω σε καμια παλιοϊστορία.»

«Το καταλαβαίνω,» του είπε ο Ρέμικατ. «Δώσε τους στους ανθρώπους του Άρχοντα, και θα τους φροντίσουν εκείνοι. Αλλά μην πεις ότι τους βρήκες στο δωμάτιό μου· μην πεις ότι είχαν έρθει για μένα. Πες ότι τους βρήκες νεκρούς στην τραπεζαρία, τα ξημερώματα. Θα σε πληρώσω καλά.»

Ο πανδοχέας φάνηκε διστακτικός.

«Αν δεν το κάνεις, θα έχουμε κακά ξεμπερδέματα,» τον προειδοποίησε ο Ρέμικατ. «Είναι πολύ σημαντικό αυτό που σου λέω, και το ξέρεις ότι είμαι απ’τους καλούς σου πελάτες.»

Ο πανδοχέας, αν κι έμοιαζε ολίγο αναποφάσιστος, κατένευσε. «Εντάξει. Πόσα πληρώνεις;»

*

Αφού η συμφωνία έγινε, η Ανταρλίδα κατέβηκε στο κελάρι του πανδοχείου και άνοιξε τα τσουβάλια που περιείχαν τα πτώματα. Βρήκε τους δύο που είχε πυροβολήσει και, χρησιμοποιώντας ένα ξιφίδιό της, έβγαλε τις σφαίρες από μέσα τους. Ο πανδοχέας την κοιτούσε κρατώντας μια λάμπα και φωτίζοντας τον χώρο· φαινόταν ανήσυχος και τρομαγμένος.

«Τι πράγματα είν’αυτά;» τη ρώτησε, βλέποντάς τη να σηκώνεται όρθια με τις σφαίρες στην αιματοβαμμένη χούφτα της. «Πώς ήξερες ότι τα είχαν φυτεμένα μέσα τους;»

«Το ήξερα επειδή εγώ τα φύτεψα εκεί.»

Τα μάτια του πανδοχέα γούρλωσαν.

«Είναι βλήματα,» εξήγησε η Ανταρλίδα. «Όπως τα βέλη.» Και, κλείνοντας τις σφαίρες μες στη γροθιά της, βάδισε προς τη σκάλα του κελαριού και την ανέβηκε με γρήγορα βήματα.

«Εντάξει;» τη ρώτησε ο Τάμπριελ όταν μπήκε στο δωμάτιό τους.

Η Ανταρλίδα ένευσε. «Δε θα βρουν τίποτα όταν ψάξουν.» Σταύρωσε τα χέρια της εμπρός της ενώ ακόμα στεκόταν όρθια. «Πώς είναι, όμως, δυνατόν αυτό;» ρώτησε συνοφρυωμένη.

Ο Τάμπριελ, πριν από λίγο, της είχε πει ότι είχε δει μια εικόνα στο μυαλό του: Κάποιον να κρατά μια σφαίρα ανάμεσα στον δείκτη και στον αντίχειρά του, ενώ στα πόδια του υπήρχαν νεκροί και γύρω του ήταν άλλοι πολεμιστές. Οι νεκροί θύμιζαν στον Τάμπριελ τους δολοφόνους που είχαν επιτεθεί στον Ρέμικατ: πέντε άντρες και μία γυναίκα. Επομένως, είχε υποθέσει ότι αυτός που κρατούσε τη σφαίρα μπορεί να ήταν άνθρωπος του Άρχοντα Νίρναλωμ της Καρκούμ, ή άνθρωπος αυτής της θρησκείας του Τέζελ Ντόραλ. Και στις δύο περιπτώσεις, καλύτερα να μην ανακάλυπταν ποτέ τι είχε σκοτώσει τους δολοφόνους, γιατί θα ήταν κάτι που θα τους παραξένευε ή θα τους τρόμαζε, και θα τους έκανε να αρχίσουν να ψάχνουν και, πιθανώς, να γίνουν πιο επικίνδυνοι απ’ό,τι ήδη ήταν.

«Τι εννοείς, Ανταρλίδα;»

«Εννοώ, πώς είναι δυνατόν να μου ζητάς να αποτρέψω να συμβεί κάτι που έχεις δει ότι θα συμβεί; Μοιάζει… παράδοξο.»

«Είναι παράδοξο. Σου έχω ξαναπεί, όλα τα μέλλοντα που βλέπω δεν πραγματοποιούνται. Πολλές φορές, βλέπω απλώς πιθανά μέλλοντα.»

«Μπορείς να δεις και πιθανά παρελθόντα, δηλαδή; Και πιθανά παρόντα;»

«Ίσως. Νομίζεις ότι καταλαβαίνω κι εγώ απόλυτα όλες τις εικόνες που περνάνε απ’το μυαλό μου; Για παράδειγμα, αν δεν είχε συμβεί αυτό το περιστατικό απόψε, ποτέ δε θα ήξερα τι νόημα είχε η εικόνα που είδα παλιότερα, με τον άντρα που κοιτά τη σφαίρα και τους νεκρούς στα πόδια του.»

«Εντάξει,» είπε η Ανταρλίδα καθίζοντας στο ένα κρεβάτι και βγάζοντας τις μπότες της. «Ας κοιμηθούμε λίγο μέχρι το πρωί. Και να μας προστατέψεις με τη μαγεία σου απόψε, για καλό και για κακό.»

Ο Τάμπριελ κατένευσε. Σηκώθηκε απ’το κρεβάτι του και ύφανε τη Μαγγανεία Υλικής Διαισθήσεως στο δωμάτιο.

*

«Ο άνθρωπος που θα σας πάω ονομάζεται Αλίρκωπ, και είναι μάγος – ο μάγος που μου είπε και για το Άγκιστρο του Κόσμου. Ισχυρίζεται πως είναι από τους αληθινούς, καθαρόαιμους Ταργκάφλι, και είμαι βέβαιος ότι θα σας εκπλήξει με τις γνώσεις του. Αν κάποιος ξέρει πώς να φτάσετε ασφαλείς στη Βινέρνι, αυτός είναι. Αποκλείεται, βέβαια, να έρθει ο ίδιος μαζί σας – ή, τουλάχιστον, δεν το θεωρώ πιθανό – αλλά θα σας πει ποιος είναι ο καλύτερος οδηγός και ποια μονοπάτια ν’ακολουθήσετε.»

Έτσι είπε ο Ρέμικατ στον Τάμπριελ, το επόμενο πρωί, αφού οι δύο εξωδιαστασιακοί ξύπνησαν. (Ο ίδιος ο έμπορος και η γυναίκα του δεν είχαν κλείσει μάτι όλη νύχτα ύστερα από την επίθεση των δολοφόνων.) Και τώρα είχαν βγει απ’το Τρύπιο Καλύβι και βάδιζαν μέσα στους κοσμοπλημμυρισμένους δρόμους της Καρκούμ.

Η Ανταρλίδα παρατήρησε ότι εδώ η κίνηση ήταν περισσότερη απ’ό,τι στη Φέντινκεχ, την πρωτεύουσα του Τάρσαζ. Ή ίσως να έφταιγε η χάλια ρυμοτομία των δρόμων, που έκανε τον κόσμο να μοιάζει πιο πολύς, καθώς δεν μπορούσες εύκολα να περάσεις· και για τη χάλια ρυμοτομία, σίγουρα, έφταιγε το γεγονός ότι οι κάτοικοι της πόλης είχαν χτίσει τα καινούργια οικοδομήματα δίπλα, μπροστά, και πάνω από τα παλιά, τα ερειπωμένα. Σκελετωμένες πολυκατοικίες ορθώνονταν δεξιά κι αριστερά χωρίς κανένας να κατοικεί εντός τους, και σπίτια ήταν χτισμένα γύρω-γύρω τους, αποκλείοντας πολλές φορές κάθε πρόσβαση προς αυτές. Ορισμένες από τις πολυκατοικίες, όμως, κατοικούνταν, είδε η Ανταρλίδα: άνθρωποι φαίνονταν να κινούνται ή να κάθονται στο εσωτερικό τους, κι απ’τα παράθυρα και τα μπαλκόνια κρέμονταν πλυμένα ρούχα. Αυτοί, όμως, που έμεναν στις πολυκατοικίες έδιναν στη Μαύρη Δράκαινα την εντύπωση πως ήταν φτωχότεροι από τους υπόλοιπους: άνθρωποι που δεν είχαν πού αλλού να μείνουν κι έτσι κατέληγαν στα ψηλά αρχαία οικοδομήματα.

Εκτός απ’αυτό, παρατήρησε και ότι οι πολυκατοικίες ήταν χτισμένες με μια τεχνοτροπία την οποία δεν είχε ξαναδεί πουθενά στο Γνωστό Σύμπαν. Αναμφίβολα, ήταν πανάρχαιες. Ίσως εδώ να έμεναν κάποτε οι Αρχαίοι που έλεγαν οι γηγενείς ετούτης της διάστασης…

Ο κόσμος ήταν πολύς γύρω από τη Μαύρη Δράκαινα και τους συντρόφους της καθώς διέσχιζαν τους δρόμους της Καρκούμ, κι εκείνη ανησυχούσε ότι ίσως κάποιος που είχε άσχημες προθέσεις να κατόρθωνε να περάσει απαρατήρητος: κάποιος δολοφόνος, για παράδειγμα, σταλμένος να σκοτώσει τον Τάμπριελ. Για τον Ρέμικατ δεν χρειαζόταν να φοβούνται ακόμα· ήταν πολύ νωρίς για να ξαναδεχτεί επίθεση.

Και οι πολυκατοικίες, επίσης, δεν μου αρέσουν, σκέφτηκε η Ανταρλίδα. Μπορεί κάποιος σκοπευτής εύκολα να κρυφτεί εκεί και να ρίξει.

Ωστόσο, δεν έχασε την ψυχραιμία της· μια Μαύρη Δράκαινα ποτέ δεν έχανε την ψυχραιμία της. Και η Ανταρλίδα είχε αντιμετωπίσει και χειρότερες καταστάσεις.

Ο Ρέμικατ τούς οδήγησε προς την ανατολική πύλη των τειχών της Καρκούμ, και την πέρασαν υπό τα βλέμματα μερικών φρουρών οι οποίοι έμοιαζαν με συμμορίτες αλλά ήταν, σίγουρα, άνθρωποι του Άρχοντα Νίρναλωμ.

«Ο φίλος σου μένει έξω από την πόλη;» ρώτησε ο Καλέφραζ τον Ρέμικατ.

«Δεν είναι ακριβώς φίλος μου ο Αλίρκωπ,» αποκρίθηκε ο έμπορος, «και δεν είμαστε έξω από την Καρκούμ, απλά έξω από το περιτειχισμένο κομμάτι της.»

Γύρω τους υπήρχαν ερείπια ψηλότερων και χαμηλότερων οικοδομημάτων, ανάμεσα στα οποία ήταν και πολλές πολυκατοικίες. Η Ανταρλίδα πρόσεξε ότι άνθρωποι έμεναν σε ορισμένα απ’αυτά τα άθλια μέρη.

«Μου είπες ότι η πόλη έξω απ’τα τείχη δεν είναι κατοικημένη,» είπε ο Τάμπριελ στον Ρέμικατ.

«Και δεν είναι. Όχι επίσημα, τουλάχιστον. Αυτοί που βλέπετε δεν θεωρούνται ‘κάτοικοι’: δεν πληρώνουν φόρο, ούτε τους προστατεύει κανένας αν χρειαστούν προστασία.»

«Μέσα στην Καρκούμ, δηλαδή, υπάρχει κανένας που να σε προστατεύει;» είπε ο Καλέφραζ μορφάζοντας.

Ο Ρέμικατ μειδίασε λοξά. «Εδώ τα πράγματα είναι χειρότερα. Όχι μόνο δεν σε προστατεύουν, σου επιτίθενται ανοιχτά όποτε τους κατέβει. Ακόμα κι οι πολεμιστές του Νίρναλωμ έρχονται για ν’αρπάξουν ό,τι βρουν (αν και δεν είναι πολλά αυτά που βρίσκουν), να βιάσουν, ή να πάρουν δούλους. Εδώ πέρα, Καλέφραζ, μπορούν να μπουν στο σπίτι σου και να σε κάνουν δούλο χωρίς καμια εξήγηση απολύτως.»

Ο Γραμματικός μόρφασε πάλι, φανερά αηδιασμένος. «Βαρβαρισμός…!»

«Περίεργο μέρος διάλεξε για να μένει αυτός ο Αλίρκωπ,» σχολίασε ο Τάμπριελ.

«Έχει τους λόγους του, όπως ισχυρίζεται,» αποκρίθηκε ο Ρέμικατ.

Όταν πλησίαζαν στις παρυφές της ατείχιστης ερειπωμένης πόλης, ο έμπορος τούς οδήγησε κάτω από μια μεταλλική καμάρα που το μέταλλό της δεν είχε ακόμα καταστραφεί πλήρως ύστερα από τόσους αιώνες, αν και είχε επάνω του πολλές μεγάλες τρύπες. Μετά την καμάρα, ο Ρέμικατ μπήκε σε μια είσοδο στ’αριστερά. Την είσοδο μιας πολυκατοικίας. Κι άρχισαν ν’ανεβαίνουν στριφτές σκάλες.

Η Ανταρλίδα είχε την αίσθηση ότι τους παρακολουθούσαν, ότι κάποιοι κινούνταν πίσω από τους τοίχους και τις κατεστραμμένες πόρτες· μπορούσε ν’ακούσει μικρούς ήχους, πέρα από αυτούς που έκαναν τα βήματα εκείνης και των συντρόφων της, και να δει φευγαλέες σκιές.

«Δεν είμαστε μόνοι.»

«Μην ανησυχείς,» της είπε ο Ρέμικατ. «Είναι οι φύλακες του Αλίρκωπ.»

«Φύλακες;»

«Πνεύματα των ερειπίων.»

Η Ανταρλίδα έριξε ένα ερωτηματικό βλέμμα στον Τάμπριελ, αλλά εκείνος έμεινε σιωπηλός, και ούτε η έκφρασή του πρόδιδε κάτι.

Μπροστά σε μια ξύλινη πόρτα – που σίγουρα ήταν καινούργια, όχι της εποχής των ερειπίων – ο Ρέμικατ σταμάτησε και χτύπησε.

Η πόρτα άνοιξε αποκαλύπτοντας έναν λευκό άντρα με καστανά μακριά μαλλιά και γενειάδα. Τα μάτια του ήταν στενά και γυαλιστερά. Τα ρούχα του έμοιαζαν προχειροφτιαγμένα αλλά δεν ήταν κουρέλια· θύμιζαν ρούχα ταξιδευτή.

«Ρέμικατ…» είπε. «Μεγάλη παρέα φέρνεις μαζί σου.»

«Οι πολεμιστές είναι εδώ για λόγους προστασίας,» εξήγησε ο έμπορος. Και, δείχνοντας τον Τάμπριελ με το σαγόνι του: «Από εδώ είναι ο άνθρωπος που σου είπα ότι ενδιαφέρεται για τους Αρχαίους και για τον Κατακλυσμό.»

Ο Αλίρκωπ κοίταξε την όψη του Τάμπριελ κάτω απ’την κουκούλα της κάπας του, και συνοφρυώθηκε έντονα. «Δεν είσαι από δω.»

«Όχι,» αποκρίθηκε εκείνος, «δεν είμαι από τον κόσμο σας. Ήρθα από το Ρήγμα, το οποίο μπορείτε να δείτε ακόμα κι από τούτα τα μέρη παρότι είναι εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά σας.»

Ο μάγος κούνησε το κεφάλι παίρνοντας μια σκεπτική έκφραση. «Ναι… ναι… Το Ρήγμα, όπως το λες. Το αισθάνθηκα να ανοίγει εκείνη τη νύχτα. Όλοι το αισθάνθηκαν, έστω κι αν οι περισσότεροι δεν ξέρουν τι αισθάνθηκαν.»

«Εσύ ξέρεις τι είναι το Ρήγμα;»

«Ένα σκίσιμο στο Υφαντό· κι αυτό σημαίνει ότι πρέπει να οδηγεί… αλλού. Κι από εκεί μπορεί κάτι να έρθει… όπως εσύ και αυτή η γυναίκα.» Το βλέμμα του εστιάστηκε τώρα στο κατάλευκο πρόσωπο της Ανταρλίδας.

Ο Ρέμικατ ρώτησε: «Να περάσουμε, Αλίρκωπ;»

«Περάστε. Περάστε όλοι – κι αυτοί με τις αρματωσιές.»

Μπήκαν και κάθισαν σ’ένα δωμάτιο στρωμένο με χαλιά. Καρέκλες δεν υπήρχαν αλλά δεν τους πείραζε. Μονάχα δύο ξύλινα σκαμνιά είχε ο Αλίρκωπ, και στο ένα κάθισε ο ίδιος ενώ στο άλλο ο Χάλρεοκ όταν είδε ότι κανένας άλλος δε θα το χρησιμοποιούσε· είχαν όλοι βολευτεί οκλαδόν στο πάτωμα.

«Θα σας κερνούσα κάτι,» είπε ο μάγος των ερειπίων, «αλλά είστε πολλοί για την αποθήκη μου.» Μειδίασε, αποκαλύπτοντας δόντια που ούτε ίσια ήταν ούτε και σε πολύ καλή κατάσταση.

Στους τοίχους του δωματίου ήταν κρεμασμένα δέρματα ζώων και μερικά κόκαλα, ενώ ο ένας από τους τοίχους ήταν ζωγραφισμένος με κάποιου είδους φυσική μπογιά. Απεικόνιζε έναν δρόμο μιας ερειπωμένης πόλης (μάλλον, της Καρκούμ), μέσα στον οποίο βρισκόταν μια σκιερή οντότητα που η μορφή της δεν ήταν ξεκάθαρη: θα μπορούσε να είναι άνθρωπος, ή ψηλός λύκος σηκωμένος στα δύο πισινά πόδια, ή μακρύ και πλατύ ερπετό.

Ένας μεγάλος σκύλος βγήκε από μια πόρτα του δωματίου και ζύγωσε τον Αλίρκωπ για να καθίσει στα πόδια του. Το τρίχωμά του ήταν γκριζόμαυρο, τα αφτιά του μυτερά και πεταχτά. Είχε καταγάλανα μάτια, και ατένιζε τους επισκέπτες με επιφύλαξη.

Ο μάγος τον χάιδεψε στο κεφάλι μ’ένα χέρι που ήταν γεμάτο κοκάλινα και ξύλινα μπιχλιμπίδια. «Σας έφερε, λοιπόν, ο Ρέμικατ για να μάθετε περισσότερα για το Άγκιστρο του Κόσμου;»

«Μας έφερε,» είπε ο Τάμπριελ, «για να μας πεις πώς μπορούμε να πάμε να το βρούμε· γιατί έχω ακούσει ότι ο δρόμος είναι επικίνδυνος.»

«Ο δρόμος, πράγματι, είναι επικίνδυνος… Θα κάνω ό,τι μπορώ για εσάς, αλλά θα πρέπει πρώτα να με πληρώσετε ανάλογα. Δηλαδή, με ανάλογο είδος.»

«Τι θέλεις;»

«Να μου πείτε ποιοι είστε κι από πού έρχεστε. Και να μου εξηγήσετε τι είναι το… Ρήγμα.»

«Ανταλλαγή πληροφοριών,» είπε ο Τάμπριελ. «Σωστό και δίκαιο.» Και του μίλησε για το Γνωστό Σύμπαν και για τον υπερδιαστασιακό στρόβιλο ενώ η ώρα περνούσε και το πρωί παραχωρούσε τη θέση του στο μεσημέρι. Η ζέστη είχε δυναμώσει αξιοσημείωτα όταν ο Τάμπριελ ρώτησε τελικά: «Είναι ικανοποιητικά αυτά;»

Ο Αλίρκωπ κατένευσε. «Νομίζω πως ναι.»

Ο Τάμπριελ ήπιε μια γουλιά νερό απ’το φλασκί του, και ρώτησε: «Προτού μας πεις πώς να ταξιδέψουμε στο Άγκιστρο, μπορείς πρώτα να μου εξηγήσεις τι συμβαίνει με τους μάγους σ’αυτό τον κόσμο; Επειδή κι εγώ μάγος είμαι, αλλά από εκεί όπου έρχομαι ξέρω τη μαγεία διαφορετικά από εσάς.»

«Η προέλευση της μαγείας είναι το Υφαντό, Τάμπριελ,» αποκρίθηκε ο Αλίρκωπ. «Όλοι το ξέρουν αυτό, αν και ορισμένοι δίνουν άλλα ονόματα στο Υφαντό. Έχω ακούσει, ας πούμε, να το λένε Πλέγμα, ή Ιερό Οίκο. Κάποιοι, μάλιστα, το ονομάζουν απλά Κόσμο· γιατί είναι κάτι που συγκρατεί τον κόσμο μας ενωμένο – όλοι το ξέρουν.»

«Ναι…» είπε, σκεπτικά, ο Τάμπριελ. «Ναι… Νομίζω ότι καταλαβαίνω. Και πώς επικαλείστε τη δύναμη του Υφαντού;»

«Εσύ πώς την επικαλείσαι;»

«Χρησιμοποιώ τη γλώσσα της μαγείας – μια γλώσσα που το σύμπαν καταλαβαίνει και ανταποκρίνεται – καθώς επίσης και κάποιες χειρονομίες. Με συγκεκριμένους συνδυασμούς γίνονται ξόρκια και μαγγανείες.»

Ο Αλίρκωπ δεν έμοιαζε να κατανοεί πλήρως. «Εγώ ζητώ απ’το Υφαντό να μου δώσει κάτι, κι αν η ανάγκη μου είναι αληθινή, το Υφαντό μού το δίνει.»

Τόσο απλά; «Ο Ρέμικατ μάς είπε ότι έχεις κάποιους φύλακες εδώ. Η Ανταρλίδα μπορούσε να τους αντιληφτεί καθώς ανεβαίναμε μέσα στον πύργο σου.» Δεν υπήρχε καλύτερη λέξη για να πει κανείς πολυκατοικία στην Οικουμενική.

Ο Αλίρκωπ ένευσε. «Ναι, τα πνεύματα των ερειπίων. Είναι γεννήματα του εδάφους. Έχουμε καλή συνεννόηση μεταξύ μας, αν και στην αρχή είχανε λυσσάξει και θέλανε να με καταστρέψουν. Ακόμα υπάρχουν κάποια που δε με συμπαθούν. Αυτό εκεί, για παράδειγμα.» Υψώνοντας το χέρι του, έδειξε τη ζωγραφική στον τοίχο. «Προσπαθώ να το αναπαραστήσω όσο καλύτερα μπορώ για να το παγιδέψω και να το πολεμήσω όταν ξαναπαρουσιαστεί.»

Η Ανταρλίδα κοίταξε παραξενεμένη τον Τάμπριελ. Τι λέει αυτός ο άνθρωπος; συλλογίστηκε. Μήπως είναι τρελός; –Μα τους θεούς! τι σκέφτομαι; Κι ο Τάμπριελ τρελός θα μπορούσες να πεις ότι είναι, μ’αυτές τις «εικόνες» που βλέπει.

Ο Φεηνάρκιος μάγος δεν γύρισε ν’αντικρίσει τη Μαύρη Δράκαινα· συνέχισε να κοιτάζει τον Αλίρκωπ. «Μάλιστα…» είπε. «Στην πατρίδα μου φυλακίζουμε θεούς, πνεύματα, και δαίμονες μέσα σε ειδικά κατασκευασμένα αντικείμενα. Μόνο εμείς ξέρουμε αυτή την τεχνική, το τάγμα των Δεσμοφυλάκων. Ίσως θα σου φαινόταν χρήσιμο αν σου έδειχνα πώς να το κάνεις κι εσύ.»

Τα στενά μάτια του Αλίρκωπ στένεψαν ακόμα περισσότερο, από έντονο ενδιαφέρον.

«Δε γίνεται αμέσως, όμως,» συνέχισε ο Τάμπριελ. «Κι επιπλέον, θα σου προσφέρω αυτή τη γνώση μόνο αν μας εξυπηρετήσεις καλά για να φτάσουμε στο Άγκιστρο του Κόσμου, και αν μας πεις όλα όσα ξέρεις γι’αυτό.»

«Είμαστε σύμφωνοι,» δήλωσε ο Αλίρκωπ.

Κεφάλαιο Δέκατο-Πέμπτο
Ακόμα ένα Πτώμα, και ένας Πράκτορας

Δεν τον εμπιστευόμουν καθόλου αυτόν τον Αλίρκωπ. Δεν μου άρεσε ούτε η όψη του ούτε τα όσα έλεγε. Έκανε τις τρίχες μου να ορθώνονται, κι ένιωθα σαν έντομα να έτρεχαν πάνω στη ράχη μου.

Εκείνη την εποχή, όμως, το ίδιο θα αισθανόμουν για οποιονδήποτε μάγο. Δεν εμπιστευόμουν κανέναν τους· ήταν κάτι το παράδοξο για εμένα. Εκτός από τον Μεγάλο Προφήτη, φυσικά, τον οποίο έβλεπα αλλιώς γιατί δεν ήταν από τον κόσμο μας.

Όταν ο Αλίρκωπ δήλωσε πρόθυμος να μας συνοδέψει, όχι να μας καθοδηγήσει απλώς, στο Άγκιστρο του Κόσμου, αυτό μεγάλωσε την ανησυχία μου, επειδή δεν τον ήθελα μαζί μας. Ο Μεγάλος Προφήτης, ωστόσο, δεν διαφώνησε στο ελάχιστο. Του είπε: Έλα, και θα κάνουμε όπως συμφωνήσαμε. Δηλαδή, εννοούσε ότι στο ταξίδι θα του δίδασκε εκείνη την τεχνική για να παγιδεύει πνεύματα μέσα σε ειδικά κατασκευασμένα αντικείμενα. Κάτι που επίσης δεν μου άρεσε καθόλου. Γιατί, εντάξει, ο Τάμπριελ ερχόταν έξω από τον κόσμο μας και μπορούσε να ξέρει οτιδήποτε άγνωστο σε εμάς· αλλά ήταν σωστό να μαθαίνει τα ίδια, επικίνδυνα πιθανώς, πράγματα σ’έναν μάγο σε τούτους τους βαρβαρικούς τόπους;

Ο Αλίρκωπ προθυμοποιήθηκε να έρθει μαζί μας αλλά δεν θα ήταν αυτός που θα μας οδηγούσε κιόλας. Γνωρίζω τα μονοπάτια, είπε στον Μεγάλο Προφήτη, μα όχι τόσο καλά όσο αυτούς που είναι η δουλειά τους να ταξιδεύουν βόρεια της Καρκούμ και να αποφεύγουν τους κινδύνους. Και μας πρότεινε να πάμε να βρούμε μια γυναίκα που ονομαζόταν Ζανάιλχα. Μας είπε να της μιλήσουμε σήμερα ώστε, αν μπορούσαμε, να ξεκινήσουμε αύριο. Η Ζανάιλχα πρέπει να είχε μόλις έρθει στην πόλη από κάποιο ταξίδι· έτσι είχε ακούσει.

Επομένως, πήγαμε να επισκεφτούμε αυτή την οδηγό, η οποία έμενε στο περιτειχισμένο μέρος της Καρκούμ, κοντά στα βόρεια τείχη, σ’ένα σπίτι που δεν ήταν και τόσο φτωχικό. Πρέπει να έβγαζε κάμποσα χρήματα από το επάγγελμά της. Ήταν μαυρόδερμη και ψηλή, και τα μαλλιά της – τα οποία έδενε σε τρεις μακριές κοτσίδες – επίσης μαύρα ήταν. Ο Μεγάλος Προφήτης τής μίλησε ενώ εκείνη καθόταν επάνω σε μια μεγάλη πολυθρόνα ντυμένη με τομάρι πάνθηρα· της είπε ποιος μας είχε στείλει σ’αυτήν και πού θέλαμε να μας οδηγήσει. Η Ζανάιλχα δέχτηκε όταν άκουσε τη χρηματική αμοιβή που θα λάμβανε· αποκρίθηκε, όμως, ότι δεν μπορούσε να φύγει αύριο από την πόλη γιατί είχε κάποιες δουλειές.

Θα ξεκινήσουμε μεθαύριο, εντάξει; ρώτησε τον Τάμπριελ.

Εντάξει, της απάντησε εκείνος· και φύγαμε απ’την οικία της.

Όταν επιστρέψαμε στο πανδοχείο Το Τρύπιο Καλύβι, εγώ, ο Ρέμικατ, και η γυναίκα του η Καρνάχω είχαμε μια πολύ έντονη διαφωνία, διότι ήθελαν να μας αφήσουν και να φύγουν. Φοβόνταν ότι θα τους ξαναεπιτίθονταν οι δολοφόνοι του Τέζελ Ντόραλ.

Δεν μπορούμε να το διακινδυνέψουμε άλλο! είπε η Καρνάχω. Σας φέραμε στην Καρκούμ όπως υποσχεθήκαμε. Τι άλλο θέλετε;

Προσπάθησα να φανώ λογικός: Το πλοίο σας θα μας χρειαστεί για να επιστρέψουμε, είπα. Και η Βασίλισσα σάς έχει πληρώσει καλά. Δεν μπορείτε να αγνοήσετε τη Βασίλισσα!

Η Καρνάχω, όμως, ήταν ανένδοτη: Θα μας σκοτώσουν αν μείνουμε! Τι να τα κάνουμε τα λεφτά της Βασίλισσάς σου τότε;

Ο Τάμπριελ παρενέβη όταν ο διαπληκτισμός μας εντάθηκε ακόμα περισσότερο. Νόμιζαν ότι τους απειλούσα! Ότι τους έλεγα πως δεν θα ξαναήταν ευπρόσδεκτοι στο Τάρσαζ αν μας άφηναν εδώ και έφευγαν. Αν είναι δυνατόν! Ποτέ δεν υπονόησα κάτι τέτοιο, παρότι, όντως, προσπάθησα να τους παροτρύνω να μείνουν στην Καρκούμ.

Ο Μεγάλος Προφήτης κατάφερε να μας φέρει σ’έναν συμβιβασμό. Πρότεινε στον Ρέμικατ να μείνει στην πόλη μέχρι να αρχίσουμε το ταξίδι μας με οδηγό τη Ζανάιλχα· μετά, ας έφευγε. Ήταν λογικό εξάλλου, είπε· δεν μπορούσε να απαιτήσει από αυτόν να μείνει όταν διέτρεχε τόσο μεγάλο κίνδυνο. Ο Ρέμικατ συμφώνησε, αν και η Καρνάχω δεν έμοιαζε και τόσο ευχαριστημένη από τούτη τη συμφωνία: αναμφίβολα θα προτιμούσε να απέπλεαν από το λιμάνι της Καρκούμ το ίδιο βράδυ.

*
* * *
*

Καθώς βράδιαζε κάθονταν στην τραπεζαρία του Τρύπιου Καλυβιού τρώγοντας και πίνοντας και συζητώντας με σχετικά εύθυμη διάθεση παρά τον πρόσφατο διαπληκτισμό του Καλέφραζ με τον Ρέμικατ και την Καρνάχω. Ημίγυμνες χορεύτριες χόρευαν γύρω από το μεγάλο τραπέζι τους, ανεμίζοντας πέπλα που τυλίγονταν φασματικά επάνω στα καλλίγραμμα σώματά τους. Οι δύο είχαν δέρμα μαύρο, και μαλλιά η πρώτη είχε γαλανά ενώ η δεύτερη μενεξεδιά· της τρίτης το δέρμα ήταν λευκό-ροζ, και τα μαλλιά της κατάμαυρα και σγουρά.

Ο Καλέφραζ γινόταν κατακόκκινος στο πρόσωπο όποτε οι γυναίκες έρχονταν κοντά του αγγίζοντάς τον με τα πόδια τους, περνώντας τα πέπλα τους μπροστά απ’το πρόσωπό του, ή ακουμπώντας τους ώμους ή τα μαλλιά του με τα χέρια τους. Μετά από λίγο, πρέπει κάτι να κατάλαβαν κι άρχισαν να πλησιάζουν τον Γραμματικό ολοένα και περισσότερο, υπομειδιώντας και ψιθυρίζοντας στ’αφτί του.

Ο Χάλρεοκ τύλιξε το χέρι του γύρω απ’τη μέση της μαυρόδερμης με τα μενεξεδιά μαλλιά και την τράβηξε κοντά του. Εκείνη τού είπε κάτι που οι άλλοι δεν άκουσαν καθώς η φωνή της χάθηκε μέσα στη βαβούρα της τραπεζαρίας, όπου, εκτός από τις ομιλίες των πελατών, αντηχούσε και η μουσική ενός μελωδού που έπαιζε άσκαυλο. Ο Χάλρεοκ γέλασε και αποκρίθηκε στη χορεύτρια (τα λόγια του επίσης δεν ακούστηκαν στους άλλους), οπότε εκείνη κάθισε στα γόνατά του χαμογελώντας και τινάζοντας πίσω τα μενεξεδιά της μαλλιά.

Ο Τάμπριελ, ύστερα από τρία κύπελλα καφάρδιο αναμιγμένο με ρούμι, αισθάνθηκε την ανάγκη να επισκεφτεί την τουαλέτα (γιατί, παρότι ο Καλέφραζ και άλλοι κάποτε θα τον ονόμαζαν Μεγάλο Προφήτη, ακόμα κι οι Μεγάλοι Προφήτες χρειάζονταν κάπου-κάπου να πάνε στην τουαλέτα) και σηκώθηκε απ’τη θέση του. Η Ανταρλίδα τού έριξε ένα ερωτηματικά βλέμμα: Πού πας; Να έρθω; Εκείνος τής έκανε νόημα να καθίσει εκεί που ήταν, και βάδισε προς την πίσω μεριά του πανδοχείου όπου υπήρχε μια μικρή πόρτα η οποία έβγαζε σ’ένα στενορύμι και στις δημόσιες τουαλέτες του Τρύπιου Καλυβιού.

Καθώς ο Τάμπριελ έφευγε, κάποιος σηκώθηκε από ένα τραπέζι και τον ακολούθησε.

Η Ανταρλίδα δεν τον είδε γιατί, εκείνη τη στιγμή, δύο από τις χορεύτριες έτυχε να περνούν από μπροστά – μια από τις λίγες φορές που μια Μαύρη Δράκαινα δεν κατόρθωνε να παρατηρήσει κάτι που την ενδιέφερε.

Μπορεί, όμως, η Ανταρλίδα να μην είδε τον άντρα που ακολούθησε τον Τάμπριελ αλλά ένας άλλος τον είδε: και σηκώθηκε κι αυτός απ’το τραπέζι του κατευθυνόμενος προς την πίσω πόρτα του πανδοχείου.

Ο Τάμπριελ, βγαίνοντας στο σοκάκι, πέρασε μέσα από τη στενή είσοδο που οδηγούσε στις τουαλέτες και πήγε σε μία απ’αυτές. Έκανε τη δουλειά του και ύστερα στράφηκε για να πλύνει τα χέρια του με νερό από το βαρέλι που είχε ο πανδοχέας στον προθάλαμο (μια πολύ ευγενική λέξη για εκείνο το βρόμικο πέτρινο δωμάτιο πριν από τις τουαλέτες). Τότε, όμως, διαπίστωσε ότι δεν ήταν μόνος.

Στη στενή είσοδο στεκόταν ένας άντρας. Σημαδεύοντάς τον με οπλισμένη βαλλίστρα.

Σγουρά, μαύρα μαλλιά· φαρδείς ώμοι. Μετρίου αναστήματος. Λευκός.

Ο ναύτης του Ρέμικατ.

Ακριβώς όπως στην εικόνα που ο Τάμπριελ είχε δει στο μυαλό του.

«Ποιος σε πλήρωσε;» τον ρώτησε ψυχρά.

«Τι σημασία μπορεί να έχει για σένα, κοκκινόδερμο τέρας; Τώρα, είσαι νεκρός,» αποκρίθηκε ο ναύτης με τη βαλλίστρα.

«Η Ανταρλίδα είναι πίσω σου: εσύ σύντομα θα είσαι νεκρός.»

«Ναι, σε πίστεψα– Ογκχ…!» Τα μάτια του γούρλωσαν· παραπάτησε κι έπεσε μπρούμυτα ενώ η βαλλίστρα έφευγε απ’τα χέρια του. Στην πλάτη του ένα ξιφίδιο ήταν καρφωμένο ώς τη λαβή.

Ο Τάμπριελ ξαφνιάστηκε, γιατί δεν περίμενε ότι πραγματικά κάποιος βρισκόταν πίσω από τον ναύτη. Είχε μπλοφάρει.

Φαίνεται, όμως, πως η Ανταρλίδα με ακολούθησε τελικά–

Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη σκέψη του κι ένας άντρας μπήκε στον στενό προθάλαμο, πατώντας αδιάφορα το πτώμα του ναύτη. Ήταν ψηλός και λιγνός, ντυμένος με μαύρο πουκάμισο και μαύρο παντελόνι, ενώ μια ελαφριά, γκρίζα καλοκαιρινή κάπα έπεφτε στους ώμους του. Το πρόσωπό του ήταν μακρύ, κι ένα αχνό μειδίαμα υπήρχε στα χείλη του. Τα μαλλιά του ήταν σκούρα καστανά και κοντοκουρεμένα, το δέρμα του λευκό με απόχρωση του ροζ.

Και τα μάτια του…

Ήταν παράξενα τα μάτια του. Έμοιαζαν με μάτια μέσα σε μάτια μέσα σε μάτια. Έδωσαν, για μια στιγμή, στον Τάμπριελ την εντύπωση ματιών εντόμου.

«Ποιος είσαι εσύ;» τον ρώτησε, ξαφνιασμένος.

Ο άντρας έσκυψε, τράβηξε το ξιφίδιό του από την πλάτη του πτώματος, το σκούπισε μ’ένα μαντήλι, και το θηκάρωσε στη ζώνη του.

«Το όνομά μας δεν έχει σημασία, Τάμπριελ,» αποκρίθηκε. «Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι μας χρωστάς τη ζωή σου.»

Τα μάτια του Τάμπριελ στένεψαν. «Δε μ’αρέσει ο τρόπος που αρχίζεις ετούτη την κουβέντα, όποιος κι αν είσαι.»

«Δεν είμαι κάποιος. Είμαστε όλοι φορείς της θέλησης του Μεγάλου, ο οποίος επιθυμεί να σε έχει κοντά του, γιατί γνωρίζει ότι όπως κι αυτός έτσι κι εσύ είσαι ξεχωριστός σε τούτο τον κόσμο.»

«…Ο Ιεράρχης,» μουρμούρισε ο Τάμπριελ περισσότερο στον εαυτό του παρά στον άντρα αντίκρυ του.

«Όπως ήταν αναμενόμενο, έχεις ακούσει για εμάς,» είπε αυτός, μ’εκείνο το αχνό μειδίαμα να μην έχει φύγει καθόλου απ’το πρόσωπό του. «Πρέπει να έρθεις μαζί μας τώρα, Τάμπριελ, για να γνωρίσεις τον Μεγάλο.»

«Δεν το νομίζω· έχω καλύτερα πράγματα να κάνω,» αποκρίθηκε ξερά ο Τάμπριελ.

«Ο Μέγας θα σου δείξει πράγματα που δεν είχες ποτέ φανταστεί.»

«Τον ευχαριστώ για την προσφορά, πες του, αλλά αρνούμαι να τον συναντήσω τώρα. Ίσως κάποια άλλη στιγμή.»

Η έκφραση στο πρόσωπο του Ιεράρχη δεν άλλαξε, σαν η όψη του να ήταν μια μάσκα φτιαγμένη από πηλό. «Δε χρειάζεται να του πούμε τίποτα· είναι εδώ, μαζί μας. Και δεν δέχεται να αρνηθείς την προσφορά του, δυστυχώς για σένα.»

Δεν έχω άλλη επιλογή, λοιπόν. Ο Τάμπριελ τράβηξε το πιστόλι του και σημάδεψε τον Ιεράρχη. «Αυτό το όπλο,» του είπε, «αναμφίβολα δε θα το γνωρίζεις γιατί δεν υπάρχει σε τούτο τον κόσμο, αλλά μπορώ να σε διαβεβαιώσω ότι είναι πολύ θανατηφόρο. Αν πατήσω τη σκανδάλη, είσαι νεκρός–»

«Δεν μπορούμε να πεθάνουμε, Τάμπριελ–»

«Όπως και νάχει, αυτό το σώμα δεν θα είναι πλέον διαθέσιμο, και θα έχεις χάσει έναν σου πράκτορα στην Καρκούμ.»

«Γιατί δεν πατάς τη σκανδάλη τότε;»

«Προτιμώ να αποφύγω τον θόρυβο. Φύγε από μπροστά μου και θα προσποιηθούμε πως τούτο το περιστατικό δεν συνέβη· μείνε και θα χάσεις το σώμα σου.»

Ο Ιεράρχης στράφηκε και έφυγε. Ο Τάμπριελ τον είδε να εξαφανίζεται μέσα στο σκοτεινό στενορύμι πίσω από το Τρύπιο Καλύβι.

Θηκαρώνοντας το πιστόλι του, επέστρεψε στην τραπεζαρία του πανδοχείου και ζύγωσε το τραπέζι των συντρόφων του. «Ένας ναύτης σου είναι νεκρός στις τουαλέτες,» είπε στον Ρέμικατ δίχως να καθίσει.

«Τι πράγμα;» έκανε εκείνος, αιφνιδιασμένος.

«Προσπάθησε να με σκοτώσει–»

(ο Τάμπριελ είδε τα μάτια της Ανταρλίδας να γουρλώνουν προς στιγμή και τις γροθιές της να σφίγγονται πάνω στο τραπέζι – μια Μαύρη Δράκαινα δεν μπορούσε να ανεχτεί μια τέτοια αποτυχία)

«–αλλά κάποιος άλλος τον σκότωσε προτού με τοξέψει.»

«Ποιος άλλος;» ρώτησε αμέσως η Ανταρλίδα.

«Ένας άντρας. Δεν τον έχω ξαναδεί, μα πρέπει να με ακολουθούσε.» Και, χρησιμοποιώντας την Ανώτερη Γλώσσα του Τάρσαζ για να μην τον καταλαβαίνουν οι χορεύτριες, συνέχισε: «Τον είχε στείλει ο Ιεράρχης.»

Ο Χάλρεοκ καταράστηκε. «Και τι σου είπε;» ρώτησε, επίσης στην Ανώτερη Γλώσσα.

«Να πάω μαζί του. Και δε φαινόταν να μπορώ να του αλλάξω γνώμη, έτσι τον απείλησα με το πιστόλι μου. Ήταν αρκετά έξυπνος για να υποχωρήσει τότε.» Αλλά, δυστυχώς, ο Μέγας Ιεράρχης τώρα γνωρίζει για τα όπλα μας: ό,τι ξέρει ένας από τους Ιεράρχες το ξέρουν όλοι, έτσι δε λένε στο Τάρσαζ;

Η Ανταρλίδα σηκώθηκε από την καρέκλα της. «Προς τα πού πήγε;»

«Ακολούθησε το σοκάκι πίσω από το πανδοχείο. Δε νομίζω ότι έχει νόημα τώρα να τον κυνηγήσεις.»

Χρησιμοποιώντας τη Συμπαντική, η Ανταρλίδα είπε: «Έπρεπε να είχα έρθει μαζί σου!»

Ο Ρέμικατ σηκώθηκε όρθιος. «Δεν καταλαβαίνω τι λέει κανένας σας! Δε μπορείτε να μιλήσετε στην Οικουμενική; Τι θα κάνω τώρα, με τον νεκρό ναύτη στις τουαλέτες; Ακόμα ένας νεκρός σε τούτο το πανδοχείο – εξαιτίας μου!»

«Μην πανικοβάλλεσαι,» του είπε ο Χάλρεοκ, καθώς κι εκείνος σηκωνόταν παραμερίζοντας τη χορεύτρια που καθόταν στα γόνατά του· «θα μιλήσουμε στον πανδοχέα και θα τα κανονίσουμε.» Στράφηκε στη χορεύτρια. «Μπορείς να μας τον φωνάξεις, κούκλα;»

Εκείνη κατένευσε κι έφυγε βιαστικά.

Όταν ο πανδοχέας ήρθε, του είπαν ότι ο ναύτης είχε προσπαθήσει να σκοτώσει τον Τάμπριελ για άγνωστο λόγο (δεν ήξεραν ποιος τον είχε πληρώσει ή αν, ίσως, ήταν τρελός – πράγμα που αλήθευε) και η Ανταρλίδα τον είχε σώσει. Δεν ανέφεραν τίποτα για τον Ιεράρχη. Ο πανδοχέας δεν φάνηκε καθόλου ευχαριστημένος από τούτο το γεγονός· έπιασε τα μαλλιά του και τους είπε ότι θα τον κατέστρεφαν! θα τον κατέστρεφαν!

Ο Ρέμικατ, που τώρα είχε ανακτήσει την αυτοκυριαρχία του, τον αγριοκοίταξε. «Μη μου πεις ότι είναι η πρώτη φορά που βρίσκεις νεκρό στις τουαλέτες σου. Είναι;»

Ο πανδοχέας κούνησε το κεφάλι. «Δεν είναι, αλλά…»

«Δε χρειάζεται αυτή τη φορά να κάνεις τίποτα το ιδιαίτερο· απλά θα τον πάρω από τις τουαλέτες και θα φροντίσω εγώ για την κηδεία του. Δικός μου ναύτης είναι, εξάλλου. Εσύ δεν ξέρεις τίποτα, εντάξει; Αν κάποιος σε ρωτήσει, τον βρήκες εκεί και, μετά, εγώ τον αναγνώρισα.»

Ο πανδοχέας έγνεψε καταφατικά. «Εντάξει, εντάξει.»

Έπειτα, ο Ρέμικατ κανόνισε κάποιοι ναύτες να πάρουν τον νεκρό και να τον μεταφέρουν στην Ταχύδρομη Κυρά. Δεν τους έδωσε εξηγήσεις για το πώς σκοτώθηκε· τους είπε μονάχα ότι βρέθηκε μαχαιρωμένος στην τουαλέτα, και τους ρώτησε μήπως ήξεραν αν είχε τίποτα ύποπτα πάρε-δώσε εδώ, στην Καρκούμ. Κανένας τους δεν ήξερε το παραμικρό.

«Τον είχες καιρό στο πλήρωμά σου;» ρώτησε ο Τάμπριελ τον Ρέμικατ, αργότερα.

«Όχι πολύ καιρό. Δεν έχω ιδέα γιατί μπορεί να προσπάθησε να σε σκοτώσει.»

«Κάποιος τον πλήρωσε, προφανώς. Και έχω μια υποψία ποιος…»

Ο Ρέμικατ συνοφρυώθηκε. «Ποιος;»

«Δεν έχει σημασία τώρα. Δεν έχω καμια απόδειξη, εξάλλου. Ούτε ο ναύτης σου μου είπε τίποτα όταν τον ρώτησα.»

Κεφάλαιο Δέκατο-Έκτο
Αναχώρηση

Η απόπειρα δολοφονίας κατά του Μεγάλου Προφήτη, αν και δεν ήταν μη αναμενόμενη όπως κατά του Ρέμικατ, με τράνταξε. Καθώς επίσης και η εμφάνιση του Ιεράρχη. Τον ναύτη, αρχικά, αδυνατούσα να φανταστώ ποιος μπορεί να τον είχε στείλει· ή, μάλλον, δεν ήθελα να φανταστώ. Ο Μεγάλος Προφήτης όμως, καθώς και η Συνοδός του, υποπτεύονταν τον Πρωθιερέα του Μαράνχαλωμ χωρίς να το κρύβουν. Όφειλα να παραδεχτώ πως αυτό δεν ήταν απίθανο· ο Πρωθιερέας δεν συμπαθούσε τον Μεγάλο Προφήτη. Ωστόσο δεν μπορούσα και να μην έχω στη σκέψη μου ένα ακόμα ενδεχόμενο: Πιθανώς οι Ιεράρχες να είχαν πληρώσει τον ναύτη ώστε να επιτεθεί στον Τάμπριελ, για να τον σκοτώσουν μετά και να παριστάνουν τους σωτήρες. Την υποψία μου αυτή την ανέφερα στον Μεγάλο Προφήτη και στη Συνοδό του, κι εκείνοι δεν διαφώνησαν· μου είπαν ότι ήταν, πράγματι, πιθανό.

Θα πρέπει να προσέχουμε πολύ αυτόν τον Ιεράρχη που βρίσκεται στην Καρκούμ, είπε η Ανταρλίδα. Μάλλον ήρθε εδώ με το πλοίο που μας ακολουθούσε από τότε που φύγαμε απ’το Τάρσαζ.

Τέλος πάντων. Προσπάθησα με τα χίλια ζόρια να κοιμηθώ εκείνη τη νύχτα· αλλά δεν τα κατάφερα: μέχρι τα ξημερώματα σκεφτόμουν συνεχώς την Κάνταφαχ μου και τα παιδιά.

*
* * *
*

Ο Χάλρεοκ κατέβηκε τη σκάλα του πανδοχείου και πήγε στο μεγάλο τραπέζι όπου κάθονταν οι υπόλοιποι παίρνοντας πρωινό.

«Ο Καλέφραζ δεν απαντά,» είπε στον Τάμπριελ και στην Ανταρλίδα. «Του χτυπούσα την πόρτα και φώναζα το όνομά του, αλλά δε μου μιλούσε.»

Μη μου πεις ότι θα έχουμε κι άλλες ιστορίες σε τούτο το τρισκατάρατο πανδοχείο… σκέφτηκε η Ανταρλίδα και σηκώθηκε όρθια. «Πάω να κοιτάξω.»

Ο Χάλρεοκ την έπιασε απ’τον πήχη. «Θα διαρρήξεις την πόρτα;»

«Αν χρειαστεί.»

Ο Τάμπριελ σηκώθηκε επίσης. «Θα έρθω μαζί σου.»

«Κι εγώ,» δήλωσε ο Χάλρεοκ.

Ανέβηκαν τη σκάλα και πήγαν στο δωμάτιο του Γραμματικού.

Ο Τάμπριελ ύψωσε τη γροθιά του και χτύπησε. «Καλέφραζ; Είσαι μέσα;»

Ησυχία.

Ο Τάμπριελ ξαναχτύπησε, δυνατότερα. «Καλέφραζ!»

Η Ανταρλίδα τού ψιθύρισε: «Έχεις ‘δει’ τίποτα γι’αυτό;»

Την ίδια στιγμή, η φωνή του Γραμματικού ακουγόταν από μέσα: «Τάμπριελ, είσαι μόνος;»

«Η Ανταρλίδα και ο Χάλρεοκ είναι μαζί μου.»

«Μπορείς να μπεις λίγο μόνος; Μόνο εσύ, κανένας άλλος.»

Η Ανταρλίδα έριξε στον Τάμπριελ ένα προειδοποιητικό βλέμμα.

«Θα έρθω, Καλέφραζ,» είπε εκείνος.

«Είσαι τρελός;» σύριξε η Ανταρλίδα σφίγγοντας το μπράτσο του. «Είσαι τρελός; Ίσως νάναι παγίδα!»

«Είσαι μόνος, Καλέφραζ;» ρώτησε ο Τάμπριελ.

«Ναι!» απάντησε αμέσως ο Γραμματικός. «Ποιος άλλος νάναι στο δωμάτιό μου;»

Η Ανταρλίδα συνοφρυώθηκε. «Κάτι συμβαίνει. Θα έρθω μαζί σου, Τάμπριελ. Μη διαφωνήσεις.»

«Θα έρθει κι η Ανταρλίδα, Καλέφραζ. Πειράζει;»

Ο Γραμματικός άργησε να απαντήσει. Αλλά τελικά: «Εντάξει, ας έρθει,» αναστέναξε. «Κανένας άλλος, όμως. Θέλω να μιλήσω σ’εσένα μόνο, Τάμπριελ.»

Ο Τάμπριελ έκανε νόημα στον Χάλρεοκ ν’απομακρυνθεί· εκείνος υπάκουσε, αν και διστακτικά. Το χέρι του ήταν κοντά στη λαβή του σπαθιού που κρεμόταν από τη ζώνη του.

Η Ανταρλίδα έπιασε το πόμολο κι έκανε ν’ανοίξει την πόρτα, αλλά διαπίστωσε ότι ήταν κλειδωμένη. «Καλέφραζ, άνοιξε,» είπε δυνατά.

Η πόρτα ακούστηκε να ξεκλειδώνει, και μισάνοιξε. Η όψη του Γραμματικού φάνηκε. «Ελάτε,» είπε.

Ο Τάμπριελ και η Ανταρλίδα μπήκαν, και ο Καλέφραζ έκλεισε αμέσως την πόρτα πίσω τους και την κλείδωσε πάλι.

Στο κρεβάτι ήταν καθισμένη μία από τις χορεύτριες που χτες βράδυ χόρευαν στο τραπέζι τους: η λευκή με τα κατάμαυρα σγουρά μαλλιά. Είχε τα χέρια της σταυρωμένα στο στήθος κι έμοιαζε τσαντισμένη.

«Τι ακριβώς συμβαίνει, Καλέφραζ;» ρώτησε ο Τάμπριελ.

«Δε βλέπεις τι συμβαίνει;» αποκρίθηκε ο Γραμματικός δείχνοντας τη χορεύτρια. «Μα τον Μεγάλο Τίγρη, Τάμπριελ, δεν ήξερα τι έκανα! Έγινε κατά λάθος! Παρασύρθηκα! Το ποτό… ξέρεις…» Μιλούσε στην Ανώτερη Γλώσσα για να μην τον καταλαβαίνει η γυναίκα στο κρεβάτι.

Η Ανταρλίδα τον αγριοκοίταξε. «Έκανες όλη αυτή τη φασαρία επειδή κοιμήθηκες μαζί με μια απ’τις χορεύτριες του πανδοχείου;» Δεν μπήκε στον κόπο να μιλήσει στην Ανώτερη Γλώσσα.

«Η σύζυγός μου θα με σκοτώσει,» είπε ο Καλέφραζ εξακολουθώντας να χρησιμοποιεί την Ανώτερη Γλώσσα. «Και έχω και δύο παιδιά. Δεν πρέπει αυτό να μαθευτεί! Αν το μάθει ο Χάλρεοκ κι οι άλλοι πολεμιστές, καταστράφηκα! Καταστράφηκα! –Θα με βοηθήσετε;»

«Γιατί δεν την έβγαζες απ’το δωμάτιό σου τόση ώρα που κανένας δεν ήταν στον διάδρομο;» τον ρώτησε η Ανταρλίδα.

«Δεν ήμουν σίγουρος ότι δεν ήταν κανένας – άσε που μπορεί κάποιος να εμφανιζόταν ξαφνικά.»

«Τι θέλεις να κάνουμε;» ρώτησε ο Τάμπριελ, υπομονετικά.

«Διώξτε τους άλλους από τον διάδρομο για να–»

«Μόνο ο Χάλρεοκ είναι εδώ,» του είπε η Ανταρλίδα. «Οι υπόλοιποι είναι κάτω.»

«Εντάξει, διώξτε αυτόν. Δώστε μου λίγο χρόνο.»

Ο Τάμπριελ έκανε νόημα στην Ανταρλίδα.

«Εντάξει,» είπε εκείνη μορφάζοντας, «θα τ’αναλάβω.»

«Πες του ότι ήθελα να μιλήσω στον Τάμπριελ για… εμμμ… για ένα όνειρο που είδα τη νύχτα. Ένα όνειρο, ναι, που με τρόμαξε. Εντάξει;»

Η Ανταρλίδα κατένευσε και βγήκε απ’το δωμάτιο.

Ο Καλέφραζ στράφηκε στον Τάμπριελ: «Δε θα πείτε τίποτα γι’αυτό, έτσι; Ούτε εσύ ούτε η Ανταρλίδα.»

«Μην ανησυχείς· δεν έχουμε πρόβλημα στο να κρατάμε μυστικά.»

«Σ’ευχαριστώ, φίλε μου. Σ’ευχαριστώ!» είπε ο Καλέφραζ και του έσφιξε το χέρι ανάμεσα στα δύο δικά του. «Είμαι ευγνώμων.»

*

Την υπόλοιπη ημέρα τίποτα το επεισοδιακό δεν συνέβη: κάθονταν στο πανδοχείο χωρίς άλλες εκπλήξεις. Κατά το μεσημέρι, η Ανταρλίδα είπε στον Τάμπριελ ότι θα πήγαινε να ρίξει μια ματιά στο λιμάνι, να δει πού βρισκόταν το πλοίο που τους ακολουθούσε καθώς έρχονταν. Και όσο θα λείπω, του τόνισε, να είσαι στο δωμάτιό μας. Εκείνος αποκρίθηκε: Η Παντοκράτειρα ήταν λιγότερο αυταρχική από σένα, Μαύρη Δράκαινα. —Για το καλό σου είναι. Την άλλη φορά, λίγο σ’άφησα απ’τα μάτια μου και είδες τι συνέβη. —Όλες τα ίδια λέτε. Η Ανταρλίδα τον αγριοκοίταξε, και το πρόσωπο του Τάμπριελ σχημάτισε ένα από τα σπάνιά του χαμόγελα.

Η Μαύρη Δράκαινα δεν άργησε να επιστρέψει και να του πει ότι το πλοίο είχε εξαφανιστεί. Μάλλον είχε φέρει εδώ τον Ιεράρχη – και άλλους μαζί του, πιθανώς – και είχε εκπλεύσει απ’την Καρκούμ.

«Πράγμα το οποίο σημαίνει,» κατέληξε η Ανταρλίδα, «ότι αυτή τη στιγμή δεν έχουμε ιδέα πού μπορεί να κρύβεται ο εχθρός μας.»

«Δε θα είναι μακριά, πάντως,» είπε ο Τάμπριελ· και τη ρώτησε: «Τι νομίζεις για την υποψία του Καλέφραζ; Μπορεί οι Ιεράρχες να πλήρωσαν τον ναύτη για να μου επιτεθεί;»

«Δεν αποκλείεται. Ο Γραμματικός, παρότι το παίζει αθώος, έχει δόλιο νου, όπως αποδείχτηκε σήμερα το πρωί.» Και μειδίασε.

Ο Τάμπριελ απλώς κούνησε το κεφάλι και ήπιε μια γουλιά καφάρδιο, καθισμένος στην άκρη του κρεβατιού του.

*

Η Ζανάιλχα ήρθε να τους βρει το απόβραδο, μαζί με τον Αλίρκωπ. Πλάι στον μάγο βάδιζε ο γκριζόμαυρος σκύλος του που ονομαζόταν Θυμός – «επειδή,» όπως είχε πει στον Τάμπριελ όταν μίλησαν, «ήρθε σε μένα σε μια περίοδο μεγάλου θυμού.»

Ο Τάμπριελ, η Ανταρλίδα, και οι υπόλοιποι κάθονταν στο συνηθισμένο τους τραπέζι στην τραπεζαρία του Τρύπιου Καλυβιού, παίρνοντας βραδινό, και κοίταξαν τον Αλίρκωπ με περιέργεια. Τη Ζανάιλχα την περίμεναν, αλλά όχι κι αυτόν μαζί της.

«Το πρωί ξεκινάμε,» είπε η μαυρόδερμη οδηγός στον Τάμπριελ. «Με την αυγή. Να έχετε μαζί σας αρκετά τρόφιμα και ό,τι άλλο μπορεί να χρειαστείτε – σκηνές, κουβέρτες, όπλα, σχοινιά, μπαστούνια· ξέρετε.»

«Κανένα πρόβλημα,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ. «Πού θα συναντηθούμε;»

«Στο λιμάνι.» Η Ζανάιλχα τράβηξε μια καρέκλα κοντά στο τραπέζι και κάθισε ανάποδα, με τους πήχης της ακουμπισμένους στην ξύλινη πλάτη. «Θα πλεύσουμε πάνω στον ποταμό ώς ένα σημείο.»

Ο Αλίρκωπ πήρε μια άλλη καρέκλα και κάθισε δίπλα στη Ζανάιλχα, με τον Θυμό στα μποτοφορεμένα πόδια του.

«Θα χρειαστεί να βρούμε πλοίο, δηλαδή;» ρώτησε ο Χάλρεοκ την οδηγό.

«Δεν ήρθατε με πλοίο εδώ; Ή το πλοίο σας είναι από κείνα με τη μεγάλη τρόπιδα που δεν μπορούν να πλεύσουν σε ποταμό;»

«Με πλοίο ήρθαμε, αλλά ο κύριος Ρέμικατ» – έδειξε τον έμπορο με μια κίνηση του σαγονιού – «θα φύγει· δε θα έρθει μαζί μας. Εκτός αν αλλάξει γνώμη,» πρόσθεσε κοιτάζοντας τώρα ευθέως τον Ρέμικατ.

«Όπως γνωρίζεις,» παρενέβη η Καρνάχω, «έχουμε προβλήματα εδώ. Δεν μπορούμε να καθίσουμε.»

Ο Τάμπριελ ρώτησε τη Ζανάιλχα: «Θα κάνουμε όλο το ταξίδι με πλοίο;» ενώ σκεφτόταν: Αν είναι τόσο απλό, τότε τι σε χρειαζόμαστε εσένα;

«Όχι,» απάντησε εκείνη. «Από ένα σημείο και μετά υπάρχουν πειρατές και καταρράκτες· τα νερά είναι πολύ επικίνδυνα. Θα πλεύσουμε για κάπου πενήντα χιλιόμετρα κι έπειτα θα κατεβούμε για να ταξιδέψουμε με άλογα.»

Ο Τάμπριελ στράφηκε στον Ρέμικατ. «Δεν μπορείς να μας πας πενήντα χιλιόμετρα βόρεια; Είσαι ο μόνος άνθρωπος με πλοίο που μπορούμε να εμπιστευτούμε εδώ.»

Εκείνος έσμιξε τα χείλη διστακτικά. Αλλά είπε: «Καλώς, θα σας πάω. Δεν είναι μακριά.»

Η Καρνάχω – που θεωρούσε ότι ήδη είχαν μείνει πολύ εδώ – φάνηκε πάλι δυσαρεστημένη. Σηκώθηκε απ’το τραπέζι και έφυγε, διασχίζοντας την τραπεζαρία και ανεβαίνοντας τη σκάλα του πανδοχείου.

Ο Ρέμικατ συνοφρυώθηκε θυμωμένα.

Η Ανταρλίδα ρώτησε τον Αλίρκωπ: «Εσύ γιατί είσαι εδώ; Θέλεις να μας πεις κάτι; Άλλαξες γνώμη και δε θάρθεις;»

«Θα έρθω,» απάντησε ο μάγος.

«Εγώ τον έφερα,» είπε η Ζανάιλχα, «επειδή μου είχατε πει ότι θα μας συντρόφευε κι αυτός στο ταξίδι μας. Πήγα στο σπίτι του και τον βρήκα για να τον ειδοποιήσω ότι αύριο ξεκινάμε. Απόψε θα μείνει στο δικό μου σπίτι, έτσι θα είμαι βέβαιη ότι δε θ’αργήσει να μας συναντήσει.»

«Μάλιστα,» είπε ο Τάμπριελ. «Επομένως, καλύτερα να κοιμηθούμε νωρίς απόψε. Υποθέτω δε θα έχεις άλλους εφιάλτες, Καλέφραζ…»

«Φυσικά και όχι.» Ο Γραμματικός ήπιε βαθιά από το κύπελλό του για να κρύψει το γεγονός ότι το χρώμα στα μάγουλά του είχε αρχίσει να σκουραίνει.

*

Μέσα στο γκρίζο φως της αυγής, ο Τάμπριελ, η Ανταρλίδα, ο Καλέφραζ, ο Χάλρεοκ, οι πολεμιστές της Βασίλισσας, ο Ρέμικατ, και η Καρνάχω έφυγαν απ’το Τρύπιο Καλύβι και κατευθύνθηκαν προς το λιμάνι και την Ταχύδρομη Κυρά. Οι ναύτες του εμπόρου είχαν ήδη πάει στο πλοίο για να το προετοιμάσουν· εκείνος, όμως, και η γυναίκα του είχαν προτιμήσει να βγουν από το πανδοχείο με τη συνοδεία των μαχητών από το Τάρσαζ, επειδή φοβόνταν ότι ίσως οι φονιάδες του Τέζελ Ντόραλ να τους επιτίθονταν καθώς θα πλησίαζαν το λιμάνι και το σκάφος τους.

Η Ανταρλίδα βρισκόταν, όπως πάντα, σε εγρήγορση για ύποπτες κινήσεις. Αλλά καμία απόπειρα δολοφονίας δεν έγινε. Ούτε πρόσεξε κανέναν να τους παρακολουθεί. Ωστόσο ήταν βέβαιη ότι τους παρακολουθούσαν· αποκλείεται οι Ιεράρχες να τους είχαν αφήσει απαρατήρητους… και ίσως – ίσως – να ίσχυε το ίδιο και για τους ιερείς του Τέζελ Ντόραλ, αν είχαν τόσο δυνατό μένος εναντίον του Ρέμικατ όσο εκείνος και η Καρνάχω φοβόνταν.

Η Ζανάιλχα και ο Αλίρκωπ τούς περίμεναν κοντά στην Ταχύδρομη Κυρά. Η πρώτη κρατούσε ένα άλογο, μαύρο σαν εκείνη, από τα ηνία του, κι ο δεύτερος είχε κοντά του τον Θυμό. Κι οι δυο τους ήταν ντυμένοι με ρούχα ταξιδιωτικά.

Ανέβηκαν όλοι μαζί στο καράβι, και οι ναύτες έλυσαν το σχοινί που το κρατούσε δεμένο στην αποβάθρα και άνοιξαν τα πανιά. Ο άνεμος δεν ήταν πολύ δυνατός αλλά τα ιστία φούσκωσαν αρκετά ώστε το σκάφος να μπορεί να κινηθεί και να εκπλεύσει από το λιμάνι της Καρκούμ, στρίβοντας και μπαίνοντας στον ποταμό πλάι στην πόλη.

Εκεί, η Ταχύδρομη Κυρά έπλευσε βόρεια και οι επιβάτες της σύντομα ανακάλυψαν γιατί ο ποταμός ονομαζόταν Κις-χαρ Ιχ, ποταμός των ψαριών που χορεύουν. Μέσα από το νερό είδαν μεγάλα ψάρια να πηδάνε και να ξαναβουτούν, να πηδάνε και να ξαναβουτούν, να πηδάνε και να ξαναβουτούν, κάνοντας διάφορα νούμερα γύρω από το πλοίο, σαν κάποιος να τα είχε εκπαιδεύσει ειδικά γι’αυτή τη δουλειά. Τα λέπια τους άστραφταν στον πρωινό ήλιο.

Ο Ρέμικατ γέλασε κοιτάζοντάς τα. «Δεν είναι καταπληκτικό θέαμα;»

Μετά από λίγο, όταν η Καρκούμ ήταν πια πίσω τους και αρκετά μακριά, η Ζανάιλχα είπε: «Πηγαίνουμε αργά. Το πλοίο φαίνεται νάχει κάποια κουπιά· γιατί δεν τα χρησιμοποιείτε;»

«Έχει δίκιο,» είπε η Καρνάχω στον Ρέμικατ: «ας χρησιμοποιήσουμε τα κουπιά.» Και ο τόνος της έμοιαζε να υπονοεί: Όσο πιο γρήγορα ξεμπερδεύουμε με τούτη την ιστορία τόσο το καλύτερο!

Ο έμπορος συμφώνησε, και πρόσταξε κάποιους ναύτες να κωπηλατήσουν. Εκείνοι υπάκουσαν, αν και έμοιαζαν δυσαρεστημένοι από αυτό.

Το σκάφος άρχισε τώρα να πηγαίνει γρηγορότερα, ωθούμενο και από τα ιστία και από τα κουπιά. Ο άνεμος εξακολουθούσε να μην είναι δυνατός και η κατεύθυνσή του να μην τους ευνοεί και τόσο.

Τα μέρη γύρω από τον Κις-χαρ Ιχ ήταν πεδινά στο μεγαλύτερο μέρος τους και χωρίς πολύ πυκνή βλάστηση, παρατήρησαν ο Τάμπριελ και η Ανταρλίδα. Νομάδες φαίνονταν πού και πού να διασχίζουν τις εκτάσεις έχοντας μαζί τους άλογα, πρόβατα, και μαρνέκια. Εκτός από μια συγκεκριμένη ομάδα που είχε ελέφαντες με μεγάλους χαυλιόδοντες. Στις όχθες, επίσης, υπήρχαν και μερικοί καταυλισμοί εδώ κι εκεί· ορισμένοι απ’αυτούς έμοιαζαν μόνιμοι, φτιαγμένοι για να μπορούν να σταματήσουν λίγο οι ταξιδευτές του ποταμού.

Το απόγευμα, κάμποσες ώρες αφότου ο Τάμπριελ και η Ανταρλίδα είχαν φάει το μεσημεριανό τους, η Ζανάιλχα είπε ότι εδώ έπρεπε να κατεβούν, και έδειξε τη δυτική όχθη του Κις-χαρ Ιχ. Στο μέρος όπου έδειχνε σχηματιζόταν μια αμμουδερή παραλία, πίσω από την οποία υπήρχε πυκνή, ζουγκλώδης βλάστηση. Δύο ομάδες ήταν καταυλισμένες εκεί· καμία δεν είχε παραπάνω από είκοσι μέλη.

«Τι είναι αυτοί;» ρώτησε ο Τάμπριελ την οδηγό τους.

«Ταξιδευτές. Μη σ’ανησυχούν· δε νομίζω να μας ενοχλήσουν.»

Ο Καλέφραζ είπε: «Είναι ανάγκη να κατεβούμε εδώ, που η βλάστηση είναι τόσο πυκνή;»

«Παρακάτω η περιοχή ελέγχεται από πειρατές· θα βάλουμε το σκάφος μας σε κίνδυνο,» εξήγησε η Ζανάιλχα. «Η βλάστηση μπορεί να σου φαίνεται πυκνή μα δεν είναι επικίνδυνη.»

Η Ταχύδρομη Κυρά πλησίασε τη δυτική όχθη του ποταμού και έριξε άγκυρα. Ο Ρέμικατ αποχαιρέτησε τον Τάμπριελ και τους υπόλοιπους και, μετά, εκείνοι κατέβηκαν από το σκάφος ο ένας κατόπιν του άλλου, χρησιμοποιώντας μια σκοινένια σκάλα και καταλήγοντας μέσα στο νερό του ποταμού το οποίο εδώ έφτανε μέχρι τη μέση τους. Τα άλογά τους τα κατέβασαν επάνω σε μια ξύλινη πλατφόρμα με τροχαλίες.

Ο Ρέμικατ τούς κούνησε το χέρι απ’την πλώρη της Ταχύδρομης Κυράς, στεκόμενος πίσω από το άγαλμα της Φαλκρίνκω. «Εις το επανιδείν! Θα σας ξαναδώ στο Τάρσαζ!»

Ο Τάμπριελ και ο Χάλρεοκ, που είχαν ήδη βγει στην όχθη τραβώντας τα άλογά τους, ύψωσαν επίσης τα χέρια τους προς τον Ρέμικατ. Και ύστερα η Ταχύδρομη Κυρά μάζεψε την άγκυρά της και στράφηκε στα νότια, πλέοντας επάνω στον Κις-χαρ Ιχ.

Η Ζανάιλχα έκανε νόημα στους συντρόφους της να την ακολουθήσουν και καβάλησε το άλογό της.

«Δεν περιμένουμε, καλύτερα, λίγο;» πρότεινε ο Καλέφραζ. «Για να στεγνώσουμε;»

«Κανένας δεν πέθανε από πνευμονία επειδή ο κώλος του βράχηκε,» αποκρίθηκε η Ζανάιλχα· «και το φως της ημέρας δε θα μας περιμένει.»

Ορισμένοι από τους πολεμιστές της Βασίλισσας Παμράνεχ γέλασαν με την απάντηση της μαυρόδερμης οδηγού. Μετά, ανέβηκαν όλοι στα άλογά τους και την ακολούθησαν μέσα στη ζουγκλώδη βλάστηση.

Ο Θυμός έτρεχε δίπλα απ’το άλογο του Αλίρκωπ, και ο μάγος, πλησιάζοντας τον Τάμπριελ, ρώτησε: «Θα μου δείξεις απόψε την τεχνική που μου υποσχέθηκες;»

«Θα ξεκινήσω να σ’τη δείχνω,» αποκρίθηκε εκείνος. «Δεν είναι κάτι που μαθαίνεται αμέσως. Κι επιπλέον, κανονικά δε θάπρεπε καθόλου να σ’τη διδάσκω. Προορίζεται μόνο για όσους ανήκουν στο τάγμα των Δεσμοφυλάκων. Τα μαγικά τάγματα του Γνωστού Σύμπαντος, όμως, δεν έχουν καμία επιρροή εδώ, έτσι νομίζω ότι μπορούμε να… παρακάμψουμε λιγάκι τους κανόνες. Άλλωστε, αν ποτέ βρεθείς έξω από τούτο τον κόσμο, Αλίρκωπ, είμαι βέβαιος πως Δεσμοφύλακας θα καταλήξεις.»

Ο μάγος συνοφρυώθηκε. «Γιατί;»

«Σου ταιριάζει περισσότερο. Δε νομίζω ότι θα σε προσέλκυε η φιλοσοφία των Ερευνητών, των Βιοσκόπων, ή των Τεχνομαθών. Και για Διαλογιστής… χμμμ… δεν ξέρω αν θα είχες την απαραίτητη προσήλωση που χρειάζεται. Υπάρχει κάτι το πιο ατίθασο, κάτι το πιο άγριο, μέσα σου. Μου θυμίζεις μάγο της Φεηνάρκια· κι οι περισσότεροι μάγοι της Φεηνάρκια Δεσμοφύλακες είναι. Εκεί έχει την έδρα του το τάγμα των Δεσμοφυλάκων. Τέλος πάντων· θα σου πω κι άλλα αργότερα, όταν θα σου έχω δείξει κάποια πράγματα.»

Τη νύχτα κατασκήνωσαν μέσα στη ζούγκλα, βγαίνοντας από το μονοπάτι που ακολουθούσαν μέχρι στιγμής. Άναψαν τρεις μεγάλες φωτιές, και δύο από τους πολεμιστές της Βασίλισσας έμειναν φρουροί. Ο Τάμπριελ ύφανε μια Μαγγανεία Υλικής Διαισθήσεως γύρω απ’τον καταυλισμό τους και, ύστερα, πήγε στη σκηνή του Αλίρκωπ, όπως του είχε υποσχεθεί. Η Ανταρλίδα κάθισε έξω από τη σκηνή που μοιραζόταν με τον Τάμπριελ και άναψε μια πίπα για να καπνίσει – τα τσιγάρα τής είχαν προ πολλού τελειώσει, και δεν υπήρχε τίποτα καλύτερο για κάπνισμα εδώ.

Η Ζανάιλχα ήρθε να της κάνει παρέα, καπνίζοντας κι εκείνη. «Από τι κόσμο έρχεσαι;» ρώτησε.

«Η Σεργήλη είναι πατρίδα μου.»

«Και είναι όλοι εκεί τόσο άσπροι όσο εσύ;»

Η Ανταρλίδα μειδίασε. «Όχι. Υπάρχουν και τελείως μαύροι σαν εσένα. Αλλά δεν είναι και πάρα πολλοί.»

«Οι άλλοι είναι κάτασπροι;»

«Υπάρχουν επίσης γαλανόδερμοι, και λευκοί σαν τον Αλίρκωπ και τον Καλέφραζ. Αυτοί είναι οι συνηθέστεροι δερματικοί χρωματισμοί στη Σεργήλη. Μπορείς, όμως, να βρεις κι ανθρώπους άλλου χρώματος, γηγενείς ή από διαφορετικούς κόσμους.» Η Ανταρλίδα ανασήκωσε τους ώμους της.

Η Ζανάιλχα την κοίταζε και την άκουγε με έκδηλη περιέργεια, σαν η Μαύρη Δράκαινα να της έλεγε κάτι το πολύ παράξενο.

«Μίλησέ μου γι’αυτούς τους τόπους,» της ζήτησε η Ανταρλίδα. «Αφού είναι να τους διασχίσουμε, θέλω να ξέρω όλους τους κινδύνους που ίσως να αντιμετωπίσουμε.»

Κεφάλαιο Δέκατο-Έβδομο
Μονοπάτια και Ερείπια

Το ταξίδι μέσα στην τρομερή Γη των Ταργκάφλι ήταν αληθινά απαίσιο. Είχαμε να αντιμετωπίσουμε ένα σωρό κινδύνους, κι ευτυχώς που ο Μεγάλος Προφήτης κι η Συνοδός του είχαν τα πυροβόλα όπλα μαζί τους, αλλιώς πολύ φοβάμαι ότι θα ήμασταν καταδικασμένοι!

Αυτή η βάρβαρη γυναίκα, η οδηγός μας, που ονομαζόταν Ζανάιλχα, δεν ήξερα αν προσπαθούσε να μας σώσει ή να μας σκοτώσει από εκεί όπου μας πήγαινε. Δεν μπόρεσα στιγμή να την εμπιστευτώ· και τα καλά λόγια του Αλίρκωπ γι’αυτήν μ’έβαζαν σε ακόμα περισσότερες υποψίες για το άτομό της, αφού ο Αλίρκωπ ήταν μάγος, και τότε οι μάγοι για εμένα ήταν κάτι το μυστηριώδες, απρόβλεπτο, και επικίνδυνο. (Πόσο λίγα γνώριζα για το Ατέρμονο Σύμπαν!)

Καθώς διασχίζαμε μια βαλτώδη περιοχή, την τρίτη ημέρα αφότου ο Ρέμικατ μάς άφησε στις όχθες του Κις-χαρ Ιχ, ένα έντομο με τσίμπησε στο αριστερό χέρι πάνω από τα δάχτυλα, ενώ εκείνα τα δαιμονικά βατράχια χοροπηδούσαν παντού γύρω μας. Δεν είπα, όμως, τίποτα στους υπόλοιπους για να μη μας καθυστερήσω, και το χέρι μου φούσκωσε και κοκκίνισε αρκετά. Όταν βγήκαμε από το βρομερό έλος, η Ζανάιλχα μού έβαλε μια αλοιφή επάνω στο τσίμπημα η οποία μύριζε σαν περιττώματα από μαρνέκι.

Βαρβαρισμός σ’εκείνα τα μέρη. Τίποτε άλλο από βαρβαρισμός!

*
* * *
*

Την επομένη, η Ζανάιλχα τούς οδήγησε πάλι επάνω στο μονοπάτι που ακολουθούσαν και χτες· και σύντομα βγήκαν από τη ζούγκλα και βρέθηκαν σε ένα πεδινό μέρος με ψηλά χόρτα.

«Σε περίπτωση που κάποιοι από εσάς νομίζουν ότι πριν η βλάστηση ήταν πυκνή,» τους είπε κοιτάζοντάς τους πάνω απ’τον ώμο της καθώς καθόταν στη σέλα του κατάμαυρου αλόγου της, «σας πληροφορώ πως δεν ήταν καθόλου πυκνή. Υπάρχουν μέρη με πολύ πιο πυκνή βλάστηση – και κάποια με βλάστηση που είναι, κυριολεκτικά, αδιαπέραστη. Επίσης,» πρόσθεσε ατενίζοντας προς τον ορίζοντα, «υπάρχουν και μέρη όπου δε φυτρώνουν παρά μόνο τα πιο μικρά από τα μικρότερα χόρτα.»

Και όταν, μετά από καμια ώρα περίπου, η χορταριασμένη πεδιάδα τελείωσε, έφτασαν σ’ένα τέτοιο μέρος ακριβώς. Μια ερημιά, ξερή, με ελάχιστο χορτάρι και φυτά μικρά-μικρά γεμάτα αγκάθια. Ο καλοκαιρινός ήλιος τούς χτυπούσε ανελέητα εδώ, κάνοντας τα ρούχα τους να μουσκεύουν απ’τον ιδρώτα και τα μέτωπά τους να γυαλίζουν. Άνεμος δεν φυσούσε, σαν κάποιος διαβολικός θεός της ερημιάς να συνωμοτούσε για να τους σκάσει.

«Υπάρχει ζωή κάτω απ’τη γη…» είπε ο Αλίρκωπ, αγκομαχώντας.

«Τι ζωή;» ρώτησε η Ανταρλίδα.

«Αρχαία… παγιδευμένη. Οντότητες που δε θέλουν επαφή μαζί μας.»

Η Μαύρη Δράκαινα κοίταξε ερωτηματικά τον Τάμπριελ.

«Δεν ξέρω,» είπε εκείνος. «Δεν μπορώ να αισθανθώ τίποτα. Θα πρέπει να χρησιμοποιήσω Ξόρκι Πνευματικής Ανιχνεύσεως.»

«Γιατί δεν το χρησιμοποιείς;»

«Πιστεύεις ότι ίσως να κινδυνεύουμε;» τη ρώτησε ο Τάμπριελ.

«Δεν κινδυνεύουμε,» παρενέβη ο Αλίρκωπ.

Η Ανταρλίδα είπε στον Τάμπριελ: «Κάνε το ξόρκι.»

Εκείνος το έκανε χωρίς να σταματήσει το άλογό του το οποίο τρόχαζε· λόγια στη γλώσσα της μαγείας γλίστρησαν από τα χείλη του ενώ τα βλέφαρά του είχαν μισοκλείσει και το μέτωπό του είχε αυλακωθεί.

Ο Αλίρκωπ τον κοίταζε παραξενεμένος.

Ο Τάμπριελ διέλυσε το Ξόρκι Πνευματικής Ανιχνεύσεως και στράφηκε πάλι στην Ανταρλίδα. «Πράγματι, υπάρχουν οντότητες κάτω απ’το έδαφος,» επιβεβαίωσε.

«Και είναι εχθρικές ή όχι;»

«Δεν ξέρω· απλά είναι εκεί που είναι. Πάντως, αν ήταν εχθρικές, πιστεύω πως θα είχαν κάνει κάτι ώς τώρα. Κι επιπλέον, αν η Ζανάιλχα θεωρούσε τούτο το μέρος επικίνδυνο, μάλλον δε θα μας είχε φέρει από δω.»

Η Ανταρλίδα ρώτησε τον Αλίρκωπ: «Εσύ αντιλήφτηκες αυτές τις οντότητες χωρίς να χρησιμοποιήσεις κάποιο ξόρκι;»

Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους. «Τι ξόρκι χρειάζεται; Χρειάζεσαι εσύ ξόρκι για να δεις τις πέτρες και τα αγκαθωτά φυτά γύρω μας;»

Ο Τάμπριελ είπε στην Ανταρλίδα, μιλώντας στη Συμπαντική: «Οι μάγοι εδώ έχουν, προφανώς, διαφορετική νοοτροπία από τους μάγους των ταγμάτων. Δε νομίζω, όμως, ότι έχουν και τόσο διαφορετική νοοτροπία από τους σαμάνους κάποιων διαστάσεων όπως η Αλβέρια και η Αρβήντλια. Σκέψου το.»

Η Ανταρλίδα συνοφρυώθηκε. «Πραγματικά, δεν έχει νόημα να το σκεφτώ. Είναι αυτό που είναι.»

«Ακριβώς. Σ’αυτή τη σκέψη ήθελα να καταλήξεις.»

Ορισμένες φορές ο Τάμπριελ ήταν εκνευριστικός, όφειλε να παρατηρήσει η Ανταρλίδα. Παράξενος ήταν ανέκαθεν, ούτως ή άλλως· απλώς, αφότου άρχισε να βλέπει τις εικόνες στο μυαλό του, έγινε ακόμα πιο παράξενος.

Πριν από το μεσημέρι, ατένισαν ένα μέρος με μπόλικη βλάστηση, όπου φαινόταν να καταλήγει ένας παραπόταμος του Κις-χαρ Ιχ· και όταν ο ήλιος ήταν πια στο κέντρο του ουρανού, έφτασαν εκεί και κάθισαν κάτω απ’τη δροσερή σκιά των δέντρων.

«Το νερό είναι καλό,» τους είπε η Ζανάιλχα. «Μπορείτε να πιείτε άφοβα.» Γονάτισε στο ένα γόνατο πλάι στη λιμνούλα που σχηματιζόταν στο πέρας του μικρού παραπόταμου και γέμισε το φλασκί της.

Ο Χάλρεοκ και οι πολεμιστές του έπλυναν το κεφάλι τους και ήπιαν μαζί με τα άλογά τους. Ο Θυμός τούς μιμήθηκε ενώ ο Αλίρκωπ τον περίμενε καθισμένος κάτω από ένα χαμόδεντρο, σχεδόν χαμένος πίσω απ’τα φυλλώματα.

Ο Καλέφραζ είχε μισολιποθυμήσει, ξαπλωμένος στη σκιά. Η Ανταρλίδα πήρε το άλογό του και το πότισε μαζί με το δικό της. Ο Τάμπριελ πότισε το δικό του άλογο. Το άλογο του Αλίρκωπ βρήκε το δρόμο μόνο του.

Μετά, κάθισαν όλοι να φάνε και να ξεκουραστούν.

Και σε κάποια στιγμή, η Ζανάιλχα είπε στον Τάμπριελ: «Μην κινείσαι!» ενώ συγχρόνως τραβούσε ένα μακρύ μαχαίρι απ’τη μπότα της.

«Τι συμβαίνει;» ρώτησε εκείνος.

«Δες τι ανεβαίνει στο δεξί σου πόδι – αλλά μην κινηθείς.»

Ο Τάμπριελ, καθώς ήταν καθισμένος οκλαδόν, γύρισε το κεφάλι του και κοίταξε. Επάνω στη μπότα του ήταν ένας σκορπιός, και είχε σκαρφαλώσει σχεδόν ώς το γόνατό του. Η ουρά του ήταν μεγάλη και το κεντρί του, αναμφίβολα, δηλητηριώδες.

«Θα τον σκοτώσω,» είπε η Ζανάιλχα. «Μην κινηθεί κανένας σας.» Κι άρχισε να ζυγώνει, στα τέσσερα.

Ο Αλίρκωπ την πρόλαβε, αγνοώντας την προειδοποίησή της και φτάνοντας πρώτος κοντά στον Τάμπριελ. Έχοντας τα μάτια του εστιασμένα στον σκορπιό, άπλωσε το χέρι του μπροστά στο έντομο και το άφησε ν’ανεβεί στην παλάμη του. Χαμογέλασε βλέποντάς το να κουνά την ουρά του στον αέρα.

Η Ανταρλίδα παρατήρησε ότι τα μάτια της Ζανάιλχα είχαν γουρλώσει.

Ο Αλίρκωπ απομακρύνθηκε και άφησε τον σκορπιό να φύγει μέσα στη βλάστηση, προτού επιστρέψει πάλι κοντά στους υπόλοιπους.

«Είσαι τρελός!» του είπε η Ζανάιλχα, έχοντας τώρα σηκωθεί όρθια και μοιάζοντας θυμωμένη.

«Δεν υπήρχε λόγος να τον σκοτώσεις· είχε χαθεί μονάχα,» αποκρίθηκε ο μάγος, και κάθισε κάτω απ’το χαμόδεντρο όπου καθόταν και πριν. Έβγαλε την πίπα του κι άρχισε να καπνίζει.

Η Ζανάιλχα κούνησε το κεφάλι της κι επέστρεψε κι εκείνη στη σκιά της.

Η Ανταρλίδα έριξε ένα βλέμμα στον Τάμπριελ το οποίο έλεγε ξεκάθαρα: Ο μάγος είναι επικίνδυνος.

Ο Τάμπριελ ανασήκωσε τους ώμους, μη δείχνοντας να έχει ανησυχήσει.

Η Ανταρλίδα σκέφτηκε: Η Ζανάιλχα δεν έχει δίκιο. Κι οι δυο τους είναι τρελοί!

*

«Ληστές,» είπε η Ζανάιλχα κοιτάζοντας, μέσα από τη βλάστηση, μια ανοιχτή πεδιάδα.

Η Ανταρλίδα, στεκόμενη πλάι της, τους έβλεπε επίσης. Μια ομάδα περίπου τριάντα ανθρώπων, στο μεγαλύτερό τους μέρος άντρες, ορισμένοι έφιπποι ορισμένοι όχι. Ένας ελέφαντας βρισκόταν ανάμεσά τους, κι επάνω του ήταν καθισμένη μια γυναίκα, έχοντας μια κουρελιασμένη σημαία πλάι της. Ούτε τα χαρακτηριστικά της γυναίκας ούτε το σύμβολο πάνω στη σημαία φαίνονταν καθαρά μέσα στο λυκόφως.

«Πού πηγαίνουν;»

Έρχονταν προς τη μεριά της Ανταρλίδας και των συντρόφων της.

«Να επιτεθούν σε κανέναν καταυλισμό, μάλλον. Ή ίσως να έχουν ακούσει ότι κάποιο καραβάνι θα περάσει, και πάνε να το συναντήσουν. Εμείς απλώς θα τους περιμένουμε να φύγουν, κι έτσι δε θα χρειαστεί να μπούμε στο δρόμο τους.» Η Ζανάιλχα στράφηκε στους υπόλοιπους κάνοντάς τους νόημα να μείνουν στη θέση τους και να είναι σιωπηλοί.

Η Ανταρλίδα έβγαλε ένα κιάλι απ’τον σάκο της και κοίταξε τη σημαία των ληστών. Ένα δόρυ μέσα σ’έναν ρόμβο – τίποτα το ιδιαίτερο.

Μετά από λίγο, οι ληστές πέρασαν και χάθηκαν πίσω από τη βλάστηση.

Η Ζανάιλχα έκανε νόημα να συνεχίσουν. Ανέβηκαν στα άλογά τους και βγήκαν από τα δέντρα, καλπάζοντας επάνω σ’ένα πεδινό μέρος.

Καθώς βράδιαζε, αντίκρισαν μια πόλη. Μια από τις αρχαίες πόλεις των Ταργκάφλι, συμπέραναν αμέσως η Ανταρλίδα κι ο Τάμπριελ βλέποντας τα ψηλά οικοδομήματα που δεν μπορεί παρά να ήταν πολυκατοικίες.

Κανένα φως, ωστόσο, δεν υπήρχε σε τούτο το μέρος. Έμεναν άνθρωποι εδώ, ή όχι;

«Η Σιλντάχι,» είπε η Ζανάιλχα, τραβώντας τα ηνία του αλόγου της και κάνοντάς το να σταματήσει προτού φτάσουν στην πόλη· οι υπόλοιποι μιμήθηκαν το παράδειγμά της. «Είναι εγκαταλειμμένη ύστερα από έναν πόλεμο που έγινε εδώ.»

«Τι πόλεμο;» ρώτησε ο Τάμπριελ.

«Ληστές επιτέθηκαν στους κατοίκους, σκοτώνοντας τους πάντες, διαλύοντας τα πάντα. Είχαν κάποιες διαφορές, αλλά δεν ξέρω τι διαφορές ακριβώς.» Κατέβηκε απ’το άλογό της και το πήρε απ’τα γκέμια.

Οι υπόλοιποι τη μιμήθηκαν πάλι, και βάδισαν προς τη Σιλντάχι.

Πλησιάζοντας διαπίστωσαν ότι είχαν κάνει λάθος: υπήρχαν, τελικά, φωτά στην πόλη, αλλά, καθώς ήταν στην αντίθετη – στη βόρεια – μεριά, δεν τα είχαν δει πριν.

«Μάλλον κατοικείται πάλι…» είπε ο Καλέφραζ.

«Να την αποφύγουμε;» ρώτησε η Ανταρλίδα τη Ζανάιλχα.

Εκείνη έγνεψε αρνητικά. «Όχι· ας πλησιάσουμε. Από τη νότια μεριά, εξάλλου, μονάχα σκοτάδι φαίνεται. Ούτε που θα μας δουν να ερχόμαστε. –Μην ανάψετε κανένα φως,» προειδοποίησε τους υπόλοιπους κοιτάζοντάς τους πάνω απ’τον ώμο της.

«Μην ανησυχείς,» της αποκρίθηκε ο Χάλρεοκ· «είμαστε προσεχτικοί, εκτός από όταν είμαστε μεθυσμένοι.» Και μειδίασε· τα λευκά του δόντια έκαναν έντονη αντίθεση επάνω στο κατάμαυρο πρόσωπό του.

Η Ζανάιλχα τού επέστρεψε το μειδίαμα.

Και μετά έμειναν όλοι τους σιωπηλοί καθώς ζύγωναν τις νότιες παρυφές της πόλης. Οι περισσότεροι είχαν τα χέρια τους στις λαβές των θηκαρωμένων όπλων τους. Η Ανταρλίδα, εκτός απ’αυτό, είχε τραβήξει και το πιστόλι της, κρατώντας το με το αριστερό χέρι. Μπορούσε να πυροβολήσει άνετα έτσι· ήταν αμφιδέξια ως μέρος της εκπαίδευσής της σαν Μαύρη Δράκαινα.

Οι δρόμοι της αρχαίας πόλης ήταν άδειοι, το ίδιο και τα οικοδομήματά της – ψηλές, ερειπωμένες πολυκατοικίες που ορισμένες είχαν μεγάλες τρύπες, κι άλλες ήταν πεσμένες ή μισοπεσμένες στο πλάι. Κανένας δεν φαινόταν να κινείται μες στο σκοτάδι που τύλιγε το εσωτερικό τους. Μονάχα ζώα υπήρχαν, πουλιά κυρίως: τα μάτια τους γυάλιζαν, και σε κάποιες στιγμές φτερούγιζαν ανάλαφρα, πετώντας απ’το ένα άνοιγμα των ερειπίων στο άλλο.

Στα βόρεια όμως, πού και πού, όταν βρισκόσουν στη σωστή οπτική γωνία, μπορούσες να διακρίνεις φώτα ανάμεσα από τα χτίρια. Φωτιές.

«Θα πάω μπροστά,» δήλωσε η Ανταρλίδα, «να δω ποιοι είναι, και θα επιστρέψω να σας πω.»

«Δε θα πας μόνη,» είπε η Ζανάιλχα.

«Δε χρειάζομαι βοήθεια.»

«Θα έρθω μαζί σου. Ίσως δω κάτι που εσύ δεν μπορείς ν’αναγνωρίσεις.»

«Καλά, έλα,» είπε η Μαύρη Δράκαινα, κι έδωσε τα γκέμια του αλόγου της στον Τάμπριελ.

Η Ζανάιλχα έδωσε τα γκέμια του δικού της αλόγου στον Αλίρκωπ, και μετά οι δυο τους εξαφανίστηκαν μες στο σκοτάδι της ερειπωμένης αρχαίας πόλης.

Διέσχισαν γρήγορα τους δρόμους της με μονάχα τα φεγγάρια να φωτίζουν την πορεία τους, και έφτασαν σ’ένα μέρος όπου φωτιές ήταν αναμμένες σε μια πλατεία καθώς και στο εσωτερικό κάποιων ερειπίων. Οι άνθρωποι που ήταν συγκεντρωμένοι εδώ θύμιζαν στην Ανταρλίδα τούς ληστές που είχαν δει προηγουμένως. Κοιτάζοντας πιο προσεχτικά, παρατήρησε ότι μια σημαία βρισκόταν στην κορυφή μιας μισογκρεμισμένης πολυκατοικίες· δεν μπορούσε να τη διακρίνει καλά μες στη νύχτα αλλά υπέθετε ότι επάνω της ήταν κεντημένο το σύμβολο με το δόρυ μέσα στον ρόμβο.

Το είπε στη Ζανάιλχα.

Εκείνη αποκρίθηκε πως πιθανώς να είχε δίκιο.

Και μετά, άκουσαν φωνές από πίσω τους. Από εκεί όπου είχαν αφήσει τους συντρόφους τους.

Φωνές, σαν να γινόταν μάχη.

*

Οι εχθροί ξεπρόβαλαν από τα σκοτάδια της πόλης.

Ολόγυρα.

Δύο ανάμεσά τους καβαλούσαν κάτι πλάσματα που ο Τάμπριελ δεν είχε ξαναδεί· έμοιαζαν, όμως, με γιγάντια σκαθάρια, ή κατσαρίδες – έντομα.

Κάποιοι άλλοι βαστούσαν τόξα, με τις χορδές τεντωμένες–

Ο Τάμπριελ άρθρωσε αμέσως ένα Ξόρκι Τηλεκινήσεως, κι ένα βέλος που πήγαινε προς τον Αλίρκωπ έχασε την πορεία του κι εξαφανίστηκε μες στις πυκνές σκιές. Ο Θυμός γάβγιζε λυσσαλέα.

Οι πολεμιστές του Χάλρεοκ ύψωσαν τις ασπίδες τους, και τα περισσότερα βέλη καρφώθηκαν εκεί· αλλά ένας ακούστηκε να κραυγάζει καθώς χτυπήθηκε.

Ο Καλέφραζ ούρλιαζε: «Μας επιτίθενται! Μας επιτίθενται!» ενώ είχε σκύψει πάνω στη ράχη του αλόγου του.

Ύστερα από την πρώτη βολή των τόξων, οι εχθροί όρμησαν καταπάνω τους κραδαίνοντας αγχέμαχα όπλα: δόρατα και τσεκούρια κυρίως, είδε ο Τάμπριελ. Και τράβηξε το πιστόλι του πυροβολώντας στο κεφάλι έναν που ερχόταν προς το μέρος του.

«Πνεύματα της φωτιάς!» αναφώνησε ο Αλίρκωπ βλέποντας το άγνωστο γι’αυτόν όπλο. Ο ίδιος είχε υψώσει ένα ρόπαλο με δύο κυρτά κέρατα δεμένα στο πέρας· και το χρησιμοποίησε για ν’απομακρύνει το δόρυ μιας γυναίκας που προσπαθούσε να καρφώσει το άλογό του. Ο Θυμός τής χίμησε δαγκώνοντας το πόδι της· εκείνη έχασε την ισορροπία της και, ουρλιάζοντας, σωριάστηκε.

Ο Τάμπριελ είδε ένα από τα γιγαντιαία έντομα να ζυγώνει τον Χάλρεοκ, και τις δαγκάνες του να κλείνουν γύρω απ’το λαιμό του αλόγου του πολεμιστή ενώ εκείνος απέκρουε το δόρυ του καβαλάρη του τέρατος. Το άλογο χρεμέτισε πονεμένα καθώς πέθαινε, και ο Χάλρεοκ έπεσε απ’τη σέλα κουτρουβαλώντας.

Ο Τάμπριελ ύψωσε το πιστόλι του και, σημαδεύοντας τον ιππέα του εντόμου, πάτησε τη σκανδάλη. Ο άντρας σωριάστηκε με μια σπαραχτική κραυγή.

«Φύγετε!» φώναξε ο Τάμπριελ, ελπίζοντας να τρομάξει τους εχθρούς λόγω του παράξενου όπλου του. «Φύγετε, αλλιώς όλοι θα πεθάνετε! ΦΥΓΕΤΕ!»

Εκείνοι, όμως, δεν υποχώρησαν.

Δεν καταλαβαίνουν την Οικουμενική; Είναι τελείως βάρβαροι; Δεν το νόμιζε.

Το έντομο που δεν είχε καβαλάρη άρχισε να πηδά δεξιά κι αριστερά, και να ανοιγοκλείνει τις δαγκάνες του από δω κι από κει αδιακρίτως, μην αναγνωρίζοντας φίλους και εχθρούς.

Το άλλο, που είχε ακόμα καβαλάρη, ζύγωνε τον Καλέφραζ ο οποίος προσπαθούσε ν’απομακρυνθεί, ουρλιάζοντας – και πηγαίνοντας καταπάνω σε δύο εχθρούς, ο ανόητος!

Ο Τάμπριελ δεν είχε πολλές ακόμα σφαίρες στο πιστόλι του, μα δεν υπήρχε άλλη λύση· δε θ’άφηνε τον πανικόβλητο Γραμματικό να πεθάνει. Χτυπώντας το άλογό του στα πλευρά με τα τακούνια των μποτών του, κάλπασε προς το μέρος του Καλέφραζ και σημάδεψε.

Προτού όμως πυροβολήσει, ο ένας απ’τους εχθρούς σωριάστηκε μ’ένα όπλο καρφωμένο στο λαιμό το οποίο έμοιαζε με αστέρι και ήταν κατασκευασμένο από ξύλο, εκτός από τις άκριες όπου υπήρχαν λεπίδες.

Ο άλλος εχθρός σκοτώθηκε από ξίφος, που διαπέρασε την πλάτη του και βγήκε απ’το στέρνο του. Έπειτα, το όπλο τραβήχτηκε πίσω και η Ανταρλίδα ξεπρόβαλε απ’τις σκιές.

Η Ζανάιλχα πλησίασε επίσης και πήρε το αστέρι απ’το λαιμό του πρώτου νεκρού. «Πρέπει να μας είδαν να μπαίνουμε στην πόλη, οι κατάρες της νύχτας να πέσουν επάνω τους!»

Ο Τάμπριελ στράφηκε, σημάδεψε το έντομο που ζύγωνε, και το πυροβόλησε. Μία απ’τις δαγκάνες του έσπασε, και το πλάσμα έκανε πίσω ενώ ζωτικά υγρά έτρεχαν απ’το κεφάλι του. Τα πολλά του πόδια φάνηκαν να παραπατούν· ο καβαλάρης του πήδησε κάτω.

Η Ζανάιλχα εκτόξευσε το αστέρι της καταπάνω του αλλά αστόχησε μες στο σκοτάδι.

Ο Τάμπριελ είδε ότι κι οι υπόλοιποι εχθροί υποχωρούσαν. Και μονάχα ένας απ’τους πολεμιστές της Βασίλισσας φαινόταν σοβαρά τραυματισμένος: είχε πέσει απ’το άλογό του και αίματα υπήρχαν επάνω του. Ο Χάλρεοκ είχε επίσης πέσει απ’το άλογό του (το οποίο ήταν νεκρό) μα δεν ήταν πληγωμένος· είχε ήδη σηκωθεί, και η λεπίδα του σπαθιού του ήταν βαμμένη με αίμα.

«Μα την Οργή του Τίγρη!» γρύλισε, «από πού ήρθαν αυτοί; Ζανάιλχα, από χειρότερο μέρος δεν μπορούσες να μας φέρεις;»

«Δεν ήξερα ότι η πόλη είναι τώρα άντρο λη–»

«Δεν έπρεπε ποτέ να είχαμε πλησιάσει εδώ!»

«Αργότερα τα λέτε αυτά!» παρενέβη η Ανταρλίδα. «Πρέπει να φύγουμε! Τώρα!»

Οι πολεμιστές της Βασίλισσας βοηθούσαν τον τραυματισμένο σύντροφό τους να σηκωθεί. Το τραύμα, όπως φαινόταν, ήταν στον αριστερό του ώμο: ένα βέλος τον είχε διαπεράσει, και ήταν ακόμα καρφωμένο εκεί. Κανένας δεν κάθισε τώρα να το τραβήξει έξω· χωρίς να χάσουν καιρό, κινήθηκαν προς τ’ανατολικά της πόλης.

«Γιατί πάμε από δω;» ρώτησε ο Χάλρεοκ τη Ζανάιλχα.

«Νομίζω ότι είναι καλύτερα.»

«Το εύχομαι να είναι…» μούγκρισε ο πολεμιστής.

Εκείνη τον αγνόησε, κρατώντας στο δεξί χέρι ένα ξύλινο αστέρι με λεπίδες και στο αριστερό ένα δόρυ.

Βγήκαν από τη Σιλντάχι δίχως κανένας να τους εναντιωθεί, και προχώρησαν μέσα στην πεδιάδα και μέσα στη νύχτα.

«Το όπλο σου πρέπει να τους τρομοκράτησε,» είπε ο Χάλρεοκ στον Τάμπριελ. «Δεν υπάρχει άλλη εξήγηση που δε μας κυνήγησαν.»

Εκείνος ένευσε, λαχανιασμένος. «Ναι, το ίδιο πιστεύω κι εγώ.»

«Τι όπλο ήταν αυτό, αλήθεια;» ρώτησε η Ζανάιλχα.

«Δεν είναι τόσο σπάνιο στο Γνωστό Σύμπαν,» της εξήγησε ο Τάμπριελ. «Εδώ, όμως, είναι τελείως άγνωστο. Το έχουμε ονομάσει ‘πιστόλι’ στην Οικουμενική.» Και τη ρώτησε: «Το όπλο που χρησιμοποίησες εσύ – αυτό που μοιάζει μ’αστέρι – πώς ονομάζεται;»

«Οι περισσότεροι το λένε ‘άστρο του θανάτου’, ή σατέ-νιχ’τα στη γλώσσα των Ταργκάφλι, που σημαίνει το ίδιο πράγμα.» Ανασήκωσε τους ώμους της. «Δεν έχει άλλη ονομασία.»

«Κι εκείνα τα έντομα τι ήταν;»

«Ό’τρατ ζιν, τα λένε οι Ταργκάφλι. Μεγάλα μαμούνια του φαραγγιού.»

«Ποιου φαραγγιού;»

«Δεν έχεις δει χάρτες της περιοχής;»

«Το Σκεβρό Χάσμα;»

Η Ζανάιλχα ένευσε. «Ναι, έτσι το γράφουν στους χάρτες που φτιάχνουν στις άλλες χώρες.»

«Πού πηγαίνουμε τώρα;» ρώτησε ο Καλέφραζ, που είχε ξανανεβεί στο άλογό του. (Εκτός απ’αυτόν, μόνο ο τραυματισμένος πολεμιστής είχε καβαλικέψει.) «Πρέπει κάπου να ξεκουραστούμε.»

«Λίγο παρακάτω υπάρχουν κάτι πλαγιές. Θα μας προσφέρουν καλή κάλυψη, και μέρος να κοιμηθούμε.»

«Απορώ πώς μας πλησίασαν οι εχθροί χωρίς να τους αντιληφτούμε,» είπε η Ανταρλίδα μετά από λίγη ώρα σιγής. «Κανονικά, θα έπρεπε να τους είχαμε συναντήσει, Ζανάιλχα, καθώς πηγαίναμε προς τα φώτα, έτσι δεν είναι;»

«Εκτός αν είχαν φρουρούς μες στο σκοτάδι. Από τη νότια μεριά.»

«Ήταν πολλοί για νάναι μόνο φρουροί. Η μοναδική εξήγηση είναι ότι–»

«–ήρθαν από άλλο δρόμο απ’ό,τι ακολουθήσαμε εμείς.»

«Ακριβώς,» συμφώνησε η Ανταρλίδα. «Ή ίσως να υπάρχουν σήραγγες κάτω απ’τα ερείπια της πόλης.»

«Ίσως,» είπε η Ζανάιλχα· «δεν ξέρω.»

«Απορώ γιατί σε επιλέξαμε για οδηγό,» μούγκρισε ο Χάλρεοκ.

«Αν δε σ’αρέσει εκεί που σας πηγαίνω, μπορώ να σας αφήσω και να επιστρέψω στην πόλη! Εξάλλου δεν μου έχετε δώσει όλα τα χρήματα ακόμα–»

«Δεν υπάρχει λόγος γι’αυτό,» είπε, σταθερά και ψύχραιμα, ο Τάμπριελ. «Είμαι βέβαιος πως ετούτα τα μέρη είναι πολύ επικίνδυνα, Ζανάιλχα, και πως τα ξέρεις καλύτερα από τους περισσότερους.»

«Δε θα την είχα προτείνει αλλιώς,» είπε ο Αλίρκωπ. «Ακόμα και μερικά πνεύματα τη συμπαθούν. Κι αυτό είναι πάντα καλό, Τάμπριελ· φέρνει τύχη.»

*

Τη νύχτα φυλούσαν σκοπιές, και ο Τάμπριελ είχε, φυσικά, υφάνει μια Μαγγανεία Υλικής Διαισθήσεως γύρω απ’τον καταυλισμό τους. Ωστόσο κανένας δεν τους πλησίασε· οι ληστές της ερειπωμένης Σιλντάχι είχαν μάλλον προτιμήσει να μην ξαναενοχλήσουν τους μυστηριώδεις ταξιδιώτες με τα επικίνδυνα, άγνωστα όπλα.

Όταν ξημέρωσε, ο πολεμιστής που είχε χτυπηθεί από βέλος έμοιαζε εμπύρετος και καταπονημένος, αλλά οι υπόλοιποι δεν μπορούσαν να σταματήσουν εδώ για να τον περιμένουν να συνέλθει· έτσι, προτού ξεκινήσουν πάλι να ταξιδεύουν, τον έβαλαν να καθίσει στο άλογο ενός άλλου πολεμιστή. Ο Χάλρεοκ, που είχε χάσει το δικό του άλογο στη σύγκρουση με τους ληστές, πήρε αυτό του τραυματία.

Η Ζανάιλχα τούς οδήγησε βόρεια και δυτικά, προς τη Βινέρνι και το Άγκιστρο του Κόσμου, μέσα από περιοχές με ζουγκλώδη βλάστηση, χορταριασμένες πεδιάδες, ξερές ερημιές, και ένα βαλτοτόπι που απλωνόταν γύρω απ’τα νερά ενός παραπόταμου του Κις-χαρ Ιχ. Όπως διαπίστωσαν όλοι τους μέχρι να πέσει η νύχτα, η Γη των Ταργκάφλι παρουσίαζε μεγάλη εδαφική ποικιλομορφία: γι’αυτό κιόλας ήταν ασύνετο – και, πιθανώς, θανατηφόρο – να περνά κανείς από εδώ χωρίς έμπειρο οδηγό που ήξερε τα μονοπάτια.

Πριν από το μεσημέρι, καθώς διέσχιζαν μια ζούγκλα, δύο πάνθηρες τινάχτηκαν μέσα από τη βλάστηση και τους επιτέθηκαν χιμώντας καταπάνω στ’άλογά τους. Η Ανταρλίδα πυροβόλησε τον έναν στο κεφάλι προτού δαγκώσει το ζώο που καβαλούσε. Ο άλλος όμως έπεσε πάνω στο άλογο ενός πολεμιστή της Βασίλισσας, ρίχνοντάς τον από τη σέλα του· τα δόντια του μεγάλου αιλουροειδούς μπήχτηκαν στον λαιμό του αλόγου που χρεμέτιζε ξέφρενα. Οι άλλοι πολεμιστές από το Τάρσαζ τράβηξαν τα σπαθιά τους. Η Ζανάιλχα ύψωσε το δόρυ της και, στρίβοντας με τα γόνατα το άλογό της, κάρφωσε τον πάνθηρα στα πλευρά. Οι υπόλοιποι, τότε, τον αποτελείωσαν.

Είχαν, όμως, χάσει ακόμα ένα άλογο…

Το μεσημέρι, ο Τάμπριελ και ο Αλίρκωπ έπιασαν εντατική κουβέντα κάτω από τη σκιά δύο μεγάλων δέντρων. Είχαν πλέον βγει από τη ζούγκλα και βρίσκονταν σ’ένα μέρος με πολύ λιγότερη βλάστηση. Η Ανταρλίδα δεν κοιμήθηκε παρότι οι περισσότεροι ξάπλωσαν για να ξεκουραστούν, καταπονημένοι από το ταξίδι, τις συμπλοκές, και τη ζέστη του πρωινού. Εξ αποστάσεως, στα βορειοδυτικά, φαινόταν απόμακρα μια πόλη με ψηλά οικοδομήματα. Ακόμα ένας ερειπιώνας, σκέφτηκε η Ανταρλίδα· αλλά ρώτησε τη Ζανάιλχα για την πόλη, και η οδηγός είπε ότι ονομαζόταν Ναλφάσκι και ότι εκεί έμενε μια φυλή των Ταργκάφλι.

«Ληστές, πάλι;» ρώτησε η Μαύρη Δράκαινα.

Η Ζανάιλχα κούνησε το κεφάλι υπομειδιώντας. «Όχι, όχι ληστές.»

«Τότε, γιατί δεν πλησιάζουμε;»

«Δεν υπάρχει λόγος. Καλύτερα όσο μπορούμε να περνάμε απαρατήρητοι. Μη νομίζεις ότι στις πόλεις τους οι Ταργκάφλι έχουν πανδοχεία και τέτοια. Το πολύ-πολύ να σου επιτρέψουν να κοιμηθείς μέσα σε κανένα ερείπιο: σε κάποιο από αυτά που δεν έχουν επισκευάσει για να μένουν οι ίδιοι.»

«Δεν περίμενα να μείνω σε πανδοχείο,» αποκρίθηκε η Ανταρλίδα χωρίς να λέει ψέματα.

«Αυτοί που σταματούν στις πόλεις των Ταργκάφλι,» εξήγησε η Ζανάιλχα, «το κάνουν κυρίως για να εμπορευτούν με τους ντόπιους. Δεν υπάρχει κανένας άλλος ουσιαστικός λόγος. Εκτός αν είναι ερευνητές και τέτοιοι, όπως εσείς.»

«Είναι φιλικοί προς τους ερευνητές οι Ταργκάφλι, Ζανάιλχα;»

«Συνήθως, ναι. Εκτός αν κάνουν πράγματα που τους ενοχλούν.»

«Και τι τους ενοχλεί;»

«Είναι δύσκολο να πει κανείς τι μπορεί να ενοχλήσει αυτούς· αλλά, γενικά, ό,τι θα ενοχλούσε κι εσένα. Αν πας να κλέψεις ή να κάνεις ζημιές, θα έχεις προβλήματα μαζί τους προφανώς.

»Οι εξερευνητές, πάντως, δεν είναι και τόσοι πολλοί σε τούτα τα μέρη,» πρόσθεσε η Ζανάιλχα. «Φοβούνται να έρθουν επειδή, τα τελευταία χρόνια, κάμποσοι έχουν εξαφανιστεί ή έχουν βρεθεί νεκροί – διαμελισμένοι, ή γδαρμένοι σαν κυνήγι.»

«Ελπίζω να μη συμβεί το ίδιο και σ’εμάς.»

«Έχετε εμένα μαζί σας.»

Παρά την παρουσία σου, όμως, σκέφτηκε η Ανταρλίδα, χτες βράδυ λίγο έλειψε να μας σκοτώσουν.

Το απόγευμα, διέσχισαν τα βαλτοτόπια ενώ η Ζανάιλχα προπορευόταν ελέγχοντας το έδαφος με την άκρη του δόρατός της. Επίσης τους είπε να διώχνουν μακριά τα βατράχια που χοροπηδούσαν από δω κι από κει, γιατί ορισμένα ήταν δηλητηριώδη ή μετέφεραν ασθένειες.

«Θα μας δαγκώσουν τα βατράχια;» μόρφασε ο Καλέφραζ.

Κανένας δεν του απάντησε. Όφειλαν, όμως, όλοι να παρατηρήσουν ότι τα βατράχια ήταν μεγάλα κι έμοιαζαν να τους κοιτάζουν απειλητικά με τα κιτρινιάρικα μάτια τους. Κάποια ήταν πράσινα με κίτρινες λωρίδες· κάποια, κατάμαυρα με πορφυρές βούλες· και κάποια, κόκκινα με μαύρες λωρίδες.

«Δε μας συμπαθούν,» είπε ο Αλίρκωπ συλλογισμένα.

«Σώπα…» μουρμούρισε η Ανταρλίδα κάτω απ’την ανάσα της.

Τα βαλτόνερα είχαν γεμίσει τα ρούχα τους από τους μηρούς και κάτω όταν τελικά βγήκαν από τους βάλτους και η νύχτα έπεφτε. Κανένας – εκτός από τον τραυματία – δεν ήταν επάνω στη σέλα του αλόγου του όσο διέσχιζαν τα έλη· τραβούσαν τα ζώα από τα χαλινάρια, καθοδηγώντας τα. Η Ζανάιλχα τούς είπε να γδυθούν και να πλύνουν τους εαυτούς τους, τα ρούχα, και τις μπότες τους· δεν υπήρχε άμεσος κίνδυνος μόλυνσης, αλλά καλύτερα κανείς να φυλάγεται, τόνισε.

Στ’ανατολικά τους φαινόταν μια μεγάλη δασώδη περιοχή στο φως των δύο φεγγαριών, και η Ανταρλίδα – που είχε μόλις πλύνει το παντελόνι της και το είχε κρεμάσει για να στεγνώσει, μαζί με τις μπότες της – ρώτησε τη Ζανάιλχα τι ήταν εκεί.

«Το Πυκνόκλαδο Δάσος, ασφαλώς,» απάντησε εκείνη, σαν να έμοιαζε ν’απορεί που η Μαύρη Δράκαινα δεν το ήξερε. «Ο Κις-χαρ Ιχ περνά από μέσα του. Και μετά απ’αυτό είναι η Μεγάλη Ερημιά.»

«Μετά τη Μεγάλη Ερημιά τι είναι;»

«Μόνο οι τρελοί πάνε εκεί – και κανένας δεν τους έχει ακούσει να επιστρέφουν.» Η Ζανάιλχα απομακρύνθηκε απ’την Ανταρλίδα βαδίζοντας προς τη σκηνή της. Τα μακριά, κατάμαυρα πόδια της έμοιαζαν να εξαφανίζονται μέσα στη νύχτα και στο ψηλό χορτάρι της πεδιάδας.

Η Ανταρλίδα πλησίασε τον Τάμπριελ που καθόταν πλάι σε μια φωτιά και κάπνιζε. Κάθισε κι εκείνη κοντά του.

«Δεν είμαστε μακριά απ’τη Βινέρνι,» της είπε, και ξεδίπλωσε έναν χάρτη. «Κάπου εδώ πρέπει να βρισκόμαστε.» Βγάζοντας την πίπα του απ’το στόμα, έδειξε με την άκριά της.

Η Ανταρλίδα ένευσε. «Ναι· η Ζανάιλχα μόλις μου είπε ότι το δάσος που φαίνεται στ’ανατολικά μας είναι το Πυκνόκλαδο Δάσος.»

«Το είχα υποθέσει.

»Αναρωτιέμαι από πού θα μας πάει αύριο. Θα μας περάσει μέσα απ’το δάσος, ή θα μας βάλει να κάνουμε τον κύκλο του Σκεβρού Χάσματος;»

«Αυτό δεν μου το είπε.» Και τον ρώτησε: «Ξέρεις τι πας να κάνεις στο Άγκιστρο του Κόσμου;»

«Όχι ακριβώς.»

«Συνηθισμένα πράγματα, ε;» Ακουγόταν ενοχλημένη – και ήταν.

«Φοβάσαι ότι η κατάληξη θα είναι ίδια όπως όταν πήγαμε στην Πύλη του Μαράνχαλωμ;»

«Φοβάμαι ότι ίσως νάναι χειρότερη.»

«Δεν είμαστε τυχαία εδώ, Ανταρλίδα,» είπε ο Τάμπριελ τυλίγοντας τον χάρτη του ξανά και βάζοντας την πίπα του στο στόμα. «Στο Άγκιστρο θα βρούμε κάποιο από τα κλειδιά αυτού του κόσμου· είμαι βέβαιος.»

«Και την προηγούμενη φορά τα ίδια έλεγες.»

«Η Πύλη ήταν κλειδαρότρυπα, όχι κλειδί.»

«Εγώ, πάντως, δεν έχω δει ούτε κλειδιά ούτε κλειδαρότρυπες μέχρι στιγμής.»

«Δεν έχεις φαντασία, γι’αυτό.»

«Αρχίζεις να με τσαντίζεις.»

*

Επόμενη μέρα.

Η Ζανάιλχα, αφού ξερίζωσε τα χόρτα από ένα μικρό κομμάτι του εδάφους και σχημάτισε έναν πρόχειρο χάρτη στο χώμα, είπε στους συντρόφους της: «Για να κάνουμε τον κύκλο του φαραγγιού θα μας πάρει πάνω από δύο ημέρες. Το Πυκνόκλαδο Δάσος, που βρίσκεται στο δρόμο μας, είναι αρκετά επικίνδυνο λόγω άγριων θηρίων και ιθαγενών. Επομένως, προτείνω να περάσουμε από εδώ.» Με τη λεπίδα του δόρατός της, διέγραψε μια γραμμή η οποία περνούσε ακριβώς ανάμεσα από την ανατολική άκρη του Σκεβρού Χάσματος και τη δυτική άκρη του Πυκνόκλαδου Δάσους. «Θα μπούμε μόνο στις παρυφές του δάσους, όπου θα είμαστε σχετικά ασφαλείς.»

«Τι σημαίνει ‘σχετικά’;» ρώτησε ο Χάλρεοκ.

«Δεν είναι δυνατόν ποτέ να είσαι απόλυτα ασφαλής σε τούτα τα μέρη, όπως θάχεις ήδη καταλάβει, νομίζω,» αντιγύρισε η Ζανάιλχα, κάπως απότομα, καθώς ακόμα υπήρχε ένταση μεταξύ τους από όσα είχαν συμβεί στη Σιλντάχι. «Και στο Πυκνόκλαδο Δάσος καραδοκούν πολλοί κίνδυνοι. Αν όμως προτιμάτε, μπορούμε να κάνουμε το γύρο του φαραγγιού. Εσείς αποφασίζετε.»

«Θα περάσουμε από τις παρυφές του δάσους,» δήλωσε ο Τάμπριελ.

Ο Χάλρεοκ στράφηκε να τον κοιτάξει. «Είσαι σίγουρος;»

«Θα χάσουμε πολύ χρόνο κάνοντας τον γύρο· και όσο περισσότερο καιρό είμαστε εδώ τόσο μεγαλύτερη πιθανότητα υπάρχει κάτι άσχημο να συμβεί.»

Ο Χάλρεοκ φάνηκε να το σκέφτεται σοβαρά αυτό.

«Εντάξει λοιπόν,» είπε η Ζανάιλχα· και πρόσθεσε: «Θα πρέπει, επίσης, να σας επισημάνω ότι εδώ» – πίεσε την αιχμή του δόρατός της στον χωμάτινο χάρτη – «στην ανατολική άκρη του φαραγγιού, υπάρχει μια πόλη των Ταργκάφλι: η Λόιτμα.»

«Είναι εχθρικοί οι κάτοικοι της;» ρώτησε ο Χάλρεοκ.

«Από την εμπειρία μου, όχι. Μάλιστα, έχω εμπορευτεί και κάποιες φορές μαζί τους: τους έχω δώσει πράγματα και μου έχουν δώσει πράγματα.»

«Αυτό, επομένως, σημαίνει ότι δεν θα μας επιτεθούν εν όψει. Σωστά;»

«Κατά πάσα πιθανότητα,» του αποκρίθηκε κοιτάζοντάς τον έντονα καθώς πίεζε την κάτω άκρη του δόρατός της στο χώμα. Ήταν φανερό ότι ο τρόπος του Χάλρεοκ είχε αρχίσει να την ενοχλεί.

«Ας ξεκινήσουμε,» είπε η Ανταρλίδα· «κι αν κάτι απρόοπτο τύχει στο δρόμο, βλέπουμε πώς θα το αντιμετωπίσουμε.»

*

Πλησίασαν τις παρυφές του Πυκνόκλαδου Δάσους και, στην αρχή, ταξίδεψαν πλάι τους· όμως, καθώς κατευθύνονταν βορειοδυτικά, έβρισκαν ολοένα και περισσότερη βλάστηση μπροστά τους, μέχρι που πλέον ήταν περιτριγυρισμένοι από αυτήν. Το Σκεβρό Χάσμα δεν άργησαν να το ατενίσουν στα δυτικά τους: ένα πελώριο άνοιγμα στη γη το οποίο συνεχιζόταν για δεκάδες χιλιόμετρα προς τη δύση. Στην άκρη του ήταν μία από τις πόλεις των Ταργκάφλι, με τις ερειπωμένες πολυκατοικίες που αποτελούσαν σημάδι ενός πολύ αρχαιότερου πολιτισμού σε τούτα τα μέρη – και, πιθανώς, πολύ πιο εξελιγμένου, υποπτευόταν η Ανταρλίδα. Τι έγινε, όμως, όλη αυτή η εξέλιξη; Χάθηκε μέσα στον Κατακλυσμό; Υπήρχαν, άραγε, ενεργειακά οχήματα εδώ, κάποτε; Υπήρχαν πυροβόλα και ενεργειακά όπλα; Υπήρχε προηγμένη χρήση της μαγείας, όπως με τα μαγικά τάγματα στο Γνωστό Σύμπαν;

Και τι ξέρουν οι Ταργκάφλι για όλ’αυτά; Έχουν την παραμικρή ιδέα τι υπήρξε εδώ, ή είναι τελείως βάρβαροι; Η Ανταρλίδα δε νόμιζε να ίσχυε αυτό το τελευταίο. Οι Ταργκάφλι πρέπει κάποια υποψία να είχαν για τον αρχαίο πολιτισμό, γι’αυτό κιόλας ήθελαν να κατοικούν μέσα σε τούτες τις ερειπωμένες πόλεις αντί να τις γκρεμίσουν και να οικοδομήσουν κάτι δικό τους, ή αντί να τις εγκαταλείψουν στον άνεμο και στη βλάστηση.

Καθώς η Ανταρλίδα και οι σύντροφοί της διέσχιζαν το Πυκνόκλαδο Δάσος, μπορούσαν να ατενίσουν την πόλη – που η Ζανάιλχα τούς είπε ότι, φυσικά, ήταν η Λόιτμα – μόνο μέσα από ανοίγματα στις φυλλωσιές ή στις κληματίδες, κι ανάμεσα από χοντρούς κορμούς δέντρων που έμοιαζαν να σχηματίζουν φυσικές πύλες.

Η Ανταρλίδα παρατήρησε ότι κάποιοι περιφέρονταν έξω από την αρχαία πόλη. Καβαλάρηδες, επάνω σε… Δεν ήταν άλογα. –Έφερε το κιάλι της στο μάτι και κοίταξε καλύτερα. –Έντομα. Γιγαντιαία έντομα. Αυτά που η Ζανάιλχα είχε αποκαλέσει ό’τρατ ζιν – μαμούνια του φαραγγιού.

«Μας έχουν δει;» ρώτησε η Ανταρλίδα την οδηγό δείχνοντας, μέσα από τη βλάστηση, τους εντομοκαβαλάρηδες.

«Μάλλον. Οι Ταργκάφλι έχουν πολύ καλούς παρατηρητές στα σύνορα των περιοχών τους. Αλλά δεν πρόκειται να μας επιτεθούν απρόκλητα.»

«Τι κάνουν, τότε, αυτά τα έντομα έξω απ’την πόλη τους;» απαίτησε ο Χάλρεοκ.

Η Ζανάιλχα τού απάντησε δίχως να στραφεί να τον κοιτάξει: «Για λόγους ασφαλείας έχουν βγει, σε περίπτωση που εμείς αποδειχτούμε εχθρικοί. Επίσης, ίσως να θέλουν να μας δείξουν την πολεμική υπεροχή τους, ώστε να μην τολμήσουμε να τους επιτεθούμε.»

Το μεσημέρι είχαν πλέον αφήσει τη Λόιτμα πίσω τους και κατασκήνωσαν μέσα στο δάσος για να φάνε και να ξεκουραστούν. Ο Αλίρκωπ αντάλλαξε μερικές κουβέντες με τον Τάμπριελ και ύστερα απομακρύνθηκε λίγο από τους άλλους, πηγαίνοντας να καθίσει οκλαδόν κάτω από ένα δέντρο. Στα χέρια του κρατούσε ένα δαχτυλίδι το οποίο και κοίταζε έντονα· το βλέμμα του ήταν προσηλωμένο εκεί και μόνο εκεί.

«Τι κάνει;» ρώτησε η Ανταρλίδα τον Τάμπριελ καθώς κάθονταν μέσα στη σκηνή τους, τρώγοντας.

«Προσπαθεί να φορτίσει το αντικείμενο με τη θέλησή του, όπως του δίδαξα.»

«Και μετά θα μπορεί να φυλακίσει δαίμονες εκεί μέσα, σαν τους Δεσμοφύλακες;»

«Δεν είναι τόσο απλό. Δεν ξέρω ακόμα καν αν θα καταφέρει να φορτίσει σωστά το αντικείμενο.»

«Πώς θα το καταλάβεις αν το έχει φορτίσει σωστά;»

«Ενδιαφέρονται οι Μαύρες Δράκαινες για τις τεχνικές των Δεσμοφυλάκων, τώρα;»

«Εντάααξει· συζήτηση έκανα απλώς. Και απορώ, γαμώ τα κέρατα του Κάρτωλακ, πώς η Παντοκράτειρα σε ανεχόταν.»

«Η Παντοκράτειρα δεν έκανε τόσες πολλές ερωτήσεις, και είχε και άλλους συζύγους για να περνά τον καιρό της. Ο Ανδρόνικος ήταν πάντα ο αγαπημένος της… μέχρι που επαναστάτησε εναντίον της, βέβαια.»

Ύστερα, το χέρι του γαργάλησε τη γυμνή της πατούσα καθώς η Ανταρλίδα ήταν καθισμένη οκλαδόν πλάι του. «Έφαγες, λοιπόν, όλο σου το φαγητό;»

Εκείνη μειδίασε, μασώντας το τελευταίο κομμάτι από έναν καρπό που είχε κόψει η Ζανάιλχα γι’αυτούς, εδώ στο Πυκνόκλαδο Δάσος. «Και εξ όψεως δε σου φαινόταν τι άγριο ζωάκι είσαι…» του είπε.

«Επιβεβαιώνω τον κανόνα για τους Φεηνάρκιους;»

«Σ’αυτό τον τομέα, ναι.» Η Ανταρλίδα σηκώθηκε στα γόνατα και έκλεισε την κουρτίνα της σκηνής τους.

*

Ενώ ο ήλιος ταξίδευε προς τον δυτικό ορίζοντα, εκείνοι ταξίδευαν βορειοδυτικά έχοντας βγει από τις παρυφές του Πυκνόκλαδου Δάσους και διασχίζοντας μια ανοιχτή πεδιάδα που απλωνόταν για χιλιόμετρα και χιλιόμετρα εμπρός τους, διαθέτοντας ψηλό χορτάρι που έμοιαζε με λεπίδια και δέντρα ψηλότερα και χαμηλότερα. Οι σκιές ήταν πολλές και έντονες, σαν από πίνακα ζωγραφικής.

«Όταν πέσει η νύχτα μπορούμε να είμαστε στη Βινέρνι,» είπε η Ζανάιλχα. «Θέλετε να φτάσουμε εκεί απόψε, ή να το κανονίσω έτσι ώστε να φτάσουμε αύριο με την αυγή;»

«Τι νομίζεις ότι θα ήταν καλύτερο;» τη ρώτησε ο Τάμπριελ.

«Τι σκοπεύεις να κάνεις όταν πας εκεί;»

«Θέλω να πλησιάσω το Άγκιστρο του Κόσμου.»

«Θα χρειαστεί να διαπραγματευτείς, υποθέτω· κι αυτό καλύτερα να το κάνεις το πρωί.»

«Εντάξει τότε,» είπε ο Τάμπριελ. «Αύριο θα πάμε στην πόλη.»

Κεφάλαιο Δέκατο-Όγδοο
Ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ

Οφείλω να ομολογήσω ότι, μέσα σ’αυτή τη βαρβαρική γη, ένα πράγμα με εξέπληξε ευχάριστα: η κοινωνία των Ταργκάφλι. Δεν είχα ποτέ άλλοτε βρεθεί σε τούτους τους τόπους, και παρότι είχα διαβάσει πολλά για τους Ταργκάφλι, δεν τους είχα δει από κοντά. Αρκετές από τις δοξασίες γι’αυτούς δεν είναι αληθινές· είναι μονάχα μύθοι και φήμες. Δεν μου φάνηκαν τόσο άγριοι, ούτε τόσο επικίνδυνοι. Ο τρόπος τους φανερώνει ότι ζουν μέσα στα πανάρχαια ερείπια από επιλογή, όχι από βαρβαρισμό. Ο Μεγάλος Προφήτης μού είπε ότι δείχνουν μια θρησκευτική λατρεία προς αυτά: και δεν νομίζω ότι θα μπορούσα να το θέσω καλύτερα.

Οι Ταργκάφλι αναπολούν ένα χαμένο ένδοξο παρελθόν, και πιστεύουν σε μυστικά κρυμμένα κάτω από ερειπωμένες πανάρχαιες πόλεις με πανύψηλα οικοδομήματα.

Γι’αυτό που είδα και μόνο, το ταξίδι μου σ’εκείνα τα μέρη άξιζε.

*
* * *
*

Από απόσταση η Βινέρνι δεν έμοιαζε διαφορετική από τις υπόλοιπες πόλεις των Ταργκάφλι που ο Τάμπριελ και η Ανταρλίδα είχαν δει. Ήταν ένας ερειπιώνας με πολυκατοικίες, άλλες τελείως γκρεμισμένες άλλες όχι. Το Άγκιστρο του Κόσμου – ο ψηλός, πράσινος λίθος που ήταν ζωγραφισμένος στην περγαμηνή που ο Ρέμικατ είχε δώσει στον Τάμπριελ – δεν φαινόταν πουθενά. Μάλλον τα αρχαία οικοδομήματα το έκρυβαν.

Καθώς η ομάδα του Τάμπριελ και της Ανταρλίδας πλησίαζε την πόλη, είδαν πολεμιστές να βγαίνουν από εκεί και να τους ατενίζουν. Αυτοί που βρίσκονταν μπροστά, έτοιμοι να τους υποδεχτούν, βαστούσαν τσεκούρια αλλά δεν τα είχαν υψωμένα με τρόπο εχθρικό: τα κρατούσαν κατεβασμένα στο πλάι τους. Ωστόσο η Ανταρλίδα δεν μπόρεσε παρά να προσέξει και τους τοξότες που ήταν επάνω σε δύο ερειπωμένες πολυκατοικίες. Δεν το ριψοκινδυνεύουν. Αν κρίνουν πως είμαστε εχθροί, θα μας γεμίσουν βέλη.

«Ποιοι είστε και τι θέλετε εδώ;» φώναξε ο ένας από τους δύο πελεκυφόρους: ένας λευκός άντρας με μαύρα, μακριά μαλλιά και μούσια.

Η Ζανάιλχα απάντησε: «Εξερευνητές είμαστε. Εγώ είμαι η οδηγός. Θέλουμε να δούμε το Άγκιστρο του Κόσμου.»

«Το Άγκιστρο του Κόσμου; Για ποιο λόγο;»

«Θα πρέπει να σας μιλήσει ο σύντροφός μου γι’αυτό,» είπε η Ζανάιλχα, και στράφηκε στον Τάμπριελ.

Εκείνος τη ρώτησε: «Ποιος είναι αρχηγός εδώ; Φύλαρχο έχουν; Άρχοντα; Ιερέα;»

«Ο’Μάλζεκ Χάλρικ, τον λένε. ‘Άρχοντας των Ερειπίων’, σημαίνει.»

«Πρέπει να μιλήσω στον Ο’Μάλζεκ Χάλρικ!» φώναξε ο Τάμπριελ στους Ταργκάφλι. Και έβγαλε την κουκούλα του, αποκαλύπτοντας το κόκκινο δέρμα του και τα κατάλευκα, μακριά μαλλιά του. «Το βλέπετε αυτό εκεί;» Στράφηκε πίσω του δείχνοντας, στον δυτικό ορίζοντα, τον υπερδιαστασιακό στρόβιλο που φαινόταν μέχρι εδώ. «Γνωρίζω τι είναι. Και νομίζω ότι θα θέλατε κι εσείς να μάθετε.»

«Τι σχέση έχει αυτό με το Άγκιστρο του Κόσμου;» ρώτησε ο ίδιος Ταργκάφλι που είχε μιλήσει και πριν.

«Αυτό θα το πω στον Ο’Μάλζεκ Χάλρικ, αν μας αφήσετε να περάσουμε.»

Οι δύο φρουροί αντάλλαξαν μερικές σύντομες κουβέντες αναμεταξύ τους και, μετά, εκείνος που είχε μιλήσει και πριν φώναξε στον Τάμπριελ: «Μπορείτε να περάσετε!»

Η ομάδα κατέβηκαν από τα άλογά τους και, τραβώντας τα από τα γκέμια, μπήκαν στους δρόμους της Βινέρνι. Τα περισσότερα οικοδομήματα μπορεί να ήταν ερειπωμένα, παρατήρησαν, αλλά αυτά μέσα στα οποία έμεναν άνθρωποι φαίνονταν περιποιημένα. Οι Ταργκάφλι έμοιαζαν να λατρεύουν τα ερείπια, με τη θρησκευτική έννοια. Τα διατηρούσαν στην κατάστασή τους, δεν τα κατέστρεφαν, αλλά είχαν δημιουργήσει τέτοιες συνθήκες ώστε να μπορούν να ζουν μέσα σ’αυτά.

Τι είναι εκείνο που τους γοητεύει; σκέφτηκε ο Τάμπριελ. Η παλαιότητα των οικοδομημάτων; Το γεγονός ότι υπάρχουν μονάχα εδώ και πουθενά αλλού σε τούτο τον κόσμο; (Τουλάχιστον εκείνος δεν τα είχε δει σε άλλο μέρος, ούτε ο Καλέφραζ τού είχε πει ότι υπήρχαν αλλού.) Ή, μήπως, αποζητούν την επιστροφή σ’ένα πιο ένδοξο παρελθόν; Αναρωτιέμαι τι μύθους να έχουν για τα αρχαία οικοδομήματα των πόλεών τους.

Οι Ταργκάφλι συγκεντρώθηκαν γύρω από τον Τάμπριελ και τους συντρόφους του, κρατώντας όπλα και κοιτάζοντάς τους με επιφύλαξη. Ειδικά οι πολεμιστές της Βασίλισσας Παμράνεχ έμοιαζαν να τους βάζουν σε σκέψεις· μάλλον, δεν τους άρεσαν οι πανοπλίες που φορούσαν: αποτελούσαν σημάδι ότι οι επισκέπτες τους ήταν έτοιμοι για μάχη.

Σύντομα θα δουν ότι δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν από εμάς, σκέφτηκε ο Τάμπριελ· και μια εικόνα ήρθε τότε στο μυαλό του–

Ένα πλήθος ανθρώπων που ταξιδεύει με κάρα, άμαξες, άλογα, μουλάρια, μαρνέκια, ελέφαντες, και άλλα ζώα· κι ανάμεσά τους πολλοί κρατούν όπλα – δόρατα, σπαθιά, τσεκούρια, τόξα – αλλά οι πανοπλίες τους δεν είναι ούτε καλοφτιαγμένες ούτε μεταλλικές: είναι καμωμένες κυρίως από δέρματα ζώων και ξύλο, ενώ ελάχιστες έχουν και κομμάτια μετάλλου σ’ορισμένα σημεία.

Ο Τάμπριελ βλεφάρισε και η εικόνα χάθηκε.

Ταργκάφλι. Αυτοί που είχε δει ήταν, σίγουρα, Ταργκάφλι. Και φαινόταν να έχουν φύγει για κάποιο μεγάλο ταξίδι…

Οι πολεμιστές της Βινέρνι τούς έκαναν νόημα να σταματήσουν μπροστά σε μια μεγάλη πολυκατοικία. Τριγύρω, οι κάτοικοι της πόλης κοίταζαν από απόσταση, έχοντας βγει στις πόρτες τους ή στεκόμενοι σε μπαλκόνια και παράθυρα. Η αντίδρασή τους ήταν σχεδόν κωμική· φέρονταν σαν χωρικοί, σκέφτηκε ο Τάμπριελ, ενώ ζούσαν μέσα σε μια μεγαλούπολη. Έστω, στα ερείπια μιας μεγαλούπολης.

Ένας πολεμιστής μπήκε στη μεγάλη πολυκατοικία ενώ ένας άλλος είπε στον Τάμπριελ να περιμένει. Πρέπει να με νομίζουν για αρχηγό της ομάδας, σκέφτηκε εκείνος· κι ύστερα συνειδητοποίησε πως, όντως, ήταν αρχηγός της ομάδας. Εκείνος αποφάσιζε πού θα πήγαιναν και τι θα έκαναν.

Μετά από λίγο, ένας άντρας φάνηκε στην είσοδο της μεγάλης πολυκατοικίας, η οποία βρισκόταν στην κορυφή μερικών σκαλοπατιών. Δεξιά κι αριστερά του ήταν δύο πολεμιστές.

Ο Τάμπριελ αναγνώρισε το πρόσωπό του. Τον είχε «δει» και παλιότερα.

«Ο’Μάλζεκ Χάλρικ,» είπε μεγαλόφωνα, «ονομάζομαι Τάμπριελ, και θα ήθελα να μιλήσουμε.»

«Η όψη σου είναι παράδοξη, ξένε,» αποκρίθηκε ο Άρχοντας των Ερειπίων. Ήταν μετρίου αναστήματος και είχε δέρμα λευκό, μύτη γαμψή, γκρίζα μακριά μαλλιά, και επίσης γκρίζα γενειάδα. Φορούσε ρούχα φανερά καμωμένα από δέρματα ζώων, και στο δεξί χέρι βαστούσε ένα ραβδί που στην κορυφή του ήταν ένας πράσινος λίθος. Γύρω από τον λίθο ήταν δεμένα διάφορα κορδόνια που αν είχε αέρα θα ανέμιζαν· τώρα, όμως, είχε άπνοια κι έτσι κρέμονταν, παράλυτα. «Το δέρμα σου είναι κόκκινο. Από πού έρχεσαι;»

Ο Τάμπριελ έδειξε προς τα δυτικά, προς το βαθούλωμα στον ουρανό που δημιουργούσε ο υπερδιαστασιακός στρόβιλος. «Από εκεί!»

«Αυτή είναι μια πολύ γενική κατεύθυνση, ξένε.»

«Δεν με κατάλαβες, Ο’Μάλζεκ Χάλρικ. Έρχομαι από αυτό που βλέπετε στον ουρανό.»

Ο Άρχοντας των Ερειπίων συνοφρυώθηκε. «Τι θες να πεις; Πώς είναι δυνατόν;»

«Δεν είμαι από αυτόν τον κόσμο· και βρίσκομαι εδώ ώστε να μιλήσουμε για κάτι που ενδιαφέρει και τους δυο μας.»

Μουρμουρητά είχαν αρχίσει ν’ακούγονται από τους Ταργκάφλι ολόγυρα.

«Και τι είναι αυτό;» θέλησε να μάθει ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ.

«Το Άγκιστρο του Κόσμου.»

Τώρα, ο Άρχοντας των Ερειπίων τον κοίταξε καχύποπτα.

«Σου υπόσχομαι ότι δεν θα το μετανιώσεις,» είπε ο Τάμπριελ.

Μετά από μερικές στιγμές σκέψης, ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ αποκρίθηκε: «Καλώς, θα συζητήσουμε. Αφού οι πολεμιστές μου οδηγήσουν εσένα και τους συντρόφους σου σ’ένα μέρος για να μείνετε.»

«Ευχαριστούμε για τη φιλοξενία, Ο’Μάλζεκ Χάλρικ,» είπε η Ζανάιλχα κάνοντας μια περίεργη υπόκλιση, με το αριστερό γόνατο λυγισμένο και τη δεξιά γροθιά ν’ακουμπά στο χώμα.

*

Οι Ταργκάφλι τούς πήγαν στο ισόγειο μιας γκρεμισμένης πολυκατοικίες που μόνο ο πρώτος όροφος της είχε απομείνει καθώς και μερικά κομμάτια απ’τον δεύτερο· οι υπόλοιποι είχαν, πριν από αιώνες, καταρρεύσει. Τα άλογά τους τα άφησαν σε μια μεριά του ισογείου που κάποτε, νόμιζε η Ανταρλίδα, μπορεί να ήταν γκαράζ για ενεργειακά οχήματα. Οι ίδιοι κάθισαν μέσα σε πέντε δωμάτια που ήταν κάπως συμμαζεμένα· δεν υπήρχαν πέτρες στο πάτωμα, και οι πόρτες δεν ήταν μπλοκαρισμένες από μπάζα· μάλιστα, σε όλες κρέμονταν κουρτίνες καμωμένες από δέρματα. Ένα μικρό λίθινο τραπέζι και μερικά λίθινα καθίσματα υπήρχαν στο κεντρικότερο από τα δωμάτια. Η Ανταρλίδα συμπέρανε ότι οι Ταργκάφλι πρέπει να είχαν ετούτο το μέρος για ξενώνα, και η Ζανάιλχα επιβεβαίωσε την υποψία της όταν η Μαύρη Δράκαινα τής την είπε. «Έχω ξαναβρεθεί εδώ, Ανταρλίδα. Σ’το είπα και τις προάλλες, οι Ταργκάφλι δεν είναι αφιλόξενοι, εκτός αν σε θεωρούν επικίνδυνο ή ενοχλητικό για κάποιο λόγο.»

Η ομάδα τακτοποιήθηκε μέσα στα δωμάτια, και μετά ο Χάλρεοκ ρώτησε: «Θα χρειαστεί να μείνουμε μέρες εδώ πέρα;»

«Θα δείξει,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ, καθισμένος σ’ένα από τα πέτρινα καθίσματα του κεντρικού δωματίου και καπνίζοντας την πίπα του.

«Τι θα κάνεις όταν σε πάνε στο Άγκιστρο του Κόσμου, Τάμπριελ;» ρώτησε ο Αλίρκωπ.

«Δεν ξέρω ακόμα. Έχω ‘δει’, όμως, ότι γύρω του θα γίνει κάποια… τελετή, νομίζω. Και θα είμαι παρών σ’αυτή την τελετή.»

«Να προσέχεις,» του είπε ο Αλίρκωπ. «Έχω ακούσει ότι το Άγκιστρο κρύβει επικίνδυνες δυνάμεις.»

«Αν το έχουν φτιάξει οι Αρχαίοι, σίγουρα κρύβει επικίνδυνες δυνάμεις, Αλίρκωπ.»

«Δεν θυμάσαι τι σου είπα όταν μιλήσαμε στην Καρκούμ;»

Ο Τάμπριελ ένευσε. «Θυμάμαι. Και πολύ καλά μάλιστα.» Του είχε πει ότι είχε ακούσει πως υπήρχε κάποιος φύλακας του Άγκιστρου. Κάποιος θεός ή πανίσχυρο πνεύμα, το οποίο δεν προστάτευε μόνο τον μεγάλο λίθο αλλά και τη Βινέρνι και τους κατοίκους της. Ένας μάγος είχε πει στον Αλίρκωπ ότι του είχε πει μια μάγισσα ότι της είχε πει ένας άλλος μάγος πως οι μάγοι των Ταργκάφλι της Βινέρνι μπορούσαν να καλέσουν αυτόν τον επικίνδυνο θεό όποτε το επιθυμούσαν και να τον εξαπολύσουν εναντίον των εχθρών τους: πράγμα το οποίο είχαν κάνει κάποιες φορές όταν κινδύνευε η πόλη τους από εισβολείς ή από ληστές. Είχαν επικαλεστεί τον προστάτη του λίθου για να τους υπηρετήσει, κι εκείνος είχε καταστρέψει ολοσχερώς τους εχθρούς τους μέσα σε φωτιές και σκοτάδι· ή (άλλοι έλεγαν) τους είχε τρελάνει με ακατανόητα οράματα· ή (άλλοι έλεγαν) είχε παλαβώσει τα ζώα τους – ελέφαντες, άλογα, ό’τρατ ζιν – και τα είχε βάλει να τους κομματιάσουν· ή (άλλοι έλεγαν) είχε φέρει έναν άνεμο τόσο δυνατό που τους είχε όλους παρασύρει και σκορπίσει ώς τα πέρατα της Γης των Ταργκάφλι.

«Δε νομίζω, όμως, ότι θα αισθανθούν τόσο απειλημένοι από εμάς ώστε να επικαλεστούν τον δαίμονά τους εναντίον μας,» είπε ο Τάμπριελ. Κι επιπλέον, είμαι έτοιμος γι’αυτόν, πρόσθεσε νοερά, αγγίζοντας το περιδέραιο κάτω απ’το πουκάμισό του – το περιδέραιο που είχε «δει», που είχε αγοράσει στη Μεγάλη Αγορά της Φέντινκεχ, και που είχε προετοιμάσει κατάλληλα, όπως προετοίμαζαν ένα αντικείμενο οι Δεσμοφύλακες.

«Το πνεύμα του λίθου, όμως, ίσως να αισθανθεί απειλημένο,» τον προειδοποίησε ο Αλίρκωπ.

«Για ποιο λόγο; Δεν ήρθα για να τον καταστρέψω.» (Κι αν αυτό χρειαστεί για ν’ανοίξεις ετούτη την απομονωμένη διάσταση; ρώτησε μια φωνή εντός του – την οποία ο Τάμπριελ, για την ώρα, αγνόησε.)

«Δεν γνωρίζω. Αλλά είπες ότι έχεις ‘δει’ να γίνεται μια τελετή γύρω από το Άγκιστρο, έτσι δεν είπες;»

Ο Τάμπριελ κατένευσε.

«Αυτή η τελετή ίσως να γίνει για να καλέσει το πνεύμα.»

«Δεν έχουμε παρά να το ανακαλύψουμε, λοιπόν…»

Εκείνη τη στιγμή κάποιος ακούστηκε να πλησιάζει τον ξενώνα, και όλοι τους στράφηκαν για να δουν έναν πολεμιστή των Ταργκάφλι να μπαίνει.

«Ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ θα σου μιλήσει τώρα,» είπε κοιτάζοντας τον Τάμπριελ.

Εκείνος σηκώθηκε απ’τη θέση του. «Δε χρειάστηκε να περιμένουμε πολύ,» είπε στους συντρόφους του ενώ έσβηνε την πίπα του και την έβαζε σ’ένα μικρό σακούλι στη ζώνη του.

«Θα έρθω μαζί σου,» δήλωσε η Ανταρλίδα.

«Κι εγώ,» είπε ο Καλέφραζ.

Ο Τάμπριελ τον ατένισε. «Γιατί;»

«Θέλω ν’ακούσω τι θα ειπωθεί. Αυτά που συμβαίνουν γύρω σου, Τάμπριελ, δεν συμβαίνουν κάθε μέρα. Όπως δεν ανοίγουν και κάθε μέρα Ρήγματα στον κόσμο μας.»

Ο Τάμπριελ στράφηκε στον πολεμιστή των Ταργκάφλι. «Να έρθουν;»

«Ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ μού είπε ότι επιθυμεί να μιλήσει μαζί σου, αλλά ας έρθουν. Αν δεν τους θέλει, θα προστάξει να μείνουν έξω.» Και τους έκανε νόημα να τον ακολουθήσουν, βγαίνοντας απ’τον ξενώνα.

Ο Τάμπριελ, η Ανταρλίδα, και ο Καλέφραζ τον ακολούθησαν.

Ο πολεμιστής τούς οδήγησε μέσα στη μεγάλη πολυκατοικία απ’όπου είχε, πριν, βγει ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ. Ανέβηκαν πέτρινες σκάλες – οι οποίες βρίσκονταν σε καλή κατάσταση – και έφτασαν στον τέταρτο όροφο του πενταόροφου οικοδομήματος, όπου στέκονταν παραπάνω από αρκετοί φρουροί των Ταργκάφλι. Αποκλείεται να είναι πάντα τόσοι πολλοί εδώ, συλλογίστηκε η Ανταρλίδα. Βρίσκονται εδώ για χάρη μας. –Και ελπίζω οι διαπραγματεύσεις του Τάμπριελ να μην πάνε τόσο άσχημα ώστε να δεχτούμε επίθεση… γιατί τότε θα την έχουμε πολύ άσχημα. Η Ανταρλίδα άρχισε από τώρα να σκέφτεται πιθανούς τρόπους διαφυγής από τούτο το οικοδόμημα.

Ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ τούς περίμενε σε μια αίθουσα που ήταν επιπλωμένη σχεδόν σαν τα σαλόνια της Φέντινκεχ. Υπήρχαν έπιπλα από ξύλο, με ψάθες και μαξιλάρια στα καθίσματα, καθώς και ξύλινα αγάλματα και γλυπτά. Το μακρόστενο παράθυρο του μεγάλου δωματίου διέθετε τζάμι – επομένως, ξέρουν τι σημαίνει υαλουργεία, συμπέρανε η Ανταρλίδα. Δεν είναι βάρβαροι· όχι τελείως, τουλάχιστον. Ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ στεκόταν μπροστά σε μια θρονοειδή πολυθρόνα και, καλωσορίζοντάς τους, τους έκανε νόημα να καθίσουν. Στις γωνίες της αίθουσας στέκονταν φρουροί, παρατήρησε η Ανταρλίδα με τις άκριες των ματιών της.

Ο Τάμπριελ, ο Καλέφραζ, και η Μαύρη Δράκαινα κάθισαν, και μετά κάθισε κι ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ.

Ο οποίος κοίταξε την Ανταρλίδα και ρώτησε: «Κι εσύ από το Σημάδι έχεις έρθει;»

«Το Ρήγμα; Ναι, από εκεί έχω έρθει. Μαζί με τον Τάμπριελ.»

«‘Ρήγμα’ ονομάζεται;»

«Στο Τάρσαζ έτσι αποφασίσαμε να το λέμε,» εξήγησε ο Καλέφραζ, καθώς υπηρέτες τούς έφερναν κύπελλα με ποτά και πιατάκια με γλυκά και ξυλάκια (τα οποία ήταν, μάλλον, για να τρώει κανείς, υπέθεσαν κι οι τρεις τους).

«Από το Τάρσαζ έρχεστε, λοιπόν…»

«Συναντήσαμε τους πολεμιστές της Βασίλισσας Παμράνεχ μόλις βγήκαμε στον κόσμο σας,» είπε ο Τάμπριελ, «κι αυτοί μάς οδήγησαν στο Βασίλειό τους. Τότε δεν ξέραμε ακόμα να μιλάμε ούτε την Οικουμενική.»

«Στείλαμε κι εμείς κάποιους ανθρώπους μας στο… Ρήγμα. Δεν έχουν επιστρέψει, και φοβόμαστε ότι ίσως να μην επιστρέψουν ποτέ…»

«Είναι επικίνδυνο όταν το πλησιάζει κανείς· μπορεί να τον παρασύρει μέσα του.»

«Και μετά, τι γίνεται;»

«Οι πιθανότητες να επιβιώσει είναι ελάχιστες.»

«Εσείς πώς επιβιώσατε; Και πώς δημιουργήθηκε το Ρήγμα;»

Ο Τάμπριελ τού μίλησε για το Γνωστό Σύμπαν, παρότι είχε πλέον βαρεθεί να λέει τα ίδια και τα ίδια σε όλους όσους χρειαζόταν τη βοήθειά τους. Έπειτα, εξήγησε στον Ο’Μάλζεκ Χάλρικ ότι πίστευε πως ο θρυμματισμός του Ενιαίου Κόσμου και ο Κατακλυσμός ετούτου του κόσμου ήταν ένα και το αυτό. Οι Αρχαίοι, προσπαθώντας να γλιτώσουν τους εαυτούς τους, είχαν απομονώσει το κομμάτι του σύμπαντος όπου βρίσκονταν.

«Έτσι τώρα δεν έχετε καμία διέξοδο. Νομίζω, όμως, ότι αυτό μπορεί ν’αλλάξει, κι ένα απ’τα κλειδιά ίσως να είναι το Άγκιστρο του Κόσμου στην πόλη σας.»

«Γιατί το λες αυτό;»

«Εσείς δεν πιστεύετε ότι το Άγκιστρο το έφτιαξαν αρχαίοι θεοί προκειμένου να γλιτώσουν τον κόσμο από τον Κατακλυσμό;»

«Γνωρίζεις αρκετά για εμάς, Τάμπριελ. Ποιος σου το είπε αυτό;»

«Δεν είναι αλήθεια;»

«Αλήθεια είναι. Αλλά θέλω να ξέρω ποιος σου το είπε.»

«Ο Αλίρκωπ, ένας μάγος που μένει στην Καρκούμ. Τον γνωρίζεις;» ρώτησε ο Τάμπριελ τελειώνοντας το ποτό στο κύπελλό του.

Ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ κούνησε το κεφάλι. «Όχι.»

«Δε θα έπρεπε να σε παραξενεύει που κυκλοφορούν φήμες για κάτι τόσο σημαντικό όπως το Άγκιστρο του Κόσμου.»

«Έχεις δίκιο. Πώς ακριβώς, όμως, πιστεύεις ότι μπορεί το Άγκιστρο να σε βοηθήσει να… ανοίξεις, όπως είπες, τον κόσμο μας; Σκοπεύεις να το σπάσεις;»

«Όχι. Να το μελετήσω μόνο. Η καταστροφή του ίσως να αποδειχτεί επικίνδυνη· ίσως να ξαναφέρει τον Κατακλυσμό.»

Ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ ένευσε. «Αυτό σκεφτόμουν κι εγώ. Αν μου έλεγες ότι ήθελες να το καταστρέψεις, θα ήμουν αναγκασμένος να σε διώξω από την πόλη μου, Τάμπριελ, παρότι νομίζω ότι έχεις αρχίσει να μου γίνεσαι συμπαθής.» Καθάρισε το λαιμό του. «Να σου κάνω μια ευθεία ερώτηση;»

«Ασφαλώς.»

«Γιατί να θέλουμε, εγώ κι ο λαός μου, να ανοίξουμε τον κόσμο μας; Γιατί να θέλει ο οποιοσδήποτε;»

«Κατά πρώτον, θα σου πω κάτι άλλο: Δεν είμαι εδώ μόνο για να ανοίξω τον κόσμο σας. Η Βασίλισσα Παμράνεχ θέλει να βρω έναν τρόπο να διαλύσω το Ρήγμα. Και νομίζω πως έχει δίκιο· γιατί το Ρήγμα μπορεί να αποδειχτεί επικίνδυνο. Αυτού του είδους τα φαινόμενα είναι πολύ απρόβλεπτα. Δεν έχεις αισθανθεί τους σεισμούς, τελευταία;»

«Φυσικά και τους έχω αισθανθεί. Σχετίζονται με το Ρήγμα;»

«Σχετίζονται. Τουλάχιστον κανένας δεν έχει σκεφτεί καμια άλλη αιτία. Μη μου πεις ότι αυτό δεν έχει περάσει απ’το μυαλό των Ταργκάφλι…»

«Η αλήθεια είναι πως έχει περάσει. Συνέχισε, όμως.»

«Το κόκκινο αστέρι που εμφανίστηκε στους ουρανούς; Κι αυτό εξαιτίας του Ρήγματος είναι εδώ. Ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να έρθει από κει μέσα, Ο’Μάλζεκ Χάλρικ. Το Ρήγμα περνά από δεκάδες – από εκατοντάδες, μάλλον – κόσμους. Ό,τι βρεθεί εντός του συνήθως καταστρέφεται, αλλά όχι πάντα· είδες, για παράδειγμα, ότι εμείς δεν καταστραφήκαμε…»

«Μου είπες, όμως, ότι βλέπεις κάποιες εικόνες, και ότι είχες «δει» ότι θα ερχόσασταν…»

«Ναι, αλλά εγώ είμαι ειδική περίπτωση.» Ο Τάμπριελ ύψωσε το κύπελλό του ώστε μια υπηρέτρια να το ξαναγεμίσει με ποτό (το οποίο δεν είχε ιδέα τι ήταν, όμως του άρεσε).

«Εντάξει όλ’αυτά,» είπε ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ ακουμπώντας την πλάτη του στην ξύλινη πολυθρόνα και πλέκοντας τα δάχτυλα των χεριών του επάνω στην κοιλιά του. «Γιατί, όμως, εμείς να θέλουμε να ανοίξεις τον κόσμο μας; Έχουμε κάτι να κερδίσουμε από την επαφή με το Γνωστό Σύμπαν που αναφέρεις; Απ’ό,τι είπες, εκεί γίνεται πόλεμος: αυτή η Παντοκράτειρα προσπαθεί να κατακτήσει τα πάντα· το ίδιο δε θα επιχειρήσει να κάνει και σ’εμάς;»

Ο Άρχοντας των Ερειπίων έχει στρατηγικό νου! σκέφτηκε ο Τάμπριελ. Ίσως πιο στρατηγικό νου από τη Βασίλισσα Παμράνεχ, δεδομένου ότι εκείνη μένει σ’ένα πολιτισμένο μέρος σαν το Τάρσαζ ενώ εκείνος σ’ένα άγριο μέρος σαν τη Γη των Ταργκάφλι.

Οι Ταργκάφλι είναι εξελιγμένοι στη σκέψη παρότι κατοικούν σε ερειπιώνες πανάρχαιων πόλεων.

Ο Τάμπριελ ήπιε μεγάλη γουλιά από το κύπελλό του προκειμένου να κερδίσει χρόνο και να οργανώσει τους συλλογισμούς του. «Νομίζω, Ο’Μάλζεκ Χάλρικ, πως θαυμάζετε τον πολιτισμό του αρχαίου λαού που κατοικούσε κάποτε σε τούτα τα μέρη. Έτσι δεν είναι; Αλλιώς δεν μπορώ να συμπεράνω γιατί έχετε επιλέξει να μένετε μέσα σε ερείπια…»

«Τι σχέση έχει αυτό;»

«Τον θαυμάζετε ή όχι;» επέμεινε ο Τάμπριελ.

«Η παρατήρησή σου είναι σωστή: πράγματι, θαυμάζουμε τους Αρχαίους. Θεωρούμε ότι εδώ κρύβονται πολύτιμα μυστικά.»

«Στο Γνωστό Σύμπαν θα δεις εκατοντάδες πόλεις σαν ετούτη – και δεν είναι ερειπωμένες. Επίσης, υπάρχουν άμαξες που κινούνται με ενέργεια, όχι επειδή τις τραβάνε ζώα. Υπάρχουν μηχανές με τις οποίες μπορείς να πετάς στους ουρανούς. Υπάρχουν όπλα που δεν έχεις ποτέ φανταστεί. Όπλα σαν ετούτο.» Τράβηξε το πιστόλι του.

(Η Ανταρλίδα είδε, με τις άκριες των ματιών της, τους φρουρούς στις γωνίες της αίθουσας να ετοιμάζουν τα δικά τους όπλα.)

«Τι είναι αυτό;» ρώτησε ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ. «Τι κάνει;»

«Δείξε μου ένα αντικείμενο εδώ μέσα που σου είναι περιττό και δε θα σ’ένοιαζε αν καταστρεφόταν.»

Ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ έδειξε μια καρέκλα.

Ο Τάμπριελ την πυροβόλησε σπάζοντας ένα πόδι της και κάνοντάς τη να πέσει στο πέτρινο πάτωμα. Ύστερα θηκάρωσε πάλι το πιστόλι του.

«Βλέπεις;»

Ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ ένευσε. «Ναι…» Τα μάτια του είχαν διασταλεί. «Και είπες ότι έχετε επίσης μηχανές με τις οποίες πετάτε στους ουρανούς

«Ναι. Και πολλά άλλα ακόμα. Πιστεύεις, λοιπόν, ότι δεν έχετε τίποτα να κερδίσετε αν έρθετε σε επαφή με το υπόλοιπο σύμπαν;»

«Με δελεάζεις, Τάμπριελ,» είπε ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ.

«Το μόνο που ζητάω, για την ώρα, είναι να μου επιτρέψεις να κοιτάξω το Άγκιστρο του Κόσμου.»

«Απλά θα το δεις; Τίποτ’άλλο;»

«Θα χρησιμοποιήσω κάποια ξόρκια επάνω του.»

«Ξόρκια;»

«Στο Γνωστό Σύμπαν, και η μαγεία είναι εξελιγμένη. Θέλω να ανακαλύψω πώς ακριβώς είναι φτιαγμένο το Άγκιστρο, και τι σκοπό υπηρετεί.»

«Το Άγκιστρο,» είπε ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ, «φυλάσσεται από τη Βιβεϊρλώταθ, τη θεά μας. Ίσως να χρειαστεί να τη συναντήσεις.»

Το πνεύμα για το οποίο μου έλεγε ο Αλίρκωπ. «Τη θεά σας;»

«Ναι. Κατοικεί μέσα στον λίθο, Τάμπριελ, και προστατεύει αυτόν, την πόλη, και εμάς.»

«Θα είναι εχθρική προς εμένα;»

«Αυτό δεν μπορώ να σ’το απαντήσω· δεν έχει ξανατύχει καμία περίπτωση παρόμοια με τη δική σου.»

«Η θεά σας βρισκόταν μέσα στο Άγκιστρο από τότε που το κατασκεύασαν οι Αρχαίοι;»

«Ναι.»

«Πώς είσαι τόσο σίγουρος;»

«Η ίδια μάς το είπε. Όχι σ’εμάς, βέβαια· στους προγόνους μας.»

«Μάλιστα,» είπε ο Τάμπριελ. «Προκειμένου, λοιπόν, να μελετήσω τον λίθο θα πρέπει να συναντήσω τη θεά σας…»

«Κατά πάσα πιθανότητα. Σου τονίζω, όμως, ότι δεν επικαλούμαστε τη Βιβεϊρλώταθ χωρίς καλό λόγο. Ούτε μπορούμε όλοι μας να την καλέσουμε. Θα πρέπει να το ζητήσω από τους μάγους της πόλης.»

«Καταλαβαίνω,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ. «Θα μπορούσα, εν τω μεταξύ, να κοιτάξω τον λίθο;»

«Όχι ακόμα,» είπε ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ, «γιατί η παρουσία σου μπορεί να αναστατώσει τη θεά, και δεν θα ήθελα να συμβεί τίποτα… δυσάρεστο, ούτε σ’εσένα ούτε στο λαό μου. Είναι πολύ επικίνδυνη όταν είναι θυμωμένη, Τάμπριελ. Θα μιλήσω με τους μάγους μας και θα σε ειδοποιήσω.»

Κεφάλαιο Δέκατο-Ένατο
Βιβεϊρλώταθ

Μέχρι στιγμής ο Τάμπριελ ήταν για εμένα παράξενος, μυστηριώδης, εξώκοσμος (ασφαλώς), αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα τον αποκαλούσα Μεγάλο Προφήτη.

Από εκείνη τη νύχτα, όμως, πείστηκα ότι είχε έρθει στον κόσμο μας μαζί με τη Συνοδό του για να τον αλλάξει για πάντα.

*
* * *
*

Το σούρουπο, ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ της Βινέρνι κάλεσε πάλι τον Τάμπριελ και του είπε ότι οι μάγοι είχαν συμφωνήσει: θα επικαλούνταν τη Βιβεϊρλώταθ γι’αυτόν επειδή η ιστορία του τους είχε κινήσει την περιέργεια. «Όπως κι εγώ, έτσι κι εκείνοι έχουν την περιέργεια να μάθουν αν υπάρχουν οι άλλοι κόσμοι που περιγράφεις.»

Ο Τάμπριελ τον ρώτησε αν θα μπορούσε να μελετήσει το Άγκιστρο του Κόσμου προτού επικαλεστούν τη θεά· αλλά ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ αποκρίθηκε ότι αυτό δεν ήταν δυνατό, επειδή η Βιβεϊρλώταθ ήταν που φρουρούσε τον λίθο κι επομένως εκείνη ήταν που θα αποφάσιζε να επιτρέψει ή μη στον Τάμπριελ να κάνει οτιδήποτε μαζί του.

«Οι μάγοι δήλωσαν πρόθυμοι να καλέσουν τη Βιβεϊρλώταθ απόψε, αν επιθυμείς.»

«Το επιθυμώ,» είπε ο Τάμπριελ.

Και τώρα, καθώς η νύχτα είχε πέσει και τα δύο φεγγάρια βρίσκονταν ψηλά στον ουρανό, βάδιζε προς το Άγκιστρο του Κόσμου περιστοιχισμένος από τους συντρόφους του καθώς και από αρκετούς πολεμιστές των Ταργκάφλι της Βινέρνι.

Προτού φύγει από τον ξενώνα, είχε ρωτήσει τον Αλίρκωπ αν είχε τίποτα τελευταίες συμβουλές να του δώσει για τη συνάντησή του με τη θεά. Εκείνος, όμως, αποκρίθηκε ότι δεν γνώριζε κάτι περισσότερο. «Μέχρι στιγμής δεν γνώριζα καν ότι επρόκειτο για ‘θεά’· είχα ακούσει μονάχα πως οι Ταργκάφλι της Βινέρνι είχαν κάποιο πανίσχυρο πνεύμα για σύμμαχό τους. Εικασίες και μύθοι, φίλε μου.»

Ο Αλίρκωπ βάδιζε τώρα πίσω από τον Τάμπριελ· αλλά του είχε πει ότι δεν ήξερε αν θα μπορούσε να τον βοηθήσει σε περίπτωση που αυτή η θεά αποδεικνυόταν εχθρική.

Η Ανταρλίδα ήταν, όπως πάντοτε, κοντά του, όμως κι εκείνη έμοιαζε αβέβαιη για το κατά πόσο θα μπορούσε να του προσφέρει βοήθεια αν τη χρειαζόταν. Δεν ήταν μάγισσα για να αντιμετωπίσει τη θεά· κι αν έπρεπε να αντιμετωπίσει τους Ταργκάφλι, αυτοί ήταν πάρα πολλοί για να τα βάλει μαζί τους.

Ο Καλέφραζ είχε έρθει επειδή ήθελε να δει όλα όσα θα διαδραματίζονταν· «αυτό ίσως να είναι ένα μεγάλο ιστορικό γεγονός· κι ακόμα κι αν δεν αποδειχτεί τέτοιο, οτιδήποτε με το οποίο καταπιάνεσαι εσύ, Τάμπριελ, είναι αξιομνημόνευτο!»

Ο Χάλρεοκ και οι πολεμιστές του είχαν έρθει επίσης, για λόγους προστασίας των υπολοίπων, και η Ζανάιλχα είχε έρθει από περιέργεια.

Το Άγκιστρο του Κόσμου ήταν όπως ο Τάμπριελ το είχε «δει»: ένας ψηλός, πράσινος λίθος που έβγαινε μέσα από τη γη και έφτανε περίπου ώς τη μέση μιας τετραώροφης πολυκατοικίας. Η επιφάνειά του δεν ήταν λεία αλλά άγρια· φαινόταν ακατέργαστος, σαν να είχε μόνος του πεταχτεί από τα βάθη του εδάφους.

Γύρω από το Άγκιστρο του Κόσμου ψηλοί δαυλοί ήταν αναμμένοι μέσα στη νύχτα, και Ταργκάφλι ήταν συγκεντρωμένοι, πολεμιστές αλλά και πολίτες ετούτης της πανάρχαιας ερειπωμένης μεγαλούπολης. Οι μάγοι, που μπορούσες εύκολα να τους ξεχωρίσεις από την αμφίεσή τους, βρίσκονταν πιο κοντά στον λίθο απ’τους άλλους, περιτριγυρίζοντάς τον. Τέσσερις ήταν στο σύνολό τους, δύο άντρες και δύο γυναίκες· και πίσω απ’αυτούς στεκόταν ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ της Βινέρνι βαστώντας το ραβδί του, που ο πράσινος λίθος στην κορυφή του έμοιαζε με το Άγκιστρο του Κόσμου αλλά, όταν τους κοίταζες και τους δύο, έβλεπες καθαρά ότι ήταν καμωμένος από διαφορετικό υλικό.

Οι μάγοι και ο Άρχοντας των Ερειπίων εστίασαν το βλέμμα τους στον Τάμπριελ καθώς εκείνος κι οι σύντροφοί του σταματούσαν σε κάποια απόσταση από το Άγκιστρο. Συστάσεις δεν χρειάζονταν· το κόκκινο δέρμα του υποδήλωνε αμέσως ποιος ήταν. Ένας από τους μάγους τού έκανε νόημα να πλησιάσει.

Ναι, σκέφτηκε ο Τάμπριελ υπακούοντας και γνέφοντας στους συντρόφους του να μείνουν πίσω, είναι όπως το είδα… Η ίδια σκηνή… Ακριβώς σ’αυτές τις θέσεις στέκονταν οι μάγοι, και ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ.

«Πήγαινε να σταθείς μπροστά στο Άγκιστρο,» του είπε μια μάγισσα των Ταργκάφλι, και ο Τάμπριελ στάθηκε μπροστά στον ψηλό λίθο με την τραχιά πράσινη επιφάνεια.

Έτσι όπως τώρα πυργωνόταν από πάνω του έμοιαζε απειλητικός, και πολύ πιο μεγαλειώδης από πριν. Το φως των φεγγαριών αντανακλούσε εκεί, όχι έντονα αλλά δημιουργώντας μια θαμπή, μυστηριακή γυαλάδα.

«Είσαι έτοιμος να μιλήσεις στη θεά;» τον ρώτησε η ίδια μάγισσα.

«Ναι,» απάντησε εκείνος.

Και οι μάγοι άρχισαν να περιστρέφονται γύρω του και γύρω από τον ψηλό λίθο. Ολοένα και πιο γρήγορα.

Ενώ, συγχρόνως, μουρμούριζαν λόγια. Μια επίκληση. Ολοένα και δυνατότερα. Τα μουρμουρητά τους ο Τάμπριελ νόμιζε ότι προσπαθούσαν να γεμίσουν το κεφάλι του, να εισβάλουν στο μυαλό του. Τη γλώσσα στην οποία μιλούσαν δεν την καταλάβαινε· πρέπει να ήταν η γλώσσα των Ταργκάφλι, αλλοιωμένη ίσως: μια γλώσσα που τη χρησιμοποιούσαν μόνο οι μάγοι τους, ή μόνο οι μάγοι της Βινέρνι.

Τώρα, δεν περιστρέφονταν μονάχα γύρω του αλλά ο καθένας και γύρω από τον εαυτό του. Χόρευαν, κάνοντας τους χιτώνες τους να ανεμίζουν ξέφρενα, αποκαλύπτοντας σχισίματα και ανοίγματα επάνω τους που πριν ήταν αόρατα. Μικρά κουδουνάκια, κόκαλα, και κενά ξύλα χτυπούσαν· και η γλώσσα στην οποία οι μάγοι μιλούσαν είχε μετατραπεί σε αλαλαγμούς και κραυγές.

Οι υπόλοιποι Ταργκάφλι που στέκονταν ολόγυρα φώναζαν επίσης, μπόρεσε να διακρίνει ο Τάμπριελ μέσα από τον στρόβιλο που έμοιαζε να τον έχει περιβάλλει.

Η τελετή τους είχε αρχίσει να τον ζαλίζει.

Και οι μάγοι περιστρέφονταν όλο και πιο γρήγορα, γύρω του και γύρω από τους εαυτούς τους· και οι φωνές τους μια δυνάμωναν μια χαμήλωναν, ένα πανδαιμόνιο, μια ασύλληπτη κακοφωνία.

Το Άγκιστρο είχε πάρει μια πιο σκούρα χροιά από πριν – ή, μήπως, ήταν η ιδέα του;

(Ζαλιζόταν.)

(Νόμιζε ότι η όρασή του θόλωνε.)

Το πράσινο γινόταν, σταδιακά, μαύρο.

Η τραχιά επιφάνεια γινόταν πιο λεία· οι αιχμηρές προεξοχές έλιωναν μέσα στον λίθο.

Ο Τάμπριελ κοίταξε δεξιά κι αριστερά· οι μάγοι δεν υπήρχαν πλέον – μονάχα ένας στρόβιλος.

Πού βρίσκομαι;

Τα μάτια του στράφηκαν πάλι στο Άγκιστρο–

Είχε τώρα μετατραπεί σε μια πανύψηλη, μαύρη μορφή. Κάτι ακαθόριστο και… ζωντανό. Ήταν βέβαιος πως ήταν ζωντανό.

Κινιόταν! Σαν να ανέπνεε.

Ο Τάμπριελ έκανε μερικά βήματα όπισθεν.

Κοίταξε πάνω, και είδε ότι κι ο ουρανός είχε εξαφανιστεί. Έβλεπε… την οροφή μιας σπηλιάς!

Βρισκόταν σε μια σπηλιά. Ένα πελώριο σπήλαιο, σκοτεινό και απειλητικό. Οι μάγοι είχαν χαθεί· το ίδιο κι όλοι οι υπόλοιποι Ταργκάφλι.

Η πανύψηλη μορφή εμπρός του, που το μυαλό του δυσκολευόταν να την καθορίσει, κινήθηκε.

Δύο μάτια ατένισαν το πρόσωπό του.

ΕΝΑΣ ΞΕΝΟΣ… Η φωνή ήταν δυνατή και απόμακρη συγχρόνως, κι ο Τάμπριελ αισθάνθηκε έναν παγερό άνεμο να τον χτυπά καθώς η οντότητα μιλούσε.

—Η Βιβεϊρλώταθ; ρώτησε. —Είσαι η Βιβεϊρλώταθ;

ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΑΥΤΗ ΠΟΥ ΖΗΤΑΣ. ΑΛΛΑ ΓΙΑΤΙ ΕΙΣΑΙ ΕΔΩ;

—Το όνομά μου είναι Τάμπριελ’λι, και δεν είμαι από αυτόν τον κόσμο. Θέλω να μάθω τι έκαναν οι Αρχαίοι: πώς απέκλεισαν ετούτη τη διάσταση από τις υπόλοιπες του σύμπαντος.

ΟΙ «ΑΡΧΑΙΟΙ»; ΤΟΣΟΣ ΠΟΛΥΣ ΚΑΙΡΟΣ ΘΕΩΡΕΙΣ ΟΤΙ ΕΧΕΙ ΠΕΡΑΣΕΙ;

—Χιλιετίες, απ’ό,τι μου λένε.

ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΩ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΟΡΙΣΜΟΥΣ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ· ΕΙΝΑΙ ΑΝΟΥΣΙΟΙ ΓΙΑ ΕΜΕΝΑ ΕΔΩ. ΕΓΩ ΦΡΟΥΡΩ ΤΟ ΦΡΑΓΜΑ: ΑΥΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΚΟΠΟΣ ΜΟΥ.

—Γιατί;

ΤΙ ΑΝΟΗΤΗ ΕΡΩΤΗΣΗ! ΕΠΕΙΔΗ ΕΤΣΙ ΜΕ ΕΦΤΙΑΞΑΝ.

—Ποιοι σε έφτιαξαν; Και πώς έφτιαξαν το Φράγμα;

ΟΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΙ ΜΟΥ.

—Πώς το έφτιαξαν; Δείξε μου!

ΝΑ ΣΟΥ ΔΕΙΞΩ; Η οντότητα γέλασε. —ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΣΑΝ ΑΥΤΟΥΣ! ΑΝ ΗΣΟΥΝ ΘΑ ΚΟΙΤΟΥΣΕΣ ΓΥΡΩ ΣΟΥ ΚΑΙ ΘΑ ΕΒΛΕΠΕΣ!

Ο Τάμπριελ κοίταξε γύρω, τα σκοτάδια της σπηλιάς. —Μόνο σκοτάδι υπάρχει εδώ! Τίποτ’άλλο από σκοτάδι!

ΣΚΟΤΑΔΙ; ΤΙ ΘΑ ΠΕΙ «ΣΚΟΤΑΔΙ»; ΔΕΣ!

Ξαφνικά, ο ψυχρός άνεμος δυνάμωσε και η οντότητα χίμησε καταπάνω στον Τάμπριελ, ο οποίος κραύγασε νιώθοντάς την να τον αρπάζει μέσα της και να τον στροβιλίζει, να τον στροβιλίζει, να τον στροβιλίζει…

Εκατοντάδες εικόνες πέρασαν από το νου του: σκηνές με ανθρώπους που γνώριζε, και σκηνές με ανθρώπους που δεν είχε ξαναδεί ποτέ του, και πράγματα που δεν κατανοούσε καθόλου· και μετά έφυγαν, εξαφανίστηκαν, και δε θυμόταν τίποτα απ’αυτά.

ΕΧΕΙΣ ΚΑΤΙ ΤΟ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ ΕΣΥ… ΔΕΝ ΕΙΣΑΙ ΚΛΕΙΣΤΟΣ ΟΠΩΣ ΑΥΤΟΙ ΟΙ ΑΛΛΟΙ. ΔΕΣ, ΛΟΙΠΟΝ! ΔΕΣ!

Ο Τάμπριελ βρέθηκε να αιωρείται μέσα σ’ένα σπήλαιο, αλλά τώρα δεν ήταν το ίδιο σπήλαιο: από τους τοίχους του ποταμοί κυλούσαν, ποταμοί που φώτιζαν με μια πανδαισία χρωμάτων: ποταμοί ενέργειας – όχι της ίδιας ενέργειας που κινούσε τα οχήματα στο Γνωστό Σύμπαν και που ενεργοποιούσε διάφορες άλλες μηχανές· όχι, αυτή ήταν μια διαφορετική μορφή ενέργειας. Πρωταρχική. Ανεξέλεγκτη. Ο Τάμπριελ πονούσε καθώς την ατένιζε· νόμιζε ότι τον διαπερνούσε.

Τα πόδια του τώρα πατούσαν σε πέτρινο πάτωμα, παράδοξα, τόσο παράδοξα, ενώ κανονικά θα έπρεπε κάτω να είναι μια λίμνη, μια θάλασσα ενέργειας. Ο Τάμπριελ αισθάνθηκε τη νόησή του να κλυδωνίζεται. Πέτρινο πάτωμα… Ενέργεια… μια θάλασσα ενέργειας… ένα πέτρινο πάτωμα: γεννιέται μέσα από τη θάλασσα: η ενέργεια μετασχηματίζεται–

όχι!

–μια μυστηριώδης φωνή που δεν είναι φωνή (και τι είναι;) σταματά τους συλλογισμούς του, γιατί, το ξέρει, αν τους συνεχίσει, το πάτωμα θα διαλυθεί, και τότε–

όχι!

–στρέφει το βλέμμα αλλού. Αντίκρυ του, μέσα από τη ρέουσα ενέργεια, ξεπροβάλλει μια μορφή, μέσα από το ρευστό πάτωμα–

όχι!

–μια μορφή, πανύψηλη, γιγαντιαία στη σύλληψή της: ένας κόμπος στα ποτάμια. Δένονται αναμεταξύ τους, σαν κλωστές.

—Πού είσαι; ουρλιάζει ο Τάμπριελ νομίζοντας πως ένα δαιμονικό βουητό γεμίζει τ’αφτιά του, το κεφάλι του. —Πού είσαι!

ΕΔΩ ΕΙΜΑΙ· ΔΕΝ ΕΦΥΓΑ ΚΑΘΟΛΟΥ, ΤΑΜΠΡΙΕΛ’ΛΙ. Η παρουσία είναι γύρω του· μπαινοβγαίνει μέσα στην ενέργεια: είναι γέννημά της, όπως και ο κόμπος. Το Φράγμα. Το Άγκιστρο του Κόσμου.

—Οι Αρχαίοι το έκαναν αυτό; Οι Δημιουργοί σου; Έτσι έκλεισαν αυτή τη διάσταση;

Ένα βαθύ γέλιο, άγριο, ατίθασο. —ΕΙΣΑΙ, ΟΜΩΣ, ΑΡΚΕΤΑ ΔΥΝΑΤΟΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ;

Η ενέργεια τον παρασέρνει. Αισθάνεται το σώμα του να διαλύεται.

Κραυγάζει.

ΠΕΡΙΜΕΝΕ!

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

«Τι να περιμένω, Τάμπριελ;» ρώτησε η Παντοκράτειρα. «Είναι εχθρός μας, δεν είναι;»

Ο Τάμπριελ είχε, για μια στιγμή, την αίσθηση ότι δεν βρισκόταν πραγματικά εδώ, στη Ρελκάμνια, στο Παντοτινό Ανάκτορο, σε τούτη την αίθουσα, αλλά κάπου αλλού. Βλεφάρισε, αποπροσανατολισμένα.

«Φυσικά και είναι,» αποκρίθηκε στη σύζυγό του, που καθόταν αντίκρυ του, σε μια πολυθρόνα, έχοντας τα πόδια της σταυρωμένα στο γόνατο και φορώντας ένα μακρύ, κόκκινο, έξωμο φόρεμα. Το δέρμα της ήταν λευκό-ροζ και τα μαλλιά της ξανθά και μακριά, αυτή τη φορά· τα μάτια της γυάλιζαν μ’ένα έντονο πράσινο χρώμα. «Πιστεύω, όμως, ότι θα μας δώσει περισσότερες πληροφορίες αν τον αφήσουμε να φύγει παρά αν τον βασανίσουμε.»

Η Παντοκράτειρα γέλασε. «Δε βγάζει νόημα αυτό που λες, αγάπη μου!»

«Τους ξέρω τους Φεηνάρκιους,» επέμεινε ο Τάμπριελ· «είμαι κι εγώ ένας απ’αυτούς. Τα βασανιστήρια δεν θα τον κάνουν να λυγίσει. Είμαστε ξεροκέφαλοι άνθρωποι. Δώσε του, όμως, μια ευκαιρία να δραπετεύσει και θα την αδράξει. Και μετά, μην ανησυχείς, θα τον παρακολουθήσω.» Καθώς ήταν καθισμένος είχε στα γόνατά του ακουμπισμένο το κοντό του ραβδί με το εβένινο στέλεχος. Στην άκρη του ραβδιού βρισκόταν μια γυάλινη σφαίρα, και μέσα της φαινόταν να αναδεύεται μια μαύρη ομίχλη: το Μακρύ Πόδι της Σήραγγας, ένας Φεηνάρκιος δαιμονικός θεός. Τα χέρια του Τάμπριελ χάιδεψαν το στέλεχος του ραβδιού. «Θα τον παρακολουθήσω έτσι που δεν θα μπορεί με κανέναν τρόπο να αντιληφτεί την παρακολούθησή μου. Και θα μας αποκαλύψει μυστικά της Επανάστασης άθελά του. Μυστικά που θα μας φανούν χρήσιμα.»

«Ο Τάμπριελ’λι μιλά συνετά, Αρχόντισσά μου,» είπε ένας από τους Υπερασπιστές της Παντοκράτειρας ο οποίος στεκόταν παραδίπλα, καλυμμένος από το κεφάλι ώς τα πόδια μ’εκείνη τη μυστηριώδη πανοπλία που φορούσαν όλοι τους, και που, παρότι είχε χρώμα μαύρο, έκανε αργυρές και πορφυρές αντανακλάσεις…

…μοιάζοντας να είναι καμωμένη από καθαρή ενέργεια, όχι από κάποιο μέταλλο ή άλλο υλικό–

Καθαρή ενέργεια;

Ενέργεια;

Ο Τάμπριελ νόμιζε ότι έπρεπε να θυμηθεί κάτι. Ατένισε τον Υπερασπιστή παραξενεμένος. Έχω ξεχάσει κάτι; Για τους Υπερασπιστές; Όχι, δεν μπορεί. Τι σχέση–;

«Δε θα τον αφήσεις να σου ξεφύγει, όμως! Έτσι; Μ’ακούς, Τάμπριελ;»

Ο Τάμπριελ στράφηκε να κοιτάξει την Παντοκράτειρα. «Όχι…» είπε, κάπως αφηρημένα, «η ενέργεια…»

«Η ποια;» Η Παντοκράτειρα τον κοίταξε συνοφρυωμένη.

Κι ο κόσμος φάνηκε στον Τάμπριελ να σταματά προς στιγμή. Να κρυσταλλώνει.

Η ενέργεια;

Ο Τάμπριελ βλεφάρισε. Κοίταξε πάλι την ψηλή μορφή του Υπερασπιστή.

«Τι συμβαίνει, Πρίγκιπά μου;» ρώτησε εκείνος με τη χαρακτηριστικά αλλόκοτη φωνή του που έμοιαζε να έρχεται από τα βάθη του κράνους του.

Ο Τάμπριελ σηκώθηκε από τον καναπέ, ατενίζοντας ερευνητικά τη μυστηριώδη οντότητα.

«Τι έχεις, Τάμπριελ;» ρώτησε η Παντοκράτειρα πίσω του.

Ο Τάμπριελ αισθάνθηκε το Μακρύ Πόδι της Σήραγγας να αναδεύεται ανήσυχα. Υπήρχε κάποιος κίνδυνος;

«Δεν ήταν άλλος ένας από εσάς εδώ, πιο πριν;» ρώτησε ο Τάμπριελ τον Υπερασπιστή.

«Όχι, Τάμπριελ’λι, μόνο εγώ.»

Μόνο εγώ… Κάτι το ασυνήθιστο είχε αυτή η έκφραση. Κάτι τού έλεγε, μέσα του, ότι οι Υπερασπιστές δεν μιλούσαν έτσι. Κανονικά δεν θα έπρεπε να είχε πει Μόνο εμείς; Μα… γιατί;

Και… Τάμπριελ’λι. Κανονικά, δεν έλεγαν πάντα Πρίγκιπά μου; Αυτό δεν έλεγαν οι Υπερασπιστές σ’όλους τους συζύγους της Παντοκράτειρας;

Ο Τάμπριελ έκανε ένα βήμα όπισθεν. «Όχι,» είπε. «Ήταν κι άλλος ένας εδώ. Είμαι βέβαιος.»

Άκουσε την Παντοκράτειρα να σηκώνεται πίσω του. «Τι σημασία έχει αν ήταν ή όχι; Αφού είναι να στήσουμε αυτή την απόδραση, πρέπει ν’αρχίσουμε! Τι κάθεσαι και λες;»

Ναι, θα έπρεπε να αρχίσουν… αλλά κάτι… κάτι…

Αυτός ο Υπερασπιστής.

«Η Μεγαλειοτάτη έχει δίκιο, Πρίγκιπά μου. Δεν υπάρχει λόγος για άλλη καθυστέρηση,» είπε ο Υπερασπιστής, και ο Τάμπριελ είχε τώρα την αίσθηση ότι μιλούσε κάτι άλλο, διαφορετικό από αυτό που μιλούσε πριν.

Παρορμητικά δρώντας, τράβηξε το πιστόλι του και πυροβόλησε τον Υπερασπιστή – γιατί ήταν βέβαιος – βέβαιος – ότι ήταν κάποιος άλλος, κάποιος μεταμφιεσμένος πιθανώς, κάποιος εχθρός.

Η μορφή της οντότητας διαλύθηκε χάνοντας ξαφνικά την υπόστασή της.

«Τάμπριελ!» ούρλιαξε η Παντοκράτειρα. «Τρελάθηκες;» Αλλά η φωνή της ακουγόταν απόμακρα, σαν εκείνος να είχε στιγμιαία απομακρυνθεί, σαν να μην ήταν πια μέσα στο σώμα του.

Το δωμάτιο περιστράφηκε. Κομματιάστηκε.

Ο Τάμπριελ έχασε την αίσθηση του επάνω, του κάτω, του δεξιά, του αριστερά.

Εικόνες, σκηνές. Στο μυαλό του.

Ποτάμια ενέργειας παντού γύρω του, τώρα.

Από κάτω του, πέτρα. Πέτρινο πάτωμα.

Πετάγεται πάνω, ουρλιάζοντας.

ΜΕ ΒΡΗΚΕΣ… ΕΙΣΑΙ ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΑΠ’Ο,ΤΙ ΑΡΧΙΚΑ ΝΟΜΙΖΑ.

—Μπήκες στο μυαλό μου! φωνάζει ο Τάμπριελ, οργισμένος. —Στις αναμνήσεις μου!

ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΣΟΥ; Γέλιο αντηχεί. —ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΣΟΥ; ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΕΝΝΟΙΕΣ ΕΔΩ, ΤΑΜΠΡΙΕΛ’ΛΙ! ΑΛΛΙΩΣ, ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΟΙ… ΕΙΚΟΝΕΣ; ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΣΟΥ ΚΙ ΑΥΤΕΣ; Η φωνή γεμίζει τώρα το σπήλαιο· τα ποτάμια τινάζουν πίδακες ενέργειας–

–η οποία πιτσιλά τον Τάμπριελ, κι εκείνος νιώθει το δέρμα του να λιώνει σα να έχουν πέσει επάνω του διαβρωτικά οξέα.

Ουρλιάζει σφαδάζοντας στο πάτωμα, και ένα πυκνό σκοτάδι τυλίγει τη συνείδησή του.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Αστέρια. Τόσα πολλά αστέρια.

Ο Τάμπριελ πήρε το βλέμμα του απ’το σκοτάδι του νυχτερινού ουρανού.

«Εσύ δεν έχεις ποτέ αναρωτηθεί αν, τελικά, όλα αυτά αξίζουν τον κόπο;» τον ρώτησε ο Ανδρόνικος, που στεκόταν δίπλα του στον πέτρινο εξώστη.

Οι… φιλοσοφικοί σου στοχασμοί θα μπορούσαν να θεωρηθούν προδοτικοί, Πρίγκιπα Ανδρόνικε, σκέφτηκε ο Τάμπριελ, και ήπιε μια γουλιά κρασί από το κρυστάλλινο ποτήρι του. «Και τι θα άξιζε τον κόπο για σένα; Δεν είναι η Συμπαντική Παντοκρατορία αρκετά αξιόλογο όραμα;»

«Είναι;» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος. «Οι διαστάσεις κατακτώνται με τη βία, και–»

«Δεν υπάρχει άλλος τρόπος για να δημιουργηθεί ένα ενιαίο κράτος· το γνωρίζεις αυτό.»

«Ακόμα κι όταν δημιουργηθεί, δεν ξέρουμε πόσο θα κρατήσει. Μπορεί τη μια μέρα να γίνει πραγματικότητα και την άλλη να διαλυθεί. Στην Ιστορία πολλών διαστάσεων έχουμε διαβάσει για παρόμοια παραδείγματα, Τάμπριελ· γιατί η Συμπαντική Παντοκρατορία να είναι διαφορετική από οποιαδήποτε άλλη αυτοκρατορία; Μονάχα η κλίμακα διαφέρει.

»Εσύ γιατί αγωνίζεσαι; Ξέρεις γιατί αγωνίζεσαι;»

«Θες να υπονοήσεις ότι απλώς ακολουθώ διαταγές;» είπε ο Τάμπριελ, ήρεμα, ψυχρά. «Ότι δεν κάθισα ούτε στιγμή να σκεφτώ τι κάνουμε; Δεν είναι έτσι, Πρίγκιπα Ανδρόνικε.» Στράφηκε να τον ατενίσει. «Ποιες ήταν, όμως, οι επιλογές μου; Εγώ δεν ήμουν πρίγκιπας προτού με επιλέξει η Παντοκράτειρα για σύζυγό της· δεν ήμουν σαν εσένα. Κι όμως εκείνη, ανάμεσα στους άλλους Δεσμοφύλακες της Φεηνάρκια, με ξεχώρισε. Γιατί να της αρνηθώ; Για να κρυφτώ μαζί με κάτι τρελούς αντιστασιακούς στα βουνά και στα δάση; Τι με συνέφερε περισσότερο;»

«Ίσως…» μουρμούρισε ο Ανδρόνικος κοιτάζοντάς τον κατάματα. Μετά, έστρεψε πάλι το βλέμμα του στη νύχτα πέρα από τον εξώστη. «Ίσως, όμως, αν είχες… δει… διαφορετικά πράγματα, να το έβλεπες αλλιώς το θέμα…»

Ο τρόπος που είπε αυτό το δει έκανε κάτι να ανασαλέψει μέσα στο μυαλό του Τάμπριελ. Μια ανάμνηση; Του θύμιζε κάτι; Δεν μπορούσε να το καθορίσει. Μου τα έχει ξαναπεί αυτά; Είχε την αίσθηση ότι είχαν ξανακάνει τούτη την κουβέντα εδώ, σ’αυτόν τον εξώστη του παλατιού της Απαστράπτουσας, της πρωτεύουσας της Απολλώνιας.

«Εσύ τι έχεις δει, Ανδρόνικε;»

«Εγώ απλώς αναρωτιέμαι…»

Τι μου θυμίζει; Τι μου θυμίζει; Δεν μπορούσε να φύγει απ’το μυαλό του. Του έμοιαζε τρελό, αλλά ήταν βέβαιος ότι κάτι ήταν κρυμμένο εδώ.

«Καλά θα κάνεις να μην εκφράσεις τις ανησυχίες σου και στην Παντοκράτειρα,» είπε ο Τάμπριελ. «Ούτε σε κανέναν άλλο. Επειδή είσαι σύζυγός της, κι επειδή είσαι, κατά γενική ομολογία, ο αγαπημένος της σύζυγος, αυτό δε σε κάνει άτρωτο. Άλλους τούς έχουν κηρύξει αποστάτες για τέτοια λόγια. Επαναστάτες.»

Επαναστάτες; Πώς του είχε έρθει τώρα αυτό; Είχε την αίσθηση ότι ο Ανδρόνικος ήταν επαναστάτης. Όχι αποστάτης, όπως συνήθως έλεγαν τους αντιφρονούντες. Επαναστάτης.

«Το ξέρω, λες να μην το ξέρω; Γίνονται, όμως, πράγματα που δε μ’αρέσουν. Αυτό που έγινε με τις Μαύρες Δράκαινες πώς σου φάνηκε; Τους έσβησε τη μνήμη, και τις έκλεισε σε μια κινητή φυλακή! Είναι λογικό;»

«Η Παντοκράτειρα τις δημιούργησε· η Παντοκράτειρα τις τιμώρησε όπως νόμιζε–»

«Σοβαρέψου!» Ο Ανδρόνικος πέταξε το τσιγάρο που κάπνιζε, και που είχε σχεδόν τελειώσει, κάτω απ’τον εξώστη. Η καύτρα φάνηκε να εξαφανίζεται μες στο σκοτάδι του κήπου. «Δεν υπήρχε ουσιαστικός λόγος για να τις τιμωρήσει.»

«Είμαι βέβαιος πως η λογική σου είναι θολωμένη τώρα–»

«Θολωμένη; Αυτά που δεν κατόρθωσαν να επιτύχουν δεν – δεν ήταν ανθρώπινο να επιτευχ–!»

«Μιλάω για την Ιωάννα.»

«Δεν είναι εκεί το θέ–»

«Δεν υπάρχει κανένας που να μην ξέρει ότι είναι ερωμένη σου–»

«Δεν είναι μόνο ερωμένη μου, Τάμπριελ!»

«Την αγαπάς. Γι’αυτό τώρα μου τα λες αυτά. Σχεδιάζεις και κάτι περισσότερο…»

«Τώρα γίνεσαι παράλογος,» είπε ο Ανδρόνικος, και ο Τάμπριελ αυτομάτως ήξερε ότι έλεγε ψέματα.

Ναι, κάτι σχεδιάζει. Το ξέρω.

Πώς το ξέρω, όμως;

«Δε μπορώ να κάνω τίποτα, και το γνωρίζεις,» συνέχισε ο Ανδρόνικος.

«Θα το κάνεις, όμως, έτσι δεν είναι; Θα προσπαθήσεις να βγάλεις την Ιωάννα από εκεί–»

«Είσαι τρελός, Τάμπριελ,» είπε ο Ανδρόνικος, και βάδισε προς την πόρτα που οδηγούσε στο εσωτερικό του παλατιού και στη γιορτή.

Ο Τάμπριελ γύρισε απότομα και τον έπιασε απ’τον ώμο προτού φύγει. «Προσπάθησε, τουλάχιστον, να μην καταλάβουν ότι το έκανες εσύ. Αλλιώς, μη νομίζεις ότι η συμπάθεια που σου έχει η Παντοκράτειρα θα παίξει μεγάλο ρόλο.»

Ο Ανδρόνικος τού έριξε ένα βλέμμα που έμοιαζε ν’αναρωτιέται Με κατασκοπεύεις, Τάμπριελ; και μετά έφυγε.

Δεν σε κατασκοπεύω, Πρίγκιπα Ανδρόνικε. Αλλά το ξέρω… Ξέρω– Θεοί! πώς είναι δυνατόν; Ξέρω τι θα κάνει… Θα τις ελευθερώσει όλες. Όλες τις Μαύρες Δράκαινες.

Είχε πάλι την αίσθηση ότι όλα τούτα ήταν μια επανάληψη. Τα είχε ξαναζήσει. Κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά.

Τα είχε ξαναζήσει.

Υπήρχε – μέσα του – μια συνείδηση που κάλυπτε μια άλλη συνείδηση. Ένας μανδύας που κάλυπτε έναν άλλο μανδύα.

Προσπάθησε να παραμερίσει τον πρώτο μανδύα, να κρυφοκοιτάξει πίσω του.

«ΟΧΙ!» ούρλιαξε. «ΑΔΥΝΑΤΟΝ! ΟΧΙ!» Το μυαλό του δεν μπορούσε να συγκρατήσει απόλυτα αυτά που είχε δει. Μνήμες συγκρούονταν με μνήμες.

Μνήμες.

Οι άνθρωποι που συγκεντρώθηκαν στην πόρτα του εξώστη τον κοίταζαν περίτρομοι, παραξενεμένοι, με μάτια γουρλωμένα και στόματα ανοιχτά.

Ποιοι είναι όλοι αυτοί;

«Ποιοι είστε όλοι εσείς;» ούρλιαξε.

Ένας ξανθομάλλης νεαρός άντρας με μούσι τού είπε: «Τάμπριελ, τι κάνεις εκεί; Κατέβα!»

Τότε μόνο συνειδητοποίησε ότι είχε ανεβεί πάνω στο πέτρινο, καγκελωτό πλαίσιο του μπαλκονιού, που ήταν γεμάτο αναρριχώμενα φυτά.

Το σκοτάδι τον καλούσε.

«Τάμπριελ!»

Ποιος ήταν αυτός ο ξανθός άντρας; Από κάπου δεν τον ήξερε; Τόσες πολλές αναμνήσεις… τόσες πολλές αναμνήσεις… –Έπρεπε να φύγει από εδώ! Να φύγει προτού ο πρώτος μανδύας καλύψει πάλι τα πάντα!

Πήδησε στο σκοτάδι.

Αισθάνθηκε τα κόκαλά του να τσακίζονται. Άκουσε το αποκρουστικό ΚΡΑΚ! του κρανίου του καθώς έσπαγε.

Σκοτάδι…

…κι ατέρμονες περιστροφές.

ΜΕ ΒΡΗΚΕΣ ΚΑΙ ΠΑΛΙ. ΕΙΣΑΙ ΚΑΛΟΣ, ΤΕΛΙΚΑ. ΙΣΩΣ, ΣΑΝ ΤΟΥΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΣ. ΠΕΡΙΠΟΥ…

Σταμάτα! κραυγάζει ο Τάμπριελ. —Σταμάτα το!

Τώρα στέκεται όρθιος, με ποτάμια ενέργειας γύρω του· μονάχα το έδαφος όπου πατά είναι πέτρινο, στέρεο, κι αυτό επειδή η νόησή του έτσι το θέλει να είναι.

ΚΑΝΕΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΛΛΟΥΣ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΣΑΝ ΕΣΕΝΑ. Η οντότητα βρίσκεται μπροστά του, από πάνω του, έχοντας τη μορφή ενός πελώριου πτηνού με φλογερά μάτια. —ΕΚΕΙΝΟΙ ΠΟΥ ΜΕ ΚΑΛΟΥΝ ΘΑ ΕΙΧΑΝ ΚΑΤΑΣΤΡΑΦΕΙ ΤΩΡΑ.

—Πώς έφτιαξαν οι Δημιουργοί το Φράγμα;

ΔΕΝ ΒΛΕΠΕΙΣ;

—Βλέπω ότι κάτι έκαναν στην πρωταρχική ενέργεια αυτής της διάστασης. Αλλά… είναι αυτό αρκετό; Αν διαλυθεί τούτο εδώ το Φράγμα, η διάσταση θ’ανοίξει και πάλι; Θα έχει επαφή με το υπόλοιπο σύμπαν;

ΒΛΕΠΕΙΣ ΤΟΣΟ ΛΙΓΑ… ΚΟΙΤΑΣ ΤΟ ΦΡΑΓΜΑ ΜΟΝΟ ΑΠΟ ΜΙΑ ΜΕΡΙΑ ΕΝΩ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΚΙ ΑΛΛΕΣ.

—Δείξε μου!

ΕΛΑ ΜΑΖΙ ΜΟΥ ΞΑΝΑ, ΤΟΤΕ.

Ο άνεμος τον παρασέρνει, γυρίζοντας τον έτσι που… δεν μπορεί να καταλάβει προς ποια κατεύθυνση τον γυρίζει! Πονά καθώς προσπαθεί να καταλάβει.

Ουρλιάζει άναρθρα.

ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ; ΠΟΥ ΜΕ ΠΗΓΑΙΝΕΙΣ;

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Ένα σπήλαιο. Από ρέουσα ενέργεια. Αντανακλάσεις, ασύλληπτοι χρωματισμοί.

Και ένα… μόρφωμα. Ένα σχήμα σαν κόμπος. Σαν δίπλωση. Σαν να έχει πάρει κάποιος ένα χαρτί και να το έχει πιέσει μες στη γροθιά του.

—Στο ίδιο μέρος είμαστε! διαμαρτύρεται ο Τάμπριελ καθώς σηκώνεται ζαλισμένος από κάτω. (Σηκώνεται; Είναι περισσότερο σαν ο χώρος να περιστρέφεται γύρω του παρά εκείνος να αλλάζει θέση.)

ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΣΤΟ ΙΔΙΟ ΜΕΡΟΣ. ΚΟΙΤΑΜΕ ΤΟ ΦΡΑΓΜΑ ΑΠΟ ΑΛΛΗ ΜΕΡΙΑ.

—Το Άγκιστρο του Κόσμου; Και τι διαφορά έχει; Είναι σαν να κοιτάς μια πέτρα από τα δεξιά ή τα αριστερά. Ποια η διαφορά;

ΤΟ… «ΑΓΚΙΣΤΡΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ». Η οντότητα γελά, κάνοντας κύκλους τώρα γύρω απ’τον Τάμπριελ, δημιουργώντας ένα κατάμαυρο δαχτυλίδι που του θυμίζει τον Φεηνάρκιο θεό-δαίμονα που είχε κάποτε φυλακισμένο στο ραβδί του: το Μακρύ Πόδι της Σήραγγας.

—Δεν ξέρεις πώς ονομάζουν το Φράγμα αυτοί που σε λατρεύουν; Άγκιστρο του Κόσμου το ονομάζουν! Και πιστεύουν πως το έβαλαν εκεί οι Αρχαίοι για να αποτρέψουν τον Κατακλυσμό.

ΤΟ ΞΕΡΩ· ΕΓΩ ΤΟΥΣ ΤΟ ΕΙΠΑ, ΤΑΜΠΡΙΕΛ’ΛΙ. ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ Η ΑΛΗΘΕΙΑ. ΜΟΝΟ ΠΟΥ ΤΩΡΑ, ΑΝ ΜΠΟΡΟΥΣΕΣ ΝΑ ΚΟΙΤΑΞΕΙΣ ΣΩΣΤΑ, ΔΕΝ ΘΑ ΕΒΛΕΠΕΣ ΤΟ ΑΓΚΙΣΤΡΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ. ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΤΟ ΦΡΑΓΜΑ ΑΠΟ ΑΛΛΗ ΜΕΡΙΑ.

—Θες να πεις ότι είμαστε αλλού; Ότι δεν είμαστε πια στη Γη των Ταργκάφλι;

ΓΗ ΤΩΝ ΤΑΡΓΚΑΦΛΙ… ΤΙ ΣΗΜΑΣΙΑ ΕΧΟΥΝ ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΤΟΠΟΘΕΣΙΕΣ ΕΔΩ, ΣΤΟ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΟ ΠΛΕΓΜΑ;

—Και πού είμαστε, δηλαδή; Στον υλικό κόσμο: πού είμαστε;

ΔΕΣ!

Μια εικόνα έρχεται στο μυαλό του, σαν… ανάμνηση.

Μια παγωμένη έκταση, και μια ψηλή κολόνα από παγοκρύσταλλο.

Η εικόνα χάνεται.

—Πού είναι αυτό;

ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ. ΜΟΝΟ ΕΣΥ ΤΟ ΕΙΔΕΣ· ΓΙΑ ΕΜΕΝΑ, ΑΥΤΟΣ Ο ΥΛΙΚΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΝΟΗΜΑ. Η ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ ΑΝΟΥΣΙΑ.

—Πόσες ακόμα όψεις έχει το Φράγμα;

ΑΛΛΗ ΜΙΑ.

—Δείξε μου.

Και η οντότητα τον περιστρέφει. Τον γυρίζει ξανά προς μια πλευρά που η νόησή του δεν μπορεί να συλλάβει.

Αναμνήσεις – εικόνες – γεμίζουν το μυαλό του.

Κραυγάζει.

Και τα μάτια του ανοίγουν. Σηκώνεται – ή περιστρέφεται – σε όρθια θέση, βλέποντας πάλι την ενεργειακή σπηλιά γύρω του. Η οποία του μοιάζει ίδια.

—Δείξε μου το μέρος στον υλικό κόσμο! ζητά από την οντότητα.

Η ενέργεια γίνεται τόσο λαμπερή που τον τυφλώνει.

Μετά: σκοτάδι.

Και μετά: Ένα μεγάλο δέντρο μέσα σ’ένα πυκνό δάσος – μια ζούγκλα. Κρανία κρέμονται από τα κλαδιά του. Ανθρώπινα κρανία, από σχοινιά και αλυσίδες. Στις ρίζες του κουφάρια ανθρώπων είναι μπλεγμένα, σκελετωμένα ή με σάρκα ακόμα επάνω.

Ο Τάμπριελ βρίσκεται και πάλι στην ενεργειακή σπηλιά.

—Αυτές είναι όλες οι όψεις του Φράγματος;

ΝΑΙ.

—Αν η μία από τις τρεις καταστραφεί;

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΑΥΤΟΣ ΘΑ ΑΦΑΝΙΣΤΕΙ.

—Ακόμα και τώρα, που ο Κατακλυσμός έχει τελειώσει;

ΝΑΙ.

—Πώς μπορώ να ανοίξω τη διάσταση; Πώς μπορώ να τη φέρω σε επαφή με το υπόλοιπο σύμπαν;

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΤΑΣΤΡΕΨΕΙΣ ΤΙΣ ΤΡΕΙΣ ΟΨΕΙΣ ΤΟΥ ΦΡΑΓΜΑΤΟΣ ΤΑΥΤΟΧΡΟΝΑ. ΑΛΛΑ, ΓΙΑ ΚΑΠΟΙΟΝ ΣΑΝ ΕΣΕΝΑ, ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΑΔΥΝΑΤΟ· ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΒΡΙΣΚΕΣΑΙ ΣΕ ΤΡΙΑ ΜΕΡΗ ΣΥΓΧΡΟΝΩΣ. ΚΙ ΕΠΙΠΛΕΟΝ, ΔΕΝ ΘΑ ΣΕ ΑΦΗΝΑ ΠΟΤΕ ΝΑ ΚΑΤΑΣΤΡΕΨΕΙΣ ΤΗΝ ΟΨΗ ΠΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΗΚΑ ΓΙΑ ΝΑ ΦΡΟΥΡΩ.

—Είσαι μια μηχανή… είπε ο Τάμπριελ, συνειδητοποιώντας ότι αυτή η οντότητα δεν ήταν θεός όπως πίστευαν οι Ταργκάφλι της Βινέρνι· δεν ήταν αυτόβουλη, ούτε αυθύπαρκτη. Ήταν ένα σύστημα ασφαλείας των Αρχαίων. Αλλά τι σημασία είχε η εξήγηση; Θεός, ή θεά, μπορεί να είναι το οτιδήποτε.

Και σίγουρα η οντότητα δεν ήταν υλική.

—Δεν θέλεις να ελευθερωθείς, Βιβεϊρλώταθ;

Ο ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ ΜΟΥ ΕΙΝΑΙ ΝΑ ΦΡΟΥΡΩ ΤΟ ΦΡΑΓΜΑ. Ο Τάμπριελ, όμως, είχε την αίσθηση πως, παρότι του έλεγε αυτό, ήθελε στην πραγματικότητα να του πει: Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς παρά να φρουρώ το Φράγμα.

—Θα έρθεις μαζί μου τώρα.

Τραβώντας το περιδέραιό του από την αλυσίδα, κράτησε στο δεξί του χέρι τον αργυρό δίσκο με το ημιδιαφανές πολυεδρικό πετράδι – που εδώ δεν ήταν δίσκος. Ήταν καθαρή ενέργεια. Του φαινόταν πως κρατούσε ένα άστρο στο χέρι του: έναν παλλόμενο ήλιο.

ΟΧΙ! είπε η Βιβεϊρλώταθ. —ΔΕΝ ΘΑ ΠΑΩ ΠΟΥΘΕΝΑ· ΘΑ ΦΡΟΥΡΩ ΤΟ ΦΡΑΓΜΑ!

Θα έρθεις μαζί μου! πρόσταξε ο Τάμπριελ, προτείνοντας προς την οντότητα το περιδέραιο που είχε φορτίσει με τη δύναμη της ψυχής του.

Η θέλησή του ήρθε σε σύγκρουση με τη θέληση της Βιβεϊρλώταθ· αλλά η δική του θέληση ενισχυόταν από το άστρο στο χέρι του, και πολλαπλασιαζόταν.

Θα έρθεις μαζί μου!

ΟΧΙ!

Η Βιβεϊρλώταθ ήταν πανίσχυρη και πάλευε όπως ο Τάμπριελ δεν είχε ποτέ αισθανθεί καμια οντότητα να παλεύει. Η εκπαίδευσή του ως Δεσμοφύλακας μόλις και μετά βίας μπορούσε να τον βοηθήσει.

Η σπηλιά διαλύθηκε γύρω του.

Βρέθηκε στη Φεηνάρκια, στη σχολή των Δεσμοφυλάκων–

Βρέθηκε σ’ένα πεδίο μάχης στη Σεργήλη, όπου τα πολυβόλα κροτάλιζαν και εκρήξεις αντηχούσαν παντού–

Βρέθηκε στο Παντοτινό Ανάκτορο, στη Ρελκάμνια–

Βρέθηκε στη Φεηνάρκια, μαζί με συγγενείς–

Βρέθηκε μαζί με μια ερωμένη–

Βρέθηκε μπροστά στο πτώμα ενός νεκρού φίλου–

Βρέθηκε μπροστά στο Μακρύ Πόδι της Σήραγγας, για πρώτη φορά, τρομοκρατημένος από την παρουσία του αλλά αποφασισμένος να κάνει αυτό που έκαναν οι Δεσμοφύλακες–

Βρέθηκε στην πρώτη νύχτα του γάμου του με την Παντοκράτειρα–

Βρέθηκε μπροστά στον αδελφό του, και τσακώθηκε άγρια μαζί του, παραλίγο να σκοτωθούν, επειδή εκείνος ήταν εναντίον της Παντοκράτειρας και δεν ήθελε τους ανθρώπους της στη Φεηνάρκια–

Βρέθηκε γονατισμένος πλάι στο πτώμα της δασκάλας του που του είχε μάθει όλα τα μυστικά των Δεσμοφυλάκων, και σηκώθηκε, αφήνοντάς την από την αγκαλιά του, για να κυνηγήσει τον δαίμονα που την είχε σκοτώσει και είχε τρέξει στα δάση–

Παντού, όπου κι αν βρισκόταν, υπήρχε ένα άστρο που φώτιζε με εκτυφλωτική ένταση. Ένα άστρο το οποίο έβλεπε είτε στον ουρανό, είτε στο έδαφος, είτε μέσα απ’το πυκνό σκοτάδι, είτε στην επιφάνεια των κρυστάλλινων νερών μιας λίμνης, είτε επάνω στο τζάμι μιας πολυκατοικίας, είτε μέσα σε μια έκρηξη, είτε σ’έναν καθρέφτη, είτε πάνω στο μέταλλο ενός οχήματος…

Και το άστρο πάντοτε τον έφερνε εδώ, στη σύγκρουσή του με τη Βιβεϊρλώταθ. Πάντοτε οδηγούσε τη νόησή του στο σωστό μονοπάτι μέσα από μια θάλασσα χάους.

Μέχρι που η πανίσχυρη οντότητα να εξαντλήσει τον εαυτό της…

*

Ο χορός των μάγων συνεχιζόταν παρότι ο πανύψηλος, πράσινος λίθος είχε τυλιχτεί από μια κατάμαυρη σκιά που η νύχτα δεν τη δικαιολογούσε.

Ο Τάμπριελ είχε εξαφανιστεί· δε φαινόταν καθόλου.

Η Ανταρλίδα αναρωτιόταν μήπως έπρεπε να κάνει κάτι, να δράσει. Γιατί ήταν Μαύρη Δράκαινα, και οι Μαύρες Δράκαινες πάντοτε προτιμούσαν να δρουν, γρήγορα και αποτελεσματικά.

«Καλέφραζ,» είπε στον Γραμματικό πλάι της, «βλέπεις τον Τάμπριελ;»

«Όχι…»

Η Ανταρλίδα στράφηκε στον Αλίρκωπ. «Εσύ τον βλέπεις;»

«Με τα μάτια μου, όχι. Αλλά είναι εδώ.»

«Τι εννοείς;»

«Μιλά με τη θεά τους. Η παρουσία της με κάνει να ζαλίζομαι…» Τα μάτια του μάγου ήταν γουρλωμένα· κοίταζε με δέος την τελετή και το Άγκιστρο του Κόσμου, και δεν είχε στραφεί ούτε στιγμή για ν’ατενίσει τη Μαύρη Δράκαινα που του μιλούσε.

«Κινδυνεύει;»

«Μάλλον.»

Η Ανταρλίδα άρπαξε τον μάγο και με τα δύο χέρια και τον ταρακούνησε. «Μπορείς να τον βοηθήσεις;»

Εκείνος την κοίταξε ενοχλημένος. «Δεν το νομίζω. Κανένας δεν μπορεί να τον βοηθήσει τώρα.»

«Μα, αν κινδυνεύει–»

«Είναι λογικό να κινδυνεύει: και μόνο η επαφή μ’ένα τόσο ισχυρό πνεύμα είναι επικίνδυνη.»

Η Ανταρλίδα τον άφησε κι έστρεψε πάλι το βλέμμα της στο Άγκιστρο του Κόσμου. Στη σκιά που το είχε καλύψει. Και αναρωτήθηκε αν θα ήταν συνετό να φωνάξει στους μάγους των Ταργκάφλι να σταματήσουν. Θα βοηθούσε αυτό τον Τάμπριελ, ή θα τον έφερνε σε ακόμα χειρότερη θέση;

Αναπάντεχα, ένα δυνατό πράσινο φως έδιωξε τη σκιά, και ο Τάμπριελ φάνηκε πάλι. Στο χέρι του κρατούσε το περιδέραιο που είχε πάρει από τη Μεγάλη Αγορά της Φέντινκεχ.

Οι μάγοι έπαψαν να χορεύουν, μοιάζοντας εξουθενωμένοι από τις ξέφρενες περιστροφές που μέχρι τώρα έκαναν.

Το πράσινος φως ελαττώθηκε, και ο Τάμπριελ στράφηκε ν’αντικρίσει όλους όσους ήταν συγκεντρωμένοι μπροστά από το Άγκιστρο του Κόσμου.

Οι μάγοι έβγαλαν άναρθρες φωνές παρά τη φανερή κούρασή τους· και μία μάγισσα είπε: «Η θεά!» κι αμέσως μετά, ένας μάγος: «Η Βιβεϊρλώταθ!» Κοίταζαν το περιδέραιο στο χέρι του Τάμπριελ.

«Η Βιβεϊρλώταθ είναι τώρα μαζί μου!» φώναξε εκείνος, υψώνοντας το περιδέραιο πάνω απ’το κεφάλι του. Το πολυεδρικό πετράδι στο κέντρο του άστραψε.

Φυλάκισε τη θεά! συνειδητοποίησε η Ανταρλίδα. Όπως το κάνουν οι Δεσμοφύλακες. Την έχει εκεί μέσα!

Είναι, όμως, κι αυτός κουρασμένος, αν και προσπαθεί να μην το δείχνει.

«Η Βιβεϊρλώταθ είναι τώρα μαζί μου!» ξαναφώναξε ο Τάμπριελ, δυνατότερα, ενώ το πλήθος των Ταργκάφλι τον κοίταζε σαστισμένο. «Είναι μαζί μου! –Εδώ!» Και μια μορφή βγήκε από το πετράδι του περιδέραιου: μια ενεργειακή μορφή, παλλόμενη με μια πανδαισία χρωμάτων. Διέγραψε μερικές σπείρες πάνω απ’το κεφάλι του Τάμπριελ και άνοιξε δύο πελώριες φτερούγες, κρύβοντας όλο το πλήθος από κάτω τους. Τα μάτια της διακρίνονταν χωρίς να έχουν διαφορετικό χρώμα από το υπόλοιπο σώμα της, και χωρίς να υπάρχει τίποτε άλλο που να τα διαχωρίζει· διακρίνονταν μ’έναν καθαρά διαισθητικό τρόπο. Ήξερες ότι από εκεί η οντότητα σε κοίταζε.

Οι μάγοι έπεσαν στα γόνατα μπροστά στον Τάμπριελ, και οι υπόλοιποι Ταργκάφλι τούς μιμήθηκαν, καθώς επίσης κι ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ. Οι μόνοι που ακόμα στέκονταν ήταν οι πολεμιστές από το Τάρσαζ, ο Καλέφραζ, η Ζανάιλχα, και η Ανταρλίδα. Ο Αλίρκωπ είχε γονατίσει.

Κεφάλαιο Εικοστό
Καζίτο’ναρ

Μείναμε στη Γη των Ταργκάφλι περισσότερο από όσο αρχικά σχεδιάζαμε. Όχι πως είχαμε συγκεκριμένο σχέδιο, δηλαδή, αλλά τουλάχιστον εγώ πίστευα ότι θα ταξιδεύαμε ώς τη Βινέρνι, ο Τάμπριελ θα εξέταζε το Άγκιστρο του Κόσμου, και μετά θα φεύγαμε. Τα πράγματα, όμως, δεν εξελίχτηκαν έτσι. Αφού ο Τάμπριελ φυλάκισε αυτή τη θεά τους μέσα στο περιδέραιό του, οι Ταργκάφλι της Βινέρνι άρχισαν να τον αποκαλούν Καζίτο’ναρ, που στη γλώσσα τους σημαίνει «εκείνος που ξεχωρίζει ανάμεσα σε πολλούς», και μπορεί να είναι είτε ένας μεγάλος αρχηγός, είτε ένας ιερέας, είτε ένας μεγάλος πολεμιστής, είτε οτιδήποτε άλλο. Του είπαν ότι θα τον ακολουθούσαν πρόθυμα όπου κι αν τους οδηγούσε, και τον ρώτησαν τι του είχε εκμυστηρευτεί η θεά. Του είχε δείξει πώς να φέρει τον κόσμο μας σε επαφή με το Ατέρμονο Σύμπαν; Εκείνος αποκρίθηκε ότι, ναι, του είχε δείξει, μα ήταν δυσκολότερο από ό,τι αρχικά φανταζόταν.

Αν σπάσουμε το Άγκιστρο, είπε στους μάγους και στον Ο’Μάλζεκ Χάλρικ, ο κόσμος σας θα καταστραφεί. Υπάρχουν τρία Φράγματα που κρατούν τις πύλες για το Ατέρμονο Σύμπαν κλειστές, και πρέπει και τα τρία να καταστραφούν συγχρόνως. Τα άλλα δύο τα έχω δει, αλλά δεν ξέρω πού βρίσκονται. Το ένα είναι μια ψηλή κολόνα από παγοκρύσταλλο, μέσα σε μια παγωμένη περιοχή· το άλλο είναι ένα δέντρο μέσα σε μια ζούγκλα. Κρανία ανθρώπων κρέμονται από τα κλαδιά του.

Κανένας μας δεν ήξερε πού μπορεί να βρίσκονταν αυτά τα δύο άλλα Φράγματα· εγώ μονάχα έκανα μία εικασία. Είπα στον Μεγάλο Προφήτη: Ο παγοκρύσταλλος ίσως να είναι στις Παγωμένες Εκτάσεις, βόρεια από εδώ και βόρεια από τις Ερημιές του Τέλους του Κόσμου.

Εκείνος ένευσε τότε προς το μέρος μου, έχοντας μια έκφραση που έμοιαζε να μου αποκρίνεται: το φοβόμουν ότι θα το έλεγες αυτό, Καλέφραζ.

Και το πρόβλημα ήταν τι θα κάναμε τώρα. Η Βασίλισσα Παμράνεχ ήθελε να επιστρέψουμε στο Τάρσαζ, ασφαλώς, για να συνεχιστεί η κατασκευή των πυροβόλων όπλων· οι Ταργκάφλι της Βινέρνι, όμως, δήλωσαν πως όπου βρισκόταν η θεά τους, η Βιβεϊρλώταθ, βρίσκονταν κι εκείνοι. Αιώνες ήταν προστάτιδα της πόλης τους, του λαού τους. Δεν θα άφηναν τον Τάμπριελ να φύγει χωρίς να τον ακολουθήσουν, τώρα που η Βιβεϊρλώταθ ήταν μαζί του. Επιπλέον, όσα ο Μεγάλος Προφήτης τούς είχε πει για το Ατέρμονο Σύμπαν τούς είχαν κάνει να επιθυμούν να το επισκεφτούν. Πίστευαν ότι εκεί θα έβρισκαν ό,τι θαύμαζαν στους Αρχαίους. Αιώνες, είπε ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ της Βινέρνι, θέλαμε να το δούμε αυτό. Οι μάγοι συμφωνούν, οι πολεμιστές μου συμφωνούν, και ο περισσότερος από τον λαό μου συμφωνεί επίσης, Τάμπριελ.

Οπότε ο Μεγάλος Προφήτης τον ρώτησε για τους άλλους Ταργκάφλι. Εκείνοι δεν θα ήθελαν να έρθουν σε επαφή με το Ατέρμονο Σύμπαν; Δεν λάτρευαν τις ερειπωμένες πόλεις των Αρχαίων όπως οι κάτοικοι της Βινέρνι; Ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ τού αποκρίθηκε ότι ασφαλώς κι εκείνοι λάτρευαν τους Αρχαίους το ίδιο και, λογικά, πρέπει να ήθελαν να γνωρίσουν το Ατέρμονο Σύμπαν.

Μπορούμε να τους καλέσουμε, δήλωσε. Μπορούμε να καλέσουμε όλους τους Ο’Μάλζεκ Χάλρικ για να τους ανακοινώσουμε τι έχει συμβεί. Νομίζω ότι θα είναι πρόθυμοι να σε βοηθήσουν στον σκοπό σου.

Ο Τάμπριελ συμφώνησε να γίνει αυτή η συγκέντρωση, κι έτσι αργήσαμε να επιστρέψουμε στο Τάρσαζ.

Επιπλέον, ο Μεγάλος Προφήτης εξέφρασε την επιθυμία του να επισκεφτεί τον Νίρναλωμ τον Μαυρομάτη, τον Άρχοντα της Καρκούμ…

*
* * *
*

«Για ποιο λόγο;» ρώτησε ο Καλέφραζ, που δεν έδειχνε να του αρέσει και τόσο ως ιδέα.

«Ο Ρέμικατ μάς είπε ότι ο Νίρναλωμ κάποτε ταξίδεψε στην άκρη του κόσμου και γι’αυτό τα μάτια του έγιναν μαύρα,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ, καθισμένος σε μια πολυθρόνα κοντά στο τζάκι του δωματίου.

Βρίσκονταν όλοι τους στον δεύτερο όροφο μιας ερειπωμένης πολυκατοικίας της Βινέρνι, γιατί ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ δεν το θεωρούσε πρέπον να μένουν πλέον στον ξενώνα, ύστερα από ό,τι είχε συμβεί μπροστά στο Άγκιστρο του Κόσμου. Ο Τάμπριελ ήταν τώρα Καζίτο’ναρ.

«Φήμες!» είπε ο Καλέφραζ κάνοντας μια αποδεσμευτική χειρονομία με το δεξί του χέρι. «Φήμες. Τίποτα παραπάνω. Ένας πειρατής είναι ο Νίρναλωμ.»

«Τα μάτια του, όμως, είναι μαύρα,» τόνισε ο Τάμπριελ, «χωρίς να έχουν καθόλου άσπρο μέσα τους. Ο Ρέμικατ είπε πως τα έχει δει ο ίδιος.»

«Είναι αλήθεια,» το επιβεβαίωσε η Ζανάιλχα, που ήταν μισοξαπλωμένη επάνω σ’ένα ανάκλιντρο. «Τον έχω δει κι εγώ.»

Το δωμάτιο γύρω τους ήταν στολισμένο σαν σαλόνι· οι Ταργκάφλι της Βινέρνι το είχαν ετοιμάσει ειδικά γι’αυτούς, όπως κι όλα τα υπόλοιπα δωμάτια του δεύτερου ορόφου ετούτης της πολυκατοικίας. Τους σέβονταν τώρα· ήταν σύντροφοι του Καζίτο’ναρ, κι όφειλαν να τους φέρονται ανάλογα.

«Τον είδες από κοντά;» τη ρώτησε ο Καλέφραζ, ο οποίος ήταν καθισμένος σ’ένα σκαμνί πλάι σε μια κολόνα, κρατώντας ένα κύπελλο με χυμό στο δεξί χέρι.

Η Ζανάιλχα τον αγριοκοίταξε. «Από αρκετά κοντά για να μπορώ να διακρίνω ότι τα μάτια του είναι κατάμαυρα. Δεν έχω ξαναδεί τέτοια μάτια σε κανέναν άνθρωπο.»

Ο Καλέφραζ ανασήκωσε τους ώμους. «Και λοιπόν; Μπορεί να γεννήθηκε έτσι. Να, και ο Τάμπριελ έχει κόκκινο δέρμα! κι η Ανταρλίδα κατάλευκο! Έχεις ξαναδεί τέτοιο δέρμα; Εγώ δεν έχω ξαναδεί.»

«Δεν είναι το ίδιο, Καλέφραζ, και το ξέρεις,» τον διέκοψε ο Τάμπριελ. «Επιπλέον, ακόμα κι από κει όπου ερχόμαστε εμείς κανένας δεν έχει τελείως μαύρα μάτια.»

Η Ζανάιλχα είπε: «Τα μάτια του Νίρναλωμ δε φαίνεται να έχουν καν κόρη· είναι μόνο ένας μαύρος βολβός.»

«Ακόμα κι έτσι,» επέμεινε ο Καλέφραζ, «αυτό δεν σημαίνει ότι πήγε στην άκρη του κόσμου και είδε απέξω!»

«Γιατί δεν θέλεις να του μιλήσουμε;» ρώτησε ευθέως ο Τάμπριελ.

«Επειδή είναι, ουσιαστικά, κακοποιός! Και, κατά δεύτερον, δεν πιστεύω την ιστορία ότι πήγε στην άκρη του κόσμου. Θεωρώ ότι απλώς θα μπλέξουμε αν τον συναντήσουμε.»

Ο Χάλρεοκ γέλασε. «Κι εγώ που νόμιζα, Τάμπριελ, ότι εσύ είσαι μάντης!»

«Δεν είμαι μάντης,» του είπε εκείνος παίρνοντας ένα ξύλο από το τζάκι κι ανάβοντας την πίπα του. Το ημιδιαφανές πετράδι πάνω στο περιδέραιό του γυάλισε, και κάτι ακαθόριστο φάνηκε να αναδεύεται εντός του: η Βιβεϊρλώταθ.

Ο Καλέφραζ στράφηκε στον Χάλρεοκ. «Δεν συμφωνείς μαζί μου; Θέλεις να επισκεφτούμε τον Νίρναλωμ;»

«Δεν είμαι βέβαιος για τίποτα,» αποκρίθηκε ο πολεμιστής πίνοντας μια γουλιά απ’το ποτό του καθώς βάδιζε μέσα στο δωμάτιο, πλησιάζοντας το ανοιχτό παράθυρο και κοιτάζοντας έξω, τη νύχτα. «Νομίζεις ότι ετούτο το ταξίδι στη Βινέρνι και στο Άγκιστρο του Κόσμου μού φαίνεται πιο συνετό από μια επίσκεψη στον Άρχοντα της Καρκούμ; Φυσικά και όχι! Μου φαίνεται τελείως, μα τελείως, τρελό. –Με το συμπάθιο, Τάμπριελ,» πρόσθεσε ρίχνοντας του μια ματιά πάνω απ’τον ώμο.

«Δε σε παρεξηγώ,» αποκρίθηκε εκείνος· «κι εγώ τρελό θα το θεωρούσα αν ήμουν στη θέση σου.»

Ο Χάλρεοκ ένευσε και κοίταξε πάλι έξω.

«Προσωπικά, τον Ιεράρχη φοβάμαι.»

Άπαντες στράφηκαν να κοιτάξουν την Ανταρλίδα, η οποία καθόταν σε μια πολυθρόνα, σιωπηλά μέχρι στιγμής. Δεν φορούσε τη μαύρη στολή της αλλά μια μαύρη πουκαμίσα κι ένα καφέ, φαρδύ παντελόνι. Τα πόδια της ήταν ξυπόλυτα και τα είχε τεντωμένα εμπρός της, σταυρωμένα στον αστράγαλο. Τα ξανθά της μαλλιά έπεφταν λυτά στους ώμους της. Τα χέρια της ήταν διπλωμένα στο στήθος.

«Δεν τον είδαμε να μας ακολουθεί μέσα στη Γη των Ταργκάφλι,» συνέχισε, «αλλ’αυτό δεν πάει να πει ότι έπαψε κιόλας να μας κυνηγά. Σίγουρα μας περιμένει στην Καρκούμ· κι ετούτη τη φορά πιθανώς να είναι καλύτερα προετοιμασμένος. Επίσης, δε θ’απέκλεια και ο Πρωθιερέας να μας έχει στήσει κάποια παγίδα. Επομένως, ο Νίρναλωμ είναι το λιγότερο που θα έπρεπε να μας απασχολεί.»

«Δεν τον εμπιστεύεσαι καθόλου τον Πρωθιερέα μας, ε, Ανταρλίδα;» είπε ο Χάλρεοκ.

«Μας παρακολουθεί συνεχώς, και δεν κρύβει το γεγονός ότι μας αντιπαθεί, εμένα και τον Τάμπριελ. Και ο ναύτης του Ρέμικατ ίσως να ήταν πληρωμένος απ’αυτόν–»

«Δεν το ξέρεις, όμως.»

«Αλλά είναι λογικό. Ή ο Πρωθιερέας τον είχε πληρώσει για να ξεφορτωθεί τον Τάμπριελ, ή ο Ιεράρχης τον είχε πληρώσει για να παρουσιαστεί μετά ως σωτήρας.»

«Τέλος πάντων,» είπε ο Χάλρεοκ. «Προτείνεις, λοιπόν, να πάμε να επισκεφτούμε τον Νίρναλωμ;»

«Προτείνω να φύγουμε από άλλη πόλη, όχι από την Καρκούμ.»

«Δεν υπάρχουν άλλες πόλεις-λιμάνια στις ακτές της Γης των Ταργκάφλι,» της είπε η Ζανάιλχα. «Μονάχα οικισμοί.»

«Ας φύγουμε από έναν οικισμό, τότε.»

«Μισό λεπτό, Ανταρλίδα,» τους διέκοψε ο Τάμπριελ. «Εγώ θέλω να επισκεφτώ τον Νίρναλωμ.»

«Ναι, το περίμενα ότι θα επέμενες. Το να επιστρέψουμε στην Καρκούμ, όμως, είναι από τα χειρότερα πράγματα που μπορούμε να κάνουμε. Γινόμαστε προβλέψιμοι, και όσοι είναι προβλέψιμοι είναι και εύκολος στόχος.»

«Αμφιβάλλεις ότι μπορούμε να προστατέψουμε τους εαυτούς μας;»

Η Ανταρλίδα μπορούσε ν’ακούσει στον τόνο της φωνής του ότι την προκαλούσε· έμοιαζε να της λέει: Δεν μπορεί μια Μαύρη Δράκαινα να διαλύσει τις παγίδες των εχθρών της; Τα μάτια της στένεψαν θυμωμένα. «Με το να μην είσαι προβλέψιμος προστατεύεσαι, ξέρεις. Ο καλύτερος τρόπος για να νικήσεις κάποιον είναι να μη δώσεις καθόλου μάχη.»

«Ας βρούμε, τότε, έναν τρόπο να συναντήσουμε τον Νίρναλωμ χωρίς να χρειαστεί να δώσουμε μάχη,» είπε ο Τάμπριελ. «Πρέπει οπωσδήποτε να του μιλήσω. Θέλω να μάθω αν ισχύουν οι φήμες ότι έφτασε στην άκρη του κόσμου· και, αν όντως ισχύουν, θέλω να μάθω τι είδε εκεί και γιατί τα μάτια του έγιναν μαύρα.»

Ο Καλέφραζ αναστέναξε. «Τι μπορεί να δεις που τα μάτια σου να γίνουν μαύρα;» γκρίνιαξε. «Είναι μύθος! Παραμύθι!»

Η Ανταρλίδα ξεσταύρωσε τα πόδια της, άγγιξε τους βραχίονες της πολυθρόνας της, και τεντώθηκε προς τον Τάμπριελ, με τα ξανθά της μαλλιά να πλαισιώνουν το κατάλευκο πρόσωπό της. «Εσύ,» ρώτησε, «τι έχεις ‘δει’ για τον Νίρναλωμ; Θες να το μοιραστείς μαζί μας;»

Ο τρόπος που έλεγε αυτό το δει δεν άφηνε την παραμικρή αμφιβολία για το τι εννοούσε.

«Δεν έχω ‘δει’ κανέναν άντρα με μαύρα μάτια,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ.

«Επομένως, ίσως αυτό να σημαίνει ότι δεν πρέπει να τον επισκεφτείς.»

«Όσα βλέπω δεν είναι απόλυτα, Ανταρλίδα· τα ίδια θα λέμε;» Έμοιαζε εκνευρισμένος τώρα. «Ο Νίρναλωμ ίσως να ξέρει κάτι για τη φύση αυτού του κόσμου! Και θέλω να το μάθω.

»Αλίρκωπ,» στράφηκε στον μάγο που καθόταν σχετικά κοντά του, από την άλλη μεριά του τζακιού, «εσύ τι ξέρεις για τον Νίρναλωμ;»

«Σχεδόν τίποτα,» απάντησε εκείνος. «Ούτε τον έχω αντικρίσει ποτέ μου όπως η Ζανάιλχα. Τη φήμη, όμως, για το πώς πήρε το παρατσούκλι Μαυρομάτης κι εγώ την έχω ακούσει. Δεν ξέρω αν πρέπει να την πιστέψω ή όχι. Το μόνο που ίσως να σ’ενδιαφέρει είναι ότι, ορισμένες φορές, έχω αισθανθεί μια πολύ ισχυρή παρουσία από το Κάστρο της Καρκούμ.»

«Τι παρουσία;»

«Κάποιο πνεύμα, ίσως.»

«Σαν τη Βιβεϊρλώταθ;» Ο Τάμπριελ άγγιξε το λαξευτό, αργυρό περιδέραιο που κρεμόταν επάνω στο στήθος του. «Τόσο ισχυρό;»

Ο Αλίρκωπ κούνησε το κεφάλι του. «Δεν είμαι βέβαιος· δεν ήμουν αρκετά κοντά για να βγάλω ένα τέτοιο συμπέρασμα. Η Βιβεϊρλώταθ είναι πολύ ισχυρή, Τάμπριελ…» Και υπήρχε δέος στη φωνή του καθώς το έλεγε τούτο, όπως επίσης και στα μάτια του καθώς ατένιζε τον εξώκοσμο κοκκινόδερμο μάγο.

«Μόνο αυτό μάς έλειπε…» μόρφασε ο Καλέφραζ.

«Αύριο,» δήλωσε ο Τάμπριελ, «ξεκινάμε για την Καρκούμ.»

Ο Καλέφραζ ρώτησε: «Δε θες να το ξανασκεφτείς; Η πρόταση της Ανταρλίδας μού ακούστηκε λογική.»

Ο Τάμπριελ τον αγνόησε.

«Με τους Ταργκάφλι τι θα γίνει;» συνέχισε ο Καλέφραζ. «Οι Ο’Μάλζεκ Χάλρικ των άλλων πόλεων δεν έχουν συγκεντρωθεί ακόμα. Θα σ’αφήσει ο δικός μας Ο’Μάλζεκ Χάλρικ να φύγεις;»

Η Ζανάιλχα παρενέβη προτού μιλήσει ο Τάμπριελ: «Μάλλον θα του δώσει κάποια συνοδεία κιόλας–»

«Ευχαριστώ που με διευκολύνεις,» μούγκρισε ο Καλέφραζ προς τη μεριά της.

«Θα πρότεινα, όμως,» συνέχισε η Ζανάιλχα, «να μην πάρουμε πολλούς πολεμιστές των Ταργκάφλι μαζί μας.»

«Γιατί;» ρώτησε ο Χάλρεοκ.

«Επειδή, από τα μονοπάτια που σας πηγαίνω, ο σκοπός είναι να περνάμε όσο το δυνατόν περισσότερο απαρατήρητοι· κι αυτό γίνεται δυσκολότερο όταν είμαστε πολλοί.»

«Την τελευταία φορά, ληστές μάς επιτέθηκαν από τα μονοπάτια που μας πήγες.»

«Μην το ξανακούσω αυτό. Τη Γη των Ταργκάφλι διασχίζαμε! Πού νομίζεις ότι βρίσκεσαι; Στο Τάρσαζ;»

Ο Χάλρεοκ και η Ζανάιλχα αλληλοκοιτάχτηκαν για μερικές στιγμές σαν να ήταν έτοιμοι να χιμήσουν ο ένας στον άλλο.

Ο Καλέφραζ, όμως, μίλησε προτού συμβεί τίποτα δυσάρεστο: «Καλό θα ήταν, πάντως, να πάρουμε κάποιους απ’τους πολεμιστές των Ταργκάφλι. Αν τα πράγματα έχουν έτσι όπως είπε η Ανταρλίδα – και μάλλον έτσι έχουν – θα τους χρειαστούμε.»

Η Ζανάιλχα είπε: «Ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ δεν θα μας αφήσει να φύγουμε χωρίς συνοδεία, ούτως ή άλλως, Καλέφραζ. Μην ξεχνάς ότι ο Τάμπριελ έχει τη Βιβεϊρλώταθ μαζί του: και η Βιβεϊρλώταθ είναι η θεά που λατρεύουν αιώνες σε τούτη την πόλη.»

*

Το επόμενο πρωί, ξεκίνησαν μαζί με έξι από τους καλύτερους πολεμιστές της Βινέρνι και την Ταργκάφλι μάγισσα που ονομαζόταν Χιρκόμο. Ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ τούς ευχήθηκε καλή τύχη, προτού φύγουν, και τους ζήτησε να επιστρέψουν το συντομότερο δυνατό· οι ομότιμοί του δεν θ’αργούσαν να συγκεντρωθούν στην πόλη, και όταν συγκεντρώνονταν ο Τάμπριελ θα έπρεπε να είναι εδώ.

«Η θεά θα φροντίσει για την ασφαλή επιστροφή μας, Ο’Μάλζεκ Χάλρικ,» του αποκρίθηκε ο Τάμπριελ αγγίζοντας το περιδέραιό του· «μην ανησυχείς.»

Εκείνος έκλινε το κεφάλι σε ένδειξη σεβασμού προς τον Καζίτο’ναρ. Και μετά, τους έδωσε έναν χάρτη της Γης των Ταργκάφλι με διάφορα μονοπάτια σημειωμένα επάνω.

Η Ζανάιλχα κατενθουσιάστηκε από αυτή την καινούργια γνώση.

Κεφάλαιο Εικοστό-Πρώτο
Η Σήραγγα, ο Κυνηγημένος, και τα Πνεύματα

Παρά τον χάρτη του Ο’Μάλζεκ Χάλρικ, το ταξίδι της επιστροφής στην Καρκούμ δεν ήταν πιο ευχάριστο από το ταξίδι του πηγεμού προς τη Βινέρνι. Ζούγκλες διασχίσαμε πάλι, και βαλτοτόπια, και ξερές ερημιές. Και κινδυνέψαμε από τα άγρια θηρία που περιφέρονται σ’αυτούς τους τόπους, ενώ πάντοτε ακούγαμε γρυλίσματα και βρυχηθμούς από απόσταση σαν να το ήξεραν ότι περνούσαμε και να προσπαθούσαν να μας εκφοβίσουν για να φύγουμε πιο γρήγορα.

Ληστές, ευτυχώς, δεν απαντήσαμε όπως την προηγούμενη φορά. Και την ερειπωμένη πόλη της Σιλντάχι την αποφύγαμε, ασφαλώς.

Ένα απόγευμα, όμως, ενώ ήμασταν πλέον κοντά στην Καρκούμ, ο Μεγάλος Προφήτης μάς είπε κάτι το ανησυχητικό. Το πρωί, είπε, «είδε» έναν άντρα με μαύρα μάτια. Στεκόταν μέσα σ’ένα δωμάτιο στολισμένα με τρόπαια στους τοίχους, και μιλούσε μ’έναν άλλο άντρα… ο οποίος δεν ήταν άγνωστος στον Μεγάλο Προφήτη.

Ο Ιεράρχης, μας είπε. Είμαι βέβαιος πως ήταν ο Ιεράρχης που συνάντησα πίσω από το Τρύπιο Καλύβι εκείνη τη νύχτα.

Αυτή η αποκάλυψη μάς πάγωσε όλους, και πολύ περισσότερο εμένα, που δεν ήμουν παρά ένας απλός Γραμματικός και είχα, πίσω στο Τάρσαζ, αφήσει τη γυναίκα μου και τα δύο παιδιά μου!

Τα λόγια του Τάμπριελ υποδήλωναν ξεκάθαρα ότι ο Νίρναλωμ είχε κάνει κάποια συμφωνία με τον Ιεράρχη, και κατά πάσα πιθανότητα μάς περίμεναν να μπούμε στην Καρκούμ για να μας παγιδέψουν. Η Ανταρλίδα δεν χρειαζόταν να πει ότι μας είχε προειδοποιήσει· είπε, όμως, ότι οφείλαμε να εκπονήσουμε κάποιο σχέδιο αν ήταν να μπούμε στην πόλη. Αν και, βέβαια, πρότεινε καλύτερα να φύγουμε. Αλλά ο Τάμπριελ δεν ήθελε να φύγει· εξακολουθούσε να θέλει να επισκεφτεί τον Νίρναλωμ. Και είπε: Δεν ξέρω αν αυτό που είδα είναι από το παρελθόν, το μέλλον, ή αν ποτέ δεν θα συμβεί. Επιπλέον, δεν χρειάζεται να φοβόμαστε· έχω τη Βιβεϊρλώταθ μαζί μου.

Τα λόγια του δεν με καθησύχασαν, και ούτε και την Ανταρλίδα, νομίζω. Επίσης, και ο Χάλρεοκ έμοιαζε τώρα να ξανασκέφτεται την όλη υπόθεση. Δεν είναι φρόνιμο να πηγαίνεις εκεί όπου ξέρεις ότι πιθανώς να σου έχουν στήσει παγίδα· ακόμα κι εγώ, που δεν έχω στρατηγικές γνώσεις, το γνωρίζω αυτό!

Μέσα στην επόμενη ημέρα θα ήμασταν στην Καρκούμ. Αν ήταν να αλλάξουμε πορεία, έπρεπε να την αλλάξουμε σύντομα. Αλλά ο Τάμπριελ δεν έδειχνε πρόθυμος να ακυρώσει τη συνάντησή του με τον Νίρναλωμ. Μα τους θεούς! ήξερε τι έκανε; Φερόταν σαν τρελός, ή σαν άνθρωπος που δεν έχει τίποτα να χάσει. Εγώ, όμως, δεν ήμουν ούτε το ένα ούτε το άλλο!

*
* * *
*

Τα ψηλά, ερειπωμένα οικοδομήματα που περιέβαλλαν τα τείχη της Καρκούμ φάνηκαν μέσα στο φως του απογεύματος, καθώς η ομάδα παραμέριζε τις φυλλωσιές ενός υψώματος και κοίταζε κάτω.

«Μέχρι εδώ,» είπε η Ανταρλίδα κατεβαίνοντας απ’το άλογό της. «Πρέπει να πάρουμε κάποιες αποφάσεις τώρα. Δεν μπορούμε να μπούμε έτσι στην πόλη, απροετοίμαστοι, χωρίς κανένα σχέδιο.»

Ο Τάμπριελ ένευσε. «Συμφωνώ,» αποκρίθηκε και κατέβηκε κι εκείνος απ’το άλογό του.

Ο Καλέφραζ αναστέναξε, μοιάζοντας ανακουφισμένος.

Η ομάδα αφίππευσε: πολεμιστές της Βασίλισσας του Τάρσαζ αναμιγμένοι με Ταργκάφλι πολεμιστές της Βινέρνι· αποτελούσαν παράξενο θέαμα, όχι μόνο λόγω της διαφορετικής τους αμφίεσης αλλά ακόμα και λόγω του διαφορετικού τρόπου που στέκονταν. Παρότι κατοικούσαν στην ίδια διάσταση, ήταν σαν να προέρχονταν από άλλους κόσμους.

Και είμαστε πολλοί, συμπέρανε η Ανταρλίδα κοιτάζοντάς τους. Σίγουρα, θα τραβήξουμε την προσοχή μπαίνοντας στην πόλη. Αν ο Ιεράρχης έχει κατασκόπους του κοντά στις πύλες – που δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα έχει – θα μας εντοπίσουν αμέσως.

Ρώτησε τη Ζανάιλχα: «Γνωρίζεις κανέναν… διακριτικό τρόπο για να μπούμε στην πόλη;»

Η μαυρόδερμη οδηγός ύψωσε ένα της φρύδι. «Διακριτικό; Εννοείς, όχι από τις πύλες;»

«Ακριβώς. Υπάρχει κανένα άνοιγμα στα τείχη, για παράδειγμα, το οποίο μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε μέσα στη νύχτα;»

Η Ζανάιλχα στράφηκε στον Αλίρκωπ. «Άκουσες;»

Εκείνος κατένευσε. «Άκουσα,» αποκρίθηκε λακωνικά.

Η Ανταρλίδα ρώτησε τη Ζανάιλχα: «Ξέρει κάτι που θα έπρεπε να μας πει;»

Η οδηγός είπε στον μάγο: «Γνωρίζεις πώς μπορούμε να μπούμε στη Σήραγγα, έτσι δεν είναι;»

«Γνωρίζω, αλλά δεν το θεωρώ συνετό.»

«Ποια σήραγγα;» ρώτησε η Ανταρλίδα.

«Η Σήραγγα,» είπε η Ζανάιλχα δίνοντας μια κάποια σημαντικότητα στη λέξη έτσι όπως την άρθρωσε. «Πολλοί μέσα στην πόλη έχουν ακούσει γι’αυτήν, αλλά ελάχιστοι ξέρουν πώς να φτάσουν εκεί. Ορισμένοι την ονομάζουν ‘η Κάτω Καρκούμ’. Υποτίθεται ότι ξεκινά από τα ερείπια έξω απ’την πόλη και μπαίνει στο εσωτερικό, μέσα στα τείχη. Πιθανώς, ακόμα και μέσα στο Κάστρο.»

«Είναι γεμάτη πνεύματα,» τόνισε ο Αλίρκωπ. «Πολλά απ’αυτά επικίνδυνα.»

«Θα μας πας εκεί;» τον ρώτησε η Ανταρλίδα.

«Δε θα το πρότεινα.»

«Καλύτερα τα πνεύματα από τον Ιεράρχη,» είπε η Μαύρη Δράκαινα. Και στράφηκε στον Τάμπριελ, ατενίζοντάς τον ερωτηματικά.

«Η Βιβεϊρλώταθ θα μας προστατέψει από τα πνεύματα,» δήλωσε εκείνος· «είμαι βέβαιος. Εσύ τι νομίζεις, Αλίρκωπ;»

«Μάλλον έχεις δίκιο. Ωστόσο, δεν πρέπει να υποτιμήσουμε τους Ενοίκους…»

«Τους ποιους;» έκανε η Ανταρλίδα.

«Τους Ενοίκους της Σήραγγας,» είπε ο Αλίρκωπ. «Τα πνεύματα που κατοικούν εκεί, εδώ και αιώνες αναρίθμητους.»

Ο Τάμπριελ τον πλησίασε για να σταθεί εμπρός του. «Ίσως ετούτη να είναι μια καλή ευκαιρία για να προσπαθήσεις να παγιδέψεις ένα πνεύμα όπως σε δίδαξα καθώς ταξιδεύαμε.»

Ο Αλίρκωπ φάνηκε σκεπτικός.

«Δεν έχεις τίποτα να χάσεις,» του είπε ο Τάμπριελ. «Θα είμαι κοντά σου, και θα το διώξω αν… παραφερθεί.»

Ο Αλίρκωπ ένευσε. «Εντάξει,» αποκρίθηκε. «Θα σας οδηγήσω στην Κάτω Καρκούμ. Δεν είναι τόσο σπουδαίο να καταδυθεί κανείς εκεί όσο πιστεύει ο κόσμος. Απλά τις περισσότερες εισόδους τις φρουρούν πνεύματα, και τις κάνουν δύσκολο να παρατηρηθούν.»

«Τι θα πει ‘δύσκολο να παρατηρηθούν’;» ρώτησε η Ανταρλίδα.

«Ότι δεν μπορείς να τις δεις εκτός αν ξέρεις ακριβώς πού είναι.»

«Εσύ, όμως, μπορείς και τις βλέπεις;»

«Διαισθάνομαι τα πνεύματα, κι αυτά είναι που μου τις αποκαλύπτουν.»

Η Ανταρλίδα κοίταξε τον Τάμπριελ. Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους.

«Εντάξει,» είπε η Μαύρη Δράκαινα, «βρήκαμε τρόπο να μπούμε στην πόλη· μετά, τι γίνεται; Πώς θα συναντήσουμε τον Νίρναλωμ χωρίς να μας παγιδέψει ο Ιεράρχης; Αυτή η Σήραγγα, Αλίρκωπ, βγάζει όντως κάτω από το Κάστρο, όπως είπε η Ζανάιλχα;»

«Δεν είμαι βέβαιος,» αποκρίθηκε ο μάγος. «Δεν έχω ποτέ επιχειρήσει να φτάσω ώς εκεί.»

«Επομένως, μπορεί να μην είναι παρά ένας μύθος…» μουρμούρισε η Ανταρλίδα συλλογισμένα. Και, πιο δυνατά, ρώτησε τον Αλίρκωπ: «Μέχρι πού είσαι σίγουρος ότι φτάνει η Σήραγγα;»

«Μέσα στα τείχη.»

«Ας μπούμε στην πόλη, λοιπόν,» είπε ο Τάμπριελ, «και μετά βλέπουμε τι θα κάνουμε.»

«Δεν είναι έτσι,» διαφώνησε η Ανταρλίδα. «Καλύτερα να έχουμε ένα σχέδιο.»

«Όταν είμαστε εκεί, θα καθοδηγηθούμε.»

«Από τι; Από τις εικόνες στο μυαλό σου;»

«Από τις περιστάσεις.»

*

Δε μου αρέσει αυτό, σκεφτόταν η Ανταρλίδα καθώς, μέσα στη νύχτα, έμπαιναν στον ερειπιώνα έξω από τα τείχη της Καρκούμ. Κανένα σχέδιο, ουσιαστικά, δεν έχουμε, και είμαστε και πολλοί. Παρά την κάλυψη του σκοταδιού, αν κάποιος κοιτάζει από τις επάλξεις δεν αποκλείεται να μας δει.

Μετά, φωνές διέκοψαν τους συλλογισμούς της.

Η Ανταρλίδα έκανε, αμέσως, νόημα στους συντρόφους της να σταματήσουν.

Ο Χάλρεοκ τράβηξε το σπαθί του (και οι πολεμιστές από το Τάρσαζ τον μιμήθηκαν). «Τι συμβαίνει;»

«Συλλέκτες,» είπε ο Αλίρκωπ.

«Τι πράγμα;» έκανε η Ανταρλίδα.

«Άρπαγες,» εξήγησε η Ζανάιλχα. «Ήρθαν να πάρουν δούλους. Έτσι δεν είναι, Αλίρκωπ;»

«Ναι,» ένευσε ο μάγος. «‘Συλλέκτες’, τους λέμε εδώ, έξω απ’τα τείχη.»

«Την ξέρω την αργκό σας.»

Οι φωνές έρχονταν από έναν δρόμο κάθετο σ’αυτόν που διέσχιζε η ομάδα, και τώρα σκιές φάνηκαν να βγαίνουν από εκεί, και μετά σκιερές φιγούρες ακολούθησαν τις σκιές. Σε αντίθεση με τους συντρόφους της Ανταρλίδας που, για λόγους ασφαλείας, δεν είχαν κανένα φως αναμμένο, κάμποσοι απ’αυτούς κρατούσαν δαυλούς. Και κάποιοι τραβούσαν μαζί τους ανθρώπους που παραπατούσαν και σκόνταφταν, άλλοι δεμένοι με χοντρά σχοινιά, άλλοι με αλυσίδες. Οι συλλέκτες πρέπει να ήταν καμια ντουζίνα στο σύνολό τους, και μέσα στο σκοτάδι η Ανταρλίδα μπορούσε να διακρίνει ότι βαστούσαν όπλα με λεπίδες· το φως των δαυλών αντανακλούσε επάνω τους.

Ένας απ’αυτούς ύψωσε το ξίφος του κι έδειξε την ομάδα.

(Δεν μπορούσαν να μη μας προσέξουν, σκέφτηκε η Ανταρλίδα, ακόμα και μες στη νύχτα. Είμαστε πολύ κοντά, και πάρα πολλοί.)

«Ποιοι είστε σεις;» φώναξε ένας άλλος.

Τώρα, και οι πολεμιστές της Βινέρνι έβγαλαν τα όπλα τους όπως οι πολεμιστές του Τάρσαζ. Η Ταργκάφλι μάγισσα που ονομαζόταν Χιρκόμο πήρε ένα ραβδί στα χέρια της το οποίο είχε στη μία άκρη μια σιδερένια σφαίρα με καρφιά και στην άλλη μια μακριά, λιγνή λεπίδα. Τα άλογά τους – που δεν τα καβαλίκευαν αλλά τα τραβούσαν απ’τα γκέμια καθώς διέσχιζαν τον ερειπιώνα – χρεμέτισαν ανήσυχα και χτύπησαν τις οπλές του στις πέτρες.

«Περαστικοί είμαστε,» φώναξε η Ζανάιλχα στους συλλέκτες.

«Περαστικοί, ε; Χα! Παλικάρια του Ζιζένατ είστε, μου φαίνεται!»

«Κάνεις λάθος,» του είπε η Ζανάιλχα.

«Υπάρχει νόμος σε τούτο το μέρος;» ρώτησε ο Χάλρεοκ, αρκετά δυνατά ώστε να τον ακούσουν ο Τάμπριελ και η Ανταρλίδα αλλά όχι αρκετά δυνατά ώστε να τον ακούσουν οι συλλέκτες. «Υπάρχει νόμος εδώ, στα ερείπια;»

«Απ’ό,τι είπε ο Ρέμικατ, όχι,» του απάντησε ο Τάμπριελ.

Ενώ ο συλλέκτης φώναζε: «Πλησιάστε μας και θα φάτε μαχαίρι και πέτρα!»

«Δε σκοπεύουμε να σας πλησιάσουμε,» του είπε η Ζανάιλχα. «Πηγαίνετε, και θα πηγαίνουμε κι εμείς.»

«Αν υπήρχε νόμος,» είπε η Ανταρλίδα στον Χάλρεοκ, «λες να μπορούσαν αυτοί να τριγυρίζουν και ν’αρπάζουν για δούλο όποιον βρουν;»

Οι συλλέκτες άρχισαν να κινούνται προσεχτικά, παρατηρώντας την ομάδα και μοιάζοντας να κρατάνε πιο γερά τώρα τους δούλους τους, σαν να φοβόνταν ότι μπορεί να τους τους έκλεβαν – πράγμα που, μάλλον, δεν είναι απίθανο εδώ πέρα, σκέφτηκε η Ανταρλίδα.

«Αφού δεν υπάρχει νόμος,» πρότεινε ο Χάλρεοκ τρίζοντας τα δόντια και σφίγγοντας το μανίκι του ξίφους του μέσα στη γροθιά του, «ας τους λιανίσουμε!»

«Δεν είμαστε εδώ για να σώσουμε κόσμο,» του θύμισε, ψύχραιμα, η Ανταρλίδα. «Δεν είναι αυτή η δουλειά μας.»

«Απεχθάνομαι τους δουλεμπόρους.» Ο Χάλρεοκ έκανε νόημα στους πολεμιστές του να ετοιμαστούν.

«Περίμενε–»

«Επίθεση!» πρόσταξε ο Χάλρεοκ, πηδώντας πάνω στο άλογό του και καλπάζοντας καταπάνω στους συλλέκτες.

Οι πολεμιστές του ανέβηκαν στα δικά τους άλογα το ίδιο γρήγορα και τον ακολούθησαν.

Σκατά, σκέφτηκε η Ανταρλίδα. Οι πιθανότητες να τραβήξουμε ανεπιθύμητη προσοχή μόλις πενταπλασιάστηκαν. Και ξεθηκάρωσε το σπαθί της από την πλάτη.

«Βοηθήστε τους!» πρόσταξε ο Τάμπριελ τους Ταργκάφλι, κι εκείνοι καβαλίκεψαν τα ζώα τους κι ακολούθησαν τους πολεμιστές του Τάρσαζ στην έφοδο, αλαλάζοντας.

«Μπαστάρδια του Ζιζένατ!» αντήχησε η φωνή του συλλέκτη που μιλούσε πριν με τη Ζανάιλχα, καθώς οι πρώτοι από τους καβαλάρηδες του Χάλρεοκ συγκρούονταν με τους άρπαγες. «Τόξερα ότι είστε αυτινού του καριόλη!»

Η Ανταρλίδα έτρεξε στη συμπλοκή. Απέφυγε το τσεκούρι ενός ψηλού άντρα και τον σπάθισε στα πόδια σωριάζοντάς τον. Ύστερα τινάχτηκε κι έκοψε το σχοινί που έδενε τα χέρια μιας λευκόδερμης κοπέλας. Ο συλλέκτης που την τραβούσε στράφηκε, γρυλίζοντας και προσπαθώντας να χτυπήσει τη Μαύρη Δράκαινα· αλλά το ρόπαλό του χτύπησε μόνο αέρα και, στη συνέχεια, τις πέτρες του δρόμου, ενώ η Ανταρλίδα είχε κινηθεί στο πλάι. Το μποτοφορεμένο πόδι της υψώθηκε σπάζοντας το σαγόνι και τα δόντια του άντρα και ρίχνοντάς τον αναίσθητο στο έδαφος, με το πρόσωπό του γεμάτο αίματα.

Εν τω μεταξύ, οι πολεμιστές του Χάλρεοκ – που δεν ήταν τυχαίοι αλλά μαχητές της Βασιλικής Φρουράς του Τάρσαζ – και οι Ταργκάφλι – που ούτε κι αυτοί ήταν τυχαίοι αλλά από τους καλύτερους μαχητές της Βινέρνι – λιάνιζαν τους συλλέκτες σαν άγριοι λύκοι που έχουν πέσει πάνω σε μια αγέλη αδέσποτων σκυλιών. Οι άρπαγες – όσοι ήταν ακόμα ζωντανοί – τράπηκαν σε φυγή, αφήνοντας πίσω τους τους δούλους που είχαν αρπάξει.

«Δε θα το ξεχάσουμε αυτό, να πείτε στο Ζιζένατ!» φώναξε πάλι εκείνος που είχε μιλήσει αρχικά με τη Ζανάιλχα.

«Δεν είμαστε άνθρωποι του Ζιζένατ, κοπρόσκυλο!» αντιγύρισε ο Χάλρεοκ τινάζοντας αίματα από τη λεπίδα του σπαθιού του επάνω σ’έναν τοίχο των πανάρχαιων ερειπωμένων πολυκατοικιών.

«Μην τους ακολουθήσετε!» φώναξε η Ανταρλίδα προτού κανένας κάνει καμια ανοησία.

«Δεν το σκοπεύαμε,» της είπε ο Χάλρεοκ καθώς οι συλλέκτες χάνονταν στο πέρας του δρόμου. «Ήθελα μόνο να σώσω αυτούς τους ανθρώπους απ’τα βρομόχερά τους.» Κατέβηκε απ’το άλογό του, πλησιάζοντας έναν αλυσοδεμένο άντρα που είχε ζαρώσει κοντά σ’έναν τοίχο. «Μη φοβάσαι, φίλε μου,» του είπε· «δε θα σε πειράξουμε εμείς.»

Ωραία, σκέφτηκε η Ανταρλίδα. Γι’άλλη δουλειά ήρθαμε, άλλη δουλειά καταλήξαμε να κάνουμε. Δεν ενεργούσαν έτσι οι Μαύρες Δράκαινες.

Οι πολεμιστές του Χάλρεοκ έσπασαν ή έκοψαν τα δεσμά όλων των ανθρώπων που είχαν αρπάξει οι συλλέκτες και τους είπαν να φύγουν, να πάνε να κρυφτούν προτού κανένας άλλος έρθει εδώ.

«Ποιοι είστε;» τους ρώτησε ένας άντρας. «Γιατί μας βοηθήσατε;»

«Περαστικοί είμαστε,» απάντησε ο Χάλρεοκ. «Φύγετε τώρα. Φύγετε!»

«Περιμένετε!» Η φωνή του Τάμπριελ τούς έκανε όλους να στραφούν, για να δουν τον κοκκινόδερμο, λευκομάλλη μάγο να πλησιάζει.

«Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο Χάλρεοκ.

Ο Τάμπριελ ατένισε τον άντρα με τον οποίο μιλούσε ο πολεμιστής της Βασίλισσας. «Εσύ δεν είσαι τυχαία εδώ, έτσι δεν είναι;»

Εκείνος – ένας λευκός άντρας με βρόμικα καστανά μαλλιά και μούσια, που πρέπει να ήταν μεσήλικας – τον κοίταξε με γουρλωμένα μάτια. «Τι… τι εννοείς;» Αναμφίβολα, το κόκκινο δέρμα τον είχε παραξενέψει, και τρομάξει ίσως.

«Κάποτε,» είπε ο Τάμπριελ, «ανήκες σε μια απ’αυτές τις συμμορίες. Σωστά;»

Ο άντρας ξεροκατάπιε· το μήλο στο λαιμό του φάνηκε να κινείται χωρίς να βγαίνει ήχος απ’το στόμα του. «Πώς το ξέρεις;» ψιθύρισε τελικά.

«Δεν έχει σημασία. Ας πούμε ότι κάποτε σε είδα να περιφέρεσαι μες στα ερείπια μαζί με κάτι ανθρώπους σαν αυτούς που διώξαμε–»

«Δεν ήμουν μ’αυτούς!»

«Σοβαρά; Και με ποιους ήσουν;»

«Με τους πολεμιστές του Άρχοντα!» είπε με κάποια περηφάνια, κι ύστερα τα μάτια του σκοτείνιασαν κι ένας κρυφός φόβος τα γέμισε. Έκανε ένα βήμα όπισθεν. «…Εκείνος σ’έστειλε…! Εκείνος!…» Έκανε να τρέξει, αλλά ο Χάλρεοκ τον έπιασε απ’το μπράτσο τραβώντας τον πίσω. «Όχι! Άσε με! Άσε με!»

«Κανένας δε μ’έστειλε,» του είπε ο Τάμπριελ ψυχρά, με τα γκρίζα μάτια του να διαπερνούν το πρόσωπό του. «Ποιος φοβόσουν ότι μπορεί να με είχε στείλει; Ο Άρχοντάς σου; Ο Νίρναλωμ;»

Τώρα ο άντρας έτρεμε φανερά. «…Ναι– Όχι. Ναι· ναι, εκείνος.»

«Κάτι δεν μου λες, νομίζω.» Ο Τάμπριελ βάδισε για να σταθεί εμπρός του.

«Ποιος είσαι;» ψιθύρισε ο άντρας ξεροκαταπίνοντας. «Το πρόσωπό σου… Δεν έχω ξαναδεί τέτοιο κόκκινο πρόσωπο!»

«Δεν είμαι απ’αυτό τον κόσμο–»

«Δαίμονας! Είσαι δαίμονας, σαν αυτόν…!» Έκανε πάλι μερικά βήματα όπισθεν.

«Δεν είμαι δαίμονας. Και σε ποιον αναφέρεσαι;»

Ο άντρας κοίταξε γύρω του, τους πολεμιστές του Τάρσαζ. Αναμφίβολα, σκεφτόταν αν μπορούσε να ξεφύγει. Εν τω μεταξύ, οι υπόλοιποι που είχαν αρπάξει οι συλλέκτες είχαν ήδη φύγει· κανείς δεν υπήρχε για να τον βοηθήσει.

«Σε ποιον αναφέρεσαι;» ρώτησε ο Τάμπριελ. «Μην παίζεις με την υπομονή μου!»

Το μήλο στο λαιμό του άντρα κινήθηκε πάλι, έντονα. «Στον… στον Άρχοντα… Θα με σκότωνε, επειδή είδα, επειδή κατάλαβα… Δεν είναι αυτός που ήτανε. Ήμουνα μαζί του από παλιά, στον Διψασμένο Ξιφία, και δεν ήταν έτσι. Τα μάτια του έχουν αλλάξει. Κατάφερα να φύγω, να γλιτώσω, γιατί θα με σκότωνε. Με ψάχνει. Το ξέρω ότι ακόμα με ψάχνει!…» Τα μάτια του γυάλιζαν καθώς κοίταζε νευρικά τον Τάμπριελ.

Ο οποίος σκέφτηκε: Ίσως να μην είναι τελείως τρελός αλλά, σίγουρα, βρίσκεται στα όρια της παραφροσύνης. Αυτό, όμως, δεν σήμαινε πως όσα έλεγε ήταν ψέματα. Μπορεί να μας φανεί χρήσιμος… «Θα έρθεις μαζί μας,» του είπε.

«Γιατί;» ρώτησε αμέσως ο άντρας. «Γιατί; Ποιοι είστε;»

«Δεν είμαστε άνθρωποι του Νίρναλωμ· και δεν χρειάζεται να μας φοβάσαι. Το όνομά μου είναι Τάμπριελ. Ποιο είναι το δικό σου;»

«Χ-Χάορτατ.»

Ο Τάμπριελ ακούμπησε το χέρι του στον ώμο του άντρα. «Θα έρθεις τώρα μαζί μας, Χάορτατ.»

*

Ο Αλίρκωπ προπορευόταν μαζί με τον σκύλο του, τον Θυμό, δείχνοντας τους τον δρόμο, καθώς βάδιζαν ανάμεσα στα ερείπια.

Ο Τάμπριελ, που προχωρούσε δίπλα του, τον ρώτησε: «Μπορεί η παρουσία που αισθάνθηκες στο Κάστρο να είναι αυτός ο δαίμονας για τον οποίο μιλά ο Χάορτατ;»

«Μπορεί,» συμφώνησε ο μάγος. «Μπορεί.»

«Ή,» είπε η Ανταρλίδα, «ο τύπος μπορεί νάναι τρελός. Γιατί δεν τον ρωτάμε τι είδε ο Νίρναλωμ εκεί στην άκρη του κόσμου που υποτίθεται πως έφτασε;»

Ο Χάορτατ την άκουσε. «Δεν είμαι τρελός! Αυτά που σας είπα είναι αλήθεια!»

«Δεν αμφισβήτησε κανείς αυτά που μας είπες,» τον διαβεβαίωσε ο Τάμπριελ στρεφόμενος να τον κοιτάξει. «Μπορείς, όμως, να μας απαντήσεις στην ερώτηση της Ανταρλίδας; Τι είδε ο Νίρναλωμ στην άκρη του κόσμου; Και πού είναι η άκρη του κόσμου;»

«Πλησιάζουμε τη Σήραγγα,» τους διέκοψε ο Αλίρκωπ. «Εκεί είναι.» Υψώνοντας το χέρι του, έδειξε μια ερειπωμένη πολυκατοικία στη μέση του δρόμου που διέσχιζαν.

«Τη Σήραγγα;» πετάχτηκε ο Χάορτατ, καθώς ο Τάμπριελ έκανε νόημα σ’όλους να σταματήσουν. «Τη Σήραγγα; Θα μπείτε στη Σήραγγα;»

Ο Τάμπριελ τον αντίκρισε. «Απάντησέ μου: Πού είναι η άκρη του κόσμου, και τι είδε εκεί ο Νίρναλωμ;»

«Νότια από δω είναι η άκρη του κόσμου,» αποκρίθηκε ο Χάορτατ. «Πολύ, πολύ νότια. Κοντά σε κάτι νησιά, που μένει ένας μικρόσωμος λαός. Ο Καπετάνιος τούς έκανε δώρα και κατάφερε να συνεννοηθεί μαζί τους με νοήματα, γιατί δε μιλάνε τη γλώσσα μας· κι αυτοί τού έδειξαν την άκρη του κόσμου, στα πέρατα του χάρτη τους, εκεί που πανύψηλα βουνά φαινόντουσαν στον ορίζοντα, τυλιγμένα σε πυκνές μαύρες ομίχλες, και η θάλασσα τελείωνε. Πρόσωπα έβλεπες μέσ’απ’τις ομίχλες, σας τ’ορκίζομαι στη Φαλκρίνκω–»

«Τι να τον κάνουμε τον όρκο στη Φαλκρίνκω όταν είσαι όλο στην ξηρά;» τον διέκοψε η Ζανάιλχα.

«Ε τώρα, ψέματα σάς λέω; Σ’όποιο θεό θέλετε σάς τ’ορκίζομαι. Πρόσωπα φαινόντουσαν μέσα απ’τις μαύρες ομίχλες. Πρόσωπα καταχθόνιων δαιμόνων. Αλλά ο Καπ’τάνιος ήθελε να πάει εκεί, να δει έξω απ’τον κόσμο. Εγώ μαζί του δεν πήγα, και αρκετοί άλλοι το ίδιο. Φοβούμασταν· και ποιος μπορεί να πει ότι ήμασταν χέστες; Κανείς. Ούτ’ο Καπετάνιος. Μαζί του πήγανε τέσσερις, ενώ εμείς μείναμε για δυο μέρες με τους μικρόσωμους α’θρώπους. Κι όταν ο Καπ’τάνιος επέστρεψε, ένας δαίμονας ήταν μέσα του. Τα μάτια του ήταν μαύρα.»

«Οι άλλοι τέσσερις;» ρώτησε ο Τάμπριελ.

«Μαζί του ήταν, αλλά και σ’αυτών την όψη είχε κάτι αλλάξει.»

«Δαίμονες μέσα και σ’αυτούς;»

Ο Χάορτατ κούνησε το κεφάλι σκεπτικά. «Δεν ξέρω. Αλλά είχαν κάτι διαφορετικό στο πρόσωπό τους· ακόμα το έχουνε.»

Η Ανταρλίδα ρώτησε τον Τάμπριελ: «Εξακολουθείς να θέλεις να τον συναντήσεις;»

«Δεν ήρθαμε άδικα ώς εδώ.»

Θεοί! σκέφτηκε η Ανταρλίδα. Ποιος είναι πιο τρελός; Αυτός ο Χάορτατ ή ο Τάμπριελ;

«Ποιον θες να συναντήσεις;» ρώτησε ο Χάορτατ. «Τον… τον Νίρναλωμ

«Ναι.»

«Τι!» Ο Χάορτατ σχεδόν χοροπήδησε επιτόπου από την ταραχή του. «Είναι επικίνδυνος! Κι αν με πάρεις μαζί σου, θα με σκοτώσει! Με κυνηγά! Δεν άκουσες τι σου είπα πριν;»

«Νομίζω,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ, «ότι έχεις κι άλλα να μου πεις για τον Νίρναλωμ.»

«Σου είπα ό,τι ξέρω!»

«Σε είδα να περιφέρεσαι σε τούτα τα ερείπια μαζί με τους ανθρώπους του ενώ είχες ήδη καταλάβει ότι κάποιος δαίμονας βρισκόταν μέσα του, ενώ είχες ήδη δει τα μάτια του να γίνονται μαύρα. Σωστά;»

Ο Χάορτατ κόμπιασε.

«Γιατί, λοιπόν, δεν σε είχε σκοτώσει από τότε;»

«Μα – μα, δεν ήμουν ο μόνος που, που είχε δει τα μάτια του να γίνονται μαύρα!»

«Και μετά, τι συνέβη; Τι άλλαξε;»

«Τον… τον… τον είδα να βγάζει το πετσί του!» Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του Χάορτατ είχαν στραβώσει, σαν να προσπαθούσε να καταπολεμήσει μια πολύ δυσάρεστη ανάμνηση. Έκανε μερικά βήματα προς τα πίσω, για ν’απομακρυνθεί απ’τον Τάμπριελ. «Μη, μη με πάρεις μαζί σου! Θα με σκοτώσει!»

«Είναι τρελός,» είπε σταθερά ο Χάλρεοκ. «Άστον να φύγει· δεν τον χρειαζόμαστε. Κι αν είναι να μπούμε σ’αυτή τη Σήραγγα, ας μπούμε επιτέλους!»

Ο Χάορτατ στράφηκε, αρχίζοντας να τρέχει.

Ο Τάμπριελ πρότεινε το δεξί του χέρι και άρθρωσε ένα Ξόρκι Τηλεκινήσεως προτού ο άντρας χαθεί απ’τα μάτια του. Επικεντρώνοντας την αόρατη δύναμη του ξορκιού στο δεξί πόδι του Χάορτατ, το τράβηξε πίσω, κι έτσι όπως εκείνος έτρεχε πανικόβλητα, έχασε την ισορροπία του και σωριάστηκε.

«Μην τον αφήσετε να ξαναφύγει,» είπε ο Τάμπριελ στους Ταργκάφλι, κι εκείνοι αμέσως πήγαν να τον περικυκλώσουν.

Ο Χάορτατ σηκώθηκε όρθιος, τρέμοντας.

Ο Τάμπριελ στράφηκε στον Αλίρκωπ. «Πάμε στη Σήραγγα.»

Ο μάγος ένευσε και, αφού όλοι έδεσαν τα άλογά τους απέξω, τους οδήγησε στο εσωτερικό της αρχαίας πολυκατοικίας, το οποίο ήταν γεμάτο συντρίμμια. Ποντίκια και άλλα τρωκτικά και έντομα σκορπίστηκαν από δω κι από κει όταν κάποιοι από τους Ταργκάφλι και τους πολεμιστές του Χάλρεοκ άναψαν δαυλούς.

Ο Αλίρκωπ προχώρησε πρώτος χωρίς να κρατά ούτε δαυλό ούτε λάμπα· μια άλλη αίσθηση, όχι η όραση, έμοιαζε να τον καθοδηγεί μέσα στα πυκνά σκοτάδια. Ο Θυμός βάδιζε πλάι του, οσμιζόμενος τον χώρο. «Από εδώ,» είπε ο μάγος στους υπόλοιπους.

Πέρασαν από έναν διάδρομο ο οποίος ήταν γεμάτος συντρίμμια, με αποτέλεσμα το πάτωμα να κάνει επικίνδυνα σκαμπανεβάσματα, και έφτασαν σ’ένα δωμάτιο και σε μια σκάλα που κατέβαινε. Ο Αλίρκωπ ακολούθησε τη σκάλα και οι άλλοι ακολούθησαν τον Αλίρκωπ, για να καταλήξουν σ’ένα υπόγειο μέρος που βρομούσε έντονα από κόπρανα ζώων.

«Αυτή η τρύπα, εδώ,» είπε ο μάγος, πλησιάζοντας ένα άνοιγμα στο κέντρο του πατώματος: ένα άνοιγμα που βρισκόταν σε πασιφανές σημείο κι όμως, για κάποιο μυστηριώδη λόγο, δεν ήταν άμεσα φανερό· ο τρόπος που τα συντρίμμια ήταν σκορπισμένα στο πάτωμα, καθώς και ο τρόπος που έπεφταν οι σκιές, έμοιαζαν να συνωμοτούν για να το κρύψουν.

Ο Τάμπριελ πλησίασε, κι έκανε νόημα σ’έναν Ταργκάφλι να πετάξει έναν δαυλό κάτω. Εκείνος υπάκουσε, και ένας υπόγειος διάδρομος φωτίστηκε.

«Αυτή είναι η Σήραγγα;» ρώτησε ο Τάμπριελ τον Αλίρκωπ.

«Ένα μέρος της μονάχα. Η Σήραγγα δεν είναι ακριβώς μία σήραγγα, Τάμπριελ· είναι ένας ολόκληρος λαβύρινθος από σήραγγες και περάσματα, εισόδους και εξόδους. Και δεν είναι ακίνδυνη, όπως σου είπα και πριν. Υπάρχουν οντότητες εκεί κάτω.»

«Ας κατεβώ πρώτος, λοιπόν,» είπε ο Τάμπριελ. Πήρε τον δαυλό ενός Ταργκάφλι και πήδησε μέσα στο άνοιγμα.

Τα λευκά του μαλλιά ανέμισαν προς στιγμή, όπως επίσης κι η καλοκαιρινή κάπα του. Κι ύστερα τα μποτοφορεμένα πόδια του πάτησαν στο λίθινο πάτωμα ενώ τα γόνατά του λύγιζαν.

Φωτίζοντας ολόγυρα, κοίταξε.

Το πέρασμα συνεχιζόταν κι απ’τις δύο μεριές.

«Κάνε μου χώρο,» του φώναξε η Ανταρλίδα από πάνω.

Ο Τάμπριελ βάδισε μερικά βήματα ενώ, συγχρόνως, υποτονθόρυζε τα λόγια για ένα Ξόρκι Πνευματικής Ανιχνεύσεως.

Η Ανταρλίδα πήδησε κάτω· ο Αλίρκωπ την ακολούθησε μαζί με τον Θυμό· και μετά, ήρθαν ο Χάλρεοκ, ο Καλέφραζ, η Ζανάιλχα, και οι υπόλοιποι, ο ένας κατόπιν του άλλου. Τον Χάορτατ τον έσπρωξε ένας Ταργκάφλι για να κατεβεί.

Εν τω μεταξύ, το ξόρκι του Τάμπριελ τού επιβεβαίωσε ότι, όντως, υπήρχαν πνευματικές οντότητες σε τούτο το μέρος· αλλά δεν εντόπισε καμία τόσο ισχυρή ή εχθρική που να μπορεί να αποτελέσει κίνδυνο – τουλάχιστον εδώ κοντά.

«Δεν είναι καλό που είμαστε πολλοί,» είπε ο Αλίρκωπ, παρατηρώντας ότι το πέρασμα είχε γεμίσει. «Να προσέχετε μην χαθείτε. Να κρατάτε ο ένας το χέρι του άλλου, εσείς στο τέλος!» φώναξε.

Και ξεκίνησαν να διασχίζουν τη Σήραγγα, πηγαίνοντας από το ένα πέρασμα στο άλλο. Το έδαφος κάτω από τα πόδια τους, σε αρκετά σημεία, ήταν γλιστερό, ενώ αλλού νερό το κάλυπτε, το οποίο έφτανε ώς τους αστραγάλους τους ευτυχώς, όχι παραπάνω. Ένας τοίχος ήταν ραγισμένος βαθιά, και από εκεί έτρεχε αρκετή ποσότητα νερού. Αναμφίβολα, υπήρχαν κι άλλα τέτοια ραγίσματα.

Αυτό το μέρος είναι επικίνδυνο να πλημμυρίσει, παρατήρησε η Ανταρλίδα. Και ρώτησε τον Αλίρκωπ: «Από τον ποταμό έρχεται το νερό; Από τη θάλασσα; Ή από κάπου αλλού;»

«Δεν ξέρω.»

Καθώς πήγαιναν ολοένα και πιο βαθιά, στρίβοντας σε ομαλές στροφές που διέγραφαν καμπύλη και σε στενές στροφές που σχημάτιζαν οξεία γωνία, η Ανταρλίδα σκέφτηκε ότι η Σήραγγα τής θύμιζε κάτι… και βρήκε τι ήταν. Πώς δεν το είχε καταλάβει εξαρχής;

Υπόνομοι. Υπόνομοι της αρχαίας πόλης. Αυτό πρέπει να είναι.

Ξαφνικά, ένας δυνατός αέρας ακούστηκε να περνά από τα περάσματα, και ο Καλέφραζ ρώτησε, αγριεμένος: «Τι ήταν αυτό;»

«Κάτι μάς παρακολουθεί,» είπε ο Αλίρκωπ στενεύοντας τα μάτια.

«Κάτι πέρασε από δω!» φώναξε η Χιρκόμο, που βρισκόταν προς το τέλος του σχηματισμού τους. «Κάτι σαν άνεμος! Και μου δίνει την αίσθηση ότι θέλει να παίξει μαζί μας.»

Ο Αλίρκωπ, ακούγοντας τα λόγια της, ένευσε. «Ναι, κι εγώ το ίδιο υποπτευόμουν… Πρέπει νάναι ο Ιστρούουμπ, ο Υπόγειος Άνεμος.»

«Έχει κι όνομα, δηλαδή;» είπε η Ανταρλίδα.

«Φυσικά και έχει όνομα. Τον γνωρίζω από παλιά. Μην καθυστερούμε άλλο· ακολουθήστε με.»

«Μπορεί να μας επιτεθεί;» ρώτησε ο Καλέφραζ καθώς προχωρούσαν κατά μήκος ενός γλιστερού περάσματος.

Ο Αλίρκωπ δεν του απάντησε· και το βουητό του ανέμου συνέχισε ν’ακούγεται μέσα στα υπόγεια ανοίγματα, σφυρίζοντας ρυθμικά σαν τραγούδι αυλού.

Μετά από λίγο ο μάγος σταμάτησε. Απότομα. Έμοιαζε αναστατωμένος. Αποπροσανατολισμένος.

«Τι συμβαίνει;» τον ρώτησε ο Τάμπριελ.

«Πρέπει να έκανα κάποιο λάθος… Ετούτα τα μέρη της Σήραγγας μού είναι άγνωστα… Έπρεπε να είχα στρίψει κάπου που δεν έστριψα, ή… ή έπρεπε να μην είχα στρίψει κάπου που έστριψα. –Γαμώ τα γένια του Μασμόρου!» καταράστηκε επικαλούμενος το όνομα του Θεού των Νυχτερινών Τρόμων, ενώ κοίταζε ολόγυρά του εκνευρισμένος.

Κάτι σαν γέλιο αντήχησε από τα περάσματα. Κάτι σαν το γέλιο του ανέμου, αν ο άνεμος μπορούσε να γελάσει.

«Ιστρούουμπ!» φώναξε ο Αλίρκωπ. «Με παραπλάνησες!»

Η Χιρκόμο είχε τώρα καταφέρει να περάσει ανάμεσα από τους άλλους και να έρθει μπροστά – πράγμα όχι και τόσο δύσκολο γι’αυτήν, μικρόσωμη καθώς ήταν. Τα κόκκινά της μαλλιά γυάλιζαν στο φως των δαυλών, και το λευκό, ηλιοκαμένο δέρμα της έκανε μπρούτζινες ανταύγειες.

«Πρέπει να τον διώξουμε,» είπε, «και να γυρίσουμε πίσω!» Στράφηκε στον Τάμπριελ. «Η Βιβεϊρλώταθ θα τον νικήσει: δεν είναι πιο ισχυρός από εκείνη.»

Ο Τάμπριελ ένευσε και ύψωσε τον αργυρό δίσκο του περιδέραιού του. Από τον ημιδιαφανή πολυεδρικό λίθο στο κέντρο του μια άυλη μορφή φάνηκε να βγαίνει, μόλις και μετά βίας διακριτή, περισσότερο ένα παιχνίδισμα του φωτός παρά οτιδήποτε άλλο. Ο Τάμπριελ, όμως, μπορούσε να νιώσει την παρουσία της σαν ένα ξαφνικό φούσκωμα στον αέρα, και ήταν βέβαιος πως κι η Χιρκόμο και ο Αλίρκωπ το ίδιο θα αισθάνονταν.

Με τη θέλησή του και μόνο, ζήτησε από τη φυλακισμένη θεά να διώξει τον Ιστρούουμπ· και την άκουσε να ουρλιάζει εξαγριωμένα μες στα υπόγεια περάσματα. Τα ουρλιαχτά της αντήχησαν δυνατότερα από τον άνεμο.

«Πάμε!» φώναξε ο Τάμπριελ για ν’ακουστεί. «Βρες το δρόμο μας, Αλίρκωπ!»

«Πείτε στους πίσω να προχωρήσουν προς τα κει απ’όπου ήρθαμε!» ζήτησε ο μάγος. «Πείτε τους να προχωρήσουν προς τα κει απ’όπου ήρθαμε!» Η προσταγή του μεταφέρθηκε απ’τον έναν στον άλλο, μέχρι το πέρας του σχηματισμού· και άρχισαν πάλι να κινούνται, ενώ ο Αλίρκωπ κοίταζε γύρω του, αναζητώντας σημάδια που θα τον καθοδηγούσαν ξανά στον σωστό δρόμο.

Τα ουρλιαχτά του ανέμου και της Βιβεϊρλώταθ, μετά από λίγο, έπαψαν και ο Τάμπριελ αισθάνθηκε τη θεά να επιστρέφει σ’εκείνον, σαν να ήταν δεμένη με αόρατη αλυσίδα στο περιδέραιό του.

«Ο Ιστρούουμπ έχει φύγει,» είπε η Χιρκόμο· «δε νιώθω πλέον την παρουσία του.»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ· «δε μπορούσε ν’αντιταχθεί στη Βιβεϊρλώταθ.»
«Το βρήκα!» είπε ξαφνικά ο Αλίρκωπ. «Εδώ είναι. Ελάτε.» Και, σκύβοντας, μπήκε σ’ένα άνοιγμα το οποίο δεν έμοιαζε να είναι τίποτα περισσότερο από μια πανάρχαια ρωγμή στους τοίχους.

Η Σήραγγα άλλαξε από εδώ και μετά· η Ανταρλίδα παρατήρησε ότι δεν έμοιαζε πια με αρχαίο υπόνομο. Το πέρασμα που διέσχιζαν ήταν πέτρινο αλλά, στα περισσότερα σημεία των τοίχων του, η πέτρα ήταν καλυμμένη από στρώματα σκουριάς, και στο έδαφος επίσης. Κάποτε ετούτο το μέρος πρέπει να ήταν ντυμένο με μέταλλο που, με τους αιώνες, είχε διαβρωθεί. Μεταλλικές οσμές γέμιζαν τον αέρα.

«Γιατί πάμε από δω;» ρώτησε η Ανταρλίδα τον Αλίρκωπ. «Λοξοδρομούμε, έτσι δεν είναι;»

«Ναι,» απάντησε εκείνος, «το κατάλαβες. Από την άλλη είναι πιο επικίνδυνα, οπότε το αποφεύγω.»

«Τι κίνδυνος υπάρχει;»

«Δεν μπορείς να φανταστείς.»

Κάποιο από αυτά τα πνεύματα των ερειπίων, πάλι…

Βγαίνοντας απ’το πέρασμα μπήκαν σε μερικά μικρά, τετραγωνικά δωμάτια, που κι εδώ υπήρχαν ένα σωρό υπολείμματα μετάλλων και στρώματα σκουριάς. Οι μεταλλικές οσμές ήταν ισχυρότερες από πριν.

Και δε νομίζω ότι είναι καλό που τις αναπνέουμε, σκέφτηκε η Ανταρλίδα· αλλά δεν είπε τίποτα στον Αλίρκωπ, εκτός από: «Το μονοπάτι σου τελειώνει σύντομα;»

«Ναι. Τώρα πρέπει να είμαστε μπροστά απ’τα τείχη της πόλης–»

Ένας δαυλός έσβησε μ’ένα ξαφνικό φσστ!

Κι άλλος ένας.

Το σκοτάδι άρχισε να πυκνώνει γύρω τους.

Ο Θυμός γάβγιζε.

«Ο Φλογοφάγος!» γρύλισε ο Αλίρκωπ καθώς κι άλλοι δαυλοί έσβηναν και, στο τέλος, η ομάδα έμεινε στο σκοτάδι.

Ένας απ’τους πολεμιστές του Χάλρεοκ άναψε πάλι τον δαυλό του, κι αυτός ξανάσβησε, στιγμιαία.

«Μην ανάβετε φωτιές,» είπε δυνατά η Χιρκόμο· «θα τις σβήσει. Πρέπει πρώτα η Βιβεϊρλώταθ να διώξει αυτό το κατώτερο πνεύμα.»

«Δε χρειάζεται να το κάνει η Βιβεϊρλώταθ,» είπε ο Τάμπριελ. «Αλίρκωπ, θέλεις να δοκιμάσεις όσα σού δίδαξα;»

Ο μάγος των ερειπίων της Καρκούμ δίστασε ν’απαντήσει· έπειτα, η φωνή του ήρθε μέσα απ’το σκοτάδι: «Θα δοκιμάσω.»

«Για τι πράγμα μιλάτε;» ρώτησε η Χιρκόμο.

«Θα δεις,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ.

Ο Αλίρκωπ είπε: «Πρέπει πρώτα να τον προσελκύσω.» Και σπίθες πετάχτηκαν μέσα απ’το σκοτάδι καθώς, χρησιμοποιώντας τσακμακόπετρα κι ατσάλι, προσπαθούσε ν’ανάψει έναν δαυλό.

«Δε φεύγουμε καλύτερα,» πρότεινε ο Καλέφραζ, «αφήνοντας τους πειραματισμούς γι’άλλη φορά;»

«Ησυχία!» είπε απότομα ο Τάμπριελ. «Μην τον ενοχλείτε· δε θ’αργήσει.»

Ο δαυλός του Αλίρκωπ είχε τώρα ανάψει, και ο μάγος τον κράτησε υψωμένο εμπρός του με το αριστερό χέρι. Το δεξί το είχε επίσης υψωμένο, έτσι ώστε να φαίνεται ένα δαχτυλίδι επάνω στον μέσο του, γυαλίζοντας στο φως του δαυλού.

Η φωτιά φάνηκε να τρεμοπαίζει, άγρια.

Τα μάτια του Αλίρκωπ εστιάστηκαν σ’αυτήν.

Σπίθες πετάχτηκαν, και κάτι σαν τσύριγμα αντήχησε.

Η φωτιά μειώθηκε σε ένταση, σαν κάτι να προσπαθούσε να τη σβήσει αλλά, συγχρόνως, κάτι άλλο να πάλευε να την κρατήσει ζωντανή.

Μετά, έσβησε. Σκοτάδι βασίλεψε ξανά μέσα στο δωμάτιο με τα διαβρωμένα μέταλλα και τη σκουριά.

«Ανάψτε δαυλούς!» ακούστηκε η φωνή του Αλίρκωπ, λιγάκι κουρασμένη, λαχανιασμένη.

Οι άλλοι υπάκουσαν φωτίζοντας το μέρος.

«Τα κατάφερες,» παρατήρησε ο Τάμπριελ.

Ο Αλίρκωπ έτριψε με τον αντίχειρα το δαχτυλίδι στον μέσο του. «Ναι… Ο Φλογοφάγος είναι μέσα.» Ένα μειδίαμα χάραξε το γενειοφόρο πρόσωπό του. «Το δαχτυλίδι είναι καυτό… Θα τον κρατήσει, Τάμπριελ;»

«Αναλόγως τη δουλειά που έκανες. Αν ήταν καλή, ναι, θα τον κρατήσει· αν όχι, θα τον αισθανθείς να φεύγει κάποια στιγμή σύντομα. Τα κατάφερες καλά, πάντως, Αλίρκωπ· καλύτερα απ’ό,τι πίστευα. Μαθαίνεις γρήγορα.»

«Παγίδεψε το πνεύμα μέσα στο δαχτυλίδι του;» ρώτησε η Χιρκόμο.

«Ναι,» της απάντησε ο Τάμπριελ.

«Εσύ τον δίδαξες να το κάνει αυτό, Καζίτο’ναρ;» Τα μάτια της τον ατένιζαν γουρλωμένα, γυαλίζοντας στο φως των δαυλών. «Μπορείς να διδάξεις κι άλλους;» Δε χρειαζόταν διευκρίνιση για να καταλάβει κανείς ότι εννοούσε τον εαυτό της, ότι, ουσιαστικά, ρωτούσε Μπορείς να διδάξεις κι εμένα;

«Ναι,» είπε ο Τάμπριελ. «Αλλά τώρα καλύτερα να κινηθούμε. Αλίρκωπ, συνέχισε να μας οδηγείς.»

Ο μάγος προχώρησε, και οι άλλοι τον ακολούθησαν.

Βγήκαν από τα δωμάτια με τα διαβρωμένα μέταλλα και βρέθηκαν πάλι σε περάσματα σκαμμένα στον βράχο. Στο έδαφος φύτρωνε μια χαμηλή βλάστηση, και στα τοιχώματα, μανιτάρια. Η Ανταρλίδα πρόσεξε ότι κάποια μικροσκοπικά ζώα κυκλοφορούσαν μέσα σε τούτο το λιλιπούτειο δάσος – τρωκτικά, κατά πάσα πιθανότητα, και έντομα.

Ο Αλίρκωπ τούς οδήγησε σ’ένα επικλινές μέρος, ανεβαίνοντας και μετά στρίβοντας αριστερά, όπου βρισκόταν μια μισοκατεστραμμένη, σπειροειδής πέτρινη σκάλα.

«Φτάσαμε,» είπε. «Επάνω είναι ένα ερείπιο της κεντροδυτικής μεριάς της Καρκούμ.»

«Κάτω από το Κάστρο δεν μπορείς να μας βγάλεις, τελικά;» τον ρώτησε ο Τάμπριελ.

«Σας είπα, δεν έχω ξαναπάει εκεί. Δεν ξέρω καν αν όντως φτάνει ώς εκεί η Σήραγγα.»

«Μάλιστα,» είπε η Ανταρλίδα. «Είμαστε, λοιπόν, τώρα μέσα στα τείχη της Καρκούμ. Από δω και πέρα, τι γίνεται;» Ατένισε τον Τάμπριελ υψώνοντας ένα της φρύδι ερωτηματικά.

«Φέρτε κοντά μου τον Χάορτατ,» πρόσταξε εκείνος τους Ταργκάφλι, οι οποίοι κρατούσαν τον πρώην σύντροφο του Νίρναλωμ ανάμεσά τους για να μη φύγει πάλι.

Κεφάλαιο Εικοστό-Δεύτερο
Ο Πειρατής με τα Μαύρα Μάτια

Ο Μεγάλος Προφήτης, αφού μίλησε με τον μισότρελο άνθρωπο που ονομαζόταν Χάορτατ, κατέληξε σ’ένα σχέδιο δράσης το οποίο σ’εμένα φάνηκε εξαιρετικά ριψοκίνδυνο αλλά η Συνοδός του το βρήκε της αρεσκείας της. Πράγμα που δεν είναι να σε εκπλήσσει, γνωρίζοντας ότι είχε εκπαιδευτεί ως Μαύρη Δράκαινα στις υπηρεσίες της Συμπαντικής Παντοκράτειρας.

Τουλάχιστον έχουμε ένα σχέδιο τώρα, είπε. Καλύτερο απ’το να μην έχουμε καθόλου σχέδιο.

*
* * *
*

Τη νύχτα την πέρασαν στην ερειπωμένη πολυκατοικία πάνω από την έξοδο της Σήραγγας. Κανένας δεν έμενε εδώ εκτός από μερικές γάτες που κυνηγούσαν ποντίκια μέσα στα χαλάσματα, και κάμποσα πουλιά που έκαναν τις φωλιές τους στα ψηλότερα σημεία του αρχαίου οικοδομήματος.

Όταν ξημέρωσε, δεν βγήκαν από την κρυψώνα τους αλλά συνέχισαν να τελειοποιούν το σχέδιο που είχαν εκπονήσει το βράδυ. Και το απόγευμα, το έβαλαν σ’εφαρμογή.

Ο Τάμπριελ, ο Καλέφραζ, ο Χάλρεοκ, και δύο ακόμα πολεμιστές από το Τάρσαζ βάδισαν προς το Κάστρο της Καρκούμ, περνώντας από τους γεμάτους σκιές δρόμους της και ανεβαίνοντας το φιδογυριστό μονοπάτι που οδηγούσε στην πύλη του.

«Ποιοι είστε και τι δουλειά έχετε εδώ;» φώναξε ένας άντρας από τις επάλξεις.

Ο Τάμπριελ ύψωσε το ψυχρό, γκρίζο βλέμμα του για να τον κοιτάξει. Φορούσε την κουκούλα του, και το κόκκινο δέρμα του προσώπου του δεν φαινόταν μέσα στις σκιές του απογεύματος – πράγμα εσκεμμένο: δεν ήθελε να αποκαλυφθεί από τώρα.

Ο Χάλρεοκ μίλησε, όπως είχαν συμφωνήσει. «Επιθυμούμε να συναντήσουμε τον Άρχοντα Νίρναλωμ. Ερχόμαστε από το Βασίλειο Τάρσαζ, με διαταγή της Βασίλισσας Παμράνεχ. Ονομάζομαι Χάλρεοκ, και είμαι μέλος της Βασιλικής Φρουράς ως Πρώτος Υπασπιστής του Δεξιού Χεριού του Θρόνου. Οι πολεμιστές που είναι πίσω μου ανήκουν επίσης στη Βασιλική Φρουρά· κι από δω είναι ο Καλέφραζ, Βασιλικός Γραμματικός του Παλατιού της Φέντινκεχ.» Για τον Τάμπριελ δεν είπε τίποτα ακόμα, και οι φρουροί στις επάλξεις δε φάνηκε να πρόσεξαν αυτή την παράληψη. Όπως είχε υποθέσει ο Τάμπριελ όταν κατέστρωνε το σχέδιό του, ήταν πολύ αποπροσανατολισμένοι από όλους τους τίτλους που ανέφερε ο Χάλρεοκ καθώς και από το γεγονός ότι βρίσκονταν εδώ κάποιοι απεσταλμένοι της ίδιας της Βασίλισσας του Τάρσαζ· αναμφίβολα, δεν έρχονταν τέτοιοι κάθε μέρα μπροστά στην πύλη του Κάστρου της Καρκούμ· και οι φρουροί του Νίρναλωμ δεν ήταν παρά πειρατές και συμμορίτες.

«Τι με κοιτάτε έτσι;» απαίτησε ο Χάλρεοκ. «Θα ειδοποιήσετε τον Άρχοντά σας; Επιθυμούμε να του μιλήσουμε!»

«Περιμένετε,» του είπε ο φρουρός· «θα τον ρωτήσω.» Κι έφυγε από τις επάλξεις.

Ο Τάμπριελ σκέφτηκε: Όλα εντάξει μέχρι στιγμής.

Εκτός, ίσως, από την όψη στο πρόσωπο του Καλέφραζ, την οποία ο Τάμπριελ μπορούσε να δει κάτω απ’την κουκούλα του Γραμματικού καθώς εκείνος στεκόταν πλάι του.

Φοβάται, ο ανόητος.

Χωρίς να υπάρχει κανένας λόγος απολύτως. Ο Νίρναλωμ, αν είχε συνωμοτήσει με τον Ιεράρχη, δεν θα πείραζε ούτε αυτόν, ούτε τον Χάλρεοκ, ούτε τους δύο άλλους πολεμιστές της Βασίλισσας· τον Τάμπριελ θα ήθελε, όχι για να τον σκοτώσει αλλά για να τον αιχμαλωτίσει.

Ο Μέγας Ιεράρχης με θέλει ζωντανό. Πιστεύει ότι μπορώ να του φανώ χρήσιμος. Νεκρός τού είμαι άχρηστος. Και δεν πρέπει ακόμα να με θεωρεί τόσο μεγάλη απειλή ώστε να επιθυμεί την εξόντωσή μου. Ο Τάμπριελ, όμως, φοβόταν ότι αυτό το τελευταίο μπορεί σύντομα, πολύ σύντομα, να άλλαζε…

Όταν ο φρουρός επέστρεψε στις επάλξεις, η πύλη του Κάστρου άνοιξε αρκετά για να τους υποδεχτεί, κι εκείνοι πέρασαν δίχως επιφύλαξη.

«Ηρέμησε, Καλέφραζ,» ψιθύρισε ο Τάμπριελ στον Γραμματικό καθώς έμπαιναν. «Ηρέμησε. Μόνο εμένα θέλουν, αν αυτό που ‘είδα’ αληθεύει.»

Στον περίβολο του Κάστρου, μισή ντουζίνα πολεμιστές τούς περίμεναν, εξοπλισμένοι καλύτερα από τον μέσο συμμορίτη της Καρκούμ αλλά όχι και πολύ καλύτερα. Μπροστά απ’όλους στεκόταν ένας άντρας μετρίου αναστήματος, με λευκό δέρμα και ξανθά, σπαστά μαλλιά που έπεφταν μέχρι τους ώμους του. Φορούσε άσπρη πουκαμίσα, μαύρο παντελόνι, και φαρδιά, καφέ πέτσινη ζώνη απ’την οποία κρεμόταν ένα πλατύ, κυρτό ξίφος. Οι μπότες του ήταν επίσης καφετιές και γυριστές.

Τα μάτια του, όμως, ήταν που έβλεπες αμέσως μόλις τον αντίκριζες. Τα καταγάλανα μάτια του που είχαν κάτι το… στοιχειωμένο εντός τους. Τα μάτια του που έμοιαζαν δαιμονισμένα· που έμοιαζαν να έχουν δει κάτι το οποίο είχε αλλάξει για πάντα την ψυχή από πίσω τους.

Ένας από τους τέσσερις συντρόφους του Νίρναλωμ που τον ακολούθησαν στην άκρη του κόσμου, συμπέρανε ο Τάμπριελ.

«Ποιοι είστε;» ρώτησε ο ξανθός άντρας έχοντας τα χέρια σταυρωμένα εμπρός του.

«Το είπα ήδη αυτό στους φρουρούς,» αποκρίθηκε ο Χάλρεοκ.

«Σας ζητώ τότε να το επαναλάβετε για χάρη μου.»

Ο Χάλρεοκ, δείχνοντας φανερά (και εσκεμμένα) ενοχλημένος από αυτή τη συμπεριφορά, σύστησε πάλι τον εαυτό του και τους συντρόφους του.

«Και ο κύριος ποιος είναι;» Ο ξανθός άντρας είχε παρατηρήσει ότι ο Χάλρεοκ δεν είχε πει τίποτα για τον Τάμπριελ.

«Εγώ,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ, «είμαι που θα μιλήσω με τον Άρχοντά σου.» Και έβγαλε την κουκούλα του.

Τα μάτια του ξανθού άντρα στένεψαν αντικρίζοντας το πορφυρόδερμο πρόσωπο.

«Μ’έχεις ακουστά, να υποθέσω;» είπε ο Τάμπριελ.

«Φήμες μόνο…»

«Και ποιος είσαι εσύ;»

«Ζαλρώατ, με λένε· είμαι Καστελάνος εδώ. Έλατε μαζί μου και θα σας οδηγήσω στο εσωτερικό του Κάστρου της Καρκούμ και στη μεγάλη αίθουσα. Δεν έχουμε συχνά τόσο… βασιλικούς επισκέπτες,» πρόσθεσε· και καθώς τους έστρεφε την πλάτη κι άρχιζε να βαδίζει, ο Τάμπριελ παρατήρησε μια γυαλάδα στα μάτια του που δεν μπορεί να προμήνυε τίποτα το καλό.

Πειρατής τότε, πειρατής και τώρα. Η έξυπνη πολιτική δεν αποκτιέται δια νυκτός.

Ωστόσο ο Τάμπριελ βάδισε πίσω του, κάνοντας νόημα και στους υπόλοιπους να έρθουν.

«Ζαλρώατ;» του ψιθύρισε ο Καλέφραζ καθώς βάδιζε πλάι του. «Δεν είπε ο παλαβός ότι αυτό είναι το όνομα ενός από τους τέσσερις που–;»

«Ναι, αλλά μην το κάνεις θέμα, Καλέφραζ.»

«Δεν ξέρω για σένα, Τάμπριελ φίλε μου, αλλά εμένα, πάντως, αυτός ο τύπος δε μ’αρέσει καθόλου.»

«Δε θα σου ζητηθεί να τον παντρευτείς.»

«Μεγάλε Τίγρη!» μουρμούρισε ο Καλέφραζ κάτω απ’την ανάσα του, «τι θέλω και μιλάω;»

Ο Ζαλρώατ τούς οδήγησε, μέσα από μερικά πέτρινα περάσματα και δωμάτια, στη μεγάλη αίθουσα του Κάστρου, η οποία ήταν στολισμένη ανομοιόμορφα με πράγματα που ήταν, φανερά, λάφυρα. Τριγύρω υπήρχαν φρουροί… αρκετοί φρουροί. Η Ανταρλίδα, σίγουρα, θα το χαρακτήριζε ύποπτο αυτό, σκέφτηκε ο Τάμπριελ. Η παρουσία τους δεν μπορεί νάναι τυχαία.

«Πού είναι ο Άρχοντας Νίρναλωμ;» ρώτησε τον Ζαλρώατ.

«Θα έρθει σύντομα,» αποκρίθηκε ο Καστελάνος. «Καθίστε. Βολευτείτε.» Και χτύπησε τα χέρια του, για να έρθουν γρήγορα δύο κοπέλες με δίσκους οι οποίες ήταν καταφανώς δούλες. Επάνω στους δίσκους υπήρχαν γλυκίσματα και ποτά.

Ο Ζαλρώατ έφυγε από την αίθουσα περνώντας ανάμεσα από δύο φρουρούς και μπαίνοντας σε μια σκοτεινή πλευρική είσοδο.

Ο Τάμπριελ και οι υπόλοιποι κάθισαν σ’ένα μεγάλο, ξύλινο τραπέζι και πήραν ποτά και γλυκά από τις κοπέλες. Ο Καλέφραζ ήπιε νευρικά μερικές γουλιές από το κρασί στο κύπελλό του.

Ο Τάμπριελ δεν είχε πιει παραπάνω από δυο γουλιές απ’το δικό του κύπελλο όταν βήματα ακούστηκαν να έρχονται από έναν διάδρομο στο βάθος της αίθουσας και, μετά, ένας ψηλός άντρας παρουσιάστηκε από εκεί. Ένας άντρας με λευκό δέρμα, μαύρα, σγουρά μαλλιά και μούσια, και μαύρα, κατάμαυρα μάτια που δεν είχαν ούτε λίγο άσπρο εντός τους. Μια πορφυρή πουκαμίσα τον έντυνε, κι από πάνω της έπεφτε ένας ανοιχτός, αμάνικος, δερμάτινος καφέ χιτώνας, ο οποίος έφτανε ώς τα γόνατά του. Το παντελόνι του ήταν μαύρο και υφασμάτινο, και φούσκωνε εκεί όπου έμπαινε μέσα στις επίσης μαύρες μπότες του. Ένα χρυσό περιδέραιο γυάλιζε επάνω στο στέρνο του Νίρναλωμ του Μαυρομάτη.

Ο οποίος βημάτισε μέσα στην αίθουσα έχοντας το βλέμμα του εστιασμένο στον Τάμπριελ αντίκρυ του.

«Εσύ είσαι, λοιπόν…» είπε. «Ένας άντρας με κόκκινο δέρμα. Ένας άντρας από… άλλους κόσμους. Είναι αληθινές οι φήμες;»

Ο Τάμπριελ και οι υπόλοιποι είχαν σηκωθεί, κι ο πρώτος αποκρίθηκε: «Είναι. Ονομάζομαι Τάμπριελ, και ήρθα από το Ρήγμα, που μπορείτε να το δείτε μέχρι εδώ, στον ουρανό.»

«Εντυπωσιακό,» είπε ο Νίρναλωμ σταυρώνοντας τα χέρια του στο στήθος. «Αν λες αλήθεια.»

«Τι λόγο έχω να πω ψέματα; Εξάλλου, πιστεύω πως είναι φανερό ότι δεν είμαι από αυτόν τον κόσμο…»

«Το δέρμα σου μπορεί να τόχεις βάψει.»

«Προσπάθησε να με ξεβάψεις, τότε, αν θέλεις, Άρχοντά μου.»

Ο Νίρναλωμ μειδίασε μέσα από τα μούσια του, αλλά το χαμόγελό του δεν φάνηκε ν’αγγίζει καθόλου τα κατάμαυρα μάτια του. Το θέαμα ήταν, αν μη τι άλλο, τρομακτικό. «Ίσως και να το κάνω.» Αλλά σχεδόν αμέσως συνέχισε, ρωτώντας: «Γιατί, όμως, βρίσκεσαι εδώ; Οι πολεμιστές μου μου ανέφεραν ότι σ’έστειλε η Βασίλισσα Παμράνεχ, από το Τάρσαζ…»

«Θέλω να συζητήσουμε,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ. «Έχω ακούσει ότι έφτασες στην άκρη του κόσμου και κοίταξες έξω απ’αυτόν. Αληθεύει;»

«Γιατί ν’ανοίξω κουβέντα μαζί σου, Τάμπριελ;» ρώτησε ο Νίρναλωμ καθίζοντας σε μια ψηλή, ξύλινη πολυθρόνα στην κορυφή του τραπεζιού, και κάνοντας νόημα και στους επισκέπτες του να καθίσουν.

Ο Τάμπριελ κάθισε εκεί όπου καθόταν και πριν, όπως επίσης κι οι άλλοι. «Επειδή αναζητώ τρόπους να φέρω ετούτο τον κόσμο σε επαφή με το ευρύτερο σύμπαν που τον περιβάλλει. Το σύμπαν απ’το οποίο έχω έρθει.»

«Σοβαρά; Και τι μπορείς να μου πεις γι’αυτό το… σύμπαν;» Ακόμα φαινόταν να τον υποπτεύεται για τσαρλατάνο.

Ο Τάμπριελ τού είπε μερικά βασικά πράγματα για το Γνωστό Σύμπαν, για τις διαστάσεις του, και για την Παντοκράτειρα. Επίσης, του εξήγησε ότι το Ρήγμα ανοίχτηκε σε μια διάσταση – έναν κόσμο – που ονομαζόταν Απολλώνια, επειδή εκεί γινόταν πόλεμος ανάμεσα στις δυνάμεις της Επανάστασης και της Παντοκρατορίας.

Ο Νίρναλωμ τον άκουγε πίνοντας κρασί. Τα κατάμαυρα μάτια του δεν βλεφάριζαν – καθόλου. Τον ατένιζαν μ’έναν τελείως αφύσικο τρόπο.

Δεν μπορεί να το έπαθε αυτό επειδή κοίταξε από την άκρη του κόσμου, συλλογίστηκε ο Τάμπριελ. Δεν είναι δυνατόν… είναι;

«Και θέλω τώρα εσύ να μου πεις τι είδες όταν έφτασες στην άκρη του κόσμου,» ζήτησε. «Και πού είναι η άκρη του κόσμου.»

Ο Νίρναλωμ γέλασε· το γέλιο του ήταν τόσο αφύσικο όσο και το χαμόγελό του μ’αυτά τα κατάμαυρα μάτια. «Μου λες μερικά παραμύθια και τώρα θες να σου πω κάτι αληθινό;»

«Δεν είναι παραμύθια αυτά που σου είπα.»

«Μπορείς να το αποδείξεις;» Ο Νίρναλωμ γέμισε την πίπα του με καπνό και την άναψε.

«Όσο μπορείς κι εσύ ν’αποδείξεις ότι έφτασες στην άκρη του κόσμου.»

Ο Χάλρεοκ παρενέβη: «Ο Τάμπριελ είναι φανερό πως δεν είναι από εδώ. Όταν τον βρήκαμε, δε μιλούσε ούτε τη γλώσσα μας. Ούτε την Οικουμενική. Επιπλέον,» πρόσθεσε, «έχουμε έρθει στην Καρκούμ με τη συγκατάθεση της Βασίλισσας. Θες να υποστηρίξεις ότι η Βασίλισσα του Τάρσαζ προσπαθεί να σε κοροϊδέψει;»

«Νομίζεις ότι φοβάμαι τη Βασίλισσά σου, πολεμιστή;» τον ρώτησε ο Νίρναλωμ, με το πρόσωπό του μισοκρυμμένο πίσω απ’τον καπνό της πίπας του.

Η μαυρόδερμη όψη του Χάλρεοκ αγρίεψε.

Αλλά προτού ανταλλάξουν άλλη κουβέντα μεταξύ τους, ο Τάμπριελ είπε: «Τι είδες στην άκρη του κόσμου, Άρχοντά μου; Λένε ότι τα μάτια σου μαύρισαν εξαιτίας των όσων είδες εκεί. Είναι όντως έτσι;»

Ο Νίρναλωμ σηκώθηκε απ’την πολυθρόνα του βηματίζοντας μέσα στην αίθουσα. «Δε νομίζω ότι είμαι υποχρεωμένος να απαντήσω σ’αυτό–»

«Δεν υπονόησα ότι είσαι υποχρεωμένος. Μπορώ, όμως, να σου προσφέρω διάφορα πράγματα αν δεχτείς να συνεργαστείς μαζί μου.»

Ο Νίρναλωμ έκανε νόημα στους φρουρούς του, κι εκείνοι αμέσως τράβηξαν τα όπλα τους και περικύκλωσαν τον Τάμπριελ και τους συντρόφους του. Ορισμένοι κρατούσαν δόρατα ή ξίφη, άλλοι κρατούσαν οπλισμένες βαλλίστρες.

Ο Χάλρεοκ και οι δύο πολεμιστές του είχαν ήδη τραβήξει τα δικά τους ξίφη.

«Εσένα θέλω μόνο, Τάμπριελ,» δήλωσε ο Νίρναλωμ. «Οι άλλοι μπορείτε να φύγετε· δε με απασχολείτε.»

Ακριβώς όπως το φανταζόμουν, σκέφτηκε ο Τάμπριελ. Τα πάντα συνεχίζουν να πηγαίνουν καλά…

Ο Χάλρεοκ φώναξε (όπως είχαν συμφωνήσει από πριν): «Είμαστε εδώ εν ονόματι της Βασίλισσας του Τάρ–!»

«Εδώ δεν είναι το Τάρσαζ!» βρυχήθηκε ο Νίρναλωμ. «Εδώ μόνο ΕΓΩ διατάζω, και μόνο ο δικός μου νόμος υπάρχει! –Βγάλτε τους έξω!» πρόσταξε τους φρουρούς του.

«Πηγαίνετε,» είπε ο Τάμπριελ. «Θηκαρώστε τα όπλα σας και πηγαίνετε!»

«Ναι,» ένευσε ο Καλέφραζ, χλομός, «αυτό είναι το συνετότερο.»

Ο Χάλρεοκ έκανε ότι δίσταζε για λίγο, αλλά μετά πέρασε το σπαθί του στο θηκάρι, και οι πολεμιστές του τον μιμήθηκαν.

Οι φρουροί του Νίρναλωμ τούς συνόδεψαν όλους έξω από την αίθουσα, εκτός από τον Τάμπριελ.

«Ο Ιεράρχης σού είπε ότι μπορεί να ερχόμουν να σε βρω, έτσι δεν είναι;» Η φωνή του Τάμπριελ ακούστηκε ήρεμη, ψυχρή, μέσα στην αίθουσα.

Τα κατάμαυρα μάτια του Νίρναλωμ διαστάλθηκαν προς στιγμή, και μετά στένεψαν. «Πώς ξέρεις…;»

«Βλέπω πράγματα που εσύ δεν βλέπεις. Έρχονται στο μυαλό μου. Εικόνες. Από το μέλλον, από το παρελθόν, από το παρόν…»

«Γι’αυτό σε θέλει, λοιπόν…» είπε ο Νίρναλωμ. «Είσαι μάντης.»

«Δεν είμαι μάντης· δεν πραγματοποιούνται όλα όσα βλέπω.»

Ο Νίρναλωμ γέλασε κοφτά. «Ξέρεις κανέναν μάντη που να πραγματοποιούνται όλα όσα βλέπει;»

«Γιατί υπηρετείς τον Ιεράρχη, Νίρναλωμ;»

«Δεν υπηρετώ κανέναν, ανόητε! Μου πρόσφερε αμοιβή για σένα. Σύντομα θα έρθει να σε πάρει.» Υψώνοντας το χέρι του, έκανε νόημα στους φρουρούς του, οι οποίοι ζύγωσαν τον Τάμπριελ κι ένας τον άρπαξε απ’το δεξί μπράτσο.

«Και πού θα με πας μέχρι τότε;»

«Σ’ένα κελί. Μην ανησυχείς· πες ότι είναι δωμάτιο πανδοχείου!» γέλασε ο Νίρναλωμ.

Ο φρουρός τράβηξε τον Τάμπριελ· εκείνος αντιστάθηκε. «Θα προτιμούσα να μιλήσουμε για λίγο. Πες μου για την άκρη του κόσμου! Εγώ σου είπα για το σύμπαν απ’το οποίο έρχομαι.»

«Γιατί νομίζεις ότι είμαι πρόθυμος να κάνω ανταλλαγή πληροφοριών μαζί σου;»

«Στο Γνωστό Σύμπαν υπάρχουν όπλα που μπορείς να αποκτήσεις, Νίρναλωμ. Πιστεύεις ότι ο Μέγας Ιεράρχης με θέλει μόνο επειδή βλέπω κάτι εικόνες στο μυαλό μου;»

«Τι είδους όπλα;»

«Που εκτοξεύουν φωτιά. Που ισοπεδώνουν πόλεις ολόκληρες–»

«Παραμύθια! Δεν ξέρω τι δουλειές έχει ο Ιεράρχης μαζί σου, αλλά σ’αυτόν θα πας–»

«Δεν είναι παραμύθια, Νίρναλωμ! Πώς νομίζεις ότι δημιουργήθηκε το Ρήγμα, ε; Καταλαβαίνεις τι δυνάμεις υπάρχουν στο Γνωστό Σύμπαν;» Τώρα, του έλεγε παραμύθια· δεν ήταν καθόλου εύκολο να δημιουργήσει κανείς έναν υπερδιαστασιακό στρόβιλο. Αλλά ήθελε να κερδίσει την προσοχή του. Ήθελε να τον κάνει να του πει για την άκρη του κόσμου.

«Προσπαθείς να υπονοήσεις ότι θα μου δώσεις αυτές τις δυνάμεις αν σ’αφήσω να φύγεις;»

«Το μόνο που θέλω να μάθω είναι τι είδες στην άκρη του κόσμου. Οδηγεί στο Γνωστό Σύμπαν;»

«Στην… άκρη του κόσμου μονάχα μαυρίλα και καπνό θα βρεις,» του είπε ο Νίρναλωμ. «Δεν υπάρχει άκρη σε τούτο τον κόσμο, Τάμπριελ! Ή, αν υπάρχει, δεν ξέρω πού είναι.»

«Και πού πήγες; Γιατί τα μάτια σου έγιναν μαύρα; Λένε ότι είσαι δαίμονας!»

«Δαίμονας; Πού το άκουσες αυτό;»

«Στους δρόμους της Καρκούμ· δε θυμάμαι ποιος το ανέφερε. Λένε ότι κάποιος σε είδε να βγάζεις το δέρμα σου με τα ίδια σου τα χέρια κι από μέσα να μένει κάτι… μαύρο, σαν καμένο ξύλο–»

«Παραληρήματα παλαβών ανθρώπων!» φώναξε ο Νίρναλωμ. «Αν είχα βγάλει το πετσί μου, τότε πώς το έχω ακόμα επάνω μου;»

Ο Τάμπριελ άκουσε μερικούς από τους φρουρούς να γελάνε νευρικά και να ψιθυρίζουν αναμεταξύ τους.

Ο Νίρναλωμ κούνησε το κεφάλι του. «Ό,τι του κατέβει του καθενός το ξεφουρνίζει!» Και προς τους πολεμιστές του: «Πηγαίντε τον τώρα στο κελί του, μην κάθεστε!»

Εκείνοι έκαναν να τραβήξουν τον Τάμπριελ έξω απ’τη μεγάλη αίθουσα.

Και ο Τάμπριελ πρόσταξε, νοητικά, τη Βιβεϊρλώταθ να βγει από το περιδέραιό του.

Οι φρουροί έπεσαν ολόγυρά του, χάνοντάς την ισορροπία τους και καταλήγοντας στο πάτωμα, καθώς μια αόρατη δύναμη τούς έσπρωξε, βίαια και απότομα. Δύο μεγάλες φτερούγες φάνηκαν να ξεδιπλώνονται δεξιά κι αριστερά της μορφής του Τάμπριελ, σαν μανδύας που είχε ξαφνικά φουσκώσει απ’τον άνεμο.

Ο Νίρναλωμ οπισθοχώρησε κραυγάζοντας και τράβηξε ένα σπαθί από το πλάι του καθίσματός του. «Δε θα βγεις ζωντανός από το Κάστρο μου, παλιόσκυλο! Παραδώσου!» Η φωνή του, όμως, φανέρωνε ότι ήταν τρομοκρατημένος.

«Άκουσέ με, Νίρναλωμ!» φώναξε ο Τάμπριελ καθώς οι φρουροί σπαρταρούσαν γύρω του, μοιάζοντας να παλεύουν με πολλούς αόρατους εχθρούς που τους τύλιγαν κλείνοντας το στόμα τους και μην αφήνοντάς τους να βγάλουν άχνα. «Θα έρθω ήρεμα και θα μπω στο κελί που μου έχεις ετοιμάσει – φτάνει να μου απαντήσεις σ’αυτά που θέλω. Αν δεν το κάνεις, να ξέρεις ότι προτού με σκοτώσουν ετούτο το μέρος θα γκρεμιστεί ολόκληρο!»

Ο Νίρναλωμ έτριξε τα δόντια εξαγριωμένος, σφίγγοντας το γυμνό σπαθί του μέσα στις γροθιές του· και τώρα έμοιαζε πραγματικά με πειρατή, από τη στάση του και από την έκφρασή του, έχοντας εγκαταλείψει τελείως το προσωπείο του Άρχοντα της Καρκούμ. Τα μάτια του, ωστόσο, εξακολουθούσαν να είναι κάτι το αφύσικο επάνω στο πρόσωπό του παρά την αγριάδα της όψης του.

Έδειχνε έτοιμος να χιμήσει στον Τάμπριελ, αλλά δεν το έκανε, καταλαβαίνοντας προφανώς ότι δε θα κατόρθωνε τίποτα έτσι. Κατέβασε το σπαθί του λέγοντας: «Σύμφωνοι. Τώρα ελευθέρωσέ τους.»

Ο Τάμπριελ πρόσταξε, με τη θέλησή του, τη Βιβεϊρλώταθ να αφήσει τους φρουρούς, κι εκείνοι σηκώθηκαν από το πάτωμα περίτρομοι.

«Φύγετε!» τους διέταξε ο Νίρναλωμ. «Έξω! Έξω!»

Κανένας τους δε δίστασε ούτε για μια στιγμή· έφυγαν απ’την αίθουσα τρέχοντας.

«Και κλείστε την πόρτα!»

Η πόρτα έκλεισε.

Η δυσδιάκριτη μορφή της Βιβεϊρλώταθ βυθίστηκε μέσα στον λίθο του περιδέραιου του Τάμπριελ.

«Τι είσαι;» τον ρώτησε ο Νίρναλωμ. «Τι σκατά είσαι;»

«Μου υποσχέθηκες να απαντήσεις στις ερωτήσεις μου,» είπε σταθερά ο Τάμπριελ.

«Τι να σου πω; Σου είπα: δεν υπάρχει άκρη του κόσμου! Στο μέρος όπου πήγα μπορείς να πας κι εσύ άμα ταξιδέψεις κάνα μήνα προς τα νοτιοδυτικά, αποπλέοντας από την Καρκούμ. Είναι μια γη κατεστραμμένη, όλο στάχτη και μαύρα σύννεφα. Δηλητηριώδης. Δε θα βρεις τίποτα εκεί.»

«Και τα μάτια σου; Γιατί είναι μαύρα;»

«Επειδή δεν είμαι πια ο ίδιος που ήμουν…» είπε, κάπως διστακτικά, ο Νίρναλωμ. «Όταν φτάσαμε εκεί, εγώ και τέσσερα κοπέλια μου που θέλησαν ναρθούνε μαζί μου, ρίξαμε άγκυρα και βγήκαμε για να εξερευνήσουμε. Τίποτα της προκοπής δε βρήκαμε: ούτε το παραμικρό λάφυρο. Ένα ταξίδι χαμένο. Μόνο μαύρες πέτρες είδαμε, και κούφιους σκελετούς δέντρων, και στάχτη στο έδαφος. Και παντού, μαύρες ομίχλες.

»Αλλά δεν ήμασταν μόνοι παρότι το μέρος είναι μια φαρμακερή ερημιά. Οι ομίχλες είναι ζωντανές εκεί, Τάμπριελ. Είναι δαίμονες, σαν… σαν αυτόν που έχεις μαζί σου. Ή όχι ακριβώς. Προσπαθούν να σε καταπιούν, να μπουν μέσα στα μάτια σου, στη μύτη σου, στο στόμα σου. Στο κεφάλι σου. Μια τέτοια ομίχλη με κάλυψε, και οι σύντροφοί μου με το ζόρι κατόρθωσαν να με φέρουν στο πλοίο. Και ήμουν ετοιμοθάνατος. Δεν ήξερα τι μου γινόταν. Θυμάμαι μονάχα τα όνειρα… Τόσο περίεργα όνειρα δεν έχω ξαναδεί ποτέ μου… Όταν συνήλθα, μέσα στο σκάφος μου, κάμποσα μίλια από κείνες τις φαρμακερές ακτές, τα μάτια μου ήταν έτσι όπως τώρα τα βλέπεις. Αλλά είχα ζήσει.»

«Και είναι αλήθεια ότι έβγαλες το δέρμα σου;»

Τα κατάμαυρα μάτια του Νίρναλωμ τον διαπέρασαν σαν μαχαίρια. «Του έχεις μιλήσει, ε; Του έχεις μιλήσει, του τρισκατάρατου μπάσταρδου!»

«Δεν ξέρω σε ποιον αναφέρεσαι.»

«Μου λες ψέματα! Έχεις μιλήσει με τον Χάορτατ!»

«Πρώτη φορά τον ακούω. Ποιος είναι;»

«Πες του, αν ποτέ τον ξαναδείς, ότι θα τον βρω! Δε μπορεί να μου κρύβεται για πάντα. Θα τον βρω!»

«Είναι, λοιπόν, αλήθεια ότι έβγαλες το δέρμα σου;»

«Όχι,» είπε ο Νίρναλωμ. «Διαδίδουν λάσπες για μένα.»

Ο Τάμπριελ δεν τον πίστευε. Ο Χάορτατ, όταν τον είχε ρωτήσει μέσα στην ερειπωμένη πολυκατοικία, του είχε πει ότι είδε τον Νίρναλωμ να σκίζει το δέρμα του μ’ένα ξυράφι και να το βγάζει σα να ήταν ρούχο. Να το βγάζει από πάνω ώς κάτω, απ’το κεφάλι ώς τα πόδια. Κι από μέσα ήταν ένας δαίμονας κατάμαυρος σαν καμένο ξύλο… και ο δαίμονας, τότε, στράφηκε και κοίταξε τον Χάορτατ, ο οποίος έφυγε πανικόβλητος και, στην κυριολεξία, ακόμα τρέχει.

«Απάντησα στις ερωτήσεις σου, ή υπάρχει και τίποτ’άλλο που θες να μάθεις;» είπε ο Νίρναλωμ.

«Οι άλλοι τέσσερις που ήρθαν μαζί σου· δεν επιτέθηκαν σ’αυτούς οι δαίμονες της ομίχλης;»

«Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι τα πάντα γύρω μου τυλίχτηκαν από μαύρο καπνό, Τάμπριελ. Και θυμάμαι και τα χέρια των συντρόφων μου να με τραβάνε. Προφανώς, σ’αυτούς δε συνέβη ό,τι συνέβη σ’εμένα, γιατί τα μάτια τους δεν είναι μαύρα.»

Είσαι σίγουρος, Νίρναλωμ, ότι το μοναδικό σημάδι μόλυνσης είναι τα μαύρα μάτια; συλλογίστηκε ο Τάμπριελ. «Γιατί αυτή η γη που συνάντησες είναι έτσι μολυσμένη, ξέρεις;»

«Δεν έχω ιδέα. Πού θες να ξέρω, δηλαδή;»

«Θα μπορούσε να έγινε έτσι με τον Κατακλυσμό…» είπε ο Τάμπριελ, συλλογισμένα, σχεδόν σαν να μιλούσε στον εαυτό του.

«Θα μπορούσε. Αλλά τι με νοιάζει εμένα;»

Αν έγινε έτσι εξαιτίας του Κατακλυσμού, τότε αυτό σημαίνει πως οι Αρχαίοι δεν προστάτεψαν ετούτη τη διάσταση τόσο καλά όσο επιθυμούσαν…

Ο Νίρναλωμ είπε: «Θα κρατήσεις τώρα την υπόσχεσή σου;» Κι από τον τόνο της φωνής του, μάλλον δεν το περίμενε· μάλλον περίμενε ότι ο Τάμπριελ θα προσπαθούσε να δραπετεύσει από το Κάστρο.

«Φυσικά. Πες τους να με οδηγήσουν στο κελί μου, ώστε να περιμένω τον Ιεράρχη.»

Κεφάλαιο Εικοστό-Τρίτο
Ο Κρατούμενος, και ο Ιεράρχης

Δεν μπορώ να πω ότι δεν ανησύχησα για τον Τάμπριελ όταν μας συνόδεψαν έξω από το Κάστρο της Καρκούμ· γιατί μπορεί ο Τάμπριελ να ήταν από άλλο κόσμο, και μπορεί να ήταν – ή, τουλάχιστον, να γινόταν – ο Μεγάλος Προφήτης, αλλά δεν ήμουν ηλίθιος ώστε να πιστεύω ότι μια λεπίδα ή ένα βέλος στο στήθος δεν μπορούσε να τον σκοτώσει όπως κάθε άνθρωπο με σάρκα και αίμα. Και ούτε αυτή η μυστηριώδης, πανίσχυρη θεά, η Βιβεϊρλώταθ, με καθησύχαζε, διότι, καθώς ταξιδεύαμε προς την Καρκούμ μέσα από την αφιλόξενη και βαρβαρική Γη των Ταργκάφλι, είχα ο ίδιος ακούσει τον Τάμπριελ με τ’αφτιά μου να λέει στον Αλίρκωπ πως η Βιβεϊρλώταθ δεν ήταν πλέον τόσο δυνατή όσο όταν βρισκόταν μέσα στο Άγκιστρο του Κόσμου. Το γεγονός ότι ο Τάμπριελ την είχε πάρει από την «αρχική πηγή εστίασής της» (όπως ο ίδιος ανέφερε) την είχε αποδυναμώσει αισθητά.

Φοβόμουν, λοιπόν, ότι μπορεί να μην ξαναβλέπαμε τον Τάμπριελ, καθώς ο Νίρναλωμ μού φαινόταν το ίδιο τρελός με τον Χάορτατ – αν όχι περισσότερο – και ο Ιεράρχης, ασφαλώς, δεν θα βρισκόταν μακριά…

Κι αν τον έχανα τον Μεγάλο Προφήτη, τι θα έλεγα μετά στο Δεξί Χέρι; Τι θα έλεγα στη Βασίλισσα;

Τα πράγματα ήταν άσχημα!

*
* * *
*

Η Ανταρλίδα είδε, μέσα στο σούρουπο, τον Καλέφραζ, τον Χάλρεοκ, και τους άλλους δύο πολεμιστές από το Τάρσαζ να κατηφορίζουν το μονοπάτι που οδηγούσε στην πύλη του Κάστρου της Καρκούμ.

Ο Τάμπριελ δεν ήταν μαζί τους. Επομένως, όλα είχαν πάει όπως εκείνος τα είχε σχεδιάσει. Ο Νίρναλωμ τον είχε αιχμαλωτίσει.

Η Ανταρλίδα κοίταξε πάνω απ’τον ώμο της, αυτούς που στέκονταν πίσω της: τον Αλίρκωπ και τον Θυμό, τον Χάορτατ, και τη Χιρκόμο. Τους έκανε νόημα να την ακολουθήσουν, και βάδισαν μέσα στους σκοτεινιασμένους δρόμους της Καρκούμ.

Το Κάστρο ήταν χτισμένο επάνω σ’ένα ύψωμα πλάι στην ακτή· είχε και δικό του λιμάνι όπου επιτρεπόταν πρόσβαση μόνο σε όσα σκάφη είχαν ειδική άδεια από τον Άρχοντα. Η κεντρική του πύλη ήταν στη βόρεια μεριά του, το λιμάνι στη νότια. Η Ανταρλίδα, όμως, δεν κατευθυνόταν σε κανένα απ’αυτά τα δύο σημεία· πήγαινε στα δυτικά, κάτω από το ύψωμα, όπου άγρια χόρτα και μερικά χαμηλά δέντρα φύτρωναν.

«Να περιμένουμε!» της είπε ο Χάορτατ όταν έφτασαν εκεί. «Πρέπει να περιμένουμε τη νύχτα, αλλιώς θα μας δουν να πλησιάζουμε.»

Η Ανταρλίδα ένευσε, σταματώντας κάτω απ’τις πυκνές σκιές της βλάστησης, γονατισμένη στο ένα γόνατο. Οι υπόλοιποι τη μιμήθηκαν, ο Αλίρκωπ χαϊδεύοντας το τρίχωμα του Θυμού, ο οποίος έμοιαζε ήρεμος.

Η Ανταρλίδα ύψωσε το βλέμμα της κοιτάζοντας μέσα από τη βλάστηση και τις σκιές, προσπαθώντας να διακρίνει τη μικρή είσοδο στο πλάι του Κάστρου… και αποτυχαίνοντας. Όπως είχε πει ο Χάορτατ, δεν ήταν εύκολο να παρατηρηθεί από απόσταση εκεί όπου βρισκόταν. «Ο Νίρναλωμ τη χρησιμοποιεί για να βάζει ή να βγάζει πράματα που δε θέλει άλλοι να τα δούνε,» τους είχε εξηγήσει όσο βρίσκονταν μέσα στην ερειπωμένη πολυκατοικία. «Πράματα ή ανθρώπους – νεκρούς ή ζωντανούς· καταλαβαίνετε… Τέλος πάντων, την ξέρω κι εγώ αυτή την πόρτα επειδή, έναν καιρό, όταν ήμουνα ακόμα στο Κάστρο, έμπαζα μια τύπισσα από κει. Τη γούσταρα και δεν ήθελα κάτι άλλοι να τη λιμπιστούνε, γιατί δούλευε η κοπελιά στον Χρυσοστόλιστο Ελέφαντα και δεν ήταν και τόσο δύσκολο να τη βρούνε. Της είχα πει, λοιπόν, νάρχεται από τα δυτικά, μες στο σκοτάδι της νύχτας, και την έμπαζα από την πλαϊνή πόρτα… και κανέεενας δεν έπαιρνε χαμπάρι, χε-χε-χε.»

Ο Χάορτατ, βέβαια, επέμενε επίσης ότι είχε δει τον Νίρναλωμ να σκίζει το πετσί του με ξυράφι και να το βγάζει σαν ένδυμα, αποκαλύπτοντας από κάτω ένα σώμα μαύρο σαν καμένο ξύλο· επομένως, η Ανταρλίδα δεν ήξερε κατά πόσο έπρεπε να παίρνει κανείς τα λόγια του σοβαρά. Ο άνθρωπος ίσως να ήταν τρελός, όπως φαινόταν να πιστεύει ο Καλέφραζ. Ο Τάμπριελ, όμως, της είχε πει ότι μάλλον μπορούσαν να τον εμπιστευτούν – τουλάχιστον, σε ό,τι αφορούσε την ύπαρξη της πλευρικής εισόδου. «Τα υπόλοιπα,» είχε προσθέσει, «θα τα μάθω όταν μπω στο Κάστρο.»

«Είσαι σίγουρος ότι ο Νίρναλωμ θα σου μιλήσει προτού σε αιχμαλωτίσει και σε δώσει στον Ιεράρχη;»

«Θα τον κάνω να μου μιλήσει,» είχε αποκριθεί ο Τάμπριελ, αγγίζοντας το περιδέραιο που κρεμόταν από το λαιμό του.

Η Ανταρλίδα ήλπιζε να ήξερε τι έλεγε.

Και τώρα, περίμενε τις σκιές να πυκνώσουν κι άλλο. Το σκοτάδι να τυλίξει για τα καλά την Καρκούμ…

Αναπάντεχα, μετά από λίγη ώρα, αισθάνθηκε κάτι γύρω της. Μια παρουσία που τα μάτια της δεν μπορούσαν να διακρίνουν.

Στράφηκε να κοιτάξει τον Αλίρκωπ και τη Χιρκόμο, και κρίνοντας από την έκφραση στα πρόσωπά τους συμπέρανε ότι κι εκείνοι είχαν επίσης αντιληφτεί την παρουσία, και είχαν καταλάβει πολλά περισσότερα γι’αυτήν απ’ό,τι η Ανταρλίδα.

Μετά, η παρουσία έφυγε: ένα φτερούγισμα ήρθε στ’αφτιά της Μαύρης Δράκαινας, και το θρόισμα των φύλλων· κι αισθάνθηκε σαν βαρύς αέρας να διαλύθηκε ξαφνικά από γύρω της.

«Η Βιβεϊρλώταθ,» ψιθύρισε η Χιρκόμο.

«Ο Τάμπριελ είναι στα κελιά του Κάστρου,» είπε ο Αλίρκωπ.

Η Χιρκόμο ένευσε.

«Μπορούμε να ξεκινήσουμε;» ρώτησε η Ανταρλίδα τον Χάορτατ.

«Λίγο ακόμα,» αποκρίθηκε εκείνος. «Λίγο ακόμα, να σκοτεινιάσει.»

Περίμεναν· και όταν κάθε ίχνος από το φως του ήλιου είχε χαθεί, κινήθηκαν. Ανέβηκαν την πλαγιά περνώντας ανάμεσα από τη βλάστηση και παραμερίζοντάς την ελαφρά με τα χέρια τους. Δεν υπήρχε κανένα μονοπάτι εδώ για ν’ακολουθήσουν, κι ακόμα κι αν υπήρχε, η Ανταρλίδα θα επέμενε να το αποφύγουν.

«Ο σκύλος σου θα είναι ήσυχος;» είχε ρωτήσει η Μαύρη Δράκαινα τον Αλίρκωπ όταν εκείνος είχε δηλώσει ότι κι ο Θυμός θα ερχόταν μαζί τους.

«Ο Θυμός δεν θα μας προκαλέσει κανένα πρόβλημα. Είναι εξυπνότερος απ’ό,τι νομίζεις.»

«Δε θέλω ν’αρχίσει να γαβγίζει και να προδώσει τη θέση μας.»

«Δεν γαβγίζει όταν δεν θέλω να γαβγίσει.»

Και πράγματι, τώρα ο Θυμός ήταν σιωπηλός σαν σκιά καθώς ανέβαιναν το ύψωμα και έφταναν μπροστά στο δυτικό τείχος του Κάστρου της Καρκούμ.

Η Ανταρλίδα διέκρινε, μέσα από τα σκοτάδια, την πόρτα για την οποία τους είχε μιλήσει ο Χάορτατ. Και ήταν η μόνη που τη διέκρινε: ο Αλίρκωπ και η Χιρκόμο ήταν φανερό πως δεν την είχαν δει· και ο Χάορτατ απλά ήξερε πού βρισκόταν, γι’αυτό και κινήθηκε προς τα εκεί συγχρόνως με την Ανταρλίδα.

Η πόρτα ήταν χαμηλή, ξύλινη, και, φυσικά, κλειστή.

«Είσαι σίγουρος ότι κανένας δεν τη φρουρεί από μέσα;» ρώτησε η Ανταρλίδα τον Χάορτατ.

Εκείνος κατένευσε. «Κανείς δεν τη φρουρεί ποτέ. Οι περισσότεροι δεν την ξέρουνε. Και ο Νίρναλωμ τη χρησιμοποιεί μόνο για ειδικές δουλειές.»

«Εντάξει.» Η Ανταρλίδα έβγαλε το τουφέκι από την πλάτη της και το ξετύλιξε από το δέρμα με το οποίο ήταν τυλιγμένο. Το απασφάλισε και το όπλισε. Οι σφαίρες στο εσωτερικό του ήταν καινούργιες: από αυτές που είχε φτιάξει ο Βασιλικός Αλχημιστής Βόρχαμ υπό την καθοδήγηση της Ανταρλίδας. Η Μαύρη Δράκαινα τις είχε δοκιμάσει και ήξερε ότι λειτουργούσαν κανονικά, αν και επιδέχονταν κάποιες βελτιώσεις. Τώρα, όμως, θα τη βόλευαν χωρίς κανένα πρόβλημα.

Στρέφοντας την κάννη στην αριστερή μεριά της πόρτας, ρώτησε τον Χάορτατ: «Από δω είναι η αμπάρα;»

«Ναι.»

Εντάξει. Το ξύλο της πόρτας δεν φαίνεται και τόσο παχύ· λογικά θα γίνει κομμάτια. «Απομακρυνθείτε μερικά βήματα,» είπε η Ανταρλίδα στους συντρόφους της· κι όταν απομακρύνθηκαν, πάτησε τη σκανδάλη του τουφεκιού, πυροβολώντας επανειλημμένα την αριστερή μεριά της χαμηλής εισόδου.

Κομμάτια ξύλου εκτοξεύτηκαν καθώς ολόκληρη η πόρτα τραντάχτηκε.

Λάμψεις φώτισαν τη νύχτα.

Η Ανταρλίδα έπαψε να πυροβολεί, και κλότσησε δυνατά την πόρτα, κάνοντας την ν’ανοίξει και ό,τι είχε απομείνει απ’την ξύλινη αμπάρα της να τιναχτεί προς τα μέσα.

Φωνές είχαν ήδη αρχίσει ν’αντηχούν από τις επάλξεις του Κάστρου. Αναμφίβολα, όμως, οι φρουροί δεν ήξεραν τι ήταν αυτό που είχε ακουστεί μες στη νύχτα – δεν είχαν ξανακούσει ποτέ τους το κροτάλισμα πυροβόλου όπλου.

Η Ανταρλίδα μπήκε σ’έναν πέτρινο διάδρομο ακολουθούμενη από τους συντρόφους της. Ο Χάορτατ τής είχε φτιάξει έναν χάρτη του Κάστρου, τον οποίο εκείνη είχε απομνημονεύσει, έτσι τώρα γνώριζε ακριβώς πού βρισκόταν και πού έπρεπε να πάει.

Το τουφέκι της το πέρασε στην πλάτη και τράβηξε δύο ξιφίδια από τη ζώνη της. Οι σύντροφοί της είχαν επίσης βγάλει τα όπλα τους, αλλά η Ανταρλίδα δεν βασιζόταν σ’αυτούς για να φτάσει στον Τάμπριελ.

Ένας φρουρός σε μια γωνία των διαδρόμων στράφηκε να την αντικρίσει. «Ε! Ποια είσαι συ;» Και μετά πέθανε, καθώς ένα της ξιφίδιο εκτοξεύτηκε και καρφώθηκε στον λαιμό του.

Η Ανταρλίδα στάθηκε από πάνω του και τράβηξε το όπλο της από το νεκρό σώμα.

Μπορούσε ν’ακούσει φωνές ν’αντηχούν μέσα στο Κάστρο. Σύντομα, σκέφτηκε, οι πάντες θάναι στο πόδι εδώ πέρα. Καλύτερα να βιαστούμε. Γιατί δεν ήθελαν μόνο να μπουν αλλά και να βγουν από τούτο το μέρος.

Οι δαυλοί και οι λάμπες πίσω τους έσβηναν καθώς προχωρούσαν. Ο Αλίρκωπ είχε ξαμολήσει τον Φλογοφάγο από το δαχτυλίδι του.

*

Ο Τάμπριελ είχε πάει ήσυχα στο κελί του, χωρίς να φέρει καμία αντίσταση στους φρουρούς του Νίρναλωμ – πράγμα που φαινόταν ότι είχε παραξενέψει τον πρώην πειρατή και νυν Άρχοντα της Καρκούμ, αλλά δεν είχε πει τίποτα γιατί, προφανώς, φοβόταν τις δυνάμεις του Τάμπριελ και προτιμούσε να μη μπλέξει με τις δουλειές του.

Το κελί ήταν στενό, όπως τα περισσότερα κελιά, και πέτρινο. Στο έδαφος ήταν ένα αχυρόστρωμα, και στη γωνία ένας απόπατος. Κανένα παράθυρο δεν υπήρχε καθώς το κελί βρισκόταν στα υπόγεια του Κάστρου.

Ο Τάμπριελ έστειλε τη Βιβεϊρλώταθ να ψάξει για την Ανταρλίδα και, γρήγορα, τη βρήκε. Η θεά επικοινώνησε με τον Αλίρκωπ και τη Χιρκόμο, κι αυτοί ανέφεραν ότι όλα ήταν εντάξει· σύντομα η επιχείρηση θα ξεκινούσε.

Η Βιβεϊρλώταθ επέστρεψε πάλι στο περιδέραιο του Τάμπριελ, και ήταν ανήσυχη καθώς αντιλαμβανόταν ότι ο αφέντης της ήταν φυλακισμένος. Ο Τάμπριελ τής είπε, με τη θέλησή του, να μην ανησυχεί· δεν θα βρίσκονταν για πολύ φυλακισμένοι εδώ. Η Ανταρλίδα ερχόταν.

Κι επιπλέον, περίμεναν ένα… ιδιαίτερο πρόσωπο που, όπως κι η Μαύρη Δράκαινα, δε θ’αργούσε να έρθει.

Ο Ιεράρχης δεν θα είναι μακριά. Η αράχνη δεν είναι ποτέ μακριά από τα δίχτυα της.

Και πράγματι, προτού περάσει μια ώρα από τη φυλάκισή του, ο Τάμπριελ άκουσε βήματα να έρχονται προς το κελί του, και από το καγκελωτό παραθυράκι της πόρτας είδε τέσσερις φρουρούς να ζυγώνουν.

Μαζί τους ήταν ένας ψηλός, λιγνός άντρας με σκούρα καστανά μαλλιά, ντυμένος στα μαύρα. Τα μάτια του, όπως και τα μάτια του Νίρναλωμ, είχαν κάτι το αφύσικο. Αλλά, παρότι αυτό ήταν αμέσως φανερό στην περίπτωση του Άρχοντα της Καρκούμ, στην περίπτωση του Ιεράρχη δεν ήταν. Όταν όμως τον κοίταζες προσεχτικά, τα μάτια του σου έδιναν την εντύπωση ματιών μέσα σε μάτια μέσα σε μάτια…

«Τάμπριελ,» είπε σταματώντας μπροστά στο κελί, «ξανασυναντιόμαστε. Κι αυτή τη φορά φοβάμαι πως δεν έχεις άλλη επιλογή απ’το να έρθεις μαζί μας.»

«Τα φαινόμενα απατούν.»

Το πρόσωπο του Ιεράρχη χαμογέλασε όπως μια δερμάτινη μάσκα που λυγίζει. «Ο κοινός μας φίλος ο Νίρναλωμ μού ανέφερε ότι έχεις κάποιες… αξιοσημείωτες δυνάμεις. Δεν γνωρίζαμε γι’αυτές. Αναρωτιέμαι αν σχετίζονται με το ταξίδι σου στα βάθη της Γης των Ταργκ–»

Σταμάτησε να μιλά καθώς φασαρία ακούστηκε από την επάνω μεριά του Κάστρου.

«Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο Ιεράρχης τους φρουρούς.

«Δεν ξέρουμε, κύριε,» απάντησε επίσημα ένας τους. «Κανένας τσακωμός, μάλλον. Κάποιοι θα τσακωθήκανε.»

Ο Ιεράρχης στράφηκε στον Τάμπριελ, ο οποίος είπε: «Ναι, κάποιοι θα τσακωθήκανε,» χωρίς να χαμογελάσει.

Και πρόσταξε τη Βιβεϊρλώταθ να βγει από τον πολυεδρικό λίθο στο κέντρο του αργυρού δίσκου του περιδέραιου.

Ο Ιεράρχης έκανε μερικά βήματα όπισθεν. «Βιβεϊρλώταθ!…» έκρωξε.

«Γνωρίζεστε, υποθέτω,» είπε ο Τάμπριελ. «Τι είσαι, τελικά, Ιεράρχη; Κι εσένα οι Αρχαίοι σ’έχουν φτιάξει; Ή μήπως, όπως κι εγώ, δεν είσαι καν από τούτο τον κόσμο;»

«Ανοίξτε την πόρτα,» πρόσταξε ο Ιεράρχης τους φρουρούς, «και χτυπήστε τον μέχρι που να χάσει τις αισθήσεις του. Επίσης, πάρτε του αυτό το περιδέραιο απ’το λαιμό του!»

Οι φρουροί δίστασαν να κινηθούν. Δεν μπορούσαν, ασφαλώς, να αντιληφτούν τη Βιβεϊρλώταθ όπως την αντιλαμβάνονταν ο Τάμπριελ και ο Ιεράρχης· αναμφίβολα, όμως, καταλάβαιναν ότι κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά εδώ, αν μη τι άλλο από τα λόγια των δύο παράξενων αντρών.

«Νομίζεις, ανόητε, ότι μπορούν αυτοί να μ’αγγίξουν αν δεν το επιθυμώ;» είπε ο Τάμπριελ στον Ιεράρχη.

Ο Ιεράρχης γρύλισε: «Αν δεν μπορώ να σ’έχω υπό τον έλεγχό μου, θα σε σκοτώσω! Δε θα βγεις ζωντανός από τούτο το Κάστρο!»

«Προσπάθησέ το, τότε.»

Ο Ιεράρχης έκανε να στραφεί από την άλλη και να φύγει μαζί με τους φρουρούς (σκοπεύοντας, σίγουρα, να φέρει περισσότερους μαχητές), όμως εκείνη τη στιγμή βήματα αντήχησαν ξανά μέσα στα υπόγεια. Βιαστικά, αποφασιστικά βήματα.

Οι δαυλοί στο βάθος του διαδρόμου έσβησαν αναπάντεχα, χωρίς νάχει φυσήξει αέρας.

«Τι είν’αυτό, ρε σεις;» έκανε ένας από τους φρουρούς, τρομαγμένος.

Δύο στροβιλιζόμενα ξιφίδια πετάχτηκαν απ’το σκοτάδι. Το ένα πέτυχε στον αριστερό ώμο τον άντρα που είχε μιλήσει· το άλλο καρφώθηκε στο στήθος αυτού που στεκόταν δίπλα του.

Η Ανταρλίδα ξεπρόβαλε απ’το πέρας του διαδρόμου, ακολουθούμενη από τρεις δίποδες σκιές και μια τετράποδη.

Οι δύο εναπομείναντες φρουροί ύψωσαν ο ένας το σπαθί του κι ο άλλος τη βαλλίστρα του.

Η Ανταρλίδα είχε, όμως, ήδη εκτοξεύσει κάτι στροβιλιζόμενο που δεν ήταν ξιφίδιο αυτή τη φορά. Το αντικείμενο καρφώθηκε στο μέτωπο του βαλλιστροφόρου σωριάζοντάς τον στο πέτρινο πάτωμα. Ένα άστρο του θανάτου – ένα σατέ-νιχ’τα – απ’αυτά που χρησιμοποιούσε η Ζανάιλχα.

Ο τελευταίος φρουρός κραύγασε, εξαγριωμένα, πανικόβλητα, απελπισμένα, ορμώντας καταπάνω στη Μαύρη Δράκαινα με το σπαθί του υψωμένο.

Η Ανταρλίδα απέφυγε εύκολα την κατερχόμενη λεπίδα κι έβαλε τρικλοποδιά στον άντρα, στέλνοντάς τον προς τον τοίχο. Το κεφάλι του κοπάνησε στις πέτρες, και έχασε τις αισθήσεις του.

Αυτός που είχε ακόμα το ξιφίδιό της καρφωμένο στον ώμο του αλλά ήταν ζωντανός οπισθοχώρησε σκούζοντας.

Ο Ιεράρχης στεκόταν σαν άγαλμα καθώς οι φρουροί σωριάζονταν μπροστά και γύρω του. Τα μάτια του δεν βλεφάριζαν· το πρόσωπό του δεν είχε πάρει καμία έκφραση.

«Θα μπορούσες να εργαστείς για μένα,» είπε στην Ανταρλίδα. «Χρειάζομαι φονιάδες σαν εσένα, και πληρώνω καλά.»

«Λυπάμαι, είμαι πιασμένη,» αποκρίθηκε η Μαύρη Δράκαινα τραβώντας το σπαθί της και καρφώνοντάς το στο στήθος του Ιεράρχη καθώς ερχόταν κοντά του.

Αίμα πετάχτηκε απ’το στόμα του άντρα και κύλησε στο σαγόνι του. «Κάποια άλλη στιγμή… ίσως… θα ξανα… συζητήσουμε…» Μάτια μέσα σε μάτια μέσα σε μάτια ατένιζαν το κατάλευκο πρόσωπό της.

Η Ανταρλίδα τράβηξε πίσω το σπαθί της αφήνοντας το σώμα του Ιεράρχη να πέσει στο πάτωμα.

Στράφηκε στον Τάμπριελ. «Είσαι καλά;»

«Καλύτερα απ’αυτούς τους τύπους,» αποκρίθηκε εκείνος κοιτάζοντας τα πτώματα.

«Χάορτατ!» ακούστηκε τότε κάποιος να λέει.

Ο τραυματισμένος στον ώμο φρουρός ο οποίος είχε μόλις δει τον Χάορτατ να τον ζυγώνει βαστώντας ένα ρόπαλο.

«Με κυνηγούσες, κωλοπούστη Σέντριμ, δε με κυνηγούσες;» γρύλισε εκείνος, και τον κοπάνησε στο κεφάλι με το ρόπαλο. Αίματα τινάχτηκαν, και ο άντρας που ονομαζόταν Σέντριμ σωριάστηκε αναίσθητος.

«Φίλος σου;» είπε η Ανταρλίδα.

Ο Χάορτατ τον κλότσησε στα πλευρά και τον έφτυσε. Εκείνος δεν κινήθηκε.

Η Ανταρλίδα ρώτησε τον Τάμπριελ: «Έχουν τα κλειδιά για το κελί σου αυτοί, ή θα πρέπει να–;»

«Δε χρειάζονται κλειδιά.»

Η κλειδαριά της βαριά ξύλινης θύρας ακούστηκε να γυρίζει από μόνη της. Ο Τάμπριελ άνοιξε και βγήκε.

Η παρουσία της Βιβεϊρλώταθ γέμισε τον διάδρομο, και μια απόκοσμη κραυγή θριάμβου αντήχησε.

Η Ανταρλίδα μειδίασε στραβά. «Νόμιζα ότι ο σκοπός ήταν να μην κάνουμε φασαρία.»

«Είναι λίγο αργά γι’αυτό,» είπε ο Τάμπριελ χωρίς να χαμογελάσει, και κάλεσε τη Βιβεϊρλώταθ πάλι μέσα στο περιδέραιό του.

«Καλύτερα να φύγουμε τώρα, προτού μαζευτούν κι άλλοι!» τόνισε ο Χάορτατ.

«Από πού προτείνεις να βγούμε;» τον ρώτησε ο Τάμπριελ.

«Από κει που μπήκαμε. Νομίζεις θα τόχουνε καταλάβει ακόμα ότι μπήκαμε από κει;»

«Όλοι οι νεκροί από κείνη τη μεριά είναι, Χάορτατ,» είπε η Ανταρλίδα, «και σίγουρα θα τους έχουν δει. Δε μας συμφέρει να επιστρέψουμε.»

«Μα είναι ο καλύτερος δρόμος, σας λέω! Πού θα πάμε; Από την κεντρική πύλη;»

Ο Τάμπριελ στράφηκε στον Αλίρκωπ: «Μπορείς να καταλάβεις αν υπάρχει καμια είσοδος για τη Σήραγγα σε τούτα τα υπόγεια;»

Ο μάγος συνοφρυώθηκε, και έτριψε το δαχτυλίδι του κλείνοντας τα μάτια.

Τα πηγαίνεις καλά με τον Φλογοφάγο, όπως φαίνεται, σκέφτηκε ο Τάμπριελ καταλαβαίνοντας ότι ο Αλίρκωπ έστειλε το πνεύμα να ερευνήσει τριγύρω.

«Τι κάνει αυτός;» ρώτησε ο Χάορτατ.

«Σιωπή,» τον διέκοψε ο Τάμπριελ. «Προσπαθεί να μας βρει δρόμο να φύγουμε.»

Βήματα ακούστηκαν μέσα στα υπόγεια, και κάποιοι φώναξαν ονόματα, ανάμεσα στα οποία και Σέντριμ. Τα μάτια του Χάορτατ γούρλωσαν. «Την κάτσαμε άγρια!» σύριξε.

Ο Αλίρκωπ άνοιξε τα μάτια του. «Υπάρχει,» είπε στον Τάμπριελ. «Ελάτε μαζί μου.»

Τον ακολούθησαν, ενώ οι φρουροί του Νίρναλωμ ακούγονταν να ζυγώνουν.

Η Ανταρλίδα είδε το φως των δαυλών τους μέσα στους σκοτεινούς διαδρόμους, κι ένας απ’αυτούς φώναξε: «Εκεί! Εκεί είναι!»

Η Μαύρη Δράκαινα έβγαλε το τουφέκι απ’τον ώμο της και πυροβόλησε.

«ΑΑΑΑ! Πίσω, ρε! Πίσω!» αντήχησε η φωνή ενός φρουρού, ενώ κι άλλοι κραύγαζαν.

Η Ανταρλίδα τούς είδε να υποχωρούν πανικόβλητοι. Σίγουρα δε θα είχαν ιδέα τι ήταν αυτό που τους χτύπησε· μάλλον θα το απέδιδαν σε μαγικές ή εξώκοσμες δυνάμεις.

«Εκεί!» Ο Αλίρκωπ, σύντομα, έδειξε ένα κελί που ήταν κλειστό και στο εσωτερικό του βρισκόταν ένας άντρας. «Εκεί μέσα είναι.»

Ο Τάμπριελ πρόσταξε τη Βιβεϊρλώταθ να κινήσει τον μηχανισμό της κλειδαριάς, και η πόρτα άνοιξε αβίαστα.

Ο φυλακισμένος πετάχτηκε πάνω. Ήταν ένας μαυρόδερμος άντρας που μπορεί και να μην τον είχαν δει μέσα στις σκιές αν τα μαλλιά και τα μούσια του δεν ήταν κόκκινα. «Ποιοι είστε σεις;» ρώτησε. «Από πού είστε; Με ξέρετε;»

«Δεν έχουμε ιδέα ποιος είσαι, φίλε,» είπε ο Αλίρκωπ μπαίνοντας στο κελί και κοιτάζοντας στο πάτωμα. «Εκεί,» έδειξε, «κάτω απ’αυτή την πέτρα. Δεν είναι βαλμένη καλά στο πάτωμα.»

«Τι;…» έκανε ο φυλακισμένος. «Για τι πράμα λες;»

Ο Αλίρκωπ γονάτισε στο ένα γόνατο, τράβηξε ένα ξιφίδιο, έχωσε τη λεπίδα του ανάμεσα στις πέτρες, και ανασήκωσε την πλάκα που ήθελε. Η Ανταρλίδα την έπιασε απ’τις άκριες και την έριξε παραδίπλα, αποκαλύπτοντας από κάτω ένα σκοτεινό άνοιγμα.

«Γαμώ τα παπάρια του Μασμόρου!» αναφώνησε ο φυλακισμένος, με τα γουρλωμένα μάτια του να γυαλίζουν όπως τα μάτια παράφρονα. «Πώς… πώς δεν…; Είχα ψάξει! Είχα φάει τον γαμημένο τον κόσμο!»

«Δε μπορούσες να το δεις–» άρχισε να του λέει ο Αλίρκωπ καθώς ορθωνόταν.

«Τέρμα οι κουβέντες!» τον διέκοψε η Ανταρλίδα. «Φεύγουμε.» Και κατέβηκε πρώτη στη Σήραγγα.

«Αν θες, έλα μαζί μας,» είπε ο Τάμπριελ στον φυλακισμένο.

«Το συζητάμε, ρε;» έκανε εκείνος, ενώ ο Αλίρκωπ κατέβαινε στη Σήραγγα ακολουθούμενος από τον Θυμό. «Εγώ έλεγα να μείνω! Χα! –Το πρόσωπό σου, πάντως, είναι πολύ περίεργο, αδελφέ.»

«Το δικό σου κάτι μού θυμίζει.»

«Μπας και σε στείλαν απ’την πατρίδα, ρε, για να με πάρεις από δω;»

«Δε νομίζω,» είπε ο Τάμπριελ· «θα το θυμόμουν. Κατέβα τώρα. Γρήγορα.»

Κεφάλαιο Εικοστό-Τέταρτο
Προς τη Βινέρνι, Ξανά

Επιστρέψαμε στο ερειπωμένο πυργοειδές οικοδόμημα προσέχοντας μήπως μας παρακολουθούσαν. Αλλά κανείς δεν ήταν πίσω μας· τουλάχιστον, έτσι είπε ο Χάλρεοκ, γιατί εγώ δεν είμαι κατάσκοπος. Η Ζανάιλχα, που μας περίμενε εκεί μαζί με τους υπόλοιπους μαχητές της Βασίλισσας και τους Ταργκάφλι (πλην της Χιρκόμο που είχε πάει με την Ανταρλίδα), μας ρώτησε τι είχε γίνει. Είχαν όλα εξελιχτεί σύμφωνα με το σχέδιο του Τάμπριελ;

Είναι αιχμάλωτος, της είπα. Ο Νίρναλωμ τον κράτησε και εμάς μας έδιωξε. Ο Τάμπριελ είχε δίκιο: ο Άρχοντας της Καρκούμ έχει κάνει κάποια συμφωνία με τον Ιεράρχη.

Τα λεφτά μου, μας θύμισε η Ζανάιλχα, ακόμα δε μου τάχετε δώσει όλα.

Μην ανησυχείς, της αποκρίθηκε ο Χάλρεοκ με σκοτεινό ύφος, θα πάρεις τα λεφτά σου όταν ο Τάμπριελ είναι πάλι μαζί μας.

Αν είναι πάλι μαζί μας, τόνισε εκείνη. Τι θα γίνει αν δεν επιστρέψει;

Σ’αυτό, όμως, ο Χάλρεοκ δεν έδωσε απάντηση· προτίμησε να την αγνοήσει, διότι, αν απαντούσε, μάλλον θα βρίζονταν – τέτοια εντύπωση μού έδωσε η έκφρασή του.

Περιμέναμε, λοιπόν, ενώ το σκοτάδι πύκνωνε γύρω μας και, τελικά, η νύχτα ήρθε. Ο Πράσινος και ο Ιώδης φάνηκαν στον ουρανό, αλλά ούτε ο Τάμπριελ ούτε η Ανταρλίδα δεν είχαν επιστρέψει ακόμα.

Η επιχείρηση διάσωσης τώρα θ’αρχίζει, μου θύμισε ο Χάλρεοκ. Θα περιμένουν την κάλυψη του σκοταδιού της νύχτας για να κινηθούν.

Θεοί, σκέφτηκα, τι θα κάνω αν δεν επιστρέψουν; Τι θα πω στη Βασίλισσα;

Από την άλλη, βέβαια, δεν ήταν δικό μου το λάθος· εκείνοι ήθελαν να πάνε στον Άρχοντα Νίρναλωμ· εγώ τους είχα προειδοποιήσει να μην το κάνουν! Κι επιπλέον, ο Χάλρεοκ ήταν πολεμιστής και υπεύθυνος για τη φύλαξή τους· εγώ είμαι ένας απλός Γραμματικός.

Ευτυχώς που κρατούσα αυτές τις σημειώσεις όσο περιμέναμε μες στο ερείπιο διότι αλλιώς η ώρα δεν θα περνούσε.

Η πένα μου γρατσούνιζε το τέλος μιας σελίδας όταν άκουσα θορύβους από κάτω, από τα υπόγεια. Από τη Σήραγγα.

Χάλρεοκ! είπα, έντονα αλλά χαμηλόφωνα. Κάποιοι είναι εκεί. Και του έδειξα το άνοιγμα (που μπορούσαμε να το δούμε μόνο επειδή ο Αλίρκωπ μάς είχε πει ακριβώς πού ήταν, αλλιώς τα μάτια είχαν την τάση να το αγνοούν).

Ο Χάλρεοκ τράβηξε το σπαθί του, το ίδιο και οι πολεμιστές του· και κάμποσοι Ταργκάφλι έβγαλαν επίσης τα όπλα τους. Η Ζανάιλχα έμεινε ακίνητη αλλά παρατηρητική.

Από τη Σήραγγα, όμως, δεν ήρθε ούτε κανένα τερατώδες πνεύμα για να μας στοιχειώσει, ούτε κανένας εχθρός· βγήκαν, ο ένας κατόπιν του άλλου, ο Τάμπριελ, η Ανταρλίδα, ο Αλίρκωπ και ο Θυμός, ο Χάορτατ, η Χιρκόμο, και ένας άγνωστος άντρας.

Είστε ζωντανοί! είπα καθώς πεταγόμουν όρθιος.

Ο Τάμπριελ με κοίταξε σαν να ήμουν τελείως τρελός ή σαν να είχα εκφράσει το πιο αλλόκοτο πράγμα στο Ατέρμονο Σύμπαν2, και είπε: Αμφέβαλλες ότι θα μας ξανάβλεπες, Καλέφραζ; – λες και δεν συνέβαινε απολύτως τίποτα!

Ποιος είναι αυτός; ρώτησε ο Χάλρεοκ ατενίζοντας τον άγνωστο άντρα που είχαν φέρει μαζί τους.

Τον βρήκαμε στα μπουντρούμια του Νίρναλωμ, εξήγησε ο Τάμπριελ· δεν ξέρω τίποτ’άλλο γι’αυτόν, εκτός απ’το ότι έχω «δει» το πρόσωπό του.

Τι θε να πεις, ρε φίλε, έχεις δει το πρόσωπό μου; πετάχτηκε εκείνος. Πού τόχεις ξαναδεί, να πούμε;

Η φάτσα αυτού του τύπου, οφείλω να ομολογήσω, δεν μου άρεσε καθόλου. Ούτε ο τρόπος που μιλούσε μού άρεσε. Μου θύμιζε κλέφτη, ληστή, ή πειρατή· και, όπως αποδείχτηκε, δεν είχα άδικο. Αργότερα, μας είπε ότι τον έλεγαν Ταρνάτλο, καταγόταν από τη Γη της Φέδλωχ, και ήταν «ελεύθερος ναυτικός» – πειρατής δηλαδή! Οι άνθρωποι του Νίρναλωμ τον είχαν αιχμαλωτίσει ύστερα από μια θαλάσσια αναμέτρηση και τον είχαν φέρει εδώ. Θα ήταν υποχρεωμένος, είπε, αν τον πηγαίναμε στην πατρίδα του. Ο Τάμπριελ τού αποκρίθηκε ότι, δυστυχώς, τώρα κατευθυνόμασταν βόρεια, στη Γη των Ταργκάφλι και στην πόλη της Βινέρνι. Οπότε ο Ταρνάτλο τον κοίταξε παραξενεμένος και ρώτησε μήπως είχαμε να του δώσουμε χρήματα για να μπαρκάρει γρήγορα σε κάποιο πλοίο, προτού αρχίσει ο Νίρναλωμ να τον αναζητά. Ο Χάλρεοκ, τότε, παρενέβη (και πολύ καλά έκανε, οφείλω να σχολιάσω!) λέγοντάς του ότι δεν είχαμε χρήματα για να ξοδεύουμε σε αγνώστους· μετά δυσκολίας τα φέρναμε βόλτα οι ίδιοι (αληθές, ασφαλώς· αληθές). Επομένως, καταλήξαμε να πάρουμε τον Ταρνάτλο μαζί μας, στο ταξίδι μας προς τη Βινέρνι, διότι δεν είχε πού αλλού να πάει, κι ετούτα τα μέρη δεν τα ήξερε σχεδόν καθόλου.

Τέλος πάντων· αυτά τα είπαμε μετά, αφού είχαμε ακολουθήσει τη Σήραγγα και βγει από την Καρκούμ. Τότε, εκείνο που ρώτησα εγώ ήταν: Τελικά ο Νίρναλωμ είχε συνωμοτήσει με τον Ιεράρχη, έτσι;

Ναι, απάντησε ο Τάμπριελ και μου είπε ότι ο Ιεράρχης είχε έρθει να τον βρει στο κελί του. Είναι όμως νεκρός τώρα, πρόσθεσε· η Ανταρλίδα φρόντισε γι’αυτό. Πράγμα το οποίο, βέβαια, δε σημαίνει πως δεν θα τον ξανασυναντήσουμε. Θα ξανάρθει· κι όταν ξανάρθει θα είναι καλύτερα προετοιμασμένος.

Μετά, η Ανταρλίδα τόνισε πως καλύτερα να μην καθόμασταν άλλο στην πόλη· έτσι κατεβήκαμε στα βάθη της Σήραγγας και βγήκαμε στην ερειπωμένη μεριά της Καρκούμ, έξω απ’τα τείχη. Καθώς προχωρούσαμε υπογείως, ρώτησα τον Τάμπριελ πώς είχαν έρθει από το Κάστρο μέσω της Σήραγγας.

Και ο Τάμπριελ μού απάντησε: Ο Αλίρκωπ βρήκε ένα άνοιγμα, Καλέφραζ, μέσα στα μπουντρούμια του Νίρναλωμ, και μετά η Βιβεϊρλώταθ (ο Μεγάλος Προφήτης άγγιξε το περιδέραιο που κρεμόταν στο στήθος του) σας εντόπισε και μας καθοδήγησε.

Μας εντόπισε; έκανα παραξενεμένος, γιατί τότε ήμουν τελείως ανίδεος από τέτοια πράγματα.

Ο Μεγάλος Προφήτης δεν μπήκε στον κόπο να μου απαντήσει.

Φτάνοντας στην ερειπωμένη μεριά της Καρκούμ, διαπιστώσαμε ότι τα άλογα που είχαμε αφήσει εδώ είχαν κλαπεί.

Αναμενόμενο, μούγκρισε η Ζανάιλχα, αν και ήλπιζα ότι ίσως να μη συνέβαινε. Και ρώτησε τον Τάμπριελ: Πότε θα πάρω τα λεφτά μου;

Σε χρειαζόμαστε για να μας οδηγήσεις ξανά μέσα στη Γη των Ταργκάφλι, Ζανάιλχα, της απάντησε εκείνος. Θα μας οδηγήσεις;

Αν με πληρώσετε, ναι.

Και ο Μεγάλος Προφήτης την πλήρωσε, ενώ συγχρόνως τη ρωτούσε πού θα βρούμε άλογα έξω απ’την Καρκούμ.

Η Ζανάιλχα απάντησε ότι θα έπρεπε να τα ζητήσουμε είτε από νομάδες είτε από την πόλη κάποιων Ταργκάφλι.

Μην ανησυχείτε, μας είπε η Χιρκόμο· θα βρούμε άλογα βόρεια από δω. Ίσως και ελέφαντες.

Οι ελέφαντες είναι επικίνδυνοι απ’όσο ξέρω, είπε ο Τάμπριελ.

Η μάγισσα κούνησε το κεφάλι της τινάζοντας τα μακριά, πορφυρά μαλλιά της, και αποκρίθηκε: Όχι όταν ξέρεις πώς να τους ηρεμήσεις.

Κι εσύ ξέρεις;

Ναι, δεν είναι δύσκολο. (Και φαινόταν να την παραξενεύει το γεγονός ότι ένας τόσο δυνατός μάγος όπως ο Τάμπριελ δεν ήξερε.)

Φύγαμε από την Καρκούμ την ίδια νύχτα, διότι δεν μπορούσαμε να το ριψοκινδυνέψουμε να μείνουμε άλλο. Μπορεί ο Ιεράρχης να ήταν νεκρός αλλά ο Νίρναλωμ ίσως να έστελνε ανθρώπους του να ψάξουν για εμάς.

Ο Χάορτατ ρώτησε τον Τάμπριελ αν θα μπορούσε να έρθει μαζί μας.

Τόσο καιρό κρυβόσουν μες στα ερείπια, του είπε εκείνος (πολύ σωστά)· γιατί τώρα θέλεις να φύγεις;

Δεν είναι φανερό; Θα με κυνηγήσει ο Νίρναλωμ, και–

Ο Νίρναλωμ ούτως ή άλλως σε κυνηγά.

Τώρα, όμως, που σας οδήγησα μες στο Κάστρο του–

Δεν του είπα τίποτα για σένα, Χάορτατ.

Θα το κατάλαβε, όμως, εκείνος! Είναι πονηρός· σίγουρα θα το κατάλαβε. Νάρθω μαζί σας; Θα μου γλιτώσετε το τομάρι μου έτσι – και μην ξεχνάς πως κι εγώ σας βοήθησα!

Και ο Μεγάλος Προφήτης τού επέτρεψε να έρθει.

Για όνομα του Μεγάλου Τίγρη, είχαμε γεμίσει κακοποιούς και παράφρονες!

Δεν μπορούσε, όμως, να γίνει τίποτα για ν’αλλάξει αυτό, έτσι ξεκινήσαμε το ταξίδι μας μαζί τους. Και δεν ήταν πιο ευχάριστο απ’ό,τι τις προηγούμενες φορές, αν και οφείλω να ομολογήσω ότι είχα αρχίσει να συνηθίζω πλέον τις κακουχίες. Τα έντομα που ζουζούνιζαν γύρω μας, μέσα στην καλοκαιρινή κάψα, δεν με ενοχλούσαν και τόσο πολύ· τα κακοτράχαλα μονοπάτια (όπου δεν μπορούσες να ιππεύεις) έκαναν τα πόδια μου να πονάνε λιγότερο απ’ό,τι πριν· και οι κραυγές των άγριων θηρίων δεν με ξυπνούσαν τόσο συχνά τις νύχτες. (Ορίστε, λοιπόν, πώς ένας πολιτισμένος άνθρωπος μπορεί σταδιακά να μετατραπεί σε άγριο και να ξυπνήσει εντός του τη βαρβαρική του φύση.)

Εκείνο που δεν συνήθισα καθόλου ήταν το γεγονός ότι βρισκόμουν μακριά από την Κάνταφάχ μου και τα παιδιά μας. Μέρα με τη μέρα, αισθανόμουν ολοένα και χειρότερα που δεν ήμουν κοντά της. Η σύζυγός μου μου έλειπε, και μια νύχτα που μου ήταν αδύνατο να κοιμηθώ έγραψα ετούτο το ποίημα γι’αυτήν–

 

Ρόδο της χρυσαφιάς αυγής,
πέπλο της μαργαριταρένιας νύχτας,
αιώνια καρδιά του γλυκού μου πόθου·
Τα όνειρά μου για σένα σαν πολύτιμοι λίθοι
κάτω από το φως των φεγγαριών·
Η απουσία σου από δίπλα μου σαν κακοποιός δαίμων
κατασπαράζει τα σωθικά μου.
Αποζητώ εξιλέωση με τα φιλιά σου!

 

Μου λένε ότι δεν είμαι καλός ποιητής, αλλά δεν θα τους αφήσω αυτούς να με εμποδίσουν απ’το να εκφράσω τα τρυφερά μου συναισθήματα!

Ας επιστρέψουμε, όμως, στο ταξίδι μας στη βαρβαρική και άγρια Γη των Ταργκάφλι που κάνει τους ανθρώπους επίσης άγριους και βαρβαρικούς.

Η Χιρκόμο, όπως είχε υποσχεθεί στον Μεγάλο Προφήτη, μας βρήκε μεταφορικά μέσα. Σταματήσαμε σ’έναν καταυλισμό νομάδων και, ύστερα από κάποιες συνεννοήσεις, καταλήξαμε με άλογα και με έναν ελέφαντα. Η Χιρκόμο ανέβηκε πρώτη επάνω στο μεγαθήριο και πρότεινε και στον Μεγάλο Προφήτη να ανεβεί – πράγμα που εγώ του τόνισα ότι ήταν μάλλον ριψοκίνδυνο και άσκοπο. Εκείνος με αγνόησε και ανέβηκε. (Γιατί ποτέ κανένας δεν με ακούει; Τέλος πάντων – προσπάθησα!)

Ληστές, με τη χάρη και την τύχη του Μεγάλου Τίγρη, δεν μας επιτέθηκαν. Η Ζανάιλχα αποδείχτηκε καλή οδηγός γι’ακόμα μια φορά (παρά τα όσα, κατά περίσταση, μουρμούριζε ο Χάλρεοκ γι’αυτήν) και ο χάρτης του Ο’Μάλζεκ Χάλρικ της Βινέρνι αποδείχτηκε αξιόπιστος. Τα μονοπάτια που είναι σημειωμένα εδώ πάνω, μου είπε η Ζανάιλχα ένα απόβραδο που ξεκουραζόμασταν, δεν τα ξέρει κανένας, Καλέφραζ! Θα με χρυσοπληρώνουν από δω και πέρα για να τους οδηγώ στη Γη των Ταργκάφλι.

Βλέπεις, λοιπόν; της είπα. Σου φέραμε καλή τύχη.

Η Ζανάιλχα μειδίασε, και με κέρασε καφάρδιο3.

Τη δεύτερη νύχτα από τότε που αγοράσαμε τα μεταφορικά μας μέσα, ο ελέφαντας καταλήφθηκε από τη Μάνητα των Ουρανών. Τα αστέρια και τα φεγγάρια ήταν στις σωστές θέσεις για να συμβεί αυτό, είπαν η Χιρκόμο και ο Αλίρκωπ. Το πελώριο θηρίο άρχισε να φωνάζει, υψώνοντας την προβοσκίδα του στον ουρανό, και τα μάτια του έμοιαζαν να γυαλίζουν μ’έναν αφύσικο τρόπο. Είχα τρομοκρατηθεί! Η Χιρκόμο όμως το πλησίασε, το άγγιξε, και ακούμπησε το πλάι του προσώπου της επάνω στο πόδι του (που ήταν σαν κορμός χοντρού δέντρου), ψιθυρίζοντάς του λόγια που δεν μπορούσα ν’ακούσω. Και μετά, ο ελέφαντας ηρέμησε. Δόξα στον Μαράνχαλωμ, τον Μεγάλο Τίγρη!

Η Χιρκόμο χαμογέλασε, και είπε στον Τάμπριελ: Είδες;

Ο Μεγάλος Προφήτης έμεινε σιωπηλός και συλλογισμένος καθώς μασουλούσε ένα κομμάτι κρέας από μια αντιλόπη που η Ανταρλίδα και η Ζανάιλχα είχαν σκοτώσει εκείνο το απόγευμα.

Ενώ πλησιάζαμε τη Βινέρνι, το πρωινό της τελευταίας ημέρας του ταξιδιού μας, συναντήσαμε μια αρκετά μεγάλη ομάδα Ταργκάφλι οι οποίοι μας είπαν ότι έρχονταν από μια πόλη που ονομαζόταν Ρισίμκλα. Μαζί τους ήταν ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ τους, και κατευθύνονταν στη Βινέρνι για τη συγκέντρωση που θα γινόταν εκεί.

Εξεπλάγησαν όταν είδαν ότι συνταξιδεύαμε με τον Τάμπριελ, τον εξώκοσμο, κοκκινόδερμο Καζίτο’ναρ που είχε στο πλευρό του την πανίσχυρη Βιβεϊρλώταθ.

*
* * *
*

Ο ήλιος έδυε όταν έφτασαν στη Βινέρνι μαζί με τη συνοδεία του Ο’Μάλζεκ Χάλρικ της Ρισίμκλα, ο οποίος ήταν ένας μικρόσωμος άντρας με δέρμα κατάμαυρο και γενειάδα μακριά και γαλανή. Καθόταν επάνω σ’έναν ελέφαντα καπνίζοντας μια μακριά πίπα, και η σύζυγός του – μια λευκή γυναίκα με μακριά, σγουρά μαύρα μαλλιά η οποία ήταν τουλάχιστον δεκαπέντε χρόνια νεότερή του – καθόταν πίσω απ’αυτόν.

«Δεν έχουν ονόματα οι Ο’Μάλζεκ Χάλρικ;» είχε ρωτήσει η Ανταρλίδα πριν από μερικές ώρες, αφότου είχαν συναντήσει τη συνοδεία. «Όλους Ο’Μάλζεκ Χάλρικ τούς λένε;»

«Φυσικά και έχουν ονόματα,» της είχε απαντήσει η Ζανάιλχα. «Αλλά σε κάθε πόλη μόνο ένας Άρχοντας των Ερειπίων υπάρχει, έτσι τον λένε Ο’Μάλζεκ Χάλρικ και δε χρησιμοποιούν το παλιό του όνομα.»

Στη Βινέρνι, ήταν συγκεντρωμένοι Ταργκάφλι κι από άλλες πόλεις, όπως ήταν αναμενόμενο· οι αρχαίες πολυκατοικίες ήταν γεμάτες από τους επισκέπτες και τα ζώα τους. Ο ερχομός του Τάμπριελ ανακοινώθηκε αμέσως στον Ο’Μάλζεκ Χάλρικ της Βινέρνι, και εκείνος ήρθε να συναντήσει αυτόν, τους συντρόφους του, και τον Ο’Μάλζεκ Χάλρικ της Ρισίμκλα.

«Σε χαιρετώ, Καζίτο’ναρ!» είπε κλίνοντας το κεφάλι προς τη μεριά του Τάμπριελ, ο οποίος είχε μόλις κατεβεί από τον ελέφαντά του μαζί με τη Χιρκόμο, και δύο Ταργκάφλι έπαιρναν το ζώο από το μακρύ σχοινί που ήταν περασμένο γύρω απ’το λαιμό του, για να το οδηγήσουν σ’ένα αρχαίο γκαράζ όπου τώρα σταβλίζονταν ελέφαντες.

«Καλώς σε βρίσκω, Ο’Μάλζεκ Χάλρικ,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ.

«Τελείωσαν οι δουλειές σου στην Καρκούμ;»

«Έτσι νομίζω.»

Ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ στράφηκε τότε στον ομότιμό του, ο οποίος είχε επίσης κατεβεί απ’τον ελέφαντά του και στεκόταν παραδίπλα, στηριζόμενος σ’ένα μπαστούνι ψηλότερο από τον ίδιο. Η σύζυγός του ήταν πλάι του, ρίχνοντάς του ένα κεφάλι.

«Ο’Μάλζεκ Χάλρικ,» είπε ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ της Βινέρνι ακουμπώντας τη δεξιά του γροθιά στην αριστερή μεριά του στήθους του, «σε καλωσορίζω στην πόλη μου!»

«Αποδέχομαι τη φιλοξενία σου, Ο’Μάλζεκ Χάλρικ,» αποκρίθηκε ο μικρόσωμος, μαυρόδερμος άντρας ακουμπώντας τη δεξιά του γροθιά στην αριστερή μεριά του στήθους του.

«Έχεις καινούργια σύζυγο, παρατηρώ…»

«Ναι. Με την προηγούμενη δεν τα πηγαίναμε καλά πια. Ξέρεις, όλα αυτά με την καθημερινή συμβίωση…» Ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ της Ρισίμκλα μειδίασε.

Ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ της Βινέρνι έκανε νόημα στους ανθρώπους του να οδηγήσουν τους επισκέπτες στα καταλύματά τους.

«Περιμένουμε πολλούς ακόμα;» τον ρώτησε ο Τάμπριελ όταν οι Ταργκάφλι της Ρισίμκλα είχαν απομακρυνθεί.

«Όχι. Αυτοί ήταν οι τελευταίοι, και είχαν αργήσει.»

Ο Τάμπριελ και οι σύντροφοί του οδηγήθηκαν στα ίδια δωμάτια όπου είχαν οδηγηθεί και την προηγούμενη φορά, στον δεύτερο όροφο μιας ερειπωμένης πολυκατοικίας. Οι Ταργκάφλι τούς είχαν ήδη φέρει βραδινό, και έφαγαν χορταστικά προτού πάνε να ξεκουραστούν.

Η Ανταρλίδα έκανε μπάνιο μέσα σε μια πέτρινη λεκάνη η οποία γέμιζε νερό με το πάτημα ενός διακόπτη· οι Ταργκάφλι της Βινέρνι είχαν υδρευτικό σύστημα παρότι έμεναν σε τούτους τους άγριους τόπους. Ή, μάλλον, είχαν καταφέρει να βάλουν σε σωστή λειτουργία το υδρευτικό σύστημα της αρχαίας πόλης. Το νερό το μάζευαν σε μια μεγάλη δεξαμενή και ήταν, κατά κύριο λόγο, βρόχινο. Είχαν αρκετές βροχές σ’αυτά τα μέρη, είτε ήταν χειμώνας είτε (όπως τώρα) καλοκαίρι.

Ο Τάμπριελ έκανε μπάνιο μετά από την Ανταρλίδα, και, ενόσω πλενόταν, η γη τραντάχτηκε από έναν σεισμό. Έναν από τους ισχυρούς σεισμούς που συνέβαιναν σ’ολόκληρο τον κόσμο ύστερα από την εμφάνιση του Ρήγματος.

Η Βιβεϊρλώταθ ανησύχησε· ο Τάμπριελ αισθάνθηκε την ανησυχία της μέσα από το περιδέραιό του – το μοναδικό πράγμα που φορούσε τώρα επάνω του.

Τι είναι, Βιβεϊρλώταθ; Νιώθεις τον σεισμό; τη ρώτησε.

Τον ένιωθε. Φυσικά και τον ένιωθε.

Μέσα από εμένα;

Όχι· αισθανόταν η ίδια τα τραντάγματα. Τα τραντάγματα δεν γίνονταν μόνο στο υλικό επίπεδο.

Συμβαίνουν και στο ενεργειακό πλέγμα;

Από εκεί ξεκινούσαν.

Το Φράγμα έχει πειραχτεί καθόλου από το Ρήγμα;

Το Ρήγμα;

Δεν έχεις δει το Ρήγμα;

Δεν το είχε δει. Η δουλειά της ήταν να φρουρεί τη μια όψη του Φράγματος.

Ο Τάμπριελ σκέφτηκε: Ίσως θα έπρεπε να σε πάω στο Ρήγμα, λοιπόν. Αναρωτιέμαι τι να έχεις να πεις γι’αυτό.

Τη ρώτησε: Από πού αισθάνεσαι να έρχεται η διαταραχή του πλέγματος;

Από ανάμεσα απ’τις όψεις του Φράγματος.

Τι σημαίνει αυτό;

Σήμαινε αυτό που σήμαινε.

Ο Τάμπριελ συνοφρυώθηκε, συλλογισμένα. Αφού η κάθε όψη του Φράγματος ήταν, στον υλικό κόσμο, και σε διαφορετικό σημείο, τότε «ανάμεσα από τις όψεις του Φράγματος» ίσως να σήμαινε πως το Ρήγμα βρισκόταν στο κέντρο του τριγώνου.

Συμπτωματικό; Μάλλον όχι.

Ο Τάμπριελ βγήκε απ’το μπάνιο και γρήγορα σκουπίστηκε. Φόρεσε το παντελόνι του και μπήκε στο δωμάτιο που μοιραζόταν με την Ανταρλίδα. Η Μαύρη Δράκαινα ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι, ντυμένη με τα εσώρουχά της κι έχοντας ένα σεντόνι ριγμένο γύρω απ’τα πόδια της. Ο Τάμπριελ γονάτισε δίπλα στον σάκο του, τον άνοιξε, και τράβηξε από μέσα τον παγκόσμιο χάρτη που του είχε δώσει ο Καλέφραζ. Πήγε στο κρεβάτι και τον ξεδίπλωσε επάνω.

«Τι κάνεις εκεί;» τον ρώτησε η Ανταρλίδα ανακαθίζοντας.

«Το Ρήγμα είναι εδώ,» είπε εκείνος δείχνοντας στα βόρεια του Βασιλείου Τάρσαζ. «Επομένως….» Το βλέμμα του πήγε στη Βινέρνι, και μετά βορειοανατολικά, και νοτιοδυτικά. «Κάπου εδώ πρέπει να είναι το ένα Φράγμα,» μουρμούρισε διαγράφοντας με το δάχτυλό του μια καμπύλη· «και κάπου εδώ το άλλο,» πρόσθεσε διαγράφοντας μια άλλη καμπύλη. Η πρώτη καμπύλη περιλάμβανε τις Παγωμένες Εκτάσεις και τις Ερημιές του Τέλους του Κόσμου· η δεύτερη, τη Γη της Φέδλωχ, την Ενδότερη Θάλασσα, και το Δυτικό Πέλαγος.

«Τι ψάχνεις;» ρώτησε η Ανταρλίδα.

«Η Βιβεϊρλώταθ μού είπε ότι ο υπερδιαστασιακός στρόβιλος βρίσκεται ανάμεσα στις όψεις του Φράγματος. Ανάμεσα, δηλαδή, στα τρία Φράγματα που έφτιαξαν οι Αρχαίοι για να αποκλείσουν αυτή τη διάσταση από το υπόλοιπο σύμπαν.»

«Και σκέφτεσαι ότι ίσως καταφέρεις να εντοπίσεις τα άλλα δύο χρησιμοποιώντας αυτό ως οδηγό;»

«Δε μπορώ να εντοπίσω έτσι την ακριβή θέση τους, αλλά μπορώ, τουλάχιστον, να δω τη γενικότερη τοποθεσία τους.»

Η Ανταρλίδα κοίταξε τον χάρτη, και μετά είπε: «Ο Ταρνάτλο είναι από τη Φέδλωχ. Αν το δέντρο που ‘είδες’ βρίσκεται εκεί, ίσως να ξέρει πού είναι.»

Ο Τάμπριελ ένευσε. «Θα τον ρωτήσω.»

Το πρωί, όμως, όταν τον ρώτησε, εκείνος τού απάντησε πως δεν ήξερε τίποτα για κανένα τέτοιο δέντρο.

«Αλλά δεν αποκλείεται να υπάρχει,» πρόσθεσε. «Ξέρεις τι παλαβοί μένουνε στις ζούγκλες, εκεί ανάμεσα στα ποτάμια; Ανθρωποφάγοι είναι πολλοί από δαύτους, αδελφέ· σε μασουλάνε και σε καταπίνουνε, και πίνουν το αίμα σου μετά. Οπότε, που λες, δεν αποκλείεται το δέντρο αυτό νάναι στις περιοχές τους, έτσι όπως μου το περιγράφεις, με τα νεκροκέφαλα κρεμασμένα πάνω του και τα κουφάρια στις ρίζες του.»

Ο Τάμπριελ στράφηκε στον Καλέφραζ, καθώς όλοι τους βρίσκονταν στο καθιστικό των δωματίων του δεύτερου ορόφου της πολυκατοικίας. «Τι νομίζεις; Είναι πιθανό;»

Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους. «Ναι, γιατί όχι; Ένα ταξίδι εκεί, όμως, δε με ξετρελαίνει.» Ρίγησε φανερά.

Ο Χάλρεοκ, που ήταν καθισμένος σε μια πολυθρόνα πίνοντας καφέ από μια πήλινη κούπα, είπε στον Τάμπριελ: «Μην ξεχνάς ότι, σύντομα, πρέπει να επιστρέψουμε στο Τάρσαζ.»

«Δε σκόπευα να ξεκινήσω αμέσως για τη Γη της Φέδλωχ,» αποκρίθηκε εκείνος.

«Δεν το λέω γι’αυτό. Το λέω επειδή εδώ, ανάμεσα στους Ταργκάφλι, φαίνεται να έχουμε ξεχάσει ότι η Βασίλισσα μάς περιμένει, και ότι πόλεμος γίνεται στα δυτικά του Βασιλείου μας ο οποίος πιθανώς να εξαπλωθεί και προς τα δικά μας σύνορα.»

«Δεν έχουμε ξεχάσει τίποτα, Χάλρεοκ,» του είπε ο Τάμπριελ. «Μόλις ολοκληρωθεί το συμβούλιο των Ο’Μάλζεκ Χάλρικ, θα επιστρέψουμε στο Τάρσαζ προτού κάνουμε οτιδήποτε άλλο.»

Ο Χάλρεοκ ένευσε ικανοποιημένα και ήπιε ακόμα μια γουλιά απ’τον καφέ του.

«Δε μπορούμε, πάντως, να πάρουμε πλοίο απ’την Καρκούμ για να φύγουμε,» είπε η Ανταρλίδα. «Θα είναι πολύ ριψοκίνδυνο.»

«Ναι,» συμφώνησε ο Τάμπριελ· «θα χρειαστεί ν’ακολουθήσουμε άλλο δρόμο.»

«Εγώ πρέπει να επιστρέψω στην Καρκούμ,» δήλωσε η Ζανάιλχα. «Μην ξεχνάτε ότι εκεί μένω.»

«Φοβάμαι πως θα επιστρέψεις μόνη σου,» της είπε ο Τάμπριελ. «Εμείς μάλλον θα πάμε από ξηράς στο Τάρσαζ· δε θα πλησιάσουμε τις ακτές.»

«Από ξηράς;» έκανε ο Καλέφραζ, έκπληκτος.

«Οι Ταργκάφλι της Βινέρνι δε θα μ’αφήσουν να φύγω μαζί με τη θεά τους.»

Ο Χάλρεοκ συνοφρυώθηκε. «Και τι ακριβώς σημαίνει αυτό, Τάμπριελ;»

«Αυτό,» του απάντησε ο Τάμπριελ, «σημαίνει ότι, μάλλον, θα έρθουν μαζί μας στο Τάρσαζ.»

«Μεγάλε Τίγρη…!» Ο Χάλρεοκ κούνησε το κεφάλι. «Δεν ξέρω αν η Βασίλισσα θα το δεχτεί. Δε μιλάμε για δέκα-είκοσι ανθρώπους· μιλάμε για εκατοντάδες! Πόσοι Ταργκάφλι μένουν στη Βινέρνι; Ξέρεις;»

«Δεν έχω ρωτήσει τον Ο’Μάλζεκ Χάλρικ,» παραδέχτηκε ο Τάμπριελ.

Η Ζανάιλχα είπε: «Γύρω στους δύο χιλιάδες πρέπει νάναι.»

Ο Χάλρεοκ ρουθούνισε. «Μεγάλε Τίγρη…»

«Θα έχουμε προβλήματα αν τους φέρεις στο Τάρσαζ,» είπε ο Καλέφραζ στον Τάμπριελ.

«Δε νομίζω ότι θα φερθούν εχθρικά–»

«Δεν είναι αυτό. Είναι το ότι είναι… είναι Ταργκάφλι! Οι άνθρωποι του Τάρσαζ θα τους δουν ως κάτι το ξένο μέσα στο Βασίλειό τους.»

«Θ’αλλάξουν γνώμη όταν γίνει ο πόλεμος,» είπε ο Τάμπριελ. «Οι Ταργκάφλι θα τους βοηθήσουν.»

«Πόλεμος; Το έχεις δει αυτό;»

«Φυσικά και το έχω δει,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ ήρεμα.

«Με ποιον θα γίνει πόλεμος;» ρώτησε ο Χάλρεοκ. «Με την Κοινωνία;»

«Έτσι νομίζω.»

«Κι εσύ ο ίδιος, όμως, έχεις πει ότι δε βγαίνουν πάντα αληθινά όλα όσα βλέπεις.»

«Αλλά συνήθως βγαίνουν.»

Ο Χάλρεοκ κούνησε το κεφάλι του ξανά. «Εξακολουθεί να μη μ’αρέσει αυτή η ιδέα. Αλλά, υποθέτω, η τελική απόφαση θα πρέπει να είναι της Βασίλισσας.»

Κεφάλαιο Εικοστό-Πέμπτο
Ο Ποταμός και η Γέφυρα

Οι διαβουλεύσεις των Ο’Μάλζεκ Χάλρικ κράτησαν τρεις ημέρες, κατά τη διάρκεια των οποίων ο Μεγάλος Προφήτης τούς μίλησε για το Ατέρμονο Σύμπαν, για το Ρήγμα, και για τα Φράγματα των Αρχαίων· και συζήτησαν πολλές ώρες αναμεταξύ τους προτού φτάσουν σε κάποια απόφαση σχετικά με το τι έπρεπε να γίνει.

Η απόφαση, τελικά, ήταν ότι οι Ταργκάφλι θα βοηθούσαν τον Μεγάλο Προφήτη να ξαναφέρει τον κόσμο μας σε επαφή με το Ατέρμονο Σύμπαν επειδή επιθυμούσαν να δουν επιτεύγματα και γνώσεις που κάποτε είχαν μόνο οι Αρχαίοι. Ωστόσο, δεν ήξεραν πώς ακριβώς να τον βοηθήσουν· χρειάζονταν καθοδήγηση, από τον ίδιο. Εκείνος τούς είπε ότι, προς το παρόν, το μόνο που έπρεπε να κάνουν ήταν να φρουρούν το Άγκιστρο του Κόσμου, διότι η Βιβεϊρλώταθ δεν θα ήταν πλέον εδώ για να το προστατεύει, και αν καταστρεφόταν, νέος Κατακλυσμός θα έπληττε τον κόσμο.

Οι Ταργκάφλι της Βινέρνι δήλωσαν ότι όπου πήγαινε η θεά τους θα πήγαιναν κι εκείνοι· έτσι, αν ο Μεγάλος Προφήτης έφευγε από εδώ, θα τον ακολουθούσαν· ήταν προετοιμασμένοι γι’αυτό. Δεν μπορούσαν να μείνουν πίσω για να φρουρούν το Άγκιστρο. Επομένως, αυτή τη δουλειά θα την αναλάμβαναν όλοι οι Ταργκάφλι, στέλνοντας πολεμιστές τους από κάθε πόλη.

Την επόμενη ημέρα μετά το συμβούλιο, οι κάτοικοι της Βινέρνι ετοιμάστηκαν για ταξίδι προς τα δυτικά. Προς το Τάρσαζ. Διότι ήταν πλέον καιρός να φύγουμε: να επιστρέψουμε στην πατρίδα μας, και να ξαναδώ την Κάνταφάχ μου.

*
* * *
*

Ένα πλήθος ανθρώπων που ταξίδευε με κάρα, άμαξες, άλογα, μουλάρια, ελέφαντες, και ό’τρατ ζιν, ενώ τραβούσε μαζί του κι άλλα ζώα: πρόβατα, μαρνέκια, σκυλιά.

Ο Τάμπριελ έβλεπε, γι’ακόμα μια φορά, μία από τις εικόνες στο μυαλό του να γίνεται πραγματικότητα. Οι Ταργκάφλι της Βινέρνι έφευγαν από την πόλη τους κατευθυνόμενοι δυτικά, και εκείνος ήταν μαζί τους, καθισμένος επάνω στον ελέφαντά του κι ατενίζοντας το πλήθος ολόγυρα. Η Ανταρλίδα δεν βρισκόταν μακριά, καβάλα στο άλογό της. Η Ζανάιλχα ήταν επίσης κοντά και έφιππη, και τώρα αποχαιρετούσε τη Μαύρη Δράκαινα· ο Τάμπριελ τις είδε να ανταλλάσσουν μια χειραψία, και μετά είδε τη μαυρόδερμη οδηγό να υψώνει το χέρι της προς εκείνον, σε χαιρετισμό. Ο Τάμπριελ την αντιχαιρέτησε, και η Ζανάιλχα έστρεψε το άλογό της και κάλπασε προς τα νότια, με προορισμό την Καρκούμ.

Ο ήλιος ήταν δυνατός στον ουρανό, και η ζέστη έντονη.

Το πλήθος των Ταργκάφλι άφησε πίσω του τη Βινέρνι και άρχισε το ταξίδι προς το Βασίλειο Τάρσαζ.

Ο Τάμπριελ έσκυψε πάνω στον ελέφαντά του και φώναξε στον Αλίρκωπ, που ήταν δίπλα του ιππεύοντας ένα άλογο: «Δεν θα επιστρέψεις στην Καρκούμ εσύ; Αν σκοπεύεις να το κάνεις, καλύτερα να πας με τη Ζανάιλχα· δεν είναι μακριά ακόμα.»

«Δε θα πάω στην Καρκούμ, Τάμπριελ,» αποκρίθηκε εκείνος· «θα έρθω μαζί σου. Το είπα και στη Ζανάιλχα χτες βράδυ, όταν με ρώτησε αν θα συνταξιδεύαμε.»

«Εκεί που θα πάω τα πράγματα ίσως να αγριέψουν,» τον προειδοποίησε ο Τάμπριελ.

«Το ξέρω. Αλλά είμαι σίγουρος ότι θα αξίζει.»

«Όπως επιθυμείς, φίλε μου.»

*

Επί τέσσερις ημέρες διέσχιζαν τα εδάφη της Γης των Ταργκάφλι – ζούγκλες και ερημιές και χορταριασμένες πεδιάδες, υψώματα και χαμηλώματα – και το σούρουπο της πέμπτης ημέρας έφτασαν μπροστά σ’έναν μεγάλο, πλωτό ποταμό και σε μια μεγάλη, πέτρινη γέφυρα που οδηγούσε σε μια περιτειχισμένη πόλη.

Ο ποταμός ονομαζόταν Σάρηακ· η πόλη, Φάλαρεχ.

Και εδώ ήταν τα ανατολικά σύνορα του Βασιλείου Τάρσαζ.

Στις επάλξεις των τειχών της πόλης, ο Τάμπριελ μπορούσε να διακρίνει φωτιές αναμμένες· και, υψώνοντας ένα κιάλι στο δεξί του μάτι, είδε και στρατό συγκεντρωμένο.

Το τελευταίο τμήμα της μεγάλης γέφυρας, το τμήμα που βρισκόταν πιο κοντά στην Φάλαρεχ και πιο μακριά από τις ανατολικές όχθες του Σάρηακ, ήταν ξύλινο και τώρα είχε σηκωθεί, απαγορεύοντας τη διέλευση.

«Η αντίδρασή τους είναι λογική,» φώναξε ο Χάλρεοκ στον Τάμπριελ, ο οποίος καθόταν πάνω στον ελέφαντά του. «Φοβούνται ότι ίσως ήρθαμε να πολιορκήσουμε την πόλη.»

«Θα πρέπει, λοιπόν, να διασκεδάσουμε αυτό τον φόβο τους,» αποκρίθηκε εκείνος κατεβαίνοντας από τον ελέφαντα. «Σε γνωρίζουν εδώ, Χάλρεοκ;»

«Προσωπικά, όχι. Η Αρχόντισσα της Φάλαρεχ, όμως, σίγουρα θα δεχτεί να μου μιλήσει όταν μάθει ποιος είμαι.»

«Και καλύτερα να βιαστούμε,» τόνισε ο Καλέφραζ· «ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να συμβεί. Η Αρχόντισσα ίσως να έχει ήδη στείλει αγγελιαφόρους, ζητώντας στρατιωτική αρωγή από τις τριγυρινές περιοχές και από τη Βασίλισσα.»

Ο Τάμπριελ έκανε νόημα στον Ο’Μάλζεκ Χάλρικ να έρθει κοντά, κι εκείνος ήρθε.

«Φαίνεται πως δεν είμαστε καλοδεχούμενοι εδώ, Καζίτο’ναρ,» είπε.

«Μην κρίνεις από τώρα. Οι υπερασπιστές της πόλης δεν ξέρουν ότι είμαι εγώ μαζί σας, ούτε ο Χάλρεοκ ή ο Καλέφραζ. Θα πάμε, όμως, να τους μιλήσουμε. Μέχρι τότε, μην κάνετε τίποτα που μπορεί να το εκλάβουν ως εχθρική κίνηση.»

«Δε χρειάζεται ν’ανησυχείς γι’αυτό, Καζίτο’ναρ. Αλλά δεν μπορούμε να σ’αφήσουμε να πας μόνος στην πόλη. Κάποιοι από εμάς πρέπει να έρθουν μαζί σου.»

«Ας έρθουν. Όμως όχι πολλοί. Όχι παραπάνω από δύο.»

Ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ κατένευσε. «Όπως επιθυμείς.» Και απομακρύνθηκε, μάλλον πηγαίνοντας να ειδοποιήσει κάποιους από τους πολεμιστές του, ή τους μάγους του.

«Δε μ’αρέσει το γεγονός ότι θέλουν παντού να σε συνοδεύουν,» είπε ο Χάλρεοκ στον Τάμπριελ. «Αυτό ίσως να αποδειχτεί προβληματικό σε ορισμένους χώρους.»

«Ας επικεντρωθούμε σε ό,τι έχουμε μπροστά μας ετούτη τη στιγμή, καλύτερα,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ.

Ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ επέστρεψε μαζί με έναν πολεμιστή του και τη μάγισσα Χιρκόμο, και είπε στον Καζίτο’ναρ ότι αυτοί θα τον συνόδευαν. Ο Τάμπριελ τον ευχαρίστησε, και ύστερα βάδισε προς τη γέφυρα της Φάλαρεχ μαζί με τους δύο Ταργκάφλι, τον Χάλρεοκ, τον Καλέφραζ, και την Ανταρλίδα. Ανέβηκαν στο πέτρινο κατασκεύασμα και προχώρησαν επάνω του, αποφασιστικά αλλά όχι βιαστικά. Κανένας από τους υπερασπιστές στα τείχη δεν επιχείρησε να τους τοξέψει, ούτε έκανε καμία άλλη φανερή κίνηση: πράγμα το οποίο ήταν, αναμφίβολα, καλό σημάδι. Σήμαινε πως ήταν πρόθυμοι να μιλήσουν για να μάθουν τι ήθελαν οι Ταργκάφλι που είχαν συγκεντρωθεί στην ανατολική όχθη του Σάρηακ.

Ο Τάμπριελ και οι σύντροφοί του στάθηκαν, μέσα στο λυκόφως, στη δυτική άκρη της πέτρινης γέφυρας, εκεί όπου αυτή συνδεόταν με το ξύλινο τμήμα της το οποίο ήταν τώρα σηκωμένο. Οι πολεμιστές στα τείχη φαίνονταν πιο καθαρά από εδώ, καθώς δεν βρίσκονταν και τόσο μακριά πλέον.

«Ποιοι είστε;» φώναξε κάποιος – ο Τάμπριελ δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτα περισσότερο από μια σκοτεινή φιγούρα που είχε το τελευταίο φως του ήλιου πίσω της. «Τι ζητάτε εδώ;»

«Το όνομά μου είναι Χάλρεοκ λαρ Παρένταζ,» φώναξε ο Χάλρεοκ, «και είμαι ο Πρώτος Υπασπιστής του Δεξιού Χεριού του Θρόνου! Μαζί μου έχω τον Καλέφραζ λαρ Όρτεοβ, Βασιλικό Γραμματικό στο Παλάτι της Φέντινκεχ, και τον Τάμπριελ και την Ανταρλίδα που ήρθαν από το Ρήγμα! Δεν είμαστε εδώ με εχθρικές προθέσεις!»

«Και τι είναι αυτοί στην ανατολική όχθη;»

«Ταργκάφλι είναι,» φώναξε ο Τάμπριελ, «αλλά δεν είναι εχθροί σας. Είναι μαζί μου.»

«Δεν περιμένετε, ασφαλώς, η Αρχόντισσα να ανοίξει την πύλη της πόλης της για να μπουν αυτοί οι βάρβαροι στο Βασίλειο!»

«Περιμένουμε να ανοίξει την πύλη της πόλης της για να μπούμε εμείς,» απάντησε ο Τάμπριελ. «Εγώ και αυτοί που με συνοδεύουν.»

Η σκοτεινή μορφή του άντρα έφυγε από τις επάλξεις. Η ησυχία ήταν δυνατή ύστερα από τις φωνές. Ένας ψυχρός άνεμος φύσηξε από τα δάση που φαίνονταν στα βόρεια: ευχάριστος, για την ώρα, μετά από την καλοκαιρινή κάψα της ημέρας.

Το σκοτάδι πύκνωσε.

Το ξύλινο τμήμα της γέφυρας κατέβηκε. Η πύλη της Φάλαρεχ άνοιξε αποκαλύπτοντας πίσω της οπλισμένους πολεμιστές. Ανάμεσά τους ήταν ο άντρας που είχε μιλήσει και πριν· τουλάχιστον η φωνή του ακουγόταν ίδια.

«Περάστε,» είπε. «Η Αρχόντισσα θα μιλήσει μαζί σας.»

Πλησιάζοντας, ο Τάμπριελ είδε ότι ήταν λευκός, με ξανθά μαλλιά και ξυρισμένο πρόσωπο. Φορούσε αρματωσιά από φερίλιο, και κρατούσε το κράνος του παραμάσκαλα. Στο πλευρό του κρεμόταν ένα μεγάλο ξίφος.

«Ονομάζομαι Κελντίναζ λαρ Ναρχάεζ,» συστήθηκε, «και είμαι Φρούραρχος της Φάλαρεχ.»

Λαρ Ναρχάεζ σήμαινε γιος του Ναρχάεζ, όπως ήξερε ο Τάμπριελ. Συνωνυμία, προφανώς, με τον Ναρχάεζ το Δεξί Χέρι του Θρόνου.

«Χαίρω πολύ, Φρούραρχε,» είπε. «Αναμφίβολα θα έχεις ακούσει για εμένα και για την Ανταρλίδα.»

Ο Κελντίναζ ένευσε κοφτά. Κι ύστερα κοίταξε τον Χάλρεοκ, παρατηρώντας την αμφίεσή του σα να ήθελε να βεβαιωθεί ότι όντως ήταν αυτός που έλεγε και όχι κάποιος απατεώνας.

«Μας συγχωρείτε για την αναστάτωση,» είπε ο Πρώτος Υπασπιστής του Δεξιού Χεριού. «Ίσως θα έπρεπε να είχα έρθει πριν από τους υπόλοιπους για να σας ειδοποιήσω· αλλά η Βασίλισσα με έχει προστάξει να είμαι πάντα στο πλευρό του Τάμπριελ και της Ανταρλίδας, και δεν μπορούσα να τους εγκαταλείψω παρά το πλήθος των Ταργκάφλι γύρω τους.»

«Μιλάς σαν οι Ταργκάφλι να είναι σύμμαχοί μας ξαφνικά…»

«Στη συγκεκριμένη περίπτωση, είναι. Ή, μάλλον, είναι σύμμαχοι του Τάμπριελ.»

Ο Κελντίναζ κοίταξε τη Χιρκόμο και τον πολεμιστή πλάι της με καχυποψία, καθώς ήταν φανερά Ταργκάφλι, όχι άνθρωποι του Τάρσαζ.

«Καλώς,» είπε στον Χάλρεοκ. «Ελάτε· θα σας πάω στην Αρχόντισσα.»

Και τους οδήγησε στο Μέγαρο της Φάλαρεχ, το οποίο βρισκόταν στο κέντρο της πόλης. Καθοδόν, ο Τάμπριελ και η Ανταρλίδα παρατήρησαν ότι οι δρόμοι ήταν άδειοι αλλά πολλοί κάτοικοι κοίταζαν από τα παράθυρα. Οι πάντες είχαν κλειδαμπαρωθεί λόγω της άφιξης των Ταργκάφλι. Μάλλον νόμιζαν ότι θα γινόταν πολιορκία.

Η Αρχόντισσα Ισίλνεμ της Φάλαρεχ τούς περίμενε σε μια μεγάλη αίθουσα του Μεγάρου, ντυμένη μ’ένα μακρύ, γκρίζο φόρεμα με κρόσσια. Ήταν ψηλή, μαυρόδερμη, και είχε πράσινα, σπαστά μαλλιά που έπεφταν στην πλάτη και στους ώμους της. Πρέπει να ήταν γύρω στα σαράντα, και η όψη της φανέρωνε την ανησυχία και την ενόχλησή της για την παρουσία των Ταργκάφλι έξω απ’την πόλη της. Τα χείλη της ήταν σμιγμένα.

Ο σύζυγός της, που ονομαζόταν Κίμλοροκ, στεκόταν πλάι της. Ένας άντρας ψηλός σαν κι εκείνη, με φαρδείς ώμους, πλατύ στέρνο, γωνιώδες πρόσωπο, και γκρίζα μούσια και μαλλιά. Το δέρμα του ήταν λευκό, και φορούσε μπλε παντελόνι και πράσινο χιτώνιο. Πρέπει, στα χρόνια, να ήταν λίγο πιο μεγάλος από τη σύζυγό του.

Ο Φρούραρχος Κελντίναζ σύστησε την Αρχόντισσα Ισίλνεμ και τον Άρχοντα Κίμλοροκ, κι έπειτα τον Τάμπριελ και τους συντρόφους του.

«Τι συμβαίνει στην ανατολική όχθη;» απαίτησε ο Κίμλοροκ. «Προς τι αυτή η… συγκέντρωση;»

«Δεν υπάρχει λόγος για ανησυχία, Άρχοντά μου,» του είπε ο Χάλρεοκ. «Οι Ταργκάφλι δεν είναι εδώ ως εχθροί.»

«Γιατί είναι εδώ, τότε;» ρώτησε η Αρχόντισσα Ισίλνεμ.

«Διότι ακολουθούν εμένα,» εξήγησε ο Τάμπριελ.

Η Ισίλνεμ τον ατένισε μ’επιφύλαξη· το πορφυρό του δέρμα φαινόταν να την τρομάζει: και σίγουρα είχε ακούσει πολλά γι’αυτόν, αλήθειες και ψέματα. «Και γιατί σ’ακολουθούν, Τάμπριελ;»

«Έχω τη θεά τους εδώ μέσα.» Ο Τάμπριελ άγγιξε το περιδέραιο που κρεμόταν στο στήθος του.

«Τη θεά τους;»

«Ναι. Βιβεϊρλώταθ ονομάζεται. Φρουρούσε το Άγκιστρο του Κόσμου, αλλά τώρα είναι μαζί μου.»

«Φοβάμαι πως δεν καταλαβαίνω,» είπε η Ισίλνεμ. «Ίσως θα έπρεπε να φέρουμε έναν ιερέα…» Κοίταξε τον σύζυγό της.

«Δε νομίζω ότι ο ιερέας θα μπορεί να σας βοηθήσει σε τίποτα,» είπε ο Τάμπριελ. «Τα πράγματα έχουν όπως σας τα λέω.»

«Και τι θέλεις τώρα;» ρώτησε ο Κίμλοροκ. «Ν’αφήσουμε τους Ταργκάφλι σου να περάσουν από την πόλη μας και να μπουν στο Βασίλειο;»

«Δεν είναι δικοί μου οι Ταργκάφλι, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ. «Έχουμε μια συμφωνία μεταξύ μας.»

«Ποιος είναι ο σκοπός σου που τους φέρνεις στο Τάρσαζ;» ρώτησε, απότομα και μάλλον καχύποπτα, η Ισίλνεμ.

«Δεν έχω συγκεκριμένο σκοπό. Πιστεύω, όμως, ότι ίσως να σας βοηθήσουν στο προσεχές μέλλον.»

«Να μας βοηθήσουν; Πώς;»

«Οι… σχέσεις σας με την Ηνωμένη Γη της Κοινωνίας σύντομα θα ενταθούν, Αρχόντισσά μου.»

«Λες και δεν έχουν ενταθεί ήδη,» σχολίασε ο Κίμλοροκ.

Ο Χάλρεοκ ρώτησε αμέσως: «Έχουμε πόλεμο;»

«Απ’όσο γνωρίζω, όχι ακόμα, Υπασπιστή. Αλλά ακούω πως έχουν γίνει πολλές αψιμαχίες στα δυτικά σύνορα.»

Ο Χάλρεοκ ατένισε τον Τάμπριελ· το βλέμμα του έμοιαζε να λέει: Είχες δίκιο, λοιπόν…

Ο Τάμπριελ ρώτησε την Ισίλνεμ: «Έχουμε την άδειά σας να περάσουμε, Αρχόντισσά μου;»

Η Ισίλνεμ κούνησε το κεφάλι. «Δεν μπορώ εγώ να σας δώσω αυτή την άδεια. Δεν μπορώ ν’αφήσω τόσους Ταργκάφλι να μπουν στο Τάρσαζ. Θα πρέπει να μιλήσετε με τη Βασίλισσα· εκείνη θ’αποφασίσει.»

Ο Χάλρεοκ είπε: «Καταλαβαίνουμε, Αρχόντισσά μου.»

«Το μόνο που μπορώ να κάνω εγώ είναι να φιλοξενήσω εσάς – και μόνο εσάς – στο Μέγαρό μου.»

Ο Τάμπριελ ήξερε ότι δεν είχε άλλη επιλογή απ’το να δεχτεί αυτή την απόφαση της Αρχόντισσας της Φάλαρεχ· και η αλήθεια ήταν πως εξαρχής φοβόταν ότι έτσι θα εξελίσσονταν τα πράγματα. Κανένας δεν θα ήθελε να πάρει την ευθύνη και να επιτρέψει σε δύο χιλιάδες Ταργκάφλι να μπουν στο Βασίλειο· μόνο η Βασίλισσα μπορούσε να το κάνει αυτό.

«Σας ευχαριστούμε, Αρχόντισσά μου,» είπε κλίνοντας ευγενικά το κεφάλι. «Προσωπικά, όμως, θα πρέπει να αρνηθώ τη φιλοξενία σας, για να επιστρέψω στους Ταργκάφλι και να μιλήσω μαζί τους. Ωστόσο, ο Χάλρεοκ και ο Καλέφραζ μπορούν να μείνουν, αν το επιθυμούν.» Για την Ανταρλίδα δεν είπε τίποτα επειδή ήταν βέβαιος πως αποκλείεται να τον άφηνε μακριά της· και η Χιρκόμο κι ο Ταργκάφλι πολεμιστής θα ήθελαν σίγουρα κι αυτοί να επιστρέψουν στην ανατολική όχθη.

Ο Χάλρεοκ είπε: «Θα πάμε όπου πας εσύ, Τάμπριελ.»

Ο Καλέφραζ έγνεψε καταφατικά.

«Όπως επιθυμείτε,» είπε η Ισίλνεμ, μοιάζοντας να μην έχει στενοχωρηθεί ή προσβληθεί στο ελάχιστο που δεν δέχτηκαν τη φιλοξενία της· τουναντίον, έδειχνε ανακουφισμένη. «Ο Φρούραρχος θα σας συνοδέψει μέχρι τη γέφυρα.»

Κεφάλαιο Εικοστό-Έκτο
Η Άδεια της Βασίλισσας· τα Μάτια του Αριστερού Χεριού

Το χειρότερο με τον Μεγάλο Προφήτη ήταν ότι, από τη στιγμή που πάτησε το πόδι του στον κόσμο μας, άρχισε να κάνει εχθρούς. Ισχυρούς εχθρούς. Επικίνδυνους. Από αυτούς που αν ένας κανονικός άνθρωπος τούς έχει πρέπει να σκέφτεται πολύ σοβαρά να αυτοκτονήσει, ή, τέλος πάντων, να πάει πολύ, πολύ μακριά· ίσως τόσο μακριά όσο οι Ερημιές του Τέλους του Κόσμου.

Από την άλλη, βέβαια, έχω την εντύπωση πως, ακόμα κι αν ο Μεγάλος Προφήτης πήγαινε εκεί, οι εχθροί του θα έρχονταν να τον αναζητήσουν…

Το καλό ήταν ότι είχε και ισχυρούς συμμάχους, ανάμεσα στους οποίους σίγουρα δεν συγκαταλέγομαι εγώ. Εγώ είμαι μονάχα ένας χρονικογράφος του. Οι εχθροί του, όμως, πολλές φορές δεν έλεγαν να το κατανοήσουν αυτό. Νόμιζαν ότι ήμουν κι εγώ επικίνδυνος σαν εκείνον. Ή ίσως να μην ήμουν παρά ένα έντομο γι’αυτούς· κι αν ένα έντομο πατηθεί κατά την πάλη δύο γιγάντων, θα το προσέξουν οι γίγαντες;4

*
* * *
*

Ο Τάμπριελ και η Ανταρλίδα έφυγαν από τη Φάλαρεχ το επόμενο πρωί, με την αυγή. Μαζί τους είχαν τον Καλέφραζ, τον Χάλρεοκ και τους πέντε πολεμιστές του, τον Αλίρκωπ (που επέμενε να έρθει) και τον Θυμό, και τη Χιρκόμο και δύο Ταργκάφλι πολεμιστές – ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ το θεωρούσε αδιανόητο να αφήσει τον Καζίτο’ναρ να ταξιδέψει τόσο μακριά μόνος του: και λίγους έλεγε πως είχε στείλει μαζί του, πολύ λίγους, επειδή ο Τάμπριελ τού είχε εξηγήσει πως, με περισσότερους, θα προκαλούνταν προβλήματα στο εσωτερικό του Τάρσαζ.

Το πρώτο βράδυ κοιμήθηκαν στο πλάι της λιθόστρωτης δημοσιάς που οδηγούσε προς τα δυτικά του Βασιλείου. Το επόμενο σούρουπο, όμως, βρίσκονταν στη Ναλκέμ, στις όχθες της μεγάλης λίμνης Σάρφεχ. Ο Τάμπριελ και η Ανταρλίδα είχαν ξαναπεράσει από εδώ όταν είχαν πρωτοέρθει στο Τάρσαζ και σε τούτο τον απομονωμένο κόσμο. Ο Χάλρεοκ τούς οδήγησε στο Μέγαρο του Άρχοντα της περιοχής για να περάσουν τη νύχτα. Συγχρόνως, προσπάθησε να κάνει προετοιμασίες για να φύγουν αύριο το πρωί με πλοίο, εξηγώντας στον Άρχοντα ότι η αποστολή τους ήταν επείγουσα: έπρεπε να μιλήσουν στη Βασίλισσα το συντομότερο δυνατό. Ακόμα και μία ημέρα καθυστέρηση πιθανώς να αποδεικνυόταν, αν όχι μοιραία, σίγουρα προβληματική. Ο Άρχοντας, που ονομαζόταν Τερνόελ και ήταν προχωρημένης ηλικίας, ρώτησε τι μπορεί να ήταν τόσο σημαντικό· και ο Χάλρεοκ αναγκάστηκε να του απαντήσει ότι δύο χιλιάδες Ταργκάφλι βρίσκονταν στα ανατολικά σύνορα του Βασιλείου. Το ρυτιδωμένο πρόσωπο του Άρχοντα Τερνόελ ρυτιδώθηκε ακόμα περισσότερο, ενώ τα γαλανά του μάτια στένεψαν και τα πυκνά του φρύδια σούφρωσαν. «Μην ανησυχείτε, όμως,» είπε ο Χάλρεοκ· «είναι σύμμαχοί μας. Σύμμαχοι του Τάμπριελ, όπως αυτοί που μας συντροφεύουν.» Και ο Άρχοντας της Ναλκέμ τότε, και μόνο τότε, φάνηκε να παρατηρεί ότι η Χιρκόμο, οι δύο πολεμιστές μαζί της, και ο Αλίρκωπ ήταν Ταργκάφλι· πριν, δεν πρέπει να το είχε αντιληφτεί. Πράγμα όχι και τόσο παράλογο: εκτός απ’το γεγονός ότι ο Τερνόελ ήταν μιας κάποιας ηλικίας και η όρασή του, αναμφίβολα, θα αδυνάτιζε, κανένας δεν θα φανταζόταν πως ένας μαχητής της Βασίλισσας όπως ο Χάλρεοκ θα ταξίδευε μαζί με Ταργκάφλι μέσα στο ίδιο το Τάρσαζ. Ο Άρχοντας της Ναλκέμ, ωστόσο, δεν έκανε φασαρία, αν και η δυσαρέσκεια ήταν καταφανής στο πρόσωπό του. Τους υποσχέθηκε ότι θα φρόντιζε να φύγουν από την πόλη του το συντομότερο δυνατό.

Μόλις ξημέρωσε, ένα καράβι τούς περίμενε για να τους πάρει από τη Ναλκέμ και να τους πάει στη Φέντινκεχ. Ο άνεμος δεν ήταν ευνοϊκός – είχε άπνοια, και τρομερή ζέστη – αλλά οι κωπηλάτες έκαναν καλά τη δουλειά τους, ωθώντας το σκάφος επάνω στα γυαλιστερά νερά της λίμνης Σάρφεχ και, μετά το μεσημέρι, επάνω στον ποταμό Νύραλοκ.

«Τα πνεύματα είναι κρυμμένα βαθιά εδώ πέρα,» είπε ο Αλίρκωπ στον Τάμπριελ, καθώς στέκονταν στην άκρη του καταστρώματος με τους αγκώνες τους ακουμπισμένους στην κουπαστή.

«Βαθιά κάτω απ’το νερό;»

«Δε μιλάω για τη λίμνη μονάχα· μιλάω για όλες τις περιοχές που έχουμε περάσει. Τα πνεύματα είναι λίγα, αδύναμα, και κρυμμένα. Φοβούνται κάποια πολύ ισχυρότερη παρουσία, νομίζω. Μπορώ να την αισθανθώ, διάχυτη παντού.»

«Ο Μαράνχαλωμ,» μουρμούρισε ο Τάμπριελ. Η Βιβεϊρλώταθ τον είχε ήδη προειδοποιήσει ότι κάτι που δεν την πολυσυμπαθούσε βρισκόταν εδώ: κάτι ισχυρό και μεγάλο, που δεν ανεχόταν την παρουσία κανενός άλλου ισάξιού του.

Ο Αλίρκωπ ένευσε. «Το ίδιο νομίζω κι εγώ.» Και χάιδεψε τον Θυμό ανάμεσα στα μυτερά του αφτιά. Ο σκύλος έβγαλε μια παραπονεμένη φωνή· η δυνατή ζέστη τον ενοχλούσε, και η γλώσσα του συνεχώς κρεμόταν έξω.

Τη νύχτα, μετά δυσκολίας κοιμήθηκαν όλοι τους, αλλά το πρωί έφτασαν στο λιμάνι της πρωτεύουσας του Τάρσαζ και βγήκαν από το σκάφος, πηγαίνοντας προς το Βασιλικό Παλάτι. Οι φρουροί τούς άφησαν να μπουν χωρίς να τους καθυστερήσουν, και η Βασίλισσα Παμράνεχ σύντομα τους δέχτηκε στην Αίθουσα του Αργυρόντυτου Θρόνου. Μαζί της ήταν μια γυναίκα που ο Τάμπριελ και η Ανταρλίδα δεν αναγνώριζαν, αλλά σίγουρα πρέπει να είχε κάποιο αξίωμα. Ήταν ψηλή και λιγνή, με λευκό δέρμα και μαύρα μαλλιά δεμένα κότσο πίσω απ’το κεφάλι της. Τα μάτια της ήταν αυστηρά και τα χείλη της μικρά και άχρωμα. Φορούσε ένα πορφυρό φόρεμα με ψηλό, κλειστό γιακά και εφαρμοστά μανίκια.

«Επιτέλους είστε εδώ!» είπε η Βασίλισσα ενώ ο Χάλρεοκ και οι υπόλοιποι υποκλίνονταν αντίκρυ της – ακόμα και οι Ταργκάφλι, όπως τους είχε δείξει ο Πρώτος Υπασπιστής προτού φτάσουν στη Φέντινκεχ. «Γιατί αργήσατε τόσο; Σε χρειαζόμαστε, Ανταρλίδα. Πρέπει να τελειοποιήσεις τα όπλα μας!»

«Θα κάνω ό,τι μπορώ, Βασίλισσά μου, τώρα που είμαι και πάλι στη Φέντινκεχ,» αποκρίθηκε η Μαύρη Δράκαινα.

«Το εύχομαι, γιατί βιαζόμαστε. Συνεχώς επιθέσεις γίνονται στα δυτικά μας σύνορα, από τις δυνάμεις της Κοινωνίας.»

«Είχαμε ακούσει ότι δεν πρόκειται παρά για αψιμαχίες, Βασίλισσά μου,» είπε ο Χάλρεοκ.

«Αψιμαχίες είναι,» τον διαβεβαίωσε η γυναίκα με το πορφυρό φόρεμα πλάι στην Παμράνεχ, «αλλά πιο άγριες από άλλες φορές. Και φοβόμαστε ότι θα ακολουθήσει μαζική επίθεση. Το Δεξί Χέρι βρίσκεται ήδη στα δυτικά σύνορα, και έχει πάρει μαζί του αρκετά από τα καινούργια όπλα.»

«Τα όπλα δεν είναι ακόμα έτοιμα!» πετάχτηκε η Ανταρλίδα.

«Ο Βόρχαμ τα ετοίμασε,» εξήγησε η Παμράνεχ, «όσο καλύτερα μπορούσε. Αν και εξακολουθούν να υπάρχουν, ασφαλώς, κάποια προβλήματα, όπως μου είπε· γι’αυτό κιόλας χρειάζεται εσένα. Ορισμένα από τα όπλα έχουν αποδειχτεί επικίνδυνα–»

«Βασίλισσά μου, είναι επικίνδυνα,» τόνισε η Ανταρλίδα. «Δεν είναι έτοιμα για να μπουν σε μάχη ακόμα.»

Η Παμράνεχ ένευσε. «Θα το συζητήσεις μαζί του και είμαι βέβαιη πως θα βρείτε μια λύση.»

«Κανονικά, δεν έπρεπε να είχατε επιτρέψει στο Δεξί Χέρι να τα πάρει μαζί του στα δυτικά σύνορα.»

«Δε μου το ζήτησε εκείνος,» εξήγησε η Παμράνεχ· «εγώ επέμεινα να τα πάρει, για να τα δοκιμάσει.»

Είσαι ανόητη! σκέφτηκε θυμωμένα η Ανταρλίδα. Δεν έχεις ιδέα τι κάνεις. Αυτά τα όπλα μπορούν να εκραγούν στα χέρια των στρατιωτών σου!

«Θα σας πρότεινα να του πείτε να τα επιστρέψει,» είπε η Ανταρλίδα. «Πρέπει να τελειοποιηθούν πρώτα.»

«Τα όπλα αυτά μπορούν να αποτελέσουν μεγάλο πλεονέκτημα εναντίον της Κοινωνίας,» τόνισε η γυναίκα με το πορφυρό φόρεμα.

Η Ανταρλίδα την κοίταξε ερωτηματικά· το βλέμμα της έλεγε, ξεκάθαρα: Και ποια είσαι εσύ; «Δεν είναι, όμως, έτοιμα ακόμα.»

«Ο αλχημιστής είπε ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν ύστερα από τις βελτιώσεις που έκανε όσο έλειπες.»

«Άλλο ‘μπορούν να χρησιμοποιηθούν’ και άλλο ‘είναι έτοιμα για μάχη’, μα τους θεούς!» είπε έντονα η Ανταρλίδα. «Οι εκρηκτικές ύλες χρειάζονται ακόμα επεξεργασία, όπως επίσης και το σχήμα των όπλ–»

«Τώρα, λοιπόν, που είσαι εδώ μπορείς να πας να το συζητήσεις με τον Βόρχαμ,» τη διέκοψε η γυναίκα με το πορφυρό φόρεμα, μοιάζοντας ενοχλημένη.

Τα μάτια της Ανταρλίδας στένεψαν. «Και ποια είσαι εσύ;» ρώτησε, αφού η συνομιλήτριά της δεν το είχε κρίνει απαραίτητο τόση ώρα να συστηθεί, και ούτε η Βασίλισσα την είχε συστήσει.

«Δε γνωρίζεστε;» είπε η Παμράνεχ, έκπληκτη, προτού μιλήσει η γυναίκα με το πορφυρό φόρεμα. «Η Κελνίχηβ είναι το Αριστερό Χέρι του Θρόνου. Νόμιζα ότι γνωριζόσασταν.»

«Δεν είχαμε την τιμή…» αποκρίθηκε η Ανταρλίδα.

«Τη θεωρώ από τα πιο έμπιστα πρόσωπα στο Βασίλειο,» δήλωσε η Βασίλισσα.

Απορώ γιατί, σκέφτηκε η Ανταρλίδα.

«Σας ευχαριστώ, Μεγαλειοτάτη,» είπε η Κελνίχηβ.

Ο Τάμπριελ καθάρισε τον λαιμό του. «Μεγαλειοτάτη, αν μου επιτρέπετε…»

«Ασφαλώς.»

«Βρισκόμαστε εδώ για έναν πολύ συγκεκριμένο λόγο. Δύο χιλιάδες Ταργκάφλι είναι έξω από τα ανατολικά σύνορα του Βασιλείου–»

«Τι;» εξεπλάγη η Παμράνεχ.

«Σας διαβεβαιώνω, δεν υπάρχει κίνδυνος. Είναι σύμμαχοί μου. Χρειάζομαι, όμως, την άδειά σας για να τους αφήσει η Αρχόντισσα Ισίλνεμ της Φάλαρεχ να περάσουν τα σύνορα.»

«Δύο χιλιάδες Ταργκάφλι;» είπε η Κελνίχηβ. «Να περάσουν τα σύνορα του Τάρσαζ; Σίγουρα, αστειεύεσαι!»

«Δεν είναι εχθροί μας,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ. «Με ακολουθούν επειδή η θεά τους βρίσκεται εδώ.» Έπιασε τον αργυρό δίσκο του περιδέραιού του. Μέσα στο πολυεδρικό, ημιδιαφανές πετράδι στο κέντρο του, η Βιβεϊρλώταθ σάλεψε. Η παρουσία της Κελνίχηβ δεν της άρεσε καθόλου, προειδοποίησε τον Τάμπριελ· ήταν εχθρική, αρνητική.

«Ποια θεά τους;» ρώτησε η Παμράνεχ, και ο Τάμπριελ τής εξήγησε για το Άγκιστρο του Κόσμου και για τη Βιβεϊρλώταθ.

«Στη Γη των Ταργκάφλι ανακάλυψα πολλά χρήσιμα πράγματα για τη φύση αυτού του κόσμου, Μεγαλειοτάτη: πράγματα που ίσως να με βοηθήσουν να κάνω το Ρήγμα να εξαφανιστεί.»

«Και τι σχέση έχει αυτό με τους δύο χιλιάδες Ταργκάφλι που θέλουν να μπουν στο Τάρσαζ;» απαίτησε η Κελνίχηβ.

«Οι Ταργκάφλι της Βινέρνι πηγαίνουν όπου πηγαίνει και η θεά τους. Εδώ και αιώνες ήταν προστάτιδά τους, και τη λατρεύουν· δεν μπορούν να την εγκαταλείψουν τώρα.»

«Δηλαδή,» είπε το Αριστερό Χέρι του Θρόνου, «θέλεις να φέρεις μια καινούργια θρησκεία στο Βασίλειο; Μια θρησκεία βαρβάρων

Ο Τάμπριελ απάντησε ήρεμα, ψυχρά: «Η λατρεία των Ταργκάφλι για τη Βιβεϊρλώταθ δεν μοιάζει καθόλου με τη λατρεία των κατοίκων του Τάρσαζ για τον Μαράνχαλωμ. Δεν πρόκειται για ‘θρησκεία’ όπως την εννοείται εσείς. Κι επιπλέον, έχω ‘δει’ ότι οι Ταργκάφλι θα σας προσφέρουν πολύτιμη βοήθεια.»

«Τι βοήθεια;» Η Παμράνεχ ήταν που μίλησε τώρα.

«Εναντίον του Μεγάλου Ιεράρχη. Ανοιχτός πόλεμος θα ξεκινήσει σε λίγο καιρό, Βασίλισσά μου, ανάμεσα στο Τάρσαζ και στην Ηνωμένη Γη της Κοινωνίας· το έχω ‘δει’.»

«Καταστροφολογίες…» άκουσαν ο Τάμπριελ και η Ανταρλίδα την Κελνίχηβ να μουρμουρίζει κάτω απ’την ανάσα της.

«Επειδή αποφασίσαμε να συντρέξουμε το Ώσρανοκ;» ρώτησε η Παμράνεχ.

«Το αποφασίσατε, τελικά;» είπε ο Τάμπριελ.

«Δεν το έχουμε αποφασίσει ακόμα, αλλά το σκεφτόμαστε. Ειδικά όταν τα καινούργια όπλα είναι έτοιμα. Ο Μέγας Ιεράρχης δεν θα έχει ελπίδα εναντίον μας, τότε!»

Μην είσαι τόσο σίγουρη γι’αυτό, συλλογίστηκε ο Τάμπριελ. Αλλά είπε: «Δεν μπορώ να γνωρίζω τον λόγο για τον οποίο θα γίνει ο πόλεμος. Έχω ‘δει’, όμως, ότι θα γίνει. Έχω δει τον στρατό σας να συγκρούεται μαζικά με μαχητές από την Κοινωνία. Πολλοί από τους πολεμιστές σας κρατάνε όπλα σαν αυτά που σας βοηθά η Ανταρλίδα να φτιάξετε· αλλά και πολλοί μαχητές της Κοινωνίας κρατούν παρόμοια όπλα.»

«Γιατί;» έκανε, αμέσως, η Παμράνεχ. «Πώς έμαθαν να τα φτιάχνουν;»

«Δεν γνωρίζω.»

Η Ανταρλίδα είπε: «Μπορεί να αντέγραψαν τα δικά σας, Βασίλισσά μου.»

«Ας σταματήσουμε να μιλάμε υποθετικά,» πρότεινε επιτακτικά η Κελνίχηβ. «Αυτό δεν έχει συμβεί ακόμα, και δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι θα συμβεί.»

Ο Τάμπριελ ένευσε. «Η αλήθεια είναι πως δεν πραγματοποιούνται όλα όσα βλέπω.»

Τα μάτια της Κελνίχηβ στένεψαν παρατηρώντας τον επικριτικά. «Βολικό για σένα…»

«Τα περισσότερα, όμως, πραγματοποιούνται,» πρόσθεσε ο Τάμπριελ, εσκεμμένα.

Το βλέμμα του Αριστερού Χεριού αγρίεψε περισσότερο.

Ο Τάμπριελ στράφηκε στη Βασίλισσα πάλι. «Θα έχουμε την άδειά σας να βάλουμε τους Ταργκάφλι στο Τάρσαζ, Μεγαλειοτάτη;»

Η Παμράνεχ φάνηκε διστακτική, ακουμπώντας τα δάχτυλά της στην επιφάνεια του ξύλινου τραπεζιού μπροστά στο οποίο στεκόταν. Η Κελνίχηβ την πλησίασε και ψιθύρισε κάτι στ’αφτί της.

Η Βασίλισσα ρώτησε τον Τάμπριελ: «Δεν μπορείς να τους δώσεις πίσω τη θεά τους και να τους στείλεις στη Γη τους;»

«Φοβάμαι πως αυτό δεν είναι εφικτό,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ. «Η Βιβεϊρλώταθ είναι δεμένη μαζί μου τώρα.» Τούτο δεν ήταν απόλυτα αληθές, φυσικά. Ναι μεν δεν μπορούσε ακριβώς να τους δώσει πίσω τη θεά τους, αλλά μπορούσε να ελευθερώσει τη Βιβεϊρλώταθ από το περιδέραιο και να την αφήσει να… να πάει όπου πίστευε η ίδια – αν και μάλλον θα ήταν χαμένη, τώρα που βρισκόταν έξω από το Άγκιστρο.

Στην Κελνίχηβ δεν φαινόταν ν’άρεσε καθόλου η απάντησή του· η Βασίλισσα Παμράνεχ, όμως, είπε: «Εντάξει τότε· έχεις την άδειά μου να τους βάλεις στο Βασίλειο. Ωστόσο,» τόνισε, «θα είσαι υπεύθυνος γι’αυτούς, Τάμπριελ. Θα φροντίσεις να μην προκαλέσουν καταστροφές ή αναταραχές εδώ.»

«Το υπόσχομαι, Μεγαλειοτάτη. Όπως θα διαπιστώσετε και η ίδια, οι Ταργκάφλι δεν είναι τόσο άγριοι όσο φημολογείται.»

Η Βασίλισσα κάθισε στην ψηλή καρέκλα πλάι της και πήρε χαρτί και μελάνη για να δώσει γραπτώς την άδειά της στον Τάμπριελ.

Η Κελνίχηβ αποχώρησε από την αίθουσα καθώς η Παμράνεχ έγραφε.

*

Αφού η Βασίλισσα συνέταξε την άδειά της σχετικά με τους Ταργκάφλι, πρόσταξε τους υπηρέτες του παλατιού να οδηγήσουν τον Τάμπριελ και τους συντρόφους του στον ξενώνα και να τους προσφέρουν φαγητό και ό,τι άλλο επιθυμούσαν, γιατί πλησίαζε ήδη μεσημέρι. Προτού φύγουν όμως από την αίθουσα του θρόνου, η Παμράνεχ είπε στην Ανταρλίδα να μείνει εδώ, στο παλάτι, όταν ο Τάμπριελ θα πήγαινε στη Φάλαρεχ. «Πρέπει να συνεχίσεις την κατασκευή των όπλων,» της τόνισε. «Ο Βόρχαμ σε χρειάζεται.»

«Το ξέρω, Βασίλισσά μου,» αποκρίθηκε εκείνη, «αλλά δεν θ’αφήσω τον Τάμπριελ να πάει μόνος του στη Φάλαρεχ.»

«Δεν υπάρχει περίπτωση να κινδυνέψει· θα στείλω τον Χάλρεοκ μαζί του, και είκοσι πολεμιστές.»

«Παρ’όλ’αυτά, θα τον συνοδέψω κι εγώ.»

Η Παμράνεχ χτύπησε το χέρι της πάνω στο τραπέζι. «Γιατί είσαι τόσο ξεροκέφαλη;» Η κίνησή της έμοιαζε σχεδόν παιδική, παρορμητική.

«Πιστεύω ότι ο Τάμπριελ ίσως να βρίσκεται σε μεγαλύτερο κίνδυνο από πριν. Δεν είχαμε χρόνο να σας το διηγηθούμε, αλλά στην Καρκούμ ένας Ιεράρχης προσπάθησε να τον αιχμαλωτίσει· και τώρα, είμαστε πλέον βέβαιοι πως οι Ιεράρχες τον θέλουν νεκρό. Θα πάω μαζί του στη Φάλαρεχ και, επιστρέφοντας, σας υπόσχομαι ότι θα ασχοληθώ αποκλειστικά με την κατασκευή των όπλων.»

Η Παμράνεχ έμεινε σιωπηλή για μερικές ανάσες, μετά είπε: «Εντάξει. Αλλά να μην αργήσετε να επιστρέψετε. Θέλω να έρθετε εδώ πριν από τους Ταργκάφλι· γιατί ξέρω ότι τέτοια μεγάλα πλήθη είναι αργοκίνητα.»

«Μην ανησυχείτε, Βασίλισσά μου,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ· «θα έρθουμε το ταχύτερο δυνατό.»

«Και επίσης,» πρόσθεσε η Παμράνεχ, «θέλω, όταν επιστρέψετε, να μου πείτε τα πάντα που συνέβησαν στο ταξίδι σας.»

«Δεν είχαμε σκοπό να κρύψουμε τη σύγκρουσή μας με τον Ιεράρχη,» τη διαβεβαίωσε ο Τάμπριελ· «απλώς, τώρα βιαζόμαστε να πάμε στη Φάλαρεχ προτού γίνει καμια παρεξήγηση με τους Ταργκάφλι· γι’αυτό κιόλας σας ανέφερα μόνο τα σημαντικότερα για να καταλάβετε πώς έχει η κατάσταση.»

Η Βασίλισσα ένευσε, δείχνοντας ικανοποιημένη από τις εξηγήσεις του.

*

«Μ’έχουν εκνευρίσει!» είπε η Ανταρλίδα στον Τάμπριελ όταν ήταν μόνοι τους στον ξενώνα. «Σε τελική ανάλυση, δεν είμαστε υπήκοοι της Παμράνεχ, ούτε δούλοι της.» Κάθονταν αντικριστά, κι ανάμεσά τους ήταν ένα τραπέζι στρωμένο με φαγητά.

«Νόμιζα,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ, «ότι οι Μαύρες Δράκαινες είχαν περισσότερη ψυχραιμία.»

«Ψυχραιμία έχω, αλλά η συμπεριφορά τους δε μ’αρέσει καθόλου. Ειδικά αυτό το Αριστερό Χέρι….» Η Ανταρλίδα σταμάτησε, μην ξέροντας πώς ακριβώς να εκφράσει εκείνο που είχε στο μυαλό της. Ήπιε μια γουλιά κρασί, σκεπτικά.

Ο Τάμπριελ έκοψε ένα κομμάτι κοκκινιστό κρέας, το πιρούνιασε, το έβαλε στο στόμα του, και το μάσησε. «Να σου εκμυστηρευτώ κάτι;»

«Λατρεύω τις εκμυστηρεύσεις,» αποκρίθηκε η Ανταρλίδα υπομειδιώντας.

«Πριν από κάποιον καιρό, ‘είδα’ τον Πρωθιερέα Έλνεφριζ μαζί με μια γυναίκα. Βρίσκονταν στο ίδιο κρεβάτι – και ακόμα και τότε δεν πίστεψα πως ήταν αδελφή του…»

«Και λοιπόν; Δε νομίζω ότι οι ιερείς του Μαράνχαλωμ απαγορεύεται να έχουν ερωμένες· απλά απαγορεύεται να παντρευτούν.»

«Η γυναίκα που είδα είναι το Αριστερό Χέρι, Ανταρλίδα.»

«Είσαι σίγουρος;»

«Τέτοια ομοιότητα δε μπορεί να είναι τυχαία.»

«Τα κέρατα του Κάρτωλακ…» καταράστηκε η Ανταρλίδα, και ήπιε άλλη μια γουλιά κρασί. «Η Αρχικατάσκοπος του Βασιλείου, δηλαδή, κοιμάται με τον εχθρό μας.»

«Επίσης, λένε πως τα έχει καλά και με τον Πρίγκιπα Μάρνεζ, ο οποίος δεν ξέρω κατά πόσο μας συμπαθεί.»

«Δε μ’ενθουσιάζουν όλ’αυτά. Σημαίνει ότι πρέπει να προσέχουμε πιο πολύ απ’ό,τι ήδη προσέχαμε. Ο ναύτης στο πλοίο του Ρέμικατ μπορεί να ήταν, τελικά, πληρωμένος από εκείνη. Είναι γνωστό πως έχει διασυνδέσεις παντού. Το οποίο είναι λογικό, άλλωστε· αυτή είναι η δουλειά της.»

Μετά το φαγητό, η Ανταρλίδα πήγε να επισκεφτεί τον Βασιλικό Αλχημιστή Βόρχαμ.

«Είναι μεσημέρι,» της είπε ο Τάμπριελ προτού φύγει. «Είσαι σίγουρη ότι θα είναι στο εργαστήριό του;»

«Στα διαμερίσματά του θα τον αναζητήσω. Πρέπει οπωσδήποτε να του μιλήσω,» αποκρίθηκε η Ανταρλίδα· και τώρα πήγαινε προς τα εκεί.

Φτάνοντας μπροστά στην εξώπορτα, χτύπησε με τις φάλαγγες των δαχτύλων του δεξιού χεριού, και περίμενε.

Ο Βόρχαμ δεν άργησε ν’ανοίξει, ντυμένος με μια ελαφριά, γκρίζα ρόμπα. Το λευκό του πρόσωπο έμοιαζε, όπως πάντα, χαμένο μέσα στα άσπρα μαλλιά και μούσια του. Δεν ήταν, όμως, και τόσο μεγάλος στην ηλικία όσο φαινόταν· γύρω στα πενήντα τον υπολόγιζε η Μαύρη Δράκαινα.

«Ανταρλίδα!» είπε, κι ένα χαμόγελο διακρίθηκε μέσα από τα μούσια του. «Το άκουσα ότι ο Τάμπριελ επέστρεψε, και ήμουν βέβαιος ότι θα ήσουν μαζί του. Είσαι καλά;»

«Καλά δεν φαίνομαι;» αποκρίθηκε εκείνη επιστρέφοντάς του το χαμόγελο. «Να περάσω;»

«Ναι, πέρασε, πέρασε.» Ο Βόρχαμ παραμέρισε απ’το κατώφλι της πόρτας, και η Ανταρλίδα μπήκε σ’έναν προθάλαμο που ένας μεγάλος καθρέφτης υπήρχε στον δεξή τοίχο.

«Δεν ενοχλώ…;» Ήξερε πως ο Βόρχαμ δεν έμενε μόνος· μαζί του έμενε η σύζυγός του, η οποία ήταν ευγενικής καταγωγής σε αντίθεση μ’εκείνον.

«Όχι, όχι,» είπε ο αλχημιστής με τον συνηθισμένο του τρόπο, που έμοιαζε να δείχνει ότι συλλογιζόταν κάτι άλλο ενώ σου μιλούσε.

«Θα φύγω σε λίγο,» εξήγησε η Ανταρλίδα καθώς ο Βόρχαμ έκλεινε την εξώπορτα. «Πρέπει να πάω μαζί με τον Τάμπριελ.»

«Πού θα ταξιδέψετε τώρα;» ρώτησε ο αλχημιστής ξύνοντας ελαφρά το κεφάλι του μέσα από τα πυκνά του μαλλιά.

«Δε θα πάμε μακριά. Στη Φάλαρεχ, και μετά θα γυρίσουμε. Τέλος πάντων. Η Βασίλισσα μού είπε ότι βάλατε τα όπλα σε εφαρμογή. Στείλατε κάποια στα δυτικά σύνορα.»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Βόρχαμ στρώνοντας τα μούσια του. «Ναι, μερικά τα στείλαμε. Η Βασίλισσα το ήθελε, βέβαια… Έχω κάνει κάποιες βελτιώσεις, αλλά δεν είμαι και σίγουρος για το πόσο… αποτελεσματικές είναι.»

«Δεν είναι πια επικίνδυνα να εκραγούν;»

«Ναι, ο κίνδυνος υπάρχει, βέβαια…»

«Δεν εξακολουθούν να βγάζουν πολύ καπνό με κάθε ριπή;»

«Ναι, βγαίνει αρκετός καπνός… Έκανα απλά κάτι… αναμίξεις στην ύλη. Είναι λίγο… είναι πιο ήπιες οι εκρήξεις, νομίζω. Μπορεί να φταίει και κάτι στο σχήμα των μοντέλων, βέβαια… Για τις εκρήξεις, εννοώ.

»Εσύ χρησιμοποίησες καθόλου τις σφαίρες στο ταξίδι σου;»

Η Ανταρλίδα ένευσε. «Τις χρησιμοποίησα.»

«Έγιναν εκρήξεις;»

«Όχι. Αλλά εξακολουθεί να βγαίνει περισσότερος καπνός απ’ό,τι θεωρώ αποδεκτό.»

«Βλέπεις λοιπόν; Είναι θέμα του σχήματος,» είπε σκεπτικά ο Βόρχαμ. «Ή, τουλάχιστον, είναι κι αυτό ένα θέμα.»

«Οι μεταλλουργοί σας δεν ξέρουν ακόμα πώς να φτιάξουν σωστά πυροβόλα όπλα,» είπε η Ανταρλίδα. «Και το πρόβλημα είναι πως ούτε εγώ ξέρω να τους δείξω ακριβώς. Ξέρω να χρησιμοποιώ τα όπλα, όχι να τα κατασκευάζω. Από κει όπου έρχομαι, τα όπλα φτιάχνονται συνήθως σε βιομηχανίες μαζικής παραγωγής· μηχανήματα τα φτιάχνουν.»

«Μηχανήματα;»

«Ναι. Τέλος πάντων. Μπορείς να μου κάνεις μια χάρη;» ρώτησε χαμηλώνοντας τη φωνή της, γιατί δεν ήξερε μέχρι πού μπορεί να είχε το Αριστερό Χέρι απλωμένα τα μακριά του δάχτυλα – ίσως ακόμα κι η σύζυγος του Βόρχαμ να ήταν πληροφοριοδότρια.

«Ναι, αν είναι εύκολο…» Ο αλχημιστής έτριψε τα μαλλιά του.

«Θέλω να πεις στη Βασίλισσα να ζητήσει να επιστραφούν τα πυροβόλα όπλα εδώ.»

«Από τα δυτικά σύνορα;»

«Ναι. Είναι επικίνδυνα εκεί, Βόρχαμ. Δεν είναι ακόμα έτοιμα – το ξέρουμε κι οι δυο μας.»

«Ναι… Κοίτα, δεν της είπα εγώ να τα στείλει· εκείνη επέμενε. Θα της το προτείνω, πάντως, αυτό που λες, Ανταρλίδα.»

«Εντάξει,» ένευσε εκείνη, «σ’ευχαριστώ.»

«Δεν είναι θέμα.»

Η Ανταρλίδα βάδισε προς την εξώπορτα. «Θα τα ξαναπούμε όταν επιστρέψω.»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Βόρχαμ. «Χάρηκα που είσαι καλά, Ανταρλίδα.»

Η Μαύρη Δράκαινα έφυγε, πηγαίνοντας στον ξενώνα. Στο δρόμο είχε το νου της μήπως δει κάποιον να την παρακολουθεί, αλλά δεν εντόπισε κανέναν. Ασφαλώς, οποιοσδήποτε από τους φρουρούς που στέκονταν στις διασταυρώσεις των διαδρόμων μπορούσε να είναι πληροφοριοδότης της Κελνίχηβ…

Αφού το Αριστερό Χέρι τα έχει καλά με τον Πρωθιερέα, δε θα ξεμπλέξουμε εύκολα μ’αυτούς. Κατά πάσα πιθανότητα, γνωρίζουν την κάθε μας κίνηση. Κάθε κίνηση, τουλάχιστον, που γίνεται μέσα στο Τάρσαζ.

*

Το απόγευμα, μπήκαν σ’ένα ποταμόπλοιο και έφυγαν από το λιμάνι της Φέντινκεχ, πλέοντας βόρεια επάνω στον ποταμό Νύραλοκ. Ο Χάλρεοκ τούς συντρόφευε και πάλι, και τώρα είχε μαζί του δώδεκα πολεμιστές, αφού η Ανταρλίδα είχε πει στη Βασίλισσα ότι ίσως να κινδύνευαν από τους Ιεράρχες.

Το ταξίδι τους δεν ήταν επεισοδιακό· μέχρι το απόγευμα της επόμενης ημέρας, βγήκαν από τον Νύραλοκ και, διασχίζοντας τη λίμνη Σάρφεχ, έφτασαν στο λιμάνι της Ναλκέμ όπου και αγκυροβόλησαν. Ο Άρχοντας Τερνόελ τούς φιλοξένησε πάλι στο μέγαρό του, και το πρωί έφυγαν τροχάζοντας επάνω στη δημοσιά που τους πήγαινε βόρεια για περίπου είκοσι χιλιόμετρα και μετά έστριβε ανατολικά.

Και εκεί, στη στροφή του δρόμου, όπου το λιθόστρωτο έμοιαζε ν’αγκαλιάζει κάτι δενδρώδεις λόφους, έπεσαν στην ενέδρα των εχθρών τους.

Αρχικά, αντίκρισαν δύο κάρα και μία σκεπαστή άμαξα να τους κλείνουν το δρόμο. Κανένα όχημα δεν είχε ζώα δεμένα στον ζυγό του· έμοιαζαν παρατημένα μες στη μέση της δημοσιάς.

Η ομάδα του Τάμπριελ τράβηξαν απότομα τα ηνία των αλόγων τους για να τα σταματήσουν, κι αυτά σηκώθηκαν στα πισινά τους πόδια χρεμετίζοντας.

Η Ανταρλίδα αμέσως κατάλαβε ότι επρόκειτο για ενέδρα: δεν μπορεί τα κάρα και η άμαξα να ήταν τυχαία παρατημένα εδώ, σ’αυτή τη θέση.

Από τους δενδρώδεις λόφους, καβαλάρηδες εφόρμησαν, κραυγάζοντας. Από την άλλη μεριά, από τους θάμνους μιας πεδιάδας, πολεμιστές πετάχτηκαν, πεζοί, τρέχοντας καταπάνω στην Ανταρλίδα και τους συντρόφους της.

«Ληστές!» αναφώνησε ο Καλέφραζ.

Δεν είναι ληστές αυτοί, σκέφτηκε η Ανταρλίδα τραβώντας το σπαθί από την πλάτη της, αποκρούοντας το λεπίδι ενός ερχόμενου καβαλάρη, και στη συνέχεια σχίζοντάς του τα πλευρά και πετώντας τον απ’το άλογό του.

Οι δύο Ταργκάφλι πολεμιστές, εκατέρωθεν του Τάμπριελ, ύψωσαν τα δόρατα και τις ασπίδες τους. Η Χιρκόμο κρατούσε το ραβδί της, που στη μία άκρη είχε μια σιδερένια σφαίρα με καρφιά και στην άλλη άκρη μια μυτερή λεπίδα.

Ο Χάλρεοκ απέκρουσε ένα τσεκούρι και, κραυγάζοντας, κάρφωσε το σπαθί του στο στήθος του αντίπαλου καβαλάρη. «Δεν είναι ληστές, Καλέφραζ!» φώναξε. «Δεν είναι ληστές!»

Ένας από τους πολεμιστές της Βασίλισσας ούρλιαξε καθώς ένα ξίφος τον χτυπούσε στο κεφάλι σπάζοντας το κράνος του και πετώντας τον από το άλογό του.

Ο Θυμός πήδησε και έμπηξε τα δόντια του στον λαιμό ενός αλόγου, σαν λύκος. Το άλογο χρεμέτισε ξέφρενα, ρίχνοντας τον καβαλάρη του· και ο Αλίρκωπ ζύγωσε και τον κοπάνησε με το ρόπαλό του καθώς εκείνος προσπαθούσε να σηκωθεί.

Ο Τάμπριελ κοίταζε τη συμπλοκή γύρω του, και σκέφτηκε: Ο Χάλρεοκ έχει δίκιο: δεν είναι ληστές. Με μισθοφόρους μοιάζουν. Και δε νομίζω να τους έχουν στείλει οι Ιεράρχες. Ο μόνος που θα μπορούσε να ξέρει τόσο γρήγορα πού πηγαίνουμε είναι ο φίλος μας ο Πρωθιερέας – μέσω της Κελνίχηβ.

Άγγιξε το περιδέραιό του και κάλεσε τη Βιβεϊρλώταθ. Το πνεύμα της φάνηκε να βγαίνει, ημιδιάφανο, καπνοειδές, φασματικό, από τον πολυεδρικό λίθο στο κέντρο του αργυρού σκαλιστού δίσκου· και μια δυνατή κραυγή αντήχησε, τρυπώντας τα αφτιά όλων.

Η Βιβεϊρλώταθ άπλωσε τα φτερά της σαν κύματα ενέργειας πάνω από τη συμπλοκή και γύρω απ’τους μαχόμενους.

Ένας καβαλάρης ούρλιαξε καθώς τα ρούχα του άρπαζαν φωτιά. Κι άλλος ένας.

Κάποιοι άλλοι, μοιάζοντας ζαλισμένοι, έπεσαν απ’τα άλογά τους.

Μερικοί πεζοί φάνηκε να τα χάνουν και να αλληλοχτυπιούνται προτού καταλάβουν ότι επιτίθονταν στους συντρόφους τους.

Ο Τάμπριελ είδε κι έναν πολεμιστή της Βασίλισσας ν’αρπάζει φωτιά και να πέφτει στο λιθόστρωτο του δρόμου, ουρλιάζοντας. Οι οπλές ενός αλόγου τον ποδοπάτησαν, σκοτώνοντάς τον.

Όχι, Βιβεϊρλώταθ! Όχι τους συμμάχους μας!

Η θεά, όμως, είχε μεθύσει από τη μάχη και δεν μπορούσε να ελέγξει απόλυτα τον εαυτό της· ο Τάμπριελ το αισθανόταν. Και προσπάθησε να την ελέγξει εκείνος, με τη θέλησή του. Αλλά αυτό δεν αποδείχτηκε εύκολο. Καθόλου εύκολο. Η Βιβεϊρλώταθ δεν ήταν ένα οποιοδήποτε πνεύμα: ήταν η πιο ισχυρή οντότητα που ο Τάμπριελ είχε καταφέρει να φυλακίσει ως Δεσμοφύλακας.

«Δαίμονες!» ούρλιαξε ένας από τους πεζούς μισθοφόρους έχοντας βγάλει το κράνος του και γδέρνοντας το πρόσωπό του με τα χέρια του. «Δαίμονες μάς επιτίθενται! ΑΑΑααααοοοοοοοοοοοο!…»

Ένας πολεμιστής της Βασίλισσας πέρασε από δίπλα του, έφιππος, και τον σπάθισε στον λαιμό, σωριάζοντάς τον.

Τρεις ιππείς κατάφεραν να πλησιάσουν τον Τάμπριελ και να ορμήσουν καταπάνω στους δύο Ταργκάφλι πολεμιστές και στη Χιρκόμο. Ο Τάμπριελ τράβηξε το πιστόλι του, έτοιμος να σημαδέψει και να πυροβολήσει· αλλά τότε η Ανταρλίδα πετάχτηκε πίσω από τους εχθρούς, καρφώνοντας έναν στην πλάτη.

Το δόρυ ενός Ταργκάφλι βρήκε έναν εχθρό στο στήθος, τη στιγμή που αυτός έκανε να στραφεί για ν’αποκρούσει την επόμενη επίθεση της Μαύρης Δράκαινας, που τον είχε στόχο.

Ο άλλος εχθρός σταμάτησε το χτύπημα του δεύτερου Ταργκάφλι πολεμιστή κι έκανε να στρέψει το άλογό του και να φύγει. Ο λαιμός του, όμως, γύρισε ξαφνικά από μόνος του, κι ο άντρας πέθανε.

Η Βιβεϊρλώταθ.

Η λυσσαλέα κραυγή της αντήχησε έντονα στ’αφτιά του Τάμπριελ και σε όσων μάχονταν γύρω του.

«Υποχωρούν,» παρατήρησε η Ανταρλίδα.

Και πράγματι, οι εχθροί υποχωρούσαν: οι ιππείς κάλπαζαν προς τους λόφους και οι πεζοί τούς ακολουθούσαν.

Η Ανταρλίδα κάλπασε πίσω τους, ενώ ο Τάμπριελ τραβούσε πάλι τη Βιβεϊρλώταθ μέσα στο περιδέραιό του.

Η Μαύρη Δράκαινα έφτασε εύκολα έναν απ’τους πεζούς, και πήδησε απ’το άλογό της. Έπεσε στην πλάτη του και τον σώριασε, μπρούμυτα. Ο άντρας φώναξε στους συντρόφους του να τον βοηθήσουν, αλλά εκείνοι δε σταμάτησαν.

Η Ανταρλίδα, έχοντας ήδη θηκαρώσει το σπαθί της προτού πηδήσει από το άλογό της, έβαλε τη λεπίδα ενός ξιφιδίου στο λαιμό του μισθοφόρου καθώς βρισκόταν ακόμα πάνω στην πλάτη του. «Θ’αφήσεις αυτό το σπαθί απ’το χέρι σου,» του είπε, «και θα σηκωθείς ήρεμα.»

Η γροθιά του άντρα ελευθέρωσε το μανίκι του ξίφους που κρατούσε. Η Ανταρλίδα σηκώθηκε από πάνω του και στάθηκε όρθια. Ο μισθοφόρος σηκώθηκε επίσης. «Προχώρα,» του είπε εκείνη κάνοντάς του νόημα, με το κεφάλι, προς τους συντρόφους της.

Ο άντρας, βλέποντας ότι η γυναίκα μπροστά του κρατούσε μόνο ένα ξιφίδιο, επιχείρησε να τρέξει και να της ξεφύγει. Η Ανταρλίδα εύκολα τού έβαλε τρικλοποδιά σωριάζοντάς τον. Τράβηξε το κράνος απ’το κεφάλι του και, αρπάζοντάς τον απ’τα μαλλιά, τον ανάγκασε να σηκωθεί και να έρθει μαζί της, προς τους υπόλοιπους.

Καθώς πλησίαζε, είδε ότι ο Καλέφραζ είχε τραυματιστεί. Ο Χάλρεοκ είχε γονατίσει πλάι του και προσπαθούσε να περιποιηθεί ένα τραύμα στο κεφάλι του Γραμματικού. Αίμα είχε βάψει τα ξανθά μαλλιά του Καλέφραζ.

Η Ανταρλίδα έσπρωξε τον αιχμάλωτό της προς τους Ταργκάφλι, οι οποίοι είχαν κατεβεί απ’τα άλογά τους. «Δέστε τον,» τους είπε.

Και μετά ζύγωσε τον Χάλρεοκ.

«Χτυπήθηκε άσχημα;» ρώτησε.

«Δεν το νομίζω,» αποκρίθηκε ο πολεμιστής της Βασίλισσας, σκουπίζοντας το τραύμα στο κεφάλι του Καλέφραζ μ’ένα βρεγμένο πανί. «Ήταν τυχ–»

Ο Καλέφραζ βλεφάρισε· τα μάτια του μισάνοιξαν.

«…Χάλρεοκ,» ψέλλισε.

«Χτυπήθηκες στο κεφάλι,» του είπε εκείνος· «μην κάνεις καμια απότομη κίνηση.»

Ο Καλέφραζ ξεροκατάπιε. «Μεγάλε Τίγρη…» μουρμούρισε. Και ρώτησε: «Ποιοι ήταν αυτοί;»

«Δεν ξέρω,» αποκρίθηκε ο Χάλρεοκ, κάνοντας συγχρόνως νόημα σ’έναν πολεμιστή του να του φέρει επιδέσμους.

Η Ανταρλίδα απομακρύνθηκε, και στο δρόμο της συνάντησε τον Τάμπριελ.

«Πώς είναι ο Καλέφραζ;» τη ρώτησε.

«Θα ζήσει,» απάντησε εκείνη. «Τώρα, θέλω να μάθω ποιος τα έστειλε αυτά τα καθίκια.» Και πήγε προς τα εκεί όπου οι δύο Ταργκάφλι είχαν τον μισθοφόρο, όρθιο και με τα χέρια του δεμένα πίσω απ’την πλάτη.

Ο Τάμπριελ την ακολούθησε, σιωπηλά.

Η ζέστη ήταν δυνατή, και ο αέρας είχε ήδη αρχίσει να γίνεται αποπνιχτικός από την αποφορά των πτωμάτων και του αίματος. Μύγες συγκεντρώνονταν, καθώς και πτωματοφάγα πτηνά.

Η Ανταρλίδα ράπισε τον αιχμάλωτο καταπρόσωπο κάνοντας αίμα να τιναχτεί απ’την άκρη του στόματός του.

«Ποιος σας έστειλε εδώ;» τον ρώτησε όταν εκείνος ξανασήκωσε το πρόσωπό του.

«Κανένας δε μας έστειλ–»

Η γροθιά της τον βρήκε στο σαγόνι τινάζοντας το κεφάλι του προς τα πίσω. Οι δύο Ταργκάφλι τον έπιασαν για να μη σωριαστεί. Ο μισθοφόρος έφτυσε δύο σπασμένα δόντια μαζί με πηχτό αίμα.

«Σε ρώτησα ποιος σας έστειλε εδώ!» είπε η Ανταρλίδα.

«Δεν ξέρω!» έκρωξε εκείνος. «Ο αρχηγός είπε να επιτεθούμε και να σκοτώσουμε αυτόν.» Ατένισε τον Τάμπριελ. «Αυτόν με το κόκκινο δέρμα και τ’άσπρα μαλλιά.» Κοίταξε πάλι την Ανταρλίδα. «Κι εσένα είπε να σε σκοτώσουμε, αν μπορούσαμε. Αλλά αυτόν κυρίως· αυτός έπρεπε να πεθάνει.»

«Ποιος είναι ο αρχηγός σας; Πώς τον λένε και πού βρίσκεται;»

«Ο αρχηγός μας; Εκεί είναι,» έδειξε με το βλέμμα του έναν νεκρό, «ρώτα τον ό,τι θες.»

«Δε σε πιστεύω,» είπε η Ανταρλίδα κοιτάζοντας το πτώμα.

«Γιατί; Τι περίμενες να δεις;»

Τον γρονθοκόπησε πάλι. «Και ποιος πλήρωσε τον αρχηγό σας;»

«Δεν ξέρω,» είπε ο μισθοφόρος με αίματα να τρέχουν από τη μύτη του. «Πού να ξέρω;»

Η Ανταρλίδα απομακρύνθηκε απ’αυτόν και πλησίασε το πτώμα που της είχε δείξει. Ήταν πεσμένο μπρούμυτα αλλά, πιάνοντάς το απ’το γιλέκο του, το τράβηξε και το γύρισε ανάσκελα. Ο άντρας που είδε δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο επάνω του. Ήταν λευκός, με καστανά, μακριά μαλλιά και μούσι στο σαγόνι. Ένα τραύμα στο στήθος τον είχε σκοτώσει.

Δε μπορεί αυτός νάναι ο αρχηγός τους, σκέφτηκε. Αν είναι μισθοφόροι, όπως φαίνονται, τότε ο αρχηγός τους πρέπει να ήταν καλύτερα αρματωμένος. Ο νεκρός στα πόδια της δεν φορούσε καμια πανοπλία πέρα απ’το σκληρό του γιλέκο κι ένα κράνος που είχε τώρα φύγει απ’το κεφάλι του. Δεν είναι ο αρχηγός τους.

Πλησίασε πάλι τον αιχμάλωτο. «Πού είναι ο αρχηγός σας;»

«Δε σου είπ–;»

Τον γρονθοκόπησε καταπρόσωπο.

«Προτού σου βγάλουν την πανοπλία σου,» του είπε, «εσύ ήσουν καλύτερα αρματωμένος απ’τον νεκρό που μου έδειξες. Μη μου λες βλακείες, λοιπόν! Δεν είναι αυτός ο αρχηγός σας. Ποιος είναι;»

Ο άντρας έβηξε· οι Ταργκάφλι τον κρατούσαν απ’τις μασκάλες για να στέκεται όρθιος. «Στη Ναλκέμ είναι…» είπε ξέπνοα, μη μπορώντας ν’ανασάνει κανονικά. Ξεροκατάπιε. «Μισθοφόροι είμαστε. Τον λένε Σαρόεζ.»

«Σίγουρα, δεν είναι ο μόνος μ’αυτό το όνομα. Πώς μπορώ να τον βρω;»

«Ρώτα πού είναι οι Μελωδοί των Όπλων. Έτσι λεγόμαστε. Όταν είσαι στην αγορά της Ναλκέμ, ρώτα πού είναι οι Μελωδοί των Όπλων. Αλλά ο Σαρόεζ δε θα σου πει ποιος τον πλήρωσε· ποτέ δε λέει τίποτα για τους πελάτες του. Δε θα παραδεχτεί τίποτα.»

«Θα το δούμε αυτό,» είπε η Ανταρλίδα. «Μ’εσένα τι προτείνεις να γίνει τώρα;»

«Αφήστε με να φύγω. Σου είπα ό,τι ζήτησες, και τι κακό να σας κάνω πια;»

«Θα πας στ’αφεντικό σου και θα του πεις ότι μας μίλησες γι’αυτόν, έτσι δεν είναι;»

«Όχι. Θα με σκοτώσει αν του το πω αυτό.»

Η Ανταρλίδα κοίταξε τον Τάμπριελ, που τους κοίταζε με τα χέρια σταυρωμένα εμπρός του. Έχεις «δει» τίποτα για τούτον; Λέει αλήθεια, ή λέει ψέματα;

Ο κοκκινόδερμος μάγος έμεινε σιωπηλός, αν και η Μαύρη Δράκαινα ήταν βέβαιη πως πρέπει να είχε αντιληφτεί την ερώτηση στο βλέμμα της.

«Τι προτείνεις;» τον ρώτησε ευθέως.

«Κάνε ό,τι νομίζεις.»

Η Ανταρλίδα τράβηξε το ξιφίδιο απ’τη μέση της και, προτού προλάβει κανείς να κινηθεί, το έμπηξε κάτω απ’το σαγόνι του μισθοφόρου. Όταν το τράβηξε πίσω, ο άντρας ήταν νεκρός. Οι Ταργκάφλι τον άφησαν να πέσει στο έδαφος ανάμεσά τους.

«Η πιο ασφαλής λύση,» είπε η Ανταρλίδα στον Τάμπριελ, σκουπίζοντας τη λεπίδα του όπλου της και θηκαρώνοντάς το.

Εκείνος ένευσε αμίλητα.

Και πήγαν να δουν πώς ήταν τώρα ο Καλέφραζ.

Κεφάλαιο Εικοστό-Έβδομο
Οι Μελωδοί των Όπλων

Δεν είχα ποτέ ξανά τραυματιστεί τόσο άσχημα στη ζωή μου. Νόμιζα ότι θα πέθαινα. Όταν είδα εκείνο το ξίφος να έρχεται προς το μέρος μου, προσπάθησα να το αποφύγω· και μετά αισθάνθηκα το δυνατό χτύπημα στο κεφάλι. Αισθάνθηκα να πέφτω καθώς τα πάντα σκοτείνιαζαν γύρω μου. Ήμουν βέβαιος ότι είχα σκοτωθεί.

Αλλά δεν σκοτώθηκα, όπως αποδείχτηκε. Όταν ξανάνοιξα τα μάτια μου, αντίκρισα το πρόσωπο του Χάλρεοκ από πάνω μου. Ακόμα και τότε, όμως, δεν ήξερα αν θα επιβίωνα. Είχα ακούσει πολλούς να πεθαίνουν από μόλυνση ύστερα από χτυπήματα στη μάχη, ή από εσωτερική αιμορραγία.

Ο Χάλρεοκ με ανέβασε στο άλογό του και συνιππεύσαμε στο υπόλοιπο ταξίδι προς τη Φάλαρεχ. Στο δρόμο μας δεν συναντήσαμε άλλες ενέδρες, ανθρώπους σταλμένους για να μας σκοτώσουν. Διότι τέτοιοι ήταν τελικά αυτοί που μας είχαν επιτεθεί, παρότι αρχικά είχα πιστέψει πως επρόκειτο για ληστές. Δεν ήταν ληστές, Καλέφραζ, μου είπε ο Χάλρεοκ· δεν μπορεί να ήταν. Η Ανταρλίδα έχει δίκιο: κάποιος εχθρός μας κανόνισε αυτή την ενέδρα.

Ποιος εχθρός; δεν μπορούσα παρά να αναρωτιέμαι, αν και ήταν φανερό πως ο Μεγάλος Προφήτης και η Συνοδός του θεωρούσαν πως ήταν ο Πρωθιερέας Έλνεφριζ.

Ο Πρωθιερέας του Ναού της Φέντινκεχ… Μπορεί να ήταν δυνατόν; Και, εντάξει, ίσως να είχε τους λόγους του για να θέλει τον Μεγάλο Προφήτη και τη Συνοδό του νεκρούς, αλλά δεν σκεφτόταν ότι τόσοι πιστοί υπήκοοι του Βασιλείου βρίσκονταν μαζί τους; Όπως εγώ και ο Χάλρεοκ; Τι είδους άνθρωπος ήταν ο Πρωθιερέας Έλνεφριζ;

Στη Φάλαρεχ, ο Τάμπριελ έδειξε την άδεια της Βασίλισσας στην Αρχόντισσα Ισίλνεμ, κι εκείνη αναγκάστηκε να ανοίξει την πύλη της πόλης της και να επιτρέψει στους Ταργκάφλι να διαβούν τα σύνορα του Βασιλείου. Μεγάλε Τίγρη! ακόμα κι εγώ, που είχα περάσει τόσες ημέρες στη Γη των Ταργκάφλι, αισθάνθηκα ένα ρίγος να με διαπερνά βλέποντάς τους να μπαίνουν στο Τάρσαζ, άλλοι πεζοί, άλλοι επάνω σε κάρα ή άμαξες, κι άλλοι καβαλώντας άλογα, ελέφαντες, ή ό’τρατ ζιν. Έμοιαζαν με εισβάλλοντα στρατό, αν και ήξερα ότι δεν ήταν. Ήταν σύμμαχοι του Μεγάλου Προφήτη· δεν ήθελαν το κακό μας. Κι επιπλέον, ο ίδιος ο Μεγάλος Προφήτης είχε πει ότι θα μας βοηθούσαν στον πόλεμο που είχε προδεί με την Ηνωμένη Γη της Κοινωνίας και το τέρας που άκουγε στο όνομα Μέγας Ιεράρχης.

*
* * *
*

Σούρουπο έφτασε η ομάδα του Τάμπριελ στη Φάλαρεχ, και σούρουπο επιτράπηκε στους Ταργκάφλι να περάσουν τη γέφυρα του ποταμού Σάρηακ, να διασχίσουν την πόλη, και να βγουν από τη δυτική της πύλη, για να καταυλιστούν στα βόρεια, κοντά στις δασώδεις εκτάσεις που ονομάζονταν Δάση των Απόηχων.

Ο Τάμπριελ πήγε μαζί τους για να μιλήσει με τον Ο’Μάλζεκ Χάλρικ· η Ανταρλίδα, ασφαλώς, τον ακολούθησε, όπως επίσης και η Χιρκόμο, οι δύο Ταργκάφλι πολεμιστές, και ο Αλίρκωπ. Ο Χάλρεοκ και οι δικοί του πολεμιστές αποφάσισαν να μείνουν στο μέγαρο της Αρχόντισσας Ισίλνεμ μαζί με τον Καλέφραζ, που αναμφίβολα του χρειαζόταν να κοιμηθεί σ’ένα σωστό κρεβάτι ύστερα από το χτύπημα που είχε δεχτεί. Κι επίσης, καλό θα ήταν να τον κοίταζε και κανένας πιο έμπειρος θεραπευτής από τον Χάλρεοκ, όπως είπε ο ίδιος ο Πρώτος Υπασπιστής του Δεξιού Χεριού του Θρόνου.

Ο Τάμπριελ, μιλώντας με τον Ο’Μάλζεκ Χάλρικ και τους μάγους της Βινέρνι, τόνισε σε όλους τους ότι η Βασίλισσα Παμράνεχ τον είχε καταστήσει υπεύθυνο γι’αυτούς· επομένως, έπρεπε να προσέχουν τι έκαναν μέσα στο Βασίλειο. Δεν έπρεπε να προκαλέσουν αναταραχές ή προβλήματα. «Ακόμα κι αν δείτε τους Ταρσάζιους επιφυλακτικούς ή προσβλητικούς προς εσάς, εσείς δεν πρέπει να δώσετε σημασία. Με τον καιρό θα συνηθίσουν την παρουσία σας. Έχουν ακούσει πολλά για σας – πολλά που δεν είναι αλήθεια – και, μέχρι να διαλυθούν αυτές οι φήμες και να φανεί η πραγματικότητα, θα χρειαστεί να δείξετε υπομονή.»

«Μην ανησυχείς, Καζίτο’ναρ,» αποκρίθηκε ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ, «δεν θα σε ντροπιάσουμε, ούτε θα σε φέρουμε σε δύσκολη θέση.»

«Δεν τα λέω για μένα αυτά,» εξήγησε ο Τάμπριελ σταθερά· «για εσάς τα λέω κυρίως, ώστε να μπορέσετε να συμβιώσετε ειρηνικά με τους κατοίκους του Τάρσαζ. Με τη θέλησή σας δεν ήρθατε εδώ;»

«Ασφαλώς, Καζίτο’ναρ,» είπε ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ.

Και η Χιρκόμο πρόσθεσε: «Όπου βρίσκεται η θεά, εκεί βρισκόμαστε κι εμείς.» Τα λόγια της δεν υπονοούσαν ότι ήταν αναγκασμένοι να βρίσκονται όπου βρισκόταν η θεά τους, αλλά ότι το επιθυμούσαν. Την αγαπούσαν, τη λάτρευαν, όσο τίποτα σ’ετούτο τον κόσμο. Κι αυτό δεν ήταν κάτι που ίσχυε μόνο για τον Ο’Μάλζεκ Χάλρικ και τους μάγους· ήταν κάτι που ίσχυε για όλους τους Ταργκάφλι της Βινέρνι – ο Τάμπριελ το ήξερε: το είχε δει στα πρόσωπά τους και στα βλέμματά τους, το είχε ακούσει στα λόγια τους, το είχε αισθανθεί μέσω της Βιβεϊρλώταθ.

Όταν η συζήτησή του με τον Ο’Μάλζεκ Χάλρικ και τους μάγους περατώθηκε, βγήκε απ’τη σκηνή τους και, με την Ανταρλίδα στο πλευρό του, βάδισε προς τη δική του σκηνή.

Η γη σείστηκε ξαφνικά.

Ακόμα ένας απ’τους σεισμούς του Ρήγματος.

«Δε νομίζω ότι θα σταματήσουν ποτέ,» είπε η Ανταρλίδα καθώς έμπαιναν στη σκηνή. «Τουλάχιστον όχι όσο ο υπερδιαστασιακός στρόβιλος εξακολουθεί να διαπερνά ετούτη τη διάσταση.»

«Ναι, ίσως…» συμφώνησε ο Τάμπριελ καθίζοντας σε μια καρέκλα μπροστά σ’ένα ξύλινο τραπέζι γεμάτο φαγητά και ποτά.

Η Ανταρλίδα κάθισε αντίκρυ του. «Δεν έχεις ακόμα κάποιο σχέδιο, έτσι;»

«Σχέδιο; Για τι;»

«Για το πώς να διαλύσεις το Ρήγμα.»

«Δεν είναι εύκολο αυτό, και το ξέρεις. Πάντως, όπως σου είπα, δε νομίζω πως είναι τυχαίο το ότι έχει παρουσιαστεί ανάμεσα στα Φράγματα των Αρχαίων. Μπορεί μέσω των Φραγμάτων να βρούμε τη λύση.»

Η Ανταρλίδα πήρε έναν καρπό από μια πήλινη γαβάθα στο κέντρο του τραπεζιού και τον δάγκωσε. «Τέλος πάντων. Υπάρχει μια άλλη, πιο επείγουσα λύση που πρέπει να βρούμε…»

Ο Τάμπριελ ύψωσε ένα φρύδι του ερωτηματικά, ενώ γέμιζε το κύπελλό του με κρασί από την καράφα.

«Τι θα κάνουμε με τον Πρωθιερέα και το Αριστερό Χέρι,» διευκρίνισε η Ανταρλίδα. «Έχεις ‘δει’ τίποτα που μπορεί να μας διαφωτίσει;»

«Έχω δει τον Πρώτο Αρχιερέα να καθαιρεί τον Πρωθιερέα, όπως ξέρεις.»

«Αυτό, όμως, δε μας βοηθά και πολύ. Για την ακρίβεια, το γεγονός ότι το είπες ίσως να είναι που έχει στρέψει τον Πρωθιερέα εναντίον μας.»

Ο Τάμπριελ κούνησε το κεφάλι και ήπιε μια γουλιά κρασί. «Δεν το νομίζω. Αλλά τώρα αυτό δεν αλλάζει.»

«Για τους Μελωδούς των Όπλων έχεις ‘δει’ τίποτα;»

«Τίποτα συγκεκριμένο. Ή, αν τους έχω δει, δεν ξέρω ότι είναι αυτοί.»

«Σκέφτομαι να τους επισκεφτούμε επιστρέφοντας προς τη Φέντινκεχ. Συμφωνείς;»

«Νομίζεις πως θα παραδεχτούν ότι τους πλήρωσε ο Πρωθιερέας για να μας επιτεθούν;» είπε ο Τάμπριελ. «Ή ότι τους πλήρωσε το Αριστερό Χέρι;» Ρουθούνισε. «Καλύτερα ν’αυτοκτονήσουν κατευθείαν, γιατί, μετά από μια τέτοια αποκάλυψη, σίγουρα θα πεθάνουν.

»Επιπλέον, σκέψου το εξής: Ας πούμε ότι πηγαίνουμε, βρίσκουμε τον αρχηγό τους – αυτόν τον Σαρόεζ – και μαθαίνουμε ότι τους έβαλε ο Πρωθιερέας ή το Αριστερό Χέρι να μας επιτεθούν. Και τι έγινε; Δεν το ξέρουμε ήδη; Το ξέρουμε. Θα αποτελέσει η μαρτυρία τους απόδειξη κατά του Πρωθιερέα ή του Αριστερού Χεριού; Απόδειξη που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε για να τους ενοχοποιήσουμε ενώπιον της Βασίλισσας ή του Πρώτου Αρχιερέα; Μάλλον όχι· γιατί εκείνοι θα το αρνηθούν, και ο λόγος ενός αρχηγού μισθοφόρων δεν έχει καμία βαρύτητα σ’ένα καθεστώς σαν αυτό που υφίσταται στο Τάρσαζ. Είναι κι οι δυο τους πρόσωπα υπεράνω πάσης υποψίας.»

«Η αποκάλυψη των μισθοφόρων, όμως, θα είναι ένα στοιχείο εναντίον τους, Τάμπριελ,» διαφώνησε η Ανταρλίδα. «Αν καταφέρουμε να βρούμε κι άλλα τέτοια στοιχεία, τότε όλα μαζί ίσως να είναι αρκετά για να τους ενοχοποιήσουν και να αναγκάσουν τη Βασίλισσα και τον Πρώτο Αρχιερέα να πάρουν τα ανάλογα μέτρα.»

Ο Τάμπριελ συνοφρυώθηκε και, πίνοντας μια γουλιά κρασί, αναλογίστηκε τα λόγια της. «Μια στρατηγική που μπορεί να αποδώσει σε βάθος χρόνου…» μουρμούρισε. «Ναι, δεν είναι παράλογο…»

«Επιπλέον, μην ξεχνάς πως ο Καλέφραζ τραυματίστηκε στην επίθεση που έγινε εναντίον μας, και πως πολεμιστές της Βασίλισσας σκοτώθηκαν. Δεν μπορεί κανείς να θεωρήσει τέτοια γεγονότα αμελητέα. Κατ’αρχήν, η Βασίλισσα σίγουρα θα μάθει τι έγινε· γιατί, λοιπόν, να μη μάθει όλη την αλήθεια;»

«Προτείνεις, επομένως, να πάμε στη Ναλκέμ και να εκβιάσουμε αυτόν τον Σαρόεζ. Σωστά;»

«Ουσιαστικά, ναι. Και νομίζω πως κι ο Χάλρεοκ θα συμφωνήσει.»

«Δε χάνουμε τίποτα ρωτώντας τον,» είπε ο Τάμπριελ.

*

«Μα τα δόντια του Μεγάλου Τίγρη, φυσικά και συμφωνώ!» γρύλισε ο Χάλρεοκ, όταν ο Τάμπριελ και η Ανταρλίδα επισκέφτηκαν το μέγαρο της Αρχόντισσας Ισίλνεμ το επόμενο πρωί. «Γιατί δε μου το είπατε πιο νωρίς ότι αυτός ο μισθοφόρος σάς αποκάλυψε το αφεντικό του και τη συντεχνία του;»

«Θέλαμε να το συζητήσουμε μεταξύ μας πρώτα,» εξήγησε ο Τάμπριελ. «Επειδή, όπως σου τόνισα, πιστεύουμε ότι πιθανώς ο Πρωθιερέας και το Αριστερό Χέρι είναι μπλεγμένοι σε τούτη την υπόθεση.» Και, παρότι βρίσκονταν μόνοι τους στον ξενώνα που η Αρχόντισσα της Φάλαρεχ είχε παραχωρήσει στον Πρώτο Υπασπιστή, χαμήλωσε τη φωνή του καθώς το έλεγε αυτό. Οι τοίχοι μπορεί να είχαν αφτιά, ακόμα κι εδώ, στα ανατολικά σύνορα, στα απώτατα άκρα του Βασιλείου. «Επομένως, δεν πρόκειται για κάτι που παίρνει κανείς ελαφρά. Μπορεί να προκληθούν προβλήματα.»

Ο Χάλρεοκ ένευσε. «Το καταλαβαίνω. Αλλά, αν αυτοί ήταν που προσπάθησαν να με σκοτώσουν, εμένα και τους πολεμιστές μου, τότε θα προκληθούν προβλήματα είτε το θέλουν είτε όχι! Ακόμα και τον Καλέφραζ παραλίγο να τον σκοτώσουν, τα καθάρματα! Και ήταν βασικά άοπλος

Ο Τάμπριελ ακούμπησε το χέρι του στον ώμο του Χάλρεοκ. «Δε θα το αφήσουμε να περάσει έτσι· να είσαι βέβαιος.»

«Ούτε εγώ θα το αφήσω να περάσει έτσι, Τάμπριελ. Και τώρα, καλύτερα να ξεκινάμε. Προς τη Ναλκέμ.»

Αποχαιρέτησαν την Αρχόντισσα Ισίλνεμ και τον σύζυγό της, Άρχοντα Κίμλοροκ (οι οποίοι δεν έδειχναν καθόλου ευχαριστημένοι που είχαν αναγκαστεί να επιτρέψουν στους Ταργκάφλι να περάσουν τα σύνορα, κι έμοιαζαν ν’απορούν με την απόφαση της Βασίλισσας), και βγήκαν από τη δυτική πύλη της Φάλαρεχ, έφιπποι. Τώρα, κι ο Καλέφραζ μπορούσε να ιππεύει μόνος του, αρκεί το άλογο να μην έτρεχε, γιατί πού και πού ζαλιζόταν ακόμα από το χτύπημα στο κεφάλι.

Έξω απ’την πόλη τούς περίμεναν ο Αλίρκωπ και ο Θυμός, ο Χάορτατ, ο Ταρνάτλο, η Χιρκόμο, και τέσσερις Ταργκάφλι πολεμιστές. Οι υπόλοιποι Ταργκάφλι, που ήταν καταυλισμένοι στα βόρεια, είχαν ήδη αρχίσει να διαλύουν τον καταυλισμό τους· και, σύντομα, θα ξεκινούσαν κι αυτοί το ταξίδι προς τη Φέντινκεχ, έχοντας μαζί τους έναν οδηγό, απεσταλμένο της Αρχόντισσας Ισίλνεμ, καθώς κι έναν χάρτη του Βασιλείου. Ένα πλήθος δύο χιλιάδων ανθρώπων, όμως, ήταν, αναπόφευκτα, αργοκίνητο, έτσι ο Τάμπριελ και όσοι θα τον συντρόφευαν θα ταξίδευαν μπροστά από τους Ταργκάφλι και θα έφταναν στην πρωτεύουσα του Βασιλείου πριν από αυτούς, όπως είχε προστάξει η Βασίλισσα Παμράνεχ.

«Θα κάνουμε μια στάση στη Ναλκέμ,» είπε ο Τάμπριελ στον Καλέφραζ καθώς τρόχαζαν επάνω στη λιθόστρωτη δημοσιά που οδηγούσε στα δυτικά μέρη του Βασιλείου. «Και ίσως να είναι πιο μεγάλη απ’ό,τι συνήθως.»

«Ποιος ο λόγος;» ρώτησε ο Γραμματικός.

Ο Τάμπριελ τού εξήγησε χαμηλόφωνα καθώς οι δυο τους προπορεύονταν των υπολοίπων· πλάι τους ήταν μονάχα η Ανταρλίδα και ο Χάλρεοκ, οι οποίοι ούτως ή άλλως γνώριζαν την κατάσταση και αποκλείεται να ήταν πληροφοριοδότες του Αριστερού Χεριού.

Ο Καλέφραζ είπε: «Χρειάζεται πολύ προσοχή εδώ. Βαδίζουμε σε επικίνδυνο έδαφος.»

«Προσπάθησαν να μας σκοτώσουν όλους, Καλέφραζ!» του θύμισε ο Χάλρεοκ. «Και τα κατάφεραν να σκοτώσουν κάποιους από τους πολεμιστές μου. Θα τους γδάρω ζωντανούς! Δε με νοιάζει αν αυτά τα κανόνισε το Αριστερό Χέρι ή ο Πρωθιερέας ή οποιοσδήποτε άλλος!»

«Αν σε θεωρήσουν επικίνδυνο,» του είπε ο Καλέφραζ, «δε θα προλάβεις να κάνεις τίποτα. Και δεν ξέρω αν εσύ αδιαφορείς για τον εαυτό σου, αλλά εγώ έχω μια γυναίκα και δύο παιδιά, και δεν θέλω να πεθάνω.»

«Ο θάνατος δεν σε ρωτά, Καλέφραζ,» είπε ο Τάμπριελ ήρεμα.

«Μπορώ, τουλάχιστον, να τον ρωτήσω εγώ;»

Ο Τάμπριελ δεν χαμογέλασε.

Η Ανταρλίδα είπε στον Γραμματικό: «Μην ανησυχείς, Καλέφραζ· θα είμαστε προσεχτικοί. Καταλαβαίνω αυτό που λες, και συμφωνώ ότι και ο Πρωθιερέας και το Αριστερό Χέρι είναι δύο πολύ, πολύ επικίνδυνα πρόσωπα. Εγώ, όμως, είμαι Μαύρη Δράκαινα, και είμαι επίσης ένα πολύ επικίνδυνο πρόσωπο.»

Το επόμενο μεσημέρι βρέθηκαν στη στροφή της δημοσιάς όπου τους είχαν επιτεθεί οι Μελωδοί των Όπλων. Τα δύο κάρα και η άμαξα δεν ήταν πλέον μες στη μέση του δρόμου· κάποιοι τα είχαν μαζέψει: αναμφίβολα, αυτοί που τα είχαν βάλει εκεί για να τους παγιδέψουν. Επίσης, ούτε πτώματα υπήρχαν: ή τα είχαν καταβροχθίσει όλα τα πτωματοφάγα ζώα, ή κάποιοι τα είχαν μαζέψει κι αυτά. Το λιθόστρωτο, όμως, εξακολουθούσε να είναι βαμμένο απ’το αίμα.

«Κλασική τακτική ετούτη,» είπε ο Ταρνάτλο καθώς είχαν κατασκηνώσει λίγο πιο πέρα απ’τη στροφή. «Βάζουνε μερικά κάρα μπροστά και μετά σου έρχονται κι από τη μια κι από την άλλη. Συνήθως πιάνει. Δεν το περιμένεις.»

«Πειρατής, δε μας είπες ότι είσαι, ρε;» τον ρώτησε ο Χάορτατ. «Από τη Φέδλωχ, δεν είπες;»

«Από κει είμαι, και ναι, έχω κάνει και πειρατής. Αλλά δεν ξέρω μόνο τι γίνεται μες στα καράβια, φιλαράκι.» (Οι δυο τους έμοιαζε να τα πηγαίνουν καλά – τα κοινά ενδιαφέροντα, μάλλον, σκέφτηκε η Ανταρλίδα παρατηρώντας τους.) «Η δική σου μόρφωση είναι μονόπλευρη, να πούμε.»

«Μην το λες,» διαφώνησε ο Χάορτατ. «Τόσο καιρό που κρυβόμουνα μες στα ερείπια, ξέρεις τι πράματα έχω μάθει; Ξέρεις πώς να διώχνεις αγριόσκυλους που πεινάνε όσο εσύ και σε λιμπίζονται δω και μέρες;»

«Αρπάζω ένα τσεκούρι και τους ανοίγω τα κεφάλια!» φώναξε ο Ταρνάτλο. «Χα-χα-χα-χα!»

Κι ο Χάορτατ γέλασε, βήχοντας καθώς είχε πάει να πιει μια γουλιά από τη μπίρα στο μπουκάλι του. Μετά είπε: «Τι κάνεις όμως άμα δεν έχεις τσεκούρι, ε;»

«Κοιτάζω καλά-καλά το μέρος, μήπως μπανίσω κανένα στη γωνία;»

«Χα-χα-χα-χα-χα!… Όχι, κοπέλι μου, όχι, δεν είσαι σωστός. Άκου πώς γίνεται το πράμα, λοιπόν…»

Το απόγευμα, καθώς οι σκιές πύκνωναν, έφτασαν μπροστά στην πύλη της Ναλκέμ, όπου οι φρουροί, μην αναγνωρίζοντάς τους, τους σταμάτησαν. Μετά όμως είδαν τον Χάλρεοκ – ο οποίος τους συστήθηκε – και τους άφησαν να περάσουν χωρίς τον παραμικρό έλεγχο: πράγμα όχι συνηθισμένο, αφού αριθμούσαν πάνω από δεκαπέντε στο σύνολό τους και ήταν φανερό πως έφεραν όπλα. Τέτοιες εξαιρέσεις γίνονταν μόνο για όσους υπηρετούσαν άμεσα τη Βασίλισσα.

Αφήνοντας την πύλη πίσω τους, επισκέφτηκαν γι’ακόμα μια φορά το μέγαρο του Άρχοντα Τερνόελ και ζήτησαν φιλοξενία από αυτόν, την οποία εκείνος, φυσικά, δεν μπορούσε να τους αρνηθεί όσο είχαν τον Χάλρεοκ και τον Καλέφραζ μαζί τους.

Ο Τερνόελ παρατήρησε ότι ο Βασιλικός Γραμματικός ήταν τραυματισμένος, και τον ρώτησε τι είχε συμβεί· επομένως δεν είχαν άλλη επιλογή απ’το να του εξηγήσουν πως κάποιοι τούς επιτέθηκαν βόρεια της πόλης.

«Το άκουσα ότι κάτι έγινε εκεί,» τους είπε ο Άρχοντας. «Μια συμπλοκή. Αλλά δεν ήξερα ότι είχατε εμπλακεί κι εσείς. Ληστές πρέπει να ήταν.»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Χάλρεοκ με σκοτεινό ύφος, «ίσως, Άρχοντά μου.»

Προτού φτάσουν στη Ναλκέμ είχαν αποφασίσει να μην πουν τίποτα στον Τερνόελ για τα στοιχεία και τις υποψίες τους. Καλύτερα, για την ώρα, να κινηθούμε επιφυλακτικά, είχε πει η Ανταρλίδα, και κανείς δεν είχε διαφωνήσει.

*

Η Ανταρλίδα και ο Τάμπριελ έφυγαν απ’το δωμάτιό τους και ζύγωσαν το δωμάτιο του Χάλρεοκ. Η Μαύρη Δράκαινα χτύπησε την πόρτα, και εκείνος άνοιξε και βγήκε, ντυμένος με την αρματωσιά του και ζωσμένος το σπαθί του. Η όψη στο μαύρο πρόσωπό του ήταν άγρια.

«Εμείς μόνο;» ρώτησε.

«Καλό θα ήταν να μην τραβήξουμε ανεπιθύμητη προσοχή, για αρχή,» αποκρίθηκε η Ανταρλίδα.

«Πού πάμε, αδέλφια;»

Οι τρεις τους στράφηκαν ακούγοντας τη φωνή του Ταρνάτλο – αν και η Ανταρλίδα είχε ήδη αντιληφτεί την πόρτα του δωματίου του ν’ανοίγει.

«Έχουμε κάποιες δουλειές στην πόλη,» του είπε ο Χάλρεοκ, κάπως απότομα.

«Νυχτιάτικα;»

«Μόλις χάθηκε ο ήλιος.»

«Ποιον θα καθαρίσετε;»

«Ποιος σου είπε ότι θα καθαρίσουμε κάποιον;» μούγκρισε ο Χάλρεοκ, μοιάζοντας ενοχλημένος.

«Με τη μούρη που έχεις; Ποιος χρειάζεται να μου το πει;» Ο κοκκινογένης, μαυρόδερμος πειρατής μειδίασε. «Θέτε παρέα;»

«Κατ’αρχήν,» τόνισε η Ανταρλίδα, «μην κάνεις φασαρία. Δεν ξέρεις ποιος μπορεί να κρυφακούει εδώ μέσα.»

«Σωστή.» Ο Ταρνάτλο έκλεισε το μάτι.

«Κατά δεύτερον – δεν πηγαίνουμε να καθαρίσουμε κανέναν. Θέλουμε να πάρουμε κάποιες πληροφορίες.»

«Τέλος πάντω· άμα γουστάρετε έρχομαι. Ο άλλος κοιμάται του καλού καιρού μέσα.» Προφανώς αναφερόταν στον Χάορτατ, γιατί μ’αυτόν μοιραζόταν το δωμάτιό του.

Η Ανταρλίδα έριξε ένα ερωτηματικό βλέμμα στον Τάμπριελ.

«Έλα,» είπε εκείνος στον Ταρνάτλο. «Ίσως, όντως, να σε χρειαστούμε.»

Η Ανταρλίδα το αμφέβαλλε αλλά δε μίλησε.

Ο Χάλρεοκ, επίσης, δεν έδειχνε και πολύ χαρούμενος που ο πειρατής θα ερχόταν μαζί τους, μα δεν έφερε αντίρρηση.

Βγήκαν από το μέγαρο του Άρχοντα Τερνόελ προσπαθώντας να τραβήξουν όσο το δυνατόν λιγότερη προσοχή και, μετά, βάδισαν μέσα στους νυχτερινούς δρόμους της Ναλκέμ, όπου υπήρχε κάμποση κίνηση, αν και όχι τόση όση τις πρωινές ώρες. Εκτός από συγκεκριμένα μέρη, βέβαια, στα οποία τις νύχτες είχε περισσότερη κίνηση, όπως ταβέρνες, πανδοχεία, και πορνεία.

Ο Τάμπριελ, η Ανταρλίδα, ο Χάλρεοκ, και ο Ταρνάτλο πήγαν στην αγορά της πόλης. Εδώ, τα πιο πολλά καταστήματα ήταν κλειστά, και οι πλανόδιοι πραματευτάδες είχαν μαζέψει τις σκηνές και τις πραμάτειες τους· έτσι μπήκαν στην τραπεζαρία ενός πανδοχείου, όπου ο καπνός από τις πίπες ήταν πυκνός και οι μυρωδιές από τα ψητά φαγητά και τα οινοπνευματώδη ποτά έντονες. Ελάχιστα τραπέζια ήταν άδεια. Η Ανταρλίδα και ο Τάμπριελ φορούσαν τις κουκούλες τους, για να κρύβουν τον ασυνήθιστο δερματικό χρωματισμό τους, καθώς περνούσαν ανάμεσα από τον κόσμο πλησιάζοντας τον πάγκο του μπαρ, πίσω απ’τον οποίο στεκόταν μια λευκόδερμη κοπέλα με μακριά, σγουρά ξανθά μαλλιά. Φορούσε μαύρη φούστα με πορφυρές πτυχώσεις, και από τη μέση κι επάνω ήταν γυμνή, με την εξαίρεση ενός μαύρου δερμάτινου στηθόδεσμου που πίεζε τα γεμάτα στήθη της, τονίζοντάς τα περισσότερο αντί να τα κρύβει. Τα χέρια της ήταν ντυμένα με εφαρμοστά, μαύρα γάντια που έφταναν ώς τον αγκώνα.

«Τι θα πάρουν οι κύριοι;» ρώτησε χαμογελώντας, καθώς ο Χάλρεοκ και ο Ταρνάτλο τη ζύγωναν βαδίζοντας μπροστά από τον Τάμπριελ και την Ανταρλίδα.

«Εσένα, κούκλα, άμα γουστάρεις,» αποκρίθηκε ο Ταρνάτλο κλείνοντάς της το μάτι.

Ο Χάλρεοκ τον κλότσησε, διακριτικά, στην κνήμη.

Η κοπέλα γέλασε, μη δείχνοντας να έχει προσβληθεί. «Για να γουστάρω, πρέπει να σε μάθω πρώτα.»

Ο Χάλρεοκ καθάρισε το λαιμό του. «Βασικά, μια ερώτηση θέλουμε να κάνουμε.»

Η κοπέλα έστρεψε το βλέμμα της σ’αυτόν. «Τι ερώτηση;»

«Ψάχνουμε για τους Μελωδούς των Όπλων. Μας είπαν ότι ρωτώντας στην αγορά θα τους βρούμε.»

«Ναι, δεν είναι μακριά από δω η συντεχνία τους. Θα πάτε προς το λιμάνι, και θα δείτε ένα άγαλμα. Μετά το άγαλμα, στο δεύτερο δρόμο στ’αριστερά σας είναι η συντεχνία.»

Ο Χάλρεοκ τής άφησε ένα νύχι πάνω στον πάγκο. «Ευχαριστούμε.»

Εκείνη μειδίασε παίρνοντας το νόμισμα. «Τίποτα. Ξαναελάτε.»

«Σαφώς και θα ξανάρθουμε,» της είπε ο Ταρνάτλο, κλείνοντάς της το μάτι καθώς έφευγαν.

Βγήκαν απ’το πανδοχείο, που ονομαζόταν «Το Πορφυρό Γάντι», και βάδισαν προς το λιμάνι.

«Επιστρέφοντας να ξαναπεράσουμε,» πρότεινε ο Ταρνάτλο.

«Δεν ήρθαμε εδώ για τις δικές σου δουλειές,» του είπε ο Χάλρεοκ. «Αν θες πήγαινε μόνο σου.»

«Καλά, βρ’αδελφέ, δε σε είπαμε και καμπούρη! Μια ευγενική προσφορά κάναμε, να πούμε…»

Μετά από λίγο, συνάντησαν το άγαλμα μιας γυναίκας που κοίταζε τ’αστέρια γονατισμένη. Γύρω του υπήρχε χορτάρι, και μια γάτα κοιμόταν εκεί, κουλουριασμένη.

«Αυτό το άγαλμα πρέπει να εννοούσε η δικιά σου,» είπε ο Ταρνάτλο.

«Σώπα,» αποκρίθηκε ο Χάλρεοκ.

«Δε χρειάζεται να το γυρίζεις στην ειρωνεία τώρα, ρε μάστορα…»

Κοιτάζοντας στ’αριστερά τους, μέτρησαν τους κάθετους δρόμους.

Ένας. Δύο.

Και εκεί, μέσα στον δεύτερο, οι αναμμένες λάμπες φώτιζαν μια πινακίδα που έγραφε με μεγάλα, καλλιγραφικά γράμματα: ΟΙ ΜΕΛΩΔΟΙ ΤΩΝ ΟΠΛΩΝ. Πλάι της ήταν μια τοξωτή πόρτα, διπλή αλλά όχι και πολύ μεγάλη. Το οικοδόμημα της συντεχνίας ήταν μονώροφο. Από τα παράθυρα του ισογείου, φώτα φαίνονταν· στον όροφο, σκοτάδι έμοιαζε να κυριαρχεί.

«Τι κάνουμε τώρα, αγαπητοί μου;» ρώτησε ο Ταρνάτλο. «Χτυπάμε κυριλέ και κανονικότατα, ή υπάρχει άλλο σχέδιο;»

«Τι νομίζεις, Ανταρλίδα;» ρώτησε ο Χάλρεοκ στρέφοντάς το κεφάλι πίσω του, στη Μαύρη Δράκαινα.

Ο Τάμπριελ, όμως, ήταν που απάντησε. «Πάμε να χτυπήσουμε. Τι άλλη επιλογή έχουμε; Να εισβάλουμε κρυφά από τον όροφο;»

Ο Ταρνάτλο κοίταξε πάνω. «Δεν είναι δύσκολο, άμα πρώτα σκαρφαλώσεις σε κείνο κει το δώμα.» Δεν έδειξε γιατί ήταν φανερό σε ποιο δώμα αναφερόταν.

«Δεν ξέρουμε, όμως, ούτε καν ποιος είναι ο Σαρόεζ,» τόνισε ο Τάμπριελ· «πόσω μάλλον αν βρίσκεται μέσα αυτή την ώρα, ή αν είναι στον όροφο και όχι στο ισόγειο μαζί με άλλους.»

«Ποιος είν’ο Σαρόεζ, αδελφέ;»

«Ο αρχηγός των Μελωδών,» εξήγησε ο Τάμπριελ. «Ο άνθρωπος που έστειλε τους μισθοφόρους του να μας σκοτώσουν.»

«Α, έτσι λοιπόν!» είπε ο Ταρνάτλο. «Κατάλαβα τώρα γιατί τρέχετε, να πούμε, μες στη νύχτα. Θέτε να μάθετε ποιος τον έβαλε να σας χιμήσει.»

«Ακριβώς.»

«Τους ξέρω κάτι τέτοιους τύπους. Δεν πρόκειται να σας πει τίποτα εκτός αν του σκάσετε γερή πλερωμή.»

«Στην περίπτωσή μας, δεν πρόκειται να πει τίποτα έτσι κι αλλιώς. Πιστεύουμε ότι πρέπει να τον πλήρωσε ή το Αριστερό Χέρι του Θρόνου ή ο Πρωθιερέας του Μαράνχαλωμ.»

«Την έχετε κάτσει, το λοιπόν,» συμπέρανε ο Ταρνάτλο. «Το χρόνο μας χάνουμε δω να πέρα. Πάμε πίσω στο Πορφυρό Γάντι, λέω γω.» Και μειδίασε μέσα από τα κόκκινα μούσια του.

Ο Τάμπριελ δεν του επέστρεψε το μειδίαμα. «Θα μάθουμε πρώτα ποιος είναι ο Σαρόεζ. Κι εσύ θα μας βοηθήσεις σ’αυτό, Ταρνάτλο.» Ακούμπησε το χέρι του στον ώμο του πειρατή.

«Σοβαρά;»

«Σοβαρότατα.»

«Υπάρχει σχέδιο, το λοιπόν;»

«Μόλις τώρα μου ήρθε.»

«Ξέρεις τι λένε για τα σχέδια της ώρας, ε;»

«Φοβάμαι πως όχι.»

*

Ο Ταρνάτλο ζύγωσε την κλειστή, διπλή πόρτα της συντεχνίας νιώθοντας άβολα. Δεν μπορούσε να δει την αλλόκοτη θεά του Τάμπριελ, μα την αισθανόταν ολόγυρά του: μια γαργαλιστική παρουσία που τον έκανε να νομίζει ότι έντομα βάδιζαν πάνω του και ότι η ζέστη της καλοκαιρινής βραδιάς είχε ξαφνικά δυναμώσει.

Τη γαμήσαμε. Δεν έπρεπε να είχα έρθει.

Τέλος πάντω· τους χρωστώ κάτι, αυτό είν’αλήθεια. Με βγάλανε απ’τα μπουντρούμια της Καρκούμ.

Ύψωσε το χέρι του και χτύπησε την πόρτα, δυνατά.

Το ένα φύλλο άνοιξε, αποκαλύπτοντας μια μαυρόδερμη γυναίκα με γαλανά μαλλιά δεμένα κότσο. Φορούσε μια μπεζ υφασμάτινη βράκα και ήταν ξυπόλυτη. Το πέτσινο, καφετί γιλέκο της – το μόνο ρούχο που την έντυνε απ’τη μέση και πάνω – πίεζε τα στήθη της με τρόπο που τα έκανε να σηκώνονται και να φουσκώνουν.

Το Μάτι της Σούλνητ, γαμώ! Τι γίνεται μ’αυτές τις γκόμενες απόψε; Όλες έτσι είν’εδώ, στο Τάρσαζ; Ή εγώ ήμουν πολύ καιρό χωμένος κάτω απ’το χώμα;

Η γυναίκα τον αγριοκοίταξε καθώς ο Ταρνάτλο αργούσε να μιλήσει. «Τι θέλεις;» τον ρώτησε.

Εκείνος πήρε σοβαρή έκφραση, όπως του είχε πει να κάνει ο Τάμπριελ. «Θα ήθελα να μιλήσω στ’αφεντικό σου. Είναι εδώ;» Και να προσέχεις και τα λόγια σου, είχε πει επίσης ο Τάμπριελ. Να μοιάζεις ότι, όντως, σε έστειλε κάποιο σημαντικό πρόσωπο, όχι ότι είσαι μπαγαπόντης. (Ο Ταρνάτλο είχε χαμογελάσει ακούγοντας τη λέξη μπαγαπόντης, και είχε σκεφτεί: Είμαι χειρότερος από απλά μπαγαπόντης, ρ’αδελφέ!)

«Στον κύριο Σαρόεζ αναφέρεσαι;»

«Προφανώς, αγαπητή κοπελιά.»

Η γυναίκα συνοφρυώθηκε. «Να περάσεις πάλι το πρωί.» Κι έκανε να κλείσει το φύλλο της πόρτας που είχε ανοίξει.

Ο Ταρνάτλο έβαλε μπροστά το χέρι του σταματώντας την. «Ο άνθρωπος που με στέλνει δεν είναι όποιος κι όποιος. Τ’αφεντικό σου θα χάσει καλά λεφτά άμα δε δεχτεί να με δει τώρα. Μια απλή ερώτηση θέλω να κάνω μονάχα, και μετά έχω γίνει καπνός.»

«Εντάξει,» είπε η γυναίκα, «θα τον ρωτήσω, να δούμε.» Πρέπει να ήταν μισθοφόρος, συμπέρανε ο Ταρνάτλο τώρα που την κοίταζε καλύτερα: δηλαδή, τώρα που κοίταζε κάτι άλλο εκτός απ’το πρόσωπο και τα στήθια της. Τα χέρια της ήταν μυώδη κι έμοιαζαν να έχουν κάλλους από τη χρήση των όπλων.

Του έκλεισε την πόρτα προτού εκείνος προλάβει ν’αρθρώσει άλλη κουβέντα.

Ο Ταρνάτλο σταύρωσε τα χέρια του εμπρός του, περιμένοντας.

Δε χρειάστηκε να περιμένει για πολύ. Η πόρτα σύντομα άνοιξε πάλι, και η γυναίκα τού έκανε νόημα να περάσει.

Ο Ταρνάτλο, χαμογελώντας, μπήκε σε μια αίθουσα όπου κάμποσοι μισθοφόροι ήταν συγκεντρωμένοι γύρω από δυο πάγκους. Μερικοί έτρωγαν· τρεις έπαιζαν χαρτιά. Ένας ροχάλιζε καθισμένος σε μια καρέκλα· το κεφάλι του έκανε μια από δω μια από κει.

«Ποιος σ’έστειλε εδώ;» ρώτησε τον Ταρνάτλο ένας άντρας λευκόδερμος και μαυρομάλλης, με ξυρισμένο πρόσωπο και γυαλιστερά μάτια. Ήταν γυμνός από τη μέση και πάνω, και μια μακριά, παλιά ουλή φαινόταν στο πλατύ στέρνο του. Στα χέρια του ήταν ένα ζευγάρι δερμάτινα περικάρπια.

«Αυτός που μ’έστειλε θέλει να μείνει ανώνυμος για την ώρα,» απάντησε ο Ταρνάτλο. «Είσαι ο Σαρόεζ, σωστά;»

Ο άντρας κατένευσε. «Σωστά. Και δε μ’αρέσουν οι άνθρωποι που θέλουν νάναι ανώνυμοι.»

«Μια απάντηση χρειάζομαι μονάχα, και θα φύγω.»

Ο Σαρόεζ έπιασε μια κούπα από τον πάγκο δίπλα του και ήπιε. «Σ’ακούω.»

«Πόσο πληρώνεσαι για μια απλή δουλειά;»

«Εξαρτάται. Τι εννοείς, ‘απλή δουλειά’;»

«Ας πούμε ότι θέλω να στείλεις πεντέξι ανθρώπους σου να φρουρήσουν μια κυρία που θα ταξιδέψει. Πόσο θα έπαιρνες γι’αυτό;»

«Μακρινό το ταξίδι;»

«Τρεις μέρες, ας πούμε.»

«Εκατό νύχια. Αλλά είναι γενική τιμή. Πρέπει να ξέρω κι άλλα, για τις συνθήκες του ταξιδιού και τα λοιπά, ’ντάξει;»

«Καλώς,» είπε ο Ταρνάτλο. «Σ’ευχαριστώ, και καλό βράδυ.»

«Στο καλό.»

Ο Ταρνάτλο βγήκε από τη συντεχνία, και συνάντησε τον Τάμπριελ και τους άλλους σ’ένα σοκάκι κοντά στο άγαλμα της γονατισμένης γυναίκας που κοίταζε τον ουρανό. Καθώς βάδιζε αισθάνθηκε τη Βιβεϊρλώταθ να φεύγει από γύρω του.

«Εντάξει;» είπε στον κοκκινόδερμο μάγο. «Τον είδες;»

Ο Τάμπριελ ένευσε.

«Βαρύ πράμα αυτή η θεά σου, πάντως. Ασήκωτο, να πούμε.»

«Τι θα κάνουμε τώρα;» ρώτησε ο Χάλρεοκ.

Προτού κανείς απαντήσει, η Ανταρλίδα ρώτησε τον Τάμπριελ: «Μπορείς να τον παρακολουθήσεις τώρα, τον Σαρόεζ;»

«Φυσικά και μπορώ.»

«Μπορείς να μου περιγράψεις και πώς είναι;»

«Μπορώ να κάνω κάτι καλύτερο.» Άγγιξε το περιδέραιό του. «Κλείσε τα μάτια σου.»

Η Ανταρλίδα τα έκλεισε.

Ο Τάμπριελ έκλεισε και τα δικά του μάτια, κι επικαλέστηκε τη Βιβεϊρλώταθ. Την αισθάνθηκε να βγαίνει από τον πολυεδρικό λίθο του αργυρού δίσκου, και την πρόσταξε να μεταφέρει στο νου της Ανταρλίδας την εικόνα του Σαρόεζ. Η θεά υπάκουσε, και μετά επέστρεψε στη φυλακή της.

Η Μαύρη Δράκαινα άνοιξε τα βλέφαρά της. «Αυτός είναι;»

«Ναι,» είπε ο Τάμπριελ, «αυτός.»

«Μπορείς να μου πεις σε ποιο δωμάτιο της συντεχνίας θα κοιμηθεί;»

«Από τώρα όχι.»

«Εννοώ όταν θα πάει για ύπνο.»

«Μπορώ.»

«Είμαστε εντάξει, λοιπόν. Δεν έχουμε παρά να περιμένουμε.»

Ο Χάλρεοκ ρώτησε: «Σκοπεύεις, δηλαδή, να εισβάλεις και να… κάνεις τι; Να τον απαγάγεις; Να τον απειλήσεις;»

«Το δεύτερο. Δε νομίζω να θες να τον τραβάμε μαζί μας ώς τη Φέντινκεχ.»

«Σύμφωνα με τους νόμους του Βασιλείου, έχω δικαίωμα να τον συλλάβω αν θέλω. Έστειλε τους μισθοφόρους του να επιτεθούν σε ανθρώπους της Βασιλικής Φρουράς.»

«Αυτό δε σημαίνει ότι θα παραδεχτεί πως τον έβαλε να το κάνει το Αριστερό Χέρι ή ο Πρωθιερέας,» είπε ο Τάμπριελ.

«Το ξέρω. Κι αν έχει τέτοιες διασυνδέσεις, θα τη σκαπουλάρει σίγουρα.»

«Ή θα τον σκοτώσουν,» πρόσθεσε η Ανταρλίδα, «προτού προλάβει ν’αποκαλύψει τίποτα.»

«Δεν έχεις άδικο,» συμφώνησε ο Χάλρεοκ. «Αν όντως η Κελνίχηβ είναι μπλεγμένη εδώ….»

«Αρχίζω να τον παρακολουθώ,» δήλωσε ο Τάμπριελ και, ακουμπώντας την πλάτη του στον έναν τοίχο του σοκακιού, άγγιξε το περιδέραιό του κι έκλεισε τα βλέφαρα. Η Βιβεϊρλώταθ έφυγε σαν ημιδιαφανής, γκρίζα σκιά από το πολυεδρικό πετράδι και χάθηκε μέσα στα νυχτερινά σκοτάδια της Ναλκέμ.

Η Ανταρλίδα είδε ότι ο Τάμπριελ είχε, προς το παρόν, χάσει την επαφή του με το περιβάλλον· πρέπει να κοίταζε από τα μάτια της θεάς. Η Μαύρη Δράκαινα είπε στον Χάλρεοκ και στον Ταρνάτλο: «Περιμένουμε τώρα.»

«Με χρειάζεστε εμένα για τίποτ’άλλο;» ρώτησε ο δεύτερος.

«Γιατί ρωτάς;»

«Γιατί έλεγα να τριποδίσω μέχρι το Γάντι, να πούμε. Μη σας ενοχλώ κι εσάς αδίκως, να πούμε.»

Η Ανταρλίδα μειδίασε. «Πήγαινε.»

«Σε βρίσκω πολύ εντάξει, αγαπητή,» είπε ο Ταρνάτλο, και έφυγε.

Ο Χάλρεοκ τον αγριοκοίταξε καθώς εκείνος απομακρυνόταν.

*

Ο Σαρόεζ κοιμόταν σ’ένα απ’τα δωμάτια του ορόφου της συντεχνίας των Μελωδών. Μαζί του ήταν η γυναίκα που είχε δει ο Ταρνάτλο στην πόρτα. Κοιμόταν κι αυτή, αφού είχαν κάνει έρωτα. Ο Τάμπριελ είχε μάθει, μέσω της Βιβεϊρλώταθ, ότι το όνομά της ήταν Ασράω.

Τώρα, χρησιμοποιούσε τις δυνάμεις της θεάς για να τους κάνει και τους δύο να κοιμούνται βαριά, καθώς η Ανταρλίδα, έχοντας ανεβεί στο δώμα πλάι στη συντεχνία, άνοιγε το παράθυρο του δωματίου τους και έμπαινε.

Κανένας τους δεν κινήθηκε. Η Βιβεϊρλώταθ είχε θολώσει τις αισθήσεις τους: είχε ρίξει το μυαλό τους σε βαθιά όνειρα.

Η Ανταρλίδα άρπαξε, με το δεξί χέρι, την Ασράω απ’τα γαλανά της μαλλιά, και με το αριστερό χέρι τής έκλεισε το στόμα ενώ την τραβούσε έξω απ’το κρεβάτι. Η μαυρόδερμη μισθοφόρος, ξυπνώντας ξαφνιασμένη, μούγκρισε και κλότσησε τον αέρα. Ο Σαρόεζ δεν σάλεψε, εξακολουθώντας να βρίσκεται υπό την επήρεια της Βιβεϊρλώταθ.

Η Ανταρλίδα γύρισε την Ασράω απότομα και την χτύπησε με το γόνατό της στην κοιλιά· καθώς η μαυρόδερμη γυναίκα διπλωνόταν, ο αγκώνας της Μαύρης Δράκαινας την κοπάνησε στον αυχένα αναισθητοποιώντας την.

Η Ανταρλίδα ανέβηκε στο κρεβάτι, τραβώντας ένα της ξιφίδιο και καβαλώντας τον Σαρόεζ. Η λεπίδα πιέστηκε στον λαιμό του.

Τα μάτια του άνοιξαν, γυαλίζοντας μέσα στο σκοτάδι, και γουρλώνοντας.

«Μην κάνεις φασαρία,» του είπε η Ανταρλίδα.

«Τι θέλεις;» μούγκρισε ο Σαρόεζ. «Πού είναι η Ασράω;»

«Ζωντανή – για την ώρα. Πριν από μερικές μέρες, κάποιος σε πλήρωσε για να σκοτώσεις τον κοκκινόδερμο προφήτη της Βασίλισσας· θέλω να μάθω ποιος.»

«Κάποιο λάθος κάνεις· κανένας δε με–»

«Δεν κάνω κανένα λάθος. Απάντησέ μου, αλλιώς είσαι νεκρός – και η Ασράω επίσης.»

Και ο Τάμπριελ, ακριβώς εκείνη τη στιγμή, έβαλε τη Βιβεϊρλώταθ να κάνει το πρόσωπο της Ανταρλίδας να φανεί τρομαχτικό κάτω απ’την κουκούλα της: να φανεί σαν κάτι βγαλμένο από τους εφιάλτες του Σαρόεζ – μια παραίσθηση· αλλά μια παραίσθηση που μπορούσε τώρα, όσο ο μισθοφόρος βρισκόταν σε σύγχυση, να αποδειχτεί μάλλον αποτελεσματική.

Η όψη του μετατράπηκε σε μια μάσκα τρόμου. «Τι… τι είσαι;» ψέλλισε με κομμένη την ανάσα.

«Απάντησέ μου: ποιος σε πλήρωσε να σκοτώσεις τον κοκκινόδερμο προφήτη;» Το ξιφίδιό της εξακολουθούσε να πιέζεται στο λαιμό του· λίγο αίμα έτρεξε πάνω στη λεπίδα.

«Το… το Χέρι,» είπε ο Σαρόεζ ξεροκαταπίνοντας. «Το Αριστερό Χέρι. Ήταν μια δουλειά γι’αυτήν. Έχουμε ξανασυνεργαστεί. Δεν…» Σταμάτησε να μιλά, μάλλον θεωρώντας ότι είχε ήδη αποκαλύψει πολλά: πολλά που δεν έπρεπε.

«Το Αριστερό Χέρι; Ήρθε η ίδια εδώ;»

«Φυσικά και όχι. Ένας σύνδεσμός της.»

«Τα λεφτά τα έχεις πάρει;»

«Όχι όλα… Δεν τα κατάφερα… Δεν ξέρεις ότι…; Ποια είσαι; Τι είσαι;»

Η Ανταρλίδα πήρε το λεπίδι της απ’το λαιμό του και τον κοπάνησε στο μέτωπο με τη λαβή του ξιφιδίου, κάνοντάς τον να χάσει τις αισθήσεις του.

Σηκώθηκε από πάνω του και βγήκε απ’το παράθυρο.

Ο Τάμπριελ την περίμενε δίπλα απ’το άγαλμα της γονατισμένης γυναίκας, μαζί με τον Χάλρεοκ.

«Τα πράγματα ήταν όπως τα φοβόμασταν,» της είπε.

Η Ανταρλίδα ένευσε. «Έτσι φαίνεται.»

«Έχουμε πολλή δουλειά μπροστά μας, όταν επιστρέψουμε στη Φέντινκεχ.»

Ο Χάλρεοκ είπε: «Κάποιος πρέπει να λογοδοτήσει για ό,τι συνέβη. Δεν επιτέθηκαν μόνο σ’εσάς.» Δεν φώναζε αλλά ο θυμός του ήταν έκδηλος στον τόνο της φωνής του.

Στράφηκαν και βάδισαν προς το μέγαρο του Άρχοντα της Ναλκέμ.

Περνώντας μπροστά απ’το Πορφυρό Γάντι, δεν σταμάτησαν για να δουν αν ο Ταρνάτλο θα ερχόταν μαζί τους. Ήξερε τον δρόμο για να επιστρέψει μόνος του όποτε ήθελε.

Κεφάλαιο Εικοστό-Όγδοο
Ο Ερχομός των Βαρβάρων

Οι εχθροί του Μεγάλου Προφήτη, παρότι ομολογουμένως ισχυροί, δεν είχαν πολλούς πραγματικούς υποστηρικτές εναντίον του· κι αυτό επειδή η Βασίλισσα φαινόταν να τον συμπαθεί, επειδή δεν μας είχε προκαλέσει κανένα κακό, επειδή είχε υποσχεθεί ότι θα εξαφάνιζε το Ρήγμα, κι επειδή πολλοί πίστευαν ότι είχαμε να κερδίσουμε από τις γνώσεις του5. Όταν όμως οι Ταργκάφλι πέρασαν τα ανατολικά μας σύνορα, και όταν μαθεύτηκε ότι ο Μεγάλος Προφήτης ευθυνόταν γι’αυτό, ότι τους θεωρούσε «συμμάχους του», τότε η κατάσταση άλλαξε. Αρκετοί που τον έβλεπαν ουδέτερα άρχισαν να τον βλέπουν αρνητικά, και να στρέφονται προς το μέρος των εχθρών του. Διότι όλοι, ανεξαιρέτως, θεωρούσαν τους Ταργκάφλι βαρβάρους και δεν επιθυμούσαν την παρουσία τους εντός των συνόρων του Βασιλείου. Πολλοί άκουσα πως φοβόνταν, μάλιστα, ότι κάποιο διαβολικό σχέδιο βρισκόταν εν εξελίξει: κάποιο σχέδιο που στόχευε στην ολική καταστροφή του Τάρσαζ. Έφερε τους βαρβάρους στο Βασίλειο για να μας επιτεθούν εκ των έσω όταν έρθει η κατάλληλη ώρα, έλεγαν. Ο Τάμπριελ, έλεγαν, είναι πράκτορας κάποιας εχθρικής δύναμης. Του Μεγάλου Ιεράρχη ίσως· ή μπορεί να είναι κάποιος μάγος που ήρθε από τη Γη των Ταργκάφλι, ή από τις Ερημιές στο Τέλος του Κόσμου, και προσποιείται ότι βγήκε μέσα από το Ρήγμα και ότι θέλει το καλό μας.

Ορισμένοι άνθρωποι, τολμώ να παρατηρήσω, υπερβάλλουν ασυγκράτητα. Αλλά πάντοτε έτσι ήταν, και πάντοτε έτσι θα είναι.

*
* * *
*

Όταν επέστρεψαν στη Φέντινκεχ, ο Τάμπριελ και η Ανταρλίδα ζήτησαν να μιλήσουν στη Βασίλισσα ιδιαιτέρως, και μαζί τους ήταν κι ο Χάλρεοκ και ο Καλέφραζ. Η Παμράνεχ, παρατηρώντας ότι έμοιαζαν να έχουν κάτι σοβαρό να της πουν, τους οδήγησε σ’ένα μικρό καθιστικό του παλατιού της, δίπλα από την Αίθουσα του Αργυρόντυτου Θρόνου.

«Δεν ήταν κανένας μη έμπιστος άνθρωπος μαζί μας πιο πριν,» τους είπε καθίζοντας σε μια μεγάλη πολυθρόνα και σταυρώνοντας τα πόδια της στο γόνατο.

Η Κελνίχηβ, όντως, δεν ήταν στην αίθουσα, όφειλε να παρατηρήσει ο Τάμπριελ. Ήταν, όμως, ο Πρίγκιπας Μάρνεζ καθώς κι ένα σωρό συμβουλάτορες και φρουροί. Ο καθένας απ’αυτούς μπορεί να ήταν πληροφοριοδότης του Αριστερού Χεριού.

«Θα σας πούμε κάτι που δεν είναι συνηθισμένο, Μεγαλειοτάτη,» εξήγησε ο Χάλρεοκ. «Δε θα το περιμένετε…»

Η Παμράνεχ συνοφρυώθηκε. «Πείτε μου, λοιπόν.»

Και εκείνοι τής μίλησαν για την ενέδρα βόρεια της Ναλκέμ, και της διηγήθηκαν πώς ανακάλυψαν ποιοι ήταν οι μισθοφόροι και ποιος τους είχε στείλει.

Η Βασίλισσα άκουγε εμβρόντητη, και μετά είπε: «Γιατί η Κελνίχηβ να σας θέλει νεκρούς; Δε θα έκανε κάτι εκτός αν την πρόσταζα εγώ να το κάνει.» Σηκώθηκε απ’την πολυθρόνα της, φανερά εκνευρισμένη. «Ίσως ο μισθοφόρος να σας είπε ψέματα!»

Η Ανταρλίδα κούνησε το κεφάλι. «Δεν το νομίζω, Μεγαλειοτάτη· ήταν πολύ τρομαγμένος. Κι επιπλέον, αν ήθελε να πει ψέματα, μάλλον δε θα έλεγε ότι τον έβαλε το ίδιο το Αριστερό Χέρι του Θρόνου να κάνει αυτή τη δουλειά – είναι κάτι που, πραγματικά, δεν τον συμφέρει.»

«Θα μιλήσω στην Κελνίχηβ,» είπε, αποφασιστικά, η Παμράνεχ.

«Αποκλείεται να παραδεχτεί ότι έβαλε μισθοφόρους να επιτεθούν σε ανθρώπους της Βασιλικής Φρουράς,» την προειδοποίησε ο Τάμπριελ. «Θα επιρρίψει την ευθύνη είτε στον Σαρόεζ είτε στον σύνδεσμό της που επικοινώνησε μαζί του.»

«Και ίσως κάποιος απ’αυτούς να φταίει!» είπε η Παμράνεχ. «Γιατί όχι; Μπορεί να υπηρετούν τους Ιεράρχες δίχως να το γνωρίζουμε.»

Ο Τάμπριελ έμεινε σιωπηλός. Μπορεί, αλλά μάλλον δεν είναι έτσι, σκέφτηκε.

«Γιατί δεν χρησιμοποιείς τις δυνάμεις σου για να μάθεις την αλήθεια;» τον ρώτησε η Παμράνεχ. «Μάντης δεν είσαι;»

«Οι εικόνες που έρχονται στο μυαλό μου είναι τυχαίες, Βασίλισσά μου· δεν τις ελέγχω.» Ο Τάμπριελ αναρωτήθηκε πόσες φορές θα χρειαζόταν ακόμα να το υπενθυμίσει αυτό.

«Θα πρέπει, τότε, να μιλήσω με την Κελνίχηβ. Το θέμα είναι πολύ σοβαρό· δεν μπορώ να το αγνοήσω.» Και βάδισε προς την έξοδο του δωματίου.

Κανένας δεν προσπάθησε να τη σταματήσει, και η Βασίλισσα του Τάρσαζ, ανοίγοντας την πόρτα, έφυγε.

Ο Χάλρεοκ είπε στον Τάμπριελ: «Δεν κατορθώσαμε τίποτα. Η Βασίλισσα δεν θα πιστέψει ποτέ ότι το Αριστερό Χέρι το έκανε αυτό.»

«Υπομονή,» αποκρίθηκε εκείνος. «Αφού η Κελνίχηβ μάς θέλει νεκρούς, θα ξαναεπιχειρήσει κάτι εναντίον μας.»

«Οι πολεμιστές μου σκοτώθηκαν εξαιτίας της!»

«Για την ώρα, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα γι’αυτό.»

Του Χάλρεοκ δεν φάνηκε να του άρεσε τούτη η απάντηση. Έφυγε απ’το μικρό καθιστικό φανερά θυμωμένος.

*

Η Ανταρλίδα έβγαλε τη μαύρη στολή και τις μπότες της, φόρεσε ένα γκρίζο φόρεμα και δερμάτινα παπούτσια, έδεσε τα ξανθά της μαλλιά κότσο, και πήγε στο εργαστήριο του Βασιλικού Αλχημιστή από την πρώτη κιόλας ημέρα που επέστρεψαν στη Φέντινκεχ· γιατί η Βασίλισσα δεν ήταν πρόθυμη να περιμένει, και τα όπλα έπρεπε να ετοιμαστούν το συντομότερο δυνατό.

Ο Βόρχαμ φάνηκε να χάρηκε που την είδε. «Ευτυχώς που είσαι εδώ,» είπε, «διότι…» έτριψε τα μαλλιά του, «τούτο δω το μίγμα… δεν ξέρω αν μας κάνει. Πρέπει να το δεις κι εσύ, να μου πεις αν είναι όπως αυτά που χρησιμοποιείτε στον κόσμο σου.»

Η Ανταρλίδα ένευσε, και ρώτησε: «Ζήτησες από τη Βασίλισσα να προστάξει να επιστραφούν τα όπλα που έστειλε στα δυτικά σύνορα;»

Ο Βόρχαμ ήταν για μια στιγμή αποπροσανατολισμένος. «Ε…; Ναι, ναι, της το είπα.»

«Και τι απάντησε;»

«Δε με άκουσε. Μου είπε ότι έχω αρχίσει να γερνάω.»

Η Ανταρλίδα αναστέναξε. «Εντάξει,» είπε. «Ας δούμε πώς εκρήγνυται το νέο μίγμα σου.» Ήξερε ότι θα έπρεπε να γίνουν πολλές δοκιμές προτού καταλήξουν κάπου.

Ο Βόρχαμ, χρησιμοποιώντας ένα ειδικό κοχλιάριο, πήρε μια ποσότητα του μίγματος και την έβαλε στη θυρίδα ενός πειραματικού σωλήνα από φερίλιο. Πάτησε έναν διακόπτη που δημιουργούσε σπίθα, και μια μικρή έκρηξη έγινε τραντάζοντας τον σωλήνα. Από τα ανοίγματά του δεν βγήκε παρά ελάχιστος καπνός.

«Υπέροχο,» είπε η Ανταρλίδα. «Ακριβώς αυτό που ήθελα. Ελάχιστος καπνός. Πώς το δημιούργησες, Βόρχαμ;»

Ο Βασιλικός Αλχημιστής, φανερά ικανοποιημένος με τον εαυτό του, την οδήγησε σ’έναν πάγκο που βρισκόταν μπροστά από ένα μεγάλο, στρογγυλό παράθυρο για να λούζεται η επιφάνειά του από άπλετο πρωινό φως. Εκεί, στον πάγκο, ο Βόρχαμ τής έδειξε τα σύμβολα που είχε σχεδιάσει επάνω σ’ένα σημειωματάριο.

«Δεν καταλαβαίνω ακριβώς,» παραδέχτηκε η Ανταρλίδα, που η αλχημεία δεν ήταν μία από τις γνώσεις που είχε αποκτήσει ως Μαύρη Δράκαινα.

«Αφαίρεσα λίγο από αυτό και πρόσθεσα λίγο από αυτό,» εξήγησε ο Βόρχαμ δείχνοντας δύο σύμβολα πάνω στο σημειωματάριο. «Είναι προφανές! Δε θυμάσαι πώς ήταν το προηγούμενο μίγμα;» Γύρισε τις σελίδες του σημειωματάριου. «Να, έτσι ήταν.»

«Ναι, εντάξει,» είπε η Ανταρλίδα. «Τώρα, όμως, πρέπει να το δοκιμάσουμε και με πραγματικά όπλα.

»Οι μεταλλουργοί έχουν βελτιώσει το σχήμα τους;»

«Δεν το νομίζω. Χρειάζεται να συνηθίσουν… Ναι, πρέπει να φτάσουν σ’αυτό το… επίπεδο ικανότητας που σου είναι άνετο να φτιάχνεις εκείνο που θες να φτιάξεις. Και πρέπει κι εσύ να τα δεις πάλι τα όπλα, Ανταρλίδα. Κάπου υπάρχει κάποια σοβαρή ατέλεια.»

«Για αρχή,» είπε η Μαύρη Δράκαινα, «θα δοκιμάσουμε το καινούργιο σου μίγμα στο τουφέκι μου. Επομένως, πρέπει μόνο να γεμίσουμε μερικές σφαίρες μ’αυτό.»

*

Το καλοκαίρι βρισκόταν στο τέλος του όταν οι Ταργκάφλι έφτασαν έξω απ’τα τείχη της Φέντινκεχ. Ουσιαστικά ήταν φθινόπωρο τώρα, αν και η ζέστη εξακολουθούσε να είναι έντονη.

Το πλήθος των Ταργκάφλι δεν ήρθε στην πρωτεύουσα μέσω του ποταμού Νύραλοκ· θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν πολλά πλοία για τη μεταφορά του, και οι Ταρσάζιοι δεν ήταν πρόθυμοι να χρησιμοποιήσουν τα σκάφη τους για τους «βαρβάρους». Επομένως, ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ της Βινέρνι έφερε τον λαό του από τα εδάφη ανατολικά της Φέντινκεχ. Μαζί με τα ζώα τους, μεγάλα και μικρά, ταξίδεψαν επάνω σε πεδινά μέρη και τελικά έφτασαν στην πρωτεύουσα, που άπλωνε το σώμα της τεμπέλικα πλάι στον ποταμό Νύραλοκ.

Οι αρχές της πόλης είχαν ειδοποιηθεί για την άφιξή τους εδώ και μία ημέρα, και ο στρατός ήταν έτοιμος για τυχόν αναταραχές που μπορεί να συνέβαιναν, αν και, αφού οι Ταργκάφλι δεν είχε ακουστεί να έχουν πειράξει κανέναν σ’όλο το ταξίδι τους, ήταν μάλλον απίθανο να προκαλέσουν τώρα προβλήματα.

Πλησίαζε μεσημέρι όταν ήρθαν στη Φέντινκεχ, και η Ανταρλίδα ήταν έξω απ’τα τείχη της πόλης μαζί με τον Βόρχαμ, τον Ερβάδαζ, και μερικούς άλλους πολεμιστές της Βασίλισσας, για να δοκιμάσουν τα καινούργια όπλα που είχαν κατασκευάσει οι μεταλλουργοί και να δουν αν ήταν πιο ασφαλή από τα προηγούμενα. Ατενίζοντας το πλήθος των Ταργκάφλι να ζυγώνει, σταμάτησαν τις δοκιμές τους. «Οι φίλοι σας ήρθαν,» είπε ο Ερβάδαζ στην Ανταρλίδα, και η έκφρασή του έδειχνε ότι δεν ήταν και πολύ ευχαριστημένος από αυτό. Σ’αντίθεση με τον Χάλρεοκ, δεν ήταν μαζί τους στο ταξίδι στη Γη των Ταργκάφλι και έβλεπε τα πράγματα με πολύ διαφορετικό τρόπο από εκείνον.

Ο Τάμπριελ, που βρισκόταν στη Μεγάλη Βιβλιοθήκη της Φέντινκεχ μαζί με τον Καλέφραζ, αναζητώντας πληροφορίες για τις Παγωμένες Εκτάσεις (καθώς και μύθους και θρύλους γι’αυτές τις μακρινές περιοχές), ειδοποιήθηκε από έναν πολεμιστή της Βασίλισσας ότι οι παρατηρητές στα τείχη είχαν δει τους Ταργκάφλι να έρχονται. Τον ευχαρίστησε, και ο άντρας έφυγε. Δε χρειάζονταν άλλες εξηγήσεις· ο Τάμπριελ ήξερε τι έπρεπε να κάνει: τα είχαν συμφωνήσει ήδη με τη Βασίλισσα.

Η όψη του Καλέφραζ έγινε ανήσυχη. «Ο Πρωθιερέας λένε πως έχει αρχίσει ήδη να εξαπλώνει λασπολογίες για εσένα,» είπε. «Και τώρα που ήρθαν κι οι Ταργκάφλι εδώ….»

«Ηρέμησε, Καλέφραζ,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ. «Ο Πρωθιερέας εξαπλώνει λασπολογίες για μένα από τότε που πρωτοήρθα στον κόσμο σας. Δεν είναι τίποτα το ανησυχητικό.» Αν και ήξερε πως ο Βασιλικός Γραμματικός είχε κάποιο δίκιο: η παρουσία των Ταργκάφλι, αναμφίβολα, θα έκανε – αρχικά τουλάχιστον – την πλάστιγγα να γείρει προς τη μεριά του Πρωθιερέα, αφού οι Ταρσάζιοι τούς έβλεπαν ως βαρβάρους και, συνεπώς, ανεπιθύμητους. «Ας πηγαίνουμε τώρα.»

Ο Τάμπριελ άρχισε να βαδίζει προς την έξοδο της Μεγάλης Βιβλιοθήκης, κατεβαίνοντας μια στριφτή ξύλινη σκάλα και, έπειτα, περνώντας ανάμεσα από ατελείωτες σειρές ραφιών γεμάτες βιβλία και κυλίνδρους.

Ο Καλέφραζ τον ακολουθούσε, και είπε: «Νομίζεις ότι θα ήταν ασφαλές να έρθω μαζί σου;»

«Δε νομίζω κανένας να προσπαθήσει να με σκοτώσει μπροστά στην πύλη της Φέντινκεχ.» Καλύτερα όμως να είμαι προσεχτικός, πρόσθεσε νοερά, κι επικαλέστηκε το πνεύμα της Βιβεϊρλώταθ, για να είναι σε εγρήγορση γύρω του.

Ο Καλέφραζ αναπήδησε. «Από πού ήρθε αυτό το ρεύμα;» Κοντά τους δεν υπήρχε κανένα ανοιχτό παράθυρο.

«Η Βιβλιοθήκη σίγουρα έχει πολλές τρύπες, Καλέφραζ. Ή ίσως να ήταν τα νεύρα σου.»

Ο Τάμπριελ φόρεσε την κουκούλα της κάπας του, και ο Καλέφραζ επίσης· και, με τη συνοδεία τεσσάρων πολεμιστών της Βασίλισσας (οι οποίοι τους περίμεναν έξω απ’τη Μεγάλη Βιβλιοθήκη), διέσχισαν τους δρόμους της Φέντινκεχ – που ήταν κοσμοπλημμυρισμένοι εξαιτίας του ερχομού των Ταργκάφλι – και πήγαν στη βορειοανατολική πύλη της πόλης, η οποία ονομαζόταν Πύλη του Βορινού Ανέμου. Και η οποία ήταν κλειστή· το κιγκλίδωμά της ήταν κατεβασμένο, και στρατιώτες στέκονταν κοντά της, έτοιμοι για μάχη.

Λίγο παραδίπλα ήταν ο Αλίρκωπ μαζί με τον Θυμό, η Χιρκόμο, και οι τέσσερις Ταργκάφλι πολεμιστές που είχαν συνοδέψει τον Καζίτο’ναρ τους από τη Φάλαρεχ ώς εδώ. Ο Τάμπριελ έβγαλε την κουκούλα του και τους έκανε νόημα να τον πλησιάσουν. Μετά πρόσταξε τους στρατιώτες να σηκώσουν την πύλη.

«Κανένας δεν πρόκειται να επιτεθεί στην πόλη, σας διαβεβαιώνω,» τους είπε. «Οι Ταργκάφλι δεν ήρθαν ειρηνικά από τόσο μακριά για να κάνουν πόλεμο τώρα.»

Το κιγκλίδωμα σηκώθηκε τρίζοντας, ενώ το πλήθος των Ταργκάφλι φαινόταν να έρχεται ολοένα και πιο κοντά, περνώντας μέσα από τις αγροικίες που περιτριγύριζαν τη Φέντινκεχ. Οι ελέφαντες φάνταζαν θεόρατοι ανάμεσα στα υπόλοιπα ζώα και στους ανθρώπους.

Ο Τάμπριελ βγήκε από την πύλη μαζί με τον Καλέφραζ, τους τέσσερις πολεμιστές της Βασίλισσας, τους τέσσερις Ταργκάφλι πολεμιστές, τη Χιρκόμο, και τον Αλίρκωπ. Η Βιβεϊρλώταθ περιέφερε τη συνείδησή της γύρω τους, προσέχοντας για πιθανούς κινδύνους.

Ο Τάμπριελ είδε από τα νοτιοανατολικά έναν ιππέα να έρχεται, καλπάζοντας γρήγορα. Τα κατάξανθα μαλλιά του άστραφταν στο μεσημεριανό φως. Όπως επίσης και το κατάλευκο δέρμα του. Γύρω του ανέμιζε ένα γκρίζο φόρεμα. Η Ανταρλίδα.

Η Μαύρη Δράκαινα έφτασε κοντά στον Τάμπριελ και αφίππευσε. Τα μάτια της ερεύνησαν τις επάλξεις των τειχών, ψάχνοντας για ακροβολισμένους δολοφόνους. Δεν εντόπισε κανέναν.

«Όλα εντάξει;» ρώτησε τον Τάμπριελ.

«Έτσι δείχνει.»

Το πλήθος των Ταργκάφλι σταμάτησε σε αρκετά μεγάλη απόσταση από τη Φέντινκεχ, και μονάχα μια μικρή συνοδεία πλησίασε περισσότερο, μέσα στην οποία βρίσκονταν οι μάγοι της Βινέρνι, ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ, και μερικοί πολεμιστές. Όλοι τους ήταν έφιπποι και έρχονταν καλπάζοντας.

Σύντομα τράβηξαν τα γκέμια των αλόγων τους μπροστά στον Τάμπριελ και τους υπόλοιπους, και ξεπέζεψαν.

«Σε χαιρετώ, Ο’Μάλζεκ Χάλρικ!» είπε ο κοκκινόδερμος μάγος ακουμπώντας τη δεξιά του γροθιά στο αριστερό στήθος.

«Κι εγώ εσένα, Καζίτο’ναρ,» αποκρίθηκε ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ χαιρετώντας με παρόμοιο τρόπο. «Όπως θα έμαθες, υποθέτω, η πορεία μας ήταν ειρηνική και ήσυχη.»

Ο Τάμπριελ ένευσε. «Το έμαθα. Και η Βασίλισσα έχει δηλώσει ότι θα σε φιλοξενήσει στο παλάτι της, εσένα και την οικογένειά σου.»

«Να πεις στη Βασίλισσα ότι την ευχαριστώ ιδιαιτέρως.»

«Μπορείς να την ευχαριστήσεις ο ίδιος, Ο’Μάλζεκ Χάλρικ, όταν τη συναντήσεις.»

Ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ πρόσταξε έναν από τους πολεμιστές που τον συνόδευαν να πάει να πει στη γυναίκα του και στα παιδιά του να έρθουν. Εκείνος, καβαλικεύοντας, κάλπασε προς το σταματημένο πλήθος των Ταργκάφλι.

*

Η γυναίκα του Ο’Μάλζεκ Χάλρικ ονομαζόταν Σερίνκο και ήταν παχουλή, λευκόδερμη, και μαυρομάλλα. Φαινόταν μερικά χρόνια νεότερη από εκείνον. Είχαν έξι παιδιά, τα τέσσερα από τα οποία είχαν δικές τους οικογένειες. Και σύντομα, όλο το σόι του Ο’Μάλζεκ Χάλρικ είχε συγκεντρωθεί μπροστά στον Τάμπριελ, την Ανταρλίδα, τον Καλέφραζ, και τους υπόλοιπους.

Ο Βασιλικός Γραμματικός καθάρισε τον λαιμό του. «Η Βασίλισσα είπε ότι θα φιλοξενήσει μόνο εσένα και την οικογένειά σου, Ο’Μάλζεκ Χάλρικ.»

«Μα, αυτή είναι η οικογένειά μου,» είπε εκείνος, κι άρχισε να τους συστήνει.

«Εντάξει,» τον διέκοψε ο Καλέφραζ. «Αλλά είναι πάρα πολλοί. Δε νομίζω ότι η Βασίλισσα θα το δεχτεί.»

Ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ τον κοίταξε προσβεβλημένος, και μετά έστρεψε το βλέμμα του στον Τάμπριελ.

«Ο Καλέφραζ φοβάμαι πως έχει δίκιο, Ο’Μάλζεκ Χάλρικ,» είπε εκείνος. «Ούτε εγώ νομίζω ότι η Βασίλισσα θα δεχτεί να φιλοξενήσει τόσα άτομα στο παλάτι της. Ωστόσο, δεν θα έχει πρόβλημα να φιλοξενήσει εσένα, τη σύζυγό σου, και τα δύο μικρότερα παιδιά σου που δεν έχουν δικές τους οικογένειες.»

Ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ δίστασε ν’απαντήσει για μια στιγμή, αλλά έπειτα είπε: «Πολύ καλά, Καζίτο’ναρ. Οδήγησέ μας.»

Έτσι, πέρασαν την Πύλη του Βορινού Ανέμου και κατευθύνθηκαν προς το Βασιλικό Παλάτι της Φέντινκεχ, που δέσποζε πάνω από τα υπόλοιπα οικοδομήματα της πόλης, χτισμένο στον λόφο καθώς ήταν. Η Ανταρλίδα τούς ακολούθησε, για να βεβαιωθεί ότι δε θα γινόταν καμια απόπειρα δολοφονίας από ανθρώπους της Κελνίχηβ ή του Πρωθιερέα.

Οι φρουροί του παλατιού τούς περίμεναν στην πύλη του κήπου, και τους συνόδεψαν στο εσωτερικό και μέχρι την Αίθουσα του Αργυρόντυτου Θρόνου, όπου δεν έφυγαν αλλά παρέμειναν, με τα χέρια τους κοντά στα μανίκια των όπλων τους.

Η Βασίλισσα Παμράνεχ ήταν καθισμένη στον Θρόνο του Τάρσαζ, ντυμένη μ’ένα αστραφτερό γαλανό φόρεμα κι έχοντας το στέμμα της επάνω στα ξανθά, σγουρά της μαλλιά. Το Στέμμα του Τίγρη, όπως ονομαζόταν, το οποίο δεν ήταν ένα απλό διάδημα· ήταν ουσιαστικά ένα κράνος, καθώς κάλυπτε ολόκληρο το κεφάλι εκείνου που το φορούσε, ενώ το ίδιο ήταν λαξεμένο σαν κεφαλή τίγρη. Το πρόσωπο της Βασίλισσας φαινόταν μέσα από το ανοιχτό του στόμα. Στις κόγχες των ματιών του σμαράγδια γυάλιζαν. Ο Καλέφραζ είχε πει στον Τάμπριελ και στην Ανταρλίδα ότι στα παλιά χρόνια, φορώντας το Στέμμα του Τίγρη, ο Μονάρχης του Βασιλείου υποτίθεται πως γινόταν ο ίδιος ο Τίγρης: η προσωποποίησή του. Πράγμα που, ασφαλώς, δεν συνέβαινε κάθε μέρα αλλά, συνήθως, στους πολέμους ή όταν ο Μονάρχης όφειλε να αποδώσει θεϊκή δικαιοσύνη. Σε τούτες τις μέρες, όμως, το Στέμμα απλά το φορούσε στις πολύ επίσημες κοινωνικές περιστάσεις· κι οι ιερείς έλεγαν πως δεν είχαν αισθανθεί το πνεύμα του Τίγρη μέσα σε κανέναν από τους μονάρχες των τελευταίων χρόνων.

Ο Πρίγκιπας Μάρνεζ στεκόταν πλάι στον Αργυρόντυτο Θρόνο, ζωσμένος το σπαθί του και φορώντας αστραφτερά ρούχα κι εκείνος, όπως η μητέρα του. Το βλέμμα του δεν φανέρωνε καμία συμπάθια για τους Ταργκάφλι.

Κάτω από τον θρόνο, ήταν συγκεντρωμένοι διάφοροι ευγενείς, συμβουλάτορες, και αξιωματικοί. Καθώς επίσης και ο Πρωθιερέας Έλνεφριζ, δεν μπόρεσαν παρά να παρατηρήσουν ο Τάμπριελ και η Ανταρλίδα.

«Βασίλισσά μου,» είπε μεγαλόφωνα ο Τάμπριελ, «σας παρουσιάζω τον Ο’Μάλζεκ Χάλρικ της Βινέρνι!»

«Καλωσορίσατε στο παλάτι μου, Ο’Μάλζεκ Χάλρικ,» είπε η Βασίλισσα Παμράνεχ. «Έχω ακούσει πολλά για εσάς από τα χείλη του Τάμπριελ.»

Ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ τη χαιρέτισε ακουμπώντας τη δεξιά γροθιά στο αριστερό του στήθος, ακριβώς όπως θα χαιρετούσε έναν άλλο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ. «Ο Καζίτο’ναρ είναι ο εκλεκτός της Βιβεϊρλώταθ, και όπου βρίσκεται η θεά μας εκεί ανήκουμε κι εμείς.»

«Στο Τάρσαζ,» είπε ο Πρωθιερέας Έλνεφριζ, «πιστεύουμε στον Μεγάλο Τίγρη, τον Μαράνχαλωμ. Δεν θα ανεχτούμε την εξάπλωση ξένων θρησκειών· αυτό πρέπει να το έχετε υπόψη σας.»

Ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ έστρεψε το βλέμμα του στον μαυρόδερμο ιερωμένο. «Η πρόθεσή μας δεν είναι – και ουδέποτε ήταν – να εξαπλώσουμε τη θρησκεία της Βιβεϊρλώταθ. Η Βιβεϊρλώταθ, από αρχαιοτάτων χρόνων, ήταν προστάτιδά μας και προστάτιδα της πόλης μας. Βρισκόταν μέσα στο Άγκιστρο του Κόσμου, μέχρι που ο Καζίτο’ναρ την πήρε από εκεί.»

«Ο Τάμπριελ μού είπε ότι αυτό το Άγκιστρο είναι το ένα από τα τρία Φράγματα που οι Αρχαίοι δημιούργησαν για να σώσουν τον κόσμο μας από τον Κατακλυσμό. Το γνωρίζατε αυτό εσείς;» ρώτησε η Παμράνεχ.

«Γνωρίζαμε ότι οι αρχαίοι θεοί δημιούργησαν το Άγκιστρο για να αποτρέψουν τη διάλυση του κόσμου. Για τα άλλα δύο Φράγματα δεν ξέραμε· ο Τάμπριελ έμαθε γι’αυτά μιλώντας με τη Βιβεϊρλώταθ.»

«Αφού είναι θεά σας η Βιβεϊρλώταθ,» ρώτησε ο Πρίγκιπας Μάρνεζ, «γιατί δεν το είχε ήδη αποκαλύψει τούτο σ’εσάς που τη λατρεύετε;»

«Δεν είναι απλό να έρθει κανείς σε επαφή μαζί της!» είπε ένας από τους μάγους των Ταργκάφλι ο οποίος ονομαζόταν Κύρνιχ. «Είναι πολύ επικίνδυνο. Γι’αυτό κιόλας ο Καζίτο’ναρ είναι ο Καζίτο’ναρ!» Μιλούσε σπαστά την Οικουμενική, μη γνωρίζοντάς την τόσο καλά όσο τη γλώσσα των Ταργκάφλι.

Η Παμράνεχ μειδίασε, και είπε στον Ο’Μάλζεκ Χάλρικ: «Δεν σας περίμενα τόσο… συζητήσιμους. Είναι έτσι κι ο υπόλοιπος λαός σας, Ο’Μάλζεκ Χάλρικ

«Τι εννοείτε, Βασίλισσα Παμράνεχ;»

«Νόμιζα ότι θα είχα να κάνω με αγρίους,» εξήγησε εκείνη. «Ανθρώπους που ξέρουν καλύτερα να γρυλίζουν παρά να μιλάνε. Αλλά τελικά ο Τάμπριελ είχε δίκιο για εσάς. Απορώ γιατί τόσο καιρό είχαμε εσφαλμένη εντύπωση…»

Ο Πρωθιερέας είπε έντονα: «Τα φαινόμενα απατούν πολλές φορές, Μεγαλειοτάτη!»

«Στη συγκεκριμένη περίπτωση, θα μπορούσαν να απατούν αν ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ μάς έμοιαζε άγριος αλλά αποδεικνυόταν πολιτισμένος. Τώρα, όμως, μοιάζει πολιτισμένος, και δεν νομίζω σε λίγο ν’αρχίσει να γρυλίζει και να κάνει πέρα-δώθε το ρόπαλό του!» είπε η Παμράνεχ χαμογελώντας.

Αρκετοί από τους αυλικούς γέλασαν, αλλά ο Πρωθιερέα δεν φάνηκε το ίδιο ενθουσιασμένος από το αστείο της.

Ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ, επίσης, δεν έδειχνε να νιώθει και τόσο βολικά με τόσους ανθρώπους να παρατηρούν τις αντιδράσεις εκείνου, της οικογένειάς του, και των συντρόφων του.

«Δε μου είπες, λοιπόν, Ο’Μάλζεκ Χάλρικ,» συνέχισε η Βασίλισσα, «είναι κι οι υπόλοιποι Ταργκάφλι σαν εσένα;»

«Δεν είναι άγριοι, Βασίλισσα Παμράνεχ, αν αυτό εννοείτε,» αποκρίθηκε εκείνος. «Και ούτε θα προκαλέσουν καταστροφές στην πόλη σας.»

«Ωραία!» είπε η Παμράνεχ, με τα πράσινα μάτια της να γυαλίζουν σχεδόν όπως και τα σμαραγδένια μάτια του Στέμματος του Τίγρη. «Η συμβίωσή μας θα είναι, επομένως, ευχάριστη, θέλω να πιστεύω.»

Κι εκείνη τη στιγμή, ένας δυνατός σεισμός τράνταξε την αίθουσα κάνοντας τα κρύσταλλά της να τρίξουν και ορισμένα αντικείμενα να πέσουν στο πάτωμα και να σπάσουν. Αρκετοί αυλικοί ακούστηκαν να φωνάζουν, και κάποιοι απ’αυτούς έφυγαν βιαστικά.

Η Παμράνεχ σηκώθηκε απ’τον Αργυρόντυτο Θρόνο, αλλά η όψη της δεν έμοιαζε πανικόβλητη, ούτε καν ανήσυχη· και, φυσικά, η Βασίλισσα του Τάρσαζ δεν έφυγε από την αίθουσα.

Ο σεισμός δεν κράτησε πολύ· σύντομα καταλάγιασε, και η γη έπαψε να κουνιέται.

«Τρομερό, δεν είναι;» είπε η Παμράνεχ στον Ο’Μάλζεκ Χάλρικ. «Έχετε σεισμούς και στους δικούς σας τόπους, σωστά;»

Εκείνος ένευσε. «Έχουμε. Αλλά ο Καζίτο’ναρ ισχυρίζεται ότι ίσως μπορέσει να τους σταματήσει προτού ανοίξει τον κόσμο μας.»

«Τι εννοείς, ‘προτού ανοίξει τον κόσμο μας’;» ρώτησε ο Πρίγκιπας Μάρνεζ.

Ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ τον κοίταξε παραξενεμένος, σαν εκείνος να έπρεπε κανονικά να ξέρει. «Προτού τον φέρει σε επαφή με το ευρύτερο σύμπαν που μας περιβάλλει.»

Ο Πρίγκιπας έστρεψε τώρα το βλέμμα του στον Τάμπριελ. «Πώς ακριβώς θα γίνει αυτό; Και γιατί να θέλουμε να γίνει;»

«Τα τρία Φράγματα πρέπει να σπάσουν συγχρόνως,» απάντησε ο Τάμπριελ· «μόνο τότε ο κόσμος σας θα ανοίξει. Αν κάποιο από τα Φράγματα σπάσει πριν από τα άλλα, τότε θα γίνουν καταστροφές παρόμοιες του Κατακλυσμού.»

«Πώς είναι δυνατόν να σπάσουν συγχρόνως;» απόρησε ο Πρίγκιπας.

«Σύμφωνα με τα δεδομένα του κόσμου σας αυτή τη στιγμή, κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατόν.»

«Επομένως, δεν μπορούμε να έρθουμε σε επαφή με το σύμπαν που αναφέρεις…»

«Θα βρω μια λύση–»

«Και γιατί να θέλουμε να έρθουμε σε επαφή με το σύμπαν σου;» φώναξε ο Πρωθιερέας. «Ο Πρίγκιπάς μας έκανε κι αυτή την πολύ εύλογη, τολμώ να παρατηρήσω, ερώτηση. Γιατί να θέλουμε να έρθουμε σε επαφή με το σύμπαν σου;»

«Διότι,» απάντησε ο Τάμπριελ, «αυτός ίσως να είναι ο μόνος τρόπος να διαλυθεί το Ρήγμα–»

«Ασυναρτησίες!»

«Το Ρήγμα άνοιξε ανάμεσα στα τρία Φράγματα του κόσμου σας, πράγμα το οποίο δεν μπορεί να είναι τυχαίο.»

«Ανάμεσα στα τρία Φράγματα;» τον διέκοψε ο Πρίγκιπας Μάρνεζ. «Νόμιζα ότι μας είπες πως δεν ξέρεις πού βρίσκονται τα άλλα δύο, Τάμπριελ. Μόνο το Άγκιστρο των Ταργκάφλι μάς είπες ότι ξέρεις πού είναι.»

«Κι αυτή είναι η αλήθεια. Όμως η Βιβεϊρλώταθ μού φανέρωσε πως το Ρήγμα είναι ανάμεσα από τα τρία Φράγματα.»

«Δηλαδή γνωρίζει πού είναι τα άλλα δύο;»

«Γνωρίζει, αλλά δεν μπορεί να μας πει, γιατί εκείνη δεν αντιλαμβάνεται τον κόσμο όπως εμείς. Κατ’αρχήν, για τη Βιβεϊρλώταθ δεν υπάρχουν τρία Φράγματα· υπάρχει ένα Φράγμα με τρεις όψεις. Συγκεκριμένα, μου είπε ότι το Ρήγμα βρίσκεται ανάμεσα στις τρεις όψεις του Φράγματος.»

«Οι πειραματισμοί σου είναι επικίνδυνοι,» παρενέβη ο Πρωθιερέας. «Πώς ξέρουμε ότι μας λες αλήθεια; Πώς ξέρουμε ότι στην πραγματικότητα δεν θες να καταστρέψεις τον κόσμο μας;» φώναξε.

Μουρμουρητά ακούστηκαν από τους συγκεντρωμένους αυλικούς.

«Θα ήμουν ανόητος να καταστρέψω έναν κόσμο επάνω στον οποίο βρίσκομαι,» απάντησε ψυχρά ο Τάμπριελ. «Κι επιπλέον, δεν έχω κανέναν λόγο να το κάνω αυτό. Εσείς, όμως, έχετε λόγο να θέλετε να διαλυθεί το Ρήγμα, ή λαθεύω;»

«Μέχρι στιγμής, δεν μας έχει προκαλέσει καμία καταστροφή,» είπε ο Πρωθιερέας. «Το μεγαλύτερο πρόβλημα που μας έφερε ίσως να είσαι εσύ.»

«Καμία καταστροφή;» παρενέβη η Βασίλισσα Παμράνεχ. «Και οι σεισμοί τι είναι; Ένα σωρό ζημιές έχουν γίνει εξαιτίας τους!»

«Οι σεισμοί, Μεγαλειοτάτη, δεν το ξέρουμε σίγουρα πως οφείλονται στο Ρήγμα· κι επίσης, με τον καιρό πιθανώς να πάψουν.»

«Δεν τους έχω αισθανθεί να σταματούν, Ιερότατε.»

Ο Τάμπριελ είπε: «Οι σεισμοί δεν είναι το μοναδικό πρόβλημα. Το Ρήγμα δεν περνά μόνο από τον κόσμο σας· περνά κι από άλλους κόσμους· έτσι, οτιδήποτε μπορεί να έρθει εδώ. Όπως το κόκκινο άστρο. Όπως το μυστηριώδες γιγάντιο πτηνό.»

«Και όπως εσύ,» πρόσθεσε ο Πρωθιερέας.

«Εγώ,» αντιγύρισε ο Τάμπριελ, «είμαι ο μόνος τρόπος που έχετε για να διαλύσετε το Ρήγμα.»

Ο Πρωθιερέας δεν είπε τίποτα για να το αντικρούσει αυτό αλλά, αν έκρινε κανείς από το πρόσωπό του, ήταν φανερό πως δεν είχε αλλάξει γνώμη για τον Τάμπριελ. Εξακολουθούσε να μην τον εμπιστεύεται.

Και κατά πάσα πιθανότητα το γεγονός ότι ο Τάμπριελ είπε πως έχει «δει» τον Πρώτο Αρχιερέα να τον καθαιρεί έχει συμβάλλει σ’αυτό, σκέφτηκε η Ανταρλίδα. Αισθάνεται απειλημένος από την παρουσία μας εδώ.

Η Βασίλισσα Παμράνεχ κάθισε πάλι στον θρόνο, σταυρώνοντας τα πόδια της στο γόνατο. «Εντάξει,» είπε. «Αρκετά! Δεν είμαστε εδώ για να συζητήσουμε για το Ρήγμα. Το έχουμε ήδη συζητήσει αυτό – πολλές φορές. Είμαστε εδώ για να καλωσορίσουμε τον Ο’Μάλζεκ Χάλρικ και τον λαό του στη Φέντινκεχ και στο Τάρσαζ.» Χτύπησε τα χέρια της και υπηρέτες ήρθαν. «Οδηγήστε τον Ο’Μάλζεκ Χάλρικ και την οικογένειά του στον ξενώνα που έχει ετοιμαστεί γι’αυτούς, και φροντίστε να έχουν ό,τι επιθυμήσουν.»

Οι υπηρέτες υποκλίθηκαν και πλησίασαν τους Ταργκάφλι.

«Σας ευχαριστώ για τη φιλοξενία σας, Βασίλισσα Παμράνεχ,» είπε ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ, κι έμοιαζε πραγματικά να το εννοεί.

«Η ευχαρίστηση είναι δική μου, Ο’Μάλζεκ Χάλρικ. Ήσασταν, σίγουρα, μια ευχάριστη έκπληξη, τολμώ να πω. Και θέλω να πιστεύω ότι θα μιλήσουμε περισσότερο όσο βρίσκεστε στο παλάτι μου.»

Κεφάλαιο Εικοστό-Ένατο
Η Γαλήνη Πριν από την Καταιγίδα

Εκείνες οι ημέρες ήταν γεμάτες ένταση παρότι ακόμα δεν είχε συμβεί κάτι το συνταρακτικό.

Δεν είχε ακόμα ξεσπάσει πόλεμος ανάμεσα σ’εμάς και την Ηνωμένη Γη της Κοινωνίας, αλλά οι αψιμαχίες στα δυτικά σύνορα ολοένα και εντείνονταν. Οι εχθροί του Μεγάλου Προφήτη δεν είχαν ακόμα ενεργήσει εναντίον του, αλλά ήταν φανερό ότι προετοιμάζονταν, ότι αναρωτιόνταν αν, πώς, και πότε τούς συνέφερε να τον ξεφορτωθούν. Αναταραχές δεν είχαν ακόμα συμβεί ανάμεσα στους Ταργκάφλι και τους κατοίκους του Βασιλείου, αλλά άκουγα πολλούς να μουρμουρίζουν, ή να φωνάζουν, ότι δεν ήθελαν τους βαρβάρους μέσα στο Τάρσαζ.

Και το Ρήγμα… Το Ρήγμα παλλόταν στους ουρανούς κι έκανε τη γη να σείεται, μοιάζοντας με καζάνι που βράζει.

Τα πάντα μού έφερναν στο μυαλό τη σχετική γαλήνη πριν από την καταιγίδα.

Και δεν είχα άδικο.

*
* * *
*

Ο Ναρχάεζ κάλπαζε μέσα στο πρώτο φως της αυγής, ντυμένος με την αρματωσιά του από φερίλιο που έκανε πρασινογάλαζες ανταύγειες. Γύρω και πίσω του βρίσκονταν κι άλλοι καβαλάρηδες, κι όλοι τους κατευθύνονταν προς τα βορειοανατολικά, αντίθετα από τη ροή του μεγάλου ποταμού Άλμορ πλάι τους. Του ποταμού που όριζε τα σύνορα ανάμεσα στο Βασίλειο Τάρσαζ και στις περιοχές που πλέον ονομάζονταν Ηνωμένη Γη της Κοινωνίας.

Ο Ναρχάεζ είχε φύγει από το Ωχρόλευκο Οχυρό μόλις είχε μάθει για την καταστροφή του καταυλισμού στα βόρεια, και τώρα πλησίαζε στον προορισμό του. Γιατί δεν του έφταναν οι αναφορές· ήθελε να δει και μόνος του τι είχε συμβεί. Εξάλλου γι’αυτό βρισκόταν εδώ, τόσα χιλιόμετρα μακριά από τη Φέντινκεχ. Και, όπως είχε διαπιστώσει, η κατάσταση δεν ήταν καθόλου καλή σε τούτα τα μέρη. Ο πόλεμος της Κοινωνίας με το Βασίλειο Ώσρανοκ στα δυτικά της είχε κάνει πολλούς πολέμαρχους και άρχοντες της Κοινωνίας να ξεθαρρέψουν, πραγματοποιώντας επιδρομές και προς το Βασίλειο Τάρσαζ. Ο Ναρχάεζ αναρωτιόταν αν αυτές ήταν προσωπικές πρωτοβουλίες καιροσκόπων ή αν εντάσσονταν σε κάποιο ευρύτερο σχέδιο του Μεγάλου Ιεράρχη. Μπορεί ο Ιεράρχης να προσπαθούσε να προκαλέσει το Τάρσαζ να του επιτεθεί ή να προσφέρει στρατιωτική αρωγή στο Ώσρανοκ. Γιατί, όμως; Για να μας παγιδέψει κάπως; Για να διασπάσει τις δυνάμεις μας και να μας χτυπήσει, μετά, από κάποιο αφύλαχτο σημείο; Ποιος μπορούσε να μαντέψει τι είχε στο νου του ο Μέγας; Δεν ήταν καν άνθρωπος, αν οι φήμες γι’αυτόν αλήθευαν.

Ο στρατιωτικός καταυλισμός που είχε δεχτεί επίθεση βρισκόταν κοντά στις όχθες του Άλμορ, κάτω από έναν λοφίσκο και μέσα σ’ένα αραιό δάσος. Ο Ναρχάεζ είχε προστάξει διάφοροι τέτοιοι καταυλισμοί να στηθούν κατά μήκος του ποταμού ώστε να γίνονται περισσότερες περιπολίες της περιοχής, επειδή οι πολέμαρχοι της Κοινωνίας διέσχιζαν τον Άλμορ από όποια μεριά μπορούσε κανείς να φανταστεί, άλλοτε με σχεδίες μέσα στη νύχτα, άλλοτε από πόρους ή γέφυρες, άλλοτε με πλοία μέρα-μεσημέρι. Οι υπερασπιστές του Τάρσαζ έπρεπε να βρίσκονται διαρκώς σε επιφυλακή.

Καθώς ο ήλιος είχε ξεπροβάλει από την ανατολή και έριχνε το δυνατό φως του πάνω στον Ναρχάεζ και τους ιππείς του, κάνοντας τις σκιές αυτών και των αλόγων τους να μοιάζουν μακριές πλάι τους, έφτασαν στον κατεστραμμένο καταυλισμό. Οι στρατιώτες που βρίσκονταν εκεί στράφηκαν να τους κοιτάξουν, κι όσοι κάθονταν σηκώθηκαν. Κανένας δεν τράβηξε όπλο, καθώς μπορούσαν να δουν ότι δεν ήταν εχθροί αυτοί που έρχονταν.

Ο Ναρχάεζ και οι πολεμιστές του σταμάτησαν τα άλογά τους και αφίππευσαν, κοιτάζοντας τριγύρω, τις διαλυμένες σκηνές και τα συντρίμμια. Οι νεκροί ήταν συγκεντρωμένοι σε δύο μικρούς λόφους, παραπέρα· μια φωτιά ήταν αναμμένη κοντά τους. Οι ζωντανοί πρέπει να ετοιμάζονταν να τους κάψουν όταν ο Ναρχάεζ ήρθε.

«Ποιος είναι υπεύθυνος εδώ;» ρώτησε το Δεξί Χέρι του Θρόνου πλησιάζοντας τους όρθιους στρατιώτες, οι περισσότεροι απ’τους οποίους ήταν τραυματισμένοι, αλλά όχι βαριά.

Μια γυναίκα είπε: «Εγώ, Εξοχότατε,» και χαιρέτησε στρατιωτικά. «Δωδέκαρχος Αράνηβ λαθ Νίραλεχ.» Ήταν ψηλή και μαυρόδερμη, με φαρδείς ώμους και πράσινα μαλλιά. Η αρματωσιά της ήταν άσχημα χτυπημένη στ’αριστερά πλευρά, αλλά η ίδια δεν έμοιαζε τραυματισμένη – εκτός από γρατσουνιές και μελανιές, φυσικά, που ήταν αμελητέες ύστερα από μια τέτοια καταστροφή.

«Ο Εκατόνταρχος Όρτεοβ;» ρώτησε ο Ναρχάεζ.

«Νεκρός, Εξοχότατε.»

«Τι ακριβώς συνέβη εδώ; Ο ιππέας που ήρθε στο Ωχρόλευκο Οχυρό ήταν πολύ ταραγμένος για να μου εξηγήσει. Μου μίλησε και μετά παραλίγο να λιποθυμήσει· ένα τραύμα στην πλάτη του του είχε φέρει πυρετό. Κανονικά, έπρεπε να είχατε στείλει κάποιον άλλο.»

«Όταν τον έστειλα, Εξοχότατε, δεν… δε φαινόταν να είχε πυρετό.»

Ο Ναρχάεζ αναστέναξε. «Πες μου τι συνέβη.»

«Μας επιτέθηκαν από τα βόρεια. Ξαφνικά. Αφού η νύχτα είχε πέσει.»

«Από τα βόρεια; Και κανένας δεν τους είδε να πλησιάζουν;»

«Μια περιπολία μας που ήταν προς τα εκεί ποτέ δεν επέστρεψε, Εξοχότατε. Οι επιτιθέμενοι μάς όρμησαν και μετά…» Κοίταξε γύρω της. «Μετά, έγιναν όλ’αυτά…» Έμοιαζε χαμένη. «Η μάχη ήταν μπερδεμένη, Εξοχότατε.»

«Όλες οι μάχες είναι μπερδεμένες, Δωδέκαρχε,» είπε ο Ναρχάεζ, προσπαθώντας να μη δείχνει το θυμό του για τούτη την κατάσταση αλλά μη μπορώντας παρά να τον αισθάνεται έντονο εντός του. Τα πράγματα στα δυτικά σύνορα είχαν αρχίσει να ξεφεύγουν τελείως! Και δε φαίνεται να μπορώ να κάνω τίποτα για να τα φέρω υπό τον έλεγχό μου.

«Σαφώς, αλλά… δεν τους είδαμε να πλησιάζουν παρά μονάχα την τελευταία στιγμή.»

«Ο απολογισμός;»

Η Δωδέκαρχος Αράνηβ μόρφασε. «Εξοχότατε, οι περισσότεροι είναι νεκροί. Μόνο εμείς που βλέπετε είμαστε ζωντανοί, καθώς και κάποιοι τραυματίες εκεί, στις σκηνές.» Υψώνοντας το χέρι της έδειξε.

«Πώς γλιτώσατε εσείς;»

«Κάναμε τους νεκρούς, Εξοχότατε. Δεν είχαμε άλλη επιλογή!» πρόσθεσε αμέσως, εμφατικά. «Αν δεν το είχαμε κάνει, θα ήμασταν κι εμείς πραγματικά νεκροί!»

«Εντάξει,» είπε ο Ναρχάεζ ρίχνοντας μια ματιά σε όλους τους, «δε σας κατηγορώ που καταφέρατε να επιβιώσετε. Οι επιτιθέμενοι προς τα πού κατευθύνθηκαν ύστερα από τη σύγκρουση; Είδατε;»

«Προς τα βόρεια, Εξοχότατε,» απάντησε ένας στρατιώτης με ξανθά μαλλιά. «Μας χτύπησαν και μετά έφυγαν.»

«Δεν έμειναν ούτε για να πλιατσικολογήσουν;»

«Πλιατσικολόγησαν, Εξοχότατε,» είπε η Αράνηβ. «Αλλά όχι για πολλή ώρα.»

Ο Ναρχάεζ συνοφρυώθηκε καθώς θυμήθηκε κάτι σημαντικό. «Στον καταυλισμό σας υπήρχαν και δύο χειριστές των καινούργιων όπλων της Βασίλισσας. Είναι ζωντανοί αυτοί;»

Η Αράνηβ κούνησε το κεφάλι. «Όχι.»

«Τα όπλα τους πού είναι;»

Ένας άλλος στρατιώτης απάντησε: «Το ένα το έχουμε, Εξοχότατε, αλλά είναι διαλυμένο.»

«Διαλυμένο;»

«Καταστράφηκε από μόνο του,» είπε ο στρατιώτης με τα ξανθά μαλλιά που είχε μιλήσει και πριν. «Το είδα να διαλύεται μέσα σε φωτιά και καπνό καθώς ο χειριστής του το χρησιμοποιούσε.»

«Και το άλλο όπλο;»

Ο στρατιώτης ανασήκωσε τους ώμους του. «Δεν ξέρω τι έγινε, Εξοχότατε.»

Ο Ναρχάεζ τούς ξανακοίταξε όλους. «Ξέρει κανένας σας τι έγινε το άλλο όπλο;»

Κανείς δε μίλησε.

«Δωδέκαρχε;»

«Δεν ξέρω, Εξοχότατε. Δεν το έχω δει.»

Κατάρες του Μασμόρου! σκέφτηκε ο Ναρχάεζ. «Θέλετε να πείτε ότι πιθανώς το έκλεψαν

«Μπορεί, Εξοχότατε…» αποκρίθηκε αβέβαια η Αράνηβ.

Ο Ναρχάεζ θυμήθηκε τότε τι είχε πει η Δωδέκαρχος λίγο πιο πριν: Πλιατσικολόγησαν, Εξοχότατε. Αλλά όχι για πολλή ώρα. «Δε μου λέτε: όταν πλιατσικολογούσαν, σας δόθηκε η εντύπωση πως ίσως να έψαχναν για κάτι συγκεκριμένο

Οι στρατιώτες αλληλοκοιτάχτηκαν.

«Σκεφτείτε τι σας λέω! Σας δόθηκε η εντύπωση ότι ίσως να έψαχναν, ας πούμε, για τα καινούργια όπλα της Βασίλισσας;»

«Η αλήθεια είναι ότι δεν κάθισαν να πλιατσικολογήσουν για πολύ,» μουρμούρισε ένας. «Πράγμα ασυνήθιστο.»

Κατάρες του Μασμόρου! Αυτό είναι. Ήρθαν για τα όπλα. Ο Ναρχάεζ έσφιξε τη γροθιά του. Το ήξερα ότι δεν ήταν καλή ιδέα που η Βασίλισσα τα έστειλε εδώ! Η Ανταρλίδα και ο Βόρχαμ, εξάλλου, δεν τα είχαν τελειοποιήσει ακόμα!

«Λοιπόν,» είπε στους στρατιώτες. «Πηγαίνετε να κάψετε τους νεκρούς μας και ξεκουραστείτε. Τα καταφέρατε καλά δεδομένων των περιστάσεων.»

Τα λόγια του φάνηκαν να τους αναπτερώνουν το ηθικό: το ηττημένο βλέμμα διαλύθηκε για λίγο από τα μάτια τους· αντικαταστάθηκε από μια στιγμιαία γυαλάδα.

Ο Ναρχάεζ στράφηκε στους πολεμιστές που είχαν έρθει μαζί του από το Ωχρόλευκο Οχυρό, καθώς οι στρατιώτες του καταυλισμού πήγαιναν να εκτελέσουν τη διαταγή του και να κάψουν τους νεκρούς τους.

«Πρέπει να ειδοποιήσουμε τη Βασίλισσα γι’αυτό,» είπε.

*

Οι μεταλλουργοί, μελετώντας την κατασκευή του τουφεκιού και του πιστολιού της Ανταρλίδας, είχαν βρει έναν τρόπο για να κάνουν τα καινούργια όπλα περισσότερο ασφαλή, ώστε ο κίνδυνος έκρηξης στα χέρια του χειριστή να γίνει αμελητέος, και στο τέλος να καταφέρουν να τον εξαλείψουν τελείως.

Τα εργαστήρια μαζικής παραγωγής που είχαν αρχίσει να φτιάχνονται έξω από τη Φέντινκεχ είχαν σχεδόν ολοκληρωθεί, και πυροβόλα κατασκευάζονταν εκεί, για να μπορέσει η Ανταρλίδα να διδάξει κάποιους στρατιώτες τη σωστή χρήση τους. Εν τω μεταξύ, δούλοι και εργάτες είχαν ανοίξει ορυχεία στις περιοχές του Τάρσαζ που ήταν πλούσιες σε εκρηκτικές ύλες και, υπό την επίβλεψη υπεύθυνων, έβγαζαν μεταλλεύματα που ο Βασιλικός Αλχημιστής Βόρχαμ μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να φτιάξει πυρομαχικά.

Οι Ταργκάφλι είχαν στήσει έναν μεγάλο καταυλισμό στα βορειοανατολικά της Φέντινκεχ, όχι πολύ μακριά από τα εργαστήρια μαζικής παραγωγής όπλων, και έμεναν εκεί, βλέποντας πυκνό καπνό να βγαίνει από τις ψηλές καμινάδες των μεταλλουργείων. Ορισμένοι από αυτούς είχαν πιάσει δουλειά στα εργαστήρια. Οι Ταρσάζιοι είχαν αρχικά προσπαθήσει να τους κοροϊδέψουν στην πληρωμή, δίνοντάς τους πολύ λιγότερα χρήματα από ό,τι θα έδιναν σ’έναν κανονικό εργάτη, αλλά εκείνοι σύντομα το κατάλαβαν· ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ παραπονέθηκε στη Βασίλισσα για άσχημη συμπεριφορά προς τον λαό του, και η Παμράνεχ, που (όλοι το έλεγαν) τον είχε συμπαθήσει («περισσότερο απ’όσο πρέπει μια Βασίλισσα του Τάρσαζ να συμπαθεί έναν βάρβαρο»), συμφώνησε πως τούτο ήταν απαράδεχτο. Τα ημερομίσθια των Ταργκάφλι πάραυτα αυξήθηκαν.

Η Ανταρλίδα είχε πει να μη γίνει από τώρα μαζική παραγωγή πυροβόλων, γιατί, παρότι οι μεταλλουργοί είχαν καταλήξει σε κάποια αρκετά ασφαλή μοντέλα, αυτά τα μοντέλα επιδέχονταν βελτιώσεις· και μόνο με τις δοκιμές μπορούσε η Μαύρη Δράκαινα να δει τα μειονεκτήματά τους, ώστε μετά να τα κάνουν καλύτερα. Η Βασίλισσα, ωστόσο, δεν την άκουσε· τα εργαστήρια έβγαζαν το ένα όπλο κατόπιν του άλλου, και αποθήκες χτίστηκαν για τη φύλαξή τους.

Η Ανταρλίδα είχε, στην αρχή, πάρει είκοσι πολεμιστές από τη Βασιλική Φρουρά – ανάμεσα στους οποίους ήταν ο Χάλρεοκ και ο Ερβάδαζ – και τους είχε μάθει κάποια βασικά πράγματα για τη χρήση των όπλων. Κάποια πράγματα που όφειλαν να ξέρουν όλοι: κάποια πράγματα παραπάνω από το σηκώνω το όπλο – σημαδεύω – πατάω τη σκανδάλη. Σκοπός της ήταν να βάλει, μετά, αυτούς να διδάξουν άλλους· και σύντομα το έκανε, γιατί διαπίστωσε ότι μάθαιναν γρήγορα.

Οι αγροί έξω από τη Φέντινκεχ αντηχούσαν από τους κρότους των πυροβόλων. Οι Ταρσάζιοι άκουγαν θορύβους που δεν είχαν ξανακούσει ποτέ τους. Και η Ανταρλίδα ήταν βέβαιη ότι, πολύ σύντομα, οι φήμες θα εξαπλώνονταν σ’όλο τούτο τον απομονωμένο κόσμο: Το Βασίλειο Τάρσαζ έχει κάποια παράξενα καινούργια όπλα, θα έλεγαν από τη Γη της Φέδλωχ μέχρι την Καρκούμ.

Ένα μεσημέρι, καθώς τελείωνε το μάθημα που έκανε σε μερικούς πολεμιστές, ένας παλατιανός φρουρός ήρθε και της είπε πως η Βασίλισσα τη ζητούσε για να της μιλήσει – αμέσως. Η Ανταρλίδα αποκρίθηκε ότι θα ερχόταν, κι ανέβηκε στο άλογό της καλπάζοντας προς τη νοτιοανατολική πύλη της Φέντινκεχ – την Πύλη των Αγρών, όπως την ονόμαζαν – και, μετά, προς το Βασιλικό Παλάτι. Καθώς αφίππευε μέσα στον μεγάλο κήπο και έδινε τα ηνία του αλόγου της σ’έναν υπηρέτη, γνώριζε ότι η εμφάνισή της δεν ήταν η κατάλληλη για να παρουσιαστεί στην Αυλή του Τάρσαζ, ή σε οποιαδήποτε βασιλική αυλή – τα ρούχα της ήταν λερωμένα και κολλούσαν από τον ιδρώτα, όπως και τα μαλλιά της, και οι μπότες της ήταν γεμάτες χώματα – αλλά αφού η Βασίλισσα είχε πει ότι βιαζόταν να της μιλήσει….

Η Ανταρλίδα βάδισε προς την κεντρική πύλη του παλατιού, και δύο φρουροί τη σταμάτησαν βλέποντας τα πιστόλια που κρέμονταν από τη φαρδιά ζώνη της. Της ζήτησαν να τους τα δώσει. Υπήρχε κανονισμός – πρόσφατα θεσπισμένος, φυσικά – τα πυροβόλα όπλα να μην επιτρέπονται προς το παρόν στο εσωτερικό του παλατιού, για λόγους ασφαλείας. Η Ανταρλίδα ήταν βέβαιη ότι η Κελνίχηβ το είχε αποφασίσει αυτό παρότι η Βασίλισσα ήταν που το είχε ανακοινώσει σ’όλη την Αυλή και το είχε γράψει και υπογράψει.

Χωρίς να φέρει αντίρρηση στους φρουρούς, έβγαλε τα δύο πιστόλια της από τις θήκες και τους τα έδωσε. Τους προσπέρασε και βάδισε στο γυαλισμένο πάτωμα του εσωτερικού του παλατιού με τις λασπωμένες μπότες της. Ήταν ντυμένη μ’ένα γαλανό φόρεμα που δεν είχε μανίκια και έπεφτε ώς τα γόνατα, και ήταν βέβαιη πως τώρα πρέπει να κρεμόταν σαν κουρέλι επάνω της. Τα μαλλιά της ήταν ανακατεμένα και λυτά, εκτός από δύο τούφες που δένονταν πίσω απ’το κεφάλι της για να μην την ενοχλούν στα μάτια. Οι υπηρέτες δίπλα απ’τους οποίους περνούσε τις έριχναν βλέμματα που δεν φανέρωναν την έγκρισή τους για την εμφάνισή της, καθώς εκείνη κατευθυνόταν προς την Αίθουσα του Αργυρόντυτου Θρόνου.

Οι φρουροί στην είσοδο δεν τη σταμάτησαν και, μπαίνοντας στο μεγάλο δωμάτιο, η Ανταρλίδα είδε ότι εδώ δεν ήταν κανένας άλλος πέρα από τη Βασίλισσα και τον Ο’Μάλζεκ Χάλρικ (εξαιρώντας πάντα φρουρούς και υπηρέτες). Ο αρχηγός των Ταργκάφλι φαινόταν να τα πηγαίνει καλά με την Παμράνεχ, πράγμα που είχε εκπλήξει την Ανταρλίδα. Ή, μήπως, δε θα έπρεπε; Εξάλλου, η Βασίλισσα του Τάρσαζ είχε, αναμφίβολα, ανοιχτό χαρακτήρα, δεν είχε;

«Ανταρλίδα,» είπε η Παμράνεχ στρεφόμενη να την κοιτάξει από εκεί όπου καθόταν, σε μια πολυθρόνα από πλεκτή ψάθα, με τα πόδια της σταυρωμένα στο γόνατο κι ένα κύπελλο με κάποιο ποτό στο δεξί χέρι. Ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ καθόταν κοντά της, έχοντας κι εκείνος ένα κύπελλο στα χέρια του. Ανάμεσά τους ήταν ένα μικρό τραπεζάκι με μεταλλικό σκελετό και μαρμάρινη επιφάνεια. Επάνω του βρισκόταν μια καράφα.

Η Ανταρλίδα έκανε μια σύντομη υπόκλιση. «Μεγαλειοτάτη.»

«Πριν από λίγο,» της είπε η Παμράνεχ, «μου ήρθαν κάποια μάλλον δυσάρεστα νέα. –Αλλά κάθισε πρώτα, μη στέκεται.» Έδειξε μια καρέκλα αντίκρυ της.

Η Ανταρλίδα κάθισε, περιμένοντάς τη να συνεχίσει.

«Ένας μαντατοφόρος ήρθε από τα δυτικά σύνορα και μου είπε ότι ένα από τα όπλα που είχα στείλει εκεί πάρθηκε από τους πολεμιστές της Κοινωνίας. Δεν υπάρχει, τουλάχιστον, καμία άλλη εξήγηση για την εξαφάνισή του. Οι εχθροί μας επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά σ’έναν καταυλισμό μας, τον κατέστρεψαν, και πήραν το ένα από τα δύο πυροβόλα. Το άλλο εξερράγη κατά τη χρήση του. Ο Ναρχάεζ πιστεύει ότι ήρθαν ειδικά για να μας κλέψουν τα καινούργια όπλα, επειδή κατά τα άλλα δεν λεηλάτησαν ιδιαίτερα το μέρος.»

Σου το είχα πει ότι δεν έπρεπε να στείλεις από τώρα πυροβόλα στα δυτικά σύνορα, αλλά δε με άκουσες! σκέφτηκε η Ανταρλίδα. «Μάλιστα…» αποκρίθηκε καθαρίζοντας το λαιμό της.

«Ο Τάμπριελ μάς έχει πει ότι η Κοινωνία θα αποκτήσει όπλα σαν τα δικά μας, έτσι δε μας έχει πει;» ρώτησε η Παμράνεχ.

Η Ανταρλίδα ένευσε. «Ναι, είπε ότι το ‘είδε’.»

«Πιστεύεις ότι… από αυτό θα ξεκινήσει; Από αυτή την κλοπή; Θα αντιγράψουν οι Ιεράρχες το όπλο μας;»

«Δε μπορώ να είμαι σίγουρη–»

«Είναι πιθανό ή δεν είναι;»

«Τα πάντα είναι πιθανά, Βασίλισσά μου. Σ’αυτόν τον κόσμο, βέβαια, δεν έχω συναντήσει κανέναν μέχρι στιγμής που να έχει γνώσεις κατασκευής πυροβόλων όπλων, αλλά τούτο δε σημαίνει ότι κάποιοι σαν τους Ιεράρχες δεν μπορούν να δουν πώς είναι φτιαγμένα τα πυροβόλα όπλα και να φτιάξουν κι αυτοί παρόμοια.»

Η απάντησή της δε φάνηκε ν’άρεσε στην Παμράνεχ· η όψη της Βασίλισσας σκοτείνιασε, τα φρύδια της έσμιξαν. «Δηλαδή, τώρα και ο Μέγας Ιεράρχης θα έχει την ίδια δύναμη μ’εμάς; Χάνουμε το πλεονέκτημά μας!»

«Φοβάμαι πως–»

«Μου είχες πει, όμως, ότι τα όπλα που στείλαμε στα δυτικά σύνορα δεν ήταν τελειοποιημένα, σωστά;»

«Σωστά.» Και δεν έπρεπε ποτέ να τα είχες στείλει. Γιατί δε μ’άκουσες, γαμώ τα κέρατα του Κάρτωλακ; Γιατί;

«Επομένως, τα όπλα που θα φτιάξουν οι Ιεράρχες θα είναι κατώτερα από τα δικά μας…»

«Δεν ξέρω. Ίσως να τα τελειοποιήσουν, Βασίλισσά μου.»

Η Παμράνεχ μόρφασε δυσαρεστημένα. Μετά είπε: «Θα πρέπει, λοιπόν, να αυξήσουμε τον ρυθμό παραγωγής μας. Θέλω να έχουμε πυροβόλα όπλα πριν από εκείνους! Και θέλω οι πολεμιστές μου να είναι εκπαιδευμένοι σ’αυτά, Ανταρλίδα. Σκοπεύω να βοηθήσω το Ώσρανοκ έτσι, και δε θέλω το σχέδιό μου ν’αλλάξει.»

«Θα κάνω ό,τι μπορώ, Βασίλισσά μου,» υποσχέθηκε η Ανταρλίδα. «Ωστόσο πρέπει να σας προειδοποιήσω ότι ακόμα και τα όπλα που φτιάχνουμε τώρα δεν είναι τέλεια. Δεν είναι όπως αυτά που έχω μάθει να χρησιμοποιώ στο Γνωστό Σύμπαν. Επιδέχονται βελτιώσεις–»

«Δεν έχουμε χρόνο για άλλες βελτιώσεις!» τη διέκοψε η Παμράνεχ. «Σύντομα θα πρέπει να πολεμήσουμε την Κοινωνία. Ο Ναρχάεζ, εκτός των άλλων, αναφέρει και ότι οι επιθέσεις στα δυτικά σύνορα έχουν πληθύνει. Θέλω να βιαστείς, Ανταρλίδα. Να βιαστείς.»

*

Η Ανταρλίδα, πηγαίνοντας στα διαμερίσματα που είχε η Βασίλισσα παραχωρήσει σ’εκείνη και τον Τάμπριελ μέσα στο παλάτι, έκανε μπάνιο και μετά, καθώς γευμάτιζε μαζί με τον Τάμπριελ, του είπε για το περιστατικό στα δυτικά σύνορα.

«Οι Ιεράρχες πρέπει να έψαχναν για τα όπλα μας από τότε που με είδαν να κρατώ το πιστόλι μου και να τους απειλώ,» αποκρίθηκε εκείνος. «Δε με εκπλήσσει αν αυτή η επίθεση έγινε αποκλειστικά και μόνο για να κλέψουν το πυροβόλο.»

«Νομίζεις ότι θα μπορούν να το τελειοποιήσουν;»

«Ο Μέγας Ιεράρχης, ό,τι κι αν είναι, δεν είναι άνθρωπος. Είναι είτε δημιούργημα των Αρχαίων είτε κάποια οντότητα από τον Ενιαίο Κόσμο· επομένως, εσύ τι νομίζεις, Ανταρλίδα;»

«Αν ήταν από τον Ενιαίο Κόσμο, δε θα ήξερε ήδη πώς να φτιάξει πυροβόλα όπλα; Είχαν πολυκατοικίες εδώ πριν από τον Κατακλυσμό τους!»

Ο Τάμπριελ κούνησε το κεφάλι. «Αυτό δεν πάει να πει τίποτα. Πολλές οντότητες του Ενιαίου Κόσμου σκέφτονται με μια λογική τελείως διαφορετική από την ανθρώπινη.»

«Ο Ιεράρχης, όμως, βρίσκεται μέσα σε ανθρώπινα σώματα.»

«Πράγμα το οποίο δεν ακυρώνει αυτό που σου λέω. Τέλος πάντων. Δεν έχουμε παρά να περιμένουμε και να δούμε. Το βέβαιο, πάντως, είναι πως θα αντιγράψει το όπλο που έκλεψε, και θα το χρησιμοποιήσει.»

Μετά από λίγο, καθώς τελείωναν το φαγητό τους, η Ανταρλίδα τον ρώτησε: «Εσύ τι κάνεις αυτό τον καιρό; Συνέχεια στη Μεγάλη Βιβλιοθήκη τριγυρίζεις μαζί με τον Καλέφραζ. Έχετε βρει τίποτα ενδιαφέρον;»

«Τι εννοείς ενδιαφέρον, Ανταρλίδα;»

«Ξέρεις τι εννοώ. Βρήκες πού είναι τα άλλα δύο Φράγματα;»

«Όχι. Υποθέτω, όμως, ότι το ένα είναι στις Παγωμένες Εκτάσεις και το άλλο στη Γη της Φέδλωχ.»

«Αυτό το υπέθετες από πριν.»

«Ναι. Πρέπει να πάω να ερευνήσω για να τα βρω, δε γίνεται αλλιώς.»

«Να πας στις Παγωμένες Εκτάσεις;»

«Ναι, και στη Φέδλωχ. Αλλά δε νομίζω τώρα η Βασίλισσα να μας αφήσει να φύγουμε. Θέλεις νάρθεις κι εσύ, σωστά;»

«Το ξέρεις πως θα έρθω,» είπε η Ανταρλίδα.

«Καθυστερούμε όμως έτσι, Ανταρλίδα. Και δε χρειάζομαι πραγματικά την προστασία σου, τώρα που έχω τη Βιβεϊρλώταθ.»

«Μη λες ανοησίες! Δε μπορείς να πας τόσο μακριά μόνος!»

«Είμαι βέβαιος πως η Βασίλισσα θα στείλει τους πολεμιστές της μαζί μου· για να μην αναφέρω καν τους Ταργκάφλι. Θα είμαι ασφαλής, Ανταρλίδα· ή, τουλάχιστον, όσο ασφαλής είναι δυνατόν να είμαι.»

«Σκέφτεσαι, λοιπόν, να φύγεις χωρίς εμένα;» Η Μαύρη Δράκαινα φαινόταν θυμωμένη.

«Δεν είναι προσωπικό θέμα–»

«Δεν είπα ότι είναι προσωπικό θέμα! Είναι, όμως, ασύνετο

«Η Γη της Φέδλωχ δεν είναι και τόσο μακριά,» είπε ο Τάμπριελ. «Θ’αφήσω τις Παγωμένες Εκτάσεις για αργότερα.»

«Με τον πόλεμο που γίνεται τώρα ανάμεσα στην Κοινωνία και στο Ώσρανοκ, η Γη της Φέδλωχ είναι επικίνδυνη, Τάμπριελ. Πολύ επικίνδυνη. Πιο επικίνδυνη από πριν, σίγουρα.»

«Θα έχω και τον Ταρνάτλο μαζί μου, που αυτή είναι η πατρίδα του.»

«Τον εμπιστεύεσαι;»

«Σχετικά. Επιπλέον, τον έχω ‘δει’ κάμποσες φορές· και δε νομίζω ότι βρισκόμαστε πάντα στο Τάρσαζ ή στη Γη των Ταργκάφλι. Επομένως, πρέπει να είμαστε στη Φέδλωχ.»

Η Ανταρλίδα σταύρωσε τα χέρια της εμπρός της κι ακούμπησε την πλάτη της στην καρέκλα. «Εμένα, πάντως, δε μ’αρέσει αυτή η ιδέα,» δήλωσε. «Είδες την άλλη φορά τι έκανε η Κελνίχηβ για να σε ξεφορτωθεί. Έστειλε τόσους μισθοφόρους εναντίον μας· δεν υπολόγισε καν το γεγονός ότι είχαμε μαζί μας τον Καλέφραζ, τον Χάλρεοκ, και πολεμιστές της Βασίλισσας. Και τι έπαθε η ίδια; Τίποτα.» Όπως ήταν αναμενόμενο, το Αριστερό Χέρι είχε υποστηρίξει ότι δεν είχε καμία σχέση με τον Σαρόεζ και ότι ποτέ δεν έδωσε διαταγή στον σύνδεσμό της στη Ναλκέμ να γίνει η επίθεση. Απάντησε στη Βασίλισσα πως θα φρόντιζε να μάθει ποιος ευθυνόταν πραγματικά για τούτο το δυστυχές περιστατικό και πως, από δω και στο εξής, θα πρόσεχε περισσότερο τον σύνδεσμό της. Δεν ήταν βέβαιη ότι αυτός είχε προδώσει το Βασίλειο αλλά αν ήταν έτσι θα το ανακάλυπτε, είπε. Η Ανταρλίδα δεν ήξερε αν η Παμράνεχ είχε πιστέψει την Κελνίχηβ, πάντως η Βασίλισσα δεν είχε κάνει κανένα άλλο σχόλιο για το θέμα, τουλάχιστον όχι μπροστά στη Μαύρη Δράκαινα.

Ο Τάμπριελ είπε: «Οι εχθροί μου δεν παύουν να είναι εχθροί μου ακόμα κι όταν δεν κινούμαι. Ίσα-ίσα, τον ακίνητο στόχο ευκολότερα τον χτυπάς.»

«Στη Φέδλωχ, όμως, θα είσαι σε άγνωστο έδαφος! Δεν το καταλαβαίνεις; Εδώ, στη Φέντινκεχ, το Αριστερό Χέρι κι ο Πρωθιερέας δε θα κάνουν τώρα καμια κίνηση – ειδικά ύστερα από το περιστατικό με τους Μελωδούς.»

«Έτσι νομίζεις;»

«Δε θα προσπαθήσουν να σε δολοφονήσουν μες στο ίδιο το παλάτι, Τάμπριελ. Όχι ακόμα, τουλάχιστον.»

«Ίσως. Αλλά αυτό που είπα πριν εξακολουθεί να ισχύει. Έχω αρκετούς ανθρώπους για να με προστατεύουν, και μία θεά. Κανένας τους, ασφαλώς, δεν είναι τόσο καλός όσο εσύ, Ανταρλίδα, αλλά τούτος δεν είναι λόγος για να χάνουμε χρόνο.»

Η Ανταρλίδα χτύπησε το χέρι της πάνω στο τραπέζι. «Γαμώ τα κέρατα του Κάρτωλακ! Δε μπορώ να σου βάλω μυαλό, ε;»

Ο Τάμπριελ μειδίασε – πάντοτε κάτι το απρόσμενο. «Οι Μαύρες Δράκαινες παίρνετε τον εαυτό σας πολύ σοβαρά.»

Τα μάτια της Ανταρλίδας στένεψαν. «Θες να πεις ότι έχεις παράπονο με τη δουλειά μου;»

«Θέλω να πω ότι νομίζεις πως ξέρεις τα πάντα, Ανταρλίδα.»

«Σοβαρά, ε; Σ’αφήνω, λοιπόν, στις συμβουλές της θεάς σου!» Η Ανταρλίδα σηκώθηκε απ’το τραπέζι και, φανερά τσατισμένη, βγήκε απ’το δωμάτιο.

Ο Τάμπριελ ήπιε μια γουλιά κρασί απ’το κύπελλό του, σκεπτικά.

*

Όσο η Ανταρλίδα βοηθούσε στην κατασκευή των πυροβόλων όπλων και στην εκπαίδευση των πολεμιστών της Βασίλισσας στη χρήση τους, ο Τάμπριελ δεν ήταν άπραγος. Ούτε ασχολιόταν μόνο με το να ψάχνει μύθους και θρύλους για τη θέση των άλλων δύο Φραγμάτων των Αρχαίων. Δίδασκε τους μάγους των Ταργκάφλι της Βινέρνι, καθώς και τον Αλίρκωπ. Τους μάθαινε τις βασικές αρχές της μαγείας στο Γνωστό Σύμπαν και προσπαθούσε να τους εξηγήσει πώς οι μάγοι εκεί ύφαιναν ξόρκια και μαγγανείες. Εκείνοι δυσκολεύονταν κάπως να καταλάβουν· χρησιμοποιούσαν τη μαγεία τους διαισθητικά περισσότερο παρότι είχαν και κάποιες τελετουργίες και γητειές που έκαναν, όπως ήταν η τελετή για την επίκληση της Βιβεϊρλώταθ μέσα από το Άγκιστρο. Κι αυτά ίσχυαν, φυσικά, μόνο για τους μάγους της Βινέρνι, όχι για τον Αλίρκωπ· εκείνου η μαγεία ήταν καθαρά διαισθητική, και δυσκολευόταν πολύ να κατανοήσει τη λογική που προσπαθούσε να του διδάξει ο Τάμπριελ. Του ήταν ευκολότερο να καταλάβει πώς οι Δεσμοφύλακες φυλάκιζαν πνεύματα, γι’αυτό κιόλας είχε καταφέρει να φυλακίσει – και να κρατήσει φυλακισμένο – τον Φλογοφάγο μέσα στο δαχτυλίδι του.

Ο Τάμπριελ σκεφτόταν πως οι δυσκολίες των γηγενών μάγων προέρχονταν από το γεγονός ότι ήταν αυτοδίδακτοι και ο καθένας είχε αναπτύξει, ουσιαστικά, το δικό του σύστημα και τις δικές του μεθόδους για να κάνει αυτά που έκανε, ενώ ο Τάμπριελ προσπαθούσε να τους δείξει μια ενιαία μέθοδο κι ένα ενιαίο σύστημα. Η λογική που χρησιμοποιούσαν τα μαγικά τάγματα στο Γνωστό Σύμπαν ήταν, σε μεγάλο βαθμό, μια μηχανιστική λογική: αν κάνεις αυτό κι αυτό κι αυτό, θα γίνει εκείνο – πάντα. Σαν να πατάς τα σωστά πλήκτρα, με τη σωστή σειρά, επάνω σ’ένα μηχάνημα προτού αυτό το μηχάνημα σού δώσει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Οι μάγοι σε τούτο τον κόσμο δεν μπορούσαν εύκολα να το καταλάβουν αυτό· για εκείνους, μαγεία μπορούσαν να είναι τα πάντα: η γη, ο ουρανός, τα δέντρα, μια καταιγίδα, ένα έντονο συναίσθημα ή μια σκέψη, ένα ζώο ή μια γυαλιστερή λεπίδα, ένα γέλιο ή ένα κλάμα, ένα ουρλιαχτό ή ένας ψίθυρος.

Ο Τάμπριελ αναρωτήθηκε πολλές φορές μήπως εκείνος θα έπρεπε να μαθαίνει από αυτούς και όχι το αντίστροφο. Οι μέθοδοί τους, που ουσιαστικά ήταν μη-μέθοδοι, είχαν κάποιο ενδιαφέρον, και νόμιζε ότι μπορούσε να διδαχτεί από αυτές πράγματα που δεν γνώριζε και που δεν φανταζόταν. Οι γνώσεις μας για το σύμπαν είναι, αναμφίβολα, περιορισμένες, σκεφτόταν, ένα βράδυ, καθώς ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα στο κρεβάτι του, δίπλα στο μισάνοιχτο παράθυρο, με την Ανταρλίδα να κοιμάται έχοντάς του γυρισμένη την πλάτη. Η διδασκαλία μας μας περιχαρακώνει. Το δίχως άλλο, είμαστε ισχυρότεροι μάγοι από τους μάγους αυτού του κόσμου· μπορούμε να κάνουμε ακριβώς εκείνο που θέλουμε· όμως για όλα τα υπόλοιπα δεν έχουμε καμία απολύτως ιδέα. Χάνουμε πολλά από την πραγματική ευρύτητα δυνατοτήτων που έχει να προσφέρει το σύμπαν.

Ο Αλίρκωπ διαισθάνεται τα πνεύματα που βρίσκονται κοντά του σχεδόν σαν να είναι πνεύμα κι ο ίδιος· δεν χρειάζεται να υφάνει κανένα ξόρκι, δεν χρειάζεται να έρθει σε καμια συγκεκριμένη νοητική κατάσταση, ούτε να πει λόγια ή να κάνει χειρονομίες. Είναι λες και του έρχεται φυσικά… Τον Τάμπριελ τον άφηνε μπερδεμένο αυτό. Δεν είχε την παραμικρή ιδέα πώς να το καταφέρει, και ο Αλίρκωπ δεν μπορούσε να τον διδάξει, ενώ το αντίστροφο ίσχυε: εκείνος μπορούσε να διδάξει στον Αλίρκωπ ένα ξόρκι των ταγμάτων του Γνωστού Σύμπαντος – ασχέτως αν ο Αλίρκωπ θα δυσκολευόταν να το μάθει ή όχι.

Ο Τάμπριελ, επομένως, όσο δίδασκε τους Ταργκάφλι μάγους, φρόντισε να μαθαίνει κι ο ίδιος, σιωπηλά, από αυτούς. Προσπαθούσε να τους καταλάβει. Και – ποιος ξέρει; – ίσως τούτο να τον βοηθούσε, τελικά, στη δουλειά του με τα Φράγματα ή με το Ρήγμα.

Το πρόβλημα ήταν ότι για να κάνει κάτι με τα Φράγματα έπρεπε να πάει να τα βρει. Δε θα γινόταν τίποτα όσο συνέχιζε να κάθεται εδώ, στη Φέντινκεχ. Περισσότερη έρευνα σχετικά με το θέμα δεν είχε νόημα γιατί, πολύ απλά, δεν υπήρχε τίποτ’άλλο να ανακαλύψει μέσα στη Μεγάλη Βιβλιοθήκη της πρωτεύουσας του Τάρσαζ.

Ένα απόγευμα, ο Πρώτος Αρχιερέας του Μαράνχαλωμ τον προσκάλεσε στον Ναό, και ο Τάμπριελ δεν μπορούσε, ασφαλώς, να αρνηθεί. Πήγε, συνοδευόμενος από την Ανταρλίδα, η οποία εκείνη την ώρα είχε τελειώσει τις δουλειές της για τη Βασίλισσα.

Ο Πρώτος Αρχιερέας τούς συνάντησε σ’ένα δωμάτιο πλάι στην κεντρική αίθουσα του Ναού, όπου τους είχε συναντήσει και την πρώτη φορά. Ένα σαλόνι με όμορφη διακόσμηση. Ο Πρωθιερέας δεν ήταν εδώ τώρα. Ένας μαθητευόμενος ιερέας τούς πρόσφερε γλυκά και ποτά, και αποσύρθηκε από το δωμάτιο.

«Η άφιξη των Ταργκάφλι, οφείλω να ομολογήσω, με είχε θορυβήσει, Τάμπριελ,» είπε ο Πρώτος Αρχιερέας αφού τελείωσαν με τις τυπικότητες. «Αλλά, εν τέλει, φαίνεται πως δεν έπρεπε να είχα θορυβηθεί. Προς το παρόν, τουλάχιστον, δεν έχει παρατηρηθεί οι Ταργκάφλι να έχουν προξενήσει κανένα πρόβλημα· κι αν οι πηγές μου λένε αλήθεια, η Βασίλισσα δείχνει να συμπαθεί τον αρχηγό τους. Τον Ο’Μάλζεκ Χάλρικ.» Πρόφερε τις λέξεις προσεκτικά. «Αυτός δεν είναι ο τίτλος του;»

«Αυτός είναι, Πανιερότατε,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ. «Αν μιλήσετε κι εσείς μαζί του, είμαι βέβαιος πως θα συμφωνήσετε με τη Βασίλισσα. Οι Ταργκάφλι δεν είναι τόσο βάρβαροι όσο λένε οι φήμες γι’αυτούς. Δεν είναι καθόλου βάρβαροι, μάλλον. Αν και, ομολογουμένως, υπάρχουν βάρβαροι στις περιοχές που αποκαλείτε ‘Γη των Ταργκάφλι’. Υπάρχουν ληστές και νομάδες και άγριες φυλές. Αλλά οι Ταργκάφλι που μένουν στις αρχαίες πόλεις είναι μια τελείως διαφορετική ράτσα ανθρώπων, Πανιερότατε. Τις λατρεύουν τις πόλεις τους – και εννοώ ότι η λατρεία τους είναι, ουσιαστικά, θρησκευτικού χαρακτήρα.»

«Ενδιαφέρον…» μουρμούρισε ο Πρώτος αγγίζοντας τα πλούσια γκρίζα μούσια του. «Πραγματικά ενδιαφέρον, Τάμπριελ.»

«Ο Καλέφραζ είναι της ίδιας άποψης, Πανιερότατε.»

«Ναι, μου το είπε. Μίλησα μαζί του.

»Επίσης, μου ανέφερε ότι μια… θεά βρίσκεται μέσα στο περιδέραιο που τώρα φοράς.» Το βλέμμα του εστιάστηκε στον λαξευτό αργυρό δίσκο στο στέρνο του Τάμπριελ, στο κέντρο του οποίου γυάλιζε το πολυεδρικό, ημιδιαφανές πετράδι, και στο εσωτερικό του πετραδιού φαινόταν κάτι να σαλεύει, φασματικό, σαν καπνός.

«Ναι,» ένευσε ο Τάμπριελ, «η Βιβεϊρλώταθ.»

«Είναι επικίνδυνη;»

«Για τους εχθρούς μου και μόνο. Δηλαδή, όχι για εσάς, Πανιερότατε. Όχι για το Τάρσαζ.

»Πριν από αμέτρητους αιώνες, η Βιβεϊρλώταθ δημιουργήθηκε από τους Αρχαίους,» συνέχισε ο Τάμπριελ, και του μίλησε για τη θεά και για τη θέση της στο Άγκιστρο του Κόσμου.

Ο Πρώτος Αρχιερέας είπε ότι είχε πληροφορηθεί για τα Φράγματα, όπως τα αποκαλούσε, και τον ρώτησε αν ήταν πράγματι συνετό που ήθελε να ασχοληθεί μαζί τους.

Ο Τάμπριελ τού απάντησε αυτά που είχε απαντήσει στον Πρίγκιπα Μάρνεζ και τον Πρωθιερέα, την ημέρα που οι Ταργκάφλι είχαν φτάσει στη Φέντινκεχ. Του εξήγησε πως το Ρήγμα είχε δημιουργηθεί ανάμεσα στα Φράγματα, και ίσως μόνο μέσω αυτόν να μπορούσαν να το καταστρέψουν. Χρειαζόταν χρόνος και μελέτη, όμως.

«Δε θα κάνω τίποτα το βιαστικό, Πανιερότατε· σας διαβεβαιώνω.»

Ο Πρώτος, ωστόσο, τον ατένιζε σκεπτικά. Αναμφίβολα, ο Πρωθιερέας θα είχε βάλει πολλά άσχημα λόγια στο μυαλό του. Παρ’όλ’αυτά ο Αρχιερέας δεν έμοιαζε αρνητικά προδιατεθειμένος, πράγμα το οποίο σήμαινε ότι ήταν σκεπτόμενος άνθρωπος που διασταύρωνε ό,τι άκουγε και δεν το δεχόταν αμέσως.

Καλό αυτό, για τον Τάμπριελ. Επειδή η προκατάληψη και οι πρώτες εντυπώσεις ήταν, σίγουρα, με το μέρος των εχθρών του σε τούτο τον κόσμο. Δε χρειαζόταν και πολύ για να αφιονίσεις τους ανθρώπους εναντίον κάποιου που έμοιαζε ξένος και παράξενος. Μπορούσες να τους πεις ότι κινδύνευαν από αυτόν, ότι η παρουσία του θα προκαλούσε προβλήματα, ότι προσποιείτο τον φίλο ενώ ήταν εχθρός, ότι ήταν κατάσκοπος, ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να ταιριάξει εδώ– Χίλια δύο. Που όλα είχαν τη ρίζα τους στον φόβο, τον εχθρό της σκέψης.

Ο Πρώτος Αρχιερέας άλλαξε την κουβέντα και ρώτησε την Ανταρλίδα πώς έβλεπε τα πράγματα με την κατασκευή των όπλων και την εκπαίδευση των μαχητών της Βασίλισσας.

(Δεν είχαν έρθει ακόμα τα νέα για την εξαφάνιση του πυροβόλου στα δυτικά σύνορα. Η συνάντηση με τον Πρώτο έγινε δύο ημέρες πριν από την άφιξη του μαντατοφόρου στο Βασιλικό Παλάτι.)

Η Ανταρλίδα απάντησε, λακωνικά, ότι τα πράγματα πήγαιναν καλά. Αν συνέχιζαν έτσι, σύντομα ένα μεγάλο μέρος του στρατού της Βασίλισσας θα ήταν εξοπλισμένο με τα καινούργια όπλα και εκπαιδευμένο στη χρήση τους.

*

Μία ημέρα ύστερα από τη διαφωνία τους σχετικά με το ταξίδι στη Φέδλωχ, ο Τάμπριελ ατένισε από ένα παράθυρο των διαμερισμάτων του το Ρήγμα να αναταράσσεται. Είδε έναν ισχυρό κυματισμό στον βορειοανατολικό ορίζοντα. Είδε τον ουρανό να συσπάται λες και ήταν μεμβράνη. Είδε τα βουνά να λυγίζουν αφύσικα λες και είχαν χάσει το σωστό προσανατολισμό τους μέσα στη διάσταση.

Και το Βασιλικό Παλάτι τραντάχτηκε από έναν ισχυρό σεισμό.

Ο Τάμπριελ κρατήθηκε απ’τον τοίχο για να μην πέσει.

Αντικείμενα ακούστηκαν να σπάνε, καθώς και κρύσταλλα παραθύρων.

Ουρλιαχτά αντήχησαν από τους διαδρόμους και τις αίθουσες.

Και φωνές–

Φύγετε! ΦΥΓΕΤΕ!

Τρέξε!

Όχι! Ψυχραιμία – μείνε κοντά μου!

Μεγάλε Τίγρη σώσε μας!

Ο σεισμός έπαψε, και ο Τάμπριελ είδε, κάτω απ’το παράθυρό του, τους κατοίκους της Φέντινκεχ να κινούνται πανικόβλητοι μέσα στους δρόμους της πόλης.

Βγήκε απ’το γραφείο του και συνάντησε την Ανταρλίδα στο υπνοδωμάτιο. «Το είδες αυτό;» τη ρώτησε.

«Να δω τι;» είπε εκείνη, που φαινόταν μόλις να έχει σηκωθεί απ’το κρεβάτι. Ήταν μεσημέρι, και ήταν κουρασμένη ύστερα από τις δουλειές της με τα όπλα της Βασίλισσας. «Κοιμόμουν.»

«Κάτι συνέβη στον υπερδιαστασιακό στρόβιλο. Τον είδα να τραντάζεται, και μετά έγινε ο σεισμός.»

«Αν κάτι συνέβη εκεί, οι παρατηρητές της Βασίλισσας θα έρθουν να μας το αναφέρουν,» αποκρίθηκε η Ανταρλίδα. «Ο σεισμός, πάντως, ήταν άγριος. Ίσως ο πιο άγριος που έχει γίνει μέχρι στιγμής.»

Ο Τάμπριελ ένευσε σιωπηλά και βγήκε απ’το δωμάτιο.

«Πού πας;» ρώτησε πίσω του η Ανταρλίδα.

«Πουθενά. Θα περιμένω.»

*

Η αναμονή του δεν ήταν μεγαλύτερη από δύο ημέρες.

Ένας αγγελιαφόρος ήρθε από την περιοχή του Ρήγματος και ανέφερε στη Βασίλισσα τι είχε συμβεί. Οπότε η Βασίλισσα κάλεσε τον Τάμπριελ στην Αίθουσα του Αργυρόντυτου Θρόνου, όπου ήταν ήδη συγκεντρωμένοι ο Πρίγκιπας Μάρνεζ, ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ, η Κελνίχηβ, ο Πρωθιερέας Έλνεφριζ, ο Καλέφραζ, και άλλοι αυλικοί. (Η Ανταρλίδα έλειπε, καθώς εκπαίδευε στρατιώτες έξω από τη Φέντινκεχ.)

«Κάποιου είδους πέτρινο κατασκεύασμα βγήκε από το Ρήγμα,» είπε η Παμράνεχ στον Τάμπριελ, καθισμένη στον θρόνο.

«Τι κατασκεύασμα, Βασίλισσά μου;» Αισθανόταν τα μάτια όλων καρφωμένα επάνω του.

«Μοιάζει με κομμάτι οικοδομήματος,» αποκρίθηκε η Κελνίχηβ αντί για την Παμράνεχ. «Τουλάχιστον έτσι νομίζουν οι παρατηρητές μας.»

«Και επάνω του υπάρχουν σύμβολα. Λαξεύματα,» πρόσθεσε ο Πρωθιερέας. «Καθώς και μεταλλικά τμήματα.»

Τα φρύδια του Τάμπριελ υψώθηκαν. «Μεταλλικά τμήματα;» Τμήματα κάποιου μηχανισμού;

«Ναι. Θέλεις να φωνάξουμε τον αγγελιαφόρο να σ’το επιβεβαιώσει;»

«Δε χρειάζεται, Ιερότατε,» είπε ψυχρά ο Τάμπριελ. Και ρώτησε, προς όλους: «Τι άλλο χαρακτηριστικό έχει επάνω του αυτό το κατασκεύασμα;»

«Δεν είναι αυτά αρκετά;» είπε η Κελνίχηβ.

Ο Τάμπριελ ανασήκωσε τους ώμους. «Ανάλογα…»

«Το αναγνωρίζεις;» τον ρώτησε η Παμράνεχ. «Σου θυμίζει κάτι;»

«Απολύτως τίποτα.»

«Το έχεις… ‘δει’;» θέλησε να μάθει ο Πρίγκιπας Μάρνεζ.

Ο Τάμπριελ μόρφασε. «Έτσι όπως μου το περιγράφετε, όχι.»

«Νομίζεις ότι θα ήταν συνετό να προστάξω να το φέρουν εδώ, στη Φέντινκεχ;» ρώτησε η Βασίλισσα.

«Είναι μεγάλο;»

«Σύμφωνα με τα λόγια του μαντατοφόρου, είναι όσο η μισή αίθουσα του θρόνου περίπου.»

«Επομένως, είναι μεγάλο. Πώς σκοπεύετε να το φέρετε εδώ;»

Ο Μάρνεζ ήταν που απάντησε. «Με άλογα· πώς αλλιώς;»

«Αυτό σημαίνει, βέβαια, ότι πιθανώς να του γίνουν ζημιές,» τόνισε ο Τάμπριελ.

«Ένα κομμάτι πέτρας είναι,» είπε η Κελνίχηβ. «Τι ζημιές να του γίνουν;»

«Εσείς δεν είπατε ότι έχει και μεταλλικά τμήματα επάνω του; Μπορεί να είναι κάποιου είδους μηχανισμός.»

«Θα πήγαινες να το δεις προτού το φέρουν εδώ;» τον ρώτησε η Παμράνεχ.

«Αν αυτή είναι η επιθυμία σας, Βασίλισσά μου.»

«Αυτή είναι η επιθυμία μου.»

«Τότε,» είπε ο Τάμπριελ, «καλύτερα ν’αρχίσω να ετοιμάζομαι.»

Κεφάλαιο Τριακοστό
Ήχοι από Άλλους Κόσμους

Το να είσαι κοντά στον Μεγάλο Προφήτη είναι σίγουρα επικίνδυνο. Αλλά, συγχρόνως, βλέπεις και πράγματα που δεν θα τα έβλεπες μαζί με κανέναν άλλο άνθρωπο. Παρότι η ιδέα να μπω πάλι σε περιπέτειες δεν με ενθουσίαζε, είχα την περιέργεια να δω από κοντά αυτό το παράξενο πράγμα που είχε έρθει από το Ρήγμα. Δεν χρειάστηκε καν η Βασίλισσα να μου το ζητήσει να πάω με τον Μεγάλο Προφήτη· προθυμοποιήθηκα ο ίδιος.

Και, μα τον Μεγάλο Τίγρη, ποτέ πριν δεν είχα ξανακούσει ήχους να βγαίνουν μέσα από πέτρες και μέταλλα!

*
* * *
*

Η Ανταρλίδα επέμεινε να πάει κι εκείνη και, αφού είχε υπηρετήσει καλά τη Βασίλισσα τον τελευταίο καιρό και το ταξίδι δεν ήταν μακρύ, η Παμράνεχ δεν της το αρνήθηκε.

Ο Καλέφραζ θα ερχόταν επίσης, για να καταγράψει τα γεγονότα και επειδή όλοι τον έβλεπαν ως οδηγό της Ανταρλίδας και του Τάμπριελ σ’αυτό τον κόσμο. Εκείνος ήταν που τους είχε διδάξει από την Οικουμενική Γλώσσα μέχρι Ιστορία και γεωγραφία, ήθη και έθιμα, και το τυπικό θρησκειών.

Εκτός από τον Καλέφραζ, στην ομάδα θα ήταν έξι Ταργκάφλι πολεμιστές και δύο μάγοι, η Χιρκόμο και ο Έλσαμ· ο Χάλρεοκ και έξι δικοί του μαχητές· και ο Πρωθιερέας Έλνεφριζ μαζί με δώδεκα ναΐτες πολεμιστές, επειδή δήλωσε πως έπρεπε οπωσδήποτε κάποιος υπεύθυνος από τον Ναό του Μαράνχαλωμ να δει αυτό το μυστηριώδες αντικείμενο που είχε έρθει από το Ρήγμα.

Ξεκίνησαν το βράδυ της ημέρας που ο μαντατοφόρος έφερε τα νέα στο παλάτι. Έπλευσαν πάνω στον ποταμό Νύραλοκ και στη λίμνη Σάρφεχ και βγήκαν στη Ναλκέμ (όπου, όπως παρεμπιπτόντως έμαθαν, οι Μελωδοί των Όπλων είχαν διαλυθεί και δεν πρόσφεραν πλέον τις υπηρεσίες τους μ’αυτό το όνομα). Έφυγαν με άλογα από εκεί, έφτασαν στην Άλρεχ, και μετά ταξίδεψαν σε ορεινές περιοχές ενώ έβλεπαν το Ρήγμα να μεγαλώνει ολοένα και περισσότερο στον ορίζοντα, μοιάζοντας να καλύπτει ολόκληρο τον ουρανό.

Φτάνοντας κοντά του, παρατήρησαν ότι ο υπερδιαστασιακός στρόβιλος αλλοίωνε την πραγματικότητα της διάστασης περισσότερο από την τελευταία φορά που βρίσκονταν εδώ. Το τοπίο φαινόταν να γέρνει πολύ πιο απότομα προς το μέρος του. Τα βουνά λύγιζαν αφύσικα, και το ίδιο το έδαφος είχε πάρει μια ακαθόριστη κλίση, αδύνατο να τη συλλάβει ακριβώς το μυαλό.

Ένας από τους παρατηρητές της Βασίλισσας τούς φώναξε να σταματήσουν, στεκόμενος πάνω σ’έναν ψηλό βράχο. Απαγορευόταν να συνεχίσουν χωρίς ειδική άδεια! Ήταν επικίνδυνο!

Οι ταξιδιώτες τράβηξαν τα ηνία των αλόγων τους.

«Δε βλέπεις ποιοι είμαστε;» φώναξε ο Πρωθιερέας στον παρατηρητή. «Ερχόμαστε από τη Φέντινκεχ. Για να δούμε το αντικείμενο που βγήκε από το Ρήγμα πριν από λίγες μέρες.»

Ο παρατηρητής κατέβηκε από εκεί όπου στεκόταν και τους συνάντησε. «Με συγχωρείτε,» είπε, «αλλά πρέπει πάντα να παίρνουμε τα καθορισμένα μέτρα ασφαλείας. Έχω δει ανθρώπους να πλησιάζουν εκεί,» έδειξε το Ρήγμα, «και να εξαφανίζονται.»

«Δε με εκπλήσσει,» είπε ο Τάμπριελ· και ρώτησε: «Το αντικείμενο είναι κοντά στο Ρήγμα; Θα είναι επικίνδυνο να το πλησιάσουμε;»

«Σχετικά,» αποκρίθηκε ο παρατηρητής. «Εκτοξεύτηκε από μέσα με δύναμη, σαν να το είχε πετάξει καταπέλτης, και κατρακύλησε σε μια πλαγιά. Και συγχρόνως με την εμφάνισή του σεισμός άρχισε. Τώρα βρίσκεται εκεί όπου σταμάτησε να κατρακυλά· κανένας δεν έχει επιχειρήσει να το μετακινήσει.»

«Οδήγησέ μας σ’αυτό,» ζήτησε ο Τάμπριελ.

Ο παρατηρητής ένευσε και ξεκίνησε να βαδίζει.

Τον ακολούθησαν, ενώ έβλεπαν το Ρήγμα να πάλλεται σκεπάζοντας όλο τον ουρανό στα βόρειά τους.

Το αντικείμενο βρισκόταν πεσμένο σ’ένα κοίλωμα ανάμεσα στους λόφους, και ήταν πράγματι μεγάλο όπως είχε πει ο μαντατοφόρος που είχε έρθει στο παλάτι. Ήταν, κυρίως, καμωμένο από πέτρα που είχε ένα γκριζοπράσινο χρώμα, κι επάνω του υπήρχαν λαξεμένες διάφορες γεωμετρικές μορφές, σπειροειδούς φύσης ως επί το πλείστον, καθώς και τριγωνικές και οκταγωνικές. Τα μεταλλικά τμήματα που κάλυπταν ένα μεγάλο μέρος του αντικειμένου θύμιζαν, εκ πρώτης όψης, στον Τάμπριελ κάποιο μηχανισμό, ακριβώς όπως είχε υποθέσει.

Προτού κανείς προλάβει να ζυγώσει περισσότερο το γιγάντιο αντικείμενο, μια κραυγή ήρθε από τους ουρανούς – ένα δυνατό, διαπεραστικό κρώξιμο – και μεγάλες φτερούγες ακούστηκαν να χτυπούν τον αέρα. Υψώνοντας τα κεφάλια τους, αντίκρισαν το πουλί που είχε έρθει από το Ρήγμα: πελώριο, γκριζόφτερο, μ’ένα κατακόκκινο λοφίο στο κεφάλι. Η σκιά του τους σκέπασε όλους.

Τα άλογα χρεμέτισαν τρομαγμένα· οι καβαλάρηδες κράτησαν τα γκέμια τους γερά για να τα συγκρατήσουν.

Το γιγάντιο πουλί προσγειώθηκε πάνω στο μυστηριώδες αντικείμενο, γαντζώνοντας εκεί τα μεγάλα, επικίνδυνα νύχια των ποδιών του.

«Θα μας το πάρει!» φώναξε ο Πρωθιερέας.

«Δε μπορεί νάχει τόσο μεγάλη δύναμη!…» έκανε ο Καλέφραζ, δυσπιστώντας.

«Σκοτώστε το!» πρόσταξε ο Πρωθιερέας.

«Μην είσαι ανόητος!» τον διέκοψε ο Τάμπριελ καθώς το πουλί χτυπούσε δυνατά τις μεγάλες του φτερούγες προσπαθώντας να υψωθεί στον ουρανό μαζί με το αντικείμενο. «Είναι πιθανότερο αυτό να σκοτώσει εσάς!»

Και, αγγίζοντας το περιδέραιό του, επικαλέστηκε τη Βιβεϊρλώταθ, στέλνοντάς την εναντίον του πελώριου πτηνού. Η φασματική μορφή της ορθώθηκε εμπρός τους, ξετυλίγοντας ένα σώμα που έμοιαζε με διπλωμένο ύφασμα. Το πουλί έκρωξε αιφνιδιασμένο. Το ουρλιαχτό της θεάς σκέπασε τη φωνή του, και άγρια μάχη ξέσπασε.

Γκρίζα πούπουλα γέμισαν τον αέρα.

Τα άλογα χρεμέτιζαν δυνατότερα τώρα· οι καβαλάρηδες μετά δυσκολίας τα συγκρατούσαν.

Το γιγάντιο πουλί τινάχτηκε πίσω, κουτρουβαλώντας.

Η δαιμονική κραυγή της Βιβεϊρλώταθ αντήχησε μέσα στην ορεινή περιοχή.

Η θεά είπε στον Τάμπριελ ότι το πουλί τής έλεγε πως χρειαζόταν αυτό το κομμάτι πέτρας και μετάλλου. (Η ομιλία της πέρασε σαν καθαρή γνώση στο μυαλό του Δεσμοφύλακα, όπως πάντα.)

Ρώτα το τι το χρειάζεται.

Το πουλί δεν ήξερε ακριβώς τι το χρειαζόταν. (Και τώρα χτυπούσε τις φτερούγες του καθώς ορθωνόταν, παρατηρώντας τη φασματική μορφή της θεάς αντίκρυ του.)

Γιατί το θέλει, τότε;

(Το πουλί έκρωξε διαπεραστικά.) Ήταν χαμένο εδώ. Το φυσικό περιβάλλον του ήταν αλλού, και δεν ήξερε πώς να επιστρέψει εκεί.

Το ίδιο κι εμείς. Πες του το.

Το πουλί έκρωξε πάλι, μοιάζοντας τώρα να παρατηρεί τον Τάμπριελ πίσω από τη φασματική μορφή της Βιβεϊρλώταθ. Τα μάτια του γυάλιζαν.

Ο Τάμπριελ προσπάθησε να του μεταβιβάσει τις σκέψεις του μέσω της θεάς: Δεν είμαστε εχθροί σου. Θέλουμε κι εμείς να φύγουμε από δω. Θέλουμε να μελετήσουμε το αντικείμενο.

Το πουλί είπε πως το διαισθανόταν ότι κι αυτός ήταν από Αλλού.

Και μετά, χτύπησε δυνατά τις φτερούγες του, υψώθηκε στον ουρανό, και έφυγε.

Η Βιβεϊρλώταθ επέστρεψε στο περιδέραιο του Τάμπριελ.

«Τι ακριβώς συνέβη;» απαίτησε ο Πρωθιερέας.

Ο Τάμπριελ κατέβηκε απ’το άλογό του. «Το αντικείμενο είναι δικό μας, για την ώρα.»

Βάδισε προς το πελώριο κομμάτι πέτρας, και οι άλλοι τον ακολούθησαν, αφιππεύοντας επίσης.

Ναι, σκέφτηκε ο Τάμπριελ παρατηρώντας τα μεταλλικά τμήματα πάνω στο αντικείμενο, σίγουρα κάποιος μηχανισμός είναι. Τι μηχανισμός, όμως; Δε νόμιζε ότι είχε ποτέ του ξαναδεί κάτι παρόμοιο. Τα κομμάτια δεν του θύμιζαν τίποτα συγκεκριμένο.

Ας κάνουμε κάτι απλό πρώτα… Υψώνοντας τα χέρια του μπροστά απ’το εξώκοσμο αντικείμενο, άρθρωσε ένα Ξόρκι Μηχανικής Ανταποκρίσεως για να ανακαλύψει αν όλα τα μηχανικά τμήματα επικοινωνούσαν σωστά αναμεταξύ τους – δηλαδή, αν κατά πάσα πιθανότητα το μηχάνημα, ό,τι κι αν ήταν, ήταν άθικτο.

Το ξόρκι τού έδωσε θετική απάντηση. Τα κομμάτια έμοιαζαν να επικοινωνούν σωστά.

Ο Τάμπριελ κοίταξε πλάι του, την Ανταρλίδα, και της είπε: «Δε νομίζω ότι είναι κατεστραμμένο.»

«Τι είναι, όμως; Το έχεις ξαναδεί;»

«Όχι. Δεν ξέρω τι σκοπό μπορεί να εξυπηρετεί, ούτε από πού μπορεί να ήρθε.»

Απλώνοντας το χέρι του, άγγιξε έναν διακόπτη, πάνω από τον οποίο ήταν λαξεμένη μια λέξη σε μια γλώσσα που δεν αναγνώριζε. Δίστασε για λίγο, αλλά μετά κατέβασε τον διακόπτη.

Δύο μεταλλικά κομμάτια του μηχανισμού περιστράφηκαν απότομα, αιφνιδιάζοντάς τους όλους.

Ο Χάλρεοκ και μερικοί πολεμιστές του τράβηξαν τα πιστόλια τους, έχοντας πλέον μάθει να τα χρησιμοποιούν όπως τα σπαθιά τους.

Ένας ήχος γέμισε τον αέρα. Μια σειρά από ήχους.

«Μουσική…» είπε ο Τάμπριελ. «Κάποιο τραγούδι.»

Η Ανταρλίδα ένευσε. «Και νομίζω πως το ξέρω.»

«Το ξέρεις;»

«Στάσου λίγο.» Η Ανταρλίδα μισόκλεισε το ένα μάτι, αφουγκραζόμενη. Μετά είπε: «Ναι, είναι Σεργήλιο. Αλλά ακούμε τη μελωδία του μόνο, όχι τα λόγια. Αγώνας Πυρός, λέγεται. Το παίζουν οι Ελάσσονες Ανεμοβούβαλοι.»

«Ελάσσονες Ανεμοβούβαλοι

«Το συγκρότημα,» του είπε η Ανταρλίδα. «Δεν τους ξέρεις;»

«Όχι.»

«Ορισμένες φορές, αναρωτιέμαι από ποιον κόσμο έρχεσαι.»

Ο Τάμπριελ μειδίασε για μια στιγμή. Ύστερα, με την όψη του αγέλαστη πάλι όπως συνήθως, είπε: «Θες να μου πεις, δηλαδή, ότι μέσα από τούτη τη μυστηριώδη συσκευή ακούγεται το τραγούδι ενός συγκροτήματος από τη Σεργήλη;»

«Ναι.»

«Πώς είναι δυνατόν;»

Η Ανταρλίδα ανασήκωσε τους ώμους υποδηλώνοντας άγνοια.

Ο Τάμπριελ πάτησε πάλι τον διακόπτη· η μουσική σταμάτησε και τα μηχανικά κομμάτια ξαναπεριστράφηκαν παίρνοντας τις αρχικές τους θέσεις. «Αν αυτό το μηχάνημα ήταν Σεργήλιο, οι ενδείξεις επάνω του θα ήταν σε κάποια γλώσσα που ή εσύ ή εγώ θα καταλαβαίναμε. Κατά πάσα πιθανότητα, στη Συμπαντική. Σωστά;» ρώτησε την Ανταρλίδα μιλώντας στη Συμπαντική.

«Μάλλον.»

«Επομένως δεν είναι από τη Σεργήλη. Ούτε από κάποια άλλη διάσταση που γνωρίζουμε.»

Ο Πρωθιερέας είπε, ενοχλημένα: «Μπορείτε να μιλάτε σε μια γλώσσα που καταλαβαίνουμε όλοι;»

«Δηλαδή,» τον ρώτησε η Ανταρλίδα, «όσα λέγαμε πριν τα καταλάβαινες επειδή μιλούσαμε στην Οικουμενική;»

Ο Πρωθιερέας την αγριοκοίταξε. «Δεν μπήκατε στον κόπο να μας εξηγήσετε και τίποτα.»

«Ούτε εμείς δεν ξέρουμε τι είναι αυτό το πράγμα,» του είπε ο Τάμπριελ. «Πιθανώς να είναι μια απλή συσκευή αναπαραγωγής ήχου.»

«Το αμφιβάλλω,» είπε εμφατικά η Ανταρλίδα.

«Κι εγώ.»

Ο Τάμπριελ πάτησε ξανά τον διακόπτη. Τα μηχανικά κομμάτια περιστράφηκαν, και το τραγούδι άρχισε πάλι να παίζει.

«Υπάρχουν κι άλλα κουμπιά στο μηχάνημα,» του είπε η Ανταρλίδα.

«Το έχω παρατηρήσει.» Ο Τάμπριελ πάτησε ένα τετράγωνο πλήκτρο. Ο Αγώνας Πυρός διακόπηκε και ένα ζζζζζζζζ ακούστηκε.

«Τι είναι αυτό;» μούγκρισε ο Πρωθιερέας.

Ο Τάμπριελ πάτησε ένα άλλο πλήκτρο, δίπλα στο πρώτο, και τώρα ακούστηκε κάποιος να μιλά σε μια γλώσσα που δεν ήξερε. Συνέχισε να πατά τα τετράγωνα πλήκτρα που βρίσκονταν το ένα κοντά στο άλλο, υποθέτοντας πως ενεργοποιούσαν μνήμες της μηχανής. Εκτός αν ενεργοποιούσαν συχνότητες. Αλλά… συχνότητες που περνούσαν από τούτη τη διάσταση και πήγαιναν σε άλλες; Δεν ήταν εύκολο αυτό. Άρα, μάλλον μνήμες ήταν. Ή, τουλάχιστον, αυτό ήταν το λογικότερο να υποθέσει για τώρα.

Ορισμένα πλήκτρα έκαναν διαφόρων ειδών παράσιτα να ακούγονται. Ορισμένα έκαναν τραγούδια να ακούγονται, όχι όλα γνωστά στην Ανταρλίδα και στον Τάμπριελ. Ορισμένα έφερναν φωνές σε άγνωστες γλώσσες–

«Αυτό είναι στη Συμπαντική!» είπε η Ανταρλίδα, καθώς η μηχανή έλεγε:

«…έλεγχο των όπλων και αποχωρήστε χωρίς άλλη καθυστέρηση. Οι φρουροί στον θάλαμο Άλφα-τρία να ανοίξουν τις πύλες. Οι φρουροί των αποθηκών Έψιλον, Γάμα, και Λάμδα να κλειδώσουν τις θύρες ασφαλείας…»

Μετά, το μήνυμα άρχισε να επαναλαμβάνεται.

«Μνήμες είναι, λοιπόν,» κατέληξε ο Τάμπριελ, και πάτησε τον διακόπτη που τερμάτιζε την αναπαραγωγή ήχων.

«Καταλάβατε τι είπε;» τον ρώτησε ο Πρωθιερέας.

«Ναι.»

«Τι;»

«Διαταγές για την εκκένωση κάποιου χώρου, νομίζω.»

Η Ανταρλίδα είπε: «Το ερώτημα είναι πώς αυτή η μηχανή έχει τόσα πράγματα αποθηκευμένα μέσα της. Είναι σαν…»

«Σαν να άρπαξε τους ήχους περνώντας μέσα από το Ρήγμα,» είπε ο Τάμπριελ.

Η Ανταρλίδα ένευσε. «Ήχοι από διάφορους κόσμους…» (Θα έλεγε διαστάσεις, αλλά προσπαθούσε να χρησιμοποιεί την Οικουμενική, όχι τη Συμπαντική.) «Μπορεί να γίνει αυτό;»

«Γιατί όχι; Αν η μηχανή είναι φτιαγμένη για να πιάνει συχνότητες, τότε ίσως, περνώντας μέσα από το Ρήγμα, να έπιασε συχνότητες από… άπειρους κόσμους.»

«Ποιος, όμως, θα έφτιαχνε μια τέτοια συσκευή, Τάμπριελ; Και για ποιο λόγο;»

«Δεν ξέρω. Δε νομίζω, πάντως, να την έφτιαξε για να την πετάξει σε κάποιο Ρήγμα. Σε όποιον κόσμο κι αν έχει κατασκευαστεί, πρέπει να είναι η τελευταία λέξη της τεχνολογίας. Και,» έστρεψε το βλέμμα του στο μυστηριώδες μηχάνημα, «έχει επάνω κι ένα σωρό άλλα πλήκτρα που δεν έχουμε ακόμα πατήσει…»

Απλώνοντας το χέρι του, πάτησε ένα.

Αμέσως, ένα πανίσχυρο, διαπεραστικό

 

ΒΒΒΒΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡ

 

αντήχησε, και ο Τάμπριελ αισθάνθηκε τη γη να στριφογυρίζει από κάτω του. Έχασε την ισορροπία του και νόμιζε πως έπεσε. Είχε αποπροσανατολιστεί τελείως, σαν ο κόσμος να είχε ξαφνικά αναποδογυρίσει. Του φαινόταν πως μπορούσε ν’ακούσει ουρλιαχτά από παντού, καθώς και χλιμιντρίσματα αλόγων–

Ο θόρυβος έπαψε.

Ο κόσμος σταμάτησε να στροβιλίζεται.

Η Ανταρλίδα είχε το χέρι της επάνω στον διακόπτη που είχε πριν από λίγο πατήσει ο Τάμπριελ.

«Προσπαθείς να μας σκοτώσεις όλους;» ούρλιαξε ο Πρωθιερέας βρισκόμενος στα γόνατα.

Ο Τάμπριελ διαπίστωσε πως ήταν επίσης πεσμένος στη γη και ανασηκώθηκε. «Δεν το περίμενα ότι θα συνέβαινε αυτό.»

«Θα πρότεινα,» είπε τρομαγμένα ο Καλέφραζ καθώς ορθωνόταν, «να είμαστε πιο προσεκτικοί στο μέλλον με τα πράγματα που δεν ξέρουμε.» Η φωνή του έτρεμε.

Η Ανταρλίδα ρώτησε τον Τάμπριελ: «Τι μπορεί να ήταν αυτό;»

«Δεν ξέρω,» αποκρίθηκε εκείνος ενώ όλοι τους σηκώνονταν όρθιοι και οι πολεμιστές έτρεχαν να πιάσουν όσα άλογα είχαν απομακρυνθεί. «Ό,τι κι αν ήταν, πάντως, έμοιαζε με όπλο.»

«Μην είσαι ανόητος· αποκλείεται να ήταν όπλο, και το καταλαβαίνεις. Ήταν σαν το μηχάνημα να προσπαθούσε να δημιουργήσει κάποιον ήχο…»

«Να πιάσει κάποια συχνότητα, ίσως,» είπε ο Τάμπριελ, συμφωνώντας μαζί της. Πράγματι, δεν μπορεί να ήταν όπλο. «Αλλά πιθανώς να χάλασε κάτι μέσα του κατά την πτώση, παρότι το Ξόρκι Μηχανικής Ανταποκρίσεως που χρησιμοποίησα μού είπε ότι όλα τα κομμάτια του επικοινωνούν σωστά αναμεταξύ τους. Ή πιθανώς να μην έχει τη δυνατότητα να πιάσει αυτή τη συχνότητα σε τούτο τον κόσμο.»

Μετά συνοφρυώθηκε. «Ανταρλίδα, δε μπορεί νάναι τυχαίο που αυτό το μηχάνημα έπεσε στο Ρήγμα.»

Η Μαύρη Δράκαινα μόρφασε. «Μ’εσένα τίποτα δεν είναι τυχαίο…»

«Δεν κατάλαβες τι εννοώ. Το μηχάνημα ίσως να το έφτιαξαν για να πιάνει ήχους από άλλους κόσμους. Γνωρίζουμε πλέον ότι υπάρχουν απομονωμένοι κόσμοι, όπως αυτός εδώ. Επομένως, δεν αποκλείεται το μηχάνημα να κατασκευάστηκε από τους κάτοικους κάποιου απομονωμένου κόσμου προκειμένου να έρθουν σε επαφή με άλλους κόσμους.»

«Αν ο κόσμος τους είναι απομονωμένος, τότε δε θα ξέρουν ότι υπάρχουν άλλοι κόσμοι.»

«Εκτός αν το έχουν ανακαλύψει, ή υποψιαστεί, κάπως.»

«Τέλος πάντων. Ίσως. Τι νόημα έχει να το συζητάμε;»

«Η συσκευή αυτή μπορεί να βοηθήσει κι εμάς να έρθουμε σε επαφή με άλλους κόσμους, Ανταρλίδα,» είπε ο Τάμπριελ. «Όταν το Ρήγμα άνοιξε, δεν νομίζω πως είναι τυχαίο που την παρέσυρε μέσα του, όπως σου είπα. Πρέπει ή η συσκευή να προσέλκυσε τις δυνάμεις του Ρήγματος ή να ήταν τοποθετημένη σ’ένα σημείο πιο δεκτικό σε τέτοιες δυνάμεις – δυνάμεις που διαπερνούν κόσμους.»

Ο Πρωθιερέας, αν κι έμοιαζε ζαλισμένος από τούτη την κουβέντα, είπε: «Η μηχανή δεν ήρθε εδώ όταν άνοιξε το Ρήγμα. Ήρθε τώρα, που το Ρήγμα είναι ήδη ανοιχτό.»

«Ο χρόνος δεν κυλά με τον ίδιο τρόπο παντού,» του εξήγησε ο Τάμπριελ. «Και όταν περνάς μέσα από ένα Ρήγμα, εκεί ο χρόνος χάνει τελείως το νόημά του.»

Ο Πρωθιερέας τον κοίταξε έτσι που υποδήλωνε πως αναρωτιόταν αν προσπαθούσε να τον κοροϊδέψει.

«Θα μεταφέρουμε, λοιπόν, αυτό το μηχάνημα στη Φέντινκεχ;» ρώτησε ο Χάλρεοκ.

Ο Τάμπριελ απάντησε: «Αν είναι ό,τι υποπτεύομαι πως είναι, τότε εκεί δε θα έχει καμία χρησιμότητα. Εδώ, όμως, κοντά στο Ρήγμα, μπορεί ίσως να χρησιμοποιηθεί.»

«Για ν’ακούσουμε τι γίνεται σε άλλους κόσμους;»

«Για να μπορέσουμε να μιλήσουμε με ανθρώπους από άλλους κόσμους.»

«Εμένα, πάντως, μου φάνηκε επικίνδυνο αυτό που έγινε πριν από λίγο…»

«Κι επιπλέον,» πρόσθεσε ο Πρωθιερέας, «αν τ’αφήσουμε εδώ το μηχάνημα, μπορεί το γιγάντιο πουλί να επιστρέψει και να το πάρει. Ποιος θα το σταματήσει; Οι παρατηρητές της Βασίλισσας;»

Καλό ερώτημα, αναγκάστηκε να παραδεχτεί ο Τάμπριελ.

«Εντάξει,» είπε συλλογισμένα, «ας το πάρουμε από εδώ. Προς το παρόν. Αλλά όχι τραβώντας το πίσω από άλογα. Θα φτιάξουμε ένα κάρο γι’αυτό.»

«Κάρο;» έκανε ο Πρωθιερέας. «Είναι πολύ μεγάλο για να χωρέσει σε κάρο!»

«Όπως είπα, θα φτιάξουμε ένα κάρο γι’αυτό.»

«Θα είναι, τότε, το μεγαλύτερο κάρο που υπάρχει στον κόσμο μας, Τάμπριελ,» συμπέρανε ο Χάλρεοκ μειδιώντας.

Κεφάλαιο Τριακοστό-Πρώτο
Μεγαλύτερα Όπλα

Επιστρέψαμε στην Άλρεχ και βάλαμε μερικούς τεχνίτες να μας φτιάξουν ένα κάρο αρκετά μεγάλο ώστε να μπορούμε να μεταφέρουμε το παράξενο μηχάνημα που είχε έρθει από το Ρήγμα. Και ο Χάλρεοκ δεν είχε άδικο όταν είπε ότι θα ήταν το μεγαλύτερο κάρο που υπήρχε στο Βασίλειο. Πράγματι, μεγαλύτερο δεν είχα δει ποτέ μου, ούτε με τόσο μεγάλους και παχείς τροχούς. Οι τεχνίτες μάς εξήγησαν ότι ήταν απαραίτητο οι τροχοί να είναι φτιαγμένοι έτσι προκειμένου να μη σπάσουν κατά τη μεταφορά του βαρύ φορτίου. Επίσης, δεν ήταν ούτε δύο ούτε τέσσερις, αλλά έξι. Και πάλι, όμως, ο αρχιτεχνίτης που επέβλεπε τους υπόλοιπους στη δουλειά είπε ότι θα έπρεπε στην αρχή να φορτώσουμε το μηχάνημα δοκιμαστικά και να το κινήσουμε σιγά-σιγά, ώστε να βεβαιωθούμε ότι το κάρο δεν θα διαλυόταν.

Ενώ οι τεχνίτες εργάζονταν, οι περισσότεροι από εμάς βρίσκονταν κοντά στο μηχάνημα για να μην έρθει το γιγαντιαίο πουλί και το κλέψει· μόνο εγώ, ο Χάλρεοκ, και δύο πολεμιστές είχαμε πάει στην Άλρεχ για να κανονίσουμε την υπόθεση του κάρου. Και όταν ήταν έτοιμο6, το πήραμε και πήγαμε να συναντήσουμε τους υπόλοιπους, στα βουνά. Το κάρο περνούσε μετά δυσκολίας από τούτα τα κακοτράχαλα μέρη, αλλά καταφέραμε να φτάσουμε χωρίς να έχουμε ζημιές. Οι Ταργκάφλι και οι πολεμιστές της Βασίλισσας συνεργάστηκαν προκειμένου να φορτώσουν το μηχάνημα επάνω στο τροχοφόρο και, συγχρόνως, ο Μεγάλος Προφήτης έκανε κάποιο από τα ξόρκια του το οποίο έδωσε μια επιπλέον ώθηση στον πελώριο μηχανισμό. Έχοντας ζέψει έξι δυνατά άλογα μπροστά από το κάρο, ξεκινήσαμε να μεταφέρουμε, με περίσσια προσοχή, το μυστηριώδες αντικείμενο μέσα στα βουνά.

Βγαίνοντας από τις ορεινές περιοχές, το ταξίδι μας έγινε ευκολότερο. Το κάρο τσουλούσε αβίαστα επάνω στη λιθόστρωτη δημοσιά, και ο κίνδυνος να σπάσουν οι τροχοί του ήταν ελάχιστος – ίσως και ανύπαρκτος. Οι διαβάτες σταματούσαν και μας ατένιζαν κατάπληκτοι, το ίδιο και οι χωρικοί. Μάλλον δεν είχαν ξαναδεί ποτέ κανέναν να μεταφέρει ένα τόσο τεράστιο κομμάτι πέτρας, και αναρωτιόνταν πού το πηγαίναμε και για ποιο λόγο. Κανείς, φυσικά, δεν μας σταμάτησε για να μας ρωτήσει, καθώς έβλεπαν ότι είχαμε ανάμεσά μας πολεμιστές της Βασίλισσας και ναΐτες πολεμιστές του Μαράνχαλωμ. Για να μην αναφέρω καν τους Ταργκάφλι, που οι συμπατριώτες μου τους έβλεπαν με κάποιο φόβο στην καλύτερη περίπτωση, και με αποστροφή στη χειρότερη.

Στη Ναλκέμ, ο Άρχοντας Τερνόελ δεν φάνηκε ευχαριστημένος που θα φορτώναμε το πελώριο μηχάνημα σ’ένα από τα πλοία του, αλλά ασφαλώς δεν μας αρνήθηκε το σκάφος αφού ήταν για δουλειά της Βασίλισσας. Οι λιμενεργάτες σήκωσαν το πέτρινο κομμάτι με βαρούλκο, και όταν το απόθεσαν με προσοχή στο αμπάρι του ποταμόπλοιου, το καράβι φάνηκε να χάνει ύψος καθώς βυθίστηκε περίπου ένα μέτρο μέσα στο νερό της λίμνης Σάρφεχ. Ωστόσο, ο καπετάνιος μάς είπε ότι θα μπορούσε να πλεύσει δίχως κίνδυνο.

Όταν επιστρέψαμε στη Φέντινκεχ, η Βασίλισσα Παμράνεχ έβαλε το μηχάνημα σε μια αίθουσα του παλατιού την οποία άδειασε ειδικά γι’αυτό το σκοπό. Μαθαίνοντας τις υποθέσεις του Μεγάλου Προφήτη για τη φύση του μηχανήματος, φάνηκε να ενθουσιάζεται, και ζήτησε να της το ενεργοποιήσουμε για ν’ακούσει κι εκείνη μουσική από άλλους κόσμους. Ασφαλώς, δεν της το αρνηθήκαμε.

*
* * *
*

Η πόρτα χτύπησε.

Καμία απάντηση.

Η πόρτα χτύπησε δυνατότερα.

Αναμονή για μερικές στιγμής, και η πόρτα άνοιξε.

Ο Ταρνάτλο έμοιαζε να έχει μόλις ξυπνήσει παρότι πλησίαζε μεσημέρι. Τα κόκκινα μαλλιά και τα μούσια του ήταν ανακατεμένα, και μονάχα μια περισκελίδα έντυνε το μαυρόδερμο κορμί του.

Ο Τάμπριελ παραμέρισε την κουκούλα του. «Πρέπει να μιλήσουμε.»

«Ναι,» απάντησε ο Ταρνάτλο τρίβοντας, με το ένα χέρι, τα βλέφαρά του, «το ίδιο λέω κι εγώ. Μόλις και μετά βίας ζω εδώ πέρα.»

«Σου δίνω αρκετά χρήματα για μένεις στο πανδοχείο και να τρως,» του είπε ο Τάμπριελ.

«Καλό το φαΐ και το κρεβάτι, δε λέω. Αλλά δε μπορώ να ταξιδέψω στην πατρίδα μου έτσι. Ούτε μπορώ να» – έριξε μια ματιά πάνω απ’τον ώμο του – «καλύψω άλλες βασικές μου ανάγκες.»

Ο Τάμπριελ είδε πως ο Ταρνάτλο είχε κοιτάξει μια γυναίκα που ήταν ξαπλωμένη μπρούμυτα στο κρεβάτι, στηριζόμενη στους αγκώνες της. Μαυρόδερμη κι εκείνη, με μαλλιά μακριά και κατάμαυρα. Τα επίσης μαύρα μάτια της γυάλιζαν, παρατηρώντας τους.

«Ξέρεις τι θυσίες έχω κάνει, ρ’αδελφέ;» πρόσθεσε ο Ταρνάτλο με χαμηλωμένη φωνή. «Τρέχω για τη μια βλακεία και την άλλη, να πούμε.»

«Διώξε τη γυναίκα,» του είπε ο Τάμπριελ. «Θέλω να μιλήσουμε μόνοι.» Και μπήκε στο δωμάτιο.

Η μαυρόδερμη γυναίκα ανασηκώθηκε πάνω στο κρεβάτι τυλίγοντας το σεντόνι γύρω της. Η όψη της μαρτυρούσε ότι δεν της άρεσε τούτη η απρόσμενη εισβολή.

Ο Ταρνάτλο έκλεισε την πόρτα, την πλησίασε, και σκύβοντας ψιθύρισε κάτι στ’αφτί της. Το χέρι της γλίστρησε μέσα στην περισκελίδα του, και τα χείλη της κόλλησαν πάνω στα δικά του. «Εντάξει,» του είπε μετά, υπομειδιώντας. Τραβώντας μαζί της το σεντόνι, σηκώθηκε απ’το κρεβάτι, πήρε τα ρούχα της από το πάτωμα, και μπήκε σε μια πλευρική πόρτα του δωματίου.

Ύστερα από λίγο βγήκε, και ήταν ντυμένη έτσι που δεν έδινε την εντύπωση στον Τάμπριελ ότι πρέπει να εργαζόταν στο πανδοχείο. Τι ήταν; Εμπόρισσα; Τυχοδιώκτρια; Τίποτα πιο ύποπτο;

Η γυναίκα, χωρίς να μιλήσει, έφυγε κλείνοντας σιγανά πίσω της.

Ο Ταρνάτλο είχε ήδη φορέσει ένα παντελόνι κι ένα πουκάμισο, και είπε στον Τάμπριελ: «Δεν αστειευόμουν. Τα λεφτά δε μου φτάνουν, αφεντικό.»

«Δεν υπάρχει κανένας λόγος για να σε χρηματοδοτώ,» αποκρίθηκε εκείνος κατεβάζοντας την κουκούλα του. «Εκτός από ένας. Και γι’αυτόν ακριβώς τον λόγο βρίσκομαι τώρα εδώ.»

Ο Ταρνάτλο κάθισε σε μια καρέκλα. «Είμαι όλος αφτιά.»

Ο Τάμπριελ βημάτισε μέσα στο δωμάτιο. «Θέλω να με οδηγήσεις στη Φέδλωχ.»

«Δεν είναι και τόσο δύσκολο να πας μόνος σου.»

«Εννοώ, να με οδηγήσεις ενώ βρίσκομαι εκεί, όχι να με οδηγήσεις για να πάω εκεί.»

«Σε καταλαβαίνω τώρα. Και, ’ντάξει, δε μπορώ να πω ότι δε σ’το χρωστάω.»

«Θυμάσαι όταν σε ρώτησα για εκείνο το δέντρο;» Ο Τάμπριελ έπαψε να βηματίζει και στράφηκε να τον αντικρίσει.

«Το δέντρο με τα κρεμασμένα κρανία;»

«Ναι, αυτό. Θέλω να με πας εκεί.»

«Σου είπα, δεν έχω ιδέα πού μπορεί νάναι.»

«Ούτε και κανένας άλλος γνωστός μου έχει ιδέα. Επομένως, εσύ είσαι ο καλύτερος οδηγός που διαθέτω αυτή τη στιγμή. Τι λες, λοιπόν, Ταρνάτλο; Θα πάμε στη Γη της Φέδλωχ;»

Ο Ταρνάτλο μόρφασε. «Ναι, αμέ, γιατί όχι; Εξάλλου εκεί ήθελα να πάω εξαρχής. Πότε ξεκινάμε;»

«Θα σου πω όταν έρθει η ώρα. Εν τω μεταξύ, φρόντισε να μη μπλέξεις σε καμια παλιοϊστορία.»

Ο Ταρνάτλο μειδίασε πλατιά. «Πώς σου πέρασε αυτή η ιδέα για μένα, μάστορα;»

«Εσύ ο ίδιος μού είπες ότι κάνεις θυσίες για τις γυναίκες σου.» Ο Τάμπριελ δεν χαμογελούσε.

Ο Ταρνάτλο ανασήκωσε τους ώμους. «Τι να κάνω, ο ά’θρωπος; Αφού μ’έχεις αφήσει ταπί.»

Ο Τάμπριελ τον αγριοκοίταξε. «Όπως έλεγα, φρόντισε να μη μπλέξεις πουθενά.»

«Μη φοβάσαι. Πώς νομίζεις ότι επιβίωσα τόσα χρόνια; Γαργαλώντας το κωλομέρι της Σούλνητ;»

Η Σούλνητ, όπως είχε πληροφορήσει ο Καλέφραζ τον Τάμπριελ, ήταν η θεά προστάτιδα των κλεφτών και των απατεώνων. Δεν είχε ναούς στο Βασίλειο Τάρσαζ, και ούτε στα περισσότερα μέρη, απ’ό,τι γνώριζε ο Γραμματικός. Στη Γη της Φέδλωχ, όμως, ίσως να έχει, θυμόταν ο Τάμπριελ πως του είχε πει. Εκεί βρίσκεις ένα σωρό ελεεινές λατρείες που δεν ευδοκιμούν σε πιο πολιτισμένες περιοχές.

«Αυτή η γυναίκα ποια ήταν;» ρώτησε τον Ταρνάτλο.

«Α! όλα κι όλα, αδελφέ, και με το συμπάθιο, αλλά δε σου πέφτει λόγος.»

«Καλώς,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ. «Θα τα ξαναπούμε, σύντομα.»

Έφυγε απ’το δωμάτιο του Ταρνάτλο και, φορώντας την κουκούλα της κάπας του, κατέβηκε στην τραπεζαρία του πανδοχείου «Τα Ενδότερα», το οποίο βρισκόταν στη Μεγάλη Αγορά της Φέντινκεχ και θεωρείτο από τα καλά της πόλης.

Ο Καλέφραζ τον περίμενε καθισμένος σ’ένα τραπέζι, πίνοντας μπίρα μαζί με μια πολεμίστρια κι έναν πολεμιστή της Βασίλισσας.

«Επάνω ήταν;» ρώτησε ο Γραμματικός καθώς ο Τάμπριελ καθόταν αντίκρυ του.

«Ναι. Όλα εντάξει.»

«Αυτό σημαίνει πως θα πλεύσουμε προς Φέδλωχ;»

Τα φρύδια του Τάμπριελ κινήθηκαν. «Τέτοια προθυμία να με συνοδέψεις, Καλέφραζ; Τι σου συμβαίνει, φίλε μου;»

Ο Γραμματικός μειδίασε. «Ας πούμε ότι θέλω να είμαι ο ιστορικός που θα γράψει για σένα· γιατί, ό,τι και να γίνει, σίγουρα θα μείνεις στην Ιστορία του κόσμου μας, Τάμπριελ.»

Ο Τάμπριελ αγνόησε αυτά τα σχόλια και ρώτησε: «Η μπίρα είναι καλή εδώ;»

«Άψογη,» απάντησε η πολεμίστρια της Βασίλισσας, που έμοιαζε να είναι από τους ανθρώπους που δεν κάνουν οικονομία στο ποτό.

Ο Τάμπριελ έγνεψε σε μια σερβιτόρα να πλησιάσει.

*

«Οπλίσατε!… Σημαδέψατε!… Πυρ!»

Ο ήχος των τουφεκιών γέμισε τον αέρα, και οι ξύλινοι στόχοι αντίκρυ των γονατισμένων πολεμιστών διαλύθηκαν – οι περισσότεροι απ’αυτούς, τουλάχιστον.

Η Ανταρλίδα, που στεκόταν πίσω από τους στρατιώτες, σταύρωσε τα χέρια της εμπρός της. «Ωραία,» φώναξε. «Τα πηγαίνετε καλά. Ακόμα μία βολή! Θα προσπαθήσετε να χτυπήσετε εκείνα εκεί τα σκιάχτρα που βλέπετε. Τους τέσσερις πεζούς και τους δύο ιππείς.» Τα σκιάχτρα βρίσκονταν πιο μακριά από τους ξύλινους στόχους.

«Οπλίσατε!… Σημαδέψατε!… Πυρ!»

Τα τουφέκια πυροβόλησαν.

Κομμάτια από άχυρα φάνηκαν να τινάζονται στον αέρα.

«Ωραία!» είπε η Ανταρλίδα. «Ωραία. Πολύ καλά.» Και γύρισε ακούγοντας κάποιον να έρχεται από πίσω της.

Ένας στρατιώτης.

«Η Βασίλισσα, Εξοχότατη. Έρχεται να σας δει.»

Την προσφωνούσαν Εξοχότατη. Δεν της άρεσε – δε νόμιζε ότι της ταίριαζε – αλλά δεν είχε παραπονεθεί κιόλας.

Πίσω από τον στρατιώτη, μια μικρή έφιππη συνοδεία φαινόταν να πλησιάζει μέσα στο φθινοπωρινό πρωινό, ερχόμενη από τη Φέντινκεχ. Η Ανταρλίδα μπορούσε να διακρίνει εντός της τον Ερβάδαζ, τη Βασίλισσα – τα μακριά, σγουρά, αστραφτερά μαλλιά της κυμάτιζαν στον ψυχρό αέρα – και τον Ο’Μάλζεκ Χάλρικ.

Συνεχώς κοντά τούς βλέπω τους δυο τους, συλλογίστηκε η Μαύρη Δράκαινα. Η Βασίλισσα Παμράνεχ έκανε πολύ παρέα με τον Άρχοντα των Ερειπίων της Βινέρνι, σε σημείο που μουρμουρητά είχαν αρχίσει ν’ακούγονται. Και είχαν φτάσει ακόμα και στ’αφτιά της Ανταρλίδας, παρότι οι Ταρσάζιοι, αν και την εκτιμούσαν, εξακολουθούσαν να τη βλέπουν ως ξένη, εξώκοσμη – το κατάλευκο δέρμα της βοηθούσε πολύ σε τούτο. Αλλά οι ψίθυροι είχαν φτάσει ακόμα και σ’εκείνη: Η Βασίλισσα – τι εξωφρενικό! – είχε ερωτική σχέση με τον βάρβαρο. Έτσι έλεγαν· αν και η Ανταρλίδα δεν είχε η ίδια δει τίποτα με τα δικά της μάτια, ούτε είχε καμια άλλη απόδειξη.

Επί του παρόντος, είπε στους στρατιώτες που εκπαίδευε να κάνουν διάλειμμα, και περίμενε τη συνοδεία να πλησιάσει.

Οι καβαλάρηδες ήρθαν κοντά στην Ανταρλίδα και ξεπέζεψαν. Εκείνη έκανε μια σύντομη υπόκλιση μπροστά στη Βασίλισσα.

«Πώς πηγαίνει η εκπαίδευση, Ανταρλίδα;»

«Καλά, Μεγαλειοτάτη. Θέλετε μια επίδειξη από τους πολεμιστές σας;»

«Δε χρειάζεται,» αποκρίθηκε ευδιάθετα η Παμράνεχ. «Εκείνο που θέλω να μάθω είναι το εξής: Είναι έτοιμοι, και αρκετοί, για να τους στείλω να συντρέξουν το Ώσρανοκ εναντίον της Κοινωνίας;»

«Σίγουρα, δεν είναι οι καλύτεροι σκοπευτές που έχω δει,» αποκρίθηκε ειλικρινά η Ανταρλίδα, «αλλά δεν είναι κι άσχημοι. Επιπλέον, οι εχθροί μας δεν έχουν πυροβόλα όπλα – όχι ακόμα, τουλάχιστον.

»Όσο για το αν είναι αρκετοί… Έχουμε εκπαιδεύσει περίπου διακόσιους, εγώ, ο Χάλρεοκ, ο Ερβάδαζ, και οι άλλοι εκπαιδευτές που έχω ορίσει.»

«Υπέροχα!» είπε η Παμράνεχ. «Είναι καλύτεροι από τοξότες, και δέκα φορές καλύτεροι από απλούς πεζούς. Τους θεωρώ αρκετούς.»

«Όπως νομίζετε, Βασίλισσά μου.»

«Ποια είναι η δική σου γνώμη, Ανταρλίδα; Θα τα καταφέρουν στη μάχη; Ο Ερβάδαζ,» έριξε ένα γρήγορο βλέμμα στον πολεμιστή πλάι της, «πιστεύει ότι θα τα καταφέρουν.»

«Κι εγώ το ίδιο θέλω να πιστεύω. Δεν είναι αδοκίμαστοι στον πόλεμο παρότι πρώτη φορά χειρίζονται πυροβόλα όπλα.»

«Εντάξει,» είπε η Παμράνεχ μοιάζοντας ευχαριστημένη. «Ο Μέγας Ιεράρχης δεν θα ξέρει τι τον χτύπησε!»

«Θα ξέρει, Βασίλισσά μου,» της θύμισε η Ανταρλίδα. «Έχει ένα από τα όπλα μας.»

Η Παμράνεχ μόρφασε. «Δε θα τον βοηθήσει και πολύ. Ο Ναρχάεζ δε μου έχει αναφέρει τίποτα το ανησυχητικό από τα δυτικά σύνορα.

»Τέλος πάντων. Θέλω να σε ρωτήσω και κάτι άλλο, Ανταρλίδα.»

«Στις υπηρεσίες σας, Βασίλισσά μου.»

«Μπορεί να φτιαχτεί πυροβόλο ακόμα μεγαλύτερο απ’τα τουφέκια; Κάτι… πολύ μεγάλο. Που το στέλεχός του να είναι στο ύψος μου, για παράδειγμα. Και που να έχει τη δυνατότητα να διαλύει τείχη και σπίτια.»

Κανόνι δηλαδή, σκέφτηκε η Ανταρλίδα. Αλλά δεν ήξερε πώς να πει κανόνι στην Οικουμενική· δεν υπήρχε αυτή η λέξη. Όμως, αν χρειαζόταν, σίγουρα ο Τάμπριελ και ο Καλέφραζ θα φρόντιζαν να βρουν μία. Ήταν κι οι δυο τους πολύ καλύτεροι λεξιθήρες απ’ό,τι εκείνη.

«Υπάρχει αυτό που περιγράφετε, Βασίλισσά μου. Στο Γνωστό Σύμπαν υπάρχει.»

«Μπορείς να μου το φτιάξεις;»

«Δεν είναι η ειδικότητά μου να κατασκευάζω όπλα, όπως σας έχω ξαναπεί, όμως μπορώ να δώσω κάποιες γενικές οδηγίες στους μεταλλουργούς σας και στον Βασιλικό Αλχημιστή.»

«Υπέροχα!» είπε η Βασίλισσα χαμογελώντας. «Θέλω να μου φτιάξεις ένα, Ανταρλίδα. Ή και περισσότερα από ένα. Πόσα μπορείς να μου φτιάξεις;»

«Εμ… δεν ξέρω ακόμα, Μεγαλειοτάτη. Πρέπει να το συζητήσω με τον Βόρχαμ για να δούμε τι θα κάνουμε. Όμως, για την ώρα, η γνώμη μου είναι ότι προέχει η εκπαίδευση των πολεμιστών σας και η τελειοποίηση των όπλων που ήδη έχουμε κατασκευάσει.»

Η Παμράνεχ στραβομουτσούνιασε. «Προσπαθήστε να αρχίσετε το Μεγάλο Όπλο στον ελεύθερο χρόνο σας, τότε. Έχουμε πόλεμο!»

«Όπως επιθυμείτε, Βασίλισσά μου.»

«Σ’αφήνω στη δουλειά σου τώρα· να μην ενοχλώ άλλο,» είπε η Παμράνεχ, κι ανέβηκε στο άλογό της.

Η συνοδεία της τη μιμήθηκε, και έφυγαν, καλπάζοντας προς την Πύλη των Αγρών.

Η Ανταρλίδα αναστέναξε. Έχουμε μπλέξει! Τι σκατά ήρθαμε να κάνουμε σ’αυτή τη διάσταση; Πόλεμο; Γιατί; Μπορεί ο Τάμπριελ να νομίζει ότι όλα τούτα δεν είναι τυχαία και άλλες τέτοιες ασυναρτησίες, αλλά εγώ νομίζω ότι τα πάντα που μας έχουν συμβεί είναι τελείως, μα τελείως, αλλοπρόσαλλα και δεν έχουν κανένα απολύτως νόημα! Το μόνο που θα έπρεπε να κάνουμε είναι να προσπαθούμε να φύγουμε απ’αυτή την απομονωμένη διάσταση!

Το μεσημέρι, επέστρεψε στο Βασιλικό Παλάτι της Φέντινκεχ και στα δωμάτια που μοιραζόταν με τον Τάμπριελ. Τον βρήκε να περιφέρεται σκεπτικός, τον χαιρέτησε μ’ένα φιλί στα χείλη και μ’ένα παιχνιδιάρικο σπρώξιμο, πήγε στο υπνοδωμάτιό της, έβγαλε τα σκονισμένα ρούχα της, πλύθηκε στο λουτρό, έφαγαν μαζί χωρίς να λένε πολλά, και έκαναν έρωτα πάνω στον καναπέ του καθιστικού.

«Λένε πως η Βασίλισσα έχει για εραστή της τον Ο’Μάλζεκ Χάλρικ,» είπε η Ανταρλίδα μετά, ξαπλωμένη ανάσκελα επάνω στην επίπεδη κοιλιά του Τάμπριελ. Τα τριχωτά πόδια του αγκάλιαζαν τα πλευρά της, ενώ τα χέρια της ακουμπούσαν στα γόνατά του. Της δινόταν η εντύπωση ότι καθόταν σ’έναν θρόνο από πορφυρό δέρμα.

«Έτσι λένε, ε;» μουρμούρισε ο Τάμπριελ χτενίζοντας τα ξανθά της μαλλιά με τα δάχτυλά του. Το μόνο πράγμα που φορούσε ήταν το περιδέραιο με τη φυλακισμένη θεά των Ταργκάφλι. Και το μόνο πράγμα που φορούσε η Ανταρλίδα ήταν οι κάλτσες της.

«Είναι αλήθεια;» τον ρώτησε κοιτάζοντας το ταβάνι.

«Γιατί ρωτάς εμένα;»

«Τους έχεις ‘δει’ μαζί ή δεν τους έχεις ‘δει’;»

«Δεν τους έχω δει. Αλλά, ακόμα κι αν τους είχα δει, αυτό δε θα σήμαινε τίποτα.»

«Καινούργιο πάλι τούτο;»

«Παλιό. Όλα όσα βλέπω δεν ισχύουν. Βλέπω και πράγματα που θα μπορούσαν να ισχύουν–»

«Ναι, καλά· τα περισσότερα που βλέπεις βγαίνουν.»

«Έτσι νομίζεις. Έχω δει και πολλά πράγματα που δεν έχουν βγει.»

«Πες μου ένα.»

«Τη Ζανάιλχα να φιλιέται με τον Χάλρεοκ.»

«Τι;» Η Ανταρλίδα γέλασε. «Με δουλεύεις!»

«Δε σε δουλεύω· τους έχω δει.»

«Αυτοί ήταν συνέχεια έτοιμοι να αλληλοσκοτωθούν!»

«Το ξέρω. Ίσως να υπερβάλλεις λίγο, βέβαια, αλλά σίγουρα δε συμπαθούσαν ο ένας τον άλλο.»

Η Ανταρλίδα ακόμα γελούσε.

«Τα πράγματα που είναι πιθανότερο να συμβούν, συνήθως, τα βλέπω περισσότερες από μία φορές,» εξήγησε ο Τάμπριελ.

«Δε μου τόχες ξαναπεί αυτό.»

«Σ’το λέω τώρα.»

«Πες μου και κάτι άλλο: Έχεις ‘δει’ κανόνια σ’αυτό τον κόσμο;»

«Γιατί ρωτάς;»

«Έχεις δει;»

«Έχω δει,» είπε ο Τάμπριελ. «Αλλά η ερώτησή σου δεν είναι τυχαία. Σου ζήτησε η Παμράνεχ να της φτιάξεις κανόνι;»

«Ναι,» αποκρίθηκε η Ανταρλίδα. «Δηλαδή, δεν είπε ‘Θέλω να μου φτιάξεις κανόνι’. Με ρώτησε αν γίνεται να φτιαχτεί κάποιο όπλο μεγαλύτερο από το τουφέκι: κάποιο όπλο που να μπορεί να καταστρέψει ακόμα και τείχη ή σπίτια.»

«Και τι της είπες;»

«Ότι γίνεται.»

«Κι εκείνη τι σου είπε;»

«Ότι θέλει να της το φτιάξω.»

«Δε με εκπλήσσει.»

«Ούτε εμένα.»

Ο Τάμπριελ δε μίλησε, και σταμάτησε να χτενίζει τα μαλλιά της με τα δάχτυλά του.

Η Ανταρλίδα ρώτησε μετά από λίγο: «Τι σκατά κάνουμε εδώ πέρα, μπορείς να μου πεις;»

«Κάνουμε εκείνο που πρέπει να κάνουμε.»

«Εκείνο που πρέπει να κάνουμε είναι να φύγουμε απ’αυτή την κωλοδιάσταση, Τάμπριελ!» είπε η Ανταρλίδα. «Δεν έχουμε, ουσιαστικά, καμία δουλειά εδώ.»

«Νομίζεις ότι έχουμε έρθει τυχαία σε τούτο το μέρος;»

«Ναι, γαμώ τα κέρατα του Κάρτωλακ, νομίζω ότι έχουμε έρθει τυχαία! Τελείως τυχαία!» αποκρίθηκε η Ανταρλίδα με τρόπο τόσο εμφατικό που ήταν κωμικός.

Ο Τάμπριελ γέλασε, κάνοντάς τη να τρανταχτεί καθώς ήταν ξαπλωμένη επάνω του.

«Σταμάτα να με κουνάς!» είπε η Ανταρλίδα, παρότι κι εκείνη γελούσε. Τα χέρια της χτύπησαν ηχηρά τις κνήμες του. «Άλλες φορές δε γελάς με τίποτα· τώρα βρήκες να γελάσεις;»

«Ίσως να άκουσα κάτι πραγματικά αστείο.»

«Είσαι τρελός· δεν υπάρχει άλλη εξήγηση.» Η Ανταρλίδα σηκώθηκε από πάνω του και από τον καναπέ, και βάδισε ώς το τραπέζι. Γέμισε δύο κύπελλα με κρασί και, πλησιάζοντάς τον πάλι, του έδωσε το ένα. Ύστερα κάθισε πλάι του, πίνοντας και παρατηρώντας το πρόσωπό του.

Ο Τάμπριελ είπε: «Θα φύγουμε από αυτή τη διάσταση· δε θα μείνουμε για πάντα εδώ.» Και ήπιε κι εκείνος. «Αυτό δε σημαίνει πως δεν υπάρχει κάποιος λόγος για την… επίσκεψή μας. Οι άνθρωποι τούτου του κόσμου θα φέρουν, αναμφίβολα, κάτι το καινούργιο στο Γνωστό Σύμπαν.»

«Το Γνωστό Σύμπαν έχει ήδη πολλά παράξενα πράγματα και χωρίς αυτούς.»

«Δεν αντιλέγω. Αλλά αυτοί είναι ένα μέρος του ψηφιδωτού.»

«Ποιου ψηφιδωτού;»

«Των εικόνων που έρχονται στο μυαλό μου.»

Η Ανταρλίδα κούνησε το κεφάλι σμίγοντας τα χείλη, δυσανασχετώντας. Ύστερα ήπιε ακόμα μια γουλιά κρασί.

Ο Τάμπριελ ήπιε επίσης. Και είπε: «Μια απ’αυτές τις ημέρες θα φύγω για τη Φέδλωχ.»

Η Ανταρλίδα τον αγριοκοίταξε.

«Σ’το έχω ξαναπεί ότι θα φύγω.»

«Η Βασίλισσα αποφάσισε να στείλει στρατό στο Ώσρανοκ, και μέσα σ’αυτόν το στρατό θα είναι και οι πολεμιστές που έχω εκπαιδεύσει στα πυροβόλα. Καταλαβαίνεις, λοιπόν, τι θ’αρχίσει να γίνεται από κείνη τη μεριά του κόσμου;»

«Ο Ιεράρχης θα έχει προβλήματα, επομένως καλύτερα για εμένα.»

Η Ανταρλίδα σηκώθηκε απ’τον καναπέ, εκτόξευσε θυμωμένα το κύπελλό της στην αντικρινή γωνία του καθιστικού, και πήγε στο υπνοδωμάτιό της δίχως άλλη κουβέντα.

*

Νύχτα.

Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό· μονάχα ένα λυχνάρι επάνω στο βαρύ ξύλινο γραφείο το φώτιζε.

Ο άντρας που καθόταν στο γραφείο ήταν μαύρος. Ο μοναδικός ήχος ήταν ο ήχος της πένας του, καθώς έγραφε πάνω σε μια περγαμηνή.

Το παράθυρο πλάι του ήταν ανοιχτό, κι ένα ψυχρό αεράκι έμπαινε. Η μεγάλη πόλη φαινόταν από κάτω· πολλά, πολλά φωτάκια μέσα στη νύχτα.

Μετά: το θρόισμα μιας κουρτίνας.

Και μια γυναικεία φωνή: «Φαίνεται να βαριέσαι.»

Ο Έλνεφριζ έβαλε την πένα του στο μελανοδοχείο, και στράφηκε να την κοιτάξει καθώς βάδιζε μέσα στο δωμάτιο, αθόρυβη σαν γάτα, χωρίς να μοιάζει να καταβάλλει καμία προσπάθεια. Πώς το έκανε αυτό;

«Δεν βαριέμαι,» της είπε ακουμπώντας την πλάτη του στην ξύλινη πολυθρόνα, η οποία έτριξε ελαφρά· «αλλά είσαι ευπρόσδεκτη ασφαλώς, όπως πάντα.»

Η Κελνίχηβ μειδίασε λεπτά, ζυγώνοντάς τον. Ο ιερέας πάντοτε της έκανε τον δύσκολο. Τον συλλογισμένο. Τον βαρύ. Ήθελε να το παίζει σημαντικός. Ιερό πρόσωπο. Δεν την πείραζε, όμως· της άρεσε έτσι όπως ήταν. Δε θα ταιριάζαμε αν ήσουν αλλιώς, Έλνεφριζ, σκέφτηκε καθίζοντας στην άκρη του γραφείου του.

«Έμαθα κάτι που θα σ’ενδιαφέρει,» του είπε.

Ο Έλνεφριζ συνοφρυώθηκε παρατηρώντας την έκφραση στο πρόσωπό της. Θέλει να με κάνει να ρωτήσω, συμπέρανε. Θέλει να με κάνει να της ζητήσω να μου πει. Η Κελνίχηβ ήθελε πάντα να δείχνει ότι είχε το πάνω χέρι σε όλα, ότι ήταν πανίσχυρη. Αλλά δεν τον πείραζε αυτό· του άρεσε έτσι όπως ήταν.

«Τι έμαθες;» τη ρώτησε.

Εκείνη χαμογέλασε αχνά: το χαμόγελό της μια σκιά μονάχα πάνω στο πρόσωπό της. «Ο Τάμπριελ φεύγει μεθαύριο. Θα ταξιδέψει στη Γη της Φέδλωχ.»

«Υπάρχει κάποιο από τα Φράγματα εκεί;»

«Έτσι φαίνεται να νομίζει. Έτσι είπε στη Βασίλισσα. Θέλει να πάει να ερευνήσει, της είπε.»

Ο Έλνεφριζ έπλεξε τα δάχτυλά του, ακουμπώντας τους αγκώνες του στους βραχίονες της πολυθρόνας. «Ενδιαφέρον,» μουρμούρισε συλλογισμένα. Και πιο δυνατά: «Πιστεύεις ότι ήρθε ο καιρός να κινηθούμε πάλι;»

«Θα βρίσκεται μακριά απ’το Βασίλειο,» αποκρίθηκε η Κελνίχηβ. «Οτιδήποτε μπορεί να συμβεί…»

«Η Ανταρλίδα; Θα είναι μαζί του;» Θα την αφήσει η Βασίλισσα να φύγει, τώρα που εκπαιδεύει τους πολεμιστές μας στα καινούργια όπλα;

Η Κελνίχηβ χαμογέλασε, αυτή τη φορά καθόλου αχνά. «Όχι.»

«Αλλά η θεά των Ταργκάφλι θα είναι,» είπε ο Έλνεφριζ.

Το χαμόγελο της Κελνίχηβ ξεθώριασε.

 

 

 

 

ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
Ο Μέγας Ιεράρχης

 

 

 

 

Κεφάλαιο Τριακοστό-Δεύτερο
Αναζήτηση στο Λιμάνι της Ναριάνημ

Στην Κάνταφαχ δεν άρεσε καθόλου που θα έφευγα για τη Γη της Φέδλωχ. Δεν της άρεσε γενικά που βρισκόμουν τόσο κοντά στον Μεγάλο Προφήτη· το θεωρούσε επικίνδυνο. Και είχε δίκιο. Κι εγώ το θεωρούσα επικίνδυνο. Όμως σ’εμένα ήταν που η Βασίλισσα είχε αναθέσει να του μάθω όσα έπρεπε να του μάθω για τον κόσμο μας, καθώς και να τον παρατηρώ. Και, τώρα πλέον, δεν ήξερα αν ήθελα να σταματήσω. Ή μάλλον, ήξερα ότι δεν ήθελα να σταματήσω. Ήθελα να συνεχίσω να καταγράφω πράγματα γι’αυτόν, διότι ήταν βέβαιο πως η μορφή του θα έμενε στην Ιστορία του κόσμου μας.

Το παράξενο ήταν ότι, παλιότερα, ποτέ δεν έβλεπα τον εαυτό μου ως ιστορικό ή χρονικογράφο. Η ζωή μας, όμως, αλλάζει πάντοτε με τρόπους που δεν το περιμένουμε· οι σοφοί ανέκαθεν το έλεγαν αυτό.

Η ομάδα που θα ακολουθούσε τον Μεγάλο Προφήτη στη Φέδλωχ απαρτιζόταν από έξι πολεμιστές της Βασίλισσας και τον Πρώτο Υπασπιστή Χάλρεοκ, τέσσερις Ταργκάφλι πολεμιστές και την Ταργκάφλι μάγισσα Χιρκόμο, τον μάγο Αλίρκωπ, τον απεχθή Ταρνάτλο (ο οποίος, μάλιστα – και δυστυχώς – θα μας οδηγούσε μέσα στη Γη της Φέδλωχ) και, φυσικά, εμένα. Το πλοίο που θα μας πήγαινε στον προορισμό μας ονομαζόταν Ανεμοφάγος και μας περίμενε στο λιμάνι της Κάρναλχ, γιατί ήταν σκάφος ανοιχτής θαλάσσης και δεν μπορούσε να πλεύσει στον ποταμό Νύραλοκ. Καπετάνιος του ήταν ο Ρολάνταζ λαρ Κόρσιοκ, ένας παλιός ναυτικός ευγενικής καταγωγής, ο οποίος είχε υπηρετήσει τη Βασίλισσα πολλές φορές. Παλιότερα ήταν και στο πολεμικό ναυτικό αλλά, λόγω ηλικίας, είχε αποστρατευτεί πλέον.

Από τη Φέντινκεχ φύγαμε με ποταμόπλοιο· πλεύσαμε νότια επάνω στον ποταμό Νύραλοκ και φτάσαμε στην Κάρναλχ, όπου και επιβιβαστήκαμε στον Ανεμοφάγο και ξεκινήσαμε να αρμενίζουμε στο Ανατολικό Πέλαγος με ρότα7 δυτική. Στην αρχή, δεν απομακρυνόμασταν πολύ από τις ακτές του Βασιλείου, κι έτσι ο καιρός, παρότι δεν ήταν και τόσο καλός, δεν μας ενοχλούσε. Κατά το τέλος της πρώτης ημέρας, όμως, ξανοιχτήκαμε κατευθυνόμενοι προς τις Νήσους Σαρριάνουν, οι οποίες νομικά βρίσκονται εντός των συνόρων του Βασιλείου Τάρσαζ αλλά ανέκαθεν οι τοπικοί άρχοντες έκαναν του κεφαλιού τους σε πολλά ζητήματα. Έχουν, μάλιστα, και «Μονάρχη των Νήσων». Έτσι ονομάζουν αυτόν που έχει την εξουσία στην περιοχή· και ο τίτλος είναι, αναμφίβολα, προκλητικός.

Δεν σκοπεύαμε να σταματήσουμε καθόλου εκεί, αλλά, καθώς περνούσαμε από τις Νήσους Σαρριάνουν, δύο σκάφη μικρότερα από τον Ανεμοφάγο μάς ζύγωσαν, και οι καπεταναίοι τους είπαν ότι υπηρετούσαν τον Μονάρχη των Νήσων και ότι ήθελαν να μάθουν ποιοι ήμασταν και τι κάναμε εδώ. Ο Καπετάνιος μας τους είπε ότι ήμασταν απεσταλμένοι της Βασίλισσας, και τους έδειξε και το σχετικό έγγραφο, για να μας αφήσουν να περάσουμε ανενόχλητοι. Εκείνοι δεν έφεραν αντίρρηση, όμως μας προειδοποίησαν ότι, μετά τις Νήσους, στο Δυτικό Πέλαγος, άγρια καταιγίδα σύντομα θα ξεσπούσε. Ίσως θα ήταν καλύτερα, πρότειναν, να μέναμε εδώ μέχρι να κοπάσει. Ο Μονάρχης, αναμφίβολα, θα μας φιλοξενούσε αφού ήμασταν απεσταλμένοι της Βασίλισσας.

Ο Καπετάν Ρολάνταζ στράφηκε σ’εμάς προτού πάρει απόφαση: σ’εμένα, τον Μεγάλο Προφήτη, και τον Χάλρεοκ. Κανένας μας, όμως, δεν ήξερε από θάλασσα, έτσι του είπαμε να πράξει όπως νόμιζε. Και ο Ρολάνταζ αποφάσισε να μείνουμε στις Νήσους Σαρριάνουν ώσπου να περάσει ο κίνδυνος. (Ο Ταρνάτλο σχολίασε πως καλά έκανε ο Καπετάνιος. Τα ξέρω τα νερά του Δυτικού Πελάγους, είπε, και τις καταιγίδες του. Είναι πολύ επικίνδυνες – ειδικά τούτη την εποχή.)

Τα δύο μικρότερα πλοία συνόδεψαν τον Ανεμοφάγο στο λιμάνι του Φρουρίου των Κυμάτων, όπως ονομαζόταν το κάστρο του Μονάρχη των Νήσων, και εκεί αγκυροβολήσαμε. Οι υπηρέτες έτρεξαν αμέσως να ειδοποιήσουν τον άρχοντά τους ότι είχαμε έρθει, ενώ ο ουρανός φαινόταν να σκοτεινιάζει από τα δυτικά. Σύντομα, δωμάτια ετοιμάστηκαν για εμάς μέσα στο φρούριο, και ο Μονάρχης μάς κάλεσε σε γεύμα μαζί με την οικογένειά του, καθώς πλησίαζε μεσημέρι. Ασφαλώς, δεχτήκαμε· δεν προσβάλλεις τον οικοδεσπότη σου μέσα στο ίδιο του το κάστρο. Ο Μεγάλος Προφήτης, ο Χάλρεοκ, εγώ, και η Χιρκόμο πήγαμε στην τραπεζαρία, όπου μας περίμεναν ο Μονάρχης, η σύζυγός του (που είχα ακούσει να λένε ότι προσεύχεται στη Φαλκρίνκω, τη θεά της θάλασσας, και ότι είναι μάγισσα), και οι δύο γιοι του. Το φαγητό ήταν, αναμενόμενα, ψάρια, καβούρια, και μαλάκια. Δηλαδή, ακριβώς ό,τι δεν μου άρεσε. Τι να έκανα όμως; Έφαγα για να μην φανώ αγενής, και ήπια μπόλικο κρασί για να ξεχάσω το τι έτρωγα.

Ο Μονάρχης μάς ρώτησε πού πηγαίναμε, καθώς επίσης και αν αλήθευαν όλα όσα ακούγονταν για τον Τάμπριελ. Το δέρμα σου τουλάχιστον είναι κόκκινο όπως λένε, του είπε. Μπορείς να προβλέπεις και το μέλλον; Και ήρθες όντως μέσα από το Ρήγμα που φαίνεται στους ουρανούς;

Ο Τάμπριελ έπρεπε να δώσει κάποιες απαντήσεις. Δεν του είπε πολλά, του Μονάρχη, αλλά δεν του είπε και ψέματα.

Καθώς τρώγαμε, ακούσαμε την καταιγίδα να ξεσπά έξω από το Φρούριο των Κυμάτων. Κι αναγκαστήκαμε, τελικά, να μείνουμε δύο ολόκληρες ημέρες εκεί, μέχρι που ο καιρός να φτιάξει πάλι. Δύο ολόκληρες μέρες που, πρέπει να τ’ομολογήσω, ένιωθα σαν φυλακισμένος. Δεν είμαι φτιαγμένος για νησιώτης. Η φιλοξενία του Μονάρχη, πάντως, δεν ήταν άσχημη με αντικειμενικά κριτήρια. Μας πρόσφερε όσα όφειλε να μας προσφέρει και δεν ήταν αγενής προς εμάς· το αντίθετο, μάλλον. Τον Μεγάλο Προφήτη τον κοίταζε, ομολογουμένως, με κάποια περιέργεια και επιφύλαξη, αλλά ποτέ δεν είπε τίποτα εναντίον του.

Οι Νήσοι Σαρριάνουν βρίσκονται στα όρια του Ανατολικού και του Δυτικού Πελάγους: στα σύνορα, αν υπήρχαν σύνορα στις ατελείωτες θάλασσες. Φεύγοντας λοιπόν από το Φρούριο των Κυμάτων και πλέοντας δυτικά, είχαμε πλέον μπει στο Δυτικό Πέλαγος, και ήμασταν μακριά από το Βασίλειο Τάρσαζ, εκεί όπου η Βασίλισσα Παμράνεχ δεν είχε καμία δύναμη και καμία εξουσία. Ο Ανεμοφάγος ταξίδεψε πάνω στην ανοιχτή θάλασσα και, με την καθοδήγηση του Ταρνάτλο, αποφύγαμε κάποια νησιά όπου πειρατές είχαν τα λημέρια τους. Καταιγίδα δεν μας έπιασε, αλλά ο καιρός δεν ήταν και καλός. Δυνατοί αέρηδες φυσούσαν κι έκαναν το πλοίο μας να κλυδωνίζεται. Παραπάνω από μία φορά άδειασα το στομάχι μου, και αισθανόμουν άσχημα σ’ολόκληρο το ταξίδι, το οποίο ευτυχώς δεν κράτησε πολύ. Το πρωί της δεύτερης ημέρας από την αναχώρησή μας από το Φρούριο των Κυμάτων, φτάσαμε στο λιμάνι της Ναριάνημ, στη Γη της Φέδλωχ.

*
* * *
*

Ο Καπετάν Ρολάνταζ πλήρωσε τον φόρο της τοπικής Αρχόντισσας προκειμένου να αγκυροβολήσουν στο λιμάνι της Ναριάνημ, και ο Τάμπριελ κι η συνοδεία του κατέβηκαν από τον Ανεμοφάγο. Το μεγάλο πλοίο δεν θα έφευγε τώρα που τους είχε φέρει στη Γη της Φέδλωχ· θα παρέμενε εδώ περιμένοντάς τους να επιστρέψουν και να ταξιδέψουν πάλι στο Τάρσαζ. Ο Ταρνάτλο τούς είχε πει ότι δεν θα υπήρχε κανένα πρόβλημα μ’αυτό, φτάνει να πλήρωναν ανάλογα την Αρχόντισσα Καθάλι της Ναριάνημ.

Ο Τάμπριελ κοίταξε ολόγυρα, το λιμάνι της πόλης. Άνθρωποι πήγαιναν και έρχονταν σε δουλειές, πατώντας λάσπες και νερά. Το μέρος βρομούσε ψαρίλα, ιδρώτα ζώων και ανθρώπων, κόπρανα και ούρα, βρεγμένο ξύλο, φρούτα και λαχανικά, κρέατα, μπαχαρικά, και άλλα. Ο αέρας που φυσούσε δεν ήταν αρκετά δυνατός για να διώχνει τη δυσωδία· ο Τάμπριελ δεν ήθελε να φανταστεί πώς θα ήταν η οσμή πιο μέσα στην πόλη, στους δρόμους που φαίνονταν στενοί και βρόμικοι. Η Ναριάνημ ήταν, σίγουρα, σε πολύ χειρότερη κατάσταση από οποιαδήποτε πόλη του Τάρσαζ. Ήταν σε χειρότερη κατάσταση ακόμα κι από την Καρκούμ.

Οι μαυρόδερμοι ήταν πολλοί εδώ, παρατήρησε ο Τάμπριελ. Πιο πολλοί από οπουδήποτε αλλού είχε δει σε τούτο τον κόσμο. Πράγμα το οποίο δεν τον εξέπληττε· ο Καλέφραζ τού το είχε ήδη πει, όταν τον δίδασκε γεωγραφία μαζί με την Ανταρλίδα: η Γη της Φέδλωχ ήταν γεμάτη μαύρους.

«Υποθέτω,» είπε ο Τάμπριελ γυρίζοντας να κοιτάξει τον Ταρνάτλο, «πως ξέρεις κάποιο καλό πανδοχείο εδώ, αφού μας πρότεινες να έρθουμε στη Ναριάνημ.»

Εκείνος ένευσε. «Αμέ. Ελάτε.» Άρχισε να βαδίζει. «Και είναι και παλιός μου φίλος ο πανδοχέας.»

Οι άλλοι τον ακολούθησαν, περνώντας ανάμεσα από τα άπλυτα πλήθη του λιμανιού. Πολλοί ντόπιοι τούς έριχναν καχύποπτες ή περίεργες ματιές, καθώς ήταν όλοι τους φανερά ξένοι. Οι Ταργκάφλι δεν έμοιαζαν για γηγενής της Φέδλωχ, ούτε φυσικά οι πολεμιστές της Βασίλισσας Παμράνεχ. Ο Τάμπριελ φορούσε την κουκούλα της κάπας του, κρύβοντας το πορφυρόδερμο πρόσωπό του. Αναμφίβολα, ορισμένοι θα είχαν ακούσει γι’αυτόν ακόμα κι εδώ, και το τελευταίο πράγμα που ήθελε ήταν να μαθευτεί πως είχε έρθει στη Γη της Φέδλωχ.

Το Αριστερό Χέρι, βέβαια, ξέρει πως είμαι εδώ· το ίδιο κι ο Πρωθιερέας. Αλλά απ’αυτούς δεν μπορώ να κρύψω και πολλά, ούτως ή άλλως.

Το πανδοχείο όπου τους πήγε ο Ταρνάτλο ονομαζόταν «Το Σπίτι του Πιθήκου» και, μπαίνοντας στην τραπεζαρία του, ένα σωρό κεφάλια στράφηκαν να τους ατενίσουν με βλέμματα που, αν όχι εχθρικά, σίγουρα δεν ήταν φιλικά.

Ο Ταρνάτλο, αγνοώντας τους όλους, ζύγωσε τον πάγκο του μπαρ και ρώτησε τον μυώδη άντρα εκεί: «Πού είν’ ο Μακθάρμο, παλικάρι μου;»

Εκείνος τον ατένισε με στενεμένα μάτια. «Δεν είμαι ‘παλικάρι σου’,» είπε. Ήταν ψηλός, με φαρδείς ώμους και μακριά, καστανά μαλλιά που έπεφταν λυτά στην πλάτη του. Το δέρμα του ήταν λευκό· τα μάτια του γκρίζα, ψυχρά. «Και ο Μακθάρμο δεν είναι πια εδώ.»

Ο Ταρνάτλο βλεφάρισε ξαφνιασμένος. «Τι θε να πεις; Στο πανδοχείο του δεν είμαστε, ή κάνω λάθος;»

«Το Σπίτι του Πιθήκου εδώ και δύο χρόνια τώρα ανήκει σε μένα. Ήρκαλιθ με λένε, κι άμα μπορώ να σ’εξυπηρετήσω θα το κάνω. Πες μου, λοιπόν, τι θες εδώ.»

«Τι έγινε ο Μακθάρμο; Είναι ζωντανός;»

«Δεν ξέρω, φίλε. Τον κυνήγησαν οι Κεφαλοκυνηγοί της Μαύρης Αλεπούς· κι αν είσαι από τούτα τα μέρη, θα ξέρεις ότι δε ζεις για πολύ άμα σε κυνηγάνε αυτοί.»

«Γιατί να μπλέξει με δαύτους ο Μακθάρμο;»

«Πρόσβαλε τη φυλή τους, άκουσα να λένε. Θες κάτι άλλο τώρα, εκτός απ’τον Μακθάρμο; Γιατί, αν δε θες, τότε πρέπει να φύγεις. Το τσούρμο σου,» έριξε ένα βλέμμα στους συντρόφους του Τάμπριελ, «τρομάζει τους πελάτες μου.»

Ο Ταρνάτλο ρουθούνισε. «Τι να τους τρομάξει αυτούς, ρε; Μου φαίνονται γερά σκαριά όλοι τους. Τέλος πάντω, εκείνο που θέμε είναι δωμάτια, αφεντικό, για να μείνουμε. Έχεις να μας δώσεις;»

Ο Ήρκαλιθ τούς ατένισε παρατηρητικά, μάλλον μετρώντας τους. «Δύο τρίκλινα, δύο τετράκλινα, κι ένα δίκλινο. Σας βολεύουνε;»

Ο Ταρνάτλο κοίταξε ερωτηματικά τον Τάμπριελ και τον Χάλρεοκ. Εκείνοι δεν έφεραν αντίρρηση, έτσι στράφηκε πάλι στον καινούργιο πανδοχέα του Σπιτιού του Πιθήκου και είπε: «Καλώς, να πούμε. Πόσα θες;»

«Δεκαπέντε λουριά τη μέρα.»

«Τις βαράς τις τιμές σου, μάστορα.»

«Μέρες για σκληρόπετσους· έχει πόλεμο στα βόρεια.»

«Μη μου το λες για νέο,» είπε ο Ταρνάτλο βγάζοντας το βαλάντιό του κι αρχίζοντας να μετρά. «Τέλος πάντω… Δε ρίχνεις την τιμή γι’αυτούς που μένουν πολλές μέρες;»

«Εξαρτάται. Πρέπει να σας ξέρω, για να είμαι σίγουρος ότι πράγματι θα μείνετε όσες μέρες λέτε και δε θα με γελάσετε.»

«Ο Μακθάρμο με ήξερε, ρε μάστορα.»

«Εγώ δεν είμαι ο Μακθάρμο, όμως.»

«Καλά, ’ντάξει,» είπε ο Ταρνάτλο ακουμπώντας στον πάγκο κάποια χρήματα. «Για τέσσερα μερόνυχτα. Για να δεις ότι είμαστε εντάξει, να πούμε, και να το σκεφτείς να μας κόψεις κάτι στο μέλλον.»

Ο Ήρκαλιθ μειδίασε μαζεύοντας τα νομίσματα. «Η αρχή μας είναι καλή, λοιπόν.» Έβγαλε μερικά κλειδιά από ένα συρτάρι και τους τα έδωσε. «Καλή διαμονή στου Πιθήκου

*

Ο Τάμπριελ ρώτησε τον Ταρνάτλο: «Από πού θα ξεκινήσουμε την αναζήτησή μας για το δέντρο;»

Οι δυο τους βρίσκονταν στο δίκλινο δωμάτιο που ο Τάμπριελ θα μοιραζόταν με τον Καλέφραζ. Μαζί τους ήταν ο Γραμματικός, η Χιρκόμο, ο Χάλρεοκ, και ο Αλίρκωπ με τον Θυμό.

«Σ’το είπα εγώ, αδελφέ,» αποκρίθηκε ο Ταρνάτλο: «δεν έχω ιδέα για το παράξενο δέντρο. Κάπου μες στις ζούγκλες πρέπει νάναι, αλλά δεν ξέρω πού.»

«Και ούτε ξέρεις κανέναν που θα μπορούσε να μας βοηθήσει;»

«Ο Μακθάρμο ήταν καλός σ’αυτά. Έλυνε κι έδενε, να πούμε. Αν ήταν εδώ, ίσως να μπορούσε να μας δώσει καμια κατεύθυνση προς τη σωστή μεριά.»

«Μάλλον,» είπε ο Χάλρεοκ, «δεν ήταν τελικά τόσο καλός όσο νόμιζες, αφού έμπλεξε όπως έμπλεξε.»

«Μην το λες, αδελφέ· μπορεί να μπλέξεις πολύ περίεργα μ’αυτές τις φυλές εδώ πέρα. Και ξέρεις, ε, δεν είναι μόνο σ’ένα μέρος. Φυλές σαν τους Κεφαλοκυνηγούς της Μαύρης Αλεπούς τριγυρίζουνε από δω κι από κει· κι άμα τύχει και τους κάνεις κάτι που τους προσβάλει, μετά σε κυνηγούνε όπου σε βρούνε. Όλοι τους. Να το προσέχετε, παρεμπιπτόντως, αυτό· μην κάνετε καμια ανοησία μ’ανθρώπους φυλών.»

«Και πώς θα ξέρουμε ότι είναι άνθρωποι από φυλή;» ρώτησε η Χιρκόμο συνοφρυωμένη.

«Είναι βαμμένοι. Δεν είδες πόσοι τέτοιοι κυκλοφορούνε εδώ στους δρόμους; ‘Βαμμένους’ τους λέμε εμείς που δεν είμαστε Βαμμένοι. Έχουνε σχήματα πάνω στις μούρες τους και στα σώματά τους· έτσι ξεχωρίζονται.»

Ο Τάμπριελ είπε: «Αυτοί οι Βαμμένοι περιφέρονται και στις ζούγκλες;»

«Αμέ.»

«Θα μπορούσαν, τότε, κάποιοι απ’αυτούς να έχουν ακούσει για το δέντρο που ψάχνω, σωστά;»

«Δεν αποκλείεται,» παραδέχτηκε ο Ταρνάτλο. «Αλλά θα πρέπει νάσαι προσεχτικός μαζί τους. Καλύτερα να τους μιλήσω εγώ, βασικά, άμα θες να κάνεις συνεννόηση με τέτοιους.»

«Εντάξει,» είπε ο Τάμπριελ ήρεμα.

«Καλά όλ’αυτά,» είπε ο Χάλρεοκ, «αλλά δεν μας οδηγούν πουθενά. Τι θα κάνουμε, δηλαδή; Θ’αρχίσουμε να ρωτάμε όποιον Βαμμένο δούμε στο δρόμο;»

«Δε θα σ’το πρότεινα, αδελφέ,» τόνισε ο Ταρνάτλο.

«Επομένως, τι θα κάνουμε;»

Ο Ταρνάτλο έστριψε το κόκκινο μούσι του, σκεπτικά. «Το λοιπόν. Ο καλύτερος τρόπος, νομίζω, είναι να ρωτήσουμε σε διάφορα μέρη που μπορεί κάτι να έχει ακουστεί, να δούμε αν κυκλοφορούν τίποτα μύθοι γι’αυτό το δέντρο.»

Ο Χάλρεοκ ένευσε. «Καλώς. Έχεις κάποια συγκεκριμένα μέρη κατά νου;»

«Πώς δεν έχω; Η Φέδλωχ είναι η πατρίδα μου, αδελφέ.»

*

«Καλύτερα να πάμε τώρα, το πρωί, που δεν έχουν και πολλή δουλειά,» είχε πει ο Ταρνάτλο· και επί του παρόντος βρίσκονταν μπροστά σε μια ξύλινη, διπλή, τοξωτή πόρτα, εκείνος, ο Τάμπριελ, ο Χάλρεοκ, και ο Αλίρκωπ. Οι άλλοι δεν είχαν έρθει για να μην τραβάνε την προσοχή· διότι μπορεί μεν να ήταν κανείς πιο ασφαλής με τόσους πολεμιστές γύρω του αλλά δεν υπήρχε η παραμικρή πιθανότητα να περάσει απαρατήρητος.

Ο Ταρνάτλο χτύπησε την πόρτα χρησιμοποιώντας τον έναν από τους δύο χαλκάδες, οι οποίοι ήταν λαξεμένοι σαν γυμνές γυναίκες. Τα πόδια τους, ενωμένα στις πατούσες, σχημάτιζαν κύκλο, ενώ τα χέρια τους ήταν σταυρωμένα μπροστά τους, κρύβοντας τα στήθη τους. Το κεφάλι τους ήταν από κάτω καθώς κρέμονταν ανάποδα.

Το ένα φύλλο της πόρτας άνοιξε, κι ένα κοριτσίστικο πρόσωπο φάνηκε, με δέρμα λευκό και έντονα βαμμένα μάτια, χείλη, και μάγουλα.

«Δεν είμαστε ανοιχτά τώρα,» είπε.

«Το ξέρουμε,» απάντησε ο Ταρνάτλο, αν και εκείνο που στην πραγματικότητα ήξερε ήταν ότι έκαναν κάμποσες εξαιρέσεις τα πρωινά παρότι έλεγαν πως δεν δέχονταν πελατεία. «Θέλουμε να δούμε τη Σιρίμακα. Με γνωρίζει προσωπικά. Με λένε Ταρνάτλο.»

Η κοπέλα κοίταξε τους άλλους άντρες, δεξιά κι αριστερά του· το βλέμμα της έμεινε περισσότερο στον Τάμπριελ ο οποίος έκρυβε το πρόσωπό του στη σκιά της κουκούλας του. «Και οι κύριοι;»

«Δικοί μου είναι, ρε κοπελιά! Τι σ’ανησυχεί; Ρώτα τη Σιρίμακα και θα δεις που θα σου πει να μπούμε.»

Η κοπέλα έφυγε κλείνοντας και, μετά από λίγο, επέστρεψε ζητώντας τους, μ’ένα πλατύ προσποιητό χαμόγελο στα βαμμένα χείλη της, να περάσουν. Ήταν ντυμένη με μια ημιδιαφανή ρόμπα, κι από μέσα φαινόταν να φορά μόνο μια περισκελίδα.

Η Σιρίμακα τούς περίμενε σ’ένα δωμάτιο που μύριζε έντονα γυναικείο άρωμα και ήταν γεμάτο μεγάλα μαξιλάρια και πολυθρόνες όπου μπορούσαν να καθίσουν άνετα. Η ίδια ήταν μισοξαπλωμένη σ’έναν σοφά, ψηλή και μαυρόδερμη, με τα μακριά, καλλίγραμμα πόδια της απλωμένα. Φορούσε έναν κοντό, πορφυρό χιτώνα όλο πτυχώσεις, και οι καρποί κι οι αστράγαλοί της ήταν γεμάτοι βραχιόλια. Τα μακριά, γαλανά μαλλιά της ήταν λυτά, κι έφταναν ώς τη μέση της.

Βλέποντας τον Ταρνάτλο να μπαίνει, μειδίασε. Γέλασε. «Δεν το πιστεύω!» είπε πρόσχαρα. «Σε είχα για πνιγμένο.»

Εκείνος τής επέστρεψε το μειδίαμα μέσα από τα πορφυρά γένια του. «Φυλακισμένος ήμουν, θεσπέσια καρδιά μου. Τώρα, όμως, είμαι και πάλι εδώ.»

«Και φέρνεις και φίλους; Καθίστε.» Έδειξε τα καθίσματα ολόγυρα. Και, καθώς εκείνοι κάθονταν, ρώτησε τον Ταρνάτλο: «Πού ήσουν φυλακισμένος εσύ; Σε βούτηξαν στο Τάρσαζ; Ή στο Ώσρανοκ, και ξέφυγες τώρα με τον πόλεμο;»

«Ο Άρχοντας της Καρκούμ με μάγκωσε.»

«Της Καρκούμ; Και πώς γλίτωσες από τόσο μακριά;»

«Τα παλικάρια από δω με βοήθησαν,» είπε ο Ταρνάτλο δείχνοντας τους υπόλοιπους. «Και τους χρωστάω, όπως καταλαβαίνεις.»

Η Σιρίμακα ένευσε. «Καταλαβαίνω. Έχεις, λοιπόν, στο μυαλό σου κάτι ιδιαίτερο να οργανώσουμε γι’αυτούς;» Και προς τον Τάμπριελ: «Εσύ βγάλε την κουκούλα σου, μη ντρέπεσαι.» Χαμογέλασε λοξά.

«Δε βρισκόμαστε εδώ για να οργανώσουμε τίποτα,» εξήγησε ο Ταρνάτλο, ενώ ο Τάμπριελ έβγαζε την κουκούλα του.

Τα μάτια της Σιρίμακα γούρλωσαν προς στιγμή. «Κόκκινο δέρμα;» έκανε. «Από πού είσαι;»

«Μακριά από δω.»

«Έχω ακούσει κάτι για έναν προφήτη. Στο Τάρσαζ…»

«Και τώρα είναι μπροστά σου.»

«Για όνομα της Σούλνητ!» είπε η Σιρίμακα, σηκώνοντας τα πόδια της από τον σοφά και παίρνοντας καθιστή θέση. «Νόμιζα ότι ήσουν μύθος. Ή, τουλάχιστον, ότι… Δεν το πίστευα ότι είχες κόκκινο δέρμα.»

«Ο Ταρνάτλο μάς έχει πει ότι, εκτός των άλλων, είσαι και ιέρεια της Σούλνητ–»

Η Σιρίμακα γύρισε απότομα, αγριοκοιτάζοντας τον Ταρνάτλο.

Εκείνος είπε: «Τους χρωστάω τη ζωή μου. Και είναι έμπιστοι, ούτως ή άλλως. Δεν πρόκειται να πάνε να το πουν από δω κι από κει. Δεν τριγυρίζουν καν στη Φέδλωχ· ήρθαν… πώς το λένε;… κατ’εξαίρεση.»

«Αναζητάμε ένα δέντρο,» εξήγησε ο Τάμπριελ. «Και μην ανησυχείς για την ιδιότητά σου ως ιέρεια – δεν πρόκειται να τη διαδώσουμε.»

Η Σιρίμακα έστρεψε πάλι τα μάτια της επάνω του. «Αναζητάτε ένα δέντρο; Στο λάθος μέρος είστε, τότε.»

Ο Τάμπριελ, ωστόσο, της περιέγραψε το δέντρα που είχε «δει».

«Ένα δέντρο που από τα κλαδιά του κρέμονται κρανία…» είπε η Σιρίμακα. «Και που στις ρίζες του είναι μπλεγμένα πτώματα… Πώς να το ξέρω, δηλαδή;»

«Μου έχουν πει ότι βρίσκεται κάπου εδώ, στη Φέδλωχ. Στις ζούγκλες. Ο Ταρνάτλο υπέθεσε ότι ίσως να έχεις ακούσει κάποιον μύθο γι’αυτό.»

Η Σιρίμακα συνοφρυώθηκε. «Γιατί το ψάχνεις;»

«Αυτή είναι δική μου δουλειά.»

«Πιστεύεις ότι μπορεί να έχει ιερή σημασία… για κάποιους;»

«Δε θα το θεωρούσα απίθανο,» είπε ο Τάμπριελ. «Υπάρχουν φυλές ανθρωποφάγων σε τούτα τα μέρη, ή κάνω λάθος;»

«Δεν κάνεις λάθος,» αποκρίθηκε η Σιρίμακα. «Αλλά εγώ,» γέλασε κοφτά, «δεν έχω πάρε-δώσε με ανθρωποφάγους.»

«Σκέψου όμως,» την παρότρυνε ο Ταρνάτλο. «Ίσως νάχεις ακούσει κάτι. Ίσως κάποιος να σου έχει πει κάτι, ε; Στον ύπνο του; Στον ξύπνιο του;»

Η Σιρίμακα έδειχνε ακόμα θυμωμένη μαζί του, αλλά φάνηκε όντως να σκέφτεται. Τελικά, μόρφασε. «Όχι, δεν έχω ακούσει τίποτα.»

«Πού νομίζεις ότι θα μπορούσαμε να μάθουμε;» τη ρώτησε ο Τάμπριελ.

Εκείνη ύψωσε τον έναν ώμο. «Δεν ξέρω, τι να σου πω; Αφού μου λες ότι το δέντρο ίσως νάχει ιερή σημασία, κι αφού μου λες ότι έχει κρανία κρεμασμένα επάνω του, γιατί δεν πηγαίνετε να βρείτε κανέναν ιερέα του Θασμούλ-Τα;»

Ο Καλέφραζ είχε πει στον Τάμπριελ και στην Ανταρλίδα, όταν τους δίδασκε για τις θρησκείες του κόσμου, ότι Θασμούλ-Τα ονομαζόταν ένας θεός του θανάτου που λατρευόταν κυρίως στη Γη της Φέδλωχ και στο Βασίλειο Ώσρανοκ. Στο Τάρσαζ το ιερατείο του δεν είχε καμία επιρροή.

«Τους σιχαίνομαι αυτούς τους σιχαμένους…» μούγκρισε ο Ταρνάτλο.

«Δεν έχω άλλη συμβουλή να σας δώσω,» είπε η Σιρίμακα, μην κοιτάζοντάς τον. Εσκεμμένα.

*

«Πάμε πρώτα στους νεκρολάγνους αφού τους προτείνει η Σιρίμακα,» είπε ο Ταρνάτλο, καθώς βάδισαν στους δρόμους της Ναριάνημ αποφεύγοντας λάσπες και κόπρανα. «Ξέρει αυτή. Εγώ δεν τους είχα σκεφτεί, τους αλήτες.»

«‘Νεκρολάγνους’;» μόρφασε ο Χάλρεοκ.

«Τοπική αργκό, να πούμε. Μην τους πεις έτσι κατάμουτρα· θα τσαντιστούνε.»

«Έχουν κάποιο ναό εδώ;» ρώτησε ο Τάμπριελ.

«Ναι. Στην άκρη της πόλης, έξω απ’τα τείχη. Η δουλειά τους είναι, βασικά, να ξεφορτώνονται τους πεθαμένους. Όταν υπάρχουν κουφάρια μες στη Ναριάνημ, εκεί τα πηγαίνουνε.»

«Και οι ιερείς τι τα κάνουν; Τα καίνε;»

«Θες πραγματικά να μάθεις;»

«Για να ρωτάω.»

«Τα γδέρνουνε και μετά καθαρίζουνε τα κόκαλα. Αφήνουν το δέρμα να ξεραθεί κανονικά, το διπλώνουνε, και το δίνουν μαζί με τα κόκαλα στους ενδιαφερόμενους – στους συγγενείς, δηλαδή, συνήθως. Αν δεν υπάρχουν συγγενείς, ή κανένας άλλος που να τα θέλει, τα κρατάνε και δεν ξέρω τι τα κάνουν. Κάποιοι λένε ότι χρησιμοποιούν το δέρμα για περγαμηνές.»

«Δεν είσαι σοβαρός!» μούγκρισε ο Χάλρεοκ.

«Δεν είμαι σίγουρος ότι το κάνουν περγαμηνές. Όπως είπα κάποιοι λένε.»

«Δεν εννοώ αυτό. Εννοώ, πραγματικά γδέρνουν τους νεκρούς; Και βγάζουν τα κόκαλά τους;»

«Ε τώρα, ψέματα σού λέω, να πούμε;»

Ο Χάλρεοκ μόρφασε από αποστροφή. Είπε στον Τάμπριελ: «Ίσως ο Καλέφραζ να θέλει να το μάθει αυτό, για να το γράψει στο βιβλίο του.»

«Ο Καλέφραζ μπορεί ήδη να το ξέρει, σε πληροφορώ.»

Καθώς ερχόταν το απόγευμα, πέρασαν πάνω από τη γέφυρα του ποταμού Χαρνούνουν και, μετά, βγήκαν από τη δυτική πύλη της Ναριάνημ. Ακολουθώντας έναν χωματόδρομο που ανοιγόταν μέσα από μια περιοχή γεμάτη βλάστηση, πλησίασαν τον πέτρινο ναό. Επάνω στους τοίχους του σκαρφάλωναν αναρριχητικά φυτά. Ως οικοδόμημα, φαινόταν να είναι σε άσχημη κατάσταση. Από μια καμινάδα του καπνός έβγαινε. Τριγύρω υπήρχαν ξύλινες στήλες από τις οποίες κρέμονταν κρανία και δέρματα – δέρματα ανθρώπων κατά πάσα πιθανότητα. Για τα κρανία δεν υπήρχε αμφιβολία ότι ήταν ανθρώπινα.

«Μεγάλε Τίγρη…!» μούγκρισε ο Χάλρεοκ.

«Μη λες πολλά εδώ, αδελφέ,» τον συμβούλεψε ο Ταρνάτλο, «γιατί είναι, να πούμε, ιερός χώρος.»

«Ιερός χώρος τα παπάρια μου!»

«Ε! Σεμνά! Μη μας ακούσει και κανείς.» Και μετά, ο Ταρνάτλο στράφηκε στον Θυμό, που γρύλιζε τρίζοντας τα δόντια του. «Κι εσύ κάνε ησυχία, σκυλάκο. Σουτ!»

Ο Θυμός γρύλισε τώρα προς το μέρος του.

«Ρε φίλε,» είπε ο Ταρνάτλο στον Αλίρκωπ, «πες στο ζώο σου να φερθεί σαν ά’θρωπος, να πούμε!»

Ο μάγος αποκρίθηκε: «Αισθάνεται κι αυτός, όπως κι εγώ, μια άσχημη παρουσία εδώ. Ή, μάλλον, πολλές άσχημες παρουσίες οι οποίες είναι ουσιαστικά μία.»

«Μας δουλεύεις, ρε μάστορα; Τι μας τσαμπουνάς τώρα;»

Ο Αλίρκωπ χάιδεψε τον Θυμό ανάμεσα στα μυτερά του αφτιά, κι εκείνος φάνηκε να ηρεμεί κάπως.

Ο Τάμπριελ βάδισε πρώτος προς την είσοδο του ναού, κι οι άλλοι τον ακολούθησαν.

Η Βιβεϊρλώταθ αισθανόταν επίσης αυτή την παρουσία που είχε αναφέρει ο Αλίρκωπ, αλλά δεν την έβρισκε απειλητική· αποκρουστική μονάχα. Τρεφόταν από τον ανθρώπινο θάνατο, είπε στον αφέντη της.

Η είσοδος του ναού θύμιζε το στόμα φαφούτη έτσι όπως έχασκε. Μέσα της φαίνονταν μόνο σκιές· και, καθώς ο Τάμπριελ ζύγωνε, μία απ’αυτές τις σκιές κινήθηκε. Ένας ρασοφόρος άντρας με κουκούλα.

«Καλησπέρα, ζωντανοί,» χαιρέτησε. «Τι ζητάτε στον Οίκο του Θασμούλ-Τα; Δεν βλέπω να φέρνετε κάποιον νεκρό μαζί σας.»

«Μια ερώτηση θέλουμε να κάνουμε,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ, που κι εκείνου το πρόσωπο ήταν κρυμμένο στη σκιά της κουκούλας του.

«Ερώτηση;» Ο ρασοφόρος έμοιαζε παραξενεμένος. Μάλλον, δεν έρχονταν πολλοί για ερωτήσεις εδώ.

«Ναι. Είσαι ιερέας;»

«Τι ερώτηση θέλετε να κάνετε;»

Ο Τάμπριελ τού περιέγραψε το δέντρο που είχε «δει». «Ξέρεις πού μπορούμε να το βρούμε;»

«Γιατί να ξέρω;»

«Επειδή βρίσκεσαι στο Ναό του Θασμούλ-Τα;»

«Και λοιπόν; Σου είπε κάποιος ότι αυτό το δέντρο έχει σχέση με τον θεό μας;»

«Όχι,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ. «Αλλά η περιγραφή του μου θυμίζει…» Υψώνοντας χαλαρά, ημικυκλικά, το χέρι του, έδειξε τις στήλες με τα κρεμασμένα ανθρώπινα κρανία και τα δέρματα.

«Δεν γνωρίζω τίποτα για κανένα τέτοιο δέντρο,» είπε ο ρασοφόρος. «Μπορείτε να πηγαίνετε.»

«Ίσως κάποιος άλλος να γνωρίζει. Να περάσουμε;»

«Κανείς δεν μπαίνει στο Ναό του Θασμούλ-Τα χωρίς καλό λόγο!» είπε εμφατικά ο ρασοφόρος. «Και δεν έχουμε χρόνο να ασχολούμαστε με… αναζητητές σπάνιων δέντρων! Καλό σας βράδυ, ζωντανοί.» Έκανε να γυρίσει και να φύγει.

«Περίμενε,» του είπε ο Τάμπριελ. «Μπορούμε να πληρώσουμε για την πληροφορία που θα μας δώσετε. Αν όντως γνωρίζετε κάτι, δηλαδή.»

«Θα ρωτήσω,» αποκρίθηκε ο ρασοφόρος. «Μη φύγετε. Αλλά μην περάσετε κι ετούτο το κατώφλι, γιατί μεγάλο κακό θα σας βρει.» Χάθηκε μες στις σκιές του εσωτερικού του ναού.

Μετά από λίγη ώρα, αποδείχτηκε ότι τίποτα δεν ήξεραν οι ιερείς του Θασμούλ-Τα, έτσι ο Τάμπριελ και οι σύντροφοί του έφυγαν από το ναό τους.

*

Βράδιαζε.

Είχαν μόλις μπει στην ταβέρνα «Το Χέρι του Κουλού», που ήταν στέκι του Χάλαμπομ και του τσούρμου του όταν βρίσκονταν στη Ναριάνημ, όπως είχε πει ο Ταρνάτλο. Δεν ήταν βέβαιο ότι θα τους έβρισκαν εκεί αλλά άξιζε να προσπαθήσουν, γιατί ήταν πολυταξιδεμένοι και όργωναν τις ακτές της Φέδλωχ από τη μια άκρη ώς την άλλη· και πήγαιναν κι επάνω, στο Ώσρανοκ, από τη δυτική μεριά.

«Εδώ είναι ο παλαβός,» είπε ο Ταρνάτλο δείχνοντας, με το βλέμμα του, έναν λευκό άντρα καθισμένο σ’ένα τραπέζι. Μπροστά του βρίσκονταν πιατέλες με τελειωμένα φαγητά, καθώς και μια μεγάλη κούπα. Γύρω του ήταν τέσσερις άλλοι άντρες και δύο γυναίκες· όλοι τους έμοιαζαν με πειρατές. Όπως και ήταν.

Ο Τάμπριελ είχε πάρει δύο Ταργκάφλι πολεμιστές μαζί του για να έρθει εδώ, καθώς και δύο πολεμιστές της Βασίλισσας, γιατί ο Ταρνάτλο τού είχε πει ότι το μέρος μπορούσε νάναι και «ψιλο-επικίνδυνο, να πούμε». Εκτός απ’αυτούς, τον συνόδευαν ο Χάλρεοκ, ο Αλίρκωπ, και η Χιρκόμο. Ο Καλέφραζ είχε προτιμήσει να μείνει στο Σπίτι του Πιθήκου.

«Ε, Χάλαμπομ!» φώναξε ο Ταρνάτλο κάνοντας νόημα στον πειρατή.

Ο Χάλαμπομ γύρισε και τον ατένισε. Είχε μακριά, σγουρά καστανά μαλλιά και στριφτό μουστάκι. Φορούσε λευκό πουκάμισο και μαύρο, ανοιχτό πανωφόρι. Το παντελόνι του δεν φαινόταν καθώς ήταν καθισμένος. Στο κεφάλι του ήταν ένα πλατύγυρο καπέλο με φτερό.

«Ταρνάτλο!» αναφώνησε. «Τι κάνεις εδώ, μωρή ψωριάρα γάτα; Μου λέγαν όλοι πως σκυλοπνίγηκες!»

«Γοητευτικότατος ο φίλος σου…» μουρμούρισε ο Χάλρεοκ στον Ταρνάτλο, ο οποίος, πρωτύτερα, τους είχε πει ότι ο Χάλαμπομ ήταν παλιός φίλος του.

Ο Ταρνάτλο, αγνοώντας τον Ταρσάζιο πολεμιστή, αποκρίθηκε στον άλλο πειρατή: «Ζω και βασιλεύω και πάλι!» ανοίγοντας τα χέρια του και μειδιώντας πλατιά μέσα από τα κόκκινα μούσια του. «Κερνάς μπίρες, αδελφέ;»

«Εγώ να κεράσω;» είπε εύθυμα ο Χάλαμπομ. «Εσύ μού χρωστάς από την τελευταία φορά που σου δάνεισα!»

Ο Ταρνάτλο γέλασε. «Τι θυμάσαι τώρα, ρ’αδελφέ! Τι θυμάσαι! Πόσος καιρός έχει περάσει, ε; Αυτά είναι περασμένα-ξεχασμένα. Τάχουνε ξεχάσει κι οι θεοί.»

«Οι θεοί, ίσως. Εγώ όχι.»

«Το λοιπόν. Άμα θες σε κερνάω,» είπε πλησιάζοντάς τον. «Αλλά γι’άλλη δουλειά είμαι δω. Όπως βλέπεις, έχω και παρέα μαζί μου.» Έδειξε με τον αντίχειρα του τους υπόλοιπους, που έρχονταν πίσω του.

Ο Χάλαμπομ ύψωσε τα φρύδια του, παρατηρώντας τους. Έστριψε το μουστάκι του.

«Μια ερώτηση θέλουμε να σου κάνουμε,» του είπε ο Τάμπριελ.

Ο Χάλαμπομ στένεψε τα μάτια του, κοιτάζοντας το κοκκινόδερμο πρόσωπο κάτω απ’την κουκούλα. «Τι’σαι συ, ρε;» μούγκρισε. «Τι μάπα είν’αυτή; Βαμμένος είσαι;»

«Δεν είμαι βαμμένος.»

«Δεν είσαι βαμμένος; Τότε…» Ο Χάλαμπομ συνοφρυώθηκε. «Είσαι αυτός ο περίεργος προφήτης που λένε ότι είναι στο Τάρσαζ; Είσαι αυτός;»

«Αυτός είμαι.»

«Μα τα βυζιά της Σούλνητ, αδελφέ!» αναφώνησε ο πειρατής. «Και τι θες εδώ; Τι θες μ’αυτό το λεχρίτη;» Έδειξε τον Ταρνάτλο.

«Ο Ταρνάτλο μού χρωστάει, καθώς τον βοήθησα να δραπετεύσει από τα μπουντρούμια του Άρχοντα Νίρναλωμ της Καρκούμ.»

«Τα βυζιά της Σούλνητ!» αναφώνησε ο Χάλαμπομ. Και προς τον Ταρνάτλο: «Ήσουν αλήθεια εκεί, ρε;»

Εκείνος κατένευσε. «Και δεν ήταν ωραίο μέρος, αδελφέ.»

«Δεν είχα ακούσει ότι είναι. Τυχερός είσαι που ζεις.»

«Το ξέρω.»

Ο Χάλαμπομ κοίταξε τον Τάμπριελ. «Κι εσύ τι γουστάρεις τώρα, μάστορα;»

«Μια ερώτηση θέλω να σου κάνω,» επανέλαβε εκείνος.

Ο Χάλαμπομ άναψε την πίπα του. «Ακούμε.»

Ο Τάμπριελ τού περιέγραψε το δέντρο. «Ξέρεις πού είναι;»

«Όχι. Γιατί να ξέρω;»

«Δεν έχεις ακούσει ποτέ τίποτα γι’αυτό;»

«Όχι. Σου είπ’ αυτός ο τρελός ότι ξέρω από τέτοια δέντρα;» Έδειξε τον Ταρνάτλο με την πίπα του.

«Μου είπε ότι έχεις ταξιδέψει πολύ.»

«Αυτό είν’αλήθεια. Αλλά πουθενά δεν έχω ακούσει γι’αυτό το δέντρο σου. Γιατί το ζητάς;»

«Δική μου δουλειά.»

«Χμμ…» Ο Χάλαμπομ δάγκωσε την πίπα του, σκεπτικός. «Κοίτα,» είπε μετά, «μπορεί νάναι στις ζούγκλες κάπου, ανάμεσα στους ποταμούς. Εκεί πούναι οι ανθρωποφάγοι. Αλλά δε θα σου πρότεινα να πας έτσι, με τον κώλο σου απέξω· θα σε μασήσουνε.»

«Το ίδιο υπέθεσα κι εγώ,» είπε ο Ταρνάτλο. «Κάπου στις ζούγκλες. Στους ανθρωποφάγους. Αλλά δεν μπορούμε να γυρίσουμε όλη τη Φέδλωχ ψάχνοντας.»

«Θα σας μασήσουνε,» επανέλαβε ο Χάλαμπομ.

«Δεν έχεις καμια πιο συγκεκριμένη πληροφορία να μας δώσεις;» τον ρώτησε ο Τάμπριελ. «Μπορούμε να σε πληρώσουμε, αν χρειαστεί.»

«Λυπάμαι, μάστορα,» είπε ο Χάλαμπομ ανασηκώνοντας τους ώμους· «δεν ξέρω τίποτ’άλλο. Κι ούτε νομίζω ότι θάναι εύκολο να μάθετε τίποτα, έτσι όπως μου τα κελαηδάτε τα πράματα.»

Ενόσω ο Τάμπριελ και ο Ταρνάτλο μιλούσαν με τον Χάλαμπομ, ένας από το τσούρμο του τελευταίου έκανε νοήματα στη Χιρκόμο – ξεκάθαρα ερωτικού χαρακτήρα – με τα μάτια του, τη γλώσσα του, και τα χείλη του. Εκείνη τον αγνοούσε επιδεικτικά, όχι μόνο επειδή τον έβρισκε μάλλον απωθητικό αλλά κι επειδή οι γυναίκες που θεωρούσαν τους εαυτούς τους καθαρόαιμες Ταργκάφλι συνευρίσκονταν μόνο με άντρες που ήταν επίσης καθαρόαιμοι Ταργκάφλι. Ο πειρατής, ωστόσο, δεν αποθαρρύνθηκε από την αδιαφορία της και, καθώς η συζήτηση του Τάμπριελ και του Χάλαμπομ ολοκληρωνόταν, άπλωσε το χέρι του, το πέρασε κάτω απ’το χιτώνιό της, κι άρπαξε τον αριστερό της μηρό από τη μέσα μεριά. Τα μάτια της μικρόσωμης, κοκκινομάλλας γυναίκας γούρλωσαν, και στράφηκε απότομα γρονθοκοπώντας τον πειρατή καταπρόσωπο με το χέρι της που φορούσε τρία βαριά δαχτυλίδια. Η μύτη του έσπασε, και το πρόσωπό του γέμισε αίμα.

Αυτοί που κάθονταν μαζί του στο ίδιο τραπέζι πετάχτηκαν όρθιοι, βρίζοντας και τραβώντας όπλα. Οι Ταργκάφλι πολεμιστές τούς χτύπησαν με τις πίσω άκρες των δοράτων τους, που δεν είχαν λεπίδες–

–και ο Τάμπριελ, ακούγοντας τον θόρυβο, στράφηκε καθώς χαλασμός αρχινούσε στην τραπεζαρία της ταβέρνας του Χεριού του Κουλού.

«Ε!» γκάριξε ο Χάλαμπομ ενώ ορθωνόταν. «Ε! Τι κάνετε, ρε!» Αλλά ήταν ήδη αργά. Όπως είχε ο Ταρνάτλο προειδοποιήσει τον Τάμπριελ, οι θαμώνες του Χεριού δεν χρειάζονταν και πολύ για ν’αρχίσουν τον καβγά.

Οι δύο πολεμιστές της Βασίλισσας μπλέχτηκαν στο ξυλοκόπημα άθελά τους, το ίδιο κι ο Χάλρεοκ.

Ο Θυμός δάγκωσε το χέρι ενός πειρατή που κρατούσε μαχαίρι, κι εκείνος άφησε το όπλο να πέσει, ουρλιάζοντας: «Πούστικο κωλόσκυλο, θα σε γαμήσω!» Ο Αλίρκωπ τον κοπάνησε στο κεφάλι με το ραβδί του, σωριάζοντάς τον στα σανίδια της ταβέρνας.

Ο Τάμπριελ δεν ήξερε τι να κάνει για να σταματήσει τον σαματά. Αν εξαπέλυε τη Βιβεϊρλώταθ εδώ μέσα, θα γινόταν λουτρό αίματος: κι αυτό δεν το ήθελε. Έμεινε, επομένως, κοντά στο τραπέζι του Χάλαμπομ όπου οι υπόλοιποι δεν πλησίαζαν, ενώ συγχρόνως παρατηρούσε.

«Κόφτε το, ρε, λέω!» ούρλιαξε ο Χάλαμπομ. «ΚΟΦΤΕ ΤΟ!» Εκτοξεύοντας την κούπα του, πέτυχε έναν άντρα στο κεφάλι. «ΚΟΦΤΕ ΤΟ, ΜΗ ΣΑΣ ΠΑΡΕΙ Ο ΘΑΣΜΟΥΛ-ΤΑ ΟΛΟΥΣ ΣΑΣ!»

Ένας πειρατής άρπαξε τη Χιρκόμο απ’τα μαλλιά, τραβώντας την. Εκείνη ούρλιαξε, χτυπώντας το χέρι του με τα δικά της, προσπαθώντας να του ξεφύγει. Ο Χάλρεοκ έπιασε τον άντρα απ’την πουκαμίσα του και τον γρονθοκόπησε στο κεφάλι. Ο πειρατής παραπάτησε αφήνοντας τη Χιρκόμο, και η Ταργκάφλι μάγισσα τον κλότσησε ανάμεσα στους μηρούς κάνοντάς τον να διπλωθεί βογκώντας.

Μια πειρατίνα πήδησε από ένα τραπέζι, τυλίγοντας ένα κορδόνι γύρω απ’το λαιμό ενός Ταργκάφλι πολεμιστή και σφίγγοντάς το. Ο άντρας γονάτισε παλεύοντας να ξεφύγει, αλλά εκείνη δεν τον άφηνε – ώσπου ο Θυμός πετάχτηκε και έκλεισε τα σαγόνια του πάνω στην κνήμη της. Τότε, κραυγάζοντας, στράφηκε και χαλάρωσε το κορδόνι της γύρω απ’το λαιμό του Ταργκάφλι. Ο Αλίρκωπ ήρθε απ’την άλλη μεριά και την κοπάνησε στο κεφάλι με το ραβδί του, αναισθητοποιώντας την.

«Σταματήστε ρε, λέω!» γκάριζε ο Χάλαμπομ. «ΚΟΦΤΕ ΤΟ!»

Ένας πολεμιστής της Βασίλισσας ύψωσε την ασπίδα του για ν’αποκρούσει ένα μπουκάλι που είχε εκτοξευτεί καταπάνω του· κι ύστερα, χρησιμοποιώντας πάλι την ασπίδα, χτύπησε στο στήθος έναν πειρατή, εκτοξεύοντάς τον πάνω σ’ένα τραπέζι και ανατρέποντάς το.

Ο άλλος πολεμιστής της Βασίλισσας απέφυγε την καρέκλα που κράδαινε ένας χοντρός θαμώνας, του έβαλε τρικλοποδιά, και, καθώς αυτός είχε χάσει την ισορροπία του, τον έσπρωξε πάνω σε μια πειρατίνα που κρατούσε μαχαίρι. Η γυναίκα ούρλιαξε καθώς ο χοντρός άντρας την πλάκωσε.

Ο Χάλαμπομ αναστέναξε. «Ορισμένες φορές, δεν μπορείς να κάνεις απολύτως τίποτα, μάστορα,» είπε στον Τάμπριελ.

Ένας πειρατής, τραβώντας το ξίφος του, σπάθισε έναν Ταργκάφλι πολεμιστή στον ώμο κάνοντας αίμα να τιναχτεί.

Ο Χάλρεοκ το είδε και τα μάτια του γέμισαν οργή. «Αρκετά, παλιόσκυλα! Αρκετά!» κραύγασε, βγάζοντας το πιστόλι του και πυροβολώντας τον πειρατή στο χέρι.

Το σπαθί του τινάχτηκε παραπέρα κι εκείνος διπλώθηκε ουρλιάζοντας.

Ο Χάλρεοκ πυροβόλησε άλλον έναν, ο οποίος σωριάστηκε κάτω από ένα τραπέζι – αβέβαιο αν ήταν ζωντανός ή νεκρός. «Αρκετά! Αρκετά!»

Οι πάντες έπαψαν να κινούνται.

«Τι… τι σκατά είν’αυτό, ρε μάστορα;» ρώτησε ο Χάλαμπομ τον Τάμπριελ.

«Πιστόλι το λένε,» αποκρίθηκε ήρεμα εκείνος. «Όπλο είναι.»

«Αυτό το εννόησα κι εγώ, ρε μάστορα. Αλλά δεν τόχω ξανακούσει, να πούμε.» Και προς το τσούρμο του: «Κόφτε το, σας είπα, ρε τσογλάνια! Μαζευτείτε, μη σας κρεμάσω ανάποδα όλους!»

«Μας χτυπήσανε, ρε Καπετάνιο!» φώναξε ένας.

«Εσείς το αρχίσατε!» γρύλισε ο Ταργκάφλι πολεμιστής που δεν ήταν τραυματισμένος και που βοηθούσε τον τραυματισμένο συμπατριώτη του να σηκωθεί.

«Σκατά να φας! Εσείς τ’αρχίσατε!»

«Αυτή η σκύλα τ’άρχισε!» Κάποιος έδειξε τη Χιρκόμο.

«Επειδή απλώσατε τα χέρια σας επάνω της!» είπε ο Ταργκάφλι. «Τον είδα το φίλο σας που το έκανε.»

Οι πειρατές άρχισαν να φωνάζουν.

«Σκασμός!» γκάριξε ο Χάλαμπομ, προσπαθώντας ν’ακουστεί μέσα στην οχλοβοή. «Τέρμα οι αηδίες! Έληξε, λέω! Έληξε, μη σας κόψω τα ποδάρια! Έχουμε σοβαρά πράματα να πούμε κι εσείς μου τη χαλάτε τη δουλειά. Σκασμός όλοι. Μαζευτείτε, και φροντίστε όσους τραυματιστήκανε από το κακό τους το κεφάλι. Μ’εννοήσατε;»

Κάποιοι μουρμούρισαν.

«Μ’εννοήσατε;» ούρλιαξε ο Χάλαμπομ.

Οι περισσότεροι έγνεψαν καταφατικά.

Ο Χάλαμπομ στράφηκε στον Τάμπριελ, καθώς οι φωνές καταλάγιαζαν μέσα στην ταβέρνα. «Που λες, μάστορα, έχετε κι άλλα τέτοια όπλα; Τα πουλάτε κιόλας, μήπως; Μ’αρέσουνε, να πούμε. Δίνω όσο-όσο.»

*

«Δεν μπορεί να σοβαρολογείτε!» τους είπε ο Καλέφραζ όταν επέστρεψαν στο Σπίτι του Πιθήκου και κάθονταν όλοι τους γύρω από ένα τραπέζι. «Θα δώσετε σ’αυτόν τον πειρατή πυροβόλα όπλα

«Του είπα μόνο ότι πρέπει να συνεννοηθεί με τη Βασίλισσα για να γίνει κάτι τέτοιο,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ. «Εξάλλου, εμείς δεν έχουμε τόσα πολλά μαζί μας ώστε να πουλήσουμε και σ’εκείνον· το ξέρεις αυτό.»

«Για το καταραμένο δέντρο, πάντως, δε γνώριζε τίποτα,» μούγκρισε ο Χάλρεοκ πίνοντας τη μπίρα του. «Άδικα μπλέξαμε στον καβγά, κι άδικα πήγαμε εκεί γενικώς.» Κοίταξε τον Ταρνάτλο κατηγορικά.

«Και πού να τόξερα γω, ρ’αδελφέ;» διαμαρτυρήθηκε εκείνος. «Να μύριζα τα νύχια μου; Ο Χάλαμπομ είναι πολυταξιδεμένος· είπα μήπως κι είχε ακούσει κάτι.»

«Τι επιλογές μάς απομένουν, επομένως;» έθεσε το ερώτημα ο Καλέφραζ.

«Να μιλήσουμε στους Βαμμένους,» πρότεινε ο Τάμπριελ.

«Όχι,» είπε ο Ταρνάτλο, «υπάρχει και κάτι άλλο. Ο φίλος μου ο Σιλόρφο, ο έμπορας.»

Ο Χάλρεοκ τον λοξοκοίταξε. «Είναι ‘φίλος’ σου όπως κι ο Χάλαμπομ;»

«Δεν είπα ποτέ ότι ήμασταν κι εγκάρδιοι!»

Ο Καλέφραζ ρώτησε: «Τι εμπορεύεται αυτός ο Σιλόρφο;»

«Δηλητήρια.»

«Νομίζω ότι, και πάλι, δε θα μάθουμε τίποτα,» είπε ο Τάμπριελ.

«Μην το λες,» διαφώνησε ο Ταρνάτλο. «Μαζεύει πράματα κι από τα πιο σκοτεινά μέρη της ζούγκλας. Δε χάνουμε κάτι να τον ρωτήσουμε.»

«Υποθέτω δε θα είναι στο μαγαζί του τώρα, τη νύχτα.»

«Θα πάμε να τον βρούμε το πρωί. Εσύ έχεις τώρα όρεξη να συνεχίσουμε να γυρίζουμε; Μην ξεχνάς κιόλας πως οι δρόμοι της Ναριάνημ είναι επικίνδυνοι τις νύχτες· μπορεί να σε μαχαιρώσουν οπουδήποτε. Μεθυσμένοι, παλαβοί, ή και κλέφτες. Ξέρεις πόσοι γυροφέρνουν που δεν έχουν λουρί εδώ πέρα;»

Ο Τάμπριελ δεν έφερε αντίρρηση. Εξάλλου, κι εκείνος ήταν κουρασμένος απ’όλη την ημέρα.

Ο Καλέφραζ ρώτησε: «Γιατί το βασικό σας νόμισμα λέγεται λουρί, Ταρνάτλο; Δεν έχω βρει εξήγηση σε κανένα βιβλίο, και πάντα είχα την απορία.»

«Κι εγώ το ίδιο, μάγκα μου,» αποκρίθηκε εκείνος. «Έτσι το λέγανε από τότε που γεννήθηκα.» Μειδίασε, και ήπιε μια μεγάλη γουλιά απ’τη μπίρα του.

Κεφάλαιο Τριακοστό-Τρίτο
Ο Αντίλαλος των Όπλων

Ενόσω λείπαμε, αναζητώντας το δέντρο που είχε «δει» ο Μεγάλος Προφήτης στις ζούγκλες της Γης της Φέδλωχ, αποτρόπαια πράγματα είχαν αρχίσει να συμβαίνουν στο Βασίλειο. Αποτρόπαια!

*
* * *
*

Οι πολεμιστές της Βασίλισσας Παμράνεχ, οπλισμένοι με τα καινούργια πυροβόλα όπλα, στάλθηκαν στο Βασίλειο Ώσρανοκ, φεύγοντας με πλοίο από τη Φέρνακ, μια από τις πόλεις των δυτικών ακτών του Τάρσαζ, ώστε να διασχίσουν την Ενδότερη Θάλασσα και να φτάσουν στον προορισμό τους. Δεν έφεραν όλοι τους πυροβόλα όπλα, δεν ήταν όλοι εκπαιδευμένοι σ’αυτά, αλλά διακόσιοι ανάμεσά τους είχαν τουφέκια και ήξεραν καλά πώς να τα χρησιμοποιούν. Οι υπόλοιποι ήταν ιππείς, πεζοί, και τοξότες: συνηθισμένοι στρατιώτες του Τάρσαζ.

Η Ανταρλίδα, εν τω μεταξύ, εκπαίδευε περισσότερους πολεμιστές στη χρήση των πυροβόλων μαζί με τον Ερβάδαζ και άλλους που είχε αναθέσει ως εκπαιδευτές, ενώ ο Βασιλικός Αλχημιστής Βόρχαμ σχεδίαζε πώς να φτιάξει το κανόνι που είχε ζητήσει η Βασίλισσα, το οποίο προς το παρόν, ελλείψει καλύτερης λέξης, αποκαλούσαν Μεγάλο Όπλο στην Οικουμενική.

Μια μέρα, ένας Ταργκάφλι ήρθε και βρήκε την Ανταρλίδα καθώς εκείνη έκανε διάλειμμα από την εκπαίδευση των στρατιωτών της Βασίλισσας. Ήταν ψηλός και νευρώδης, με μακριά μαύρα μαλλιά. Τα ρούχα που τον έντυναν ήταν καμωμένα από δέρματα, φανερά τεχνοτροπίας των Ταργκάφλι· η κάπα του, όμως, έμοιαζε να είναι ραμμένη από ανθρώπους του Τάρσαζ: πρέπει να την είχε αγοράσει από εδώ, από τη Φέντινκεχ.

Δε μιλούσε και πολύ καλά την Οικουμενική, αλλά μπορούσε να συνεννοηθεί. Ρώτησε την Ανταρλίδα αν ήταν πρόθυμη να εκπαιδεύσει εκείνον και κάποιους άλλους Ταργκάφλι στα καινούργια όπλα.

«Εγώ δεν έχω πρόβλημα,» του απάντησε η Μαύρη Δράκαινα. «Δεν ξέρω, όμως, αν θέλει η Βασίλισσα.»

«Τι σημασία έχει;»

«Βρίσκεστε στο Βασίλειό της. Τα όπλα είναι, σύμφωνα με τον νόμο, δικά της. Καλύτερα να πεις στον Ο’Μάλζεκ Χάλρικ να της το ζητήσει· κι αν το επιτρέψει, τότε εγώ θα σας εκπαιδεύσω.»

Ο Ταργκάφλι την ευχαρίστησε και έφυγε, με την κάπα του να κυματίζει στον φθινοπωρινό άνεμο.

Η Ανταρλίδα σκέφτηκε: Αν η Βασίλισσα το επιτρέψει, αυτό δε θ’αρέσει καθόλου στο Αριστερό Χέρι, ούτε στον Πρωθιερέα.

Έβγαλε την πίπα της και την άναψε, καθίζοντας πάνω σ’έναν βράχο και ατενίζοντας έναν πολεμιστή να εκπαιδεύει άλλους. Οι κρότοι των τουφεκιών αντηχούσαν στο ανοιχτό μέρος.

*

Την επομένη, ο Ερβάδαζ είπε στην Ανταρλίδα ότι η Βασίλισσα είχε δώσει διαταγή να εκπαιδευτούν στα πυροβόλα όσοι Ταργκάφλι επιθυμούσαν. Κι από την έκφραση στο πρόσωπό του φαινόταν ότι ο ίδιος δεν συμφωνούσε στο ελάχιστο με τούτο. Δεν συμπαθούσε τους Ταργκάφλι· τους έβλεπε με σκεπτικισμό, όπως κι οι περισσότεροι άνθρωποι του Τάρσαζ.

«Εντάξει,» είπε η Ανταρλίδα νεύοντας. «Θα τους αναλάβω.»

«Φρόντισε, όμως, η εκπαίδευσή τους να γίνει παράλληλα με την εκπαίδευση των πολεμιστών μας,» τόνισε ο Ερβάδαζ. «Οι βάρβαροι δεν το ξέρουμε αν θα πολεμήσουν για το Βασίλειο, παρότι ο Τάμπριελ έχει πει ότι τους ‘είδε’ να το κάνουν.»

«Θα το φροντίσω.»

Θα έχουμε προβλήματα· το μυρίζομαι, συλλογίστηκε καθώς κάλπαζε προς τους χώρους εκπαίδευσης, όπου οι στρατιώτες την περίμεναν.

Αφίππευσε και τους εξήγησε ποια θα ήταν η σημερινή άσκηση. Αποβραδίς κάποιοι δούλοι είχαν στήσει ένα «πεδίο μάχης» με πέτρες και ξύλα, σύμφωνα με τις οδηγίες που είχε δώσει η Ανταρλίδα, και οι εκπαιδευόμενοι θα έπρεπε τώρα να διασχίσουν αυτό το πεδίο με συγκεκριμένο τρόπο, σε συγκεκριμένο χρόνο, και πυροβολώντας συγκεκριμένους στόχους ενώ θα απέφευγαν να πυροβολήσουν άλλους.

Η Ανταρλίδα στάθηκε πάνω σ’έναν πρόχειρο ξύλινο εξώστη, παρατηρώντας την εξέλιξη της άσκησης. Και εκεί ήταν που ο χτεσινός Ταργκάφλι ήρθε πάλι να τη βρει, έχοντας μαζί του αυτή τη φορά και καμια εικοσαριά άλλους.

«Η Βασίλισσα επέτρεψε να εκπαιδευτούμε,» είπε στη Μαύρη Δράκαινα, «και είμαστε εδώ για να μας εκπαιδεύσεις.»

Η Ανταρλίδα τούς κοίταξε καθώς στέκονταν κάτω απ’τον εξώστη. «Εντάξει,» τους είπε. «Πηγαίνετε εκεί,» έδειξε ένα πέτρινο οικοδόμημα, «να σας δώσουν τουφέκια και επιστρέψτε πάλι.»

Οι Ταργκάφλι πήγαν, μοιάζοντας ενθουσιασμένοι.

Μη χαίρεστε τόσο, σκέφτηκε η Ανταρλίδα. Γιατί υπάρχουν κάποιοι που σας παρακολουθούν και, σίγουρα, δεν χαίρονται καθόλου.

Οι Ταργκάφλι επέστρεψαν μαζί με τουφέκια ενώ η άσκηση των πολεμιστών της Βασίλισσας βρισκόταν ακόμα σε εξέλιξη. Η Ανταρλίδα τούς είπε να πάνε εκεί, σ’αυτό τον χώρο – έδειξε – και να προσπαθήσουν να πετύχουν τα τσουβάλια που είχαν επάνω τους ζωγραφισμένους μαύρους δίσκους με κάρβουνο. Τα άλλα τσουβάλια δεν έπρεπε να τα χτυπήσουν. «Θα σας παρακολουθώ από εδώ που στέκομαι,» τους είπε η Ανταρλίδα, κι ύστερα τους έδωσε κάποιες βασικές οδηγίες για το πώς να κρατάνε το όπλο τους και να σημαδεύουν.

Οι Ταργκάφλι ξεκίνησαν.

Το μεσημέρι, η Μαύρη Δράκαινα επέστρεψε στο παλάτι κουρασμένη, καθώς έπρεπε όλο το πρωί να επιβλέπει συγχρόνως ένα σωρό εκπαιδευόμενους και να τους δίνει συμβουλές, λέγοντάς τους τι έκαναν σωστά και τι λάθος. Το απόγευμα, ο Βόρχαμ την κάλεσε για να κάνουν μια δοκιμή με το Μεγάλο Όπλο.

Το έχει έτοιμο από τώρα; απόρησε η Ανταρλίδα καθώς ντυνόταν για να πάει να τον βρει στο ανοιχτό μέρος κοντά στα μεταλλουργεία. Από το παράθυρό της μπορούσε να δει πυκνό καπνό να βγαίνει από τις καμινάδες τους· δούλευαν μέχρι το βράδυ, φτιάχνοντας σφαίρες, κυρίως, αυτές τις απογευματινές ώρες.

Πήρε το άλογό της από τους στάβλους του παλατιού και, τροχάζοντας, βγήκε από τη Φέντινκεχ και πήγε βορειοανατολικά, προς τα μεταλλουργεία. Ο Βασιλικός Αλχημιστής την περίμενε εκεί όπου είχε πει, τυλιγμένος στην κάπα του. Τα πυκνά μαλλιά και μούσια του αναδεύονταν στον απογευματινό αέρα. Κοντά του βρισκόταν ένα κανόνι με δύο μεγάλους τροχούς· ήταν φτιαγμένο από φερίλιο και γυάλιζε κοκκινωπά στο τελευταίο φως της ημέρας.

Λίγο παραδίπλα στεκόταν μια άλλη φιγούρα, με τα χέρια της σταυρωμένα εμπρός της και με το μαύρο της φόρεμα ν’ανεμίζει γύρω της. Η Κελνίχηβ.

Η Ανταρλίδα δεν την είχε ξαναδεί να έρχεται η ίδια για να διαπιστώσει πώς πήγαινε η δουλειά στα μεταλλουργεία ή στο χώρο εκπαίδευσης των στρατιωτών. Πάντοτε παρακολουθούσε μέσω των κατασκόπων της.

Η Μαύρη Δράκαινα αφίππευσε και πλησίασε τον Βασιλικό Αλχημιστή και το Αριστερό Χέρι του Θρόνου.

«Το ετοίμασες γρήγορα,» είπε στον Βόρχαμ.

«Δεν είμαι σίγουρος ότι θα λειτουργήσει σωστά,» αποκρίθηκε εκείνος τρίβοντας σκεπτικά τα μαλλιά του. «Να το δοκιμάσουμε, ή έχεις να προτείνεις κάτι;»

Η Ανταρλίδα πλησίασε το κανόνι και το κοίταξε απ’όλες τις μεριές. Δεν ήταν οπλουργός· το μόνο που μπορούσε να κρίνει ήταν ότι, σε γενικές γραμμές, φαινόταν εντάξει.

Ανασήκωσε τους ώμους της. «Ας το δοκιμάσουμε.»

«Απομακρυνθείτε λοιπόν,» είπε ο Βόρχαμ στις δύο γυναίκες, και ο ίδιος πλησίασε το κανόνι για να ανάψει το φυτίλι.

Η Ανταρλίδα και η Κελνίχηβ απομακρύνθηκαν, και ο Βασιλικός Αλχημιστής, μετά από λίγο, ήρθε κοντά τους τρέχοντας.

Η φλόγα έκαψε το φυτίλι.

Το κανόνι τραντάχτηκε, και εξερράγη.

Ο Βόρχαμ έχασε την ισορροπία του, πέφτοντας στα χόρτα. Η Κελνίχηβ αναγκάστηκε να γονατίσει στο ένα γόνατο. Η Ανταρλίδα κατάφερε να παραμείνει όρθια.

Καπνός είχε απλωθεί παντού. Το χορτάρι, ευτυχώς, δεν είχε πιάσει φωτιά.

Η Ανταρλίδα βοήθησε τον Βόρχαμ να σηκωθεί καθώς εκείνος έβηχε. «Είσαι καλά;» τον ρώτησε.

«…Ναι,» έκρωξε ο αλχημιστής.

Καβαλάρηδες ακούστηκαν να έρχονται μέσα απ’τον καπνό. Κάποια περιπολία, μάλλον, που είχε δει τι έγινε.

Η Ανταρλίδα, ο Βόρχαμ, και η Κελνίχηβ τούς συνάντησαν λίγο παραπέρα, γνέφοντάς τους να πλησιάσουν.

Οι ιππείς – στρατιώτες του Τάρσαζ όλοι τους – ζύγωσαν, ρωτώντας τι είχε συμβεί.

«Δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας,» τους είπε ο Βόρχαμ, που είχε τώρα σταματήσει να βήχει. «Πειραματιζόμασταν.»

Ο αρχηγός της περιπολίας ατένισε ερωτηματικά την Ανταρλίδα, την οποία ήταν φανερό πως είχε αμέσως αναγνωρίσει. Την Κελνίχηβ δε φαινόταν να τη γνωρίζει, πράγμα όχι περίεργο· το Αριστερό Χέρι έκανε λίγες δημόσιες εμφανίσεις: δεν την ήξεραν όλοι οι πολεμιστές στην πρωτεύουσα.

«Ναι,» είπε η Ανταρλίδα στον καβαλάρη, «δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. Μπορείτε να πηγαίνετε.»

Ο άντρας κατένευσε, και η περιπολία έφυγε.

Με το φύσημα του ανέμου, ο καπνός είχε αρχίσει να διαλύεται· και όταν η Ανταρλίδα, ο Βόρχαμ, και η Κελνίχηβ πλησίασαν το κανόνι, είδαν ότι είχε στραβώσει λιγάκι από την έκρηξη μα δεν είχε καταστραφεί.

«Γιατί συνέβη αυτό;» ρώτησε το Αριστερό Χέρι.

Ο Βασιλικός Αλχημιστής έτριψε τα γένια του. «Δεν είμαι σίγουρος… Ίσως κάτι στο σχήμα…»

Η Κελνίχηβ κοίταξε ερωτηματικά την Ανταρλίδα.

Εκείνη είπε: «Δεν είμαι οπλουργός. Ξέρω να χρησιμοποιώ τα όπλα, όχι να τα φτιάχνω, όπως είπα και στη Βασίλισσα. Έδωσα μονάχα μερικές βασικές οδηγίες στον Βόρχαμ, και του έκανα κι ένα απλό σχέδιο του Μεγάλου Όπλου.»

«Χρειάζονται κάποιες βελτιώσεις…» μουρμούρισε ο αλχημιστής.

«Προφανώς,» είπε η Κελνίχηβ ατενίζοντάς τον με το αυστηρό βλέμμα της.

«Θα κάνω ό,τι μπορώ,» αποκρίθηκε ο Βόρχαμ. «Πρέπει σίγουρα να γίνουν κι άλλες δοκιμές…»

Η Κελνίχηβ ρώτησε την Ανταρλίδα: «Δεν έχεις καμια ιδέα τι μπορεί να φταίει;»

«Θα συζητήσω τις ιδέες μου με τον Βόρχαμ, και όταν έχουμε κάτι νεότερο είμαι βέβαιη πως θα το μάθεις.»

Η Κελνίχηβ, δίχως άλλη κουβέντα, στράφηκε και βάδισε προς τα εκεί όπου είχε δέσει το άλογό της. Το καβάλησε και έφυγε, καλπάζοντας προς τη Φέντινκεχ.

Η Ανταρλίδα είπε στον Βόρχαμ: «Κάτι στον σχεδιασμό πρέπει να φταίει πάλι, γιατί η εκρηκτική ύλη που έχουμε καταλήξει είναι καλή.» Στράφηκε προς τη μεριά όπου έδειχνε η κάννη του όπλου. «Το βλήμα δε νομίζω να εκτοξεύτηκε.»

Ο αλχημιστής άνοιξε τον θάλαμο του κανονιού. «Όχι, δεν εκτοξεύτηκε.»

«Για δύο λόγους μπορεί να συμβεί αυτό: είτε η ποσότητα της εκρηκτικής ύλης δεν ήταν αρκετή, είτε ο σχεδιασμός του όπλου δεν είναι καλός,» είπε η Ανταρλίδα. «Πιστεύω πως φταίει το δεύτερο, γιατί αν η ποσότητα της εκρηκτικής ύλης δεν ήταν αρκετή, τότε δε θα γινόταν η έκρηξη που έγινε. Βασικά, ίσως η ποσότητα να ήταν περισσότερη απ’όσο έπρεπε.»

Ο Βόρχαμ έστριβε τα γένια του, μοιάζοντας σκεπτικός. Στο μυαλό του σίγουρα γίνονταν υπολογισμοί.

Ρώτησε: «Γιατί δεν βάζουμε την εκρηκτική ύλη μέσα στο βλήμα, όπως κάνουμε με τις σφαίρες των άλλων όπλων;»

«Επειδή τότε ο μηχανισμός θα πρέπει νάναι πιο περίπλοκος, και δεν ξέρω αν θα καταφέρουν οι μεταλλουργοί σας να κατασκευάσουν κάτι τέτοιο. Ούτε εγώ γνωρίζω πώς ακριβώς είναι φτιαγμένο ένα τέτοιο Μεγάλο Όπλο στο εσωτερικό του. Η εμπειρία μου είναι κυρίως με μικρότερα όπλα. Το μοντέλο που σου πρότεινα, όμως, μπορεί να δουλέψει αν όλα γίνουν σωστά.»

«Χμμ… ναι,» είπε ο Βόρχαμ.

«Επιπλέον,» πρόσθεσε η Ανταρλίδα, «αν φτιάξουμε το Μεγάλο Όπλο όπως τα τουφέκια, τότε θα πρέπει να είναι κάποιος κοντά όταν αυτό θα πυροβολήσει για πρώτη φορά· κι αν γίνει έκρηξη ενώ κάποιος είναι κοντά, καταλαβαίνεις ότι πιθανώς να σκοτωθεί.»

«Ναι… ναι, πράγματι.»

«Καλύτερα, λοιπόν, να φτιάξουμε πρώτα ένα καλό απλό Μεγάλο Όπλο και μετά να επιχειρήσουμε κάτι πιο πολύπλοκο.»

«Ναι, έχεις δίκιο…» είπε σκεπτικά ο Βόρχαμ, κάνοντας τον γύρο του κανονιού και κοιτάζοντας τις ζημιές που είχε υποστεί από την έκρηξη. «Κρίμα,» μουρμούρισε. «Νόμιζα ότι θα λειτουργούσε κανονικά.» Και πιο δυνατά: «Θα κάνω κάποιες… τροποποιήσεις, και θα το δοκιμάσουμε πάλι αύριο. Την ίδια ώρα… συμφωνείς;»

Η Ανταρλίδα ανασήκωσε τους ώμους. «Εντάξει.»

Δεν της άρεσαν όλες αυτές οι ιστορίες με την κατασκευή των όπλων και τις δοκιμές. Ούτε η εκπαίδευση των πολεμιστών της Βασίλισσας τής άρεσε. Δεν ήταν δουλειές για μια Μαύρη Δράκαινα. Την έκαναν να πλήττει και να είναι άκεφη. Αλλά, τώρα που είχε μπλέξει εδώ, δεν μπορούσε να κάνει πίσω.

Θα προτιμούσε να είχε πάει στη Γη της Φέδλωχ με τον Τάμπριελ. Θα ήταν καλύτερα, και για εκείνη και για εκείνον.

*

Την επομένη, εκπαίδευσε πάλι τους πολεμιστές της Βασίλισσας και τους Ταργκάφλι συγχρόνως. Μια, κατά βάση, ρουτινιάρικη κατάσταση που όμως την άφηνε ζαλισμένη επειδή εκπαίδευε περισσότερους απ’ό,τι μπορούσε άνετα να εκπαιδεύσει. Και οι άλλοι εκπαιδευτές ήταν φανερό πως δεν ήθελαν ούτε να το σκεφτούν να αναλάβουν τους Ταργκάφλι· το θεωρούσαν σημαντικότερο να εκπαιδεύσουν τους δικούς τους στρατιώτες, αφού μπορεί σε λίγο καιρό να είχαν ανοιχτό πόλεμο με την Ηνωμένη Γη της Κοινωνίας. Η Ανταρλίδα δεν τους αδικούσε, και ούτε είχε ακούσει τη Βασίλισσα να τους προστάζει να εκπαιδεύσουν τους Ταργκάφλι· είχε αναθέσει την εκπαίδευσή τους σ’εκείνη και μόνο. Λες και ήταν κάτι παραπάνω από άνθρωπος!

Τα ίδια όπως και με την Παντοκράτειρα. Κι αυτή έβλεπε τις Μαύρες Δράκαινες σαν κάτι παραπάνω από ανθρώπους, γι’αυτό κιόλας είχε αποφασίσει να τις τιμωρήσει όταν την «απογοήτευσαν». Τους είχε σβήσει τη μνήμη και τις είχε φυλακίσει σ’ένα Μεταβλητό Αυτοσυντηρούμενο Όχημα που είχε τη μορφή τρένου και που διέσχιζε διάφορες ακατοίκητες διαστάσεις. Ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος είχε καταφέρει να τις βγάλει από εκείνη την κινητή φυλακή και να τις πάρει μαζί του, στην Επανάσταση.

Ο Τάμπριελ είχε πει στην Ανταρλίδα κάποτε ότι η Βασίλισσα Παμράνεχ τού θύμιζε την Παντοκράτειρα. Είχαν κάποια… χαρακτηριστικά, είχε πει, που έμοιαζαν. Η Ανταρλίδα δεν μπορούσε να κρίνει κάτι τέτοιο· δεν ήξερε την Παντοκράτειρα τόσο καλά όσο εκείνος που ήταν ένας απ’τους συζύγους της, κι επιπλέον προτιμούσε να μην το σκέφτεται και να μην κάνει συγκρίσεις.

Το μεσημέρι, τελειώνοντας με την εκπαίδευση, πήγε προς τη Φέντινκεχ καβάλα στο άλογό της, μαζί με τον Ερβάδαζ και άλλους εκπαιδευτές. Οι οποίοι είχαν ήδη αρχίσει να μιλάνε αναμεταξύ τους. Με θέμα τους Ταργκάφλι.

«Κανονικά, αυτοί δε θάπρεπε να εκπαιδεύονται στα καινούργια όπλα. Ποιος ξέρει τι μπορεί να κάνουν. Τους εμπιστεύεσαι; Είναι βάρβαροι!»

«Αν δεν ήταν ο Προφήτης, ποτέ δε θα βρίσκονταν εδώ.»

(Η Ανταρλίδα άκουγε ολοένα και πιο συχνά να αποκαλούν τον Τάμπριελ «Προφήτη»: και ήταν βέβαιη πως αυτός δεν ήταν ένας τίτλος που θα του άρεσε.)

«Ο Προφήτης είπε, όμως, ότι δε θα προκαλέσουν προβλήματα,» τους θύμισε ο Ερβάδαζ, μοιάζοντας να το κάνει περισσότερο για να τους ηρεμήσει παρά επειδή πραγματικά πίστευε ότι οι Ταργκάφλι ήταν ακίνδυνοι.

Οι άλλοι, αν και δεν το είπαν, φάνηκε να το κατάλαβαν.

«Και τι έγινε που το είπε ο Προφήτης; Μην ξεχνάς πως κι αυτός ξένος είναι για εμάς. Η Βασίλισσα δε θα έπρεπε να του είχε επιτρέψει να τους φέρει εδώ.»

«Και τώρα που τους έφερε, είναι ανάγκη να τους μάθουμε πώς να χρησιμοποιούν τα ισχυρότερα όπλα που υπάρχουν;»

«Δεν είπα αυτό. Εννοείται πως όχι–»

«Τι κάθεστε και λέτε;» μούγκρισε ένας που ώς τότε ήταν σιωπηλός. «Εδώ η Βασίλισσα φιλιέται με τον φύλαρχό τους! Σας παραξενεύει που τους κάνει χάρες;»

«Δεν το ξέρεις αυτό στα σίγουρα!»

«Έλα τώρα· μην είσαι–»

«Και το τι κάνει η Βασίλισσα είναι δική της δουλειά,» τόνισε μια πολεμίστρια.

«Δεν είναι μόνο δική της δουλειά! Όχι αν εκπαιδεύει αυτούς τους βαρβάρους στα πυροβόλα όπλα! Είναι επικίνδυνοι! Αν δεν της άρεσε ο φύλαρχός τους, εγώ σας λέω ότι ποτέ δε θα είχε συμβεί τέτοιο αίσχος, ακόμα κι αν οι βάρβαροι βρίσκονταν εδώ.»

Ένας πολεμιστής καθάρισε το λαιμό του. «Η αλήθεια, πάντως, είναι πως μέχρι στιγμής δεν μας έχουν δώσει λόγο για να πιστέψουμε ότι μπορεί να κάνουν ζημιές.»

«Και καλύτερα τούτη η κουβέντα να σταματήσει εδώ!» είπε απότομα ο Ερβάδαζ.

«Γιατί, κύριε Υπασπιστή; Δε μας συμφέρει;»

«Δεν είναι σωστό να κρίνεις εσύ τη Βασίλισσα. Ποιος νομίζεις ότι είσαι;»

«Απαγορεύεται τώρα να εκφέρω μια άποψη; Τι συμβαίνει; έχουν οι βάρβαροι πιο πολλά δικαιώματα από εμάς;»

Ένας άλλος είπε: «Ο Υπασπιστής έχει δίκιο. Δε γίνεται τίποτα τώρα. Παράτα το. Ούτε εμένα μ’αρέσει, αλλά μέχρι εκεί.»

Ο πολεμιστής ρουθούνισε αποδοκιμαστικά και μουρμούρισε κάτι κάτω απ’την ανάσα του.

Ο Ερβάδαζ έμοιαζε εκνευρισμένος αλλά δεν μίλησε άλλο.

Η Ανταρλίδα προτίμησε επίσης να μείνει σιωπηλή. Ό,τι κι αν έλεγε είχε την εντύπωση ότι θα χειροτέρευε την κατάσταση.

Όταν μπήκαν στη Φέντινκεχ, εκείνη κι ο Ερβάδαζ έμειναν τελικά μόνοι τους καθώς οι υπόλοιποι σκόρπισαν από δω κι από κει μέσα στους δρόμους για να πάνε στα σπίτια τους. Η Μαύρη Δράκαινα και ο Δεύτερος Υπασπιστής του Δεξιού Χεριού κατευθύνθηκαν προς τον λόφο όπου ορθωνόταν μεγαλόπρεπα το Βασιλικό Παλάτι. Καθώς ανέβαιναν, ο Ερβάδαζ τη ρώτησε αν είχε σχεδιάσει να γευματίσει με κάποιον σήμερα. Η Ανταρλίδα, ολίγο παραξενεμένη, αποκρίθηκε πως, όχι, μόνη της θα έτρωγε· και ο Ερβάδαζ τής πρότεινε να πάρει μεσημεριανό μαζί μ’εκείνον και τη σύζυγό του, αν το επιθυμούσε. Η Ανταρλίδα δέχτηκε, πράγμα που φάνηκε να ευχαρίστησε τον Υπασπιστή.

«Θα σε δω στα διαμερίσματά μου, λοιπόν,» της είπε καθώς άφηναν τα άλογά τους στο στάβλο του παλατιού και χώριζαν.

Η Ανταρλίδα πήγε πρώτα στα δικά της διαμερίσματα, πλύθηκε, και ντύθηκε με καινούργια ρούχα. Στους υπηρέτες είπε ότι δεν θα έτρωγε εδώ, και έφυγε πηγαίνοντας στα διαμερίσματα του Δεύτερου Υπασπιστή, όπου και χτύπησε την πόρτα. Εκείνος και η γυναίκα του την υποδέχτηκαν, και κάθισαν όλοι τους να φάνε γύρω από ένα στρογγυλό τραπέζι δίπλα σ’ένα παραλληλόγραμμο παράθυρο.

Η σύζυγος του Ερβάδαζ ονομαζόταν Γιλράνιχ, και ήταν μια συμπαθητική ξανθιά γυναίκα μετρίου αναστήματος και αριστοκρατικής καταγωγής. Καθώς συζητούσαν, φάνηκε πως την απασχολούσε το γεγονός ότι ακόμα δεν είχαν κάνει παιδιά με τον Ερβάδαζ· «δε φταίει, πάντως, το ότι δεν προσπαθούμε,» διαβεβαίωσε την Ανταρλίδα, με τα μάγουλά της να κοκκινίζουν ελαφρώς καθώς χαμογελούσε. Εκείνη είπε πως δεν το αμφέβαλλε, και η Γιλράνιχ φάνηκε, για κάποιο λόγο, να νιώθει ακόμα πιο αμήχανα.

Η Ανταρλίδα δεν είχε, προσωπικά, απασχολήσει ποτέ τον εαυτό της με το να φτιάξει οικογένεια. Εξάλλου, το ήξερε πως δεν μπορούσε να κάνει παιδιά. Καμια Μαύρη Δράκαινα δεν μπορούσε. Η Παντοκράτειρα απαιτούσε να υποβάλλονται σε στείρωση, ώστε να αφοσιώνονται καλύτερα στη δουλειά τους – δηλαδή, να σκοτώνουν. Δεν τις υποχρέωνε να το δεχτούν, αλλά το είχε θέσει ως προϋπόθεση για όσες γυναίκες ήθελαν να γίνουν Μαύρες Δράκαινες.

Και τότε, της Ανταρλίδας τής φαινόταν καλή ιδέα να γίνει Μαύρη Δράκαινα.

Τίποτα από αυτά δεν είπε στον Ερβάδαζ και στη Γιλράνιχ· προτίμησε να κάνει ελαφριά κουβέντα μαζί τους. Χωρίς να επικεντρωθούν κάπου, συζήτησαν για διάφορα: για την πολιτική κατάσταση στο Τάρσαζ, για την Κοινωνία και τους Ιεράρχες, για τον Τάμπριελ, για το Γνωστό Σύμπαν, για τα πυροβόλα όπλα…

Μετά από το γεύμα έφαγαν γλυκό, και στη συνέχεια ήπιαν καφάρδιο.

Όταν τελείωσαν, η Ανταρλίδα χαιρέτησε τον Ερβάδαζ και τη Γιλράνιχ και επέστρεψε στα διαμερίσματά της. Δεν ήταν άσχημη η παρέα τους, όφειλε να παραδεχτεί, και νόμιζε πως κι εκείνοι το ίδιο πίστευαν για τη δική της παρέα.

Και το να αποκτήσω μερικούς φίλους εδώ δε θα με βλάψει, σκέφτηκε καθώς έβγαζε τα παπούτσια της και ξάπλωνε στο κρεβάτι, νιώθοντας φουσκωμένη από το γεύμα. Έχω ήδη τόσους εχθρούς.

Η μητέρα της πάντα της έλεγε ότι έκανε δύσκολα φίλους, κι έπρεπε να προσπαθεί πιο πολύ. Να κοινωνικοποιείται. Δε βλέπεις τον αδελφό σου; της έλεγε. Δε βλέπεις με πόσους ανθρώπους έχει συναναστροφές;

Ο αδελφός της, όμως, ήταν νεκρός τώρα· εκείνη ζούσε.

Τον έλεγαν Λειρνόο. Λειρνόο’σαρ, επειδή ήταν μάγος του Τάγματος των Ερευνητών. Δούλευε για την Παντοκράτειρα, στη Σεργήλη, στην πόλη της Νίρβεκ. Είχε ασχοληθεί με κάποια έρευνα που η Ανταρλίδα δεν ήξερε ακριβώς τι ήταν, και κάποιος τον είχε δολοφονήσει. Μετά, μια σειρά από μυστηριώδεις καταστροφές είχαν συμβεί από τη Νίρβεκ ώς τα πέρατα των βόρειων παρυφών των δασότοπων Φέρνιλγκαν· καταστροφές που φημολογείτο πως σχετίζονταν μ’αυτή την έρευνα. Ο στρατός της Παντοκράτειρας είχε κινητοποιηθεί· κάποιους κυνηγούσαν.

Στην αρχή, η Ανταρλίδα δεν ήξερε ότι ο αδελφός της ήταν νεκρός. Ακούγοντας για τα παράξενα γεγονότα, είχε φύγει από την πόλη-γενέτειρά της, την Κιρβόνη, και είχε πάει να τον βρει στη Νίρβεκ, όπου και – μετά δυσκολίας – κατάφερε να πληροφορηθεί για τον θάνατό του.

Δεν ήταν πολύς καιρός αργότερα που αποφάσισε να μάθει περισσότερα για μια καινούργια στρατιωτική ελίτ θηλέων που ετοίμαζε η Παντοκράτειρα – τις Μαύρες Δράκαινες…

Οι αναμνήσεις της Ανταρλίδας διαλύθηκαν καθώς άκουσε κάποιον να χτυπά την εξώπορτα των διαμερισμάτων της. Σηκώθηκε απ’το κρεβάτι και πήγε ν’ανοίξει. Ένας υπηρέτης ήταν, ο οποίος της είπε ότι ο Βασιλικός Αλχημιστής Βόρχαμ την περίμενε κοντά στα μεταλλουργεία.

Φυσικά, σκέφτηκε η Ανταρλίδα. Είχα πει ότι θα τον συναντήσω και σήμερα για να δοκιμάσουμε το κανόνι.

Ετοιμάστηκε πάλι και έφυγε από το παλάτι. Βγήκε από την Πύλη του Βορινού Ανέμου και βρήκε τον αλχημιστή στο μέρος όπου τον είχε βρει και χτες. Η Κελνίχηβ, αυτή τη φορά, δεν ήταν μαζί του.

«Δεν έχουμε παρέα απόψε;» του είπε η Ανταρλίδα αφού αφίππευσε.

Εκείνος την κοίταξε παραξενεμένος, σα να τον είχε διακόψει από βαθείς συλλογισμούς.

«Το Αριστερό Χέρι;»

«Α, ναι…» έκανε ο Βόρχαμ. «Ε… όχι, δεν ήρθε.» Μόρφασε. Έστρεψε το βλέμμα του στο κανόνι. «Πώς σου φαίνεται;»

Δεν υπήρχαν ζημιές επάνω του. «Το επιδιόρθωσες, ή είναι καινούργιο;»

«Καινούργιο είναι. Οι μεταλλουργοί δούλεψαν πυρετωδώς. Ελπίζω να άξιζε τον κόπο.»

«Ας το δοκιμάσουμε.»

Ο Βόρχαμ ένευσε, και άναψε το φυτίλι.

Απομακρύνθηκαν, γρήγορα.

Και σωριάστηκαν στο έδαφος από την έκρηξη του κανονιού.

Ο Βόρχαμ καταράστηκε καθώς η Ανταρλίδα τον βοηθούσε να σηκωθεί.

Δεν ήταν, όμως, τα πράγματα τόσο άσχημα όσο την προηγούμενη φορά. Τώρα, το βλήμα είχε εκτοξευτεί, και δεν είχε σηκωθεί τόσος πολύς καπνός. Ωστόσο το κανόνι είχε υποστεί φανερές ζημιές. Το φερίλιο, παρότι ανθεκτικό μέταλλο, είχε στραβώσει σε σημεία.

Ο Βόρχαμ γρύλισε, απογοητευμένα.

Η Ανταρλίδα κοίταξε τον διαλυμένο κορμό του δέντρου αντίκρυ τους. «Μην κάνεις έτσι. Τουλάχιστον μπορεί να χτυπήσει κάποιον εχθρό.» Μετά πρόσθεσε: «Ύστερα από μερικές βολές, βέβαια, θα είναι για τα σκουπίδια· επομένως χρειάζεται βελτιώσεις στην κατασκευή του. Ή ίσως να θέλει λιγότερη εκρηκτική ύλη: αρκετή για να τινάξει το βλήμα αλλά όχι αρκετή για να κάνει ζημιές στο όπλο.»

«Δε μπορώ να ξαναβάλω τους μεταλλουργούς να δουλέψουν το ίδιο γρήγορα,» είπε ο Βόρχαμ. «Έχουν κι άλλες δουλειές… Χμμμ…» Έτριψε τα γένια του. «Αυτό σημαίνει ότι αύριο δε θα κάνουμε δοκιμή…. Από μεθαύριο να υπολογίζεις.»

«Δε με πειράζει,» αποκρίθηκε η Ανταρλίδα. «Με την ησυχία σου. Μην ακούς τι λέει η Κελνίχηβ. Η δουλειά μας πρέπει να γίνει σωστά.» Ενώ, συγχρόνως, σκεφτόταν: Μια μέρα θα περάσω το απόγευμά μου ήσυχη, τεμπελιάζοντας στα διαμερίσματά μου ή κάνοντας βόλτα στο παλάτι ή στη Μεγάλη Αγορά, ή παρακολουθώντας κάποιον αγώνα στην Αρένα.

*

Τη νύχτα, ονειρεύτηκε τον Τάμπριελ περικυκλωμένο από μυστηριώδεις δολοφόνους με μακριά όπλα, σε μια ερημιά γεμάτη γκρίζες πέτρες–

Και ξύπνησε ιδρωμένη.

Έξω απ’το παλάτι ένας δυνατός άνεμος είχε σηκωθεί.

Το σίγουρο είναι ότι εγώ δεν είμαι προφήτισσα, σκέφτηκε και, γυρίζοντας πλευρό, ξανάπεσε για ύπνο.

Η επόμενη μέρα ήταν ανιαρή, όπως οι περισσότερες τώρα τελευταία, αλλά τουλάχιστον η Ανταρλίδα θα είχε το απόγευμά της ελεύθερο και δε θα έτρεχε να δοκιμάσει κανένα κανόνι. Κοιμήθηκε αρκετά μετά το μεσημεριανό της, πιο πολύ απ’ό,τι συνήθιζε, και όταν σηκώθηκε είδε ότι τα διαμερίσματά της ήταν πλημμυρισμένα από ένα γλυκό λυκόφως. Άναψε τις λάμπες στα δωμάτια που χρησιμοποιούσε, και άρχισε σιγά-σιγά να ετοιμάζεται για να… Δεν ήξερε ακόμα τι ακριβώς θα έκανε αλλά θα το έβρισκε.

Καθώς κούμπωνε το φόρεμά της, όμως, είδε από το παράθυρό της φωτιές ν’ανάβουν μέσα στο σούρουπο. Στα βορειοανατολικά. Αρκετή απόσταση από τη Φέντινκεχ· η Ανταρλίδα το έβλεπε καθαρά επειδή το Βασιλικό Παλάτι βρισκόταν σε ύψωμα.

Ο καταυλισμός των Ταργκάφλι! Εκεί είχαν ανάψει οι φωτιές.

Θεοί! Αυτό δε μπορεί νάναι κάποιο έθιμό τους, ούτε κάτι τυχαίο.

Η Ανταρλίδα έβγαλε αμέσως το φόρεμά της, φόρεσε τη μαύρη δερμάτινη στολή και τις μπότες της, πέρασε δύο πιστόλια στη ζώνη της κι ένα ξιφίδιο σε κάθε μπότα, και έφυγε τρέχοντας απ’τα διαμερίσματά της. Πήρε το άλογό της από τον στάβλο και, σύντομα, ήταν έξω απ’το παλάτι και την πρωτεύουσα, καλπάζοντας προς τον φλεγόμενο καταυλισμό ο οποίος βρισκόταν επικίνδυνα κοντά στα μεταλλουργεία.

*

Η βόρεια μεριά του καταυλισμού ήταν που κυρίως είχε πιάσει φωτιά, παρατήρησε η Ανταρλίδα καθώς πλησίαζε. Φλόγες χόρευαν πάνω στις σκηνές, μέσα στη νύχτα, και οι Ταργκάφλι σήκωναν κουβάδες και πετούσαν νερό προσπαθώντας να τις σβήσουν. Μια περιπολία στρατιωτών του Τάρσαζ είχε έρθει για να βοηθήσει, είδε η Ανταρλίδα μέσα από τον καπνό. Και μετά, το βλέμμα της έπεσε πάνω στον Ταργκάφλι που της είχε ζητήσει πρώτος να εκπαιδεύσει στα πυροβόλα όπλα εκείνον και τους συμπατριώτες του.

Τον πλησίασε, ενώ το άλογό της χρεμέτιζε νευρικά. «Τι έγινε εδώ, Νάλθαμ; Πώς άρχισε η φωτιά;»

«Ανταρλίδα.» Ο Ταργκάφλι τότε την πρόσεξε και στράφηκε να την αντικρίσει. Το πρόσωπό του ήταν μαυρισμένο απ’τον καπνό. «Δεν ξέρω τι έγινε. Είδα τις φλόγες ξαφνικά–»

«Μας έριξαν βέλη!» είπε μια γυναίκα στη Μαύρη Δράκαινα. Η Ανταρλίδα την ήξερε κι αυτήν γιατί την εκπαίδευε στα πυροβόλα όπως και τον Νάλθαμ. Το όνομά της ήταν Κιρνίλο. «Από τα βόρεια.»

«Ποιοι;»

«Δεν ξέρω. Δεν τους είδα.»

Ένας άλλος Ταργκάφλι, άγνωστος στην Ανταρλίδα, είπε θυμωμένα: «Οι άνθρωποι του Τάρσαζ δεν μας θέλουν εδώ! Προσπαθούν να μας διώξουν τώρα που ο Καζίτο’ναρ δεν είναι μαζί μας!»

Η Μαύρη Δράκαινα είπε στον Νάλθαμ και στην Κιρνίλο: «Μην κάνετε τίποτα παρορμητικό· δεν ξέρουμε ακόμα τι έγινε. Και μην αφήσετε και κανέναν άλλο να κάνει τίποτα παρορμητικό.»

«Οι άνθρωποι του Τάρσαζ έβαλαν τη φωτιά, Ανταρλίδα,» είπε με βεβαιότητα ο Νάλθαμ, χωρίς να φωνάζει.

«Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι του Τάρσαζ ίδιοι. Θα ψάξω να βρω τους υπεύθυνους.»

Η Ανταρλίδα έμπηξε τις φτέρνες των μποτών της στα πλευρά του αλόγου της, κάνοντάς το να καλπάσει γρήγορα προς τα βόρεια, προς τα εκεί απ’όπου η Κιρνίλο τής είχε πει ότι είχαν έρθει τα βέλη. Οι εμπρηστές, όποιοι κι αν ήταν, πιθανώς να μην είχαν πάει μακριά ακόμα, περιμένοντας να δουν τα αποτελέσματα των πράξεών τους: και η Μαύρη Δράκαινα πιθανώς να κατάφερνε να τους εντοπίσει.

Υπολογίζοντας με το βλέμμα πού έπρεπε λογικά να στέκονταν κάποιοι για να ρίξουν φλεγόμενα βέλη στον καταυλισμό, πήδησε από τη σέλα του αλόγου της και, παίρνοντάς το από τα γκέμια, το τράβηξε πίσω της ενώ συγχρόνως κοίταζε στο έδαφος για ίχνη. Το μοναδικό φως που είχε για να τη βοηθά μες στη νύχτα ήταν το φως των φεγγαριών – και ούτε αυτό ήταν πολύ απόψε. Η Ανταρλίδα καταράστηκε σιωπηλά τον εαυτό της που δεν είχε πάρει κάποια λάμπα μαζί της.

Στο τέλος, βρήκε μερικά ίχνη. Αλλά άργησε. Το ήξερε πως άργησε. Οι εμπρηστές θα έχουν, ώς τώρα, φύγει, σκέφτηκε καθώς κοίταζε τις πατημασιές στο έδαφος. Ήταν οκτώ στο σύνολο. Οκτώ ζευγάρια ανθρώπινα πόδια. Και είχαν και άλογα μαζί τους. Τα είχαν αφήσει λίγο παραπέρα, και μετά τα είχαν πάρει και είχαν φύγει.

Η Ανταρλίδα ακολούθησε τα ίχνη των αλόγων, παραμερίζοντας το χορτάρι με το δεξί της χέρι ενώ με το αριστερό κρατούσε τα γκέμια του δικού της αλόγου το οποίο ερχόταν πίσω της. Μετά από κάποια ώρα, το δυσδιάκριτο μονοπάτι την οδήγησε σ’έναν εγκαταλειμμένο καταυλισμό. Όχι, φυσικά, τόσο μεγάλο όσο αυτόν των Ταργκάφλι. Ήταν ένας πολύ, πολύ μικρότερος καταυλισμός. Ιδανικός για να έχουν οκτώ άνθρωποι κατασκηνώσει εδώ για λίγο. Η Ανταρλίδα βρήκε τα απομεινάρια μιας φωτιάς, τσακισμένο χορτάρι, βαθουλώματα στο χώμα. Τίποτ’άλλο. Τίποτα που να μπορεί να την οδηγήσει σε κάποιο συμπέρασμα για το ποιοι ήταν.

Τα ίχνη, όμως, συνεχίζονταν. Οι εμπρηστές είχαν επιστρέψει στον πρόχειρο καταυλισμό τους και, μετά, είχαν πάει αλλού. Η Ανταρλίδα ακολούθησε πάλι το μονοπάτι και, σύντομα, διαπίστωσε ότι κατευθυνόταν στη Φέντινκεχ. Στην Πύλη του Βορινού Ανέμου.

Ο καθένας μπορεί να είχε στείλει αυτούς τους εμπρηστές. Το Αριστερό Χέρι· ο Πρωθιερέας· κάποιος από τους ευγενείς που αντιπαθούσαν τους Ταργκάφλι· κάποιος στρατιωτικός· κάποιοι πολίτες που είχαν συμπράξει και βάλει χρήματα όλοι μαζί.

Η Ανταρλίδα ανέβηκε στο άλογό της και κάλπασε ξανά προς τον μεγάλο καταυλισμό. Όταν έφτασε είδε ότι η φωτιά είχε σβήσει από τις σκηνές αλλά ανάψει στα μάτια των Ταργκάφλι. Ήταν οργισμένοι, οργισμένοι με τους Ταρσάζιους, κι εκείνη ήξερε ότι δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να καταλαγιάσει την οργή τους. Μονάχα ο Τάμπριελ μπορεί να το κατόρθωνε αυτό, αν ήταν εδώ.

Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να μιλήσω στον Ο’Μάλζεκ Χάλρικ, σκέφτηκε η Ανταρλίδα βλέποντας πως ο Άρχοντας των Ερειπίων βρισκόταν κοντά. Είχε έρθει κι εκείνος άρον-άρον από το παλάτι, και μαζί του ήταν ο Ερβάδαζ και κάποιοι πολεμιστές της Βασίλισσας.

Η Μαύρη Δράκαινα τούς πλησίασε. Τους πληροφόρησε για τα ίχνη που είχε βρει. Πρότεινε στον Ο’Μάλζεκ Χάλρικ να πει στο λαό του να μην προσπαθήσει να κάνει αντίποινα στους ανθρώπους του Τάρσαζ, γιατί αυτό θα ήταν καταστροφικό για όλους, και ούτε ο Καζίτο’ναρ θα το επιθυμούσε.

«Οι άνθρωποι που σας επιτέθηκαν απόψε,» τόνισε η Ανταρλίδα, «δεν αντιπροσωπεύουν όλους τους κατοίκους του Βασιλείου.»

«Σίγουρα όχι,» συμφώνησε ο Ερβάδαζ. «Και η Βασίλισσα δεν θα ενέκρινε ποτέ μια τέτοια πράξη.»

«Το ξέρω,» αποκρίθηκε ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ, και τους υποσχέθηκε ότι θα προσπαθούσε να κρατήσει την κατάσταση υπό έλεγχο.

*

Την άλλη μέρα, η Ανταρλίδα άκουσε να γίνονται ένα σωρό υποθέσεις και σχολιασμοί για την επίθεση κατά του καταυλισμού. Οι Ταργκάφλι ήταν εξοργισμένοι. Οι Ταρσάζιοι διχασμένοι. Ορισμένοι έλεγαν ότι καλά είχαν κάνει όποιοι κι αν είχαν ρίξει τα βέλη· οι βάρβαροι έπρεπε να φύγουν από το Βασίλειο! Ορισμένοι άλλοι διαφωνούσαν μ’αυτό, είτε επειδή δεν το θεωρούσαν ηθικά σωστό είτε επειδή φοβόνταν την αντεπίθεση των βαρβάρων.

«Το καλύτερο που έχει να κάνει η Βασίλισσα είναι να τους διώξει απ’τα μέρη μας όσο έχουμε ακόμα καιρό,» είπε ένας από τους εκπαιδευτές, το μεσημέρι, καθώς επέστρεφαν προς την Πύλη των Αγρών. «Όσο δεν έχουν γίνει ακόμα έκτροπα. Γιατί, έτσι όπως πάει το πράγμα, σύντομα θα γίνουν έκτροπα – να μου το θυμηθείτε!»

«Δίκιο έχεις. Απόλυτο δίκιο.»

«Η Βασίλισσα, όμως, δεν είναι βέβαιο ότι θα το δει σαν εσένα, ή σαν τους περισσότερους από εμάς.»

Κάποιος ρουθούνισε. «Όχι όσο έχει αυτόν τον βάρβαρο άρχοντα στο κρεβάτι της.»

«Πρόσεχε τα λόγια σου! Δε μιλάς για τη θεια σου.»

Η Ανταρλίδα είχε την αίσθηση ότι τα πράγματα πήγαιναν από το κακό στο χειρότερο.

Και καθώς ανηφόριζε τον λόφο μαζί με τον Ερβάδαζ, κατευθυνόμενη προς το παλάτι, ο Δεύτερος Υπασπιστής τής είπε ότι μήνυμα είχε έρθει το πρωί από τον Ναρχάεζ, και ότι το Δεξί Χέρι ανέφερε στη Βασίλισσα πως τα χτυπήματα στα δυτικά σύνορα είχαν αυξηθεί. Περισσότερος στρατός σύντομα θα στελνόταν εκεί, για να ενισχύσει τους ήδη υπάρχοντες υπερασπιστές του Βασιλείου.

«Με τους πολεμιστές που στείλαμε στο Ώσρανοκ τι γίνεται;» ρώτησε η Ανταρλίδα.

«Το μόνο που μέχρι στιγμής ξέρουμε είναι ότι έχουν φτάσει.»

«Ο Ιεράρχης δεν έχει ακουστεί νάχει φτιάξει ακόμα πυροβόλα όπλα;»

Ο Ερβάδαζ κούνησε το κεφάλι. «Όχι.»

Και μπήκαν στον κήπο του παλατιού, ξεπεζεύοντας.

Ο Τάμπριελ έχει πει ότι όλα όσα «βλέπει» δεν βγαίνουν, σκέφτηκε η Ανταρλίδα. Λες ετούτο να είναι ένα από αυτά; Για κάποιο λόγο, δεν το νόμιζε.

Το απόγευμα, ο Βόρχαμ δεν την κάλεσε για να κάνουν δοκιμές. Μάλλον δε θα είχε ακόμα το κανόνι του έτοιμο.

*

«Εδώ συνέβη,» της είπε ο Ερβάδαζ, υψώνοντας το χέρι του και δείχνοντας την πυρπολημένη αγροικία. Μονάχα αποκαΐδια απέμεναν, καθώς και οι σκελετοί μερικών οικοδομημάτων. Τα χωράφια είχαν καταστραφεί. «Και η φωτιά παραλίγο να εξαπλωθεί και παραδίπλα. Ήμασταν τυχεροί που την προλάβαμε.»

Ήταν πρωί, και οι δυο τους κάθονταν στις σέλες των αλόγων τους κοιτάζοντας την καταστροφή. Η Ανταρλίδα, μόλις έμαθε για τη φωτιά που είχε συμβεί μες στη βαθιά νύχτα, είχε ζητήσει από τον Υπασπιστή να την οδηγήσει εδώ.

«Πιστεύεις ότι ξέσπασε από μόνη της;» τον ρώτησε τώρα.

«Νομίζεις κι εσύ ότι την έβαλαν οι Ταργκάφλι;»

«Δεν ξέρω. Αλλά δε νομίζω να ξέσπασε από μόνη της. Τι είπαν οι γαιοκτήμονες αυτού του μέρους;»

«Κανένας δεν είδε πώς ακριβώς άρχισε η φωτιά,» αποκρίθηκε ο Ερβάδαζ. «Κοιμόνταν όλοι τους· ήταν αργά.»

«Οι περιπολίες;»

«Ούτε αυτοί είδαν τίποτα.»

«Νόμιζα ότι είχατε αυξήσει τις περιπολίες.»

«Στα βόρεια μόνο,» εξήγησε ο Ερβάδαζ, «κοντά στους Ταργκάφλι. Ποιος θα το φανταζόταν ότι θα γινόταν κάτι εδώ κάτω;» Κούνησε το κεφάλι του.

«Δε νομίζω ότι η φωτιά ξέσπασε από μόνη της, πάντως,» επανέλαβε η Ανταρλίδα.

«Οι περίπολοι δεν είδαν κανέναν από τους Ταργκάφλι να φεύγει από τον καταυλισμό μες στη νύχτα.»

«Μην είσαι τόσο βέβαιος ότι, αν πρόκειται για εμπρησμό, τον έκαναν οι Ταργκάφλι.»

Ο Ερβάδαζ στράφηκε να την κοιτάξει, συνοφρυωμένος. «Τι θες να πεις;»

«Μπορεί να τον έκαναν αυτοί που θέλουν να τους διώξουν από εδώ.»

«Παραλογίζεσαι. Κανένας υπήκοος του Βασιλείου δεν θα προκαλούσε τέτοια καταστροφή στους αγρούς γύρω από τη Φέντινκεχ. Είναι εξωφρενικό!»

«Μπορεί να θεωρούν τους Ταργκάφλι τόσο επικίνδυνους που μια τέτοια καταστροφή αξίζει τον κόπο.»

«Δε μιλάς λογικά, Ανταρλίδα,» μούγκρισε ο Ερβάδαζ.

Η Ανταρλίδα πήδησε από τη σέλα της. «Το έχω ξαναδεί να γίνεται κι αλλού.»

Ο Ερβάδαζ παρέμεινε πάνω στο άλογό του. «Στο Τάρσαζ δεν είμαστε έτσι.»

Οι άνθρωποι παντού ίδιοι είναι, Ερβάδαζ. «Να ρίξω μια ματιά;» Έδειξε, με το βλέμμα της, την κατεστραμμένη αγροικία.

«Πήγαινε,» της είπε ο Υπασπιστής, μοιάζοντας λιγάκι θυμωμένος μαζί της που είχε κάνει υποθέσεις τις οποίες εκείνος θεωρούσε απαράδεκτες.

Η Ανταρλίδα βάδισε μέσα στην καμένη αγροικία ψάχνοντας για κάποιο στοιχείο που θα μπορούσε να τη βοηθήσει να ανακαλύψει ποιοι πυρπόλησαν το μέρος. Το μόνο ενδιαφέρον που βρήκε ήταν κεφαλές από βέλη. Τα στελέχη είχαν καεί. Το ίδιο και τα πανιά που σίγουρα τύλιγαν τα φλεγόμενα βλήματα.

Η Ανταρλίδα μάζεψε τις κεφαλές και τις έβαλε σε μια τσέπη του παντελονιού της. Αναρωτιέμαι αν είναι ίδιες με τις κεφαλές των βελών που χτύπησαν χτες τον καταυλισμό των Ταργκάφλι.

Επέστρεψε κοντά στον Ερβάδαζ και ανέβηκε στη σέλα του αλόγου της.

«Να πάμε τώρα στην εκπαίδευση;» είπε εκείνος.

Η Ανταρλίδα ένευσε, και ξεκίνησαν. Ο χώρος που εκπαίδευαν τους πολεμιστές της Βασίλισσας δεν ήταν μακριά· θα έφταναν γρήγορα.

«Βρήκες τίποτα;» ρώτησε ο Ερβάδαζ.

«Κεφαλές βελών. Θέλεις μία;»

Ο Υπασπιστής ήθελε.

Στον χώρο εκπαίδευσης, ο Νάλθαμ, η Κιρνίλο, και οι άλλοι Ταργκάφλι την περίμεναν, όπως επίσης και οι στρατιώτες της Βασίλισσας.

«Συγνώμη που άργησα,» τους είπε, παρατηρώντας συγχρόνως ότι η μία ομάδα καθόταν μακριά από την άλλη και κοιτάζονταν, ίσως, λιγάκι εχθρικά – κακό σημάδι αυτό. Αν κάποιος προσπαθεί να σπείρει διχόνοια ανάμεσα στους Ταργκάφλι και τους Ταρσάζιους, έχει αρχίσει να τα καταφέρνει. «Είχα μια δουλειά πριν έρθω εδώ.» Καθάρισε το λαιμό της. «Θυμάστε τι κάναμε χτες;» Κοίταξε μια τους μεν μια τους δε. Εκείνοι έγνεψαν καταφατικά, χωρίς να μιλήσουν. «Τα ίδια θα κάνουμε και σήμερα. Ετοιμάστε τα όπλα σας και πάρτε θέσεις.»

Καθώς η εκπαίδευση είχε ξεκινήσει και πυροβολισμοί αντηχούσαν, η Ανταρλίδα πλησίασε τον Νάλθαμ και τον ρώτησε: «Βρήκατε μήπως τις κεφαλές των βελών που σας έριξαν όταν πυρπόλησαν τον καταυλισμό σας;»

Ο Ταργκάφλι κατέβασε το τουφέκι του και στράφηκε να την κοιτάξει. «Νομίζω πως ναι… Γιατί ρωτάς;»

«Τις έχετε κρατήσει;»

«Δεν είμαι σίγουρος. Θες να ρωτήσω, το μεσημέρι, όταν επιστρέψω;»

«Θα πάω εγώ,» δήλωσε η Ανταρλίδα, «τώρα. Μπορείς ν’αναλάβεις για λίγο την εκπαίδευση των συμπατριωτών σου;»

«Κανένα πρόβλημα. Εξάλλου δεν κάνουμε και τίποτα το σπουδαίο.»

Η Ανταρλίδα ένευσε, και μετά πήγε, με γρήγορα βήματα, προς τους πολεμιστές της Βασίλισσας.

«Κάρνεχ!» φώναξε γνέφοντας σε μια μελαχρινή πολεμίστρια με κοντά μαλλιά. «Έλα εδώ.»

Η Κάρνεχ, αφήνοντας τη θέση της στο πεδίο πυρός, ζύγωσε τη Μαύρη Δράκαινα περνώντας το τουφέκι της στον ώμο. «Εξοχότατη,» χαιρέτησε φτάνοντας κοντά.

«Θα λείψω για λίγο. Μπορείς ν’αναλάβεις την εκπαίδευση;»

«Ασφαλώς.»

Η Ανταρλίδα μειδίασε. «Εντάξει,» είπε χτυπώντας τη φιλικά στον ώμο και φεύγοντας.

Ανέβηκε στο άλογό της και κάλπασε προς τα βόρεια, περνώντας ανάμεσα από δασωμένες περιοχές και αγρούς. Συνάντησε τη δημοσιά που ξεκινούσε από την Πύλη του Βορινού Ανέμου, τη διέσχισε κάθετα, πέρασε πάλι μέσα από αγρούς, και έφτασε στον καταυλισμό των Ταργκάφλι.

Οι φρουροί στράφηκαν να την κοιτάξουν καθώς αφίππευε και πλησίαζε. Την αναγνώριζαν, ασφαλώς.

Η Ανταρλίδα τούς είπε τι ήθελε· και, αφού ένας πήρε το άλογό της, ένας άλλος την οδήγησε στον Ερίνκαμ, έναν απ’τους μεγάλους γιους του Ο’Μάλζεκ Χάλρικ. Ο ψηλός, μεγαλόσωμος άντρας – που δεν έμοιαζε και τόσο στον πατέρα του – τη συνάντησε έξω απ’τη σκηνή του, χαιρετώντας την επίσημα αφού ήταν σύντροφος του Καζίτο’ναρ.

Η Ανταρλίδα τον αντιχαιρέτησε και τον ρώτησε αν είχαν κρατήσει τις κεφάλες των βελών με τα οποία τους χτύπησαν οι εμπρηστές.

Ο Ερίνκαμ ένευσε. «Τις έχω κρατήσει,» είπε. «Το σκέφτηκα πως ίσως να μου φαίνονταν χρήσιμες για να καταλάβω ποιοι έκαναν ό,τι έκαναν – αν και είναι προφανές πως ήταν άνθρωποι του Τάρσαζ. Για να είμαι ειλικρινής, είχε περάσει απ’το μυαλό μου να σε ρωτήσω.» Έλυσε ένα δερμάτινο σακούλι και έβγαλε από μέσα μια κεφαλή, δίνοντάς την στην Ανταρλίδα.

Η Μαύρη Δράκαινα την κράτησε ανάμεσα στον δείκτη και στον αντίχειρα του δεξιού της χεριού· και, με το αριστερό χέρι, τράβηξε από την τσέπη της μια από τις κεφαλές που είχε βρει στην πυρπολημένη αγροικία.

Ολόιδιες ήταν.

«Είναι πολύ πιθανό αυτοί που επιτέθηκαν σ’εσάς να πυρπόλησαν και την αγροικία χτες βράδυ.»

Ο Ερίνκαμ συνοφρυώθηκε. «Ποια αγροικία πυρπόλησαν;»

Δεν ήταν παράλογο που δεν το ήξερε. Η πυρπολημένη αγροικία βρισκόταν μακριά από τον καταυλισμό των Ταργκάφλι, κι ο τελευταίος δεν ήταν σε ύψωμα. «Δεν το άκουσες; Έκαψαν μια αγροικία μες στη νύχτα. Νότια της Φέντινκεχ.»

«Και το έκαναν οι ίδιοι που επιτέθηκαν σ’εμάς;» απόρησε ο Ερίνκαμ. «Για ποιο λόγο;»

Οι Ταργκάφλι μπορεί να μην ήταν πραγματικά βάρβαροι αλλά σίγουρα δεν ήταν μαθημένοι στις μεθόδους των «πολιτισμένων». «Δεν είναι προφανές; Οι Ταρσάζιοι ήδη έχουν αρχίσει να λένε ότι εσείς κάψατε την αγροικία.»

«Δεν το κάναμε εμείς, Ανταρλίδα!»

«Το υποπτεύτηκα εξαρχής. Και τώρα που έχω αυτές τις κεφαλές» – τις έκλεισε μέσα στη χούφτα της – «είμαι βέβαιη. Μην περιμένεις, όμως, ότι κανένας Ταρσάζιος θα το πιστέψει έτσι εύκολα.»

«Μα, δεν κάψαμε εμείς την αγροικία!» Ο Ερίνκαμ φαινόταν να εξοργίζεται σταδιακά καθώς συνειδητοποιούσε, επίσης σταδιακά, πόσο άσχημα μπορεί να είχαν μπλέξει όλοι τους.

«Θα προσπαθήσω να βρω την άκρη αυτής της ιστορίας,» του είπε η Ανταρλίδα. «Αλλά θέλω να μου υποσχεθείς ότι θα κρατήσεις την ψυχραιμία σου, και ότι θα ενθαρρύνεις και τον λαό σου να κάνει το ίδιο. Είστε δύο χιλιάδες άνθρωποι, κι αν η κατάσταση ξεφύγει από τον έλεγχο, τα πράγματα θα είναι πολύ άγρια και επώδυνα.»

Ο Ερίνκαμ ξεφύσησε γνέφοντας καταφατικά. «Ναι, το καταλαβαίνω, Ανταρλίδα.» Και ρώτησε: «Ο πατέρας μου δεν το ξέρει αυτό που έγινε τη νύχτα;»

«Υποθέτω πως ώς τώρα θα το έχει πληροφορηθεί, και υποθέτω, επίσης, πως σύντομα θα έρθει να σας μιλήσει.»

«Να του πω όσα μού είπες;»

«Ακριβώς αυτό ήθελα να σου ζητήσω, Ερίνκαμ.»

Ενώ επέστρεφε στον χώρο εκπαίδευσης στα νότια, η Ανταρλίδα αναλογιζόταν το φτιάξιμο των βελοκεφαλών. Δεν ήταν όπως στα συνηθισμένα βέλη του στρατού του Τάρσαζ: εκείνες οι κεφαλές ήταν πιο λεπτές και αιχμηρές, καμωμένες για να τρυπούν ευκολότερα πανοπλίες. Αυτές που είχε η Μαύρη Δράκαινα στην τσέπη της ήταν πιο φαρδιές, και στριφτές στις άκριες, έτσι ώστε να είναι δυσκολότερο να βγάλεις το βέλος από το τραύμα χωρίς να τραυματίσεις τον χτυπημένο ακόμα περισσότερο.

Ποιοι χρησιμοποιούν τέτοια βέλη σε τούτα τα μέρη;

Κεφάλαιο Τριακοστό-Τέταρτο
Η Νιρρώνη

Πήγαμε και βρήκαμε έναν γνωστό του Ταρνάτλο ο οποίος ονομαζόταν Σιλόρφο και εμπορευόταν δηλητήρια από διάφορα μέρη της ζούγκλας. Ήταν αρκετά ομιλητικός μα δεν ήξερε για το δέντρο που του περιέγραψε ο Τάμπριελ· δεν είχε ποτέ του ξανακούσει γι’αυτό, μας είπε – πράγμα που δεν με εξέπληξε και τόσο.

Συνεχίσαμε την αναζήτησή μας αλλού, ρωτώντας μερικούς από τους Βαμμένους. Ο Ταρνάτλο επέμεινε εκείνος να μιλά μαζί τους και, παρότι δεν τον εμπιστευόμουν, αποδείχτηκε καλός. Γνώριζε πώς να συμπεριφερθεί σ’αυτούς τους παράξενους ιθαγενείς της Γης της Φέδλωχ, και δεν μπλέξαμε σε καμια επικίνδυνη κατάσταση. Δυστυχώς, όμως, οι τρεις τους οποίους ρωτήσαμε – ένας κλέφτης8 της φυλής των Κεφαλοκυνηγών της Μαύρης Αλεπούς, ένας μισθοφόρος της φυλής των Έξαλλων Ουρανοσκόπων, και μια χορεύτρια της φυλής των Τρίψυχων Βατράχων των Χαμηλών Ελών – δεν ήξεραν τίποτα για το δέντρο που ψάχναμε.

Φύγαμε από τη Ναριάνημ και πήγαμε, ιππαστί, στην Ελέσνημ, μια πόλη στα δυτικά της. Ο Καπετάνιος Ρολάνταζ δεν ήρθε μαζί μας· δεν απέπλευσε από το λιμάνι της Ναριάνημ επειδή ο Ταρνάτλο τού είπε ότι καλύτερα να έμενε εκεί και να πλήρωνε τον φόρο της Αρχόντισσας Καθάλι. Θα ήμασταν πιο ασφαλείς όλοι μας έτσι, υποστήριξε· ενώ, αν αράζαμε τον Ανεμοφάγο από λιμάνι σε λιμάνι, στο τέλος κάπου θα την πατούσαμε.

Στην Ελέσνημ, μιλήσαμε σε μια Βαμμένη χαρτομάντισσα της φυλής των Φλογόφθαλμων Μυρμηγκοφάγων, σε έναν ιερέα του Θασμούλ-Τα, σε έναν έμπορο ναρκωτικών ουσιών, και σε μια κλέφτρα9. Όλοι τους ήταν περισσότερο ή λιγότερο γνωστοί του Ταρνάτλο, και κανένας τους δεν ήξερε για το δέντρο που ψάχναμε. Η κατάσταση ήταν μάλλον απογοητευτική, αλλά ο Μεγάλος Προφήτης δεν ήταν πρόθυμος να τα παρατήσει. Ήθελε οπωσδήποτε να βρει το δέντρο. Έτσι, αρχίσαμε να ρωτάμε διάφορους ανθρώπους τους οποίους ο Ταρνάτλο δεν ήξερε και τόσο καλά. Και δεν μείναμε μόνο στην Ελέσνημ· κινηθήκαμε προς τα δυτικά, στην Κάρνοφ και στη Ράλφον, χωρίς να απομακρυνόμαστε καθόλου από τις ακτές, καθώς οι ζούγκλες ήταν επικίνδυνες. Περισσότερο επικίνδυνες, δηλαδή, διότι μια φορά ληστές μάς επιτέθηκαν στο δρόμο, τους οποίους, χάρη στους έμπειρους πολεμιστές που είχαμε μαζί μας και χάρη στη Βιβεϊρλώταθ, δεν δυσκολευτήκαμε καθόλου να απωθήσουμε, τολμώ να πω.

Μιλήσαμε σ’έναν έμπορο που πουλούσε ερπετά κλεισμένα σε κλουβιά· σε μια ιέρεια της Φαλκρίνκω που έμενε σε μια σπηλιά πάνω απ’τη θάλασσα και είχε για παρέα ένα μεγάλο χταπόδι· σε έναν μονόφθαλμο Βαμμένο μισθοφόρο από τους Κεφαλοκυνηγούς της Μαύρης Αλεπούς ο οποίος είχε μόλις ξυλοκοπήσει μια πόρνη που είχε προσπαθήσει να τον μαχαιρώσει· σε έναν γέρο-πειρατή που μασουλούσε φύλλα από ένα εθιστικό δέντρο της ζούγκλας και έπαιζε κομπολόι με χάντρες από κόκαλα ανθρώπινων δαχτύλων (οι εχθροί που είχε νικήσει στη νιότη του, όπως περηφανευόταν)· σε δύο δίδυμους χορευτές-ταχυδακτυλουργούς που χόρευαν σε πλατείες και αυλές αρχόντων, και ήταν κι οι δυο τους αλλήθωροι· σε μια εμπόρισσα που είχε δικό της καραβάνι μ’ένα σωρό μισθοφόρους της φυλής των Κίτρινων Κοκαλοφάγων Σφυριχτών, και η οποία απείλησε να ευνουχίσει τον Ταρνάτλο όταν εκείνος άπλωσε άπρεπο χέρι στα πισινά της· σε έναν τυφλό γέροντα που κατοικούσε μέσα σ’ένα πιθάρι και συνεχώς μουρμούριζε τυχαίους αριθμούς και λέξεις που πολλοί ισχυρίζονταν ότι είχαν μαντική σημασία10· σε έναν κουτσό φρουρό που οι φήμες έλεγαν πως ήξερε διάφορα· σε ένα σωρό πανδοχείς και ταβερνιάρηδες και σε πολλές πόρνες, και σε άλλους που δεν κρίνω σκόπιμο να αναφέρω.

Στο τέλος, όπως είναι ευνόητο, αρχίσαμε να τραβάμε την προσοχή περισσότερο ή λιγότερο ύποπτων ανθρώπων που αναρωτιόνταν ποιοι ήταν αυτοί οι παράφρονες οι οποίοι αναζητούσαν ένα δέντρο μέσα στις ζούγκλες. Επίσης, είχε διαδοθεί ότι ένας παράξενος και μυστηριώδης πορφυρόδερμος άντρας ήταν μαζί μας· και πολλοί είχαν καταλάβει ότι δεν μπορεί παρά να επρόκειτο για τον προφήτη που φημολογείτο πως μέχρι στιγμής ήταν στο Τάρσαζ. Μας παρακολουθούσαν, και ο Χάλρεοκ είπε πως ανησυχούσε μη μας στήσουν οι Ιεράρχες καμια παγίδα. Ήταν γνωστό ότι είχαν πράκτορές τους στη Γη της Φέδλωχ.

*
* * *
*

Ο Τάμπριελ καθόταν σ’ένα τραπέζι του πανδοχείου Χρυσόχρωμες Ανταύγειες. Κάπνιζε την πίπα του και έπινε νωχελικά μπίρα από την κούπα του. Είχε την κουκούλα της κάπας του σηκωμένη για να κρύβει στη σκιά το πρόσωπό του· αλλά για τους τακτικούς πελάτες του πανδοχείου, καθώς και για το προσωπικό, αυτό δεν είχε σημασία: είχαν πλέον δει το πορφυρό δέρμα του.

Πριν από λίγο είχε γίνει ένας σεισμός που είχε τραντάξει την τραπεζαρία, κάνοντας τα πιατικά και τα μπουκάλια να τρίξουν και το πολύφωτο να χορέψει πέρα-δώθε στο ταβάνι· έτσι οι πελάτες τώρα ήταν πιο ήσυχοι απ’ό,τι συνήθως. Φοβισμένοι, θα έλεγε κανείς.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που είχαν αισθανθεί σεισμούς στη Γη της Φέδλωχ: τον τελευταίο καιρό, όπως όλοι είχαν παρατηρήσει, ο ένας σεισμός διαδεχόταν τον άλλο. Ακόμα κι οι πιο θαρρετοί παραδέχονταν ότι κάτι παράξενο συνέβαινε. Κάτι που είχε να κάνει με τους θεούς, όχι με τους ανθρώπους. Και οι ναυτικοί, βέβαια, έφερναν ιστορίες από άλλες χώρες: ιστορίες ότι κι εκεί συνέβαιναν επίσης σεισμοί. Το μυστηριώδες φαινόμενο στον ουρανό φταίει! ισχυρίζονταν κάποιοι – έχοντας δίκιο χωρίς να το ξέρουν.

Το «μυστηριώδες φαινόμενο», ο υπερδιαστασιακός στρόβιλος, ήταν γνωστός σε τούτα τα μέρη ως το Ζάρωμα, ή η Αντανάκλαση, αλλά πολλοί το ονόμαζαν και το Ρήγμα, αφού είχε διαδοθεί πλέον παντού από το Βασίλειο Τάρσαζ.

Ο Τάμπριελ είχε αφήσει να εννοηθεί σε πολλές από τις συζητήσεις του ότι η αναζήτησή του για το δέντρο σχετιζόταν με τους σεισμούς, σχετιζόταν με την εύρεση ενός τρόπου για να τους σταματήσει· και έλπιζε ότι τούτο ίσως να παρακινούσε τους ντόπιους να γίνουν πιο ανοιχτοί προς εκείνον. Έλπιζε ότι θα αποτελούσε κίνητρο γι’αυτούς ακόμα και να ψάξουν οι ίδιοι για το δέντρο και να έρθουν να του πουν πού είναι.

Ο Χάλρεοκ τον είχε προειδοποιήσει ότι μ’αυτά που έκανε πιθανώς να τραβούσε την προσοχή των Ιεραρχών· αλλά ο Τάμπριελ πίστευε ότι άξιζε να το ριψοκινδυνέψει. Έτσι κι αλλιώς, όλοι πλέον ήξεραν πως ο πορφυρόδερμος προφήτης του Τάρσαζ ήταν εδώ, στη Φέδλωχ· τι είχε να χάσει; Οι προστάτες που είχε γύρω του ήταν αρκετοί· δολοφόνοι δεν μπορούσαν εύκολα να τον πλησιάσουν αν ήταν λιγάκι προσεχτικός.

Τώρα, βράδιαζε· τα χρώματα του ουρανού σκούραιναν, τα νερά της θάλασσας έμοιαζαν ολοένα και πιο μαύρα, οι άνθρωποι που βάδιζαν κοντά στις αποβάθρες θύμιζαν φιγούρες από θέατρο σκιών. Τα πλοία, μεγάλα και μικρά, αναδεύονταν έντονα στα κύματα.

Ο Τάμπριελ είδε, από το παράθυρο, μια ανθρώπινη μορφή να πλησιάζει τη μισάνοιχτη εξώπορτα του πανδοχείου. Η πόρτα παραμερίστηκε, και μια γυναίκα μπήκε: ούτε κοντή ούτε ψηλή, λευκόδερμη, καστανά μακριά μαλλιά που έπεφταν λυτά στην πλάτη της, φόρεμα γαλάζιο με βαθύ, μυτερό ντεκολτέ και κοντή φούστα, παπούτσια δερμάτινα χωρίς τακούνι που δένονταν στις κνήμες με λουριά. Τα μάτια της ήταν πράσινα και γυαλιστερά, το πρόσωπό της μακρύ, η μύτη της μικρή, τα χείλη της έντονα βαμμένα. Και ήταν όμορφη· αυτό δεν μπορούσε να αμφισβητηθεί.

Κοίταξε τριγύρω για μια στιγμή και μετά βάδισε προς τον Τάμπριελ.

Με ξέρει.

Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι ερχόταν γι’αυτόν. Τα μάτια της ήταν καρφωμένα επάνω του, και του χαμογελούσε, αχνά, λοξά, σαγηνευτικά: ένα χαμόγελο όλο υπονοούμενα. Το βάδισμά της τόνιζε τους γοφούς της· θύμιζε το βάδισμα πόρνης.

Δύο σπαθιά διασταυρώθηκαν ξαφνικά μπροστά της, μ’έναν κουδουνιστό μεταλλικό ήχο.

Η γυναίκα σταμάτησε χωρίς να φανεί ταραγμένη. Εξακολουθούσε να κοιτάζει τον Τάμπριελ και να έχει αυτό το χαμόγελο στα χείλη της.

Δεν είναι μια απλή πόρνη. Και σίγουρα ήρθε προετοιμασμένη εδώ.

«Συμβαίνει κάτι;» ρώτησε. Ήταν φανερό ότι απευθυνόταν στους δύο Ταρσάζιους πολεμιστές που την είχαν σταματήσει, παρότι δεν τους κοίταζε.

«Εσύ θα μας πεις,» της είπε ο Χάλρεοκ ατενίζοντάς την συνοφρυωμένος, καθώς ήταν καθισμένος στην άλλη μεριά του τραπεζιού. «Θέλεις κάτι;»

«Να πλησιάσω τον κόκκινο άντρα. Να δω αν είναι πραγματικός.»

«Ο ‘κόκκινος άντρας’ έχει και όνομα. Και δεν είμαστε πλανόδιος θίασος! Τι θα πει, θες να δεις αν είναι πραγματικός;»

Η γυναίκα γέλασε, και είπε στον Τάμπριελ: «Πάντα έτσι είναι αυτοί; Πώς είναι δυνατόν κάποιος να σε πλησιάσει;»

Ο Τάμπριελ αποκρίθηκε: «Όπως βλέπεις είμαι πραγματικός. Μόνο γι’αυτό ήρθες; Για να μάθεις αν είμαι πραγματικός;» Δεν το πίστευε.

Η γυναίκα ανασήκωσε τους ώμους. «Γιατί όχι; Αλλά ήρθα επίσης για να μάθω αν όντως είσαι μάντης, όπως λένε… και να σου προσφέρω τις υπηρεσίες μου, αν τις επιθυμείς.» Χαμογέλασε, πάλι όλο υπονοούμενα. «Και για άλλον έναν λόγο ακόμα. Τώρα,» άγγιξε τις λεπίδες των σπαθιών εμπρός της, μία λεπίδα με κάθε χέρι, «μπορείτε να πάρετε αυτά τα πράγματα από μπροστά μου, κύριοι;»

Ο Τάμπριελ τούς έκανε νόημα να κατεβάσουν τα όπλα τους, κι εκείνοι υπάκουσαν.

Τα πράσινα μάτια της γυναίκας γυάλισαν καθώς τον ζύγωνε – και τα μάτια όλων των υπόλοιπων ήταν στραμμένα επάνω της: ο Τάμπριελ δεν είχε αμφιβολία πως, αν την έβλεπαν να τραβά όπλο απ’τα ρούχα της, θα τη σκότωναν επιτόπου.

Η γυναίκα ήρθε μπροστά του και, ανοίγοντας τα πόδια της, κάθισε πάνω στους μηρούς του ενώ συνέχιζε να χαμογελά. Αναμφίβολα, είχε την ξεδιαντροπιά και το θράσος πόρνης, συμπέρανε ο Τάμπριελ.

Τα χέρια της άγγιξαν το πρόσωπό του. «Πραγματικά, έχεις κόκκινο δέρμα!» είπε. «Δεν είναι βαφή.»

Ο Τάμπριελ, έχοντας αφήσει την πίπα του στο τραπέζι, έπιασε τους καρπούς της απομακρύνοντας τα χέρια της από την όψη του. «Είπες ότι ήρθες και για έναν ακόμα λόγο. Αλλά δεν ανέφερες ποιος είναι αυτός.»

Το χαμόγελό της πλάτυνε. «Θυμάσαι τα πάντα, ε;»

«Γι’αυτό είσαι ακόμα εδώ,» της είπε αφήνοντας τους καρπούς της.

Η γυναίκα γέλασε κι ακούμπησε τα χέρια της στους ώμους του. «Διαφορετικά, θα με έδιωχνες; Δεν ενδιαφέρεσαι για καμία από τις υπηρεσίες που μπορώ να προσφέρω;»

«Για να έρχεσαι ειδικά εδώ σημαίνει πως θέλεις κάτι συγκεκριμένο· κι ακόμα περιμένω να το ακούσω.» Τα δικά του χέρια ο Τάμπριελ, μην έχοντας πού άλλου να τα βάλει έτσι όπως ήταν καθισμένη επάνω του, τα είχε ακουμπήσει στους μηρούς της. Εξάλλου, σίγουρα είχε συνηθίσει πολλά χέρια να την αγγίζουν. Και – να την πάρουν οι Λάμιες! – η αίσθησή της επάνω του δεν ήταν καθόλου δυσάρεστη· ένιωθε το μόριό του να έχει σκληρύνει και να έχει διπλωθεί μέσα στο παντελόνι του, και ήταν βέβαιος πως το ένιωθε κι εκείνη.

«Γνωρίζω πού είναι το δέντρο που ψάχνεις,» του είπε η γυναίκα.

«Πού είναι;»

«Στις ζούγκλες. Έχω έναν χάρτη που δείχνει τη θέση του.»

«Πού τον βρήκες, και πώς σε λένε;»

«Το όνομά μου είναι Νιρρώνη, και τον χάρτη μού τον άφησε ένας παλιός πελάτης. Πειρατής ήταν.» Ανασήκωσε τον έναν ώμο.

«Ήταν;»

Τα μάτια της γυάλισαν καθώς χαμογελούσε. «Είσαι πολύ παρατηρητικός για καυλωμένος άντρας.»

«Ευχαριστώ,» είπε επίπεδα ο Τάμπριελ.

Το χαμόγελό της βάθυνε. «Ο πειρατής είναι νεκρός. Είχε πάει να ψάξει για έναν θησαυρό θαμμένο κάπου στις ζούγκλες, και δεν ξέρω τι ακριβώς του συνέβη αλλά νομίζω ότι ανθρωποφάγοι τον έφαγαν.»

«Τ’όνομά του;»

«Κασνούλχο.»

Ο Τάμπριελ στράφηκε στον Ταρνάτλο, που καθόταν παραδίπλα παρατηρώντας την πλάτη, τα οπίσθια, και τα πόδια της Νιρρώνης. «Τ’όνομά Κασνούλχο σού λέει τίποτα;»

Ο Ταρνάτλο βλεφάρισε. «Τι πράμα;»

Η Νιρρώνη γέλασε σιγανά κοντά στο αφτί του Τάμπριελ.

«Το όνομα Κασνούλχο σού λέει τίποτα;»

Ο Ταρνάτλο ένευσε. «Αμέ, πώς δε μου λέει. Ένας πειρατής. Χάθηκε πριν από καμια δεκαετία.»

«Πέντε χρόνια,» είπε η Νιρρώνη, αρκετά δυνατά για να την ακούσει.

«Τον ήξερες;» ρώτησε ο Ταρνάτλο.

«Ναι.»

«Σε ήξερε κι αυτός;»

Η Νιρρώνη τον λοξοκοίταξε, μοιάζοντας διασκεδασμένη. «Ναι.»

«Και γιατί σου άφησε τον χάρτη του;» Ο Τάμπριελ ήταν που μίλησε τώρα.

Η Νιρρώνη γύρισε πάλι για να τον κοιτάξει. «Τον ξέχασε στο δωμάτιό μου. Αλλά, πιο πριν, μου είχε πει έναν μύθο για ένα δέντρο, καθώς και ότι ο χάρτης οδηγεί στο δέντρο αυτό.»

«Ο μύθος;»

Ο Νιρρώνη μόρφασε. «Δεν τον θυμάμαι πια. Πέντε χρόνια έχουν περάσει. Έχει να κάνει, όμως, με κάτι το ιερό. Δηλαδή, νομίζω ότι το δέντρο πρέπει να θεωρείται ιερό από κάποια φυλή της ζούγκλας.»

«Μπορώ να δω τον χάρτη;»

«Εννοείται πως δεν τον έχω μαζί μου! Αν με πληρώσεις, όμως, είναι δικός σου. Κι αν με πληρώσεις κι άλλο, είναι δικές σου κι οι υπηρεσίες μου.»

«Δεν παίρνεις τίποτα αν δεν δω πρώτα τον χάρτη. Φέρτον εδώ και το συζητάμε. Δεν πρόκειται να σε ληστέψουμε μες στο πανδοχείο.»

«Εντάξει.» Η Νιρρώνη σηκώθηκε από πάνω του, στρώνοντας το φόρεμά της. «Θα τον φέρω,» δήλωσε ευδιάθετα. Και, καθώς έφευγε, το γόνατό της τρίφτηκε στο εσωτερικό του μηρού του.

«Δε μου μοιάζει άτομο εμπιστοσύνης,» μούγκρισε ο Χάλρεοκ, όταν εκείνη είχε βγει απ’το πανδοχείο.

«Μάγκα μου,» είπε ο Ταρνάτλο, «αν δε σου κάνει εσένα, τη θέλω εγώ.» Και ήπιε κρασί από την κούπα του.

Ο Τάμπριελ είπε στον Χάλρεοκ: «Ας περιμένουμε να δούμε τον χάρτη της, πρώτα. Εν τω μεταξύ, φώναξε τον Καλέφραζ να κατεβεί. Ξέρει από χάρτες.»

Ο Χάλρεοκ ένευσε και ανέβηκε τη σκάλα του πανδοχείου.

Ο Ταρνάτλο ρουθούνισε. «Τι να ξέρει αυτός, ρ’αδελφέ; Δεν έχει ιδέα από τούτα τα μέρη.»

Όταν η Νιρρώνη επέστρεψε, τους βρήκε να την περιμένουν στο ίδιο τραπέζι, αλλά τώρα μαζί με τον Καλέφραζ. Και ο Τάμπριελ παρατήρησε ότι η γυναίκα πρόσεξε την παρουσία του καινούργιου ατόμου· τα μάτια της κινήθηκαν φευγαλέα προς το μέρος του.

Δεν μπορεί να είναι μονάχα μια πόρνη. Αποκλείεται.

Μέσα από το ντεκολτέ του φορέματός της τράβηξε μια τυλιγμένη περγαμηνή και την έδωσε στον Τάμπριελ. Ύστερα κάθισε στο αριστερό του γόνατο, ακουμπώντας το χέρι της στους ώμους του.

Εκείνος ξετύλιξε την περγαμηνή, απλώνοντάς την στο τραπέζι.

Ήταν πράγματι ένας χάρτης. Έδειχνε τη Ράλφον και τις ζούγκλες στα ανατολικά της· κι εκεί μέσα ένα Χ ήταν ζωγραφισμένο. Δίπλα του, τα γράμματα έλεγαν, στην Οικουμενική: Ιερό Δέντρο.

«Αυτός, λοιπόν, είναι ο χάρτης, ε;» είπε ο Τάμπριελ γυρίζοντας το κεφάλι για να κοιτάξει τη Νιρρώνη.

«Ναι. Δεν ξέρω αν είναι σωστός, έτσι; Δεν έχω πάει η ίδια να δω αν όντως υπάρχει το δέντρο.»

Ο Καλέφραζ, εν τω μεταξύ, είχε αρχίσει να κοιτάζει την περγαμηνή από κοντά, χρησιμοποιώντας έναν μεγεθυντικό φακό, ενώ συγχρόνως τα δάχτυλά του την άγγιζαν επίμονα.

«Τι βλέπεις εκεί, ρε μάστορα;» είπε, κάπως ειρωνικά, ο Ταρνάτλο. «Καλός σού φαίνεται;»

«Εξαιρετική δουλειά,» αποκρίθηκε ο Καλέφραζ, συνεχίζοντας να κοιτάζει και να πασπατεύει την περγαμηνή.

Η Νιρρώνη φίλησε το αφτί του Τάμπριελ, ψιθυρίζοντάς του: «Θ’αγοράσεις, λοιπόν; Εγώ, πάντως, δίνω ό,τι θέλεις…» Το χέρι της που δεν ήταν στους ώμους του είχε γλιστρήσει μέσα στην τουνίκα του, αγγίζοντας το στέρνο του… και το αργυρό, λαξευτό περιδέραιο εκεί. «Ωραίο κόσμημα,» παρατήρησε η Νιρρώνη τραβώντας το έξω και κοιτάζοντας μ’ενδιαφέρον τη Βιβεϊρλώταθ να κινείται μέσα στον ημιδιαφανή λίθο στο κέντρο του δίσκου. «Τι πέτρα είν’αυτή;»

«Καλέφραζ,» ρώτησε ο Τάμπριελ παίρνοντας τον δίσκο απ’τα χέρια της και κρύβοντάς τον πάλι μέσα στην τουνίκα του, «τι λες; Πάμε να μιλήσουμε;»

Ο Γραμματικός κοίταξε για λίγο ακόμα την περγαμηνή και μετά είπε: «Πάμε.»

*

Ο Τάμπριελ και ο Καλέφραζ ανέβηκαν στο δωμάτιο τους, κι έπειτα ξανακατέβηκαν στην τραπεζαρία του πανδοχείου.

«Θα τον πάρουμε τον χάρτη σου,» είπε ο πρώτος στη Νιρρώνη που είχε καθίσει στη θέση του. «Πόσο τον δίνεις;»

«Διακόσια λουριά.»

«Τσιμπημένη τιμή για έναν χάρτη που δεν ξέρουμε αν θα μας οδηγήσει εκεί που θέλουμε,» παρατήρησε ο Χάλρεοκ.

«Είναι πολύ σπάνιος!»

Ο Τάμπριελ ακούμπησε μπροστά της ένα βαλάντιο γεμάτο νομίσματα. «Σου φτάνουν αυτά;»

Η Νιρρώνη το άνοιξε και, αδειάζοντάς το σταδιακά, τα μέτρησε. «Είναι παραπάνω,» είπε γυρίζοντας να κοιτάξει τον Τάμπριελ. «Αρκετά παραπάνω.»

«Είπες ότι θα πρέπει να πληρώσω επιπλέον για τις υπηρεσίες σου.»

Εκείνη μειδίασε. «Και πάλι είναι παραπάνω.»

«Δεν πειράζει,» είπε ο Τάμπριελ τυλίγοντας τον χάρτη μέσα στα χέρια του.

Η Νιρρώνη έβαλε γρήγορα τα νομίσματα στο σακούλι και το έδεσε. Σηκώθηκε από την καρέκλα. «Είμαι δική σου για τη νύχτα. Για τρεις νύχτες, αν θες να μάθεις πόσο παραπάνω με πλήρωσες.»

Ο Τάμπριελ πέρασε το χέρι του γύρω από τη μέση της και τη φίλησε, πιέζοντάς την επάνω του. «Έλα,» της είπε, και την οδήγησε προς τη σκάλα του πανδοχείου.

Όταν οι δυο τους είχαν φύγει, ο Χάλρεοκ είπε στον Ταρνάτλο: «Οι γυναίκες του είδους της σπάνια κυκλοφορούν μόνες. Κάποιος δικός της άνθρωπος πρέπει νάναι εδώ.»

Ο Ταρνάτλο δεν διαφώνησε, ούτε μίλησε. Ήταν τσαντισμένος που ο Τάμπριελ είχε πάρει τη Νιρρώνη· νόμιζε ότι θα έπαιρνε μόνο τον χάρτη και θ’άφηνε τη γυναίκα για κανέναν άλλο. Δεν τον είχε ξαναδεί να πηγαίνει με πόρνες όσο ταξίδευαν.

Ο Χάλρεοκ συνέχισε: «Γνωρίζει τον πανδοχέα, μήπως;»

«Δεν ξέρω, ρε φίλε. Δεν τα ξέρω καλά τούτα τα μέρη, όπως ήξερα τη Ναριάνημ. Ίσως και να τον γνωρίζει, να πούμε.»

Ο Χάλρεοκ κοίταξε γύρω-γύρω, στα άλλα τραπέζια, να δει μήπως κανένας τούς παρακολουθούσε.

Τότε, όμως, ο Καλέφραζ καθάρισε ηχηρά το λαιμό του καθώς ήταν καθισμένος στην καρέκλα του Τάμπριελ.

Ο Χάλρεοκ στράφηκε να τον κοιτάξει. «Τι είναι;»

«Πρέπει να σας πω κάτι.» Και έκανε νόημα και στον Αλίρκωπ και στη Χιρκόμο να πλησιάσουν, γιατί βρίσκονταν σ’ένα άλλο τραπέζι, παραπέρα.

*

Η Νιρρώνη ήταν πεπειραμένη και παιχνιδιάρα, κι έδειχνε να απολαμβάνει τη δουλειά της – μαζί του τουλάχιστον· αν και ο Τάμπριελ δεν μπορούσε να πει ότι είχε και τόσο μεγάλη εμπειρία στις γυναίκες ώστε να κρίνει αν προσποιείτο ή όχι. Τον έβαλε να τη γδύσει με τέτοιο τρόπο που τα ρούχα έμοιαζαν να φεύγουν σαν δεύτερο δέρμα από πάνω της, γλιστρώντας με ελάχιστη αντίσταση· και, συγχρόνως, γελούσε από βαθιά μέσα στο λαιμό της. Μετά, εκείνη έβγαλε τα δικά του ρούχα με γρήγορες, απότομες κινήσεις· τα δάχτυλά της πίεσαν τη στύση του κάνοντάς τον να μουγκρίσει· έπιασε το περιδέραιό του και το τράβηξε απ’το λαιμό του, το πέρασε γύρω απ’τον δικό της λαιμό, αφήνοντάς το να κρεμαστεί πάνω στα ξαναμμένα στήθη της. Ο Τάμπριελ τη συνέθλιψε μέσα στην αγκαλιά του, φιλώντας και δαγκώνοντας το γυμνό σώμα της σαν θηρίο. Εκείνη γελούσε και μούγκριζε, και είπε Ποτέ ξανά δεν είχα καβαλήσει ένα τόσο κόκκινο άλογο! όταν άρχισε να χορεύει επάνω του.

Μετά από λίγο, κι οι δυο τους έφτασαν σε κορύφωση κάνοντας το κρεβάτι να τρίξει άγρια από κάτω τους.

Ξάπλωσαν λαχανιασμένοι.

Δεν υπήρχε φωτισμός στο δωμάτιο εκτός από το αχνό φεγγαρόφωτο που έμπαινε από το παράθυρο. Μαβί φως κυρίως, από τον Ιώδη.

Κανένας δε μιλούσε· μονάχα οι αναπνοές τους ακούγονταν.

Έπειτα, η Νιρρώνη ρώτησε: «Είσαι όντως μάντης, όπως λένε;»

«Όχι ακριβώς όπως λένε.»

«Τι πάει να πει αυτό;»

«Ούτε εσύ είσαι ό,τι δείχνεις.»

«Κανένας δεν είναι ό,τι δείχνει.»

Γύρισε στο πλάι για ν’αγγίξει το δεξί της στήθος. «Δεν είναι τούτη η μοναδική σου δουλειά.» Ήταν μεγάλο και σφιχτό μέσα στη χούφτα του.

«Επειδή είσαι μάντης το ξέρεις αυτό;»

«Ναι.»

«Και τι άλλη δουλειά κάνω;» τον προκάλεσε.

«Νομίζω πως πρέπει να αναλαμβάνεις διάφορες δουλειές. Ως κατάσκοπος, ίσως;»

Την αισθάνθηκε να τσιτώνεται πλάι του. Την αισθάνθηκε να γυρίζει, και τα χείλη της φίλησαν τα χείλη του, η γλώσσα της χώθηκε μέσα στο στόμα του. Ύστερα, του ψιθύρισε: «Μ’έστειλαν λοιπόν να σε κατασκοπεύσω; Τι θέλεις να τους πω;»

«Πες τους άλλη φορά, όταν προσπαθούν να κάνουν κάποιον να πιστέψει ότι ένας χάρτης είναι φτιαγμένος πριν από πέντε χρόνια, καλύτερα να μην τον έχουν εκείνοι φτιάξει προχτές.»

«…Τι πράγμα;» κόμπιασε η Νιρρώνη.

«Ποιος σ’έβαλε να μου δώσεις αυτόν τον χάρτη;»

Απότομα, η Νιρρώνη πήρε καθιστή θέση πάνω στο κρεβάτι. «Δεν ξέρεις τι λες! Εσύ δε συμφώνησες να τον αγοράσεις; Τι μου λες τώρα;» Είχε αναστατωθεί.

Ο Τάμπριελ ανασηκώθηκε πλάι της. «Ο χάρτης σου είναι ψεύτικος. Δεν φτιάχτηκε πριν από χρόνια. Φτιάχτηκε πριν από μέρες.»

«Εντάξει, αν δε θες μην τον πάρεις.» Η Νιρρώνη σηκώθηκε απ’το κρεβάτι. «Πάρε και τα λεφτά σου πίσω και δος μου τον χάρτη, ίσως κάποιος άλλος να ενδιαφέρ–»

Ο Τάμπριελ την έπιασε απ’τον καρπό, τραβώντας την πίσω, στο κρεβάτι. «Ποιος σ’έβαλε να μου τον πουλήσεις;»

«Κανένας! Πάρε τα λεφτά σου κι άσε με!»

Ο Τάμπριελ, όμως, συνέχιζε να σφίγγει τον καρπό της. «Σε ρωτάω ξανά–»

Ο αγκώνας της τον χτύπησε στο διάφραγμα, και η Νιρρώνη πετάχτηκε πάνω. Έσκυψε για να μαζέψει τα ρούχα της από το πάτωμα. Τα κράτησε στην αγκαλιά της και πήγε προς την πόρτα–

Το χέρι του Τάμπριελ απλώθηκε και την άρπαξε απ’τον αστράγαλο σωριάζοντάς την κάτω. Μια ακούσια κραυγή βγήκε απ’τα χείλη της· προσπάθησε να γυρίσει, και η άλλη της φτέρνα τον χτύπησε, όχι τυχαία, στο πλάι του κεφαλιού, βίαια. Ο Τάμπριελ είδε χρώματα να χορεύουν μπροστά στα μάτια του. Η σκύλα ήξερε να πολεμά! Όχι σαν Μαύρη Δράκαινα, σίγουρα, αλλά ήξερε. Δεν άφησε, όμως, το χτύπημα στο κεφάλι να τον παραλύσει: προτού η Νιρρώνη σηκωθεί απ’το πάτωμα, πήδησε πάνω της πλακώνοντάς την. Και το χέρι του έκλεισε το στόμα της μόλις εκείνη έκανε να ουρλιάξει.

Το περιδέραιο βρισκόταν ακόμα στο λαιμό της, και ο Τάμπριελ είδε το πολυεδρικό πετράδι του να γυαλίζει καθώς η Βιβεϊρλώταθ σάλευε εντός του, ανήσυχα, καταλαβαίνοντας ότι ο αφέντης της είχε μπλέξει. Η θεά, όμως, ήταν πολύ άγρια· αν την ελευθέρωνε, ίσως η δύναμή της να σκότωνε τη Νιρρώνη, κι αυτό δεν το ήθελε. Όχι, τουλάχιστον, προτού μάθει ποιος την είχε στείλει.

Η Νιρρώνη τού δάγκωσε την παλάμη, τρυπώντας το δέρμα του. Ο Τάμπριελ γρύλισε και τη χαστούκισε δυνατά. Το χέρι της προσπάθησε ν’αρπάξει τους όρχεις του, αλλά εκείνος έκανε πίσω και, καθώς ήταν ζαλισμένη, τα δάχτυλά της έκλεισαν επάνω στις τρίχες του – και τις τράβηξαν, ξεριζώνοντας αρκετές. Ο Τάμπριελ μούγκρισε και τη χαστούκισε ξανά, δυνατότερα. Αίμα πετάχτηκε απ’τη μύτη της, βάφοντας το πρόσωπό της.

«Μα τις Λάμιες, θα σε σκοτώσω! Πες μου ποιος σ’έστειλε να μου δώσεις αυτό τον καταραμένο χάρτη, και η ιστορία θα τελειώσει εδώ – σ’το υπόσχομαι. Θα είναι λες και δεν σε ξέρω. Αλλά μόνο αν μου πεις!»

Η Νιρρώνη ήταν λαχανιασμένη, και έφτυνε αίμα. Δάκρυα γυάλιζαν στα μάτια της. «Δεν έχω τίποτα εναντίον σου,» του είπε. «Είχα μονάχα ακούσει για σένα.»

«Δεν είπα ότι έχεις κάτι εναντίον μου. Θέλω όμως να μάθω ποιος σε πλήρωσε να μου δώσεις τον χάρτη.»

Η Νιρρώνη ξεροκατάπιε. «Άσε με να σηκωθώ. Θα σου πω.»

«Μην προσπαθήσεις να φύγεις,» την προειδοποίησε ο Τάμπριελ, και πήρε το περιδέραιο απ’το λαιμό της. Σηκώθηκε από πάνω της και τη βοήθησε κι εκείνη να σηκωθεί.

Η Νιρρώνη έτρεμε σύγκορμη, τώρα που η πάλη τους είχε τελειώσει.

Ο Τάμπριελ άναψε μια λάμπα, και της έδωσε ένα μαντήλι για να σκουπιστεί. Μετά γέμισε δύο κύπελλα με κρασί, ένα για εκείνη κι ένα για τον εαυτό του.

«Ευχαριστώ,» είπε η Νιρρώνη και ήπιε το μισό κύπελλο, καθισμένη στην άκρια του κρεβατιού.

Ο Τάμπριελ είχε καθίσει στο αντικρινό κρεβάτι – το κρεβάτι του Καλέφραζ – και την παρατηρούσε, περιμένοντάς τη να του πει για τον εργοδότη της.

«Ένας άντρας ήρθε και με βρήκε. Δεν τον έχω ξαναδεί· δεν πρέπει νάναι από τούτα τα μέρη. Έμοιαζε με τους άλλους που είναι μαζί σου: αυτούς από το Τάρσαζ.»

Ο Τάμπριελ συνοφρυώθηκε. Άνθρωπος του Πρωθιερέα; Του Αριστερού Χεριού; «Πώς τον έλεγαν;»

«Δε μου είπε τ’όνομά του.» Περιέγραψε την εμφάνισή του, όμως.

Δε μου θυμίζει κάτι, σκέφτηκε ο Τάμπριελ, και της έκανε νόημα να συνεχίσει.

Η Νιρρώνη στράγγισε το κύπελλό της. «Με πλήρωσε. Καλά λεφτά. Τρακόσια λουριά. Μου είπε ότι ήθελε να φτιάξω έναν πλαστό χάρτη που υποτίθεται πως οδηγεί στο δέντρο που ψάχνεις αλλά στην πραγματικότητα οδηγεί σ’ένα πολύ επικίνδυνο μέρος της ζούγκλας. Του απάντησα ότι αυτό εύκολα μπορούσε να γίνει.»

«Πού οδηγεί ο χάρτης σου, λοιπόν;»

«Σ’ένα μέρος μ’ανθρωποφάγους.»

«Και τι είσαι, τελικά; Πόρνη σίγουρα είσαι. Είσαι και… κατάσκοπος, όπως υπέθεσα;»

Η Νιρρώνη μειδίασε, μοιάζοντας να έχει αρχίσει να επανακτά το τουπέ της. «Κατάσκοπος… Δεν ξέρω αν είμαι κατάσκοπος. Κάνω διάφορες επικίνδυνες δουλειές που άλλοι δεν τις κάνουν. Έχω ανοίξει τη δευτερεύουσα πύλη ενός οχυρού για να εισβάλουν πειρατές, και έχω δηλητηριάσει έναν επικίνδυνο πειρατή μέσα στην καμπίνα του πλοίου του, καταφέρνοντας μετά να γλιτώσω από το πλήρωμά του. Κι αυτά δεν είναι τα μόνα που έχω κάνει.»

Ο Τάμπριελ ήπιε μια γουλιά κρασί από το κύπελλό του, παρατηρώντας την. Τοπική Μαύρη Δράκαινα… με τη διαφορά ότι οι Μαύρες Δράκαινες δεν ήταν τόσο ερωτικές.

«Κι εσύ,» είπε η Νιρρώνη, «δε χαμογελάς ποτέ, ε;»

Ο Τάμπριελ χαμογέλασε. «Το βρήκες.»

Η Νιρρώνη αναστέναξε. «Να πηγαίνω τώρα.» Σηκώθηκε απ’το κρεβάτι.

«Ούτε που να το σκέφτεσαι.»

Τα μάτια της γυάλισαν.

«Θέλω να με πας στον εχθρό μου,» της είπε.

Κεφάλαιο Τριακοστό-Πέμπτο
Αιματηρός Διαπληκτισμός

Η Συνοδός του Μεγάλου Προφήτη μάς εντυπωσίασε από τότε που ανακαλύψαμε τις πολεμικές της ικανότητες, αλλά και τις ικανότητές της να καταστρώνει σχέδια και να καταλαβαίνει τα κρυφά σχέδια των άλλων. Ήμασταν τυχεροί που είχε μείνει στο Τάρσαζ και δεν είχε έρθει μαζί μας, στη Γη της Φέδλωχ, γιατί στο Βασίλειο νομίζω ότι τη χρειάζονταν περισσότερο.

Ορισμένες φορές αναρωτιέμαι: δεν έχει καθόλου αδυναμίες;

*
* * *
*

Ο Βασιλικός Αλχημιστής άναψε το φυτίλι, και απομακρύνθηκαν γρήγορα απ’το κανόνι. Αυτή τη φορά, όμως, πραγματικά δεν υπήρχε λόγος. Το όπλο δεν εξερράγη, ούτε πετάχτηκε τόσος πολύς καπνός. Μ’έναν ισχυρό κρότο, το βλήμα εκτοξεύτηκε απ’την κάννη του και διέλυσε τον κορμό ενός δέντρου αντίκρυ, σωριάζοντάς το στη γη.

«Λειτουργεί!» αναφώνησε ο Βόρχαμ ευχαριστημένα. «Χα-χα-χα! Λειτουργεί!»

Η Ανταρλίδα μειδίασε. Κάνει σαν παιδάκι, παρατήρησε. Πράγμα το οποίο δεν ταίριαζε καθόλου με την όλη του εμφάνιση.

Η Κελνίχηβ δεν χαμογελούσε, ούτε φώναζε. Τα μάτια της, όμως, γυάλιζαν, κι αναμφίβολα από το μυαλό της περνούσε πόσο χρήσιμο θα ήταν το Μεγάλο Όπλο εναντίον των εχθρών του Βασιλείου.

Η Ανταρλίδα αναρωτήθηκε και τι άλλο μπορεί να περνούσε απ’το μυαλό της. Οι δικοί σου πράκτορες είναι που προσπαθούν να σπείρουν διχόνοια ανάμεσα στους Ταργκάφλι και στους ανθρώπους του Τάρσαζ; Η Μαύρη Δράκαινα δεν είχε ακόμα καταφέρει να βρει σε ποιους ανήκαν τα εμπρηστικά βέλη.

Ο Βόρχαμ είπε: «Πρέπει να το ανακοινώσουμε στη Βασίλισσα! Αλλά πρώτα,» πρόσθεσε, «θα το δοκιμάσουμε ακόμα μία φορά. Ανταρλίδα, βοήθησέ με να βάλω άλλο ένα βλήμα στο Μεγάλο Όπλο.»

Η Ανταρλίδα τον βοήθησε. Ύστερα πρόσθεσαν εκρηκτική ύλη, έστρεψαν την κάννη του κανονιού προς έναν βράχο, και άναψαν το φυτίλι.

Το Μεγάλο Όπλο πυροβόλησε, αντηχώντας μέσα στην ανοιχτή πεδιάδα, και η φωτιά που πετάχτηκε απ’την κάννη του φώτισε προς στιγμή το σούρουπο.

Ο βράχος διαλύθηκε σε θραύσματα.

Ο Βόρχαμ αναφώνησε πάλι – μια άναρθρη κραυγή.

Η Κελνίχηβ είπε: «Έκανες καλή δουλειά, Αλχημιστή. Η Βασίλισσα είμαι βέβαιη πως θα το εκτιμήσει ιδιαιτέρως.»

*

Και η Βασίλισσα, όντως, το εκτίμησε ιδιαιτέρως. Την επόμενη κιόλας ημέρα πρόσταξε να αρχίσουν να ετοιμάζονται μαζικά Μεγάλα Όπλα στα μεταλλουργεία, για να χρησιμοποιηθούν στον πόλεμο. Ήταν ενθουσιασμένη. «Δε θα χρειάζεται πλέον να φοβόμαστε την Κοινωνία,» είπε στην Αυλή της. «Δε θ’αποτελεί απειλή για εμάς!»

Η Ανταρλίδα αναρωτήθηκε αν η Βασίλισσα είχε ξεχάσει ότι ο Τάμπριελ είχε προδεί πως και οι Ιεράρχες θα έφτιαχναν πυροβόλα όπλα. Δεν είχε νόημα, όμως, να της το θυμίσει τώρα. Εφόσον βρίσκονταν σε περίοδο πολέμου, καλύτερα το ηθικό των Ταρσάζιων να ήταν ανεβασμένο.

Και καλύτερα να μην έχουν εσωτερικές διαμάχες, σκεφτόταν μετά, καθώς εκπαίδευε τους Ταργκάφλι και τους πολεμιστές της Βασίλισσας συγχρόνως. Δεν το έχουν αναλογιστεί αυτό εκείνοι που προσπαθούν να δημιουργήσουν διχόνοια; Ακόμα κι αν οι Ταργκάφλι είναι «βάρβαροι» σύμφωνα με τα κριτήριά τους, καλύτερα να είναι βάρβαροι που βρίσκονται στο πλευρό τους και εναντίον της Κοινωνίας, παρά βάρβαροι που είναι εχθροί τους και μέσα στο ίδιο τους το Βασίλειο–

Εκτός αν…

Μια καινούργια σκέψη πέρασε απ’το μυαλό της. Μια καινούργια ιδέα. Κάτι που δεν είχε σκεφτεί καθόλου πριν. Θα μπορούσε κάποιος εξωτερικός παράγοντας να θέλει να προκαλέσει τη διχόνοια; Όπως, ας πούμε, ο Μέγας Ιεράρχης;

Η Παντοκράτειρα έτσι δε θα έκανε; Ναι, σίγουρα έτσι θα έκανε. Προτού επιτεθεί, θα προσπαθούσε να προκαλέσει εσωτερικά προβλήματα ώστε η χώρα να είναι πλήρως αποδιοργανωμένη.

Η Ανταρλίδα, όμως, δεν μπορούσε να είναι βέβαιη πως ο Ιεράρχης έφταιγε. Χρειαζόταν κι άλλα στοιχεία.

Να πάρει! Γιατί να μην τα έχω καλά με την Κελνίχηβ; Έχει στη διάθεσή της ολόκληρο δίκτυο κατασκόπων. Αν τα είχα καλά μαζί της, θα μπορούσαμε να συνεργαστούμε σ’αυτή την υπόθεση, να μάθουμε την αλήθεια.

Αν, όμως, κάνω λάθος και το Αριστερό Χέρι είναι που θέλει να προκαλέσει τα προβλήματα;…

Μπορεί να είναι τόσο ηλίθια, μα τα κέρατα του Κάρτωλακ; Είναι δυνατόν;

Η Ανταρλίδα παρέμεινε αναποφάσιστη.

*

Οι Ταργκάφλι δεν ήταν περιορισμένοι στον καταυλισμό τους. Μπορεί να κατοικούσαν εκεί – αφού η Φέντινκεχ ήταν αδύνατο να φιλοξενήσει δύο χιλιάδες ανθρώπους έτσι ξαφνικά – αλλά έμπαιναν κι έβγαιναν στην πρωτεύουσα του Βασιλείου ελεύθερα. Κατόπιν διαταγής της Βασίλισσας, κανένας δεν τους εμπόδιζε. Ήταν έμπιστοι του Προφήτη, και οι Ταρσάζιοι όφειλαν να τους σέβονται όπως και τους συμπολίτες τους.

Οι Ταργκάφλι, λοιπόν, είχαν αναπτύξει μια κάποια δραστηριότητα εντός της πόλης. Στην Αρένα έβαζαν στοιχήματα, και ορισμένοι μάλιστα πολεμούσαν – με αρκετή επιτυχία. Στη Μεγάλη Αγορά και στη Λιμαναγορά εμπορεύονταν αντικείμενα και ζώα, ή απλά έκαναν βόλτα και αγόραζαν. Ακόμα και στο Θέατρο των Φεγγαριών τούς είχαν δει να πηγαίνουν για να παρακολουθήσουν παραστάσεις – και ορισμένοι αριστοκράτες είχαν διαμαρτυρηθεί στη Βασίλισσα γι’αυτό, αλλά εκείνη δεν είχε ικανοποιήσει το αίτημά τους να απαγορευτεί η είσοδος στο Θέατρο για τους Ταργκάφλι. Η ίδια η Παμράνεχ είχε πάει μια βραδιά εκεί μαζί με τον Ο’Μάλζεκ Χάλρικ, τη σύζυγό του, και τα μικρά του παιδιά που διέμεναν στο Βασιλικό Παλάτι. (Οι κακές γλώσσες ακόμα έλεγαν ότι ήταν εραστής της. Η σύζυγός του, άραγε, το ήξερε αυτό; αναρωτιόταν η Ανταρλίδα.)

Στο Ναό του Μαράνχαλωμ, ωστόσο, δεν επιτρεπόταν να πατήσει το πόδι του κανένας Ταργκάφλι. Ο Πρώτος Αρχιερέας το είχε απαγορεύσει, και ο Πρωθιερέας είχε δηλώσει πως, αν έπιαναν Ταργκάφλι να μπαίνει στο Ναό, θα τον εκτελούσαν. (Όχι κι ο καλύτερος τρόπος για να κάνει κανείς φίλους, όφειλε να παραδεχτεί η Ανταρλίδα.) Οι Ταργκάφλι, μη θέλοντας να προκαλέσουν τους οικοδεσπότες τους, δεν πλησίαζαν καθόλου τον Ναό του Μαράνχαλωμ, ούτε εξ αποστάσεως· δεν τον κοίταζαν καν.

Τα πράγματα θα μπορούσαν να ήταν χειρότερα. Πολύ χειρότερα. Και, δυστυχώς, αυτό που μπορεί να συμβεί πολλές φορές έχει την τάση να συμβαίνει. Έτσι, ένας καβγάς ξέσπασε ανάμεσα στους Ταργκάφλι και σε μερικούς Ταρσάζιους, σ’ένα πανδοχείο της Μεγάλης Αγοράς που ονομαζόταν «Η Φωλιά της Καρδερίνας».

Ένας άγριος καβγάς.

Αίμα χύθηκε στα τραπέζια και στο πάτωμα. Και μέσα στους Ταρσάζιους που ενεπλάκησαν ήταν κι ένας γνωστός ευγενής και η παρέα του. Ο ευγενής τραυματίστηκε στα πλευρά, από λεπίδα. Κάποιος από την παρέα του σκοτώθηκε καθώς, αφού κι εκείνος τραυματίστηκε, τον ποδοπάτησαν. Ένας απ’τους Ταργκάφλι επίσης έχασε τη ζωή του, και η φρουρά μάζεψε τους υπόλοιπους και τους έκλεισε στις φυλακές.

Το παλάτι αναστατώθηκε μες στη νύχτα. Φωνές αντηχούσαν στους διαδρόμους και στις αίθουσες του, προερχόμενες κυρίως από την Αίθουσα του Αργυρόντυτου Θρόνου. Η Αυλή συγκεντρωνόταν άρον-άρον.

Η Ανταρλίδα βγήκε απ’τα διαμερίσματά της και ακολούθησε τις φωνές για να φτάσει στην πηγή τους. Έτυχε να βρεθεί κοντά στη Γιλράνιχ, μέσα στο πλήθος που είχε συγκεντρωθεί στην Αίθουσα του Θρόνου, και τη ρώτησε τι είχε συμβεί. Ο σύζυγός της, ο Ερβάδαζ, βρισκόταν μακριά από εδώ, πιο βαθιά μέσα στο πλήθος και πιο κοντά στον Αργυρόντυτο Θρόνο όπου καθόταν η Βασίλισσα Παμράνεχ.

Η Γιλράνιχ είπε στην Ανταρλίδα για τον αιματηρό καβγά στη Φωλιά της Καρδερίνας. Εκείνη θέλησε να μάθει γιατί είχε συμβεί κάτι τέτοιο, αλλά η Γιλράνιχ δε γνώριζε λεπτομέρειες: «κι εμένα τώρα μου το είπαν,» εξήγησε.

Η Ανταρλίδα στράφηκε προς τη μεριά κάποιου που ούρλιαζε, εξοργισμένος. «Απαράδεκτο!» έλεγε. «Απαράδεκτο! Οι βάρβαροι πρέπει να διωχτούν! Να διωχτούν! Παραλίγο να σκοτώσουν το παιδί μου!»

«Ησυχία!» φώναζε η Παμράνεχ. «Παρακαλώ, ησυχία, να καταλάβουμε τι έγινε!» Αλλά η φωνή της χανόταν μέσα στον χαλασμό που επικρατούσε.

«ΗΣΥΧΙΑ!» βροντοφώναξε ο Πρίγκιπας Μάρνεζ. «Δεν ακούτε τη Βασίλισσά σας; ΗΣΥΧΙΑ!» Η κατάμαυρη όψη του ήταν πιο άγρια από ποτέ άλλοτε. Και πίσω του η Ανταρλίδα μπορούσε να διακρίνει την Κελνίχηβ, μισοκρυμμένη στις σκιές, στα άκρα της αίθουσας.

Οι φωνές του Πρίγκιπα κατάφεραν να επιβάλλουν μια κάποια τάξη.

«Μας επιτέθηκαν, Άρχοντά μου!» είπε μια ξανθιά νεαρή γυναίκα.

Ο Μάρνεζ στράφηκε στο μέρος της. «Ήσουν εκεί;»

«Ναι. Οι βάρβαροι μάς χίμησαν σαν άγρια θηρία, χωρίς να τους πειράξουμε καθόλου!»

«Δεν είναι δυνατόν!» είπε ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ.

«Σκασμός, βάρβαρε! Σκασμός!» ούρλιαξε σαν να τον έπνιγαν ο ευγενής που φώναζε και πριν. Πρέπει να ήταν πενηντάρης, και είχε γκρίζα μαλλιά και μούσια· τα μάτια του ήταν κατάμαυρα. «Φύγε από δω πέρα! Δεν έχεις θέση εδώ!»

Ορισμένοι άλλοι φώναξαν συμφωνώντας.

«Ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ είναι φιλοξενούμενός μου!» δήλωσε η Βασίλισσα καθώς σηκωνόταν απ’τον θρόνο της. «Και δεν θα προσβάλλετε έτσι έναν φιλοξενούμενό μου! Με καταλαβαίνετε;»

«Μα, Βασίλισσά μου, είναι βάρβαρος! Παραλίγο να σκοτώσουν το παιδί μου! Και σκότωσαν τον–!»

«Δεν το έκανε ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ αυτό. Ατυχήματα συμβαίνουν–»

«ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ!;» Ο ευγενής έγινε κατακόκκινος. Ήταν έξω φρενών.

«Τις προάλλες έκαψαν εκείνη την αγροικία!» φώναξε κάποιος. «Τι άλλο περιμένουμε να κάνουν; Εισβολή για να μας σκοτώσουν όλους!»

Φωνές από παντού.

«ΗΣΥΧΙΑ!» φώναξε ο Πρίγκιπας Μάρνεζ. «Κάντε ησυχία!»

«Ζητάτε να μάθετε τι έγινε στο πανδοχείο,» φώναζε συγχρόνως ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ, «αλλά δεν βλέπω κανέναν από τους Ταργκάφλι εδώ! Βλέπω μόνο δικούς σας ανθρώπους–!»

«Δε μας ενδιαφέρει η γνώμη βαρβάρων!»

«Εδώ είναι άνθρωποι που θα πουν την αλήθεια!»

«Οι Ταργκάφλι μου δεν είναι ψεύτες!» διαμαρτυρήθηκε ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ.

«Είναι φονιάδες!»

«Φονιάδες!»

«Φονιάδες!»

Κάποιος τράβηξε σπαθί.

«Βγάλτε τους έξω!» πρόσταξε ο Πρίγκιπας Μάρνεζ τους φρουρούς της αίθουσας. «Βγάλτε τους έξω! Όλους! Τώρα! Έξω!»

Οι ευγενείς διαμαρτύρονταν και φώναζαν, αλλά οι φρουροί δεν έδιναν σημασία στις φωνές τους· τραβούσαν και έσπρωχναν όσους δεν ήθελαν να φύγουν ειρηνικά.

Προσπάθησαν να διώξουν και την Ανταρλίδα, αλλά εκείνη είπε ήρεμα: «Θέλω να μείνω. Εκτός αν ο ίδιος ο Πρίγκιπας έχει πρόβλημα μ’αυτό, οπότε θα φύγω.»

Ο φρουρός που την είχε πλησιάσει ένευσε. «Εντάξει, Εξοχότατη. Περάστε.» Και παραμέρισε, για να μπορέσει εκείνη να γλιστρήσει από την άκρη του πλήθους.

Η διπλή πόρτα της αίθουσας έκλεισε με πάταγο και αμπαρώθηκε.

Η Παμράνεχ κάθισε στον Αργυρόντυτο Θρόνο, ξεφυσώντας. Ήταν πρόχειρα ντυμένη, παρατήρησε η Ανταρλίδα τώρα που ο σαματάς είχε λήξει. Πρέπει να την είχαν ξυπνήσει άρον-άρον κι αυτήν.

«Αυτό που έγινε ήταν ανεπίτρεπτο,» είπε ο Μάρνεζ στον Ο’Μάλζεκ Χάλρικ.

«Πραγματικά, δεν ξέρω πώς συνέβη, Πρίγκιπά μου,» αποκρίθηκε εκείνος.

«Κοίταξε, Ο’Μάλζεκ Χάλρικ,» είπε ο Μάρνεζ, ψύχραιμα δεδομένης της κατάστασης, «το γνωρίζεις ότι σε εκτιμώ, και ότι… δεν περίμενα να σε βρω έτσι όπως σε βρήκα.» Μειδίασε. «Δηλαδή, πιο πολιτισμένο απ’ό,τι νόμιζα, για να είμαι ειλικρινής. Ωστόσο, αν συμβαίνουν τέτοια πράγματα… δεν μπορούμε να το επιτρέψουμε αυτό. Θα προκληθούν ένα σωρό αναταραχές.»

«Είσαι, όμως, βέβαιος ότι οι Ταργκάφλι μου φταίνε για ό,τι συνέβη;» τον ρώτησε ευθέως ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ.

Ο Πρίγκιπας Μάρνεζ δε μίλησε αμέσως, και ο Ερβάδαζ είπε: «Δε νομίζω πως τους ευγενείς θα τους ενδιαφέρει ποιος έφταιγε για το συμβάν. Ένας άνθρωπος σκοτώθηκε, κι ένας άλλος τραυματίστηκε άσχημα.»

«Και ο Ταργκάφλι που σκοτώθηκε δεν είναι άνθρωπος, Υπασπιστή;» είπε ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ με το γενειοφόρο σαγόνι του σφιγμένο από θυμό.

«Οι οικογένειες των ευγενών που–» άρχισε ο Ερβάδαζ, αλλά η Παμράνεχ τον διέκοψε.

«Θέλω να μου φέρεις τους Ταργκάφλι εδώ,» του είπε.

«Είναι στη φυλακή, Μεγαλειοτάτη.»

«Το ξέρω πως είναι στη φυλακή. Πρόσταξε να τους βγάλουν από εκεί και να τους φέρουν εδώ.»

Ο Ερβάδαζ έκανε μια σύντομη υπόκλιση. «Όπως επιθυμείτε.» Και αποχώρησε από την αίθουσα.

Η Κελνίχηβ παρατηρούσε χωρίς να μιλά.

Η Ανταρλίδα την πλησίασε από το πλάι.

Το Αριστερό Χέρι στράφηκε να κοιτάξει τη Μαύρη Δράκαινα, με τα μάτια στενεμένα και με καχύποπτη έκφραση στο πρόσωπο.

«Οι κατάσκοποί σου τι λένε;» τη ρώτησε η Ανταρλίδα.

«Δεν έχω καμία πληροφόρηση ακόμα.»

Οι φρουροί και ο Ερβάδαζ έφεραν στην Αίθουσα του Αργυρόντυτου Θρόνου τους Ταργκάφλι που είχαν εμπλακεί στον καβγά. Δεκατρείς ήταν στο σύνολό τους, και οι πέντε φαίνονταν τραυματισμένοι· οι θεραπευτές της φρουράς, ωστόσο, είχαν περιποιηθεί τα τραύματά τους. Τα βλέμματα των Ταργκάφλι ήταν άγρια, οργισμένα.

Ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ τούς είπε ότι αυτό που συνέβη δεν έπρεπε ποτέ να είχε συμβεί, και τους ζήτησε να διηγηθούν τα πράγματα ακριβώς όπως έγιναν, μιλώντας στην Οικουμενική ώστε να καταλαβαίνουν όλοι οι παρευρισκόμενοι.

Οι Ταργκάφλι είπαν ότι είχαν πάει να περάσουν τη βραδιά τους στη Φωλιάς της Καρδερίνας. Το ένα ποτό είχε φέρει το άλλο και είχαν μείνει μέχρι αργά τη νύχτα. Σε κάποια στιγμή, ένας ευγενής μπήκε μαζί με την παρέα του. Αφού κι αυτοί ήπιαν κάμποσα ποτά, άρχισαν να λένε δυνατά πόσο αντιπαθούσαν τους Ταργκάφλι, και ότι κανονικά αυτά τα «βρομερά κτήνη» δε θα έπρεπε να μπαίνουν σε ευπρεπή πανδοχεία όπως η Φωλιά της Καρδερίνας. Η πανδοχέας τούς ζήτησε να μην προκαλούν, αλλά αυτοί την αγνόησαν επιδεικτικά. Και, μετά από λίγο, ένας τους φώναξε στους Ταργκάφλι να σηκωθούν και να φύγουν, και να πάψουν να λερώνουν το χώρο με την παρουσία τους. Οι Ταργκάφλι τον αγνόησαν· εκείνος όμως δε σταμάτησε, και σύντομα μια γυναίκα της συντροφιάς τους, καθώς κι ο ευγενής που ήταν η κεφαλή της παρέας, τον μιμήθηκαν.

«Τους φώναξα να το βουλώσουν,» παραδέχτηκε ένας Ταργκάφλι ενώπιον της Βασίλισσας και του Ο’Μάλζεκ Χάλρικ. Η παρέα του ευγενή, όμως, απάντησε ότι εκείνος έπρεπε να το βουλώσει, και τον περιέλουσαν, αυτόν και τους υπόλοιπους, μ’ένα σωρό χυδαίες βρισιές για τις μάνες τους και τη φυλή τους.

«Τους απείλησα πως αν δεν το έκλειναν θα σηκωνόμασταν επάνω και θα τους ξυλοφορτώναμε. Και τότε ήταν που μας εκτόξευσαν δύο κούπες και μία καρέκλα, φωνάζοντας ότι δε μας φοβόνταν.»

«Κι εσείς πώς απαντήσατε;» ρώτησε ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ.

«Πώς ν’απαντήσουμε, Ο’Μάλζεκ Χάλρικ; Παρομοίως.»

«Τους επιτεθήκατε;»

«Δε μας άφησαν άλλη επιλογή!» είπε εμφατικά μια άλλη Ταργκάφλι.

Ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ αναστέναξε κουρασμένα, κουνώντας το κεφάλι του.

«Αυτός,» είπε ο Πρίγκιπας Μάρνεζ, «δεν είναι ο πρώτος καβγάς που έχει γίνει σε ταβέρνα μεταξύ Ταργκάφλι και δικών μας πολιτών…»

«Κανένας άλλος καβγάς, όμως, δεν κατέληξε σε νεκρούς, Υψηλότατε,» τόνισε ο Ερβάδαζ, «ή σε βαριά τραυματισμένους.»

«Οι δαιμονισμένοι ήταν σαν επίτηδες να ήθελαν να μας προκαλέσουν!» είπε ένας Ταργκάφλι.

«Τι σαν’;» φώναξε η Ταργκάφλι που είχε μιλήσει και πριν – μια κορακομάλλα, ψηλή, εύσωμη γυναίκα. «Επίτηδες το έκαναν, σίγουρα!»

«Σιωπή!» τους διέκοψε ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ προτού συνεχίσουν. «Τι θα κάνω τώρα, μπορείτε να μου πείτε; Σκοτώσατε έναν άνθρωπο!»

«Κι αυτοί σκότωσαν έναν δικό μας άνθρωπο, Ο’Μάλζεκ Χάλρικ! Δεν ενδιαφέρεσαι τώρα για εμάς; Για ποιους ενδιαφέρεσαι; Γι’αυτούς

«Προσπαθώ να–»

«Θα εφαρμοστεί ο νόμος,» δήλωσε η Βασίλισσα καθώς σηκωνόταν από τον Αργυρόντυτο Θρόνο. «Ο νόμος του Τάρσαζ. Ο φόνος τιμωρείται με τη θανατική ποινή.»

«Και οι δικοί μας άνθρωποι σκότωσαν έναν δικό τους, μητέρα,» της θύμισε ο Πρίγκιπας Μάρνεζ.

«Το ξέρω. Και, όπως είπα, θα εφαρμοστεί ο νόμος.»

«Αστειεύεσαι, υποθέτω! Αν εκτελέσεις κάποιον από τους ευγενείς επειδή σκότωσε έναν Ταργκάφλι, θα γίνει χάος!»

«Ο Πρίγκιπας έχει δίκιο, Βασίλισσά μου,» είπε η Κελνίχηβ, που μέχρι τότε ήταν σιωπηλή και παρατηρητική.

Η Παμράνεχ την αγριοκοίταξε. «Έχεις κάτι καλύτερο να προτείνεις;»

«Ναι,» αποκρίθηκε το Αριστερό Χέρι. «Αλλά διώξε αυτούς εδώ, πρώτα.» Έδειξε, με μια κίνηση του σαγονιού, τους Ταργκάφλι.

Η Βασίλισσα έκανε νόημα να τους πάρουν από την αίθουσα. «Πηγαίνετέ τους στη φυλακή,» πρόσταξε. «Για την ώρα.»

Οι φρουροί συγκεντρώθηκαν γύρω τους, κι ένας Ταργκάφλι φώναξε: «Ο’Μάλζεκ Χάλρικ

«Μην ανησυχείτε,» τους είπε εκείνος. «Είναι προσωρινό.»

Οι Ταργκάφλι φαίνονταν δυσαρεστημένοι, εξοργισμένοι, αλλά δεν μπορούσαν παρά να ακολουθήσουν τους φρουρούς.

Η Παμράνεχ στράφηκε στην Κελνίχηβ. «Λοιπόν;»

«Προτείνω,» είπε το Αριστερό Χέρι, «να… ξεχάσουμε το όλο περιστατικό.»

«Να το ξεχάσουμε!» αναφώνησε ο Ερβάδαζ.

«Κι όμως,» είπε ο Πρίγκιπας Μάρνεζ, «είναι πράγματι το πιο διπλωματικό στη συγκεκριμένη περίπτωση. Αν εφαρμόσουμε σωστά τον νόμο, η οργή των ευγενών θα είναι άνευ προηγουμένου. Αν εφαρμόσουμε μονομερώς τον νόμο, εκτελώντας μόνο τον Ταργκάφλι που σκότωσε, τότε πιθανώς να παρακινήσουμε τους Ταργκάφλι σε πράξεις βίας.»

«Ακριβώς, Πρίγκιπά μου,» ένευσε η Κελνίχηβ, βαδίζοντας για να σταθεί πλάι του. «Ακριβώς.»

«Ένας απ’τους Ταργκάφλι, πάντως, είχε δίκιο σε κάτι που είπε…»

Άπαντες στράφηκαν να κοιτάξουν την Ανταρλίδα.

«Τι είπε;» τη ρώτησε ο Μάρνεζ.

«Ότι ο ευγενής και η παρέα του έμοιαζαν να προσπαθούν επίτηδες να τους προκαλέσουν.»

«Θέλεις να πεις ότι επιθυμούσαν να δεχτούν επίθεση από τους Ταργκάφλι;»

«Έτσι φαίνεται. Εκτός αν είναι τελείως ηλίθιοι.»

«Πρόσεχε τα λόγια σου,» της είπε ο Πρίγκιπας. «Μπορεί να βρίσκεσαι στο παλάτι, αλλά εξακολουθείς να είσαι μια ξένη ανάμεσά μας.»

«Δεν το λέγατε αυτό όταν σας βοηθούσα να φτιάξετε τα πυροβόλα όπλα, Πρίγκιπά μου. Ούτε το θυμάστε όταν εκπαιδεύω τους πολεμιστές σας.»

Ο Μάρνεζ την αγριοκοίταξε χωρίς να μιλήσει.

«Είσαι απαράδεκτα θρασύς προς τον Πρίγκιπα!» της είπε η Κελνίχηβ.

«Δεν ήταν αυτή η πρόθεσή μου,» αποκρίθηκε η Ανταρλίδα διπλωματικά αλλά δίχως ν’αλλάξει τίποτα στην όψη της. «Όμως το γεγονός παραμένει: πιστεύω ότι πιθανώς η παρέα του ευγενή να ήθελε επίτηδες να προκαλέσει τους Ταργκάφλι.»

«Ας τους καλέσουμε,» πρότεινε η Παμράνεχ καθίζοντας πάλι στον θρόνο, «να μας πουν τη δική τους εκδοχή για το τι έγινε.»

Κανένας δεν διαφώνησε με τη Βασίλισσα.

Η παρέα του ευγενή ήρθε χωρίς τον ίδιο, ο οποίος ήταν τραυματισμένος. Η Παμράνεχ τούς ζήτησε να της πουν τι έγινε – ήρεμα αυτή τη φορά, τόνισε, όχι φωνάζοντας. Εκείνοι αποκρίθηκαν ότι είχαν αρχίσει να μιλάνε αναμεταξύ τους και, επειδή οι Ταργκάφλι έτυχε να κρυφακούσουν μερικά πράγματα από την κουβέντα τους, τους απείλησαν ότι θα τους έκαναν κακό.

«Τι πράγματα έτυχε να κρυφακούσουν;» ρώτησε η Βασίλισσα. «Μιλούσατε γι’αυτούς;»

Παραδέχτηκαν πως, ναι, πράγματι μιλούσαν γι’αυτούς. Έλεγαν ότι οι Ταργκάφλι έπρεπε να φύγουν από το Βασίλειο. «Κι αυτή είναι η γνώμη μας, Μεγαλειοτάτη! Και πολλών άλλων, επίσης. Δεν είχαν κανένα δικαίωμα να μας επιτεθούν όπως μας επιτέθηκαν. Βρίσκονται στη δική μας χώρα ενώ δεν θα έπρεπε να βρίσκονται!» είπε μια νεαρή γυναίκα με μακριά, ξανθά μαλλιά.

«Οι Ταργκάφλι ισχυρίστηκαν ότι τους βρίζατε ευθέως, και ότι τους εκτοξεύσατε κούπες και μια καρέκλα,» είπε ο Πρίγκιπας Μάρνεζ.

«Ψέματα, Πρίγκιπά μου! Οικτρά και δόλια ψέματα!» αποκρίθηκε ένας άντρας, κοντός και παχουλός, με μούσι και λευκό δέρμα.

Η Ανταρλίδα θυμήθηκε ότι οι Ταργκάφλι είχαν πει πως αυτός που από την αρχή τούς έβριζε και τους έλεγε να φύγουν ήταν ένας κοντός, παχουλός άντρας με μούσι. Για φαντάσου…

«Αυτοί οι Ταργκάφλι πρέπει να εκτελεστούν, Βασίλισσά μου,» συνέχισε ο άντρας. «Παραδειγματικά. Για να μην κάνουν κι άλλοι του είδους τους τα ίδια.»

«Ποιο είναι το όνομά σου;» τον ρώτησε η Ανταρλίδα.

Ο άντρας βλεφάρισε στρεφόμενος να την κοιτάξει. «Με συγχωρείτε;»

«Εσύ σίγουρα ξέρεις ποια είμαι.»

«Το όνομά μου είναι Έρνεζ λαρ Μόνρεοκ. Έμπορος είμαι. Υπάρχει λόγος γι’αυτήν την ερώτηση;»

«Νόμιζα ότι ίσως να σ’έχω ξαναδεί.»

«Δεν αποκλείεται· έχω φίλους ανάμεσα σε πολλούς ευγενείς.»

Η Ανταρλίδα δεν μίλησε άλλο.

Η Βασίλισσα Παμράνεχ είπε στην παρέα του ευγενή: «Αυτά που λέτε έρχονται σε αντίθεση μ’αυτά που μου είπαν οι Ταργκάφλι πριν από λίγο.»

«Και θα πιστέψετε τους βαρβάρους, Βασίλισσά μου;» απόρησε η ξανθιά γυναίκα δείχνοντας σοκαρισμένη.

«Το ποιους θα επιλέξω να πιστέψω είναι δική μου υπόθεση,» αποκρίθηκε η Παμράνεχ. «Προς το παρόν μπορείτε να πηγαίνετε. Σας ευχαριστώ που ήρθατε για να ξεκαθαρίσουμε το θέμα.»

Υποκλίθηκαν και έφυγαν. Η διπλή πόρτα της αίθουσας έκλεισε πίσω τους από τα χέρια των φρουρών.

«Λένε ψέματα, Βασίλισσά μου,» είπε η Ανταρλίδα.

«Ας μη βγάζουμε τέτοια συμπεράσματα,» μούγκρισε ο Μάρνεζ.

Είναι προφανές σε όσους δεν είναι τυφλοί!

Και ο Πρίγκιπας συνέχισε: «Η λύση της Κελνίχηβ είναι, ούτως ή άλλως, η καλύτερη.»

«Βασίλισσά μου,» ρώτησε η Ανταρλίδα, «μπορώ να μιλήσω για κάποιες… ανακαλύψεις μου;»

Η Παμράνεχ συνοφρυώθηκε. «Τι ανακαλύψεις έχεις κάνει, Ανταρλίδα;»

Η Μαύρη Δράκαινα τής είπε για τα βέλη, και πρόσθεσε ότι πίστευε πως κάποιοι προσπαθούσαν να βάλουν τους Ταρσάζιους να βρεθούν σε πόλεμο με τους Ταργκάφλι. «Ο Μέγας Ιεράρχης, ίσως. Είναι ο μόνος που μπορώ να σκεφτώ ότι θα είχε να επωφεληθεί από κάτι τέτοιο.»

«Τα παραλές,» είπε η Κελνίχηβ. «Τα πράγματα, μάλλον, είναι πιο απλά. Οι υπήκοοι του Τάρσαζ δεν θέλουν τους Ταργκάφλι εδώ. Είναι πασιφανές.»

«Βρήκα τις ίδιες κεφαλές βελών και στον καταυλισμό των Ταργκάφλι και στην πυρπολημένη αγροικία,» τόνισε πάλι η Ανταρλίδα.

«Αυτό δεν σημαίνει υποχρεωτικά κάτι.»

«Πιστεύεις ότι είναι τυχαίο

«Ίσως.» Αλλά είχε συνοφρυωθεί· το μέτωπό της είχε ζαρώσει. Η Ανταρλίδα αναρωτήθηκε γιατί. Φοβάται ότι θα ανακαλυφθεί κάποια σκευωρία της; Ή σκέφτεται ότι μπορεί να της ξέφυγε κάτι; Κάτι που δεν θα έπρεπε να της είχε ξεφύγει γι’αυτά που συμβαίνουν μες στο Βασίλειο;

Η Μαύρη Δράκαινα γέλασε. «Με κοροϊδεύεις!»

Η Κελνίχηβ μόρφασε, αγριεμένη. «Πώς τολμάς;»

«Δεν μπορώ να πιστέψω ότι είσαι το Αριστερό Χέρι του Θρόνου και, συγχρόνως, τόσο αφελής.»

«Μ’αποκαλείς αφελή τώρα; Ποια νομίζεις ότι είσαι; Επειδή μας έδειξες πώς να φτιάχνουμε μερικά όπλα, πίστεψες ξαφνικά ότι το Τάρσαζ είναι δικό σου;»

Ο Πρίγκιπας Μάρνεζ ακούμπησε το χέρι του στον ώμο της Κελνίχηβ και τον έσφιξε, σα να ήθελε να της πει να συγκρατήσει τον εαυτό της.

«Μην αλλάζεις την κουβέντα,» αποκρίθηκε η Ανταρλίδα. «Είμαι βέβαιη πως αποκλείεται να πιστεύεις ότι πρόκειται για απλή σύμπτωση. Αν θες μπορώ να σου δείξω τις κεφαλές των βελών, να τις δεις και μόνη σου.»

Η Κελνίχηβ φάνηκε, χωρίς δυσκολία, να επανακτά την αυτοκυριαρχία της. «Να μου τις δείξεις. Αύριο.»

«Καλώς.»

Η Παμράνεχ είπε, τότε: «Θέλω να το ερευνήσετε οι δυο σας. Θέλω να μάθω αν όντως πρόκειται για σκευωρία των Ιεραρχών, όπως φοβάται η Ανταρλίδα.»

Η Κελνίχηβ δεν φάνηκε ευχαριστημένη απ’αυτό. «Βασίλισσά μου, η Ανταρλίδα εκπαιδεύει τους πολεμιστές μας.»

«Δεν τους εκπαιδεύει όλη μέρα. Την υπόλοιπη ημέρα μπορείτε να συνεργάζεστε.»

Η Κελνίχηβ ήταν έτοιμη να βγει απ’τα ρούχα της, αλλά δεν το έδειχνε και τόσο. «Μάλιστα, Βασίλισσά μου,» είπε δαγκωτά.

Ενώ η Ανταρλίδα σκεφτόταν: Γαμώ τα κέρατα του Κάρτωλακ, γαμώ! Τι νομίζουν ότι είμαι εδώ πέρα; Σκλάβα τους; Παρ’όλ’αυτά, η έρευνα που είχε προστάξει η Παμράνεχ την ενθουσίαζε: ήταν κάτι που έσπαγε την ηλίθια ρουτίνα της. Κάτι που ταίριαζε σε μια Μαύρη Δράκαινα.

Κεφάλαιο Τριακοστό-Έκτο
Ο Προδότης

Αυτή η Νιρρώνη δεν ήταν άτομο που μπορείς να εμπιστευτείς. Επιπλέον, ήταν απαίσια στους τρόπους και παλιογυναίκα. Ωστόσο ήταν η μόνη που μπορούσε να μας οδηγήσει στον άνθρωπο που είχε καταστρώσει εκείνο το σχέδιο εναντίον μας. Και προθυμοποιήθηκε και να μας βοηθήσει να τον παγιδέψουμε. Αν και νομίζω πως αυτό το τελευταίο το έκανε επειδή μας φοβόταν.

Ένα πράγμα, πάντως, ανέκαθεν με εξέπληττε με τον Μεγάλο Προφήτη: συνεχώς περίμενε να τον βοηθήσουν κάτι άκρως ελεεινά υποκείμενα. Χρειάζεται να αναφέρω ονομαστικά ποιους εννοώ;

*
* * *
*

Η πόρτα χτύπησε.

Η Νιρρώνη σηκώθηκε από τον καναπέ, όπου καθόταν και έπινε ένα ποτήρι κρασί, και άνοιξε.

Ο άντρας στο κατώφλι του σπιτιού της ήταν ψηλός, ξανθός, και λευκόδερμος. Φαινόταν γυμνασμένος κάτω από τα ταξιδιωτικά ρούχα του. Ένα ξίφος κρεμόταν από τη ζώνη του. Πολεμιστής, πιθανώς. Μισθοφόρος. Αλλά, ποιος ξέρει; ίσως να ήταν και κάτι τελείως διαφορετικό. Τα φαινόμενα απατούν.

Η Νιρρώνη χαμογέλασε και του έκανε χώρο να περάσει.

Εκείνος μπήκε στο σπίτι της, με το ξύλινο πάτωμα να τρίζει κάτω απ’τα μποτοφορεμένα πόδια του. «Όλα εντάξει;» τη ρώτησε.

«Ναι,» απάντησε η Νιρρώνη κλείνοντας την πόρτα. «Όλα εντάξει.»

«Ο Τάμπριελ έχει τον χάρτη;»

«Ναι.»

«Και σε πλήρωσε γι’αυτόν;»

«Ναι.»

«Πόσο;»

«Έχει σημασία;»

«Υποθέτω πως όχι,» είπε ο άντρας.

«Την υπόλοιπη πληρωμή μου την έχεις;»

Ο άντρας έβγαλε ένα βαλάντιο μέσα απ’τα ρούχα του και το άφησε πάνω σ’ένα στρογγυλό, ξύλινο τραπεζάκι. Στο εσωτερικό του λουριά ακούστηκαν να κουδουνίζουν.

Η Νιρρώνη πήγε να ελέγξει την πληρωμή. «Πώς σε λένε, παρεμπιπτόντως;»

«Δε χρειάζεται να ξέρεις τ’όνομά μου.»

Η Νιρρώνη τού χαμογέλασε λοξά. «Έλεγα μήπως ήθελες να μείνεις για λίγο ακόμα, προτού επιστρέψεις εκεί όπου σκοπεύεις να επιστρέψεις…» Δεν είχε μετρήσει όλα τα χρήματα, αλλά τον πλησίασε για να σταθεί κοντά του.

Ο άντρας φάνηκε να δελεάζεται.

«Δε θ’απογοητευτείς,» ψιθύρισε η Νιρρώνη στ’αφτί του.

«Δεν έχω άλλα λεφτά μαζί μου,» είπε εκείνος, αλλά το χέρι του είχε πάει στα πισινά της.

«Τίποτα; Ούτε δέκα λουριά;»

«Συμφωνείς για δέκα λουριά;» Ακουγόταν παραξενεμένος.

Η Νιρρώνη τον κοίταξε καταπρόσωπο. «Ναι, γιατί όχι; Είμαι ευδιάθετη σήμερα.» Έκανε ένα βήμα πίσω, γλιστρώντας από τα χέρια του. «Θες ένα ποτήρι κρασί πρώτα;» τον ρώτησε, βαδίζοντας προς την κάβα και λύνοντας το λουρί κάτω απ’τα στήθη της που συγκρατούσε το πάνω μέρος του φορέματός της. Το φόρεμα γλίστρησε ώς τη μέση της.

«…Ναι,» αποκρίθηκε ο άντρας κομπιάζοντας ελαφρώς.

Η Νιρρώνη γέμισε ένα ποτήρι κρασί και του το έδωσε ενώ, συγχρόνως, έπαιρνε και το δικό της ποτήρι από εκεί όπου το είχε αφήσει προτού ανοίξει την πόρτα.

Ο άντρας ήπιε, και ήπιε κι εκείνη καθώς τον οδηγούσε στον καναπέ. Όταν κάθισαν της χίμησε, χώνοντας το πρόσωπό του στα στήθη της… και μετά κοιμήθηκε μέσα στα χέρια της.

Το υπνωτικό στο ποτήρι του είχε ενεργήσει γρήγορα.

Η Νιρρώνη σηκώθηκε δένοντας πάλι το φόρεμά της.

«Μπορείτε να έρθετε!» φώναξε, και ο Τάμπριελ βγήκε από μια πλευρική πόρτα του δωματίου, ακολουθούμενος από τον Χάλρεοκ, τον Καλέφραζ, και τη Χιρκόμο.

«Αυτός είναι.» Η Νιρρώνη τούς έδειξε τον άντρα στον καναπέ.

Ο Τάμπριελ ρώτησε τον Χάλρεοκ: «Τον αναγνωρίζεις;»

Εκείνος κούνησε το κεφάλι. «Όχι.»

«Εσύ, Καλέφραζ;»

«Ούτε.»

«Μπορείς να τον ξυπνήσεις;» είπε ο Τάμπριελ στη Νιρρώνη.

«Μπορώ.»

«Ξύπνησέ τον.»

Η Νιρρώνη πλησίασε ένα βάζο, πήρε ένα άνθος από εκεί, και πήγε πάλι κοντά στον ξανθό άντρα. Έβαλε το λουλούδι κάτω απ’τη μύτη του και, μετά από λίγο, εκείνος πετάχτηκε πάνω. Η Νιρρώνη είχε ήδη απομακρυνθεί.

Τα μάτια του γούρλωσαν βλέποντας τον κοκκινόδερμο μάγο και τους άλλους. Τράβηξε το σπαθί απ’τη μέση του.

Ο Χάλρεοκ ξεσπάθωσε επίσης. «Δε θα σ’το πρότεινα,» είπε. «Ο Τάμπριελ μπορεί να σε σκοτώσει στη στιγμή αν προστάξει τη θεά του.»

Ο άντρας έμεινε σιωπηλός. Τα μάτια του πήγαιναν από δω κι από κει, αναμφίβολα αναζητώντας δρόμο διαφυγής.

«Ποιος σ’έστειλε εδώ;» τον ρώτησε ο Τάμπριελ.

Ο άντρας έτρεξε προς την εξώπορτα. Ο Χάλρεοκ τον κυνήγησε. Εκείνος στράφηκε σπαθίζοντάς τον. Ο Υπασπιστής απέκρουσε, και παραλίγο να χάσει την ισορροπία του, από τη σύγκρουση των σπαθιών, και να πέσει.

«Μακριά μου!» φώναξε ο άγνωστος άντρας, και τον ξανασπάθισε.

Τα ξίφη τους μπλέχτηκαν και πάλι, αλλά τώρα ο Χάλρεοκ δεν έχασε έδαφος. Και η Χιρκόμο ζύγωσε από δίπλα, κρατώντας το ραβδί της που στη μία άκρη είχε μια σιδερένια σφαίρα με καρφιά και στην άλλη μια μακριά λεπίδα.

«Δεν υπάρχει λόγος να σε σκοτώσουμε,» είπε ο Τάμπριελ τραβώντας το πιστόλι του. «Αλλά θα το κάνουμε αν δεν πετάξεις το σπαθί σου. Τα όπλα μας δεν μας χρειάζονται καν· η Βιβεϊρλώταθ μπορεί να σε κάνει σκόνη αν το θέλω!»

Απόγνωση φάνηκε στο πρόσωπο του άντρα. Βαριανάσαινε, και ιδρώτας γυάλιζε στο μέτωπό του. Άφησε το ξίφος του να πέσει στο ξύλινο πάτωμα.

«Ο Καπετάνιος μ’έστειλε,» είπε. «Τα χρήματα είναι δικά του. Πού να βρω εγώ τόσα χρήματα;»

Ο Χάλρεοκ συνοφρυώθηκε. «Ποιος Καπετάνιος;»

«Ο Ρολάνταζ.»

«Τι!» γρύλισε ο Χάλρεοκ. Και τον άρπαξε απ’τον γιακά, κολλώντας τον στον τοίχο. «Μας λες ψέματα!»

«Δε σας λέω ψέμ– Ογκχ!…»

Ο Χάλρεοκ τον γρονθοκόπησε στο στομάχι, αφήνοντάς τον να διπλωθεί στο πάτωμα. «Ποιος σ’έστειλε;» απαίτησε.

Ο άντρας δεν μπορούσε ακόμα να μιλήσει.

«Δεν είναι δυνατόν νάναι ο Ρολάνταζ…» μουρμούρισε ο Καλέφραζ, μοιάζοντας αναστατωμένος.

Ο Τάμπριελ, όμως, φοβόταν ότι ο Ρολάνταζ ήταν. Όποιος κι αν είναι αυτός ο ξανθός άντρας, φαίνεται πολύ τρομαγμένος για να πει ψέματα.

«Ποιος σ’έστειλε;» επανέλαβε ο Χάλρεοκ.

«Ο Καπετάνιος,» μούγκρισε ο άντρας, ακόμα διπλωμένος στο πάτωμα. «Ο Καπετάνιος Ρολάνταζ μ’έστειλε.»

«Ο Ανεμοφάγος δεν είναι εδώ, στο λιμάνι της Ράλφον,» είπε ο Τάμπριελ.

Ο άντρας πήρε μερικές βαθιές αναπνοές. «Ναι. Δεν έχει έρθει. Μας είπε να σας ακολουθήσουμε. Με μια από τις βάρκες του Ανεμοφάγου. Είπε να βρούμε έναν τρόπο να σας ξεπαστρέψουμε, χωρίς να εμπλακούμε οι ίδιοι.»

«Γιατί το έκανε αυτό;» ρώτησε ο Καλέφραζ. «Ποιος – ποιος του το ζήτησε να το κάνει;»

«Δεν ξέρω.»

«Εσύ τι είσαι;» ρώτησε ο Τάμπριελ τον γονατισμένο άντρα. «Ναύτης στον Ανεμοφάγο

«Ναι.»

«Και τίποτε άλλο;»

«Ναι.»

Ας το πιστέψουμε. Για την ώρα. Τον υποπτευόταν για πιθανό πράκτορα του Αριστερού Χεριού.

«Πώς σε λένε;» ρώτησε ο Χάλρεοκ.

«Αρκάεμ.»

«Ντροπή,» είπε ο Χάλρεοκ. «Έχεις το όνομα του μακαρίτη του Βασιληά μας, που ήταν καλός και όχι σαν εσένα.»

«Διαταγές υπακούω, κύριε Υπασπιστή–»

Ο Χάλρεοκ τον γρονθοκόπησε καταπρόσωπο, κάνοντας το κεφάλι του να γυρίσει στο πλάι και αίμα να πεταχτεί.

Έπειτα ο Χάλρεοκ στράφηκε στον Τάμπριελ και είπε: «Τούτη είναι η δεύτερη φορά που προσπαθούν να μας σκοτώσουν όλους εξαιτίας σου!»

«Τι να πω; Είμαι δημοφιλής στο Βασίλειό σας, Χάλρεοκ…»

Ο Χάλρεοκ ρώτησε τον ξανθό άντρα: «Ποιοι είναι οι άλλοι που ήρθαν μαζί σου;»

Εκείνος τού είπε τρία ονόματα.

«Τέσσερις είστε μόνο; Κανένας άλλος;»

«Κανένας άλλος.»

«Και πού είναι τώρα;»

«Στο Μαντρί της Ψαροκυράς.»

Το ήξεραν. Ήταν ένα πανδοχείο μέτριας φήμης στην πόλη.

Ο Καλέφραζ είπε στον Τάμπριελ: «Νομίζω πως κατάλαβα… Δηλαδή έχω μια υποψία… Κάποιες ενδείξεις, για την ακρίβεια…»

«Τι θες να πεις, Καλέφραζ;»

«Η οικογένεια του Ρολάνταζ έχει ισχυρούς δεσμούς με το Ναό του Μαράνχαλωμ. Αρκετοί απ’αυτούς είναι, ή ήταν, ιερείς.»

Τα μάτια του Χάλρεοκ στένεψαν. «Ο Πρωθιερέας…!» γρύλισε.

«Δε μπορώ να είμαι σίγουρος,» είπε ο Καλέφραζ. «Αλλά είναι πιθανό.»

Ο Χάλρεοκ άρπαξε τον Αρκάεμ απ’το γιακά και τον σήκωσε όρθιο. «Θα μας πας στους φίλους σου. Τώρα.»

«Καλύτερα να ειδοποιήσουμε και τους άλλους, πρώτα,» είπε ο Καλέφραζ.

«Θα πας να τους φωνάξεις εσύ;»

«Ναι.»

«Βγες απ’την πίσω πόρτα,» του είπε η Νιρρώνη, «όπως μπήκατε.»

«Υπάρχει κίνδυνος να μας παρακολουθούν;» ρώτησε ο Χάλρεοκ. «Ποιοι; Ετούτος δω λέει πως οι σύντροφοί του είναι στο Μαντρί της Ψαροκυράς

«Καλύτερα να είμαστε προσεχτικοί,» αποκρίθηκε η Νιρρώνη. «Δε βλάπτει.»

*

Το Μαντρί της Ψαροκυράς ήταν ένα πανδοχείο που, παρά το όνομά του, δεν βρισκόταν στο λιμάνι. Βρισκόταν σ’έναν δρόμο πίσω απ’αυτό· και στον συγκεκριμένο δρόμο επικρατούσε πάντοτε μια μάλλον έντονη κακοσμία.

Ο Χάλρεοκ έσπρωξε την εξώπορτα, και εκείνος κι οι υπόλοιποι μπήκαν στην τραπεζαρία, όπου υπήρχε κάμποσος κόσμος καθώς πλησίαζε το μεσημέρι.

Δε χρειάστηκε ο Αρκάεμ να δείξει ποιοι ήταν οι σύντροφοί του. Τρεις άντρες – που ήταν φανερό πως δεν ήταν ντόπιοι – αμέσως σηκώθηκαν απ’το τραπέζι τους, μόλις είδαν τους Ταρσάζιους πολεμιστές και τους Ταργκάφλι να μπαίνουν μαζί με τον κοκκινόδερμο Προφήτη.

Και έτρεξαν προς την κουζίνα του πανδοχείου.

«Κυνηγήστε τους!» φώναξε ο Χάλρεοκ τραβώντας το σπαθί του· και οι πολεμιστές του κι οι Ταργκάφλι τούς κυνήγησαν, σπρώχνοντας κόσμο και ανατρέποντας τραπέζια.

Μπήκαν στην κουζίνα, στο κατόπι των συντρόφων του Αρκάεμ, και κραυγές και ήχοι θραύσης αντήχησαν από μέσα, ενώ στην τραπεζαρία σαματάς είχε επίσης αρχίσει να γίνεται. Οργισμένοι πελάτες σηκώνονταν, τραβώντας όπλα, πετώντας μπουκάλια, υψώνοντας καρέκλες.

Ο Τάμπριελ απέφυγε ένα χτύπημα και γρονθοκόπησε έναν ψηλό τύπο στο σαγόνι, σωριάζοντάς τον. Η Χιρκόμο χτύπησε έναν άλλο στο πόδι με τη σιδερένια σφαίρα του ραβδιού της. Εκείνος διπλώθηκε στο πάτωμα, ουρλιάζοντας.

«Τι νομίζετε ότι κάνετε;» κραύγασε μια χοντρή γυναίκα, στεκόμενη στη σκάλα του πανδοχείου. Ήταν πραγματικά τεραστίων διαστάσεων· η σκάλα ίσα που τη χωρούσε. Το δέρμα της ήταν κατάμαυρο και τα μαλλιά της πράσινα και σγουρά. Φορούσε ένα φαρδύ μπλε φόρεμα το οποίο τσιτωνόταν επάνω της. «Τι σκατά νομίζετε ότι κάνετε μες στο μαγαζί μου, ρε τσόγλανοι! Σταματήστε, ΤΩΡΑ!»

Ο Ταρνάτλο κουτούλησε έναν άντρα καταπρόσωπο καθώς ο σαματάς καταλάγιαζε. Εκείνος λιποθύμησε, με τη μύτη του σπασμένη.

«Τι κάνεις εσύ εκεί, ρε πούστη!» φώναξε η χοντρή γυναίκα στον Ταρνάτλο.

«Παρντόν, μαντάμ, αλλά μου είχ’ ορμήσει άγρια, να πούμε,» αποκρίθηκε εκείνος.

Οι πολεμιστές του Χάλρεοκ και οι Ταργκάφλι έβγαλαν τους συντρόφους του Αρκάεμ απ’την κουζίνα, τραβώντας τους απ’τα μαλλιά και τα ρούχα και ρίχνοντάς τους στο πάτωμα, βίαια.

«Τι στον κώλο του Θασμούλ-Τα γίνεται, ρε; Το ξέρετε ότι αυτό είναι το πανδοχείο μου, ρε! Δεν είναι αχυρώνας σας εδώ!» φώναξε η χοντρή γυναίκα.

«Οι άνθρωποι αυτοί είναι δικοί μας,» της είπε ο Χάλρεοκ. «Ευχαρίστως θα πληρώσουμε για τις ζημιές που έγιναν.»

«Και πολύ καλά θα κάμνετε!» Η χοντρή γυναίκα – μάλλον, η πανδοχέας του μέρους – τον ζύγωσε. «Τριάντα λουριά, και λίγα σας είναι. Μου χαλάτε τη φήμη!»

«Θα σου δώσω νύχια,» της είπε ο Χάλρεοκ, θηκαρώνοντας το σπαθί του κι ανοίγοντας το βαλάντιό του, «γιατί τέτοια έχω τώρα επάνω μου.»

«Από το Τάρσαζ, ε, ρε;»

«Ναι.»

«Όλο φασαρίες είστε σεις από το Τάρσαζ…»

Ο Χάλρεοκ είχε ήδη αρχίσει να μετρά νομίσματα. «Η ισοτιμία είναι ένα προς δύο. Ορίστε, λοιπόν, δεκαπέντε νύχια. Εντάξει;»

«Ό,τι πεις εσύ. Τώρα στρίβετε!»

Δεν διαφώνησαν. Πήραν τους συντρόφους του Αρκάεμ και έφυγαν, οδηγώντας τους έξω από την πόλη, όπου μπορούσαν να τους ανακρίνουν με την ησυχία τους.

*

Στις παρυφές της ζούγκλας, τους ξυλοκόπησαν, αλλά εκείνοι δεν είχαν να τους πουν τίποτα που δεν τους είχε ήδη πει ο Αρκάεμ. Ήταν όλοι τους ναύτες στον Ανεμοφάγο, και ο Καπετάν Ρολάνταζ τούς είχε στείλει εδώ.

Τους έδεσαν σε μερικά δέντρα κι απομακρύνθηκαν απ’αυτούς για να καθίσουν και να συζητήσουν.

«Τι θα κάνουμε τώρα;» ρώτησε ο Καλέφραζ. «Μπορούμε να επιστρέψουμε στον Ανεμοφάγο γνωρίζοντας ότι ο Καπετάνιος μάς θέλει νεκρούς;»

«Όταν επιστρέψουμε στον Ανεμοφάγο,» μούγκρισε ο Χάλρεοκ, «θα κρεμάσω τον καταραμένο τον Καπετάνιο απ’το μπροστινό του κατάρτι!»

«Δεν θα επιστρέψουμε όμως ακόμα,» είπε ο Τάμπριελ. «Ήρθαμε για να βρούμε το δέντρο. Κι αυτό θα κάνουμε πρώτα. Μετά, θα δούμε τι θα γίνει με τον Ρολάνταζ.»

«Κι ετούτοι;» Ο Καλέφραζ έδειξε τους δεμένους ναύτες με τον αντίχειρά του.

«Αυτοί είναι, πράγματι, ένα πρόβλημα…» είπε ο Τάμπριελ σκεπτικά.

Ο Ταρνάτλο ανασήκωσε τους ώμους. «Καθαρίστε τους, ρε μάγκες. Πηγαίντε τους λίγο πιο μέσα στη ζούγκλα και κόφτε τους τα λαρύγγια. Ποιος θα σας πει τίποτα;»

Τα μάτια του Καλέφραζ γούρλωσαν. Έμοιαζε σοκαρισμένος από την πρόταση.

Ο Χάλρεοκ αγριοκοίταξε τον Ταρνάτλο. «Δεν είμαστε φονιάδες.»

«Και τι θα τους κάνουμε, ρε αδελφέ; Θα τους τραβάμε μαζί μας από το λουρί; Ή θα τους αφήσουμε να επιστρέψουνε στον Καπετάνιο τους;»

Ο Τάμπριελ σκέφτηκε: Κι η Ανταρλίδα, μάλλον, το ίδιο θα έλεγε.

Ο Χάλρεοκ σταύρωσε τα χέρια του εμπρός του, ατενίζοντας τον Αρκάεμ και τους άλλους τρεις που ήταν δεμένοι στα δέντρα.

«Δεν υπάρχει άλλη λύση,» είπε ο Τάμπριελ.

Ο Χάλρεοκ γύρισε απότομα να τον αντικρίσει. «Συμφωνείς μαζί του;» απόρησε.

«Τι άλλο μπορούμε να κάνουμε, Χάλρεοκ; Αν τους αφήσουμε δεμένους εδώ, ή θα τους φάει κανένα άγριο θηρίο ή θα λυθούν κάπως και θα πάνε στον Ρολάνταζ.»

«Εγώ,» δήλωσε ο Υπασπιστής, «δεν μπορώ να τους σκοτώσω. Βάλε τους Ταργκάφλι σου να το κάνουν άμα θες.»

«Δε θα χρειαστεί κανένας άνθρωπος να το κάνει.» Ο Τάμπριελ άγγιξε το περιδέραιο στο λαιμό του. Η Βιβεϊρλώταθ φάνηκε να κινείται σαν ανήσυχη σκιά μέσα στον πολυεδρικό λίθο στο κέντρο του λαξευτού, αργυρού δίσκου.

Κανείς δε μίλησε. Καταλάβαιναν.

«Συμφωνείτε λοιπόν;» τους ρώτησε ο Τάμπριελ.

«Και να μη συμφωνούμε,» αποκρίθηκε ο Χάλρεοκ, «όπως είπες κι εσύ, τι άλλη λύση υπάρχει;»

Ο Καλέφραζ ρώτησε τον Ταρνάτλο: «Δεν ξέρεις κανέναν εδώ που να μπορεί να τους κλειδώσει πουθενά;»

Εκείνος ρουθούνισε. «Μας δουλεύεις, ρε μάγκα;»

Ο Τάμπριελ κάλεσε τη Βιβεϊρλώταθ, και η θεά τον τύλιξε σαν μια ημιδιαφανή, περιδινούμενη σκιά. Δύο πελώριες φτερούγες, ή μεμβράνες, απλώθηκαν κι έπεσαν πάνω στους δεμένους ναύτες, οι οποίοι ουρλιάζοντας άρχισαν να σπαρταράνε όπως τα ψάρια που τα έχεις βγάλει απ’το νερό. Ο Αρκάεμ πυρπολήθηκε ξαφνικά, και τίποτα δεν έμεινε από το σώμα του παρά στάχτες. Ένας άλλος χτύπησε το κεφάλι του τόσο δυνατά πάνω στον κορμό του δέντρου όπου ήταν δεμένος, που το κρανίο του έσπασε. Το πρόσωπο ενός άλλου φάνηκε να μαυρίζει και να φουσκώνει, και μετά πέθανε – μάλλον από ασφυξία. Κι ο τελευταίος αιμορραγούσε από το στόμα, τη μύτη, τα μάτια, και τ’αφτιά· κι έπειτα, έπαψε να κινείται.

Η Βιβεϊρλώταθ επέστρεψε στο περιδέραιο του Τάμπριελ.

Ο Καλέφραζ ρίγησε. «Δε μπορούσες να το κάνεις πιο γρήγορο κι ανώδυνο;»

«Δυστυχώς όχι. Εγώ προστάζω, εκείνη αποφασίζει τη μέθοδο που θα χρησιμοποιήσει.»

Ο Χάλρεοκ καταράστηκε στρέφοντας την πλάτη του στους νεκρούς ναύτες. «Πάμε πίσω. Πάμε πίσω,» είπε οργισμένα, ξεκινώντας να βαδίζει προς τη Ράλφον.

Κεφάλαιο Τριακοστό-Έβδομο
Δεσμά και Καταδιώξεις

Το πρόβλημα με τους Ιεράρχες ήταν πραγματικά μεγάλο, και στο Τάρσαζ δεν το είχαμε πάρει τόσο σοβαρά όσο έπρεπε. Φτάνει κανείς να αναλογιστεί ότι, ουσιαστικά, ο οποιοσδήποτε μπορεί να είναι Ιεράρχης. Πώς να τον ξεχωρίσεις; Ακόμα κι αν είναι δίπλα σου, πώς να τον ξεχωρίσεις; Μοιάζει μ’έναν οποιονδήποτε άλλο άνθρωπο. Παρ’όλ’αυτά δεν φανταζόμασταν ότι ένας Ιεράρχης θα μπορούσε ποτέ να βρίσκεται μέσα στο Τάρσαζ, ή ακόμα κι αν περνούσε από το Βασίλειο, σίγουρα, νομίζαμε, δεν θα έμενε εκεί. Τι να κάνει, άλλωστε; Το Αριστερό Χέρι, αργά ή γρήγορα, θα τον εντόπιζε και θα τον σκότωνε.

Ποτέ μας δεν είχαμε σκεφτεί ότι κάποιος υπήκοος του Τάρσαζ θα μπορούσε να είναι Ιεράρχης. Πόσο τυφλοί ήμασταν!

*
* * *
*

Η Ανταρλίδα πλησίασε μια σκηνή μέσα στη Μεγάλη Αγορά καθώς ο ήλιος έλουζε την πόλη με κοκκινωπό απογευματινό φως. Οι πληροφορίες που της είχαν δώσει ήταν σωστές, είδε. Πράγματι, ο έμπορος ήταν εδώ αυτή τη φορά.

Μισοκρυμμένη στις σκιές, περίμενε τους δύο πελάτες του να φύγουν και, μετά, πήγε κοντά.

Ο μαυρόδερμος άντρας, που ήταν καθισμένος ανάμεσα στα παλιά βιβλία, ύψωσε το βλέμμα του για να κοιτάξει την κουκουλοφόρο μορφή που έμπαινε στη σκηνή του. «Τι θα μπορούσα να κάνω για εσάς;»

Η Ανταρλίδα κατέβασε την κουκούλα της. «Πώς είσαι, Ρέμικατ;» ρώτησε υπομειδιώντας.

«Ανταρλίδα!» είπε εκείνος, χαμογελώντας πλατιά και δείχνοντας τα δόντια του. «Το είχα ακούσει ότι επιστρέψατε από τη Γη των Ταργκάφλι. Και δύσκολο ήταν να μην το ακούσω, ε; με τόσους Ταργκάφλι που φέρατε από κει! Δεν ήξερα, όμως, πώς να σας συναντήσω· δε συχνάζω στο παλάτι εγώ.»

«Δεν πειράζει,» αποκρίθηκε η Ανταρλίδα. «Χαίρομαι που είσαι καλά. Η Καρνάχω; Καλά επίσης;»

«Ναι,» ένευσε ο Ρέμικατ. «Κάθισε.» Έδειξε ένα σκαμνί. «Θες μια κούπα καφάρδιο;»

Η Ανταρλίδα πέρασε πίσω από τον πάγκο του και κάθισε. «Ναι. Σ’ευχαριστώ.»

Ο Ρέμικατ γέμισε δύο κούπες και της έδωσε τη μία. «Ο Τάμπριελ πώς είναι;» ρώτησε καθίζοντας κοντά της.

«Δεν είναι εδώ, στο Τάρσαζ.»

Ο Ρέμικατ συνοφρυώθηκε. «Πού είναι;»

«Στη Γη της Φέδλωχ.»

«Νόμιζα ότι τον ακολουθούσες παντού.»

Η Ανταρλίδα ήπιε μια γουλιά καφάρδιο. «Θα πήγαινα μαζί του, κανονικά· αλλά η Βασίλισσα με θέλει εδώ. Δεν έχεις ακούσει ότι τη βοηθάω στην κατασκευή των καινούργιων όπλων και στην εκπαίδευση των πολεμιστών της;»

«Ναι, το έχω ακούσει. Τα πράγματα είναι δύσκολα, ξέρεις, στα δυτικά σύνορα του Βασιλείου σας. Γίνονται ένα σωρό επιδρομές από την Κοινωνία.»

«Το ξέρω…»

«Στην Ίνρασακ δεν πολυπλησιάζω πλέον. Προσπαθώ να την αποφεύγω.» Ήπιε καφάρδιο.

Η Ανταρλίδα είπε: «Θέλω να σε ρωτήσω κάτι, Ρέμικατ.»

«Το περίμενα ότι δεν είχες έρθει μόνο για να με χαιρετήσεις. Πες μου, πώς μπορώ να σε εξυπηρετήσω;»

«Γνωρίζεις έναν τύπο που ονομάζεται Έρνεζ λαρ Μόνρεοκ; Έμπορος είναι.»

«Ταρσάζιος, ε;»

Η Ανταρλίδα κατένευσε.

Ο Ρέμικατ φάνηκε σκεπτικός για λίγο. Έπειτα: «Ναι, τον έχω ακουστά. Δεν έχω κάνει ποτέ συναναστροφές μαζί του, βέβαια. Γιατί ρωτάς;»

«Έχουν αρχίσει προβλήματα με τους Ταργκάφλι στο Τάρσαζ.»

«Αναμενόμενο δεν ήταν, Ανταρλίδα; Οι Ταρσάζιοι δε θα τους δέχονταν εύκολα εδώ.»

«Ναι,» είπε εκείνη, «αλλά νομίζω πως στη συγκεκριμένη περίπτωση κάποιος προσπαθεί να… εξάψει τα πνεύματα.»

«Τι εννοείς;» ρώτησε ο Ρέμικατ πίνοντας.

Η Ανταρλίδα τού είπε για τις πυρκαγιές, καθώς και για τον αιματηρό καβγά στη Φωλιά της Καρδερίνας. «Είμαι σχεδόν βέβαιη πως ο Έρνεζ λαρ Μόνρεοκ το έκανε επίτηδες. Επίτηδες, δηλαδή, προκάλεσε τους Ταργκάφλι και τους ευγενείς συγχρόνως.»

«Χμμμ…» Το καφάρδιο στην κούπα του Ρέμικατ πλησίαζε στο τέλος του. «Δεν αποκλείεται, έτσι όπως μου τα λες.»

«Τι γνωρίζεις, λοιπόν; Ξέρεις κάτι το ιδιαίτερο; Οποιαδήποτε πληροφορία θα μπορούσε να μου φανεί χρήσιμη.»

«Απ’όσο ξέρω,» είπε ο Ρέμικατ, «ο Έρνεζ εμπορεύεται ρούχα. Γυναικεία κυρίως, αλλά και αντρικά. Υψηλής ποιότητας. Ακριβά.»

«Το έχω ήδη μάθει αυτό.»

«Ναι, υποθέτω είναι κοινή γνώση. Σε ποια λιμάνια σταματά συνήθως ξέρεις;»

Η Ανταρλίδα κούνησε το κεφάλι αρνητικά και ήπιε μια γουλιά καφάρδιο.

«Στη Ρινάλβηλ – Γη της Φέδλωχ. Στη Νάρεοχ – Βασίλειο Ώσρανοκ. Και στη Σάβηνεμ και στην Κίρποντ – Κοινωνία. Και μάλιστα, έχω ακούσει πως δεν έχουν πάει πολύ πίσω οι εμπορικές του δραστηριότητες τώρα με τον πόλεμο, παρότι είναι Ταρσάζιος. Λένε πως έχει ισχυρές διασυνδέσεις στη Γη της Κοινωνίας.»

«Στη Γη της Κοινωνίας, ε;»

«Ναι.»

«Εννοείς, με τους Ιεράρχες, Ρέμικατ;»

«Δεν το γνωρίζω, αλλά δε θα το απέκλεια.»

Μάλιστα, σκέφτηκε η Ανταρλίδα. Ο τύπος σίγουρα, λοιπόν, δεν είναι τόσο αθώος όσο θέλει να δείχνει.

«Υποπτεύεσαι ότι ίσως να είναι πράκτοράς τους;» τη ρώτησε ο Ρέμικατ.

«Αν είναι,» είπε η Ανταρλίδα, «θα το ανακαλύψω. Υπάρχει κάτι άλλο που ξέρεις γι’αυτόν;»

Ο Ρέμικατ μόρφασε. «Συναναστρέφεται πολλούς ευγενείς εδώ στο Τάρσαζ, αλλά αυτό θα το γνωρίζεις κι εσύ.»

Η Ανταρλίδα ένευσε. «Γνωρίζω επίσης πως η Ελμίνεχ λαθ Ορνίληβ είναι ερωμένη του.» Επρόκειτο για τη νεαρή γυναίκα με τα ξανθά μαλλιά που φώναζε μέσα στην Αίθουσα του Αργυρόντυτου Θρόνου τις προάλλες. Ο σύνδεσμος λαθ σήμαινε ότι το όνομα που ακολουθούσε ήταν το όνομα της μητέρας του πρώτου ονόματος, και το χρησιμοποιούσαν οι γυναίκες του Τάρσαζ όπως οι άντρες χρησιμοποιούσαν το λαρ για να δείξουν τον πατέρα τους – κάτι που ο Καλέφραζ είχε εξηγήσει προ πολλού στην Ανταρλίδα και στον Τάμπριελ, όταν τους δίδασκε τα βασικά για τη γλώσσα και τα έθιμα, μέσα στην Ακρόπολη της Φέντινκεχ.

«Τούτο,» είπε ο Ρέμικατ, «δεν το ήξερα. Τι είναι αυτή; Κάποια αριστοκράτισσα;»

«Ναι. Ήταν μπλεγμένη στον καβγά που σου είπα.»

«Χμμμ…» Ο Ρέμικατ τελείωσε το καφάρδιό του με μια γουλιά.

Η Ανταρλίδα σηκώθηκε απ’το σκαμνί, αφήνοντας τη δική της κούπα παραδίπλα, μισοτελειωμένη. «Σ’ευχαριστώ, Ρέμικατ.»

«Δεν έκανα τίποτα,» είπε εκείνος καθώς σηκωνόταν επίσης. Και πρόσθεσε: «Κάποια στιγμή να έρθεις να καθίσεις περισσότερο, να μου πεις τι έγινε στη Γη των Ταργκάφλι. Όλο φήμες ακούω στα λιμάνια, και μερικές είναι τελείως εξωφρενικές. Μέχρι κι ότι ο Τάμπριελ έχει μαζί του μια μυστηριώδη θεά έχω ακούσει!»

Η Ανταρλίδα γέλασε. «Η πραγματικότητα είναι πιο παράξενη από τις φήμες, Ρέμικατ.» Του έδωσε το χέρι της. «Υπόσχομαι να τα ξαναπούμε.»

Ο έμπορος τη χαιρέτησε, και η Μαύρη Δράκαινα, σηκώνοντας πάλι την κουκούλα της, έφυγε από τη σκηνή του και βάδισε μέσα στη Μεγάλη Αγορά της Φέντινκεχ.

Ένα σφύριγμα τής τράβηξε την προσοχή καθώς περνούσε από ένα σχετικά ήσυχο μέρος. Στράφηκε και είδε έναν τύπο να στέκεται στην έξοδο ενός σοκακιού. Της έκανε νόημα να πλησιάσει.

Η Ανταρλίδα πλησίασε, έτοιμη να τραβήξει το πιστόλι απ’τον γοφό της.

Ο άντρας τής είπε ένα από τα συνθηματικά των πρακτόρων του Αριστερού Χεριού, και της έκανε πάλι νόημα να τον ακολουθήσει. Η Ανταρλίδα – αφού η Βασίλισσα το ήθελε να συνεργάζεται με την Κελνίχηβ – πήγε μαζί του, ελπίζοντας ότι υπήρχε καλός λόγος που την έβγαζε από τον δρόμο της.

«Πού πηγαίνουμε;» τον ρώτησε, λίγο παρακάτω.

«Θα δεις.»

Σ’έναν δρόμο κοντά στο Ναό του Μαράνχαλωμ, ο άντρας άνοιξε την πλαϊνή πόρτα ενός σπιτιού κι έγνεψε στην Ανταρλίδα να μπει. Εκείνη, έχοντας ξανά το χέρι της κοντά στο πιστόλι της, μπήκε. Ο άντρας μπήκε πίσω της, κλείνοντας. Είχαν βρεθεί σ’έναν μικρό διάδρομο με ξύλο στο πάτωμα, το οποίο έτριζε κάτω απ’τις μπότες τους. Τον διέσχισαν και βρέθηκαν σ’ένα δωμάτιο με μια λάμπα αναμμένη. Στον έναν τοίχο του υπήρχε μια βιβλιοθήκη. Στον καναπέ καθόταν η Κελνίχηβ, η οποία σηκώθηκε βλέποντας την Ανταρλίδα να μπαίνει. Τριγύρω κάθονταν άλλοι τρεις, άγνωστοι για τη Μαύρη Δράκαινα αλλά αναμφίβολα πράκτορες του Αριστερού Χεριού.

«Είχες πάει να μιλήσεις στον Ρέμικατ;» είπε η Κελνίχηβ.

«Δε χρειάζεται να ρωτάς όταν με παρακολουθείς,» αποκρίθηκε ξερά η Ανταρλίδα κατεβάζοντας την κουκούλα της.

«Θα έπρεπε να μου το είχες πει προτού πας.»

«Γιατί;»

«Υποτίθεται πως συνεργαζόμαστε, δεν υποτίθεται;» είπε, κάπως απότομα, η Κελνίχηβ. «Η Βασίλισσα δεν θα μείνει ευχαριστημένη αν μάθει πως δεν υπάρχει καλή επικοινωνία μεταξύ μας.»

Τι κρίμα… «Δε σκόπευα να σ’το κρατήσω κρυφό. Ο Ρέμικατ ίσως να είχε πληροφορίες που χρειαζόμαστε· γι’αυτό τον επισκέφτηκα. Αλλά θα μπορούσα, επίσης, να τον είχα επισκεφτεί απλώς και μόνο για να του πω ένα γεια.»

«Κάτι μού λέει ότι δεν είσαι απ’τους ανθρώπους που έρχονται απλώς για να πουν ένα γεια.»

Δε ζήτησα τη γνώμη σου.

Η Κελνίχηβ σταύρωσε τα χέρια της εμπρός της. «Τι σου είπε, λοιπόν, ο Ρέμικατ; Τίποτα το ενδιαφέρον;»

Η Ανταρλίδα τής απάντησε αυτά που είχε μάθει για τον Έρνεζ λαρ Μόνρεοκ. «Είναι πιθανό να έχει διασυνδέσεις ανάμεσα στους Ιεράρχες.»

«Πιθανό. Όχι βέβαιο. Και μην ξεχνάς ότι έχει, επίσης, πολλές διασυνδέσεις ανάμεσα στους ευγενείς του Τάρσαζ.»

«Τι πάει να πει αυτό; Αν δουλεύει για τους Ιεράρχες, θα τον δικαιολογήσεις επειδή πουλά φορέματα στους ευγενείς σας;»

Τα μάτια της Κελνίχηβ γυάλισαν. «Δεν είπα αυτό. Είναι, όμως, σημαντικό πρόσωπο στο Βασίλειο, όχι όποιος κι όποιος.»

«Για την Ελμίνεχ, οι πράκτορές σου τι έμαθαν;» ρώτησε η Ανταρλίδα αλλάζοντας θέμα.

«Με τους Ιεράρχες δεν σχετίζεται, πάντως. Ούτε έχω πληροφορηθεί τίποτε άλλο ύποπτο γι’αυτήν.»

«Να παρακολουθείς τον Έρνεζ,» της είπε η Ανταρλίδα. «Είμαι βέβαιη πως προσπαθούσε επίτηδες να προκαλέσει τους Ταργκάφλι.»

Η Κελνίχηβ δεν το σχολίασε αυτό. Ξανακάθισε στον καναπέ, παρατηρώντας τη Μαύρη Δράκαινα. «Κάθισε,» της πρότεινε.

«Έχεις κάτι άλλο να μου πεις;»

«Σκέφτηκα ότι μπορεί να μην ήθελες να στέκεσαι.»

Η Ανταρλίδα κάθισε σε μια καρέκλα, ακουμπώντας το δεξί της χέρι στο γόνατό της.

Η Κελνίχηβ είπε: «Οι βελοκεφαλές που μου έδειξες…» Τράβηξε μία μέσα απ’το φόρεμά της και την κράτησε ανάμεσα στον δείκτη και στον αντίχειρα του χεριού της. «Δεν είναι τόσο σπάνιες όσο ίσως να νομίζεις.»

«Δε νόμιζα ποτέ ότι είναι σπάνιες. Αλλά δε χρησιμοποιούνται από τους τοξότες της Βασίλισσας, απ’όσο ξέρω. Ή, τουλάχιστον, όχι ευρέως.»

«Έχεις δίκιο: όχι ευρέως. Χρησιμοποιούνται, όμως, πολύ από αρκετές ομάδες μισθοφόρων. Ανάμεσα στις οποίες και οι Μελωδοί των Όπλων… που» – ατένισε την Ανταρλίδα, εχθρικά – «αδίκως κατηγόρησαν εμένα για την επίθεση εναντίον σας.»

Αδίκως… σκέφτηκε ειρωνικά η Ανταρλίδα. Ναι, είμαι σίγουρη. «Διαλύθηκαν, απ’ό,τι έχω ακούσει· δεν εδρεύουν πλέον στη Ναλκέμ.»

«Δε μπορούσαν να σταθούν στο Τάρσαζ μετά από τα ψέματα που εξάπλωσαν,» είπε η Κελνίχηβ.

Αναμφίβολα φρόντισες γι’αυτό. «Δηλαδή, έφυγαν από το Βασίλειο;»

Η Κελνίχηβ στριφογύρισε τη βελοκεφαλή ανάμεσα στα δάχτυλά της, βλέποντάς την να γυαλίζει στο φως της λάμπας. «Έτσι μου έχουν πει…»

«Και προς τα πού πήγαν;»

Τα μάτια του Αριστερού Χεριού εστιάστηκαν στην Ανταρλίδα. «Δυτικά.»

«Στην Κοινωνία.» Δεν ήταν ερώτηση.

«Μέσω του ποταμού Νούροκ. Από τότε, δεν έχω ξαναμάθει τίποτα γι’αυτούς.»

«Αλλά υποπτεύεσαι ότι τώρα δουλεύουν για τους Ιεράρχες,» είπε η Ανταρλίδα.

«Αφού πήγαν στην Κοινωνία, μόνο γι’αυτούς μπορεί να δουλεύουν.»

«Και μπορεί οι Ιεράρχες να τους έστειλαν εδώ, για να προκαλέσουν προβλήματα ανάμεσα σ’εσάς και τους Ταργκάφλι;» έθεσε το ερώτημα η Ανταρλίδα.

Η Κελνίχηβ έκρυψε πάλι τη βελοκεφαλή μέσα στο φόρεμά της. «Δεν ξέρω. Δεν έχω αρκετές πληροφορίες ακόμα. Οι κατάσκοποί μου, πάντως, δεν τους είδαν να επιστρέφουν στο Βασίλειο.»

«Σίγουρα, δεν θα επέστρεφαν ως Μελωδοί των Όπλων αν ήθελαν να κάνουν δολιοφθορά εδώ.»

Η Κελνίχηβ ένευσε. «Πρέπει να ψάξουμε κι άλλο.»

*

Έξω από τη Φέντινκεχ, δίπλα στα μεταλλουργεία, υπήρχε μια αποθήκη όπου έμπαιναν τα όπλα που είχαν ετοιμαστεί, προτού μεταφερθούν αλλού. Η Βασίλισσα είχε, ασφαλώς, θέσει φρουρούς εκεί, καθώς όλοι αντιλαμβάνονταν ότι τα πυροβόλα όπλα ήταν κάτι που πολλοί θα ήθελαν να έχουν στα χέρια τους – από εχθρούς του Βασιλείου, όπως ο Μέγας Ιεράρχης, μέχρι ματαιόδοξοι ευγενείς μέσα από το ίδιο το Τάρσαζ, μέχρι ληστές και άλλοι κακοποιοί. Οι κακές γλώσσες έλεγαν, επίσης, ότι οι Ταργκάφλι ίσως να προσπαθούσαν να κλέψουν τα όπλα και να καταλάβουν την πρωτεύουσα – πράγμα που ήταν αστείο, δεδομένου τού πώς είχαν φερθεί ώς τότε.

Παρά τα μέτρα που είχε πάρει η Βασίλισσα, όμως, μια νύχτα εισβολείς μπήκαν στην αποθήκη.

Τα πράγματα έγιναν κάπως έτσι, όπως έμαθε η Ανταρλίδα αργότερα:

Φωτιές άναψαν ξαφνικά κοντά στα μεταλλουργεία καθώς και σε μερικά χωράφια εκεί γύρω. Οι περίπολοι κινητοποιήθηκαν αμέσως, όπως επίσης και οι άνθρωποι της περιοχής. Η προσοχή των φρουρών της αποθήκης αποσπάστηκε, και κάποιοι τούς χτύπησαν με βέλη. Αρκετοί σκοτώθηκαν· οι υπόλοιποι αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν, προσπαθώντας να ειδοποιήσουν άλλους πολεμιστές της Βασίλισσας και βρίσκοντάς το δύσκολο μέσα στο χάος των πυρκαγιών. Οι άγνωστοι έσπασαν την πόρτα της αποθήκης, μπήκαν, άρπαξαν ένα σωρό πυροβόλα όπλα – πιστόλια και τουφέκια – και εξαφανίστηκαν μες στο σκοτάδι της νύχτας.

Το επόμενο πρωί, η Ανταρλίδα βρήκε κεφαλές βελών ανάμεσα στα αποκαΐδια. Ίδιες μ’αυτές που είχε βρει και τις προηγούμενες φορές.

Οι Ταργκάφλι το έκαναν! άρχισαν να λασπολογούν οι καλοθελητές της πρωτεύουσας. Οι Ταργκάφλι πήραν τα όπλα! Σχεδιάζουν να καταλάβουν τη Φέντινκεχ!

Η Βασίλισσα προσπαθούσε να καθησυχάσει τους ευγενείς, αλλά η κατακραυγή ήταν πολύ μεγάλη. Οι υπήκοοι του Βασιλείου φοβόνταν ότι κάτι κακό θα συνέβαινε.

Ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ πρότεινε να γίνει έρευνα στον καταυλισμό του λαού του, ώστε να αποδειχτεί αν είχαν αυτοί αρπάξει τα όπλα ή όχι. Οι ευγενείς, όμως, περιγέλασαν τούτη την κίνηση καλής θέλησης λέγοντας ότι, αν οι βάρβαροι είχαν αρπάξει τα όπλα, τότε θα τα είχαν καταχωνιάσει εκεί όπου κανένας δε θα μπορούσε να τα βρει.

«Μου υποσχεθήκατε ότι θα ανακαλύψετε τι συμβαίνει!» είπε η Παμράνεχ στην Ανταρλίδα και στην Κελνίχηβ, καθώς οι τρεις τους βρίσκονταν σ’ένα σαλόνι του παλατιού. Ο μόνος άλλος άνθρωπος μαζί τους ήταν ο Πρίγκιπας Μάρνεζ. «Και δεν έχετε κάνει τίποτα ακόμα!»

«Δεν είναι εύκολο να γίνει αμέσως, Βασίλισσά μου,» αποκρίθηκε το Αριστερό Χέρι. «Καλύπτουν καλά τα ίχνη τους. Πρέπει να έχουν κάποιον που τους βοηθά μέσα απ’το Βασίλειο–»

«Φυσικά και έχουν κάποιον που τους βοηθά μέσα απ’το Βασίλειο, Κελνίχηβ!» τη διέκοψε η Παμράνεχ κάνοντας πέρα-δώθε μες στο δωμάτιο. «Η δουλειά σου δεν είναι να ξετρυπώνεις τέτοιους προδότες; Όποιος κι αν είναι, η Ανταρλίδα έχει δίκιο, προσπαθεί να μας κάνει άνω-κάτω! Πρέπει να υπηρετεί τον Μεγάλο Ιεράρχη.»

«Ίσως, Βασίλισσά μου,» αποκρίθηκε η Κελνίχηβ. «Αλλά δεν είναι βέβαιο.»

«Έχεις κάποια άλλη υποψία;»

«Όχι.»

«Θέλω αυτά τα περιστατικά να σταματήσουν, Κελνίχηβ.»

Η Ανταρλίδα είπε: «Αυτοί που έκλεψαν τα όπλα, αναμφίβολα, θα μπουν στον πειρασμό να τα χρησιμοποιήσουν. Δε νομίζω να τα έκλεψαν μόνο για να τα στείλουν ως δείγματα στον Μεγάλο Ιεράρχη.» Καθόταν σε μια πολυθρόνα, με τα πόδια της σταυρωμένα στο γόνατο και τα χέρια της διπλωμένα εμπρός της. «Κι αυτό σημαίνει πως, κάποια στιγμή, θα χρειαστούν… ανεφοδιασμό.»

«Ανεφοδιασμό;» έκανε η Κελνίχηβ.

«Σφαίρες. Δεν έκλεψαν και τόσες πολλές από την αποθήκη. Αν σκοπεύουν να χρησιμοποιήσουν τα όπλα, σύντομα θα τους τελειώσουν: και θα πρέπει να προσπαθήσουν να κλέψουν κι άλλες.»

«Και τότε θα τους παγιδέψουμε…» είπε η Κελνίχηβ σκεπτικά.

«Κι αν δεν χρησιμοποιήσουν τα όπλα;» έθεσε το ερώτημα ο Μάρνεζ.

«Για να τα έκλεψαν, Πρίγκιπά μου,» αποκρίθηκε η Ανταρλίδα, «πρέπει να σχεδιάζουν να τα χρησιμοποιήσουν.»

«Για ποιο σκοπό;» ρώτησε η Παμράνεχ.

«Αυτό,» είπε η Ανταρλίδα, «δεν μπορώ να το ξέρω.»

*

Μετά από δύο ημέρες, ένα κατάστημα πυρπολήθηκε στη Μεγάλη Αγορά. Μες στα άγρια μεσάνυχτα, κάποιοι έσπασαν την πόρτα και τα παράθυρα και πέταξαν αναμμένους δαυλούς στο εσωτερικό του. Μερικοί φρουροί έτρεξαν προς το μέρος τους και δέχτηκαν επίθεση.

Από πυροβόλα όπλα.

Ένας σκοτώθηκε. Δύο τραυματίστηκαν.

Κανένας απ’τους κακοποιούς δεν πιάστηκε.

Οι Ταργκάφλι το έκαναν! άρχισαν να διαλαλούν οι καλοθελητές, την επομένη. Οι Ταργκάφλι επιτέλους αποκαλύφθηκαν! Θέλουν να μας διαλύσουν την πόλη!

Ασφαλώς, καμία σοβαρή απόδειξη δεν υπήρχε ότι, όντως, οι κακοποιοί ήταν Ταργκάφλι, και ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ διαμαρτυρήθηκε έντονα μπροστά στους ευγενείς που είχαν συγκεντρωθεί στην Αίθουσα του Αργυρόντυτου Θρόνου. Η απάντηση των ευγενών δεν ήταν καθόλου ευγενική ή συγκρατημένη. Η Βασίλισσα Παμράνεχ αναγκάστηκε, στο τέλος, να τους βγάλει όλους έξω υπό την απειλή όπλων: δοράτων, βαλλιστρών, αλλά και τουφεκιών. Τα πυροβόλα όπλα επιτρέπονταν τώρα μέσα στο Βασιλικό Παλάτι, για τους φρουρούς και όσους είχαν κάποια υψηλή θέση στην Αυλή· γιατί «πρέπει να είσαι παρόμοια οπλισμένος με τον εχθρό σου,» όπως είχε πει η Κελνίχηβ στη Βασίλισσα, και η Βασίλισσα είχε, χωρίς δισταγμό, συμφωνήσει.

Η Ανταρλίδα πήγε να κάνει έρευνα στο πυρπολημένο κατάστημα μαζί με το Αριστερό Χέρι και δύο άλλους κατασκόπους. Η κλειδαριά της πόρτας είχε σπάσει από σφαίρες· τα παράθυρα, από χτυπήματα αγχέμαχων όπλων – ροπάλων πιθανώς. Κανένα άλλο σημάδι δεν υπήρχε για το ποιοι προκάλεσαν την καταστροφή. Και κανένας δεν είχε δει τίποτα, αφού αυτό το μέρος της Μεγάλης Αγοράς ήταν άδειο τόσο αργά τη νύχτα: τα μαγαζιά δεν δούλευαν, και οι ελάχιστοι πολίτες που έμεναν εδώ κοιμόνταν.

«Μάθαμε, λοιπόν, πώς σκοπεύουν να χρησιμοποιήσουν τα όπλα που έκλεψαν,» είπε ο Πρίγκιπας Μάρνεζ στην Ανταρλίδα και στην Κελνίχηβ, όταν επέστρεψαν στο παλάτι. «Το ερώτημα είναι: θα περιμένουμε, πραγματικά, να τους τελειώσουν οι σφαίρες για να τους πιάσουμε; Μέχρι τότε θα έχουν διαλύσει τη μισή πόλη!»

Ο Ερβάδαζ, που βρισκόταν κι αυτός στην Αίθουσα του Αργυρόντυτου Θρόνου καθώς μιλούσαν, είπε: «Θα διπλασιάσουμε τις περιπόλους, Υψηλότατε. Ούτε μύγα δε θα περνά απαρατήρητη στη Μεγάλη Αγορά, τις νύχτες.»

«Θα επιτεθούν από κάποια άλλη μεριά που έχουμε αφήσει αφύλαχτη,» είπε ο Πρίγκιπας, με δυσοίωνη βεβαιότητα στα λόγια του.

*

Η Ανταρλίδα χτύπησε την πόρτα των διαμερισμάτων της Κελνίχηβ. Το Αριστερό Χέρι άργησε ν’ανοίξει, όμως τελικά άνοιξε. Ήταν μεσημέρι, αλλά, κρίνοντας από το ντύσιμό της, δεν κοιμόταν.

«Ανταρλίδα,» είπε. «Τι θέλεις τέτοια ώρα;»

Η Μαύρη Δράκαινα είχε πριν από λίγο επιστρέψει από την εκπαίδευση των πολεμιστών της Βασίλισσας. «Να περάσω;»

Η Κελνίχηβ τής έκανε χώρο.

Η Ανταρλίδα δεν είχε ποτέ ξανά μπει στα διαμερίσματα του Αριστερού Χεριού. Τα μάτια της εξέτασαν στα γρήγορα τον προθάλαμο όπου βρέθηκε, προτού στραφεί στην Κελνίχηβ η οποία είχε ήδη κλείσει την πόρτα.

«Συμβαίνει κάτι;» ρώτησε το Αριστερό Χέρι.

«Αναρωτιόμουν αν έχεις καμια καινούργια πληροφορία για τον Έρνεζ.»

«Αυτός είναι ο λόγος που είσαι εδώ;»

«Ναι.»

«Δεν συνέβη κάτι που να σε έκανε να έρθεις;»

«Όχι.»

«Τότε, δεν καταλαβαίνω–»

«Την προηγούμενη φορά, μου είπες ότι πρέπει να μοιραζόμαστε τις πληροφορίες που έχουμε,» της θύμισε η Ανταρλίδα. «Κι εσύ δεν μου λες απολύτως τίποτα.»

«Δεν έχω ανακαλύψει κάτι που πρέπει να ξέρεις,» είπε η Κελνίχηβ, αν και από την όψη της ήταν φανερό πως δεν της άρεσαν καθόλου τα λόγια της Ανταρλίδας.

«Τον παρακολουθείς τον Έρνεζ;»

«Αμφιβάλλεις ότι κάνω τη δουλειά μου, τώρα;»

«Και δεν έχεις μάθει τίποτα γι’αυτόν ακόμα;»

«Φέρεσαι σαν να είσαι ανώτερή μου, Ανταρλίδα. Αλλά δεν είσαι.» Η Κελνίχηβ δεν φώναζε αλλά ο θυμός της ήταν καταφανής στο βλέμμα της.

«Μου κάνει εντύπωση που τόσο καιρό τον κατασκοπεύεις και δεν έχεις βρει τίποτα.»

«Μπορεί να μην υπάρχει κάτι για να βρω. Μπορεί να έκανες λάθος γι’αυτόν.»

«Δεν το νομίζω,» είπε η Ανταρλίδα.

«Τι υπονοείς, λοιπόν; Ότι έχω βρει κάτι και το κρύβω;»

Η Ανταρλίδα δεν μίλησε. Έχει περάσει απ’το μυαλό μου, σκέφτηκε.

«Μήπως πιστεύεις κιόλας ότι εγώ είμαι που βοηθάω τους Ιεράρχες να προκαλέσουν αναταραχές μέσα στο Βασίλειο;»

«Τους Ταργκάφλι, πάντως, δεν τους θέλεις εδώ.»

«Αυτό δεν έχει καμία σημασία. Ευχαρίστως θα τους έδιωχνα. Αλλά με άλλο τρόπο. Πολύ πιο διακριτικό.»

Η Ανταρλίδα όφειλε να παραδεχτεί ότι, όντως, οι μέθοδοι του Αριστερού Χεριού ήταν πιο διακριτικοί.

«Επιπλέον,» συνέχισε η Κελνίχηβ, «νομίζεις ότι δεν τους θέλω στο Βασίλειο επειδή τους θεωρώ ‘βαρβάρους’; Δεν τους θέλω στο Βασίλειο επειδή βλέπεις τι συμβαίνει τώρα που είναι εδώ! Είναι θέμα ασφάλειας.»

Η Ανταρλίδα βημάτισε μέσα στο δωμάτιο. Τα μποτοφορεμένα πόδια της δεν έκαναν θόρυβο επάνω στο μαλακό χαλί. Τα μάτια της κοίταζαν τους πίνακες στους τοίχους. «Ο Έρνεζ δεν έρχεται σε επαφή με κανένα πρόσωπο που θεωρείς ύποπτο;»

«Σου είπα: δεν έχω μάθει τίποτα ύποπτο γι’αυτόν.»

Η Ανταρλίδα στράφηκε να την ατενίσει. «Σκεφτόμουν να κάνω μια δική μου έρευνα. Στο σπίτι του.»

«Τι πράγμα;»

«Δεν καταλαβαίνεις τι εννοώ;»

«Σκέφτεσαι να εισβάλεις στο σπίτι του και να ψάξεις;»

«Προφανώς,» είπε η Ανταρλίδα. «Αλλά, υποθέτω, πρέπει να σ’το πω πρώτα.»

Η Κελνίχηβ κούνησε το κεφάλι της. «Όχι.»

«Τι όχι; Δεν έπρεπε να σ’το πω;»

«Όχι, να μην το κάνεις. Δε θέλω να ειπωθεί ότι κάποιος μπήκε στο σπίτι του και έψαξε.»

«Δε θα καταλάβει τίποτα.»

«Δεν το ξέρω αυτό, και δεν πρόκειται να το ριψοκινδυνέψω. Όχι ακόμα, τουλάχιστον. Και τώρα, δε νομίζω ότι έχουμε κάτι άλλο να πούμε.» Άνοιξε την εξώπορτα των διαμερισμάτων της. «Μπορείς να πηγαίνεις.»

«Αν αλλάξεις γνώμη, ξέρεις πού να με βρεις,» είπε η Ανταρλίδα, και έφυγε.

*

Η πρώτη ληστεία με πυροβόλα όπλα στην Ιστορία του Τάρσαζ έγινε στη Μικρή Αγορά, ή Λιμαναγορά, της Φέντινκεχ. Μέρα-μεσημέρι.

Τέσσερις άντρες και μια γυναίκα μπήκαν σ’ένα κατάστημα που πουλούσε τροχούς για άμαξες και, απειλώντας τον καταστηματάρχη με πιστόλια, του πήραν όσα χρήματα είχε επάνω του. Φεύγοντας, τον πυροβόλησαν στο πόδι.

Ταργκάφλι ήταν! είπε ο καταστηματάρχης στους φρουρούς. Και όταν τον ρώτησαν αν ήταν σίγουρος, αποκρίθηκε πως, ναι, ήταν. Από τα ρούχα τους τους κατάλαβα. Μόνο οι Ταργκάφλι ντύνονται έτσι!

Το χάος που επικράτησε μετά τη ληστεία δεν ήταν παρά αναμενόμενο. Οι ευγενείς συγκεντρώθηκαν στο Βασιλικό Παλάτι, ουρλιάζοντας ότι το Βασίλειο καταστρεφόταν. Καταστρεφόταν, και η Βασίλισσα δεν έκανε τίποτα! Τίποτα! Συγχρόνως, οι συντεχνίες που αντιπροσώπευαν τους εμπόρους, τους μαγαζάτορες, και τους τεχνίτες της πόλης είχαν βγάλει κόσμο στους δρόμους για να διαμαρτυρηθεί. Είχαν μαζευτεί κάτω απ’την Ακρόπολη και το Βασιλικό Παλάτι. Οι καταστηματάρχες είχαν κλείσει τα μαγαζιά τους, και στη Μικρή και στη Μεγάλη Αγορά, σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ δεν μπορούσε να φύγει από την πόλη και να πάει στον καταυλισμό του λαού του, να δει πώς είχαν τα πράγματα εκεί. Η Βασίλισσα ήταν έξω φρενών, και το έβρισκε αδύνατο να συνεννοηθεί με τους ευγενείς. Ο Πρίγκιπας Μάρνεζ ήταν ο μόνος που φαινόταν να κρατά την ψυχραιμία του και να προσπαθεί να επιβάλει την τάξη. Το Αριστερό Χέρι ήταν άφαντο.

Η Ανταρλίδα και ο Ερβάδαζ, μαθαίνοντας για τα συμβάντα, έφυγαν από το εκπαιδευτήριο και πήγαν στη Φέντινκεχ, καλπάζοντας. Μαζί τους ήταν κι άλλοι εκπαιδευτές, καθώς και πολεμιστές με πυροβόλα όπλα. Εκτός από τους Ταργκάφλι· η Ανταρλίδα είχε πει σ’αυτούς να επιστρέψουν στον καταυλισμό τους – αμέσως – κι εκείνοι δε διαφώνησαν.

«Θα πάω στη Μικρή Αγορά,» είπε η Μαύρη Δράκαινα στον Ερβάδαζ καθώς περνούσαν την Πύλη των Αγρών. «Εσείς συνεχίστε προς το παλάτι.»

«Γιατί;» τη ρώτησε ο Ερβάδαζ.

«Θέλω να ρίξω μια ματιά στο μέρος γύρω απ’το κατάστημα όπου έγινε η ληστεία.»

«Πιστεύεις ότι θα βρεις κάτι εκεί;»

«Ίσως,» είπε η Ανταρλίδα στρίβοντας το άλογό της σ’έναν αριστερό δρόμο. «Θα σε δω στο παλάτι, Ερβάδαζ!»

Εκείνο που ήλπιζε να βρει ήταν ενδυμασίες Ταργκάφλι. Δεν πίστευε ότι, πραγματικά, οι Ταργκάφλι είχαν κάνει τη ληστεία· δε θα έκαναν κάτι τόσο ανόητο μια τέτοια δύσκολη περίοδο. Επομένως, πρέπει να την είχαν κάνει κάποιοι μεταμφιεσμένοι σαν Ταργκάφλι. Αποκλείεται, όμως, να είχαν φύγει από την αγορά με αυτή την αμφίεση, γιατί θα φοβόνταν ότι ίσως να τους κυνηγήσουν. Θα είχαν, λοιπόν, βγάλει τα ρούχα κάπου κοντά στο κατάστημα που λήστεψαν, και μπορεί να μην ήταν τόσο έξυπνοι ώστε να τα πάρουν μαζί τους. Μπορεί απλά να τα είχαν πετάξει στη γωνία ενός βρόμικου σοκακιού.

Δεν ήταν βέβαιο, αλλά υπήρχε μια πιθανότητα.

Η Μικρή Αγορά ήταν σχεδόν έρημη, με τους καταστηματάρχες να έχουν αφήσει τα καταστήματά τους και να έχουν πάει να διαμαρτυρηθούν. Πού και πού έβλεπες μόνο κανέναν άνθρωπο.

Καλύτερα, σκέφτηκε η Ανταρλίδα αφιππεύοντας. Αν υπάρχει εκείνο που θέλω, θα το βρω ευκολότερα. Και με λιγότερες πιθανότητες να το έχουν κλέψει. Έδεσε το άλογό της σε μια ξύλινη στήλη και βάδισε προς το μαγαζί που είχαν ληστέψει. Είδε ότι η πόρτα του ήταν κλειστή και λουκετωμένη. Κανένας δεν ήταν κοντά.

Το γάβγισμα ενός σκύλου αντήχησε μέσα στους άδειους δρόμους.

Η Ανταρλίδα έκανε τον γύρο του καταστήματος – και άλλων καταστημάτων συγχρόνως, αφού όλα βρίσκονταν στο ίδιο τετράγωνο – κοιτάζοντας στις γωνίες και στις άκριες, αναζητώντας πεταμένα ρούχα.

Βήματα ακούστηκαν από δεξιά της. Η Μαύρη Δράκαινα στράφηκε, για να δει κάποιον να περνά πίσω από μια καμάρα βαδίζοντας γρήγορα.

Συνέχισε την αναζήτησή της, ολοκληρώνοντας τον γύρο του τετραγώνου και μη βρίσκοντας τίποτα. Αποφάσισε να επεκτείνει την ακτίνα της έρευνάς της, και την επέκτεινε, πηγαίνοντας στους τριγυρινούς δρόμους και στενορύμια.

Στρίβοντας είδε μπροστά της ένα πτώμα.

Ένας άντρας, λευκόδερμος, πεσμένος ανάσκελα, με τον λαιμό του σχισμένο πέρα για πέρα.

Τον αναγνώριζε. Ένας από τους κατασκόπους της Κελνίχηβ!

Και τότε η Ανταρλίδα περισσότερο διαισθάνθηκε παρά είδε ή άκουσε τον σκοπευτή που είχε μόλις παρουσιαστεί στο παράθυρο αριστερά της. Αμέσως, τινάχτηκε παραδίπλα καθώς ένας πυροβολισμός αντηχούσε· και, μπαίνοντας έτσι σ’ένα σοκάκι, κόλλησε την πλάτη της στον πέτρινο τοίχο ενός σπιτιού.

Η σφαίρα που τη σημάδευε είχε εξοστρακιστεί πάνω στο πλακόστρωτο.

Δύο σκέψεις πέρασαν αστραπιαία απ’το νου της:

Δεν ήταν τυχαίο αυτό το πτώμα εκεί· και: Ήθελαν να με τραυματίσουν στο πόδι, όχι να με σκοτώσουν.

Βήματα ήχησαν. Γρήγορα βήματα.

Η Ανταρλίδα είδε δύο άντρες να παρουσιάζονται στο πέρας του σοκακιού, κρατώντας τουφέκια. «Παραδόσου!» της φώναξε ο ένας.

Η Μαύρη Δράκαινα τινάχτηκε, πιάστηκε από ένα δώμα, κι ανέβηκε πάνω.

Πυροβολισμοί αντήχησαν πίσω της.

Τράβηξε το πιστόλι της και τους έριξε. Ο ένας άντρας ούρλιαξε πέφτοντας στο πλακόστρωτο, αιμόφυρτος.

Κι άλλοι έρχονταν, τουφεκίζοντας.

«Παραδόσου, Ανταρλίδα!» φώναξε κάποιος.

Εκείνη έτρεξε, πηδώντας απ’το ένα δώμα στο άλλο.

Την κυνήγησαν, από κάτω, πυροβολώντας. Κομμάτια πέτρας και σοβάδες πετάγονταν.

«Έχουμε αιχμαλώτους, και θα τους σκοτώσουμε!» φώναξε ο ίδιος άντρας. «Παραδόσου!»

Η Ανταρλίδα καλύφτηκε πίσω απ’τον χαμηλό τοίχο μιας στέγης, γονατίζοντας στο ένα γόνατο, κρατώντας το πιστόλι της με τα δύο χέρια. Το τουφέκι της ήταν περασμένο στην πλάτη της· δεν είχε προλάβει να το βγάλει.

Σφαίρες εξοστρακίστηκαν πάνω στον χαμηλό τοίχο.

«Έχουμε και το Αριστερό Χέρι, Ανταρλίδα! Και θα τη σκοτώσουμε αν δεν παραδοθείς!»

«Κάντε ό,τι θέλετε – είναι ενοχλητική, ούτως ή άλλως!»

«Μπλοφάρεις!»

«Εσύ μπλοφάρεις! Δεν πιστεύω ότι έχεις το Χέρι. Δε θ’άφηνε κάτι παλιάτσους σαν εσάς να την αιχμαλωτίσουν τόσο εύκολα!»

Ο άντρας – όποιος κι αν ήταν – γέλασε. «Έτσι νομίζεις; Έλα κάτω και θα σου δείξουμε πού την έχουμε.»

«Ποιος είσαι;» του φώναξε η Ανταρλίδα.

«Σου θυμίζει κάτι η φωνή μου;»

Η αλήθεια ήταν πως, ναι, κάτι τής θύμιζε. Αλλά δεν μίλησε.

«Το όνομά μου είναι Σαρόεζ, Ανταρλίδα. Έχουμε ξανασυναντηθεί, αλλά υπό πολύ διαφορετικές συνθήκες. Τότε μας έπιασες απροετοίμαστους.»

Τα κέρατα του Κάρτωλακ! Ο αρχηγός των Μελωδών των Όπλων. Η Κελνίχηβ είχε δίκιο: τώρα δούλευε για τον Μεγάλο Ιεράρχη, ο μπάσταρδος.

«Δεν έχεις χρόνο, Σαρόεζ. Μπορεί η αγορά νάναι σχετικά άδεια, αλλά σύντομα η φρουρά θα έρθει–»

«–και δε θα σε βρει ζωντανή! Ούτε εσένα ούτε το Αριστερό Χέρι! Εσύ είσαι που δεν έχεις χρόνο! Κατέβα από κει και παραδόσου!»

Σκατά, σκέφτηκε η Ανταρλίδα. Ώς τώρα, θα έχουν περικυκλώσει ολόκληρο το χτίριο. Δεν ήταν σίγουρη ότι ο Σαρόεζ έλεγε αλήθεια για την Κελνίχηβ, όμως δεν μπορούσε και να τον αγνοήσει τελείως.

Είδε μια καταπακτή και κύλησε ώς εκεί. Προσπάθησε να την ανοίξει, μα ήταν κλεισμένη από μέσα. Με σύρτη, μάλλον. Χρησιμοποιώντας το πιστόλι της την πυροβόλησε δύο φορές. Ο σύρτης έσπασε.

Τα όπλα των εχθρών της αντήχησαν από γύρω, για εκφοβισμό.

Η Ανταρλίδα άνοιξε την καταπακτή και γλίστρησε μέσα. Βρέθηκε σε μια ξύλινη σκάλα και την κατέβηκε, καταλήγοντας σ’ένα υφασματοπωλείο, γεμάτο ράφια με υφάσματα διαφόρων χρωμάτων. Οι Μελωδοί δεν πρέπει να έχουν καταλάβει ότι είμαι μέσα. Αλλά δε θ’αργήσουν να το καταλάβουν.

Πλησίασε ένα παράθυρο. Σήκωσε το μάνταλο, άνοιξε τα παραθυρόφυλλα, και πήδησε έξω, στον δρόμο δίπλα απ’τον οποίο ήταν συγκεντρωμένοι οι περισσότεροι από τους Μελωδούς.

Την είδαν, ασφαλώς. Δύο απ’αυτούς. Αμέσως.

Η Ανταρλίδα πυροβόλησε τον έναν – ο οποίος σωριάστηκε ουρλιάζοντας – και έτρεξε.

«Πίσω της!» κραύγασε ο Σαρόεζ. «Πιάστε την!»

Η Ανταρλίδα έστριψε. Είδε αντίκρυ της δύο Μελωδούς να έρχονται. Έστριψε ξανά. Καταλάβαινε ότι δεν την πυροβολούσαν επειδή δεν ήθελαν να τη σκοτώσουν, αλλιώς τώρα πιθανώς να ήταν νεκρή.

Βρέθηκε σ’έναν δρόμο κάτω από μια μεγάλη καμάρα, κι αντίκρυ της είδε μια γυναίκα να στέκεται και να τη σημαδεύει, κρατώντας το πιστόλι της με τα δύο χέρια. Μια ξανθιά, λευκόδερμη, νεαρή γυναίκα την οποία αναγνώριζε.

Εκείνη που φώναζε μέσα στην Αίθουσα του Αργυρόντυτου Θρόνου, ύστερα από το περιστατικό στη Φωλιά της Καρδερίνας. Η ερωμένη του Έρνεζ λαρ Μόνρεοκ.

Η Ελμίνεχ λαθ Ορνίληβ.

«Σου το είπα πως θα ξανασυναντηθούμε, Ανταρλίδα.»

Και η Ανταρλίδα, τότε, πρόσεξε τα μάτια της Ελμίνεχ. Τα παρατήρησε για πρώτη φορά. Συνειδητοποιώντας ότι της θύμιζαν κάποια άλλα μάτια. Και, συγχρόνως, της έδιναν την εντύπωση ότι βρίσκονταν πολλά μάτια πίσω τους. Μάτια πίσω από μάτια πίσω από μάτια. Σαν μια ατελείωτη σειρά από καθρέφτες.

Ιεράρχης! Η Ελμίνεχ ήταν Ιεράρχης!

Η Ανταρλίδα άκουσε τους Μελωδούς να συγκεντρώνονται στα νώτα της.

Και πίσω από την Ελμίνεχ πλησίαζαν άλλοι δύο, με τα τουφέκια τους υψωμένα.

«Θα έρθεις μαζί μου, Ανταρλίδα,» είπε η Ιεράρχης. «Ή θα πεθάνεις.»

*

Η Κελνίχηβ, μαθαίνοντας για τη ληστεία καθώς και για τη συγκέντρωση των συντεχνιών έξω απ’το Βασιλικό Παλάτι και την Ακρόπολη, το είχε θεωρήσει καλή ιδέα να πάει να ρίξει μια ματιά στη Μικρή Αγορά τώρα που θα ήταν σχεδόν άδεια. Μαζί της είχε πάρει μερικούς κατασκόπους της.

Δεν πίστευε ότι θα έβρισκε τους κακοποιούς· αυτοί, κατά πάσα πιθανότητα, θα είχαν φύγει. Δεν ήταν, όμως, βέβαιη ότι οι κακοποιοί ήταν Ταργκάφλι. Έτσι, θεωρούσε ότι πιθανώς να κατάφερνε να βρει τις ενδυμασίες τους· διότι μπορεί να είχαν έρθει ως Ταργκάφλι αλλά αποκλείεται να είχαν φύγει και ως Ταργκάφλι. Ίσως, λοιπόν, να είχαν πετάξει τις μεταμφιέσεις τους σε κάποιο πίσω σοκάκι, αν βιάζονταν – που μάλλον θα βιάζονταν, για να μην έρθει η φρουρά και μπλέξουν.

Δεν είχε ιδέα ότι και η Ανταρλίδα θα ερχόταν εδώ, έχοντας κάνει περίπου τις ίδιες σκέψεις. Κάποιος άλλος, όμως, φαίνεται πως τις ήξερε καλά και τις δύο. Ήξερε τον τρόπο που σκέφτονταν και που αντιδρούσαν.

Και περίμενε.

Μισή ντουζίνα άγνωστοι συγκεντρώθηκαν γύρω απ’το Αριστερό Χέρι και τους κατασκόπους της, πυροβολώντας αμέσως.

Η Κελνίχηβ είδε τους κατασκόπους να πεθαίνουν, και τράβηξε το πιστόλι της.

«Καλύτερα να το πετάξεις αυτό,» της είπε μια μαυρόδερμη γυναίκα με γαλανά μαλλιά η οποία κρατούσε τουφέκι και είχε την κάννη στραμμένη προς το μέρος της. «Ξέρουμε ποια είσαι, κι αυτός είναι ο μόνος λόγος που μπορεί να μείνεις ζωντανή.»

Η Κελνίχηβ, νιώθοντας το μυαλό και το σώμα της μουδιασμένα, άφησε το πιστόλι να πέσει απ’το χέρι της, κουδουνίζοντας στο πλακόστρωτο.

«Δέστε της τα χέρια πίσω απ’την πλάτη, φιμώστε την, και κλείστε της τα μάτια,» πρόσταξε η μαυρόδερμη γυναίκα.

Οι υπόλοιποι το έκαναν, και η Κελνίχηβ αισθάνθηκε να την τραβάνε μέσα στους δρόμους της Μικρής Αγοράς ενώ παραπατούσε. Δεν πρέπει να πανικοβληθώ, σκεφτόταν ξανά και ξανά. Δεν πρέπει να πανικοβληθώ. Ίσως να υπάρχει τρόπος να τους ξεφύγω. Αλλά δεν πρέπει να πανικοβληθώ. Δεν πρέπει να πανικοβληθώ.

Δεν την πήγαν πολύ μακριά. Άκουσε μια πόρτα ν’ανοίγει, και την έβαλαν μέσα σε κάποιο χτίριο. Μετά, την κατέβασαν στο υπόγειο από μια στενή σκάλα, όπου η Κελνίχηβ παραλίγο να σκοντάψει και να κουτρουβαλήσει. Όταν ήταν κάτω, την έσπρωξαν και την έριξαν στο πέτρινο πάτωμα. Τους άκουσε να ανεβαίνουν πάλι τη σκάλα, κι έπειτα άκουσε κάτι να κλείνει από πάνω της. Καταπακτή, μάλλον. Δεν την άκουσε να κλειδώνει, ούτε άκουσε κάποιον σύρτη να τραβιέται.

Έμεινε ακίνητη. Αφουγκραζόμενη.

Από πάνω, το πάτωμα ήταν ξύλινο· οι ήχοι εύκολα περνούσαν. Στην αρχή, πολλά βήματα. Έπειτα, μια πόρτα άνοιξε· οι περισσότεροι έφυγαν. Τα βήματα λιγόστεψαν. Έκαναν πέρα-δώθε, αργά. Δύο άνθρωποι.

Η Κελνίχηβ γύρισε ανάσκελα. Μάζεψε τα γόνατά της επάνω, όσο πιο πολύ μπορούσε. Έφερε τα διπλωμένα πόδια της κοντά στο στήθος της…

Ο άνθρωπος που είχε στήσει ετούτη την παγίδα είχε, κάπως, καταφέρει να προβλέψει ότι ίσως η Κελνίχηβ ερχόταν στη Μικρή Αγορά για να ερευνήσει, αλλά προφανώς δεν ήξερε όλες τις ικανότητες της. Και η Κελνίχηβ δεν είχε γίνει τυχαία Αριστερό Χέρι του Θρόνου. Ήταν πολύ καλή κατάσκοπος. Και δεν ήταν καν ευγενής· ήταν κόρη ενός αγρότη. Είχε αναδειχτεί ύστερα από έναν πόλεμο με την Ύλκωχ, που τότε δεν αποτελούσε ακόμα μέρος της Ηνωμένης Γης της Κοινωνίας. Ο Βασιληάς Αρκάεμ, ο μακαρίτης σύζυγος της Βασίλισσας Παμράνεχ, ήταν που είχε προτείνει την Κελνίχηβ για Αριστερό Χέρι, αφού το προηγούμενο Αριστερό Χέρι δολοφονήθηκε.

Και τα χρόνια που είχε αυτό το αξίωμα, η Κελνίχηβ δεν είχε ξεχάσει τις παλιές της ικανότητες.

Τώρα, καθώς τα πόδια της ήταν μαζεμένα στο στήθος της, προσπάθησε να περάσει τα δεμένα χέρια της από πάνω τους. Και απέτυχε. Τα παπούτσια της την εμπόδιζαν, παρότι δεν ήταν και τόσο μεγάλα.

Καταράστηκε σιωπηλά. Παλιότερα δε θα με δυσκόλευαν!

Πιέζοντας το ένα παπούτσι με το άλλο πόδι, κατάφερε να τα βγάλει τινάζοντάς τα παραδίπλα. Και τα δεμένα χέρια της τώρα γλίστρησαν πολύ πιο εύκολα ώς τους αστραγάλους της. Η δουλειά είχε ουσιαστικά τελειώσει. Η Κελνίχηβ πέρασε τα χέρια της από τις κνήμες και τα γόνατά της και, μετά, σηκώθηκε όρθια μέσα στο υπόγειο που μύριζε κλεισούρα και υγρασία.

Έβγαλε το πανί από τα μάτια της και γύρω της είδε σκοτάδι. Εκτός από το ελάχιστο φως που περνούσε από κάποιες χαραμάδες. Εκεί πρέπει νάναι η καταπακτή.

Η Κελνίχηβ έβγαλε και το φίμωτρό της.

Κατάφερε να περάσει τα χέρια της μέσα στο φόρεμά της και να τραβήξει από εκεί ένα λιγνό στιλέτο. Χρησιμοποιώντας το κατάφερε να κόψει τα δεσμά της.

Αφουγκράστηκε.

Ακόμα, δύο βημάτιζαν επάνω. Το πολύ να ήταν κι άλλος ένας, καθιστός. Αποκλείεται να ήταν περισσότεροι. Κι όσο πιο γρήγορα φύγω τόσο το καλύτερο.

Η Κελνίχηβ έψαξε, μέσα στο σκοτάδι, για τη σκάλα, και εύκολα τη βρήκε κάτω από τις χαραμάδες απ’όπου ερχόταν το φως. Ανέβηκε, αθόρυβα. Τα δάχτυλα του αριστερού της χεριού άγγιξαν το τραχύ ξύλο της καταπακτής. Το δεξί χέρι της έσφιγγε τη λαβή του στιλέτου.

Η Κελνίχηβ σήκωσε αργά την καταπακτή, δημιουργώντας μονάχα μια χαραμάδα, αρκετή για να μπορεί να κοιτάξει.

Δύο ζευγάρια μποτοφορεμένα πόδια. Είχα δίκιο.

Άνοιξε απότομα την καταπακτή και πετάχτηκε πάνω.

Δύο άντρες στράφηκαν στο μέρος της, ξαφνιασμένοι.

Η Κελνίχηβ εκτόξευσε το στιλέτο της καταπάνω στον έναν· η λεπίδα στροβιλίστηκε και καρφώθηκε στο δεξί του μάτι. Ο άντρας σωριάστηκε στο πάτωμα, σφαδάζοντας.

Ο άλλος τράβηξε το σπαθί του. «Μείνε ακίνητη!» είπε ταραγμένος. «Κατέβα πάλι κάτω!»

«Ούτε το ένα μ’αρέσει ούτε το άλλο,» αποκρίθηκε η Κελνίχηβ, ζυγώνοντας προσεχτικά την πόρτα του δωματίου, που φαινόταν να είναι κάποια μικρή αποθήκη.

«Σου είπα, μείνε ακίνητη!» φώναξε ο άντρας, τρέχοντας καταπάνω της και σπαθίζοντας.

Η Κελνίχηβ απέφυγε τη λεπίδα, έπιασε τον καρπό του, και τον κλότσησε στ’αχαμνά κάνοντάς τον να διπλωθεί μουγκρίζοντας. Η ανοιχτή της παλάμη τον χτύπησε καταπρόσωπο, σπάζοντας τη μύτη του και ρίχνοντάς τον στο ξύλινο πάτωμα με αίματα στο πρόσωπό του. Το σπαθί είχε φύγει απ’τη γροθιά του· η Κελνίχηβ το άρπαξε και τον σπάθισε στο κεφάλι, σκοτώνοντάς τον.

Βαριανασαίνοντας, πλησίασε τον άλλο, που ήταν ήδη νεκρός, και πήρε το στιλέτο της. Το σκούπισε πάνω στο φόρεμά της και το έκρυψε πάλι. Πλησίασε την πόρτα της αποθήκης και την άνοιξε ελάχιστα, για να κρυφοκοιτάξει έξω. Κανένας δεν ήταν στο δρόμο. Βγήκε και απομακρύνθηκε, τρέχοντας.

Απόμακρα, αλλά σίγουρα μέσα από τη Μικρή Αγορά, μπορούσε ν’ακούσει πυροβολισμούς ν’αντηχούν. Τι γίνεται; Τι σκατά γίνεται, μα τ’Αφτιά του Μεγάλου Τίγρη! Δεν μπορούσε, όμως, τώρα να καθίσει να μάθει. Έπρεπε να φύγει.

Κάποιος την είδε. Ένας από τους κακοποιούς που την είχαν συλλάβει, αναμφίβολα, γιατί την αναγνώρισε αμέσως. Έστρεψε το πιστόλι του προς το μέρος της και την πυροβόλησε.

Η Κελνίχηβ πήδησε όσο πιο μακριά μπορούσε. Σωριάστηκε μέσα σ’ένα στενορύμι· κύλησε πάνω στο πλακόστρωτο, γδέρνοντας τα γόνατά της και σχίζοντας το φόρεμά της. Σηκώθηκε αμέσως και έτρεξε.

Πυροβολισμοί πίσω της.

Βγήκε από τη Μικρή Αγορά και, κοιτάζοντας πάνω απ’τον ώμο της, δε νόμιζε ότι πλέον την κυνηγούσαν. Συνέχισε, όμως, να τρέχει μέσα στους δρόμους της Φέντινκεχ, ζαλισμένη, απορώντας πώς ήταν δυνατόν η κατάσταση να είχε ξεφύγει τόσο πολύ από τον έλεγχό της.

Κατευθύνθηκε προς το πιο κοντινό ασφαλές μέρος που ήρθε στο μυαλό της.

Οι ναΐτες φρουροί την είδαν να ανεβαίνει τα σκαλοπάτια του Ναού του Μαράνχαλωμ: μια γυναίκα ξυπόλυτη με κουρελιασμένο, αιματοβαμμένο φόρεμα, ανακατεμένα μαλλιά δεμένα κότσο, και σπαθί στο δεξί χέρι που στη λεπίδα του υπήρχε αίμα. Ασφαλώς τη σταμάτησαν. Και δεν την πίστεψαν όταν τους είπε ότι ήταν το Αριστερό Χέρι και ήθελε να μιλήσει στον Πρωθιερέα επειγόντως.

Η Κελνίχηβ τούς έκανε φασαρία, έξω φρενών, μπαίνοντας στον πειρασμό να τους κοπανήσει με το σπαθί που κρατούσε. Εκείνοι έφεραν τελικά τον Πρωθιερέα στην είσοδο του Ναού. Τα μάτια του γούρλωσαν αντικρίζοντάς την. «Μεγάλε Τίγρη!…» σύριξε κάτω απ’την ανάσα του· κι έκανε νόημα στους φρουρούς να την αφήσουν να περάσει.

Κεφάλαιο Τριακοστό-Όγδοο
Το Μάτι της Ζούγκλας, και ο Θεός στο Δέντρο

Πολλοί και διάφοροι είχαν ακούσει ότι αναζητούσαμε ένα μυστηριώδες δέντρο στα βάθη της ζούγκλας, αλλά κανένας δεν ερχόταν να μας πει ψεύτικες ιστορίες και να μας ζητήσει χρήματα. Μάλλον, μας φοβόνταν· δεν υπήρχε άλλη εξήγηση· διότι οι περισσότεροι που αντίκριζα σε τούτα τα μέρη μού έδιναν την εντύπωση ότι ήταν κλέφτες και, γενικώς, παλιάνθρωποι.

Επομένως, περιμέναμε διαμένοντας στο πανδοχείο με την ονομασία Χρυσόχρωμες Ανταύγειες, προσπαθώντας να βρούμε κάποιον που ήξερε κάτι σοβαρό γι’αυτό που αναζητούσαμε. Ο Τάμπριελ ζήτησε και από τη Νιρρώνη να μας βοηθήσει, κι εκείνη υποσχέθηκε ότι θα έκανε ό,τι μπορούσε.

Καθώς οι μέρες περνούσαν, όμως, έβλεπα ότι ο Μεγάλος Προφήτης ερχόταν σε απόγνωση. Όχι μόνο δεν βρίσκαμε κανέναν που να ξέρει το παραμικρό για το δέντρο, μα ούτε κι εκείνος είχε «δει» τίποτα που να μπορεί να μας καθοδηγήσει.

Καλύτερα να φύγουμε από δω, είπε τελικά στον Ταρνάτλο. Πάμε στις βόρειες ακτές της Γης της Φέδλωχ. Ίσως το δέντρο να είναι εκεί.

Ό,τι θέλεις εσύ, του απάντησε ο Ταρνάτλο. Σου χρωστάω τη ζωή μου, κι ευχαρίστως θα σε οδηγήσω όπου θες – αν φυσικά αυτό δε βάζει τη ζωή μου σε περισσότερο κίνδυνο.

Ο Τάμπριελ ρώτησε εμένα και τον Χάλρεοκ ποια ήταν η γνώμη μας. Να φύγουμε ή να μείνουμε κι άλλο; Προσωπικά, δεν είχα καμια ιδιαίτερη γνώμη, αλλά η αλήθεια ήταν πως είχα πλέον σιχαθεί ετούτη την πόλη – όχι, βέβαια, πως σ’οποιαδήποτε άλλη πόλη της Φέδλωχ κι αν πηγαίναμε τα πράγματα θα ήταν καλύτερα.

Ο Χάλρεοκ μάς θύμισε τότε και το πρόβλημα με τον Καπετάνιο Ρολάνταζ. Τι θα κάνουμε; ρώτησε. Θα περάσουμε από τη Ναριάνημ χωρίς να τον συναντήσουμε;

Προτείνεις να τον αποφύγουμε; είπε ο Τάμπριελ.

Προτείνω να του τσακίσουμε τα κόκαλα! είπε ο Χάλρεοκ, με τρόπο που έκανε την τρίχα μου να σηκωθεί. Ορισμένες φορές, ο Υπασπιστής με τρόμαζε περισσότερο από τους Βαμμένους που κυκλοφορούν εδώ, στη Γη της Φέδλωχ.

Ο Ταρνάτλο παρενέβη τότε, λέγοντας: Υπάρχει τρόπος να φτάσουμε στις βόρειες ακτές χωρίς να περάσουμε από τη Ναριάνημ. Και ξεδίπλωσε τον χάρτη που είχαμε μαζί μας, συνεχίζοντας: Βλέπετε τα ποτάμια; Ετούτα δω είναι τα πιο μεγάλα. Μπορούμε να πάμε στην Ελέσνημ κι από κει να μπαρκάρουμε σε ποταμόπλοιο, να περάσουμε μέσα απ’τις ζούγκλες, κι έτσι να φτάσουμε στις βόρειες ακτές. Στη Ρινάλβηλ ή στη Σότραθ.

Ο Τάμπριελ τον ρώτησε αν το ταξίδι πάνω στα ποτάμια και μέσα από τις ζούγκλες ενδέχετο να είναι επικίνδυνο. Ο Ταρνάτλο ανασήκωσε τους ώμους κι αποκρίθηκε ότι όπου κι αν βρίσκεσαι στη Γη της Φέδλωχ επικίνδυνα είναι – κι αποκάλεσε τον Μεγάλο Προφήτη «αδελφέ», πράγμα που πάντοτε με εκνεύριζε. (Ακούς εκεί, αδελφός του!)

Ο Τάμπριελ είπε ότι αυτή ίσως να ήταν καλή ιδέα, και στράφηκε στον Χάλρεοκ.

Ο Ρολάνταζ θα το καταλάβει ότι κάτι συνέβη στους ανθρώπους που έστειλε, είπε εκείνος, αν δεν το έχει καταλάβει ήδη· και ίσως να φύγει, να επιστρέψει στο Τάρσαζ χωρίς εμάς. Εγώ προτείνω να κλείσουμε τους λογαριασμούς μας μαζί του όσο είναι καιρός, Τάμπριελ.

Μεγάλε Τίγρη, τον έβλεπα έτοιμο να χύσει αίμα!

Ο Τάμπριελ φάνηκε να το σκέφτεται, καθώς καθόμασταν εκεί, σ’ένα απ’τα τραπέζια της τραπεζαρίας του πανδοχείου Χρυσόχρωμες Ανταύγειες, μέσα στη νύχτα. Τελικά, ρώτησε ευθέως: Σχεδιάζεις να τον σκοτώσεις, Χάλρεοκ;

Εκείνος κούνησε το κεφάλι αρνητικά καθώς έλεγε: Όχι, αν και του αξίζει. Θα καταλάβω το πλοίο και θα τον πάω στο Βασίλειο δεμένο χειροπόδαρα!

Δε θα είναι εύκολο να καταλάβεις το πλοίο, τον προειδοποίησε ο Τάμπριελ.

Δεν θα με βοηθήσεις;

Ο Χάλρεοκ γνώριζε, ασφαλώς, για τις δυνάμεις της Βιβεϊρλώταθ. Γνώριζε ότι μπορούσε να διαλύσει όλους τους ναύτες που ίσως ο Ρολάνταζ να πρόσταζε να μας επιτεθούν.

Ο Μεγάλος Προφήτης είπε στον Χάλρεοκ: Αυτή δεν είναι μια ερώτηση που θάπρεπε να κάνεις.

Επομένως, το πλοίο θα γίνει δικό μας και ο Ρολάνταζ αιχμάλωτός μας! Δε νομίζεις ότι η θεά σου μπορεί να το καταφέρει αυτό, Τάμπριελ;

Η Βιβεϊρλώταθ θα χύσει πολύ αίμα πάνω στο κατάστρωμα. Αυτή είναι η φύση της.

Δε με νοιάζει. Ο Ρολάνταζ θα πληρώσει για την προδοσία του! Αν δεν παραδοθεί αμέσως, τότε ας γεμίσει το κατάστρωμά του με το αίμα του πληρώματός του!

Ο Τάμπριελ φάνηκε πάλι συλλογισμένος καθώς κάπνιζε την πίπα του, και κανένας δεν μιλούσε γύρω απ’το τραπέζι μας. Μετά, είπε στον Χάλρεοκ: Αφού σκέφτεσαι να αιχμαλωτίσουμε τον Ρολάνταζ και να τον πάμε στη Βασίλισσα, καλύτερα να έχουμε βρει το δέντρο όταν θα το κάνουμε αυτό, ώστε να μπορέσουμε να φύγουμε αμέσως από τη Γη της Φέδλωχ.

Μέχρι να βρούμε το δέντρο σου, Τάμπριελ, ο καταραμένος προδότης θάχει αποπλεύσει και θα μας έχει παρατήσει σε τούτους τους τόπους!

Δεν θα του δώσουμε λόγο να το κάνει. Μην ξεχνάς πως εκείνος δεν γνωρίζει ότι τον έχουμε καταλάβει.

Οι άνθρωποί του, όμως, δεν θα επιστρέψουν ποτέ στον Ανεμοφάγο

Και λοιπόν; Στη Φέδλωχ, οτιδήποτε μπορεί να τους έχει συμβεί. Η εξαφάνισή τους δεν σημαίνει ότι εμείς τους σκοτώσαμε.

Ο Χάλρεοκ συνοφρυώθηκε, αναλογιζόμενος τα λόγια του Μεγάλου Προφήτη και βρίσκοντάς τα λογικά – όπως κι εγώ τα έβρισκα λογικά.

Ο Τάμπριελ έχει δίκιο, Χάλρεοκ, είπα. Ο Ρολάνταζ δεν μπορεί να ξέρει τι συνέβη.

Και θα του στείλουμε δύο από τους πολεμιστές σου, πρόσθεσε ο Τάμπριελ, για να του πουν ότι συνεχίζουμε την αναζήτησή μας για το δέντρο κι εκείνος πρέπει να περιμένει και να μη φύγει.

Θα τον ενημερώσουμε, δηλαδή, για τις κινήσεις μας; μούγκρισε ο Χάλρεοκ.

Δεν θα του πούμε ότι πηγαίνουμε στις βόρειες ακτές. Θα τον αφήσουμε να νομίζει ότι εξακολουθούμε να βρισκόμαστε εδώ, στις νότιες.

Ο Χάλρεοκ, τελικά, συμφώνησε με τον Μεγάλο Προφήτη, και βάλαμε το σχέδιό μας σε εφαρμογή.

Ιππεύοντας, ταξιδέψαμε μέχρι την Ελέσνημ, που είναι οικοδομημένη γύρω από ένα παρακλάδι του ποταμού Χαρνούνουν. Εκεί, ο Ταρνάτλο μάς βρήκε ένα ποταμόπλοιο που κατευθυνόταν στη Σότραθ και επιβιβαστήκαμε. Εκτός από τους δύο πολεμιστές του Χάλρεοκ που θα πήγαιναν στον Ρολάνταζ: αυτούς τους αποχαιρετήσαμε στην Ελέσνημ και τους αφήσαμε να ταξιδέψουν ανατολικά, προς τη Ναριάνημ, που βρισκόταν περίπου μιας ημέρας δρόμο μακριά μας όταν ίππευες.

Επάνω στους ποταμούς που διέσχιζαν τις ζούγκλες πλεύσαμε λοιπόν, και περάσαμε από μέρη που η βλάστηση ήταν πραγματικά τόσο πυκνή που σκέπαζε τον ουρανό κι έκανε τη μέρα νύχτα. Απόμακρα, ακούγαμε τα γρυλίσματα θηρίων και τα τύμπανα άγνωστων φυλών. Σε μια όχθη είδαμε ανθρωποφάγους να ουρλιάζουν ατενίζοντάς μας και σείοντας τα δόρατά τους προς το μέρος μας. Τα δόντια τους ήταν μυτερά, λες και ήταν τέρατα. Τα σώματά τους ήταν βαμμένα με εφιαλτικά σχήματα. Σε άλλα σημεία του ποταμού, είδαμε κροκόδειλους να κολυμπούν στα νερά και να γλιστρούν στις ακτές.

Οι κωπηλάτες του ποταμόπλοιού μας άρχισαν να κωπηλατούν μανιασμένα όταν βέλη έπεσαν καταπάνω μας μέσα από τα σκοτάδια της πυκνής βλάστησης. Ο ήλιος πλησίαζε στη δύση του, κι εδώ, στις ζούγκλες, ήταν ουσιαστικά νύχτα.

Τι συμβαίνει; ρώτησε ο Χάλρεοκ τον Ταρνάτλο καθώς είχαμε καλυφτεί στο εσωτερικό του σκάφους.

Ανθρωποφάγοι, αδελφέ. Ανθρωποφάγοι. Θέλουνε βραδινό, απάντησε εκείνος.

Και θα νόμιζε κανείς ότι ο άνθρωπος μιλούσε για τον καιρό, έτσι όπως το έλεγε!

Μεγάλε Τίγρη!

Ένας γεροδεμένος μαυρόδερμος άντρας φώναζε στους κωπηλάτες να κάνουν πιο γρήγορα – πιο γρήγορα! – αλλιώς ήμασταν όλοι χαμένοι. Και τους κοπανούσε, κάπου-κάπου, με το μαστίγιό του. Παρατήρησα ότι αρκετοί απ’αυτούς είχαν λευκό δέρμα, σαν εμένα, και ρίγησα.

Μετά, όμως, είδα κάτι που με απασχόλησε ακόμα περισσότερο. Μέσα από τα σκοτάδια, μαυρόδερμοι άνθρωποι έβγαιναν τραβώντας μαζί τους σχεδίες, πετώντας τις στον ποταμό, και ξεκινώντας να κωπηλατούν προς το μέρος μας. Στα χέρια τους βαστούσαν δόρατα και τόξα. Και ουρλιαχτά έβγαιναν απ’τα στόματά τους, ενώ τα μάτια τους γυάλιζαν λυσσασμένα. Μεγάλε Τίγρη! πραγματικά δεν έχω ξαναδεί ποτέ τα μάτια ανθρώπων να γυαλίζουν έτσι. Θα νόμιζες ότι φωτιές είχαν ανάψει εντός τους. Τελικά, πρέπει νάναι αλήθεια αυτό που λένε, ότι όταν τρως από το ίδιο σου το είδος τρελαίνεσαι.

Ανθρωποφάγοι, μάγκες μου, μουρμούριζε ο Ταρνάτλο. Ανθρωποφάγοι.

Οι μισθοφόροι του Καπετάνιου του σκάφους μας ύψωσαν βαλλίστρες τοξεύοντάς τους. Αλλά, μα όλους τους θεούς, ήταν πάρα πολλοί! Η ζούγκλα έμοιαζε να τους γεννά.

Τάμπριελ! παρακάλεσα τον Μεγάλο Προφήτη. Κάνε κάτι! Στείλε τη Βιβεϊρλώταθ εναντίον τους!

Εκείνος όμως στράφηκε στον Αλίρκωπ, τον μάγο που είχαμε βρει στα ερείπια της Καρκούμ, και του είπε: Πώς είναι ο Φλογοφάγος;

Ο Αλίρκωπ μειδίασε, και ύψωσε το δαχτυλίδι του.

Οι δαυλοί που κουβαλούσαν οι ανθρωποφάγοι πάνω στις σχεδίες άρχισαν να σβήνουν ο ένας κατόπιν του άλλου. Και πανικός φάνηκε να πιάνει τους ανθρωποφάγους καθώς καταλάβαιναν ότι κάτι αλλόκοτο συνέβαινε. Τα ουρλιαχτά τους άλλαξαν χροιά· ήταν τώρα φοβισμένοι.

Οι βαλλιστροφόροι του Καπετάνιου μας συνέχισαν να τους τοξεύουν.

Ο Χάλρεοκ έκανε να τραβήξει το πιστόλι του, το ίδιο και οι πολεμιστές του, αλλά ο Τάμπριελ τούς είπε να περιμένουν.

Και είχε δίκιο: οι ανθρωποφάγοι, όταν είδαν ότι άναβαν τους δαυλούς τους κι αυτοί ξανάσβηναν από μόνοι τους, γύρισαν τις σχεδίες τους απ’την άλλη και κωπηλάτησαν προς τις όχθες του ποταμού.

Με τις άκριες των ματιών μου, είδα το δαχτυλίδι του Αλίρκωπ να γυαλίζει.

Ο Καπετάνιος μάς είπε, μετά: Κάποιος δαίμονας πρέπει να ήταν εδώ πέρα, φίλοι μου. Κάποιος δαίμονας που δεν τα πήγαινε καλά με τους ανθρωποφάγους.

Ναι, του είπε ο Τάμπριελ. Ήμασταν τυχεροί.

Ο Μεγάλος Προφήτης είχε ανέκαθεν ένα αλλόκοτο χιούμορ παρότι σπάνια χαμογελά.

Το πρωί της επόμενης ημέρας φτάσαμε στη Σότραθ, χωρίς να έχουμε άλλες εκπλήξεις από ανθρωποφάγους ή άγρια θηρία.

Και η αναζήτησή μας για το δέντρο συνεχίστηκε όπως πριν. Ρωτούσαμε τον έναν και τον άλλο, ανάμεσα στους οποίους ήταν και κάποιοι γνωστοί του Ταρνάτλο. Δυστυχώς, κανένας δεν γνώριζε τίποτα γι’αυτό που ψάχναμε, αν και όλοι υπέθεταν ότι το δέντρο πρέπει να είχε ιερή σημασία για κάποια φυλή ανθρωποφάγων. Ο Άρχοντας Καντμέλο της Σότραθ, ακούγοντας για εμάς, μας κάλεσε στο παλάτι του11 για να μας μιλήσει. Ζήτησε να μάθει ποιοι είμαστε και τι θέλαμε στην πόλη του. Ο κοκκινόδερμος ήταν πράγματι ο προφήτης που έλεγαν ότι κυκλοφορούσε στο Τάρσαζ; ρώτησε.

Ο Τάμπριελ συστήθηκε και του είπε πως, ναι, αυτός ήταν, και πως στα οράματά του είχε δει το δέντρο, και πιστεύοντας ότι είχε κάποια ιδιαίτερη σημασία το αναζητούσε. Ο Άρχοντας Καντμέλο αποκρίθηκε ότι και η Βασίλισσα Παμράνεχ πρέπει να θεωρούσε το δέντρο σημαντικό, αφού είχε στείλει μαζί του πολεμιστές της. Γιατί ήταν τόσο σημαντικό το δέντρο; ρώτησε. Και οι ερωτήσεις του δεν άφηναν στον Μεγάλο Προφήτη άλλη επιλογή από το να του πει ότι το δέντρο ίσως να ήταν ένα από τα κλειδιά για να κλείσουμε το Ρήγμα και να κάνουμε τους σεισμούς να πάψουν.

Θα το εκτιμούσα, Άρχοντά μου, αν με βοηθούσατε να το εντοπίσω, είπε ο Τάμπριελ. Και η Βασίλισσα του Τάρσαζ θα το εκτιμούσε επίσης.

Ο Καντμέλο αποκρίθηκε πως είχε ακούσει ότι στο Τάρσαζ είχαν κατασκευάσει κάποια καινούργια όπλα. Και πως είχαν, μάλιστα, σταλεί Ταρσάζιοι στρατιώτες με αυτά τα όπλα στα βόρεια, για να βοηθήσουν το Ώσρανοκ εναντίον της Κοινωνίας.

Ο Άρχοντας της Σότραθ ήταν ενημερωμένος και καλός πολιτικός, οφείλω να ομολογήσω.

Μας ρώτησε αν θα μπορούσαμε να του πουλήσουμε κάποια από τα καινούργια όπλα, γιατί του είχαν πει ότι ήταν πολύ ισχυρά. Πετούσαν φωτιά από απόσταση, και δεν ήταν μεγαλύτερα από ένα σπαθί!

Ο Τάμπριελ τού απάντησε πως, αν μας βοηθούσε να βρούμε το δέντρο, κάτι θα προσπαθούσε να κανονίσει με τη Βασίλισσα Παμράνεχ. Ο Άρχοντας Καντμέλο συμφώνησε· και μάλιστα, μας φιλοξένησε στο παλάτι του, θέλοντας μάλλον να μας κολακέψει και να αυξήσει τις πιθανότητές του να αποκτήσει πυροβόλα όπλα από το Βασίλειο Τάρσαζ.

Έτσι, μείναμε στη Σότραθ για κάποιες ημέρες, περιμένοντας μήπως ο Άρχοντάς της μας βρει κανένα στοιχείο για το δέντρο, ενώ συγχρόνως κι οι ίδιοι δεν καθίσαμε άπραγοι.

Μια βραδιά που ο Μεγάλος Προφήτης, ο Χάλρεοκ, ο Αλίρκωπ, ένας Ταρσάζιος πολεμιστής, ένας Ταργκάφλι, ο Ταρνάτλο, και εγώ βρισκόμασταν στο λιμάνι της πόλης, κάποιος μάς πλησίασε διστακτικά και μας είπε πως, αν ενδιαφερόμασταν για το δέντρο, το αφεντικό του ήξερε πού να το βρούμε· αλλά έπρεπε να τον επισκεφτούμε τώρα και να μην πούμε σε κανέναν τίποτα. Για να είμαι ειλικρινής, η φάτσα του τύπου δεν μου γεννούσε εμπιστοσύνη, ούτε κι ο τρόπος με τον οποίο μιλούσε.

Γιατί δεν έρχεται το αφεντικό σου σε μας; τον ρώτησα.

Δε θέλει να κάνει φασαρία, ρε φιλαράκι, μου απάντησε. Θέλει το πράμα, αν γίνει, να γίνει μεταξύ του κόκκινου φίλου σου από δω και εκείνου. Δε χρειάζεται να το διαλαλήσουμε σ’όλον τον κόσμο.

Ο Τάμπριελ συμφώνησε να ακολουθήσουμε αυτόν τον σκιερό τύπο, κι εκείνος μάς οδήγησε σε μια αποβάθρα στην ανατολική μεριά του λιμανιού, όπου το σκοτάδι ήταν πυκνό. Κοντά σε μια από τις λιγοστές αναμμένες λάμπες καθόταν ένας μεγαλόσωμος, μαυρόδερμος άντρας με γκρίζα μούσια και μαλλιά. Το δεξί του πόδι ήταν ξύλινο, και φορούσε φαρδύ παντελόνι και βαρύ, μπλε πανωφόρι. Από τη ζώνη του κρεμόταν ένα μεγάλο ξίφος. Γύρω του βρίσκονταν κι άλλοι: τέσσερις τουλάχιστον, μπόρεσα να μετρήσω μέσα στα σκοτάδια. Μαχαιροβγάλτες όλοι τους, και μας κοίταζαν καλά-καλά.

Ο άντρας που μας είχε φέρει εδώ είπε στον μαυρόδερμο με το ξύλινο πόδι: Τους έφερα, αφεντικό· και μετά αποσύρθηκε, αφήνοντας το αφεντικό του να αντικρίσει τον Τάμπριελ.

Εσύ είσαι ο Κόκκινος Προφήτης που αναζητά το δέντρο με τα κρανία; ρώτησε ο κακοποιός.

Και ποιος είσαι εσύ; είπε ο Τάμπριελ.

Τ’όνομά μου είναι Σράνκιθ ο Γελαστός.

Ο Ταρνάτλο αμέσως ψιθύρισε κάτι στ’αφτί του Τάμπριελ· το μόνο που κατάφερα να κρυφακούσω ήταν η λέξη πειρατής, κι αυτό ήταν αρκετό.

Ο Σράνκιθ μειδίασε. Ο φίλος σου φαίνεται να με ξέρει, είπε. Κι ατενίζοντας επίμονα τον Ταρνάτλο, πρόσθεσε: Εγώ δεν τον ξέρω, όμως.

Ο Ταρνάτλο έμεινε σιωπηλός – παράξενο γι’αυτόν.

Ο Σράνκιθ είπε στον Τάμπριελ: Έχω να σου κάνω μια προσφορά, μάστορα. Κατ’αρχάς, να πούμε, μου είπανε ότι έχεις μαζί σου όπλα που πετάνε φωτιά. Είν’ αλήθεια;

Αλήθεια είναι.

Να τα δω;

Ο Τάμπριελ τράβηξε το πιστόλι του.

Αυτό το πραματάκι είναι; απόρησε ο Σράνκιθ.

Μικρό αλλά θανατηφόρο. Θες μια επίδειξη;

Δε χρειάζεται. Τόξερα ότι είναι μικρά. Θέλω, που λες, δέκα απ’αυτά, και μετά θα μάθεις πού είναι το δέντρο σου.

Πώς ξέρω ότι λες αλήθεια; ρώτησε ο Μεγάλος Προφήτης – και δικαιολογημένα ήταν καχύποπτος, φυσικά· όλο κακοποιούς βλέπαμε εδώ. (Δεν υπάρχει τίμιος άνθρωπος στη Γη της Φέδλωχ; αναρωτιέμαι. Νομίζω πως ούτε στη Γη των Ταργκάφλι δεν ήταν τόσο άσχημα τα πράγματα – αν και δεν ήταν και πολύ καλύτερα.)

Ο Σράνκιθ είπε: Δεν το ξέρεις. Πρέπει να με πιστέψεις. Αλλά, άμα ρωτήσεις το φιλαράκι σου από κει – έκλεισε το μάτι προς τον Ταρνάτλο – θα σου λαλήσει πως ο Σράνκιθ ο Γελαστός κρατά πάντα το λόγο του. Άμα θες να πας στο δέντρο, θα πας στο δέντρο. Σου λέω από τώρα ότι είναι σε μεριά μ’ανθρωποφάγους, όμως, έτσι για να τόχεις υπόψη σου.

Είναι μακριά από δω;

Περισσότερα δε μαθαίνεις από μένα. Αυτά ήτανε. Μετά, μου δίνεις τα όπλα και λέμε κι άλλα.

Μια ερώτηση ακόμα, επέμεινε ο Τάμπριελ ατενίζοντάς τον παγερά.

Ο Σράνκιθ δίστασε αλλά τελικά είπε: Καλώς, επειδή είσαι ξένος και μου φαίνεσαι περίεργος γενικώς. Λέγε.

Εσύ πώς έμαθες για το δέντρο;

Το είδα με τα μάτια μου. Είχαμε χαθεί στις ζούγκλες, κι έτυχε να πέσουμε πάνω του. Μας κυνήγησαν οι ανθρωποφάγοι όπως κυνηγάνε οι πάνθηρες τη λεία τους. Μπορώ, άμα θες, να σου δείξω και το τραύμα από βέλος που με χτύπησε. Στα κωλομέρια είναι.

Δε χρειάζεται. Αλλά έχω την εξής απορία: Αφού έφυγες κυνηγημένος από εκείνα τα μέρη της ζούγκλας, πώς θυμάσαι πού είναι το δέντρο;

Στον Σράνκιθ τον Γελαστό μιλάς, έτσι; Το θυμάμαι. Μπορώ να σου φτιάξω κι ένα χάρτη, και θα το κάνω – αρκεί να μου δώσεις δέκα απ’αυτά τα όπλα.

Δέκα, του είπε ο Τάμπριελ, είναι αδύνατον να σου δώσω, γιατί δεν έχω τόσα μαζί μου. Έχουμε πάρει ίσα-ίσα για τους εαυτούς μας.

Δε μου τα λες καλά, τώρα.

Τελικά συμφώνησαν να του δώσει πέντε και να του δείξει πώς να τα χρησιμοποιεί: πράγμα που, κατ’εμέ, ήταν εξωφρενικό. Ουσιαστικά, του δώσαμε τα μισά μας όπλα! Ούτε του Χάλρεοκ τού άρεσε, αλλά ο Μεγάλος Προφήτης μάς είπε ότι όπλα μπορούσαμε πάντα να φτιάξουμε κι άλλα στο Τάρσαζ· το δέντρο, όμως, ήταν βασικό να το βρούμε τώρα.

Διαμαρτυρήθηκα. Τώρα έχει πυροβόλα όπλα ένας πειρατής! είπα στον Τάμπριελ.

Δε θ’αργήσουν να διαδοθούν, Καλέφραζ, ούτως ή άλλως, μου αποκρίθηκε εκείνος. Και είχε δίκιο, βέβαια, αλλά εγώ τότε δεν το έβλεπα έτσι. Πίστευα ότι τα πυροβόλα όπλα μπορούσαμε να τα κρατήσουμε μόνο για το Τάρσαζ. Όμως, δυστυχώς, αυτό είναι αδύνατο. Όταν χρησιμοποιείς ένα όπλο στη μάχη, αργά ή γρήγορα θα μάθει να το χρησιμοποιεί κι ο εχθρός σου, και μετά ο κόσμος όλος…

*
* * *
*

Έφυγαν από τη Σότραθ βιαστικά, μέσα στη νύχτα, γιατί δεν ήθελαν να μάθει ο Άρχοντας Καντμέλο για τη συμφωνία τους με τον Σράνκιθ, αφού ο Ταρνάτλο τούς είπε ότι οι δυο τους δεν ήταν κι οι καλύτεροι φίλοι και, αναμφίβολα, ο Άρχοντας δεν θα έβλεπε θετικά το γεγονός ότι ο πειρατής είχε ξαφνικά αποκτήσει πέντε πιστόλια, έστω και με λίγα πυρομαχικά.

Καθώς έπαιρναν τα άλογά τους κι έβγαιναν απ’το παλάτι της Σότραθ, ο Τάμπριελ είπε σ’έναν υπηρέτη να πει αύριο στον Άρχοντα ότι τον ευχαριστούσαν για τη φιλοξενία του αλλά, εξαιτίας στοιχείων που είχαν πρόσφατα ανακαλύψει για την αναζήτησή τους, έπρεπε να φύγουν επειγόντως.

Τα άλογά τους τους έβγαλαν από την πόλη και τους πήγαν στις παρυφές της ζούγκλας, όπου και σταμάτησαν αφού δεν ήταν συνετό να συνεχίσουν μέσα στο σκοτάδι. Η ζούγκλα ήταν μία φορά επικίνδυνη την ημέρα και δέκα φορές πιο επικίνδυνη τη νύχτα. Καταυλίστηκαν και έβαλαν φρουρούς. Ο Τάμπριελ ύφανε μια Μαγγανεία Υλικής Διαισθήσεως γύρω τους, και μετά μισοξάπλωσε πάνω στην κουβέρτα του. Σκηνές δεν είχαν στήσει, για να μπορούν να ξεκινήσουν γρήγορα αύριο.

«Θα καταφέρουμε να φτάσουμε μόνοι μας στον προορισμό μας,» ρώτησε ο Τάμπριελ τον Ταρνάτλο, «ή θα πρότεινες να προσλάβουμε κάποιον οδηγό προτού ξεκινήσουμε;»

«Δε νομίζω να βρεις εύκολα οδηγό για μες στις ζούγκλες,» του αποκρίθηκε εκείνος. «Πηγαίνουμε σε πολύ επικίνδυνες περιοχές, και για να σου πω το πράγμα όπως έχει, άμα δεν ήξερα ότι έχετε τα όπλα σας και τη θεά σου μαζί, θ’αρνιόμουν νάρθω, κι ας με καθαρίζατε επειδή αρνήθηκα. Τέλος πάντω· αφού έχουμε το χάρτη του Σράνκιθ, άμα τον ακολουθήσουμε πιστά, πρέπει να φτάσουμε.»

«Εγώ,» δήλωσε ο Καλέφραζ, «δεν τον εμπιστεύομαι, ούτε τον πειρατή ούτε τον χάρτη του. Κατά πρώτον, μπορεί να μας είπε ψέματα–»

«Αν μας είπε ψέματα,» τον διέκοψε ο Τάμπριελ με άγρια όψη στο πρόσωπό του, «θα το μετανιώσει.»

«Κατά δεύτερον, αμφιβάλλω αν κι ο ίδιος θυμάται καλά τις περιοχές απ’όπου πέρασε. Παραδέχτηκε ότι ανθρωποφάγοι τον κυνηγούσαν!»

Ο Τάμπριελ ένευσε. «Πράγματι. Οφείλουμε να είμαστε προσεχτικοί. Ωστόσο, είναι το καλύτερο στοιχείο που έχουμε καταφέρει να βρούμε μέχρι στιγμής.»

«Αυτό,» είπε ο Χάλρεοκ, «είναι αλήθεια. Και δεν μπορούμε να μείνουμε για πάντα εδώ, στη Γη της Φέδλωχ. Πρέπει να επιστρέψουμε στο Τάρσαζ. Ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να γίνει όσο λείπουμε. Ο πόλεμος με την Κοινωνία θ’αγριέψει· αυτό είναι σίγουρο. Αλλά και η κατάσταση με τους Ταργκάφλι κοντά στην πρωτεύουσα δε μ’αρέσει. Χωρίς εσένα εκεί να συγκρατείς τα πράγματα, μπορεί να έχουμε ιστορίες, Τάμπριελ.»

«Ο Ο’Μάλζεκ Χάλρικ μού υποσχέθηκε ότι θα κάνει το παν για να φερθεί ο λαός του όπως πρέπει.»

«Δε χρειάζεται ν’ανησυχείτε,» είπε η Χιρκόμο. «Όπως το λέει ο Καζίτο’ναρ είναι. Οι Ταργκάφλι θα φερθούν όπως πρέπει.»

«Δεν ανησυχώ για τους Ταργκάφλι,» δήλωσε ο Χάλρεοκ, δυσοίωνα.

Και ο Καλέφραζ έγνεψε καταφατικά.

Ο Αλίρκωπ, που στεκόταν λίγο πιο πέρα, επέστρεψε τώρα κοντά τους μαζί με τον Θυμό. «Η νύχτα είναι γεμάτη παρουσίες που μας παρακολουθούν,» είπε. «Νομίζω ότι έχουν συγκεντρωθεί γύρω μας εξαιτίας της Βιβεϊρλώταθ.»

«Ναι,» συμφώνησε η Χιρκόμο, «κι εγώ τις αισθάνομαι.»

«Ο καθένας με τον πόνο του…» μουρμούρισε ο Καλέφραζ.

Ο Τάμπριελ τον άκουσε και, αν ήταν απ’τους ανθρώπους που χαμογελούν εύκολα, τώρα θα χαμογελούσε.

Όταν ξάπλωσαν για να κοιμηθούν, σκέφτηκε πάλι τα λόγια του Χάλρεοκ: Πρέπει να επιστρέψουμε στο Τάρσαζ. Ποτέ δεν ξέρεις τι μπορεί να γίνει όσο λείπουμε. Και, μαζί με τα λόγια του Χάλρεοκ, θυμήθηκε και τις εικόνες που είχε «δει» όταν πρωτοέφτασαν στη Σότραθ, οι οποίες ήταν όλες τους ανησυχητικές.

η Ανταρλίδα μέσα σ’έναν χώρο που έμοιαζε με αρένα. Τα ρούχα της σχισμένα· αίματα επάνω της. Στα χέρια της, δύο μακριά και πλατιά ξιφίδια (όπλα που ο Τάμπριελ δεν την είχε δει ποτέ ξανά να χρησιμοποιεί).

η Ανταρλίδα αλυσοδεμένη χειροπόδαρα σ’έναν ξύλινο χώρο – ίσως, το αμπάρι πλοίου. Χώρις να έχει τις αισθήσεις της· πιθανώς ναρκωμένη. Δύο άντρες στέκονται από πάνω της.

η Ανταρλίδα βαδίζει μέσα στους άδειους δρόμους μιας αγοράς – η Μικρή Αγορά της Φέντινκεχ πρέπει να είναι – και ψάχνει για κάτι.

η Ανταρλίδα πεσμένη ανάσκελα, μ’ένα σιδερένιο κράνος στο κεφάλι και αίματα πάνω στο κράνος. Φορά δερμάτινη πανοπλία με κομμάτια από σίδερο. Κι από πάνω της ορθώνεται ένα θηρίο, έτοιμο να τη σκοτώσει – αν δεν είναι ήδη νεκρή.

Ένα θηρίο που ο Τάμπριελ δεν αναγνώριζε.

Και τώρα, αναρωτιόταν: Πώς είναι δυνατόν να συμβούν αυτά; Μήπως βλέπω πράγματα που της έχουν συμβεί; Πράγματα από το παρελθόν της; Ή πράγματα που θα μπορούσαν να της είχαν συμβεί; Δεν το νόμιζε, όμως. Οι εικόνες αυτές είχαν έρθει τόσο βίαια στο μυαλό του που είχε την εντύπωση ότι ήταν πολύ άμεσες… ήταν λες και τώρα να είχαν δημιουργηθεί, λες και παλιότερα να μην υπήρχαν ανάμεσα στη συλλογή των εικόνων του σύμπαντος· σαν η Ανταρλίδα να είχε ακολουθήσει ένα καινούργιο μονοπάτι, ένα μονοπάτι πολύ άσχημο…

Θα βρω το δέντρο και, μετά, θα πάω στο Τάρσαζ και θα μάθω τι συμβαίνει… αν όντως συμβαίνει κάτι, σκέφτηκε ο Τάμπριελ.

Εκείνη τη νύχτα δεν κοιμήθηκε πολύ· και, εκτός των άλλων, έφταιγε γι’αυτό και το γεγονός ότι τρεις πίθηκοι πλησίασαν τον καταυλισμό τους αιφνιδιαστικά και ενεργοποίησαν τη Μαγγανεία Υλικής Διαισθήσεως. Ο Τάμπριελ, νιώθοντας την ειδοποίηση μέσα στο μυαλό του, πετάχτηκε επάνω και σύντομα διαπίστωσε ότι δεν ήταν τίποτα το ανησυχητικό. Οι φρουροί γρήγορα έδιωξαν τους πιθήκους, οι οποίοι εξαφανίστηκαν μέσα στη ζούγκλα.

Ο Τάμπριελ ξάπλωσε και προσπάθησε πάλι να κοιμηθεί.

*

Ο χάρτης του Σράνκιθ έδειχνε ότι το δέντρο βρισκόταν στα κεντρικότερα μέρη της Γης της Φέδλωχ, μέσα στις ζούγκλες, ανάμεσα στους ποταμούς και κοντά σε κάτι βαλτοτόπια. Η απόσταση που η ομάδα του Τάμπριελ έπρεπε να καλύψει δεν ήταν μεγάλη αντικειμενικά (η Φέδλωχ, εξάλλου, δεν ήταν μεγάλη χώρα), αλλά υπήρχαν διάφορα εμπόδια στο δρόμο τους. Επάνω στον χάρτη ο Σράνκιθ ο Γελαστός είχε κάνει κάποιες σημειώσεις για το πού βρίσκονταν άγριες φυλές (ανθρωποφάγοι και μη) και πού σύχναζαν συγκεκριμένα θηρία. Ο Ταρνάτλο, όμως, είχε προειδοποιήσει τον Τάμπριελ ότι δεν θα έπρεπε να είναι απόλυτα βέβαιοι για όλα τούτα, επειδή τα πάντα ήταν ρευστά σε τέτοια μέρη· «δεν υπάρχουν σύνορα εδώ, αδελφέ· μπορεί να σου παρουσιαστούν πράματα από κει που δεν το περιμένεις.»

Άφησαν τις παρυφές της ζούγκλας πίσω τους και μπήκαν στην πυκνή βλάστηση. Δύο Ταργκάφλι προπορεύονταν βαστώντας πλατυλέπιδα, κυρτά ξίφη για να κόβουν τις φυλλωσιές και τα κλαδιά και ν’ανοίγουν δρόμο. Οι άλλοι δύο Ταργκάφλι και οι τέσσερις Ταρσάζιοι πολεμιστές βάδιζαν γύρω από τους υπόλοιπους, σχηματίζοντας έναν προστατευτικό κλοιό.

Μετά από κάποιες ώρες αργού ταξιδιού, έφτασαν μπροστά σ’ένα ποτάμι που δεν ήταν σημειωμένο στον χάρτη τους.

Ο Τάμπριελ συνοφρυώθηκε. «Σίγουρα πηγαίνουμε καλά;» ρώτησε τον Ταρνάτλο.

«Μια χαρά πηγαίνουμε,» αποκρίθηκε εκείνος. «Νομίζεις ότι ο Σράνκιθ ξέρει τα πάντα; Ή ότι σημείωσε τα πάντα στο χάρτη του;»

Ο Καλέφραζ είπε: «Δε μοιάζει βαθύ το ποτάμι, ούτως ή άλλως.»

«Περίμενε.» Ένας Ταργκάφλι τον έπιασε απ’τον ώμο καθώς ο Γραμματικός έκανε να πλησιάσει το τρεχούμενο νερό.

Ένας άλλος Ταργκάφλι πήγε κοντά στο ποτάμι και έβαλε μέσα το δόρυ του, κάνοντάς το πέρα-δώθε. Τίποτα δεν πετάχτηκε.

«Ψάχνεις για κάτι συγκεκριμένο;» τον ρώτησε ο Χάλρεοκ.

«Συγκεκριμένο, όχι.»

Ο Ταρνάτλο είπε: «Αν ήτανε κάποιος κροκόδειλος εκεί μέσα, θάχε βγει τώρα.»

Ο Ταργκάφλι με το δόρυ τούς έκανε νόημα να περιμένουν και μπήκε πρώτος στο νερό, το οποίο σταδιακά έφτασε ώς τη μέση του καθώς ο πολεμιστής βάδιζε αργά.

Ξαφνικά, κραύγασε. Και χτύπησε τον ποταμό με το δόρυ, όχι με την πίσω μεριά αλλά με τη μπροστινή, με τη λεπίδα.

Η Χιρκόμο τού φώναξε, στη Γλώσσα των Ταργκάφλι, την οποία ο Τάμπριελ καταλάβαινε: «Τι είναι, Νάσκαμωπ;»

Το νερό είχε αρχίσει να κοκκινίζει γύρω του. Κι ο πολεμιστής στράφηκε προς την όχθη απ’όπου είχε έρθει, προσπαθώντας να τη φτάσει, γρήγορα.

«Νάσκαμωπ!» φώναξε η Χιρκόμο, και ζύγωσε κι εκείνη την όχθη γονατίζοντας και βάζοντας και τα δύο χέρια μες στο νερό. Τα μάτια της διαστάλθηκαν και φάνηκαν να θολώνουν, σα να μην κοίταζαν πουθενά συγκεκριμένα.

«Τι κάνει;» ρώτησε ο Χάλρεοκ.

Κανένας δεν του απάντησε.

Ο Νάσκαμωπ βγήκε απ’τα νερά του ποταμού σκαρφαλώνοντας στην όχθη. Και σωριάστηκε. Τα πόδια του αιμορραγούσαν, και μερικά τραύματα φαίνονταν να υπάρχουν και στην κοιλιά του. Η Χιρκόμο σηκώθηκε, και εκείνη κι οι άλλοι Ταργκάφλι μαζεύτηκαν γύρω του.

«Τι είναι μες στο νερό;» ρώτησε ο Τάμπριελ.

«Ψάρια, Καζίτο’ναρ,» απάντησε η Χιρκόμο. «Σαρκοβόρα ψάρια. Πολύ επικίνδυνα.»

«Κρεατοδαγκάνες…» μούγκρισε ο Ταρνάτλο, και οι άλλοι στράφηκαν να τον κοιτάξουν. «Έτσι τους λέμε εδώ: κρεατοδαγκάνες. Πολύ επικίνδυνοι, όντως, όπως το είπε η κοπελιά. Μπορεί να σε φάνε ζωντανό.»

«Ο Σράνκιθ έπρεπε να μας είχε προειδοποιήσει γι’αυτό!» είπε ο Χάλρεοκ. «Αναρωτιέμαι και τι άλλο μπορεί να μη μας έχει πει.»

«Μη νομίζεις ότι, υποχρεωτικά, έχει περάσει κιόλας από τούτο το μέρος, αδελφέ,» του είπε ο Ταρνάτλο. «Κι έτσι κι αλλιώς, τα ποτάμια πρέπει να τα προσέχεις μες στις ζούγκλες – είναι, να πούμε, γνωστό.»

Ο Τάμπριελ ρώτησε τη Χιρκόμο: «Πώς είναι ο Νάσκαμωπ;»

«Δεν είναι άσχημα τραυματισμένος, ευτυχώς. Μπορεί όμως και να ήταν, αν δεν είχα τρομάξει τα ψάρια.»

«Τρόμαξες τους κρεατοδαγκάνες;» έκανε ο Ταρνάτλο. «Πώς, ρε όμορφη;»

Η Χιρκόμο δεν του απάντησε.

Ο Τάμπριελ είπε: «Πρέπει να βρούμε κάποιον πόρο για να περάσουμε. Ψάξτε δεξιά κι αριστερά κατά μήκος του ποταμού.»

«Γιατί δεν κόβουμε ένα δέντρο;» πρότεινε ο Χάλρεοκ. «Αυτό εκεί, ας πούμε,» έδειξε, «που μοιάζει αρκετά ψηλό για να αποτελέσει καλή γέφυρα.»

Ο Τάμπριελ ένευσε. «Καλή ιδέα· κόψτε το.»

Ο Χάλρεοκ και οι πολεμιστές του έβγαλαν τσεκούρια από τους σάκους τους και πελέκησαν τον κορμό. Το δέντρο σύντομα έγειρε, κι ένας τους το έσπρωξε προς τον ποταμό. Μ’έναν δυνατό γδούπο, έπεσε ενώνοντας τις δύο όχθες.

Ο Χάλρεοκ, έχοντας το τσεκούρι του ανεστραμμένο και πιεσμένο στο έδαφος, ακούμπησε τα χέρια του στη λαβή. «Έτοιμη η γέφυρά μας.»

Ο Τάμπριελ και ο Αλίρκωπ πέρασαν πρώτοι μαζί με τον Θυμό, και μετά οι υπόλοιποι ακολούθησαν. Ο κορμός ήταν αρκετά χοντρός ώστε να είναι ασφαλής αν πρόσεχες λίγο πού έβαζες τα πόδια σου.

Το ταξίδι τους συνεχίστηκε όπως και πριν, και μέχρι το βράδυ είχαν περάσει από έναν πραγματικό λαβύρινθο βλάστησης γεμάτο ιπτάμενα και μη έντομα, και είχαν αντιμετωπίσει τέσσερις πάνθηρες που τους χίμησαν καθώς σουρούπωνε. Τα πιστόλια των πολεμιστών του Χάλρεοκ και τα δόρατα των Ταργκάφλι δεν δυσκολεύτηκαν να δώσουν τέλος στην επίθεση των άγριων αιλουροειδών. Οι τρεις πάνθηρες σκοτώθηκαν· ο τέταρτος τράπηκε σε φυγή, τραυματισμένος. Οι κρότοι των όπλων αντήχησαν μες στις ζούγκλες, και οι λάμψεις από τις κάννες τους διέλυσαν τα σκοτάδια.

«Την περιοχή με τα έντομα την είχε σημειωμένη ο Σράνκιθ,» παρατήρησε ο Τάμπριελ όταν είχαν κατασκηνώσει και κρατούσε το χάρτη τους ανοιχτό μπροστά του, καθώς καθόταν κοντά στη φωτιά. «Κανονικά, βέβαια, νόμιζα ότι θα περνούσαμε από δίπλα της. Επομένως, ή εμείς χάσαμε τον δρόμο μας λιγάκι ή ο πειρατής δεν ήξερε ακριβώς πού είναι η περιοχή.»

«Μην το ψάχνεις, αδελφέ,» είπε ο Ταρνάτλο καπνίζοντας την πίπα του. «Λίγο κι απ’τα δυο, ίσως.»

Ο Τάμπριελ δίπλωσε πάλι τον χάρτη και τον έβαλε στον σάκο του. Αν υπολόγιζε τα πράγματα σωστά, δεν είχαν κάνει παραπάνω από δέκα χιλιόμετρα σήμερα – και ήταν όλοι τους εξουθενωμένοι. Το ταξίδι ήταν πολύ δύσκολο εδώ πέρα. Και στη Γη των Ταργκάφλι υπήρχαν περιοχές με πυκνή βλάστηση, αλλά τα πράγματα δεν ήταν κι έτσι. Στη Φέδλωχ δεν μπορούσες να κάνεις δέκα μέτρα χωρίς να χρειάζεται να κοιτάς πού ακριβώς πατούσες και χωρίς να κόβεις φυλλωσιές και κλαδιά.

Ο Τάμπριελ ήξερε ότι θα δυσκολεύονταν να φτάσουν στο δέντρο, και ήλπιζε το δέντρο να ήταν όντως εκεί όπου έδειχνε ο χάρτης τους.

*

Το απόγευμα της δεύτερης ημέρας βρέθηκαν σ’ένα μέρος γεμάτο ερείπια με λαξεύματα. Και το παράξενο ήταν ότι δεν ήταν καλυμμένα από αναρριχώμενη βλάστηση.

Κάποιοι πρέπει να έρχονται εδώ και να καθαρίζουν, σκέφτηκε ο Τάμπριελ. Ίσως να είναι ιερός τόπος.

«Τι σημαίνουν τα σκαλίσματα, Καλέφραζ;» ρώτησε.

«Δεν ξέρω,» αποκρίθηκε ο Γραμματικός.

Ο Ταρνάτλο έδειξε ένα λάξευμα σε μια πέτρα. «Τούτο δω πρέπει νάναι το Μάτι της Ζούγκλας, που λένε. Τόχω ξαναδεί, παλιότερα, πάνω στις ασπίδες κάτι Βαμμένων.»

Το λάξευμα ήταν ωοειδές και κάθετο προς το έδαφος· μέσα του υπήρχε ένας κύκλος, και μέσα στον κύκλο ένας άλλος κύκλος.

«Τι είναι το Μάτι της Ζούγκλας;» ρώτησε ο Καλέφραζ.

«Αυτό που μας κοιτάζει τώρα, ίσως,» είπε ο Αλίρκωπ.

«Ναι,» συμφώνησε η Χιρκόμο, «κάτι σίγουρα μας κοιτάζει.»

Ο Χάλρεοκ κοίταξε ολόγυρα, τη βλάστηση. Το ίδιο κι οι πολεμιστές του.

«Το Μάτι είναι κάποια θεότητα,» εξήγησε ο Ταρνάτλο, «που κυριαρχεί στις ζούγκλες. Καθοδηγεί όσους ξέρουν να καταλάβουν την καθοδήγησή του, αλλά φέρνει και θηρία, λένε άλλοι. Είναι να το φοβάσαι, γενικά, άμα δεν είσαι αγριάνθρωπος αλλά πολιτισμένος σαν εμάς.»

«Πολιτισμένος;» είπε ο Καλέφραζ λοξοκοιτάζοντάς τον.

Ο Ταρνάτλο συνοφρυώθηκε. «Θες να πεις κάτι, μωρή σφυρίχτρα;»

Ο Τάμπριελ καθάρισε ηχηρά τον λαιμό του. «Για να δούμε αν τα ερείπια αυτά είναι σημειωμένα στον χάρτη μας…» Ξεδίπλωσε τον χάρτη που τους είχε δώσει ο Σράνκιθ. «Δε νομίζω ότι είναι σημειωμένα,» κατέληξε.

Ο Αλίρκωπ πλησίασε το λάξευμα του Ματιού της Ζούγκλας, ακραγγίζοντάς το με τα δάχτυλα του ενός χεριού. «…Μπορεί να μας φαινόταν χρήσιμο, Τάμπριελ,» μουρμούρισε.

Ο Τάμπριελ στράφηκε να τον κοιτάξει. «Τι εννοείς;»

«Θα μπορούσε να μας καθοδηγήσει κι εμάς.» Τώρα, ο Αλίρκωπ ακούμπησε ολόκληρη την παλάμη του πάνω στο λάξευμα. «Ναι…» είπε, «νιώθω την παρουσία του πολύ πιο έντονη.»

«Πρόσεχε, Αλίρκωπ,» τον προειδοποίησε η Χιρκόμο, η οποία δεν έμοιαζε να εμπιστεύεται και τόσο αυτό το Μάτι της Ζούγκλας. Τα δικά της μάτια ήταν στενεμένα και παρατηρητικά.

«Δεν είναι εχθρικό,» αποκρίθηκε εκείνος χωρίς να την κοιτάζει. «Δεν έχει τίποτα εναντίον μας.»

«Κάτι έρχεται, όμως!» είπε απότομα η Χιρκόμο, σαν εκείνη τη στιγμή να το αντιλήφτηκε και να ανησύχησε.

Οι πολεμιστές από το Τάρσαζ και οι Ταργκάφλι ετοίμασαν τα όπλα τους.

Οι φυλλωσιές κουνήθηκαν, έντονα. Αλλά τίποτα δεν βγήκε από μέσα.

«Αλίρκωπ!» φώναξε ξαφνικά ο Καλέφραζ, υψώνοντας το χέρι του και δείχνοντας.

Ο μάγος στράφηκε, και οι άλλοι επίσης.

Επάνω σ’ένα απ’τα κομμάτια των ερειπίων ήταν κουλουριασμένο ένα πελώριο φίδι με μεγάλα, γυαλιστερά μάτια. Οι φολίδες του ήταν κυρίως πράσινες, αλλά ορισμένες είχαν και άλλα χρώματα – κόκκινα, γαλανά, κίτρινα – μοιάζοντας με πολύτιμοι λίθοι.

«Αυτό είναι!» είπε η Χιρκόμο.

Ο Αλίρκωπ ατένισε το φίδι ανέκφραστα, δίχως ν’απομακρυνθεί. Ωστόσο πήρε το χέρι του από το λάξευμα του Ματιού.

Το ερπετό σύριξε δείχνοντας τη διχαλωτή γλώσσα του.

Ο Καλέφραζ ξεροκατάπιε. «Είναι δηλητηριώδες;»

«Δε θάθελα να το ζυγώσω, πάντως, να πούμε…» είπε ο Ταρνάτλο, βηματίζοντας αργά προς τα πίσω.

«Τι είναι, Αλίρκωπ;» ρώτησε ο Τάμπριελ σταθερά. «Υπάρχει κάτι σ’αυτό το φίδι που εμείς δεν βλέπουμε;»

«Νομίζω πως εγώ το έφερα εδώ,» αποκρίθηκε ο μάγος. Ο Θυμός, που στεκόταν πλάι του, γάβγισε.

Το φίδι έδειξε τη γλώσσα του στον σκύλο, σαν να τον κορόιδευε.

«Να μην το ξανακάνεις,» είπε ο Καλέφραζ στον Αλίρκωπ.

«Μπορείς να το διώξεις;» ρώτησε ο Τάμπριελ.

«Μπορούμε απλά να φύγουμε,» αποκρίθηκε ο Αλίρκωπ. «Δε νομίζω ότι θα μας πειράξει αν δεν το πειράξουμε.»

«Εγώ, μάγκα μου,» είπε ο Ταρνάτλο, «δε θα το ρίσκαρα.» Τράβηξε το σπαθί του.

Το φίδι σύριξε προς το μέρος του.

«Κατέβασε το όπλο σου,» είπε ο Τάμπριελ.

Ο Ταρνάτλο το κατέβασε.

«Χιρκόμο,» είπε ο Αλίρκωπ.

«Τι;» ρώτησε η μάγισσα.

«Έλα εδώ.»

Εκείνη τον πλησίασε.

«Άγγιξε το Μάτι,» την προέτρεψε ο Αλίρκωπ.

Η Χιρκόμο δίστασε.

«Άγγιξέ το.»

Η Χιρκόμο το άγγιξε. Συνοφρυώθηκε. Ένα μειδίαμα σχηματίστηκε στο πρόσωπό της. Πήρε το χέρι της από το λάξευμα.

«Βλέπεις;» της είπε ο Αλίρκωπ. «Το Μάτι της Ζούγκλας δεν είναι εχθρικό προς εμάς.»

«Τι λέτε, ρε σεις;» μούγκρισε ο Ταρνάτλο. «Κόσμος έχει σκοτωθεί απ’αυτά, ρε! Πάμε να φύγουμε από δω!»

Ο Τάμπριελ ρώτησε τον Αλίρκωπ και τη Χιρκόμο: «Υπάρχει κάποιος λόγος να μην ακολουθήσουμε τη συμβουλή του Ταρνάτλο; Υπάρχει κάτι για εμάς εδώ;»

Ο Αλίρκωπ κούνησε το κεφάλι. «Όχι. Μπορούμε να πηγαίνουμε. Το Μάτι της Ζούγκλας είναι, ούτως ή άλλως, παντού γύρω μας.»

«Ναι,» συμφώνησε η Χιρκόμο. «Μπορούμε να το αναζητήσουμε παντού, τώρα που ξέρουμε τι να αναζητήσουμε.»

«Μη σας δω να κάνετε καμια κοτσάνα και βρω τίποτα φίδια στην κουβέρτα μου μες στο βράδυ!» τους προειδοποίησε ο Ταρνάτλο.

«Καλύτερα να φεύγουμε,» είπε ο Χάλρεοκ, «προτού έχουμε κι άλλους μπελάδες. Προχωράμε!» Και ξεκίνησε πρώτος.

Οι υπόλοιποι τον ακολούθησαν, φεύγοντας από τα ερείπια.

Τον Τάμπριελ, όμως, δεν τον προβλημάτιζε το Μάτι της Ζούγκλας, ούτε η επαφή της Χιρκόμο και του Αλίρκωπ μ’αυτό. Εκείνο που τον προβλημάτιζε ήταν το γεγονός ότι τα ερείπια δεν ήταν καλυμμένα από βλάστηση. Κάποιοι τα καθαρίζουν…

*

Καθώς νύχτωνε, αλαλαγμοί αντήχησαν μες στη ζούγκλα, και η ομάδα ετοίμασε τα όπλα της.

«Ανθρωποφάγοι;» ρώτησε ο Καλέφραζ τον Ταρνάτλο.

«Πού θες να ξέρω, ρε μάγκα; Από τις τσυρίδες;»

«Απ’αυτά τα μέρη δεν είσαι;»

«Ε ρε, τι τραβάμε, να πούμε…!»

Οι σύντροφοι είχαν σχηματίσει κύκλο, ώστε να είναι καλύτερα προστατευμένοι απ’όλες τις μεριές.

Οι αλαλαγμοί πλησίαζαν.

Ο Θυμός γρύλιζε μανιασμένα, δείχνοντας τα δόντια του.

Παραμερίζοντας βίαια τη βλάστηση, σκοτεινές μορφές ξεπρόβαλαν κουβαλώντας δαυλούς, ασπίδες, δόρατα, και τόξα. Κι όλοι τους έτρεχαν.

Επάνω στις ασπίδες ο Τάμπριελ είδε ένα γνώριμο σύμβολο. Το Μάτι της Ζούγκλας. Μάλλον βρήκαμε αυτούς που καθαρίζουν τα ερείπια.

«Πυρ!» φώναξε ο Χάλρεοκ. «Πυρ!»

Οι πολεμιστές του πυροβόλησαν τους άγριους. Λάμψεις και κρότοι έσχισαν τα σκοτάδια. Κουφάρια έπεσαν στη γη.

Συγχρόνως, οι Ταργκάφλι έβαλλαν με τα τόξα τους.

Ο Τάμπριελ πυροβολούσε.

Οι επιτιθέμενοι διαλύθηκαν, τσυρίζοντας, ουρλιάζοντας.

Οι πυροβολισμοί έπαψαν. Και οι σύντροφοι έμειναν σιωπηλοί. Αφουγκραζόμενοι. Οι φωνές των μαυρόδερμων ιθαγενών χάθηκαν σύντομα από τ’αφτιά τους.

«Τους τρομάξαμε,» παρατήρησε ο Χάλρεοκ.

«Αν δεν τους είχαμε τρομάξει, όμως, θα μας είχαν λιανίσει,» είπε ο Καλέφραζ.

«Λες να μην το ξέρω;»

«Ευτυχώς που δεν έχουν ξαναδεί πυροβόλο όπλο…» ακούστηκε να λέει ένας από τους Ταρσάζιους πολεμιστές.

«Πού να το έχουν ξαναδεί;» είπε ένας άλλος.

Ο Καλέφραζ ρώτησε τον Ταρνάτλο: «Ανθρωποφάγοι ήταν;»

«Πάλι τα ίδια θα λέμε; Πού να ξέρω, ρ’αδελφέ; Δεν έχουνε κέρατο στο κούτελο οι ανθρωποφάγοι!»

«Στον χάρτη μας, πάντως, δεν λέει πως υπάρχουν ανθρωποφάγοι από δω που περνάμε,» είπε ο Τάμπριελ. «Εκτός αν έχουμε πάρει λάθος κατεύθυνση. Ή αν έχει κάνει λάθος ο Σράνκιθ.»

Τα λόγια του δεν φάνηκαν να καθησυχάζουν τον Καλέφραζ.

«Ας κατασκηνώσουμε λίγο παρακάτω,» πρότεινε ο Χάλρεοκ. «Εκτός από τη βρώμα των πτωμάτων, σύντομα θα μαζευτούν κι ένα σωρό θηρία εδώ για να πάρουν το βραδινό τους.»

*

«Τώρα αποκλείεται να μην έχουμε χάσει την πορεία μας,» είπε ο Καλέφραζ. «Ο χάρτης μας δεν δείχνει έλη εδώ!»

Μπροστά τους, μέσα στο πρωινό φως που περνούσε μετά δυσκολίας από την πυκνή βλάστηση, έβλεπαν στάσιμα νερά να απλώνονται. Ψηλά δέντρα ξεπρόβαλλαν από τον βάλτο, και οι φυλλωσιές σχημάτιζαν δίχτυα ανάμεσα στους χοντρούς κορμούς τους. Έντομα ζουζούνιζαν, και υδρόβια ελοχαρή πλάσματα γλιστρούσαν μέσα στα σκουρόχρωμα νερά.

Ο Τάμπριελ ένευσε. «Ίσως νάχεις δίκιο, Καλέφραζ. Πρέπει να προσανατολιστούμε πάλι.» Ξεδίπλωσε τον χάρτη και, υψώνοντας το βλέμμα του, προσπάθησε να καταλάβει προς τα πού ήταν ο ήλιος. Από εκεί θα βρισκόταν η ανατολή. Την εντόπισε χωρίς μεγάλη δυσκολία.

«Το δέντρο,» είπε, «πρέπει κανονικά να είναι κάπου κοντά στους βάλτους. Αλλά, έτσι όπως τα υπολόγιζα τα πράγματα, θα φτάναμε εκεί αύριο, όχι σήμερα.»

«Επομένως,» συμπέρανε ο Καλέφραζ, «ίσως να είμαστε σε άλλους βάλτους.»

«Δεν ξέρω,» μουρμούρισε σκεπτικά ο Τάμπριελ. «Μπορεί ναι, μπορεί και όχι. Αν είμαστε εκεί που νομίζω, όμως, πρέπει τώρα να πάμε δυτικά.»

«Μπορούμε και να διασχίσουμε τους βάλτους,» πρότεινε ο Αλίρκωπ.

«Δε μου ακούγεται καλή αυτή η ιδέα,» είπε ο Καλέφραζ.

«Το Μάτι της Ζούγκλας θα μας δείξει το ασφαλέστερο μέρος,» εξήγησε ο μάγος.

«Δεν είσαι σοβαρός!»

Ο Τάμπριελ είπε στον Αλίρκωπ: «Είσαι σίγουρος ότι μπορείς να το κάνεις αυτό;»

«Θα το προσπαθήσω μαζί με τη Χιρκόμο.» Ο μάγος κοίταξε την κοκκινομάλλα, μικρόσωμη Ταργκάφλι. Εκείνη δεν διαφώνησε.

«Υπάρχει το εξής πρόβλημα,» είπε ο Τάμπριελ. «Δεν ξέρω αν μας συμφέρει να διασχίσουμε τον βάλτο. Εννοώ ότι δεν είμαι σίγουρος πού ακριβώς χάσαμε τον δρόμο μας και αν διασχίζοντας τον βάλτο πλησιάζουμε το δέντρο ή πηγαίνουμε κάπου αλλού.» Και ρώτησε: «Μπορεί το Μάτι της Ζούγκλας να σας πει αν βρισκόμαστε στη σωστή πορεία σύμφωνα με τον χάρτη του Σράνκιθ;»

Ο Αλίρκωπ κοίταξε τη Χιρκόμο. Εκείνη μόρφασε. «Θες να προσπαθήσουμε;» του είπε.

«Δεν χάνουμε τίποτα.»

Ο Θυμός γάβγισε ανήσυχα.

Κάτι μικρό πετάχτηκε μέσα απ’τα νερά του βάλτου και ξαναβούτηξε μ’ένα ηχηρό πλοπ!

«Εντάξει,» είπε η Χιρκόμο νεύοντας. «Ας το προσπαθήσουμε.»

Ο Αλίρκωπ έτεινε το χέρι του προς τον χάρτη του Τάμπριελ, κι εκείνος τού τον έδωσε. Ο μάγος τον κράτησε ανοιχτό μπροστά του. Η Χιρκόμο ήρθε πλάι του και τον κοίταξε κι αυτή, επισταμένα.

Κανένας δε μιλούσε.

Ακόμα ένα πλοπ! ακούστηκε από τον βάλτο.

Ο Αλίρκωπ επέστρεψε τον χάρτη στον Τάμπριελ, και έκανε νόημα στην ομάδα να απομακρυνθεί από εκείνον και τη Χιρκόμο. Έπειτα, οι δυο τους καθάρισαν ένα κομμάτι γης από χόρτα και ρίζες. Ο Αλίρκωπ τράβηξε ένα ξιφίδιο από τη ζώνη του – επάνω στη λεπίδα του οποίου υπήρχαν διάφορα λαξεύματα που πρέπει να είχαν κάποια μυστικιστική σημασία γι’αυτόν – και ξεκίνησε να χαράσσει κάτι στο χώμα. Η Χιρκόμο τον βοήθησε, χρησιμοποιώντας ένα μυτερό ξύλο που έκοψε από ένα δέντρο.

Ο Τάμπριελ παρατηρούσε τη δουλειά τους με ενδιαφέρον. Κανένας απ’τους δυο τους δεν πρέπει ποτέ να είχε ξανακάνει κάτι τέτοιο, κι όμως έμοιαζαν να ξέρουν ακριβώς τι έκαναν. Οι μάγοι ετούτης της διάστασης ήταν τόσο… ενστικτώδεις· και τόσο συναρπαστικοί. Η λογική που ακολουθούσαν ήταν, ουσιαστικά, παράλογη και κάθε φορά ελαφρώς διαφορετική, αλλά φαινόταν να βγάζει νόημα για εκείνους. Θα μπορούσα, άραγε, κι εγώ να ήμουν έτσι, αν δεν είχα διδαχτεί τη χρήση της μαγείας μέσα από το τάγμα των Δεσμοφυλάκων;

Καθώς ο Αλίρκωπ και η Χιρκόμο ολοκλήρωναν το σχήμα τους στο χώμα, ο Τάμπριελ είδε ότι ήταν ένα κομμάτι του χάρτη του Σράνκιθ. Το κομμάτι που τους ενδιέφερε. Η ευρύτερη περιοχή γύρω από τον προορισμό τους.

Ο Αλίρκωπ κάρφωσε το ξιφίδιό του στο έδαφος κι έκλεισε τα βλέφαρα. Το μέτωπό του ζάρωσε.

Τα μάτια της Χιρκόμο είχαν διασταλεί κι έμοιαζαν να κοιτάζουν αλλού καθώς ατένιζε τον χάρτη στο χώμα.

Τα βλέφαρα του Αλίρκωπ άνοιξαν την ίδια στιγμή που το βλέμμα της Χιρκόμο έπαψε να είναι απλανές. Το δάχτυλο του μάγου έδειξε ένα σημείο επάνω στον χάρτη, και το δάχτυλο της μάγισσας έδειξε ακριβώς το ίδιο σημείο.

«Κάτι σε παρακολουθεί,» είπε η Χιρκόμο στον Αλίρκωπ, μιλώντας στη Γλώσσα των Ταργκάφλι που εκείνος γνώριζε – και πάντοτε ισχυριζόταν ότι ήταν ένας από τους καθαρόαιμους Ταργκάφλι.

«Το ξέρω,» της απάντησε.

«Βρήκατε πού βρισκόμαστε;» τους ρώτησε ο Τάμπριελ.

Η Χιρκόμο κάρφωσε το μυτερό ξύλο της εκεί όπου έδειχναν τα δάχτυλά τους πριν από λίγο. «Εδώ.»

Ο Τάμπριελ συνοφρυώθηκε. Έχουμε λοιπόν ξεστρατίσει, όπως το φοβόμουν.

*

Ο Αλίρκωπ και η Χιρκόμο τούς οδήγησαν μέσα στους βάλτους, βάζοντάς τους να βαδίζουν σε σημεία όπου δεν υπήρχε νερό αλλά μονάχα νησίδες λασπώδους εδάφους: φυσικές γέφυρες των ελών, γύρω απ’τις οποίες, και πάνω στις οποίες, δέντρα φύτρωναν απλώνοντας παντού κλαδιά γεμάτα φυλλωσιές. Βαλτοπούλια ατένιζαν τους ταξιδιώτες μέσα από τη βλάστηση, κορακοειδή τα περισσότερα από αυτά· ενώ μεγαλύτερα και μικρότερα ερπετοειδή πλάσματα γλιστρούσαν στο νερό. Τα μεγαλύτερα, κάπου-κάπου, άνοιγαν πελώρια σαγόνια γεμάτα δόντια, σα να ήθελαν να χασμουρηθούν. Έντομα ζουζούνιζαν, κι ορισμένα ήταν τόσο μεγάλα όσο η γροθιά του Τάμπριελ.

Ο Αλίρκωπ και η Χιρκόμο έμοιαζαν να βρίσκουν το μονοπάτι διαισθητικά. Το Μάτι της Ζούγκλας τούς το έδειχνε.

Ο Τάμπριελ, όμως, ανησυχούσε για εκείνο που η κοκκινομάλλα μάγισσα είχε πει στον Αλίρκωπ προτού ξεκινήσουν το ταξίδι μέσα στους βάλτους: Κάτι σε παρακολουθεί.

Τι τον παρακολουθούσε; Κάποια πνευματική οντότητα, μάλλον. Και εξακολουθούσε να τον παρακολουθεί; ή αυτό ίσχυε μόνο εκείνη τη στιγμή που προσπαθούσε να προσανατολιστεί μαζί με τη Χιρκόμο;

Ο Τάμπριελ χρησιμοποίησε ένα Ξόρκι Πνευματικής Ανιχνεύσεως, καθώς βρίσκονταν επάνω σε μια νησίδα των βάλτων απ’όπου ξεκινούσαν (ή κατέληγαν – αναλόγως πώς θα το έβλεπε κανείς) τρεις φυσικές γέφυρες. Το ξόρκι του του αποκάλυψε ότι, όντως, μια παρουσία ήταν κοντά στον Αλίρκωπ, κάτι σαν αόρατο σύννεφο που πλανιόταν από πάνω και γύρω του.

Θα το φροντίσω όταν σταματήσουμε για μεσημέρι, αποφάσισε ο Τάμπριελ. Αν συνεχίζει να τον ακολουθεί.

Το μεσημέρι είχαν βγει από τη βαλτώδη περιοχή και βρίσκονταν σ’ένα μέρος όπου ψηλοί ογκόλιθοι υπήρχαν μέσα στη βλάστηση της ζούγκλας. Αναρριχώμενα φυτά σκαρφάλωναν στις πλευρές τους, κι ορισμένα δέντρα είχαν μεγαλώσει επάνω τους, αγκαλιάζοντάς τους με τις ρίζες τους· ή, σε άλλες περιπτώσεις, οι ρίζες φαίνονταν να τρυπούν την πέτρα για να φτάσουν από κάτω της, στη γη.

Ο Τάμπριελ υπέθεσε ότι εδώ πρέπει να ήταν «ο τόπος τις μεγάλις πέτρας», όπως έγραφε ο Σράνκιθ ο Γελαστός στον χάρτη του. Κι αυτός ο τόπος είναι νότια του δέντρου μας. Εν ολίγοις, φαινόταν να το είχαν προσπεράσει. Να είχαν κάνει κάποιου είδους παράκαμψη μέσα από τους βαλτούς, υπό την καθοδήγηση του Αλίρκωπ και της Χιρκόμο. Ο ποταμός Χαρνούνουν πρέπει νάναι λίγο παρακάτω, εκτός αν ο χάρτης του Σράνκιθ είναι τελείως λάθος.

Ο Τάμπριελ το είπε αυτό στους συντρόφους του καθώς κατασκήνωναν και κάθονταν να φάνε.

«Θα πρέπει, λοιπόν, να κατευθυνθούμε βόρεια,» αποκρίθηκε ο Χάλρεοκ μασουλώντας ένα κομμάτι ψωμί.

«Κι ας ελπίσουμε ότι ο χάρτης είναι σωστός,» πρόσθεσε ο Καλέφραζ.

Ο Τάμπριελ ύφανε πάλι ένα Ξόρκι Πνευματικής Ανιχνεύσεως, καθώς όλοι ησύχαζαν και κανένας δεν μιλούσε, κουρασμένοι απ’το πέρασμα των βάλτων.

Η πνευματική οντότητα εξακολουθούσε να βρίσκεται κοντά στον Αλίρκωπ.

«Αλίρκωπ,» είπε ο Τάμπριελ.

Ο μάγος έστρεψε το βλέμμα του σ’εκείνον.

«Κάτι σ’ακολουθεί.»

«Το ξέρω. Και είναι επίμονο. Δεν έχω ακόμα καταφέρει να το διώξω.»

«Θα το διώξω εγώ,» δήλωσε ο Τάμπριελ. «Μην κάνεις τίποτα, ό,τι κι αν αισθανθείς.»

Και ξεκίνησε ένα Ξόρκι Πνευματικής Εκδιώξεως, στρέφοντάς το εναντίον της παρουσίας που βρισκόταν γύρω και πάνω από τον Αλίρκωπ. Η οντότητα αντιστάθηκε προς στιγμή, μην επιθυμώντας να απομακρυνθεί από τον μάγο που παρακολουθούσε. Αλλά ο Τάμπριελ ήταν πεπειραμένος σε ό,τι είχε να κάνει με πνεύματα και θεούς. Ήταν Δεσμοφύλακας, εξάλλου. Εστίασε όλη του τη θέληση πάνω στην οντότητα, και την έσπρωξε βίαια. Την αισθάνθηκε να αποτινάσσεται από τον Αλίρκωπ όπως μια βεντούζα που ξαφνικά ξεκολλά· κι ένιωσε τον φόβο της. Μέσα στο μυαλό του την είδε να του γρυλίζει, σαν άγριο θηρίο που δείχνει τα δόντια του, με τα μάτια του να γυαλίζουν…

…προτού στραφεί και, τρέχοντας, χαθεί μες στη βλάστηση.

Ο Αλίρκωπ είπε: «Έφυγε τώρα.»

Ο Τάμπριελ ένευσε. «Ναι, έφυγε. Ξέρεις τι ήθελε από σένα;»

«Όχι. Ξέρεις εσύ;»

«Όχι. Από πότε σε παρακολουθούσε;»

«Από τότε που εγώ κι η Χιρκόμο χρησιμοποιήσαμε τη δύναμη του Ματιού της Ζούγκλας.»

Η Χιρκόμο είπε: «Όταν έρχεσαι σε επαφή με το Μάτι, έρχεσαι επίσης σε επαφή με οτιδήποτε άλλο βρίσκεται σε επαφή με το Μάτι εκείνη τη στιγμή.»

Ο Αλίρκωπ κατένευσε.

«Χρειάζεται προσοχή στη χρήση του, λοιπόν,» είπε ο Τάμπριελ. «Δε θέλω να έχουμε δυσάρεστες εκπλήξεις.»

*

Καθώς βράδιαζε, βρέθηκαν κυνηγημένοι από αγρίους. Ανθρωποφάγους, κατά πάσα πιθανότητα, γιατί κρανία κρέμονταν από τα όπλα και τις ενδυμασίες τους – ανθρώπινα κρανία. Ήρθαν μέσα από τα σκοτάδια της ζούγκλας, βγάζοντας θηριώδη γρυλίσματα και τρέχοντας σαν άλογα. Τα πόδια τους βροντούσαν πάνω στη γη. Ο λαβύρινθος των κορμών και της πυκνής βλάστησης αντηχούσε από τα ουρλιαχτά τους.

Οι πολεμιστές του Χάλρεοκ τούς πυροβόλησαν· αλλά αυτοί, σε αντίθεση με τους άλλους αγριάνθρωπους που είχαν συναντήσει, δεν πτοήθηκαν ούτε από τους κρότους ούτε από τις λάμψεις των πιστολιών. Πολλοί ανάμεσά τους σκοτώθηκαν, όμως οι υπόλοιποι συνέχισαν να έρχονται καταπάνω στους συντρόφους. Μανιασμένα.

«Μεγάλε Τίγρη, θα πεθάνουμε!» ψέλλισε ο Καλέφραζ, που δεν είχε πιστόλι τώρα, γιατί το πιστόλι του ήταν από αυτά που είχαν δώσει στον Σράνκιθ ως πληρωμή για τον χάρτη του.

Οι Ταργκάφλι χτύπησαν τους αγρίους με τα δόρατά τους. Οι πολεμιστές από το Τάρσαζ τράβηξαν τα σπαθιά τους· οι λεπίδες τους έσκισαν σάρκες κι έσπασαν κόκαλα, και διέλυσαν ξύλινες, κακοφτιαγμένες ασπίδες.

Ο Τάμπριελ σκέφτηκε, παρατηρώντας τους ανθρωποφάγους: Τα πυροβόλα δεν τους τρόμαξαν. Παράξενο. Κάποια μανία μοιάζει να τους έχει καταλάβει· αμφιβάλλω αν ξέρουν τι τους γίνεται. Κι αναρωτιέμαι σε τι να οφείλεται αυτό.

Πυροβόλησε έναν στο κεφάλι τινάζοντας τα μυαλά του έξω. Άλλοι τρεις ήρθαν καταπάνω του, αλλά οι Ταργκάφλι τούς έκοψαν τον δρόμο σχηματίζοντας τείχος με τις ασπίδες τους και χτυπώντας με τα δόρατά τους.

«Καζίτο’ναρ,» είπε η Χιρκόμο, «κάποιος θεός τούς καθοδηγεί. Κάποιος πανίσχυρος θεός. Τον νιώθω μέσα στον καθένα τους.» Η σιδερένια σφαίρα του ραβδιού της ήταν αιματοβαμμένη, και κομμάτια σάρκας και μαλλιά κρέμονταν από τα καρφιά της – πρέπει να είχε σπάσει κάποιο κεφάλι ανθρωποφάγου.

«Θεός;» είπε ο Τάμπριελ.

«Ναι. Σαν…» Δε συνέχισε όμως, κομπιάζοντας, αναρωτούμενη ίσως αν ήταν βλάσφημο να το πει.

Σαν τη Βιβεϊρλώταθ. Ο Τάμπριελ ρώτησε τη θεά που ήταν φυλακισμένη μέσα στο περιδέραιό του αν αισθανόταν κι εκείνη την πνευματική παρουσία.

Ναι, απάντησε η Βιβεϊρλώταθ, φυσικά και την αισθανόταν.

Γιατί είσαι τόσο σιωπηλή, τότε;

Γιατί η παρουσία που αισθανόταν ήταν ο αδελφός της. Ο Γκαλένραμωθ.

Ο φύλακας της άλλης όψης του Φράγματος;

Ναι.

Βρίσκονταν, επομένως, κοντά στο δέντρο.

Ο Τάμπριελ έστειλε τη Βιβεϊρλώταθ εναντίον των ανθρωποφάγων. Ελπίζω να μην έχεις πρόβλημα να σκοτώσεις αυτούς που διακατέχει το πνεύμα του αδελφού σου, Βιβεϊρλώταθ.

Η θεά δεν είχε πρόβλημα.

Η δύναμή της ξεχύθηκε ανάμεσά τους, μετατρέποντας κορμιά σε στάχτη, κάνοντας ανθρώπους να χτυπιούνται στη γη σα να πνίγονταν, σπάζοντας ράχες και λαιμούς, βάζοντας κάποιους να ξεσκίζουν τις σάρκες τους…

Ένα απάνθρωπο, λυσσαλέο ουρλιαχτό αντήχησε μέσα από τη ζούγκλα, κι η βλάστηση τραντάχτηκε σαν πανίσχυρος άνεμος να είχε ξαφνικά φυσήξει.

«Τι σκατά συμβαίνει;» φώναξε ο Χάλρεοκ, αποκρούοντας το ρόπαλο ενός ανθρωποφάγου και χτυπώντας τον στο γόνατο με το σπαθί του. Ο άγριος σωριάστηκε, κι ο Υπασπιστής τον κάρφωσε στον λαιμό.

Βιβεϊρλώταθ! Αυτός είναι ο αδελφός σου;

Ναι. Ο Γκαλένραμωθ.

Οι ανθρωποφάγοι υποχωρούσαν· η δύναμη του πνεύματος που τους καθοδηγούσε έμοιαζε να τους έχει εγκαταλείψει, ή να έχει εξασθενίσει. Έτρεχαν μες στα σκοτάδια για ν’απομακρυνθούν, να γλιτώσουν απ’τους εχθρούς τους.

Βιβεϊρλώταθ, μπορείς να με οδηγήσεις στον αδελφό σου;

Εδώ ήταν ο αδελφός της!

Ο Τάμπριελ καταράστηκε σιωπηλά. Η θεά δεν μπορούσε να αντιληφτεί τον κόσμο όπως εκείνος. Δεν μπορούσε να του πει προς τα πού να πάει για να βρει το δέντρο, ακόμα κι αν αυτό βρισκόταν μέσα σε πενήντα μέτρα από εδώ.

Οι πολεμιστές από το Τάρσαζ και οι Ταργκάφλι ζητωκραύγασαν βλέποντας τους ανθρωποφάγους να υποχωρούν.

«Μεγάλε Τίγρη!» ξεφύσησε ο Καλέφραζ. «Για μια στιγμή, νόμιζα ότι ήμασταν όλοι χαμένοι.»

«Έχε λίγη πίστη, Καλέφραζ,» του είπε ο Τάμπριελ.

«Δυσκολεύομαι κάπως όταν τόσοι ανθρωποφάγοι είναι μαζεμένοι γύρω μου.» Και προς τον Ταρνάτλο (που ήταν καλυμμένος πίσω από όλους τους υπόλοιπους, βαστώντας ένα σπαθί με τα δύο χέρια): «Ανθρωποφάγοι ήταν αυτοί, έτσι;»

«Ε, δε μας κατουράς, να πούμε, ρε μάστορα! Χορτοφάγοι, πάντως, δεν ήταν!»

Ο Τάμπριελ είπε προς όλους: «Βρισκόμαστε κοντά στον προορισμό μας. Το πνεύμα που καθοδηγούσε αυτούς τους ανθρωποφάγους ήταν το πνεύμα του δέντρου που ψάχνουμε. Και καλύτερα να το βρούμε τώρα που οι ανθρωποφάγοι είναι ακόμα τρομαγμένοι.»

«Προς τα πού πηγαίνουμε, όμως;» ρώτησε ο Χάλρεοκ. «Βόρεια; Και θα το δούμε μπροστά μας;»

«Δεν είμαι σίγουρος,» είπε ο Τάμπριελ. Και στράφηκε στον Αλίρκωπ. «Μπορείς να χρησιμοποιήσεις το Μάτι της Ζούγκλας;»

Εκείνος ένευσε. «Η παρουσία του δαίμονα είναι πολύ έντονη.»

«Δεν είναι δαίμονας!» του είπε η Χιρκόμο. «Είναι θεός. Όπως… όπως η δική μας θεά.»

Ο Αλίρκωπ μόρφασε αδιάφορα. «Θα με βοηθήσεις να τον βρούμε;»

Η Χιρκόμο ένευσε.

Ο Αλίρκωπ πήγε λίγο παραπέρα, γονάτισε, κι άγγιξε το έδαφος εκεί όπου δεν ήταν ποτισμένο απ’το αίμα.

Η Χιρκόμο ατένισε τα σκοτάδια της ζούγκλας. Και το βλέμμα της έγινε απλανές. Τα μάτια της διαστάλθηκαν.

Μετά από λίγο, σωριάστηκε στη γη κι άρχισε να χτυπιέται, ουρλιάζοντας. Δύο Ταργκάφλι πήγαν κοντά της, προσπαθώντας να συγκρατήσουν τα χέρια της.

Ο Τάμπριελ χρησιμοποίησε ένα Ξόρκι Πνευματικής Ανιχνεύσεως. Κάτι είχε εισβάλει στην ψυχή της Χιρκόμο. Ένα μέρος της δύναμης του Γκαλένραμωθ, μάλλον.

Ξόρκι Πνευματικής Εκδιώξεως. Ο Τάμπριελ έστρεψε τη θέλησή του εναντίον της δύναμης του θεού – της μηχανής των Αρχαίων, γιατί αυτό ήταν, όπως και η Βιβεϊρλώταθ: κατασκευάσματα, φρουροί για τις όψεις του Φράγματος.

Το μέρος του Γκαλένραμωθ που είχε καταλάβει τη Χιρκόμο αντιστάθηκε σθεναρά – ο Τάμπριελ αισθάνθηκε τη συνείδησή του να κλυδωνίζεται από χαοτική ενέργεια, το μυαλό του να παραπαίει στο χείλος του χάσματος της παραφροσύνης – αλλά μετά υποχώρησε. Το πνεύμα τινάχτηκε και η ισχύς του διαλύθηκε μέσα στα σκοτάδια της ζούγκλας. Ένα ουρλιαχτό αντήχησε, που το άκουσαν όλοι, μάγοι και μη.

Η Χιρκόμο έμεινε ξαπλωμένη στο έδαφος, ακίνητη, βαριανασαίνοντας, βλεφαρίζοντας έντονα, νευρικά, σα να προσπαθούσε να διώξει κάποια μυστηριακή ομίχλη από τα μάτια της.

Ο Τάμπριελ αισθανόταν ιδρώτα να κυλά στο μέτωπό του. Τον σκούπισε με το μανίκι του. «Είσαι καλά, Χιρκόμο;» ρώτησε τη μάγισσα, πλησιάζοντάς την και κάνοντας νόημα στους άλλους Ταργκάφλι να αφήσουν τα χέρια της και να απομακρυνθούν. Εκείνοι υπάκουσαν.

Η Χιρκόμο ανασηκώθηκε. «Ναι, Καζίτο’ναρ.» Ξεροκατάπιε. «Το Μάτι της Ζούγκλας…»

Ο Αλίρκωπ πλησίασε. «Ο δαίμονας είναι σε συνεχή επαφή με το Μάτι της Ζούγκλας, Τάμπριελ. Και δεν του άρεσε που τον πλησιάσαμε.»

«Προς τα πού είναι το δέντρο; Καταλάβατε;»

Ο Αλίρκωπ ένευσε. «Προς τα εκεί.» Έδειξε δυτικά.

Ο Τάμπριελ άνοιξε τον χάρτη του Σράνκιθ. «Σύμφωνα μ’ό,τι βλέπω εδώ, έπρεπε να είναι βόρεια.»

«Θα έχει κάνει λάθος,» είπε ο Καλέφραζ.

«Ποιος; Ο Αλίρκωπ;»

«Ο πειρατής.»

Ο Τάμπριελ κατένευσε, συμφωνώντας. Και είπε στους συντρόφους του: «Ξεκινάμε για το δέντρο.»

«Δεν περιμένουμε να φέξει πρώτα, ρ’αδελφέ;» πρότεινε ο Ταρνάτλο.

«Καλύτερα τώρα που οι ανθρωποφάγοι είναι ακόμα φοβισμένοι.»

«Σ’αυτό συμφωνώ,» είπε ο Χάλρεοκ. «Ο τρομαγμένος εχθρός είναι πιο ευάλωτος. Αλλά το ιδανικό θα ήταν να μη χρειαστεί να τους αντιμετωπίσουμε καθόλου. Δεν έχουμε πολλές ακόμα σφαίρες, Τάμπριελ.»

«Το ξέρω,» αποκρίθηκε εκείνος.

Και ξεκίνησαν να πηγαίνουν προς τα εκεί όπου είχε δείξει ο Αλίρκωπ.

Πυκνό σκοτάδι τύλιξε τη ζούγκλα καθώς βάδιζαν κόβοντας και παραμερίζοντας τη βλάστηση. Είχαν ήδη ανάψει λάμπες για να μπορούν να βλέπουν. Σκιές νυκτόβιων ζώων κινούνταν παντού γύρω τους, κανένα όμως δεν ζύγωνε.

Μετά από ώρα, έφτασαν σε μέρη όπου κρανία κρέμονταν από τα δέντρα. Ανθρώπινα κρανία. Κι επάνω σε μερικούς κορμούς, ανθρώπινα σκέλεθρα ήταν καρφωμένα με μεγάλα ξύλινα καρφιά.

«Κρίνοντας από τη μόδα της περιοχής,» είπε ο Καλέφραζ με τη φωνή του να τρέμει ελαφρώς, «δεν είμαστε μακριά.»

Ο βρυχηθμός κάποιου θηρίου ήρθε από τα βάθη της ζούγκλας. Τρία νυχτοπούλια φτερούγισαν.

«Και πώς θα ξεχωρίσεις το δικό σου δέντρο, ρε μάστορα;» ρώτησε ο Ταρνάτλο τον Τάμπριελ. «Σ’όλα τούτα κρανία κρέμονται.»

«Θα το ξεχωρίσω, μη φοβάσαι.» Και προς τον Αλίρκωπ: «Είμαστε μακριά ακόμα;»

«Δεν μπορώ να είμαι σίγουρος.»

Όταν αντίκρισαν δαυλούς μέσα στη νύχτα, σταμάτησαν. Απέναντί τους στέκονταν παραπάνω από είκοσι μαυρόδερμοι ανθρωποφάγοι, οπλισμένοι, με κόκαλα και κρανία να κρέμονται επάνω τους και επάνω στις ασπίδες και στα όπλα τους.

«Υπάρχει περίπτωση να συνεννοηθούμε μαζί τους;» ρώτησε ο Τάμπριελ τον Ταρνάτλο.

«Δεν έχω ξανακούσει κανείς να συνεννοείται μ’ανθρωποφάγους… αλλά, βέβαια, εσύ κάνεις πράματα που γενικά δεν έχω ακούσει να κάνουν–»

«Μιλάνε την Οικουμενική;»

«Δε νομίζω.»

Ο Τάμπριελ δυνάμωσε τη φωνή του, μιλώντας στους ανθρωποφάγους: «Δεν ερχόμαστε εχθρικά,» είπε. «Αν δεν μας επιτεθείτε, δεν θα σας επιτεθούμε.»

Οι ανθρωποφάγοι έβγαλαν κραυγές και γρυλίσματα, δείχνοντας μυτερά δόντια. Τα μάτια τους γυάλιζαν δαιμονισμένα.

Ο Τάμπριελ ρώτησε τη Βιβεϊρλώταθ αν ο αδελφός της ήταν εδώ.

Η θεά απάντηση πως όχι· φυλούσε τη δύναμή του.

Σε περίπτωση που πλησιάσουμε το Φράγμα;

Ναι.

Το ξέρει ότι είσαι εδώ, μαζί μου;

Έτσι νόμιζε η θεά.

Δεν μπορείς να του πεις να πει στους ανθρωποφάγους του να παραμερίσουν;

Η θεά δε νόμιζε ότι θα την άκουγε.

Οι κραυγές και τα ουρλιαχτά των ανθρωποφάγων δυνάμωσαν· κι επιπλέον, τώρα χοροπηδούσαν και χτυπούσαν τα όπλα τους στο έδαφος και πάνω στις ασπίδες τους.

«Δε μοιάζουν κοινωνικοί…» ψέλλισε ο Καλέφραζ.

Ένας άντρας ξεπρόβαλε ανάμεσά τους, κρατώντας με τα δύο χέρια, πάνω απ’το κεφάλι του, ένα μακρύ ραβδί γεμάτο κρανία και κόκαλα. Ήταν ντυμένος με το τομάρι πάνθηρα· το κεφάλι του πάνθηρα σκέπαζε το δικό του κεφάλι, σαν κουκούλα.

Σαμάνος, σκέφτηκε ο Τάμπριελ. Και τι κάνει; Προσπαθεί να μας ξορκίσει; Ναι, μάλλον αυτό προσπαθούσε να κάνει. Νόμιζε ότι ήταν πνεύματα, ή ότι έφερναν εχθρικά πνεύματα μαζί τους, και προσπαθούσε να τους ξορκίσει. Και δεν έχει άδικο. Όντως φέρνουμε πνεύματα μαζί μας.

«Καζίτο’ναρ,» είπε η Χιρκόμο. «Είναι μάγος.»

Ο Τάμπριελ ρώτησε τη Βιβεϊρλώταθ αν αισθανόταν απειλημένη απ’τον σαμάνο.

Εκείνη γέλασε.

Ο Αλίρκωπ, τότε, γρύλισε θυμωμένα.

«Τι είναι;» τον ρώτησε ο Τάμπριελ.

«Έστειλα τον Φλογοφάγο να κατασπαράξει τις φωτιές των δαυλών τους, αλλά ο μάγος τους τον έδιωξε.»

Δεν είναι, λοιπόν, τόσο άχρηστος όσο φαίνεται. «Δε μας αφήνουν άλλη επιλογή,» είπε ο Τάμπριελ. Κι εξαπέλυσε τη Βιβεϊρλώταθ εναντίον των ανθρωποφάγων.

Χαλασμός αρχίνισε. Οι άγριοι χτυπιόνταν και καίγονταν και σπαρταρούσαν και αιμορραγούσαν από τα μάτια και τη μύτη και τ’αφτιά. Ο σαμάνος ούρλιαζε λέξεις σε μια γλώσσα που ο Τάμπριελ δεν αναγνώριζε, και διέγραφε τροχιές στον αέρα με το ραβδί του. Κρανία πετάχτηκαν από πάνω του, ξεκολλώντας.

Ορισμένοι ανθρωποφάγοι όρμησαν καταπάνω στην ομάδα του Τάμπριελ.

Οι Ταργκάφλι είχαν έτοιμα τα τόξα τους, και έβαλαν. Οι Ταρσάζιοι πυροβόλησαν. Οι άγριοι δεν τρόμαξαν από τους κρότους των πιστολιών· το πνεύμα του Γκαλένραμωθ τούς διακατείχε πάλι.

Ο Αλίρκωπ επιτέθηκε σ’έναν με το ραβδί του· εκείνος απέκρουσε με την ασπίδα του, αλλά ο Θυμός έπεσε στα πλευρά του και τον σώριασε, δαγκώνοντάς τον.

Ο Τάμπριελ σπάθισε έναν άλλο στο πρόσωπο, παραμέρισε ένα δόρυ, ζύγωσε τον χειριστή του και τον τρύπησε στην κοιλιά. Οι Ταργκάφλι ήρθαν αμέσως γύρω του για να τον προστατέψουν από άλλους ανθρωποφάγους, λογχίζοντας δεξιά κι αριστερά με τα δόρατά τους.

Οι πολεμιστές του Χάλρεοκ συνέχιζαν να πυροβολούν. Εξ επαφής. Αίματα και θραύσματα κοκάλων τινάζονταν.

Οι ανθρωποφάγοι που απέμειναν υποχώρησαν μες στη ζούγκλα.

Πλησιάζοντας τους σωρούς των πτωμάτων, ο Τάμπριελ είδε το ραβδί του σαμάνου, και πλάι στο ραβδί ένα αποτεφρωμένο σκέλεθρο. Η Βιβεϊρλώταθ επέστρεψε στο περιδέραιό της, αν και διστακτικά· είχε λυσσάξει από τη μάχη.

Ο αδελφός της ήταν εξοργισμένος, είπε στον Τάμπριελ. Θα τους επιτιθόταν μόλις πλησίαζαν την όψη του Φράγματος που φρουρούσε.

Θα μας προστατέψεις από την οργή του;

Οι δυνάμεις της ήταν πολύ μειωμένες, τώρα που είχε αποκολληθεί από τη θέση της στο Φράγμα, αλλά θα προσπαθούσε.

Ο Τάμπριελ στράφηκε στους συντρόφους του και τους είπε πώς είχε η κατάσταση. «Το δέντρο δεν πρέπει πλέον νάναι μακριά,» πρόσθεσε. «Και καλύτερα να μην έρθετε μαζί μου, γιατί ο κίνδυνος πιθανώς να είναι μεγάλος.»

«Καζίτο’ναρ,» είπε ένας Ταργκάφλι πολεμιστής, «δεν θα φύγουμε από το πλευρό σου!»

Ο Χάλρεοκ είπε: «Ο κίνδυνος ήταν μεγάλος και σ’όλο το ταξίδι μας ώς εδώ, Τάμπριελ.»

«Δεν καταλαβαίνετε,» είπε ο Τάμπριελ. «Θα αντιμετωπίσουμε κάτι σαν τη Βιβεϊρλώταθ. Και εκείνη ίσως να μπορεί να προστατέψει μόνο εμένα, μα δεν είναι βέβαιο ότι θα μπορεί να προστατέψει και εσάς. Βλέπετε αυτούς;» Έδειξε τα πτώματα των ανθρωποφάγων. «Ίσως να καταλήξετε έτσι. Γι’αυτό είναι συνετότερο να μείνετε πίσω.»

«Καζίτο’ναρ–» άρχισε η Χιρκόμο.

«Αρκετά,» είπε ήρεμα ο Τάμπριελ. «Θα πάω μόνος. Να περιμένετε εδώ, και να είστε προσεχτικοί.»

«Εντάξει,» αποκρίθηκε ο Χάλρεοκ. «Καλή τύχη, φίλε μου· κι η δύναμη του Μαράνχαλωμ μαζί σου.» Του έδωσε το χέρι του κι αντάλλαξαν μια δυνατή χειραψία.

Οι Ταργκάφλι τον χαιρέτησαν όπως θα χαιρετούσαν έναν Ο’Μάλζεκ Χάλρικ, με το αριστερό γόνατο λυγισμένο και τη δεξιά γροθιά ν’ακουμπά στο χώμα.

Ο Καλέφραζ αντάλλαξε μια χειραψία μαζί του, όπως είχε κάνει ο Χάλρεοκ. Το ίδιο κι ο Αλίρκωπ. Ο Ταρνάτλο τού ευχήθηκε καλή τύχη.

*

Με τη Βιβεϊρλώταθ να στροβιλίζεται γύρω του, ο Τάμπριελ διέσχισε τη βλάστηση της ζούγκλας, περνώντας ανάμεσα από δέντρα όπου κρέμονταν κρανία και σκέλεθρα, και έφτασε σ’ένα χωριό. Καλύβες χτισμένες από λάσπη, πέτρα, και ξύλο. Ο τόπος των ανθρωποφάγων. Κανένας, όμως, δεν τον πλησίασε, αν και τον ατένιζαν εχθρικά. Τον φοβόνταν περισσότερο απ’ό,τι τον μισούσαν, ή ίσως να φοβόνταν τη θεά που τον προστάτευε, ίσως να ένιωθαν την παρουσία της.

Ο Τάμπριελ πέρασε δίπλα απ’το χωριό και ζύγωσε ένα ψηλό, χοντρόκορμο δέντρο στην άκρη του. Ένα δέντρο απ’όπου κρέμονταν δεκάδες κρανία από σχοινιά και αλυσίδες, και σκέλεθρα ήταν μπλεγμένα στις ρίζες του. Μπροστά του ένας κομματιασμένος άνθρωπος βρισκόταν, αδύνατο να ξεχωρίσει κανείς αν επρόκειτο για άντρα ή για γυναίκα. Το αίμα του είχε ποτίσει τη γη. Δεν πρέπει να ήταν και πολλές ώρες νεκρός. Έντομα και πουλιά της νύχτας είχαν συγκεντρωθεί επάνω του, για να τραφούν.

Ένας αποπνιχτικός άνεμος σηκώθηκε από το πουθενά, και τα εφιαλτικά κλωνάρια του δέντρου σείστηκαν. Οι ρίζες του φάνηκαν να ανασαλεύουν σαν ερπετά. Οι αυλακώσεις επάνω στον κορμό του φάνηκαν να κινούνται όπως θα κινιόταν το δέρμα ενός γέρου. Ουρλιαχτά αντήχησαν, βγαίνοντας μέσα από τη γη και το σκοτάδι. Μέσα από τις φυλλωσιές του δέντρου.

…Βιβεϊρλώταθ… νόμιζε πως άκουσε ο Τάμπριελ στο σφύριγμα του ανέμου… Μας πρόδωσες…

Πες του ότι δεν είμαι εχθρός του! ζήτησε ο Τάμπριελ από τη θεά, και η θεά το έκανε.

Ο Τάμπριελ, τότε, αισθάνθηκε μια πανίσχυρη δύναμη να βάλλει το κέλυφος που η Βιβεϊρλώταθ είχε δημιουργήσει γύρω του, και νόμιζε πως ολάκερη η ζούγκλα είχε ζωντανέψει. Η βλάστηση είχε μετατραπεί σε δαιμονικά πρόσωπα που τον ατένιζαν με στενεμένα μάτια και χαιρέκακα στόματα. Το σκοτάδι παλλόταν σαν παχύρρευστο, μολυσμένο υγρό. Ο άνεμος ούρλιαζε κατάρες.

Και μια φωνή αμφισβητούσε τον Τάμπριελ: Είσαι εχθρός μου! νόμιζε πως την άκουγε να λέει.

«Δεν είμαι εχθρός σου! Ήρθα να μάθω για το Φράγμα!»

Δεν είσαι από εδώ! Είσαι από αλλού! Και ο Γκαλένραμωθ επιτέθηκε άγρια, χτυπώντας τη Βιβεϊρλώταθ για να φτάσει στον Τάμπριελ, να διαλύσει το σώμα του, να κάψει την ψυχή του. Και η θεά, παρότι ισχυρή, έμοιαζε να δυσκολεύεται να αμυνθεί. Πράγματι, δεν ήταν τόσο δυνατή όσο όταν φρουρούσε το Φράγμα. Τότε, το ίδιο το Φράγμα τής έδινε μέρος της δύναμής του: και ο Γκαλένραμωθ είχε τώρα αυτή τη δύναμη που της έλειπε.

Καθώς ο οργισμένος θεός πάλευε με τη Βιβεϊρλώταθ, ο Τάμπριελ αισθανόταν τις επιθέσεις του σαν χτυπήματα επάνω στο σώμα του. Τα γόνατά του λύγισαν κι αναγκάστηκε να γονατίσει στο νυχτερινό, υγρό χώμα της ζούγκλας.

Τα ουρλιαχτά του Γκαλένραμωθ αντηχούσαν παντού, δαιμονισμένα. Οι ανθρωποφάγοι, αναμφίβολα, θα είχαν τρομοκρατηθεί από την οργή του θεού τους· θα είχαν λουφάξει στις καλύβες τους.

Ο Τάμπριελ αισθάνθηκε κάτι να τραβά τα μαλλιά του, σαν τα δάχτυλα σκελετών, και κάτι να τρίβεται πάνω στα ρούχα του, προσπαθώντας να ξεσκίσει τη σάρκα του από κάτω.

Υψώνοντας τα χέρια του, άρθρωσε ένα Ξόρκι Πνευματικής Εκδιώξεως για να πολεμήσει τον Γκαλένραμωθ και να βοηθήσει τη Βιβεϊρλώταθ. Η δύναμη του θεού, όμως, τον τίναξε πίσω ρίχνοντάς τον ανάσκελα στο έδαφος.

Κάτι άρχισε να συνθλίβει τον λαιμό του–

Η Βιβεϊρλώταθ το έδιωξε.

Η πάλη της με τον Γκαλένραμωθ θέριεψε. Κλωνάρια έσπαγαν από το πελώριο δέντρο. Κομμάτια από τον κορμό του τινάζονταν – φλοίδες επικίνδυνες σαν μαχαίρια. Φύλλα πετάγονταν σαν βροχή. Κρανία έπεφταν. Η γη τρανταζόταν και έφτυνε σκέλεθρα και κόκαλα.

Η Βιβεϊρλώταθ έχανε τη δύναμή της· ο Τάμπριελ το καταλάβαινε. Ο Γκαλένραμωθ νικούσε, αν και ο αγώνας του τον εξουθένωνε.

Ακόμα ένα Ξόρκι Πνευματικής Εκδιώξεως; Όχι, δε θα είχε νόημα. Την προηγούμενη φορά ήταν σαν ο Τάμπριελ να είχε κουτουλήσει σε τοίχο. Δεν μπορείς να εκδιώξεις κάτι από τον ίδιο του τον χώρο.

Ένα Ξόρκι Πνευματικής Καταπαύσεως, τότε. Αυτό σίγουρα θα βοηθήσουμε τη Βιβεϊρλώταθ.

Ο Τάμπριελ σηκώθηκε στα γόνατα και, μέσα στον θηριώδη άνεμο, φώναξε τα λόγια για το ξόρκι. Η βούλησή του συγκρούστηκε με τη βούληση του Γκαλένραμωθ. Συγκρούστηκε με τον προγραμματισμό του κατασκευάσματος των Αρχαίων. Και συνάντησε μεγάλη αντίσταση. Το Ξόρκι Πνευματικής Καταπαύσεως ήταν έτσι φτιαγμένο ώστε να μπορείς να κοιμίσεις μια πνευματική οντότητα για λίγο· ο Γκαλένραμωθ, όμως, ήταν πολύ άγριος για να κοιμηθεί, και πολύ ισχυρός για να υπερνικήσεις την άμυνά του. Ακόμα και τώρα που μαχόταν με την αδελφή του.

Ο Τάμπριελ ήλπιζε, τουλάχιστον, το ξόρκι του να τον αποσπούσε κάπως από τη μάχη, ώστε να δώσει στη Βιβεϊρλώταθ κάποιο πλεονέκτημα.

Ο αγώνας έμοιαζε, όμως, μάταιος. Η θεά έχανε. Ο Τάμπριελ την αισθανόταν να ζαρώνει· αισθανόταν το προστατευτικό της κέλυφος να αδυνατίζει, να γίνεται λεπτό σαν χαρτί.

ΒΙΒΕΪΡΛΩΤΑΘ!

Η θεά βρισκόταν στα πρόθυρα του θανάτου.

Ο Γκαλένραμωθ είχε μανιάσει. Το μοναδικό πράγμα που γέμιζε τη συνείδησή του ήταν να τη σκοτώσει. Κι εκείνη πέθαινε, κομμάτι-κομμάτι… κομμάτι-κομμάτι…

Το τελευταίο της κομμάτι, όμως, βρισκόταν μέσα στον πολυεδρικό λίθο στο περιδέραιο του Τάμπριελ, γιατί εκεί ήταν φυλακισμένη, εκεί ήταν δεμένη. Κι ο Γκαλένραμωθ έπρεπε ακριβώς σ’αυτό το μέρος να εισβάλει για να την καταστρέψει τελείως.

Ο Τάμπριελ αντιλήφτηκε τι μπορεί να σήμαινε τούτο, και προετοίμασε τον εαυτό του. Το Ξόρκι Πνευματικής Καταπαύσεως δεν είχε κανένα νόημα πλέον· το άφησε να διαλυθεί. Κι έφερε το μυαλό του στη νοητική κατάσταση των Δεσμοφυλάκων, ενώ είχε την αίσθηση ότι ολόκληρο το σύμπαν διαλυόταν γύρω του.

Θα αφανιστείς, Βιβεϊρλώταθ! Θα αφανιστείς! Θα αφανιστείς! έμοιαζε να ουρλιάζει ο άνεμος.

Το προστατευτικό κέλυφος γύρω από τον Τάμπριελ θρυμματίστηκε. Ο Γκαλένραμωθ βούτηξε ξοπίσω της θεάς–

–και μέσα στο περιδέραιο.

Αδυνατισμένος από την πάλη του.

Και εκεί θα μείνεις! Ο Τάμπριελ προσπάθησε να τον φυλακίσει.

ΟΧΙ!

Καθώς το τελευταίο κομμάτι της Βιβεϊρλώταθ διαλυόταν, ο Γκαλένραμωθ πάλεψε για να φύγει. Ο Τάμπριελ έστρεψε όλη του τη θέληση ενάντια στον θεό, για να τον υποτάξει, αν και η μάχη δε θα ήταν δύσκολη τώρα· το ήξερε, επειδή ο Γκαλένραμωθ βρισκόταν μέσα στο ειδικά προετοιμασμένο περιδέραιο. Κι εκεί ήταν σαν λαβύρινθος για μια οντότητα του είδους του. Ένας ατελείωτος λαβύρινθος. Έξοδος δεν υπήρχε.

Τα ουρλιαχτά του θεού αντηχούσαν στο νου του Τάμπριελ.

ΤΙ ΕΚΑΝΕΣ; ΠΟΥ ΕΙΜΑΙ; ακουγόταν τώρα να φωνάζει ο άνεμος.

Δεν μπορείς να φύγεις από εδώ, του είπε ο Τάμπριελ όταν ήταν βέβαιος πως ο θεός είχε αγκιστρωθεί καλά στο περιδέραιό του. Είσαι δικός μου τώρα. Θα γνωρίσεις κι άλλα πράγματα πέρα από το Φράγμα των Δημιουργών σου.

Και, κραδαίνοντας το ξίφος της θέλησής του, έκοψε το νήμα που έδενε τον Γκαλένραμωθ με τούτη την όψη του Φράγματος.

Τα ουρλιαχτά του κατασκευάσματος των Αρχαίων βυθίστηκαν μέσα στο περιδέραιο.

Ο άνεμος έπαψε. Μια σχεδόν αφύσικη γαλήνη απλώθηκε στη ζούγκλα. Τίποτα δεν ακουγόταν. Ακόμα και τα έντομα έμοιαζαν να κρατούν την ανάσα τους.

Ο Τάμπριελ σηκώθηκε όρθιος, αργά, με κάποια δυσκολία.

Είχε την αίσθηση ότι η συμβίωση με τον Γκαλένραμωθ δεν θα ήταν τόσο ευχάριστη όσο με τη Βιβεϊρλώταθ.

Κεφάλαιο Τριακοστό-Ένατο
Αιχμάλωτη των Ιεραρχών

Όταν η Συνοδός του Μεγάλου Προφήτη εξαφανίστηκε από τη Φέντινκεχ, η Βασίλισσά μας σάστισε. Δεν ήξερε αν την είχαν απαγάγει ή αν την είχαν σκοτώσει, και ούτε το Αριστερό Χέρι μπορούσε να της πει. Τελευταίος την είχε δει ο Δεύτερος Υπασπιστής Ερβάδαζ, προτού χωρίσουν, εκείνος πηγαίνοντας προς το παλάτι κι εκείνη προς τη Μικρή Αγορά. Η Συνοδός τού είχε πει ότι θα ερευνούσε το μέρος όπου είχε γίνει η ληστεία· αλλά ποτέ δεν επέστρεψε…

*
* * *
*

Δε θυμόταν και πολλά πράγματα αφότου τη νάρκωσαν με την οσμή κάποιου φυτού που δεν αναγνώριζε. Έχασε την αίσθηση του χρόνου, και την αίσθηση της συνέχειας.

Όταν ξύπνησε είδε γύρω της σκοτάδι, και φως να μπαίνει μονάχα από χαραμάδες. Φως λάμπας, της είπε αμέσως η εμπειρία της. Ένιωθε το σώμα της μουδιασμένο αλλά προσπάθησε να κινηθεί, και διαπίστωσε δύο πράγματα: οι καρποί της και οι αστράγαλοί της ήταν δεμένοι με αλυσίδες· και βρισκόταν σ’έναν στενό χώρο όπου ήταν αδύνατον να σηκωθεί όρθια: αδύνατον έστω και να πάρει καθιστή θέση. Μονάχα να ανασηκωθεί, στηριζόμενη στον αγκώνα της, μπορούσε.

Δεν την είχαν φιμώσει, συνειδητοποίησε. Η Ιεράρχης δεν το είχε κρίνει απαραίτητο. Κι αυτό σήμαινε πως, μάλλον, ακόμα κι αν φώναζε, εδώ δεν υπήρχε κανένας να την ακούσει και να τη βοηθήσει.

Η Ανταρλίδα έγλειψε τα ξεραμένα χείλη της. Ήταν αφυδατωμένη. Πρέπει να βρισκόταν αρκετές ώρες ναρκωμένη.

Ο χώρος γύρω της ταλαντευόταν. Πέρα-δώθε, πέρα-δώθε, πέρα-δώθε. Και δεν έφταιγε το γεγονός ότι εκείνη ζαλιζόταν· ήταν σίγουρη. Το ναρκωτικό που της είχαν ρίξει μούδιαζε τις αισθήσεις, τις νέκρωνε, προκαλούσε ύπνο, αλλά η Ανταρλίδα δε νόμιζε ότι έφερνε και ζαλάδα αφότου κάποιος ξυπνούσε. Επομένως, μονάχα μία εξήγηση υπήρχε: Βρίσκομαι σε πλοίο. Στο αμπάρι, μάλλον. Σε κάποιον κρυφό χώρο μέσα στο αμπάρι. Εκεί όπου βάζουν τα λαθραία.

Και το ότι έβλεπε φως λάμπας από τις χαραμάδες των ξύλων πρέπει να σήμαινε πως υπήρχαν φρουροί από πάνω της, αλλιώς το αμπάρι θα ήταν, κανονικά, σκοτεινό. Με φοβούνται πολύ για να μ’αφήσουν αφρούρητη, ακόμα κι έτσι αλυσοδεμένη όπως είμαι. Δε νόμιζε, όμως, ότι υπήρχε κανένας τρόπος αυτή τη στιγμή για να χρησιμοποιήσει τον φόβο τους υπέρ της.

Να τους ανακοίνωνε ότι είχε συνέλθει από την επήρεια του ναρκωτικού; Δεν είχε και τίποτα να χάσει· κατά πάσα πιθανότητα θα ήξεραν πότε περίπου θα ξυπνούσε: δεν πρόκειται να τους έπιανε απροετοίμαστους.

Κλότσησε τα ξύλα από πάνω της. Μία, δύο, τρεις φορές. Τα δάχτυλά της πόνεσαν· ήταν ξυπόλυτη, κάποιος είχε πάρει τις μπότες της προτού περάσουν αλυσίδες στους αστραγάλους της.

Κανένας δεν ανταποκρίθηκε στα χτυπήματά της. Η Ανταρλίδα, όμως, άκουσε βήματα από πάνω της και ψιθυριστές φωνές. Μετά από λίγο, ένας άντρας άνοιξε την καταπακτή, κι άλλοι δύο στέκονταν από κοντά, σημαδεύοντάς την με οπλισμένες βαλλίστρες.

«Υπάρχει τίποτα για φαγητό;» ρώτησε η Ανταρλίδα, κάνοντάς τους να την κοιτάξουν ξαφνιασμένοι. Και η αλήθεια ήταν ότι – τώρα το συνειδητοποίησε – όντως πεινούσε· πρέπει, πράγματι, να είχαν περάσει πολλές ώρες που ήταν ναρκωμένη.

«Εεεμμ…» έκανε αμήχανα ο άντρας που της είχε ανοίξει – μισθοφόρος, από την εμφάνισή του. «Θα σου φέρουμε κάτι να φας και να πιεις. Αλλά όχι ‘εξυπνάδες’, συνεννοηθήκαμε;»

Η Ανταρλίδα ύψωσε τα αλυσοδεμένα χέρια της, σα να ήθελε να του αποκριθεί Δε βλέπεις ότι είμαι δεμένη;

Ο άντρας απομακρύνθηκε βαδίζοντας μες στο αμπάρι. Οι άλλοι δύο συνέχισαν να τη σημαδεύουν με τις βαλλίστρες τους.

Αν ήμουν λυτή, θα τους είχα σαπίσει και τους τρεις, σκέφτηκε η Ανταρλίδα ενώ ανασηκωνόταν μέσα στην κρυψώνα όπου την είχαν κλειδώσει, παίρνοντας καθιστή θέση.

Ο άντρας που είχε απομακρυνθεί πλησίασε μια σκάλα και φώναξε προς τα πάνω: «Ξύπνησε! Μ’ακούς, ρε; Η Άσπρη Γυναίκα ξύπνησε. Φέρτε φαγητό και νερό. Είναι μια μέρα νηστική.»

Μια μέρα; Τόση πολλή ώρα ήταν ναρκωμένη;

Ο άντρας επέστρεψε κοντά της. «Εντάξει,» είπε, «θα σου φέρουν τώρα.»

«Μελωδός είσαι;» τον ρώτησε η Ανταρλίδα.

Ο άντρας μειδίασε. «Σου μοιάζω για τραγουδιστής;»

«Μελωδός των Όπλων, εννοώ. Είσαι από τους Μελωδούς των Όπλων;»

«Τους μισθοφόρους λες, ε; Όχι, δεν είμαι απ’αυτούς. Είσαι μέσα σ’ένα εμπορικό πλοίο, σε περίπτωση που αναρωτιέσαι. Πηγαίνουμε στην Ηνωμένη Γη της Κοινωνίας. Τ’όνομά μου είναι Κασμίλλο.»

«Δουλεύεις για τους Ιεράρχες;» Αισθανόταν το στόμα της ξερό σαν περγαμηνή.

«Ο άρχοντάς μου δουλεύει γι’αυτούς, άρα καταλαβαίνεις…»

Κάποιος ακούστηκε να κατεβαίνει. Η Ανταρλίδα γύρισε και είδε μια μισθοφόρο να έρχεται, κρατώντας ένα βαθύ πιάτο και μια ξύλινη κούπα, τα οποία άφησε στο πάτωμα πλάι στη Μαύρη Δράκαινα. Μέσα στο πιάτο ήταν ένας χυλός· μέσα στην κούπα, νερό.

Η Ανταρλίδα έφαγε και ήπιε χωρίς να μιλά. Οι μισθοφόροι την παρατηρούσαν· είχαν τώρα τις βαλλίστρες τους κατεβασμένες. Η γυναίκα που είχε φέρει το φαγητό δεν είχε φύγει· παρατηρούσε κι εκείνη. Αναμφίβολα, η «Άσπρη Γυναίκα» θα τους φαινόταν παράξενη, και θα είχαν ακούσει διάφορα γι’αυτήν και για τον… Κόκκινο Άντρα.

«Είσαι ’ντάξει;» τη ρώτησε ο Κασμίλλο όταν τελείωσε το φαγητό της.

«Υπάρχει περίπτωση να βγάλουμε αυτές τις αλυσίδες;» Αν της έβγαζαν τις αλυσίδες, θα έφευγε από εδώ· τίποτα δεν θα μπορούσε να τη σταματήσει.

Ο Κασμίλλο κούνησε το κεφάλι. «Σε καμία περίπτωση· έτσι λένε οι διαταγές μας.»

Το περίμενα. Οι Ιεράρχες με ξέρουν καλά πλέον. «Επιτρέπεται να κατουρήσω, τουλάχιστον;»

Δε μπορούσαν να την αφήσουν να κατουρηθεί επάνω της. Της έδωσαν έναν ξύλινο κουβά και απομακρύνθηκαν, γυρίζοντάς της την πλάτη. Η Ανταρλίδα, όμως, μπορούσε να τους δει όλους τσιτωμένους· σίγουρα άκουγαν και την παραμικρή της κίνηση. Δεν ήταν δυνατόν να τους αιφνιδιάσει.

Η μισθοφόρος πήρε τον κουβά επάνω, στο κατάστρωμα, για να τον αδειάσει. Οι άλλοι τρεις έμειναν μαζί με την Ανταρλίδα και την πρόσταξαν να μπει πάλι στον στενό χώρο για τα λαθραία.

«Θα πρέπει να σε ξανακλειδώσουμε,» της είπε ο Κασμίλλο, «για λόγους ασφαλείας.»

«Δεμένη είμαι…»

Ο Κασμίλλο κούνησε το κεφάλι. «Δεν είν’αυτό. Ο Καπετάνιος φοβάται ότι ίσως να μας κάνουν κάναν έλεγχο.»

Η Ανταρλίδα αναστέναξε. «Εντάξει. Αλλά πες μου, πρώτα, πού με πηγαίνετε.»

«Σου είπα: στην Ηνωμένη Γη της–»

«Εννοώ, πού συγκεκριμένα με πηγαίνετε.»

«Στη Σάρανματ.»

Σάρανματ. Ο Καλέφραζ είχε δείξει σ’εκείνη και στον Τάμπριελ ότι βρισκόταν στη βορειοανατολική άκρη της Κοινωνίας. «Και δουλεύεις για τον άρχοντα αυτής της περιοχής;»

«Ναι, για τον Έπαρχο,» ένευσε ο Κασμίλλο. «Πρέπει να σε κλειδώσουμε τώρα.»

Έβγαλε απ’την τσέπη του ένα φιαλίδιο, πότισε ένα κομμάτι ύφασμα με το περιεχόμενό του, και το έβαλε μπροστά στο στόμα και στη μύτη της Ανταρλίδας.

Η ίδια οσμή, πάλι. Από εκείνο το φυτό που δεν ήξερε.

Οι αισθήσεις της θόλωσαν, και λιποθύμησε.

*

Ξύπνησε άλλες δύο φορές προτού το ταξίδι της τελειώσει. Την πρώτη φορά, κοπάνησε πάλι την καταπακτή από πάνω της μέχρι που της άνοιξαν και την άφησαν να σηκωθεί και να φάει. Ο Κασμίλλο, όταν τον ρώτησε, της είπε ότι είχαν περάσει λιγότερες ώρες από την προηγούμενή της αφύπνιση. Η Ανταρλίδα αναρωτήθηκε γιατί. Είχε αρχίσει ο οργανισμός της να συνηθίζει το ναρκωτικό;

«Στον ποταμό Νούροκ είμαστε, έτσι;» έκανε μουδιασμένα. Η επιρροή του ναρκωτικού είχε περάσει αλλά δεν αισθανόταν τελείως καλά. Ήταν πιασμένη παντού, και δεν μπορούσε να σκεφτεί τόσο καθαρά όσο θα ήθελε. Επίσης, μπέρδευε τη γλώσσα της καθώς μιλούσε.

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Κασμίλλο. «Δεν έχουμε πολύ δρόμο ακόμα.»

Τη δεύτερη φορά που ξύπνησε, τα ίδια περίπου επαναλήφτηκαν· και τώρα είχε περάσει μια ολόκληρη ημέρα. Μέσα σε μία ημέρα, επομένως, είχε ξυπνήσει δύο φορές ενώ πριν είχε ξυπνήσει μία. Σωστά; Οι σκέψεις της έμοιαζαν να σέρνονται μέσα στο παχύρρευστο νερό κάποιου έλους.

Όταν ξανασυνήλθε (για τρίτη φορά, τώρα) συνειδητοποίησε ότι ήταν έξω, στο κατάστρωμα του πλοίου, και δύο άντρες την κρατούσαν όρθια. Ο Κασμίλλο είχε μόλις πιτσιλήσει το πρόσωπό της με νερό.

«Μ’ακούς;» της είπε, και τη χαστούκισε, όχι πολύ δυνατά. «Με βλέπεις;»

Η Ανταρλίδα βλεφάρισε. «…Ναι,» μουρμούρισε. «Βλέπω…»

«Ναρκωμένη είναι ακόμα,» άκουσε μια γυναίκα να λέει.

Κι άλλο νερό πιτσίλησε το πρόσωπό της. «Μπορείς να βαδίσεις;»

«…Ναι.»

Οι άντρες που την κρατούσαν όρθια έκαναν να προχωρήσουν, ωθώντας την μαζί τους. Η Ανταρλίδα προσπάθησε να κινήσει τα πόδια της· τα κίνησε για λίγο – έτσι νόμιζε, τουλάχιστον – αλλά μετά τα γόνατά της λύγισαν, ή ίσως το πάτωμα να γλίστρησε από κάτω της (ή εκείνη γλίστρησε πάνω στο πάτωμα), και τα πέλματά της βρέθηκαν στον αέρα.

«Σου λέω,» ακούστηκε πάλι η γυναικεία φωνή, «είναι ναρκωμένη ακόμα. Δε μπορείς να τη συνεφέρεις έτσι.»

«Τέλος πάντω, τραβάτε την.» Η φωνή του Κασμίλλο. «Προχωράτε. Άντε.»

Η Ανταρλίδα είδε, μέσα από μισόκλειστα βλέφαρα, μια αποβάθρα να έρχεται κοντά. Σήκωσε λίγο το βλέμμα της. Κόσμος πήγαινε πέρα-δώθε. Σπίτια από πίσω τους. Ένας σκύλος χοροπηδούσε και γάβγιζε· ο αφέντης του τον τράβηξε απ’το λουρί του. Τα νύχια των ποδιών της τρίβονταν πάνω σε ξύλο· η αίσθηση την ενοχλούσε.

«Μπορώ να περπατήσω,» τους είπε, αλλά αυτοί που την τραβούσαν την αγνόησαν.

Την κατέβασαν από το πλοίο ενώ εκείνη νόμιζε ότι ζούσε μέσα σε όνειρο.

Μετά: δρόμοι, κόσμος, βαβούρα, έντονες μυρωδιές, ο ήλιος γυάλιζε πάνω σε μέταλλα, πανοπλίες, όπλα. Δύο φρουροί. Ομιλίες. Ο Κασμίλλο: «Φέραμε την Άσπρη Γυναίκα. Ειδοποίησε τον Έπαρχο.» Ο ένας φρουρός: «Έχει πει να σας περιμένουμε. Περάστε, και θα σας οδηγήσουν.»

Σκιά. Είχαν μπει σε κάποιο οικοδόμημα.

«Πού είμαστε;» μουρμούρισε η Ανταρλίδα. Κανένας δεν της απάντησε.

Ομιλίες, πάλι.

«Φέραμε την Άσπρη Γυναίκα.»

«Ακολουθήστε με. Ελάτε.» Μιλούσε από το πλάι· η Ανταρλίδα δεν τον έβλεπε καλά.

Διάδρομοι. Φως από ανοίγματα – παράθυρα. Σκάλες· τα πόδια της δεν ήξερε πού να τα βάλει, τα νύχια της τρίβονταν πάνω στις τραχιές πέτρες. «Μπορώ να περπατήσω μόνη μου, να κατεβώ…» Φως από δαυλούς. Συγκεντρωμένοι φρουροί. Ομιλίες. Ένας διάδρομος – υπόγειος, σίγουρα· πού είμαι; Σε μπουντρούμια; Μια σιδερένια πόρτα ξεκλειδώνεται, ανοίγει. Τη σπρώχνουν μέσα σ’ένα κελί, πάνω σ’ένα αχυρόστρωμα. Η Ανταρλίδα προσπαθεί να σταθεί, αλλά πέφτει.

Η μύτη μου!…

Μετά από λίγο, κοιμάται.

Ονειρεύεται μια παράξενη πόλη, και βλέπει να τη χαιρετά ένας Ταργκάφλι καβάλα σ’ένα ό’τρατ ζιν. Το μεγάλο έντομο ανοιγοκλείνει τις δαγκάνες του σαν να προσπαθεί να της μιλήσει, αλλά εκείνη δεν καταλαβαίνει τι θέλει να της πει.

Κι ύστερα συναντά τον Τάμπριελ μέσα σ’ένα σαλόνι. Ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος είναι μαζί του, καθώς και δύο άλλες Μαύρες Δράκαινες, η Ιωάννα και η Νίκη. Τι θέλετε εσείς εδώ; Ήρθαμε για να σου φέρουμε τις μπότες σου, Ανταρλίδα. Η Ανταρλίδα γελά.

Ένας επικοινωνιακός δίαυλος κουδουνίζει διαπεραστικά. Ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος τον ανοίγει και μιλά με την Παντοκράτειρα. Ο Τάμπριελ τραβά ένα πιστόλι και πυροβολεί τον δίαυλο.

Η Ανταρλίδα παραμερίζει μια πορφυρή κουρτίνα.

Σκοτάδι.

Περιμένει να πάρει ένα τρένο, μέσα σ’έναν υπόγειο σταθμό. Ομίχλη τυλίγει τα πάντα.

Χτυπήματα πάνω σε μέταλλο. Κάποιοι αλήτες πρέπει να κοπανάνε άδειες κονσέρβες κάτω από το σπίτι της. Η μαμά της θα κατεβεί και θα τους κυνηγήσει με το ραβδί της.

«Ανταρλίδα!»

Ποιος τη φωνάζει;

«Ανταρλίδα!»

Δεν είναι σπίτι της.

Πού είμαι;

Η Ανταρλίδα βλεφάρισε, και είδε το σκοτεινό κελί γύρω της.

Οι Ιεράρχες. Μ’έχουν αιχμαλωτίσει οι Ιεράρχες.

Ανασηκώθηκε πάνω στο αχυρόστρωμα. Δεν ήταν όνειρο, λοιπόν, ότι την είχαν βγάλει από το πλοίο και την είχαν φέρει εδώ. Γαμώ τα κέρατα του Κάρτωλακ, ένιωθε το μυαλό της τόσο μουδιασμένο! Και το σώμα της επίσης. Το κωλοναρκωτικό τους, γαμώ!…

«Ανταρλίδα…»

Ύψωσε το βλέμμα της και είδε κάποιον να την κοιτάζει από το παραθυράκι της σιδερένιας πόρτας του κελιού της.

«Σήκω πάνω,» της είπε. «Μπορείς να σηκωθείς;»

Η Ανταρλίδα σηκώθηκε. Μετά δυσκολίας. Οι αλυσίδες στους καρπούς και στους αστραγάλους της κροτάλιζαν καθώς κινιόταν. «Ποιος είσαι πάλι εσύ;» ρώτησε, νιώθοντας το στόμα της ξερό.

«Αρκαλόν είναι το όνομά μου. Αλλά έχουμε ξανασυναντηθεί…»

Η Ανταρλίδα κοίταξε τα μάτια του. «Είσαι ένας απ’αυτούς… τους Ιεράρχες.»

«Ναι. Είμαι Οδηγητής του Έπαρχου Νολμάκνο. Σε περίπτωση που δεν το ξέρεις, βρίσκεσαι στη Σάρανματ, στην Ηνωμένη Γη της Κοινωνίας.»

«Γιατί δε με σκοτώνετε;» ρώτησε ξερά η Ανταρλίδα, τρίβοντας τους αγκώνες της, προσπαθώντας να κάνει τα χέρια της να ξεμουδιάζουν.

«Γιατί να σε σκοτώσουμε; Είσαι, αναμφίβολα, κάτι το… αξιοπερίεργο για ετούτο τον κόσμο. Και ξέρεις πράγματα που ίσως να μας βοηθήσουν. Στους Ταρσάζιους έμαθες, για παράδειγμα, πώς να φτιάχνουν πυροβόλα όπλα.»

«Δεν πρόκειται να φτιάξω πυροβόλα όπλα για σένα.»

«Δε χρειάζεται. Έχουμε ήδη καταλάβει πώς φτιάχνονται, και σύντομα ο στρατός μας θα είναι οπλισμένος μ’αυτά.» Ο Ιεράρχης κοίταξε κάποιον πλάι του – κάποιον που εκείνη δεν μπορούσε να δει. «Φέρτα, φέρτα.»

Η πόρτα άνοιξε και ένας φρουρός μπήκε, κρατώντας ένα πιάτο και μια κούπα, τα οποία άφησε στο πάτωμα και έφυγε. Ο Ιεράρχης τού έκανε νόημα να μην κλείσει, και πέρασε το κατώφλι του κελιού. Ήταν ένας ψηλός, ευρύστερνος άντρας, με λευκό δέρμα, ξανθά μαλλιά, και ξανθά μούσια. «Φάε,» της είπε.

Η Ανταρλίδα πήρε το πιάτο και την κούπα και κάθισε στο αχυρόστρωμα.

«Δε θα σε κρατήσουμε για πάντα εδώ,» την πληροφόρησε ο Ιεράρχης. «Ένας ομοούσιός μου έρχεται να σε πάρει, και δεν βρίσκεται μακριά.»

«Ομοούσιος;» είπε η Ανταρλίδα τρώγοντας. «Ιεράρχης;»

«Ναι.»

«Πού θα με πάει;»

«Στη Βέλρικ.»

«Την πρωτεύουσα της Κοινωνίας. Τη Μεγάλη Πόλη.»

Ένα μειδίαμα παρουσιάστηκε στο πρόσωπο του Ιεράρχη, το οποίο της θύμιζε, για κάποιο λόγο, μειδίαμα ηθοποιού. «Γνωρίζεις αρκετά για την Κοινωνία, έτσι; Ο Καλέφραζ σε έχει διδάξει καλά.»

«Έχεις κατασκόπους μέσα στο παλάτι της Φέντινκεχ…»

Ο Ιεράρχης κούνησε το κεφάλι. «Όχι ακριβώς. Η ομοούσιά μου ακούει πολλά, όμως. Δεν έχεις ιδέα τι φήμες κυκλοφορούν ανάμεσα στους κύκλους των ευγενών του Τάρσαζ. Καλύτερο κατασκοπευτικό δίκτυο δεν υπάρχει, σε διαβεβαιώνω.»

«Πώς είναι δυνατόν η Ελμίνεχ να είναι σαν εσένα;» είπε η Ανταρλίδα. «Σκοτώσατε την πραγματική Ελμίνεχ;»

Ο Ιεράρχης που ονομαζόταν Αρκαλόν γέλασε. «Φυσικά και όχι! Ας πούμε ότι… ταιριάζαμε. Διανοητικά.»

Η Ανταρλίδα συνοφρυώθηκε. Κάτι έκαναν στο μυαλό της;

«Ορισμένοι άνθρωποι, Ανταρλίδα, είναι ομοούσιοί μας χωρίς καν να το γνωρίζουν. Χρειάζεται, λοιπόν, μόνο να το μάθουν.»

Η Ανταρλίδα συνέχισε να τρώει, σιωπηλά. Ήταν δυνατόν να ίσχυε αυτό που υποστήριζε ο Ιεράρχης; αναρωτήθηκε. Τι είδους οντότητα είναι; Ο Τάμπριελ έχει δίκιο: πρέπει να είναι από τον Ενιαίο Κόσμο.

«Από πότε είσαι εδώ;» τον ρώτησε.

«Τι εννοείς;»

«Πότε ήρθες σ’αυτό τον κόσμο;»

«Δεν ήρθα σ’αυτό τον κόσμο,» εξήγησε ο Αρκαλόν. «Ανέκαθεν εδώ ήμουν.»

«Παλιότερα η Κοινωνία δεν υπήρχε. Η εμφάνισή σου ήταν που τη δημιούργησε. Ο Καλέφραζ μού έχει μάθει και κάμποση Ιστορία.»

«Σου ξαναλέω: δεν ήρθα· ανέκαθεν εδώ ήμουν. Απλώς κοιμόμουν.»

Ο Τάμπριελ ίσως να μπορούσε να βγάλει νόημα απ’αυτές τις ασυναρτησίες· εγώ δεν μπορώ. Η Ανταρλίδα τελείωσε το φαγητό της χωρίς να μιλά.

Ο Αρκαλόν πήρε το πιάτο και την κούπα της και βγήκε απ’το κελί. Ένας φρουρός έκλεισε την πόρτα και την κλείδωσε.

«Θα ξανασυζητήσουμε όταν έχεις φύγει από εδώ, Ανταρλίδα,» της είπε ο Ιεράρχης.

*

Έμεινε σ’εκείνο το κελί μία ημέρα ολόκληρη, αν υπολόγιζε σωστά τον χρόνο – και ήταν βέβαιη ότι, παρά την εκπαίδευσή της ως Μαύρη Δράκαινα, σίγουρα θα έκανε κάποιο λάθος, γιατί δεν υπήρχε παράθυρο απ’όπου να μπορεί να δει τον ουρανό.

Ευτυχώς, δεν την είχαν ναρκώσει ξανά, και αισθανόταν σταδιακά την επήρεια του προηγούμενου ναρκωτικού να εγκαταλείπει το σώμα και το μυαλό της. Ήταν ολοένα και λιγότερο μουδιασμένη.

Οι φρουροί άνοιξαν, τελικά, την πόρτα του κελιού της και την πρόσταξαν να βγει, ενώ είχαν δόρατα στραμμένα προς το μέρος της και τη σημάδευαν με βαλλίστρες. Προφανώς τη θεωρούσαν πολύ επικίνδυνη, παρότι εξακολουθούσε να είναι αλυσοδεμένη.

Η Ανταρλίδα οδηγήθηκε από τα μπουντρούμια κάποιου οικοδομήματος (μάλλον, το φρούριο του Έπαρχου Νολμάκνο) στην αγορά της πόλης και σ’ένα μέρος όπου ήταν σταθμευμένο ένα καραβάνι. Τα περισσότερα κάρα του ήταν φτιαγμένα έτσι ώστε να είναι, ουσιαστικά, κλουβιά με τροχούς, και στο εσωτερικό τους βρίσκονταν άνθρωποι. Δούλοι.

Οι φρουροί που είχαν συνοδέψει την Ανταρλίδα ώς εδώ φώναξαν σ’έναν άντρα, ο οποίος ήδη τους είχε δει και πλησίαζε. Ήταν λευκόδερμος, ψηλός, και γεροδεμένος, με μαλλιά μαύρα, σγουρά, και μακριά. Μια πράσινη κορδέλα, που δενόταν γύρω απ’το κεφάλι του, τα εμπόδιζε απ’το να πέφτουν στα μάτια του. Στο αριστερό μάγουλο είχε μια μακριά, λοξή ουλή. Φαινόταν να είναι αξύριστος εδώ και μερικές ημέρες. Η ενδυμασία του ήταν ενδυμασία μισθοφόρου: πέτσινη πανοπλία με κομμάτια σίδερου, στενό δερμάτινο παντελόνι, μπότες, και κάπα. Από τον ώμο του ξεπρόβαλλε το μακρύ μανίκι ενός ξίφους. Από τη ζώνη του κρέμονταν δύο ξιφίδια.

«Τη φέραμε, Μεγαλειότατε,» είπε ένας απ’τους φρουρούς της Ανταρλίδας.

Μεγαλειότατε; απόρησε εκείνη. Και μετά, πρόσεξε τα μάτια του άντρα. Μάτια μέσα σε μάτια μέσα σε μάτια. Μια σειρά από ατελείωτους κατοπτρισμούς. Ιεράρχης. Ο ομοούσιος του Αρκαλόν, που θα ερχόταν για να την παραλάβει.

«Το βλέπω,» αποκρίθηκε ο Ιεράρχης στον φρουρό, και στράφηκε στην Ανταρλίδα. «Το όνομά μου είναι Ζίρτελον. Είμαι μισθοφόρος, και υπεύθυνος για το καραβάνι που βλέπεις.»

Μισθοφόρος; «Νόμιζα ότι το είδος σου έπαιρνε πιο υψηλές θέσεις,» είπε ξερά η Ανταρλίδα.

«Δεν ξέρεις και πολλά για το… είδος μου, προφανώς.» Και προς τους φρουρούς: «Πηγαίνετέ τη σ’εκείνο το κελί.» Έδειξε ένα που ήταν άδειο.

Η Ανταρλίδα δεν έφερε αντίσταση. Ποιο θα ήταν το νόημα, εξάλλου; Δε νόμιζε ότι τώρα μπορούσε να τους ξεφύγει.

Οι φρουροί την ώθησαν προς το κελί κι εκείνη ανέβηκε. Ένας απ’τους μισθοφόρους του Ζίρτελον έκλεισε την καγκελωτή πόρτα και την κλείδωσε μ’ένα λουκέτο.

Ο Ιεράρχης πλησίασε την Ανταρλίδα καθώς οι φρουροί του Έπαρχου έφευγαν χαιρετώντας.

«Τι νομίζεις ότι έχω να σου προσφέρω;» τον ρώτησε εκείνη. «Νομίζεις ότι θα σε μάθω πώς να φτιάχνεις όπλα ισχυρότερα από της Βασίλισσας Παμράνεχ; Δεν μπορώ να το κάνω αυτό.»

«Μπορεί να έχεις να μου προσφέρεις πράγματα που δεν φαντάζεσαι καν,» της είπε ο Ιεράρχης.

«Γιατί ο φρουρός σε αποκάλεσε ‘Μεγαλειότατε’;» τον ρώτησε η Ανταρλίδα.

«Γιατί, όταν απευθύνεσαι σε έναν από εμάς, είναι σαν να απευθύνεσαι στον ίδιο τον Μεγάλο Ιεράρχη.»

Ο Ζίρτελον στράφηκε και απομακρύνθηκε από τη φυλακισμένη Μαύρη Δράκαινα, βαδίζοντας προς τη σκηνή ενός εμπόρου. Η Ανταρλίδα παρατήρησε, όμως, ότι δεν την είχε αφήσει αφύλαχτη: κοντά της βρίσκονταν τέσσερις φρουροί του καραβανιού κρατώντας βαλλίστρες.

Κάθισε κάτω και περίμενε, ακουμπώντας τα αλυσοδεμένα χέρια της ανάμεσα στα γόνατά της. Αισθανόταν πλέον τους μεταλλικούς κρίκους να έχουν φάει τη σάρκα της στους καρπούς και στους αστραγάλους. Οι δεσμοφύλακές της, όμως, μάλλον δε σκόπευαν να τη λύσουν παρά μόνο όταν την είχαν πάει στη Βέλρικ – και τότε μόνο αν ήταν τυχερή.

Άκουσε ένα σφύριγμα από δίπλα της, και στράφηκε. Μια γυναίκα την κοίταζε από ένα πλαϊνό κλουβί, το οποίο ήταν γεμάτο με δούλους. Πέντε, στο σύνολό τους.

Η γυναίκα ήταν μαυρόδερμη και είχε καστανά μαλλιά, τα οποία έπεφταν μπλεγμένα και βρόμικα στην πλάτη της. Φορούσε ένα εξίσου βρόμικο και ταλαιπωρημένο βαθυγάλαζο χιτώνιο.

«Ποια είσαι συ, ε;» ρώτησε.

«Γιατί ρωτάς;»

«Είσαι κάτασπρη! Θυμίζεις τη γυναίκα που λένε πως ήρθε από άλλους κόσμους μαζί με τον Κόκκινο Άντρα. Αλλ’αυτοί, κι οι δυο τους, λένε ότι είναι στο Τάρσαζ.»

«Ανταρλίδα ονομάζομαι.»

«Είσαι αυτή, λοιπόν;»

Τώρα, και οι υπόλοιποι δούλοι την κοίταζαν το ίδιο έντονα με τη μαυρόδερμη γυναίκα. Τα μάτια τους φάνταζαν μεγάλα επάνω στα ταλαιπωρημένα πρόσωπά τους.

«Αυτή είμαι,» είπε κουρασμένα η Ανταρλίδα.

«Γι’αυτό σού έχουν ολόκληρο κελί για τον εαυτό σου!» είπε ένας δούλος.

Η Ανταρλίδα γέλασε πικρά. «Μου έχουν ολόκληρο κελί για τον εαυτό μου επειδή φοβούνται ότι ίσως κάνω κάτι και ξεφύγω.»

«Θα το κάνεις;» ρώτησε η μαυρόδερμη γυναίκα, κι απ’το ύφος της η Ανταρλίδα έκρινε ότι ήταν πρόθυμη να βοηθήσει, για να δραπετεύσει κι εκείνη.

«Πώς σε λένε;» τη ρώτησε.

«Αλτάφκα. Δεν είμαι από δω, από την Κοινωνία.»

«Από πού είσαι;»

«Από τη Γη της Φέδλωχ. Επιτέθηκαν στο πλοίο μου, οι μπάσταρδοι!»

«Στο πλοίο σου;» είπε η Ανταρλίδα.

«Είμαι ελεύθερη ναυτικός.»

«Πειρατίνα;»

«Παίρνω ό,τι μου χρειάζεται για να επιβιώσω. Θα κάνεις, λοιπόν, κάτι για να ξεφύγουμε από δω;»

Η Ανταρλίδα δεν απάντησε για λίγο. Κοίταξε τα αλυσοδεμένα χέρια της. «Δεν ξέρω,» είπε τελικά. «Αν μου δοθεί η ευκαιρία.»

«Λένε ότι έχεις γνώσεις που δεν έχει κανένας άλλος. Και ότι πολεμάς σαν τίγρη.»

«Αφού είμαι τόσο καλή, πώς βρίσκομαι τώρα σ’ένα κλουβί πλάι σ’εσένα;»

Η Αλτάφκα συνοφρυώθηκε.

Για την ώρα, δεν μίλησαν άλλο.

Και μετά, το καραβάνι ξεκίνησε, βγαίνοντας από τη Σάρανματ και ταξιδεύοντας επάνω σε μια λιθόστρωτη δημοσιά που σύντομα μετατράπηκε σε χωματόδρομο. Συχνά-πυκνά τα κάρα-κλουβιά χοροπηδούσαν καθώς οι τροχοί τους συναντούσαν πέτρες.

Κεφάλαιο Τεσσαρακοστό
Η Γυναίκα στον Θρόνο

Ο θάνατος της Βιβεϊρλώταθ τράνταξε τους Ταργκάφλι. Όταν ο Μεγάλος Προφήτης τούς είπε ότι ήταν νεκρή, θρήνησαν. Τους είπε, όμως, επίσης ότι είχε πεθάνει προσπαθώντας να τον προστατέψει από τον αδελφό της, τον Γκαλένραμωθ, κι αυτό φάνηκε να τους ανακουφίζει κάπως. Ο θάνατός της δεν ήταν ανούσιος. Είχε πεθάνει πολεμώντας μαζί με τον Καζίτο’ναρ, τον μοναδικό θνητό που είχε επιλέξει να ακολουθήσει, εγκαταλείποντας το Άγκιστρο του Κόσμου.

Ο Γκαλένραμωθ είναι νεκρός; ρώτησα τον Μεγάλο Προφήτη καθώς είχαμε κατασκηνώσει μέσα στη ζούγκλα.

Ο Τάμπριελ, τότε, άγγιξε το περιδέραιο στον λαιμό του, και μου αποκρίθηκε: Εδώ είναι.

Όπως ήταν και η Βιβεϊρλώταθ;

Ναι. Αλλά εκείνη, βαθιά εντός της, επιθυμούσε να έρθει μαζί μου παρότι, λόγω του προγραμματισμού των Αρχαίων, μου αντιστάθηκε εκεί, στο Άγκιστρο του Κόσμου. Ο Γκαλένραμωθ, όμως, δεν είναι έτσι. Δεν επιθυμούσε να με ακολουθήσει. Μεθά από τον ανθρώπινο θάνατο και από το μαρτύριο. Από το αίμα και τα κόκαλα. Είναι τρελός, Καλέφραζ.

Τα λόγια του Μεγάλου Προφήτη μ’έκαναν να ριγήσω. Γιατί δεν τον σκότωσες τότε; τον ρώτησα. Είναι επικίνδυνος!

Δε νομίζω ότι μπορούσα να τον σκοτώσω. Ήμουν τυχερός που επιβίωσα κατορθώνοντας, εξαιτίας της απερίσκεπτης οργής του, να τον παγιδέψω.

Και δεν μπορείς τώρα να τον σκοτώσεις; επέμεινα. Δεν μπορείς να σπάσεις το περιδέραιο και να τον σκοτώσεις;

Σπάζοντας το περιδέραιο, Καλέφραζ, απλά θα τον ελευθερώσω.

Καλύτερα να προσέχεις πού βάζεις αυτό το περιδέραιο, λοιπόν, του είπα· γιατί και μόνο στη σκέψη των μανιασμένων ανθρωποφάγων τρόμος με έπιανε…

Ρώτησα κάτι άλλο τον Μεγάλο Προφήτη, μετά από λίγο: Και τώρα που βρήκες το δέντρο, τι έγινε; Τι αλλάζει; Έμαθες κάτι που δεν ήξερες για τον κόσμο μας;

Το μόνο που έμαθα είναι η θέση του δέντρου, μου απάντησε, κι αυτό στο μέλλον είμαι βέβαιος ότι θα μου χρειαστεί, αν είναι να κάνουμε κάτι για το Ρήγμα.

Μα, διαμαρτυρήθηκα, έτσι όπως τα λες μοιάζει να περάσαμε για το τίποτα από όλα τούτα!

Η γνώση δεν είναι τίποτα, Καλέφραζ. Ένας άνθρωπος σαν εσένα θα έπρεπε να το ξέρει ήδη αυτό.

Την επομένη, με το πρώτο φως του ήλιου, ξεκινήσαμε το ταξίδι της επιστροφής προς τη Σότραθ· και, καθώς διασχίζαμε τις ζούγκλες, ο Χάλρεοκ ρώτησε τον Τάμπριελ τι θα γινόταν με τον προδότη, τον Καπετάνιο Ρολάνταζ. Πώς θα τον αντιμετωπίζαμε τώρα που η Βιβεϊρλώταθ ήταν νεκρή; Ο Υπασπιστής δεν είχε ακούσει εμένα και τον Μεγάλο Προφήτη να συζητάμε το βράδυ, όταν εκείνος μού εξήγησε ότι είχε φυλακισμένο τον Γκαλένραμωθ μέσα στο περιδέραιό του· έτσι, ο Τάμπριελ τού μίλησε τώρα γι’αυτό. Αλλά του τόνισε πως ο Γκαλένραμωθ δεν ήταν η Βιβεϊρλώταθ, κι επομένως θα έπρεπε να είναι προσεχτικότερος μαζί του.

Μετά από μερικές ημέρες, και ύστερα από κάποιες σχετικά αμελητέες περιπέτειες μέσα στις ζούγκλες, φτάσαμε στη Σότραθ. Για να διαπιστώσουμε ότι εκεί μια δυσάρεστη έκπληξη μάς περίμενε…

*
* * *
*

Οι δρόμοι της Σότραθ βάφονταν από τις ανταύγειες του απογευματινού ήλιου. Οι σκιές των περαστικών έπεφταν μακριές επάνω στο πλακόστρωτο. Τα μαγαζιά ήταν ακόμα ανοιχτά.

Ο Τάμπριελ και οι σύντροφοί του δε σκόπευαν να μείνουν για πολύ· θα περνούσαν τη νύχτα σ’ένα πανδοχείο και θα έφευγαν.

«Γιατί να μην πάμε στο παλάτι;» ρώτησε ο Καλέφραζ. «Ο Άρχοντας Καντμέλο θα μας φερθεί όπως πρέπει, αν ακόμα θέλει να κάνει συνεννόηση με τη Βασίλισσά μας για τα όπλα.»

«Η δουλειά μας εδώ τελείωσε,» του είπε ο Τάμπριελ. «Καλύτερα να μην έχουμε άλλες αχρείαστες συναναστροφές.»

Ο Χάλρεοκ κατένευσε, συμφωνώντας.

Προτού όμως φτάσουν στο κέντρο της αγοράς, όπου σκόπευαν να αναζητήσουν κατάλυμα, μια ομάδα φρουρών της πόλης τούς πλησίασε.

Ο αρχηγός τούς ρώτησε αν ήταν ο Προφήτης Τάμπριελ, ο Υπασπιστής Χάλρεοκ, και ο Γραμματικός Καλέφραζ. Η ερώτηση ήταν, αναμφίβολα, τυπική αφού δεν μπορεί οι φρουροί να τους είχαν σταματήσει τυχαία.

«Ναι, εμείς είμαστε,» αποκρίθηκε ο Χάλρεοκ, βλέποντας ότι προφανώς θα ήταν ανόητο να το αρνηθούν, αλλά μοιάζοντας συγχρόνως να περιμένει μπελάδες. «Υπάρχει κάποιο πρόβλημα, κύριε;»

«Ο Άρχοντας Καντμέλο σάς προσκαλεί στο παλάτι του. Παρακαλώ, ελάτε μαζί μας.»

Ο Χάλρεοκ κοίταξε τον Τάμπριελ και τον Καλέφραζ.

Μας περίμενε, σκέφτηκε ο Τάμπριελ. Είχε προστάξει τους φρουρούς του να παραφυλάνε, να δουν πότε θα επιστρέψουμε στην πόλη.

Ο Καλέφραζ είπε: «Αφού ο Άρχοντας μάς καλεί τόσο ευγενικά….»

Ο Χάλρεοκ, όμως, δεν έμοιαζε ικανοποιημένος από τούτο. Κάτι τον ενοχλούσε.

«Ας πάμε να δούμε τι θέλει,» του είπε ο Τάμπριελ.

«Σίγουρα,» αποκρίθηκε ο Χάλρεοκ, «θα θέλει να μάθει γιατί φύγαμε απροειδοποίητα.»

«Ναι,» ένευσε ο Τάμπριελ, «κι εγώ έτσι υποθέτω… Δεν μπορεί να σχεδιάζει κάτι το… παράλογο, αν εξακολουθεί να επιθυμεί την εύνοια της Βασίλισσά σας.»

Ο Χάλρεοκ συνοφρυώθηκε.

Ο Θυμός γάβγισε ανήσυχα πλάι στον Αλίρκωπ, κι ο μάγος τον χάιδεψε ανάμεσα στ’αφτιά για να τον ηρεμήσει.

Η Χιρκόμο κι οι άλλοι Ταργκάφλι ήταν σιωπηλοί. Γενικά ήταν σιωπηλοί ύστερα από το θάνατο της θεάς τους· έμοιαζαν να είχαν χάσει κάτι πολύ σημαντικό γι’αυτούς: το ίδιο το νόημα της ζωής τους ίσως, εκείνο το οποίο τους αγκίστρωνε στον κόσμο. Το Άγκιστρο του Κόσμου τους… Το μόνο που τους έμενε τώρα ήταν ο Καζίτο’ναρ: ο μοναδικός άνθρωπος που η Βιβεϊρλώταθ είχε επιλέξει να ακολουθήσει.

Ο Τάμπριελ, παίρνοντας το βλέμμα του από τον Χάλρεοκ, στράφηκε στον αρχηγό των φρουρών. «Οδήγησέ μας στο παλάτι.»

Δεν είχε, όμως, δίκιο στις υποθέσεις του. Ή, μάλλον, είχε μόνο εν μέρει δίκιο. Ο Άρχοντας Καντμέλο δεν είχε σχεδιάσει κάτι εναντίον τους, αλλά κάποιος άλλος το είχε κάνει…

Οι φρουροί τούς πήγαν στο παλάτι και, κατευθείαν, στη μεγάλη αίθουσα, μέσα στην οποία, παρατήρησε αμέσως ο Τάμπριελ, υπήρχαν περισσότεροι στρατιώτες απ’ό,τι συνήθως.

Και δεν ήταν στρατιώτες του Άρχοντα Καντμέλο.

Ούτε ο ίδιος βρισκόταν εδώ. Στον Θρόνο της Σότραθ, στην ψηλή, ξύλινη πολυθρόνα που στην κορυφή της πλάτης της ήταν καρφωμένο το κρανίο ενός γορίλλα, καθόταν μια γυναίκα. Είχε λευκό δέρμα και μαύρα, σπαστά μαλλιά κομμένα στους ώμους. Ήταν ντυμένη με μαύρο, δερμάτινο παντελόνι, ψηλές μπότες, πράσινη, υφασμάτινη τουνίκα, και σκούρο μπλε μανδύα· και σηκώθηκε όρθια, ξεπροβάλλοντας μέσα από τις σκιές του απογεύματος. Γύρω από τη μέση της δενόταν σφιχτά μια ζώνη, κι από τη ζώνη κρεμόταν ένα ξίφος.

«Καλησπέρα, Τάμπριελ,» χαιρέτησε μ’ένα λοξό μειδίαμα στα χείλη. Τα μάτια της ήταν στραμμένα επάνω του, αναγνωρίζοντάς τον αμέσως: και δεν ήταν όπως τα μάτια των περισσότερων ανθρώπων. Όταν τα κοίταζες καλά, είχες την αίσθηση ότι υπήρχαν κι άλλα μάτια πίσω τους. Καθρέφτες σε ατελείωτες σειρές, που χάνονταν στο άπειρο.

«Ιεράρχη…!» είπε ο Τάμπριελ, και τράβηξε το πιστόλι του.

Ο Χάλρεοκ και οι πολεμιστές του τράβηξαν επίσης πιστόλια, και οι Ταργκάφλι ετοίμασαν τα δικά τους όπλα. Ο Καλέφραζ ξεθηκάρωσε ένα ξιφίδιο από τη ζώνη του. Ο Ταρνάτλο έβγαλε το σπαθί του.

Οι φρουροί της αίθουσας ύψωσαν τουφέκια, που πριν, μέσα στις σκιές, δεν ήταν φανερά. Η γυναίκα μπροστά από τον θρόνο τράβηξε μέσα από τον μανδύα της ένα πιστόλι.

«Όπως βλέπεις,» είπε στον Τάμπριελ, «ετούτη τη φορά είμαι προετοιμασμένη για σένα. Καλύτερα απ’ό,τι μπορείς να φανταστείς.»

«Ποια είν’αυτή;» γρύλισε ο Χάλρεοκ. «Την ξέρεις;»

«Ο Ιεράρχης είναι,» αποκρίθηκε ο Τάμπριελ.

«Κατεβάστε τα όπλα σας,» πρόσταξε η γυναίκα σημαδεύοντάς τους. «Αφήστε τα στο πάτωμα μπροστά σας.»

«Νομίζεις ότι θα παραδοθούμε τόσο εύκολα, Ιεράρχη;» είπε ο Τάμπριελ. «Για να μη μας έχεις σκοτώσει ήδη, σημαίνει ότι δεν μας θέλεις νεκρούς.»

«Για την ακρίβεια, Τάμπριελ, εσένα δεν θέλω νεκρό. Οι άλλοι μού είναι αδιάφοροι. Όπως και η Ανταρλίδα.»

«Η Ανταρλίδα;» Οι εικόνες που είχα δει… Οι εικόνες…

«Είναι αιχμάλωτή μου.»

Το ήξερα… Οι Λάμιες να σε κατασπαράξουν, Ιεράρχη!

«Παραδόσου, Τάμπριελ, αλλιώς… δεν μπορώ να σου εγγυηθώ τίποτα.»

«Δεν θα σκοτώσεις την Ανταρλίδα,» είπε ο Τάμπριελ, «γιατί κι αυτή σου χρειάζεται. Έχει γνώσεις που δεν μπορείς να φανταστείς.»

Η γυναίκα γέλασε. «Μπλοφάρεις με δεξιοτεχνία, οφείλω να ομολογήσω.»

Γκαλένραμωθ. Ήρθε η ώρα να τραφείς. Ο θεός των ανθρωποφάγων, το πνεύμα του δέντρου, το κατασκεύασμα των Αρχαίων, τον ενοχλούσε σ’όλο το ταξίδι τους μέσα στις ζούγκλες σαν επίμονο έντομο: του ζητούσε αίμα και θάνατο, του ζητούσε να σκοτώσει τους συντρόφους του, για να τραφούν κι οι δυο τους.

Τώρα, θα τραφείς!

Ο Τάμπριελ ξαμόλησε τον Γκαλένραμωθ από το περιδέραιο – και, συγχρόνως, πυροβόλησε τη γυναίκα μπροστά στον θρόνο.

Ένας απάνθρωπος βρυχηθμός αντήχησε στην αίθουσα. Ένας βρυχηθμός που δεν προήλθε από εκείνη.

Η Ιεράρχης σωριάστηκε, τραυματισμένη, ουρλιάζοντας.

Οι φρουροί της αίθουσας άρχισαν να πέφτουν ο ένας πάνω στον άλλο, σαν εξαγριωμένα θηρία. Μερικά τουφέκια πυροβόλησαν από δω κι από κει. Άνθρωποι δάγκωναν τους λαιμούς ανθρώπων· έμπηγαν τα νύχια τους μέσα στα μάτια των άλλων, έγδερναν τα πρόσωπά τους, έγλειφαν τις πληγές. Κραυγές είχαν ξαφνικά γεμίσει, όχι μόνο τη μεγάλη αίθουσα, αλλά κι ολόκληρο το παλάτι καθώς αντηχούσαν στους διαδρόμους και στα δωμάτια.

Οι πολεμιστές του Χάλρεοκ πυροβολούσαν όπου έβρισκαν.

Ο Ταρνάτλο γρύλισε: «Πάμε να φύγουμε από δω, ρε πούστηδες! Πάμε να φύγουμε!»

Ο Τάμπριελ έτρεξε προς μια πλευρική έξοδο της αίθουσας, κι οι υπόλοιποι τον ακολούθησαν. Μπροστά στην αψιδωτή θύρα βρίσκονταν μερικοί πολεμιστές της Κοινωνίας, εξαγριωμένοι σαν ζώα της ζούγκλας· οι Ταργκάφλι έπεσαν επάνω τους και τους έκαναν κομμάτια καθώς εκείνοι αλληλοσκοτώνονταν.

«Κυνηγήστε τους!» ακούστηκε να ουρλιάζει η Ιεράρχης. «Μην τους αφήνετε να φύγουν!»

Ο Τάμπριελ κι οι σύντροφοί του βγήκαν από την αίθουσα, έτρεξαν μέσα στους διαδρόμους του παλατιού. Η δαιμονική, αιμοχαρής παρουσία του Γκαλένραμωθ τούς ακολούθησε, καθώς ο θεός δεν μπορούσε ποτέ να βρίσκεται πολύ μακριά από το περιδέραιο του καινούργιου του αφέντη.

Πολεμιστές της Κοινωνίας πετάγονταν από τους διαδρόμους και τα δωμάτια του παλατιού, άλλοι οπλισμένοι με σπαθιά και τσεκούρια, άλλοι κρατώντας πιστόλια. Ο Τάμπριελ έστελνε τον Γκαλένραμωθ καταπάνω τους, διαλύοντάς τους. Ο Χάλρεοκ και οι πολεμιστές του, όπως επίσης και οι Ταργκάφλι, έπαιρναν τα πυροβόλα όπλα που έπεφταν κάτω και τα χρησιμοποιούσαν εναντίον άλλων μαχητών που παρουσιάζονταν. Ορισμένοι απ’αυτούς ήταν και μαχητές του Άρχοντα Καντμέλο.

Ο Τάμπριελ αναρωτιόταν πού να ήταν ο ίδιος ο Άρχοντας. Τον είχε φυλακίσει η Ιεράρχης μέσα στο ίδιο του το παλάτι; Τον είχε απαγάγει, τον είχε πάρει μακριά από εδώ; Ή είχε απλά κάνει κάποια συμφωνία μαζί του; Το τελευταίο φαινόταν και το πιθανότερο.

Η ομάδα του Τάμπριελ βγήκε στον κήπο αφότου έσπασαν ένα μεγάλο παράθυρο, και μετά έτρεξαν προς το λιμάνι της πόλης.

«Πρέπει να πάρουμε κάποιο πλοίο!» είπε ο Χάλρεοκ. «Οι πύλες σίγουρα θα φρουρούνται, και οι φρουροί θα μας περιμένουν.»

«Ποιο πλοίο θα μας βάλει μέσα, ρε μάγκα;» έκανε ο Ταρνάτλο, που είχε χτυπηθεί από μια σφαίρα στον αριστερό ώμο και αιμορραγούσε. Το πρόσωπό του ήταν ζαρωμένο, έτριζε τα δόντια του καθώς μιλούσε, και τα μάτια του γυάλιζαν σαν χτυπημένου αγριμιού.

«Είπα ότι θα το πάρουμε το πλοίο, θα το κάνουμε δικό μας, είτε το θέλει ο καπετάνιος του είτε όχι.»

«Σωστός. Αυτό ’ναι το λογικό, να πούμε…»

Στους δρόμους της Σότραθ υπήρχαν κι άλλοι πολεμιστές των Ιεραρχών, οι οποίοι τους καταδίωξαν, ορμώντας καταπάνω τους με αγχέμαχα όπλα και ασπίδες, πυροβολώντας τους, τοξεύοντάς τους. Οι Ταρσάζιοι και οι Ταργκάφλι ανταπέδιδαν τα πυρά. Ένας από τους πρώτους σωριάστηκε νεκρός. Ο Γκαλένραμωθ χιμούσε στους μαχητές της Κοινωνίας, βάζοντάς τους να αλληλοσκοτώνονται ή να χτυπιούνται, ή ορισμένες φορές να δαγκώνουν τα ίδια τους τα χέρια, να κόβουν τα δάχτυλά τους και να τα καταπίνουν. Και ούτε οι κάτοικοι της πόλης γλίτωναν από την επιρροή του: δρούσαν σαν δαιμονισμένοι, χιμώντας στους πολεμιστές των Ιεραρχών καθώς και ο ένας στον άλλο. Αλλά η λύσσα που εξάπλωνε ο Γκαλένραμωθ δεν τελείωνε εκεί: ακόμα και τα ζώα της πόλης είχαν εξαγριωθεί, οι γάτες και τα σκυλιά και τα άλογα και τα μουλάρια. Είχαν παραφρονήσει και διψούσαν για αίμα.

Επικεντρώσου στους εχθρούς μας, Γκαλένραμωθ! πρόσταξε ο Τάμπριελ. Στους εχθρούς μας!

Ο δαιμονικός θεός τον αγνοούσε.

Η ομάδα έφτασε στο λιμάνι, και είδαν ότι στρατιώτες κατέβαιναν από ορισμένα αγκυροβολημένα σκάφη. Στρατιώτες της Κοινωνίας.

Τι έχουν κάνει οι Ιεράρχες εδώ; Κατάληψη της τρισκατάρατης πόλης; Ήταν αποφασισμένοι αυτή τη φορά. Ήθελαν οπωσδήποτε να πιάσουν τον Τάμπριελ.

Ο Χάλρεοκ έδειξε ένα πλοίο της Κοινωνίας με το αιματοβαμμένο σπαθί του, φωνάζοντας: «Εκεί! Εκεί!» Οι άλλοι έτρεξαν ξοπίσω του, και ο Τάμπριελ έστειλε τον Γκαλένραμωθ καταπάνω στους μαχητές του σκάφους.

Αίμα χύθηκε στο κατάστρωμα, και κομμένα μέλη έπεσαν. Άνθρωποι κατασπάραζαν ανθρώπους. Ο Χάλρεοκ και οι πολεμιστές του τους πυροβόλησαν όλους, σκοτώνοντας, σκοτώνοντας, σκοτώνοντας.

Ο Καπετάνιος και οι κοντινοί του άνθρωποι φαινόταν να έχουν κλειστεί στη γέφυρα. Ο Χάλρεοκ φώναξε: «Βγάλτε τους έξω! Έξω!» πυροβολώντας την ξύλινη πόρτα μ’ένα τουφέκι που είχε αρπάξει απ’τους στρατιώτες της Κοινωνίας, κάνοντας θραύσματα ξύλου να εκτοξεύονται.

Οι πολεμιστές του και οι Ταργκάφλι τον μιμήθηκαν. Κραυγές και ουρλιαχτά αντήχησαν από τη γέφυρα.

Ο Τάμπριελ στράφηκε στο λιμάνι, στις αποβάθρες. Ο κόσμος έτρεχε να φύγει, πανικόβλητος. Πολεμιστές συγκεντρώνονταν, της Κοινωνίας και του Άρχοντα Καντμέλο. Δεν υπήρχε άλλη λύση: έστρεψε τον Γκαλένραμωθ εναντίον τους, και το λιμάνι μετατράπηκε σε σκηνή από εφιάλτη, καθώς οι πάντες έγιναν ανθρωποφάγοι, μανιάζοντας, διψώντας για το αίμα και τη σάρκα του ίδιου τους του είδους.

Ο Χάλρεοκ και οι πολεμιστές του εισέβαλαν στη γέφυρα, μαζί με τους Ταργκάφλι, σκοτώνοντας όσους ακόμα από τους ανθρώπους του πλοίου βρίσκονταν εκεί.

«Σηκώστε την άγκυρα!» πρόσταξε μετά ο Υπασπιστής. «Κόψτε τα σχοινιά! Κατεβάστε τα πανιά! Κουνηθείτε!

»Ταρνάτλο! Ξέρεις να πιλοτάρεις πλοίο;»

«Το ρωτάς, ρ’αδελφ–;»

«Ξεκίνα! Αμέσως!»

Ο τραυματισμένος μαυρόδερμος πειρατής πήγε προς την πρύμνη, ενώ οι υπόλοιποι έτρεχαν να ανεβάσουν την άγκυρα, να κόψουν τα σχοινιά που έδεναν το πλοίο στην αποβάθρα, και να κατεβάσουν τα πανιά.

Ο Χάλρεοκ καλύφτηκε πίσω από τρία βαρέλια και πυροβόλησε κάποιους που τους πυροβολούσαν από το κατάστρωμα ενός άλλου σκάφους. Η εκπαίδευσή του στο τουφέκι – για την οποία ευθυνόταν η Ανταρλίδα – όφειλε να ομολογήσει ότι του είχε φανεί πολύ χρήσιμη τώρα. Οι πολεμιστές της Κοινωνίας ήταν σαφώς χειρότερα εκπαιδευμένοι από εκείνον και τους πολεμιστές του – αν ήταν καν εκπαιδευμένοι, δηλαδή, και δεν είχαν πιάσει τα πυροβόλα αμέσως μόλις τους τα έφτιαξαν.

Ο Χάλρεοκ, έχοντας εξολοθρεύσει τους εχθρούς που πυροβολούσαν, κατέβηκε τη σκάλα της καταπακτής του πλοίου για να δει αν υπήρχαν αλυσοδεμένοι δούλοι κάτω, στα κουπιά. Και πράγματι, είδε ότι ήταν αρκετοί εκεί, μαυρόδερμοι και λευκόδερμοι.

«Δεν ανήκετε στην Κοινωνία πλέον,» τους είπε. «Δουλεύετε για μένα, κι εγώ για τη Βασίλισσα του Τάρσαζ. Θα ξεκινήσετε να τραβάτε κουπί μόλις σας πω! Συνεννοηθήκαμε;»

Οι δούλοι μουρμούρισαν ναι, ό,τι ήθελε εκείνος. Δεν έμοιαζε να τους ενοχλεί που είχαν αλλάξει αφέντες.

Ο Χάλρεοκ ανέβηκε πάλι στο κατάστρωμα, βλέποντας ότι τα ιστία είχαν ανοίξει και ότι ο Ταρνάτλο βρισκόταν στο πηδάλιο του σκάφους. Το πλοίο ήταν έτοιμο να ξεκινήσει.

Στο λιμάνι, χάος επικρατούσε. Τους έχει μετατρέψει όλους σε ανθρωποφάγους! σκέφτηκε ο Χάλρεοκ, πολύ ξαναμμένος από τη μάχη για να νιώσει τρομαγμένος. Ο δαιμονισμένος θεός του Τάμπριελ τούς έχει μετατρέψει όλους σε ανθρωποφάγους! Μεγάλε Τίγρη! τι σκατά θα δούμε ακόμα;

«Φεύγουμε!» φώναξε. «ΦΕΥΓΟΥΜΕ! –Ξεκινάτε! Τώρα! Κουνηθείτε!»

Το πλοίο γύρισε και βγήκε απ’το λιμάνι της Σότραθ, με τα πανιά του φουσκωμένα.

Ο Χάλρεοκ κατέβηκε τη σκάλα της καταπακτής και πρόσταξε τους δούλους να ξεκινήσουν να κωπηλατούν. Εκείνοι αμέσως υπάκουσαν.

Το σκάφος ανέπτυξε περισσότερη ταχύτητα, σχίζοντας τα κύματα της απογευματινής φθινοπωρινής θάλασσας.

Ο Τάμπριελ μάζεψε πάλι τον Γκαλένραμωθ μέσα στο περιδέραιό του καθώς απομακρύνονταν από τη Σότραθ· γιατί δεν ήθελε ο θεός να στραφεί εναντίον των ανθρώπων του και να τους βάλει να αλληλοσκοτωθούν.

Ο Γκαλένραμωθ διαμαρτυρήθηκε. Δεν είχε ακόμα χορτάσει! Δεν είχε ακόμα χορτάσει!

Αρκετά για τώρα! του είπε ο Τάμπριελ.

ΑΙΜΑ! Ήθελε ΑΙΜΑ!

ΑΡΚΕΤΑ ΓΙΑ ΤΩΡΑ, ΛΕΩ!

Το πλοίο έπλεε τώρα στο ανοιχτό πέλαγος. Στην Ενδότερη Θάλασσα, όπως ονόμαζαν τα ύδατα ανάμεσα στη Γη της Φέδλωχ, στην Ηνωμένη Γη της Κοινωνίας, και στο Βασίλειο Τάρσαζ.

«Μας πλησιάζουν!» φώναξε ξαφνικά ένας Ταργκάφλι που ήταν πιασμένος πάνω στα ξάρτια. Το χέρι του έδειχνε ανατολικά.

Ο Τάμπριελ στράφηκε και είδε ότι είχε δίκιο. Τέσσερα σκάφη έρχονταν προς το μέρος τους, με τα πανιά τους φουσκωμένα και με τα κουπιά τους να σηκώνουν αφρούς γύρω τους. Επάνω στα ιστία ήταν το σύμβολο της Κοινωνίας: ένας κύκλος με τρία μάτια μέσα του, τα οποία σχημάτιζαν ανάποδο τρίγωνο.

«Ταρνάτλο!» φώναξε ο Χάλρεοκ. «Στρίψε δυτικά! Δυτικά!»

Το καράβι τους γύρισε, με τα ξύλα του να τρίζουν και τα ξάρτια του να τεντώνονται.

«Δυτικά,» είπε ένας πολεμιστής στον Χάλρεοκ, «απομακρυνόμαστε από το Βασίλειό μας.»

«Το ξέρω. Αλλά βλέπεις εσύ καμια άλλη λύση τώρα;»

Τα πλοία της Κοινωνίας εκτόξευσαν βλήματα από καταπέλτες. Αλλά ήταν πολύ μακριά για να τους πετύχουν· έκαναν μόνο πίδακες στα αφρισμένα νερά της θάλασσας.

Ο Χάλρεοκ ζύγωσε την καταπακτή, φωνάζοντας κάτω, στους δούλους: «Πιο γρήγορα, ρε! Πιο γρήγορα, γιατί θα σας τσακίσω! Θέλω να δω το σκάφος να πετάει! Να πετάει!»

Η ταχύτητα του πλοίου αυξήθηκε μετά από τούτο, αλλά όχι και πολύ. Υπήρχε ένα όριο το οποίο ήταν αδύνατον να ξεπεραστεί. Ο Χάλρεοκ το ήξερε, ασφαλώς, όμως ήθελε οπωσδήποτε να φτάσει το συγκεκριμένο όριο. Γιατί οι καπετάνιοι της Κοινωνίας που τους καταδίωκαν, αναμφίβολα, το ίδιο ακριβώς θα έκαναν.

Στον Τάμπριελ είπε: «Δε μπορείς να στείλεις τώρα τον δαίμονά σου εναντίον τους;»

«Είναι πολύ μακριά, Χάλρεοκ,» αποκρίθηκε εκείνος. «Και καλύτερα να μη μας πλησιάσουν.» Τα κατάλευκα μαλλιά του τινάζονταν γύρω από το κοκκινόδερμο πρόσωπό του από τον άγριο θαλασσινό άνεμο.

Προτού φύγει ο Χάλρεοκ από κοντά του, ο Τάμπριελ τού είπε: «Κάποιος πρέπει να φροντίσει το τραύμα του Ταρνάτλο.»

Ο Υπασπιστής κατένευσε.

Κεφάλαιο Τεσσαρακοστό-Πρώτο
Ο Λυκομαχητής

Η Συνοδός του Μεγάλου Προφήτη δεν μιλά ποτέ για τις ημέρες που πέρασε ως αιχμάλωτη των Ιεραρχών. Και δεν μπορώ παρά να αναρωτιέμαι αν τη βασάνισαν, ή αν την έβαλαν να κάνει ανείπωτα και τρομερά πράγματα…

*
* * *
*

Το καραβάνι με τους δούλους ταξίδευε βορειοδυτικά, με σύννεφα σκόνης να σηκώνονται γύρω από τους τροχούς των κάρων του. Πολλοί από τους δούλους που βρίσκονταν κλεισμένοι στα κλουβιά έβηχαν σπασμωδικά, και κάποιες φορές ενοχλημένοι φρουροί περνούσαν κοντάρια ανάμεσα από τα κάγκελα και τους χτυπούσαν, βρίζοντάς τους και λέγοντάς τους να σκάσουν. Τα κάρα τα τραβούσαν γεροδεμένα βόδια με κέρατα στο κεφάλι· η πορεία τους δεν ήταν γρήγορη, μα δεν έμοιαζαν και να κουράζονται εύκολα. Ο Ζίρτελον και οι περισσότεροι μισθοφόροι του ήταν επάνω σε άλογα, περιτριγυρίζοντας τα κάρα.

Η Ανταρλίδα καθόταν μέσα στο κλουβί της, παρατηρώντας τις αντιδράσεις των δούλων και των φρουρών· παρατηρώντας τις θέσεις που έπαιρναν οι φρουροί γύρω από το καραβάνι· παρατηρώντας πού βρισκόταν κάθε φορά ο Ιεράρχης· παρατηρώντας το τοπίο τριγύρω· παρατηρώντας τα άλογα και τα βόδια, κρίνοντας ποια ήταν ανθεκτικότερα και ποια ασθενέστερα. Ελπίζοντας ότι οι πληροφορίες που θα συγκέντρωνε το μυαλό της θα της επέτρεπαν, ίσως, να δραπετεύσει όταν ερχόταν η κατάλληλη στιγμή.

Η Αλτάφκα, η μαυρόδερμη πειρατίνα από τη Γη της Φέδλωχ, κοίταζε την Ανταρλίδα μέσα από τη σκιά των καστανών της μαλλιών, και η Ανταρλίδα το έβλεπε αυτό αλλά δεν της έλεγε τίποτα. Επιπλέον, δεν ήταν η μόνη που την κοίταζε· πολλοί άλλοι δούλοι την κοίταζαν επίσης, και βέβαια οι φρουροί, οι οποίοι, γνωρίζοντας κάποια πράγματα για τις ικανότητές της, φοβόνταν ότι ίσως η «Άσπρη Γυναίκα» δραπέτευε.

Αυτοί το βλέπουν πιο πιθανό να δραπετεύσω απ’ό,τι το βλέπω εγώ. Η Ανταρλίδα προσπάθησε να περάσει τα δάχτυλά της κάτω από τους σιδερένιους κρίκους στους αστραγάλους της, για να τρίψει το ξεγδαρμένο δέρμα της εκεί. Αν δεν κατάφερνε κάπως να ελευθερωθεί απ’αυτά τα δεσμά, δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να φύγει. Ούτε για να βοηθήσει κανέναν άλλο να δραπετεύσει – πράγμα που, αναμφίβολα, ήλπιζε η Αλτάφκα.

Το καραβάνι ταξίδεψε για δύο ημέρες περίπου επάνω σε χωματόδρομους, περνώντας δίπλα από μικρές πόλεις και χωριά δίχως να σταματά. Προς το τέλος της δεύτερης ημέρας, όμως, βρέθηκε σ’έναν λιθόστρωτο δρόμο, όπου οι τροχοί των κάρων του έκαναν έναν σταθερό χαρακτηριστικό ήχο καθώς κυλούσαν, και οι οπλές των βοδιών και των άλογων χτυπούσαν σαν σφυριά στο αμόνι. Ο δρόμος αυτός τούς οδήγησε σε μια γέφυρα που περνούσε πάνω από έναν αρκετά μεγάλο ποταμό ο οποίος ερχόταν από τα ψηλά βουνά στα δυτικά τους. Διέσχισαν τη γέφυρα και έφτασαν σε μια περιτειχισμένη πόλη. Ο Ζίρτελον μίλησε με τους φρουρούς στην πύλη κι αυτοί γρήγορα τούς άφησαν να μπουν, καθώς η νύχτα έπεφτε.

Το προηγούμενο βράδυ, είχαν κατασκηνώσει στην ύπαιθρο. Οι οδηγοί των κάρων είχαν λύσει τα βόδια από τους ζυγούς και τα είχαν πάρει παραδίπλα. Οι μισθοφόροι είχαν κατεβεί από τα άλογά τους και είχαν ανάψει φωτιές. Τους δούλους τούς είχαν αφήσει στα κλουβιά τους, υπό φρούρηση, αφού τους είχαν δώσει λίγο φαγητό και νερό. Η Ανταρλίδα δεν είχε πάρει τίποτα περισσότερο από τους υπόλοιπους, και ο Ζίρτελον δεν είχε έρθει για να της μιλήσει.

Απόψε, τα πράγματα δεν ήταν και πολύ καλύτερα. Οι δούλοι πάλι στα κλουβιά τους έμειναν, αλλά αντί νάναι στην ύπαιθρο ήταν τώρα στην κεντρική αγορά της πόλης, που, όπως σύντομα έμαθε η Ανταρλίδα, ονομαζόταν Ναρτάηκ. Και τη θυμήθηκε από τους χάρτες του Καλέφραζ. Είμαστε στους βορειότερους τόπους της Κοινωνίας.

Μερικοί περίεργοι έρχονταν και κοίταζαν την Ανταρλίδα. Από απόσταση, φυσικά, γιατί φοβόνταν να πλησιάσουν περισσότερο λόγω των φρουρών. Είχαν ακούσει ότι η Άσπρη Γυναίκα ήταν αιχμάλωτη και είχαν θελήσει να τη δουν με τα ίδια τους τα μάτια.

Πάνω από την πόλη, η οποία ήταν οικοδομημένη στους πρόποδες των βουνών, ορθωνόταν ένα ψηλό κάστρο, ρίχνοντας τη σκιά του στα υπόλοιπα χτίρια. Η οικία του άρχοντα της περιοχής, υπέθετε η Ανταρλίδα, αν και δεν ήξερε ποιος ήταν. Ο Καλέφραζ πρέπει να τον είχε αναφέρει, αλλά εκείνη δεν τον θυμόταν. Νόμιζε, πάντως, πως είχε πει ότι ήταν ένας απ’αυτούς που είχαν μετά δυσκολίας υποταχθεί στην εξουσία του Μεγάλου Ιεράρχη.

Όταν ξημέρωσε, το καραβάνι έφυγε από τη Ναρτάηκ ακολουθώντας τη λιθόστρωτη δημοσιά που έστριβε βορειοδυτικά, κάνοντας τον γύρο των βουνών, και μετά συνέχιζε δυτικά, προς τη Βέλρικ. Η Ανταρλίδα είχε τώρα στο μυαλό της μια καλή εικόνα για το πού βρισκόταν μέσα στην Ηνωμένη Γη της Κοινωνίας: μπορούσε να φανταστεί τον χάρτη που της είχε δείξει ο Καλέφραζ και το καραβάνι του Ζίρτελον να κινείται σαν κόκκινη κουκίδα επάνω του.

«Θα κάνεις τίποτα ή όχι;» τη ρώτησε η Αλτάφκα απ’το διπλανό κλουβί, μόλις είχαν βγει από την πόλη.

«Αν υπήρχε κάτι να κάνω,» αποκρίθηκε η Ανταρλίδα, «θα το είχα κάνει ήδη.»

Η απάντηση αυτή δεν έμοιαζε να αρέσει στην Αλτάφκα. «Νόμιζα ότι ήσουν επικίνδυνη,» είπε με απογοητευμένο ύφος.

«Μάλλον δεν είμαι τόσο επικίνδυνη όσο νόμιζες, τελικά.»

«Θες να πεις ότι δεν θα κάνεις τίποτα για να φύγεις από δω;»

Τι πιστεύει ότι είμαι; Πιστεύει