ΚΩΣΤΑΣ ΒΟΥΛΑΖΕΡΗΣ

Η Απειλή από τον
Νεκρό Κόσμο

 

 

 

 

Μια Ιστορία από το Θρυμματισμένο Σύμπαν

 

 

 

 

© Κώστας Βουλαζέρης

http://www.fantastikosorizontas.gr/kostasvoulazeris

 

Για τα πνευματικά δικαιώματα αυτού του κειμένου ισχύουν οι όροι του Creative Commons: http://creativecommons.org/licenses/by-nc-nd/3.0/gr/


Αυτό το βιβλίο είναι λογοτεχνικό. Όλα τα ονόματα, τα πρόσωπα, και οι καταστάσεις είναι φανταστικά ή χρησιμοποιούνται με φανταστικό, λογοτεχνικό τρόπο. Οποιαδήποτε ομοιότητα με αληθινά ονόματα, πρόσωπα, ή καταστάσεις είναι καθαρά συμπτωματική.

 

 

Διαβάστε περισσότερες ιστορίες από το

Θρυμματισμένο Σύμπαν

 

Ένα Τρένο με Πολύχρωμες Γυναίκες
Ο Διαιρεμένος Θεός
Γάμος του Ήλιου και του Ανέμου
Οι Υπέρμαχοι του Γαλανού Φωτός
Ο Θάνατος του Ξενιστή
Ο Πόλεμος των Ξένων
Οι Φύλακες των Πάγων
Ο Θίασος των Θαυμαστών Θηρίων
Η Πόλη των Αγαλμάτων
Ο Απομονωμένος Κόσμος
Ο Βασιληάς, οι Νύφες, και η Μαύρη Δράκαινα
Το Τραγούδι της Ψυχής
Κρασί της Σεργήλης

 

 

Δωρεάν στο
www.fantastikosorizontas.gr/kostasvoulazeris/thrymmatismeno_sympan

 

 

 

 

Βιβλίο Πρώτο
Οι Ιερείς και το Εσώτερο Θηρίο

 

 

 

 

Κεφάλαιο 1
Απολλώνια

«Δεν αισθάνομαι σαν να ανήκω πραγματικά εδώ, Οδυσσέα,» είπε ο Γεράρδος.

«Ανοησίες. Είσαι παραπάνω από ευπρόσδεκτος στο βασιλικό παλάτι της Απολλώνιας. Κι αν δεν πιστεύεις εμένα, μπορείς να ρωτήσεις τον Πρίγκιπά μας. Το ίδιο θα σου πει.»

«Ναι, το ξέρω αυτό. Το ξέρω…» Ο Γεράρδος έφερε την πίπα του στο στόμα, ρούφηξε καπνό, και τον φύσηξε προς τα κάτω. Καθόταν σ’ένα ξύλινο παγκάκι του κήπου του παλατιού, με τα πόδια του τεντωμένα εμπρός του και σταυρωμένα στον αστράγαλο. Ο Οδυσσέας καθόταν αντίκρυ του, σ’ένα άλλο παγκάκι, έχοντας στο χέρι του μια κούπα με Σεργήλιο οίνο. «Δεν είναι αυτό, Οδυσσέα. Δεν αμφισβητώ τη φιλοξενία του Πρίγκιπα. Απλώς…» ύψωσε τους ώμους, «όπου κι αν είμαι, δεν είναι η πατρίδα μου.»

«Από τη Χάρνταβελ δεν είσαι;»

Ο Γεράρδος ένευσε. «Ναι, εκεί γεννήθηκα. Αλλά ξέρεις από πότε λείπω; Έχω φύγει εδώ και πολλά χρόνια, Οδυσσέα· και… δεν είναι δυνατόν να επιστρέψω…»

«Απ’ό,τι ξέρω, ήσουν κάποτε ιερέας εκεί.»

Ο Γεράρδος ένευσε πάλι, σιωπηλά.

«Αλλά εγκατέλειψες τους ιερείς. Δεν ξέρω ακριβώς γιατί, βέβαια… Με παραξενεύει, για να είμαι ειλικρινής.»

Δε χρειάζεται να ξέρεις, Οδυσσέα. Καλύτερα έτσι, σκέφτηκε ο Γεράρδος.

Ο Οδυσσέας συνοφρυώθηκε παρατηρώντας τον. «Οι ιερείς είναι εναντίον της Παντοκράτειρας. Είναι, ουσιαστικά, μαζί μας, με την Επανάσταση.»

«Επειδή τους βολεύει. Δεν ανέχονται κανέναν έλεγχο επάνω στη διάσταση της Χάρνταβελ – εκτός από τον δικό τους.»

«Δεν ακούγεσαι να τους συμπαθείς,» παρατήρησε ο Οδυσσέας.

Ο Γεράρδος ρούφηξε καπνό. Τον φύσηξε. «Αν τους συμπαθούσα, θα έφευγα;»

Ο Οδυσσέας μειδίασε. «Σωστά. Ήταν, λοιπόν, το θέμα ιδεολογικό; Συγκρούστηκες ιδεολογικά μαζί τους;»

«Όχι ακριβώς.» Ο Γεράρδος δεν είχε διάθεση να γρατσουνίσει παλιές πληγές: πληγές που ποτέ δεν θα επουλώνονταν πλήρως γιατί τέτοια ήταν η φύση τους.

Ο Οδυσσέας τον ατένιζε παρατηρητικά. «Φεύγοντας, όμως, από κοντά τους, συνέχισες να υπηρετείς την Επανάσταση, Γεράρδε…»

«Πράγματι. Το ένα, πίστεψέ με, δεν έχει σχέση με το άλλο.»

«Ουσιαστικά, είσαι πιο παλιός επαναστάτης ακόμα κι από τον Πρίγκιπά μας, που ξεκίνησε την Επανάσταση–»

«Μόνο επειδή οι ιερείς της Χάρνταβελ δεν ήθελαν το χέρι της Παντοκράτειρας από πάνω τους, και από την αρχή τής έπαιζαν διπλό παιχνίδι. Για να είμαι ειλικρινής, Οδυσσέα, άρχισα να θεωρώ τον εαυτό μου περισσότερο επαναστάτη όταν έφυγα από τη Χάρνταβελ. Και ειδικά όταν κατέληξα στη Σεργήλη και στις ακτές του Πορφυρού Κενού.

»Αλλά δε βλέπω τη Σεργήλη σαν πατρίδα μου. Ούτε, φυσικά, το Πορφυρό Κενό. Δεν αισθάνομαι ότι πουθενά έχω κάποια πατρίδα, Οδυσσέα. Δεν αγωνίζομαι για να διώξω τις δυνάμεις της Παντοκράτειρας από τα μέρη μου, όπως οι άλλοι επαναστάτες. Αγωνίζομαι επειδή… έτσι έχω πια συνηθίσει.

»Και τώρα, ναι, θα μπορούσες να πεις ότι το κάνω για ιδεολογικούς λόγους. Ή ίσως… επειδή δεν έχω κάτι καλύτερο να κάνω…» Χρησιμοποιώντας τον ενεργειακό του αναπτήρα, άναψε πάλι την πίπα του, γιατί είχε σβήσει όσο μιλούσε.

«Δεν είσαι ο μόνος που αισθάνεται πως δεν έχει πατρίδα.»

Δεν ήταν ο Οδυσσέας που είχε μιλήσει. Η φωνή που ακούστηκε ήταν γυναικεία, και είχε έρθει από δίπλα τους. Οι δύο άντρες στράφηκαν, και από τις απογευματινές σκιές του κήπου είδαν να ξεπροβάλλει μια ξανθιά, πολύ όμορφη γυναίκα με δέρμα λευκό-ροζ, ντυμένη με την τελευταία μόδα των αριστοκρατών της Απολλώνιας – παρότι η ίδια δεν ήταν Απολλώνια. Καταγόταν από τη Σεργήλη. Ο Γεράρδος την είχε συναντήσει και παλιότερα: Ονομαζόταν Βατράνια Κινκάρδη. Ήταν πράκτορας της Επανάστασης, αρκετά σημαντική στη Σεργήλη, μέχρι που οι πράκτορες της Παντοκράτειρας την είχαν ανακαλύψει και την είχαν κυνηγήσει. Τελικά, είχε αποφασίσει να έρθει στην Απολλώνια, όπου κανένας επαναστάτης δεν κινδύνευε: ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος είχε από καιρό αποτινάξει τον ζυγό της Παντοκράτειρας από τη διάστασή του.

«Κρυφάκουγες πολλή ώρα;» ρώτησε ο Οδυσσέας, όχι με τρόπο κακεντρεχή αλλά μοιάζοντας να θέλει να την πειράξει.

Η Βατράνια μειδίασε. «Έτυχε να περνάω…»

«Κάθισε,» της είπε ο Γεράρδος. «Δε λέμε τίποτα μυστικά.» Τα μυστικά μου δεν τα λέω σε κανέναν. Ελάχιστοι τα ήξεραν – και ο Γεράρδος απορούσε, ορισμένες φορές, που τους είχε μιλήσει. Όχι πως δεν τους εμπιστευόταν· απλώς απορούσε. Με τον εαυτό του κυρίως. Τι τον είχε κάνει να τους αποκαλύψει τόσο αποτρόπαια και άσχημα πράγματα…

Η Βατράνια πλησίασε τον Οδυσσέα, έσκυψε, τον φίλησε στα χείλη, και μετά κάθισε πλάι του, σταυρώνοντας τα πόδια της στο γόνατο. Ήταν εραστές οι δυο τους, από τότε που η Βατράνια είχε έρθει στην Απολλώνια· ίσως κι από παλιότερα, ποιος ξέρει; Αλλά αυτό δεν εξέπληττε τον Γεράρδο: απ’ό,τι είχε καταλάβει, ο Πρόμαχος Οδυσσέας ήταν εραστής πολλών γυναικών, και η Βατράνια Κινκάρδη, επίσης, δεν φαινόταν για γυναίκα συγκρατημένη με τους άντρες.

«Τι λέτε, λοιπόν;» ρώτησε η Βατράνια καθώς άναβε τσιγάρο.

«Δεν τ’άκουσες όλα;» είπε ο Οδυσσέας.

«Όχι όλα. Μόνο το τέλος.»

«Βασικά,» είπε ο Γεράρδος, «ζάλιζα τον Οδυσσέα με κάτι χαζομάρες.»

«Πάντως, δεν είσαι ο μόνος που δεν έχει πατρίδα,» επανέλαβε η Βατράνια. «Ούτε εγώ μπορώ να επιστρέψω στη Σεργήλη. Τι να κάνω εκεί; Παντού με κυνηγάνε· δεν έχω μέρος να κρυφτώ. Αν μείνω στη Σεργήλη, θα πρέπει συνεχώς να κινούμαι υπόγεια, και δεν έχω συνηθίσει να ενεργώ έτσι. Το ξέρεις.»

Ο Γεράρδος ένευσε. Η Βατράνια ήταν παραγωγός κινηματογραφικών ταινιών όταν ήταν στις καλές της μέρες, και συναναστρεφόταν πολύ κόσμο. Είχε πάρα πολλές διασυνδέσεις σ’ένα σωρό κοινωνικούς κύκλους. Γι’αυτό κιόλας ήταν καλή πράκτορας για την Επανάσταση… μέχρι που την ανακάλυψαν.

«Γιατί, αλήθεια, έφυγες από την Άκρη;» τον ρώτησε η Βατράνια. «Βαρέθηκες να είσαι πια καπετάνιος στο Πορφυρό Κενό;»

«Όχι ακριβώς,» είπε ο Γεράρδος. «Το πλήρωμά μου αποδεκατίστηκε σε μια αποστολή. Μια αποστολή για την Επανάσταση. Η Ιωάννα η Μαύρη Δράκαινα– την ξέρεις;» Η Βατράνια κατένευσε. «Ήταν μαζί μου. Όπως επίσης κι ο Σέλιρ’χοκ. Είχαμε πάει να βρούμε μια αιωρούμενη νήσο μέσα στο Πορφυρό Κενό, προτού φτάσουν εκεί οι πράκτορες της Παντοκράτειρας. Τέλος πάντων· μεγάλη ιστορία. Το θέμα είναι ότι το πλήρωμά μου αποδεκατίστηκε, και υπήρχε και κίνδυνος οι Παντοκρατορικοί να με μαγκώσουν αν επέστρεφαν πάλι στην Άκρη. Έτσι έφυγα από τη Σεργήλη.»

«Στην ίδια κατάσταση βρισκόμαστε, δηλαδή,» συμπέρανε η Βατράνια, ρίχνοντας του ένα βλέμμα που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και προκλητικό. Αλλά, όταν η Βατράνια έριχνε ένα τέτοιο βλέμμα σε κάποιον, μάλλον ήταν κάτι το συνηθισμένο. Τουλάχιστον, έτσι υπέθετε ο Γεράρδος.

«Περίπου, ναι,» αποκρίθηκε.

«Τα πράγματα, πάντως, είναι απίστευτα ήσυχα εδώ πέρα, στην Απολλώνια, έτσι δεν είναι;» είπε η Βατράνια. «Ακόμα δεν έχω συνηθίσει να μην πρέπει να προσέχω παντού για πράκτορες της Παντοκράτειρας. Όταν συζητιέται το όνομά της σε τούτη τη διάσταση, όλοι λένε είτε για το Βόρειο Μέτωπο είτε γι’αυτόν τον υπερδιαστασιακό στρόβιλο που νομίζουν ότι θα διχοτομήσει την Απολλώνια–»

«Δεν το νομίζουμε,» της είπε ο Οδυσσέας. «Ο κίνδυνος είναι πράγματι μεγάλος – κι ακόμα δεν έχει βρεθεί μια λύση.»

Βήματα ακούστηκαν να πλησιάζουν και, από το λιθόστρωτο μονοπάτι, ο Γεράρδος είδε τον Φαρνέλιο να έρχεται: έναν χρυσόδερμο γέρο με λευκή γενειάδα και λευκά, μακριά μαλλιά δεμένα αλογοουρά. Ήταν γιατρός, και γνώριζε από παλιά τον Πρίγκιπα Ανδρόνικο και την οικογένειά του. Φυσικά, ήταν επίσης μέλος της Επανάστασης.

«Καλώς τον,» είπε ο Οδυσσέας. «Σε βλέπω να βαδίζεις πιο αργά, τους τελευταίους μήνες, ή είναι η ιδέα μου;»

«Ανοησίες κι ανοησίες κι ανοησίες, συνεχώς!» αποκρίθηκε ο Φαρνέλιος, υπομειδιώντας μέσα από τα γένια του. «Όταν έχεις πεθάνει εσύ, Πρόμαχε της Επανάστασης, εγώ ακόμα θα βαδίζω έτσι αργά όπως με βλέπεις – αλλά θα βαδίζω

Ο Οδυσσέας γελούσε, και ο Φαρνέλιος τώρα γελούσε επίσης, καθώς πήγε και κάθισε δίπλα στον Γεράρδο.

«Για να είμαι ειλικρινής, δε θα μπορούσα να μαντέψω την ηλικία σας, κύριε Φαρνέλιε,» του είπε η Βατράνια, εσκεμμένα κολακευτικά. «Πρέπει να δείχνετε τα μισά χρόνια απ’ό,τι έχετε ζήσει – τουλάχιστον.»

Ο Φαρνέλιος είχε βγάλει την πίπα του, αρχίζοντας να τη γεμίζει με χόρτο. «Ορίστε: η όμορφη κυρία βλέπει την πραγματικότητα όπως όντως είναι!»

Ο Οδυσσέας έριξε στη Βατράνια ένα επιτηδευμένα σοκαρισμένο βλέμμα, με τα μάτια διασταλμένα. «Γλυκοκοιτάζεις τον παππού; Με αηδιάζεις!»

Η Βατράνια γελούσε καθώς έσβηνε το τσιγάρο της κάτω από το δεξί της τακούνι.

«Μπορεί να έχεις πολλά να μάθεις από τον παππού σου,» είπε ο Φαρνέλιος στον Οδυσσέα, ανάβοντας την πίπα του.

Ο Γεράρδος γελούσε άθελά του, όπως κι οι υπόλοιποι. Κατά λάθος ρούφηξε απότομα καπνό από την πίπα του κι άρχισε να βήχει.

«Είσαι καλά;» τον ρώτησε ο Φαρνέλιος, όταν ο βήχας τού πέρασε.

«Έχω γιατρό δίπλα μου· δεν ανησυχώ. Τι χόρτο είναι αυτό που καπνίζεις, παρεμπιπτόντως;»

«Σ’αρέσει;»

«Μυρίζει ωραία.»

«Από τη Φεηνάρκια μού το φέρνουν. Θα σου δώσω άμα θέλεις. Ζαλίζει, όμως· πρέπει να το προσέξεις στην αρχή. Είναι άγριος ο καπνός του. Δοντόχορτο, το λένε οι Φεηνάρκιοι.»

Ο Οδυσσέας είπε: «Θα το πίστευες ότι ο γιατρός καπνίζει έτσι όπως καπνίζει;» Κούνησε το κεφάλι του.

«Γιατρός είμαι,» αποκρίθηκε ο Φαρνέλιος, «όχι αντικαπνιστής.»

Κανένας δεν μιλούσε για λίγο, ενώ το σκοτάδι στον βασιλικό κήπο πύκνωνε και οι φωνές μερικών νυχτοπουλιών αντηχούσαν.

Τελικά, η Βατράνια είπε: «Ήρθα εδώ, στην Απολλώνια, ελπίζοντας ότι θα μπορούσα έτσι να υπηρετήσω καλύτερα την Επανάσταση, αλλά, μέχρι στιγμής, ο Πρίγκιπάς μας μ’έχει απλώς να περιφέρομαι μέσα στη διάσταση για κάτι μικροδουλειές…»

«Και παραπονιέσαι, δηλαδή;» είπε ο Οδυσσέας.

«Από τη Σεργήλη έφυγα επειδή νόμιζα ότι εκεί ήμουν άχρηστη πλέον· αλλά κι εδώ το ίδιο άχρηστη φαίνεται να είμαι.»

«Δεν είσαι ακόμα πολύ καιρό μαζί μας. Αργά ή γρήγορα θα μπλέξεις τόσο άσχημα που θα τραβάς τα μαλλιά σου.»

«Ευχαριστώ…»

Ο Φαρνέλιος – που ακόμα κάπνιζε ενώ ο Γεράρδος είχε πια σβήσει την πίπα του – είπε: «Ο Πρίγκιπάς μας – που πρέπει να θυμάστε ότι είναι Βασιληάς της Απολλώνιας πλέον–»

«Για τους επαναστάτες, πάντα ‘Πρίγκιπάς μας’ θα είναι,» του είπε η Βατράνια. «Όλοι έτσι τον λένε. Εγώ δεν ήξερα καν ότι είχε γίνει Βασιληάς μέχρι που ήρθα στην Απολλώνια.»

«Τέλος πάντων,» είπε ο Φαρνέλιος. «Ο Ανδρόνικος νομίζω ότι σχεδιάζει κάτι.»

«Για μένα;» ρώτησε η Βατράνια.

«Δεν ξέρω αν είναι για σένα, όμως υποπτεύομαι ότι κάποιους θα στείλει. Εκείνα τα νέα που ήρθαν από τη Χάρνταβελ μού φάνηκε ότι τον ανησύχησαν.»

Ο Γεράρδος συνοφρυώθηκε. «Από τη Χάρνταβελ;»

«Ναι,» είπε ο Φαρνέλιος.

«Τι νέα;»

«Δεν είμαι βέβαιος. Πάντως δεν σχετίζονται άμεσα με τις δυνάμεις της Παντοκράτειρας. Έχουν να κάνουν, νομίζω, με κάτι παράξενο που συμβαίνει στην ίδια τη διάσταση.»

Το συνοφρύωμα του Γεράρδου βάθυνε. Στην ίδια τη διάσταση; «Σαν τι;»

Ο Φαρνέλιος τον κοίταξε παρατηρητικά. «Δείχνεις μεγάλο ενδιαφέρον…»

«Η Χάρνταβελ είναι η γενέτειρά μου, Φαρνέλιε. Από εκεί κατάγομαι.»

«Δεν το ήξερα.»

«Έχω φύγει εδώ και πολλά χρόνια,» είπε ο Γεράρδος. «Τι συμβαίνει, λοιπόν; Τι νέα ήρθαν στον Πρίγκιπα;»

«Όπως είπα, δεν είμαι βέβαιος. Κάτι συμβαίνει στην ίδια τη διάσταση. Ο Βασιληάς μας το θεώρησε σκόπιμο να συμβουλευτεί τους μάγους του τάγματος των Ερευνητών.»

Παράξενο, σκέφτηκε ο Γεράρδος. Τι μπορεί να γίνεται στη Χάρνταβελ; Και ποια θα είναι η γνώμη των ιερέων γι’αυτό; Αναμφίβολα, ό,τι κι αν ήταν, θα το απέδιδαν στον Θεό.

Και ο Γεράρδος, τότε, θυμήθηκε κάτι που του είχε πει ο Σέλιρ’χοκ – ένας μάγος της Επανάστασης τον οποίο εκτιμούσε πολύ, ύστερα από όσα είχαν περάσει μαζί. Του είχε πει πως, την τελευταία φορά που είχε τύχει να βρεθεί στη Χάρνταβελ, είχε δει να κάνουν ανθρωποθυσίες. Κρεμούσαν τους ανθρώπους ανάποδα και άφηναν το αίμα να πάει στο κεφάλι τους. Ένα παλιό έθιμο, που ο Γεράρδος ήξερε ότι πλέον δεν χρησιμοποιείτο. Είχε προ πολλού σταματήσει. Ακόμα κι οι ιερείς, κάπου-κάπου, μπορούσαν να φανούν λογικοί.

Ο Γεράρδος είχε αναρωτηθεί τι μπορεί να έδωσε πάλι ζωή στις αποτρόπαιες ανθρωποθυσίες, αλλά δεν είχε ασχοληθεί περισσότερο με το θέμα. Η Χάρνταβελ δεν ήταν πια παρά ένα όνομα γι’αυτόν· τίποτα περισσότερο. Είχε αφήσει για πάντα πίσω του τη γενέτειρά του.

Τώρα, όμως, ύστερα από τα λόγια του Φαρνέλιου, δεν μπορούσε παρά να αναρωτιέται για κάτι άλλο, επίσης: Αν οι ανθρωποθυσίες είχαν σχέση μ’αυτό το παράξενο που συνέβαινε στη Χάρνταβελ – ό,τι κι αν ήταν.

Ο Φαρνέλιος συνέχιζε να μιλά, μα ο Γεράρδος τώρα δεν τον άκουγε.

«Τι σκέφτεσαι, Γεράρδε;» ρώτησε η Βατράνια, διακόπτοντας τους συλλογισμούς του.

Ο Γεράρδος βλεφάρισε. «Διάφορα,» μουρμούρισε.

Η Βατράνια πήρε το βλέμμα της από εκείνον και το έστρεψε στον Φαρνέλιο. «Να πείτε στον Πρίγκιπα να στείλει κι εμένα, αν όντως το κάνει αυτό.»

«Δεν είμαι, εμμ, ο καλύτερος διαμεσολαβητής ακριβώς για κάτι τέτοιο,» αποκρίθηκε ο Φαρνέλιος.

«Τον γνωρίζετε από παλιά τον Πρίγκιπα· θα σας ακούσει, είμαι σίγουρη.»

«Για τι πράγμα μιλάτε;» ρώτησε ο Γεράρδος.

«Πρέπει πραγματικά να κοιμόσουν όρθιος,» του είπε η Βατράνια. «Ο κύριος Φαρνέλιος λέει ότι ο Πρίγκιπάς μας θα στείλει κάποιους ανθρώπους στη Χάρνταβελ για να ερευνήσουν–»

«Δεν είπα ότι θα το κάνει,» τόνισε ο Φαρνέλιος. «Είπα ότι ίσως να το κάνει. Ας μη βιαζόμαστε.»

«Επιπλέον,» της είπε ο Οδυσσέας, «τι θέλεις να πας στη Χάρνταβελ εσύ; Τα πράγματα εκεί δεν είναι όπως τα έχεις συνηθίσει.»

«Και πώς τα έχω συνηθίσει;» Η Βατράνια φάνηκε λιγάκι προσβεβλημένη.

«Οι πόλεις της Χάρνταβελ είναι πολύ διαφορετικές από της Απολλώνιας ή της Σεργήλης. Και… θα μπορούσες να πεις ότι η Χάρνταβελ είναι μια άγρια διάσταση, αν και όχι όπως η Φεηνάρκια ή η Σάρντλι, βέβαια.»

«Από μια άποψη, η Χάρνταβελ είναι χειρότερη,» παρενέβη ο Γεράρδος.

«Ορίστε,» είπε ο Οδυσσέας στη Βατράνια, «το λέει κι ο άνθρωπος που ζούσε παλιά εκεί.»

«Κυκλοφορούν θηρία, δηλαδή;» ρώτησε εκείνη.

«Τα χειρότερα θηρία είναι οι άνθρωποι,» είπε ο Γεράρδος, καθώς στο μυαλό του είχαν έρθει παλιές – και δυσάρεστες – αναμνήσεις.

Η Βατράνια συνοφρυώθηκε, ατενίζοντάς τον ερωτηματικά: ένα βλέμμα που του ζητούσε να εξηγήσει περισσότερο.

Ο Γεράρδος, όμως, δεν ήταν πρόθυμος να το κάνει αυτό. Σηκώθηκε όρθιος και είπε: «Θα πάω προς το δωμάτιό μου. Είμαι λιγάκι κουρασμένος.»

«Όπως θέλεις,» αποκρίθηκε ο Οδυσσέας, κλίνοντας το κεφάλι προς τη μεριά του. «Να θυμάσαι, όμως, ότι πάντα θα είσαι ευπρόσδεκτος εδώ. Αν δεν έχεις άλλη πατρίδα, τότε η Απολλώνια είναι πατρίδα σου. Επειδή είσαι επαναστάτης όπως εμείς.»

Ο Γεράρδος μειδίασε αχνά. «Σ’ευχαριστώ, Πρόμαχε.»

«Καληνύχτα, Γεράρδε,» είπε ο Φαρνέλιος.

«Καληνύχτα, γιατρέ.»

Η Βατράνια σηκώθηκε από το παγκάκι, όπου καθόταν πλάι στον Οδυσσέα, και είπε στον Γεράρδο: «Θα σε συνοδέψω ώς το δωμάτιό σου.»

«Μετά από τόσο καιρό στο παλάτι του Πρίγκιπά μας, αν δεν ήξερα ακόμα τον δρόμο προς το–»

«Επιμένω.»

«Εντάξει· όπως θέλεις.»

Ο Γεράρδος βάδισε πάνω στο λιθόστρωτο μονοπάτι, και η Βατράνια βάδισε πλάι του.

«Τι μπορείς, λοιπόν, να μου πεις για τη Χάρνταβελ;» τον ρώτησε.

«Αν ο Πρίγκιπας αποφασίσει να σε στείλει εκεί, είμαι βέβαιος ότι θα σου πει ό,τι χρειάζεται να ξέρεις…»

«Γιατί ανέφερες, τότε, ότι τα χειρότερα θηρία είναι οι άνθρωποι;»

«Δεν είναι αυτό αλήθεια, γενικά;»

«Δε νομίζω πως μιλούσες γενικά, όμως,» είπε η Βατράνια· και, καθώς εκείνος έκανε να στρίψει σ’ένα σημείο του μονοπατιού, τον έπιασε από το μανίκι του πουκαμίσου του και τον τράβηξε προς μια άλλη στροφή.

«Δεν είναι από δω ο σωστός δρόμος, Βατράνια…»

«Σωστός είναι· απλώς είναι άλλος απ’αυτόν που ξέρεις. Εσύ πηγαίνεις από την κεντρική είσοδο του παλατιού· εγώ θα σε βγάλω από την πίσω μεριά. Είναι πιο ήσυχα από εδώ.»

Ο Γεράρδος τη λοξοκοίταξε.

Η Βατράνια μειδίασε. «Απορείς που σε τόσο λίγο καιρό έχω μάθει τόσο καλά το παλάτι της Απαστράπτουσας;»

«Δεν θα έπρεπε ν’απορώ, μάλλον…»

«Θα μου μιλήσεις για τη Χάρνταβελ, ή όχι;» τον ρώτησε η Βατράνια, καθώς βάδιζαν σε ημιφωτισμένα μέρη. Είχε έρθει το βράδυ, και κάποιες λάμπες, που τροφοδοτούνταν με ενέργεια από το εσωτερικό του παλατιού, είχαν ανάψει ανάμεσα στις φυλλωσιές του κήπου.

«Δεν έχω να σου πω τίποτα, Βατράνια. Λείπω πάρα πολλά χρόνια από τη Χάρνταβελ. Πιο καλά ξέρω πια τη Σεργήλη παρά τη Χάρνταβελ.»

«Ήσουν, όμως, ιερέας εκεί, δεν ήσουν;»

«Πώς το έμαθες αυτό; Ο Οδυσσέας σ’το είπε;»

«Τι σημασία έχει; Είναι μυστικό;»

«Αφού το γνωρίζετε δεν είναι μυστικό, προφανώς… Αλλά επειδή ήμουν ιερέας αυτό δεν σημαίνει τίποτα, Βατράνια–»

«Είναι δυνατόν; Έχω ακούσει ότι οι ιερείς έχουν ιδιαίτερη δύναμη στη Χάρνταβελ· ακόμα κι η Παντοκράτειρα τούς φοβάται. Δε νομίζω ότι εκεί θα μπορούσε να είχε κάνει αυτό που έκανε στη Σεργήλη, με τις ιέρειες της Αρτάλης. Δε νομίζω ότι θα μπορούσε να καταδιώξει τους ιερείς σας, να καταστρέψει τη θρησκεία σας.»

«Στη Χάρνταβελ υπάρχει μόνο ένας Θεός. Στη Σεργήλη υπάρχουν πολλοί. Είναι διαφορετικές περιπτώσεις, από όποια μεριά και να το κοιτάξεις. Τελείως διαφορετικές περιπτώσεις. Άλλοι κόσμοι. Αν η Παντοκράτειρα προσπαθούσε να διαλύσει τους ιερείς της Χάρνταβελ, απλά θα καταστρεφόταν ολόκληρη η διάσταση.»

«Γνωρίζεις, λοιπόν, πράγματα για τη Χάρνταβελ. Πες μου κι άλλα!»

Ο Γεράρδος γέλασε. «Τι σε νοιάζει; Αφού κατά πάσα πιθανότητα δεν θα πας εκεί.»

«Θα πάω,» είπε επίμονα η Βατράνια. «Αν ο Πρίγκιπας στείλει ανθρώπους στη Χάρνταβελ, θα είμαι κι εγώ ανάμεσά τους.»

Ο Γεράρδος δεν μίλησε, καθώς είχε ένα πολύ άσχημο προαίσθημα που τον ενοχλούσε. Αν ο Πρίγκιπάς μας θέλει να κάνει κάποια έρευνα στη Χάρνταβελ, μήπως σκέφτεται να στείλει κι εμένα μαζί; αναρωτιόταν. Ο Γεράρδος είχε ορκιστεί να μην ξαναπάει εκεί. Ίσως μέσα του και να φοβόταν να επιστρέψει. Ή ίσως να–

«Δε θα μου πεις τίποτα;»

«Θα δούμε. Αν όντως ο Πρίγκιπας σε στείλει εκεί, έλα να με βρεις και θα το ξανασυζητήσουμε.»

«Θα το θυμάμαι αυτό,» είπε η Βατράνια.

«Δε θα ήθελα να το ξεχάσεις.»

Πλησίασαν μια πόρτα του παλατιού, και η Βατράνια την άνοιξε. «Από εδώ πας στο δωμάτιό σου. Ανεβαίνεις τη σκάλα στο βάθος και στρίβεις αριστερά.»

«Είσαι γεννημένη κατάσκοπος.»

Η Βατράνια γέλασε.

Ο Γεράρδος την καληνύχτισε και πήγε προς το δωμάτιό του.

*

Η Μάρθα είχε περάσει το απόγευμα στο γυμναστήριο του παλατιού, γιατί δεν είχε τίποτα καλύτερο να κάνει και βαριόταν να κάθεται. Επιπλέον, ήταν καλό να κρατιέται σε φόρμα, δεν ήταν;

Στο γυμναστήριο είχε συναντήσει την Άνμα’ταρ, μια μάγισσα του τάγματος των Δρακαινών και επαναστάτρια, η οποία βρισκόταν εκεί για τους ίδιους λόγους όπως η Μάρθα, ντυμένη με μαύρη αμάνικη μπλούζα και μαύρο εφαρμοστό παντελόνι. Η Μάρθα δεν την ήξερε και πολύ καλά, αλλά την ήξερε αρκετά καλά για να μπορεί ν’ανταλλάξει μερικές κουβέντες μαζί της. Η μάγισσα τής φαινόταν εντάξει τύπισσα, και οι ασκήσεις που μπορούσε να κάνει στο γυμναστήριο – με την ευκολία που μπορούσε να τις κάνει – ήταν τουλάχιστον εντυπωσιακές. Η Μάρθα τής το είπε. Η Άνμα γέλασε, και αποκρίθηκε: «Αυτά δεν είναι τίποτα. Πρέπει να δεις τι κάνουν οι Μαύρες Δράκαινες.»

«Όπως η Ιωάννα, ε;»

«Ναι. Εμείς, ως μάγισσες, είχαμε το ρόλο απλά να τις υποβοηθάμε στις αποστολές τους. Αλλά δεν μπορούσαμε να είμαστε και μαλθακές, βέβαια…»

«Με βρίζεις τώρα;»

Η Άνμα γέλασε, καθώς συνέχιζε να πιάνεται από κάτι κρίκους ψηλά στο ταβάνι· τα πόδια της, πολύ πάνω από το δάπεδο, έμοιαζαν με ουρά, ενωμένα όπως τα κρατούσε. «Καθόλου. Εμείς είμαστε ειδική περίπτωση, μην το ψάχνεις.»

Παλιότερα υπηρετούσαν την Παντοκράτειρα και, μετά, ο Ανδρόνικος τις είχε πάρει με το μέρος του· η Μάρθα είχε ακούσει πολλές φορές αυτή την ιστορία.

Αργότερα, ήρθε στο γυμναστήριο και η Πριγκίπισσα Βασιλική, η αδελφή του Πρίγκιπα Ανδρόνικου, και τις χαιρέτησε και τις δύο. Η Μάρθα ανταπέδωσε, φυσικά, τον χαιρετισμό αποκαλώντας την Υψηλοτάτη, όπως της είχε πει ο Γεράρδος ότι έπρεπε ν’αποκαλεί μια πριγκίπισσα. Η Βασιλική γέλασε και της είπε: «Μην είσαι ντροπαλή!» προτού γδυθεί – μένοντας μόνο με τα εσώρουχά της – κι αρχίσει να τρέχει πάνω σ’ένα κινούμενο κεκλιμένο επίπεδο όπου εμφανίζονταν ολογράμματα εμποδίων (τα οποία και να μην απέφευγες, απλά περνούσαν από μέσα σου σαν φαντάσματα – αν και η Πριγκίπισσα έκανε φιλότιμες προσπάθειες να τα αποφεύγει, χωρίς να είναι πάντοτε επιτυχημένες).

Ντροπαλή! σκέφτηκε η Μάρθα, απορημένη. Εγώ; Ντροπαλή; Πρώτη φορά άκουγε κάποιον να της το λέει αυτό. Πολλές φορές τής είχαν πει ότι ήταν αλήτισσα, αυθάδης, αναιδής, αθυρόστομη· αλλά ποτέ, ποτέ, ντροπαλή. Η Πριγκίπισσα, όμως, ήταν λιγάκι βλαμμένη, νόμιζε η Μάρθα. Δεν την ήξερε καλά, βέβαια· την ήξερε λιγότερο από την Άνμα’ταρ· αλλά είχε καταλάβει ότι η Βασιλική πρέπει να ήταν τελείως παλαβή. Την είχε ακούσει να λέει κάτι απίστευτες μαλακίες μέσα στο παλάτι. Η Μάρθα απορούσε πώς μπορούσε αυτή να είναι αδελφή του Ανδρόνικου· ο αδελφός της ήταν εντελώς διαφορετικός.

Επιπλέον, η Μάρθα αισθανόταν πάντα λιγάκι αμήχανα κοντά της, για κάποιον λόγο που δεν μπορούσε να εξηγήσει. Μάλλον έφταιγαν αυτά που της είχε πει ο Γεράρδος: ότι έπρεπε να φέρεται ευγενικά στους αριστοκράτες της Απολλώνιες κι άλλες τέτοιες μαλακίες. Ή ίσως να έφταιγε απλά το γεγονός ότι η Βασιλική ήταν αδελφή του Ανδρόνικου: και κοντά στον Πρίγκιπα της Επανάστασης το ίδιο αμήχανα ένιωθε η Μάρθα.

Η Βασιλική έκανε γυμναστική για λίγο, μετά φόρεσε πάλι τα ρούχα της και βάδισε προς την έξοδο του γυμναστηρίου λέγοντας «Γεια σας, κοριτσάκια!»

«Γεια σου, Πριγκίπισσα,» της αποκρίθηκε η Άνμα’ταρ.

Η Μάρθα δεν είπε τίποτα, γιατί η τύπισσα, Πριγκίπισσα της Απολλώνιας ή όχι, ήταν φανερά πυροβολημένη και κανονικά έπρεπε να φάει ο κώλος της μερικές κλοτσιές για να έρθει στα ίσια της.

Η Μάρθα τελείωσε με τη γυμναστική της όταν τελείωσε και η Άνμα. Πήγαν στο ντους και έριξαν νερό επάνω τους, για να διώξουν τον ιδρώτα.

Μετά, καθώς ντύνονταν, η Μάρθα ρώτησε τη μάγισσα: «Η Πριγκίπισσα είναι γενικώς έτσι;»

«Τι εννοείς;»

«Τίποτα, βασικά…» Άστο καλύτερα, μη μπλέξουμε σε καμια κωλοκατάσταση.

Η Άνμα, για κάποιο λόγο, μειδίασε. «Είναι απλώς λιγάκι παράξενη. Έχει μεγαλώσει σε παλάτι, μην ξεχνάς.»

Η Μάρθα φόρεσε το δεύτερο ζευγάρι ρούχα που είχε πάρει μαζί της και, χαιρετώντας τη μάγισσα, έφυγε από το γυμναστήριο για να επιστρέψει στο δωμάτιό της.

Καθώς βάδιζε προς τα εκεί, οι σκέψεις της πήγαιναν στον Γεράρδο. Νόμιζε ότι ήταν αρκετά φτιαγμένη για να τον πάρει στο κρεβάτι και να τον ξεσκίσει μέχρι τα ξημερώματα. Βέβαια, αυτό δεν ήταν παράξενο. Σχεδόν όλα τα βράδια που περνούσε μαζί του ήταν έτσι φτιαγμένη. Ο Γεράρδος ήταν απλά ο τύπος ανθρώπου που αυτομάτως την καύλωνε. Αλλά αν έπρεπε να περιγράψει αυτόν τον τύπο ανθρώπου, πραγματικά δεν θα ήξερε πώς. Ήταν αυτό που ήταν. Και όσο πιο πολύ ήταν μαζί του, τόσο πιο πολύ ήταν αυτό που ήταν – έτσι είχε διαπιστώσει. Παλιότερα, αν της το έλεγαν δεν θα το πίστευε. Ο άντρας είναι σαν το άγριο το άλογο, θα έλεγε· αφού το δαμάσεις, μετά το ενδιαφέρον του αρχίζει να πέφτει με μαθηματική ακρίβεια.

Η Μάρθα μπήκε στο δωμάτιο (τόσο μεγάλο όσο ορισμένα σπίτια όπου είχε μείνει, και πολύ ωραία επιπλωμένο), έβγαλε τα ρούχα της, φόρεσε κάτι προκλητικά εσώρουχα που είχε αγοράσει από τα καταστήματα της Απαστράπτουσας, και, ανάβοντας ένα τσιγάρο, κάθισε στο περβάζι του παράθυρου που κοίταζε τον κήπο.

Είχε νυχτώσει, και ο Γεράρδος, όπου κι αν βρισκόταν, δεν θ’αργούσε να έρθει. Δεν ήταν σαν κάτι λεχρίτες που πάνε και τα πίνουν κι αργούν να γυρίσουν στο σπίτι τους, παρότι κάποτε ήταν καπετάνιος στο Πορφυρό Κενό, όπως της είχε πει. Μια φορά, πρόσφατα, η Μάρθα είχε γίνει λιώμα με τα Απολλώνια ποτά του παλατιού – είχε μπει στον πειρασμό να δοκιμάσει σχεδόν όλη την κάβα – και ο Γεράρδος είχε εξαγριωθεί μαζί της. Να πας να κοιμηθείς στον κήπο! της είχε πει. Να πας να γαμηθείς! του είχε πει η Μάρθα, και ο Γεράρδος είχε φύγει εκείνη τη νύχτα – πράγμα που, κανονικά, θα την είχε τσαντίσει πολύ, αν δεν ήταν τελείως λιάδα.

Καθώς τώρα η Μάρθα είχε καθίσει στο περβάζι του παραθύρου και κοίταζε κάτω καπνίζοντας, είδε τον Γεράρδο να βαδίζει στον κήπο. Και δεν ήταν μόνος. Μαζί του ήταν αυτή η Βατράνια Κινκάρδη – η οποία, απ’ό,τι ήξερε η Μάρθα, ήταν μια πράκτορας της Επανάστασης που είχε έρθει κυνηγημένη από τη Σεργήλη.

Καλύτερα, όμως, να έμενε εκεί! Της Μάρθας δεν της άρεσε καθόλου. Ειδικά έτσι όπως, συνεχώς, έμοιαζε να κοιτάζει τον Γεράρδο, όλο υπονοούμενα. Το ίδιο βέβαια έκανε και με όλους τους υπόλοιπους άντρες, αλλά ο Γεράρδος ενδιέφερε τη Μάρθα.

Τι θέλει μαζί του τώρα;

Η Μάρθα τούς έβλεπε καλά-καλά καθώς βάδιζαν μιλώντας. Ευτυχώς, η μαλακισμένη δεν είχε απλώσει τα χέρια της επάνω του. Αν απλώσει τα χέρια της επάνω του, θα της τα κόψω!

Η Μάρθα ήταν τσαντισμένη και μόνο που τους έβλεπε έτσι, τον έναν κοντά στον άλλο. Γιατί περπατάνε εκεί, μες στο μισοσκόταδο του κήπου; Τι πάνε να κάνουν;

Μετά, ο Γεράρδος και η Βατράνια έστριψαν κι έφυγαν από τα μάτια της Μάρθας.

Εκείνη, για μερικές στιγμές, περίμενε. Και διαπίστωσε ότι δεν ανέπνεε. Άρχισε πάλι να αναπνέει.

Τη γαμημένη!

Πετώντας το τσιγάρο της κάτω, τσαντισμένα, βάδισε προς την έξοδο του δωματίου. Άνοιξε την πόρτα και βγήκε στον διάδρομο, χωρίς να φορέσει τίποτα πάνω από τα εσώρουχά της – χωρίς ούτε καν να το σκεφτεί. Δεν ήξερε τόσο καλά το παλάτι της Απαστράπτουσας αλλά θα τους έβρισκε· θα τα γύριζε όλα ανάποδα μέχρι να τους βρει!

«Πού πας έτσι;»

Η Μάρθα στράφηκε, ξαφνιασμένη· και είδε τον Γεράρδο.

«Είσαι εδώ;» του είπε, σχεδόν γρυλίζοντας.

«Ναι, μάλλον εδώ είμαι,» αποκρίθηκε εκείνος βαδίζοντας προς το μέρος της.

«Από πού ήρθες;»

Ο Γεράρδος έδειξε με τον αντίχειρά του, φανερά παραξενεμένος. «Δεν καταλαβαίνω. Τι–;»

«Τι έκανες μ’αυτή τη μαλακισμένη εκεί έξω τέτοια ώρα;» φώναξε η Μάρθα.

«Τι φωνάζεις;» είπε ο Γεράρδος. «Για τη Βατράνια μιλάς;»

«Ναι, για ποια άλλη; Σας είδα από το παράθυρο!»

«Πάμε μέσα, για όνομα όλων των θεών…» Ο Γεράρδος βάδισε προς το δωμάτιό τους, γελώντας. Δε μπορούσε να συγκρατηθεί· η κατάσταση τού φαινόταν αστεία. Είναι δυνατόν να νομίζει ότι εγώ και η Βατράνια είμαστε εραστές;

Η Μάρθα τον ακολούθησε, κι έκλεισε την πόρτα πίσω τους, κοπανώντας την.

«Γελάς;» φώναξε.

«Μη μου πεις ότι νόμιζες πως τρέχει τίποτα μ’εμένα και τη Βατράνια…» Ο Γεράρδος το έβρισκε αδύνατο να μη χαμογελά τουλάχιστον. «Είναι αστείο

Η Μάρθα κοκκίνισε από το λαιμό ώς τις ρίζες των καστανών μαλλιών της. Τους είδα μαζί, σκέφτηκε – πιο λογικά τώρα. Αλλά απλά τους είδα να βαδίζουν μαζί και να μιλάνε: τίποτα περισσότερο. Αισθάνθηκε σαν τελείως μαλακισμένη.

«Με ρωτούσε για τη Χάρνταβελ,» της είπε ο Γεράρδος.

Η Μάρθα αναστέναξε. «Τι σε ρωτούσε;»

«Ήθελε να μάθει για τη διάσταση.»

«Την έχω δει πώς σε κοιτάζει, όμως! Κι έχω ακούσει τι σου λέει, κάπου-κάπου!»

Ο Γεράρδος κούνησε το κεφάλι. Μόνο σε μένα, ή σε όλους; «Αυτός είναι ο τύπος της, Μάρθα. Δεν το κάνει για χάρη μου.»

«Τι γαμιόλα…» γρύλισε η Μάρθα. Βάδισε ώς το παράθυρο και, σταυρώνοντας τα χέρια της εμπρός της, κοίταξε κάτω, τον σκοτεινιασμένο κήπο του παλατιού. Κανένας δεν φαινόταν τώρα εκεί· μόνο σκιές.

Ο Γεράρδος γέλασε ξανά.

«Μη γελάς. Με κάνεις να νιώθω σαν τελείως μαλακισμένη.»

Ο Γεράρδος ήρθε πίσω της και τύλιξε τα χέρια του γύρω της. «Όχι τελείως…» είπε φιλώντας το πλάι του λαιμού της.

Η Μάρθα γέλασε. «Με κολακεύεις, καθίκι!»

«Αν σε κολάκευα πιο πολύ, απλά θα νόμιζες ότι προσποιούμαι.»

«Μ’έχεις μάθει. Αλλά κι εγώ σ’έχω μάθει.»

«Κι αυτά που ξέρεις για μένα τι σου λένε; Είναι η Βατράνια ο τύπος μου;»

«Είναι πολύ όμορφη γυναίκα,» είπε η Μάρθα, «δεν είναι;»

«Άλλο το ένα, άλλο το άλλο.»

«Δηλαδή, θα σε χάλαγε ένα πήδημα μαζί της;»

«Μπορείς να πηδηχτείς με τον οποιονδήποτε, Μάρθα – αυτό δεν πάει να πει τίποτα.»

«Μου τη βαράει όταν το γυρίζεις στη φιλοσοφία!»

Ο Γεράρδος γέλασε.

Η Μάρθα στράφηκε για να τον κοιτάξει καταπρόσωπο. «Και τι είπες ότι σε ρωτούσε;»

«Για τη Χάρνταβελ.»

«Να, είδες – πρόσχημα για να σε καβαλήσει! Τι τη νοιάζει αυτή για τη Χάρνταβελ;»

«Τη νοιάζει επειδή νομίζει ότι ίσως ο Πρίγκιπας να τη στείλει εκεί.»

Η Μάρθα συνοφρυώθηκε.

Ο Γεράρδος τής εξήγησε γιατί η Βατράνια νόμιζε αυτό που νόμιζε.

«Χμμμ…» έκανε η Μάρθα. «Καλά, ίσως το καβαλίκεμα να μην ήταν ο μοναδικός της σκοπός.»

Ο Γεράρδος μειδίασε. «Πάντα μου φτιάχνεις τη διάθεση.»

Η Μάρθα γούρλωσε τα μάτια. «Σου γκρινιάζω, ρε καθυστερημένε!»

«Δεν έχει σημασία,» είπε ο Γεράρδος· «πάλι μου φτιάχνεις τη διάθεση. Υπάρχουν πολύ πιο άσχημα πράγματα σ’αυτό το σύμπαν από τη δική σου γκρίνια, Μάρθα…»

Η Μάρθα κάθισε στο περβάζι, συνεχίζοντας να τον ατενίζει καταπρόσωπο. «Μου λες κάτι τέτοια παράξενα κατά καιρούς… και το ξέρω ότι μου κρύβεις πράγματα… από παλιά, πολύ παλιά, στη ζωή σου.»

«Αναρωτιέμαι μήπως ο Πρίγκιπας μού ζητήσει να κάνω κάτι που δεν θέλω,» είπε ο Γεράρδος.

«Ο Πρίγκιπας δεν θα σε αναγκάσει να κάνεις κάτι που δεν θέλεις – κανέναν δεν αναγκάζει. Συνήθως. Για τι ακριβώς μιλάς, όμως…;» Τα φρύδια της έσμιξαν. «Νομίζεις ότι ίσως σου ζητήσει να πας στη Χάρνταβελ;»

Ο Γεράρδος ένευσε.

«Και τι έγινε;» ρώτησε η Μάρθα.

Ο Γεράρδος δεν μίλησε.

«Σε κυνηγάνε οι ιερείς, για να σε σκοτώσουν;»

«Δεν είναι ακριβώς έτσι,» είπε ο Γεράρδος. «Κανονικά, δεν θα έπρεπε να μπορώ να φύγω. Δεν υπάρχει κανένας νόμος για το τι συμβαίνει σ’έναν ιερέα που επιστρέφει, γιατί οι ιερείς δεν φεύγουν ποτέ απ’τη διάσταση.»

«Τι πάει να πει αυτό; Κι εσύ πώς έφυγες; Προσπάθησαν να σε μαγκώσουν και τους ξεγλίστρησες;»

Ο Γεράρδος κούνησε το κεφάλι. Στράφηκε απ’την άλλη, γυρίζοντάς της την πλάτη. «Δεν είναι αυτό που νομίζεις, Μάρθα. Δεν είναι καθόλου αυτό που νομίζεις…»

Και το υπόλοιπο βράδυ δεν ήθελε πια να συζητήσει ούτε για τους ιερείς της Χάρνταβελ ούτε γι’αυτή τη διάσταση.

Κεφάλαιο 2
Χάρνταβελ

Πλησίαζαν.

Επάνω σε ψηλά, μαύρα άλογα.

Μέσα στη σκοτεινή νύχτα.

Ο Αργυρός Θείος Οφθαλμός ξεπρόβαλλε ανάμεσα από τα σκούρα σύννεφα, βάλλοντας τη γη με τις φεγγαραχτίδες του, κάνοντας το μικρό χωριό των δασών ν’ασημίζει.

Ο Κακός Οφθαλμός ήταν σχεδόν κρυμμένος· ίσα που φαινόταν το πορφυρό του χρώμα, μικρότερος καθώς ήταν από το άλλο φεγγάρι και σκεπασμένος από τα σύννεφα.

Οι κάτοικοι του χωριού είχαν ακούσει τα ποδοβολητά των αλόγων. Είχαν βγει από τα σπίτια τους. Ο τρόμος και η ελπίδα ήταν ανάμικτα μέσα τους. Φοβόνταν, αλλά ήξεραν ποιοι μπορούσαν να τους σώσουν. Μόνο αυτοί, και κανένας άλλος…

Οι καβαλάρηδες μπήκαν στο χωριό, τραβώντας τα γκέμια των αλόγων τους, σταματώντας τα. Ήταν μια ντουζίνα στο σύνολό τους, όλοι τους ντυμένοι με τις πέτσινες πανοπλίες των Ιερών Φρουρών, τις σκούρες πράσινες κάπες, και τα κλειστά σιδερένια κράνη που έκρυβαν τα πρόσωπά τους. Καραμπίνες κρέμονταν από τις σέλες των αλόγων τους, μεγάλα σπαθιά από τις πλάτες τους.

Μονάχα ένας ανάμεσά τους διέφερε. Ο άντρας που προπορευόταν. Φορούσε τα άμφια ιερέα, και δεν είχε κράνος στο κεφάλι. Το δέρμα του ήταν πορφυρό, τα μαλλιά του γαλανά, όπως επίσης και τα μούσια του. Αλλά στην όψη του υπήρχε κάτι το μη ανθρώπινο, κάτι το άγριο όπως άγρια είναι η φύση, όπως άγρια είναι τα θηρία που περιφέρονται στα βάθη των σκοτεινών δασών και στα απόμακρα μέρη. Τα μάτια του άντρα γυάλιζαν σαν των αιλουροειδών, σαν του λύκου. Κι όποιος από τους χωρικούς τύχαινε να τ’ατενίσει ευθέως αισθανόταν την αναπνοή του να κόβεται και τα γόνατά του να λύνονται, κι έπεφτε κάτω, στη γη.

Δεν ήταν συνετό ν’ατενίζεις στα μάτια έναν ιερέα όταν αυτός ήταν φανερά ένα με τον Θεό: γιατί ήταν προέκτασή Του· ήταν το χέρι Του, το όπλο Του· το μυαλό και η οργή Του.

Ο πορφυρόδερμος ιερέας κρατούσε σφιχτά τα χαλινάρια του αλόγου του μέσα στα γαντοφορεμένα χέρια του. Κοίταξε τους συγκεντρωμένους χωρικούς για μια στιγμή χωρίς να μιλά. Κι ούτε εκείνοι μίλησαν. Η σιγαλιά του νυχτερινού δάσους είχε κυριέψει το μικρό χωριό· μονάχα τ’άλογα ακούγονταν να χρεμετίζουν κάπου-κάπου.

«Φέρτε τον ενώπιόν μου!» πρόσταξε, τελικά, ο ιερέας, και η φωνή του ήταν σαν κάτι που κανείς δεν έχει τη δύναμη να αρνηθεί. Μια θέληση που λυγίζει κάθε άλλη θέληση. Και οι χωρικοί δεν είχαν κατά νου να κάνουν καμία προσπάθεια αντίστασης, φυσικά. Άλλωστε, εκείνοι είχαν καλέσει τον ιερέα εδώ, ύστερα από τα δαιμονικά πράγματα που εμφανίστηκαν στα δάση κοντά στο χωριό τους.

Υπακούγοντας τώρα στην εντολή του, πήγαν να φέρουν τον άνθρωπο που θα θυσιαζόταν.

Από ένα σπίτι τον έβγαλαν, δεμένο χειροπόδαρα και σηκώνοντάς τον. Το στόμα του ήταν βουλωμένο με πανιά και δέρμα. Τα ρούχα του ήταν κουρελιασμένα. Ξερό αίμα υπήρχε επάνω τους κι επάνω στο λευκό δέρμα του.

Τον έριξαν στη γη, μπροστά στα πόδια του αλόγου του ιερέα, κι εκείνος τον κοίταξε με γυαλιστερά μάτια.

«Αυτός είναι ο χειρότερος άνθρωπος του χωριού σας;» ρώτησε.

«Μάλιστα, Μεγάλε Πατέρα,» αποκρίθηκε ένας γηραιός άντρας με καραφλό κεφάλι, ο οποίος ήταν ο Δικαστής του χωριού.

«Μάλιστα, Μεγάλε Πατέρα,» αποκρίθηκε, σχεδόν συγχρόνως, και μια γυναίκα, μικρότερη από τον Δικαστή αλλά όχι νέα, η οποία ήταν η Λειτουργός του χωριού.

«Γιατί;» ρώτησε ο ιερέας πάνω στο άλογο, ατενίζοντάς τους επίμονα.

Εκείνοι, κι οι δυο τους, κατέβασαν τα βλέμματά τους στο έδαφος, για να μην τον κοιτάξουν κατάματα.

«Είναι κακός άνθρωπος, Μεγάλε Πατέρα,» είπε ο Δικαστής, στηριζόμενος στο ραβδί του που φανέρωνε το αξίωμά του ανάμεσα στους υπόλοιπους του χωριού. «Έχει πολλές φορές κλέψει τα θηράματα κυνηγών, έχει κλέψει κότες από κοτέτσια, έχει πει ψέματα, έχει απατήσει τη γυναίκα του–»

«Όχι! Ψέματα! Λέει ΨΕΜΑΤΑ, Μεγάλε Πατέρα! Ο άντρας μου είναι καλός άνθρωπος!»

Ο ιερέας έστρεψε το βλέμμα του προς τη μεριά απ’την οποία ακούστηκε η σπαραχτική γυναικεία φωνή, και είδε μια γυναίκα με μακριά ξανθά μαλλιά, λευκό δέρμα, και μια μεγάλη μελανιά στο αριστερό μάτι. Τα ρούχα της δεν ήταν κουρελιασμένα, αλλά ήταν φανερά τραβηγμένα και ποτισμένα από ιδρώτα.

«Σας παρακαλώ, Μεγάλε Πατέρα, όχι τον άντρα μου! Είναι καλός άνθρωπος! Λένε ψέματα επειδή ο Δικαστής–!»

Μια άλλη γυναίκα την άρπαξε από πίσω, κλείνοντάς της το στόμα· ένας άντρας τη γρονθοκόπησε στην κοιλιά.

«Πώς την αφήσατε να βγει έξω;» φώναξε ο Δικαστής, μοιάζοντας εξαγριωμένος, τρέμοντας ολόκορμος.

«Μας ξεγλίστρησε…» είπε ο άντρας που είχε γρονθοκοπήσει τη γυναίκα στην κοιλιά. «Συγνώμη, συγνώμη…»

Ο Δικαστής στράφηκε, ύστερα, αμέσως στον έφιππο ιερέα και (χωρίς, ασφαλώς, να τον κοιτάζει κατάματα) είπε: «Η γυναίκα του δεν είναι και πολύ καλύτερη απ’αυτόν, Μεγάλε Πατέρα, αλλά αυτός είναι χειρότερος. Ήταν δύσκολο ν’αποφασίσουμε ποιον να προσφέρουμε στον Θεό, για να τον πάρει μακριά από εμάς, αλλά εκείνος είναι, νομίζω, ο πιο ελεεινός από τους δυο τους. Ναι, Μεγάλε Πατέρα.»

«Δοκιμάζεις την υπομονή μου, Δικαστή,» είπε ο ιερέας, και το άλογό του, απρόσμενα, χρεμέτισε δυνατά, ανασηκώθηκε στα πισινά του πόδια, και, περνώντας πάνω από το δεμένο εξιλαστήριο θύμα, βρόντησε τις μπροστινές του οπλές στο έδαφος κοντά στον γέρο-Δικαστή.

Εκείνος, περισσότερο από τον τρόμο του παρά από οτιδήποτε άλλο, σωριάστηκε, βογκώντας και βαριανασαίνοντας. Το ραβδί έφυγε από το χέρι του.

Η Λειτουργός γονάτισε πλάι του. «Μεγάλε Πατέρα, σας ικετεύω!» φώναξε. «Συγχωρέστε μας. Αν αυτή η θυσία δεν ευχαριστεί τον Θεό, πάρτε όποιον άλλο άνθρωπο του χωριού μας επιθυμείτε!»

Ο ιερέας κοίταξε τον δεμένο άντρα κάτω από το άλογό του. Ήταν τρομοκρατημένος· τα μάτια του ήταν, καταφανώς, τα μάτια ενός τρελού. Ο ιερέας έβαλε το άλογό του να κάνει μερικά βήματα χωρίς να τον ποδοπατήσει, και πρόσταξε τους Ιερούς Φρουρούς: «Πάρτε τον! Προσφέρετέ τον στον Θεό.

»Κι επίσης,» ο ιερέας ύψωσε το χέρι του δείχνοντας, «αυτόν τον γέρο.»

Δύο Ιεροί Φρουροί πήδησαν από τις σέλες των αλόγων τους και, παίρνοντας τις καραμπίνες τους μαζί τους, πλησίασαν τον πεσμένο Δικαστή. Τα φώτα του χωριού, δαυλοί και λάμπες λαδιού, αντανακλούσαν επάνω στα κλειστά σιδερένια κράνη τους.

«Όχι!» ούρλιαξε ο Δικαστής. «Όχι εμένα! Είμαι ο Δικαστής! Είμαι ο Δικαστής του χωριού! Είμαι–!»

«Όλοι!» τον διέκοψε η φωνή του ιερέα σαν αστροπελέκι. «Όλοι! είμαστε ίσοι υπό το Βλέμμα του Θεού, γέρο! Όλοι!»

«Είμαι ο Δικαστής είμαι ο Δικαστής είμαι ο Δικαστής–» κλαψούριζε ο γέρος καθώς προσπαθούσε αδύναμα να αντισταθεί στους Ιερούς Φρουρούς που τον άρπαζαν από τα ρούχα του και τον τραβούσαν. Η Λειτουργός δεν έκανε καμία κίνηση για να τον βοηθήσει, ούτε και κανένας άλλος συγχωριανός του. Σε ορισμένων, μάλιστα, τα μάτια ευχαρίστηση φάνηκε να γυαλίζει.

«Μην κάνετε κακές σκέψεις για τον Δικαστής σας,» είπε ο ιερέας: και η φωνή του έμοιαζε ν’αντηχεί, σχεδόν εξωπραγματικά, σ’ολόκληρο το χωριό. «Γιατί δεν είναι πάρα κάποιος που ανήκει στον Θεό – και Εκείνος ήταν που θέλησε να του δώσει τέλος. Και όλοι σας επίσης ανήκετε στον Θεό – όπως κι εγώ ο ίδιος!» φώναξε ο ιερέας. Ύψωσε το χέρι του για να κάνει μια ημικυκλική χειρονομία. «Ολόκληρος τούτος ο κόσμος είναι δικός Του! Εμείς δεν είμαστε παρά υπηρέτες, πολεμιστές, και λειτουργοί του. Γονατίστε! ΓΟΝΑΤΙΣΤΕ!»

Και οι χωρικοί έπεσαν στα γόνατα, κατεβάζοντας τα κεφάλια τους στη γη.

Τα άλογα χλιμίντρισαν, χτυπώντας τα πόδια τους.

Ένας από τους Ιερούς Φρουρούς κοπάνησε τον γέρο-Δικαστή στο κεφάλι, με την πίσω μεριά της καραμπίνας του, καθώς εκείνος ακόμα προσπαθούσε ν’αντισταθεί κλαίγοντας και φωνάζοντας.

«Με το μαλακό, ανόητοι!» είπε ο ιερέας, θυμωμένα. «Δεν είναι για σας να τον θανατώσετε, αλλά για τον Θεό!»

«Μας συγχωρείτε, Μεγάλε Πατέρα,» μουρμούρισαν οι δύο Φρουροί που τραβούσαν τον Δικαστή.

Συγχρόνως, άλλοι δύο Φρουροί έπαιρναν από το έδαφος τον δεμένο άντρα, σηκώνοντας τον με ευκολία στα χέρια. Ήταν όλοι τους γεροδεμένοι, και φάνταζαν σκληροτράχηλοι και εφιαλτικοί με τα σιδερένια τους κράνη, τις κάπες, τις πέτσινες πανοπλίες, και τα μεγάλα σπαθιά στις πλάτες τους.

Ο γέρο-Δικαστής και ο νεότερος άντρας μεταφέρθηκαν έξω από το χωριό, μερικές δεκάδες μέτρα μέσα στο δάσος· και ο ιερέας επέβλεπε καθώς οι Ιεροί Φρουροί κάρφωναν πασσάλους στο χώμα, τους στερέωναν καλά, και έδεναν επάνω τους τους δύο θυσιαζόμενους, ανάποδα, με το κεφάλι προς τη γη και τα πόδια προς τον ουρανό. Έπειτα τους έγδυσαν, σκίζοντας τα ρούχα τους με ξιφίδια και με απότομα τραβήγματα. Τους άφησαν ολόγυμνους.

Όταν τους έβγαλαν και τα φίμωτρά τους, εκείνοι άρχισαν αμέσως να φωνάζουν και να εκλιπαρούν.

«Ο Θεός δεν επιθυμεί ν’ακούσει τα λόγια τους,» είπε ο ιερέας, καθώς τους παρατηρούσε από κάποια απόσταση, καθισμένος στο άλογό του.

Οι Ιεροί Φρουροί δεν δίστασαν καθόλου: άνοιξαν με τη βία τα στόματα των δύο δεμένων αντρών και τους έκοψαν τις γλώσσες ενώ εκείνοι έσκουζαν. Το αίμα τους έτρεξε στη γη, για να ποτίσει το χώμα.

Δεν θ’αργούσαν να πεθάνουν έτσι ανάποδα όπως κρέμονταν. Και τα σώματά τους θα έμεναν εκεί για μέρες, ώσπου να τα κατασπαράξουν τα ζώα του δάσους και τα πουλιά, στέλνοντας τις σάρκες πίσω στη διάσταση που τις είχε γεννήσει.

Οι χωρικοί, μακριά από το σημείο της θυσίας, κλεισμένοι στα σπίτια τους, προσεύχονταν τα δαιμονικά πράγματα να μην ξαναπαρουσιάζονταν κοντά στο χωριό τους.

Δυστυχώς, οι προσευχές τους δεν θα εισακούγονταν. Ο Θεός πρέπει να ήταν πολύ θυμωμένος μαζί τους…

*

Ήταν απόγευμα όταν έφτασε στο δάσος στα νοτιοανατολικά, και αισθανόταν κουρασμένη από τη Μαγγανεία Κινήσεως.

Καθώς οι πόρτες του οχήματος άνοιγαν, βγήκε από το μικρό ενεργειακό κέντρο του, στάθηκε πάνω στο χόρτο, και ίσιωσε τη μέση της για να ξεπιαστεί.

Το μοναδικό δάσος στη Χάρνταβελ δεν ήταν το μεγάλο δάσος στην καρδιά της διάστασης – το Κεντροδάσος, όπως το έλεγαν οι γηγενείς – το οποίο τυλιγόταν, σαν φίδι που τρώει την ουρά του, γύρω από μια ερημιά όπου δεν φύτρωνε τίποτα και όπου έβρισκε κανείς μονάχα πέτρες και ξερή άμμο. Υπήρχαν κι άλλα δάση στη Χάρνταβελ, από δω κι από κει, σε διάφορα σημεία της διάστασης, αλλά πολύ μικρότερα από το Κεντροδάσος. Σπάνια εκτείνονταν πάνω από εκατό χιλιόμετρα.

Η Αρίνη’σαρ αντίκριζε τώρα ένα απ’αυτά. Ένα από τα μεγαλύτερα, για την ακρίβεια. Το όχημά της είχε σταματήσει στις παρυφές του, εκεί όπου η χορταριασμένη πεδιάδα τελείωνε και η πυκνή βλάστηση ξεκινούσε.

Οι στρατιώτες που ήταν μαζί με την Αρίνη έκλεισαν τις πόρτες του οχήματος κι έκαναν να τις κλειδώσουν. Αλλά εκείνη τούς σταμάτησε μ’ένα ύψωμα του χεριού.

«Αφήστε το,» είπε. «Ποιος θα το πάρει εδώ πέρα;» Εκτός του ότι δεν φαινόταν πουθενά γύρω να υπάρχει ψυχή, οι περισσότεροι γηγενείς της Χάρνταβελ δεν ήξεραν πώς να οδηγούν ενεργειακά οχήματα. Αλλά, ακόμα κι αν ήξεραν, πάλι ήθελαν μάγο για να κινήσουν το συγκεκριμένο. Ήταν μεταβαλλόμενο: μπορούσε να πάρει δύο μορφές – εξάτροχο όχημα ξηράς και πλοιάριο για τους ποταμούς. Και τέτοια οχήματα/σκάφη ήταν τόσο περίπλοκα που απαιτούσαν τη χρήση της Μαγγανείας Κινήσεως για να λειτουργήσουν σωστά και να μην κάψουν τον εαυτό τους.

Οι στρατιώτες υπάκουσαν την Αρίνη χωρίς δισταγμό. Ήταν μάγισσα του τάγματος των Ερευνητών· ήταν η αρχηγός ετούτης της ερευνητικής αποστολής· και ήταν σύζυγος του ταγματάρχη τους, Τέρι Κάρμεθ.

Η Αρίνη’σαρ έστρεψε πάλι το βλέμμα της στο δάσος, και υψώνοντας τα χέρια της άρθρωσε τα λόγια για το Ξόρκι Ενεργειακής Ανιχνεύσεως, ενώ τα δάχτυλά της διέγραφαν σχήματα στον αέρα. Όλ’αυτά ήταν διαταγές: η Αρίνη πρόσταζε το σύμπαν να φέρει στο μυαλό της τις πληροφορίες που ήθελε, να διευρύνει τις αισθήσεις της με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να δει τις ενέργειες που πιθανώς να περιφέρονταν σε τούτο το μέρος.

Δεν εντόπισε, όμως, τίποτα το ασυνήθιστο.

Διέκοψε το ξόρκι, απογοητευμένη γι’ακόμα μια φορά. Συνεχώς μάθαινε για παράξενες εμφανίσεις σε διάφορα μέρη της Χάρνταβελ, αντικατοπτρισμούς, εικόνες χωρίς ύλη· αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί, και πώς, συνέβαινε αυτό. Νόμιζε ότι επρόκειτο για κάποια αραίωση στα τοιχώματα της διάστασης, μα δεν κατόρθωνε να το εξηγήσει ούτε να το επιβεβαιώσει. Είχε ταξιδέψει ακόμα και στη Ρελκάμνια, τη διάσταση-έδρα της Παντοκρατορίας, και είχε επισκεφτεί τη Συγκεντρωτική Ακαδημία Μαγικών Τεχνών (όπου, παλιά, είχε διδαχθεί την τέχνη της ως μάγισσα του τάγματος των Ερευνητών), μήπως εκεί μπορούσε να βρει κάποια απάντηση στα ερωτηματικά της. Τίποτα, όμως, δεν είχε καταφέρει να ανακαλύψει. Τίποτα που να τη βοηθά άμεσα.

Όπως και εδώ, τώρα.

Από τη μελέτη της στη Σ.Α.Μ.Τ., είχε καταλήξει εκεί όπου είχε καταλήξει και πριν, ούτως ή άλλως. Υπήρχε κάποια ανεξήγητη αραίωση στα διαστασιακά τοιχώματα της Χάρνταβελ. Συνήθως, βέβαια, όταν συνέβαινε αυτό – σπάνιο, εξαιρετικά σπάνιο, καθώς ήταν – οι «αντικατοπτρισμοί» παρουσιάζονταν σε συγκεκριμένα μέρη πάντα, και δεν εξαφανίζονταν: έμεναν εκεί, σαν φασματικά ολογράμματα. Ή, εξαφανίζονταν μετά από καιρό: μετά από χρόνια· μετά από αιώνες ολόκληρους, ή χιλιετίες, πολλές φορές. Ουσιαστικά, από τη μια διάσταση έβλεπες μέσα σε κάποια άλλη που συνόρευε μ’αυτήν. Ήταν σαν να έχεις δύο γυάλες δίπλα-δίπλα. Και των δύο τα τοιχώματα ήταν καπνισμένα, σκούρα· σε κάποιο σημείο, όμως, το τζάμι είχε καθαρίσει ελαφρώς, και αυτοί που ήταν μέσα στη μία γυάλα μπορούσαν να δουν τι γινόταν στην άλλη γυάλα. Βέβαια, τούτο δεν ήταν παρά ένα απλοϊκό παράδειγμα για τις αραιώσεις των διαστασιακών τοιχωμάτων· γιατί, συνήθως, οι κάτοικοι της μίας διάστασης μπορούσαν να δουν μέσα στην άλλη διάσταση αλλά το αντίστροφο δεν συνέβαινε.

Η συγκεκριμένη περίπτωση με την οποία είχε καταπιαστεί η Αρίνη, όμως, ήταν διαφορετική από αυτές τις περιπτώσεις. Εδώ, στη Χάρνταβελ, οι αντικατοπτρισμοί παρουσιάζονταν και χάνονταν πολύ γρήγορα. Τους έβλεπε ένας κυνηγός μέσα στα δάση, έτρεχε να το πει στους συγχωριανούς του, και μετά δεν υπήρχε πια καμία φασματική εικόνα.

Οι ιερείς της Χάρνταβελ, αναμενόμενα, έδιναν τη δική τους εξήγηση. Ο Θεός ήταν οργισμένος, έλεγαν, και απαιτούσε θυσίες. Ανθρωποθυσίες. Είχαν έρθει ακόμα και για να απαιτήσουν θυσίες από τις δυνάμεις της Παντοκράτειρας. Το θράσος τους!… Απίστευτο…

Θανατώνοντας ανθρώπους – κρεμώντας τους ανάποδα κι αφήνοντας το αίμα να πάει στο κεφάλι τους για να τους σκοτώσει – νόμιζαν ότι εξευμένιζαν τον Θεό της διάστασης: κι επομένως, ότι αυτό βοηθούσε τα σπαρτά τους, τη γονιμότητα… και ότι έδιωχνε τους δαίμονες.

Τρελοί ήταν, όλοι τους!

Η Αρίνη’σαρ είπε στους στρατιώτες της: «Ελάτε,» και μπήκε πρώτη στο δάσος, ενώ εκείνοι απλώνονταν γύρω της σαν προστατευτική ασπίδα, με τα όπλα τους στα χέρια: τουφέκια και πιστόλια.

Η Αρίνη κοίταζε τη βλάστηση ολόγυρα καθώς βάδιζαν, και υποτονθόρυζε τα λόγια του Ξορκιού Ενεργειακής Ανιχνεύσεως για να διατηρεί τις αισθήσεις της μαγικά διευρυμένες και να εντοπίσει αν κάτι ασυνήθιστο συνέβαινε εδώ: κάτι που είχε να κάνει με τις ενέργειες ετούτου του τόπου.

Κανονικά, δε θα έπρεπε να χρησιμοποιεί ξόρκια τώρα, ύστερα από τόσες ώρες που χρησιμοποιούσε τη Μαγγανεία Κινήσεως για να φέρει το μεταβαλλόμενο όχημά της εδώ. Κανονικά, θα έπρεπε να ξεκουραστεί και να μπει το πρωί στο δάσος για να ερευνήσει. Καθότι Ερευνήτρια, όμως, ήταν πανεύκολο για εκείνη να κάνει ξόρκια όπως το Ξόρκι Ενεργειακής Ανιχνεύσεως. Ήταν σχεδόν σαν να περπατά, σχεδόν σαν να διαβάζει. Δεύτερη φύση. Αν ωστόσο εντόπιζε κάτι σημαντικό κι έπρεπε να το ερευνήσει πιο διεξοδικά, τότε σίγουρα θα χρειαζόταν ξεκούραση πρώτα.

Οι σκιές πύκνωναν μέσα στο δάσος, καθώς η μάγισσα και οι στρατιώτες της το διέσχιζαν αργά. Το σκοτάδι της νύχτας πλησίαζε. Και η Αρίνη δεν έβρισκε τίποτα, γι’ακόμα μια φορά. Δεν ήξερε πού ακριβώς σε τούτο το μέρος είχε παρουσιαστεί ο αντικατοπτρισμός – οι κατάσκοποι του άντρα της απλώς είχαν πει ότι ένας κυνηγός που είχε έρθει εδώ, στη δυτική μεριά αυτού του δάσους, είχε δει ένα μεγάλο χάσμα να παρουσιάζεται ξαφνικά εμπρός του και πάνω απ’το χάσμα να κρέμεται κάτι φωτεινό, σαν μικρός ήλιος, αστέρι, ή φεγγάρι: μια σφαίρα φωτός – η Αρίνη, επομένως, όφειλε να ερευνήσει ολόκληρη την περιοχή με την ελπίδα ότι ίσως να εντόπιζε κάτι. Οτιδήποτε.

Και δεν ήταν μόνο από επιστημονική περιέργεια που ερχόταν και έψαχνε (αν και, ως Ερευνήτρια, όφειλε να ομολογήσει ότι της είχε δημιουργηθεί πολύ έντονη περιέργεια για το όλο θέμα)· ήταν για λόγους σταθερότητας της διάστασης. Ο Τέρι τής είχε πει ότι φοβόταν πως θα έχαναν τον έλεγχο της Χάρνταβελ αν οι εντάσεις με τους ιερείς συνέχιζαν να κλιμακώνονται. Η συγκομιδή ήταν άσχημη, τελευταία. Υπήρχε υπογονιμότητα – όχι μόνο στα ζώα αλλά και στους ανθρώπους, έλεγαν. Και τώρα, παρουσιάζονταν κι αυτοί οι μυστηριώδεις αντικατοπτρισμοί παντού στη διάσταση. Οι ιερείς είχαν βαλθεί να λύσουν το πρόβλημα επαναφέροντας το παλιό έθιμο της ανθρωποθυσίας. Και οι γηγενείς δεν έδειχναν να διαφωνούν μ’αυτές τις παράλογες μεθόδους. Οι άνθρωποι της Χάρνταβελ θα έπρεπε, λογικά, να φιλάνε τα πόδια μας, που ήρθαμε στη διάστασή τους για να τους σώσουμε από τους ιερείς τους, έλεγε ο Τέρι· αλλά δεν είναι λογικοί. Δεν ξέρουν τι θα πει λογική. Πλησιάζουν να είναι τρελοί!

Πραγματικά νόμιζαν ότι ο Θεός τους θα διόρθωνε το πρόβλημα στη Χάρνταβελ; Η Αρίνη απορούσε.

Όπως και να ήταν, πάντως, οι εξάρσεις με τους ιερείς είχαν αρχίσει επειδή, καταφανώς, κάτι δεν πήγαινε καλά στη διάσταση – κάτι ανεξήγητο. Αν λοιπόν η Αρίνη κατόρθωνε να φτάσει στην καρδιά του προβλήματος και να βρει τρόπο για να το λύσει, τότε και οι εξάρσεις θα έπαυαν. Αν δεν παρουσιάζονταν μυστηριώδεις αντικατοπτρισμοί κι αν δεν υπήρχε χαμηλή συγκομιδή και υπογονιμότητα, οι ιερείς δεν θα είχαν πια λόγο να κάνουν ανθρωποθυσίες.

Ήταν, όμως, αυτά τα τρία πράγματα – αντικατοπτρισμοί, χαμηλή συγκομιδή, υπογονιμότητα – συνδεδεμένα κάπως; Η Αρίνη πίστευε πως ναι. Πίστευε πως ήταν οι όψεις ενός και μόνο προβλήματος.

Το ξόρκι της δεν τη βοηθούσε. Δεν έβρισκε καμία ασυνήθιστη ενεργειακή μορφή. Τίποτα που να της τραβά την προσοχή. Και η νύχτα είχε πια έρθει· το δάσος είχε σκοτεινιάσει, ορισμένοι στρατιώτες είχαν ανάψει ενεργειακές λάμπες για να βλέπουν. Απόμακρα, ακούγονταν τα φτεροκοπήματα κάποιων πουλιών.

Η Αρίνη’σαρ, κουρασμένη, διέκοψε το ξόρκι της. Κι αισθάνθηκε σαν μουδιασμένη καθώς οι αισθήσεις της έπαψαν να είναι μαγικά διευρυμένες, σαν ο κόσμος όλος να είχε ξαφνικά γίνει βαρετός και γκρίζος.

«Φεύγουμε,» είπε στους στρατιώτες της, απογοητευμένα. «Δεν υπάρχει τίποτα εδώ.»

Και βάδισαν προς τα εκεί όπου είχαν αφήσει το μεταβαλλόμενο όχημά τους, στις δυτικές παρυφές του δάσους.

Δεν μπορώ να κάνω το παραμικρό, σκεφτόταν η Αρίνη, θυμωμένα. Τι γίνεται σ’ετούτη την καταραμένη διάσταση; Είναι σαν να πλησιάζει κάποια άλλη διάσταση, να απομακρύνεται απ’αυτήν, να την ξαναπλησιάζει, να απομακρύνεται και πάλι… Και όχι πάντοτε από την ίδια μεριά… Λες και πρόκειται για εκκρεμές. Μια κλωστή με μια σφαίρα δεμένη στο πέρας της. Η σφαίρα χτυπά σ’έναν τοίχο – όχι πάντα από την ίδια μεριά – και μετά απομακρύνεται, για να ξαναχτυπήσει στον τοίχο ύστερα από λίγο.

Ή ίσως, σκέφτηκε η Αρίνη, να συμβαίνει κάτι διαφορετικό αντικειμενικά αλλά ίδιο υποκειμενικά, για εμάς που το βλέπουμε από το εσωτερικό της Χάρνταβελ… Ίσως πολλές άλλες διαστάσεις να χτυπούν πάνω σε διάφορα σημεία των τοιχωμάτων της ενώ εκείνη παραμένει ακίνητη. Αν πάντως τα πράγματα ήταν έτσι, τότε μπορεί αυτές οι διαστάσεις να μην ήταν διαστάσεις του Γνωστού Σύμπαντος, γιατί οι περιγραφές όσων είχαν δει τους αντικατοπτρισμούς δεν θύμιζαν τίποτα συγκεκριμένο στην Αρίνη.

Περίπλοκο… Πολύ περίπλοκο, ό,τι κι αν συμβαίνει εδώ…

Ή ίσως να είναι απλό, αλλά η οπτική γωνία μας να το κάνει δύσκολο–

«Προσοχή!» Η φωνή ενός στρατιώτη έσχισε τη σιγαλιά του δάσους.

Η Αρίνη στράφηκε ξαφνιασμένη, και είδε τους πολεμιστές γύρω της να υψώνουν τα όπλα τους προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. Και από εκείνη τη μεριά, μέσα από τα σκοτάδια του δάσους, φωτισμένο από τις ενεργειακές λάμπες, ξεπρόβαλε κάτι που η μάγισσα δεν είχε ξαναδεί εδώ, στη Χάρνταβελ, ή πουθενά αλλού.

Ένα πλάσμα σαν μακρύ σκουλήκι, αλλά μεγαλύτερο από άνθρωπο. Στη μπροστινή του μεριά είχε τέσσερα γυαλιστερά μάτια και ένα ζευγάρι μεγάλες δαγκάνες. Το σώμα του σκεπαζόταν από λευκό τρίχωμα, μυτερό, που έφερνε στο νου πολλές όρθιες βελόνες. Τα πόδια του ήταν πολλά (η Αρίνη δεν μπορούσε τώρα, μέσα στα σκοτάδια, να τα μετρήσει), άτριχα, και κοκαλιάρικα. Βασικά, θύμιζαν σκέτα κόκαλα.

Και το πλάσμα δεν φαινόταν φιλικό. Αντικρίζοντάς τους, όρμησε κατευθείαν προς τον πρώτο Παντοκρατορικό πολεμιστή, ανοίγοντας τις μεγάλες δαγκάνες του και βγάζοντας ένα σύριγμα που ακούστηκε σαν τον δυνατό άνεμο που περνά από μια στενή, πολύ στενή οπή.

Ο στρατιώτης – ένας απ’αυτούς που κρατούσαν λάμπες – ύψωσε το πιστόλι του και πυροβόλησε – αλλά μετά οι δαγκάνες είχαν κλείσει γύρω από το στήθος του, παγιδεύοντάς τον. Αίμα τινάχτηκε, βάφοντας τη λευκή στολή του, και ο άντρας κόπηκε στα δύο σαν από την επίθεση πελώριου ψαλιδιού.

Οι άλλοι είχαν ήδη αρχίσει να πυροβολούν, με τουφέκια και πιστόλια. Το κροτάλισμά τους γέμισε τη νύχτα.

Η Αρίνη τράβηξε το δικό της πιστόλι από τη ζώνη της και, κρατώντας το με τα δύο χέρια, πυροβόλησε κι εκείνη.

Ένα από τα μάτια του πελώριου σκουληκιού διαλύθηκε. Υγρά τινάζονταν απ’όλο του το σώμα, παχύρρευστα και ημιδιαφανή. Συρίζοντας δαιμονισμένα, χίμησε πάλι καταπάνω στους στρατιώτες, αλλά εκείνοι τώρα περίμεναν την επίθεσή του κι έτρεξαν να το αποφύγουν. Παρ’όλ’αυτά, ένας τους σκόνταψε σε κάποια ρίζα, σωριάστηκε, και οι δαγκάνες του τέρατος έκλεισαν πάνω στα πόδια του και τα έκοψαν στο ύψος του μηρού. Τα ουρλιαχτά του άντρα ήταν το κάτι άλλο, καθώς αίματα πηδούσαν στον αέρα από τις κατεστραμμένες αρτηρίες.

Η Αρίνη αισθανόταν έτοιμη να ξεράσει· πήρε το βλέμμα της από τον χτυπημένο στρατιώτη, συνεχίζοντας να πυροβολεί το τέρας.

Το πελώριο σκουλήκι πέρασε πάνω από τον άντρα με τα κομμένα πόδια, πατώντας τον, προσπαθώντας να φτάσει τους υπόλοιπους, ενώ σφαίρες το έλουζαν και το λευκό τρίχωμά του είχε γεμίσει από τα ζωτικά του υγρά, τα μάτια του ήταν μισοτυφλωμένα, οι δαγκάνες του ανοιγόκλειναν σπασμωδικά.

Η Αρίνη και οι πολεμιστές της απομακρύνθηκαν κι άλλο από το τέρας, και μετά εκείνο έπαψε να κινείται.

Ήταν νεκρό.

Για μια στιγμή, απόλυτη σιγή βασίλεψε.

Ύστερα, η Αρίνη ρώτησε με τρεμάμενη φωνή: «Το… το έχετε ξαναδεί αυτό;»

«Όχι, κυρία,» αποκρίθηκε ο Ανθυπολοχαγός Τάρθλος – ένας γαλανόδερμος, ψηλός άντρα που υπηρετούσε υπό τις διαταγές του συζύγου της Αρίνης από παλιά. «Ποτέ δεν έχω ακούσει να παρουσιάζεται κάτι τέτοιο στα δάση της Χάρνταβελ.»

Η Αρίνη ένευσε. «Ούτε κι εγώ.»

Θηκάρωσε το πιστόλι της και βάδισε, προσεχτικά, προς το νεκρό τέρας. Οι στρατιώτες την ακολούθησαν, με τα δικά τους όπλα ακόμα υψωμένα. Ορισμένοι άλλαξαν γεμιστήρα.

«Τα Γένια του Κρόνου…» μουρμούρισε η Αρίνη’σαρ, σταματώντας μπροστά στο νεκρό ανέγνωρο πλάσμα και ατενίζοντάς το. Πουθενά δεν το είχε ξαναδεί, όχι μόνο στη Χάρνταβελ. Ακόμα και στη Φεηνάρκια, όπου μπορούσες να βρεις ένα σωρό επικίνδυνα θηρία, η Αρίνη δεν νόμιζε ότι υπήρχε ένα σκουλήκι σαν αυτό.

«Θα το πάρουμε μαζί μας,» είπε στους στρατιώτες. «Έχετε αλυσίδες, ώστε να το τραβήξετε;»

«Εδώ όχι, κυρία,» αποκρίθηκε ο Ανθυπολοχαγός Τάρθλος. «Αλλά στο όχημα υπάρχουν. Ελπίζω να είναι αρκετές.»

«Αν δεν είναι αρκετές, θα πάμε να πάρουμε αλυσίδες ή σχοινιά – ό,τι έχουν – από κάποιο κοντινό χωριό. Το θέλω μαζί μας αυτό το πλάσμα, Ανθυπολοχαγέ. Πρέπει να το μεταφέρουμε στην Ερρίθια. Γιατί απορώ πώς είναι δυνατόν να βρέθηκε εδώ.»

Κεφάλαιο 3
Αναμνήσεις

«Από εδώ, κύριε. Παρακαλώ,» είπε ο υπηρέτης, καθώς οδηγούσε τον Γεράρδο μέσα στα προσωπικά διαμερίσματα του Βασιληά. Στάθηκε πλάι σε μια μισάνοιχτη πόρτα και την έσπρωξε ελαφρώς.

Ο Γεράρδος, περνώντας δίπλα από τον υπηρέτη, μπήκε σ’ένα δωμάτιο σχετικά μικρό για τα δεδομένα του βασιλικού παλατιού της Απαστράπτουσας. Και βρέθηκε ν’αντικρίζει τον Πρίγκιπα Ανδρόνικο– Βασιληά Ανδρόνικο και τη Βασίλισσά του, Αντίκλεια’χοκ. Εκείνος καθόταν πίσω από ένα μεγάλο ξύλινο γραφείο, ντυμένος με λευκό πουκάμισο με ψηλούς γιακάδες· τα μακριά, ξανθά του μαλλιά έπεφταν στους ώμους του, γυαλίζοντας στο πρωινό φως που έμπαινε από το παράθυρο· τα μούσια του ήταν προσεχτικά κομμένα και καλοχτενισμένα. Η Αντίκλεια στεκόταν όρθια, μερικά βήματα πλάι στο γραφείο, χρυσόδερμη, καστανομάλλα, ντυμένη μ’ένα μακρύ γαλανό φόρεμα. Φαινόταν να μιλά στον σύζυγό της λίγο προτού μπει ο Γεράρδος, και καθώς εκείνος μπήκε, στράφηκε στο μέρος του και τον χαιρέτησε.

Ο Γεράρδος έκανε μια σύντομη υπόκλιση. «Καλημέρα, Μεγαλειοτάτη.» Και προς τον Ανδρόνικο: «Μεγαλειότατε.»

«Δεν υπάρχει λόγος για τυπικότητες εδώ, Γεράρδε,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος. «Μεταξύ μας είμαστε. Κάθισε» – έδειξε μια καρέκλα αντίκρυ του – «πρέπει να σου μιλήσω.» Και προς τη Βασίλισσα: «Αντίκλεια, μας αφήνεις;»

Το βλέμμα της ήταν δυσαρεστημένο, παρατήρησε ο Γεράρδος, σαν η Βασίλισσα να πίστευε ότι ο Ανδρόνικος την απέκλειε από κάτι που κανονικά θα έπρεπε να μοιράζεται μαζί της. Χωρίς να μιλήσει, έφυγε από το δωμάτιο κλείνοντας την πόρτα πίσω της.

Ο Γεράρδος κάθισε στην καρέκλα αντίκρυ στον Πρίγκιπα της Επανάστασης.

«Για τη Χάρνταβελ θέλω να σου μιλήσω,» του είπε ο Ανδρόνικος· κι αν έκρινε κανείς από το συνοφρύωμά του, πρέπει να ήταν κάτι που τον απασχολούσε αρκετά.

Δε μ’αρέσει αυτό… «Ελπίζω να μπορώ να βοηθήσω, Πρίγκιπά μου. Όπως γνωρίζετε, έχω φύγει εδώ και χρόνια από αυτή τη διάσταση.»

«Γεννήθηκες, όμως, εκεί. Σίγουρα, κάτι πρέπει να ξέρεις παραπάνω από εμένα…»

«Θα το μάθουμε αυτό σύντομα,» αποκρίθηκε ο Γεράρδος, ακουμπώντας την πλάτη του στην καρέκλα και σταυρώνοντας τα χέρια του εμπρός του. Ο Πρίγκιπας, λοιπόν, θέλει μόνο τη συμβουλή μου; Δεν ήθελε να τον στείλει στη Χάρνταβελ για ερευνητικούς σκοπούς, όπως φοβόταν ο Γεράρδος; Δεν θα έστελνε εκεί κάποια ομάδα, όπως υποψιαζόταν ο Φαρνέλιος; Η Βατράνια θ’απογοητευτεί, ίσως…

«Το δίκτυό μου στη Χάρνταβελ δεν είναι τόσο καλό όσο σε άλλες διαστάσεις,» είπε ο Ανδρόνικος. «Υπάρχουν αρκετοί επαναστάτες εκεί, αλλά δεν αναφέρουν όλοι σε μένα. Κάποιες πληροφορίες έρχονται, κάποιες όχι. Οι ιερείς της Χάρνταβελ είναι που ελέγχουν τους περισσότερους επαναστάτες, και, παρότι οι ιερείς είναι εναντίον της Παντοκράτειρας, δεν μου αποκαλύπτουν πολλά για τις κινήσεις τους, ούτε ζητάνε συχνά βοήθεια. Προτιμούν ό,τι κάνουν να το κάνουν μόνοι τους, και απλά να δέχονται κάποια εφόδια που τους στέλνω. Προσωπικά, δεν έχω κανένα πρόβλημα μ’αυτό· η Χάρνταβελ είναι η διάστασή τους. Όπως έχω ξαναπεί σε διάφορα άτομα, δεν είναι ο σκοπός μου να αντικαταστήσω την Παντοκράτειρα αλλά να βοηθήσω τους ανθρώπους της κάθε διάστασης να ελευθερωθούν από τον ζυγό της ώστε να μπορούν να κυβερνήσουν τον εαυτό τους όπως νομίζουν.

»Παρά τη σχετική… έλλειψη συνεργασίας από τους ιερείς της Χάρνταβελ, όμως, κάποιες πληροφορίες φτάνουν σε μένα, κυρίως από ανθρώπους που πηγαινοέρχονται ανάμεσα στην Απολλώνια και στη Χάρνταβελ. Όπως θα ξέρεις, υπάρχει διαστασιακή δίοδος από εδώ για εκεί και αντιστρόφως…»

Ο Γεράρδος ένευσε. «Το γνωρίζω, Πρίγκιπά μου. Στον Μαύρο Ποταμό, ο οποίος είναι, θα μπορούσε κανείς να πει, συνέχεια του Μεγάλου Ποταμού της Χάρνταβελ, αν οι ποταμοί διασχίζουν τις διαστάσεις.»

«Ακριβώς,» είπε ο Ανδρόνικος. «Και ευτυχώς τα προβλήματα που συναντά κανείς για να πάει από την Απολλώνια στη Χάρνταβελ είναι λίγα. Οι Παντοκρατορικοί δεν σταματούν τα πλοία, κατά κανόνα. Δεν θεωρούν τη Χάρνταβελ και τόσο σημαντική. Παρότι η ισχύς των ιερέων εκεί τούς ενοχλεί γιατί δεν μπορούν να διαλύσουν το ιερατείο, βλέπουν ότι είναι μικρή διάσταση και όχι πολύ εξελιγμένη, όπως αυτοί θεωρούν την εξέλιξη.»

«Από τη Χάρνταβελ, όμως, θα μπορούσαν να επιτεθούν στην Απολλώνια στέλνοντας στρατεύματα μέσω της διαστασιακής διόδου στον Μαύρο Ποταμό, δεν θα μπορούσαν, Πρίγκιπά μου;»

«Δεν τους συμφέρει,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος, «γιατί αυτή τη διαστασιακή δίοδο εύκολα την προστατεύουμε αν θέλουμε, και γιατί η Χάρνταβελ δεν συνδέεται με τον Αιθέρα. Δεν έχουν τη δυνατότητα να συγκεντρώνουν γρήγορα τους στρατούς τους εκεί, καθώς πρέπει να τους φέρουν είτε μέσω της Φεηνάρκια είτε μέσω της Διάστασης του Φωτός – κι αυτοί οι δρόμοι δεν είναι και οι καλύτεροι. Επομένως, προτιμούν να μας χτυπούν από το Βόρειο Μέτωπο. Ένα μέρος της Απολλώνιας είναι ακόμα δικό τους, Γεράρδε, μην το ξεχνάς· δεν τους έχω αποτινάξει τελείως από εδώ – αν και, όντως, τα περισσότερα εδάφη της διάστασης είναι ελεύθερα από αυτούς.

»Αλλά δεν σε έφερα εδώ για να μιλήσουμε για την Απολλώνια… Από τη Χάρνταβελ μού ήρθε μια πληροφορία πρόσφατα: ότι κάποιες… οπτασίας, ή αντικατοπτρισμοί, παρουσιάζονται σε διάφορα μέρη της διάστασης. Το έχεις ξανακούσει;»

Ο Γεράρδος συνοφρυώθηκε. Οπτασίες; Αντικατοπτρισμοί; «Όχι. Τι ακριβώς βλέπουν;»

«Εικόνες,» είπε ο Ανδρόνικος. «Σαν ολογράμματα, απ’ό,τι κατάλαβα. Αντανακλάσεις από τόπους που δεν ανήκουν στη Χάρνταβελ. Και συγχρόνως, λέγεται πως έχουν υπογονιμότητα στη διάσταση, καθώς και κακή συγκομιδή. Οι ιερείς πιστεύουν ότι όλα αυτά μπορούν να τα λύσουν κάνοντας ανθρωποθυσίες. Πιστεύουν ότι ο Θεός της Χάρνταβελ είναι δυσαρεστημένος.»

Ο Θεός είναι δυσαρεστημένος… Θα έχουν δει σημάδια…

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

—Υπάρχουν άσχημα σημάδια εδώ, Άρχοντά μου,

λέει ο ιερέας, αφού βάδισε το χωράφι από τη μια άκρη ώς την άλλη και κοίταξε τον ουρανό και τη γη.

Η όψη του γηραιού Άρχοντα φανερώνει κάτι ανάμεσα σε φόβο και θυμό.

—Τι άσχημα σημάδια, Μεγάλε Πατέρα;

—Αυτό αφορά μόνο τον Θεό και εμένα, Άρχοντα Ερρίκε. Η γλώσσα που μιλάω μαζί του δεν είναι για εσένα.

—Ασφαλώς, Μεγάλε Πατέρα. Με συγχωρείτε.

—Δεν θα σπείρεις ξανά τούτο τον τόπο παρά μόνο αφού έχουν περάσει τρία χρόνια. Αλλιώς, τα σπαρτά σου συνεχώς θα πεθαίνουν, και τίποτα δεν θα μπορεί να γίνει. Ούτε εγώ θα μπορώ να σε βοηθήσω.

Ο ιερέας, τότε, βλέπει πίσω από τον Άρχοντα Ερρίκο μια κοπέλα να έρχεται, να βαδίζει στο ξερό χωράφι. Το φόρεμά της, φαρδύ και κόκκινο, αναδεύεται γύρω από το όμορφο σώμα της. Τα μαλλιά της, ξανθά, μακριά, σγουρά, αστράφτουν στον ήλιο. Και ο ιερέας νομίζει ότι είναι το πιο ωραίο θέαμα που έχει αντικρίσει.

—Ποια είναι αυτή η κοπέλα;

Ο Άρχοντας ξαφνιάζεται από την ερώτηση. Μετά καταλαβαίνει ότι ο ιερέας κοιτάζει πάνω από τον ώμο του. Στρέφει το βλέμμα του και ατενίζει κι εκείνος προς την ίδια κατεύθυνση.

—Η μικρή μου κόρη, Μεγάλε Πατέρα. Η Μελισσάνθη,

απαντά, μ’ένα χαμόγελο.

—Μελισσάνθη,

προφέρει αργά ο ιερέας,

—Όμορφο όνομα, Άρχοντα Ερρίκε.

Η κοπέλα πλησιάζει τον πατέρα της και τους συνοδούς του – τέσσερις μισθοφόρους – αλλά δεν έρχεται και πολύ κοντά. Διατηρεί την απόστασή της. Είναι περίεργη: θέλει ν’ατενίσει τον ιερέα.

Ο ιερέας το ξέρει. Οι αισθήσεις του αντιλαμβάνονται την περιέργειά της.

Εντός του, το Εσώτερο Θηρίο ανασαλεύει· κι εκείνος, με τις τεχνικές που ξέρει, το καθυποτάσσει όπως πάντα.

Η κοπέλα είναι σαν οπτασία.

Μελισσάνθη…

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

«Τι νομίζεις εσύ; Μπορεί να ισχύει κάτι τέτοιο; Μπορεί, όντως, να συμβαίνουν αυτά επειδή ο Θεός τους είναι δυσαρεστημένος; Ήσουν, κάποτε, κι εσύ ιερέας, Γεράρδε,» είπε ο Ανδρόνικος.

«Τα πάντα είναι πιθανά, Πρίγκιπά μου. Δεν είναι δυνατόν να είμαι βέβαιος.»

«Πιστεύεις, δηλαδή, ότι ίσως το θέμα να μπορεί να λυθεί με… ανθρωποθυσίες;» Η αποστροφή ήταν καταφανής στην όψη του Ανδρόνικου αλλά και στη χροιά της φωνής του.

«Δε μπορώ να γνωρίζω από εδώ, από την Απολλώνια…»

«Αδυνατώ να καταλάβω πώς οι ανθρωποθυσίες είναι ποτέ δυνατόν να βοηθήσουν σε οτιδήποτε, Γεράρδε!»

«Σκοπεύετε, λοιπόν, να επέμβετε στον τρόπο που οι ιερείς διαχειρίζονται τα πράγματα στη διάστασή τους, Πρίγκιπά μου;» ρώτησε ο Γεράρδος, χωρίς ίχνος ειρωνείας στη φωνή του.

Παρότι ο Ανδρόνικος ήταν φανερά εναντίον των ανθρωποθυσιών, είπε: «Φυσικά και όχι. Δεν είναι αυτή η θέση μου.»

«Το έθιμο της ανθρωποθυσίας είναι πολύ παλιό στη Χάρνταβελ,» του είπε ο Γεράρδος. «Δεν γίνονταν ανθρωποθυσίες πλέον, απ’όσο θυμάμαι. Είχαν σταματήσει εδώ και,» μόρφασε, «αιώνες. Θα πρέπει οι ιερείς να θεωρούν την κατάσταση τραγική για να επαναφέρουν ένα τέτοιο, τόσο αρχαίο έθιμο.»

Ο Ανδρόνικος τον άκουγε σκεπτικός. «Δεν γίνονταν, δηλαδή, ανθρωποθυσίες όσο ήσουν εσύ ιερέας εκεί.»

«Όχι,» αποκρίθηκε ο Γεράρδος. «Πρώτη φορά από τον Σέλιρ’χοκ το άκουσα. Μου είπε ότι είχε δει κάτι ανθρώπους κρεμασμένους ανάποδα καθώς περνούσε από τη Χάρνταβελ.»

Ο Ανδρόνικος ένευσε. «Κι εμένα μου το είπε. Αλλά τότε δε νομίζω ότι παρουσιάζονταν ακόμα αυτοί οι μυστηριώδεις αντικατοπτρισμοί…»

«Πρέπει, όμως, κάποιο πρόβλημα ήδη να υπήρχε, αλλιώς οι ιερείς αποκλείεται να είχαν επιστρέψει σ’ένα τόσο παλιό έθιμο. Είμαι βέβαιος γι’αυτό.»

Ο Ανδρόνικος έτριψε για μια στιγμή τα ξανθά του μούσια, συλλογισμένα. Μετά είπε: «Οι Παντοκρατορικοί έχουν επίσης ενδιαφερθεί για το θέμα…»

Ο Γεράρδος ύψωσε ένα φρύδι, ερωτηματικά.

«Προσπαθούν να καταλάβουν τι συμβαίνει με τους αντικατοπτρισμούς. Δεν ξέρω αν έχουν φτάσει σε κανένα συμπέρασμα, πάντως οι πληροφορίες μου μου λένε ότι στέλνουν ερευνητικές ομάδες στα μέρη όπου παρουσιάζονται οι οπτασίες.»

Ο Γεράρδος έμεινε σιωπηλός.

Ο Ανδρόνικος συνέχισε: «Χτες, ρώτησα κάποιους μάγους του τάγματος των Ερευνητών, και μου είπαν ότι ίσως να πρόκειται για αραίωση στα διαστασιακά τοιχώματα της Χάρνταβελ. Δηλαδή, σε ορισμένα σημεία μπορείς να δεις άλλες διαστάσεις, γειτονικές.»

«Γειτονικές;»

«Σύμφωνα με τους Ερευνητές, οι διαστάσεις γειτνιάζουν αναμεταξύ τους, αν και όχι όπως όταν βάζεις… το ένα βιβλίο δίπλα στο άλλο,» είπε ο Ανδρόνικος αγγίζοντας κάτι βιβλία επάνω στο γραφείο του. «Είναι πιο περίπλοκη η τοποθέτησή τους μέσα στο σύμπαν.

»Αλλά δεν είναι αυτό που με απασχολεί τώρα, Γεράρδε. Το θέμα είναι μάλλον φιλοσοφικό, κι εγώ ασχολούμαι συνήθως με πράγματα πιο πρακτικά. Αναρωτιέμαι τι έχουν στο μυαλό τους οι άνθρωποι της Παντοκράτειρας για τους παράξενους αντικατοπτρισμούς. Αναρωτιέμαι αν θα μπορούσαν οι αντικατοπτρισμοί να ωφελήσουν εμάς κάπως. Και αναρωτιέμαι αν οι γηγενείς της Χάρνταβελ χρειάζονται κάποια βοήθεια αλλά διστάζουν να τη ζητήσουν.

»Γενικώς, θέλω να μάθω τι συμβαίνει εκεί· γιατί έχω την αίσθηση ότι είναι κάτι μεγάλο και σημαντικό. Και μην ξεχνάς ότι η Χάρνταβελ συνδέεται άμεσα με την Απολλώνια.»

«Σκέφτεστε να στείλετε κάποια ερευνητική ομάδα, Πρίγκιπά μου;»

«Ναι,» είπε ο Ανδρόνικος, «και θα ήθελα να είσαι κι εσύ ένα από τα μέλη της, Γεράρδε. Είσαι ο μόνος άνθρωπος που έχω διαθέσιμο ο οποίος γνωρίζει τόσο καλά τη Χάρνταβελ.»

«Όταν έφυγα από εκεί, δεν ήταν η πρόθεσή μου να επιστρέψω. Ποτέ. Όταν ένας ιερέας εγκαταλείπει τη Χάρνταβελ, δεν ξαναγυρίζει, Πρίγκιπά μου.»

«Είσαι επικηρυγμένος, δηλαδή;»

Ο Γεράρδος γέλασε κοφτά. «Όχι ακριβώς.» Η Ιωάννα δεν του έχει πει τίποτα, παρατήρησε. Ο Γεράρδος κάποτε, όταν ταξίδευε στο Πορφυρό Κενό μαζί της και όλοι τους κινδύνευαν να μην επιστρέψουν ποτέ από εκείνο το μακρινό ταξίδι, της είχε αποκαλύψει τι ακριβώς συνέβαινε με τους ιερείς της Χάρνταβελ, και τι είχε συμβεί σ’εκείνον, συγκεκριμένα. Και γνώριζε ότι ο Ανδρόνικος και η Μαύρη Δράκαινα ήταν εραστές, τουλάχιστον τον καιρό που εκείνος δεν ήταν ακόμα Βασιληάς της Απολλώνιας· επομένως, ο Γεράρδος είχε υποθέσει ότι ίσως η Ιωάννα να είχε μιλήσει στον Πρίγκιπα της Επανάστασης για την ιστορία του. Όπως φαινόταν, όμως, εκείνη είχε αποδειχτεί εχέμυθη· δεν είχε πει το παραμικρό.

«Δεν είμαι επικηρυγμένος,» αποκρίθηκε ο Γεράρδος τώρα. «Αλλά, κανονικά, όταν ένας ιερέας φεύγει από τη Χάρνταβελ, πεθαίνει. Δεν τον σκοτώνουν: πεθαίνει

«Για ποιο λόγο;»

«Ας πούμε ότι οι ιερείς της Χάρνταβελ μοιάζουν με πλάσματα που αν τα βγάλεις από το φυσικό περιβάλλον τους δεν μπορούν να ζήσουν.»

«Γιατί, τότε, εσύ έφυγες; Δεν το ήξερες;»

«Φυσικά και το ήξερα. Μου ήταν, όμως, απαραίτητο να φύγω. Πιο απαραίτητο απ’το να μείνω ζωντανός.»

«Επομένως, έφυγες εν γνώσει σου ότι θα πέθαινες… αλλά δεν πέθανες.»

«Ναι.»

«Δεν είναι αλήθεια, λοιπόν, αυτό που λένε για τους ιερείς της Χάρνταβελ; Το λέει το ιερατείο τους απλά και μόνο για να τους κρατά μέσα στη διάσταση;»

Ο Γεράρδος κούνησε το κεφάλι. «Όχι, αλήθεια είναι. Εγώ κατόρθωσα, όμως, να νικήσω τον θάνατό μου και να ελευθερωθώ από αυτόν.»

Ο Ανδρόνικος έμοιαζε μπερδεμένος, αλλά δεν ζήτησε από τον Γεράρδο να διευκρινίσει. Τον ρώτησε μόνο: «Αν ξαναπάς στη Χάρνταβελ, δεν θα μπορείς να φύγεις από εκεί; Θα πρέπει πάλι να αντιμετωπίσεις τον… θάνατό σου;»

Ο Γεράρδος μόρφασε συλλογισμένα. Θα πρέπει; Τελικά είπε: «Δεν γνωρίζω, Πρίγκιπά μου. Δεν έχει ξαναγίνει κάτι τέτοιο, απ’όσο ξέρω.»

Ο Ανδρόνικος ακούμπησε την πλάτη του στην πολυθρόνα. Άναψε ένα τσιγάρο. «Αυτό σημαίνει ότι δεν θέλεις να πας στη Χάρνταβελ…»

«Δεν είμαι σίγουρος,» αποκρίθηκε ο Γεράρδος. «Πρέπει να το σκεφτώ. Η αποστολή πότε θα ξεκινήσει από την Απολλώνια;»

«Το συντομότερο δυνατό. Είσαι ο πρώτος άνθρωπος στον οποίο μίλησα γι’αυτό, Γεράρδε.»

«Και περιμένατε κάτι περισσότερο από εμένα, υποθέτω…»

Ο Ανδρόνικος κούνησε το κεφάλι. «Όχι. Δεν περιμένω τίποτα συγκεκριμένο από κανέναν. Δέχομαι μόνο ό,τι είναι πρόθυμος ο καθένας να προσφέρει από μόνος του.»

Παρ’όλ’αυτά, ο Γεράρδος μπορούσε να διακρίνει ότι υπήρχε μια κάποια απογοήτευση στην όψη του Πρίγκιπα της Επανάστασης.

«Είσαι, ουσιαστικά, πιο παλιός επαναστάτης από εμένα, Γεράρδε. Δεν θα μπορούσα ποτέ να απαιτήσω τίποτα από εσένα.»

«Μπορεί να είμαι παλιότερος επαναστάτης, Πρίγκιπά μου, αλλά η επανάστασή μου δεν θα ήταν παρά ένα ελαφρύ χτύπημα στα πισινά ενός πελώριου θηρίου, αν δεν είχατε εσείς στραφεί εναντίον της Παντοκράτειρας ελευθερώνοντας την Απολλώνια από την επιρροή της.»

«Πιθανώς,» είπε ο Ανδρόνικος. «Αυτό, ωστόσο, δεν αλλάζει τίποτα.»

«Ποιους σκέφτεστε να στείλετε στη Χάρνταβελ;» τον ρώτησε ο Γεράρδος.

«Τον Σέλιρ’χοκ, κατά πρώτον· και είμαι βέβαιος πως θα συμφωνείς μ’αυτή την επιλογή.»

Ο Γεράρδος ένευσε· είχε μεγάλη εκτίμηση για τον μάγο. «Δεν τον είδα καθόλου στο παλάτι, τελευταία.»

«Θα είναι εδώ σε καμια-δυο μέρες,» είπε ο Ανδρόνικος. Και συνέχισε: «Την Άνμα’ταρ θα στείλω, επίσης. Τον Σθένελο’σαρ, τον οποίο είμαι βέβαιος πως δεν ξέρεις καθόλου, αλλά είναι μάγος Ερευνητής αρκετά καλός, και πιθανώς οι ικανότητές του να φανούν χρήσιμες. Και θα έστελνα κι εσένα και τη Μάρθα – όμως τώρα μου λες ότι δεν θέλεις να πας.»

«Δεν είμαι βέβαιος ακόμα, Πρίγκιπά μου. Θέλω λίγο να το σκεφτώ, πρώτα.»

«Κανένα πρόβλημα,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος. «Αλλά πρέπει σύντομα να μου δώσεις μια οριστική απάντηση. Γιατί, αν δεν πας εσύ, υποπτεύομαι πως ούτε η Μάρθα θα θέλει να έρθει, κι επομένως θα πρέπει να βρω άλλους για να σας αντικαταστήσουν. Στην περίπτωση της Μάρθας, θα είναι σχετικά εύκολο, ελπίζω – το μόνο που χρειάζεται είναι να βρω κάποιον σκληραγωγημένο και με εμπειρία στην κατασκοπία και στα όπλα: ιδιότητες όχι σπάνιες ανάμεσα στους επαναστάτες. Εσένα, όμως, δεν θα είναι καθόλου εύκολο να σε αντικαταστήσω, Γεράρδε: δεν έχω κανέναν άλλο κοντά μου που να γνωρίζει τη Χάρνταβελ όπως εσύ.»

*

Η απέχθεια είναι που με κρατά μακριά;

Ο διαφορετικός τρόπος που έχω συνηθίσει να ζω;

Οι δυσάρεστες αναμνήσεις;

Ή, ο φόβος;

Φοβάμαι ότι εκείνος θα επιστρέψει; Φοβάμαι ότι θα τον ξανασυναντήσω πηγαίνοντας στη Χάρνταβελ;

Αποκλείεται. Είναι νεκρός. Οι νεκροί, ακόμα και οι νεκροί σαν αυτόν, δεν επιστρέφουν παρά μόνο στη μνήμη, στο μυαλό.

Αλλά, εξαρχής, στο μυαλό δεν ήταν; Αυτό δεν ήταν το πραγματικό του σπίτι;

Μήπως κοιμάται μονάχα; Μήπως κοιμάται και περιμένει να αφυπνιστεί; Να έρθει η κατάλληλη ώρα για να ξυπνήσει;

Αν ήταν όμως έτσι, τότε δε θα ήμουν ζωντανός. Φεύγοντας από τη Χάρνταβελ, θα είχα πεθάνει. Ή εγώ ή αυτός.

Ο φόβος είναι που με κρατά μακριά;

«Μα τι σκέφτεσαι, τέλος πάντων, τόση ώρα;» του είπε η Μάρθα, που τον έβλεπε να κάθεται σιωπηλός πλάι στο τζάκι, με το σαγόνι του ακουμπισμένο στη γροθιά του, ενώ εκείνη έκανε πέρα-δώθε μέσα στο δωμάτιό τους και αναρωτιόταν πού να πάνε να φάνε για μεσημέρι. «Τι σου είπε ο Πρίγκιπας; Ήταν τόσο σημαντικό;»

«Αρκετά σημαντικό,» αποκρίθηκε ο Γεράρδος. Ο φόβος είναι που με κρατά; «Πρέπει να πάρω μια απόφαση, Μάρθα. Πολύ σοβαρή απόφαση για μένα…» Αν με κρατά ο φόβος τώρα, θα με κρατά για πάντα.

Δε θα πάω ποτέ στη Χάρνταβελ; Ποτέ ξανά στη ζωή μου;

Γιατί, όμως, να πάω; Το σύμπαν είναι τόσο μεγάλο, και η Χάρνταβελ είναι μια τόσο μικρή διάσταση.

Αλλά δεν είναι αυτή λύση. Είμαι δέσμιος έτσι–

«Τι απόφαση;» ρώτησε η Μάρθα, πηγαίνοντας να καθίσει στην άκρη του αναμένου τζακιού, κοντά στα πόδια του Γεράρδου, ο οποίος καθόταν σε μια ξύλινη πολυθρόνα. «Γιατί είναι τόσο σημαντική;»

Θέλω να είμαι δέσμιος;

Μπορώ, όμως, να το ρισκάρω; Αν δεν είναι νεκρός… αν κοιμάται και αφυπνιστεί όταν πάω στη Χάρνταβελ, τότε δεν θα κινδυνέψω μόνο εγώ αλλά και όσοι είναι μαζί μου.

Από την άλλη, όμως, ήταν σίγουρος πως τον είχε σκοτώσει. Ήταν σίγουρος. Αλλιώς, το ήξερε πως δεν θα ήταν ο ίδιος ζωντανός.

Αν μείνω πίσω, ποτέ δεν θα μάθω. Ποτέ δεν θα μάθω τι πραγματικά συμβαίνει. Τι είναι νεκρό και τι όχι.

«Γιατί δεν μου μιλάς;» φώναξε η Μάρθα, γρονθοκοπώντας τον στην κνήμη.

Ο Γεράρδος στράφηκε να την κοιτάξει, και η Μάρθα είδε στα μάτια του κάτι που δεν νόμιζε ότι είχε ποτέ ξαναδεί. Και δεν μπορούσε εύκολα να το κατονομάσει. Ήταν τόσο πολύ γαμημένα… περίπλοκο. Τι είχε πιάσει τον Γεράρδο; Ήταν δυνατόν η συζήτηση με τον Πρίγκιπα να τον είχε επηρεάσει τόσο πολύ; Τι του είχε πει ο Ανδρόνικος;

«Σκέφτομαι,» αποκρίθηκε ο Γεράρδος.

«Τι σου είπε ο Ανδρόνικος; Σου ζήτησε να πας στη Χάρνταβελ, όπως έλεγες ότι ίσως να σου ζητούσε;»

Ο Γεράρδος ένευσε. «Ναι.» Η φωνή του ήταν ξερή. «Ναι…»

«Και δεν είσαι σίγουρος αν θες να πας;»

Ο Γεράρδος δεν μίλησε αλλά η έκφρασή του απαντούσε, και πάλι, Ναι.

«Γιατί, όμως;» ρώτησε η Μάρθα. «Τι σκατά συμβαίνει, τέλος πάντων, μ’αυτούς τους ιερείς εκεί πέρα;»

«Κανονικά δεν θα έπρεπε να έχω φύγει, και δεν ξέρω τι θα γίνει όταν επιστρέψω…»

«Ναι, μου το έχεις ξαναπεί αυτό. Αλλά δεν καταλαβαίνω. Θα με τρελάνεις! Ποιο είναι το πρόβλημα; Μου είπες ήδη ότι δεν σε κυνηγάνε για να σε σκοτώσουν!»

«Ναι, δεν είναι αυτό το πρόβλημα. Είναι κάτι πολύ χειρότερο…»

Η Μάρθα κούνησε το κεφάλι. «Είσαι παράξενος,» είπε, και σηκώθηκε όρθια.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

—Γιατί είστε τόσο παράξενοι; Τι το διαφορετικό έχετε;

ρωτά η Μελισσάνθη.

Μια πολύ ευθεία και θαρρετή ερώτηση, ακόμα και για την κόρη ενός άρχοντα. Αλλά ο ιερέας εσκεμμένα τής έχει δώσει το θάρρος. Επισκέπτεται τις περιοχές του Άρχοντα Ερρίκου συχνά-πυκνά: το πρόσχημα είναι το άκαρπο χωράφι· ο πραγματικός λόγος, η Μελισσάνθη.

—Είμαστε γεννημένοι να Τον υπηρετούμε,

της αποκρίνεται.

—Και είναι αλήθεια πως δεν γνωρίζετε τους γονείς σας;

—Ναι.

Βαδίζουν στις παρυφές του μικρού δάσους, σ’αρκετή απόσταση από το άκαρπο χωράφι, ακούγοντας τον άνεμο να φυσά. Το άλογο του ιερέα τούς ακολουθεί πιστά· εκείνος δεν χρειάζεται να το τραβά από τα γκέμια: ο Θεός το φέρνει πίσω του, η δύναμη του ιερέα το μαγνητίζει. Μπορεί να βρει τον αφέντη του όπου κι αν είναι μέσα στη Χάρνταβελ. Κι οι δυο τους είναι γεννήματα της διάστασης, εξάλλου: πλάσματα του Θεού.

Ο ιερέας βλέπει τον αέρα να παίζει με τα ξανθά, όμορφα, σγουρά μαλλιά της Μελισσάνθης· βλέπει το πρόσωπό της να παρουσιάζεται και να κρύβεται από τη χρυσαφιά κουρτίνα τους, να παρουσιάζεται και να κρύβεται. Τα πράσινα μάτια της γυαλίζουν όταν τον αντικρίζει.

—Είναι αλήθεια πως ορισμένοι από εσάς δεν έχετε καθόλου γονείς; Πως εμφανίζεστε μέσα από τη νύχτα, ή από το δάσος;

Ο ιερέας γελά, και λέει,

—Όχι, δεν είναι αλήθεια. Μας παίρνουν από μικρούς, όμως. Δεν γνωρίζουμε τους γονείς μας.

—Θα ήθελες να γνωρίσεις τους γονείς σου, Γεράρδε;

Τον αποκαλεί με το όνομά του. Εκείνος τής το έχει ζητήσει: Μη με λες «Μεγάλε Πατέρα». Να με λες «Γεράρδε». Αυτό είναι το όνομά μου. Μην κάνεις όμως το ίδιο λάθος και με κάποιον άλλο ιερέα. Η Μελισσάνθη γέλασε. Δεν μπορώ, αποκρίθηκε. Δεν μπορώ να κάνω το ίδιο λάθος…

—Δεν ξέρω… Δεν ξέρω αν θα ήθελα. Τι νόημα θα είχε; Ουσιαστικά, εγώ είμαι γονιός τους τώρα.

Δεν υπάρχει αμφιβολία στη φωνή του· το ξέρει ότι λέει μονάχα την αλήθεια.

—Θέλω, όμως, να γνωρίσω εσένα,

συνεχίζει,

—Όσο τίποτε άλλο,

καθώς οι δύο τους έχουν σταματήσει πλάι στον χωματόδρομο και ο άνεμος ουρλιάζει γύρω τους.

Τα μάτια της διαστέλλονται προς στιγμή

(…τόσο όμορφα μάτια…)

και μετά, χαμογελά. Ντροπαλά, σα να μην περίμενε ν’ακούσει κάτι τέτοιο, παρότι το ξέρει ότι ο ιερέας για εκείνη έρχεται κάθε τόσο στα κτήματα του πατέρα της. Δεν μπορεί να υπάρχει άλλος λόγος. Και η Μελισσάνθη δεν είναι ανόητη κοπέλα.

Εκείνος νιώθει μέσα του μια δύναμη να φουντώνει: μια δύναμη που κρύβεται πίσω και κάτω και πέρα από τη σάρκα, και αγγίζει τον νου. Μια δύναμη που σχετίζεται με το Θηρίο που μονάχα ο Θεός μπορεί να τιθασεύσει και να στρέψει προς όφελός του ιερέα.

Η δύναμη φαίνεται να μαγνητίζει τη Μελισσάνθη, σχεδόν όπως μαγνητίζει και το άλογο, που περιμένει υπομονετικά μερικά μέτρα παραδίπλα.

Ο ιερέας αγγίζει το μάγουλό της κάτω από τα χρυσαφένια της μαλλιά. Αγγίζει τα χείλη της με τα χείλη του, και τα σώματά τους γίνονται σαν φωτιά για μια στιγμή.

Ο ιερέας κι εκείνη ξεχνούν για λίγο τα πάντα – τα ονόματά τους, τη θέση τους μέσα στην κοινωνία των ανθρώπων. Γίνονται όπως όλα τα θηρία που αναπνέουν και κινούνται μέσα στη Χάρνταβελ, όλα τα πλάσματα που έχουν εντός τους την πνοή Του και που δεν διαφέρουν το ένα από το άλλο παρά μόνο σε επίπεδο πρωταρχικής δύναμης.

Ο ιερέας, όμως, ξέρει ότι δεν πρέπει να παρασυρθούν εδώ. Και μπορεί να ελέγξει αυτό που ξεκίνησε.

—Θα ξανάρθω,

της λέει, καθώς εκείνη τον κοιτάζει με μάτια που μοιάζουν να έχουν πάρει κάτι από την πρωταρχική φύση του, κάτι από τη βαθιά πρωτόγονη γνώση που ανήκει μονάχα σε όσους έχει επιλέξει ο Θεός, σε όσους κρύβουν εντός τους το Εσώτερο Θηρίο από τη γέννησή τους.

Η Μελισσάνθη γελά. Τον φιλά και πάλι.

—Θα περιμένω. Αλλά μην αργήσεις!

Το άλογό του, σαν ο ιερέας να το φώναξε, πλησιάζει. Γνωρίζει τις επιθυμίες του λες και είναι προέκταση του νου του.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

«Τι θα γίνει; Θα κάθεσαι πολλή ώρα εκεί ακόμα, γαμώ τον κώλο της Έχιδνας, γαμώ;»

Ο Γεράρδος γύρισε να κοιτάξει τη Μάρθα, καθώς εκείνη είχε μόλις βγει από το μπάνιο και στέγνωνε τα καστανά της μαλλιά με μια πετσέτα.

«Δεν πας να πλυθείς κι εσύ, μήπως και το σκεφτείς αλλιώς, ό,τι κι αν είναι αυτό που σκέφτεσαι;» του πρότεινε.

Μπορείς πάντα να ζεις με τον φόβο της επιστροφής;

Μπορείς πάντα να ζεις με την αμφιβολία αν είναι πραγματικά νεκρός ή αν ακόμα ζει κάπου βαθιά μέσα σου;

Ο Γεράρδος σηκώθηκε από την πολυθρόνα του. «Αποφάσισα,» είπε. «Αλλά μου χρειάζεται ένα μπάνιο, ούτως ή άλλως.

»Παρεμπιπτόντως, ο Πρίγκιπάς μας θέλει κι εσύ να έρθεις στη Χάρνταβελ.»

Η Μάρθα βλεφάρισε αποπροσανατολισμένα. «Αυτό πάει να πει πως θα πας τελικά στη Χάρνταβελ;»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Γεράρδος βγάζοντας το πουκάμισό του, «θα πάω–»

«Θα μου εξηγήσεις, λοιπόν, τι ήταν αυτό που σου γαμούσε το μυαλό τόση ώρα;»

«Θα σου πω τι πρέπει να κάνεις σε περίπτωση κινδύνου.» Ο Γεράρδος έβγαλε και τα υπόλοιπα ρούχα του και βάδισε προς το λουτρό.

«Περίπτωση κινδύνου;…» έκανε η Μάρθα πίσω του, απορημένα. «Τι σκατά πάει να πει ‘περίπτωση κινδύνου’;» μόρφασε, μιλώντας στον αέρα.

Κεφάλαιο 4
Απαιτήσεις

Το θέαμα δεν ήταν απλά ασυνήθιστο. Ήταν τελείως, μα τελείως, παράξενο για τους κατοίκους της Ερρίθιας. Αυτοί που δούλευαν στο λιμάνι είχαν σταματήσει τις δουλειές τους και κοίταζαν, χάσκοντας. Συγχρόνως, κι άλλος κόσμος συγκεντρωνόταν κοντά στις αποβάθρες, καθώς το νέο μεταφερόταν σαν τον άνεμο μέσα στους δρόμους της μεγάλης πόλης.

Ελάτε! Ελάτε να δείτε ένα τέρας!

Το πλοιάριο που είχε έρθει από τα νότια ήταν μηχανοκίνητο, κι επάνω στο κατάστρωμά του ήταν ριγμένο ένα πλάσμα που κανένας ντόπιος δεν είχε ξαναδεί. Ένα νεκρό γιγάντιο σκουλήκι, με λευκές τρίχες που στέκονταν όρθιες σαν βελόνες, εκτός από εκεί όπου ήταν φανερά ποτισμένες από βλεννώδη υγρά, τα οποία έμοιαζαν να έχουν βγει από πληγές επάνω στο σώμα του τέρατος. Στη μπροστινή του μεριά είχε μεγάλες δαγκάνες, και τέσσερα μάτια, δύο απ’τα οποία κατεστραμμένα. Από το μακρύ, αποκρουστικό σώμα του, ψηλά, κοκαλιάρικα πόδια ξεπρόβαλλαν, και κάποια απ’αυτά κρέμονταν απ’τα πλάγια του πλοιαρίου. Γύρω του τυλίγονταν αλυσίδες και σχοινιά.

Το πλοιάριο άραξε σε μια από τις αποβάθρες του λιμανιού της Ερρίθιας, ενώ μερικοί στρατιώτες της Παντοκράτειρας απομάκρυναν τον κόσμο από εκείνο το σημείο.

Στο εσωτερικό του μικρού σκάφους, στο ενεργειακό κέντρο, η Αρίνη’σαρ σταμάτησε τη Μαγγανεία Κινήσεως νιώθοντας εξαντλημένη. Τη χρησιμοποιούσε για πάνω από δέκα ώρες, ρυθμίζοντας τη ροή της ενέργειας του πλοιαρίου, και δεν είχε πια δυνάμεις για καμια άλλη χρήση της μαγείας της. Γι’αυτό κιόλας είχε πει στον Ανθυπολοχαγό Τάρθλος, που οδηγούσε το μεταβαλλόμενο σκάφος, να το αράξει εδώ, κι όχι να το οδηγήσει στη ράμπα παραδίπλα. Η Αρίνη δεν ήθελε – δεν είχε την αντοχή, αυτή τη στιγμή – να κάνει το Ξόρκι Μηχανικής Μεταβλητότητος για να μετατρέψει το πλοιάριο σε όχημα ξηράς. Θα έπρεπε να βαδίσουν ώς τα Ανάκτορα, ή να ιππεύσουν άλογα, ή να έρθει κάποια άμαξα ή κάποιο ενεργειακό όχημα για να τους πάρει.

Η Αρίνη σηκώθηκε από την ειδική θέση του ενεργειακού κέντρου και τεντώθηκε όσο καλύτερα μπορούσε μέσα στον στενό χώρο του σκάφους, μορφάζοντας καθώς ένιωθε την πλάτη της πιασμένη. Τελευταία, είχε παρατηρήσει, αισθανόταν πιο συχνά εξαντλημένη απ’ό,τι παλιά. Κάνω κάτι που δεν έκανα; Ή έχω αρχίσει να μεγαλώνω; Δεν το θεωρούσε και πολύ λογικό αυτό, στα τριάντα της χρόνια.

Πήρε τις μπότες της από τη γωνία όπου τις είχε αφήσει, τις φόρεσε, και βγήκε από το ενεργειακό κέντρο.

«Θα πρέπει να καλέσουμε βοήθεια, κυρία,» της είπε ο Ανθυπολοχαγός Τάρθλος, συναντώντας την. «Δε μπορούμε μόνοι μας να σύρουμε το πλάσμα ώς τα Ανάκτορα. Εκτός αν σκέφτεστε να το αφήσουμε εδώ…»

«Όχι,» αποκρίθηκε η Αρίνη, «σίγουρα δεν πρόκειται να το αφήσουμε εδώ.» Οι τρελοί ιερείς της Χάρνταβελ μπορεί ακόμα και να επιχειρούσαν να το κάψουν – ποτέ δεν μπορούσες να ξέρεις μ’αυτούς. Από τότε που η Αρίνη είχε έρθει σε τούτη τη διάσταση δεν τους είχε δει να κάνουν ούτε ένα λογικό πράγμα, αλλά εκατοντάδες παράλογα.

Ακολουθώντας τους στρατιώτες, βγήκε από το πλοιάριο και στάθηκε στην αποβάθρα, όπου ήταν συγκεντρωμένοι και κάποιοι άλλοι πολεμιστές της Παντοκράτειρας προσπαθώντας να κρατήσουν το περίεργο πλήθος μακριά.

Δεν έχουν τίποτ’άλλο να κάνουν όλοι αυτοί; σκέφτηκε η Αρίνη, κοιτάζοντας τον κόσμο που ήταν στο λιμάνι και ατένιζε το νεκρό πλάσμα επάνω στο σκάφος της, δείχνοντας και μιλώντας.

«Να πάμε να φέρουμε κάποιο όχημα, κυρία;» ρώτησε ο Ανθυπολοχαγός Τάρθλος.

«Όχι,» αποκρίθηκε η Αρίνη. «Περίμενε.» Και τράβηξε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό από τη ζώνη της. Τον ενεργοποίησε στη συχνότητα που ήθελε και τον έφερε στο αφτί της.

Η φωνή του άντρα της δεν άργησε ν’ακουστεί.

«Αρίνη; Είσαι εδώ;»

«Μόλις μπήκα στο λιμάνι, κι έχω ένα πρόβλημα. Έχω φέρει κάτι μαζί μου – κάτι σκοτωμένο· μεγάλο – και θέλω να το μεταφέρω στα Ανάκτορα. Χρειάζομαι ένα φορτηγό ή ένα κάρο.»

«Τι είν’αυτό που έχεις φέρει;»

«Δεν ξέρω ακριβώς. Πρέπει να το δεις. Δεν είναι τίποτα το γνωστό. Και δεν μπορώ τώρα να φύγω απ’το λιμάνι: έχει μαζευτεί κόσμος εδώ, και κοιτάζουν σα να πρόκειται για δεν-ξέρω-κι-εγώ-τι.»

«Θα το φροντίσω. Μείνε εκεί.»

Ο Τέρι έκλεισε τον πομπό του, και η Αρίνη έβαλε τον δικό της πομπό πάλι στη ζώνη της.

«Θα περιμένουμε λίγο,» είπε στον Ανθυπολοχαγό Τάρθλος.

Εκείνος ένευσε σιωπηλά.

Η Αρίνη έστρεψε πάλι το βλέμμα της στο πλήθος. Οι άνθρωποι της Χάρνταβελ – ορισμένοι κοκκινόδερμοι, και ορισμένοι λευκοί-ροζ όπως εκείνη – κοίταζαν μα δεν έκαναν καμια προσπάθεια να παραμερίσουν τους στρατιώτες της Παντοκράτειρας και να πλησιάσουν. Δεν ήταν, γενικά, πολύ αντιδραστικοί, είχε συμπεράνει η Αρίνη από τον καιρό που βρισκόταν στη διάστασή τους. Είχαν μάθει να είναι πάντοτε κάτω από την εξουσία κάποιου. Οι ιερείς ήταν αδιαμφισβήτητοι αφέντες τους, ανέκαθεν. Ακόμα και ο Υπεράρχης της Χάρνταβελ, που έμενε στα Ανάκτορα της Ερρίθιας, δεν θεωρείτο πάνω από τους ιερείς. Και οι απλοί άνθρωποι της διάστασης ήταν κάτω από τους ιερείς, κάτω από τον Υπεράρχη, και κάτω από τους τοπικούς άρχοντες – και ποτέ δεν αμφισβητούσαν τη θέση τους. Αν μη τι άλλο, η κοινωνία της Χάρνταβελ ήταν οργανωμένη, όφειλε να παραδεχτεί η Αρίνη. Αυτή η οργάνωση, βέβαια, βασιζόταν στην καταπίεση· αλλά, αν ήθελε κανείς να είναι ειλικρινής, ποια κοινωνία ουσιαστικά δεν βασίζεται σε κάποια μορφή καταπίεσης;

Σε μια μικρή διάσταση σαν τη Χάρνταβελ ήταν εφικτό να διατηρείται μια τέτοια κοινωνία, όπου ο καθένας ήξερε τη θέση του και δεν την αμφισβητούσε. Σε μεγαλύτερες διαστάσεις, ήταν αδύνατο· θα δημιουργούνταν πάρα πολλές αναταραχές. Ακόμα κι αν σε κάποιες περιοχές τους αυτό το κοινωνικό σύστημα κρατούσε, στις υπόλοιπες θα διαλυόταν για να δώσει τη θέση του σε άλλες μορφές οργάνωσης.

Η Αρίνη είδε το πλήθος να παραμερίζει σ’ένα σημείο: να ανοίγει για να δημιουργήσει έναν δρόμο, όπως το νερό που ξαφνικά χωρίζεται. Προτού τον ατενίσει να έρχεται, η Αρίνη ήξερε τι θα έβλεπε. Ένας ιερέας, ντυμένος με τα άμφιά του, συνοδευόμενος από τρεις Ιερούς Φρουρούς, με τα κλειστά σιδερένια κράνη τους. Ο ιερέας ήταν ψηλός και είχε δέρμα λευκό-ροζ και μακριά ξανθά μαλλιά. Στα μάτια του υπήρχε εκείνη η παράξενη – και αρκετά τρομαχτική, ζωώδης – γυαλάδα που η Αρίνη είχε παρατηρήσει στα μάτια όλων των ιερέων. Δεν της φαινόταν περίεργο που οι γηγενείς τούς φοβόνταν βλέποντας αυτή τη γυαλάδα, και ύστερα από τόση κατήχηση σχετικά μ’αυτούς.

Η αλήθεια, πάντως, ήταν ότι όλα όσα λέγονταν για τους ιερείς της Χάρνταβελ δεν ήταν μύθοι. Είχαν, πράγματι, ανεξήγητες δυνάμεις. Δυνάμεις που είχαν να κάνουν και με τον νου και με το σώμα. Δυνάμεις που η Αρίνη υπέθετε ότι προέρχονταν από τις ενέργειες της ίδιας της διάστασης. Οι ιερείς της Χάρνταβελ ήταν άτομα ανοιχτά στις ενέργειες που σχημάτιζαν τη διάστασή τους.

Παραδόξως, η Αρίνη δεν είχε ακούσει ποτέ για ιέρειες της Χάρνταβελ· κι αυτό, πραγματικά, δεν μπορούσε να το εξηγήσει.

Ο ιερέας που είχε έρθει στο λιμάνι πλησίασε τους στρατιώτες που φρουρούσαν την αποβάθρα όπου είχε αράξει το πλοιάριο της Αρίνης, και πρόσταξε να τον αφήσουν να περάσει. Η μάγισσα είδε τους πολεμιστές να μοιάζουν ανήσυχοι, ταραγμένοι. Οι ιερείς είχαν κάτι που επηρέαζε τους άλλους ανθρώπους, ακόμα κι όταν δεν ήταν κατηχημένοι γηγενείς της Χάρνταβελ.

Οι στρατιώτες της Παντοκράτειρας, όμως, δεν έμοιαζαν πρόθυμοι να υποκύψουν στον εκφοβισμό του συγκεκριμένου ιερέα· όχι, τουλάχιστον, χωρίς διαταγή από ανώτερό τους.

Αλλά ούτε κι ο ιερέας έμοιαζε πρόθυμος να κάνει πίσω· και η Αρίνη ήξερε ότι, δυστυχώς, αν αυτός ο άνθρωπος πρόσταζε το συγκεντρωμένο πλήθος των ντόπιων να επιτεθεί στους στρατιώτες για να τους παραμερίσει, τότε το πλήθος θα υπάκουγε. Ποτέ, ποτέ, δεν αμφισβητούσαν τις προσταγές των ιερέων. Σαν πρόβατα είναι. Πρόβατα που περιμένουν τον λύκο να τους οδηγήσει. Μια δυστυχής περίπτωση…

Η Αρίνη’σαρ βάδισε προς τους στρατιώτες που φρουρούσαν την αποβάθρα, και ο Ανθυπολοχαγός Τάρθλος αμέσως την ακολούθησε, κάνοντας νόημα και στους πολεμιστές του να έρθουν μαζί. Με τις άκριες των ματιών της, η Αρίνη παρατήρησε ότι είχαν τραβήξει τα πιστόλια τους.

«Μεγάλε Πατέρα,» ρώτησε η Αρίνη, φτάνοντας αντίκρυ στον ιερέα και κοιτάζοντάς τον πίσω από τους φρουρούς, «τι συμβαίνει εδώ;»

Τα μάτια του στράφηκαν επάνω της, κι εκείνη είχε για μια στιγμή την αίσθηση ότι κάποιο άγριο ζώο των δασών την ατένιζε. «Φέρατε ένα δαιμονικό κατασκεύασμα μέσα στην Ερρίθια! Πρέπει να το κοιτάξω.»

«Δεν είναι ζωντανό, Μεγάλε Πατέρα,» αποκρίθηκε η Αρίνη. «Και δεν ξέρω πώς βρέθηκε στη Χάρνταβελ. Το συναντήσαμε μέσα σ’ένα δάσος, στα νοτιοανατολικά.»

«Γιατί φέρατε το κουφάρι του στην Ερρίθια;» απαίτησε ο ιερέας.

«Για έρευνα, ασφαλώς. Θέλω να μάθω τι είναι. Είμαι του τάγματος των Ερευνητών–»

«Γνωρίζω ποια είσαι.»

Φυσικά. Ήταν αναμενόμενο. Ο σύζυγός της ήταν γνωστός ανάμεσα στους ιερείς, και το ίδιο κι εκείνη. «Τότε, υποθέτω, δεν θα έχετε πρόβλημα μ’αυτό που φέρνω.»

«Αντιθέτως. Δεν μπορώ να επιτρέψω να μπει στη Μεγάλη Πόλη χωρίς να ξέρω ποιες είναι οι προθέσεις του Θεού γι’αυτό.»

«Δε νομίζω ότι ο Θεός σας έχει καμία σχέση μ’αυτό το πλάσμα–»

«Ακόμα και από εξωδιαστασιακούς η βλασφημία δεν είναι υποφερτή!» την προειδοποίησε ο ιερέας, και η Αρίνη αισθάνθηκε εντός της ένα αλλόκοτο λόγχισμα. Κάτι σαν τύψεις. Πράγμα που ήταν, καταφανώς, ανόητο. Δεν πίστευε καν στον Θεό τους! Ήταν, πάλι, η παράξενη επιρροή που ασκούσαν οι ιερείς της Χάρνταβελ στους άλλους ανθρώπους.

«Το πλάσμα δεν είναι από τη Χάρνταβελ!» αποκρίθηκε απότομα η Αρίνη. «Δεν ξέρω πώς βρέθηκε εδώ. Αλλά σκοπεύω να μάθω. Αν θέλετε να το κοιτάξετε απλώς, μπορείτε. Όμως δεν υπάρχει περίπτωση να σας αφήσω να το πάρετε, ή να καταστρέψετε το πτώμα του.»

Εκείνη τη στιγμή, προτού ο ιερέας απαντήσει, το πλήθος παραμέρισε γι’ακόμα μια φορά, και τώρα στρατιώτες της Παντοκράτειρας φάνηκαν να έρχονται, μαζί μ’ένα ενεργειακά κινούμενο φορτηγό με τέσσερις φαρδείς, ψηλούς τροχούς που έκαναν το πλακόστρωτο να τρίζει από κάτω τους.

Ο ιερέας στράφηκε, καθώς το φορτηγό σταματούσε, μια πόρτα του άνοιγε, και ο Ταγματάρχης Τέρι Κάρμεθ κατέβαινε ντυμένος με την λευκή στολή του, η οποία έμοιαζε να προσπαθεί να γίνει ένα με το κατάλευκο δέρμα του.

«Μεγάλε Πατέρα Εδουάρδε,» είπε ο Τέρι, πλησιάζοντας τον ιερέα, τον οποίο προφανώς ήξερε ονομαστικά, σε αντίθεση με την Αρίνη που δεν ήταν σίγουρη αν τον είχε ξαναδεί.

«Ταγματάρχη,» αποκρίθηκε ο ιερέας.

«Υπάρχει λόγος για την παρουσία σας εδώ;»

«Το… πλάσμα που φέρατε στην πόλη δεν αποτελεί αρκετά καλό λόγο, Ταγματάρχη;»

«Πιστεύω πως η σύζυγός μου δεν το έφερε τυχαία εδώ, Μεγάλε Πατέρα,» αποκρίθηκε ο Τέρι.

«Πρέπει να το κοιτάξω από κοντά,» δήλωσε ο ιερέας.

Ο Τέρι έριξε ένα ερωτηματικό βλέμμα στην Αρίνη. Εκείνη έγνεψε καταφατικά. Ας έρθει.

«Πηγαίνετε, τότε,» αποκρίθηκε ο Τέρι στον ιερέα.

Οι στρατιώτες παραμέρισαν αρκετά ώστε εκείνος να περάσει, μαζί με τους τρεις Ιερούς Φρουρούς του. Ο ταγματάρχης τον ακολούθησε και, πλησιάζοντας την Αρίνη, τη ρώτησε με χαμηλωμένη φωνή: «Όλα εντάξει;»

Εκείνη ένευσε. «Ναι. Κουρασμένη μόνο.»

«Πού το βρήκες αυτό το έκτρωμα;» ρώτησε ο Τέρι, ρίχνοντας μια ματιά στο λευκότριχο σκουλήκι πάνω στο σκάφος.

«Θα σου πω μετά,» αποκρίθηκε η Αρίνη, και βάδισε προς τον ιερέα, ο οποίος ανέβαινε τώρα τη ράμπα του πλοιαρίου για να πλησιάσει το νεκρό πλάσμα.

Ο Τέρι την ακολούθησε, και σύντομα βρέθηκαν επάνω στο κατάστρωμα, πλάι στον ιερέα, τους Ιερούς Φρουρούς, και το σκουλήκι που ήταν τυλιγμένο με αλυσίδες και σχοινιά.

Ο Εδουάρδος κοίταξε το μακρύ κουφάρι για λίγο· απλά το κοίταξε, τίποτα περισσότερο – η Αρίνη δεν τον είδε ούτε να υποτονθορύζει τα λόγια για κάποιο ξόρκι, ούτε να κάνει κινήσεις με τα χέρια του ή τα δάχτυλά του, ούτε καν να κλείνει τα βλέφαρα – και μετά, είπε: «Δεν είναι πλάσμα του Θεού αυτό.»

Σώπα… σκέφτηκε η Αρίνη, αλλά έμεινε σιωπηλή.

Ο ιερέας στράφηκε να την κοιτάξει. «Δεν το βρήκες στη Χάρνταβελ. Από αλλού το έφερες.»

«Στη Χάρνταβελ το βρήκα,» είπε η Αρίνη. «Αλλά κι εγώ συμφωνώ ότι πρέπει να ήρθε από αλλού. Από πού, όμως, δεν ξέρω. Δεν έχω ξαναδεί κάτι παρόμοιο.»

«Πού ακριβώς το βρήκες;» θέλησε να μάθει ο Εδουάρδος, και η Αρίνη τού απάντησε. Δεν χρειαζόταν, άλλωστε, να το κρύψει. Του είπε την ακριβή τοποθεσία.

Και πρόσθεσε: «Σ’εκείνο το μέρος είχαν παρουσιαστεί οι… οπτασίες.»

Η όψη του ιερέα αμέσως αγρίεψε. «Γιατί δεν μου το ανέφερες αυτό πριν;»

«Δεν είχαμε χρόνο–»

«Αυτό το δαιμονικό κατασκεύασμα,» ο ιερέας έδειξε απότομα το νεκρό σκουλήκι, «πρέπει να καεί!»

«Αποκλείεται!» είπε αυθόρμητα η Αρίνη, προτού προλάβει να το σκεφτεί.

«Δεν ανήκει στη διάσταση του Θεού! Η φύση του είναι ίδια με το κακό που προσπαθούμε να σταματήσουμε! Είναι δική μας υπόθεση!»

Ο Τέρι παρενέβη: «Η Χάρνταβελ είναι μέρος της Συμπαντικής Παντοκρατορίας. Δεν είναι, επομένως, μόνο δική σας υπόθεση ό,τι κι αν συμβαίνει εδώ.»

«Το πτώμα θα το πάρουμε μαζί μας για να το μελετήσουμε,» δήλωσε η Αρίνη.

Ο Εδουάρδος δεν έμοιαζε καθόλου ευχαριστημένος από την απάντησή τους. «Αυτό το σώμα πρέπει να καταστραφεί, αλλιώς κι άλλα δεινά θα βρουν τη διάστασή μας!» είπε, δείχνοντας το κουφάρι του σκουληκιού. «Εσείς οι Παντοκρατορικοί νομίζετε ότι είστε θεοί, αλλά δεν είστε παρά άνθρωποι και οφείλετε, όπως όλα τα όντα στη Χάρνταβελ, να υπακούτε στη θέλησή Του!»

«Δε θέλουμε να δείξουμε έλλειψη σεβασμού προς τον Θεό σας, Μεγάλε Πατέρα,» αποκρίθηκε ο Τέρι, προσπαθώντας να παραμείνει ψύχραιμος, αν και η Αρίνη μπορούσε να δει από τη στάση του σώματός του ότι είχε αρχίσει να εκνευρίζεται από την επιμονή του Εδουάρδου, όπως συνέβαινε συχνά όταν είχε να κάνει με τους ιερείς. «Όμως το πτώμα αυτού του πλάσματος θα έρθει μαζί μας. Δεν θα βρίσκεται σε κοινή θέα· γι’αυτό να είστε βέβαιος. Το χρειαζόμαστε μόνο για μελέτη.»

Για κανέναν δεν ήταν εύκολο να κάνει πίσω: ούτε για τον ταγματάρχη ούτε για τον ιερέα. Ο πρώτος αντιπροσώπευε την εξουσία της Παντοκράτειρας επί της Χάρνταβελ· ο δεύτερος την εξουσία του Θεού της ίδιας της διάστασης. Κι οι δυο τους το ήξεραν. Αλλά ο Τέρι Κάρμεθ είχε τώρα τόσους οπλισμένους πολεμιστές κοντά του: πολύ περισσότερους από τους τρεις Ιερούς Φρουρούς του ιερέα. Έτσι, ο Εδουάρδος έπρεπε να υποχωρήσει. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς· εκτός αν ήθελε να προκαλέσει αιματοχυσία μέσα στο ίδιο το λιμάνι της Ερρίθιας – κάτι που, μάλλον, δεν θα απέβαινε προς όφελος των γηγενών της Χάρνταβελ.

«Ο Θεός δεν ξεχνά το θράσος σας,» είπε ο Εδουάρδος στον Τέρι Κάρμεθ, και, στρεφόμενος απότομα, έφυγε μαζί με τους Ιερούς Φρουρούς του· κατέβηκε από το κατάστρωμα του πλοιαρίου και διέσχισε την αποβάθρα.

«Πάμε στα Ανάκτορα,» είπε ο Τέρι στην Αρίνη, «προτού τίποτα χειρότερο συμβεί.» Παρότι είχε περάσει κάμποσα χρόνια στη Χάρνταβελ, ακόμα οι νοοτροπίες των γηγενών τον ενοχλούσαν.

Η Αρίνη τον καταλάβαινε απόλυτα.

*

Οι στρατιώτες φόρτωσαν το νεκρό πλάσμα στο φορτηγό και το μετέφεραν στα Ανάκτορα του Υπεράρχη, στο κέντρο της πόλης, όπου έμεναν όλοι οι ανώτεροι Παντοκρατορικοί αξιωματούχοι. Εκεί, το ξεφόρτωσαν και το κατέβασαν σ’ένα από τα υπόγεια που χρησιμοποιείτο μόνο από τους ανθρώπους της Παντοκράτειρας· κανένας άλλος δεν πήγαινε εκεί – ούτε καν οι ιερείς της Χάρνταβελ.

Η Αρίνη’σαρ δεν κατέβηκε στο υπόγειο με τους στρατιώτες: θα μελετούσε το πλάσμα αργότερα, με την ησυχία της. Μαζί με τον Τέρι πήγαν προς τα δωμάτιά τους, ενώ απογευματινό φως γλιστρούσε από τα οβάλ, οφθαλμόσχημα παράθυρα των Ανακτόρων. Καθώς ανέβαιναν μια στριφτή πέτρινη σκάλα που ήταν στρωμένη με χαλί, η Αρίνη αισθάνθηκε ναυτία· παραπάτησε, κι έκανε ν’αγγίξει τον τοίχο για να μην πέσει. Ο Τέρι τύλιξε το χέρι του γύρω από τη μέση της για να τη συγκρατήσει.

«Είσαι ’ντάξει;»

Εκείνη ένευσε. Έτριψε το μέτωπό της. «Ναι. Δεν ξέρω τι μ’έπιασε. Πολλές ώρες στο ενεργειακό κέντρο του μεταβαλλόμενου σκάφους, υποθέτω…»

«Πάμε πάνω, να ξεκουραστείς,» είπε ο Τέρι.

Παλιότερα, δε θυμάμαι να ζαλίζομαι ποτέ μετά τη χρήση της Μαγγανείας Κινήσεως, σκέφτηκε η Αρίνη καθώς συνέχιζαν ν’ανεβαίνουν, με πιο αργό ρυθμό τώρα. Αυτή τη φορά, βέβαια, τη χρησιμοποιούσα πολλές ώρες…

Ανέβηκαν στα δωμάτιά τους και η Αρίνη κάθισε στον καναπέ του καθιστικού, το οποίο ήταν στολισμένο με παλιά όπλα από διάφορες διαστάσεις. Ο Τέρι έκανε συλλογή.

«Τίποτα συνταρακτικό όσο έλειπα;» ρώτησε η μάγισσα.

«Βαρετά πράγματα μόνο. Για τα δεδομένα της Χάρνταβελ, πάντα. Πληροφορήθηκα ότι ακόμα μια ανθρωποθυσία έγινε σ’ένα χωριό μέσα στο Κεντροδάσος. Διπλή ανθρωποθυσία, για την ακρίβεια.»

«Σκότωσαν δύο ανθρώπους, οι θεότρελοι ιερείς;»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Τέρι, σκύβοντας για να βγάλει τις μπότες της.

«Δε χρειάζεται,» είπε η Αρίνη, αλλά εκείνος συνέχισε. Όπως επίσης συνέχισε και να μιλά: «Και πράγματι, όπως το είπες: τρελοί από θεό.»

Η Αρίνη μειδίασε.

Ο Τέρι άφησε τις μπότες παραδίπλα. «Θες κάτι να πιεις;»

«Μην κάνεις σα να έγινα ξαφνικά ανάπηρη!» γέλασε η Αρίνη καθώς σηκωνόταν όρθια. «Μια ζαλάδα ήταν μόνο, για όνομα του Κρόνου!» Και πλησιάζοντάς τον τον φίλησε, γρήγορα, στα χείλη. Ύστερα, γλιστρώντας από το χέρι του που είχε τυλιχτεί γύρω της, πλησίασε την κάβα για να βάλει ένα ποτήρι νερωμένο κρασί από τ’αμπέλια του Υπεράρχη.

Ο Τέρι πήγε πάλι κοντά της και, καθώς εκείνη έπινε μια γουλιά από το ποτό της, την έσφιξε επάνω του. «Θέλω να προσέχεις,» της είπε, φιλώντας το πλάι του λαιμού της. «Ίσως νάναι επικίνδυνα αυτά τα παράξενα φαινόμενα στη διάσταση.»

«Θες να μάθεις τι ακριβώς συνέβη με το σκουλήκι που έφερα μαζί μου;» τον ρώτησε η Αρίνη ύστερα από ακόμα μια γουλιά νερωμένο κρασί, το οποίο διαπίστωσε ότι έκανε καλό στα νεύρα της έπειτα από μια τόσο κουραστική ημέρα.

«Ναι,» ένευσε ο Τέρι. «Πολύ.»

Κάθισαν στον καναπέ, και η Αρίνη τού μίλησε.

«Αν δεν είναι από τη Χάρνταβελ, τότε πώς εμφανίστηκε εκεί που εμφανίστηκε;» τη ρώτησε ο Τέρι. «Δεν υπάρχει διαστασιακή δίοδος σ’εκείνη την περιοχή, σωστά;»

«Από την αραίωση των τοιχωμάτων, ίσως.»

Ο Τέρι έσμιξε τα καστανά φρύδια του επάνω στο κατάλευκο μέτωπό του. «Γλίστρησε εδώ από κάποια άλλη, άγνωστη διάσταση;»

«Κάποια διάσταση που εφάπτεται της Χάρνταβελ,» είπε η Αρίνη, τελειώνοντας το κρασί της.

«Μα… μέχρι στιγμής, οι αντικατοπτρισμοί που βλέπουν είναι… μόνο αντικατοπτρισμοί. Εικόνες. Δεν έχει παρουσιαστεί κάτι που να έρχεται από κάπου αλλού

«Ναι,» αποκρίθηκε η Αρίνη, «το ξέρω.» Άφησε το άδειο ποτήρι της στο τραπεζάκι παραδίπλα.

«Είσαι σίγουρη ότι το σκουλήκι ήρθε έτσι;» τη ρώτησε ο Τέρι. «Ίσως να υπάρχει κι άλλη εξήγηση.»

«Φυσικά και δεν είμαι σίγουρη,» είπε εκείνη. «Γι’αυτό θέλω να το ερευνήσω. Πραγματικά, όμως, Τέρι, δεν μπορώ να σκεφτώ καμια άλλη εξήγηση.» Σηκώθηκε από τον καναπέ και βάδισε προς το λουτρό. Σκόπευε να κάνει ένα μπάνιο και μετά να κοιμηθεί – για ώρες και ώρες και ώρες…

Η μελέτη αυτού του παράξενου πλάσματος που δεν είχε ξαναδεί ποτέ στη ζωή της μπορούσε να περιμένει.

*

Ενώ η Αρίνη κοιμόταν, και είχε πλέον νυχτώσει, ο Τέρι, που στεκόταν κοντά στο οφθαλμόσχημο παράθυρο του καθιστικού και κάπνιζε, άκουσε τον επικοινωνιακό δίαυλο να κουδουνίζει. Πλησίασε και τον άνοιξε.

«Μάλιστα;»

«Ταγματάρχη. Μπορείς να έρθεις στο γραφείο μου να μιλήσουμε;» Ήταν η φωνή του Παντοκρατορικού Επόπτη της Χάρνταβελ, Νιρμόδου Νάρλεφ.

«Ασφαλώς, Υψηλότατε. Συνέβη κάτι;»

«Αν δεν κάνω λάθος, η Αρίνη’σαρ έφερε κάποιο νεκρό πλάσμα στην Ερρίθια. Κάτι σαν γιγάντιο σκουλήκι, μου είπαν.»

«Μάλιστα… Γι’αυτό θέλετε να μου μιλήσετε;»

«Ναι

«Θα είμαι εκεί σε λίγο.»

«Θα σε περιμένω, Ταγματάρχη.»

Ο Τέρι έκλεισε τον δίαυλο.

Δεν αισθανόταν άνετα να παίρνει διαταγές από έναν άνθρωπο που ήταν τόσα χρόνια μικρότερός του, αλλά αυτός ήταν τώρα ο Επόπτης. Η προηγούμενη Επόπτρια είχε ζητήσει μετάθεση από τη Χάρνταβελ, και είχε φύγει· και ο Τέρι καταλάβαινε τους λόγους της για να μη θέλει να είναι εδώ. Συνεχώς έπρεπε να έχει να κάνει με τον παραλογισμό των ιερέων, ενώ, κατά τα άλλα, τίποτα ενδιαφέρον δεν συνέβαινε. Στη Χάρνταβελ τα πράγματα ήταν, γενικά, ήσυχα, με την εξαίρεση κάποιων μικροεπιθέσεων που έκαναν τοπικοί επαναστάτες – τους οποίους ο Τέρι ήξερε πως οι ιερείς δεν αποθάρρυναν, παρότι δεν τους υποστήριζαν και ανοιχτά.

Οι ιερείς της Χάρνταβελ είναι επικίνδυνοι, και εναντίον μας, σκεφτόταν καθώς φορούσε τη στολή του για να επισκεφτεί τον Επόπτη. Υπό άλλες συνθήκες το ιερατείο τους θα έπρεπε να έχει διαλυθεί, όπως έχει γίνει και με τα ιερατεία σε άλλες διαστάσεις. Η ιδιαίτερη φύση της Χάρνταβελ είναι το μόνο πράγμα που ακόμα κρατά ζωντανή τη θρησκεία τους, καθώς και το γεγονός ότι η Παντοκράτειρα δεν τους θεωρεί τόσο επικίνδυνους ώστε να πρέπει οπωσδήποτε να τους εξολοθρεύσει.

Ο Τέρι δεν θέλησε να ξυπνήσει την Αρίνη για να της πει πού θα πήγαινε. Εξάλλου, δεν πίστευε ότι θα καθυστερούσε. Ο Επόπτης, μάλλον, ήθελε να τον ρωτήσει τι ακριβώς ήταν αυτό το πλάσμα που είχε φέρει η σύζυγός του στην πόλη – και ο Τέρι, φυσικά, θ’απαντούσε λέγοντας την αλήθεια: ότι, ουσιαστικά, δεν ήξερε τίποτα.

Έχοντας ετοιμαστεί, βγήκε από τα δωμάτιά του και βάδισε μέσα στα Ανάκτορα του Υπεράρχη, με τα μποτοφορεμένα πόδια του ν’αντηχούν επάνω στο πέτρινο πάτωμα εκεί όπου αυτό δεν ήταν στρωμένο με χαλί. Οι κοινόχρηστοι διάδρομοι και αίθουσες των Ανακτόρων δεν είχαν θέρμανση, και η ψύχρα της νύχτας ήταν έντονη. Ορισμένα από τα οφθαλμόσχημα παράθυρα ήταν ανοιχτά, και ο άνεμος έμπαινε σφυρίζοντας. Ο Τέρι αισθάνθηκε, σε μια στροφή, τις τρίχες του να ορθώνονται καθώς ο παγερός αέρας γλιστρούσε μέσα στη στρατιωτική στολή του.

Οι φρουροί στις γωνίες – όλοι τους Παντοκρατορικοί πολεμιστές – τον χαιρετούσαν στρατιωτικά όποτε τον έβλεπαν να περνά από μπροστά τους. Ολόκληρη αυτή η μεριά των Ανακτόρων ανήκε στους Παντοκρατορικούς, φυσικά· δεν υπήρχαν φρουροί του Υπεράρχη εδώ. Κατάσκοποί του, όμως – καθώς και κατάσκοποι των ιερέων – υπήρχαν, υποπτευόταν ο Τέρι: ειδικά ανάμεσα στο υπηρετικό προσωπικό.

Διέσχισε μια αυλή, έφτασε μπροστά στην πόρτα του γραφείου του Επόπτη, και χτύπησε δύο φορές, γρήγορα, απανωτά.

«Ποιος είναι;» ήρθε η φωνή του Νιρμόδου Νάρλεφ από μέσα.

«Ο ταγματάρχη, Υψηλότατε.»

«Πέρνα.»

Ο Τέρι μπήκε σ’ένα δωμάτιο λιτά διακοσμημένο, μ’ένα γραφείο στον αντικρινό τοίχο, πλάι στο παράθυρο. Ο Επόπτης, γαλανόδερμος, με κοντά κόκκινα μαλλιά, καθόταν πίσω από το γραφείο. Δεν φορούσε τη στολή του, και στο χέρι του είχε μια κούπα μπίρα.

«Κάθισε, Ταγματάρχη,» είπε, δείχνοντας την καρέκλα αντίκρυ του.

Ο Τέρι κάθισε.

«Συγνώμη που σ’ενοχλώ τέτοια ώρα,» είπε ο Νιρμόδος, μάλλον διαδικαστικά. «Αν και δε νομίζω ότι είναι και τόσο αργά.»

«Δεν υπάρχει πρόβλημα, Υψηλότατε. Δεν κοιμόμουν.»

«Το φαντάστηκα,» ένευσε ο Νιρμόδος, κι ακούμπησε την πλάτη του στην πολυθρόνα. Ατένισε τον Τέρι σκεπτικά για μερικές στιγμές, προτού πει: «Οι ιερείς διαμαρτυρήθηκαν στον Υπεράρχη επειδή δεν τους άφησες να κάψουν ένα νεκρό πλάσμα που η σύζυγός σου έφερε στο λιμάνι της Ερρίθιας· και ο Υπεράρχης μίλησε σ’εμένα, ζητώντας μου να σου ζητήσω να παραδοθεί το πτώμα στους ιερείς αν είναι εφικτό.

»Για τι πλάσμα πρόκειται ακριβώς, Ταγματάρχη; Το μόνο που ξέρω είναι ότι μοιάζει με γιγάντιο σκουλήκι.»

«Κι εγώ μόνο αυτό ξέρω,» αποκρίθηκε ο Τέρι. «Η Αρίνη το βρήκε σ’ένα από τα μέρη όπου παρουσιάζονται οι αντικατοπτρισμοί. Είχε πάει εκεί για να ερευνήσει – χωρίς να ανακαλύψει τίποτα το αξιοσημείωτο – και το τέρας επιτέθηκε σ’εκείνη και τους στρατιώτες μου, οι οποίοι το πυροβόλησαν και το σκότωσαν. Η Αρίνη θεώρησε ότι έπρεπε να το φέρει μαζί της, επειδή δεν έχει ξαναδεί κάτι παρόμοιο στη Χάρνταβελ – και ούτε πουθενά αλλού στο Γνωστό Σύμπαν, απ’ό,τι μου είπε. Θέλει να το μελετήσει. Πιστεύει ότι ίσως να γλίστρησε μέσα στη Χάρνταβελ από κάποια γειτονική διάσταση, εξαιτίας της αραίωσης των διαστασιακών τοιχωμάτων.»

Ο Νιρμόδος συνοφρυώθηκε. «Γειτονική διάσταση; Από τη Φεηνάρκια, ας πούμε; Από τη Διάσταση του Φωτός;»

Ο Τέρι κούνησε το κεφάλι. «Η Αρίνη δεν ανέφερε τίποτα συγκεκριμένο. Επιπλέον, οι αντικατοπτρισμοί δεν είναι εικόνες που θυμίζουν κάποια γνωστή διάσταση. Τουλάχιστον, έτσι νομίζει η Αρίνη – και δεν έχει ισχυριστεί ποτέ κανένας το αντίθετο.»

Ο Επόπτης φάνηκε σκεπτικός. «Ίσως θα έπρεπε να ζητήσουμε να μας στείλουν κι άλλους του τάγματος των Ερευνητών, Ταγματάρχη. Το πράγμα μπορεί να έχει αρχίσει να γίνεται πιο επικίνδυνο από πριν…»

«Δεν ξέρω, Υψηλότατε.»

«Γιατί η Αρίνη δεν ήρθε μαζί σου τώρα;»

«Δεν τη ζητήσατε,» αποκρίθηκε ο Τέρι.

«Πράγματι, αλλά ίσως να μπορούσε να με πληροφορήσει καλύτερα για την όλη κατάσταση. Δεν ήρθα για να παρακολουθώ απλώς, Ταγματάρχη. Αν υπάρχει κάποιο πρόβλημα στη Χάρνταβελ, σκοπεύω να το λύσω με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.»

Νομίζει ότι τα ξέρει όλα επειδή τον έχουν ονομάσει ήρωα στη Βίηλ… «Τα πράγματα εδώ δεν είναι όπως στη Βίηλ, Υψηλότατε. Δεν υπάρχει πόλεμος. Χρειάζονται λεπτοί χειρισμοί.»

Το βλέμμα του Επόπτη αγρίεψε. «Δεν υποστήριξα το αντίθετο, Ταγματάρχη! Η διάσταση, όμως, μου φαίνεται ότι βρίσκεται, αν όχι στα πρόθυρα της διάλυσης, σε πολύ άσχημη κατάσταση. Παράξενοι ‘αντικατοπτρισμοί’ παρουσιάζονται. Ανθρωποθυσίες γίνονται, για λόγους που μοιάζουν ανόητοι. Και τώρα ένα αλλόκοτο τέρας ήρθε από… κάπου που κανένας δεν ξέρει. Η Αρίνη έπρεπε να ήταν εδώ για να συζητήσουμε.»

«Αν μου το είχατε ζητήσει, θα την είχα ξυπνήσει για να έρθει,» αποκρίθηκε ο Τέρι. «Ήταν κουρασμένη από τη Μαγγανεία Κινήσεως και ήθελε να κοιμηθεί. Πάνω από δέκα ώρες ήταν στο ενεργειακό κέντρο του μεταβαλλόμενου σκάφους.»

«Μάλιστα,» αποκρίθηκε ο Επόπτης, μοιάζοντας να καταλαβαίνει. «Σ’αυτή την περίπτωση, δε θα είχε νόημα μια συζήτηση μαζί της τώρα. Θα ήθελα να είναι ξεκούραστη όταν θα μιλήσουμε.»

«Υπάρχει κάτι άλλο που θα θέλατε από εμένα;» ρώτησε ο Τέρι.

«Όχι,» αποκρίθηκε ο Νιρμόδος. «Μπορείς να πηγαίνεις.»

«Προτού φύγω,» είπε ο Τέρι, «να κάνω μια ερώτηση;»

Ο Νιρμόδος μόρφασε, ανοίγοντας τα χέρια του εμπρός του, επάνω στην επιφάνεια του γραφείου. «Εννοείται, Ταγματάρχη.»

«Τι θα γίνει με τους ιερείς;»

«Τι να γίνει;»

«Αν συνεχίσουν να ζητούν το νεκρό πλάσμα, εννοώ.»

«Δε νομίζω ότι υπάρχει κανένας λόγος οι δυνάμεις της Παντοκράτειρας να εξηγήσουν σ’αυτούς γιατί αποφάσισαν να κρατήσουν ένα πτώμα για μελέτη,» είπε ο Νιρμόδος. «Δεν είναι δική τους υπόθεση. Αφορά εμάς και μόνο εμάς.»

«Οι ίδιοι, βέβαια, θα υποστηρίξουν το αντίθετο.»

«Μπορούν να υποστηρίξουν ό,τι θέλουν. Απ’ό,τι έχω καταλάβει από τότε που ήρθα στη Χάρνταβελ, οι ιερείς υποστηρίζουν πως τα πάντα τούς αφορούν. Καιρός να μάθουν ότι δεν είναι έτσι. Η διάσταση τους δεν αποτελεί παρά ένα μικρό τμήμα της Συμπαντικής Παντοκρατορίας – εμείς έχουμε τον τελικό λόγο εδώ. Για το οτιδήποτε.»

Δε χρειαζόμαστε κι άλλες εντάσεις, όμως. Αλλά χρειαζόμαστε έναν Επόπτη που να μπορεί να αντιμετωπίσει τους ιερείς πιο διπλωματικά. Αν και η αλήθεια ήταν ότι ακόμα κι ο Τέρι, που βρισκόταν τόσο καιρό στη Χάρνταβελ, δυσκολευόταν να αντιμετωπίσει διπλωματικά τους ιερείς της. Δεν έμοιαζαν ν’ακούνε σε καμία λογική.

«Μάλιστα, Υψηλότατε,» αποκρίθηκε στον Επόπτη. Παρότι θα προτιμούσε να του δώσει κάποιες συμβουλές για τη συναναστροφή με τους ιερείς, δεν το έκανε επειδή τώρα δεν νόμιζε ότι ήταν η ώρα για κάτι τέτοιο· κι επιπλέον, δεν ήταν η θέση του αυτή. Ο Επόπτης, κανονικά, θα έπρεπε να είναι πιο έμπειρος σ’αυτά τα θέματα από τον Τέρι. Κι όμως, δεν ήταν… Μας έστειλαν έναν βετεράνο για να κάνει διαπραγματεύσεις. Κανένας δεν δίνει σημασία για το τι γίνεται εδώ, στη Χάρνταβελ…

«Μπορείς να πηγαίνεις, Ταγματάρχη.»

Ο Τέρι σηκώθηκε από την καρέκλα του και, χωρίς άλλες κουβέντες, έφυγε από το γραφείο του Επόπτη, νιώθοντας ότι κάτι δραστικό έπρεπε να γίνει, αλλά μην ξέροντας τι.

Τέτοια, όμως, δεν ήταν η κατάσταση από τότε που πρωτοήρθαμε στη Χάρνταβελ;

Κι ο εαυτός του του απάντησε: Όχι· εκείνο τον καιρό δεν γίνονταν ανθρωποθυσίες. Από τότε που άρχισαν οι ανθρωποθυσίες, το ένα κακό διαδέχεται το άλλο.

Παρά τα πιστεύω των τρελών ιερέων της Χάρνταβελ, ο Θεός τους δεν φαινόταν να εξευμενίζεται. Το αντίθετο, μάλλον.

Κεφάλαιο 5
Σύναξη Επαναστατών

Πριν από μια εξαετία ο Σθένελος είχε αποφοιτήσει από τη Σχολή Μαγικών Τεχνών· ήταν πλέον, επισήμως, μάγος του τάγματος των Ερευνητών, όχι μαθητευόμενος, ούτε κάποιος που είχε το ταλέντο αλλά όχι τις απαραίτητες γνώσεις· και εκείνο που ήθελε να κάνει δεν ήταν να επιδοθεί στις μελέτες που συνήθως επιδίδονταν οι Ερευνητές, οι οποίες του έμοιαζαν, τις περισσότερες φορές, θεωρητικές ή ακόμα και άσκοπες. Ο Σθένελος ήθελε, σαν αυτούς, να ερευνήσει το σύμπαν, όμως με πιο άμεσο τρόπο. Εκεί όπου συνέβαινε ό,τι ήταν άξιο μελέτης, εκεί ήθελε να βρίσκεται.

Τούτο, ασφαλώς, δεν ήταν κάτι που ίσχυε μόνο για εκείνον. Πολλοί Ερευνητές είχαν την ίδια νοοτροπία. Υπήρχαν όμως κι αυτοί που προτιμούσαν τη μελέτη μέσα στη Σχολή Μαγικών Τεχνών, σε συνδυασμό με κάποιες ελεγχόμενες εξορμήσεις. Ο Σθένελος, προφανώς, δεν ήταν από τους τελευταίους: γι’αυτό κιόλας είχε γρήγορα καταλήξει να βοηθά τον Στρατό της Απολλώνιας, είτε στο Βόρειο Μέτωπο, εναντίον των δυνάμεων της Παντοκράτειρας, είτε στο Νότιο Μέτωπο, εναντίον των αλλόκοτων τεράτων που, τον τελευταίο καιρό, έρχονταν σε ορδές από την Απολεσθείσα Γη.

Έτσι, παρότι ήταν ακόμα μικρός – μόλις είκοσι-έξι χρονών – είχε βρεθεί αντιμέτωπος με παραπάνω από αρκετές επικίνδυνες και ενδιαφέρουσες (για έναν Ερευνητή) καταστάσεις, με αποτέλεσμα να έχει αποκτήσει εμπειρία μεγαλύτερη απ’ό,τι, ίσως, δικαιολογούσε η ηλικία του.

Γρήγορα γνωρίστηκε με επαναστάτες: ανθρώπους που δούλευαν απευθείας για τον Βασιληά Ανδρόνικο, ταξιδεύοντας πολλοί από αυτούς και σε διαστάσεις πέρα από την Απολλώνια. Γνώρισε ακόμα και τον Οδυσσέα, ο οποίος ήταν ένας από τους Προμάχους της Επανάστασης και δεξί χέρι του Βασιληά, όπως έλεγαν οι φήμες γι’αυτόν. Ο Σθένελος είχε ζητήσει να τον βάλουν κι εκείνον στην Επανάσταση, αν θεωρούσαν ότι μπορούσε να τους φανεί χρήσιμος. «Μα,» του είχε πει ο Οδυσσέας, «είσαι ήδη στην Επανάσταση. Πολεμάς για την Απολλώνια.» Ο Σθένελος, όμως, δεν εννοούσε αυτό – εννοούσε όλα εκείνα τα ιδιαίτερα πράγματα που έκαναν οι επαναστάτες – και το είπε στον Πρόμαχο. Οπότε, ο Οδυσσέας τού απάντησε: «Θα δούμε. Θα σ’έχω υπόψη μου, σίγουρα, τώρα που ξέρω ότι είσαι πρόθυμος.» Και είχε χαμογελάσει: πράγμα που είχε φανεί στον Σθένελο καλό σημάδι.

Επομένως, περίμενε την ημέρα που ο Πρόμαχος θα τον καλούσε. Την ημέρα που θα μπορούσε να κάνει κάτι σημαντικότερο για την Επανάσταση – και για την Απολλώνια – από ό,τι ένας συνηθισμένος μάγος του Στρατού. Επιπλέον, ήταν βέβαιος πως ό,τι ανακαλύψεις κι αν έκανε μαζί με τους επαναστάτες θα ήταν σίγουρα πολύ πιο ενδιαφέρουσες.

Η ημέρα αυτή είχε έρθει.

Ο Σθένελος’σαρ ήταν μαζί με την Κλεονίκη όταν ο τηλεπικοινωνιακός πομπός του κουδούνισε. Είχε κοιμηθεί μαζί της το βράδυ και, έχοντας ξυπνήσει με την αυγή, έκαναν έρωτα ακόμα μία φορά προτού η Κλεονίκη φύγει για να πάει σ’ένα από τα οχυρά στις παρυφές του Κρημνίσματος – του ορίου που χώριζε τη διάσταση της Απολλώνιας από τη διαρκώς μεταβαλλόμενη, άκρως επικίνδυνη διάσταση της Απολεσθείσας Γης.

«Κατάρες!» είπε η Κλεονίκη, μουγκρίζοντας δυσαρεστημένα. «Τι θέλουν τώρα; Δε μπορεί νάχω αργήσει – είναι ακόμα πρωί!»

«Δεν είναι ο δικός σου πομπός· ο δικός μου είναι. Πρέπει να πρόκειται για κάτι σημαντικό. Έλα, σήκω.»

«Όοοχι,» αποκρίθηκε η Κλεονίκη πεισματάρικα, χαμογελώντας, και παραμένοντας επάνω στον Σθένελο.

Ο πομπός συνέχιζε να κουδουνίζει.

Ο Σθένελος χτύπησε τους μηρούς της ερωμένης του, επανειλημμένα. «Έλα, σήκω! Σήκω!»

Η Κλεονίκη, γελώντας, σηκώθηκε και κύλησε στο πλάι, πάνω στα ανακατεμένα στρωσίδια.

Ο Σθένελος πήγε αμέσως στο γραφείο του, έπιασε τον τηλεπικοινωνιακό του πομπό, και τον άνοιξε.

«Μάλιστα;»

«Ο κύριος Σθένελος’σαρ;» Η φωνή ήταν αντρική. Ο Σθένελος δεν την αναγνώριζε.

«Ο ίδιος. Ποιος είστε;»

«Ο πιλότος σας.»

«Ο ποιος;» Μαλακισμένος φαρσέρ μες στα ξημερώματα;

«Ο κύριος Οδυσσέας Επίμετρος με έστειλε. Σας χρειάζεται για μια δουλειά της Επανάστασης. Μου είπε ότι θα καταλάβετε.»

Είναι δυνατόν; Έμοιαζε τόσο καλό, και ήταν τόσο απρόσμενο, που έφερνε στο μυαλό απάτη, ή παγίδα – αν και, βέβαια, αυτό ήταν παράλογο· οι Παντοκρατορικοί δεν είχαν πράκτορές τους στην Απολλώνια. Από την άλλη, όμως, τίποτα δεν έπρεπε να αποκλείει κανείς.

«Δεν υπάρχει αεροδρόμιο στη Σαρντάνη…»

Ο άντρας που είχε συστηθεί ως πιλότος ακούστηκε να γελά μέσα από τον πομπό. «Μην ανησυχείτε, κύριε. Έχω προσγειωθεί έξω από την πόλη, πέντε χιλιόμετρα προς τα βόρεια. Θα σας περιμένω.»

Παράξενο, αλλά πρέπει να ήταν αληθινό. Ποιος θα τολμούσε να στήσει τέτοια απάτη μέσα στην ίδια την Απολλώνια, και γιατί; «Εεμ, εντάξει. Θα είμαι εκεί σε… καμια ωρίτσα;»

«Κανένα πρόβλημα.»

Ο Σθένελος έκλεισε τον πομπό. Στράφηκε στην Κλεονίκη, η οποία στεκόταν στα γόνατα επάνω στο κρεβάτι, με το καφετί δέρμα της να μοιάζει σχεδόν τόσο μαύρο όσο και τα μαλλιά της στο λιγοστό φως που έμπαινε από τις γρίλιες του παντζουριού. Τα στήθη της ήταν ακόμα ορθωμένα· ο Σθένελος μπορούσε να τα διακρίνει.

«Πού θα πας σε μια ώρα;» τον ρώτησε η Κλεονίκη.

Ο Σθένελος τής είπε, καθώς πλησίαζε το κρεβάτι για να σταθεί στην άκρη του.

Το χέρι της πήγε κάτω από τις τρίχες της κοιλιάς του, πιάνοντας τα μαλακά. «Προλαβαίνουμε, λοιπόν. Την ίδια ώρα θα φύγουμε κι οι δύο,» του είπε, και φίλησε τα χείλη του.

Ο Σθένελος είχε χάσει τη διάθεσή του ύστερα από τη συζήτηση στον πομπό, αλλά δεν έφερε αντίρρηση. Εξάλλου, μπορεί να μην ξανάβλεπε την Κλεονίκη αν ο Πρόμαχος τού ζητούσε να πάει κάπου μακριά για λογαριασμό της Επανάστασης. Κι όπως αποδείχτηκε, δεν άργησε να ξαναβρεί τη διάθεσή του. Η μαγεία ήταν μαγεία, και η Επανάσταση ήταν η Επανάσταση, αλλά οι γυναίκες ήταν ανέκαθεν το αδύνατο σημείο του. Δεν μπορούσε να τους πει εύκολα όχι, και του άρεσαν διάφορες γυναίκες για διαφορετικούς λόγους.

Τώρα, όμως, μετά την κλήση του πιλότου (αν ήταν αυτός που έλεγε πως ήταν – που, μάλλον, πρέπει να ήταν), ο Σθένελος αισθανόταν ανήσυχος και βιαστικός, και τελείωσε γρήγορα με την Κλεονίκη.

«Μπορείς και καλύτερα,» του είπε εκείνη, ύστερα, καθώς είχε σηκωθεί από το κρεβάτι και έβαζε τα εσώρουχά της. «Το ξέρω πως μπορείς και καλύτερα.»

«Δε φταίω εγώ· με αποπροσανατόλισαν,» αποκρίθηκε ο Σθένελος μειδιώντας, ακόμα ξαπλωμένος στο κρεβάτι, γυμνός.

Η Κλεονίκη γέλασε. «Την επόμενη φορά θα μου χρωστάς, λοιπόν.» Ξαφνικά, συνοφρυώθηκε. «Αλήθεια, που θα πας;»

«Εκεί είναι το θέμα· δεν ξέρω.» Ο Σθένελος σηκώθηκε και άρχισε να ντύνεται. «Είχα πει από παλιά στον Πρόμαχο Οδυσσέα ότι μ’ενδιαφέρει να εργαστώ περισσότερο με την Επανάσταση, και φαίνεται πως τώρα αποφάσισε ότι του είμαι χρήσιμος.»

«Πρέπει να είσαι ενθουσιασμένος…»

«Είμαι. Σχετικά.»

«Θα με θυμάσαι καθόλου, τώρα που θ’αρχίσεις να συναναστρέφεσαι σημαντικά πρόσωπα;» ρώτησε η Κλεονίκη σουφρώνοντας τα χείλη.

Ο Σθένελος μειδίασε πλατιά καθώς ντυνόταν. «Είναι αδύνατον να σε ξεχάσω, σοκολατάκι μου.» Εσένα και άλλες, επίσης… – αλλά αυτό, σίγουρα, δεν θα ήταν συνετό να το πει· ούτε ταιριαστό ήταν με την περίσταση.

«Θέλεις να σε πάω μέχρι αυτό το αεροσκάφος προτού φύγω για το Κρήμνισμα;» ρώτησε η Κλεονίκη.

«Δε χρειάζεται· καλύτερα να μην αργήσεις στο οχυρό.» Η Κλεονίκη ήταν λοχίας του Απολλώνιου Στρατού, και ο Σθένελος δεν ήθελε να φάει καμια ποινή για χάρη του. Είχε ήδη αργήσει λιγάκι να ξεκινήσει, και το Κρήμνισμα δεν ήταν κοντά στη Σαρντάνη. Το οχυρό όπου έπρεπε να πάει απείχε πάνω από τριακόσια-πενήντα χιλιόμετρα. Ευτυχώς, δεν είχε πρωινή βάρδια, φυσικά, αλλιώς δεν θα είχε την παραμικρή πιθανότητα να φτάσει εγκαίρως. Η βάρδια της ήταν το μεσημέρι.

«Καλά,» είπε η Κλεονίκη. «Να με θυμάσαι, όμως.» Τον πλησίασε και τον φίλησε.

Μετά, έχοντας ντυθεί με τη στρατιωτική στολή της, έφυγε από το ξενοδοχείο όπου έμενε ο Σθένελος.

*

Ο Σθένελος’σαρ δεν είχε ενεργειακό όχημα στην ιδιοκτησία του. Είχε ένα άλογο, το οποίο προτιμούσε γιατί ήθελε λιγότερη συντήρηση, κι επειδή όταν του χρειαζόταν να διανύσει μεγάλες αποστάσεις πάντοτε κάποιος άλλος τον μετέφερε: συνήθως άνθρωποι του Απολλώνιου Στρατού.

Αφού τώρα πήρε το άλογό του από το γκαράζ, πήγε – με κάποια επιφύλαξη, πάντα, και έχοντας το πιστόλι του οπλισμένο και έτοιμο μέσα στην τσέπη του πανωφοριού του – προς τη βόρεια έξοδο της Σαρντάνης και, μέσα στο ηλιόλουστο πρωινό, τρόχασε πέντε χιλιόμετρα, ώσπου είδε αντίκρυ του, επάνω στον κάμπο, ένα προσγειωμένο αεροπλάνο.

Μπροστά στο σκάφος στεκόταν ένας άντρας ο οποίος, βλέποντάς τον από μακριά, ύψωσε το χέρι του και του έκανε νόημα να πλησιάσει.

Με αναγνώρισε, σκέφτηκε ο Σθένελος, σφίγγοντας τη λαβή του πιστολιού μέσα στην τσέπη του. Τώρα, ή κάτι συναρπαστικό θα συμβεί, ή θα με καθαρίσουν…

*

«Τι ήταν αυτό που μου είπε η Άνμα’ταρ!»

Ο Οδυσσέας πήρε το βλέμμα του από κάτι χάρτες επάνω στο γραφείο του και στράφηκε να κοιτάξει τη Βατράνια, η οποία στεκόταν στο κατώφλι, με τα χέρια σταυρωμένα εμπρός της και με θυμωμένη όψη στο πρόσωπό της. Ήταν, ως συνήθως, ντυμένη σαν φιγουρίνι.

«Η Άνμα’ταρ; Τι σου είπε; Κάτι που δεν έπρεπε;»

«Αντιθέτως,» αποκρίθηκε η Βατράνια, βηματίζοντας μέσα στο δωμάτιο, πηγαίνοντας προς το μέρος του. «Μου είπε κάτι που έπρεπε ήδη να μου είχες πει εσύ!»

«Θα γίνεις πιο συγκεκριμένη;»

«Θα γίνω, αν και το ξέρεις πως, στην πραγματικότητα, δεν χρειάζεται. Η Άνμα μού είπε ότι ο Πρίγκιπας θα στείλει εκείνη, τον Σέλιρ’χοκ, τη Μάρθα, τον Γεράρδο, κι έναν μάγο που λέγεται Σθένελος’σαρ στη Χάρνταβελ!»

«Και λοιπόν;»

«Το ήξερες;»

«Ναι–»

«Και δεν μου είπες τίποτα!»

«Τι να σου έλεγα;»

«Δε σου είχα ζητήσει να μιλήσεις στον Πρίγκιπα για μένα; Να του πεις ότι θέλω κι εγώ να πάω στη Χάρνταβελ;»

Ο Οδυσσέας κούνησε το κεφάλι. «Βατράνια, δε νομίζω ότι αυτή είναι καλή ιδέα–»

«Για εμένα, είναι καλή ιδέα!» φώναξε η Βατράνια. «Μέχρι στιγμής δεν κάνω τίποτα εδώ, στην Απολλώνια! Μόνο κάτι μικροδουλειές! Μηνύματα μεταφέρω – και δεν είμαι μαντατοφόρος, Οδυσσέα!»

«Καλά, μη φωνάζεις έτσι,» της είπε ο Οδυσσέας, βλέποντας ότι το πρόσωπό της είχε κοκκινίσει. «Θα μιλήσω στον Πρίγκιπα.»

«Τώρα;»

«Τώρα,» είπε ο Οδυσσέας, ρίχνοντάς της ένα άγριο βλέμμα· κι έφυγε από το δωμάτιο.

Η Βατράνια κάθισε σε μια πολυθρόνα και περίμενε· ανάβοντας τσιγάρο μετά από λίγο.

Ο Οδυσσέας άργησε κάμποσο να επιστρέψει, και η Βατράνια αναρωτήθηκε αν το έκανε επίτηδες. Ποιο ήταν το πρόβλημά του και δεν ήθελε να την αφήσει να πάει στη Χάρνταβελ; Εξάλλου, θα έχουμε μαζί μας τον Γεράρδο, που ξέρει καλά αυτή τη διάσταση. Σίγουρα δεν πρόκειται να χαθούμε!

Ο Οδυσσέας μπήκε τελικά στο δωμάτιο και στάθηκε αντίκρυ της, ατενίζοντάς την, καθώς κι εκείνη σηκωνόταν αμέσως όρθια.

«Μου είπε αν θέλεις να πας, αλλά πρώτα να μιλήσεις με τον Γεράρδο.»

Η Βατράνια γέλασε. «Βλέπεις; Ο Πρίγκιπάς μας ξέρει τι κάνει!»

«Ο Πρίγκιπάς μας,» είπε ο Οδυσσέας καθίζοντας πίσω από το γραφείο του, «είναι ανόητα ιδεαλιστής ορισμένες φορές. Πολλές φορές, ίσως. Τυχαίνει να πιστεύει ότι ο καθένας πρέπει – και μπορεί – να αποφασίζει μόνος του τι θα κάνει.»

«Κι εσύ δεν το πιστεύεις αυτό;» απόρησε η Βατράνια.

«Για ορισμένους ανθρώπους, ναι, το πιστεύω.»

«Αλλά όχι για εμένα;» Η Βατράνια πήρε μια προσποιητά σοκαρισμένη έκφραση. «Με τραυματίζεις στην ψυχή!»

«Θα το ξεπεράσεις, είμαι σίγουρος,» χαμογέλασε ο Οδυσσέας.

Η Βατράνια γέλασε. «Ίσως,» είπε, και κάθισε στην άκρη του γραφείου του.

«Σου πρότεινα να μην πας,» της εξήγησε ο Οδυσσέας, «επειδή δεν νομίζω πως έχεις κάτι να προσφέρεις εκεί, και επειδή δεν νομίζω, επίσης, ότι το κλίμα σού ταιριάζει. Τέλος πάντων. Αν θέλεις, πήγαινε· εννοείται. Δεν θα τσακωθώ γι’αυτό το θέμα.»

Η Βατράνια δεν είπε τίποτα. Τον συμπαθούσε τον Οδυσσέα, και το ήξερε πως δεν είχε κακό στο νου του.

Εκείνος έστρεψε το βλέμμα του στους χάρτες επάνω στο γραφείο του.

«Τι κοιτάς εκεί;» τον ρώτησε η Βατράνια.

«Την εξάπλωση του υπερδιαστασιακού στροβίλου. Είναι σαν γιγάντιο παραπέτασμα, Βατράνια, απ’τον ουρανό ώς τη γη. Και, με την πάροδο του χρόνου, επεκτείνεται. Δες πού ήταν πριν από τέσσερις μήνες» – της έδειξε μια γραμμή πάνω σ’έναν χάρτη – «και δες πού είναι τώρα.» Της έδειξε έναν άλλο χάρτη. «Θα διχοτομήσει την Απολλώνια στο τέλος, αν αυτός ο μάγος δεν βρει μια λύση.»

«Ποιος μάγος;»

«Δαίδαλο τον λένε. Πολύ περίεργος άνθρωπος. Εκείνος δημιούργησε τον στρόβιλο εξαρχής, για να αντιμετωπίσουμε τους Παντοκρατορικούς στην Ταλκασία. Μας φάνηκε καλή ιδέα τότε. Αλλά έγινε ένα λάθος. Για το οποίο δεν φταίει ο Δαίδαλος.»

«Γι’αυτό ο στρόβιλος εξαπλώνεται και η Απολλώνια κινδυνεύει;»

Ο Οδυσσέας κατένευσε.

«Και γιατί κοιτάς εσύ τους χάρτες τώρα; Για πληροφοριακούς λόγους;»

«Προσπαθώ να καταλάβω αν ο στρόβιλος έχει κάποιον σταθερό ρυθμό εξάπλωσης. Ίσως να μας βοηθήσει σε κάτι, αν ο μάγος δεν εμφανιστεί και δεν ξέρουμε τι να κάνουμε…» Αλλά δεν έμοιαζε και τόσο σίγουρος· η όψη του πρόδιδε αβεβαιότητα, και φόβο για τη διάστασή του.

Μετά είπε, αλλάζοντας θέμα κάπως ξαφνικά: «Ο Πρίγκιπάς μας πρότεινε να πας να μιλήσεις στον Γεράρδο…»

«Κατάλαβα,» είπε η Βατράνια υπομειδιώντας καθώς σηκωνόταν από την άκρη του γραφείου, «θέλεις να με ξεφορτωθείς. Θάρθει η Πριγκίπισσα Βασιλική, μήπως;»

«Μη λες ανοησίες, Βατράνια.»

«Ανοησίες;» Η Βατράνια γέλασε. «Έχω ακούσει τι είν’αυτά που σου λέει, κάπου-κάπου!»

«Η φαντασία σου είναι.»

«Ναι, σίιιιιγουρα,» αποκρίθηκε η Βατράνια καθώς, ακόμα γελώντας, έφευγε από το γραφείο του Οδυσσέα.

*

Ο Γεράρδος και η Μάρθα είχαν φάει μεσημεριανό σ’ένα εστιατόριο της Απαστράπτουσας, είχαν επιστρέψει στο βασιλικό παλάτι, και τώρα, καθισμένοι σε μια μικρή, ήσυχη αίθουσα, έπαιζαν Απολλώνια Σύγκρουση ενώ ο Αλεξίλυπος καθόταν και τους κοίταζε σιωπηλά – καθότι, γενικά, σιωπηλό αγόρι.

Ο Αλεξίλυπος ήταν γύρω στα πέντε, αν δεν έκανε λάθος ο Γεράρδος, και ήταν γιος του Πρίγκιπα Λούσιου, του αδελφού του Ανδρόνικου, ο οποίος ήταν νεκρός και για τον οποίο ο Ανδρόνικος προτιμούσε να μη μιλά. Όπως ο Γεράρδος ήξερε, ο Λούσιος είχε προσπαθήσει να σφετεριστεί τον Κυανό Θρόνο του Βασιλείου της Απολλώνιας, και ο Ανδρόνικος είχε αναγκαστεί να τον σκοτώσει.

Η Μάρθα πάτησε μερικά πλήκτρα, και ένα άρμα μάχης ανέβηκε στην κορυφή ενός λοφίσκου, πυροβόλησε με το μοναδικό του κανόνι, και χτύπησε μια μονάδα τριάντα στρατιωτών του Γεράρδου. Έξι από αυτούς εξαφανίστηκαν.

Η Απολλώνια Σύγκρουση παιζόταν επάνω σ’έναν ειδικό πίνακα όπου κινούνταν ολογράμματα μαχητών και αρμάτων μάχης, και όπου παρουσιάζονταν – επίσης σαν ολογράμματα – ό,τι σκηνικά επιθυμούσαν οι παίκτες στην αρχή του παιχνιδιού: λόφοι, τείχη, ποτάμια, δρόμοι, δάση, οικοδομήματα… Μπροστά σε κάθε παίκτη υπήρχε ένα μικρό πληκτρολόγιο, ώστε να ορίζει τις κινήσεις των κομματιών του.

«Βιαστική είσαι,» παρατήρησε ο Γεράρδος, και έκανε τη χτυπημένη μονάδα να φύγει από τη θέση της και να τρέξει να κρυφτεί μέσα στην κάλυψη ενός κοντινού δάσους.

Βήματα ακούστηκαν να έρχονται από τον διάδρομο έξω από τη μικρή αίθουσα. Παπούτσια, ή μπότες, με τακούνι.

Η Βατράνια μπήκε, ντυμένη όμορφα, σαν να είχε βγει από τα Απολλώνια περιοδικά μόδας που κυκλοφορούσαν στα περίπτερα της Απαστράπτουσας.

«Γεια,» είπε χαμογελώντας.

«Γεια,» μούγκρισε η Μάρθα, μη μοιάζοντας και τόσο χαρούμενη που την έβλεπε.

«Τι κάνεις, Βατράνια;» ρώτησε ο Γεράρδος.

«Μου είπαν ότι θα πάμε στη Χάρνταβελ.» Η Βατράνια ήρθε και κάθισε σε μια καρέκλα ανάμεσα στον Γεράρδο και στη Μάρθα, χωρίς να δώσει καμία σημασία στα ολογράμματα επάνω στον πίνακα της Απολλώνιας Σύγκρουσης.

Θα «πάμε»; απόρησε ο Γεράρδος, γιατί, έτσι όπως το έλεγε, η Βατράνια έμοιαζε να συμπεριλαμβάνει και τον εαυτό της.

Την κοίταξε κάπως παραξενεμένος.

«Δεν θα πάμε στη Χάρνταβελ;» είπε εκείνη.

«Απλώς δεν ήξερα ότι θα ερχόσουν κι εσύ. Ο Πρίγκιπας δεν μου είπε τίποτα.»

«Θα το ξέχασε, ίσως. Γιατί σ’εμένα είπε να έρθω να σου μιλήσω – ή, μάλλον, εσύ να μου μιλήσεις – για τη Χάρνταβελ.»

«Δεν καταλαβαίνω…»

«Αυτό μού ζήτησε ο Πρίγκιπας. Είπε αν θέλω μπορώ να πάω μαζί σας, αλλά να μιλήσω με τον Γεράρδο πρώτα.»

«Δηλαδή,» παρενέβη η Μάρθα, «δε σκόπευε εξαρχής να σε στείλει μαζί μας…»

«Τι σημασία έχει αυτό;» έκανε, λιγάκι απότομα, η Βατράνια.

Η Μάρθα έμοιαζε έτοιμη ν’αποκριθεί με κάτι άσχημο, αλλά ο Γεράρδος τη σκούντησε κάτω από το τραπέζι με το πόδι του, και είπε στη Βατράνια: «Δεν είναι και πολλά αυτά που πρέπει να ξέρεις για τη Χάρνταβελ. Πρόκειται για μια μικρή διάσταση που κυβερνάται από τοπικούς άρχοντες. Κληρονομικούς. Τη μεγαλύτερη πολιτική εξουσία έχει ο Υπεράρχης, ο οποίος μένει στην Ερρίθια – ανέκαθεν εκεί έμενε – και το αξίωμά του είναι επίσης κληρονομικό.

»Ακόμα μεγαλύτερη εξουσία απ’όλους, όμως, έχουν οι ιερείς της Χάρνταβελ, που ό,τι πουν είναι νόμος, καθώς θεωρούνται η Φωνή του Θεού. Ο ισχυρότερος από τους ιερείς είναι ο Ύπατος, ο οποίος κατοικεί στον Υπεραιώνιο, βόρεια της Ερρίθιας, μέσα στο Κεντροδάσος.»

«Στον… Υπεραιώνιο;»

«Ναός είναι. Ο Υπεραιώνιος Ναός: έτσι τον ονομάζουν,» αποκρίθηκε ο Γεράρδος. Και συνέχισε, ενώ η Μάρθα πατούσε μερικά πλήκτρα για να κινήσει τα κομμάτια της επάνω στον πίνακα της Απολλώνιας Σύγκρουσης: «Οι ιερείς επιλέγονται από βρέφη. Οι άλλοι ιερείς τούς αναγνωρίζουν κι έρχονται και τους παίρνουν απ’τους γονείς τους. Τους μεγαλώνουν στον Ναό, έτσι ποτέ δεν μαθαίνουν τις πραγματικές τους οικογένειες. Ανήκουν στον Θεό.»

«Το ίδιο ισχύει και για σένα;» ρώτησε η Βατράνια. «Δεν ξέρεις τους γονείς σου;»

«Φυσικά.

»Με τους ιερείς οφείλεις να προσέχεις ιδιαίτερα, γιατί, πίστεψέ με, δεν θέλεις να μπλέξεις μαζί τους. Δεν έχουν απλώς απόλυτη εξουσία στη Χάρνταβελ, διαθέτουν και δυνάμεις που θα μπορούσες να τις αποκαλέσεις υπεράνθρωπες.»

Η Βατράνια συνοφρυώθηκε. «Κι εσύ το ίδιο; Έχει τέτοιες δυνάμεις, Γεράρδε;»

«Όχι,» αποκρίθηκε εκείνος, πατώντας μερικά πλήκτρα για να κινήσει τα κομμάτια του επάνω στον πίνακα του παιχνιδιού. Ένας στρατιώτης του πυροβόλησε, χτυπώντας έναν αντίπαλο στρατιώτη που κρυβόταν πίσω από ένα χαμηλό τείχος.

«Κωλόφαρδε…!» έκανε η Μάρθα.

«Γιατί όχι;» ρώτησε η Βατράνια.

«Μεγάλη ιστορία. Αλλά εγώ δεν είμαι ιερέας πια, Βατράνια.»

«Επειδή αποφάσισες να φύγεις, έτσι απλά έχασες και τις δυνάμεις σου;»

Τι θέλει και σκαλίζει τέτοια πράγματα, τώρα; Ο Γεράρδος αναστέναξε. «Δεν υπάρχει τίποτα το απλό σ’όλα αυτά. Πάντως, εγώ δεν είμαι πια ιερέας,» τόνισε ξανά. Το ελπίζω…

«Και δεν μας αφήνεις τώρα να παίξουμε με την ησυχία μας;» ρώτησε η Μάρθα τη Βατράνια.

Εκείνη τής έριξε ένα βλέμμα καταφανούς ενόχλησης. «Ο Πρίγκιπας μού είπε να έρθω να μιλήσω με τον Γεράρδο!»

«Εντάξει, του μιλήσεις· τώρα μπορείς να στρίβεις.»

«Δεν υπάρχει, έτσι κι αλλιώς, κάτι άλλο να σου πω, Βατράνια,» παρενέβη ο Γεράρδος όσο πιο ευγενικά μπορούσε, για να μην καταλήξουν να βριστούν με τη Βατράνια. Αφού θα ερχόταν μαζί τους στη Χάρνταβελ, καλύτερα να μην ήταν τσακωμένοι. Ποτέ δεν ωφελεί.

«Εντάξει,» είπε η Βατράνια, δείχνοντας πικαρισμένη, καθώς σηκωνόταν από την καρέκλα της. «Μπορούμε να τα πούμε κι άλλη στιγμή, αν θέλεις.» Και έφυγε από το δωμάτιο.

«Γιατί ήταν ανάγκη να την έχουμε κι αυτήν μαζί μας;» είπε η Μάρθα.

«Μπορεί ο Πρίγκιπας να νομίζει ότι θα μας φανεί χρήσιμη.»

«Ναι, καλά! Απλά πήγε και του τα έπρηξε του ανθρώπου μέχρι που να της πει εντάξει. Είμαι σίγουρη.»

«Η Βατράνια, πάντως, ήταν μια από τις καλύτερες πράκτορες της Επανάστασης στη Σεργήλη, απ’ό,τι έχω ακούσει,» είπε ο Γεράρδος.

«Θα δούμε…» έκανε η Μάρθα, και μετακίνησε τα κομμάτια της επάνω στον πίνακα του παιχνιδιού, προσπαθώντας να περικυκλώσει ένα ψηλό όχημα του Γεράρδου το οποίο μετέφερε στρατιώτες.

*

Ήταν απόγευμα, και είχαν συγκεντρωθεί σ’ένα από τα σαλόνια του παλατιού ύστερα από πρόσκληση του Οδυσσέα: ο Γεράρδος, η Μάρθα, η Άνμα’ταρ, και η Βατράνια. Μόνο ο ίδιος ο Πρόμαχος έλειπε, καθώς κι αυτός που τους είχε πει ότι ήθελε να τους γνωρίσει.

«Ποιο είναι, λοιπόν, αυτό το μυστηριώδες άτομο, ξέρει κανένας;» ρώτησε η Βατράνια, καθισμένη στην άκρη ενός καναπέ και πίνοντας μια γουλιά Γλυκό Πορφυρόχρυσο – ένα Απολλώνιο ποτό με κρασί, μέλι, και βατόμουρο. Είχε αλλάξει εμφάνιση από πριν που την είχαν δει ο Γεράρδος και η Μάρθα, αλλά εξακολουθούσε να είναι ντυμένη σαν να είχε βγει από περιοδικό μόδας.

«Ο Σθένελος’σαρ πρέπει να είναι, υποθέτω,» αποκρίθηκε ο Γεράρδος.

Η Άνμα ένευσε. «Ναι, μάλλον. Αν και εγώ, προσωπικά, τον ξέρω. Όχι καλά, δηλαδή, αλλά τον έχω ξαναδεί.»

«Θα είναι μαζί μας στην αποστολή;» ρώτησε η Βατράνια.

«Δεν ξέρεις ούτε ποιοι θα είναι μαζί μας;» είπε η Μάρθα.

Η Βατράνια μόρφασε. «Δε μου το ανέφερε κανένας.» Ήπιε μια γουλιά από το ποτό της.

Μια πόρτα άνοιξε, και ο Οδυσσέας μπήκε, ακολουθούμενος από έναν χρυσόδερμο άντρα που δεν πρέπει να ήταν πολύ πάνω από τα εικοσιπέντε. Φορούσε κοστούμι και είχε στο πέτο του σακακιού του μια καρφίτσα που τον αναγνώριζε ως μάγο του τάγματος των Ερευνητών. Τα μαλλιά του ήταν μαύρα και μακριά, δεμένα αλογοουρά. Φαινόταν να βρίσκεται σε σχετική αμηχανία, αν και τα μάτια του γυάλιζαν με έκδηλο ενθουσιασμό.

«Να σας γνωρίσω,» είπε ο Οδυσσέας, «τον Σθένελο’σαρ.»

Οι επαναστάτες σηκώθηκαν από τις θέσεις τους, και ο Οδυσσέας σύστησε κι αυτούς στον Σθένελο, λέγοντας λίγα λόγια για τον καθένα. «Η Βατράνια, πράκτοράς μας από τη Σεργήλη. Ο Γεράρδος, παλιός κάτοικος της Χάρνταβελ και, αργότερα, καπετάνιος στο Πορφυρό Κενό. Η Μάρθα, δύτρια και κατάσκοπός μας από την Υπερυδάτια. Η Άνμα’ταρ, του τάγματος των Δρακαινών – την οποία νομίζω πως έχεις, φευγαλέα, ξανασυναντήσει.»

«Τιμή μου που σας γνωρίζω όλους,» είπε ο Σθένελος.

«Μην είσαι τόσο… επίσημος,» του είπε η Βατράνια, χαμογελώντας. «Έλα, κάθισε μαζί μας.»

Οι επαναστάτες κάθισαν πάλι στις θέσεις τους. Ο Σθένελος’σαρ κάθισε δίπλα στη Βατράνια, στον καναπέ· ο Οδυσσέας σε μια καρέκλα κοντά στο αναμμένο τζάκι.

«Ο Σέλιρ’χοκ δεν είναι ακόμα εδώ;» ρώτησε ο Γεράρδος.

«Όχι,» αποκρίθηκε ο Πρόμαχος. «Αλλά αύριο, υποθέτω, θα έρθει. Εν τω μεταξύ» – άναψε τσιγάρο – «είναι τίποτα που θέλεις να πεις στους συντρόφους σου, Γεράρδε; Σχετικά με τη Χάρνταβελ, εννοείται.»

«Στη Βατράνια μίλησα πριν. Η Άνμα ξέρει, απ’ό,τι έχω καταλάβει. Επομένως…» Έστρεψε το βλέμμα του στον Σθένελο. «Τι γνωρίζεις για τη Χάρνταβελ;»

«Εμμ… βασικά, τίποτα,» παραδέχτηκε εκείνος. «Πολύ λίγα πράγματα. Γνωρίζω ότι είναι… ιεροκρατούμενη διάσταση. Πιστεύουν σε έναν Θεό και μόνο, και οι ιερείς του έχουν μεγάλη εξουσία. Η διάσταση είναι μικρή. Υπάρχει μια δίοδος στην Απολλώνια που οδηγεί στη Χάρνταβελ, η οποία είναι στο πέρας του Μαύρου Ποταμού. Αυτά ξέρω, βασικά. Δεν έχω πάει ποτέ ο ίδιος.»

«Ας πούμε, λοιπόν, μερικά πράγματα…» Ο Γεράρδος ήπιε μια γουλιά από το ποτήρι του, το οποίο δεν περιείχε τίποτα πιο μεθυστικό από νερό.

Η Βατράνια πρόσφερε τσιγάρο στον Σθένελο. Εκείνος το πήρε, λέγοντας Ευχαριστώ και χαμογελώντας, και εκείνη τού το άναψε με τον ενεργειακό αναπτήρα της που ήταν λαξεμένος σαν άνθος.

«Κατ’αρχήν,» είπε ο Γεράρδος στον Σθένελο, «μάθε πως παλιότερα ήμουν ιερέας στη Χάρνταβελ· οπότε, όπως καταλαβαίνεις, δεν μιλάω τυχαία.» Αν και δεν του άρεσε να λέει στον καθένα ότι κάποτε ήταν ιερέας, ήξερε πως ο Σθένελος αργά ή γρήγορα θα το πληροφορείτο – από τη Βατράνια, αν μη τι άλλο – επομένως δεν είχε νόημα να του το κρύψει. «Η Χάρνταβελ είναι μια μικρή διάσταση, όπως είπες κι εσύ, και οι ιερείς της έχουν μεγάλη εξουσία….»

Του είπε ό,τι είχε πει και στη Βατράνια περίπου, εμπλουτίζοντάς τα με λίγο περισσότερες λεπτομέρειες. Δεν ανέφερε, όμως, τίποτα συγκεκριμένο για τις δυνάμεις των ιερέων, παρότι η Βατράνια τον πίεσε (με πλάγιο τρόπο, όχι επίμονα). Ούτε είπε αυτά που είχε πει στη Μάρθα σχετικά με τον εαυτό του: σχετικά με το τι θα έπρεπε εκείνη να κάνει αν επέστρεφε ο Εχθρός του μαζί με τη δική του επιστροφή στη Χάρνταβελ.

Καταλάβαινε ότι ίσως κανονικά όφειλε να το είχε πει αυτό σε όλους, για να είναι προετοιμασμένοι – άλλωστε, ολόκληρη η ομάδα μπορούσε να κινδυνέψει από κάτι τέτοιο – όμως, συγχρόνως, το θεωρούσε ένα θέμα πολύ, πολύ προσωπικό: κάτι που δεν του ήταν εύκολο να συζητήσει με τον καθένα.

Κι επιπλέον, πραγματικά ήλπιζε – και πίστευε – ότι ο Εχθρός του ήταν νεκρός.

Σε όποια διάσταση κι αν βρισκόταν.

Κεφάλαιο 6
Έρευνες

«Το βράδυ, ενώ κοιμόσουν, ο Επόπτης με κάλεσε για να μου μιλήσει,» είπε ο Τέρι στην Αρίνη, καθώς έπαιρναν πρωινό.

«Σχετικά με το πλάσμα;»

«Ναι. Οι ιερείς παραπονέθηκαν στον Υπεράρχη, και ο Υπεράρχης παραπονέθηκε στον Επόπτη.»

«Ζητάνε να τους το δώσουμε για να το κάψουν;»

«Ναι.»

Η Αρίνη μόρφασε. Δεν είναι με τα καλά τους, οι γαμημένοι. Ποτέ δεν ήταν. «Και τι είπε ο Επόπτης; Δε μπορεί να συμφωνεί!»

«Πράγματι, δεν συμφωνεί,» είπε ο Τέρι. «Ήθελε, όμως, να μιλήσει και σ’εσένα γι’αυτό το πλάσμα, αν και δεν σε κάλεσε.»

Η Αρίνη συνοφρυώθηκε. «Τι εννοείς;»

«Δε σε ζήτησε, όταν μου μίλησε μέσω διαύλου, αλλά μετά μου είπε ότι απορούσε που δεν είχες έρθει κι εσύ. Του είπα ότι κοιμόσουν, ότι ήσουν κουρασμένη.»

«Και θέλει τώρα να πάω εκεί;»

«Δε νομίζω,» αποκρίθηκε ο Τέρι. «Του εξήγησα ό,τι ήταν να του εξηγήσω. Αν θέλεις, βέβαια, πήγαινε να του μιλήσεις…» Ανασήκωσε τους ώμους. Ήπιε μια γουλιά απ’την πορτοκαλάδα του.

«Θα δω τι πληροφορίες μπορώ, πρώτα, να συγκεντρώσω από το νεκρό πλάσμα, κι ύστερα θα του μιλήσω.»

Τελείωσαν το πρωινό τους, και μετά η Αρίνη μάζεψε μέσα σ’ένα σάκο κάποια πράγματα που ήξερε ότι θα της φαίνονταν χρήσιμα. Πήρε τον σάκο στον ώμο και είπε στον Τέρι πως θα πήγαινε στο υπόγειο.

«Στάσου να ειδοποιήσω να είναι κάποιος εκεί,» είπε εκείνος. «Μάλλον θα έχουν κλειδωμένη την πόρτα.» Και άνοιξε τον επικοινωνιακό δίαυλο, πατώντας ένα πλήκτρο.

Η Αρίνη περίμενε μια στιγμή – και, απρόσμενα, αισθάνθηκε μια ναυτία να την καταλαμβάνει, χωρίς καμία φανερή αιτία απολύτως.

«Τα Γένια του Κρόνου…» μόρφασε· κι αφήνοντας τον σάκο της στο πάτωμα, πήγε, παραπατώντας, στην τουαλέτα, όπου διπλώθηκε και άδειασε το πρωινό από την κοιλιά της.

«Είσαι καλά;» άκουσε πίσω της.

Σκατά… Τι μου συμβαίνει; σκέφτηκε η Αρίνη καθώς σκούπιζε το πρόσωπό της μ’ένα μαντήλι. «Ναι,» είπε. «Δεν ξέρω… Δεν ξέρω τι μ’έπιασε.»

«Αν δεν αισθάνεσαι καλά, μην πας στο υπόγειο…»

«Μη λες ανοησίες. Δεν είναι τίποτα.» Άνοιξε τη βρύση και, αφήνοντας το νερό να τρέξει, το πήρε μέσα στις χούφτες της και έπλυνε το πρόσωπό της. «Ειδοποίησες να έχουν την πόρτα ανοιχτή όταν θα είμαι εκεί;»

«Ναι, δεν υπάρχει πρόβλημα.»

«Ωραία.» Η Αρίνη πέρασε από δίπλα του, αγγίζοντας τον ώμο του και φιλώντας την άκρη του στόματός του.

«Να προσέχεις,» της είπε ο Τέρι.

Η Αρίνη γέλασε. «Ο ταγματάρχης μου ήταν πιο αυστηρός μαζί μου προτού παντρευτούμε,» είπε, παίρνοντας τον σάκο της από το πάτωμα και ρίχνοντάς τον πάλι στον ώμο.

«Έτσι νομίζεις, ε;» αποκρίθηκε ο Τέρι χαμογελώντας.

Η Αρίνη έφυγε από τα δωμάτια που μοιραζόταν με τον σύζυγό της και βάδισε μέσα στους διαδρόμους των Ανακτόρων του Υπεράρχη. Οι φρουροί στις γωνίες και στις εισόδους τη χαιρετούσαν στρατιωτικά όταν την αντίκριζαν, καθώς όλοι γνώριζαν ποια ήταν.

Λίγο προτού βγει στην αυλή όπου βρισκόταν η είσοδος του υπογείου, συνάντησε την Ταγματάρχη Νέλθα-Ριθ: κατάμαυρη στο δέρμα, με κοντοκουρεμένα μοβ μαλλιά, ντυμένη με τη στρατιωτική στολή της. Πρέπει να έκανε μια βόλτα μέσα στα Ανάκτορα για να δει ότι οι φρουροί ήταν στις θέσεις τους. Ή ίσως η βόλτα της να ήταν απλά μια βόλτα, χωρίς τίποτα το επιτήδειο.

«Καλημέρα, Αρίνη,» χαιρέτησε.

«Καλημέρα, Νέλθα.»

«Πηγαίνεις κάπου;»

«…Ουσιαστικά, ναι. Αλλά αν θέλεις κάτι….» Μόρφασε, για να δείξει ότι η ταγματάρχης μπορούσε να της μιλήσει.

«Άκουσα ότι χτες έφερες ένα νεκρό πλάσμα στα Ανάκτορα. Κάτι σαν πελώριο σκουλήκι. Κάτι που δεν υπάρχει στη Χάρνταβελ αλλά – κάπως – βρέθηκε εδώ.»

Η Αρίνη ένευσε. «Αλήθεια είναι. Αυτό πάω να κοιτάξω τώρα.»

«Λένε ότι οι ιερείς είναι θυμωμένοι μαζί σου.»

«Ας είναι όσο θυμωμένοι θέλουν. Μου ζητούσαν να πάρουν το πτώμα και να το κάψουν. Τους το αρνήθηκα, και δεν πρόκειται ν’αλλάξω γνώμη.»

«Ακόμα κι αν ο Επόπτης σε προστάξει;»

«Ο Επόπτης συμφωνεί μαζί μου, νομίζω. Εσύ δεν συμφωνείς;»

«Δεν είμαι η κατάλληλη για να παίρνω τέτοιες αποφάσεις. Εσύ είσαι του τάγματος των Ερευνητών. Τέλος πάντων· να μη σε καθυστερώ άλλο.»

Η Αρίνη τη χαιρέτησε μ’ένα νεύμα, και η Νέλθα-Ριθ έφυγε περνώντας από δίπλα της.

Η μάγισσα συνέχισε να βαδίζει, βγαίνοντας στην αυλή και πλησιάζοντας τα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στο υπόγειο όπου οι στρατιώτες είχαν βάλει το πτώμα του γιγάντιου σκωληκοειδούς πλάσματος.

Εκεί κοντά την περίμενε ο Ανθυπολοχαγός Τάρθλος μαζί με δύο στρατιώτες.

«Κυρία,» τη χαιρέτησε κλίνοντας το κεφάλι.

«Είναι ανοιχτά;» ρώτησε η Αρίνη, δείχνοντας με το σαγόνι προς την είσοδο.

«Θα ανοίξουμε τώρα.»

Ο Ανθυπολοχαγός έβγαλε μια αρμαθιά κλειδιά από την τσέπη του και κατέβηκε τα σκαλοπάτια, ακολουθούμενος από την Αρίνη και τους δύο στρατιώτες. Χρησιμοποιώντας ένα από τα κλειδιά, ξεκλείδωσε τη βαριά ξύλινη πόρτα, και μπήκαν όλοι τους στο σκοτεινό υπόγειο.

Η οσμή που χτύπησε τα ρουθούνια τους ήταν αποκρουστική. Η Αρίνη άκουσε τους στρατιώτες να μουγκρίζουν από απέχθεια, και είδε το πρόσωπο του Τάρθλος να στραβώνει.

«Αν θέλετε, πηγαίνετε έξω.»

«Αν μας χρειάζεστε, κυρία, θα μείνουμε.»

«Δεν υπάρχει λόγος. Μπορείτε να περιμένετε επάνω.» Η Αρίνη, που ήταν προετοιμασμένη για την κακοσμία, είχε πάρει μαζί της μια μάσκα, και τώρα την έβγαλε από τον σάκο της και τη φόρεσε. «Ανεβείτε.»

Ο Ανθυπολοχαγός ένευσε, μοιάζοντας ευχαριστημένος, και, κάνοντας νόημα στους στρατιώτες του, ανέβηκαν κι οι τρεις τους την πέτρινη σκάλα και βγήκαν στον καθαρό αέρα.

Η Αρίνη, πατώντας τον διακόπτη στον τοίχο, άναψε το φως, και το μεγάλο κουφάρι του σκουληκιού αποκαλύφθηκε στο κέντρο του υπογείου. Κιβώτια και βαρέλια το πλαισίωναν. Η αποθήκη, βέβαια, δεν ήταν αποθήκη τροφίμων· δεν θα το ριψοκινδύνευαν να φέρουν ένα νεκρό πλάσμα κοντά σε τρόφιμα ή ποτά· πολεμοφόδια φυλάσσονταν εδώ.

Η Αρίνη πλησίασε το μεγάλο σκουλήκι και άφησε τον σάκο της στο πάτωμα εμπρός του. Έβγαλε μια φωτογραφική μηχανή και φωτογράφησε το πτώμα από διάφορες μεριές, βαδίζοντας αργά γύρω του. Μετά, πήρε μια ποσότητα από τα ζωτικά υγρά του, χρησιμοποιώντας μια μεγάλη σύριγγα ενωμένη, μέσω σωλήνα, με μια φιάλη. Επίσης, πήρε δείγματα από το δέρμα του και από τις τρίχες του, με τη χρήση ενός κοφτερού εγχειρίδιου και ενώ φορούσε ελαστικά γάντια, ασφαλώς. Στο τέλος, προσπάθησε να δει αν οι δαγκάνες του πλάσματος έβγαζαν δηλητήριο, και συμπέρανε ότι δεν πρέπει να έβγαζαν.

Η Αρίνη πήρε σημειωματάριο και στιλογράφο από τον σάκο της και, καθίζοντας επάνω σ’ένα κιβώτιο, κράτησε μερικές σημειώσεις.

Η ώρα πέρασε χωρίς να το καταλάβει. Πλησίαζε μεσημέρι, είδε κοιτάζοντας το ρολόι στον καρπό της.

Καθώς μάζευε τα πράγματά της στον σάκο της και τον έβαζε πάλι στον ώμο, σκέφτηκε: Αυτό το πτώμα δεν μπορεί να μείνει εδώ· βρομάει απίστευτα. Κάτι πρέπει να γίνει. Αναρωτήθηκε αν θα ήταν, τελικά, συνετό να το δώσουν στους ιερείς για να το κάψουν. Αυτό θα τους ηρεμούσε κιόλας, εκτός των άλλων· και καλύτερα οι ιερείς να ήταν εξευμενισμένοι – μια γενική αλήθεια στη Χάρνταβελ. Εκείνοι προσπαθούσαν να εξευμενίζουν τον Θεό τους, και όλοι οι υπόλοιποι στη διάσταση προσπαθούσαν να εξευμενίζουν εκείνους.

Η Αρίνη ανέβηκε τα σκαλοπάτια βγαίνοντας από το υπόγειο.

Ο Ανθυπολοχαγός Τάρθλος και οι στρατιώτες του την περίμεναν επάνω.

«Μπορείς να κλειδώσεις, Ανθυπολοχαγέ. Αν και, σύντομα, μάλλον θα σου ζητήσω να μεταφέρεις το πτώμα κάπου αλλού.» Η Αρίνη έβγαλε τη μάσκα της· εδώ ο αέρας ήταν καθαρός.

«Πού, κυρία;»

«Θα σου πω όταν είναι ώρα,» αποκρίθηκε η Αρίνη. «Καλό μεσημέρι, για τώρα.»

«Καλό μεσημέρι.»

Η Αρίνη’σαρ έφυγε από την αυλή και μπήκε στους διαδρόμους και στις αίθουσες των Ανακτόρων… όπου είχε την αίσθηση ότι την παρακολουθούσαν. Σταμάτησε απότομα και κοίταξε πίσω της. Είδε μια σκιά να στρίβει. Την ακολούθησε χωρίς να χάσει χρόνο, και αντίκρισε μια υπηρέτρια ν’απομακρύνεται. Πορφυρόδερμη· γηγενής, κατά πάσα πιθανότητα. Κατάσκοπος των ιερέων; Η Αρίνη δεν θα το απέκλειε. Σίγουρα, αναρωτιούνται τι θέλω το πτώμα του σκουληκιού.

Δεν υπήρχε λόγος να κάνει τίποτα συγκεκριμένο. Αγνοώντας την υπηρέτρια, συνέχισε τον δρόμο της.

Μήπως να πάω να μιλήσω στον Επόπτη προτού επιστρέψω στα δωμάτιά μας; σκέφτηκε καθοδόν. Ναι, μάλλον θα ήταν καλή ιδέα.

Έστριψε, αλλάζοντας κατεύθυνση. Πέρασε από μια μικρή αίθουσα όπου το πρωινό φως έμπαινε από οφθαλμόσχημα παράθυρα, βγήκε πάλι στους διαδρόμους, και τελικά έφτασε σε μια αυλή. Τη διέσχισε και χτύπησε την πόρτα του γραφείου του Παντοκρατορικού Επόπτη.

«Ποιος είναι;» Η φωνή που ακούστηκε από μέσα δεν ήταν του Νιρμόδου αλλά της συζύγου του, Θελρίτ. Ο Επόπτης την είχε παντρευτεί στη Βίηλ, όταν δεν ήταν ακόμα Επόπτης. Είχε διακριθεί σ’έναν πόλεμο εκεί, έτσι είχε αποκτήσει τη θέση του. Τον είχαν ανακηρύξει ήρωα. Αλλά δεν μπορούσαν να τον κάνουν Επόπτη σε καμία από τις περιοχές της Βίηλ, καθώς ήδη υπήρχαν άλλοι εκεί· επομένως, ο Νιρμόδος έπρεπε να επιλέξει: ή να μείνει στη διάσταση διατηρώντας μια κατώτερη θέση ή να πάει σε κάποια άλλη διάσταση. Προφανώς, είχε επιλέξει το δεύτερο.

«Η Αρίνη’σαρ,» αποκρίθηκε η μάγισσα.

«Πέρασε.»

Η Αρίνη άνοιξε την πόρτα και μπήκε, για να δει τη Θελρίτ καθισμένη πίσω από το γραφείο του συζύγου της. Καταγόταν από τη Βίηλ, και είχε γαλανό δέρμα και μακριά, σγουρά ξανθά μαλλιά, που γυάλιζαν με αξιοζήλευτο τρόπο. Ήταν αριστοκρατικής καταγωγής, απ’ό,τι ήξερε η Αρίνη, και ο Οίκος της είχε από πολύ νωρίς συστρατευθεί με την Παντοκράτειρα.

«Δεν είναι εδώ ο Επόπτης;» ρώτησε η μάγισσα.

«Είναι απασχολημένος. Αλλά μπορείς να πεις σ’εμένα ό,τι θέλεις και θα του το μεταφέρω.»

Η Αρίνη δεν την πολυσυμπαθούσε τη Θελρίτ, ούτε την εμπιστευόταν. Ίσως να έφταιγε το ύφος της, ή ο τρόπος της· ή, απλά, ίσως να της έμοιαζε περίεργη. «Δε χρειάζεται· θα ξαναπεράσω.»

«Υπάρχει κάποιο πρόβλημα;» ρώτησε η Θελρίτ, συνοφρυωμένη.

«Κανένα πρόβλημα· απλώς θέλω να μιλήσω με τον ίδιο.»

«Σχετικά με το νεκρό πλάσμα που έχεις φέρει στα Ανάκτορα;»

«Ναι,» αποκρίθηκε η Αρίνη, παρότι αισθανόταν ότι η Θελρίτ την καθυστερούσε άσκοπα.

«Αν έχει παρουσιαστεί κάποιος κίνδυνος, καλύτερα να μου το πεις…»

«Δεν υπάρχει κίνδυνος· μην ανησυχείς. Πού είναι, αλήθεια, ο Επόπτης;»

«Σου είπα, είναι απασχολημένος. Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν θέλεις να μιλήσεις σ’εμένα!» Η Θελρίτ έμοιαζε πειραγμένη.

«Δεν είναι αυτό. Για ένα διαδικαστικό θέμα πρόκειται.» Η Αρίνη στράφηκε στην πόρτα. «Όταν επιστρέψει, πες του ότι ήρθα να του μιλήσω.»

Η Θελρίτ δεν αποκρίθηκε, και η μάγισσα έφυγε από το γραφείο του Επόπτη, για να επιστρέψει στα δωμάτιά της.

Καθώς βάδισε, ήρθαν στο μυαλό της οι ναυτίες της. Εντάξει, χτες ήταν κουρασμένη με τη Μαγγανεία Κινήσεως κι όλες αυτές τις ιστορίες. Σήμερα, όμως, που είχε κοιμηθεί και είχε ξεκουραστεί, ποιο μπορεί να ήταν το πρόβλημα;

Η Αρίνη’σαρ άρχισε να έχει μια υποψία, και αποφάσισε να διαπιστώσει αν ήταν όντως αυτό που νόμιζε…

*

«Ο Επόπτης έλειπε,» είπε στον Τέρι, καθώς έπαιρναν το μεσημεριανό τους, εκείνη καθισμένη οκλαδόν επάνω στον καναπέ, εκείνος καθισμένος αντίκρυ της σε μια πολυθρόνα, κι ένα τραπεζάκι γεμάτο φαγητά και ποτά ανάμεσά τους. «Ξέρεις πού ήταν;»

«Με τον Υπεράρχη μιλούσε.»

«Εξαιτίας των ιερέων;»

«Ναι, απ’ό,τι κατάλαβα,» είπε ο Τέρι. «Φαίνεται να θέλουν πολύ το όμορφο πτώμα που έχεις φέρει.»

«Μπορεί και να τους το δώσω…»

Ο Τέρι συνοφρυώθηκε, ατενίζοντάς την ερωτηματικά.

Η Αρίνη σήκωσε τους ώμους. «Κοίτα…» είπε τρώγοντας και καταπίνοντας τη μπουκιά της. «Αυτά που ήθελα τα πήρα. Και βρομάει απίστευτα. Δε χρειάζεται να το κρατήσουμε για πολύ ακόμα. Θ’αναγκαστούμε να το ξεφορτωθούμε αργά ή γρήγορα. Επομένως, γιατί να μην το δώσουμε στους ιερείς, ώστε να ξεφορτωθούμε κι αυτούς μαζί με το πτώμα;»

«Δεν έχεις άδικο,» παραδέχτηκε ο Τέρι. «Θα έπρεπε να είχες πολιτική θέση, τελικά.»

Η Αρίνη μειδίασε. «Θυμάσαι τι μου είχες πει όταν με είχαν πρωτοστείλει στο τάγμα σου, εδώ στη Χάρνταβελ;»

«Σαχλαμάρες…» είπε ο Τέρι αποφεύγοντας το βλέμμα της και πίνοντας μια γουλιά νερό.

«‘Μάγισσα Ερευνήτρια;’ Έτσι είχες πει. ‘Τι να σε κάνω εδώ, στη Χάρνταβελ; Κάποιον Βιοσκόπο έπρεπε, καλύτερα, να μου είχαν στείλει. Ή Τεχνομαθή, τουλάχιστον! Σήκω και φύγε από το τάγμα μου!’»

«Δεν σου είπα να σηκωθείς να φύγεις!» διαμαρτυρήθηκε ο Τέρι, μειδιώντας. «Και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί αναφέρεις αυτό το περιστατικό, τόσο καιρό που είμαστε παντρεμένοι. Πρέπει να με μισείς.»

«Μ’έχεις καταλάβει!»

Ο Τέρι γέλασε. Ήπιε ακόμα μια γουλιά νερό απ’το ποτήρι του. «Τι πληροφορίες πήρες, λοιπόν, από το πλάσμα;» τη ρώτησε, αλλάζοντας θέμα.

«Τίποτα ακόμα,» αποκρίθηκε η Αρίνη. «Πρέπει να μελετήσω λιγάκι αυτά που μάζεψα – ζωτικά υγρά και τα λοιπά.»

«Θα τα δώσεις και στον Ράβνομ’νιρ;»

Ο Ράβνομ’νιρ ήταν ένας Βιοσκόπος προσαρτημένος στο τάγμα της Νέλθα-Ριθ.

«Δεν είναι άσχημη ιδέα,» παραδέχτηκε η Αρίνη. «Αν και οι Βιοσκόποι που δεν είναι ειδικευμένοι στη μελέτη παράξενων πλασμάτων δεν ξέρουν και πολλά γι’αυτά τα πράγματα. Οι Ερευνητές τα ξέρουν καλύτερα, επειδή ασχολούνται συνεχώς με τα πάντα. Θα του μιλήσω, όμως, να δούμε τι έχει να πει. Δε χάνουμε τίποτα.»

*

Το απόγευμα, η Αρίνη άρχισε να μελετά τα δείγματα που είχε πάρει από το σκωληκοειδές πτώμα, χρησιμοποιώντας κάποια απλά μηχανήματα, χημικές ουσίες, και ξόρκια. (Δεν είχε σωστά εξοπλισμένο εργαστήριο εδώ, δυστυχώς· το μαγικό τάγμα των Ερευνητών αρνείτο να στείλει κάτι τέτοιο σε μια διάσταση σαν τη Χάρνταβελ.) Τα αποτελέσματα δεν τη διαφώτισαν και πολύ. Δεν μπορούσε να καταλάβει από ποια διάσταση πιθανώς να είχε έρθει το πλάσμα. Ή, μάλλον, πιο συγκεκριμένα, τα αποτελέσματα τής έδειχναν ότι το πλάσμα δεν είχε έρθει από καμία γνωστή διάσταση. Από μνήμης, η Αρίνη δεν μπορούσε να κάνει κανέναν παραλληλισμό, και ούτε τα βιβλία που είχε τη βοηθούσαν.

Επομένως, το πλάσμα ήταν πιθανό να είχε έρθει από κάποια άγνωστη διάσταση με την οποία γειτνίαζε η Χάρνταβελ: κάποια από τις διαστάσεις που φαίνονταν μέσα από τις αραιώσεις των διαστασιακών τοιχωμάτων. Αυτή τής φαινόταν να είναι η λογικότερη εξήγηση για την παρουσία του γιγάντιου σκουληκιού. Είχε γλιστρήσει μέσα από τα αραιωμένα τοιχώματα.

Η Αρίνη, καθώς δούλευε, περίμενε να την καλέσει ο Επόπτης για να της μιλήσει. Όμως εκείνος δεν την κάλεσε, και το βράδυ ήρθε. Η μάγισσα αναρωτήθηκε μήπως η Θελρίτ δεν του είχε πει τίποτα για την επίσκεψή της παρότι εκείνη τής το είχε ζητήσει. Μπορεί να ήταν τόσο στριμμένη; Δυστυχώς, μπορεί, κατέληξε η Αρίνη. Αλλά δεν πειράζει· ό,τι κι αν έχει συμβεί, θα του μιλήσουμε αύριο. Δεν χάθηκε ο κόσμος.

Εκτός από την έρευνα σχετικά με το παράξενο σκουλήκι, η Αρίνη έκανε εκείνο το απόγευμα και μια άλλη έρευνα, πολύ πιο προσωπική· και όταν νύχτωσε είδε ότι το αποτέλεσμα ήταν αυτό που είχε υποψιαστεί πως θα ήταν…

*

Λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, έκανε έρωτα με τον άντρα της επάνω στο μεγάλο κρεβάτι στο υπνοδωμάτιό τους, ενώ το πορφυρό φεγγαρόφωτο του Κακού Οφθαλμού (όπως ονόμαζαν το μικρό τους φεγγάρι οι γηγενείς της Χάρνταβελ) έμπαινε από το οφθαλμόσχημο παράθυρο, δίνοντας στο κατάλευκο δέρμα του Τέρι μια κόκκινη απόχρωση.

Σε λατρεύω, του ψιθύρισε η Αρίνη, σκύβοντας για να τον φιλήσει μια τελευταία φορά· και μετά, σηκώθηκε από πάνω του και ξάπλωσε δίπλα, ανάσκελα, ανάμεσα στα ανακατεμένα σεντόνια, με το γυμνό της σώμα να κολλά από τον ιδρώτα.

Ο Τέρι γύρισε για να φιλήσει τον ώμο της. «Κι εγώ,» είπε. «Κι εγώ. Πολύ.»

Η Αρίνη τον ατένισε καταπρόσωπο. «Πρέπει να σου πω κάτι…» Δίστασε για λίγο. «Είμαι έγκυος.»

Τα μάτια του γούρλωσαν προς στιγμή.

Η Αρίνη, γυρίζοντας στο πλάι, στήριξε το κεφάλι της στο ένα χέρι. «Μπορούμε να το συζητήσουμε. Είναι νωρίς ακόμα, έτσι κι αλλιώς. Δεν είμαι σίγουρη ότι θέλω να το κρατήσω…»

Ο Τέρι ήταν σκεπτικός. Χάιδεψε το μπράτσο της, τα πλευρά της. «Δεν ξέρω αν θα ήθελα να μεγαλώσω ένα παιδί εδώ, στη Χάρνταβελ,» είπε.

Η Αρίνη ένευσε. «Ναι, κι εγώ αυτό σκέφτηκα…»

«Αλλά, αφού είσαι έγκυος… ίσως να μην πρέπει, γι’ακόμα μια φορά, να….»

Η Αρίνη είχε μείνει και παλιότερα έγκυος, πολύ νωρίς αφότου είχαν παντρευτεί, και είχε κάνει αποβολή παίρνοντας κάποια φάρμακα. Τώρα, χαμογέλασε. «Μην είσαι χαζός. Δεν είναι επικίνδυνο.»

Ο Τέρι τεντώθηκε για να φιλήσει τα χείλη της. «Θα μπορούσες, όμως, και να το κρατήσεις, δε θα μπορούσες;»

«Ναι, ίσως…» Συνοφρυώθηκε. «Εσύ θα το ήθελες;»

«Μπορεί…» Της έμοιαζε διστακτικός.

«Θα το ήθελες ή δεν θα το ήθελες;» επέμεινε η Αρίνη.

«Δεν ξέρω, Αρίνη,» παραδέχτηκε ο Τέρι, γυρίζοντας ανάσκελα. «Δεν ξαναήμουν πατέρας ποτέ. Και η Χάρνταβελ δεν μου αρέσει. Αλλά, από την άλλη, πότε θα φύγουμε από εδώ; Θα φύγουμε σύντομα; Μετά από πόσο καιρό; Δεν έχουμε την παραμικρή ιδέα. Κι αυτό είναι το δεύτερο παιδί, κι αν το… διώξεις όπως το προηγούμενο…»

«Φοβάσαι ότι δε θα κάνουμε άλλο; Φυσικά και θα κάνουμε κι άλλο, άμα θέλουμε,» του είπε η Αρίνη, κι έγειρε για να τον φιλήσει. «Θα κάνουμε πολλά άλλα. Όσα μάς κατέβει.» Γέλασε.

Κι ο Τέρι γέλασε. Αλλά μετά είπε: «Σκέψου το, όμως. Ίσως θα έπρεπε να το κρατήσεις.»

Κεφάλαιο 7
Το Σκοτεινό Πέρασμα

Το ξίφος του Γεράρδου απέκρουε εύκολα τα χτυπήματα της Βατράνιας και του Σθένελου. Οι λεπίδες συναντιόνταν και ξανασυναντιόνταν, κουδουνίζοντας και γυαλίζοντας στον πρωινό ήλιο.

«Πώς είναι δυνατόν να είσαι τόσο καλός ξιφομάχος;» είπε η Βατράνια, σταματώντας για μια στιγμή ώστε ν’ανασάνει.

«Βασικά,» αποκρίθηκε ο Γεράρδος, αποκρούοντας το σπαθί του Σθένελου και σπρώχνοντάς τον όπισθεν, για να παραπατήσει και ν’απλώσει το χέρι του ώστε να πιαστεί απ’τον κορμό ενός δέντρου του κήπου του παλατιού, «δεν είμαι καλός ξιφομάχος. Απλώς, εσείς οι δύο είστε τελείως άσχετοι.»

«Ευχαριστούμε,» είπε ο Σθένελος, λαχανιασμένα. «Αν και, κανονικά, εγώ, ως Απολλώνιος, θα έπρεπε να είμαι καλύτερος από εσένα.»

«Δεν είσαι αριστοκράτης, όμως. Έτσι δεν είναι;» Ο Γεράρδος κατέβασε το ξίφος του βλέποντας ότι κανένας απ’τους δύο αντιπάλους του δεν ήταν έτοιμος να του ορμήσει.

«Πράγματι,» παραδέχτηκε ο Σθένελος, «δεν είμαι αριστοκράτης.»

«Αν ήσουν, θα με είχες τσακίσει· είμαι σίγουρος. Αν ο Προαιρέσιος ήταν εδώ– τον ξέρεις τον Προαιρέσιο; Τον πιλότο;»

Ο Σθένελος ένευσε. «Τον έχω δει μερικές φορές.»

«Ο Προαιρέσιος θα γελούσε μαζί μου τώρα. Και η Άνμα είμαι σίγουρος ότι επίσης θα έπρεπε να γελά.» Ο Γεράρδος τής έριξε ένα βλέμμα, εκεί όπου στεκόταν κοιτάζοντάς τους. Δίπλα της ήταν η Μάρθα, καθισμένη σ’ένα πεζούλι και καπνίζοντας.

«Η Άνμα δεν μετράει,» είπε η Βατράνια· «είναι Δράκαινα: κι αυτές ξέρουν να χειρίζονται ό,τι όπλο μπορείς να φανταστείς σαν να γεννήθηκαν μ’αυτό στο χέρι τους.»

Η Άνμα έσκυψε και ψιθύρισε κάτι στ’αφτί της Μάρθας, η οποία γέλασε.

«Τέλος πάντων,» είπε ο Γεράρδος. «Το θέμα είναι πως δεν είμαι καλός ξιφομάχος. Απλώς θυμάμαι κάποια πράγματα από τον καιρό που ζούσα στη Χάρνταβελ, και προσπαθώ να μάθω κάτι και σ’εσάς γιατί ίσως να σας χρειαστεί. Στη Χάρνταβελ τα σπαθιά χρησιμοποιούνται αρκετά.»

«Και λένε ότι εμείς, οι Απολλώνιοι, έχουμε μανία με τις λεπίδες,» είπε ο Σθένελος.

«Στη Χάρνταβελ δεν έχουν ‘μανία’. Απλά δεν έχουν και πολλά καλύτερα όπλα. Δεν είναι όπως εδώ, που τα πυροβόλα βρίσκονται εύκολα· εκεί ο κόσμος ζει σε μια τελείως διαφορετική κατάσταση.»

«Υπάρχει κάποιο πρόβλημα με τα πυροβόλα όπλα;» ρώτησε ο Σθένελος. «Δεν έχω ακούσει–»

«Εννοείς, όπως στη Βίηλ, όπου υπάρχει κίνδυνος να εκραγούν στο χέρι σου, ή όπως στην Αρβήντλια, όπου δεν λειτουργούν καθόλου;»

Ο Σθένελος ένευσε.

Ο Γεράρδος είπε: «Όχι, δεν έχουν τέτοια προβλήματα. Αλλά, σου λέω, η ζωή εκεί είναι διαφορετική. Οι γηγενείς ζουν απλά. Υπάρχει ένας θρύλος στη Χάρνταβελ. Στο κέντρο της διάστασης είναι ένα μεγάλος δάσος, και στο κέντρο του δάσους είναι μια ερημιά, όλο βράχους και χώμα. Στα παλιά χρόνια, λένε ότι η ερημιά δεν ήταν ερημιά, αλλά σ’εκείνη την περιοχή κάποιοι είχαν χτίσει μια μεγάλη πόλη, με ψηλά χτίρια σαν αυτά που βλέπεις εδώ στην Απολλώνια· και οι άνθρωποι αυτής της πόλης προσπάθησαν να υποτάξουν όλους τους υπόλοιπους της διάστασης. Οι πράξεις τους προσέβαλαν τον Θεό, και ο Θεός έριξε φωτιά από τους ουρανούς και κατέστρεψε την πόλη τους και τη γύρω περιοχή, δημιουργώντας εκεί την ερημιά που υπάρχει σήμερα. Γι’αυτό δεν είναι να σε εκπλήσσει που οι γηγενείς της Χάρνταβελ ζουν σε μικρές πόλεις. Η μεγαλύτερη είναι η Ερρίθια, όπου μένει ο Υπεράρχης, και όπου είναι συγκεντρωμένες και οι περισσότερες δυνάμεις της Παντοκράτειρας, όπως σας έχω ήδη πει.»

«Και είναι αλήθεια ότι ο Θεός σας έριξε φωτιά;» απόρησε η Βατράνια, σκουπίζοντας ιδρώτα από το μέτωπό της με το μανίκι της.

Ο Γεράρδος ύψωσε τα χέρια. «Δεν ξέρω–»

«Παρότι ήσουν κάποτε ιερέας;»

«Δεν ήμουν εκεί όταν ο Θεός έριξε τη φωτιά.»

Ο Σθένελος γέλασε.

Η Βατράνια αγριοκοίταξε τον Γεράρδο.

Εκείνος είπε, υψώνοντας το σπαθί του: «Θα συνεχίσουμε, λοιπόν;»

Η Βατράνια και ο Σθένελος’σαρ τού επιτέθηκαν. Οι λεπίδες τους άρχισαν πάλι ν’αντηχούν, και ο Γεράρδος έδινε συμβουλές στους αντιπάλους του καθώς ξιφομαχούσαν.

Μετά από λίγο, μέσα από ένα μονοπάτι του κήπου, ήρθε τρέχοντας ένα αγόρι με ξανθά μαλλιά και δέρμα λευκό με απόχρωση του ροζ. Ο Νικόλαος. Παλιά βοηθούσε τη Μάρθα, όταν εκείνη έμενε στην Υπερυδάτια· τώρα έκανε δουλειές για τον Πρίγκιπα Ανδρόνικο, μεταφέροντας μηνύματα, κυρίως μέσα στην Απαστράπτουσα.

«Ο Σέλιρ’χοκ είναι εδώ!» ανακοίνωσε ο Νικόλαος.

Ο Γεράρδος τράβηξε πίσω το ξίφος του, καθώς αυτό ήταν διασταυρωμένο με το ξίφος του Σθένελου. «Ο μάγος επιτέλους ήρθε. Πάμε να τον συναντήσουμε.»

«Πού είναι, Νικόλαε;» ρώτησε η Μάρθα, έχοντας σηκωθεί όρθια. «Στο παλάτι;»

«Ναι. Ελάτε μαζί μου.»

Ο Γεράρδος θηκάρωσε το ξίφος του και φόρεσε το πανωφόρι του, ενώ η Βατράνια και ο Σθένελος’σαρ θηκάρωναν τα δικά τους όπλα.

Ακολουθώντας όλοι τους τον Νικόλαο, έφτασαν σε μια αίθουσα του παλατιού όπου στέκονταν ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος και ο Σέλιρ’χοκ. Ο δεύτερος είχε δέρμα κατάμαυρο σαν τη νύχτα και μαλλιά πράσινα, κομμένα λίγο πιο πάνω απ’τον ώμο. Στο χέρι του κρατούσε ένα μακρύ ραβδί, το μήκος του οποίου ήταν κατά το ένα τρίτο καλυμμένο από κρυστάλλους, καλώδια, και μικροσκοπικά κάτοπτρα.

«Εδώ είναι. Ήρθαν,» είπε ο Ανδρόνικος στον μάγο, βλέποντάς τους να μπαίνουν στην αίθουσα. «Ο μικρός είναι βολίδα, δεν σου είπα;»

Ο Σέλιρ’χοκ μειδίασε, και στράφηκε να τους χαιρετήσει.

«Τι γίνεσαι, Καπετάνιε;» ρώτησε καθώς αντάλλασσε μια χειραψία με τον Γεράρδο.

«Δεν είμαι Καπετάνιος πια, μάγε,» αποκρίθηκε εκείνος χαμογελώντας.

«Σύντομα όμως θα είσαι και πάλι, απ’ό,τι ακούω. Θα πλεύσουμε πάνω στον Μαύρο Ποταμό, και θα μας οδηγήσεις μέσα στη Χάρνταβελ.»

Ελπίζω να μη σας οδηγήσω όλους στον θάνατό σας, σκέφτηκε ο Γεράρδος.

Ο Σέλιρ’χοκ χαιρέτησε τη Μάρθα μ’ακόμα μια χειραψία. Η Άνμα’ταρ ήρθε κοντά του και τον φίλησε στα χείλη, υπομειδιώντας καθώς τον καλωσόριζε. Η Βατράνια είπε γεια, προσπαθώντας να φανεί ευγενική αλλά μην πλησιάζοντας πολύ, μάλλον επειδή νόμιζε ότι πρέπει να μύριζε από τον ιδρώτα, ύστερα από την ξιφομαχία στον κήπο. Δεν τον ήξερε τον Σέλιρ’χοκ και τόσο καλά.

Ο Σθένελος’σαρ συστήθηκε και έδωσε το χέρι του στον Σέλιρ’χοκ. «Οι άλλοι φαίνεται να έχουν μεγάλη εκτίμηση για σένα.»

«Πού ήσουν τόσο καιρό;» ρώτησε η Μάρθα.

«Στην πατρίδα μου, τη Μοργκιάνη,» είπε ο Σέλιρ’χοκ. «Για μια δουλειά.» Έριξε ένα γρήγορο βλέμμα στον Ανδρόνικο, ο οποίος δεν θέλησε να προσθέσει τίποτα.

Τους είπε: «Τώρα που είστε όλοι συγκεντρωμένοι, να φροντίσετε να ξεκινήσετε το συντομότερο δυνατό. Αφού φυσικά ο Σέλιρ έχει ξεκουραστεί ύστερα από το ταξίδι του.»

«Μερικές ώρες, μόνο, να καθίσω μου χρειάζεται,» δήλωσε ο Σέλιρ’χοκ. «Μπορούμε να φύγουμε το απόγευμα, αν κι οι άλλοι συμφωνούν.» Τους κοίταξε, και κανένας δεν διαφώνησε. «Καλώς. Αλλά θέλω να μου πεις, Πρίγκιπά μου, τι ακριβώς συμβαίνει στη Χάρνταβελ.»

«Αυτό,» αποκρίθηκε ο Ανδρόνικος, «είναι το πρόβλημα. Δεν ξέρω τι ακριβώς συμβαίνει. Μερικές αναφορές έχω μόνο. Θα σε ενημερώσω, όμως, όσο καλύτερα μπορώ.»

*

Αυτά που της είχε πει ο Γεράρδος, εκείνη την ημέρα που αποφάσισε να δεχτεί να πάει στη Χάρνταβελ, την είχαν βάλει σε σκέψεις. Και τώρα, μέσα στο μεσημέρι, λίγες ώρες ουσιαστικά προτού ξεκινήσουν το ταξίδι τους, η Μάρθα ήταν προβληματισμένη καθώς καθόταν στο περβάζι του ανοιχτού παραθύρου.

«Το να είσαι ιερέας,» της είχε πει ο Γεράρδος, «είναι περισσότερο κατάρα παρά ευλογία, Μάρθα. Οι ιερείς της Χάρνταβελ έχουν, όντως, δυνάμεις που δεν έχουν οι άλλοι άνθρωποι, αλλά… αυτές οι δυνάμεις μπορούν να φανούν καταστροφικές ορισμένες φορές. Υπάρχει… κάτι… μέσα τους που πρέπει διαρκώς να υποτάσσουν. Αυτό το κάτι είναι που δεν τους αφήνει και να εγκαταλείψουν τη διάσταση. Αυτό το κάτι είναι που τους σκοτώνει όταν φύγουν.»

«Κι εσύ τι έκανες;» τον ρώτησε η Μάρθα. «Πώς έφυγες;»

«Το σκότωσα.»

«Το κάτι που ήταν μέσα σου;»

«Ναι.»

«Πώς;»

«Δεν είμαι απόλυτα σίγουρος,» είπε ο Γεράρδος. «Πολέμησα μαζί του σε μια ερημιά. Σε μια ατελείωτη ερημιά… Αλλά αυτή η ερημιά δεν υπάρχει. Ήταν στο… μυαλό μου, θα μπορούσες να πεις. Κι όμως ήταν σαν να βρισκόμουν εκεί. Σαν να βάδιζα εκεί: κανονικά, όπως βαδίζω εδώ στην Απολλώνια. Τόσο πραγματική. Τόσο απελπιστικά πραγματική.

»Για δύο μήνες αντιμετώπιζα το Θηρίο–»

«Ποιο Θηρίο;»

Αλλά ο Γεράρδος απλά συνέχισε: «Στην αρχή δεν ήθελα να το νικήσω. Είχα φύγει από τη Χάρνταβελ ξέροντας ότι θα πέθαινα–»

«Μα, γιατί να φύγεις αφού ήξερες ότι θα πέθαινες;»

«–δεν μπορούσα, όμως, να πεθάνω. Εκτός από το Θηρίο υπήρχε μέσα μου και κάτι άλλο, κι αυτό το κάτι άλλο δεν ήθελε να μ’αφήσει να πεθάνω. Πολέμησα με το Θηρίο μέσα στην ερημιά, και, στο τέλος, το σκότωσα. Δεν υπάρχει πια. Έχει εξαφανιστεί. Αλλά αναρωτιέμαι, Μάρθα… αναρωτιέμαι αν θα επιστρέψει όταν ξαναβρεθώ στη Χάρνταβελ.»

Η Μάρθα συνοφρυώθηκε. «Κι αν επιστρέψει;»

«Αν επιστρέψει, πρέπει να κάνεις αυτά που θα σου πω…»

Τα λόγια του την είχαν τρομάξει. Δεν μπορούσε να καταλάβει για τι πράγματα ακριβώς μιλούσε ο Γεράρδος, και φοβόταν πως ίσως, σε μια στιγμή ανάγκης, να τον απογοήτευε. Ωστόσο ήταν πρόθυμη να προσπαθήσει. «Πες μου. Σ’ακούω.»

«Θα το καταλάβεις, κατ’αρχήν, από τα μάτια μου. Θ’αλλάξουν.»

«Θ’αλλάξουν χρώμα, εννοείς;»

Ο Γεράρδος κούνησε το κεφάλι. «Όχι, δε θ’αλλάξουν χρώμα. Αλλά θ’αλλάξουν. Θα το καταλάβεις αμέσως, όταν το δεις. Θα σου φανούν, ίσως, πιο απειλητικά. Θα σου φανεί σαν κάτι το αλλόκοτο να κρύβεται πίσω τους. Θα σου φανεί ότι δεν με ήξερες ποτέ.»

«Προσπαθείς να με κάνεις να κατουρηθώ επάνω μου, Γεράρδε;» Δεν αστειευόταν.

Αλλά ο Γεράρδος μειδίασε, μάλλον άθελά του. «Μην κάνεις πλάκα· σου μιλάω σοβαρά.»

«Κι εγώ σοβαρά σού μιλάω! Είναι δυνατόν να μου λες ότι θα συμβούν τέτοιες μαλακίες;»

«Δεν είμαι βέβαιος ότι θα συμβούν, αλλά υπάρχει μια πιθανότητα ίσως. Το πρώτο πράγμα, λοιπόν, που θα δεις είναι ότι τα μάτια μου θ’αλλάξουν. Να το θυμάσαι αυτό. Δεν θα είναι, όμως, το μόνο· θα παρατηρήσεις κι άλλα πράγματα. Η φωνή μου μπορεί να γίνει έτσι που οι άλλοι άνθρωποι δυσκολεύονται να μου αρνηθούν, σαν να επηρεάζω το μυαλό τους με κάποιον τρόπο. Και το σώμα μου… Θα δεις ότι μπορώ να κάνω πράγματα εξωφρενικά αν χρειαστεί. Με ταχύτητα και δύναμη που δεν είναι δυνατόν να έχει ένας άνθρωπος.»

«Εννοείς ότι θα μπορείς, ξέρω γω, να σπάσεις τοίχους;»

«Τοίχους, μάλλον, όχι. Αλλά θα μπορούσα, για παράδειγμα, μ’ένα γρονθοκόπημα στο κεφάλι εύκολα να σε σκοτώσω.»

Η Μάρθα μόρφασε. «Έχεις αρχίσει να με φρικάρεις σοβαρά, τώρα…»

«Μην ανησυχείς· θέλω να πιστεύω ότι αυτά δεν θα συμβούν–»

«Κι αν συμβούν;»

«Αν συμβούν. Αν παρατηρήσεις ότι αρχίζουν να συμβαίνουν, θα με χτυπήσεις μ’ένα δηλητηριασμένο βέλος το οποίο θα με ναρκώσει–»

«Τι βέλος;»

«Μικρής βαλλίστρας χειρός. Το δηλητήριο θα σου το δώσω εγώ.»

«Το έχεις μαζί σου;»

«Όχι, αλλά πιστεύω ότι θα το βρω στην αγορά της Απαστράπτουσας. Υπάρχει, όμως, ένα πρόβλημα. Μπορεί το δηλητήριο, τελικά, να μη με ναρκώσει. Οι ιερείς έχουν απίστευτες αντοχές, ανάμεσα σε άλλα. Μπορεί να μην καταλάβω τίποτα. Σ’αυτή την περίπτωση, θα με σκοτώσεις–»

«ΤΙ!» φώναξε η Μάρθα. «Έχεις σαλτάρει τελείως;»

«Αν δεν με σκοτώσεις, θα είμαι επικίνδυνος για όλους σας. Ελπίζω όμως ότι το δηλητήριο θα με πιάσει και θα χάσω τις αισθήσεις μου, οπότε και θα με δέσεις με αλυσίδες. Όχι με σχοινιά. Με αλυσίδες. Με καταλαβαίνεις;»

«Ναι. Αλλά αφού φοβάσαι ότι θα συμβούν τέτοιες μαλακίες, τότε γιατί δεν το είπες στον Πρίγκιπα;»

«Γιατί είναι προσωπικό θέμα, Μάρθα,» αποκρίθηκε ο Γεράρδος. «Αφορά εμένα και μόνο. Επιπλέον, δε νομίζω να επιστρέψει το Θηρίο μέσα μου. Νομίζω ότι είναι νεκρό.»

«Είσαι σίγουρος γι’αυτό;»

«Όσο σίγουρος μπορώ να είμαι. Χρόνια έχω να αισθανθώ την παρουσία του. Από τότε που το σκότωσα, δεν υπάρχει.»

«Γεράρδε...» είπε η Μάρθα, δυσανασχετώντας, «ίσως τελικά να μην είναι καλή ιδέα να πάμε στη Χάρνταβελ…» Αισθανόταν φοβισμένη. Είχε πάρα πολύ καιρό να αισθανθεί έτσι. Και δεν φοβόταν για τον εαυτό της.

Ο Γεράρδος κούνησε το κεφάλι, και την ατένισε κατάματα. «Πρέπει να μάθω. Δεν μπορώ να το αποφεύγω, Μάρθα. Ήρθε ο καιρός να μάθω αν ο Εχθρός μου είναι πραγματικά νεκρός.»

Τότε η Μάρθα δεν του είχε πει τίποτα, δεν είχε διαφωνήσει άλλο μαζί του. Τώρα, όμως, καθώς καθόταν στο περβάζι του παραθύρου, αισθανόταν να φοβάται ξανά – για εκείνον, και για όλους τους υπόλοιπους της ομάδας τους, επίσης – και ήξερε ότι έπρεπε να μιλήσουν γι’ακόμα μια φορά για το θέμα του παράξενου Θηρίου που ήταν, συγχρόνως, και ο Εχθρός του Γεράρδου.

Σηκώθηκε από το περβάζι και βάδισε ώς το μεγάλο κρεβάτι, όπου, πίσω απ’την κατεβασμένη κουρτίνα, φαινόταν η μορφή του Γεράρδου να κοιμάται μπρούμυτα. Η Μάρθα παραμέρισε την κουρτίνα και τον ατένισε. Της έμοιαζε γαλήνιος τώρα, αλλά χτες βράδυ είχε ξυπνήσει ταραγμένος· και προτού ξυπνήσει, μουρμούριζε ένα όνομα: Μελισσάνθη… Μελισσάνθη… Μελισσάνθη! Η Μάρθα θυμόταν πολύ καθαρά τη φωνή του, καθώς άνοιγε τα βλέφαρά της μέσα στο ημιφωτισμένο δωμάτιο. Ποια είναι αυτή η Μελισσάνθη; είχε αναρωτηθεί. Αλλά, όταν ο Γεράρδος ξύπνησε, δεν τον ρώτησε. Είσαι καλά; του είπε, κάνοντας ότι κι εκείνη είχε ξυπνήσει μαζί του. Ναι, της αποκρίθηκε, και σηκώθηκε από το κρεβάτι. Επέστρεψε πάλι μετά από ώρα, όταν η Μάρθα είχε μισοκοιμηθεί.

«Γεράρδε;» είπε τώρα η Μάρθα. «Γεράρδε;»

Τα βλέφαρά του άνοιξαν. Την κοίταξε. «Τι είναι;»

«Πρέπει να μιλήσουμε.» Η Μάρθα κάθισε στην άκρη του κρεβατιού.

Ο Γεράρδος ανασηκώθηκε, στηριζόμενος στον αγκώνα του, περιμένοντάς τη να συνεχίσει.

«Σχετικά μ’αυτά που μου είπες… για το Θηρίο… Δε νομίζω ότι είναι σωστό που τα είπες μόνο σε μένα.»

«Δε μπορώ να τα πω σε κανέναν άλλο, Μάρθα,» αποκρίθηκε ο Γεράρδος, παίρνοντας καθιστή θέση επάνω στο κρεβάτι. «Φοβάμαι ότι ίσως να τους ανησυχήσω άδικα. Είμαι ο μοναδικός οδηγός που έχουν για τη Χάρνταβελ, και δεν θέλω να τους τρομάξω, να τους κάνω να νομίσουν ότι δεν μπορούν να μ’εμπιστευτούν.»

Η Μάρθα ένευσε, καταλαβαίνοντάς το αυτό. Είχε οδηγήσει κάμποσες αποστολές στην παγωμένη διάσταση της Ταρασμάλθης, και ήξερε ότι οι άλλοι έπρεπε πάντα να εμπιστεύονται τον οδηγό τους και να πιστεύουν σ’αυτόν και στις ικανότητές του. Αν τον θεωρούσαν αναξιόπιστο ή επικίνδυνο, έχαναν την αντοχή και την αποφασιστικότητά τους. Πάντοτε έτσι συνέβαινε.

«Ναι,» είπε, «έχεις δίκιο. Αλλά…» Αναστέναξε. «Γεράρδε, φοβάμαι.»

«Εσύ;» Ο Γεράρδος άγγιξε το χέρι της που ακουμπούσε στο στρώμα. «Δεν το πιστεύω.»

«Μη μου λες μαλαγανιές. Φοβάμαι ότι θα κάνω κάποιο λάθος. Κι επιπλέον, δεν θέλω να σε σκοτώσω. Ακόμα κι αν αποδειχτεί απολύτως απαραίτητο, δεν ξέρω αν θα μπορέσω…»

«Κοίτα,» της είπε ο Γεράρδος. «Μάλλον δεν θα χρειαστεί να με σκοτώσεις. Εκείνο το δηλητήριο που σου έδωσα–»

«Ναι, το ξέρω το γαμημένο! Αίμα λεοντόσαυρου. Από την Αρβήντλια. Πολύ ισχυρό ναρκωτικό και, σε μεγάλες ποσότητες, θανατηφόρο.»

Ο Γεράρδος ένευσε. «Ακόμα και κάποιος με τις αντοχές ενός ιερέα της Χάρνταβελ αμφιβάλλω αν μπορεί να το αντέξει.»

«Ναι,» είπε η Μάρθα, «αλλά και πάλι… Γεράρδε, η ευθύνη αυτή είναι πολύ μεγάλη για μένα!» τόνισε, στραβώνοντας νευρικά τα χείλη. «Είναι τόσοι άλλοι άνθρωποι στην αποστολή… Τουλάχιστον, πες το και στον Σέλιρ’χοκ. Αν του ζητήσεις να το κρατήσει κρυφό, αποκλείεται να το φανερώσει σε κανέναν άλλο. Τον ξέρεις πώς είναι. Ακόμα και την Άνμα δεν θα σου έλεγα να την εμπιστευτείς, αλλά για τον Σέλιρ’χοκ δεν έχω αμφιβολία.»

Ο Γεράρδος φάνηκε να το σκέφτεται.

«Σε παρακαλώ, Γεράρδε,» είπε η Μάρθα. «Αν γίνει καμια στραβή, θα χρειαστώ βοήθεια. Ίσως να μην τα καταφέρω μόνη μου.»

Ο Γεράρδος αναστέναξε, και σηκώθηκε απ’το κρεβάτι. «Έχεις δίκιο,» είπε. «Δεν έπρεπε να σε φορτώσω μ’αυτή την ιστορία.» Άρχισε να ντύνεται.

Η Μάρθα τον πλησίασε. «Δεν είναι ότι δεν ήθελα να ξέρω,» είπε. «Και θα κάνω ό,τι μπορώ. Αλλά τουλάχιστον ακόμα ένας άνθρωπος πρέπει να το μάθει. Για την περίπτωση που γίνει καμια στραβή.»

Ο Γεράρδος κατένευσε.

Η Μάρθα τον αγκάλιασε – σφιχτά.

«Αρκετά,» είπε ο Γεράρδος, μετά από λίγο, χαμογελώντας πάνω στον ώμο της. «Τίποτα κακό δε θα συμβεί, έτσι κι αλλιώς. Αυτά είναι, απλά, μέτρα ασφαλείας, για να είμαστε καλυμμένοι.»

*

Το απόγευμα, ο Ανδρόνικος τούς οδήγησε στο γκαράζ του παλατιού, όπου τους περίμενε ένα μεγάλο όχημα με έξι τροχούς, ψηλό και μακρύ.

«Να σας γνωρίσω τον καινούργιο σας φίλο,» είπε. «Τον Κροκόδειλο.»

«Κροκόδειλο;» έκανε η Άνμα’ταρ.

Ο Ανδρόνικος μειδίασε. «Έτσι τον ονόμασε ο κατασκευαστής του. Είναι ένα μεταβαλλόμενο όχημα. Η μία του μορφή είναι αυτή που βλέπετε· μπορεί, όμως, να μεταμορφωθεί και σε ποταμόπλοιο με δύο ιστία και ενεργειακή μηχανή. Επίσης, όταν είναι όχημα ξηράς, μπορεί να πάρει τα χρώματα του περιβάλλοντος. Με τη χρήση Ξορκιού Μηχανικής Μεταβλητότητος, βέβαια,» πρόσθεσε ρίχνοντας ένα βλέμμα στον Σέλιρ’χοκ και στην Άνμα’ταρ, οι οποίοι ένευσαν, καταλαβαίνοντας. «Δεν είναι ακριβώς τρίτη μορφή αυτή, αλλά δεν είναι και αυτόματη λειτουργία. Όταν θέλετε να πάρει τα χρώματα κάποιου συγκεκριμένου περιβάλλοντος πρέπει πάντα να χρησιμοποιείτε το ξόρκι. Το ίδιο ισχύει και όταν δεν θέλετε πια να έχει τα χρώματα του περιβάλλοντος – όπως τώρα, που είναι απλά ένα όχημα μεταλλικού γκρίζου χρώματος.

»Στο εσωτερικό του υπάρχουν προμήθειες, όπλα, κι ό,τι άλλο ίσως να χρειαστείτε. Ρίξτε μια ματιά και πείτε μου αν λείπει κάτι.»

Οι επαναστάτες άνοιξαν τις πόρτες του οχήματος και μπήκαν. Στη μπροστινή του μεριά είχε θέση για οδηγό και συνοδηγό· μετά, ήταν το ενεργειακό κέντρο όπου θα καθόταν ο μάγος που θα χρησιμοποιούσε τη Μαγγανεία Κινήσεως· και τέλος, ήταν το οπίσθιο τμήμα του οχήματος: καρότσα και αρκετός χώρος για να μπορούν να ξεκουραστούν οι επιβάτες. Εκεί βρίσκονταν και οι εξοπλισμοί τους οποίους είχε αναφέρει ο Πρίγκιπας. Οι επαναστάτες τούς κοίταξαν και κατέληξαν ότι τίποτα δεν έλειπε.

«Είμαστε έτοιμοι να φύγουμε, Πρίγκιπά μου,» είπε ο Γεράρδος, βγαίνοντας από την πίσω πόρτα του οχήματος για να σταθεί μπροστά στον Ανδρόνικο.

«Καλό ταξίδι, τότε.» Ο Ανδρόνικος έδωσε στον Γεράρδο το χέρι του, κι εκείνος το έσφιξε από τον καρπό. «Όταν μάθετε τι ακριβώς συμβαίνει στη Χάρνταβελ, μην προσπαθήσετε να κάνετε τίποτα από μόνοι σας, αν το θεωρήσετε παρακινδυνευμένο. Επιστρέψτε εδώ, για να το συζητήσουμε. Πληροφορίες είναι εκείνο που βασικά χρειάζομαι.»

Ο Γεράρδος κατένευσε. Είχε αναλάβει το ρόλο του αρχηγού σε τούτη την αποστολή, και δεν σκόπευε, ούτως ή άλλως, να βάλει τις ζωές των υπόλοιπων σε κίνδυνο αν μπορούσε να το αποφύγει. Ελπίζω μόνο να μην είμαι εγώ, τελικά, η αιτία που θα κινδυνέψουν, σκέφτηκε – αλλά έδιωξε αμέσως τη σκέψη απ’το μυαλό του. Κι ο Σέλιρ’χοκ, όταν είχαν συζητήσει πριν από λίγο, είχε συμφωνήσει ότι οι πιθανότητες να επιστρέψει ο Εχθρός του ήταν μηδαμινές. Τέτοιες νοητικές οντότητες, του είχε πει, οι οποίες ζουν παρασιτικά μέσα σου, χρειάζονται συνήθως κάτι περισσότερο από το πέρασμα μιας διαστασιακής διόδου για να ξαναζωντανέψουν αφότου τις έχεις σκοτώσει. Ωστόσο, είχε προσθέσει, θα είμαι προσεχτικός – και εγώ και η Μάρθα. Και καλά έκανες που μου το είπες. Δεν πρόκειται να πω σε κανέναν τίποτα – ούτε καν στην Άνμα – αλλά θα έχω τα μάτια μου ανοιχτά.

Ο μάγος είχε, πράγματι, κάτι που σ’έκανε να τον εμπιστεύεσαι.

«Ώρα να πηγαίνουμε, λοιπόν, Πρίγκιπά μου,» είπε ο Γεράρδος, κι επέστρεψε στο εσωτερικό του οχήματος.

Ο Ανδρόνικος ύψωσε το χέρι του, για μια στιγμή, για να χαιρετήσει τον Σέλιρ’χοκ, ο οποίος στεκόταν στο κατώφλι της πίσω πόρτας του οχήματος· και ο Σέλιρ’χοκ αντιχαιρέτησε τον Πρίγκιπα, σιωπηλά.

Μετά, η Μάρθα και η Άνμα’ταρ έκλεισαν την πίσω πόρτα, η οποία ήταν δίφυλλη.

«Ποιος θα οδηγήσει και ποιος θα καθίσει στο ενεργειακό κέντρο;» ρώτησε η Βατράνια. «Μπορώ να οδηγήσω εγώ, αν θέλετε.»

«Καλώς,» είπε ο Γεράρδος. «Οδηγείς, λοιπόν.»

«Κι εγώ θα καθίσω στο ενεργειακό κέντρο,» δήλωσε η Άνμα’ταρ. Πέρασε ανάμεσά τους και κάθισε στην ειδική θέση πίσω από τις θέσεις του οδηγού και του συνοδηγού. Έκλεισε τα μάτια και υποτονθόρυσε τα λόγια για τη Μαγγανεία Κινήσεως.

Η Βατράνια κάθισε στο τιμόνι, και ενεργοποίησε τα συστήματα του οχήματος. Φωτάκια άναψαν από δω κι από κει, καθώς και μια οθόνη στην κονσόλα μπροστά στη Βατράνια, δείχνοντας τον χάρτη της Απολλώνιας.

«Κανένας δε θα έρθει δίπλα μου;» ρώτησε η Βατράνια καθώς πατούσε το πετάλι, γύριζε το τιμόνι, και το όχημα άρχιζε να κινείται. «Δε μπορεί να είμαι τόσο τρομαχτική!»

«Πας στοίχημα;» είπε η Μάρθα, από πίσω.

Η Βατράνια γέλασε. «Δε μιλάω σ’εσένα!»

Ο Σθένελος κοίταξε τον Γεράρδο, μοιάζοντας να ρωτά αν εκείνος θα καθόταν στη θέση του συνοδηγού· αλλά ο Γεράρδος τού έκανε νόημα που, ξεκάθαρα, έλεγε Κάθισε εσύ αν θέλεις.

Η Μάρθα, όμως, πρόλαβε τον Σθένελο: προτού εκείνος κινηθεί, πήγαινε ήδη προς τη μπροστινή μεριά του οχήματος, και τώρα κάθισε δίπλα στη Βατράνια.

«Ήρθες, λοιπόν, τελικά,» της είπε εκείνη, καθώς έβγαζε το όχημά τους από το βασιλικό παλάτι και το οδηγούσε μέσα στις λεωφόρους της Απαστράπτουσας, ανάμεσα σε ψηλές πολυκατοικίες.

«Σκέφτεσαι ότι ίσως να σε γουστάρω;»

«Δεν αμφέβαλλα ποτέ γι’αυτό,» γέλασε η Βατράνια, και άναψε τσιγάρο. «Αλλά έχεις αφήσει πίσω όλους τους άντρες μόνους.»

«Και φοβάσαι ότι ίσως αυτοί να γουστάρουν ο ένας τον άλλο;»

Η Βατράνια γέλασε πάλι, και παραλίγο να πνιγεί με τον καπνό της. «Μα τ’αφτιά της Λόρκης! δε νομίζω ότι θα βαρεθούμε καθόλου σ’ετούτο το ταξίδι.»

«Τ’αφτιά της ποιας

«Μια θεά της Σεργήλης,» εξήγησε η Βατράνια.

*

Δεν έπαψαν καθόλου να κινούν το όχημά τους. Όταν ο ένας κουραζόταν να οδηγεί, καθόταν στο τιμόνι ο άλλος. Αυτοί που ήθελαν να κοιμηθούν κοιμόνταν στην πίσω μεριά. Ο Σέλιρ’χοκ, ο Σθένελος’σαρ, και η Άνμα’ταρ (που κι οι τρεις τους ήξεραν τη Μαγγανεία Κινήσεως) έκαναν τετράωρες βάρδιες στο ενεργειακό κέντρο, εναλλάξ.

Δεν ακολούθησαν την παραλιακή δημοσιά φεύγοντας από την Απαστράπτουσα· στρίβοντας δυτικά, πήγαν προς τη Λακράνη και, μετά, κατευθύνθηκαν νότια. Πέρασαν κοντά από διάφορες πόλεις χωρίς να σταματήσουν. Μονάχα μία στάση έκαναν, το μεσημέρι της επόμενης ημέρας, για να καθίσουν σ’ένα πανδοχείο στο πλάι του δρόμου και να γευματίσουν. Από το ίδιο μέρος αγόρασαν και δύο ενεργειακές φιάλες του τύπου που χρησιμοποιούσε το όχημά τους.

Το απόγευμα, έφτασαν στις όχθες του Μαύρου Ποταμού.

Η Μάρθα ήταν στο τιμόνι, και ο Σέλιρ’χοκ στο ενεργειακό κέντρο. Ο Γεράρδος, που καθόταν στη θέση του συνοδηγού, είπε: «Θ’αλλάξουμε μορφή τώρα, μάγε.»

«Ό,τι πεις εσύ, Καπετάνιε.»

«Το βάζω στο νερό, δηλαδή;» ρώτησε η Μάρθα.

Ο Γεράρδος κατένευσε, κι εκείνη οδήγησε το όχημα προς τον μεγάλο ποταμό, ενώ ο Σέλιρ’χοκ άρθρωνε τα λόγια για το Ξόρκι Μηχανικής Μεταβλητότητος.

Καθώς έπεφταν στο νερό, αισθάνθηκαν το όχημα να μεταβάλλεται σαν να ήταν ημίρρευστο· και ο χώρος γύρω τους άλλαξε με τρόπο που θύμιζε όνειρο. Ο Γεράρδος και η Μάρθα ένιωσαν να πηγαίνουν προς τα πίσω, κυλώντας πάνω σε κάτι γλιστερό· και κοιτάζοντας πάνω απ’τον ώμο τους, είδαν τη Βατράνια, τον Σθένελο’σαρ, και την Άνμα’ταρ να χάνονται, να βουλιάζουν, καθώς το οπίσθιο τμήμα του οχήματος εξαφανιζόταν.

Εμπρός τους αντίκρισαν να σχηματίζεται ένα κατάστρωμα, απ’όπου ξεπρόβαλαν, φυτρώνοντας σαν δέντρα, δύο κατάρτια, ένα ψηλότερο κι ένα χαμηλότερο, με τυλιγμένα πανιά.

Το εξάτροχο όχημα είχε γίνει ποταμόπλοιο.

«Πού πήγαν η Βατράνια κι οι άλλοι;» είπε η Μάρθα, ενώ συγχρόνως διαπίστωνε ότι και η κονσόλα μπροστά της είχε αλλάξει αρκετά. Είχε γίνει ειδική για την πλοήγηση σκάφους.

«Κάπου εδώ θα είναι,» αποκρίθηκε ο Γεράρδος· «αποκλείεται να τους κατάπιε το πλοίο.» Σηκώθηκε από τη θέση του και, ανοίγοντας μια πλευρική πόρτα, βγήκε στη γέφυρα του σκάφους, πάνω από το κατάστρωμα.

«Βατράνια!» φώναξε. «Άνμα! Σθένελε!»

Μια καταπακτή σηκώθηκε, και η Άνμα’ταρ βγήκε, ακολουθούμενη από τους άλλους δύο.

«Για μια στιγμή,» φώναξε η Βατράνια στον Γεράρδο, «νόμισα ότι ήμασταν τελειωμένοι!»

Εκείνος γέλασε. «Τόση λίγη εμπιστοσύνη έχεις στον Πρίγκιπά μας, Βατράνια;» Και ρώτησε: «Ποιος από σας ξέρει να οδηγεί πλοίο;»

Η Άνμα ύψωσε το χέρι της. «Νομίζω ότι έχω τα προσόντα, Καπετάνιε.»

Ο Γεράρδος κατέβηκε από τη γέφυρα. «Δεν θα οδηγήσεις εσύ, όμως. Σε χρειαζόμαστε ξεκούραστη για τη Μαγγανεία Κινήσεως.» Κοίταξε τη Βατράνια.

«Δεν έχω οδηγήσει ποτέ στη ζωή μου πλοίο,» δήλωσε εκείνη. «Η Μάρθα, όμως, δε φαίνεται να τα πηγαίνει άσχημα.»

Το ποταμόπλοιό τους έπλεε πάνω στον Μαύρο Ποταμό, με δυτική κατεύθυνση.

«Δε θάπρεπε να σε εκπλήσσει· η Μάρθα μεγάλωσε στην Υπερυδάτια.»

«Εσύ δεν ξέρεις να πλοηγείς; Ήσουν καπετάνιος στο Πορφυρό Κενό.»

«Τα πλοία του Κενού είναι πολύ διαφορετικά από τα κανονικά πλοία, Βατράνια,» εξήγησε ο Γεράρδος. Και κοίταξε τον Σθένελο.

Εκείνος κούνησε το κεφάλι αρνητικά.

«Υπέροχα,» είπε ο Γεράρδος. «Θα πρέπει, λοιπόν, η Μάρθα να με μάθει μερικά βασικά πράγματα, όπως φαίνεται…» Κι επέστρεψε στη γέφυρα, ανεβαίνοντας τη μικρή σκάλα. «Εν τω μεταξύ, εσείς κατεβάστε τα πανιά,» φώναξε στους άλλους.

«Χρειάζεται να σου πω ότι δεν έχω ποτέ στη ζωή μου κατεβάσει πανιά;» ρώτησε η Βατράνια.

«Όχι. Αλλά τώρα θα προσπαθήσεις.»

Ο Γεράρδος επέστρεψε πλάι στη Μάρθα και κάθισε.

«Τι μπορείς να μου πεις για την οδήγηση αυτού του πλεούμενου;» τη ρώτησε.

«Δεν είναι πολύ δύσκολο,» αποκρίθηκε εκείνη. «Κι η γιαγιά μου θα μπορούσε να το οδηγήσει.»

«Κρίμα, λοιπόν, που δεν έχουμε τη γιαγιά σου εδώ, γιατί το πλήρωμά μου δε φαίνεται να ξέρει τίποτα από ναυσιπλοΐα.»

*

Ακολούθησαν τον Μαύρο Ποταμό προς τα δυτικά, αλλάζοντας πάλι βάρδιες στο ενεργειακό κέντρο και στο τιμόνι του σκάφους. Μετά από τη Μάρθα οδήγησε ο Γεράρδος, και μετά από τον Γεράρδο οδήγησε η Βατράνια, αφού ο Καπετάνιος τής είπε μερικά βασικά πράγματα κι εκείνη αποκρίθηκε ότι θα μπορούσε να τα καταφέρει. Δεν χρειαζόταν, άλλωστε, και τίποτα το σπουδαίο. (Προσευχήσου να μη μας ρίξει σε κάνα βράχο και δούμε την Έχιδνα νύφη! είπε η Μάρθα στον Γεράρδο, κι εκείνος γέλασε, καταλαβαίνοντας ότι η Μάρθα αστειευόταν – μάλλον.)

Στις δέκα η ώρα το πρωί, την επόμενη ημέρα, είχαν ήδη μπει στα πυκνά, σκοτεινά δάση της δυτικής Απολλώνιας, όπου ο ήλιος μετά δυσκολίας περνούσε και η μέρα έμοιαζε, αν όχι νύχτα, απόγευμα τουλάχιστον. Τώρα, όμως, μπροστά στο πλοίο των επαναστατών απλωνόταν ένα σκοτάδι πολύ πιο πυκνό απ’ό,τι θα μπορούσαν ποτέ να δημιουργήσουν οι φυλλωσιές οποιουδήποτε δάσους, πολύ πιο πυκνό απ’ό,τι θα μπορούσε ποτέ να επικαλεστεί η πιο βαθιά και άγρια νύχτα της Απολλώνιας.

Μπροστά τους απλωνόταν ένα σκοτάδι που φαινόταν καθαρά ότι χαλούσε την πραγματικότητα ετούτης της διάστασης, σαν τρύπα, σαν πληγή. Κι απ’αυτό το καταμέλανο μέρος ήταν που εκπήγαζε ο Μαύρος Ποταμός, κυλώντας ανατολικά, προς την Άπατη Θάλασσα στο κέντρο της Απολλώνιας.

«Νομίζω πως φτάσαμε, Καπετάνιε,» είπε η Βατράνια, που ήταν στο τιμόνι ενώ ο Γεράρδος καθόταν δίπλα της. Πίσω τους, στο ενεργειακό κέντρο, ήταν ο Σθένελος’σαρ, με τα μάτια μισόκλειστα, επικεντρωμένος στη Μαγγανεία Κινήσεως.

Ναι, φτάσαμε, σκέφτηκε ο Γεράρδος. Τώρα θα πάμε στη Χάρνταβελ. Τώρα θα μάθω τι πραγματικά έχει συμβεί στον Εχθρό μου… Είναι ζωντανός ή κρύβεται και περιμένει;

«Να μπούμε;» ρώτησε η Βατράνια, γυρίζοντας για να τον κοιτάξει και βλέποντάς τον διστακτικό.

Ο Γεράρδος άνοιξε τον δίαυλο μπροστά του, για να μιλήσει σ’αυτούς που ήταν στο αμπάρι του σκάφους, κάτω από το κατάστρωμα. «Ετοιμαζόμαστε να περάσουμε στη Χάρνταβελ. Επαναλαμβάνω: ετοιμαζόμαστε να περάσουμε στη Χάρνταβελ.»

Η καταπακτή άνοιξε, και η Άνμα’ταρ, ο Σέλιρ’χοκ, και η Μάρθα βγήκαν, κι έστρεψαν τα μάτια τους προς το πυκνό σκοτάδι, που ο δυνατός προβολέας του ποταμόπλοιου δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να διαλύσει.

«Εντάξει, Καπετάνιε,» φώναξε ο Σέλιρ’χοκ. «Είμαστε έτοιμοι.»

«Πάμε,» είπε ο Γεράρδος στη Βατράνια, κι εκείνη έβαλε πάλι τις μηχανές του σκάφους σε κίνηση, οδηγώντας το προς το αδιαπέραστο σκοτάδι.

Κεφάλαιο 8
Νυχτερινές Ενέργειες

Ο Τέρι Κάρμεθ δεν έβλεπε λόγο να καθυστερήσει. Αφού ο Επόπτης τον κάλεσε και του εξήγησε το πρόβλημα που είχε παρουσιαστεί, εκείνος έφυγε με την αυγή. Εξάλλου, ήταν φανερό πως όσο καθυστερούσαν να κάνουν κάτι τόσο τα πράγματα θα χειροτέρευαν. Πάντοτε έτσι γινόταν σε τέτοιες περιπτώσεις.

Μαζί του πήρε αρκετούς στρατιώτες, γιατί πίστευε ότι, ακόμα κι αν δεν του χρειάζονταν για να πολεμήσει, θα του χρειάζονταν, σίγουρα, για να δείξει ότι είχε τη δύναμη της Παντοκράτειρας στο πλευρό του και ότι δεν μπορούσαν να τον αγνοήσουν.

Οι πολεμιστές του έπρεπε να ιππεύουν όσο εκείνος πήγαινε μπροστά μέσα σ’ένα τετράκυκλο άρμα που έφερε κανόνι με κοντή κάννη μεγάλου διαμετρήματος· τα βλήματά του μπορούσαν εύκολα να τρυπήσουν τα τείχη κάστρου. Δυστυχώς, ο Τέρι δεν είχε στη διάθεσή του αρκετά οχήματα για να επιβιβαστούν όλοι οι στρατιώτες του και να πάνε γρήγορα στον προορισμό τους (η Παντοκράτειρα δεν τους έστελνε όσα ήθελαν εδώ, στη Χάρνταβελ – δεν θεωρούσε τη διάσταση σημαντική – κι έτσι ταλαιπωρούνταν), επομένως θα έπρεπε να ταξιδέψουν με τον ρυθμό των καβαλάρηδων.

Τουλάχιστον έχουμε άλογα, σκέφτηκε ο Τέρι, κοιτάζοντας τους έφιππους πολεμιστές πίσω από το άρμα του, καθώς έβγαιναν από την ανατολική πύλη της Ερρίθιας και κινούνταν στην έκταση γης ανάμεσα στις όχθες του Παραπόταμου και στις παρυφές του απέραντου Κεντροδάσους.

Ο Τέρι πήρε το βλέμμα του από τους καβαλάρηδες. Πελώρια σμήνη πουλιών, σαν ιπτάμενα σεντόνια ή χαλιά, φαίνονταν να πετούν πάνω από τις κορυφές των δέντρων μέσα στο πρωινό φως της αυγής. Το θέαμα θα ήταν μαγευτικό, ίσως, αν ο Τέρι δεν το είχε δει τόσες πολλές φορές στη ζωή του, όσο βρισκόταν στη Χάρνταβελ. Έχω αρχίσει πλέον να τη βαριέμαι αυτή την καταραμένη διάσταση, συλλογίστηκε καθώς κατέβαινε, έκλεινε την καταπακτή από πάνω του, και κάθιζε πάλι στη θέση του, κοιτάζοντας μπροστά μέσα από το παράθυρο του άρματος.

Ή, μήπως, τώρα σκεφτόταν έτσι εξαιτίας των όσων τού είχε πει η Αρίνη; Είναι έγκυος… Δε θα ήταν καλύτερα να βρισκόμασταν σε μια άλλη διάσταση; Σε μια πιο πολιτισμένη διάσταση – όπως τη Ρελκάμνια, ή τη Σεργήλη – για να μεγαλώσουμε το παιδί μας; Μπορεί, όμως, τελικά η Αρίνη ν’αποφάσιζε να το αποβάλει κι αυτό, όπως το προηγούμενο· και ο Τέρι δεν ήξερε αν θα διαφωνούσε με μια τέτοια απόφαση. Η Χάρνταβελ δεν είναι μέρος για να κάνεις οικογένεια. Είναι μέρος για τρελούς και βάρβαρους.

Παρ’όλ’αυτά, παλιότερα, είχε ο ίδιος προθυμοποιηθεί να έρθει εδώ. Αλλά ήμουν πιο νέος τότε, και ήθελα να δω ακόμα και τις πιο βρόμικες γωνιές του σύμπαντος. Ήθελα να εντυπωσιάσω τον εαυτό μου, ίσως.

Ανοησίες… Όλο ανοησίες…

Και τώρα είχε καταλήξει να είναι ο πιο παλιός αξιωματικός σε τούτη τη διάσταση των τρελών. Πιο παλιός από την Ταγματάρχη Νέλθα-Ριθ, η οποία είχε έρθει μετά από αυτόν, και σίγουρα πιο παλιός από το ξεπεταρούδι τον Επόπτη Νιρμόδο Νάρλεφ, που νόμιζε πως επειδή τον είχαν κράξει ήρωα στη Βίηλ τα ήξερα όλα ακόμα κι εδώ, στη Χάρνταβελ. Θα έπρεπε να είχε αρνηθεί τη θέση του Επόπτη. Καλύτερα γι’αυτόν να έμενε στη Βίηλ. Θα το καταλάβει· σίγουρα, αργά ή γρήγορα, θα το καταλάβει. Αλλά, μέχρι τότε, θάναι αργά… και γι’αυτόν και για εμάς, ίσως.

*

Επί τέσσερις ημέρες ο μικρός στρατός του Ταγματάρχη Τέρι Κάρμεθ πορευόταν ανατολικά, κοντά στις όχθες του Παραπόταμου, του πλατύ ποταμού που γεννιόταν μέσα από τα ορμητικά νερά του Μεγάλου Ποταμού, ο οποίος διέσχιζε τη Χάρνταβελ απ’τον βορρά ώς τον νότο, και η νότιά του άκρη έφευγε από τούτη τη διάσταση και πήγαινε στην Απολλώνια, το άντρο του Αρχιπροδότη, Πρίγκιπα Ανδρόνικου, και των επαναστατών του.

Η σημαία της Παντοκράτειρας κυμάτιζε περήφανα πάνω από το άρμα του Τέρι Κάρμεθ, καθώς επίσης και στο χέρι ενός από τους έφιππους πολεμιστές, που ήταν όλοι τους ντυμένοι με τις λευκές στολές του Παντοκρατορικού Στρατού και έφεραν όπλα που τους καθιστούσαν σαφώς ανώτερους από οποιοδήποτε φουσάτο παρόμοιου μεγέθους γηγενών της Χάρνταβελ.

Στο δρόμο του ο Τέρι συνάντησε πόλεις και χωριά, αφού πολλά ήταν οικοδομημένα στις όχθες του Παραπόταμου και στις εύφορες εκτάσεις που σχηματίζονταν εκεί. Κανένας τοπικός άρχοντας δεν τόλμησε να σταματήσει το πέρασμα του ταγματάρχη ή να του ζητήσει τον λόγο. Όσοι υπηρετούσαν την Παντοκράτειρα ήταν κυρίαρχοι ετούτης της διάστασης· ακόμα κι οι πιο απλοί χωρικοί το γνώριζαν αυτό, και δεν προκαλούσαν προβλήματα. Το μόνο καλό εδώ. Ο καθένας ξέρει τη θέση του, και οι επαναστάτες που έχουμε να αντιμετωπίσουμε είναι λίγοι. Τα πιο πολλά προβλήματα τα προκαλούσαν οι καταραμένοι ιερείς.

Στις εκτάσεις από τις οποίες πέρασε, ο Τέρι είδε ορισμένες φορές και ανθρωποθυσίες. Ανθρώπους δεμένους σε πασσάλους, ανάποδα. Οι περισσότεροι ήταν νεκροί, καθώς το αίμα είχε πάει στο κεφάλι τους, και πτωματοφάγοι – πουλιά κι αγρίμια – είχαν μαζευτεί γύρω τους για να φάνε. Μερικοί, όμως, ήταν ακόμα ζωντανοί και σάλευαν αδύναμα, μουγκρίζοντας θρηνητικά, ενώ τα κοράκια συγκεντρώνονταν σε γειτονικά κλαδιά, περιμένοντας την τροφή να πάψει να κινείται.

Τρελοί…! σκέφτηκε ο Τέρι, αναφερόμενος στους ιερείς. Πώς είναι δυνατόν να νομίζουν ότι μ’αυτές τις ανοησίες η γη θα γίνει πάλι εύφορη;

Διότι, βέβαια, το πρόβλημα δεν μπορούσε να αμφισβητηθεί. Στις περιοχές που ο Τέρι διέσχισε είδε αρκετές εκτάσεις άγονες. Νεκρές, χωρίς καμία φανερή αιτιολογία. Βρίσκονταν κοντά σε νερό, σε καλό σημείο, κι όμως τίποτα πέρα από αγριόχορτα δεν φαινόταν να μπορεί να φυτρώσει εκεί· ή μερικές φορές έβλεπες μονάχα χώμα και πέτρα.

Σα νάχει πέσει κάποια επιδημία… Αλλά δεν ήταν επιδημία, τουλάχιστον σύμφωνα μ’ό,τι του έλεγαν οι ειδικοί. Ήταν κάτι το ανεξήγητο.

Και μονάχα οι ιερείς πίστευαν ότι μπορούσαν να το λύσουν… με τις ανθρωποθυσίες τους. Εξευμενισμός του Θεού, που είχε οργιστεί με τους πιστούς του, κι άλλες τέτοιες παρανοϊκές μαλακίες.

Δεν είναι ο Θεός τους που προκαλεί το πρόβλημα. Η Αρίνη πρέπει να έχει δίκιο: οι παράξενοι αντικατοπτρισμοί, κάπως, σχετίζονται με την άγονη γη και τη μειωμένη γονιμότητα στα ζώα και στους ανθρώπους. Η λύση του ενός προβλήματος θα λύσει και το άλλο πρόβλημα.

Το μεσημέρι της πέμπτης ημέρας, ο στρατός του Τέρι έφτασε σ’έναν μικρό ποταμό που έβγαινε μέσα από τον Παραπόταμο και πήγαινε βόρεια. Εκεί, κατασκήνωσαν, με σκοπό το απόγευμα ν’ακολουθήσουν αυτόν τον ποταμό. Ο χάρτης του ταγματάρχη τού έλεγε ότι βρίσκονταν στο σωστό μέρος. Αλλά η αλήθεια ήταν πως ο Τέρι δεν χρειαζόταν χάρτη: είχε ξαναπεράσει από εδώ· θυμόταν την περιοχή, σε γενικές γραμμές.

Μια σύντομη καταιγίδα έπιασε μες στο μεσημέρι, αναγκάζοντάς τους όλους να κρυφτούν στις σκηνές τους και κάνοντας τ’άλογα να χρεμετίζουν νευρικά και να χτυπούν τα πόδια τους, εκεί όπου ήταν μαντρωμένα.

Αυτή ήταν η δεύτερη καταιγίδα από τότε που είχαν φύγει από την Ερρίθια.

Και να πεις ότι δεν βρέχει εδώ… σκέφτηκε ο Τέρι, καθώς στο μυαλό του είχε πάλι έρθει το πρόβλημα της άγονης γης, που, παρά τις προσπάθειες των ιερέων, συνεχώς επιδεινωνόταν – ολοένα και περισσότερα χωράφια γίνονταν άκαρπα, χωρίς φανερή αιτία. Μ’αυτές τις βροχές που ρίχνει δεν θα έπρεπε να έχουν τέτοια προβλήματα οι γηγενείς. Κι όμως, έχουν… Παράξενο. Πολύ παράξενο. Ήταν σαν κάποιος επίτηδες να προκαλούσε αυτή την κατάσταση, με τη χρήση δηλητηριωδών ουσιών, ίσως. Αλλά η περίπτωση δεν ήταν τέτοια. Ο Τέρι είχε βάλει ανθρώπους να ερευνήσουν, και κανένας δεν είχε βρει σημάδια δηλητηρίασης στα χωράφια.

Το απόγευμα, ευτυχώς, η καταιγίδα είχε πάψει, αφήνοντας πίσω της λίμνες νερού και λάσπης. Οι πολεμιστές του Τέρι διέλυσαν τον πρόχειρο καταυλισμό και ανέβηκαν στα άλογά τους, ενώ εκείνος έμπαινε στο άρμα του. Ακολούθησαν το παρακλάδι του Παραπόταμου προς τα βόρεια και, το βράδυ, κατασκήνωσαν πάλι.

Το επόμενο πρωί μπήκαν στις περιοχές της Υλιριλίδιας, όπου υπήρχε το πρόβλημα εξαιτίας του οποίου είχε φύγει ο Τέρι από την Ερρίθια. Στην αρχή, εκείνος κι οι στρατιώτες του δεν είδαν τίποτα το ασυνήθιστο, τίποτα που δεν έβλεπες παντού στη Χάρνταβελ – αγρούς, μικρά δάση, νεκρά χωράφια, ανθρωποθυσίες δεμένες σε πασσάλους, χωριά και αγροκτήματα – μετά, όμως, κατά το βράδυ, όταν είχαν μπει σε εδάφη του Αρχοντάτου της Ναραλμάδιας, παρατήρησαν πολλές φωτεινές κουκίδες να σχίζουν το πέπλο του σκοταδιού…

Φωτιές. Ο Τέρι άνοιξε την καταπακτή του άρματός του και στάθηκε όρθιος, με το μισό του σώμα έξω απ’το όχημα. Φωτιές καταυλισμού. Και μεγάλου, μάλιστα, απ’ό,τι φαίνεται. Υψώνοντας τα κιάλια του στα μάτια, κοίταξε και είδε σκηνές στημένες μέσα στη νύχτα, καθώς και μια σημαία να κυματίζει.

Μια σημαία με το έμβλημα της Αρχόντισσας της Ναραλμάδιας.

Όπως οι χάρτες του Τέρι τού έλεγαν, εκείνος και οι μαχητές του βρίσκονταν στα σύνορα των δύο αρχοντάτων. Αν δεν ήταν άνθρωποι της Παντοκράτειρας, αναμφίβολα θα είχαν δεχτεί επίθεση, είτε από τους πολεμιστές της Υλιριλίδιας είτε από τους πολεμιστές της Ναραλμάδιας. Οι στρατιώτες του Τέρι τού είχαν αναφέρει πως, όσο προέλαυναν, είχαν βιγλίσει καβαλάρηδες από απόσταση. Ανιχνευτές, κατά πάσα πιθανότητα, ή κατασκόπους. Μας παρακολουθούν, κύριε Ταγματάρχη, του είχε πει η Λοχαγός Ελπίδα Λάρνω. Δε μας πειράζει αυτό, της είχε αποκριθεί ο Τέρι. Ας μας βλέπουν· η παρουσία μας, εξάλλου, θέλουμε να μετρήσει. Αν κάνουν όμως πως μας επιτίθενται, χτυπήστε τους αλύπητα, να μάθουν πως ο Στρατός της Παντοκράτειρας δεν ανέχεται ανοησίες.

Τώρα, ο Τέρι εξακολουθούσε να έχει τα κιάλια του στα μάτια και ν’ατενίζει το στρατόπεδο αντίκρυ του. Η Αρχόντισσα Μοργκάνα, λοιπόν, είναι έτοιμη για πόλεμο, κανονικότατα…

Οι αναφορές που είχαν φέρει οι Παντοκρατορικοί κατάσκοποι στον Επόπτη της Ερρίθιας ήταν ότι ο Άρχοντας Ροβέρτος της Υλιριλίδιας και η Αρχόντισσα Μοργκάνα της Ναραλμάδιας είχαν ξεκινήσει εχθροπραξίες, καθώς, εξαιτίας της ακαρπίας της γης, προσπαθούσαν ο ένας ν’αρπάξει γόνιμα χωράφια από τον άλλο. Οι Υλιριλίδιοι έλεγαν ότι οι Ναραλμάδιοι το είχαν ξεκινήσει, και οι Ναραλμάδιοι έλεγαν ότι οι Υλιριλίδιοι το είχαν ξεκινήσει.

Οι Παντοκρατορικοί, πάντως, δεν ήθελαν αιματοχυσίες· έτσι ο Τέρι είχε έρθει εδώ για να ξεκαθαρίσει την κατάσταση, ελπίζοντας πως η παρουσία του και μόνο θα επαρκούσε, πως δεν θα χρειαζόταν να ασκήσει βία.

Οι δαιμονισμένοι ιερείς, ως συνήθως, δεν ήταν πρόθυμοι να κάνουν τίποτα. Σπανίως παρενέβαιναν σε τέτοιες περιπτώσεις· πράγμα που ενοχλούσε τον Τέρι, γιατί το θεωρούσε αδιανόητο και παράλογο. Έκαναν τόσες και τόσες ανοησίες για να εξευμενίζουν τον Θεό τους, αλλά όταν πόλεμος αρχινούσε δεν σήκωναν ούτε το μικρό τους δαχτυλάκι για να φέρουν την ειρήνη. Ο Θεός θα κρίνει ποιος έχει το δίκιο με το μέρος του· ή: Ο Θεός θα κρίνει ποιος είναι ο ισχυρότερος. Έτσι τούς είχε ακούσει να λένε.

Ωραίος τρόπος για να λύνεις τις διαφορές σου! Οι γαμημένοι…

Ο Τέρι κατέβασε τα κιάλια του κι έκανε νόημα στη Λοχαγό Λάρνω να πλησιάσει.

Εκείνη πλησίασε επάνω στο άλογό της, χαιρετώντας στρατιωτικά. Και ο Τέρι τής είπε: «Υπάρχει ένα στρατόπεδο αντίκρυ μας, με σημαίες της Ναραλμάδιας. Θέλω να μάθω αν υπάρχει και κάποιο άλλο στρατόπεδο εδώ κοντά, με σημαίες της Υλιριλίδιας. Προς τ’ανατολικά.» Έδειξε.

«Προς τα εκεί είναι ο ποταμός, κύριε Ταγματάρχη…»

Δεν βρίσκονταν πια στις όχθες· είχαν απομακρυνθεί κάμποσο, από το μεσημέρι και ύστερα, διασχίζοντας πεδιάδες κοντά σε αγρούς, εύφορους ακόμα ή ξερούς.

«Και τα σύνορα της Υλιριλίδιας, επίσης,» αποκρίθηκε ο Τέρι. «Στείλε ανιχνευτές να κοιτάξουν.»

«Μάλιστα, κύριε Ταγματάρχη!» είπε η λοχαγός, κι απομακρύνθηκε.

Ο Τέρι κατέβηκε από το άρμα του, και σε λίγο είδε τρεις καβαλάρηδες να φεύγουν, καλπάζοντας προς τ’ανατολικά, για να χαθούν σύντομα πίσω από κάτι χαμηλούς λοφίσκους.

Οι ανιχνευτές δεν είχαν ακόμα επιστρέψει όταν η Λοχαγός Λάρνω, πεζή τώρα, τον ζύγωσε και του είπε: «Κύριε Ταγματάρχη, μας πλησιάζουν. Από το στρατόπεδο. Καμια ντουζίνα ιππείς. Πρέπει κι αυτοί να μας είδαν.»

Ο Τέρι σκαρφάλωσε αμέσως επάνω στο άρμα του και έφερε τα κιάλια του στα μάτια. Η λοχαγός είχε δίκιο. Ιππείς έρχονταν από το στρατόπεδο της Αρχόντισσας, χωρίς να έχουν όπλα στα χέρια.

Κατέβηκε από το άρμα. «Ας τους υποδεχτούμε, Λοχαγέ. Αλλά να είστε έτοιμοι να πολεμήσετε αν χρειαστεί.»

Η Ελπίδα Λάρνω ένευσε και απομακρύνθηκε από τον Τέρι για να δώσει διαταγές στους πολεμιστές τους. Το γαλανό δέρμα του προσώπου της έμοιαζε πολύ σκούρο μέσα στη νύχτα. Το μεγάλο φεγγάρι της Χάρνταβελ ήταν μισοκρυμμένο πίσω από τα σύννεφα.

Οι καβαλάρηδες ήρθαν κοντά και τράβηξαν τα γκέμια των αλόγων τους, κάνοντας τα ζώα να χρεμετίσουν. Ήταν ντυμένοι με σιδερένιους θώρακες, μανδύες, και κράνη. Από τις σέλες των αλόγων τους ασπίδες κρέμονταν, και καραμπίνες. Από τις ζώνες τους, ξίφη.

Από τη ζώνη του αρχηγού τους κρεμόταν κι ένα πιστόλι, παρατήρησε ο Τέρι, καθώς τον έβλεπε να πηδά στο έδαφος και να κάνει μερικά βήματα πρώτος, βγάζοντας το κράνος του και φανερώνοντας πράσινα μαλλιά και πορφυρόδερμο πρόσωπο.

Ο Τέρι έκανε νόημα στους πολεμιστές του να μείνουν πίσω, και ζύγωσε τον άντρα. «Ερχόμαστε εν ονόματι της Συμπαντικής Παντοκράτειρας,» του είπε.

Εκείνος ένευσε. «Είδαμε τις σημαίες σας. Ποια είναι η δουλειά σας εδώ;»

«Πληροφορηθήκαμε ότι έχετε κάποιο πρόβλημα με τους γείτονές σας στο Αρχοντάτο της Υλιριλίδιας. Ευελπιστούμε να βρεθεί μια ειρηνική λύση.»

«Δεν υπάρχει ειρηνική λύση για να βρεθεί. Προσπαθούν να πάρουν τη γη μας – κι αυτό μπορεί να σημαίνει μόνο πόλεμο!»

«Ποιο είναι το όνομά σου;» τον ρώτησε ο Τέρι.

«Στρατηγός Λεοπόλδος, και Άρχοντας της Ναραλμάδιας.»

«Είσαι, λοιπόν, ο σύζυγος της Αρχόντισσας Μοργκάνας…»

«Και ποιος είσαι εσύ;» τον ρώτησε ο Λεοπόλδος.

Ο Τέρι συστήθηκε, και: «Έρχομαι από την Ερρίθια,» είπε. «Κατόπιν διαταγής του Παντοκρατορικού Επόπτη.»

«Να του πεις ότι χρειαζόμαστε απελπισμένα τη βοήθειά του, Ταγματάρχη, για να βάλουμε τον Άρχοντα Ροβέρτο στη θέση του – και να φροντίσουμε να μείνει εκεί!»

«Δεν είμαι πρόθυμος να συμμετάσχω σε εχθροπραξίες, Στρατηγέ,» του είπε ο Τέρι. «Σκοπεύω να βοηθήσω στην εξεύρεση μιας ειρηνικής λύσης.»

Ο Λεοπόλδος γέλασε. «Αδύνατον! Δεν γίνεται να βρεθεί ‘ειρηνική λύση’, Ταγματάρχη. Χάνεις το χρόνο σου.»

«Αν δεν μπορεί να βρεθεί ειρηνική λύση, Άρχοντά μου, τότε θα πρέπει να επιβάλω την ειρήνη.»

Τα μάτια του Λεοπόλδου στένεψαν, άγρια. «Τι πάει να πει αυτό;»

«Προτού φτάσουμε όμως σε συμπεράσματα,» πρόσθεσε ο Τέρι, χωρίς να του απαντήσει, «θα ήθελα να μάθω πώς ακριβώς έχει η κατάσταση – και εδώ και στην Υλιριλίδια. Είμαστε, εγώ κι οι πολεμιστές μου, φιλοξενούμενοι στο στρατόπεδό σου;»

«Ασφαλώς,» αποκρίθηκε ο Λεοπόλδος, διπλωματικά. «Ασφαλώς και είστε. Εμείς πάντοτε ήμασταν πιστοί στην Παντοκράτειρα· και, στο τέλος, θα δεις, Ταγματάρχη, πως η βοήθειά της μας αξίζει.»

Ο Τέρι προτίμησε να μην πει τίποτα σχετικά μ’αυτό. Αποκρίθηκε: «Καλώς, Άρχοντά μου. Θα πλησιάσουμε, λοιπόν, και θα κατασκηνώσουμε πλάι σας.»

Ο Λεοπόλδος ένευσε. Φόρεσε πάλι το κράνος του και καβάλησε το άλογό του. «Θα σε ξαναδώ σε λίγο, Ταγματάρχη,» δήλωσε, κι έκανε νόημα στους καβαλάρηδές του να επιστρέψουν στον καταυλισμό τους. Το ποδοβολητό των αλόγων τους αντήχησε μέσα στη νύχτα.

Ο Τέρι πήγε κοντά στους στρατιώτες του και πρόσταξε να προσεγγίσουν το στρατόπεδο των Ναραλμάδιων και να στρατοπεδεύσουν δίπλα του.

*

Καθώς προέλαυναν προς τον μεγάλο στρατιωτικό καταυλισμό του Άρχοντα Στρατηγού Λεοπόλδου, οι ανιχνευτές τους επέστρεψαν από τα ανατολικά, και ο Τέρι τούς έκανε νόημα να έρθουν κοντά του και να του αναφέρουν αμέσως.

«Τι είδατε;»

«Στις όχθες του ποταμού, κοντά στη γέφυρα και στην κεντρική δημοσιά, ένα ολόκληρο φουσάτο είναι στρατοπεδευμένο, κύριε Ταγματάρχη. Από τις σημαίες τους φαίνεται ότι είναι πολεμιστές του Άρχοντα της Υλιριλίδιας.»

«Στις όχθες του ποταμού;» είπε ο Τέρι. «Από ετούτη τη μεριά; Δυτικά;»

«Μάλιστα, κύριε Ταγματάρχη.»

Επάνω στα εδάφη των Ναραλμάδιων, δηλαδή. Αν δεν έκανε λάθος, αυτές οι περιοχές ανήκαν στην Αρχόντισσα Μοργκάνα. Επομένως, οι Υλιριλίδιοι είχαν όντως περάσει τα σύνορά της. Αυτό από μόνο του, όμως, δεν σήμαινε ότι είχαν, επίσης, ξεκινήσει και τον πόλεμο… Ο Τέρι έπρεπε να μάθει περισσότερα· και δεν σκόπευε να το καταφέρει αυτό καθίζοντας μόνο μαζί με τον Λεοπόλδο και τους μαχητές του. Το πρωί θα έφευγε από εδώ.

Για την ώρα, όμως, οι πολεμιστές του στρατοπέδευσαν δίπλα στο στρατόπεδο του Λεοπόλδου, και ο ίδιος ο Λεοπόλδος ήρθε να τον ρωτήσει αν θα ήθελε να του φέρουν κάτι.

«Σ’ευχαριστώ, Στρατηγέ,» αποκρίθηκε ο Τέρι, καθώς οι δυο τους στέκονταν έξω απ’τη σκηνή του, «αλλά ό,τι χρειάζομαι αυτή τη στιγμή το έχω.»

«Θα επιθυμούσες, τότε, να συζητήσουμε για τον πόλεμο;»

Ο σκοπός είναι να μη γίνει πόλεμος, γαμώ τα Γένια του Κρόνου! «Απόψε, όχι. Αύριο.»

Ο Λεοπόλδος ένευσε, μοιάζοντας να καταλαβαίνει ότι ο Τέρι πρέπει να ήταν κουρασμένος από το ταξίδι του. Τον καληνύχτισε και έφυγε, πηγαίνοντας στο στρατόπεδό του.

Η Λοχαγός Λάρνω πλησίασε τον Τέρι. «Θα βάλουμε σκοπιές κανονικά, κύριε Ταγματάρχη;»

«Φυσικά,» αποκρίθηκε εκείνος. «Δεν εμπιστεύομαι κανέναν από αυτούς που κατοικούν σε τούτα τα εδάφη όσο βρίσκονται σε πόλεμο αναμεταξύ τους.»

*

Η Αρίνη’σαρ, όταν ο Τέρι εγκατέλειψε την Ερρίθια, ασχολήθηκε λίγο ακόμα με το πτώμα του γιγάντιου σκουληκιού χωρίς να φτάσει σε κανένα συμπέρασμα, πέρα από το ότι επρόκειτο για κάτι που δεν είχε ποτέ ξαναδεί. Προτού κλείσει το θέμα και αποθηκεύσει όσες πληροφορίες είχε κατορθώσει να συλλέξει, αποφάσισε να ρωτήσει και τη γνώμη του Ράβνομ’νιρ, του Βιοσκόπου που ήταν προσαρτημένος στο τάγμα της Νέλθα-Ριθ.

Ο μάγος φάνηκε πρόθυμος να συζητήσει μαζί της (ανέκαθεν η Αρίνη είχε καλή σχέση μαζί του), αλλά δυστυχώς ούτε εκείνος είχε ξαναδεί κάτι σαν το γιγάντιο σκουλήκι. Εξάλλου, τον είχαν στείλει εδώ κυρίως επειδή ήταν ειδικευμένος σε θέματα που αφορούσαν τους ανθρώπους (τραυματισμοί, ασθένειες, δηλητηριάσεις, και τα λοιπά), όχι μυστηριώδη πλάσματα. Η Αρίνη τον ευχαρίστησε για τον χρόνο του, κι εκείνος τής είπε ότι δεν υπήρχε πρόβλημα: έτσι κι αλλιώς, καθόταν εδώ και βαριόταν, τον τελευταίο καιρό.

Ένας στρατιώτης πλησίασε την Αρίνη, καθώς εκείνη έφευγε από το δωμάτιο του Ράβνομ, και της είπε ότι ο Επόπτης ζητούσε να τη δει επειγόντως στο γραφείο του.

«Θα είμαι εκεί σε λίγο,» αποκρίθηκε η μάγισσα, και ο στρατιώτης απομακρύνθηκε γλιστρώντας μέσα στους διαδρόμους των Ανακτόρων.

Συνέβη κάτι καινούργιο; αναρωτήθηκε η Αρίνη βαδίζοντας προς το γραφείο του Νιρμόδου. Ο Επόπτης δεν είχε ξαναζητήσει να τη δει ύστερα από εκείνη τη συνάντησή της με τη σύζυγό του. Η Αρίνη είχε, στην αρχή, υποψιαστεί ότι ίσως η Θελρίτ να μην του είχε πει τίποτα· μετά, όμως, είχε καταλήξει ότι μάλλον ο Επόπτης είχε αποφασίσει πως δεν υπήρχε, τελικά, λόγος να συζητήσουν.

Τώρα, λοιπόν, ή είχε αλλάξει γνώμη ή είχε συμβεί κάτι καινούργιο. Κάποιος άλλος περίεργος αντικατοπτρισμός, πιθανώς. Αλλά, και να με στείλει να ερευνήσω, τι θα μάθω; Δε φαίνεται να μπορώ να βρω ποιο είναι το πρόβλημα σ’ετούτη τη διάσταση! Κι αισθανόταν στεναχωρημένη γι’αυτό· ήταν Ερευνήτρια και, όταν συναντούσε εμπόδιο μπροστά σε κάτι που ήθελε να ανακαλύψει, υπήρχαν φορές που εκνευριζόταν ή ερχόταν σε απόγνωση.

Ο Επόπτης την περίμενε καθισμένος πίσω από το γραφείο του. Το γκρίζο βλέμμα του φανέρωνε ενόχληση. «Καιρός ήταν να εμφανιστείς,» είπε.

«Δεν το ήξερα πως με ζητούσατε,» αποκρίθηκε η Αρίνη, ξαφνιασμένη από τον τρόπο του. Παρότι λιγάκι υπεροπτικός γενικά, δεν ήταν συνήθως έτσι ο Νιρμόδος Νάρλεφ.

«Δεν το ήξερες; Δεν σου είπε ο σύζυγός σου τίποτα;»

Η Αρίνη, που ακόμα στεκόταν αντίκρυ του, μην έχοντας καθίσει, αποκρίθηκε: «Μου το είπε, και ήρθα να σας μιλήσω, φυσικά, το επόμενο πρωί. Αλλά δεν ήσασταν εδώ· ήταν η Θελρίτ. Της ζήτησα να σας πει ότι είχα έρθει…»

Ο Επόπτης συνοφρυώθηκε.

Δεν του το είπε! συνειδητοποίησε η Αρίνη. Είναι ελεεινή, τελικά. Επειδή αρνήθηκα να μιλήσω σ’εκείνη, δεν του το είπε.

«Δε μου ανέφερε κάτι η Θελρίτ,» αποκρίθηκε ο Νιρμόδος, μοιάζοντας καχύποπτος: μοιάζοντας να υποπτεύεται ότι εκείνη, η Αρίνη, ήταν που του έλεγε ψέματα. Τα Γένια του Κρόνου, γαμώ!

«Θα το… παρέβλεψε, ίσως.»

«Ναι, ίσως. Κάθισε.» Έδειξε την καρέκλα αντίκρυ του.

Η Αρίνη κάθισε. «Αν θέλετε να σας μιλήσω για το πλάσμα που βρήκα, δυστυχώς πρέπει να σας πω ότι δεν έχω και πολλές πληροφορίες γι’αυτό,» τον προϊδέασε.

Ο Νιρμόδος συνοφρυώθηκε πάλι. «Παρ’όλ’αυτά, θα ήθελα να μάθω. Είμαι ο Επόπτης εδώ, μάγισσα. Πρέπει να ξέρω όλα όσα συμβαίνουν. Αυτό είναι το καθήκον μου.»

Ο άνθρωπος ήταν, πολύ απλά, ενοχλητικός ορισμένες φορές. Εγώ είμαι πιο πολλά χρόνια στη Χάρνταβελ απ’ό,τι εσύ! ήθελε να του πει η Αρίνη· αλλά δεν μιλάς έτσι στον Παντοκρατορικό Επόπτη, ακόμα κι αν είναι μικρότερός σου.

«Θα σας είχα ενημερώσει νωρίτερα, αν η Θελρίτ δεν το είχε ξεχάσει…» του αποκρίθηκε· και μετά, του είπε όσα ήξερε για το γιγάντιο σκουλήκι – τίποτα, δηλαδή, σε γενικές γραμμές.

Ο Νιρμόδος την παρατηρούσε σκεπτικά. Τελικά, ρώτησε: «Πιστεύεις ότι υπάρχει κίνδυνος να παρουσιαστούν στη Χάρνταβελ κι άλλα πλάσματα παρόμοια μ’αυτό;»

«Δεν αποκλείεται. Αν το συγκεκριμένο γλίστρησε μέσα από κάποια αραίωση των διαστασιακών τοιχωμάτων, γιατί να μην έρθουν κι άλλα;»

«Πού ακριβώς είναι αυτή η αραίωση; Μπορείς να ανακαλύψεις;»

«Εκεί είναι το πρόβλημα,» εξήγησε η Αρίνη. «Η αραίωση δεν είναι σ’ένα συγκεκριμένο μέρος. Αραιώσεις στα τοιχώματα της Χάρνταβελ παρουσιάζονται κι εξαφανίζονται συνεχώς, τελευταία. Κάθε φορά που κάποιος βλέπει έναν ‘αντικατοπτρισμό’, μιλάμε για αραίωση ουσιαστικά. Από οποιαδήποτε απ’αυτές τις αραιώσεις μπορεί να ήρθε το σκουλήκι.»

Ο Νιρμόδος ακούμπησε την πλάτη του στην πολυθρόνα του. «Ανησυχητικό…» είπε, και άναψε τσιγάρο. «Πιστεύεις ότι βρίσκεσαι κοντά στη λύση;»

«Μάλλον όχι. Δυστυχώς,» αποκρίθηκε η Αρίνη. «Ωστόσο θα φτάσω εκεί,» πρόσθεσε αποφασιστικά. Μια Ερευνήτρια δεν παρατούσε εύκολα ένα τέτοιο θέμα.

«Οι ιερείς ενοχλούν τον Υπεράρχη, κι ο Υπεράρχης ενοχλεί εμένα, Αρίνη,» είπε ο Επόπτης. «Ζητάνε το πτώμα του τέρατος.»

«Μπορείτε να τους το δώσετε,» αποκρίθηκε η μάγισσα. «Δεν το χρειάζομαι πια, και μυρίζει απαίσια. Δεν μπορούμε να το έχουμε κλεισμένο σ’εκείνο το υπόγειο για πολύ.»

«Υπέροχα νέα,» είπε ο Νιρμόδος, με το γαλανό του πρόσωπο επίπεδο. «Αυτό θα τους ηρεμήσει, είμαι βέβαιος. Να κανονίσω να τους παραδοθεί το πτώμα τώρα;»

«Βεβαίως,» αποκρίθηκε η Αρίνη. «Εγώ δεν το χρειάζομαι άλλο, όπως είπα. Ό,τι συμπεράσματα ήταν να βγάλω τα έβγαλα.»

*

«Κύριε Ταγματάρχη!»

Ο Τέρι άνοιξε τα μάτια κι ανασηκώθηκε επάνω στο στρώμα του, για να δει το γαλανό πρόσωπο της Λοχαγού Λάρνω μέσα από το άνοιγμα της σκηνής. Η φωνή της ήταν αρκετά δυνατή για να τον ξυπνήσει αλλά όχι αρκετά δυνατή για ν’ακουστεί από μακριά.

«Τι είναι;»

«Μερικοί ιππείς τους έφυγαν από το στρατόπεδο. Πάνω από εικοσιπέντε, σίγουρα· μάλλον, καμια σαρανταριά. Πηγαίνουν προς τ’ανατολικά.»

«Στ’ανατολικά; Σα να λέμε προς το στρατόπεδο των Υλιριλίδιων;»

Η λοχαγός κατένευσε κοφτά.

Ο Τέρι καταράστηκε και σηκώθηκε από το στρώμα του παραμερίζοντας την κουβέρτα. Δεν είχε βγάλει όλα του τα ρούχα προτού πέσει για ύπνο, πάντοτε έτοιμος για απρόοπτα περιστατικά υπό τέτοιες συνθήκες. Είχε μόνο αφαιρέσει το πάνω μέρος της στολής του, για να μην τσαλακωθεί. Τώρα, το πήρε από εκεί όπου το είχε αφήσει, λίγο παραδίπλα, και βγήκε απ’τη σκηνή του, που δεν ήταν και πολύ πιο μεγάλη απ’αυτές που χρησιμοποιούσαν οι στρατιώτες του· όταν ήταν σε πορεία δεν του χρειάζονταν πολυτέλειες.

«Πού είναι;» ρώτησε ο Τέρι, φορώντας τη στολή του και κουμπώνοντάς την. «Φαίνονται από εδώ;»

Η Ελπίδα κούνησε το κεφάλι. «Απομακρύνθηκαν γρήγορα.»

«Θα τους ακολουθήσω.» Ο Τέρι φόρεσε βιαστικά τις μπότες του, οι οποίες ήταν αφημένες έξω απ’τη σκηνή του. «Τρεις ανιχνευτές θα έρθουν μαζί μου. Ειδοποίησέ τους, και φρόντισε να σελωθούν αμέσως τέσσερα άλογα.»

Η Ελπίδα έφυγε τρέχοντας.

Ο Τέρι κοίταξε ολόγυρα, το στρατόπεδό του. Τα πάντα έμοιαζαν ήσυχα. Το ίδιο και στο στρατόπεδο του Στρατηγού Λεοπόλδου. Παρ’όλ’αυτά, είχε μια πολύ καλή ιδέα γιατί ο σύζυγος της Αρχόντισσας Μοργκάνας είχε στείλει τους καβαλάρηδές του προς τ’ανατολικά. Θέλει να προβοκάρει τους εχθρούς του, ώστε να τους κάνει και δικούς μου εχθρούς, σκέφτηκε ο Τέρι καθώς πήγαινε γρήγορα προς τον στάβλο.

Εκεί, τον συνάντησαν οι τρεις ανιχνευτές που είχε ζητήσει: δύο άντρες και μία γυναίκα, όλοι τους ντυμένοι με τις στολές τους κι έχοντας τουφέκια στην πλάτη. Οι στρατιώτες που φυλούσαν τον στάβλο είχαν ήδη ετοιμάσει τ’άλογά τους, και ο Τέρι κι οι ανιχνευτές τα καβάλησαν.

Προτού φύγουν, η Λοχαγός Ελπίδα Λάρνω τον πλησίασε και ρώτησε: «Μέχρι πότε να σας περιμένω, κύριε Ταγματάρχη;»

Εκείνο που πραγματικά ρωτούσε, βέβαια, ήταν: Μέχρι πότε να περιμένω πριν αρχίσω ν’ανησυχώ ότι κάτι σάς συνέβη; «Η όχθη του ποταμού δεν είναι μακριά· και νομίζω ότι εκεί πηγαίνουν οι καβαλάρηδες του Λεοπόλδου. Επομένως, λογικά, δεν πρέπει ν’αργήσω. Τώρα – ας μη χάνουμε άλλο χρόνο!» είπε, χτυπώντας το άλογό του στα πλευρά με τα τακούνια των μποτών του.

Οι τρεις ανιχνευτές τον ακολούθησαν, κι εκείνος τούς έβγαλε από το στρατόπεδο με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι δύσκολο να τους δουν οι φρουροί του Λεοπόλδου. Βγήκαν από τη μεριά που ήταν πιο μακριά από τον καταυλισμό των Ναραλμάδιων: έτσι, δεκάδες σκηνές βρίσκονταν ανάμεσα σ’αυτούς και τους φρουρούς του Λεοπόλδου, κρύβοντάς τους εύκολα μες στη νύχτα.

Ο Τέρι διέγραψε ημικύκλιο και πήρε, τελικά, ανατολική κατεύθυνση. Κοιτάζοντας πάνω απ’τον ώμο του, δε νόμιζε ότι κανένας τον παρακολουθούσε. Δε νομίζει ότι, γενικά, τον είχαν δει καθόλου να φεύγει. Κατά πάσα πιθανότητα, το κόλπο του είχε πιάσει.

Μαζί με τους τρεις ανιχνευτές συνέχισε ανατολικά για μερικά χιλιόμετρα, ώσπου, από απόσταση, είδε φωτιές και άκουσε φασαρία.

«Κύριε Ταγματάρχη,» είπε ένας από τους ανιχνευτές, «από εδώ καλύτερα.»

Ο Τέρι τον γνώριζε· ήταν παλιός πολεμιστής: έμπειρος. Έγνεψε καταφατικά, και του έκανε νόημα να προπορευτεί. Ανέβηκαν σ’ένα ύψωμα μ’αρκετή βλάστηση, κι από κάτω τους και αντίκρυ είδαν, μέσα στη νύχτα, την όχθη του ποταμού, τη γέφυρα, και το στρατόπεδο των Υλιριλίδιων.

Οι καβαλάρηδες του Λεοπόλδου είχαν, φυσικά, φτάσει εδώ πρώτοι. Περιφέρονταν γύρω απ’τον μεγάλο καταυλισμό, εκτοξεύοντας φλεγόμενα βέλη και πυροβολώντας με καραμπίνες και τουφέκια. Οι Υλιριλίδιοι ανταπέδιδαν τα πυρά, κι έτσι οι καβαλάρηδες του Λεοπόλδου αναγκάζονταν να υποχωρούν, σταδιακά, ολοένα και περισσότερο. Ήταν, ασφαλώς, αδύνατον μόνοι τους να τα βάλουν μ’ολόκληρο το στρατόπεδο· το μοναδικό τους πλεονέκτημα ήταν πως είχαν έρθει νύχτα και δεν ήταν ακόμα όλοι οι εχθροί τους όρθιοι. Σύντομα, όμως, θα έπρεπε να φύγουν αν δεν ήθελαν να σκοτωθούν ή να αιχμαλωτιστούν. Ήταν αναπόφευκτο.

Ναι, σκέφτηκε ο Τέρι, όπως το είχα φανταστεί. Προσπαθούν να προβοκάρουν τους Υλιριλίδιους: να τους κάνουν να εξαπολύσουν νυχτερινή επίθεση κατά του στρατοπέδου του Λεοπόλδου. Και κατά του δικού μου στρατοπέδου. Επομένως, μετά, ο Λεοπόλδος θα έρθει σε μένα και θα ισχυριστεί πως οι μαχητές του Άρχοντα Ροβέρτου επιτέθηκαν εσκεμμένα στις δυνάμεις της Παντοκράτειρας, και άρα οφείλω να χτυπήσω τον Ροβέρτο, υποστηρίζοντας την Αρχόντισσα Μοργκάνα.

Αρκετά πανούργο, δεν μπορώ να πω… Η Μοργκάνα, μάλλον, δεν διάλεξε τυχαία τον σύζυγό της.

Ο Τέρι, βέβαια, δεν σκόπευε ν’αφήσει τα πράγματα να φτάσουν σε σύγκρουση. Αν έβλεπε τους Υλιριλίδιους να σηκώνονται για να κινηθούν εναντίον των εχθρών τους, θα πήγαινε να μιλήσει στον αρχηγό του στρατοπέδου τους επιτόπου, όποιος κι αν τύχαινε να είναι αυτός.

Η κατάσταση, όμως, δεν εξελίχτηκε όπως φαινόταν να ήλπιζε ο Λεοπόλδος. Μια βροχή από βέλη και σφαίρες ήρθε σύντομα προς τους καβαλάρηδές του, αλλά όταν αυτοί υποχώρησαν οι εχθροί τους δεν τους ακολούθησαν. Έμειναν στην περιοχή γύρω από το στρατόπεδο, ρίχνοντας μόνο μερικές προειδοποιητικές ριπές σε περίπτωση που κανένας σκεφτόταν πάλι να πλησιάσει. Και ο Τέρι – επάνω στο δενδρώδες ύψωμα μαζί με τους ανιχνευτές του – είδε πως, όταν κάποιοι Υλιριλίδιοι πολεμιστές έκαναν να φύγουν απ’τον καταυλισμό και να καταδιώξουν τους καβαλάρηδες, ένας αξιωματικός τούς σταμάτησε δίνοντάς τους αμέσως διαταγές να επιστρέψουν.

Το κατάλαβαν ότι πρόκειται για παγίδα. Δεν είναι ανόητοι. Εξάλλου, για ποιο άλλο λόγο θα μπορούσε ο Λεοπόλδος να στείλει τους ιππείς του μες στη νύχτα; Απλά και μόνο για να κάνει μια μικρή παρενόχληση στους εχθρούς του;

Ο Τέρι περίμενε στη θέση του, μέχρι που η κατάσταση στις όχθες του ποταμού ηρέμησε. Οι καβαλάρηδες του Λεοπόλδου είχαν, τώρα, προ πολλού εξαφανιστεί, και οι Υλιριλίδιοι πολεμιστές είχαν επιστρέψει στις σκηνές τους· μονάχα οι φρουροί ήταν έξω.

«Νομίζω ότι κι εμείς είναι ώρα να γυρίσουμε στο στρατόπεδό μας,» είπε ο Τέρι στους ανιχνευτές του. Και καλά θα κάνω από δω και στο εξής να προσέχω πώς κινούμαι κοντά στον Στρατηγό Λεοπόλδο… Ήταν προφανές ότι ήταν ύπουλος και προσπαθούσε ν’αρπάξει ό,τι ευκαιρία τού παρουσιαζόταν.

*

Οι ιερείς έκαψαν το πτώμα του γιγάντιου σκουληκιού (το οποίο βρομούσε απαίσια καθώς είχε αρχίσει να αποσυντίθεται) το ίδιο βράδυ που ο Παντοκρατορικός Επόπτης Νιρμόδος Νάρλεφ τούς το παρέδωσε.

Η Αρίνη’σαρ στεκόταν στο μπαλκόνι των δωματίων της και κοίταζε τη μεγάλη φωτιά στην Ανατολική Αγορά της Ερρίθιας, η οποία φαινόταν πεντακάθαρα από τα Ανάκτορα του Υπεράρχη (εκτός αν ήσουν στο ισόγειο, οπότε θα έβλεπες μόνο τον καπνό να υψώνεται πάνω από τα χτίρια, καθώς και την πορφυρή ανταύγεια μέσα στη νύχτα). Στο χέρι της κρατούσε ένα ποτήρι Γλυκό Κρόνο και έπινε αργά, αν και ήξερε ότι δεν ήταν καλό να πίνει ποτά στην κατάστασή της. Από την άλλη, βέβαια, δεν ήταν ακόμα σίγουρη ότι θα το κρατούσε το παιδί…

Η φωτιά φάνταζε πελώρια, σχίζοντας τη νύχτα, και το πλήθος που είχε συγκεντρωθεί γύρω της ήταν μεγάλο, μπορούσε άνετα να διακρίνει η Αρίνη. Είχαν έρθει άνθρωποι από όλη την πόλη και τα περίχωρά της για να δουν το νεκρό τέρας να καίγεται. Η Αρίνη αναρωτιόταν τι θα τους έλεγαν οι ιερείς. Αναμφίβολα, κάτι από τα συνηθισμένα: ότι το θυσίαζαν στον Θεό για να τον εξευμενίσουν, ή ότι ο Θεός είχε οργιστεί με τους πιστούς του και γι’αυτό τέτοια τέρατα παρουσιάζονταν στη διάσταση.

Δεν ευθύνεται, όμως, ο Θεός τους γι’αυτά που συμβαίνουν. Δεν μπορεί. Δεν είναι δυνατόν. Εκτός αν… Η Αρίνη είχε μια θεωρία (ως Ερευνήτρια, είχε πάντοτε πολλές θεωρίες, βασικά, για διάφορα πράγματα) μα δεν ήξερε αν ήταν σωστή. Σκεφτόταν ότι ο Θεός της Χάρνταβελ μπορεί να ήταν η προσωποποίηση της διάστασης. Μπορεί ο Θεός να ήταν η ίδια η διάσταση. Κι όλα αυτά τα άσχημα που συνέβαιναν τώρα, μπορεί να συνέβαιναν επειδή ο Θεός πέθαινε και, ως εκ τούτου, η Χάρνταβελ πέθαινε.

Αλλά ένα πράγμα η Αρίνη αδυνατούσε να το απαντήσει: Γιατί;

Γιατί να πέθαινε; Τι είχε αλλάξει; Οι ιερείς, αν μη τι άλλο, φρόντιζαν με μεγάλο ζήλο για τη θρησκεία του· επομένως, αποκλείεται να εξασθενούσε από έλλειψη πιστών. Επιπλέον, η Αρίνη δεν είχε ακούσει ποτέ τους ιερείς να λένε ότι ο Θεός ήταν αδύναμος. Μονάχα οργισμένο τον έβλεπαν κάθε τρεις και λίγο–

Εκτός αν το έκρυβαν, επειδή φοβόνταν ότι θα έχαναν την εξουσία τους. Ποιος θα άκουγε τους ιερείς ενός ετοιμοθάνατου θεού;

Θεωρίες… Δεν μπορώ να είμαι σίγουρη.

Πώς θα μάθω την αλήθεια;

Ήπιε ακόμα μια γουλιά απ’τον Γλυκό Κρόνο στο ποτήρι της.

Ο καιρός είχε αρχίσει να γίνεται πιο ψυχρός από πριν, κι η Αρίνη αισθανόταν να κρυώνει μέσα στο φαρδύ φόρεμά της που ήταν ραμμένο σύμφωνα με τη μόδα της Χάρνταβελ, με πολλά κρόσσια και κεντήματα. Στρέφοντας την πλάτη στην Ανατολική Αγορά και στη μεγάλη φωτιά εκεί, μπήκε πάλι στα δωμάτιά της και έκλεισε την πόρτα του μπαλκονιού.

Κάθισε στον καναπέ και, αφήνοντας το ποτήρι της επάνω στο τραπεζάκι, αναρωτήθηκε αν ήθελε να κρατήσει το παιδί ή όχι. Το ήξερε ότι έπρεπε ν’αποφασίσει σύντομα, γιατί μετά θα ήταν αργά· δεν θα μπορούσε πια να κάνει τίποτα.

Σε κάποια στιγμή, ο ύπνος την πήρε χωρίς να το καταλάβει, και ονειρεύτηκε ότι κρατούσε στην αγκαλιά της ένα μωρό με γυαλιστερά γαλανά μάτια και δέρμα λευκό όπως το δικό της. Το μωρό έπιασε, με τα δύο μικρά χέρια του, το αριστερό στήθος της και άρχισε να βυζαίνει λαίμαργα, μοιάζοντας ικανοποιημένο. Και η Αρίνη αισθάνθηκε επίσης ικανοποιημένη. Αισθάνθηκε μια γλυκιά ζεστασιά να την περιτυλίγει, ενώ τα μαλακά ούλα του μωρού και τα δαχτυλάκια του γαργαλούσαν το στήθος της.

Μετά, ξύπνησε.

Και νόμιζε ότι ακόμα μπορούσε να νιώσει το μωρό επάνω της. Άγγιξε το αριστερό της στήθος, βρίσκοντάς το λιγάκι πρησμένο.

Καθώς την είχε πάρει ο ύπνος, είχε ξαπλώσει στο πλάι επάνω στον καναπέ, και τώρα κάθισε όρθια πάλι, περνώντας το χέρι της μέσα από τα κοντά, ξανθά της μαλλιά, προσπαθώντας να συνέλθει από το παράξενο όνειρο.

Εκείνη η γλυκιά, όμορφη αίσθηση…

Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, η Αρίνη αισθανόταν ότι κάτι τής έλειπε. Ότι ήθελε ξανά να νιώσει έτσι όπως στο όνειρό της.

Σηκώθηκε από τον καναπέ, ήπιε μια γουλιά Γλυκό Κρόνο, και πήγε να πλύνει το πρόσωπό της.

Κεφάλαιο 9
Επιστροφή στην Πατρίδα

…Σκοτάδι.

Σαν μαύρο μελάνι χυμένο επάνω σε κάθε σπιθαμή της πραγματικότητας.

Η όραση είχε πάψει να έχει νόημα.

Αλλά, παραδόξως, το ίδιο κι οι υπόλοιπες αισθήσεις.

Το σκοτάδι τούς είχε καταπιεί. Δεν άκουγαν· δεν ένιωθαν· δεν μύριζαν.

Μονάχα συνείδηση. Ψυχή και μνήμη…

*

Το Εσώτερο Θηρίο χαίρεται το ίδιο μ’εκείνον κάθε φορά που τη βλέπει, κάθε φορά που την αγγίζει. Αλλά η χαρά του είναι άγρια, τα ένστικτά του βίαια, θανατηφόρα. Ο ιερέας το χρησιμοποιεί για να μαγέψει τη Μελισσάνθη, αλλά, συγχρόνως, το κρατά σφιχτά από τα λουριά του, γιατί ξέρει την καταστροφή που μπορεί να προκαλέσει αν του ξεφύγει.

Θυσιάζει τακτικά στον Θεό για να τον εξευμενίζει και να γαληνεύει το Θηρίο. Κυνηγά στα δάση: σκοτώνει άγρια θηράματα και τα προσφέρει, μέσα σε φωτιές· πλένεται με το αίμα τους. Και το Θηρίο είναι ξανά ικανοποιημένο· δεν έχει τώρα λόγο να την βλάψει.

Ο ιερέας επισκέπτεται τη Μελισσάνθη ξανά και ξανά. Βλέπει ότι ο πατέρας της, ο Άρχοντας Ερρίκος, τον ατενίζει με δισταγμό, με φόβο· διότι ξέρει ότι είναι επικίνδυνο η κόρη του να συναναστρέφεται έναν ιερέα με τέτοιο τρόπο. Ο Άρχοντας Ερρίκος έχει δίκιο που φοβάται, μα δεν μπορεί να κάνει τίποτα για να δώσει τέλος σ’εκείνο που τον τρομάζει, καθώς υπάρχει εντός του ένας μεγαλύτερος φόβος: ότι θα εξοργίσει τον Θεό.

Η Μελισσάνθη είναι ερωτευμένη με τον ιερέα· για εκείνη, φόβος δεν υπάρχει. Έχει ξεχάσει τι σημαίνει αυτή η έννοια. Γεύεται την άγρια, πρωταρχική δύναμη του εραστή της, και μεθά. Γελά, και δεν τον χορταίνει.

Φαίνεται να ταιριάζουν τόσο πολύ οι δυο τους.

Ο ιερέας την ακούει να λέει στον πατέρα της,

—Δεν υπάρχει τίποτα να φοβηθείς! Έχουμε την ευλογία του Θεού τώρα. Θα δεις που όλα θα πάνε καλύτερα στα μέρη μας!

Εκείνος φιλά το μέτωπό της.

—Ό,τι σε κάνει ευτυχισμένη,

λέει. Αλλά ο ιερέας αισθάνεται τον φόβο και τον δισταγμό του όπως τον αισθάνονται τα άγρια θηρία. Τον μυρίζει στον αέρα.

Θα μπορούσε να εκφοβίσει τον Ερρίκο χρησιμοποιώντας λόγια που μονάχα ένας ιερέας μπορεί να χρησιμοποιήσει· μα δεν το κάνει. Δεν είναι αυτή η πρόθεσή του. Θέλει μόνο τη Μελισσάνθη.

Και το Εσώτερο Θηρίο τη θέλει, επίσης.

*

Η μετάβαση ήταν ξαφνική.

Σκοτάδι–

Και μετά – φως.

Οι αισθήσεις τους επέστρεψαν απότομα, κάνοντας τον κάθε ήχο να τους φανεί δυνατότερος, την κάθε σωματική επαφή να τους φανεί πιο έντονη (μπορούσαν να νιώσουν, ξαφνικά, όλα τα ρούχα που φορούσαν, το πάτωμα που πατούσαν, τις καρέκλες όπου κάθονταν), την κάθε οσμή να τους φανεί πως είχε πλημμυρίσει τον κόσμο… και τα αντικείμενα που έβλεπαν: όλα τους έμοιαζαν, για μια φευγαλέα στιγμή, να λάμπουν, σαν να εξέπεμπαν από τα βάθη της ύπαρξής τους κάποιο αλλόκοτο μυστηριακό φως.

Ύστερα, τα πάντα έγιναν συνηθισμένα, κοινότοπα, καθημερινά. Τα σώματά τους είχαν προσαρμοστεί στην καινούργια πραγματικότητα.

Το πλοίο τους έπλεε πάνω σ’έναν πλατύ ποταμό που έμοιαζε πολύ με τον Μαύρο Ποταμό της Απολλώνιας, και ήταν, ουσιαστικά, η συνέχειά του, μόνο που εδώ, στη Χάρνταβελ, ονομαζόταν ο Μεγάλος Ποταμός. Κοιτάζοντας πίσω τους, οι επαναστάτες μπορούσαν να δουν μια απέραντη μαυρίλα να καταπίνει γη και ουρανό και, φυσικά, τον Μεγάλο Ποταμό. Η διαστασιακή δίοδος που οδηγούσε στην Απολλώνια, και αντιστρόφως.

«Καπετάνιε,» είπε η Βατράνια υπομειδιώντας, «νομίζω πως μας έφερα ζωντανούς.»

Ο Σθένελος’σαρ, που καθόταν στο ενεργειακό κέντρο, πίσω από τον Γεράρδο και τη Βατράνια, και είχε τα μάτια του μισόκλειστα, τώρα τα άνοιξε για να κοιτάξει έξω απ’τα παράθυρα του σκάφους. «Αυτή είναι η Χάρνταβελ, λοιπόν… Δε μοιάζει και τόσο διαφορετική απ’την Απολλώνια, εκ πρώτης όψης.» Η φωνή του ακουγόταν ξερή, λιγάκι κουρασμένη.

«Δεν είδες τίποτα ακόμα πέρα από έναν ποταμό κι έναν ουρανό,» του είπε ο Γεράρδος.

«Βάρκες έρχονται!» φώναξε ξαφνικά η Μάρθα από το κατάστρωμα, και ο Γεράρδος την είδε να δείχνει προς τα βορειοανατολικά.

«Μη μου πεις…» μούγκρισε κάτω απ’την ανάσα του.

«Παντοκρατορικοί;» έκανε η Βατράνια, στραβώνοντας τα χείλη. «Νόμιζα ότι ο Οδυσσέας μού είπε πως δεν φυλάνε και τόσο στενά αυτή τη δίοδο: έμποροι πηγαίνουν και έρχονται από και προς την Απολλώνια.»

«Μπορεί ν’άλλαξαν γνώμη,» είπε ο Γεράρδος, κι έφυγε από τη γέφυρα, κατεβαίνοντας βιαστικά στο κατάστρωμα, όπου στέκονταν η Μάρθα, ο Σέλιρ’χοκ, και η Άνμα’ταρ.

«Εκεί!» Η Μάρθα συνέχιζε να δείχνει.

Ο Γεράρδος έκανε να υψώσει τα κιάλια του, αλλά η Άνμα τον σταμάτησε. «Στάσου,» είπε. «Αυτό θα σε βοηθήσει»· και, αγγίζοντας τα κιάλια, άρθρωσε τα λόγια για ένα ξόρκι.

«Τι έκανες;»

«Ξόρκι Οπτικής Ενισχύσεως. Δε βλάπτει.»

Ο Γεράρδος έφερε τα κιάλια στα μάτια του και είδε τις βάρκες, που πριν δεν φαίνονταν σαν τίποτα παραπάνω από δύο κουκίδες στον ορίζοντα, να έρχονται ξαφνικά μπροστά του, τόσο κοντά που είχε την ψευδαίσθηση ότι, αν άπλωνε λιγάκι το χέρι του, θα τις άγγιζε. Επάνω τους ήταν πολεμιστές με τουφέκια και λευκές στολές, και από την πρύμνη τους κυμάτιζε η σημαία της Παντοκράτειρας. Ήταν μηχανοκίνητες, και σήκωναν αφρό πίσω τους.

«Παντοκρατορικοί,» είπε ο Γεράρδος, κατεβάζοντας τα κιάλια. «Δύο βάρκες, με πέντε πολεμιστές μέσα στην καθεμία, απ’ό,τι μπόρεσα να δω.»

«Συνήθως δεν σταματούν τους εμπόρους που έρχονται από την Απολλώνια στη Χάρνταβελ· επειδή δεν είναι και πολλοί, εξάλλου,» είπε η Άνμα’ταρ, μοιάζοντας παραξενεμένη.

«Μπορεί τώρα να πήραν πιο αυστηρά μέτρα,» υπέθεσε ο Σέλιρ’χοκ.

«Για ποιο λόγο;»

«Εξαιτίας των παράξενων συμβάντων.»

«Τι σχέση μπορεί να έχουν αυτά με την Απολλώνια, Σέλιρ;»

«Καμία πιθανώς, στην πραγματικότητα. Αλλά αυτό δε σημαίνει πως οι Παντοκρατορικοί δεν μπορεί να έχουν γίνει πιο παρανοϊκοί απ’ό,τι συνήθως.»

Ο Γεράρδος ένευσε. «Ο Σέλιρ έχει δίκιο. Οι πράκτορες της Παντοκράτειρας είναι, δίχως αμφιβολία, ικανοί να φτάσουν στα άκρα μόλις δουν κάτι παράξενο να συμβαίνει. Ίσως ακόμα και να νομίζουν ότι η Επανάσταση ευθύνεται για τα παράδοξα στη Χάρνταβελ.»

«Η αλήθεια είναι πως είναι τελείως μαλάκες,» συμφώνησε η Μάρθα, και πήρε ένα τουφέκι στα χέρια, οπλίζοντάς το.

«Βιάζεσαι να ρίξεις σφαίρες, ε;» της είπε ο Γεράρδος.

«Εσύ σκέφτεσαι να τους αφήσεις να πλησιάσουν;»

«Καλό θα ήταν να τους αποφύγουμε, ει δυνατόν…» είπε ο Γεράρδος, σκεπτικά.

«Τι γίνεται;» φώναξε η Βατράνια από τη γέφυρα. «Τι βλέπετε; Γιατί βγάζετε όπλα;»

«Παντοκρατορικοί είναι,» της φώναξε ο Γεράρδος. Και είπε στη Μάρθα: «Πήγαινε εσύ στο τιμόνι, και πες της να έρθει κάτω.»

«Γιατί;» Έμοιαζε έτοιμη να τον βρίσει.

«Επειδή εσύ ξέρεις να οδηγείς πλοίο, και ίσως καταφέρεις να τους αποφύγεις.»

Η Μάρθα δεν έφερε αντίρρηση· ανέβηκε στη γέφυρα και, μετά από λίγο, εκείνη οδηγούσε το σκάφος και η Βατράνια ήταν στο κατάστρωμα μ’ένα τουφέκι στα χέρια. Οι υπόλοιποι κρατούσαν επίσης τουφέκια.

Οι βάρκες ζύγωναν…

Οι επαναστάτες πήραν θέσεις μάχης: ο Γεράρδος πίσω από το μεγάλο κατάρτι· η Βατράνια πίσω από το μικρό κατάρτι· ο Σέλιρ’χοκ μισοκρυμμένος στην καταπακτή· η Άνμα’ταρ γονατισμένη πίσω από την κουπαστή.

Ήταν αυγή, παρατήρησε ο Γεράρδος· ο ήλιος της Χάρνταβελ μόλις που είχε ξεπροβάλει από την ανατολή.

Οι βάρκες πλησίασαν κι άλλο. Τώρα, οι σημαίες τους φαίνονταν καθαρά, ακόμα και χωρίς κιάλια. Το έμβλημα της Παντοκράτειρας.

«Μάρθα!» φώναξε ο Γεράρδος. «Πήγαινέ μας προς τη δυτική όχθη!»

Εκείνη υπάκουσε, στρίβοντας το σκάφος δυτικά.

Οι βάρκες φάνηκαν να επιταχύνουν. Δυνατοί πίδακες – νερό και αφρός – πετάγονταν πίσω τους.

Ο Γεράρδος ύψωσε το τουφέκι του στο επίπεδο του ώμου, σημαδεύοντας. Είδε πως και πολλοί από τους πολεμιστές της Παντοκράτειρας έκαναν το ίδιο.

Οι βάρκες πλησίαζαν…

…μαζί με το ρεύμα του ποταμού (ενώ το πλοίο των επαναστατών έπλεε αντίθετα στο ρεύμα)…

…εντός εμβέλειας, τώρα–

«Πυρ!» φώναξε ο Γεράρδος, αρχίζοντας να ρίχνει.

Οι άλλοι ακολούθησαν το παράδειγμά του.

Οι Παντοκρατορικοί ανταπέδωσαν αμέσως. Σφαίρες χτυπούσαν πάνω στα σκάφη και στο νερό, δημιουργώντας μικρούς πίδακες. Ένας λευκοντυμένος στρατιώτης χτυπήθηκε και, ουρλιάζοντας, έπεσε στον ποταμό.

Η Άνμα’ταρ φώναξε τα λόγια για κάποιο ξόρκι και, καθώς οι βάρκες ζύγωναν, κάτι απρόοπτο συνέβη πάνω στη μία: εκτυφλωτική λάμψη – καπνός – ουρλιαχτά.

Ο Γεράρδος είχε ξαναδεί τις μάγισσες του τάγματος των Δρακαινών να το κάνουν αυτό. Διέλυαν μια σφαίρα που είχε μόλις εκτοξευτεί, με αποτέλεσμα να θρυμματιστεί σε πολλά μικρά κομμάτια χτυπώντας όσους ήταν γύρω της, ενώ συγχρόνως δυνατό φως πεταγόταν καθώς και καπνός που προκαλούσε βήχα. Ένα πολύ επικίνδυνο πολεμικό ξόρκι· και ο Γεράρδος δεν είχε δει ποτέ κανέναν άλλο μάγο να το χρησιμοποιεί εκτός από τις Δράκαινες. Πρέπει να ήταν εφεύρεση του τάγματός τους, που πλέον, επισήμως, δεν υπήρχε. Αφότου είχαν συμμαχήσει με τον Ανδρόνικο, δεν εκπαιδεύονταν πια άλλες Δράκαινες.

Οι πολεμιστές της χτυπημένης από το ξόρκι βάρκας βρίσκονταν προς το παρόν – και ίσως μόνιμα – εκτός μάχης. Οι πολεμιστές της άλλης βάρκας, όμως, εξακολουθούσαν να πυροβολούν.

Ο Γεράρδος, αλλάζοντας γεμιστήρα στο τουφέκι του, επικέντρωσε τα πυρά του εκεί· το ίδιο κι οι σύντροφοί του. Οι Παντοκρατορικοί δεν είχαν και πολύ χώρο για να καλυφτούν· η βάρκα δεν ήταν μεγάλη: το μέγεθός της ήταν, περίπου, όσο το ένα τρίτο του ποταμόπλοιου των επαναστατών. Ο ένας μετά τον άλλο, οι λευκοντυμένοι στρατιώτες χτυπιόνταν· οι άσπρες τους στολές βάφονταν κόκκινες, ενώ τα όπλα, κι από τις δύο πλευρές, συνέχιζαν να κροταλίζουν.

Η βάρκα στράφηκε, διαγράφοντας ημικύκλιο πάνω στο νερό, και έφυγε.

Η άλλη βάρκα, που ακόμα τη σκέπαζε λίγος καπνός από το ξόρκι της Άνμα’ταρ, είχε ήδη αρχίσει να υποχωρεί.

Οι επαναστάτες έπαψαν να ρίχνουν. Άλλαξαν γεμιστήρες στα όπλα τους.

«Να τους κυνηγήσουμε!» είπε η Βατράνια. «Θα αναφέρουν ότι αποστάτες ήρθαν από την Απολλώνια!»

«Κι αν τους σκοτώσουμε, οι άλλοι Παντοκρατορικοί δε θα καταλάβουν ότι κάτι τούς συνέβη;» είπε ο Γεράρδος. «Δε θα υποθέσουν ότι–;»

«Θα υποθέσουν,» τον διέκοψε η Βατράνια, «αλλά δεν θα ξέρουν! Μπορεί να σκεφτούν ότι έπαθαν κάτι… οτιδήποτε, τώρα με όσα γίνονται στη Χάρνταβελ.»

Μπορεί και νάχει δίκιο, παρατήρησε ο Γεράρδος. Η Βατράνια ήταν καλή στην κατασκοπία, στη Σεργήλη, απ’ό,τι είχε ακούσει. Στρεφόμενος στη γέφυρα, φώναξε στη Μάρθα: «Πίσω τους! Κυνήγησέ τους!»

Εκείνη γύρισε το τιμόνι του σκάφους. «Μια δυτικά, μια ανατολικά!» του φώναξε, πειραχτικά. «Αποφάσισε, Καπ’τάνιε!»

Ο Κροκόδειλος ήταν γρήγορο σκάφος. Όχι πως και οι βάρκες των Παντοκρατορικών ήταν αργές, αλλά, όταν το ποταμόπλοιο των επαναστατών είχε και τις μηχανές του ενεργές και τα ιστία του ανοιχτά, δεν είχαν πιθανότητα να του ξεφύγουν – ειδικά τώρα που κι αυτές έπλεαν αντίθετα στο ρεύμα.

Φτάνοντας εύκολα σε απόσταση βολής, ο Γεράρδος κι οι σύντροφοί του άρχισαν αμέσως να πυροβολούν.

Η Άνμα’ταρ έκανε ξανά εκείνο το ξόρκι, και γέμισε και την άλλη βάρκα με καπνό.

«Χτυπήστε τις μηχανές!» φώναξε ο Γεράρδος. «Τις μηχανές τους!»

Οι οποίες δεν ήταν δύσκολος στόχος, έτσι όπως έβλεπαν τις βάρκες πρύμνηθεν. Οι προπέλες διαλύθηκαν· τα κομμάτια τους φάνηκαν να τινάζονται στον αέρα και να πέφτουν στο νερό. Τα πλεούμενα έχασαν ταχύτητα· σύντομα, δεν είχαν καθόλου δύναμη να κινούνται: έγιναν έρμαια του ρεύματος του ποταμού.

Ο Γεράρδος έπιασε ένα σχοινί με γάντζο, το στριφογύρισε πάνω απ’το κεφάλι του, και το πέταξε προς τη μία βάρκα· ενώ η Άνμα’ταρ εκτόξευε ταυτόχρονα ένα άλλο σχοινί με γάντζο προς τη δεύτερη βάρκα. Οι γάντζοι πιάστηκαν, και οι επαναστάτες έδεσαν τα σχοινιά στο μεγάλο κατάρτι του Κροκόδειλου.

Οι βάρκες ήρθαν κοντά.

Ήταν γεμάτες πτώματα.

Ο Γεράρδος έκανε να πηδήσει μέσα στη μια απ’αυτές, αλλά η Άνμα’ταρ τον σταμάτησε βάζοντας το χέρι της το στήθος του. «Μπορεί να παριστάνουν τους νεκρούς,» τον προειδοποίησε.

«Θα το μάθουμε αμέσως,» είπε ο Σέλιρ’χοκ, και έκανε ένα ξόρκι. Μετά από μια στιγμή, είπε: «Σ’αυτή τη βάρκα, ένας είναι ζωντανός και περιμένει. Σ’αυτήν, δύο είναι ζωντανοί αλλά αναίσθητοι.»

«Πώς το ξέρεις;» ρώτησε η Βατράνια. «Νόμιζα ότι οι Βιοσκόποι ήταν ειδικοί σ’αυτά.»

«Και οι Διαλογιστές κάτι γνωρίζουμε,» αποκρίθηκε ο Σέλιρ’χοκ. «Εντόπισα απλώς νοητική δραστηριότητα. Ο ένας σκέφτεται πολύ έντονα για να είναι αναίσθητος, και οι άλλοι δύο σκέφτονται πολύ λίγο για να είναι ξύπνιοι. Οι υπόλοιποι δεν έχουν καθόλου νοητική δραστηριότητα, άρα είναι νεκροί, ή απίστευτα καλοί στον διαλογισμό – που δεν το νομίζω.»

«Ποιος είναι αυτός που καιροφυλαχτεί;»

Ο Σέλιρ’χοκ τον έδειξε.

Η Βατράνια ύψωσε το τουφέκι της και τον πυροβόλησε. Ο άντρας κραύγασε και πέθανε.

«Κι οι άλλοι δύο;»

Ο Σέλιρ’χοκ τούς έδειξε κι αυτούς.

Η Βατράνια τούς πυροβόλησε, σκοτώνοντάς τους.

«Δεν μ’αρέσει να σκοτώνω εν ψυχρώ…» είπε ο Γεράρδος.

«Δεν τους σκότωσες εσύ, Καπετάνιε. Κι επιπλέον, τι θα τους κάναμε;»

Ο Γεράρδος δεν αποκρίθηκε γιατί ήξερε ότι, πρακτικά, η Βατράνια είχε και πάλι δίκιο.

«Πάμε να δούμε μήπως βρούμε τίποτα,» είπε μετά η Βατράνια, και πήδησε μέσα σε μία από τις βάρκες.

Οι άλλοι επαναστάτες ακολούθησαν το παράδειγμά της. Έψαξαν και τις δύο βάρκες, πήραν από εκεί ό,τι νόμιζαν πως θα τους φαινόταν χρήσιμο, κι έπειτα τις βύθισαν ανοίγοντάς τους τρύπες.

*

Η Μάρθα οδήγησε το ποταμόπλοιο προς τη δυτική όχθη και σύντομα έφτασαν εκεί, σ’ένα μέρος όπου τα βράχια δεν έμοιαζαν και τόσο επικίνδυνα.

Ο Γεράρδος είχε τώρα ανεβεί στη γέφυρα, και είπε: «Βγες στα ρηχά.»

«Θα το μεταμορφώσουμε σε όχημα;»

«Ναι.»

«Τι βρήκατε στις βάρκες;» ρώτησε η Μάρθα, καθώς κοίταζε την όχθη, προσπαθώντας ν’αποφασίσει ποιο ήταν το καλύτερο – και, κυρίως, το ασφαλέστερο – σημείο για να πλησιάσει την ξηρά. Δεν ήθελε να χτυπήσει το πλεούμενό τους σε κανέναν βράχο που κρυβόταν, ύπουλα, κάτω από την επιφάνεια.

«Τίποτα το σπουδαίο,» της απάντησε ο Γεράρδος. «Μερικά όπλα και ενεργειακές φιάλες. Οι τελευταίες, όμως, δεν είναι του τύπου που χρησιμοποιεί το σκάφος μας.»

Η Μάρθα οδήγησε το ποταμόπλοιο σ’ένα ρηχό μέρος, όπου τα νερά του ποταμού έγλειφαν το χώμα ανάμεσα στους βράχους. Κάτι αγριόχηνες που πλατσούριζαν εκεί απομακρύνθηκαν, τρομαγμένες από την παρουσία του σκάφους.

Ο Γεράρδος φώναξε στην Άνμα’ταρ, τον Σέλιρ’χοκ, και τη Βατράνια, στο κατάστρωμα: «Θα το μεταμορφώσουμε! Πηγαίνετε κάτω, γιατί δεν ξέρω τι θα γίνει αν είστε έξω κατά την αλλαγή.»

Εκείνοι κατέβηκαν μέσα στην καταπακτή του πλοίου, και ο Γεράρδος είπε στον Σθένελο: «Μάγε, δώσε μας ρόδες.»

Ο Σθένελος’σαρ άρθρωσε τα λόγια για το Ξόρκι Μηχανικής Μεταβλητότητος, και, γι’ακόμα μια φορά, ο Γεράρδος και η Μάρθα αισθάνθηκαν τον Κροκόδειλο να μεταβάλλεται γύρω τους σαν να μην ήταν καμωμένος από μέταλλο αλλά από κάποια πλαστική ημίρρευστη ουσία.

Μετά από λίγο, βρίσκονταν καθισμένοι στις δύο μπροστινές θέσεις του εξάτροχου οχήματος. Πίσω τους ήταν ο Σθένελος, στο ενεργειακό κέντρο· κι ακόμα πιο πίσω, οι υπόλοιποι.

«Με ζαλίζει όποτε γίνεται αυτό,» ακούστηκε να λέει η Βατράνια. «Σαν το λούνα παρκ είναι.»

Η Άνμα’ταρ γέλασε.

Η Μάρθα έβγαλε το όχημα από τα ρηχά του ποταμού, ενώ πουλιά και μικρά ζώα σκορπίζονταν στο πέρασμά του.

«Δε φαίνεται να υπάρχει κανένας δρόμος εδώ πέρα, Γεράρδε,» παρατήρησε. «Πού πάμε;»

Ο Γεράρδος, πατώντας δύο πλήκτρα στην κονσόλα εμπρός τους, έκανε τον χάρτη της Χάρνταβελ να παρουσιαστεί στη μικρή οθόνη. Μια κόκκινη κουκίδα φανέρωνε τη θέση τους – και, μάλλον, ο χάρτης δεν είχε χάσει τον προσανατολισμό του εξαιτίας της διαστασιακής μετάβασης: το σημείο που έδειχνε πρέπει, όντως, να ήταν αυτό στο οποίο βρίσκονταν.

«Ο Πρίγκιπας είπε να πάμε να μιλήσουμε στον σύνδεσμό μας πρώτα, οπότε αυτό λογικά θα κάνουμε. Αλλά νομίζω πως και λίγη ξεκούραση δεν θα μας βλάψει. Συνέχισε να οδηγείς, για να απομακρυνθούμε από τον ποταμό, και μετά σταματάμε.» Γυρίζοντας να κοιτάξει τον Σθένελο, είπε: «Δώσε στο όχημά μας τα χρώματα του περιβάλλοντος.»

«Εντάξει,» αποκρίθηκε εκείνος, και έκανε πάλι το Ξόρκι Μηχανικής Μεταβλητότητος.

Ο Γεράρδος και η Μάρθα, αυτή τη φορά, δεν αισθάνθηκαν καμία ιδιαίτερη αλλαγή γύρω τους· έτσι η πρώτη, καθώς οδηγούσε μέσα στην ύπαιθρο, ρώτησε τον μάγο: «Είσαι σίγουρος ότι το έκανες σωστά;»

«Νομίζω. Θα πρέπει να πάτε έξω για να το διαπιστώσετε.»

Η Μάρθα πάτησε το φρένο. Άνοιξε την πόρτα πλάι της και πήδησε στη γη. Στράφηκε και κοίταξε το ψηλό όχημά τους, και είδε ότι, όπως τους είχε πει ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος, είχε πάρει τα χρώματα του περιβάλλοντος. Δεν ήταν αόρατο, αλλά από μακριά θα δυσκολευόσουν να το διακρίνεις, εκτός αν χρησιμοποιούσες κανένα ξόρκι σαν αυτό της Άνμα’ταρ, ή αν κοίταζες με πολύ, πολύ προσοχή.

Μπήκε ξανά στο όχημα και έκλεισε την πόρτα. «Εντάξει,» αποκρίθηκε στο ερωτηματικό βλέμμα του Γεράρδου. «Έγινε.» Πατώντας το πετάλι, έβαλε πάλι τους τροχούς σε κίνηση.

Γύρω τους απλωνόταν μια μικρή πεδιάδα, πλαισιωμένη από λόφους και πυκνές συστάδες δέντρων. Κανένα χωριό δεν φαινόταν, ούτε καμια πόλη. Ούτε, ευτυχώς, κανένα Παντοκρατορικό οχυρό.

«Πώς αισθάνεσαι;» ρώτησε η Μάρθα τον Γεράρδο.

«Καλά.»

«Τίποτα το… ασυνήθιστο, έτσι;» είπε, με χαμηλωμένη φωνή, γιατί δεν ήθελε να την ακούσει ο Σθένελος πίσω τους.

«Όχι,» αποκρίθηκε ο Γεράρδος, που, πράγματι, δεν είχε νιώσει την παρουσία του Εσώτερου Θηρίου να ξαναζωντανεύει εντός του. Δεν είχε νιώσει εκείνη την πρωταρχική, ζωώδη δύναμη που ένιωθε ως ιερέας, πριν από τόσο καιρό. Ο Εχθρός του πρέπει, τελικά, να είχε όντως σκοτωθεί όταν έφυγε από τη Χάρνταβελ.

Αλλά, από την άλλη, μπορούσε να είναι σίγουρος από τώρα; Ήταν λιγάκι νωρίς…

Η Μάρθα, εξακολουθώντας να οδηγεί, πήρε για λίγο το βλέμμα της από μπροστά (εξάλλου, δεν υπήρχαν και τίποτα σπουδαία εμπόδια εδώ για να κουτουλήσουν) και κοίταξε τον Γεράρδο. Παρατήρησε το προφίλ του προσώπου του, το αριστερό του μάτι που ήταν ορατό· πρόσεξε να δει μήπως μπορούσε να διακρίνει κάτι το ασυνήθιστο εκεί. Κάτι το τρομαχτικό. Κάτι που θα της φώναζε ότι ο Γεράρδος είχε, κάπως, μυστηριωδώς, αλλάξει.

Δεν διέκρινε το παραμικρό, όμως.

Ο Γεράρδος γύρισε για να την αντικρίσει. Τώρα, η Μάρθα είδε και τα δύο μάτια του – και, πάλι, δεν υπήρχε τίποτα το ασυνήθιστο εκεί.

«Τι;» τη ρώτησε εκείνος.

«Απλώς… έβλεπα.»

«Πρόσεχε!»

Η Μάρθα στράφηκε μπροστά. Ένα κούτσουρο έμοιαζε να είχε ξεφυτρώσει μέσα από το γαμημένο χορτάρι της πεδιάδας! Έστριψε το τιμόνι, απότομα. «Γαμώ τον κώλο της Έχιδνας, γαμώ

Το κούτσουρο ακούστηκε να σπάει–

!ΚΡΑΚ, κρακ, κρακ, ΚΡΑΚ!

–κάτω από τις βαριές αριστερές ρόδες του οχήματος, χωρίς να το εμποδίσει ιδιαίτερα στην πορεία του.

«Τι ήταν αυτό;» ρώτησε η Βατράνια, καθώς ερχόταν μπροστά, στριμώχνοντας τον εαυτό της πλάι από το ειδικό κάθισμα του ενεργειακού κέντρου.

«Τίποτα,» είπε η Μάρθα. «Ένα ξύλο.»

«Πρέπει να ήταν ολόκληρο δέντρο! Δε βλέπεις πού πηγαίνεις;»

(Ο Σθένελος είχε ανοίξει τα μάτια του καθώς ο ήχος θραύσης ακούστηκε· και μετά, η Βατράνια είχε αμέσως περάσει από δίπλα του και είχε βρεθεί μπροστά του· ή, πιο συγκεκριμένα, τα πισινά της είχαν βρεθεί μπροστά του, καθώς διαγράφονταν μέσα από το στενό παντελόνι της. Και η Βατράνια είχε καταπληκτικά πόδια· κανένας δεν θα μπορούσε να το αμφισβητήσει αυτό, ήταν βέβαιος ο Σθένελος – κι έχασε τον ειρμό της σκέψης του καθώς η Μαγγανεία Κινήσεως γλιστρούσε από την άκρη του μυαλού του.)

Φωτάκια αναβόσβησαν ξαφνικά στην κονσόλα του οχήματος.

«Γαμήσου!» έκανε, ξαφνιασμένη, η Μάρθα. «Τι σκατά…;»

Οι λέξεις ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗΣ ΡΟΗΣ!! παρουσιάστηκαν κάτω από την ένδειξη ποσότητας ενέργειας.

«Μάγε!» είπε ο Γεράρδος, γυρίζοντας για να κοιτάξει πάνω απ’τον ώμο του. «Τι συμβαίνει;»

Η Βατράνια στράφηκε επίσης.

Τα φωτάκια έπαψαν ν’αναβοσβήνουν, και το ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗΣ ΡΟΗΣ!! εξαφανίστηκε.

«Εντάξει,» είπε ο Σθένελος καθαρίζοντας τον λαιμό. «Απλά πρέπει νάμαι λιγάκι κουρασμένος…»

«Θα σταματήσουμε όπου νάναι,» του είπε ο Γεράρδος.

Η Βατράνια, όμως, χαμογέλασε λεπτά στον Σθένελο σαν να είχε καταλάβει τι τον είχε πραγματικά αποσπάσει από τη δουλειά του. Εκείνος έκανε πως δεν το πρόσεξε.

Η Βατράνια στράφηκε πάλι μπροστά, λέγοντας: «Να οδηγήσω εγώ, για να μην πέσουμε ξανά πάνω σε κάνα δέντρο;»

«Πήγαινε πίσω στη θέση σου κι άσε τις μαλακίες!» μούγκρισε η Μάρθα. «Δε βλέπεις ότι δεν έχει χώρο εδώ; Μπορεί να πάτησες κάνα καλώδιο πριν, στο ενεργειακό κέντρο, και γι’αυτό να πάθαμε λόξιγκα!»

«Ναι, μάλλον πάτησα κανένα… καλώδιο,» γέλασε η Βατράνια. «Πιο δύσκολο να το προσέξεις από ένα δέντρο, πάντως…»

Ο Γεράρδος είδε την όψη της Μάρθας να αγριεύει, και είπε αμέσως, θέλοντας να προλάβει τον τσακωμό που φαινόταν πως θα επακολουθούσε: «Πήγαινε πίσω, Βατράνια. Σε λίγο θα σταματήσουμε, είπα.»

«Απλώς προθυμοποιήθηκα να βοηθήσω…» αποκρίθηκε η Βατράνια, κι απομακρύνθηκε χωρίς άλλη κουβέντα.

(Καθώς έφευγε, πάτησε την άκρη του δεξιού ποδιού του Σθένελου, ο οποίος είχε βγάλει τις μπότες του προτού καθίσει στο ενεργειακό κέντρο. Το μικρό του δάχτυλο πόνεσε αρκετά. Η Βατράνια δεν έδειξε να πρόσεξε ότι τον είχε πατήσει, αλλά εκείνος ήταν βέβαιος πως το είχε κάνει επίτηδες.

Ναι, μάλλον πάτησα κανένα… καλώδιο.

Είχε υπέροχο κώλο όμως, σκέφτηκε ο Σθένελος προσπαθώντας να μην μπουρδουκλώσει τη Μαγγανεία Κινήσεως αυτή τη φορά παρά την κούρασή του.)

*

Η Μάρθα σταμάτησε το όχημά τους πίσω από κάτι λοφίσκους, για να έχουν κάλυψη. Ο Σθένελος’σαρ έπαψε να χρησιμοποιεί τη Μαγγανεία Κινήσεως, και κάθισαν όλοι να ξεκουραστούν. Ο Σέλιρ’χοκ ύφανε μια Μαγγανεία Υλικής Διαισθήσεως γύρω τους, η οποία, είπε, θα τον ειδοποιούσε αν κάποιος τούς πλησίαζε· μετά, ξάπλωσε στην πίσω μεριά του οχήματος για να κοιμηθεί. Οι άλλοι ακολούθησαν το παράδειγμά του, καθώς ήταν ανεξαιρέτως κουρασμένοι ύστερα από το πέρασμα στην καινούργια διάσταση (και τον σχετικό χωροχρονικό αποπροσανατολισμό που επέφερε αυτό: ήταν δέκα η ώρα το πρωί όταν έφυγαν από την Απολλώνια, κι όταν ήρθαν στη Χάρνταβελ ήταν αυγή) και τη μάχη τους με τους Παντοκρατορικούς. Μόνο η Άνμα’ταρ έμεινε ξύπνια, για να φρουρεί· και βημάτιζε γύρω από το όχημα που έμοιαζε να προσπαθεί να λιώσει μέσα στο περιβάλλον. Η μαγγανεία του Σέλιρ θα τον ειδοποιούσε αν κάποιος τούς ζύγωνε, μα η Άνμα θα έβλεπε από μακριά αν κάποιος ερχόταν, ή αν κάποιος ανιχνευτής τούς βίγλιζε και, μετά, γύριζε να φύγει για ν’αναφέρει, παραδείγματος χάρη, στους πράκτορες της Παντοκράτειρας.

Η μάγισσα, καθώς έκανε κύκλους γύρω από το σταματημένο όχημα, ήταν ντυμένη με μια μαύρη δερμάτινη στολή, ψηλές μπότες, καφετί πέτσινο πανωφόρι, και πράσινη βαριά κάπα· γιατί εδώ, στη Χάρνταβελ, έκανε περισσότερο κρύο απ’ό,τι στην Απολλώνια. Πρέπει να ήταν μέσα φθινοπώρου. Στον γοφό της Άνμα κρεμόταν ένα πιστόλι, το οποίο ήταν έτοιμη να τραβήξει σε περίπτωση ανάγκης, κι από τις μπότες της προεξείχαν οι λαβές ξιφιδίων. Το τουφέκι της δεν το κρατούσε επειδή ήξερε ότι εύκολα μπορούσε κάποιος να το προσέξει από μακριά, κι αυτό θα τον ειδοποιούσε αμέσως ότι κάτι δεν πήγαινε καλά εδώ: αν ήταν κατάσκοπος της Παντοκράτειρας, πιθανώς να καταλάβαινε ότι είχε μόλις δει επαναστάτες.

Ο άνεμος που φυσούσε δεν ήταν πολύ δυνατός, αλλά ήταν παγερός, κι έκανε τα κοντά, σγουρά, μαύρα μαλλιά της Άνμα να αναδεύονται γύρω από το χρυσόδερμο πρόσωπό της. Στον ορίζοντα, δεν φαινόταν καμία πόλη ούτε κανένα χωριό. Μετά, όμως, η Άνμα χρησιμοποίησε ένα ζευγάρι κιάλια για να κοιτάξει, και είδε καπνό από καμινάδες. Έκανε ένα Ξόρκι Οπτικής Ενισχύσεως επάνω στα κιάλια, και το χωριό ήρθε κοντά στα μάτια της. Μικρά οικοδομήματα. Χωράφια γύρω τους. Χωρικοί. Ζώα. Ένα κάρο. Πουθενά λευκοντυμένοι στρατιώτες της Παντοκράτειρας· ούτε μεταλλικά οχήματα.

Η Άνμα’ταρ κατέβασε τα κιάλια από τα μάτια της.

(Στο εσωτερικό του σταματημένου οχήματος των επαναστατών, ο Γεράρδος ονειρευόταν…

ένα οικοδόμημα γύρω του, καμωμένο από κάθε λογής υλικά: ξύλα, πέτρες, λουλούδια, φυλλωσιές, κομμάτια ανθρώπων και ζώων και πουλιών, χέρια, πόδια, μάτια, φτερούγες… κι όμως, δεν υπήρχε τίποτα το αποτρόπαιο σ’αυτό: μονάχα κάτι το απόλυτα φυσικό·

το οικοδόμημα τραντάζεται, οι τοίχοι του τρίζουν, και σ’ορισμένα σημεία διαλύονται δημιουργώντας τρύπες που από πίσω τους φαίνεται ένας άλλος χώρος, μπερδεμένη γεωγραφία, ένας δυνατός άνεμος, η μυρωδιά καμένου χόρτου, πέτρες κατρακυλούν·

ανεβαίνει σε μια σκάλα, για ν’απομακρυνθεί από την καταστροφή· ακούει ένα μωρό να κλαίει· βαδίζει σε μπερδεμένους διαδρόμους· τρύπες, ανοίγματα, υπάρχουν από δω κι από κει, ορισμένα κλείνουν και μετά ξανανοίγουν αλλού, με ανεξήγητο τρόπο· κοιτάζει δίπλα του και βλέπει έναν καθρέφτη, πετάγεται μακριά του, φεύγει τρέχοντας· κι άλλα ανοίγματα–)

Κατά το μεσημέρι, μπήκε στο όχημα για να ξυπνήσει τους υπόλοιπους, και είδε τον Γεράρδο να ανασηκώνεται αμέσως μόλις τα μποτοφορεμένα πόδια της έκαναν μερικά βήματα επάνω στο μεταλλικό πάτωμα.

«Είσαι καλά;» τον ρώτησε, καθώς εκείνος την ατένιζε με σαστισμένο βλέμμα, καθισμένος στο στρώμα του.

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Γεράρδος. «Τι ώρα είναι;»

«Πάει μεσημέρι,» είπε η Άνμα’ταρ.

«Δηλαδή, ώρα να φεύγουμε.»

Η μάγισσα ένευσε.

Η Μάρθα ξύπνησε δίπλα στον Γεράρδο, ακούγοντάς τους να μιλάνε.

Η Άνμα’ταρ σήκωσε και τους υπόλοιπους, κι έβγαλαν κάτι να φάνε προτού ξεκινήσουν.

«Είδες τίποτα αξιοσημείωτο όσο μάς φρουρούσες;» ρώτησε η Βατράνια την Άνμα.

«Μόνο ένα χωριό, με τα κιάλια μου, προς τα βόρεια. Κανένας δε μας πλησίασε.»

Καθώς τελείωναν το φαγητό τους, ο Γεράρδος ξεδίπλωσε έναν χάρτη ανάμεσά τους και ήπιε μια γουλιά καφέ από την κούπα του, παρατηρώντας τον.

«Εδώ,» είπε, δείχνοντας, «είναι ο σύνδεσμός μας. Την ξέρω αυτή την πόλη. Τη θυμάμαι από παλιά.»

«Πώς είναι;» ρώτησε η Βατράνια.

«Εμπορική. Κατά τα άλλα, συνηθισμένη για τα δεδομένα της Χάρνταβελ. Όχι μικρή, όμως. Λίγο μικρότερη από την Ερρίθια. Για τα δεδομένα άλλης διάστασης, βέβαια, όπως η Απολλώνια, είναι μικρή.»

«Τον σύνδεσμό μας τον ξέρεις από παλιά;»

«Όχι. Πάει πολύς καιρός από τότε που ήμουν ιερέας εδώ, Βατράνια· σας το έχω ήδη πει. Αλλά δε νομίζω να έχουμε πρόβλημα νάρθουμε σ’επαφή μαζί του.»

Αφού τελείωσαν το φαγητό τους, ο Γεράρδος κάθισε στο τιμόνι του οχήματος, η Μάρθα κάθισε δίπλα του, και ο Σέλιρ’χοκ κάθισε στο ενεργειακό κέντρο. Ο Γεράρδος κοίταξε τον χάρτη στην οθόνη της κονσόλας εμπρός του και εύκολα προσανατολίστηκε. Είχαν μπόλικο δρόμο να κάνουν, σκέφτηκε καθώς πατούσε το πετάλι βάζοντας το όχημα σε κίνηση.

*

Πέρασαν από περιοχές άγριες, που αν το όχημά τους δεν ήταν ειδικό για δύσβατα εδάφη δεν θα μπορούσαν να τις διασχίσουν. Δεν πλησίασαν χωριά ή πόλεις, γιατί δεν ήθελαν να τραβήξουν την προσοχή κανενός· και η Άνμα’ταρ κοίταζε με τα κιάλια της για περιπολίες Παντοκρατορικών. Δεν είδαν, όμως, στρατιώτες της Παντοκράτειρας. Τα μέρη ήταν, ουσιαστικά, αφρούρητα παρότι η Χάρνταβελ αποτελούσε τμήμα της Συμπαντικής Παντοκρατορίας. Κανένας δεν έδινε και πολλή σημασία, απ’ό,τι φαινόταν. Θεωρούσαν τη διάσταση μια από τις αδιάφορες γωνιές του σύμπαντος, παρόμοια με μια δευτέρας, ή και τρίτης, κατηγορίας γειτονιά σε μια μεγαλούπολη.

Εκείνο που αμέσως πρόσεξαν όλοι οι επαναστάτες – όχι μόνο η Άνμα’ταρ με τα κιάλια – ήταν τα πολλά ξεραμένα χωράφια, καθώς και οι ανθρωποθυσίες. Άνθρωποι δεμένοι ανάποδα επάνω σε πασσάλους καρφωμένους στο χώμα: πρόσφατοι νεκροί, με κοράκια γαντζωμένα στα σώματά τους, να τσιμπολογούν σάρκες, εντόσθια, και μάτια· ή πολυκαιρισμένα κουφάρια, σκέλεθρα ουσιαστικά, που σκουλήκια σέρνονταν επάνω τους και έντομα είχαν κάνει φωλιές στο εσωτερικό τους.

«Αυτά τα κάνουν οι γαμημένοι οι ιερείς σας;» ρώτησε η Μάρθα τον Γεράρδο.

«Πιστεύουν ότι εξευμενίζουν τον Θεό,» αποκρίθηκε εκείνος, καθώς περνούσαν δίπλα από τρεις ανθρωποθυσίες: ο ένας άνθρωπος πλάι στον άλλο, μπροστά από κάτι χωράφια τελείως ξερά.

«Ο Θεός σας γουστάρει τέτοιες μαλακίες;» Η Μάρθα στράβωσε τα χείλη από αποστροφή.

«Δεν είναι δικός μου Θεός πια. Και δεν ξέρω αν φταίει ακριβώς ο Θεός ή οι ίδιοι οι ιερείς. Επιπλέον, βλέπεις να έχουν αποτέλεσμα αυτές οι τακτικές;» Ο Γεράρδος έδειξε τα ξερά χωράφια.

Η Μάρθα τα κοίταξε σιωπηλά καθώς τα προσπερνούσαν.

«Υποθέτω ότι τους θυσίασαν για να γίνει η γη και πάλι εύφορη,» είπε ο Γεράρδος. «Δε φαίνεται να έπιασε…

»Παλιότερα δεν συνέβαιναν αυτά. Αν ένα χωράφι ήταν άκαρπο, πήγαινε ένας ιερέας, έβλεπε τα σημάδια, κι έλεγε στον γαιοκτήμονα πότε να το σπείρει και πάλι, ή τι όφειλε να κάνει για ν’αποκτήσει ξανά την εύνοια του Θεού. Αλλά ανθρωποθυσίες δεν γίνονταν, εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Αιώνες.»

«Τι σημάδια έβλεπε;» ρώτησε η Μάρθα.

«Σημάδια. Ο Θεός μιλά στους ιερείς του, Μάρθα, μέσω της ίδιας της διάστασης.»

«Εσύ βλέπεις τώρα τίποτα σημάδια;»

Ο Γεράρδος ρίγησε προς στιγμή, καθώς θυμήθηκε το παράξενο όνειρό του. Τι ήταν αυτό; Έμοιαζε να σήμαινε κάτι, μα δεν ήξερε τι. Κι επιπλέον… «Εγώ δεν είμαι πια ιερέας,» είπε – περισσότερο στον εαυτό του παρά στη Μάρθα. Αν ήμουν ιερέας, θα αισθανόμουν και το Εσώτερο Θηρίο μέσα μου· κι αυτό, ευτυχώς, δεν έχει επιστρέψει.

Ο ουρανός γέμισε, μετά από λίγο, από ένα σμήνος κοράκων, το οποίο πέρασε από πάνω τους πετώντας γρήγορα προς τα δυτικά.

«Τι συμβαίνει;» ρώτησε η Μάρθα.

«Μύρισαν αίμα, μου φαίνεται.»

*

Ήταν απόγευμα όταν έφτασαν στον προορισμό τους, και ο ήλιος έδυε, πλημμυρίζοντας τον τόπο με πυκνές σκιές και πορτοκαλιές ανταύγειες.

Η Οκρίνθια ήταν χτισμένη στη μέση ενός κάμπου απ’όπου περνούσαν παρακλάδια του Μεγάλου Ποταμού της Χάρνταβελ: πολύ εύφορο μέρος. Δημοσιές κατέληγαν στην πόλη από τα βόρεια, τα νότια, τα ανατολικά, και τα δυτικά. Η Οκρίνθια ήταν, αναμφίβολα, εμπορική· συγκέντρωνε εμπόρους από διάφορες περιοχές της Χάρνταβελ. Δεν ήταν περιτειχισμένη· από παλιά, ο Γεράρδος ατείχιστη τη θυμόταν, κι ακόμα ατείχιστη ήταν. Η Αρχόντισσα της περιοχής, όμως, είχε πολύ καλούς πολεμιστές για να την προστατεύουν, φημισμένους για την τεχνική τους. Κι επίσης, οι ιερείς υποστήριζαν την Οκρίνθια ως εμπορικό κέντρο: υπήρχε ένας Ναός εδώ, καθώς και αρκετοί Ιεροί Φρουροί για να φροντίζουν για την ειρηνική διεξαγωγή του εμπορίου.

Οι δυνάμεις της Παντοκράτειρας δεν έλειπαν. Ένα οχυρό τους ήταν οικοδομημένο στην ανατολική άκρη της πόλης, και ο Γεράρδος μπορούσε να δει τα τεχνητά φώτα του μέσα στο μειούμενο φως του απογεύματος. Κοντά του γυάλιζε ένα άρμα με κανόνι. Λευκοντυμένοι στρατιώτες φαίνονταν να περιπολούν, φέροντας τουφέκια και σπαθιά.

Ο Γεράρδος κατέβασε τα μαγικά ενισχυμένα κιάλια του, καθώς εκείνος κι οι σύντροφοί του στέκονταν επάνω σ’έναν λόφο, σε κάμποση απόσταση από την Οκρίνθια. Το όχημά τους ήταν σταθμευμένο πίσω από τον λόφο. Δεν σκόπευαν να πλησιάσουν την πόλη μ’αυτό, γιατί κάτι τέτοιο σίγουρα θα τραβούσε την προσοχή των Παντοκρατορικών – δεν υπήρχαν πολλοί με ενεργειακά οχήματα στη Χάρνταβελ – και θα τους σταματούσαν για να τους κάνουν έλεγχο: πράγμα που δεν ήθελαν, καθώς έφεραν όπλα και άλλο εξοπλισμό που οι δυνάμεις της Παντοκράτειρας αναμφίβολα θεωρούσαν παράνομο.

«Πάμε,» είπε ο Γεράρδος.

Κατέβηκαν από τον λόφο και, τυλιγμένοι στις κάπες τους, με κουκούλες στο κεφάλι και σάκους στον ώμο, οδοιπόρησαν τα λίγα χιλιόμετρα κάμπου που τους χώριζαν από την Οκρίνθια, ενώ το φως της ημέρας ολοένα και λιγόστευε.

Στο δρόμο τους συνάντησαν μια ανθρωποθυσία: μια γυμνή γυναίκα δεμένη ανάποδα σ’έναν πάσσαλο. Κοράκια τσιμπούσαν όσες σάρκες είχαν απομείνει επάνω της. Παραδίπλα ήταν ένα ξερό χωράφι.

Ξερά χωράφια στην Οκρίνθια… σκέφτηκε ο Γεράρδος, παραξενεμένος. Δεν υπήρχαν ποτέ ξερά χωράφια στην Οκρίνθια… Κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά στη Χάρνταβελ· αυτό ήταν βέβαιο. Όπως επίσης βέβαιο έμοιαζε να είναι πως οι ιερείς δεν μπορούσαν να λύσουν το πρόβλημα. Και σίγουρα θα αισθάνονται απεγνωσμένοι, και εξοργισμένοι. Τι θα σκεφτεί ο απλός λαός, όσο ο καιρός θα περνά και, παρά τις ανθρωποθυσίες, δεν θα βελτιώνεται η καρποφορία των χωραφιών; Ο Γεράρδος αναρωτήθηκε αν ήταν ποτέ δυνατόν στη Χάρνταβελ να συμβεί επανάσταση κατά των ιερέων.

Θα είναι πρωτόφαντο. Και, αν ο κόσμος στραφεί εναντίον των ιερέων, αυτό οι πράκτορες της Παντοκράτειρας θα το εκμεταλλευτούν. Ανέκαθεν μισούσαν τους ιερείς της Χάρνταβελ γιατί δεν μπορούσαν να διαλύσουν την εξουσία τους, όπως έχουν διαλύσει άλλες θρησκείες σε άλλες διαστάσεις. Οι Παντοκρατορικοί, μάλλον, θα βοηθούσαν τον λαό να επαναστατήσει κατά των ιερέων, αν ποτέ ερχόταν τέτοια ώρα που ο λαός το ήθελε. Και τότε, παρότι κατακτητές και καταπιεστές, θα παρίσταναν τους σωτήρες…

Ο Γεράρδος και οι σύντροφοί του διέσχισαν τους κάμπους – που, ευτυχώς, οι περισσότεροι τουλάχιστον εξακολουθούσαν να μοιάζουν εύφοροι – και μπήκαν στους δρόμους της Οκρίνθιας, καθώς βράδιαζε.

Κεφάλαιο 10
Δυσχερής Ειρήνη

Δεν υπήρχε λόγος να αναφέρει τίποτα στον Λεοπόλδο για τις νυχτερινές του ανακαλύψεις. Θα τον άφηνε να δει τι θα του έλεγε εκείνος ενώ ήταν ανεπηρέαστος. Μ’αυτό τον τρόπο ο Τέρι θα είχε το πλεονέκτημα.

Αφού επέστρεψε από την ανιχνευτική επιχείρηση, κοιμήθηκε στη σκηνή του σα να μην είχε συμβεί το παραμικρό. Το πρωί, σηκώθηκε, βγήκε, και πήρε στο χέρι του την κούπα με τον καφέ που του έφερε ένας στρατιώτης. Ο καιρός ήταν ψυχρός, και ο Τέρι κρύωνε μέσα στη μισοκουμπωμένη στολή του. Ήπιε μια γουλιά καφέ και κοίταξε προς τη μεριά του στρατοπέδου των Ναραλμάδιων.

Τώρα… Αργά ή γρήγορα…

Ο Στρατηγός Λεοπόλδος, μετά από λίγο, παρουσιάστηκε ανάμεσα από τις σκηνές των πολεμιστών του και ζύγωσε τον καταυλισμό των Παντοκρατορικών, όπου ο Τέρι τον είδε να μιλά στους φρουρούς. Ένας απ’αυτούς έφυγε από τη θέση του και πλησίασε τον ταγματάρχη, για να του πει, αναμενόμενα, ότι ο Στρατηγός των Ναραλμάδιων επιθυμούσε να του μιλήσει.

Ο Τέρι κούμπωσε τα κουμπιά της στολής του μέχρι επάνω. «Ας έρθει,» αποκρίθηκε.

Ο φρουρός έφυγε, και ο Λεοπόλδος, μόλις άκουσε το ναι, πλησίασε τον ταγματάρχη, βαδίζοντας σταθερά, χωρίς να δείχνει ότι βιαζόταν.

«Καλημέρα, Ταγματάρχη,» χαιρέτησε.

«Καλημέρα, Άρχοντά μου.»

«Θα ήταν αυτή μια καλή στιγμή για να μιλήσουμε;»

«Ασφαλώς. Αν δεν ερχόσουν εσύ να με βρεις, θα ερχόμουν εγώ να βρω εσένα.»

«Θα προτιμούσα να συζητήσουμε, όμως, στη σκηνή μου,» είπε ο Λεοπόλδος, «καθώς πρέπει να σου δείξω κάποια πράγματα επάνω στον χάρτη μου.»

Ο Τέρι, πίνοντας μια γουλιά απ’τον καφέ του, ένευσε. «Οδήγησέ με.»

Και ο Λεοπόλδος τον οδήγησε προς το στρατόπεδό του.

Η Λοχαγός Ελπίδα Λάρνω κοίταξε ερωτηματικά τον Τέρι, βλέποντάς τον να φεύγει, αλλά εκείνος τής έκανε νόημα ότι όλα ήταν καλά και να μείνει στη θέση της.

Ο Λεοπόλδος τον πήγε στον καταυλισμό των Ναραλμάδιων και στη σκηνή του, η οποία ήταν σαφώς μεγαλύτερη από του Τέρι και χωριζόταν σε δύο εσωτερικούς χώρους, διαιρεμένους με μια κουρτίνα. Στον έναν υπήρχε ένα λυόμενο τραπέζι· τον άλλο ο Λεοπόλδος πρέπει να τον χρησιμοποιούσε για να κοιμάται, και τώρα η κουρτίνα ήταν τραβηγμένη και τίποτα δεν φαινόταν.

Επάνω στο τραπέζι ένας χάρτης ήταν απλωμένος, απεικονίζοντας τη Ναραλμάδια, την Υλιριλίδια, και τις τριγυρινές περιοχές.

«Όπως σου είπα, Ταγματάρχη, χρειαζόμαστε απελπισμένα τη βοήθεια της Παντοκράτειρας· και θα σου εξηγήσω γιατί.» Ο Λεοπόλδος έδειξε ένα σημείο επάνω στον χάρτη, βόρεια της τωρινής τους θέσης και ανατολικά, στην άλλη μεριά του ποταμού. «Εδώ έγινε η πρώτη επίθεση του Άρχοντα Ροβέρτου. Οι μαχητές του ήρθαν και κατέλαβαν την περιοχή επειδή τα χωράφια της είναι ακόμα εύφορα – επειδή ο Θεός δείχνει ν’αγαπά εμάς περισσότερο από εκείνον.»

Ο Τέρι συνοφρυώθηκε. «Αυτά τα εδάφη, στην ανατολική μεριά του ποταμού, είναι δικά σας;» Η Υλιριλίδια βρισκόταν ανατολικά του ποταμού και η Ναραλμάδια δυτικά…

«Φυσικά και είναι! Δεν τους ανήκουν όλα τα μέρη ανατολικά του ποταμού, Ταγματάρχη. Η απάτη, όμως, πιάνει, όπως βλέπεις, έτσι; Επειδή ο Υπεράρχης και εσείς δεν ξέρετε καλά τα εδάφη μας, οι Υλιριλίδιοι προσπαθούν να σας ξεγελάσουν, ώστε να μην αποδοθεί δικαιοσύνη.»

«Θέλεις να πεις, δηλαδή, ότι ο Άρχοντας Ροβέρτος επίτηδες επιτέθηκε σ’εκείνη την περιοχή επειδή υπάρχει πιθανότητα να πιστέψουμε ότι εξαρχής του ανήκε;»

«Ακριβώς! Ακριβώς αυτό λέω, Ταγματάρχη. Και δεν επιτέθηκε μονάχα εδώ, αλλά κι εδώ» – έδειξε ακόμα ένα μέρος, λίγο πιο νότια, όμως κι αυτό στ’ανατολικά του ποταμού – «κι εδώ!» Έδειξε άλλο ένα μέρος, κοντά στα προηγούμενα. «Και μετά, Ταγματάρχη,» είπε κάπως μελοδραματικά, «έγινε πιο θρασύς ακόμα. Επιτέθηκε εδώ.» Τώρα, έδειξε ένα σημείο δυτικά του ποταμού: μια περιοχή απ’την οποία ο Τέρι πρέπει να είχε περάσει καθώς ερχόταν προς τα εδώ.

«Κι αυτά τα εδάφη δικά σας είναι;»

«Βεβαίως! Τα σύνορα της Υλιριλίδιας τελειώνουν εδώ.» Ο Λεοπόλδος έδειξε, πολύ προσεχτικά, με το δάχτυλό του, μια γραμμή λίγο πιο δυτικά του ποταμού. «Από κει και πέρα, τα εδάφη είναι δικά μας.»

«Μάλιστα,» είπε ο Τέρι.

«Και τώρα, ο Ροβέρτος έχει ξεπεράσει τον εαυτό του, ο ελεεινός, άθεος μπάσταρδος: πέρασε τη γέφυρα!» Ο Λεοπόλδος έδειξε επάνω στον χάρτη τη γέφυρα που ήταν κοντά τους: τη γέφυρα που ο Τέρι είχε ατενίσει με τα ίδια του τα μάτια χτες βράδυ. «Η οποία γέφυρα, Ταγματάρχη, θεωρείται ουδέτερο έδαφος. Αλλά εκείνος την πέρασε και στρατοπέδευσε από τη δική μας μεριά. Εδώ.»

«Μάλιστα…» Ο Τέρι είχε σταυρώσει τα χέρια του εμπρός του καθώς κοίταζε τον χάρτη. Αυτός ο Άρχοντας Ροβέρτος φαίνεται νάναι ο πιο κακός άνθρωπος στη Χάρνταβελ. Από τη σκοπιά του Λεοπόλδου, τουλάχιστον. Αλλά ο Τέρι, φυσικά, ήξερε ότι ο Λεοπόλδος δεν του έλεγε όλη την αλήθεια. Στον πόλεμο, πάντοτε, όλοι δαιμονοποιούν τον εχθρό. Εκτός των άλλων, αυτός είναι κι ένας καλός τρόπος ψυχικής άμυνας: δε χρειάζεται να λυπάσαι για τους «κακούς» που σκοτώνεις. Οι πάντες το κάνουν, σ’όλες τις διαστάσεις.

«Δε νομίζω, λοιπόν, ότι υπάρχει αμφιβολία πως χρειαζόμαστε τη βοήθεια της Παντοκράτειρας, Ταγματάρχη…»

Ο Τέρι ύψωσε το βλέμμα του για να τον κοιτάξει καταπρόσωπο. «Εσείς δεν έχετε επιτεθεί καθόλου στον Άρχοντα Ροβέρτο;»

«Έχουμε προσπαθήσει να υπερασπιστούμε τα εδάφη μας, φυσικά!»

«Εννοώ, εκτός από την άμυνα που έχετε κάνει. Πού έχετε επιτεθεί στους Υλιριλίδιους;»

«Για λόγους άμυνας έγιναν και οι επιθέσεις μας, Ταγματάρχη. Η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση, όπως θα ξέρεις. Χτυπώντας τους δεν τους αφήνουμε να προχωρήσουν περισσότερο μέσα στα δικά μας εδάφη.»

«Πού τους χτυπήσατε, Στρατηγέ;»

Ο Λεοπόλδος πρέπει να είδε ότι δεν μπορούσε ν’αποφύγει να δώσει απάντηση, έτσι έδειξε πάνω στον χάρτη. «Εδώ» – ένα σημείο νότια, στα δυτικά του ποταμού – «και εδώ.» Ένα σημείο όχι και πολύ μακριά από την τωρινή τους θέση, αλλά στην ανατολική μεριά του ποταμού.

«Πώς καταφέρατε να φτάσετε εκεί; Με βάρκες;» Δεν πρέπει να είχαν πάει από τη γέφυρα.

«Υπάρχει ένα πέρασμα, για όσους ξέρουν. Οι μαχητές του Ροβέρτου έπαθαν την πλάκα τους.» Μειδίασε, δείχνοντας, άγρια, τα δόντια του.

«Και έχετε ακόμα στρατιώτες εκεί, σ’αυτή τη θέση;»

«Ναι. Είναι μέτρο ασφαλείας, Ταγματάρχη. Για να κρατάμε τους καταραμένους Υλιριλίδιους υπό έλεγχο.»

Για να τους κρατάτε υπό έλεγχο; Εκεί είστε μέσα στα σύνορά τους! Πώς θα τους κατάφερνε να κάνουν ειρήνη, έτσι όπως είχε διαμορφωθεί η κατάσταση; «Καλώς, Στρατηγέ. Θα έχω υπόψη μου όσα μού είπες. Πρέπει να πηγαίνω τώρα.»

Ο Λεοπόλδος συνοφρυώθηκε. «Να πηγαίνεις; Πού; Χρειαζόμαστε τη βοήθεια της Παντοκράτειρας, Ταγματάρχη!»

«Δεν ξέρω αν η Παντοκράτειρα είναι πρόθυμη να σας την προσφέρει ακόμα–»

«Ανέκαθεν ήμασταν πιστοί υπήκοοι της Συμπαντικής Παντοκρατορίας. Δεν θα βρεις ψεγάδι σ’εμάς. Αντιθέτως, οι Υλιριλίδιοι–»

«Στρατηγέ, δεν είναι εκεί το θέμα. Μ’έστειλαν εδώ για να επιβάλω την ειρήνη, αν χρειαστεί. Δεν θα εμπλακώ σε εχθροπραξίες. Και θα ήθελα να μιλήσω και στις δύο παρατάξεις προτού βγάλω συμπέρασμα.» Δεν υπήρχε λόγος να του το κρύψει· θα το μάθαινε ούτως ή άλλως.

Το βλέμμα του Λεοπόλδου φανέρωνε ότι δεν ήταν καθόλου ευχαριστημένος. Αλλά ο Τέρι δεν μπορούσε να κάνει τίποτα γι’αυτό. «Θα τα ξαναπούμε,» υποσχέθηκε, κι έφυγε από τη σκηνή του Στρατηγού και συζύγου της Αρχόντισσας Μοργκάνας της Ναραλμάδιας.

*

Το όνομα Υλιριλίδια ήταν κάπως τραγουδιστό στην προφορά του, κι αυτό δεν πρέπει να ήταν τυχαίο. Ο Τέρι ήξερε πως οι Υλιριλίδιοι ήταν φημισμένοι για τα τραγούδια, την ποίηση, και τους ραψωδούς τους. Αυτό, όμως, δεν φαινόταν να τους κάνει πιο ειρηνόφιλους από τους Ναραλμάδιους· έμοιαζαν το ίδιο καλά μαθημένοι στον πόλεμο όσο κι οι γείτονές τους.

Αυτά περνούσαν από το μυαλό του Ταγματάρχη Τέρι Κάρμεθ, καθώς το μικρό του στράτευμα πλησίαζε το στρατόπεδο των Υλιριλίδιων, κοντά στις όχθες του ποταμού και μπροστά από τη γέφυρα. Με την ειρωνεία προσπαθούσε να κρατήσει τη σκέψη του καθαρή. Ορισμένες φορές, είχε μάθει στη ζωή του, ήταν καλό να βλέπεις την αστεία όψη των πραγμάτων – ειδικά όταν η κατάσταση έμοιαζε σκατά.

Η καταπακτή του άρματός του ήταν ανοιχτή, και ο Τέρι ήταν μισός έξω μισός μέσα στο μεταλλικό θηρίο. Οι καβαλάρηδές του τον ακολουθούσαν.

Οι Υλιριλίδιοι πολεμιστές βγήκαν από το στρατόπεδό τους, οπλισμένοι, καθώς έβλεπαν τους Παντοκρατορικούς να ζυγώνουν. Ο Τέρι πρόσταξε τη Λοχαγό Λάρνω να τους κάνει νόημα ότι δεν έρχονταν εχθρικά, και η λοχαγός υπάκουσε.

Ο Τέρι πρόσταξε, μετά, τους μαχητές του να σταματήσουν, κι αφού σταμάτησαν, κάμποσες δεκάδες μέτρα απόσταση από το στρατόπεδο των Υλιριλίδιων, πήδησε έξω από το άρμα του.

«Θέλω να μιλήσω με τον αρχηγό σας!» φώναξε. «Έρχομαι εκ μέρους του Παντοκρατορικού Επόπτη της Ερρίθιας!»

Ύστερα από λίγο, ένας άντρας βάδισε προς το μέρος του, πλαισιωμένος από στρατιώτες που έφεραν καραμπίνες και σπαθιά, και φορούσαν κράνη και θώρακες. Ο άντρας είχε δέρμα λευκό με απόχρωση του ροζ και ήταν πάνω από πενήντα χρονών. Τα μούσια του ήταν πυκνά και μαύρα, με μερικές γκρίζες τρίχες ανάμεσά τους. Στο κεφάλι φορούσε επίχρυσο κράνος. Ένας κόκκινος μανδύας κρεμόταν από τους ώμους του. Επάνω στον θώρακά του ήταν λαξεμένος ένας αυλός κι ένα ξίφος, διασταυρωμένα – το έμβλημα της Υλιριλίδιας.

Ο Άρχοντας Ροβέρτος. Αυτός πρέπει να είναι.

Ο Τέρι στάθηκε αντίκρυ του.

«Το όνομά σου;» ρώτησε ο άντρας με το επίχρυσο κράνος.

«Ονομάζομαι Ταγματάρχης Τέρι Κάρμεθ. Είστε ο αρχηγός αυτού του στρατοπέδου;»

«Είμαι ο Άρχοντας Ροβέρτος της Υλιριλίδιας. Για να είσαι εδώ, σίγουρα θα έχεις ακούσει για εμένα.»

«Πράγματι, έχω ακούσει για εσάς, Άρχοντα μου,» αποκρίθηκε ο Τέρι. «Ο Παντοκρατορικός Επόπτης της Ερρίθιας με έστειλε, προκειμένου να βρεθεί μια ειρηνική λύση ανάμεσα σ’εσάς και την Αρχόντισσα Μοργκάνα.»

«Θα δυσκολευτεί ο Επόπτης, να του πεις.»

Το έχω καταλάβει αυτό… «Θα μπορούσαμε, τουλάχιστον, να μιλήσουμε, Άρχοντά μου; Γιατί οι διαταγές μου είναι να επιβάλω την ειρήνη ακόμα και με τη βία αν χρειαστεί – που εύχομαι να μην χρειαστεί.»

«Ας μιλήσουμε,» είπε ο Ροβέρτος.

«Μπορούν οι μαχητές μου να στρατοπεδεύσουν κοντά στους δικούς σας;»

«Μπορούν. Αλλά δεν επιτρέπω να μπουν μέσα στο στρατόπεδό μου.»

«Ασφαλώς, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε ο Τέρι.

Ο Άρχοντας Ροβέρτος και οι συνοδοί του επέστρεψαν στον καταυλισμό τους, και ο Τέρι πρόσταξε τους μαχητές του να στρατοπεδεύσουν εκεί κοντά, και να φανούν διακριτικοί σε όλα.

Μετά, ζήτησε από τους φρουρούς των Υλιριλίδιων να τον αφήσουν να περάσει για να μιλήσει με τον Άρχοντα Ροβέρτο. Σε λίγο τού επιτράπηκε η είσοδος, και, ακολουθώντας μια μονόφθαλμη πολεμίστρια, έφτασε στη μεγάλη σκηνή του Άρχοντα της Υλιριλίδιας, που το εσωτερικό της δεν διέφερε και τόσο από της σκηνής του Στρατηγού Λεοπόλδου.

Ο Ροβέρτος καθόταν μπροστά σ’ένα ξύλινο γραφείο. Είχε τώρα βγάλει το κράνος του, φανερώνοντας ένα τελείως καραφλό κεφάλι. Παραδίπλα, σ’ένα σκαμνί, καθόταν μια γυναίκα με πορφυρό δέρμα και κοντά μαύρα μαλλιά. Στα χέρια της κρατούσε ένα ξιφίδιο, και το ακόνιζε με μια πέτρα. Ήταν ντυμένη σαν πολεμίστρια.

«Ταγματάρχη,» είπε ο Ροβέρτος αντικρίζοντάς τον. «Κάθισε, παρακαλώ. Κάθισε.»

Ο Τέρι πήρε θέση απέναντί του, σε μια καρέκλα.

«Θέλεις κάτι να πιεις;»

«Ευχαριστώ, Άρχοντά μου, όχι.»

«Όπως επιθυμείς,» είπε ο Ροβέρτος, και σταύρωσε τα χέρια του εμπρός του, παρατηρώντας τον με βλέμμα που δεν φαινόταν και τόσο συνεργάσιμο. Ο Λεοπόλδος ήθελε, αναμφίβολα, να χρησιμοποιήσει τον Τέρι προς όφελός του· ο Ροβέρτος έμοιαζε να μη θέλει να τον έχει καθόλου εδώ: μάλλον θα προτιμούσε αν εξαφανιζόταν, αν επέστρεφε στην Ερρίθια. Δεν πρέπει να εμπιστευόταν τους ανθρώπους της Παντοκράτειρας. «Τι θα συζητήσουμε, λοιπόν, Ταγματάρχη;»

«Θα ήθελα, κατ’αρχήν, να μάθω πώς έχει η κατάσταση εδώ. Έχω ήδη μιλήσει με τον Στρατηγό Λεοπόλδο–»

«Γνώρισες τους καλύτερους ανθρώπους!» τον διέκοψε, καυστικά, ο Ροβέρτος. Και ο Τέρι είδε, με την άκρια του ματιού του, την πορφυρόδερμη γυναίκα να χαμογελά λοξά, και κάπως άγρια.

«Ο Στρατηγός Λεοπόλδος μού είπε ότι επιτεθήκατε στη Ναραλμάδια επειδή τα χωράφια σας έχουν ξεραθεί…»

«Χωράφια ξεραίνονται παντού στη Χάρνταβελ, Ταγματάρχη,» είπε ο Ροβέρτος. «Και εδώ, και στη Ναραλμάδια, και, είμαι σίγουρος, στην Ερρίθια.»

«Σ’αυτό, ασφαλώς, έχετε δίκιο. Επιτεθήκατε, όμως, στη Ναραλμάδια ή όχι;»

«Εκείνοι επιτέθηκαν πρώτοι σ’εμάς, Ταγματάρχη.»

«Ο Στρατηγός Λεοπόλδος μού έδειξε έναν χάρτη με τις περιοχές–»

«Θα σου δείξω κι εγώ έναν χάρτη!» Ο Ροβέρτος, καθώς σηκωνόταν όρθιος, ξετύλιξε μια μεγάλη περγαμηνή και την άπλωσε πάνω στο γραφείο του.

Ο Τέρι σηκώθηκε επίσης και πλησίασε για να κοιτάξει.

«Οι Ναραλμάδιοι πήγαν ν’αρπάξουν κάποιες περιοχές μας – εδώ.» Ο Ροβέρτος έδειξε ένα μέρος βόρεια, στα ανατολικά του ποταμού, όχι πολύ μακριά από τα μέρη που είχε δείξει ο Λεοπόλδος. «Εισέβαλαν και έφεραν ανθρώπους τους για να κάνουν κατάληψη και να σπείρουν. Τους είδαμε και τους διώξαμε, με τη βία. Μας επιτέθηκαν, τότε. Αντεπιτεθήκαμε, και συνεχίσαμε να τους σπρώχνουμε προς τα πίσω, μέσα στις περιοχές τους.»

«Και καταλάβατε κάποιες απ’αυτές…» είπε ο Τέρι. Δεν ήταν ερώτηση.

«Θα μας κατηγορήσεις για κάτι τέτοιο, Ταγματάρχη; Δικαίωμά μας ήταν! Εμείς δεν πήγαμε να τους κλέψουμε τίποτα· εκείνοι ήρθαν, και δέχτηκαν τις συνέπειες, όπως έπρεπε. Και τώρα δεν τους αρέσει. Αλλά τώρα πλέον είμαστε σε πόλεμο!

»Τόλμησαν ακόμα και να έρθουν εδώ,» ο Ροβέρτος έδειξε το σημείο που είχε δείξει κι ο Λεοπόλδος, «τόσο κοντά στη γέφυρα. Τόσο κοντά στην ίδια την πόλη της Υλιριλίδιας! Βρήκαν κάποιο πέρασμα στον ποταμό, οι τρισκατάρατοι, έδιωξαν τους πολεμιστές μου από την περιοχή, και τώρα έχουν οχυρωθεί και δεν έχω καταφέρει ακόμα να τους αποτινάξω. Και είναι σχεδόν μέσα στην καρδιά του αρχοντάτου μου, Ταγματάρχη! Υποθέτω, ο Λεοπόλδος, το αισχρό γουρούνι, παρέλειψε να σου το αναφέρει αυτό!»

«Για την ακρίβεια, Άρχοντά μου, μου το ανέφερε.»

«Και τολμά να λέει, ο χοίρος, ότι εμείς τούς επιτεθήκαμε!» γρύλισε ο Ροβέρτος, και τα μάτια του γυάλισαν.

«Για ποιο λόγο οι Ναραλμάδιοι προσπάθησαν να καθαρπάξουν τις περιοχές σας, Άρχοντά μου;» ρώτησε ο Τέρι. «Και μιλάω γι’αυτά τα μέρη εδώ.» Έδειξε, επάνω στον χάρτη, την περιοχή που είχε δείξει στην αρχή ο Ροβέρτος.

«Επειδή τα χωράφια τους έχουν ξεραθεί, Ταγματάρχη. Τι άλλος λόγος θα μπορούσε να υπάρχει; Ο Θεός τούς μισεί, έτσι άθλιοι όπως είναι, κι έχει κάνει πιο πολλές από τις περιοχές τους να ξεραθούν· και το θεώρησαν καλό νάρθουν σ’εμάς και να μας χτυπήσουν, χίλιες κατάρες στην ελεεινή ψυχή τους!»

Η κατάσταση είναι χειρότερη απ’ό,τι φανταζόμουν, παρατήρησε ο Τέρι. Πώς θα το λύσω αυτό το πρόβλημα χωρίς βία;

Ένας ξαφνικός ήχος πίσω του.

Η κουρτίνα της εισόδου της σκηνής είχε παραμεριστεί.

Ο Τέρι στράφηκε και είδε έναν άντρα να μπαίνει, ψηλός και μ’έναν αέρα που αμέσως φανέρωνε ότι ήταν ιερέας, ακόμα κι αν αυτό δεν φαινόταν από τα ιερατικά του άμφια. Οι ιερείς της Χάρνταβελ είχαν κάτι το ακαθόριστο και, συγχρόνως, ιδιαίτερο επάνω τους· η παρουσία τους έμοιαζε να φορτίζει τον χώρο στον οποίο βρίσκονταν.

Ο συγκεκριμένος ιερέας – άγνωστος στον Τέρι – είχε δέρμα πορφυρό και μαλλιά γαλανά και μακριά. Το βλέμμα του ήταν διαπεραστικό· νόμιζες ότι ατένιζε κατευθείαν μέσα στα βάθη της ψυχής σου.

«Μεγάλε Πατέρα,» είπε ο Ροβέρτος, κλίνοντας το κεφάλι, ενώ η γυναίκα που πριν καθόταν στο σκαμνί τώρα σηκωνόταν όρθια.

«Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε ο ιερέας. «Έμαθα ότι έχετε επισκέψεις…» Κοίταξε τον Τέρι.

«Από την Ερρίθια έρχομαι, Μεγάλε Πατέρα, σταλμένος από τον Παντοκρατορικό Επόπτη για να φέρω την ειρήνη σε τούτες τις περιοχές.» Και συστήθηκε.

Ο ιερέας δεν συστήθηκε. «Ο Θεός ξέρει πότε είναι καιρός για ειρήνη και πότε για πόλεμο,» είπε αινιγματικά.

«Και τώρα είναι καιρός για πόλεμο;» αντιγύρισε ο Τέρι, κάπως απότομα άθελά του. «Τώρα που υπάρχουν τόσα άλλα προβλήματα στη Χάρνταβελ;»

«Ισχυρίζεσαι ότι γνωρίζεις τη σκέψη του Θεού, Ταγματάρχη;»

Ο Τέρι αισθάνθηκε ένα ψυχικό κύμα τρομερής κατάκρισης να τον βάλλει. Αλλά ήξερε τα κόλπα των ιερέων, και δεν το άφησε να αιχμαλωτίσει το μυαλό του. «Ασφαλώς και όχι, Μεγάλε Πατέρα,» είπε, μη θέλοντας να μπλέξει μαζί του. «Μια υπόθεση έκανα μόνο. Θεωρώ ότι, με τόσα άλλα προβλήματα στη διάσταση, δεν είναι τώρα καιρός για πόλεμο.»

«Οι Ναραλμάδιοι δεν μας έχουν δώσει άλλη επιλογή, Ταγματάρχη,» είπε ο Ροβέρτος. «Δεν μπορούμε να υποχωρήσουμε.»

«Θα μπορούσατε, τουλάχιστον, να περάσετε πάλι τη γέφυρα, Άρχοντά μου, επιστρέφοντας τούτο το στράτευμα στα εδάφη σας. Να κάνετε τον πόλεμο αμυντικό αντί για επιθετικό.»

«Νομίζεις ότι και η Μοργκάνα θα κάνει το ίδιο;» γρύλισε ο Ροβέρτος. «Νομίζεις ότι κι εκείνη θα προστάξει το στράτευμά της να περάσει τον ποταμό και να επιστρέψει στη δική της μεριά;» Κι έδειξε το σημείο που είχαν καταλάβει οι Ναραλμάδιοι, το οποίο δεν απείχε και πολύ από εδώ, ούτε από την πόλη της Υλιριλίδιας.

«Αν το κάνει, Άρχοντά μου, θα συμφωνήσετε να πάρετε τον στρατό σας από τη γέφυρα;»

«Δεν πρόκειται να το κάνει.»

«Παρ’όλ’αυτά, απαντήστε μου, παρακαλώ: Αν το κάνει, θα πάρετε τον στρατό σας από τη γέφυρα;»

«Ναι,» δήλωσε ο Ροβέρτος.

«Πολύ καλά, τότε. Θα ξαναμιλήσουμε. Εκτός αν θέλετε κάτι άλλο να πούμε, θα πηγαίνω τώρα.»

«Μπορείς να πηγαίνεις, Ταγματάρχη. Αλλά, σε προειδοποιώ, δεν θα δεχτώ να υποχωρήσουμε μπροστά τους Ναραλμάδιους, ό,τι διαταγές κι αν έχεις από την Ερρίθια! Εκείνοι ξεκίνησαν τις εχθροπραξίες, και θα το μετανιώσουν. Θα φροντίσω γι’αυτό.»

Ο Τέρι, θεωρώντας το συνετότερο να μην πει τίποτα, έκλινε το κεφάλι προς τη μεριά του Άρχοντα της Υλιριλίδιας και στράφηκε προς την έξοδο της σκηνής.

Ο ιερέας, απρόσμενα, του είπε: «Τα όσα συμβαίνουν οφείλονται στη δυσαρέσκεια του Θεού, Ταγματάρχη. Υπάρχει κάτι εδώ που ο Θεός δεν το εγκρίνει. Ίσως θα έπρεπε ν’αρχίσουμε όλοι να θυσιάζουμε, προτού τα πράγματα χειροτερέψουν.»

Ο Τέρι, σταματώντας μπροστά στην κουρτίνα της εισόδου, στράφηκε να τον αντικρίσει.

«Έχω ακούσει για σένα, Ταγματάρχη Τέρι Κάρμεθ,» είπε ο ιερέας. «Γνωρίζω πως αρνείσαι να προσφέρεις ανθρώπους σου στον Θεό. Έχεις ποτέ αναλογιστεί ότι γι’αυτό τον πόλεμο, αλλά και για άλλα δεινά που όλους μας πλήττουν, πιθανώς εσύ να ευθύνεσαι;»

Ο Τέρι ένιωσε τύψεις, σαν κάτι να είχε αρπάξει την ψυχή του και να την τραβούσε από τα μαλλιά. Γαμημένο κάθαρμα του Σκοτοδαίμονος! γρύλισε εσωτερικά – επικαλούμενος το όνομα ενός δαιμονικού θεού της Ρελκάμνια, της διάστασης-έδρας της Συμπαντικής Παντοκρατορίας. «Αδυνατώ να καταλάβω σε τι θα ωφελούσε ο θάνατος ανθρώπων που έχει η ίδια η Παντοκράτειρα στείλει εδώ, Μεγάλε Πατέρα.»

«Αυτά που οι άνθρωποι δεν κατανοούν τα κατανοεί ο Θεός, Ταγματάρχη.»

«Ο Θεός σας εμένα δεν μου μίλησε,» του είπε ο Τέρι, αγριοκοιτάζοντάς τον και μιλώντας πιο σιγανά από πριν, ελπίζοντας πως ο Ροβέρτος και η πορφυρόδερμη γυναίκα, που στέκονταν πιο μέσα στη σκηνή, δεν θα τον άκουγαν. «Και μ’αυτές τις μεθόδους σας δεν πρόκειται να καταφέρετε να με κάνετε να βάλω καλούς στρατιώτες να πεθάνουν αναποδογυρισμένοι επάνω σε παλούκια!»

Προτού ο ιερέας προλάβει ν’απαντήσει, ο Τέρι έφυγε από τη σκηνή γυρίζοντάς του την πλάτη.

*

«Κύριε Ταγματάρχη, είστε καλά;»

«Ναι, γιατί ρωτάς;» είπε ο Τέρι, βαδίζοντας μέσα στον καταυλισμό των μαχητών του.

Η Λοχαγός Λάρνω τον ακολούθησε. «Μου φαίνεστε τσαντισμένος.»

«Δεν τους αντέχω αυτούς του κωλοϊερείς τους,» είπε ο Τέρι, «αλλά δυστυχώς πρέπει κάθε τρεις και λίγο να τους συναναστρέφομαι.»

«Λένε, όμως, ότι είστε ο καλύτερος για να μιλά μαζί τους, κύριε Ταγματάρχη.»

«Επειδή είμαι τόσο καιρό εδώ και τους έχω μάθει· εσύ γιατί νομίζεις;» Φτάνοντας δίπλα στο άρμα του, ο Τέρι σταμάτησε να βαδίζει. «Διαλύουμε το στρατόπεδο και φεύγουμε, Λοχαγέ.»

«Μα, μόλις κατασκηνώσαμε…»

«Δεν έχουμε τίποτ’άλλο να κάνουμε εδώ,» είπε ο Τέρι. «Ό,τι ήταν να μάθω το έμαθα από τον Άρχοντα Ροβέρτο. Για την ώρα, η συζήτησή μου μαζί του έληξε. Πηγαίνουμε τώρα στην πόλη της Ναραλμάδιας, για να δω την Αρχόντισσα Μοργκάνα.»

Κεφάλαιο 11
Στον Ισάδελφο: Ιστορίες και Όνειρα

Το πανδοχείο βρισκόταν στη Αγορά της Οκρίνθιας. Ήταν διώροφο, και χτισμένο με πλίνθους. Καπνός έβγαινε από τις καμινάδες του, σκαρφαλώνοντας φιδογυριστά προς τον νυχτερινό ουρανό. Το φως από τα παράθυρά του γλιστρούσε στον δρόμο απέξω. Η πινακίδα πάνω από την κεντρική του είσοδο έγραφε Ισάδελφος.

«Εδώ είμαστε,» είπε ο Γεράρδος, κι έσπρωξε την πόρτα, μπαίνοντας στην τραπεζαρία του πανδοχείου ακολουθούμενος από τους συντρόφους του.

Κανένας δεν έδωσε σημασία στην είσοδό τους, καθώς έμοιαζαν με απλοί ταξιδιώτες και το μέρος ήταν γεμάτο κόσμο. Οι περισσότεροι πελάτες είχαν δέρμα κόκκινο ή λευκό με απόχρωση του ροζ, αφού αυτοί οι δύο δερματικοί χρωματισμοί ήταν οι πιο συνηθισμένοι στη Χάρνταβελ. Αν κάποιος είχε άλλο χρώμα, αυτό σήμαινε ότι κατά πάσα πιθανότητα ήταν εξωδιαστασιακός. Για παράδειγμα, οι λευκοντυμένοι στρατιώτες της Παντοκράτειρας που κάθονταν σε δύο από τα τραπέζια του πανδοχείου ήταν φανερά εξωδιαστασιακοί.

Ο Γεράρδος έψαξε για τον σύνδεσμο της Επανάστασης: τον ιδιοκτήτη του Ισάδελφου, ο οποίος, σύμφωνα με τις πληροφορίες του, είχε δέρμα πορφυρό, μαύρα μαλλιά, μούσια, και του έλειπε το δεξί χέρι. Ονομαζόταν Ρογήρος. Και τώρα δεν φαινόταν πουθενά.

Πίσω από τον πάγκο του μπαρ στεκόταν μια γυναίκα, γύρω στα σαράντα, πορφυρόδερμη, μελαχρινή, με μακριά μαλλιά δεμένα χαλαρά πίσω της.

«Θα καθίσουμε;» είπε η Μάρθα, που οι μυρωδιές των φαγητών και των ποτών τής είχαν σπάσει τη μύτη. Το πανδοχείο δεν της έμοιαζε να είναι κανένα ελεεινό· πρέπει, λογικά, να είχε καλή φήμη στην πόλη. Και, εντάξει, είχαν έρθει εδώ για να μιλήσουν με τον σύνδεσμό τους, αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι δεν μπορούσαν κιόλας να απολαύσουν τη φιλοξενία…

Ο Γεράρδος στράφηκε να την κοιτάξει. Κατένευσε. «Ναι, ας καθίσουμε.»

«Σε κάποιο μέρος που να μη μας βλέπουν αυτοί,» τόνισε η Βατράνια, λοξοκοιτάζοντας τους λευκοντυμένους στρατιώτες.

«Εννοείται.»

Πήγαν σ’ένα τραπέζι στην ανατολική μεριά της τραπεζαρίας, και κάθισαν. Τους χωρούσε ίσα-ίσα, έξι καθώς ήταν στο σύνολό τους. Πήραν και μια άδεια καρέκλα από ένα διπλανό τραπέζι όπου κάθονταν δύο άντρες, αφού πρώτα τούς ρώτησαν.

Μια σερβιτόρα πλησίασε, ανάβοντας δύο κεριά επάνω στο τραπέζι τους με τον ενεργειακό αναπτήρα της.

Ενεργειακός αναπτήρας; σκέφτηκε ο Γεράρδος. Στα χέρια σερβιτόρας; Για ν’ανάβει τα κεριά στα τραπέζια; Στη Χάρνταβελ; Το πανδοχείο πρέπει να πηγαίνει πολύ καλά.

«Τι θα πάρετε;» ρώτησε η κοπέλα, χαμογελώντας. Ψηλή, ξανθιά, σγουρομάλλα, στρογγυλοπρόσωπη, όμορφη. Ντυμένη με φαρδύ φόρεμα, στενό στη μέση και στο στήθος.

«Τι έχετε;» ρώτησε ο Γεράρδος, μιλώντας στη Γλώσσα της Χάρνταβελ παρότι η κοπέλα είχε μιλήσει στη Συμπαντική. Ήθελε να της δείξει ότι ήταν γηγενής· αυτό θα διέλυε τις υποψίες που μπορεί εκείνη να είχε για τους συντρόφους του: ανάμεσα στους οποίους υπήρχαν δύο χρυσόδερμοι (ο Σθένελος και η Άνμα) κι ένας μαυρόδερμος (ο Σέλιρ).

Η σερβιτόρα χαμογέλασε, και του είπε το μενού – στη Γλώσσα της Χάρνταβελ. Ο Γεράρδος παράγγειλε δύο καράφες με μπίρα, ψητό γουρούνι, δύο πιατέλες με τοπική σαλάτα, ψωμί, και κατσικίσιο τυρί.

Η κοπέλα έφυγε.

«Τι κρίμα που δεν καταλάβαμε τίποτα…» είπε η Βατράνια στον Γεράρδο.

«Θες να πεις ότι δεν ξέρεις τη γλώσσα της πατρίδας μου;» ρώτησε εκείνος, ειρωνικά.

«Πολύ αστείο…»

«Παράγγειλε μπίρα, ψητό γουρούνι, δύο πιατέλες με τοπική σαλάτα, ψωμί, και κατσικίσιο τυρί.»

Ο Σέλιρ’χοκ ήταν που είχε μιλήσει, και όλοι στράφηκαν να τον ατενίσουν, ξαφνιασμένοι.

«Τι με κοιτάτε;» είπε εκείνος, ανάβοντας την πίπα του.

«Δεν το ήξερα ότι ξέρεις τη Γλώσσα της Χάρνταβελ, μάγε,» παραδέχτηκε ο Γεράρδος.

«Ούτε κι εγώ,» είπε η Άνμα’ταρ, συνοφρυωμένη.

«Όταν ξέρεις τα πάντα, χάνεις όλες τις εκπλήξεις,» της αποκρίθηκε ο Σέλιρ’χοκ, υπομειδιώντας.

«Θα έπρεπε, όμως, να μας είχες ρωτήσει κι εμάς τι θέλουμε να φάμε,» είπε η Μάρθα στον Γεράρδο.

«Ήταν σημαντικότερο, νομίζω, να πείσω τη σερβιτόρα ότι είμαστε ντόπιοι,» αποκρίθηκε εκείνος. «Οι πράκτορες της Παντοκράτειρας πιθανώς να έχουν πληροφοριοδότες τους εδώ.»

Η Βατράνια ένευσε, υποψιασμένα. «Πράγματι.»

Ο Σθένελος’σαρ είπε: «Αυτό, όμως, υποτίθεται ότι είναι μέρος της Επανάστασης, σωστά;»

Η Βατράνια τον κλότσησε κάτω απ’το τραπέζι.

«Α! Τι;» Ο Σθένελος την κοίταξε θυμωμένα.

Η Βατράνια έδειξε με το σαγόνι τους λευκοντυμένους στρατιώτες, σ’ένα από τα αντικρινά τραπέζια. «Όπως βλέπεις, κυκλοφορεί διάφορος κόσμος. Και καλύτερα να μη λέμε ονόματα εδώ, παρότι δεν φαίνεται κανένας να κρυφακούει.»

Ο Σθένελος δεν αποκρίθηκε· ήταν, όμως, φανερά δυσαρεστημένος από τον τρόπο της Βατράνιας, αν όχι από τη λογική της.

«Τέλος πάντων,» είπε η Μάρθα, ακουμπώντας την πλάτη της στην καρέκλα και σταυρώνοντας τα χέρια της εμπρός της. «Ελπίζω το φαγητό να είναι καλό.» Αισθανόταν την κοιλιά της να γουργουρίζει.

Μετά από λίγο, προτού το φαγητό τους έρθει, η Άνμα’ταρ είπε: «Δείτε εκεί.»

Το βλέμμα της ήταν στραμμένο σ’έναν πορφυρόδερμο άντρα ο οποίος ανέβαινε από τη σκάλα που πρέπει να οδηγούσε στο κελάρι του πανδοχείου.

Ένας μονόχειρας άντρας.

«Αυτός είναι,» είπε ο Γεράρδος. Και τον παρατήρησε. Πρέπει να ήταν πάνω από τα σαράντα-πέντε, υπολόγιζε. Το πρόσωπό του ήταν σπασμένο· και τα μάτια του… Τα μάτια του ήταν μάτια ανθρώπου που είχε δει πολλά και άγρια πράγματα στη ζωή του. Θανάτους. Πόλεμο. Ο Γεράρδος ήταν βέβαιος ότι κοίταζε έναν παλαίμαχο. Μάλλον, σε κάποια μάχη θα έχασε το χέρι του. Αναρωτιέμαι, όμως, για ποιον πολεμούσε· και εναντίον ποιου. Δεν μπορεί να είχε αγωνιστεί ανοιχτά κατά των Παντοκρατορικών και τώρα να τον άφηναν να έχει πανδοχείο μέσα στην Οκρίνθια…

«Πηγαίνω να του μιλήσω,» δήλωσε η Βατράνια.

Ο Γεράρδος τής έπιασε το χέρι, κολλώντας το πάνω στο τραπέζι, μην αφήνοντάς την να σηκωθεί. «Εγώ θα του μιλήσω.»

«Γιατί; Επειδή είσαι αρχηγός αυτής της αποστολής, δεν σημαίνει και ότι–»

«Δεν έχει να κάνει με το ποιος είναι αρχηγός αυτής της αποστολής, αλλά έχει να κάνει με το ποιος είναι από τη Χάρνταβελ. Εσύ δεν ξέρεις καν τη γλώσσα μας–»

«Πιστεύεις ότι δε μιλά τη Συμπαντική;»

«Θα τη μιλά, υποθέτω. Αλλά δεν είναι μόνο αυτό.» Ο Γεράρδος σηκώθηκε απ’το τραπέζι τους.

Η Βατράνια δεν είπε τίποτ’άλλο.

Βαδίζοντας προς τον πάγκο του μπαρ, όπου είχε τώρα πάει ο Ρογήρος, ο Γεράρδος έριξε δύο λοξές ματιές στα τραπέζια όπου κάθονταν οι στρατιώτες της Παντοκράτειρας. Κανένας τους δεν του έδινε σημασία, παρατήρησε: μιλούσαν αναμεταξύ τους, πίνοντας.

Πλησίασε τον ξύλινο πάγκο κι ακούμπησε εκεί τους αγκώνες του.

«Θα πάρεις κάτι;» τον ρώτησε η πορφυρόδερμη γυναίκα.

«Μια κούπα μπίρα.»

Η γυναίκα στράφηκε, για να του γεμίσει μια μεταλλική κούπα από τη βρύση του μεγάλου βαρελιού πίσω της.

Ο Γεράρδος έκανε νόημα στον Ρογήρο. «Μπορώ να σου πω κάτι, φίλε;» είπε μιλώντας στη Γλώσσα της Χάρνταβελ.

Τα μάτια εκείνου αμέσως στένεψαν· τα φρύδια του έσμιξαν. «Τι είναι;» ρώτησε ζυγώνοντας.

«Το πρώτο φως της αυγής ακολουθούμε…» είπε ο Γεράρδος, χαμηλόφωνα.

«…ώς τη νυχτιά μαζί μας να το πάρουμε…» συνέχισε το συνθηματικό ο πορφυρόδερμος άντρας με το ένα χέρι.

«…με τη βοήθειά Του,» τελείωσε ο Γεράρδος (αναφερόμενος, φυσικά, στον Θεό).

Ο άντρας ένευσε. «Καλωσήρθες, πατριώτη. Για μια στιγμή σε πέρασα για ξένο.»

Η γυναίκα ακούμπησε την κούπα πλάι στον Γεράρδο. «Ευχαριστώ,» της είπε εκείνος, και ήπιε μια γουλιά.

«Στην υγειά σου,» αποκρίθηκε η γυναίκα, κι απομακρύνθηκε λίγο.

«Είσαι ο Ρογήρος, σωστά;» ρώτησε ο Γεράρδος τον άντρα.

«Ναι.»

«Γεράρδος.»

Αντάλλαξαν μια σύντομη χειραψία.

«Τι σε φέρνει εδώ, Γεράρδε;»

«Δουλειές και φαινόμενα. Πότε μπορούμε να μιλήσουμε ήσυχα;»

«Μετά τα μεσάνυχτα, όταν το μαγαζί θάχει ησυχάσει. Θα μείνεις εδώ;»

«Ναι. Έχω και παρέα – δικούς μας ανθρώπους. Θα τους δεις, τώρα που θα επιστρέψω στο τραπέζι μου.»

Ο Ρογήρος ένευσε. «Αν με ρωτήσει κανένας για σένα, θα του πω ότι είσαι έμπορος.»

«Από την Υλιριλίδια,» είπε ο Γεράρδος, καθώς ήξερε ότι η Υλιριλίδια ήταν μακριά από εδώ και δεν υπήρχε πιθανότητα οι ντόπιοι να ξέρουν όλους τους εμπόρους από εκείνα τα μέρη.

Ο Ρογήρος ένευσε ξανά, μειδιώντας μέσα από τα μούσια του. «Είσαι πράγματι, λοιπόν, γηγενής. Πώς και δε σ’έχω ξαναδεί;»

«Μεγάλη ιστορία. Για μετά, ίσως.»

Ο Γεράρδος έκανε να βγάλει ένα νόμισμα για να πληρώσει για τη μπίρα του, αλλά ο Ρογήρος είπε: «Κερασμένο.»

«Ο Θεός μαζί σου.»

Ο Γεράρδος επέστρεψε στο τραπέζι του, όπου είδε ότι το γεύμα είχε έρθει και οι σύντροφοί του έτρωγαν του καλού καιρού.

«Το φαγητό είναι γαμάτο, τελικά,» είπε η Μάρθα, σκουπίζοντας με μια πετσέτα το σαγόνι και τα μάγουλά της από το λίπος του ψητού χοίρου.

«Τι έγινε με τον Ρογήρο;» ρώτησε ο Σθένελος, καθώς ο Γεράρδος καθόταν.

«Θα μιλήσουμε μετά μαζί του. Τώρα έχει κόσμο.»

Δεν είχαν ακόμα τελειώσει το φαγητό τους όταν ένας άντρας μπήκε στο πανδοχείο, και αρκετοί πελάτες, σε κάμποσα τραπέζια, τον χαιρέτησαν κλίνοντας το κεφάλι. Ορισμένοι, μάλιστα, σηκώθηκαν κιόλας.

Μεγάλε Πατέρα… ακούστηκε η φωνή τους, σαν γενικευμένη μουρμούρα μέσα στην αίθουσα. Μεγάλε Πατέρα… Μεγάλε Πατέρα…

Ο άντρας ήταν μετρίου αναστήματος, λευκόδερμος, με πεταχτά ξανθά μαλλιά, και μάτια που έμοιαζαν να μαγνητίζουν όπως τα μάτια των θηρίων. Η ίδια του η παρουσία απαιτούσε να τον σέβονται· έκλεβε την ελεύθερη βούληση.

Φορούσε τα άμφια ιερέα.

Ο Γεράρδος τον αναγνώρισε. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

—Θυσίες: πρέπει όλοι μας να κάνουμε θυσίες στον Θεό,

τονίζει ο Σεβερίνος, καθώς οι δυο τους στέκονται στα ψηλά σκαλοπάτια του Ναού.

—Ορισμένα πράγματα δεν μπορείς να τα θυσιάσεις…

Ο ιερέας γυρίζει για να κοιτάξει την έφιππη φιγούρα που απομακρύνεται, τροχάζοντας επάνω στον δρόμο, έτοιμη να στρίψει πίσω από ένα πυκνό σύδεντρο. Τα ξανθά της μαλλιά κυματίζουν. Μοιάζει να εκπέμπει φως. Ζωή.

—Τα θυσιάζεις, όμως, Γεράρδε,

λέει ο Σεβερίνος, σχεδόν κατακριτικά,

—στον εαυτό σου. Αλλά κι ο Θεός ζητά θυσίες: κι εκείνος είναι σημαντικότερος από εσένα.

Ο ιερέας στρέφεται να τον ατενίσει κατάματα, και νιώθει σαν κάποια απότομη μάχη να έχει ξεκινήσει ανάμεσά τους καθώς τα βλέμματά τους διασταυρώνονται όπως οι λεπίδες σπαθιών.

—Με κατηγορείς για κάποιο παράπτωμα, Αδελφέ;

—Σου είπα: διαισθάνομαι ότι ο Θεός την επιθυμεί–

—Κάνεις λάθος.

—Ίσως… Αλλά σκέψου: Αν δεν είσαι πρόθυμος να κάνεις θυσίες για τον Θεό, τότε δεν θα έπρεπε να κάνεις θυσίες ούτε για τον εαυτό σου.

Ο Σεβερίνος στρέφεται, κι ανεβαίνει τα σκαλοπάτια. Σταθερά, χωρίς βιάση.

Ο ιερέας στέκεται στη θέση του, ακούγοντας το Εσώτερο Θηρίο να γρυλίζει. Ατενίζει την πλάτη του Σεβερίνου με οργή. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

«Ποιος είν’αυτός ο τύπος;» Η φωνή της Βατράνιας. «Κάποιος άρχοντας;»

Η ερώτησή της τρύπησε σαν σφαίρα τις αναμνήσεις του. «Όχι,» αποκρίθηκε ο Γεράρδος, «δεν είναι άρχοντας. Δεν ακούς; Μεγάλε Πατέρα, τον αποκαλούν.»

«Ιερέας,» άρθρωσε ο Σθένελος. «Μας είπες ότι Μεγάλε Πατέρα προσφωνούν τους ιερείς.»

Ο Γεράρδος ένευσε, και σήκωσε την κουκούλα της κάπας του. «Ναι.» Ήπιε μια γουλιά μπίρα.

Η Βατράνια συνοφρυώθηκε, γιατί η αντίδρασή του της φάνηκε ύποπτη. «Τον γνωρίζεις;»

«Όχι,» είπε ψέματα ο Γεράρδος. «Αλλά ίσως αυτός, παρ’ελπίδα, να αναγνωρίσει εμένα.» Αν και δεν το νόμιζε. Είχαν περάσει πολλά χρόνια από τότε. Έχουμε κι οι δυο αλλάξει πολύ. Ειδικά εγώ. Και, σίγουρα, δεν θα αισθάνεται πλέον το Εσώτερο Θηρίο εντός μου, αφού ούτε εγώ το αισθάνομαι.

Ο ιερέας πήγε στο μπαρ και, αφού ο Ρογήρος τον χαιρέτησε με σεβασμό, του έβαλε ένα ποτό.

Οι στρατιώτες της Παντοκράτειρας κοίταξαν τον ιερέα με τρόπο που έδειχνε ότι, συγχρόνως, τον αντιπαθούσαν και τον φοβόνταν.

Η Μάρθα, ατενίζοντας κι εκείνη τον ιερέα, κατάλαβε. Κατάλαβε όλα όσα τής είχε πει ο Γεράρδος – ή περίπου, τουλάχιστον. Κατάλαβε τι εννοούσε λέγοντας ότι, αν άλλαζε, θα υπήρχε κάτι το παραφυσικά επιβλητικό στο βλέμμα του και στην όλη του παρουσία.

Η Μάρθα πήρε – με κάποια δυσκολία, όφειλε να ομολογήσει, λες κι ήταν μαγεμένη – τα μάτια της από τον ξανθομάλλη ιερέα και τα έστρεψε στον Γεράρδο. Το φαγητό της το είχε ξεχάσει.

«Κατάλαβα…» του ψιθύρισε.

Εκείνος ένευσε, σιωπηλά· κι έβαλε το δάχτυλό του μπροστά στα χείλη του.

Η ατμόσφαιρα στην τραπεζαρία επανήλθε στην προηγούμενη κατάσταση. Οι πελάτες δεν κοίταζαν πλέον τον ιερέα: συνέχιζαν να τρώνε, να πίνουν, και να συζητούν. Ο ιερέας καθόταν στο μπαρ, μιλώντας μόνο στον Ρογήρο και πίνοντας κι εκείνος το ποτό του, αργά.

Ο Ρογήρος, λοιπόν, γνωρίζει τον παλιό μου φίλο τον Σεβερίνο, σκέφτηκε ο Γεράρδος. Ενδιαφέρον. Ακουμπώντας την πλάτη του στην καρέκλα, άναψε την πίπα του. Είχε χορτάσει από το φαγητό.

«Δικός μας είναι ο ιερέας;» ρώτησε η Βατράνια τον Γεράρδο, μετά από λίγο.

«Σίγουρα δεν είναι με τους λευκοντυμένους, πάντως. Αλλά, όπως σας είπα, να μην εμπιστεύεστε τους ιερείς – όσο κι αν αισθάνεστε ότι η παρουσία τους σας μαγνητίζει. Είναι επικίνδυνοι. Το ξέρω – πιο καλά απ’ό,τι μπορείτε να φανταστείτε.»

Ύστερα από κανένα μισάωρο, ένας τροβαδούρος μπήκε στο πανδοχείο, μαζί με δύο χορεύτριες. Μίλησε με τον Ρογήρο – κι από τον τρόπο τους φάνηκε ότι γνωρίζονταν από παλιά – χαιρέτησε σεβάσμια τον ιερέα, και μετά έπιασε ένα μικρό τραπέζι και ξεκίνησε να παίζει μουσική μ’ένα λαγούτο. Συγχρόνως, έλεγε την ιστορία Ο Άρχοντας με του Γερακιού το Μάτι· κι όταν σταματούσε εκείνος να αφηγείται, έπαιρνε τη θέση του η μία από τις δύο χορεύτριες. Οι οποίες, βέβαια, χόρευαν κιόλας καθώς το τραγούδι και το παραμύθι προχωρούσαν. Φορούσαν μακριά φορέματα γεμάτα κρόσσια και κεντήματα, τα οποία ανέμιζαν γύρω τους κάνοντάς τες να μοιάζουν με αέρινες οντότητες που τα σώματά τους ήταν κάπου χαμένα μέσα στη γενικότερή τους μορφή. Κι οι δύο ήταν λευκόδερμες, η μία ξανθιά κι η άλλη μελαχρινή. Ο τροβαδούρος ήταν πορφυρόδερμος και είχε σκούρα μπλε μαλλιά, μουστάκι, και μια παλιά ουλή στο μέτωπο. Μπορεί κι αυτός να ήταν κάποτε πολεμιστής, παρατήρησε ο Γεράρδος· μπορεί από τον πόλεμο να τον ήξερε ο Ρογήρος.

Η παράστασή του, πάντως, ήταν αξιοζήλευτη δίχως αμφιβολία· και συνεχίστηκε μέχρι τα μεσάνυχτα.

*

Ο Γεράρδος μίλησε ξανά με τον Ρογήρο για να κλείσει δωμάτια για τον εαυτό του και τους συντρόφους του: κι αυτή τη φορά οι δυο τους δεν είπαν τίποτα περισσότερο από τα απαραίτητα, τίποτα περισσότερο απ’όσα θα έλεγε ένας οποιοσδήποτε πελάτης στον πανδοχέα. Επίσης, ο Ρογήρος δεν προθυμοποιήθηκε να τους δώσει δωρεάν τα δωμάτια, όπως είχε κάνει με τη μπίρα του Γεράρδου προηγουμένως.

Ο Γεράρδος, καθώς μιλούσε μαζί του, είχε την πλάτη του στραμμένη στον Σεβερίνο, ο οποίος καθόταν λίγο παραδίπλα στο μπαρ. Δεν ήθελε ο ιερέας να τον αναγνωρίσει. Όχι ακόμα, τουλάχιστον. Διότι, μετά, αυτό ίσως να αποδεικνυόταν αναπόφευκτο.

Ο Γεράρδος ήταν έτοιμος να συναντήσει τους ιερείς της Χάρνταβελ, αν χρειαζόταν. Σύμφωνα με ό,τι έλεγαν τα Ιερά Βιβλία, δεν νόμιζε ότι μπορούσαν να έχουν κάποια έχθρα εναντίον του επειδή εγκατέλειψε τη διάσταση· κανονικά, θα έπρεπε να ήταν νεκρός: το Εσώτερο Θηρίο του θα έπρεπε να είχε φροντίσει γι’αυτό. Δεν ήταν δουλειά των ιερέων να τον σκοτώσουν. Επιπλέον, ο Γεράρδος τώρα υπηρετούσε τον Πρίγκιπα Ανδρόνικο άμεσα, κι ακόμα κι οι ιερείς της Χάρνταβελ δεν νόμιζε ότι ήθελαν να κάνουν τον Πρίγκιπα της Επανάστασης εχθρό τους· είχαν πολλά να κερδίσουν έχοντάς τον σύμμαχο και τίποτα έχοντάς τον εχθρό.

Ο Γεράρδος επέστρεψε στο τραπέζι των συντρόφων του, και τους έδωσε τα κλειδιά των δωματίων που είχε κλείσει. Τρία δίκλινα, στον δεύτερο όροφο του πανδοχείου· ο Ρογήρος τα είχε προτείνει όλα.

Καμια ώρα πριν από τα μεσάνυχτα, ενώ ο τροβαδούρος τραγουδούσε ακόμα, αφηγούμενος Το Ελάφι της Γουινιφρείδας (ένα παραμύθι που θυμόταν ο Γεράρδος από παλιά), οι επαναστάτες ανέβηκαν στα δωμάτιά τους, για να περιμένουν τον Ρογήρο να τους ειδοποιήσει όταν ήταν να μιλήσει μαζί τους. Εν τω μεταξύ να κοιμηθείτε, είχε πει ο Γεράρδος προτού σηκωθούν από το τραπέζι τους. Δεν υπάρχει λόγος να μην ξεκουραστείτε λίγο, πριν από την κουβέντα μας μαζί του. Κανένας, φυσικά, δεν είχε διαφωνήσει.

Η Μάρθα έκλεισε την πόρτα του δωματίου, καθώς εκείνη κι ο Γεράρδος μπήκαν και άφησαν τους σάκους τους στο πάτωμα.

«Δεν είναι κι άσχημο,» παρατήρησε, κοιτάζοντας το μεγάλο κρεβάτι, το τζάκι στη γωνία, το χαλί στο πάτωμα, και την ξύλινη επένδυση των τοίχων, αφού είχε ανάψει το ενεργειακό φως πατώντας τον διακόπτη στον τοίχο.

«Και μόνο το γεγονός ότι έχει τέτοια πράγματα σημαίνει ότι είναι ένα από τα καλά πανδοχεία της διάστασης,» είπε ο Γεράρδος, δείχνοντας τις ενεργειακές λάμπες στο ταβάνι.

Η Μάρθα κοίταξε μέσα στο μπάνιο. «Έχει και ντους. Ελπίζω να έχει και ζεστό νερό. Να πάω πρώτη;» Τον ατένισε πάνω απ’τον ώμο της.

Ο Γεράρδος τής έκανε νόημα να πάει, και βάλθηκε ν’ανάψει το τζάκι. Εκείνη έβγαλε τα ρούχα της και μπήκε στο μπάνιο.

«Γαμήσου!» ακούστηκε η φωνή της αμέσως μετά.

Ο Γεράρδος πήγε έξω απ’την πόρτα. «Τι είναι;»

«Δεν ήταν ζεστό, τελικά! Αλλά έχω βουτήξει και σε πιο κρύο νερό στη ζωή μου…» είπε η φωνή της Μάρθας.

Ο Γεράρδος δεν το αμφέβαλλε. Στην Υπερυδάτια, άλλωστε, εργαζόταν ως δύτρια – εκτός απ’το γεγονός ότι κάποτε ήταν κλεισμένη στις φυλακές της Αταρδίας, προτού η Ιωάννα, η Μαύρη Δράκαινα, την πάρει από εκεί και την κάνει μέλος της Επανάστασης. Κι απ’ό,τι του είχε πει η Μάρθα γι’αυτές τις φυλακές, μάλλον ούτε εκεί είχε ζεστό νερό στο μπάνιο…

Ο Γεράρδος έκανε τη φωτιά να φουντώσει στο τζάκι και, μετά, κάθισε δίπλα κι έβγαλε τις μπότες του. Η Μάρθα δεν άργησε να βγει από το μπάνιο, γυμνή, καθώς είχε ξεχάσει να πάρει πετσέτα μαζί της. Στάζοντας επάνω στο χαλί, πήγε στον σάκο της, τον άνοιξε, και πήρε μια πετσέτα. Σκουπίστηκε, φόρεσε μερικά πρόχειρα ρούχα, και ήρθε να καθίσει κι εκείνη κοντά στο τζάκι.

«Αυτός ο ιερέας, κάτω, φαινόταν να ξέρει τον Ρογήρο,» είπε.

Ο Γεράρδος ένευσε. «Δε με εκπλήσσει. Είναι παλιός ιερέας ο Σεβερίνος, σαν εμένα· και οι ιερείς ανέκαθεν είχαν επαφές με τους επαναστάτες.»

«Τον γνωρίζεις;» έκανε η Μάρθα, έκπληκτη. «Είπες ότι δεν τον ήξερες!»

«Ψέματα.»

«Γιατί;»

«Δεν υπήρχε λόγος να ξέρουν ακόμα. Μπορεί να φοβόνταν ότι ίσως να μπλέξουμε.»

«Δεν είναι αυτό, όντως, πιθανό;»

«Δεν το νομίζω.» Ο Γεράρδος σηκώθηκε όρθιος. «Πηγαίνω να πλυθώ.»

Η Μάρθα δεν μίλησε. Άναψε ένα τσιγάρο, σκεπτική, καθώς εκείνος γδυνόταν κι έμπαινε στο μπάνιο.

Το νερό ερχόταν από έναν σωλήνα που προεξείχε από τον τοίχο. Ο Γεράρδος κατέβασε τον διακόπτη και το άφησε να τρέξει επάνω του. Ήταν, πράγματι, κρύο, αλλά όχι ανυπόφορα.

Καθώς πλενόταν αναρωτήθηκε αν ο Ρογήρος είχε πει στον Σεβερίνο ότι κάποιοι επαναστάτες είχαν μόλις έρθει στο πανδοχείο του. Ο Γεράρδος δεν θα το θεωρούσε παράξενο αν ο πανδοχέας το είχε κάνει αυτό, επειδή, όπως είχε πει στη Μάρθα, οι επαναστάτες τα πήγαιναν καλά με τους ιερείς στη Χάρνταβελ. Δεν υπήρχε ποτέ περίπτωση ιερέας να προδώσει επαναστάτη, γιατί οτιδήποτε προκαλούσε προβλήματα στους Παντοκρατορικούς οι ιερείς το ήθελαν. Δεν τους άρεσε που είχαν την Παντοκράτειρα πάνω απ’το κεφάλι τους, και ήλπιζαν, κάποια στιγμή σύντομα, να την αποτινάξουν από τη Χάρνταβελ.

Προτού βγει από το μπάνιο, ο Γεράρδος συνειδητοποίησε πως ούτε εκείνος είχε πάρει πετσέτα μαζί του. Το χαλί βράχηκε γι’ακόμα μια φορά, καθώς το διέσχιζε για να πάει στον σάκο του, να πάρει πετσέτα, και να σκουπιστεί.

Είδε ότι η Μάρθα είχε ξαπλώσει μπρούμυτα στο κρεβάτι κι έμοιαζε να κοιμάται. Τουλάχιστον, τα μάτια της ήταν κλειστά, και δεν κουνιόταν. Φορούσε μια φαρδιά μπλούζα, και η κουβέρτα ήταν σηκωμένη ώς τους μηρούς της.

Για μια στιγμή, καθώς το τζάκι φώτιζε το κεφάλι της, ο Γεράρδος είχε την έντονη εντύπωση ότι τα καστανά της μαλλιά είχαν γίνει ξανθά: ότι αυτή δεν ήταν η Μάρθα που έβριζε σαν μεθυσμένος ναύτης, αλλά μια άλλη γυναίκα…

…Μελισσάνθη…

Βλεφάρισε.

Η Μάρθα ήταν, και πάλι, ξαπλωμένη στο κρεβάτι.

Ο Γεράρδος κούνησε το κεφάλι, θυμωμένος με τον εαυτό του. Αυτή η διάσταση θα του έφερνε πολλές αναμνήσεις στο μυαλό· το ήξερε. Αλλά τουλάχιστον – ευτυχώς – δεν είχε κάνει και τον Εχθρό του να επιστρέψει. Πρέπει, τελικά, να ήταν νεκρός. Ο Σέλιρ’χοκ είχε δίκιο.

Ο Γεράρδος φόρεσε ένα εσώρουχο και μια τουνίκα και ξάπλωσε στο μεγάλο κρεβάτι, δίπλα στη Μάρθα. Εκείνη, παρότι δεν άνοιξε τα μάτια, πρέπει να αισθάνθηκε την παρουσία του γιατί άπλωσε το χέρι της για να τον αγγίξει. Ο Γεράρδος πήρε το χέρι της μέσα στα δικά του.

Στην αρχή, δε σκόπευε να κοιμηθεί. Σκόπευε να μείνει ξάγρυπνος μέχρι ο Ρογήρος να τους ειδοποιήσει. Κάπως, όμως, ο ύπνος τον πήρε. Ίσως να ήταν πιο κουρασμένος απ’ό,τι νόμιζε. Και

στα όνειρά του

αισθάνθηκε κάπου να

στρίβει

να πέφτει

να γυρίζει και να κοιτάζει

ότι βρίσκεται τώρα σ’ένα μεγάλο, απέραντο σπίτι, όλο διαδρόμους, δωμάτια, και σκάλες. Οι τοίχοι του είναι καμωμένοι από πέτρα, σάρκα, μάτια, μαλλιά, ξύλα, χέρια, πόδια, φως, και σκοτάδι. Αλλά, κάπου-κάπου, μπορεί να δει τρύπες επάνω τους, οι οποίες τον τρομάζουν. Ένας παγερός αγέρας έρχεται από εκεί: απειλητικός, τόσο απειλητικός, και βρόμικος…

Γυρίζοντας βλέπει σε μια γωνία έναν ψηλό καθρέφτη, οβάλ, με το κρύσταλλό του θαμπωμένο από τον χρόνο. Περίεργος, τον πλησιάζει. Αντικρίζει έναν άντρα που τον τρομάζει. Ο άντρας σηκώνει τις γροθιές του και χτυπά τον καθρέφτη, σα να προσπαθεί να τον σπάσει και να βγει.

Ο Γεράρδος γυρίζει πάλι και τρέχει. Ο Εχθρός του δεν μπορεί να επιστρέψει από εκεί. Δεν μπορεί να επιστρέψει από την άλλη πλευρά του καθρέφτη. Δεν είναι εδώ.

Ο Γεράρδος σταματά να τρέχει. Ακουμπά την πλάτη του σ’έναν τοίχο… κι αισθάνεται μια δόνηση να έρχεται από εκεί: ένα ελαφρύ τράνταγμα που τον διαπερνά ώς το κόκαλο, και είναι σα να του μιλά… σα να ζητά βοήθεια.

Παράξενο.

Ο Γεράρδος παίρνει την πλάτη του από τον τοίχο, κάνει μερικά βήματα, κι ακούει μουσική και χορό από μια σκάλα. Την κατεβαίνει, ενώ τα ξύλα της τρίζουν από κάτω του· δεν είναι, όμως, φτιαγμένη μόνο από ξύλο: ο Γεράρδος βλέπει χέρια ν’αγγίζουν τις κνήμες του, γλώσσες να γλείφουν τις πατούσες του, αποφεύγει να πατήσει πάνω στα μάτια που τον ατενίζουν με περιέργεια, αποφεύγει να πατήσει κι ένα κέρατο που μοιάζει επικίνδυνο…

Φτάνοντας κάτω, αντικρίζει έναν άντρα με λαγούτο, καθισμένο σε μια καρέκλα. Έναν άντρα με πορφυρό δέρμα και μια ουλή στο μέτωπο. Γύρω του χορεύουν δύο όμορφες γυναίκες με φαρδιά φορέματα.

Βλέπεις; του λέει ο άντρας. Ήρθα. Είμαι εδώ. Και γελά–––

Ο Γεράρδος ξύπνησε απότομα. Ανασηκώθηκε πάνω στο κρεβάτι.

«…Τι;» Η Μάρθα τον κοίταξε τρίβοντας το ένα μάτι. «Χτυπάνε την πόρτα;»

Προτού ο Γεράρδος προλάβει να πει όχι, κάποιος ακούστηκε να χτυπά την πόρτα του δωματίου.

«Ναι. Χτυπάνε.»

Σηκώθηκε από το κρεβάτι και, παίρνοντας ένα πιστόλι στο χέρι, ζύγωσε την πόρτα. «Ποιος είναι;»

«Ο Ρογήρος είμαι. Μπορώ να μπω;»

«Φυσικά.»

«Καλώς. Έρχομαι σε λίγο.»

Ο Γεράρδος συνοφρυώθηκε. Κάπως παράξενο δεν ήταν αυτό; Ρώτησε αν μπορούσε να μπει και, αμέσως μετά, είπε ότι θα επιστρέψει σε λίγο…

Στράφηκε στη Μάρθα, η οποία ήταν ακόμα πάνω στο κρεβάτι, και η οποία φαινόταν επίσης παραξενεμένη. «Μας πούλησε;» είπε, ψιθυριστά· η φωνή της μόλις που ακούστηκε: περισσότερο τα χείλη της διάβασε ο Γεράρδος.

«Δεν… δε μου φαίνεται πιθανό,» της αποκρίθηκε, μη θέλοντας να πιστέψει κάτι τέτοιο. Πλησίασε τα ρούχα του κι έβαλε το παντελόνι και τις μπότες του.

Η Μάρθα ντύθηκε επίσης–

–και, καθώς έδενε τη δεύτερη μπότα της, ένας τοίχος – ένας τοίχος – παραμερίστηκε. Η ξύλινη επένδυση άνοιξε σαν πόρτα.

Ο Γεράρδος στράφηκε πάραυτα, σημαδεύοντας με το πιστόλι του.

Η Μάρθα άφησε τα λουριά της μπότας της, τράβηξε κι εκείνη ένα πιστόλι με το ένα χέρι κι ένα ξιφίδιο με το άλλο.

«Δεν υπάρχει κίνδυνος,» είπε ο Ρογήρος, που στεκόταν στο κατώφλι της κρυφής πόρτας υψώνοντας το μοναδικό του χέρι.

«Μας έβαλες σε δωμάτιο όπου μπορούν να μπουν και να μας σφάξουν σα γουρούνια, γαμιόλη του Λοκράθου!» γρύλισε η Μάρθα.

Ο Ρογήρος γέλασε, μοιάζοντας καλοπροαίρετος. «Δεν ξέρω ποιος είναι ο Λοκράθος,» αποκρίθηκε, «αλλά αυτό το πέρασμα» – έδειξε πίσω του, με τον αντίχειρα – «να είσαι σίγουρη πως κανένας εχθρός της Επανάστασης δεν το γνωρίζει.

»Θα έρθετε μαζί μου, τώρα, για να μιλήσουμε;»

Ο Γεράρδος και η Μάρθα αλληλοκοιτάχτηκαν. Ύστερα, τον ακολούθησαν μέσα στην κρυφή πόρτα κι επάνω σε μια σκάλα που κατέβαινε στριφογυριστά. «Προσοχή,» είπε ο Ρογήρος, πηγαίνοντας πρώτος και κρατώντας μια ενεργειακή λάμπα με το μοναδικό του χέρι· «τα σκαλοπάτια είναι στενά.»

«Ναι, το βλέπουμε,» αποκρίθηκε η Μάρθα.

Καθώς κατέβαιναν, ο Γεράρδος σκέφτηκε ότι αυτή η εσωτερική σκάλα πρέπει να βρισκόταν, μάλλον, στο κέντρο του πανδοχείου και γύρω της να ήταν οικοδομημένα τα δωμάτια.

«Σαν πηγάδι είναι εδώ πέρα,» μουρμούρισε η Μάρθα σα να μονολογούσε, κι ο Γεράρδος όφειλε να παρατηρήσει ότι η περιγραφή της ήταν επιτυχημένη.

Όταν έφτασαν κάτω, είδαν ότι είχαν βρεθεί σ’ένα υπόγειο δωμάτιο που φωτιζόταν από ενεργειακά φώτα, και όπου υπήρχαν κιβώτια, μια βιβλιοθήκη, ένα τραπέζι (επάνω του, χαρτιά, στιλογράφοι, ένα πιστόλι, ένα ξιφίδιο, ένα βιβλίο, μια μισοτυλιγμένη περγαμηνή), πέντε καρέκλες, κι ένα μηχανικό σύστημα στη γωνία, με κονσόλα και οθόνη – κάτι που σπάνια έβλεπες στη Χάρνταβελ, και μόνο στα σπίτια αρχόντων ή στα οχυρά των Παντοκρατορικών.

«Καθίστε,» είπε ο Ρογήρος. «Θα φέρω και τους συντρόφους σας.»

Ο Γεράρδος και η Μάρθα κάθισαν στις καρέκλες, και περίμεναν.

Μετά από λίγο, ο Ρογήρος επέστρεψε, πρώτα οδηγώντας τη Βατράνια και τον Σθένελο’σαρ, και μετά τον Σέλιρ’χοκ και την Άνμα’ταρ.

«Νομίζω ότι τώρα είμαστε όλοι εδώ, φίλοι μου,» είπε ο Ρογήρος. «Δεν είστε, όμως, οι μόνοι επαναστάτες στο πανδοχείο μου απόψε.»

«Τι εννοείς;» ρώτησε ο Γεράρδος.

«Ο τροβαδούρος που είδατε, είναι κι αυτός στην Επανάσταση. Ακούει στο όνομα Εδμόνδος ο Βοριάς. Οι κυρίες μαζί του είναι επίσης δικές μας. Θέλετε να τους ειδοποιήσω;»

Τον είδα αυτόν τον άνθρωπο στο όνειρό μου, σκέφτηκε ο Γεράρδος. Τον είδα να μου λέει Βλέπεις; Ήρθα. Είμαι εδώ… Μα δεν τον ξέρω. Μου είναι τελείως άγνωστος…

Οι άλλοι περίμεναν τον Γεράρδο ν’απαντήσει στον Ρογήρο, κι εκείνος έμοιαζε ν’αργεί.

Η Βατράνια ρώτησε: «Είναι έμπιστος, έτσι;»

«Ο Βοριάς θα πέθαινε προτού μας προδώσει,» είπε ο Ρογήρος. «Ξέρω πώς αγωνίζεται.»

«Είναι πλανόδιος;» ρώτησε ο Γεράρδος.

«Ναι.»

«Φέρτον, τότε. Ίσως να έχει πράγματα να μας πει.»

Ο Ρογήρος ένευσε, κι ανέβηκε τη σκάλα.

«Τον έχει κανένας σας ακουστά, αυτόν τον Εδμόνδο τον Βοριά;» ρώτησε η Βατράνια.

Κανείς δεν απάντησε.

«Ούτε εσύ, Γεράρδε;»

«Πάλι τα ίδια θα λέμε; Λείπω πολλά χρόνια από εδώ.»

Γιατί, τότε, τον είδα στον ύπνο μου;

(Βλέπεις; Ήρθα. Είμαι εδώ.)

Μου θυμίζει κάποιον;…

Όταν ο Ρογήρος επέστρεψε, είχε μαζί του αυτή τη φορά τον τροβαδούρο και τις δύο χορεύτριες.

«Να σας συστήσω,» είπε. «Από εδώ, ο Εδμόνδος ο Βοριάς, εξαίρετος τροβαδούρος, τραγουδοποιός, και παραμυθάς· ικανότατος πολεμιστής, κατάσκοπος, και, κυρίως, πολύ καλός μου φίλος.

»Η κυρία,» έδειξε τη λευκόδερμη μαυρομάλλα χορεύτρια, «ονομάζεται Ιζαμπώ. Και η άλλη κυρία,» έδειξε τη λευκόδερμη χορεύτρια με τα ξανθά μαλλιά, «ονομάζεται Ισαβέλλα.»

«Δεν έχει κομπλιμέντα για εμάς, Ρογήρε;» είπε η Ιζαμπώ, υπομειδιώντας.

«Οι άντρες κάνουν μόνο κομπλιμέντα ο ένας στον άλλο, εκτός αν έχουν απώτερο σκοπό,» της είπε η Ισαβέλλα, διαστέλλοντας τα μάτια θεατρικά.

Ο Ρογήρος χαμογέλασε. «Θα έχουμε κι άλλη παράσταση, λοιπόν, απόψε;»

Οι χορεύτριες γέλασαν.

Ο Εδμόνδος ατένισε επίμονα τον Γεράρδο, ο οποίος επίσης τον ατένιζε. «Σε ξέρω από κάπου;» ρώτησε ο τροβαδούρος.

«Δε νομίζω,» αποκρίθηκε ο Γεράρδος.

«Παράξενο,» είπε ο Εδμόνδος. «Πώς σε λένε;»

«Γεράρδο. Κι από εδώ, η Μάρθα. Ο Σέλιρ’χοκ. Η Άνμα’ταρ. Η Βατράνια. Ο Σθένελος’σαρ. Ερχόμαστε από την Απολλώνια, σταλμένοι από τον Πρίγκιπα.»

«Μάλιστα…» είπε ο Εδμόνδος παρατηρώντας τους. «Δεν σκόπευα να έρθω εδώ, στον Ισάδελφο, ξέρεις. Δεν σκόπευα, γενικά, να έρθω στην Οκρίνθια. Μετά, όμως, μου συνέβη κάτι… ασυνήθιστο το λιγότερο. Σε είδα στον ύπνο μου, και μου είπες να έρθω εδώ για να μιλήσουμε, επειδή έχεις αναλάβει μια πολύ σημαντική αποστολή που αφορά τον Πρίγκιπα και τον Θεό. Θα συναντηθούμε στον Ισάδελφο· έτσι μου είπες· αλλά βιάσου, μην τύχει και δε με βρεις εκεί όταν έχεις φτάσει.»

«Αν σου τα είπα όλ’αυτά, σίγουρα δεν τα θυμάμαι,» αποκρίθηκε ο Γεράρδος, παραξενεμένος. Κοίταξε τον Σέλιρ’χοκ, ο οποίος δεν μίλησε.

«Ήρθα όμως. Είμαι εδώ. Κι εσύ με περίμενες, όπως μου υποσχέθηκες,» είπε ο Εδμόνδος, που κι εκείνος έμοιαζε παραξενεμένος.

«Έτσι όπως τα λέει ο Εδμόνδος,» είπε η Ιζαμπώ, «θα νόμιζε κανείς ότι πάει για ιερέας!»

Η Ισαβέλλα γέλασε.

Ο Γεράρδος είπε: «Η αλήθεια είναι πως, πριν από λίγο, προτού ο Ρογήρος έρθει και με ξυπνήσει, έβλεπα κι εγώ ένα παράξενο όνειρο. Και μέσα στο όνειρο ήσουν εσύ, Εδμόνδε, και μου έλεγες: Βλέπεις; Ήρθα. Είμαι εδώ. Ήταν, πράγματι, σα να σε είχα καλέσει. Αλλά δε θυμάμαι ποτέ να σε καλώ, με κανέναν τρόπο.»

«Τέλος πάντων. Τώρα έχω έρθει. Επιθυμείς να μιλήσουμε;»

«Ασφαλώς,» είπε ο Γεράρδος. «Πιθανώς, μάλιστα, να μου φανείς χρήσιμος. Είμαστε εδώ προκειμένου να μάθουμε τι ακριβώς συμβαίνει στη διάσταση της Χάρνταβελ. Ο Πρίγκιπας έχει ακούσει ότι κάποιοι… αντικατοπτρισμοί παρουσιάζονται, κι έχει ανησυχήσει.»

«Δεν είναι μόνο αυτό το πρόβλημα, Γεράρδε,» είπε ο Ρογήρος, καθώς ορισμένοι κάθονταν κι ορισμένοι έμεναν όρθιοι· δεν υπήρχαν αρκετές καρέκλες για όλους. «Τα χωράφια παντού στη διάσταση, για ανεξήγητο λόγο, φαίνεται να χάνουν τη γονιμότητά τους. Ξεραίνονται. Και το ίδιο συμβαίνει και με τα ζώα· οι γέννες έχουν μειωθεί. Ακόμα και οι άνθρωποι έχουν υπογεννητικότητα, λένε κάποιοι. Και οι ιερείς, παρότι θυσιάζουν στον Θεό, δεν έχουν καταφέρει να αντιστρέψουν την κατάσταση.»

«Είδα ανθρωποθυσίες καθώς ερχόμουν,» είπε ο Γεράρδος· «και στη Χάρνταβελ γίνονταν ανθρωποθυσίες μόνο πριν από πολλά, πολλά χρόνια.»

«Από την Απολλώνια είπες ότι έρχεσαι αλλά δεν ξέρεις και λίγα για τη διάστασή μας.»

«Σου είπα, είμαι γηγενής· κάποτε έμενα στη Χάρνταβελ. Γι’αυτό μ’έστειλε ο Πρίγκιπας.»

«Νομίζει ότι μπορεί να μας βοηθήσει;»

«Δεν ξέρει ακόμα,» αποκρίθηκε ο Γεράρδος. «Πρέπει πρώτα να καταλάβουμε τι συμβαίνει. Οι αντικατοπτρισμοί τι είναι ακριβώς; Γνωρίζει κανείς σας;»

«Έχω ακούσει πολλές ιστορίες, αλλά….» Κούνησε το κεφάλι.

«Πριν από μερικές μέρες,» είπε ο Εδμόνδος, «οι Παντοκρατορικοί έφεραν στην Ερρίθια ένα νεκρό τέρας. Ένα πελώριο σκουλήκι, που λένε ότι εμφανίστηκε περιέργως στη Χάρνταβελ, ότι ήρθε μέσα από τους αντικατοπτρισμούς. Είδα τους ιερείς να το καίνε στην Ανατολική Αγορά της Ερρίθιας.»

«Έχουν συμβεί κι άλλα τέτοια;» ρώτησε ο Σέλιρ’χοκ. «Έχουν παρουσιαστεί πλάσματα που φαίνεται πως δεν είναι από τη Χάρνταβελ;»

«Απ’όσο ξέρω, όχι.»

Ο Σέλιρ’χοκ κοίταξε τον Σθένελο’σαρ. Ο Ερευνητής είπε: «Αν αραιώνουν τα διαστασιακά τοιχώματα της Χάρνταβελ, τότε ίσως… ίσως να μπορούν κάποια πλάσματα να γλιστρήσουν μέσα. Οι αντικατοπτρισμοί, όμως, δεν είναι σε σταθερά σημεία, έτσι;» ρώτησε τον Εδμόνδο.

«Εννοείς, αν εμφανίζονται πάντα σ’ένα μέρος;»

Ο Σθένελος ένευσε.

«Όχι,» είπε ο Εδμόνδος. «Παρουσιάζονται μια εδώ μια εκεί. Είδαμε κι εμείς – εγώ, η Ιζαμπώ, κι η Ισαβέλλα – έναν αντικατοπτρισμό τελευταία. Βρισκόμασταν κοντά στον Μεγάλο Ποταμό, βόρεια του Κεντροδάσους. Είχαμε σταματήσει το όχημά μας στις όχθες και κατασκηνώναμε για το βράδυ. Η Ισαβέλλα είχε πάει να μαζέψει νερό, όταν ακούσαμε το ουρλιαχτό της και γυρίσαμε να κοιτάξουμε τι συνέβαινε–»

«Δεν ούρλιαξα,» τον διέκοψε η ξανθομάλλα χορεύτρια. «Απλώς φώναξα, για να σας προειδοποιήσω.»

«Ο ποταμός ήταν σα νάχε χωριστεί στα δύο!» είπε ο Εδμόνδος, μελοδραματικά. «Τα νερά του είχαν ανοίξει, κι από μέσα φαινόταν ένας ξερός τόπος. Εκεί υπήρχε μια τρύπα στο έδαφος, κι από την τρύπα είχε μόλις βγει ένας άντρας με πράσινο δέρμα. Ερχόταν προς εμάς μοιάζοντας να μας κουνά το χέρι· κι επίσης, πρέπει να φώναζε, αλλά η φωνή του ακουγόταν πολύ αδύναμα. Και μετά, μια κραυγή σαν το ουρλιαχτό του ανέμου τη σκέπασε, και δυνατό φως έπεσε πάνω στον άντρα, και ο αντικατοπτρισμός εξαφανίστηκε. Ο Μεγάλος Ποταμός κυλούσε και πάλι λες και τα νερά του να μην είχαν ποτέ σχιστεί στα δύο.»

«Ο ποταμός μπορεί, όντως, να μη σχίστηκε στα δύο,» είπε ο Σέλιρ’χοκ. «Μπορεί απλά να σας φάνηκε έτσι.»

Ο Σθένελος κατένευσε, δείχνοντας να συμφωνεί. «Αν κάτι είχε διακόψει τη ροή του ποταμού, τα νερά θα είχαν φουσκώσει, θα είχαν πλημμυρίσει την όχθη. Συνέβη κάτι τέτοιο;»

«Όχι,» παραδέχτηκε ο Εδμόνδος.

«Θες να πεις,» ρώτησε η Ισαβέλλα τον Σθένελο, «ότι ήταν όλα στο μυαλό μας;»

«Δεν ήταν παραίσθηση, αν αυτό εννοείς. Νομίζω ότι η Χάρνταβελ έρχεται, σε ορισμένα σημεία, σ’επαφή με κάποια άλλη διάσταση. Τα τοιχώματά τους ακουμπάνε και, καθώς υφίσταται προφανώς αραίωση, φαίνονται εικόνες.»

Η Ισαβέλλα τον κοίταξε σα να της μιλούσε σε κάποια ξεχασμένη διάλεκτο της Συμπαντικής.

«Τέλος πάντων,» είπε ο Σθένελος. «Δεν είμαι σίγουρος, έτσι κι αλλιώς.»

«Οι Παντοκρατορικοί τι έχουν κάνει για όλ’αυτά;» ρώτησε ο Γεράρδος τον Εδμόνδο.

«Απ’ό,τι ξέρω, στέλνουν ανθρώπους τους στα μέρη που παρουσιάζονται οι αντικατοπτρισμοί. Μια μάγισσα, κυρίως, το ερευνά το θέμα. Αρίνη’σαρ, τη λένε. Ερευνήτρια, σαν εσένα, φίλε μου,» είπε στον Σθένελο. Και στράφηκε πάλι στον Γεράρδο. «Είναι από παλιά εδώ, αυτή η Αρίνη’σαρ. Είναι σύζυγος του Ταγματάρχη Τέρι Κάρμεθ.»

Τέρι Κάρμεθ;… Ο Γεράρδος νόμιζε ότι τον είχε ξανακούσει. Όταν εγώ έφευγα από τη Χάρνταβελ, τότε πρέπει αυτός να είχε πρωτοέρθει. «Είναι γνωστός εδώ;» ρώτησε τον Εδμόνδο, γιατί τέτοια εντύπωση τού είχε δώσει ο τροβαδούρος έτσι όπως είχε μιλήσει για τον ταγματάρχη.

«Ναι. Είναι ο παλιότερος αξιωματικός της Παντοκράτειρας στη Χάρνταβελ, νομίζω.»

«Κι ο Παντοκρατορικός Επόπτης;» ρώτησε η Βατράνια.

«Αυτός είναι καινούργιος. Τελευταία έχει έρθει. Λένε ότι παλιά ήταν στη Βίηλ· τον έχουν για ήρωα εκεί, έχω ακούσει.»

«Τι συμπέρασμα έχουν βγάλει οι Παντοκρατορικοί για τους αντικατοπτρισμούς και τ’άλλα που συμβαίνουν στη διάσταση;» ρώτησε ο Σέλιρ’χοκ. «Ξέρεις;»

«Δεν έχω ιδέα, φίλε μου. Πάντως, νομίζω ότι πρέπει κι αυτοί νάναι μπερδεμένοι.»

«Θα μας πεις κι άλλες περιπτώσεις αντικατοπτρισμών;» ζήτησε ο Σθένελος. «Θα ήθελα να μάθω τι ακριβώς παρουσιάζεται.»

Ο Σέλιρ’χοκ ένευσε. «Κι εγώ.»

«Φυσικά και θα σας πω ό,τι έχω ακούσει,» αποκρίθηκε ο Εδμόνδος. «Και είμαι βέβαιος πως κι ο φίλος μου ο Ρογήρος ξέρει διάφορες ιστορίες.»

Ο πανδοχέας κατένευσε. «Ναι. Άμα αρχίσω να σας λέω για όλ’αυτά, θα ζαλιστούν τ’αφτιά σας.»

«Ζάλισέ μας, λοιπόν,» είπε ο Γεράρδος. «Ώς το πρωί, δεν έχουμε τίποτ’άλλο να κάνουμε.»

Κεφάλαιο 12
Η Σύγκρουση και η Ερημιά

Η Ναραλμάδια ήταν οικοδομημένη επάνω σ’έναν μεγάλο λόφο, με ψηλά, γκρίζα τείχη να την περιτριγυρίζουν. Ο δρόμος που οδηγούσε προς την πύλη της περνούσε ανάμεσα από χωράφια. Τα φώτα αγροικιών διακρίνονταν μέσα στη νύχτα.

Ο Τέρι είχε σηκώσει την καταπακτή του άρματός του και ήταν κατά το ήμισυ έξω, καθώς ο οδηγός το κατεύθυνε προς τη Ναραλμάδια. Οι καβαλάρηδες του ταγματάρχη ακολουθούσαν.

Η πύλη της πόλης ήταν κατεβασμένη – την έκλειναν μετά τη δύση του ήλιου – και οι φρουροί στις επάλξεις φώναξαν στους Παντοκρατορικούς να σταματήσουν και να δηλώσουν ποιοι ήταν και τι ήθελαν.

«Ονομάζομαι Ταγματάρχης Τέρι Κάρμεθ!» φώναξε ο Τέρι. «Έρχομαι κατόπιν εντολής του Παντοκρατορικού Επόπτη της Ερρίθιας, για να μιλήσω με την Αρχόντισσα Μοργκάνα.»

«Η Αρχόντισσα θα ειδοποιηθεί για τον ερχομό σας, Ταγματάρχη. Στο μεταξύ πρέπει να περιμένετε.» Ο στρατιώτης που μιλούσε δεν φαινόταν σαν τίποτα περισσότερο από μια σκιά πάνω στις επάλξεις.

«Θα περιμένω,» αποκρίθηκε ο Τέρι. Και περίμενε.

Κατέβηκε από το άρμα του και άναψε τσιγάρο. Έριξε μια ματιά γύρω, στα χωράφια, προσπαθώντας να διακρίνει ποια ήταν καλά και ποια είχαν ξεραθεί. Αυτό, όμως, ήταν αδύνατον, διαπίστωσε, μέσα στη νύχτα.

Ο στρατιώτης φώναξε από τις επάλξεις, όταν ο Τέρι είχε σχεδόν τελειώσει το τσιγάρο του: «Η Αρχόντισσα σάς ζητά να περάσετε, Ταγματάρχη – εσείς και μερικοί έμπιστοί σας. Οι άλλοι πολεμιστές σας πρέπει να κατασκηνώσουν έξω από τα τείχη.»

«Καλώς,» αποκρίθηκε ο Τέρι, που περίμενε ότι αυτή θα ήταν η απάντηση της Αρχόντισσας.

Είδε την πύλη της πόλης να σηκώνεται ώς ένα σημείο.

Στη Λοχαγό Λάρνω είπε: «Κατασκηνώστε εδώ, παραπλεύρως του δρόμου.»

«Μάλιστα, κύριε Ταγματάρχη.»

Ο Τέρι ανέβηκε σ’ένα άλογο, πήρε μαζί του τέσσερις παλιούς πολεμιστές, έφιππους επίσης, και πήγε προς τη μισάνοιχτη πύλη της Ναραλμάδιας. Δε νόμιζε ότι πραγματικά χρειαζόταν προστασία, αλλά ήταν και θέμα κύρους. Δεν μπορούσε να πάει τελείως μόνος.

Καθώς περνούσε την πύλη, σκέφτηκε: Ελπίζω η Αρχόντισσα Μοργκάνα να είναι πιο συνεννοήσιμη από τον σύζυγό της. Γιατί, αν ήταν κι αυτή σαν τον Λεοπόλδο, ο Τέρι αποκλείεται να την κατάφερνε να αποτραβήξει τους μαχητές της από την ανατολική μεριά του ποταμού, ώστε και ο Άρχοντας Ροβέρτος να πάρει τους δικούς του μαχητές από τη γέφυρα· κι αυτή ήταν η μοναδική αρχή που μπορούσε ο Τέρι να κάνει προκειμένου να σταματήσει τον πόλεμο σε τούτες τις περιοχές.

Πίσω από την πύλη, τον περίμεναν έξι καβαλάρηδες ντυμένοι με κυανούς μανδύες και κράνη. Από τις ζώνες τους κρέμονταν ξίφη και πιστόλια.

«Ταγματάρχη,» είπε ο ένας. «Θα σας οδηγήσουμε στο κάστρο.»

Ο Τέρι απλώς ένευσε, και τους ακολούθησε μέσα στους λιθόστρωτους δρόμους της Ναραλμάδιας, οι οποίοι ήταν σχετικά στενοί στο μεγαλύτερό τους μέρος. Η πόλη ήταν, καταφανώς, φτιαγμένη για άμυνα, ώστε να μπορεί ν’αντέξει σε πολιορκία, και οι υπερασπιστές της να μπορούν να απωθήσουν εύκολα τους εχθρούς. Τα σπίτια της ήταν πέτρινα, κυρίως, και όχι ψηλά, ειδικά αυτά που βρίσκονταν κοντά στα τείχη. Το κάστρο της Αρχόντισσας ήταν στη βορειοδυτική άκρη, και η μεγάλη σιδερένια πύλη του ήταν κλειστή όταν έφτασαν μπροστά της.

Ο αρχηγός των έξι καβαλάρηδων (οι οποίοι πρέπει να ήταν προσωπικοί φρουροί της Μοργκάνας, απ’ό,τι καταλάβαινε ο Τέρι, όχι απλοί φρουροί της πόλης) αφίππευσε και χτύπησε την πύλη με το πέρας της λαβής του ξίφους του.

«Φέρνω τον ταγματάρχη!» φώναξε.

Το ένα από τα δύο φύλλα της πύλης άνοιξε, μ’έναν δυνατό τριγμό μετάλλων.

Ο Τέρι και οι στρατιώτες του μπήκαν στο κάστρο ακολουθώντας τους καβαλάρηδες της Αρχόντισσας. Μια υπηρέτρια συνάντησε τον ταγματάρχη και του είπε ότι, εκτός αν είχε επείγον μήνυμα να μεταφέρει, θα έπρεπε να μιλήσει στην Αρχόντισσα το πρωί. Εν τω μεταξύ, όμως, εκείνος και οι πολεμιστές του θα φιλοξενούνταν στο κάστρο. Ο Τέρι αποκρίθηκε ότι δεν υπήρχε πρόβλημα: κι εκείνος θα προτιμούσε να μιλήσει το πρωί μαζί της.

Σταβλίτες πήραν τα άλογά τους, για να τα περιποιηθούν, και η υπηρέτρια (μια παχουλή γυναίκα με μαύρα μαλλιά, δεμένα κότσο, και λευκό δέρμα), αφού τους ρώτησε αν είχαν φάει κι εκείνοι έδωσαν αρνητική απάντηση, τους οδήγησε στην τραπεζαρία του κάστρου για να τους φιλέψουν. Η αίθουσα ήταν μεγάλη και είχε δύο ξύλινα στενόμακρα τραπέζια. Ο Τέρι κάθισε στην κορυφή του ενός από αυτά, και οι πολεμιστές του κάθισαν δεξιά κι αριστερά του, δύο από τη μια μεριά και δύο από την άλλη. Το τραπέζι ήταν στρωμένο μ’ένα λευκό τραπεζομάντηλο που είχε ελάφια κεντημένα επάνω. Στους τοίχους της αίθουσας υπήρχαν πίνακες οι οποίοι πρέπει να απεικόνιζαν προγόνους της Αρχόντισσας Μοργκάνας, υπέθετε ο Τέρι. Στο ταβάνι ήταν λάμπες που τροφοδοτούνταν με ενέργεια μέσω καλωδίων που σκαρφάλωναν πάνω στις πέτρες και κρύβονταν πίσω από ταπετσαρίες. Οι ενεργειακές φιάλες, μάλλον, βρίσκονταν κάπου στα υπόγεια του κάστρου.

Σε μια γωνία της αίθουσας υπήρχε ένα αρκετά μεγάλο ηχοσύστημα, και η υπηρέτρια ρώτησε: «Θα επιθυμούσατε μουσική, κύριε Ταγματάρχη;»

«Γιατί όχι;»

«Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση; Η Αρχόντισσα έχει μουσική από διάφορες διαστάσεις.»

«Κάτι ελαφρύ, καλύτερα. Ντόπιο.»

Η υπηρέτρια πάτησε μερικά πλήκτρα πάνω στο ηχοσύστημα, και η αίθουσα γέμισε με μελωδίες από αυλούς και κύμβαλα.

Κοίταξε τον Τέρι ερωτηματικά. Εκείνος ένευσε, για να δείξει ότι ενέκρινε τη μουσική. Τουλάχιστον, έχουν διαταγές να προσπαθήσουν να μας κάνουν να αισθανθούμε άνετα, σκέφτηκε. Μετά, όμως, θυμήθηκε ότι και ο Λεοπόλδος είχε επιχειρήσει με διάφορους τρόπους να τον φέρει με το μέρος του και να τον στρέψει εναντίον του Ροβέρτου. Μπορεί και η Αρχόντισσα Μοργκάνα να προσπαθούσε ακριβώς το ίδιο πράγμα αλλά με διαφορετική μέθοδο.

Η υπηρέτρια έφυγε από την αίθουσα και, σε λίγο, ένας άλλος υπηρέτης ήρθε, φέρνοντας δύο καράφες – μία με κρασί και μία με μπίρα – και κούπες.

«Φαγητό πότε θα έχει;» τον ρώτησε ένας από τους στρατιώτες του Τέρι, καθώς ο υπηρέτης γέμιζε την κούπα του με κρασί.

«Αμέσως, κύριε. Το ετοιμάζουν.»

Ο υπηρέτης έφυγε όταν είχε γεμίσει όλων τις κούπες με το ποτό που ήθελαν.

Ο Τέρι κοίταξε τον Ρίμναλ – τον στρατιώτη που είχε μιλήσει. «Πεινάς ή προσπαθείς να τους τρομάξεις;»

«Πεινάω, κύριε Ταγματάρχη. Ειλικρινώς,» αποκρίθηκε εκείνος, πίνοντας μια μεγάλη γουλιά κρασί. Βρισκόταν πολλά χρόνια στη Χάρνταβελ: τόσα χρόνια όσα και ο Τέρι. Ήταν μαζί του από την αρχή, και δεν είχε πάρει μετάθεση. Είχε δέρμα γαλανό και κοντοκουρεμένα μαύρα μαλλιά· το βλέμμα του ήταν άγριο: όλοι το έλεγαν.

«Θ’αρχίσει να νομίζει ο ταγματάρχης ότι δε μας ταΐζει καλά,» του είπε η Βίλνα, υπομειδιώντας. Κι αυτή ήταν από παλιά μαζί με τον Τέρι. Καταγόταν από τη Χάρνταβελ. Ήταν μεγαλόσωμη, και είχε δέρμα πορφυρό και σκούρα πράσινα μαλλιά, που τώρα οι δύο μπροστινές τούφες τους ήταν δεμένες πίσω απ’το κεφάλι της.

Ο Ρίμναλ, αντί ν’απαντήσει, ήπιε κι άλλο απ’το κρασί του και ξαναγέμισε την κούπα του.

Ο Καλιόστρο άναψε τσιγάρο και, ακουμπώντας την πλάτη του στην καρέκλα, φύσηξε καπνό προς το ταβάνι. Ο Νόρις είπε: «Κύριε Ταγματάρχη, θα έπρεπε να της είχες ζητήσει να βάλει τίποτα καλύτερο ν’ακούσουμε. Τίποτα Ελάσσονες Ανεμοβούβαλους, από τη Σεργήλη· δεν μπορεί να μην τους έχει, αν έχει μουσικές από διάφορες διαστάσεις.»

«Καλή είναι αυτή η μουσική,» του είπε ο Τέρι. «Για να μένουμε στο κλίμα της περιοχής.»

«Τρυπάνε τ’αφτιά μου τα γαμημένα σουραύλια τους…» μούγκρισε ο Νόρις, και ήπιε μπίρα.

Ο Καλιόστρο τού έριξε ένα λοξό βλέμμα, χαμογελώντας. Ο Ρίμναλ γέλασε.

Ο Νόρις και ο Καλιόστρο ήταν επίσης παλιοί στη Χάρνταβελ, γι’αυτό είχαν και το θάρρος να συζητούν έτσι με τον ταγματάρχη τους. Ο Τέρι τούς ήξερε από τότε που είχε πρωτοέρθει σε τούτη την παρακμιακή γωνιά του σύμπαντος.

Ένας υπηρέτης – ο προηγούμενος που είχε εμφανιστεί – και μία υπηρέτρια – όχι αυτή που τους είχε οδηγήσει εδώ, αλλά μια πολύ νεότερη και ομορφότερη πορφυρόδερμη κοπέλα – μπήκαν στην αίθουσα κι άρχισαν ν’αφήνουν πιάτα επάνω στο τραπέζι: ψητά κρέατα, ζυμαρικά, βραστές πατάτες με σάλτσα, φρούτα της εποχής.

«Φχαριστούμε, όμορφο ζαρκάδι,» είπε ο Ρίμναλ στην υπηρέτρια, χτυπώντας τον δεξή της μηρό με την παλάμη του και κλείνοντάς της το μάτι. Εκείνη έκανε πως δεν πρόσεξε και απομακρύνθηκε.

«Είσαι γουρούνι,» του είπε η Βίλνα. «Και η γυναίκα σου σε περιμένει στην Ερρίθια.»

«Και τι μ’αυτό; Τόσο δρόμο δεν έχουμε κάνει; Τόσες μέρες ταλαιπωρίες…»

«Ηρεμία,» τους είπε ο Τέρι. «Δε θέλουμε η Αρχόντισσα Μοργκάνα να σχηματίσει άσχημη γνώμη για εμάς. Τουλάχιστον, όχι μέχρι να κάνω τη δουλειά μου μαζί της.»

Όταν τελείωσαν το φαγητό τους, οι υπηρέτες του κάστρου τούς οδήγησαν στον ξενώνα: τους στρατιώτες σε δίκλινα δωμάτια και τον ταγματάρχη σε μονόκλινο. Ο Τέρι είδε ότι στο μπάνιο υπήρχε μια ολόκληρη πέτρινη λεκάνη γεμάτη νερό και σαπούνι, για να πλυθεί αν ήθελε. Και ήθελε. Ύστερα από τόσες ημέρες στον δρόμο τού χρειαζόταν.

*

Το κάστρο της Ναραλμάδιας ήταν ήσυχο τη νύχτα. Μονάχα κανένα απόμακρο τρίξιμο ή βήματα ακούγονταν, καθώς και ο άνεμος που σφύριζε έξω απ’τα παράθυρα.

Ο Τέρι κοιμήθηκε ήσυχα παρότι ήξερε ότι το πρωί θα είχε να κάνει διαπραγματεύσεις. Εξάλλου, δεν ήταν η πρώτη φορά που αντιμετώπιζε τέτοιες καταστάσεις στη Χάρνταβελ, αν και όφειλε να παραδεχτεί ότι η συγκεκριμένη περίπτωση μάλλον θα αποδεικνυόταν δύσκολη.

Όταν ξύπνησε είχε την αίσθηση ότι έπρεπε να βρισκόταν στο σπίτι του, στα Ανάκτορα του Υπεράρχη, και ότι η Αρίνη έπρεπε να ήταν ξαπλωμένη δίπλα του. Καθώς σηκωνόταν από το κρεβάτι και ετοιμαζόταν, αναρωτήθηκε αν η Αρίνη είχε πάρει την απόφασή της όσο εκείνος έλειπε. Θα κρατούσε το παιδί ή όχι; Ο ίδιος ο Τέρι δεν ήταν σίγουρος για το τι όφειλε να κάνει. Φοβόταν ότι ίσως, αν δεν το κρατούσε, να μην έκαναν άλλο. Αλλά μάλλον αυτός ο φόβος του ήταν ανόητος, και το ήξερε.

Βγαίνοντας απ’το δωμάτιό του συνάντησε τους πολεμιστές του, οι οποίοι τον περίμεναν στο καθιστικό του ξενώνα, όπου οι υπηρέτες τούς είχαν φέρει πρωινό. Αφού καλημερίστηκαν με τον ταγματάρχη, άρχισαν όλοι να τρώνε – αν και η αλήθεια ήταν ότι ο Ρίμναλ έμοιαζε να είχε ήδη αρχίσει.

Προτού τελειώσουν το πρωινό, η παχουλή υπηρέτρια που τους είχε οδηγήσει στην τραπεζαρία ήρθε και είπε ότι η Αρχόντισσα περίμενε τον ταγματάρχη για να μιλήσουν· μόλις ο ταγματάρχη ήταν έτοιμος, δεν είχε παρά να ζητήσει από τον φρουρό έξω από τον ξενώνα να τον πάει σ’εκείνη. Ο Τέρι ευχαρίστησε την υπηρέτρια, κι αυτή, κάνοντας μια υπόκλιση, έφυγε.

«Να έρθουμε μαζί σας, κύριε Ταγματάρχη;» ρώτησε ο Καλιόστρο, βλέποντας ότι ο Τέρι σκούπιζε τα χείλη του και σηκωνόταν.

«Δε χρειάζεται. Καθίστε.»

Ο Τέρι βγήκε από τον ξενώνα, συνάντησε τον φρουρό απέξω, κι εκείνος τον οδήγησε στην αίθουσα όπου τον περίμενε η Αρχόντισσα Μοργκάνα.

Ήταν καθισμένη επάνω σ’έναν ξύλινο θρόνο σκεπασμένο με κεντητά υφάσματα και με μαξιλάρια στο κάθισμα και στην πλάτη. Φορούσε ένα μακρύ πράσινο φόρεμα γεμάτο περίτεχνα κεντήματα με χοντρή λευκή κλωστή, που ανάμεσά τους ήταν ραμμένοι γυαλιστεροί λίθοι. Το δέρμα της ήταν λευκό με απόχρωση του ροζ, τα μαλλιά της μακριά και καστανά, καλοχτενισμένα και φτιαγμένα πλεξίδα. Τα μάτια και τα χείλη της ήταν έντονα βαμμένα. Μια μεγάλη, χρυσή καρφίτσα γυάλιζε επάνω στο αριστερό της στήθος.

«Καλημέρα, Ταγματάρχη,» χαιρέτησε χωρίς να σηκωθεί από τον θρόνο της.

«Καλημέρα, Αρχόντισσά μου.» Ο Τέρι τής έκανε μια υπόκλιση, όπως άρμοζε στην κοινωνική θέση της.

Η Μοργκάνα τον παρατήρησε, με το σαγόνι της ακουμπισμένο στα μακριά δάχτυλα του δεξιού της χεριού. Τα νύχια της ήταν επίσης μακριά και βαμμένα μαύρα. Οι κινήσεις της είχαν κάτι το νωχελικό, αδύνατο να μην το προσέξεις. «Οι φρουροί μου μου είπαν ότι ήρθατε μες στη νύχτα. Αν επρόκειτο για κάτι επείγον θα σας συναντούσα αμέσως, ασφαλώς…»

«Καλύτερα τώρα, Αρχόντισσά μου, που έχουμε και οι δύο καθαρό μυαλό.»

«Παρακαλώ, Ταγματάρχη, καθίστε αν θέλετε,» είπε η Μοργκάνα, δείχνοντας τις θέσεις στο τραπέζι αντίκρυ της. Η ίδια, όμως, δεν έκανε καμία κίνηση να σηκωθεί από τον θρόνο της.

Και ο Τέρι προτιμούσε να είναι κοντά της όσο θα μιλούσαν, όχι να απομακρυνθεί κι άλλο. «Ευχαριστώ αλλά δεν χρειάζεται.»

«Όπως επιθυμείτε,» αποκρίθηκε η Μοργκάνα μορφάζοντας αδιάφορα. «Ποιος ο λόγος της επίσκεψής σας;»

«Ο Παντοκρατορικός Επόπτης της Ερρίθιας με έστειλε, Αρχόντισσά μου, εξαιτίας του πολέμου σας με τον Άρχοντα Ροβέρτο της Υλιριλίδιας.»

Η Μοργκάνα τον ατένιζε χωρίς να μιλά, περιμένοντάς τον να συνεχίσει.

«Οι εντολές μου είναι να σταματήσω τον πόλεμο,» δήλωσε ο Τέρι. «Να επιβάλω την ειρήνη, αν χρειαστεί. Αλλά εύχομαι να μην αποδειχτεί απαραίτητη η χρήση βίας.»

«Στον Άρχοντα Ροβέρτο έχετε μιλήσει, Ταγματάρχη;»

«Μάλιστα.»

«Γνωρίζετε, λοιπόν, ότι εκείνος ξεκίνησε τον πόλεμο και ότι το στράτευμά του έχει καταυλιστεί δυτικά της γέφυρας, μέσα σε δικά μας εδάφη;»

«Γνωρίζω για την κατάσταση στη γέφυρα, Αρχόντισσά μου. Από εκεί έρχομαι. Εκτός από τον Άρχοντα Ροβέρτο, μίλησα και με τον σύζυγό σας, τον Στρατηγό Λεοπόλδο. Σύμφωνα όμως με τα λεγόμενα του Άρχοντα Ροβέρτου, εσείς ξεκινήσατε τον πόλεμο, όταν σφετεριστήκατε εδάφη που ανήκουν στο Αρχοντάτο της Υλιριλίδιας.»

«Εκείνος ξεκίνησε τις εχθροπραξίες, Ταγματάρχη!» είπε έντονα η Μοργκάνα. «Μας επιτέθηκε με τους μισθοφόρους του.»

«Δεν βρισκόσασταν, δηλαδή, μέσα στα εδάφη του; Δεν είχατε βάλει ανθρώπους σας να τα σπείρουν;»

Η Μοργκάνα γέλασε επιτηδευμένα. «Του κάναμε χάρη, Ταγματάρχη! Εκείνα τα εδάφη κανένας δεν τα εκμεταλλευόταν. Τα χωράφια σύντομα θα ξεραίνονταν, όπως τόσα και τόσα έχουν ξεραθεί. Κι επιπλέον, πριν από μια γενεά, η συγκεκριμένη περιοχή ήταν δική μας: ανήκε στο Αρχοντάτο της Ναραλμάδιας. Βρίσκεται στα σύνορα, βλέπετε.

»Ο Άρχοντας Ροβέρτος δεν επιχείρησε καν να μας μιλήσει, Ταγματάρχη· αμέσως μόλις του είπαν ότι είδαν ανθρώπους μας στα εδάφη του, έστειλε τους φονιάδες του να τους πετσοκόψουν! Και μετά, συνέχισε. Προχώρησε μέσα στις περιοχές μας, σαν ξαφνικά να είχε το δικαίωμα να τις θέσει υπό την κατοχή του!

»Αν θέλετε να σταματήσετε τον πόλεμο, Ταγματάρχη, ο καλύτερος τρόπος είναι σταματώντας τον Άρχοντα Ροβέρτο. Για όνομα του Θεού, ελάχιστους πιο αιμοχαρείς ανθρώπους από αυτόν έχω δει στη ζωή μου! Κανέναν, ίσως.»

«Μιλώντας μαζί του, Αρχόντισσά μου, μου φάνηκε πως αντέδρασε έτσι επειδή αισθάνθηκε αδικημένος–»

«Αδικημένος αισθάνεται κάποιος αφότου έχει επιχειρήσει να μιλήσει πρώτα!»

«Καθαρπάξατε, όμως, εδάφη που του ανήκαν…»

«Ταγματάρχη, σας διαβεβαιώνω ότι δεν κάναμε κανένα κακό απολύτως. Τα χωράφια αυτά είχαν εγκαταλειφθεί και κινδύνευαν. Ακόμα κι ο Θεός ήταν με το μέρος μας!»

Του Τέρι δεν του άρεσε καθόλου αυτό, έτσι όπως το είχε πει η Μοργκάνα. «Τι εννοείτε, Αρχόντισσά μου; Σας το είπαν οι ιερείς;»

«Ασφαλώς,» αποκρίθηκε εκείνη. «Μου μίλησε ο Μεγάλος Πατέρας Τζοσελίνος, λέγοντάς μου ότι όλα τα σημάδια ήταν ευνοϊκά. Η γη επιθυμούσε τη μέριμνά μας.»

«Αυτό σημαίνει ότι ο Άρχοντας Ροβέρτος, υπερασπιζόμενος τα εδάφη του, έδρασε εναντίον της θέλησης του Θεού;»

«Ο Άρχοντας Ροβέρτος δεν υπερασπίζεται πλέον τα εδάφη του! Είναι φανερό ότι δεν ήθελε παρά μονάχα μία αφορμή για να μας επιτεθεί. Οι πολεμιστές του βρίσκονται σε πολλά μέρη μέσα στο αρχοντάτο μου. Μπορώ να σας τα δείξω κι επάνω στον χάρτη, αν επιθυμείτε.»

«Μου τα έχει δείξει ο σύζυγός σας,» αποκρίθηκε ο Τέρι.

«Πώς μπορείτε, τότε, να αμφισβητείτε τις φανερά εχθρικές διαθέσεις του Άρχοντα Ροβέρτου;»

«Δεν βρίσκομαι εδώ για να κάνω πόλεμο, Αρχόντισσά μου, αλλά για να φέρω την ειρήνη. Ο ίδιος ο Άρχοντας Ροβέρτος μού είπε, αφού συζήτησα μαζί του, ότι είναι πρόθυμος να αποτραβήξει τον στρατό του από τη γέφυρα αν κι εσείς δεχτείτε να αποτραβήξετε τους μαχητές σας που διέσχισαν τον ποταμό και βρέθηκαν στ’ανατολικά του, όχι και πολύ μακριά από την πόλη της Υλιριλίδιας.»

«Πραγματικά, Ταγματάρχη, τον πιστέψατε;» Η Μοργκάνα γέλασε, και σάλεψε πάνω στον θρόνο της. «Είναι προφανές ότι σας είπε ψέματα. Ακόμα κι αν αποτραβήξουμε τους πολεμιστές μας, εκείνος δεν πρόκειται να κάνει το ίδιο. Δεν σας το είπε ο Λεοπόλδος αυτό;»

«Δεν του μίλησα για το θέμα. Προτίμησα να έρθω απευθείας σ’εσάς. Διότι δεν νομίζω ότι ο Άρχοντας Ροβέρτος μού είπε ψέματα. Λέγοντας ψέματα σ’εμένα, θα ήταν σαν να ψεύδεται στον ίδιο τον Παντοκρατορικό Επόπτη, αφού είμαι απεσταλμένος του.»

«Ο Άρχοντας της Υλιριλίδιας είναι πανούργος, Ταγματάρχη. Μη βγάζετε γρήγορα συμπεράσματα.»

«Αυτό σημαίνει ότι δεν είστε πρόθυμη να συνεργαστείτε μαζί μου για την επίτευξη της ειρήνης;» ρώτησε ευθέως ο Τέρι.

«Φυσικά και είμαι. Εγώ πάντοτε υποστήριζα την Παντοκράτειρα. Είμαι πρόθυμη να συνεργαστούμε για να διώξουμε τους Υλιριλίδιους από τα εδάφη μου, και να τους στείλουμε εκεί όπου ανήκουν. Κι ελπίζω κάποια ποινή να τους επιβληθεί για τις ενέργειές τους…»

Σίγουρα, δεν ήταν χαζή. Απλώς έκανε πως δεν καταλάβαινε τι ακριβώς ζητούσε ο Τέρι. «Αρχόντισσά μου, σας επαναλαμβάνω: βρίσκομαι εδώ για να επιβάλω την ειρήνη. Δεν πρόκειται να σας βοηθήσω να πολεμήσετε τον Άρχοντα Ροβέρτο. Δεν θα πάρω το μέρος της μίας παράταξης ή της άλλης. Ζητώ, όμως, να υποχωρήσετε προκειμένου να υποχωρήσει και ο Άρχοντας Ροβέρτος. Το ξέρω ότι αυτό από μόνο του δεν θα λύσει το πρόβλημα· είναι, ωστόσο, ένα βήμα προς τη λύση.»

«Δεν μπορώ να κάνω ό,τι μου ζητάτε, Ταγματάρχη, διότι, γνωρίζοντας τον Άρχοντα Ροβέρτο καλύτερα από εσάς, είμαι βέβαιη πως θα εκμεταλλευτεί την υποχώρησή μας προς όφελός του· και δεν πρόκειται να του δώσω αυτό το πλεονέκτημα. Θα ήταν σαν να προδίδω τους προγόνους μου, τον Θεό, και τον λαό του αρχοντάτου μου.

»Ωστόσο,» πρόσθεσε διπλωματικά, «θα σκεφτώ την πρότασή σας. Θα τη συζητήσω και με τον σύζυγό μου, για να δω αν όντως μπορεί να γίνει κάτι προς αυτή την κατεύθυνση. Εν τω μεταξύ, ασφαλώς, θα σας φιλοξενήσω στο κάστρο μου για όσο επιθυμείτε.»

Προσπαθεί να με τραβήξει προς το μέρος της ξανά, παρατήρησε ο Τέρι, αν και με πιο πλάγιο τρόπο. Μένοντας στο κάστρο της θα ήταν σαν να λέει, εμμέσως πλην σαφώς, στον Άρχοντα Ροβέρτο ότι η Παντοκράτειρα υποστήριζε τους Ναραλμάδιους σε τούτο τον πόλεμο.

«Ευχαριστώ για τη φιλοξενία σας, Αρχόντισσά μου, αλλά θα προτιμούσα να επιστρέψω στα σύνορα, για να βρίσκομαι πιο κοντά στην πηγή του προβλήματος.»

Η όψη της Μοργκάνας φανέρωσε δυσαρέσκεια. «Αν αυτή είναι η επιθυμία σας….» Και ρώτησε: «Πότε σκοπεύετε να αναχωρήσετε;»

«Το συντομότερο δυνατό. Εκτός αν νομίζετε ότι έχουμε κάτι άλλο να πούμε.»

«Θα σας συνοδέψω,» δήλωσε η Μοργκάνα, «διότι, όπως σας είπα, θέλω να μιλήσω με τον σύζυγό μου.»

«Θα περιμένω να ετοιμαστείτε, τότε,» αποκρίθηκε ο Τέρι, «ώστε να φύγουμε μαζί.»

Η Μοργκάνα χαμογέλασε, λεπτά.

*

Ο Τέρι βγήκε από το κάστρο της Αρχόντισσας της Ναραλμάδιας και από την πόλη, για να συναντήσει, έξω από τα τείχη, τους καταυλισμένους στρατιώτες του και να πει στη Λοχαγό Λάρνω ότι θα ξεκινούσαν σύντομα για τη γέφυρα· θα ερχόταν, όμως, και η Αρχόντισσα Μοργκάνα μαζί τους, έτσι έπρεπε να την περιμένουν.

Ο Τέρι έμεινε για λίγο στο στρατόπεδο και, όταν είδε ότι πλησίαζε μεσημέρι και η Μοργκάνα δεν είχε ακόμα βγει, πέρασε πάλι την πύλη της πόλης επάνω στο άλογό του και πήγε στο κάστρο της Αρχόντισσας, όπου τον άφησαν να μπει χωρίς καμία διαδικασία. Κανένας από τους φρουρούς ή τους υπηρέτες δεν τον πλησίασε για να του πει το παραμικρό, κι έτσι ο Τέρι, αφού έδωσε το άλογό του στον σταβλίτη, βάδισε προς τον ξενώνα, όπου βρίσκονταν οι τέσσερις παλιοί στρατιώτες που τον είχαν ακολουθήσει ώς εδώ – ο Ρίμναλ, η Βίλνα, ο Καλιόστρο, και ο Νόρις, οι οποίοι είχαν μείνει στο κάστρο όσο εκείνος πήγε στο στρατόπεδο.

Ο Τέρι τούς βρήκε να παίζουν Οργή του Θεού: ένα παιχνίδι με ξύλινες κάρτες, τοπικό της Χάρνταβελ. Ο Καλιόστρο έμοιαζε να νικά, αν έκρινε κανείς από τα χρήματα που ήταν συγκεντρωμένα δίπλα του. Χαμογελούσε κάτω απ’το μεγάλο, μαύρο μουστάκι του.

«Σας είπε τίποτα η Αρχόντισσα;» τους ρώτησε ο Τέρι.

«Όχι,» αποκρίθηκε ο Νόρις. «Θα έπρεπε να μας είχε πει κάτι;»

Ο Τέρι κάθισε σε μια καρέκλα. «Απλώς αναρωτιέμαι πότε σκοπεύει να φύγουμε.»

Κανένας από τους άλλους δεν μίλησε, και ο Τέρι σκέφτηκε ότι ίσως η Αρχόντισσα της Ναραλμάδιας να προσπαθούσε να τον καθυστερήσει. Αλλά γιατί; Δεν έμοιαζε λογικό. Είχε κάποιο σχέδιο κατά νου, με το οποίο σκόπευε να τον φέρει προς τη δική της μεριά και να τον στρέψει εναντίον του Άρχοντα Ροβέρτου; Ό,τι κι αν ήταν – αν όντως ήταν κάτι τέτοιο – δεν θα έπιανε. Ο Τέρι δεν υπήρχε περίπτωση να πάρει ούτε το μέρος της Ναραλμάδιας ούτε το μέρος της Υλιριλίδιας σ’ετούτη τη σύγκρουση. Είχε έρθει για να επιβάλει την ειρήνη, κι αν χρειαζόταν θα ζητούσε ενισχύσεις από τον Παντοκρατορικό Επόπτη της Ερρίθιας.

Ένας υπηρέτης και μια υπηρέτρια – οι ίδιοι που τους είχαν φέρει φαγητά και την προηγούμενη φορά – ήρθαν το μεσημέρι για να τους σερβίρουν το μεσημεριανό τους. Ο Τέρι τούς ρώτησε τι ώρα σκόπευε η Αρχόντισσα να ξεκινήσει, αλλά εκείνοι αποκρίθηκαν πως δεν ήξεραν τίποτα. Ο Τέρι σκέφτηκε πως, αν δεν αποφάσιζε η Μοργκάνα να φύγει ώς το απόγευμα, θα ζητούσε να τη δει και θα της δήλωνε ότι θα έφευγε χωρίς εκείνη. Παρότι το ήξερε πως δεν υπήρχε κανένας ιδιαίτερος λόγος να βιάζεται, δεν του άρεσε να τον καθυστερούν.

Όμως…

Οι σκέψεις του πήραν μια διαφορετική κατεύθυνση. Ακόμα κι αν πήγαινε πάλι στη γέφυρα, τι θα μπορούσε να κάνει εκεί; Μονάχα να αποτρέψει μια σύγκρουση, αν τα κατάφερνε. Δεν θα σταματούσε τον πόλεμο ανάμεσα στα δύο αρχοντάτα. Ο μόνος τρόπος για να το πετύχει αυτό ήταν να βάλει την Αρχόντισσα Μοργκάνα και τον Άρχοντα Ροβέρτο να έρθουν σε κάποιον συμβιβασμό. Κι αν βρισκόταν κοντά στη Μοργκάνα, ίσως κατόρθωνε, κάπως, να την πείσει να κάνει εκείνο που ήθελε – να αποτραβήξει τις δυνάμεις της από τα ανατολικά του ποταμού – ή κάτι άλλο, παρόμοιο, που θα ανάγκαζε και τον Ροβέρτο να αποτραβηχτεί, με αποτέλεσμα ο πόλεμος να λήξει.

Υπομονή, λοιπόν. Δε χρειάζονταν βιαστικές κινήσεις.

Το μεσημέρι, μετά το φαγητό, ο Τέρι ξεκουράστηκε στο δωμάτιό του και, το απόγευμα, ενώ σηκωνόταν, κάποιος χτύπησε την πόρτα του.

«Ποιος είναι;» ρώτησε, έχοντας μόλις βγει από το μπάνιο, με το πρόσωπό του πλυμένο.

«Η Αρχόντισσα είναι έτοιμη να ξεκινήσετε, κύριε Ταγματάρχη,» ακούστηκε μια γυναικεία φωνή. «Θα σας συναντήσει έξω από την πόλη.»

«Μάλιστα,» αποκρίθηκε ο Τέρι, ανοίγοντας την πόρτα για να δει την παχουλή υπηρέτρια που είχε υποδεχτεί εκείνον και τους πολεμιστές του το βράδυ. «Πες στην Αρχόντισσα ότι σε λίγο θα είμαι έξω.»

Η υπηρέτρια τον χαιρέτησε και έφυγε.

Ο Τέρι άνοιξε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό του και κάλεσε τη Λοχαγό Λάρνω, στον καταυλισμό έξω από την πόλη. Της είπε ότι σύντομα θα ξεκινούσαν, επομένως έπρεπε ν’αρχίσουν να ετοιμάζονται. «Μάλιστα, κύριε Ταγματάρχη,» αποκρίθηκε εκείνη.

Ο Τέρι ντύθηκε με τη στολή του και βγήκε από το δωμάτιό του για να ειδοποιήσει τους πολεμιστές του. Ο Νόρις και η Βίλνα είχαν ήδη σηκωθεί και ήταν στο καθιστικό του ξενώνα, έτσι χρειάστηκε να χτυπήσει μόνο τις πόρτες του Ρίμναλ και του Καλιόστρο. Ετοιμάστηκαν όλοι – μια διαδικασία που δεν χρειάστηκε πάνω από μερικά λεπτά – πήγαν στον στάβλο του κάστρου, πήραν τα άλογά τους, και βγήκαν. Τροχάζοντας μέσα στους στενούς δρόμους της Ναραλμάδιας, που είχαν γεμίσει απογευματινές σκιές, πέρασαν την πύλη της πόλης και πλησίασαν τους στρατιώτες που διέλυαν τον καταυλισμό τους.

Η Αρχόντισσα Μοργκάνα, παρατήρησε ο Τέρι, ήταν ήδη εκεί κοντά, καθισμένη στο άλογό της και φορώντας μια βαθυγάλαζη κάπα. Στο κεφάλι της ήταν ένα αργυρό, λαξευτό διάδημα που συγκρατούσε τα καστανά μαλλιά της. Τα χείλη και τα μάτια της ήταν έντονα βαμμένα, όπως και την προηγούμενη φορά, διέκρινε ο Τέρι πλησιάζοντάς την.

Γύρω της ήταν συγκεντρωμένοι καμια εικοσάδα από τους προσωπικούς της φρουρούς, έφιπποι όλοι, με κυανούς μανδύες, κράνη, και μεταλλικούς θώρακες. Ο αρχηγός τους – αυτός που είχε ο Τέρι συναντήσει χτες – ήταν επίσης μαζί τους.

«Αρχόντισσά μου,» χαιρέτησε ο Τέρι.

«Ταγματάρχη,» αποκρίθηκε εκείνη, κλίνοντας ελαφρώς το κεφάλι. Τα μάτια της τον ατένιζαν παρατηρητικά και, συγχρόνως, νωχελικά. Η Μοργκάνα είχε, γενικώς, κάτι το νωχελικό επάνω της. Το ανεξήγητα νωχελικό, ίσως.

«Μπορούμε να ξεκινήσουμε τώρα, υποθέτω…;»

«Ασφαλώς. Μόλις οι στρατιώτες σας είναι έτοιμοι.» Έριξε μια ματιά στους πολεμιστές που είχαν σχεδόν τελειώσει με τη διάλυση του στρατοπέδου τους.

Απρόσμενα – καλπασμός ακούστηκε από τ’αριστερά του Τέρι, κι εκείνος στράφηκε για να δει καβαλάρηδες να έρχονται. Καμια ντουζίνα στο σύνολό τους.

«Ποιοι είναι αυτοί, Αρχόντισσά μου;»

«Πρέπει να είναι ο ιερέας…» είπε η Μοργκάνα, παρατηρώντας τους κι εκείνη. Μάλλον, δεν είχε ειδοποιηθεί για τον ερχομό τους.

Οι καβαλάρηδες σταμάτησαν μπροστά της και μπροστά στον Τέρι. Ήταν όλοι τους Ιεροί Φρουροί, με κλειστά σιδερένια κράνη, εκτός από έναν ο οποίος ήταν, καταφανώς, ιερέας, ντυμένος με άμφια. Είχε δέρμα πορφυρό και μακριά μαύρα μαλλιά και μούσια.

«Ο Μεγάλος Πατέρας Τζοσελίνος,» είπε η Μοργκάνα στον Τέρι. Και προς τον ιερέα, κλίνοντας το κεφάλι: «Μεγάλε Πατέρα.»

«Πληροφορήθηκα ότι σκοπεύετε να αναχωρήσετε, Αρχόντισσά μου,» είπε ο Τζοσελίνος, «και ότι έχουμε…» κοίταξε τον Τέρι, «επισκέπτες στους τόπους μας.»

«Ο Ταγματάρχης Τέρι Κάρμεθ,» είπε η Μοργκάνα, «ήρθε από την Ερρίθια με σκοπό να σταματήσει τον πόλεμο. Πράγμα το οποίο, ασφαλώς, με βρίσκει σύμφωνη· και ελπίζω κι εσάς, Μεγάλε Πατέρα.»

«Θα γίνει το θέλημα του Θεού,» αποκρίθηκε ο Τζοσελίνος. «Δεν είμαστε παρά πιόνια του όλοι μας.»

Να μιλάς για τον εαυτό σου, σκέφτηκε ο Τέρι. «Θα έρθετε μαζί μας, Μεγάλε Πατέρα;»

«Ναι, Ταγματάρχη, θα έρθω.»

«Για ποιο λόγο, αν επιτρέπεται;»

«Πρέπει να υπάρχει ιδιαίτερος λόγος, Ταγματάρχη; Είμαι το Χέρι του Θεού.» Το είπε με τόσο απλό και, συγχρόνως, απόλυτο τρόπο, που ήταν αδύνατον να το αμφισβητήσεις, και που η ίδια η ψυχή του Τέρι έμοιαζε να θέλει να συμφωνήσει πλήρως με τα λόγια του ιερέα.

«Όπως επιθυμείτε, Μεγάλε Πατέρα,» αποκρίθηκε ο ταγματάρχης, όχι επειδή δεν ήξερε τα ψυχολογικά κόλπα των ιερέων της Χάρνταβελ αλλά επειδή δεν το έβρισκε σκόπιμο να διαφωνήσει. Ήταν πιο διπλωματικό να τον δεχτεί· εξάλλου, τι κακό μπορεί να έκανε;

Όταν οι στρατιώτες διέλυσαν τον καταυλισμό τους, ξεκίνησαν να ταξιδεύουν ανατολικά. Ο Τέρι δεν ανέβηκε στο άρμα· προτίμησε να παραμείνει έφιππος, για να είναι κοντά στην Αρχόντισσα και στον Ιερέα Τζοσελίνο. Η Λοχαγός Λάρνω μπήκε στο άρμα. Ο Ρίμναλ, η Βίλνα, ο Καλιόστρο, και ο Νόρις έμειναν γύρω από τον ταγματάρχη τους, σαν προσωπικοί φρουροί του.

Καθώς ταξίδευαν, ο Τζοσελίνος ρώτησε τον Τέρι: «Πώς σκοπεύεις να σταματήσεις τον πόλεμο, Ταγματάρχη;»

«Οι διαταγές μου είναι να επιβάλω την ειρήνη, αν χρειαστεί. Αλλά θα προτιμούσα ο Άρχοντας Ροβέρτος και η Αρχόντισσα Μοργκάνα να έρθουν σε συμβιβασμό που να θεωρούν και οι δύο αποδεκτό. Θα μπορούσατε να με βοηθήσετε, Μεγάλε Πατέρα, αν το επιθυμείτε…»

«Ο Θεός θα μας πει τι πρέπει να γίνει, Ταγματάρχη, κι αυτό θα γίνει…»

Υπέροχη απάντηση… «Ο Θεός θέλει πόλεμο ανάμεσα στα αρχοντάτα; Θέλει οι άνθρωποι της διάστασής σας να σκοτώνονται;»

«Μπορεί να μην είναι παρά θυσίες,» αποκρίθηκε ο Τζοσελίνος. «Μπορεί οι δικοί τους θάνατοι να προσπαθούν να γεμίσουν ένα κενό.»

Ο Τέρι συνοφρυώθηκε. Δεν του άρεσε η κατεύθυνση που είχε πάρει η κουβέντα. «Τι κενό;»

«Εσείς, οι υπηρέτες της Παντοκράτειρας, παρότι είστε εξωδιαστασιακοί, πρέπει να κατανοήσετε ότι όσο βρίσκεστε εδώ είστε μέρος του σχεδίου Του. Κι όμως, όταν όλοι θυσιάζουν, εσείς δεν θυσιάζετε. Αυτό ο Θεός δεν το παραβλέπει…»

Μου λέει τα ίδια που μου έλεγε κι ο άλλος ιερέας, στο στρατόπεδο του Ροβέρτου. Συνεννοημένοι ήταν; Μάλλον όχι. Αλλά είχαν τους ίδιους σκοπούς, και τα ίδια πιστεύω – που ο Τέρι δεν θα μπορούσε ποτέ να τα καταλάβει, όσα χρόνια κι αν έμενε στη Χάρνταβελ.

«Δεν μπορώ εσκεμμένα να θανατώσω ανθρώπους, Μεγάλε Πατέρα.» Ούτε και κανένας άλλος που δεν είναι τρελός, νομίζω.

«Επειδή υστερείς στην πίστη σου, Ταγματάρχη. Τα φαινόμενα που παρουσιάζονται ίσως να προκαλούνται από τη δυσαρέσκεια του Θεού για την παρουσία εξωδιαστασιακών στη Χάρνταβελ. Εξωδιαστασιακών που δεν θυσιάζουν όπως οφείλουν.»

«Δεν είχαν παρατηρηθεί αυτά τα φαινόμενα, όμως, από τότε που ήρθαμε. Τελευταία παρατηρούνται–»

«Οι τρόποι και ο νους Του είναι μυστηριώδεις για εμάς, που μονάχα χαμηλά μπορούμε να δούμε, Ταγματάρχη.»

Αρχίσαμε την κατήχηση πάλι… «Άνθρωποί μας ερευνούν τα φαινόμενα στα οποία αναφέρεστε, Μεγάλε Πατέρα. Σύντομα θα ανακαλύψουν την πραγματική τους αιτία.»

Τα μάτια του Τζοσελίνου γυάλισαν απειλητικά μέσα στο σούρουπο. «Πραγματική αιτία είναι η οργή του Θεού!»

«Όπως νομίζετε, Μεγάλε Πατέρα. Αλλά εγώ τουλάχιστον δεν πρόκειται να θυσιάσω τους στρατιώτες μου.»

«Κι έτσι ο πόλεμος θα συνεχιστεί…»

Τα λόγια του ιερέα, για κάποιον ανεξήγητο λόγο, τον έκαναν να αισθανθεί άσχημα, σαν μέσα του αληθινά να πίστευε αυτές τις σαχλαμάρες.

«Ο πόλεμος δεν είναι δικό μου φταίξιμο!» είπε ο Τέρι, πιο απότομα απ’ό,τι σκόπευε. «Η Αρχόντισσα Μοργκάνα» – τη λοξοκοίταξε εκεί όπου εκείνη ίππευε, παραδίπλα – «μου είπε ότι εσείς της προτείνατε να εισβάλει στα εδάφη του Άρχοντα Ροβέρτου.»

«Η Αρχόντισσα με ρώτησε αν τα σημάδια ήταν ευνοϊκά για να στείλει τους ανθρώπους της σ’εκείνα τα εδάφη, και της είπα αυτό που μου έδειξε ο Θεός: ότι, ναι, τα σημάδια ήταν όντως ευνοϊκά· η γη ζητούσε ανθρώπους να την καλλιεργήσουν.»

«Ανθρώπους της Ναραλμάδιας; Αυτά ήταν εδάφη του Άρχοντα Ροβέρτου, Μεγάλε Πατέρα!»

«Ενώπιον του Θεού όλοι ίδιοι είμαστε.»

Δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε! Αλλ’αυτό είναι συνηθισμένο… Ο ιερέας δίπλα του ίσως να ήταν ο άνθρωπος που πραγματικά έφταιγε για τον πόλεμο ανάμεσα στη Ναραλμάδια και στην Υλιριλίδια, κι όμως δεν έμοιαζε ούτε να το αντιλαμβάνεται ούτε, φυσικά, να θέλει να το παραδεχτεί.

Ο Τέρι δεν αποκρίθηκε – δε νόμιζε ότι θα είχε κανένα νόημα – και η κουβέντα τους σταμάτησε. Ευτυχώς. Γιατί δεν ήξερε τι απαντήσεις ίσως θα έδινε στον Τζοσελίνο, μ’αυτές τις ανοησίες που του έλεγε.

*

Στη γέφυρα θα έφταναν το μεσημέρι της επόμενης ημέρας. Προτού φτάσουν εκεί όμως, οι ανιχνευτές του Στρατηγού Λεοπόλδου τούς είδαν να έρχονται και πήγαν αμέσως να του το αναφέρουν. «Η σύζυγός σας πλησιάζει μαζί με τους Παντοκρατορικούς, Άρχοντά μου.» Ωραία, σκέφτηκε εκείνος. Μπορούμε, λοιπόν, να ξεκινήσουμε.

Και, μέσω ενός τηλεπικοινωνιακού πομπού, έδωσε διαταγή στους πολεμιστές του που βρίσκονταν στα βορειοανατολικά του στρατοπέδου του και πάνω από το στρατόπεδο του Άρχοντα Ροβέρτου, κρυμμένοι μέσα σ’ένα μικρό δάσος ανάμεσα σε δύο λοφίσκους.

«Επιτεθείτε,» τους είπε. «Επιτεθείτε. Τώρα.»

Κι εκείνοι, βγαίνοντας από την κρυψώνα τους, επιτέθηκαν στη βόρεια μεριά των καταυλισμένων Υλιριλίδιων, καλπάζοντας επάνω σε πολεμικά άτια, πυροβολώντας και εκτοξεύοντας βέλη. Αυτή τη φορά ήταν πολλοί περισσότεροι από την προηγούμενη.

Και δεν ήταν μόνοι τους.

Ο Λεοπόλδος, χρησιμοποιώντας πάλι τον πομπό του, έδωσε διαταγή επίθεσης στους πολεμιστές του που ήταν κρυμμένοι νότια του στρατοπέδου του Άρχοντα Ροβέρτου· και βγήκαν κι αυτοί από την κρυψώνα τους χτυπώντας τους Υλιριλίδιους με τόξα και τουφέκια.

Τώρα αποκλείεται ο Ροβέρτος να μην έπεφτε στην παγίδα. Θα έκανε έφοδο στον καταυλισμό των Ναραλμάδιων, κι όταν ήταν εδώ δεν θα συναντούσε μόνο αυτούς, αλλά και τους πολεμιστές της Παντοκράτειρας. Μέσα στην αναταραχή, οι Υλιριλίδιοι θα επιτίθονταν σε όλους, και ο Ταγματάρχης Τέρι Κάρμεθ θα υποχρεωνόταν να πάρει το μέρος των Ναραλμάδιων.

Η Μοργκάνα επίτηδες τον είχε καθυστερήσει στη Ναραλμάδια, προκειμένου να στείλει, με γρήγορο μαντατοφόρο, μήνυμα στον σύζυγό της ώστε εκείνος να προετοιμάσει το έδαφος – και να φροντίσει για τη συνεργασία των Παντοκρατορικών.

Ταίριαζαν οι δυο τους, η Μοργκάνα και ο Λεοπόλδος. Σκέφτονταν με τον ίδιο τρόπο.

*

Ο Τέρι, και σήμερα έφιππος όπως χτες βράδυ, ίππευε στην αρχή του μικρού του στρατεύματος, μαζί με την Αρχόντισσα Μοργκάνα, τον Τζοσελίνο, μερικούς φρουρούς της Αρχόντισσας, μερικούς Ιερούς Φρουρούς, και τους τέσσερις παλιούς στρατιώτες με τους οποίους είχε φιλοξενηθεί στο κάστρο της. Το άρμα με το κανόνι ακολουθούσε ακριβώς πίσω τους, με χαμηλή ταχύτητα, και με τη Λοχαγό Ελπίδα Λάρνω να ξεπροβάλλει από την καταπακτή, από τη μέση κι επάνω.

Πλησίαζε μεσημέρι, και η ζέστη δεν ήταν δυσάρεστη γιατί σήμερα έκανε ψύχρα από το πρωί. Δεν βρίσκονταν πια μακριά από το στρατόπεδο του Λεοπόλδου. Ο Τέρι, φέρνοντας τα κιάλια του στα μάτια, μπορούσε να το δει· οι σημαίες του κυμάτιζαν.

Ήταν αδύνατον, όμως, να δει και το στρατόπεδο του Ροβέρτου εκεί όπου βρισκόταν· η φυσική γεωγραφία της περιοχής τού το έκρυβε.

Κι αυτό που ο ταγματάρχης δεν έβλεπε ήταν, χωρίς να το ξέρει, κάτι πολύ σημαντικό.

Μπορούσε, ωστόσο, να ακούσει. Απόμακρα, κρότοι. Ο ήχος πυροβόλων όπλων. Αποκλείεται να ήταν κάτι άλλο.

Τι συμβαίνει; αναρωτήθηκε. Κάποια σύγκρουση εδώ κοντά; Και μια υποψία μπήκε στο μυαλό του. Μήπως ο Στρατηγός Λεοπόλδος είχε πάλι αρχίσει τις ίδιες τακτικές με πριν; Μήπως επιχειρούσε να προκαλέσει τον Άρχοντα Ροβέρτο σε σύγκρουση;

Γαμώ το Μυαλό του Σκοτοδαίμονος, γαμώ! Ο Τέρι έσφιξε τα ηνία του αλόγου του μέσα στις γροθιές του. Προσπαθούν ξανά να με εξαναγκάσουν να πάρω το μέρος τους!

Κοίταξε τη Μοργκάνα, αλλά εκείνη δε στράφηκε για να τον κοιτάξει. Ατένιζε μπροστά σαν να μην είχε ακούσει τίποτα – που αποκλείεται, εκτός αν ήταν κουφή ή, τουλάχιστον, βαρήκοη.

Παραδόξως, ο Τζοσελίνος είπε: «Κάτι δεν πάει καλά, Ταγματάρχη…»

«Ναι. Κάποια σύγκρουση. Αυτό που ακούγεται, Μεγάλε Πατέρα, είναι πυροβολισμοί.»

«Δε μιλάω για τους πυροβολισμούς.»

Ο Τέρι τον ατένισε καταπρόσωπο και, για μια στιγμή, είχε την εντύπωση πως το πρόσωπο του Τζοσελίνου ήταν το πρόσωπο κάποιου άγριου ζώου της ερημιάς – λύκος, ίσως, ή τσακάλι – που μυρίζει ξαφνικό κίνδυνο στον αέρα.

«Για τι μιλάτε, τότε;»

Ο Τζοσελίνος δεν αποκρίθηκε, σαν κι εκείνος να μην ήξερε για τι ακριβώς μιλούσε.

Ο Τέρι αισθάνθηκε τις τρίχες του να ορθώνονται· γιατί, παρότι ούτε συμπαθούσε ούτε εμπιστευόταν τους ιερείς της Χάρνταβελ, ήξερε πως όντως είχαν κάποιες παράξενες δυνάμεις.

Κι επιπλέον, οι πυροβολισμοί, η σύγκρουση, όπου κι αν γινόταν, σίγουρα δεν προμήνυε τίποτα το καλό.

*

Οι ιππείς του Λεοπόλδου αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν μπροστά στη μαζική επίθεση ολόκληρου του φουσάτου των Υλιριλίδιων. Δεν είχαν άλλη επιλογή, και οι διαταγές τους δεν ήταν να μείνουν – κάτι τέτοιο θα ήταν αυτοκτονικό.

Ο Ροβέρτος, βλέποντάς τους να υποχωρούν, πρόσταξε γκαρίζοντας: «Κυνηγήστε τους! Κυνηγήστε τους! Αρκετά μ’αυτά τα νούμερά τους!»

Η κόρη του, η Αβελαΐδα, που έμοιαζε τόσο στη νεκρή μητέρα της και ήταν καλή στην τέχνη του πολέμου, του είπε, περνώντας ανάμεσα από σκηνές και τρέχοντας κοντά του: «Περίμενε, πατέρα! Στάσου! Ίσως νάναι παγίδα, όπως και τ’άλλο βράδυ.»

«Ναι, μπορεί να είναι παγίδα,» αποκρίθηκε ο Ροβέρτος. «Αλλά δε θα τους αφήσω να έρχονται κάθε τόσο, να μας χτυπάνε, και να φεύγουν! Θα μας κάψουν όλους, λίγο-λίγο!» Κοίταξε προς κάτι σκηνές που φλέγονταν. Μερικοί στρατιώτες τούς πετούσαν νερό από κουβάδες.

«Με προσοχή, όμως,» είπε η Αβελαΐδα. «Αν πράγματι είναι παγίδα, δε χρειάζεται να πέσουμε μέσα.» Κι έτρεξε να δώσει διαταγές στους πολεμιστές του πατέρα της, να κινηθούν προς τα δυτικά, όχι όμως καταδιώκοντας αλλά με σταθερό ρυθμό.

«Πίσω!» φώναξε σε κάποιους που ανέβαιναν στα άλογά τους κι έκαναν ν’ακολουθήσουν τους Ναραλμάδιους. «ΠΙΣΩ!»

Κι όταν είδε πως ήταν αργά για να την ακούσουν ορισμένοι από αυτούς, έστειλε άλλους καβαλάρηδες να τους φέρουν πίσω – αμέσως.

Ο Λεοπόλδος ήταν ύπουλος – το ήξερε η Αβελαΐδα – αλλά δεν θα κατάφερνε να τους προβοκάρει ώστε να δράσουν απερίσκεπτα. Οι ενέργειές του θα γύριζαν για να χτυπήσουν τον ίδιο. Το φουσάτο των Υλιριλίδιων θα του επιτιθόταν οργανωμένα και με τακτική.

*

Όταν είχαν πια φτάσει αρκετά κοντά στο στρατόπεδο των Ναραλμάδιων, καβαλάρηδες φάνηκαν να έρχονται από τα ανατολικά, ολοταχώς και σηκώνοντας σκόνη πίσω τους.

«Μα τον Θεό!» έκανε η Μοργκάνα. «Τι συμβαίνει, Ταγματάρχη;»

«Θα το ανακαλύψουμε σύντομα, Αρχόντισσά μου.»

«Ο Ροβέρτος πρέπει να μας επιτίθεται. Πρέπει να χτύπησε τους ανιχνευτές μας! Αυτοί πρέπει νάναι ανιχνευτές μας που έρχονται! Χρειαζόμαστε τη βοήθειά σας, Ταγματάρχη – σας το είπα ήδη, δεν σας το είπα;»

«Ηρεμήστε, Αρχόντισσά μου. Ας δούμε, πρώτα…» Ο Τέρι είχε την αίσθηση ότι η αντίδρασή της ήταν υπερβολική για τον χαρακτήρα της: δεν του έμοιαζε για γυναίκα που εύκολα ταράζεται. Δίνει παράσταση. Είναι προφανές.

Έφτασαν στο στρατόπεδο των Ναραλμάδιων όταν και οι καλπάζοντες καβαλάρηδες είχαν φτάσει και μια σχετική αναστάτωση είχε ξεκινήσει. Πολεμιστές έβγαιναν από τις σκηνές τους με τα όπλα τους στα χέρια· ιππείς ανέβαιναν στα άλογά τους.

«Ταγματάρχη!» Ο Λεοπόλδος ξεπρόβαλε μέσα από τον καταυλισμό, μ’ένα τουφέκι στο δεξί χέρι, κατεβασμένο. «Έφτασες επάνω στην ώρα–» Σταμάτησε απότομα να μιλά. Κοίταξε τη σύζυγό του. «Μοργκάνα; Τι κάνεις εδώ;»

«Ο ταγματάρχης επέμενε να έρθω, για να διαπραγματευτούμε με τον Άρχοντα Ροβέρτο.»

Εγώ επέμενα; σκέφτηκε ο Τέρι. Αυτοί οι δυο είναι ικανοί να σε τρελάνουν!

«Μας επιτίθενται,» της είπε ο Λεοπόλδος. «Είναι επικίνδυνα εδώ. Πήγαινε στη σκηνή μου να εξοπλιστείς – γρήγορα!»

Η Μοργκάνα ένευσε και κατέβηκε απ’το άλογό της.

«Ταγματάρχη,» είπε ο Λεοπόλδος στον Τέρι, «χρειαζόμαστε τη βοήθειά σου. Οι Υλιριλίδιοι προελαύνουν εναντίον μας. Οι ανιχνευτές μου τους είδαν, και δέχτηκαν πυρά από αυτούς!»

«Σου εξήγησα και την προηγούμενη φορά, Στρατηγέ: είμαι εδώ για να φέρω την ειρήνη–»

«Την ειρήνη;» φώναξε ο Λεοπόλδος, καθώς η Μοργκάνα έτρεχε στο εσωτερικό του στρατοπέδου κι ένας πολεμιστής την οδηγούσε προς τη σκηνή του συζύγου της. «Ποια ειρήνη; Δε βλέπεις ότι αυτοί οι φονιάδες προσπαθούν να μας εξολοθρεύσουν όλους;»

«Δεν πρόκειται να βάλω τους στρατιώτες μου να επιτεθούν σε κανέναν–»

«Οι Υλιριλίδιοι, όμως, θα επιτεθούν σ’εσένα, Ταγματάρχη· να είσαι βέβαιος γι’αυτό! Δε σε θέλουν στα εδάφη τους – δε θέλουν ειρήνη. Θέλουν μόνο να κατακτήσουν τα πάντα γύρω τους!»

«Στρατηγέ!» φώναξε, τότε, ένας από τους Ναραλμάδιους πολεμιστές, και έδειξε προς τα ανατολικά.

Ο Τέρι κοίταξε και είδε ένα μεγάλο φουσάτο να έρχεται, με σημαίες να κυματίζουν και όπλα και πανοπλίες να γυαλίζουν στον μεσημεριανό ήλιο, μέσα από τη σκόνη που σήκωναν τα μποτοφορεμένα πόδια στρατιωτών και οι οπλές αλόγων.

Οι Υλιριλίδιοι πλησίαζαν. Με φανερή πρόθεση να επιτεθούν.

*

Καθώς προέλαυναν προς τους Ναραλμάδιους – προσέχοντας, συγχρόνως, για κάποια πιθανή παγίδα από γύρω – ο Οσβάλδος ζύγωσε τον Ροβέρτο και είπε:

«Κάτι συμβαίνει, Άρχοντά μου… Κάτι δεν πάει καλά…»

Ο Ροβέρτος συνοφρυώθηκε. «Τι εννοείτε, Μεγάλε Πατέρα; Παγίδα; Πού ακριβώς;»

Ο Οσβάλδος κούνησε το κεφάλι μοιάζοντας προβληματισμένος. «Δεν έχει να κάνει με τους Ναραλμάδιους… Τα σημάδια μού λένε ότι… Κάποια ασθένεια…»

Το τελευταίο δεν ήταν παρά ένας ψίθυρος· ο Ροβέρτος με το ζόρι το άκουσε μέσα από το ποδοβολητό ανθρώπων και αλόγων. «Τι ασθένεια;»

Ο Οσβάλδος, όμως, έμεινε σιωπηλός· κι έμοιαζε με γιγάντιο αρπακτικό που κατοπτεύει το έδαφος, προσπαθώντας να διακρίνει πού ακριβώς καιροφυλαχτεί ο κίνδυνος που διαισθάνεται.

Ο Ροβέρτος φώναξε στην κόρη του, που ήταν στη νότια μεριά του φουσάτου. Εκείνη ήρθε καλπάζοντας, και τράβηξε τα ηνία του αλόγου της κοντά στο άλογο του πατέρα της.

«Τι είναι;»

«Ο Μεγάλος Πατέρας διαισθάνεται ότι κάτι συμβαίνει. Φρόντισε να έχεις τα μάτια σου ανοιχτά.»

«Μέχρι στιγμής δεν φαίνεται να μας έχουν στήσει παγίδα, πατέρα. Και τώρα, είναι πια αργά. Δες πόσο κοντά τους είμαστε!»

Το στρατόπεδο των Ναραλμάδιων φαινόταν πλέον καθαρά αντίκρυ τους, και ο Ροβέρτος μπορούσε να δει ότι οι πολεμιστές της Μοργκάνας ετοιμάζονταν για μάχη. Έβγαιναν απ’τις σκηνές τους και παρατάσσονταν στην ανατολική μεριά.

«Ναι, αλλά και πάλι…» μουρμούρισε ο Άρχοντας της Υλιριλίδιας, προβληματισμένος.

Η Αβελαΐδα κοίταξε τον ιερέα, ο οποίος δεν θέλησε να μιλήσει για να προσθέσει κάτι σ’αυτά που της είχε πει ο πατέρας της. Η προσοχή του ήταν στραμμένη αλλού.

*

Το φουσάτο των Υλιριλίδιων ζύγωνε.

«Αρκετά μ’αυτές τις ανοησίες!» γρύλισε ο Τέρι αφιππεύοντας. «Λοχαγέ, κάτω!» πρόσταξε την Ελπίδα Λάρνω, κι εκείνη κατέβηκε αμέσως από το άρμα.

Ο Τέρι ανέβηκε στο τετράκυκλο θωρακισμένο όχημα και πρόσταξε όλους τους στρατιώτες του να τον ακολουθήσουν.

«Τι πας να κάνεις, Ταγματάρχη;» του φώναξε ο Τζοσελίνος.

«Τη δουλειά μου, Μεγάλε Πατέρα,» αποκρίθηκε ο Τέρι. «Που είναι να δώσω τέλος σ’αυτό τον πόλεμο.» Και πρόσταξε τον οδηγό του άρματος να ξεκινήσει – για να πάει ανάμεσα στους στρατούς των Ναραλμάδιων και των Υλιριλίδιων.

Το άρμα κινήθηκε, και οι καβαλάρηδες του Τέρι το ακολούθησαν.

Η Μοργκάνα, που είχε μπει στη σκηνή του άντρα της για να εξοπλιστεί, και τώρα είχε μόλις βγει ντυμένη με ελαφριά πανοπλία, ζωσμένη ένα σπαθί, και κρατώντας πιστόλι στο χέρι, είδε τον μικρό στρατό του Ταγματάρχη Τέρι Κάρμεθ να κάνει κύκλο γύρω από τη νότια πλευρά του στρατοπέδου των Ναραλμάδιων για να φτάσει στα ανατολικά, πολύ πιο μπροστά από το σημείο όπου παρατάσσονταν οι πολεμιστές της.

«Τι κάνει;» φώναξε η Μοργκάνα. «Τι κάνει;»

Ο Λεοπόλδος, ακούγοντας τη φωνή της, την πλησίασε. «Φοβάμαι ότι ο Παντοκρατορικός είναι ξεροκέφαλος.»

«Μα αυτό που κάνει είναι ηλίθιο! Γιατί πάει μπροστά;»

«Γιατί πιστεύει ότι ο Ροβέρτος δεν θα του επιτεθεί αν τον δει εκεί, κι έτσι η σύγκρουση θα αποφευχθεί.»

Η Μοργκάνα συνοφρυώθηκε. «Ο Ροβέρτος δεν θα σταματήσει!… Δεν μπορεί… Θα σταματήσει;»

Ο Λεοπόλδος έμοιαζε να δυσανασχετεί. «Είναι πιθανό. Γιατί κοίταξε πώς έρχεται το φουσάτο του. Κινούνται προσεχτικά, ενώ εγώ είχα υπολογίσει ότι θα έρχονταν κάνοντας έφοδο. Τότε δεν θα προλάβαιναν να σταματήσουν· αίμα θα χυνόταν ανάμεσα σ’αυτούς και τους Παντοκρατορικούς· αλλά τώρα… τώρα, δεν είναι καθόλου βέβαιο.»

Η Μοργκάνα καταράστηκε σιγανά πίσω από τα δόντια της.

*

Ο Τέρι πρόσταξε τον οδηγό να σταματήσει το άρμα εδώ ακριβώς όπου τώρα βρίσκονταν, ανάμεσα στους δύο στρατούς.

«Κύριε Ταγματάρχη, είμαστε σε πολύ επικίνδυνη θέση!» είπε η Λοχαγός Λάρνω, καθισμένη στο άλογό της.

«Σχετικά,» αποκρίθηκε ο Τέρι. «Δεν θα τολμήσουν να μας επιτεθούν. Βλέπουν ποιοι είμαστε.

»Μην πανικοβληθείτε!» φώναξε στους στρατιώτες του. «Μείνετε στις θέσεις σας, ό,τι κι αν συμβεί! Δεν θα τολμήσουν να μας επιτεθούν!» Και προς τη Λοχαγό, πάλι: «Ύψωσε τη σημαία μας, Ελπίδα.»

Εκείνη υπάκουσε, παίρνοντας την τυλιγμένη σημαία με το έμβλημα της Παντοκράτειρας από έναν άλλο ιππέα, ξετυλίγοντάς την, και σηκώνοντάς την πάνω απ’το κεφάλι της με το ένα χέρι. Το ύφασμα κυμάτισε περήφανα στον λιγοστό άνεμο του μεσημεριού.

Οι Υλιριλίδιοι πλησίαζαν, με τα όπλα τους έτοιμα.

«Φύγετε από μπροστά!» φώναζαν ορισμένοι Ναραλμάδιοι, πίσω από τον Τέρι. «Φύγετε από μπροστά!»

«Μη δίνετε σημασία!» πρόσταξε ο Τέρι τους στρατιώτες του. «Μη δίνετε καμία σημασία! Και σε καμία περίπτωση μην ανοίξετε πυρ!»

Οι Υλιριλίδιοι ήταν τώρα σε απόσταση βολής, και το στράτευμά τους σταμάτησε. Τουφέκια και τόξα υψώθηκαν.

«Ταγματάρχη!» αντήχησε η φωνή του Άρχοντα Ροβέρτου. «Δε θα σταθείς στο δρόμο μας! Ο πόλεμός μας δεν είναι μαζί σου!»

«Είμαι εδώ για να σταματήσω τον πόλεμο, Άρχοντά μου!» αποκρίθηκε ο Τέρι. «Αυτή η σύγκρουση δεν θα πραγματοποιηθεί!»

«Θα έπρεπε να το είχες πει αυτό στους φίλους σου τους Ναραλμάδιους, προτού εκείνοι επιτεθούν στο στρατόπεδό μας!»

*

«Τώρα!» πρόσταξε ο Λεοπόλδος τους πολεμιστές του. «Επιτεθείτε, τώρα! Πηγαίνετε γύρω από τους Παντοκρατορικούς και κοντά τους – και χτυπήστε τους Υλιριλίδιους!»

Η διαταγή του εκτελέστηκε αμέσως: οι Ναραλμάδιοι προχώρησαν, αφήνοντας τις αρχικές τους θέσεις, και, βρισκόμενοι πλάι στους στρατιώτες του Τέρι Κάρμεθ, άνοιξαν πυρ κατά των Υλιριλίδιων.

«ΟΧΙ!» φώναξε ο ταγματάρχης. «Παύσατε πυρ! Παύσατε πυρ!»

Αλλά οι Ναραλμάδιοι δεν έπαιρναν διαταγές από εκείνον· είχαν ήδη πάρει τις διαταγές τους από τον Στρατηγό Λεοπόλδο, τον σύζυγο της Αρχόντισσάς τους.

Και οι Υλιριλίδιων αμέσως ανταπέδωσαν.

«Κύριε Ταγματάρχη!» φώναξε η Λοχαγός Λάρνω, καθώς η σημαία που κρατούσε δεχόταν σφαίρες κι έσχιζε.

«Οι καταραμένοι μπάσταρδοι…!» γρύλισε ο Τέρι κάτω απ’την ανάσα του. Έπιασε έναν τηλεβόα από το εσωτερικό του άρματος· τον έφερε στο στόμα του και μίλησε:

«ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΕΙΡΑΣ, ΣΑΣ ΠΡΟΣΤΑΖΩ ΟΛΟΥΣ ΝΑ ΠΑΥΣΕΤΕ ΠΥΡ! ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ, ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΘΑ ΥΠΑΡΞΟΥΝ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟ ΑΡΧΟΝΤΑΤΟ ΤΗΣ ΝΑΡΑΛΜΑΔΙΑΣ ΚΑΙ ΓΙΑ ΤΟ ΑΡΧΟΝΤΑΤΟ ΤΗΣ Υ–»

Το έδαφος, ξαφνικά, τραντάχτηκε.

Ή μάλλον, όχι· όχι μόνο το έδαφος.

Τα δέντρα, οι λόφοι αντίκρυ, ο ίδιος ο αέρας–

Τι γίνεται; απόρησε ο Τέρι, νιώθοντας να ζαλίζεται. Άπλωσε το χέρι του για να πιαστεί από την άκρη του άρματος και να μη γλιστρήσει και πέσει μέσα στην καταπακτή.

«Κύριε Ταγματάρχη!» ούρλιαξε η Λοχαγός Λάρνω· γυρίζοντας το βλέμμα του, ο Τέρι την είδε να έχει πέσει από το άλογό της. Και πού ήταν το άλογο;

Κραυγές αντηχούσαν από παντού. Πολεμιστές σωριάζονταν στη γη. Όπλα σκορπίζονταν.

Ο Τέρι αισθάνθηκε μια πίεση ασύλληπτης δύναμης, σαν ένα πελώριο χέρι να τον είχε σπρώξει – εκείνον και το άρμα του μαζί.

Έβλεπε τα πάντα να παίρνουν μια τελείως αφύσικη κλίση, λες κι η ίδια η διάσταση να είχε μετατραπεί σε κεκλιμένο επίπεδο–

–και ο Τέρι μπορούσε τώρα να δει μια ερημιά (βράχοι, άμμος, ένας καυτός ήλιος που φλόγες χόρευαν γύρω του) μπλεγμένη με την πεδιάδα και τους λόφους.

Πώς είναι δυνατόν;

Μια από τις μυστηριώδεις αντανακλάσεις;

Έπεφτε. Αισθανόταν να πέφτει ενώ έμενε ακίνητος – μια τελείως ανέγνωρη αίσθηση.

Η Χάρνταβελ ήταν ένα χαλί, και κάποια δύναμη το είχε αναπάντεχα τραβήξει κάτω από το άρμα του.

Ο αποπροσανατολισμός άρχισε να υποχωρεί, και ο Τέρι συνειδητοποίησε ότι ήταν πεσμένος μπρούμυτα πάνω στην οροφή του άρματος, με το μισό του σώμα έξω από την καταπακτή και το μισό μέσα.

Η ζαλάδα περνούσε.

Ο Τέρι ανασηκώθηκε, μουγκρίζοντας.

Γύρω του ήταν εκείνη η ερημιά, και στο βάθος τελείωνε και άρχιζαν οι πεδιάδες και οι λόφοι.

Βλεφάρισε.

Ήταν σαν εφιάλτης.

Η ερημιά είχε χωθεί όπως μια λεπίδα μέσα στη σάρκα της Χάρνταβελ…

Κεφάλαιο 13
Οι Δρόμοι Χωρίζουν

Ο Εδμόνδος ο Βοριάς και ο Ρογήρος τούς μίλησαν για περιπτώσεις αντικατοπτρισμών που είχαν ακούσει. Σε καμία απ’αυτές δεν φαινόταν να έχει συμβεί τίποτα το πραγματικά κακό, πέρα από το ότι μερικοί χωρικοί, κυνηγοί, ή ταξιδιώτες είχαν δει κάτι παράξενο – εικόνες από κάποια άλλη διάσταση – και είχαν τρομάξει. Το χειρότερο ήταν αυτό που έκαναν μετά οι ιερείς της Χάρνταβελ: Θεωρώντας πως υπήρχε κάποιο πρόβλημα, κάποια δαιμονική επιρροή, στις περιοχές όπου παρουσιάζονταν οι αντικατοπτρισμοί, έβαζαν τους ντόπιους να προσφέρουν θυσίες στον Θεό.

Ανθρωποθυσίες.

Τα ίδια, δηλαδή, που έκαναν και για τα περιέργως ξεραμένα χωράφια και την υπογονιμότητα.

Τα αποτελέσματα ήταν, επίσης, ίδια: καμία βελτίωση δεν φαινόταν να επιτυγχάνεται.

Ο Σέλιρ’χοκ και ο Σθένελος’σαρ, ακούγοντας τις ιστορίες του Εδμόνδου και του Ρογήρου, δεν μπορούσαν να βγάλουν κανένα συμπέρασμα για τη φύση του προβλήματος της Χάρνταβελ. «Φαίνεται σαν αραίωση των τοιχωμάτων της, όπως είπα και πριν,» ήταν η μόνη γνώμη που πρόσφερε ο Ερευνητής στους υπόλοιπους επαναστάτες· και ο Σέλιρ’χοκ δεν διαφώνησε: η όψη του, όμως, ήταν συλλογισμένη.

Τελικά, είπε: «Το μόνο σταθερό πράγμα – εκείνο, τουλάχιστον, που παρουσιάζεται ξανά και ξανά στις αναφορές σας – είναι ότι οι μάρτυρες του φαινομένου βλέπουν κάποια ερημιά.»

«Όχι πάντα,» τόνισε ο Ρογήρος.

«Είναι, όμως, συχνό, δεν είναι; Τέσσερις στις πέντε περιπτώσεις, το υπολογίζω.»

Ο Ρογήρος συνοφρυώθηκε. «Πρέπει νάχεις δίκιο. Και τι μπορεί να σημαίνει, νομίζεις;»

«Ότι στη διάσταση που έρχεται σ’επαφή με τη Χάρνταβελ υπάρχει κάποια μεγάλη έρημος, ίσως…» υπέθεσε ο Σέλιρ’χοκ. Και κοίταξε τον Σθένελο, ο οποίος κατένευσε.

«Είναι πιθανό,» είπε. «Μπορεί, βέβαια, η Χάρνταβελ να έρχεται σε επαφή και με περισσότερες από μία διαστάσεις…»

«Περισσότερες από μία διαστάσεις που όλες έχουν μεγάλες ερήμους;» απόρησε η Άνμα’ταρ.

«Περισσότερες από μία διαστάσεις γενικά. Μία απ’αυτές, λογικά, πρέπει να είναι που έχει τη μεγάλη έρημο.»

«Και μ’αυτήν έρχεται πιο συχνά σε επαφή η Χάρνταβελ;» ρώτησε ο Γεράρδος, προσπαθώντας να παρακολουθήσει τη συζήτηση των μάγων.

«Πιθανώς,» αποκρίθηκε ο Σθένελος.

Όταν ο Ρογήρος και ο Εδμόνδος τελείωσαν να τους λένε ιστορίες που είχαν ακούσει, ήταν μερικές ώρες πριν από την αυγή και οι επαναστάτες αποφάσισαν να πάνε να ξεκουραστούν, γιατί αύριο μάλλον θα έφευγαν από την Οκρίνθια.

«Και πού θα πάμε;» έθεσε το ερώτημα η Βατράνια. «Δεν έχουμε κανένα στοιχείο για ν’ακολουθήσουμε. Από δω κι από κει παρουσιάζονται αυτοί οι αντικατοπτρισμοί.»

«Θα πρέπει να πάμε από δω κι από κει, λοιπόν,» της είπε η Μάρθα.

Η Βατράνια τη λοξοκοίταξε. «Έκανα μια σοβαρή ερώτηση, νομίζω.»

«Η Μάρθα έχει δίκιο,» είπε ο Σέλιρ’χοκ. «Αφού δεν έχουμε κανένα συγκεκριμένο στοιχείο για ν’ακολουθήσουμε, θα πρέπει να περιπλανηθούμε ελπίζοντας να συναντήσουμε οι ίδιοι κάποιον αντικατοπτρισμό, ή, ακούγοντας για την παρουσία ενός αντικατοπτρισμού, να πάμε στον τόπο της εμφάνισής του.»

(Η Μάρθα έβγαλε τη γλώσσα στη Βατράνια καθώς ο Σέλιρ’χοκ μιλούσε. Η Βατράνια την αγνόησε επιδεικτικά.)

«Λογικό ακούγεται,» είπε ο Γεράρδος. Και προς τον Εδμόνδο: «Θα έρθεις μαζί μας; Θα μας χρειαστεί, ίσως, κάποιος που είναι πολυταξιδεμένος.»

«Πώς ταξιδεύετε;» ρώτησε ο Βοριάς.

Ο Γεράρδος τού είπε για το μεταβαλλόμενο όχημα που είχαν. «Χωράτε, πιστεύω, εσύ, η Ιζαμπώ, κι η Ισαβέλλα.»

«Δε μπορούμε, όμως, ν’αφήσουμε το δικό μας όχημα,» αποκρίθηκε ο Εδμόνδος.

Ο Γεράρδος, λιγάκι ξαφνιασμένος, ύψωσε ένα φρύδι ερωτηματικά.

Ο Εδμόνδος είπε: «Έχουμε κι εμείς ενεργειακό όχημα. Όχι μεταβαλλόμενο, βέβαια, ούτε πολύ γρήγορο, αλλά είναι ό,τι χρειαζόμαστε για να κινούμαστε άνετα. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν έχουν τέτοια οχήματα στη Χάρνταβελ, όπως θα ξέρεις, αφού κάποτε έμενες εδώ.»

Ο Γεράρδος ένευσε. «Πώς το δικαιολογείς στους ανθρώπους της Παντοκράτειρας;»

«Τι να δικαιολογήσω, φίλε μου; Τροβαδούρος είμαι. Πλανόδιος. Μου χρειάζεται στη δουλειά μου, και έχω αρκετά χρήματα για να μπορώ να το συντηρώ – μόλις και μετά βίας, αλλά τα καταφέρνω.»

Η Άνμα’ταρ είπε: «Θα τραβήξουμε σίγουρα την προσοχή των πρακτόρων της Παντοκράτειρας αν αρχίσουμε να ταξιδεύουμε γύρω-γύρω στη Χάρνταβελ μέσα σε δύο ενεργειακά οχήματα.»

«Αυτό είναι αλήθεια,» συμφώνησε ο Γεράρδος. «Τι προτείνεις εσύ, Εδμόνδε;»

«Αφού με κάλεσες, υποθέτω θα έχεις καλό λόγο,» μειδίασε ο τροβαδούρος, αναφερόμενος προφανώς στο όνειρο που είχε δει. «Επομένως, δεν κάνει τώρα να φύγω απ’την παρέα σου. Επιπλέον, έχε υπόψη σου ότι σ’όλη τη Χάρνταβελ είμαι ο μοναδικός περιπλανώμενος επαναστάτης.»

«Δεν είναι δυνατόν…» είπε η Βατράνια.

«Κι όμως, αγαπητή μου,» αποκρίθηκε ο Εδμόνδος. «Κανένας άλλος αρωγός της Επανάστασης δεν τριγυρίζει σε τακτική βάση. Όχι πως αυτό σημαίνει, ασφαλώς, ότι δεν είναι πιστοί στον σκοπό μας.»

«Πάντως,» τόνισε η Άνμα’ταρ ξανά, «δύο περιφερόμενα ενεργειακά οχήματα θα τραβήξουν την προσοχή των Παντοκρατορικών. Εκτός αν είμαστε υπερβολικά προσεχτικοί. Δε νομίζω πως ωφελεί να το ρισκάρουμε.»

«Ήμουν έτοιμος να προτείνω μια λύση,» της είπε ο Εδμόνδος.

«Σ’ακούμε.»

«Μπορούμε να χωριστούμε. Ορισμένοι θα έρθετε στο δικό μου όχημα, ορισμένοι θα πάτε με το δικό σας.»

Ο Γεράρδος συνοφρυώθηκε σκεπτικός. «Τι λέτε;» ρώτησε τους συντρόφους του.

«Αν είναι να πάει κάποιος με τον Εδμόνδο, θα πρέπει οπωσδήποτε να είναι ο Σθένελος ή εγώ,» γνωμοδότησε ο Σέλιρ’χοκ. «Είμαστε οι μόνοι μάγοι που μπορούμε να ερευνήσουμε τους αντικατοπτρισμούς. Η Άνμα – παρότι δεν αμφισβητώ τις ικανότητές της και το ξέρει – δεν έχει εκπαιδευτεί για τέτοιες δουλειές.» Κοίταξε τη Δράκαινα, η οποία δεν έφερε αντίρρηση· γνώριζε τα όριά της.

«Θα πάω εγώ με τον Εδμόνδο,» είπε ο Σθένελος αμέσως μόλις ο Σέλιρ τελείωσε τα λόγια του· και είδε την Ιζαμπώ να του κλείνει το μάτι υπομειδιώντας, γιατί σίγουρα είχε προσέξει ότι την παρατηρούσε, μάλλον κολακευτικά, όσο ο Ρογήρος και ο Εδμόνδος διηγούνταν τις ιστορίες τους. Η αλήθεια ήταν – ο Σθένελος έπρεπε, τουλάχιστον, να την παραδεχτεί στον εαυτό του – ότι είχε αμέσως προθυμοποιηθεί να πάει με τον τροβαδούρο επειδή οι χορεύτριες τού άρεσαν – η Ιζαμπώ κυρίως, αλλά και η Ισαβέλλα.

Η Βατράνια έριξε στον Σθένελο ένα βλέμμα που, ίσως, φανέρωνε ενόχληση. Σκατά… σκέφτηκε ο μάγος. Το πρόσεξε κι εκείνη; Ορισμένες φορές είχε την εντύπωση πως οι γυναίκες διέθεταν κάποια παράξενη διαίσθηση που ο ίδιος δεν είχε.

«Είσαι σίγουρος;» τον ρώτησε ο Γεράρδος.

«Τι;…» έκανε ο Σθένελος, αποπροσανατολισμένος από το κλείσιμο του ματιού της Ιζαμπώς και το βλέμμα της Βατράνιας.

«Είσαι σίγουρος ότι θες να πας με τον Εδμόνδο;» διευκρίνισε ο Γεράρδος, αναρωτούμενος αν ο μάγος είχε ξαφνικά κοιμηθεί.

«Ναι, βέβαια,» αποκρίθηκε ο Σθένελος, νιώθοντας ότι τώρα θα ήταν ανόητο να κάνει πίσω εξαιτίας της Βατράνιας. Εξάλλου, η Βατράνια ήταν λιγάκι περίεργη, δεν ήταν; Και δεν είχε συμβεί και τίποτα ανάμεσά τους…

«Πρέπει, όμως, να έρθει και κάποιος άλλος μαζί σου,» του είπε ο Γεράρδος. «Δε θα πας μόνος.»

«Δε θα τον κακοποιήσουμε,» δήλωσε η Ιζαμπώ, και η Ισαβέλλα γέλασε σιγανά.

«Κυρίες,» είπε ο Εδμόνδος αγριοκοιτάζοντάς τες, «λίγη αυτοσυγκράτηση στα χωρατά σας.»

«Σώωωπα…» αποκρίθηκε η Ισαβέλλα, μειδιώντας και κάνοντας μια χαριτωμένη πιρουέτα.

«Θα πάω εγώ μαζί του,» είπε η Βατράνια στον Γεράρδο.

Υπέροχα… σκέφτηκε ο Σθένελος, απογοητευμένα.

«Όχι,» αποκρίθηκε ο Γεράρδος στη Βατράνια.

«Τι! Γιατί;»

Η Μάρθα τής είπε: «Μπορεί να θέλει κάποιον σοβαρό άνθρωπο να συνοδέψει τον μάγο μας.»

Η Βατράνια τής πέταξε σφαίρες με τα μάτια. «Ελπίζω, τότε, να μη στείλει εσένα

«Για έλα πιο κοντά να το πεις αυτό.» Η Μάρθα έκανε ένα βήμα προς τη Βατράνια.

Ο Γεράρδος τύλιξε το χέρι του γύρω από τη μέση της και την τράβηξε πλάι του. «Έχουμε πρόβλημα,» είπε. «Ο Σέλιρ’χοκ και η Άνμα’ταρ πρέπει να μείνουν με το όχημά μας, για να ρυθμίζουν την ενεργειακή του ροή. Εγώ είμαι ο μόνος που ξέρει τη Χάρνταβελ, έτσι δεν μπορώ να πάω με τον Εδμόνδο. Επομένως–»

«Ή εμένα θα στείλεις ή αυτή την τρελή,» είπε η Βατράνια.

Ο Γεράρδος έσφιξε τη ζώνη της Μάρθας μέσα στη γροθιά του για να μη γίνει κανένα κακό προηγούμενο. «Πράγματι,» παραδέχτηκε.

«Βλέπεις;» είπε η Βατράνια. «Οι επιλογές σου είναι λίγες. Και δε νομίζω ότι η Μάρθα θέλει να πάει.»

«Ποιος είπε ότι δεν θέλω να πάω;»

Ο Γεράρδος στράφηκε να την κοιτάξει. «Θέλεις;»

Εκείνη συνοφρυώθηκε, καθώς θυμήθηκε όσα τής είχε πει ο Γεράρδος για την περίπτωση που ο Εχθρός του επέστρεφε. «Μόνο αν πρέπει…» κόμπιασε.

«Είδες, Γεράρδε;» είπε η Βατράνια, υπομειδιώντας αυτάρεσκα. «Εγώ μόνο μπορώ να πάω.»

Ο Γεράρδος πήρε το βλέμμα του από τη Μάρθα και το έστρεψε στη Βατράνια. Η προθυμία σου, όμως, με παραξενεύει, σκέφτηκε. Και ο Σθένελος ήταν περίεργα σιωπηλός, από τότε που είχε μιλήσει η Βατράνια. Επιπλέον, εκείνο το σχόλιο της Ιζαμπώς… Και, όσο ταξίδευαν μέσα στην Απολλώνια για να φτάσουν στη διαστασιακή δίοδο προς Χάρνταβελ, ο Σθένελος έμοιαζε να είχε δείξει μια κάποια συμπάθεια στη Βατράνια – όχι πως κι η ίδια, βέβαια, ήταν συγκρατημένη μαζί του· αλλά αυτός ήταν ο χαρακτήρας της γενικά.

Είναι δυνατόν να συμβαίνει εκείνο που μοιάζει να συμβαίνει;

Ο Γεράρδος απόρησε με τον νεαρό μάγο. Πότε είχε προλάβει να δώσει ερωτικές υποσχέσεις στην Ιζαμπώ (και στην Ισαβέλλα, ίσως); Και πώς είχε καταφέρει να κάνει τη Βατράνια να το προσέξει αυτό και να το δει ως πρόκληση; Δεν έμοιαζε για γυναίκα που κυνηγούσε τους άντρες· ήταν, αναμφίβολα, από τις γυναίκες που τους προσέλκυαν και μόνο με την παρουσία τους.

Η περίπτωση φαινόταν φορτισμένη, κι επομένως ο Γεράρδος θα προτιμούσε να μην στείλει τη Βατράνια μαζί με τον Σθένελο. Αλλά, όπως αποδεικνυόταν εύκολα κατόπιν λίγης σκέψης, δεν είχε καλύτερη επιλογή.

«Εντάξει,» της είπε. «Θα πας μαζί. Όμως,» τόνισε, κοιτάζοντας μια τον Σθένελο μια εκείνη, «να θυμάστε κι οι δύο τη δουλειά για την οποία ήρθαμε εδώ.»

«Έτσι όπως μας μιλάς,» είπε, σοβαρά, η Βατράνια, «θα νόμιζε κανείς ότι δεν μας εμπιστεύεσαι.»

«Θα προτιμούσα να ήμουν κι εγώ μαζί σας, ή ίσως η Άνμα’ταρ, αλλά δυστυχώς δεν γίνεται.»

«Μην ανησυχείς, Γεράρδε,» είπε ο Σθένελος. «Ξέρουμε γιατί είμαστε στη Χάρνταβελ, παρότι δεν έχουμε ξαναέρθει εδώ και παρότι… αυτή είναι, ουσιαστικά, η πρώτη φορά που υπηρετώ την Επανάσταση σε κάποια τέτοια αποστολή.» Ήταν λιγάκι αμήχανος.

«Δεν θέλω να πω ότι δεν σου έχω εμπιστοσύνη,» τον διαβεβαίωσε ο Γεράρδος. «Αφού ο Οδυσσέας σ’εμπιστεύεται, το ίδιο σ’εμπιστεύομαι κι εγώ.

»Τη Βατράνια, βέβαια, κανένας δεν την εμπιστεύεται,» πρόσθεσε αστειευόμενος.

«Θα το πληρώσεις αυτό, καθίκι!» αποκρίθηκε η Βατράνια, χαμογελώντας και μη μοιάζοντας να έχει πραγματικά θυμώσει.

«Νομίζω,» είπε η Άνμα’ταρ, «ότι καλό θα ήταν να εκμεταλλευτούμε τις λίγες ώρες που μας έχουν μείνει ώς το πρωί για να κοιμηθούμε.»

Οι άλλοι συμφώνησαν, και ο Ρογήρος πρόσθεσε: «Δεν είστε οι μόνοι που έχετε δουλειές το πρωί, ξέρετε. Τούτο το πανδοχείο σού βγάζει το λάδι, απ’τα ξημερώματα ώς τα μεσάνυχτα.»

«Θα μας οδηγήσεις στα δωμάτιά μας;» τον ρώτησε ο Γεράρδος.

«Εννοείται.»

Έπιασε μια ενεργειακή λάμπα και βάδισε πρώτος, ανεβαίνοντας τη στενή στριφογυριστή σκάλα που βρισκόταν στο κέντρο του Ισάδελφου σαν σπονδυλική στήλη χωρίς να έχει κανένα παράθυρο. Είχε, όμως, πολλές κρυφές πόρτες που άνοιγαν σε διάφορα δωμάτια. Ο Ρογήρος, ασφαλώς, ήξερε όλες πού ακριβώς έβγαζαν, και πήγε τους επαναστάτες, τον έναν κατόπιν του άλλου, στα δωμάτιά τους. Μετά, κατευθύνθηκε προς τη μικρή πόρτα που οδηγούσε στο δικό του δωμάτιο, στο ισόγειο· μπήκε και βρήκε μέσα τη γυναίκα του, τη Μπενεντέτα, να κοιμάται γαλήνια. Η εννιάχρονη κόρη του, η Ιβέτα, κοιμόταν στη γωνία, σ’ένα παιδικό κρεβάτι.

Θεέ Μεγάλε και Πανίσχυρε, σκέφτηκε ο Ρογήρος. Πράκτορες του Πρίγκιπα ή μη, τι θα κάνουν για να μας βοηθήσουν; Δεν φαίνεται να έχουν ιδέα… Και δεν ζήτησαν να μιλήσουν σε κανέναν ιερέα. Ένας ιερέας ίσως να μπορούσε να τους δώσει κάποιες πληροφορίες. Από την άλλη, όμως, δε μοιάζει να πιστεύουν ότι οι μέθοδοι των ιερέων θα μας βοηθήσουν. Και ούτε κι εγώ το νομίζω. Όχι πια. Μετά από τόσες ανθρωποθυσίες, τίποτα δεν έχει γίνει. Είναι, άραγε, η Οργή του Θεού που φέρνει όλα τούτα τα κακά στη διάστασή μας; Ή είναι κάτι άλλο, τελείως διαφορετικό; Ο Γεράρδος κι οι σύντροφοί του πρέπει να πίστευαν το τελευταίο, σκεφτόταν ο Ρογήρος καθώς έβγαζε τα ρούχα του (είχε συνηθίσει πια να κάνει άνετα τις δουλειές του με το ένα χέρι) και ξάπλωνε πλάι στη Μπενεντέτα.

Εν τω μεταξύ, στον δεύτερο όροφο του πανδοχείου, ο Σθένελος παρατήρησε πως η Βατράνια δεν είχε τίποτα να του πει, σαν να μην είχε προσέξει το σύντομο κορτάρισμά του με την Ιζαμπώ, ενώ ήταν καταφανές πως το είχε προσέξει και γι’αυτό, μάλιστα, είχε προθυμοποιηθεί να έρθει μαζί του χωρίς δεύτερη σκέψη. Πρέπει να με γουστάρει, τελικά. Δεν εξηγείται αλλιώς, σκέφτηκε ο Σθένελος, βγάζοντας τα λιγοστά ρούχα που είχε φορέσει όταν ο Ρογήρος τούς ειδοποίησε μες στη νύχτα και ξαπλώνοντας στο ένα από τα κρεβάτια του δίκλινου δωματίου που μοιραζόταν με τη Βατράνια.

Η Βατράνια δεν φάνηκε να βιάζεται να ξαπλώσει. Έβγαλε τις μπότες της και βάδισε πάνω στο χαλί του δωματίου, πηγαίνοντας στο μπάνιο. Ήθελε, μήπως, να του μιλήσει και σκεφτόταν πώς ν’αρχίσει; Δεν είναι τώρα ώρα να σκέφτεσαι τέτοια, μάλωσε τον εαυτό του ο Σθένελος, και γύρισε στο πλάι, κοιτάζοντας τον τοίχο προτού κλείσει τα μάτια.

Από δίπλα, από το μπάνιο, νερό ακούστηκε να τρέχει για λίγο από τη βρύση. Μετά, η πόρτα άνοιξε: η Βατράνια είχε βγει. Το τεχνητό φως στο ταβάνι του δωματίου έσβησε· ο Σθένελος το κατάλαβε ακούγοντας τον διακόπτη και βλέποντας, μέσα από κλειστά βλέφαρα, τον χώρο να σκοτεινιάζει.

Μήπως θα του μιλούσε τώρα;

Την άκουσε να πλησιάζει το κρεβάτι της. Άκουσε ρούχα να σέρνονται πάνω σε άλλα ρούχα και σε δέρμα. Δεν μπορούσε να κρατηθεί – και ήταν σκοτεινά, εξάλλου – άνοιξε τα μάτια του και κρυφοκοίταξε.

Τελικά, δεν ήταν τόσο σκοτεινά όσο νόμιζε. Έμπαινε άπλετο φεγγαρόφωτο από το παράθυρο, και η Βατράνια στεκόταν μέσα στο ασημοπόρφυρο φως σαν ηθοποιός επάνω στη σκηνή. Καθώς έβγαζε τα ρούχα της. Το ένα μετά το άλλο. Χωρίς βιασύνη. Η τουνίκα της είχε ήδη πέσει στο πάτωμα· το παντελόνι της την ακολούθησε. Αφαίρεσε τις ψηλές κάλτσες της αργά, διπλώνοντάς τες σιγά-σιγά ώσπου να φτάσουν στα δάχτυλα του ποδιού. Και ο Σθένελος θα ορκιζόταν ότι δεν είχε ξαναδεί τόσο καταπληκτικά πόδια ποτέ στη ζωή του. Αισθανόταν το στόμα του, ξαφνικά, ξερό, και τον ανδρισμό του ορθωμένο και σκληρό. Η Βατράνια συνέχισε, βγάζοντας τον στηθόδεσμό της νωχελικά και, τέλος, την περισκελίδα της με μια ερωτική κίνηση των μηρών – ενώ ο Σθένελος δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τα μάτια του από πάνω της: και σκεφτόταν ότι ευτυχώς το φως του δωματίου δεν ήταν αναμμένο ώστε εκείνη να έχει καταλάβει την αντίδρασή του.

Η Βατράνια πήρε από τον σάκο της ένα κοντό φόρεμα, το πέρασε πάνω απ’το κεφάλι της, και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Σκεπάστηκε με την κουβέρτα, αλλά το ένα της πόδι το άφησε έξω, λουσμένο στο ασημοπόρφυρο φεγγαρόφωτο, μακρύ και καλλίγραμμο.

Πρέπει, όμως, να κοιμηθούμε κιόλας κάποια στιγμή! θύμισε ο Σθένελος στον εαυτό του, προσπαθώντας να ξεκολλήσει τα μάτια του από πάνω της. Τελικά, τα κατάφερε και κοίταξε πάλι τον τοίχο – τον οποίο έπρεπε να κοίταζα από την αρχή! Αναστέναξε – κι αμέσως ευχήθηκε η Βατράνια να μην το είχε ακούσει αυτό.

Σκατά…

Πότε θα βάλω μυαλό;

Μετά, καθώς δυσκολευόταν να κοιμηθεί, αναρωτήθηκε αν ήταν πραγματικά απαραίτητο για τη Βατράνια να γδυθεί τελείως προτού φορέσει εκείνο το κοντό φόρεμα και πέσει στο κρεβάτι της…

Το έκανε επίτηδες; Το ήξερε ότι την κοίταζα; Δεν είναι δυνατόν! Είναι σκοτεινά από τη μεριά μου. Δεν μπορεί να το ήξερε. Λογικά, εγώ θα κοιμόμουν. Σωστά;

Σωστά;

…Σκατά.

Είχε την αίσθηση ότι τον είχαν εξαπατήσει.

Αναστέναξε πάλι – σιγανά.

Είναι μεγαλύτερη από μένα – άρα και πιο πονηρή σ’αυτά τα θέματα. Γιατί, όμως, αυτό δεν του φαινόταν καλή δικαιολογία για την ανοησία του;

Προτού τελικά καταφέρει να κοιμηθεί εκείνη τη νύχτα, δεν μπόρεσε να κρατηθεί και ξανακοίταξε δύο φορές το μακρύ πόδι της Βατράνιας που ξεπρόβαλλε μέσα από την κουβέρτα.

Η ίδια φαινόταν να κοιμάται βαθιά.

*

Το πρωί, συναντήθηκαν στην τραπεζαρία του Ισάδελφου και ο Ρογήρος τούς πρόσφερε πρωινό, για το οποίο δεν αρνήθηκε να πληρωθεί. Ο Γεράρδος και οι σύντροφοί του κάθισαν στο τραπέζι που είχαν καθίσει και χτες βράδυ, ενώ ο Εδμόνδος και οι δύο χορεύτριες κάθισαν σ’ένα διπλανό τραπέζι. Το πρωινό περιλάμβανε παξιμάδια, γιαούρτι, τσάι, και βραστά αβγά.

Δεν ήταν πολλοί άλλοι στην τραπεζαρία αυτή την ώρα· είχαν όλοι κοιμηθεί αργά και, επομένως, θα σηκώνονταν και αργά, ή όσοι είχαν πρωινές δουλειές είχαν ήδη φύγει από το πανδοχείο. Ένα κοριτσάκι τριγύριζε ανάμεσα στα τραπέζια, πορφυρόδερμο και μαυρομάλλικο, με χαμογελαστό πρόσωπο και μεγάλα μάτια. Ο Γεράρδος δεν μπορούσε να μην παρατηρήσει ότι έμοιαζε στη γυναίκα που σκούπιζε το μπαρ. Πρέπει να ήταν κόρη της· κι εκείνη πρέπει να ήταν σύζυγος του Ρογήρου, κατά πάσα πιθανότητα. Ο Γεράρδος τον είχε ακούσει να την αποκαλεί Μπενεντέτα.

«Γεια σας,» είπε το κοριτσάκι, πλησιάζοντας τον Εδμόνδο και τις δύο χορεύτριες.

«Γεια σου, Ιβέτα. Τι κάμνεις;» αποκρίθηκε η Ισαβέλλα μειδιώντας.

«Καλά.» Το κοριτσάκι χοροπήδησε πάνω-κάτω, έκανε μια πιρουέτα και παραλίγο να σκοντάψει – προσπαθώντας μάλλον να μιμηθεί τις κινήσεις των δύο χορευτριών, όχι και τόσο επιτυχημένα. «Θα μείνετε πολλές μέρες;»

«Θα φύγουμε μετά από λίγο,» της είπε η Ισαβέλλα.

Η Ιβέτα μούτρωσε. «Γιατί;»

«Δουλειές συνεχώς μας κυνηγάνε, χρυσό μου,» είπε η Ιζαμπώ.

Η Ιβέτα πήγε δίπλα της και έπιασε το ξύλινο βραχιόλι στον καρπό της, το οποίο ήταν λαξευτό και βαμμένο κόκκινο.

«Σ’αρέσει;» τη ρώτησε η Ιζαμπώ.

Η Ιβέτα ένευσε.

«Το θέλεις;»

«Δεν της κάνει,» είπε η Ισαβέλλα προτού η Ιβέτα αποκριθεί. «Της είναι μεγάλο.»

Η Ιζαμπώ, αγνοώντας την, έβγαλε το βραχιόλι και το κράτησε μπροστά στην Ιβέτα. Εκείνη το πήρε, το έβαλε στο χέρι της, κι αυτό έπεσε. Το κοριτσάκι γέλασε, και το σήκωσε από κάτω. «Θα το φοράς όταν μεγαλώσεις,» της είπε η Ιζαμπώ.

«Ευχαριστώ, Ιζαμπώ!» αποκρίθηκε η Ιβέτα. Και μετά έπιασε την άκρη της τουνίκας του Εδμόνδου. «Εδμόνδε, θα μου πεις μια ιστορία;»

Ο τροβαδούρος μειδίασε. «Κάθισε εδώ,» της είπε χτυπώντας το γόνατο του, «και θα σου πω.»

Η Ιβέτα κάθισε στο γόνατό του, κι ο Εδμόνδος άρχισε να μιλά, όχι πολύ δυνατά γιατί δεν ήθελε να τον ακούει όλη η τραπεζαρία τώρα, μόνο το κοριτσάκι της Μπενεντέτας και του Ρογήρου.

Ο Γεράρδος πήρε το βλέμμα του από τον τροβαδούρο, και αναρωτήθηκε πώς ήταν δυνατόν να τον είχε δει στο όνειρό του… και πώς είναι δυνατόν εκείνος να είδε εμένα. Ορισμένες φορές ο Θεός μιλούσε στους ιερείς της Χάρνταβελ μέσα από τα όνειρά τους – αν και συνήθως τους μιλούσε μέσα από αισθήσεις και σημάδια. Αλλά ο Γεράρδος δεν ήταν πια ιερέας. Κι επιπλέον, πώς θα μπορούσε να είχε καλέσει τον Εδμόνδο χωρίς να το ξέρει; Αναμφίβολα, κάτι πολύ περίεργο είχε συμβεί, και δεν μπορούσε, για την ώρα, με κανέναν τρόπο να το εξηγήσει.

Αποκλείεται το Εσώτερο Θηρίο μου να έχει επιστρέψει. Δεν είναι αυτό. Είναι κάτι άλλο, διαφορετικό… Του έμοιαζε πολύ παράξενο, όμως.

Μπορεί να μην ήταν και τίποτα παραπάνω από μια σύμπτωση, κατέληξε.

Αλλά, αν ήταν σύμπτωση, ήταν τελείως εξωφρενική.

«Εδμόνδε,» είπε ο Γεράρδος, στρέφοντας πάλι το βλέμμα του στον Βοριά.

Ο τροβαδούρος σταμάτησε την ιστορία που έλεγε στην Ιβέτα. «Τι είναι, Γεράρδε;»

«Προς τα πού θα κατευθυνθείς;»

«Για βόρεια και ανατολικά, λέω.»

«Προς Ερρίθια;»

Ο Εδμόνδος ένευσε.

«Και προς τα πού προτείνεις εμείς να πάμε;»

«Βόρεια. Και μπορείτε, μετά, να κάνετε τον κύκλο του Κεντροδάσους.»

«Πού θα ξανασυναντηθούμε;»

«Εδώ, σε δέκα μέρες. Τι λες;»

Ο Γεράρδος ένευσε. «Σύμφωνοι.»

Ο Εδμόνδος συνέχισε να λέει το παραμύθι του στην Ιβέτα ενώ, συγχρόνως, έτρωγε το πρωινό του.

*

Το όχημα του Εδμόνδου ήταν τετράκυκλο με ψηλούς τροχούς, για να διασχίζει ακόμα και περιοχές όπου δεν υπήρχε δρόμος. Είχε ένα μεγάλο παράθυρο στη μπροστινή μεριά το οποίο σχημάτιζε καμπύλη, πιάνοντας και τα πλάγια. Στην πίσω μεριά είχε καρότσα, όπου ο τροβαδούρος και οι δύο χορεύτριες έβαζαν πράγματα που τους χρειάζονταν στα ταξίδια τους. Το μέταλλο του οχήματος ήταν από έξω βαμμένο καφέ, και στα πλάγια υπήρχαν ζωγραφισμένα άνθη και μουσικά όργανα. Το εσωτερικό ήταν επενδυμένο με ξύλο. Τα καθίσματα του οδηγού και του συνοδηγού ήταν δερμάτινα. Πίσω, δεν είχε άλλα καθίσματα.

«Είμαστε λιγάκι άνω-κάτω, αλλά δε νομίζω να σας πειράζει,» χαμογέλασε η Ιζαμπώ, ανοίγοντας την πίσω πόρτα του οχήματος και πηδώντας μέσα. Το είχαν σταματημένο σ’έναν δρόμο κοντά στον Ισάδελφο.

«Έχουμε δει και χειρότερα,» της είπε η Βατράνια.

«Καλό αυτό!» παρατήρησε η Ισαβέλλα, πιέζοντας το μπράτσο της Βατράνιας με το δάχτυλό της. «Δε θ’απογοητεύεστε εύκολα, ε;» γέλασε.

Η Βατράνια συνοφρυώθηκε κοιτάζοντας την Ισαβέλλα. Οι δύο χορεύτριες ήταν λιγάκι ενοχλητικές, δεν ήταν; Όλο σαχλαμάρες έλεγαν. Δεν πιστεύω να το μετανιώσω που προθυμοποιήθηκα να πάω μαζί τους, σκέφτηκε.

«Λοιπόν,» είπε ο Γεράρδος. «Κάπου εδώ πρέπει να σας αφήσουμε, νομίζω. Θα τα ξαναπούμε σε δέκα μέρες.» Και έδωσε το χέρι του στον Σθένελο.

Εκείνος το έσφιξε. «Σε δέκα μέρες, Καπετάνιε.»

«Να έχεις το νου σου,» του είπε ο Γεράρδος, «και να μην κάνεις τίποτα ριψοκίνδυνο με τους αντικατοπτρισμούς αν τύχει να δεις κάποιον από αυτούς. Ο Πρίγκιπας ζήτησε απλώς να μάθουμε τι συμβαίνει· τίποτα περισσότερο για την ώρα.»

Ο Σθένελος ένευσε.

«Να τον προσέχεις εσύ,» είπε ο Γεράρδος στη Βατράνια, ενώ ο Σέλιρ’χοκ και η Άνμα’ταρ χαιρετούσαν τον Εδμόνδο. «Είναι ο μοναδικός μάγος Ερευνητής που έχουμε μαζί μας, και είναι καινούργιος στην Επανάσταση.» Δεν μιλούσε δυνατά και δεν φοβόταν ότι ίσως κάποιος εχθρός να τον άκουγε, γιατί οι σύντροφοί του ήταν όλοι συγκεντρωμένοι πίσω του σαν ασπίδα.

Η Βατράνια είπε: «Μάλιστα, Καπετάνιε,» και χαιρέτησε όπως χαιρετούσαν κάτι ναυτικοί στις ταινίες που χρηματοδοτούσε όταν έμενε στη Σεργήλη και είχε ακόμα αρκετά λεφτά για να μπορεί να τα πετάει όπου και όπως της κατέβαινε. Μετά, στράφηκε στη Μάρθα, λέγοντας: «Καλό ταξίδι,» και δίνοντάς της το χέρι.

Η Μάρθα, κάπως διστακτικά και με όχι και τόσο φιλική όψη, έπιασε τον καρπό της Βατράνιας κι αντάλλαξε μια σύντομη χειραψία μαζί της. «Καλό ταξίδι.»

Η Βατράνια στράφηκε πάλι στον Γεράρδο, τον αγκάλιασε ξαφνικά, και φίλησε το μάγουλό του. «Αντίο για τώρα,» είπε, χαμογελώντας, κι ανέβηκε στην πίσω μεριά του οχήματος ενώ η Μάρθα την αγριοκοίταζε, μοιάζοντας έτοιμη να χιμήσει πάνω στην πλάτη της.

Εννοείται πως η Βατράνια το είχε κάνει επίτηδες.

*

Ο Γεράρδος, η Μάρθα, ο Σέλιρ’χοκ, και η Άνμα’ταρ βγήκαν από την Οκρίνθια και διασχίζοντας τους αγρούς έφτασαν τελικά πίσω από τον λόφο όπου είχαν αφήσει το μεταβαλλόμενο όχημά τους. Στην αρχή, δυσκολεύτηκαν να το διακρίνουν, έτσι όπως είχε πάρει τα χρώματα του περιβάλλοντος, και ο Γεράρδος σκέφτηκε πως, πράγματι, αυτή η ιδιότητά του ήταν χρήσιμη. Αποκλείεται να το έβρισκαν οι Παντοκρατορικοί εκτός αν έρχονταν πολύ κοντά.

«Θα καθίσω εγώ στο ενεργειακό κέντρο,» προθυμοποιήθηκε η Άνμα’ταρ, και πήγε στην ειδική θέση του οχήματος, όπου και ύφανε τη Μαγγανεία Κινήσεως. Ο Σέλιρ’χοκ κάθισε πίσω, οκλαδόν, κι έκλεισε τα μάτια μοιάζοντας να διαλογίζεται. Ο Γεράρδος κάθισε στο τιμόνι και ενεργοποίησε τα συστήματα του οχήματος. Η Μάρθα κάθισε δίπλα του, και είπε:

«Αρχίσαμε, επιτέλους, να ξεπρηζόμαστε.»

Ο Γεράρδος πάτησε το πετάλι, ξεκινώντας το όχημα. Μειδίασε. «Για τη Βατράνια μιλάς;»

«Εσύ τι λες;»

«Δεν είναι κακή,» είπε ο Γεράρδος, «απλά λίγο παράξενη. Κι ας το παραδεχτούμε: όλοι μας είμαστε λίγο παράξενοι, αν το καλοσκεφτείς.»

«Λες μαλακίες,» διαφώνησε η Μάρθα. «Είναι τελείως καριόλα. Δεν το κατάλαβες ότι ήθελε να πάει μαζί με τον μικρό επειδή γουστάρει να τον καβαλήσει;»

«Παρ’όλ’αυτά, δεν θα μπορούσα να στείλω κανέναν άλλο μαζί του. Και ο Σθένελος δεν είναι τόσο μικρός.»

«Είναι ο πιο μικρός απ’όλους μας.»

«Αυτό δεν πάει να πει τίποτα.»

«Σοβαρέψου, γαμώ την ανωμαλία μου! Η τύπισσα είναι απαράδεκτη. Του κουνιέται κι αυτός χοροπηδάει από πίσω.»

«Νομίζω πως και των δύο έτσι είναι ο χαρακτήρας τους. Δεν είδες ότι, ξαφνικά, ο Σθένελος απέκτησε και κάποια συμπάθεια με τις χορεύτριες του Εδμόνδου, χωρίς καν να τους έχει μιλήσει και πολύ;»

«Τα παραλές.»

«Τα παραλέω; Δε νομίζω.»

«Ναι, ’ντάξει,» είπε η Μάρθα, ανάβοντας τσιγάρο. «Προσπαθείς να τη δικαιολογήσεις για να είμαστε όλοι ενωμένοι και χαρούμενοι επαναστάτες και τα λοιπά, επειδή σου είπε ο Πρίγκιπας ότι πρέπει να είσαι αρχηγός της αποστολής. Αλλά το ξέρεις ότι η Βατράνια είναι για κλοτσιές.»

Ο Γεράρδος γέλασε. «Καλά, σταμάτα!

»Αλλά,» πρόσθεσε σοβαρά, «όταν την ξανασυναντήσουμε, απλά μην της δίνεις σημασία άμα δεν τη συμπαθείς. Γιατί, ναι, θέλω όλοι να είμαστε ενωμένοι και χαρούμενοι. Θα μας χρειαστεί.»

Κεφάλαιο 14
Φωτεινά Νήματα και Θεϊκά Σημάδια

Μια ερημιά απλωνόταν προς κάθε κατεύθυνση. Βράχοι και ξερή άμμος.

Και στον ουρανό κρεμόταν ένας κόκκινος ήλιος περιτριγυρισμένος από χορεύουσες φλόγες.

Αντίκρυ στον Τέρι υπήρχε ένα άνοιγμα που έσχιζε την πραγματικότητα της ερημιάς σαν να ήταν χαρτί: διέλυε το έδαφος και τον ουρανό, φανερώνοντας από πίσω την πεδιάδα όπου πριν από λίγο βρισκόταν ο Τέρι, ανάμεσα στους στρατούς των Ναραλμάδιων και των Υλιριλίδιων. Πολεμιστές φαινόταν να τρέχουν από εδώ κι από κει, πανικόβλητοι.

Είμαι σε άλλη διάσταση… Ήταν η μόνη εξήγηση. Είχε, κάπως, γλιστρήσει σε άλλη διάσταση, και κοίταζε τη Χάρνταβελ σαν μέσα από παράθυρο ή οθόνη.

Ένας απ’τους «αντικατοπτρισμούς»;…

Γύρω από το άρμα του ήταν πεσμένοι στρατιώτες και άλογα. Δικοί του στρατιώτες, αλλά και μερικοί Ναραλμάδιοι. Προσπαθούσαν όλοι να σηκωθούν επάνω στην άμμο της ερημιάς, αποπροσανατολισμένοι, ζαλισμένοι, φοβισμένοι.

«Κύριε Ταγματάρχη, πού είμαστε;» φώναξε ο Ρίμναλ, πιάνοντας γρήγορα το άλογό του από τα χαλινάρια και προσπαθώντας να το συγκρατήσει για να μη φύγει τρέχοντας μέσα στην ερημιά όπως κάμποσα άλλα.

Ο Τέρι δεν είχε απάντηση να δώσει. Στεκόμενος επάνω στο άρμα του, μισός μέσα στην καταπακτή μισός έξω, κοίταζε ολόγυρα.

«Πρέπει να φύγουμε!» φώναξε η Λοχαγός Λάρνω. «Από κει!» δείχνοντας τον αντικατοπτρισμό της πεδιάδας στη Χάρνταβελ. «Σηκωθείτε! Πιάστε τ’άλογά σας!» πρόσταξε τους στρατιώτες.

Ο Τέρι ατένισε, τότε, κάτι να έρχεται. Κάτι που πετούσε πάνω από την ερημιά. Μια μορφή που φτερούγιζε κάτω από τον φλεγόμενο κόκκινο ήλιο, αλλά ήταν ακαθόριστη. Ήταν σαν φλόγα κι η ίδια: παλλόταν λαμπυρίζοντας, θολή. «Τι πράγμα είν’αυτό;…» μουρμούρισε ο Τέρι κάτω απ’την ανάσα του. Η μορφή δεν ήταν εύκολο να καθορίσεις πού άρχιζε και πού τελείωνε· έδινε την εντύπωση ότι ήταν φτιαγμένη από μυριάδες αλληλοπλεκόμενα νήματα, που πολλά απ’αυτά κρέμονταν από τις άκριές της και τα τραβούσε πίσω της, στον αέρα, ή τα έσερνε από κάτω της, στη γη. Νήματα παλλόμενου, στροβιλιζόμενου φωτός.

Κι όσο το πετούμενο πλησίαζε, τόσο περισσότερα νήματα παρουσιάζονταν γύρω του. Ένα ολόκληρο δίκτυ σχηματιζόταν.

Ο Τέρι δεν ήταν, φυσικά, ο μόνος που είχε δει την παράξενη οντότητα. Οι πολεμιστές γύρω του, ο ένας μετά τον άλλο, άρχισαν να τη δείχνουν, φωνάζοντας.

Ο Τέρι δεν ήξερε ακριβώς γιατί αλλά είχε την αίσθηση ότι το πετούμενο ήταν εχθρικό, και πολύ, πολύ επικίνδυνο. «Στο άνοιγμα!» πρόσταξε δείχνοντας τον αντικατοπτρισμό της Χάρνταβελ. «Στο άνοιγμα! Γρήγορα!» Ο οδηγός του άρματός του έβαλε τους τροχούς σε κίνηση, οι οποίοι, παρότι μεγάλοι, βούλιαζαν μες στην άμμο της ερήμου και το έκαναν να κινείται πιο αργά απ’ό,τι συνήθως. Ο Καλιόστρο πήδησε πάνω στο άρμα κι ανέβηκε· το ίδιο και η Βίλνα. Πρέπει να είχαν χάσει τα άλογά τους. Οι άλλοι πολεμιστές προσπαθούσαν ν’ακολουθήσουν, ορισμένοι έφιπποι, ορισμένοι τραβώντας πίσω τους τα άλογά τους, ορισμένοι τρέχοντας πεζοί.

Η ιπτάμενη οντότητα, ξαφνικά, πέταξε πιο γρήγορα. Τα φωτεινά νήματα γύρω της πλήθυναν. Η μορφή της δεν έγινε πιο ευδιάκριτη, παρατήρησε ο Τέρι, παρότι τώρα δεν ήταν και τόσο μακριά. Θύμιζε τεράστιο πουλί λουσμένο σε ακτινοβολία.

Μια κραυγή ήρθε από τη μεριά της. Ένας ήχος σαν το ουρλιαχτό του ανέμου.

Τα νήματά της απλώθηκαν γύρω της και στη γη, παγίδεψαν μέσα τους μερικούς από τους πολεμιστές του Τέρι και τα άλογά τους. Αυτοί ούρλιαξαν, τα ζώα χλιμίντρισαν ξέφρενα. Άλογα και άνθρωποι έκαναν σπασμωδικές κινήσεις καθώς τα σώματά τους τυλίγονταν από μια ακτινοβολία παρόμοια με της ιπτάμενης οντότητας.

«Θεοί!…» άκουσε ο Τέρι τη Βίλνα να λέει τρομαγμένα, πιασμένη επάνω στο άρμα του.

Οι πολεμιστές που είχαν παγιδευτεί μέσα στα φωτεινά νήματα, Παντοκρατορικοί αλλά και Ναραλμάδιοι, εξαφανίστηκαν. Τα σώματά τους διαλύθηκαν τελείως· ούτε κόκαλα δεν έμειναν πίσω. Το ίδιο και τα σώματα των αλόγων τους.

Και το δαιμονικό πετούμενο συνέχιζε να έρχεται.

«ΤΡΕΞΤΕ!» φώναξε ο Τέρι. «ΣΤΟ ΑΝΟΙΓΜΑ! ΣΤΟ ΑΝΟΙΓΜΑ!»

Οι στρατιώτες του, όμως, δεν ήταν πιο γρήγοροι από την ιπτάμενη οντότητα: φωτεινά νήματα τούς τύλιγαν και τους εξαφάνιζαν· τα ουρλιαχτά τους και τα χλιμιντρίσματα των αλόγων τους αντηχούσαν στην ερημιά.

Ο Τέρι είδε ανθρώπους συγκεντρωμένους στην πεδιάδα της Χάρνταβελ, να κοιτάζουν μέσα από το άνοιγμα που είχε δημιουργηθεί ανάμεσα στις δύο πραγματικότητες αλλά κανείς να μην τολμά να ζυγώσει. Για μια στιγμή, τρομοκρατημένος, ο Τέρι αναρωτήθηκε αν ο φωτεινός ιπτάμενος δαίμονας θα μπορούσε να εισβάλει στη Χάρνταβελ. Αν πήγαινε εκεί, η καταστροφή θα ήταν… Πιθανώς να σκότωνε τους πάντες!

–Αλλά δεν ήταν τώρα ώρα για τέτοιες σκέψεις.

Κραυγάζοντας, ο Ρίμναλ πήδησε πάνω στο άρμα του Τέρι, έχοντας αφήσει το άλογό του, το οποίο πρέπει να είχε φύγει αφηνιασμένο.

Πολεμιστές ούρλιαζαν, τυλιγμένοι σε φωτεινά νήματα· τα σώματά τους εξαφανίζονταν μέσα στο φως.

Το πετούμενο κραύγασε: η φωνή του ανέμου της ερημιάς, χωρίς να υπάρχει άνεμος. Ένας ήχος που έγδερνε τ’αφτιά και τρυπούσε το μυαλό.

Ο Τέρι είδε την Ελπίδα Λάρνω να πέφτει από το αφηνιασμένο άλογό της, να προσπαθεί να σηκωθεί, το ένα της πόδι να μπλέκεται στον αναβατήρα της σέλας, τα φωτεινά νήματα να έρχονται και να την τυλίγουν, εκείνη και άλλους στρατιώτες μαζί. ΑΑΑΑαααααα! ούρλιαξε η Ελπίδα· το σώμα της γέμισε ακτινοβολία, έγινε φως, και το φως διαλύθηκε σαν μικρή έκρηξη.

Ο ιπτάμενος δαίμονας έκρωξε και πέταξε προς τον αντικατοπτρισμό της πεδιάδας της Χάρνταβελ.

«Προσπαθεί να μας κλείσει τον δρόμο…!» γρύλισε ο Τέρι σφίγγοντας τη γροθιά του.

Η ερημιά γέμισε φωτεινά νήματα που έμοιαζαν να επιχειρούν, μάταια, να ρουφήξουν τη ζωή από το ξερό, ήδη νεκρό έδαφος.

Ο δαίμονας κραύγασε.

«Στρίψε, οδηγέ! Στρίψε!» πρόσταξε ο Τέρι.

«Προς τα πού;»

«Όπου θέλεις! Αλλά όχι προς αυτό το τέρας!»

Το άρμα έστριψε, αφήνοντας πίσω του το άνοιγμα προς Χάρνταβελ και το πλέγμα από θανατηφόρα φωτεινά νήματα.

Ο φλεγόμενος κόκκινος ήλιος έμοιαζε να μουγκρίζει από πάνω τους.

«Ταγματάρχη! Ταγματάααρχηηη!» αντήχησε ένα ουρλιαχτό, και ο Τέρι, γυρίζοντας, είδε τον Νόρις να προσπαθεί να φτάσει στο άρμα, τρέχοντας, ενώ κι άλλοι πολεμιστές τον ακολουθούσαν.

Η ιπτάμενη οντότητα ήρθε καταπάνω τους. Τα νήματά της τους παγίδευσαν όλους στην αγκαλιά τους. Τα σώματά τους σπαρτάρισαν πέφτοντας στην άμμο, διαλύθηκαν όπως και τα σώματα τόσων πριν από αυτούς.

Ο Τέρι είδε ότι ο οδηγός του άρματος πήγαινε προς ένα μέρος γεμάτο βράχους. Μάλλον ήλπιζε να κρυφτούν εκεί μέσα. Ο ταγματάρχης, όμως, πολύ φοβόταν πως το πετούμενο δε θα δυσκολευόταν να τους βρει.

Κατέβηκε στο εσωτερικό του άρματος και κάθισε στη θέση του πυροβολητή. Γυρίζοντας έναν μοχλό, έστρεψε το κανόνι προς τα πίσω: προς την ιπτάμενη οντότητα. Ενεργοποίησε τη μικρή οθόνη με το στόχαστρο. Οι ανιχνευτές του άρματος έβλεπαν τον δαίμονα σαν μια ακαθόριστη θολούρα (μάλλον ενεργειακής φύσης). Ο Τέρι πάτησε το ΠΥΡ, και το κανόνι πυροβόλησε, εκτοξεύοντας τη μεγάλη οβίδα του που ήταν φτιαγμένη για να τρυπά τείχη.

Μέσα από το στενό παράθυρο του άρματος, ο ταγματάρχης είδε την οντότητα να δέχεται το χτύπημα και να κάνει λιγάκι πίσω· και μετά, είδε την οβίδα να περνά μέσα από τον δαίμονα και να καταλήγει στην άμμο της ερήμου, ενώ εκείνος ακόμα ζούσε – και πετούσε προς το άρμα.

Τα όπλα μας δεν μπορούν να τον βλάψουν.

Θα πεθάνουμε όλοι…

«Κύριε Ταγματάρχη,» είπε ο οδηγός. «Η ενέργεια. Δεν έχουμε πολλή ακόμα. Δεν είχαμε αλλάξει ενεργειακή φιάλη, και δεν ξέρω τούτη δω για πόσο ακόμα θα κρατήσει. Είκοσι-εννέα τοις εκατό έχει απομείνει – είκοσι-οκτώ τώρα!»

Ο Τέρι σηκώθηκε από τη θέση του και πήγε κοντά στον οδηγό· κοίταξε μέσα από το μπροστινό παράθυρο του άρματος και είδε ότι έφταναν στο βραχώδες μέρος, και–

Ένας άνθρωπος!

Επάνω σ’έναν από τους βράχους ήταν σκαρφαλωμένος ένας άνθρωπος, με τα γόνατα λυγισμένα. Παρατηρώντας. Φορούσε κουκούλα και φαρδιά ρούχα. Στην πλάτη του ήταν ένα σπαθί.

«Υπάρχουν άνθρωποι εδώ…!» έκανε ο Τέρι, ξαφνιασμένος.

Το άρμα έφτασε στο βραχώδες μέρος – και ο άγνωστος πήδησε από τον βράχο όπου ήταν ανεβασμένος και χάθηκε.

«Βγες!» είπε ο Τέρι στον οδηγό. «Πρέπει να υπάρχει κάποια κρυψώνα εδώ – κάτι!»

Το άρμα είχε πάρει πλαγιαστή θέση καθώς οι δύο δεξιοί τροχοί του είχαν καβαλήσει έναν από τους τραχείς βράχους. Ο οδηγός το σταμάτησε, κι ακολούθησε τον Τέρι ο οποίος άνοιγε την καταπακτή και έβγαινε.

«Τι κάνεις;» φώναξε στον ταγματάρχη του ο Ρίμναλ, που ήταν γαντζωμένος επάνω στο άρμα μαζί με τη Βίλνα και τον Καλιόστρο. «Αυτός ο καριόλης έρχεται!» Έδειχνε τον ιπτάμενο δαίμονα, και το δίκτυ από φωτεινά νήματα που εκείνος άπλωνε παντού από κάτω του.

Ο επουράνιος ψαράς πλησίαζε τα θηράματά του.

«Υπάρχει μέρος να κρυφτούμε εδώ – ελάτε!» είπε ο Τέρι, πηδώντας από το άρμα και τρέχοντας ανάμεσα στους μεγάλους βράχους. Ασφαλώς δεν μπορούσε να είναι σίγουρος γι’αυτό που έλεγε, αλλά τι ελπίδες είχαν έτσι κι αλλιώς να γλιτώσουν από τον ιπτάμενο δαίμονα;

Οι στρατιώτες του τον ακολούθησαν. «Πώς το ξέρει;» άκουσε τη Βίλνα να λέει πίσω του.

«Ένας άνθρωπος ήταν εδώ πριν από λίγο· δεν τον είδατε;» Ο Καλιόστρο, λαχανιασμένα.

Ο ιπτάμενος δαίμονας κραύγασε: η φωνή του αντήχησε ξερά ανάμεσα στους βράχους. Άμμος σηκώθηκε, τσιμπώντας τα μάτια τους και τ’αφτιά τους.

«Βοήθεια!» φώναξε ο Τέρι ελπίζοντας ότι ο άγνωστος θα ανταποκρινόταν – ελπίζοντας ότι θα καταλάβαινε τη Συμπαντική Γλώσσα. «Βοηθήστε μας!»

Ο κουκουλοφόρος παρουσιάστηκε πάλι, ανάμεσα από δύο ψηλούς βράχους, και τους έκανε νόημα. Τον ακολούθησαν δίχως δισταγμό, και τον είδαν να πήγαινε σε μια τρύπα κάτω από έναν βράχο, να σκύβει, και να χώνεται μέσα, να χάνεται στο σκοτάδι.

Τον μιμήθηκαν, και το σκοτάδι τούς τύλιξε.

Η οργισμένη κραυγή του δαίμονα ήχησε από πάνω τους.

*

Οι παρατηρητές από τη Χάρνταβελ κοίταζαν με δέος την ερημιά και τα γεγονότα που διαδραματίζονταν εκεί. Είδαν τους Παντοκρατορικούς και τους Ναραλμάδιους στρατιώτες να σκοτώνονται, να διαλύονται μέσα στα φωτεινά νήματα της ιπτάμενης οντότητας· είδαν το άρμα να πλησιάζει πρώτα τη Χάρνταβελ και μετά να απομακρύνεται, καθώς το πετούμενο είχε βρεθεί μπροστά του, με τα μυριάδες φωτεινά νήματά του ν’απλώνονται σαν δίχτυ ή κιγκλίδωμα· και τώρα, οι παρατηρητές από τη Χάρνταβελ έβλεπαν τον ιπτάμενο δαίμονα να έρχεται προς το μέρος τους, έχοντας πάψει να καταδιώκει το άρμα του Ταγματάρχη Τέρι Κάρμεθ (αφού, μάλλον, είχε σκοτώσει όλους όσους ήταν μέσα του).

Πανικοβλήθηκαν. Έτρεξαν να φύγουν· γιατί είχαν δει πόσο εύκολα μπορούσε να προκαλέσει τον θάνατο αυτό το ακτινοβόλο πουλί.

Απομακρύνθηκαν από το αλλόκοτο άνοιγμα που έδινε πρόσβαση σε κάποια άλλη, άγνωστη διάσταση σκορπίζοντας κομμάτια από πέτρες και ξερή άμμο στην χορταριασμένη πεδιάδα της Χάρνταβελ, σαν το ένα τοπίο να είχε, τελείως αφύσικα, εισχωρήσει μέσα στο άλλο.

Η Μοργκάνα δεν μπόρεσε παρά να κοιτάξει πίσω, πάνω απ’τον ώμο της. Και είδε το ιπτάμενο πλάσμα να έρχεται μπροστά στο άνοιγμα, να κάνει ν’απλώσει τα φωτεινά του νήματα μέσα, κι αμέσως να τα τραβά πίσω. Σαν κάτι να το είχε απωθήσει.

Η Μοργκάνα σταμάτησε να τρέχει. Στάθηκε. Ατενίζοντας. Βαριανασαίνοντας μέσα στην πανοπλία της, που τη βάραινε καθώς δεν ήταν συνηθισμένη σ’αυτήν.

Μια κραυγή βγήκε από τον ακτινοβόλο δαίμονα: μια κραυγή που της έφερε στο μυαλό συριστικό άνεμο που περνά πάνω από ξερές πέτρες.

Το φωτεινό πλάσμα δεν μπορούσε να έρθει.

«Ο Θεός το εμποδίζει.»

Η Μοργκάνα στράφηκε για να δει τον Μεγάλο Πατέρα Τζοσελίνο πλάι της. Μέχρι στιγμής δεν τον είχε αντιληφτεί. Τα μάτια του άστραφταν με μια θηριώδη γυαλάδα.

«Τι πλάσμα είναι, Μεγάλε Πατέρα;» ρώτησε η Μοργκάνα, συνειδητοποιώντας ξαφνικά πόσο λαχανιασμένη ήταν.

«Θεός κάποιας άλλης διάστασης, μάλλον,» αποκρίθηκε ο Τζοσελίνος στωικά.

Ο Λεοπόλδος τούς πλησίασε, κοιτάζοντας κι εκείνος τη φωτεινή οντότητα να φτερουγίζει μπροστά στο άνοιγμα χωρίς να περνά. «Δε φαίνεται πρόθυμο νάρθει εδώ, ό,τι κι αν είναι…»

Ο ιπτάμενος δαίμονας στράφηκε και έφυγε, πετώντας πάνω από την ατελείωτη έρημο που φαινόταν μέσα από το άνοιγμα το οποίο έσχιζε ουρανό και γη.

«Γιατί συνέβη αυτό, Μεγάλε Πατέρα;» ρώτησε η Μοργκάνα. «Πώς… πώς συνέβη;»

«Αυτό δεν είναι παρά η συνέχεια των όσων έχουμε ήδη γίνει μάρτυρες. Ο Θεός είναι δυσαρεστημένος μαζί μας, και τώρα έδιωξε από τους τόπους Του τους εξωδιαστασιακούς που αρνούνται χλευαστικά να θυσιάσουν σ’Εκείνον.»

Προτού τελειώσει τα λόγια του ο Τζοσελίνος, ένας άλλος ιερέας είχε πλησιάσει. Ερχόμενος από τη μεριά των Υλιριλίδιων. Πορφυρόδερμος, με μακριά γαλανά μαλλιά.

«Αδελφέ Οσβάλδε,» χαιρέτησε ο Τζοσελίνος.

«Το διαισθάνθηκα προτού συμβεί,» είπε ο Οσβάλδος δείχνοντας με το βλέμμα του το άνοιγμα.

«Κι εγώ.»

«Νομίζω πως ο Ύψιστος Πατέρας πρέπει να ενημερωθεί.»

«Συμφωνώ,» είπε ο Τζοσελίνος. «Και ο πόλεμος εδώ πρέπει να πάψει. Ο Θεός μάς μίλησε· μας φανέρωσε τη θέλησή Του! Εκείνο που επιθυμεί είναι ο διωγμός των υπηρετών της Παντοκράτειρας από τη Χάρνταβελ· γι’αυτό κιόλας τους έστειλε αλλού αλλά δεν άφησε τον φωτεινό δαίμονα να έρθει εδώ και να μας βλάψει.»

«Ακριβώς, Αδελφέ,» ένευσε ο Οσβάλδος. «Ο Θεός μιλά με σημάδια.»

«Μα…» έκανε η Μοργκάνα, «εννοείτε να…;» Κοίταζε τον Τζοσελίνο. «Ο Άρχοντας Ροβέρτος μάς έχει αδικήσει, Μεγάλε Πατέρα! Έχει καταπατήσει τα εδάφη μας!»

«Οι άνθρωποι κάνουν πίσω μπροστά στη θέληση του Θεού, Αρχόντισσα Μοργκάνα!» είπε σταθερά ο Τζοσελίνος, κι εκείνη κατέβασε το βλέμμα, μην μπορώντας να τον ατενίζει κατάματα, νιώθοντας να τρέμει.

«Βεβαίως, Μεγάλε Πατέρα… Βεβαίως…»

«Ο πόλεμος,» δήλωσε ο Οσβάλδος, «δεν ήταν παρά η σελίδα επάνω στην οποία ο Θεός μάς έγραψε το μήνυμά Του. Τώρα όμως που έχουμε το μήνυμα, η περγαμηνή πλέον δεν χρειάζεται.»

Η Μοργκάνα κι ο Λεοπόλδος δεν μπορούσαν ν’αρθρώσουν λέξη· αισθάνονταν κι οι δύο τη γλώσσα τους δεμένη μέσα στο στόμα τους, και ήξεραν ότι όφειλαν να ακολουθήσουν το θέλημα των ιερέων, που ήταν φυσικά το θέλημα του Θεού.

«Θα μιλήσω με τον Άρχοντα Ροβέρτο, Αδελφέ,» είπε ο Οσβάλδος στον Τζοσελίνο, «και μετά ο Ύψιστος Πατέρας οφείλει να ενημερωθεί για το θαυμαστό τούτο συμβάν.»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Τζοσελίνος. «Η ώρα ήρθε τα πράγματα ν’αλλάξουν στη Χάρνταβελ.»

Ο Οσβάλδος στράφηκε και βάδισε, γρήγορα, αποφασιστικά, προς τους Υλιριλίδιους πολεμιστές του Άρχοντα Ροβέρτου, που ήταν συγκεντρωμένοι αντίκρυ των Ναραλμάδιων.

Κανένας, από καμία παράταξη, δεν έμοιαζε να έχει διάθεση για εχθροπραξίες τώρα.

Κεφάλαιο 15
Νεκρό Χώμα, Κι Ένας Λευκός Άντρας

«Τις θυμάσαι αυτές τις περιοχές;» ρώτησε η Μάρθα τον Γεράρδο.

«Αρκετά καλά,» αποκρίθηκε εκείνος, έχοντας στα χέρια του το τιμόνι του Κροκόδειλου. «Κι επιπλέον, έχουμε πάντα τον χάρτη μας»· έριξε μια ματιά στη μικρή οθόνη της κονσόλας.

«Δεν εννοώ αυτό: δεν εννοώ ότι φοβάμαι πως θα χαθούμε,» διευκρίνισε η Μάρθα.

Είχαν αφήσει την Οκρίνθια πίσω τους εδώ και τρεις ώρες, ταξιδεύοντας σε περιοχές άγριες αλλά και σε μέρη όπου μπορούσαν ν’ατενίσουν αγρούς, ξεραμένους και μη. Επάνω σ’έναν λόφο είχαν δει δύο ανθρώπους κρεμασμένους ανάποδα, ακίνητους, με κοράκια μαζεμένα γύρω τους και γαντζωμένα στα νεκρά σώματά τους.

«Τι σε απασχολεί, τότε;»

«Δε σου μοιάζει εσένα πως τριγυρίζουμε σα μαλάκες; Περιμένουμε ότι απλά θα τύχει να πέσουμε πάνω σε κάποιον από αυτούς τους αντικατοπτρισμούς; Τι πιθανότητες υπάρχουν να γίνει κάτι τέτοιο, Γεράρδε;»

«Δεν ξέρω. Αλλά αν το φαινόμενο είναι γενικευμένο, όπως λένε, τότε μάλλον οι πιθανότητες είναι καλές.»

«Κι αυτό είναι το μοναδικό μας σχέδιο;»

«Ναι, αυτό – και ν’ακούσουμε πού έγιναν πρόσφατα ανθρωποθυσίες. Δε θυμάσαι τι είπε ο Εδμόνδος; Οι ιερείς τις κάνουν κοντά στα μέρη όπου παρουσιάζονται αντικατοπτρισμοί.»

«Και εκεί που τα χωράφια έχουν ξεραθεί, επίσης.»

«Ναι,» ένευσε ο Γεράρδος, «αλλά εμάς μας ενδιαφέρει η πρώτη περίπτωση.»

«Γιατί, τότε, δε σταμάτησες κοντά σ’εκείνον τον λόφο που περάσαμε;»

«Τα κουφάρια ήταν παλιά – σχεδόν σκελετοί. Καλύτερα να σταματήσουμε κοντά σε κάποια πιο πρόσφατη θυσία. Νομίζω πως κι ο Σέλιρ θα συμφωνούσε μ’αυτό.» Ο Γεράρδος έριξε μια ματιά πάνω απ’τον ώμο του και δίπλα από την Άνμα’ταρ, η οποία καθόταν στο ενεργειακό κέντρο του οχήματος. Ο Σέλιρ’χοκ ήταν πίσω, κι ακόμα έμοιαζε να διαλογίζεται. Το μακρύ του ραβδί, με τα μικροσκοπικά κάτοπτρα, τους κρυστάλλους, και τα κυκλώματα, ήταν ακουμπισμένο στα γόνατά του. Ο μαυρόδερμος μάγος θύμιζε εβένινο άγαλμα, έτσι ακίνητος όπως καθόταν.

«Μια πόλη,» είπε η Μάρθα καθώς ο Γεράρδος έστρεφε πάλι το βλέμμα του μπροστά.

Τα σπίτια μόλις που φαίνονταν, όχι λόγω της απόστασης αλλά λόγω της κλίσης του εδάφους. Περισσότερο τον καπνό από τις καμινάδες τους μπορούσες να δεις παρά αυτά.

«Ναι…» αποκρίθηκε ο Γεράρδος, «η Υρκάλια.»

«Την ξέρεις;»

«Έχω ξαναπεράσει.» Οδήγησε το όχημά τους επάνω στην πλαγιά ενός λόφου, ανάμεσα σε δέντρα· κλαδιά και χόρτα ακούγονταν, έντονα, να σπάνε κάτω από τους τροχούς του. Ο Γεράρδος πάτησε το φρένο. Από εδώ είχαν καλύτερη θέα της Υρκάλιας, η οποία ήταν οικοδομημένη στη δυτική όχθη του Μεγάλου Ποταμού, και ήταν σαφώς μικρότερη από την Οκρίνθια αλλά περιτειχισμένη. Κανένα οχυρό των Παντοκρατορικών δεν φαινόταν εδώ κοντά. Αυτό, βέβαια, δεν σήμαινε ότι αποκλείεται να υπήρχαν και κατάσκοποί τους στην περιοχή.

«Γιατί σταματήσαμε;» ακούστηκε η φωνή της Άνμα’ταρ, από πίσω.

«Για να δούμε μια πόλη,» απάντησε ο Γεράρδος.

«Θα μπούμε;» ρώτησε η Μάρθα.

Ο Γεράρδος γύρισε να κοιτάξει την Άνμα’ταρ, η οποία είχε τώρα ανοιχτά τα μάτια. «Θα ενισχύσεις τα κιάλια μου μ’εκείνο το ξόρκι σου, Άνμα;»

«Ναι.» Η μάγισσα σηκώθηκε από τη θέση του ενεργειακού κέντρου του Κροκόδειλου και τεντώθηκε. «Μ’ευχαρίστηση. Έχω μουδιάσει.»

Ο Σέλιρ’χοκ, στην πίσω μεριά του οχήματος, φάνηκε να σηκώνεται όρθιος και να κοιτάζει από ένα απ’τα πλαϊνά παράθυρα.

Ο Γεράρδος έτεινε τα κιάλια του προς την Άνμα’ταρ· η μάγισσα τα άγγιξε με το ένα χέρι και, συγχρόνως, άρθρωσε τα λόγια για το ξόρκι της· «Είσαι έτοιμος,» του είπε, μετά από μερικές στιγμές.

Ο Γεράρδος έφερε τα κιάλια στα μάτια του και κοίταξε τις περιοχές γύρω από την Υρκάλια. «Ναι,» είπε τελικά, «μια ανθρωποθυσία… εκεί, κοντά σ’αυτό το μικρό δάσος.»

«Δε βλέπω τίποτα,» δήλωσε η Μάρθα.

Ο Γεράρδος κατέβασε τα κιάλια. «Ούτε κι εγώ τώρα. Μοιάζει, πάντως, πρόσφατη· το πτώμα δεν είναι σκελετωμένο. Μια πορφυρόδερμη γυναίκα, δεμένη ανάποδα πάνω σ’έναν πάσσαλο.»

«Πάμε να κοιτάξουμε;» είπε η Μάρθα.

Ο Γεράρδος ένευσε αλλά, καθώς η Άνμα’ταρ καθόταν πάλι στο ενεργειακό κέντρο και ύφαινε τη Μαγγανεία Κινήσεως, δεν έβαλε αμέσως μπροστά τη μηχανή· κοίταξε πίσω και ρώτησε τον Σέλιρ’χοκ: «Σέλιρ. Νομίζεις ότι θα μπορείς να εντοπίσεις κάτι αν πάμε κοντά σ’ένα από τα μέρη όπου παρουσιάστηκε αντικατοπτρισμός;»

«Πρέπει να το διαπιστώσω στην πράξη,» αποκρίθηκε ο μάγος.

«Ετοιμάσου λοιπόν.»

Ο Γεράρδος πάτησε το πετάλι, και οι έξι τροχοί του Κροκόδειλου μπήκαν σε κίνηση, διαλύοντας πάλι πεσμένα κλαδιά και χόρτα από κάτω τους. Το όχημα κατέβηκε από την πλαγιά του λόφου.

Γύρω από την Υρκάλια υπήρχαν διάφοροι οικισμοί, και ο Γεράρδος απέφυγε να τους πλησιάσει. Κάποιοι χωρικοί φαινόταν να τελειώνουν τη σπορά της ημέρας. Δεν πρέπει να πρόσεξαν καθόλου το όχημα καθώς περνούσε· η ιδιότητά του να παίρνει τα χρώματα του περιβάλλοντος ήταν πραγματικά καλή.

Ο Γεράρδος οδήγησε προς τη μεριά όπου είχε δει τη θυσία, και εκεί κοντά πρόσεξε τώρα ότι υπήρχαν και κάποια ξερά χωράφια: τμήματα γης που κάτι μυστηριώδες έμοιαζε να είχε ρουφήξει τη ζωτικότητά τους. Ήταν γεμάτα πέτρες και άγρια ξερόχορτα: βλάστηση που η ίδια η παρουσία της φάνταζε εχθρική.

Ο Γεράρδος, ανεξήγητα, αισθάνθηκε έναν πόνο βαθιά εντός του καθώς περνούσε από εκεί κοντά, σαν κάποιος να είχε στρίψει ένα αγκάθι μέσα στο στήθος του.

Παράξενο…

Σίγουρα, δεν τον ευχαριστούσε να βλέπει τη γη της Χάρνταβελ ξεραμένη, αλλά όχι κι έτσι…

Πλησίασε το μέρος όπου ήταν κρεμασμένη η ανθρωποθυσία και σταμάτησε τον Κροκόδειλο πίσω από κάτι δέντρα.

«Για τα ξερά χωράφια θα τη σκότωσαν,» είπε η Μάρθα, «όχι για τίποτα περίεργο που εμφανίστηκε.»

«Μπορεί.»

«Δεν τα είδες πριν, που κοίταξες με τα κιάλια;»

«Η αλήθεια είναι πως δεν τα πρόσεξα· μα και να τα είχα προσέξει, πάλι δε θα ερχόμασταν;» Άνοιξε την πόρτα πλάι του και βγήκε.

Η Μάρθα άνοιξε τη δική της πόρτα και βγήκε από την άλλη μεριά. Η Άνμα’ταρ ακολούθησε τον Γεράρδο· ο Σέλιρ’χοκ βγήκε από την πίσω πόρτα του οχήματος.

«Κάποιος να φυλάει τσίλιες,» είπε η Μάρθα. «Μη μας μπανίσει κανένας, ότι κάνουμε κάτι περίεργο, και πλακώσουν εδώ άνθρωποι της Παντοκράτειρας.»

«Σωστά.» Ο Γεράρδος τής έδωσε τα κιάλια του, που, υπέθετε, το ξόρκι της Άνμα’ταρ ήταν ακόμα ενεργό επάνω τους.

«Μην είσαι τόσο καλός μαζί μου, αγάπη μου,» μειδίασε η Μάρθα, παίρνοντας τα κιάλια χωρίς να διαφωνήσει.

Ο Σέλιρ’χοκ έκανε μερικά βήματα κι ύστερα στάθηκε, με το πέρας του ραβδιού του πιεσμένο σταθερά στο έδαφος. «Γεράρδε,» ρώτησε, «οι ιερείς θα έκαναν την ανθρωποθυσία ακριβώς στο ίδιο σημείο που παρουσιάστηκε ο αντικατοπτρισμός;»

«Μπορεί, αλλά μπορεί και όχι.»

Ο Σέλιρ’χοκ ένευσε, σα να το είχε ήδη υποθέσει. Βάδισε προς τη θυσιασμένη πορφυρόδερμη γυναίκα. Ο Γεράρδος τον ακολούθησε· το ίδιο κι η Άνμα’ταρ. Η Μάρθα έμεινε πίσω, κατοπτεύοντας την περιοχή με τα μαγικά ενισχυμένα κιάλια της.

Η νεκρή γυναίκα ήταν γυμνή και δεμένη ανάποδα με σχοινιά που είχαν πληγιάσει και μελανιάσει το δέρμα της. Τα μαύρα μαλλιά της έπεφταν στο χώμα. Τα μάτια της ήταν ανοιχτά, και οι κόρες τους γυρισμένες με αφύσικο τρόπο.

Δεν πρέπει να ήταν πολλές ώρες που είχε πεθάνει. Την αυγή πρέπει να τη θυσίασαν, σκέφτηκε ο Γεράρδος, αηδιασμένος. Πώς έφτασαν ώς εδώ; Πιστεύουν πράγματι ότι όλα τούτα χρειάζονται για τον εξευμενισμό του Θεού; ή γίνονται μονάχα για τον κορεσμό του Εσώτερου Θηρίου τους;

Ο Σέλιρ’χοκ άρθρωσε λόγια στη γλώσσα της μαγείας, κι έκανε μερικές μυστηριακές χειρονομίες με το ελεύθερο χέρι του. Με το άλλο κρατούσε το ραβδί του, επάνω στο οποίο οι κρύσταλλοι σύντομα άρχισαν να γυαλίζουν. Ο μάγος έμοιαζε πλήρως προσηλωμένος στη δουλειά του.

Ο Γεράρδος κοίταξε ολόγυρα, και το βλέμμα του εστιάστηκε πάλι στα ξερά χωράφια…

(Γεράρδε;)

…Άγρια χόρτα, και χώμα που ήταν σαν να είχε έρθει από την ερημιά στο κέντρο της Χάρνταβελ…

(Γεράρδε;)

Ένα βάρος είχε πλακώσει το στήθος του. Καταστροφή. Απώλεια ζωής… Του φαινόταν τόσο τρομερό.

Γιατί; Δεν είχε δει κι άλλα χέρσα χωράφια προτού φτάσει εδώ;

(Γεράρδε!)

Γονατίζοντας στο ένα γόνατο, έπιασε μια χούφτα από το κακό χώμα. Και μόρφασε. Νιώθοντας να έχει αγγίξει κάτι το νεκρό, το τελείως νεκρό: ένα κέλυφος από το οποίο είχαν ρουφήξει κάθε ίχνος ζωής.

(Γεράρδε!)

Το πέταξε από το χέρι του, μουγκρίζοντας, καθώς τιναζόταν όρθιος πάλι–

«Γεράρδε! Τι κάνεις εδώ; Είσαι εντάξει;» Ένα χέρι στον ώμο του.

Στράφηκε, για να δει μια χρυσόδερμη, μαυρομάλλα γυναίκα.

«Είσαι εντάξει; Σου μιλούσα και ήταν σα να μη μ’άκουγες καθόλου,» είπε η Άνμα’ταρ.

Ο Γεράρδος βλεφάρισε. «Αυτό το χωράφι…» μουρμούρισε. Το ίδιο ήταν και πριν – και στ’άλλα – απλά εγώ τώρα το κατάλαβα… Γιατί τώρα; Κάτι ξυπνούσε μέσα του. Κάτι που ήταν… όχι, δεν ήταν ο Εχθρός του, δεν ήταν το Εσώτερο Θηρίο. Του θύμιζε, όμως, τις δυνάμεις που είχε ως ιερέας… Πώς είναι δυνατόν;

Η Άνμα’ταρ κούνησε το χέρι της μπροστά στο πρόσωπό του. «Μου κάνεις πλάκα; Ή κάτι έχεις πάθει;»

«Καλά είμαι,» της είπε ο Γεράρδος. «Σκεφτόμουν.» Και κοίταξε πίσω της, για να δει πού ήταν ο Σέλιρ’χοκ: Τον είδε ακόμα απασχολημένο με τη μαγεία του. Είδε, επίσης, τη Μάρθα να έρχεται τρέχοντας, με τα κιάλια της κατεβασμένα.

«Γεράρδε! Τι συμβαίνει;» Σταμάτησε κοντά του.

«Τίποτα,» της αποκρίθηκε.

Η Μάρθα τον κοίταξε παρατηρητικά – στα μάτια.

Ο Γεράρδος, καταλαβαίνοντας ότι έψαχνε για τα σημάδια που της είχε πει, χαμογέλασε. «Καλά είμαι. Δεν ξέρω τι σας έπιασε και τις δύο.»

«Φερόσουν περίεργα,» του είπε η Άνμα.

«Απλά ήθελα να δω από κοντά το ξερό χωράφι.» Κοίταξε το χώμα. «Είναι νεκρό, μάγισσα. Τελείως νεκρό…»

«Τι θα πει ‘τελείως νεκρό’;»

«Πιάσε το χώμα.»

Η Άνμα έσκυψε και, προσέχοντας μην την τρυπήσουν τα αγκάθια των αγριόχορτων, έπιασε μια χούφτα. Η Μάρθα τη μιμήθηκε.

«Δεν είμαι γεωργός,» είπε τελικά η μάγισσα αφού πασπάτεψε λίγο το χώμα μέσα στο χέρι της. Το πέταξε ξανά στη γη. «Δεν ξέρω, Γεράρδε.»

«Δεν είναι καλό, πάντως,» είπε η Μάρθα, κρατώντας ακόμα το χώμα στη χούφτα της. «Αυτό είναι σίγουρο. Μοιάζει να… του λείπει κάτι. Δεν είναι στην αφή όπως το κανονικό χώμα θα έπρεπε να είναι, νομίζω.»

Ο Γεράρδος κατένευσε, αμίλητα.

Η Άνμα κοίταξε τη Μάρθα. «Ξέρεις από γεωργικά θέματα;»

«Όχι ακριβώς. Αλλά δεν είμαι και τελείως άσχετη. Έχω πάει σε χωράφια στην Υπερυδάτια.»

«Εγώ είμαι τελείως άσχετη,» παραδέχτηκε η Άνμα’ταρ.

«Από πού είσαι;» Η Μάρθα πέταξε το χώμα κάτω.

«Από τη Ρελκάμνια.»

«Μια απέραντη πόλη, απ’όσο ξέρω, σ’ολόκληρη τη διάσταση. Δε μ’εκπλήσσει, λοιπόν, που είσαι άσχετη από γεωργία.»

«Βλέπεις;» είπε η Άνμα μορφάζοντας.

«Υπάρχει κάτι ενδιαφέρον εδώ;» Η φωνή του Σέλιρ’χοκ τούς έκανε να στραφούν. Ο μάγος τούς πλησίαζε· οι κρύσταλλοι επάνω στο ραβδί του δεν φώτιζαν πλέον.

«Τίποτα,» είπε ο Γεράρδος, «πέρα από νεκρό χώμα. Εσύ βρήκες κάτι;»

Ο Σέλιρ κούνησε το κεφάλι. «Όχι. Αν παρουσιάστηκε κάποιος από τους αντικατοπτρισμούς εδώ κοντά, δεν άφησε πίσω του κανένα… υπόλειμμα, ας πούμε.»

«Επέκτεινες την εμβέλεια των ξορκιών;» τον ρώτησε η Άνμα.

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Σέλιρ ανασηκώνοντας το ραβδί του. Οι κρύσταλλοι των ραβδιών των Διαλογιστών περιείχαν ενέργεια την οποία οι μάγοι μπορούσαν να χρησιμοποιούν για να ενδυναμώνουν τη μαγεία τους, και η οποία αναπληρωνόταν σαν οι κρύσταλλοι να ήταν βιολογικοί οργανισμοί που κουράζονταν και ξεκουράζονταν. Τουλάχιστον έτσι ήξερε ο Γεράρδος· για να γνωρίζεις περισσότερα έπρεπε να είσαι μάγος (του τάγματος των Διαλογιστών και μόνο, πιθανώς).

«Δε θα παρουσιάστηκε αντικατοπτρισμός εδώ,» είπε η Μάρθα. «Σας το είπα: μάλλον για τα ξερά χωράφια σκότωσαν αυτή την κακομοίρα.»

«Ίσως,» αποκρίθηκε ο Σέλιρ’χοκ. «Δεν μπορούμε, όμως, να είμαστε βέβαιοι ότι οι αντικατοπτρισμοί αφήνουν κάτι εντοπίσιμο πίσω τους. Πιθανώς να εμφανίζονται, να εξαφανίζονται, και να μη μένει κανένα σημάδι.»

«Αν είναι έτσι όπως τα λες, μάγε, τη γαμήσαμε,» μούγκρισε η Μάρθα. «Πώς θα βγάλουμε άκρη;»

«Δεν βγάζεις πάντα άκρη,» είπε ο Σέλιρ’χοκ. «Κάποιες φορές, αναπόφευκτα, την έχεις… γαμήσει.»

Η Άνμα’ταρ μειδίασε με τη σοβαρότητα που πρόφερε το γαμήσει ο Σέλιρ, και πρότεινε: «Πάμε σε κάποιο πιο ασφαλές μέρος για να περάσουμε το μεσημέρι;»

«Ναι,» ένευσε ο Γεράρδος, «πάμε.» Και ξεκίνησε για τον Κροκόδειλο, ακόμα προβληματισμένος με τα πράγματα που αισθανόταν και ονειρευόταν, τώρα που είχε ξανάρθει στη Χάρνταβελ χωρίς το Εσώτερο Θηρίο εντός του.

*

Το απόγευμα, αφού είχαν φάει και είχαν ξεκουραστεί μερικές ώρες, ο Σέλιρ’χοκ κάθισε στο ενεργειακό κέντρο του οχήματος και η Μάρθα στο τιμόνι. Ο Γεράρδος ήταν δίπλα της για να δίνει οδηγίες. Της είπε να κατευθυνθεί βόρεια και δυτικά, κι εκείνη προς τα εκεί οδήγησε το όχημά τους, με αποτέλεσμα να απομακρυνθούν από τις όχθες του Μεγάλου Ποταμού αλλά να φτάσουν κοντά σε μια περιοχή με πολύ βλάστηση η οποία ήταν, συγχρόνως, βαλτώδης.

«Τι σκατά είν’εδώ;» ρώτησε η Μάρθα, κοιτάζοντας μέσα στις σκιές του απογεύματος, που ολοένα και βάθαιναν.

«Βελονέρι, το λένε,» αποκρίθηκε ο Γεράρδος. «Είναι ίσως ο πιο επικίνδυνος βάλτος στη Χάρνταβελ. Ακόμα και ουγκράβοι τριγυρίζουν εδώ μέσα.»

«Τι πράγμα

«Ουγκράβοι,» είπε ο Γεράρδος. «Τα Παιδιά του Κακού Οφθαλμού. Τα Πορφυρά Κτήνη. Λένε πως έχουν μέσα τους τη μάνητα του Θεού.»

«Υπάρχουν όντως; Τους έχεις δει;»

Ο Γεράρδος ένευσε. «Ναι.»

«Τι είναι; Ζώα;»

«Ναι. Ζώα, διαφόρων ειδών, που τα κοίταξε ο Κακός Οφθαλμός κατά τη γέννησή τους – το κόκκινο φεγγάρι της Χάρνταβελ. Νομίζω πως έχουν κι αυτά κάποιο… Εσώτερο Θηρίο μέσα τους, Μάρθα.»

Η Μάρθα συνοφρυώθηκε· πήρε προς στιγμή το βλέμμα της από μπροστά και στράφηκε να τον ατενίσει. «Όπως οι ιερείς;»

«Ναι. Διαθέτουν τρομερή δύναμη· προκαλούν ανείπωτο τρόμο στα θηράματά τους· και είναι ικανά για αποτρόπαια βίαιες πράξεις, όχι μόνο για να τραφούν… Δείχνουν να απολαμβάνουν τους σκοτωμούς: να προσπαθούν να γαληνέψουν κάτι εντός τους μέσω των θανάτων. Τα Παιδιά του Κακού Οφθαλμού θυσιάζουν, Μάρθα, όπως εμείς…» Ο Γεράρδος δεν την κοίταζε καθώς της μιλούσε· κοίταζε έξω, προς τον γεμάτο βλάστηση βάλτο, σα να έψαχνε για κάποιο από τα δαιμονισμένα θηρία που περιέγραφε.

Η Μάρθα αισθάνθηκε ένα ρίγος να τη διατρέχει. Τι μαλακίες είν’αυτές; σκέφτηκε, αλλά δεν είπε τίποτα, εκτός από: «Ελπίζω να τριγυρίζουν μόνο σ’ετούτα τα βαλτοτόπια…»

«Δυστυχώς τους συναντάς κι αλλού. Σε απομονωμένες περιοχές κυρίως, και στο Κεντροδάσος. Η βλάστηση που βλέπεις εδώ» – ο Γεράρδος έδειξε το Βελονέρι – «είναι, ουσιαστικά, προέκταση του Κεντροδάσους. Το Κεντροδάσος δρασκελίζει τον Μεγάλο Ποταμό σ’ετούτο το σημείο.»

«Κατοικούν άνθρωποι εδώ κοντά;»

«Στα βόρεια είναι μια μικρή πόλη που τη λένε Ταρκάβια.»

Η Μάρθα άναψε τους προβολείς γιατί το σκοτάδι είχε πυκνώσει αρκετά και δεν έβλεπε.

Το δυνατό φως αποκάλυψε, σε κάμποση απόσταση, κάτι μακρόστενο, κάτι που πρέπει να ήταν…

«Ανθρωποθυσία;» άρθρωσε η Μάρθα.

Η σκιερή φιγούρα βρισκόταν στις παρυφές των βάλτων.

«Πήγαινε πιο κοντά,» είπε ο Γεράρδος.

Η Μάρθα έστριψε, και, καθώς πλησίαζαν, είδαν ένα σκέλεθρο να κρέμεται ανάποδα από έναν πάσσαλο. Το κεφάλι του έλειπε, και δεν ήταν πουθενά γύρω.

«Γαμήσου…» μούγκρισε η Μάρθα στραβώνοντας τα χείλη. «Δεν πιστεύω να θες να μείνουμε εδώ;»

«Δε βλέπω ξερά χωράφια εδώ γύρω, όμως.»

«Σωστά.» Η Μάρθα πάτησε το φρένο.

Ο Γεράρδος στράφηκε πίσω, στον Σέλιρ’χοκ. «Μάγε, αντέχεις γι’ακόμα μια έρευνα;»

«Έτσι νομίζω.»

Οι επαναστάτες βγήκαν από το όχημα και στάθηκαν κοντά στο ακέφαλο σκέλεθρο. Ψυχή δεν φαινόταν γύρω· το μέρος ήταν έρημο, και είχε κάτι το εφιαλτικό στην όψη του. Οι φυλλωσιές του βάλτου μουρμούριζαν στον απογευματινό αέρα. Μικρά πλατσουρίσματα ακούγονταν. Τα στάσιμα νερά βρομούσαν.

Η Μάρθα κρατούσε ένα τουφέκι για παν ενδεχόμενο. «Τι μπορεί να του πήρε το κεφάλι;»

«Οτιδήποτε πεινασμένο, εδώ πέρα,» είπε ο Γεράρδος. «Θες να ψάξεις να το βρεις;»

«Πολύ αστείο, εξυπνάκια…»

Ο Σέλιρ’χοκ έκανε πάλι τα μαγικά του· οι κρύσταλλοι στο ραβδί του έδιναν τώρα την εντύπωση ότι φώτιζαν δυνατότερα μέσα στο σούρουπο.

Η Άνμα’ταρ έδειχνε να είναι ήρεμη, αλλά, αν κανείς την παρατηρούσε με έμπειρο μάτι, μπορούσε αμέσως να διακρίνει ότι η ηρεμία της ήταν η ψυχρή ηρεμία του ετοιμοπόλεμου μαχητή.

Ο Γεράρδος αισθανόταν ένα απόμακρο μίσος να έρχεται από τα βάθη των βάλτων. Μια δυνατή, ανεξέλεγκτη οργή. Η οποία δεν του ήταν άγνωστη. Του θύμιζε την οργή του Εσώτερου Θηρίου. Ποτέ ξανά, όμως, δεν την είχε νιώσει να εκπέμπεται έτσι από κάποια εξωτερική πηγή. Όταν είναι μέσα σου, σε πλημμυρίζει τόσο που δεν μπορείς να το αισθανθείς από έξω, συλλογίστηκε, ακούσια, σαν τα λόγια να είχαν έρθει αυθόρμητα στο μυαλό του.

Ο Γεράρδος δεν ήθελε να μείνει για πολύ εδώ· ο τόπος τον ενοχλούσε. Ήλπιζε ο μάγος να μην αργούσε να τελειώσει τη δουλειά του.

Ο Σέλιρ’χοκ, που είχε κλείσει τα μάτια, μετά από λίγο τα άνοιξε πάλι, και οι κρύσταλλοι επάνω στο ραβδί του έσβησαν. Αναστέναξε. «Δεν υπάρχει τίποτα, Καπετάνιε. Δυστυχώς.»

«Καλώς. Πάμε.»

Η Μάρθα συνοφρυώθηκε. «Βιάζεσαι ξαφνικά;»

«Απλώς δε μ’αρέσει τούτο το μέρος.»

«Δεν έχει και τίποτα για να σ’αρέσει,» μόρφασε η Μάρθα.

Όταν επέστρεψαν στον Κροκόδειλο, ρώτησε τον Γεράρδο: «Προς τα πού, τώρα;»

«Δυτικά, για λίγο. Θέλω να δω τι γίνεται στη Σιρνέλια.»

«Πού είν’αυτό;»

Ο Γεράρδος πάτησε ένα κουμπί επάνω στην κονσόλα τους, κάνοντας τον χάρτη στην οθόνη να κυλήσει προς τα δυτικά και να δείξει μια πόλη.

«Μάλιστα,» είπε η Μάρθα ξεκινώντας το όχημα. «Κανένα αξιοθέατο εκεί, αφεντικό; Εκτός από παράγκες, βοσκούς, και μουλάρια.»

«Υπάρχει ένα παλιό άγαλμα, αφού θες να μάθεις.»

«Άγαλμα;»

«Ναι. Ενός ήρωα.»

«Όμορφος, τουλάχιστον;»

«Αν σ’αρέσουν αυτοί που φυτά σκαρφαλώνουν επάνω τους.»

Η Μάρθα γέλασε. «Έχω δει και χειρότερους στις φυλακές της Αταρδίας… Τέλος πάντων. Τι ήρωας είναι αυτός;»

«Πριν από πολλά χρόνια, ένας τύραννος ήταν άρχοντας σ’αυτούς τους τόπους. Ένας άλλος άρχοντας ήρθε, τον σκότωσε, και έγινε ήρωας στα μάτια του λαού.»

«Τόσο ενδιαφέροντα πράγματα;»

«Για τη Χάρνταβελ αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον. Υπάρχει, μάλιστα, και η Μπαλάντα του Αργυρού Καβαλάρη. Είναι το τραγούδι που λέει γι’αυτόν τον ήρωα. Είμαι βέβαιος πως ο Εδμόνδος το ξέρει καλά. Σου παίρνει μια ολόκληρη βραδιά να το τραγουδήσεις όλο. Έχει μάχες με θηρία και με ανθρώπους, σημάδια από τον Θεό, συμμαχίες, συνωμοσίες, ιστορίες αγάπης… Όλ’αυτά είναι πολύ συναρπαστικά για τους γηγενείς.

»Και νομίζω, μάλιστα, πως η γιορτή δεν είναι μακριά…» Συνοφρυώθηκε σκεπτικά.

«Ποια γιορτή;»

«Η Γιορτή του Αργυρού Καβαλάρη. Γίνεται κάθε χρόνο, αυτή την εποχή, το φθινόπωρο. Οι ιερείς λένε πότε ακριβώς θα γίνει· φαίνεται από τη θέση του Αργυρού Θείου Οφθαλμού.»

«Το μεγάλο φεγγάρι της Χάρνταβελ;»

«Ναι. Σχετίζουν τον Αργυρό Καβαλάρη άμεσα μ’αυτό. Υποτίθεται πως έπαιρνε κάποιες δυνάμεις από τον Θεό.»

«Μύθος;»

«Μπορεί. Βασικά, ίσως να μην υπήρξε ποτέ Αργυρός Καβαλάρης. Αλλά δεν έχει μεγάλη σημασία πλέον.»

Η Μάρθα άναψε τσιγάρο. «Γάμησέ τα…»

*

Η Σιρνέλια ήταν μια κυκλική, περιτειχισμένη πόλη, η μισή πάνω σ’έναν λόφο και η μισή από κάτω. Τα φώτα της φαίνονταν έντονα μέσα στη βραδιά, τα περισσότερα από λάμπες λαδιού αλλά και κάποια που δεν μπορεί παρά να προέρχονταν από ενεργειακές λάμπες – το φως τους ήταν λευκό και καθαρό.

Οι πύλες ήταν ακόμα ανοιχτές, παρατήρησε ο Γεράρδος κοιτάζοντας με τα κιάλια του, ενώ εκείνος κι οι σύντροφοί του βρίσκονταν μέσα στο σταματημένο όχημά τους. Οι προβολείς του Κροκόδειλου ήταν τώρα σβηστοί, και ήταν αδύνατο κάποιος να τον διακρίνει έτσι όπως έμοιαζε να λιώνει μέσα στο σκοτάδι.

«Θα πάμε μέσα, λοιπόν;» ρώτησε η Μάρθα όταν ο Γεράρδος είπε πως οι πύλες ήταν ανοιχτές.

Εκείνος δεν απάντησε αμέσως, δείχνοντας σκεπτικός.

«Τι;» είπε η Μάρθα. «Γιατί ήρθαμε εδώ, αν όχι για να μπούμε μέσα, γαμώ την ανωμαλία;»

«Καλώς,» αποκρίθηκε ο Γεράρδος. «Μόνο εσύ κι εγώ, όμως.» Στράφηκε στον Σέλιρ’χοκ και στην Άνμα’ταρ, που στέκονταν πίσω τους. «Καλύτερα να μείνετε εδώ. Εσύ είσαι μαυρόδερμος κι εσύ χρυσόδερμη. Στη Χάρνταβελ οι γηγενείς δεν έχουν τέτοιους δερματικούς χρωματισμούς, και η πόλη είναι μικρή και περιτειχισμένη: δε θέλω να τραβήξουμε την προσοχή των πρακτόρων της Παντοκράτειρας.»

«Συμφωνώ,» αποκρίθηκε η Άνμα. «Θα μείνουμε στο όχημα. Να έχετε όμως τους πομπούς σας μαζί, ώστε να μας καλέσετε αν μας χρειαστείτε.»

Ο Γεράρδος και η Μάρθα ετοιμάστηκαν, πήραν κάποια απαραίτητα πράγματα, και έφυγαν, πηγαίνοντας προς μία από τις δύο ανοιχτές πύλες της πόλης. Εκεί, οι φρουροί ήταν δύο: ένας πολεμιστής του τοπικού Άρχοντα, ντυμένος με πέτσινο θώρακα, κράνος, και μανδύα, και οπλισμένος με δόρυ στο χέρι και πιστόλι να κρέμεται από τη ζώνη του· και μια πολεμίστρια με τη λευκή στολή του Στρατού της Παντοκράτειρας, έχοντας σπαθί και πιστόλι στη μέση και τουφέκι στον ώμο. Παρατηρώντας ότι ο Γεράρδος και η Μάρθα δεν κουβαλούσαν μεγάλα όπλα επάνω τους, δεν τους έδωσαν πολύ σημασία· τους άφησαν να μπουν χωρίς κουβέντα.

Μόλις όμως εκείνοι είχαν διαβεί την πύλη, η φωνή της Παντοκρατορικής πολεμίστριας τούς σταμάτησε, μιλώντας στη Γλώσσα της Χάρνταβελ: «Ε! περιμένετε λίγο!»

«…Η γαμημένη,» μουρμούρισε η Μάρθα κάτω απ’την ανάσα της, και το χέρι της πήγε στη λαβή του πιστολιού της που ήταν κρυμμένο μέσα στη δίπλωση της τουνίκας της. Δεν είχε καταλάβει τι είπε η πολεμίστρια αλλά ήταν βέβαιη πως δεν επρόκειτο για κάτι καλό.

«Τι συμβαίνει, κοπέλα;» ρώτησε ο Γεράρδος, μιλώντας βαριά, με την προφορά των χωρικών της Χάρνταβελ.

«Καθώς ερχόσασταν, είδατε τίποτα ύποπτο;» ρώτησε η φρουρός.

«Τι ύποπτο;»

«Ανθρώπους μέσα στη νύχτα. Οπλισμένους.»

Ο Γεράρδος κούνησε το κεφάλι. «Όχι. Τι τρέχει; Ληστές;»

«Ναι. Κάποιοι ληστές τριγυρίζουν εδώ, τελευταία. Έχεις δει κάτι;»

«Όχι.»

«Καλά, πήγαινε.»

«Γιατί ρώτησες εμένα;»

«Δε ρώτησα μόνο εσένα, επιστήμονα. Τους ρωτάω όλους που μπαίνουν.»

Ο άλλος φρουρός είπε, πιο ήπια: «Ψάχνουμε για κάτι ληστές. Αν δεις ή ακούσεις τίποτα, πήγαινε και πες το στη διοικήτρια στο Παντοκρατορικό Οχυρό.»

«Μά’ιστα,» αποκρίθηκε ο Γεράρδος. «Καλό σας βράδυ.»

Και προχώρησε μαζί με τη Μάρθα.

«Τι ήθελαν;» τον ρώτησε εκείνη, που, μην ξέροντας τη Γλώσσα της Χάρνταβελ, δεν είχε καταλάβει λέξη.

Ο Γεράρδος τής εξήγησε.

«Ληστές;» είπε η Μάρθα. «Ή επαναστάτες;»

«Μπορεί. Αλλ’αυτό δε σημαίνει ότι οι συγκεκριμένοι επαναστάτες έχουν απαραιτήτως σχέση μ’εμάς.»

«Γιατί όχι;»

Οι δρόμοι μέσα στους οποίους προχωρούσαν ήταν στενοί και πλακόστρωτοι, και δεν είχαν φασαρία παρά μόνο εκεί όπου βρισκόταν κοντά κάποιο καπηλειό. Στη Σιρνέλια, απ’ό,τι φαινόταν, οι ντόπιοι μαζεύονταν γρήγορα στα σπίτια τους το βράδυ.

«Πολλές φορές εδώ πέρα κάποιοι παίρνουν όπλα, κάνουν αμέσως φασαρία, χτυπώντας τους Παντοκρατορικούς, και μετά οι Παντοκρατορικοί τούς τσακίζουν. Οι ιερείς είναι που τα πυροδοτούν συνήθως αυτά τα επεισόδια, αλλά οι ίδιοι σπάνια συμμετέχουν. Και κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει τους ιερείς για τίποτα στη Χάρνταβελ· είναι πάνω κι από τους άρχοντες.

»Το άσχημο αυτής της υπόθεσης είναι ότι σκοτώνεται κόσμος – γηγενείς της Χάρνταβελ – άδικα· γιατί δεν πρόκειται ποτέ να καταφέρουν κάτι σοβαρό με τέτοιες μικροεξεγέρσεις. Είναι σαν ενοχλητικές μύγες για την Παντοκράτειρα.»

«Πού θα πάμε να διανυκτερεύσουμε;» ρώτησε η Μάρθα αλλάζοντας θέμα. «Ξέρεις κανένα καλό μέρος εδώ;»

«Ας βαδίσουμε προς το λόφο και βλέπουμε.»

Ακολούθησαν έναν ανηφορικό δρόμο και ανέβηκαν στον λόφο όπου ήταν γαντζωμένη η μισή πόλη. Από εδώ έβλεπες πανοραμικά την άλλη μισή Σιρνέλια. Όχι και κανένα φαντασμαγορικό θέαμα αν είχες περάσει από διαστάσεις όπως την Απολλώνια, αλλά για τη Χάρνταβελ δεν ήταν κι άσχημο.

Ο Γεράρδος οδήγησε τη Μάρθα σ’ένα πανδοχείο που ονομαζόταν Το Λάβαρο και το Καλέμι. Έκλεισαν ένα δίκλινο δωμάτιο και κάθισαν στην τραπεζαρία για να φάνε. Είχε κάμποσο κόσμο για τα δεδομένα της περιοχής – που καταφανώς δεν ήταν και πολύ εμπορική – αλλά κανένας δεν ακουγόταν να λέει τίποτα που να ενδιαφέρει τους επαναστάτες. Δεν μιλούσαν ούτε για τους παράξενους αντικατοπτρισμούς ούτε για τους ληστές που είχαν αναφέρει οι φρουροί στην πύλη. Μονάχα ένας χωρικός γκρίνιαζε ότι το χωράφι του είχε ξεραθεί τελείως, και «γαμώ την ατυχία μου, ο Θεός μ’έχει καταραστεί, η σοδιά θάναι χάλια φέτος, το ξέρω, το ξέρω! Κι η γυναίκα θα μου λέγει για το’να και τ’άλλο όλη τη χρονιά, το ξέρω…»

Ο Γεράρδος αποφάσισε εκείνος να πει κάτι για τους ληστές. «Ρε παιδιά,» είπε μιλώντας στη Γλώσσα της Χάρνταβελ και με τη βαριά προφορά των χωρικών, «δεν είμαι κι απ’τα μέρη σας, βέβαια, μα, να πούμε, καθώς έμπαινα με σταμάτηξε μια φρουρός με τ’άσπρα της Παντοκράτειρας και με ρώτηξε για κάτι ληστές, λέει, που τους κυνηγάνε, μήπως είχα δει κι εγώ τίποτις, μα τίποτις δεν είχα δει· κι άμα είχα δει, δρόμο θάχα πάρει, εξυπακούγεται, ρε παιδιά.»

«Τους ψάχνουνε, φίλε· μην τρομάζεις,» απάντησε ο οινοχόος. «Κάτι φασαρίες κάνανε στους στρατιώτες της Παντοκράτειρας· τους πέταξαν βόμβες και πέσαν και μερικές τουφεκιές γύρω απ’τ’Οχυρό, και μετά γίνανε λαγοί. Τρέχοντας την κάνανε από την Πάνω Πύλη και, βουρ, μες στο δάσος.»

Ένας άλλος γέλασε. «Ελάφια, οι κερατάδες!»

«Με τουφέκια, όμως – και θα μας βάλουνε όλους να πληρώνουμε,» μούγκρισε ο χωρικός που γκρίνιαζε για το χωράφι του.

«Α, μάλιστα…» είπε ο Γεράρδος, «κι έλεγα κι εγώ τι είναι και ψάχνουνε. Φοβήθηκα μήπως δεν είναι καλά για να φύγω και πρέπει να περάσω δω μέρες, μη με βουτήξουνε στο δρόμο.»

«Όχι,» γέλασε ο οινοχόος, «μη φοβάσαι, φίλε, δε νομίζω νάχεις πρόβλημα.» Και γέμισε μια ξύλινη κούπα με κρασί και του την κέρασε.

«Ο Θεός να σ’έχει καλά, μάστορα!» του είπε ο Γεράρδος, χαμογελώντας και υψώνοντας το κρασί προς τη μεριά του.

«Στην υγειά σου!»

Ο Γεράρδος ήπιε.

Η Μάρθα τού ψιθύρισε: «Μετάφραση;»

«Αυτό που σου είπα ήταν, τελικά.»

«Ποιο;»

«Οι ληστές δεν ήταν ληστές.»

«Κατάλαβα.»

Αργότερα, ανέβηκαν στο δωμάτιο που είχαν κλείσει, το οποίο είχε ένα νούμερο χαραγμένο πρόχειρα πάνω στην πόρτα – 5 – αλλά δεν είχε ούτε κλειδί ούτε κλειδαριά. Όταν ήθελες να κλείσεις (και ήσουν μέσα), απλά τραβούσες τον σύρτη πίσω από την πόρτα.

Η Μάρθα τράβηξε τον σύρτη κι έριξε τον σάκο της στο πάτωμα. Φως – από τ’αστέρια και τα φεγγάρια – έμπαινε από το ανοιχτό παράθυρο. Διακόπτης για ενεργειακό φωτισμό, φυσικά, δεν υπήρχε, όπως στον Ισάδελφο στην Οκρίνθια. Μονάχα μια παλιά λάμπα ήταν κρεμασμένη από έναν γάντζο. Ο Γεράρδος την ξεκρέμασε και, χρησιμοποιώντας τον ενεργειακό αναπτήρα του, άναψε το φυτίλι.

«Και γαμώ…» είπε η Μάρθα. «Είμαι βέβαιη πως το μπάνιο τους θα είναι στα ίδια χάλια.» Άνοιξε τη μικρή πόρτα στο πλάι. «Ψέματα: χειρότερο είναι. Δεν έχει ούτε μια γαμημένη βρύση

«Θες και βρύση;»

«Μονάχα έναν κουβά με νερό έχει.» Η Μάρθα πήγε εκεί και έπλυνε τα χέρια της και το πρόσωπό της. «Τέλος πάντων· έχω δει και χειρότερες μαλακίες.»

Ο Γεράρδος γέλασε κοφτά.

«Τα λέω ωραία, ε;» Η Μάρθα βγήκε απ’το μπάνιο.

«Όταν κάτι είναι άσχημο, συνήθως λες ότι έχεις δει και χειρότερα.»

«Εγώ φταίω που είμαι ειλικρινής άνθρωπος;»

Όταν έβγαλαν τα περισσότερα ρούχα τους και ξάπλωσαν στο κατά γενική ομολογία ελεεινό κρεβάτι, η Μάρθα διαπίστωσε ότι παρά το επίσης ελεεινό περιβάλλον είχε όρεξη για νυχτερινά παιχνίδια, και ο Γεράρδος, όπως αποδείχτηκε, δεν ήταν αντίθετος σ’αυτή την ιδέα. Για μια στιγμή, καθώς ερωτοτροπούσαν, νόμισαν ότι το κρεβάτι θα διαλυόταν από κάτω τους αλλά τελικά – παραδόξως, ίσως – άντεξε.

Ο Γεράρδος κοιμήθηκε με τη Μάρθα στην αγκαλιά του και με το ένα του χέρι στον δεξή της μηρό, ανάμεσα στα γόνατά της. Και ονειρεύτηκε

ξανά

εκείνο το σπίτι

με τοίχους από πέτρα, ξύλο, σάρκα, φύλλα, κόκαλα, μάτια, χέρια, νερό, ουρανό, φωτιά, γλώσσες, πόδια

όπου, φανερά, υπάρχει κάποιο πρόβλημα.

Αλλά ο Γεράρδος είναι μπερδεμένος καθώς περιπλανιέται μέσα στους διαδρόμους, στα δωμάτια, και στις σκάλες, παρότι νιώθει ότι βαθιά μέσα του γνωρίζει ακριβώς τι συμβαίνει. Βλέπει ανοίγματα, τρύπες, να δημιουργούνται στους τοίχους και, μετά από λίγο, να κλείνουν. Αισθάνεται έναν πόνο να προέρχεται από γύρω του.

Ακούει ξαφνικά πολλά πόδια να βαδίζουν, και οπλές αλόγων, και τροχούς. Στρατός; Εδώ μέσα; Ο Γεράρδος τρέχει προς τη μεριά του θορύβου–

Τα κλάματα ενός μωρού.

Σταματά απότομα, κοιτάζει πλάι, δε βλέπει κανένα μωρό, τα κλάματα έρχονται από το βάθος ενός διαδρόμου· ο θόρυβος από τον στρατό συνεχίζεται, κι ο Γεράρδος πάει προς τα εκεί. Αλλά, μέσα σ’ένα δωμάτιο στολισμένο με διάφορα όπλα, δεν συναντά κανένα στράτευμα παρά μονάχα έναν άντρα με κατάλευκο δέρμα και λευκή στολή.

Ποιος είσαι εσύ; τον ρωτά ο Λευκός Άντρας.

Εσύ ποιος είσαι; λέει ο Γεράρδος.

Εγώ… πηγαίνω σ’ένα μέρος πολύ επικίνδυνο… κι αφήνω τη γυναίκα μου πίσω. Αν το ήξερα….

Ο Γεράρδος επιμένει: Ποιος είσαι; Σε ξέρω από κάπου;

Δεν έχω χρόνο. Το ακούς; Έρχεται. Έρχεται! Ο Λευκός Άντρας πισωπατά μοιάζοντας τρομαγμένος.

Και ο Γεράρδος ακούει – από πριν το άκουγε, συνειδητοποιεί απρόσμενα – ένα βουητό να έρχεται… πίσω… από τους τοίχους του σπιτιού…

πόνος

δέρμα που σκίζεται

Γρυλίζει πιάνοντας το στήθος του· τρίζει τα δόντια.

Ένας τοίχος διαλύεται: ξύλα πετάγονται, και σάρκες και οστά και μάτια και πέτρες και φύλλα και νερό και αέρας και φως και σκοτάδι και αίμα–

Παραπατά, πέφτει–

Άμμος έρχεται από το άνοιγμα: ξερή άμμος, ζεστή, μαζί με μεγάλες πέτρες. Τον παρασέρνει σαν να είναι το κύμα κάποιας παράξενης ονειρικής θάλασσας.

Ο Γεράρδος ανασηκώνεται. Ψάχνει για τον Λευκό Άντρα.

Αλλά εκείνος έχει χαθεί.

Και η αυγή έχει έρθει–

…Ο Γεράρδος βλεφάρισε, νομίζοντας ότι ξαφνικά ο κόσμος γύρω του είχε, κατά κάποιον τρόπο, αρχίσει να κινείται πιο αργά.

Ήταν καθισμένος πάνω στο κρεβάτι κρατώντας το στήθος του σαν να είχε τραυματιστεί.

Πρωινό φως έμπαινε από το ανοιχτό παράθυρο.

«Τι είναι;» ρώτησε η Μάρθα. «Είσαι καλά;»

Ο Γεράρδος βλεφάρισε ξανά. Στράφηκε να την κοιτάξει. «Δεν ξέρω…» παραδέχτηκε. «Είδα έναν Λευκό Άντρα… κι έναν τοίχο… να διαλύεται… Ο Λευκός Άντρα φοβόταν. Κάπου έχει μπλέξει…»

«Τι λευκός άντρας; Τον ξέρεις;»

Ο Γεράρδος κούνησε το κεφάλι. «Όχι. Φορούσε, όμως, άσπρη στολή. Μάλλον της Παντοκράτειρας. Και είχε λευκό δέρμα.» Σηκώθηκε απ’το κρεβάτι, βηματίζοντας ξυπόλυτος πάνω στο κρύο πάτωμα. «Κάτι κακό έχει συμβεί στη Χάρνταβελ, Μάρθα. Το ξέρω.» Κοίταξε έξω απ’το παράθυρο, την πόλη που φαινόταν κάτω από τον λόφο. «Πρέπει να φύγουμε.»

Κεφάλαιο 16
Τραγούδια στο Πανδοχείο, Μαγική Έρευνα στον Λόγγο

«Έλα, κάθισε μαζί μου, μάγε,» είπε ο Εδμόνδος, ο οποίος είχε μόλις καθίσει στη θέση του οδηγού.

«Δε μας θέλεις, λοιπόν, εμάς πια, ε;» τον πείραξε η Ισαβέλλα.

«Πρέπει να είμαστε πρώτα φιλόξενοι, δεν πρέπει;» της αποκρίθηκε ο Εδμόνδος, γυρίζοντας για να την κοιτάξει, εκεί όπου εκείνη κι η Ιζαμπώ τακτοποιούσαν μερικά πράγματα, στην πίσω μεριά του οχήματος.

Ο Σθένελος πήγε μπροστά και κάθισε στη θέση του συνοδηγού, δίπλα στον τροβαδούρο. Η Βατράνια τον ακολούθησε, για να σταθεί τελικά πίσω από τους δύο άντρες.

«Είμαστε έτοιμες, ελπίζω,» είπε δυνατά ο Εδμόνδος, περιμένοντας ν’ακούσει απάντηση από τις δύο χορεύτριες, καθώς ενεργοποιούσε τη μηχανή του οχήματος.

«Πανέτοιμες όπως πάντα!» αποκρίθηκε η φωνή της Ιζαμπώς.

Ο Εδμόνδος έβαλε το τροχοφόρο σε κίνηση, και διασχίζοντας την Αγορά της Οκρίνθιας – που είχε πολύ κόσμο ετούτη την πρωινή ώρα – μπήκαν σ’έναν δρόμο που μόλις και μετά βίας χωρούσε το όχημά τους, και ο οποίος σύντομα μετατράπηκε σε χωματόδρομο καθώς βγήκαν ανάμεσα από τα σπίτια της Οκρίνθιας και βρέθηκαν στους αγρούς ανατολικά της. Νότιά τους, όχι μακριά, μπορούσαν να δουν το Παντοκρατορικό Οχυρό της περιοχής.

«Σας άρεσε η Οκρίνθια;» ρώτησε ο Εδμόνδος, κοιτάζοντας μια τον Σθένελο μια τη Βατράνια προτού στρέψει πάλι το βλέμμα του μπροστά.

«Καλή ήταν,» αποκρίθηκε ο μάγος.

«Το πιο συναρπαστικό πράγμα εκεί νομίζω πως ήσουν εσύ, Εδμόνδε,» είπε η Βατράνια, έχοντας τον ένα της αγκώνα ακουμπισμένο στην πλάτη του καθίσματος του Σθένελου και τον άλλο αγκώνα στην πλάτη του καθίσματος του τροβαδούρου.

Ο Εδμόνδος γέλασε. «Με κολακεύεις χωρίς καλό λόγο!»

Έφτασαν μπροστά σ’έναν μικρό ποταμό και διέσχισαν την πέτρινη γέφυρα που τον δρασκέλιζε, συνεχίζοντας ν’ακολουθούν τον χωματόδρομο καθώς απομακρύνονταν ολοένα και περισσότερο από την Οκρίνθια.

«Τον Ρογήρο τον ξέρεις από παλιά, έτσι;» είπε η Βατράνια στον Εδμόνδο.

«Ω ναι, από πολύ παλιά,» αποκρίθηκε εκείνος. «Πολεμήσαμε μαζί πριν από καμια δεκαριά χρόνια, για την Αρχόντισσα της Οκρίνθιας. Και δεν ξέρω αν θα μπορούσα να γράψω επικό άσμα για εκείνο τον πόλεμο, Βατράνια. Όταν τον έχεις ζήσει, σου είναι δύσκολο να τον δεις με τρόπο ‘επικό’. Καταλαβαίνεις τι εννοώ;»

«Ναι,» αποκρίθηκε η Βατράνια, κι ο τόνος της φωνής της μαρτυρούσε ότι δεν απαντούσε έτσι μόνο από ευγένεια.

«Ετούτο το όμορφο σημάδι,» ο Εδμόνδος άγγιξε την ουλή στο μέτωπό του, παίρνοντας το ένα του χέρι για λίγο απ’το τιμόνι, «εκεί το απέκτησα. Τσεκουριά. Δε με σκότωσε, όπως βλέπετε. Μάλλον, το κρανίο μου είναι πιο σκληρό απ’ό,τι νόμιζε ο εχθρός μου. Μετά το χτύπημα, βέβαια, έχασα τις αισθήσεις μου· μη φανταστείτε ότι είμαι κανένας ήρωας από παραμύθι,» μειδίασε πλατιά. «Αλλά σας έλεγα για τον Ρογήρο… Εκεί τον γνώρισα τον Ρογήρο, στον πόλεμο. Εκεί γίναμε καλοί φίλοι· φυλούσαμε ο ένας την πλάτη του άλλου. Ο φουκαράς έχασε το δεξί του χέρι σε μια συμπλοκή, αλλά είναι δυνατός άνθρωπος· δεν άφησε αυτό να τον καταβάλει. Κι επειδή ήμασταν τότε προς το τέλος του πολέμου, η Αρχόντισσα τού έδωσε επιπλέον χρήματα για τον τραυματισμό του γιατί την είχε υπηρετήσει καλά. Το πανδοχείο, όμως, δεν το έκανε μ’αυτά τα χρήματα. Ένας άλλος συμπολεμιστής μας του το χάρισε. Ο Αντέλμος. Καλός φίλος κι αυτός. Τραυματίστηκε θανάσιμα, λίγο προτού ο Ρογήρος χάσει το χέρι του, κι αγαπούσε τον Ρογήρο σαν αδελφό, κι ο Ρογήρος ήταν κοντά του όταν ο Αντέλμος πέθανε: προσπάθησε να τον σώσει, αλλά τι να κάνει; Του είχαν διαλύσει όλο το στήθος από τη δεξιά μεριά, του το είχαν γεμίσει σφαίρες, και με κάθε σπαστή αναπνοή που έπαιρνε γέμιζαν αίμα τα πνευμόνια του. ‘Σ’αγαπώ σαν αδελφό, Ρογήρε,’ του είπε καθώς ξεψυχούσε· και του είπε επίσης ότι εκείνο το οίκημα που είχε στην Οκρίνθια, στην Αγορά, ήταν τώρα του Ρογήρου· του το έδινε για τη φιλία που είχαν κι επειδή ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που έβλεπε όσο ήταν ακόμα ζωντανός. ‘Ο Θεός σ’έστειλε.’ Τον άκουσα να τα λέει όλ’αυτά – και εγώ και κάτι άλλοι που ήμασταν κοντά τους εκείνη την ώρα. Είδα ορισμένους να κλαίνε… Τέλος πάντων…» Η φωνή του ακουγόταν σπασμένη, σαν ένα βάρος να είχε πέσει επάνω του.

Καθάρισε τον λαιμό του και συνέχισε: «Ο Ρογήρος, λοιπόν, όταν ο πόλεμος τελείωσε, πήγε στην Οκρίνθια και, χρησιμοποιώντας τα χρήματα της Αρχόντισσας, έφτιαξε το οίκημα που του είχε δώσει ο Αντέλμος, γιατί ήταν παλιό και δεν βρισκόταν σε πολύ καλή κατάσταση. Το έκανε πανδοχείο. Ισάδελφο, το είπε, για να τιμήσει τον Αντέλμο που τον αγαπούσε σαν αδελφό.

»Ναι, έτσι που λέτε… Αυτή και άλλες ιστορίες έχω να λέω από τον πόλεμο.» Αναστέναξε.

«Εμείς να δείτε πόσες φορές τάχουμε ακούσει αυτά!» είπε η Ισαβέλλα. Εκείνη κι η Ιζαμπώ είχαν στριμωχτεί δεξιά κι αριστερά της Βατράνιας, όσο ο Εδμόνδος μιλούσε.

«Κλείστε το στόμα σας πια!» μούγκρισε ο τροβαδούρος. «Δεν ξέρετε για τι πράγμα μιλάτε. Ήσασταν νιάνιαρα τότε.»

«Η μαμά μου πέθανε στον πόλεμο,» του θύμισε η Ισαβέλλα.

Και μετά, για λίγο, κανένας δεν μιλούσε καθώς το όχημά τους διέσχιζε πεδινά μέρη αφού είχαν περάσει πάλι πάνω από μια γέφυρα. Ετούτες οι περιοχές ήταν γεμάτες παραπόταμους που εκπήγαζαν από τον Μεγάλο Ποταμό της Χάρνταβελ, και ήταν πολύ εύφορες. Τα χωράφια που φαίνονταν να είναι ξερά φάνταζαν πιο περίεργα απ’ό,τι σ’άλλα μέρη. Έδιναν την εντύπωση ότι ήταν τελείως αφύσικα. Σ’ένα σημείο όχι πολύ μακριά από ένα χωριό, οι επαναστάτες είδαν μια ανθρωποθυσία: έναν άντρα κρεμασμένο ανάποδα. Δύο άγρια σκυλιά ήταν κοντά του, δαγκώνοντας το κεφάλι του που δεν απείχε παρά μερικά εκατοστά από τη γη.

Η Βατράνια απέστρεψε το βλέμμα της. Τι θέαμα… Αυτοί οι κάτοικοι της Χάρνταβελ ήταν τρελοί. Ή, τουλάχιστον, οι ιερείς τους. Η Βατράνια απορούσε πώς ήταν δυνατόν ο Γεράρδος να ήταν κάποτε ένας απ’αυτούς· της φαινόταν πολύ εντάξει άνθρωπος.

«Σ’ετούτο το μέρος έχουν παρουσιαστεί αντικατοπτρισμοί;» ρώτησε ο Σθένελος προτού απομακρυνθούν από την ανθρωποθυσία.

«Δε νομίζω,» αποκρίθηκε ο Εδμόνδος. Κι έκανε να γεμίσει την πίπα του με καπνό και να την ανάψει ενώ συγχρόνως οδηγούσε.

«Δώστη σε μένα,» του είπε η Ιζαμπώ και, απλώνοντας τα χέρια της από πάνω του, την πήρε. Την άναψε και του την έδωσε.

«Ευχαριστώ, καλή μου,» είπε ο Εδμόνδος, παίρνοντας την πίπα και φιλώντας το χέρι της. Ρούφηξε καπνό και τον έβγαλε απ’την άκρη του στόματός του.

«Από πού είστε εσείς οι δύο;» ρώτησε τη Βατράνια και τον Σθένελο. «Από την Απολλώνια;»

«Εγώ, ναι, είμαι γεννημένος στην Απολλώνια,» αποκρίθηκε ο μάγος, «κι αυτή είναι η πρώτη φορά που υπηρετώ τον Πρίγκιπα – δηλαδή, σε μια αποστολή σαν αυτή. Εννοείται πως ανέκαθεν βοηθούσα τις Απολλώνιες δυνάμεις εναντίον των Παντοκρατορικών.»

«Εσύ, Βατράνια;»

«Δεν είμαι ακριβώς από την Απολλώνια, αλλά εκεί μένω τώρα. Είμαι από τη Σεργήλη… Αναγκάστηκα να φύγω επειδή οι πράκτορες της Παντοκράτειρας ανακάλυψαν ότι ήμουν με την Επανάσταση και με κυνήγησαν.»

«Τι δουλειά έκανες στη Σεργήλη;» τη ρώτησε η Ισαβέλλα.

«Κινηματογραφικές ταινίες χρηματοδοτούσα, κυρίως.»

«Τι είν’αυτό;»

Η Βατράνια συνοφρυώθηκε γυρίζοντας να την κοιτάξει. «Δεν ξέρεις τι είναι οι κινηματογραφικές ταινίες;»

Ο Εδμόνδος είπε, κοιτάζοντας μπροστά καθώς οδηγούσε αλλά προφανώς απευθυνόμενος στην Ισαβέλλα: «Σαν θέατρο είναι, μόνο που το βλέπεις μέσα σε οθόνη.»

«Γιατί να βλέπεις το θέατρο σε οθόνη;»

Η Βατράνια χαμογέλασε. «Για να μπορείς να το ξαναδείς! Και δεν είναι μόνο αυτό, βέβαια. Μπορείς να φτιάξεις πράγματα που είναι αδύνατον να γίνουν ζωντανά, επάνω στη σκηνή.»

Η Ισαβέλλα φάνηκε σκεπτική, σα να προσπαθούσε να φανταστεί αυτό που της έλεγε η Βατράνια.

«Είναι ωραία στη Σεργήλη;» ρώτησε η Ιζαμπώ. «Έχω ακούσει ότι είναι πολύ, πολύ καταπληκτική διάσταση!»

«Καλή είναι,» αποκρίθηκε η Βατράνια. «Αλλά εδώ είστε πιο ήσυχα· αυτό είναι βέβαιο.»

«Πιο ήσυχα;» είπε η Ιζαμπώ. «Έχουμε τους Παντοκρατορικούς στα μέρη μας· έχουμε αυτούς τους παράξενους αντικατοπτρισμούς που τελευταία εμφανίζονται· έχουμε χωράφια που μυστηριωδώς ξεραίνονται· έχουμε ιερείς που είναι…» ανασήκωσε τους ώμους, «είναι τρομαχτικοί.»

Η Βατράνια γέλασε. «Πίστεψέ με, στη Σεργήλη γίνονται περισσότερα. Και οι αντικατοπτρισμοί είναι κάτι που δεν είχατε παλιά· ούτε τα χωράφια σας ξεραίνονταν.»

«Τα χωράφια, βασικά, ανέκαθεν ξεραίνονταν κάπου-κάπου,» είπε ο Εδμόνδος, «και οι ιερείς έλεγαν στους γαιοκτήμονες τι να κάνουν για να τα συνεφέρουν.»

«Και οι μέθοδοί τους έπιαναν;»

«Ναι. Μέχρι στιγμής. Τώρα, όμως, ό,τι κι αν κάνουν δε φαίνεται να μπορούν ν’αντιστρέψουν το κακό…»

«Η διάστασή σας,» είπε ο Σθένελος σκεπτικά, «ίσως να επηρεάζεται από κάτι εξωτερικό. Κάτι που προκαλεί και την αραίωση των τοιχωμάτων της.»

«Τα μισά που λες είναι τουλάχιστον περίεργα!» παρατήρησε η Ιζαμπώ, κι άγγιξε τα μαλλιά του καθώς στεκόταν πίσω του.

«Δεν το κάνει επίτηδες,» της είπε η Βατράνια προτού ο Σθένελος προλάβει να μιλήσει· «έτσι είναι οι μάγοι.»

«Δηλαδή,» εξήγησε ο Σθένελος βιαστικά, «όταν μιλάμε για τη δουλειά μας. Όχι πάντα.» Γύρισε το λαιμό του για να κοιτάξει την Ιζαμπώ.

Εκείνη μειδίασε.

*

Το μεσημέρι έφτασαν σε μια μικρή πόλη που ήταν χτισμένη στις όχθες ενός αρκετά πλατύ ποταμού ο οποίος ερχόταν απευθείας από τον Μεγάλο Ποταμό της Χάρνταβελ. Η πόλη ονομαζόταν Λαρράθια, και ο Εδμόνδος σταμάτησε το όχημά του απέξω. Ο Σθένελος άνοιξε την πόρτα πλάι του και βγήκε· η Βατράνια και η Ιζαμπώ τον ακολούθησαν· και μετά βγήκαν κι ο Εδμόνδος με την Ισαβέλλα.

«Έχεις κανέναν γνωστό εδώ;» ρώτησε η Βατράνια τον τροβαδούρο.

«Ασφαλώς. Έχω γνωστούς σχεδόν παντού.»

«Τον Εδμόνδο όλοι τον αγαπάνε,» είπε η Ισαβέλλα μεταξύ αστείου και σοβαρού, μειδιώντας και κάνοντας μια γρήγορη πιρουέτα σαν για να ξεπιαστεί από το στενό εσωτερικό του οχήματος.

«Ας μην υπερβάλλουμε, αγαπητή μου,» αποκρίθηκε ο τροβαδούρος, και βάδισε προς τη μικρή πόλη, με τους υπόλοιπους πίσω και γύρω του. Το λαγούτο του το είχε μαζί του, περασμένο στην πλάτη του.

Ο Σθένελος κοιτούσε ολόγυρα καθώς προχωρούσαν.

«Τι ψάχνεις;» τον ρώτησε η Βατράνια.

«Για ανθρωποθυσίες. Αφού εκεί που εμφανίζονται οι αντικατοπτρισμοί οι ιερείς θυσιάζουν, εκεί πρέπει να δω μήπως βρω τίποτα…»

«Μην ανησυχείς,» του είπε η Ιζαμπώ αγγίζοντας το μπράτσο του, «θα μάθουμε σύντομα αν έχει εμφανιστεί κάτι περίεργο σε τούτα τα μέρη. Όλα μάς τα λένε οι ντόπιοι. Μας συμπαθούνε γιατί τους διηγούμαστε ιστορίες και τους κάνουμε να περνάνε καλά.»

«Και μόνο η παρουσία σας είναι αρκετή, υποθέτω,» είπε ο Σθένελος, χαμογελώντας της.

Η Ιζαμπώ γέλασε και έκανε μια πιρουέτα χωρίς να πάψει να βαδίζει μαζί με τους υπόλοιπους. Πώς ακριβώς το κατόρθωσε αυτό, ο Σθένελος δεν μπορούσε να καταλάβει· του έμοιαζε σχεδόν με μαγικό κόλπο. Και η Ιζαμπώ είχε τόσο όμορφο λυγερό σωματάκι κάτω από το φαρδύ φόρεμά της, το οποίο ανέμιζε γύρω της καθώς εκείνη στριφογύριζε επιδέξια…

«Εδμόνδε,» ρώτησε η Βατράνια, ενώ έμπαιναν στους πλακόστρωτους δρόμους της Λαρράθιας, «γιατί σε λένε ‘ο Βοριάς’;»

Ο Εδμόνδος γέλασε. «Δε θα το πιστέψεις! Θα μου πεις ότι προσπαθώ να σε γελάσω.»

«Δοκίμασε – ίσως και να σε πιστέψω, τελικά,» επέμεινε η Βατράνια, ευχάριστα.

«Παρατσούκλι είναι, που μου το κόλλησαν: επειδή, λέει, όποτε έρχομαι πάντοτε ένας βόρειος άνεμος μ’ακολουθεί φυσώντας πίσω απ’την πλάτη μου.»

«Χα-χα-χα, δεν είναι δυνατόν να σοβαρολογείς!»

«Κι όμως! Κι όμως!» είπε ο Εδμόνδος. «Γι’αυτό με λένε ‘ο Βοριάς’. Αλλά ίσως να υπάρχει και μια άλλη εξήγηση, υποπτεύομαι…»

Περνούσαν τώρα από ένα σημείο της πόλης που ήταν πιο πολυσύχναστο από τα άκρα της. Πρέπει να ήταν η αγορά, μάλλον· και κάποιοι έδειχναν τον Εδμόνδο, μιλώντας στη Γλώσσα της Χάρνταβελ, που ο Σθένελος και η Βατράνια δεν καταλάβαιναν.

«Τι άλλη εξήγηση;» ρώτησε η Βατράνια τον τροβαδούρο. «Και τι λένε αυτοί εκεί;»

«Αυτοί λένε ‘Ο Βοριάς. Ο Βοριάς ήρθε.’» Και χαιρέτησε ορισμένους, με το ύψωμα του χεριού, μιλώντας κι εκείνος στη Γλώσσα της Χάρνταβελ. «Η άλλη εξήγηση που υποπτεύομαι είναι ότι… αφού κατάγομαι από τα βόρεια, ίσως γι’αυτό να με λένε ‘ο Βοριάς’.»

«Από τα βόρεια μέρη της Χάρνταβελ;»

«Ναι, από κει είναι η καταγωγή μου: πάνω από το Κεντροδάσος,» είπε ο Εδμόνδος, και πλησίασε ένα οίκημα που η πινακίδα πλάι στην είσοδό του έγραφε Ο ΧΡΥΣΙΚΟΣ. Έσπρωξε την πόρτα και οδήγησε τους συντρόφους του στην τραπεζαρία ενός πανδοχείου, όπου, εκτός απ’αυτούς, ήταν άλλοι πέντε άνθρωποι.

«Ετούτο,» είπε στη Βατράνια και τον Σθένελο, με χαμηλωμένη φωνή, «είναι το μεγαλύτερο πανδοχείο εδώ.»

«Βοριά!» ακούστηκε μια γυναικεία φωνή από το πέρας του δωματίου, και μια γυναίκα φάνηκε να πλησιάζει: παχιά, λευκόδερμη, με ξανθά μαλλιά δεμένα κότσο. Μιλούσε στη Συμπαντική. «Τι κάνεις, Βοριά;»

Ο Εδμόνδος τη χαιρέτησε με μια κομψή υπόκλιση. «Ελπίζω να είμαστε ευπρόσδεκτοι, εγώ κι οι συνοδοιπόροι μου.»

Οδοιπόροι τρόπος του λέγειν!» σιγογέλασε η Ιζαμπώ, πλάι στον Σθένελο.)

«Σοβαρολογείς, ρε; Μόλις μου έφτιαξες τη μέρα!» είπε η ξανθιά γυναίκα. «Καθίστε να σας φιλέψω. Θα μείνετε πολύ;»

«Μόνο για το μεσημέρι είμαστε εδώ, δυστυχώς.»

«Μόλις μου χάλασες τη μέρα, Βοριά!»

Ο Εδμόνδος μειδίασε. «Θα φροντίσω να σου μαζέψω μέσα στο μεσημέρι πιο πολύ κόσμο απ’ό,τι θα μαζέψεις μέχρι να ξαναγουρλώσει ο Αργυρός.» (Η Βατράνια υπέθεσε ότι ο τροβαδούρος μιλούσε για το μεγάλο φεγγάρι της Χάρνταβελ, που ο Γεράρδος τούς είχε πει πως ονομαζόταν ο Αργυρός Θείος Οφθαλμός.)

«Το καλό που σου θέλω!» είπε η ξανθιά γυναίκα, και πήγε να τους φέρει φαγητό.

Στην τραπεζαρία δεν υπήρχε έλλειψη από άδειες θέσεις. Ο Εδμόνδος κάθισε σ’ένα τραπέζι, και η Βατράνια κάθισε κοντά του. Ο Σθένελος και οι δύο χορεύτριες κάθισαν σ’ένα άλλο τραπέζι, παραδίπλα.

Ο τροβαδούρος πήρε το λαγούτο του στα χέρια κι άρχισε να παίζει. Η Ιζαμπώ και η Ισαβέλλα, σύντομα, άρχισαν να χορεύουν έναν αργό νωχελικό χορό, ακολουθώντας τη μελωδία. Ένα αγόρι του μαγαζιού έφερε αφριστές μπίρες στα τραπέζια του Εδμόνδου και των συντρόφων του. Οι πέντε πελάτες στην τραπεζαρία γελούσαν και χτυπούσαν τα χέρια τους, ή σφύριζαν. Από τον δρόμο κόσμος συγκεντρωνόταν: κάποιοι κοίταζαν από τα παράθυρα του πανδοχείου, κάποιοι έμπαιναν.

Η ξανθιά γυναίκα (η πανδοχέας μάλλον, υπέθεσε η Βατράνια) έφερε το φαγητό, όπως τους είχε υποσχεθεί: μοσχάρι κοκκινιστό και πράσινη σαλάτα. Ακούμπησε και μια καράφα κρασί σε κάθε τραπέζι. «Στην υγειά σας,» είπε· κι έκανε νόημα στο αγόρι, βιαστικά, με το ένα χέρι. Η Βατράνια είδε τον μικρό να φεύγει σαν πέτρα από σφεντόνα και, μετά, ν’αρχίζει να φέρνει κούπες με μπίρα σ’όσους είχαν μπει στο πανδοχείο για να παρακολουθήσουν τον Εδμόνδο και τις δύο χορεύτριες.

Κάνω παρέα με διάσημους ανθρώπους… σκέφτηκε η Βατράνια υπομειδιώντας, καθώς έκοβε ένα κομμάτι κρέας και το έβαζε στο στόμα της. Λιγάκι αλμυρό, της φάνηκε, αλλά η σάλτσα ήταν ωραία και γλυκιά.

Το μεσημέρι πέρασε με τα τραγούδια του Εδμόνδου και τους χορούς της Ιζαμπώς και της Ισαβέλλας. Το φαγητό τους δεν το πλήρωσαν, αλλά η πανδοχέας σίγουρα μάζεψε αρκετά χρήματα από όλους όσους ήρθαν στο πανδοχείο για να παρακολουθήσουν την παράσταση.

Σε κάποια στιγμή που ο Εδμόνδος, για να ξεκουραστεί λίγο, είχε πάψει να παίζει μουσική και να τραγουδά, ήπιε μερικές γερές γουλιές μπίρα και ρώτησε τους ντόπιους μήπως είχαν δει κανέναν αντικατοπτρισμό να παρουσιάζεται στα μέρη τους.

«Ευτυχώς όχι, Βοριά,» είπε ένας. «Γιατί θάπρεπε, τότε, οι ιερείς να θυσιάσουν για να διώξουνε τη δαιμονική επιρροή, και θάπρεπε κάποιον από μας να διαλέξουμε, κι αυτό είναι πάντα δύσκολο – όλοι το λένε. Φασαρίες έχουν γίνει γι’αυτά τα θέματα· σκοτωμοί.»

«Όπως στα βόρεια,» πρόσθεσε ένας άλλος, «καμιας μέρας ποδαρόδρομος, κοντά στη Βεν’τάδια, στο Σκυφτοχώρι που λένε – τόχεις ακουστά, Βοριά;»

«Ναι,» ένευσε ο Εδμόνδος ανάβοντας την πίπα του, «το ξέρω. Σ’έναν λόγγο δεν είναι;»

«Ναι αμέ, εκεί. Είδανε κάποιοι ένα άλλο δάσος να ξεπροβάλλει ξαφνικά μεσ’από τους θαμνότοπους, και κάτι μαύρα πράματα σα φίδια πετούσανε μες στις φυλλωσιές και τους κορμούς του. Και μετά, και το δάσος και τα μαύρα πράματα χαθήκαν. Ήταν δαιμονική επιρροή, της Οργής του Θεού. Φωνάξανε αμέσως τους ιερείς, κι εκείνοι ζητήσανε θυσία. Ο Λειτουργός του χωριού μίλησε με το Δικαστή και κάτι άλλους παππούδες, και πάρθηκε η απόφαση να δώσουνε στο Θεό έναν κυνηγό που είχε κάνει μπαγαποντιές πολλές και πολλές φορές σ’άλλους μέσα στο Σκυφτοχώρι. Αλλά ο κυνηγός δεν ήταν σύμφωνος· πήγανε να τον τσακώσουν και πετσόκοψε τέσσερις με το τσεκούρι του προτού καταφέρουνε να τον χτυπήσουν άσχημα και να τον ρίξουν χάμω. Και τον θυσίασαν, τελικά, βέβαια…»

«Παρουσιάστηκε ξανά αντικατοπτρισμός στο Σκυφτοχώρι;» ρώτησε η Ισαβέλλα.

Ο άντρας κούνησε το κεφάλι του. «Μπα, τίποτα. Κι ευτυχώς, ε; Το φονικό ήταν άλλο πράμα· θα το λένε και τα δισέγγονά τους.»

Ο Εδμόνδος, μετά τη σύντομη ξεκούρασή του, συνέχισε να παίζει το λαγούτο του, και η Ιζαμπώ κι η Ισαβέλλα, ξυπόλυτες πλέον, σηκώθηκαν πάλι για να χορέψουν. Τον Άρχοντα με του Γερακιού το Μάτι διηγήθηκε ο Εδμόνδος, και τον Γενναίο Μαύρο Ξυλοκόπο· κι έπειτα, το απόγευμα είχε πια έρθει, κι εκείνος κι οι σύντροφοί του έπρεπε να φύγουν. Ο τροβαδούρος αποχαιρέτησε την πανδοχέα και το κοινό του και, μαζί με τους άλλους, βάδισε ώς το όχημα του, έξω από την πόλη. Πολλοί τον ακολούθησαν μέχρις εκεί, κουνώντας τα χέρια τους και φωνάζοντας.

«Θα οδηγήσω εγώ,» είπε η Βατράνια στον Εδμόνδο, όταν μπήκαν στο τροχοφόρο και έκλεισαν τις πόρτες.

«Με χαροποιείς ιδιαίτερα,» αποκρίθηκε εκείνος, «γιατί το μόνο που σκέφτομαι τώρα, πολύ σοβαρά, είναι ο ύπνος.»

«Κι εμείς το ίδιο,» τόνισε η Ιζαμπώ. «Κι εμείς το ίδιο!»

«Μην ανησυχείτε,» τους είπε η Βατράνια. «Είμαι καλή οδηγός. Θέλω μόνο να μου πείτε προς τα πού να πάω.»

«Στο Σκυφτοχώρι να πάμε,» πετάχτηκε ο Σθένελος. «Είναι ευκαιρία να κοιτάξω μήπως εντοπίσω κάτι εκεί. Ο αντικατοπτρισμός πρέπει νάναι πρόσφατα που παρουσιάστηκε, απ’ό,τι κατάλαβα.»

Η Βατράνια κοίταξε τον Εδμόνδο ερωτηματικά, καθώς κάθιζε στη θέση του οδηγού.

Ο Εδμόνδος τής έδωσε έναν χάρτη. «Άνοιξέ τον.»

Η Βατράνια τον ξεδίπλωσε και τον κράτησε, με τα δύο χέρια, ανοιχτό μπροστά της.

«Εδώ είναι.» Ο Εδμόνδος έδειξε με το δάχτυλό του.

«Δε γράφει τίποτα.»

«Ναι, δεν είναι σημειωμένο στον χάρτη γιατί είναι μικρό, αλλά εκεί είναι.»

«Εντάξει,» είπε η Βατράνια. «Αν θέλω βοήθεια θα σε ξυπνήσω.»

«Βεβαίως και να με ξυπνήσεις,» αποκρίθηκε ο Εδμόνδος, και πήγε στην πίσω μεριά του οχήματος, όπου η Ιζαμπώ και η Ισαβέλλα ήταν ήδη ξαπλωμένες.

Ο Σθένελος είχε καθίσει δίπλα στη Βατράνια και είχε ανάψει ένα τσιγάρο. «Θέλεις;» της είπε, τείνοντας την ταμπακιέρα του προς τη μεριά της.

«Ευχαριστώ.» Η Βατράνια πήρε ένα τσιγάρο, κι ο Σθένελος τής το άναψε με τον ενεργειακό αναπτήρα του. Εκείνη άνοιξε το παράθυρο πλάι της και φύσηξε καπνό έξω. «Έχω σκάσει,» είπε, «και δεν ξαπλώσαμε καθόλου. Ήταν λίγο βαρύ το φαγητό τους, δεν ήταν;»

Ο Σθένελος ένευσε. «Ήταν.» Αλλά μόνο τώρα, που το ανέφερε η Βατράνια, ουσιαστικά το πρόσεξε· πιο πριν, τα όμορφα σώματα των δύο χορευτριών τον είχαν συνεπάρει. Μονάχα σ’εκείνες ήταν το μυαλό του – εκτός από όταν οι ντόπιοι μίλησαν για το κακό στο Σκυφτοχώρι.

Η Βατράνια ενεργοποίησε τη μηχανή και έφυγαν από τη Λαρράθια, περνώντας την πέτρινη γέφυρα του ποταμού και κατευθυνόμενοι βόρεια.

Τα μονοπάτια ήταν χάλια καθώς προσπαθούσε να οδηγήσει το όχημά τους στο μέρος που της είχε δείξει ο Εδμόνδος επάνω στον χάρτη. Στην κονσόλα του οχήματος δεν υπήρχε οθόνη με χάρτη, έτσι η Βατράνια δεν μπορούσε να δει ακριβώς πού βρίσκονταν σε κάθε δεδομένη στιγμή· έπρεπε να το υπολογίζει από τα σημάδια γύρω της και με τη χρήση της πυξίδας.

Η απόσταση δεν ήταν μεγάλη· κανονικά θα μπορούσαν να την είχαν κάνει σε μισή ώρα· επειδή, όμως, τα μέρη ήταν δύσκολα, έκαναν περίπου μία ώρα προτού φτάσουν εκεί απ’όπου μπορούσαν άνετα να δουν ένα χωριό μέσα σε μια περιοχή γεμάτη χαμόδεντρα.

«Αυτός, μάλλον, είναι ο λόγγος για τον οποίο μίλησε ο Εδμόνδος,» είπε η Βατράνια, έχοντας σταματήσει το όχημά τους.

Ο ήλιος έγερνε προς τη δύση και οι σκιές είχαν μεγαλώσει, αλλά δεν ήταν ακόμα βράδυ.

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Σθένελος, «όμως καλύτερα να τον ρωτήσουμε.» Σηκώθηκε από τη θέση του και πήγε στην πίσω μεριά του οχήματος.

Έσκυψε και κούνησε τον τροβαδούρο από τον ώμο. «Εδμόνδε.»

Τα μάτια του πορφυρόδερμου άντρα άνοιξαν. Βλεφάρισε. «Τι;»

«Φτάσαμε σ’ένα χωριό. Είναι αυτό που ψάχνουμε;»

Ο Εδμόνδος σηκώθηκε από την κουβέρτα του και βάδισε ξυπόλυτος ώς τη μπροστινή μεριά του οχήματος για να κοιτάξει από το παράθυρο. «Ναι, αυτό είναι,» είπε. «Το Σκυφτοχώρι.»

«Ωραία λοιπόν. Θα πάω να ερευνήσω.» Ο Σθένελος άνοιξε την πόρτα δίπλα από τη θέση του συνοδηγού.

«Ε, μη βιάζεσαι!» του είπε η Βατράνια. «Υποσχέθηκα στον Καπετάνιο να σε προσέχω.»

«Εντάξει· δε σκοπεύω να πάω μόνος.»

Η Βατράνια άνοιξε την άλλη πόρτα και τον ακολούθησε έξω απ’το όχημα.

«Εμάς μάς χρειάζεστε;» ρώτησε ο Εδμόνδος από μέσα.

«Δε νομίζω,» αποκρίθηκε ο Σθένελος. «Μερικά ξόρκια θα χρησιμοποιήσω μόνο, να δω μήπως μπορώ να εντοπίσω κάτι στην περιοχή.»

Ο Εδμόνδος ένευσε. «Καλώς.»

Η Βατράνια και ο Σθένελος βάδισαν ανάμεσα στα χαμόδεντρα, κάποια από τα οποία ήταν άφυλλα. Ο αέρας που φυσούσε ήταν ψυχρός, έτσι σήκωσαν τις κουκούλες τους. Κανένας από το χωριό δεν φαινόταν να τους έχει προσέξει.

Ο Σθένελος ύψωσε ένα ζευγάρι κιάλια στα μάτια του, κοιτάζοντας γύρω. «Αυτό είναι. Εκεί.» Έδειξε.

Η Βατράνια είδε κάτι όρθιο και παραλληλόγραμμο μέσα στο φως του απογεύματος, κάτω από έναν λοφίσκο.

Ο Σθένελος κατέβασε τα κιάλια. «Η ανθρωποθυσία,» είπε, και προχώρησε προς τα εκεί.

Η Βατράνια τον ακολούθησε, τραβώντας το πιστόλι της από τη θήκη του και κρατώντας το κρυμμένο κάτω από την κάπα της.

Φτάνοντας κοντά στην ανθρωποθυσία, μόρφασε κι έβγαλε ένα μουγκρητό απέχθειας. «Γαμώ τα πόδια της Λόρκης, γαμώ…!» Ο άντρας ήταν δεμένος ανάποδα επάνω σ’έναν πάσσαλο, και οι σάρκες του ήταν ξεσκισμένες. Σ’ορισμένα σημεία κόκαλα φαίνονταν. Κάτι κοράκια και άλλα πουλιά που τσιμπολογούσαν το κουφάρι έφυγαν φτεροκοπώντας μόλις οι δύο επαναστάτες ζύγωσαν.

«Σκατά…» μουρμούρισε ο Σθένελος, κι εκείνος αηδιασμένος. Είχε δει κάμποσα φριχτά θεάματα στο Βόρειο και στο Νότιο Μέτωπο της Απολλώνιας, αλλά αυτό που αντίκριζε τώρα – από τόσο κοντά – ήταν από τα χειρότερα.

«Άντε,» είπε η Βατράνια, «κάνε ό,τι είναι να κάνεις, να φεύγουμε.»

Ο Σθένελος στράφηκε απ’την άλλη, για να μην κοιτάζει τον νεκρό, πήρε μια βαθιά ανάσα, και ύφανε ένα Ξόρκι Ενεργειακής Ανιχνεύσεως, διευρύνοντας τις αισθήσεις του και απλώνοντας τες γύρω, ψάχνοντας για κάτι που θα του τραβούσε την προσοχή…

…χωρίς, τελικά, να βρει τίποτα.

Διέλυσε το ξόρκι. Έκανε μερικά βήματα για ν’απομακρυνθεί από το κουφάρι, που βρομούσε φριχτά και τον ενοχλούσε. Έκλεισε τα μάτια, άρθρωσε τα λόγια για ένα Ξόρκι Εντοπισμού Διαστασιακής Αλλοιώσεως, και για κάποια ώρα κεντούσε με τις αισθήσεις του τα διαστασιακά τοιχώματα της Χάρνταβελ, ερευνώντας να δει μήπως κάπου υπήρχε κάποια ειδική αλλοίωση.

Πάλι, όμως, δεν βρήκε τίποτα· κι ένιωθε λιγάκι κουρασμένος τώρα από τις προσπάθειές του, γιατί, και με το Ξόρκι Ενεργειακής Ανιχνεύσεως και με το Ξόρκι Εντοπισμού Διαστασιακής Αλλοιώσεως, είχε τεντώσει τις διευρυμένες αισθήσεις του όσο περισσότερο τολμούσε, για να καλύψει όσο το δυνατόν μεγαλύτερη έκταση.

«Τι γίνεται;» ρώτησε η Βατράνια. «Υπάρχει κάτι;»

«Περίμενε.»

Ο Σθένελος’σαρ έκανε τώρα ένα Ξόρκι Εντοπισμού Προκαλύψεως, για την απίθανη περίπτωση που κάποιος άλλος μάγος είχε προσπαθήσει να του κρύψει κάτι. Αναμενόμενα, δεν εντόπισε τίποτα.

Και – ένα τελευταίο. Άρθρωσε τα λόγια για το Ξόρκι Πνευματικής Ανιχνεύσεως, για να διαπιστώσει μήπως υπήρχε καμια πνευματική οντότητα εδώ κοντά.

Ξανά, τίποτα.

Αναστέναξε, και είπε στη Βατράνια: «Δεν υπάρχει κάτι για να βρω. Πάμε.»

Εκείνη συνοφρυώθηκε. «Τι σημαίνει αυτό; Ότι όντως δεν υπάρχει τίποτα, ή ότι δεν κατάφερες να το εντοπίσεις;»

«Δεν ξέρω. Αν ήξερα, τα πράγματα θα ήταν πολύ πιο απλά. Πάντως, δεν υπάρχει καμια διαστασιακή αλλοίωση στο χώρο, ούτε κάτι το παράξενο στο ενεργειακό πεδίο. Εκείνο που…» Φάνηκε σκεπτικός.

«Τι;»

«Ας πάμε να ελέγξω και σ’άλλη μεριά.»

«Δεν έλεγξες ολόκληρη την περιοχή;»

«Φυσικά και όχι. Μέχρι πού νομίζεις ότι φτάνουν οι αισθήσεις μου;»

*

Έκαναν τον γύρω του Σκυφτοχωριού ενώ ο Σθένελος’σαρ χρησιμοποιούσε τα ξόρκια του μήπως εντοπίσει κάτι ασυνήθιστο. Τελικά, όμως, τίποτα δεν βρήκε κι έτσι επέστρεψαν στο όχημα του Εδμόνδου, όπου μονάχα εκείνος ήταν ξύπνιος· οι δύο χορεύτριες ακόμα κοιμόνταν. Ο ήλιος είχε σχεδόν χαθεί πίσω από τη δύση και ο τόπος είχε σκοτεινιάσει. Ο Σθένελος αισθανόταν εξουθενωμένος από τις μαγικές του προσπάθειες.

«Καμια επιτυχία;» ρώτησε ο τροβαδούρος, στεκόμενος έξω από το όχημα.

«Τζίφος,» είπε η Βατράνια, καθώς εκείνη κι ο Σθένελος σταματούσαν μπροστά του.

Ο Εδμόνδος ένευσε σα να το περίμενε. «Αποκλείεται να είναι εύκολο. Οι Παντοκρατορικοί το ξέρω πως ερευνούν την υπόθεση εδώ καιρό, και δεν έχω ακούσει να φτάνουν σε κανένα συμπέρασμα.»

«Πού θα πάμε τώρα;» ρώτησε η Βατράνια.

«Στη Βεν’τάδια, λίγο πιο βόρεια από εδώ. Βρίσκεται στις νότιες όχθες του Μεγάλου Ποταμού. Αρκετά μεγάλη πόλη, και από εκεί ξεκινά μια γέφυρα που περνά πάνω από τον Ποταμό και φτάνει στην αντικρινή όχθη και στην Ερρίθια, όπου είναι ο Παντοκρατορικός Επόπτης της διάστασης και ο Υπεράρχης.»

«Θα πάμε στην Ερρίθια, δηλαδή;» είπε η Βατράνια. «Δε θάναι επικίνδυνο;»

«Καθόλου. Εγώ πηγαίνω συχνά εκεί· οι Παντοκρατορικοί δεν με υποπτεύονται. Ο Σθένελος, μόνο, καλύτερα να μην εμφανιστεί, γιατί, λόγω του χρυσού δέρματός του, φαίνεται ότι δεν είναι γηγενής. Κατά τα άλλα, δε νομίζω πως θα έχουμε κανένα πρόβλημα.» Ανασήκωσε τους ώμους.

«Να ζητήσω μια χάρη;» ρώτησε η Βατράνια.

«Τι χάρη;»

«Μπορείς να μου μάθεις τη Γλώσσα της Χάρνταβελ;»

«Η Συμπαντική μιλιέται αρκετά εδώ,» της είπε ο Εδμόνδος. «Μη νομίζεις ότι είμαστε τελείως απομονωμένοι από το υπόλοιπο σύμπαν.»

«Το ξέρω· απλά θέλω να μπορώ να καταλάβω και τη γλώσσα σας.»

«Εντάξει, τότε,» αποκρίθηκε ο Εδμόνδος. «Θα σου μάθω τα βασικά καθώς θα ταξιδεύουμε. Ας πάμε στη Βεν’τάδια τώρα, να ξεκουραστούμε, και το πρωί περνάμε τον Μεγάλο Ποταμό και μπαίνουμε στην Ερρίθια.»

Η Βατράνια ένευσε.

«Θα οδηγήσεις εσύ;» τη ρώτησε ο Εδμόνδος.

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνη, και μπήκαν στο όχημα.

«Καμια άλλη ενεργειακή φιάλη έχεις;» ρώτησε η Βατράνια, όταν, καθίζοντας στη θέση του οδηγού, είδε στην κονσόλα ότι η ποσότητα ενέργειας ήταν στο 45%.

«Ναι, μη φοβάσαι. Έχω άλλες δύο. Και στην Ερρίθια, εξάλλου, μπορούμε ν’αγοράσουμε άμα θέλουμε.»

Κεφάλαιο 17
Πρωτόγνωρες Αισθήσεις

«Δε βλέπω να έχει συμβεί τίποτα χειρότερο από τα συνηθισμένα,» παρατήρησε η Μάρθα, καθώς περνούσαν δίπλα από μια ανθρωποθυσία μπροστά από κάτι ξερά κτήματα.

Ο Γεράρδος, που οδηγούσε τον Κροκόδειλο, δεν μίλησε. Το ήξερε ότι κάτι είχε συμβεί, ή θα συνέβαινε. Το όνειρό του δεν ήταν τυχαίο. Και αναρωτιόταν γιατί έβλεπε τέτοια όνειρα, τώρα που είχε ξανάρθει στη Χάρνταβελ.

Το πρωί, φεύγοντας από τη Σιρνέλια μαζί με τη Μάρθα, είχαν επιστρέψει στο όχημά τους και εκεί ο Γεράρδος είχε ζητήσει από τον Σέλιρ’χοκ να συζητήσουν λίγο παραδίπλα για να μην ακούει η Άνμα’ταρ. Του είχε μιλήσει για τα όνειρά του, και κυρίως για το τελευταίο όνειρο που είχε δει. Ο μάγος, όμως, δεν είχε καμια εξήγηση να δώσει. Το μόνο που είπε ήταν: Έχεις σκεφτεί ότι μπορεί ακόμα να είσαι ιερέας της Χάρνταβελ αλλά απλά χωρίς το Εσώτερο Θηρίο μέσα σου; —Δεν είναι δυνατόν αυτό, μάγε. Το Εσώτερο Θηρίο είναι που σε κάνει ιερέα της Χάρνταβελ, είχε διαφωνήσει ο Γεράρδος. —Μπορεί… είχε αποκριθεί μονάχα ο Σέλιρ’χοκ, αινιγματικά, και δεν το είχε συζητήσει άλλο.

«Πού πηγαίνουμε τώρα, λοιπόν;» ρώτησε η Μάρθα, όταν είδε ότι ο Γεράρδος δεν επρόκειτο να μιλούσε για το όνειρό του.

«Στην Ταρκάβια, κοντά στο Βελονέρι,» αποκρίθηκε εκείνος. Το ξέρεις, όμως, πως δεν υπάρχει τίποτα εκεί για να βρείτε, είπε μια φωνή εντός του. Απλώς αποφεύγεις να πας κατευθείαν βόρεια, στη Νιρτάλια…

Πιθανώς, όφειλε να παραδεχτεί ο Γεράρδος· πιθανώς να το απέφευγε. Για την ώρα. Γιατί, μετά από την Ταρκάβια, εκεί θα οδηγούσε τους συντρόφους του – παρότι δεν ήθελε να ξαναδεί εκείνα τα μέρη.

Οι περιοχές αυτές ήταν το Αρχοντάτο του Άρχοντα Ερρίκου.

Και ο Γεράρδος τις γνώριζε καλά. Τις είχε επισκεφτεί ξανά και ξανά, και ξανά. Όχι για δουλειά του Θεού. Αλλά για εκείνη. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Οι επισκέψεις του γίνονται ολοένα και πιο τακτικές. Ο φόβος του πατέρα της δεν τον απασχολεί, ούτε οι προειδοποιήσεις των άλλων ιερέων, ούτε οι κινήσεις του Εσώτερου Θηρίου μέσα στην ψυχή του. Κάνει κάθε φορά τις θυσίες που απαιτούνται, και προσεύχεται στον Θεό· το εξευμενίζει.

Το μόνο που τώρα τον ενδιαφέρει είναι η Μελισσάνθη. Όταν δεν βρίσκεται αλλού, για δουλειές του Θεού, είναι μαζί της. Περιφέρονται στις εκτάσεις του αρχοντάτου της, στους λόφους και στα δάση, σαν άγρια θηρία, σαν φυσικές δυνάμεις, σαν τον άνεμο, το φως, και τη βροχή. Η διάσταση της Χάρνταβελ τούς αγκαλιάζει· βρίσκονται κοντά στον Θεό. Κι οι δυο τους είναι ευτυχισμένοι. Η Μελισσάνθη είναι μεθυσμένη από την πρωταρχική δύναμη που έχει για πρώτη φορά στη ζωή της γνωρίσει, τη δύναμη που οι απλοί άνθρωποι της Χάρνταβελ συνήθως ποτέ δεν γνωρίζουν…

Κάτι, όμως, τους παρακολουθεί. Θηριώδες και πρωταρχικό κι αυτό: ένα φυσικό στοιχείο που περιμένει μονάχα ένα άνοιγμα για να εκδηλωθεί.

Δεν μπορείς να κρατάς την καταιγίδα φυλακισμένη για πάντα.

Το Εσώτερο Θηρίο ζητά αυτό που νομίζει πως του ανήκει.

Και ακόμα κι ένας ιερέας κάνει λάθη.

Μια νύχτα… οι δυο τους μόνοι στο δάσος, εκεί όπου άνθρωπος δεν πλησιάζει, εκεί όπου οι φρουροί του Άρχοντα Ερρίκου δεν περιπολούν… και ο ιερέας νομίζει πως η καταιγίδα είναι εξευμενισμένη, αλλά έχει παραβλέψει τη θυσία που όφειλε να είχε κάνει…

Ένα σκοτεινό μάτι ανοίγει μέσα στην ψυχή του. Κοιτάζει και βλέπει τους δύο εραστές μεθυσμένους από τον έρωτά τους και τη δύναμη παντού γύρω τους. Η πείνα του για αίμα και θάνατο το κυριεύει, τώρα που είναι τόσο κοντά στο αντικείμενο που επιθυμεί.

Χιμά.

Δόντια, γροθιές, νύχια, αίμα παντού σαν κρασί, τόσο γλυκό στο στόμα του. Ουρλιαχτά. Το θήραμά του προσπαθεί να του ξεφύγει, αλλά παλεύει αδύναμα, δεν έχει καμια ελπίδα· και η πάλη του το μόνο που κατορθώνει είναι να δίνει περισσότερη δύναμη και ευχαρίστηση στο Θηρίο.

Όταν το Θηρίο έχει πια κορεστεί, αποτραβιέται, βυθίζεται στα σκοτάδια· και ο ιερέας κοιτάζει και βλέπει, κάτω από το φως των φεγγαριών, τη Μελισσάνθη νεκρή στα χέρια του, με το αίμα της να έχει λούσει τα κατάξανθα μαλλιά της, με το αίμα της να έχει ποτίσει τα κουρελιασμένα ρούχα της, με το αίμα της να έχει βάψει το χορτάρι γύρω της… με το αίμα της επάνω του, επάνω στα χέρια του και στα δικά του ρούχα… Το γεύεται μέσα στο στόμα του. Το μυρίζει παντού.

Συνειδητοποιεί τι έχει γίνει.

Ουρλιάζοντας τινάζεται όρθιος.

Κι αισθάνεται ένα μίσος που ποτέ ξανά δεν έχει αισθανθεί. Δεν υπάρχει πλέον φόβος, ούτε δέος, για το Εσώτερο Θηρίο.

Μίσος. Μονάχα μίσος.

Εκείνη τη στιγμή, καθώς ο ιερέας ουρλιάζει ατενίζοντας τα φεγγάρια, αν μπορούσε θα έχωνε τα χέρια του μες στην ψυχή του και θα τραβούσε έξω το Θηρίο για να το σκοτώσει όπως εκείνο σκότωσε τη Μελισσάνθη.

Καταριέται τον Θεό, που δεν τον βοήθησε, και φεύγει τρέχοντας μέσα στο δάσος. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Δυνατός τριγμός τροχών επάνω στη γη.

«Σιγά!» είπε η Μάρθα, πιάνοντας την κονσόλα μπροστά της για να μην κοπανήσει πάνω στο τζάμι.

«Φτάσαμε,» είπε ο Γεράρδος, που είχε πατήσει το φρένο. «Λίγο παρακάτω είναι η Ταρκάβια.» Κι ανοίγοντας την πόρτα πλάι του, βγήκε απ’το όχημα για να πάρει αέρα.

Οι υπόλοιποι τον ακολούθησαν έξω.

«Τι συμβαίνει, Καπετάνιε;» ρώτησε ο Σέλιρ’χοκ. «Υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο σημείο που πιστεύεις πως πρέπει να ερευνήσω;»

Ο Γεράρδος κούνησε το κεφάλι. «Δεν ξέρω, μάγε. Δε νομίζω πως χρειάζεται να κάνουμε τίποτα, για να είμαι ειλικρινής.»

«Τι πάει να πει αυτό;»

«Πως, σύντομα, κάτι θα γίνει που θα το δούμε. Που δεν θα μπορούμε να μην το δούμε.»

«Δηλαδή, θεωρείς ότι δεν έχει νόημα να επισκεφτούμε την Ταρκάβια;»

«Μια μικρή πόλη είναι,» είπε ο Γεράρδος. «Το πολύ-πολύ να βρούμε καμια-δυο ανθρωποθυσίες ακόμα. Τι νομίζεις ότι θα είναι διαφορετικό;»

«Αν δεν προσπαθήσουμε, όμως, δεν θα καταφέρουμε τίποτα,» αποκρίθηκε ο Σέλιρ’χοκ, ήπια.

Η Άνμα’ταρ είπε: «Έτσι κι αλλιώς πλησιάζει μεσημέρι. Μπορούμε να επισκεφτούμε την Ταρκάβια για φαγητό, και βλέπουμε αν εκεί βρούμε επιπλέον κάτι ενδιαφέρον ή όχι.»

Ο Γεράρδος αναστέναξε. «Εντάξει. Πάμε.»

Πήραν κάποια πράγματα από τον Κροκόδειλο και ξεκίνησαν για τη μικρή πόλη που βρισκόταν πίσω από εκείνον εκεί – ο Γεράρδος έδειξε – τον λοφίσκο. Οδοιπορώντας, ανέβηκαν σε μια από τις πλαγιές του και είδαν αντίκρυ και από κάτω τους την Ταρκάβια και τις παρυφές του Βελονεριού: πυκνή βλάστηση, στάσιμα νερά, και κανένα πτηνό που φτερούγιζε. Η πόλη ήταν, πράγματι, μικρή, όπως είχε πει ο Γεράρδος, και διέθετε μόνο ένα κοντό ξύλινο τείχος για να της προσφέρει κάποια βασική προστασία. Δύο φρουροί με καραμπίνες και πλατύγυρα καπέλα φαίνονταν στην πύλη της.

«Τι έχεις;» ρώτησε η Μάρθα τον Γεράρδο, καθώς κατέβαιναν από τον λοφίσκο και βάδιζαν προς την Ταρκάβια. «Δε μπορεί να είσαι έτσι μόνο εξαιτίας εκείνου του ονείρου.»

«Δεν είναι τίποτα,» αποκρίθηκε εκείνος κουνώντας το κεφάλι. «Κάποιες αναμνήσεις, από παλιά…»

Μετά από λίγο, ενώ δεν ήταν πια μακριά από τη μικρή πόλη, ο Γεράρδος είπε στον Σέλιρ’χοκ και στην Άνμα’ταρ: «Να φοράτε πάντα τις κουκούλες σας. Είστε κι οι δύο φανερά εξωδιαστασιακοί.» Εκείνοι – που φορούσαν ήδη τις κουκούλες τους, φυσικά – κατένευσαν χωρίς να μιλήσουν. Ο Σέλιρ’χοκ είχε, επίσης, τυλίξει υφάσματα γύρω απ’το ραβδί του για να κρύψει τους κρυστάλλους, τα μικροσκοπικά κάτοπτρα, και τα κυκλώματα εκεί, τα οποία θα πρόδιδαν σ’ένα έμπειρο μάτι (έναν πράκτορα της Παντοκράτειρας, για παράδειγμα) ότι ήταν μάγος του τάγματος των Διαλογιστών.

Οι δύο φρουροί στην πύλη της Ταρκάβιας τούς ατένισαν βλοσυρά αλλά δεν τους σταμάτησαν. Τους άφησαν να περάσουν χωρίς να τους μιλήσουν· και, όταν οι επαναστάτες βάδιζαν στον κεντρικό δρόμο της Ταρκάβιας, βλέποντας γύρω τους αρκετά καταστήματα να κλείνουν και κόσμο να πηγαίνει από δω κι από κει μέσα στο μεσημέρι, ο Γεράρδος αισθάνθηκε κάτι, ξαφνικά, να σκίζεται.

Νόμιζε πως άκουσε τον ήχο που κάνει ένα ύφασμα καθώς τραβιέται, απότομα και δυνατά.

Νόμιζε πως το μυαλό του δεν ήταν μόνο συνδεδεμένο με το σώμα του αλλά και με κάτι άλλο: κι αυτό το άλλο πόνεσε φριχτά καθώς η σάρκα του τραυματιζόταν και λεπίδες χώνονταν μέσα της.

Ο Γεράρδος, μουγκρίζοντας, σταμάτησε να βαδίζει κι έπιασε το στέρνο του. Παραξενεμένος.

«Είσαι καλά;» Η φωνή της Μάρθας.

Εικόνες πέρασαν από το μυαλό του–

–ένας γιγαντιαίος βράχος, κατάμαυρος, να εισβάλει στα δάση της Χάρνταβελ σχίζοντας τον ίδιο τον αέρα–

–μια έρημος να τινάζεται μέσα σε μια πεδιάδα όπου στρατοί είναι συγκεντρωμένοι, κι ένα Παντοκρατορικό άρμα να γλιστρά στο εσωτερικό του παραφυσικού ανοίγματος ενώ επάνω του βρίσκεται ένας άντρας με κατάλευκο δέρμα και λευκή στολή (Αυτός! Αυτός είναι!)–

–μια έρημος να διαλύει τον αέρα, και η άμμος κι οι πέτρες της να ξεχύνονται σαν πίδακας στους δρόμους μιας πόλης (Νομίζει πως την αναγνωρίζει: Η Καλδάνια!)–

–ένα δάσος να βγαίνει μέσα από μια όχθη (του Μεγάλου Ποταμού; του Παραπόταμου;) και πολλά από τα δέντρα του να γκρεμίζονται, πέφτοντας στο νερό–

–βράχια να ξεπροβάλλουν μέσα από έναν λόφο, διαλύοντάς τον–

–έρημος να ξεπροβάλλει μέσα από ένα δάσος–

–έρημος να ξεπροβάλλει μέσα από μια άλλη έρημο, η άμμος τους να αναμιγνύεται–

Τόσες πολλές εικόνες. Ο Γεράρδος παραπάτησε. Παραλίγο να πέσει.

Η Μάρθα έπιασε το χέρι του, το έβαλε στους ώμους της. «Τι έχεις; Το είπα πως δεν είσαι καλά. Τι έχεις;»

«Τι είναι, Καπετάνιε;» ρώτησε ο Σέλιρ’χοκ.

Ο Γεράρδος πήρε μια βαθιά ανάσα. «Μάγε… νομίζω… νομίζω πως η διάσταση που βλέπουν οι γηγενείς της Χάρνταβελ να παρουσιάζεται και να εξαφανίζεται – οι αντικατοπτρισμοί… νομίζω πως αυτή η διάσταση μόλις μπήκε, εν μέρει τουλάχιστον, μέσα στη Χάρνταβελ.»

*

«Είναι δυνατόν μια διάσταση να μπει μέσα σε μια άλλη;» είπε η Άνμα’ταρ, όταν είχαν καθίσει στην τραπεζαρία ενός πανδοχείου και ο Γεράρδος είχε παραγγείλει φαγητό, μιλώντας στη Γλώσσα της Χάρνταβελ για να κάνει τους ντόπιους να νομίσουν πως εκείνος κι οι σύντροφοί του ήταν γηγενείς.

«Τίποτα δεν είναι αδύνατο,» αποκρίθηκε ο Σέλιρ’χοκ, δοκιμάζοντας πρώτος το φαγητό που τους είχε μόλις φέρει η μοναδική σερβιτόρα του μαγαζιού.

«Ναι,» είπε η Άνμα, «αλλά, αν έχει συμβεί αυτό που ισχυρίζεται ο Γεράρδος, αν υπάρχουν σημεία όπου η μία διάσταση έχει εισχωρήσει μέσα στην άλλη, τότε πρέπει σύντομα ν’αρχίσει να γίνεται μεγάλη φασαρία εδώ.»

«Θ’αρχίσει,» τη διαβεβαίωσε ο Γεράρδος.

«Επίσης,» είπε η Άνμα, «πώς ακριβώς το αντιλήφτηκες;»

«Για να είμαι ειλικρινής, δεν ξέρω πώς ακριβώς έγινε. Αλλά… από τότε που επέστρεψα στη Χάρνταβελ… είναι σαν η ίδια η διάσταση να μου μιλάει. Όχι όπως όταν ήμουν ιερέας, όχι έτσι ακριβώς, αλλά διαφορετικά. Με τρόπο πιο… άμεσο. Είναι σαν να βρίσκομαι σε άμεση επαφή με τη Χάρνταβελ, ή με τον Θεό της. Ή ίσως αυτά τα δύο να είναι το ίδιο πράγμα, τελικά…»

«Θα μπορούσε ο θάνατος του Εσώτερου Θηρίου σου να ευθύνεται γι’αυτό;» τον ρώτησε ο Σέλιρ’χοκ.

«Ποιο Εσώτερο Θηρίο;» απόρησε η Άνμα’ταρ.

Ο Γεράρδος είπε: «Δεν ξέρω, μάγε. Ίσως.»

«Αν υποθέσουμε ότι το Εσώτερο Θηρίο είναι μια νοητική οντότητα με την οποία γεννιέστε–»

«Τι είναι το Εσώτερο Θηρίο;» επέμεινε η Άνμα’ταρ.

Ο Γεράρδος τής εξήγησε εν συντομία. Δε νόμιζε ότι υπήρχε πλέον λόγος να της το κρύβει. Και, για να το είχε αναφέρει ο Σέλιρ’χοκ, πρέπει κι εκείνος να ήταν της ίδιας γνώμης, μάλλον.

«Και τώρα μας το λες;» έκανε η Άνμα’ταρ.

«Δεν ήθελα να σας ανησυχήσω όλους,» είπε ο Γεράρδος. «Προτίμησα να το πω μόνο στη Μάρθα και στον Σέλιρ’χοκ, για την περίπτωση που κάτι κακό συνέβαινε.»

«Και πολύ καλά έκανες,» συμφώνησε ο Σέλιρ.

«Τέλος πάντων…» είπε η Άνμα, ακουμπώντας την πλάτη της στην καρέκλα. Δεν έμοιαζε να της αρέσει που την είχαν αφήσει έξω.

«Όπως έλεγα πριν,» συνέχισε ο Σέλιρ από εκεί όπου είχε μείνει, «αν το Εσώτερο Θηρίο είναι μια νοητική οντότητα με την οποία γεννιέστε, τότε ίσως να βρίσκεται ανάμεσα σ’εσάς και την απόλυτη επαφή με τη διάσταση της Χάρνταβελ.»

Ο Γεράρδος συνοφρυώθηκε. «Εννοείς πως το Εσώτερο Θηρίο, ουσιαστικά, αποτρέπει τους ιερείς από το να είναι αυτό που θα μπορούσαν να είναι;»

«Μια υπόθεση κάνω, βασισμένος στα όσα μού είπες. Κοίταξε την περίπτωσή σου, Γεράρδε: Ήσουν ιερέας της Χάρνταβελ, είχες τις δυνάμεις που έχουν όλοι τους, μαζί με το Εσώτερο Θηρίο φυσικά. Αποφάσισες να φύγεις από τη διάσταση – κάτι που είναι απαγορευμένο, γιατί τότε το Θηρίο σε σκοτώνει. Βγήκες από τη Χάρνταβελ και βρέθηκες σε σύγκρουση με το Θηρίο, το οποίο πολέμησες ώσπου τελικά νίκησες. Δεν πήρες, όμως, την απόφαση να ξαναγυρίσεις στη Χάρνταβελ και κατέληξες στη Σεργήλη, στην Άκρη και στο Πορφυρό Κενό, υπηρετώντας την Επανάσταση. Οι δυνάμεις που είχες ως ιερέας είχαν, ασφαλώς, εξαφανιστεί αφού είναι άμεσα σχετιζόμενες μ’ετούτη τη διάσταση. Τώρα, ύστερα από τόσο καιρό, επέστρεψες πάλι στη Χάρνταβελ: το Θηρίο δεν εμφανίστηκε, αλλά έχεις κάποιες δυνάμεις που είναι διαφορετικές από αυτές που έχουν οι κανονικοί ιερείς· ή, μάλλον, μοιάζουν με ορισμένες από τις δυνάμεις τους αλλά είναι, κατά κάποιον τρόπο, διευρυμένες. Τα λέω σωστά;»

Ο Γεράρδος ένευσε. «Ναι, έτσι νομίζω, μάγε· σωστά πρέπει να τα λες.» Και δάγκωσε ένα κομμάτι από το ψωμί του, μασώντας σκεπτικός.

«Επίσης,» πρόσθεσε μετά από λίγο, ενώ οι άλλοι ήταν σιωπηλοί, «είμαι σχεδόν βέβαιος ότι μπορώ να σας οδηγήσω σ’όλα τα μέρη που η άγνωστη διάσταση έχει εισβάλλει στη Χάρνταβελ.»

«Με τι τρόπο;» ρώτησε η Άνμα’ταρ.

«Τα διαισθάνομαι, μάγισσα. Είναι σαν βαρίδια που κάνουν κάποια αίσθησή μου να γέρνει προς τη μεριά τους. Μπορώ ακόμα και να σου δείξω, αυτή τη στιγμή, προς τα πού περίπου είναι τα ανοίγματα. Σαν πυξίδα.»

«Ενδιαφέρον,» είπε ο Σέλιρ’χοκ. «Δεν θα περιφερόμαστε άσκοπα πλέον.» Και ήπιε μια γουλιά από τη μπίρα του.

«Μια βασική σημείωση,» τόνισε η Άνμα’ταρ: «Οι πράκτορες της Παντοκράτειρας σύντομα θα μάθουν επίσης για τα ανοίγματα, αν δεν το έχουν μάθει ήδη· και είμαι βέβαιη πως η Παντοκράτειρα θα στείλει ανθρώπους της για να ερευνήσουν το φαινόμενο.»

«Εμείς, όμως,» είπε η Μάρθα, «ήρθαμε πρώτοι στη Χάρνταβελ.»

Κεφάλαιο 18
Στον Υπόγειο Κόσμο

Ο Τέρι αισθανόταν τα πόδια του να γλιστράνε πάνω σε χώμα και πέτρες καθώς κατέβαινε μέσα στο σκοτάδι. Στην αρχή είχε αναγκαστεί να σκύψει για να μπει σ’εκείνη την τρύπα κάτω απ’τον μεγάλο βράχο, αλλά μετά είχε διαπιστώσει ότι ο χώρος από πάνω του είχε αυξηθεί· δεν ήταν υποχρεωμένος να πηγαίνει σκυφτός. Πίσω του και μπροστά του, μπορούσε ν’ακούσει τους άλλους να κινούνται· καθώς και τη φωνή του Ρίμναλ: «Τι σκατά είν’εδώ; Πού σκατά πηγαίνουμε εδώ κάτω;»

Το έδαφος κάτω από τα πόδια τους, που ήταν αρχικά κατηφορικό, δεν άργησε να γίνει επίπεδο, και ο Τέρι είδε ένα φως ν’ανάβει για να διαλύσει το σκοτάδι.

Ο άντρας που τους είχε οδηγήσει εδώ κρατούσε τώρα έναν κρύσταλλο στο αριστερό χέρι, πλαισιωμένο από κάποιου είδους μεταλλική συσκευή: κι αυτός ο κρύσταλλος ήταν που εξέπεμπε το φως – λευκό και έντονο, όπως το φως που έβγαινε από τις ενεργειακές λάμπες.

«Ποιος είσαι;» ρώτησε ο Τέρι. «Πού είμαστε;»

Ο άγνωστος κατέβασε την κουκούλα του, και είδαν ότι δεν ήταν άντρας αλλά γυναίκα, γαλανόδερμη, με μαύρα μαλλιά που, σε μήκος, δεν έφταναν πιο κάτω απ’τον λαιμό της. Τα μάτια της ήταν πράσινα και λιγάκι λοξά, και το πρόσωπό της κωνικό, με μυτερό σαγόνι.

Μίλησε σε μια γλώσσα που ο Τέρι δεν ήξερε.

«Δε γνωρίζεις τη Συμπαντική;» τη ρώτησε.

Η γυναίκα μίλησε στην ίδια γλώσσα.

«Δε νομίζω ότι τη γνωρίζει…» είπε ο Καλιόστρο.

«Δεν πρέπει να είμαστε σε κάποια από τις διαστάσεις που ξέρουμε, κύριε Ταγματάρχη,» είπε η Βίλνα.

«Ναι, μάλλον…» μουρμούρισε ο Τέρι.

Η γυναίκα που τους είχε φέρει εδώ τούς έκανε νόημα να την ακολουθήσουν, και βάδισε. Το φως στο χέρι της αποκάλυπτε γύρω τους ένα υπόγειο σπήλαιο, με σταλακτίτες να κρέμονται από το ταβάνι.

«Ελάτε,» είπε ο Τέρι στους στρατιώτες του, και την ακολούθησε. «Δε μπορούμε να πάμε πίσω. Αυτό το ιπτάμενο πράγμα θα μας σκοτώσει.»

«Πώς όμως θα επιστρέψουμε στη Χάρνταβελ;» ρώτησε ο Ρίμναλ καθώς βάδιζαν.

«Για την ώρα εκείνο που πρέπει να μας ενδιαφέρει είναι να μείνουμε ζωντανοί. Μετά, θα δούμε πώς θα επιστρέψουμε.»

Η οδηγός τους τους έβγαλε από τη σπηλιά όπου βρίσκονταν και τους πήγε σε άλλα υπόγεια μέρη: μικρότερες και μεγαλύτερες σπηλιές, και στενές διόδους. Τα πάντα ήταν γεμάτα σταλαγμίτες και σταλακτίτες, αλλά υπήρχε και βλάστηση σε κάποια σημεία. Ο Τέρι είδε πρασινάδες να φυτρώνουν μέσα σε κοιλότητες, καθώς και μανιτάρια τόσο μικρά όσο ο αντίχειράς του και τόσο μεγάλα όσο το κεφάλι του. Ορισμένα απ’τα φυτά εξέπεμπαν μια αχνή ακτινοβολία, και μικροσκοπικά έντομα φτερούγιζαν γύρω τους. Το περιβάλλον ήταν ψυχρό και υγρό, και μύριζε μούχλα, χώμα, και… διάφορες φυτικές οσμές που ο Τέρι δεν μπορούσε να χαρακτηρίσει… καθώς και διάφορες μεταλλικές οσμές που επίσης του ήταν άγνωστες…

Αποκλείεται να είμαστε σε κάποια από τις διαστάσεις του γνωστού σύμπαντος, σκέφτηκε. Εκτός αν… Είχε ακούσει – δεν είχε πάει ο ίδιος – ότι η Αρβήντλια ήταν μια απέραντη έρημος. Αλλά, επίσης, στην Αρβήντλια είχε ακούσει ότι οι γηγενείς ήταν οι μισοί λευκόδερμοι κι οι άλλοι μισοί μαυρόδερμοι… ενώ η γυναίκα που τους οδηγούσε τώρα ήταν γαλανόδερμη. Άρα, όχι, δεν μπορεί να βρίσκονταν στην Αρβήντλια. Πρέπει να είχαν καταλήξει σε κάποια απομακρυσμένη διάσταση όπου δεν είχε ακόμα εξαπλωθεί η Συμπαντική Παντοκρατορία· κάποια διάσταση που τα τοιχώματά της συγκρούονταν με τα τοιχώματα της Χάρνταβελ, όπως υπέθετε η Αρίνη. Οι κάτοικοι αυτής της διάστασης, άραγε, τι να ξέρουν για το φαινόμενο;

Ο Τέρι ήταν βέβαιος ότι η γυναίκα του θα ήθελε πολύ να βρίσκονταν τώρα εδώ, για να ερευνήσει. Αλλά καλύτερα που δεν είναι μαζί μας… γιατί μπορεί να είχε σκοτωθεί, όπως και τόσοι από τους στρατιώτες του. Για όνομα του Κρόνου… Τώρα μόνο, καθώς βάδιζαν σε τούτο τον παράξενο υπόγειο κόσμο, νόμιζε ο Τέρι ότι είχε αρχίσει να συνειδητοποιεί το μέγεθος της καταστροφής. Αυτός ο φωτεινός δαίμονας είχε σκοτώσει τόσους πολεμιστές της Παντοκράτειρας σαν να μην ήταν παρά ξύλινα στρατιωτάκια!

Και υπάρχει δρόμος που οδηγεί από εδώ στη Χάρνταβελ! Αν αυτό το τέρας πήγαινε στη Χάρνταβελ, τίποτα εκεί δεν θα μπορούσε να το σταματήσει. Και ο Τέρι δεν εμπιστευόταν τον καινούργιο Παντοκρατορικό Επόπτη για να πάρει τις σωστές αποφάσεις– Στη Βίηλ είναι ήρωας, θύμισε στον εαυτό του. Παρότι άπειρος σε άλλα θέματα, σίγουρα πόλεμο ξέρει να κάνει. Τι πόλεμο, όμως, μπορούσες να κάνεις ενάντια σ’ένα πλάσμα σαν αυτό; Μονάχα με ενεργειακά κανόνια, ίσως… Μονάχα τα ενεργειακά κανόνια μπορεί να είναι ικανά να το βλάψουν. Αλλά στη Χάρνταβελ δεν είχαν τέτοια πανίσχυρα όπλα. Θα έπρεπε να τους τα στείλουν από τη Ρελκάμνια, ή από κάποια άλλη διάσταση. Και ο Τέρι φοβόταν ότι ίσως να μην υπήρχε χρόνος. Αν ο φωτεινός δαίμονας περνούσε στη Χάρνταβελ, τότε…

ίσως η Χάρνταβελ να καταλήξει σαν ετούτη τη διάσταση.

Μια έρημος.

Μπορεί να ήταν αυτό; Μπορεί ετούτη η διάσταση να είχε ερημώσει εξαιτίας του δαίμονα;

Ηρέμησε! πρόσταξε τον εαυτό του. Δεν το ξέρεις ότι είναι έτσι. Δεν ξέρεις καν αν ολόκληρη η διάσταση είναι έρημος. Και στη Χάρνταβελ υπάρχει μια ερημιά στο κέντρο της· αν τύχαινε να βρεθείς εκεί, θα έπρεπε να νομίσεις ότι κι ολόκληρη η Χάρνταβελ είναι μια ερημιά;

Η οδηγός τους ύψωσε, ξαφνικά, το χέρι της, με την παλάμη όρθια και προς το μέρος τους: φανερό σημάδι για να σταματήσουν.

Ο Τέρι και οι στρατιώτες του σταμάτησαν, κι ο ταγματάρχης κοίταξε ολόγυρα. Βρίσκονταν σ’ακόμα μια σπηλιά, που μια γωνία της ήταν γεμάτη μανιτάρια. Τίποτα το ιδιαίτερο.

Πιάνοντας τον ώμο της γαλανόδερμης γυναίκας, τη ρώτησε: «Τι είναι; Πού μας πηγαίνεις;»

«Νάρνακας!» του είπε εκείνη γυρίζοντας για να τον κοιτάξει. Είχε τώρα δέσει τον φωτεινό κρύσταλλο στον καρπό της, και το ένα της χέρι πήγε στη λαβή του σπαθιού στην πλάτη της, ενώ το άλλο χέρι τραβούσε μέσα από την κάπα της ένα πιστόλι – φτιαγμένο με μια τεχνοτροπία που δεν θύμιζε τίποτα στον Τέρι: τελείως ανέγνωρο όπλο.

Η λέξη που είχε πει η γυναίκα πρέπει να ήταν κάποιο όνομα. Όνομα τοποθεσίας, ίσως; Όνομα ανθρώπου; «Νάρνακας;» ρώτησε ο Τέρι, προφέροντας την άγνωστη λέξη με προσοχή.

Η γυναίκα ένευσε και τράβηξε το σπαθί της, στρέφοντας τώρα το βλέμμα της προς ένα άνοιγμα.

Όνομα τοποθεσίας; Όχι. Ούτε ανθρώπου. Μάλλον… όνομα κάποιου κινδύνου που πλησίαζε.

Ο Τέρι τράβηξε το πιστόλι του και το ξιφίδιό του.

Ο Καλιόστρο ύψωσε το τουφέκι του.

«Τι είναι, Ταγματάρχη;» ρώτησε ο Ρίμναλ. «Έρχεται κάποιος που δε βλέπω;»

Ο Τέρι δεν απάντησε, καθώς είχε το βλέμμα του εστιασμένο στο σκοτεινό άνοιγμα. Αφουγκράστηκε, και νόμισε πως άκουσε κάτι να σέρνεται…

…να σέρνεται πάνω σε πέτρες. Σαν φίδι. Ή σκουλήκι.

Ο Τέρι αισθάνθηκε τις τρίχες του να ορθώνονται κάτω από τη στολή του.

Από το σκοτάδι του ανοίγματος, τέσσερις κουκίδες φάνηκαν να γυαλίζουν. Μάτια, μαύρα και μικρά σαν κουμπιά. Κι από κάτω τους, ένα ζευγάρι μεγάλες δαγκάνες.

Το πλάσμα μπήκε στη σπηλιά, και ο Τέρι είδε ότι ήταν ίδιο μ’αυτό που είχε η Αρίνη φέρει νεκρό στην Ερρίθια. Τρίχωμα άσπρο και βελονοειδές. Πολλά κοκαλιάρικα πόδια.

Κλακ-κλακ-κλακ, ανοιγόκλειναν οι δαγκάνες του, καθώς τους πλησίαζε απειλητικά.

«Νάρνακας;» ρώτησε ο Τέρι.

Η οδηγός τους ύψωσε το πιστόλι της και πυροβόλησε το γιγάντιο σκουλήκι. Ο κρότος από τη βολή της αντήχησε μέσα στα υπόγεια. Διαφανή υγρά πετάχτηκαν από το τέρας.

Ο Τέρι ακολούθησε το παράδειγμά της, πυροβολώντας κι εκείνος – και οι στρατιώτες του έκαναν το ίδιο. Μόνο ο Καλιόστρο και η Βίλνα είχαν τουφέκια, και τα χρησιμοποίησαν· ο Ρίμναλ πυροβόλησε με το πιστόλι του, όπως ο ταγματάρχης.

Το σκουλήκι ακούστηκε να συρίζει, και το σώμα του φάνηκε να συσπάται καθώς ζωτικά υγρά τινάζονταν από πάνω του. Ωστόσο, συνέχισε την επίθεσή του. Οι δαγκάνες του ήρθαν προς την οδηγό τους, κι εκείνη τις απέκρουσε με το ξίφος της, και σπάθισε το σκουλήκι καταπρόσωπο, χτυπώντας ένα από τα μάτια του. Ο Τέρι το κάρφωσε με το ξιφίδιό του· διαφανή υγρά πετάχτηκαν πάνω στο χέρι του, μουσκεύοντας τη στολή του. Οι άλλοι συνέχισαν να πυροβολούν από πίσω. Η ομοβροντία κρατούσε το σκουλήκι υπό έλεγχο, μην αφήνοντάς το εύκολα να προχωρήσει. Και η γαλανόδερμη οδηγός το σπάθιζε, ξανά και ξανά, φωνάζοντας στη γλώσσα που ο Τέρι δεν καταλάβαινε.

«Γαμήσου, γαμώ!» γρύλισε ο Ρίμναλ, κι ο ταγματάρχης τον άκουσε να πετά το πιστόλι του κάτω. Του είχαν τελειώσει οι σφαίρες, και μάλλον δεν είχε επάνω του άλλο γεμιστήρα για ν’αλλάξει.

Ο Καλιόστρο και η Βίλνα σταμάτησαν επίσης να ρίχνουν, λίγο μετά από τον Ρίμναλ: κι εκείνων τα πυρά πρέπει να είχαν τελειώσει στα τουφέκια τους.

Το σκουλήκι, όμως, πέθαινε· ήταν φανερό.

«Μην πυροβολείτε άλλο! Μη χαλάτε άλλες σφαίρες!» φώναξε ο Τέρι, έχοντας αποφύγει παρά τρίχα τις επικίνδυνες δαγκάνες του πλάσματος και καρφώνοντάς το στο πλάι, επανειλημμένα. Η λεπίδα του ξιφιδίου του ήταν βουτηγμένη στα ζωτικά υγρά του τέρατος· ακόμα και η λαβή γλιστρούσε, και ο Τέρι την κρατούσε σφιχτά στο χέρι του για να μην του φύγει.

Οι δαγκάνες του σκουληκιού στράφηκαν στη γαλανόδερμη οδηγό· εκείνη τινάχτηκε πίσω και τις απέκρουσε με το σπαθί της. Η μακριά λεπίδα ακούστηκε να τρίζει καθώς οι δαγκάνες έκλεισαν προς στιγμή επάνω στην άκριά της. Έναν άνθρωπο, αν τον είχαν αρπάξει ανάμεσά τους, σε οποιοδήποτε σημείο του σώματός του, θα τον είχαν κόψει στα δύο, συνειδητοποίησε ο Τέρι.

Η οδηγός σκόνταψε και έπεσε· καθώς όμως έπεφτε, ο Ρίμναλ και ο Καλιόστρο ορμούσαν, έχοντας τραβήξει τα σπαθιά από τις ζώνες τους και χτυπώντας το τέρας σαν να είχαν ξαφνικά κι οι δυο τους λυσσάξει, ουρλιάζοντας: για την Παντοκράτειρα! για την Παντοκράτειρα! με τη δύναμη του Κρόνου! με τη δύναμη του Κρόνου! ΤΗ ΔΥΝΑΜΗ ΤΟΥ ΚΡΟΝΟΥ!

Και μετά, το γιγάντιο σκουλήκι έκανε μια απελπισμένη προσπάθεια να οπισθοχωρήσει, να αποτραβήξει το μακρύ σώμα του μέσα στα σκοτάδια απ’όπου είχε έρθει· αλλά δεν είχε χρόνο: ο θάνατός του το πρόλαβε. Κατέρρευσε πάνω στο πέτρινο έδαφος του σπηλαίου, με το λευκό τρίχωμά του μουλιασμένο από τα ζωτικά του υγρά.

Η γαλανόδερμη οδηγός είχε ήδη σηκωθεί από κάτω, και, πιάνοντας τη λαβή του σπαθιού της με τα δύο χέρια και στρέφοντας τη λεπίδα στη γη, έκανε μια υπόκλιση προς τη μεριά του Τέρι και των πολεμιστών του, λυγίζοντας τα γόνατα και το κεφάλι χωρίς να λυγίσει τη μέση, ενώ συγχρόνως έλεγε κάτι που, φυσικά, εκείνοι δεν κατάλαβαν.

«Πάμε,» της είπε ο Τέρι, κάνοντάς της νόημα με το χέρι. «Ας προχωρήσουμε, προτού έρθει και κανένα άλλο τέρας σαν αυτό.»

Η γυναίκα φάνηκε να καταλαβαίνει, και βάδισε προς ένα από τα ανοίγματα της σπηλιάς, θηκαρώνοντας το σπαθί της στην πλάτη της.

Ο Τέρι και οι πολεμιστές του την ακολούθησαν.

«Κύριε Ταγματάρχη,» ρώτησε ο Καλιόστρο, «αυτό το πλάσμα δεν ήταν σαν εκείνο που η Αρίνη είχε φέρει στην Ερρίθια;»

«Ναι.»

«Επομένως, από εδώ είχε έρθει.»

«Μάλλον.»

Ο Ρίμναλ είπε: «Κι αν έρθει τώρα εκείνος ο γαμημένος ιπτάμενος δαίμονας στη Χάρνταβελ;»

«Μην παίζεις με τους φόβους μου,» μούγκρισε ο Τέρι. «Για την ώρα, θα είστε όλοι επικεντρωμένοι μόνο σε ένα πράγμα: να μείνουμε ζωντανοί. Δεν έχουμε άλλη επιλογή.»

Το πέρασμα όπου τους είχε πάει τώρα η οδηγός τους ήταν στρογγυλό, σχεδόν σαν το εσωτερικό σωλήνα, και υπόγεια βλάστηση υπήρχε στην οροφή του, φωσφορίζοντας.

Η Αρίνη σίγουρα θα ήθελε να βρίσκεται εδώ, σκεφτόταν ο Τέρι καθώς βάδιζαν. Ναι, σίγουρα… Αλλά είχε δίκιο όταν είπε στους στρατιώτες του ότι όφειλαν να επικεντρωθούν σε ένα και μόνο πράγμα – κι έπρεπε κι εκείνος, κάπως, να καταφέρει ν’ακολουθήσει την ίδια του τη συμβουλή· αλλιώς, ίσως, ποτέ δεν θα ξανάβλεπε την Αρίνη ζωντανός…

Από το βάθος του περάσματος – ένα φως, σαν αστέρι.

Κρύσταλλος; Όπως αυτός που έχει η οδηγός μας;

«Λαρκέκα;» ακούστηκε μια αντρική φωνή.

Η γαλανόδερμη γυναίκα αποκρίθηκε, μιλώντας στη γλώσσα της.

Τρεις άντρες φάνηκαν να έρχονται γρήγορα από το βάθος του περάσματος: δύο με δέρμα κατάλευκο σαν του Τέρι, και ένας με δέρμα γαλανό. Ο ένας από τους πρώτους είχε δεμένη στον καρπό του μια συσκευή με φωτεινό κρύσταλλο. Κι οι τρεις κρατούσαν σπαθιά, παρόμοια μ’αυτό της γαλανόδερμης οδηγού.

Τη συνάντησαν και της μίλησαν. Απ’αυτά που τους είπε εκείνη, ο Τέρι μονάχα μία λέξη κατάλαβε: Νάρνακας. Οι τρεις άντρες κοίταξαν τον ταγματάρχη και τους πολεμιστές του ερευνητικά, και τους είπαν μερικές κουβέντες.

«Δε μιλάμε τη γλώσσα σας, παλικάρια,» αποκρίθηκε ο Ρίμναλ δείχνοντας το στόμα του και κουνώντας το δάχτυλό του πέρα-δώθε.

Η γαλανόδερμη οδηγός είπε κάτι στους άλλους τρεις, κι εκείνοι ένευσαν κι έκαναν νόημα στον Τέρι και τους στρατιώτες του να τους ακολουθήσουν.

*

Η υπόγεια πόλη δεν ήταν μακριά· μετά από λίγο, έφτασαν.

Βρισκόταν μέσα σ’ένα μεγάλο σπήλαιο, όπου έτρεχε ένας καταρράκτης καταλήγοντας σε μια λίμνη στο κέντρο της. Τα οικοδομήματά της ήταν καμωμένα από πετρώματα και μεγάλα, έχοντας ένα σωρό πόρτες και παράθυρα, σαν λαγούμια. Γύρω από την πόλη υπήρχαν στήλες από κάποιου είδους φυτική ύλη, κι επάνω στην κορυφή τους ήταν συσκευές με κρυστάλλους που εξέπεμπαν δυνατό φως. Κοντά σ’αυτές τις στήλες περιφέρονταν φρουροί, οπλισμένοι με ξίφη στην πλάτη και με πιστόλια να κρέμονται από τις ζώνες τους. Φορούσαν φαρδιά ρούχα, όπως η γαλανόδερμη γυναίκα και οι τρεις άντρες που ο Τέρι και οι στρατιώτες του είχαν συναντήσει στο πέρασμα.

Στην αρχή, την υπόγεια πόλη την είδαν πανοραμικά, καθώς το πέρασμα τούς είχε οδηγήσει σε μια πλαγιά. Τώρα, κατέβαιναν αυτή την πλαγιά, πηγαίνοντας προς την πόλη και διαπιστώνοντας, συγχρόνως, ότι το έδαφος δεν ήταν επικίνδυνο: έμοιαζε με μονοπάτι όπου πολλά πόδια είχαν πατήσει ξανά και ξανά.

Η οδηγός μίλησε στους φρουρούς που ήρθαν να τους συναντήσουν, και μετά από λίγο ο Τέρι κι οι στρατιώτες του βρίσκονταν στο εσωτερικό της πόλης. Δρόμοι στενοί, και άνθρωποι που κοίταζαν με περιέργεια. Δερματικοί χρωματισμοί: γαλανό, κατάλευκο σαν του Τέρι, πράσινο (που, γενικά, θεωρείτο σπάνιο στο Γνωστό Σύμπαν), και… σε κάποια στιγμή το βλέμμα του ταγματάρχη πήρε έναν άντρα με δέρμα μοβ (!) έναν δερματικό χρωματισμό που ήταν ανήκουστος. Δεν ήξερε ότι υπήρχαν άνθρωποι με μοβ δέρμα, πουθενά στο σύμπαν.

Πού έχουμε καταλήξει; Αυτοί εδώ δεν πρέπει να έχουν καμία ιδέα για εμάς. Αναρωτιέμαι αν ξέρουν καν ότι υπάρχουν άλλες διαστάσεις πέρα από τη δική τους…

Ο Τέρι είδε ένα αραχνόμορφο πλάσμα να τραβά ένα δίτροχο κάρο φτιαγμένο από κόκαλα και φορτωμένο με κιβώτια – επίσης κοκάλινα – τα οποία φαινόταν να περιέχουν διαφόρων ειδών μανιτάρια. Ο οδηγός του κάρου – ένας πρασινόδερμος άντρας – κρατούσε ένα μακρύ, αγκαθωτό μαστίγιο και, κάπου-κάπου, χτυπούσε μ’αυτό το αραχνόμορφο πλάσμα. Το οποίο διέθετε έξι ψηλά πόδια και μαύρο τρίχωμα με μαβιές ραβδώσεις. Επάνω στο κεφάλι του δεν είχε μάτια· είχε μονάχα δύο μακριές κεραίες με λεπτές τριχίτσες. Ο Τέρι, παρότι δεν είχε πολλές γνώσεις για το ζωικό βασίλειο, δε νόμιζε ότι επρόκειτο για μεγάλη αράχνη, αλλά για κάτι που έμοιαζε με αράχνη.

Το κάρο πέρασε· έστριψε σε μια γωνία και χάθηκε.

Οι πόρτες και τα πατζούρια των σπιτιών, παρατήρησε ο Τέρι, ήταν καμωμένα από κόκαλο. Από το ίδιο κόκαλο, ίσως, που ήταν καμωμένο και το κάρο. Οι κάτοικοι της υπόγειας πόλης δεν φαινόταν να χρησιμοποιούν ξύλο παρά μονάχα ελάχιστα: ή, μάλλον, αυτό το ξύλο που έβλεπες πού και πού δεν ήταν ακριβώς ξύλο αλλά κάποιου είδους φυτική ύλη που θύμιζε κανονικό ξύλο και την οποία πρέπει να έπαιρναν, πιθανώς, από τα μανιτάρια ή από άλλα φυτά του υπόγειου κόσμου.

Μπροστά από κάθε πόρτα υπήρχε και μια συσκευή με φωτεινό κρύσταλλο, για να είναι η πόλη συνεχώς φωτισμένη. Κάποια παράθυρα ήταν στολισμένα με αναρριχώμενη βλάστηση που ο Τέρι δεν είχε ξαναδεί, και που ανέδιδε έναν απαλό φωσφορισμό.

Τα οικοδομήματα δεν ήταν ψηλά: μέχρι δύο ορόφους. Τα περισσότερα, τουλάχιστον· γιατί ο Τέρι θυμόταν πως, καθώς κατέβαιναν την πλαγιά στην αρχή, είχε δει και κάποια ψηλότερα.

Η γαλανόδερμη γυναίκα και οι σύντροφοί της τους πήγαν, τελικά, σ’ένα μέρος που βρισκόταν κοντά στη λίμνη στο κέντρο της πόλης και πρέπει να ήταν στρατώνας. Υπήρχαν πολλοί οπλισμένοι άνθρωποι εδώ, και ο Τέρι κι οι στρατιώτες του οδηγήθηκαν σ’ένα δωμάτιο με τραπέζι και καρέκλες (φτιαγμένα από κόκαλο). Το πάτωμα ήταν πέτρινο και, σύντομα, η γαλανόδερμη γυναίκα κι άλλοι δύο πολεμιστές άπλωσαν εκεί, στις γωνίες του δωματίου, τέσσερα στρώματα καμωμένα από κάποιου είδους πυκνή τρίχα. Μετά, έφεραν φαγητό στον Τέρι και τους στρατιώτες του: βραστά μανιτάρια, ψητό κρέας που θύμιζε ψάρι, κι ένα ποτό που ο ταγματάρχης δεν μπορούσε να καταλάβει τι ήταν. Μυρίζοντάς το, δεν του έφερνε τίποτα στο μυαλό. Πρέπει, πάντως, να έβγαινε από κάποιο από τα παράξενα υπόγεια φυτά ετούτης της διάστασης. Στη Σάρντλι, είχε ακούσει πως είχαν ένα ποτό που ονομαζόταν υπόγειος οίνος· δεν το είχε ποτέ δοκιμάσει, αλλά τώρα αναρωτήθηκε αν ετούτο εδώ ήταν κάτι παρόμοιο.

«Ευχαριστούμε,» είπε στη γαλανόδερμη γυναίκα και στους άλλους, προσπαθώντας να χαμογελάσει για να δείξει την ευγνωμοσύνη του.

Εκείνη έκλινε το κεφάλι και του έκανε μερικά νοήματα με τα χέρια της. Απ’ό,τι κατάλαβε ο Τέρι, του ζητούσε αυτός κι οι μαχητές του να μείνουν εδώ, να μην πάνε πουθενά.

Ο ταγματάρχης κατένευσε. «Μην ανησυχείς. Πού να πάμε;»

Η γαλανόδερμη γυναίκα και οι άλλοι έφυγαν, αφήνοντάς τους μόνους.

Ο Τέρι κι οι στρατιώτες του κάθισαν στις κοκάλινες καρέκλες.

Η Βίλνα κοίταξε τα φαγητά με καχυποψία. «Ελπίζω να μην πάθουμε τίποτα…»

«Μας δουλεύεις;» έκανε ο Ρίμναλ. «Ό,τι ήταν να πάθουμε το πάθαμε!» Και, πιάνοντας ένα πιρούνι, κάρφωσε ένα κομμάτι κρέας και το δάγκωσε, μασώντας το σκεπτικά.

«Πώς είναι, λοιπόν;» ρώτησε ο Καλιόστρο, παρατηρώντας τον.

«Ανάλατο.»

«Τα παράπονά σου στον μάγειρα,» του είπε ο Τέρι, και ήπιε μια γουλιά από τη μεταλλική κούπα του. Το ποτό θύμιζε, στη γεύση… βατόμουρο; φράουλα; ροδάκινο; – μια ανάμιξη αυτών, ίσως; Τέλος πάντων· δεν ήταν άσχημο.

«Τι θα κάνουμε τώρα, κύριε Ταγματάρχη;» ρώτησε η Βίλνα, καθώς έτρωγαν. «Δε μπορούμε καν να συνεννοηθούμε μαζί τους. Δε μιλάνε τη Συμπαντική.»

«Πού σκατά βρίσκεται αυτή η γαμημένη διάσταση;» μούγκρισε ο Ρίμναλ, μασώντας ένα από τα μανιτάρια, προτού ο Τέρι προλάβει ν’απαντήσει στη Βίλνα. «Πώς είναι δυνατόν νάναι τόσο ξεχασμένη που δε μιλάνε καν τη Συμπαντική;»

«Υπάρχουν μέρη που δεν έχει φτάσει η Παντοκρατορία, Ρίμναλ,» του είπε ο Τέρι.

«Ακόμα κι έτσι, Ταγματάρχη. Είναι περίεργο.»

«Μπορεί νάναι απομονωμένη διάσταση,» είπε ο Καλιόστρο. «Έχω ακούσει ότι υπάρχουν. Διαστάσεις που δεν έχουν καμια επαφή με το υπόλοιπο σύμπαν.»

«Είναι θεωρητικές, όμως,» του είπε ο Τέρι, που η Αρίνη τού είχε πει για τις απομονωμένες διαστάσεις κάποτε. «Γιατί, άμα δεν έχεις τρόπο να πας εκεί, πώς ξέρεις ότι υπάρχουν;»

«Καλό ερώτημα, κύριε Ταγματάρχη,» παραδέχτηκε ο Καλιόστρο. «Αλλά τι άλλη εξήγηση έχεις εσύ να δώσεις για τούτους εδώ τους ανθρώπους; Για να μην αναφέρω καν εκείνο τον ιπτάμενο δαίμονα που λίγο έλειψε να μας σκοτώσει κι εμάς όπως τους υπόλοιπους – και, βασικά, θα μας είχε σκοτώσει αν δεν ήμασταν τυχεροί ώστε να συναντήσουμε εκείνη την τύπισσα.»

«Ας μη βγάζουμε βιαστικά συμπεράσματα…» Ο Τέρι, έχοντας φάει κάμποσες μπουκιές από το κρέας και τα μανιτάρια, ήπιε πάλι μια γουλιά από το ποτό του – και νόμιζε ότι είχε αρχίσει λιγάκι να ζαλίζεται. Χτυπούσε στο κεφάλι, ό,τι κι αν ήταν;

«Για τη Νόρχακ δεν έχεις ακούσει;» επέμεινε ο Καλιόστρο. «Πιο πριν ήταν απομονωμένη, μέχρι που ο Πρίγκιπας Τάμπριελ τη βρήκε και την άνοιξε.»

Ο Πρίγκιπας Τάμπριελ ήταν ένας από τους συζύγους της Παντοκράτειρας. Αλλά την είχε προδώσει και είχε εξαφανιστεί. Αρχικά, όλοι πίστευαν ότι είχε συμμαχήσει με τον Πρίγκιπα Ανδρόνικο, που κι αυτός ήταν παλιότερα σύζυγό της προτού ξεκινήσει την Επανάσταση εναντίον της. Τελικά, όμως, ο Τάμπριελ δεν πρέπει να ήταν με τους επαναστάτες του Ανδρόνικου. Είχε ξαναπαρουσιαστεί ανοίγοντας αυτή τη Νόρχακ, που παλιά ήταν απομονωμένη. Τον ονόμαζαν Προφήτη εκεί, είχε ακούσει ο Τέρι. Και τώρα που η Νόρχακ ήταν ανοιχτή στο υπόλοιπο σύμπαν, οι κάτοικοί της αρνούνταν να υποταχθούν στη Συμπαντική Παντοκρατορία· έκλιναν περισσότερο προς την Επανάσταση. Επομένως, απ’αυτή την άποψη, θα μπορούσε κανείς να πει ότι κι ο Τάμπριελ ήταν αποστάτης, αφού δεν φαινόταν να έχει κάνει καμια προσπάθεια για να μεταπείσει τους γηγενείς της Νόρχακ.

«Δεν είναι η ίδια περίπτωση, Καλιόστρο. Δεν ξέρουμε πώς ακριβώς ο Τάμπριελ εντόπισε αυτή τη Νόρχακ, ούτε πώς βρέθηκε εκεί. Έχεις ποτέ σκεφτεί ότι ίσως να είναι ψέματα ότι ήταν απομονωμένη; Μπορεί να υπήρχε κάποια μικρή δίοδος που οδηγούσε εκεί, κι αυτή τη δίοδο να χρησιμοποίησε ο Τάμπριελ.»

«Μετά, όμως, άνοιξαν κι άλλες δίοδοι, Ταγματάρχη, έτσι δεν είναι;»

«Ναι, έτσι έχουμε ακούσει. Τέλος πάντων. Όπως σου είπα, ας μη βγάζουμε βιαστικά συμπεράσματα. Εκείνο που τώρα πρέπει να μας απασχολεί είναι να μείνουμε ζωντανοί – και μετά, να επιστρέψουμε στη Χάρνταβελ.» Χασμουρήθηκε, παραξενεμένος με τον εαυτό του. Τόσο πολύ είχε κουραστεί;

Είδε και τον Ρίμναλ να χασμουριέται, και να τεντώνεται πάνω στην κοκάλινη καρέκλα του.

Η Βίλνα έτριβε τα μάτια της. «Κύριε Ταγματάρχη,» είπε, «κάτι δεν… δεν πάει… καλά…» Κι έπεσε μπρούμυτα πάνω στο τραπέζι, μένοντας ακίνητη.

Ο Καλιόστρο βλεφάρισε, μοιάζοντας κι εκείνος να δυσκολεύεται να κρατήσει τα μάτια του ανοιχτά. «Οι λεχρίτες! Μας δηλητηρίασαν

«Όχι! Δε μπορεί!» Ο Τέρι έκανε να σηκωθεί όρθιος–

Τα γόνατά του δεν τον κρατούσαν–

Πιάστηκε από την πλάτη της καρέκλας – και πήρε και την καρέκλα μαζί του καθώς έπεφτε στο πάτωμα…

…χάνοντας τις αισθήσεις του.

Κεφάλαιο 19
Ξαφνικά – Ένα Δάσος!

Πέρασαν τη νύχτα στη Βεν’τάδια, μια πόλη στις νότιες όχθες του Μεγάλου Ποταμού. Ο Εδμόνδος δεν τραγούδησε, ούτε οι χορεύτριες χόρεψαν, γιατί ήταν όλοι τους κουρασμένοι από την παράσταση στη Λαρράθια και δεν ήθελαν να έχουν εδώ μέτρια ή άσχημη απόδοση· «θα χαλάσει τη φήμη μας,» εξήγησε ο τροβαδούρος στη Βατράνια. Επομένως, πλήρωσαν κανονικά για τη διανυκτέρευσή τους σ’ένα πανδοχείο που ονομαζόταν «Η Φωλιά της Νιότης» αλλά, παρά το όνομά του, δεν σύχναζαν περισσότεροι νέοι. Ένα σωρό γέροι και γριές ήταν στην τραπεζαρία, εκτός από ταξιδιώτες, χωρικοί, μισθοφόροι, και έμποροι. Η Βεν’τάδια ήταν πολυσύχναστη πόλη, καθώς βρισκόταν αμέσως νότια της Ερρίθιας.

Στην αίθουσα υπήρχε ένα ηχοσύστημα που έπαιζε παραδοσιακή μουσική της Χάρνταβελ, αλλά που μάλλον δεν ήταν κατασκευασμένο εδώ· και το γεγονός ότι η Φωλιά της Νιότης είχε ηχοσύστημα σήμαινε ότι οι δουλειές του πανδοχείου πήγαιναν καλά.

Η Βατράνια έπιασε κουβέντα με τον Εδμόνδο. Ο Σθένελος έπιασε κουβέντα με την Ιζαμπώ και την Ισαβέλλα, που συνεχώς γελούσαν και τον πείραζαν και του ζητούσαν να τους δείξει τι μπορούσε να κάνει με τα μαγικά του, παρότι εκείνος προσπαθούσε να τους εξηγήσει ότι τα «μαγικά» του δεν ήταν ταχυδακτυλουργίες για εντυπωσιασμό αλλά είχαν πρακτική σημασία και ήταν πολύ σοβαρή υπόθεση.

Ο Εδμόνδος έλεγε, εν τω μεταξύ, στη Βατράνια τα βασικά πράγματα για τη Γλώσσα της Χάρνταβελ, κι εκείνη δεν έβρισκε το μάθημα δύσκολο, αν και σαν γλώσσα τής ήταν τελείως άγνωστη: δεν θύμιζε ούτε τη Συμπαντική ούτε αυτή της Σεργήλης.

Η Ιζαμπώ και η Ισαβέλλα κατάφεραν, τελικά, τον Σθένελο να συμφωνήσει να τους κάνει μια μαγική επίδειξη. «Μετά, όμως,» τους είπε εκείνος, «στο δωμάτιό μου. Όχι τώρα, μες στην τραπεζαρία. Έχει τόσο κόσμο.»

«Πάμε τώρα στο δωμάτιό σου!» πρότεινε η Ιζαμπώ.

«Εξάλλου, μπορούμε να κοιμηθούμε νωρίς. Είμαστε πτώματα,» πρόσθεσε η Ισαβέλλα.

Ο Σθένελος, που σπάνια μπορούσε να πει όχι σε γυναίκες, σηκώθηκε από το τραπέζι μαζί τους.

Ο Εδμόνδος στράφηκε να τους κοιτάξει. «Πού πάτε;»

«Ο Σθένελος θα μας δείξει τα μαγικά του,» είπε η Ισαβέλλα, «και μετά θα πέσουμε για ύπνο.»

«Μου ζήτησαν να τους κάνω κάποιο ξόρκι,» εξήγησε ο μάγος.

«Ελπίζω να μην είναι τίποτα επικίνδυνο,» είπε ο Εδμόνδος.

«Δε θα έκανα κάτι επικίνδυνο, Εδμόνδε,» αποκρίθηκε ο Σθένελος, μοιάζοντας λιγάκι προσβεβλημένος από τα λόγια του τροβαδούρου. Πιστεύει ότι δεν ξέρω τη δουλειά μου; Γιατί τότε με δέχτηκε μαζί του;

«Να είστε φρόνιμοι,» είπε η Βατράνια, με καυστικό τρόπο.

«Το υποσχόμαστε!» αποκρίθηκε η Ιζαμπώ, και της φύσηξε ένα φιλί προτού εκείνη, η Ισαβέλλα, κι ο Σθένελος βαδίσουν προς τη σκάλα του πανδοχείου, περνώντας ανάμεσα από τα τραπέζια που ήταν γεμάτα κόσμο.

«Οι φίλες σου έχουν συμπαθήσει τον Σθένελο,» είπε η Βατράνια στον Εδμόνδο.

«Κι εκείνος, οφείλω να ομολογήσω, τους έχει δείξει μια κάποια συμπάθεια…»

«Εγώ απλά δε θέλω να γίνει καμια παρεξήγηση,» εξήγησε η Βατράνια, με αθώο ύφος.

Ο Εδμόνδος συνοφρυώθηκε. «Τι παρεξήγηση να γίνει;»

Η Βατράνια τον ατένισε παρατηρητικά, και, κάπως διστακτικά, είπε: «Εσείς δεν… Εσύ και η Ισαβέλλα, ή εσύ και η Ιζαμπώ… Δεν έχετε τίποτα μεταξύ σας; Ή και οι τρεις, ίσως· δεν ξέρω…»

Ο Εδμόνδος βλεφάρισε για μια στιγμή, σαν η Βατράνια να του είχε μιλήσει στην Παλιά Σεργήλια. Μετά, γέλασε δυνατά. Ήπιε μια γουλιά από τη μπίρα στην κούπα του καθώς το γέλιο του ελαττωνόταν, και είπε: «Σοβαρολογείς;»

Η Βατράνια αισθάνθηκε, άθελά της, να κοκκινίζει λίγο. «Ναι, ψιλοσοβαρολογώ.»

«Φυσικά και δεν είναι αυτό που νομίζεις,» της είπε ο Εδμόνδος. «Είναι πολύ μικρές, δε βλέπεις; Θα μπορούσαν νάναι κόρες μου.»

«Και αυτό… είναι πρόβλημα; –Για μερικούς δεν θα ήταν, θέλω να πω!» Ήπιε κι εκείνη από τη μπίρα της.

Ο Εδμόνδος κούνησε το κεφάλι. «Η Ισαβέλλα έχασε τη μητέρα της στον πόλεμο, όταν ήταν πολύ μικρή· και έχει ένα σωρό αδέλφια· ο πατέρας της δεν μπορούσε να τους ζει όλους – δεν του έφταναν αυτά που έβγαζε. Επομένως, πήρα την Ισαβέλλα μαζί μου για να με βοηθά στη δουλειά μου.

»Η Ιζαμπώ είναι ορφανή. Κατάγεται από την Υλιριλίδια, μακριά από εδώ, στα βορειοανατολικά. Οι γονείς της χάθηκαν στο δάσος. Ορισμένοι λένε ότι ουγκράβοι τούς έφαγαν, γιατί αργότερα σ’εκείνη την περιοχή βρέθηκαν κάτι κομματιασμένα πτώματα.»

«Ουγκράβοι

«Τα Πορφυρά Κτήνη. Τα Παιδιά του Κακού Οφθαλμού. Ζώα που έχουν την Οργή του Θεού μέσα τους.»

Η Βατράνια συνοφρυώθηκε. «Πιστεύεις σε τέτοιες ιστορίες;»

«Ιστορίες; Έχω δει ουγκράβο με τα ίδια μου τα μάτια. Έναν σκύλο που νόμιζες ότι είχε μέσα του εκατό δαίμονες. Τα μάτια του πετούσαν φωτιά, και ήταν τόσο δυνατός όσο πέντε άντρες. Σου χιμούσε και δεν μπορούσες να τον κάνεις καλά. Παραλίγο να με σκοτώσει. Θα με σκότωνε, αν δεν κατάφερνα να τραβήξω το πιστόλι μου και να το αδειάσω πάνω στο στήθος του ενώ με είχε βάλει κάτω. Και το έκτρωμα ζούσε, στο τέλος! Σάλευε. Σηκώθηκα από τη γη, οπότε, ξεθηκάρωσα το ξίφος μου, και το κάρφωσα ξανά και ξανά μέχρι που έπαψε να κινείται. Τα χρειάστηκα. Πίστεψέ με, οι ουγκράβοι υπάρχουν· δεν είναι παραμύθια.» Ήπιε μια μεγάλη γουλιά από τη μπίρα του και, μετά, άναψε την πίπα του. «Να συνεχίσουμε, λοιπόν, το μάθημά μας;»

Η Βατράνια μειδίασε. «Εννοείται.» Και άναψε ένα τσιγάρο.

*

Όταν ανέβηκε στο δίκλινο δωμάτιο που ο Εδμόνδος είχε κλείσει για εκείνη και τον Σθένελο, περίμενε να βρει μέσα τον μάγο ξαπλωμένο με τουλάχιστον μία από τις δύο χορεύτριες. Ο Σθένελος, όμως, ήταν μόνος, και καθώς η Βατράνια μπήκε φάνηκε να ξυπνά. Ανασηκώθηκε κι έτριψε τα μάτια του στο φως της λάμπας – που άναβε με φιτίλι και λάδι· το πανδοχείο δεν είχε ενεργειακό φως σ’όλα τα δωμάτια.

«Τι ώρα;» ρώτησε ο Σθένελος.

«Λίγο πριν τα μεσάνυχτα,» απάντησε η Βατράνια. «Τους έδειξες τα κόλπα σου;»

«Επέμεναν· τι να έκανα;»

«Κακόμοιρε. Όλο υποφέρεις.» Η Βατράνια έβγαλε την κάπα της και την κρέμασε στην κρεμάστρα, πλάι στην κάπα του Σθένελου. «Μάλλον, όμως, δεν θα κατάλαβαν τίποτα, ε;» Στράφηκε να τον κοιτάξει καθώς εκείνος ήταν καθισμένος πάνω στο κρεβάτι του, ντυμένος ελαφριά, για ύπνο.

«Τους έκανα κάτι που φαίνεται.»

Η Βατράνια ύψωσε ένα φρύδι. «Τι τους έκανες που… φαίνεται;» Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού της κι άρχισε να βγάζει τις μπότες της.

«Μαγγανεία Μοριακής Συμπιέσεως.»

«Εννοείς ότι μίκρυνες κάποιο αντικείμενο;»

«Ναι. Το σάλι της Ιζαμπώς· το έκανα όσο το νύχι της. Εδώ είναι.» Άπλωσε το χέρι του και πήρε κάτι μικροσκοπικό από μια τσέπη του σάκου του.

Η Βατράνια γέλασε. «Δεν το ήθελε πίσω;» ρώτησε.

«Της είπα ότι απόψε είμαι πολύ κουρασμένος.» Ο Σθένελος έβαλε πάλι το μοριακά πεπιεσμένο σάλι στην τσέπη του σάκου του. «Θα της το μεγαλώσω αύριο, με την πρώτη ευκαιρία.»

Η Βατράνια σηκώθηκε όρθια για να βγάλει την τουνίκα της· ο Σθένελος γύρισε απ’την άλλη. «Εμένα δε θα μου μικρύνεις τίποτα;»

«Δε μου το ζήτησες.»

«Θα έπρεπε να το είχες καταλάβει…» τον πείραξε.

«Μάγος είμαι, όχι μάντης. Αλλά είμαι βέβαια πρόθυμος να σου μικρύνω ό,τι θέλεις…»

Η Βατράνια γέλασε, και, έχοντας βγάλει τα ρούχα της, ξάπλωσε στο κρεβάτι και τράβηξε τα σκεπάσματα επάνω της. Η βραδιά ήταν ψυχρή. Έβγαλε ένα δαχτυλίδι από το δάχτυλό της και σκέφτηκε να το πετάξει στο κρεβάτι του Σθένελου και να του πει να της το μικρύνει. Άλλαξε γνώμη, όμως, και ξαναφόρεσε το δαχτυλίδι.

«Νομίζω πως να μεγαλώνεις πράγματα είναι πιο σημαντικό απ’το να τα μικραίνεις,» είπε καθώς χασμουριόταν.

Ο Σθένελος καθάρισε το λαιμό του. «Δεν υπάρχει κάποια μαγγανεία γι’αυτό το σκοπό· θα ήταν, εμμ…»

«Κρίμα,» είπε η Βατράνια, και γύρισε απ’την άλλη χαμογελώντας. Αρκετά, σκέφτηκε· πρέπει να κοιμηθούμε κιόλας. Δεν είχε νόημα να τον πειράζει, αλλά δεν μπορούσε να συγκρατηθεί· έμπαινε στον πειρασμό. Τον έβλεπε πώς την έβλεπε· η όλη του συμπεριφορά ήταν σαν να την προκαλεί να τον πειράζει.

«Το ήξερες,» άκουσε μετά από λίγο τη φωνή του.

«Ποιο πράγμα;»

«Ότι δεν υπάρχει μαγγανεία που να μεγαλώνει αντικείμενα.»

«Πώς να το ξέρω; Δεν είμαι μάγισσα.»

«Είσαι όμως χρόνια στην Επανάσταση: το ήξερες.»

Η Βατράνια αναστέναξε επιτηδευμένα. «Τέλος πάντων. Μπορείς να κλείσεις το φως;»

Τον άκουσε να σηκώνεται από το κρεβάτι, και μετά η λάμπα του δωματίου έσβησε.

Από την τραπεζαρία, κάτω, ακόμα ερχόταν φασαρία.

*

Το επόμενο πρωί, βγήκαν από τη Φωλιά της Νιότης και πήγαν στο όχημά τους, που ήταν σταματημένο σ’έναν δρόμο παραδίπλα. Αρκετοί από τους δρόμους της Βεν’τάδιας ήταν φαρδείς και χωρούσαν να περνάνε οχήματα.

Ο Εδμόνδος οδήγησε προς τα βόρεια, περνώντας από τις μεγάλες οδούς της πόλης και φτάνοντας στη γέφυρα στην άκρη της. Τη γέφυρα που ξεκινούσε από τη μία όχθη του Μεγάλου Ποταμού της Χάρνταβελ και κατέληγε στην άλλη. Μια μακριά, ψηλή, πέτρινη καμπύλη που σχεδόν χανόταν στον ορίζοντα, καθώς η αντίπερα όχθη μόλις και μετά βίας φαινόταν μέσα στην πρωινή ομίχλη.

«Με την τεχνολογία που έχουν εδώ,» είπε ο Σθένελος παρατηρώντας τη γέφυρα, «είναι ν’απορεί κανείς πώς την έχτισαν.»

«Με τη βοήθεια του Θεού, όσα μοιάζουν αδύνατα γίνονται δυνατά, όπως θα σου έλεγε κάποιος ιερέας,» του αποκρίθηκε ο Εδμόνδος, περιμένοντας ένα κάρο να κατεβεί από τη γέφυρα και, μετά, ανεβάζοντας το όχημά τους εκεί, επάνω στην πέτρινη καμπύλη. Από κάτω τους, ο ποταμός φαινόταν πανοραμικά, να γυαλίζει στις πρωινές αχτίνες του ήλιου. Δύο πλοία περνούσαν, με ανοιχτά πανιά, το ένα πηγαίνοντας στο λιμάνι της Βεν’τάδιας, το άλλο φεύγοντας από εκεί.

«Θες να μου πεις ότι ο Θεός σας έχτισε αυτή τη γέφυρα;» αποκρίθηκε ο Σθένελος, καθώς στεκόταν πίσω από τον Εδμόνδο και τη Βατράνια, με τα χέρια του ακουμπισμένα στις πλάτες των καθισμάτων τους.

«Προφανώς χτίστηκε από ανθρώπους,» είπε ο τροβαδούρος, «οι οποίοι πιθανώς είχαν την εύνοια του Θεού.»

Η απόσταση από τη μια όχθη του Μεγάλου Ποταμού ώς την άλλη δεν ήταν μικρή, και μέχρι να φτάσουν στον προορισμό τους συνάντησαν κι άλλους ανθρώπους που περνούσαν: δύο άμαξες – η μία σκεπαστή, η άλλη ξεσκέπαστη – ένα ενεργειακό δίκυκλο, και κάμποσους διαβάτες.

Όταν τελικά κατέβηκαν από τη γέφυρα, βρίσκονταν δυτικά των τειχών της Ερρίθιας. Ακολούθησαν έναν πλακόστρωτο δρόμο που έστριβε και πλησίασαν μια από τις πύλες της πόλης. Οι φρουροί εκεί – πολεμιστές του Υπεράρχη, με το έμβλημα του ανατέλλοντος ήλιου επάνω τους, και πολεμιστές της Παντοκράτειρας, με λευκές στολές – τους σταμάτησαν, ζητώντας να ελέγξουν το όχημά τους.

«Ποιο είναι το πρόβλημα;» ρώτησε ο Εδμόνδος, από το παράθυρο. «Ο Εδμόνδος ο Βοριάς είμαι. Ο τροβαδούρος. Σίγουρα, με ξέρετε.»

«Ένας τυπικός έλεγχος, μόνο. Διαταγές του Επόπτη.»

Δεν υπήρχε άλλη λύση· ο Εδμόνδος έπρεπε να τους αφήσει να ελέγξουν. Έκανε νόημα στους συντρόφους του να κατεβούν από το όχημα και κατέβηκε κι εκείνος. Ευτυχώς, η ημέρα ήταν κρύα, έτσι δεν θα φαινόταν παράξενο που ο Σθένελος είχε σηκωμένη την κουκούλα του· ο Εδμόνδος τού είχε προτείνει να κρατά το χρυσό δέρμα του κρυμμένο, γιατί φανέρωνε ότι μάλλον δεν ήταν γηγενής αλλά είχε έρθει από άλλη διάσταση.

«Φοβάστε ότι είμαστε επικίνδυνοι;» είπε, χαμογελώντας, η Ιζαμπώ σ’έναν από τους πολεμιστές του Υπεράρχη.

«Για τυπικούς λόγους γίνεται ο έλεγχος,» αποκρίθηκε εκείνος, με έκφραση που μαρτυρούσε ότι κι ο ίδιος βαριόταν να ελέγχει.

«Άντε,» είπε ο Εδμόνδος, «να τελειώνουμε γρήγορα.»

Και δύο φρουροί – ένας Παντοκρατορικός κι ένας του Υπεράρχη – μπήκαν στο όχημα.

«Συνέβη κάτι;» ρώτησε ο Εδμόνδος τους άλλους δύο που έμειναν έξω. «Φοβάται ο Επόπτης για επαναστάτες;»

«Μ’αυτά που γίνονται τελευταία,» του απάντησε ο πολεμιστής του Υπεράρχη, «όλοι είναι πιο προσεχτικοί, Βοριά.»

«Μιλάς για τις οπτασίες;»

Ο φρουρός ένευσε. «Ναι, κι εκείνο το σκουλήκι. Έμαθες για το σκουλήκι;»

«Βεβαίως. Είδα, μάλιστα, να το καίνε στην Ανατολική Αγορά. Είχε μαζέψει πολύ κόσμο.»

«Ναι,» είπε ο φρουρός. «Μ’αυτά που συμβαίνουν, είναι ν’απορείς που όλοι είναι πιο προσεχτικοί;»

«Μάλλον όχι. Με το δίκιο τους,» αποκρίθηκε ο Εδμόνδος.

Οι φρουροί που είχαν μπει στο όχημα βγήκαν μετά από λίγο, και ο Παντοκρατορικός είπε στον τροβαδούρο: «Έχεις τρία πιστόλια εκεί μέσα.»

«Ταξιδεύω απ’τη μια άκρη της Χάρνταβελ ώς την άλλη. Και δεν είναι όλα τα μέρη ακίνδυνα όπως η Ερρίθια.»

«Καλώς,» είπε ο Παντοκρατορικός. «Αλλά εδώ τα όπλα σου θα τάχεις μέσα στο όχημά σου – κι όχι οπλισμένα.»

«Ασφαλώς.»

«Μπορείτε να περάσετε τώρα,» είπε ο φρουρός, κάνοντας μια σχεδόν αδιάφορη χειρονομία προς την πύλη.

Ο Εδμόνδος και οι σύντροφοί του ανέβηκαν στο όχημά τους, πίσω απ’το οποίο είχαν ήδη συγκεντρωθεί κάποιοι άνθρωποι που ήθελαν επίσης να μπουν στην πόλη.

Ο τροβαδούρος πάτησε το πετάλι και πέρασαν, με χαμηλή ταχύτητα, την πύλη.

«Είχες δίκιο, τελικά,» είπε η Βατράνια στον Εδμόνδο.

Εκείνος ένευσε.

Τα όπλα που είχαν βρει οι φρουροί δεν ήταν, φυσικά, τα μόνα όπλα που είχαν οι επαναστάτες μαζί τους. Τα υπόλοιπα, όμως, τα είχαν κρυμμένα σε μια ειδική θυρίδα στο πάτωμα του οχήματος: σε σημείο όπου έπρεπε κανείς να το ξέρει εκ των προτέρων για να κοιτάξει, καθώς ήταν κάτω απ’τα δύο μπροστινά καθίσματα. Στην αρχή, όταν ο Εδμόνδος είχε πει στη Βατράνια και τον Σθένελο να κρύψουν τα μεγάλα όπλα τους εκεί, εκείνη είχε ρωτήσει: Θα ψάξει κανένας το όχημά σου; Δεν είπες ότι σε ξέρουν σ’όλη τη διάσταση; και ο Εδμόνδος είχε απαντήσει: Με ξέρουν, και συνήθως, ναι, δεν με ψάχνουν· αλλά ποτέ δεν πρέπει να υποτιμάς τους Παντοκρατορικούς – ενεργούν απρόβλεπτα πολλές φορές.

Κι όπως φάνηκε, ο τροβαδούρος δεν ήταν χωρίς λόγο προσεχτικός. Η γνώμη της Βατράνιας γι’αυτόν γινόταν ολοένα και καλύτερη. Δρούσε σαν άψογος κατάσκοπος. Κανένας δεν φαινόταν να υποψιάζεται πως ήταν με την Επανάσταση αλλά, συγχρόνως, εκείνος ήταν πάντοτε έτοιμος για το οτιδήποτε – και ήξερε καλά τη δουλειά του.

Η Βατράνια αναρωτήθηκε πώς ο Εδμόνδος είχε μπλέξει με την Επανάσταση εξαρχής, τι τον είχε κάνει να συστρατευθεί με τις δυνάμεις του Πρίγκιπα Ανδρόνικου. Δεν μπορεί να ήταν ο πόλεμος στην Οκρίνθια. Κάτι άλλο πρέπει να είχε συμβεί.

Καθώς απομακρύνονταν από την πύλη, ο Εδμόνδος οδηγούσε το όχημά τους με προσοχή μέσα στον μεγάλο δρόμο όπου περνούσαν πολλοί άνθρωποι και ζώα. Με τον αντίχειρά του έδειξε πίσω, λέγοντας στη Βατράνια: «Η Δυτική Πύλη. Η Ερρίθια έχει ακόμα δύο πύλες: τη Βόρεια Πύλη και την Ανατολική Πύλη. Όχι και τόσο εντυπωσιακά ονόματα, ε;»

«Ομολογουμένως.»

«Επίσης, έχει δύο μεγάλες αγορές, τη Δυτική Αγορά και την Ανατολική Αγορά. Τη Δυτική τώρα την πλησιάζουμε.

»Στο κέντρο της πόλης είναι τα Ανάκτορα του Υπεράρχη, όπου κατοικεί ο Υπεράρχης Ριχάρδος ο Τρίτος και ο Παντοκρατορικός Επόπτης Νιρμόδος Νάρλεφ, ο οποίος ήρθε τελευταία στη Χάρνταβελ και πριν από εδώ ήταν στη Βίηλ. Τον είχαν ονομάσει ήρωα εκεί, απ’όσο ξέρω. Η γυναίκα του είναι επίσης από τη Βίηλ. Ο Νιρμόδος, όμως, είναι νέος σχετικά – μικρότερος από τριάντα χρονών – κι απ’ό,τι έχω ακούσει, οι άλλοι Παντοκρατορικοί αξιωματούχοι δεν τον εμπιστεύονται και τόσο. Θεωρούν ότι δεν έπρεπε να είναι εδώ, ότι δεν έχει αρκετή εμπειρία.

»Να, φτάσαμε στη Δυτική Αγορά τώρα,» είπε ο Εδμόνδος καθώς το όχημά του έμπαινε σ’έναν ανοιχτό χώρο ανάμεσα στα οικοδομήματα της Ερρίθιας, ο οποίος ήταν γεμάτος με σκηνές, πάγκους, κάρα, και ελάχιστα ενεργειακά οχήματα – φορτηγά κυρίως. Η Βατράνια είδε ένα που ήταν φορτωμένο με τυλιγμένα χαλιά.

«Θα μου δώσεις τώρα το σάλι μου;» ρώτησε η Ιζαμπώ τον Σθένελο.

«Ναι,» απάντησε εκείνος. «Δε μου το ζήτησες πιο πριν.» Έβγαλε ένα μικρό αντικείμενο από την τσέπη του, κρατώντας το ανάμεσα στον δείκτη και στον αντίχειρά του.

«Δεν πιστεύω να μου το έχεις χαλάσει!» είπε η Ιζαμπώ.

«Σου είπα: μόνο τα πολύπλοκα αντικείμενα κινδυνεύουν,» αποκρίθηκε ο Σθένελος, κι άρχισε να μιλά στη γλώσσα της μαγείας, επικεντρώνοντας το βλέμμα του στο μικροσκοπικό, μοριακά πεπιεσμένο αντικείμενο ανάμεσα στα δάχτυλά του…

…το οποίο μεγάλωσε και μεγάλωσε.

Και μεγάλωσε.

Καλύπτοντας ολόκληρη τη γροθιά του Σθένελου.

Η Ιζαμπώ πήρε το σάλι της και κοίταξε προσεχτικά τις ραφές. Γέλασε, και το έριξε στους ώμους της. «Καταπληκτικό!» είπε, και ξαφνικά φίλησε τον Σθένελο στο μάγουλο. «Θα μπορούσες να το κάνεις αυτό και για να μας φέρεις κόσμο!»

«Μην ακούω ανοησίες,» είπε ο Εδμόνδος. «Αυτά είναι επικίνδυνα. Δε χρειάζεται κανένας να ξέρει ότι έχουμε μάγο μαζί μας. Κι αν κάποιος τύχει να σας ρωτήσει για τον Σθένελο, θα πείτε ότι είναι μακρινός μου ξάδελφος από άλλη διάσταση, και μόνο αυτό ξέρετε. Εντάξει;»

«Μάλιστα, Εδμόνδε, ό,τι πεις!» αποκρίθηκαν συγχρόνως, σαν χορωδία, η Ιζαμπώ και η Ισαβέλλα.

«Σοβαρολογώ,» είπε ο Εδμόνδος, και σταμάτησε το όχημά του σ’έναν χώρο που ήταν σκεπασμένος μ’ένα μεγάλο ύφασμα στηριγμένο σε ξύλινους πασσάλους. Δύο άλλα ενεργειακά οχήματα ήταν επίσης σταθμευμένα εδώ.

«Βοριά!» Ένας άντρας πλησίασε, πορφυρόδερμος και μαυρομάλλης. Φαινόταν να έχει αμέσως αναγνωρίσει τον Εδμόνδο.

Ο Εδμόνδος άνοιξε την πόρτα πλάι του και βγήκε. «Τι γίνεται, Εδουάρδε; Όλα καλά;» ρώτησε, κι αντάλλαξαν μια χειραψία.

«Ναι. Μέχρι στιγμής επιβιώνουμε. Θες να σου κρατήσω το όχημα;»

Ο Εδμόνδος κατένευσε.

«Για πόσο;» ρώτησε ο Εδουάρδος.

«Καμια-δυο μέρες, ίσως,» αποκρίθηκε ο Εδμόνδος, και του έδωσε ένα νόμισμα.

Ένα αρχοντικό, παρατήρησε η Βατράνια, γνωρίζοντας πως αυτό ήταν ένα από τα ισχυρότερα νομίσματα της Χάρνταβελ, σύμφωνα με όσα είχε πει ο Γεράρδος.

Ο Εδουάρδος χαμογέλασε. «Ο Θεός μαζί σου, Βοριά.»

Ο Εδμόνδος βγήκε από το γκαράζ και οι σύντροφοί του τον ακολούθησαν μέσα στην αγορά.

«Θα έχει νόημα να καθίσουμε μέρες εδώ;» τον ρώτησε ο Σθένελος.

«Η Ερρίθια είναι η καρδιά της Χάρνταβελ. Ό,τι συμβαίνει στη διάσταση, αν είσαι λιγάκι δικτυωμένος, εδώ μπορείς να το μάθεις· και είμαι παραπάνω από λιγάκι δικτυωμένος.»

«Ναι αλλά μένοντας εδώ δεν κάνουμε τίποτα εκτός απ’το να ακούμε – κι ο σκοπός είναι να ερευνήσουμε, από κοντά.»

«Θα πάμε και εκεί που είναι να ερευνήσουμε,» αποκρίθηκε ο Εδμόνδος, «μόλις παρουσιαστεί η ευκαιρία. Φτάνει να έχουμε τ’αφτιά μας ανοιχτά.

»Επιπλέον,» πρόσθεσε, «δεν μπορώ να φύγω από την Ερρίθια χωρίς να δώσω τουλάχιστον μια, δυο παραστάσεις. Θα παραξενευτούν οι πάντες, κι αυτό δεν το θέλω.»

«Μην ανησυχείς,» είπε η Ιζαμπώ στον Σθένελο, πιάνοντας το μπράτσο του, «θα κάνουμε ωραία παρέα!» Και χαμογέλασε.

Η Ισαβέλλα έκανε μια πιρουέτα καθώς βάδιζαν, χωρίς φυσικά να μείνει πίσω, γυρίζοντας σαν σβούρα. «Είναι καλά στην Ερρίθια,» είπε, μετά, στον Σθένελο. «Θα σ’αρέσει.»

Ναι, σκέφτηκε εκείνος, δεν το αμφιβάλλω. Και μόνο τα χέρια της Ιζαμπώς επάνω στο μπράτσο και στον ώμο του του έφτιαχναν τη διάθεση, και το φαρδύ φόρεμα της Ισαβέλλας έμοιαζε να του γαργαλά τα πόδια καθώς εκείνη βάδιζε πλάι του. Όμως έχουμε έρθει εδώ για δουλειά της Επανάστασης. Για να ανακαλύψουμε τι συμβαίνει στη Χάρνταβελ. Και τα παράξενα φαινόμενα είχαν κινήσει την περιέργεια του Σθένελου – ένας Ερευνητής ποτέ δεν μπορούσε ν’αφήσει κάτι ανεξήγητο. Ήθελε να βρεθεί κοντά σ’έναν απ’αυτούς τους αντικατοπτρισμούς και να μάθει τι ήταν, να δει πώς διαμορφωνόταν το ενεργειακό πεδίο γύρω του, τι γινόταν με τα διαστασιακά τοιχώματα της Χάρνταβελ. Ήταν μονάχα μια φευγαλέα εικόνα, σαν οφθαλμαπάτη, ή ένα πρόσκαιρο άνοιγμα σε άλλη διάσταση;

Η εμφάνιση, βέβαια, εκείνου του σκουληκιού που είχε αναφέρει ο Εδμόνδος υπονοούσε το δεύτερο. Γιατί, αν επρόκειτο μονάχα για οφθαλμαπάτη, ένα τέτοιο εξωδιαστασιακό πλάσμα δεν θα μπορούσε να είχε έρθει στη Χάρνταβελ.

Εκτός αν οι λεγόμενοι «αντικατοπτρισμοί» ήταν διπλής φύσης: ορισμένοι απλές οφθαλμαπάτες, ορισμένοι πραγματικά ανοίγματα σε άλλες διαστάσεις…

Πρέπει να μάθω περισσότερα!

Για λίγο, είχε ξεχάσει τελείως ακόμα και την παρουσία της Ισαβέλλας και της Ιζαμπώς δίπλα του.

Και μετά, είδε μια πινακίδα να κρέμεται πάνω από μια πόρτα, γράφοντας με μεγάλα καλλιγραφικά γράμματα: Ο ΣΙΔΕΡΕΝΙΟΣ ΞΕΝΟΣ. Ο Εδμόνδος τούς οδηγούσε προς τα εκεί. Από ένα παράθυρο, μια τραπεζαρία φαινόταν, και κόσμος στο εσωτερικό της.

Ο τροβαδούρος ξαφνικά σταμάτησε και στράφηκε έτσι ώστε να κοιτάζει και τη Βατράνια και τον Σθένελο συγχρόνως. «Αυτό το πανδοχείο το ξεκίνησε ένας εξωδιαστασιακός, από τη Φεηνάρκια, πολύ προτού έρθει ο Στρατός της Παντοκράτειρας στη Χάρνταβελ. Τρεις γενεές πάνε τώρα που υπάρχει ο Σιδερένιος Ξένος

Και έσπρωξε την πόρτα, μπαίνοντας στην τραπεζαρία.

Οι υπόλοιποι τον ακολούθησαν.

«Χαμός γίνεται εδώ, πάντα,» είπε η Ιζαμπώ στον Σθένελο.

Η τραπεζαρία ήταν σχεδόν γεμάτη παρότι ήταν ακόμα πρωί. Οι περισσότεροι πελάτες έπιναν τσάι, καφέ (φερμένο από άλλες διαστάσεις – δεν υπήρχε καφές στη Χάρνταβελ), μπίρα, και γάλα, και έτρωγαν ψωμί, τυρί, βούτυρο, αβγά, και μαρμελάδες. Πάνω από το μπαρ στο βάθος, ήταν κρεμασμένη μια μεγάλη, μακριά καραμπίνα, προφανώς για διακοσμητικούς λόγους. Έμοιαζε παλιά – κειμήλιο.

Ένας άντρας σηκώθηκε από ένα τραπέζι και πλησίασε τους επαναστάτες. Ήταν ψηλός, πρασινομάλλης, και είχε δέρμα κατάμαυρο σαν του Σέλιρ’χοκ – φανερό σημάδι ότι δεν πρέπει να καταγόταν από τη Χάρνταβελ. Χαμογελώντας, έτεινε το χέρι του προς τον Εδμόνδο. «Βοριά! Πώς είσαι;»

«Καλά, φίλε μου,» αποκρίθηκε εκείνος, γελώντας, καθώς αντάλλασσαν μια δυνατή χειραψία.

«Θα έχουμε, λοιπόν, παράσταση απόψε;»

«Αν έχεις την καλοσύνη να φιλοξενήσεις στο πανδοχείο σου πέντε κουρασμένους ταξιδιώτες.»

«Ο Σιδερένιος Ξένος είναι πάντα σπίτι σου, ό,τι κι αν γίνει: τα έχουμε πει και τα έχουμε ξαναπεί.» Και κοίταξε τους συντρόφους του τροβαδούρου. «Προσέλαβες καινούργιους χορευτές; Ή είναι τραγουδιστές;»

Η Βατράνια παρατήρησε ότι ο μαυρόδερμος άντρας ήταν ντυμένος με τρόπο που δεν ταίριαζε ακριβώς στη Χάρνταβελ. Τα ρούχα του ήταν διαφορετικής μόδας από των υπόλοιπων που έβλεπες μέσα στην τραπεζαρία. Φεηνάρκια μόδα, ίσως. Πρέπει να το κάνει για να διατηρεί ένα κάποιο ύφος – για τον εαυτό του και για το πανδοχείο του.

«Όχι,» αποκρίθηκε ο Εδμόνδος, «ούτε χορευτές ούτε τραγουδιστές είναι. Από εδώ, ο Σθένελος, μακρινός μου ξάδελφος από τη Σεργήλη.»

«Δεν το ήξερα ότι έχεις συγγενείς έξω από τη Χάρνταβελ, Βοριά.»

«Δεν τα ξέρεις όλα για μένα, Νάρθιελ!» αποκρίθηκε ο Εδμόνδος· κι έδειξε τη Βατράνια, κόσμια: «Από εδώ, η Βατράνια, από τη Σεργήλη επίσης, και σύζυγος του Σθένελου.»

Σύζυγος του Σθένελου!; σκέφτηκε η Βατράνια. Θα μπορούσες, τουλάχιστον, να με είχες πρώτα ρωτήσει, Εδμόνδε!

«Σας καλωσορίζω στον Σιδερένιο Ξένο,» είπε ο Νάρθιελ στη Βατράνια και στον Σθένελο.

«Ευχαριστούμε,» αποκρίθηκε ο μάγος, και η Βατράνια χαμογέλασε ευγενικά.

Ο Νάρθιελ τούς οδήγησε σ’ένα μακρόστενο τραπέζι που τους χωρούσε άνετα, και τους άφησε να καθίσουν. «Θα φέρω απ’όλα για πρωινό, εντάξει;» ρώτησε.

«Με υποχρεώνεις κάθε φορά που έρχομαι, Νάρθιελ,» είπε ο Εδμόνδος.

«Μη λες ανοησίες, Βοριά. Ο Θεός σε φέρνει στο μαγαζί μου, και το ξέρεις,» αποκρίθηκε ο μαυρόδερμος άντρας, και έφυγε.

«Δεν είναι γηγενής αυτός, έτσι;» είπε η Βατράνια.

«Γηγενής είναι,» της αποκρίθηκε ο Εδμόνδος. «Δε σου είπα; Τρίτη γενιά από τότε που πρωτοέφτιαξαν το πανδοχείο. Αλλά η καταγωγή τους είναι από τη Φεηνάρκια, κι έχουν διατηρήσει τα χρώματά τους, όπως βλέπεις. Ο πρώτος που έφτιαξε το πανδοχείο ήταν μαυρόδερμος σαν τον Νάρθιελ. Κι εκείνον Νάρθιελ τον έλεγαν, αλλά τώρα όλοι τον λένε ‘ο Παππούς’, ή ‘ο Σιδερένιος Ξένος’, επειδή αυτό το παρωνύμιο τού έδωσαν οι Χαρνταβέλιοι. Ήταν πολύ δυνατός και ανθεκτικός, λένε, σαν να ήταν από σίδερο. Η καραμπίνα που βλέπεις εκεί, πάνω απ’το μπαρ, ήταν δική του. Την έχουν κρεμασμένη λες κι έχει θρησκευτική σημασία.» Μειδίασε και έστρωσε το μπλε μουστάκι του.

Το πρωινό τους τους το έφεραν, σύντομα, δύο σερβιτόρες που έμοιαζαν ντόπιες.

«Αυτή,» είπε ο Εδμόνδος δείχνοντας τη μια από τις δύο κοπέλες καθώς απομακρύνονταν, «είναι κόρη του Νάρθιελ.»

«Δεν είναι μαύρη,» παρατήρησε η Βατράνια. Το δέρμα της ήταν λευκό με απόχρωση του ροζ.

«Ναι, επειδή έτσι είναι κι η γυναίκα του Νάρθιελ, η οποία κατάγεται από τη Χάρνταβελ. Έχει, όμως, κι έναν γιο, που αυτός είναι κατάμαυρος σαν μελάνι.» Ο Εδμόνδος ήπιε μια γουλιά από το τσάι του.

«Μουσική πότε θα παίξεις;» τον ρώτησε η Βατράνια, μετά από λίγο, αφού κι εκείνη είχε δοκιμάσει το πρωινό της και είχε διαπιστώσει ότι ήταν καλοφτιαγμένο.

«Το απόγευμα· και θα το ξενυχτίσουμε, φυσικά.»

«Μέχρι τότε, δηλαδή, μπορείς να μου μαθαίνεις τη Γλώσσα της Χάρνταβελ;»

«Αν θέλεις.» Και τη ρώτησε στη Γλώσσα της Χάρνταβελ: «Πώς είναι ο καφές σου;»

«Καλός,» απάντησε η Βατράνια.

Ή, τουλάχιστον, έτσι νόμιζε, γιατί ο Εδμόνδος τη διόρθωσε κι εκείνη κατάλαβε ότι ουσιαστικά δεν είχε πει καλός αλλά καλό, αν κάποιος έκανε μετάφραση στη Συμπαντική.

«Θα μάθω, πού θα πάει,» είπε η Βατράνια, και ήπιε καφέ.

*

Το μεσημέρι η τραπεζαρία του πανδοχείου είχε, αναμενόμενα, πολλή δουλειά. Οι έμποροι, οι πραματευτάδες, οι μισθοφόροι που φυλούσαν τα καραβάνια, οι φρουροί της πόλης, και άλλοι διάφοροι που είχαν λόγο να βρίσκονται στη Δυτική Αγορά έρχονταν για να γευματίσουν. Η βαβούρα που γινόταν ήταν το κάτι άλλο· η Βατράνια νόμιζε ότι το κεφάλι της βούιζε, και δεν μπορούσε με τίποτα να συγκεντρωθεί σ’αυτά που της έλεγε ο Εδμόνδος για τη Γλώσσα της Χάρνταβελ.

«Εντάξει,» του είπε, «αρκετά. Δεν αντέχω άλλο, μ’όλη τούτη τη φασαρία.»

Εκείνος, καθισμένος αναπαυτικά στην καρέκλα του, δεν έφερε αντίρρηση. «Αναρωτιόμουν πότε θα μου ζητούσες να σταματήσουμε,» είπε.

«Φαινόταν τόσο πολύ ότι δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ;»

«Ούτε εγώ μπορώ να συγκεντρωθώ με τέτοιο σαματά,» παραδέχτηκε ο Εδμόνδος.

Η Βατράνια ένευσε και ήπιε την τελευταία γουλιά μπίρα που είχε απομείνει στην κούπα της. Ο λαιμός της πονούσε λιγάκι. Ενώ το πρωί μιλούσαν κανονικά και άκουγαν ο ένας τον άλλο, μετά, καθώς πλησίαζε το μεσημέρι, έπρεπε να μιλάνε ολοένα και δυνατότερα, μέχρι που τώρα πλέον χρειαζόταν σχεδόν να φωνάζουν. Η Βατράνια είχε καθίσει πιο κοντά στον Εδμόνδο, για να μπορούν να συνεννοούνται.

Ρίχνοντας μια ματιά στο πλάι, είδε ότι ο Σθένελος εξακολουθούσε να χαζολογά με τις δύο χορεύτριες όπως έκανε από το πρωί που είχαν έρθει στον Σιδερένιο Ξένο. Αλλά η Βατράνια είχε συνειδητοποιήσει πως, όσο τον συναναστρεφόταν, τόσο λιγότερο την ενδιέφεραν οι προτιμήσεις του. Ο μάγος έμοιαζε να τρέχει πίσω από όποιο θηλυκό τύχαινε να του γυαλίσει – και τα περισσότερα πρέπει να του γυάλιζαν. Δεν ήταν, επομένως, τίποτα το ιδιαίτερο που και η Βατράνια έδειχνε να του αρέσει: κι αυτό τής μείωνε δραματικά το ενδιαφέρον προς τον Σθένελο.

Δεν ξέρει να ξεχωρίζει τις αληθινές γυναίκες από τα κοριτσάκια. Τι μπερδεμένος άνθρωπος…

Η Βατράνια δεν ήταν πρόθυμη, ασφαλώς, να ανταγωνιστεί την Ιζαμπώ και την Ισαβέλλα για τον Σθένελο. Εκείνος θα έπρεπε να μπορεί να διακρίνει τι ήταν το καλύτερο για τον εαυτό του.

Βγάζοντάς τον από το μυαλό της, αγνοώντας τον παρότι ήταν καθισμένος παραδίπλα (χασκογελώντας μαζί με τις χαζές χορεύτριες), η Βατράνια ρώτησε τον Εδμόνδο: «Πώς μπλέχτηκες με την Επανάσταση, αλήθεια;» Δεν ανησυχούσε μήπως κανείς την άκουγε, με το σαματά που γινόταν – φωνές, χτυπήματα πάνω σε τραπέζια, γέλια, το κλικ-κλακ από πιατικά και κουταλοπίρουνα.

Ο Εδμόνδος είχε μόλις ανάψει την πίπα του και φύσηξε καπνό προς το ταβάνι, όπου ήδη ήταν συγκεντρωμένος πολύς καπνός από τους πελάτες του Σιδερένιου Ξένου, μοιάζοντας με ομίχλη. «Σου είπα ότι είμαι από τον βορρά, έτσι;»

«Ναι.»

«Στην αρχή δεν ήμουν τροβαδούρος. Μου άρεσε, δηλαδή, να παίζω μερικά τραγούδια με το λαγούτο μου, αλλά σπάνια με πλήρωναν γι’αυτό, και δεν το έβλεπα σαν επάγγελμα. Οι γονείς μου δεν είχαν τίποτα σπουδαία χωράφια, επομένως έπρεπε ή να δουλέψω για άλλους γαιοκτήμονες ή να βρω κάποια διαφορετική δουλειά. Επειδή ένας θείος μου ήταν μισθοφόρος, μου έμαθε την τέχνη των όπλων κι έτσι έφυγα από το σπίτι μου αναζητώντας κάποιον να με προσλάβει. Δούλεψα για κάμποσους καθώς ταξίδευα. Μπλέχτηκα και σε μερικές συμπλοκές. Τίποτα το σπουδαίο, όμως· μικροεπεισόδια. Στην Οκρίνθια, τόσο μακριά από τη γενέτειρά μου, ήταν που μπλέχτηκα σ’έναν πραγματικό πόλεμο για πρώτη φορά, κι εκεί, όπως σου είπα, γνώρισα τον Ρογήρο και άλλους και απέκτησα τούτο το έπαθλο.» Έδειξε την ουλή στο μέτωπό του, και συνέχισε: «Ο πόλεμος έγινε επειδή οι άρχοντες της ευρύτερης περιοχής είχαν διαφορές αναμεταξύ τους – ο λόγος για τον οποίο γίνονται οι περισσότεροι πόλεμοι, δηλαδή. Εμείς, βέβαια, οι μισθοφόροι, πήγαμε για τα λεφτά και για τα λάφυρα· δε μας ένοιαζε τίποτ’άλλο.

»Παραλίγο, όμως, να σκοτωθώ στον πόλεμο, και είδα τόσους άλλους να χάνουν τη ζωή τους. Ο Θεός ήταν που μ’έσωσε· εκείνη η τσεκουριά θα μπορούσε να με είχε ξεκάνει… Μετά απ’αυτά, άρχισα να αναθεωρώ διάφορα, Βατράνια.» Ο Εδμόνδος άναψε πάλι την πίπα του γιατί, καθώς μιλούσε, είχε σβήσει. «Και κατέληξα ότι δεν ήθελα πια νάμαι μισθοφόρος. Τι να τις κάνεις τις πληρωμές και τα λάφυρα όταν είσαι νεκρός, ή όταν έχεις δει τόσους να πεθαίνουν γύρω σου; Παράλογο. Τελείως παράλογο… Και θα μου πεις ‘τότε το σκέφτηκες;’ Η αλήθεια είναι πως, ναι, τότε, επειδή πριν, όπως σου είπα, δεν είχα μπλεχτεί σε τίποτα περισσότερο από μερικές συμπλοκές. Απωθούσαμε κανέναν ληστή δουλεύοντας για εμπόρους, φρουρούσαμε κανένα κάστρο που ποτέ δε δεχόταν επίθεση… τέτοια πράγματα.

»Ο πόλεμος ήταν κάτι το τελείως διαφορετικό. Και δεν άργησα να μάθω ότι οι Παντοκρατορικοί θα μπορούσαν να τον είχαν αποτρέψει αλλά δεν το έκαναν. Θα μπορούσαν να είχαν στείλει τις δυνάμεις τους για να σταματήσουν την παράλογη σφαγή και να αναγκάσουν τους άρχοντες να έρθουν σ’έναν συμβιβασμό. Σκέφτηκαν, όμως, ότι τους συνέφερε ο πόλεμος, για να μας κρατάνε διαιρεμένους και ανίσχυρους. Η τότε Παντοκρατορική Επόπτρια έτσι το έβλεπε το πράγμα· δεν ξέρω αυτός εδώ, ο καινούργιος, τι θα έκανε, αλλά δε νομίζω πως ό,τι κι αν έκανε θα ήταν πολύ καλύτερο.

»Εγώ, όπως και νάχε, την είχα πάρει την απόφασή μου, πάντως. Άφησα τα όπλα μου και πήρα το λαγούτο μου στο χέρι για να ζήσω έτσι. Δυο άλλοι, που επίσης ήταν στον πόλεμο, είχαν έρθει τότε μαζί μου, έχοντας κάνει παρόμοιες σκέψεις μ’εμένα – αν και πλέον δεν περιπλανιούνται στο πλευρό μου· έχουν προ πολλού φύγει και εγκατασταθεί.

»Τριγυρίζαμε για λίγο καιρό, τραγουδώντας και λέγοντας ιστορίες, και βγάζαμε το ψωμί μας. Επιπλέον, είχαμε και κάμποσα χρήματα από τον πόλεμο, είναι αλήθεια… Στις περιπλανήσεις μου, έτυχε να συναντήσω έναν ιερέα και να μιλήσω κάμποσο μαζί του μια βραδιά. Του είπα για τον πόλεμο, και του είπα και τη γνώμη μου για τους Παντοκρατορικούς. Κι εκείνος μού είπε πως θα μπορούσα κι εγώ να προσφέρω κάτι για να τους διώξουμε από τη Χάρνταβελ. Δεν είμαι πρόθυμος ν’αρχίσω πάλι σκοτωμούς, του είπα. Δε χρειάζεται, μου είπε· πλανόδιος όπως είσαι, μπορείς να μεταφέρεις μηνύματα.

»Αυτά που σου λέω τώρα έγιναν κανένα χρόνο προτού ο Πρίγκιπας ξεκινήσει την Επανάσταση. Στη Χάρνταβελ, οι ιερείς μας ανέκαθεν ήταν εναντίον της Παντοκράτειρας. Είχαν δεχτεί τις δυνάμεις της εδώ γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς, αλλά δεν συμπαθούσαν ποτέ κανέναν Παντοκρατορικό.

»Τώρα, λοιπόν, έμαθες πώς μπλέχτηκα με την Επανάσταση,» είπε ο Εδμόνδος. «Τίποτα το συναρπαστικό, μάλλον.»

«Πιο συναρπαστικό από τη δική μου ιστορία,» αποκρίθηκε η Βατράνια.

Ο Εδμόνδος ύψωσε ένα φρύδι, ερωτηματικά.

«Δεν τους ήθελα στη Σεργήλη,» εξήγησε η Βατράνια. «Δεν είχαν κάνει κάτι συγκεκριμένο ειδικά σ’εμένα, αλλά έβλεπα σε τι καθεστώς βρισκόταν η διάσταση. Η ανώτερη αρχή ήταν – και είναι – οι πράκτορες της Παντοκράτειρας. Κανένας δεν μπορεί να τους σταματήσει. Ελέγχουν τα μέσα μαζική ενημέρωσης, τις μεγάλες εταιρείες, εξαπλώνουν παντού την προπαγάνδα τους, ενώ συγχρόνως προσπαθούν να πείσουν τους πάντες ότι είναι ελεύθεροι, ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει σε σχέση με παλιά, ότι μάλιστα είναι καλύτερα με τον έλεγχο της Παντοκράτειρας πάνω απ’τα κεφάλια τους.

»Ήμουν πλούσια σ’εκείνη την περίοδο της ζωής μου – από τύχη, κυρίως – χρηματοδοτούσα κινηματογραφικές ταινίες, και είχα γνωρίσει κάμποσους ανθρώπους. Δεν άργησα να έρθω σε επαφή και με επαναστάτες, κι από τότε, παράλληλα με ό,τι άλλο έκανα, δούλευα και γι’αυτούς. Με θεωρούσαν από τις καλύτερες πράκτορές τους στη Σεργήλη, εκείνη την εποχή…» Η Βατράνια αναστέναξε. Έκανε να πιει μπίρα, αλλά ανακάλυψε ότι η κούπα της είχε αδειάσει. «Αναγκάστηκα να φύγω, μετά,» είπε χωρίς να κοιτάζει τον Εδμόνδο. «Οι Παντοκρατορικοί μού κατέσχεσαν όλη μου την περιουσία όταν κατάλαβαν ότι ήμουν με την Επανάσταση· παρά τρίχα γλίτωσα ζωντανή. Οι άλλοι επαναστάτες με έκρυψαν. Και… ξέρεις, μετά απ’αυτά δεν μπορούσα άλλο να είμαι στη Σεργήλη και να μην κάνω ό,τι έκανα παλιά. Πήγα στην Απολλώνια, και τώρα κατέληξα εδώ.»

«Και λες ότι η ιστορία σου δεν είναι αρκετά συναρπαστική;» απόρησε ο Εδμόνδος.

«Εννοώ το πώς έμπλεξα αρχικά με την Επανάσταση. Βασικά, κατάλαβαν οι επαναστάτες ότι δεν προσαρμόζομαι καλά με τη δικτατορία και με στρατολόγησαν.»

Ο Εδμόνδος γέλασε. «Πάντα έτσι δεν γίνεται;»

«Ναι, κάπως έτσι,» παραδέχτηκε η Βατράνια, μειδιώντας και ξεχνώντας για λίγο τα όσα είχε χάσει στη Σεργήλη.

Με την άκρια του ματιού της, είδε τον Σθένελο να σηκώνεται από το τραπέζι μαζί με την Ιζαμπώ και να βαδίζουν προς τη σκάλα του πανδοχείου. Η Ισαβέλλα είχε μείνει μόνη, παρέα με το κρασί της, αλλά δεν έμοιαζε ενοχλημένη.

Η Βατράνια γύρισε και της είπε: «Εξουθενώθηκαν από τα γέλια, ε, και πάνε να κοιμηθούν…»

Η Ισαβέλλα γέλασε. «Δε νομίζω πως έχουν τον ύπνο κατά νου.»

Και μετά από λίγο ήταν που άκουσαν τις φωνές από τους δρόμους της αγοράς, οι οποίες ήταν τόσο δυνατές που διέλυσαν αμέσως τον σαματά μέσα στην τραπεζαρία του πανδοχείου σαν να μην ήταν τίποτα περισσότερο από τα κλαψουρίσματα μωρών.

*

Ο Σθένελος δεν κατάλαβε πώς ακριβώς πάρθηκε η απόφαση. Σε κάποια στιγμή, η Ισαβέλλα είπε Αυτό θα μπορούσαμε να το συζητήσουμε κι επάνω! ενώ ήταν λυγισμένη στο πλευρό του, ακουμπούσε το ένα της χέρι στον ώμο του, και το άλλο της χέρι άγγιζε τα κουμπιά της τουνίκας του. Ο Σθένελος, βέβαια, δεν ήταν δυνατόν να της αρνηθεί. Ναι, γιατί όχι; είχε αποκριθεί. Το λες σοβαρά; Η Ιζαμπώ είχε γελάσει κοντά στ’αφτί του και είχε δαγκώσει τον λοβό του. Πάντα είμαι σοβαρή, δε με βλέπεις;

Η Ισαβέλλα, όταν ο Σθένελος την ατένισε με κάποιο δισταγμό, τους έκανε νόημα να πηγαίνουν, κλείνοντας το μάτι. Πρέπει να έβλεπε την Ιζαμπώ σαν αγαπημένη αδελφή, όχι σαν αντίζηλο. Έτσι, ο Σθένελος είχε σηκωθεί από το τραπέζι μαζί με την Ιζαμπώ, είχαν ανεβεί τις στριφογυριστές σκάλες του πανδοχείου, και τώρα βρίσκονταν μπροστά στην πόρτα του δωματίου του. Η Ιζαμπώ τον τσιμπούσε πάνω από τα ρούχα του και τον φιλούσε στο μάγουλο, χασκογελώντας.

«Καλύτερα, πάμε στο δωμάτιό σου,» της είπε ο Σθένελος, σκεπτόμενος ότι στο δικό του δωμάτιο μπορεί να ερχόταν η Βατράνια – μπορεί, μάλιστα, να το έκανε επίτηδες.

«Γιατί;»

«Γιατί είναι καλύτερα.»

Η Ιζαμπώ γέλασε. «Καλά!» είπε, και κάνοντας μια γρήγορη πιρουέτα κινήθηκε λυγερά προς την πόρτα του δωματίου που θα μοιραζόταν με την Ισαβέλλα. Το φαρδύ της φόρεμα ανέμισε γύρω της σαν σημαία, και τα όμορφα πόδια της φάνηκαν από κάτω, ξανάβοντας τον Σθένελο ακόμα περισσότερο απ’ό,τι ήταν ήδη ξαναμμένος. Άρπαξε την Ιζαμπώ στην αγκαλιά του και τη φίλησε, κολλώντας την πλάτη της στην πόρτα.

«Πού έχεις το κλειδί;» τη ρώτησε, με το στόμα του πάνω στο δικό της και τα χέρια του κάτω από τους γλουτούς της.

«Ψάξε με αν το θες! Ψάξε με!» του έκανε εκείνη. Ο Σθένελος πασπάτεψε το φόρεμά της και, ενώ η Ιζαμπώ γελούσε σαν υστερική, βρήκε το κλειδί μέσα στο μπούστο της.

«Είσαι πονηρή. Πότε πρόλαβες να το κρύψεις εκεί;» τη ρώτησε, φιλώντας τον ώμο της, που είχε αποκαλυφτεί όταν εκείνος είχε ανοίξει τα κουμπιά του φορέματός της για να πάρει το κλειδί από μέσα.

«Δε με προσέχεις, δε με προσέχεις, χιχιχιχιχι…!»

Ο Σθένελος έβαλε το κλειδί στην κλειδαρότρυπα, το γύρισε· η πόρτα άνοιξε, και οι δυο τους μπήκαν στο δωμάτιο. «Ας μην το ξεχάσουμε έξω αυτό,» είπε ο Σθένελος, και πήρε το κλειδί πίσω, προτού η Ιζαμπώ κλοτσήσει την πόρτα κλείνοντάς τη με γδούπο.

«Είσαι σα χρυσό άγαλμα, σα χρυσό άγαλμα, χιχιχιχιχ!…» του είπε, φιλώντας τα χρυσόδερμα μάγουλά του και τον χρυσόδερμο λαιμό του.

«Ελπίζω αυτό νάναι φιλοφρόνηση.» Ο Σθένελος τράβηξε το φόρεμά της προς τα κάτω, κάνοντας όσα κουμπιά απέμεναν θηλυκωμένα να ξεθηλυκωθούν απότομα, αφήνοντάς την Ιζαμπώ μόνο με το μεσοφόρι της.

Σχεδόν σκοντάφτοντας, έπεσαν στο κρεβάτι–

Και η φασαρία ξεκίνησε. Από έξω. Από τον δρόμο. Πολλές φωνές μαζί. Τρομαγμένες, ίσως.

«Τι γίνεται;» έκανε η Ιζαμπώ.

«Τίποτα, δεν είναι τίποτα,» είπε ο Σθένελος, σκυμμένος από πάνω της και φιλώντας παθιασμένα τα στήθη της, που το ένα είχε βγει μέσα απ’το μεσοφόρι της.

«Κάτι είναι!» Η Ιζαμπώ τον έσπρωξε πίσω. «Κάτι γίνεται! Άκου! Άκου!»

Ο Σθένελος πήρε μερικές βαθιές ανάσες, προσπαθώντας ν’ακούσει τις φωνές πίσω από το ερωτικό βουητό στο κεφάλι του.

…δάσος!

Ένα δάσος στην Ανατολική Αγορά!

Η Οργή Του! Η Οργή Του έπεσε…!

Ένα δάσος!

…Ανατολική Αγορά, σου λέω!

Ο Σθένελος συνοφρυώθηκε. «Δεν καταλαβαίνω… Τι λένε;» Αλλά μετά σκέφτηκε: Μήπως είναι οι αντικατοπτρισμοί;… Ένα δάσος… Ναι, αυτό πρέπει να είναι! «Αντικατοπτρισμός!» Αμέσως πετάχτηκε όρθιος, κουμπώνοντας τα κουμπιά που είχε ξεκουμπώσει η Ιζαμπώ στα ρούχα του.

«Τι αντικατοπτρισμός;»

«Πάμε!» Ο Σθένελος έτρεξε στην πόρτα.

«Εε, περίμενε!» έκανε η Ιζαμπώ, προσπαθώντας γρήγορα να φτιάξει το μεσοφόρι της.

Ο Σθένελος την αγνόησε. Αν ήταν αντικατοπτρισμός, δεν ήθελε να τον χάσει. Έπρεπε οπωσδήποτε – οπωσδήποτε – να είναι εκεί.

Κατέβηκε τις σκάλες σαν να τον κυνηγούσαν μεταλλαγμένα τέρατα από την Απολεσθείσα Γη, και φτάνοντας κάτω, στην τραπεζαρία, είδε ότι γινόταν χαμός. Ο κόσμος έβγαινε, πήγαινε έξω.

«Βατράνια!» φώναξε, βλέποντάς τη να προσπαθεί να περάσει μέσα από το πλήθος. Έτρεξε προς το μέρος της, παραμερίζοντας έναν πορφυρόδερμο άντρα. «Βατράνια!»

«Νόμιζα ότι ήσουν απασχολημένος,» του είπε εκείνη.

«Τι έγινε; Είναι αντικατοπτρισμός; Αντικατοπτρισμός;»

«Ένα δάσος λένε πως εμφανίστηκε.» Ο Εδμόνδος ήταν που μίλησε, και ο Σθένελος τον είδε ξαφνικά δίπλα του ενώ πριν δεν τον είχε προσέξει. «Ένα δάσος μέσα στην Ανατολική Αγορά.»

Κεφάλαιο 20
Φυλακισμένοι

«Μας δηλητηριάσατε! Μας δηλητηριάσατε!»

Κάποια φώναζε.

Ο Τέρι ξύπνησε από τον λήθαργό του, και διαπίστωσε ότι ήταν πεσμένος στο πέτρινο πάτωμα. Ανασηκώθηκε αμέσως, στηριζόμενος στις παλάμες του, και είδε ότι εκείνος κι οι τρεις στρατιώτες του βρίσκονταν ακόμα στο δωμάτιο όπου τους είχαν προσφέρει φαγητό· δεν τους είχαν μετακινήσει από εδώ.

Ολόγυρα στέκονταν άνθρωποι της υπόγειας πόλης. Κάποιοι κρατούσαν όπλα – σπαθιά – και τα είχαν στραμμένα προς τη Βίλνα, η οποία ήταν όρθια, με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο. Εκείνη ήταν που είχε φωνάξει ότι τους είχαν δηλητηριάσει, συνειδητοποίησε τώρα ο Τέρι.

Ο Καλιόστρο ήταν επίσης ξύπνιος και είχε τα χέρια του υψωμένα, καθώς ένας από τους ντόπιους είχε ένα πιστόλι στραμμένο καταπάνω του. Ο Ρίμναλ ακόμα κοιμόταν, με το κεφάλι του πεσμένο πάνω στο τραπέζι.

Ο Τέρι σηκώθηκε όρθιος, κι αμέσως δύο από τους ανθρώπους της υπόγειας πόλης έστρεψαν σπαθιά προς το μέρος του. Τον έναν τον αναγνώριζε: είχε δέρμα γαλανό, και ήταν ένας απ’τους τρεις άντρες που εκείνος κι οι στρατιώτες του είχαν συναντήσει στο πέρασμα προτού φτάσουν στην πόλη.

«Γιατί;» τους ρώτησε, δυνατά. «Γιατί;»

Τότε, πρόσεξε τη γαλανόδερμη γυναίκα που τους είχε οδηγήσει μέσα στον υπόγειο κόσμο. Τον πλησίασε και του έκανε νοήματα, κουνώντας τα χέρια της. Εκείνος δεν καταλάβαινε. Της έδειξε το πάτωμα, όπου πριν από λίγο ήταν ξαπλωμένος, κι έκανε μια ερωτηματική χειρονομία. Η γυναίκα μόρφασε προσπαθώντας να δείξει άγνοια.

Ο Τέρι συνοφρυώθηκε. Δεν ξέρει γιατί χάσαμε τις αισθήσεις μας; Δεν μας δηλητηρίασαν; Ή αυτή δεν γνωρίζει ότι μας δηλητηρίασαν;

Η γυναίκα τού έκανε νόημα να καθίσει. Του έκανε νόημα να πει και στη Βίλνα να καθίσει.

Ο Τέρι σήκωσε την κοκάλινη καρέκλα του από κάτω – η οποία είχε ανατραπεί όταν έχασε τις αισθήσεις του – και κάθισε.

«Βίλνα,» είπε στην πορφυρόδερμη πολεμίστρια, «δε νομίζω ότι το έκαναν επίτηδες. Κάθισε.»

«Μας δηλητηρίασαν, κύριε Ταγματάρχη!»

«Δε νομίζω ότι έριξαν κάτι στο φαγητό ή στο ποτό μας.»

«Τι έγινε, τότε;» Οι δύο ντόπιοι εξακολουθούσαν να έχουν τα ξίφη τους στραμμένα επάνω της – το ένα στο λαιμό της, το άλλο στην κοιλιά της – καθώς η πλάτη της ήταν κολλημένη στον τοίχο. Κανένα μέτρο εμπρός της ήταν πεσμένο το πιστόλι της, παρατήρησε ο Τέρι· πρέπει να είχε προσπαθήσει να το τραβήξει και να το στρέψει εναντίον τους, καθώς την ξυπνούσαν, ίσως.

«Δεν ξέρω τι έγινε. Μπορεί να μας πείραξε κάτι στο φαγητό τους. Κάτι στο οποίο δεν είμαστε συνηθισμένοι.»

«Κι αν κάνεις λάθος;»

«Τότε, ούτως ή άλλως, αιχμάλωτοί τους είμαστε. Κάθισε

«Εντάξει,» αποκρίθηκε η Βίλνα μετά από μια στιγμή σκέψης, και το σώμα της φάνηκε να χαλαρώνει έχοντας συνειδητοποιήσει ότι δεν υπήρχε λόγος για μάχη – ή πιθανότητα απόδρασης.

Ο Τέρι έκανε νόημα στους ντόπιους να πάρουν τα όπλα τους από πάνω της. Εκείνοι δεν κινήθηκαν, αλλά η γαλανόδερμη γυναίκα μίλησε στους άλλους και, τελικά, φάνηκαν να συμφωνούν. Κατέβασαν όλοι τα όπλα τους. Η Βίλνα απομακρύνθηκε από τον τοίχο και, χωρίς απότομες κινήσεις (δεν επιχείρησε να πάρει από κάτω το πιστόλι της), κάθισε στο τραπέζι.

Ο Τέρι κούνησε τον Ρίμναλ από τον ώμο, δυνατά, καθώς ήταν ο μόνος που ακόμα κοιμόταν. Εκείνος μούγκρισε και σήκωσε το κεφάλι του από το τραπέζι, μουδιασμένα.

«…Ταγματάρχη;»

«Μας πείραξε κάτι στο φαγητό τους. Έτσι νομίζω,» του είπε ο Τέρι.

Ο Ρίμναλ κοίταξε γύρω, τους συγκεντρωμένους ντόπιους. Το βλέμμα του σκλήρυνε, όπως πριν από μια μάχη.

«Υπομονή, για να ξεκαθαρίσουμε τι ακριβώς συνέβη,» του είπε ο Τέρι.

Ο Ρίμναλ δεν μίλησε.

Η γαλανόδερμη γυναίκα ήρθε να σταθεί αντίκρυ στον ταγματάρχη, και έκανε χειρονομίες, δείχνοντας τα φαγητά που τους είχαν φέρει, τα οποία ήταν ακόμα πάνω στο τραπέζι.

Με ρωτά τι μας πείραξε; Ο Τέρι αποκρίθηκε, επίσης με χειρονομίες, ότι δεν ήξερε.

Η γαλανόδερμη γυναίκα μίλησε με τους υπόλοιπους ανθρώπους της υπόγειας πόλης, ενώ ο Τέρι και οι στρατιώτες του περίμεναν, μην καταλαβαίνοντας λέξη απ’όσα λέγονταν.

«Δε μ’αρέσει αυτή η κατάσταση, κύριε Ταγματάρχη,» είπε ο Καλιόστρο. «Δε μπορούμε να συνεννοηθούμε.»

Τότε, κάποιοι άλλοι ακούστηκε να μπαίνουν στο δωμάτιο, και, γυρίζοντας, ο Τέρι τούς κοίταξε. Ήταν όλοι τους οπλισμένοι και ντυμένοι σαν πολεμιστές. Αρχηγός τους φαινόταν να είναι ένας πρασινόδερμος άντρας ο οποίος αμέσως απευθύνθηκε στη γαλανόδερμη γυναίκα. Αντάλλαξαν κάποιες κουβέντες που ο Τέρι δε νόμιζε ότι ήταν και τόσο φιλικές, και μετά οι πολεμιστές του πρασινόδερμου άντρα πλησίασαν εκείνον και τους στρατιώτες του και τους άρπαξαν από τα ρούχα, τραβώντας τους για να σηκωθούν όρθιοι, ενώ συγχρόνως είχαν όπλα στραμμένα επάνω τους.

«Τι σκατά γίνεται μ’εσάς;» γρύλισε ο Ρίμναλ, κι έσπρωξε αυτόν που έκανε να τον τραβήξει, σωριάζοντάς τον στο δάπεδο.

«Όχι!» φώναξε ο Τέρι.

Μια γυναίκα κλότσησε τον Ρίμναλ πίσω από το γόνατο, κάνοντάς τον να παραπατήσει, κι ένας άλλος τον χτύπησε στο κεφάλι με τη λαβή του σπαθιού του, ρίχνοντάς τον αναίσθητο.

Την ίδια στιγμή, ο Τέρι είδε πως κάποιος γρονθοκοπούσε τη Βίλνα καταπρόσωπο, καθώς κι εκείνη προσπαθούσε ν’αντισταθεί. Αίμα τινάχτηκε από τη μύτη της, και την τράβηξαν βίαια έξω απ’το δωμάτιο.

Η γαλανόδερμη γυναίκα φώναζε, μοιάζοντας εξαγριωμένη. Πρέπει να τους ζητούσε να σταματήσουν, αλλά δεν την άκουγαν. Και ο πρασινόδερμος άντρας τη σημάδεψε ξαφνικά με το πιστόλι του, γκαρίζοντας.

Ο Τέρι δεν είδε περισσότερα, καθώς τον τράβηξαν έξω απ’το δωμάτιο μαζί με τον Καλιόστρο, ο οποίος δεν είχε φέρει αντίσταση.

«Τι έγινε τώρα, Ταγματάρχη;» ρώτησε καθώς τους έσπρωχναν μέσα στους διαδρόμους του στρατώνα. «Δε μπορούν να συμφωνήσουν ποιος να μας κρατήσει;»

Ο Τέρι δεν αποκρίθηκε. Είχε, όμως, την αίσθηση ότι ξαφνικά είχαν μπλέξει ακόμα πιο άσχημα απ’ό,τι ήταν ήδη μπλεγμένοι.

*

Τους έβγαλαν από τον στρατώνα, κι εκείνοι είδαν ότι στην όχθη της λίμνης τούς περίμενε μια κοκάλινη άμαξα φτιαγμένη σαν κλουβί. Δύο αραχνόμορφα πλάσματα την τραβούσαν, όπως αυτό που είχε αντικρίσει ο Τέρι πιο πριν, όταν είχαν πρωτομπεί στην πόλη.

Οι πολεμιστές του πρασινόδερμου άντρα έσπρωξαν τον Τέρι και τους στρατιώτες του προς μια ανοιχτή πόρτα της άμαξας. Τον Ρίμναλ ουσιαστικά τον τραβούσαν, καθώς ήταν αναίσθητος. Η Βίλνα παραπατούσε, ζαλισμένη.

Όταν τους έβαλαν στην άμαξα, έκλεισαν την πόρτα και την κλείδωσαν μ’ένα λουκέτο. Ο πρασινόδερμος άντρας ήρθε και στάθηκε απέξω, παρατηρώντας τους. Τα μαλλιά του ήταν κόκκινα και κοντά· τα μάτια του είχαν, επίσης, ένα κοκκινωπό χρώμα. Τα ρούχα του ήταν φαρδιά όπως και των άλλων στην υπόγεια πόλη, αλλά τους ώμους και την πάνω μεριά του στήθους του κάλυπτε ένα αργυρό τμήμα με λαξεύματα. Περισσότερο με αναγνωριστικό έμοιαζε παρά με μέρος πανοπλίας.

«Δεν είμαστε εχθροί,» του είπε ο Τέρι, υψώνοντας τα χέρια ανοιχτά εμπρός του.

Ο πρασινόδερμος δεν μίλησε. Πήρε τα μάτια του από πάνω τους κι έδωσε, φωναχτά, μια διαταγή. Ο οδηγός της άμαξας χτύπησε τα αραχνόμορφα πλάσματα με το μακρύ του μαστίγιο, και η άμαξα άρχισε να κινείται.

Ο Ρίμναλ μούγκρισε ξυπνώντας, καθώς κυλούσαν μέσα στους στενούς δρόμους της πόλης. «Τι… τι είν’αυτό;» έκρωξε, κοιτάζοντας τα κοκάλινα κάγκελα γύρω του.

«Μάλλον, δεν είναι όλοι το ίδιο φιλικοί σ’ετούτα τα μέρη,» του είπε ο Τέρι. «Κι αυτό σημαίνει – όχι άλλες ανοησίες. Δεν έπρεπε να τους είχες επιτεθεί!»

«Δεν επιτέθηκα σε κανέναν, Ταγματάρχη· απλά τον έσπρωξα επειδή πήγε να με τραβήξει. Αν του είχα επιτεθεί, θα ήταν νεκρός!» γρύλισε ο Ρίμναλ.

Ο Τέρι τον αγριοκοίταξε. «Δεν θα ξανακάνεις εχθρικές κινήσεις εναντίον τους. Με καταλαβαίνεις;» Και κοίταξε τη Βίλνα. «Ούτε εσύ. Είμαστε στο έλεός τους, κι επομένως πρέπει να βρούμε τρόπο να συνεννοηθούμε μαζί τους. Όχι τρόπο για να μας σκοτώσουν πιο γρήγορα απ’ό,τι ίσως να σχεδιάζουν.»

Κανένας από τους στρατιώτες του δεν μίλησε, κι όλοι απέφυγαν το βλέμμα του.

Ο Τέρι στράφηκε απ’την άλλη, αγγίζοντας τα κάγκελα της άμαξας και κοιτάζοντας έξω. Πολεμιστές τούς συνόδευαν, βαδίζοντας γύρω από το τροχοφόρο. Ο πρασινόδερμος άντρας ήταν μαζί τους.

Οι κάτοικοι της πόλης τούς ατένιζαν με περιέργεια από παράθυρα, πόρτες, και παράπλευρα σοκάκια. Στους δρόμους όπου κυλούσε η άμαξα δεν πλησίαζαν, και ο Τέρι δεν ήξερε τι ακριβώς ήταν εκείνο που φοβόνταν: αυτόν και τους στρατιώτες του, φυλακισμένους σαν άγρια θηρία μέσα σε τούτο το κλουβί, ή τους πολεμιστές του πρασινόδερμου άντρα;

Η άμαξα έφτασε, τελικά, σ’ένα οικοδόμημα στα άκρα της πόλης. Ένα οικοδόμημα με μεταλλικά κάγκελα στα παράθυρά του. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι επρόκειτο για φυλακές.

Οι πολεμιστές του πρασινόδερμου άντρα τούς έβγαλαν απ’το κοκάλινο κλουβί τους, τους πήραν ό,τι όπλα είχαν επάνω τους, και τους οδήγησαν στο εσωτερικό του οικοδομήματος, που οι διάδρομοί του ήταν στενοί σαν λαγούμια. Τον καθένα τον πέταξαν σε διαφορετικό κελί, αλλά τουλάχιστον τα κελιά τους ήταν το ένα κοντά στο άλλο, και οι πόρτες τους έκλειναν με κιγκλιδώματα, οπότε μπορούσαν να κοιτάζονται. Το κελί του Τέρι είχε, επίσης, ένα μικρό καγκελωτό παράθυρο απ’το οποίο μπορούσε να βλέπει την πόλη.

Ο πρασινόδερμος άντρας και οι πολεμιστές του έφυγαν χωρίς να κάνουν καμία προσπάθεια να επικοινωνήσουν μαζί τους.

«Ορίστε!» φώναξε ο Ρίμναλ. «Τώρα είμαστε φυλακισμένοι κανονικά, γαμώ το κεφάλι του Κρόνου, γαμώ!»

«Δε μπορεί να μας κρατήσουν για πολύ εδώ,» είπε ο Τέρι, στεκόμενος πίσω από το κιγκλίδωμα της πόρτας του κελιού του. Δεν μπορούσε να δει τον Ρίμναλ γιατί δεν ήταν αντίκρυ του όπως η Βίλνα και ο Καλιόστρο· βρισκόταν στο κελί στ’αριστερά του.

«Γιατί όχι, Ταγματάρχη; Τι θα τους σταματήσει;»

«Το γεγονός ότι θα πρέπει να μας ταΐζουν, αν σκοπεύουν να μας έχουν ζωντανούς. Επομένως, ή θα προσπαθήσουν να επικοινωνήσουν μαζί μας, ή γρήγορα θα μας σκοτώσουν.»

«Αυτό,» είπε ο Καλιόστρο, «δεν με καθησυχάζει καθόλου, κύριε Ταγματάρχη…»

*

Τρεις ώρες πέρασαν. Ο Τέρι κοίταζε το ρολόι του, κι έτσι μπορούσε να παρακολουθεί τον χρόνο, αλλιώς δεν θα είχε κανέναν τρόπο για να ξέρει τι ώρα ήταν. Εδώ κάτω, σε τούτα τα υπόγεια, δεν υπήρχε ουρανός, δεν υπήρχε μέρα ή νύχτα. Ο χρόνος έμοιαζε στάσιμος.

Ακόμα, όμως, και κοιτάζοντας το ρολόι του, δεν μπορούσε να είναι βέβαιος ότι έβλεπε τον σωστό χρόνο. Σ’αυτή η διάσταση, όπως κι αν ονομαζόταν, ο χρόνος πιθανώς να κυλούσε διαφορετικά απ’ό,τι στη Χάρνταβελ· επιπλέον, έστω κι αν ο χρόνος κυλούσε με τον ίδιο τρόπο (πράγμα σπάνιο, δύο διαστάσεις να είναι ομόχρονες, όπως θα έλεγε η Αρίνη), ίσως το ρολόι του να είχε αποσυντονιστεί εξαιτίας της μετάβασης από τη μία διάσταση στην άλλη.

Τίποτα, λοιπόν, δεν ήταν σίγουρο. Αλλά, τουλάχιστον, κοιτάζοντας το ρολόι, είχε ένα σημείο αναφοράς. Κι αυτό δεν ήταν ο χρόνος, σε τελική ανάλυση; Ένα σημείο αναφοράς. Δεν υπήρχε αντικειμενικός χρόνος, όπως του είχε πει πολλές φορές η Αρίνη· σε κάθε διάσταση κυλούσε και λίγο διαφορετικά – εκτός από τις σπάνιες περιπτώσεις που δύο διαστάσεις ήταν ομόχρονες.

Όπως και νάχε, του φαινόταν ότι περίμενε πολλή ώρα καθισμένος μέσα σε τούτο το κελί, όταν τελικά το κιγκλίδωμα της πόρτας άνοιξε και δύο ντόπιοι μπήκαν: ο πρασινόδερμος άντρας, και μια γυναίκα με δέρμα μοβ, η οποία φορούσε μακρύ μπεζ χιτώνα και έμοιαζε παράξενη στον Τέρι, βγαλμένη από όνειρο. Τα μαλλιά της έπεφταν ώς την πλάτη της, και ήταν μαύρα και σγουρά. Οι δύο μπροστινές τούφες ήταν πιασμένες πίσω απ’το κεφάλι της. Επάνω στον χιτώνα της υπήρχε ένα άνοιγμα στον αριστερό ώμο, αποκαλύπτοντας έναν κίτρινο λίθο ο οποίος ήταν, κάπως, προσαρτημένος στο μοβ δέρμα της.

Τι παράξενο… Ήταν κάποιου είδους κόσμημα;

Τα μαύρα μάτια της γυναίκας εστιάστηκαν στον Τέρι. Εκείνος σηκώθηκε όρθιος.

Ο πρασινόδερμος άντρας τράβηξε το πιστόλι του και τον σημάδεψε.

Ο Τέρι ύψωσε τα χέρια. «Δεν είμαι εχθρός σας,» είπε, όσο πιο ήπια μπορούσε.

Η γυναίκα τον πλησίασε, παρατηρώντας τον. Εκείνος πρόσεξε ότι ο κίτρινος λίθος στον ώμο της έβγαζε μια αχνή ακτινοβολία τώρα, σαν ομίχλη γύρω του. Η γυναίκα άπλωσε τα χέρια της και ακούμπησε τις παλάμες πάνω στο στέρνο του Τέρι. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου της σφίχτηκαν.

Τι είναι; Μάγισσα;

Ο Τέρι αισθάνθηκε μια ξαφνική παρόρμηση να τη σπρώξει, να την απομακρύνει· γιατί, αν ήταν μάγισσα, σίγουρα δεν είχε καμία σχέση με τα μαγικά τάγματα του Γνωστού Σύμπαντος. Έμεινε ακίνητος, όμως, διώχνοντας την παρόρμηση απ’το μυαλό του. Μη θέλοντας να προκαλέσει τον πρασινόδερμο άντρα, ο οποίος εξακολουθούσε να τον σημαδεύει με το πιστόλι του.

Η γυναίκα πήρε, τελικά, τα χέρια της από τον Τέρι και στράφηκε στον σύντροφό της, μιλώντας του στη γλώσσα τους. Εκείνος άκουγε χωρίς να μιλά, έχοντας τώρα κατεβάσει το όπλο του. Μετά, είπε μερικές λέξεις, και η γυναίκα στράφηκε στον Τέρι. Του έδειξε τον εαυτό της και πρόφερε αργά: «Χονρέπα. Χον ρΕ πα.» Έδειξε τον ταγματάρχη και έκανε μια ερωτηματική χειρονομία.

Το όνομά της, σκέφτηκε εκείνος. Χονρέπα. Ο Τέρι έδειξε τον εαυτό του και είπε: «Τέρι Κάρμεθ.»

Το μάθημα της γλώσσας του υπόγειου λαού δεν τελείωσε εκεί. Για ώρες ολόκληρες – σύμφωνα με το ρολόι του – του μιλούσε η γυναίκα με το μοβ δέρμα που πιθανώς να ήταν μάγισσα. Και από έναν σάκο που κουβαλούσε έβγαλε μερικές κοκάλινες πλάκες με αντικείμενα λαξεμένα επάνω, για να τη βοηθήσουν στο μάθημα. Του τα έδειχνε και του έλεγε τα ονόματά τους.

Στο τέλος, ο Τέρι άρχισε να καταλαβαίνει – πολύ γενικά· αλλά ήταν αρκετό για να του πει η Χονρέπα ότι κανένας δεν τους είχε δηλητηριάσει. Και τον ρώτησε τι να τους έφερναν για φαγητό· αυτό που τους είχαν φέρει ήταν προφανές ότι τους είχε πειράξει για κάποιον λόγο. Ο Τέρι δεν ήξερε τι να απαντήσει. Τα φαγητά που του είχε δείξει επάνω στις κοκάλινες πλάκες δεν του θύμιζαν τίποτα που ήξερε. Εκτός από το ψωμί (ψωμί πρέπει να ήταν αυτό, σωστά;) – έτσι, το ψωμί τής έδειξε. Και το ποτήρι με το νερό. (Ήταν το μόνο ποτήρι που ήταν λαξεμένο απλά· τα άλλα είχαν κουκίδες μέσα, ή γραμμές, ή σύμβολα, όπως αστεράκια ή κύκλους, για να δείχνουν διάφορα ποτά.)

Η γυναίκα μίλησε στον πρασινόδερμο άντρα, που ονομαζόταν Νάρκλοομ. Εκείνος ένευσε και, βγαίνοντας από το κελί, έδωσε διαταγές σε κάποιους φρουρούς στον διάδρομο.

Κεφάλαιο 21
Βίαιη Συνάντηση

Το μεσημέρι το πέρασαν στο πανδοχείο, στην Ταρκάβια.

«Κατά τα άλλα είσαι καλά;» ρώτησε η Μάρθα των Γεράρδο, καθώς βρίσκονταν στο μικρό δωμάτιο που είχαν κλείσει, το οποίο είχε μόλις και μετά βίας τα απαραίτητα για να κοιμηθούν δύο άνθρωποι και να κάνουν τις καθημερινές τους ανάγκες – οι οποίες, για τους Ταρκάβιους, μάλλον δεν συμπεριλάμβαναν το πλύσιμο ολόκληρου του σώματος.

«Γιατί να μην είμαι;» αποκρίθηκε ο Γεράρδος. «Είμαι απλώς λιγάκι αποπροσανατολισμένος απ’όλ’αυτά… Είναι… παράξενα. Παρότι ήμουν ιερέας εδώ, στη Χάρνταβελ, είναι παράξενα. Τώρα, είναι σαν ξαφνικά να έχω συνειδητοποιήσει ότι είμαι, συγχρόνως, κάτι διαφορετικό αλλά και παραπάνω από τους ιερείς. Δεν έχω τη δύναμη και την οργή του Θηρίου – το ξέρω πως δεν την έχω, ούτε μπορώ με κάποιον τρόπο να την επικαλεστώ – όμως βρίσκομαι σε πολύ πιο άμεση επαφή με τη διάσταση της Χάρνταβελ. Δεν χρειάζεται να αποκωδικοποιήσω σημάδια για να γνωρίσω τη θέληση του Θεού· τη γνωρίζω άμεσα, και πολύ πιο συγκεκριμένα.»

Τα λόγια του είχαν κάτι το υπνωτικό καθώς μιλούσε καθισμένος επάνω στο κρεβάτι του, παρατήρησε η Μάρθα, η οποία ήταν μισοξαπλωμένη στο δικό της κρεβάτι, παραδίπλα. Της έδιναν την εντύπωση πως ακούγονταν με τον πιο φυσικό τρόπο που ήταν δυνατόν να ακουστούν, πως αν η ίδια η Φύση είχε αποφασίσει να μιλήσει δεν θα μπορούσε να το είχε κάνει καλύτερα.

Βλεφάρισε, παραξενεμένη. Και αναρωτήθηκε: Μήπως αυτό είναι ένα από τα πράγματα για τα οποία με προειδοποίησε ο Γεράρδος προτού φύγουμε από την Απολλώνια; Μήπως είναι ένα κακό σημάδι;

«Γιατί με κοιτάς έτσι;» τη ρώτησε.

«Επειδή δεν ξέρω αν θα έπρεπε να τρομάξω ή όχι.»

Ο Γεράρδος συνοφρυώθηκε.

Η Μάρθα, όπως πάντοτε ειλικρινής μαζί του, του εξήγησε τι είχε περάσει απ’το μυαλό της.

Το βλέμμα του έγινε προβληματισμένο. «Δεν αισθάνομαι το Θηρίο μέσα μου,» είπε μετά από μερικές στιγμές σιγής. «Αλλά, για καλό και για κακό,» πρόσθεσε, «να με προσέχεις όπως σου είχα ζητήσει. Δε βλάπτει.»

Δεν εμπιστευόταν τον εαυτό του, μ’αυτά τα καινούργια πράγματα που είχε αρχίσει να αντιλαμβάνεται. Δε νόμιζε ότι μπορεί να ήταν επικίνδυνος, όπως όταν είχε το Θηρίο εντός του, αλλά και πάλι… Ίσως να τους βάλω σε κίνδυνο άθελά μου.

Όταν κοιμήθηκε, αυτή τη φορά δεν είδε όνειρα. Ούτε διαισθάνθηκε ότι κάτι άλλο άσχημο είχε συμβεί στη διάσταση.

Προτού βγουν από το δωμάτιό τους, το απόγευμα, η Μάρθα τον ρώτησε: «Από τότε που κατάλαβες ότι αυτή η άλλη διάσταση μπήκε μέσα στη Χάρνταβελ σε ορισμένα σημεία, ξανασυνέβη αυτό;»

Ο Γεράρδος βλεφάρισε, προς στιγμή μπερδεμένος.

«Εννοώ,» διευκρίνισε η Μάρθα, «αν η άλλη διάσταση μπήκε σε ακόμα περισσότερα σημεία της Χάρνταβελ όσο κοιμόμασταν.»

Ο Γεράρδος κούνησε το κεφάλι. «Μάλλον όχι. Αν είχε γίνει θα το ήξερα.»

Συνάντησαν τον Σέλιρ’χοκ και την Άνμα’ταρ στην τραπεζαρία του πανδοχείου και, χωρίς καθυστέρηση, έφυγαν από την πόλη της Ταρκάβιας. Καθώς οδοιπορούσαν προς τα εκεί όπου είχαν αφήσει το όχημά τους, ο Σέλιρ έκανε στον Γεράρδο την ίδια ερώτηση που του είχε κάνει η Μάρθα, και έλαβε, φυσικά, την ίδια απάντηση.

«Προς τα πού θα κατευθυνθούμε;» ρώτησε η Άνμα’ταρ, όταν είχαν φτάσει στον Κροκόδειλο κι εκείνη είχε καθίσει στην ειδική θέση του ενεργειακού κέντρου χωρίς νάχει ακόμα υφάνει τη Μαγγανεία Κινήσεως.

«Νοτιοδυτικά,» αποκρίθηκε ο Γεράρδος. «Είναι η κοντινότερη εισβολή που μπορώ να αισθανθώ, νομίζω.» Ένιωθε τα ανοίγματα που είχαν γίνει στη Χάρνταβελ σαν μαγνήτες που προσπαθούσαν να τραβήξουν την ψυχή του προς διάφορες κατευθύνσεις συγχρόνως.

«Πόσο κοντά;» θέλησε να μάθει η Μάρθα, που καθόταν στο τιμόνι, δίπλα του.

«Δε μπορώ να σου απαντήσω με συμβατικές μονάδες μέτρησης. Είναι, πάντως, πιο κοντά από άλλες.»

Η Άνμα’ταρ χρησιμοποίησε τη Μαγγανεία Κινήσεως, ελέγχοντας την ενεργειακή ροή του περίπλοκου μεταβαλλόμενου οχήματος, και η Μάρθα έβαλε μπροστά τη μηχανή του και, στρίβοντας το τιμόνι, ξεκίνησε για τα νοτιοδυτικά.

Καθώς οδηγούσε, ο Γεράρδος τής έδινε οδηγίες: Όχι από εδώ· από εκεί, από αυτό τον χωματόδρομο.Βγες από τον δρόμο, πέρνα μέσα από το δάσος, ανάμεσα από τούτα τα κτήματα. — Ανέβα στον λόφο· μην πας από πλάι του, έχει στάσιμα νερά.

«Συνέχεια από κάτι σκατοπεριοχές μάς πηγαίνεις!» μούγκρισε η Μάρθα σε κάποια στιγμή, όταν ο ήλιος πλησίαζε στη δύση.

«Φτάνουμε,» είπε ο Γεράρδος. «Δεν είμαστε μακριά.»

Η Μάρθα αναστέναξε. «Δεν υπάρχει ούτε ένας δρόμος της προκοπής εδώ… Όχι πως γενικά υπάρχουν δρόμοι της προκοπής σε τούτη την κωλοδιάσταση!»

Ο Κροκόδειλος, πάντως, φαινόταν ν’αντέχει τις κακοτοπιές. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά, όπως πάντα, γινόταν ένα μ’αυτές: ο Γεράρδος είδε δυο φορές βοσκούς να μην τους δίνουν καμία απολύτως σημασία. Βρίσκονταν, βέβαια, σε μια κάποια απόσταση, μα όχι τόσο μεγάλη ώστε να δικαιολογεί να μην προσέξουν ένα όχημα σαν τον Κροκόδειλο… αν αυτό, φυσικά, δεν είχε την ιδιότητα να παίρνει τα χρώματα του περιβάλλοντος.

Όταν πια είχε σκοτεινιάσει, έφτασαν κοντά σ’έναν λόφο, και καθώς οι προβολείς τους τον φώτιζαν είδαν ότι ήταν σπασμένος με τρόπο που θα μπορούσε κάνεις μόνο να χαρακτηρίσει περίεργο, και μέσα από το σπάσιμό του έβγαιναν πελώριοι ξεροί βράχοι, χωρίς την παραμικρή βλάστηση επάνω τους.

«Εδώ είμαστε,» είπε ο Γεράρδος.

«Φαίνεται,» είπε η Μάρθα, που είχε ήδη σταματήσει το όχημά τους. «Δε μοιάζει, όμως, με άνοιγμα προς άλλη διάσταση· δεν μπορείς να περάσεις από εδώ για να πας πουθενά.»

«Κι όμως, άνοιγμα είναι,» είπε ο Σέλιρ’χοκ πίσω τους. «Η άλλη διάσταση έχει μπει μέσα σε τούτη. Μπορεί το συγκεκριμένο σημείο σύνδεσης απλώς να είναι υπόγειο στην άλλη διάσταση, ή στο εσωτερικό κάποιου βουνού.»

«Γι’αυτό βλέπουμε μόνο πέτρες…» μουρμούρισε η Μάρθα σαν να μονολογούσε.

«Ναι,» είπε ο Σέλιρ’χοκ.

Ο Γεράρδος άνοιξε την πόρτα πλάι του και βγήκε, βαδίζοντας προς τους πελώριους βράχους που είχαν εισβάλει στη Χάρνταβελ. Τους αισθανόταν σαν ξένα τμήματα που είχαν μπει μέσα σε οικεία σάρκα: ένα ξένο σώμα που είχε εισχωρήσει μέσα σ’ένα σώμα πολύ, πολύ γνώριμό του – προέκταση του δικού του σώματος.

Πηγαίνοντας κοντά, άπλωσε το χέρι του και άγγιξε τους βράχους, άφησε την παλάμη του και τα δάχτυλά του να τριφτούν επάνω στη σκληρή, τραχιά επιφάνειά τους… και ένιωσε πως ήταν νεκροί. Νεκροί όπως το χώμα εκείνου του χωραφιού. Σαν κάτι να είχε ρουφήξει τελείως κάθε ίχνος ζωής από μέσα τους.

Κλότσησε έναν, δύο φορές, με το μποτοφορεμένο πόδι του, και πέτρινα θραύσματα πετάχτηκαν. Πολύ εύκολα. Κανονικά, ένας τόσο μεγάλος βράχος δεν θα έπρεπε να μπορεί να σπάσει τόσο εύκολα…

Νεκρός. Τελείως νεκρός.

Στράφηκε πίσω του, και είδε ότι οι σύντροφοί του στέκονταν εκεί. Ο Σέλιρ’χοκ μουρμούριζε κάποιο ξόρκι, με τα μάτια μισόκλειστα. Η Άνμα’ταρ και η Μάρθα κρατούσαν φακούς και φώτιζαν· τους προβολείς του οχήματός τους τους είχαν σβήσει, μάλλον για λόγους ασφάλειας.

«Ένας φυσιολογικός βράχος δεν θα είχε σπάσει έτσι,» τους είπε ο Γεράρδος, δείχνοντας το σημείο που είχε κλοτσήσει. «Είναι νεκρός, όπως τα άγονα χωράφια. Το ίδιο πράγμα ακριβώς τον έχει επηρεάσει, νομίζω: το ίδιο πράγμα που έχει επηρεάσει κι εκείνα.»

«Πολύ τολμηρή διαπίστωση αυτή…»

Κανένας από τους συντρόφους του Γεράρδου δεν είχε μιλήσει. Η φωνή είχε έρθει από δίπλα – και ήταν, για κάποιον λόγο, γνώριμη.

Ο Γεράρδος στράφηκε και είδε πως από το πλάι του λόφου, από εκεί όπου εκείνος και η ομάδα του δεν μπορούσαν να κοιτάξουν, είχαν έρθει έξι σκιερές μορφές. Οι δύο κρατούσαν δαυλούς που το φως τους αντανακλούσε επάνω σε πέντε κλειστά σιδερένια κράνη.

Ιεροί Φρουροί.

Και ανάμεσά τους, αναμενόμενα, ένας ιερέας. Ο άντρας που είχε μιλήσει. Πορφυρόδερμος. Μαύρα μαλλιά, σγουρά, που είχαν αρχίσει να γκριζάρουν σε σημεία. Μούσια.

Ο Γεράρδος τον αναγνώριζε.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

—Δεν θα κρίνεις εσύ τον Θεό!

φωνάζει ο Έδουος, δείχνοντάς τον. Πίσω από τον Έδουο στέκονται τέσσερις Ιεροί Φρουροί, δύο με καραμπίνες υψωμένες, δύο με τα ξίφη τους γυμνά στα χέρια τους, ν’αντανακλούν το κόκκινο φως του Κακού Οφθαλμού, ο οποίος, παραδόξως (αλλά αναμενόμενα, ίσως, μια τέτοια νύχτα), φαίνεται πιο καθαρά από τον Αργυρό Θείο Οφθαλμό, που είναι μισοκρυμμένος από πυκνά νυχτερινά σύννεφα.

—Δεν θα κρίνεις εσύ τον Θεό, Γεράρδε!

—Αν ήταν μαζί μου, δεν θα με είχε αφήσει να το κάνω αυτό!

φωνάζει ο ιερέας που έχει αποφασίσει να φύγει, να εγκαταλείψει τη διάσταση, ακόμα κι αν ένα τέτοιο ταξίδι θα φέρει τον θάνατό του. Από μια μεριά, θέλει να πεθάνει· πιστεύει ότι του αξίζει. Πιστεύει ότι αυτό είναι το σωστό: να πάει να συναντήσει εκείνη, όπου κι αν βρίσκεται.

—Η θυσία ήταν απαραίτητη, ανόητε! Το Θηρίο σου τη ζητούσε, δεν τη ζητούσε; Αυτό ήταν το θέλημα του Θεού. Τώρα σταμάτα να τρέχεις κι επίστρεψε εκεί όπου ανήκεις! Μην ξεχνάς τη θέση σου, Γεράρδε! Η θέση σου είναι μαζί μας· είναι με τον Θεό· είναι στη Χάρνταβελ! Αλλού, θα πεθάνεις· το ξέρεις αυτό.

—Ας είναι, τότε! Ας πεθάνω! Τελείωσα μαζί σας – και τελείωσα με τον Θεό.

Ο ιερέας τούς γυρίζει την πλάτη και βαδίζει μέσα στη νύχτα, καθώς βρίσκονται σε μια μικρή πεδιάδα πλαισιωμένη από δάση και λόφους, όχι πολύ μακριά από τη διαστασιακή δίοδο προς Φεηνάρκια.

—Δεν μπορώ να σ’αφήσω να φύγεις!

φωνάζει ο Έδουος πίσω από τον ιερέα,

—Αυτή είναι η προσταγή του Ύπατου, κι αυτό είναι το θέλημα του Θεού!

Ο ιερέας αισθάνεται το Θηρίο να ξυπνά εντός του – και, σαν απάντηση, διαισθάνεται πίσω του και το Θηρίο του Έδουου να ξυπνά.

—Σταματήστε με, τότε,

λέει ο ιερέας. Μια γαλήνη έχει απλωθεί μέσα του, πιο επικίνδυνη από την πιο δυνατή οργή.

Οι καραμπίνες πυροβολούν.

Ο ιερέας τινάζεται ενώ ένας βρυχηθμός βγαίνει από το στήθος του. Αποφεύγει την ξαφνική λάμψη μιας μακριάς λεπίδας, σωριάζει κάτω τον χειριστή της, τον πατά στην κοιλιά, συνθλίβοντας τα εντόσθιά του, κάνοντας μαύρο αίμα να πεταχτεί σαν πίδακας από το στόμα και τη μύτη του.

Τραβά το δικό του ξίφος και το πιστόλι του.

Μακελειό αρχινά κάτω από το βλέμμα του Κακού Οφθαλμού. Απόμακρα, τα ουρλιαχτά ουγκράβων αντηχούν. Τα πάντα φαντάζουν κόκκινα…

…όπως θα είναι, κάποτε, και στο Πορφυρό Κενό. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

«Ποιοι είστε, και ποια η δουλειά σας εδώ;»

Ο Έδουος δεν πρέπει να είχε αναγνωρίσει τον Γεράρδο μέσα στη νύχτα· το φως από τους φακούς της Μάρθας και της Άνμα’ταρ δεν τον φώτιζε.

Κανένας δεν προθυμοποιήθηκε να δώσει απάντηση στον ιερέα. Περιμένουν εμένα να του μιλήσω, συνειδητοποίησε ο Γεράρδος. Και είπε: «Ταξιδιώτες είμαστε. Είδαμε αυτό,» έδειξε τους μεγάλους βράχους πλάι του, «και ήρθαμε.»

Ο Έδουος πλησίασε, μαζί με τους πέντε Ιερούς Φρουρούς του. «Είστε της Παντοκράτειρας;»

«Όχι,» αποκρίθηκε ο Γεράρδος, «δεν είμαστε της Παντοκράτειρας.»

Ο Έδουος συνοφρυώθηκε, σαν τώρα να αναγνώριζε κάτι επάνω στον συνομιλητή του. «Δεν μπορεί…» είπε. Και πρόσταξε: «Έλα πιο κοντά μου!»

Η φωνή του ήταν η φωνή των ιερέων, η Φωνή του Θεού· ένας οποιοσδήποτε άλλος άνθρωπος θα αισθανόταν μια ακατανίκητη παρόρμηση να πλησιάσει τον Έδουο. Αλλά ο Γεράρδος δεν ήταν ένας οποιοσδήποτε άνθρωπος. Κάποτε ήταν ιερέας, και τώρα ήταν κάτι περισσότερο. Δεν αισθάνθηκε καμία παρόρμηση να πλησιάσει τον Έδουο· το μόνο που ένιωσε ήταν ένα ψυχικό κύμα να περνά από γύρω του σαν ξαφνικός άνεμος και να φεύγει, αφήνοντάς τον πλήρως ανεπηρέαστο.

Χωρίς να κινηθεί από τη θέση του, είπε: «Νομίζεις ότι με αναγνωρίζεις, Έδουε;»

Τα μάτια του Έδουου στραφτάλισαν με τρόπο που αποκάλυπτε αμέσως στον Γεράρδο ότι το Εσώτερο Θηρίο είχε ξυπνήσει μέσα στον ιερέα.

«Ποιος είσαι; Δε μπορεί να είσαι αυτός που φαίνεσαι! Ο Γεράρδος είναι νεκρός.»

«Δεν είμαι νεκρός.» Δεν δίστασε να φανερώσει την ταυτότητά του γιατί γνώριζε πως, αργά ή γρήγορα, θα αναγκαζόταν να το κάνει. Δε μπορούσε για πάντα να κρύβεται από τους ιερείς. Εξάλλου, ήταν κι αυτοί μέρος της Επανάστασης, παρότι δεν δέχονταν να έχουν πολλές επαφές με τον Πρίγκιπα.

«Αδύνατον!» φώναξε ο Έδουος. «Αυτός που ισχυρίζεσαι πως είσαι ήταν ιερέας που εγκατέλειψε τη Χάρνταβελ – άρα είναι νεκρός.»

«Δε σου μοιάζω με τον Γεράρδο; Η όψη μου δεν είναι σαν την όψη του Γεράρδου; Η φωνή μου δεν είναι σαν τη φωνή του Γερ–;»

«Ο Γεράρδος είναι νεκρός!»

«Τότε μιλάς σ’έναν νεκρό,» είπε σταθερά, επίμονα, ο Γεράρδος.

Ο Έδουος τον έδειξε με το χέρι του, όπως τον είχε δείξει πριν από τόσο καιρό. «Το ψέμα σου θα φανερωθεί, ψεύτη! Όλα τα ψέματα φανερώνονται ενώπιόν Του!

»Πες μου: τι σου συνέβη όταν έφυγες από τη Χάρνταβελ;» Η πρόκληση ήταν έκδηλη στη φωνή του· δεν πίστευε πραγματικά ότι ο «ψεύτης» θα μπορούσε να του δώσει απάντηση. Δεν πίστευε ότι θα γνώριζε για το Εσώτερο Θηρίο.

Ο Γεράρδος είπε: «Το Εσώτερο Θηρίο προσπάθησε να με σκοτώσει, αλλά το αντιμετώπισα και το σκότωσα εγώ· και τώρα είμαι ελεύθερος από αυτό–»

«ΨΕΜΑΤΑ!» ούρλιαξε ο Έδουος. Και προς τους Ιερούς Φρουρούς: «Συλλάβετέ τους και τους τέσσερις!»

Δύο από τους Φρουρούς έκαναν να υψώσουν τις καραμπίνες που κρέμονταν από τις ζώνες τους· οι άλλοι τρεις τράβηξαν τα μεγάλα σπαθιά από την πλάτη τους.

*

Η Άνμα’ταρ είχε ήδη τραβήξει το πιστόλι της και πυροβόλησε την καραμπίνα του ενός Φρουρού, τινάζοντάς την από τα χέρια του.

Η Μάρθα πυροβόλησε επίσης με το πιστόλι της, αλλά δεν είχε τόσο καλό σημάδι όσο η Δράκαινα· χτύπησε τον άλλο Φρουρό με την καραμπίνα στον ώμο, σωριάζοντάς τον καθώς μια κραυγή ανάμικτης οργής και πόνου έβγαινε από το κλειστό σιδερένιο κράνος του.

Οι υπόλοιποι Ιεροί Φρουροί ήρθαν γρήγορα κοντά στους τέσσερις επαναστάτες, με τα ξίφη τους υψωμένα.

«Περιμένετε, ανόητοι!» φώναξε ο Γεράρδος. «Δεν είμαστε εχθροί σας!» Απέφυγε μια λεπίδα που ερχόταν προς το κεφάλι του, και τραβώντας το δικό του σπαθί από τη ζώνη του, σπάθισε τον αντίμαχό του στα πόδια και τον έριξε στη γη. «Είμαστε με την Επανάσταση! Είμαστε εδώ για να σας βοηθήσουμε!»

«Τα λόγια ενός ψεύτη!» γρύλισε ο Έδουος, και χίμησε σαν άγριο θηρίο, με ταχύτητα απίστευτη για άνθρωπο…

…ενώ ο Σέλιρ’χοκ απέκρουε το ξίφος ενός Φρουρού με το μακρύ ραβδί του, και η Άνμα’ταρ πυροβολούσε τον Φρουρό στον μηρό, κάνοντάς τον να πέσει γρυλίζοντας.

Ο τελευταίος σπαθοφόρος Φρουρός ήρθε καταπάνω στη Μάρθα, προτού εκείνη προλάβει να στρέψει το πιστόλι της προς το μέρος του. Η λεπίδα του τη βρήκε στον βραχίονα του χεριού που κρατούσε το πυροβόλο όπλο, σπρώχνοντάς την με μεγάλη δύναμη, καθώς τα ρούχα και η σάρκα της σκίζονταν. Αίμα πιτσίλησε το πρόσωπό της, ενώ έχανε την ισορροπία της, και το πιστόλι έφευγε από τη γροθιά της.

Ο Έδουος είχε, μ’ένα και μόνο υπεράνθρωπο άλμα, φτάσει τον Γεράρδο. Τα χέρια του έρχονταν σαν θανατηφόρα όπλα: και ο Γεράρδος γνώριζε πως τέτοια ήταν, τώρα που το Θηρίο είχε ξυπνήσει μέσα στον ιερέα.

Σε μια απελπισμένη προσπάθεια ν’απομακρίνει τον Έδουο, έτεινε τη λεπίδα του ξίφους του. Κανονικά, ο ιερέας έπρεπε, από τη φόρα και μόνο, να πέσει πάνω στην αιχμή και να καρφωθεί από μόνος του· αλλά εκείνος απλώς αναγκάστηκε να κάνει στο πλάι, με αποτέλεσμα να χάσει μεγάλο μέρος της ορμής του και το σημάδι του να χαλάσει. Η γροθιά του βρήκε στον Γεράρδο στο μέτωπο. Εκείνος, νιώθοντας σαν κοτρόνα να τον είχε χτυπήσει, παραπάτησε προς τα πίσω. Άφησε το σπαθί του να πέσει και τράβηξε το πιστόλι του–

Ο Έδουος τον χτύπησε πάλι, στο στήθος τώρα, και ο Γεράρδος σωριάστηκε, ενώ το χέρι του έσφιγγε γερά τη λαβή του πιστολιού του.

Η Μάρθα, αντιθέτως, είχε χάσει το πιστόλι της, κι αισθανόταν ολόκληρο το δεξί χέρι της μουδιασμένο από τη δυνατή σπαθιά. Ο Ιερός Φρουρός ήταν τώρα από πάνω της, και δεν έμοιαζε πρόθυμος ούτε να της δείξει έλεος ούτε να της ζητήσει να παραδοθεί. Μετά από την αντίσταση που είχε φέρει η ομάδα του Γεράρδου, οι Ιεροί Φρουροί και ο ιερέας πρέπει να είχαν, συλλογικά και σιωπηλά, αποφασίσει να μην τους συλλάβουν αλλά να τους σκοτώσουν, σαν να ήταν κάτι το αυτονόητο.

Το σπαθί του Φρουρού γυάλισε κόκκινο και ασημί στο φως των φεγγαριών της Χάρνταβελ, καθώς ο χειριστής του το ύψωνε πάνω από την πεσμένη Μάρθα, πατώντας με το ένα πόδι, επώδυνα, στον γοφό της.

Η Μάρθα σήκωσε το γόνατό της, προσπαθώντας απεγνωσμένα να φτάσει εγκαίρως το ξιφίδιο στη μπότα της.

Η άκρη του ραβδιού του Σέλιρ’χοκ χτύπησε, απρόσμενα, καταπρόσωπο τον Ιερό Φρουρό, επάνω στο κλειστό κράνος του. Ένα δυνατό ντοοονγκ! ακούστηκε, και μια φωνή, καθώς ο Φρουρός παραπατούσε. Η Μάρθα, ελεύθερη από το πόδι του τώρα, σηκώθηκε αμέσως όρθια, γρυλίζοντας «Γαμημένε πούστη!» πιάνοντας το πιστόλι της από κάτω, και πυροβολώντας τον Φρουρό τρεις φορές στο στήθος.

Ο Γεράρδος, καθώς βρισκόταν κάτω, με την αναπνοή του κομμένη από το χτύπημα στο στήθος, έστρεψε το δικό του πιστόλι προς τον Έδουο. Ο ιερέας τού πάτησε το χέρι, κολλώντας το στη γη· το όπλο πυροβόλησε πετυχαίνοντας μόνο τον αέρα· ο Γεράρδος αισθάνθηκε τα κόκαλά του να τρίζουν. Τα μάτια του Έδουου ήταν καρφωμένα επάνω του, και μέσα τους φαινόταν η ατέρμονη δαιμονική οργή του Εσώτερου Θηρίου.

Πυροβολισμοί, ο ένας κατόπιν του άλλου.

Ο ιερέας παραπάτησε, χτυπημένος, ελευθερώνοντας το χέρι του Γεράρδου. Δεν έπεσε, όμως· η αντοχή του ήταν υπεράνθρωπη.

Η Άνμα’ταρ τον είχε πυροβολήσει, και πλησίαζε με το πιστόλι της υψωμένο.

«Άνμα, πίσω σου!» φώναξε ο Γεράρδος.

Η μάγισσα στράφηκε ενώ συγχρόνως – ειδικά εκπαιδευμένη για μάχη και εξωφρενικούς κινδύνους – έβαζε το σώμα της σε ενστικτώδη κίνηση.

Ο Ιερός Φρουρός που του είχε πυροβολήσει την καραμπίνα, πετώντας την από τα χέρια του, κρατούσε μια καραμπίνα και πάλι (τη δική του ή ίσως κάποιου πεσμένου συμπολεμιστή του) και σημάδευε την Άνμα’ταρ.

Πυροβόλησε–

–και αστόχησε, εξαιτίας της ξαφνικής κίνησης της μάγισσας.

Η οποία έστρεψε το πιστόλι της καταπάνω του και πάτησε τη σκανδάλη. Ο Ιερός Φρουρός σωριάστηκε, κραυγάζοντας.

Ο Έδουος είχε πάρει κάποια απόσταση, τραυματισμένος αλλά ακόμα όρθιος. Ο Γεράρδος ήξερε ότι το Θηρίο του ιερέα δεν θα τον άφηνε εύκολα να πέσει, προσφέροντάς του απίστευτη δύναμη.

«Έδουε!» φώναξε ο Γεράρδος καθώς προσπαθούσε να ορθωθεί και είχε καταφέρει να σηκωθεί στο ένα γόνατο. «Έδουε!…» Η φωνή του έβγαινε με δυσκολία ύστερα από εκείνο το χτύπημα στο στήθος. «Δεν – είμαστε εχθροί…»

«Δεν είσαι ο Γεράρδος!» γρύλισε ο Έδουος και, στρεφόμενος, έτρεξε μέσα στη νύχτα, με ταχύτητα υπερφυσική για έναν κανονικό άνθρωπο: πόσω μάλλον για έναν τραυματισμένο κανονικό άνθρωπο.

Ο Γεράρδος άκουσε πυροβολισμούς, και είδε τη Μάρθα να σκοτώνει με το πιστόλι της έναν από τους πεσμένους Ιερούς Φρουρούς.

«Όχι!» της φώναξε.

«Άι γαμήσου!» αποκρίθηκε εκείνη, και πυροβόλησε τον Φρουρό που ο Γεράρδος είχε σπαθίσει στα πόδια και που τώρα έκανε να σηκωθεί. Οι σφαίρες της τον βρήκαν στο κεφάλι (αντηχώντας πάνω στο κράνος του) και στο στήθος, και ο γεμιστήρας του πιστολιού της τελείωσε – κλικ κλικ κλικ, ακούστηκε καθώς εκείνη συνέχιζε να πατά τη σκανδάλη. Στράφηκε και πήγε προς το σταματημένο όχημά τους, για να πάρει καινούργιο γεμιστήρα.

Η Άνμα’ταρ κοίταξε τους πεσμένους πολεμιστές ολόγυρα. Κανένας δεν φαινόταν να σαλεύει, και μονάχα ένας είχε πιθανότητες να είναι ακόμα ζωντανός: αυτός που η Μάρθα είχε, στην αρχή, πυροβολήσει στον ώμο. Η Άνμα, όμως, δεν τον έβλεπε να κινείται, έτσι υπέθεσε ότι πρέπει να είχε χάσει τις αισθήσεις του.

Ο Γεράρδος κοίταζε προς τη μεριά όπου είχε τρέξει ο Έδουος και είχε χαθεί μες στο σκοτάδι. Ο Σέλιρ’χοκ πλησιάζοντάς τον είπε: «Καλύτερα να φεύγουμε από δω, Καπετάνιε.»

Ο Γεράρδος τον ατένισε παραξενεμένος. «Δε θες να εξετάσεις αυτό;» Έδειξε τους εξωδιαστασιακούς βράχους που είχαν εισβάλει στην πραγματικότητα της Χάρνταβελ.

«Δεν έχει τίποτα να εξετάσω. Είναι αυτό που–»

«Πάμε να πιάσουμε αυτόν τον γαμιόλη! Πάμε ξοπίσω του!» Η Μάρθα είχε βγει από τον Κροκόδειλο με το τουφέκι της στα χέρια και το πιστόλι της στη μέση.

«Ηρέμησε!» της είπε ο Γεράρδος, θυμωμένος μαζί της. «Και μην κάνεις ό,τι μαλακία σού κατέβει! Αυτοί δεν είναι εχθροί μας–»

«Αν δεν είναι εχθροί μας, τότε προσπαθούν πραγματικά να μας μπερδέψουν! –Πάμε! Με τ’όχημα θα τον προλάβουμε τον πούστη! Παραλίγο να σε σκοτώσει!»

«Δεν ήρθαμε εδώ για να σκοτώσουμε ιερείς!» Ο Γεράρδος άρπαξε το τουφέκι της κι έκανε να το τραβήξει απ’τα χέρια της· εκείνη αντιστάθηκε, μην αφήνοντάς τον. «Ο Έδουος ταράχτηκε που με είδε–»

«Ελπίζω να μην έχουν όλοι τους την ίδια αντίδραση· γιατί, αν την έχουν, τότε–»

«Καλό θα ήταν να τον προλάβουμε,» είπε, απροειδοποίητα, ο Σέλιρ’χοκ, «αν μη τι άλλο για να τον λογικέψεις, Καπετάνιε. Θέλεις να στρέψει όλους τους ιερείς εναντίον μας;»

Ο Γεράρδος καταράστηκε κάτω από τη λαχανιασμένη ανάσα του, και άφησε το τουφέκι της Μάρθας. Ο Σέλιρ μιλούσε λογικά – όπως συνήθως. Γνέφοντας, είπε: «Πάμε»· κι έτρεξε προς τον Κροκόδειλο, που μετά βίας διακρινόταν μες στη νύχτα.

Οι άλλοι τον ακολούθησαν.

Ο Γεράρδος, καθίζοντας στη θέση του οδηγού, είπε στη Μάρθα: «Και μην τυχόν τον πυροβολήσεις.» Εκείνη δεν αποκρίθηκε αλλά η έκφρασή της έλεγε: ’ντάξει, σταμάτα τώρα να μου πρήζεις τις ρώγες!

Ο Σέλιρ’χοκ είχε καθίσει στο ενεργειακό κέντρο, και ο Γεράρδος, βλέποντας ότι όλα τα συστήματα ήταν έτοιμα, πάτησε το πετάλι.

Το όχημά τους έτρεξε προς την κατεύθυνση που είχε τρέξει και ο Έδουος.

Κεφάλαιο 22
Εξωδιαστασιακή Εισβολή στη Μεγάλη Πόλη

Στην Ανατολική Αγορά της Ερρίθιας, η κίνηση δεν σταματούσε το μεσημέρι, και το γεγονός ότι λιγάκι ελαττωνόταν (καθώς κάμποσοι έμποροι και μαγαζάτορες πήγαιναν να φάνε ή να ξεκουραστούν ή και τα δύο) περνούσε κατά κύριο λόγο απαρατήρητο, αφού ακόμα κυκλοφορούσε αρκετός κόσμος για να θεωρείται πολύς σύμφωνα με τα δεδομένα της Χάρνταβελ.

Έτσι, πανικός επικράτησε όταν στο κέντρο της Ανατολικής Αγοράς δέντρα παρουσιάστηκαν ξαφνικά μέσα από τον αέρα, και χώμα και χορτάρι πετάχτηκαν επάνω στο πλακόστρωτο. Ορισμένα από τα δέντρα έμειναν όρθια και ψηλά· άλλα έπεσαν, διαλύοντας σκηνές και πάγκους, σπάζοντας πόρτες, παράθυρα, κι αμάξια, πλακώνοντας ανθρώπους και ζώα από κάτω τους.

Ουρλιαχτά και φωνές αντηχούσαν, και ο κόσμος έτρεχε από δω κι από κει για να γλιτώσει, φωνάζοντας ότι ήταν Οργή Θεού. Μερικοί, όμως, από τους γηγενείς της Χάρνταβελ είχαν νιώσει το έδαφος να φεύγει κάτω απ’τα πόδια τους, σαν να ήταν νερό ή χαλί, και είχαν βρεθεί μέσα σ’ένα δάσος που δεν αναγνώριζαν. Ανάμεσα από τους κορμούς και τις φυλλωσιές, όχι πολύ μακριά, μπορούσαν να δουν την Ανατολική Αγορά της Ερρίθιας, και, κατατρομαγμένοι, έτρεξαν προς τα εκεί, ζητώντας τη βοήθεια του Θεού. Χωρίς δυσάρεστο επεισόδιο, βγήκαν στην αγορά και είδαν ότι το δάσος είχε εισβάλει και εκεί.

Ένας ιερέας – ο Λεοπόλδος – που τύχαινε να βρίσκεται στην Ανατολική Αγορά όταν το κακό συνέβη έτρεξε στον Ναό της πόλης, λίγο πιο βόρεια. Μερικές στιγμές προτού εμφανιστεί το αλλόκοτο δάσος είχε την αίσθηση ότι μια μεγάλη και επικίνδυνη αρρώστια βρισκόταν κοντά, και τώρα έβλεπε ότι, βέβαια, αυτή η αίσθησή του είχε δικαιολογηθεί. Ο Θεός πρέπει να ήταν αληθινά οργισμένος για να επιτρέψει κάτι τέτοιο να συμβεί μέσα στην ίδια την Ερρίθια!

Το νέο για την εμφάνιση του παράξενου δάσους μεταφέρθηκε σ’ολόκληρη τη Μεγάλη Πόλη σαν τον μανιασμένο άνεμο. Οι φρουροί του Υπεράρχη έτρεξαν προς τα Ανάκτορα, στο κέντρο της Ερρίθιας, για να αναφέρουν τι είχε συμβεί. Και το ίδιο έκαναν και οι Παντοκρατορικοί κατάσκοποι και στρατιώτες – ο Επόπτης όφειλε να μάθει αμέσως για το συμβάν! Ο κόσμος έτρεχε προς κάθε κατεύθυνση μέσα στην Ερρίθια, καθώς όλοι ήθελαν να πουν σε συγγενείς, φίλους, και γνωστούς για το δάσος· να τους προειδοποιήσουν για να περιμένουν, ίσως, και χειρότερα.

Τα νέα έφτασαν γρήγορα μέχρι και στη Δυτική Αγορά, όπου μεγάλη αναστάτωση ξεκίνησε. Ορισμένοι πλανόδιοι έμποροι, μάλιστα, άρχισαν να μαζεύουν τις σκηνές και τους πάγκους τους, φοβούμενοι ότι ίσως κι εδώ να γινόταν κάτι παρόμοιο και να τους κατέστρεφε την πραμάτεια.

Στο πανδοχείο «Ο Σιδερένιος Ξένος», το οποίο βρισκόταν στη νοτιοανατολική μεριά της Δυτικής Αγοράς, οι πελάτες, ακούγοντας τα νέα, είχαν σηκωθεί όλοι μαζί και προσπαθούσαν να βγουν, προκαλώντας ανακατωσούρα και ανατρέποντας καρέκλες και μερικά τραπέζια, με αποτέλεσμα ποτά και φαγητά να χυθούν στο πάτωμα.

«Αντικατοπτρισμός, εννοούν,» είπε ο Σθένελος’σαρ. «Δε μπορεί ένα κανονικό δάσος να εμφανίστηκε! Πάμε να δούμε! Πάμε να δούμε!» Περνώντας ανάμεσα από τη Βατράνια και τον Εδμόνδο, προσπάθησε να σπρώξει το πλήθος για να περάσει και να βγει από το πανδοχείο. «Κάντε πέρα! Κάντε πέρα, ρε παιδιά! Όχι όλοι μαζί, έχετε χρόνο!»

«Περίμενε!» του φώναξε η Βατράνια ακολουθώντας τον. «Περίμενε να έρθουμε! Δεν ξέρεις καν πού είναι η Ανατολική Αγορά· πώς θα τη βρεις μόνος σου;»

Ανατολικά είναι, προφανώς! σκέφτηκε ο Σθένελος, ανυπόμονα. Σπρώχνοντας κατόρθωσε να βγει από τον Σιδερένιο Ξένο και να βρεθεί στο χάος που είχε μετατραπεί η Δυτική Αγορά. Άνθρωποι έτρεχαν και φώναζαν από δω κι από κει. Άλογα χλιμίντριζαν και κλοτσούσαν. Οι μηχανές ενεργειακών οχημάτων μούγκριζαν, και οι οδηγοί γκάριζαν στους άλλους να κάνουν πέρα.

Ο Σθένελος κοίταξε ολόγυρα. Πού είναι, τώρα, τα ανατολικά;

Ένα χέρι τον έπιασε από τον ώμο. «Περίμενε, ομορφόπαιδο. Δε θα πας να σκοτωθείς μόνος σου.» Η Βατράνια.

Πίσω της ήταν ο Εδμόνδος, και η Ισαβέλλα ακολουθούσε, παλεύοντας να γλιστρήσει ανάμεσα από δύο σωματώδεις τύπους που έμοιαζαν για χωρικοί.

«Πού είναι η Ιζαμπώ;» ρώτησε ο τροβαδούρος τον Σθένελο.

«Θα έρθει,» αποκρίθηκε βιαστικά εκείνος. «Έρχεται. Πάμε τώρα! Πάμε!»

«Θα την περιμένουμε–»

«Ο αντικατοπτρισμός θα χαθεί, Εδμόνδε! Κι άμα χαθεί–»

«Αν είναι να χαθεί, ούτως ή άλλως δεν τον προλαβαίνουμε. Η Ανατολική Αγορά απέχει κάπου δυο χιλιόμετρα από δω, και δεν το συζητάω να πάρουμε το όχημά μας με τέτοιο χαλασμό – πιο πολύ θα μας καθυστερήσει παρά θα μας βοηθήσει.» Ο Εδμόνδος έπρεπε να φωνάζει για ν’ακούγεται. «Θα περιμένουμε την Ιζαμπώ.» Έστρεψε το βλέμμα του στην είσοδο του Σιδερένιου Ξένου. «Είμαι βέβαιος πως δε θ’αργήσει.»

*

Η Αρίνη’σαρ είχε πριν από λίγο πάρει το μεσημεριανό της, και τώρα ήταν ξαπλωμένη στον καναπέ του καθιστικού, κοιτάζοντας τα όπλα διαφόρων διαστάσεων που είχε ο Τέρι κρεμασμένα στους τοίχους. Ακόμα δεν είχε πάρει απόφαση αν θα κρατούσε το παιδί ή όχι, κι αυτό ήταν το θέμα που, τις τελευταίες ημέρες, στριφογύριζε περισσότερο στο μυαλό της, μην έχοντας κάτι άλλο να κάνει. Πάντως, προς την πρώτη επιλογή έπιανε τον εαυτό της να γέρνει. Κάπου μέσα της είχε διαπιστώσει πως ήθελε να το κρατήσει αυτό το παιδί, σαν ήδη να το είχε γνωρίσει και να ήξερε πώς θα ήταν. Επιπλέον, κι ο Τέρι φαινόταν τώρα να θέλει ένα παιδί παρότι βρίσκονταν στη Χάρνταβελ… αν και η Αρίνη υποπτευόταν ότι το ήθελε περισσότερο επειδή φοβόταν πως δεν θα έκαναν άλλο, σε περίπτωση που εκείνη αποφάσιζε να αποβάλει αυτό. Ανοησίες, ασφαλώς!

Καθώς ήταν ξαπλωμένη ανάσκελα στον καναπέ, με τα πόδια της σταυρωμένα στον αστράγαλο, το ένα χέρι κάτω απ’το κεφάλι της, και καπνίζοντας ένα τσιγάρο, αισθάνθηκε κάτι να σαλεύει βαθιά μέσα στην κοιλιά της. Μόρφασε παραξενεμένη, και σκέφτηκε: Αδύνατον! Πόσες μέρες είναι που έχω συλλάβει; Γέλασε, και πήρε άλλη μια τζούρα απ’το τσιγάρο της.

Ο καπνός ήταν ντόπιος, της Χάρνταβελ· ανήκε σ’ένα είδος που οι γηγενείς ονόμαζαν αλαφρόχορτο. Συνήθως, οι Χαρνταβέλιοι κάπνιζαν το αλαφρόχορτο με πίπα, αλλά οι Παντοκρατορικοί το επεξεργάζονταν σε μια βιομηχανία τους στην Ερρίθια και το έκαναν τσιγάρα. Αλαφρό, έγραφαν επάνω τα πακέτα, με καλλιγραφικά γράμματα. Έκαναν εξαγωγή και σ’άλλες διαστάσεις. Ο καπνός του αλαφρόχορτου σού έδινε μια ευχάριστη αίσθηση αιώρησης ύστερα από δυο, τρεις τζούρες, και δεν είχε παράπλευρα δυσάρεστα αποτελέσματα· δεν ήταν καν εθιστικός, αν ήσουν λογικός στη χρήση του.

Η Αρίνη αισθάνθηκε ακόμα μια κίνηση βαθιά μέσα στην κοιλιά της, και προς στιγμή, παρότι ήξερε πως ήταν παράλογο, αναρωτήθηκε μήπως, τελικά, το αλαφρόχορτο είχε και παράπλευρα αποτελέσματα – παραισθησιογόνου φύσης, ίσως.

Όχι, αποκλείεται. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, κάποιοι θα το είχαν, σίγουρα, ανακαλύψει πριν από εκείνη.

Παράξενο αυτό που είχε αισθανθεί, όμως… Η Αρίνη πήρε το χέρι της κάτω απ’το κεφάλι της και έτριψε την κοιλιά της. Μπορεί να έφαγα τίποτα που με πείραξε… Ορισμένες φορές, η κουζίνα του μάγειρα των Ανακτόρων ήταν βαριά.

Σήμερα, όμως, δε νομίζω πως ήταν βαριά.

Η Αρίνη συνοφρυώθηκε καθώς έπαιρνε ακόμα μια τζούρα από το τσιγάρο της και αισθανόταν να αιωρείται πάνω από τον καναπέ όπου ήταν ξαπλωμένη.

Το έβγαλε από το μυαλό της. Δεν πίστευε ότι η παράξενη αίσθηση μέσα της είχε να κάνει με το κοριτσάκι της.

Κοριτσάκι; Πώς ήξερε ότι θα ήταν κορίτσι; Δεν είχε κάνει καμια προσπάθεια για να μάθει το φύλο του· ήταν πολύ νωρίς, εξάλλου. Γνώριζε, όμως, ότι ήταν κορίτσι. Είχε αυτή την… αίσθηση.

Κορίτσι. Η κόρη της.

Η κόρη μας, σκέφτηκε χαμογελώντας καθώς θυμόταν τον Τέρι. Πήρε την τελευταία τζούρα από το τσιγάρο της και το έσβησε στο τασάκι στο πάτωμα, δίπλα από τον καναπέ.

Θα ήθελε τώρα ο Τέρι να ήταν εδώ, να φιληθούν λιγάκι, να περάσει ευχάριστα η ώρα. Βαριόταν. Η Χάρνταβελ ήταν, γενικώς, βαρετή διάσταση: εκτός μόνο για τους γηγενείς και για όσους ήθελαν την ησυχία τους – αν, βέβαια, ήταν πρόθυμοι να θυσιάζουν και να κάνουν τις ανοησίες που τους ζητούσαν οι ιερείς…

Οι αντικατοπτρισμοί, τουλάχιστον, είχαν κάποιο ενδιαφέρον. Το πρόβλημα ήταν ότι η Αρίνη δεν μπορούσε να φτάσει σε κανένα χρήσιμο συμπέρασμα· μονάχα παρακολουθούσε και κατέγραφε περιστατικά όπως τα μάθαινε. Η ίδια δεν είχε ποτέ τύχει να βρεθεί μπροστά σε αντικατοπτρισμό. Εμφανίζονταν κι εξαφανίζονταν γρήγορα.

Η πόρτα των δωματίων της χτύπησε, δυνατά.

«Μάγισσα; Είσαι μέσα;»

Η Αρίνη παραξενεύτηκε. Ήταν η φωνή του Νιρμόδου Νάρλεφ, του Επόπτη: κι αυτός σπάνια ερχόταν να σε βρει αυτοπροσώπως. Συνήθως σε καλούσε. Πρέπει να είναι κάτι σημαντικό!

«Μισό λεπτό!» φώναξε η Αρίνη καθώς σηκωνόταν από τον καναπέ, φτιάχνοντας βιαστικά το μακρύ Χαρνταβέλιο φόρεμά της. Έβαλε τις γούνινες παντόφλες της και βάδισε προς την εξώθυρα των δωματίων. «Έρχομαι, Υψηλότατε!»

Έπιασε το πόμολο, άνοιξε την πόρτα, και είδε τον γαλανόδερμο, κοκκινομάλλη Νιρμόδο στο κατώφλι.

«Ευτυχώς είσαι εδώ, Αρίνη,» είπε ο Επόπτης. «Οι άνθρωποί μας και οι άνθρωποι του Υπεράρχη λένε πως ένα δάσος παρουσιάστηκε μες στη μέση της Ανατολικής Αγοράς.»

Η Αρίνη βλεφάρισε. «Αντικατοπτρισμός;»

«Δε μίλησαν για αντικατοπτρισμό. Ένα κανονικό δάσος, είπαν. Μερικά δέντρα, μάλιστα, έπεσαν πάνω σε ανθρώπους και σε οικήματα.»

Μεγάλε Κρόνε! Συνέβη! Τελικά συνέβη! Τα διαστασιακά τοιχώματα αραίωσαν τόσο που σχισμές δημιουργήθηκαν και πράγματα περνάνε από τη μια διάσταση στην άλλη! Παρότι η Αρίνη γνώριζε πως αυτό που γινόταν ίσως να ήταν καταστροφικό για τη Χάρνταβελ, δεν μπορούσε παρά να αισθάνεται ενθουσιασμό. Δεν είχε ποτέ ξανά δει τέτοιο φαινόμενο. Είχε μονάχα διαβάσει θεωρητικά για τέτοια πράγματα. Αν δεν ήταν ο Παντοκρατορικός Επόπτης εμπρός της αλλά ο Τέρι, κυριολεκτικά θα χοροπηδούσε από τον ενθουσιασμό της.

«Ετοιμάζομαι αμέσως, Υψηλότατε!» είπε, και γυρίζοντάς του την πλάτη – τα κρόσσια του φαρδύ φορέματός της ανέμισαν – βάδισε μέσα στο καθιστικό των δωματίων της.

«Περίμενε!» είπε ο Νιρμόδος. «Τι προτείνεις να κάνουμε;»

«Δεν ξέρω,» αποκρίθηκε η Αρίνη κοιτάζοντάς τον πάνω απ’τον ώμο της· «πρέπει να το δω από κοντά, πρώτα.» Και μπήκε στο υπνοδωμάτιο.

*

Η Ιζαμπώ ήταν τσαντισμένη. Όχι μόνο δεν μιλούσε στον Σθένελο, καθώς πήγαιναν προς την Ανατολική Αγορά, μα ούτε γύριζε να τον κοιτάξει. Έκανε πως ο μάγος δεν υπήρχε.

Την παράτησε στη μέση μόλις άκουσε ότι κάτι γινόταν έξω, συμπέρανε η Βατράνια, χαμογελώντας αχνά και από μέσα της γελώντας. Αισθανόταν δικαιωμένη, αν και ήξερε πως ήταν παιδαριώδες να αισθάνεται έτσι. Δεν την ενδιέφερε ο Σθένελος. Πραγματικά, δεν την ενδιέφερε.

Διασχίζοντας τους δρόμους της Ερρίθιας τώρα ήταν σαν να διασχίζεις φουρτουνιασμένη θάλασσα, με τον κόσμο που έτρεχε από δω κι από κει να είναι τα κύματα και τα ακανόνιστα θαλάσσια ρεύματα. Οι Χαρνταβέλιοι, βέβαια, δεν είχαν θάλασσα στη διάστασή τους για να κάνουν τη σύγκριση, σκέφτηκε η Βατράνια, που είχε δει τον γενικό χάρτη της Χάρνταβελ· είχαν, όμως, τον Μεγάλο Ποταμό και τον Παραπόταμο, οι οποίοι ήταν τα μεγαλύτερα ποτάμια που είχε αντικρίσει ποτέ της.

Ο Εδμόνδος, ευτυχώς, γνώριζε καλά τους δρόμους της Ερρίθιας, και οδήγησε τους συντρόφους του από εκεί όπου ήλπιζε πως θα είχε λιγότερη κίνηση. Οι εκτιμήσεις του δεν αποδείχτηκαν λανθασμένες· πράγματι, απέφυγαν πολλές κακοτοπιές. Πέρασαν νότια από τα Ανάκτορα του Υπεράρχη – τα οποία περιλάμβαναν τα ψηλότερα οικοδομήματα της πόλης – μπήκαν σε κάτι σοκάκια που βρομούσαν κάτουρα και σάπιο ξύλο, και κατέληξαν στην Ανατολική Αγορά, η οποία ήταν τόσο μεγάλη όσο και η Δυτική. Στο κέντρο της, όμως, τώρα κανείς δεν πλησίαζε· ολόκληρα πλήθη στέκονταν γύρω από το δάσος που είχε εισβάλει στη Χάρνταβελ και κοιτούσαν, μα ούτε ένας άνθρωπος δεν έβρισκε το θάρρος να βαδίσει ανάμεσα στα ψηλά δέντρα.

Ο κόσμος, όμως, δεν έκρυβε όλο το άνοιγμα των διαστασιακών τοιχωμάτων: πάνω από τα κεφάλια τους, ο Σθένελος μπορούσε να δει τα δέντρα να υψώνονται και τον αέρα της Χάρνταβελ να σκίζεται μέχρι κάπου είκοσι μέτρα πάνω από τη γη. Ένας άλλος ουρανός φαινόταν από κει μέσα: ο ουρανός μιας άλλης διάστασης.

Θεοί! σκέφτηκε ο Σθένελος. Τι θέαμα! Τι απίστευτο θέαμα! Δεν ήταν σαν τον υπερδιαστασιακό στρόβιλο στην Απολλώνια· ήταν ένα ξεκάθαρο άνοιγμα στα τοιχώματα της Χάρνταβελ, μια πόρτα που οδηγούσε αλλού. Σχεδόν σαν παραμύθι. Οι διαστασιακές δίοδοι ποτέ δεν ήταν έτσι· εκεί πάντοτε η πραγματικότητα αλλοιωνόταν μ’έναν περίεργο, διαφορετικό από περίπτωση σε περίπτωση τρόπο προτού περάσεις από τη μια διάσταση στην άλλη.

Το θέαμα εδώ ήταν μοναδικό!

«Πρέπει ν’ανεβώ σ’ένα χτίριο,» είπε ο Σθένελος στον Εδμόνδο.

Ο τροβαδούρος φάνηκε να διστάζει για μια στιγμή, αλλά μετά αποκρίθηκε: «Έλα.»

Ο Σθένελος τον ακολούθησε, όπως επίσης και η Βατράνια, η Ιζαμπώ, κι η Ισαβέλλα. Ο Εδμόνδος σταμάτησε στο πλάι ενός οικήματος όπου υπήρχε πέτρινη σκάλα.

«Πώς το βλέπεις αυτό;» ρώτησε τον Σθένελο.

«Πανέμορφο,» είπε ο μάγος, κι ανέβηκε γρήγορα τη σκάλα, φτάνοντας σ’ένα στενό πέτρινο μπαλκόνι με μια κλειστή πόρτα. Από εδώ, η θέα του ανοίγματος ήταν πολύ καλύτερη. Κοίτα να δεις… η άλλη διάσταση έχει, ουσιαστικά, μπει μέσα στη Χάρνταβελ. Μπορούσε να το διακρίνει αυτό επειδή έβλεπε πως το πλακόστρωτο της αγοράς είχε διαλυθεί και τη θέση του είχε πάρει το χώμα του δάσους, με τα χόρτα και τους θάμνους του. Κάποια δέντρα είχαν αποδειχτεί αρκετά ανθεκτικά ώστε να παραμείνουν όρθια κατά τη μετάβαση· κάμποσα άλλα είχαν σωριαστεί, με καταστροφικές συνέπειες για την αγορά.

Ο Σθένελος έβγαλε τη φωτογραφική μηχανή του μέσα από την κάπα του και τράβηξε μια φωτογραφία. Σκόπευε, όμως, να τραβήξει κι άλλες, καλύτερες κι από διαφορετικές μεριές. Το τάγμα των Ερευνητών, σίγουρα, θα ήθελε να τις καταχωρήσει στο αρχείο του. Κι έτσι κι αλλιώς, ο Σθένελος ήθελε να τις καταχωρήσει στο δικό του αρχείο.

Στράφηκε πίσω του, στη Βατράνια και στον Εδμόνδο. «Βοηθήστε με ν’ανεβώ επάνω.»

«Να είσαι προσεχτικός,» του είπε ο τροβαδούρος· «έχει κεραμίδια.»

Ο Σθένελος ένευσε, απορώντας γιατί τον καθυστερούσε· εννοείται πως θα ήταν προσεχτικός!

Ο Εδμόνδος ένωσε τα χέρια του, κάνοντας σκαλοπάτι. Ο Σθένελος πάτησε εκεί και τινάχτηκε επάνω, αρπάζοντας την άκρη της οροφής κι ανεβαίνοντας στα κεραμίδια (τα οποία ήταν, πράγματι, γλιστερά και επικίνδυνα, διαπίστωσε). Γαντζωμένος γερά και γονατιστός, έβγαλε πάλι τη φωτογραφική μηχανή του και τράβηξε ακόμα μια φωτογραφία της εισβολής του δάσους.

Μετά, άκουσε κάποιον ν’ανεβαίνει πίσω του. Στράφηκε και είδε τη Βατράνια.

«Τι θες εδώ;»

«Δε χαίρεσαι που με βλέπεις;»

«Δεν εννοώ ότι… Εννοώ γιατί να…;»

«Πάλι τα ίδια θα λέμε; Είπα στον Γεράρδο ότι θα σε προσέχω. Κι επιπλέον, θέλω κι εγώ να δω καλύτερα αυτό το φαινόμενο.» Και τον ρώτησε: «Εκτός από φωτογραφίες, θα κάνεις και κάνα ξόρκι που μπορεί να μας δώσει πληροφορίες; Φωτογραφίες τραβάω κι εγώ άμα θέλεις.»

«Θα τραβήξω ακόμα μία από την άλλη μεριά,» είπε ο Σθένελος, δείχνοντας την αντικρινή πλευρά της οροφής, που ήταν γεμάτη κεραμίδια και κάθε άλλο παρά ομαλή – έβλεπε ότι θα έπρεπε να είναι προσεχτικός· ο Εδμόνδος, τελικά, δεν υπερέβαλλε.

«Θα πάω εγώ να σου τραβήξω φωτογραφίες,» προθυμοποιήθηκε η Βατράνια, κι έτεινε το χέρι της προς τη μηχανή του.

Ο Σθένελος δίστασε.

«Δε χρειάζεται νάσαι μάγος για να τραβήξεις φωτογραφίες, σωστά;» είπε η Βατράνια. «Κάνε αυτό που δεν μπορώ να κάνω, για να τελειώνουμε πιο γρήγορα.»

Ο Σθένελος τής έδωσε τη φωτογραφική μηχανή του και την είδε να πηγαίνει προς την άλλη μεριά της επικίνδυνης κεραμιδοσκεπής. Κινιόταν με σχετική άνεση, παρατήρησε: πολύ ευέλικτη. Και μετά πρόσεξε ότι η Βατράνια ήταν ξυπόλυτη· είχε βγάλει τις μπότες και τις κάλτσες της προτού ανεβεί. Έξυπνη κίνηση, αναμφίβολα· τα υποδήματα δυσκόλευαν εδώ πάνω.

Για μια στιγμή, ο Σθένελος κοίταζε σαν υπνωτισμένος τα πόδια της Βατράνιας: τα νυχάκια της που ήταν βαμμένα πράσινα… και είχε καταπληκτική φτέρνα… και η κύρτωση του πέλματός της ήταν σαν από ζωγραφική–

Έχεις δουλειά να κάνεις! θύμισε στον εαυτό του, παίρνοντας τα μάτια του από τα πόδια της και στρέφοντάς τα στην εισβολή. Χωρίς να χάσει καιρό, άρθρωσε τα λόγια για το Ξόρκι Ενεργειακής Ανιχνεύσεως.

Στην άλλη μεριά της κεραμιδένιας σκεπής, η Βατράνια σταμάτησε και τράβηξε μια φωτογραφία το δάσος που είχε παρουσιαστεί μέσα στην Ανατολική Αγορά της Ερρίθιας. Σίγουρα, σκέφτηκε, πρέπει τώρα να μαζευτούν όπου νάναι και τα σκυλιά της Παντοκράτειρας. Απορώ που δεν είναι ήδη εδώ… Μάλλον, η κοσμοπλημμύρα τούς είχε καθυστερήσει. Ή ίσως να προετοιμάζονταν.

Σηκώθηκε από τη θέση της, πήγε λίγο παραδίπλα, και τράβηξε ακόμα μία φωτογραφία από διαφορετική γωνία. Αναρωτήθηκε πώς θα φαινόταν το άνοιγμα από την ακριβώς αντίθετη μεριά: δηλαδή, αν ανέβαινες σε μια στέγη αντίκρυ σε τούτη όπου ήταν τώρα σκαρφαλωμένοι η Βατράνια και ο Σθένελος. Θα έβλεπες πάλι το δάσος από την ίδια οπτική γωνία, ή η προοπτική θα άλλαζε; Για κάποιον λόγο, η σκέψη αυτή τη ζάλιζε. Δύο διαστάσεις… μπλεγμένες αναμεταξύ τους σ’ένα σημείο… Πολύ παράξενο. Και δεν είχε ποτέ ξανά ακούσει να συμβαίνει. Ακόμα κι οι υπερδιαστασιακοί στρόβιλοι δεν ήταν έτσι.

Τι γίνεται, τέλος πάντων, στη Χάρνταβελ; Μήπως είναι όντως η οργή του Θεού τους που τα κάνει όλα τούτα;

Έστρεψε το βλέμμα της στον Σθένελο για να δει τι έκανε ο μάγος, και τον είδε να έχει τα μάτια μισόκλειστα, με μια φανερά συγκεντρωμένη έκφραση στο πρόσωπό του. Λες να καταφέρει να μάθει τίποτα χρήσιμο αυτή η φορά;

Ύστερα, η Βατράνια είδε τους Παντοκρατορικούς να έρχονται…

*

Ο κόσμος παραμέριζε καθώς οι Παντοκρατορικοί στρατιώτες και οι στρατιώτες του Υπεράρχη φώναζαν και έσπρωχναν, και το μεγάλο όχημα περνούσε ανενόχλητο από τους δρόμους της Ερρίθιας, πλησιάζοντας την Ανατολική Αγορά. Διέθετε ερπύστριες, και ήταν αρκετά φαρδύ για να πιάνει πέρα για πέρα τις περισσότερες οδούς, και μακρύ όσο τρία μέτρια κάρα των Χαρνταβέλιων. Στη μπροστινή μεριά, που ήταν καλυμμένη με σκέπαστρο από ανθεκτικό, αλεξίσφαιρο γυαλί, κάθονταν ο οδηγός του οχήματος και ο συνοδηγός – κι οι δυο τους πολεμιστές της Παντοκράτειρας, κατάλληλα οπλισμένοι. Στην πίσω μεριά υπήρχε επίσης σκέπαστρο, αλλά τώρα ήταν κατεβασμένο, έτσι ώστε το μακρύ όχημα εκεί να είναι τελείως ξεσκέπαστο. Στα ψηλά δερμάτινα καθίσματα κάθονταν τα σημαντικότερα πολιτικά πρόσωπα της Ερρίθιας και όλης της Χάρνταβελ: ο Υπεράρχης Ριχάρδος ο Τρίτος, ψηλός και γεροδεμένος παρότι πλησίαζε τα εξήντα χρόνια· ο πρώτος του γιος, Ρανούλφος, ψηλός και γεροδεμένος σαν εκείνον, με δέρμα λευκό-ροζ, αλλά με μαλλιά ξανθά όπως της μητέρας του· η μεγάλη κόρη του Υπεράρχη, Γερτρούδη, όμορφη, με μακριά, αστραφτερά μαύρα μαλλιά, αλλά γεννημένη χωρίς τα δύο μικρότερα δάχτυλα του δεξιού της χεριού· ο Παντοκρατορικός Επόπτης Νιρμόδος Νάρλεφ, ντυμένος με την επίσημη λευκή στολή του, επάνω στην οποία άστραφταν τα διακριτικά και τα παράσημά του· και η σύζυγος του Επόπτη, Θελρίτ, ντυμένη με τρόπο που έδειχνε ότι αδιαφορούσε τελείως για τη μόδα της Χάρνταβελ. Επίσης, στην πίσω μεριά του μακρύ οχήματος βρισκόταν η μάγισσα Αρίνη’σαρ, καθώς και ο Ανθυπολοχαγός Τάρθλος και κάμποσοι φρουροί που στέκονταν γύρω από τους καθισμένους άρχοντες για να τους προστατέψουν σε περίπτωση κινδύνου.

Η Αρίνη νόμιζε ότι το όχημα πήγαινε αργά, καθώς βιαζόταν να φτάσει στην Ανατολική Αγορά, εκεί όπου είχε παρουσιαστεί το εξωδιαστασιακό δάσος. Νόμιζε ότι οι στρατιώτες στους δρόμους αργούσαν να διαλύσουν τα συγκεντρωμένα πλήθη. Διώξτε τους, ανίκανοι! Μην κάθεστε! Διώξτε τους! Η Αρίνη στεκόταν όρθια με τις γροθιές σφιγμένες, έχοντας προ πολλού σηκωθεί από τη δερμάτινη θέση της πίσω από τον Επόπτη και τη Θελρίτ. Φοβόταν ότι ίσως το δάσος να εξαφανιζόταν πάλι… αν και το λογικό μέρος του μυαλού της δεν το θεωρούσε αυτό και πολύ πιθανό. Αφού δεν επρόκειτο για αντικατοπτρισμό, αφού ήταν ένα πραγματικό, κανονικό δάσος, δεν μπορεί να εξαφανιζόταν έτσι απλά. Είχε διαπεράσει τα διαστασιακά τοιχώματα της Χάρνταβελ και είχε εισβάλει.

Οι στρατιώτες, όμως, της φαινόταν ότι αργούσαν να διώξουν τα τρομαγμένα πλήθη, και οι ερπύστριες του οχήματος τής φαινόταν ότι κινούνταν αργά, τόσο αργά, επάνω στις πλακόστρωτες οδούς.

Η Αρίνη ήθελε, αρχικά, να φύγει αμέσως μόλις ο Νιρμόδος τής είπε για το δάσος, αλλά εκείνος επέμενε να πάρουν και τον Υπεράρχη μαζί τους, και τη Θελρίτ, και τούτο το καταραμένο όχημα. Πράγμα που σήμαινε ότι έπρεπε να γίνουν κάποιες προετοιμασίες, και ότι η Αρίνη έπρεπε να περιμένει.

«Μπορώ να πάω εγώ πρώτη και να σας συναντήσω εκεί,» του είχε πει η Αρίνη.

«Αποκλείεται!» είχε αποκριθεί ο Νιρμόδος. «Είσαι η μοναδική μάγισσα του τάγματος των Ερευνητών που έχω εδώ, το μοναδικό άτομο που μπορεί ίσως να μου πει τι συμβαίνει· δε θέλω να γίνει κανένα παράξενο επεισόδιο και να σε χάσω.»

Το όχημα τώρα είχε μπει στην Ανατολική Αγορά. Τα πλήθη εδώ ήταν περισσότερα, και οι στρατιώτες τα διέλυαν πιο δύσκολα· αλλά η Αρίνη μπορούσε να δει, πάνω από τα κεφάλια της κοσμοπλημμύρας, την εισβολή. Μπορούσε να διακρίνει το μέρος, στο κέντρο της αγοράς, όπου είχε εισβάλει το εξωδιαστασιακό δάσος, και πάνω από τα δέντρα έβλεπε έναν ουρανό που, σίγουρα, δεν ήταν της Χάρνταβελ.

Μεγάλε Κρόνε! Μεγάλε Κρόνε, τα Γένια σου!

Ήταν εκπληκτικό! Απίστευτο! Ένα σημείο όπου η μία διάσταση είχε μπει μέσα στην άλλη! Μονάχα θεωρητικά είχε η Αρίνη ακούσει για τέτοια πράγματα – και τώρα, εδώ, το έβλεπε στην πραγματικότητα!

Οι στρατιώτες κατάφεραν να διαλύσουν το πλήθος, να το διώξουν γύρω από το σημείο της εισβολής, και το μακρύ όχημα πλησίασε, ενώ ο Ριχάρδος ο Τρίτος ακουγόταν να μουρμουρίζει ξανά και ξανά: «Για όνομα του Θεού… Για όνομα του Θεού…»

Ο δρόμος προς το εξωδιαστασιακό δάσος ήταν τώρα ανοιχτός· κανένας δεν ήταν εκεί κοντά… εκτός από καμια εικοσάδα άνθρωποι που ήταν, καταφανώς, ιερείς και Ιεροί Φρουροί. Αυτοί δεν είχαν απομακρυνθεί όταν οι στρατιώτες έδιωξαν τους υπόλοιπους· και οι στρατιώτες δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα γι’αυτό: οι ιερείς ήταν η ανώτατη εξουσία στη Χάρνταβελ.

Αλλά δεν θα με σταματήσουν απ’το να ερευνήσω αυτό το εκπληκτικό φαινόμενο! σκέφτηκε η Αρίνη, συνοφρυωμένη.

*

Η Βατράνια πλησίασε γρήγορα τον μάγο, καθώς έβλεπε το πλήθος από κάτω τους να διαλύεται και ένα μεγάλο ενεργειακό όχημα να έρχεται.

«Σθένελε! Οι Παντοκρατορικοί. Πάμε κάτω. Πάμε κάτω,» του είπε.

Εκείνος βλεφάρισε, καθώς πριν από μια στιγμή ήταν πλήρως απορροφημένος από το ξόρκι του. Κατάλαβε τα λόγια της Βατράνιας, είπε: «Εδώ πάνω δε θα μας δουν–»

«Είσαι σοβαρός; Τι νομίζεις ότι είναι; Πάμε! Κουνήσου!»

Ο Σθένελος κουνήθηκε, κατεβαίνοντας από την κεραμιδοσκεπή, και η Βατράνια τον ακολούθησε.

*

Τέσσερις ιερείς στάθηκαν στο δρόμο του οχήματος, πλαισιωμένοι από τους Ιερούς Φρουρούς τους.

Ο οδηγός το σταμάτησε.

«Ύψιστε Άρχοντα,» φώναξε ένας ιερέας, απευθυνόμενος στον Υπεράρχη, «το μέρος αυτό είναι καταραμένο. Καλύτερα να μείνετε μακριά, ώσπου ο Θεός να μας μιλήσει και να μας πει τι πρέπει να κάνουμε.» Η Αρίνη αναγνώριζε τον ιερέα: ονομαζόταν Μαλαχίας. Ήταν χρόνια εδώ, στον Ναό της Ερρίθιας.

Ο Νιρμόδος σηκώθηκε όρθιος από τη θέση του, καθώς κι οι υπόλοιποι σηκώνονταν. «Παραμερίστε, παρακαλώ, Μεγάλοι Πατέρες. Πρέπει να γίνει έρευνα.»

«Δεν με ακούσατε, Υψηλότατε; Το μέρος είναι καταραμένο!» επέμεινε ο Μαλαχίας. «Δεν βλέπετε τι έχει συμβεί;» Με μια απότομη χειρονομία, έδειξε την εισβολή. «Ένα δάσος, ξαφνικά, μέσα στην Ανατολική Αγορά της Ερρίθιας! Η Οργή του Θεού έπεσε επάνω μας! Επάνω στη Μεγάλη Πόλη! Και ίσως χειρότερα ν’ακολουθήσουν!»

«Επαναλαμβάνω,» είπε ο Νιρμόδος μοιάζοντας να χάνει την υπομονή του, «πρέπει να γίνει έρευνα. Τώρα, παραμερίστε.»

Για μερικές στιγμές κανένας δεν μίλησε, και η ατμόσφαιρα ήταν φορτισμένη. Ούτε οι ιερείς φαίνονταν πρόθυμοι να κάνουν πίσω ούτε ο Επόπτης.

Ο Υπεράρχης, τότε, είπε διπλωματικά στους ιερείς: «Μεγάλοι Πατέρες, νομίζω πως θα έπρεπε να αφήσουμε τον Υψηλότατο να ικανοποιήσει την περιέργειά του, αν αυτό είναι το θέλημα του Θεού.»

«Καταστροφές πλήττουν τη διάστασή μας, Ύψιστε Άρχοντα, η μία κατόπιν της άλλης,» είπε ο Εδουάρδος – ο ιερέας που είχε συναντήσει την Αρίνη στις αποβάθρες της Ερρίθιας, όταν εκείνη είχε φέρει εκεί το νεκρό γιγάντιο σκουλήκι. «Τα χωράφια μας ξεραίνονται χωρίς φανερή αιτία, υπογονιμότητα έχει παρατηρηθεί σε ζώα και σε ανθρώπους, φασματικά οράματα δαιμονικής φύσης παρουσιάζονται μπροστά στα μάτια Θεοφοβούμενων ανθρώπων· και παρά τις προσπάθειές μας να αντιστρέψουμε την κατάσταση, ελάχιστα έχουμε κατορθώσει. Όλα τούτα είναι σημάδια ότι ο Θεός είναι πολύ δυσαρεστημένος για κάποιον λόγο. Και τώρα – αυτό!» Ο Εδουάρδος έδειξε το δάσος. «Υπάρχει ο φόβος ότι μπορεί, γι’ακόμα μια φορά, να συμβεί ό,τι συνέβη στη Νεκρή Γη!»

Η φωνή του ιερέα είχε, για κάποιον λόγο, γεμίσει την ψυχή της Αρίνης με τρόμο. Γνώριζε ότι η Νεκρή Γη ήταν η ερημιά στο κέντρο της Χάρνταβελ: το μέρος όπου έλεγαν πως ο Θεός είχε ρίξει φωτιά κάποτε, πριν από αιώνες. Η Αρίνη προσπάθησε να διώξει τον ανόητο φόβο από μέσα της, κι ανακάλυψε ότι ήταν δύσκολο, λες και είχε γαντζωθεί με νύχια και με δόντια εκεί.

Ο Εδουάρδος συνέχιζε να μιλά: «Γιατί θα μπορούσε ο Θεός να είναι δυσαρεστημένος μαζί μας; έχουμε αναρωτηθεί πολλάκις, Ύψιστε Άρχοντα. Και μονάχα σε μία απάντηση καταλήγουμε κάθε φορά: Οι εξωδιαστασιακοί δεν ανήκουν πραγματικά εδώ!» είπε δείχνοντας τον Παντοκρατορικό Επόπτη. «Και δεν προσπαθούν να ταιριάξουν! Δεν σέβονται τον Θεό! Δεν θυσιάζουν όπως τους έχουμε ζητήσει! Αγνοούν τον Θεό, και Εκείνος έχει οργιστεί μαζί τους!»

«Αν ήμουν στη θέση σου, ιερέα,» αποκρίθηκε ο Νιρμόδος, «θα πρόσεχα τα λόγια μου! Έχετε ακόμα εξουσία σε τούτη τη διάσταση επειδή η Παντοκράτειρα έχει αποφασίσει να υποφέρει τη θρησκεία σας! Τώρα, υπακούστε στη διαταγή μου και κάντε πέρα! Εγώ δεν βρίσκομαι υπό την εξουσία σας!»

Η Αρίνη είδε τους Παντοκρατορικούς πολεμιστές παντού γύρω να ετοιμάζουν τα όπλα τους. Ο Νιρμόδος, δυστυχώς, ποτέ δεν ήταν και πολύ διπλωματικός με τους ιερείς, από τότε που ήρθε εδώ· πάντοτε παρορμητικός και απότομος. Γι’αυτό και ο Τέρι δεν τον εμπιστευόταν· φοβόταν ότι μπορεί να προκαλούσε αχρείαστες συγκρούσεις.

«Η βλασφημία σου δεν γνωρίζει όρια, Παντοκρατορικέ!» φώναξε ο Μαλαχίας, ενώ εκείνος κι οι άλλοι τρεις ιερείς έμοιαζαν να έχουν ξαφνικά μεταμορφωθεί σε κάτι άγριο: σαν να είχαν πάρει τα χαρακτηριστικά θηρίων.

Ο Ριχάρδος ανοιγόκλεισε το στόμα του χωρίς να βγει ήχος· η Αρίνη νόμιζε ότι ο Υπεράρχης ήταν τρομοκρατημένος, μην ξέροντας ποιον να υποστηρίξει.

Ο γιος του ο Ρανούλφος είπε, ξαφνιάζοντάς τους όλους: «Μεγάλοι Πατέρες, ζητώ προσωπικά συγνώμη για τον Επόπτη. Είναι, αναμφίβολα, ταραγμένος από το… συμβάν.» Έδειξε το δάσος. «Και ζητώ, επίσης, να του επιτρέψετε να πλησιάσει – υπό την επίβλεψή σας, ασφαλώς – για να κοιτάξει από πιο κοντά. Πράγμα το οποίο και εγώ και ο πατέρας μου, ο Υπεράρχης, θα επιθυμούσαμε να κάνουμε ούτως ή άλλως.»

Ο Ριχάρδος ένευσε, κι άγγιξε τον ώμο του μεγάλου γιου του, μοιάζοντας ευγνώμων για την παρέμβαση. «Ακριβώς,» είπε. «Θα επιθυμούσα κι εγώ ο ίδιος να δω από κοντά αυτό το… δάσος, αν είναι το θέλημα του Θεού.»

Ο ιερείς αλληλοκοιτάχτηκαν για μια στιγμή – τέσσερα αγρίμια που δεν χρειάζονταν λόγια για να επικοινωνήσουν αναμεταξύ τους – και τελικά ο Μαλαχίας είπε: «Πλησιάστε. Αλλά αυτό δεν αλλάζει το γεγονός ότι ο Θεός είναι οργισμένος από τη συμπεριφορά των εξωδιαστασιακών κι έχει αποφασίσει να μας φανερώσει επιτέλους το μέγεθος της οργής Του.»

Οι ιερείς και οι Ιεροί Φρουροί έφυγαν μπροστά από το μακρύ όχημα των Παντοκρατορικών, και ο οδηγός το πήγε κοντά στο δάσος και το σταμάτησε. Οι επιβάτες του κατέβηκαν, και η Αρίνη άκουσε τον Νιρμόδο να λέει στον Υπεράρχη: «Οι ιερείς σας, Άρχοντά μου, ξεχνάνε συνεχώς τη θέση τους.»

«Υψηλότατε, στη Χάρνταβελ η θέση των ιερέων είναι πάνω από κάθε άλλον άρχοντα. Πάντοτε έτσι ήταν.» Το βλέμμα του Ριχάρδου ήταν θυμωμένο, γιατί ο Επόπτης λίγο είχε λείψει να προκαλέσει, με τα λόγια του, αιματοχυσία μέσα στην Ανατολική Αγορά.

«Αυτό,» είπε ο Νιρμόδος, απόλυτα, «θ’αλλάξει.»

«Η προηγούμενη Επόπτρια, Υψηλότατε, είχε καταλάβει ότι–»

«Δε μ’ενδιαφέρει τι έκανε η προηγούμενη Επόπτρια, Άρχοντά μου! Τώρα είμαι εγώ εδώ, και εγώ δεν παίζω τα παιχνίδια κανενός θρησκευτικού ηγέτη. Θα βάλω μια σωστή τάξη σε τούτη τη διάσταση.»

Η Αρίνη δεν κάθισε ν’ακούσει περισσότερα· βηματίζοντας είχε φτάσει στο σημείο όπου οι διαστάσεις έμπαιναν η μία μέσα στην άλλη. Οι μπότες της πατούσαν στο χώμα του δάσους που είχε παραμερίσει τις πλάκες της αγοράς, συνθλίβοντάς τες και δημιουργώντας σωρούς από πέτρες γύρω.

Εκπληκτικό! Είναι εκπληκτικό…

Η Αρίνη έκανε ένα Ξόρκι Ενεργειακής Ανιχνεύσεως. Και δεν εντόπισε απολύτως τίποτα, όσο κι αν προσπάθησε. Δεν είχε απελευθερωθεί κανενός είδους ενέργεια με την εισβολή. Οι δύο διαστάσεις είχαν απλώς συγχωνευτεί. Τα διαστασιακά τοιχώματα που τις χώριζαν πρέπει να είχαν αραιώσει τόσο, σε τούτο το σημείο, που είχαν διαλυθεί.

Τι είναι, όμως, αυτό που προκάλεσε την αραίωση;

«Τι βλέπεις, μάγισσα;» Η φωνή του Νιρμόδου, πίσω της. «Τι συμβαίνει εδώ;»

Η Αρίνη τού είπε το συμπέρασμά της, και πρόσθεσε: «Πρέπει να πάμε μέσα, για να ερευνήσουμε. Να μάθουμε, κατ’αρχήν, ποια διάσταση είναι αυτή. Είναι γνωστή ή είναι κάποια καινούργια, άγνωστη διάσταση;»

Ο Νιρμόδος ένευσε. «Ναι,» είπε. «Θα οργανώσεις εσύ μια ομάδα έρευνας;»

«Φυσικά,» αποκρίθηκε η Αρίνη. «Θα πρέπει, βέβαια, να επιστρέψουμε πρώτα στα Ανάκτορα, για να μαζέψω κάποια πράγματα. Εν τω μεταξύ, κανένας άλλος δεν πρέπει να μπει εδώ· δεν έχουμε ιδέα τι μέρος ίσως να είναι αυτή η διάσταση.»

«Συμφωνώ,» είπε ο Νιρμόδος. «Θα περιτριγυρίσουμε την περιοχή με φρουρούς.»

«Και θα εξοργίσετε τον Θεό ακόμα περισσότερο;» είπε ο Εδουάρδος, που προφανώς είχε ακούσει τον Επόπτη από εκεί όπου στεκόταν, όχι πολύ μακριά από εκείνον και την Αρίνη.

Ο Νιρμόδος ήταν έτοιμος να απαντήσει – με κάτι απότομο και άκομψο, αναμφίβολα – αλλά η μάγισσα τον πρόλαβε. «Αυτό το άνοιγμα οδηγεί σε μια άλλη διάσταση, Μεγάλε Πατέρα,» είπε στον Εδουάρδο, απαντώντας όπως φανταζόταν πως κι ο Τέρι θα απαντούσε. «Μια άγνωστη διάσταση που πολύ πιθανόν να είναι επικίνδυνη. Είναι το θέλημα του Θεού να πάει εκεί κάποιος πιστός κατά λάθος;»

«Θα φροντίσουμε εμείς γι’αυτό,» είπε ο Εδουάρδος.

«Οι Ιεροί Φρουροί μπορούν να συνεργαστούν με τους στρατιώτες μας, τότε, αφού κι οι δύο επιθυμούμε το ίδιο. Έτσι, θα μοιράσουμε τη δουλειά και θα απασχολήσουμε λιγότερους από τους πολεμιστές μας – και εσείς και εμείς.»

Οι ιερείς δεν μπορούσαν να διαφωνήσουν μ’αυτό· η Αρίνη τούς είχε στριμώξει και το ήξερε – αλλά δεν άφησε καμία ικανοποίηση να φανεί στο πρόσωπό της, μην τυχόν και την παρεξηγήσουν.

«Καλώς,» είπε ο Μαλαχίας. «Εφόσον δέχεστε επιτέλους να κάνετε το έργο του Θεού, συμφωνούμε.»

Και οι ιερείς απομακρύνθηκαν.

«Τα πας καλά με τους ιερείς, μάγισσα,» παρατήρησε ο Νιρμόδος.

«Είμαι καιρό εδώ, Υψηλότατε, και είχα καλό δάσκαλο.»

*

Οι Παντοκρατορικοί έφυγαν από το σημείο της εισβολής, αλλά έβαλαν φρουρούς τους σ’όλη τη γύρω περιοχή, οι οποίοι φυλούσαν το μέρος μαζί με Ιερούς Φρουρούς σταλμένους από τον Ναό.

Δύο λευκοντυμένοι πολεμιστές της Παντοκράτειρας ζύγωσαν τους πέντε επαναστάτες και τους είπαν Δρόμο! Μακριά από δω· το μέρος είναι επικίνδυνο. Κανένας δεν το πλησιάζει – διαταγή του Επόπτη. Οι επαναστάτες, φυσικά, μη θέλοντας να τραβήξουν την προσοχή των εχθρών τους, δεν έφεραν αντίρρηση· χωρίς καθυστέρηση, απομακρύνθηκαν από το σοκάκι όπου είχαν παρακολουθήσει τον Παντοκρατορικό Επόπτη να λογοφέρνει με τους ιερείς.

Κι έτσι, τώρα βρίσκονταν σ’ένα άλλο σοκάκι, κοντά σ’ένα καπηλειό όπου πολύς κόσμος είχε μαζευτεί, πίνοντας και μιλώντας για την «Οργή του Θεού», τη λογομαχία του Επόπτη με τους ιερείς, το παράξενο δάσος, και τους αντικατοπτρισμούς. Επίσης, φαίνεται πως τώρα ήταν η ώρα ν’αρχίσουν όλοι να λένε πως είχαν έναν γνωστό ή συγγενή που είχε έναν γνωστό ή συγγενή που είχε δει το τάδε παράξενο. Κάτι πολύ κακό συνέβαινε στη Χάρνταβελ, κάτι πάρα πολύ κακό! Και ίσως οι ιερείς να είχαν δίκιο, ίσως οι Παντοκρατορικοί να το είχαν προκαλέσει με τα καμώματά τους! Δεν έκαναν θυσίες, και τι τρόπος ήταν αυτός με τον οποίο μιλούσε ο Επόπτης στους ιερείς! Απαράδεκτος. Τελείως απαράδεκτος.

«Πρέπει να πάμε μέσα,» είπε ο Σθένελος στους συντρόφους του.

«Στην άλλη διάσταση;» ρώτησε η Βατράνια.

Ο Σθένελος ένευσε.

«Δε θα μας αφήσουν να πλησιάσουμε,» είπε ο Εδμόνδος.

«Τα ξόρκια σου τι σου αποκάλυψαν;» ρώτησε η Βατράνια τον μάγο. «Τι συμβαίνει; Πώς εμφανίστηκε αυτό το δάσος;»

«Δεν υπάρχει τίποτα για να εντοπίσω. Τίποτα το ασυνήθιστο–»

«Τίποτα το ασυνήθιστο;»

«Εννοώ, σε ενεργειακό επίπεδο. Επιπλέον, αυτή δεν είναι κάποια διαστασιακή αλλοίωση. Απλά φαίνεται ότι τα διαστασιακά τοιχώματα έχουν διαλυθεί σ’εκείνο το σημείο, έτσι η μία διάσταση έχει περάσει μέσα στην άλλη.»

«Γιατί, όμως, να διαλυθούν αυτά τα διαστασιακά τοιχώματα, φίλε μου;» ρώτησε ο Εδμόνδος. «Τόσους αιώνες, μια χαρά άντεχαν.»

«Δεν ξέρω ακόμα τι μπορεί να προκάλεσε τη διάλυσή τους – γι’αυτό θέλω κιόλας να μπω στην άλλη διάσταση. Ίσως το πρόβλημα να μην είναι εδώ, στη Χάρνταβελ, αλλά εκεί.»

«Τι θα γίνει αν τα διαστασιακά τοιχώματα διαλυθούν παντού, σε κάθε μέρος της διάστασής μας;» θέλησε να μάθει ο Εδμόνδος.

«Πολύ πιθανόν και οι δύο διαστάσεις να καταστραφούν. Δε νομίζω ότι η μία είναι δυνατόν ν’αντέξει την παρουσία της άλλης – μιλάμε για ασύμβατα πράγματα. Αλλά, για την ώρα, πρέπει να βρούμε τρόπο να περάσουμε μέσα από το άνοιγμα,» τόνισε, έχοντας την αίσθηση ότι συνεχώς τον αγνοούσαν.

«Με τόσους φρουρούς γύρω του;» είπε ο Εδμόνδος. «Αδύνατον!»

«Πρέπει να βρούμε τρόπο!» επέμεινε ο Σθένελος. «Αλλιώς, τι κάνουμε εδώ; Πώς θα μάθουμε τι συμβαίνει;»

Η Βατράνια είπε: «Τη νύχτα, ίσως.»

«Ακόμα είναι μεσημέρι!» παρατήρησε ο Σθένελος.

«Λατρεύω τους άντρες που είναι έξυπνοι,» είπε η Βατράνια σταυρώνοντας τα χέρια της εμπρός της, «και έχουν υπομονή

Κεφάλαιο 23
Σκιερά Φίδια, Φωτεινός Θάνατος

Η Αρίνη δεν ήξερε τι ακριβώς θα είχε να αντιμετωπίσει περνώντας μέσα από το άνοιγμα των διαστασιακών τοιχωμάτων, επομένως σκέφτηκε πως το καλύτερο που είχε να κάνει ήταν να εξοπλιστεί με διάφορα πιθανώς χρήσιμα εργαλεία αλλά όχι με τίποτα το πολύ συγκεκριμένο ή δύσκολο στη μεταφορά. Επίσης, πήρε μαζί της ένα πιστόλι και μερικούς γεμιστήρες, για παν ενδεχόμενο. Αν και δε σκόπευε να πολεμήσει. Γι’αυτό, άλλωστε, θα τη συντρόφευαν ο Ανθυπολοχαγός Τάρθλος και έξι από τους μαχητές του. Αν χρειαζόταν, εκείνοι θα πολεμούσαν.

Καθώς έβαζε τους γεμιστήρες στον σάκο της και θηκάρωνε το πιστόλι στη ζώνη της, η Αρίνη σκέφτηκε πως δεν ήξερε καν αν σ’αυτή την άλλη διάσταση τα πυροβόλα όπλα λειτουργούσαν κανονικά. Διότι υπήρχαν διαστάσεις όπου δεν λειτουργούσαν καθόλου, ή υπολειτουργούσαν, ή ήταν πολύ επικίνδυνα να εκραγούν στα χέρια του χειριστή.

Η Αρίνη πήρε ένα θηκαρωμένο μακρύ ξιφίδιο του Τέρι και το έδεσε στον μηρό της, πάνω από το γκρίζο παντελόνι της. Θα πω στον Τάρθλος να φροντίσει και οι στρατιώτες του να πάρουν κάμποσα αγχέμαχα όπλα μαζί τους, καθώς και κανένα τόξο ή βαλλίστρα, γιατί ποτέ δεν ξέρεις…

Μετά, η Αρίνη πήγε να μιλήσει στον Ράβνομ’νιρ, τον Βιοσκόπο που ήταν προσαρτημένος στο τάγμα της Ταγματάρχη Νέλθα-Ριθ. Ήλπιζε ότι θα τη συνόδευε στο ταξίδι της. Η βοήθειά του ίσως αποδεικνυόταν πολύτιμη – ειδικά αν συναντούσαν παράξενες μορφές ζωής στην άλλη διάσταση.

Ο Ράβνομ’νιρ ήταν σε μια αίθουσα αναψυχής των Ανακτόρων μαζί με μερικούς στρατιώτες του τάγματος της Νέλθα-Ριθ. Φάνηκε να χαίρεται όταν είδε την Αρίνη, καθώς είχε ακούσει, φυσικά, για το δάσος στην Ανατολική Αγορά και ήθελε να μάθει περισσότερα. Με τους στρατιώτες, τώρα, γι’αυτό συζητούσαν. «Θα συμφωνήσεις, τότε, υποθέτω, να έρθεις μαζί μου για μια βόλτα στη γειτονική μας διάσταση,» του είπε η Αρίνη’σαρ. Ο Βιοσκόπος δεν δίστασε καθόλου να πει ναι· όπως όλοι τους στη Χάρνταβελ, έτσι κι εκείνος υπέφερε από βαρεμάρα. «Εξοπλίσου καλά, όμως,» τον προειδοποίησε η Ερευνήτρια· «δεν ξέρω τι μπορεί να συναντήσουμε. Το γιγάντιο σκουλήκι – που, σίγουρα, θα το θυμάσαι – απ’αυτά τα μέρη πρέπει να ήρθε.»

*

Βράδιαζε όταν τελικά η Αρίνη’σαρ και η ομάδα της πλησίασαν το άνοιγμα στα διαστασιακά τοιχώματα, και η μάγισσα παρατήρησε πως και στην άλλη διάσταση η ίδια ώρα πρέπει να ήταν. Πυκνές σκιές γέμιζαν το δάσος, και ο άγνωστος ουρανός ήταν σκοτεινιασμένος.

Ομόχρονες, λοιπόν. Είναι ομόχρονες μεταξύ τους. Ή, τουλάχιστον, οι χρόνοι τους ήταν πολύ κοντινοί· μπορεί να υπήρχε μια μικρή, αδιόρατη απόκλιση, αλλά αυτό δεν μετρούσε. Πρακτικά, ήταν ομόχρονες. Δε θάπρεπε να με παραξενεύει, όμως. Εξάλλου, αν δεν ήταν ομόχρονες, υποθέτω πως οι πιθανότητες τα διαστασιακά τοιχώματά τους να συνορεύουν θα ήταν λιγότερες.

«Ανάψτε τις λάμπες σας,» πρόσταξε η Αρίνη, και δύο στρατιώτες άναψαν ενεργειακές λάμπες με δυνατό λευκό φως.

Η μάγισσα και ο Ανθυπολοχαγός Τάρθλος πέρασαν πρώτοι το άνοιγμα των διαστασιακών τοιχωμάτων, και οι υπόλοιποι τούς ακολούθησαν, για να βρεθούν στην άγνωστη διάσταση και μέσα σ’ένα δάσος γεμάτο σκιές.

Που κάποιες κινούνταν.

Η Αρίνη έστρεψε το βλέμμα της και είδε ένα αιωρούμενο μακρύ φίδι να πετά, περιστρεφόμενο ανάμεσα και γύρω από τους μεγάλους κορμούς. «Εκεί!» είπε.

«Το έχω δει,» αποκρίθηκε ο Τάρθλος, έχοντας ήδη τραβήξει το πιστόλι του.

Η Αρίνη παρατήρησε το αιωρούμενο φίδι. Ήταν μαύρο, κατάμαυρο, κι έμοιαζε με οπτασία. «Ας το πλησιάσουμε. Θέλω να το φωτίσετε. Κι εσύ, Ράβνομ, έλεγξέ το με τη μαγεία σου.»

Η Αρίνη άκουσε τον Βιοσκόπο να μουρμουρίζει κάποιο ξόρκι, καθώς όλοι τους βάδιζαν προς το αιωρούμενο φίδι. Οι στρατιώτες είχαν τα όπλα τους έτοιμα, για την περίπτωση που μπορεί να δέχονταν επίθεση από το παράξενο πλάσμα· εκείνο, όμως, δεν τους επιτέθηκε: συνέχισε να περιστρέφεται (παιχνιδιάρικα, θα μπορούσε να πει κανείς) ανάμεσα και γύρω από τους κορμούς των δέντρων. Και, παρότι το δυνατό φως των ενεργειακών λαμπών το φώτιζε, η μορφή του εξακολουθούσε να φαίνεται σκοτεινή. Σαν σκιά είναι, παρατήρησε η Αρίνη. Σαν σκιά.

Ήταν έτοιμη να μιλήσει στον Ράβνομ’νιρ, αλλά ο μάγος την πρόλαβε. «Δεν είναι οργανικό πλάσμα, Αρίνη,» είπε. «Είναι τελείως αόρατο στα βιοσκοπικά ξόρκια μου. Κάποια ενεργειακή ή πνευματική οντότητα, πιθανώς.»

«Το φαντάστηκα…» μουρμούρισε η Αρίνη’σαρ· και υψώνοντας το χέρι της, έκανε ένα Ξόρκι Ενεργειακής Ανιχνεύσεως – κάτι πολύ απλό και γρήγορο για μια μάγισσα του τάγματος των Ερευνητών.

Το αιωρούμενο φίδι είχε τώρα απομακρυνθεί λίγο, αλλά δεν ήταν πέρα από τις μαγικές αισθήσεις της Αρίνης, και, όπως εκείνη το περίμενε, εντόπισε ενέργεια από τη μεριά του. Μια μορφή πρωταρχικής δύναμης που το αιωρούμενο φίδι δεν ήταν παρά η σκιά της, η προβολή της, ο τρόπος που η ανθρώπινη όραση μπορούσε να την αντιληφτεί.

Και υπήρχαν κι άλλες τέτοιες ενεργειακές οντότητες. Ολόγυρα.

Η Αρίνη, ξαφνιασμένη, κοίταξε γύρω. «Δεν είμαστε μόνοι μ’αυτό το φίδι,» είπε, κι έδειξε μέσα στις φυλλωσιές των δέντρων – εκεί, κι εκεί, κι εκεί.

Κι άλλα σκιερά φίδια αιωρούνταν.

«Είναι επικίνδυνα, κυρία;» ρώτησε ο Ανθυπολοχαγός Τάρθλος.

«Δεν ξέρω,» είπε η Αρίνη. «Πάντως, δε μοιάζουν εχθρικά· αλλιώς, λογικά, θα μας είχαν ώς τώρα επιτεθεί.»

Ο Τάρθλος ένευσε. «Ναι, μάλλον…» Η όψη του φανέρωνε, όμως, πως ήταν έτοιμος για κάποια πιθανώς ύπουλη επίθεση από τα αιωρούμενα φίδια.

Η Αρίνη έβγαλε τη φωτογραφική μηχανή από τον σάκο της και φωτογράφισε ένα από αυτά. Κοιτάζοντας όμως μετά τη μικρή οθόνη της μηχανής, είδε ότι το φίδι δεν υπήρχε στη φωτογραφία, παρά μόνο το δάσος. Το φαντάστηκα. Δεν φωτογραφίζονται.

«Προχωράμε,» είπε η Αρίνη. «Με προσοχή.»

Και βάδισαν μέσα στο δάσος, που δεν φαινόταν να έχει κάποια μεγάλη διαφορά από τα δάση της Χάρνταβελ. Τα φυτά του, μόνο, πρέπει να ήταν από διαφορετικά είδη, υπέθετε η Αρίνη. Ακόμα και τα φυτά που έμοιαζαν από διάσταση σε διάσταση είχαν ουσιαστικά μερικές διαφορές στη βιολογική δομή τους, όπως γνώριζε.

Καθώς προχωρούσαν, τα αιωρούμενα φίδια πλήθαιναν δεξιά κι αριστερά τους, περιστρεφόμενα γύρω από τους κορμούς των δέντρων κι ακολουθώντας τους.

«Δε μ’αρέσει αυτό, κυρία,» είπε ο Τάρθλος. «Μας κατασκοπεύουν.»

«Αν μας κατασκόπευαν, δεν θα ήθελαν να παραμείνουν κρυμμένα;» αποκρίθηκε η Αρίνη, και κούνησε το κεφάλι. «Όχι· περισσότερο με ιθαγενείς μού μοιάζουν οι οποίοι βλέπουν ξένους στα μέρη τους και έχουν παραξενευτεί.»

«Ίσως…» Ο Τάρθλος δεν κρατούσε πια το πιστόλι του· είχε βγάλει το τουφέκι του από τον ώμο.

«Τα πυροβόλα όπλα, πάντως, δεν νομίζω ότι θα μπορούν να βλάψουν αυτές τις οντότητες, Ανθυπολοχαγέ,» είπε η Αρίνη. «Όχι αν είναι καμωμένες αποκλειστικά από ενέργεια, όπως φαίνεται να είναι. Τι λες κι εσύ, Ράβνομ;»

«Συμφωνώ,» απάντησε ο Βιοσκόπος.

Δεν άργησαν να φτάσουν στις παρυφές του δάσους και να βρεθούν μπροστά σε μια ατέρμονη έρημο που απλωνόταν προς κάθε μεριά που μπορούσαν να κοιτάξουν, όλο ξερή άμμο και βράχους.

«Πολύ απότομη αλλαγή τοπίου…» παρατήρησε ο Ράβνομ’νιρ. Ακουγόταν παραξενεμένος.

Η Αρίνη στράφηκε να τον κοιτάξει, κι εκείνος είπε: «Το δάσος τελειώνει πολύ κοφτά, κι αμέσως ξεκινά ετούτη η έρημος. Δε μοιάζει φυσιολογικό – για οποιαδήποτε διάσταση.»

Η Αρίνη κοίταξε τον ουρανό. Ο ήλιος είχε πλέον δύσει και τρία φεγγάρια φαίνονταν εκεί, καταπράσινα, το ένα μεγαλύτερο και τα δύο μικρότερα, περίπου του ίδιου μεγέθους. Ούτε αυτά ούτε οι αστερισμοί θύμιζαν κάτι στην Ερευνήτρια. Δεν είναι κάποια διάσταση του Γνωστού Σύμπαντος, σκέφτηκε· και μετά, το είπε, κοιτάζοντας τον Ράβνομ’νιρ.

«Μια διάσταση που δεν έχουμε ακόμα ανακαλύψει;» ρώτησε εκείνος.

«Ναι, ίσως… Ή, ίσως, κάποια απομονωμένη διάσταση.» Όπως αυτή η Νόρχακ, την οποία είχε πρόσφατα ανακαλύψει ο προδότης σύζυγος της Παντοκράτειρας, ο Πρίγκιπας Τάμπριελ, και την οποία είχε φέρει με το μέρος της Επανάστασης. Τώρα, σκέφτηκε η Αρίνη, ανακάλυψα κι εγώ μια απομονωμένη διάσταση! Η Παντοκράτειρα, σίγουρα, θα με ανταμείψει. Εγώ κι ο Τέρι θα γίνουμε πολύ, πολύ σημαντικά πρόσωπα, σε κάποιο μέρος μακριά από τη Χάρνταβελ! Ή, ίσως, θα γίνουμε άρχοντες ετούτης της καινούργιας διάστασης!

Μετά, όμως, κοίταξε πάλι την έρημο, και το ξανασκέφτηκε. Θέλουμε πραγματικά να γίνουμε άρχοντες εδώ;…

«Θα προχωρήσουμε, κυρία;» ρώτησε ο Ανθυπολοχαγός Τάρθλος.

«Λίγο μόνο,» αποκρίθηκε η Αρίνη. «Δε νομίζω πως θα ήταν συνετό να προσπαθήσουμε να διασχίσουμε αυτή την έρημο με τα πόδια.»

Ο Τάρθλος δεν μίλησε αλλά η έκφραση στο πρόσωπό του έλεγε ότι συμφωνούσε απόλυτα.

Η άμμος έτριζε κάτω από τις μπότες της Αρίνης, καθώς ξεκίνησαν να βαδίζουν μέσα στην έρημο. Κριτς κρατς κρατς, έκανε με κάθε βήμα της μάγισσας και των υπολοίπων, λες και ήταν τελείως, τελείως ξερή. Τόσο ξερή που ο κάθε κόκκος της διαλυόταν σε μικρότερους κόκκους όταν την πατούσες.

Η Αρίνη θέλησε να διαπιστώσει αν αυτό ήταν αλήθεια ή μονάχα η εντύπωσή της. Πρόσταξε να σταματήσουν, και, στο φως των ενεργειακών λαμπών, πάτησε την άμμο, παρατηρώντας τη προσεχτικά. Ναι, μοιάζει να διαλύεται… σκέφτηκε. Αυτό το μέρος πρέπει να είναι πολύ παλιό. Πάρα, πάρα πολύ παλιό.

Σαν σκέλεθρο που αιώνες έχουν περάσει από πάνω του, και που αν το κλοτσήσεις κομματιάζεται.

Η Αρίνη έκανε πάλι νόημα στην ομάδα της να προχωρήσουν.

Μετά από λίγο, έφτασαν σ’ένα βραχώδες μέρος, και η μάγισσα σκαρφάλωσε πάνω σ’έναν από τους ψηλούς βράχους και, χρησιμοποιώντας τα κιάλια της, ατένισε ολόγυρα.

Παντού έρημος, κάτω από το πράσινο φως των τριών φεγγαριών. Το δάσος απ’το οποίο είχαν έρθει εκείνη κι οι σύντροφοί της φαινόταν να είναι το μοναδικό σημείο με βλάστηση εδώ.

Σαν κάποια καταστροφή να έπεσε πάνω σ’ετούτους τους τόπους… Σαν τα πάντα, ξαφνικά, να πέθαναν…

Φως. Από την άκρη του πεδίου όρασής της.

Αμέσως έστρεψε τα κιάλια της, ενώ από κάτω μπορούσε ν’ακούσει τους στρατιώτες να μιλάνε: «Τι είν’αυτό;» – «Τι φωτίζει έτσι;»

«Γαμώτο!…» Η Αρίνη κατέβασε τα κιάλια. Η ακτινοβολία ήταν πολύ δυνατή μέσα στη νύχτα. Η μάγισσα βλεφάρισε, για να ξεθολώσει την όρασή της, και στον ορίζοντα είδε κάτι φωτεινό να διακρίνεται. Να έρχεται πετώντας. Χτυπώντας πελώριες φτερούγες από φως. Γύρω του πλοκάμια απλώνονταν, ή νήματα, πράγματα που θύμιζαν κρόσσια ή ξέφτια υφάσματος, αλλά ήταν κι αυτά από φως.

Ακόμα μια ενεργειακή οντότητα;

Και έρχεται προς το μέρος μας. Πρέπει, κάπως, να ξέρει ότι είμαστε εδώ.

«Κυρία!» φώναξε ο Ανθυπολοχαγός Τάρθλος. «Μου φαίνεται επικίνδυνο. Καλύτερα να φύγουμε.»

Η Αρίνη συνοφρυώθηκε ατενίζοντας το φωτεινό πλάσμα. Είναι μακριά, πολύ μακριά, συμπέρανε, γνωρίζοντας ότι η έρημος μπορούσε να σε παραπλανήσει σχετικά με τις αποστάσεις. Αλλά δες με τι ταχύτητα έρχεται! Τη μια στιγμή ήταν μικρό, και μετά είχε, απότομα, μεγαλώσει κάμποσο. Έμοιαζε με πουλί, αλλά η Αρίνη ήταν αδύνατον να διακρίνει την ακριβή μορφή του.

Πήδησε από τον ψηλό βράχο.

«Πάμε,» είπε στον Τάρθλος, γιατί φοβόταν να συναντήσει αυτή την οντότητα, ό,τι κι αν ήταν. Ο Ανθυπολοχαγός, μάλλον, είχε δίκιο: πρέπει να ήταν επικίνδυνη.

Στράφηκαν προς το δάσος κι άρχισαν να βαδίζουν, εσπευσμένα, σαν να αισθάνονταν μια άμεση απειλή πίσω τους. Τα πόδια τους κλοτσούσαν την ξερή άμμο κι αυτή τιναζόταν ομιχλοειδώς μπροστά τους και διαλυόταν. Θα έλεγε κανείς ότι ήταν κάτι το φτιαχτό, κάτι το ψεύτικο.

Η Αρίνη έριξε μια ματιά πάνω απ’τον ώμο της, όταν άκουσε έναν στρατιώτη να λέει: «Έρχεται πιο γρήγορα!»

Η φωτεινή οντότητα, πράγματι, πρέπει να ερχόταν πιο γρήγορα τώρα. Φαινόταν πολύ πιο μεγάλη από πριν, παρότι εκείνοι απομακρύνονταν, και τα λαμπερά νήματα γύρω της είχαν πολλαπλασιαστεί σχηματίζοντας δίχτυ. Μας κυνηγά.

«Τρέξτε,» είπε η Αρίνη’σαρ στην ομάδα της. «Τρέξτε!»

Και έτρεξαν, σηκώνοντας μικρά σύννεφα άμμου γύρω τους.

Το δάσος ήταν ολοένα και πιο κοντά.

Το ίδιο, όμως, και η φωτεινή οντότητα, παρατήρησε η Αρίνη κοιτάζοντας πάλι πάνω απ’τον ώμο της. Το πετούμενο είχε πλησιάσει με τρομαχτική ταχύτητα, λες και όλα τούτα ήταν μέσα σε όνειρο. Η μορφή του, ωστόσο, δεν ήταν ευδιάκριτη· έμοιαζε να είναι ολόκληρο καμωμένο από νήματα παλλόμενου φωτός, νήματα που ξέφευγαν από τα άκρα και κυμάτιζαν στον αέρα, φτάνοντας πολλά απ’αυτά ώς κάτω, στην ξερή γη, δημιουργώντας ένα δίχτυ που έδινε στη μάγισσα την εντύπωση πως δεν μπορεί παρά να ήταν θανατηφόρο.

«Τρέξτε!» είπε η Αρίνη, λαχανιασμένα. «Τρέξτε!» ενώ σκεφτόταν: Μεγάλε Κρόνε, θα μπορέσει να περάσει κι αυτή η οντότητα στη Χάρνταβελ, μέσα από το άνοιγμα; Η σκέψη τη γέμιζε τρόμο.

Τα φωτεινά νήματα είχαν έρθει πιο κοντά· απλώνονταν, προσπαθώντας να τους φτάσουν, σαν να ήταν τα δάχτυλα μιας εξωπραγματικά πελώριας παλάμης.

Το πετούμενο φτεροκοπούσε, και η φωνή ενός δυνατού ανέμου ήρθε στ’αφτιά της Αρίνης χωρίς να φυσά άνεμος – η φωνή της φωτεινής οντότητας.

Ευτυχώς είχαν φτάσει στις παρυφές του δάσους, κι έτρεξαν ανάμεσα στους κορμούς και πίσω από τη βλάστηση, ελπίζοντας ότι ο κυνηγός τους θα έπαυε εδώ να τους καταδιώκει. Κοιτάζοντας πάνω απ’τον ώμο της, χωρίς να σταματήσει να τρέχει, η Αρίνη είδε τα λαμπερά (αναμφίβολα ενεργειακής φύσης) νήματα του πετούμενου να απλώνονται για να τους προφτάσουν – και να βρίσκουν, ξαφνικά, αντίσταση μέσα από το ίδιο το δάσος. Απομακρύνονταν σαν πλοκάμια που είχαν μόλις αγγίξει κάτι αφόρητα καυτό.

Η Αρίνη είδε τα σκοτεινά αιωρούμενα φίδια να διαγράφουν γρήγορες σπείρες και κύκλους γύρω κι ανάμεσα από τα δέντρα του δάσους. Ένας αλλόκοτος χορός που θύμιζε γλώσσα, μορφή επικοινωνίας. Ένα ξόρκι που κρατούσε την καταστροφική ιπτάμενη οντότητα μακριά.

«ΑΑααα!»

Η Αρίνη αισθάνθηκε το πόδι της να πιάνεται κάπου· σκόνταψε και έπεσε, χτυπώντας τα γόνατα και τους αγκώνες της στη γη, και το πλάι του κεφαλιού της επάνω στον κορμό ενός δέντρου. Χρώματα χόρεψαν μπροστά της.

«Κυρία!» Η φωνή του Ανθυπολοχαγού Τάρθλος. Το χέρι του έπιασε τον βραχίονά της προσπαθώντας να τη βοηθήσει να σηκωθεί.

«…Εντάξει,» είπε η Αρίνη καθώς πιανόταν επάνω στη λευκή στολή του και σηκωνόταν όρθια. «Είμαι ’ντάξει. Γι’αυτό πρέπει να κοιτάς μπροστά σου όταν τρέχεις,» πρόσθεσε προσπαθώντας να χαμογελάσει.

«Το τέρας δεν πλησιάζει εδώ,» είπε ένας στρατιώτης. «Δεν έρχεται, Ανθυπολοχαγέ, δεν έρχεται!»

«Τα αιωρούμενα φίδια,» εξήγησε η Αρίνη, τινάζοντας τα ρούχα της από το χώμα, «αυτά το κρατάνε μακριά.» Ο ένας της αγκώνας πρέπει να αιμορραγούσε, σίγουρα· το ίδιο και το ένα γόνατό της· αλλά θα τα φρόντιζε αυτά όταν ήταν στα Ανάκτορα του Υπεράρχη. Φτηνά την είχε γλιτώσει, έτσι απρόσεχτα όπως έτρεχε, κοιτάζοντας πίσω.

Τώρα, καθώς όλα τα μέλη της ομάδας της στέκονταν, έστρεψε πάλι το βλέμμα της προς την άκρη του δάσους, και είδε εκεί τα νήματα να προσπαθούσαν να περάσουν από διάφορα σημεία αλλά συνεχώς ν’αποτραβιούνται, ενώ τα σκιερά φίδια εξακολουθούσαν τον χορό τους. Η Αρίνη νόμιζε ότι μπορούσε σχεδόν να διακρίνει μέρος του επικοινωνιακού κώδικα που χρησιμοποιούσαν: σύμβολα, που διαγράφονταν στον αέρα από επαναλαμβανόμενες κινήσεις· λογικές αλληλουχίες· τμήματα που αποτελούσαν ψηφίδες μιας ευρύτερης εικόνας. Τα αιωρούμενα φίδια ήταν συναρπαστικά για το μυαλό της Ερευνήτριας. Σχεδόν εθιστικά.

Η φωτεινή οντότητα τώρα φτερούγιζε πάνω από τις παρυφές του δάσους, και μερικές φυλλωσιές ζάρωσαν εκεί όπου τις είχαν αγγίξει τα ενεργειακά νήματα: ζάρωσαν, μαύρισαν, έγιναν στάχτη, εξαφανίστηκαν. Αλλά μετά τα νήματα αποτραβήχτηκαν ξανά, απότομα, λες κι είχαν χτυπηθεί.

Αυτή η οντότητα… σκέφτηκε η Αρίνη, νομίζοντας ότι είχε φτάσει σ’ένα πολύ σημαντικό συμπέρασμα. Αυτή η ιπτάμενη οντότητα καταστρέφει ό,τι αγγίζει. Το διαλύει· το απορροφά, ίσως. Μπορεί να ευθύνεται για την ερήμωση ολόκληρου ετούτου του τόπου!

Τι είναι, όμως, τα σκιερά φίδια που προφυλάσσουν το δάσος; Οι φυσικοί εχθροί της;

Η Αρίνη’σαρ άρθρωσε τα λόγια για το Ξόρκι Ενεργειακής Ανιχνεύσεως, κι αισθάνθηκε να ζαλίζεται μόλις οι μαγικά διευρυμένες αισθήσεις της ήρθαν σε επαφή με την αχαλίνωτη ενεργειακή μορφή που ήταν η ιπτάμενη οντότητα.

Ήταν πανίσχυρη. Παλλόταν από ενέργεια που μετά βίας μπορούσε να συγκρατήσει.

Η Αρίνη έβγαλε, ακούσια, μια κραυγή και διέλυσε το ξόρκι.

«Πάμε,» είπε στον Τάρθλος που είχε στραφεί να την κοιτάξει. «Πάμε πίσω στη Χάρνταβελ.»

Ο Ανθυπολοχαγός δεν έφερε αντίρρηση, ούτε και κανένας άλλος.

Καθώς όμως βάδιζαν προς το άνοιγμα των διαστασιακών τοιχωμάτων, ο Ράβνομ’νιρ τη ρώτησε: «Τι είδες; Τι αισθάνθηκες;»

«Κάτι το καταστροφικό,» αποκρίθηκε η Αρίνη. «Η φωτεινή οντότητα είναι που πρέπει να έχει ερημώσει αυτές τις περιοχές.»

«Και τα φίδια;»

«Δεν ξέρω τι είναι. Το μόνο που έχω καταλάβει είναι ότι προφυλάσσουν ετούτο το δάσος. Η φωτεινή οντότητα ίσως να μην είναι από αυτή τη διάσταση, Ράβνομ: ίσως, κάπως, να ήρθε εδώ και να προσπαθεί να την καταστρέψει όλη, να την απορροφήσει. Είδες πώς ορισμένες φυλλωσιές διαλύθηκαν εκεί όπου τις άγγιξαν τα φωτεινά νήματα;»

Ο Βιοσκόπος ένευσε. «Ναι. Νομίζω πως απορροφά ζωτική ενέργεια, Αρίνη. Απορροφά τη ζωή από αυτή τη διάσταση, όποια κι αν είναι. Κι αν έρθει και στη Χάρνταβελ….»

Η Αρίνη ρίγησε άθελά της. Τι θα κάνουμε τότε; αναρωτήθηκε. Πώς θα σταματήσουμε μια τέτοια οντότητα; Δεν έχουμε τα κατάλληλα όπλα.

Φτάνοντας στο άνοιγμα των διαστασιακών τοιχωμάτων, πέρασαν δίχως καθυστέρηση στην Ανατολική Αγορά της Ερρίθιας. Και, καθώς έβγαινε από την άγνωστη διάσταση, η Αρίνη αισθάνθηκε κάτι που την παραξένεψε πολύ και την προβλημάτισε: Ένιωσε μέσα της – μέσα στην κοιλιά της, νόμιζε – ένα απότομο τράβηγμα, έναν πόνο, σαν ένα μέρος του εαυτού της να μην ήθελε να φύγει από την άγνωστη διάσταση αλλά να μείνει εκεί. Επειδή ανήκε εκεί.

Παράδοξο. Τελείως παράδοξο.

Και το ακόμα πιο παράδοξο ήταν πως η Αρίνη νόμιζε ότι αυτό είχε κάποια σχέση με το παιδί που μεγάλωνε στην κοιλιά της. Ωστόσο δεν μπορούσε να το εξηγήσει με κανέναν τρόπο· και έμεινε σιωπηλή, δαγκώνοντας τα χείλη της, καθώς ο πόνος τη διαπερνούσε και μετά διαλυόταν.

Τι σχέση μπορεί να έχει αυτή η διάσταση με το παιδί μου; αναρωτιόταν, ζαλισμένη, ενώ εκείνη κι η ομάδα της ανέβαιναν στα άλογα που είχαν αφήσει στην Ανατολική Αγορά υπό την επίβλεψη των φρουρών.

«Στα Ανάκτορα!» είπε η Αρίνη, και κάλπασαν.

Τι σχέση μπορεί να έχει αυτή η διάσταση με το παιδί μου;

Κεφάλαιο 24
Φωτιές και Πυροτεχνήματα

Οι επαναστάτες παρακολουθούσαν από απόσταση και, καθώς σουρούπωνε, είδαν να πλησιάζει το άνοιγμα μια έφιππη ομάδα Παντοκρατορικών. Οι περισσότεροι ήταν λευκοντυμένοι στρατιώτες, αλλά ανάμεσά τους είχαν και δύο μάγους που επάνω τους έφεραν αναγνωριστικά τα οποία τους διέκριναν. Ο ένας ήταν του τάγματος των Βιοσκόπων· η άλλη, που έμοιαζε για αρχηγός της αποστολής, του τάγματος των Ερευνητών.

«Αρίνη’σαρ τη λένε,» είπε ο Εδμόνδος. «Είναι από παλιά εδώ. Γυναίκα του Ταγματάρχη Τέρι Κάρμεθ.»

Οι Παντοκρατορικοί αφίππευσαν, πέρασαν μέσα από το άνοιγμα, και χάθηκαν στις σκιές του δάσους της άλλης διάστασης. Οι επαναστάτες έμειναν στο σοκάκι όπου ήταν κρυμμένοι και περίμεναν. Μετά από κάποια ώρα, οι Παντοκρατορικοί επέστρεψαν, πήραν τα άλογά τους, και έφυγαν καλπάζοντας.

«Αυτή είναι η ευκαιρία μας!» είπε ο Σθένελος.

Η Ισαβέλλα μόρφασε. «Δε βλέπω καμια ευκαιρία…»

Η Ιζαμπώ δεν είπε τίποτα, γιατί δεν του μιλούσε ύστερα από εκείνο το επεισόδιο στον Σιδερένιο Ξένο.

Ο Σθένελος κοίταξε τη Βατράνια, η οποία είχε την πλάτη της ακουμπισμένη στον τοίχο, λοξοκοιτάζοντας το δάσος που είχε εισβάλει στην Ανατολική Αγορά της Ερρίθιας. «Έχει βραδιάσει, δεν έχει βραδιάσει; Μπορούμε να βάλουμε το σχέδιό σου σ’εφαρμογή.»

«Δεν είναι βέβαιο ότι θα πιάσει,» του είπε η Βατράνια.

Ο Σθένελος μειδίασε. «Τι είναι βέβαιο σ’αυτή τη ζωή;»

«Θες πολύ να πας εκεί μέσα, ε;»

«Φαίνεται τόσο;»

«Δε θα μπορούσε ποτέ κανείς να πει ότι δεν είσαι εκδηλωτικός άντρας.»

Ο Σθένελος τής έριξε ένα ενοχλημένο βλέμμα.

Η Βατράνια γέλασε σιγανά, και στράφηκε στον Εδμόνδο. «Είσαι έτοιμος, Εδμόνδε;»

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνος, «αλλά θα προτιμούσα να μην το επιχειρήσετε. Κατ’αρχήν, αν ο πομπός σας δεν μεταφέρει σήμα μέσα από το άνοιγμα, ίσως να μη μπορείτε να επιστρέψετε.»

Ο Σθένελος κούνησε το κεφάλι. «Δε νομίζω, σου είπα· το σήμα πρέπει να μεταφέρεται, ειδικά άμα είσαι κοντά στο άνοιγμα.»

«Επιπλέον,» πρόσθεσε η Βατράνια, «μπορούμε να βγούμε κρυμμένοι ανάμεσα στα δέντρα που έχουν εισβάλλει στην αγορά, τώρα που είναι νύχτα. Κι από εκεί δεν θα έχουμε πρόβλημα να σε καλέσουμε για να κάνεις τον δεύτερο αντιπερισπασμό.»

Ο Εδμόνδος εξακολουθούσε να δείχνει διστακτικός. «Τέλος πάντων. Αλλά να προσέχετε.»

Η Βατράνια ένευσε. «Εννοείται.» Και έτριψε τον βραχίονά του, προτού του δώσει ένα φιλί στο μάγουλο.

Ύστερα, χωρίστηκαν. Ο Εδμόνδος και οι δύο χορεύτριες πήγαν από τη μια, ο Σθένελος’σαρ και η Βατράνια πήγαν από την άλλη.

Ο τροβαδούρος, φτάνοντας σ’έναν δρόμο της Ανατολικής Αγοράς που κανονικά ήταν εμπορικός αλλά τώρα, λόγω της εισβολής, έρημος, έβγαλε ένα ισχυρό πυροτέχνημα από τον σάκο του και ρώτησε την Ιζαμπώ και την Ισαβέλλα: «Έτοιμες, ομορφιές μου;»

Εκείνες, φορώντας κάπες και κουκούλες όπως ο Εδμόνδος (για να μην τύχει κανείς να τους αναγνωρίσει), έβγαλαν τις σφεντόνες τους. «Θα τα σπάσουμε όλα!» είπε η Ιζαμπώ, και η Ισαβέλλα γέλασε κι έκανε μια πιρουέτα.

Ο Εδμόνδος άναψε το πυροτέχνημα και το πέταξε μες στη μέση του πλακόστρωτου δρόμου. Δυνατό φως και σπίθες πετάχτηκαν, θυμίζοντας φωτιά. Η Ιζαμπώ κι η Ισαβέλλα εκτόξευσαν, αμέσως, πέτρες από τις σφεντόνες τους, διαλύοντας μερικά τζάμια, ενώ συγχρόνως ούρλιαζαν: Βοήθεια! Βοήθειααααα! Φωτιάαααα!

Οι πολεμιστές που ήταν τοποθετημένοι γύρω από το παράξενο δάσος – Ιεροί Φρουροί και Παντοκρατορικοί στρατιώτες – άκουσαν τις φωνές και τους ήχους θραύσης και είδαν τις λάμψεις που θύμιζαν φωτιά. Φοβούμενοι ότι κάτι είχε συμβεί, κάμποσοι απ’αυτούς άφησαν τις θέσεις τους και έτρεξαν.

Η Βατράνια και ο Σθένελος περίμεναν κρυμμένοι μέσα στο σκοτάδι, και μόλις είδαν τους φρουρούς να αραιώνουν εξαιτίας του αντιπερισπασμού του Εδμόνδου, έφυγαν από την κρυψώνα τους κι έτρεξαν προς τη βλάστηση που είχε εισβάλει στην Ανατολική Αγορά. Πέρασαν πίσω από την πλάτη μερικών φρουρών, χωρίς αυτοί να τους προσέξουν ή να τους ακούσουν μέσα στον σαματά, και χώθηκαν στο εξωδιαστασιακό δάσος. Από εκεί το άνοιγμα των διαστασιακών τοιχωμάτων δεν ήταν μακριά, και ήταν αφρούρητο.

Ο Σθένελος και η Βατράνια μπήκαν στην άλλη διάσταση και βρέθηκαν, αναμενόμενα, μέσα σ’ένα δάσος.

«Τι βλέπεις, λοιπόν, επιστήμονα;» ρώτησε εκείνη.

«Μόλις ήρθαμε! Τι να δω;»

Ο Σθένελος βάδισε, και η Βατράνια τον ακολούθησε ανάβοντας έναν φακό, για να βλέπουν κι οι δυο τους πού πατούσαν. «Μπορεί αυτή να είναι κάποια γνωστή διάσταση;» ρώτησε.

«Δεν ξέρω. Ίσως. Ή ίσως και όχι: ίσως να είναι τελείως άγνωστη.»

Η Βατράνια σταμάτησε απότομα, τραβώντας το πιστόλι της. Γύρω απ’τον κορμό ενός δέντρου είχε δει να περιστρέφεται ένα μακρύ, μαύρο φίδι, αιωρούμενο. «Το βλέπεις αυτό;»

«Δεν είμαι τυφλός,» αποκρίθηκε ο Σθένελος. Και συνοφρυώθηκε. «Δε σου θυμίζει αυτό που έλεγαν σ’εκείνο το χωριό – το Σκυφτοχώρι;»

«Τι έλεγαν;»

«Ότι είδαν έναν αντικατοπτρισμό: ένα δάσος, και μέσα στο δάσος μαύρα φίδια που αιωρούνταν.»

«Τώρα που το λες, ναι, αυτό μάς είπαν…»

«Ετούτο εδώ το δάσος πρέπει να ήταν.»

«Μα, τότε, γιατί εμφανίστηκε στην Ερρίθια και όχι στο χωριό τους;» απόρησε η Βατράνια.

«Για διάφορους λόγους μπορεί να έγινε αυτό. Κατ’αρχήν, οι διαστάσεις δεν είναι σαν πλάκες που βάζεις τη μία πλάι στην άλλη και έρχονται σε επαφή σε συγκεκριμένα σημεία· δεν είναι καν σαν κύβοι ή σφαίρες.»

«Και πώς σκατά είναι;»

«Δεν έχουν σχήμα που μπορεί να εκφραστεί με τη συμβατική γεωμετρία.»

«Αυτά λες όταν θέλεις να εντυπωσιάσεις τις γυναίκες;»

«Μιλάω σοβαρά!»

Η Βατράνια μειδίασε, αλλά από την έκφρασή του έκρινε ότι ο μάγος είχε τσαντιστεί. «Ηρέμησε,» του είπε. «Αστειεύομαι.»

Ο Σθένελος στράφηκε στο αιωρούμενο φίδι, και βάδισε προς τη μεριά του. Η Βατράνια τον ακολούθησε, με το πιστόλι της έτοιμο. Το αιωρούμενο φίδι απομακρύνθηκε, πετώντας. Μερικά ακόμα παρόμοια φίδια παρουσιάστηκαν, χορεύοντας ανάμεσα στα δέντρα.

«Δε μοιάζουν εχθρικά,» παρατήρησε η Βατράνια.

Ο Σθένελος έκανε ένα Ξόρκι Ενεργειακής Ανιχνεύσεως.

«Τι ήταν αυτό;» ρώτησε η Βατράνια, όταν είδε το βλέμμα του να παύει να είναι απλανές σαν να κοιτούσε σε κάποιο μέρος που μονάχα εκείνος μπορούσε να δει.

«Τα φίδια δεν είναι φίδια. Είναι ενεργειακές οντότητες. Αυτή είναι απλά η προβολή τους: ο τρόπος που εμείς τα αντιλαμβανόμαστε.»

«Με τη μαγεία σου το ανακάλυψες αυτό;»

«Δεν υπάρχει άλλος τρόπος.»

Ο Σθένελος έβγαλε τη φωτογραφική μηχανή του και τράβηξε δύο φωτογραφίες τα φίδια. «Το φαντάστηκα,» είπε, όταν είδε μετά ότι στην οθόνη της μηχανής οι ενεργειακές οντότητες δεν φαίνονταν. «Δε φωτογραφίζονται.

»Θα ήταν, πάντως, ενδιαφέρον να πιάσουμε ένα,» πρόσθεσε. «Για μελέτη.»

«Και πώς σκοπεύεις να το κάνουμε αυτό;» απόρησε η Βατράνια, που δεν της φαινόταν καθόλου εύκολο να πιάσουν ένα από τούτα τα ιπτάμενα πλάσματα που στριφογύριζαν τόσο ευέλικτα και γρήγορα γύρω από τα δέντρα.

«Δεν είμαι βέβαιος ότι θα τα καταφέρω,» αποκρίθηκε ο Σθένελος, «αλλά μπορώ να προσπαθήσω.»

«Άστο, καλύτερα,» είπε η Βατράνια. «Ίσως νάναι επικίνδυνο. Ίσως να τα θυμώσεις.»

Ο Σθένελος δίστασε για μια στιγμή, έπειτα είπε: «Δε νομίζω. Ή θα πιάσει ή δε θα πιάσει.»

Η Βατράνια ήθελε να διαφωνήσει, αλλά μετά σκέφτηκε ότι ο Σθένελος ήταν μάγος και, δεν μπορεί, σίγουρα θα ήξερε κάτι περισσότερο από εκείνη για ένα τέτοιο θέμα.

Ο Σθένελος έβγαλε ένα γυάλινο δοχείο από τον σάκο του και τράβηξε το πώμα.

«Μη μου πεις ότι σκοπεύεις να κλείσεις το φίδι εκεί μέσα,» είπε η Βατράνια.

«Ακριβώς αυτό σκοπεύω να κάνω. Δεν είναι κανονικό δοχείο ετούτο.» Το γύρισε ανάποδα, ώστε να φανεί η κάτω μεριά του. «Έχει μπαταρία.» Ξεβίδωσε το καπάκι της βάσης, και μέσα φάνηκε μια μπαταρία και καλώδια. «Στο εσωτερικό του γυαλιού,» εξήγησε ο Σθένελος, βιδώνοντας πάλι το καπάκι και πατώντας ένα κουμπί στην κάτω μεριά του δοχείου, «υπάρχουν κι άλλα καλώδια, πολύ μικρά για να τα δεις με γυμνό μάτι. Φορτίζουν το δοχείο με ενέργεια έτσι ώστε να μπορεί να αποτελέσει αποτελεσματική φυλακή για… ασυνήθιστα πράγματα.»

«Έχεις κι άλλα τέτοια μπιχλιμπίδια μαζί σου;»

«Είναι κάτι συγκεκριμένο που σ’ενδιαφέρει;»

Η Βατράνια δεν ήξερε αν είχε προσπαθήσει να την ειρωνευτεί, κι έτσι δεν απάντησε αμέσως. Ο Σθένελος στράφηκε απ’την άλλη και ύφανε ένα Ξόρκι Ενεργειακού Ελέγχου, αρθρώνοντας τα κατάλληλα λόγια και κάνοντας περίπλοκες χειρονομίες. Απλώνοντας τις αισθήσεις του προς ένα από τα αιωρούμενα φίδια το οποίο στροβιλιζόταν γύρω από κάτι φυλλωσιές, προσπάθησε να στρέψει την ενεργειακή ροή που το σχημάτιζε προς τη μεριά του, και προς το δοχείο που κρατούσε έτοιμο εμπρός του. Ήταν σαν να πιάνει, με αόρατα δάχτυλα, την άκρη ενός σύρματος και να την τραβά ελαφρά, προσεχτικά, πολύ προσεχτικά, ώστε το σύρμα να στραφεί προς τα εκεί όπου εκείνος ήθελε, χωρίς η επιρροή του να γίνει και πολύ φανερή.

Το αιωρούμενο φίδι έφυγε από τις φυλλωσιές και, κινούμενο σπειροειδώς μέσα στον αέρα, σαν να ακολουθούσε τις οδηγίες κάποιου συγκεκριμένου χορού, ζύγωσε τον Σθένελο, ζύγωσε το ανοιχτό δοχείο… ενώ η Βατράνια κοίταζε χωρίς να μιλά και χωρίς καθόλου να κουνιέται, φοβούμενη ότι μπορεί να χαλούσε το ξόρκι του μάγου.

Το αιωρούμενο φίδι μπήκε στο δοχείο. Ο Σθένελος έπαψε τη χρήση του Ξορκιού Ενεργειακού Ελέγχου και έκλεισε το πώμα. Το φίδι περιστράφηκε στο εσωτερικό του δοχείου, σχηματίζοντας κύκλο, μοιάζοντας να δαγκώνει την ουρά του.

Μετά, πέρασε μέσα από το γυαλί και έφυγε, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.

«Τι!» έκανε ο Σθένελος, ξαφνιασμένος.

Η Βατράνια γέλασε.

«Αυτό,» είπε ο Σθένελος, «δεν θα έπρεπε να είχε συμβεί!»

«Τότε, πώς συνέβη;»

Ο μάγος κούνησε το κεφάλι. «Μάλλον, είναι πιο ισχυρά απ’ό,τι φαίνονται.»

«Δε φαίνονται ισχυρά,» είπε η Βατράνια· «σα σκιές είναι.»

«Εννοώ, από ενεργειακής άποψης. Τέλος πάντων, δεν πειράζει…» Αναστέναξε, βάζοντας πάλι το δοχείο στον σάκο του. «Πάμε να δούμε τι άλλο υπάρχει εδώ.»

Βάδισαν μέσα στο δάσος, βλέποντας τα αιωρούμενα σκιερά φίδια να περιστρέφονται εδώ κι εκεί, χωρίς να φαίνεται να τους έχουν κρατήσει κακία για ό,τι είχε επιχειρήσει ο Σθένελος.

«Πρέπει να είναι κάποιου είδους στοιχειακές οντότητες,» είπε ο μάγος σαν να μιλούσε περισσότερο στον εαυτό του. «Δε μοιάζουν να έχουν νοημοσύνη ή κάποιο συγκεκριμένο σκοπό. Απλά περιφέρονται εδώ πέρα… Ναι, στοιχειακές οντότητες, γηγενείς της συγκεκριμένης διάστασης…»

«Και ποια είναι αυτή η διάσταση; Έχεις, μήπως, τώρα καμια ιδέα;» ρώτησε η Βατράνια.

«Δε νομίζω να είναι γνωστή. Ίσως, μάλιστα, να ήταν απομονωμένη μέχρι στιγμής· ποιος ξέρει; Θα το ανακαλύψουμε.»

«Πρέπει να επιστρέψουμε σύντομα, όμως· μην το ξεχνάς. Δεν ήρθαμε εδώ για να διανυκτερεύσουμε.»

«Δεν το ξεχνάω,» είπε ο Σθένελος, ενοχλημένα. «Αλλά, ακόμα κι αν το ξεχνούσα, είμαι βέβαιος ότι εσύ θα μου το θύμιζες.»

Κάποιος απ’τους δυο μας πρέπει να ξέρει τι του γίνεται, σκέφτηκε η Βατράνια.

Προχώρησαν μέσα στο δάσος ώσπου βρέθηκαν στις παρυφές του, οι οποίες δεν ήταν και τόσο μακριά. Και εμπρός τους αντίκρισαν ν’απλώνεται μια έρημος ώς εκεί όπου έφτανε η ματιά τους, κάτω από το φως τριών πράσινων φεγγαριών.

«Τι γίνεται εδώ;» είπε η Βατράνια, σβήνοντας τον φακό της για να μη χαλάει ενέργεια. «Τελειώνει ο κόσμος;»

«Δεν ξέρω για τον κόσμο, πάντως το δάσος τελειώνει μάλλον αφύσικα.»

«Τι σημαίνει αυτό;»

«Τελειώνει απότομα, και ξαφνικά αρχίζει η έρημος.» Ο Σθένελος γονάτισε στο ένα γόνατο κι έπιασε την άμμο, την έκλεισε μέσα στη γροθιά του, και στο πράσινο φως των φεγγαριών την είδε να θρυμματίζεται. Ξερή, τελείως ξερή. «Χμμμ…»

«Τι;»

Ακόμα γονατισμένος, είπε: «Κάτι συνέβη εδώ, Βατράνια. Κάτι κατέστρεψε τούτα τα μέρη, αφήνοντας, για κάποιο λόγο, το δάσος ανέπαφο. Αυτή εδώ η άμμος δεν είναι όπως σε άλλες ερήμους. Πιο πολύ σαν στάχτη είναι. Άγγιξέ την.»

Η Βατράνια άναψε πάλι τον φακό της, γονάτισε κι εκείνη, και πήρε λίγη άμμο στη χούφτα της. Την έτριψε ανάμεσα στα δάχτυλά της. «Πράγματι,» συμφώνησε, και πέταξε πάλι την άμμο κάτω.

«Αναρωτιέμαι τι να υπάρχει μετά απ’αυτή την έρημο…» είπε ο Σθένελος κοιτάζοντας τον ορίζοντα.

«Ό,τι κι αν είναι, δεν θα το ανακαλύψουμε τώρα. Πάμε πίσω, καλύτερα.» Η Βατράνια σηκώθηκε όρθια.

Ο Σθένελος σηκώθηκε επίσης. Έβγαλε τη φωτογραφική μηχανή του και τράβηξε μια φωτογραφία την έρημο. «Πάμε,» είπε, κάπως δυσαρεστημένα.

«Μην κάνεις σα να σου πήραν το γλειφιτζούρι,» του είπε η Βατράνια, καθώς διέσχιζαν το δάσος ξανά, με τα αιωρούμενα σκιερά φίδια να περιφέρονται γύρω τους.

«Είπα κάτι;»

«Απλώς λέω… Δεν υπάρχει τίποτ’άλλο εδώ για να δούμε. Υπάρχει;»

«Είναι μια καινούργια διάσταση, Βατράνια: σίγουρα υπάρχουν διάφορα πράγματα να ερευνήσουμε. Αν μόνο δεν ήταν οι καταραμένοι Παντοκρατορικοί!…»

«Δυστυχώς, όμως, είναι

Πλησίασαν το άνοιγμα στα διαστασιακά τοιχώματα και σταμάτησαν να κινούνται, καθώς μπορούσαν να δουν την Ανατολική Αγορά από εδώ. Γονάτισαν πίσω από έναν θάμνο, για κάλυψη, και ο Σθένελος έβγαλε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό του και κάλεσε τον Εδμόνδο.

«Σθένελε;» ήρθε η φωνή του τροβαδούρου από το μεγάφωνο, έτσι που μπορούσαν να την ακούσουν και ο μάγος και η Βατράνια. Τελικά, το σήμα περνούσε μέσα από το άνοιγμα, κανονικά.

«Ναι, εγώ είμαι. Είμαστε έτοιμοι να έρθουμε.»

«Καλώς.»

Η επικοινωνία τερματίστηκε.

Ο Σθένελος και η Βατράνια σηκώθηκαν και πέρασαν μέσα από το άνοιγμα, για να κρυφτούν αμέσως στη βλάστηση που είχε εισβάλει στην Ανατολική Αγορά της Ερρίθιας. Οι φρουροί δεν ήταν μακριά. Αν ο τροβαδούρος δεν κατόρθωνε να τους παραπλανήσει, η Βατράνια και ο Σθένελος θα ήταν αδύνατον να φύγουν απαρατήρητοι.

*

Οι φρουροί είχαν, τελικά, δει ότι η όλη υπόθεση δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα πυροτέχνημα και μερικά σπασμένα παράθυρα. Ο Εδμόνδος και οι δύο χορεύτριες, φυσικά, είχαν απομακρυνθεί όταν οι στρατιώτες έφτασαν εκεί· έτσι, ο τροβαδούρος μπορούσε μόνο να κάνει υποθέσεις: και υπέθετε ότι οι φρουροί πρέπει να είχαν νομίσει πως τη φασαρία προκάλεσαν κάποιοι ντόπιοι επαναστάτες απλά και μόνο για να τους παρενοχλήσουν. Λογικά δεν υπήρχε άλλη εξήγηση. Και ο Εδμόνδος δεν πίστευε ότι οι φρουροί θα σκέφτονταν πως το πυροτέχνημα ήταν αντιπερισπασμός προκειμένου κάποιος να γλιστρήσει μέσα στο παράξενο δάσος. Εξάλλου, μετά, δεν είχε δει ούτε τους πολεμιστές της Παντοκράτειρας ούτε τους Ιερούς Φρουρούς να πηγαίνουν προς τα εκεί με πρόθεση να καταδιώξουν.

Όπως και νάχε, ο Εδμόνδος ήξερε πως αυτή τη φορά θα χρειαζόταν να κάνει κάτι πιο σοβαρό για να τους ανησυχήσει· ένα πυροτέχνημα και μερικές πέτρες στα τζάμια καταστημάτων δεν θα αρκούσαν.

«Δεν το συνηθίζεις να κάνεις καταστροφές στα μαγαζιά αθώων ανθρώπων, Εδμόνδε,» του είπε η Ισαβέλλα.

«Μπλέξαμε με κακές παρέες τώρα,» αποκρίθηκε εκείνος· και, έχοντας χώσει ένα μαντήλι μέσα σ’ένα μπουκάλι κρασί, άναψε την άκρη του με τον ενεργειακό του αναπτήρα. Σήκωσε το μπουκάλι και το πέταξε πάνω σ’ένα κλειστό παράθυρο.

Το μπουκάλι θρυμματίστηκε, και το ξύλινο πατζούρι άρπαξε φωτιά.

Η Ιζαμπώ και η Ισαβέλλα εκτόξευσαν πέτρες με τις σφεντόνες τους επάνω σε τζαμιά, ουρλιάζοντας συγχρόνως: Φωτιά! Φωτιά! Φωτιάααα!

Ο Εδμόνδος άναψε ακόμα ένα μπουκάλι που είχε ετοιμάσει και το πέταξε κι αυτό.

Ύστερα, εκείνος κι οι δύο χορεύτριες έγιναν καπνός. Εξαφανίστηκαν μέσα στα σκοτεινά στενορύμια της Ερρίθιας.

Και δύο στρατιώτες ήρθαν τρέχοντας – ένας της Παντοκράτειρας κι ένας Ιερός Φρουρός – νομίζοντας ότι, πάλι, δεν ήταν τίποτα περισσότερο από πυροτεχνήματα. Βλέποντας όμως πως επρόκειτο για κανονική φωτιά, πήγαν αμέσως να ειδοποιήσουν κι άλλους, φωνάζοντας.

*

«Ο αντιπερισπασμός ξεκίνησε,» παρατήρησε η Βατράνια, ακούγοντας τις φωνές και βλέποντες σκιές να τρέχουν, καθώς και το αντιφέγγισμα της φωτιάς πάνω κι ανάμεσα από τα οικοδομήματα της Ερρίθιας.

«Αυτοί, όμως, δε λένε να φύγουν,» είπε ο Σθένελος, αναφερόμενος στους φρουρούς πιο κοντά στο εξωδιαστασιακό δάσος.

«Ούτε και την άλλη φορά είχαν φύγει όλοι. Φτάνει που είναι απασχολημένοι,» αποκρίθηκε η Βατράνια, και βγήκε απ’την κρυψώνα τους, πηγαίνοντας γρήγορα από πυκνή σκιά σε πυκνή σκιά, σκυφτή.

Ο Σθένελος, αν και ένιωθε κάπως αβέβαιος (δεν είχε ξαναμπλέξει σε παρόμοια κατάσταση, όσο βοηθούσε την Επανάσταση στην Απολλώνια), την ακολούθησε μιμούμενος τις κινήσεις της.

«Εσείς! Σταματήστε!»

Κάποιος τούς είδε καθώς έβγαιναν από το δάσος.

«Τρέξε!» είπε η Βατράνια στον Σθένελο, δείχνοντας προς μια μεριά.

Εκείνος έτρεξε, κι η Βατράνια ήρθε αμέσως δίπλα του, επίσης τρέχοντας.

Ο στρατιώτης που τους είχε προσέξει – ένας Παντοκρατορικός, είχε δει η Βατράνια – πυροβόλησε με το τουφέκι του. Η ριπή δεν χτύπησε κανέναν τους, αλλά η Βατράνια ήταν σίγουρη πως ήταν προειδοποιητική.

«Σταματήστε!» φώναξε πάλι ο στρατιώτης· κι αμέσως μετά: «Σταματήστε τους! Δεν τους βλέπετε; – εκεί, εκεί!» Και πυροβόλησε ξανά – αυτή τη φορά όχι προειδοποιητικά, νόμιζε η Βατράνια – αλλά και πάλι αστόχησε, καθώς εκείνη κι ο Σθένελος είχαν πια απομακρυνθεί.

Ο φρουρός, όμως, δεν ήταν μόνος του: παρά τον αντιπερισπασμό του Εδμόνδου, ένα σωρό ήταν γύρω και προσπάθησαν να κυκλώσουν τους δύο επαναστάτες.

Η Βατράνια πυροβόλησε μια Παντοκρατορική πολεμίστρια και την είδε να πέφτει ουρλιάζοντας.

«Φύγε,» είπε στον Σθένελο, «φύγε!» καθώς στρεφόταν για να ξαναπυροβολήσει, προσπαθώντας να τους κρατήσει μακριά.

«Τι; Όχι, δε σ’αφήν–!»

«Φύγε, ηλίθιε! Φύγε! Θα έρθω μετά.»

Και τον άκουσε να τρέχει πίσω της, καθώς εκείνη καλυπτόταν δίπλα σ’ένα σταματημένο κάρο και ξαναπυροβολούσε. Εχθρικές σφαίρες χτύπησαν πάνω στο κάρο, κάνοντας μικρά κομμάτια ξύλου να τιναχτούν.

Μια μορφή δίπλα της!

Η Βατράνια έκανε να στρέψει το πιστόλι της– Ένα σπαθί το χτύπησε, πετώντας το απ’το χέρι της. Ένας Ιερός Φρουρός ήταν εμπρός της, με το πρόσωπό του κρυμμένο μέσα στο ψυχρό σιδερένιο κράνος του.

Η Βατράνια πετάχτηκε πίσω, τράβηξε το ξιφίδιο από τη μπότα της.

Σκιές έρχονταν από παντού γύρω. «Πέτα το όπλο σου!» φώναξε κάποιος.

Πανικός την έπιασε, αλλά πάλεψε να τον κάνει να μη θολώσει το μυαλό της· προσπάθησε να φύγει από τη μεριά που της φαινόταν πιο ανοιχτή. Αν κατόρθωνε να χαθεί μες στα σοκάκια–

Το ξίφος του Ιερού Φρουρού βρέθηκε εμπρός της. Η Βατράνια το παραμέρισε με το ξιφίδιό της· πέρασε, σκύβοντας, κάτω από τη μεγάλη λεπίδα κι έτρεξε. Ένας Παντοκρατορικός ήρθε από το πλάι, γρήγορα· η πίσω μεριά του τουφεκιού του τη χτύπησε στα πλευρά, κάνοντάς τη να παραπατήσει.

Όχι!

Η Βατράνια πιάστηκε από έναν τοίχο.

Μια πολεμίστρια της Παντοκράτειρας τη ζύγωσε, προσπαθώντας να την αρπάξει και να την ακινητοποιήσει. Η Βατράνια τη σπάθισε ημικυκλικά στην κοιλιά, χωρίς να καταφέρει να της κάνει βαθύ τραύμα αλλά απωθώντας την και σχίζοντας τη λευκή στολή της, η οποία κοκκίνισε. Κάποιος χτύπησε τη Βατράνια στο πόδι, από πίσω, κάνοντάς τη να τρίξει τα δόντια και να παραπατήσει ξανά. Η τραυματισμένη πολεμίστρια τής έπιασε το χέρι που κρατούσε το ξιφίδιο, της έστριψε τον καρπό· η Βατράνια ούρλιαξε καθώς το όπλο έφευγε απ’τη γροθιά της. Κάποιος ήταν πίσω της, τύλιξε τα χέρια του γύρω της. Ο αγκώνας της τον κοπάνησε στο σαγόνι, αποτινάζοντάς τον. Η Βατράνια επιχείρησε να κλοτσήσει την πολεμίστρια εμπρός της· εκείνη τής έπιασε το πόδι (Σκατά!), το τράβηξε βίαια, η Βατράνια έχασε την ισορροπία της, η μπότα της έφυγε μένοντας στα χέρια της Παντοκρατορικής–

–και η Βατράνια κατέληξε στο πλακόστρωτο του δρόμου, πέφτοντας πάνω στον ώμο του χεριού που είχε στρίψει η αντίμαχός της. Ο πόνος την παρέλυσε προς στιγμή.

Ένα βαρύ, μποτοφορεμένο πόδι πάτησε πάνω στο δεξί της στήθος, κόβοντάς της την αναπνοή, και η αιχμή ενός ξίφους βρέθηκε μπροστά στο πρόσωπό της.

Ένας Ιερός Φρουρός (ο ίδιος με πριν;). Το κλειστό κράνος του αντανακλούσε το φως των φεγγαριών της Χάρνταβελ, κόκκινο και ασημί.

Η Βατράνια ζαλιζόταν· βρισκόταν στα πρόθυρα της λιποθυμίας, το ήξερε.

«Ποια είσαι;» απαίτησε ο Ιερός Φρουρός.

Η Βατράνια δεν μπορούσε ν’απαντήσει· σκέφτηκε μόνο, μισολιπόθυμη: Σταμάτα να πατάς επάνω μου, γαμώ το κεφάλι σου, βλάκα!

«Κατάσκοπος είναι!» ακούστηκε η φωνή κάποιου.

Μια γυναίκα είπε: «Μπορεί νάναι από την άλλη διάσταση.»

«Κατάσκοπος είναι. Ειδοποιήστε τον Επόπτη!»

«Οι ιερείς είναι που πρέπει πρώτα να ειδοποιηθούν.» Η φωνή αυτή είχε σίγουρα βγει μέσα από ένα απ’τα κλειστά σιδερένια κράνη των Ιερών Φρουρών.

Η Βατράνια λιποθύμησε.

*

Ο Σθένελος δεν ήθελε να την αφήσει πίσω, αλλά αφού εκείνη τού είπε να φύγει, ο μάγος υπέθεσε ότι ήξερε τι έκανε. Εξάλλου, ήταν και πιο μεγάλη από αυτόν και πιο πολύ καιρό στην Επανάσταση και πιο έμπειρη στην κατασκοπία. Σίγουρα, θα τον συναντούσε λίγο παρακάτω.

Αν καταφέρει να με βρει εδώ πέρα…

Ο Σθένελος έτρεχε μέσα στα μπερδεμένα σοκάκια της Ερρίθιας που του έμοιαζαν με λαβύρινθο. Πίσω του μπορούσε ν’ακούσει πόδια να έρχονται, από κάποια αξιοσημείωτη απόσταση. Αποκλείεται αυτή νάναι η Βατράνια· οι άνθρωποι της Παντοκράτειρας είναι. Και πρέπει να τους ξεφύγω.

Αλλά, λογικά, κι εκείνοι θα μ’ακούνε όπως εγώ τους ακούω, συνειδητοποίησε ξαφνικά. Και, στρίβοντας σε μια γωνία, έκοψε ταχύτητα. Πρέπει να είμαι αθόρυβος και προσεχτικός κι ευέλικτος σαν γάτα – όπως η Βατράνια.

Σκατά. Έχω πανικοβληθεί. Πρέπει πρώτα να ηρεμήσω.

Βάδιζε πιο αργά τώρα, για να μην κάνει θόρυβο, ενώ συγχρόνως αφουγκραζόταν για να καταλαβαίνει από πού έρχονταν οι εχθροί του. Θα τους ξέφευγε παραπλανώντας τους–

Κάτι μπλέχτηκε ανάμεσα στα πόδια του – ένα άλλο πόδι!

Προτού προλάβει να βγάλει κιχ, χέρια τον τράβηξαν σ’ένα πλαϊνό στενορύμι, κι ένα άλλο χέρι βούλωσε το στόμα του.

Η μυρωδιά αυτού του δέρματος δεν του ήταν άγνωστη…

«Σσς,» άκουσε κοντά στ’αφτί του. «Περίμενε.» Η Ιζαμπώ, μέσα από το σκοτάδι.

Ο Σθένελος δεν κινήθηκε· και μετά από λίγο, είδε τρεις Παντοκρατορικούς κι έναν Ιερό Φρουρό να περνάνε από τον διπλανό δρόμο και να φεύγουν μακριά, τρέχοντας.

«Έλα μαζί μας.» Η φωνή της Ισαβέλλας.

Ένα χέρι έπιασε το χέρι του (της Ιζαμπώς πρέπει να ήταν), και ο Σθένελος ακολούθησε τις δύο χορεύτριες μέσα στο σκοτεινό στενορύμι και, μετά, σ’έναν ανοιχτό, αλλά όχι και μεγάλο, χώρο ανάμεσα στα οικήματα της Ερρίθιας.

Εκεί, μια κουκουλοφόρος μορφή περίμενε. Ο Εδμόνδος, σίγουρα.

«Πού είν’η Βατράνια;» τον ρώτησε η Ισαβέλλα.

«Την έπιασαν,» αποκρίθηκε, μουντά, ο τροβαδούρος.

«Τι!» έκανε ο Σθένελος. «Το ήξερα ότι έπρεπε να είχα μείνει–»

«Μη λες ανοησίες! Ήταν πολλοί. Αδύνατον να τους απωθούσες. Θα σε είχαν πιάσει κι εσένα.»

«Πρέπει να τη βοηθήσουμε!»

«Μόνοι μας; Το θεωρώ δύσκολο. Χρειαζόμαστε τον Γεράρδο και τους συντρόφους του.»

«Μα έχουμε πει ότι θα συναντηθούμε μαζί τους στην Οκρίνθια μετά από δέκα μέρες!»

«Το θυμάμαι.»

«Τι θα κάνουμε, λοιπόν;» Υπήρχε απόγνωση στη φωνή του Σθένελου. Δεν έπρεπε να την είχα αφήσει, μα τις Φωτιές του Μαύρου Νάρζουλ! Δεν έπρεπε να την είχα αφήσει!

«Δεν ξέρω,» είπε ο Εδμόνδος, και τους έγνεψε να τον ακολουθήσουν καθώς τους έστρεφε την πλάτη.

Κεφάλαιο 25
Έδουος

Μόλις έστριψε το όχημα δίπλα από τον λόφο, ο Γεράρδος είδε άλογα. Τα άλογα των Ιερών Φρουρών και του Έδουου, δίχως αμφιβολία. Πρέπει να τα είχαν αφήσει εδώ και να είχαν πλησιάσει τον λόφο με τα πόδια επειδή είδαν τους προβολείς του οχήματος των επαναστατών και ήθελαν να έρθουν χωρίς εκείνοι να τους προσέξουν και να είναι έτοιμοι γι’αυτούς. Ο Κροκόδειλος μπορούσε να πάρει τα χρώματα του περιβάλλοντος αλλά, δυστυχώς, τα φώτα του φαίνονταν μες στη νύχτα.

Τα άλογα έτρεχαν τώρα από δω κι από κει, αφηνιασμένα, σαν κάτι να τα είχε τρομάξει. Ο Έδουος. Χρησιμοποιώντας τις δυνάμεις των ιερέων, είχε τρομάξει τα άλογα για να ξεκινήσουν να τρέχουν ολόγυρα και να μπερδέψουν τους επαναστάτες, ενώ ο ίδιος είχε καβαλήσει ένα από αυτά και έφευγε – ο Γεράρδος ήταν βέβαιος, σχεδόν σαν να είχε δει το γεγονός να διαδραματίζεται μπροστά στα μάτια του.

Η Μάρθα, καθισμένη πλάι του, είπε: «Πού πήγε ο γαμημένος; Κάποιο απ’τα άλογα πρέπει νάχει καβαλήσει.» Ήταν τραυματισμένη στον δεξή βραχίονα, και αίμα είχε μουσκέψει το μανίκι της, αλλά δεν φαινόταν να του δίνει σημασία. Κρατούσε το τουφέκι της έτοιμο στην αγκαλιά της.

«Όταν τον δούμε μην τον πυροβολήσεις,» της είπε ο Γεράρδος. «Θέλω να του μιλήσω.»

«Το ξαναείπες – δεν είμαι κουφή!»

Ούτε εγώ, όμως, είμαι σίγουρος ότι το κατάλαβες, σκέφτηκε ο Γεράρδος, στρίβοντας προς μια κατεύθυνση και επιταχύνοντας.

«Γιατί πας προς τα κει;»

«Γιατί προς τα κει είναι ο Έδουος.»

«Πώς το ξέρεις;»

Ούτε κι ο ίδιος δεν ήξερε πώς το ήξερε. Διαισθανόταν το Εσώτερο Θηρίο του Έδουου: το διαισθανόταν σαν κάτι το παρείσακτο στη Χάρνταβελ. Πράγμα παράξενο, γιατί οι ιερείς ανέκαθεν είχαν το Εσώτερο Θηρίο και το θεωρούσαν κάτι το φυσικό.

«Νάτος…» είπε ο Γεράρδος, καθώς οι προβολείς του οχήματός τους φώτιζαν έναν άντρα επάνω σε άλογο που κάλπαζε σαν δαιμονισμένο.

Η Άνμα’ταρ είπε, από πίσω: «Έχει τρεις σφαίρες στην πλάτη – πώς είναι δυνατόν να ιππεύει έτσι;»

«Σας το εξήγησα προτού έρθουμε, Άνμα: οι ιερείς έχουν δυνάμεις που μοιάζουν υπερφυσικές,» αποκρίθηκε ο Γεράρδος, χωρίς φυσικά να γυρίσει για να κοιτάξει τη μάγισσα.

Πλεύρισε τον Έδουο – που τα μάτια του στραφτάλιζαν δαιμονικά μες στη νύχτα, το πορφυρό του δέρμα φαινόταν νάχει αρπάξει φωτιά, και τα μαύρα, σγουρά μαλλιά του τινάζονταν σαν τη χαίτη του αλόγου που καβαλούσε – και, ανοίγοντας το τζάμι του παραθύρου, του φώναξε: «Έδουε! Σταμάτα! Πρέπει να μιλήσουμε!»

Ο ιερέας έβγαλε μέσα από τα άμφιά του ένα πιστόλι. Ο Γεράρδος έσκυψε πάνω στο τιμόνι και έστριψε, απότομα. Η ριπή πέρασε πάνω απ’το κεφάλι του, χτύπησε το μπροστινό τζάμι του Κροκόδειλου κάνοντας ρωγμή.

«Θα τον γαζώσω τον γαμημένο!» γρύλισε η Μάρθα.

«Όχι!» της είπε ο Γεράρδος· και, προσπερνώντας εύκολα το άλογο του Έδουου, πάτησε το φρένο. Οι τροχοί του Κροκόδειλου γρύλισαν, χώμα τινάχτηκε. Το άλογο χρεμέτισε ξέφρενα, σηκώθηκε στα πίσω πόδια, ενώ ο ιερέας τραβούσε τα γκέμια του για να το κάνει να στρίψει.

«Έδουε! Άκουσέ με! Είμαι ο Γεράρδος – είμαι ζωντανός! Αν ήμουν εχθρός σου, θα σε είχα σκοτώσει, αλλά δεν είμαι εχθρός σου. Είμαι εδώ για να βοηθήσω. Είμαι με την Επανάσταση.»

Ο Έδουος, που είχε πάλι υψώσει το πιστόλι του, το κατέβασε. «Δε μπορεί να είσαι ο Γεράρδος,» είπε λαχανιασμένα· οι σφαίρες στην πλάτη του πρέπει να τον ταλαιπωρούσαν παρά την υπερφυσική αντοχή του. «Ο Γεράρδος έφυγε από τη διάσταση: είναι νεκρός· το Θηρίο του τον σκότωσε.»

«Σου είπα, δεν με σκότωσε. Το νίκησα. Μπορεί να γίνει, Έδουε. Μπορεί να γίνει. Τώρα, κατέβα από το άλογό σου και θα περιποιηθούμε τα τραύματά σου. Το ξέρεις ότι, αν συνεχίσεις έτσι, πιθανώς να πεθάνεις.»

«Θα τον περιθάλψουμε κιόλας, τον πούστη;» μουρμούρισε η Μάρθα.

Ο Έδουος αφίππευσε, με κάποια φανερή δυσκολία.

Ο Γεράρδος άνοιξε την πόρτα πλάι του και βγήκε από το όχημα· οι υπόλοιποι τον ακολούθησαν.

Ο Έδουος τον ατένισε παρατηρητικά κάτω από το φως των φεγγαριών. «Η όψη σου,» είπε κουρασμένα, «μοιάζει όντως με του Γεράρδου…»

«Έλα μέσα,» του είπε ο Γεράρδος. «Η Άνμα θα φροντίσει να φύγουν αυτές οι σφαίρες από την πλάτη σου.»

Ο ιερέας δεν έφερε αντίρρηση. Ανέβηκε στην πίσω μεριά του οχήματος, έβγαλε τα άμφιά του (με τη βοήθεια του Γεράρδου) τα οποία ήταν μουσκεμένα από το αίμα και τον ιδρώτα, και ξάπλωσε μπρούμυτα σ’ένα σεντόνι. Η Άνμα’ταρ, σκύβοντας από πάνω του, τον ρώτησε αν ήθελε κάτι για τον πόνο. Εκείνος αποκρίθηκε πως, όχι, δεν χρειαζόταν· έτσι η μάγισσα άρχισε να αφαιρεί μία-μία τις σφαίρες από το σώμα του, παρατηρώντας, συγχρόνως, δύο πράγματα που την εξέπληξαν: πρώτον, ο Έδουος δεν έβγαλε παρά μερικά ζωώδη γρυλίσματα από τον λαιμό του, ενώ κανονικά θα έπρεπε να ουρλιάζει σαν τρελός από τον πόνο· δεύτερον, εκεί όπου τον είχαν πετύχει οι ριπές του πιστολιού της θα έπρεπε να τον είχαν σωριάσει στο έδαφος, παράλυτο, αλλά το σώμα του έμοιαζε να κινείται από κάποια δύναμη που δεν είχε άμεση σχέση με τους μύες και τα νεύρα του. Επίσης, έδειχνε να θεραπεύεται πολύ γρήγορα, ακόμα και καθώς η Άνμα έβγαζε, με προσοχή, τις σφαίρες από μέσα του.

Δεν είναι φυσιολογικός άνθρωπος, κατέληξε η μάγισσα. Αποκλείεται να είναι φυσιολογικός άνθρωπος.

Του έβαλε αντισηπτικό στα τραύματα – αν και αμφέβαλε ότι στην περίπτωσή του ήταν απαραίτητο – και τα έδεσε με επιδέσμους, προτού σηκωθεί όρθια και του ζητήσει να σηκωθεί κι εκείνος.

«Πώς αισθάνεσαι;» τον ρώτησε, πλένοντας τα χέρια της από το αίμα μέσα σε μια λεκάνη με νερό.

«Καλύτερα,» αποκρίθηκε ο Έδουος. «Να είναι ο Θεός μαζί σου.» Η παράξενη άγρια γυαλάδα είχε φύγει από τα μάτια του, καθώς και η θηριώδη όψη από το πρόσωπό του.

Να είναι ο Θεός μαζί μου; Ο Θεός της Χάρνταβελ; σκέφτηκε η Άνμα’ταρ. Δεν ξέρω αν αυτό είναι ευχή ή κατάρα.

Ο Έδουος, χωρίς ακόμα να έχει ξαναφορέσει τα άμφιά του, στράφηκε να κοιτάξει τον Γεράρδο, ο οποίος είχε μόλις τελειώσει να επιδένει το όχι και πολύ βαρύ, όπως αποδείχτηκε, τραύμα στον βραχίονα της Μάρθας. Όσο η Άνμα’ταρ περιποιούταν τον ιερέα δεν είχαν κάτι καλύτερο να κάνουν: και το σίγουρο ήταν ότι δεν μπορούσαν να αγνοήσουν την πληγή η οποία αιμορραγούσε.

«Είσαι, λοιπόν, πράγματι εσύ…» είπε ο Έδουος.

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Γεράρδος. «Κι αν δεν είχες βιαστεί να μας επιτεθείς, τώρα οι Ιεροί Φρουροί δεν θα ήταν νεκροί. Δεν είχαμε κανένα σκοπό να σας χτυπήσουμε.»

«Αυτή είναι η αποστολή τους,» είπε ο Έδουος: «να πεθαίνουν για τον Θεό.»

«Ο Θεός δεν ήθελε τον θάνατό τους τώρα. Ήταν λάθος.»

Ο Έδουος συνοφρυώθηκε. «Είσαι ακόμα ένας από εμάς, Γεράρδε;» ρώτησε. «Πώς νίκησες το Θηρίο;»

«Το νίκησα. Όταν έφυγα από τη Χάρνταβελ, προσπάθησε να με σκοτώσει όπως λένε τα Ιερά Βιβλία: προσπάθησε να καταβροχθίσει τη σάρκα μου και τον νου μου. Προσπάθησε να με κάνει να αυτοκαταστραφώ. Αλλά το συνάντησα σε μια ερημιά… στο μυαλό μου, όμως το μέρος έμοιαζε παράξενα αληθινό… πολέμησα εκεί με το Εσώτερο Θηρίο – που ήταν μια αντανάκλαση του εαυτού μου – και το νίκησα. Το σκότωσα. Δεν το αισθάνομαι πλέον. Χρόνια δίσταζα να έρθω στη Χάρνταβελ, φοβούμενος ότι το Θηρίο θα επέστρεφε μέσα μου· αλλά δεν έχει επιστρέψει. Και… αισθάνομαι τα πράγματα εδώ πολύ διαφορετικά από πριν…»

«Τι εννοείς;»

«Κατά πρώτον, διαισθάνομαι τις εισβολές.»

«Τις εισβολές

«Τα σημεία όπου κάποια άλλη, άγνωστη διάσταση έχει εισβάλλει μέσα στην πραγματικότητα της Χάρνταβελ – όπως εκεί, στον λόφο όπου συναντηθήκαμε.»

«Οι χωρικοί είπαν ότι ο λόφος… έσπασε κι από μέσα του πετάχτηκαν παράξενα βράχια, και ότι δεν ήταν κάποιος από τους ‘αντικατοπτρισμούς’, όπως έχει συνηθιστεί να τους λένε.»

Ο Γεράρδος ένευσε. «Μια άλλη διάσταση, για κάποιον λόγο, πλησιάζει τη Χάρνταβελ. Γι’αυτό παρουσιάζονται οι αντικατοπτρισμοί, και γι’αυτό τώρα γίνονται οι εισβολές. Η άλλη διάσταση έχει τρυπήσει τη Χάρνταβελ σε κάμποσα σημεία, Έδουε. Το αισθάνομαι…» Ο Γεράρδος μόρφασε. «Το αισθάνομαι σαν το ίδιο μου το δέρμα να έχει τρυπηθεί.»

«Παράξενο,» είπε ο Έδουος. «Εγώ δεν αισθάνομαι κάτι τέτοιο.»

«Το ξέρω. Με την ήττα του Θηρίου, νιώθω τη Χάρνταβελ πιο κοντά μου, πιο άμεσα. Η αντίληψή μου έχει αλλάξει.»

Ο Έδουος τον ατένισε καχύποπτα, σαν ακόμα να υποψιαζόταν ότι ίσως να του έλεγε ψέματα. «Αυτά που συμβαίνουν είναι η Οργή του Θεού,» είπε, «για την παρουσία των ανθρώπων της Παντοκράτειρας. Είπες ότι ήρθατε για να μας βοηθήσετε. Εννοείς, να μας βοηθήσετε να τους διώξουμε;»

Ο Γεράρδος κούνησε το κεφάλι. «Όχι ακριβώς. Ο τελικός σκοπός της Επανάστασης, βέβαια, είναι να διώξει τους Παντοκρατορικούς από παντού· αλλά, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο Πρίγκιπας μάς έστειλε εδώ για να μάθουμε τι συμβαίνει και να του το αναφέρουμε.»

Ο Έδουος συνοφρυώθηκε. «Να μάθετε τι συμβαίνει

«Ναι. Σχετικά με τους αντικατοπτρισμούς.»

«Είναι δείγματα της Οργής του Θεού, Γεράρδε!»

«Δεν είμαι τόσο σίγουρος γι’αυτό–»

«Τα χωράφια μας ξεραίνονται χωρίς λόγο! Υπογονιμότητα έχει πλήξει ζώα και ανθρώπους! Και ό,τι κι αν κάνουμε, όσο κι αν θυσιάζουμε, τίποτα δεν γίνεται. Και μου λες ότι δεν είναι η Οργή Του;»

«Δεν ξέρω,» είπε ο Γεράρδος, «δεν αισθάνομαι καμια οργή. Αισθάνομαι μόνο έναν δυνατό πόνο, Έδουε. Η διάστασή μας υποφέρει· και, μάλλον, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η άλλη διάσταση την πλησιάζει.»

«Το ίδιο πιστεύω κι εγώ,» συμφώνησε ο Σέλιρ’χοκ.

«Ποιος είσαι εσύ;» Ο Έδουος τον αγριοκοίταξε. «Είσαι ιερέας;»

«Δεν είμαι ιερέας–»

«Τότε, δεν ξέρεις τίποτα.»

«Ο Σέλιρ’χοκ,» είπε ο Γεράρδος, «είναι μάγος του τάγματος των Διαλογιστών, κι έχει πολλές φορές αποδειχτεί πολύτιμος για την Επανάσταση.»

«Δεν είσαι αυτός που ήσουν, Γεράρδε,» παρατήρησε ο Έδουος. «Δεν ξέρω αν πρέπει πια να σε εμπιστευόμαστε. Από τότε που έφυγες έδειξες ότι δεν πρέπει να σε εμπιστευόμαστε.»

«Μπορώ, όμως, να σας βοηθήσω να εντοπίσετε γρήγορα όλα τα σημεία της εισβολής. Δεν σας ενδιαφέρει αυτό;»

«Δεν έχω το δικαίωμα να μιλήσω για ολόκληρο το ιερατείο. Κανονικά, οφείλεις να συζητήσεις με τον Ύπατο γι’αυτά που τώρα μου λες, καθώς επίσης και να του εξηγήσεις πώς νίκησες το Εσώτερο Θηρίο.»

«Ο Γουλιέλμος εξακολουθεί να είναι Ύπατος;»

«Ναι· και δεν νομίζω να δείξει τόση κατανόηση όση έδειξα εγώ,» είπε ο Έδουος. «Το γεγονός ότι μας εγκατέλειψες δεν του άρεσε τότε, και ούτε τώρα πιστεύω πως θα του αρέσει η επιστροφή σου και όσα λες για την ήττα του Εσώτερου Θηρίου σου.»

«Παρ’όλ’αυτά, θα τον επισκεφτώ και θα του μιλήσω, όταν φτάσουμε κοντά στον Υπεραιώνιο. Εξάλλου, είναι στο δρόμο μας. Αισθάνομαι πως υπάρχουν εισβολές προς τ’ανατολικά.»

Τα μάτια του Έδουου στένεψαν, παρατηρώντας τον. «Πραγματικά, μπορείς να τις διαισθάνεσαι από τόσο μακριά;»

«Ναι. Και θα το διαπιστώσεις και μόνος σου αν λέω ψέματα. Σε προτρέπω να έρθεις μαζί μας, αν δεν έχεις άλλα καθήκοντα σε τούτες τις περιοχές.»

«Η περίπτωσή σου προέχει, Γεράρδε, όπως επίσης και η περίπτωση των… εισβολών. Μετά χαράς θα σας συνοδεύσω,» δήλωσε ο Έδουος.

Και γαμώ, σκέφτηκε η Μάρθα. Τώρα θα τραβάμε κι αυτόν τον καριόλη μαζί μας.

Κεφάλαιο 26
«Με λένε Ντίλντιλ»

Κάποιος τη σκούντησε στα πλευρά.

«Ξύπνα.»

Εκείνη, για μια στιγμή, δεν ήξερε ούτε ποια ήταν. Βρισκόταν χαμένη σ’έναν σκοτεινό ουρανό.

«Ξύπνα! Δεν ακούς;» Την ξανασκούντησαν στα πλευρά.

Τα μάτια της Βατράνιας άνοιξαν. Είδε έναν άντρα να στέκεται από πάνω της ο οποίος φορούσε κλειστό σιδερένιο κράνος. Ιερός Φρουρός. Βρίσκονταν σ’ένα μικρό πέτρινο δωμάτιο, φωτισμένο από λάμπα λαδιού. Η Βατράνια ήταν ξαπλωμένη στο πάτωμα. Ανασηκώθηκε στους αγκώνες της, παρατήρησε ότι μόνο στο ένα πόδι φορούσε μπότα. Δεν είχαν, τουλάχιστον, μπει στον κόπο οι βλαμμένοι να φέρουν και την άλλη της μπότα εδώ;

«Μεγάλε Πατέρα, ξύπνησε,» είπε ο Ιερός Φρουρός σε κάποιον πίσω του, και παραμέρισε.

Η Βατράνια αντίκρισε έναν άντρα με άμφια τον οποίο νόμιζε πως είχε ξαναδεί. Πορφυρό δέρμα· μπλε μαλλιά, μούσια· γύρω στα πενήντα, αν έκρινε σωστά την ηλικία του. Πού τον έχω ξαναδεί; Και μετά, καθώς ο άντρας ερχόταν πιο κοντά, η Βατράνια θυμήθηκε: Ήταν ένας από τους ιερείς με τους οποίους είχε μιλήσει ο Παντοκρατορικός Επόπτης έξω από το εξωδιαστασιακό δάσος.

«Ποια είσαι;» τη ρώτησε.

Η Βατράνια, μην ξέροντας αν ήταν συνετό να αποκαλύψει το όνομά της, έμεινε σιωπηλή.

«Δε με καταλαβαίνεις τι λέω; Δε μιλάς τη Συμπαντική;» είπε ο ιερέας.

«Καταλαβαίνω,» αποκρίθηκε η Βατράνια προτού προλάβει να σταματήσει το στόμα της. Ήταν σαν κάτι να είχε σπρώξει το μυαλό της, να την είχε εξαναγκάσει εμμέσως να απαντήσει. Και θυμήθηκε τις προειδοποιήσεις του Γεράρδου για τους ιερείς της Χάρνταβελ. Μπορούν να επηρεάσουν το μυαλό των άλλων ανθρώπων…

«Πες μου, τότε, ποια είσαι και τι έκανες εκεί, σ’αυτό το δαιμονικό δάσος,» απαίτησε ο ιερέας.

Και η Βατράνια αισθάνθηκε πάλι την παρόρμηση ν’απαντήσει και να του πει την αλήθεια. Αλλά, γνωρίζοντας ότι επρόκειτο για κάποιου είδους ψυχολογικό κόλπο, κατάφερε να την καταπολεμήσει. Τη συνέφερε να πει στον ιερέα την αλήθεια; Το ιερατείο της Χάρνταβελ υποτίθεται πως ήταν κρυφά με την Επανάσταση, αλλά, συγχρόνως, δεν ήθελε να έχει και πολλές επαφές με τον Πρίγκιπα Ανδρόνικο. Η Βατράνια δεν νόμιζε ότι μπορούσε να τους εμπιστευτεί.

Επιπλέον, γιατί δε με αιχμαλώτισαν οι Παντοκρατορικοί αλλά οι ιερείς; Αποκλείεται ο Επόπτης να μην ήθελε να την ανακρίνει.

«Σε ρώτησα κάτι!» Η φωνή του ιερέα έγινε πιο έντονη, κι η Βατράνια αισθάνθηκε σα να την είχαν χαστουκίσει, αισθάνθηκε ενοχές που δεν είχε απαντήσει. Είναι ιερέας, δεν κάνει να τον αγνοώ–

Τι μαλακίες σκεφτόταν;

Έγλειψε τα χείλη της. «Είμαι… Είμαι…» Έπρεπε να σκαρφιστεί ένα παραμύθι, γρήγορα! Δεν μπορούσε να του πει την αλήθεια – ότι ήταν με την Επανάσταση – όχι ακόμα, τουλάχιστον· όχι μέχρι να μπορεί να τον εμπιστευτεί, να ξέρει ότι θα την κρύψει από τους Παντοκρατορικούς αντί να την παραδώσει στον Επόπτη για να τα έχει καλά μαζί του.

Η Βατράνια δεν γνώριζε σχεδόν τίποτα για τη Χάρνταβελ, ώστε να πει ένα πειστικό ψέμα για το ποια ήταν κι από πού ήταν. Όμως κάποτε, στη Σεργήλη, χρηματοδοτούσε κινηματογραφικές ταινίες και είχε γνωρίσει πολλούς σεναριογράφους και συγγραφείς μ’ένα σωρό παλαβές ιδέες. Επομένως, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τη φαντασία της, βασίζοντας την απάτη της σε κάτι που ούτε εκείνη ήξερε ούτε κανένας άλλος.

Ενώ ο ιερέας ήταν έτοιμος να μιλήσει, με τα μάτια του να γυαλίζουν θυμωμένα (και τρομαχτικά, σαν άγριου λύκου), η Βατράνια είπε: «Δεν είμαι από εδώ. Δεν ξέρω τι είναι εδώ.»

Ο θυμός έφυγε από το πρόσωπο του ιερέα· ένα συνοφρύωμα περιέργειας τον αντικατέστησε. «Από πού είσαι;»

«Από τα μέρη μου. Το δάσος μας… έγινε κάτι παράξενο εκεί. Εμφανίστηκε, μέσα από το δάσος μας, μια πόλη. Πέρασα και ήρθα εδώ.»

«Είσαι, δηλαδή, από το δάσος; Από την άλλη διάσταση;» έκανε, ξαφνιασμένος, ο ιερέας· και η Βατράνια είδε και κάποιες άλλες μορφές – δύο άντρες ακόμα, νόμιζε – να έρχονται πίσω του.

«Διάσταση;»

«Δεν ξέρεις για τι πράγμα μιλάω;»

«Όχι…»

Ο ένας από εκείνους που ήταν πίσω του (ιερέας κι αυτός, μάλλον) ρώτησε: «Πώς ξέρει, τότε, τη Συμπαντική, Μαλαχία;»

Ο πορφυρόδερμος ιερέας που της μιλούσε τόση ώρα είπε: «Καλή ερώτηση. Πώς ξέρεις τη Συμπαντική αν δεν ξέρεις ότι είσαι από άλλη διάσταση;»

«Τι είναι η Συμπαντική;»

«Η γλώσσα που μιλάμε, φυσικά! Σε ρώτησα πριν αν καταλαβαίνεις τη Συμπαντική και μου είπες ναι!» Την ατένισε με καχυποψία, και η Βατράνια αισθάνθηκε έναν δυνατό τρόμο να την κυριεύει – έναν τρόμο ανάμεικτο με ενοχές.

Ο Γεράρδος έχει δίκιο: αυτοί οι ιερείς είναι τέρατα! «Με, με ρώτησες αν σε καταλαβαίνω, και είπα ότι, ναι, σε καταλαβαίνω. Δεν ξέρω για καμια Συμπαντική· πάντα έτσι μιλούσαμε από εκεί που έρχομαι.»

«Ίσως να λέει ψέματα,» είπε ένας από τους από πίσω – μάλλον, ο ίδιος με πριν.

«Δε λέω ψέματα!»

«Υπομονή, Εδουάρδε,» είπε ο Μαλαχίας, στρεφόμενος για να κοιτάξει τον άλλο ιερέα. «Υπομονή. Ο Θεός θα μας οδηγήσει στην αλήθεια.» Και προς τη Βατράνια: «Πώς σε λένε;»

Έπρεπε να χρησιμοποιήσει κάποιο παράξενο, πρωτόγνωρο όνομα· έτσι απάντησε με ό,τι της ήρθε πρώτο στο μυαλό: «Ντίλντιλ.»

«Το όνομά σου είναι Ντίλντιλ;» είπε ο ιερέας που λεγόταν Εδουάρδος, και ήταν φανερό πως δυσπιστούσε.

«Ναι,» αποκρίθηκε αδύναμα η Βατράνια. Και συνέχισε: «Σας παρακαλώ… γιατί με κρατάτε εδώ; Είμαι αιχμάλωτη; Μόλις μπήκα στην πόλη σας κάποιοι μού επιτέθηκαν χωρίς να τους κάνω τίποτα.»

«Δεν ήταν μόνη της,» είπε ο Ιερός Φρουρός. «Ήταν μαζί της και κάποιος άλλος που ξέφυγε.»

«Ποιος ήταν αυτός;» τη ρώτησε ο Μαλαχίας.

«Ο αδελφός μου, ο Νίρινορ. Πείτε μου ότι δεν τον πειράξατε!»

«Αν τον είχαμε πιάσει θα ήταν εδώ, μαζί σου.»

«Δεν την πιστεύω,» δήλωσε ο Εδουάρδος. «Δε μπορεί να λέει την αλήθεια.»

«Σκέψου, όμως, Αδελφέ,» είπε ο τρίτος ιερέας, που η Βατράνια δεν ήξερε το όνομά του. «Αποκλείεται να είναι από αυτή την άλλη διάσταση; Μπορεί ο Θεός να την έστειλε σ’εμάς!»

«Αν ήταν έτσι, θα είχαμε δει κάποιο σημάδι για τον ερχομό της! Είδες εσύ κανένα σημάδι;»

«Μεγάλοι Πατέρες. Με συγχωρείτε.» Η φωνή ήρθε πίσω από τους ιερείς – και πίσω από κλειστό σιδερένιο κράνος, νόμιζε η Βατράνια.

«Τι είναι;» ρώτησε ο Εδουάρδος.

«Ο Επόπτης είναι στην είσοδο του Ναού και κάνει φασαρία. Απαιτεί να του παραδοθεί η αιχμάλωτη.»

Οι ιερείς, χωρίς καμία κουβέντα, έφυγαν από το μικρό πέτρινο δωμάτιο, αφήνοντας τη Βατράνια μόνη μαζί με τον Ιερό Φρουρό που είχε δει πρώτο όταν συνήλθε.

«Να σηκωθώ;» τον ρώτησε.

Εκείνος έγνεψε καταφατικά με το κρανοφόρο κεφάλι του.

Η Βατράνια σηκώθηκε, διαπιστώνοντας ότι το πόδι της την πονούσε από εκείνο το χτύπημα – κλοτσιά, μάλλον – που της είχε ρίξει κάποιος από πίσω, λίγο πιο κάτω από το γόνατο. «Ευχαριστώ,» είπε στον Φρουρό, χαμογελώντας χαριτωμένα. Και ρώτησε: «Τι συμβαίνει εκεί έξω; Γιατί έφυγαν;»

«Έχουν δουλειά.»

«Τι δουλειά;»

«Θα σου πουν οι ίδιοι αν το επιθυμούν, όταν επιστρέψουν.»

«Γιατί φοράς αυτό το πράγμα στο κεφάλι σου; Δε σε στεναχωρεί; Μπορείς να το βγάλεις αν θέλεις…»

«Σιωπή!» μούγκρισε ο Φρουρός. «Δεν είσαι εδώ για να κάνεις ερωτήσεις! Κάτσε εκεί.» Έδειξε ένα στενό κρεβάτι, στη γωνία.

Η Βατράνια κάθισε στην άκριά του. «Να κάνω άλλη μία ερώτηση μόνο;» ρώτησε, αθώα.

Ο Ιερός Φρουρός αναστέναξε. «Ρώτα.»

«Μήπως έχετε την άλλη μπότα μου; Δε θέλω να φοράω μόνο μία μπότα.»

«Δεν την έχουμε.»

Η Βατράνια σούφρωσε τα χείλη. «Κρίμα…» Και ρώτησε: «Πώς σε λένε;»

«Σιωπή, είπα!»

«Εντάξει… Μπορείς να μου φέρεις, τουλάχιστον, λίγο νερό;»

*

«Το θράσος σας έχει αρχίσει να γίνεται επικίνδυνο για εσάς!» φώναξε ο Νιρμόδος Νάρλεφ, βρισκόμενος μπροστά στην είσοδο του Ναού της Ερρίθιας, όπου Ιεροί Φρουροί στέκονταν, απαγορεύοντας την πρόσβαση σ’εκείνον και τους πολεμιστές του. «Βγάλτε έξω την κατάσκοπο τώρα, διαφορετικά, μα τον Κρόνο, θα ισοπεδώσω αυτό το καταραμένο οικοδόμημα που φρουρείτε!»

«Τα λόγια σου θα κατορθώσουν μόνο να εξοργίσουν περισσότερο τον Θεό,» είπε ο Μαλαχίας, ξεπροβάλλοντας πίσω από τους Ιερούς Φρουρούς μαζί με τον Εδουάρδο και τον Λεοπόλδο.

«Η συμπεριφορά των πολεμιστών σας θα εξοργίσει εμένα,» αντιγύρισε ο Νιρμόδος – «και δεν θέλεις να με δεις θυμωμένο, Ιερέα! Πήραν μια κατάσκοπο που είχε μόλις συλληφθεί, αρνούμενοι να την παραδώσουν στους στρατιώτες μου όπως όφειλαν!»

«Δεν γνωρίζουμε αν είναι κατάσκοπος, και το γεγονός ότι ήρθε από το δάσος σημαίνει πως η παρουσία της μας αφορά άμεσα,» αποκρίθηκε ο Μαλαχίας.

«Δεν καταλαβαίνω πώς ακριβώς ‘σας αφορά άμεσα’!» φώναξε ο Νιρμόδος. «Ούτε καταλαβαίνω πώς συμπεραίνετε ότι ήρθε από το δάσος. Οι άνθρωποί μου που πήγαν στην άλλη διάσταση για να ερευνήσουν βρήκαν μόνο μια απέραντη ερημιά μετά το δάσος και μια επικίνδυνη ενεργειακή οντότητα. Δεν υπάρχουν άνθρωποι εκεί.»

«Παράξενο,» είπε ο Μαλαχίας. «Η ίδια ισχυρίζεται πως είναι από την άλλη διάσταση.»

«Ψεύδεται, κατά πάσα πιθανότητα,» είπε ο Εδουάρδος.

«Φυσικά και ψεύδεται!» φώναξε ο Νιρμόδος. «Είναι κατάσκοπος! Ήθελε, μάλλον, να ερευνήσει κι εκείνη – γι’αυτό άναψαν οι φωτιές στην αγορά: για αντιπερισπασμό, ώστε να περάσει από τους φρουρούς μας. Αλλά δεν τα κατάφερε.»

«Οι δικοί μας Φρουροί ανέφεραν ότι η γυναίκα έβγαινε από το δάσος, δεν προσπαθούσε να μπει,» είπε ο Μαλαχίας.

«Θα μάθω ποια είναι η αλήθεια,» αποκρίθηκε ο Νιρμόδος. «Φέρτε την εδώ. Πρέπει να την πάρουμε για ανάκριση.»

Οι ιερείς έμειναν σιωπηλοί· αλληλοκοιτάχτηκαν, σαν να μιλούσαν με τα μάτια.

Το θράσος τους! Ο Νιρμόδος δεν μπορούσε να το πιστέψει. Καθόταν εδώ και παρακαλούσε αυτούς τους παλιάτσους να του παραδώσουν μια κατάσκοπο που, μάλλον, υπηρετούσε την Επανάσταση! Οποιαδήποτε στιγμή ήθελε, μπορούσε να γκρεμίσει τον γαμημένο Ναό τους, κι εκείνοι στέκονταν τώρα αντίκρυ του και του παρίσταναν τους βασιληάδες! Αυτό το ιερατείο θα έπρεπε να είχε από καιρό εξαφανιστεί από τη Χάρνταβελ. Ο Νιρμόδος απορούσε γιατί η Παντοκράτειρα ανεχόταν τους ιερείς. Πίστευε πραγματικά ότι η διάσταση θα διαλυόταν αν τους εξολόθρευε; Αυτοί οι καταραμένοι μπορεί ακόμα και να δολοπλοκούσαν εναντίον της. Ήταν καταφανές ότι δεν δέχονταν παρά με το ζόρι την εξουσία της εδώ.

«Το ζήτημα είναι στρατιωτικό!» τόνισε ο Νιρμόδος. «Αυτή η γυναίκα είναι κατάσκοπος! Αν δεν μου την παραδώσετε, θα μπω στον Ναό σας και θα την πάρω με τα όπλα – δεν μου δίνετε άλλη επιλογή. Δεν μπορώ να σας την αφήσω εδώ – είναι εκτός συζήτησης. Και κακώς εξαρχής οι πολεμιστές σας την απήγαγαν.»

Οι ιερείς πήραν την απόφασή τους.

*

Η πόρτα του μικρού δωματίου άνοιξε και δύο Ιεροί Φρουροί μπήκαν. Πλησίασαν αμέσως τη Βατράνια και την άρπαξαν από τα μπράτσα, ο ένας από δεξιά κι ο άλλος από αριστερά. Εκείνη κρατούσε μια ξύλινη κούπα μισογεμάτη με νερό.

«Τι συμβαίνει;» ρώτησε καθώς τη σήκωναν όρθια και την τραβούσαν προς την πόρτα. «Πού με πάτε;» Η κούπα έφυγε απ’το χέρι της. «Πες τους να μ’αφήσουν!» είπε κοιτάζοντας τον Φρουρό που ήταν ώς τώρα μαζί της. Εκείνος δεν μίλησε, μένοντας στη θέση του. «Δε μπορώ, τουλάχιστον, να πάρω τη μπότα μου;» ρώτησε η Βατράνια τους δύο Φρουρούς, καθώς την τραβούσαν μέσα σ’έναν διάδρομο. Είχε βγάλει τη μοναδική της μπότα όσο καθόταν στο στενό κρεβάτι και έπινε το νερό που της είχε φέρει ο κρανοφόρος φύλακάς της. «Ό,τι κι αν σας είπαν είναι παρεξήγηση· θέλουν να σας δουλέψουν. Το ξέρετε, έτσι; Δεν είστε και πολύ ομιλητικοί, γενικά, ε;»

Την πήγαν σε μια μεγάλη αίθουσα που είχε κολόνες και που στο ένα πέρας της υπήρχε ένας μεγάλος βωμός. Επάνω του ήταν λαξευμένες και χρωματισμένες εικόνες από κάποια έρημο – μέρη με πέτρες και άμμο – και γύρω του, στο πάτωμα, ήταν επίσης λαξευμένες και ζωγραφισμένες εικόνες παρόμοιων τοπίων. Κάποια μέτρα απόσταση από τον βωμό, στο κέντρο της αίθουσας, ήταν ένας μεγάλος λάκκος όπου φωτιά χόρευε, μουγκρίζοντας και αναδίδοντας θερμότητα και φωτισμό. Τριγύρω, στους τοίχους, ήταν ζωγραφισμένες εικόνες διάφορων τοπίων, όχι ερημιές όπως στον βωμό, αλλά δάση, λόγγοι, πεδιάδες, αγροί, βάλτοι, ποταμοί…

«Μη μου πείτε ότι με πάτε για τη φωτιά!» έκανε η Βατράνια. «Σας είπα, με λένε Ντίλντιλ, και δεν ξέρω τι έθιμα έχετε εδώ αλλά από εκεί που έρχομαι εγώ δεν πετάμε ανθρώπους στη φωτά, ποτέ!»

Οι Ιεροί Φρουροί δεν της αποκρίθηκαν. Τραβώντας την, την πέρασαν δίπλα από τον φλεγόμενο λάκκο και ζύγωσαν μια μεγάλη, διπλή πόρτα που ήταν ανοιχτή και που μπροστά της ήταν συγκεντρωμένοι ακόμα περισσότεροι Φρουροί, καθώς επίσης και οι ιερείς που είχαν πριν επισκεφτεί τη Βατράνια στο κελί της.

Δε μ’αρέσει αυτό. Με πάνε στον Επόπτη· δεν υπάρχει άλλη εξήγηση. Με πάνε στον Επόπτη. Και το ήξερε πως θα ήταν πιο δύσκολο να κοροϊδέψει τους Παντοκρατορικούς, γιατί είχαν κι αυτοί στείλει ανθρώπους τους στην άλλη διάσταση, και η Βατράνια δεν είχε ιδέα τι ανακαλύψεις μπορεί να είχαν κάνει εκεί.

Έλα τώρα, Βατράνια. Θα τα καταφέρεις. Μπορείς να τα καταφέρεις. Να τους μπερδέψεις κάμποσο ώσπου να σου δοθεί η ευκαιρία να δραπετεύσεις, ή ώσπου ο Σθένελος κι ο Εδμόνδος να έρθουν να σε–

Οι Ιεροί Φρουροί την έβγαλαν από τον Ναό, και η Βατράνια είδε τους στρατιώτες της Παντοκράτειρας να την περιμένουν απέξω. Αισθάνθηκε ξαφνικά να παραλύει. Σύνελθε! Δεν είναι η πρώτη δύσκολη κατάσταση που έχεις βρεθεί.

«Αυτή είναι, λοιπόν…» είπε ο Επόπτης παρατηρώντας την. «Φέρτε την εδώ!» πρόσταξε.

Οι Ιεροί Φρουροί παρέδωσαν τη Βατράνια στους στρατιώτες της Παντοκράτειρας, κι εκείνοι αμέσως έφεραν τα χέρια της πίσω από την πλάτη της και της πέρασαν χειροπέδες. (Το δεξί χέρι, το οποίο της είχε στρίψει εκείνη η πολεμίστρια για να της πετάξει το ξιφίδιο, της έριξε μια δυνατή σουβλιά πόνου.) «Γιατί το κάνετε αυτό;» είπε η Βατράνια. «Γιατί με δένετε; Τι σας έκανα;»

«Ψάξτε την,» πρόσταξε ο Επόπτης, που ο Εδμόνδος είχε πει ότι ονομαζόταν Νιρμόδος Νάρλεφ.

Μια πολεμίστρια έψαξε τη Βατράνια από πάνω ώς κάτω και ανέφερε: «Δεν έχει τίποτα επάνω της, Υψηλότατε.»

Ο Επόπτης στράφηκε στους ιερείς. «Δεν είχε τίποτα επάνω της όταν τη φέρατε στο Ναό σας;»

Ο Μαλαχίας έκανε νόημα στους Ιερούς Φρουρούς και, σε λίγο, ένας από αυτούς έφερε έναν μικρό δερμάτινο σάκο στους Παντοκρατορικούς.

«Κανονικά,» είπε ο Νιρμόδος στους ιερείς, «δεν θα έπρεπε να είχα αναγκαστεί να το ζητήσω αυτό. Θα έπρεπε να μου το είχατε δώσει κατευθείαν

Οι ιερείς δεν απάντησαν.

Ο Επόπτης τούς ατένισε με βλέμμα που μπορούσε μονάχα να χαρακτηριστεί εχθρικό και, μετά, στράφηκε στη Βατράνια. «Το όνομά σου;»

«Ντίλντιλ. Και δεν καταλαβαίνω γιατί με έχετε δέσει!»

«Ντίλντιλ…» πρόφερε ο Νιρμόδος, ατενίζοντάς την δύσπιστα με τα γκρίζα μάτια του. «Παράξενο όνομα· δεν τόχω ξανακούσει. Από πού είσαι, Ντίλντιλ;»

«Από ένα μέρος που εδώ μού είπαν ότι το λέτε ‘άλλη διάσταση’. Ήρθα να δω τι συμβαίνει, γιατί μέσα από το δάσος φαινόταν ξαφνικά μια πόλη. Μόλις όμως έφτασα στην πόλη, μου επιτέθηκαν χωρίς λόγο και–»

«Μιλάς τη Συμπαντική Γλώσσα, Ντίλντιλ: πώς είναι δυνατόν, όταν δεν ξέρεις για άλλες διαστάσεις;»

Η Βατράνια σήκωσε τους ώμους και χαμογέλασε. «Πάντα αυτή τη γλώσσα μιλούσαμε· δεν ξέρουμε ότι εδώ τη λέτε Συμπαντική. Εσένα ποιο είναι το όνομά σου; Και γιατί όλοι φοράτε άσπρα; Έτσι είναι η μόδα σας; Μόνο άσπρα;»

«Δεν περιμένεις, φυσικά, να πιστέψω αυτές τις μαλακίες, έτσι – Ντίλντιλ

Η Βατράνια ύψωσε τα φρύδια. «Μα – λα – κίες; Δεν ξέρω αυτή λέξη.»

Ο Νιρμόδος τη χαστούκισε, δυνατά.

Ένας στρατιώτης την έπιασε από το μπράτσο καθώς εκείνη παραπατούσε· κι όταν η Βατράνια έστρεψε πάλι το βλέμμα της στον Νιρμόδο, είδε ότι της είχε γυρίσει την πλάτη και βάδιζε, λέγοντας στους πολεμιστές του: «Επιστρέφουμε στα Ανάκτορα. Κουνηθείτε!»

Ήταν, καταφανώς, τσαντισμένος.

*

«…Και λέει ότι τη λένε Ντίλντιλ. Το πιστεύεις; Ντίλντιλ!»

Η Αρίνη’σαρ, καθισμένη αντίκρυ στον Νιρμόδο, δεν μπόρεσε παρά να χαμογελάσει. «Είναι, σίγουρα, παράξενο όνομα, Υψηλότατε.»

«Νομίζεις, δηλαδή, ότι μπορεί να είναι αληθινό;» απόρησε ο Επόπτης.

«Μάλλον όχι. Επιπλέον, η άλλη διάσταση μού φάνηκε ακατοίκητη. Δε νομίζω άνθρωποι να μένουν στο δάσος· πόσω μάλλον στην έρημο. Για να μην αναφέρω καν την ενεργειακή οντότητα. Πώς είναι δυνατόν να έχουν επιβιώσει από κάτι τέτοιο;»

Ο Νιρμόδος ένευσε. «Ακριβώς. Και θέλω εσύ να ανακρίνεις αυτή τη Ντίλντιλ, για προφανείς λόγους. Αφού έχεις πάει στη διάσταση, θα καταλάβεις πιο εύκολα τα ψέματα της.»

«Μπορεί, όμως, κι εκείνη να έχει πάει στην άλλη διάσταση, Υψηλότατε. Είπατε ότι έγιναν δύο επεισόδια μέσα στην Ανατολική Αγορά: ένα πολύ προτού συλληφθεί η κατάσκοπος, κι ένα την ίδια ώρα με τη σύλληψή της. Μπορεί το πρώτο να ήταν αντιπερισπασμός για να μπει η Ντίλντιλ στο δάσος, και το δεύτερο αντιπερισπασμός για να βγει.»

«Το έχω σκεφτεί,» αποκρίθηκε ο Νιρμόδος. «Επίσης, δεν ήταν μόνη της. Ήταν και κάποιος άλλος μαζί της, ο οποίος κατόρθωσε να ξεφύγει· και η περιγραφή που έχω γι’αυτόν είναι ‘μια σκιερή φιγούρα με κάπα και κουκούλα’. Εν ολίγοις, δεν ξέρω τίποτα και δεν έχω πιθανότητες να τον εντοπίσω μέσα στην πόλη.

»Τέλος πάντων,» είπε καθώς σηκωνόταν πίσω απ’το γραφείο του. «Εξακολουθώ να πιστεύω ότι είσαι το καλύτερο πρόσωπό για να την ανακρίνει. Και, φυσικά, θα είμαι κι εγώ μαζί σου.»

«Όπως επιθυμείτε, Υψηλότατε,» αποκρίθηκε η Αρίνη, και σηκώθηκε κι εκείνη από την καρέκλα της. «Τα πράγματά της τα έχετε εδώ;»

Ο Νιρμόδος ένευσε, και άδειασε τα περιεχόμενα ενός μικρού δερμάτινου σάκου επάνω στο γραφείο του: ένα πιστόλι (φανερά χτυπημένο από κάποιο άλλο όπλο – σπαθί, μάλλον), ένα ξιφίδιο, ένας φακός, κι ένας τηλεπικοινωνιακός πομπός.

«Σε τι συχνότητες εκπέμπει;» ρώτησε η Αρίνη, κοιτάζοντας τον τελευταίο.

«Δεν είναι ρυθμισμένος σε καμία συχνότητα. Εσκεμμένα, μάλλον, για την περίπτωση που πέσει σε εχθρικά χέρια. Κάτι που θα έκαναν οι αποστάτες.»

Η Αρίνη ένευσε.

«Αποστάτρια είναι, κατά πάσα πιθανότητα,» είπε ο Νιρμόδος, «που δουλεύει για τον Αρχιπροδότη.»

«Το ίδιο πιστεύω κι εγώ, Υψηλότατε.»

«Πάμε να την ανακρίνουμε;»

«Ναι.»

*

Συνάντησαν τη Βατράνια στο δωμάτιο των Ανακτόρων όπου ήταν κλεισμένη, δεμένη σε μια καρέκλα με τα χέρια της πίσω από την πλάτη. Η διακόσμηση γύρω της δεν ήταν άσχημη· το μέρος δεν ήταν κελί, αλλά τώρα καθήκοντα κελιού εκτελούσε.

Η Βατράνια αναγνώρισε αμέσως τη γυναίκα που ήρθε μαζί με τον Επόπτη. Ήταν η Αρίνη’σαρ, η σύζυγος του Ταγματάρχη Τέρι Κάρμεθ, όπως είχε πει ο Εδμόνδος. Την έχουμε άσχημα, γαμώ τη γκαντεμιά μου. Μια Ερευνήτρια θα ήξερε, αναμφίβολα, περισσότερα από εκείνη για την άλλη διάσταση.

«Γεια σου – Ντίλντιλ,» είπε ο Νιρμόδος. «Έφερα μια φίλη που έχει επισκεφτεί το σπίτι σου.»

«Το σπίτι μου;» έκανε η Βατράνια. «Δεν το νομίζω. Είναι πέρα από την έρημο.»

Γνωρίζει για την έρημο, λοιπόν, σκέφτηκε η Αρίνη. Έχει περάσει το άνοιγμα. Για να δούμε και τι άλλα ξέρει… «Πέρα από την έρημο; Νόμιζα ότι τίποτα δεν κατοικούσε εκεί, ότι ήταν όλα νεκρά.»

Η Βατράνια γούρλωσε τα μάτια θεατρικά. «Καμία σχέση! Υπάρχει μεγάλος πολιτισμός. Έχουμε ψηλά χτίρια που τα λέμε νάμ’καπ και πιο χαμηλά που τα λέμε νίμ’καπ.»

«Φτιάχνεις ωραία ονόματα, πάντως,» σχολίασε ο Νιρμόδος, ανάβοντας τσιγάρο καθώς βημάτιζε μες στο δωμάτιο. «Τι είσαι; Συγγραφέας;»

«Τι; Εννοείς αν λέω παραμύθια; Όχι, δεν λέω παραμύθια.» Του χαμογέλασε.

«Κρίμα,» είπε ο Νιρμόδος, «χαραμίζεσαι.»

Η Αρίνη ρώτησε τη Βατράνια: «Εκείνη η φωτεινή οντότητα δεν σας έχει επιτεθεί;»

Με δουλεύει; Για να δει αν τους παραμυθιάζω; «Φωτεινή οντότητα;»

«Δεν έχεις δει τη φωτεινή οντότητα που πετά στον ουρανό και που από γύρω της βγαίνουν ενεργειακά νήματα;»

Η Βατράνια ξεροκατάπιε. Μου λέει χαζομάρες για να δει αν θα τσιμπήσω. Δεν υπήρχε καμια τέτοια οντότητα στην άλλη διάσταση. «Δεν ξέρω για τι πράγμα μιλάς,» είπε σταθερά.

«Δεν ξέρεις;»

«Φυσικά και όχι! Τώρα λύστε με κι αφήστε αυτές τις σαχλαμάρες! Ο λαός μου θα θυμώσει πολύ όταν μάθει τι μου έχετε κάνει! Και μη νομίζετε πως δεν έχουμε όπλα!»

Η Αρίνη κοίταξε τον Νιρμόδο, υπομειδιώντας, ενώ συγχρόνως σκεφτόταν: Έχει πάει στην άλλη διάσταση αλλά δεν έτυχε – για κάποιο λόγο – να συναντήσει τη φωτεινή οντότητα.

Ο Νιρμόδος γέλασε. «Σ’το είπα, δε σ’το είπα, μάγισσα;»

«Θα σταματήσετε να με κοροϊδεύετε;» φώναξε η Βατράνια, και τραντάχτηκε πάνω στην καρέκλα της, προσπαθώντας μάταια να λυθεί.

Ο Νιρμόδος τη χαστούκισε στο ίδιο μάγουλο που την είχε χαστουκίσει και πριν. Η Βατράνια αισθάνθηκε, άθελά της, δάκρυα να γεμίζουν τα μάτια της.

«Μας λες ψέματα, από την αρχή!» φώναξε ο Επόπτης. «Δεν είσαι από την άλλη διάσταση και σίγουρα δεν σε λένε Ντίλντιλ!»

«Ντίλντιλ με λένε, γαμημένε μαλακά!» ούρλιαξε η Βατράνια, τρομοκρατημένη και εξαγριωμένη ταυτόχρονα, «και είμαι από την άλλη διάσταση!»

Ο Νιρμόδος την ξαναχαστούκισε· η Βατράνια γεύτηκε αίμα, κι έφτυσε στο πλάι. «Είπες ότι δεν ξέρεις τι θα πει ‘μαλάκας’.»

Η Βατράνια στράφηκε να τον αντικρίσει, παρά τα δάκρυα στα μάτια της. «Είπα ότι δεν ξέρω τι θα πει ‘μαλακίες’.»

Η Αρίνη γέλασε. «Η κατάσταση έχει αρχίσει να γίνεται αστεία, Υψηλότατε. Το γεγονός ότι δεν είναι από την άλλη διάσταση αποκαλύφτηκε, επομένως τώρα–»

«Από την άλλη διάσταση είμαι, σας λέω! Γιατί μου φέρεστε έτσι; Ήρθα με ειρηνικούς σκοπούς, για να επικοινωνήσουμε.»

«Παράξενο, τότε, που μόλις συνάντησες τους στρατιώτες μας τους πυροβόλησες,» παρατήρησε ο Νιρμόδος, ειρωνικά.

«Εκείνοι με πυροβόλησαν πρώτοι!»

«Εμένα μού είπαν ότι σου ζήτησαν να σταματήσεις–»

«Δεν το άκουσα! Τώρα, θα με λύ–;»

«Υψηλότατε,» παρενέβη η Αρίνη, «δεν έχει νόημα πια. Μάθαμε αυτό που θέλαμε.»

«Μα, σας λέω, είμαι από–!»

«Αν ήσουν από την άλλη διάσταση,» είπε η Αρίνη, αρπάζοντας, απότομα, το σαγόνι της Βατράνιας με το ένα χέρι, «θα ήξερες για τη φωτεινή οντότητα. Όχι μόνο θα την είχες δει – γιατί δεν μπορείς να μην τη δεις – αλλά θα γνώριζες και το όνομά της, και πιθανώς κι άλλα πράγματα γι’αυτήν.»

Σκατά! σκέφτηκε η Βατράνια. Τα σκάτωσα. Δεν με δούλευε, η καριόλα. Υπάρχει όντως αυτή η φωτεινή οντότητα. «Α, τώρα κατάλαβα· μιλάς για το κίκιουκ! Φωτεινή οντότητα – έπρεπε να το είχα καταλάβει ότι θα το βλέπατε έτσι εσείς!»

Η Αρίνη τής άφησε το σαγόνι, ρουθουνίζοντας. «Τέρμα οι σαχλαμάρες. Κατ’αρχήν, αποκλείεται ποτέ να περνούσες από το δάσος: οι ακτίνες των μαύρων φιδιών θα σε είχαν παραλύσει!»

«Μόνο αν δεν είσαι από τη διάστασή μας! Σ’εμάς οι ακτίνες δεν πιάνουν,» είπε η Βατράνια προτού το σκεφτεί – το μυαλό της ήταν μπερδεμένο, και πανικός την είχε καταλάβει.

«Τα μαύρα φίδια δεν πετάνε αχτίνες,» είπε επίπεδα η Αρίνη.

Γαμώ τη γκαντεμιά της Λόρκης, γαμ–! Η σκέψη της Βατράνιας διακόπηκε από το ξαφνικό ράπισμα του Επόπτη. Τώρα έκαιγαν και τα δυο της μάγουλα.

Ο Νιρμόδος άνοιξε την πόρτα του δωματίου και δύο φρουροί μπήκαν. «Πηγαίνετέ την στα μπουντρούμια,» πρόσταξε. «Και να την προσέχετε. Είναι αποστάτρια.»

«Μάλιστα, Υψηλότατε.»

Οι φρουροί τής έλυσαν τα χέρια για να τη σηκώσουν από την καρέκλα. «Δεν είμαι αποστάτρια!» διαμαρτυρήθηκε η Βατράνια. «Με λένε Ντίλντιλ! Είμαι από την άλλη διάσταση με το δάσος και την έρημο!» Μετά, καθώς οι στρατιώτες την τραβούσαν έξω απ’το δωμάτιο, συνειδητοποίησε ότι ακουγόταν σαν να είχε χάσει τα λογικά της, κι έπαψε να μιλά.

Πρέπει να σκαρφιστώ ένα σχέδιο – ένα σοβαρό σχέδιο – για να φύγω από εδώ, σκέφτηκε. Ο ισχυρισμός ότι ήταν γηγενής της άλλης διάστασης αποκλείεται να έπιανε με τους Παντοκρατορικούς.

Κεφάλαιο 27
Νυχτερινές Συνεννοήσεις

Για καμια ώρα ταξίδεψαν προς τ’ανατολικά, μέσα στη νύχτα. Ο Γεράρδος ήταν στο τιμόνι, και ο Έδουος καθόταν δίπλα του, έχοντας τώρα φορέσει τα τρυπημένα από τις σφαίρες ιερατικά άμφιά του. Οι κινήσεις του ήταν, γενικά, σαν να μην είχε ποτέ τραυματιστεί· ωστόσο δεν είχε βγάλει τους επιδέσμους του.

Στο ενεργειακό κέντρο του Κροκόδειλου, πίσω από τον Γεράρδο και τον Έδουο, καθόταν ο Σέλιρ’χοκ έχοντας υφάνει τη Μαγγανεία Κινήσεως. Ακόμα πιο πίσω, στο οπίσθιο τμήμα του οχήματος, κάθονταν η Μάρθα και η Άνμα’ταρ, στο δάπεδο, επάνω στις κουβέρτες τους.

«Δεν τον εμπιστεύομαι,» είπε η πρώτη στη δεύτερη, και ήπιε μια γουλιά κρασί από το μπουκάλι στο χέρι της.

Η Άνμα ύψωσε ένα φρύδι, καθώς μασουλούσε ένα μπισκότο Απολλώνιας παραγωγής. «Τον Έδουο;»

Η Μάρθα κατένευσε. «Παραλίγο να μας σκοτώσει όλους στην αρχή, όταν είχε τους λακέδες του μαζί του. Και τώρα, ίσως απλά να το παίζει πως είναι με το μέρος μας, για να μην τον καθαρίσουμε όπως του αξίζει.»

«Ο Γεράρδος, πάντως, φαίνεται να τον εμπιστεύεται…»

«Ο Γεράρδος μπορεί νάναι επηρεασμένος. Ήταν παλιά ιερέας, μην ξεχνάς, και μάλλον τον ήξερε αυτόν τον τύπο, από τον τρόπο που του μιλάει.»

Η Άνμα τελείωσε το μπισκότο της, έβγαλε ένα καινούργιο από το κουτάκι, και το ύψωσε προς τη Μάρθα. Θέλεις; έλεγε η χειρονομία της.

«Φέρε,» είπε η Μάρθα, και η μάγισσα τής πέταξε το μπισκότο. Εκείνη το έπιασε με το ένα χέρι και το δάγκωσε.

«Δεν τον εμπιστεύεσαι, λοιπόν,» είπε η Άνμα. «Και τι θέλεις να κάνουμε γι’αυτό; Ο Γεράρδος δε νομίζω να συμφωνήσει να τον σκοτώσουμε.»

Η Μάρθα ένευσε. «Ναι. Αλλά εμείς πρέπει να τον προσέχουμε.»

«Τον Γεράρδο ή τον Έδουο;»

«Και τους δύο, για διαφορετικούς λόγους.»

Η Άνμα δάγκωσε ένα καινούργιο μπισκότο και τίναξε μερικά ψίχουλα από πάνω της. «Οι ιερείς της Χάρνταβελ είναι, βέβαια, με την Επανάσταση, Μάρθα…»

«Να μου, τι δηλώνουν πως είναι,» αποκρίθηκε η Μάρθα δείχνοντας το σκιερό μέρος ανάμεσα στους μηρούς της. «Δε μου φαίνονται αξιόπιστοι. Και άκουσες, εξάλλου, τι είπε ο ίδιος ο Έδουος στον Γεράρδο σχετικά μ’αυτόν τον Ύπατο, που είναι τ’αφεντικό των ιερέων.»

«Ναι,» συμφώνησε η Άνμα, «αυτό ήταν, πράγματι, ανησυχητικό. Αν αποφασίσουν ότι ο Γεράρδος είναι… ξέρω γω… κάτι το μιαρό για τη θρησκεία τους, θα έχουμε ιστορίες.»

Η Μάρθα συνοφρυώθηκε. «Τι πράγμα να είναι;»

«Μιαρό. Ανόσιο. Κακό.»

Η Μάρθα ρουθούνισε. «Χειρότερο απ’αυτούς;»

«Εκείνο που δεν ξέρεις σε τρομάζει, Μάρθα,» είπε η Άνμα’ταρ. «Ισχύει για τους πάντες. Παντού. Ακόμα και για τους ιερείς της Χάρνταβελ, είμαι σίγουρη. Και ο Γεράρδος έχει εδώ, σ’αυτή τη διάσταση, αποκτήσει ξαφνικά δυνάμεις άγνωστες για όλους.»

Η Μάρθα, έχοντας τελειώσει το μπισκότο της, σκέφτηκε τα λόγια της μάγισσα ενώ έπινε μια γουλιά κρασί. «Ακριβώς,» είπε τελικά, συμφωνώντας. «Γι’αυτό πρέπει να τους προσέχουμε και τους δύο.» Άναψε τσιγάρο.

«Δεν διαφώνησα,» αποκρίθηκε η Άνμα’ταρ.

Μετά από λίγο, η Μάρθα είπε: «Αν προσπαθήσουν να σκοτώσουν τον Γεράρδο, θα τους καθαρίσω εγώ πρώτη – και δε με νοιάζει τι γνώμη έχει ο Γεράρδος γ’αυτό. Ούτε αν οι ιερείς της Χάρνταβελ είναι με την Επανάσταση ή όχι.»

«Κι εγώ το ίδιο θα κάνω,» δήλωσε η Άνμα. «Αλλά ας ελπίσουμε ότι δεν θα φτάσουμε εκεί. Άλλωστε, μπορεί να συμβεί και το εντελώς αντίθετο, ξέρεις. Ορισμένες φορές, εκείνο που δεν γνωρίζουμε, κι επομένως μας τρομάζει, δεν προσπαθούμε να το καταστρέψουμε. Το λατρεύουμε.»

Η Μάρθα συνοφρυώθηκε. «Τι πάει να πει τούτο;»

«Όλες οι θρησκείες – ή τουλάχιστον οι περισσότερες – σ’αυτή την αρχή είναι βασισμένες,» είπε η Άνμα. «Οι άνθρωποι λατρεύουν κάτι που φοβούνται επειδή δεν ξέρουν τι ακριβώς είναι.»

«Νομίζεις, δηλαδή, ότι οι ιερείς θ’αρχίσουν να λατρεύουν τον Γεράρδο σαν θεό;»

«Σαν θεό, μάλλον όχι. Αλλά μπορεί να δημιουργήσουν μια ιδιαίτερη θέση γι’αυτόν μέσα στο ιερατείο τους.»

«Μου φαίνεται πολύ καλό για να βγει αληθινό. Στην πραγματικότητα, όλο μαλακίες συμβαίνουν,» είπε η Μάρθα.

Όταν καμια ώρα είχε περάσει, ο Γεράρδος σταμάτησε το όχημά τους μέσα στην ύπαιθρο, για να ξεκουραστούν.

«Φρόντισε να είμαστε καλά καλυμμένοι, μάγε,» είπε στον Σέλιρ’χοκ καθώς έσβηνε τα φώτα του Κροκόδειλου.

«Ασφαλώς, Καπετάνιε,» αποκρίθηκε ο Σέλιρ’χοκ και, ακόμα καθισμένος στο ενεργειακό κέντρο, χρησιμοποίησε το Ξόρκι Μηχανικής Μεταβλητότητος προκειμένου να κάνει τον Κροκόδειλο να πάρει όσο το δυνατόν καλύτερα τα χρώματα του περιβάλλοντος.

«Γιατί σε είπε καπετάνιο;» ρώτησε ο Έδουος τον Γεράρδο, καθώς οι δυο τους πήγαιναν στην πίσω μεριά του οχήματος, όπου ήταν καθισμένες η Μάρθα και η Άνμα’ταρ.

«Μεγάλη ιστορία,» αποκρίθηκε ο Γεράρδος. «Πέρασα από πολλά μέχρι να ξανάρθω στη Χάρνταβελ. Και τώρα είναι ώρα για ύπνο, όχι για διηγήσεις.»

Ο Έδουος δεν έφερε αντίρρηση, και ο Γεράρδος τού έδωσε μια κουβέρτα για να ξαπλώσει και να κοιμηθεί.

«Θα φυλάξω την πρώτη σκοπιά,» δήλωσε η Άνμα’ταρ, «και θα κάνω και τη Μαγγανεία Υλικής Διαισθήσεως.»

Ο Γεράρδος ένευσε καθώς έβγαζε τις μπότες του και ξάπλωνε κοντά στη Μάρθα. «Εντάξει.»

Η Άνμα’ταρ φόρεσε τις δικές της μπότες και την κάπα της, άνοιξε την πίσω πόρτα του οχήματος, και βγήκε.

Ο Σέλιρ’χοκ ήρθε και ξάπλωσε σε μια κουβέρτα κοντά σ’αυτή της Δράκαινας, μοιάζοντας κουρασμένος από τη χρήση της μαγείας του.

Ο Γεράρδος ήταν επίσης κουρασμένος, από την οδήγηση και από όλα όσα είχαν συμβεί απόψε, έτσι δεν άργησε να τον πάρει ο ύπνος.

Η Μάρθα, όμως, δεν κοιμήθηκε. Ξαπλωμένη στο πλάι, και έχοντας το πιστόλι της κρυμμένο κάτω απ’την κουβέρτα της, παρατηρούσε τον Έδουο. Ο ιερέας δεν φαινόταν να κάνει τίποτα το ύποπτο. Είχε βγάλει τις μπότες του και τα άμφιά του και είχε ξαπλώσει στην κουβέρτα που του είχε δώσει ο Γεράρδος. Η Μάρθα πρόσεξε γι’ακόμα μια φορά ότι το κορμί του ήταν γεροδεμένο, λιγνό και μυώδες, σαν αγριμιού που είχε μεγαλώσει μέσα στις ερημιές. Έμοιαζε να εκπέμπει κάποια εσωτερική, πρωτόγονη δύναμη, που η Μάρθα σύντομα διαπίστωσε ότι την ερέθιζε ερωτικά. Το σώμα της αντιδρούσε σαν το σώμα θηλυκού θηρίου που βρίσκεται κοντά στο ιδανικό αρσενικό του είδους του. Ήθελε να τον λατρέψει.

Η Μάρθα πήρε μια βαθιά ανάσα. Μαλακίες. Δεν μου αρέσει αυτός ο σαλταρισμένος τύπος! Γύρισε ανάσκελα και ήπιε μια γουλιά από το κρασί της.

Δίπλα της, ο Γεράρδος, κοιμισμένος βαθιά πλέον, ονειρευόταν. Βρισκόταν ξανά σ’εκείνο το παράξενο σπίτι με τους ατελείωτους διαδρόμους, τα δωμάτια, και τις σκάλες.

Το σπίτι με τους τοίχους από πέτρα, σάρκα, ξύλο, οστά, μάτια, χέρια, πόδια, χρυσάφι, φυλλωσιές, νύχτα, νερό, αργυρό φεγγαρόφωτο…

Το σπίτι που ποτέ δεν μπορείς να βρεις όλα του τα δωμάτια

γιατί αλλάζουν

όπως τα μέρη ενός ζωντανού οργανισμού

πεθαίνουν και γεννιούνται

μικραίνουν και μεγαλώνουν.

Και ο Γεράρδος τώρα κατεβαίνει μια σκάλα από πέτρα και οστά, για να καταλήξει σ’έναν διάδρομο με πολλές πόρτες δεξιά κι αριστερά. Δεν ξέρει ακριβώς γιατί βρίσκεται εδώ, μα νομίζει πως υπάρχει κάποιος σοβαρός λόγος. Προχωρά, κι αφουγκράζεται. Από κάπου ακούει το κλάμα ενός μωρού. Ανοίγει μια πόρτα αναζητώντας το βρέφος, αλλά δεν το βλέπει πουθενά. Διασχίζει το δωμάτιο κι ανοίγει μια άλλη πόρτα, όμως το βρέφος, και πάλι, δεν είναι εδώ. Και το κλάμα του τώρα ξεμακραίνει.

Ο Γεράρδος περνά μέσα από ένα άνοιγμα όπου είναι αναγκασμένος να σκύψει γιατί το ταβάνι είναι χαμηλό. Μετά, καταλήγει σε μια μεγάλη αίθουσα όπου το ταβάνι είναι ψηλό κι έχει πελώρια δοκάρια, το καθένα κι από άλλο υλικό – ξύλο, πέτρα, κόκαλο, κόκκινο φως, ομίχλη… Στο πέρας του δωματίου υπάρχει ένα σπάσιμο στον τοίχο, κι ένα δάσος με ψηλά δέντρα βγαίνει από εκεί εισβάλλοντας στο δωμάτιο. Ο Γεράρδος αισθάνεται τον πόνο του σπιτιού. Το δάσος αυτό δεν ανήκει εδώ.

Γεράρδε! ακούγεται μια φωνή απ’τα δεξιά του. Γεράρδε!

Την ξέρει αυτή τη φωνή. Μελισσάνθη; λέει, ξαφνιασμένος. Μελισσάνθη! Και πηγαίνει προς τα δεξιά, περνά κάτω από τα δέντρα, κι αντικρίζει έναν στενό, σκοτεινό διάδρομο.

Γεράρδε! δε μ’ακούς; Βοήθησέ με!

Έρχομαι, Μελισσάνθη, έρχομαι! Ο Γεράρδος μπαίνει στο σκοτεινό πέρασμα, βιαστικά. Ατενίζει φως στο πέρας του· βαδίζει προς τα εκεί, προσπαθώντας ν’αποφύγει τα χέρια που πάνε ν’αρπάξουν τους αστραγάλους του και τα δόντια που θέλουν να δαγκώσουν τα δάχτυλα των ποδιών του.

Δεν είμαι η Μελισσάνθη. Ποια είναι η Μελισσάνθη; Βοήθησέ με, Γεράρδε! Βοήθησέ με!

Δεν είναι η Μελισσάνθη; Μα, η φωνή της…

Ο Γεράρδος, τρέχοντας και πηδώντας πάνω από τις ζωντανές παγίδες, βγαίνει από το πέρασμα και φτάνει σ’ένα δωμάτιο φωτισμένο από λευκό φως που του μοιάζει αφύσικο. Αντίκρυ του βλέπει κάγκελα, και πίσω από τα κάγκελα, μια όμορφη ξανθιά γυναίκα.

Μα, Μελισσάνθη…

Δε με βλέπεις; Δεν είμαι αυτή η Μελισσάνθη! Βοήθησέ με – γρήγορα! Θα με βασανίσουν, φοβάμαι ότι θα με βασανίσουν, φοβάμαι…

Η μορφή της αλλάζει.

«Βατράνια;…

»Βατράνια;

»Βατράνια!»

Ο Γεράρδος, ξυπνώντας ταραγμένος, ανασηκώθηκε πάνω στην κουβέρτα του.

Η Μάρθα, που δεν είχε ακόμα κοιμηθεί, γύρισε και τον κοίταξε. «‘Βατράνια’;» είπε. «Τι πρέπει να πω τώρα εγώ, δηλαδή;»

Ο Γεράρδος πήρε το μπουκάλι που είχε δίπλα της και ήπιε μια γουλιά κρασί, για να υγράνει τον ξεραμένο λαιμό του. «Κινδυνεύει,» είπε. «Πρέπει να την έχουν αιχμαλωτίσει.»

Η Μάρθα πήρε καθιστή θέση πλάι του. «Τη Βατράνια;»

«Ναι.»

«Το ονειρεύτηκες;»

Ο Γεράρδος ένευσε. «Ήταν κλεισμένη σε κάποια φυλακή. Ζητούσε τη βοήθειά μου.»

«Είσαι σίγουρος ότι δεν ήταν απλά το γεγονός ότι τη γουστάρεις.»

«Ναι,» είπε ο Γεράρδος. «Επειδή δεν τη γουστάρω.»

«Και οι υπόλοιποι; Ο Σθένελος; Ο Εδμόνδος;»

Ο Γεράρδος κούνησε το κεφάλι. «Δεν ξέρω. Ίσως να κινδυνεύουν κι αυτοί, ίσως όχι. Μάλλον κινδυνεύουν, όμως· εκτός αν έχουν χωριστεί από τη Βατράνια. Αλλά δεν μπορώ να φανταστώ γιατί να το έκαναν ποτέ αυτό.»

Η Μάρθα κοίταξε τους άλλους μέσα στην καρότσα του οχήματος. Ο Έδουος και ο Σέλιρ’χοκ έδειχναν να κοιμούνται· κανένας τους δεν είχε σαλέψει από τη θέση του. Δεν είχαν ακούσει εκείνη και τον Γεράρδο να μιλάνε; ή προσποιούνταν πως δεν τους είχαν ακούσει και τώρα κρυφάκουγαν; Τέλος πάντων, δεν είχε σημασία.

«Πάμε έξω λίγο;» ρώτησε η Μάρθα.

«Γιατί;»

«Πάμε;» επέμεινε εκείνη.

Ο Γεράρδος δεν μπορούσε να φανταστεί τι νόημα είχε αυτό, αλλά αποκρίθηκε: «Πάμε.»

Φόρεσαν τις μπότες και τις κάπες τους και βγήκαν από το όχημα. Η Άνμα’ταρ, που τριγύριζε απέξω, στράφηκε να τους κοιτάξει. Ο Γεράρδος τής έγνεψε ότι δεν συνέβαινε τίποτα, και μαζί με τη Μάρθα πήγαν λίγο παραπέρα.

«Τι είναι;» τη ρώτησε.

«Προτού πεις το όνομα της Βατράνιας, έλεγες ένα άλλο όνομα. Μελισσάνθη.»

«Ναι,» είπε ο Γεράρδος, «ίσως…» Δεν του άρεσε αυτό που νόμιζε πως ήθελε να ρωτήσει η Μάρθα.

«Ποια είναι η Μελισσάνθη; Σ’έχω ξανακούσει να λες τ’όνομά της στον ύπνο σου.»

«Η Μελισσάνθη… είναι μια γυναίκα που κάποτε ήξερα…» Κοίταξε πέρα, τον ορίζοντα, τον ουρανό. «Είναι νεκρή τώρα.»

«Την αγαπούσες;»

Ο Γεράρδος στράφηκε για ν’ατενίσει τη Μάρθα καταπρόσωπο. «Μπορούμε να το συζητήσουμε κάποια άλλη στιγμή;» ρώτησε, ήπια.

Η Μάρθα δίστασε, αλλά μετά είπε: «Εντάξει.» Κι αμέσως ρώτησε: «Είναι όντως νεκρή;»

«Ναι,» ο Γεράρδος ένευσε θλιμμένα, «είναι όντως νεκρή.»

*

«Δεν πρόκειται να την αφήσω στα χέρια τους,» δήλωσε ο Σθένελος, «γιατί φταίω, εν μέρει, κι εγώ που την έπιασαν.»

«Σου ξαναείπα,» τόνισε ο Εδμόνδος: «μην λες σαχλαμάρες. Δεν φταις εσύ. Αν έμενες πίσω, θα ήσουν τώρα αιχμάλωτός τους, σαν εκείνη.»

«Όπως και νάχει, πρέπει να τη βοηθήσω! Ξέρεις πού μπορεί να την έχουν;»

«Στα Ανάκτορα, υποθέτω.»

«Τότε, εκεί θα πάω.»

«Είσαι εκπαιδευμένος για να κάνεις τέτοιες δουλειές;»

«…Όχι ακριβώς, αλλά–»

«–αποφάσισες ότι είναι καλή βραδιά για ν’αυτοκτονήσεις;» Ο Εδμόνδος τον αγριοκοίταξε.

Οι δυο τους ήταν σ’ένα απ’τα δωμάτια που είχαν κλείσει στον Σιδερένιο Ξένο, στη Δυτική Αγορά. Στέκονταν όρθιοι, ο ένας αντίκρυ στον άλλο, καθώς μιλούσαν, πολύ εκνευρισμένοι για να καθίσουν. Η Ιζαμπώ και η Ισαβέλλα, αντιθέτως, κάθονταν επάνω σ’ένα κρεβάτι η καθεμία και τους παρατηρούσαν χωρίς να βγάζουν άχνα. Τα μάτια τους πήγαιναν μια στον έναν μια στον άλλο.

Ο Σθένελος αναστέναξε αγανακτισμένος. «Και τι θες να κάνω;» φώναξε. Ύστερα, αμέσως, χαμήλωσε τη φωνή του: «Θα τη βασανίσουν για να τους μιλήσει για εμάς. Θα την αναγκάσουν να μας προδώσει όλους!»

«Τη θεωρείς τόσο αναξιόπιστη;»

«Είσαι σοβαρός; Δεν ξέρεις τους Παντοκρατορικούς; Έχουν επαγγελματίες βασανιστές στη δούλεψή τους! Θα μάθουν για σένα, Εδμόνδε, και γι’αυτές τις δύο,» έδειξε βιαστικά την Ιζαμπώ και την Ισαβέλλα με μια ημικυκλική χειρονομία, «και μετά δεν θα υπάρχει μέρος στη Χάρνταβελ που να μη σας κυνηγάνε–»

«Περίμενε λίγο!» τον διέκοψε ο Εδμόνδος. «Περίμενε λίγο, γιατί βιάζεσαι. Δεν είπα ότι η Βατράνια μπορεί ν’αντέξει για πάντα σε βασανιστήρια – και ούτε θέλω να τους αφήσω να τη βασανίσουν, εννοείται. Όμως πιστεύω ότι δεν θα μας προδώσει αμέσως, και ότι είναι αρκετά έξυπνη ώστε να τους παραπλανήσει για λίγο. Εσύ τι νομίζεις: τα λέω σωστά;»

«Δεν την ξέρω τόσο καλά,» αποκρίθηκε ο Σθένελος, «αλλά, ναι,» αναστέναξε, «μάλλον σωστά τα λες. Περιμένοντας, όμως, τι θα κερδίσουμε; Θα καλυτερεύσει η κατάσταση;»

«Θα μιλήσω σε κάποιους ανθρώπους στην πόλη,» είπε ο Εδμόνδος, «και θα δούμε τι μπορεί να γίνει.»

«Έμπιστους ανθρώπους;»

«Εξυπακούεται.»

«Επαναστάτες;»

«Είναι με την Επανάσταση, ναι.»

«Θάρθω μαζί σου, τότε,» δήλωσε ο Σθένελος.

«Όχι. Καλύτερα όχι, για αρχή.»

«Τι πάει να πει αυτό;»

«Θέλω πρώτα να βεβαιωθώ ότι μπορούν να μας δεχτούν απόψε,» εξήγησε ο Εδμόνδος.

«Ποιοι είναι αυτοί;» θέλησε να μάθει ο Σθένελος.

«Οι ιερείς του Ναού της Ερρίθιας.»

«Οι ιερείς; Και είσαι σίγουρος ότι μπορούμε να τους εμπιστευτούμε;»

«Πολύ περισσότερο από τους ανθρώπους της Παντοκράτειρας.»

Ο Σθένελος κούνησε το κεφάλι. Έτριψε το μέτωπό του. «Δε μ’αρέσει τούτη η ιστορία, μα τις Φωτιές του Μαύρου Νάρζουλ…»

«Πηγαίνω,» είπε ο Εδμόνδος. «Δε θ’αργήσω να επιστρέψω. Να μείνετε εδώ, ό,τι κι αν γίνει.» Και προς τις δύο χορεύτριες: «Να τον προσέχετε.»

«Μη φοβάσαι, Εδμόνδε,» αποκρίθηκε η Ιζαμπώ.

«Ξέρεις τι προσεχτικές κοπέλες είμαστε,» πρόσθεσε η Ισαβέλλα.

Ο Εδμόνδος έφυγε, φορώντας την κουκούλα της κάπας του και κλείνοντας την πόρτα σιγανά πίσω του.

Ο Σθένελος κάθισε στην άκρη του κρεβατιού της Ιζαμπώς, αναστενάζοντας.

«Ποιος είναι αυτός ο Μαύρος Νάρζουλ;» ρώτησε εκείνη.

*

Ο Εδμόνδος ήξερε μια γυναίκα που καθάριζε στον Ναό της Ερρίθιας και που ο άντρας της ήταν Ιερός Φρουρός ο οποίος μπορούσε να ειδοποιήσει τον Ιερέα Μαλαχία ότι κάποιος γνωστός ήθελε να του μιλήσει.

Ο τροβαδούρος περίμενε τώρα καθισμένος σε μια πέτρινη πεζούλα, κοντά στο σπίτι της συνδέσμου του. Την είχε ειδοποιήσει μέσα στη νύχτα (ευτυχώς, εκείνη δεν είχε κοιμηθεί ακόμα) και της είχε ζητήσει συγνώμη γι’αυτό, αλλά, της είχε πει, ήταν πολύ σημαντικό να μιλήσει στον Μεγάλο Πατέρα Μαλαχία. Πολύ σημαντικό. Η γυναίκα, που είχε κι άλλες φορές εξυπηρετήσει τον Εδμόνδο (επειδή παλιότερα κι εκείνος την είχε βοηθήσει σε μια δύσκολη στιγμή), είχε αποκριθεί ότι δεν υπήρχε πρόβλημα. Ο άντρας της, ο Οσβάλδος, είχε απόψε βάρδια· θα τον έβρισκε, κι εκείνος θα έλεγε στον Μεγάλο Πατέρα ότι ο Εδμόνδος ο Βοριάς τον αναζητούσε.

Ο τροβαδούρος άκουσε βήματα να πλησιάζουν και στράφηκε για να δει την Ελισάνθη να έρχεται μέσα στη νύχτα, τυλιγμένη στην κάπα της. Σηκώθηκε από την πέτρινη πεζούλα και τη συνάντησε.

«Εντάξει,» του είπε εκείνη. «Ο Μεγάλος Πατέρας είπε πως θα σε δεχτεί. Μπορείς να πας τώρα, αμέσως, αν θέλεις. Ο άντρας μου σε περιμένει έξω από τη μικρή πόρτα στα δυτικά του Ναού.»

«Σ’ευχαριστώ και πάλι, Ελισάνθη,» είπε ο Εδμόνδος σφίγγοντας το χέρι της μέσα στα χέρια του, «και συγνώμη που σε σήκωσα τέτοια ώρα.»

«Δεν πειράζει· είσαι καλός μου φίλος. Ο Θεός να είναι μαζί σου, Βοριά.» Και με τούτα τα λόγια, γύρισε κι έφυγε, πηγαίνοντας προς το σπίτι της που δεν ήταν μακριά από εδώ. Τα δρομάκια της Ερρίθιας κατάπιαν γρήγορα τα ελαφριά βήματα των δερμάτινων παπουτσιών της.

Ο Εδμόνδος βάδισε νότια και ανατολικά, για να βγει από την περιοχή της Ερρίθιας που όλοι αποκαλούσαν Λαγούμι και να βρεθεί στην Ανακτορική Λεωφόρο – τον φαρδύ δρόμο που ξεκινούσε από τη Βόρεια Πύλη, περνούσε μέσα από τα Ανάκτορα του Υπεράρχη, και κατέληγε στο λιμάνι. Ο τροβαδούρος διέσχισε τη λεωφόρο κάθετα και μπήκε πάλι σε μικρότερους δρόμους, στην ανατολική μεριά της πόλης τώρα, βαδίζοντας ώσπου να φτάσει στον Ναό, ο οποίος βρισκόταν βόρεια της Ανατολικής Αγοράς. Πλησίασε τη δυτική πλευρά του Ναού περνώντας από σκοτάδια, μέρη όπου ούτε μία λάμπα δεν ήταν αναμμένη και όπου το φεγγαρόφωτο με δυσκολία έφτανε ανάμεσα στα οικήματα. Μπροστά σε μια μικρή πόρτα, ένας Ιερός Φρουρός τον περίμενε, φορώντας το κλειστό κράνος του όπως πάντα, την πέτσινη πανοπλία, και την κάπα του. Η λαβή του μεγάλου του σπαθιού προεξείχε από τον ώμο του, και από τη ζώνη του κρεμόταν η καραμπίνα του.

Ο Οσβάλδος, σίγουρα, ο σύζυγος της Ελισάνθης, σκέφτηκε ο Εδμόνδος, παρότι ήταν σχεδόν αδύνατον να ξεχωρίσεις τον έναν Ιερό Φρουρό από τον άλλο εκτός αν τους ήξερες πολύ καλά.

Ο τροβαδούρος πλησίασε και είπε: «Είμαι ο Εδμόνδος ο Βοριάς. Ο Μεγάλος Πατέρας Μαλαχίας με περιμένει.»

Ο Ιερός Φρουρός κατένευσε με το κρανοφόρο κεφάλι του. «Πέρασε, Βοριά,» αποκρίθηκε ανοίγοντας την πόρτα, που οι μεντεσέδες της έτριξαν. «Θ’ανεβείς τη σκάλα στ’αριστερά σου, και μετά, μέσα στην πρώτη πόρτα δεξιά θα βρεις τον Μεγάλο Πατέρα να σε περιμένει.»

«Ευχαριστώ,» είπε ο Εδμόνδος μπαίνοντας. «Ο Θεός μαζί σου.»

«Ο Θεός μαζί σου, Βοριά.»

Ο τροβαδούρος, βγάζοντας την κουκούλα της κάπας του, βάδισε μέσα σ’έναν στενό διάδρομο φωτισμένο από μια ενεργειακή λάμπα στον τοίχο. Σύντομα, είδε στ’αριστερά του πέτρινα σκαλοπάτια. Τα ανέβηκε και βρέθηκε σ’έναν διάδρομο λίγο πλατύτερο. Αριστερά υπήρχε ένα παράθυρο απ’όπου έμπαινε φεγγαρόφωτο, δεξιά ήταν μια μισάνοιχτη πόρτα – απ’την οποία μια φωνή ακούστηκε να λέει: «Πέρασε, Εδμόνδε. Σε περιμένω.»

Ο Βοριάς έσπρωξε την πόρτα και μπήκε σ’ένα μικρό δωμάτιο γεμάτο ράφια με βιβλία και κυλίνδρους. Στο ταβάνι κρεμόταν μια ενεργειακή λάμπα, λούζοντας τον χώρο με το καθαρό φως της. Ο Μαλαχίας καθόταν πίσω από ένα παλιό, μικρό, ξύλινο γραφείο. Δίπλα απ’το γραφείο ήταν κουλουριασμένος ένας μεγάλος, μαύρος σκύλος που ονομαζόταν Αγύρευτος, όπως ήξερε ο Εδμόνδος.

«Καλησπέρα, Μεγάλε Πατέρα.»

«Κάθισε,» είπε ο ιερέας, δείχνοντας μια καρέκλα αντίκρυ του.

Ο Εδμόνδος – νιώθοντας ευπρόσδεκτος, σαν κάτι στα λόγια και στη στάση του Μαλαχία να τον καλωσόριζε θερμά – κάθισε. «Με συγχωρείτε, Μεγάλε Πατέρα, που σας ενοχλώ αυτή την ώρα, αλλά πρόκειται για θέμα πολύ σημαντικό. Θέμα που αφορά την Επανάσταση.»

Ο Μαλαχίας έμεινε σιωπηλός, περιμένοντάς τον να συνεχίσει. Ο Αγύρευτος, ακόμα κουλουριασμένος, είχε τεντώσει τ’αφτιά του.

«Μια δική μας γυναίκα, σταλμένη από τον Πρίγκιπα, αιχμαλωτίστηκε από τον Επόπτη,» είπε ο Εδμόνδος. «Το όνομά της είναι Βατράνια, Μεγάλε Πατέρα, και τη συνέλαβαν κοντά…» Σκέφτηκε να πει κοντά στην εισβολή, όπως την αποκαλούσε ο Σθένελος, αλλά το άλλαξε. «Κοντά στο παράξενο δάσος που έχει εισβάλλει στην Ανατολική Αγορά. Είχε πάει εκεί για να ερευνήσει.»

«Η γυναίκα αυτή είναι ξανθιά, με δέρμα λευκό;»

Ο Εδμόνδος ένευσε. «Μάλιστα, Μεγάλε Πατέρα.» Την ξέρει;

«Την πήραν οι Ιεροί Φρουροί από τους Παντοκρατορικούς–»

«Είναι, δηλαδή, εδώ τώρα;» βιάστηκε να ρωτήσει ο Εδμόνδος.

Ο Μαλαχίας κούνησε το κεφάλι. «Φοβάμαι πως όχι, Βοριά. Ο Επόπτης ήρθε και απαίτησε να του τη δώσουμε.» Υπήρχε θυμός στο βλέμμα του, αν όχι στη φωνή του. «Αλλά κι εκείνη δεν ήταν ειλικρινής μαζί μας – αν πρόκειται για τη γυναίκα που λες. Μας είπε ότι ονομαζόταν Ντίλντιλ και ότι είχε έρθει από την άλλη διάσταση, πέρα από το δάσος. Αν μας είχε πει ότι ήταν με την Επανάσταση, ίσως να μπορούσαμε να κάνουμε κάτι γι’αυτήν…»

Ανοησία της! σκέφτηκε ο Εδμόνδος. Δεν ξέρει ότι οι ιερείς είναι με το μέρος μας; «Μάλλον, Μεγάλε Πατέρα, φοβόταν να σας εμπιστευτεί. Δεν έχει ξανάρθει στη Χάρνταβελ, και δεν γνωρίζει καλά τη διάστασή μας. Πού βρίσκεται τώρα; Την έχουν πάρει στα Ανάκτορα;»

«Ναι, εκεί πρέπει να την έχουν. Ο Επόπτης ήθελε να την ανακρίνει.»

«Χρειάζομαι τη βοήθειά σας, τότε, προκειμένου να μπω στα Ανάκτορα και να πάρω τη Βατράνια από τα χέρια των Παντοκρατορικών. Είναι πράκτορας σταλμένη από τον ίδιο τον Πρίγκιπα για να μας βοηθήσει· δεν μπορώ να την εγκαταλείψω.»

Ο Μαλαχίας ακούμπησε την πλάτη στην πολυθρόνα του κι άγγιξε τα μπλε μούσια του, σκεπτικός. «Εδμόνδε,» είπε, «αν ο Επόπτης καταλάβει ότι ο Ναός σε βοήθησε να κλέψεις την κατάσκοπο, θα έχουμε μεγάλα προβλήματα. Αυτό σημαίνει πως την περισσότερη δουλειά θα πρέπει να την κάνεις μόνος σου – ή μαζί με άλλους επαναστάτες. Εμείς το μόνο που μπορούμε να κάνουμε – κι αυτό με επιφύλαξη – είναι να σου δώσουμε πρόσβαση στα Ανάκτορα.»

«Αυτό θέλω κι εγώ, Μεγάλε Πατέρα,» αποκρίθηκε ο Εδμόνδος: «έναν τρόπο για να μπω χωρίς να με καταλάβουν οι Παντοκρατορικοί.»

Ο Μαλαχίας είπε: «Όπως ξέρεις, έχουμε μέσα στα Ανάκτορα κατασκόπους πιστούς στον Ναό. Υπηρέτες, αλλά και πολεμιστές του Υπεράρχη: ανθρώπους που έχουν, όλοι τους, νιώσει μες στην καρδιά τους το μεγαλείο του Θεού. Εσένα, Βοριά, όμως, σ’ενδιαφέρουν μόνο οι υπηρέτες, γιατί πολεμιστές του Υπεράρχη δεν επιτρέπονται στα μέρη των Ανακτόρων που κατοικούνται από τους Παντοκρατορικούς.»

«Θα με συστήσετε σε κάποιον υπηρέτη, Μεγάλε Πατέρα;»

Ο Μαλαχίας φάνηκε, γι’ακόμα μια φορά, σκεπτικός. Τελικά είπε: «Θα έρθεις στον Ναό αύριο το μεσημέρι, και θα σου πω τότε τι θα γίνει.»

«Δεν είναι δυνατόν να το επισπεύσουμε;» ρώτησε ο Εδμόνδος. «Αν και έχω εμπιστοσύνη στη Βατράνια, το ξέρω πως οι άνθρωποι της Παντοκράτειρας θα τη βασανίσουν προκειμένου να πάρουν πληροφορίες για εμάς.»

«Θα δω τι μπορώ να κάνω,» αποκρίθηκε ο Μαλαχίας. «Ίσως να καταφέρω να επικοινωνήσω με κάποιον και ώς το πρωί. Πού μπορώ να σε βρω;»

Ο Εδμόνδος έβγαλε έναν πομπό μέσα από την τσέπη της τουνίκας του. «Μπορείτε να μου μιλήσετε τηλεπικοινωνιακά, αν έχετε τα μέσα, Μεγάλε Πατέρα.»

Ο Μαλαχίας, χωρίς να πει τίποτα, σηκώθηκε από το γραφείο του και βγήκε απ’το δωμάτιο. Ο Αγύρευτος τον ακολούθησε. Ο Εδμόνδος περίμενε, υποθέτοντας πως ο ιερέας πήγαινε να φέρει κάποιον τηλεπικοινωνιακό πομπό.

Δεν έκανε λάθος στην εκτίμησή του: όταν ο Μαλαχίας επέστρεψε είχε στο χέρι του έναν πομπό με κοντή κεραία. Κάθισε πίσω από το γραφείο του και είπε: «Ελπίζω να ξέρεις πώς να χειρίζεσαι αυτά τα πράγματα καλύτερα από μένα, Βοριά.» Ο Αγύρευτος είχε πάλι κουλουριαστεί δίπλα στο γραφείο.

«Το μόνο που χρειάζεται είναι να ορίσουμε μια συχνότητα επικοινωνίας, Μεγάλε Πατέρα,» αποκρίθηκε ο Εδμόνδος, και έδωσε στον Μαλαχία έναν κωδικό. Ο Μαλαχίας πάτησε – προσεχτικά – μερικά πλήκτρα επάνω στον πομπό του, και ο πομπός του τροβαδούρου δονήθηκε μέσα στο χέρι του.

Ο Εδμόνδος ένευσε. «Εντάξει,» είπε. «Μπορούμε να είμαστε σε επαφή όσο θα είμαι στην Ερρίθια. Αν και υπάρχει, βέβαια, ο κίνδυνος υποκλοπής…» πρόσθεσε σκεπτικά. «Καλό θα ήταν, όταν με καλέσετε, να με καλέσετε από κάπου έξω απ’τον Ναό.»

«Γιατί;»

«Επειδή τον Ναό ο Επόπτης πιθανώς να τον παρακολουθεί, και μπορεί να πιάσει το σήμα μας και ν’ακούσει τι θα πούμε. Το ξέρω ότι γίνεται – και οι Παντοκρατορικοί το ξέρουν επίσης. Εφαρμόζουν συχνά τέτοιες μεθόδους σε άλλες διαστάσεις όπου οι τηλεπικοινωνίες χρησιμοποιούνται περισσότερο.»

«Καλώς,» είπε ο Μαλαχίας. «Θα σε καλέσω μακριά από τον Ναό. Αν και θα προτιμούσα απλά να μου έλεγες πού μένεις, ώστε να στείλω έναν μαντατοφόρο να σε φωνάξει όταν σε θέλω.»

«Δεν είναι δύσκολο να μάθετε πού μένει ο Εδμόνδος ο Βοριάς όταν είναι στην πόλη, Μεγάλε Πατέρα. Στον Σιδερένιο Ξένο μένω· σε λίγο, όλη η Ερρίθια θα το ξέρει. Και το γεγονός ότι δεν το ξέρει ακόμα οφείλεται στην εισβολή του δάσους στην Ανατολική Αγορά.»

«Η Βατράνια τι ακριβώς είχε πάει να ερευνήσει εκεί;» ρώτησε ο Μαλαχίας. «Η εμφάνιση του δάσους είναι δείγμα της Οργής του Θεού για την παρουσία του Στρατού της Παντοκράτειρας στη διάστασή μας· νόμιζα ότι αυτό θα ήταν αρκετό για την Επανάσταση!»

Ο Εδμόνδος αισθάνθηκε σαν να είχε συμμετάσχει σε κάποιο παράπτωμα, κάποια κακή πράξη που φανέρωνε έλλειψη πίστης. Καθαρίζοντας τον λαιμό του είπε: «Οι εξωδιαστασιακοί, Μεγάλε Πατέρα, είναι περίεργοι – αυτό είναι όλο. Σκοπεύουν, ωστόσο, να μας βοηθήσουν. Ο Πρίγκιπας θέλει να διώξει τις δυνάμεις της Παντοκράτειρας από όλες τις υπό κατοχή διαστάσεις· δεν υπάρχει αμφιβολία.»

«Η περιέργεια της Βατράνιας, όμως, είδες πού την οδήγησε,» τόνισε ο Μαλαχίας. «Ελπίζω τούτο να σας γίνει μάθημα για το μέλλον.»

«Ασφαλώς, Μεγάλε Πατέρα.»

«Πήγαινε τώρα,» του είπε ο Μαλαχίας, «και θα σε ειδοποιήσω μόλις έχω τα πράγματα έτοιμα.»

Ο Εδμόνδος τον ευχαρίστησε και έφυγε από τον Ναό. Κατευθύνθηκε, μέσα στη νύχτα, προς τη Δυτική Αγορά και τον Σιδερένιο Ξένο, ακολουθώντας διαφορετικό δρόμο απ’αυτόν που είχε ακολουθήσει για να έρθει.

Κεφάλαιο 28
Ο Υπόγειος Βασιληάς και η Αυλή του

Ο φλεγόμενος ήλιος είχε μόλις ξεπροβάλει από την ανατολή, όταν δύο ανιχνευτές βγήκαν κάτω από τους μεγάλους βράχους. Σκαρφάλωσαν πάνω σ’έναν απ’αυτούς κι ατένισαν την ερημιά που απλωνόταν παντού γύρω τους, ψάχνοντας να δουν μήπως ο Καταστροφέας ήταν ακόμα κοντά. Μα, όχι, είχε προ πολλού φύγει. Τι άλλο λόγο μπορούσε να έχει για να βρίσκεται εδώ; Τίποτα πλέον δεν ζούσε.

Ο ξερός άνεμος βούιζε καθώς οι δύο ανιχνευτές, τυλιγμένοι στις κάπες τους και κουκουλωμένοι, κατέβαιναν από τον βράχο και πλησίαζαν το σταματημένο όχημα, που το μέταλλό του τώρα ήταν σκουριασμένο σαν χρόνια να είχαν περάσει. Το όχημα αυτό τούς θύμιζε τα οχήματα που οι ιστορίες έλεγαν ότι υπήρχαν στον Παλαιό Κόσμο, πριν από την Κατάβαση.

Δεν είχαν, όμως, έρθει για το όχημα οι δύο ανιχνευτές. Συγκεκριμένα, ο Βασιληάς είχε πει να μην το πειράξουν καθόλου, αφού δεν ήξεραν ακριβώς τι ήταν και πώς λειτουργούσε. Εκείνο που τους ενδιέφερε ήταν αυτό που έβλεπαν αντίκρυ τους, μέσα στην ερημιά.

Το παράξενο άνοιγμα, που έμοιαζε με σκίσιμο στον ουρανό και στη γη συγχρόνως. Ο δρόμος απ’τον οποίο είχαν έρθει οι ξένοι.

Κανείς δεν ήξερε τι μέρος ήταν. Κανείς. Ούτε οι Λιθοφόροι, ούτε οι ιστορικοί. Ίσως, ούτε και οι Θεογνώστες. Πρώτη φορά έβλεπαν κάτι τέτοιο· και τίποτα παρόμοιο δεν υπήρχε γραμμένο στις Παλαιές Διηγήσεις. Όμως ένα ήταν σίγουρο: ο τόπος απ’όπου είχαν έρθει οι ξένοι δεν ήταν ερειπωμένος από τον Καταστροφέα.

Οι δύο ανιχνευτές, βαδίζοντας βιαστικά μέσα στην έρημο, έφτασαν σε τέτοια απόσταση που να μπορούν να δουν άνετα μέσα στο άνοιγμα· κι από εκεί αντίκρισαν ένα μέρος που στο έδαφος φύτρωνε πράσινο χορτάρι, όπως είχαν δει μονάχα σε παλιές εικόνες. Και δέντρα, επίσης, μπορούσαν να διακρίνουν. Δέντρα! που κι αυτά μονάχα σε παλιές εικόνες είχαν δει: εικόνες πριν από την Κατάβαση, πριν από τον ερχομό του Καταστροφέα.

Ο τόπος, όμως, δεν ήταν άδειος από ανθρώπους. Πολεμιστές περιφέρονταν επάνω στο καταπράσινο χορτάρι, φορώντας κράνη και μανδύες, και έχοντας σπαθιά μαζί τους, αλλά και πυροβόλα όπλα παρόμοια με αυτά των ξένων, κρεμασμένα από τους ώμους τους.

Οι δύο ανιχνευτές είχαν δει αρκετά. Η αποστολή τους δεν ήταν να περάσουν το μυστηριώδες άνοιγμα, ούτε να έρθουν σε επαφή με τους ανθρώπους από την άλλη μεριά. Έπρεπε μόνο να ρίξουν μια προσεχτική ματιά και μετά να επιστρέψουν στον Υπόγειο Κόσμο και στη Νίρμικιτ.

Γυρίζοντας, έτρεξαν προς τους βράχους, προτού τύχει ο Καταστροφέας να τους αντιληφτεί και να τους κυνηγήσει.

*

Στην υπόγεια πόλη Νίρμικιτ, μέσα στη μεγάλη αίθουσα της Βασιλικής Οικίας, ο Βασιληάς Κάλροοθ καθόταν στον θρόνο του περιμένοντας τους ανιχνευτές να επιστρέψουν από τη σύντομη αποστολή τους στον Επάνω Κόσμο. Γύρω του ήταν συγκεντρωμένη η αυλή του: η καινούργια του Βασιλική Σύζυγος Ελκέρτα, οι τρεις γιοι του και οι δύο κόρες του (παιδιά από την προηγούμενη σύζυγό του), η αδελφή του, Νιρντέτα, ο αδελφός του, Νάσκερελ, ο Βασιλικός Υπασπιστής Νάρκλοομ, ο Βασιλικός Οικοκύρης Φάνερπελ, και κάποιοι φρουροί της Βασιλικής Οικίας. Επίσης εδώ ήταν ο Οφθαλμός της Ψυχής Νερκάλοοτ και η Οφθαλμός της Ζωής Χονρέπα.

Η τελευταία, που ο Βασιληάς Κάλροοθ την εμπιστευόταν όσο λίγους ανθρώπους, είχε, χτες βράδυ (σύμφωνα με τις κινήσεις του Φλεγόμενου Ήλιου στον Επάνω Κόσμο), μιλήσει με έναν από τους ξένους για πολλές ώρες. Τον άνθρωπο που έμοιαζε να είναι αρχηγός των υπολοίπων και που ονομαζόταν Τέρι Κάρμεθ – ένα τελείως παράξενο όνομα. Η Χονρέπα είχε αρχίσει να του μαθαίνει τη γλώσσα που μιλούσαν στον Υπόγειο Κόσμο, κι εκείνος είχε αρχίσει να καταλαβαίνει αρκετές λέξεις. Νομίζω ότι μπορώ να τον διδάξω, Βασιληά μου, είχε πει η Λιθοφόρος. Είναι συνεργάσιμος. Μετά από κάποιο καιρό ίσως να έχουμε τη δυνατότητα να συνεννοηθούμε μαζί του, ώστε να μας περιγράψει τι είναι αυτό το μέρος απ’το οποίο έρχεται.

«Τι μέρος μπορεί να είναι;» είχε ρωτήσει ο Κάλροοθ τη Χονρέπα.

«Δεν έχω την παραμικρή ιδέα. Το μόνο που μπορώ να υποθέσω, Μεγαλειότατε, είναι ότι πρόκειται για κάποιον άλλο κόσμο – έναν κόσμο όπως ήταν, ίσως, ο δικός μας πριν από την Κατάβαση.»

Όπως ήταν ο κόσμος πριν από την Κατάβαση… Ο Κάλροοθ είχε δει μονάχα ζωγραφιστές εικόνες σε παλιά βιβλία, και κάποιες φωτογραφίες, όπως τις αποκαλούσαν: αυτούσια αποτύπωση της πραγματικότητας επάνω σε χαρτί: μια τεχνική που είχε χαθεί πλέον. Οι φωτογραφίες αποτελούσαν αντικείμενα θαυμασμού. Πώς ήταν δυνατόν κάποτε να μπορούσαν οι άνθρωποι να κάνουν κάτι τέτοιο; Κανένας από τους σημερινούς τεχνουργούς δεν είχε κατορθώσει να ξεκλειδώσει αυτό το μυστικό.

Τόσα πολλά είχαν χαθεί, με τον ερχομό του Καταστροφέα και τη βιαστική Κατάβαση που ήταν η μοναδική λύση για την επιβίωση των ανθρώπων…

«Οι Θεογνώστες μπορεί να ξέρουν – ή, μάλλον, ίσως να μπορούν να διαισθανθούν – περισσότερα, Βασιληά μου, με τη βοήθεια των θεών,» είχε πει η Λιθοφόρος – η όμορφη Χονρέπα – στον Κάλροοθ. Αλλά ο Βασιληάς της Νίρμικιτ δεν είχε καλέσει ακόμα κανέναν από αυτούς για να τον συμβουλευτεί. Παρότι καταλάβαινε τη χρησιμότητά τους, δεν τους εμπιστευόταν και τόσο– ή μάλλον, όχι, δεν ήταν θέμα εμπιστοσύνης ακριβώς. Τους φοβόταν. Παρά τα χρόνια του – πλησίαζε τα εξήντα πλέον: τα μαλλιά και τα μούσια του είχαν ασπρίσει και το πράσινο δέρμα του είχε ρυτιδωθεί – ο Βασιληάς Κάλροοθ φοβόταν τους Θεογνώστες, με τα παράξενα βλέμματά τους, τα μυστηριώδη λόγια τους, και την κρυφομανή συμπεριφορά τους. Ήταν όμως οι μοναδικοί άνθρωποι που μπορούσαν να έρθουν σε συνεννόηση με τους θεούς του Υπόγειου Κόσμου, κι επομένως ήταν πολύτιμοι για τη Νίρμικιτ (και για τις άλλες υπόγειες πόλεις, ασφαλώς).

Ο Κάλροοθ, καθισμένος στον κοκάλινο θρόνο του, κοίταζε τους ανθρώπους που ήταν συγκεντρωμένοι μπροστά του κι αναρωτιόταν τι σκέψεις μπορεί να έκανε ο καθένας τους για τον ερχομό των ξένων. Ελπίζουν κι αυτοί ότι θα βρούμε έναν καινούργιο τόπο όπως ήταν ο Παλαιός Κόσμος; Έναν τόπο φωτεινό, με κάμπους και βουνά και ποτάμια; Όμορφα δέντρα και χορτάρι;

Παράξενο που νοσταλγώ πράγματα που δεν έχω ζήσει… Πριν από τέσσερις Γενεές είχε γίνει η Κατάβαση: κανένας ζωντανός άνθρωπος δεν θυμόταν πώς ήταν ο Επάνω Κόσμος πριν από την καταστροφή. Είχαν όλοι τους γνωρίσει μόνο τον Υπόγειο Κόσμο· είχαν μεγαλώσει εδώ. Επάνω… επάνω ήταν μονάχα μια ατελείωτη ερημιά. Με την εξαίρεση ορισμένων τόπων που δεν είχαν ακόμα καταβροχθιστεί από τον Καταστροφέα. Αυτά τα μέρη, για κάποιο λόγο, έμοιαζαν να του αντιστέκονται από μόνα τους. Δεν ήταν, όμως, κατοικήσιμα. Οι άνθρωποι δεν μπορούσαν ν’αφήσουν τις υπόγειες πόλεις τους και να πάνε να μείνουν εκεί.

Ένας φρουρός ανακοίνωσε την άφιξη των ανιχνευτών, διακόπτοντας τους συλλογισμούς του Κάλροοθ.

«Να περάσουν βεβαίως,» είπε ο Βασιληάς.

Η Λαρκέκα και ο Νίρναοκ, δύο αδέλφια που ήταν από τους καλύτερους πολεμιστές που είχε ο Κάλροοθ στη Νίρμικιτ, μπήκαν στη μεγάλη αίθουσα και υποκλίθηκαν μπροστά στον μονάρχη τους.

«Τι νέα μού φέρνετε;»

Η Λαρκέκα είπε: «Το όχημα των ξένων φαίνεται να έχει καταστραφεί, Μεγαλειότατε.»

«Αναμενόμενο,» είπε ο Κάλροοθ, και της έκανε νόημα να συνεχίσει.

«Πλησιάσαμε το μέρος απ’το οποίο ήρθαν οι ξένοι. Είναι… δύσκολο να το περιγράψω καλά, Μεγαλειότατε. Είναι… ένα, ένα άνοιγμα στον ουρανό και στη γη συγχρόνως· κι από μέσα φαίνεται ένας τόπος με χόρτο και κάποια δέντρα.» (Χόρτο, δέντρα – αρχαίες λέξεις, τόσο αρχαίες – και τόσο όμορφες, σκέφτηκε ο Κάλροοθ. Μυθικές.) «Φαίνεται, επίσης, ένας ουρανός που δεν είναι ο δικός μας. Ο ήλιος είναι διαφορετικός. Δεν είναι φλεγόμενος. Είναι όπως στις Παλαιές Διηγήσεις: ένα πολύ λαμπερό, και πολύ μεγάλο, άστρο. Πίσω από το άνοιγμα, όμως, στέκονται πολεμιστές, Μεγαλειότατε, και κρατάνε όπλα παρόμοια μ’αυτά των ξένων που βρίσκονται – κακώς, κατά τη γνώμη μου – στη Φυλακή.» Η Λαρκέκα έριξε ένα φευγαλέο βλέμμα στον Υπασπιστή Νάρκλοομ, ο οποίος την ατένισε σταθερά στα μάτια χωρίς να βλεφαρίσει. Η Λαρκέκα στράφηκε πάλι στον Βασιληά κι έκανε μια σύντομη υπόκλιση, μάλλον για να μην την παρεξηγήσει ότι μιλούσε σ’αυτόν και κοίταζε αλλού.

Ο Κάλροοθ δεν την παρεξηγούσε. Εν μέρει την καταλάβαινε, μάλιστα. Οι ξένοι μπορεί να μην ήταν επικίνδυνοι: μπορεί να μην ήταν δίκαιο που τους είχαν στη Φυλακή. Αλλά ο Κάλροοθ δεν ήθελε να το ριψοκινδυνέψει. Δεν γνώριζε τίποτα γι’αυτούς. Δεν είχε καν τη δυνατότητα να μιλήσει μαζί τους – τουλάχιστον, μέχρι που η Χονρέπα να τους μάθει τη γλώσσα του Υπόγειου Κόσμου.

«Υπάρχει τίποτε άλλο που έχετε να μου αναφέρετε;» ρώτησε ο Βασιληάς τη Λαρκέκα και τον Νίρναοκ.

«Όχι, Μεγαλειότατε,» αποκρίθηκε η Λαρκέκα, και ο Νίρναοκ κατένευσε.

«Ποιος είναι παρατηρητής τώρα;» ρώτησε ο Κάλροοθ.

«Ο Βάλροομ, Βασιληά μου,» απάντησε ο Νίρναοκ. «Θα παρακολουθούμε, ασφαλώς, το μυστηριώδες άνοιγμα μέρα-νύχτα.»

Ο Κάλροοθ ρώτησε: «Νομίζετε ότι υπάρχει κίνδυνος οι ξένοι να εισβάλουν από εκεί;»

«Ζητάτε την προσωπική μας άποψη, Βασιληά μου;»

«Ναι.»

Ο Νίρναοκ κοίταξε την αδελφή του γιατί εκείνη ήταν παρατηρητής όταν το άνοιγμα πρωτοδημιουργήθηκε και οι ξένοι εμφανίστηκαν. Η Λαρκέκα είπε στον Βασιληά: «Νομίζω πως ο Καταστροφέας τούς τρόμαξε, Μεγαλειότατε. Δε νομίζω ότι θα επιχειρήσουν εύκολα να περάσουν το άνοιγμα. Εξάλλου, ας σκεφτούμε τι βλέπουν: Μια έρημο, χωρίς τίποτα το ενδιαφέρον γι’αυτούς.»

«Τουλάχιστον, έτσι υποθέτεις, Λαρκέκα,» τόνισε ο Νάρκλοομ.

«Αν ο Βασιλικός Υπασπιστής έχει κάποια άλλη γνώμη μπορεί, ασφαλώς, να την εκφράσει,» είπε η Λαρκέκα, χωρίς να στραφεί να τον κοιτάξει αυτή τη φορά.

«Δεν είναι συνετό, πιστεύω, να κάνουμε υποθέσεις για το πώς σκέφτονται οι ξένοι,» είπε ο Νάρκλοομ. «Δεν έχουν καμία σχέση μ’εμάς. Είναι από άλλο κόσμο. Παλιότερα, κάποιοι φιλόσοφοι μόνο θα μιλούσαν για την ύπαρξη άλλων κόσμων· τώρα ξέρουμε ότι τουλάχιστον ένας ακόμα κόσμος υπάρχει. Και οι κάτοικοι αυτού του κόσμου… μπορεί να είναι, ασφαλώς, κάτι τελείως διαφορετικό από εμάς.»

«Παρ’όλ’αυτά,» είπε ο Κάλροοθ, «η Χονρέπα, κοιτάζοντας τους ξένους με τον Οφθαλμό της, έφτασε στο συμπέρασμα ότι σωματικά είναι ίδιοι μ’εμάς.»

«Μία απ’αυτούς, όμως, έχει κόκκινο δέρμα, Βασιληά μου – πράγμα ανήκουστο! Κι ένας άλλος έχει δέρμα λευκό που δεν είναι ακριβώς λευκό, αλλά έχει μια απόχρωση… ροζ. Δεν είναι σαν κι εμάς, λοιπόν· δεν μπορεί να είναι!»

«Το χρώμα τους,» δήλωσε η Χονρέπα, «είναι το μόνο διαφορετικό πράγμα επάνω τους. Το μοναδικό διαφορετικό πράγμα που μπορούμε να δούμε εξωτερικά, με τα μάτια μας. Γιατί ο Οφθαλμός δεν μου δείχνει τίποτα το διαφορετικό σε σχέση μ’εμάς.»

«Ακόμα κι έτσι,» επέμεινε ο Νάρκλοομ, «δεν ξέρουμε ούτε τις νοοτροπίες τους ούτε τα έθιμά τους. Άρα πρέπει να είμαστε προσεχτικοί μαζί τους.»

«Οι ξένοι, όμως, μπορούν να μας οδηγήσουν σ’έναν κόσμο όπως ήταν παλιά ο Επάνω Κόσμος, Νάρκλοομ...» είπε ο Κάλροοθ.

Ο Νάρκλοομ ατένισε τον Βασιληά του με προσοχή, και δεν μπόρεσε παρά να διακρίνει τη νοσταλγία στο γερασμένο του πρόσωπο και στα κουρασμένα γκρίζα μάτια του. Δεν αγάπησε ποτέ του τον Υπόγειο Κόσμο παρότι, όπως όλοι μας, μεγάλωσε εδώ, σκέφτηκε ο Βασιλικός Υπασπιστής. Από παλιά ήθελε να φύγει. Από μικρός. Η κόρη του Κάλροοθ, η Φαλτίκα, που ήταν ερωμένη του Νάρκλοομ, του το είχε επιβεβαιώσει αυτό πολλές φορές. Ο μπαμπάς όλο κοιτάζει παλιές ζωγραφιές και φωτογραφίες. Ονειρεύεται τον Παλαιό Κόσμο, έλεγε η Πριγκίπισσα και γελούσε. Ο Νάρκλοομ δεν το θεωρούσε και τόσο καλό αυτό: πίστευε ότι ο Βασιληάς μιας υπόγειας πόλης έπρεπε να κοιτάζει το παρόν· στο παρελθόν μπορούσε κανείς να βρει μονάχα ερήμωση. Διότι όλη αυτή η ομορφιά από τις ζωγραφιές και τις φωτογραφίες (τι αρχαία και εκκεντρική λέξη!) δεν έπρεπε κανείς να ξεχνά πως είχε καταστραφεί. Ο Καταστροφέας είχε έρθει και είχε ρημάξει τα πάντα. Αυτό οι νοσταλγοί του Παλαιού Κόσμου το παρέβλεπαν, και συνεχώς είχαν χωμένες τις μύτες τους στις Παλαιές Διηγήσεις.

Ακούγοντας τώρα τον Βασιληά του να μιλά έτσι, ο Νάρκλοομ ήξερε ότι ο Κάλροοθ ίσως να τους έβαζε όλους σε κίνδυνο. «Με όλο τον σεβασμό, Μεγαλειότατε, αλλά δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι ο κόσμος των ξένων έχει καμία σχέση με τον Παλαιό Κόσμο! Ίσως απλά να μοιάζει σε κάποια πράγματα. Σε πολλά άλλα, αναμφίβολα, θα είναι διαφορετικός!»

«Τα όπλα τους, πάντως, είναι σχεδόν ίδια με τα δικά μας,» είπε ο Κάλροοθ. «Σπαθιά, ξιφίδια… και τα πυροβόλα. Οι τεχνουργοί, αφού τα μελέτησαν, μου είπαν ότι η λειτουργία τους δεν διαφέρει πολύ από των δικών μας πυροβόλων όπλων· η εκρηκτική ύλη μονάχα είναι διαφορετική.»

Ο Νάρκλοομ έμεινε σιωπηλός. Δεν είχε κάτι να προσθέσει. Αν ο Βασιληάς δεν είχε καταλάβει τη συμβουλή του μέχρι στιγμής – Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί με τους ξένους! – τότε δεν μπορούσε να κάνει κάτι άλλο για να τον πείσει. Σκόπευε, όμως, να είναι σε εγρήγορση – για το καλό όλης της Νίρμικιτ.

Η Χονρέπα, σαν να ήθελε να αποφορτίσει την ατμόσφαιρα, είπε: «Μόλις ο Τέρι Κάρμεθ έχει μάθει να μιλά καλύτερα τη γλώσσα μας, θα μπορέσουμε να συζητήσουμε μαζί του· είμαι βέβαιη. Όπως σας είπα, Μεγαλειότατε, δείχνει να είναι συνεργάσιμος.»

«Στο φαγητό μας τι τους πείραξε;» Η φωνή δεν ήταν του Βασιληά, αλλά του Πρίγκιπα-Διαδόχου Όσραοκ, του μεγαλύτερου παιδιού του Κάλροοθ.

«Δεν είμαι σίγουρη ακόμα, Υψηλότατε,» αποκρίθηκε η Χονρέπα.

«Ακόμα και με τις δυνάμεις του Οφθαλμού;»

«Ναι. Υποπτεύομαι, όμως, ότι έφταιγαν τα μανιτάρια που τους δώσαμε. Εμείς τα έχουμε συνηθίσει, εκείνοι όχι.»

Ο Κάλροοθ στράφηκε στον άντρα που στέκονταν μερικά βήματα πίσω από τη Χονρέπα, τον Νερκάλοοτ, που ήταν Οφθαλμός της Ψυχής. Το δέρμα του είχε χρώμα μοβ, όπως όλων των Λιθοφόρων, και τα μαλλιά του ήταν πράσινα και κοντά. Είχε μούσι στο σαγόνι και μουστάκι. Τα μάτια του ήταν γκρίζα, μοιάζοντας να κρύβουν κάποιο μυστικό στα βάθη τους. Η μινούρνα, ο λευκογάλανος λίθος του, γυάλιζε κάτω από το δεξί του στήθος, μέσα από ένα ειδικό άνοιγμα του χιτώνα του.

«Νερκάλοοτ,» είπε ο Κάλροοθ.

Ο Οφθαλμός της Ψυχής βάδισε για να σταθεί πλάι στη Χονρέπα. «Μάλιστα, Βασιληά μου.»

«Μπορείς να στείλεις το πνεύμα σου μέσα από το άνοιγμα, για να δει πώς είναι ο κόσμος των ξένων;»

«Οι δυνάμεις μου είναι περιορισμένες έξω από τον Υπόγειο Κόσμο, Μεγαλειότατε, όπως γνωρίζετε. Πέρα από αυτό το άνοιγμα… δεν ξέρω.» Η φωνή του, ως συνήθως, ήταν μαλακή και χαμηλή χωρίς να είναι ψιθυριστή. «Για να είμαι ειλικρινής, φοβάμαι να το επιχειρήσω. Αν όμως αυτή είναι η προσταγή σας, ασφαλώς και δεν θα διστάσω,» είπε ο Νερκάλοοτ κάνοντας μια υπόκλιση.

«Θέλω να μάθω γι’αυτό τον κόσμο…» είπε ο Κάλροοθ, σχεδόν σαν να μιλούσε στον εαυτό του. «Θέλω να μάθω γι’αυτό τον κόσμο…»

«Θα μπορούσαμε να στείλουμε ανιχνευτές πέρα από το άνοιγμα, Βασιληά μου,» πρότεινε η Βασιλική Σύζυγος Ελκέρτα, που ήταν καθισμένη σ’ένα ψηλό σκαμνί κοντά στον Θρόνο της Νίρμικιτ. Φορούσε ένα σκούρο μπλε φόρεμα το οποίο τόνιζε το κατάλευκο δέρμα της, και είχε τα πόδια της σταυρωμένα στο γόνατο. Τα ξανθά μαλλιά της γυάλιζαν κάτω από την ακτινοβολία των κρυστάλλων που φώτιζαν την αίθουσα, πιασμένα περίτεχνα πάνω από το κεφάλι της ώστε να μοιάζουν με στέμμα. Ήταν είκοσι-πέντε χρόνια νεότερη από τον Κάλροοθ.

«Θα μπορούσαμε, πράγματι…» συμφώνησε ο Βασιληάς, σκεπτικά, ρίχνοντας μια ματιά στη σύζυγό του. «Πρέπει οπωσδήποτε να πάρουμε κι άλλες πληροφορίες γι’αυτό τον κόσμο. Οπωσδήποτε.» Τα μάτια του είχαν μείνει επάνω της καθώς μιλούσε. Δεν χόρταινε να την κοιτάζει. Ποτέ δεν χόρταινε να την κοιτάζει, από τότε που την είχε παντρευτεί πριν από πέντε χρόνια, για να αναπληρώσει την απώλεια της πρώτης του συζύγου.

«Υπάρχουν πολεμιστές πίσω από το άνοιγμα, Μεγαλειότατε,» θύμισε ο Νίρναοκ. Εκείνος και η Λαρκέκα ακόμα στέκονταν στο κέντρο της αίθουσας, αντίκρυ στον θρόνο, αφού ο Βασιληάς δεν τους είχε διώξει.

Ο Κάλροοθ έστρεψε το βλέμμα του στον Νίρναοκ και την αδελφή του. «Και οι πολεμιστές μου φοβούνται τους πολεμιστές κάποιου άλλου κόσμου;»

«Δεν είναι αυτό, Μεγαλειότατε!» απάντησε αμέσως ο Νίρναοκ. «Απλώς προειδοποιώ πως, αν περάσουμε το άνοιγμα, πιθανώς να βρεθούμε σε σύγκρουση μαζί τους.»

«Μπορεί μια σύγκρουση να είναι απαραίτητη,» είπε η Ελκέρτα.

Ο Νάρκλοομ, που δεν τη συμπαθούσε, την ατένισε με σκληρό βλέμμα. «Δεν είναι ώρα για κατακτήσεις

Το βλέμμα που του έριξε η Ελκέρτα ήταν παρόμοιο – εχθρικό. «Δεν είναι; Τότε, πότε είναι;» Η Βασιλική Σύζυγος σηκώθηκε από το κάθισμά της. Δεν ήταν ψηλή, αλλά η παρουσία της ήταν επιβλητική. Παρότι κανείς δεν θα την έλεγε άσχημη, όλοι παραδέχονταν ότι είχε κάτι το άγριο επάνω της. Πράγμα που δεν τους παραξένευε. Άλλωστε, προτού πλαγιάσει με τον Βασιληά της Νίρμικιτ ήταν λήσταρχος στα λαβυρινθώδη βάθη του Υπόγειου Κόσμου. Εκείνη και η συμμορία της παραμόνευαν καραβάνια για να τα λεηλατήσουν. Ο Βασιληάς Κάλροοθ είχε διαλύσει τους ληστές της και είχε σκοτώσει τους περισσότερους από αυτούς: είχε κρατήσει ζωντανούς μόνο όσους θεωρούσε ότι μπορούσαν να γίνουν πολεμιστές του. Την Ελκέρτα, πρώτα, την είχε βάλει στη Φυλακή· μετά, την είχε φέρει στη Βασιλική Οικία.

Μια μάλλον ασύνετη κίνηση, νόμιζε ο Νάρκλοομ. Αλλά δεν είχε καταφέρει να μεταπείσει τον Βασιληά του απ’το να πάρει αυτή τη γυναίκα για σύζυγο.

Η Ελκέρτα συνέχισε να μιλά: «Μπορεί να είμαστε οι πρώτοι που είδαμε το άνοιγμα αλλά πολύ σύντομα θα το δουν κι οι άνθρωποι άλλων πόλεων–»

«Κανείς δεν τολμά να πλησιάσει το παρατηρητήριό μας που κοιτάζει το άνοιγμα!» είπε ο Νάρκλοομ.

«Μη με διακόπτεις, Υπασπιστή!» φώναξε η Ελκέρτα.

«Με συγχωρείτε, Υψηλοτάτη,» απολογήθηκε ο Νάρκλοομ, αλλά η φωνή του έμοιαζε με γρύλισμα και το βλέμμα του δε ζητούσε συγνώμη.

Η Ελκέρτα είπε: «Αν εμείς δεν εισβάλουμε σ’αυτόν τον καινούργιο κόσμο που θυμίζει τόσο τον Παλαιό Κόσμο, θα το κάνουν κάποιοι άλλοι! Γιατί να μην είμαστε εμείς οι πρώτοι; Εξάλλου, εμείς τον είδαμε πρώτοι, έτσι δεν είναι;» Κοίταξε όλους όσους βρίσκονταν μέσα στη μεγάλη αίθουσα, όλους όσους ήταν αντίκρυ της.

Τα μουρμουρητά πολλών έδειχναν ότι συμφωνούσαν μαζί της· κανείς, όμως, δεν τολμούσε να υψώσει τη φωνή του.

Εκτός από τον Νάρκλοομ, ο οποίος είπε στον Βασιληά: «Μεγαλειότατε, δεν μπορεί να σκέφτεστε να δράσουμε τόσο βιαστικά! Ίσως οι ξένοι να έχουν στη διάθεσή τους όπλα που δεν τα έχουμε φανταστεί!»

«Ή ίσως,» είπε η Ελκέρτα, «η συμπεριφορά σου, Υπασπιστή, να φανερώνει μόνο τη δειλία σου.»

Η όψη του Νάρκλοομ αγρίεψε. «Τολμάς;» γρύλισε. «Η πόλη αυτή στηρίζεται σ’εμένα εδώ και χρόνια! Πολύ περισσότερο καιρό απ’ό,τι εσύ είσαι Βασιλική Σύζυγος! Όταν εγώ υπερασπιζόμουν τη Νίρμικιτ, εσύ και η συμμορία σου ληστεύατε τα καραβάνια μας!»

Φωνές ξέσπασαν μέσα στην αίθουσα.

Το χέρι της Ελκέρτα πήγε προς τη ζώνη της, όπου κρεμόταν ένα περίτεχνα στολισμένο ξιφίδιο. Μια ακούσια κίνηση; Ή μήπως σκεφτόταν πραγματικά να τραβήξει το όπλο και να το εκτοξεύσει προς τον Υπασπιστή; αναρωτήθηκαν αρκετοί από τους παρευρισκόμενους στη μεγάλη αίθουσα.

«Τι λόγια είναι αυτά;» φώναξε ο Κάλροοθ, εξοργισμένος, καθώς πεταγόταν όρθιος από τον κοκάλινο θρόνο του. «Τι λόγια είναι αυτά; Κι από τους δυο σας!» Κοίταξε μια τη Βασιλική Σύζυγο, μια τον Υπασπιστή. «Γνωρίζω πολύ καλά ότι ο Νάρκλοομ δεν είναι δειλός – και τον εμπιστεύομαι όσο και τα παιδιά μου!» είπε στην Ελκέρτα. «Αλλά,» είπε στον Νάρκλοομ, «δεν σου επιτρέπω να μιλάς έτσι στη σύζυγό μου, όσο κι αν αναγνωρίζω την πίστη σου σ’εμένα και στη Νίρμικιτ. Έγινα κατανοητός;»

«Απολύτως, Μεγαλειότατε,» αποκρίθηκε ο Νάρκλοομ κλίνοντας το κεφάλι.

«Η συζήτηση αυτή τελειώνει εδώ,» είπε ο Κάλροοθ προς όλους. Και προς τη Λαρκέκα και τον Νίρναοκ: «Μπορείτε να πηγαίνετε. Σας ευχαριστώ για τις υπηρεσίες σας.»

«Μεγαλειότατε,» αποκρίθηκαν τα δύο αδέλφια, συγχρόνως, καθώς υποκλίνονταν και έφευγαν από τη μεγάλη αίθουσα.

Ο Κάλροοθ κάθισε ξανά στον θρόνο του. «Θα ήθελα να μιλήσω με τους Θεογνώστες μας τώρα. Ας πάει κάποιος να τους ειδοποιήσει. Οι υπόλοιποι μπορείτε να φύγετε αν θέλετε.»

Κανείς όμως δεν έφυγε, καθώς ο Νάρκλοομ έδινε διαταγή σ’έναν φρουρό να φροντίσει να ειδοποιηθούν αμέσως οι Θεογνώστες.

*

Οι δύο Θεογνώστες της Νίρμικιτ ήρθαν στη Βασιλική Οικία και στάθηκαν μέσα στη μεγάλη αίθουσα, αντίκρυ στον Βασιληά τους. Ο Κάλροοθ τούς είπε, εν συντομία, τι είχε συμβεί και τους ρώτησε ποια ήταν η γνώμη τους για όλα αυτά. Τι έλεγαν οι θεοί τους;

Ο Θεογνώστης Κέρφαοκ ήταν γέρος και από χρόνια τυφλός. Το δέρμα του ήταν γαλανό και η μορφή του καμπουριαστή. Κρατούσε ένα μακρύ ραβδί που φαινόταν να τον βοηθά να στέκεται και, ταυτόχρονα, να βρίσκει τον δρόμο του· δεν χρειαζόταν τη βοήθεια κανενός για να κυκλοφορεί μέσα στην πόλη ή έξω απ’αυτήν. Φορούσε παλιά ρούχα που σέρνονταν πίσω του, και βάδιζε ξυπόλυτος. Τα μαλλιά του ήταν γκρίζα, όπως και τα μούσια του, και γύρω απ’το κεφάλι του ήταν τυλιγμένο ένα μαύρο πανί που έκρυβε τα τυφλά μάτια του.

Είχε γνωρίσει τον Καρμόνκον, την Καταιγίδα των Βαθών, έναν επικίνδυνο θεό του Υπόγειου Κόσμου, ο οποίος περιφερόταν κοντά στη Νίρμικιτ και οι κάτοικοι της πόλης όφειλαν να έχουν την εύνοιά του αν δεν ήθελαν να πέφτουν κάθε τόσο θύματα της οργής του.

«Η Καταιγίδα των Βαθών γνωρίζει ότι κάποια αναταραχή υφίσταται, Βασιληά Κάλροοθ,» είπε ο Θεογνώστης Κέρφαοκ. «Σ’ολόκληρο τον Υπόγειο και τον Επάνω Κόσμο. Από διάφορα μέρη. Ο Καρμόνκον έχει ακούσει τείχη να τρίζουν και τείχη να σωριάζονται.»

«Τι εννοείς, ‘από διάφορα μέρη’, Θεογνώστη;» ρώτησε ο Κάλροοθ.

«Αυτό μού αποκαλύπτει η Καταιγίδα, αυτό σού αποκαλύπτω, Βασιληά,» αποκρίθηκε ο Κέρφαοκ. Οι Θεογνώστες ποτέ δεν μιλούσαν στον Βασιληά τους στον πληθυντικό, ούτε συνήθως τον αποκαλούσαν Μεγαλειότατο ή Βασιληά μου. Και τι μπορούσες να τους πεις; Ήταν Θεογνώστες· όπως ήθελαν μιλούσαν – στον οποιονδήποτε. «Από διάφορα μέρη έρχεται η αναταραχή. Του Υπόγειου Κόσμου, αλλά και του Επάνω Κόσμου. Από γύρω. Έρχεται σαν κύματα στον Καρμόνκον, και – είναι παράξενο μα συμβαίνει – τον έχει τρομάξει, Βασιληά!»

Ο Κάλροοθ συνοφρυώθηκε, σκεπτικός. «Έτσι όπως μου τα λες, μοιάζει να υπονοείς πως υπάρχουν κι άλλα ανοίγματα σαν αυτό που έχουμε δει…»

Ο Κέρφαοκ δεν μίλησε.

Ο Κάλροοθ ατένισε τη Χονρέπα, σαν να ζητούσε κάποια απάντηση από εκείνη. Η Οφθαλμός της Ζωής – που δεν μπορούσε να κάνει ό,τι ήθελε, όπως τους Θεογνώστες, αλλά έπρεπε τουλάχιστον να μιλήσει στον Βασιληά της – είπε: «Είναι πιθανό, Μεγαλειότατε. Αν υπάρχει κάποιο πρόβλημα γενικά στον κόσμο μας… τότε, ναι, είναι πιθανό να έχουν δημιουργηθεί κι άλλα από αυτά τα ανοίγματα, νομίζω.»

Ο Νερκάλοοτ κατένευσε. «Κι εγώ της ίδιας γνώμης είμαι, Βασιληά μου.»

«Αν λοιπόν υπάρχουν κι άλλα ανοίγματα,» είπε η Βασιλική Σύζυγος Ελκέρτα, «τότε είναι ακόμα πιο σημαντικό να εισβάλουμε πρώτοι στον κόσμο των ξένων· γιατί, αν δεν το κάνουμε εμείς, κάποιοι άλλοι, από τις άλλες υπόγειες πόλεις, θα το κάνουν.»

Ο Κάλροοθ, μη θέλοντας να επιστρέψουν πάλι στην προηγούμενη συζήτηση τόσο σύντομα, είπε στη Θεογνώστρια που στεκόταν λίγο πιο πίσω από τον Κέρφαοκ: «Ποια η δική σου γνώμη, Νιτκέτκα;»

Η γυναίκα βάδισε για να σταθεί πλάι στον τυφλό Θεογνώστη. Το δέρμα της ήταν πράσινο, τα μαλλιά της μαύρα, μακριά ώς τη μέση, και μάλλον αχτένιστα για μήνες· παραδόξως, δεν έμοιαζαν και άλουστα για μήνες. Η Νιτκέτκα δεν ήταν τόσο μεγάλη σε ηλικία όσο ο Κέρφαοκ, όμως είχε την ίδια όψη μ’εκείνον: την όψη του ανθρώπου που έχει γνωρίσει πράγματα τα οποία κανείς δεν οφείλει να γνωρίζει και έχει μετά επιστρέψει στην κοινωνία, ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν τα ξέρουν. Τα μάτια της έδιναν στον Κάλροοθ την εντύπωση πως βρίσκονταν πολύ βαθιά μέσα στις κόγχες του κρανίου της, και ήταν πάντοτε κρυμμένα πίσω από μυστηριακές σκιές. Φορούσε ένα χοντρό φόρεμα που έφτανε ώς τα γόνατά της, και στους ώμους της έπεφτε μια μαύρη κάπα. Παλιές μπότες από δέρμα καντράμου έντυναν τα πόδια της, σκονισμένες και φθαρμένες.

Η θεά με την οποία είχε έρθει σε επαφή η Νιτκέτκα ήταν η Τορθόλμεθ, η Πολύποδη Κυρά του Σκοταδιού, και αυτής τον λόγο θα μετέφερε τώρα.

«Αυτά που είπε ο Κέρφαοκ, αυτά ξέρω κι εγώ, Βασιληά Κάλροοθ,» δήλωσε η Θεογνώστρια· η φωνή της ήταν λαρυγγώδης, λες κι ο λαιμός της να είχε κάποιο πρόβλημα – αλλά από τότε που ο Κάλροοθ τη θυμόταν έτσι μιλούσε. «Η Πολύποδη Κυρά έχει καταλάβει δυνατά τραντάγματα που έρχονται από παντού στον κόσμο μας· και υπάρχουν μέρη που ξέρει ότι τείχη έχουν καταρρεύσει. Σημεία σαν το άνοιγμα που ανέφερες πρέπει να είναι.»

«Και τι νομίζουν οι θεοί σας;» ρώτησε ο Βασιληάς και τους δύο Θεογνώστες. «Κινδυνεύουμε από όσα συμβαίνουν;»

«Ναι, Βασιληά Κάλροοθ,» απάντησε η Νιτκέτκα, «η Κυρά φοβάται. Λέει ότι ο κόσμος πλησιάζει στο τέλος του.»

«Το ίδιο νιώθει και ο Καρμόνκον, Βασιληά,» δήλωσε ο Κέρφαοκ. «Ο κόσμος βρίσκεται σε μεγάλο κίνδυνο.»

«Από τι; Από τους ξένους;»

«Η Καταιγίδα των Βαθών δεν μου έχει μιλήσει για τους ξένους. Εκείνο που φοβάται είναι οι αναταραχές που έρχονται από παντού.»

Η Νιτκέτκα κούνησε το κεφάλι, σείοντας τα μακριά μαύρα μαλλιά της που τούφες τους έπεφταν στο πρόσωπό της. «Ναι, Βασιληά, έτσι είναι. Η Τορθόλμεθ το λέει: οι αναταραχές φταίνε, βαθιά στον κόσμο μας. Αυτές είναι επικίνδυνες.»

Η Ελκέρτα είπε: «Ακόμα ένας λόγος για να κινηθούμε γρήγορα, λοιπόν.»

Ο Κάλροοθ δεν της μίλησε· ρώτησε τη Νιτκέτκα: «Εννοείς ότι είναι κάτι σαν… σεισμός; Υπάρχει κίνδυνος κατάρρευσης σπηλαίων; Κίνδυνος κατάρρευσης ακόμα και του σπηλαίου όπου είναι οικοδομημένη η Νίρμικιτ;»

«Δεν είναι σεισμός αυτός, Βασιληά,» αποκρίθηκε η Θεογνώστρια.

«Δεν είναι σεισμός, δεν είναι,» επανέλαβε σαν ηχώ ο Κέρφαοκ. «Είναι κάτι χειρότερο!»

«Δηλαδή, τι;» σχεδόν φώναξε ο Κάλροοθ. «Πείτε μου! Τι πρέπει να κάνω για να προστατέψω τον λαό μου!»

«Δεν μπορώ να σ’το πω αυτό, Βασιληά,» αποκρίθηκε ο Κέρφαοκ. «Πρέπει να μιλήσω με τον Καρμόνκον, ελπίζοντας να μου δώσει μια ξεκάθαρη απάντηση – πράγμα που δεν κάνει πάντοτε.»

Η Νιτκέτκα είπε: «Ναι, Βασιληά, ναι…» Μάλλον – υπέθεσε ο Κάλροοθ – εννοούσε ότι το ίδιο ίσχυε και για τη δική της θεά.

Ο Βασιληάς της Νίρμικιτ ακούμπησε την πλάτη του στον κοκάλινο θρόνο του και άγγιξε τα μούσια του, συλλογισμένος και βαθιά προβληματισμένος. «Μπορείτε να πηγαίνετε,» είπε στους Θεογνώστες, σαν εκείνοι να είχαν ήδη εξαφανιστεί από μπροστά του.

Οι Θεογνώστες αποχώρησαν, χωρίς να υποκλιθούν ή να χαιρετήσουν.

«Είναι προφανές, νομίζω, ύστερα από όλ’αυτά, ότι πρέπει να κινηθούμε γρήγορα,» είπε η Ελκέρτα.

«Τουλάχιστον,» διαφώνησε ο Νάρκλοομ, «οφείλουμε να δώσουμε χρόνο στη Χονρέπα να μιλήσει με τον ξένο στη Φυλακή.»

«Μέχρι τότε μπορεί να είναι πολύ αργά!»

Ο Κάλροοθ τούς διέκοψε: «Η συγκέντρωση αυτή λύεται!» δήλωσε. «Πρέπει να σκεφτώ.» Και σηκώθηκε από τον θρόνο του. «Μπορείτε να πηγαίνετε όλοι στις δουλειές σας.»

«Βασιληά μου,» είπε ο Νάρκλοομ, «δεν έχουμε ακόμα φτάσει σε κανένα συμπέρασμα.»

«Θα φτάσουμε την επόμενη φορά που θα συζητήσουμε, Υπασπιστή,» αποκρίθηκε ο Κάλροοθ, θυμωμένα.

«Όπως επιθυμείτε, Βασιληά μου,» είπε ο Νάρκλοομ κλίνοντας το κεφάλι. Αλλά δεν του άρεσε καθόλου που ο Κάλροοθ είχε αποφασίσει να τελειώσει εδώ τη συζήτηση, επειδή ήξερε ότι, για την Ελκέρτα, δεν θα τελείωνε πράγματι εδώ. Εκείνη, βρισκόμενη κοντά στον Βασιληά, θα συνέχιζε να του μιλά για το σχέδιό της. Και ο Κάλροοθ ήταν ήδη θετικά προδιατεθειμένος σχετικά με την εισβολή στον άλλο κόσμο επειδή του θύμιζε τον Παλαιό Κόσμο – τις ζωγραφιές και τις φωτογραφίες που όλο κοιτούσε.

Δε μ’αρέσει καθόλου, έτσι όπως εξελίσσεται το πράγμα, σκεφτόταν ο Νάρκλοομ καθώς έφευγε από τη μεγάλη αίθουσα της Βασιλικής Οικίας μαζί με τους υπόλοιπους.

«Θα επισκεφτώ πάλι τον Τέρι Κάρμεθ,» του είπε η Χονρέπα σ’έναν από τους διαδρόμους. «Θέλεις να είσαι κι εσύ εκεί;»

«Νομίζεις ότι η παρουσία μου είναι απαραίτητη;»

«Απαραίτητη, όχι. Όμως σκέφτηκα ότι ίσως να ήθελες να έρθεις. Κι επιπλέον, παρότι δεν νομίζω πως ο ξένος είναι επικίνδυνος, δεν σκοπεύω να τον επισκεφτώ μόνη μου.»

«Μπορείς να πάρεις μαζί σου όσους απ’τους πολεμιστές μου επιθυμείς,» της είπε ο Νάρκλοομ. «Εγώ ίσως να έρθω στη Φυλακή αργότερα.»

«Εντάξει,» ένευσε η Χονρέπα, κι απομακρύνθηκε. Η θρισίρτα στον αριστερό της ώμο γυάλισε κίτρινη κάτω από το φως του κρυστάλλου στο ταβάνι.

Ο Νάρκλοομ βάδισε προς τα δωμάτιά του μέσα στη Βασιλική Οικία, αναρωτούμενος τι μπορούσε να κάνει για να αποτρέψει αυτά που είχε στο μυαλό της η Ελκέρτα. Ήταν λήσταρχος, η τρισκατάρατη! Ο Κάλροοθ δεν έπρεπε ποτέ να την είχε πάρει για σύζυγό του! Δεν μπορούσε να φέρει τίποτα καλό στη Νίρμικιτ. Έχει γεράσει τόσο πολύ ο Βασιληάς μας που δεν ξέρει πια τι του γίνεται; Αυτή η γυναίκα είναι επικίνδυνη. Δεν είναι για να διοικεί μια υπόγεια πόλη· έχει μάθει να διοικεί συμμορίες ληστών που περιφέρονται μες στα λαβυρινθώδη σπήλαια του Υπόγειου Κόσμου σαν λυσσασμένοι καντράμοι!

Ο Νάρκλοομ πλησίαζε τα δωμάτια του όταν είδε τη Φαλτίκα να έρχεται από δίπλα του. Είχε φτάσει εδώ πιο γρήγορα από εκείνον· πρέπει να είχε υποθέσει πού θα πήγαινε ο εραστής της.

«Δε φαίνεσαι και πολύ χαρούμενος,» του είπε, περνώντας το ένα της χέρι πίσω από την πλάτη του και πλησιάζοντάς τον για να φιλήσει το ξυρισμένο μάγουλό του· ο Νάρκλοομ αισθάνθηκε το αριστερό της στήθος να πιέζεται πάνω στο στέρνο του.

Σ’αντίθεση με τον πατέρα της, η Πριγκίπισσα δεν είχε δέρμα πράσινο αλλά γαλανό, όπως η μητέρα της που ήταν νεκρή. Τα μαλλιά της ήταν σγουρά, μακριά, καταπράσινα, και γυαλιστερά· και τώρα δεμένα σε δύο κοτσίδες, που η μία έπεφτε μπροστά στο στήθος της κι η άλλη στην πλάτη της.

«Εσύ είσαι χαρούμενη;» τη ρώτησε ο Νάρκλοομ. «Η μητριά σου έχει… κατακτήσεις στο μυαλό της ξανά. Παλιά, λήστευε καραβάνια μέσα στον Υπόγειο Κόσμο· μετά, λήστεψε τη θέση της Βασιλικής Συζύγου· τώρα, τι σχεδιάζει; Να ληστέψει έναν ολόκληρο κόσμο;»

Η όψη της Φαλτίκα σοβάρεψε. Ήταν το δεύτερο μεγαλύτερο παιδί του Κάλροοθ, και δεν συμπαθούσε την Ελκέρτα· είχε πολλές φορές πει στον Νάρκλοομ ότι αισθανόταν σαν αυτή η γυναίκα να είχε κλέψει τη θέση της μητέρας της, παρότι η μητέρα της ήταν νεκρή. «Δε νομίζω πως ούτε αυτή μπορεί να έχει τέτοιο θράσος,» είπε.

«Δεν το νομίζεις;» αποκρίθηκε ο Νάρκλοομ καθώς βάδιζαν προς την εξώθυρα των διαμερισμάτων του, που ήταν καμωμένη από βαριά κόκαλα Ντόρταγκας, δράκου του Υπόγειου Κόσμου. «Είχε αρκετό θράσος για να πείσει τον πατέρα σου να τη βγάλει από το κελί της και να τη βάλει στο κρεβάτι του.» Ο Νάρκλοομ πήρε ένα κλειδί από την τσέπη του και ξεκλείδωσε την κλειδαριά της πόρτας, για να μπει στα δωμάτιά του μαζί με την Πριγκίπισσα.

«Οι ξένοι δεν είναι τόσο απροστάτευτοι, όμως,» είπε η Φαλτίκα. «Οι ανιχνευτές μας ανέφεραν ότι είναι καλά οπλισμένοι. Ο μπαμπάς δεν θα κάνει τίποτα που θα μας βάλει όλους σε κίνδυνο.»

Θα το δούμε αυτό, σκέφτηκε ο Νάρκλοομ. Και το ερώτημα είναι: αν ο Βασιληάς αποδειχτεί απερίσκεπτος, τι πρέπει να κάνουμε οι υπόλοιποι;

*

«Δεν μπορούμε να το αφήσουμε έτσι αυτό,» είπε Ελκέρτα καθώς έκανε μαλάξεις στους ώμους του Κάλροοθ, ο οποίος είχε πιαστεί ύστερα από τόση ώρα καθισμένος στον θρόνο του. Αυτό το κοκάλινο κάθισμα ήταν πολύ άβολο· ίσως θα έπρεπε να προστάξει να του φτιάξουν ένα καινούργιο. Το παράξενο ήταν ότι παλιότερα δεν το έβρισκε καθόλου άβολο. Είναι δυνατόν να έχω γεράσει τόσο; Ή μήπως το κόκαλο έχει σκληρύνει με τα χρόνια;

Ο Βασιληάς ήταν, επί του παρόντος, ξαπλωμένος μπρούμυτα σ’ένα μαλακό κρεβάτι των διαμερισμάτων του, γυμνός εκτός από μια περισκελίδα. Η Ελκέρτα στεκόταν γονατισμένη από πάνω του, πιέζοντας με τα δυνατά της δάχτυλα τους ώμους και την πλάτη του για να τον χαλαρώσει, ενώ συγχρόνως κοίταζε μια μακριά ουλή που είχε ο σύζυγός της στη ράχη. Ξεκινούσε περίπου από τον δεξή ώμο και τελείωνε περίπου στα αριστερά πλευρά. Ένας προδότης, κάποτε, τον είχε χτυπήσει πισώπλατα, της είχε πει: ένας ξάδελφός του, τον οποίο είχε έπειτα σκοτώσει, μην πεθαίνοντας από το ύπουλο χτύπημά του. Η Ελκέρτα ήταν σίγουρη πως ο Βασιληάς της παλιά ήταν πολύ πιο σκληρός από τώρα· τα χρόνια φαινόταν πια να τον έχουν καταβάλλει. Ακόμα κι όταν κατατρόπωσε τη συμμορία μου ήταν πολύ πιο σκληρός. Η Ελκέρτα είχε ερωτευτεί τον άντρα που είχε διαλύσει τους ληστές της και την είχε κλείσει μέσα σ’ένα κοκάλινο κλουβί για να τη μεταφέρει στη Νίρμικιτ σαν να ήταν κάποιο άγριο θηρίο του Υπόγειου Κόσμου.

Το δωμάτιο φωτιζόταν απαλά, αδύναμα, από το φως κρυστάλλων, καθώς ο φωτορυθμιστής ήταν ρυθμισμένος σε χαμηλή ένταση. Μαγκάλια έκαιγαν και στις τέσσερις γωνιές, γεμίζοντας τον χώρο με άπλετη θερμότητα και διώχνοντας την αέναη ψύχρα του Υπόγειου Κόσμου. Η Ελκέρτα φορούσε μονάχα μια ελαφριά ρόμπα· δεν μπορούσε να υποφέρει τίποτ’άλλο εδώ μέσα, κι αυτό δεν τη δυσαρεστούσε καθόλου.

«Μ’ακούς, πράσινο μανιτάρι μου;» ρώτησε τον Κάλροοθ, σκύβοντας για να δαγκώσει παιχνιδιάρικα το πλάι του πράσινου λαιμού του. «Πρέπει να κάνουμε κάτι. Δεν μπορούμε να το αφήσουμε έτσι.»

«Μμμμ…» έκανε ο Βασιληάς της Νίρμικιτ, που στο μυαλό του στριφογύριζαν όλα όσα είχαν ειπωθεί στη μεγάλη αίθουσα της Βασιλικής Οικίας. «Το ξέρω. Κάτι, όντως, πρέπει να γίνει.» Άπλωσε το χέρι του στο πλάι, για να πιάσει την καπνοσύριγγα και να ρουφήξει καπνό από το δοχείο. Τράβηξε την Ψυχρή Καταχνιά μέσα στα πνευμόνια του και την έβγαλε, μετά, από το στόμα και τα ρουθούνια.

«Αν όμως δεν γίνει γρήγορα,» είπε η Ελκέρτα, «οι άλλοι θα επωφεληθούν από την ευκαιρία. Η Βασίλισσα Σερτένθα της Βόλνιμιτ το ξέρεις πως ποτέ δεν χάνει ευκαιρία να επεκτείνει τις περιοχές της, και ο Βασιληάς Ράσβοομ της Νάμανεθ όλο ραδιουργίες είναι με τους κατασκόπους και τους εμπόρους του. Ίσως, μάλιστα, να έχει μάθει για τα ανοίγματα πριν από εμάς. Και από παλιά ήταν αντίπαλος της οικογένειάς σου. Ήθελε τη Νίρμικιτ για τον εαυτό του. Ήθελε να έχει δύο υπόγειες πόλεις!»

«Πάντα ήταν παράλογα φιλόδοξος,» είπε ο Κάλροοθ.

«Γι’αυτό πρέπει να τον προλάβεις.» Τα δάχτυλα της Ελκέρτα συνέχιζαν να μαλάσσουν τους ώμους του, χαλαρώνοντας τους μύες. Ήδη ο Βασιληάς αισθανόταν πιο άνετα.

«Αν όμως είναι επικίνδυνο να περάσουμε το άνοιγμα, τότε ίσως θα ήταν φρόνιμο ν’αφήσουμε τον Ράσβοομ να περάσει πρώτος…»

«Δεν το ξέρεις ότι θα περάσει από αυτό το άνοιγμα. Οι Θεογνώστες είπαν ότι υπάρχουν κι άλλα.»

«Όχι ακριβώς. Από τα όσα είπαν, εμείς συμπεράναμε ότι υπάρχουν κι άλλα.»

«Πιστεύεις ότι δεν υπάρχουν;»

«Το αντίθετο.»

«Βλέπεις, λοιπόν;» Η Ελκέρτα πήρε την καπνοσύριγγα από το χέρι του, κι έσκυψε πάνω από την πλάτη του για να ρουφήξει κι εκείνη Ψυχρή Καταχνιά. «Μμμμμ,» έκανε νιώθοντας το δροσερό άγγιγμα του καπνού στο λαιμό και στα πνευμόνια της. Ύψωσε το κεφάλι της και φύσηξε προς το ταβάνι. Είδε τους φωτοδότες κρυστάλλους να θολώνουν λιγάκι, προτού η ελαφριά ομίχλη διαλυθεί. Η Ψυχρή Καταχνιά ήταν πανάκριβος καπνός· όταν η Ελκέρτα ήταν λήσταρχος, η συμμορία της κατενθουσιαζόταν όποτε κατόρθωναν ν’αρπάξουν Ψυχρή Καταχνιά από εμπόρους. Αλλά αυτές οι περασμένες ημέρες τής έμοιαζαν, τώρα πια, σαν όνειρο.

«Πρέπει να το σκεφτούμε λιγάκι, πρώτα,» είπε ο Κάλροοθ. «Ο Νάρκλοομ έχει δίκιο: δεν μπορούμε να δράσουμε βιαστικά. Ας δούμε τι έχει ν’αποκαλύψει αυτός ο Τέρι Κάρμεθ· ας προσπαθήσουμε να στείλουμε ανιχνευτές πέρα από το άνοιγμα· ας βάλουμε τον Νερκάλοοτ να επιχειρήσει να στείλει το πνεύμα του στον άλλο κόσμο…»

«Κι αν είναι αργά ώς τότε;» ρώτησε, δυσαρεστημένα, η Ελκέρτα.

«Υπομονή,» είπε ο Κάλροοθ. «Σ’έκλεισα σε κλουβί επειδή μου επιτέθηκες πιο νωρίς απ’ό,τι θα μπορούσες να μου είχες επιτεθεί.»

Η Ελκέρτα συνοφρυώθηκε, παύοντας να μαλάσσει τους ώμους και την πλάτη του. «Δε μου το είχες πει ποτέ αυτό!»

Ο Κάλροοθ γύρισε ανάσκελα από κάτω της. «Σ’το λέω τώρα.»

«Λες ψέματα.» Η Ελκέρτα ακούμπησε τα χέρια της στο μαλακό στρώμα, λίγο πιο πάνω από τους ώμους του.

«Μετά από τόσα χρόνια; Γιατί να πω ψέματα;»

«Γιατί, τότε, δεν μου το είπες νωρίτερα;»

«Νόμιζα ότι θα θύμωνες,» αποκρίθηκε απλά ο Κάλροοθ.

Η Ελκέρτα λύγισε από πάνω του, φέρνοντας το σώμα της κοντά στο δικό του. Η γλώσσα της ξεπρόβαλε ανάμεσα από τα δόντια της και έγλειψε τα χείλη του Βασιληά, αργά. Κάτω από τη ρόμπα της μπορούσε να αισθανθεί τον καυλό του να γαργαλά το γυμνό της αιδοίο, παγιδευμένος μέσα στην φαρδιά περισκελίδα του.

«Έχω θυμώσει,» του είπε μειδιώντας, ξέροντας ότι ο Κάλροοθ θα καταλάβαινε πως χωράτευε.

Ο Βασιληάς της Νίρμικιτ έπιασε το σαγόνι της με τον δείκτη και τον αντίχειρα του δεξιού του χεριού. «Θα πάω σ’αυτό τον καινούργιο κόσμο,» της είπε. «Δεν υπάρχει αμφιβολία. Θα βγάλω τον λαό μου από τούτο το ανήλιαγο, ψυχρό μέρος και θα τον οδηγήσω σε μια γη με λαμπερό ήλιο και όμορφο, καταπράσινο χορτάρι, και δέντρα, λόφους, ποτάμια. Θα είναι όπως στις Παλαιές Διηγήσεις, Ελκέρτα, και θα ζήσουμε έτσι, ευτυχισμένοι, για πολλές Γενεές. Εν ανάγκη, θα διώξω τους ξένους από εκεί για να κατοικίσουμε εμείς. Πρέπει πρώτα, όμως, να είμαστε σίγουροι για ό,τι θα κάνουμε. Δεν θέλω να γίνουν λάθη. Γιατί δεν νομίζω ότι θα μας ξαναδοθεί τέτοια ευκαιρία για να φύγουμε από την καταραμένη φυλακή του Υπόγειου Κόσμου. Ακόμα κι ο Νάρκλοομ το ξέρω πως κατά βάθος συμφωνεί μ’αυτό. Οι πάντες συμφωνούν. Κανείς δεν θέλει να μείνει εδώ. Απλώς οι περισσότεροι φοβούνται να έχουν ελπίδες. Έχουν συμβιβαστεί και νομίζουν πως μονάχα ο Υπόγειος Κόσμος είναι γι’αυτούς και τίποτ’άλλο. Θα τους δείξω, όμως, ότι δεν είναι έτσι.»

Η Ελκέρτα μειδίασε πάλι, πιο πλατιά από πριν, και τον φίλησε δυνατά.

Κεφάλαιο 29
Τα Ανάκτορα, Τη Νύχτα

Οι δύο Παντοκρατορικοί στρατιώτες τραβούσαν τη Βατράνια μέσα στους διαδρόμους των Ανακτόρων του Υπεράρχη, μετά από τη σύντομη ανάκρισή της από τον Επόπτη και τη μάγισσα Αρίνη’σαρ. Εκείνη μονάχα για λίγο έφερε αντίσταση· έπειτα, απλά βάδιζε μαζί τους καθώς αυτοί κρατούσαν τους βραχίονές της και πήγαιναν ο ένας δεξιά κι ο άλλος αριστερά της. Το μυαλό της δούλευε πυρετωδώς, προσπαθώντας να επινοήσει ένα σχέδιο απόδρασης, γιατί ήξερε ότι έπρεπε να φύγει από εδώ και να συναντήσει τον Εδμόνδο και τον Σθένελο μέσα στην Ερρίθια, προτού κάνουν κάτι ανόητο επιχειρώντας να τη σώσουν. Δε θα την άφηναν στα χέρια των Παντοκρατορικών, πράγμα που μπορεί να τους έβαζε όλους σε μπελάδες. Εκτός του ότι πιθανώς να χαλούσε ολόκληρη την αποστολή του Πρίγκιπα. Κι αν γινόταν αυτό, τότε ο Οδυσσέας θα της έλεγε Ορίστε, σε στείλαμε μαζί τους όπως επέμενες, και τα έκανες θάλασσα (δεδομένου, βέβαια, ότι θα κατόρθωνε να επιστρέψει ζωντανή στην Απολλώνια). Δεν μπορούσε, επομένως, η Βατράνια να μείνει άπραγη: έπρεπε να κάνει κάτι. Γρήγορα.

Καθώς όμως οι στρατιώτες την κατέβαζαν σε μια πέτρινη σκάλα, συνειδητοποίησε ότι ήταν απίστευτα δύσκολο να σκαρφιστείς σχέδιο απόδρασης όταν δεν ξέρεις τίποτα περισσότερο από τα βασικά για τη διάσταση στην οποία βρίσκεσαι. Και σε λίγο θα μ’έχουν κλειδωμένη σ’ένα κελί. Πώς θα βγω από εκεί;

Καλύτερα να κάνω κάτι προτού καταλήξω σε κελί.

Καθώς την οδηγούσαν επάνω στην πέτρινη σκάλα, η Βατράνια παρίστανε την εξαντλημένη. Το κεφάλι της κρεμάστηκε εμπρός της, με το σαγόνι ν’ακουμπά στο στέρνο της· τα πόδια της σέρνονταν στα σκαλοπάτια, μην πατώντας καλά· τα χέρια της κρέμονταν παράλυτα.

«Κουνήσου!» μούγκρισε ο φρουρός δεξιά της. «Μην παραπατάς!» Και την ταρακούνησε.

Η Βατράνια συνέχισε να δείχνει εξαντλημένη.

«Δεν ξέρει τι της γίνεται,» είπε ο φρουρός αριστερά της. «Έλα, προχώρα. Θα την πάμε κάτω σέρνοντας, άμα χρειαστεί.»

Και, κρατώντας την όρθια από τις μασκάλες, συνέχισαν να την κατεβάζουν στα σκαλοπάτια, ενώ τα γυμνά της πόδια σέρνονταν πάνω στις πέτρες και τα νύχια της τρίβονταν ενοχλητικά και, κάπου-κάπου, επώδυνα. Τα μάτια της τα είχε μισόκλειστα και, κοιτάζοντας κάτω, είδε τι υπήρχε στις ζώνες των φρουρών. Ένα πιστόλι, ένα ξιφίδιο. Τα χέρια της Βατράνιας κρέμονταν παράλυτα πλάι της, και το αριστερό δεν ήταν μακριά από το ξιφίδιο του ενός φρουρού, ενώ το δεξί δεν ήταν μακριά από το πιστόλι του άλλου.

Αν τα σκατώσω, τη γάμησα.

Αν όμως δεν κάνω τίποτα, πάλι τη γάμησα.

Αλλά, ακόμα κι αν κατορθώσω να ξεφύγω από τούτους τους δύο, πού θα πάω; Πώς θα βγω από δω μέσα;

Θα έπρεπε να αυτοσχεδιάσει. Δε γινόταν αλλιώς.

Όταν η σκάλα τελείωσε η Βατράνια δεν είχε ακόμα κάνει τίποτα, και τώρα βρισκόταν σ’ένα σκοτεινό, υγρό υπόγειο πέρασμα.

«Άναψε κάνα φως, ρε,» είπε ο αριστερός φρουρός.

«Για έλα προς τα δω. Από δω πρέπει νάναι ο διακόπτης,» αποκρίθηκε ο δεξής.

Τα πόδια της Βατράνιας σύρθηκαν επάνω σε κρύο πέτρινο πάτωμα. Ζαλιζόταν έτσι όπως κρεμόταν το κεφάλι της και κοίταζε κάτω, μα έπρεπε να συνεχίσει να παριστάνει τη μισολιπόθυμη για να τους κάνει απρόσεχτους.

Ο δεξής πάτησε κάποιον διακόπτη στον τοίχο και τεχνητό φως γέμισε το υπόγειο πέρασμα. Η Βατράνια διέκρινε κελιά, με τις άκριες των ματιών της. Δεν πρέπει, όμως, να ήταν κανένας άλλος εδώ. Κανένας φρουρός, κανένας κρατούμενος. Είμαστε μόνοι.

Τη συνέφερε αυτό.

Οι δύο στρατιώτες είχαν μόλις αρχίσει πάλι να την τραβάνε – όταν η Βατράνια έδρασε. Το παράλυτό της σώμα έπαψε να είναι παράλυτο. Τα πόδια της πάτησαν γερά στο πάτωμα· το αριστερό της χέρι τράβηξε το ξιφίδιο από τη ζώνη του αριστερού φρουρού και έμπηξε τη λεπίδα στα πλευρά του, αφήνοντάς την εκεί. «Γκααγκχχχ…!» έκανε πνιχτά εκείνος και, ακούσια, ελευθέρωσε το ένα χέρι της Βατράνιας–

–η οποία, την ίδια στιγμή, στρεφόταν στον άλλο φρουρό και, καθώς εκείνος ήταν ξαφνιασμένος, έπεφτε πάνω του και τον χτυπούσε με το κεφάλι της στο σαγόνι. Ο άντρας τινάχτηκε πίσω, με αίματα στο πρόσωπό του, κοπανώντας την πλάτη του στον τοίχο.

Η Βατράνια πήρε το ξιφίδιο από τη ζώνη του, τον κάρφωσε μ’αυτό στο στήθος, και το τράβηξε πάλι πίσω, αιματοβαμμένο. Χωρίς καθυστέρηση στράφηκε στον πρώτο φρουρό, στα πλευρά του οποίου είχε αφήσει μπηγμένο το πρώτο ξιφίδιο. Ο άντρας είχε πιάσει τη λαβή του όπλου και, γρυλίζοντας, το έβγαζε τώρα από μέσα του. Αλλά δεν μπορούσε συγχρόνως και να φυλάγεται από επίθεση: η Βατράνια τινάχτηκε και τον κάρφωσε στην κοιλιά. Κι άλλο αίμα τινάχτηκε. Ο φρουρός παραπάτησε και έπεσε.

Η Βατράνια στράφηκε στον άλλο, για να δει αν ήταν ακόμα ζωντανός, και διαπίστωσε ότι δεν ήταν. Τον αντίκρισε καθισμένο στο πάτωμα, με την πλάτη στον τοίχο και το στήθος της λευκής του στολής ποτισμένο με αίμα.

Ωραία, σκέφτηκε η Βατράνια, βαριανασαίνοντας. Και τι κάνουμε τώρα;

Κοίταξε τον εαυτό της και είδε ότι υπήρχαν αίματα επάνω στα ρούχα της. Σκατά! Αυτό θα τραβούσε αμέσως την προσοχή του οποιουδήποτε. Έπρεπε, όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, ν’αλλάξει αμφίεση. Και τις στολές των φρουρών δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να τις χρησιμοποιήσει· ήταν πολύ πιο ποτισμένες με αίμα από τα ρούχα της.

Πήρε τα ξιφίδιά τους και τα πιστόλια τους και τα έκρυψε επάνω της. Τα πρώτα πιθανώς να της φαίνονταν χρήσιμα· τα δεύτερα το αμφέβαλλε, γιατί δεν ήθελε να χρησιμοποιήσει τίποτα που θα έκανε θόρυβο και θα τραβούσε πολεμιστές της Παντοκράτειρας επάνω της.

Η Βατράνια έριξε μια ματιά σ’όλα τα κελιά, για να δει μήπως, παρ’ελπίδα, κάποιο ήταν γεμάτο. Όλα, όμως, ήταν άδεια, και δεν είχαν μέσα τίποτα που μπορεί να της χρειαζόταν.

Υπάρχει καμια άλλη έξοδος από τούτο το μέρος; Δεν ήθελε ν’ανεβεί από τη σκάλα που την είχαν κατεβάσει οι δύο στρατιώτες, γιατί επάνω είχε δει φρουρούς στις διασταυρώσεις των διαδρόμων, και δεν ήξερε αν θα κατάφερνε να τους προσπεράσει.

Βάδισε, προσεχτικά, μέσα στα υπόγεια περάσματα, τα οποία σχημάτιζαν σταυρό, μέχρι που σ’ένα τέρμα συνάντησε μια παλιά ξύλινη πόρτα. Η μοναδική άλλη έξοδος που φαινόταν να υπάρχει. Η Βατράνια έκανε να την ανοίξει και διαπίστωσε ότι ήταν αμπαρωμένη από την άλλη.

Σκατά, γαμώ τα κωλομέρια της Λόρκης! σκέφτηκε, θυμωμένα, και κλότσησε την πόρτα. Τινάχτηκε πίσω, μ’ένα σύριγμα πόνου, κι έτριψε τα δάχτυλα του ποδιού της. Το ξύλο της πόρτας ήταν σκληρό και άγριο.

Αναστέναξε.

Από πού θα έφευγε;

Είναι μπουντρούμι, Βατράνια. Υποτίθεται πως δεν μπορείς να φύγεις εύκολα από εδώ. Δεν είναι κινηματογράφος.

Τι θα έκανε η ηρωίδα σε μια ταινία; Μάλλον θα έβρισκε κάποια αφύλαχτη πόρτα κάπου εδώ κοντά, ή κάποιο άνοιγμα στον τοίχο που κανένας δεν είχε προσέξει. Δυστυχώς, η Βατράνια δεν μπορούσε να δει ούτε το ένα ούτε το άλλο.

Ετούτη η αμπαρωμένη πόρτα ήταν η μοναδική εναλλακτική έξοδος, και η Βατράνια δεν νόμιζε ότι ήταν δυνατόν, με κανέναν τρόπο, να σπάσει την αμπάρα από την άλλη μεριά.

Από τη σκάλα, λοιπόν. Δε μπορώ να μείνω εδώ.

*

Ο φρουρός στεκόταν στη γωνία του διαδρόμου, κοντά σ’ένα από τα οφθαλμόσχημα παράθυρα των Ανακτόρων. Ήταν νύχτα, και βαριόταν. Πάντα τη βαριόταν αυτή τη σκοπιά. Ελάχιστοι περνούσαν από εδώ, είτε το πρωί είτε το βράδυ. Λίγο πιο κάτω βρισκόταν η σκάλα που οδηγούσε στα μπουντρούμια τα οποία ήταν άδεια από τότε που τον είχαν μεταθέσει στη Χάρνταβελ. Τώρα μονάχα είχε δει να φέρνουν κάποιον αιχμάλωτο δύο συνάδελφοί του. Τον κρατούσαν ανάμεσά τους, όταν τους είχε μπανίσει να περνάνε από το πέρας του διαδρόμου, και δεν τον είχε δει καλά. Υπέθετε ότι κανένας αποστάτης θα ήταν, από τον οποίο ο Επόπτης ήθελε να πάρει πληροφορίες. Γιατί, αν δεν τον ήθελε για πληροφορίες, θα τον είχε ήδη καθαρίσει. Ο Νιρμόδος Νάρλεφ δεν ήταν διστακτικός σε τέτοια θέματα.

Ο φρουρός είδε, απρόσμενα, κάποιον να έρχεται προς το μέρος του, παραπατώντας. Μια γυναίκα! Ξανθιά, με λευκό-ροζ δέρμα. Τα ρούχα της έμοιαζαν κουρελιασμένα, κι ο φρουρός νόμιζε ότι μπορούσε να διακρίνει και αίμα επάνω τους. Από τη μέση και κάτω φορούσε μονάχα μια περισκελίδα. Το κεφάλι της ήταν κατεβασμένο καθώς παραπατούσε ακουμπώντας απ’τον έναν τοίχο στον άλλο, κι ακουγόταν να κλαψουρίζει.

Τι σκατά είχε γίνει; Την είχαν βιάσει; Είχε ακούσει ότι συνέβαιναν μερικές φορές κάτι τέτοια επεισόδια ανάμεσα στους υπηρέτες. Κι αυτή η γυναίκα ήταν, σίγουρα, όμορφη. Τα πόδια της ήταν εκπληκτικά.

«Είσαι καλά;» Ο φρουρός την πλησίασε και την έπιασε από τους ώμους, για να την κάνει να σταθεί χωρίς να πέσει. «Τι έγ–;»

Ένα πιστόλι πιεζόταν ξαφνικά στην κοιλιά του.

«Μην κάνεις φασαρία,» του είπε η Βατράνια. «Έλα μαζί μου.»

«…Τι…» ψέλλισε ο φρουρός. «Ποια…;»

«Προχώρα!» σύριξε η Βατράνια.

Ο φρουρός προχώρησε και, μαζί, κατέβηκαν τη σκάλα που οδηγούσε στα υπόγεια: εκείνος προπορευόμενος, η επαναστάτρια ένα βήμα πίσω του, με το πιστόλι της να πιέζεται απειλητικά ανάμεσα στους ώμους του.

Αν πυροβολούσε, η φασαρία θα έφερνε κι άλλους φρουρούς, και τότε η Βατράνια θα την είχε άσχημα· αλλά αυτό ο άντρας εμπρός της σίγουρα δεν θα το σκεφτόταν όσο απειλείτο η ζωή του.

Φτάνοντας κάτω, στα μπουντρούμια, ο στρατιώτης είδε τους δύο νεκρούς συναδέλφους του και έκρωξε φοβισμένα: «Εσύ… Εσένα έφερναν…»

«Το βρήκες,» είπε η Βατράνια, και του πήρε τα όπλα – το τουφέκι απ’τον ώμο του και το πιστόλι και το ξιφίδιο από τη ζώνη του. «Προχώρα!»

Τον οδήγησε στο βάθος των άδειων μπουντρουμιών, όχι μακριά από την αμπαρωμένη πόρτα. «Αν πας από κει, πού βγαίνεις;» τον ρώτησε.

«Δε, δεν ξέρ– Ααχχχχ!» Η Βατράνια τον κλότσησε στην κλείδωση του ποδιού, πίσω απ’το γόνατο, κι εκείνος έπεσε στο πάτωμα.

«Πού βγάζει η πόρτα;» ρώτησε η Βατράνια, στεκόμενη από πάνω του και σημαδεύοντάς τον.

«…Δεν… ξέρω…» γρύλισε ο φρουρός μέσα από σφιγμένα δόντια, κρατώντας το γόνατό του με τα δύο χέρια.

«Εντάξει,» είπε η Βατράνια, που δεν το θεωρούσε απίθανο να της έλεγε αλήθεια, «μια άλλη ερώτηση τότε, αν θες να κρατήσεις τη ζωή σου. Ή μάλλον, δύο. Πρώτη ερώτηση: Πώς μπορώ να βρω μια γυναικεία στρατιωτική στολή;»

«Δεν ξέ–»

«Μη με βάζεις σε πειρασμό!» Η Βατράνια τον κλότσησε στα πλευρά. «Απάντησέ μου!»

Ο άντρας πήρε μια βαθιά ανάσα. «Στους κοιτώνες. Αλλά δε θάναι εύκολο να φτάσεις εκεί.»

«Πες μου πώς μπορώ να πάω.»

«Τα Ανάκτορα είναι μπερδεμέν–»

«Δε μ’άκουσες καλά;»

«Εντάξει,» αποκρίθηκε εκείνος, «εντάξει,» και της έδωσε κάποιες κατευθύνσεις οι οποίες δεν ήταν, τελικά, και τόσο δύσκολες. Η Βατράνια, όμως, δεν ήταν βέβαιη ότι της έλεγε αλήθεια κιόλας· μπορεί να προσπαθούσε να την παραπλανήσει, να την ρίξει σε καμια παγίδα – πράγμα όχι και τόσο σπουδαίο, δεδομένου ότι εκείνη δεν ήξερε τίποτα για τούτο το μέρος.

«Ας πούμε ότι σε πιστεύω. Δεύτερη ερώτηση: Πού μπορώ να βρω μια στολή υπηρέτριας;»

«Στους κοιτώνες των υπηρετών.»

«Συνέχισε· μη διστάζεις τώρα,» τον προέτρεψε η Βατράνια, και, για να μην ξεχνούσε ο φρουρός ότι βρισκόταν σε κίνδυνο, πάτησε απότομα το χτυπημένο γόνατό του.

Εκείνος γρύλισε και διπλώθηκε, αλλά μετά φάνηκε συνεργάσιμος, δίνοντάς της κατευθύνσεις.

«Υπάρχουν φρουροί κοντά στους κοιτώνες των υπηρετών;» τον ρώτησε.

«…Μονάχα ένας, συνήθως.» Ο άντρας ακόμα βογκούσε από τον πόνο στο γόνατό του.

«Τώρα, μπες σ’αυτό εκεί το κελί,» πρόσταξε η Βατράνια, δείχνοντας με το σαγόνι. «Κουνήσου!»

Ο στρατιώτης, μετά δυσκολίας, σηκώθηκε και παραπατώντας πήγε στο κελί.

«Στο πάτωμα τώρα. Μπρούμυτα,» πρόσταξε η Βατράνια, σημαδεύοντάς τον με το πιστόλι της. Ο άντρας υπάκουσε, και εκείνη τού έδεσε τα χέρια πίσω από την πλάτη, χρησιμοποιώντας κομμάτια από τις στολές των δύο νεκρών φρουρών, τα οποία είχε κόψει προτού ανεβεί τη σκάλα. Μετά, του έδεσε και τους αστραγάλους, και στο τέλος, τον φίμωσε.

«Γύρνα ανάσκελα,» του είπε, πιέζοντάς τον στον ώμο με το πόδι της για να του δώσει ώθηση.

Ο άντρας κατόρθωσε να γυρίσει, κι αν έκρινε η Βατράνια από την όψη του, το δέσιμο και η κίνηση πρέπει να ήταν επώδυνα για το χτυπημένο γόνατό του. Αφήνοντας το πιστόλι της και πιάνοντας ένα ξιφίδιο, έσκυψε από πάνω του κι έφερε τη λεπίδα κοντά στο πρόσωπό του. «Άκουσέ με καλά,» του είπε. «Αν διαπιστώσω ότι οι οδηγίες που μου έδωσες ήταν ψεύτικες, θα επιστρέψω. Και θα σε κόψω κομμάτια. Με καταλαβαίνεις;»

Ο άντρας, που έτσι κι αλλιώς δεν μπορούσε να μιλήσει, έμεινε ακίνητος, βαριανασαίνοντας.

«Αν θέλεις τώρα να… διορθώσεις κάποιο ψέμα σου, κούνησε το κεφάλι και θα σε ξεφιμώσω.»

Ο άντρας παρέμεινε ακίνητος.

«Πολύ καλά,» είπε η Βατράνια. «Ελπίζω να έχεις πει αλήθεια. Αλλιώς, θα επιστρέψω και θα σκορπίσω τα κομμάτια σου σ’όλα τα κελιά εδώ γύρω.» Σηκώθηκε όρθια και βγήκε από το κελί του. Έκλεισε την πόρτα και την κλείδωσε, με τα κλειδιά που είχε βρει κρεμασμένα από ένα χοντρό καρφί λίγο μετά τη σκάλα.

Έπειτα, φόρεσε το παντελόνι της, τύλιξε την τουνίκα της καλά γύρω της (την οποία είχε η ίδια κουρελιάσει, για να κοροϊδέψει τον φρουρό), και έφυγε από τα μπουντρούμια.

*

Η Βατράνια σκέφτηκε ότι θα ήταν πολύ πιο εύκολο να εισβάλει στους κοιτώνες των υπηρετών απ’ό,τι σ’αυτούς των στρατιωτών, έτσι προς τα εκεί πήγε, ακολουθώντας τις οδηγίες του πολεμιστή που είχε ανακρίνει. Στο δρόμο αναγκάστηκε να αποφύγει δύο φρουρούς (και τη δεύτερη φορά, μόλις και μετά βίας κατόρθωσε να περάσει απαρατήρητη – κι ευχαρίστησε τη Λόρκη παρότι ήξερε ότι η θεά, κατά πάσα πιθανότητα, δεν είχε καμία δύναμη στη Χάρνταβελ). Ευτυχώς, κατά τα άλλα, οι διάδρομοι και οι αίθουσες των Ανακτόρων ήταν άδεια, καθότι νύχτα, και σκοτεινά επίσης, γεμάτα σκιές. Δεν υπήρχαν παντού λάμπες, κι αυτό εξυπηρετούσε τη Βατράνια.

Όταν έφτασε κοντά στο μέρος που πρέπει να ήταν οι κοιτώνες των υπηρετών, σταμάτησε πίσω από μια γωνία γιατί αντίκρυ της είδε μια Παντοκρατορική φρουρό.

Μία φρουρός. Μου το είπε ότι υπάρχει πάντα κάποιος φρουρός κοντά στους κοιτώνες. Πρέπει να την ξεφορτωθώ.

Η Βατράνια είδε ότι όχι πολύ μακριά από τη φρουρό ήταν ένα από τα παράθυρα των Ανακτόρων που, όπως όλα τους, είχε το σχήμα ματιού. (Τι μόδα κι αυτή… Αλλά όχι και τόσο άσχημη.) Επίσης όπως όλα όσα είχε συναντήσει μέχρι στιγμής, το παράθυρο ήταν ανοιχτό. Οι κοινόχρηστοι διάδρομοι και αίθουσες των Ανακτόρων ήταν σχεδόν σαν υπαίθριος χώρος. Ο νυχτερινός αέρας σφύριζε μέσα τους όποτε φυσούσε λίγο.

Η Βατράνια νόμιζε ότι είχε δει άλλο ένα παράθυρο λίγο πιο πριν. Έφυγε από τη θέση της και, βαδίζοντας αθόρυβα επάνω στο ψυχρό πέτρινο πάτωμα, το αναζήτηση. Χωρίς δυσκολία, το βρήκε. Ανοιχτό ήταν, φυσικά, κι έβγαζε σε μια αυλή όπου δεν φαινόταν νάναι κανένας. Η Βατράνια πέρασε μέσα από το παράθυρο και βρέθηκε στην αυλή. Έχοντας ένα ξιφίδιο στο χέρι της, και κρυμμένο πίσω από τον καρπό της, βάδισε πλάι στον τοίχο, πηγαίνοντας προς τα εκεί όπου υπολόγιζε ότι θα ήταν λογικά το παράθυρο κοντά στη φρουρό.

Συνάντησε έναν άλλο τοίχο.

Γαμήσου!

Θηκάρωσε το ξιφίδιό της και βάλθηκε να τον σκαρφαλώσει. Ευτυχώς δεν ήταν ψηλός και μερικά αναρριχώμενα φυτά πιάνονταν επάνω του, έτσι γρήγορα η Βατράνια κατόρθωσε να βρεθεί στην κορυφή του και να κοιτάξει από την άλλη μεριά. Είδε μια ακόμα αυλή σαν την προηγούμενη: χορτάρι, χαμηλά και ψηλά δέντρα, πλάκες σε ορισμένα σημεία. Κανένας δεν ήταν μέσα.

Η Βατράνια πήδησε, και το αριστερό της πόδι χτύπησε σε κάποια μικρή, μυτερή πέτρα. Μόρφασε και έτριψε την πατούσα της, προτού προχωρήσει, ελπίζοντας ότι τώρα θα συναντούσε επιτέλους το παράθυρο που ήθελε.

Το βρήκε. Πλησιάζοντάς το προσεχτικά, κοίταξε στο εσωτερικό και είδε έναν διάδρομο, μερικές πόρτες, και τη λευκοντυμένη φρουρό. Μπορούσε να την πυροβολήσει από εδώ, εύκολα· αλλά αυτό θα έκανε θόρυβο. Μπορούσε, επίσης, να της πετάξει ένα από τα ξιφίδιά της· αλλά η Βατράνια δεν ήταν τόσο καλή στο να εκτοξεύει όπλα με θανατηφόρα ακρίβεια: αμφέβαλλε αν θα κατάφερνε να σκοτώσει τη φρουρό. Μάλλον θα την τραυμάτιζε μόνο, κι εκείνη αμέσως θα έβαζε τις φωνές, ή θα τραβούσε το πιστόλι της και θα πυροβολούσε. Φασαρία πάλι, δηλαδή.

Η Βατράνια δεν είχε άλλη λύση: έπρεπε να περάσει το παράθυρο και, νυχοπατώντας, να πλησιάσει τη φρουρό από τα νώτα. Πράγμα όχι εύκολο. Η Βατράνια δεν ήταν άχρηστη στη μάχη και στην κατασκοπία, αλλά δεν ήταν και Μαύρη Δράκαινα, και το ήξερε.

Παρ’όλ’αυτά, έπρεπε να προσπαθήσει.

Τραβώντας ένα ξιφίδιο, πάτησε στο περβάζι του οφθαλμόσχημου παραθύρου και μπήκε στον διάδρομο όταν η φρουρός τής είχε την πλάτη στραμμένη. Τα γυμνά πόδια της Βατράνιας πάτησαν στο πάτωμα. Η φρουρός δεν γύρισε. Η Βατράνια – με την αναπνοή σχεδόν κομμένη – τράβηξε άλλο ένα ξιφίδιο και πήγε καταπάνω στην Παντοκρατορική.

Εκείνη, για κάποιο λόγο (την είχε ακούσει; είχε δει καμια σκιά;), στράφηκε. Τα μάτια της διαστάλθηκαν, αιφνιδιασμένα.

Η Βατράνια κίνησε τα ξιφίδιά της – το ένα προς την κοιλιά της αντιπάλου της, το άλλο προς το στήθος.

Η Παντοκρατορική έπιασε τους καρπούς της επαναστάτριας, σταματώντας τις αιχμηρές λεπίδες μερικά εκατοστά πριν από τη λευκή στολή της. Η Βατράνια ύψωσε το πόδι της και την κλότσησε, δυνατά, ανάμεσα στους μηρούς, μετατρέποντας σε βογκητό την κραυγή που ήταν έτοιμη να βγάλει η λευκοντυμένη πολεμίστρια. Η Παντοκρατορική παραπάτησε, σκυμμένη· έκανε να τραβήξει το πιστόλι από τη ζώνη της– Η Βατράνια την κάρφωσε στον λαιμό και την έσπρωξε κάτω, κρατώντας την εκεί, στο πάτωμα, μέχρι που η γυναίκα πέθανε.

Μετά, σηκώθηκε όρθια, νοτισμένη από τον ιδρώτα και το αίμα και βαριανασαίνοντας. Δεν είχε ποτέ ξανά σκοτώσει μόνη της τόσους πολλούς ανθρώπους μέσα σε μια νύχτα· κι αν κάποτε της το είχαν πει, θα έλεγε ότι δε νόμιζε πως θα μπορούσε να το κάνει. Αλλά τώρα, αν δεν κατόρθωνε να φύγει από εδώ, θα την κλείδωναν σ’ένα κελί και, στη συνέχεια, θα τη βασάνιζαν. Αυτή η σκέψη και μόνο την είχε κάνει ξαφνικά πολύ αποφασιστική και δυνατή.

Εδώ πρέπει νάναι οι κοιτώνες των υπηρετών, σκέφτηκε κοιτάζοντας τις πόρτες γύρω της. Εκτός αν εκείνος ο μαλάκας είπε ψέματα – οπότε και θα επιστρέψω για να τον τεμαχίσω. Από την άλλη, όμως, αυτό ίσως να μην ήταν και τόσο καλή ιδέα. Μπορεί ήδη στρατιώτες να βρίσκονταν στα μπουντρούμια, αν ο Επόπτης είχε αποφασίσει να την επισκεφτεί για να την ανακρίνει πάλι.

Τέλος πάντων. Έπρεπε να κινηθεί γρήγορα.

Κολλώντας τ’αφτί της πάνω σε μια από τις πόρτες, άκουσε μέσα, προσεχτικά.

Ένα ροχαλητό. Αντρικό, μάλλον.

Πήγε σε μια από τις αντικρινές πόρτες και κόλλησε ξανά το αφτί της επάνω. Νόμιζε ότι πάλι μπορούσε ν’ακούσει ένα ροχαλητό, αλλά πολύ πιο αδύναμο, και γυναικείο ίσως. Λογικό, αν είχαν τους υπηρέτες από τη μια μεριά και τις υπηρέτριες από την άλλη.

Η Βατράνια έκανε ν’ανοίξει την πόρτα και τη βρήκε μανταλωμένη.

Γαμώ τα πόδια της Λόρκης!

Χτύπησε με τη γροθιά της, όχι πολύ δυνατά – να μην την ακούσουν αυτοί στ’άλλα δωμάτια.

«Ποιος είναι;» ήρθε μια γυναικεία φωνή από μέσα, βραχνή από τον ύπνο.

Η Βατράνια, κάνοντάς τη φωνή της σταθερή και επιβλητική, αποκρίθηκε: «Άνοιξέ μου. Πρέπει να γίνει έλεγχος. Διαταγές του Επόπτη.»

Άκουσε ένα μάνταλο να τραβιέται από μέσα, και μετά η πόρτα μισάνοιξε και μια κοπέλα φάνηκε, πορφυρόδερμη και μαυρομάλλα. Η Βατράνια έσπρωξε την πόρτα ενώ, συγχρόνως, ύψωνε το πιστόλι της μπροστά στο πρόσωπο της κοπέλας και έλεγε: «Μέσα! Τώρα!»

Εκείνη, ξαφνιασμένη, υπάκουσε, παραπατώντας όπισθεν, μέσα σ’ένα σκοτεινό δωμάτιο.

«Άναψε το φως. Αμέσως,» πρόσταξε η Βατράνια, που νόμιζε ότι μπορούσε να διακρίνει κι άλλη μια φιγούρα μες στο σκοτάδι.

Η κοπέλα, με χέρια που έτρεμαν, άναψε μια λάμπα λαδιού, και η Βατράνια είδε ότι βρισκόταν σ’ένα μικρό δωμάτιο με δύο κρεβάτια. Το ένα ήταν άδειο, με τα σκεπάσματα ανακατωμένα. Επάνω στο άλλο ήταν ανασηκωμένη μια υπηρέτρια μεγαλύτερης ηλικίας (μάλλον, πιο μεγάλη κι από τη Βατράνια), με λευκό δέρμα και καστανόξανθα μαλλιά. Στο βάθος υπήρχε ένα οφθαλμόσχημο παράθυρο (πολύ μικρότερο από άλλα που είχε δει η Βατράνια) με το παντζούρι κλειστό.

«Για όνομα του Θεού, τι συμβαίνει;» έκανε φοβισμένα η μεγαλύτερη υπηρέτρια.

Η Βατράνια έκλεισε την πόρτα πίσω της, ενώ τις σημάδευε και τις δύο με το πιστόλι της. «Αν κάνετε ό,τι σας λέω, δε θα πάθετε τίποτα – σας το υπόσχομαι. Αν μου φέρετε αντίσταση, θα σας σκοτώσω. Συνεννοηθήκαμε;»

Οι δύο γυναίκες ένευσαν, τρομαγμένες.

Η Βατράνια είπε στην πορφυρόδερμη κοπέλα: «Πιάσε σχοινί και δέσε τη φίλη σου. Και βούλωσέ της και το στόμα.»

Τα χείλη της υπηρέτριας ανοιγόκλεισαν, μην ξέροντας τι να πει.

«Κάνε ό,τι σου λέει, Μοργκάνα,» είπε πνιχτά η μεγαλύτερη υπηρέτρια. «Κάνε ό,τι σου λέει.»

Η πορφυρόδερμη κοπέλα πήρε σπάγκο και έδεσε χειροπόδαρα τη μεγαλύτερη υπηρέτρια. («Γρήγορα!» της είπε η Βατράνια καθώς εκείνη δούλευε. «Κουνήσου!») Μετά, χρησιμοποιώντας πανί, τη φίμωσε κιόλας.

«Δώσε μου τώρα μια υπηρετική στολή,» πρόσταξε η Βατράνια. «Μια από τις δικές σου.» Η λευκόδερμη υπηρέτρια ήταν πιο παχιά από τη Βατράνια· η πορφυρόδερμη, όμως, πρέπει να ήταν περίπου στο μέγεθός της.

Η κοπέλα άνοιξε ένα μπαούλο και, με τρεμάμενα χέρια, έβγαλε μια στολή. «Αυτή;»

«Υπάρχουν πολλές διαφορετικές στολές;»

«Όχι.»

«Βοήθησέ με να τη φορέσω. Και μην κάνεις τίποτα εξυπνάδες.» Η Βατράνια είχε ήδη αρχίσει να γδύνεται. Η υπηρέτρια την περίμενε, φοβισμένη, και μετά τη βοήθησε να φορέσει την υπηρετική στολή.

«Τι λες;» τη ρώτησε η Βατράνια. «Μοιάζω με μια από εσάς;»

Η κοπέλα ένευσε, δειλά.

«Μη με φοβάσαι τόσο,» της είπε η Βατράνια. «Τους Παντοκρατορικούς θάπρεπε να φοβάσαι, όχι εμένα. Απάντησέ μου: Μοιάζω με μια από εσάς;»

«Ναι,» αποκρίθηκε η κοπέλα ξεροκαταπίνοντας. «Μοιάζεις. Αν δεν κρατάς το όπλο.» Κοίταξε το πιστόλι στο χέρι της Βατράνιας.

«Μην είσαι χαζή· εννοείται πως αυτό θα κρυφτεί. Και τώρα,» πρόσθεσε, «θα πρέπει να σε δέσω.»

Η κοπέλα κούνησε το κεφάλι. «Δεν…»

«Κοίτα,» της είπε η Βατράνια. «Δε μπορώ να το ριψοκινδυνέψω. Αλλά μην ανησυχείς. Καλύτερα να είσαι δεμένη.» Άρχισε να δένει τους καρπούς της πορφυρόδερμης υπηρέτριας με τον σπάγκο που είχε εκείνη χρησιμοποιήσει για να δέσει την άλλη υπηρέτρια. «Όταν σε βρουν – και σύντομα θα σε βρουν, μη φοβάσαι – θα τους πεις ότι μπήκε μια κακιά γυναίκα εδώ μέσα και, αφού σας απείλησε με το πιστόλι της, σας έδεσε.» Η Βατράνια, τελειώνοντας με το δέσιμο των καρπών της κοπέλας, τη φίμωσε. Ύστερα την έσπρωξε, για να την αναγκάσει να ξαπλώσει στο κρεβάτι, και της έδεσε και τα πόδια.

Ανοίγοντας προσεχτικά την πόρτα του δωματίου κοίταξε έξω, στον διάδρομο, δεξιά κι αριστερά. Κανένας δεν ήταν εδώ εκτός από τη νεκρή φρουρό.

Βγήκε – έχοντας τα όπλα της κρυμμένα στην υπηρετική στολή της – και βάδισε σαν να πήγαινε σε κάποια δουλειά που είχε προκύψει μες στη νύχτα.

Στο δρόμο της δεν άργησε να δει στρατιώτες συγκεντρωμένους σε μια αίθουσα των Ανακτόρων. Πολλοί δεν είναι; Η παρουσία τους την ανησύχησε. Με ψάχνουν. Κατάλαβαν ότι δραπέτευσα. Έκανε να περάσει, χωρίς να μπει στην αίθουσα και χωρίς να δείχνει ότι τους έδινε σημασία. Πηγαίνω σε μια επείγουσα νυχτερινή δουλειά–

«Ε εσύ! Σταμάτα!»

Ήρεμα, είπε η Βατράνια στον εαυτό της. Ήρεμα. «Τι είναι;» ρώτησε, προσπαθώντας να κάνει τη φωνή της ν’ακουστεί λεπτή, κοριτσίστικη.

«Για έλα εδώ,» πρόσταξε ο στρατιώτης. «Έλα να σε δω πιο καλά.»

«Πάω σε δουλειά. Βιάζομαι–»

«Θα περιμένει η δουλειά σου. Έλα εδώ!»

«Δε μπορώ. Ο λοχαγός είπε να κάνω γρήγορα.» Η Βατράνια βάδιζε καθώς μιλούσε, προσπερνώντας τους.

«Έλα εδώ, είπα!» φώναξε ο στρατιώτης, και η Βατράνια άκουσε να την ακολουθούν. Αμέσως τάχυνε το βήμα της. «Σταμάτα! ΤΩΡΑ, σου λέω!»

Ο Επόπτης πρέπει να είχε προστάξει να ψάξουν γι’αυτήν παντού· δεν υπήρχε άλλη εξήγηση για τούτο.

Η Βατράνια έτρεξε.

«Πιάστε την!»

Η Βατράνια έτρεξε πιο γρήγορα.

«Εδώ είναι! ΕΔΩ ΕΙΝΑΙ!» αντήχησε μια φωνή πίσω της.

Η Βατράνια είδε κι άλλους στρατιώτες να έρχονται. Έστριψε για να τους ξεφύγει. Βρέθηκε σε μια αίθουσα – όπου ήταν τέσσερις ακόμα στρατιώτες. Τράβηξε το πιστόλι της και τους πυροβόλησε – ο ένας σωριάστηκε στο πάτωμα, ουρλιάζοντας. Η Βατράνια συνέχισε να τρέχει, ανοίγοντας μια πόρτα και βγαίνοντας σ’έναν διάδρομο. Πυροβολισμοί ήρθαν από πίσω της, σφαίρες ακούστηκαν να εξοστρακίζονται στους τοίχους. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά κάτω απ’το στήθος της, η αναπνοή της ήταν γρήγορη. Πώς θα έβγαινε τώρα από δω μέσα; Πώς θα έβγαινε;

Στρατιώτες, μετά από μια στροφή. Μποτοφορεμένα πόδια ακούγονταν να έρχονται από παντού. Η Βατράνια έτρεξε· πήδησε από ένα παράθυρο, βγαίνοντας σε μια περιτειχισμένη αυλή. Την ακολούθησαν. Πυροβόλησε έναν. Έτρεξε πίσω από ένα μεγάλο δέντρο, βρήκε μια θύρα στον τοίχο, μπήκε, έτρεξε πάλι μέσα σε διαδρόμους και αίθουσες–

Βρέθηκε περικυκλωμένη.

Παντού, στρατιώτες της Παντοκράτειρας.

Τώρα είναι που κάποια πιο έξυπνη από εμένα θ’αυτοκτονούσε; σκέφτηκε καθώς κρατούσε ένα πιστόλι σε κάθε χέρι κι αισθανόταν κρύο ιδρώτα να τη λούζει από πάνω ώς κάτω.

«Ρίξε τα όπλα σου!» αντήχησε μια γυναικεία φωνή. «Στο πάτωμα! Τώρα!» Η Βατράνια γύρισε και είδε μια γυναίκα να στέκεται ανάμεσα στους στρατιώτες: μαυρόδερμη, με μοβ μαλλιά. Φορούσε στολή με γαλόνια.

Δεν υπήρχε δρόμος διαφυγής.

Η Βατράνια είχε κοκαλώσει· το σώμα της έμοιαζε ξαφνικά να έχει ξεχάσει πώς να κινείται. Κι έπειτα, οι λευκοντυμένοι στρατιώτες βρέθηκαν γύρω της, κοντά της. Τα χέρια τους και τα πόδια τους και τα όπλα τους τη χτύπησαν από δω κι από κει, ενώ της έπαιρναν τα πιστόλια της και τραβούσαν βίαια την υπηρετική της στολή, σχίζοντάς την κι αφήνοντας τη Βατράνια με τα εσώρουχα προτού τη σωριάσουν στο πάτωμα.

Η Βατράνια είδε αίμα στο πλακόστρωτο μπροστά της, και συνειδητοποίησε ότι έτρεχε από τη μύτη της.

«Πάρτε την!» πρόσταξε η φωνή της μαυρόδερμης γυναίκας. «Πηγαίνετέ τη στα μπουντρούμια!»

Η Βατράνια αισθάνθηκε να τη σηκώνουν στα χέρια και, ζαλισμένη καθώς ήταν, δεν κατάλαβε για πότε τη μετέφεραν μέσα στους διαδρόμους, την κατέβασαν από την πέτρινη σκάλα, και την πέταξαν στο κελί. Ο ήχος της καγκελωτής πόρτας που έκλεινε τής φάνηκε να τραντάζει ολόκληρο το σύμπαν.

Η Βατράνια διπλώθηκε επάνω στο πάτωμα. Ποτέ ξανά στη ζωή της δεν είχε αισθανθεί τόσο φοβισμένη. Ούτε και τότε που, στη Σεργήλη, είχε χάσει όλη της την περιουσία και την κυνηγούσαν οι πράκτορες της Παντοκράτειρας.

Τώρα, ποιος θα βρισκόταν για να τη βοηθήσει;

Απελπισμένα, ζήτησε βοήθεια από όποιον θεό μπορεί να την άκουγε· κι όταν, από την εξάντληση και τις κακουχίες, την πήρε ο ύπνος, νόμιζε πως ονειρεύτηκε ότι φώναζε σε κάποιον ο οποίος βρισκόταν έξω απ’το κελί της και σκόπευε να την ελευθερώσει…

Κεφάλαιο 30
Ψέματα και Σκοτάδια

Ο Σθένελος δεν μπορούσε να κλείσει μάτι. Γυρόφερνε μέσα στο δωμάτιό του – το οποίο ήταν δίκλινο – και το οποίο θα έπρεπε, κανονικά, να μοιράζεται με τη Βατράνια. Αλλά οι άνθρωποι της Παντοκράτειρας την είχαν αρπάξει, κι εκείνος δεν είχε μείνει πίσω για να τη βοηθήσει. Δεν έπρεπε να την είχα ακούσει. Δεν έπρεπε να είχα φύγει. Κι αυτά που λέει ο Εδμόνδος είναι μαλακίες – ίσως αν ήμουν εκεί η Βατράνια τώρα να μην ήταν αιχμάλωτη.

Εξάλλου, ο Εδμόνδος έλεγε και ότι οι ιερείς θα τους βοηθούσαν να σώσουν τη Βατράνια, αλλά ο Σθένελος δεν έβλεπε ακόμα να έχει γίνει τίποτα – και πλησίαζαν ξημερώματα!

«Ο Μαλαχίας μού είπε ότι ίσως να με ειδοποιήσει και πριν από αύριο το μεσημέρι. Πολύ πριν από το μεσημέρι. Μπορεί και μες στη νύχτα ακόμα. Ηρέμησε τώρα.» Έτσι είχε πει ο Εδμόνδος. Αλλά τίποτα. Αυτός ο καταραμένος ιερέας δεν πρέπει να τον είχε ειδοποιήσει, αλλιώς ο τροβαδούρος θα είχε έρθει, με τη σειρά του, να ειδοποιήσει τον Σθένελο.

Ο Σθένελος αναστέναξε και κάθισε στο κρεβάτι του. Θα περίμενε λίγο ακόμα και, μετά, θα σκεφτόταν μήπως μπορούσε να κάνει κάτι μόνος του. Το πρόβλημα ήταν ότι δεν ήξερε σχεδόν τίποτα γι’αυτή τη διάσταση. Κι επιπλέον, δεν ήταν η δουλειά του να σχεδιάζει πώς να σώσει κάποιον αιχμάλωτο–

Απόγνωση.

Η Επανάσταση έπρεπε να ήταν καλύτερα οργανωμένη στη Χάρνταβελ!

*

Το πρωί, ο Γεράρδος μίλησε στους άλλους για το όνειρό του και τους είπε πως πίστευε ότι η Βατράνια βρισκόταν σε κίνδυνο.

«Πού είναι, όμως;» ρώτησε η Άνμα’ταρ.

«Αυτό δεν το ξέρω, αλλά έχω την αίσθηση ότι, συνεχίζοντας ν’ακολουθούμε τις εισβολές, θα μάθουμε. Επιπλέον, μόνο ένα μέρος μπορώ να φανταστώ όπου πιθανώς οι Παντοκρατορικοί να την έχουν φυλακισμένη: η Ερρίθια.»

«Στα Ανάκτορα του Υπεράρχη,» είπε ο Έδουος.

Ο Γεράρδος ένευσε.

«Είναι πιθανό,» συμφώνησε ο Έδουος. «Αν όντως τα όνειρά σου σημαίνουν κάτι.»

Μιλούσαν καθώς κάθονταν έξω απ’τον Κροκόδειλο, τρώγοντας ένα πρόχειρο πρωινό. Όταν τελείωσαν, ανέβηκαν πάλι στο όχημα και ο Γεράρδος κάθισε στο τιμόνι ενώ ο Σέλιρ’χοκ στο ενεργειακό κέντρο. Η Μάρθα κάθισε δίπλα στον Γεράρδο, και ο Έδουος κι η Άνμα’ταρ έμειναν πίσω.

Για καμια ώρα ταξίδεψαν ανατολικά, και μετά έφτασαν στις όχθες του Μεγάλου Ποταμού.

«Νότια της Υρκάλιας είμαστε,» είπε ο Γεράρδος, δείχνοντας στη Μάρθα τη θέση τους επάνω στον χάρτη της οθόνης, στην κονσόλα εμπρός τους. Ο ίδιος, βέβαια, δεν χρειαζόταν τον χάρτη για να καταλάβει πού βρίσκονταν· έβλεπε το τοπίο γύρω του. «Θα διασχίσουμε τον Ποταμό και θα βγούμε στην ανατολική όχθη.»

«Από εκεί διαισθάνεσαι τις εισβολές;»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Γεράρδος· και κοιτάζοντας τον Σέλιρ’χοκ πάνω απ’τον ώμο του: «Μπαίνω στο νερό, Σέλιρ. Μεταμόρφωσέ μας.»

«Έγινε, Καπετάνιε.»

Ο Γεράρδος, ακούγοντας τον μάγο πίσω του να μουρμουρίζει λόγια στη γλώσσα της μαγείας, οδήγησε τον Κροκόδειλο στην άκρη της όχθης. Το όχημα μπήκε στον Ποταμό ενώ το εσωτερικό και το εξωτερικό του αλλοιώνονταν, μεταβάλλονταν.

«Τι συμβαίνει!;» Η φωνή του Έδουου, από πίσω.

«Μην ανησυχείς,» του φώναξε ο Γεράρδος. «Το όχημά μας γίνεται σκάφος.»

Ο Κροκόδειλος, μετά από μερικές στιγμές, βρέθηκε να πλέει επάνω στα νερά του Μεγάλου Ποταμού της Χάρνταβελ. Τα ιστία του ήταν μαζεμένα, αλλά ο Γεράρδος δεν είπε σε κανέναν να πάει να τα ανοίξει· η μηχανή επαρκούσε για να κινεί άνετα το σκάφος. Εξάλλου, δεν θα πήγαιναν μακριά. Κρατώντας το διάκι σταθερό, ο Γεράρδος οδηγούσε το πλεούμενο προς τ’ανατολικά, όπου μετά βίας διακρινόταν η άλλη όχθη μέσα στην πρωινή ομίχλη. Ο Μεγάλος Ποταμός ήταν πολύ πλατύς σε όλα του τα σημεία. Χιλιόμετρα πλατύς.

Ο Γεράρδος, πατώντας ένα πλήκτρο μπροστά του για να ενεργοποιήσει τον εσωτερικό επικοινωνιακό δίαυλο, ρώτησε τους δύο στο αμπάρι του σκάφους: «Όλα καλά, Έδουε; Άνμα;»

«Κανένα πρόβλημα,» αποκρίθηκε η Δράκαινα.

Και ο ιερέας: «Θα μπορούσες να με είχες προειδοποιήσει γι’αυτό, Γεράρδε!»

Ο Γεράρδος μειδίασε. «Σου είπα ότι το όχημα είναι μεταβαλλόμενο.»

Ο Κροκόδειλος δεν άργησε να διασχίσει τα χιλιόμετρα που χώριζαν τη δυτική όχθη από την ανατολική και να φτάσει κοντά στη δεύτερη. Το μέρος εδώ ήταν δενδρώδες, και η βλάστηση αρκετά πυκνή.

«Το Κεντροδάσος,» είπε ο Γεράρδος στη Μάρθα. «Δε μπορούμε ν’αλλάξουμε μορφή εδώ.» Κι έστριψε το διάκι νότια, αναζητώντας ένα καλύτερο σημείο στην όχθη.

«Από πού διαισθάνεσαι την εισβολή;» ρώτησε η Μάρθα.

«Διαισθάνομαι δύο εισβολές, τώρα που βρισκόμαστε πιο κοντά.»

«Δύο;»

«Ναι. Μία προς τα βορειοανατολικά και μία προς τα νοτιοανατολικά. Υποπτεύομαι ότι η δεύτερη πιθανώς να είναι κάπου κοντά στην Ερρίθια.»

«Και εκεί μάς πηγαίνεις;»

«Ναι.»

«Δεν θα έχουν, όμως, και οι άνθρωποι της Παντοκράτειρας μαζευτεί εκεί;» είπε η Μάρθα.

«Μάλλον.»

«Δε φαίνεται να σ’ανησυχεί αυτό…»

«Θα είχε νόημα να μ’ανησυχήσει; Έτσι κι αλλιώς, πρέπει να βοηθήσουμε τη Βατράνια.»

Τα δέντρα στην όχθη αραίωσαν μετά από κανένα χιλιόμετρο, και ο Γεράρδος είπε στον Σέλιρ’χοκ να μεταμορφώσει το σκάφος σε όχημα, ενώ το πιλόταρε προς την ξηρά. Ο Κροκόδειλος άλλαξε: τα κατάρτια του κρύφτηκαν, το κατάστρωμα μαζεύτηκε, και έξι μεγάλοι τροχοί ξεπρόβαλαν. Νερά κυλούσαν επάνω στο όχημα καθώς έβγαινε από τον Μεγάλο Ποταμό. Ο Σέλιρ’χοκ συνέχισε να χρησιμοποιεί τη μαγεία του, και ο Γεράρδος υπέθεσε ότι το έκανε για να βάλει τον Κροκόδειλο να πάρει τα χρώματα του περιβάλλοντος. Πράγμα που θα μας φανεί πολύ χρήσιμο από δω και πέρα, καθώς θα πλησιάζουμε την Ερρίθια. Γιατί εκεί ήταν που οι Παντοκρατορικοί είχαν μεγαλύτερη επιρροή στη Χάρνταβελ.

Ο Γεράρδος οδήγησε το όχημα προς τα νοτιοανατολικά, ακολουθώντας τις όχθες του Μεγάλου Ποταμού αλλά χωρίς να πηγαίνει δίπλα τους. Προτίμησε να κινείται στις παρυφές του Κεντροδάσους, όπου υπήρχε αρκετή βλάστηση για να κρύβει εκείνον και τους συντρόφους του αλλά όχι τόση πολλή ώστε το όχημα να μη μπορεί να τη διασχίσει.

Καθώς ταξίδευαν είδαν κάποια μικρά χωριά και χωράφια. Σ’ένα μέρος, ένα σκέλεθρο ήταν κρεμασμένο ανάποδα επάνω σε πάσσαλο. Ούτε τα κοράκια δεν το πλησίαζαν πια.

«Το καταλαβαίνεις ότι τώρα έχουμε μαζί μας έναν απ’τους καριόληδες που κάνουν αυτά τα αίσχη;» είπε η Μάρθα στον Γεράρδο, με χαμηλωμένη φωνή.

«Δεν το βλέπουν όπως το βλέπεις εσύ.»

«Δεν βλέπουν ότι κρεμάνε ανθρώπους ανάποδα μέχρι που να ψοφήσουν;»

«Το κάνουν για το καλό των υπολοίπων. Έτσι νομίζουν, τουλάχιστον.»

Η Μάρθα δεν απάντησε.

Ακόμα μια ώρα πέρασε, και ο Γεράρδος έβαλε το όχημά τους μέσα σε πυκνότερη βλάστηση και το σταμάτησε. «Εδώ βγαίνουμε,» είπε, αρκετά δυνατά για να τον ακούσουν και οι πίσω.

«Εδώ είναι η εισβολή;» ρώτησε η Άνμα’ταρ.

«Όχι,» αποκρίθηκε ο Γεράρδος, γυρίζοντας για να την κοιτάξει. «Λίγο παρακάτω είναι. Στην Ερρίθια.»

«Στην Ερρίθια;» έκανε ο Έδουος. «Η εισβολή είναι μέσα στην ίδια τη Μεγάλη Πόλη;»

«Έτσι νομίζω,» είπε ο Γεράρδος, κι ανοίγοντας την πόρτα δίπλα του βγήκε από το όχημα.

*

«Είσαι σοβαρός;» φώναξε – σχεδόν ούρλιαξε – ο Σθένελος. «Θα πας να κάνεις παράσταση; Παράσταση ενώ,» χαμήλωσε τη φωνή του, «περιμένουμε αυτούς τους άχρηστους να μας πουν αν τελικά θα–»

«Αρκετά!» γρύλισε οργισμένα ο Εδμόνδος. «Δε μπορώ να κάνω κάτι άλλο τώρα. Ο Νάρθιελ μού ζήτησε να κάνω παράσταση κι αυτό πρέπει να γίνει, όχι μόνο για να πληρώσουμε τη διαμονή μας εδώ ή για να βγάλουμε χρήματα, αλλά και για να–»

«Είναι δυνατόν να σοβαρολογείς, μα τις Φωτιές του Μαύρου Νάρζουλ; Έχουμε σημαντικότερα–»

Ο Εδμόνδος τον άρπαξε με το ένα χέρι απ’το πέτο της τουνίκας του και τον κόλλησε στον τοίχο. «Άκουσέ με, μικρέ. Κάνω αυτή τη δουλειά χρόνια. Ξέρω τι πρέπει να γίνει. Και δεν μπορώ τώρα, ξαφνικά, ν’αρχίσω να φέρομαι διαφορετικά απ’ό,τι φερόμουν πάντα. Θα με υποψιαστούν. Θ’αναρωτηθούν τι συμβαίνει, τι έχει ο Βοριάς και δεν τραγουδά. Κι αυτό θα τραβήξει, στο τέλος, την προσοχή των πρακτόρων της Παντοκράτειρας επάνω μου. Δεν μας συμφέρει να καθόμαστε και να κοιτάμε το ταβάνι όσο περιμένουμε απάντηση από τον Μαλαχία. Όταν η απάντηση έρθει, θα έρθει.»

Ο Σθένελος αναστέναξε. «Εντάξει, εντάξει. Καλώς.»

Ο Εδμόνδος άφησε την τουνίκα του μάγου. Οι δυο τους βρίσκονταν στο δωμάτιο του τροβαδούρου, και η Ιζαμπώ κι η Ισαβέλλα κάθονταν στο κρεβάτι και τους κοίταζαν καθώς τσακώνονταν.

«Σου είχε πει, όμως, ότι ίσως να σε ειδοποιούσε πριν από το μεσημέρι,» πρόσθεσε ο Σθένελος.

«Δεν είναι ακόμα μεσημέρι,» αποκρίθηκε ο Βοριάς. Έβγαλε έναν τηλεπικοινωνιακό πομπό από μια τσέπη του και τον έδωσε στον μάγο.

«Τι είν’αυτό;»

«Θα μείνεις επάνω, στο δωμάτιό σου, περιμένοντας την κλήση του Μαλαχία.»

«Μα… δεν τον ξέρω. Ούτε εκείνος με ξέρει. Μπορεί να πιστέψει ότι–»

«Θα χρησιμοποιήσεις το συνθηματικό. ‘Το πρώτο φως της αυγής ακολουθούμε,’ θα του πεις. Κι εκείνος θα σου απαντήσει: ‘Ώς τη νυχτιά μαζί μας να το πάρουμε.’ Κι εσύ, τότε, θα του πεις: ‘Με τη βοήθειά Του.’ Το θυμάσαι;»

Ο Σθένελος κατένευσε.

«Πες το μου.»

Ο Σθένελος το είπε.

«Ωραία. Δεν είσαι τόσο απερίσκεπτος όσο φαίνεσαι, τελικά.»

«Απερίσκεπτος; Επειδή ανησυχώ για μια φίλη μας που την έχουν αιχμαλωτίσει;»

«Επειδή δεν έχεις υπομονή ώστε να βρεθεί μια λύση,» αποκρίθηκε ο Εδμόνδος. Και προς την Ιζαμπώ και την Ισαβέλλα: «Κυρίες, κατεβαίνουμε.»

Οι δύο χορεύτριες σηκώθηκαν από το κρεβάτι – ντυμένες με τα φαρδιά, κροσσωτά φορέματά τους και στολισμένες – και τον ακολούθησαν έξω από το δωμάτιο.

*

Μέταλλο επάνω σε μέταλλο.

Η Βατράνια τινάχτηκε έξω από τα δίχτυα του ύπνου της εξάντλησης. Βλεφάρισε.

Ένα σπαθί χτυπούσε τα κάγκελα του κελιού της. Η λεπίδα έκανε πέρα-δώθε. Ο θόρυβος τρυπούσε το κρανίο της Βατράνιας, κι εκείνη ανασηκώθηκε στηριζόμενη στις παλάμες. Το σώμα της πονούσε από τα χτυπήματα που είχε δεχτεί, κι αισθανόταν παντού μουδιασμένη από το κρύο πάτωμα. Δεν υπήρχε στρώμα εδώ για να ξαπλώσει, και κανένας δεν της είχε φέρει ρούχα για να φορέσει. Φορούσε μόνο τον στηθόδεσμο και την περισκελίδα της, και τα μικρά παπούτσια και τις κάλτσες από τη στολή της υπηρέτριας.

«Καλημέρα, Ντίλντιλ!» αντήχησε η φωνή του Παντοκρατορικού Επόπτη, και η Βατράνια είδε ότι αυτός ήταν που χτυπούσε τα κάγκελα του κελιού της με το σπαθί του. Γαλανόδερμος, με κόκκινα κοντά μαλλιά, και σκληρά γκρίζα μάτια. Ο Νιρμόδος Νάρλεφ. «Μας ανησύχησες χτες βράδυ. Ορισμένοι, δε, ταράχτηκαν πολύ όταν τους πυροβόλησες ή τους μαχαίρωσες – τόσο πολύ που πέθαναν. Είναι αυτό έθιμο της διάστασής σου; Κάτι σχετικό με τη φιλοξενία, ίσως;»

Η Βατράνια είδε πως άλλοι δύο στέκονταν πίσω από τον Επόπτη, μα δεν μπορούσε να διακρίνει τα χαρακτηριστικά τους μες στη σκοτεινιά των μπουντρουμιών.

«Δε μιλάς, ε; Ελπίζω να μη σε χτύπησε κανένας πολύ δυνατά στο σαγόνι και δάγκωσες τη γλώσσα σου, γιατί σύντομα θα πρέπει ν’αρχίσεις να μας λες πολλά και διάφορα.»

Ο Επόπτης έκανε νόημα σ’αυτούς πίσω του, κι ο ένας από τους δύο ξεκλείδωσε το κελί της Βατράνιας και μπήκε. Φορούσε τη λευκή στολή του Στρατού της Παντοκράτειρας και ήταν πορφυρόδερμος. Ο Νιρμόδος τον ακολούθησε στο εσωτερικό του κελιού, όπως επίσης και μια μαυρόδερμη γυναίκα με μοβ μαλλιά, την οποία η Βατράνια αναγνώριζε. Ήταν αυτή που την είχε συλλάβει μέσα στους διαδρόμους των Ανακτόρων. Κάποια αξιωματικός, αναμφίβολα.

Η Βατράνια τινάχτηκε όρθια και κόλλησε σε μια γωνία του κελιού.

Ο Νιρμόδος γέλασε. «Δε μπορείς να μας φύγεις τώρα. Εκτός αν σκέφτεσαι να λιώσεις μέσα στον τοίχο.» Έτεινε το σπαθί του, και η αιχμή της λεπίδας πιέστηκε ανάμεσα στα στήθη της Βατράνιας. «Θα λιώσεις μέσα στον τοίχο, ή θα μιλήσουμε;»

Η Βατράνια ξεροκατάπιε.

«Ας αρχίσουμε από τα βασικά,» είπε ο Νιρμόδος κατεβάζοντας τη λεπίδα του. «Δεν σε λένε Ντίλντιλ, προφανώς. Εργάζεσαι για την Επανάσταση. Τα λέω καλά, μέχρι στιγμής;»

Η Βατράνια έμεινε σιωπηλή.

«Όταν ο Επόπτης σε ρωτά κάτι, θα του απαντάς!» φώναξε η μαυρόδερμη αξιωματικός.

Να πας να γαμηθείς, σκρόφα! σκέφτηκε η Βατράνια, αλλά δεν μίλησε.

Ο Νιρμόδος έκανε νόημα στον πορφυρόδερμο άντρα. Εκείνος ζύγωσε τη Βατράνια, την άρπαξε από τα μαλλιά, και την κλότσησε δυνατά στις κνήμες, αναγκάζοντάς την να πέσει στο πάτωμα.

Το σπαθί του Νιρμόδου βρέθηκε μπροστά στον λαιμό της καθώς εκείνη ήταν, τώρα, ανάσκελα. «Μην κάνεις απότομες κινήσεις. Μπορεί να καρφωθείς.»

Η Βατράνια βλεφάρισε, ξανά και ξανά, προσπαθώντας να διώξει τα δάκρια που είχαν μαζευτεί στα μάτια της και θολώσει την όρασή της. «Δεν ξέρω τίποτα που σ’ενδιαφέρει…» είπε λαχανιασμένα, μη μπορώντας να σταματήσει τον εαυτό της απ’το να τρέμει.

Ο πορφυρόδερμος άντρας έπιασε το ένα χέρι της και, τεντώνοντάς το, το τράβηξε πάνω απ’το κεφάλι της και το κόλλησε στο πάτωμα. Πήρε μια χειροπέδη και την πέρασε στον καρπό της Βατράνιας. Συνεχίζοντάς να κρατά το ένα χέρι της κολλημένο στο πάτωμα, έπιασε το άλλο με τον ίδιο τρόπο και πέρασε και σ’αυτό μια χειροπέδη. Η Βατράνια, κάνοντας το κεφάλι της πίσω, είδε ότι οι δύο χειροπέδες συνδέονταν με μια μικρή αλυσίδα. Ο πορφυρόδερμος άντρας έβγαλε απ’τον μικρό σάκο στον ώμο του ένα χοντρό καρφί κι ένα σφυρί. Πέρασε το καρφί μέσα από έναν κρίκο της αλυσίδας και κοπάνησε μερικές φορές την κεφάλι του με το σφυρί, μέχρι που αυτό καρφώθηκε γερά στο πάτωμα, ασφαλίζοντας στο ίδιο σημείο τις χειροπέδες της Βατράνιας.

«Τι…» ψέλλισε εκείνη. «Τι θα…; Τι…» Κοίταξε τον Νιρμόδο, που εξακολουθούσε να στέκεται από πάνω της με το ξίφος του στον λαιμό της. «Σε παρακαλώ. Μπορούμε απλά να μιλήσουμε.»

«Έγινε ξαφνικά πιο ομιλητική, τώρα,» παρατήρησε η μαυρόδερμη αξιωματικός.

Ο Επόπτης, όμως, έμεινε σιωπηλός. Τα σκληρά γκρίζα μάτια του ατένιζαν ψυχρά τη Βατράνια, σαν το θέαμα των βασανιστηρίων να του ήταν οικείο. Σαν να είχε δει και χειρότερα – πολύ, πολύ χειρότερα – στη ζωή του.

Ο πορφυρόδερμος άντρας πήγε τώρα στα πόδια της Βατράνιας. «Όχι!» φώναξε εκείνη. «Όχι!» κι έκανε να υψώσει τα γόνατά της, να ξεφύγει από τα χέρια του. Εκείνος, όμως, έπιασε γερά τους αστραγάλους της και τους κόλλησε στο πάτωμα. Τους πέρασε κρίκους ενωμένους με μια κοντή αλυσίδα, και κάρφωσε την αλυσίδα στο πάτωμα, όπως είχε κάνει και με τα χέρια της. Η Βατράνια ούρλιαζε αλλά κανένας δεν έμοιαζε να της δίνει σημασία, σαν να είχαν όλοι τους μετατραπεί σε αγάλματα.

Τελικά, ο Επόπτης είπε: «Είσαι, λοιπόν, με την Επανάσταση;»

Το έχει καταλάβει ούτως ή άλλως. «Ναι,» είπε αδύναμα η Βατράνια.

Ο Νιρμόδος πήρε το σπαθί του από τον λαιμό της. «Και τι έκανες στην Ανατολική Αγορά;»

Η Βατράνια έγλειψε τα ξεραμένα χείλη της. «Είχα πάει να… να ερευνήσω. Μπήκα για λίγο στην άλλη διάσταση και μετά βγήκα.»

«Ποιος άλλος ήταν μαζί σου;»

Δε μπορώ να προδώσω τον Σθένελο!

«Ποιος άλλος ήταν μαζί σου;» Ο Νιρμόδος τη σκούντησε στα πλευρά με το μποτοφορεμένο πόδι του.

«Ένας μάγος. Φαρνέλιος’σαρ λέγεται.»

«Και πού πήγε τώρα;»

«Δεν είμαι σίγουρη. Θα έφυγε. Μακριά.»

«Ή θα προσπαθεί να σε σώσει.»

«Δεν είναι τόσο ανόητος!»

«Εσένα πώς σε λένε;» τη ρώτησε ο Νιρμόδος.

«Κορνηλία Τρίχορδη.»

«Κορνηλία Τρίχορδη… Απολλώνια;»

«Ναι, από την Απολλώνια είμαι.»

«Κι αυτός ο Φαρνέλιος’σαρ το ίδιο;»

«Ναι.»

«Και σας έστειλε εδώ ο Αρχιπροδότης;»

«Ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος, ναι.»

«Γιατί;»

«Για να ερευνήσουμε.»

«Να ερευνήσετε τι; Ξέρατε ότι θα συμβεί αυτό που συνέβη στην Ανατολική Αγορά;»

«Ξέραμε ότι…» Η Βατράνια έβηξε· ο λαιμός της και το στόμα της ήταν τόσο ξερά. «Ξέραμε για τα χωράφια που πεθαίνουν. Για τις ανθρωποθυσίες. Για… Γενικά, ότι κάτι γινόταν–

»…Λίγο νερό; Θα μου δώσεις λίγο νερό;»

«Να την κατουρήσω εγώ, Υψηλότατε;» ρώτησε η μαυρόδερμη αξιωματικός.

«Όχι,» αποκρίθηκε ο Νιρμόδος, ανέκφραστα. «Φέρε μου ένα φλασκί με νερό, Ταγματάρχη.»

«Μάλιστα, Υψηλότατε.» Η μαυρόδερμη γυναίκα έφυγε.

Ο Νιρμόδος χτύπησε τον δεξή μηρό της Βατράνιας με το πλατύ μέρος της λεπίδας του σπαθιού του. «Εν τω μεταξύ, ας μην πηγαίνει ο χρόνος μας χαμένος. Επικίνδυνοι αποστάτες φαίνεται πως κυκλοφορούν στην πόλη μου. Πού νομίζεις ότι μπορεί να πήγε αυτός ο μάγος, ο Φαρνέλιος’σαρ;»

«Δεν είμαι σίγουρη–»

«Πού μένατε όσο ήσασταν στην πόλη;»

«Δεν…» Η Βατράνια κόμπιασε. Δεν ήξερε το όνομα κανένας πανδοχείου εκτός από του Σιδερένιου Ξένου!

«Περιμένω!» Το πλατύ μέρος του σπαθιού του την ξαναχτύπησε στον μηρό, δυνατότερα, κοκκινίζοντας το δέρμα της.

«Δε νομίζω νάχει γυρίσει εκεί. Θα το ξέρει ότι–»

«Πού μένατε, σε ρώτησα!» φώναξε ο Νιρμόδος, κι έσχισε, επιφανειακά, τον μηρό της με την αιχμή του ξίφους του. Αίμα κύλησε πάνω στο λευκό δέρμα της.

«Στον Σιδερένιο Ξένο, αλλά σου είπα αποκλείεται να είναι πια εκεί ο Φαρνέλ–»

«Πώς είναι η όψη του Φαρνέλιου;»

Η Βατράνια έβηξε, παριστάνοντας ότι δεν μπορούσε πια να μιλήσει. «…Νερό,» έκρωξε.

«Κάνε μια προσπάθεια. Μη με παρατάς τώρα.» Το πλατύ μέρος της λεπίδας του Νιρμόδου τη χαστούκισε στο αριστερό μάγουλο. Αίμα τινάχτηκε στο πρόσωπό της. Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια της. Ο πόνος ήταν πολύ έντονος και ξαφνικός.

«Γαλανό δέρμα έχει,» είπε η Βατράνια. «Ξανθά μαλλιά. Κοντά.»

«Γαλανό δέρμα…» είπε ο Νιρμόδος. «Δε θάναι δύσκολο να εντοπιστεί στη Χάρνταβελ.» Έβγαλε έναν τηλεπικοινωνιακό πομπό από μια τσέπη του και βγήκε απ’το κελί.

Δεν θα βρεις τίποτα, όμως, γαμημένε μαλάκα, σκέφτηκε η Βατράνια. Τίποτα! Μπορεί να είχε προδώσει το μέρος όπου έμεναν οι σύντροφοί της αλλά δεν είχε προδώσει ούτε τα ονόματά τους ούτε την εμφάνισή τους.

Κι όταν ο Επόπτης ανακαλύψει ότι κανένας γαλανόδερμος Φαρνέλιος’σαρ δεν είναι στον Σιδερένιο Ξένο, τι θα κάνεις; τη ρώτησε μια ενοχλητική φωνή μέσα της. Τι θα του πεις;

Έφυγε! Θα του πω «Σε είχα προειδοποιήσει ότι ο Φαρνέλιος θα έφευγε για να μην τον εντοπίσουν!»

Η μαυρόδερμη ταγματάρχης επέστρεψε καθώς ο Νιρμόδος έκλεινε τον πομπό του. Μαζί της ήταν η Αρίνη’σαρ. «Επέμενε να έρθει, Υψηλότατε,» είπε η ταγματάρχης.

«Θέλω να τη ρωτήσω κάποια πράγματα για την άλλη διάσταση,» δήλωσε η μάγισσα.

Ο Επόπτης ένευσε. «Καλώς.» Πήρε το φλασκί από το χέρι της ταγματάρχη και μπήκε στο κελί πάλι.

«Διψάς;» ρώτησε τη Βατράνια.

«…Ναι.»

Ο Νιρμόδος ξετάπωσε το φλασκί καθώς στεκόταν από πάνω της. «Άνοιξε το στόμα σου.»

«Τι;»

«Άνοιξε το στόμα σου.»

Η Βατράνια το άνοιξε, και ο Νιρμόδος, χωρίς να σκύψει ή να γονατίσει, της έριξε νερό από ψηλά. Αλλά δεν πήγε όλο στο στόμα της: τα μάτια της πιτσιλίστηκαν, η μύτη της, το ματωμένο μάγουλό της. Και το νερό που πέρασε ανάμεσα από τα χείλη της έπεσε ξαφνικά και γρήγορα στον λαιμό της, μ’αποτέλεσμα να την κάνει να βήξει και να γυρίσει στο πλάι, φτύνοντας για να μην πνιγεί.

Ο Νιρμόδος έκλεισε πάλι το φλασκί. «Τελικά δεν ήσουν και τόσο διψασμένη…»

«…Καθίκι!…» έβρισε η Βατράνια, βήχοντας. «Καθίκι!…»

Κάποιος – η μαυρόδερμη ταγματάρχης, νόμιζε – την κλότσησε στα πλευρά, κάνοντάς τη να βογκήσει.

Ο Νιρμόδος λύγισε τα γόνατά του κι ακούμπησε τους πήχεις του επάνω τους. Το σπαθί του το είχε θηκαρώσει στη μέση του, όταν είχε βγάλει τον πομπό του για να μιλήσει. «Θα σου πω ένα μυστικό, Κορνηλία. Πιστεύω ότι μου λες ψέματα. Δε νομίζω ότι το όνομά σου είναι Κορνηλία Τρίχορδη, και δε νομίζω ότι ο σύντροφός σου που ξέφυγε λέγεται Φαρνέλιος’σαρ. Επίσης, δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι μένατε στον Σιδερένιο Ξένο

Η Βατράνια αισθάνθηκε ένα παγερό χέρι να έχει αρπάξει τη ράχη της – και δεν ήξερε αν γι’αυτό έφταιγαν οι κρύες πέτρες του πατώματος. «Αλήθεια σού είπα. Αυτή είναι η αλήθεια.»

Ο Νιρμόδος αναστέναξε. «Είναι λίγο απίθανο να είπες τώρα την αλήθεια, τόσο εύκολα. Ειδικά ύστερα από εκείνο το παραμύθι με τη Ντίλντιλ. Εσύ θα πίστευες τον εαυτό σου;»

«Σου λέω αλήθεια,» επέμεινε η Βατράνια. «Αλήθεια…»

Ο Επόπτης σηκώθηκε όρθιος πάλι. «Μάγισσα,» είπε, «μπορείς να τη ρωτήσεις ό,τι θέλεις.»

Η Αρίνη’σαρ πλησίασε. «Τι είδες στην άλλη διάσταση;»

«Ένα δάσος και κάτι μαύρα ιπτάμενα φίδια σαν σκιές. Και μετά απ’το δάσος, μια έρημος. Ατελείωτη. Μέχρι εκεί πήγαμε· ύστερα γυρίσαμε και φύγαμε.»

«Δεν είδατε μια φωτεινή οντότητα στον ουρανό; Μια φτερωτή φωτεινή οντότητα απ’την οποία ξεκινούν ενεργειακά νήματα;»

«Όχι.»

«Μάλιστα,» είπε η Αρίνη’σαρ, με τα χέρια της σταυρωμένα εμπρός της. Και προς τον Επόπτη: «Δεν έχω κάτι άλλο να τη ρωτήσω, Υψηλότατε.»

Ο Νιρμόδος είπε στη Βατράνια: «Δεν ήσουν μόνη με τον Φαρνέλιο’σαρ, έτσι δεν είναι; Κάποιοι έκαναν αντιπερισπασμό στην Ανατολική Αγορά, για να μπείτε και να βγείτε από την άλλη διάσταση…»

Η Βατράνια ήξερε ότι θα ήταν ανόητο να το αρνιόταν. «Ναι. Ήταν και κάποιοι άλλοι…»

«Ποιοι;»

Η Βατράνια τού είπε δύο ψεύτικα Απολλώνια ονόματα και το όνομα του Οδυσσέα.

«Ο Πρόμαχος; Ο Πρόμαχος Οδυσσέας είναι εδώ, στην Ερρίθια;»

Έκανα βλακεία που το είπα; «Ναι.»

«Θ’ανακαλύψουμε σύντομα αν λες αλήθεια. Οι πάντες ξέρουν την όψη του. Αν είναι στον Σιδερένιο Ξένο, θα βρεθεί.»

«Σου είπα: δεν θα έμειναν εκεί, μάλλον.»

«Μου το αλλάζεις τώρα;» Η φωνή του ήταν ήπια αλλά απειλητική.

«Δεν το αλλάζω! Το ίδιο είπα και πριν! Σου είπα ότι δεν θα κάθισαν εκεί, τώρα που αιχμαλωτίστηκα!»

«Καλά,» είπε ο Νιρμόδος. «Θα δούμε.» Και προς τους άλλους: «Πάμε, για την ώρα.»

Βγήκαν απ’το κελί της, και ο πορφυρόδερμος άντρας κλείδωσε την καγκελωτή πόρτα.

«Περίμενε!» φώναξε η Βατράνια στον Επόπτη. «Μη μ’αφήνεις έτσι δεμένη!»

«Γιατί όχι;» είπε ο Νιρμόδος. «Τα ποντίκια του μπουντρουμιού, σίγουρα, χρειάζονται παρέα, κι εσύ είσαι αρκετά ευπαρουσίαστη… Κορνηλία.»

Ποντίκια; Ποντίκια! «Περίμενε!» ούρλιαξε η Βατράνια, τραβώντας μάταια τα δεσμά της. «Περίμενε!»

Τα βήματα των Παντοκρατορικών, όμως, απομακρύνονταν, και μετά έσβησε και το ενεργειακό φως που ερχόταν από τον διάδρομο. Τα πάντα τυλίχτηκαν στο σκοτάδι.

Κεφάλαιο 31
Επιστροφή στη Μεγάλη Πόλη

«Νόμιζα ότι δε θα ξανάβλεπα τη Μεγάλη Πόλη,» είπε ο Γεράρδος, αντικρίζοντας τη Βόρεια Πύλη της Ερρίθιας, καθώς εκείνος κι οι σύντροφοί του την πλησίαζαν βαδίζοντας πάνω στη δημοσιά. «Δεν είναι τόσο εντυπωσιακή όσο άλλες πόλεις στο Γνωστό Σύμπαν, σίγουρα, αλλά είναι η μεγαλύτερη και η εντυπωσιακότερη πόλη της πατρίδας μου.»

«Να τη χαίρεσαι,» αποκρίθηκε η Μάρθα, που ήταν η μόνη που τον άκουγε, καθώς η Άνμα’ταρ και ο Σέλιρ’χοκ βάδιζαν πίσω τους και ο Έδουος βάδιζε μπροστά, επειδή ήξεραν πως τα ιερατικά του άμφια θα τους άνοιγαν αμέσως τον δρόμο, όποιος κι αν προσπαθούσε να τους τον κλείσει.

Ο Γεράρδος μειδίασε. «Δε βλέπω να έχεις γοητευθεί από τη διάσταση όπου γεννήθηκα.»

«Δε με συγκινούν και τόσο τα κρεμασμένα πτώματα,» μόρφασε η Μάρθα.

«Η Χάρνταβελ δεν είναι μόνο κρεμασμένα πτώματα. Κρεμασμένα πτώματα, άλλωστε, μπορείς να βρεις σε διάφορα μέρη του Γνωστού Σύμπαντος, νομίζω· δε χρειάζεται να έρθεις εδώ. Η Χάρνταβελ είναι κατά βάθος γαλήνια διάσταση. Δεν έχει φασαρίες και τρέξιμο, όπως αλλού.»

«Από τότε που ήρθαμε τρέχουμε, Γεράρδε.»

«Επειδή είναι ταραγμένη περίοδος, και επειδή είμαστε εδώ για δουλειά, όχι για διακοπές. Αν όμως ζήσεις στη Χάρνταβελ, θα διαπιστώσεις ότι τα πράγματα είναι ήσυχα. Το μόνο που πρέπει να κάνεις είναι να τα έχεις καλά με το Θεό, κι αυτό δεν είναι τόσο δύσκολο. Κατά τα άλλα, απλά καλλιεργείς το χωράφι σου, βόσκεις τα ζώα σου, ή πουλάς την πραμάτεια σου, και το βράδυ καπνίζεις την πίπα σου και πίνεις το κρασί σου προτού πλαγιάσεις για να κοιμηθείς. Μονάχα η ζωή των αρχόντων είναι πιο μπερδεμένη.»

Με την κουβέντα έφτασαν στην πύλη της Ερρίθιας και πέρασαν χωρίς οι φρουροί εκεί να τους σταματήσουν. Η ομάδα του Γεράρδου δεν φαινόταν να κουβαλά κανένα μεγάλο όπλο, και τους οδηγούσε ένας ιερέας – αυτά τα δύο, στη Χάρνταβελ, ήταν αρκετά για να μπουν ανενόχλητοι σε οποιαδήποτε πόλη.

Ορισμένοι απ’τους φρουρούς, παρατήρησε η Μάρθα, ήταν Παντοκρατορικοί, με τις συνηθισμένες λευκές στολές· άλλοι, όμως, ήταν ντυμένοι διαφορετικά, σαν ντόπιοι, κι επάνω στο χιτώνιό τους ήταν κεντημένος ένας ήλιος που ανέτελλε – ή έδυε, ίσως. Πάντως, φαινόταν κατά το ήμισυ.

«Τι είν’αυτοί;» ρώτησε η Μάρθα τον Γεράρδο, δείχνοντας έναν άντρα με τον ήλιο επάνω του. «Πολεμιστές του Υπεράρχη;»

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνος. «Ο Ανατέλλων Ήλιος είναι το έμβλημά του. Ο δρόμος όπου τώρα βαδίζουμε ονομάζεται Ανακτορική Λεωφόρος. Οδηγεί στα Ανάκτορα του Υπεράρχη. Εκεί.» Ύψωσε το χέρι του για να δείξει. «Σίγουρα, τα βλέπεις.»

Η Μάρθα, πράγματι, τα έβλεπε. Ήταν τα ψηλότερα οικοδομήματα της πόλης, μάλλον. Ψηλοί πύργοι και οικήματα. Επάλξεις όπου φρουροί στέκονταν. Σημαίες κυμάτιζαν στον αέρα που, αναμφίβολα, ήταν περισσότερος εκεί πάνω από ό,τι εδώ κάτω, μέσα στους δρόμους της πόλης. Εξώστες φαίνονταν να είναι γεμάτοι άνθη και φυτά. Τζάμια και κρύσταλλα γυάλιζαν στον ήλιο.

«Θα πάμε να κάτσουμε πουθενά;» ρώτησε η Μάρθα. «Σε καμια ώρα θάναι μεσημέρι.»

«Πεινάς πάλι;» της είπε ο Γεράρδος, εσκεμμένα πειραχτικά.

Προτού η Μάρθα προφτάσει ν’απαντήσει, ο Έδουος στράφηκε και ρώτησε τον Γεράρδο: «Πού είναι αυτή η… εισβολή; Δε βλέπω τίποτα εδώ.» Υπήρχε, γι’ακόμα μια φορά, καχυποψία στο βλέμμα του· και τα λόγια του έκαναν, για κάποιον λόγο, τη Μάρθα να αισθανθεί ένοχη. Ένοχη για την περίπτωση που του είχαν πει ψέματα, που τον είχαν παραπλανήσει.

Τελείωσε – έχω σαλτάρει! Ήταν δυνατόν να την ενδιέφερε η γνώμη αυτού του λεχρίτη που κρεμούσε ανθρώπους ανάποδα;

Ο Γεράρδος είπε στον Έδουο: «Εδώ είναι. Από κει.» Έδειξε αριστερά. «Στην Ανατολική Αγορά, νομίζω.»

Ο ιερέας συνοφρυώθηκε. «Θες να πεις ότι κάτι έχει παρουσιαστεί μες στη μέση της Ανατολικής Αγοράς της Μεγάλης Πόλης;»

«Είναι πιθανό, ναι.»

«Θα ήθελα πολύ να το δω αυτό, Γεράρδε! Πάμε.»

«Έτσι κι αλλιώς, εκεί θα πηγαίναμε,» αποκρίθηκε ο Γεράρδος ήρεμα, κι έστριψαν σε μια πάροδο της Ανακτορικής Λεωφόρου, μπαίνοντας σε μικρότερους δρόμους.

«Αυτή η περιοχή λέγεται ‘Τα Ιερά’,» είπε ο Γεράρδος στη Μάρθα, όταν είχαν βαδίσει κάμποσο. «Εδώ βρίσκεται και ο Ναός της Ερρίθιας.»

«Μόνο ένας ναός υπάρχει στην Ερρίθια;»

Ο Έδουος την άκουσε. «Τι εννοείς; Πόσοι Ναοί να υπάρχουν; Ένας είναι ο Θεός!»

Η Μάρθα ανασήκωσε τους ώμους, μορφάζοντας. «’Ντάξει. Εσείς ξέρετε καλύτερα, σίγουρα… Απλώς η πόλη μού φάνηκε μεγάλη, γι’αυτό το είπα.»

«Ποτέ δεν οικοδομείται παραπάνω από ένας Ναός στην ίδια πόλη,» εξήγησε ο Γεράρδος. «Έτσι γράφουν τα Ιερά Βιβλία.»

Ο Έδουος ένευσε. «Δεν τα έχεις ξεχάσει όλα, λοιπόν, Γεράρδε.»

«Δεν έχω ξεχάσει τίποτα, Έδουε…»

Βαδίζοντας, πέρασαν από έναν δρόμο όπου ο Ναός φαινόταν ανάμεσα και πάνω από τα υπόλοιπα οικήματα, τα οποία ήταν, κυρίως, χαμηλά – ισόγεια ή μονώροφα. Τα διώροφα έμοιαζαν να αποτελούν εξαίρεση. Και πολυκατοικίες, ασφαλώς, δεν υπήρχαν, παρατήρησε η Μάρθα, όπως και πουθενά αλλού στη Χάρνταβελ. Αν η μεγαλύτερη πόλη αυτής της διάστασης είναι έτσι, τότε δεν πρέπει να με εκπλήσσει που οι υπόλοιπες πόλεις είναι όπως είναι.

Από την άλλη, ο Γεράρδος ίσως να έχει δίκιο: πρέπει νάναι ήσυχα εδώ. Όταν, τουλάχιστον, δεν κρεμάνε ανθρώπους ανάποδα.

Γάμησέ τα…

Μετά από λίγο, η Μάρθα σκέφτηκε: Πρέπει πια νάχουμε βαδίσει παραπάνω από ένα χιλιόμετρο, από τότε που περάσαμε την πύλη. Ακόμα να φτάσουμε σ’αυτή τη γαμημένη Ανατολική Αγορά; Κοίταξε τον Γεράρδο. «Είμαστε μακριά ακόμα;»

«Όχι,» αποκρίθηκε εκείνος, δείχνοντας να σκέφτεται κάτι άλλο.

«Τι έχεις;»

«Είμαστε κοντά… πολύ κοντά, Μάρθα. Αισθάνομαι την άλλη διάσταση να έχει μπει μέσα σε τούτη – και η αίσθηση δεν είναι ευχάριστη.»

Η Ανατολική Αγορά, όταν έφτασαν εκεί, είδαν ότι μόνο αγορά δεν θύμιζε αυτή τη στιγμή. Τα περισσότερα καταστήματά της ήταν κλειστά, στρατιώτες (Παντοκρατορικοί και Ιεροί Φρουροί) περιφέρονταν ή στέκονταν σε συγκεκριμένα σημεία, και ένα δάσος (!) βρισκόταν εκεί όπου, αναμφίβολα, δεν θα έπρεπε να βρίσκεται. Ξεπρόβαλλε μέσα από ένα άνοιγμα που φαινόταν να σκίζει την ίδια την πραγματικότητα της Χάρνταβελ.

«Για όνομα του Θεού!» έκανε ο Έδουος. «Είναι αλήθεια, λοιπόν…»

«Ναι,» είπε μονάχα ο Γεράρδος.

Ο Έδουος στράφηκε να τον αντικρίσει. «Τερατούργημα!» είπε. «Ανήκουστο!» Η όψη του είχε αγριέψει.

Η όψη του Γεράρδου παρέμεινε ήρεμη, καθώς κοίταζε, πίσω από τον ιερέα, το δάσος που είχε εισβάλει στην Ανατολική Αγορά. «Αναρωτιέμαι αν θα μας αφήσουν να περάσουμε…» είπε.

«Δε νομίζω, Καπετάνιε,» αποκρίθηκε ο Σέλιρ’χοκ, πίσω του. Ο μάγος ήταν κουκουλωμένος – για να κρύβει το κατάμαυρο δέρμα του – και είχε το ραβδί του τυλιγμένο με υφάσματα, για να μη φαίνονται τα μπιχλιμπίδια επάνω του. «Οι Παντοκρατορικοί θα θέλουν να ερευνήσουν αυτή τη διάσταση πριν από οποιονδήποτε άλλο.»

«Πάμε στον Ναό,» πρότεινε ο Έδουος. «Θέλω να μάθω τι πιστεύουν οι άλλοι ιερείς για τούτο.»

Η Μάρθα κοίταξε τον Γεράρδο. Μη μου πεις ότι θα συμφωνήσει!

Εκείνος, όμως, συμφώνησε. Γνέφοντας είπε: «Πάμε.»

Δεν καταλαβαίνει ότι ίσως νάναι επικίνδυνο; Την προηγούμενη φορά, παραλίγο να μας σκοτώσουν μόλις τον είδαν!

*

Ο τηλεπικοινωνιακός πομπός δονήθηκε μέσα στην τσέπη του Σθένελου. Ο μάγος τον έβγαλε αμέσως και τον άνοιξε, φέρνοντάς τον στ’αφτί του.

«Μάλιστα;» είπε.

«Εδμόνδε;»

Ο Σθένελος καθάρισε τον λαιμό του. «Δεν είμαι ο Εδμόνδος, αλλά τον ξέρω.»

«Τι εννοείς;»

«Είμαι φίλος του. Είμαι… σύντροφός του. Το πρώτο φως της αυγής ακολουθούμε…»

«…ώς τη νυχτιά μαζί μας να το πάρουμε…»

«…με τη βοήθειά Του.»

«Πώς ονομάζεσαι;»

«Σθένελος. Κι εσύ πρέπει να είσαι ο Μαλαχίας, σωστά;»

«Μεγάλος Πατέρας Μαλαχίας.»

Ο Σθένελος αισθάνθηκε άσχημα που δεν είχε προσφωνήσει τον ιερέα όπως έπρεπε. «Με συγχωρείτε, Μεγάλε Πατέρα.»

«Δεν πειράζει, παιδί μου. Ο Θεός να είναι μαζί σου.»

«Ο Εδμόνδος είπε ότι μπορείτε να μας βοηθήσετε…»

«Συνέβη κάτι μέσα στη νύχτα. Πριν από λίγο το πληροφορήθηκα, από άνθρωπό μας που είναι… στα ενδότερα. Η αιχμάλωτη δραπέτευσε, αλλά μόνο για λίγο. Την αιχμαλώτισαν ξανά, αφότου είχε σκοτώσει μερικούς φρουρούς, και τώρα την έχουν στα μπουντρούμια.»

Σκατά! σκέφτηκε ο Σθένελος. Σκατά! «Πώς μπορούμε να τη βοηθήσουμε;»

«Ο Εδμόνδος πού είναι, Σθένελε;»

«Στην τραπεζαρία, κάτω. Κάνει παράσταση. Είμαστε στον–»

«Γνωρίζω πού είστε. Να του πεις να έρθει να με βρει το απόγευμα, για να συζητήσουμε.»

«Το απόγευμα; Μα, ώς τότε–»

«Είναι ό,τι καλύτερο μπορώ να κάνω. Αν έρθει νωρίτερα, ο άνθρωπός μας δεν θα είναι εδώ.»

Ποιος άνθρωπός μας; Ο κατάσκοπος από το εσωτερικό των Ανακτόρων; «Εντάξει, Μεγάλε Πατέρα,» αποκρίθηκε ο Σθένελος, αν και δεν του άρεσε και τόσο αυτό.

«Ο Θεός μαζί σου, παιδί μου,» είπε ο Μαλαχίας, και η επικοινωνία τερματίστηκε.

Ο Σθένελος σηκώθηκε από το κρεβάτι. Πάμε να μιλήσουμε στον Εδμόνδο, σκέφτηκε παρότι από κάτω άκουγε μουσική και φωνές, πράγμα που σήμαινε ότι ο τροβαδούρος ήταν απασχολημένος.

*

Ο Εδμόνδος έπαιζε Το Ελάφι της Γουινιφρείδας με το λαγούτο του, ενώ η Ισαβέλλα διηγιόταν την ιστορία με δυνατή, μελωδική φωνή, κάνοντας χειρονομίες, και η Ιζαμπώ στεκόταν παραδίπλα αλλάζοντας μάσκες και παίρνοντας παραστατικές πόζες. Ο κόσμος στην τραπεζαρία του Σιδερένιου Ξένου φαινόταν να διασκεδάζει, και το μεγάλο κύπελλο στο τραπέζι του Βοριά είχε ξεχειλίσει από τα νομίσματα: τα καινούργια που έριχναν γλιστρούσαν και έπεφταν έξω, κουδουνίζοντας. Ο Νάρθιελ, ο μαυρόδερμος, πρασινομάλλης πανδοχέας, στεκόταν κοντά σε μια γωνία μαζί με μερικούς άλλους, δείχνοντας ευχαριστημένος και πίνοντας κρασί από μια κούπα στο χέρι του. Το μεσημέρι πλησίαζε, και το πανδοχείο του ήταν γεμάτο πελάτες.

Η εύθυμη διάθεση ξαφνικά διαλύθηκε, όταν η εξώπορτα άνοιξε με πάταγο και στρατιώτες της Παντοκράτειρας μπήκαν, σπρώχνοντας τον κόσμο κι αναγκάζοντάς τον να παραμερίσει. Καρέκλες ανατράπηκαν, ποτά έπεσαν στο δάπεδο. Ένας οργισμένος πελάτης έκανε να γρονθοκοπήσει έναν Παντοκρατορικό, και το πρόσωπό του γνώρισε το πέρας ενός τουφεκιού. Σωριάστηκε, μουγκρίζοντας και κρατώντας τη σπασμένη μύτη του.

Ο Εδμόνδος σταμάτησε να παίζει μουσική, και ήταν σαν απρόσμενα ένας κρύσταλλος να είχε σπάσει.

«Τι συμβαίνει;» απαίτησε ο Νάρθιελ, φανερά θυμωμένος, καθώς ζύγωνε τον αρχηγό των στρατιωτών: έναν γαλανόδερμο άντρα τον οποίο ο Εδμόνδος αναγνώριζε. Ο Ανθυπολοχαγός Τάρθλος, που είναι στο τάγμα του Τέρι Κάρμεθ.

Ο τροβαδούρος είχε ανησυχήσει. Τι μπορεί να ήθελαν εδώ τόσοι πολεμιστές της Παντοκράτειρας; Μονάχα ένας λόγος ήταν πιθανό να τους έχει φέρει: έρχονταν για να συλλάβουν επαναστάτες.

Η Βατράνια μάς πρόδωσε; Ο Εδμόνδος δεν μπορούσε να το πιστέψει. «Ελάτε κοντά μου,» είπε, χαμηλόφωνα, στην Ιζαμπώ και στην Ισαβέλλα, κι εκείνες στάθηκαν πλάι του, η πρώτη αριστερά κι η δεύτερη δεξιά του. «Να είστε έτοιμες να κάνετε ό,τι σας πω.» Έβαλε το χέρι του μέσα στο ανοιχτό πανωφόρι του, όπου έκρυβε ένα πιστόλι.

Ο Ανθυπολοχαγός Τάρθλος είπε στον Νάρθιελ: «Ψάχνουμε για τέσσερις ανθρώπους που ξέρουμε ότι μένουν στο πανδοχείο σου. Εξωδιαστασιακοί όλοι τους, και επικίνδυνοι αποστάτες.»

«Δεν κρύβω αποστάτες στο παν–»

«Δεν είπα ότι κρύβεις κανέναν, Πανδοχέα,» τον διέκοψε ο Τάρθλος. «Είπα ότι είναι εδώ.» Και έδωσε μερικές περιγραφές και ονόματα.

Ο Εδμόνδος παρατήρησε ότι ούτε τα ονόματα ούτε οι περιγραφές τού έλεγαν τίποτα. Η Βατράνια, σκέφτηκε, δε μας πρόδωσε. Προσπαθεί να τους παραπλανήσει. Ανέπνευσε πιο χαλαρά τώρα. «Μην ανησυχείτε,» ψιθύρισε στην Ιζαμπώ και στην Ισαβέλλα. «Δε θα βρουν τίποτα.»

Και τότε ήταν που ο Σθένελος κατέβηκε τη σκάλα του Σιδερένιου Ξένου κι αντίκρισε τους στρατιώτες της Παντοκράτειρας συγκεντρωμένους.

Φωτιές του Μαύρου Νάρζουλ! σκέφτηκε, και κόλλησε την πλάτη του στο πλάι της σκάλας, τρομαγμένος. Πώς μας βρήκαν; Η Βατράνια; Το είπα του Εδμόνδου – έπρεπε να είχαμε κάνει κάτι! Γυρίζοντας, άρχισε ν’ανεβαίνει πάλι τα σκαλοπάτια, χωρίς να τρέχει, για να μην τραβήξει την προσοχή των Παντοκρατορικών.

Ο Εδμόνδος δεν είδε καθόλου τον Σθένελο· είχε το βλέμμα του στραμμένο στον Νάρθιελ καθώς ο πανδοχέας αποκρινόταν στον Ανθυπολοχαγό Τάρθλος ότι δεν είχε πελάτες σαν αυτούς που του περιέγραφε.

«Αν μου λες ψέματα,» απείλησε ο Παντοκρατορικός, «θα φυλακιστείς και το πανδοχείο σου θα καεί.»

«Αν θέλεις ψάξε!» αποκρίθηκε ο Νάρθιελ, και η κατάμαυρη όψη του έμοιαζε τώρα να έχει – κάπως – μαυρίσει ακόμα περισσότερο. «Ψάξε! Κι άμα τους βρεις, έλα να μου το πεις κι εμένα, γιατί, ειλικρινά σου λέω, δεν τους έχω δει!»

Ο Τάρθλος έκανε νόημα στους στρατιώτες του (καμια εικοσαριά, τους υπολόγιζε ο Εδμόνδος) να ερευνήσουν το μέρος, ενώ συγχρόνως, δυναμώνοντας τη φωνή του, έλεγε στον κόσμο στην τραπεζαρία: «Κανένας δεν φεύγει τώρα! Θα μείνετε όλοι εκεί που είστε! Αναζητούμε μερικούς αποστάτες επικίνδυνους για την Ερρίθια. Όσο πιο συνεργάσιμοι φανείτε τόσο πιο γρήγορα θα τελειώσουμε με την έρευνα.»

Κανένας δεν έφερε αντίρρηση, κι ο Εδμόνδος είπε στις δύο χορεύτριες να καθίσουν κοντά του.

«Ο Σθένελος;» ψιθύρισε η Ιζαμπώ στον τροβαδούρο.

«Μην ανησυχείς για τον μάγο· ξέρει τι πρέπει να κάνει,» αποκρίθηκε ο Εδμόνδος, παρότι κατά βάθος δεν ήταν και τόσο σίγουρος για τον Σθένελο’σαρ. Αλλά δεν μπορεί νάναι τόσο ηλίθιος ώστε να τους φέρει αντίσταση! Δεν μπορεί, για όνομα του Θεού!

Ο Ανθυπολοχαγός Τάρθλος ζύγωσε το τραπέζι του Εδμόνδου. «Βοριά,» χαιρέτησε. «Πλησιάζοντας το πανδοχείο, το κατάλαβα αμέσως ότι εσύ πρέπει να ήσουν εδώ!»

«Η είσοδός σου ήταν πιο εντυπωσιακή από τη δική μου,» αποκρίθηκε ο Εδμόνδος χωρίς να χαμογελά. «Μου χάλασε την παράσταση.»

«Η παράστασή σου δεν είναι τόσο εύκολο να χαλάσει, απ’ό,τι θυμάμαι, Βοριά.» Ο Τάρθλος τράβηξε μια καρέκλα και κάθισε αντίκρυ του. «Ο κόσμος σ’αγαπά. Και στα ταξίδια σου συναντάς πολλούς, όπως όλοι ξέρουν. Ίσως θα μπορούσες να με βοηθήσεις…» Κι άφησε ένα τέλειο επάνω στο τραπέζι, σπρώχνοντάς το προς τη μεριά του τροβαδούρου.

Τα μάτια της Ισαβέλλας γούρλωσαν κοιτάζοντας το ισχυρότερο νόμισμα της Χάρνταβελ. Δεν ήταν κάτι που έβλεπε κάθε μέρα.

Ο Εδμόνδος ο Βοριάς δεν φάνηκε να εντυπωσιάζεται από την επίδειξη πλούτου του Παντοκρατορικού. Έσπρωξε το οκτάγωνο νόμισμα πίσω, στον ανθυπολοχαγό. «Δεν πληρώνομαι για πληροφοριοδότης, μόνο για τροβαδούρος. Ρώτησέ με, κι αν ξέρω θα λάβεις την απάντησή σου.»

«Πολύ καλά,» είπε ο Τάρθλος, παίρνοντας το τέλειο και κρύβοντάς το μέσα στη λευκή στολή του. «Φαίνεται να είσαι θυμωμένος που σε διέκοψα, οπότε δεν θα σε καθυστερήσω άλλο. Αναζητώ κάποιους ανθρώπους, όπως θα άκουσες.» Και ανέφερε στον Βοριά τα ονόματά τους και τις περιγραφές τους.

Ο Εδμόνδος, εν τω μεταξύ, άναβε την πίπα του. Ρούφηξε καπνό, σκεπτικά, και τον έβγαλε από τα ρουθούνια. «Δε νομίζω να τους έχω δει πουθενά,» είπε, στο τέλος.

«Είσαι σίγουρος;» Ο Τάρθλος έσπρωξε πάλι ένα τέλειο προς το μέρος του. «Υπάρχουν κι άλλα τέτοια αν οι απαντήσεις σου είναι καλές. Ο Επόπτης θέλει τάξη και ασφάλεια στη διάστασή του.»

Ο Εδμόνδος έσπρωξε το οκτάγωνο νόμισμα πίσω στον ανθυπολοχαγό. «Δεν τους έχω δει, αγαπητέ. Θα προτιμούσες να σου πει ψέματα ο Εδμόνδος ο Βοριάς; Μια από τις ιστορίες του, ίσως;»

«Μονάχα για διασκέδαση: και τώρα δεν είμαι γι’αυτό τον λόγο εδώ.» Ο Τάρθλος πήρε πίσω το τέλειο και σηκώθηκε όρθιος. «Σ’ευχαριστώ για τη συνεργασία σου, Βοριά,» είπε, αν και το βλέμμα του ήταν δυσαρεστημένο. Ύστερα, απομακρύνθηκε από τον Εδμόνδο και τις δύο χορεύτριες.

«Έπρεπε να το είχες κρατήσει,» είπε η Ισαβέλλα, μουτρωμένη.

«Δε θέλουμε λεφτά από αυτούς,» αποκρίθηκε ο Εδμόνδος, κι ακούμπησε την πλάτη του στην καρέκλα, δαγκώνοντας την άκρη του τσιμπουκιού του.

*

Ο Σθένελος μπήκε στο δωμάτιό του κι έκλεισε την πόρτα πίσω του, κατεβάζοντας το μάνταλο.

«Σκατά!» γρύλισε κάτω απ’την ανάσα του, συνειδητοποιώντας ότι ήταν λαχανιασμένος. «Πού πάμε τώρα;» Είχαν ήδη συλλάβει τη Βατράνια, και σύντομα θα συλλάμβαναν και τον Εδμόνδο, την Ιζαμπώ, και την Ισαβέλλα. Κι εγώ δεν ξέρω τίποτα για τη Χάρνταβελ: δεν μπορώ να τους σώσω μόνος μου· δεν μπορώ καν να βρω τον δρόμο μου εδώ χωρίς βοήθεια.

Κολλώντας τ’αφτί του στην πόρτα, αφουγκράστηκε περιμένοντας ν’ακούσει φασαρία. Ο Εδμόνδος δεν θα παραδινόταν δίχως να δώσει μάχη, σωστά; Κι αν ήταν να δώσει μάχη–

Αν είναι να δώσει μάχη, δε θάπρεπε να είμαι κάτω για να τον βοηθήσω; Θα έκανε πάλι το ίδιο λάθος που είχε κάνει και με τη Βατράνια;

Ο Σθένελος πήρε ένα πιστόλι, το όπλισε, και άνοιξε την πόρτα του δωματίου του, βαδίζοντας προς τη σκάλα του Σιδερένιου Ξένου. Άκουσε, όμως, βήματα να έρχονται από εκεί – μπότες, δίχως αμφιβολία· κάμποσα ζευγάρια: οι στρατιώτες της Παντοκράτειρας! – και σταμάτησε. Σκατά! Δε μπορώ να τα βάλω με τόσους! Επέστρεψε, γρήγορα, στο δωμάτιό του. Το καλύτερο που μπορούσε να κάνει τώρα ήταν να τους ξεφύγει. Πήρε την κάπα του και την έδεσε γύρω απ’το λαιμό του. Σήκωσε την κουκούλα στο κεφάλι του.

Πλησίασε το παράθυρο και κοίταξε κάτω. Στρατιώτες της Παντοκράτειρας! Τρεις. Αδύνατον, επομένως, να κατέβαινε από εδώ. Θα φαινόταν αμέσως ότι προσπαθούσε να ξεφύγει και θα τον συλλάμβαναν.

Τι άλλο μπορούσε να κάνει; Τι άλλο; Τι άλλο;

Τα μποτοφορεμένα πόδια έρχονταν. Βάδιζαν πάνω στον διάδρομο.

Θα το έπαιζε βιαστικός, ελπίζοντας ότι κι εκείνοι βιάζονταν και θα τον προσπερνούσαν. Ανοίγοντας την πόρτα του, βγήκε και προχώρησε κατά μήκος του διαδρόμου, χωρίς να τρέχει αλλά χωρίς να πηγαίνει και αργά. Είδε τους στρατιώτες της Παντοκράτειρας αντίκρυ του, λευκοντυμένους και οπλισμένους.

Πρώτη φορά που βοηθάμε την Επανάσταση έξω από την Απολλώνια κι αμέσως μπλέξαμε, γαμώτο! Προσπάθησε, όμως, να διώξει τέτοιες σκέψεις απ’το μυαλό του.

«Στάσου!»

Οι Παντοκρατορικοί τού έκλεισαν τον δρόμο καθώς έκανε να περάσει από δίπλα τους. Ένας απ’αυτούς τράβηξε την κουκούλα του, κατεβάζοντάς την. Το χέρι του Σθένελου πήγε στο πιστόλι του, μέσα στα ρούχα του.

«Δεν είναι απ’αυτούς,» είπε μια Παντοκρατορική πολεμίστρια.

Δεν είμαι; Ποιους ψάχνουν;

«Πώς σε λένε;» τον ρώτησε ένας άλλος πολεμιστής.

Ο Σθένελος είπε ένα Σεργήλιο όνομα που είχε ακούσει: «Νιρμόδος.»

«Δεν είναι απ’αυτούς· τελειώνετε!» μούγκρισε η πολεμίστρια, και προσπέρασαν τον Σθένελο χωρίς να του δώσουν άλλη σημασία.

Θα τρελαθούμε…

Ο μάγος τούς είδε ν’ανοίγουν τις πόρτες δεξιά κι αριστερά, κλοτσώντας τες όταν ήταν κλειδωμένες.

Ποιους ψάχνουν;

*

Ο Έδουος τούς έβαλε στην κεντρική αίθουσα του Ναού χωρίς το παραμικρό πρόβλημα. Οι Ιεροί Φρουροί απέξω το μόνο που έκαναν, βλέποντας τον, ήταν να κλίνουν τα κεφάλια τους ευλαβικά και να πουν «Καλωσορίσατε, Μεγάλε Πατέρα».

Στο εσωτερικό της αίθουσας, ένας άλλος Ιερός Φρουρός ζύγωσε τον Έδουο ρωτώντας πώς θα μπορούσε να τον εξυπηρετήσει. «Θα ήθελα να μιλήσω με τους ιερείς του Ναού σας,» αποκρίθηκε εκείνος. «Επειγόντως.»

«Ακολουθήστε με, Μεγάλε Πατέρα.»

Ο Έδουος στράφηκε προς στιγμή στον Γεράρδο. «Περιμένετέ με εδώ.»

Ο Γεράρδος – που φορούσε την κουκούλα της κάπας του, για να κρύβει προς το παρόν την όψη του – κατένευσε με το κεφάλι.

Ο Έδουος και ο Φρουρός αποχώρησαν, αφήνοντάς τους μόνους στη μεγάλη αίθουσα του Ναού. Η Μάρθα κοίταξε ολόγυρα, τις εικόνες στους τοίχους. Ήταν ολόκληροι ζωγραφισμένοι με τοπία – δάση, λόφοι, ποτάμια…

«Δείχνουν την πλάση της Χάρνταβελ. Τα δώρα του Θεού,» εξήγησε ο Γεράρδος, ακολουθώντας την καθώς βημάτιζε μέσα στην αίθουσα. Ο Σέλιρ’χοκ και η Άνμα’ταρ είχαν μείνει πίσω, μιλώντας σιγανά αναμεταξύ τους. «Δείχνουν ότι η πλάση μάς περιβάλλει όλους. Η φωτιά» – έδειξε τον μεγάλο λάκκο στο κέντρο της αίθουσας, όπου φλόγες χόρευαν επάνω σε ξύλα – «συμβολίζει τη δύναμη του Θεού. Τη δύναμη που βρίσκεται στο κέντρο της πλάσης.»

«Κι αυτό;» Η Μάρθα έδειξε τον πέτρινο βωμό στο πέρας του δωματίου, καθώς τον πλησίαζαν.

«Αν προσέξεις θα δεις ότι επάνω στον βωμό, αλλά και γύρω του, στο πάτωμα, είναι λαξεμένη και ζωγραφισμένη μια ερημιά. Αυτό συμβολίζει τη Νεκρή Γη – την έρημο στην καρδιά του Κεντροδάσους, όπου κάποτε έπεσε η Οργή του Θεού. Μας θυμίζει γιατί οφείλουμε να θυσιάζουμε στον Θεό, γιατί οφείλουμε να τον εξευμενίζουμε.»

«Μαλακίες,» άρθρωσε η Μάρθα, σιγανά, για να μην την ακούσει κανένας απ’αυτούς τους παλαβούς εδώ πέρα και μπλέξουν.

«Δεν ξέρω,» είπε ο Γεράρδος, σκεπτικά. «Αν παλιότερα σ’άκουγα να το λες αυτό, θα σου έλεγα ότι εσύ λες μαλακίες· γιατί τότε ήξερα ότι οι θυσίες έχουν νόημα, ότι πράγματι εξευμενίζουν τον Θεό. Τώρα, όμως, εκείνο που έχω καταλάβει είναι ότι εξευμενίζουν… κάτι. Δεν είμαι βέβαιος ότι αυτό το κάτι είναι ο Θεός, η πλάση γύρω μας» – κοίταξε τους ζωγραφιστούς τοίχους της αίθουσας, ολόγυρα – «η διάσταση της Χάρνταβελ…»

«Τι είναι, τότε;»

«Το Εσώτερο Θηρίο, νομίζω. Και τώρα το αντιλαμβάνομαι σαν κάτι το εχθρικό, όχι σαν μέρος όλων όσων μάς περιβάλλουν.»

Η Μάρθα συνοφρυώθηκε. «Δεν καταλαβαίνω… Είναι παράξενη υπόθεση, ούτως ή άλλως,» πρόσθεσε.

«Κάνουν λάθος, Μάρθα,» είπε ο Γεράρδος. «Αλλά πώς μπορείς να τους εξηγήσεις το λάθος τους;»

«Ποιοι κάνουν λάθος;»

«Οι ιερείς.»

Βήματα ακούστηκαν να έρχονται, και ο Γεράρδος στράφηκε για να δει τον Έδουο να επιστρέφει μαζί με τρεις ανθρώπους που αναγνώριζε, καθώς και έναν που δεν είχε ξαναδεί. Ο Μαλαχίας, ο Εδουάρδος, ο Ριχάρδος. Ιερείς κι οι τρεις. Αλλά κι ο τέταρτος, αναμφίβολα, ιερέας ήταν· ο Γεράρδος μπορούσε να νιώσει το Εσώτερο Θηρίο βαθιά μέσα του: δεν χρειαζόταν καν να δει τα άμφιά του.

«Αυτός είναι, Αδελφοί μου,» είπε ο Έδουος δείχνοντας τον Γεράρδο. «Αυτός.»

«Φανερώσου!» πρόσταξε ο Μαλαχίας. «Μονάχα τα δικά μας μάτια είναι εδώ, και κανενός ανεπιθύμητου.»

Ο Γεράρδος άκουσε την Άνμα’ταρ και τον Σέλιρ’χοκ να πλησιάζουν εκείνον και τη Μάρθα, ερχόμενοι από πίσω, κι αναμφίβολα έτοιμοι για την περίπτωση που χρειαζόταν να πολεμήσουν.

Χωρίς να φέρει αντίρρηση στον Μαλαχία, ο Γεράρδος κατέβασε αργά την κουκούλα του.

«Μα τον Θεό! είναι αλήθεια, Έδουε!» αναφώνησε ο Μαλαχίας.

«Γεράρδε…» είπε ο Εδουάρδος, ξαφνιασμένος.

«Επέστρεψες,» είπε ο Ριχάρδος. «Αδύνατον!»

Ο τέταρτος ιερέας έμεινε σιωπηλός, προφανώς μην αναγνωρίζοντας τον Γεράρδο. Ο Γεράρδος, όμως, ήταν βέβαιος ότι θα τον είχε ακούσει. Δεν μπορεί· όλοι ήξεραν πως είχε εγκαταλείψει τη Χάρνταβελ, πηγαίνοντας να συναντήσει τον θάνατό του.

«Έπρεπε να ήσουν νεκρός…» είπε ο Εδουάρδος.

«Το ίδιο έλεγε κι ο Έδουος, μέχρι που πείστηκε ότι, όντως, είμαι εγώ,» αποκρίθηκε ο Γεράρδος.

«Πώς είναι δυνατόν;» απόρησε ο Μαλαχίας. «Ο Έδουος λέει ότι νίκησες το Εσώτερο Θηρίο, ότι το σκότωσες

Ο Γεράρδος ένευσε. «Το σκότωσα. Αν και η αλήθεια είναι ότι παραλίγο να με σκοτώσει εκείνο. Δεν ήταν εύκολη μάχη, Μαλαχία.»

«Αδιανόητο!» είπε ο Ριχάρδος.

«Είσαι, λοιπόν, ιερέας τώρα, ή δεν είσαι;» έθεσε το ερώτημα ο Εδουάρδος.

Ο ιερέας που ήταν άγνωστος στον Γεράρδο είπε: «Μάλλον, μόνο ο Ύπατος μπορεί να μας το απαντήσει αυτό, Αδελφέ.»

«Ο Γεράρδος,» είπε ο Έδουος, «διαισθάνεται τις… εισβολές, όπως τις ονομάζει. Τα μέρη όπου μια άλλη διάσταση έχει μπει μέσα στη Χάρνταβελ. Τα μέρη όπως αυτό στην Ανατολική Αγορά.»

Ο Μαλαχίας στράφηκε, απότομα, να τον κοιτάξει. «Τα μέρη; Εννοείς ότι υπάρχουν κι άλλα; Πολλά;»

«Αρκετά,» του είπε ο Γεράρδος απαντώντας εκείνος αντί για τον Έδουο, «και μπορώ να σας οδηγήσω σε όλα.»

Οι ιερείς του Ναού της Ερρίθιας τον ατένισαν με σαστισμένες εκφράσεις.

«Πρέπει να συζητήσουμε εκτενώς, Γεράρδε,» είπε τελικά ο Μαλαχίας.

Κεφάλαιο 32
Συναντήσεις στον Ναό

Οι ιερείς τούς οδήγησαν στα ενδότερα του Ναού της Ερρίθιας, που δεν ήταν τόσο εντυπωσιακά όσο η μεγάλη αίθουσα με τις τοιχογραφίες, τον φλεγόμενο λάκκο, και τον βωμό. Σκάλες και διάδρομοι, μονάχα, με ελάχιστη διακόσμηση. Σύντομα μπήκαν σ’ένα δωμάτιο που αναμφίβολα ήταν καθιστικό, αν και μόλις και μετά βίας τούς χωρούσε όλους. Προφανώς δεν ήταν φτιαγμένο για τόσους πολλούς επισκέπτες. Στον τοίχο είχε έναν πίνακα (ένα νυχτερινό λιβάδι όπου δορκάδες τρέχουν), και κάτω από τον πίνακα ήταν ένας καναπές. Παραδίπλα, δύο πολυθρόνες. Στο βάθος, ένα παράθυρο.

Ο Μαλαχίας κάθισε σε μία από τις πολυθρόνες· ο Εδουάρδος έμεινε όρθιος πλάι του· ο Ριχάρδος στάθηκε κοντά στο παράθυρο· ο ιερέας που ο Γεράρδος δεν ήξερε αλλά οι άλλοι είχαν συστήσει ως Λεοπόλδο μπήκε τελευταίος, για να κλείσει την πόρτα και να μείνει όρθιος δίπλα της, σαν φρουρός. Ο Γεράρδος κάθισε στον καναπέ, με τη Μάρθα αριστερά του και τον Σέλιρ’χοκ αριστερά της Μάρθας. Η Άνμα’ταρ έμεινε όρθια κοντά στον καναπέ, με τα χέρια της σταυρωμένα εμπρός της. Ο Έδουος κάθισε στην πολυθρόνα αντίκρυ στον Μαλαχία.

Ο χώρος ήταν συνωστισμένος, αλλά κανένας δεν φαινόταν πρόθυμος να φύγει.

«Κατ’αρχήν,» είπε ο Γεράρδος στον Μαλαχία, «πρέπει να μάθεις ότι δεν σκόπευα να επιστρέψω ποτέ στη Χάρνταβελ. Ο Πρίγκιπας μού ζήτησε να έρθω, κι έτσι το αποφάσισα.»

«Ο Πρίγκιπας Ανδρόνικος;»

«Ναι. Έχει ακούσει για όσα συμβαίνουν εδώ και ήθελε να μάθει τι τα προκαλεί.»

«Δεν είστε οι μόνοι που έστειλε, όμως…»

Ο Γεράρδος συνοφρυώθηκε. «Τι εννοείς;»

«Έχει στείλει και μια γυναίκα που ονομάζεται Βατράνια.»

Ο Γεράρδος ξαφνιάστηκε. «Τι ξέρεις για τη Βατράνια;»

«Είναι αιχμάλωτη του Επόπτη. Ο Εδμόνδος ο Βοριάς – ένας πολύ γνωστός τροβαδούρος–»

«Τον γνωρίζω.»

«Ο Εδμόνδος ήρθε και μου μίλησε για τη Βατράνια. Την είχα, όμως, δει κι ο ίδιος. Οι στρατιώτες της Παντοκράτειρας και οι Ιεροί Φρουροί τη συνέλαβαν καθώς έβγαινε από το δάσος στην Ανατολική Αγορά, μέσα στη νύχτα, χτες. Οι Ιεροί Φρουροί κατόρθωσαν να την πάρουν από τους Παντοκρατορικούς και να τη φέρουν εδώ, σ’εμάς, λιπόθυμη. Όταν ξύπνησε, μας είπε ότι ήταν από την άλλη διάσταση – αυτή από την οποία βγήκε το δάσος – και ότι ονομαζόταν Ντίλντιλ. Ψέματα δηλαδή. Δεν μας εμπιστεύτηκε – ο Πρίγκιπας δεν πρέπει να την είχε πληροφορήσει καλά για εμάς, και ούτε ο Εδμόνδος!» Ο Μαλαχίας έδειχνε δυσαρεστημένος.

Εγώ φταίω, ίσως, σκέφτηκε ο Γεράρδος. Είχα πει σε όλους να είναι επιφυλακτικοί με τους ιερείς. Αλλά δεν διέκοψε τον Μαλαχία, καθώς εκείνος συνέχιζε: «Ο Επόπτης ήρθε έξω απ’τον Ναό μαζί με στρατιώτες του, ενώ ακόμα ανακρίναμε τη Βατράνια–»

«Και ήμασταν ξαφνιασμένοι,» είπε ο Εδουάρδος, «που, παρότι ισχυριζόταν πως ήταν από άλλη διάσταση χωρίς επαφή με το Γνωστό Σύμπαν, μιλούσε τη Συμπαντική Γλώσσα.»

«Πράγματι,» συμφώνησε ο Μαλαχίας· «ήταν περίεργο. Όπως έλεγα, όμως, ο Επόπτης ήρθε έξω από τον Ναό μαζί με πολεμιστές του και απαίτησε να του παραδώσουμε τη γυναίκα που κρύβαμε γιατί, είπε, ήταν, κατά πάσα πιθανότητα, κατάσκοπος. Εμείς τού απαντήσαμε αρχικά ότι, αν όντως η άγνωστη γυναίκα είχε έρθει από το δάσος, επρόκειτο για θέμα άμεσα σχετιζόμενο με την Οργή του Θεού. Δεν θέλησε να μας ακούσει· απείλησε ότι θα ισοπέδωνε τον Ναό αν δεν του παραδίδαμε την κατάσκοπο. Δεν είχαμε άλλη επιλογή από το να του την παραδώσουμε, επομένως. Αν γνωρίζαμε ότι ήταν με την Επανάσταση, ότι ο Πρίγκιπας την είχε στείλει εδώ, ίσως – ίσως – μπορούσαμε κάπως να την είχαμε βοηθήσει, αλλά εκείνη προτίμησε να μας πει ψέματα…»

«Δεν έχετε κανέναν φόβο Θεού, εσείς που έρχεστε από άλλες διαστάσεις,» είπε ο Ριχάρδος, ατενίζοντας επικριτικά τους συντρόφους του Γεράρδου, που όλοι τους φαινόταν ξεκάθαρα ότι ήταν εξωδιαστασιακοί. Με την εξαίρεση της Μάρθας, ίσως. Αλλά, αν κι αυτή κανείς την παρατηρούσε, θα έβλεπε ότι δεν φερόταν σαν Χαρνταβέλια γυναίκα μέσα στον Ναό. Έλειπε το δέος από την έκφρασή της, ενώ οποιοσδήποτε γηγενής της Χάρνταβελ βρισκόταν στο ίδιο δωμάτιο με τέσσερις – πέντε, μαζί με τον Έδουο – ιερείς θα έτρεμε ολόκορμος.

«Και τι έχει γίνει τώρα;» ρώτησε ο Γεράρδος.

Ο Μαλαχίας απάντησε: «Η Βατράνια είναι στα Ανάκτορα του Υπεράρχη. Προσπάθησε να δραπετεύσει μέσα στη νύχτα, σύμφωνα με τις πληροφορίες μου, αλλά τη συνέλαβαν και την έχουν στα μπουντρούμια. Πιο πριν, όμως, ο Εδμόνδος ήρθε και με βρήκε εδώ, στον Ναό. Μου εξήγησε ποια είναι η Βατράνια και, ξέροντας ότι έχουμε πιστούς ανθρώπους μέσα στα Ανάκτορα, ζήτησε τη βοήθειά μου.»

«Θα μας βοηθήσετε να τη σώσουμε, δηλαδή;» ρώτησε η Μάρθα.

«Το εύχομαι,» της είπε ο Μαλαχίας. «Επικοινώνησα με τον Εδμόνδο πριν από λίγο, μέσω πομπού. Ή, μάλλον, όχι με τον ίδιο τον Εδμόνδο αλλά μ’έναν άλλο επαναστάτη που κι αυτός πρέπει νάναι σταλμένος από τον Πρίγκιπα. Σθένελος λέγεται.»

«Ο Σθένελος, ναι,» ένευσε ο Γεράρδος. «Ήταν κι αυτός μαζί μας.»

«Είχατε έρθει όλοι μαζί, επομένως…»

«Θα μας πεις, Γεράρδε, ακριβώς τι έχει συμβεί,» ζήτησε ο Εδουάρδος, «ή θα πρέπει να αναρωτιόμαστε για πολύ ακόμα;»

«Θα σας πω,» αποκρίθηκε ο Γεράρδος. «Αν ο Μαλαχίας δεν είχε αρχίσει να μου λέει για τη Βατράνια, θα σας είχα πει ήδη.» Και τους διηγήθηκε όσα είχαν συμβεί από τότε που εκείνος κι η ομάδα του πέρασαν τη διαστασιακή δίοδο και ήρθαν στη Χάρνταβελ.

«Δεν καταλαβαίνω αυτές τις καινούργιες δυνάμεις που περιγράφεις,» είπε ο Εδουάρδος. «Είναι κάτι προερχόμενο από τον Θεό

«Νομίζω ότι τώρα βρίσκομαι σε περισσότερη επαφή με τον Θεό από ποτέ άλλοτε.»

«Αυτό που λες, Γεράρδε, μας υπονομεύει όλους,» τόνισε ο Ριχάρδος.

«Δεν καταλαβαίνω πώς–»

«Τολμάς να υπονοείς ότι είσαι σε θέση ανώτερη από οποιονδήποτε άλλο ιερέα!» Ο Ριχάρδος τον κατηγορούσε για βλασφημία, δεν υπήρχε αμφιβολία γι’αυτό· κι ο Γεράρδος ήταν βέβαιος πως, αν κι εκείνος δεν ήταν ιερέας, θα αισθανόταν την κατάκριση πολύ έντονη στην ψυχή του.

Η Μάρθα, που καθόταν δίπλα του, αλλά και ο Σέλιρ’χοκ και η Άνμα’ταρ, ένιωσαν το ψυχικό κύμα να βάλλει το μυαλό τους, να προσπαθεί να τους κάνει να αισθανθούν αποστροφή που συντρόφευαν έναν άνθρωπο ο οποίος διέπραττε κάτι το μιαρό. Ασφαλώς, δεν ξεγελάστηκαν από αυτή την αίσθηση· η Μάρθα και η Άνμα’ταρ θυμήθηκαν τις προειδοποιήσεις του Γεράρδου, και ο Σέλιρ’χοκ, εκπαιδευμένος στις τεχνικές του τάγματος των Διαλογιστών, αμέσως κατάλαβε ότι επρόκειτο για κάτι το αφύσικο και παρεμβατικό.

«Δεν υπονοώ κάτι τέτοιο,» αποκρίθηκε ο Γεράρδος στον Ριχάρδο. «Οποιοσδήποτε από εσάς αν είχε νικήσει το Εσώτερο Θηρίο πιστεύω πως θα αντιλαμβανόταν τον Θεό όπως τον αντιλαμβάνομαι.»

«Να νικήσει το Εσώτερο Θηρίο;» έκανε ο Εδουάρδος. «Αυτό που λες είναι εξωφρενικό! Το γνωρίζεις πως είναι εξωφρενικό. Τα Ιερά Βιβλία μάς προειδοποιούν πως οι ιερείς δεν πρέπει να φεύγουν από τη Χάρνταβελ. Αυτό που σου συνέβη στις άλλες διαστάσεις δεν είναι κάτι το φυσιολογικό, Γεράρδε! Είναι…» η όψη του συσπάστηκε, τα μάτια του γυάλισαν δαιμονικά, «τερατώδες

Τερατώδες είναι το Εσώτερο Θηρίο, σκέφτηκε ο Γεράρδος, αλλά δεν το είπε, γιατί ήξερε πως αν το έλεγε αυτή η συζήτηση θα εξελισσόταν πολύ, πολύ άσχημα. «Δεν είναι εύκολο να καταλάβεις,» είπε στον Εδουάρδο. «Κι εγώ, προτού επιστρέψω στη Χάρνταβελ, ποτέ δεν θα φανταζόμουν–»

«Τα λόγια σου είναι προσβολή για τον Θεό!» φώναξε ο Εδουάρδος διακόπτοντάς τον, και η στάση κι η όψη του αγρίεψαν. Το Εσώτερο Θηρίο είχε ξυπνήσει εντός του· ο Γεράρδος μπορούσε να το αισθανθεί: μια βίαιη παρουσία μέσα στην ψυχή του. «Δεν θα έπρεπε καν να βρίσκεσαι σε τούτο το ιερό έδαφος!»

Ο Γεράρδος σηκώθηκε όρθιος, κι όλοι οι υπόλοιποι καθισμένοι σηκώθηκαν ταυτόχρονα μαζί του: η Μάρθα και ο Σέλιρ’χοκ επειδή φοβήθηκαν ότι ίσως ο Γεράρδος να δεχόταν επίθεση από τους ιερείς, και ο Μαλαχίας και ο Έδουος επειδή φοβήθηκαν ότι ο Γεράρδος μπορεί να ετοιμαζόταν να χτυπήσει τον Εδουάρδο.

Ο Γεράρδος, όμως, είπε μόνο: «Αν θέλετε να φύγω από τον Ναό, θα φύγω.»

Και περίμενε την απάντησή τους.

Η δαιμονική λάμψη συνέχιζε να υφίσταται στα γαλανά μάτια του Εδουάρδου σαν ψυχρή φωτιά. Τα δόντια του έφερναν στο μυαλό δόντια αγριμιού, παρότι ούτε είχαν μακρύνει, ούτε γίνει πιο μυτερά, ούτε αλλάξει με κανέναν άλλο, ορατό τρόπο.

Ο Μαλαχίας, μετά από μερικές στιγμές σιγής, είπε: «Όχι. Δεν θα σου ζητήσω να φύγεις από τον Ναό – αν μη τι άλλο, επειδή έρχεσαι εδώ σταλμένος από τον Πρίγκιπα, που ο σκοπός του είναι να μας βοηθήσει να αποτινάξουμε τους ανθρώπους της Παντοκράτειρας. Αν ήσουν μόνος σου, όμως, Γεράρδε, τα πράγματα θα ήταν πολύ διαφορετικά, να το ξέρεις!»

Ο Γεράρδος έκλινε το κεφάλι. «Καταλαβαίνω.»

Ο Μαλαχίας ατένισε τους υπόλοιπους ιερείς του Ναού της Ερρίθιας, τον έναν κατόπιν του άλλου· γιατί δεν ήταν άρχοντας εδώ, δεν έπαιρνε μόνος τις αποφάσεις. Παρότι συνήθως εκείνος μιλούσε για τον Ναό, αυτό δεν συνέβαινε επειδή είχε κάποια ανώτερη θέση. Όλοι οι ιερείς ήταν ίσοι ενώπιον του Θεού, με την εξαίρεση του Ύπατου – ο οποίος, και πάλι, επέβαλλε τη θέλησή του μόνο σε ακραίες περιπτώσεις.

Ο Ριχάρδος ένευσε, και το νεύμα του έλεγε ότι εμπιστευόταν την κρίση του Μαλαχία. Ο Λεοπόλδος ένευσε επίσης. Ο Εδουάρδος δεν κινήθηκε, ούτε μίλησε, αλλά το Εσώτερο Θηρίο του είχε καταλαγιάσει για την ώρα.

«Είμαστε σύμφωνοι, λοιπόν,» παρατήρησε ο Μαλαχίας. Και προς τον Γεράρδο: «Το απόγευμα περιμένω τον Εδμόνδο τον Βοριά να με επισκεφτεί. Ελπίζω, θα είσαι κι εσύ εδώ.»

«Ασφαλώς. Ένας απ’τους λόγους που ήρθα στην Ερρίθια είναι για να πάρω τη Βατράνια από τα χέρια των Παντοκρατορικών.»

«Και ποιοι είναι οι άλλοι λόγοι, Γεράρδε;» ρώτησε ο Ριχάρδος, νηφάλια.

«Ο άλλος λόγος είναι η εισβολή. Το δάσος στην Ανατολική Αγορά. Όπως είπα, ο Πρίγκιπας μάς έστειλε εδώ για να ερευνήσουμε, κι αυτό σκοπεύουμε να κάνουμε.

»Και νομίζω πως τώρα είναι ώρα να σας συστήσω τους συντρόφους μου.»

*

«Κανένας δεν ήταν εκεί, Υψηλότατε,» ανέφερε ο Ανθυπολοχαγός Τάρθλος, στεκόμενος μπροστά από το γραφείο του Παντοκρατορικού Επόπτη.

«Ερευνήσατε προσεχτικά;» ρώτησε ο Νιρμόδος, ήρεμα, καθισμένος στην πολυθρόνα του.

«Μάλιστα, Υψηλότατε. Θα έλεγα ‘γυρίσαμε το πανδοχείο ανάποδα’, αν μου επιτρέπατε. Από επάνω μέχρι κάτω, στο κελάρι. Κοιτάξαμε σ’όλα τα μέρη που θα μπορούσαν άνθρωποι να είναι κρυμμένοι.»

«Εντάξει,» αποκρίθηκε ο Νιρμόδος, χωρίς να δείχνει απογοητευμένος – και χωρίς να είναι: το περίμενε ότι τα πράγματα κάπως έτσι θα εξελίσσονταν. «Μπορείς να πηγαίνεις, Ανθυπολοχαγέ.»

Ο Τάρθλος έκανε μια σύντομη υπόκλιση και έφυγε. Ήταν τυπικός όπως πάντα. Υπόδειγμα στρατιώτη. Σ’αντίθεση με τους περισσότερους που μαζεύονταν στη Χάρνταβελ, νόμιζε ο Νιρμόδος. Είχαν την εντύπωση ότι έρχονταν εδώ για να χαζολογήσουν, ότι δεν υπήρχε πραγματική δουλειά να κάνουν. Ο Επόπτης, όμως, έβλεπε το αντίθετο. Η Χάρνταβελ μπορούσε να καλυτερεύσει πολύ, αρκεί κάποιος ν’άρχιζε να παίρνει τα πράγματα πιο σοβαρά.

Η Θελρίτ καθόταν μπροστά στο γραφείο του, σε μια καρέκλα, ντυμένη σύμφωνα με τη μόδα της Βίηλ και με τα πόδια της σταυρωμένα στο γόνατο. «Σου είπε ψέματα,» παρατήρησε. «Έπρεπε να την είχες πιέσει περισσότερο.»

«Τα βασανιστήρια δεν αποδίδουν πάντοτε όπως κανείς περιμένει, Θελρίτ,» αποκρίθηκε ο Νιρμόδος, ακουμπώντας την πλάτη στην πολυθρόνα του. «Τις περισσότερες φορές, μάλιστα, τα αποτελέσματά τους είναι… απρόβλεπτα. Θυμάσαι όταν συλλάβαμε εκείνους τους προδότες που εργάζονταν ως μισθοφόροι για τον Οίκο σου, στη Βίηλ; Το μόνο βέβαιο ήταν πως υπηρετούσαν τους αποστάτες· κατά τα άλλα, ο καθένας έλεγε και διαφορετική ιστορία, κι ο αρχηγός τους μας οδήγησε σε παγίδα. Τι προτείνεις, λοιπόν, να κάνουμε τώρα, αγάπη μου;»

«Πέθαναν, όμως, όλοι στο τέλος όπως τους άξιζε!» είπε η Θελρίτ. «Κανένας δεν προδίδει έτσι τον Οίκο των Κάρινεθ και μένει ζωντανός!»

Ο Νιρμόδος θυμόταν τους θανάτους των μισθοφόρων. Η οικογένεια της συζύγου του είχε επιμείνει να θανατωθούν μ’έναν… εθιμικό τρόπο για τον Οίκο τους. Τους είχαν δέσει όλους επάνω στον δρόμο που οδηγούσε προς το Κάστρο των Κάρινεθ, τον έναν μετά τον άλλο, ανάσκελα, και καβαλάρηδες είχαν περάσει από πάνω τους, ποδοπατώντας τους κάτω από βαριές οπλές. Ξανά και ξανά. Από την πύλη του κάστρου ώς το πέρας της γραμμής των δεμένων, και πίσω πάλι. Ώσπου όλοι να είναι νεκροί. Ο Νιρμόδος θυμόταν τον ήχο που έκαναν τα κόκαλά τους καθώς έσπαγαν, και τα ουρλιαχτά τους που αντηχούσαν παντού, μέσα και γύρω από το κάστρο.

Οι Κάρινεθ ήταν σκληροί. Αλλά δίκαιοι.

Ακριβώς οι άνθρωποι που χρειαζόταν η Παντοκράτειρα για να πολεμήσει τους καταραμένους αποστάτες που είχαν ξεφυτρώσει παντού ύστερα από τον ξεσηκωμό του Αρχιπροδότη.

«Τι προτείνεις να κάνουμε τώρα;» ρώτησε ξανά ο Νιρμόδος τη σύζυγό του.

Η Θελρίτ συνοφρυώθηκε. «Γιατί με ρωτάς; Θέλεις να με δοκιμάσεις για κάποιο λόγο;»

Ο Νιρμόδος γέλασε. «Απλώς θέλω ν’ακούσω μια άποψη.»

«Βασάνισέ την περισσότερο,» είπε η Θελρίτ. «Κάποια στιγμή θα λυγίσει. Θα πει την αλήθεια.»

«Μέχρι τότε, οι συνεργάτες της θα έχουν φύγει.»

Η Θελρίτ ύψωσε ένα ξανθό φρύδι. «Δεν μπορεί ήδη να έχουν φύγει;»

«Πιστεύω πως όχι. Θα ελπίζουν ότι ίσως καταφέρουν να τη σώσουν. Έτσι είναι, συνήθως, οι αποστάτες: ανόητοι.»

«Τότε,» κατέληξε η Θελρίτ, «βρες έναν τρόπο να την κάνεις να σου πει γρήγορα την αλήθεια. Έχουμε δύο επαγγελματίες βασανιστές εδώ, στα Ανάκτορα!»

«Όπως σου είπα, όμως, δεν εμπιστεύομαι τα βασανιστήρια. Εκείνο που χρειάζεται είναι, νομίζω, να εντοπίσουμε τους αποστάτες με διαφορετική μέθοδο.»

«Γιατί έχω την αίσθηση ότι έχεις ήδη πάρει την απόφασή σου;» είπε η Θελρίτ.

«Την έχω πάρει, αλλά δεν είμαι βέβαιος. Μπορεί να έχεις να προτείνεις κάτι καλύτερο.»

«Όταν σου προτείνω δεν με ακούς.»

Ο Νιρμόδος ήξερε ότι αναφερόταν στις διαφωνίες που είχαν τελευταία σχετικά με τον χειρισμό κάποιων πολιτικών θεμάτων της Χάρνταβελ. Η Θελρίτ δεν ήταν της γνώμης ότι έπρεπε να είχαν στείλει τον Τέρι Κάρμεθ για να σταματήσει τον πόλεμο ανάμεσα στην Υλιριλίδια και στη Ναραλμάδια. Άστους να αλληλοσκοτωθούν, είχε προτείνει· και μετά, όταν θα έχουν εξαντλήσει τις δυνάμεις τους, θα τους βάλεις σε τάξη. Ο Νιρμόδος, όμως, δεν ήθελε τέτοια τάξη, που βασιζόταν, ουσιαστικά, σε ραδιουργίες. Ήθελε τάξη που την επιβάλλεις εξαρχής επειδή είναι το δικαίωμά σου να την επιβάλλεις.

Επί του παρόντος, δεν το θεώρησε σκόπιμο να απαντήσει στη γυναίκα του. Τη ρώτησε πάλι: «Έχεις να προτείνεις κάτι, λοιπόν, ή όχι;»

«Όχι,» αποκρίθηκε ο Θελρίτ· και ο Νιρμόδος διέκρινε στην όψη της ότι η απάντησή της ήταν εν μέρει αληθινή εν μέρει πείσμα.

«Εντάξει. Τότε, γιατί παραπονιέσαι;»

«Δεν ‘παραπονιέμαι’!» είπε η Θελρίτ, μ’εκείνη την αριστοκρατική έκφραση που έπαιρνε όταν ήθελε να δηλώσει την ανωτερότητα του Οίκου της. «Θα μου πεις τώρα τι έχεις στο μυαλό σου για την αιχμάλωτη;» τον ρώτησε.

«Θα δώσω στους φίλους της εκείνο που θέλουν,» δήλωσε ο Νιρμόδος.

«Εκείνο που θέλουν είναι, μάλλον, να τη βοηθήσουν να δραπετεύσει, έτσι δεν είναι;»

«Ναι. Μια ηρωική διάσωση… που θα τους φέρει ακριβώς εκεί όπου τους θέλω. Τι λες, αγάπη μου;»

Η Θελρίτ μειδίασε λεπτά, καταλαβαίνοντας επιτέλους το σχέδιό του. «Είσαι μέσα στην καρδιά μου, αγάπη μου,» είπε, και σηκώθηκε από την καρέκλα της γελώντας.

*

Ο Εδμόνδος πλησίασε τον Ναό από τα δυτικά, μέσα στις σκιές του απογεύματος. Ο Σθένελος επέμενε να έρθει μαζί του αλλά ο τροβαδούρος τον κατάφερε να μείνει πίσω, κι έβαλε την Ιζαμπώ και την Ισαβέλλα να τον φυλάνε. Ο μάγος είχε, τελικά, αποδειχτεί πιο πολύ πρόβλημα παρά βοήθεια. Ήταν νεαρός και, όπως είχε πει στον Εδμόνδο, ετούτη ήταν η πρώτη φορά που έφευγε από την Απολλώνια για δουλειά της Επανάστασης. Παρ’όλ’αυτά θα μπορούσε να είναι πιο συνετός, νόμιζε ο τροβαδούρος. Όταν οι στρατιώτες της Παντοκράτειρας ήρθαν στον Σιδερένιο Ξένο, λίγο έλειψε να προδώσει ο ίδιος τον εαυτό του, αν έδρασε όπως μου είπε. Ο Θεός τον βοήθησε.

Ο Εδμόνδος ζύγωσε την πλαϊνή πόρτα του Ναού και είδε έναν Ιερό Φρουρό να τον περιμένει απέξω. «Ο Εδμόνδος ο Βοριάς είμαι,» του είπε, κατεβάζοντας την κουκούλα της κάπας του.

Ο Φρουρός ένευσε με το κρανοφόρο κεφάλι του. «Πέρασε. Σε περιμένουν.» Του άνοιξε την πόρτα. «Θα πας όλο ευθεία. Θα μπεις στην πόρτα στο βάθος.»

Ο Εδμόνδος πέρασε στο εσωτερικό του Ναού και βάδισε κατά μήκος του διαδρόμου, που φωτιζόταν από μια ενεργειακή λάμπα στον τοίχο. Προχώρησε ώσπου είδε μια πόρτα στο τέλος του. Ήταν μισάνοιχτη, και ο τροβαδούρος την έσπρωξε, παρατηρώντας συγχρόνως ότι έβγαζε στη μεγάλη αίθουσα του Ναού, πίσω από τις κολόνες: και πρέπει κάπως να ήταν κρυμμένη στη σκιά τους, γιατί ο Εδμόνδος δεν θυμόταν ποτέ να την είχε προσέξει όταν ερχόταν εδώ.

Βγαίνοντας και κλείνοντας την πόρτα πίσω του, κατάλαβε γιατί ποτέ δεν την είχε ξαναδεί. Εκτός του ότι βρισκόταν πίσω από τις κολόνες, το ξύλο της ήταν ζωγραφισμένο με παραστάσεις από τοπία, ακριβώς όπως και ο τοίχος. Έμοιαζε να γίνεται ένα μ’αυτόν.

Ο Εδμόνδος πήρε το βλέμμα του από την έξυπνα καλυμμένη πόρτα και το έστρεψε στην αίθουσα, η οποία φωτιζόταν μόνο από τη μεγάλη φωτιά στον λάκκο στο κέντρο της. Αντίκρυ του, πέρα από τον λάκκο, διέκρινε κάποιες σκιερές μορφές. Αρκετοί, παρατήρησε. Σίγουρα, περισσότεροι απ’ό,τι περίμενε. Νόμιζε ότι θα συναντούσε μόνο τον Μαλαχία και κάποιον πληροφοριοδότη από τα Ανάκτορα.

Ο Εδμόνδος, κάνοντας τον γύρο του φλεγόμενου λάκκου, πλησίασε τη συγκέντρωση.

Και ξαφνιάστηκε.

«Γεράρδε;»

«Καλησπέρα, Βοριά.»

Ο Εδμόνδος χαμογέλασε, βλέποντας όλους τους επαναστάτες από την Απολλώνια συγκεντρωμένους. «Ο Σθένελος θα χαιρόταν αν ήξερε ότι ήσασταν εδώ,» είπε. «Μου έλεγε ότι έπρεπε κάπως να σας ειδοποιήσουμε· ότι αν ήσασταν μαζί μας θα γνωρίζατε πώς να σώσουμε τη Βατράνια. Το έχετε μάθει ότι η Βατράνια είναι αιχμάλωτη, έτσι;»

«Οι Μεγάλοι Πατέρες μάς το είπαν,» αποκρίθηκε ο Γεράρδος, ρίχνοντας ένα βλέμμα στον Μαλαχία και τους άλλους ιερείς. Ο ένας απ’αυτούς δεν θα έπρεπε να ήταν, κανονικά, εδώ, στον Ναό της Ερρίθιας, παρατήρησε ο Εδμόνδος.

«Μεγάλε Πατέρα Έδουε;» είπε, κλίνοντας το κεφάλι προς το μέρος του. «Εσείς εδώ;»

«Ήρθα μαζί με τον Γεράρδο, Βοριά,» αποκρίθηκε ο Έδουος. «Συναντηθήκαμε σε μια ‘εισβολή’, όπως τις λέει ο Γεράρδος.»

«Και ο Σθένελος έτσι τις λέει. Υπάρχουν κι άλλα μέρη, λοιπόν, όπου αυτή η άλλη διάσταση έχει εισβάλει;»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Γεράρδος. «Πολλά. Και ξέρω όλα πού είναι. Ή, τουλάχιστον, μπορώ να φτάσω εκεί.»

Ο Εδμόνδος συνοφρυώθηκε παραξενεμένος· η ουλή στο μέτωπό του βάθυνε.

«Μη λέμε ξανά τα ίδια,» είπε ο Εδουάρδος. «Είμαστε όλοι εδώ για μια συγκεκριμένη δουλειά – η οποία, μάλιστα, βάζει τον Ναό σε κίνδυνο.»

Ο Μαλαχίας έκανε νόημα σ’έναν νεαρό άντρα να πλησιάσει, κι εκείνος πλησίασε. Ήταν μετρίου αναστήματος, και είχε δέρμα πορφυρό και μαλλιά γαλανά. Η μύτη του ήταν γαμψή. «Ο Ρεημόνδος είναι από τα Ανάκτορα,» είπε ο ιερέας. «Ένα πολύ καλό παιδί που πάντοτε εξυπηρετεί τον Ναό,» πρόσθεσε, πιάνοντας τον ώμο του νεαρού με το ένα χέρι.

Ο Εδμόνδος υπέθεσε ότι ο πορφυρόδερμος άντρας πρέπει να ήταν υπηρέτης. Δεν είχε το παράστημα πολεμιστή του Υπεράρχη, τουλάχιστον. Τον ρώτησε: «Πού έχουν τη Βατράνια;»

«Στα μπουντρούμια, στα μέρη των Παντοκρατορικών.»

«Την έχεις δει;»

Ο Ρεημόνδος κούνησε το κεφάλι. «Όχι, αλλά το ξέρω. Όλοι το λένε. Προσπάθησε να δραπετεύσει τη νύχτα. Έγινε μεγάλος σαματάς. Άνθρωποι σκοτώθηκαν – δόξα τω Θεώ, όχι υπηρέτες, μόνο στρατιώτες της Παντοκράτειρας. Στο τέλος, την έπιασαν πάλι και την κλείδωσαν.»

«Την ανέκριναν;» ρώτησε ο Εδμόνδος.

«Έτσι νομίζω.»

«Γι’αυτό πρέπει να ήρθαν στο πανδοχείο μας…» είπε ο Εδμόνδος, και στράφηκε στον Γεράρδο και τους άλλους επαναστάτες, για να τους αφηγηθεί εν συντομία το περιστατικό στον Σιδερένιο Ξένο.

«Γιατί ν’αναφέρει το πανδοχείο σας αλλά να πει ψεύτικα ονόματα;» απόρησε η Μάρθα. «Δεν μπορούσε να πει κι ένα άλλο πανδοχείο;»

«Μάλλον, δεν ξέρει άλλο πανδοχείο στην πόλη,» υπέθεσε η Άνμα’ταρ.

Ο Εδμόνδος ένευσε. «Ναι, ακριβώς. Είπε το μόνο πράγμα που μπορούσε να πει για να την πιστέψουν.» Και ρώτησε τον Ρεημόνδο: «Τι τρόπος υπάρχει να τη βοηθήσουμε να δραπετεύσει;»

Ο υπηρέτης φάνηκε τρομαγμένος από την ερώτηση· τα μάτια του γούρλωσαν λιγάκι. «Δεν ξέρω εγώ ακριβώς πώς…. Το μόνο που κάνω είναι να δίνω πληροφορίες στο Ναό, και κάποιες μικροδουλειές.»

«Μπορείς, τουλάχιστον, να μας βάλεις στα Ανάκτορα;»

«Με δυσκολία, και όχι όλους.» Κοίταξε τους επαναστάτες γύρω του.

«Τι σχέδιο έχεις;» τον ρώτησε η Άνμα’ταρ.

«Δεν είναι σχέδιο, κυρία,» είπε ο Ρεημόνδος, κοιτάζοντάς την αμήχανα. «Κάθε μερικές μέρες πηγαίνουμε ένα κάρο στη Δυτική Αγορά για να φέρουμε φαγητά. Μπορώ μέσα στο κάρο να κρύψω ένα, δυο α’θρώπους, άμα είναι η σειρά μου να τ’οδηγήσω.»

«Αν είναι να μπουν μέσα δύο, η μία θα είμαι εγώ,» δήλωσε η Άνμα’ταρ στρεφόμενη στον Γεράρδο.

Εκείνος κατένευσε, γνωρίζοντας τις ικανότητές της. Οι μάγισσες του τάγματος των Δρακαινών υποβοηθούσαν τις Μαύρες Δράκαινες στις αποστολές τους, κι έτσι έπρεπε κι οι ίδιες να έχουν άριστη εκπαίδευση. Παρότι δεν ήταν τόσο καλές όσο οι Μαύρες Δράκαινες, ήταν καλύτερες από οποιονδήποτε μέσο μισθοφόρο, κατάσκοπο, ή δολοφόνο.

Ο Εδμόνδος ρώτησε τον Ρεημόνδο: «Πότε θα ξαναοδηγήσεις το κάρο;»

«Δε θάναι την επόμενη φορά, Βοριά,» αποκρίθηκε ο υπηρέτης, τρίβοντας τα γαλανά μαλλιά του. Προφανώς, ήξερε τον τροβαδούρο παρότι ο τροβαδούρος δεν ήξερε αυτόν. «Εεε… ίσως να τα καταφέρω, όμως. Δηλαδή, άμα πω να πάω εγώ, δε θάχουν αντίρρηση μάλλον.»

«Και πότε θα γίνει αυτό;» επέμεινε ο Εδμόνδος.

«Σε τρεις μέρες.»

«Πιο γρήγορα δε γίνεται;» ρώτησε ο Γεράρδος.

«Δεν κανονίζω εγώ πότε φεύγει το κάρο, κύριε.»

«Και δεν υπάρχει άλλος τρόπος να μπούμε στα Ανάκτορα;» είπε η Μάρθα.

Ο Ρεημόνδος έμεινε σιωπηλός.

Η Μάρθα αναστέναξε. «Το ήξερα ότι θα μας έβαζε σε μπελάδες αυτή!» Ο Γεράρδος δεν είχε αμφιβολία ότι αναφερόταν στη Βατράνια· αλλά τούτη τη φορά δεν φταίει εκείνη για ό,τι έχει συμβεί, Μάρθα.

«Αν καταλαβαίνω καλά,» είπε ο Σέλιρ’χοκ, «βρισκόμαστε σε αδιέξοδο.»

«Μπορεί το καλύτερο που έχετε να κάνετε να είναι να φύγετε από την πόλη και να πάτε να συναντήσετε τον Ύπατο, στον Υπεραιώνιο,» πρότεινε ο Εδουάρδος.

«Εκτός συζήτησης,» είπε ο Γεράρδος. «Δεν πρόκειται ν’αφήσω τη Βατράνια στα χέρια του Επόπτη–»

«Ο Ύπατος κι εσύ πρέπει να μιλήσετε–»

«Μετά, όμως!» Ο Γεράρδος φάνηκε, για πρώτη φορά, να οργίζεται με τον Εδουάρδο.

«Θυσίες πρέπει πάντα να γίνονται…»

«Στην Επανάσταση, δεν θυσιάζουμε τους συντρόφους μας.»

«Δεν είσαι ιερέας πλέον, Γεράρδε· αυτό είναι πασιφανές. Αλλά ούτε και κανονικός άνθρωπος είσαι. Μονάχα ο Θεός ξέρει τι είσαι – κι ας προσευχηθούμε να το αποκαλύψει στον Ύψιστο Πατέρα προτού είναι πολύ αργά.»

«Από εμένα δεν κινδυνεύετε,» τον διαβεβαίωσε ο Γεράρδος. «Τους Παντοκρατορικούς να φοβάσαι.»

«Θα συνεχίσουμε για πολύ ακόμα αυτές τις μαλακίες;» γρύλισε η Μάρθα, αγανακτισμένη από τους διαπληκτισμούς του Εδουάρδου με τον Γεράρδο. «Ή θα δούμε τι μπορούμε να κάνουμε;» Αυτοί οι γαμημένοι ιερείς της Χάρνταβελ πιο πολύ μιλούσαν παρά έκαναν τίποτα!

Οι άλλοι – όλοι: ο Εδμόνδος, ο Γεράρδος, η Άνμα’ταρ και ο Σέλιρ’χοκ, οι ιερείς, ο πληροφοριοδότης που άκουγε στο όνομα Ρεημόνδος – στράφηκαν να την ατενίσουν.

«Τι;» είπε η Μάρθα. «Διαφωνείτε;»

Ο Εδμόνδος γέλασε. «Οφείλω να πω ότι συμφωνώ. Με όλο το σεβασμό, Μεγάλοι Πατέρες,» πρόσθεσε κοιτάζοντας τους ιερείς και κλίνοντας το κεφάλι. «Ο χρόνος μας δεν είναι πολύς, αν θέλουμε να βοηθήσουμε τη Βατράνια.»

Η Άνμα’ταρ ρώτησε τον Ρεημόνδο: «Μπορείς να μας φτιάξεις μια κάτοψη των Ανακτόρων;»

Ο υπηρέτης βλεφάρισε αμήχανα, ανοιγόκλεισε το στόμα του χωρίς να βγει ήχος.

«Εννοεί, αν μπορείς να μας φτιάξεις έναν χάρτη,» του είπε ο Εδμόνδος.

«Χάρτη των Ανακτόρων; Δεν ξέρω αν… Μάλλον όχι. Είναι μπερδεμένα. Βρίσκω, βέβαια, το δρόμο μου· δεν έχω πρόβλημα. Μπορώ, αν θέλετε, να σας πω πού είναι οι βασικές είσοδοι.»

«Και δεν μπορείς να μας κάνεις ένα απλό σχέδιο;» απόρησε η Άνμα’ταρ.

«Δεν ξέρω να ζωγραφίζω, κυρία. Δεν το έχω δοκιμάσει ποτέ.»

«Θα το δοκιμάσεις τώρα.»

Κεφάλαιο 33
Ανιχνευτές και Φρουροί· και μια Κρεμασμένη Πάνινη Κούκλα

Ο παρατηρητής έκανε νόημα πως δεν υπήρχε κίνδυνος. Ο Καταστροφέας δεν ήταν κοντά.

Η Λαρκέκα, ο Νίρναοκ, άλλοι τρεις πολεμιστές του Βασιληά Κάλροοθ, και ο Οφθαλμός της Ψυχής Νερκάλοοτ βγήκαν από το άνοιγμα κάτω από τον μεγάλο βράχο και ατένισαν την ερημιά του Επάνω Κόσμου. Πράγματι, κανένας κίνδυνος δεν φαινόταν.

«Πού πάτε;» τους ρώτησε ο παρατηρητής.

«Εκεί.» Ο Νίρναοκ τού έδειξε το άνοιγμα αντίκρυ τους: το μέρος όπου ο κόσμος τους σκιζόταν σαν χαρτί κι από πίσω φαινόταν ένας άλλος κόσμος που δεν είχαν ξαναδεί ούτε ξανακούσει.

«Για έρευνα;»

«Ναι. Μείνε εδώ και παρακολούθα μας με το κιάλι. Αν δεις κάτι να μας συμβαίνει, γύρνα πίσω στη Νίρμικιτ και πες το στον Βασιληά.»

«Εντάξει.»

Η Λαρκέκα έγνεψε να προχωρήσουν, και βάδισαν ανάμεσα στους μεγάλους βράχους, ώς το κατεστραμμένο όχημα των ξένων. Το θανατερό φως του Καταστροφέα δεν φάνηκε στον ορίζοντα· κι αν πλησίαζε, θα ήταν αμέσως ορατό μέσα στη νύχτα.

«Σβήστε τους κρυστάλλους σας,» είπε η Λαρκέκα, καθώς σταματούσε και οι υπόλοιποι σταματούσαν μαζί της. Χωρίς καθυστέρηση, έκαναν όπως τους ζήτησε: έκλεισαν τους φωτορυθμιστές των κρυστάλλων που τους είχαν οδηγήσει μέσα στα σκοτάδια του Υπόγειου Κόσμου. Τώρα, όλοι τους αντιλαμβάνονταν ότι έπρεπε να κινηθούν με μυστικότητα: καλύτερα να μην τους έβλεπαν οι κάτοικοι του άλλου κόσμου που φρουρούσαν το άνοιγμα – τουλάχιστον, όχι αμέσως. Επιπλέον, τα τρία πράσινα φεγγάρια στον ουρανό (οι Παλαιές Διηγήσεις τα ονόμαζαν η Μεγάλη Μητέρα και οι Θυγατέρες) πρόσφεραν αρκετό φωτισμό για να βαδίζει κανείς στην έρημο.

Η Λαρκέκα ρώτησε τον Νερκάλοοτ: «Θα κάνεις κάτι προτού συνεχίσουμε;»

Ο Λιθοφόρος έμοιαζε να διστάζει. «Οι δυνάμεις μου είναι εξασθενημένες εδώ. Δεν υπάρχει… η συνοχή που υπάρχει στον Υπόγειο Κόσμο. Αλλά… αφού αυτή είναι η επιθυμία του Βασιληά μας, θα προσπαθήσω.»

Η Λαρκέκα άγγιξε τον ώμο του. «Μη βάλεις τον εαυτό σου σε αχρείαστο κίνδυνο. Ο Κάλροοθ δεν θα το ήθελε· το ξέρω πως δεν θα το ήθελε.»

Ο Νερκάλοοτ ένευσε, και μετά κάθισε στην ξερή γη, ακούμπησε την πλάτη του σ’έναν ψηλό βράχο, κι έκλεισε τα μάτια. Η μινούρνα, ο γαλανόλευκος λίθος του, γυάλιζε λίγο πιο κάτω από το δεξί του στήθος, ξεπροβάλλοντας από το ειδικό άνοιγμα των ρούχων του. Το πέτρωμα ήταν ένα με τον Λιθοφόρο: μέρος του σώματός του πλέον. Αν κάποιος τού το αφαιρούσε, πολύ πιθανόν ο Νερκάλοοτ να πέθαινε από την αιμορραγία, ή από ψυχικό κλονισμό.

Η Λαρκέκα και οι υπόλοιποι περίμεναν, καθώς ο Οφθαλμός της Ψυχής έστελνε το πνεύμα του στο άνοιγμα. Τα μάτια τους, πάντοτε προσέχοντας για τον Καταστροφέα, ερευνούσαν τον ορίζοντα της ερήμου, προς όλες τις κατευθύνσεις.

Μετά από λίγη ώρα, τα βλέφαρα του Νερκάλοοτ άνοιξαν ενώ μια ακούσια κραυγή έβγαινε απ’το στόμα του. Επάνω στο μοβ δέρμα του προσώπου του ιδρώτας γυάλιζε.

«Τι είναι;» ρώτησε η Λαρκέκα. «Τι είδες; Είσαι καλά;» Και συγχρόνως του έδινε το χέρι της, για να σηκωθεί.

Ο Λιθοφόρος σηκώθηκε από μόνος του. «Δεν μπορώ…» είπε, βαριανασαίνοντας. «Είναι δύσκολο να ελευθερώσω το πνεύμα μου εδώ, στον Επάνω Κόσμο, αλλά… αυτό το κατάφερα. Μετά, όμως… καθώς πλησίαζα το άνοιγμα… κάτι με πέταξε πίσω. Υπάρχει κάτι σ’αυτό τον άλλο κόσμο. Κάποια δύναμη. Μεγάλη δύναμη. Ακόμα κι αν ήμουν στον Υπόγειο Κόσμο, ακόμα και τότε δε νομίζω ότι θα μπορούσα να τη νικήσω. Είναι… Μόνο ένας θεός θα μπορούσε να είναι τόσο ισχυρός. Ένας από τους θεούς του Υπόγειου Κόσμου. Αν ήθελε να με κρατήσει έξω απ’την περιοχή του, δε θα είχα ελπίδες να διαπεράσω την άμυνά του.»

«Υπάρχει, λοιπόν, κάποιος θεός που τους προφυλάσσει,» είπε ο Νίρναοκ.

Η Λαρκέκα στράφηκε στον αδελφό της. «Γι’αυτό ο Καταστροφέας δεν μπαίνει στον άλλο κόσμο για να τον ρημάξει όπως τον δικό μας;»

«Πολύ πιθανόν, αδελφούλα. Πολύ πιθανόν,» αποκρίθηκε ο Νίρναοκ.

«Θα προχωρήσουμε ή θα επιστρέψουμε;» ρώτησε ένας από τους άλλους.

«Θα προχωρήσουμε,» είπε ο Νίρναοκ. «Γι’αυτό ήρθαμε.» Και ρώτησε τον Νερκάλοοτ: «Εκτός αν νομίζεις ότι ο θεός τους θα μας επιτεθεί αν πλησιάσουμε.»

Ο Οφθαλμός της Ψυχής έσμιξε τα χείλη, έτριψε το μούσι και το μουστάκι του. «Δεν ξέρω, Νίρναοκ. Δεν είδα καμια παρουσία. Μονάχα μια δύναμη αισθάνθηκα. Σαν ένα αόρατο τείχος.»

«Άρα, δεν μπορούμε νάμαστε και βέβαιοι ότι όντως είναι θεός…»

«Η δύναμή του, πάντως… μονάχα ένας θεός θάχε τέτοια δύναμη, νομίζω… Τι άλλο;» Ο Νερκάλοοτ ήταν φανερά προβληματισμένος.

«Ας προχωρήσουμε,» είπε η Λαρκέκα. «Με προσοχή.»

Κανένας δεν διαφώνησε, κι έτσι έφυγαν από την κάλυψη των βράχων και κινήθηκαν επάνω στη νυχτερινή έρημο, σκυφτοί, τυλιγμένοι στις κάπες τους, και κουκουλωμένοι. Στα χέρια τους είχαν όλοι τα πιστόλια τους, οπλισμένα και έτοιμα να ρίξουν· αλλά κατεβασμένα, γιατί δεν ήξεραν αν οι φρουροί του ανοίγματος, οι άνθρωποι του άλλου κόσμου, θα αποδεικνύονταν εχθρικοί. Μπορεί απλά να προσπαθούσαν να τους μιλήσουν αν τους έβλεπαν.

Το σχέδιο, βέβαια, των ανιχνευτών ήταν να μην τους δουν.

Η ομάδα ζύγωσε το άνοιγμα, και, όταν ήταν πια αρκετά κοντά και οι ξένοι φαίνονταν καθαρά μέσα στη νύχτα, ο Νερκάλοοτ επιχείρησε να επηρεάσει το μυαλό τους για να προστατέψει τους συντρόφους του. Επιχείρησε να κάνει τους φρουρούς του ανοίγματος να… παραβλέψουν τους ανιχνευτές που πλησίαζαν.

Διαπίστωσε ότι δεν είχε καμία απολύτως δύναμη επάνω τους.

«Προσεχτικά,» είπε στη Λαρκέκα και τους άλλους, οι οποίοι βασίζονταν στη βοήθειά του. «Δεν μπορώ να τους επηρεάσω.»

Ένας από τους φρουρούς έδειξε τότε μέσα στο άνοιγμα, καθώς οι ανιχνευτές ζύγωναν. Έδειξε και φώναξε κάτι στη γλώσσα του. Οι υπόλοιποι γύρω του στράφηκαν. Τα κράνη τους γυάλιζαν στις ακτίνες κάποιου άγνωστου φεγγαριού. Σπαθιά βγήκαν από θηκάρια. Καραμπίνες υψώθηκαν.

Κάποιος φώναξε κάτι που η Λαρκέκα δεν κατάλαβε. Της θύμιζε τη γλώσσα που μιλούσε ο Τέρι Κάρμεθ, αλλά δεν είχε ιδέα τι μπορεί να έλεγε ο φρουρός. «Μη σηκώσετε τα όπλα σας!» είπε στους συντρόφους της.

Ο ξένος φώναξε πάλι, λέγοντας το ίδιο πράγμα μάλλον.

«Δε μου φαίνονται φιλικοί…» μουρμούρισε ο Νίρναοκ, νιώθοντας ηλίθιος που είχε κατεβασμένο το πιστόλι του ενώ τον σημάδευαν με καραμπίνες.

Οι ξένοι πυροβόλησαν.

Οι ανιχνευτές έπεσαν μπρούμυτα στην ξερή άμμο της ερήμου.

Ευτυχώς, μονάχα δύο από τους φρουρούς είχαν πυροβόλα όπλα, και η ομάδα της Λαρκέκα και του Νίρναοκ δεν βρισκόταν τόσο κοντά στο άνοιγμα που να αποτελεί εύκολο στόχο μέσα στη νύχτα. Κανένας τους δεν χτυπήθηκε.

«Ο Βασιληάς είπε να μην τους επιτεθούμε,» είπε η Λαρκέκα. «Υποχωρήστε!»

Και, στρεφόμενοι, έφυγαν. Έτρεξαν προς τους μεγάλους βράχους.

Οι ξένοι δεν τους ακολούθησαν, ούτε συνέχισαν να πυροβολούν. Το μόνο που ήθελαν πρέπει να ήταν να τους κρατήσουν μακριά.

*

Για πρώτη φορά ο Άρχοντας της Υλιριλίδιας και η Αρχόντισσα της Ναραλμάδιας είχαν συμμαχήσει, αν και προσωρινά, όπως έλεγαν κι οι δύο. Η παράξενη έρημος που είχε παρουσιαστεί στα μέρη τους, αυτό το άνοιγμα που οδηγούσε σε κάποια άγνωστη διάσταση, δεν τους άφηνε άλλη επιλογή. Κι επιπλέον, οι Μεγάλοι Πατέρες το είχαν ζητήσει. Ο Τζοσελίνος και ο Οσβάλδος ήταν σύμφωνοι σ’αυτό. Η παρουσία της ερήμου ήταν σημάδι από τον Θεό: σημάδι που φανέρωνε την Οργή Του κατά των ανθρώπων της Παντοκράτειρας. Αυτό σήμαινε ότι ήταν καιρός ο Άρχοντας Ροβέρτος και η Αρχόντισσα Μοργκάνα να παραμερίσουν τις διαφορές τους και να ενωθούν. Για την ώρα, οι ιερείς τούς είχαν ζητήσει να φρουρούν το άνοιγμα, να μην αφήσουν κανέναν να πάει στην άλλη διάσταση, αλλά και να εμποδίσουν οτιδήποτε προσπαθούσε να έρθει από εκεί. Αυτό το τελευταίο, βέβαια, οι ιερείς είπαν ότι δεν το θεωρούσαν πιθανό να συμβεί. Ο Θεός θα μας προστατέψει, όπως μας προστάτεψε κι απ’αυτόν τον φωτεινό δαίμονα ο οποίος, αποδίδοντας τη δικαιοσύνη του Θεού, εξολόθρευσε ολοσχερώς τους ανθρώπους της Παντοκράτειρας.

Ο Οσβάλδος και ο Τζοσελίνος είχαν τώρα φύγει. Παίρνοντας τα άλογά τους, είχαν δηλώσει πως θα πήγαιναν να μιλήσουν με τον Ύπατο, στον Υπεραιώνιο, βόρεια της Ερρίθιας – ένα ταξίδι που θα διαρκούσε κάποιες ημέρες. Ο Θεός θα είναι μαζί σας όσο λείπουμε. Φτάνει να είστε μονιασμένοι και να κάνετε όπως σας ζητήσαμε.

Η Μοργκάνα δεν είχε εγκαταλείψει το στρατόπεδο των πολεμιστών της, ύστερα από αυτά τα γεγονότα. Είχε μείνει εκεί, μαζί με τον σύζυγό της τον Λεοπόλδο, γιατί, παρότι το μυστηριώδες άνοιγμα την τρόμαζε, της είχε κινήσει την περιέργεια κιόλας. Επιπλέον, ούτε ο Άρχοντας Ροβέρτος είχε φύγει· αν, λοιπόν, έφευγε εκείνη, αυτό θα μπορούσε να θεωρηθεί δειλία από τη μεριά της: πράγμα το οποίο η Μοργκάνα δεν θα ανεχόταν.

Τη δεύτερη νύχτα μετά την εμφάνιση της ερήμου και τον χαμό του Τέρι Κάρμεθ και των στρατιωτών του, η Μοργκάνα κοιμόταν μέσα στη σκηνή που μοιραζόταν με τον Λεοπόλδο, όταν ο φρουρός απέξω τούς ειδοποίησε ότι κάτι είχε συμβεί. Κάτι σοβαρό. Στο άνοιγμα.

Η Μοργκάνα και ο Λεοπόλδος σηκώθηκαν από το κρεβάτι τους, φόρεσαν βιαστικά τα ρούχα, τις μπότες, και τις κάπες τους, και βγήκαν μέσα στην ψυχρή νύχτα.

«Τι είναι;» ρώτησε ο Στρατηγός της Ναραλμάδιας τους δύο πολεμιστές που στέκονταν αντίκρυ του, μπροστά στη σκηνή.

«Πλησίασαν κάποιοι από το άνοιγμα, Άρχοντά μου. Δεν τους είδαμε καλά· μονάχα σκιές μέσα στο σκοτάδι της ερήμου–» άρχισε ο ένας.

«Μπορεί να μην ήταν καν α’θρώποι,» τον διέκοψε ο άλλος.

«Μπορεί, αλλά μπορεί και να ήταν. Φαινόντουσαν να στέκουνται όρθιοι–»

«Ήταν, όμως, καμπουριασμένοι! Δεν ήταν κανονικοί α’θρώποι, αν ήταν γενικά α’θρώποι–»

«Και τι έγινε;» φώναξε ο Λεοπόλδος. «Θα μου πει κάποιος από τους δυο σας, προτού βάλω να σας μαστιγώσουν για αναίδεια;»

«Κάποιοι πλησίασαν, Άρχοντά μου, από την έρημο. Δε φαινόντουσαν καλά. Ήταν σκιές μες στη νύχτα. Τους φωνάξαμε να σταματήσουνε και να μας πούνε ποιοι ήταν. Αλλά δε μας δώσαν σημασία· συνεχίσανε νάρχονται. Τους πυροβολήσαμε προειδοποιητικά με τις καραμπίνες, και γυρίσανε και φύγανε, αφού πρώτα πέσανε χάμω για να μη χτυπηθούνε.»

«Τους ακολουθήσατε;» ρώτησε η Μοργκάνα.

«Όχι, Αρχόντισσά μου!» απάντησε αμέσως ο πολεμιστής. «Οι διαταγές μας ήταν να–»

«Ξέρω τις διαταγές σας.»

Ο άντρας έμεινε σιωπηλός.

«Αυτά ήταν;» ρώτησε ο Λεοπόλδος. «Τίποτ’άλλο δεν έχεις να αναφέρεις;»

Ο πολεμιστής υποκλίθηκε. «Αυτά, Άρχοντά μου.»

«Πηγαίνετε,» τους είπε ο Λεοπόλδος, «και συνεχίστε τη σκοπιά σας κανονικά. Αν τους ξαναδείτε να πλησιάζουν, πυροβολήστε τους.» Κοίταξε τη Μοργκάνα, ερωτηματικά. Εκείνη κατένευσε.

Οι δύο μισθοφόροι έφυγαν.

Η Μοργκάνα και ο σύζυγός της επέστρεψαν στο εσωτερικό της σκηνής τους.

«Υπάρχουν, λοιπόν, άνθρωποι σ’αυτή την έρημο,» είπε η Αρχόντισσα της Ναραλμάδιας, βγάζοντας την κάπα της κι αφήνοντάς την πάνω σε μια καρέκλα.

«Ναι.» Ο Λεοπόλδος γέμισε μια κούπα με κρασί από μια πήλινη καράφα.

«Μα… πώς μπορούν και ζουν εκεί; Αυτός ο φωτεινός δαίμονας… σκότωσε τόσο εύκολα τους στρατιώτες του ταγματάρχη.»

Ο Λεοπόλδος συνοφρυώθηκε. «Είναι πράγματι περίεργο.»

«Ίσως θα έπρεπε να ζητήσουμε βοήθεια. Να στείλουμε κάποιον μαντατοφόρο στην Ερρίθια, για να μας δώσει ο Επόπτης πολεμιστές του.»

«Δε νομίζω αυτό ν’αρέσει στους ιερείς, Μοργκάνα.» Ο Λεοπόλδος ήπιε βαθιά από την κούπα του.

«Οι ιερείς δεν είναι εδώ, τώρα! Κι αν έρθει κανένας στρατός από αυτή την έρημο… Αν…»

«Περίμενε,» είπε ο Λεοπόλδος, συλλογισμένα, στροβιλίζοντας το κρασί μέσα στην κούπα του. «Ας δούμε πρώτα. Μπορεί να μην είναι τίποτα περισσότερο από λίγοι άγριοι που ζουν μες στην έρημο. Ή, όπως είπε εκείνος ο μισθοφόρος, ίσως να μην είναι καν άνθρωποι. Ίσως νάναι τέρατα, δαίμονες.»

Η Μοργκάνα έσμιξε τα χείλη, προβληματισμένη. Κάθισε στην καρέκλα όπου είχε αφήσει την κάπα της.

Ο Λεοπόλδος είπε: «Σ’ετούτο τον τόπο είναι συγκεντρωμένος ο περισσότερος στρατός της Ναραλμάδιας κι ο περισσότερος στρατός της Υλιριλίδιας επίσης. Νομίζεις ότι τόσο εύκολα μπορεί να μας νικήσει κάτι που θα έρθει από μια έρημο;»

«Αν είναι κάτι σαν εκείνο τον φωτεινό δαίμονα…»

«Αν αυτοί που πλησίασαν ήταν τόσο δυνατοί, δεν θα υποχωρούσαν ύστερα από μερικές ριπές των φρουρών μας.»

Η Μοργκάνα έπρεπε να παραδεχτεί ότι ο Λεοπόλδος είχε δίκιο σ’αυτό. Ήταν καλός στον πόλεμο, καλός στη στρατηγική, από προτού παντρευτούν και του δώσει τη θέση του Στρατηγού της Ναραλμάδιας.

«Αναρωτιέμαι τι θα κάνει ο Ροβέρτος…» μουρμούρισε η Μοργκάνα, κοιτάζοντας τα βαμμένα νύχια της. Οι μισοί φρουροί μπροστά στο άνοιγμα ήταν δικοί του, επομένως κι αυτός θα είχε ενημερωθεί για τη σύντομη σύγκρουση.

«Τίποτα δε θα κάνει,» είπε ο Λεοπόλδος. «Θα περιμένει, τουλάχιστον, ώς το πρωί. Και το πρωί, θα συζητήσουμε μαζί του.» Τελείωσε το κρασί στην κούπα του και την άφησε πάνω στο τραπέζι. Βγάζοντας την κάπα του, πήγε προς το κρεβάτι.

«Μπορείς να κοιμηθείς τώρα;» απόρησε η Μοργκάνα.

«Ναι, γιατί όχι; Τόσες ώρες απομένουν μέχρι την αυγή.»

*

Ο χάρτης που έφτιαξε ο Ρεημόνδος ήταν χάλια. Δεν μπορούσε να τους βοηθήσει να καταστρώσουν κάποιο σχέδιο ώστε να εισβάλουν στα Ανάκτορα του Υπεράρχη. Ήταν πολύ γενικός, και ορισμένα σημεία πρέπει να ήταν, απλά, λάθος, γιατί δεν μπορούσαν να ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα σύμφωνα με κανενός είδους αρχιτεκτονική – όχι, τουλάχιστον, για ένα οικοδόμημα που στεκόταν όρθιο και δεν είχε γκρεμιστεί προ πολλού. Επίσης, ο Ρεημόνδος δεν ήταν σίγουρος για πολλά άλλα πράγματα, όπως για παράδειγμα κάθε πότε άλλαζαν βάρδιες οι φρουροί, ή πόσοι φρουροί ακριβώς βρίσκονταν σε κάθε μεριά. Μονάχα πόσοι ήταν στις βασικές εισόδους μπορούσε να πει με βεβαιότητα. Κι αυτό δεν εξυπηρετούσε τους επαναστάτες. Έπρεπε να μάθουν λεπτομέρειες αν ήταν να οργανώσουν σχέδιο διάσωσης για τη Βατράνια.

«Θα πας και θα μάθεις περισσότερα,» του είπε η Άνμα’ταρ. «Δε νομίζω να σου είναι δύσκολο. Απλά πρέπει να έχεις τα μάτια σου ανοιχτά, και να θυμάσαι αυτά που βλέπεις, ώστε να έρθεις μετά και να μας τα μεταφέρεις με ακρίβεια. Διότι χωρίς ακρίβεια δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα.»

Ο Ρεημόνδος κατένευσε, αλλά δεν έμοιαζε και τόσο σίγουρος για τον εαυτό του.

«Δε θα κάνεις τίποτα που δεν έκανες πάντα,» του είπε ο Εδμόνδος, προσπαθώντας να τον εμψυχώσει. «Η μόνη διαφορά είναι ότι θ’ακούς και θα βλέπεις πιο προσεχτικά.»

Ο Μαλαχίας ακούμπησε το χέρι του στον ώμο του νεαρού υπηρέτη. «Ο Θεός είναι μαζί σου, παιδί μου.» Και τα λόγια του ιερέα φάνηκαν να δίνουν πραγματικό θάρρος στον Ρεημόνδο, σαν ο Μαλαχίας να είχε πατήσει κάποιο κρυφό κουμπί μέσα στον ψυχισμό του. Ο Γεράρδος, ασφαλώς, γνώριζε ότι ακριβώς αυτό είχε κάνει – όπως το έκαναν όλοι οι ιερείς, χωρίς κι οι ίδιοι να ξέρουν πώς. Ήταν κάτι συνυφασμένο με τη φύση τους. Ο Γεράρδος αναρωτήθηκε, στιγμιαία, αν κι εκείνος μπορεί να είχε διατηρήσει ακόμα τέτοιες ψυχικές δυνάμεις· αλλά δεν το νόμιζε, γιατί πίστευε ότι σχετίζονταν περισσότερο με το Εσώτερο Θηρίο και λιγότερο με την άμεση επαφή με τον Θεό, με την πλάση της Χάρνταβελ, που τους περιέβαλλε όλους. Είμαι, τώρα, διαφορετικό πλάσμα από αυτούς. Τελείως διαφορετικό.

Ο Ρεημόνδος έφυγε, τελικά, από τον Ναό με αποφασισμένη όψη στο πρόσωπό του. Θα υπηρετούσε τους ιερείς της Χάρνταβελ όσο καλύτερα μπορούσε, όπως έκανε πάντα. Θα είχε τα μάτια του ανοιχτά και το μυαλό του συγκεντρωμένο.

Οι υπόλοιποι έμειναν όρθιοι γύρω από το ξύλινο τραπέζι που είχαν φέρει οι Ιεροί Φρουροί στη μεγάλη αίθουσα του Ναού. Επάνω στην επιφάνειά του ήταν στιλογράφοι και μερικά κομμάτια χαρτί, όπου ο Ρεημόνδος είχε κάνει τα ημιτελή και από αρχιτεκτονικής άποψης λανθασμένα σχέδιά του.

«Λυπάμαι που το λέω,» είπε ο Εδμόνδος, «αλλά δε μου φαίνεται ότι μπορούμε να κάνουμε κάτι άλλο απόψε. Εκτός,» πρόσθεσε, «αν σχεδιάζετε τίποτα το παράτολμο…» Και κοίταξε τους επαναστάτες από την Απολλώνια έναν-έναν· αλλά κυρίως το βλέμμα του εστιάστηκε στον Γεράρδο.

Ο οποίος κούνησε το κεφάλι. «Όχι, δεν θα είχε νόημα να φανούμε παράτολμοι. Αυτό μονάχα θα χειροτέρευε τα πράγματα, νομίζω.» Και, με τη σειρά του, ατένισε την Άνμα’ταρ.

«Συμφωνώ,» είπε η Δράκαινα. «Χωρίς περισσότερες πληροφορίες δεν μπορούμε να προχωρήσουμε. Ούτε καν για τη θέση των μπουντρουμιών δεν είμαστε βέβαιοι, έτσι όπως έχει κάνει το σχέδιό του ο πληροφοριοδότης μας.» Με τον δείκτη του δεξιού της χεριού, έστρεψε ένα κομμάτι του χάρτη (ο οποίος έπιανε, συνολικά, πέντε κομμάτια χαρτί) προς το μέρος της για να το ξανακοιτάξει. «Ναι…» μουρμούρισε πίσω απ’τα δόντια της, μοιάζοντας να φτάνει, μέσα στο μυαλό της, στο ίδιο συμπέρασμα για δεύτερη φορά. «Δεν ξέρω αν το σχέδιο στέκει, όπως είναι φτιαγμένο, Γεράρδε,» είπε δυνατότερα.

Η Μάρθα και ο Σέλιρ’χοκ δεν είχαν τίποτα να προσθέσουν. Δεν ήταν ειδήμονες στην αρχιτεκτονική· και, σε σχέση με την Άνμα’ταρ, δεν είχαν ιδέα πώς να εισβάλλουν σε προφυλαγμένα οικήματα. Ο μάγος είπε, όμως: «Το μόνο που θα μπορούσα να κάνω εγώ για να βοηθήσω είναι ένα Ξόρκι Ανιχνεύσεως. Πράγμα το οποίο, βέβαια, θα είχε περισσότερο νόημα αν ήμασταν μέσα στα Ανάκτορα, ώστε να καθοδηγηθούμε από αυτό.»

Η Άνμα’ταρ ένευσε. «Πράγματι.»

«Δοκίμασέ το, όμως,» τον προέτρεψε ο Γεράρδος. «Απλά για να δούμε. Μπορεί κάτι να έχει αλλάξει απρόσμενα και να έχουν μεταφέρει τη Βατράνια αλλού.»

«Όπως επιθυμείς, Καπετάνιε,» αποκρίθηκε ο Σέλιρ’χοκ, και ξετύλιξε τα υφάσματα από το ραβδί του, αποκαλύπτοντας τα κυκλώματα, τα μικροσκοπικά κάτοπτρα, και τους κρυστάλλους, τα οποία γυάλιζαν μυστηριακά στο μοναδικό φως της αίθουσας που προερχόταν από τη φωτιά στον μεγάλο λάκκο.

Ο μάγος έκλεισε τα μάτια και άρθρωσε λόγια στη γλώσσα της μαγείας. Ορισμένοι από τους κρυστάλλους στο ραβδί του γυάλισαν, για λίγο, με δικό τους φως· και μετά, επάνω στα κάτοπτρα παρουσιάστηκε μια κόκκινη κουκίδα, σαν τα πολύπλευρα μάτια ενός εντόμου να έβλεπαν το ίδιο πράγμα.

«Τι είναι αυτό;» ρώτησε ο Ριχάρδος.

«Η Βατράνια,» είπε ο Σέλιρ’χοκ. «Το Ξόρκι Ανιχνεύσεως δίνει τη θέση της ως αντανάκλαση επάνω στα κάτοπτρα.»

«Μα, είναι μόνο μια κουκίδα!» είπε ο Εδουάρδος. «Τι μπορείς να καταλάβεις από μια κουκίδα;»

«Αρκετά πράγματα για να φτάσεις κοντά της στον υλικό κόσμο, Μεγάλε Πατέρα. Όπως βλέπετε, η κουκίδα είναι προς τα εκεί. Αυτό σημαίνει ότι η Βατράνια βρίσκεται κάπου στα δυτικά μας. Και δυτικά μας είναι τα Ανάκτορα του Υπεράρχη, αν δεν κάνω λάθος. Δηλαδή, οι Παντοκρατορικοί δεν την έχουν μεταφέρει αλλού.»

Ο Εδουάρδος μόρφασε. «Δεν περιμέναμε ότι θα την είχαν μεταφέρει, έτσι κι αλλιώς!»

«Καλό ήταν, όμως, που βεβαιωθήκαμε,» είπε ο Γεράρδος, ήρεμα, νηφάλια. «Αν ήμασταν στο εσωτερικό των Ανακτόρων, το ξόρκι του Σέλιρ θα μπορούσε να μας προσφέρει σημαντικότερη καθοδήγηση. Αλλά δεν είναι συνετό να εισβάλουμε εκεί ώσπου να έχουμε περισσότερες πληροφορίες.» Έριξε ένα βλέμμα στην Άνμα’ταρ. «Επομένως, το μόνο που μας μένει τώρα, νομίζω, είναι να διανυκτερεύσουμε και να συνεχίσουμε τις προσπάθειές μας το πρωί.» Συγχρόνως, σκεφτόταν πως στον ύπνο του ίσως να έβλεπε κάποιο όνειρο που, κάπως, να τον κατεύθυνε. Εξάλλου, είχε ονειρευτεί την αιχμαλωσία της Βατράνιας πολύ προτού μάθει γι’αυτήν από τους ιερείς της Ερρίθιας.

Στρεφόμενος στον Μαλαχία, ρώτησε: «Θα έχουμε τη φιλοξενία σας γι’απόψε;»

Ο Μαλαχίας φάνηκε προς στιγμή διστακτικός. Κοίταξε τους υπόλοιπους ιερείς. Ο Λεοπόλδος είπε: «Οι εχθροί της Παντοκράτειρας είναι σύμμαχοί μας, Αδελφέ.» Ο Ριχάρδος είπε: «Δε μπορούμε, μες στη νύχτα, να τους βρούμε κανένα άλλο, καλύτερο κατάλυμα.» Ο Εδουάρδος έμεινε σιωπηλός.

«Θα σας φιλοξενήσουμε,» αποκρίθηκε ο Μαλαχίας στον Γεράρδο. «Για απόψε.»

Ο Γεράρδος έκλινε το κεφάλι. «Ευχαριστούμε.»

«Εγώ,» δήλωσε ο Εδμόνδος, «θα επιστρέψω στον Σιδερένιο Ξένο. Ο Σθένελος θα έχει ήδη αρχίσει ν’ανησυχεί· είμαι βέβαιος. Αλλά επίσης βέβαιος είμαι ότι θα χαρεί μόλις ακούσει ότι είστε εδώ.

»Θα επικοινωνήσουμε αύριο. Μην επιχειρήσετε, όμως, να μας καλέσετε μέσω τηλεπικοινωνιακού πομπού γιατί ίσως οι Παντοκρατορικοί να παρακολουθούν και τον Ναό αλλά και το πανδοχείο μας.»

«Σωστά,» συμφώνησε η Άνμα’ταρ· κι αν έκρινε κανείς από την έκφρασή της, δεν περίμενε ο Εδμόνδος – ένας γηγενής της απλής Χάρνταβελ – να ξέρει από τέτοια πράγματα.

«Σας καληνυχτίζω, λοιπόν,» είπε ο τροβαδούρος, κι έφυγε από τον Ναό, χρησιμοποιώντας την έξυπνα καλυμμένη πόρτα στον δυτικό τοίχο.

Ο Εδουάρδος είπε ότι θα πήγαινε τον Έδουο σ’ένα δωμάτιο για να ξεκουραστεί, και οι δυο τους αποχώρησαν από τη μεγάλη αίθουσα· χάθηκαν μέσα στις σκιές που τύλιγαν τις άκριές της, πίσω από τους κίονες.

Ο Ριχάρδος έκανε νόημα στους άλλους επαναστάτες να τον ακολουθήσουν, και, ανεβάζοντάς τους σε μια σκάλα, τους οδήγησε σε δύο δωμάτια: ένα για τον Σέλιρ’χοκ και την Άνμα’ταρ, και ένα για τον Γεράρδο και τη Μάρθα. «Δεν έχουν κρεβάτια,» είπε, «αλλά θα σας φέρουμε στρώματα.»

Τα δύο δωμάτια ήταν μικρά και σχεδόν χωρίς καθόλου έπιπλα. Ούτε παράθυρα δεν είχαν. Στο πρώτο υπήρχε ένα τραπεζάκι κι ένα σκαμνί, κι επάνω στο τραπεζάκι μια παλιά λάμπα λαδιού. Στο δεύτερο, δύο ράφια ήταν στον έναν τοίχο, κι επάνω στο ένα ράφι, ένα καντήλι. Κάτω από το ράφι υπήρχε ένα άδειο μπαούλο.

Ο Γεράρδος και η Μάρθα πήραν το δωμάτιο με τα ράφια και το μπαούλο, και σύντομα ένας Ιερός Φρουρός ήρθε φέρνοντάς τους δύο στρώματα. Τους καληνύχτισε, ευχήθηκε ο Θεός να τους φυλά στον ύπνο τους, και αποχώρησε.

«Με τρομάζουν αυτοί οι τύποι όταν λένε ο Θεός τους να με φυλάει,» είπε η Μάρθα, βγάζοντας τις μπότες της και ξαπλώνοντας στο στρώμα. «Μ’αγριεύουν, όλοι τους. Και καλύτερα να μην πας σ’αυτό τον Ύπατο, ό,τι κι αν σου λένε. Δεν τους βλέπεις πώς σε κοιτάζουν; Σα νάσαι εχθρός τους.»

«Τους παραξενεύει αυτό που μου έχει συμβεί,» είπε ο Γεράρδος, έχοντας κι εκείνος ξαπλώσει, στο στρώμα δίπλα στο δικό της. «Δεν καταλαβαίνουν.»

«Καταλαβαίνουν δεν καταλαβαίνουν, εκείνος ο πούστης ήταν έτοιμος να σου χιμήσει σα σκύλος! Θα σου χιμούσε, νομίζω, αν δεν ήταν κι οι άλλοι γύρω του, κι αν δεν ήμασταν κι εμείς κοντά σου.»

«Ο Εδουάρδος…»

«Αυτός. Αν είναι κι ο Ύπατος έτσι, άστο καλύτερα.»

«Θα δούμε,» είπε μόνο ο Γεράρδος. «Τώρα προέχει να σώσουμε τη Βατράνια.»

Η Μάρθα ήταν πολύ κουρασμένη απ’όλη την ημέρα για να διαφωνήσει άλλο. Γύρισε στο πλάι κι έκλεισε τα μάτια.

Ο Γεράρδος, όταν τελικά κοιμήθηκε – πράγμα που άργησε να συμβεί, με την υπερένταση που διαπίστωσε ότι είχε – ονειρεύτηκε πάλι εκείνο το αλλόκοτο, ατελείωτο σπίτι

σκάλες, διάδρομοι, δωμάτια

τοίχοι οικοδομημένοι από τα υλικά των ονείρων: μάτια, χέρια, πέτρες, σκοτάδι, ξύλα.

Περιπλανιέται, μπερδεμένος. Ακούει απόμακρα γρυλίσματα θηρίων που είναι παλιοί γνωστοί. Φτάνει σε μια αίθουσα γεμάτη σκιές ανθρώπων, και στο κέντρο της βλέπει μια κρεμάλα.

Απ’την κρεμάλα κρέμεται μια πάνινη κούκλα με ξανθά μαλλιά.

…Πέρα-δώθε… Πέρα-δώθε…

Κεφάλαιο 34
Η Αγχόνη και η Παγίδα

Παρά τους φόβους της δεν αισθάνθηκε κανένα ποντίκι να έρχεται για να τη δαγκώσει μέσα στο απόλυτο σκοτάδι των μπουντρουμιών. Μονάχα ορισμένες φορές, όταν την έπαιρνε ο ύπνος, ονειρευόταν τα ποντίκια. Νόμιζε ότι σκαρφάλωναν επάνω της, καθώς ήταν δεμένη στο πάτωμα. Μπορούσε να νιώσει τα μικρά τους πόδια στο σώμα της, το τρίχωμά τους στους μηρούς και στην κοιλιά της. Και τότε ξυπνούσε, τρομαγμένη, τραβώντας τα δεσμά της και ουρλιάζοντας. Αλλά διαπίστωνε ότι δεν υπήρχαν ποντίκια. Δεν υπήρχε τίποτα επάνω της όταν οι αισθήσεις της ήταν ξύπνιες.

Ή, μήπως, τώρα κοιμόταν και πριν ήταν ξύπνια; Έτσι όπως τα πάντα ήταν σκοτεινά, δύσκολα ξεχώριζε τα όνειρα από την πραγματικότητα. Όχι, δεν θα τρελαθούμε εδώ μέσα. Ξέρω πότε κοιμάμαι και πότε όχι. Ξέρω πότε κοιμάμαι.

Μερικές φορές φώναξε να έρθουν για να τη λύσουν, μα κανένας δεν της απάντησε. Αναρωτήθηκε αν υπήρχε καν κάποιος φρουρός ή αν την είχαν αφήσει τελείως μόνη. Εξάλλου, πού θα πήγαινε, έτσι δεμένη ανάσκελα στο πάτωμα όπως ήταν;

Επίσης, κανένας δεν ήρθε για να της φέρει νερό ή φαγητό, και η Βατράνια αισθανόταν το στόμα της να έχει ξεραθεί. Παρ’όλ’αυτά, κάποια στιγμή ένιωσε την ανάγκη να κατουρήσει και, μη μπορώντας να σηκωθεί, κατούρησε όπως ήταν, ξαπλωμένη στο κρύο δάπεδο. Τα ούρα έτρεξαν, ζεστά, κάτω από τους μηρούς της, και μετά από κάποια ώρα, η οσμή τους έγινε πολύ άσχημη μέσα στον κλειστό χώρο.

Ο Επόπτης δεν πίστεψε αυτά που του είπα, και πηγαίνοντας στο πανδοχείο θα είδε ότι δεν υπάρχουν τα πρόσωπα που ανέφερα, δεν είναι εκεί, έτσι ακόμα κι αν σκεφτόταν να έρθει να με λύσει, τώρα πρέπει ν’αποφάσισε να μ’αφήσει εδώ, για να με βασανίσει και να μ’αναγκάσει να του πω την αλήθεια, αλλά αργά ή γρήγορα πρέπει να έρθει, δεν μπορεί να μ’αφήσει εδώ, γιατί ξέρει ότι ξέρω για τους άλλους επαναστάτες, και μόνο εμένα έχει για να πάρει πληροφορίες.

Τι ώρα είναι; Πόση ώρα έχει περάσει;

Κοιμόταν και ξυπνούσε.

Κοιμόταν

και

ξυπνούσε.

Ο ύπνος και ο ξύπνιος μπερδεύονταν.

Φανταστικά (;) ποντίκια έρχονταν επάνω της, τρίβονταν στην κοιλιά και στους μηρούς της, και ξαφνικά εξαφανίζονταν.

Η Βατράνια έκλαιγε. Νόμιζε πως έκλαιγε. Και μετά, δεν έκλαιγε. Το είχε ονειρευτεί;

Τι ώρα ήταν; Πόση ώρα την είχαν εδώ;

Ώρες; Μέρες;

Δεν έχω φάει τίποτα, ούτε πιει τίποτα, άρα δεν μπορεί να μ’έχουν για πολύ εδώ, άντε νάναι καμια μέρα, δεν μπορεί νάναι παραπάνω, αν ήταν πολλές μέρες θα είχα πεθάνει από έλλειψη νερού, τα χείλη μου ήδη είναι ξερά, ο άνθρωπος δεν μπορεί ν’αντέξει για πολύ χωρίς νερό, δεν είμαι πολύ εδώ, μερικές ώρες μάλλον, ο γαμημένος Επόπτης θα έρθει, θα έρθει για να με ρωτήσει πράγματα πάλι και τώρα θα φέρει νερό, θα με λύσει, αν δε με λύσει και δε μου δώσει να πιω κανονικά δεν θα του πω τίποτα, ας με σκοτώσει!

Ορισμένες φορές, ονειρευόταν ότι τραβούσε τα δεσμά της προσπαθώντας να τα σπάσει, και τα χέρια και τα πόδια της πονούσαν μετά, όταν ξυπνούσε. Ήταν όνειρο;

Φως άναψε ξαφνικά. Δυνατό, ενεργειακό, λευκό φως, γλιστρώντας ανάμεσα από τα κάγκελα της πόρτας του κελιού της. Σκοτεινές φιγούρες στέκονταν απέξω. Κάποιος ξεκλείδωσε την πόρτα και μπήκε. Έσκυψε και της έλυσε τα πόδια. Μετά, της έλυσε και τα χέρια.

«Σήκω,» της είπε.

Η Βατράνια σάλεψε αδύναμα πάνω στο πάτωμα. Διαπίστωσε πως έτρεμε.

«Δε μπορεί, ρε βλάκα. Πιάστην απ’τη μια.» Κάποιος έβαλε το χέρι του στη μασκάλη της και την τράβηξε επάνω. Η Βατράνια πάτησε στα πόδια της. Ένας άλλος έπιασε τη δεύτερη μασκάλη της. Την έβγαλαν από το κελί, κι απέξω είδε ακόμα δύο φρουρούς.

«…Ο Επόπτης;…» έκρωξε η Βατράνια.

«Δε θα δεις άλλο τον Επόπτη.»

*

Ο Μαλαχίας ξύπνησε τον Γεράρδο και τους συντρόφους του και, όταν εκείνοι είχαν βγει από τα δωμάτιά τους και στέκονταν μέσα στον στενό διάδρομο, τους είπε: «Ο Επόπτης ανακοίνωσε με την αυγή ότι το μεσημέρι, όταν ο ήλιος έχει μεσουρανήσει, θα εκτελέσει δι’απαγχονισμού μια αποστάτρια, προς παραδειγματισμό και συμμόρφωση των κατοίκων της Ερρίθιας αλλά και όλης της Χάρνταβελ.»

«Αποστάτρια;» έκανε ο Γεράρδος, ξαφνιασμένος. «Πιστεύεις ότι είναι η Βατράνια;»

«Δεν έχουμε πληροφόρηση για άλλους αιχμαλώτους,» αποκρίθηκε ο Μαλαχίας. «Η ανακοίνωση του Επόπτη λέει πως η γυναίκα αυτή σκότωσε πολεμιστές της Παντοκράτειρας και η ποινή που της αναλογεί είναι ο θάνατος.»

«Πού έχει βγει αυτή η ανακοίνωση;» ρώτησε η Μάρθα.

«Τη φωνάζουν κήρυκες μέσα στην πόλη, από τα ξημερώματα,» είπε ο Μαλαχίας. «Μόλις το μάθαμε.»

«Παράξενο,» είπε η Άνμα’ταρ, με τα χέρια της σταυρωμένα εμπρός της. «Τόσο πολύ βιάζεται ο Επόπτης να την εκτελέσει παραδειγματικά;»

«Γιατί το λες αυτό;» τη ρώτησε ο Γεράρδος, που απ’το μυαλό του δεν μπορούσε να φύγει εκείνο το όνειρο με την κρεμασμένη πάνινη κούκλα.

«Επειδή θα ήταν πολύ πιο συνετό να κρατήσει τη Βατράνια για να παίρνει πληροφορίες, όχι να τη σκοτώσει. Δεν κερδίζει τίποτα έτσι. Δε νομίζω ότι υπάρχουν επαναστάτες εδώ πέρα τους οποίους θα καταφέρει να τρομάξει με τον απαγχονισμό της.»

«Δε μπορεί νάναι τελείως μαλάκας,» είπε η Μάρθα. «Κάποιο λόγο θα έχει.»

«Ναι, έτσι νομίζω κι εγώ,» αποκρίθηκε η Άνμα’ταρ. «Θέλει να μας παγιδέψει.»

«Εμάς; Πώς;»

«Το ξέρει ότι υπάρχουν κι άλλοι επαναστάτες κρυμμένοι μέσα στην Ερρίθια, και θα έχει καταλάβει ότι η Βατράνια τού είπε ψέματα σχετικά μ’αυτούς, αφού δεν τους βρήκε στον Σιδερένιο Ξένο. Επομένως, θέλει τώρα να μας τραβήξει σε μια παγίδα–»

«Πιστεύει ότι θα πάμε να σώσουμε τη Βατράνια την ώρα του απαγχονισμού!» είπε ο Γεράρδος.

Η Άνμα’ταρ ένευσε. «Ναι.»

Ο Γεράρδος ρώτησε τον Μαλαχία: «Πού θα γίνει η εκτέλεση;»

«Στη Δυτική Αγορά, σε φανερό σημείο.»

«Βλέπεις;» είπε η Άνμα στον Γεράρδο. «Θέλει να προσπαθήσουμε να τη σώσουμε.»

«Και θα το κάνουμε, δε θα το κάνουμε;»

«Αν είναι όντως παγίδα,» πετάχτηκε η Μάρθα, «δε μπορούμε να πάμε να πέσουμε μέσα!»

«Δε μπορούμε, όμως, και να τον αφήσουμε να κρεμάσει τη Βατράνια,» είπε ο Γεράρδος.

«Θα πάμε, λοιπόν, να κρεμαστούμε μαζί της; Για παρέα;»

«Θα βρούμε τρόπο να–»

«Μα αν είναι παγίδα

«Θα πρέπει,» τους διέκοψε η Άνμα’ταρ, «να στήσουμε μια δική μας παγίδα που αδρανοποιεί την παγίδα του Επόπτη.»

«Νομίζω,» είπε ο Σέλιρ’χοκ, «πως καλό θα ήταν τώρα να πάμε να βρούμε τον Εδμόνδο και τον Σθένελο.»

*

«Το σχέδιό σου είναι τέλειο, αγάπη μου, αλλά τι θα γίνει αν οι αποστάτες δεν παρουσιαστούν;» ρώτησε η Θελρίτ, κοιτάζοντας από το παράθυρο την κρεμάλα που έστηναν οι στρατιώτες τους στο κέντρο της Δυτικής Αγοράς.

«Είμαι βέβαιος ότι θα παρουσιαστούν,» αποκρίθηκε ο Νιρμόδος, καθισμένος στον καναπέ του μικρού καθιστικού και καπνίζοντας ένα τσιγάρο. Ένας από τους εμπόρους της Ερρίθιας είχε αναγκαστεί να παραχωρήσει για σήμερα την οικία του στον Παντοκρατορικό Επόπτη και τους στρατιώτες του. Δεν ήταν ο μόνος άνθρωπος, βέβαια, που το είχε κάνει αυτό: διάφορα οικήματα γύρω από το σημείο όπου θα γινόταν ο απαγχονισμός ήταν γεμάτα στρατιώτες, για να βγουν την κατάλληλη στιγμή και να περικυκλώσουν τους αποστάτες που θα έρχονταν να σώσουν την κατάσκοπο. Ο Επόπτης είχε φροντίσει να χρηματίσει αρκετά τους ιδιοκτήτες των οικημάτων ώστε να μην πουν σε κανέναν ότι είχαν παραχωρήσει τα σπίτια τους· κι αν έλεγαν – τους είχε απειλήσει – θα τους κρεμούσε κι εκείνους, γιατί θα ήταν βέβαιο ότι είχαν συνωμοτήσει κατά της Παντοκράτειρας.

«Τι θα γίνει, όμως, αν δεν παρουσιαστούν;» επέμεινε η Θελρίτ. «Θα σκοτώσουμε τζάμπα και βερεσέ μια γυναίκα που θα μπορούσε να μας δώσει χρήσιμες πληροφορίες;»

«Φυσικά και όχι.» Ο Νιρμόδος σηκώθηκε από τον καναπέ και πλησίασε τη σύζυγό του, μπροστά στο παράθυρο.

«Μα, αφού θα την έχουμε στην κρεμάλα! Θα σταματήσεις τον απαγχονισμό; Θα ξεφτιλιστούμε σ’όλη την Ερρίθια!»

Ο Νιρμόδος γέλασε και τύλιξε το χέρι του γύρω απ’τη λεπτή μέση της. «Όχι,» είπε, «δε θα σταματήσω τον απαγχονισμό.» Πήρε μια τζούρα απ’το τσιγάρο του. Έδειξε την κρεμάλα που έστηναν οι στρατιώτες, αντίκρυ τους. Ο Επόπτης και η σύζυγός του στέκονταν στον όροφο του σπιτιού που είχαν επιτάξει και είχαν καλή θέα του σημείου όπου θα γινόταν ο απαγχονισμός, καθώς κοιτούσαν πάνω από τις οροφές των υπόλοιπων οικημάτων μπροστά τους. «Βλέπεις να στήνουν τίποτα για να σταθεί ψηλά η αιχμάλωτή μας;»

«Τι να έστηναν;» έκανε παραξενεμένη η Θελρίτ.

«Κάποια εξέδρα με καταπακτή, κάποιο μεγάλο σκαμνί, κάποιο κάρο: κάτι που, την ώρα του απαγχονισμού, θα τραβηχτεί απότομα κάτω απ’τα πόδια της Κορνηλίας.»

Η Θελρίτ συνοφρυώθηκε κοιτάζοντας τους στρατιώτες που έστηναν την κρεμάλα. «Δεν υπάρχει κάτι τέτοιο, όχι. Εκτός αν το φέρουν μετά. Γιατί, όμως–;»

«Δεν πρόκειται να φέρουν τίποτα. Αν ο καταδικασμένος στέκεται πάνω σε κάτι ψηλό κι αυτό το κάτι τραβηχτεί απότομα ενώ η αγχόνη είναι γύρω από το λαιμό του, τότε η ράχη του σπάει στις περισσότερες περιπτώσεις. Δεν είναι το σχοινί που τον πνίγει. Ο θάνατος είναι πολύ γρήγορος.» Ο Νιρμόδος φύσηξε καπνό απ’την άκρη του στόματός του, έσβησε το τσιγάρο του στο περβάζι, και πέταξε τη γόπα κάτω, σ’έναν δρόμο όπου μια γριά καθόταν σε κάτι σκαλοπάτια και έπλεκε. «Εμείς δεν θα βάλουμε τίποτα για να σταθεί η Κορνηλία. Θα σηκώσουμε μονάχα την αγχόνη, και τα πόδια της θα φύγουν από το έδαφος. Η θηλιά θα σφίξει τον λαιμό της δυνατά, με αποτέλεσμα να την κάνει να χάσει τις αισθήσεις της μετά από λίγο. Το σώμα, ασφαλώς, θα συνεχίσει να σπαρταρά καθώς δεν θα μπορεί να πάρει αέρα. Θα περάσει κάποια ώρα, όμως, μέχρι να πεθάνει.

»Ώς τότε θα έχουν έρθει οι αποστάτες για να τη σώσουν – και θα πέσουν στην παγίδα μου. Αν όμως παρ’ελπίδα δεν παρουσιαστούν…» Ο Νιρμόδος έφυγε από το πλευρό της Θελρίτ και βάδισε μέσα στο δωμάτιο. Έπιασε μια μακριά δερμάτινη θήκη που ήταν επάνω στον καναπέ και τράβηξε από μέσα ένα τουφέκι. «Αυτό το όμορφο όπλο,» είπε, χαϊδεύοντας το γυαλιστερό μέταλλο, «δεν εκτοξεύει σφαίρες αλλά βελόνες. Μικρές, λεπτές βελόνες.» Από μια άλλη, τετράγωνη θήκη τράβηξε μια βελόνα και την κράτησε ανάμεσα στον δείκτη και στον αντίχειρά του, επιδεικνύοντάς την στη Θελρίτ η οποία τον κοίταζε με ενδιαφέρον και μ’ένα λοξό μειδίαμα στο πρόσωπό της καθώς, μάλλον, άρχιζε να καταλαβαίνει το σχέδιό του. «Τις βελόνες μπορείς να τις καλύψεις με ό,τι δηλητήριο θέλεις. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, έχουν επάνω τους παραλυτικό δηλητήριο που ακινητοποιεί τελείως το σώμα. Αν, λοιπόν, οι αποστάτες φίλοι της δεν παρουσιαστούν, από εδώ όπου είμαστε θα τη σημαδέψω και θα τη χτυπήσω με μια από αυτές τις βελόνες. Κανένας δεν θα προσέξει τίποτα· αίμα δεν θα πεταχτεί. Και το δηλητήριο θα δράσει αμέσως. Το σώμα της θα φανεί να κρέμεται νεκρό από την αγχόνη, οπότε οι στρατιώτες μας θα την κατεβάσουν και θα τη φέρουν πάλι στα μπουντρούμια των Ανακτόρων.»

Η Θελρίτ χαμογέλασε. «Είσαι ιδιοφυία, αγάπη μου.»

«Οι φιλοφρονήσεις, καλύτερα, μετά την επιτυχία,» είπε ο Νιρμόδος, βάζοντας πάλι το τουφέκι του στη δερμάτινη θήκη.

*

Την πήγαν σ’ένα δωμάτιο στο ισόγειο των Ανακτόρων. Της έδωσαν ένα φόρεμα να φορέσει και, ύστερα, την έβαλαν να καθίσει μπροστά σ’ένα τραπέζι, όπου υπήρχε φαγητό και ποτό. Παρότι τα χέρια της ακόμα έτρεμαν από τόσες ώρες που ήταν δεμένη στο παγερό πέτρινο πάτωμα, η Βατράνια έφαγε και ήπιε χωρίς ιδιαίτερο πρόβλημα.

«Πού,» ρώτησε, «είναι ο Επόπτης;»

Οι στρατιώτες γύρω της – που κανένας δεν είχε καθίσει· όλοι στέκονταν – δεν αποκρίθηκαν.

Η Βατράνια βούτηξε ένα παξιμάδι στο τσάι της και το δάγκωσε. «Δε μπορώ να πιστέψω ότι με φέρατε εδώ ως αγαθοεργία.»

Ένας από τους στρατιώτες γέλασε κοφτά. «Τα κοτόπουλα, έλεγε ο μπάρμπας μου, τα ταΐζουν καλά πριν από τη σφαγή.»

Η Βατράνια στράφηκε να τον κοιτάξει. «Εσύ θα είσαι που θα με σφάξεις;» Προφανώς ήθελε να την τρομοκρατήσει.

«Όχι,» είπε ο στρατιώτης. «Θα τ’αναλάβει άλλος αυτό.»

Η Βατράνια ήπιε μια γουλιά από το τσάι της. «Κρίμα. Ίσως να είχα κι άλλα να πω στον Επόπτη…» Δεν πίστευε, βέβαια, ότι σκόπευαν να τη σκοτώσουν. Τι νόημα θα είχε;

«Κάνει πλάκα, η σκρόφα,» μούγκρισε ένας άλλος στρατιώτης. «Νομίζει ότι τη δουλεύουμε.»

«Δε θα λέει τίποτα όταν το σχοινί θα σφίγγει το λαρύγγι της.»

Η Βατράνια συνοφρυώθηκε καθώς έτρωγε. Τι παράξενο σχόλιο… Τι ήθελε τώρα να πει, ότι θα την κρεμούσαν; Μαλακίες. Ο Επόπτης τής έκανε ψυχολογικό πόλεμο· ήταν προφανές.

Τελείωσε το φαγητό της χωρίς να μιλά άλλο στους στρατιώτες και, μετά, ακούμπησε την πλάτη της στην καρέκλα. Περιμένοντας. Ο Επόπτης δεν θ’αργούσε να παρουσιαστεί, τώρα.

Κανένας, όμως, δεν ήρθε, και η ώρα περνούσε.

«Σας βρίσκεται κανένα τσιγάρο;» ρώτησε η Βατράνια τους στρατιώτες.

«Σκοτώνεις τους συναδέλφους μας και τώρα ζητάς τσιγάρο; Να πας να πηδηχτείς, σκρόφα.»

Ευχαριστώ…

Από το παράθυρο του δωματίου φαινόταν μια από τις αυλές των Ανακτόρων, και ο φωτισμός εκεί έλεγε στη Βατράνια ότι πρέπει πια να πλησίαζε μεσημέρι. Τι ακριβώς σχεδίαζε ο Επόπτης; Να την κάνει να πεθάνει από τη βαρεμάρα; Όχι, βέβαια, πως είχε κανένα παράπονο. Καλύτερα εδώ παρά στα μπουντρούμια. Επιπλέον, ο χρόνος ήταν με το μέρος της. Ο Εδμόνδος κι ο Σθένελος δεν μπορεί να μη σκέφτονταν πώς να τη σώσουν. Θα έρχονταν για να την πάρουν από εδώ.

Το ελπίζω…

Ένας τηλεπικοινωνιακός πομπός κουδούνισε. Ο στρατιώτης τον έβγαλε από τη ζώνη του και τον έφερε στ’αφτί του. «Μάλιστα,» είπε. «Τη φέρνουμε.» Έκλεισε τον πομπό και πρόσταξε τη Βατράνια: «Σήκω πάνω.»

«Θα πάμε βόλτα;» ρώτησε εκείνη καθώς σηκωνόταν.

«Την τελευταία σου,» αποκρίθηκε ένας άλλος, ερχόμενος από πίσω της και περνώντας μια κλειστή κουκούλα στο κεφάλι της.

Τα πάντα, αμέσως, σκοτείνιασαν.

«Ε!» φώναξε η Βατράνια, πιάνοντας τις άκριες της κουκούλας για να την τραβήξει επάνω. «Βγάλτε– Ογκχ!» Κάποιος τη γρονθοκόπησε στην κοιλιά, κάνοντάς τη να διπλωθεί και παραλίγο να ξεράσει ό,τι είχε φάει. Αισθάνθηκε το φαγητό και το τσάι να έρχονται στον λαιμό της και μετά να ξαναπηγαίνουν κάτω.

Οι στρατιώτες τής έδεσαν τα χέρια πίσω από την πλάτη κι άρχισαν να τη σπρώχνουν, αναγκάζοντάς τη να βαδίζει χωρίς να βλέπει τίποτα.

*

Μια κλειστή άμαξα με δύο άλογα μπήκε στη Δυτική Αγορά, χωρίς να έχει κανένα αναγνωριστικό επάνω της. Όταν έφτασε κοντά στο σημείο όπου θα γινόταν ο απαγχονισμός, οι Παντοκρατορικοί στρατιώτες εκεί φώναξαν στο συγκεντρωμένος πλήθος να κάνει πέρα, πέρα! πέρα! Ένας φαρδύς δρόμος δημιουργήθηκε ανάμεσα στους ανθρώπους· η άμαξα πέρασε και σταμάτησε μερικά μέτρα απόσταση από την αγχόνη, γύρω απ’την οποία στέκονταν τέσσερις πολεμιστές της Παντοκράτειρας. Από το εσωτερικό της άμαξας βγήκαν κι άλλοι πολεμιστές, και μαζί τους είχαν μια γυναίκα με κλειστή κουκούλα στο κεφάλι και τα χέρια δεμένα πίσω απ’την πλάτη. Ένας απ’τους στρατιώτες τής έβγαλε την κουκούλα…

…και ο Σθένελος είδε το πρόσωπο της Βατράνιας, μελανιασμένο και τραυματισμένο. Τα ξανθά της μαλλιά ήταν ανακατεμένα, αχτένιστα, και βρομισμένα.

«Οι γαμημένοι…!» σύριξε ο μάγος, από εκεί όπου κοίταζε, κρυμμένος μέσα σ’ένα στενορύμι της Δυτικής Αγοράς.

«Σσς,» του έκανε ο Γεράρδος, που ήταν δίπλα του, φορώντας κάπα κι έχοντας την κουκούλα στο κεφάλι.

«Σιγά μη μ’άκουσαν από δω.»

«Έχεις κανένα έξυπνο ξόρκι για να μας βοηθήσει;» τον ρώτησε ο Γεράρδος, περισσότερο για να τον κάνει να ηρεμήσει παρά γιατί πίστευε ότι ο μάγος όντως θα μπορούσε να προσφέρει κάποια βοήθεια.

«Τι νομίζεις ότι είμαι; Δράκαινα; Ερευνητής είμαι. Φυσικά και όχι.» Ο Σθένελος τράβηξε το πιστόλι του.

Ο Γεράρδος έβγαλε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό του και κάλεσε τη Μάρθα. «Είσαι έτοιμη;»

«Ναι. Να ξεκινήσω;»

«Πάτησέ τους.»

*

Ο Νιρμόδος, στεκόμενος μπροστά στο παράθυρο του επιταγμένου σπιτιού μαζί με τη Θελρίτ, παρακολουθούσε τους στρατιώτες του να βγάζουν την αιχμάλωτη από την άμαξα και να την πηγαίνουν προς την κρεμάλα.

«Τώρα…» μουρμούρισε. «Τώρα πρέπει να δράσουν…»

Η Θελρίτ γέλασε. Ήταν ενθουσιασμένη μ’όλη αυτή την παράσταση.

Η αιχμάλωτη φάνηκε, προς στιγμή, να προσπαθεί να ξεφύγει από τους στρατιώτες, αλλά μερικά γρονθοκοπήματα έδωσαν τέλος στην απερίσκεπτη απόδρασή της. Την έφεραν κάτω απ’την κρεμάλα και πέρασαν την αγχόνη γύρω απ’τον λαιμό της, σφίγγοντάς την.

Ο Ανθυπολοχαγός Τάρθλος έβγαλε ένα χαρτί από την τσέπη του και διάβασε δυνατά, κοιτάζοντας το πλήθος: «Αυτή η γυναίκα είναι αποστάτρια εναντίον της Συμπαντικής Παντοκρατορίας και κατάσκοπος σταλμένη στη Χάρνταβελ από τον Αρχιπροδότη Βασιληά Ανδρόνικο της Απολλώνιας. Εισβάλλοντας στα Ανάκτορα του Υπεράρχη, σκότωσε στρα–»

Ένας πυροβολισμός αντήχησε, και το σχοινί που κρεμόταν από το ικρίωμα της κρεμάλας και κατέληγε στη θηλιά γύρω απ’το λαιμό της αιχμάλωτης κόπηκε.

Αποστάτες όρμησαν από γύρω, κουκουλοφόροι, οπλοφορώντας, και πυροβολώντας τους στρατιώτες κοντά στην αγχόνη.

*

Η Ιζαμπώ και Ισαβέλλα όρμησαν από το βόρεια, κρατώντας δύο πιστόλια η καθεμία και χτυπώντας όποιον λευκοντυμένο πολεμιστή έβλεπαν. Ο Γεράρδος και ο Σθένελος ξεπρόβαλαν από τα ανατολικά, ο πρώτος μ’ένα τουφέκι στα χέρια, ο δεύτερος με το πιστόλι του. Ο Εδμόνδος ήρθε από τα νότια, μαζί με τον Έδουο, ο οποίος είχε επιμείνει να βοηθήσει, εκπλήσσοντας τον Γεράρδο (και βάζοντάς τον σε υποψίες ότι, στην πραγματικότητα, ήθελε να παρακολουθεί – πράγμα το οποίο δεν πείραζε καθόλου, έτσι όπως ήταν η κατάσταση). Ο τροβαδούρος βαστούσε σπαθί και πιστόλι, και το ίδιο κι ο ιερέας, που από τις κινήσεις του φαινόταν σ’ένα έμπειρο μάτι ότι το Εσώτερο Θηρίο είχε ξυπνήσει εντός του.

Η Άνμα’ταρ, που, ακροβολισμένη, είχε πυροβολήσει το σχοινί της κρεμάλας, τώρα έστρεφε το στόχαστρό της για να σημαδέψει στρατιώτες.

Ο Ανθυπολοχαγός Τάρθλος, βλέποντας τους αποστάτες να έρχονται και τους πολεμιστές του να πέφτουν ολόγυρά του, πήδησε μέσα στην κλειστή άμαξα για να καλυφτεί.

Το συγκεντρωμένο πλήθος των γηγενών άρχισε να διαλύεται, τρέχοντας, ουρλιάζοντας.

Ο Γεράρδος βρέθηκε ανάμεσα στους πανικόβλητους ανθρώπους αλλά, παραδόξως, αισθάνθηκε ότι δεν υπήρχε κίνδυνος να ποδοπατηθεί, ούτε να τον καθυστερήσουν απ’το να φτάσει στη Βατράνια. Μπορούσε να δει, να νιώσει, τα στριφτά μονοπάτια που δημιουργούνταν ανάμεσα στο πλήθος και να τ’ακολουθήσει αλάθητα. Σα να βρισκόταν μέσα σε όνειρο.

«Μαζί μου!» φώναξε στον Σθένελο. «Μαζί μου!»

Ο κόσμος περνούσε από γύρω τους λες κι οι δυο τους να ήταν κάτι που οι άλλοι δεν έπρεπε ν’αγγίξουν.

«Τι συμβαίνει;» απόρησε ο μάγος. «Τι…;»

Ο Γεράρδος συνέχισε ν’ακολουθεί τα μονοπάτια ανάμεσα στο πλήθος, τα οποία του φανέρωνε κάποια αίσθηση που δεν ήταν ούτε η όραση ούτε η ακοή. Δεν απάντησε στον Σθένελο, καθώς ζύγωναν τη Βατράνια, η οποία κοίταζε ολόγυρα, σαστισμένη, σα να μην ήξερε προς τα πού να τρέξει.

*

Η Μάρθα και ο Σέλιρ’χοκ είχαν, πριν από ώρες, βγει από την Ερρίθια για να πάρουν τον Κροκόδειλο από εκεί όπου τον είχαν αφήσει. Ο μάγος είχε καθίσει στο ενεργειακό κέντρο και εκείνη στο τιμόνι, και είχαν φέρει το όχημα πιο κοντά στην πόλη, με το περίβλημά του να παίρνει τα χρώματα του περιβάλλοντος και να κρύβεται μέσα στη βλάστηση.

Περίμεναν.

Και μετά, ο Γεράρδος είχε καλέσει τη Μάρθα μέσω πομπού και της είχε πει να ξεκινήσει. Ο Σέλιρ’χοκ είχε ήδη υφάνει τη Μαγγανεία Κινήσεως αφού πλησίαζε μεσημέρι, κι έτσι έφυγαν αμέσως. Η Μάρθα οδήγησε τον Κροκόδειλο προς τη Δυτική Πύλη της Ερρίθιας, τρέχοντας, με μεγάλη ταχύτητα. Στο δρόμο συνάντησε ένα καρό, το χτύπησε ανατρέποντάς το, και συνέχισε. Η πύλη ήταν ανοιχτή, και φρουροί των Παντοκρατορικών και του Υπεράρχη στέκονταν εκεί. Η Μάρθα δεν ελάττωσε καθόλου την ταχύτητα του οχήματος, έχοντας το πόδι της πιεσμένο στο πετάλι. Οι φρουροί τής έκαναν, προς στιγμή, νοήματα να σταματήσει, αλλά, όταν είδαν πως εκείνη τούς αγνοούσε, έτρεξαν δεξιά κι αριστερά για να μην τους πατήσει. Το ίδιο έκαναν και κάποιοι άλλοι που ήταν συγκεντρωμένοι στην πύλη. Άνθρωποι και ζώα φώναζαν και έτρεχαν.

Η Μάρθα έβαλε τον Κροκόδειλο στους δρόμους της Ερρίθιας, διαλύοντας ό,τι έβρισκε στο πέρασμά της.

*

«Μακριά!» φώναζε ο Έδουος. «Κάντε πέρα!» Και το πλήθος παραμέριζε μπροστά από εκείνον και τον Εδμόνδο, μοιάζοντας να φοβάται τον ιερέα περισσότερο από τους πυροβολισμούς που αντηχούσαν από γύρω. Ο τροβαδούρος δεν αδικούσε τον κόσμο: κι εκείνος ένιωθε έναν δυνατό, παράλογο τρόμο, σαν να ήξερε πως είχε ένα άγριο θηρίο πλάι του το οποίο μπορεί, από στιγμή σε στιγμή, να στρεφόταν και να τον έτρωγε.

Υψώνοντας το πιστόλι του πυροβόλησε έναν Παντοκρατορικό στρατιώτη, και ο Έδουος πυροβόλησε άλλον έναν, καθώς το πλήθος χωριζόταν σαν ποταμός εμπρός τους.

«Θάνατος! Θάνατος στους τυράννους!» φώναζε ο ιερέας: κι η φωνή του γέμιζε με τρόμο όσους την άκουγαν.

Μετά, όμως, μια άλλη φωνή αντήχησε στη Δυτική Αγορά, πάνω από τη φωνή του Έδουου, πάνω από τα ουρλιαχτά του πλήθους, πάνω από τους πυροβολισμούς.

Η φωνή του Παντοκρατορικού Επόπτη, μεγεθυσμένη από τηλεβόα.

«ΕΠΙΘΕΣΗ! ΕΠΙΘΕΣΗ! ΤΩΡΑ!»

Και από τα τριγυρινά οικήματα ένας χείμαρρος από Παντοκρατορικούς στρατιώτες βγήκε, φέροντας τουφέκια, πιστόλια, και σπαθιά.

«Παραδοθείτε!» φώναζαν στους αποστάτες. «Πετάξτε τα όπλα σας κάτω! Παραδοθείτε!»

Ο Γεράρδος και ο Σθένελος είχαν ήδη βρεθεί κοντά στη Βατράνια, και ο μάγος την τράβηξε κοντά του. «Εμείς είμαστε,» της είπε.

Η Βατράνια βλεφάρισε, ξαφνιασμένη. «Σθένελε… Το ήξερα ότι θα ερχόσασταν.»

«Πρέπει να φύγουμε κιόλας,» είπε ο Γεράρδος, πυροβολώντας έναν από τους Παντοκρατορικούς στρατιώτες που πλησίαζαν.

Η Βατράνια δεν μπορούσε να δει καθαρά το πρόσωπό του μέσα από την κουκούλα της κάπας του. «Γεράρδε; Εσύ είσαι; Εσύ!»

Η Ιζαμπώ και η Ισαβέλλα βρίσκονταν επίσης κοντά, τώρα· και ο Εδμόνδος κι ο Έδουος ζύγωναν πυροβολώντας ολόγυρα, τους Παντοκρατορικούς. Ορισμένοι απ’αυτούς ανταπέδωσαν τα πυρά, αν και μάλλον οι διαταγές τους ήταν να αιχμαλωτίσουν, όχι να σκοτώσουν, υπέθεταν οι επαναστάτες από τις κινήσεις τους.

«ΠΑΡΑΔΟΘΕΙΤΕ,» αντήχησε η φωνή του Επόπτη. «ΠΑΡΑΔΟΘΕΙΤΕ ΚΑΙ ΚΑΝΕΝΑΣ ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΙ. ΑΦΗΣΤΕ ΤΑ ΟΠΛΑ ΣΑΣ ΚΑΤΩ.»

Ουρλιαχτά, ξαφνικά, από τα δυτικά. Και το μούγκρισμα τροχών επάνω στο πλακόστρωτο.

Ένα μεγάλο εξάτροχο όχημα ερχόταν, διαλύοντας πάγκους εμπόρων, χτυπώντας γαϊδούρια και σκυλιά που βρίσκονταν στον δρόμο του, σπάζοντας κάρα.

Ο Κροκόδειλος.

Ήρθε πίσω από τους Παντοκρατορικούς πολεμιστές κι έπεσε επάνω τους, τσακίζοντας κάτω απ’τους τροχούς του όσους δεν πρόλαβαν να απομακρυνθούν.

Η Άνμα’ταρ, που ήταν σκαρφαλωμένη σε μια στέγη, είδε το όχημα να περνά από κάτω της και πήδησε στην οροφή του. Βρέθηκε εκεί γονατισμένη στο ένα γόνατο και πιασμένη γερά με το ένα χέρι· και έμεινε έτσι, υψώνοντας το τουφέκι της με το άλλο χέρι και πυροβολώντας συνεχόμενα.

Οι Παντοκρατορικοί, αιφνιδιασμένοι, τρομαγμένοι, σκορπίζονταν.

«ΜΗ ΦΕΥΓΕΤΕ! ΣΤΑΜΑΤΗΣΤΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΟΧΗΜΑ!» αντήχησε η φωνή του Επόπτη.

«Άντε γαμήσου γαμημένε καριόλη παιδί του Λοκράθου!» φώναξε η Μάρθα από το παράθυρο του Κροκόδειλου, οδηγώντας το όχημά της πάνω στην κλειστή άμαξα που είχε φέρει τη Βατράνια στην κρεμάλα. Η άμαξα τινάχτηκε παραδίπλα, κουτρουβαλώντας, ενώ τα ξύλα της διαλύονταν, οι τροχοί της έφευγαν.

Η Μάρθα σταμάτησε τον Κροκόδειλο μ’έναν δυνατό τρίξιμο τροχών που ράγισε το πλακόστρωτο από κάτω τους. «Ελάτε!» φώναξε στους άλλους επαναστάτες, καθώς η Άνμα’ταρ πηδούσε από την οροφή του οχήματος για να βρεθεί πλάι στον Έδουο. «Γρήγορα! προτού αυτοί οι γαμιόληδες συνέλθουν.»

Ο Γεράρδος άνοιξε την πίσω πόρτα του Κροκόδειλου κι όλοι ανέβηκαν. Ο Εδμόνδος έκλεισε.

«Στο λιμάνι!» φώναξε ο Γεράρδος στη Μάρθα. «Στο λιμάνι!»

«Ναι, τα έχουμε πει,» αποκρίθηκε εκείνη, πατώντας το πετάλι και βάζοντας τους έξι μεγάλους τροχούς σε κίνηση.

«ΚΥΝΗΓΗΣΤΕ ΤΟΥΣ!» αντήχησε η φωνή του Επόπτη. «ΚΥΝΗΓΗΣΤΕ ΤΟΥΣ! ΚΥΝΗΓΗΣΤΕ ΤΟΥΣ!»

Πυροβολισμοί τούς ακολουθούσαν καθώς έφευγαν από τη Δυτική Αγορά, στρίβοντας νότια και διαλύοντας ό,τι βρισκόταν μπροστά τους. Οι δρόμοι της Ερρίθιας ήταν στενοί, όχι φτιαγμένοι για μεγάλα οχήματα – και σίγουρα όχι για καταδιώξεις μέσα σε μεγάλα οχήματα. Η Μάρθα δεν μπορούσε να περάσει από παντού, κι από εκεί όπου μπορούσε να περάσει έπρεπε οπωσδήποτε να κάνει καταστροφές, θέλοντας και μη.

Ο Γεράρδος ήρθε και κάθισε δίπλα της. «Ωραία οδήγηση.»

«Άντε γαμήσου.»

Ο Γεράρδος μειδίασε.

Το λιμάνι δεν ήταν μακριά, και δεν άργησαν να φτάσουν. Το μέρος ήταν σχεδόν άδειο όταν βρέθηκαν κοντά στις αποβάθρες, καθώς ο κόσμος, ουρλιάζοντας, έτρεχε ν’απομακρυνθεί από το όχημα που πατούσε τα πάντα στο πέρασμά του.

«Θα λέγονται ιστορίες για χρόνια γι’αυτή την υπόθεση,» είπε ο Εδμόνδος, από πίσω.

«Και γαμώ,» είπε η Μάρθα. «Θα μας βρίζουν κάθε νύχτα.»

«Σέλιρ,» είπε ο Γεράρδος, «είσαι έτοιμος;»

«Εννοείται, Καπετάνιε,» απάντησε ο μάγος, κι άρχισε το Ξόρκι Μηχανικής Μεταβλητότητος, καθισμένος στο ενεργειακό κέντρο του οχήματος.

Η Μάρθα οδήγησε τον Κροκόδειλο προς τις αποβάθρες ενώ η μορφή του είχε ήδη αρχίσει να μεταβάλλεται. Οι τροχοί του πάτησαν επάνω σε ξύλα που έσπασαν από κάτω τους – και μετά, το όχημα βρέθηκε μέσα στο νερό του ποταμού. Αλλά δεν ήταν πια όχημα. Όχι ακριβώς. Επέπλεε. Και η μεταμόρφωσή του σύντομα ολοκληρώθηκε. Έγινε δικάταρτο πλοίο με ενεργειακή μηχανή.

Το τιμόνι είχε αλλάξει στα χέρια της Μάρθας, όπως και η κονσόλα μπροστά της. «Προς τα πού, Καπετάνιε;» ρώτησε.

«Βόρεια. Αν μας ακολουθήσουν, στο Κεντροδάσος θα τους ξεφύγουμε πιο εύκολα.»

Κεφάλαιο 35
Ο Υπόγειος Βασιληάς Αποφασίζει

Γι’ακόμα μια φορά η μεγάλη αίθουσα της Βασιλικής Οικίας ήταν ανάστατη. Ο Κάλροοθ καθόταν στον κοκάλινο θρόνο του και παρακολουθούσε τους υπηκόους του να διαπληκτίζονται σχετικά με τους ξένους. Οι ανιχνευτές του και ο Νερκάλοοτ είχαν επιστρέψει χτες βράδυ και τα νέα που είχαν φέρει ήταν ανησυχητικά. Οι κάτοικοι του άλλου κόσμου δεν ήταν φιλικοί. Μόλις τους είχαν δει να ζυγώνουν, είχαν πυροβολήσει. Κι επιπλέον, ο Οφθαλμός της Ψυχής είχε δηλώσει πως κάποια άγνωστη παρουσία θεϊκής δύναμης τον εμπόδιζε όχι μόνο να στείλει το πνεύμα του μέσα από το άνοιγμα για να ερευνήσει τον άλλο κόσμο, αλλά και να επηρεάσει το μυαλό των ξένων ώστε να τους κάνει να «παραβλέψουν» τους ανιχνευτές μες στο σκοτάδι της νύχτας.

Τι έπρεπε να γίνει τώρα;

Ο Κάλροοθ, ασφαλώς, δεν ήταν πρόθυμος να εγκαταλείψει το όνειρό του – το όνειρο να οδηγήσει τον λαό του σ’έναν κόσμο καταπράσινο όπως στις Παλαιές Διηγήσεις. Όμως δεν ήθελε να έρθει και σε σύγκρουση με τους ξένους παρά μονάχα αν αυτό αποδεικνυόταν απαραίτητο.

Η Βασιλική Σύζυγός του, η Ελκέρτα, ήταν υπέρ του να επιτεθούν μέσα από το άνοιγμα, αν μη τι άλλο για να κάνουν μια επιδρομή. Θα πάρουμε πολλές πληροφορίες έτσι, είχε πει στον Κάλροοθ, τη νύχτα. Θα δούμε πώς είναι το τοπίο πέρα από το άνοιγμα, κατά πρώτον. Κι επιπλέον, λαφυραγωγώντας θα μάθουμε διάφορα για το πώς ζουν αυτοί οι άνθρωποι και τι εργαλεία χρησιμοποιούν. Ο Κάλροοθ, όμως, δεν ήθελε να κάνει τίποτα βιαστικό. Τα πάντα έπρεπε να γίνουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, αν ήταν να οδηγήσει τον λαό του σ’έναν καινούργιο κόσμο. Είχε πει στην Ελκέρτα ότι δεν θα έπαιρνε απόφαση τόσο γρήγορα· θα καλούσε και τους υπόλοιπους, το πρωί, για να συζητήσουν.

Και τώρα συζητούσαν. Ή, μάλλον, φώναζαν.

Η Ελκέρτα πρότεινε πάλι μια γρήγορη επιδρομή πέρα από το άνοιγμα. Ο Βασιλικός Υπασπιστής Νάρκλοομ διαφωνούσε, λέγοντας πως δεν ήξεραν ακόμα τι όπλα μπορεί να είχαν οι ξένοι και καλύτερα, επομένως, να μην προκαλούσαν την οργή τους. Ο μεγάλος γιος του Κάλροοθ, ο Πρίγκιπας-Διάδοχος Όσραοκ, έμοιαζε να διαφωνεί με τον Βασιλικό Υπασπιστή αλλά ώς ένα σημείο: πρότεινε να επιτεθούν στους ξένους, μαζικά, μόλις μάθαιναν αρκετά γι’αυτούς ώστε να είναι κατάλληλα προετοιμασμένοι. Γιατί, εκτός των άλλων, έλεγε, υπήρχε ο κίνδυνος οι ξένοι να επετίθεντο πρώτοι! Η Νιρντέτα, η αδελφή του Κάλροοθ, διαφωνούσε με τον Όσραοκ, ισχυριζόμενη ότι αποκλείεται, όποιοι κι αν ήταν αυτοί οι ξένοι, να έρχονταν να κατακτήσουν μια ερημιά. Η Φαλτίκα, η κόρη του Κάλροοθ, συμφωνούσε με τη θεία της, ένθερμα, και κατηγορούσε την Ελκέρτα ότι προσπαθούσε να βάλει σε κίνδυνο ολόκληρη τη Νίρμικιτ.

«Σταθείτε λίγο!» φώναξε ο Νάσκερελ, ο αδελφός του Κάλροοθ, που ήταν πρασινόδερμος σαν τον Βασιληά και κουτσός από τη δεξιά μεριά· κρατούσε ένα λαξευτό ραβδί για να στηρίζεται, καθώς σηκωνόταν τώρα από τη θέση του. «Σταθείτε λίγο, λέω!» Η φωνή του χανόταν μέσα στη βαβούρα· ο Κάλροοθ αναρωτιόταν αν κανένας εκτός από εκείνον είχε ακούσει τον αδελφό του. «Σταθείτε λίγο, να μιλήσουμε λογικά, μα την Πνοή του Καρμόνκον!»

Αυτή η κραυγή, τελικά, τράβηξε την προσοχή τους. Στράφηκαν να κοιτάξουν τον Βασιλίσκο Νάσκερελ, κι εκείνος βρήκε την ευκαιρία να μιλήσει χωρίς να φωνάζει: «Σε περίπτωση που το έχετε λησμονήσει, έχουμε τέσσερις αιχμαλώτους. Τέσσερις ανθρώπους από τον άλλο κόσμο. Μπορούμε να τους χρησιμοποιήσουμε για να συνεννοηθούμε, ίσως, με τους φύλακες του ανοίγματος.»

«Ξεχνάς, όμως, θείε, ότι δεν ξέρουμε τη γλώσσα των αιχμαλώτων,» είπε ο Πρίγκιπας-Διάδοχος Όσραοκ. «Τι νόημα θα είχε να τους πάμε μπροστά στους φύλακες του ανοίγματος αν δεν μπορούμε να μιλήσουμε μαζί τους.»

«Κι αν μπορούσαμε να μιλήσουμε τη γλώσσα τους,» έθεσε το ερώτημα ο Ρέσλοοτ, το τρίτο παιδί του Κάλροοθ, «ποιος ο λόγος να μην επικοινωνήσουμε οι ίδιοι με τους φύλακες του ανοίγματος, αδελφέ;»

«Μην είσαι ανόητος, Ρέσλοοτ! Αλλιώς θα αντιδράσουν οι φύλακες αν δουν κάποιους που γνωρίζουν.»

Ο Ρέσλοοτ ατένισε τον Όσραοκ οργισμένα. Ανέκαθεν οι δυο τους είχαν κόντρες, που ο Κάλροοθ όσο κι αν προσπαθούσε δεν μπορούσε να αμβλύνει. Ο Ρέσλοοτ νόμιζε ότι ο μεγάλος του αδελφός τον υποτιμούσε, κι ο Κάλροοθ σκεφτόταν πως, ορισμένες φορές, ίσως όντως έτσι να ήταν. Ο Όσραοκ μιλούσε, κάπου-κάπου, πολύ απερίσκεπτα στον Ρέσλοοτ.

«Σε λίγο καιρό θα μπορούμε να επικοινωνήσουμε με τους ξένους,» είπε εμφατικά ο Νάρκλοομ· και στράφηκε στη Χονρέπα, η οποία, μέχρι στιγμής, ήταν σιωπηλή. «Έτσι δεν είναι;»

Η Οφθαλμός της Ζωής ένευσε. «Χτες, μιλώντας αρκετές ώρες με τον Τέρι Κάρμεθ, έκανα αξιοσημείωτη πρόοδο, νομίζω.»

«Δεν έχουμε χρόνο για τέτοιες ανοησίες!» φώναξε η Ελκέρτα. «Μέχρι να καταφέρεις να μάθεις τη γλώσσα των ξένων, θα έχουμε χάσει την ευκαιρία μας. Κατ’αρχήν, οι ξένοι θα είναι καλύτερα προετοιμασμένοι για εμάς. Κατά δεύτερον, πρέπει εμείς να πάμε πρώτοι στον καινούργιο κόσμο, όχι ν’αφήσουμε τους κατοίκους άλλων πόλεων να πάνε πριν από εμάς!»

«Δεν ακολουθούμε στρατιωτικές τακτικές ληστών στη Νίρμικιτ, μα όλους του υπόγειους θεούς!» αντιγύρισε ο Νάρκλοομ, εκνευρισμένα, κοπανώντας τη γροθιά του επάνω στο κοκάλινο τραπέζι μπροστά στο οποίο στεκόταν.

Η Ελκέρτα ήταν έτοιμη ν’αποκριθεί με μάλλον άγριο τρόπο, όταν ο Κάλροοθ μίλησε, ξαφνιάζοντάς τους: «Χονρέπα,» ρώτησε, «τι έχεις μάθει από τον Τέρι Κάρμεθ;»

«Πρέπει να είναι αξιωματικός, Μεγαλειότατε, σε κάποιον μεγάλο στρατό. Έχει μια σύζυγο που ονομάζεται Αρίνη. Επιμένει ότι δεν είναι εχθρός μας, και ζητά να ελευθερώσουμε εκείνον και τους άλλους τρεις, οι οποίοι πρέπει να είναι στρατιώτες του.»

«Τι ξέρει για το άνοιγμα;» ρώτησε ο Κάλροοθ.

«Απ’ό,τι κατάλαβα,» απάντησε η Χονρέπα, «δεν ξέρει τίποτα. Πρέπει να είναι το ίδιο παραξενεμένος όπως εμείς.»

«Σου είπε κάτι για τον… θεό που αισθάνθηκε ο Νερκάλοοτ στον άλλο κόσμο; Γι’αυτή τη μεγάλη δύναμη;»

«Όχι, Μεγαλειότατε. Δεν το ανέφερε καθόλου. Την επόμενη φορά θα τον ρωτήσω, όμως.»

«Έμαθες τίποτ’άλλο;»

«Όχι, Βασιληά μου. Αυτά, προς το παρόν.»

«Αυτά,» είπε η Ελκέρτα, κάπως ειρωνικά, «μας είναι, ουσιαστικά, άχρηστα.»

«Προσπαθώ να του διδάξω διάφορες λέξεις, Υψηλοτάτη. Όσο περισσότερες λέξεις ξέρει, τόσο πιο εύκολο θα είναι να επικοινωνήσω μαζί του. Και συγχρόνως, βέβαια, μαθαίνω κι εγώ τη δική του γλώσσα.»

«Να συνεχίσεις έτσι, Χονρέπα,» είπε ο Κάλροοθ. «Έχεις κάνει πολύ καλή δουλειά ώς τώρα.»

«Ευχαριστώ, Μεγαλειότατε,» αποκρίθηκε η Λιθοφόρος, με μια σύντομη υπόκλιση που έκανε τη θρισίρτα στον ώμο της να γυαλίσει.

Η Ελκέρτα έριξε ένα βλέμμα στη Χονρέπα κι ένα βλέμμα στον Κάλροοθ, και δεν έμοιαζε ευχαριστημένη. Ο Βασιληάς νόμιζε ότι η σύζυγός του ζήλευε τη Λιθοφόρο επειδή εκείνος τής έδειχνε περισσότερο ενδιαφέρον απ’ό,τι σε άλλους αυλικούς. Η αλήθεια ήταν ότι του Κάλροοθ τού άρεσε η Χονρέπα σαν γυναίκα, αλλά ποτέ δεν είχε συμβεί τίποτα μεταξύ τους και, μάλλον, ποτέ δεν θα συνέβαινε. Εκείνη δεν έδειχνε τον ίδιο ενθουσιασμό με τον Βασιληά, κι ο Βασιληάς δεν ήθελε να την πιέσει χρησιμοποιώντας την ανώτερη κοινωνική του θέση. Θα ήταν ανόητο.

«Θα περιμένουμε,» είπε ο Κάλροοθ στους συγκεντρωμένους αυλικούς του, «μέχρι που να μπορούμε να επικοινωνήσουμε καλά με τον Τέρι Κάρμεθ και να τον βάλουμε να μιλήσει με τους φρουρούς του ανοίγματος.»

«Μα, ώς τότε–!» άρχισε η Ελκέρτα.

«Θα έχουμε παρατηρητές στην έρημο, όπως πάντα. Αν δουν κάποιον κίνδυνο, θα μας ειδοποιήσουν.»

«Και οι βασιληάδες των άλλων πόλεων;»

«Αποκλείεται να έχουν από τώρα μάθει για το άνοιγμα.»

«Ίσως, όμως, να έχουν μάθει για άλλα ανοίγματα,» επέμεινε η Ελκέρτα. «Οι Θεογνώστες είπαν ότι, μάλλον, υπάρχουν κι άλλα ανοίγματα.»

«Δεν έχω, όμως, ξαναμιλήσει μαζί τους. Αλλά, όπως και νάχει, δεν θα επιτεθώ σ’αυτούς τους ξένους τόσο γρήγορα. Όχι όταν μπορώ να αποφύγω την αιματοχυσία.» Και στρεφόμενος στη Χονρέπα, ρώτησε: «Σε πόσες ημέρες νομίζεις ότι θα μπορείς να συνεννοηθείς καλά με τον Τέρι Κάρμεθ, Χονρέπα;»

«Σε πέντε ημέρες πρέπει να μπορούμε να καταλάβουμε ο ένας τον άλλο, Βασιληά μου.»

«Ορίστε,» είπε ο Κάλροοθ στη Βασιλική Σύζυγό του και στους υπόλοιπους. «Πέντε ημέρες δεν είναι τόσος πολύς καιρός για να περιμένουμε. Μην ξεχνάτε ότι ο κόσμος πέρα από το άνοιγμα είναι όπως ο κόσμος που ξέρουμε από τις Παλαιές Διηγήσεις. Θέλετε να βιαστούμε για να τον αποκτήσουμε; Θέλετε να ριψοκινδυνέψουμε να γίνει κάποιο λάθος; Εγώ λέω όχι! Κανένα λάθος δεν πρέπει να γίνει! Πρέπει, στο τέλος, να κατοικήσουμε σ’αυτό τον κόσμο! Τον δικαιούμαστε, ύστερα από τόσες σκοτεινές μέρες εδώ, κάτω από τη γη!»

Φωνές που συμφωνούσαν μαζί του ακούστηκαν απ’όλη την αίθουσα, όχι μονάχα από την οικογένειά του, τους Λιθοφόρους, και τους αξιωματούχους, αλλά κι από τους παρευρισκόμενους υπηρέτες και φρουρούς.

Ναι, σκέφτηκε ο Κάλροοθ, χαμογελώντας μέσα στα λευκά μούσια του, μοιράζονται κι αυτοί το όραμά μου. Φυσικά.

Θα ξαναζήσουμε στον Παλαιό Κόσμο! Θα είναι σαν όνειρο που είχαμε λησμονήσει.

*

Οι Θεογνώστες ήρθαν όταν η αίθουσα είχε αδειάσει λιγάκι. Πριν, βρίσκονταν εδώ και τα πέντε παιδιά του Κάλροοθ· τώρα, είχαν μείνει μόνο ο Όσραοκ και η Φαλτίκα. Η Χονρέπα είχε φύγει, αλλά ο Νερκάλοοτ ήταν εδώ, όπως επίσης και ο Βασιλικός Υπασπιστής Νάρκλοομ, ο Βασιλίσκος Νάσκερελ, και η Βασιλική Σύζυγος Ελκέρτα.

Ο τυφλός γέρο-Θεογνώστης Κέρφαοκ και η Θεογνώστρια Νιτκέτκα, ως συνήθως, δεν υποκλίθηκα μπροστά στον Βασιληά της Νίρμικιτ. Ούτε καν χαιρέτησαν.

Ο Κάλροοθ τούς μίλησε πρώτος: «Μου είπατε ότι θα ερχόσασταν σε επαφή με τους θεούς σας· ότι θα μου λέγατε περισσότερα για το τι συμβαίνει, και πώς να προστατέψω τον λαό μου.»

«Ο Καρμόνκον. Πολύ φοβισμένος είναι, Βασιληά Κάλροοθ,» είπε ο Κέρφαοκ, στηριζόμενος στο μακρύ ραβδί του. Το κεφάλι του ήταν στραμμένο με τρομαχτική ακρίβεια προς τη μεριά του Κάλροοθ, παρότι ο γέρο-Θεογνώστης ήταν τυφλός και τα μάτια του κρυμμένα πίσω από ένα μαύρο πανί. «Η Καταιγίδα των Βαθών ουρλιάζει και ουρλιάζει. Θυμωμένη. Μεγάλος θυμός. Κάτι ξένο πλησιάζει.»

Ασυναρτησίες όπως πάντα! σκέφτηκε, εκνευρισμένα, ο Κάλροοθ. Ο Θεογνώστης δεν είχε, ουσιαστικά, απαντήσει σε καμία από τις ερωτήσεις του. «Τι είναι τα ανοίγματα; Γιατί δημιουργούνται;»

«Ένας μεγάλος πόνος. Από παντού. Καταστροφή πλησιάζει.»

Κατάρες και σκοτάδια! Τι να καταλάβω από τούτα; Ο Κάλροοθ έστρεψε το βλέμμα του στη Νιτκέτκα. «Τι σου λέει η δική σου θεά;»

«Αρνήθηκε να μιλήσει μαζί μου, Βασιληά,» αποκρίθηκε η Θεογνώστρια με τη λαρυγγώδη φωνή της. «Ήταν μακριά και δε δεχόταν νάρθει κοντύτερα. Και δεν είναι κανείς να παίζει με την Τορθόλμεθ.»

«Ρωτήσατε τι μπορώ να κάνω για να προστατέψω τον λαό μου;»

«Καταστροφή έρχεται, Βασιληά Κάλροοθ,» είπε ο Κέρφαοκ. «Τρώει τον κόσμο μας… Αργά-αργά τον τρώει. Τον ροκανίζει. Τα πάντα στο τέλος τους θέλουν να έρθουν.»

Τα λόγια του Θεογνώστη έκαναν ένα ρίγος να διατρέξει τη ράχη του Κάλροοθ. Δεν μπορώ ν’ακούω άλλες ανοησίες! σκέφτηκε. Δεν είναι δυνατόν! Δεν είναι δυνατόν ο κόσμος μας να καταστρέφεται!

Η Ελκέρτα ρώτησε τον Κέρφαοκ: «Αυτή η καταστροφή που λες, πόσο γρήγορα θα έρθει; Είναι θέμα ημερών; Μηνών; Χρόνων;»

«Δεν γνωρίζω. Αλλά δεν αργεί. Όχι, καθόλου δεν αργεί.»

Η Ελκέρτα στράφηκε στον Κάλροοθ. «Σ’το είπα, και σ’το ξαναλέω: Πρέπει να βιαστούμε.»

Εκείνος ύψωσε το χέρι του. Ανοησίες! Τρέλες! Στους Θεογνώστες είπε: «Μου λέτε, λοιπόν, ότι δεν υπάρχει τίποτα που μπορώ να κάνω για να προστατέψω τον λαό μου από αυτή την… καταστροφή;»

«Όταν οι θεοί τρομάζουν, Βασιληά,» αποκρίθηκε η Νιτκέτκα, «τι μπορούμε εμείς να κάνουμε;»

Ο Κέρφαοκ δεν μίλησε, αλλά η στάση του και η σιωπή του έλεγαν πως συμφωνούσε.

Δεν είναι να περιμένω τίποτα απ’αυτούς! σκέφτηκε ο Κάλροοθ. Τίποτα παρά ασυναρτησίες και γενικολογίες. Παρ’όλ’αυτά, δεν πίστευε ότι οι Θεογνώστες έλεγαν ψέματα. Πρέπει, όντως, κάτι επικίνδυνο να είχε αρχίσει να συμβαίνει στον κόσμο. Κι αν ήταν έτσι, τότε… τότε είμαστε, τουλάχιστον, τυχεροί που υπάρχει το άνοιγμα. Θα φύγουμε από εδώ και θα πάμε σ’ένα μέρος όπως στις Παλαιές Διηγήσεις.

«Όταν έχετε περισσότερα να μου πείτε, να ξανάρθετε,» είπε ο Κάλροοθ στους Θεογνώστες. «Τώρα, μπορείτε να πηγαίνετε.»

Ο Κέρφαοκ και η Νιτκέτκα αποχώρησαν από τη μεγάλη αίθουσα.

Ο Όσραοκ είπε: «Οι προειδοποιήσεις τους, πατέρα, μου φάνηκαν σοβαρές. Δε νομίζω ότι οφείλουμε να τους πάρουμε αψήφιστα.»

«Εξαρχής έλεγα ότι πρέπει να βιαστούμε!» τόνισε η Ελκέρτα.

«Δεν θα έρθει το τέλος του κόσμου μέσα σε μερικές ημέρες,» είπε ο Κάλροοθ. «Θα περιμένουμε μέχρι η Χονρέπα να μπορεί να συνεννοηθεί με τον Τέρι Κάρμεθ.»

«Κι αν έρθει το τέλος του κόσμου, πατέρα;» έθεσε το ερώτημα ο Όσραοκ.

«Σ’αυτή την περίπτωση, έτσι κι αλλιώς δεν προλαβαίνουμε να φύγουμε. Νομίζεις ότι τόσο εύκολα οι ξένοι θ’αφήσουν ολόκληρο τον λαό μας να περάσει από το άνοιγμα; Ειδικά αν τους επιτεθούμε;»

«Βασιληά μου,» είπε ο Νάρκλοομ, που ήταν ευχαριστημένος γιατί έβλεπε ότι τα πράγματα πήγαιναν όπως τα ήθελε, «η απόφασή σας είναι σοφή και συνετή. Πράγματι, δεν έχουμε τίποτα να κερδίσουμε με μια βιαστική επίθεση κατά των ξένων.» Τελικά, σκέφτηκε, η κρίση του Βασιληά μας δεν είναι θολωμένη από την εμμονή του με τον Παλαιό Κόσμο, ούτε η Ελκέρτα μπορεί να τον επηρεάσει τόσο όσο φοβόμουν. Ευτυχώς. Κι ετούτο σήμαινε ότι ο Νάρκλοομ δεν θα χρειαζόταν να βάλει κανένα ακραίο σχέδιο σε εφαρμογή: κανένα σχέδιο που θα κινδύνευε, ίσως, να τον κάνει να φανεί προδότης στη Νίρμικιτ.

Ο Κάλροοθ κατέβηκε από τον θρόνο του και βάδισε μέσα στην αίθουσα. «Θα επιτεθούμε μονάχα αν είναι απαραίτητο,» είπε: «αν μιλήσουμε μαζί τους και δεν δεχτούν να μας επιτρέψουν να περάσουμε. Γιατί δεν πρόκειται ν’αφήσω τον λαό μου μέσα σ’αυτές τις σπηλιές, όταν υπάρχει λίγο παραπέρα ένας κόσμος όπως μονάχα οι πρόγονοί μας τον ήξεραν!»

Η Ελκέρτα, στεκόμενη δίπλα στον κοκάλινο θρόνο, σταύρωσε τα χέρια της εμπρός της. Φοβάται πως αν κάνει μια λάθος κίνηση, ο καινούργιος κόσμος θα εξαφανιστεί, σκέφτηκε. Φοβάται πως το όνειρό του για την επιστροφή στον Παλαιό Κόσμο θα γίνει ανέφικτο. Παλιότερα, δεν ήταν έτσι. Παλιότερα, θα έδειχνε πιο πολύ σθένος. Αν είχε περισσότερη υποστήριξη μέσα στη Βασιλική Οικία, η Ελκέρτα θα επιχειρούσε να κάνει κάτι μόνη της: να πάρει μερικούς πολεμιστές και να περάσει το άνοιγμα για να πλιατσικολογήσει. Αλλά η αλήθεια ήταν ότι η υποστήριξη που είχε εδώ ήταν ελάχιστη. Σχεδόν ανύπαρκτη. Και ο Νάρκλοομ και κάτι άλλα ερπετά, όπως η Φαλτίκα, δεν έβλεπαν την ώρα η Ελκέρτα να κάνει κάποιο λάθος, ώστε να μπορέσουν να πείσουν τον Κάλροοθ να την αποβάλει από Βασιλική Σύζυγο. Θα τους πληρώσω, όμως, όπως τους αξίζει όταν είμαστε όλοι σ’αυτόν τον καινούργιο κόσμο.

Καινούργιος κόσμος, καινούργια έθιμα. Καινούργιοι νόμοι.

Η Ελκέρτα θα φρόντιζε να φτιάξει τα πράγματα έτσι που να τη συμφέρουν.

*

Η παράξενη γυναίκα με τον κίτρινο λίθο στον αριστερό ώμο και το μοβ δέρμα, η οποία ονομαζόταν Χονρέπα και πρέπει να ήταν μάγισσα, μίλησε πάλι για κάποιες ώρες με τον Τέρι προσπαθώντας να του διδάξει τη γλώσσα του υπόγειου λαού ενώ, συγχρόνως, προσπαθούσε κι εκείνη να καταλάβει τη δική του γλώσσα. Είχαν πια αρχίσει να συνεννοούνται κάπως. Πολύ γενικά, ασφαλώς, αλλά ήταν ένα βήμα.

Ένα βήμα προς την ελευθερία μας, σκεφτόταν ο Τέρι· γιατί δεν νόμιζε ότι αλλιώς θα τους άφηναν να βγουν από τούτες τις φυλακές. Δεν μας εμπιστεύονται, κι αυτό δεν είναι παράλογο. Αλλά η δική μας θέση είναι δύσκολη: πρέπει να επιστρέψουμε στη Χάρνταβελ, όσο το δυνατόν πιο γρήγορα!

Καθώς η Χονρέπα έφευγε, στρατιώτες ήρθαν και έφεραν φαγητό στα κελιά του Τέρι και των στρατιωτών του: έναν χυλό στον καθέναν και μια μεγάλη πήλινη κούπα με νερό. Μετά, έφυγαν κι αυτοί.

«Δε μπορούμε να καθόμαστε έτσι, κύριε Ταγματάρχη,» είπε ο Ρίμναλ, από το κελί στ’αριστερά του Τέρι. «Πρέπει να δραπετεύσουμε. Ίσως αν αιχμαλώτιζες αυτή τη Χονρέπα και την απειλούσες, να μπορούσαμε να βγούμε από τις φυλακές. Μου φαίνεται για σημαντική· δε θα την αφήσουν να πεθάνει.»

«Και μετά;» τον ρώτησε ο Τέρι, απότομα. «Πώς θα βρούμε το δρόμο μας για να φτάσουμε στην επιφάνεια αυτή της διάστασης, μπορείς να μου πεις;»

«Θα τα καταφέρουμε κάπως!» μούγκρισε ο Ρίμναλ, και κλότσησε τα σιδερένια κάγκελα του κελιού του. «Καθόμαστε εδώ και το μόνο που κάνουμε είναι να τρώμε αυτά τα σκατά που μας δίνουν!»

«Τουλάχιστον, το φαγητό δεν μας έχει πειράξει ξανά,» είπε ο Τέρι. «Και νομίζω ότι έχω αρχίσει να συνεννοούμαι με τη Χονρέπα. Όταν μπορώ να της μιλήσω κανονικά, θα της εξηγήσω, και θα μας βγάλουν από εδώ.»

«Πώς είσαι τόσο σίγουρος;» τον ρώτησε η Βίλνα, από ένα απ’τα αντικρινά κελιά. «Μπορεί νάχουν άλλα πράγματα στο μυαλό τους. Την έχεις ρωτήσει;»

«Δεν είναι εύκολο να τη ρωτήσω κάτι τέτοιο ακόμα. Σύντομα, όμως.»

«Κι άμα σου πει ότι δεν σκοπεύουν να μας ελευθερώσουν, τότε τι θα κάνουμε;» είπε ο Ρίμναλ.

«Δεν ξέρουμε ακόμα τι θα μας πει–»

«Αν ήθελαν να μας ελευθερώσουν, δε θα μας κρατούσαν κλειδωμένους εδώ μέσα! Εγώ σου προτείνω να την αιχμαλωτίσεις–»

«Δεν μπορείς να αιχμαλωτίσεις κάποιον, Ρίμναλ, όταν εσύ ο ίδιος είσαι μέσα σε κελί!» Ο Τέρι είχε εκνευριστεί μαζί του. Δεν ήταν η πρώτη φορά που τον άκουγε να τα λέει αυτά.

«Γαμώ τα μούσια του Κρόνου, γαμώ!» φώναξε ο Ρίμναλ. «Όταν της έχεις ένα μαχαίρι στο λαιμό, θα μας ανοίξουν τα κελιά – είναι σίγουρο!»

«Και καθώς βγαίνουμε από τις φυλακές θα μας πυροβολήσουν όλους στην πλάτη! Δεν είναι αυτός ο τρόπος για να ξεφύγουμε από ένα μέρος για το οποίο δεν ξέρουμε τίποτα,» επέμεινε ο Τέρι. «Νομίζεις ότι εγώ δε θέλω να φύγω από δω; Νομίζεις ότι μ’αρέσει εδώ πέρα; Πρέπει, όμως, να διατηρήσουμε την ψυχραιμία μας. Δεν ξέρουμε τίποτα γι’αυτούς τους ανθρώπους. Αν τους θυμώσουμε, το πιο πιθανό είναι να μας σκοτώσουν. Κι εμείς το ίδιο δεν θα κάναμε, στη θέση τους;»

Αυτό τούς σώπασε για λίγο, κι όλοι άρχισαν να τρώνε αργές κουταλιές από τον χυλό τους. Μονάχα ο Ρίμναλ μουρμούριζε από το διπλανό κελί. «Σκατά,» έλεγε. «Αυτά είναι σκατά κάποιας υπόγειας κατσαρίδας.»

Ο Καλιόστρο, που το κελί του ήταν δίπλα σ’αυτό της Βίλνα, είπε τελικά: «Πάντως, κύριε Ταγματάρχη, θα πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι και για το ενδεχόμενο της απόδρασης. Αν σκοπεύουν να μας κρατήσουν, δεν μπορούμε να τους κάνουμε τη χάρη.»

«Εννοείται,» αποκρίθηκε ο Τέρι. «Αλλά καλύτερα να αποδράσουμε όταν θα ξέρουμε πρώτα μερικά πράγματα γι’αυτούς· ή, ακόμα καλύτερα, όταν θα μας έχουν βγάλει από τούτα τα κελιά και θα μας έχουν μεταφέρει κάπου αλλού στην πόλη τους.»

Μετά από μερικά λεπτά σιωπής, η Βίλνα ρώτησε: «Τι έχεις μάθει, λοιπόν, από τη Χονρέπα;»

«Όχι και πολλά,» παραδέχτηκε ο Τέρι. «Κυρίως εκείνη μού κάνει ερωτήσεις. Μάλλον, όμως, δεν γνωρίζουν τι είναι το άνοιγμα ανάμεσα στις διαστάσεις. Τους έχει παραξενέψει όσο εμάς.»

«Πώς το ξέρεις;» είπε ο Ρίμναλ.

«Το ξέρω επειδή με ρωτούσε γι’αυτό. Είχε κάνει ένα σχέδιο πάνω στις κοκάλινες πλάκες της και μου έδειχνε. Αν ήξερε τι είναι το άνοιγμα, υποθέτω πως δεν θα μου έκανε τέτοιες ερωτήσεις. Επιπλέον, η έκφρασή της μου έλεγε ότι είναι απορημένη σχετικά μ’αυτό.

»Τέλος πάντων. Σήμερα με ρώτησε κάτι που πραγματικά με παραξένεψε. Κάτι για… Δεν ξέρω ακριβώς. Για κάτι πολύ δυνατό που σχετίζεται με τη Χάρνταβελ. Τουλάχιστον, έτσι κατάλαβα. Δεν μπορούσα να της απαντήσω, βέβαια.»

«Τι πολύ δυνατό;» είπε ο Καλιόστρο.

«Μου έδειχνε μερικά σχήματα με ανθρώπους και παράξενες μορφές πάνω από τους ανθρώπους, και μου έλεγε Χάρνταβελ, με ερωτηματικό τρόπο.»

«Γνωρίζει για τη Χάρνταβελ;»

«Την έχω κάνει να καταλάβει ότι ερχόμαστε από ένα μέρος που ονομάζεται Χάρνταβελ. Σ’αυτή την περίπτωση, όμως, δεν μπορούσα να βγάλω νόημα τι ακριβώς ήθελε να της πω. Πρέπει να μάθω τη γλώσσα τους καλύτερα.»

«Μήπως μιλούσε για τον φωτεινό δαίμονα που είδαμε όταν ήρθαμε στην έρημο;» ρώτησε Καλιόστρο.

«Κι εγώ το σκέφτηκα αυτό, αλλά δεν το νομίζω. Δε μπορεί να μην ξέρει για τον δαίμονα και να ήθελε να ρωτήσει εμένα γι’αυτόν.»

«Λογικά έχεις δίκιο,» παραδέχτηκε ο Καλιόστρο, πίνοντας μια γουλιά από την πήλινη κούπα του.

«Χάνουμε το χρόνο μας, λέω εγώ,» μούγκρισε ο Ρίμναλ· «και στο τέλος, να μου το θυμηθείτε, μπορεί να μπλέξουμε ακόμα περισσότερο.»

Ο Τέρι, πραγματικά, το αμφέβαλλε. Ήταν ήδη αρκετά μπλεγμένοι. Και έπρεπε να κρατά την ψυχραιμία του παρότι μέσα του ανησυχούσε για την Αρίνη. Φοβόταν ότι ίσως αυτή η φωτεινή ιπτάμενη οντότητα να είχε μπει στη Χάρνταβελ και να προκαλούσε εκεί ανείπωτες καταστροφές…

Κεφάλαιο 36
Κυνήγι, σε Ποταμό και Ξηρά

Την πρώτη νύχτα αφότου είχε επιστρέψει από την επίσκεψή της στην άλλη διάσταση, η Αρίνη είχε μια ανεξήγητη ανησυχία καθώς κοιμόταν: και το απέδωσε στο γεγονός ότι δεν μπορούσε να φύγει από το μυαλό της εκείνη η παράξενη αίσθηση που είχε βγαίνοντας από το εξωδιαστασιακό δάσος. Αισθανόταν πως κάτι μέσα της ήθελε να μείνει πίσω, στην άλλη διάσταση, επειδή ανήκε εκεί. Και η Αρίνη νόμιζε – χωρίς καμία λογική αιτία – ότι αυτή η αίσθηση σχετιζόταν, κάπως, με το παιδί που μεγάλωνε μέσα της.

Το ζήτημα την είχε προβληματίσει πολύ. Άνοιξε βιβλία του τάγματος των Ερευνητών και έψαξε για παρόμοιες περιπτώσεις, αναζητώντας να μάθει τι μπορεί να της συνέβαινε. Δυσκολευόταν, όμως, να φτάσει σε κάποιο συμπέρασμα. Τις σκέψεις της και τις έρευνές της σχετικά με το παράδοξο αυτό ζήτημα διέκοψαν μόνο οι σύντομες ανακρίσεις της αποστάτριας που είχε, στην αρχή, δηλώσει ότι την έλεγαν Ντίλντιλ και, μετά, ότι ονομαζόταν Κορνηλία Τρίχορδη και ήταν από την Απολλώνια. Ο Επόπτης δεν πρέπει να είχε πιστέψει κανένα από αυτά τα ονόματα. Αλλά τούτο ήταν τώρα το λιγότερο που απασχολούσε την Αρίνη. Δεν ήταν δική της δουλειά να ξεσκεπάζει κατασκόπους του Αρχιπροδότη και να μαθαίνει τα μυστικά τους.

Την απασχολούσε πολύ περισσότερο η καινούργια διάσταση που είχαν ανακαλύψει. Και πράγματι, πρέπει να ήταν καινούργια. Ψάχνοντας μέσα στα βιβλία της, αλλά και στο μηχανικό σύστημα πληροφοριών που είχε, δεν βρήκε καμία γνωστή διάσταση που να της μοιάζει. Τρία πράσινα φεγγάρια, το ένα μεγαλύτερο, τ’άλλα δύο μικρότερα· μια μεγάλη έρημος· σκιερές ιπτάμενες οφιοειδείς οντότητες ενεργειακής φύσης· μια επίσης ιπτάμενη, φτερωτή ενεργειακή οντότητα που εξέπεμπε δυνατό φως και απ’την οποία ξεκινούσαν ενεργειακά νήματα… Καμία γνωστή διάσταση με τέτοια δεδομένα. Στα βιβλία της Αρίνης δεν υπήρχε η παραμικρή αναφορά, και το μηχανικό σύστημα έβγαζε μόνο «ΚΑΜΙΑ ΕΓΓΡΑΦΗ» στην οθόνη του.

Η Αρίνη ζήτησε από τον Επόπτη την άδεια να ξαναπάει στην άλλη διάσταση, αλλά εκείνος τής είπε να περιμένει. «Αύριο σκοπεύω να παγιδέψω τους αποστάτες που κρύβονται μέσα στην πόλη μου. Μόλις τους έχουμε στα χέρια μας, τότε μπορείς να πάρεις όσους στρατιώτες χρειάζεσαι και να πας να ερευνήσεις την άλλη διάσταση. Όχι πιο πριν, όμως.»

Τη νύχτα, ο ύπνος της Αρίνης ήταν ακόμα πιο ανήσυχος από την προηγούμενη φορά. Καθώς κοιμόταν, είχε την αίσθηση ότι κάτι σάλευε εντός της, κάτι ήθελε να φύγει, ήθελε να βρίσκεται αλλού… και η Αρίνη ονειρεύτηκε μια ατελείωτη έρημο και μια εκτυφλωτική οντότητα από πάνω της, να την κλείνει μέσα σ’ένα κλουβί από ενέργεια.

Ξύπνησε, καταϊδρωμένη. Και το δεξί της χέρι ήταν στην κοιλιά της.

Δεν αισθανόταν, όμως, τίποτα τώρα. Η παράξενη αίσθηση είχε περάσει, είχε χαθεί.

Τι σχέση μπορεί να έχει αυτό με το παιδί μου; αναρωτήθηκε η Αρίνη, βέβαιη ότι υπήρχε κάποια σύνδεση, αλλά μην ξέροντας τι είδους σύνδεση, ούτε γιατί υφίστατο η σύνδεση αυτή.

Ξάπλωσε πάλι, προσπαθώντας να κοιμηθεί. Μετά από κάποια ώρα τα κατάφερε. Τίποτα δεν ενόχλησε έντονα τον ύπνο της, αυτή τη φορά, όμως διαρκώς είχε μια ανεξήγητη ανησυχία, σαν τα νεύρα της να ήταν αδικαιολόγητα τσιτωμένα.

*

Τώρα, η Αρίνη’σαρ στεκόταν στον εξώστη των δωματίων της και κοίταζε την Ανατολική Αγορά της Ερρίθιας και το δάσος που είχε εμφανιστεί εκεί. Το μυστηριώδες άνοιγμα που οδηγούσε στην άλλη διάσταση. Μια τρύπα στο υφαντό της πραγματικότητας της Χάρνταβελ.

Σήμερα, σκεφτόταν, πρέπει να πάω στην άλλη διάσταση. Πρέπει, οπωσδήποτε, να πάω. Κάτι είναι κρυμμένο εκεί… κάτι που – κάπως – σχετίζεται μ’εμένα και το παιδί μου, όσο παράλογο κι αν είναι αυτό.

Αναστέναξε. Μακάρι ο Τέρι να ήταν εδώ. Θα είχε, τουλάχιστον, σε κάποιον να μιλήσει. Αισθανόταν τελείως μόνη. Και φοβόταν να πει στον Επόπτη, ή σε οποιονδήποτε άλλο, γι’αυτό που της συνέβαινε. Δεν ήξερε ποια μπορεί να ήταν η αντίδραση του Νιρμόδου, όταν το μάθαινε. Το μοναδικό πρόσωπο στο οποίο ίσως – ίσως – τελικά να μιλούσε ήταν ο Ράβνομ’νιρ. Καθότι Βιοσκόπος, μπορεί να είχε να της δώσει κάποια εξήγηση… αν και η Αρίνη το αμφέβαλλε.

Κοίταξε το ρολόι στον καρπό της. Ήταν μεσημέρι. Ο Επόπτης πρέπει να έβαζε σε εφαρμογή την παγίδα του. Όσο πιο γρήγορα τελείωνε αυτή η ιστορία με τους κατασκόπους του Αρχιπροδότη, τόσο πιο γρήγορα θα ήταν η Αρίνη ελεύθερη ν’ασχοληθεί με την άλλη διάσταση.

Υψώνοντας ένα ζευγάρι κιάλια μπροστά της, ατένισε το εξωδιαστασιακό δάσος που είχε ξεπροβάλει μέσα στην Ανατολική Αγορά. Κατέβασε πάλι τα κιάλια. Δεν μαθαίνω τίποτα έτσι. Μονάχα κοιτάζω από μακριά. Αναρωτήθηκε, όμως, τι θα μάθαινε ακόμα κι αν πήγαινε ξανά στο εσωτερικό της διάστασης. Πώς μπορούσε να την ερευνήσει διεξοδικά μ’αυτή τη φωτεινή οντότητα που περιφερόταν εκεί;

Η Κορνηλία – ή όποιο κι αν είναι τ’όνομά της – είπε ότι δεν συνάντησε καμία φωτεινή οντότητα. Μπορεί, λοιπόν, να μην παρουσιάζεται πάντα. Ή μπορεί να υπάρχει κάποιος τρόπος να την αποφύγουμε.

Φωνές διέκοψαν τους συλλογισμούς της. Φωνές από τη μεριά των κοιτώνων των στρατιωτών.

Προτού προλάβει ν’αναρωτηθεί τι μπορεί να συνέβαινε, ο τηλεπικοινωνιακός πομπός της κουδούνισε. Η Αρίνη μπήκε στο εσωτερικό των δωματίων της, τον έπιασε από το τραπέζι, και τον άνοιξε.

«Μάλιστα;»

«Αρίνη.» Η φωνή του Επόπτη. «Πήγαινε αμέσως στο λιμάνι, εκεί όπου έχεις αραγμένο το μεταβαλλόμενο. Στρατιώτες θα σε συναντήσουν όταν φτάσεις.»

«Γιατί; Τι συμβαίνει, Υψηλότατε;»

«Πρέπει να κυνηγήσουμε τους αποστάτες. Μόλις έμαθα ότι έφυγαν μέσω ποταμού – έχουν κι αυτοί ένα μεταβαλλόμενο όχημα που παίρνει τη μορφή σκάφους. Βιάσου!»

«Μάλιστα, Υψηλότατε.»

Ο Νιρμόδος έκλεισε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό του, τερματίζοντας την επικοινωνία τους.

Η Αρίνη’σαρ έβαλε γρήγορα τις μπότες της, έριξε μια κάπα στους ώμους της, θηκάρωσε ένα πιστόλι κι ένα ξιφίδιο στη ζώνη της, κι έφυγε από τα δωμάτιά της. Το σχέδιο του Επόπτη δεν είχε πάει καλά, κι αυτό μάλλον σήμαινε πως ούτε σήμερα θα την άφηνε να ερευνήσει την άλλη διάσταση.

Οι καταραμένοι αποστάτες πάντα μπλέκονται στα πόδια σου, ό,τι κι αν κάνεις!

Από τον στάβλο των Ανακτόρων, πήρε ένα άλογο και, μαζί με μερικούς έφιππους πολεμιστές της Παντοκράτειρας, τρόχασε επάνω στη μεγάλη Ανακτορική Λεωφόρο κατευθυνόμενη νότια, προς το λιμάνι. Από ψηλά, άκουσε το δυνατό, γρήγορο ΧΡΟΥΚ-ΧΡΟΥΚ-ΧΡΟΥΚ-ΧΡΟΥΚ που κάνουν οι έλικες, και υψώνοντας το βλέμμα της είδε δύο ελικόπτερα να πετάνε πάνω από τα χαμηλά οικήματα της Ερρίθιας. Ο Επόπτης πρέπει να ήταν εξοργισμένος, σκέφτηκε η Αρίνη. Αυτά ήταν τα μοναδικά ελικόπτερα που είχαν στη Χάρνταβελ: ήταν μικρά και τα χρησιμοποιούσαν μόνο για περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης.

*

Η Μάρθα είχε βάλει τις μηχανές του πλοίου στη μέγιστη ταχύτητα, και ο Γεράρδος φώναξε στους άλλους επαναστάτες, που στέκονταν στο κατάστρωμα, να κατεβάσουν τα πανιά. Η Άνμα’ταρ, ο Εδμόνδος, η Ιζαμπώ, και η Ισαβέλλα τα κατέβασαν γρήγορα, κι αυτά φούσκωσαν από τον φθινοπωρινό άνεμο της Χάρνταβελ, ο οποίος όμως δεν ήταν και τόσο δυνατός όσο θα ήθελε ο Γεράρδος.

«Ελικόπτερα!» φώναξε η Βατράνια, μόλις τα ιστία είχαν κατεβεί, έχοντας το χέρι της υψωμένο και δείχνοντας πίσω.

Ο Γεράρδος βγήκε από τη γέφυρα του σκάφους και στράφηκε για να κοιτάξει. Δύο μικρά ελικόπτερα έρχονταν από την Ερρίθια.

«Ελικόπτερα;» ακούστηκε η Μάρθα, από μέσα. «Ελικόπτερα;»

«Δεν είναι μεγάλα,» της είπε ο Γεράρδος γυρίζοντας προς το μέρος της. «Αποκλείεται να μεταφέρουν πολλούς στρατιώτες. Το πολύ τέσσερις το καθένα. Και δε μου φαίνεται νάναι οπλισμένα με πυροβόλα.» Μπήκε πάλι στη γέφυρα, έπιασε ένα ζευγάρι κιάλια, και ξαναβγήκε για να κοιτάξει τα αεροσκάφη. «Ναι,» φώναξε στη Μάρθα, εξακολουθώντας ν’ατενίζει πίσω, «δεν έχουν κανένα φανερό πυροβόλο, ούτε ρουκέτες. Πρέπει να τάχουν στείλει μόνο για να μας παρακολουθούν.»

Παίρνοντας τα κιάλια μαζί του, κατέβηκε στο κατάστρωμα, όπου ήταν οι υπόλοιποι – εκτός από τον Σέλιρ’χοκ ο οποίος καθόταν στο ενεργειακό κέντρο του σκάφους, στην πίσω μεριά της γέφυρας.

«Πρέπει να τα καταρρίψουμε!» είπε ο Σθένελος.

«Είναι ακόμα πολύ μακριά,» αποκρίθηκε ο Γεράρδος, και η Άνμα’ταρ κατένευσε. «Επιπλέον, δεν κινδυνεύουμε άμεσα απ’αυτά. Δεν έχουν όπλα επάνω τους.»

«Εκτός αν είναι μεταβαλλόμενα,» τόνισε ο Σθένελος.

«Ναι, υπάρχει αυτή η περίπτωση. Αλλά, αν είναι μεταβαλλόμενα, σημαίνει ότι δύο μάγοι είναι εκεί μέσα – ένας στο καθένα – σωστά;»

«Αποκλείεται να έστειλαν τόσο απερίσκεπτα δύο μάγους τους,» είπε η Άνμα. «Κατά πάσα πιθανότητα δεν είναι μεταβαλλόμενα. Για παρακολούθηση έρχονται πίσω μας – για να ξέρει ο Επόπτης τη θέση μας.»

«Το ίδιο υποθέτω κι εγώ,» είπε ο Γεράρδος.

«Αν όμως τα έχουν στείλει για να μας παρακολουθούν, αυτό σημαίνει πως σύντομα θα έρθουν κι άλλοι στρατιώτες,» συμπέρανε η Βατράνια. «Σε πλοία, πιθανώς.»

Ο Γεράρδος δεν μπορούσε να διαφωνήσει. Ύψωσε πάλι τα κιάλια του και κοίταξε ανατολικά, προς την Ερρίθια, η οποία είχε σχεδόν εξαφανιστεί πίσω από τις όχθες του Μεγάλου Ποταμού.

*

Όπως της είχε πει ο Επόπτης, στρατιώτες ήταν συγκεντρωμένοι στο μεταβαλλόμενο σκάφος και την περίμεναν – πολεμιστές που αναγνώριζε, από το τάγμα του συζύγου της. Δεν μπορούσαν να ξεκινήσουν το πλοιάριο χωρίς εκείνη αλλά το είχαν, κατά τα άλλα, ετοιμάσει. Είχαν λύσει τα περισσότερα σχοινιά από τις δέστρες, είχαν σηκώσει την άγκυρα, είχαν ανοίξει τα ιστία.

«Κυρία,» είπε ένας, χαιρετώντας στρατιωτικά την Αρίνη, καθώς εκείνη κατέβαινε από το άλογό της και πηδούσε στο κατάστρωμα.

«Πού είναι ο Ανθυπολοχαγός Τάρθλος;» ρώτησε η μάγισσα. Περίμενε να τον δει εδώ· φανταζόταν ότι ο Επόπτης θα τον έστελνε μαζί της, αφού συνήθως εκείνος ήταν που τη συνόδευε σε διάφορες ερευνητικές αποστολές.

«Ο Ανθυπολοχαγός τραυματίστηκε, κυρία–»

«Τραυματίστηκε; Είναι σοβαρό;»

«Βρισκόταν μέσα σε μια άμαξα την οποία χτύπησε το όχημα των αποστατών, ερχόμενο με μεγάλη ταχύτητα.»

«Τα Μυαλά του Σκοτοδαίμονος!…» καταράστηκε η Αρίνη, που συμπαθούσε τον Ανθυπολοχαγό Τάρθλος. «Είστε έτοιμοι για αναχώρηση;»

«Μάλιστα, κυρία.»

Η Αρίνη είδε ότι είχαν λύσει και τους τελευταίους κάβους, και ήταν όλοι τους οπλισμένοι, με τα τουφέκια τους στα χέρια. Επίσης, πρόσεξε ότι παραδίπλα άλλα δύο πλοιάρια έφευγαν, γεμάτα στρατιώτες. Κατευθύνονταν δυτικά. Προς τα εκεί είχαν πάει οι αποστάτες, λοιπόν. Παράξενο: θα νόμιζε κανείς ότι θα πήγαιναν από την άλλη, για να περάσουν, στο τέλος, τη διαστασιακή δίοδο για Απολλώνια. Μάλλον, δε σκέφτονται να μας αφήσουν από τώρα, συμπέρανε η Αρίνη καθώς έμπαινε στο ενεργειακό κέντρο του σκάφους και καθόταν στο ειδικό κάθισμα. Μάλλον, έχουν κάποιο σχέδιο – το οποίο ίσως και να σχετίζεται με τους αντικατοπτρισμούς και το άνοιγμα.

Η Αρίνη άδειασε το μυαλό της από σκέψεις και ύφανε τη Μαγγανεία Κινήσεως, θέτοντας υπό έλεγχο την ενεργειακή ροή του μεταβαλλόμενου σκάφους. Ο πιλότος του ενεργοποίησε τη μηχανή και έφυγαν από το λιμάνι της Ερρίθιας.

«Αρίνη.» Η φωνή του Επόπτη ήρθε από τον τηλεπικοινωνιακό πομπό που ήταν προσαρτημένος δίπλα στο κάθισμα της μάγισσας. Η Αρίνη δεν χρειαζόταν να σηκωθεί για να απαντήσει, ούτε καν να πατήσει κάποιο κουμπί· το μικρόφωνο δεν ήταν μακριά από το στόμα της.

«Υψηλότατε.»

«Έχεις ξεκινήσει, σωστά;»

«Μάλιστα.»

«Βρίσκομαι μπροστά σου: στο δεξί πλοιάριο, έτσι όπως πρέπει να μας κοιτάζεις.»

Η Αρίνη κοίταξε έξω από το φινιστρίνι. «Ναι,» είπε, «το βλέπω. Το ρισκάρετε, όμως, Υψηλότατε, που έρχεστε μαζί μας.»

«Δε θα μείνω πίσω όσο αυτοί οι τρομοκράτες περιφέρονται στη διάστασή μου, μάγισσα! Είναι η μεγαλύτερη απειλή που έχω δει από τότε που ήρθα στη Χάρνταβελ – και δεν έχω συνηθίσει να υποχωρώ στον πόλεμο.»

«Δεν ήθελα να υπονοήσω αυτό, Υψηλότατε... Απλώς–»

«Το σκάφος σου είναι το μοναδικό μεταβαλλόμενο που έχουμε,» τη διέκοψε ο Νιρμόδος, μοιάζοντας ν’αδιαφορεί για την απάντησή της. «Και οι αποστάτες έχουν επίσης μεταβαλλόμενο σκάφος, περίπου της ίδιας κατασκευής όπως το δικό σου. Αν το βγάλουν από το νερό και το μεταμορφώσουν σε όχημα, μονάχα εσύ και οι στρατιώτες σου θα μπορείτε να τους ακολουθήσετε. Να το έχεις υπόψη σου.»

«Ασφαλώς, Υψηλ–»

«Και τα ελικόπτερα θα είναι συνέχεια στο κατόπι τους. Θα μας αναφέρουν τη θέση τους μέσω πομπών.»

«Μάλιστα.»

«Τους βλέπω με το κιάλι μου, μάγισσα. Δεν είναι τόσο μακριά. Αλλά το καταραμένο πλοίο τους φαίνεται νάναι γρήγορο. Ο Αρχιπροδότης τα έχει οργανώσει όλα καλά!» Το τελευταίο ακούστηκε σαν γρύλισμα μέσα από τον πομπό.

*

Ο Σθένελος κοίταξε το τραύμα στο αριστερό μάγουλο της Βατράνιας, καθώς στέκονταν στο κατάστρωμα του Κροκόδειλου. «Σε βασάνισαν;» τη ρώτησε.

«Μ’έδεσαν χειροπόδαρα μέσα σ’ένα κατασκότεινο κελί, στα μπουντρούμια τους, και μ’άφησαν εκεί για δεν-ξέρω-κι-εγώ-πόσες ώρες. Μετράει αυτό για βασανιστήριο;» αποκρίθηκε εκείνη, που ένιωθε το ηθικό της να έχει αναπτερωθεί ύστερα από την επεισοδιακή διάσωσή της.

Ο Σθένελος μόρφασε. «Με συγχωρείς, Βατράνια,» είπε αγγίζοντας το δεξί της μπράτσο. «Τα σκάτωσα.»

Η Βατράνια συνοφρυώθηκε. «Μπορούσες να με είχες βοηθήσει να δραπετεύσω και πιο νωρίς;»

«Εννοώ ότι δεν έπρεπε να είχα φύγει, τότε που μας κυνηγούσαν μόλις βγήκαμε από το δάσος.»

Η Βατράνια γέλασε. «Μου φαίνεται ότι δεν πας καθόλου καλά, τελικά! Θα είχαν αιχμαλωτίσει κι εσένα, κι οι άλλοι θα έπρεπε να μας σώζουν και τους δύο. Αλήθεια, πώς βρέθηκε ο Γεράρδος στην Ερ–;»

«Έρχονται!» φώναξε ο Γεράρδος, που ήταν γαντζωμένος στα ξάρτια σαν θαλασσόλυκος και κοίταζε πίσω με τα κιάλια του. «Δύο πλοιάρια. Όχι – τρία!»

«Αναμενόμενο ήταν,» είπε ο Εδμόνδος. «Δε θα μας άφηναν να τους φύγουμε τόσο εύκολα. Ίσως να έρχονται κι άλλα από πίσω.»

Τα ελικόπτερα, επίσης, ήταν τώρα πιο κοντά τους. Από πάνω τους.

Ο Γεράρδος πήδησε στο κατάστρωμα. «Το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να βγούμε από τον ποταμό και να φύγουμε πάνω σε τροχούς.»

«Τα ελικόπτερα θα συνεχίσουν να μας ακολουθούν,» τόνισε η Βατράνια.

Και συγχρόνως, ο Εδμόνδος είπε: «Γεράρδε, υπάρχει κι ένα άλλο πρόβλημα. Για εμένα, τουλάχιστον.»

«Τι πρόβλημα;»

«Πρέπει να επιστρέψω στην Ερρίθια. Έχω κλείσει δωμάτια στον Σιδερένιο Ξένο, και δεν μπορώ να εξαφανιστώ ξαφνικά – θα ήταν ύποπτο. Επιπλέον, έχω αφήσει το όχημά μου στη Δυτική Αγορά, το οποίο δε σκοπεύω, σε καμία περίπτωση, να εγκαταλείψω.»

Ο Γεράρδος ένευσε, καταλαβαίνοντας. «Εντάξει,» είπε. «Θα βγούμε, τότε, στις ανατολικές όχθες του Μεγάλου Ποταμού και θα σε πάμε κοντά στην Ερρίθια–»

«Μα, τα ελικόπτερα, Γεράρδε!» είπε η Βατράνια. «Μας βλέπουν!»

«Ξεχνάς την ιδιότητα του Κροκόδειλου να παίρνει τα χρώματα του περιβάλλοντος. Μέσα στη βλάστηση, σύντομα θα μας χάσουν. Κι όταν μας έχουν χάσει, θα πλησιάσουμε την Ερρίθια – ο Επόπτης αυτό, σίγουρα, δεν θα το περιμένει – και θ’αφήσουμε τον Εδμόνδο και τις κοπελιές.»

«Ας το κάνουμε,» είπε η Άνμα’ταρ. «Μη χάνουμε άλλο χρόνο.»

Ο Γεράρδος έτρεξε στη γέφυρα, για να πει στη Μάρθα να προσεγγίσει την ανατολική όχθη και στον Σέλιρ’χοκ να ετοιμάζεται για Ξόρκι Μηχανικής Μεταβλητότητος.

*

Η Αρίνη μπορούσε να δει το ποταμόπλοιο των αποστατών μακριά, μπροστά από το δικό της σκάφος και τα άλλα δύο σκάφη του Επόπτη. Οι μηχανές του πρέπει να είναι πιο γρήγορες από τις δικές μας, και έχει και προβάδισμα. Αν δεν συμβεί κάτι που να μας δώσει κάποιο πλεονέκτημα, δε θα το προλάβουμε. Από την άλλη, βέβαια, πού σκοπεύουν να πάνε οι επαναστάτες; Αναρωτιέμαι. Δεν της ήταν και τόσο δύσκολο να σκέφτεται όσο συνέχιζε να διατηρεί τη Μαγγανεία Κινήσεως για να ρυθμίζει την ενεργειακή ροή του μεταβαλλόμενου σκάφους της. Από ένα σημείο και μετά, η ρύθμιση της ενέργειας γινόταν μια μηχανική νοητική λειτουργία.

«Προσεγγίζουν την ανατολική όχθη, Υψηλότατε.» Η φωνή που ήρθε από τον πομπό ήταν της πιλότου του ενός ελικοπτέρου· μιλώντας στον Επόπτη, ακουγόταν και στα υπόλοιπα σκάφη, καθώς όλων οι πομποί ήταν συντονισμένοι στην ίδια συχνότητα.

«Αρίνη,» είπε ο Νιρμόδος, «ίσως να προετοιμάζονται ν’αλλάξουν μορφή.»

«Ναι,» αποκρίθηκε η μάγισσα, «κι εγώ το ίδιο σκέφτομαι, Υψηλότατε. Αν και από κει είναι το Κεντροδάσος· η βλάστηση δεν θα τους αφήσει να πάνε μακριά.»

«Δεν ξέρουν, όμως, ότι κι εμείς έχουμε μεταβαλλόμενο σκάφος,» είπε ο Νιρμόδος. «Προς όλους τους πιλότους: Προσεγγίστε την ανατολική όχθη.»

Τα Παντοκρατορικά ποταμόπλοια ακολούθησαν το πλοίο των αποστατών, ενώ τα δύο μικρά ελικόπτερα πετούσαν από πάνω του. Η Αρίνη το είδε να ζυγώνει την ανατολική όχθη, και τότε η μορφή του άλλαξε. Τα κατάρτια του φάνηκαν να λιώνουν μέσα στο κατάστρωμά του· το κατάστρωμα φάνηκε να συρρικνώνεται. Τροχοί – έξι τροχοί, ο ένας κατόπιν του άλλου – ξεπρόβαλαν από τα πλευρά του. Το σχήμα του είχε αλλάξει. Δεν ήταν πια ποταμόπλοιο, αλλά ένα ψηλό όχημα που κινιόταν στα ρηχά του ποταμού χωρίς δυσκολία.

Παρόμοιο με το δικό μου.

«Κυνήγησέ τους, μάγισσα!» πρόσταξε ο Νιρμόδος. «Κυνήγησέ τους!» καθώς το όχημα των επαναστατών χωνόταν μέσα στη βλάστηση του Κεντροδάσους.

Ο πιλότος του σκάφους της Αρίνης οδήγησε το μεταβαλλόμενο ποταμόπλοιό της προς την ανατολική όχθη, εκεί όπου είχαν πάει κι οι αποστάτες.

Η μάγισσα ήταν έτοιμη να κάνει το Ξόρκι Μηχανικής Μεταβλητότητος, όταν η φωνή του πιλότου του άλλου ελικοπτέρου ήχησε από τον πομπό της: «Υψηλότατε, χάθηκαν!»

«Τι πάει να πει ‘χάθηκαν’;» Ο Επόπτης ακουγόταν τσαντισμένος, αλλά συγχρόνως η φωνή του φανέρωνε πως δεν πίστευε ότι οι επαναστάτες μπορεί πραγματικά να είχαν εξαφανιστεί τόσο γρήγορα.

«Ούτε εγώ τους βλέπω, Υψηλότατε,» είπε η άλλη πιλότος. «Μπήκαν μέσα στη βλάστηση και…»

«Σαν να τους κατάπιε η βλάστηση, Υψηλότατε,» προσπάθησε να εξηγήσει ο πρώτος πιλότος.

«Τι είναι αυτά που λέτε;» φώναξε ο Νιρμόδος. «Είναι δυνατόν να τους ‘κατάπιε η βλάστηση’; Μόλις μπήκαν στο καταραμένο δάσος! Ψάξτε τους! Είστε τελείως ανίκανοι;»

Η Αρίνη έκανε το Ξόρκι Μηχανικής Μεταβλητότητος, καθώς το σκάφος της έφτανε στην ανατολική όχθη, και η μεταμόρφωση άρχισε.

Ένα εξάτροχο όχημα βγήκε από τα αφρισμένα νερά του Μεγάλου Ποταμού.

*

«Δεν είμαστε οι μόνοι με μεταβαλλόμενο σκάφος,» παρατήρησε η Βατράνια, κοιτάζοντας από ένα πλαϊνό παράθυρο του Κροκόδειλου.

«Έτσι φαίνεται,» συμφώνησε ο Σθένελος, κοιτάζοντας από ένα άλλο πλαϊνό παράθυρο.

Ο Γεράρδος σηκώθηκε από τη θέση του συνοδηγού, πηγαίνοντας στην πίσω μεριά του οχήματος. «Τι; Βγήκαν κι αυτοί από τον ποταμό;»

«Το ένα πλοίο τους, τουλάχιστον,» είπε η Βατράνια. «Κι έρχεται προς τα δω.»

«Γαμήσου!» γρύλισε η Μάρθα, από τη θέση του οδηγού. «Πώς σκατά θα τους ξεφύγω τώρα; Είναι όλο γαμημένα κωλόδεντρα εδώ πέρα!»

«Καπετάνιε,» είπε ο Σέλιρ’χοκ, που καθόταν στο ενεργειακό κέντρο, «η κάλυψή μας δεν θα πιάσει αν μας πλησιάσουν. Θα μας δουν· εννοείται.»

«Πήγαινε όσο πιο βαθιά μπορείς, Μάρθα,» είπε ο Γεράρδος. «Σέλιρ, μπορείς να κάνεις κάτι για να μπλοκάρεις τις τηλεπικοινωνίες τους; Αν τουλάχιστον το όχημα που μας ακολουθεί δεν μπορεί να ειδοποιήσει τους υπόλοιπους….»

«Εντάξει,» αποκρίθηκε ο μάγος, «αλλά θα πρέπει κάποιος άλλος να συνεχίσει τη Μαγγανεία Κινήσεως.»

«Εγώ,» προθυμοποιήθηκε ο Σθένελος.

Ο Γεράρδος τού έκανε νόημα να πάει, και ο Σθένελος πήγε, αλλάζοντας θέση με τον Σέλιρ’χοκ στο ενεργειακό κέντρο και ξεκινώντας αμέσως τη μαγγανεία για να μη χαθεί ο έλεγχος της ενέργειας.

«Τι σκατά κάνετε;» φώναξε η Μάρθα.

«Τι έγινε;» ρώτησε ο Γεράρδος.

«Ξαφνικά η ενέργεια έπεσε λίγο.»

«Δεν είναι τίποτα ανησυχητικό,» της είπε ο Σέλιρ’χοκ. «Λόγω της αλλαγής είναι. Συνέχισε κανονικά.»

«Να δεις που στο τέλος θα τη γαμήσουμε τελείως και θα μας τραβά ο Λοκράθος από τις γάμπες,» ακούστηκε να μουγκρίζει η Μάρθα καθώς οδηγούσε με δυσκολία ανάμεσα στους κορμούς του δάσους.

Ο Σέλιρ’χοκ, καθίζοντας οκλαδόν στο πάτωμα της πίσω μεριάς του Κροκόδειλου, έκλεισε τα μάτια κι άρχισε να υποτονθορύζει τα λόγια για κάποιο ξόρκι. Το ραβδί του το είχε ακουμπισμένο οριζόντια στα γόνατά του, και οι κρύσταλλοι επάνω του φώτιζαν.

Η Βατράνια άνοιξε το παράθυρο στην οροφή και κοίταξε τον ουρανό. «Τα ελικόπτερα, πάντως, πρέπει να μας έχουν χάσει. Δεν είναι πια από πάνω μας.»

«Η κάλυψή μας έπιασε,» είπε ο Γεράρδος.

«Το όχημα έρχεται, όμως,» τους προειδοποίησε ο Έδουος, κοιτάζοντας πίσω. «Δε νομίζω οι μέθοδοί σας να έχουν κοροϊδέψει τον οδηγό του.»

Η Βατράνια έπιασε ένα τουφέκι και το όπλισε.

Η Ιζαμπώ και η Ισαβέλλα έμοιαζαν να τα έχουν χαμένα. Ο Εδμόνδος είχε μια άγρια όψη στο πρόσωπό του και μια λύπη στα μάτια του. Δεν του άρεσε ο πόλεμος, ακόμα κι όταν ήταν απαραίτητος.

*

«Νομίζω ότι τους βλέπω, Υψηλότατε,» είπε η Αρίνη μέσω του πομπού. «Κι ο οδηγός μού λέει ότι τους βλέπει καλύτερα–»

«Τότε, πώς είναι δυνατόν τα ελικόπτερα να μην τους βλέπουν;»

«Πρέπει να έχουν κάποια ειδική κάλυψη. Παίρνουν το χρώμα του περιβάλλοντος.»

Καμία απάντηση δεν ήρθε.

«Υψηλότατε;»

Πάλι, καμία απάντηση.

«Μ’ακούτε, Υψηλότατε;»

Τίποτα.

«Οδηγέ!» φώναξε η Αρίνη. «Έκανες κάτι στον πομπό μας;»

«Το σήμα είναι… Έχει μπερδευτεί, κυρία. Είναι ακανόνιστο,» απάντησε ο άντρας, από μπροστά.

«Πρέπει να γίνεται επίτηδες,» είπε ένας άλλος στρατιώτης. «Οι αποστάτες πρέπει να το κάνουν.»

«Θέλουν να μας απομονώσουν απ’τους υπόλοιπους,» μουρμούρισε η Αρίνη, βέβαιη ότι οι άλλοι δεν την άκουσαν. Πιο δυνατά, είπε: «Κινηθείτε με προσοχή. Ίσως να μας οδηγούν σε παγίδα.»

*

Η Μάρθα έστριψε. Διάφορα πράγματα ακούστηκαν να τσακίζονται κάτω απ’τους τροχούς του Κροκόδειλου· το πλάι του χτύπησε πάνω σ’έναν κορμό και ο κορμός έσπασε ώστε το όχημα να μπορέσει να συνεχίσει. «Γεράρδε, δεν πάει άλλο! Έχουμε μπλέξει στα γαμημένα μαλλιά της Έχιδνας εδώ πέρα! Δε γίνεται!»

«Το ξέρω,» αποκρίθηκε ο Γεράρδος. «Το Κεντροδάσος δεν μπορείς να το διασχίσεις μέσα σε όχημα. Ακόμα και με δίτροχο ίσως νάναι αδύνατο.» Και προς τους άλλους: «Θα χτυπήσουμε τους τροχούς τους. Αν δεν μπορούν να κινηθούν, θα μας χάσουν.»

«Οι τροχοί τους φαίνονται ανθεκτικοί όπως οι δικοί μας,» είπε η Βατράνια. «Με τέτοιο σιδερικό δε νομίζω να μπορούμε να τους διαλύσουμε.» Ανασήκωσε το τουφέκι στα χέρια της.

«Μ’αυτά, όμως, μπορούμε.» Ο Γεράρδος άνοιξε ένα κουτί γεμάτο χειροβομβίδες.

«Γεράρδε,» είπε ο Έδουος, «μπορώ εγώ να τους αναλάβω.» Το Εσώτερο Θηρίο έκανε τα μάτια του να μοιάζουν με δύο απειλητικές φωτιές· ακόμα κι η φωνή του είχε αλλοιωθεί: ήταν πιο βραχνή και πιο άγρια, σαν γρύλισμα λύκου.

«Εκεί μέσα πρέπει νάναι τουλάχιστον έξι, οκτώ πολεμιστές της Παντοκράτειρας,» του είπε ο Γεράρδος, «και δεν πρόκειται να σου ανοίξουν τις πόρτες για να μπεις.»

«Θα πηδήσω πάνω στο όχημα–»

«Αποφασίστε!» φώναξε η Μάρθα. «Δεν έχουμε και πολλά περιθώρια εδώ!» Ακόμα ένας κορμός ακούστηκε να σπάει, κι ολόκληρος ο Κροκόδειλος τραντάχτηκε.

«Πάρτε χειροβομβίδες!» είπε ο Γεράρδος. «Όλοι! Ιζαμπώ – άνοιξε την πίσω πόρτα!»

Η χορεύτρια άνοιξε τη δίφυλλη πόρτα ενώ οι υπόλοιποι έπαιρναν χειροβομβίδες – εκτός από τον Έδουο, που εσκεμμένα αγνόησε τις οδηγίες του Γεράρδου.

«Τώρα – στους τροχούς!» φώναξε ο Γεράρδος.

Τράβηξαν την περόνη, εκσφενδόνισαν τις χειροβομβίδες.

Εκρήξεις: λάμψεις, φωτιά, χώμα, θόρυβος.

«Πάρτε κι άλλες! Μην κλείσεις την πόρτα, Ιζαμπώ – αλλά νάσαι έτοιμη!»

Ο Κροκόδειλος προχωρούσε ακόμα μέσα στη βλάστηση, όμως έμοιαζε να ζορίζεται φανερά: οι τροχοί του, παρότι μεγάλοι και δυνατοί, μετά δυσκολίας περνούσαν πάνω από τα εμπόδια, και ο όγκος του έσπαγε κλαδιά, κορμούς, και φυλλωσιές για να περάσει.

Οι επαναστάτες, έχοντας έτοιμες τις χειροβομβίδες στα χέρια τους, περίμεναν να δουν αν το Παντοκρατορικό όχημα θα ερχόταν μέσα από τη θολούρα που είχε σηκωθεί και τις φωτιές που είχαν ανάψει.

*

Η πίσω πόρτα του οχήματος άνοιξε, και οι επιβάτες φάνηκαν να εμφανίζονται μέσα από το ίδιο το δάσος, σαν ένα άνοιγμα να είχε δημιουργηθεί εκεί, παρόμοιο μ’αυτό στην Ανατολική Αγορά της Ερρίθιας.

«Σταμάτα!» φώναξε ένας στρατιώτης στον οδηγό.

Κι ύστερα, η Αρίνη είδε τους αποστάτες να εκτοξεύουν χειροβομβίδες–

Το όχημα τραντάχτηκε.

Ήχοι θραύσης ακούστηκαν. Θολούρα σηκώθηκε γύρω του. Ένα πλαϊνό τζάμι έσπασε.

Η Αρίνη, τρομαγμένη, έχασε τον έλεγχο της ενεργειακής ροής· έπεσε από την ειδική θέση του ενεργειακού κέντρου, βρέθηκε στο πάτωμα.

Καπνός μπήκε στο εσωτερικό του οχήματος, κάνοντάς τη ν’αρχίσει να βήχει. Σηκώθηκε στα γόνατα, προσπαθώντας να καταπνίξει τον βήχα μέσα της. Πιάστηκε από το κάθισμα και σηκώθηκε, ενώ άκουγε τις φωνές των στρατιωτών.

«Κυρία;» ρώτησε κάποιος, πλησιάζοντάς την. «Είστε καλά;»

«Ναι,» αποκρίθηκε η Αρίνη, νιώθοντας τον λαιμό της ξερό. «Τι ζημιές έχουμε;»

«Δεν ξέρω.»

«Κάποιος τροχός σίγουρα έσπασε,» είπε ένας άλλος στρατιώτης, πίσω από τον πρώτο. «Γέρνουμε στο πλάι. Παραπάνω από ένας τροχός, ίσως.»

«Περιμένετε η θολούρα να καταλαγιάσει!» φώναξε κάποιος που η Αρίνη δεν τον έβλεπε αλλά νόμιζε ότι αναγνώριζε τη φωνή του. Ήταν λοχίας. «Μη βγείτε τώρα – θα σας καθαρίσουν. Και ετοιμάστε τα όπλα σας!»

Όταν όμως η θολούρα έπεσε, είδαν ότι κανένας εχθρός δεν τους περίμενε απέξω. Οι επαναστάτες είχαν εξαφανιστεί σαν πνεύματα του δάσους. Μονάχα μερικές φωτιές έκαιγαν τριγύρω, από τις εκρήξεις των χειροβομβίδων.

*

«Φτηνά τη γλίτωσε ο κώλος μας, θα τολμούσα να πω,» μούγκρισε η Μάρθα.

«Στρίψε νοτιοανατολικά,» της είπε ο Γεράρδος, καθισμένος πλάι της και δείχνοντας την πυξίδα στην κονσόλα εμπρός τους.

«Εύκολο να το λες, γάμησέ-τα να το κάνεις.» Η Μάρθα γύρισε το τιμόνι και ο Κροκόδειλος, σύντομα, βρέθηκε αντιμέτωπος με δύο δέντρα που το ένα ήταν πλάι στο άλλο και δεν υπήρχε χώρος για το όχημα ανάμεσά τους. Το χέρι της Μάρθας έβαλε την πιο αργή και δυνατή ταχύτητα, το πόδι της πάτησε τέρμα το πετάλι. Το όχημα βρυχήθηκε αγριεμένα· οι τροχοί του ακούστηκαν να τρώνε το ξύλο των κορμών σαν μηχανικά πριόνια.

«Τι σκατά κάνετε εκεί!» φώναξε η Βατράνια από πίσω.

«Ίσως,» είπε ο Γεράρδος, «θα μπορούσαμε να βρούμε…»

Ένας από τους μπροστινούς προβολείς του Κροκόδειλου έσπασε. Τα δέντρα λύγισαν.

«…άλλο μονοπάτι.»

Η Μάρθα αγνόησε τον Γεράρδο, συνεχίζοντας να έχει πατημένο τέρμα το πετάλι. Ο ένας κορμός κόπηκε και έπεσε στην οροφή του Κροκόδειλου, τραντάζοντάς τον· ο άλλος κορμός λύγισε τόσο που η θέση του τώρα φάνταζε αφύσικη. Το όχημα πέρασε από το δύσκολο σημείο και συνέχισε. Ο κορμός που είχε βρεθεί στην οροφή του γρήγορα κατρακύλησε στη γη.

«Σ’το έχω ξαναπεί, Γεράρδε, μη βάζεις αυτή την τρελή να οδηγεί!» φώναξε η Βατράνια.

«Θα την πλακώσω στο ξύλο – μετά,» είπε η Μάρθα στον Γεράρδο, καθώς πήγαινε το όχημα νοτιοανατολικά, προς την Ερρίθια. «Επίσης, η ενέργειά μας τελειώνει ύστερα απ’όλες αυτές τις μαλακίες. Ίσως θα ήθελες ν’αλλάξεις τη φιάλη. Κι ελπίζω να μας έχουν μείνει κάμποσες φιάλες ακόμα, γιατί όλο σε κωλοϊστορίες μπλέκουμε.»

Κεφάλαιο 37
Στροφή Προς τα Πίσω

Οι στρατιώτες βγήκαν από το όχημα και σχημάτισαν έναν δακτύλιο γύρω του, με τα όπλα τους υψωμένα, σε περίπτωση που οι αποστάτες ήταν κρυμμένοι κάπου στη βλάστηση πέρα από τις φωτιές. Κανένας, όμως, δεν τους επιτέθηκε, και η Αρίνη τούς πρόσταξε να σβήσουν τις εστίες προτού οι φλόγες εξαπλωθούν και καούν όλοι τους. Οι στρατιώτες υπάκουσαν, χτυπώντας τις φωτιές με τις κάπες τους ή πετώντας τους νερό.

Ο μόνος τρόπος για να βρουν τώρα τους αποστάτες ήταν ν’ακολουθήσουν, οδοιπορώντας, τα ίχνη που είχε αφήσει το όχημά τους στο δάσος. Διότι το όχημα της Αρίνης είχε αχρηστευτεί: δύο τροχοί από τη δεξιά μεριά είχαν καταστραφεί: ο ένας είχε βγει τελείως από τη θέση του, ο άλλος βρισκόταν στα πρόθυρα. Η μάγισσα, όμως, δεν ήταν πρόθυμη να κυνηγήσει τους επαναστάτες υπό αυτές τις συνθήκες. Κατά πρώτον, δεν ήταν ουσιαστικά αυτή η δουλειά της. Κατά δεύτερον, ακόμα κι αν κάποτε τους έφτανε, δεν ήταν βέβαιη ότι εκείνη κι οι στρατιώτες της θα μπορούσαν να τους αιχμαλωτίσουν ή να τους σκοτώσουν. Πιθανώς το αντίθετο να συνέβαινε. Φαίνονταν καλά εξοπλισμένοι.

Η φωνή του Επόπτη ήχησε ξαφνικά από το εσωτερικό του οχήματος: «Μάγισσα; Μ’ακούς, μάγισσα;»

Η Αρίνη πήγε στη θέση του οδηγού (που ήταν, επί του παρόντος, άδεια) και απάντησε, μιλώντας στο μικρόφωνο: «Μάλιστα, Υψηλότατε.»

«Τι συνέβη πριν; Σταμάτησε να λειτουργεί ο πομπός σου, και οι πιλότοι των ελικοπτέρων μού είπαν ότι είδαν μια έκρηξη να γίνεται και το όχημά σου να χτυπιέται από αυτήν. Την άκουσα κι εγώ, από τον ποταμό.»

«Οι επαναστάτες μάς επιτέθηκαν,» εξήγησε η Αρίνη, «και τώρα δεν μπορούμε να κινηθούμε.»

«Ο πομπός τι είχε πάθει;»

«Δεν ξέρω. Πρέπει, κάπως, να τον μπλόκαραν. Ίσως κάποιος μάγος τους να το έκανε.»

«Μην απομακρυνθείτε,» είπε ο Νιρμόδος. «Θα έρθω εκεί μαζί με τους στρατιώτες μου, και θ’ακολουθήσουμε τα ίχνη τους. Θα τους βρω στο τέλος!»

«Μάλιστα, Υψηλότατε,» αποκρίθηκε η Αρίνη· ενώ, συγχρόνως, σκεφτόταν: Το φοβόμουν πως θα το έλεγε αυτό.

*

«Εντάξει, εδώ καλά είμαστε,» είπε ο Γεράρδος.

Η Μάρθα σταμάτησε τον Κροκόδειλο, που ήταν ταλαιπωρημένος από τη διαδρομή μέσα στο δάσος. Τώρα βρίσκονταν σε μια περιοχή με πιο ελαφριά βλάστηση αλλά αρκετή για να τους κρύβει από εχθρικά μάτια, δεδομένης της ιδιότητας του οχήματος να παίρνει τα χρώματα του περιβάλλοντος. Δεν ήταν μακριά από την Ερρίθια.

Ο Γεράρδος στράφηκε και είπε στον Εδμόνδο, που ήταν πίσω: «Τώρα μπορείς να βγεις, Βοριά, και να επιστρέψεις στην πόλη.»

Η πισινή πόρτα του οχήματος άνοιξε και ο τροβαδούρος κι οι δύο χορεύτριες βγήκαν, ακολουθούμενοι από όλους τους υπόλοιπους. Ο Γεράρδος, η Μάρθα, και ο Σθένελος βγήκαν επίσης.

«Πού θα ξανασυναντηθούμε;» ρώτησε ο Εδμόνδος.

Ο Γεράρδος, για μια στιγμή, δεν ήταν βέβαιος τι να απαντήσει, έτσι μίλησε ο Έδουος: «Εμείς πρέπει να πάμε στον Υπεραιώνιο.»

Η Μάρθα τού έριξε ένα άγριο βλέμμα. Ποιος νόμιζε ότι ήταν που θα έπαιρνε αποφάσεις γι’αυτούς; αναρωτήθηκε, θυμωμένα. Εξαρχής δεν της άρεσε που είχε έρθει μαζί τους, να τους βοηθήσει στη διάσωση της Βατράνιας. Μπορούσαμε να τα είχαμε καταφέρει μια χαρά και μόνοι μας. Εκείνο που ήθελε, στην πραγματικότητα, ο Έδουος ήταν να τους παρακολουθεί για λογαριασμό των ιερέων. Η Μάρθα το είχε πει αυτό στον Γεράρδο, κι ο Γεράρδος δεν είχε διαφωνήσει. Αλλά ούτε είχε αποκρίθηκε στον Έδουο να μην έρθει.

«Στον Υπεραιώνιο;» έκανε ο Εδμόνδος, ξαφνιασμένος.

«Πρέπει να μιλήσουμε στον Ύπατο,» εξήγησε ο Έδουος.

«Δεν θα μας πεις εσύ πού θα πάμε!» μούγκρισε η Μάρθα.

Ο Έδουος στράφηκε να την ατενίσει, κι εκείνη δεν μπόρεσε να συναντήσει το βλέμμα του. Μόλις τα μάτια της έπεσαν πάνω στα δικά του ένιωσε έναν απερίγραπτο – και τελείως ανεξήγητο – τρόμο να την κυριεύει. Έκανε ένα βήμα όπισθεν, ενώ τα γόνατά της έτρεμαν. Τι σκατά μ’έπιασε;

Ο Γεράρδος, την ίδια στιγμή, διαισθανόταν το Εσώτερο Θηρίο να ξυπνά μέσα στον Έδουο, κι ακούμπησε το χέρι του στον ώμο του ιερέα, δυνατά. «Έδουε,» είπε, σταθερά. «Η Μάρθα έχει δίκιο: Εμείς αποφασίζουμε πού θα πάμε.»

Τώρα, ο Έδουος στράφηκε ν’αντικρίσει εκείνον, και παρότι ο Γεράρδος έβλεπε στα μάτια του την οργή του Εσώτερου Θηρίου, δεν αισθανόταν τρομαγμένος από αυτό. Πώς μπορούσε, άλλωστε, όταν συγχρόνως αισθανόταν τόσο κοντά στον Θεό;

«Νόμιζα, Γεράρδε, ότι είχαμε συμφωνήσει να επισκεφτούμε τον Ύπατο.» Η φωνή του Έδουου ήταν εν μέρει απειλητική. «Εσύ ο ίδιος είπες ότι θα τον επισκεπτόσουν!»

«Και θα τον επισκεφτώ,» αποκρίθηκε ο Γεράρδος. «Αλλά, όπως σου είπα, εμείς παίρνουμε αποφάσεις για τον εαυτό μας. Καταλαβαίνεις τι λέω;»

Ο Έδουος δεν μίλησε, αλλά ούτε και διαφώνησε. Έκανε ένα βήμα πίσω, για να βγάλει το χέρι του Γεράρδου από τον ώμο του, σαν το άγγιγμά του να τον έκανε να αισθάνεται άβολα ή αμήχανα.

Ο Γεράρδος είπε στον Εδμόνδο: «Δυστυχώς, δεν ξέρω πού θα ξανασυναντηθούμε, Βοριά. Δεν μπορώ να σου απαντήσω τώρα. Όπως είπε ο Έδουος, μάλλον θα πάμε πρώτα στον Υπεραιώνιο για να μιλήσω στον Ύπατο. Μετά… δεν είμαι σίγουρος. Εσύ θα είσαι στην Ερρίθια;»

Ο Εδμόνδος κατένευσε. «Για κάποιες ημέρες, ναι. Στον Σιδερένιο Ξένο

«Καλώς,» αποκρίθηκε ο Γεράρδος. «Θα συναντηθούμε εκεί, τότε, αν προλάβουμε. Ή, αλλιώς, σε κάποιο όνειρο.»

Ο Εδμόνδος μειδίασε καθώς αντάλλασσαν μια δυνατή χειραψία. «Αποκλείεται να χαθούμε. Η Χάρνταβελ δεν είναι και τόσο μεγάλη, έτσι;»

Η Ιζαμπώ έδωσε ένα δυνατό φιλί στον Σθένελο. Η Ισαβέλλα τον αγκάλιασε. Έπειτα, κι οι δυο τους χαιρέτησαν τη Βατράνια, με αγκαλιές και χειραψίες και φιλιά στα μελανιασμένα και τραυματισμένα μάγουλά της. Ο Εδμόνδος τούς χαιρέτησε όλους και αγκάλιασε κι εκείνος τη Βατράνια και είπε ότι ευχόταν να την ξανάβλεπε σύντομα. «Να προσέχεις, Εδμόνδε,» αποκρίθηκε η Βατράνια. «Και σ’ευχαριστώ για ό,τι έκανες.»

Μετά, ο τροβαδούρος και οι δύο χορεύτριες έφυγαν, βαδίζοντας γρήγορα μέσα στη βλάστηση και κατευθυνόμενοι προς την Ερρίθια.

Η Άνμα’ταρ είπε: «Αρκετά μείναμε εδώ. Μπορεί οι Παντοκρατορικοί ακόμα και τώρα ν’ακολουθούν τα ίχνη μας και να έρχονται.»

Ο Γεράρδος συνοφρυώθηκε. Δεν το είχε σκεφτεί αυτό.

*

Παραμερίζοντας τη βλάστηση του Κεντροδάσους, ο Νιρμόδος πλησίασε το χτυπημένο όχημα της Αρίνης μαζί με όλους τους πολεμιστές από τα δύο πλοιάρια.

«Υψηλότατε,» χαιρέτησε η μάγισσα. Οι στρατιώτες της είχαν πριν από λίγο σβήσει όλες τις φωτιές· μονάχα καπνός και στάχτες βρίσκονταν γύρω τους τώρα.

«Με τι σας επιτέθηκαν;» ρώτησε ο Νιρμόδος. Κρατούσε στα χέρια του ένα τουφέκι, και ήταν ντυμένος με την επίσημη στολή του Παντοκρατορικού Επόπτη, πάνω από την οποία φορούσε έναν σκληρό πέτσινο θώρακα. Στην πλάτη του έπεφτε μια γκρίζα κάπα. Από τη ζώνη του κρεμόταν το σπαθί του. Στον μηρό του ήταν θηκαρωμένο ένα πιστόλι.

«Με χειροβομβίδες,» απάντησε η Αρίνη. «Μετά εξαφανίστηκαν μέσα στον καπνό και στη βλάστηση.»

Ο Νιρμόδος πλησίασε το πλάι του οχήματος, για να δει τη ζημιά. «Τίποτα που δεν μπορεί να επιδιορθωθεί,» παρατήρησε. «Τα συστήματα και οι μηχανές του είναι εντάξει;»

«Έτσι νομίζω.»

«Καλώς. Μετά θα το πάρουμε από εδώ. Τώρα ακολουθούμε τα ίχνη τους.» Έκανε νόημα σε μερικούς στρατιώτες να προπορευτούν προς την κατεύθυνση όπου είχαν πάει οι αποστάτες.

Εκείνοι υπάκουσαν, και οι υπόλοιποι τούς ακολούθησαν. Μαζί, και η Αρίνη’σαρ, που δεν είχε καμία διάθεση να βρίσκεται εδώ.

*

«Δε βλέπω κανέναν να πλησιάζει,» είπε ο Σθένελος, κοιτάζοντας προς τη μεριά απ’την οποία είχαν έρθει.

«Είναι νωρίς ακόμα,» αποκρίθηκε η Άνμα. «Όσο αργά κι αν πηγαίνουμε με τον Κροκόδειλο, εμείς τουλάχιστον είμαστε πάνω σε τροχούς. Αν εκείνοι οδοιπορούν, θα πρέπει να κάνουν κανένα μισάωρο, υπολογίζω, μέχρι να φτάσουν εδώ που βρισκόμαστε.»

«Φεύγουμε λοιπόν,» είπε ο Γεράρδος. «Θα βγούμε πάλι στον ποταμό και θα πάμε ανατολικά, αυτή τη φορά.»

«Προς την Ερρίθια;» απόρησε η Βατράνια.

«Θα την προσπεράσουμε και θα μπούμε στον Παραπόταμο. Εκεί, στις νότιες όχθες του, θα βγούμε στην ξηρά. Και πρέπει, λογικά, να χάσουν πια τα ίχνη μας.»

Δεν κάθισαν να το συζητήσουν άλλο – άλλωστε, δεν είχε κανένας να προτείνει τίποτα καλύτερο – μπήκαν στον Κροκόδειλο και ο Γεράρδος κάθισε τώρα στο τιμόνι ενώ η Μάρθα στη θέση του συνοδηγού. Τη Μαγγανεία Κινήσεως έκανε ξανά ο Σθένελος, καθώς και το Ξόρκι Μηχανικής Μεταβλητότητος για να ενισχύσει την κάλυψη του οχήματος.

Ο Κροκόδειλος βγήκε από τη βλάστηση και πλησίασε την όχθη του Μεγάλου Ποταμού. Η Μάρθα, φέρνοντας τα κιάλια της στα μάτια, μπορούσε να δει, στα βόρεια, τα δύο πλοιάρια των Παντοκρατορικών. «Έχουν αράξει,» είπε. «Καλά λέει η Άνμα· προσπαθούν ν’ακολουθήσουν τα ίχνη μας.»

«Η Άνμα σπάνια λέει χαζομάρες,» αποκρίθηκε ο Γεράρδος, οδηγώντας τον Κροκόδειλο προς το νερό. «Σθένελε. Αλλάζουμε.»

Ο μάγος έκανε το Ξόρκι Μηχανικής Μεταβλητότητος για δεύτερη φορά και, καθώς ο Κροκόδειλος έμπαινε στο νερό, δεν ήταν πια όχημα αλλά σκάφος. Ο Γεράρδος το έστρεψε προς τα ανατολικά, βάζοντας τις μηχανές να λειτουργήσουν στη μέγιστη ταχύτητα.

«Ας ελπίσουμε,» είπε στη Μάρθα, «ότι δεν θα έχουν στήσει μπλόκο έξω από την Ερρίθια.»

«Νομίζεις ότι μπορεί να έχουν σκεφτεί πως θα κάνουμε στροφή προς τα πίσω;»

«Τίποτα δεν αποκλείεται.»

Οι Παντοκρατορικοί, όμως, δεν το είχαν σκεφτεί. Πίστευαν, μάλλον, ότι απλά θα τους κυνηγούσαν και θα τους έπιαναν. Έτσι, τα νερά του Μεγάλου Ποταμού κοντά στην Ερρίθια δεν περιπολούνταν από πλοιάρια γεμάτα στρατιώτες. Ο Γεράρδος εύκολα πέρασε από την περιοχή, πλέοντας κοντά στη νότια όχθη, όχι στη βόρεια όπου ήταν οικοδομημένη η Μεγάλη Πόλη της Χάρνταβελ. Καλύτερα να είμαστε προσεχτικοί. Μπορεί ο Επόπτης να μην τους είχε στήσει μπλόκο εδώ αλλά, αν πλησίαζαν το λιμάνι της Ερρίθιας, ίσως κάποιοι εκεί να αναγνώριζαν το σκάφος τους και να τους πυροβολούσαν με κανένα κρυφό κανόνι που είχαν για τέτοιες περιπτώσεις. Πλέοντας κοντά στη νότια όχθη δεν υπήρχε τέτοιο πρόβλημα· ο Μεγάλος Ποταμός ήταν πολύ φαρδύς. Κανενός συμβατικού όπλου η εμβέλεια δεν έφτανε από τη μια του όχθη ώς την άλλη, ακόμα κι αν οι Παντοκρατορικοί κατάφερναν να τους δουν από τόσο μακριά.

Ο Κροκόδειλος πέρασε κάτω από την ψηλή, εντυπωσιακή γέφυρα που ένωνε τη Βεν’τάδια με την Ερρίθια και συνέχισε ανατολικά. Στο σημείο όπου τα ποτάμια διακλαδίζονταν, ο Γεράρδος ακολούθησε το παρακλάδι που έβγαζε στον Παραπόταμο, ο οποίος δεν ήταν και πολύ πιο στενός από τον Μεγάλο Ποταμό.

«Καμία αντίσταση,» παρατήρησε η Μάρθα.

«Ναι,» ένευσε ο Γεράρδος, «ήμασταν τυχεροί.»

*

Δεν ήταν δύσκολο να ακολουθήσουν το μονοπάτι που είχε ανοίξει το όχημα των αποστατών μέσα στη βλάστηση. Οι βαριές ρόδες του είχαν αφήσει ξεκάθαρα ίχνη στο έδαφος – βαθιά χαντάκια στη γη και τσακισμένο χορτάρι – και ο μεγάλος όγκος του είχε διαλύσει φυλλωσιές, κλαδιά, και κορμούς. Η ομάδα του Παντοκρατορικού Επόπτη Νιρμόδου Νάρλεφ, σύντομα, έφτασε στο τέλος της διαδρομής του οχήματος. Για να διαπιστώσουν ότι αυτό είχε πέσει πάλι στον ποταμό.

«Κατάρες!» γρύλισε ο Νιρμόδος, σφίγγοντας τη γροθιά του. «Έπρεπε να το είχα σκεφτεί!» Τώρα, όμως, ήξερε ότι δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να τους προλάβει. Θα βρίσκονταν ήδη πολύ μακριά.

Τίποτα, εκτός από…

Άνοιξε τον τηλεπικοινωνιακό πομπό του, καλώντας τους πιλότους των ελικοπτέρων. «Κατευθυνθείτε ανατολικά,» τους πρόσταξε, «πάνω από τον Μεγάλο Ποταμό. Οι αποστάτες πρέπει να έχουν πάει προς τα εκεί, με το μεταβαλλόμενο σκάφος τους σε μορφή πλοίου ξανά. Ακολουθήστε τους από ασφαλή απόσταση· μάθετε πού θέλουν να φτάσουν.»

«Μάλιστα, Υψηλότατε.»

*

«Μας ακολουθούν πάλι,» είπε η Άνμα’ταρ, κοιτάζοντας πίσω με τα κιάλια της.

«Πού είναι; Δε φαίνεται κανένα σκάφος!» είπε η Βατράνια. Στέκονταν όλοι (εκτός από τον Γεράρδο, τη Μάρθα, και τον Σθένελο) στο κατάστρωμα του Κροκόδειλου, τυλιγμένοι στις κάπες τους για να προφυλάσσονται από τον ψυχρό αέρα.

«Τα δύο ελικόπτερα βλέπω μόνο,» αποκρίθηκε η Άνμα. «Αλλά βρίσκονται ακόμα μακριά, και μάλλον εκεί θα μείνουν.»

«Γιατί το λες αυτό;»

«Επειδή τους συμφέρει καλύτερα να μας παρακολουθούν από μακριά παρά από κοντά.»

Μετά από λίγο, όμως, τα αεροσκάφη πλησίασαν κάμποσο. Δεν έφτασαν, βέβαια, σε κοντινή απόσταση, μα τώρα μπορούσε κανείς να τα δει εύκολα και χωρίς κιάλια. Δύο μαύρες κουκίδες στον ουρανό.

Η Άνμα’ταρ ανέβηκε στη γέφυρα, για να πει στον Γεράρδο τι συνέβαινε.

«Μπορούμε να τα καταρρίψουμε;» ρώτησε η Μάρθα, που καθόταν δίπλα του.

«Όχι.»

«Τότε, πώς θα τους ξεφύγουμε;»

Ο Γεράρδος είπε: «Θα βγούμε στην ξηρά σε λίγο, και το όχημά μας θα πάρει τα χρώματα του περιβάλλοντος. Αυτό, ελπίζω, θα τους αποπροσανατολίσει.»

Η Άνμα ένευσε. «Το ίδιο ελπίζω κι εγώ.»

Ο Γεράρδος πιλόταρε το πλοίο για περίπου δύο ώρες και, μετά, το έβγαλε στις νότιες όχθες του Παραπόταμου, μεταμορφωμένο σε όχημα. Τα ελικόπτερα, φυσικά, εξακολουθούσαν να βρίσκονται στο κατόπι τους, αλλά εδώ ο Κροκόδειλος πήρε τα χρώματα του περιβάλλοντος καθώς ο Γεράρδος τώρα τον οδηγούσε νοτιοανατολικά μέσα από πεδινές και ελαφρώς λοφώδεις περιοχές. Από απόσταση φαίνονταν χωριά και αγροικίες· και χωράφια, γόνιμα και ξερά. Σ’ένα μέρος, όχι πολύ μακριά από ένα χωριό, ήταν κρεμασμένος ανάποδα ένας άνθρωπος, θυσιασμένος για το καλό της διάστασης.

Το αποτρόπαιο θέαμα, αν και μακρινό, έφερε στο μυαλό της Μάρθας την απέχθειά της για τους ιερείς της Χάρνταβελ, και ξανασκέφτηκε ότι ο Γεράρδος έκανε μεγάλη μαλακία που άφηνε αυτόν τον πούστη τον Έδουο να είναι μαζί τους. Μπορεί να είναι επαναστάτης – μπορεί να θέλει να ελευθερώσει τη διάστασή του από την Παντοκράτειρα – μα δεν είναι σαν εμάς. Μέχρι στιγμής δεν έχω γνωρίσει κανέναν γαμημένο επαναστάτη που θα έκανε ανθρωποθυσίες – για οποιονδήποτε λόγο. Το επόμενο βήμα είναι ο κανιβαλισμός, μα το ελεεινό στόμα του Λοκράθου!

Ο Γεράρδος οδήγησε για δύο ώρες ακόμα, μέσα στην ύπαιθρο της Χάρνταβελ, ενώ τα Παντοκρατορικά ελικόπτερα τούς είχαν προ πολλού χάσει. Δεν μπορούσαν να τους παρακολουθήσουν από τόσο ψηλά, έτσι όπως το όχημά τους έμοιαζε να λιώνει μέσα στη γεωγραφία της διάστασης.

Ήταν απόγευμα, και ο ήλιος έγερνε προς τη δύση, όταν ο Γεράρδος σταμάτησε τον Κροκόδειλο κάτω από έναν δενδρώδη λόφο και πρότεινε να κατεβούν. Οι επαναστάτες βγήκαν από το εσωτερικό του οχήματος και κοίταξαν ολόγυρα, με τα κιάλια τους. Κανένας κίνδυνος δεν φαινόταν, πουθενά.

Ο Γεράρδος διαισθανόταν ότι μία από τις εισβολές βρισκόταν ανατολικά από εδώ. Δεν ήξερε πόσο μακριά, όμως, και δεν μπορούσε με τα κιάλια να εντοπίσει τίποτα το ασυνήθιστο. Αυτό σήμαινε ότι, μάλλον, η εισβολή απείχε δεκάδες χιλιόμετρα. Το είπε στους συντρόφους του, μα δεν πρότεινε να την πλησιάσουν. «Όχι ακόμα, τουλάχιστον. Χρειαζόμαστε ξεκούραση.»

Ο Έδουος τού υπενθύμισε: «Πρέπει να επισκεφτούμε τον Ύπατο, Γεράρδε – έχεις συμφωνήσει. Δεν μπορούμε να περιφερόμαστε σ’όλη τη Χάρνταβελ ψάχνοντας για τις εισβολές.»

«Γι’αυτή ακριβώς τη δουλειά ήρθαμε, όμως!» του είπε η Μάρθα, τσαντισμένη με τη συμπεριφορά του. Νόμιζε – πολύ λανθασμένα! – ότι ήταν αρχηγός τους, και το κεφάλι του δεν έλεγε να γυρίσει. Εμείς, όμως, δεν είμαστε σαν τους ντόπιους τούτης της διάστασης που τρέμουν τους κωλοϊερείς τους! «Δεν ήρθαμε για να τρέχουμε στον Ύπατό σας. Ο Πρίγκιπας μάς έστειλε εδώ για να μάθουμε τι συμβαίνει σ’αυτή τη γαμημένη διάσταση.»

Το χέρι του Έδουου τινάχτηκε, προτού προλάβει κανείς να κάνει τίποτα, αρπάζοντας τη Μάρθα απ’τον λαιμό και σηκώνοντάς την από το έδαφος. «Κάποιος πρέπει να μάθει σ’αυτή τη σκύλα λίγο σεβασμό προς τα ιερά της Χάρνταβελ!» είπε, και η φωνή του έμοιαζε να έρχεται από απίστευτο βάθος και με απίστευτη δύναμη, χτυπώντας τη Μάρθα σχεδόν σαν να ήταν άνεμος τον οποίο μπορούσε να αισθανθεί επάνω της. Είχε παραλύσει· το σώμα της αρνιόταν να την υπακούσει. Το μυαλό της είχε, απρόσμενα, θολώσει. Έτρεμε ολόκληρη, και δεν μπορούσε να μιλήσει από το σφίξιμο του χεριού του Έδουου γύρω απ’τον λαιμό της. Λίγη ακόμα δύναμη αν έβαζε ο ιερέας, θα τη σκότωνε· ήταν σίγουρη.

«Έδουε!» φώναξε ο Γεράρδος, αρπάζοντάς τον από τον ώμο. «Άφησέ την!»

Το πρόσωπο του Έδουου στράφηκε να τον κοιτάξει. Στα μάτια του έκαιγε το Εσώτερο Θηρίο, και προσπαθούσε – ανεπιτυχώς – να διεισδύσει στην ψυχή του Γεράρδου μέσα από τα δικά του μάτια. «Γιατί; τι θα κάνεις; Δεν είσαι καν ιερέας πλέον, Γεράρδε!»

«Είμαι κάτι περισσότερο από ιερέας,» αποκρίθηκε εκείνος, προτού προλάβει να σταματήσει τον εαυτό του.

«Ακόμα μια βλασφημία! Πόσες πρέπει να υποφέρω από εσένα και τους… υποτακτικούς σου;» Ο Έδουος εξακολουθούσε να κρατά τη Μάρθα από τον λαιμό, με τα πόδια της να κρέμονται πάνω από το έδαφος, έτοιμη να χάσει τις αισθήσεις της και να λιποθυμήσει.

«Δεν είναι υποτακτικοί μου,» του είπε ο Γεράρδος. «Και με συγχωρείς. Μίλησα βιαστικά. Τώρα, άφησέ κάτω τη Μάρθα. Γιατί, αν δεν την αφήσεις… Δες πίσω σου.»

«Το ξέρω πως οι άνθρωποί σου με σημαδεύουν,» αποκρίθηκε ο Έδουος, χωρίς να έχει γυρίσει για να κοιτάξει την Άνμα’ταρ, τη Βατράνια, τον Σθένελο’σαρ, και τον Σέλιρ’χοκ, που είχαν τα πιστόλια τους στραμμένα επάνω του. «Δεν γνωρίζουν σεβασμό.»

«Η Μάρθα δεν είναι από τη Χάρνταβελ, Έδουε. Δεν ξέρει για τον Θεό. Δεν ξέρει για τους ιερείς. Άφησέ την. Δεν μίλησε εσκεμμένα για να προσβάλει. Αν δεν την αφήσεις, δεν πρόκειται να πάω στον Ύπατο,» τον απείλησε. «Κι εσύ θα πεθάνεις. Αυτό σ’το υπόσχομαι.»

Στα μάτια του Έδουου δεν φάνηκε φόβος· αλλά, ύστερα από μια στιγμή σκέψης, το χέρι του πέταξε τη Μάρθα στο έδαφος, όπου εκείνη διπλώθηκε, βήχοντας, σπαρταρώντας ακούσια.

Ο Έδουος είπε: «Πηγαίνω να θυσιάσω. Θα επιστρέψω το βράδυ. Ελπίζω, Γεράρδε, να θυμάσαι ακόμα τι σημαίνει να είσαι ιερέας και να μη φύγεις χωρίς εμένα.»

Ο Γεράρδος δεν μίλησε, και ο ιερέας έβγαλε τα άμφιά του κι έτρεξε μέσα στην ύπαιθρο σαν αγρίμι. Σύντομα, χάθηκε από τα μάτια τους.

«Στα τσακίδια…» είπε η Βατράνια, κατεβάζοντας το πιστόλι της. Ιδρώτας γυάλιζε στο μέτωπό της. Το ίδιο και στο μέτωπο του Σθένελου. Μονάχα ο Σέλιρ’χοκ και η Άνμα’ταρ έμοιαζαν ατάραχοι.

Ο Γεράρδος γονάτισε δίπλα στη Μάρθα. «Είσαι καλά;»

Εκείνη ανασηκώθηκε καθώς έβηχε. «Ο γαμιόλης… παραλίγο… να μου σπάσει… το λαιμό…»

«Παραφέρθηκε,» είπε ήρεμα ο Γεράρδος.

«…Με δουλεύεις γαμώ… την πουτάνα μου;… Είναι τρελός, ο γαμημένος πούστης!»

Ο Σθένελος, ξεροκαταπίνοντας, ρώτησε: «Όταν είπε πως πάει να θυσιάσει, εννοούσε ότι πάει να σκοτώσει ανθρώπους;»

Ο Γεράρδος κούνησε το κεφάλι, καθώς σηκωνόταν όρθιος και βοηθούσε και τη Μάρθα να σηκωθεί. «Όχι. Κάποιο ζώο.» Οι θυσίες γαληνεύουν το Εσώτερο Θηρίο. Κι αναρωτιέμαι πόσες από αυτές που κάνουμε είναι για το Θηρίο και πόσες για τον Θεό. Τα έχουμε μπλέξει… Τα έχουμε μπλέξει αφόρητα… Το έβλεπε τόσο καθαρά, τώρα που το δικό του Εσώτερο Θηρίο δεν υπήρχε πια.

«Πρέπει να τον προσέχουμε,» είπε η Βατράνια. «Πού σκατά τον βρήκατε;»

«Τον συναντήσαμε στα δυτικά,» εξήγησε ο Γεράρδος, «κοντά σε μια εισβολή. Μας επιτέθηκε μόλις με αναγνώρισε, αλλά τελικά κατάφερα να του μιλήσω και να συνεννοηθώ μαζί του. Τον ξέρω από παλιά, Βατράνια.»

«Σου επιτέθηκε μόλις σε αναγνώρισε; Αυτό σημαίνει ότι δεν τα είχατε καλά;»

«Είχαμε μια… σύγκρουση. Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα. Νόμιζε ότι ήμουν νεκρός. Ένας ιερέας που φεύγει από τη Χάρνταβελ, συνήθως, πεθαίνει.»

Η Βατράνια αναστέναξε. «Εγώ, πάντως, αλλιώς τους ήξερα τους ιερείς…»

«Καλωσήρθες στη Χάρνταβελ,» της είπε ο Γεράρδος υπομειδιώντας.

Αφού άναψαν μια φωτιά, κάθισαν γύρω της για να φάνε, και ο Γεράρδος διηγήθηκε στον Σθένελο και στη Βατράνια, με λεπτομέρειες, όλα όσα είχαν συμβεί σ’εκείνον και τους συντρόφους του. Μετά, ο Σθένελος και η Βατράνια διηγήθηκαν αυτά που είχαν συμβεί σ’εκείνους, στον Εδμόνδο, και στις δύο χορεύτριες. Ο Ερευνητής μίλησε διεξοδικά για την άλλη διάσταση πέρα από το άνοιγμα στην Ανατολική Αγορά της Ερρίθιας.

«Υπάρχει κάποιο πρόβλημα εκεί. Η άμμος της ερήμου είναι… είναι περισσότερο σαν στάχτη. Λες και κάτι να έχει καταστρέψει αυτή την περιοχή.»

«Όταν με ανέκριναν,» είπε η Βατράνια, «η Αρίνη’σαρ μίλησε για μια φωτεινή οντότητα που είναι πολύ επικίνδυνη. Με ρώτησε αν την είχαμε συναντήσει στην άλλη διάσταση. Της είπα την αλήθεια – όχι, δηλαδή.»

Ο Σθένελος συνοφρυώθηκε. «Τι είδους φωτεινή οντότητα;»

«Καταστροφική. Αυτό είναι το μόνο που θυμάμαι.»

«Τέλος πάντων,» είπε ο Σθένελος. «Αν, όπως λέει ο Γεράρδος, υπάρχουν πολλές τέτοιες εισβολές στη Χάρνταβελ, τότε μπορούμε να μπούμε από μια οποιαδήποτε για να φτάσουμε στην άλλη διάσταση. Δεν είναι ανάγκη να πάμε από το δάσος που ξεπρόβαλε στην Ερρίθια.»

«Ναι,» συμφώνησε ο Σέλιρ’χοκ. «Υποθέτοντας πάντα ότι η εισβολή αποτελεί και άνοιγμα. Γιατί εκείνη που βρήκαμε εμείς όταν συναντήσαμε τον Έδουο δεν ήταν παρά ένας πελώριος βράχος.»

«Και ο βράχος έσπαγε πολύ εύκολα,» είπε ο Γεράρδος. «Το θυμάστε; Όταν τον κλοτσούσα, έσπαγε αφύσικα εύκολα. Ήταν νεκρός όπως τα νεκρά χωράφια.»

«Νεκρός όπως την άμμο της ερήμου…» πρόσθεσε ο Σθένελος.

Ο Γεράρδος ένευσε. «Το κακό πιθανώς να ξεκινά από αυτή την άλλη διάσταση.» Και ρώτησε: «Μπορεί να πρόκειται για κάποια γνωστή διάσταση, Σθένελε;»

Ο μάγος το σκέφτηκε για λίγο. Μετά είπε: «Μπα, δε νομίζω. Έχει τρία πράσινα φεγγάρια στον ουρανό: το ένα μεγαλύτερο, τ’άλλα δύο μικρότερα. Δεν έχω ξανακούσει για τέτοιο πράγμα.»

Ο Γεράρδος ατένισε τον Σέλιρ’χοκ ερωτηματικά. «Ούτε εμένα μού θυμίζει κάτι αυτή η διάσταση, Καπετάνιε,» δήλωσε ο μαυρόδερμος Διαλογιστής, που η όψη του έμοιαζε να εξαφανίζεται τελείως μέσα στο σκοτάδι της κουκούλας του· μονάχα τα μάτια του διακρίνονταν. Η νύχτα είχε αρχίσει να απλώνεται στην ύπαιθρο της Χάρνταβελ.

«Πρέπει να την ερευνήσουμε,» είπε ο Σθένελος. «Μονάχα έτσι θα μάθουμε τι συμβαίνει.»

«Τα μαύρα φίδια τι μπορεί να είναι;» ρώτησε ο Γεράρδος.

Ο Σθένελος ανασήκωσε τους ώμους. «Κάποιες ενεργειακές οντότητες είναι, σίγουρα. Από κει και πέρα, δεν ξέρω. Κι εμένα με παραξένεψαν.»

«Είπες ότι αυτό που προσπάθησες να παγιδέψεις ξέφυγε εύκολα από το δοχείο φυλάκισης…» είπε ο Σέλιρ’χοκ.

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Σθένελος.

«Πέρασε μέσα από το γυαλί…»

«Ναι, σα να μην υπήρχε, και παρότι το γυαλί ήταν φορτισμένο από την ενέργεια της μπαταρίας του δοχείου.»

«Και μετά, το φίδι δεν σου επιτέθηκε, ούτε προσπάθησε να σου κάνει κάποιο κακό, έτσι;»

«Τίποτα.»

«Χμμμ…» έκανε ο Σέλιρ’χοκ. «Τρία συμπεράσματα, λοιπόν: τα φίδια είναι άυλα ή ημιυλικά, αφού περνάνε μέσα από γυαλί· είναι πολύ ισχυρά ενεργειακά (τουλάχιστον, ισχυρότερα από το δοχείο φυλάκισής σου)· και εκτελούν κάποια συγκεκριμένη λειτουργία, ίσως, αλλιώς αυτό που φυλάκισες μπορεί να σου είχε επιτεθεί.»

«Τι συγκεκριμένη λειτουργία;» είπε ο Σθένελος.

«Δεν μπορώ να ξέρω χωρίς να τα έχω παρατηρήσει. Δεν έχω ξανασυναντήσει κάτι παρόμοιο. Πιθανώς, όμως, να σχετίζονται μ’αυτό που γενικά συμβαίνει στην άλλη διάσταση.»

«Με το γεγονός ότι… έχει νεκρωθεί;»

«Ίσως,» είπε ο Σέλιρ’χοκ, χωρίς να προσθέσει τίποτε άλλο.

«Υπάρχει μια εισβολή στ’ανατολικά μας,» τους θύμισε ο Γεράρδος μετά από λίγο. «Υποθέτω θα θέλετε να την επισκεφτούμε το πρωί.»

«Σίγουρα,» αποκρίθηκε ο Σθένελος με ενθουσιασμό.

«Κάποιος έρχεται,» είπε η Άνμα’ταρ, τραβώντας αργά το πιστόλι της.

Οι υπόλοιποι στράφηκαν και, μέσα στο σκοτάδι, είδαν μια φιγούρα να πλησιάζει έχοντας στον ώμο κάτι που έμοιαζε με μεγάλο σακί.

«Ο Έδουος,» είπε ο Γεράρδος· και πρόσθεσε: «Δε νομίζω ότι χρειάζεται να σας προειδοποιήσω να είστε προσεχτικοί μαζί του από εδώ και στο εξής.» Κοίταξε περισσότερο τη Μάρθα. Εκείνη έστρεψε το βλέμμα της στη φωτιά. Ήταν φανερά τσαντισμένη.

Ο Έδουος πλησίασε, και αποκαλύφτηκε ότι αυτό που έμοιαζε με σακί στον ώμο του ήταν, στην πραγματικότητα, ένας σκοτωμένος αγριόχοιρος. Το γυμνό από τη μέση κι επάνω σώμα του ιερέα γυάλιζε στις φλόγες καθώς ήταν πιτσιλισμένο με αίμα. Αίμα, κυρίως, όχι δικό του αλλά του θηράματος.

Ο Έδουος έριξε τον αγριόχοιρο στο έδαφος, κοντά στη φωτιά. «Φάτε και ευχαριστήστε τον Θεό,» είπε.

Η Βατράνια τον ατένισε από πάνω ώς κάτω. «Δεν έχεις όπλα μαζί σου…»

Ο Έδουος στράφηκε να την ατενίσει, εκεί όπου ήταν καθισμένη πίσω από τη φωτιά.

«Με τα χέρια σου το σκότωσες;» έκανε η Βατράνια, απορημένη.

«Με τη βοήθεια του Θεού,» αποκρίθηκε ο ιερέας, και πήγε προς τον σταματημένο Κροκόδειλο, μάλλον για να πλύνει το αίμα από το σώμα του.

Η Βατράνια κοίταξε τον Γεράρδο. «Σοβαρολογεί;»

«Σοβαρολογεί,» τη διαβεβαίωσε εκείνος, με νηφάλια όψη.

Κεφάλαιο 38
Ερευνητικές Αποστολές

Ο Επόπτης είδε ότι δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για την ώρα, έτσι πρόσταξε να επιστρέψουν στην Ερρίθια και να περιμένουν την αναφορά των ελικόπτερων. Το όχημα της Αρίνης, έβαλε στρατιώτες να το σύρουν ώς την όχθη, τραβώντας το με αλυσίδες. Το έσπρωξαν στα ρηχά του ποταμού, και ο Νιρμόδος είπε να δοκιμάσουν αν μπορούσε να μεταμορφωθεί σε πλοιάριο για να ταξιδέψει ώς την Ερρίθια. Ο οδηγός του μεταβαλλόμενου οχήματος, μερικοί στρατιώτες, και η Αρίνη’σαρ επιβιβάστηκαν. Η μάγισσα κάθισε στο ενεργειακό κέντρο και ύφανε τη Μαγγανεία Κινήσεως. Η ενέργεια φαινόταν να κυλά φυσιολογικά στα συστήματα του οχήματος· δεν υπήρχε βλάβη εκεί. Η Αρίνη χρησιμοποίησε το Ξόρκι Μηχανικής Μεταβλητότητος, και το όχημα άλλαξε. Έγινε πλοιάριο, που έμοιαζε να μπορεί να πλεύσει κανονικά επάνω στον ποταμό. Η ζημιά στους τροχούς είχε μεταφερθεί στην πρύμνη, σαν κάτι να το είχε εμβολίσει εκεί.

«Όλα εντάξει,» είπε η Αρίνη στον Νιρμόδο, μέσω του πομπού. Ο Επόπτης επιβιβάστηκε στο δικό του πλοιάριο, και μετά όλοι κατευθύνθηκαν προς την Ερρίθια, η οποία δεν ήταν μακριά. Σύντομα βρίσκονταν στο λιμάνι της, και η Αρίνη άφησε το πλοιάριο στους τεχνικούς για να το επισκευάσουν. Το τελευταίο πράγμα που έκανε ήταν ένα Ξόρκι Μηχανικής Μεταβλητότητος, ώστε να το μετατρέψει σε όχημα. Θα τους ήταν ευκολότερο να επιδιορθώσουν τη ζημιά στη μορφή που η ζημιά είχε προκληθεί.

Μετά, η Αρίνη’σαρ πήγε στα δωμάτιά της μέσα στα Ανάκτορα του Υπεράρχη, χωρίς να ρωτήσει τον Νιρμόδο αν μπορούσε τώρα να ερευνήσει την άλλη διάσταση. Ήταν βέβαιη ότι ο Επόπτης θα της το αρνιόταν, τουλάχιστον μέχρι που τα ελικόπτερα να επιστρέψουν και να του αναφέρουν πού είχαν πάει οι αποστάτες. Η Αρίνη αμφέβαλλε ότι θα είχαν τίποτα συγκεκριμένο να αναφέρουν. Αφού το όχημα των αποστατών είχε την ιδιότητα να παίρνει τα χρώματα του περιβάλλοντος, όπως φαινόταν, απλά θα το έχαναν πάλι. Δεν είχαν τρόπο να το εντοπίσουν. Εκτός αν οι αποστάτες αποδεικνύονταν πολύ απρόσεκτοι: πράγμα που η Αρίνη δεν πίστευε ότι θα συνέβαινε.

Ώσπου να επιστρέψουν τα ελικόπτερα, καταπιάστηκε ξανά με τις μελέτες της, αν και έβλεπε ότι ήταν λιγάκι άσκοπες χωρίς περισσότερη έρευνα της άλλης διάστασης. Δεν μπορούσε να φτάσει σε συμπεράσματα. Για τίποτα. Και το πιο μυστηριώδες – και τρομαχτικό – απ’όλα ήταν αυτό που αισθανόταν μέσα της. Αυτό που ήταν σίγουρη πως σχετιζόταν με το αγέννητο παιδί της.

Οι ώρες πέρασαν, το βράδυ ήρθε, και η μάγισσα, καπνίζοντας τώρα ένα τσιγάρο Αλαφρό, αναρωτήθηκε τι είχε γίνει με τα ελικόπτερα. Ακόμα να επιστρέψουν; Δεν ήταν συνηθισμένο η γυναίκα ενός ταγματάρχη να καλεί τον Παντοκρατορικό Επόπτη για να τον ρωτήσει τι είχε γίνει σχετικά με οτιδήποτε, αλλά η Αρίνη δεν ήταν απλώς η γυναίκα ενός ταγματάρχη – ήταν η μία από τους δύο μάγους που είχαν οι δυνάμεις της Παντοκράτειρας στην Ερρίθια – και ο σύζυγός της δεν ήταν ένας οποιοσδήποτε ταγματάρχης – ήταν ο Τέρι Κάρμεθ, που βρισκόταν εδώ πολύ περισσότερο καιρό από τον Νιρμόδο Νάρλεφ. Κι εγώ επίσης βρίσκομαι εδώ πολύ περισσότερο καιρό από τον Νιρμόδο Νάρλεφ, σκέφτηκε η Αρίνη, τελειώνοντας το τσιγάρο της και καλώντας τον Επόπτη μέσω του εσωτερικού επικοινωνιακού διαύλου των Ανακτόρων.

Ο Νιρμόδος ήταν στο γραφείο του, προφανώς, και απάντησε. Η Αρίνη είπε καλησπέρα και τον ρώτησε τι είχε γίνει με τα ελικόπτερα· είχαν εντοπιστεί οι αποστάτες; Ο Νιρμόδος τη ρώτησε γιατί ήθελε να μάθει. Η Αρίνη είπε Από ενδιαφέρον. Ο Νιρμόδος απάντησε ότι τα ελικόπτερα τούς είχαν χάσει, τους καταραμένους. Το όχημά τους είχε ξανά εξαφανιστεί, μοιάζοντας να λιώνει μέσα στη γεωγραφία της Χάρνταβελ.

«Έχει την ιδιότητα να παίρνει τα χρώματα του περιβάλλοντος, Υψηλότατε,» είπε η Αρίνη.

«Και πώς μπορούμε να αδρανοποιήσουμε αυτή την ιδιότητα;»

«Το Ξόρκι Οπτικής Ενισχύσεως, σίγουρα, θα βοηθούσε.»

«Σε κάνει να βλέπεις καλύτερα όταν κοιτάς μέσα από κιάλια ή τηλεσκόπιο, σωστά;»

«Ναι,» είπε η Αρίνη. «Πρέπει να μπορεί να διαπεράσει την κάλυψη του οχήματός τους.»

«Το ξέρεις αυτό το ξόρκι;»

«Ναι.»

«Τότε, θα έπρεπε να είχες πάει μαζί με τα ελικόπτερα, μάγισσα!» Ο τόνος της φωνής του Επόπτη έμοιαζε να προσθέτει Γιατί δεν μου το είπες πιο πριν;

«Δεν το σκέφτηκα, Υψηλότατε.» Δεν τρελαθήκαμε ακόμα! Πραγματικά, δεν ήταν η δουλειά της να κυνηγά αποστάτες!

«Την άλλη φορά να το σκεφτείς,» είπε ο Νιρμόδος.

«Μάλιστα, Υψηλότατε.»

«Δεν υπάρχει κανένας άλλος τρόπος για να ακυρώσεις την κάλυψη του οχήματός τους;»

«Αυτή τη στιγμή δεν μπορώ να σκεφτώ κανέναν.»

«Καλώς. Θα ξαναμιλήσουμε.»

Η επικοινωνία τους τερματίστηκε, και η Αρίνη έκλεισε τον επικοινωνιακό δίαυλο των δωματίων της.

Τι ενοχλητικός που ήταν αυτός ο άνθρωπος… Ξάπλωσε στον καναπέ κι άναψε ακόμα ένα Αλαφρό. Γιατί δεν τον ρώτησα αν μπορώ αύριο να πάω στην άλλη διάσταση; Τέλος πάντων· θα τον ρωτήσω το πρωί. Αποκλείεται να μου το αρνηθεί. Θέλει κι εκείνος να μάθει ό,τι είναι να μάθει γι’αυτό που συμβαίνει.

Η Αρίνη αναστέναξε. Μακάρι ο Τέρι να ήταν εδώ, σκέφτηκε φυσώντας καπνό προς το ταβάνι και νιώθοντας σαν κι εκείνη ν’ακολουθούσε τον καπνό, ν’ανέβαινε μαζί του. Τη χειρότερη περίοδο βρήκε να φύγει! Χωρίς να το ξέρει, βέβαια… Επιπλέον, ο Επόπτης έφταιγε. Εκείνος ήταν που τον είχε στείλει στη Ναραλμάδια και στην Υλιριλίδια, ενώ θα μπορούσε να είχε, αντί γι’αυτόν, στείλει την Ταγματάρχη Νέλθα-Ριθ. Προτιμούσε όμως τον Τέρι, ως πιο έμπειρο στα πολιτικά ζητήματα της Χάρνταβελ. Τουλάχιστον, δεν είναι τελείως τυφλός. Αναγνωρίζει κάποια πράγματα.

Όταν έπεσε για ύπνο, η Αρίνη είχε ξανά, στα όνειρά της, αυτή την αίσθηση ότι κάτι μέσα της ήθελε να φύγει και να πάει στην άλλη διάσταση, πέρα από το μυστηριώδες δάσος. Ωστόσο, δεν ξύπνησε, ούτε θυμόταν να είδε κανέναν εφιάλτη. Το πρωί, σηκώθηκε από το κρεβάτι της, πλύθηκε, ήπιε έναν καφέ, και κάλεσε τον Επόπτη για να τον ρωτήσει αν μπορούσε να ξεκινήσει την έρευνά της. Ο Νιρμόδος δεν της το αρνήθηκε· της είπε μόνο να είναι προσεχτική μ’αυτές τις επικίνδυνες οντότητες που περιφέρονταν στην άλλη διάσταση. Δε θέλω να σε χάσω, μάγισσα. Μονάχα εσένα και τον Ράβνομ’νιρ έχω εδώ, ενώ θα έπρεπε κανονικά να μου είχαν δώσει περισσότερους μάγους. Κι αν δεν κάνω λάθος θα πάρεις και τον Βιοσκόπο μαζί σου, σωστά; Σωστά, δεν μπορούσε παρά να απαντήσει η Αρίνη. Τον χρειαζόταν τον Ράβνομ. Ίσως να συναντούσαν κάτι στην άλλη διάσταση που τα ξόρκια του Βιοσκόπου να φαίνονταν χρήσιμα.

Ύστερα από τη συνομιλία της με τον Επόπτη, έψαξε να βρει τον Ράβνομ’νιρ και μερικούς στρατιώτες για να τη συνοδέψουν στην ερευνητική αποστολή της. Θυμήθηκε ότι ο Ανθυπολοχαγός Τάρθλος είχε τραυματιστεί και ρώτησε γι’αυτόν. Της είπαν ότι ήταν στο θεραπευτήριο, και η Αρίνη πήγε να τον επισκεφτεί – όχι, φυσικά, για να του προτείνει να τη συνοδέψει αλλά επειδή ήθελε να δει πώς ήταν. Τόσα χρόνια γνωρίζονταν εδώ, σε τούτη την παρακμιακή διάσταση.

Ο Ανθυπολοχαγός Τάρθλος ήταν ξαπλωμένος σ’ένα κρεβάτι, με επιδέσμους τυλιγμένους γύρω του – έναν στο κεφάλι κι έναν στο σώμα. Επίσης, το δεξί του χέρι ήταν σε νάρθηκα. Χάρηκε που την είδε, και τη ρώτησε τι είχε γίνει, τελικά, χτες. Δεν σου είπαν; απόρησε η Αρίνη. Ο Τάρθλος παραδέχτηκε ότι δεν ήταν και σε πολύ καλή κατάσταση, έτσι του είχαν πει μονάχα μερικά γενικά πράγματα, όπως ότι η κρατούμενη είχε δραπετεύσει με τη βοήθεια άλλων αποστατών. Το σχέδιο του Επόπτη δεν είχε πιάσει. Πράγματι, δεν έπιασε, του είπε η Αρίνη. Οι αποστάτες είχαν ένα όχημα το οποίο ήρθε ξαφνικά στη Δυτική Αγορά και αιφνιδίασε τους πολεμιστές μας. Αυτό το όχημα ήταν που χτύπησε και ανέτρεψε την άμαξα μέσα στην οποία είχες καλυφτεί. Μετά πήγε στο λιμάνι και μετατράπηκε σε ποταμόπλοιο. Η Αρίνη τού διηγήθηκε εν συντομία τι είχε συμβεί και, έπειτα, του είπε ότι έπρεπε να φύγει για να ερευνήσει πάλι την άλλη διάσταση.

«Να προσέχετε, κυρία,» της είπε ο Τάρθλος. «Μακάρι να μπορούσα να σας συνοδέψω.»

«Κι εγώ θα το ήθελα αυτό. Σ’εμπιστεύομαι περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο, τώρα που λείπει ο Τέρι. Έτσι όμως όπως έχουν έρθει τα πράγματα, το καλύτερο που μπορείς να κάνεις είναι να καθίσεις εδώ και να φροντίσεις να γίνεις γρήγορα καλά.» Έσφιξε το χέρι του – το αριστερό, που δεν ήταν τραυματισμένο – και έφυγε από το θεραπευτήριο, καθώς είχε ήδη αργήσει πολύ να ξεκινήσει την αποστολή της.

*

Η εισβολή αυτή ήταν, ίσως, η πιο παράξενη που είχαν αντικρίσει μέχρι στιγμής. Η πλαγιά ενός βουνού είχε παρουσιαστεί μες στη μέση ενός κάμπου, παραμερίζοντας το χώμα, τα χόρτα, και τα χαμόδεντρα γύρω της και δημιουργώντας σωρούς από μπλεγμένη γη, βλάστηση, ρίζες, και κλωνάρια. Ήταν σαν κάποιος να είχε φέρει ένα πελώριο πέτρινο κιβώτιο και να το είχε σπρώξει επάνω στην πεδιάδα, καταστρέφοντάς την, για να φτιάξει κάποιου είδους χαντάκι. Τα παράξενα, όμως, δεν τελείωναν εκεί. Δίπλα από τη βουνοπλαγιά – η οποία ήταν όλο ξερές πέτρες και χώμα, χωρίς την παραμικρή βλάστηση – υπήρχε ένα άνοιγμα απ’όπου φαινόταν ένας ουρανός διαφορετικός απ’αυτόν της Χάρνταβελ. Το όλο σκηνικό θύμιζε μια τρύπα που το μεγαλύτερο μέρος της κρυβόταν από έναν γιγάντιο βράχο. Αλλά αυτή η τρύπα δεν ήταν επάνω σε κάποιον τοίχο· ήταν επάνω στην πραγματικότητα της Χάρνταβελ. Και αυτός δεν ήταν γιγάντιος βράχος· ήταν μια ολόκληρη βουνοπλαγιά.

«Γαμώ την τρέλα μου…» μουρμούρισε η Μάρθα, καθώς οι επαναστάτες, έχοντας βγει από τον Κροκόδειλο, ατένιζαν την παραδοξότητα.

«Γι’ακόμα μια φορά, μας οδήγησες στο σωστό μέρος,» είπε ο Έδουος ρίχνοντας μια ματιά στον Γεράρδο, ο οποίος δεν στράφηκε για να τον κοιτάξει.

Το ταξίδι τους μέχρι εδώ είχε πάρει περίπου δύο ώρες, και προτού φτάσουν είχαν προσπεράσει μια μικρή πόλη που δεν βρισκόταν και πολύ μακριά από την εισβολή: καμια δεκαριά χιλιόμετρα. Οι κάτοικοί της πρέπει να είχαν δει το παράξενο φαινόμενο, αλλά οι επαναστάτες δεν είχαν σταματήσει για να τους μιλήσουν. Ούτε καν ο Έδουος δεν είχε προτείνει να το κάνουν. Η Άνμα’ταρ είχε, από το πρωί, προειδοποιήσει να μην πλησιάσουν με το όχημά τους κανένα πολιτισμένο μέρος, γιατί ο Επόπτης σίγουρα θα είχε πράκτορές του σε διάφορες περιοχές της διάστασης, κι αν τύχαινε να δουν τον Κροκόδειλο θα έτρεχαν αμέσως να του το αναφέρουν. «Δεν το ξέρουμε ότι έχει ειδοποιήσει τόσο γρήγορα όλο του το δίκτυο μέσα στη Χάρνταβελ,» είχε πει η Βατράνια. «Πράγματι,» είχε αποκριθεί η Άνμα’ταρ, «αλλά δεν μπορούμε να το διακινδυνεύσουμε.»

Και τώρα, βρίσκονταν μπροστά στην εισβολή που είχε ο Γεράρδος διαισθανθεί από τα ανατολικά. Ο Σέλιρ’χοκ και ο Σθένελος’σαρ πλησίασαν τη βουνοπλαγιά και ξεκίνησαν να κάνουν ξόρκια – μάλλον για να ελέγξουν για μορφές ενέργειες και παρόμοια, σκέφτηκε ο Γεράρδος, ο οποίος δε νόμιζε ότι θα έβρισκαν τίποτα το καινούργιο. Ο ίδιος πλησίασε τους βράχους της βουνοπλαγιάς και τους κλότσησε μερικές φορές. Διαλύθηκαν εύκολα κάτω από τα χτυπήματα του μποτοφορεμένου του ποδιού. Σαν να μην είχαν περιεχόμενο. Σαν οι πέτρες να ήταν κούφιες. Όπως και την προηγούμενη φορά.

Νεκρή. Αυτή η διάσταση είναι νεκρή, σκέφτηκε ο Γεράρδος, που αισθανόταν την εισβολή σαν ψυχρή λεπίδα μέσα στη σάρκα της Χάρνταβελ: κάτι επώδυνο που σύντομα ίσως μπορούσε να γίνει και θανατηφόρο.

Στράφηκε στους μάγους και είδε ότι είχαν τελειώσει με τα ξόρκια τους. «Πάμε μέσα, τώρα;» πρότεινε ο Σθένελος, που δεν μπορούσε να κρύψει τον ενθουσιασμό του. Τα μάτια του γυάλιζαν και το μέτωπό του έμοιαζε τσιτωμένο. Η πλήρης αντίθεση του Σέλιρ’χοκ, που στεκόταν πλάι του στωικός και ήρεμος, κρατώντας το ραβδί των Διαλογιστών στο δεξί του χέρι.

«Πάμε,» αποκρίθηκε ο Γεράρδος. Αλλά, ύστερα, στάθηκε και ατένισε τον Έδουο, καθώς θυμήθηκε ότι οι ιερείς της Χάρνταβελ δεν μπορούσαν να φύγουν από τη διάσταση – όχι χωρίς να ρίξουν την οργή του Εσώτερου Θηρίου επάνω τους.

«Θα σας περιμένω εδώ,» είπε ο Έδουος, δίχως να φαίνεται θυμωμένος: και δίχως ο Γεράρδος να μπορεί να νιώσει το Εσώτερο Θηρίο να έχει φουντώσει μέσα στην ψυχή του.

Η Μάρθα ρώτησε: «Νομίζετε ότι θα μπορούσαμε να πάρουμε και τον Κροκόδειλο; Χωρά να περάσει από κει μέσα;»

«Ας πάμε πρώτα με τα πόδια,» πρότεινε ο Σθένελος, «και μετά βλέπουμε αν θα φέρουμε το όχημα.»

Ο Γεράρδος και οι υπόλοιποι συμφώνησαν με τον Ερευνητή· έτσι, εφοδιάστηκαν με προμήθειες και όπλα και ζύγωσαν την εξωδιαστασιακή βουνοπλαγιά. Για λίγο αναγκάστηκαν να σκαρφαλώσουν επάνω της (τίποτα το σπουδαίο· δεν υπήρχε λόγος να χρησιμοποιήσουν σχοινί ή άλλα εργαλεία) και, μετά, προχώρησαν σε βατό έδαφος, περνώντας μέσα από το άνοιγμα.

Κατέληξαν, αναμενόμενα, στο άλλο μέρος της πλαγιά: αυτό που βρισκόταν στην άγνωστη διάσταση. Αντίκρισαν ξερά βουνά και, πέρα από τα βουνά, μια έρημο. Στον ουρανό υπήρχε ένας ήλιος περιτριγυρισμένος από φλόγες· θύμιζε μάλλινη σφαίρα που έχει αρπάξει φωτιά. Στο άγονο τοπίο από κάτω του δεν φαινόταν η παραμικρή βλάστηση, το παραμικρό χορτάρι. Το περιβάλλον ήταν θερμό, και ο αέρας που φυσούσε, ζεστός επάνω στα πρόσωπά τους.

«Δε βλέπω ούτε μαύρα ούτε κόκκινα φίδια να πετάνε,» είπε η Μάρθα, φορώντας τα σκούρα γυαλιά της γιατί το φως αυτού του φλεγόμενου ήλιου ήταν επώδυνο για τα μάτια.

«Μάλλον δε θα βρίσκονται κοντά σε κάθε εισβολή,» αποκρίθηκε ο Σθένελος.

«Πού πηγαίνουμε, λοιπόν;» ρώτησε η Βατράνια. «Δε φαίνεται να υπάρχει τίποτα το αξιοσημείωτο εδώ. Τίποτα πέρα από μια ξερή απεραντοσύνη.»

Ο Γεράρδος έπιασε λίγο χώμα από κάτω. Το έτριψε μέσα στο χέρι του. «Νεκρό,» μουρμούρισε βλέποντάς το να θρυμματίζεται.

Ο Σθένελος, που τον κοίταζε, ένευσε. «Δε σ’το είπα;»

Ο Γεράρδος άφησε το χώμα να γλιστρήσει ανάμεσα από τα δάχτυλά του. «Το ίδιο με τα άγονα χωράφια της Χάρνταβελ,» παρατήρησε. «Το κακό ξεκινά από εδώ, Σθένελε. Σίγουρα.

»Τι νομίζεις εσύ, Σέλιρ;»

«Μάλλον συμφωνώ, Καπετάνιε.»

«Ο ήλιος αυτός είναι κανονικός,» ρώτησε ο Γεράρδος, φορώντας κι εκείνος τα σκούρα γυαλιά του όπως είχε κάνει η Μάρθα, «ή κάτι τού έχει συμβεί;»

Ο Σθένελος’σαρ και ο Σέλιρ’χοκ έβαλαν μαύρα γυαλιά και κοίταξαν το γιγάντιο φλεγόμενο άστρο. «Τίποτα δεν είναι σίγουρο,» είπε ο Σθένελος. «Θα μπορούσε να είναι ‘κανονικός’ – δηλαδή, να ήταν πάντα έτσι – αλλά θα μπορούσε και να έχει πάθει κάτι – δηλαδή, αυτό που κατέστρεψε ετούτη τη διάσταση να αποσταθεροποίησε, κάπως, και τον ήλιο, εξ ου και οι φλόγες γύρω του.»

«Ναι,» είπε ο Σέλιρ’χοκ, «αυτές οι φλόγες, αναμφίβολα, είναι ασταθείς. Κοιτάξτε πώς κάνουν. Είναι σα να βγαίνουν μέσα από τον ήλιο επειδή ο πυρήνας του έχει πάθει κάποια ζημιά – έχει, με κάποιον τρόπο, αποσταθεροποιηθεί.»

«Ακριβώς,» ένευσε ο Σθένελος, καταλαβαίνοντας τώρα γιατί ο Γεράρδος και οι υπόλοιποι έμοιαζαν να έχουν σε υπόληψη τον Διαλογιστή. «Το είπες σωστά, Σέλιρ’χοκ. Είναι σαν το πρόβλημα να ξεκινά από τον πυρήνα του άστρου.»

«Υπέροχα,» είπε η Μάρθα ειρωνικά. «Και τι ακριβώς μάς λέει αυτή η διαπίστωση;»

«Τίποτα, προς το παρόν,» αποκρίθηκε ο Σέλιρ’χοκ, αποστρέφοντας το βλέμμα του από τον φλεγόμενο ήλιο.

«Δεν πάμε, τότε, να πάρουμε τον Κροκόδειλο; Αν είναι να εξερευνήσουμε εδώ πέρα, δεν θα ήθελα να βαδίσουμε με τα πόδια αυτές τις ερήμους που βλέπουμε.»

Ο Γεράρδος στράφηκε για να κοιτάξει το άνοιγμα στο πλάι της βουνοπλαγιάς. «Νομίζω ότι το όχημα θα χωρούσε…» είπε. «Μετά βίας, ίσως, αλλά θα χωρούσε.»

«Ναι,» συμφώνησε η Βατράνια. «Και η Μάρθα για μια φορά έχει δίκιο: δεν μπορούμε να ερευνήσουμε εδώ βαδίζοντας.»

«Για μια φορά έχει η Μάρθα δίκιο;» είπε η Μάρθα, αγριοκοιτάζοντάς την.

Η Βατράνια την αγνόησε, πηγαίνοντας προς το άνοιγμα.

Ο Γεράρδος έκανε νόημα να την ακολουθήσουν, και επέστρεψαν πάλι στη Χάρνταβελ.

«Γυρίσατε τόσο γρήγορα;» είπε ο Έδουος, που ήταν καθισμένος σ’έναν βράχο και κάπνιζε την πίπα που του είχε δώσει ο Γεράρδος προτού φύγουν.

«Θα πάρουμε και το όχημα μαζί μας,» εξήγησε ο Γεράρδος.

«Τι βρήκατε εκεί μέσα;» Ο Έδουος έδειξε προς τη μεριά της βουνοπλαγιάς με την αναμμένη πίπα του.

«Ερημιές, κι έναν ήλιο περιτριγυρισμένο από φλόγες. Τίποτα ζωντανό. Ούτε έναν θάμνο.»

«Η Οργή του Θεού…» μουρμούρισε ο Έδουος, τόσο σιγανά που οι άλλοι ίσα που τον άκουσαν.

«Γιατί δεν έρχεσαι κι εσύ μαζί μας;» τον ρώτησε η Βατράνια. «Όχι πως επιμένω, δηλαδή…»

Ο Έδουος, παραδόξως, μειδίασε με το σχόλιό της. «Εσείς οι εξωδιαστασιακοί δεν έχετε κανέναν σεβασμό,» είπε. «Κανέναν σεβασμό απολύτως. Και καμία γνώση των ιερών πραγμάτων. Η θέση μου είναι εδώ, κοντά στον Θεό και στη διάστασή του. Δεν έχω δουλειά να πάω εκεί που πηγαίνετε. Εξάλλου, κι εσείς το λέτε – μονάχα ερήμωση έχετε βρει, και θάνατο.»

«Όπως θέλεις…» αποκρίθηκε η Βατράνια, μορφάζοντας αδιάφορα.

Μπήκαν στον Κροκόδειλο και η Άνμα’ταρ κάθισε στο ενεργειακό κέντρο, υφαίνοντας τη Μαγγανεία Κινήσεως. Η Μάρθα κάθισε στο τιμόνι, και δίπλα της ο Σέλιρ’χοκ – ο Γεράρδος επέμενε, γιατί πίστευε ότι ίσως ο μάγος να παρατηρούσε κάτι που ο ίδιος πιθανώς να μην έβλεπε. Ο Σθένελος, παρότι κι εκείνος ενδιαφερόταν πολύ για την άλλη διάσταση, δεν έφερε αντίρρηση. Εξάλλου, μπορούσε άνετα να κοιτάζει και από τα πλαϊνά παράθυρα του οχήματος.

Η Μάρθα έβαλε μπροστά τον Κροκόδειλο και ανέβηκαν τη βουνοπλαγιά ώς το σημείο όπου μπορούσαν να μπουν στο άνοιγμα. Το όχημα πέρασε χωρίς πρόβλημα, αν και, όπως είχαν υπολογίσει, ίσα-ίσα χωρούσε. Για μια στιγμή, αισθάνθηκαν μια παράξενη, αόρατη δύναμη να τους χτυπά, κλυδωνίζοντάς τους.

«Τι σκατά ήταν αυτό;» ρώτησε η Βατράνια.

«Το όχημά μας,» απάντησε ο Σθένελος, «πρέπει να τρίφτηκε πάνω σε κάποια άκρια του ανοίγματος των διαστασιακών τοιχωμάτων. Για λίγο, το σύμπαν δεν ήξερε σε ποια διάσταση είμαστε.»

«Και το τσαντίσαμε το σύμπαν, ε;»

«Λιγάκι, μόνο. Αν το είχαμε τσαντίσει περισσότερο, θα μας είχε στείλει στην ανυπαρξία, κατά πάσα πιθανότητα. Δε θα είχαμε, όμως, καταλάβει τίποτα, μη φοβάσαι· απλά θα είχαμε εξαφανιστεί.»

«Παρηγορητικό…»

Η Μάρθα σταμάτησε τον Κροκόδειλο εκεί όπου είχαν σταματήσει και πριν για ν’ατενίσουν τις ερήμους που απλώνονταν αντίκρυ τους. «Κατεβαίνω, λοιπόν, έτσι;»

«Ναι,» είπε ο Σέλιρ’χοκ. «Προσεχτικά. Κι από εκεί, καλύτερα.» Έδειξε ένα σημείο που η πλαγιά κατηφόριζε σχετικά ομαλά.

*

Η Αρίνη’σαρ μπήκε στο παράξενο δάσος περιτριγυρισμένη από τους στρατιώτες της. Πλάι της βάδιζε ο Ράβνομ’νιρ, που κι εκείνος έμοιαζε να δείχνει κάποιον ενθουσιασμό για ετούτη την ερευνητική αποστολή, παρότι ήταν Βιοσκόπος και όχι Ερευνητής. Είτε είσαι του τάγματος των Ερευνητών είτε όχι, πώς είναι δυνατόν να μη σε γοητεύει κάτι τέτοιο; σκέφτηκε η Αρίνη ατενίζοντας τα μαύρα ιπτάμενα φίδια που περιστρέφονταν γύρω από τους ψηλούς κορμούς των δέντρων.

Προχώρησε μέσα στο δάσος, έχοντας το μυαλό της τόσο στο εξωτερικό περιβάλλον όσο και στον εαυτό της, διότι ήθελε να δει αν θα αισθανόταν περίεργα εδώ, σ’αυτή την άγνωστη διάσταση. Στην αρχή δεν ένιωσε τίποτα το ασυνήθιστο· μετά, όμως, νόμιζε ότι εντός της κάτι σκίρτησε. Ήταν η φαντασία της, μήπως; Όχι, κάτι είχε κινηθεί. Μέσα στο σώμα της ή μέσα στην ψυχή της; Δεν μπορούσε να είναι βέβαιη.

Αλλά τότε πρόσεξε και κάτι ακόμα: Τα ιπτάμενα φίδια που βρίσκονταν κοντά της είχαν πλησιάσει, είχαν πάψει να περιστρέφονται, και κρέμονταν στον αέρα κοιτάζοντας – αν υποτεθεί ότι μπορούσαν να κοιτάξουν – προς το μέρος της.

Οι στρατιώτες ύψωσαν τα όπλα τους.

«Όχι,» τους είπε η Αρίνη, κάνοντας νόημα να τα κατεβάσουν. «Δεν είναι εχθροί μας.» Εκείνοι υπάκουσαν, διστακτικά.

Η Αρίνη έκανε μερικά βήματα μπροστά, φεύγοντας από τον προστατευτικό κλοιό των στρατιωτών και γνέφοντάς τους να μείνουν πίσω. Ένα από τα ιπτάμενα φίδια ήρθε ακόμα πιο κοντά της· καθώς αιωρείτο αντίκρυ της και λίγο πιο πάνω από το κεφάλι της, το σώμα του έκανε σιγμοειδείς κινήσεις χωρίς να μετακινείται.

«Καταλαβαίνεις γιατί είμαι εδώ;» το ρώτησε η Αρίνη, αναρωτούμενη αν μπορούσε να μιλήσει.

Το φίδι δεν αποκρίθηκε. Ήρθε καταπάνω της, με ξαφνικά μεγάλη ταχύτητα, κι άρχισε να περιστρέφεται γύρω της.

«Περίμενε! Τι κάνεις;» Η Αρίνη αισθάνθηκε σαν να είχε μια φλόγα εντός της, μια φλόγα που στριφογύριζε μες στα σπλάχνα της δίνοντας ενέργεια σ’ολόκληρο το σώμα της. Εξαπλωνόταν από το κέντρο της ύπαρξής της, πηγαίνοντας προς τα χέρια, τα πόδια, και το κεφάλι. Τα στήθη της είχαν σκληρύνει και ορθωθεί μέσα στον στηθόδεσμό της· η γυναικεία φύση ανάμεσα στα πόδια της παλλόταν έντονα, αναγκάζοντάς τη να έχει τους μηρούς της ελαφρώς μισάνοιχτους. Η Αρίνη ζαλιζόταν, αλλά η ζαλάδα δεν ήταν δυσάρεστη. Ήταν ένα συναίσθημα που δεν μπορούσε ακριβώς να περιγράψει γιατί δεν το είχε ποτέ ξανά βιώσει. Κάνοντας το κεφάλι της πίσω, κραύγασε – μια φωνή που, φανταζόταν, θα ήταν δύσκολο να καταλάβει κανείς αν φανέρωνε πόνο ή ηδονή.

«Πυροβολήστε το!» άκουσε κάποιον να λέει. «Τη σκοτώνει! Πυροβολήστε το!»

Η Αρίνη ήθελε να τους φωνάξει Όχι, ανόητοι! Όχι! Δεν μου κάνει κακό! αν και δεν ήταν κι η ίδια σίγουρη γι’αυτό. Της έκανε κακό ή όχι;

«Δε μπορούμε να το πυροβολήσουμε, έτσι όπως περιστρέφεται γύρω της!» Η φωνή του Ράβνομ. «Θα τη σκοτώσετε, βλάκες!»

Το ιπτάμενο σκιερό φίδι έπαψε, μετά από μερικές στιγμές, να διαγράφει γρήγορες σπείρες γύρω από την Αρίνη, και η μάγισσα, νιώθοντας την εκστατική ενέργεια να την εγκαταλείπει, σωριάστηκε στο έδαφος, αγκομαχώντας. Γελώντας.

Οι άλλοι την κοίταζαν αμήχανα.

*

«Η πυξίδα μας φαίνεται να λειτουργεί κανονικά,» παρατήρησε ο Σέλιρ’χοκ κοιτάζοντας την κονσόλα μπροστά του, όταν είχαν κατεβεί από την πλαγιά και βρίσκονταν στην έρημο.

«Και τι μας λέει αυτό;» ρώτησε η Μάρθα.

«Τίποτα το σπουδαίο· απλώς ότι οι ίδιες συμπαντικές δυνάμεις που λειτουργούν σε άλλες διαστάσεις λειτουργούν κι εδώ – αν, βέβαια, υποθέσουμε ότι η πυξίδα όντως δείχνει σωστά τα σημεία του ορίζοντα για τα δεδομένα αυτής της διάστασης.»

«Θα μπορούσε, δηλαδή, να δείχνει τον νότο εκεί που είναι ο βορράς, ας πούμε;»

«Φυσικά. Αν και, στην πιο συνηθισμένη περίπτωση, απλά θα έχανε τελείως τον προσανατολισμό της και δεν θα έδειχνε παρά ασυναρτησίες.»

Ο Σέλιρ’χοκ έβγαλε από τον σάκο του χαρτί και στιλογράφο, και γυρίζοντας για να κοιτάξει πίσω, είπε δυνατά, για να τον ακούσουν οι άλλοι: «Σθένελε. Θ’αρχίσω να φτιάχνω έναν χάρτη της διάστασης.»

«Καλή σκέψη,» αποκρίθηκε ο Ερευνητής. «Προς τα πού προτείνεις, όμως, να κατευθυνθούμε; Όλες οι κατευθύνσεις μοιάζουν ίδιες.»

Η Άνμα’ταρ παρενέβη, καθώς ήταν καθισμένη στο ενεργειακό κέντρο του οχήματος: «Ας σταματήσουμε για λίγο να κοιτάξουμε με τα κιάλια. Θα τα ενισχύσω.»

Οι άλλοι συμφώνησαν· έτσι, αφού η Μάρθα είχε απομακρύνει κάμποσο το όχημά τους από τη βουνοπλαγιά, το σταμάτησε και βγήκαν. Από εκεί όπου είχαν έρθει, βουνά φαίνονταν, όχι πολύ ψηλά αλλά τελείως ξερά. Επίσης, έμοιαζαν φαγωμένα στις άκριες, λες και κάποιο πελώριο στόμα να τα είχε δαγκώσει.

«Διάβρωση,» είπε ο Σθένελος κοιτάζοντάς τα. «Διαλύονται σιγά-σιγά.»

Προς όλες τις άλλες κατευθύνσεις, μονάχα έρημος υπήρχε, αμμώδης κυρίως, αν και διακρίνονταν και βράχοι κάπου-κάπου. Η Άνμα’ταρ ύφανε το Ξόρκι Οπτικής Ενισχύσεως επάνω στα κιάλια του Σέλιρ’χοκ και του Σθένελου’σαρ, και οι δύο μάγοι κοίταξαν προς βορρά, νότο, ανατολή, και δύση. Δεν είδαν, όμως, τίποτα που δεν είχαν ήδη δει.

«Ερημιά…» είπε ο Σθένελος. «Νεκρή γη.»

«Προς τα πού θα πάμε;» έθεσε το ερώτημα ο Γεράρδος.

«Δεν έχει σημασία όπου κι αν πάμε, έτσι όπως φαίνεται το πράγμα,» αποκρίθηκε ο Σθένελος. «Μπορούμε ν’αποφασίσουμε τυχαία.» Ανασήκωσε τους ώμους.

Ο Σέλιρ’χοκ κατένευσε, συμφωνώντας.

«Πάμε προς τα κει, τότε,» είπε η Μάρθα, δείχνοντας δυτικά. «Όλο ευθεία. Έτσι, τουλάχιστον, δεν πρόκειται να χαθούμε. Το μόνο που έχουμε να κάνουμε για να επιστρέψουμε στην εισβολή είναι να ακολουθήσουμε την ακριβώς αντίθετη πορεία.»

Ο Γεράρδος αποκρίθηκε πως συμφωνούσε μ’αυτό, και οι άλλοι δεν διαφώνησαν, οπότε μπήκαν στον Κροκόδειλο και συνέχισαν.

Άμμος, παντού γύρω τους. Και βράχια, εδώ κι εκεί, σαν συστάδες δέντρων. Σταμάτησαν σ’ένα από αυτά τα μέρη και έριξαν μια πιο διεξοδική ματιά, αλλά δεν ανακάλυψαν τίποτα.

Και τα κιάλια τους, προς κάθε κατεύθυνση, φανέρωναν μια νεκρή διάσταση.

«Πού είναι το δάσος που εισέβαλε στην Ερρίθια, αναρωτιέμαι,» είπε ο Σθένελος.

«Παράξενο, όντως,» αποκρίθηκε ο Γεράρδος. «Αυτό είναι το μόνο μέρος με βλάστηση που έχουμε δει σ’ετούτη τη διάσταση.»

Ο Σέλιρ’χοκ είπε, από μπροστά: «Μπορεί η ύπαρξη της βλάστησης να σχετίζεται κάπως μ’εκείνα τα σκιερά φίδια.»

«Δεν παρατήρησα, ενεργειακά, καμία σχέση ανάμεσα σ’αυτά και στα δέντρα,» είπε ο Σθένελος.

«Ίσως, όμως, να υπάρχει κάποια σχέση. Νομίζεις ότι η ύπαρξή τους εκεί είναι τυχαία;»

Ο Σθένελος δεν αποκρίθηκε, γιατί καταλάβαινε ότι ο Σέλιρ δεν περίμενε απάντηση. Ήταν προφανές ότι η ύπαρξη των ιπτάμενων φιδιών δεν ήταν τυχαία. Κάποιος λόγος υπήρχε που βρίσκονταν σ’εκείνο το δάσος. Αλλά τι λόγος μπορεί να είναι αυτός;

Ο Κροκόδειλος συνέχισε να κινείται επάνω στις ερήμους ακολουθώντας δυτική πορεία (σύμφωνα με την πυξίδα τους), ώσπου πάνω από τέσσερις ώρες πέρασαν και η Μάρθα δήλωσε πως είχε κουραστεί να είναι στο τιμόνι και καλύτερα να σταματούσαν.

«Μεσημέρι φαίνεται να είναι,» είπε ο Γεράρδος, καθώς έβγαιναν από το όχημα κι έβλεπε ότι ο φλεγόμενος ήλιος ήταν στο κέντρο του ουρανού.

«Η Χάρνταβελ κι ετούτη η διάσταση είναι ομόχρονες,» είπε ο Σθένελος.

«Τέλος πάντων,» είπε η Βατράνια, που αισθανόταν κουρασμένη από το μονότονο τοπίο. «Καλύτερα να καθίσουμε μέσα στο όχημα για να ξεκουραστούμε παρά εδώ έξω.»

Αυτό ήταν, πράγματι, αλήθεια. Ο ήλιος τούς χτυπούσε πολύ δυνατά· τους ζάλιζε. Μπήκαν στον Κροκόδειλο και κάθισαν να φάνε.

«Τι έχεις σημειώσει εσύ στον χάρτη σου;» ρώτησε η Βατράνια τον Σέλιρ’χοκ.

Εκείνος τής έδειξε ένα φύλλο χαρτί που ήταν άδειο εκτός από ένα σημείο όπου υπήρχαν ζωγραφισμένα μερικά βουνά.

«Δεν έχει και πολλά αξιοθέατα εδώ,» είπε ο Σθένελος.

«Αν απομακρυνθούμε κι άλλο από την εισβολή, υπάρχει κίνδυνος να χαθούμε,» τους προειδοποίησε ο Γεράρδος, μετά από λίγο, σπάζοντας τη σιωπή. «Καλύτερα να επιστρέψουμε εκεί και μετά ν’αλλάξουμε κατεύθυνση.»

«Ναι,» είπε η Μάρθα. «Να κάνουμε μικρές ερευνητικές διαδρομές ξεκινώντας πάντα από την εισβολή. Εξάλλου, μπορεί να μην υπάρχει τίποτα προς τα δυτικά αλλά να υπάρχει κάτι, για παράδειγμα, προς τα νότια ή προς τα βόρεια.»

Μια φωνή ακούστηκε ξαφνικά έξω από το όχημα. Μια φωνή που θύμιζε ανθρώπινη ομιλία.

Οι επαναστάτες, αιφνιδιασμένοι, άφησαν το φαγητό τους και σηκώθηκαν, κοιτάζοντας από τα παράθυρα του οχήματος. Πέντε άνθρωποι τούς πλησίαζαν. Φορούσαν κάπες και κουκούλες, και οι δύο απ’αυτούς βαστούσαν πυροβόλα όπλα με μακριές κάννες – καραμπίνες, ίσως, ή τουφέκια. Οι άλλοι είχαν σπαθιά στα χέρια τους, και ο ένας πρέπει να κρατούσε και πιστόλι.

«Τι πούστηδες είν’αυτοί;» έκανε η Μάρθα. «Από πού ξεφύτρωσαν; Από την άμμο;»

«Δεν αποκλείεται,» είπε η Άνμα’ταρ. «Κανένας μας δεν τους είδε να πλησιάζουν πιο πριν – και δεν υπάρχει τίποτα για να κρυφτεί κάποιος εδώ πέρα.»

Οι άγνωστοι συνέχιζαν να πλησιάζουν, με τα μακρύκαννα όπλα τους υψωμένα, και ένας απ’αυτούς φώναξε κάτι σε μια γλώσσα που οι επαναστάτες δεν ήξεραν.

Ο Γεράρδος, ανοίγοντας ένα παράθυρο του Κροκόδειλου, φώναξε: «Δεν ερχόμαστε εχθρικά! Ποιοι είστε;»

Αυτός που είχε μιλήσει και πριν ξαναμίλησε στην ίδια άγνωστη γλώσσα.

«Δεν ξέρουν τη Συμπαντική,» παρατήρησε η Βατράνια: κι ακουγόταν παραξενεμένη.

«Η διάστασή τους ίσως να ήταν απομονωμένη ώς τώρα,» υπέθεσε ο Σθένελος.

Οι άγνωστοι έπαψαν να βαδίζουν. Στάθηκαν στα περίπου πενήντα βήματα απόσταση από τον Κροκόδειλο και ο αρχηγός τους ξαναφώναξε, μοιάζοντας να απαιτεί μια απάντηση.

«Πώς θα συνεννοηθούμε μαζί τους;» ρώτησε ο Γεράρδος, κοιτάζοντας κυρίως τον Σέλιρ’χοκ.

«Δεν ξέρω, Καπετάνιε. Η γλώσσα τους, όχι μόνο είναι άγνωστη, αλλά δεν μου θυμίζει και τίποτα – καμία άλλη γλώσσα του Γνωστού Σύμπαντος.»

«Τη γαμήσαμε εν ολίγοις…» συμπέρανε η Μάρθα.

«Τι είν’αυτό το φως;» είπε η Βατράνια, δείχνοντας κάπου στα νοτιοανατολικά.

Οι άλλοι κοίταξαν.

«Παράξενο,» παρατήρησε ο Σθένελος. «Σχεδόν σαν δεύτερος ήλιος. Σαν ένα πολύ δυνατό άστρο.»

«Και έρχεται γρήγορα,» είπε η Μάρθα. «Δεν μπορεί νάναι άστρο· μην τρελαθούμε.»

Η Άνμα’ταρ έκανε ένα Ξόρκι Οπτικής Ενισχύσεως στα κιάλια της και κοίταξε. «Κάτι ιπτάμενο. Και πολύ φωτεινό. Μοιάζει νάχει φτερούγες.» Κατέβασε τα κιάλια και έτριψε τα μάτια της. «Πολύ φωτεινό,» τόνισε.

Ο αρχηγός των γηγενών της άγνωστης διάστασης φώναζε πάλι. Ένας από αυτούς με τα μακρύκαννα πυροβόλα έριξε μια προειδοποιητική ριπή, η οποία εξοστρακίστηκε στην άκρη του Κροκόδειλου.

«Τι κάνουν, οι γαμιόληδες!» μούγκρισε η Μάρθα.

Το φως είχε έρθει ακόμα πιο κοντά.

«Κάτι δεν πάει καλά…» μουρμούρισε ο Σθένελος.

Και, σαν οι γηγενείς να ήθελαν να επιβεβαιώσουν τα λόγια του, ένας απ’αυτούς έδειξε προς τα νοτιοανατολικά, κι αμέσως όλοι τους φάνηκαν τρομαγμένοι. Στράφηκαν και έτρεξαν.

«Πού πάνε;» είπε η Μάρθα.

«Εκεί απ’όπου ήρθαν, υποθέτω,» της απάντησε η Βατράνια.

Η Άνμα έδειξε τη φωτεινή οντότητα. «Αυτό το πράγμα, ό,τι κι αν είναι, μας πλησιάζει.»

«Και για να τρόμαξε τους ντόπιους,» είπε ο Γεράρδος, «δεν μπορεί νάναι τίποτα το φιλικό.»

Οι γηγενείς τώρα είχαν απομακρυνθεί αρκετά και έμπαιναν σε κάποιο άνοιγμα στη γη.

«Πάμε να φύγουμε,» πρότεινε η Βατράνια. «Ο Γεράρδος έχει δίκιο. Κάτι άσχημο είναι αυτό που έρχεται.»

Ο Σέλιρ’χοκ κάθισε στο ενεργειακό κέντρο και ύφανε τη Μαγγανεία Κινήσεως. Ο Γεράρδος κάθισε στο τιμόνι και ο Σθένελος δίπλα του. Καθώς έβαζαν μπροστά τις μηχανές του Κροκόδειλου, είδαν το φως από τα νοτιοανατολικά να έρχεται με μεγαλύτερη ταχύτητα.

Ο Γεράρδος έστριψε το όχημα προς τα ανατολικά και πάτησε το πετάλι στο τέρμα, βάζοντας τους έξι μεγάλους τροχούς να τρέξουν ολοταχώς προς τη μεριά όπου ήταν η εισβολή.

Από πίσω, η Βατράνια είπε: «Αυτή πρέπει νάναι η φωτεινή οντότητα για την οποία μου μίλησε η Αρίνη’σαρ, όταν με ανέκριναν. Πρέπει νάναι πολύ επικίνδυνη.»

«Συνέχεια κωλοϊστορίες, γαμώ την πουτάνα μου…» σχολίασε η Μάρθα, ανάβοντας ένα τσιγάρο καθώς κοίταζε έξω από το παράθυρο, το δυνατό φως που τους πλησίαζε. «Συνέχεια κωλοϊστορίες.»

*

Ο Ράβνομ’νιρ γονάτισε δίπλα στην Αρίνη και τη ρώτησε αν ήταν καλά. Εκείνη σηκώθηκε όρθια χωρίς τη βοήθειά του. «Δεν μου έκανε κακό,» του αποκρίθηκε, αν και αισθανόταν λιγάκι ζαλισμένη.

«Να βεβαιωθώ γι’αυτό;»

«Αν θέλεις.» Η ίδια, πάντως, δεν ένιωθε άσχημα. Τώρα που μπορούσε πάλι να σκεφτεί με σχετική ηρεμία, νόμιζε πως ήταν σαν το ιπτάμενο σκιερό φίδι να την είχε γαργαλήσει. Ήξερε, όμως, ότι αποκλείεται να ήταν αυτό· αλλιώς, γιατί τα άλλα φίδια να μην είχαν «γαργαλήσει» και τους στρατιώτες της; Ό,τι κι αν είχε συμβεί, είχε κάποια σχέση με το παιδί της. Όταν έφυγα από εδώ, ήθελα να επιστρέψω· και τώρα που επέστρεψα, τούτες οι γηγενείς ενεργειακές οντότητες φαίνεται να αναγνωρίζουν κάτι επάνω μου: ή, μάλλον, μέσα μου.

Καθώς αυτά περνούσαν απ’το μυαλό της, ο Ράβνομ έκανε κάποιο από τα βιοσκοπικά ξόρκια του και, μετά, είπε στην Αρίνη: «Δεν διακρίνω καμια σωματική βλάβη… Αλλά αν θέλεις να επιστρέψουμε…»

Εκείνη κούνησε το κεφάλι. «Δε χρειάζεται να επιστρέψουμε. Σου είπα, δεν μου έκανε κακό.»

«Τι ακριβώς συνέβη, τότε; Και γιατί συνέβη;»

Να του έλεγε τις υποψίες της; Δεν αισθανόταν έτοιμη ακόμα· κι επιπλέον, τόσοι στρατιώτες τούς άκουγαν. «Δεν ξέρω, Ράβνομ. Ας προχωρήσουμε.»

Ο Βιοσκόπος, αν και έμοιαζε να έχει τις αμφιβολίες του, δεν έφερε αντίρρηση. Βάδισαν μέσα στο δάσος ενώ οι ιπτάμενες ενεργειακές οντότητες περιφέρονταν κοντά τους διαγράφοντας σπείρες γύρω από τα δέντρα. Καμία, όμως, δεν ξαναπλησίασε την Αρίνη ή κανένα άλλο μέλος της ερευνητικής ομάδας.

Μετά από λίγη ώρα, όπως και την προηγούμενη φορά, βγήκαν στις παρυφές του δάσους και βρέθηκαν μπροστά στην απέραντη έρημο. Η φωτεινή οντότητα δεν φαινόταν πουθενά, ακόμα κι όταν κοίταξαν με τα κιάλια τους. Η Αρίνη πρότεινε να πάνε προς μια άλλη κατεύθυνση, που δεν είχαν εξερευνήσει πριν.

«Όλες οι κατευθύνσεις ίδιες μού μοιάζουν,» της είπε ο Ράβνομ.

Και δεν έχεις άδικο, σκέφτηκε εκείνη, αλλά έμεινε σιωπηλή και συλλογισμένη, με τα κιάλια της κατεβασμένα.

«Πρέπει να φέρουμε κάποιο όχημα εδώ, Αρίνη,» συνέχισε ο Ράβνομ. «Δεν είναι δυνατόν να εξερευνήσουμε ολόκληρη αυτή την έρημο περπατώντας.»

«Ναι…» Η Αρίνη έκανε μερικά μικρά βήματα… νιώθοντας την άμμο να θρυμματίζεται κάτω από τις μπότες της. Έσκυψε και πήρε λίγη στη χούφτα της. Όπως και την προηγούμενη φορά, της φάνηκε παλιά, πολύ παλιά. Τα απομεινάρια κάτι νεκρού, ίσως… Θυμήθηκε πώς εκείνες οι φυλλωσιές είχαν μαυρίσει και διαλυθεί, όταν τις είχαν αγγίξει τα ενεργειακά νήματα της ιπτάμενης φωτεινής οντότητας. Το είχε σκεφτεί και τότε: αυτή η οντότητα ίσως να ευθυνόταν για την ερήμωση της διάστασης. Τώρα, καθώς έτριβε την ξερή άμμο μέσα στη χούφτα της, το σκέφτηκε και πάλι, και ήταν σχεδόν σίγουρη. Εκείνες οι φυλλωσιές έγιναν στάχτη. Έγιναν, ίσως, σαν αυτή την άμμο…

Η Αρίνη τίναξε την άμμο πέρα. «Πώς θα περάσουμε όχημα μέσα από το δάσος; Είναι αδύνατο. Μονάχα ένα δίκυκλο θα μπορούσε να περάσει, και δίκυκλα δεν έχουμε στα Ανάκτορα.»

«Θα πρέπει να πούμε στον Επόπτη να ζητήσει να του φέρουν, τότε. Εκτός των άλλων, σκέψου κι εκείνη τη φωτεινή οντότητα, Αρίνη. Αν τη συναντήσουμε σε κάποιο τυχαίο σημείο της διάστασης, πώς θα της ξεφύγουμε;»

«Έχεις δίκιο. Στο δάσος, όμως, πρέπει να είμαστε ασφαλείς, όπως φάνηκε από την προηγούμενη φορά. Επομένως, ας εξερευνήσουμε αυτό. Ας το χαρτογραφήσουμε όσο καλύτερα μπορούμε.»

*

«Έρχεται ακόμα πιο γρήγορα!» είπε η Βατράνια. Ακουγόταν – και ήταν – φοβισμένη.

Πίσω τους, στον ουρανό της απέραντης ερήμου, φαινόταν ένα πελώριο πουλί από φως. Από τις άκριες των φτερών και της ουράς του νήματα κρέμονταν, σαν να είχε ξεφτίσει. Κι αυτά τα νήματα γίνονταν ολοένα και περισσότερα. Πολλαπλασιάζονταν· και σύντομα δεν έβγαιναν μόνο από τις φτερούγες και την ουρά του πτηνού, αλλά από κάθε σημείο του σώματός του. Το φως που σχημάτιζε την οντότητα γλιστρούσε γύρω της, φτιάχνοντας κάτι σαν δίχτυ. Ένα δίχτυ που έφτανε ώς κάτω, στην ξερή γη της ερήμου.

Και δεν υπήρχε αμφιβολία πως, ό,τι κι αν ήταν αυτό το πράγμα, κυνηγούσε τον Κροκόδειλο.

«Σέλιρ,» είπε η Μάρθα, «μας έχεις καλύψει; Έχεις κάνει τ’όχημα να πάρει τα χρώματα του περιβάλλοντος;»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο μάγος, από το ενεργειακό κέντρο.

«Δε φαίνεται, όμως, αυτό να σταματά τον ιπτάμενο κυνηγό μας,» παρατήρησε ο Σθένελος, που είχε αφήσει τη θέση του συνοδηγού και είχε έρθει πίσω, για να κοιτάζει το πτηνό.

«Γεράρδε, πήγαινε πιο γρήγορα!» φώναξε η Μάρθα.

«Πάω όσο πιο γρήγορα μπορώ,» απάντησε εκείνος. Οι μηχανές του Κροκόδειλου γρύλιζαν, η έρημος περνούσε σαν θολούρα γύρω από τους επαναστάτες, και σύννεφα άμμου σηκώνονταν πίσω από το όχημα.

Η ώρα περνούσε, και η φωτεινή οντότητα συνέχιζε να τους ακολουθεί, ακούραστα. Και όχι μόνο αυτό, αλλά οι επαναστάτες που την κοίταζαν είχαν την αίσθηση ότι, λίγο-λίγο, κέρδιζε έδαφος. Ή ίσως έτσι να νόμιζαν επειδή το ενεργειακό δίχτυ της εξαπλωνόταν ολοένα και περισσότερο…

«Τι είναι αυτό το πράμα;» ρώτησε η Μάρθα τον Σθένελο. «Τι είναι αυτό το δίχτυ;»

Ο μάγος μόρφασε, καθώς ατένιζε τη φωτεινή οντότητα συνεπαρμένος. «Κάποιου είδους όπλο, ίσως.»

«Τι όπλο; Εννοείς πως αν μας χτυπήσει θα σκοτωθούμε;»

«Πολύ πιθανόν.»

«Δε μπορούμε να σταματήσουμε και να την καταρρίψουμε αυτή τη μαλακία;»

«Έτσι όπως το βλέπεις, εσύ νομίζεις ότι οι σφαίρες θα το βλάπτουν;» είπε ο Σθένελος. «Πρέπει νάναι καμωμένο από ενέργεια, Μάρθα. Αποκλειστικά και μόνο από ενέργεια. Όπως εκείνα τα σκιερά φίδια στο δάσος… Μόνο που, ίσως…» Συνοφρυώθηκε, συλλογισμένος.

«Τι;»

«Τα φίδια… Είναι σχεδόν σαν η αντίθεσή του. Μαύρα, σκοτεινά. Ενώ αυτή η οντότητα αντίκρυ μας είναι τόσο φωτεινή. Μοιάζει με δεύτερο ήλιο.»

Η Βατράνια, που είχε καθίσει στο δάπεδο, ρώτησε χωρίς να σηκωθεί: «Αν μας προφτάσει, τι θα κάνουμε, Σθένελε;»

«Δεν έχω ιδέα. Πάντως, αφού είναι από ενέργεια, θα πρέπει κάπως να το εκμεταλλευτούμε αυτό… Να χρησιμοποιήσουμε κάτι που μπορεί να διαταράξει ή να διαλύσει συγκεντρωμένη ενέργεια… αλλά… δε νομίζω ότι έχουμε κάτι τέτοιο.» Περισσότερο στον εαυτό του έμοιαζε να μιλά ο Ερευνητής. Σκέψεις, χωρίς ουσιαστικά συμπεράσματα.

Ο Γεράρδος συνέχιζε να οδηγεί τον Κροκόδειλο ολοταχώς, διασχίζοντας την έρημο χωρίς κίνδυνο αφού δεν υπήρχε και τίποτα επάνω στο οποίο μπορούσε να προσκρούσει.

Μετά από μιάμιση ώρα τρελής πορείας, έφτασαν στη βουνοπλαγιά, με τη φωτεινή οντότητα ακόμα στο κατόπι τους κι ακόμα πιο κοντά τους.

«Μα τους θεούς…» είπε η Βατράνια, που τώρα είχε σηκωθεί από κάτω. «Αν μας ακολουθήσει στη Χάρνταβελ;»

Κανένας δεν μίλησε.

Ο Γεράρδος οδήγησε τον Κροκόδειλο πάνω στην πλαγιά, όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Οι μεγάλοι, δυνατοί τροχοί του βρυχούνταν, και πέτρες ακούγονταν να σπάνε από κάτω τους: πέτρες που ήταν, ούτως ή άλλως, έτοιμες να διαλυθούν, σαν να ήταν κούφιες. Ο θρυμματισμός τους μείωνε αναγκαστικά την ταχύτητα του οχήματος, και η φωτεινή οντότητα πλησίασε περισσότερο. Τα νήματά της απλώθηκαν σαν πλοκάμια, προσπαθώντας να τους αγγίξουν.

Δεν τα κατάφερναν – για μερικά μέτρα.

Ο Γεράρδος ανέβασε τον Κροκόδειλο στο σχετικά βατό έδαφος αντίκρυ στο άνοιγμα που οδηγούσε στη Χάρνταβελ, και οδήγησε προς τα εκεί.

Πίσω τους, μια κραυγή σαν ξερός άνεμος αντήχησε. Ένα ουρλιαχτό που έκανε τις τρίχες τους να σηκωθούν.

Ενεργειακά νήματα τούς ακολουθούσαν, μανιασμένα, καθώς περνούσαν μέσα από την τρύπα στα διαστασιακά τοιχώματα και έβγαιναν στη Χάρνταβελ. Τα φωτεινά πλοκάμια μπήκαν κι αυτά, για λίγο· μετά, όμως, αμέσως αποτραβήχτηκαν. Ακόμα μια οργισμένη κραυγή ακούστηκε.

Ο Γεράρδος σταμάτησε απότομα τον Κροκόδειλο κοντά στον Έδουο, ο οποίος είχε σηκωθεί όρθιος δίπλα σε μια φωτιά.

«Για όνομα του Θεού!» αναφώνησε ο ιερέας. Στο χέρι του κρατούσε πάλι την πίπα που του είχε δώσει ο Γεράρδος.

Οι επαναστάτες άνοιξαν τις πόρτες του Κροκόδειλου και βγήκαν, κοιτάζοντας προς την εισβολή.

«Δεν μπορεί να έρθει,» είπε ο Σθένελος, με τα μάτια του διασταλμένα από ενθουσιασμό και αγωνία, συγχρόνως. Παρότι καταλάβαινε ότι η ζωή όλων τους κινδύνευε άμεσα από τη φωτεινή οντότητα, δεν μπορούσε παρά να μη νιώθει και μια μεγάλη περιέργεια για τη φύση της. «Κι αναρωτιέμαι τι να φταίει. Είναι πολύ μικρό το άνοιγμα γι’αυτήν; Ή είναι άλλος ο λόγος που την κρατά μακριά;»

«Κάτι απορίες που έχουν οι άνθρωποι…» μουρμούρισε η Βατράνια, κουνώντας το κεφάλι κι αναστενάζοντας.

Ο Έδουος ρώτησε: «Τι ήταν αυτό; Είδα ένα δυνατό φως, για λίγο, πίσω από το άνοιγμα.»

«Θα σου πούμε,» αποκρίθηκε ο Γεράρδος, καθίζοντας δίπλα στη φωτιά του ιερέα. Ήταν εξαντλημένος από τη γρήγορη οδήγηση, περισσότερο ψυχικά και λιγότερο σωματικά, γιατί αντιλαμβανόταν πως οι ζωές όλων τους βασίζονταν σ’εκείνον: στο πόσο γρήγορα θα κατόρθωνε να τους απομακρύνει από αυτό τον φωτεινό ιπτάμενο δαίμονα. «Μπορώ να έχω την πίπα μου;» Άπλωσε το χέρι του.

Ο Έδουος τού επέστρεψε την πίπα, σιωπηλά.

Κεφάλαιο 39
Προσκλήσεις Φιλοξενίας

Καθισμένοι γύρω από τη φωτιά του Έδουου, προσπάθησαν να δουν τι είχαν μάθει ώς τώρα για την άλλη διάσταση. Οι πληροφορίες που είχαν συλλέξει δεν ήταν πολλές, αλλά ήταν αρκετές για να βγάλουν κάποια γενικά συμπεράσματα. Κατά πρώτον, χωρίς αμφιβολία, η διάσταση ήταν, στο μεγαλύτερό της μέρος, μια έρημος. Δεν ήταν, όμως, και ακατοίκητη· υπήρχαν άνθρωποι που, μάλλον, έμεναν κάτω από την επιφάνεια του εδάφους. Ένας από τους λόγους που δεν έμεναν στην επιφάνεια πρέπει να ήταν και η ιπτάμενη φωτεινή οντότητα· σ’αυτό συμφωνούσαν απόλυτα και ο Σέλιρ’χοκ και ο Σθένελος’σαρ. Η απέραντη έρημος της διάστασης πρέπει να είχε δημιουργηθεί από το πρόβλημα που υπήρχε εκεί, το οποίο σχετιζόταν με τον φλεγόμενο ήλιο, με τα νεκρά χωράφια στη Χάρνταβελ, ίσως με τις εισβολές και τους αντικατοπτρισμούς, και ίσως με τη φωτεινή οντότητα–

«Πώς ακριβώς;» είπε ο Έδουος, που μάλλον δεν ήταν της ίδιας άποψης.

«Το πρόβλημα που υφίσταται εδώ, στα άγονα χωράφια, υφίσταται και στην άλλη διάσταση,» του απάντησε ο Γεράρδος. «Ολόκληρη η άλλη διάσταση μοιάζει με τα άγονα χωράφια.»

«Αυτό δεν σημαίνει τίποτα, Γεράρδε!»

«Δεν μπορούμε να είμαστε απόλυτα βέβαιοι,» παρενέβη ο Σέλιρ’χοκ, «αλλά αυτό που λέει ο Γεράρδος είναι πολύ πιθανό, νομίζω. Το αμφισβητείς;»

«Εγώ, μάγε, βλέπω τα σημάδια που μου δίνει ο Θεός.»

«Και τώρα,» ρώτησε ο Γεράρδος, «τι σημάδια σού δίνει; Γίνεται τίποτα με τις θυσίες; Αλλάζει η κατάσταση;»

«Μπορεί οι Παντοκρατορικοί να φταίνε γι’αυτό! Μπορεί εξαιτίας τους η Οργή Του να έχει πέσει επάνω μας.»

«Πραγματικά πιστεύεις,» τον ρώτησε η Βατράνια, «ότι ο Θεός σας θα ταλαιπωρούσε κι εσάς μαζί με τους Παντοκρατορικούς;»

Τα μάτια του Έδουου άστραψαν και η Βατράνια αισθάνθηκε μια λόγχη ανεξήγητου τρόμου να διαπερνά την ψυχή της. «Τι ξέρεις εσύ για τον Θεό μας; Τίποτα! Είσαι εξωδιαστασιακή! Ξένη. Ο Θεός μιλά μέσα από τα σημάδια – κι αυτά που συμβαίνουν είναι σημάδι ότι έχει δυσαρεστηθεί μαζί μας!»

Η Βατράνια δεν του έφερε αντίρρηση γιατί, εκτός από τον παράξενο τρόμο που είχε αισθανθεί, θυμόταν πολύ καλά τι είχε γίνει την προηγούμενη φορά με τη Μάρθα. Είναι τρελός· μπορεί και να με σκοτώσει αν θεωρήσει ότι έχω «βλασφημήσει». Είναι δυνατόν κάποτε ο Γεράρδος να ήταν σαν αυτούς τους ανθρώπους; Της ήταν αδιανόητο.

«Εγώ,» είπε ο Γεράρδος, «δεν πιστεύω ότι αυτό είναι σημάδι από τον Θεό, Έδουε. Είναι μπλεγμένη μια ολόκληρη άλλη διάσταση στην όλη υπόθεση. Ο Θεός μας είναι στη Χάρνταβελ και μόνο· είναι η ίδια η Χάρνταβελ–»

«Δεν είσαι πια ιερέας. Δεν μπορείς να βγάζεις τέτοια συμπεράσματα.»

«Ξεχνάς, όμως, ότι διαισθάνομαι τις εισβολές. Ξεχνάς ότι–»

«Δεν ξέρω τι είσαι!» τον διέκοψε ο Έδουος. «Γι’αυτό κιόλας σου είπα να επισκεφτούμε τον Ύπατο. Πρέπει να τον επισκεφτούμε. Πότε θα το κάνουμε;»

«Θα ξεκινήσουμε σήμερα κιόλας,» του υποσχέθηκε ο Γεράρδος. «Πρώτα, όμως, θα ολοκληρώσουμε τα συμπεράσματα μας.»

«Όπως επιθυμείς. Συνεχίστε.» Ο Έδουος έδειχνε αηδιασμένος με όλους τους.

«Το μόνο που δεν έχουμε αναφέρει ακόμα είναι το μυστήριο των ιπτάμενων σκιερών φιδιών στο δάσος,» είπε ο Σθένελος’σαρ, όταν είδε πως ο ιερέας δεν θα τους διέκοπτε. «Αλλά δε νομίζω ότι μπορούμε αυτό να το λύσουμε τώρα. Δεν ξέρουμε καν τι υποθέσεις να κάνουμε.»

«Ναι,» συμφώνησε ο Σέλιρ’χοκ, και δεν πρόσθεσε τίποτ’άλλο.

«Αυτά ήταν, λοιπόν;» ρώτησε η Βατράνια, καθώς σιωπή έπεσε για λίγο ανάμεσά τους. «Θέλετε να πείτε ότι θα μπορούσαμε και να επιστρέψουμε στον Πρίγκιπα, για να του αναφέρουμε ό,τι έχουμε μάθει;»

«Θα μπορούσαμε,» αποκρίθηκε ο Σθένελος. «Αν και νομίζω ότι είναι ημιτελείς οι πληροφορίες μας. Δεν ξέρουμε όλη την αλήθεια.»

«Συμφωνώ,» είπε ο Γεράρδος. «Όμως δεν μπορούμε να περιπλανηθούμε στην άλλη διάσταση ελεύθερα, μ’αυτή την ιπτάμενη οντότητα που περιφέρεται εκεί, έτσι δεν είναι; Δεν ξέρουμε με τι να την πολεμήσουμε.»

«Πράγματι,» παραδέχτηκε ο Σθένελος. «Ένα μεγάλο πρόβλημα.» Κοίταξε τη φωτιά, προβληματισμένος, ακουμπώντας το πιγούνι του στη γροθιά του.

«Υπάρχει, όμως, και κάτι ακόμα που δεν έχουμε σκεφτεί ώς τώρα,» είπε ο Γεράρδος. «Ή, τουλάχιστον, κανένας δεν το έχει αναφέρει. Αφού η άλλη διάσταση κατοικείται, δεν θα μπορούσαν οι γηγενείς της να περάσουν μέσα από τις εισβολές και να έρθουν εδώ, στη Χάρνταβελ;»

Για λίγο, κανένας δεν μίλησε, καθώς αντιλαμβάνονταν ότι ο Γεράρδος αναφερόταν σε κάτι πολύ σημαντικό.

Μετά εκείνος είπε: «Μπορεί ήδη να έχει συμβεί χωρίς να το ξέρουμε. Μπορεί να έχουν μπει κάπου στη Χάρνταβελ, περνώντας από κάποιο άνοιγμα.»

«Ακόμα ένας καλός λόγος για να επισκεφτούμε αμέσως τον Ύπατο,» τόνισε ο Έδουος. «Διότι μιλάμε για εισβολή. Και δεν εννοώ αυτές τις ‘εισβολές’ που λέτε εσείς. Εννοώ μια κανονική εισβολή, από κανονικούς εχθρούς, όπως έγινε με τους ανθρώπους της Παντοκράτειρας.»

«Μισό λεπτό,» είπε ο Σθένελος. «Δεν το ξέρουμε ότι είναι εχθρικοί.»

«Πράγματι, δεν το ξέρουμε,» αποκρίθηκε ο Σέλιρ’χοκ. «Σκέψου, όμως: Αν είχες αναγκαστεί, για κάποιον λόγο, να μένεις κάτω από τη γη, δεν θα ήθελες να ξανανεβείς στην επιφάνεια;»

«Σωστά,» συμφώνησε ο Γεράρδος. «Αν βρίσκονται κάτω από τη γη εξαιτίας της φωτεινής οντότητας και της γενικότερης ερήμωσης, τότε είναι λογικό να θέλουν να έρθουν εδώ.»

«Και η φωτεινή οντότητα δεν θα μπορούσε να έρθει στη Χάρνταβελ;» είπε η Μάρθα.

Ο Γεράρδος φάνηκε σκεπτικός. «Για κάποιον λόγο δεν μας ακολούθησε…»

«Ίσως να μη χωρούσε να περάσει από το άνοιγμα,» υπέθεσε η Βατράνια.

«Ίσως,» είπε ο Σθένελος. «Αλλά έτσι όπως αυτά τα νήματά της αποτραβήχτηκαν…»

«…ήταν σα να μη μπορούσε να μείνει στη Χάρνταβελ, σαν κάτι να την απωθούσε,» ολοκλήρωσε ο Σέλιρ’χοκ όταν ο Ερευνητής κόμπιασε.

Ο Σθένελος ένευσε. «Ναι.»

«Ο Θεός,» είπε ο Έδουος. «Νομίζετε ότι ο Θεός θα μας άφηνε στο έλεος αυτού του λαμπερού δαίμονα που περιγράφετε;»

Οι άλλοι αλληλοκοιτάχτηκαν, όχι επειδή διαφωνούσαν με τον ιερέα ή επειδή θεωρούσαν γελοίο αυτό που ισχυριζόταν, αλλά επειδή κανένας τους δεν μπορούσε να σκεφτεί καμία καλύτερη εξήγηση για ό,τι είχαν δει.

*

Μετά από κάποιες ώρες οδοιπορίας μέσα στο δάσος, με ανατολική κατεύθυνση (οι πυξίδες φαινόταν να λειτουργούν κα