Κώστας Βουλαζέρης
Δαίμονες των Σκιών

Το Παιχνίδι των Ράζλερ
Τόμος 5ος

 


 

 

 

 

© Κώστας Βουλαζέρης

http://www.fantastikosorizontas.gr/kostasvoulazeris

http://www.fantastikosorizontas.gr/kostasvoulazeris/koualanara

 

 

Για τα πνευματικά δικαιώματα αυτού του κειμένου ισχύουν οι όροι του Creative Commons - http://creativecommons.org/licenses/by-nc-nd/3.0/gr/

 

•Επιτρέπεται να το διανέμετε ελεύθερα, στην παρούσα του μορφή και μόνο.

•Δεν επιτρέπεται να το τροποποιήσετε ή να το αλλοιώσετε με οιονδήποτε τρόπο.

•Δεν επιτρέπεται να το χρησιμοποιήσετε για διαφημιστικούς ή εμπορικούς λόγους.

 


Περιεχόμενα

 

Βιβλίο Ένατο

Ο Ανήλιαγος Κόσμος

 

Κεφάλαιο 1

Έξι Πράγματα που Πρέπει να Γίνουν· ο Βάνμιρ Απεγνωσμένος

Κεφάλαιο 2

Άστεφη Βασίλισσα

Κεφάλαιο 3

Μηχανορραφίες, και Μαύρο

Κεφάλαιο 4

Παράπονα. . .

Κεφάλαιο 5

Προσφορά Εργασίας

Κεφάλαιο 6

Κοινωνικές Συναναστροφές στη Νουάλβορ

Κεφάλαιο 7

Ο Μαύρος Πρίγκιπας

Κεφάλαιο 8

«Ας είναι όπως θέλει ο δρόμος που με οδηγεί στη Νίζβερ»

Κεφάλαιο 9

Δολοφόνοι

Κεφάλαιο 10

Ο Απέθαντος

Κεφάλαιο 11

Στον Πάγο και στο Χιόνι

Κεφάλαιο 12

Η Πολιορκία της Έρλεν

Κεφάλαιο 13

Εν Πτήσει

Κεφάλαιο 14

Καταδίωξη στη Θάλασσα

Κεφάλαιο 15

Εξαφάνιση

Κεφάλαιο 16

Νέα Ζωή για έναν Δολοφόνο· Έρευνα για μια Νεκρή· Στέμμα για έναν Δράκαρχο

Κεφάλαιο 17

Φίρθμας: ο Πολέμαρχος στο Στρατώνα

Κεφάλαιο 18

Η Βάπτιση του Αίματος

Κεφάλαιο 19

Η Νεκάς

Κεφάλαιο 20

Οι Ιερείς του Αιματηρού Θεού, ο Πρίγκιπας των Επαναστατών, και ο Αποκλεισμένος Τύραννος

Κεφάλαιο 21

Στη Βασιλική Περιφέρεια: Αίμα, Φωτιά, και Σκιές

Κεφάλαιο 22

Ουράνιες Φλόγες, Υπόγειο Ψύχος

Κεφάλαιο 23

Νεκρομάντες και Νεκροί

Κεφάλαιο 24

Ενέδρες, Σπαθιές, Βλέμματα, και Υποκλίσεις

Κεφάλαιο 25

Οι Τελευταίες Στιγμές του Θρόνου του Αετού

Κεφάλαιο 26

Η Ρωγμή

Κεφάλαιο 27

Πίσω από τους Τοίχους

Κεφάλαιο 28

Προπαρασκευή

Κεφάλαιο 29

Συναπάντημα

Κεφάλαιο 30

Οργή Πάνω από τον Πάγο

Κεφάλαιο 31

Ο Ακέφαλος Δεσμώτης

Κεφάλαιο 32

Επιβεβαιώσεις

Κεφάλαιο 33

Καθοδόν

 

Βιβλίο Δέκατο

Οι Τρεις Βασίλισσες

Κεφάλαιο 1

Θάλασσα και Πνεύματα

Κεφάλαιο 2

Το Συμβούλιο του Μαύρου Πρίγκιπα

Κεφάλαιο 3

Σέλντρεκ

Κεφάλαιο 4

Εξέγερση και Αποκλεισμός

Κεφάλαιο 5

Σύλληψη, Απόφαση, Δοκιμή

Κεφάλαιο 6

Ο Ήχος του Νερού

Κεφάλαιο 7

Λύπη, Κούραση, και Νέα Εξουσία

Κεφάλαιο 8

Παρενέργειες. . .

Κεφάλαιο 9

Αντιδράσεις

Κεφάλαιο 10

Κρυψώνα

Κεφάλαιο 11

Φεν’τρούτακ Μαρ

Κεφάλαιο 12

Μάτια. . .

Κεφάλαιο 13

Ένας Πελάτης Ακαθορίστου Μορφής

Κεφάλαιο 14

Σκοτεινοί Αντικατοπτρισμοί

Κεφάλαιο 15

Εκτελέσεις και Διαπραγματεύσεις

Κεφάλαιο 16

Φίρθμας: Μια Πόλη Γεμάτη Μυστικά

Κεφάλαιο 17

Ο Τροχός Γυρίζει

Κεφάλαιο 18

Διαπραγματεύσεις: Αιματηρές και Αναίμακτες

Κεφάλαιο 19

Μυστηριακές Απαντήσεις

Κεφάλαιο 20

Άγρια Νύχτα

Κεφάλαιο 21

Το Κάλεσμα της Φεν εν Ρωθ

Κεφάλαιο 22

Καινούργια Βασίλισσα σε Καινούργιο Θρόνο

Κεφάλαιο 23

Η Βασίλισσα Λυπάται, η Βασίλισσα Γελά· Μαχαίρια Ακονίζονται στο Σκοτάδι

Κεφάλαιο 24

Μια Διαφορετική Αποστολή

Κεφάλαιο 25

Αναχώρηση

Κεφάλαιο 26

Αφτιά και Λεπίδια

Κεφάλαιο 27

Εν Πλω

Κεφάλαιο 28

Σκοτεινό Πρωινό

Κεφάλαιο 29

Ένας Μυστηριώδης Φίλος· μια Βραδινή Αποστολή· μια Αναγκαία Έκρηξη

Κεφάλαιο 30

Η Συμφωνία

Κεφάλαιο 31

Αποτυχίες

Κεφάλαιο 32

Στην Υπηρεσία της Βασίλισσας

Κεφάλαιο 33

Διδασκαλία

Κεφάλαιο 34

Η Οργή της Λύκαινας

Κεφάλαιο 35

Στην Οδό Σιδηραργύρου. . .

Κεφάλαιο 36

Η Αρχή μιας Αναζήτησης


 

 

 

 

Βιβλίο Ένατο
Ο Ανήλιαγος Κόσμος

 

 

 

 


Κεφάλαιο 1
Έξι Πράγματα που Πρέπει να Γίνουν· ο Βάνμιρ Απεγνωσμένος

 

Οι τρεις Μετουσιωμένοι πλησίασαν τη Ρικνάβαθ, ταυτόχρονα, και την έλουσαν μέσα στην ακτινοβολία τους. Το φως έγινε τόσο δυνατό που ο Βάνμιρ χρειάστηκε να υψώσει τον καθρέφτη μπροστά του, για να προστατέψει τα μάτια του, πισωπατώντας. Στ’αφτιά του ήρθε το ουρλιαχτό της Καρμώζ, και ανησύχησε για εκείνη. Τι της έκαναν αυτά τα ακατανόητα όντα; Ίσως δεν έπρεπε, τελικά, να τα είχαν αφήσει να…

Αλλά θα μας ανάγκαζαν, ούτως ή άλλως. Το καλύτερο θα ήταν να μην είχαμε έρθει ποτέ εδώ. Όμως, τότε, πώς θα αδρανοποιούσαμε τους Ράζλερ;

Τα ουρλιαχτά εντάθηκαν, διαπερνώντας βίαια τ’αφτιά του Βάνμιρ· διαπερνώντας το κρανίο του, τον εγκέφαλό του.

«Ρικνάβαθ!» φώναξε, κατεβάζοντας τον καθρέφτη από εμπρός του και προσπαθώντας, μέσα από μισόκλειστα μάτια, να κοιτάξει τι συνέβαινε. Η ακτινοβολία δεν ήταν τώρα τόσο ισχυρή όσο πριν, και μπορούσε να διακρίνει εντός της μια ανθρώπινη φιγούρα: μια γυναικεία, ανθρώπινη φιγούρα, η οποία αιωρείτο, με τα χέρια ανοιχτά και τα πόδια ενωμένα, και τα μαλλιά της φουσκωμένα γύρω από το κεφάλι της, σαν στέμμα. Τα χαρακτηριστικά, όμως, αυτής της μορφής ο Βάνμιρ αδυνατούσε να τα ξεχωρίσει, γιατί ήταν σκοτεινή, κατάμαυρη, καθώς η ακτινοβολία των Μετουσιωμένων την περιέλουζε.

«Ρικνάβαθ…!» Ο Βάνμιρ επιχείρησε να πλησιάσει τη φίλη του, μα ένα χέρι τον άρπαξε απ’τον ώμο και τον τράβηξε πίσω.

«Όχι!» σφύριξε ο Σάηρεντιλ κοντά στ’αφτιά του. «Μείνε πίσω· είν’ επικίνδυνο. Και κλείσε τα μάτια σου! Θα σου πω πότε να τ’ανοίξεις.»

Ο Βάνμιρ ύψωσε πάλι τον καθρέφτη εμπρός του, αναρωτούμενος τι ακριβώς γινόταν. Και τι θα συνέβαινε στη Ρικνάβαθ, στο τέλος. Αν τη σκότωναν– Αν τη σκότωναν! Τι στο Μαύρο Άνεμο θα έκανε, αν τη σκότωναν;… Αισθανόταν τελείως ανίσχυρος μπροστά σ’αυτά τα φωτεινά όντα. Δεν μπορούσε με κανέναν τρόπο να τα πολεμήσει. Ή, τουλάχιστον, δεν είχε βρει ακόμα τον τρόπο. Αλλά τίποτα δεν ήταν ακατόρθωτο. Ο Βάνμιρ δεν πίστευε σε ακατόρθωτα πράγματα. Τα πάντα μπορούσε κανείς να τα καταφέρει· τα πάντα μπορούσε να τα λυγίσει, να τα υποτάξει στη θέλησή του. Η Επιθυμία και η Προσπάθεια έφταναν για την επίτευξη οποιουδήποτε σκοπού.

«Ε!» Η φωνή του Σάηρεντιλ. «Γύρνα πίσω! Πού πηγαίνεις, τρισάθλιο δαιμόνιο;»

Ο Βάνμιρ κατέβασε τον καθρέφτη από μπροστά του, στρεφόμενος στον ξανθομάλλη κάτοικο των Αρχέτοπων, ο οποίος κοιτούσε προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση. «Τι είναι;»

«Ο Νάνος μού άρπαξε το σάκο!»

Κρααααα!—έκρωξε ο Αετός, φτερουγίζοντας από το κλαδί όπου είχε πιαστεί και πετώντας, γοργά, μέσα στο δάσος—Θα τον πιάσω!

«Με τα ουρανολίθινα κομμάτια;» έκανε ο Βάνμιρ.

«Ναι…» γρύλισε ο Σάηρεντιλ.

«Δεν μπορεί νάχει πάει μακριά,» είπε ο Μάηραν, έχοντας ήδη τραβήξει το σπαθί του.

«Μπορεί,» είπε ο Σάηρεντιλ. «Ο Νάνος γνωρίζει παράξενα περάσματα σε τούτα τα μέρη. Αμφιβάλλω αν ακόμα κι ο Αετός θα τον πιάσει. Ή, μάλλον, πιστεύω πως, κατά πάσα πιθανότητα, δεν θα τον πιάσει.»

«Και τι θα γίνουν τα κομμάτια ουρανόλιθου;» ρώτησε ο Βάνμιρ. «Πού τα πηγαίνει;»

«Δεν ξέρω. Αλλά δεν τον εμπιστεύομαι καθόλου…»

«Σας είχε ξεγελάσει από την αρχή, έτσι;»

Ο Σάηρεντιλ ένευσε. «Αυτός ήθελε τον ουρανόλιθο, όχι οι Μετουσιωμένοι.»

Ο Βάνμιρ αισθάνθηκε τις τρίχες του να σηκώνονται. «Σάηρεντιλ, ίσως να κάναμε, τελικά, μεγάλο λάθος που ήρθαμε εδώ…» Στράφηκε, για να κοιτάξει πάλι τη Ρικνάβαθ, και παρατήρησε ότι τώρα η ένταση της ακτινοβολίας είχε ελαττωθεί περισσότερο, αν και εξακολουθούσε να είναι ισχυρή. Η Καρμώζ αιωρείτο, όπως και πριν, με τα χέρια απλωμένα, δεξιά κι αριστερά της, και τα πόδια της ενωμένα, ενώ τα μαύρα της μαλλιά σχημάτιζαν ένα στέμμα γύρω απ’το κεφάλι της. Αλλά τώρα τα χαρακτηριστικά της ήταν πιο ευδιάκριτα. Ο Βάνμιρ μπορούσε να δει τις θηλές της και τις μικρές τρίχες στο υπογάστριό της· μπορούσε να δει, αν και σκιωδώς, τη μύτη, τα χείλη της, και τ’αφτιά της· μπορούσε να δει τα γαλανά της μάτια, τα οποία όχι μόνο ήταν ορθάνοιχτα –αφύσικα ορθάνοιχτα, δίχως να βλεφαρίζουν στο ελάχιστο–, μα γυάλιζαν κιόλας μ’ένα απόκοσμο φως που τον τρομοκρατούσε.

«Ρικνάβαθ;…» είπε, βαδίζοντας, αργά, προς το μέρος της.

«Δε σ’ακούει,» τον πληροφόρησε ο Σάηρεντιλ.

«Μη ζυγώνετε, Άρχοντά μου,» είπε ο Μάηραν. «Ίσως η ακτινοβολία να είναι βλαβερή.»

«Η ακτινοβολία των Μετουσιωμένων είναι βλαβερή μόνο όταν εκείνοι το επιθυμούν,» σφύριξε η Έχιδνα.

Ο Βάνμιρ στάθηκε μπροστά από το σημείο όπου αιωρείτο η Ρικνάβαθ και, υψώνοντας το κεφάλι, την κοίταξε. Τα μάτια του πονούσαν από το δυνατό φως, και τα είχε μισόκλειστα, για να μπορεί να το αντέξει. «Είναι ζωντανή;» ρώτησε.

«Ναι,» του απάντησε ο Σάηρεντιλ. «Αναπνέει, δε βλέπεις;»

Όντως, το στήθος της ανεβοκατέβαινε. Ανέπνεε. Ήταν ζωντανή. Όμως δε φαινόταν να αντιλαμβάνεται τον Βάνμιρ στο ελάχιστο, σαν το πνεύμα να είχε εγκαταλείψει το σώμα της.

«Τι ακριβώς της συμβαίνει, Σάηρεντιλ; Ξέρεις;»

«Όχι. Πώς θα μπορούσα να ξέρω; Δε μου έχει συμβεί κάτι παρόμοιο. Αλλά τώρα, Βάνμιρ, καλύτερα να πηγαίνεις. Ο χρόνος μετρά αντίστροφα για σένα και για όλη την Κουαλανάρα.»

Ο Βάνμιρ στράφηκε, για ν’αντικρίσει τον κάτοικο των Αρχέτοπων.

«Πρέπει να ξεπαστρέψεις τους Ράζλερ, όσο δεν έχουν τις δυνάμεις τους, αλλά προτού ο κόσμος ολόκληρος κρυσταλλοποιηθεί μόνιμα: προτού μετατραπεί σε κανονικό Αρχέτοπο.»

Ο Βάνμιρ ένευσε. Ναι, σκέφτηκε. Ό,τι είναι να γίνει πρέπει να γίνει γρήγορα. «Πώς, όμως, θα βρω τον Φανλαγκόθ, τον Νουτκάλι, και τον πατέρα τους, Σάηρεντιλ;»

«Αυτό φοβάμαι πως δεν μπορώ να σ’το απαντήσω. Αλλά μπορώ να σε βγάλω σε όποιο μέρος του έξω κόσμου επιθυμείς. Πού θα ήθελες, λοιπόν, να πας, Βάνμιρ;»

Να μια δύσκολη ερώτηση. Πού θα ήθελα να πάω; «Ο Φανλαγκόθ βρίσκεται στη Νήσο Άγκρεμ. Μου το είχε πει. Οπότε, ίσως θα ήταν καλύτερα ν’αρχίσω από εκεί την αναζήτησή μου. Μπορεί να βρω και τον Ρόλμαρ σ’αυτά τα μέρη. Αν δεν έχει φύγει, δηλαδή, θεωρώντας με νεκρό.»

«Θέλεις, επομένως, να επιστρέψεις στην ακρογιαλιά απ’όπου μπήκες στους Αρχέτοπους;»

«Ναι,» είπε ο Βάνμιρ. «Μου φαίνεται η λογικότερη κίνηση τώρα.» Και σκέφτηκε: Σκατά… Πώς θα καταφέρω να βρω τους Ράζλερ και να τους σκοτώσω; «Οδήγησέ με, Σάηρεντιλ.»

Ο ξανθομάλλης κάτοικος των Αρχέτοπων κοίταξε την Έχιδνα. «Θα προσπαθήσεις εσύ να εντοπίσεις το Νάνο;»

«Θα προσπαθήσω,» αποκρίθηκε εκείνη. Και πρόσθεσε: «Ίσως θα ήταν καλύτερα, τελικά, να είχα αφήσει τα ουρανολίθινα κομμάτια εκεί όπου τα είχα κρύψει!»

«Τώρα, όμως, δε μπορούμε να το διορθώσουμε αυτό,» είπε ο Σάηρεντιλ. «Και φοβάμαι ό,τι πιθανώς να έχει κατά νου ο Νάνος.

»Τέλος πάντων, καλύτερα να ξεκινήσουμε.» Άρχισε να βαδίζει, και ο Βάνμιρ κι ο Μάηραν τον ακολούθησαν μέσα στο δασότοπο.

Ο πρώτος έριξε μια τελευταία ματιά πίσω, στην αιωρούμενη Ρικνάβαθ και στα καταγάλανά της μάτια που έστεκαν ορθάνοιχτα μα δεν κοίταζαν· έμοιαζαν να κοιτάζουν κάπου αλλού, πολύ, πολύ μακριά.

*

Είμαι η Κουαλανάρα. Βρίσκομαι παντού. Βλέπω τα πάντα. Ζαλίζομαι, όμως…

Η Ρικνάβαθ ένιωθε αποπροσανατολισμένη από τις καινούργιες της αισθήσεις. Ο κόσμος όλος ήταν απλωμένος από κάτω της –ή ίσως το από κάτω της να μην ήταν ο καλύτερος τρόπος για να περιγράψει ετούτη την κατάσταση, μα αδυνατούσε να την περιγράψει αλλιώς–, σαν πελώριος χάρτης, με ανάγλυφα βουνά, δάση, και πόλεις, και θάλασσες που τα κύματά τους αργοκινούνταν ονειρικά· όμως εκείνη «παραπατούσε» ακόμα επάνω σ’αυτή την ασυνήθιστη γεωγραφία. Δεν μπορούσε εύκολα να εστιαστεί εκεί όπου ήθελε. Προσπαθούσε να στραφεί προς ένα σημείο και στρεφόταν πολύ πιο μακριά. Κι έτσι τα πάντα στριφογύριζαν.

Πρέπει να το συνηθίσω… Πρέπει να μάθω να ελέγχω τις κινήσεις μου…

Σταθερά. Θα έψαχνε για κάτι συγκεκριμένο… Τι, όμως; Μπορούσε, άραγε, να βρει κάποιο άτομο; Να δει πού ήταν; Τον Βάνμιρ, για παράδειγμα;

Αλλά ο Βάνμιρ θα βρισκόταν ακόμα στους Αρχέτοπους. Μπορώ να δω στους Αρχέτοπους; Πού είναι οι Αρχέτοποι;

Οι Αρχέτοποι είναι μέσα στην Πρωτοπλασματική Μάζα. Κρύβονται πίσω από τον έξω κόσμο. Είναι οι πέτρες που στηρίζουν το μαλακό περίβλημα.

Πρέπει να καταδυθώ.

Και καταδύθηκε. Βουτώντας προς ένα δάσος, περνώντας από τις φυλλωσιές, και τους κορμούς –μέσα από τους κορμούς–, και το χορτάρι, και το χώμα, και την πέτρα…

Χα-χα-χα-χα-χα! Τι αλλόκοτο και υπέροχο συναίσθημα!

…εισβάλλοντας σ’έναν κόσμο απίθανο και μαγευτικό, ο οποίος έμοιαζε με το εσωτερικό ενός ανθρώπου (όπως το είχε δει η Ρικνάβαθ, πριν από λίγο), αλλά ήταν μακράν πολυπλοκότερος. Και πολυεπίπεδος.

Θεοί! αυτό είναι χειρότερο από τον προηγούμενο «χάρτη»… Οι Αρχέτοποι δεν βρίσκονταν μονάχα ο ένας δίπλα στον άλλο, ή πάνω από τον άλλο, ή κάτω από τον άλλο, αλλά και πίσω από τον άλλο, μπροστά, μέσα, ή ενδιάμεσα –και όλα αυτά ήταν ξεχωριστές διαστάσεις. Επίσης, μερικοί Αρχέτοποι τής έδιναν την εντύπωση ότι επικαλύπτονταν, ή περιτυλίγονταν, από άλλους.

Τι χάος είναι τούτο;… Τι καταραμένο χάος;

*

«Μπορείς να μας βγάλεις απο δώ, Σάηρεντιλ;» ρώτησε ο Βάνμιρ, παραξενεμένος.

«Ναι,» απάντησε ο οδηγός τους, καθώς βάδιζαν σ’ένα μονοπάτι των δασών, με την αρχετοπική ησυχία και γαλήνη να επικρατούν πανταχόθεν.

«Νόμιζα ότι θα ήταν δύσκολο, από τη στιγμή που χρειαστήκαμε το Νάνο για να μας φέρει στα λημέρια των Μετουσιωμένων…»

«Αυτό ήταν για να έρθουμε· τώρα φεύγουμε, Βάνμιρ.»

«Η αντίστροφη πορεία δεν είναι;»

«Όχι πάντα,» εξήγησε ο Σάηρεντιλ, «και όχι στη συγκεκριμένη περίπτωση.»

«Θες να πεις ότι από άλλο δρόμο έρχεσαι εδώ κι από άλλο δρόμο φεύγεις;»

«Πάνω-κάτω.»

«Και δεν μπορείς ν’ακολουθήσεις το δρόμο… το δρόμο της εξόδου για να έρθεις;»

«Όχι.»

«Δε λέω, έχει κάποια λογική…» μουρμούρισε ο Βάνμιρ, που τώρα το λιγότερο που τον απασχολούσε ήταν η μπερδεμένη κι αλλόκοτη φύση των Αρχέτοπων. Πράγμα το οποίο ήταν ασυνήθιστο, καθότι εκείνος πάντοτε έπιανε τον εαυτό του να απασχολείται με μπερδεμένα κι αλλόκοτα αντικείμενα μελέτης. Ωστόσο, επί του παρόντος, οι σκέψεις του ήταν πολύ περισσότερο στραμμένες στον Φανλαγκόθ, τον Νουτκάλι, και τον Λιζναγκάρ, προσπαθώντας να κατατάξει όλα τα στοιχεία που είχε γι’αυτούς, ώστε να τους βρει και να τους σκοτώσει.

Για τον πρώτο από τους Ράζλερ ήξερε τα πιο πολλά: δηλαδή, ότι βρισκόταν στη Νήσο Άγκρεμ, η οποία ήταν ένα σχετικά μικρό μέρος· κι έτσι, μάλλον, θα κατόρθωνε να τον εντοπίσει.

Για τον Νουτκάλι γνώριζε λιγότερα: μονάχα ότι τριγύριζε στο Νούφρεκ και ότι σύχναζε στο παλάτι της εκεί Βασίλισσας… Πώς την είχε πει η Νίθρα; Βασίλισσα Καλβάρθα; Ναι, μάλλον.

Για τον Λιζναγκάρ δεν ήξερε απολύτως τίποτα. Και θα ήταν σαν να ψάχνει για έναν αόρατο άνθρωπο.

Κι όλ’αυτά ενώ η Ρικνάβαθ…. Άραγε, πονούσε εκεί όπου την είχαν οι Μετουσιωμένοι; Πώς αισθανόταν; Ο Βάνμιρ ένιωθε τα σωθικά του να έχουν αναποδογυρίσει. Τα φωτεινά όντα, αναμφίβολα, δεν ενδιαφέρονταν καθόλου για την Καρμώζ· ενδιαφέρονταν μονάχα για εκείνο που μπορούσε να τους προσφέρει, και για την ολοκλήρωση της δουλειάς τους.

Κι εγώ δεν τους εμπιστεύομαι καθόλου. Νομίζω ότι μας έκρυψαν κάτι. Ή ίσως να μας έκρυψαν πολλά. Πρέπει να έχουν κι άλλους σκοπούς από αυτούς που μας αποκάλυψαν… και φοβάμαι ότι μπορώ να φανταστώ τον κυριότερο από τους σκοπούς τους: Θέλουν να μεταμορφώσουν ολόκληρη την Κουαλανάρα σε Αρχέτοπο, ώστε να κυριαρχήσουν επάνω της. Δε θα ελευθερώσουν τον κόσμο μας από τη λαβή τους, όταν οι Ράζλερ έχουν πεθάνει. Και τι θα κάνουμε, τότε; Μπορεί, άραγε, η Ρικνάβαθ να τους αποτινάξει;

Και υπήρχε κι εκείνο το «σχίσμα» στην Οντον’γκόκι: το άνοιγμα που επέτρεπε στην Πρωτοπλασματική Μάζα να εισβάλλει στην Κουαλανάρα. Άλλο ένα από τα προβλήματα του Βάνμιρ· γιατί κι αυτό έπρεπε, με κάποιο τρόπο, να κλείσει.

Τι είχε, λοιπόν, να κάνει;

Ένα: Να σκοτώσω τον Φανλαγκόθ.

Δύο: Να σκοτώσω τον Νουτκάλι.

Τρία: Να σκοτώσω τον Λιζναγκάρ.

Τέσσερα: Να κλείσω το άνοιγμα στην Οντον’γκόκι.

Πέντε: Να τα κατορθώσω όλα αυτά προτού ολόκληρη η Κουαλανάρα παγώσει.

Έξι: Να αποτινάξω τους Μετουσιωμένους από τη Ρικνάβαθ, αν αυτοί αρνηθούν να αποσυρθούν οι ίδιοι, ή αν εκείνη αδυνατεί να τους αποτινάξει από μόνη της.

Απ’όλα τα παραπάνω, το ένα τού φαινόταν το ευκολότερο. Να σκοτώσει τον Φανλαγκόθ, μα το Μαύρο Άνεμο, ήταν το ευκολότερο!

Πάρε θάρρος, επομένως, καλέ μου φίλε, είπε ο Βάνμιρ στον εαυτό του, ειρωνικά. Το πρώτο βήμα είναι τόσο απλό όσο να κόψεις τη μία από τις Πέντε Ουρές του Σάλ’γκρεμ’ρωθ χωρίς εκείνος να σε πάρει είδηση…

Αναστέναξε, σιωπηλά. Τι στο δαίμονα τον είχε πιάσει; Ποτέ άλλοτε δεν αισθανόταν καταπιεσμένος από τα πράγματα που είχε να κάνει. Ακόμα και τότε που όφειλε να προστατέψει το Κάστρο Ράλτον από το Μέγα Θηρίο ήταν πιο ήρεμος. Αλλά, βέβαια, αυτό ήταν ένα φρούριο μονάχα· ο κόσμος ήταν μικρός τότε, ενώ τώρα είχε, αναπάντεχα, μεγαλώσει· είχε πολλαπλασιαστεί. Και, μαζί του, είχε πολλαπλασιαστεί και η δυσκολία των όσων όφειλε ο Βάνμιρ να κάνει.

Ωστόσο, δε φαινόταν να υπήρχε κανένας άλλος που να μπορούσε να τα κάνει γι’αυτόν.

Συνηθισμένη κατάσταση, δηλαδή…

Ο Σάηρεντιλ έστριψε σ’ένα σκοτεινό μονοπάτι και τους έβγαλε από τους δασότοπους. Ένα ορεινό, πετρώδες τοπίο απλώθηκε γύρω τους, και το διέσχισαν βαδίζοντας πλάι από κρημνούς κι επάνω σε προεξοχές πελώριων βράχων. Σε ένα σημείο πέρασαν κάτω από μια λίθινη αψίδα φυσικής κατασκευής, η οποία έμοιαζε να ρίχνει εξαιρετικά δυνατή σκιά για το μέγεθος και τη μορφή της. Ο Σάηρεντιλ τούς οδήγησε πάλι μέσα από το σκοτεινό μονοπάτι, και τώρα βγήκαν σε μια αχανή έρημο.

Ο Βάνμιρ δεν είχε ξαναδεί έρημο στην πραγματικότητα· είχε μονάχα διαβάσει γι’αυτές, σε βιβλία. Αλλά, και τώρα, δεν τη βλέπω ακριβώς «στην πραγματικότητα»· ο Αρχέτοπος αλλάζει τα πάντα. Κατ’αρχήν, η έρημος έπρεπε να είναι πολύ, πολύ πιο ζεστή. Όχι πως κι ετούτη εδώ ήταν κρύα· τουναντίον, ο Βάνμιρ ένιωθε τον ιδρώτα να κυλά από κάθε πόρο του σώματός του και τα ξυπόλυτά του πόδια να ψήνονται, καθώς βάδιζε πάνω στις άμμους· όμως είχε την εντύπωση –από όσα είχε διαβάσει, τουλάχιστον– ότι, κανονικά, το περιβάλλον όφειλε να είναι πολύ θερμότερο. Κανονικά, θα έπρεπε να είχα πάθει εγκαύματα και να είχε αρχίσει να με πιάνει λιποθυμία… και ίσως να έβλεπα και κανέναν αντικατοπτρισμό. Ο Βάνμιρ ήθελε, σε κάποια στιγμή της ζωής του, να δει έναν αντικατοπτρισμό (ή και περισσότερους)· αναμφίβολα, θα επρόκειτο για ενδιαφέρουσα εμπειρία…

Ο Σάηρεντιλ ανέβηκε σε μια ψηλή θίνα και, μετά, ξεκίνησε να την κατεβαίνει, με τους δύο Ωθράγκος στο κατόπι του. Και, καθώς κατέβαιναν από τον μεγάλο αμμόλοφο, όλοι τους παρατήρησαν ότι το μέρος σα να σκοτείνιαζε.

Ακολουθούμε κι άλλο σκοτεινό μονοπάτι, σκέφτηκε ο Βάνμιρ, νομίζοντας ότι μπορούσε να νιώσει τον Αρχέτοπο να γίνεται ρηχότερος από πριν –ό,τι κι αν σήμαινε «ρηχότερος», τέλος πάντων.

Τώρα, ο Σάηρεντιλ τούς οδηγούσε σε μια πεδιάδα και, ύστερα από λίγο περπάτημα, μπήκε σ’ένα σύδεντρο, για να τους βγάλει σε ένα μέρος με ψηλές πέτρες… ένα μέρος που θα μπορούσε να είναι η ακρογιαλιά απ’όπου ο Βάνμιρ είχε εισέλθει στους Αρχέτοπους.

«Γρήγορα φτάσαμε,» παρατήρησε.

«Όταν δεν προσπαθούν να σε σκοτώσουν, παντού γρήγορα φτάνεις,» αποκρίθηκε ο Σάηρεντιλ.

«Σωστά,» συμφώνησε ο Βάνμιρ. «Φαίνεται πως οι Απρόσωποι μάς βαρέθηκαν.»

«Μ’εσάς δεν είχαν καμία δουλειά, εξαρχής. Τη Ρικνάβαθ ήθελαν.»

«Σίγουρα δεν κινδυνεύει απ’αυτούς εκεί όπου βρίσκεται;» ρώτησε ο Βάνμιρ, καθώς βάδιζαν σχετικά αργά ανάμεσα στις πέτρες.

«Οι Μετουσιωμένοι είναι πανίσχυροι· δε θα τους αφήσουν να πλησιάσουν.» Ωστόσο, έμοιαζε να υπάρχει ένα ίχνος αμφιβολίας στη φωνή του.

Κανείς μας δεν είναι βέβαιος για τίποτα… σκέφτηκε ο Βάνμιρ, μελαγχολικά.

«Εδώ σας αφήνω,» είπε ο Σάηρεντιλ, ακουμπώντας το χέρι του σ’έναν μεγάλο βράχο. «Συνεχίστε και θα βρεθείτε στην έξω Κουαλανάρα.»

«Εσύ δεν μπορείς να έρθεις;» ρώτησε ο Βάνμιρ. «Θέλω να πω, τώρα που η Κουαλανάρα έχει αρχίσει να μετατρέπεται σε Αρχέτοπο….»

«Καταλαβαίνω πού θες να καταλήξεις,» αποκρίθηκε ο Σάηρεντιλ. «Όμως, όπως σου είπα και πριν, ο κόσμος σου δεν έχει ακόμα μεταμορφωθεί τελείως· κι αυτό σημαίνει ότι δεν είναι κατάλληλος για μένα. Ακόμα κι αν δεν εξαϋλωθώ αμέσως, σίγουρα η εμπειρία θα είναι δυσάρεστη για το σώμα και για την ψυχή μου.»

«Αντίο, λοιπόν, Σάηρεντιλ,» είπε ο Βάνμιρ, δίνοντάς του το χέρι. «Σ’ευχαριστώ για όλη τη βοήθεια που μας πρόσφερες.»

Ο Σάηρεντιλ τού έσφιξε το χέρι. «Χαίρομαι που σε γνώρισα, Βάνμιρ των Ωθράγκος. Και καλή τύχη.»

«Ναι,» ένευσε ο Βάνμιρ· «θα τη χρειαστώ, υποψιάζομαι.»

«Κι εσένα, Μάηραν των Ωθράγκος, χάρηκα επίσης που σε γνώρισα,» είπε ο κάτοικος των Αρχέτοπων.

«Παρομοίως, Σάηρεντιλ,» αποκρίθηκε ο Μάηραν, ανταλλάσσοντας μια θερμή χειραψία μαζί του. «Αν και στην αρχή ήμουν, κάπως, καχύποπτος προς το μέρος σου,» γέλασε. «Με συγχωρείς γι’αυτό.»

«Δεν υπάρχει κάτι για να συγχωρέσω,» είπε ο Σάηρεντιλ. «Καλή τύχη και σε σένα.» Και, μ’ετούτα τα λόγια, στράφηκε και βάδισε ανάμεσα στις ψηλές πέτρες.

Ο Βάνμιρ προχώρησε προς την αντίθετη κατεύθυνση, και ο Μάηραν τον ακολούθησε.

Όταν αισθάνθηκαν τον θαλασσινό αγέρα στα πρόσωπά τους και όταν άκουσαν τα κρωξίματα των θαλασσοπουλιών, αντιλήφτηκαν ότι είχαν βγει από τους Αρχέτοπους. Είχαν επιστρέψει στην Κουαλανάρα που ήξεραν. Ή περίπου. Γιατί κι οι δυο τους μπορούσαν να δουν ότι ο ήλιος είχε εξαφανιστεί από τον ουρανό, ενώ ένιωθαν μια γαλήνη, μια μυστηριώδη ηρεμία, που, κανονικά, δεν έπρεπε να υπάρχει.

«Πού πηγαίνουμε τώρα, Άρχοντά μου;» ρώτησε ο Μάηραν, καθώς έβγαιναν από τους βράχους και βάδιζαν στην αμμουδιά.

«Κατ’αρχήν, ας δούμε αν ο Ρόλμαρ βρίσκεται εδώ γύρω,» είπε ο Βάνμιρ, κοιτάζοντας προς τη θάλασσα και προσπαθώντας να εντοπίσει τη Χρυσαλλίδα.

Όμως η Χρυσαλλίδα δεν ήταν πουθενά.

«Έφυγαν… Πρέπει να μας θεώρησαν νεκρούς, Μάηραν…»

«Άρχοντά μου…» Άκουσε τον πολεμιστή να χασμουριέται πίσω του. «Δεν ξέρω για σας, αλλά εγώ αισθάνομαι εξουθενωμένος. Μήπως θα ήταν φρόνιμο να ξεκουραστούμε μερικές ώρες προτού ξεκινήσουμε προς οποιαδήποτε κατεύθυνση;»

Ο Βάνμιρ, που κι εκείνος ένιωθε παρόμοια εξουθενωμένος, κατένευσε. «Ναι. Φαίνεται πως, τελευταία, έχεις αρχίσει να κατεβάζεις καλές ιδέες, Μάηραν.» Άφησε τον καθρέφτη του να πέσει στην άμμο και κάθισε.


Κεφάλαιο 2
Άστεφη Βασίλισσα

 

«Δε σ’το είχα πει ότι δε θα μας εξηγούσε τίποτα;» είπε ο Ρόλμαρ, βαδίζοντας μέσα στο καθιστικό των διαμερισμάτων τους, με τα χέρια σταυρωμένα στο στέρνο.

Πέραν από το ότι ετούτη η αναπάντεχη εξαφάνιση του ήλιου ήταν αφύσικη, το μόνο που τους είχε πει ο Φανλαγκόθ ήταν: «Πρέπει να το σκεφτώ. Αλλά δε θ’αργήσω. Και, μάλλον, θα σας χρειαστώ. Περιμένετε για μένα, στα διαμερίσματά σας.» Λες και είμαστε μικρά παιδιά! είχε σκεφτεί ο Ρόλμαρ, καθώς εκείνος κι η Λιόλα έφευγαν από το δωμάτιο του Ράζλερ. Λες και είμαστε μικρά παιδιά! Έχει παραγίνει το κακό μαζί του!

«Έμοιαζε, πάντως, πολύ αναστατωμένος…» σχολίασε η Πριγκίπισσα-Διάδοχος του Νόρβηλ, καθισμένη σε μια πολυθρόνα, με τα χείλη της σουφρωμένα και με μια σκεπτική έκφραση στο πρόσωπό της.

«Έμοιαζε;» έκανε ο Ρόλμαρ, παύοντας να βηματίζει. «Έμοιαζε; Δε νομίζω ότι το ‘έμοιαζε’ περιγράφει πολύ καλά το συγκεκριμένο… φαινόμενο.»

Η Λιόλα συνοφρυώθηκε και, αγγίζοντας το σαγόνι της, συλλογίστηκε: Ναι, Ρόλμαρ. Ίσως να έχεις περισσότερο δίκιο απ’ό,τι πιστεύεις. Ήταν, όντως, ένα φαινόμενο η συμπεριφορά του Φανλαγκόθ. Ποτέ δεν περίμενα ότι θα τον έβλεπα έτσι. Ανέκαθεν υπήρχε μια ηρεμία σε οτιδήποτε είχε σχέση μ’αυτόν. Ακόμα κι όταν τον αισθανόμουν θυμωμένο, τότε, στο Νόρβηλ, που τον νόμιζα για Λιάμνερ Κρωθ, ο θυμός του ήταν… διαφορετικός. Τελείως διαφορετικός. Όπως ο θυμός ενός παιδιού, που τσαντίζεται προς στιγμή και, μετά, του περνάει, γιατί γνωρίζει πως, στην πραγματικότητα, δεν έχει συμβεί και τίποτα το τραγικό. Ετούτη, όμως, η οργή του Ράζλερ, που είδαμε πριν από λίγο, δεν είχε καμία, μα καμία, σχέση μ’εκείνο το θυμό. Ήταν αληθινή οργή: για κάτι πολύ, πολύ σοβαρό… Τι μπορεί να τον είχε τρομάξει τόσο;

«Τι είναι;» ρώτησε ο Ρόλμαρ.

Η Λιόλα βλεφάρισε. «Τι εννοείς;»

«Σα νάσαι έτοιμη να πεις κάτι αλλά να διστάζεις.»

«Σκεφτόμουν. Αναρωτιόμουν τι μπορεί να έχει τρομάξει τον Φανλαγκόθ. Γιατί τρομαγμένος ήταν, Ρόλμαρ. Τίποτ’άλλο δεν εξηγεί το θυμό του. Τίποτα.»

«Και τι φοβάται; Τον ήλιο που χάθηκε;»

«Εσένα δε σου προξενεί φόβο το γεγονός;»

Ο Ρόλμαρ κάθισε αντίκρυ της. «Μου προξενεί. Αλλά είμαι πολύ μουδιασμένος για να φοβηθώ τώρα.»

«Ποτέ δεν έχω διαβάσει για κάτι παρόμοιο,» είπε η Λιόλα. «Σε κανένα βιβλίο. Ακόμα και στα παραμύθια. Ο ήλιος δε χάνεται. Ο ήλιος υπάρχει. Και, αν χανόταν… αν σε κάποιο παραμύθι χανόταν, τότε, σίγουρα, ο κόσμος θα τυλιγόταν στο σκοτάδι, δε νομίζεις;» Εκείνος ένευσε. «Τι είναι, λοιπόν, αυτό που μας προσφέρει φως;»

«Ίσως ο ήλιος να μην έχει χαθεί. Ίσως να έχει κρυφτεί.»

«Όχι,» είπε η Λιόλα· «τον είδαμε να ξεθωριάζει και να εξαφανίζεται.»

«Πού θέλεις να καταλήξεις;»

«Δε νομίζω ότι μπορώ να καταλήξω πουθενά, αυτή τη στιγμή. Απορώ, όμως, τι σκοπεύει να κάνει ο Φανλαγκόθ. Σίγουρα, ετούτο ήταν κάτι που δεν περίμενε· κάτι που…» Τα μάτια της γούρλωσαν, στιγμιαία. «Ρόλμαρ, ήταν κάτι που δεν είχε ‘δει’! Δεν είχε ‘δει’ με τη μαντική του ικανότητα!»

«Πώς το ξέρεις;»

«Είναι λογικό. Δε θα ταρασσόταν τόσο πολύ, αν το ήξερε· θα ταρασσόταν;»

Ο Ρόλμαρ ένευσε. «Έχεις δίκιο. Η αντίδρασή του θα ήταν –υποθέτω, τουλάχιστον– διαφορετική.»

«Αναμφίβολα θα ήταν διαφορετική,» είπε η Λιόλα. «Δεν είναι από εκείνους που χάνουν εύκολα την ψυχραιμία τους.»

«Γιατί, όμως, δεν προείδε την εξαφάνιση του ήλιου;»

Ανασήκωσε τους ώμους της. «Δεν ξέρω.»

«Μάθαμε κάτι απ’αυτό, πάντως,» παρατήρησε ο Ρόλμαρ: «ότι οι Ράζλερ, τελικά, δεν ‘βλέπουν’ τα πάντα.»

Βήματα ήρθαν από το διάδρομο –τα σταθερά βήματα ενός μποτοφορεμένου ανθρώπου– και η εξώπορτα των διαμερισμάτων τους άνοιξε, για ν’αποκαλύψει τον Φανλαγκόθ, ο οποίος ήταν τώρα ντυμένος με μαύρο χιτώνα και στο δεξί του χέρι κρατούσε, ως συνήθως, το Μάτι του Κυκλώνα.

Ούτε που μπαίνει στον κόπο να χτυπήσει, σκέφτηκε ο Ρόλμαρ, ενοχλημένος.

«Πρέπει να ετοιμαστείτε για ταξίδι,» είπε ο Φανλαγκόθ. Η όψη του ήταν καταπονημένη· ζάρες είχαν γεμίσει το πρόσωπό του.

«Για πού;» ρώτησε η Λιόλα.

«Για τη Νουάλβορ.»

«Πού βρίσκεται ο αδελφός μου, Φανλαγκόθ;» ρώτησε ο Ρόλμαρ.

«Ο Βάνμιρ είναι σε μέρος που δεν μπορώ να σου αποκαλύψω. Για την ώρα, όμως, είναι σημαντικό να–»

«Να σε πάρει ο Μαύρος Άνεμος, Ράζλερ!» γρύλισε ο Ρόλμαρ, καθώς σηκωνόταν όρθιος, με τις γροθιές του σφιγμένες. «Για εμένα είναι σημαντικό να βρω τον αδελφό μου!» Τράβηξε το ξίφος του και το έτεινε προς τον Φανλαγκόθ. «Πες μου πού βρίσκεται. Τώρα.»

«Φύλα την οργή σου για άλλους, ανόητε!» αντιγύρισε εκείνος, υψώνοντας το Μάτι του Κυκλώνα, σαν να ήθελε ν’αποκρούσει το λεπίδι του Ρόλμαρ μ’αυτό. «Δεν μπορώ να σου αποκαλύψω πού είναι ο Βάνμιρ–»

«Τότε, θα σε κόψω κομμάτια, προτού προλάβεις να χρησιμοποιήσεις αυτό το δαιμονοραβδί!» απείλησε ο Ρόλμαρ, στενεύοντας τα μάτια. «Μπορεί να είσαι προφήτης, Φανλαγκόθ, αλλά το δέρμα σου μου μοιάζει το ίδιο ευάλωτο μ’αυτό οποιουδήποτε άλλου ανθρώπου· και, όταν το σπαθί μου σε χτυπήσει, θα αιμορραγήσεις.»

«Ρόλμαρ,» είπε η Λιόλα, που είχε ήδη σηκωθεί όρθια, «δε θα βρεις τον Βάνμιρ έτσι.» Βάδισε για να σταθεί ανάμεσά τους. Και στράφηκε στον Ράζλερ. «Φανλαγκόθ, γιατί πρέπει να ταξιδέψουμε στη Νουάλβορ;»

«Διότι ο θρόνος σου βρίσκεται σε μεγάλο κίνδυνο, Πριγκίπισσα. Από τον Έπαρχο Κάβμαρ της Νουάλβορ.»

Από τον σύζυγο της θείας Νιρκένα; εξεπλάγη η Λιόλα.

Ο Φανλαγκόθ ένευσε, σα να είχε διαβάσει το μυαλό της. «Μη δείχνεις τόσο ξαφνιασμένη. Ο Έπαρχος ήταν με τον συνασπισμό των προδοτών οι οποίοι χρηματοδοτούσαν τον Άρχοντα Μόρντεναρ.»

«Γιατί δε μας το είπες αυτό από την αρχή;» ρώτησε ο Ρόλμαρ, έχοντας κατεβάσει το ξίφος του.

Ο Φανλαγκόθ τον αγνόησε, συνεχίζοντας να απευθύνεται στη Λιόλα: «Θα πρέπει, επίσης, να μάθεις, Πριγκίπισσα, ότι ο πατέρας σου είναι νεκρός.»

Η Λιόλα άνοιξε το στόμα, για να μιλήσει, αλλά δεν ήξερε τι να πει, και το έκλεισε πάλι.

«Ο Μόρντεναρ τον σκότωσε.»

«Η μάχη στην Έριγκ πήγε άσχημα;»

«Όχι,» αποκρίθηκε ο Φανλαγκόθ. «Η μάχη πήγε καλά, και ο Μόρντεναρ σκοτώθηκε. Αλλά ο πατέρας σου είναι, επίσης, νεκρός. Λυπάμαι.»

Η Λιόλα πήρε μια βαθιά ανάσα, προσπαθώντας να διώξει τη θλίψη που είχε αρχίσει να τη γεμίζει, όπως το αίμα μουλιάζει ένα ύφασμα· αλλά ο ξαφνικός πόνος ήταν τόσο δυνατός, που τίποτα δεν μπορούσε να τον κρατήσει μακριά, ούτε καν για λίγο. Η Λιόλα ύψωσε, ασυναίσθητα, το δεξί χέρι, βάζοντάς το μπροστά στα χείλη της, καθώς ένιωθε δάκρυα να κυλάνε στα μάγουλά της. Ω, πατέρα…

Ο Ρόλμαρ θηκάρωσε το σπαθί του και, πλησιάζοντάς την από πίσω, αγκάλιασε τους ώμους της, κρατώντας την κοντά του.

Ο Φανλαγκόθ στράφηκε απ’την άλλη, αργοβαδίζοντας μέσα στο δωμάτιο.

Τα μάτια του Ρόλμαρ τον παρακολουθούσαν, με μίσος. Κατά πάσα πιθανότητα, ο καταραμένος Ράζλερ θα έφταιγε και για το θάνατο του Βασιληά Άργκελ! Αυτός ή ο αδελφός του, ο Νουτκάλι. Ήταν επιδημία επάνω στην Κουαλανάρα, τα καθάρματα!…

Η Λιόλα παραμέρισε τα χέρια του Ρόλμαρ και κάθισε στην πολυθρόνα όπου καθόταν και πριν.

«Θέλεις λίγο νερό;» τη ρώτησε εκείνος.

Η Πριγκίπισσα κούνησε το κεφάλι και σκούπισε τα μάτια, με τα δάχτυλά της. «Όχι,» είπε, πνιχτά· και, ύστερα, καθάρισε το λαιμό της. «Φανλαγκόθ,» ρώτησε, «τι άλλο έχει συμβεί στο Βασίλειό μου;» Και τώρα αντιλαμβανόταν πως η φράση «Βασίλειό μου» σήμαινε πολύ περισσότερα από «το Βασίλειο στο οποίο ανήκω»· τώρα σήμαινε «το Βασίλειο που κυβερνώ και βρίσκεται υπό την προστασία μου». Με το θάνατο του πατέρα της, ήταν Βασίλισσα του Νόρβηλ. Χρειαζόταν μονάχα να γίνει η στέψη της, τυπικά.

«Αυτό είναι το σημαντικότερο,» αποκρίθηκε ο Φανλαγκόθ. «Τα άλλα είναι δευτερεύουσας σημασίας.

»Πρέπει να επιστρέψεις στη Νουάλβορ το συντομότερο δυνατό, Βασίλισσα Λιόλα· κι εγώ θα έρθω μαζί σου.»

«Τι!» έκαναν η Λιόλα κι ο Ρόλμαρ, ταυτόχρονα.

Ο Φανλαγκόθ, που μέχρι στιγμής τους είχε γυρισμένη την πλάτη, στράφηκε, για να τους αντικρίσει, και ένα λεπτό μειδίαμα χάραξε το πρόσωπό του. «Παραξενεύεστε;»

«Οφείλω να πω πως ναι,» αποκρίθηκε ο Ρόλμαρ.

«Δε θα έπρεπε. Η κατάσταση είναι… κρίσιμη.»

Η Λιόλα σηκώθηκε από την πολυθρόνα. «Τι ακριβώς την κάνει ‘κρίσιμη’ για σένα, Φανλαγκόθ; Μήπως είναι ο ήλιος που χάθηκε;»

Η όψη του Ράζλερ συσπάστηκε, και ο Ρόλμαρ σκέφτηκε: Ναι, αυτό είναι.

«Περίπου, Βασίλισσα Λιόλα.»

«Πες μας περισσότερα,» τον πίεσε ο Ρόλμαρ. «Θέλουμε να ξέρουμε, προτού έρθεις μαζί μας.»

«Δεν έχει νόημα να καθυστερούμε άλλο.»

«Προτείνεις να φύγουμε σήμερα κιόλας;» απόρησε η Λιόλα. «Είναι απόγευμα τώρα.»

«Δεν το προτείνω· επιβάλλεται.»

«Γιατί;» είπε ο Ρόλμαρ. «Γιατί επιβάλλεται; Και τι συνέβη στον ήλιο και χάθηκε; Τι του συνέβη, Φανλαγκόθ; Και γιατί θέλεις νάρθεις μαζί μας; Πώς συνδέονται αυτά τα δύο;»

«Οι ερωτήσεις σου είναι μπερδεμένες, Ρόλμαρ. Μέχρι να τις ξεμπερδέψεις, καλύτερα να αρχίσεις να ετοιμάζεσαι για ταξίδι.»

«Αρνείσαι ξανά να μας εξηγήσεις τι συμβαίνει, και απαιτείς να σε αφήσουμε να συνταξιδέψεις μαζί μας! Γιατί να το κάνουμε;»

«Γιατί θέλεις να μάθεις πού βρίσκεται ο αδελφός σου και αν είναι καλά,» απάντησε ο Φανλαγκόθ, βαδίζοντας προς την έξοδο.

Ο Ωθράγκος βρισκόταν στο διάβα του, και δεν παραμέρισε, για να τον αφήσει να περάσει, παρά στάθηκε εμπρός του, ψηλότερος από εκείνον και απειλητικός, αν και έτρεμε το ραβδί που κρατούσε ο Φανλαγκόθ, το Μάτι του Κυκλώνα, το οποίο κάποτε τον είχε φυλακίσει μέσα σ’έναν γκρίζο στρόβιλο.

«Έρχεσαι για τον Ουρανολίθινο Θρόνο, έτσι δεν είναι; Έρχεσαι για τον ουρανόλιθο,» είπε ο Ρόλμαρ.

Ο Φανλαγκόθ πίεσε το στήθος του Ωθράγκος, με τον γυαλιστερό λίθο στο πέρας του λευκού του σκήπτρου. «Κάνε στην άκρη. Δεν έχω υπομονή για τα καμώματά σου.» Η φωνή του ήταν ήρεμη, αλλά όχι όπως τις άλλες φορές· υπήρχε ένας εκνευρισμός κάπου μέσα της: ένας δυνατός εκνευρισμός.

Ο Ρόλμαρ παραμέρισε, και ο Φανλαγκόθ έφυγε, βαδίζοντας βιαστικά στον πέτρινο διάδρομο.

«Σταμάτα να τον κοντράρεις,» είπε η Λιόλα. «Το βλέπεις ότι δε βγαίνει τίποτα έτσι.» Αναστέναξε. «Γιατί είσαι πάντα τόσο απότομος, Ρόλμαρ;»

«Άσε την κριτική, Πριγκίπισσα!» αντιγύρισε εκείνος, εκνευρισμένος, καθώς έκλεινε την πόρτα που ο Φανλαγκόθ είχε αφήσει ανοιχτή κατά την έξοδό του.

«Δεν είμαι Πριγκίπισσα πλέον,» αποκρίθηκε, σιγανά, η Λιόλα, και κάθισε στην πολυθρόνα. «Ο πατέρας είναι νεκρός…» Το έλεγε σαν να προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της ότι ήταν αλήθεια.

«Λυπάμαι, Λιόλα,» είπε ο Ρόλμαρ, καθώς η όψη του μαλάκωνε.

«Δεν έχει σημασία αυτό πια. Το να λυπάται κανείς, εννοώ. Πρέπει να κάνουμε κάτι. Και, αν ο Έπαρχος Κάβμαρ είναι προδότης, το κάτι είναι να επιστρέψουμε στη Νουάλβορ. Αναρωτιέμαι ποιο να είναι το σχέδιό του… πώς σκοπεύει να πάρει το θρόνο. Ο Φανλαγκόθ έχει δίκιο, Ρόλμαρ: δεν υπάρχει χρόνος για χάσιμο. Καλύτερα να ετοιμαζόμαστε.»

«Δε νομίζω ότι έχουμε και πολλά πράγματα να ετοιμάσουμε,» ανασήκωσε τους ώμους εκείνος. «Φτάνει μονάχα να ειδοποιήσουμε τους στρατιώτες μας για την αναχώρηση.»

«Αν δεν το έχουν κάνει ήδη οι πειρατές του Φανλαγκόθ.»

Ο Ρόλμαρ συνοφρυώθηκε. «Θα έρθουν κι αυτοί μαζί μας;»

«Δεν έχω ιδέα. Αλλά δεν το πιστεύω. Κι επιπλέον, δε θα άφηνα ένα τσούρμο ληστές της θάλασσας να μπουν στην πρωτεύουσα του Βασιλείου μου!» πρόσθεσε, έντονα, η Λιόλα. «Ό,τι κι αν έλεγε ο Φανλαγκόθ, δε θα τους άφηνα.»

Ο Ρόλμαρ μειδίασε. Η αντίσταση κατά του καταραμένου Ράζλερ τον διασκέδαζε. Είχε σιχαθεί να τον ακούει, και να τον υπακούει. Ωστόσο, μάλλον, θα πρέπει να τον ανεχτώ για κάποιο καιρό ακόμα… συλλογίστηκε, μελαγχολικά.

«Ας ετοιμαστούμε, λοιπόν,» είπε, «κι ας βγούμε απ’αυτό το βουνό. Είχα βαρεθεί το περιβάλλον, ούτως ή άλλως· και, πιθανότατα, άδικα περίμενα τον Φανλαγκόθ να μου πει για τον Βάνμιρ.»

Συγκέντρωσαν τα λιγοστά τους πράγματα, άνοιξαν την εξώπορτα των διαμερισμάτων τους, και ξεκίνησαν να βαδίζουν μέσα στους διαδρόμους του ενδόβουνου φρουρίου.

«Πώς αισθάνεσαι τώρα το πόδι σου;» ρώτησε ο Ρόλμαρ.

«Πάλι τα ίδια θ’αρχίσουμε;» τον λοξοκοίταξε η Λιόλα.

«Απλά ρωτάω

«Καλά είναι. Βλέπεις να χρειάζομαι μπαστούνι πλέον;»

Η αλήθεια ήταν πως φαινόταν να βαδίζει αρκετά άνετα, έτσι ο Ρόλμαρ δεν αποκρίθηκε. Υπέθετε πως, αν είχε πρόβλημα, δε θα ήταν τόσο ξεροκέφαλη ώστε να αγνοεί τον ίδιο της τον πόνο.

«Ειδοποιήστε τους στρατιώτες μου,» πρόσταξε η Λιόλα έναν πειρατή που συνάντησαν καθοδόν. «Ζητήστε τους να με συναντήσουν στην έξοδο.»

«Όπως πείτε, κυρά,» αποκρίθηκε ο σωματώδης άντρας. Ακόμα την πίστευαν για μάγισσα και τη φοβόνταν και τη σέβονταν. Ο Ρόλμαρ απορούσε πώς είχε καταφέρει να διατηρήσει αυτή την εικόνα· όμως υπέθετε ότι, μάλλον, οφειλόταν στο γεγονός ότι η Λιόλα περνούσε τόσες ώρες στη βιβλιοθήκη: ένα μέρος που μονάχα σ’εκείνη –και σ’εμένα, αλλά εμένα δε μ’ενδιέφερε ιδιαίτερα– είχε δώσει πρόσβαση ο Φανλαγκόθ, ενώ στους άλλους απαγόρευε να μπουν, και οι πειρατές, ασφαλώς, δεν παρέβαιναν τις εντολές του· η αφοσίωσή τους σ’αυτόν ήταν, παραδόξως, απόλυτη. Έτσι, αφού είχε επιτρέψει στη Λιόλα κάτι το οποίο δεν επέτρεπε σε εκείνους, τότε η Πριγκίπισσα δεν μπορεί παρά να ήταν εξαιρετικά σημαντικό πρόσωπο –στο δικό τους μυαλό, τουλάχιστον.

Ο Ρόλμαρ και η Λιόλα έφτασαν στην έξοδο του Φρουρίου και βγήκαν, ρίχνοντας μια ματιά στον ουρανό. Ήλιος, φυσικά, δεν υπήρχε, αλλά το περιβάλλον φαινόταν να σκοτεινιάζει, όπως θα συνέβαινε κανονικά την ώρα της δύσης. Ή, ίσως, όχι· υπήρχε κάτι το διαφορετικό, παρατηρούσαν και οι δύο Ωθράγκος. Δεν μπορούσαν να καθορίσουν επακριβώς τη διαφορετικότητα, όμως υφίστατο. Μήπως έφταιγε η έλλειψη του κοκκινωπού φωτός που ρίχνει ο ήλιος, καθώς βυθίζεται στο πέρας του ορίζοντα; Μήπως έφταιγε το γεγονός ότι, υπό φυσιολογικές συνθήκες, η μια μεριά του κόσμου φωτίζεται περισσότερο από την άλλη, ετούτη την ώρα της ημέρας, ενώ τώρα το φως προερχόταν από παντού και έμοιαζε να απλώνεται εξίσου σε όλα τα σημεία;

Η Λιόλα αναρωτήθηκε για τις σκιές. Αφού δεν υπήρχε ήλιος, προς τα πού έπεφταν; Ίσως, μάλιστα, αυτός να ήταν ο τρόπος για να καταλάβει από πού προερχόταν το απόκοσμο φως, τελικά. Έτσι, έστρεψε τη ματιά της στο έδαφος, αναζητώντας τη δική της σκιά και του Ρόλμαρ· και τις εντόπισε και τις δύο, ακριβώς από κάτω τους. Άρα, ο φωτισμός ερχόταν από ευθεία επάνω, σαν να ήταν ακόμα μεσημέρι, όπως όταν χάθηκε ο ήλιος.

Η Λιόλα ύψωσε το κεφάλι, για να κοιτάξει, ερευνητικά, τον σκοτεινιασμένο ουρανό, προσπαθώντας να εντοπίσει την πηγή προέλευσης του φωτός. Όμως δεν τη βρήκε. Δε βρήκε κανένα σημάδι που να την πληροφορεί ότι από εδώ ή από εκεί φωτιζόταν τώρα η Κουαλανάρα. Και η Πριγκίπισσα –Βασίλισσα! θύμισε στον εαυτό της· είμαι Βασίλισσα τώρα– παραξενεύτηκε. Της φαινόταν σαν ο κόσμος όλος να είχε παγώσει σ’εκείνη τη στιγμή του μεσημεριού που ο ήλιος χάθηκε. Λες και κάποιος είχε ρίξει μια μαγική σκόνη επάνω στα πάντα, για να σταματήσει τη ροή του χρόνου.

Ήταν τρομακτικό.

Οι οκτώ στρατιώτες που ο Ρόλμαρ και η Λιόλα είχαν πάρει από τη Χρυσαλλίδα, όταν έφυγαν προς αναζήτηση του Βάνμιρ, δεν άργησαν να έρθουν στην έξοδο του Φρουρίου. Τις ημέρες τους ανάμεσα στους πειρατές του Φανλαγκόθ οι Ωθράγκος πολεμιστές δεν τις είχαν περάσει άσχημα. Στην αρχή, ήταν λιγάκι επιφυλακτικοί με τους οικοδεσπότες τους, γιατί, στο κάτω-κάτω, ήταν ληστές της θάλασσας, όμως, ύστερα, παρατήρησαν ότι εκείνοι τους έδειχναν ιδιαίτερο σεβασμό και φιλικότητα, που, αναμφίβολα, και τα δύο προέρχονταν από την εργοδότριά τους, την Πριγκίπισσα Λιόλα, την οποία οι πειρατές θεωρούσαν «μάγισσα». Έτσι, οι Νορβήλιοι στρατιώτες δεν είχαν κανένα πρόβλημα κατά τη σύντομη διαμονή τους στο Φρούριο. Ωστόσο, δε μπορούσαν να πουν ότι λυπόνταν τώρα που θα έφευγαν. Για την ακρίβεια, χαίρονταν που είχαν ακούσει ότι θα επέστρεφαν στη χώρα τους.

Η Λιόλα πρόσεξε την ευχαριστημένη έκφραση στα πρόσωπά τους, και σκέφτηκε: Μάλλον, δεν ξέρουν για το θάνατο του πατέρα μου. Ούτε για τους προδότες εντός του Βασιλείου. Δεν πειράζει, όμως· άστους, για λίγο, σ’αυτή την άγνοια: θα μάθουν την πραγματικότητα πολύ σύντομα.

Ο Φανλαγκόθ ήρθε μετά από τους στρατιώτες, ντυμένος όπως και πριν, με το μαύρο του χιτώνα· η μόνη διαφορά ήταν ότι τώρα είχε φορέσει την κουκούλα του στο κεφάλι, και ότι ένας άντρας βάδιζε πλάι του, κουβαλώντας έναν σχετικά μεγάλο σάκο… Ένας πειρατής, παρατήρησε η Λιόλα, και είπε στον Ράζλερ:

«Μπορούμε να μιλήσουμε ιδιαιτέρως, μια στιγμή;»

Αυτός κατένευσε, και απομακρύνθηκαν από τους υπόλοιπους.

(Ο Ρόλμαρ αναρωτήθηκε τι μπορεί να είχε να πει η Λιόλα στον Φανλαγκόθ το οποίο δεν ήθελε να ξέρει εκείνος…)

«Σκοπεύεις να φέρεις τους πειρατές σου στο Βασίλειό μου;» ρώτησε η Λιόλα τον Ράζλερ, όταν βρίσκονταν πέραν της ακουστικής εμβέλειας των άλλων.

«Όχι,» απάντησε εκείνος. «Μόνο ο Σέρκιλ θα έρθει. Για να μεταφέρει τα πράγματα μου και να με υπηρετεί. Υπάρχει πρόβλημα μ’αυτό;»

«Όχι.»

Επέστρεψαν στους υπόλοιπους, και ο Ρόλμαρ ύψωσε το ένα φρύδι, ερωτηματικά. Η Λιόλα τού έκανε νόημα πως δε συνέβαινε τίποτα και, ύστερα, στράφηκε να κοιτάξει αυτόν τον Σέρκιλ: Ήταν ένας άντρας μετρίου αναστήματος, ελαφρώς ψηλότερος από τον Φανλαγκόθ, με μακριά, ξανθά μαλλιά και γένια. Το βλέμμα του ήταν από εκείνα τα βλέμματα που ποτέ δε σε κοιτάνε στα μάτια· ή, τουλάχιστον, αυτή την εντύπωση είχε δώσει τώρα στη Λιόλα: μελλοντικώς, ίσως η γνώμη της να άλλαζε.

«Πού πηγαίνουμε;» ρώτησε ο Ρόλμαρ.

«Στο πλοίο σας,» αποκρίθηκε ο Φανλαγκόθ. «Και μετά, όπως είπαμε, στη Νουάλβορ.»

Με τον μαυροντυμένο Ράζλερ για οδηγό –ο οποίος έμοιαζε ολοένα και περισσότερο με σκιά, καθώς το σκοτάδι πύκνωνε–, η Λιόλα, ο Ρόλμαρ, οι οκτώ Ωθράγκος πολεμιστές, και ο πειρατής Σέρκιλ ξεκίνησαν να διασχίζουν τα βουνά στο κέντρο της Νήσου Άγκρεμ. Και, όταν η νύχτα έπεσε για τα καλά, σταμάτησαν, ώστε να κατασκηνώσουν, γιατί, όπως είπε ο Φανλαγκόθ, «καλύτερα να κινούμαστε όταν βλέπουμε, αν δε θέλουμε να γκρεμοτσακιστούμε».

Δεν μπορείς, μέσω των μαντικών σου ικανοτήτων, να μας προειδοποιείς για τα εμπόδια; αναρωτήθηκε ο Ρόλμαρ, αλλά δεν το είπε, καθότι ήξερε, εκ των προτέρων, ότι ο Φανλαγκόθ δε θα του απαντούσε.

Ωστόσο, δεν μπόρεσε παρά να μιλήσει στη Λιόλα, όταν οι δυο τους βρίσκονταν τυλιγμένοι σε κουβέρτες μέσα στη μικρή τους σκηνή. «Κάτι δεν πάει καλά με τον καταραμένο Ράζλερ,» της είπε, αφού της είχε εξηγήσει τις σκέψεις του.

«Δεν ξέρω,» αποκρίθηκε εκείνη. «Δεν είμαι σίγουρη πως, με τις μαντικές του ικανότητες, έχει τη δύναμη να προβλέπει κάθε χαντάκι που πιθανώς να συναντήσουμε.»

«Μα, Λιόλα,» είπε ο Ρόλμαρ, «αυτός δεν ήταν που κάποτε σε βοήθησε να λύσεις εκείνο τον Μιρλίμιο Κύβο που είχα πάρει από την αγορά της Νουάλβορ;»

«Ναι,» μουρμούρισε η νέα, αλλά ακόμα άστεφη, Βασίλισσα του Νόρβηλ, καθώς είχε το κεφάλι της ακουμπισμένο στον ώμο του. «Όμως δε νομίζω ότι είναι το ίδιο.»

Τέλος πάντων… σκέφτηκε ο Ρόλμαρ, και, σε λίγο, τον πήρε ο ύπνος.

Το πρωί, βγήκε από τη σκηνή τους πριν από τη Λιόλα, και είδε ότι ο Ράζλερ είχε ήδη ξυπνήσει πρώτος απ’όλους (εκτός από τον τελευταίο σκοπό, οποίος καθόταν σ’ένα βράχο, στηριζόμενος στο σπαθί του) και στεκόταν στην άκρη του γκρεμού, με την κουκούλα του στο κεφάλι, ατενίζοντας πέρα, μακριά.

Αναρωτιέμαι πόσο μακριά ατενίζει, σκέφτηκε ο Ρόλμαρ. Εξακολουθεί να έχει την προφητική του μάτια, ή, μήπως, οι ικανότητές του έχουν αρχίσει να… φθίνουν;

Βάδισε αργά, πηγαίνοντας να σταθεί δίπλα στον Φανλαγκόθ, ο οποίος μήτε κουνήθηκε από τη θέση του μήτε μίλησε· ούτε καν για να τον καλημερίσει. Ο Ρόλμαρ έψαξε τον ουρανό, προσπαθώντας να βρει τον ήλιο· μα, όπως το περίμενε, απέτυχε. Ήλιος δε φαινόταν πουθενά, κι όμως, είχε ξημερώσει, ενώ μια γαλήνη βρισκόταν απλωμένη παντού: μια γαλήνη που έμοιαζε να προσκαλεί τον Ρόλμαρ στην αγκαλιά της: να του ζητά να επιστρέψει στη ζεστασιά της σκηνής του, δίπλα στη Λιόλα, και να ξανακοιμηθεί.

Ο Άρχοντας του Ράλτον στράφηκε προς τα εκεί, και είδε ότι η Πριγκίπισσα είχε ήδη βγει και έδενε την κάπα της. Ο βουνίσιος αέρας έπαιρνε τα σγουρά, ξανθά της μαλλιά, ανακατεύοντάς τα.

Βασίλισσα! υπενθύμισε ο Ρόλμαρ στον εαυτό του. Έπρεπε να πάψει να τη σκέφτεται ως Πριγκίπισσα, γιατί δεν ήταν πλέον τέτοια. Με το θάνατο του πατέρα της –Πάει κι ο Βασιληάς Άργκελ· μια αυθόρμητη, μελαγχολική σκέψη– ήταν Βασίλισσα του Νόρβηλ. Κι εγώ, αν παντρευτούμε, θα γίνω Βασιληάς… Ένας βόρειος ακρίτης Βασιληάς του Νόρβηλ! Ο Ρόλμαρ ήθελε να γελάσει. Το αστείο ήταν καλό· ίσως πολύ καλό για νάναι αληθινό. Αναρωτήθηκε αν η Λιόλα θα ξανασκεφτόταν το γάμο της μαζί του, τώρα που ήξερε ότι, μόλις έφτανε στη Νουάλβορ, θα στεφόταν και θα καθόταν στον Ουρανολίθινο Θρόνο…

«Ξύπνα τους όλους,» είπε ο Φανλαγκόθ στον σκοπό που καθόταν στο βράχο.

Εκείνος κοίταξε ερωτηματικά τον Ρόλμαρ, ο οποίος κατένευσε.

Έτσι, οι στρατιώτες και ο πειρατής Σέρκιλ σηκώθηκαν, και η ομάδα συνέχισε την πορεία της μέσα στα βουνά, με τον μαυροντυμένο Ράζλερ για οδηγό. Ο Φανλαγκόθ δεν τους άφησε ούτε να φάνε κάτι προτού ξεκινήσουν. «Ο χρόνος είναι πολύτιμος,» είπε. «Να φάτε στο δρόμο, ή μετά.»

Αυτός ο άνθρωπος πάντα κυνηγιέται, σκέφτηκε ο Λιόλα, είτε υπάρχει ήλιος στον ουρανό είτε όχι. Αναστέναξε, και δέχτηκε ένα κομμάτι ψωμί που της έδωσε μια Ωθράγκι πολεμίστρια.

Καθώς το μασουλούσε, είπε στον Ρόλμαρ: «Το βράδυ είδα ένα τελείως παράξενο όνειρο…»

«Ναι; Τι;»

«Ότι ήθελα να γίνω ένα με τις πέτρες των βουνών. Τελείως παράξενο.»

Ο Ρόλμαρ γέλασε. «Έχω δει και πιο παράξενα.»

«Ναι, κι εγώ,» είπε η Λιόλα. «Αλλά αυτό το συγκεκριμένο είχε κάτι… Σαν αληθινό ήταν. Δεν ξέρω ακριβώς. Με τρόμαξε, κατά κάποιο τρόπο…» Και, μετά, έμεινε σιωπηλή.

Το μεσημέρι (το οποίο ήταν δύσκολο να το αντιληφτείς, χωρίς ήλιο στον ουρανό) η ομάδα βγήκε από τα βουνά και βρέθηκε σ’ένα μέρος γεμάτο με ψηλές, όρθιες πέτρες που θύμιζαν δέντρα.

«Το Απολιθωμένο Δάσος,» εξήγησε η Λιόλα στον Ρόλμαρ. «Κάπου κοντά πρέπει να είναι και το ηφαίστειο της Νήσου Άγκρεμ…» Κοίταξε τριγύρω.

«Εκεί.» Ο Φανλαγκόθ έδειξε, με το Μάτι του Κυκλώνα, ένα βουνό το οποίο ορθωνόταν στα δεξιά τους. «Και εδώ θα κατασκηνώσουμε για μερικές ώρες,» είπε. «Το πλοίο σας δε βρίσκεται μακριά πλέον. Και το έδαφος είναι πολύ πιο βατό, σε τούτα τα μέρη. Θα φτάσουμε γρήγορα.»

Έτσι, καταυλίστηκαν στις παρυφές του Απολιθωμένου Δάσους και έφαγαν από τις προμήθειές τους, καθισμένοι γύρω από δύο φωτιές και αμίλητοι. Ετούτη ήταν η πρώτη φορά που ο Ρόλμαρ και η Λιόλα έβλεπαν τον Φανλαγκόθ να τρώει, και το θέαμα τούς φαινόταν παράξενο, αν και οι δυο τους γνώριζαν ότι, κανονικά, δε θα έπρεπε να τους φαίνεται. Εξάλλου, κι ο Ράζλερ άνθρωπος ήταν, όχι θεός· γιατί να μην έτρωγε, όπως όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι;

Όταν τελείωσαν το γεύμα τους, ξεκουράστηκαν δυο-τρεις ώρες (υπολόγιζαν το χρόνο από τις εναλλαγές του φωτός στον ουρανό και στο περιβάλλον) και, ύστερα, σηκώθηκαν, για να διανύσουν το τελευταίο σκέλος του ταξιδιού τους προς τον κόλπο όπου ήταν αραγμένη η Χρυσαλλίδα.

Το σούρουπο –το οποίο, ουσιαστικά, ήταν κάτι ανάμεσα σε σούρουπο και μεσημέρι· ένας παραφυσικός συνδυασμός, που ούτε ο Ρόλμαρ ούτε η Λιόλα μπορούσαν εύκολα να συνηθίσουν– έφτασαν στον προορισμό τους, και είδαν τον Καπετάν Σέλερναβ να τους ατενίζει από την πλώρη του καραβιού του και να τους γνέφει.

Όταν ανέβηκαν στο κατάστρωμα της Χρυσαλλίδας, διασχίζοντας τη μεγάλη σανίδα που την ένωνε με την ξηρά, η Λιόλα είπε στον Καπετάνιο: «Επιστρέφουμε στο Νόρβηλ.»

«Αυτά είναι καλά νέα, Υψηλοτάτη!» αποκρίθηκε εκείνος, κάνοντας μια υπόκλιση. «Δε βλέπω, όμως, μαζί σας τον Άρχοντα Βάνμιρ…» παρατήρησε, συνοφρυωμένος.

«Δυστυχώς, δεν μπορέσαμε να τον βρούμε,» είπε η Λιόλα· και, στρεφόμενη προς τον Φανλαγκόθ, τον σύστησε: «Από εδώ, Καπετάνιε Σέλερναβ, είναι ο Φανλαγκόθ, για τον οποίο σου μίλησα, προτού εγκαταλείψουμε την ακρογιαλιά.»

«Ο μάντης, σωστά;» Ο Σέλερναβ πρότεινε το χέρι του προς τον Ράζλερ. Η Λιόλα τού είχε πει ότι θα πήγαιναν να επισκεφτούν έναν μάντη τον οποίο γνώριζε, και ο οποίος πιθανώς να μπορούσε να τους αποκαλύψει πού βρισκόταν ο Βάνμιρ.

«Σωστά,» αποκρίθηκε ο Φανλαγκόθ, χωρίς να σηκώσει το δικό του χέρι, για ν’ανταλλάξει χειραψία με τον Καπετάνιο. «Θα ήθελα να δω τα ουρανολίθινα θραύσματα τώρα,» είπε στη Λιόλα, και η Βασίλισσα παρατήρησε τα μάτια του να γυαλίζουν μέσα απ’την κουκούλα του.

«Ασφαλώς,» απάντησε. «Είναι στη γέφυρα.» Και βάδισε προς τα εκεί, ακολουθούμενη από τον Φανλαγκόθ και τον Ρόλμαρ.

Άνοιξε την πόρτα και μπήκαν. Ο σάκος βρισκόταν ακουμπισμένος επάνω στο κρεβάτι, και ο Ράζλερ αμέσως τον πλησίασε, σα να μπορούσε να αισθανθεί την ισχύ του ουρανόλιθου από μέσα. Τον έλυσε και, αφήνοντας το Μάτι του Κυκλώνα στο στρώμα, πήρε στο δεξί του χέρι ένα από τα γαλαζόγκριζα κομμάτια. Και γέλασε.

Ο Ρόλμαρ έριξε ένα ανήσυχο βλέμμα στη Λιόλα, σκεπτόμενος: Τι γελάει αυτός ο παλαβός; Τι έχει στο μυαλό του;

Η Βασίλισσα δάγκωσε το κάτω της χείλος, δίχως να μιλήσει. «Είναι όλα εντάξει, Φανλαγκόθ;» ρώτησε, με σταθερή φωνή.

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνος, αφήνοντας το ουρανολίθινο κομμάτι να πέσει ξανά μέσα στο σάκο και παίρνοντας το Μάτι του Κυκλώνα από το κρεβάτι. «Όλα είναι εντάξει.»


Κεφάλαιο 3
Μηχανορραφίες, και Μαύρο

 

«Νίθρα,» είπε ο Έπαρχος Τάκμιν, πλησιάζοντας. «Τι συμβαίνει;» Ήταν ντυμένος με σχετικά απλά ρούχα, όπως συνήθιζε, και μια γκρίζα κάπα ήταν ριγμένη στους ώμους του. Στο πρόσωπό του υπήρχε μια ανήσυχη έκφραση, και είχε χλομιάσει.

Όπως υπέθετε η Νίθρα πως είχε χλομιάσει κι εκείνη. Ο ήλιος δεν εξαφανίζεται κάθε μέρα από τον ουρανό. Ούτε ετούτη η ανείπωτη γαλήνη απλώνεται στο περιβάλλον –μια γαλήνη που συναντά κανείς μονάχα στους Αρχέτοπους.

«Αυτό θα ήθελα να μάθω κι εγώ, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε στον Τάκμιν. «Αυτό θα ήθελα να μάθω κι εγώ.»

Ο Έπαρχος της Σάλγκρινεβ έστρεψε το βλέμμα του στον ουρανό, αμίλητος.

«Ίσως να πρόκειται για κάποιο φαινόμενο που δεν έχουμε ξαναζήσει,» υπέθεσε ο Άλαντμιν, στεκόμενος πλάι στη Νίθρα. «Ρωτήσατε τις ιέρειες, Άρχοντά μου; Οι ιέρειες μπορεί να ξέρουν· μπορεί κάτι να είναι καταγραμμένο στα βιβλία τους.»

Ο Τάκμιν κούνησε το κεφάλι. «Όχι, δεν τις έχω ρωτήσει. Δεν πρόλαβα.»

«Θα έχετε την ευκαιρία να τις ρωτήσετε τώρα,» είπε η Νίθρα, παρατηρώντας πως τέσσερις γυναικείες, ρασοφόρες μορφές πλησίαζαν, περιτριγυρισμένες από άλλες έξι γυναικείες μορφές οι οποίες ήταν πάνοπλες.

Ο Έπαρχος στράφηκε, για να κοιτάξει, και τις είδε κι εκείνος να ζυγώνουν.

Ο Άλαντμιν σταύρωσε τα χέρια εμπρός του, υπομειδιώντας. Την πιστεύουν για Εκλεκτή της Μεγάλης Θεάς, σκέφτηκε, λοξοκοιτάζοντας τη Νίθρα, και έρχονται να τη συμβουλευτούν. Ήταν αστείο, και ήθελε να γελάσει, αλλά κρατήθηκε.

Η Νίθρα, ωστόσο, δε βρισκόταν σε τόσο εύθυμη κατάσταση. Καταλάβαινε κι εκείνη γιατί ζύγωναν οι ιέρειες, αλλά αυτό δεν της προκαλούσε γέλιο· της προκαλούσε ρίγος. Επειδή ήξερε ότι θα έπρεπε να βρει κάτι πολύ πειστικό να τους πει… Ή, μήπως, θα ήταν καλύτερα να δηλώσει άγνοια;

Οι τέσσερις ρασοφόρες γυναίκες έφτασαν κοντά τους και στάθηκαν αντίκρυ της. Η Νολβάκρυ –μια ευτραφής, γκριζομάλλα ιέρεια, η οποία ήταν και η γηραιότερη ανάμεσά τους– είπε: «Νίθρα Ρίνκιλ, σε χαιρετίζουμε.» Και έκλινε το κεφάλι σεβάσμια· οι άλλες τρεις τη μιμήθηκαν, όπως επίσης και οι έξι Αναζητήτριες. «Ήρθαμε να σε συμβουλευτούμε σχετικά με το συμβάν.» Τα μάτια της κοίταξαν τον ουρανό, ενώ τα μάτια της ιέρειας Χοέρνα στένεψαν, παρατηρώντας τη Νίθρα, καλά-καλά.

Αυτή δε με εμπιστεύεται. Πιστεύει, άραγε, ότι είμαι Εκλεκτή της Θεάς, ή πιστεύει ότι τις έχω εξαπατήσει; Ή, μήπως, δεν είναι σίγουρη για τίποτα και έχει αποφασίσει να με παρατηρεί, για να βγάλει τα συμπεράσματά της; Ναι, μάλλον, αυτό πρέπει να ήταν.

Η Νίθρα καθάρισε το λαιμό της, διακριτικά. «Τι ακριβώς θέλετε να μάθετε;»

«Τι συμβαίνει, προφανώς,» είπε η Χοέρνα.

«Αυτό,» αποκρίθηκε η Νίθρα, «δεν το γνωρίζω.»

«Δε σου έχει μιλήσει η Μεγάλη Μητέρα;» ρώτησε η Νολβάκρυ.

«Όχι, Σεβασμιότατη.» Η Νίθρα είχε αποφασίσει να δηλώσει άγνοια από το να πει οτιδήποτε άλλο, γιατί φοβόταν ότι ένα ψέμα μπορεί, τελικά, να στρεφόταν εναντίον της. Είχε ήδη πει πολλά ψέματα σε πολλούς ανθρώπους.

Οι ιέρειες αλληλοκοιτάχτηκαν, παραξενεμένες.

Πρέπει να τις παρακολουθώ από κοντά αυτές, σκέφτηκε ο Άλαντμιν, αν και γνώριζε ότι τούτο ήταν δύσκολο· γιατί αποκλείεται ποτέ να έπαιρνε πληροφορίες από τις Αναζητήτριες, οι οποίες ήταν, ουσιαστικά, οι μόνοι φρουροί τους και δε μιλούσαν περισσότερο απ’όσο έπρεπε, ούτε έπιναν, ούτε φλέρταραν, ούτε έπαιζαν τυχερά παιχνίδια. Ήταν σα να προσπαθείς να κάνεις έναν τοίχο να σου αποκαλύψει αυτά που είχε ακούσει: αδύνατον, δηλαδή… εκτός αν είσαι η Νίθρα και χρησιμοποιήσεις το Κοσμικό Κέλευσμα, ίσως…

«Σεβασμιότατες,» είπε ο Τάκμιν, σπάζοντας τη σιγή αμηχανίας που είχε ακολουθήσει τα λόγια της Νίθρα, «εσείς πώς εξηγείτε το… φαινόμενο;» Ύψωσε ελαφρώς το δεξί χέρι, δείχνοντας ψηλά.

«Η Λιάμνερ Κρωθ πρέπει να είναι πολύ δυσαρεστημένη, για να έκρυψε τον ήλιο,» αποκρίθηκε, αυθόρμητα, η Λαρέσσα, που ήταν η μικρότερη από τις ιέρειες.

«Δυσαρεστημένη από τι;»

«Από τη Λυκολατρία, ίσως, η οποία μολύνει ετούτα τα μέρη, Έπαρχε.»

«Ή, πιθανώς, από την παρουσία του ψευδοπροφήτη Νουτκάλι,» είπε η Νίθρα. «Υποθέτω, βέβαια, μόνο· δε γνωρίζω τίποτα, ακόμα.»

«Θα έρθεις σε επικοινωνία με τη Μεγάλη Θεά;» τη ρώτησε η Χοέρνα.

Πολύ με τσιγκλάει αυτή! «Δεν έρχομαι εγώ σε επαφή με τη Μεγάλη Θεά, Σεβασμιότατη· η Μεγάλη Θεά έρχεται σε επαφή μαζί μου. Και, μέχρι στιγμής, αυτό έχει συμβεί μονάχα μία φορά: όταν μου ανέθεσε την αποστολή μου, να διώξω τον Νουτκάλι από το Νούφρεκ και να εκθρονίσω την ανίκανη Βασίλισσα Καλβάρθα.»

«Σεβασμιότατες,» είπε ο Τάκμιν, «έχουμε αρχίσει την εκστρατεία μας και κατά της Λυκολατρίας και κατά του Νουτκάλι και κατά της Βασίλισσας Καλβάρθα. Γιατί η Λιάμνερ Κρωθ να είναι δυσαρεστημένη;»

Οι ιέρειες δεν απάντησαν αμέσως, αλλά, τελικά, η Νολβάκρυ αποκρίθηκε: «Είμαι βέβαιη, τέκνον μου, πως, αργά ή γρήγορα, η Μεγάλη Μητέρα θα μας αποκαλύψει το θέλημά της.»

Και οι ιερωμένες έφυγαν, κατευθυνόμενες προς τη σκηνή τους και περιτριγυρισμένες από τις έξι Αναζητήτριες.

«Ελπίζω το φαινόμενο να έχει περάσει ως αύριο,» είπε ο Τάκμιν. «Γιατί δεν ξέρω τι αποτελέσματα μπορεί να έχει στο ηθικό του στρατού μου. Εσύ τι λες, Αρχικατάσκοπε;» Κοίταξε τον Άλαντμιν.

Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους. «Πού να ξέρω εγώ, Άρχοντά μου; Ίσως θα ήταν καλύτερα να ρωτήσετε το Στρατάρχη Ρέλγκριν γι’αυτό το θέμα.»

«Ναι, ίσως να ήταν καλύτερα,» είπε ο Τάκμιν, και έφυγε κι εκείνος, αφήνοντας τον Άλαντμιν και τη Νίθρα μόνους μπροστά από τη σκηνή τους… ή σχεδόν μόνους· γιατί η δεύτερη μπορούσε να δει τον Φένταρ και τη Χρυσοδάκτυλη να τους κοιτάζουν από τη διπλανή σκηνή. Ωστόσο, δεν έβλεπε κανέναν στρατιώτη να τους κατασκοπεύει, κι αυτό ήταν θετικό σημάδι, καθότι σήμαινε ότι ο Έπαρχος της Σάλγκρινεβ τούς θεωρούσε πλέον άτομα εμπιστοσύνης. Του είχαν προσφέρει τη Βόλγκρεν, άλλωστε· δεν μπορεί να ήταν εναντίον του…

Ο Φένταρ έκανε νόημα στη Νίθρα, με το δεξί χέρι, σαν να τη ρωτούσε: Τι συμβαίνει;

Εκείνη του έγνεψε να πλησιάσει, κι αυτός ζύγωσε, μαζί με τη Χρυσοδάκτυλη.

Ο Άλαντμιν, που τους είχε στραμμένη την πλάτη, τους άκουσε να έρχονται και γύρισε.

«Ο ήλιος, όπως βλέπετε, χάθηκε,» είπε η Νίθρα στον Ωθράγκος και τη Μιρλίμια, «και ήρθαν να μας ρωτήσουν πώς έγινε αυτό, λες κι εμείς ήταν δυνατόν να ξέρουμε.»

«Η εξαφάνιση είναι αλλόκοτη, πάντως,» τόνισε η Χρυσοδάκτυλη. «Δεν έχω ξαναδεί τίποτα παρόμοιο· ούτε έχω ακούσει ποτέ για κάτι τέτοιο. Δεν είναι έκλειψη.»

Ο Άλαντμιν ένευσε. «Ακριβώς.»

«Δεν μπορώ να φανταστώ τι μπορεί να είναι,» είπε ο Φένταρ, κοιτάζοντας, γι’ακόμα μια φορά, τον ουρανό. «Ήλιος δεν υπάρχει, αλλά φως έχουμε… Δεν είναι παράξενο τούτο;»

«Είναι,» απάντησε ο Άλαντμιν. «Αλλά δεν είμαι και αστρονόμος, για να γνωρίζω στα σίγουρα.»

«Οι ιέρειες ασχολούνται με τ’άστρα,» είπε η Νίθρα. «Μπορεί, τελικά, να βρουν την απάντηση.» Μπήκε στη σκηνή της, και οι υπόλοιποι την ακολούθησαν.

«Έχω την εντύπωση πως δεν είναι μόνο ο ήλιος που χάθηκε,» είπε η Χρυσοδάκτυλη. «Νομίζω ότι υπάρχει κάτι… διαφορετικό στο περιβάλλον. Και σαν να το θυμάμαι αυτό το κάτι. Αυτή την ηρεμία, σαν να τη θυμάμαι. Μα δεν μπορώ να καταλάβω από πού, Νίθρα…»

«Από τους Αρχέτοπους,» αποκρίθηκε η Νίθρα. Πήρε το ποτήρι της με τον χυμό λεμονιού από εκεί που το είχε αφήσει –δίπλα στα μαξιλάρια όπου ήταν μισοξαπλωμένη πριν τη φωνάξει ο Άλαντμιν να βγει από τη σκηνή της– και πλησίασε ένα λυόμενο ανάκλιντρο, μισοξαπλώνοντας επάνω σ’αυτό τώρα. Τις τελευταίες ημέρες την είχε πιάσει μια τεμπέλικη διάθεση, την οποία δεν μπορούσε να εξηγήσει. Ίσως να έφταιγε η συνεχής χρήση των Χαρισμάτων της, στη Βόλγκρεν και προτού φτάσει εκεί· ίσως η ισχύς τους να την είχε εξαντλήσει περισσότερο απ’όσο πίστευε. Ή ίσως να μην άντεχε όλη αυτή τη σκόνη και τη βαβούρα του προελαύνοντος στρατεύματος του Έπαρχου Τάκμιν.

«Σωστά!» αναφώνησε η Χρυσοδάκτυλη, χτυπώντας τα δάχτυλά της. «Στους Αρχέτοπους ήταν έτσι.»

Ο Φένταρ συνοφρυώθηκε, και κάθισε σε μια από τις καρέκλες του τραπεζιού. «Τώρα που το λέτε… Αλλά, βέβαια, υπάρχουν και κάποιες τεράστιες διαφορές.»

«Ναι,» είπε η Νίθρα, «όμως σκέψου πως ούτε στους Αρχέτοπους υπήρχε ήλιος μα το φως από κάπου ερχόταν: από κάποια άγνωστη πηγή.»

«Πού θέλεις να καταλήξεις; Ότι ο κόσμος μας μετατρέπεται σε Αρχέτοπο;»

Η Νίθρα ρίγησε, άθελά της. «Ελπίζω πως όχι.»

«Οφείλω να πω πως δεν καταλαβαίνω τίποτα απ’όσα λέτε,» παραδέχτηκε ο Άλαντμιν, καθίζοντας αντίκρυ του Φένταρ. Η Χρυσοδάκτυλη στεκόταν ακόμα όρθια, αργοβαδίζοντας μέσα στη σκηνή.

«Δεν ήσουν στους Αρχέτοπους, γιαυτό,» του είπε η Νίθρα. «Αν ήσουν, θα είχες προσέξει την ομοιότητα.»

«Ίσως, όμως, και να υπερβάλλουμε,» είπε ο Φένταρ. «Γιατί ο κόσμος να μετατρέπεται σε Αρχέτοπο;»

Η Νίθρα ανασήκωσε τον έναν ώμο, καθώς ήταν μισοξαπλωμένη επάνω στο ανάκλιντρό της. Ήπιε μια γουλιά λεμονάδας, χωρίς να μιλήσει.

«Συμφωνώ με τον Φένταρ,» δήλωσε ο Άλαντμιν. «Μάλλον είναι κάτι περαστικό, ό,τι κι αν είναι.»

«Αυτό θα το διαπιστώσουμε σύντομα,» είπε η Χρυσοδάκτυλη.

«Ναι,» μόρφωσε ο Άλαντμιν. «Αλλά εγώ πιστεύω πως, κατά πάσα πιθανότητα, πρόκειται για κάποιο σπάνιο φυσικό φαινόμενο, το οποίο αύριο θα έχει λήξει. Θα δείτε ότι την αυγή ο ήλιος θ’ανατείλει ως συνήθως.»

Η Νίθρα σούφρωσε τα χείλη, σκεπτική. Διαφωνούσε με τον Άλαντμιν, δίχως να ξέρει ακριβώς γιατί.

«Έμαθα κάτι που ίσως να σ’ενδιαφέρει,» της είπε εκείνος, αλλάζοντας θέμα. «Μια πληροφορία, για την οποία δεν ήμουν σίγουρος μέχρι στιγμής, αλλά τώρα βεβαιώθηκα.»

«Θες να φύγουμε;» ρώτησε ο Φένταρ.

«Όχι,» αποκρίθηκε ο Άλαντμιν. «Δεν υπάρχει λόγος.»

«Τι έμαθες, λοιπόν;» ρώτησε η Νίθρα.

«Ότι η Ομιλήτρια Αρτλάνα κρύβει κάποιον μέσα στη σκηνή της. Το βράδυ προτού μας δώσει ο Αρχιστράτηγος Σάνλον την απάντησή του, έκανα μια βόλτα στο στρατόπεδο και τη συνάντησα. Για την ακρίβεια, εκείνη με κοίταζε από τη σκηνή της και μου μίλησε, έτσι πλησίασα.»

«Τι σου είπε;»

«Τίποτα το σπουδαίο. Το σημαντικό είναι, όμως, πως την κουβέντα μας διέκοψε ένα μουγκρητό από το εσωτερικό της σκηνής –ή κάτι που έμοιαζε με μουγκρητό–, οπότε η Αρτλάνα με καληνύχτισε και μπήκε στο κατάλυμά της, τραβώντας την κουρτίνα. Επίσης, έχω την εντύπωση –μόνο την εντύπωση, τίποτα παραπάνω– ότι χρησιμοποίησε Πειθώ επάνω μου, για να με κάνει να μη δώσω σημασία στο γεγονός. Έτσι, λοιπόν, αγνόησα το όλο περιστατικό, εκείνη τη νύχτα. Σκέφτηκα ότι πιθανώς κάποιος εραστής της να ήταν στη σκηνή. Όμως, ύστερα από την αναχώρησή μας από τη Βόλγκρεν, πληροφορήθηκα ορισμένα πράγματα τα οποία με έβαλαν σε υποψίες. Άκουσα ότι, κάπου-κάπου, ομιλίες αντηχούν σιγανά από τη σκηνή της Ομιλήτριας, ενώ εκείνη έχει πριν από λίγο παραγγείλει φαγητό για έναν. Και, όχι, αποκλείεται να παραμιλάει, γιατί η μία από τις φωνές είναι αντρική. Επιπλέον, τις τελευταίες ημέρες, η Αρτλάνα δεν έχει πάρει κανέναν εραστή στη σκηνή της. Αυτό, σε διαφορετική περίπτωση, θα μπορούσε να αποδοθεί στο ότι απλά δεν έχει όρεξη, μα, δεδομένων όλων των υπόλοιπων στοιχείων, με οδηγεί σε ένα συμπέρασμα: Κάποιον κρύβει.»

«Γιατί;» είπε η Νίθρα.

«Καλό ερώτημα, αλλά δεν έχω την απάντηση.»

«Μπορείς να τη βρεις;»

«Ίσως.»

Ο Φένταρ ρώτησε: «Δεν έχεις κάνει καμια υπόθεση;»

«Σχετικά με το γιατί κρύβει αυτόν που κρύβει;»

«Ναι.»
«Η δουλειά μου δεν είναι να κάνω υποθέσεις,» είπε ο Άλαντμιν, «αλλά να συγκεντρώνω στοιχεία, τα οποία με οδηγούν σε συμπεράσματα.»

«Δηλαδή, δεν έχει περάσει τίποτα από το μυαλό σου;»

Πάλι τα ίδια αρχίσαμε, συλλογίστηκε η Νίθρα, παρατηρώντας την έκφραση του Φένταρ. Γιατί, συνέχεια, παίρνει αυτό το ύφος με τον Άλαντμιν; Έχει κάτι εναντίον των κατασκόπων; ή απλά δεν του αρέσει η όψη του συγκεκριμένου;

«Όχι, τίποτα. Εσύ υποπτεύεσαι κάτι, Φένταρ;»

Ο Ωθράγκος κούνησε το κεφάλι του.

«Πάντως, Άλαντμιν,» είπε η Νίθρα, «μάθε όσα περισσότερα μπορείς γι’αυτή την υπόθεση. Θα ήθελα να ξέρω όλα τα μυστικά της Ομιλήτριας Αρτλάνα Ζάρφλεμ.» Μια γυαλάδα πέρασε απ’τα μυστηριώδη της μάτια, η οποία έκανε τον Αρχικατάσκοπο ν’ανατριχιάσει.

*

Η Βασίλισσα Καλβάρθα καθόταν καμπουριασμένη στο Θρόνο του Αετού, πλαισιωμένη από τα πελώρια, λαξευτά φτερά του καθίσματος, στους βραχίονες του οποίου ακουμπούσαν, κουρασμένα, οι αγκώνες της. Ήταν ντυμένη με ένα φανταχτερό φόρεμα από πορφυρό μετάξι: τα μανίκια σχίζονταν από σπειροειδείς λωρίδες, καλυμμένες με αραχνοΰφαντο διχτυωτό νήμα, και στο πέρας τους –που ήταν φαρδύ, κρύβοντας τα δάχτυλά της Βασίλισσας– κρέμονταν δύο λευκές φούντες· η λαιμόκοψη ήταν στενή, αλλά πάνω από τα στήθη της Καλβάρθα υπήρχαν δύο ανοίγματα σε σχήμα μισοφέγγαρου, και στην κοιλιά της ένα στρογγυλό άνοιγμα· τα σχισίματα στα πόδια –από τον μηρό ως τον αστράγαλο– ήταν ακανόνιστα, σαν κάποιο μανιασμένο θηρίο να τα είχε κάνει. Γενικώς, το φόρεμα φανέρωνε, έκδηλα, πως ήταν ένα από τελευταία εκκεντρικά δημιουργήματα της Βασιλικής Ράπτριας, κυρίας Ζεφεράλμα.

«Για όνομα της Θεάς, γιατί χάθηκε ο ήλιος; Γιατί χάθηκε τώρα; Ποιος φταίει γι’αυτό;» μουρμούριζε η Βασίλισσα, παραμιλώντας. Τα μακριά, ξανθά της μαλλιά –που ήταν καλοχτενισμένα και πιασμένα σε δύο μακριές αλογοουρές– έπεφταν εκατέρωθεν του σκυμμένου της προσώπου. Το βλέμμα της ήταν καρφωμένο στο χαλί των σκαλοπατιών του βάθρου του θρόνου της. «Και ο Νουτκάλι να λείπει… Τώρα, να λείπει…»

Η βασιλική αίθουσα ήταν γεμάτη με συμβούλους, στρατιωτικούς, και ευγενείς, και μια γενικότερη βαβούρα επικρατούσε. Ορισμένοι προσπαθούσαν να παρηγορήσουν την πανικόβλητή τους Βασίλισσα (χωρίς μεγάλη επιτυχία), αλλά οι περισσότεροι κουβέντιαζαν αναμεταξύ τους, μη δίνοντάς της καμία σημασία.

Ο ένας γελωτοποιός, ο επονομαζόμενος Αρκουδοπόδης, είχε το πρόσωπό του κρυμμένο μέσα στα χέρια του και χοροπηδούσε επιτόπου, σπαράζοντας και ουρλιάζοντας, άναρθρα. Ο δεύτερος γελωτοποιός, ο επονομαζόμενος Γατονούρης, κοίταζε το ταβάνι του δωματίου, με τα μάτια γουρλωμένα, το στόμα ορθάνοιχτο, και τα χέρια απλωμένα· και στεκόταν εκεί, στη μέση της βασιλικής αίθουσας, σαν άγαλμα. Η τρίτη και τελευταία γελωτοποιός, η επονομαζόμενη Χουχουνίτσα, βάδιζε με τα χέρια και, περνώντας ανάμεσα από τον κόσμο, ρωτούσε: «Μήπως είδε κανείς τον ήλιο;» – «Μήπως είδατε τον ήλιο;» – «Πού χάθηκε ο ήλιος;» Οι περισσότεροι δεν της απαντούσαν, αλλά κοιτούσαν τα μακριά, λευκά της πόδια, καθώς η φούστα της κρεμόταν ανάποδα.

«Σε κανένα από τα ταξίδια μου, Βασιληά μου, –και όπως η Μεγάλη Μητέρα γνωρίζει έχω κάνει πολλά ταξίδια– δεν είδα τον ήλιο να εξαφανίζεται και το φως του να παραμένει,» έλεγε ο Άρχοντας Σέμπενμορ Ρόσνολ στον Κάμρεβ, τον άρρωστο πατέρα της Καλβάρθα, και σε μερικούς άλλους ευγενείς. «Είδα μόνο να γίνονται εκλείψεις, και άκουσα ότι μπορούν να συμβούν σε κάθε σημείο της Κουαλανάρα. Τέτοιο πράγμα, όμως…»

Ο Πρίγκιπας Νάζρεν, ο θείος της Καλβάρθα, βρισκόταν σε ένα άλλο σημείο της αίθουσας και υποστήριζε πως, για να χαθεί έτσι ο ήλιος, αυτό μπορούσε να σημαίνει μονάχα ένα πράγμα: ότι η Λιάμνερ Κρωθ ήταν δυσαρεστημένη με τον τρόπο που ασκείτο η εξουσία στο Νούφρεκ, καθώς και με την εισβολή του προδότη Έπαρχου Τάκμιν. Γιατί τι άλλο μπορεί να ήταν η εξαφάνιση του ήλιου, αν όχι θεϊκό μήνυμα; Και οι ιέρειες, σύντομα, θα το επιβεβαίωναν τούτο!

Ο Αρχιδιπλωμάτης Βάνκελιν, ο Πρώτος του Τάγματος των Ομιλητών, καθόταν στη θέση του διπλοπόδι και έπινε ένα ποτό, συνοφρυωμένος και χωρίς να μιλά. Ήταν, μάλιστα, από τους ελάχιστους μέσα στην αίθουσα που δε μιλούσαν.

Οι μυστικιστές της Βασίλισσας Καλβάρθα –οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν τσαρλατάνοι– συζητούσαν με σοβαροφανές τρόπο αναμεταξύ τους, διαφωνώντας ένθερμα σχετικά με τη φύση της εξαφάνισης του ήλιου, ενώ η μάγισσα Τενίρα αναρωτιόταν τρία πράγματα: πού βρισκόταν ο εραστής της, Νουτκάλι· πώς θα εξηγούσε το φαινόμενο, αν βρισκόταν εδώ· και πώς δεν είχε προβλέψει ετούτη την εξαφάνιση –σίγουρα, δεν μπορεί να του είχε ξεφύγει!

Ο Σάβμιν Έντμορ, ο Διοικητής του Δεύτερου Τάγματος της Βασιλικής Φρουράς, στεκόταν μπροστά από ένα παράθυρο της αίθουσας και κοιτούσε κάτω, την πόλη. Η Βερνάλθα, η Διοικήτρια του Τρίτου Τάγματος της Βασιλικής Φρουράς, στεκόταν πλάι του, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος και χτυπώντας το μποτοφορεμένο της πόδι, νευρικά, στο πάτωμα.

Ο Σάβμιν έστρεψε το βλέμμα του στο εσωτερικό της βασιλικής αίθουσας. Να πάρει! σκέφτηκε. Λες και τα πράγματα δεν ήταν ήδη πολύ μπερδεμένα… Δε φτάνει που ο Αρχιστράτηγος Σάνλον είχε αναγκαστεί να εγκαταλείψει τη Βόλγκρεν (λεπτομέρειες γι’αυτή του την κίνηση δεν είχε αναφέρει ακόμα, αλλά, αναμφίβολα, θα εξηγούσε περισσότερα τώρα που ερχόταν στο παλάτι, διασχίζοντας τους κοσμοπλημμυρισμένους δρόμους της Έρλεν) και ο ελεεινός και τρισάθλιος προδότης Έπαρχος Τάκμιν της Σάλγκρινεβ είχε ξεκινήσει να προελαύνει προς την πρωτεύουσα με το στράτευμά του, τώρα είχε χαθεί κι ο ήλιος! Αν ήταν ποτέ δυνατόν!

Ο ψυχισμός της έχει γίνει κουρέλι, παρατήρησε ο Σάβμιν, κοιτάζοντας τη Βασίλισσά του στο Θρόνο του Αετού, καμπουριασμένη και αξιολύπητη. Δεν μπορεί να αντεπεξέλθει. Είναι αδύνατον γι’αυτήν. Αργά ή γρήγορα, έτσι όπως έχουν έρθει τα πράγματα, κάποιος άλλος θα πάρει την εξουσία, είτε από μέσα είτε από έξω απ’το παλάτι.

«Ο Αρχιστράτηγος Σάνλον επέστρεψε!» φώναξε ένας υπηρέτης, και ο Σάβμιν, στρέφοντας το βλέμμα, είδε τον ηλικιωμένο στρατιωτικό να μπαίνει στη βασιλική αίθουσα, ντυμένος με πανοπλία και βαστώντας το κράνος του παραμάσκαλα.

«Ο Αρχιστράτηγος Σάνλον βρίσκεται εδώ!» επανέλαβε ο υπηρέτης, προσπαθώντας να ακουστεί μέσα στη βαβούρα. Και τώρα, ορισμένοι από τους παρευρισκόμενους έπαψαν να μιλάνε, ειδοποιώντας τους άλλους για τον ερχομό του Αρχιστράτηγου· έτσι, σταδιακά, ολόκληρη η αίθουσα σώπασε, και ένας δρόμος ανοίχτηκε μπροστά στον Σάνλον: ένας δρόμος ο οποίος οδηγούσε στο Θρόνο του Αετού και στη Βασίλισσα, που σηκώθηκε όρθια και ρώτησε:

«Αρχιστράτηγε, γιατί χάθηκε ο ήλιος;»

«Μεγαλειοτάτη…» είπε ο Σάνλον, ξαφνιασμένος από την ερώτηση, «δεν ξέρω. Υποθέτω πως πρόκειται για κάποιο σπάνιο φυσικό φαινόμενο, το οποίο έχει ανησυχήσει τον κόσμο υπέρμετρα–»

«Είδες τον προφήτη Νουτκάλι καθόλου, καθώς ερχόσουν;»

«Όχι, Μεγαλειοτάτη.»

«Καλώς· μπορείς να πηγαίνεις,» είπε η Καλβάρθα, κάνοντας μια αποδεσμευτική χειρονομία και καθίζοντας πάλι στο θρόνο της.

«Μα, Βασίλισσά μου…» άρθρωσε ο Σάνλον.

Ο Βάνκελιν τον πλησίασε και του ψιθύρισε κάτι στ’αφτί· ο Αρχιστράτηγος τού απάντησε, ψιθυριστά κι εκείνος, αλλά έντονα· ο Αρχιδιπλωμάτης, όμως, του έκανε νόημα να τον ακολουθήσει· οπότε, πήγαν σ’ένα από τα τραπέζια της αίθουσας, όπου άρχισαν να συρρέουν και αρκετοί άλλοι…

…και όπου πήγε κι ο Σάβμιν, ακολουθούμενος από τη Βερνάλθα.

«…παρουσιάστηκε μια γυναίκα που υποστήριζε πως ήταν η Νίθρα Ρίνκιλ,» έλεγε ο Σάνλον, όταν ο διοικητής και η διοικήτρια της Βασιλικής Φρουράς έφταναν κοντά.

«Ήταν;» ρώτησε αμέσως κάποιος.

«Ναι, αυτή ήταν, αλλ–»

«Πού είναι ο Σάβμιν Έντμορ;» απαίτησε ο Σέμπενμορ. «Μας είχε αναφέρει ότι την έχασε στη θάλασσα!»

«Εδώ είμαι, Άρχοντά μου· και, ναι, την είχα χάσει στη θάλασσα, όπως σας ανέφερα. Δεν ξέρω πώς παρουσιάστηκε εκεί όπου παρουσιάστηκε.» Η καταραμένη σκύλα! είναι ακόμα ζωντανή!

«Θα σας πω εγώ πώς παρουσιάστηκε στη Βόλγκρεν,» δήλωσε ο Σάνλον. «Η Λιάμνερ Κρωθ την έσωσε από τα κύματα και της έδωσε Χαρίσματα, προκειμένου να προστατέψει το Νούφρεκ–»

«Βλασφημία!» ακούστηκε μια γυναικεία φωνή.

«Ψέματα!» είπε κάποιος άλλος.

«Όχι,» αποκρίθηκε ο Σάνλον. «Την είδαμε όλοι στη Βόλγκρεν να χρησιμοποιεί το Χάρισμα που αποκαλεί ‘Κοσμικό Κέλευσμα’. Έδειξε τη δυτική μας πύλη, την πρόσταξε να διαλυθεί, και η πύλη έγινε κομμάτια. Ανατινάχτηκε από μόνη της!»

Βαβούρα είχε αρχίσει γύρω απ’το τραπέζι, και ο Βάνκελιν είπε: «Ησυχία, παρακαλώ! Ησυχία, ν’ακούσουμε τι έχει να μας διηγηθεί ο Αρχιστράτηγος.»

Μιλάει λογικά, σκέφτηκε ο Σάβμιν. Έτσι όπως κάνουν, σαν κοτόπουλα, δε θα καταλάβουμε τίποτα, στο τέλος.

«Έχει άλλα δύο Χαρίσματα, η Νίθρα Ρίνκιλ,» συνέχισε ο Σάνλον: «ένα που αποκαλεί ‘Προσταγή’ και ένα άλλο που το ονομάζει ‘Ματιά’. Τα αποτελέσματα του πρώτου τα αισθάνθηκα ο ίδιος. Με πρόσταξε να σωπάσω και» –η οργή ήταν ευδιάκριτη στο πρόσωπο του Αρχιστράτηγου– «δεν μπορούσα να μιλήσω. Είναι σαν την Πειθώ, αυτή η Προσταγή, αλλά διαφορετική.»

Ο Βάνκελιν έμοιαζε να έχει χλομιάσει, καθώς άκουγε τα λόγια του Σάνλον. Έχει γίνει άσπρος, σαν το πανί, παρατήρησε ο Σάβμιν.

«Και τα μαλλιά της, της Νίθρα, έχουν αλλάξει. Έχουν γίνει κόκκινα. Και, όπως υποστηρίζει, αυτό συνέβη κατά τη μεταμόρφωσή της, όταν η Θεά τής έδωσε τα Χαρίσματα και της ζήτησε να διώξει από το Βασίλειό μας τον προφήτη Νουτκάλι–»

«Τον Νουτκάλι;» Μια φωνή.

«Ναι, αυτόν, ο οποίος, σύμφωνα με τη Νίθρα Ρίνκιλ, είχε φέρει τα Κτήνη των Βάλτων εδώ, αλλά εκείνη ταξίδεψε στους βάλτους Βένεβριαμ, μετά από προσταγή της Λιάμνερ Κρωθ, και διόρθωσε το πρόβλημα.»

«Δεν καταλαβαίνω, Αρχιστράτηγε,» είπε ο Βάνκελιν. «Πώς ‘διόρθωσε το πρόβλημα’;»

«Μας μίλησε για μια Πληγή στο σώμα της Θεάς, την οποία έκλεισε. Ούτε κι εγώ κατάλαβα ακριβώς. Πάντως, τόνισε ότι ο Νουτκάλι είναι επικίνδυνος, και εκείνη αποσκοπεί να τον διώξει από το Νούφρεκ.»

«Και έχει συμμαχήσει με τον Έπαρχο Τάκμιν;» ρώτησε ο Σάβμιν.

«Προσποιείται πως έχει συμμαχήσει μαζί του,» εξήγησε ο Σάνλον. «Μίλησα με τη Νίθρα, ιδιαιτέρως, και μου είπε πως θα τον προδώσει, όταν φτάσει εδώ, στην Έρλεν–»

«Κι εσύ την πίστεψες, Αρχιστράτηγε;» γρύλισε ο Βάνκελιν, με τις γροθιές του σφιγμένες. «Είναι Ομιλήτρια! Σε ξεγέλασε.»

«Δεν…» Ο Σάνλον κούνησε το κεφάλι. «Δεν το νομίζω. Επιπλέον, με την καταστροφή της δυτικής πύλης, δεν μπορούσαμε να κρατήσουμε τη Βόλγκρεν. Έπρεπε να υποχωρήσουμε. Και η Νίθρα με διαβεβαίωσε ότι θα προκαλέσει δολιοφθορές στο στράτευμα του Τάκμιν, όταν φτάσει εδώ–»

«Γιατί δεν προκάλεσε τις δολιοφθορές όταν ήσασταν στη Βόλγκρεν;» έθεσε το ερώτημα ο Βάνκελιν.

«Γιατί δεν μπορούσε!» αντιγύρισε ο Σάνλον. «Ο Τάκμιν δεν την εμπιστευόταν ακόμα· είχε μόλις συμμαχήσει μαζί του. Όταν, όμως, ο προδότης έχει έρθει εδώ, θα είναι πλέον βέβαιος για την αξιοπιστία της, αφού του παρέδωσε τη Βόλγκρεν αμαχητί, κι έτσι εκείνη θα τον χτυπήσει εκ των έσω.»

«Τι μπορεί να κάνει μια γυναίκα σ’έναν ολόκληρο στρατό;» είπε ο Σάβμιν, που κι εκείνος πίστευε ότι η Νίθρα είχε ξεγελάσει τον Αρχιστράτηγο.

«Μια γυναίκα με τα δικά της Χαρίσματα; Πολλά, διοικητή· πολλά,» αποκρίθηκε ο Σάνλον. «Δεν άκουσες τι είπα πριν; Κομμάτιασε τη δυτική πύλη της Βόλγκρεν μόνο με τη δύναμη της φωνής της!»

Σαν ψέμα μού ακούγεται, σκέφτηκε ο Σάβμιν, αλλά δε μίλησε.

«Πόσο μακριά βρίσκεται τώρα ο στρατός του προδότη;» ρώτησε κάποιος.

«Μιας ημέρας δρόμο, πιστεύω,» απάντησε ο Σάνλον. «Αλλά, απ’ό,τι είδα, η πόλη είναι καλά προετοιμασμένη, και τον περιμένει.»

«Έχουμε στείλει και μια έκκληση προς το Κάρνακ,» δήλωσε ο Βάνκελιν. «Ελπίζω να μας βοηθήσει σ’αυτό τον αγώνα. Πάντοτε είχαμε καλές σχέσεις.»

Ο Σάβμιν απομακρύνθηκε από το τραπέζι, περνώντας ανάμεσα από τον κόσμο· η ατμόσφαιρα ήταν αποπνιχτική σ’εκείνο το σημείο. Πήγε μπροστά από το παράθυρο όπου στεκόταν και πριν, για να πάρει λίγο καθαρό αέρα. Το βλέμμα του στράφηκε προς το Ναό της Προστάτιδας Θεάς, γύρω από τον οποίο ακόμα επικρατούσε χάος.

Η Νίθρα, απεσταλμένη της Λιάμνερ Κρωθ… Δεν μπορώ να το πιστέψω! Πρέπει να είναι ψέμα. Η Θεά δε θα επέλεγε κάποια η οποία έχει προδώσει τη Βασίλισσά της.

Ο Σάβμιν πήρε το βλέμμα του από το Ναό και το έστρεψε στο Θρόνο του Αετού… για να διαπιστώσει ότι η Καλβάρθα έλειπε. Αναρωτιέμαι ποια θα είναι η αντίδρασή της, όταν μάθει πως η Νίθρα επέστρεψε. Ή, μάλλον, άσε, δε θέλω να ξέρω…

Έφυγε από τη βασιλική αίθουσα και κατευθύνθηκε στα διαμερίσματά του, όπου παράγγειλε από μια υπηρέτρια να του φέρουν μεσημεριανό, και σύντομα το είχε: γαλοπούλα καλυμμένη με σάλτσα, σούπα, πράσινη σαλάτα, και ένα μπουκάλι κρασί. Μεγαλύτερες ποσότητες από ό,τι άντεχε να φάει. Θα έπρεπε να ήταν πραγματικά πεινασμένος για να θέλει να τα καταβροχθίσει όλα αυτά, και ο Σάβμιν τώρα ήταν το ακριβώς αντίθετο· αισθανόταν φουσκωμένος από όσα είχαν συμβεί και από όσα είχε ακούσει, έτσι δεν είχε καμία όρεξη για φαγητό· ήθελε μονάχα να τσιμπολογήσει, για να ηρεμήσει λίγο… αν τα κατάφερνε.

Καθώς γευμάτιζε με αργές κινήσεις, ο νους του επέστρεψε στη Βόλγκρεν και στον Αρχικατάσκοπο Άλαντμιν. Τι να έκανε αυτός; Ακόμα εκεί βρισκόταν; Και –κυρίως– πώς θα αντέδρασε όταν έμαθε για την επιστροφή της Νίθρα; Μα τη Λιάμνερ Κρωθ, τούτο δε μ’αρέσει καθόλου… Ο Άλαντμιν ήταν ερωτευμένος μ’αυτή τη σκύλα· και ίσως, μάλιστα, να ήταν ικανός να στραφεί εναντίον της Βασίλισσας για χάρη της…

Θα μπορούσαν ο Αρχικατάσκοπος και η προδοτική Ομιλήτρια να τα είχαν σχεδιάσει όλα τούτα αναμεταξύ τους; Μήπως ο Άλαντμιν με κορόιδευε από την αρχή; Μήπως ήξερε τι θα συνέβαινε;

«Τον μπάσταρδο…» μουρμούρισε ο Σάβμιν, πίνοντας μια γουλιά από το κρασί του. «Τον διπρόσωπο μπάσταρδο.»

Ίσως, βέβαια, και να κάνω λάθος. Ίσως να μην είναι έτσι… Όμως δεν μπορώ να φανταστώ τον Άλαντμιν εναντίον της Νίθρα. Εξάλλου, εξαρχής υποπτευόταν ότι ο Αρχικατάσκοπος μπορεί να την έκρυβε–

Ένας χτύπος στην πόρτα.

«Περάστε.»

Η πόρτα άνοιξε, και μια υπηρέτρια φάνηκε. «Η Βασίλισσα σάς ζητά στα διαμερίσματά της, Διοικητή Σάβμιν· το συντομότερο δυνατό.»

«Θα την επισκεφτώ,» αποκρίθηκε εκείνος, και η κοπέλα έφυγε, κλείνοντας.

Ο Σάβμιν σηκώθηκε από το τραπέζι και άρχισε να ετοιμάζεται. Ετούτη τη στιγμή, δεν είχε καμία απολύτως διάθεση να κάνει εκείνο που ήξερε ότι θα του ζητούσε η Βασίλισσα, μα δεν μπορούσε να της πει και όχι. Εξακολουθούσε να είναι η Βασίλισσά του, η Βασίλισσα του Νούφρεκ. Μακάρι μόνο να φαινόταν δυνατότερη… Αν φαινόταν δυνατότερη, τα πράγματα θα ήταν πολύ καλύτερα εδώ. Κανείς δε θα προσπαθούσε να την εκμεταλλευτεί, και οι εποφθαλμιούντες το θρόνο θα το σκέφτονταν δέκα φορές προτού κινηθούν, ενώ τώρα ο καθένας δρα κατά βούληση. Δεν έχουμε Βασίλειο πλέον… Η σκέψη τον λυπούσε και τον εξόργισε, συνάμα, μα έπρεπε να το παραδεχτεί: Δεν έχουμε Βασίλειο πλέον.

Έχοντας ετοιμαστεί, έφυγε από τα διαμερίσματά του και πήγε σ’αυτά της Καλβάρθα, χτυπώντας την εξώπορτα, διακριτικά, και λέγοντας: «Βασίλισσά μου, εγώ είμαι. Ο Διοικητής Σάβμιν.»

«Πέρασε.»

Άνοιξε την πόρτα και μπήκε. Το καθιστικό ήταν διακοσμημένο με κρεμασμένα όπλα και ασπίδες σε κάθε του τοίχο, και ο Σάβμιν κούνησε το κεφάλι, βλέποντάς τα. Η Βασίλισσά μας έχει… πολεμική διάθεση, σκέφτηκε. Η Καλβάρθα, συνεχώς, άλλαζε τη διακόσμηση των διαμερισμάτων της, για να μη βαριέται και ανάλογα με τις ορέξεις της κάθε φορά.

Ο Σάβμιν παρατήρησε ότι η πόρτα που οδηγούσε στο υπνοδωμάτιο ήταν μισάνοιχτη και βάδισε προς τα εκεί, παραμερίζοντάς την. Ο χώρος που αντίκρισε ήταν όλος καλυμμένος με μαύρες ταπετσαρίες (ακόμα και η οροφή!) και μαύρα χαλιά. Επιπλέον, μαύρες κουρτίνες κρέμονταν μπροστά από τα παράθυρα, και το ίδιο μαύρες κουρτίνες περιστοίχιζαν το κρεβάτι, το οποίο ήταν σκεπασμένο με μαύρα σεντόνια. Η Καλβάρθα βρισκόταν ξαπλωμένη ανάσκελα, στο πάτωμα, ντυμένη με μαύρα εσώρουχα και μαύρες, ψηλές κάλτσες. Τα ξανθά της μαλλιά κρυβόταν μέσα σ’ένα μαύρο, μεταξωτό κεφαλομάντηλο. Το λευκό της δέρμα ήταν το μόνο ανοιχτόχρωμο πράγμα στο δωμάτιο.

«Σάβμιν. Πώς σου φαίνεται η νέα μου διακόσμηση;»

«Εμ… είναι… είναι υπέροχη, Βασίλισσά μου.»

«Ψεύτη!» έσκουξε η Καλβάρθα, και ανασηκώθηκε, παίρνοντας απότομα καθιστή θέση. «Γιατί πάντα μου λες ψέματα, Σάβμιν; Γιατί; Γιατί; Γιατί;» Τα μάτια της είχαν γεμίσει δάκρυα. «Η διακόσμηση είναι χάλια… Είναι μαύρη. Μαύρη και άσχημη. Σαν εμένα.»

«Όχι, Βασίλισσά μου, δεν είναι έτσι,» είπε ο Σάβμιν, και γονάτισε δίπλα της. «Είστε πολύ όμορφη. Και δεν είστε μαύρη. Κάθε άλλο.» Τράβηξε το μεταξωτό μαντήλι από το κεφάλι της, ελευθερώνοντας τα ξανθά της μαλλιά, αφήνοντάς τα να χυθούν στους γυμνούς της ώμους.

«Είσαι ο μόνος που μου λέει τέτοια ψέματα,» παραπονέθηκε η Καλβάρθα. «Είσαι ο μόνος που δε βλέπει πόσο κακιά Βασίλισσα είμαι…» Έστρεψε το βλέμμα της στο πάτωμα. «Εγώ σ’αγαπώ εσένα περισσότερο απ’όλους, κι εσύ δε με βλέπεις… Δε βλέπεις το μαύρο που πρέπει να με πνίξει. –Πες το μου, Σάβμιν! Πες μου πόσο κακιά Βασίλισσα είμαι! Πες το μου!»

Εκείνος ορθώθηκε. Ξεροκατάπιε. Τι να της πεις τώρα; Θα τη βοηθήσει να της πω πόσο «κακιά» είναι; «Βασίλισσά μου, δεν μπορώ να πω ψέματα…»

«Ψεύτη!» φώναξε η Καλβάρθα, καθώς πεταγόταν επάνω. «Ψεύτη! Συνέχεια, ψέματα μου λες! Και μου λες, μετά, δεν μπορείς να πεις ψέματα; Ψεύτη! ψεύτη! ψεύτη! ψεύτη! ψεύτη!» Άρχισε να τον χτυπά, με τις γροθιές της, στο στήθος, στην κοιλιά, στα πλευρά, στα χέρια, στο πρόσωπο–

Εκείνος τη χαστούκισε, και η Καλβάρθα σωριάστηκε, κρύβοντας το πρόσωπό της, με τα χέρια, και κλαίγοντας γοερά. «Σε παρακαλώ, Σάβμιν! μη χτυπάς… Μου αξίζει, αλλά μη με χτυπάς· σε παρακαλώ. Είμαι τόσο κακιά μαζί σου· κακιά και μαύρη…»

Ο Σάβμιν αναστέναξε σιωπηλά. Μεγάλη Θεά, βοήθησέ με! Και βοήθησε κι αυτήν να συνέλθει. Γνώριζε πολύ καλά τι ήθελε η Βασίλισσά του· γνώριζε τι έπρεπε να κάνει, αλλιώς ετούτη η ιστορία δε θα τελείωνε ποτέ. Όμως, ως συνήθως, δίσταζε. «Είσαι ο μόνος που δε βλέπει πόσο κακιά Βασίλισσα είμαι…» αντήχησε η φωνή της Καλβάρθα μέσα του.

Κοίταξε τριγύρω στο δωμάτιο, ψάχνοντας να βρει καμια κάβα με ποτά, και εντόπισε μία, στη γωνία. Προχώρησε ως εκεί και γέμισε ένα ποτήρι με κρασί, ενώ η Βασίλισσα συνέχιζε να κλαίει, στο πάτωμα. Ο Σάβμιν ήπιε δυο κρασοπότηρα μονοκοπανιά, θέλοντας να θολώσει αρκετά το μυαλό του, ώστε να μην αισθάνεται άσχημα για ό,τι θα έκανε. Ύστερα, ζύγωσε την Καλβάρθα, κι αρπάζοντάς την απ’τα μαλλιά, την πέταξε πάνω στο κρεβάτι. Την τύλιξε μέσα στο μαύρο σεντόνι και άρχισε να τη χτυπά. Απο κεί και πέρα, δεν ήθελε να θυμάται τίποτα…

Όταν η Βασίλισσα ηρέμησε, ο Σάβμιν αισθανόταν να ζαλίζεται· και η ζάλη του δεν προερχόταν από τα δύο ποτήρια κρασί που είχε πιει μονοκοπανιά, αλλά από τα όσα είχαν ακολουθήσει. Τώρα, βρισκόταν ξαπλωμένος στο πάτωμα (δεν μπορούσε να προσδιορίσει πότε η πάλη τους –γιατί αυτός δεν ήταν έρωτας για εκείνον· πάλη ήταν– είχε περάσει από το κρεβάτι στο πάτωμα) και η Καλβάρθα ήταν ξαπλωμένη επάνω του, ανασαίνοντας γαλήνια και έχοντας πάψει να κλαίει και να φωνάζει.

«Είναι χάλια το μαύρο, δεν είναι;» τον ρώτησε, σιγανά.

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Σάβμιν. «Γιατί δε ντύνεις το δωμάτιο με κάτι πιο χαρούμενο;»

«Η ψυχή μου είναι μαύρη,» εξήγησε η Καλβάρθα, «και το Βασίλειό μου πλήττεται από πόλεμο. Έτσι, έχω όπλα κρεμασμένα, και μαύρες ταπετσαρίες εκεί που κοιμάμαι, και κουρτίνες μαύρες, και χαλιά· και βλέπω μαύρα όνειρα… Μέχρι κι ο Νουτκάλι μ’εγκατέλειψε. Θα μ’εγκαταλείψεις κι εσύ, Σάβμιν;»

«Ποτέ, Βασίλισσά μου.» Ο Νουτκάλι… Αληθεύουν, άραγε, όσα είπε ο Σάνλον γι’αυτόν; Όσα είπε η Νίθρα γι’αυτόν;

«Γιατί ο ήλιος χάθηκε;»

«Δεν ξέρω.»

«Δε θα έπρεπε όλα να είναι μαύρα, τώρα που ο ήλιος χάθηκε;»

«Δεν ξέρω, Βασίλισσά μου.»

«Μήπως είναι μαύρα αλλά εγώ τα βλέπω κανονικά;»

«Δεν είσαι η μόνη. Όλοι ‘κανονικά’ τα βλέπουν.»

«Η Θεά έχει θυμώσει μαζί μου, ε, Σάβμιν;»

«Γιατί να έχει θυμώσει μαζί σου;»

«Γιατί είμαι τόσο κακιά Βασίλισσα…»

«Δε νομίζω ότι θα μπορούσε ποτέ η Θεά να θυμώσει μαζί σου, Βασίλισσά μου.»

«Γιατί είσαι τόσο καλός μ’εμένα, Σάβμιν; Κανείς άλλος δεν είναι. Οι άλλοι μού λένε την αλήθεια. Η Νυρίτα μού λέει την αλήθεια, και ο–»

«Τι σου λέει η Νυρίτα;» Ο Σάβμιν δεν τη συμπαθούσε καθόλου· ήξερε ότι πήγαινε με τη Βασίλισσα προκειμένου να μπορεί να αυτοπροωθείται στους ανώτερους κύκλους των ευγενών.

«Μου λέει ότι είμαι η πιο ηλίθια γυναίκα που έχει συναντήσει· ότι δεν είμαι ικανή ούτε τα πόδια της να πλένω. Με έβαλε να πλύνω τα πόδια της, και μετά, άρχισε να με κλοτσά, μέχρι που το δωμάτιο είχε αρχίσει να μαυρίζει… όπως και πρέπει να είναι μαύρο. Η Νυρίτα έχει δίκιο.»

Ο Σάβμιν δάγκωσε το κάτω του χείλος, προσπαθώντας να μη μιλήσει για τη Νυρίτα. Τελικά, δεν άντεξε. «Η Νυρίτα δεν ενδιαφέρεται για σένα, Βασίλισσά μου. Προσπαθεί να σ’εκμεταλλευτεί. Εγώ δε θα τη συναναστρεφόμουν, στη θέση σου.»

Η Καλβάρθα δεν αποκρίθηκε.

*

Όταν ο Σάβμιν έφυγε από τα διαμερίσματά της, είχε βραδιάσει, και, καθώς βάδιζε μέσα στο παλάτι, σκέφτηκε: Για να έχει πέσει η νύχτα, αυτό, μάλλον, σημαίνει ότι το φαινόμενο με τον ήλιο ήταν περαστικό. Αύριο θα τον δούμε να ξεπροβάλλει από την Ανατολή.

Έφτασε στα δικά του διαμερίσματα και μπήκε. Για να βρει τη Βερνάλθα να τον περιμένει μέσα, μισοξαπλωμένη επάνω στο ένα ανάκλιντρο.

«Η Μεγαλειοτάτη σε κράτησε περισσότερο απ’ό,τι συνήθως,» του είπε.

«Δεν ήταν μια συνηθισμένη ημέρα ετούτη,» αποκρίθηκε εκείνος, και πήρε θέση στο άλλο ανάκλιντρο, αντικρίζοντάς την. «Έχασα τίποτα;»

«Οι πάντες ετοιμάζονται για πολιορκία.»

«Αυτό είναι γνωστό. Τίποτ’άλλο;»

«Μ’έχει παραξενέψει η ιστορία με τη Νίθρα Ρίνκιλ,» είπε η Βερνάλθα. «Ξέρεις, όλα εκείνα για τα Χαρίσματά της…»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Σάβμιν και ξάπλωσε κανονικά στο ανάκλιντρο. «Προσωπικά, δεν μπορώ να πιστέψω ότι είναι απεσταλμένη της Λιάμνερ Κρωθ, πάντως…»

«Έριξε, όμως, τη δυτική πύλη της Βόλγκρεν, με μία της προσταγή. Πώς το εξηγείς αυτό;»

«Δεν το εξηγώ, Βερνάλθα· είμαι πολύ κουρασμένος τώρα για να το εξηγήσω. Νομίζω ότι θα τρελαθώ…» Έτριψε το πρόσωπο με το δεξί του χέρι, αναστενάζοντας.

«Ώστε τόσο σκληρή είναι η Βασίλισσα στα παιχνίδια της;…» είπε η Βερνάλθα, υπομειδιώντας.

«Δεν είναι καλά, μα τον Ακατονόμαστο…!» μούγκρισε ο Σάβμιν. «Και δεν μπορώ να τη βοηθήσω. Μου φαίνεται… μου φαίνεται ότι το καλύτερο που έχει να κάνει είναι να πάει κάπου να ξεκουραστεί, μακριά απο δώ· μακριά από το παλάτι, μακριά από την Έρλεν. Μακριά από το Νούφρεκ, ίσως.»

Η Βερνάλθα γέλασε. «Και νομίζεις πως, αν έφευγε, θα συνέχιζε να είναι Βασίλισσα;»

«Μάλλον όχι. Αλλά και που είναι… μόνο δυστυχία τής προκαλεί ο τίτλος της.»

«Δεν είναι δικό σου το πρόβλημα, Σάβμιν. Μην το κάνεις δικό σου.»

Ναι, σκέφτηκε ο Σάβμιν. Το πρόβλημα δεν είναι δικό μου. Είναι της Βασίλισσας. Κι εγώ είμαι ένας απλός υπήκοός της. Διοικητής της Βασιλικής Φρουράς μεν, αλλά όχι και γόνος του Βασιλικού Οίκου των Ρίνκιλ. Εδώ οι συγγενείς της δε νοιάζονται γι’αυτήν. Οι μισοί τη μισούν· οι άλλοι μισοί είναι αδιάφοροι. Και ο πατέρας της… δεν μπορώ να τον καταλάβω αυτό τον άνθρωπο. Είναι άρρωστος, εντάξει, μα είναι και τυφλός;

Αλλά η Βερνάλθα είχε δίκιο: Δεν έπρεπε να κάνει τα προβλήματα της Βασίλισσας δικά του.


Κεφάλαιο 4
Παράπονα. . .

 

Όταν έφτασαν στο χωριό, η Κάρλα έριξε μια ματιά στον ουρανό, για να διαπιστώσει ότι ο ήλιος εξακολουθούσε να είναι εξαφανισμένος. Τι παράξενο φαινόμενο, συλλογίστηκε. Δεν υπήρχαν σύννεφα, για να κρύψουν τον ήλιο, κι όμως, αυτός δεν ήταν πουθενά. Τέλος πάντων…

Στράφηκε στη Ζιάθραλ, δίπλα της. «Πώς είστε, Αρχόντισσά μου;»

Τα χάλια μου έχω, σκέφτηκε εκείνη, αλλά αποκρίθηκε: «Ας βρούμε ένα μέρος να πλυθούμε και να ξεκουραστούμε. Αν υπάρχει τέτοιο μέρος εδώ…» Υπολόγιζε πως το μικρό χωριό στις όχθες του Άλβρεκ αποκλείεται να ήταν μεγαλύτερο από πενήντα σπίτια στο σύνολό του.

Εκείνη και η Κάρλα βρίσκονταν σ’έναν από τους δρόμους του (οι οποίοι δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ανοίγματα ανάμεσα στα οικοδομήματα) και αντίκριζαν την κεντρική πλατεία, όπου υπήρχε το άγαλμα ενός άντρα με κεφάλι ψαριού –τι κακοφτιαγμένο και άσχημο πράγμα! Η Ζιάθραλ πήρε τη ματιά της από εκεί και ατένισε τριγύρω, ψάχνοντας για κάποια πινακίδα πανδοχείου, μα μη βρίσκοντας καμία.

Οι ντόπιοι κοίταζαν τις δύο γυναίκες με περιέργεια στα μάτια και χωρίς να μιλούν. Μπορούσαν να δουν τα ξίφη που γυάλιζαν, κρεμασμένα στις ζώνες τους, κι ετούτο δεν ήταν ένα θέαμα που έβλεπαν συχνά εδώ. Επίσης, η όλη τους εμφάνιση, ύστερα από την ταλαιπωρία που είχαν περάσει στους βάλτους, τρόμαζε τους χωρικούς. Τις ατένιζαν σαν να ήταν στοιχειά που είχαν αφυπνιστεί πρωινή ώρα· και, μάλιστα, η εξαφάνιση του ήλιου από τον ουρανό έμοιαζε να οξύνει αυτή τους την εντύπωση για τις δύο άγνωστες.

«Χρειαζόμαστε ένα μέρος για να ξεκουραστούμε και να πλυθούμε,» είπε η Κάρλα στους ανθρώπους που βρίσκονταν στην πλατεία. «Έχουμε χρήματα για να πληρώσουμε.»

Εκείνοι κοιτάχτηκαν αναμεταξύ τους και, τελικά, ένας είπε: «Έχω ένα δωμάτιο, μικρούτσ’κο, δε σας πειράζ’;»

«Όχι,» αποκρίθηκε η Κάρλα.

Ο άντρας τούς έκανε νόημα να τον ακολουθήσουν. Ήταν ψηλός και γεροδεμένος, με μαύρα γένια και μακριά μαλλιά, δεμένα αλογοουρά. Φορούσε ένα παλιό, μακρύ πουκάμισο (που μπορεί κάποτε να ήταν λευκό, αλλά τώρα έδειχνε κίτρινο), ένα πέτσινο πανωφόρι χωρίς μανίκια, και ένα παντελόνι σηκωμένο μέχρι τα γόνατα. Τα πόδια του ήταν ξυπόλυτα. Φαινόταν πως πρέπει να είχε να λουστεί για πολύ καιρό, και η Ζιάθραλ αναρωτήθηκε αν, τελικά, θα τους πρόσφερε το μπάνιο που του είχαν ζητήσει· αλλά δεν πρότεινε και κανένας άλλος από τους ντόπιους να τις φιλοξενήσει, έτσι εκείνη και η Κάρλα δεν είχαν και πολλές επιλογές.

Ο άντρας τις οδήγησε κοντά στις όχθες του ποταμού και κοντά στον δεντρόφυτο τόπο στα δυτικά του χωριού, όπου βρισκόταν ένα μικρό, ξύλινο οικοδόμημα. Το πλησίασε και άνοιξε την πόρτα, η οποία δεν είχε κλειδαριά· ούτε καν μια αμπάρα.

«Τούτο είναι,» δήλωσε.

Η Ζιάθραλ και η Κάρλα κοίταξαν μέσα. Στο εσωτερικό δεν υπήρχε τίποτα περισσότερο από ένα μικρό, στενό κρεβάτι με βρόμικο σεντόνι.

«Αν είναι να σε πληρώσουμε γι’αυτό το πράγμα,» είπε η ταχυπομπός στον άντρα, «πρέπει, τουλάχιστον, να μας φέρεις καθαρά σεντόνια. Η Αρχόντισσά μου δεν έχει συνηθίσει να κοιμάται σε τέτοια μέρη.»

Εκείνος φάνηκε διστακτικός, ατενίζοντας μια την Κάρλα μια τη Ζιάθραλ, με τα φρύδια του σουφρωμένα.

«Ορίστε.» Η ταχυπομπός τού έδωσε ένα κορονίδιο. «Άλλαξέ μας τώρα τα σεντόνια.»

Ο άντρας το πήρε και κατένευσε.

«Και νερό,» πρόσθεσε, κουρασμένα, η Ζιάθραλ. «Θέλουμε να πλυθούμε.»

Ο άντρας έδειξε. «Εκεί ’ν’ ο ποταμός,» είπε.

Τα μάτια της Ζιάθραλ γούρλωσαν. Πώς τολμούσε, ο άθλιος;

Η Κάρλα την πρόλαβε, προτού μιλήσει. «Εντάξει. Πήγαινε να μας αλλάξεις τα σεντόνια.»

Εκείνος ένευσε πάλι, κι απομακρύνθηκε.

«Δεν μπορούμε να πλυθούμε στο ποτάμι!» είπε η Ζιάθραλ. «Πρέπει να μας φέρει μια λεκάνη, τουλάχιστον, ένα βαρέλι, ή τίποτα παρόμοιο.»

Καλά το λέω πως όλοι αυτοί οι ευγενείς είναι τρελοί, σκέφτηκε η Κάρλα. «Αρχόντισσά μου, μάλλον, θα πρέπει να αρκεστούμε στον ποταμό.»

«Τι!» έκανε η Ζιάθραλ. «Έχεις χάσει το μυαλό σου, ταχυπομπέ; Είναι χειμώνας! Θα ξεπαγιάσουμε! Θα πεθάνουμε απ’το κρύο!»

«Θα του πω να μας φέρει κι ένα μαγκάλι, για εδώ μέσα»· η Κάρλα έδειξε το εσωτερικό του μικρού, ξύλινου οικοδομήματος, με μια κίνηση του κεφαλιού. «Δε γίνεται αλλιώς, Αρχόντισσά μου, δεν το βλέπετε; Αυτοί οι άνθρωποι, προφανώς, πλένονται μόνο στο ποτάμι, και, μάλλον, όχι πολύ συχνά.»

Η Ζιάθραλ ξεφύσησε, και κάθισε στο έδαφος, δίπλα από το καλύβι όπου τους είχε οδηγήσει ο χωρικός. Αισθανόταν εξουθενωμένη, και ήθελε να κοιμηθεί.

Η Κάρλα συνέχισε να στέκεται, με τα χέρια σταυρωμένα εμπρός της και περιμένοντας τον άντρα να επιστρέψει.

Όταν εκείνος επέστρεψε, η Ζιάθραλ είχε αποκοιμηθεί, και η ταχυπομπός τού είπε: «Πρόσεχε μην ξυπνήσεις την Αρχόντισσά μου.»

Εκείνος ένευσε και μπήκε στο ξύλινο δωμάτιο, για ν’αλλάξει το σεντόνι του κρεβατιού. Η Κάρλα τον παρακολουθούσε, για να δει τι δουλειά έκανε. Και έμεινε ικανοποιημένη. Ο χωρικός έβγαλε το παλιό σεντόνι, χτύπησε το στρώμα, για να το καθαρίσει, και, μετά, έβαλε το καινούργιο σεντόνι. Επίσης, είχε φέρει και μια κουβέρτα, την οποία άφησε στο τέλος του κρεβατιού.

«Έτ’μο, κυρά,» είπε, ξύνοντας το κεφάλι του.

«Σ’ευχαριστούμε,» αποκρίθηκε η Κάρλα. «Μπορείς να μας φέρεις κι ένα μαγκάλι;»

Ο άντρας ένευσε, κι έφυγε ξανά.

Η Ζιάθραλ ακόμα κοιμόταν, και ονειρευόταν πως ταξίδευε μέσα σε μία άμαξα. Όμως αντίκρυ της δεν ήταν ούτε η Ελμάρνια, ούτε η Μερνέρα, ούτε ο πατέρας της, αλλά η ταχυπομπός Κάρλα· και έξω από την άμαξα τριγύριζαν λύκοι με κατακόκκινα μάτια, και δόντια που γυάλιζαν μέσα στο σκοτάδι. Επάνω σ’έναν απ’αυτούς τους λύκους βρισκόταν η Αρχόντισσα Ηλέβη ε Άτραντ, γελώντας καθώς τον καβαλούσε. Η Ζιάθραλ ένιωθε φοβισμένη, και έσφιγγε στα χέρια της τη λαβή του Θαλάσσιου Ευρήματος.

Η Κάρλα περίμενε πάλι τον χωρικό να επιστρέψει με το μαγκάλι που είχε υποσχεθεί· και εκείνος δεν άργησε.

«Θέτε να τ’ανάψω, κυρά;» ρώτησε.

«Αν έχεις την καλοσύνη,» αποκρίθηκε η ταχυπομπός.

Ο άντρας το έβαλε μέσα στο ξύλινο δωμάτιο και το άναψε.

«Εντάξει,» είπε η Κάρλα. «Μήπως έχεις και λίγο σαπούνι, για την Αρχόντισσά μου;»

«Εμ, όχι, κυρά,» απάντησε ο άντρας, ξύνοντας το κεφάλι.

«Έγινε. Να είσαι καλά.»

Ο χωρικός έφυγε, και η Κάρλα άγγιξε τη Ζιάθραλ στον ώμο και την ταρακούνησε. «Αρχόντισσά μου;»

Τα μάτια της άνοιξαν.

«Όλα έτοιμα.» Η Κάρλα τής έδωσε το χέρι της, για να σηκωθεί.

Η Ζιάθραλ το έπιασε και ορθώθηκε. «Δε μας έφερε λεκάνη,» παρατήρησε, κοιτάζοντας μέσα στο δωμάτιο.

«Αρχόντισσά μου, σας είπα: θα πρέπει να πλυθούμε στον ποταμό. Πάμε· τώρα που είναι ακόμα μεσημέρι, δε θα κάνει τόσο κρύο.»

Την τράβηξε από το χέρι, και η Ζιάθραλ την ακολούθησε. Έτσι εξουθενωμένη καθώς ήταν, δεν μπορούσε να φέρει και πολύ αντίσταση· το πνεύμα της ήταν τσακισμένο και το σώμα της κατάκοπο. Η Κάρλα την οδήγησε στις όχθες του ποταμού, από τη μεριά όπου τα δέντρα ήταν πυκνότερα.

«Μπορείτε να βγάλετε τα ρούχα σας εδώ, Αρχόντισσά μου,» είπε. «Και καλύτερα να τα πάρετε μαζί σας, όταν βουτήξετε στον ποταμό, γιατί πρέπει να καθαρίσουν από τη λάσπη του βάλτου.»

«Το ξέρω.» Η Ζιάθραλ πήγε πίσω από ένα δέντρο και άρχισε να γδύνεται. Όταν τελείωσε, είδε πως η Κάρλα βρισκόταν ήδη μέσα στο ποτάμι, έτσι υπέθεσε πως δεν πρέπει να ήταν και πολύ παγωμένο, τελικά. Πήρε τα ρούχα της (εκτός από την κάπα που της είχε δώσει η ταχυπομπός) και βούτηξε–

Παραλίγο να πάθει συγκοπή.

«Α!» ξεφώνισε. «Τι στο…; Α!…»

«Είναι λί-λίγο κρύο, Αρχόντισσά μου,» είπε η Κάρλα, τρέμοντας μέσα στο παγωμένο νερό. «Αλλά… αλλά δεν έχουμε κάτι άλλο.» Βούτηξε το κεφάλι της κάτω από την επιφάνεια και το ξανάβγαλε.

Η Ζιάθραλ τη μιμήθηκε, γνωρίζοντας πως έπρεπε να πλύνει τα μαλλιά της από τη λάσπη των βάλτων. Ύστερα, βγήκε από τον ποταμό, τρέχοντας στην όχθη, για να τυλιχτεί στην κάπα της ταχυπομπού, αφήνοντας τα ρούχα της να πέσουν στο έδαφος. Έτρεμε τόσο πολύ που νόμιζε ότι τα κόκαλα και τα δόντια της θα θρυμματίζονταν.

Η Κάρλα καταράστηκε κάτω απ’την ανάσα της. Κοίτα τώρα τι έκανε, η ηλίθια! σκέφτηκε. Πήρε τα ρούχα της από το νερό και τα έριξε πάνω στο χώμα. Για όνομα του Ζικαράθορ! Είναι άχρηστη! Βγήκε από τον ποταμό, με τα δικά της ρούχα στα χέρια, και πλησίασε, γρήγορα, τη Ζιάθραλ, ενώ το κρύο την περόνιαζε.

«Κρατήστε τα, Αρχόντισσά μου,» είπε, δίνοντάς της το δέμα.

Η Ζιάθραλ αισθανόταν πως ήταν αδύνατον να βγάλει τα χέρια της από τις μασκάλες. Επίσης, αισθανόταν πως ήταν αδύνατον να μιλήσει, καθώς τα δόντια της χτυπούσαν.

Να σε πάρει ο Σάλ’γκρεμ’ρωθ! μούγκρισε η Κάρλα από μέσα της. «Κράτησέ τα!» είπε, και έχωσε τα ρούχα μέσα στην κάπα της Αρχόντισσας, πιέζοντάς τα επάνω της κι αναγκάζοντάς τη να τα πάρει αγκαλιά.

Η Ζιάθραλ ένιωσε το παγωμένο νερό να κυλά επάνω της και γόγγυσε, σαν να την έσφαζαν.

Η Κάρλα σήκωσε τα ρούχα της Αρχόντισσας από κάτω και μπήκε πάλι, για λίγο, στον ποταμό, ώστε να τα πλύνει από το χώμα. Αν και, κανονικά, θα της άξιζε να τ’αφήσω όπως είναι, ο Σάλ’γκρεμ’ρωθ να την πάρει!

Βγαίνοντας στην όχθη, παρατήρησε πως η Ζιάθραλ έλειπε, και μονάχα σε ένα μέρος μπορούσε να είχε πάει. Η Κάρλα επέστρεψε στο δωμάτιο που τους είχε παραχωρήσει ο χωρικός, και βρήκε την Αρχόντισσα επάνω στο κρεβάτι, τυλιγμένη στην κάπα και τρέμοντας. Το μαγκάλι ανάδιδε μια θερμότητα που ήταν γλυκιά και θεραπευτική για το ξεπαγιασμένο δέρμα της Κάρλα, η οποία είδε πως τα ρούχα της ήταν ριγμένα στο πάτωμα της καλύβας. Τουλάχιστον, δεν τα πέταξε στο χώμα, η παλαβή…

Η ταχυπομπός έκλεισε την πόρτα πίσω της, άφησε τα ρούχα της Ζιάθραλ πλάι στα δικά της, και στάθηκε μπροστά από το μαγκάλι, προσπαθώντας να συνέλθει. Τι σπουδαία εφεύρεση που ήταν, τελικά, η φωτιά!

«Είσαι ανόητη!» είπε, ύστερα από κάποια ώρα, η Ζιάθραλ. «Θα πεθάνουμε!»

«Ακόμα ζωντανές είμαστε, Αρχόντισσά μου,» αποκρίθηκε η Κάρλα· και, πλησιάζοντας το κρεβάτι, έπιασε την κουβέρτα. «Μου επιτρέπετε;» ρώτησε, τραβώντας την.

Η Ζιάθραλ παραμέρισε, για να αφήσει την ταχυπομπό να πάρει το σκέπασμα και να το τυλίξει γύρω της. Ύστερα, ανασηκώθηκε επάνω στο κρεβάτι και είπε: «Θα είμαστε τυχερές αν δεν αρρωστήσουμε. Έπρεπε να του είχες πει, του ηλίθιου χωριάτη, να μας φέρει καμια λεκάνη, για να πλυθούμε σαν άνθρωποι!»

Η Κάρλα αναστέναξε και κάθισε στο κρεβάτι, δίπλα στην Αρχόντισσα, ανοίγοντας το σάκο της, τον οποίο είχε αφήσει εδώ προτού πάνε να βουτήξουν στον Άλβρεκ. «Θέλετε τίποτα να φάτε;» ρώτησε.

«Δεν ακούς αυτά που σου λέω;» μούγκρισε η Ζιάθραλ, αγριοκοιτάζοντάς την.

«Σας ακούω, Αρχόντισσά μου,» αποκρίθηκε η Κάρλα, «αλλά τι να κάνω; Οι άνθρωποι που μένουν εδώ, μάλλον, δεν πλένονται όταν ο ποταμός είναι κρύος.» Έβγαλε ένα καρβέλι από το σάκο της και το έκοψε στα δύο, δίνοντας το μισό στη Ζιάθραλ. Εκείνη το πήρε στα χέρια της, που ακόμα έτρεμαν. Η ταχυπομπός έβγαλε, επίσης, μερικούς ξηρούς καρπούς και τυρί, τα οποία μοιράστηκαν.

«Πότε θα φύγουμε απο δώ;» ρώτησε η Ζιάθραλ, τρώγοντας.

«Μόλις τα ρούχα μας έχουν στεγνώσει και εμείς έχουμε ξεκουραστεί,» απάντησε η Κάρλα. «Δηλαδή, αύριο.»

«Ελπίζω ν’αντέξουμε ως τότε…» είπε η Ζιάθραλ. «Και τα ρούχα μας δε νομίζω να στεγνώσουν έτσι όπως τάχεις αφήσει!» πρόσθεσε, δείχνοντας, με το βλέμμα, τους δύο σωρούς στο έδαφος.

Τι νομίζει ότι είμαι; Υπηρέτριά της; συλλογίστηκε η Κάρλα. Ταχυπομπός είμαι! «Θα τ’απλώσω καλύτερα,» είπε, «αφότου φάμε.»

Κι έτσι έκανε. Όταν τελείωσαν το φαγητό τους, ξετύλιξε τα ρούχα και τα άφησε γύρω από το μαγκάλι. Θα προτιμούσε, βέβαια, να είχε λίγο σκοινί, για να τα κρεμάσει πάνω από τη φωτιά, μα τέτοιο τώρα δεν υπήρχε.

Η Ζιάθραλ είχε πάλι ξαπλώσει στο κρεβάτι και κοιμόταν, κουλουριασμένη μέσα στην κάπα της ταχυπομπού. Η Κάρλα την κοίταξε, αναρωτούμενη αν θα ήταν πρέπον να ξαπλώσει κοντά της. Ο δισταγμός της, όμως, δεν κράτησε για πολύ. Στο κάτω-κάτω, δεν αισθανόταν και ιδιαίτερο σεβασμό προς την Αρχόντισσα. Η γυναίκα ήταν τελείως αγενής! Αντί να με ευγνωμονεί, που την έσωσα από το βάλτο, μου κάνει τη ζωή δύσκολη! Αυτό είναι το ευχαριστώ της; Η Κάρλα ξάπλωσε στην αντίθετη μεριά του κρεβατιού, με το κεφάλι της κοντά στα πόδια της Ζιάθραλ. Και κοιμήθηκε τον ύπνο της εξάντλησης.

Όταν ξύπνησε ήταν αυγή. Μπορούσε να το καταλάβει από το φως που περνούσε κάτω απ’την πόρτα· και σηκώθηκε από το κρεβάτι, πηγαίνοντας έξω, για να δει αν το αλλόκοτο φαινόμενο με τον εξαφανισμένο ήλιο είχε τελειώσει. Όμως, κοιτάζοντας τον ουρανό, παρατήρησε πως τίποτα δεν είχε αλλάξει· ο ήλιος εξακολουθούσε να είναι εξαφανισμένος.

Τι πράγμα είναι κι αυτό; σκέφτηκε, παραξενεμένη. Αλλά, τέλος πάντων, είχε και σημαντικότερα προβλήματα τώρα για να την απασχολούν. Ό,τι κι αν ήταν ετούτο το φαινόμενο, μάλλον, θα έπρεπε να ανησυχεί περισσότερο τους θεούς, παρά τους θνητούς.

Ήταν έτοιμη να επιστρέψει στο εσωτερικό της καλύβας, όταν είδε τον άντρα που είχε φιλοξενήσει εκείνη και την Αρχόντισσα Ζιάθραλ να πλησιάζει, κρατώντας ένα δίχτυ γεμάτο ψάρια.

«Καλ’μέρα!» χαιρέτησε την Κάρλα, κουνώντας το χέρι του. «Έπιασα ψάρια, ε!» Τα σήκωσε, δείχνοντάς τα. «Θέτε κάνα-δυο;»

«Ευχαριστούμε πολύ,» αποκρίθηκε η ταχυπομπός, χαμογελώντας.

Ο ψαράς πλησίασε. «Τον Άρνακαβ που μ’έχει καλά,» είπε, και, βγάζοντάς δύο μεγάλα ψάρια από το δίχτυ, της τα έδωσε.

Η Κάρλα κράτησε ένα σε κάθε χέρι. Ακόμα σπαρταρούσαν και έπρεπε να τα βαστά γερά, για να μην της ξεφύγουν. «Ποιος είναι ο Άρνακαβ;» ρώτησε.

«Ο δαίμ’νας π’ έχουμε στην πλατεία,» εξήγησε ο ψαράς. «Κολυμπά σε τούτα τα νερά, δω πέρα. Πρέπει να μην τούχεις μπει στο μάτι· είναι γρήγορος στο θυμό ντου.

»Μαχαίρι έχετε; Το σπαθί δε βολεύει.»

«Ε;…»

«Για τα ψάρια. Να τα καθαρίσετε, λέγω. Μαχαίρι θέτε;»

«Α,» χαμογέλασε η Κάρλα. «Ναι, έχουμε μαχαίρι. Ευχαριστούμε, πάντως. Το μαγκάλι, βέβαια, έχει σβήσει. Ίσως αν μπορούσατε να μας φέρνατε κανένα ξύλο…;»

«Έρχουμ’ αμέσως,» είπε η ψαράς, και απομακρύνθηκε.

Η Κάρλα μπήκε πάλι στην καλύβα.

Η Ζιάθραλ είχε ξυπνήσει και βρισκόταν καθισμένη επάνω στο κρεβάτι, με την κάπα τυλιγμένη γύρω της. «Τι κρατάς εκεί;» ρώτησε.

«Ψάρια,» απάντησε η Κάρλα, υψώνοντάς τα. «Δε σας αρέσουν τα ψάρια, Αρχόντισσά μου;»

«Καλά είναι, αλλά βρομάνε εδώ μέσα.»

Η Κάρλα αναποδογύρισε τα μάτια. «Θα τα καθαρίσω έξω.»

«Η φωτιά γιατί έχει σβήσει;»

«Ο οικοδεσπότης μας θα μας φέρει ξύλα, σύντομα,» είπε η ταχυπομπός. Κράτησε και τα δύο ψάρια με το ένα χέρι, πήρε ένα μαχαίρι από το σάκο της, και βγήκε από την καλύβα. Έξω, κάθισε σε μια πέτρα κι άρχισε να καθαρίζει τα λέπια.

Καθώς τα καθάριζε, πρόσεξε κάτι περίεργο. Οι σκιές δεν ήταν όπως θα έπρεπε να είναι μια τέτοια ώρα της ημέρας. Ήταν σαν… μεσημεριανές σκιές. Η Κάρλα μόρφασε, απορώντας τι είχε, τελικά, συμβεί με τον ήλιο.

Προτού τελειώσει το ξελέπισμα, ο ψαράς φάνηκε πάλι, κουβαλώντας μερικά ξύλα. Τα άφησε έξω από την καλύβα και μπήκε, για να βγάλει το μαγκάλι και να αδειάσει τις στάχτες. Ύστερα, το επέστρεψε στο εσωτερικό του ξύλινου δωματίου και το άναψε ξανά, ενώ η Ζιάθραλ ήταν κουκουλωμένη στην κάπα της, κοιτάζοντάς τον καλά-καλά. Πολύ θρασύς δεν είναι αυτός ο χωριάτης; σκεφτόταν. Πώς έρχεται έτσι; Μου ζήτησε την άδεια; Είμαι γυμνή για όνομα του Βάνραλ! Και, σαν να μην έφτανε τούτο, πατάει και με τα πόδια του επάνω στα ρούχα μας! Πώς θα τα φορέσουμε τώρα; Και τι κάνει αυτή η Κάρλα, εκεί έξω; Γιατί δεν του λέει τίποτα;

Ο ψαράς βγήκε από την καλύβα και είπε στην ταχυπομπό: «Σας έφερα κι ετούτο. Είναι για να ψήσετε τα ψάρια.» Και άφησε δίπλα της ένα εργαλείο που αποτελείτο από τρεις σιδερόβεργες –μία για να διαπερνά το ψάρι και δύο για να στηρίζουν την πρώτη πάνω από τις φλόγες.

«Σου είμαστε υπόχρεες,» είπε η Κάρλα, και του έδωσε άλλο ένα κορονίδιο.

(Ναι, πολύ «υπόχρεες» για τούτο το αχούρι! σκέφτηκε η Ζιάθραλ, ακούγοντας τα λόγια της ταχυπομπού από το εσωτερικό της καλύβας.)

«Φχαριστώ, κυρά,» αποκρίθηκε ο ψαράς, και αποχώρησε.

Η Κάρλα, έχοντας καθαρίσει τα ψάρια, μπήκε στο ξύλινο δωμάτιο και άρχισε να τα ψήνει πάνω από τη φωτιά του μαγκαλιού, χρησιμοποιώντας τις τρεις σιδερόβεργες που της είχε δώσει ο χωρικός.

«Ο ήλιος ακόμα δεν έχει φανεί,» είπε στη Ζιάθραλ.

«Λίγο με νοιάζει τι έχει κάνει ο ήλιος,» αποκρίθηκε εκείνη. «Η οικογένειά μου είναι νεκρή…»

«Λυπάμαι, Αρχόντισσά μου.»

Λυπάσαι… σκέφτηκε η Ζιάθραλ. Τι μπορείς να καταλάβεις εσύ; Το βλέμμα της πήγε στο Εύρημα, το οποίο βρισκόταν ακουμπισμένο στον τοίχο, πλάι στο ξίφος της Κάρλα, και η λεπίδα του γυάλιζε από την αντανάκλαση της φωτιάς του μαγκαλιού.

«Δώσε μου το σπαθί μου.»

Η ταχυπομπός ξαφνιάστηκε από αυτή την απαίτηση της Αρχόντισσας, αλλά της το έδωσε. Η Ζιάθραλ το κράτησε, διατρέχοντας τα δάχτυλά της επάνω στην ατσάλινη λάμα, σφίγγοντας το μανίκι, και φανταζόμενη τον πατέρα της: πώς βαστούσε εκείνος το ξίφος του, πώς πολεμούσε τους εχθρούς του μ’αυτό, πώς το φορούσε στη μέση του, πώς το άφηνε ν’ακουμπά στο πλάι του Πέτρινου Θρόνου της Σέλριγκ…

Η Ζιάθραλ ένιωσε πάλι εκείνο το συναίσθημα απόγνωσης να την πνίγει, και δάκρυα γέμισαν τα μάτια της. Έσφιξε το Εύρημα, με τα δύο χέρια, κλαίγοντας με λυγμούς, αδιαφορώντας αν την κοίταζε η Κάρλα ή αν δεν την κοίταζε. Ο πατέρας της και η Ελμάρνια είχαν πεθάνει –είχαν σκοτωθεί από τα όπλα φονιάδων· και αυτή η σκύλα, η Ηλέβη ε Άτραντ, έφταιγε για τούτο, καθώς κι ο Έπαρχος Κάβμαρ της Νέλβορ. Τους είχαν στήσει παγίδα. Ήθελαν να τους ξεφορτωθούν από την πλάτη τους, για να μη μιλήσουν στον Πρίγκιπα Ζάρναβ. Θα πληρώσουν, όμως! Θα πληρώσουν! θα πληρώσουν! θα πληρώσουν!…

«Θέλετε να φάτε, Αρχόντισσά μου;» ρώτησε, ύστερα από λίγο, η Κάρλα. Το ένα ψάρι ήταν έτοιμο, και το είχε ακουμπήσει επάνω στο σεντόνι.

Η Ζιάθραλ έκανε να σκουπίσει τα δάκρυά της, και είδε αίμα στο χέρι της. Πώς;… Ύστερα, διαπίστωσε ότι μ’αυτό το χέρι έσφιγγε τη λεπίδα του Ευρήματος, και πρέπει να την έσφιγγε τόσο δυνατά που το ατσάλι τής είχε κόψει τη σάρκα.

«Όχι, δε θέλω να φάω,» είπε, σκουπίζοντας το αίμα επάνω στην κάπα της. Ευτυχώς, η πληγή δε φαινόταν βαθιά.

«Καλύτερα, όμως, να φάτε κάτι,» αποκρίθηκε η Κάρλα. «Σε λίγο, θα ξεκινήσουμε πάλι να βαδίζουμε· τα ρούχα μας έχουν στεγνώσει.»

Η Ζιάθραλ πήρε το ψημένο ψάρι στα χέρια της. «Ούτε πιάτα δεν έχουμε, για όνομα του Βάνραλ…!» Το άνοιξε, αρχίζοντας να τρώει. «Κι αυτό θέλει αλάτι, και λεμόνι. Είναι τελείως άνοστο.»

Έχεις και παράπονα… σκέφτηκε η Κάρλα, αγνοώντας την, καθώς περίμενε το δικό της ψάρι να ψηθεί.

Όταν τελείωσαν και οι δύο το φαγητό τους, η Ζιάθραλ είπε: «Έχεις κάτι, για να δέσω το χέρι μου;» Το ψάρι το είχε φάει μαζί με αρκετό από το αίμα της, και η αιμορραγία δε φαινόταν να σταματά πολύ εύκολα: για την ακρίβεια, μια σταματούσε μια ξεκινούσε, ανάλογα με το αν η Ζιάθραλ άφηνε το χέρι της ακίνητο ή αν ανοιγόκλεινε την παλάμη.

«Ναι,» αποκρίθηκε η Κάρλα, και της έδωσε ένα μαντήλι από το σάκο της, το οποίο η Αρχόντισσα τύλιξε γύρω από το τραύμα της και προσπάθησε να το δέσει, συναντώντας μεγάλη δυσκολία.

«Θα σας βοηθήσω,» είπε η ταχυπομπός, και της το έδεσε εκείνη, σφιχτά. Η Ζιάθραλ δε διαμαρτυρήθηκε, γιατί ήξερε πως τα τραύματα πρέπει να δένονται έτσι, προκειμένου να πάψει η αιμορραγία.

«Δε φεύγουμε τώρα;» πρότεινε.

«Αισθάνεστε αρκετά καλά για να φύγουμε;»

«Δε νομίζω ότι προβλέπεται να αισθανθώ και καλύτερα.»

«Εντάξει, τότε.»


Κεφάλαιο 5
Προσφορά Εργασίας

 

Στο Παλάτι των Δεκαεννέα Πύργων, οι περισσότεροι εξήγησαν την ηλιακή εξαφάνιση ως «εξαιρετικά σπάνιο φυσικό φαινόμενο» και υπέθεσαν πως, ως το πρωί, τα πράγματα, μάλλον, θα επανέρχονταν στον κανονικό τους ρυθμό.

Όμως δεν επανήλθαν. Η αυγή δε συνοδευόταν από την ανατολή του ήλιου, παρότι το πρωινό φως διαχεόταν σ’όλη τη Νουάλβορ και τα περίχωρά της.

Η αλλόκοτη γαλήνη, επίσης, εξακολουθούσε να απλώνεται παντού. Και ήταν μια γαλήνη που στον Χάφναρ, τον νεότερο των δράκαρχων, θύμιζε κάτι· ενώ η Σρ’άερ, η δράκαινά του, φαινόταν ενοχλημένη από όλη τούτη την… μεταβολή στο περιβάλλον. Σφύριζε εκνευρισμένα και τίναζε το λαιμό και την ουρά της.

Ο Χάφναρ είχε σηκωθεί από το κρεβάτι του υπνοδωματίου του και στεκόταν μπροστά στο παράθυρο, ακουμπώντας τα χέρια στο περβάζι και κοιτάζοντας έξω από τον Πύργο των Δράκων, τον ουρανό, αλλά και τους υπόλοιπους πύργους του παλατιού, και την πόλη, και τη θάλασσα στα νότια. Και προσπαθούσε να φέρει στο μυαλό του εκείνο που του θύμιζε ετούτη η μεταβολή στο περιβάλλον. Υπήρχε κάτι οικείο… σαν να είχε ξαναζήσει μια παρόμοια κατάσταση. Αλλά αυτό αποκλειόταν, γιατί δε θα το είχε ξεχάσει!

Άκουσε τη Σρ’άερ να σέρνεται πίσω του, πλησιάζοντάς τον, και την αισθάνθηκε να τρίβει το κεφάλι της επάνω στη γυμνή του πλάτη και στα γυμνά του πλευρά, γλείφοντάς τον. Εκείνος άπλωσε το χέρι του και χάιδεψε το σαγόνι της, χωρίς να στρέψει τη ματιά του σ’αυτήν.

Ανήλιαγος ουρανός… Μια αφύσικη γαλήνη…

Όπως μέσα στον Αρχέτοπο που του είχε δείξει ο πατέρας του… Αλλά εδώ δεν υπάρχουν σκοτεινά και φωτεινά μονοπάτια για ν’ακολουθήσει κανείς…

Κι όμως, τώρα που είχε φτάσει σ’αυτό το συμπέρασμα, η σκέψη δεν μπορούσε να ξεκολλήσει απ’το μυαλό του: Αρχέτοπος. Το περιβάλλον μοιάζει τόσο πολύ μ’αυτό ενός Αρχέτοπου…

Ο Χάφναρ άρχισε να ντύνεται, καλύπτοντας με μαύρα ρούχα το σημαδεμένο του σώμα και με μαύρη μάσκα το παραμορφωμένο του πρόσωπο, ενώ η Σρ’άερ σερνόταν στο πάτωμα του δωματίου, σφυρίζοντας σιγανά, σα να παραμιλούσε.

*

Εξαρχής, η Αρχόντισσα Ρικέλθη δεν πίστευε ότι η εξαφάνιση του ήλιου ήταν ένα «εξαιρετικά σπάνιο φυσικό φαινόμενο». Της έμοιαζε πολύ αλλόκοτο για να είναι τέτοιο, και, λόγω της συνωμοτικής της φύσης, δεν μπορούσε παρά να υποθέσει ότι κάτι μυστηριακό, ή ακόμα και παραφυσικό, συνέβαινε. Επιπλέον, είχε και την εντύπωση πως το είχε ξαναζήσει… πως είχε ξαναβρεθεί κάπου όπου ο ήλιος έλειπε από τον ουρανό και το περιβάλλον ήταν έτσι, γαλήνιο. Αλλά αυτό, ασφαλώς, δεν μπορεί να αλήθευε· εξάλλου, πολλές φορές, νομίζουμε ότι έχουμε ξαναζήσει κάτι χωρίς να το έχουμε ξαναζήσει στην πραγματικότητα.

Μονάχα ένας άνθρωπος θα μπορούσε να μου πει τι συμβαίνει, σκεφτόταν η Ρικέλθη, καθώς έπινε τον καφέ της. Ο Έζβαρ. Αλλά αυτός τώρα είναι μακριά, στο Δρακοδάσος. Αναρωτήθηκε αν η Πριγκίπισσα Νιρκένα θα ήταν δυνατόν να στείλει έναν ταχυπομπό, για να τον ειδοποιήσει να κατεβεί στη Νουάλβορ, ή, τουλάχιστον, να ζητήσει την άποψή του επάνω στο θέμα της ηλιακής εξαφάνισης. Υπάρχει, όμως, ένα πρόβλημα: ο ταχυπομπός δε θα ξέρει πού να στρίψει, για να φτάσει το Λημέρι του. Κι αυτό σημαίνει ότι, μάλλον, θα πρέπει να πάει να τον βρει κάποιος που ξέρει πού μένει. Κάποιος σαν εμένα…

Αλλά η Ρικέλθη δεν ήξερε αν ήταν πρόθυμη να φύγει από τη Νουάλβορ, για να πάει στο Λημέρι του Έζβαρ. Τόσο σημαντικό ήταν αυτό το ζήτημα της ηλιακής εξαφάνισης, που έπρεπε να εγκαταλείψει την πρωτεύουσα άρον-άρον, τώρα που σε λίγο θα γινόταν η βασιλική κηδεία; Φοβόταν μην τυχόν και την έχανε… Ήπιε μια γουλιά καφέ, υπολογίζοντας τους προσκεκλημένους που είχαν, μέχρι στιγμής, έρθει στο Παλάτι των Δεκαεννέα Πύργων.

Η Φερνάλβιν, η τρισάθλια, χίλιες κατάρες επάνω της, είναι εδώ, όπως επίσης και ο Έπαρχος Άρδαν της Μπένριγκ και ο Έπαρχος Κάβμαρ της Νέλβορ. Ο Έπαρχος Μόλραν της Σέλριγκ λείπει –και ελπίζω να εμφανιστεί σύντομα, για το καλό της Ζιάθραλ. Αν αυτή η ύαινα, η νύφη της, είχε στήσει καμια σκευωρία, ή αν ήταν εξαρχής μπλεγμένη με τους προδότες, η Ρικέλθη θα φρόντιζε να το πληρώσει πολύ ακριβά!

Επέστρεψε τις σκέψεις της στην απαρίθμηση των όσων έλειπαν: Η Έπαρχος Λαθέμη της Βένεριγκ δεν έχει ακόμα φανεί, και ούτε έχει έρθει κανένας από τους Άρχοντες-Φύλακες των βόρειων συνόρων. Επίσης, σίγουρα, έλειπαν και πολλοί κατώτεροι ευγενείς και άρχοντες, αλλά η Ρικέλθη δεν τους υπολόγιζε αυτούς· η κηδεία θα γινόταν είτε παρουσιάζονταν είτε όχι· ο Οίκος των Γάθνιν περίμενε, κυρίως, τους Έπαρχους του Νόρβηλ. Δηλαδή, όταν έρχονταν ο Έπαρχος Μόλραν και η Έπαρχος Λαθέμη, η κηδεία θα άρχιζε· οι υπόλοιποι ήταν ήδη εδώ. Ή ίσως οι Γάθνιν να περίμεναν μερικές ημέρες ακόμα, για να παρουσιαστεί και κανένας από τους ακρίτες· αλλά πέραν τούτου, αναμφίβολα, δε θα υπήρχε άλλη αναμονή.

Για να πάω στο Λημέρι του Έζβαρ με άλογο, θα χρειαστώ… –προσπάθησε να υπολογίσει– περίπου έξι ημέρες, και άλλες τόσες για να επιστρέψω. Δώδεκα, στο σύνολο. Ίσως και να χάσω την κηδεία. Ή, μάλλον, σίγουρα θα τη χάσω· και, πιθανώς, για το τίποτα. Δεν ήταν απόλυτα βέβαιη ότι η εξαφάνιση του ήλιου ήταν κάτι το πολύ σημαντικό. Η λογική της της έλεγε πως δεν ήταν· η καρδιά της, όμως, διαφωνούσε. Και η Ρικέλθη δεν ήξερε ποια να εμπιστευτεί–

Η πόρτα χτύπησε.

«Ποιος είναι;»

«Ο Χάφναρ.»

«Πέρασε.»

Ο δράκαρχος μπήκε, κρατώντας τη δράκαινά του από τα λουριά. Το πρόσωπό του ήταν κρυμμένο πίσω από τη μαύρη του μάσκα. Τη μαύρη μάσκα που, κάθε φορά, έκανε τη Ρικέλθη να μελαγχολεί· ακόμα δεν είχε συνηθίσει το γεγονός ότι ο γιος της θα τη φορούσε για πάντα.

«Μητέρα,» είπε ο Χάφναρ, «νομίζεις ότι υπάρχει κάτι γνώριμο στην τωρινή κατάσταση –στον εξαφανισμένο ήλιο και στην αίσθηση γαλήνης που απλώνεται παντού;»

«Ναι,» απάντησε η Ρικέλθη, συνοφρυωμένη. «Πώς το ήξερες;»

«Το ήξερα γιατί κι εγώ το ίδιο νομίζω. Και δεν είναι τυχαίο.»

«Εξήγησέ μου,» τον παρότρυνε.

Ο Χάφναρ κάθισε αντίκρυ της, αφήνοντας τα λουριά της Σρ’άερ. «Ο Αρχέτοπος δεν ήταν έτσι; Το δάσος όπου είχες μπει όταν σε κυνηγούσε ο Νεκρομέμνων;»

Το μέτωπο της Ρικέλθης σούφρωσε. «Ναι,» παραδέχτηκε. «Ναι. Δεν υπήρχε ήλιος εκεί, και θόρυβοι δεν ακούγονταν. Αλλ’ αυτό, βέβαια, δεν είχε καμία σχέση με τούτη τη γαλήνη που αισθανόμαστε τώρα· εκείνη η γαλήνη ήταν πολύ πιο έντονη.»

«Παρόμοια, όμως. Δεν υφίσταται κάποια ομοιότητα;»

Η Ρικέλθη ένευσε. «Υφίσταται. Αλλά… Τι σύνδεση μπορεί να υπάρχει, Χάφναρ;»

«Δεν ξέρω,» είπε ο δράκαρχος, «όμως ίσως θα έπρεπε να πάμε να ρωτήσουμε τον πατέρα. Εκείνος, αναμφίβολα, θα γνωρίζει περισσότερα από εμένα.»

«Μην τον λες ‘πατέρα’.»

«Μεταξύ μας είμαστε.»

«Είναι κι η δράκαινά σου.»

«Εξακολουθούμε να είμαστε ‘μεταξύ μας’ όταν είναι η Σρ’άερ κοντά.»

«Τέλος πάντων,» είπε η Ρικέλθη, μη μπορώντας να κατανοήσει αυτόν τον… σύνδεσμο του γιου της με το φλογοβόλο, επικίνδυνο ερπετό που τώρα τύλιγε νευρικά την ουρά του γύρω από ένα πόδι του τραπεζιού της– Αλήθεια, δεν ήταν η Σρ’άερ λιγάκι περίεργη σήμερα; αναρωτήθηκε η Ρικέλθη. Άλλες φορές, το θηρίο τής φαινόταν πιο ήρεμο…

Ξαφνικά, η δράκαινα έστρεψε το κεφάλι και κοίταξε την Αρχόντισσα της Έριγκ κατάματα, μ’ένα βλέμμα που την τρόμαξε, προς στιγμή, κάνοντάς τη να κοιτάξει αλλού, στο φλιτζάνι του καφέ της.

«Ποια είναι η γνώμη σου, μητέρα;» ρώτησε ο Χάφναρ.

«Σχετικά με τι;»

«Με το αν θα έπρεπε να επισκεφτούμε τον πα– τον Έζβαρ… αφού έτσι προτιμάς να τον αποκαλώ.»

«Α, ναι,» είπε η Ρικέλθη, συνειδητοποιώντας ότι είχε αποπροσανατολιστεί από τη ματιά της Σρ’άερ και ξεχάσει τι ακριβώς συζητούσαν πριν. Την ενοχλούσε τούτο· δεν της άρεσε που αυτό το τέρας μπορούσε να έχει τέτοια επίδραση επάνω της. Και τι βλέμμα ήταν εκείνο που μου έριξε!… Σαν ζηλιάρα ερωμένη, η οποία μισεί τη μητέρα του εραστή της. Ούτε η Ζιάθραλ δε με κοιτάζει έτσι! Επανέφερε, όμως, το νου της στην κουβέντα που είχε με τον Χάφναρ. «Ναι. Για να σου πω την αλήθεια, κι εγώ αυτό σκεφτόμουν, προτού παρουσιαστείς.»

«Να μιλήσεις στον Έζβαρ;»

Η Ρικέλθη ένευσε. «Αλλά φοβάμαι ότι θα χάσω την κηδεία, αν πάω στο Λημέρι του. Και δε θέλω να τη χάσω χωρίς λόγο, Χάφναρ.»

«Χωρίς λόγο; Ίσως να είναι πολύ σημαντικό.»

«Πώς το ξέρεις;»

«Ο ήλιος δε χάνεται κάθε μέρα…»

«Ναι…» Η Ρικέλθη έσμιξε τα χείλη. Ήπιε μια γουλιά καφέ. «Δεν είναι, όμως, βέβαιο ότι ο Έζβαρ θα ξέρει τι συμβαίνει.»

«Μητέρα,» είπε ο Χάφναρ, «μου φαίνεται πως ψάχνεις δικαιολογία για να μην πας.»

Δεν αποκλείεται να έχεις δίκιο, σκέφτηκε η Ρικέλθη. «Δηλαδή, μου προτείνεις να πάω –και να χάσω τη βασιλική κηδεία.»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Χάφναρ. «Θα πήγαινα εγώ,» διευκρίνισε, «αλλά πολύ φοβάμαι πως η Βασιλική Οικογένεια δε θα μου το επιτρέψει. Ετούτο τον καιρό, χρειάζονται την προστασία των δράκαρχων περισσότερο από ποτέ.»

Η Ρικέλθη μειδίασε αχνά. «Αν οι Γέρακες επιστρέψουν, δε θα καταφέρετε να σώσετε τον Οίκο των Γάθνιν,» είπε. «Όχι χωρίς τον Νεκρομέμνονα και το νεκραδελφό του.»

«Φοβάμαι πως έχεις δίκιο, μα δε γίνεται και να τους αφήσουμε απροστάτευτους· καταλαβαίνεις.»

«Καταλαβαίνω,» αποκρίθηκε η Ρικέλθη, και πήρε σκεπτική έκφραση.

«Να πάρεις φρουρούς μαζί σου, όταν φύγεις από την πόλη,» τόνισε ο Χάφναρ.

«Δεν έχω ακόμα αποφασίσει ότι θα πάω στον Έζβαρ,» δήλωσε η Ρικέλθη.

«Αποφάσισε γρήγορα,» την παρότρυνε ο γιος της.

Η Αρχόντισσα της Έριγκ δάγκωσε το κάτω της χείλος, εξακολουθώντας να διατηρεί σκεπτική όψη. Πάει η κηδεία… Και δε βλέπει κανείς βασιλικές κηδείες πολλές φορές στη ζωή του… Και μπορεί, στο τέλος, όλα τούτα με τον εξαφανισμένο ήλιο να είναι αηδίες! οπότε, το πρόβλημα θα είναι η εξαφανισμένη κηδεία… Αλλά, αν η εξαφάνιση του ήλιου έχει κάποια σημασία, τότε μόνο τον Έζβαρ θα εμπιστευόμουν, για να μου εξηγήσει τι συμβαίνει–

«Ακόμα ν’αποφασίσεις, μητέρα;»

«Κάνεις σα να θες να με ξεφορτωθείς!» διαμαρτυρήθηκε η Ρικέλθη.

«Δεν είναι αυτό,» είπε ο Χάφναρ. «Απλά, όσο πιο γρήγορα φύγεις, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η πιθανότητα να προλάβεις, τελικά, τη βασιλική κηδεία. Εκτός αν σκοπεύεις να χρονοτριβήσεις στο Δρακοδάσος…»

«Τι ήταν τώρα αυτό, Χάφναρ; Κάποιο πονηρό υπονοούμενο;»

Ο δράκαρχος γέλασε. «Όχι· μια υπόθεση, μονάχα.»

«Καλώς,» αποκρίθηκε η Ρικέλθη· και, ύστερα από ένα στιγμιαίο δισταγμό: «Θα πάω. Και θα φροντίσω να μη χρονοτριβήσω: σε κανένα σημείο του ταξιδιού μου.»

«Να είσαι προσεκτική, μητέρα,» είπε ο Χάφναρ, καθώς σηκωνόταν από την καρέκλα του και έπιανε τα λουριά της Σρ’άερ. «Και δώσε τους χαιρετισμούς μου στον πατέρα.»

Η Ρικέλθη σηκώθηκε επίσης, και δεν είπε τίποτα στο γιο της για τη χρήση της λέξης «πατέρα». Κατένευσε μόνο, και τον πλησίασε –προσπαθώντας, όσο το δυνατόν, να αποφύγει τη δράκαινά του– για να τον αγκαλιάσει.

Ο Χάφναρ άφησε πάλι τα λουριά της Σρ’άερ και έσφιξε τη μητέρα του, με τα δύο χέρια. Αισθανόταν λιγάκι άσχημα που, ουσιαστικά, την έστελνε να πάει να βρει τον Έζβαρ, γιατί οτιδήποτε μπορούσε να της συμβεί στο δρόμο –οτιδήποτε κακό. Κι αν κάτι τέτοιο, τελικά, συνέβαινε, θα κατηγορούσε τον εαυτό του. Όμως, πραγματικά, πίστευε ότι το φαινόμενο του εξαφανισμένου ήλιου ήταν σημαντικό, και ο πατέρας του έπρεπε να ερωτηθεί· ίσως να ήταν ο μόνος στο Νόρβηλ που μπορούσε να δώσει κάποιες απαντήσεις.

Η Ρικέλθη έκανε να σηκώσει τη μάσκα του Χάφναρ, κι εκείνος τη σταμάτησε, πιάνοντάς της το χέρι.

«Λίγο. Για να σε φιλήσω,» είπε η μητέρα του· και τότε, ο δράκαρχος δεν της έφερε αντίσταση. Η Ρικέλθη σήκωσε ελαφρώς τη μάσκα του –από την αριστερή μεριά, όπου η δυσμορφία ήταν μεγαλύτερη– και φίλησε το τραυματισμένο μάγουλό του. Δεν αισθανόταν καμία αποστροφή, καθώς το έκανε· ο Χάφναρ ήταν σάρκα της –κομμάτι της.

Κατέβασε πάλι τη μαύρη του μάσκα.

«Θα ξαναϊδωθούμε σύντομα, μητέρα,» είπε ο Χάφναρ και, παίρνοντας τη Σρ’άερ από τα λουριά, βγήκε απ’το δωμάτιο και έκλεισε την πόρτα πίσω του, αφήνοντας την Αρχόντισσα Ρικέλθη να ετοιμαστεί για το ταξίδι της, και ευχόμενος ότι δε θα μετάνιωνε που την είχε προτρέψει να πάει στο Δρακοδάσος.

«Χάφναρ;»

Στράφηκε και είδε την Ταλίνα, στη γωνία του διαδρόμου. Η ποιήτρια ήταν ντυμένη μ’ένα μακρύ, μπλε φόρεμα με αργυρό σιρίτι· στη μέση της τυλιγόταν μια ζώνη από χρυσούς κρίκους και στα πόδια της δένονταν ψηλοτάκουνα σανδάλια. Τα σγουρά, μαύρα της μαλλιά ήταν καλοχτενισμένα, και από τ’αφτιά της κρέμονταν μακριά σκουλαρίκια. Στο λαιμό της υπήρχε ένα ασημένιο, λαξευτό περιλαίμιο.

«Βλέπω, εκμεταλλεύεσαι στο έπακρο το ιματιοφυλάκιο του παλατιού,» είπε ο Χάφναρ. Το χαμόγελό του κρυβόταν από τη μάσκα του, μα ακουγόταν στη φωνή του.

Η Ταλίνα γέλασε, και τον πλησίασε. «Δεν το κάνω επίτηδες,» αποκρίθηκε, με μισοπονηρό τρόπο, ενώ τα μάγουλά της είχαν πάρει ένα κοκκινωπό χρώμα.

«Πώς το ήξερες ότι είχα έρθει εδώ;» ρώτησε ο Χάφναρ.

«Δύο υπηρέτριες το συζητούσαν. Έλεγαν ότι ένας δράκαρχος είναι στον Πύργο των Ξένων. Και δεν μπορεί να επρόκειτο για άλλο δράκαρχο· κανένας από τους άλλους δεν πλησιάζει εδώ. Ή, τουλάχιστον, δεν έχω ακούσει κάτι τέτοιο.»

«Ακόμα δεν ήρθες στο παλάτι και νομίζεις ότι τα ξέρεις όλα!» αστειεύτηκε ο Χάφναρ.

«Προσπαθώ,» αποκρίθηκε η Ταλίνα, στον ίδιο τόνο. Και πιο σοβαρά: «Ένα πράγμα, όμως, δε νομίζω ότι θα το καταλάβω: τι απέγινε ο ήλιος.»

«Δεν είσαι η μόνη που δεν το καταλαβαίνει αυτό. Αλλά, μάλλον, είσαι η μόνη που έχει γράψει ποίημα περί του θέματος.»

«Με παρακολουθείς;»

«Όχι· το φαντάστηκα, όμως.»

Η Σρ’άερ σύριξε και τύλιξε την ουρά της γύρω απ’το ένα πόδι του Χάφναρ.

«Τι έχει;» ρώτησε η Ταλίνα, κοιτάζοντας το ερπετό. «Βαρέθηκε;»

«Φέρεται παράξενα από τότε που ο ήλιος χάθηκε,» εξήγησε ο Χάφναρ. «Αυτή και όλοι οι υπόλοιποι δράκοι.»

«Γιατί;»

«Δεν ξέρω.»

«Πού πηγαίνεις τώρα;»

«Στον Πύργο των Δράκων.»

«Συνέχεια εκεί την περνάτε, οι δράκαρχοι;»

«Κατά κύριο λόγο,» είπε ο Χάφναρ, και γέλασε κοφτά. «Δε θέλουμε ν’ανησυχούμε τους υπόλοιπους ενοίκους του παλατιού. Επιπλέον, ο πύργος μας δεν είναι και τόσο μικρό μέρος· περιέχει δωμάτια τα οποία δεν έχω ακόμα κοιτάξει καν.»

«Μπορώ να έρθω; Να ρίξω μια ματιά;»

Ο Χάφναρ ανασήκωσε τους ώμους. «Έλα,» είπε. «Αλλά να προσέχεις τους δράκους.»

*

Ο ήλιος είχε χαθεί, και πολλοί άνθρωποι στους δρόμους της Νουάλβορ έλεγαν ότι ερχόταν το τέλος του κόσμου, γιατί ο Βάνραλ, ο Ύψιστος Άρχων που κατοικεί στους Αιθέρες, έχει εξοργιστεί με τους Ωθράγκος.

Ο άντρας που είχε περάσει την Κάτω Γέφυρα και βάδιζε μέσα στη Δυτική Περιφέρεια αδιαφορούσε γι’αυτές τις φήμες. Λίγο τον ένοιαζε αν θα ερχόταν το τέλος του κόσμου ή όχι. Για εκείνον, ούτως ή άλλως, είχε έρθει το τέλος· ένα τέλος. Και τώρα, ήταν άλλος άνθρωπος. Έτσι, ύστερα από μια περίοδο αναποφασιστικότητας, είχε αποφασίσει πως, τελικά, το καλύτερο όνομα που του ταίριαζε ήταν το παλιό του: Ζάνμελ. Όχι Νεκρομέμνων· ποτέ πια Νεκρομέμνων. Σίγουρα, Ζάνμελ· μέχρι που να έβρισκε κάτι καλύτερο, τουλάχιστον: μέχρι που να έβρισκε ένα όνομα σχετικό με τη νέα του φύση: ένα όνομα σχετικό μ’αυτό που πραγματικά ήταν ο εαυτός του. Γιατί ο καινούργιος του εαυτός δεν ήταν ούτε ο Νεκρομέμνων, αλλά ούτε και ο Ζάνμελ. Ο Ζάνμελ ήταν το ίδιο νεκρός με τον Νεκρομέμνονα· είχαν κι οι δύο σκοτωθεί, αν και με πολύ διαφορετικούς τρόπους. Όμως το Νεκρομέμνων εμπεριείχε νοήματα και ιδιότητες που δε θα μπορούσαν να ισχύσουν ποτέ ξανά για εκείνον· αλλά το Ζάνμελ ήταν ένα απλό όνομα: ένα όνομα που θα μπορούσε να έχει ο οποιοσδήποτε. Άρα, Ζάνμελ για τώρα· Ζάνμελ…

Ο Ζάνμελ πλησίασε ένα μονώροφο σπίτι, το οποίο θυμόταν από την προηγούμενή του ζωή. Στάθηκε, για μερικές στιγμές, μπροστά του, κοιτάζοντας το μπαλκόνι που τα μισά του κάγκελα ήταν σπασμένα και τα υπόλοιπα ανύπαρκτα. Την άλλη φορά που είχε έρθει εδώ, ένας άντρας βρισκόταν στο μπαλκόνι, λιγάκι κοντός και χοντρός· αλλά τώρα δεν ήταν κανένας.

Ο Ζάνμελ βάδισε ως την πόρτα του ισογείου και χτύπησε, με τη γροθιά του. Ένας άντρας άνοιξε, λιγνός και νευρώδης, με το βλέμμα μαχαιροβγάλτη και ένα μακρύ, πλατύ μαχαίρι περασμένο στη ζώνη του –πράγμα το οποίο διαβεβαίωνε ότι ήταν, όντως, μαχαιροβγάλτης.

«Ψάχνω το Βασιληά,» είπε ο Ζάνμελ.

«Σε περιμένει;» ρώτησε ο άντρας.

«Μου είχε πει, κάποτε, ότι θα με προσλάμβανε.»

«Τ’όνομά σου;»

«Δεν το ξέρει. Με είχε, όμως, δει να τα βάζω με πέντε νταήδες, ενώ στεκόταν στο μπαλκόνι του. Του είπα ότι θα σκεφτόμουν την πρότασή του.»

«Περίμενε.» Η πόρτα έκλεισε.

Ο Ζάνμελ έμεινε στη θέση του, περιμένοντας σιωπηλά.

Και η πόρτα, ύστερα από λίγο, άνοιξε, αποκαλύπτοντας τον ίδιο λιγνό, νευρώδη άντρα, ο οποίος του έκανε νόημα να περάσει. Εκείνος τον ακολούθησε μέσα σ’ένα μικρό δωμάτιο και, έπειτα, μέσα σ’ένα άλλο, όπου τον περίμενε ο Άργκελ ο επονομαζόμενος Βασιληάς, μαζί με κάμποσους λακέδες του.

«Ψάξτε τον,» πρόσταξε, «και πάρτε του τα όπλα.»

Ο Ζάνμελ έμεινε ακίνητος, καθώς ένας τον ζύγωσε, πασπατεύοντάς τον και παίρνοντάς του τα όπλα, τα οποία έδινε σε έναν άλλο, όπως τα έβρισκε, και εκείνος τα έριχνε πάνω σ’έναν καναπέ.

Το δωμάτιο γύρω τους ήταν ένα μικρό καθιστικό, με πολύφωτο έξι κεριών, τζάκι, μερικές πολυθρόνες, δύο καναπέδες, και ένα τραπέζι. Στους τοίχους δεν υπήρχε καμία διακόσμηση.

«Δεν έχει άλλα όπλα,» δήλωσε ο άντρας που είχε ψάξει τον Ζάνμελ.

«Νόμιζα ότι με θέλατε οπλισμένο,» είπε εκείνος.

«Όχι τώρα,» του απάντησε ο ευτραφής άντρας που ονομαζόταν Άργκελ.

«Αποφάσισα να δεχτώ τη δουλειά που προσφέρεις.»

Ο Άργκελ τον κοίταξε από πάνω ως κάτω. «Και τι μπορείς να κάνεις;»

«Είδες τι μπορώ να κάνω.»

«Είδα ότι είσαι καλός στο να σκοτώνεις.»

«Αυτό.»

«Δεν μπορείς να κάνεις τίποτ’άλλο;»

«Όχι.»

«Μάλιστα,» είπε ο Άργκελ, σταυρώνοντας τα χέρια πίσω απ’την πλάτη κι αφήνοντας την κοιλιά του να φανεί σ’όλο το εξογκωμένο της μεγαλείο. «Κάθισε, λοιπόν· κάθισε, να συζητήσουμε.»

Ο Ζάνμελ πήρε θέση σε μια καρέκλα.

«Πρόσφερε κάτι στον κύριο,» είπε ο Άργκελ σε μια κοπέλα, κι εκείνη γέμισε ένα ποτήρι κρασί, δίνοντάς το στον φιλοξενούμενο.

Ο άντρας που είχε το προσωνύμιο «Βασιληάς» κάθισε αντίκρυ του Ζάνμελ και τον κοίταξε με γκρίζα, διαπεραστικά μάτια. «Ποιο είναι τ’όνομά σου;»

«Ζάνμελ.»

«Από πού είσαι;»

«Έχει σημασία;»

«Αφού το ρωτάω, έχει.»

«Από την Έριγκ,» είπε ψέματα ο Ζάνμελ. «Εκεί γεννήθηκα, αλλά δεν πολυπηγαίνω πλέον.»

«Πώς και είσαι τόσο καλός στο καθάρισμα; Ποιος σε εκπαίδευσε έτσι;»

«Ήμουν στους Πολέμους.»

«Δεν είναι τόσο καλοί όλοι όσοι ήταν στους Πολέμους.»

«Εγώ ήμουν καλύτερος από τους άλλους,» είπε ο Ζάνμελ. «Το είχα μέσα μου.»

«Δεν πιστεύω νάσαι από κείνους τους φανατικούς του Άνκαραζ…» Ο Βασιληάς τον ατένισε με το ένα μάτι στενεμένο.

«Οι φιλοσοφίες μας διαφέρουν, εμένα και του Άνκαραζ.»

«Χα-χα! χα! Σε ποιο σημείο του καθαρίσματος;»

«Στην ποσότητα.»

«Του αίματος;»

«Του θανάτου.»

«Οφείλω να ομολογήσω πως δε σε εννοώ,» είπε ο Άργκελ, και έκανε νόημα να του φέρουν κι εκείνου ένα ποτήρι κρασί.

«Εγώ επιλέγω τα θύματά μου,» εξήγησε ο Ζάνμελ. «Η φιλοσοφία του Άνκαραζ διδάσκει το αντίθετο.»

«Τώρα, νομίζω ότι αρχίζω να σε εννοώ,» αποκρίθηκε ο Βασιληάς, δεχόμενος ένα ποτήρι κρασί από την ίδια κοπέλα και πίνοντας μια μεγάλη γουλιά. «Νομίζω ότι αρχίζω να σε εννοώ απολύτως. Είσαι δολοφόνος, λοιπόν, όχι στρατιώτης, όχι πολεμιστής.»

«Ναι.»

«Χρήσιμη πληροφορία αυτή. Έπρεπε να μου το είχες πει εξαρχής.»

«Δε ρώτησες. Όχι αρκετά διευκρινιστικά, τουλάχιστον.»

«Χα-χα! χα!» γέλασε ο Άργκελ, κι ακούμπησε το ποτό του στο τραπέζι. «Λοιπόν, κύριε Ζάνμελ, πολύ γουστάρω τον τρόπο σου.» Μειδίασε, δείχνοντας τα κιτρινισμένα του δόντια. «Προσλαμβάνεσαι, παλικάρι μου.»

«Τι μισθούς δίνεις;» ρώτησε ο Ζάνμελ, που δεν είχε ακόμα πιει γουλιά από το ποτό του.

«Υπάρχουν τα σταθερά, υπάρχουν και τα έκτακτα.»

«Τι θεωρείται ‘σταθερό’ και τι ‘έκτακτο’;»

«Το σταθερό είναι να είσαι, κατ’αρχήν, μαζί μου και να με υποστηρίζεις. Το έκτακτο είναι, ας πούμε, μια δολοφονία που θα σου ζητήσω να κάνεις.»

«Πες μου περισσότερα για το σταθερό.»

«Τι ξέρεις για τη Δυτική Περιφέρεια;»

«Λίγα.» Ο Ζάνμελ ήπιε μια μικρή γουλιά απ’το κρασί του.

«Υπάρχουν διάφορα, εμ, κορμιά σε τούτα τα μέρη… πολλά από τα οποία, μάλιστα, είναι χαμένα κορμιά– Χα-χα-χα! Τέλος πάντων, αυτά τα κορμιά δεν τα πάνε και πολύ καλά μεταξύ τους και, κάπου-κάπου, γίνονται μικροσυμπλοκές και τέτοια. Εσύ να θυμάσαι ότι είσαι μαζί μου και με τους δικούς μου. Άμα μας την πέσουν, πρέπει να βοηθήσεις, όπως κι όλοι μας. Το εννοείς τούτο;»

Ο Ζάνμελ ένευσε.

«Θα πληρώνεσαι γι’αυτό το πράγμα.»

«Ναι.»

«Είναι σημαντικότερο απ’ό,τι νομίζεις,» του τόνισε ο Άργκελ. «Πολύ σημαντικότερο. Ειδικά τώρα.»

«Τι διαφορά υπάρχει τώρα;»

«Η Δυτική Περιφέρεια έχει αρχίσει να υποκύπτει στον άνθρωπο που αποκαλούν ‘το Χέρι’. Τον έχεις ακουστά;»

Ο Ζάνμελ κούνησε το κεφάλι.

«Είναι ένα τομάρι και μισό, το οποίο έχει εξαπλώσει επικίνδυνα την επιρροή του. Με εννοείς;»

Ο Ζάνμελ ένευσε.

«Πολλοί όμοιοί μου τον έχουν προσκυνήσει. Άλλοι όχι· του αντιστέκονται. Αρνούνται να σκύψουν το κεφάλι. Και ένας απ’αυτούς, όπως θάχεις εννοήσει ως τώρα, είμαι κι εγώ. Οπότε, όπως πάλι θα μπορείς να εννοήσεις, η φύλαξη που οφείλεις να προσφέρεις σε μένα και στους δικούς μου πρέπει νάναι μεγαλύτερη.»

«…Ναι.»

«Αλλά μη νομίζεις ότι δε θα πληρώνεσαι καλά γι’αυτό.»

«Δεν πέρασε καν απ’το μυαλό μου.»

«Όμορφα· πολύ όμορφα…» Ο Άργκελ ήπιε.

«Τι άλλο θα έπρεπε να ξέρω γι’αυτό το Χέρι;» ρώτησε ο Ζάνμελ.

«Χμμ· είπες, δεν έχεις ακούσει τίποτα για την αφεντιά του, ε;»

«Τίποτα.»

«Το Χέρι, που λες, είναι ένας τύπος ο οποίος λένε ότι είχε χαθεί και, μετά, εμφανίστηκε πάλι. Υπάρχουν και φήμες ότι είχε πεθάνει κι αναστήθηκε· ότι είχε πνιγεί κι επέστρεψε από τα νερά του Σάλερεκ.»

«Εσύ τα πιστεύεις αυτά;»

«Φυσικά και όχι. Για μένα, ο νεκρός είναι νεκρός, κύριε Ζάνμελ· δεν επιστρέφει. Έχει πάει ν’ανταμώσει τους θεούς που προσκυνούσε όταν ζούσε.»

«…Ναι,» είπε ο Ζάνμελ, που, κάποτε, ο Φανλαγκόθ τον είχε αναστήσει μέσω της ουρανολίθινης ισχύος του Θρόνου του Νόρβηλ. «Γιατί, όμως, τον λένε ‘το Χέρι’;»

«Υποτίθεται πως υπηρετεί κάποιον.»

«Ποιον;»

«Αυτό, άμα σου πω ότι το ξέρω, θάναι ψέμα. Υπάρχουν, όμως, θεωρίες. Κατ’αρχήν, το Χέρι είναι Αρχιερέας του τοπικού Ναού του Σάλ’γκρεμ’ρωθ· οπότε, ορισμένοι υποστηρίζουν ότι είναι ‘το Χέρι του Σάλ’γκρεμ’ρωθ’. Αλλά ακούγονται κι άλλα. Έχω μάθει ότι μιλάει με κάποιο δαίμονα-μάγο, ο οποίος εμφανίζεται μέσα από τις φωτιές και του προμαντεύει το μέλλον.»

«Προμαντεύει το μέλλον, ε;» Ο Νουτκάλι; «Πώς τον λένε;»

«Δεν ξέρω. Όμως μπορεί να είναι και ‘το Χέρι αυτού του μάγου’. Ή ίσως ο μάγος να είναι παραμύθι, τελικώς –το οποίο δεν αποκλείεται, βέβαια.»

«Υπάρχει άλλη θεωρία;» ρώτησε ο Ζάνμελ, πιστεύοντας ότι, κατά πάσα πιθανότητα, «το Χέρι του Νουτκάλι» ήταν η σωστότερη αυτών των υποθέσεων.

«Ναι. Λένε ότι υπηρετεί κάποιον άρχοντα, μα κανείς δεν είναι βέβαιος ποιον ακριβώς. Πάντως, πρέπει νάναι κάποιος απ’αυτούς που εχθρεύονται τη Βασιλική Οικογένεια.»

«Μήπως υπάρχει και καμια θεωρία που να συνδέει το Χέρι με την εξαφάνιση του ήλιου;»

«Χα-χα-χα-χα-χα! Έχεις ζωηρή φαντασία, κύριε Ζάνμελ!» παραδέχτηκε ο Άργκελ, και ήπιε, στραγγίζοντας το ποτήρι του. «Τι άλλο θα ήθελες, λοιπόν, να μάθεις, φίλε μου;» ρώτησε.

«Πόσο πληρώνεις για να σκοτώσω το Χέρι;»

Ο Βασιληάς βλεφάρισε. Και χαμογέλασε, δείχνοντας πάλι τα κιτρινισμένα του δόντια. «Αστειεύεσαι, παλιομπαγάσα…»

«Όχι· ρωτάω.»

«Θες ν’αυτοκτονήσεις; Υπάρχουν και ταχύτεροι τρόποι. Χα-χα-χα! Χα!»

«Πληρώνεις ή όχι;» Ο Ζάνμελ ήπιε.

«Πληρώνω. Αλλά πολύ φοβάμαι ότι θα βγω χαμένος απ’αυτή την ιστορία, παρά κερδισμένος.»

Ο Ζάνμελ ύψωσε ένα φρύδι, ερωτηματικά.

«Θα χάσω εσένα, που θα σκοτωθείς. Σε προτιμώ ζωντανό.»

«Δε θα σκοτωθώ,» είπε ο Ζάνμελ, χωρίς να είναι καθόλου βέβαιος γι’αυτό. Και χωρίς να τον ενδιαφέρει, μάλιστα. Το έβλεπε ως μια πρόκληση: Θα μπορούσε να καταφέρει να δολοφονήσει αυτό το Χέρι, τώρα που δεν ήταν πλέον νεκρενοικημένος;

«Είσαι άρρωστος άνθρωπος, ε;»

«Ναι.»

Ο Άργκελ ρουθούνισε, γελώντας κοφτά. «Αφού γουστάρεις, δε θα σε σταματήσω. Κι άμα τα καταφέρεις, φίλε, σου υπόσχομαι ότι, όχι μόνο θα σε χρυσοπληρώσω, μα θα είμαστε συνέταιροι δια βίου, που λένε. Συγγενείς. Μ’εννοείς;»

Ο Ζάνμελ ένευσε. «Θα χρειαστώ, όμως, πληροφορίες για το Χέρι. Όπως τα μέρη όπου συχνάζει, τους ανθρώπους που συναναστρέφεται, τους φίλους του, τους εχθρούς του…»

«Ό,τι ξέρω γι’αυτόν θα γίνει δικό σου,» δήλωσε ο Άργκελ ο Βασιληάς. «Κι άμα μου τον καθαρίσεις… άμα μου τον καθαρίσεις –μα τον Σνάρκαλ, άμα μου τον καθαρίσεις! Χα-χα-χα-χα-χα-χα…!»


Κεφάλαιο 6
Κοινωνικές Συναναστροφές στη Νουάλβορ

 

«Με ζητήσατε, Αρχόντισσά μου;»

Η Σαντάνρα στεκόταν μπροστά από την πόρτα, την οποία είχε μόλις κλείσει, μπαίνοντας. Η Ρικέλθη, που ατένιζε έξω από το παράθυρο, στράφηκε. Ήταν έτοιμη για ταξίδι. Φορούσε ένα μαύρο, μακρύ φόρεμα με ψηλό γιακά και χωρίς ιδιαίτερα στολίδια. Τα χέρια της κάλυπταν λευκά γάντια· είχε δυσκολευτεί να βάλει το δεξί, λόγω των σπασμένων της δαχτύλων, αλλά, τελικά, τα είχε καταφέρει. Τα μαύρα της μαλλιά τα είχε πιάσει κότσο, και γύρω από τους ώμους της δενόταν μια γκρίζα κάπα. Στο εσωτερικό του μεσοφοριού της κρύβονταν δύο λιγνά ξιφίδια, για περίπτωση ανάγκης.

«Ναι, Σαντάνρα,» είπε στην υπηρέτρια. «Θέλω να παραδώσεις ένα μήνυμα στην Πριγκίπισσα Νιρκένα.» Σήκωσε ένα τυλιγμένο κομμάτι χαρτί από το γραφείο της και της το έδωσε.

«Ευχαρίστως, Αρχόντισσά μου,» αποκρίθηκε εκείνη. «Θέλετε κάτι άλλο;»

«Όχι.»

Η Σαντάνρα έκλινε το κεφάλι και έφυγε απ’το δωμάτιο.

Ξεκινάμε, λοιπόν, σκέφτηκε η Ρικέλθη, παίρνοντας μια βαθιά, σταθερή ανάσα. Κι ας ελπίσω ότι δε θα τη χάσω, τελικά, την κηδεία… αν και πίστευε ότι, κατά πάσα πιθανότητα, θα την έχανε. Αλλά δεν είχε νόημα να καταριέται από τώρα· θα καταριόταν μετά, όταν είχε επιστρέψει στη Νουάλβορ.

Βγήκε κι εκείνη από το δωμάτιό της και βάδισε μέσα στον Πύργο των Ξένων. Για μια στιγμή, σκέφτηκε να περάσει από το δωμάτιο του Δάρβαν, ώστε να τον ενημερώσει για την αναχώρησή της· αλλά, τελικά, αποφάσισε να μην το κάνει. Ήδη είχε καθυστερήσει. Τέτοια μακρινά ταξίδια, κανονικά, τα ξεκινούσε κανείς με την αυγή, και τώρα σε μερικές ώρες θα ήταν μεσημέρι. Επιπλέον, γνώριζε ότι ο Δάρβαν μπορεί να ήθελε να τη συνοδέψει, και η Ρικέλθη προτιμούσε να μην του δώσει την ευκαιρία να της το προτείνει. Δε χρειαζόταν τη συνοδεία του –έξι φρουρούς θα είχε μαζί της. Πιο καλά εκείνος να έμενε εδώ, να παρακολουθούσε και την κηδεία.

Η Ρικέλθη κατέβηκε τις σκάλες του πύργου –ή, μάλλον, τη μία από τις σκάλες του πύργου· γιατί υπήρχαν τουλάχιστον δύο που εκείνη γνώριζε, και ίσως να υπήρχαν και καμια-δυο παραπάνω· έτσι λαβυρινθώδες που ήταν το παλάτι, δεν μπορούσε να είναι βέβαιη– και ζήτησε από έναν φρουρό κατευθύνσεις, για να πάει γρήγορα στο βασιλικό στάβλο. Εκείνος της απάντησε πρόθυμα, και η Αρχόντισσα βρέθηκε, σε λίγο, στον προορισμό της, όπου την περίμεναν οι έξι καβαλάρηδες που είχε ζητήσει να τη συνοδέψουν.

«Καλημέρα, Αρχόντισσά μου,» χαιρέτησε ο διοικητής τους… τον οποίο εκείνη αναγνώριζε. Ήταν ο Ίλαρχος Άλισβαρ ε Όσριν, ο αρχηγός της συνοδείας τους όταν έρχονταν από την Έριγκ, μαζί με τη σορό του Βασιληά Άργκελ.

«Καλημέρα, ίλαρχε,» αποκρίθηκε η Ρικέλθη, υπομειδιώντας μ’ετούτη την ευχάριστη έκπληξη, γιατί έβρισκε τον Άλισβαρ ε Όσριν συμπαθητικό. «Πώς είστε;»

«Καλά, Αρχόντισσά μου. Είστε έτοιμη να ξεκινήσουμε;»

«Ασφαλώς.»

Ένας στρατιώτης πλησίασε, τραβώντας το άλογό της από τα γκέμια. Η Ρικέλθη πιάστηκε από τη λαβή της σέλας, με το αριστερό χέρι, και ανέβηκε. Οι έξι ιππείς που θα τη συνόδευαν ίππευσαν, επίσης.

Ένας σταβλίτης τούς άνοιξε την πόρτα του στάβλου, και βγήκαν, τροχάζοντας.

*

Η Ταλίνα χαιρέτησε, ευγενικά, τους δύο δράκαρχους που βρίσκονταν στην Αίθουσα των Δράκων, και ο Χάφναρ τούς σύστησε: «Η Φερλιάλα,» είπε, κοιτάζοντας τη γυναίκα με την αργυρή μάσκα η οποία κάλυπτε την αριστερή μεριά του προσώπου της, «και» –έστρεψε το βλέμμα του στον μελαχρινό, μονόχειρα άντρα που φορούσε μεταξωτό, μαύρο γάντι με σιδερένιες φάλαγγες στο αριστερό (και μοναδικό) του χέρι– «ο Πάρνορ.

»Κι απο δώ, οι δράκοι τους, Σί’ερν,» κοίταξε τη δράκαινα που έπινε νερό σε μια από τις πηγές του μεγάλου δωματίου, «και Σρ’έεεν»· έδειξε, κόσμια, το ερπετό που είχε τυλιχτεί, νευρικά, γύρω από έναν από τους πέτρινους κίονες της αίθουσας· και, ταυτόχρονα, σκέφτηκε: Αυτόν μου φαίνεται πως η ηλιακή εξαφάνιση τον έχει πειράξει περισσότερο από τους άλλους. Τα νύχια του έκαναν γρατσουνιές επάνω στην πέτρα.

«Χαιρόμαστε για τη γνωριμία, Ταλίνα,» είπε η Φερλιάλα, ανταλλάσσοντας μια χειραψία με την ποιήτρια. «Είναι πάντα ευχάριστο να έχουμε επισκέπτες στον πύργο μας. Ελάχιστοι μας επισκέπτονται, δυστυχώς.»

«Ο κόσμος έχει ξεχάσει τη δύναμη των δράκαρχων. Υποτιμούν εκείνο που θα έπρεπε να σέβονται!»

Άπαντες στράφηκαν, για να δουν στην είσοδο της αίθουσας έναν κουκουλοφόρο δράκαρχο, μαζί με το δράκο του.

«Κι αυτός είναι ο Κέλσοναρ, Ταλίνα,» σύστησε ο Χάφναρ, «και ο Σ’άαρν.»

«Έχω ακούσει για εσάς,» είπε η ποιήτρια.

«Δε με εκπλήσσει,» αποκρίθηκε ο Κέλσοναρ, με τη βραχνή του φωνή. «Οι κακές γλώσσες κινούνται γρήγορα και πολύ.»

«Δεν το εννοούσα έτσι,» διευκρίνισε αμέσως η Ταλίνα.

«Ο Κέλσοναρ είναι λίγο απότομος· μην τον παρεξηγείς,» είπε ο Πάρνορ, πλησιάζοντας την κολόνα όπου είχε γαντζωθεί ο δράκος του και πιάνοντας τα λουριά του, για να τον απομακρύνει. Το ερπετό έφερε αντίσταση, αρνούμενο ν’αφήσει τον πέτρινο κίονα.

«Τι έχει ο Σρ’έεεν;» ρώτησε ο Χάφναρ.

«Δεν είναι καλά σήμερα,» εξήγησε ο Πάρνορ. «Δεν ξέρω τι τον έχει πιάσει.»

«Αυτό που τους έχει πιάσει όλους,» είπε η Φερλιάλα. «Η εξαφάνιση του ήλιου τούς ενοχλεί.»

«Ναι, αλλά τούτον τον ενοχλεί περισσότερο, δε βλέπεις;» Ο Πάρνορ άφησε τα λουριά του δράκου του και απομακρύνθηκε. Ο Σρ’έεεν εξακολουθούσε να γρατσουνίζει τον κίονα.

«Πρέπει να συζητήσουμε ένα πολύ σημαντικό θέμα,» δήλωσε ο Κέλσοναρ, βαδίζοντας προς το τραπέζι της αίθουσας. «Την εκλογή του νέου Αρχιδράκαρχου.»

«Ο Νίσαρελ είναι ο γηραιότερος τώρα,» είπε, σχεδόν αδιάφορα, ο Πάρνορ.

«Δεν είμαστε τόσοι πολλοί, για ν’αποφασίζουμε έτσι,» διαφώνησε ο Κέλσοναρ. «Η εκλογή μπορεί, άνετα, να γίνει με ψηφοφορία, την οποία και προτείνω.»

«Επειδή θα ήθελες να πάρεις εσύ τον τίτλο,» είπε η Φερλιάλα.

Ο Κέλσοναρ κάθισε σε μια από τις θέσεις του τραπεζιού –για την ακρίβεια, σε αυτήν όπου καθόταν, συνήθως, ο μακαρίτης Αρχιδράκαρχος Θέλβορ– και γέλασε: ένα λαρυγγώδες, βραχνό γέλιο που ακουγόταν να βγαίνει με δυσκολία από μέσα του.

«Γιατί να ψηφίσετε εμένα, Φερλιάλα; Εγώ είμαι το μαύρο πρόβατο εδώ: ο μόνος που επιθυμεί την αναβίωση των δράκαρχων· ο μόνος που επιθυμεί να μας προσφέρει πραγματική εξουσία. Γιατί να ψηφίσετε εμένα; Μπορείτε να επιλέξετε όποιον θέλετε. Μπορείτε να επιλέξετε… εσένα, ή τον Πάρνορ, ή ακόμα και τον Χάφναρ, που πρόσφατα έγινε δρακαδελφός μας αλλά φρονώ πως έχει πολλά να μας προσφέρει.» Μια αχνή γυαλάδα φάνηκε μέσα απ’την κουκούλα του, καθώς έστρεφε το βλέμμα του στο γιο της Αρχόντισσας Ρικέλθης.

«Ή ίσως να επιλέξουμε τον Νίσαρελ,» είπε η Φερλιάλα.

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Κέλσοναρ, καθώς ο Σ’άαρν ακουμπούσε το ερπετίσιο σαγόνι του στον ώμο του κουκουλοφόρου δράκαρχου, «μπορείτε να επιλέξετε και τον Νίσαρελ… αν επιθυμείτε πάντοτε να ακούτε τους εξυπνακισμούς του, ενώ υπηρετείτε σαν τίποτα περισσότερο από βασιλικοί λακέδες

«Δε μ’αρέσει που κάνουμε αυτή τη συζήτηση χωρίς τον ίδιο παρόντα,» δήλωσε η Φερλιάλα, σταυρώνοντας τα χέρια της.

Ο Πάρνορ κάθισε, σιωπηλά, στο τραπέζι. Έκανε ν’ανοίξει το στόμα του και να πει κάτι, αλλά, τελικά, δε μίλησε.

«Αν ενοχλώ,» ψιθύρισε η Ταλίνα στον Χάφναρ, «μπορώ να πηγαίνω.» Παρότι η περιέργειά της ήταν μεγάλη, να δει τι θα έλεγαν οι δράκαρχοι, αντιλαμβανόταν ότι ετούτες οι κουβέντες δεν την αφορούσαν. Αν δεν της ζητούσαν να φύγει, δε θα έφευγε, φυσικά· όμως, αν ήθελαν να συζητήσουν αναμεταξύ τους, θα αποχωρούσε χωρίς καμία διαμαρτυρία.

«Να πηγαίνεις;» είπε ο Κέλσοναρ, που άκουσε τα λόγια της. «Εμείς δε διώχνουμε τους επισκέπτες μας, ειδικά σ’ετούτους τους… χαλεπούς καιρούς.»

«Εκτός αν θα ήθελες να σε ξεναγήσω στον πύργο,» πρόσθεσε ο Χάφναρ, κοιτάζοντας την Ταλίνα.

«Ναι,» είπε η Φερλιάλα, «αυτή, νομίζω, θα ήταν καλή ιδέα, δρακαδελφέ.»

«Δεν έχω πρόβλημα,» αποκρίθηκε η Ταλίνα.

«Ωραία, τότε,» είπε η Χάφναρ· «πάμε.»

Και βγήκαν από την Αίθουσα των Δράκων.

*

Ο άνθρωπος πρέπει να ήταν τρελός. Είχε δηλώσει πως θα σκότωνε το Χέρι! Και δεν του το είχε ζητήσει ο Βασιληάς· ο ίδιος είχε προθυμοποιηθεί! Κανένας που διέθετε έστω και λίγο μυαλό δε θα προθυμοποιείτο να κάνει κάτι τέτοιο. Κανένας που διέθετε έστω και λίγο μυαλό δε θα το επιχειρούσε ακόμα και με πληρωμή δεκάδων χιλιάδων κορόνων. Γιατί οι πεθαμένοι δεν τα χρειάζονται τα χρήματα.

Εκείνος, όμως, δεν είχε ούτε καν παζαρέψει την τιμή. Το αφεντικό τού είχε πει ότι θα τον χρυσοπλήρωνε κι αυτό ήταν όλο. Ο τύπος έμοιαζε να θέλει ν’αυτοκτονήσει. Αλλά, αν αναζητούσε το θάνατο –δική του ήταν η ζωή: ας τη χαράμιζε! Ποιος νοιάζεται για έναν ανώμαλο;

Ο Βασιληάς είχε προστάξει να του μαζέψουν ό,τι χρήσιμες πληροφορίες είχαν για το Χέρι, κι εκείνοι τις είχαν μαζέψει. Τώρα, βρίσκονταν γύρω από ένα μικρό, στρογγυλό τραπέζι και άκουγαν τα βήματα του παράφρονα να ζυγώνουν από τον διάδρομο…

Ο Ζάνμελ μπήκε και αντίκρισε τους κακοποιούς. Πέντε άντρες και τρεις γυναίκες. Η μία από τις τελευταίες στεκόταν μπροστά από τους υπόλοιπους και στο κέντρο. Είχε μαύρα, σγουρά μαλλιά και μια μικρή ουλή στο αριστερό μάγουλο.

«Η Αμάντριν;»

Η γυναίκα ένευσε. «Κι εσύ είσ’ ο Ζάνμελ, υποθέτω.»

«Τι έχεις για μένα;»

«Ένα χάρτη της Δυτικής Περιφέρειας, πρώτα.» Η Αμάντριν έσπρωξε μια τυλιγμένη περγαμηνή προς τον Ζάνμελ.

Εκείνος τη σήκωσε στα χέρια του και την άνοιξε, παρατηρώντας τα σύμβολα επάνω.

«Οι περιοχές πούναι σημαδεμένες με κόκκινο είναι τα λημέρια του Χεριού. Η ‘αυτοκρατορία’ του.»

«Αρκετά μεγάλη.»

«Ναι.»

«Πού έχω περισσότερες πιθανότητες να τον πετύχω;»

«Δύσκολο να σου πούμε· ο τύπος είναι καλός στο να χάνεται.»

Ο Ζάνμελ άφησε την περγαμηνή ανοιχτή πάνω στο τραπέζι. «Ο Ναός του Σάλ’γκρεμ’ρωθ δεν είναι τούτος;» Ακούμπησε το δάχτυλό του σ’ένα σημείο του χάρτη.

Η Αμάντριν ένευσε.

«Τ’αφεντικό σας μου είπε ότι το Χέρι είναι Αρχιερέας· δεν πηγαίνει εκεί, λοιπόν;»

«Πηγαίνει, μα δεν είναι τόσο εύκολο να τον ζυγώσεις.»

«Αυτό άσε εμένα να το κρίνω,» είπε ο Ζάνμελ.

Η Αμάντριν γέλασε και στένεψε τα μάτια, παρατηρώντας τον. Νομίζει ότι τα ξέρει όλα! σκέφτηκε. Αναρωτιέμαι σε πόσα κομμάτια θα τον βρούμε… αν τον βρούμε, δηλαδή.

«Είπα κάτι αστείο;» ρώτησε ο Ζάνμελ, ατενίζοντας καταπρόσωπο τη γυναίκα.

«Για μελλοθάνατος είσαι πολύ εύθυμος, πρέπει να παραδεχτώ,» αποκρίθηκε η Αμάντριν. Και δεν κατάλαβε για πότε το χέρι του άντρα αντίκρυ της τινάχτηκε, την άρπαξε απ’το λαιμό, και κατέβασε το κεφάλι της κοντά στο χάρτη. Ο λάρυγγάς της είχε κλείσει τελείως, λες κι ο παράφρονας να ήταν εκπαιδευμένος ειδικά γι’αυτή τη δουλειά, ο τρισκατάρατος μπάσταρδος!

Οι υπόλοιποι κακοποιοί τράβηξαν όπλα και τα έστρεψαν προς το μέρος του Ζάνμελ. Εκείνος, όμως, τους αγνόησε· μπορούσε να δει το φόβο στα μάτια τους.

«Τ’αφεντικό σου συμφώνησε να με πληρώσει για να του κάνω μια δουλειά,» είπε στην Αμάντριν. «Αν έχεις κάποια διαφωνία, μπορείς να το συζητήσεις μαζί του. Αλλιώς, κράτα τις απόψεις σου για τον εαυτό σου. Συμφωνείς;»

Η μαυρομάλλα γυναίκα, που το πρόσωπό της έμοιαζε να έχει μελανιάσει από την πίεση του χεριού του Ζάνμελ, ένευσε όσο μπορούσε.

«Καλώς,» είπε εκείνος, και την έσπρωξε πίσω, πάνω στους άλλους.

Εκείνη παραπάτησε, και ένα από τα ξεθηκαρωμένα μαχαίρια την πήρε στον ώμο, σχίζοντας την πουκαμίσα της και διαγράφοντας στο δέρμα της μια πορφυρή γραμμή. Ένας μελαχρινός άντρας συγκράτησε την Αμάντριν, για να μην πέσει, κι αυτή άρχισε να βήχει, σπασμωδικά, προσπαθώντας να γεμίσει τα πνευμόνια της με αέρα.

Ο Ζάνμελ είδε τους περισσότερους να θηκαρώνουν ξανά τα λεπίδια τους. Τα μάτια τους τον ατένιζαν διαφορετικά απ’ό,τι όταν είχε πρωτομπεί στο δωμάτιο: τότε, τον κοίταζαν σαν να ήταν τρελός· τώρα, σαν να ήταν επικίνδυνος. Η άποψή τους, βέβαια, δεν τον ενδιέφερε.

«Τι άλλα έχετε να μου πείτε;» ρώτησε· αλλά κανείς δε μίλησε, καθώς άπαντες περίμεναν την Αμάντριν να συνέλθει.

Όταν εκείνη κατάφερε να ορθωθεί, αναπνέοντας πάλι κανονικά, έριξε στον Ζάνμελ μια τέτοια ματιά που του θύμισε το βλέμμα του Μόρντεναρ, τότε που αυτός τον κυνηγούσε για να τον σκοτώσει.

«Θα μετανιώσεις για τούτο που έκανες,» σφύριξε.

«Τι άλλα έχετε να μου πείτε;» επανέλαβε την ερώτησή του εκείνος.

Η Αμάντριν εισέπνευσε βαθιά, για να ηρεμήσει τον εαυτό της, και πήρε πάλι επαγγελματικό ύφος. Θα το φροντίσω αργότερα, το βρομόσκυλο, συλλογίστηκε. Αν, βέβαια, επιστρέψει ζωντανός απο κεί που θα πάει…

«Ο χάρτης του Ναού,» είπε, δίνοντάς του ένα τυλιγμένο κομμάτι χαρτί, και συγκρατώντας τον εαυτό της απ’το να του το φέρει κατάμουτρα.

Ο Ζάνμελ το άνοιξε. Ο χάρτης δεν έδειχνε μόνο το εσωτερικό του Ναού, αλλά είχε ζωγραφισμένη και την τριγυρινή περιοχή: μερικά οικοδομήματα που ανάμεσά τους σχηματίζονταν πολλά στενορύμια. Ωστόσο, το εσωτερικό αυτών των χτιρίων δεν ήταν σχεδιασμένο· επάνω τους υπήρχαν μονάχα γραμμένες λέξεις, όπως: πανδοχιο το θιριο του αρχοντα αποθικι εριπιο μερια τον ζιτιανον.

«Είναι ελλιπής.» Ο Ζάνμελ άφησε τον χάρτη στο τραπέζι.

«Δεν υπήρχε λόγος να φτιαχτούν και τ’άλλα μέρη,» αποκρίθηκε η Αμάντριν. «Ο Ναός είναι που έχει σημασία.»

«Γι’αυτόν λέω. Δεν είναι σχεδιασμένος ολόκληρος.»

«Δεν έχουμε πρόσβαση στα ενδότερα, προφανώς.»

«Μάλιστα… Και ποιοι συχνάζουν εκεί; Άνθρωποι της Δυτικής Περιφέρειας μόνο, ή και άλλοι;»

«Έρχονται κι άλλοι,» τον πληροφόρησε η Αμάντριν. «Ευγενείς, κυρίως. Γι’αυτούς η πληρωμή είν’ αυξημένη.»

«Ποια πληρωμή;»

«Στο Ναό δε μπαίνει ο οποιοσδήποτε. Όχι σε όλες τις τελετές, τουλάχιστον. Και η τιμή αλλάζει.»

«Από τελετή σε τελετή;»

Η Αμάντριν κατένευσε.

«Υπάρχουν… ελεύθερες τελετές; Τελετές όπου μπορεί να μπει ο καθένας;»

«Όχι, εκτός αν είσαι ειδικό μέλος του Ναού. ‘Μυημένους’ τούς λένε.»

«Πώς γίνεσαι μυημένος;»

«Πρέπει να σε ξέρουν, νομίζω· νάχεις πάει σε μπόλικες τελετές· νάσαι δικός τους, και νάχεις πληρώσει και κάτι, ίσως.»

«Θα ρίξω μια ματιά απόψε,» δήλωσε ο Ζάνμελ, «για να δω τι γίνεται σ’αυτό το Ναό.»

*

«Ο Άρχων-Φύλαξ Άραντιρ, του Ράλτον!» ανακοίνωσε, μεγαλόφωνα, ένας υπηρέτης, και άπαντες εντός της Αίθουσας του Ουρανολίθινου Θρόνου έστρεψαν τα βλέμματά τους στην είσοδο, για να δουν τον παλιό πολεμιστή με το ξύλινο δεξί πόδι να μπαίνει, συνοδευόμενος από τη σύζυγό του, Αρχόντισσα Μανρούνα ε Νίλγκωρ, και τον μικρό του γιο, Άσιλθαρ. Ο Άρχοντας-Φύλακας ήταν ντυμένος στα μαύρα και φορούσε λευκό μανδύα με αργυρό σιρίτι· εκείνη ήταν ντυμένη στα πράσινα, με ένα μακρύ φόρεμα που είχε μικρά διαμάντια γύρω από τη βαθιά λαιμόκοψή του· και το παιδί τους φορούσε ρούχα που δεν έμοιαζαν καθόλου μ’αυτά του πατέρα του –άσπρο πουκάμισο και γκρίζο παντελόνι και γιλέκο.

«Καλώς ορίσατε,» είπε η Πριγκίπισσα Νιρκένα, πλησιάζοντας, για ν’ανταλλάξει μια χειραψία με τον Άραντιρ, τη Μανρούνα, και τον Άσιλθαρ.

«Καλώς σας βρίσκουμε,» αποκρίθηκε ο Άρχοντας-Φύλακας, ενώ η σύζυγός του χαμογέλασε ευγενικά.

Η Φερνάλβιν ζύγωσε. «Πώς είσαι, αδελφή;» ρώτησε.

«Φερνάλβιν!» αναφώνησε η Μανρούνα, και τώρα το χαμόγελό της φάνηκε πιο αληθινό, καθώς αγκαλιαζόταν με την Έπαρχο-Κεντροφύλακα. «Ο Άραντιρ μού είπε όλα τα αποτρόπαια πράγματα που συνέβησαν στην Έριγκ. Ω, Φερνάλβιν, λυπάμαι πολύ…»

«Ευτυχώς, οι περισσότεροι είμαστε καλά, και ο Μόρντεναρ δεν απειλεί κανέναν πλέον,» αποκρίθηκε εκείνη. «Δεν περάσατε από την Έριγκ, καθώς ερχόσασταν εδώ;»

«Περάσαμε,» είπε ο Άραντιρ. «Και φαίνεται να ανοικοδομείται γρήγορα.»

«Πού είναι ο Βάνμιρ και ο Ρόλμαρ;» ρώτησε η Μανρούνα, που είχε ανησυχήσει σε σημείο παραφροσύνης για τους δίδυμους γιους της, όταν ο Άραντιρ τής είπε τι είχε συμβεί στη Νουάλβορ.

«Δεν έχουν επιστρέψει ακόμα από τη Λιάμνερ-Κρωθ, Αρχόντισσά μου,» εξήγησε η Νιρκένα· και σκέφτηκε: Ούτε αυτοί, ούτε η Λιόλα. Είχε αρχίσει ν’αναρωτιέται αν θα γινόταν ποτέ η στέψη της κόρης του πολυαγαπημένου της αδελφού.

«Συνέβη κάτι κακό;» έκανε η Μανρούνα, με χαμηλωμένη φωνή, σα να φοβόταν πως, αν άρθρωνε την ερώτησή της πιο δυνατά, μπορεί και να πραγματοποιείτο.

«Πιστεύουμε πως όχι,» αποκρίθηκε η Νιρκένα. «Τους περιμένουμε μέσα στις επόμενες ημέρες. Ίσως, μάλιστα, να προλάβουν και την κηδεία.

»Αλλά, υποθέτω, τώρα θα είστε κουρασμένοι από το ταξίδι. Οι υπηρέτες, αν επιθυμείτε, μπορούν να σας οδηγήσουν στα δωμάτια που έχουν ετοιμαστεί για εσάς.»

«Ευχαριστούμε, Υψηλοτάτη,» είπε ο Άραντιρ, «όμως, προσωπικά, δεν αισθάνομαι τόσο κουρασμένος ακόμα.»

«Όπως επιθυμείτε, Άρχοντά μου. Ελάτε, τότε· καθίστε.» Τους οδήγησε προς ένα τραπέζι της απέραντης βασιλικής αίθουσας, και υπηρέτες άρχισαν να φέρνουν γλυκίσματα και ποτά.

«Θα μας κόψουν την όρεξη από το μεσημεριανό,» είπε η Μανρούνα, και η Φερνάλβιν μειδίασε, λοξοκοιτάζοντάς την. Η αδελφή της ποτέ δε θ’άλλαζε. Ακόμα έπαιρνε τα πάντα τοις μετρητοίς. Νόμιζε, πραγματικά, ότι οι υπηρέτες τούς τα έφερναν όλ’αυτά για να τα φάνε; Τους τα έφερναν επειδή υποχρεούνταν να τους τα φέρουν· αυτό ήταν το πρέπον. Δεν μπορεί ένας Άρχοντας-Φύλακας και η οικογένειά του να κάθονταν στη βασιλική αίθουσα χωρίς να έχουν εμπρός τους, τουλάχιστον, αρκετά γλυκίσματα και ποτά για να κάνουν ένα άλογο να σκάσει. Αλλά η Μανρούνα ποτέ δεν αντιλαμβανόταν τι εστί «κοινωνικό περιβάλλον»· και ο γάμος της στην άκρη του κόσμου –γιατί «άκρη του κόσμου» ήταν όλα τα φρούρια των ακριτών του Βορρά, εκεί μπροστά από τις ατελείωτες Στέπες–, μάλλον, δεν της το έμαθε αυτό. Αλλά ίσως νάναι καλύτερη έτσι: αγνότερη· πιο αληθινή…

«Τι είναι αυτό το παράξενο φαινόμενο με τον ήλιο, Πριγκίπισσα Νιρκένα, έχετε υπόψη σας;» ρώτησε ο Άραντιρ, καθώς σήκωνε μια κούπα μπίρα. «Από χτες το μεσημέρι χάθηκε, και ακόμα δεν έχει εμφανιστεί.»

«Δυστυχώς, δε γνωρίζω, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε εκείνη. «Και ούτε οι αστρονόμοι μας μπορούν να το εξηγήσουν. Πρώτη φορά το βλέπουν, μου είπαν· δεν υπάρχει καν καταγεγραμμένο στα βιβλία τους.»

«Ίσως να έρχεται το τέλος του κόσμου,» ψιθύρισε η Μανρούνα.

«Ανοησίες, αγάπη μου,» είπε ο Άραντιρ, αγγίζοντας το χέρι της. «Έχουν συμβεί και πιο παράξενα πράγματα και δεν έχει έρθει το ‘τέλος του κόσμου’.»

«Συμφωνώ σ’αυτό, Άρχοντά μου,» ένευσε η Νιρκένα. Αναρωτιόταν, όμως, τι ακριβώς μπορεί να σήμαινε η εξαφάνιση του ήλιου. Είχαν, μήπως, οι Ράζλερ σχέση μ’ετούτο; Ο Φανλαγκόθ, πάντως, δεν της είχε μιλήσει, για να τη διαβεβαιώσει για κάτι τέτοιο· και εκείνη, προσωπικά, το αμφέβαλλε. Είχαν δυνάμεις, αυτός και η οικογένειά του, μα όχι και τόσο μεγάλες δυνάμεις, ώστε να κάνουν τον ήλιο να χαθεί! Κι επιπλέον, γιατί να το έκαναν; Τι λόγο μπορεί να είχαν;

Λες η Ρικέλθη να βρει την απάντηση; Πριν από λίγο, η Νιρκένα είχε δεχτεί ένα γράμμα από τη Σαντάνρα, και είχε διαβάσει πως η Αρχόντισσα είχε αναχωρήσει, για να πάει να μιλήσει στον Έζβαρ, τον ερημίτη του Δρακοδάσους. Η Πριγκίπισσα είχε θυμώσει που η Ρικέλθη δεν την είχε ρωτήσει, προτού πάρει αυτή την απόφαση· εξάλλου, υποτίθεται πως τώρα οι δυο τους είχαν μια άτυπη –αλλά ουσιαστική– συμμαχία. Πώς τολμούσε, λοιπόν, να την αγνοεί έτσι!

Όταν, όμως, της πέρασε ο πρώτος θυμός, η Νιρκένα κατέληξε πως δεν μπορούσε να κάνει τίποτα πλέον για ν’αποτρέψει τη Ρικέλθη από το ταξίδι της· κι ακόμα κι αν μπορούσε να κάνει κάτι, θα το έκανε; Η περιέργεια την έτρωγε, να μάθει τι είχε, τελικά, συμβεί στον ήλιο, και ο Έζβαρ πιθανώς να έδινε κάποιες απαντήσεις. Της είχε φανεί γνώστης πολλών μυστηρίων, όταν τον είχε δει –από εκείνους τους ανθρώπους που ξέρουν τα πιο απίστευτα πράγματα.

Έτσι, επί του παρόντος, απλά ήλπιζε το ταξίδι της Αρχόντισσας Ρικέλθης να μην γινόταν άδικα.

«Και πιστεύω ότι, σύντομα, ίσως μάθουμε τι συνέβη στον ήλιο,» πρόσθεσε. «Έχω ανθρώπους μου που ερευνούν το ζήτημα.»

«Τους βασιλικούς αστρονόμους;» ρώτησε ο Άραντιρ.

«Όχι. Σας είπα, Άρχοντά μου: αυτοί δεν έχουν απαντήσεις να μου δώσουν. Οι άνθρωποι που ερευνούν την ηλιακή εξαφάνιση είναι πολύ πιο… ειδικοί. Έχουν εντρυφήσει περισσότερο σε μυστικιστικά θέματα.»

«Καταλαβαίνω,» αποκρίθηκε ο Άραντιρ, αν και δεν καταλάβαινε τίποτα απ’όλα τούτα.

*

«Είχες δίκιο που έλεγες ότι είναι αχανής,» παρατήρησε η Ταλίνα, καθώς ο Χάφναρ την είχε ξεναγήσει σε αρκετά μέρη του Πύργου των Δράκων.

«Και δε σ’έχω πάει ακόμα σε όλα τα γνωστά σημεία…»

«Πόσα είναι τα άγνωστα σε σχέση με τα γνωστά;» ρώτησε η Ταλίνα, ρίχνοντας μια λοξή ματιά στη Σρ’άερ, για να δει αν η δράκαινα εξακολουθούσε να την κοιτάζει μ’εκείνο το αλλόκοτο βλέμμα. Διαπίστωσε ότι το βλέμμα ήταν το ίδιο. Όποτε μιλούσε στον Χάφναρ, το φλογοβόλο ερπετό την ατένιζε έντονα, λες και αντιπαθούσε την παρουσία της, λες και ήταν εχθρός. Η Ταλίνα δεν αντιλαμβανόταν το λόγο αυτής της αντίδρασης. Εξάλλου, εκείνη δεν είχε ποτέ πειράξει τη δράκαινα ή τον αφέντη της. Ποιο ήταν το πρόβλημα; Ή, μήπως, το φανταζόταν;

«Δεν ξέρω ακριβώς,» απάντησε ο Χάφναρ. «Πάντως, το ένα τρίτο του πύργου πρέπει νάναι εγκαταλειμμένο. Τουλάχιστον.

»Παλιότερα, οι δράκαρχοι ήταν πολύ περισσότεροι, Ταλίνα, και χρειάζονταν αυτό το χώρο. Ίσως, μάλιστα, να μην τους έφτανε, εκείνους τους καιρούς. Αλλά τώρα… τώρα είμαστε πέντε, ύστερα από το θάνατο του δρακαδελφού Θέλβορ.»

«Ο Κέλσοναρ φαίνεται πολύ… ένθερμος, όσον αφορά την αναβίωση του παλιού τάγματος των δράκαρχων,» είπε η Ταλίνα, θυμούμενη τον κουκουλοφόρο άντρα που, όφειλε να παραδεχτεί, την είχε τρομάξει, με τη βραχνή του φωνή και τον τρόπο του.

«Ναι,» απάντησε ο Χάφναρ. «Και ίσως να έχει δίκιο σ’ορισμένα πράγματα…»

«Συμφωνείς μαζί του;»

«Περίπου. Όχι απόλυτα. Δεν τον ξέρω και καλά, για να πω την αλήθεια. Πρόσφατα ήρθα στον Πύργο των Δράκων, Ταλίνα. Δεν αισθάνομαι ακόμα σαν εδώ να είναι το σπίτι μου, αν και έχω αρχίσει να συνηθίζω.»

«Οι τοιχογραφίες αυτού του μέρους, πάντως, είναι απίστευτες…» είπε η ποιήτρια, καθώς περνούσαν δίπλα από έναν τοίχο γεμάτο με λαξεύματα ανθρώπων που από τη μέση και κάτω ήταν δράκοι, ή που είχαν κεφαλές δράκων, φτερά, ή νύχια, και άπαντες έμοιαζαν μπλεγμένοι αναμεταξύ τους, σε ατέρμονο αγώνα, φυλακισμένοι μέσα στην πέτρα.

«Ναι.»

«Ποιος τις έφτιαξε;»

«Είναι πανάρχαιες· δεν ξέρω. Ίσως, όμως, να υπάρχουν αναφορές στη βιβλιοθήκη του πύργου.»

«Θα με οδηγήσεις εκεί;»

«Ευχαρίστως.»

Έστριψαν σ’έναν διάδρομο και, απρόσμενα, αντίκρισαν τον Κέλσοναρ και τον Σ’άαρν.

«Δρακαδελφέ Χάφναρ, πρέπει να μιλήσουμε,» βγήκε η βραχνή φωνή μέσα από τα σκοτεινά βάθη της κουκούλας.

«Σχετικά με τι;»

«Με την ψηφοφορία.»

Ο Χάφναρ δίστασε να μιλήσει. Όπως είχε πει και στην Ταλίνα, δεν τον ήξερε τον Κέλσοναρ καθόλου καλά, και ήταν επιφυλακτικός προς το μέρος του.

«Θα έρθεις μαζί μου; Ο δρακαδελφός Πάρνορ μάς περιμένει.»

«Ξεναγώ την Ταλίνα,» εξήγησε ο Χάφναρ.

«Μπορεί κι εκείνη να έρθει, αν το επιθυμεί,» αποκρίθηκε ο Κέλσοναρ. «Δε βλάπτει ποτέ ένας ποιητής σ’έναν σχεδόν έρημο πύργο. Ίσως θα μπορούσες να γράψεις στίχους για εμάς…;» είπε, κοιτάζοντάς την.

«Εμ, ναι, γιατί όχι;» είπε η Ταλίνα, χωρίς να είναι σίγουρη αν την ειρωνευόταν ο κουκουλοφόρος δράκαρχος.

Ο Κέλσοναρ στράφηκε, αρχίζοντας να βαδίζει, με τον Σ’άαρν πλάι του. Ο Χάφναρ, η Σρ’άερ, και η Ταλίνα τον ακολούθησαν μέσα στον Πύργο των Δράκων, κι εκείνος τους οδήγησε στα διαμερίσματά του, όπου, όπως είχε πει, τους περίμενε ο Πάρνορ, μαζί με τον Σρ’έεεν. Ο εν λόγω δράκαρχος ήταν καθισμένος σ’ένα ξύλινο τραπέζι και ο δράκος κουλουριασμένος στα πόδια του, μοιάζοντας να έχει ηρεμήσει από τότε που προσπαθούσε να σκαρφαλώσει πάνω στην κολόνα της Αίθουσας των Δράκων.

«Καθίστε,» είπε ο Κέλσοναρ.

Ο Χάφναρ και η Ταλίνα υπάκουσαν, και ο πρώτος ρώτησε: «Τι ακριβώς έχουμε να συζητήσουμε, δρακαδελφέ;»

«Τη δύναμη που έχουμε οι τρεις μας: εγώ, εσύ, και ο Πάρνορ,» αποκρίθηκε ο Κέλσοναρ, καθίζοντας.

Ο Χάφναρ συνοφρυώθηκε πίσω από τη μαύρη του μάσκα. «Τι εννοείς;»

«Κατ’αρχήν, να σας πληροφορήσω για το εξής, το οποίο, άλλωστε, θα έχετε καταλάβει κι από μόνοι σας: Ο Νίσαρελ και η Φερλιάλα δε νομίζω ότι θα συμφωνήσουν να γίνει ψηφοφορία. Θα επιβάλουν την απόφασή τους, χωρίς να ρωτήσουν ούτε εσάς ούτε εμένα. Ο Νίσαρελ θα πάρει τη θέση του Αρχιδράκαρχου και, νομίζοντας πως έχει πάντα δίκιο, θα μας επιβάλει και κάτι ακόμα: να υπηρετούμε τους βασιλείς και να είμαστε ένα τίποτα–»

«Κέλσοναρ,» τον διέκοψε ο Πάρνορ. «Ίσως να μιλάς σωστά για ορισμένα πράγματα, όμως δεν πιστεύω ότι, έτσι κι αλλιώς, μπορεί να γίνει κάτι, σχετικά μ’αυτό το θέμα.»

«Εδώ κάνεις λάθος, δρακαδελφέ!» διαφώνησε ο Κέλσοναρ. «Εσύ κι ο Χάφναρ είστε νέοι, κι επομένως, θεωρείτε ότι κάποια πράγματα πρέπει να είναι έτσι επειδή έτσι σας έχουν πει πως πρέπει να είναι. Σκεφτείτε, όμως, τι θα γίνει ύστερα από κάποια χρόνια, όταν εμείς αρχίσουμε ένας-ένας να περνάμε στο βασίλειο των νεκρών… Οι δράκαρχοι θα εξαφανιστούν, όπως ο ήλιος εξαφανίστηκε από τον ουρανό, αφού κανένας πλέον δεν μπαίνει στο τάγμα μας· πέραν από εξαιρέσεις, ασφαλώς, όπως είναι ο Χάφναρ.

»Πώς αποφάσισες να έρθεις σε μας, Χάφναρ;»

«Με προσέλκυαν οι δράκοι,» αποκρίθηκε εκείνος. «Αναρωτιόμουν πώς θα ήταν να έχω έναν υπό την κυριαρχία μου. Φανταζόμουν. Και είχα διαβάσει κι ορισμένες ιστορίες για δράκαρχους. Νόμιζα ότι έχουν μια… αίγλη, ένα μεγαλείο.»

«Νόμιζες; Αλλά δεν το βρήκες;»

«Θέλεις την αλήθεια, Κέλσοναρ; Όχι, δεν το βρήκα. Δε βρήκα ακριβώς αυτό που περίμενα. Όμως στη ζωή σπάνια βρίσκεις ακριβώς αυτό που περιμένεις.»

«Μα, εσύ δε βρήκες ούτε τη σκιά αυτού που περίμενες–»

«Το ήξερα ότι οι δράκαρχοι είναι λίγοι, σήμερα!»

«Αλλά σου φάνταζαν πιο… μαγικοί. Σωστά;»

Ο Χάφναρ ένευσε. «Όλ’αυτά, όμως, δε βλέπω τι σχέση έχουν με την ψηφοφορία ή την εκλογή του Νίσαρελ ως Αρχιδράκαρχου.»

«Ο Νίσαρελ και άλλοι σαν κι αυτόν ευθύνονται για τη σημερινή κατάντια των δράκαρχων. Το τάγμα θα μπορούσε να είναι όπως παλιά, Χάφναρ. Όπως στις μέρες του πραγματικού του μεγαλείου! Της πραγματικής του αίγλης!»

«Κατηγορείς και τον δρακαδελφό Θέλβορ, δηλαδή;» απόρησε ο Πάρνορ.

«Μη με παρεξηγείς· ο Θέλβορ ήταν από τους καλύτερους ανθρώπους που έχω γνωρίσει. Μα δεν ήταν άνθρωπος για να φέρει αλλαγές. Δεν ήταν δυναμικός άνθρωπος. Ήταν άνθρωπος ικανοποιημένος να παραμένει στα πράγματα όπως έχουν σήμερα –ακόμα κι αν έβλεπε –γιατί το έβλεπε, μη νομίζετε ότι δεν το έβλεπε!– πως τούτη η κατάσταση θα επιφέρει την τελική και απόλυτη καταστροφή μας!

»Οι τρεις μας, όμως, έχουμε τη δύναμη να το αλλάξουμε αυτό. Έχουμε τη δύναμη να κάνουμε ένα όνειρο πραγματικότητα. Ξανά. Γιατί, κάποτε, ήταν πραγματικότητα, μην ξεχνάτε. Οι τρεις μας μπορούμε να δώσουμε και πάλι εξουσία στους δράκαρχους. Εγώ είμαι πρόθυμος να προσφέρω τη ζωή μου ολόκληρη γι’αυτό. Τη ζωή που ήδη έχω προσφέρει. Όπως κι εσείς έχετε ήδη προσφέρει τις ζωές σας. Σκεφτείτε: Γιατί παραδώσατε τον εαυτό σας στις φλόγες των δράκων; Γι’αυτό που βλέπετε τώρα; Γι’αυτή την αξιοθρήνητη κατάσταση; Για να σέρνεται ένα ερπετό πίσω σας και οι άλλοι να σας αποφεύγουν σαν αρρώστους;» Η βραχνή φωνή του Κέλσοναρ ακουγόταν λαχανιασμένη, αλλά το πάθος στα λόγια του ήταν τόσο δυνατό που ο Χάφναρ θα ορκιζόταν ότι ηλέκτριζε ολόκληρο το δωμάτιο.

«Και τι προτείνεις;» ρώτησε ο Πάρνορ, που κοίταζε το κομμένο του χέρι.

«Να επιμείνουμε για ψηφοφορία. Είμαστε πέντε δράκαρχοι, στο σύνολο. Αν οι τρεις θέλουμε ψηφοφορία, τότε, πρέπει να πραγματοποιηθεί. Αν το λέω, όμως, μόνος μου, θα με αγνοήσουν, όπως και πολλές άλλες φορές.»

«Και στην ψηφοφορία τι θα γίνει, Κέλσοναρ;» είπε ο Χάφναρ.

«Θα αλληλοϋποστηριχτούμε και πάλι,» αποκρίθηκε εκείνος. «Δε θα το μετανιώσετε όταν με κάνετε Αρχιδράκαρχο. Θα δείτε το τάγμα μας να ισχυροποιείται, όπως δεν έχετε ποτέ φανταστεί. Δε θα έρχεται πλέον ένας νέος δράκαρχος ανά δέκα, είκοσι χρόνια, αλλά ένας δράκαρχος το χρόνο! Θα γίνουμε πολλοί και, τότε, η εξουσία μας θα μεγαλώσει. Θα είμαστε οι πραγματικοί προστάτες του Νόρβηλ, όχι μερικά περιφερόμενα τέρατα, που τρέχουν σα σκυλιά όταν τους φωνάξει ο μονάρχης τους! Οι ποιητές» –έδειξε την Ταλίνα, με το γαντοφορεμένο του χέρι– «θα γράφουν έπη για εμάς!»

Ο Πάρνορ και ο Χάφναρ δε μίλησαν, μονάχα η Σρ’άερ έβγαλε ένα σύριγμα προς το μέρος του Σ’άαρν, και εκείνος της κούνησε την ουρά του.

«Τι λέτε, λοιπόν;» ρώτησε ο Κέλσοναρ.

«Συμφωνώ,» είπε ο Πάρνορ, και κοίταξε τον Χάφναρ.

Εκείνος δίστασε να μιλήσει. Ακούμπησε την πλάτη στην καρέκλα του, σκεπτικός.

«Δεν έχουμε τίποτα να χάσουμε,» του τόνισε ο Πάρνορ. «Η θέση του Αρχιδράκαρχου είναι, έτσι κι αλλιώς, τυπική. Κι αν η εκλογή του Κέλσοναρ επιφέρει κάτι θετικό για το τάγμα μας, τόσο το καλύτερο.»

Ναι, σκέφτηκε ο Χάφναρ· δεν έχουμε τίποτα να χάσουμε. Οι δράκαρχοι είναι που είναι ξεπεσμένοι. Δε χρειαζόταν και πολύ συλλογισμό, για να καταλήξει κανείς σ’αυτό το συμπέρασμα. Ήταν προφανές. Και ο Κέλσοναρ είχε δίκιο: Δίνουμε τη ζωή μας για να μπούμε στο τάγμα· μεταμορφωνόμαστε σε κάτι διαφορετικό από τους υπόλοιπους ανθρώπους· και τι το τόσο σπουδαίο κερδίζουμε από αυτό; Ουσιαστικά, τίποτα. Εκτός αν το τάγμα ήταν αλλιώς· αν είχαμε πραγματική εξουσία…

Θα μπορούσε, όμως, ο Κέλσοναρ να επιφέρει αυτή τη δύσκολη αλλαγή; Να αναβιώσει τους δράκαρχους; Να κάνει τον πύργο τους ξανά ζωντανό;

Δεν έχουμε τίποτα να χάσουμε.

«Είμαι μαζί σας,» δήλωσε ο Χάφναρ.

«Οι τρεις μας, ενωμένοι, είμαστε δυνατοί,» είπε ο Κέλσοναρ, και ακούμπησε το δεξί του χέρι στο κέντρο του στρογγυλού τραπεζιού.

Ο Πάρνορ έβαλε το μοναδικό του χέρι επάνω σ’αυτό του κουκουλοφόρου δράκαρχου. Και ο Χάφναρ τον μιμήθηκε.

Η Ταλίνα αισθάνθηκε το Πνεύμα της Βιρκάνθα να την έχει επισκεφτεί, και να της ζητά να γράψει ένα ποίημα.


Κεφάλαιο 7
Ο Μαύρος Πρίγκιπας

 

«Ανοησίες!» γρύλισε ο Μαύρος Πρίγκιπας, κοιτάζοντας τον ουρανό και ψάχνοντας για τον ήλιο που είχε εξαφανιστεί. «Σιγά μην είναι αυτό το τέλος του κόσμου…» Στράφηκε σ’έναν διοικητή του και πρόσταξε: «Βάλτε σε τάξη το στρατό. Αποχωρούμε πάραυτα από τούτο το μέρος.»

«Μάλιστα, Υψηλότατε,» αποκρίθηκε εκείνος, κλίνοντας το κεφάλι και απομακρυνόμενος.

Ο Άσθαν ατένισε τον άντρα να βαδίζει ανάμεσα στους νεκρούς της πρόσφατης μάχης, προσπαθώντας να μη γλιστρήσει επάνω στο αίμα και στα κομμένα μέλη, ενώ, συγχρόνως, φώναζε στο στρατό να ανασυνταχτεί και να πάψουν όλοι να κοιτάζουν τον ήλιο.

«Πώς συνέβη, λοιπόν;» ρώτησε η φωνή του Πρίγκιπα Ήλμον. «Πώς πέθανε ο αδελφός μου, Στρατηγέ;»

Ο Άσθαν στράφηκε, για να τον κοιτάξει. «Ο Μόρντεναρ τον σκότωσε, Πρίγκιπά μου.»

«Ο Μόρντεναρ…!» Τα μάτια του Ήλμον στένεψαν.

«Έγινε μάχη,» εξήγησε ο Άσθαν. «Στην Έριγκ. Ο Μόρντεναρ είχε κατακτήσει την πόλη, και ο Βασιληάς εκστράτευσε για να την απελευθερώσει.»

«Πώς είναι δυνατόν ο Μόρντεναρ να συγκέντρωσε τόσο στρατό, ώστε να πόρθησε την Έριγκ;» απόρησε ο Ήλμον. «Και πώς είναι δυνατόν να πόρθησε μια πόλη όπου βρίσκεται η Κεντροφύλαξ Φερνάλβιν;» Προφανώς, είχε την Φερνάλβιν ε Νίλγκωρ περί πολλού· και ο Άσθαν δεν τον αδικούσε: ήταν εξαίρετη πολεμίστρια και στρατηγός.

«Η Έπαρχος έλειπε όταν η πόλη πάρθηκε–»

«Αυτό απαντά στο ένα μου ερώτημα, τουλάχιστον…»

«–και ο Μόρντεναρ δεν είχε μόνος του συγκεντρώσει στρατό. Υπάρχουν προδότες μέσα στο Νόρβηλ· ένας συνασπισμός προδοτών ο οποίος τον υποστηρίζει.»

«Ποιοι; Γνωρίζεις;»

«Όχι. Ο ταχυπομπός που ήρθε από τη Νουάλβορ δε μου το ανέφερε τούτο, Υψηλότατε.»

«Μάλιστα…» είπε ο Ήλμον, παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, καθώς προσπαθούσε να χωνέψει το θάνατο του αδελφού του. «Για ένα πράγμα, πάντως, να είσαι σίγουρος, Στρατηγέ: Όποιος κι αν κρύβεται πίσω από τη δολοφονία του Άργκελ –γιατί μονάχα ‘δολοφονία’ μπορούσε να είναι, από αυτό το σκυλί, τον Μόρντεναρ–, θα το πληρώσει πολύ ακριβά.»

Ένας στρατιώτης ζύγωσε, φέρνοντας μαζί του το μαύρο άλογο του Πρίγκιπα, το οποίο εκείνος καβάλησε, ρωτώντας: «Είμαστε έτοιμοι για αναχώρηση, ή ακόμα κοιτάμε τον ήλιο;»

«Είμαστε έτοιμοι, Υψηλότατε,» αποκρίθηκε ο άντρας.

Ο Ήλμον κοίταξε το ανασυνταγμένο στράτευμά του και ένευσε, ικανοποιημένος.

Ο Άσθαν ίππευσε το δικό του άλογο. «Το μεγαλύτερο μέρος του στρατεύματός μου βρίσκεται στην Φίρθμας, Πρίγκιπά μου,» είπε. «Τι πρέπει τώρα να κάνω;»

«Θα επιστρέψεις στην πρωτεύουσα,» του απάντησε ο Ήλμον, και ένα ρίγος διαπέρασε τη ράχη του Στρατηγού. Δεν τον φόβιζε ο θάνατος στη μάχη, αλλά στα χέρια των ανακριτών του Σάρναλ. «Και θα δηλώσεις πως μονάχα εσύ κι οι στρατιώτες μαζί σου επιβιώσατε από τη σκληρή μάχη.»

«Μα, Πρίγκιπά μου, δε θα φανεί παράξενο το γεγονός ότι όλοι οι μαχητές του Τυράννου σκοτώθηκαν και μόνο εγώ κι οι δικοί μου ζήσαμε;»

«Ναι,» είπε ο Ήλμον· «γιαυτό οι περισσότεροι από τους στρατιώτες σου θα ντυθούν σαν αυτούς του Σάρναλ και, φτάνοντας στη Φίρθμας, θα διεισδύσουν στο στρατώνα του.»

«Θα κάνετε τους πολεμιστές μου κατασκόπους;…»

«Περίπου, Στρατηγέ. Προς το παρόν, όμως, θα έρθετε μαζί μου, για να ξεκουραστείτε. Θα ξεκινήσετε με την αυγή, αφότου σας έχω ενημερώσει σχετικά με το πώς επιθυμώ να δράσετε.» Χτύπησε το άλογό του στα πλευρά, με τα τακούνια των μποτών του, και ξεκίνησε να καλπάζει.

Ο Άσθαν τον ακολούθησε, νιώθοντας μουδιασμένος.

Ο Ήλμον πλησίασε μια έφιππη μελαχρινή γυναίκα με μακριά μαλλιά, η οποία ήταν ντυμένη με φολιδωτή αρματωσιά και ένα τόξο βρισκόταν περασμένο στην πλάτη της.

«Να σου γνωρίσω, Στρατηγέ,» είπε ο Μαύρος Πρίγκιπας, «τη Θάρνιν, δεύτερη ξαδέλφη της Βασίλισσας Κυρκάνα, και μέλλουσα Βασίλισσα του Ένρεβηλ.»

«Χαίρω πολύ, Υψηλοτάτη,» είπε ο Άσθαν.

«Παρομοίως, Στρατηγέ Άσθαν,» αποκρίθηκε εκείνη. «Σας είμαι ευγνώμων για την παρουσία σας εδώ. Δε θα ξεχάσω ποτέ τη βοήθεια που μου προσέφερε το Νόρβηλ, για ν’απελευθερώσω το λαό μου.»

Ο Ήλμον έδωσε διαταγή στο στράτευμά του να ξεκινήσει, και ο Άσθαν έδωσε παρόμοια διαταγή στους δικούς του μαχητές, να ακολουθήσουν το φουσάτο του Μαύρου Πρίγκιπα. Έτσι, οι επαναστάτες μπήκαν στην ανατολική μεριά των πυκνών δασών Γάσπαρνηλ, και οι σκιές των φυλλωμάτων έπεσαν επάνω τους, ενώ ολόγυρά τους απλωνόταν μια γαλήνη που ο Άσθαν θα μπορούσε μονάχα να αποκαλέσει παράξενη, ελλείψει ακριβέστερης λέξης για να την περιγράψει.

Καθώς ταξίδευαν, ο Στρατηγός είχε τ’αφτιά του τεντωμένα, κρυφακούγοντας –ή ίσως απλά ακούγοντας, προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του– τις συζητήσεις των δικών του στρατιωτών, αλλά και των μαχητών του Πρίγκιπα Ήλμον. Και παρατήρησε πως άπαντες συζητούσαν για την εξαφάνιση του ήλιου. Το συγκεκριμένο φαινόμενο έμοιαζε να τους είχε τρομάξει πολύ. Και πρέπει να παραδεχτώ πως κι εμένα μ’έχει τρομάξει, σκέφτηκε ο Άσθαν. Γιατί, τώρα που το συλλογιόταν, δεν είχε ξαναδεί ποτέ του κάτι παρόμοιο· ούτε είχε ακούσει κανέναν να μιλάει ποτέ για εξαφάνιση του ήλιου. Ήξερε, φυσικά, πως, αραιά και πού, γίνονταν εκλείψεις, μα αυτές ήταν διαφορετικές. Ο ήλιος δε χανόταν· κρυβόταν πίσω από το φεγγάρι. Στη συγκεκριμένη, όμως, περίπτωση, δε φαινόταν να υπάρχει τίποτα που να τον κρύβει· είχε απλά εξαφανιστεί!

Ο Άσθαν ύψωσε, πολλές φορές, το βλέμμα του, προσπαθώντας να κοιτάξει ανάμεσα από τις πυκνές φυλλωσιές των δασών και να εντοπίσει τον ήλιο, μα ούτε μία φορά δεν τα κατάφερε. Κι όμως, από κάπου έρχεται φως… Από πού;

Ο Πρίγκιπας Ήλμον δεν άργησε να προστάξει στάση, και τα δύο στρατεύματα καταυλίστηκαν. Ο Άσθαν έβγαλε την αρματωσιά του και, μετά από πρόσκληση, ζύγωσε τη φωτιά που ο Πρίγκιπας μοιραζόταν με την Πριγκίπισσα Θάρνιν και έναν άλλο άντρα… που, μόλις ο Στρατηγός τον αντίκρισε, σταμάτησε απότομα, προτού καθίσει σε κάποια από τις πέτρες.

Ο άγνωστος είχε κοντά, καστανά μαλλιά και αραιά γένια, και ήταν αρκετά σωματώδης. Τίποτα το ιδιαίτερο, δηλαδή· τίποτα το ιδιαίτερο, αν εξαιρούσε κανείς το ότι φορούσε χιτώνα πάνω στον οποίο βρισκόταν κεντημένο ένα σύμβολο που ο Στρατηγός αναγνώριζε από παλιές, και δυσάρεστες, ημέρες: το όρθιο, πορφυρό, ακτινοβόλο ξίφος –το σύμβολο του Άνκαραζ, Θεού του Αίματος και του Πολέμου.

«Μη θορυβείσαι, Άσθαν,» είπε ο Ήλμον. «Κάθισε.»

Εκείνος υπάκουσε, σιωπηλά· ήταν πολύ ξαφνιασμένος για να πει οτιδήποτε.

«Ο Σεβασμιότατος Χάρναλιρ, ιερέας του Άνκαραζ, είναι με το μέρος μας,» εξήγησε ο Μαύρος Πρίγκιπας, «και εναντίον του Τυράννου.»

Ο Χάρναλιρ χαμογέλασε. «Χαίρω πολύ για τη γνωριμία, Στρατηγέ Άσθαν.»

«Παρομοίως,» αποκρίθηκε, με κάποια δυσκολία, εκείνος, μην μπορώντας να πιστέψει ότι ο Ήλμον είχε κάνει συμμαχία με τους ακόλουθους του Άνκαραζ! ενώ η λατρεία του εν λόγω θεού ήταν απαγορευμένη στο Νόρβηλ.

«Βλέπω πως είσαι ταραγμένος, Στρατηγέ,» είπε ο Μαύρος Πρίγκιπας. «Ίσως επειδή έχεις ακόμα στο νου σου τις καταστροφές στη Φεν εν Ρωθ…»

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνος, «ίσως να φταίει αυτό…»

Ο Ήλμον γέλασε. «Ηρέμησε! Οι ακόλουθοι του Άνκαραζ δεν είναι εχθροί μας. Δεν μπορεί κανένας που επιθυμεί την απελευθέρωση του Ένρεβηλ να είναι εχθρός μας.»

Μα, Πρίγκιπά μου, αυτοί είναι κοράκια, λύκοι, ύαινες! σκέφτηκε ο Άσθαν. Έρχονται εδώ για το αίμα που χύνεται, και για κανέναν άλλο λόγο· δεν τους ενδιαφέρει η «απελευθέρωση» καμιας χώρας. Δεν μπορεί να μην το ξέρεις τούτο! Αλλά δεν είπε τίποτα.

Ένας άντρας και μια γυναίκα πλησίασαν τη φωτιά τους και τους έφεραν φαγητό και ποτό, για τα οποία ο Πρίγκιπας Ήλμον τούς ευχαρίστησε κι αυτοί αποχώρησαν, υποκλινόμενοι εμπρός του. Ο Άσθαν, κοιτάζοντάς τους, έπρεπε να παραδεχτεί ότι ο αδελφός του μακαρίτη Βασιληά Άργκελ είχε καταφέρει και με το παραπάνω να κερδίσει το σεβασμό ετούτων των ανθρώπων. Αναρωτιέμαι, μάλιστα, αν σκοπεύει να παντρευτεί την Πριγκίπισσα Θάρνιν, σκέφτηκε, καθότι μπορούσε να δει ότι ο Ήλμον κι εκείνη είχαν μια οικειότητα· πιθανώς να ήταν εραστές…

«Πώς σκοπεύετε να κινηθείτε τώρα, Υψηλότατε;» ρώτησε ο Άσθαν, καθώς έτρωγαν.

«Τώρα, περνάμε στη σημαντικότερη φάση του σχεδίου μου, Στρατηγέ,» αποκρίθηκε ο Ήλμον. «Στην εκθρόνιση του Τυράννου. Ο στρατός που έχει πλέον αφήσει στην πρωτεύουσά του είναι λίγος σε σχέση με τον δικό σου που βρίσκεται εκεί.»

Ο Άσθαν άρχισε να καταλαβαίνει. Θέλει να χτυπήσω τον Σάρναλ εκ των έσω…

Ο Ήλμον μειδίασε, βλέποντας την έκφραση του Στρατηγού. «Ναι,» είπε, σαν να είχε διαβάσει τις σκέψεις του. «Ναι.

»Ωστόσο, υπάρχει ένα πρόβλημα: Ο Τύραννος, σίγουρα, δε θα έχει μείνει τόσο αφύλαχτος όσο φαίνεται. Αναμφίβολα, μόλις έδιωξε το στρατό του από την πρωτεύουσα, θα κάλεσε δυνάμεις από άλλα σημεία του Βασιλείου, ώστε να γεμίσει το κενό ισχύος στην Φίρθμας.»

«Πράγμα το οποίο σημαίνει τι, Πρίγκιπά μου;»

«Ότι πρέπει να κινηθείς γρήγορα, Στρατηγέ, προτού ο Σάρναλ συγκεντρώσει τους μαχητές του.»

«Χρειαζόμαστε οκτώ ημέρες για να επιστρέψουμε. Το αποκλείω να τους προλάβουμε.»

«Χρειαζόσαστε οκτώ ημέρες για να επιστρέψετε ως στράτευμα. Όμως εσύ κι άλλοι δέκα, δεκαπέντε έφιπποι μαχητές δε χρειαζόσαστε πάνω από τρεις ημέρες.»

«Μα…»

«Στρατηγέ, δεν υπάρχει λόγος να φέρεις τους λιγότερο από δύο χιλιάδες μαχητές σου στη Φίρθμας. Το σημαντικό είναι να πας εσύ εκεί και να κινητοποιήσεις τους έξι χιλιάδες που παραμένουν στο στρατώνα, χτυπώντας τις ελάχιστες δυνάμεις του Σάρναλ οι οποίες βρίσκονται εκεί.»

Ο Άσθαν ένευσε. «Καταλαβαίνω τώρα το σχέδιό σας, Πρίγκιπά μου. Στην αρχή, όταν μου είπατε πως θα ντυθούμε σαν τους μαχητές του Τυράννου, νόμιζα ότι μιλούσατε για όλους μας.»

«Φυσικά και όχι,» διευκρίνισε ο Ήλμον. «Μιλούσα μόνο για τη ντουζίνα που θα έρθει μαζί σου, Στρατηγέ, οι οκτώ από τους οποίους καλό θα ήταν να είναι ντυμένοι έτσι.»

Κανείς δε μίλησε, για λίγο· αλλά, ύστερα, ο Άσθαν είπε: «Δεν έχετε καμια ενημέρωση σχετικά με τα μέρη από τα οποία ο Σάρναλ θα καλέσει στρατό, για να τον φέρει στην πρωτεύουσα;»

«Έχουμε ορισμένες υποψίες,» εξήγησε η Θάρνιν. «Κι έχουμε στείλει μαχητές μας σ’αυτά τα σημεία του Βασιλείου, ώστε να προκαλέσουν δολιοφθορές στις δυνάμεις του Τυράννου και να καθυστερήσουν την προέλασή τους.»

«Κατ’αρχήν,» πρόσθεσε ο Χάρναλιρ, «θα έπρεπε κι εσείς, Στρατηγέ, να έχετε αντιληφθεί από πού θα καλέσει, πρώτα, δυνάμεις ο Σάρναλ…»

«Από τη Νίλμας και την Έλμας;» είπε ο Άσθαν, στρέφοντας το βλέμμα του στον ιερέα του Άνκαραζ και κοιτάζοντας ερευνητικά την έκφρασή του, προσπαθώντας να μαντέψει τι είχε στο μυαλό του ετούτο το αιμοβόρο τσακάλι.

«Σαφώς,» ένευσε ο Χάρναλιρ. «Γιατί πιστεύει ότι, λόγω των ποταμών, μπορεί να κρατήσει αυτές τις πόλεις ευκολότερα, σε περίπτωση πολιορκίας.»

«Και είναι κι οι πιο κοντινές στην πρωτεύουσα,» πρόσθεσε η Θάρνιν.

«Πόσες ημέρες χρειάζεται ένα στράτευμα, για να έρθει από τη Νίλμας ή την Έλμας;» ρώτησε ο Άσθαν. «Το δικό μου φουσάτο, όταν πέρασε την πρώτη απ’αυτές τις πόλεις, νομίζω πως έκανε… τρεις ημέρες να φτάσει στη Φίρθμας.»

Ο Ήλμον ένευσε. «Αυτός είναι ο χρόνος.»

«Τότε, και πάλι δεν προλαβαίνουμε, Πρίγκιπά μου,» είπε ο Άσθαν. «Αν ο Σάρναλ έστειλε αγγελιαφόρο την ίδια ημέρα που κι εμείς φύγαμε από την πρωτεύουσα, θα έχει τις δυνάμεις στη Φίρθμας εδώ και τέσσερις ημέρες.»

«Σωστά. Αλλ’ αυτό δε φέρνει την καταστροφή. Στη Νίλμας υπάρχει στρατός δύο χιλιάδων μαχητών, και στην Έλμας άλλων τόσων. Αν υποθέσουμε ότι ο Σάρναλ θα καλέσει τις μισές από αυτές τις δυνάμεις, τότε θα ενισχύσει τη Φίρθμας με δύο χιλιάδες ακόμα στρατιώτες. Στην πρωτεύουσα, βρίσκονται ήδη δύο χιλιάδες μαχητές, επομένως έτσι θα φτάσουν τις τέσσερις. Δηλαδή, εξακολουθούμε να υπεραριθμούμε.»

«Για δύο χιλιάδες.»

«Ή κατά ένα τρίτο. Αυτό δεν είναι άσχημη αναλογία, Στρατηγέ. Και μην ξεχνάς ότι θα έχουμε και το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού. Αρκεί να φτάσουμε εγκαίρως στη Φίρθμας, ώστε να μην έρθει κι άλλος στρατός· γιατί, έτσι κι έρθει, τότε τα πράγματα θα ασχημύνουν για εμάς.»

Ο Άσθαν ένευσε. «Το αντιλαμβάνομαι.»

«Τα άλογά μας, όταν φύγουμε με την αυγή, μπορούμε να τα πιέσουμε λίγο περισσότερο, ώστε να φτάσουμε γρηγορότερα από τρεις ημέρες.»

Τα άλογά μας; «Θα έρθετε κι εσείς, Πρίγκιπά μου;»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Ήλμον. «Αυτό είναι το σημαντικότερο χτύπημα κατά του Σάρναλ· δεν μπορώ να λείψω.»

«Ούτε εγώ,» πρόσθεσε η Θάρνιν.

«Από πού αλλού μπορεί να καλέσει στρατό ο Σάρναλ;» ρώτησε ο Άσθαν.

Ο Ήλμον άπλωσε έναν χάρτη του Ένρεβηλ ανάμεσά τους. «Από κάθε σημειωμένη πόλη που βλέπεις. Οι κοντινότερες, όμως, μετά από τη Νίλμας και την Έλμας, είναι η Γέμρηλ και η Σάργκμον,» τις έδειξε με το δάχτυλό του, «απ’όπου, για να έρθει στρατός, χρειάζεται οκτώ ημέρες.»

«Δηλαδή, ίσα που προλαβαίνουμε. Αν προλαβαίνουμε…»

«Τα πάντα εμπεριέχουν κάποιο ρίσκο, Στρατηγέ,» είπε ο Μαύρος Πρίγκιπας. «Χωρίς να ρισκάρεις τίποτα, δεν κερδίζεις τίποτα. Μην απελπίζεσαι, όμως· θυμήσου τι σου είπε η Θάρνιν: Έχουμε βάλει ανθρώπους μας να προκαλέσουν δολιοφθορές στα ερχόμενα φουσάτα. Και στη Σάργκμον η επιρροή μας είναι πολύ μεγάλη, όπως και στη Ντίλρομ και στη Γόρλεχ.»

«Ο Σάρναλ, λοιπόν, είχε μαντέψει σωστά,» είπε ο Άσθαν· «ακριβώς γι’αυτές τις περιοχές με προειδοποίησε, όταν τον πρωτοσυνάντησα.»

«Οι κατάσκοποί του είναι απλωμένοι παντού,» τόνισε ο Χάρναλιρ. «Δυστυχώς, δυσκολευόμαστε να του κρύψουμε πολλά πράγματα.»

«Επομένως, υπάρχει και η περίπτωση να μπλοκάρει, κάπως, τους δολιοφθορείς σας, σωστά;»

«Τίποτα δεν αποκλείεται, Στρατηγέ,» αποκρίθηκε ο Ήλμον. «Όμως, όπως σου είπα, χωρίς ρίσκο, δεν κερδίζεις. Και στην περίπτωσή μας είναι ή όλα ή τίποτα.» Τύλιξε πάλι τον χάρτη και τον πέρασε στη ζώνη του.

«Απορώ πώς οι κατάσκοποι του Σάρναλ δεν είχαν εντοπίσει και το φουσάτο σας, Πρίγκιπά μου,» είπε ο Άσθαν. «Όταν ερχόμασταν εδώ, πιστεύαμε ότι θα συναντούσαμε ένα μάτσο από ανοργάνωτους αντάρτες, όχι τακτικό στρατό.»

«Στα δάση Γάσπαρνηλ τα Αφτιά του Τυράννου έχουν ελάχιστη επιρροή,» εξήγησε ο Ήλμον. «Έχουμε φροντίσει γι’αυτό.»

«Υπάρχει, όμως, και ένας κίνδυνος για τον οποίο θα ήταν σωστό να ενημερώσουμε τον Στρατηγό,» είπε η Θάρνιν.

Ο Άσθαν συνοφρυώθηκε, γιατί, από την όψη της γυναίκας, καταλάβαινε ότι επρόκειτο για κάτι που είχε ιδιαίτερη βαρύτητα.

Ο Ήλμον κατένευσε, και η Θάρνιν συνέχισε: «Ο Σάρναλ έχει στο πλευρό του κάποιους ειδικά εκπαιδευμένους δολοφόνους που ονομάζονται Λεπιδοφόροι Γέρακες. Ίσως, μάλιστα, να τους έχετε δει, Στρατηγέ, γιατί τον φρουρούν συνεχώς.»

«Νομίζω πως, ναι, τους έχω δει. Έχουν στο στέρνο τους λαξεμένο ένα γεράκι, έτσι;»

«Ναι,» είπε η Θάρνιν, «αυτοί είναι. Και είναι πολύ επικίνδυνοι. Πρόκειται για νεκρενοικημένους δολοφόνους.»

«Νεκρενοικημένους δολοφόνους;» Σαν να τους είχε ξανακούσει, αλλά δε θυμόταν πού…

«Φονιάδες με υπερφυσικές δυνάμεις,» εξήγησε η Πριγκίπισσα, «οι οποίοι έχουν μέσα τους το πνεύμα ενός νεκρού της Φεν εν Ρωθ.»

Ο Άσθαν αισθάνθηκε τις τρίχες του να σηκώνονται. Βάνραλ…! Ναι, πρέπει να είχε ακούσει κάποια πράγματα γι’αυτούς, στη Νουάλβορ, αλλά, τότε, δεν είχε δώσει πολύ σημασία. Μάλλον, θα τους είχε περάσει για μύθους…

«Από πού έρχονται;» ρώτησε.

«Παραδόξως,» αποκρίθηκε η Θάρνιν, «όχι από τη Νίζβερ, αλλά από ένα νησί που ονομάζεται Τάμαροκ και δε βρίσκεται πολύ νότια του Ένρεβηλ. Αρχηγός τους είναι κάποιος γνωστός ως ‘ο Νησιώτης’· μια μυστηριώδης φιγούρα.»

«Έχει πάει ποτέ κανένας σας σ’αυτό το νησί;»

«Όχι. Είναι δύσκολο να το πλησιάσεις, γεμάτο υφάλους και περιτριγυρισμένο από άλλα μικρότερα νησιά. Τουλάχιστον, αυτό γνωρίζω εγώ.»

«Θαυμάσιο μέρος…» μουρμούρισε ο Άσθαν· και δυνατότερα: «Ποιον υπηρετεί ο Νησιώτης;»

«Κανείς δεν ξέρει,» απάντησε η Θάρνιν. «Όμως, πιθανότατα, είναι απλά μισθοφόρος. Στέλνει τους φονιάδες του σ’εκείνον που τον πληρώνει περισσότερο.»

«Επιχειρήσατε ποτέ να έρθετε σε επαφή μαζί του;»

«Ναι,» είπε ο Ήλμον. «Και ποτέ δε μας απάντησε.»

«Αυτό, λοιπόν, δείχνει ότι έχει κάποιες… πολιτικές προτιμήσεις.»

«Ίσως,» παραδέχτηκε ο Μαύρος Πρίγκιπας.

«Ή ίσως ο Σάρναλ να τον πληρώνει αδρά,» πρόσθεσε η Θάρνιν.

«Όπως και να έχει το ζήτημα, όταν ο Τύραννος πέσει, ο Νησιώτης θα πάψει πλέον να του στέλνει βοήθεια,» είπε ο Χάρναλιρ.

«Πόσο, όμως, θα μας δυσκολέψουν αυτοί οι Γέρακες;» ρώτησε ο Άσθαν. «Πόσο θα μας δυσκολέψουν να ρίξουμε τον Σάρναλ;»

«Λειτουργούν ως προσωπική του φρουρά,» είπε ο Ήλμον. «Άρα, θα πρέπει ν’ανησυχήσουμε γι’αυτούς αφότου κατατροπώσουμε το στρατό του.»

Ο Άσθαν ήπιε μια γουλιά από τη μπίρα του, μένοντας σιωπηλός, καθώς έφερνε το χάρτη του Ένρεβηλ στο νου του και αναλογιζόταν το σχέδιο του Μαύρου Πρίγκιπα, ψάχνοντας για ψεγάδια. Δε φαίνεται να υπάρχει κάποιο προφανές σφάλμα, σκέφτηκε. Αν φτάσουμε γρήγορα στη Φίρθμας και χτυπήσουμε το στρατό του Σάρναλ εκεί, τότε, λογικά, πρέπει να υπερισχύσουμε και να αιχμαλωτίσουμε τον Τύραννο. Μια προσωπική φρουρά, οσοδήποτε ικανή –ακόμα και υπερφυσικά ικανή!–, δεν μπορεί να προστατέψει κάποιον από ένα στράτευμα.

Κι όμως, ο Άσθαν ανησυχούσε, γιατί ήξερε πως, όσο προσεγμένο κι αν ήταν ένα σχέδιο, πάντοτε –πάντοτε– υπήρχαν στοιχεία που παραβλέπονταν. Το ζητούμενο ήταν η επικινδυνότητα αυτών των στοιχείων· κατά πόσο, δηλαδή, μπορούσαν να ανατρέψουν τα πάντα, μετατρέποντάς σε από νικητή σε νικημένο…

Ακόμα κι όταν επέστρεψε στη σκηνή του, για ν’αναπαυθεί, ο Στρατηγός Άσθαν εξακολουθούσε να αναλογίζεται το σχέδιο του Μαύρου Πρίγκιπα.

Τι θα μπορούσε να πάει στραβά;

Μπορεί να φτάσουμε στη Φίρθμας και να βρούμε εκεί το στρατό του Σάρναλ απίστευτα ενισχυμένο· ή μπορεί να βρούμε τους μαχητές μου αιχμάλωτους στα μπουντρούμια… ή νεκρούς. Αλλά, ακόμα κι αν δεν συμβούν αυτά, ο Τύραννος μπορεί να έχει κάποιο κρυφό πέρασμα κάτω από το παλάτι του και να μας ξεφύγει· ή –σε περίπτωση που έχει μαντέψει ή ανακαλύψει το σχέδιό μας– μπορεί να έχει ήδη εγκαταλείψει την πρωτεύουσα και, όταν πάμε εκεί, να μην τον βρούμε. Ή μπορεί να μας επιτεθούν στο δρόμο οι Λεπιδοφόροι Γέρακες, προτού φτάσουμε στη Φίρθμας…

Είναι ο Πρίγκιπας Ήλμον προετοιμασμένος για όλα τούτα τα ενδεχόμενα;

Ο Άσθαν δεν κοιμήθηκε καθόλου καλά εκείνο το βράδυ.


Κεφάλαιο 8
«Ας είναι όπως θέλει ο δρόμος που με οδηγεί στη Νίζβερ»

 

Το ταξίδι διαμέσου των βουνών ήταν από τις χειρότερες εμπειρίες που είχαν ζήσει –μετά από την πολιορκία της Έριγκ και τις φυλακές της Ντίλρομ, ασφαλώς. Ο Έσριλαν τούς πήγαινε από τα ευκολότερα σημεία που γνώριζε, αποφεύγοντας τα χιονισμένα ή τα απόκρημνα μέρη, μα και πάλι εκείνοι δυσκολεύονταν αφάνταστα. Και ο Κάφελ όλη την ώρα ευχόταν να είχε ένα χέρι παραπάνω: το χέρι που του είχαν κλέψει οι πολεμιστές του Άνκαραζ.

Κάνε υπομονή, έλεγε στον εαυτό του. Δεν αργούμε πλέον να φτάσουμε στη Νίζβερ. Πλησιάζουμε. Είχε συνδέσει τόσο πολύ στο νου του τη Νίζβερ με τη λύτρωση, που αισθανόταν πια βέβαιος πως, όταν έφτανε εκεί, το χέρι του θα αποκαθίστατο δια μαγείας.

Η Ζιάλα, που έβλεπε την έκφραση του προσώπου του, διέκρινε πράγματα τα οποία την τρόμαζαν. Διέκρινε έναν άνθρωπο με το σώμα του εδώ και το πνεύμα του αλλού· κάποιον που της θύμιζε φάντασμα. Η Νίζβερ και η αποκατάσταση του χεριού του του είχαν γίνει απόλυτη εμμονή· μονάχα γι’αυτά μιλούσε –όταν μιλούσε· γιατί την περισσότερη ώρα ήταν σιωπηλός, σαν ζωντανός-νεκρός. Η Ζιάλα ήλπιζε μόνο να καλυτέρευε, μόλις περνούσαν τα βουνά και βρίσκονταν σε πιο βατά εδάφη.

Ο ήλιος είχε χαθεί από τον ουρανό εδώ και ημέρες, αλλά, ύστερα από την πρώτη ημέρα, οι τρεις τους είχαν πάψει να το συζητάνε. Ο Έσριλαν ήταν πολύ απασχολημένος με το να οδηγεί τους συντρόφους του· ο Κάφελ βρισκόταν στον δικό του κόσμο, και δεν τον απασχολούσε τίποτ’άλλο· και η Ζιάλα είχε πάθει ανοσία πλέον στην ηλιακή εξαφάνιση –ποιος νοιάζεται για τον ήλιο όταν έχει να διανύσει τέτοια κακοτράχαλα μέρη; Το μόνο για το οποίο νοιάζεται είναι να ταξιδεύει και να ταξιδεύει και να ταξιδεύει, σαν μέσα σε όνειρο…

Ένα όνειρο που κάποια ημέρα –ή, πιο συγκεκριμένα, κάποιο απόγευμα– τελείωσε, καθώς οι σύντροφοι βγήκαν από τα βουνά και βρέθηκαν στους πρόποδές τους, αφότου κατέβηκαν μια σχετικά απότομη πλαγιά.

«Κατασκηνώνουμε,» είπε ο Έσριλαν, και έπιασε αμέσως δουλειά· ήταν η πρώτη φορά που τους έλεγε να κατασκηνώσουν από τόσο νωρίς. «Ζιάλα, βοήθησέ με.» Από τον Κάφελ είχε πάψει πια να ζητά βοήθεια, γιατί φερόταν σαν υπνοβάτης.

Ο μονόχειρας άντρας κάθισε στο έδαφος, αφήνοντας το σάκο του παραδίπλα κι ακουμπώντας την πλάτη του στον κορμό ενός δέντρου. Και νόμιζε ότι κι ένας άλλος άνθρωπος ακουμπούσε στο δέντρο, αλλά όρθιος και στεκόμενος από πάνω του, εκεί όπου μπορούσε να τον δει μονάχα με την άκρια του δεξιού του ματιού.

«…Άνκαραζ,» μουρμούρισε, κουρασμένα, ο Κάφελ. «Τι στο δαίμονα θέλεις από μένα, Άνκαραζ;… Γιατί με στοιχειώνεις;»

Η Ζιάλα τον είδε που παραμιλούσε, αλλά δεν άκουσε τι έλεγε. Έτσι, ρώτησε: «Θέλεις κάτι;»

Ο Κάφελ εστίασε το βλέμμα του στην κοπέλα που άναβε φωτιά, μερικά μέτρα παραπέρα. «Τι;»

«Είπα: θέλεις κάτι;»

«…Όχι.»

«Νόμιζα ότι μου μίλησες.»

Ο Κάφελ κοίταξε στα δεξιά του, ψάχνοντας για τη σκιερή φιγούρα που ακουμπούσε στο δέντρο· μα κανένας δεν ήταν εκεί, πέραν από τον ορεινό άνεμο. Άνκαραζ, γιατί με παρακολουθείς; Γιατί έχεις στραμμένο το βλέμμα σου επάνω μου; Δεν είμαι πολεμιστής, Θεέ του Αίματος! Είμαι ένας κουλός έμπορος, να σε πάρουν οι δαίμονες!

Ο άνεμος σφύριξε κάτι ακατανόητο.

Η Ζιάλα, έχοντας ανάψει φωτιά, σηκώθηκε και ζύγωσε τον Κάφελ, γονατίζοντας πλάι του. «Περάσαμε τα βουνά,» του είπε.

«Ναι, το ξέρω…»

Αυτό, τουλάχιστον, το κατάλαβε, σκέφτηκε η Ζιάλα. «Θέλεις να φας τίποτα;»

Ο Κάφελ ένευσε. Και ρώτησε: «Πού είναι ο Έσριλαν;»

«Πήγε να κόψει ξύλα. Αυτά» –έδειξε τη φωτιά, με τον αντίχειρά της– «ήταν τα τελευταία μας. Έλα κοντά, να ζεσταθείς.» Σηκώθηκε όρθια.

Ο Κάφελ ορθώθηκε, επίσης, και ζύγωσαν τις φλόγες, για να καθίσουν πλάι τους. Η Ζιάλα έβγαλε από το σάκο της ξηρούς καρπούς και μπίρα, κι άρχισαν να τρώνε σιωπηλά.

Το βλέμμα του Κάφελ πλανήθηκε προς τα βόρεια, όπου, μέσα στο λυκόφως, μπορούσε ν’αντικρίσει μια πεδιάδα ν’απλώνεται, διάσπαρτη με λοφίσκους και συστάδες δέντρων. Σε ορισμένα σημεία, νόμιζε ότι μπορούσε να δει σκιές να κινούνται… Τετράποδες σκιές;

Ρίγησε, καθώς θυμήθηκε το περιστατικό με τους λύκους, στα βουνά. Δύο μέρες ύστερα από την εξαφάνιση του ήλιου πρέπει να ήταν. Τα σαρκοφάγα θηρία τούς είχαν επιτεθεί μες στη νύχτα· τα μάτια και τα δόντια τους άστραφταν με λύσσα. Και το πλήθος τους ήταν μεγάλο. Ο Κάφελ είχε νομίσει ότι θα τους έτρωγαν και το ταξίδι τους θα τελείωνε εκεί· μα ο Έσριλαν είχε διαφορετική άποψη, και, ανάβοντας φωτιές γύρω τους, κατάφερε να διώξει τους λύκους, ενώ η Ζιάλα τόξεψε έναν, με τη βαλλίστρα που, κανονικά, ήταν του Κάφελ αλλά εκείνος δεν αισθανόταν τη διάθεση να τη σηκώσει και να σημαδέψει.

Επί του παρόντος, έδιωξε απ’το νου του τους λύκους και έστρεψε τις σκέψεις του, γι’ακόμα μία φορά, στη Νίζβερ (την οποία, επιτέλους, πλησίαζε), στο χέρι του (που, σύντομα, θα αποκαθίστατο), και στον Άνκαραζ (τι θέλει από μένα; τι θέλει από μένα;).

Το λυκόφως άρχισε να δίνει τη θέση του στη νύχτα, και η Ζιάλα κοίταξε τον ουρανό, για να βρει το φεγγάρι. Είχε ξαναπροσπαθήσει και πριν από κάποιες ημέρες (δύο; τρεις; –δε θυμόταν ακριβώς), μα δεν το είχε εντοπίσει. Επομένως, δύο εξηγήσεις μπορεί να υπήρχαν: ή και τότε και τώρα το φεγγάρι βρισκόταν κρυμμένο πίσω από σύννεφα, ή είχε κι αυτό χαθεί, όπως ο ήλιος. Τι έχει συμβεί στον ουρανό, μα την Πάνσοφη Βιρκάνθα;

Ο Έσριλαν ήρθε μέσα από τα σκοτάδια, κι ακούμπησε το δεμάτι με τα ξύλα στο έδαφος, καθώς επίσης και τρεις λαγούς, τους οποίους κρατούσε από τ’αφτιά. «Σήμερα θα φάμε κάτι καλύτερο από ξηρά τροφή,» είπε, και η Ζιάλα χαμογέλασε, σκεπτόμενη: Καιρός ήταν! Είχε σιχαθεί να τρώει τα ίδια και τα ίδια…

Ο Έσριλαν κάθισε σε μια πέτρα, τράβηξε ένα μεγάλο μαχαίρι από τη μπότα του, και ξεκίνησε να καθαρίζει τους λαγούς. Το μοναδικό του μάτι γυάλιζε στο φως της φωτιάς.

Σνάρκαλ… σκέφτηκε ο Κάφελ, παρατηρώντας τον. Ο οδηγός τους του θύμιζε τον Θεό του Εμπορίου και της Απάτης, τον θεό που λέγανε ότι είχε χάσει το αριστερό του μάτι. Θα μπορούσε ο Έσριλαν να είναι η ενσάρκωση του Σνάρκαλ; Ο Κάφελ είχε ακούσει κάτι τέτοιες ιστορίες, που έλεγαν ότι οι θεοί κατεβαίνουν, για να βοηθήσουν τους πιστούς τους υπηρέτες, παίρνοντας διάφορες μορφές οι οποίες, όμως, πάντοτε σχετίζονταν με την αληθινή τους φύση.

Παραμύθια… Τυχαίο είναι. Δεν μπορεί και ο Σνάρκαλ και ο Άνκαραζ να έχουν τα βλέμματά τους στραμμένα επάνω μου. Ένας θεός τη φορά, παρακαλώ!

Γέλασε, ξερά.

Ο Έσριλαν και η Ζιάλα τον κοίταξαν.

«Θυμήθηκα κάτι,» είπε ο Κάφελ.

Και σιγή έπεσε πάλι· μέχρι που η Ζιάλα ρώτησε τον οδηγό τους: «Γιατί έχει εξαφανιστεί ο ήλιος, Έσριλαν;»

Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους, υποδηλώνοντας άγνοια.

«Θα ξαναεμφανιστεί;»

«Δεν ξέρω,» είπε, αφήνοντας τον δεύτερο καθαρισμένο λαγό επάνω στον πρώτο και κλοτσώντας τα χυμένα εντόσθια –τα οποία ανέδιδαν μια δυνατή βρόμα– παράμερα.

«Και το φεγγάρι έχει χαθεί,» τόνισε η Ζιάλα.

«Το έχω προσέξει.»

«Και κάτι… αλλόκοτο νομίζω ότι έχει συμβεί, γενικότερα. Υπάρχει μια γαλήνη, δεν υπάρχει; Μια γαλήνη που, μάλλον, δεν είναι κανονική γι’αυτά τα βουνά… Την έχεις αντιληφτεί;»

Ο Έσριλαν ένευσε.

«Την είχες αντιληφτεί και παλιότερα –προτού να χαθεί ο ήλιος;»

«Όχι,» απάντησε εκείνος, καθαρίζοντας τον τρίτο λαγό.

«Και δε σ’έχουν παραξενέψει όλ’αυτά;» ρώτησε, έντονα, η Ζιάλα.

«Με έχουν παραξενέψει, αλλά τι να κάνω; Δεν είμαι θεός, για να φέρω τον ήλιο πίσω, ή το φεγγάρι.»

Σωστό κι αυτό… σκέφτηκε η Ζιάλα.

Την επομένη, σηκώθηκαν προτού χαράξει (δηλαδή, ο Έσριλαν τούς σήκωσε) και ξεκίνησαν να κατεβαίνουν τους πρόποδες των βουνών και να ζυγώνουν την πεδιάδα με τους βατούς λοφίσκους και τα σύδεντρα. Το πρωινό φως, ως συνήθως αυτές τις ημέρες, απλώθηκε σταδιακά, ερχόμενο από παντού και πουθενά.

«Δεν ξέρω αν το έχεις παρατηρήσει,» είπε ο Έσριλαν στη Ζιάλα, καθώς οδοιπορούσαν, «αλλά οι σκιές είναι σαν να έχουν μείνει στη μεσημεριανή ώρα που χάθηκε ο ήλιος.»

Η κοπέλα κοίταξε κάτω. «Έχεις δίκιο!» αποκρίθηκε. «Όντως, δεν το είχα προσέξει. Είναι ανατριχιαστικό, έτσι;»

Ο Έσριλαν ένευσε. «Είναι.»

«Πόσο μακριά είμαστε τώρα από τη Νίζβερ;» ρώτησε ο Κάφελ.

«Ως το απόγευμα, θα έχουμε φτάσει στη δημοσιά που ξεκινάει από τη Ντίλρομ και καταλήγει εκεί,» του απάντησε ο οδηγός. «Πρόκειται για έναν ερημωμένο δρόμο που περνά μέσα από άγριους τόπους.»

«Πόσο καιρό θα μας πάρει να τον διανύσουμε;»

«Τρεις μέρες.»

Σε τέσσερις μέρες, δηλαδή, θα είμαι στη Νίζβερ, σκέφτηκε ο Κάφελ, και πήρε μια βαθιά ανάσα. Ναι, είμαι κοντά. Πολύ κοντά, τώρα.

«Δεν περνάνε έμποροι απ’αυτό το δρόμο, Έσριλαν;» ρώτησε η Ζιάλα.

«Ελάχιστοι,» απάντησε εκείνος, «και φτάνουν μέχρι ένα σημείο. Όχι ως τη Νίζβερ. Εκεί πηγαίνουν μόνο μέσω του ποταμού Μάρνελ.»

«Υπάρχουν ληστές σε τούτα τα μέρη;»

«Ληστές, θηρία· ναι.»

«Τότε, γιατί να πάμε από το δρόμο;» είπε η Ζιάλα. «Δε θάταν προτιμότερο ν’ακολουθήσουμε άλλη διαδρομή;»

«Ο δρόμος δεν είναι αυτό που σου έρχεται στο μυαλό όταν λες ‘δρόμος’,» εξήγησε ο Έσριλαν.

«Και τι είναι;»

«Πλάκες απο δώ κι απο κεί… ή, κάπου-κάπου, τίποτα περισσότερο από μια αίσθηση ότι βαδίζεις σε δρόμο –με την έννοια ότι δεν υπάρχουν και τόσα εμπόδια στο διάβα σου.»

«Και ισχύει αυτό σε όλο το μήκος του;» ρώτησε ο Κάφελ. «Από τη Ντίλρομ μέχρι τη Νίζβερ;»

Σα να έχει συνέλθει, κάπως, παρατήρησε η Ζιάλα, λοξοκοιτάζοντάς τον. Σα να έχει αρχίσει να επανέρχεται.

«Όχι,» απάντησε ο Έσριλαν. «Δεν άκουσες τι είπα πριν; Οι έμποροι ταξιδεύουν πάνω στη δημοσιά ως ένα σημείο. Μετά, δεν έχουν και λόγο να ταξιδέψουν, εδώ που τα λέμε. Πού να πουλήσουν την πραμάτεια τους; Στις αρκούδες;»

«Να υποθέσω πως εμείς το έχουμε περάσει αυτό το… όριο του πολιτισμού;»

«Ναι.»

«Θεωρούνται ‘Ένρεβηλ’ οι περιοχές όπου βαδίζουμε τώρα;» ρώτησε ο Κάφελ.

«Θεωρούνται,» αποκρίθηκε ο Έσριλαν. «Αλλά δε θα βρεις και πολύ στρατό του Τυράννου εδώ.»

«Γιατί, τότε, δεν έχετε κάνει το άντρο σας σ’αυτά τα μέρη; Εννοώ, οι επαναστάτες.»

«Δεν έχει νόημα, φίλε μου. Τι να πολεμήσουμε εδώ; Τις αρκούδες που οι έμποροι δεν πουλάνε την πραμάτεια τους;»

Το μεσημέρι σταμάτησαν κοντά σ’έναν λοφίσκο, και έφαγαν ό,τι τους είχε απομείνει από τους λαγούς που είχε πιάσει, χτες βράδυ, ο Έσριλαν. Ύστερα, κάθισαν για να ξεκουραστούν μερικές ώρες.

«Ποια δουλειά έχεις στη Νίζβερ;» ρώτησε η Ζιάλα τον οδηγό τους.

«Μην κάνεις την ίδια ερώτηση δύο φορές, κοπελιά,» αποκρίθηκε εκείνος.

Η Ζιάλα –που την έτρωγε η περιέργεια να μάθει– είχε πιστέψει ότι ίσως τώρα να τον έπιανε απροετοίμαστο και να της αποκάλυπτε αυτό το «περιβόητο μυστικό»· όμως, τελικά, φαίνεται πως είχε κάνει λάθος. Ετούτος ο άνθρωπος δεν πρέπει ποτέ να ήταν απροετοίμαστος!

Τυλίχτηκε στην κάπα της και κατέβασε την κουκούλα, γιατί ένας ψυχρός αγέρας ερχόταν από τα βουνά. Τι τον τάιζε η μάνα του, όταν ήταν μικρός; Το γάλα των θεών; αναρωτήθηκε η Ζιάλα. Και, μετά από λίγο, την πήρε ο ύπνος.

Ο Κάφελ είχε ήδη αποκοιμηθεί, και ονειρευόταν:

Γύρω του απλωνόταν μια έρημη γη, γεμάτη βράχους και δέντρα… και αίμα. Ρυάκια αίματος έτρεχαν, κυλώντας κάτω από το έδαφος, όπως οι φλέβες κάτω από τη σάρκα του ανθρώπου. Και εκείνος μπορούσε να ακούσει έναν δυνατό χτύπο. Έναν σφυγμό. Τον σφυγμό αντρών και γυναικών ανύπαρκτων πλέον· νεκρών αλλά ζωντανών.

Στοιχειά ούρλιαζαν πανταχόθεν, βγάζοντας πολεμικές κραυγές, καθώς εκείνος ταξίδευε ανάμεσά τους, φέροντας ένα μακρύ ξίφος στο χέρι –στο δεξί, γαντοφορεμένο του χέρι. Ένα μακρύ ξίφος που γυάλιζε με μια απόκοσμη, ασημένια γυαλάδα.

Ύψωσε τη λεπίδα και άκουσε να φωνάζουν τ’όνομά του…

…το οποίο, στην αρχή, δεν μπορούσε να κατανοήσει, λες και δεν ήταν το συνηθισμένο του, μα κάποιο καινούργιο: κάποιο που δεν ήξερε ακόμα…

…ύστερα, όμως, τα πράγματα άλλαξαν. Το όνομά του έγινε κατανοητό, και η φωνή ήρθε πιο κοντά…

«Κάφελ! Κάφελ! Κάφελ!»

Άνοιξε τα βλέφαρά του και αντίκρισε τη Ζιάλα να τον ταρακουνά, έχοντας τα χέρια της γαντζωμένα στην κάπα του. Παραδίπλα, με τις άκριες των ματιών του, μπορούσε να δει μια φιγούρα. Αμέσως στράφηκε, νομίζοντας πως επρόκειτο για τον Άνκαραζ. Μα δεν ήταν ο Θεός του Πολέμου· όχι, ήταν ο Σνάρκαλ ο Πολυμήχανος, που τον ατένιζε με το μοναδικό του μάτι–

Ο Σνάρκαλ; Μα τι σκέφτομαι; Τρελάθηκα; Βλεφάρισε, και τώρα είδε τον Έσριλαν να τον κοιτάζει, με τα χέρια σταυρωμένα εμπρός του και μια ανήσυχη όψη στο πρόσωπο. Μια ανήσυχη όψη… Παράξενο· ο Έσριλαν σπάνια είχε ανήσυχη όψη. Ίσως ποτέ…

«Τι είναι;» ρώτησε ο Κάφελ.

«Σήκω,» του είπε η Ζιάλα. «Σήκω!»

«Εντάξει, σηκώνομαι,» αποκρίθηκε εκείνος, υπακούοντας. «Γιατί τόση φασαρία;»

«Γιατί εξαφανιζόσουν,» απάντησε ο Έσριλαν, σταθερά, αλλά σαν να μην πίστευε ό,τι έλεγε.

«Εξαφανιζόμουν;» Ο Κάφελ γέλασε. «Δεν είστε καλά!»

«Όχι, Κάφελ,» είπε η Ζιάλα· «εξαφανιζόσουν. Είχες γίνει σαν… σαν σκιά· νόμιζα ότι ο λόφος θα σε ρούφαγε!»

Ο Έσριλαν κατένευσε. «Είναι αλήθεια. Το είδα κι εγώ.»

Ο Κάφελ ξεροκατάπιε. Για όνομα των θεών… «Δεν μπορεί,» είπε, νιώθοντας το λαιμό του στεγνό· «θα κάνατε κάποιο λάθος. Το φως, ίσως…»

Ο Έσριλαν κούνησε το κεφάλι. «Δεν ήταν το φως,» τον διαβεβαίωσε. «Κάτι πολύ παράξενο σού συνέβαινε. Και δεν ξέρω τι μπορεί να γινόταν, αν δε σε ξυπνούσαμε αμέσως…»

Το όνειρό μου… σκέφτηκε ο Κάφελ. Αυτό έφταιγε; Αν η Ιέρεια Ριλάνα ήταν τώρα εδώ, ίσως να μπορούσε να δώσει κάποια εξήγηση…

«Το μέρος πρέπει νάναι στοιχειωμένο,» είπε η Ζιάλα. «Έσριλαν, ας φύγουμε, γρήγορα.»

«Ναι,» απάντησε εκείνος, αν και, από την έκφρασή του, μάλλον δεν πίστευε ότι το μέρος ήταν «στοιχειωμένο».

Μάζεψαν τα πράγματά τους και αναχώρησαν, βαδίζοντας μέσα σ’ένα σύδεντρο, το οποίο, σύντομα, τελείωσε, δίνοντας τη θέση του σε ανοιχτή πεδιάδα με ψηλό χορτάρι. Το περιβάλλον είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει, και ο Κάφελ υπέθεσε ότι τώρα δεν πρέπει ν’αργούσαν να φτάσουν στη δημοσιά για την οποία τους είχε μιλήσει ο Έσριλαν.

Και πράγματι, όταν το λυκόφως είχε απλωθεί στις ερημιές και οι σκιές είχαν πυκνώσει, βρέθηκαν σ’ένα μέρος που ο έμπορος έπρεπε να παραδεχτεί ότι θύμιζε δημοσιά, όπως ένα σκελετωμένο κουφάρι θυμίζει ζωντανό άνθρωπο.

Οι πλάκες ίσα που φαίνονταν κάτω από το χώμα και τα χόρτα, ενώ, σε ορισμένα σημεία, δέντρα είχαν φυτρώσει ανάμεσά τους, παραμερίζοντας ή σπάζοντάς τες.

«Η κατάσταση είναι, όντως, άθλια,» παρατήρησε ο Κάφελ.

«Σας το είπα, δε σας το είπα;» αποκρίθηκε ο Έσριλαν, μ’ένα καταφατικό μούγκρισμα.

Ας είναι όπως θέλει ο δρόμος που με οδηγεί στη Νίζβερ, σκέφτηκε ο Κάφελ, αρκεί, στο τέλος, να με οδηγήσει εκεί!


Κεφάλαιο 9
Δολοφόνοι

 

Ο Ναός του Σάλ’γκρεμ’ρωθ ξεχώριζε αμέσως, ανάμεσα από τα υπόλοιπα οικοδομήματα της Δυτικής Περιφέρειας. Ακόμα και μες στη νύχτα δεν υπήρχε περίπτωση να τον μπερδέψεις. Και, ασφαλώς, ο Ζάνμελ δεν τον μπέρδεψε. Σταμάτησε στο αντικρινό σοκάκι και τον κοίταξε. Το χτίριο δεν ήταν –αντικειμενικά– ιδιαίτερα ψηλό, και δεν είχε καμία απολύτως σχέση με το μεγαλείο του Καθεδρικού Ναού του Βάνραλ, ούτε με το μέγεθός του: ο Οίκος του Σάλ’γκρεμ’ρωθ ήταν, αναμφίβολα, κατά εφτά δέκατα μικρότερος. Ωστόσο, σε τούτες τις κακοτοπιές όπου βρισκόταν φάνταζε πανύψηλος και εντυπωσιακός. Η οροφή του σχημάτιζε πυραμίδα, στην κορυφή της οποίας στεκόταν ένα άγαλμα: ένα πλάσμα με τέσσερα χέρια και δαιμονικό κεφάλι, απ’όπου ξεφύτρωναν οκτώ κέρατα, σε ακανόνιστες θέσεις· πίσω από τα πόδια του μπορούσαν να διακριθούν πέντε ουρές, οι οποίες έβγαιναν από τα δεξιά ή τ’αριστερά, ενώ μπροστά από την κοιλιά του ορθωνόταν ένας στητός φαλλός, σαν κέρατο.

Συμπαθητικός τύπος ο Σάλ’γκρεμ’ρωθ, σκέφτηκε ο Ζάνμελ. Ελπίζω να μην αποκτήσουμε την ίδια οικειότητα, όπως με τον Άνκαραζ…

Πήρε το βλέμμα του από το είδωλο του θεού και το κατέβασε στην είσοδο του Ναού, η οποία διέθετε μια μεγάλη πέτρινη αψίδα, που επάνω της υπήρχαν λαξεύματα, ευδιάκριτα στο φως των φανών εκατέρωθέν της και αναπαριστάνοντα περιπλεγμένα σώματα, σε αφύσικες ερωτικές στάσεις. Δεξιά κι αριστερά της θύρας στεκόταν από ένας φρουρός, ντυμένος τουλάχιστον γελοία, καθότι φορούσε αρματωσιά γεμάτη με κέρατα, λαξεύματα, προεξοχές, και δύο μικρά φτερά στην πλάτη.

Καθώς ο Ζάνμελ βρισκόταν κρυμμένος στις σκιές του σοκακιού, έβλεπε εκείνη τη στιγμή έναν άντρα και μία γυναίκα να ζυγώνουν τους φύλακες του Ναού, συνοδεία τεσσάρων δικών τους φρουρών. Πρέπει να ήταν ευγενείς, αν έκρινε κανείς από το πολυτελές και φανταχτερό τους ντύσιμο. Ο κύριος φορούσε ένα πανωφόρι το οποίο άστραφτε με ασημί χρώμα, ενώ η κυρία τραβούσε πίσω της μια ατελείωτη ουρά φούστας, την οποία κρατούσαν σηκωμένη δύο υπηρέτες που αποκλείεται να ήταν μεγαλύτεροι από δεκαπέντε χρονών. Οι δύο ευγενείς στάθηκαν μπροστά στους ναοφύλακες και τους μίλησαν· ο Ζάνμελ δεν μπορούσε ν’ακούσει τι έλεγαν, από την απόσταση όπου βρισκόταν. Οι ναοφύλακες αποκρίθηκαν κάτι στους ευγενείς, και εκείνοι τράβηξαν ο καθένας ένα περιδέραιο μέσα από τα ρούχα του και το έδειξαν. Οι φρουροί ένευσαν, και τους άφησαν να περάσουν, μαζί με τους συνοδούς τους.

Δέχονται μόνο συγκεκριμένα άτομα απόψε; αναρωτήθηκε ο Ζάνμελ. Και, μετά: Τι έχω να χάσω δοκιμάζοντας; Αποκλείεται να με κυνηγήσουν μ’αυτές τις αηδίες που φοράνε…

Έχοντας την κουκούλα της κάπας του σηκωμένη, και κρύβοντας το πρόσωπό του στις σκιές της νύχτας, ζύγωσε τους φύλακες στην είσοδο του Ναού.

*

«Τι σ’απασχολεί, αγάπη μου;»

Ο σύζυγός της τύλιξε τα χέρια του γύρω της, κολλώντας πάνω στην πλάτη της και φιλώντας τη άκρη του στόματός της.

«Δεν υπάρχει φεγγάρι στον ουρανό,» είπε, σιγανά, η Νιρκένα, κοιτάζοντας έξω απ’το παράθυρο.

«Δεν υπάρχει ούτε ήλιος,» αποκρίθηκε ο Κάβμαρ, «κι αυτό είναι ακόμα πιο παράξενο…» Ξεκούμπωσε μερικά μπροστινά κουμπιά του φορέματός της, και τη ξαναφίλησε.

Η Νιρκένα στράφηκε μέσα στην αγκαλιά του και κόλλησε τα χείλη της επάνω στα δικά του. Δεν είχε ξεχάσει όσα της είχε πει ο Φανλαγκόθ –ότι, δηλαδή, ο σύζυγός της είχε έρθει από τη Νέλβορ για να τη σκοτώσει, και μάλιστα όταν θα βρισκόταν στο κρεβάτι μαζί της–, όμως, μέχρι στιγμής, είχαν κάνει έρωτα δύο φορές και τίποτα δεν είχε συμβεί· τίποτα που να της δημιουργεί την παραμικρή εντύπωση ότι ο Κάβμαρ την ήθελε νεκρή. Για την ακρίβεια, έμοιαζε να τη θέλει πολύ, πολύ ζωντανή, και η Νιρκένα αναρωτιόταν αν ο Ράζλερ μάντης μπορούσε να είχε λαθέψει.

«Τι νομίζεις για την εξαφάνιση του ήλιου, γατούλη μου;» ρώτησε η Πριγκίπισσα, έχοντας τα δάχτυλά της μπλεγμένα μέσα στα μαλλιά του.

«Παράξενο φαινόμενο,» αποκρίθηκε ο Κάβμαρ, ξεθηλυκώνοντας όλα τα κουμπιά του φορέματός της και κατεβάζοντάς το ως τη μέση της, για να γλιστρήσει μόνο του απ’αυτό το σημείο και μετά, και να μαζευτεί γύρω απ’τους αστραγάλους της. «Έχουν συμβεί, όμως, και πιο παράξενα πράγματα… κατά καιρούς.» Την παρέσυρε ως το κρεβάτι και κάθισε, έχοντας τα χέρια του επάνω στους γλουτούς της και πλησιάζοντας το πρόσωπό του στην κοιλιά της.

«Μμμμμ… τι παράξενα πράγματα;» ρώτησε η Νιρκένα, αλλά εκείνος δεν απάντησε.

*

«Χαίρετε, κύριοι,» είπε ο Ζάνμελ μέσα απ’την κουκούλα του.

«Καλησπέρα,» αποκρίθηκε ο ένας από τους δύο φρουρούς.

Ο Ζάνμελ έμεινε σιωπηλός, περιμένοντάς τους να συνεχίσουν.

«Θέλετε να μπείτε, κύριε;» ρώτησε ο ίδιος φρουρός.

«Για να είμαι εδώ…»

«Δείξτε μας το φυλαχτό σας.»

«Δεν έχω φυλαχτό.»

«Λυπόμαστε, τότε, κύριε. Απόψε, η τελετή είναι μόνο για μυημένους.»

«Κι αυτό σημαίνει ότι δεν μπορώ να περάσω… με καμία τιμή;»

«Όχι, κύριε. Η τελετή είναι μόνο για μυημένους.»

«Καταλαβαίνω,» είπε ο Ζάνμελ. «Καλό σας βράδυ.» Στράφηκε και απομακρύνθηκε· έγινε ένα με το σκοτάδι της Δυτικής Περιφέρειας.

*

Ο Κάβμαρ δεν ήταν διαφορετικός απόψε από ό,τι τις δύο προηγούμενες φορές. Εξακολουθούσε να της δίνει την εντύπωση ότι την ήθελε πολύ, πολύ ζωντανή, και η Νιρκένα έπρεπε να παραδεχτεί πως απολάμβανε τα φιλιά και τα χάδια του. Και αισθανόταν ένοχη γι’αυτό. Γιατί ο σύζυγός της βρισκόταν στο συνασπισμό που είχε σκοτώσει τον Άργκελ. Μπορεί να μην είχε ο ίδιος δολοφονήσει το Βασιληά, μα αυτό δεν έπαιρνε την ευθύνη και από τους δικούς του ώμους.

Τι θα σκεφτόταν ο αδελφός της, αν την παρακολουθούσε από κάποιον άυλο κόσμο και την έβλεπε να ευχαριστιέται έτσι το σώμα του εχθρού του;

Η Νιρκένα, όμως, δεν μπορούσε να αρνείται συνέχεια στον Κάβμαρ, γιατί θα φαινόταν πολύ παράξενο, και έπρεπε, τουλάχιστον, να κρατάνε τα προσχήματα, αν ήταν να συνεχίζουν ετούτο το παιχνίδι που έδενε τη Νουάλβορ με τη Νέλβορ. Επίσης, δεν μπορούσε να συγκρατήσει τον εαυτό της από το ν’απολαμβάνει την παρουσία του, ειδικά όταν βρίσκονταν μαζί στο κρεβάτι.

Ωστόσο, μην έχοντας ξεχάσει την προειδοποίηση του Φανλαγκόθ, είχε πάρει τα μέτρα της, ύστερα από τη βραδιά της άφιξης του συζύγου της στο Παλάτι των Δεκαεννέα Πύργων: Είχε κρύψει ένα λιγνό στιλέτο μέσα στο στρίφωμα του μαξιλαριού της. Για κάθε ενδεχόμενο.

Όχι πως πίστευε ότι θα της χρειαζόταν, βέβαια. Δυσπιστούσε τον Ράζλερ· δεν της έμοιαζε και τόσο πιθανό ότι ο Κάβμαρ θα τη σκότωνε, αφού κάτι τέτοιο θα είχε αρνητικά αποτελέσματα και για εκείνον…

Η Νιρκένα πιάστηκε από τα κάγκελα της κεφαλής του κρεβατιού, καθώς ο σύζυγός της είχε το πρόσωπό του χωμένο στο λαιμό της, γλείφοντας και δαγκώνοντας ελαφριά. Ύστερα, η Πριγκίπισσα πήρε τα χέρια της από τα κάγκελα και τα διέτρεξε πάνω στα πλευρά και στην πλάτη του, μουγκρίζοντας.

Ο Κάβμαρ ανασηκώθηκε και τη φίλησε, χαϊδεύοντας τη γλώσσα της με τη δική του. Τα νύχια της Νιρκένα μπήχτηκαν στη σάρκα του· τα πόδια της διασταυρώθηκαν δυνατά πίσω απ’τη ράχη του.

Αυτός απομάκρυνε το πρόσωπό του από το δικό της. Τα μάτια του την κοίταζαν με εκείνο το πάθος που την ατένιζαν πάντα όταν έκαναν έρωτα· ύστερα, όμως, άλλαξαν: έγιναν ψυχρά, σαν μια ξαφνική αύρα να είχε φυσήξει από το παράθυρο και να είχε παγώσει τον κόσμο.

Η φωτιά μέσα στη Νιρκένα έσβησε.

Το αριστερό χέρι του χάιδεψε, αργά, το πρόσωπό της, περιεργάστηκε τα χείλη της.

Τι συμβαίνει;… σκέφτηκε ο ζαλισμένος νους της Νιρκένα, και δάγκωσε ερωτικά τον αντίχειρα του Κάβμαρ.

Ο σύζυγός της χαμογέλασε. Αλλά το ψύχος δεν εγκατέλειψε το βλέμμα του.

*

Ο Ζάνμελ έκανε μια γύρα τον Ναό του Σάλ’γκρεμ’ρωθ, ψάχνοντας για μέρος να εισβάλει. Και δεν άργησε, φυσικά, να αισθανθεί την απουσία του Χέντραμ… Αν ο νεκραδελφός του ήταν ακόμα μαζί του, τα πράγματα θα ήταν τόσο ευκολότερα… Έδιωξε, όμως, τούτη τη σκέψη από το νου του –η οποία μπορούσε μονάχα να τον βλάψει, όχι να τον βοηθήσει– και συνέχισε να ψάχνει.

Παράθυρα στα τοιχώματα του ναού δεν υπήρχαν, για να εισβάλει ή να κατασκοπεύσει το εσωτερικό από εκεί. Ούτε καμια πίσω πόρτα είδε πουθενά. Ο μόνος τρόπος να μπει κανείς έμοιαζε να είναι η κεντρική είσοδος. Πράγμα το οποίο δεν τον εξέπληττε, διότι δεν περίμενε ότι θα ήταν εύκολο να διεισδύσει σε τούτο το μέρος.

Σταμάτησε σ’ένα στενορύμι, δίπλα από το πανδοχείο «Το Θηρίο του Άρχοντα», και αναλογίστηκε τι μπορούσε να κάνει. Μήπως, είχε έρθει σε ακατάλληλη νύχτα, τελικά; Μήπως, θα ήταν καλύτερα αν ερχόταν αύριο ή μεθαύριο; ή, γενικά, κάποια άλλη στιγμή, που να μην γινόταν τελετή μόνο για μυημένους;

Από την άλλη, όμως, θα ήταν ενδιαφέρον να μάθει τι έκαναν οι «μυημένοι» εκεί μέσα, δε θα ήταν; Κι επιπλέον, ο Αρχιερέας –το Χέρι: ο στόχος του– δεν πρέπει να εμφανιζόταν σε μικροτελετές, παρά μονάχα στις σημαντικές. Κι αυτές που παρακολουθούσαν οι μυημένοι δεν μπορούσαν παρά να είναι οι σημαντικές. Άρα, αν ο Ζάνμελ κατόρθωνε να εισβάλει στο Ναό σήμερα, δε θα έβλεπε απλά το εσωτερικό του, μα και πολλά περισσότερα…

Πρέπει να βρω δρόμο… σκέφτηκε, στρέφοντας πάλι το βλέμμα του στον Οίκο του Σάλ’γκρεμ’ρωθ… και παρατηρώντας κάτι που δεν είχε παρατηρήσει πριν. Στις πλευρές της πυραμιδόσχημης οροφής, σε ορισμένα σημεία, υπήρχε σίδερο! Κάγκελα. Ο Ζάνμελ τα πρόσεξε επειδή γυάλιζαν ελαφρώς στην αστροφεγγιά και στα φώτα από το εσωτερικό του Ναού, τα οποία, μάλλον, τώρα είχαν δυναμώσει.

Παράθυρα με κάγκελα.

Δε θα μπω στο Ναό, μα θα δω τι γίνεται μέσα. Αν καταφέρω, βέβαια, να πιαστώ εκεί πάνω… Τα μάτια του ατένισαν με ενδοιασμό τις απότομες πλευρές της πυραμίδας. Αν είχε τον Χέντραμ μαζί του, τούτο δε θα αποτελούσε καμία δυσκολία, μα– Όχι, δε θα σκεφτόταν τον χαμένο του νεκραδελφό! Δε θα τον σκεφτόταν!

Εκείνη τη στιγμή, άκουσε βήματα να διασχίζουν τον κεντρικό δρόμο, και κρυφοκοίταξε.

«Να πάρει!…» μούγκρισε ο άντρας που ήταν ντυμένος σαν δανδής. «Θα χάσω την έναρξη!» Φαινόταν να παραμιλά, γιατί κανένας από τους δύο πάνοπλους σωματοφύλακές του δεν του έδινε σημασία.

Τρεις… σκέφτηκε ο Ζάνμελ. Τρεις μόνο. Και, αν βιαστώ και τους σκοτώσω γρήγορα, μπορώ να πάρω το φυλαχτό αυτού του γελωτοποιού…

Υπήρχε, όμως, και η πιθανότητα να γινόταν φασαρία, και όλα του τα σχέδια να ανατρέπονταν.

Ενώ τα καγκελωτά παράθυρα ήταν η σίγουρη λύση –αν, φυσικά, κατάφερνε να πιαστεί στις πλευρές της πυραμίδας…

Ο Ζάνμελ έμεινε για δυο ανάσες αναποφάσιστος· και ύστερα, αποφάσισε.

*

Ο Κάβμαρ άπλωσε το δεξί του χέρι και τράβηξε ένα ξιφίδιο μέσα απ’τα ρούχα του, τα οποία βρίσκονταν κουβαριασμένα στο πάτωμα, δίπλα στο κρεβάτι.

Η Νιρκένα πανικοβλήθηκε –Τρελάθηκε;– και το δικό της χέρι πήγε αμέσως στο στρίφωμα του μαξιλαριού, για να πάρει το στιλέτο που είχε κρύψει εκεί.

Ο σύζυγός της, όμως, δε φάνηκε να ετοιμάζεται να την καρφώσει· η αιχμή του όπλου δεν ήταν στραμμένη προς εκείνη, αλλά προς το κενό ανάμεσά τους. Η λεπίδα γυάλιζε στο φως του τζακιού.

Η Νιρκένα δεν τράβηξε το στιλέτο της, όμως εξακολούθησε να έχει το χέρι της κοντά του.

«Τι… τι είν’αυτό, αγάπη μου;» ρώτησε, προσπαθώντας να δώσει μια παιχνιδιάρικη χροιά στη φωνή της και ξέροντας, κατευθείαν, ότι απέτυχε τελείως.

Ο Κάβμαρ πλησίασε το ξιφίδιο –οριζοντίως– στα χείλη της. «Γλείψε τη λεπίδα, Νιρκένα… Γλείψε τη λεπίδα…»

Η Πριγκίπισσα δεν καταλάβαινε. Ο σύζυγός της ποτέ δεν είχε τέτοια βίτσια. Τι τον είχε πιάσει τώρα;

Ο Κάβμαρ πίεσε τη κόψη επάνω στα χείλη της, και η Νιρκένα αισθάνθηκε το ατσάλι να την τσιμπά. Άνοιξε, διστακτικά, το στόμα, και η γλώσσα της ξεπρόβαλε και άγγιξε το όπλο.

Ο Κάβμαρ διέτρεξε όλη τη λάμα επάνω της, από τη λαβή ως την αιχμή. Και ύστερα, γέλασε, απομακρύνοντας το ξιφίδιο και φιλώντας τη σύζυγό του ανάμεσα στα μάτια, στη μύτη, και στο αριστερό μάγουλο.

Θα τρελαθώ… σκέφτηκε η Νιρκένα.

*

Αν πλησίαζαν περισσότερο το ναό, η ευκαιρία θα χανόταν.

Ο Ζάνμελ ύψωσε τη μία μικρή του βαλλίστρα, με το δεξί χέρι, και έριξε στον πιο μακρινό σωματοφύλακα. Χωρίς να καθυστερήσει καν να δει αν τον πέτυχε, είχε ήδη υψώσει τη δεύτερη μικρή του βαλλίστρα, με το αριστερό χέρι, και έβαλε κατά του κοντινότερου.

Έπειτα, αφήνοντας τα τηλέμαχα όπλα να πέσουν, χίμησε καταπάνω στον δανδή, χτυπώντας τον, με τον αγκώνα, στα πλευρά (πράγμα που έπνιξε την κραυγή μέσα του) και πέφτοντας ολόσωμα επάνω του, σπρώχνοντάς τον σ’ένα αντικρινό σοκάκι, όπου εκείνος έχασε την ισορροπία του, έπεσε, και κοπάνησε το πίσω μέρος του κεφαλιού του στο ραϊσμένο πλακόστρωτο, χάνοντας τις αισθήσεις του.

Ο Ζάνμελ ανασηκώθηκε, αντικρίζοντας μια πληθώρα από μάτια να τον κοιτάζουν.

«Θα πάρω τα ρούχα του και ένα φυλαχτό, θα πάρετε τα λεφτά του,» είπε στους ζητιάνους, τραβώντας το σπαθί απ’τη ζώνη του, καθώς ορθωνόταν. «Επίσης, μπορείτε να πάρετε ό,τι είχαν οι συνοδοί του. Και θα πρότεινα να κάνετε τα κουφάρια να εξαφανιστούν. Σύμφωνοι;»

«Το ρωτάς, αφέντη;»

*

Η Νιρκένα άρχισε να αντιλαμβάνεται μια… ασυνήθιστη γεύση στο στόμα της, και ήταν βέβαιη ότι δεν προερχόταν από το στόμα του Κάβμαρ. Επίσης, είχε την εντύπωση πως το δωμάτιο είχε σκοτεινιάσει (μήπως, τα ξύλα στο τζάκι σώνονταν;), πως η αναπνοή της τελείωνε (κάτι μη-φυσιολογικό, παρότι έκανε έρωτα), πως τα χέρια της είχαν μουδιάσει (ενώ, κανονικά, θα έπρεπε να νιώθει ακριβώς το αντίθετο, μια τέτοια ώρα!).

Δηλητήριο, της είπε το μυαλό της, τη στιγμή που ο Κάβμαρ ανασηκωνόταν πάλι, φέρνοντας το ξιφίδιο ανάμεσά τους· η λεπίδα έχει δηλητήριο επάνω της!

«Γλείψε το ξανά, αγάπη μου… Ξανά…» είπε ο σύζυγός της, πλησιάζοντας το όπλο στα χείλη της.

Και η Νιρκένα ήταν βέβαιη πως η λεπίδα ήταν στραμμένη από την άλλη όψη· παρά την παραζάλη της, αυτό το είχε παρατηρήσει. Υπάρχει κι απο κεί δηλητήριο! Λίγο από τη μία μεριά, λίγο από την άλλη. Ω, θεοί!

«Προδότη!» έτριξε τα δόντια η Πριγκίπισσα, τραβώντας το στιλέτο από το μαξιλάρι και χτυπώντας τον.

*

Ο Ζάνμελ έβγαλε τα ρούχα του δανδή, πήρε το φυλαχτό του (ένα στρογγυλό, αργυρό μαραφέτι μ’ένα λάξευμα επάνω –πέντε ουρές κάτω από οκτώ κέρατα), και τον σκότωσε, καρφώνοντάς τον στο λαιμό. Αυτός ο άνθρωπος μπορεί όταν ξυπνούσε να ερχόταν στο Ναό, διαμαρτυρόμενος, και ο δολοφόνος δεν ήθελε να το ριψοκινδυνέψει· σε διαφορετική περίπτωση δε θα τον σκότωνε, γιατί, παρότι είχε χάσει τον νεκραδελφό του, εξακολουθούσε να θεωρεί τον εαυτό του επαγγελματία, που σκοτώνει μόνο για χρηματικό ή προσωπικό όφελος και όχι για καπρίτσιο.

Οι ζητιάνοι είχαν ήδη τραβήξει τους σωματοφύλακες μέσα στο σοκάκι και τους λεηλατούσαν. Ο Ζάνμελ παρατήρησε ότι, τελικά, τους είχε πετύχει και τους δύο στο λαιμό, όταν έριξε με τις μικρές του βαλλίστρες –δηλαδή, ακριβώς εκεί όπου ήθελε.

Πήγε σ’ένα άλλο στενορύμι και γδύθηκε, για να φορέσει τα ρούχα του ευγενή, τα οποία του ήταν λίγο μεγάλα, αλλά θα έπρεπε να βολευτεί. Έτσι, τώρα πλέον, ήταν ντυμένος με γαλάζιο παντελόνι, ολόλευκο πουκάμισο με ψηλό γιακά και κεντήματα, γαλάζιο πανωφόρι με αργυρό σιρίτι, μαύρα γάντια, μαύρη κάπα με φανταχτερό μενεξεδί υπόρραμμα, και μια γελοία κορδέλα στο κεφάλι, η οποία ήταν χρυσή και είχε πορφυρά κεντήματα.

Πρέπει νάμαι σα σαλτιμπάγκος μ’αυτά τα ρούχα, σκέφτηκε, καθώς έκρυβε τα όπλα του μέσα στη νέα του ενδυμασία –εκτός από το σπαθί του, φυσικά, το οποίο άφησε να κρέμεται από τη ζώνη του.

Μπήκε στο σοκάκι όπου είχε πετάξει τις μικρές του βαλλίστρες, τις όπλισε, έβαλε ένα βέλος στην καθεμία, τις ασφάλισε, και τις έκρυψε κι αυτές επάνω του.

Βγήκε στο δρόμο και βάδισε προς τον Ναό του Σάλ’γκρεμ’ρωθ.

*

Ο Κάβμαρ γρύλισε, καθώς το στιλέτο τον βρήκε στον ώμο.

Η Νιρκένα ήθελε να τον πετύχει στο πρόσωπο ή στο λαιμό, μα η ζαλάδα της ήταν πολύ μεγάλη και είχε αστοχήσει.

Τράβηξε πίσω το όπλο της, έτοιμη να ξαναπροσπαθήσει· αλλά τώρα ο Κάβμαρ τής άρπαξε τον καρπό και κοπάνησε τα δάχτυλά της στα κάγκελα του κρεβατιού, μία, δύο, τρεις φορές, κάνοντας το στιλέτο να πέσει απ’το χέρι της.

Η Νιρκένα χτύπησε τον σύζυγό της με την αριστερή της γροθιά. Όμως δεν μπορούσε να καταλάβει πόσο δυνατά τον γρονθοκόπησε, γιατί όλες της οι αισθήσεις είχαν θολώσει.

Ο Κάβμαρ άρπαξε και το άλλο της χέρι, και το κράτησε κι αυτό κοντά στα κάγκελα.

«Θα πεθάνεις!» σφύριξε. «Γιατί θέλεις να κάνεις φασαρία;»

Η Νιρκένα μονάχα τον άκουσε· δεν είδε το στόμα του να κινείται. Δεν έβλεπε και πολλά πια. Ούτε αισθανόταν πολλά. Ούτε νόμιζε ότι ανέπνεε πολύ. Η καρδιά της… σαν να είχε χάσει τη δύναμή της…

Θα σε βρουν! είπε η Πριγκίπισσα –ή νόμιζε πως είπε. Είσαι τρελός! Θα βρουν το δηλητήριο, και θα σε κρεμάσουν!…

Μετά, ο νους της σώπασε.


Κεφάλαιο 10
Ο Απέθαντος

 

Ο Ζάνμελ έβγαλε το φυλαχτό από το εσωτερικό του πανωφοριού του και το έδειξε στους ναοφύλακες με τις υπερβολικές πανοπλίες. Εκείνοι ένευσαν καταφατικά, και τον άφησαν ν’ανεβεί τα λίγα σκαλοπάτια της εισόδου, για να μπει σ’έναν σκοτεινό διάδρομο, πλατύ αλλά μικρό, στο τέλος του οποίου φαινόταν δυνατό φως από φωτιές –πολύχρωμες φωτιές. Ο Ζάνμελ αναρωτήθηκε τι μπορεί να έκαιγαν εκεί μέσα, ώστε να βγάζει τέτοια χρώματα…

Φτάνοντας στο πέρας του μικρού περάσματος, συνάντησε άλλους δύο φρουρούς του Ναού. Αυτοί δε φορούσαν τις αστείες πανοπλίες των προηγούμενων· ήταν ντυμένοι μονάχα με μαύρο, σκληρό δέρμα και καρφιά στους ώμους και στους πήχεις, και ο καθένας βαστούσε ένα μακρύ ξίφος. Στα κεφάλια είχαν προσωπεία δαιμόνων.

Ο Ζάνμελ τούς έδειξε το φυλαχτό του και τους προσπέρασε, κατεβαίνοντας τα στρωμένα με πορφυρό χαλί σκαλοπάτια και σταματώντας, έπειτα, να βαδίζει, για ν’ατενίσει τη μεγάλη αίθουσα που απλωνόταν εμπρός του. Ήταν ένας χώρος γεμάτος ταπετσαρίες, κουρτίνες, πίνακες, και αγάλματα, ο οποίος φωτιζόταν από περίτεχνα λαξευμένα μαγκάλια που έβγαζαν πολύχρωμες φωτιές –πράσινες, μοβ, γαλανές, κόκκινες, κίτρινες, υποκίτρινες, λευκές, ακόμα και μαύρες. Μουσικοί έπαιζαν σε διάφορα σημεία του δωματίου, προκαλώντας ένα ηχητικό χάος για όσους στέκονταν σε κεντρικό μέρος, όπως ο Ζάνμελ.

Και η αίθουσα ήταν γεμάτη ανθρώπους. Παρότι θα περίμενε κανείς ο Σάλ’γκρεμ’ρωθ να μην τραβά τόσο κόσμο, το ακριβώς αντίθετο ίσχυε. Τελικά, φαίνεται πως το απαγορευμένο ασκούσε μια γοητεία στους Ωθράγκος… και όχι μόνο σ’αυτούς: Ο Ζάνμελ παρατήρησε Ρογκάνους ανάμεσα στον κόσμο, καθώς επίσης και κάποιους που σίγουρα πρέπει να ήταν Ρουζβάνοι. Οι ενδυμασίες όλων ήταν από περίεργες έως εκκεντρικές, χωρίς να ανταποκρίνονται σε καμία μόδα της εποχής. Ορισμένοι, μάλιστα, δε φορούσαν καθόλου ρούχα, παρά τριγύριζαν ολόγυμνοι ανάμεσα στους υπόλοιπους.

Στο κέντρο ακριβώς της αίθουσας, ανάμεσα από το πλήθος των παρευρισκόμενων, ορθωνόταν ένα άγαλμα, το οποίο αναπαρίστανε ένα… θηρίο, για το οποίο ο Ζάνμελ αδυνατούσε να βρει όνομα. Διέθετε πέντε πόδια, και το πέμπτο ήταν στην κοιλιά του. Πέντε ουρές φύτρωναν από τα οπίσθια του και δύο από κάθε του ώμο, ενώ κέρατα υπήρχαν σε τυχαία μέρη του σώματός του, κι επάνω στα κέρατα βρίσκονταν μάτια, χρωματισμένα τόσο έντονα που φάνταζαν ζωντανά. Το κεφάλι του τέρατος ήταν ανθρωπόμορφο και χαμογελούσε πλατιά, έχοντας το στόμα του ανοιχτό και αποκαλύπτοντας δόντια και γλώσσα. Χέρια είχε δύο, και στους αγκώνες ξεπρόβαλλαν κέρατα.

Διαφορετική απεικόνιση του Σάλ’γκρεμ’ρωθ; υπέθεσε ο Ζάνμελ, καθώς βάδιζε ανάμεσα στον κόσμο.

Μία νάνος βρέθηκε στο δρόμο του, κρατώντας έναν δίσκο πάνω απ’το κεφάλι της και προσφέροντας ποτά. Εκείνος πήρε αυτό που έμοιαζε περισσότερο με κρασί, ελπίζοντας να ήταν κρασί. Μια μικρή γουλιά τον διαβεβαίωσε ότι αποκλείεται τούτο να αλήθευε· σίγουρα, ήταν κρασί αναμιγμένο με κάτι άλλο. Μακάρι, πάντως, να μην ήταν κανένα βαρύ ναρκωτικό, γιατί δεν ήθελε να χάσει τον αυτοέλεγχό του εδώ μέσα. Και, μάλλον, αυτή ήταν η μεγαλύτερη παγίδα σε τούτο το μέρος.

Μείνε σε εγρήγορση, είπε στον εαυτό του.

Δεξιά του, είδε δύο άντρες να φιλιούνται: ο ένας ήταν γυμνός και ξυρισμένος στο πρόσωπο και στο κεφάλι· ο άλλος φορούσε μαύρα ράσα και κουκούλα, και είχε μακριά γένια, ως το στήθος. Αριστερά του, δύο γυναίκες κι ένας άντρας, φανταχτερά ντυμένοι κι οι τρεις τους, γελούσαν δυνατά με κάτι που είχε πει η μία γυναίκα, η οποία φορούσε μακριά, λευκή πουκαμίσα ως τους μηρούς, χρυσή ζώνη, μαύρες μπότες, και τίποτ’άλλο. Τα μαλλιά της ήταν μαύρα και μακριά, και γύρω από το κεφάλι της υπήρχε ένα διάδημα με κέρατα.

Ο Ζάνμελ τούς προσπέρασε, και αντίκρισε έναν άντρα αλυσοδεμένο σε μια πέτρινη κολόνα. Ο τύπος ήταν ημίγυμνος και ούρλιαζε σαν παλαβός, ενώ κανένας δεν τον ενοχλούσε. Τα δόντια του ήταν λιμαρισμένα και οι γλώσσα του διχαλωτή.

Αναπάντεχα, μια δυνατή φωνή αντήχησε στην αίθουσα:

 

«ΟΙ ΧΟΡΕΥΤΡΙΕΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ!»

 

Ο Ζάνμελ έψαξε να δει από πού είχε προέλθει, και δε δυσκολεύτηκε να εντοπίσει τον άντρα που βρισκόταν στο υπερυψωμένο σημείο, στο βάθος της αίθουσας. Ήταν μεγαλόσωμος και φορούσε άμφια –ένα μακρύ, μαύρο ράσο με στριφτά, χρυσά κεντήματα επάνω. Στο δεξί χέρι βαστούσε ένα λαξευτό μπαστούνι. Τα μαλλιά του ήταν καστανά, μακριά, και δεμένα αλογοουρά, ενώ στο κεφάλι του υπήρχε ένα κερασφόρο διάδημα, το οποίο έμοιαζε μ’αυτό της γυναίκας με τη λευκή πουκαμίσα. Τα γένια του ήταν ξυρισμένα.

Αποκλείεται αυτός να ήταν το Χέρι. Οι άνθρωποι του Άργκελ είχαν δώσει στον Ζάνμελ την περιγραφή του Χεριού. Επρόκειτο για έναν άντρα με μαύρα, κοντοκουρεμένα μαλλιά, μούσι, και μουστάκι. Άρα, ακόμα κι αν είχε ξυρίσει το μούσι και το μουστάκι, κι αν είχε βάψει τα μαλλιά, δεν υπήρχε περίπτωση να είχε προλάβει να τα μακρύνει τόσο πολύ. Εκτός αν φορούσε περούκα· αλλά ο δολοφόνος δε νόμιζε ότι συνέβαινε κάτι τέτοιο.

Ο άντρας με τα άμφια και το λαξευτό μπαστούνι οπισθοχώρησε, και από τις πλευρές της σκηνής βγήκαν γυναίκες, ντυμένες με ποικιλόχρωμα μετάξια, τα οποία ανέμιζαν γύρω τους, καθώς περιστρέφονταν χορευτικά, χρησιμοποιώντας πόδια και χέρια. Οι αλαλαγμοί τους –που πρέπει να ήταν κάτι παραπάνω από άναρθρες κραυγές– γέμισαν την αίθουσα. Άπαντες είχαν στραφεί και τις κοιτούσαν, ζαλισμένοι· γιατί ο χορός τους ήταν τέτοιος που ζάλιζε το νου και φλόγιζε το σώμα. Ο Ζάνμελ δυσκολευόταν να διακρίνει τα μέλη των γυναικών· ορισμένες απ’αυτές, μάλιστα, φαινόταν να έχουν φυτρώσει επιπλέον χέρια ή πόδια –μια ψευδαίσθηση, αναμφίβολα.

Τα πρόσωπά τους ήταν βαμμένα με πολλά χρώματα, αλλά η καθεμια ξεχωριστά έφερε μονάχα ένα χρώμα. Η μία ήταν πράσινη, η άλλη ασημιά, η άλλη χρυσή, η άλλη κόκκινη, η άλλη μπλε, η άλλη λευκή, η άλλη μαύρη… Και, κάπου-κάπου, σταματούσε μία απ’αυτές και στεκόταν μπροστά από τις υπόλοιπες που χόρευαν, για να βγάλει μια κραυγή, σε κάποια γλώσσα την οποία ο Ζάνμελ δεν καταλάβαινε και η οποία έμοιαζε πάλι με αλαλαγμό.

Οι μουσικοί στις διάφορες μεριές της αίθουσας είχαν συγχρονιστεί κάπως και έπαιζαν ένα κομμάτι που ήταν μεν κακόφωνο, αλλά υπήρχε ένας ρυθμός σ’αυτό· η λογική του χάους. Όμως πάνω από τον ήχο κάθε άλλου μουσικού οργάνου ακουγόταν ο ήχος τυμπάνων: ένας πανίσχυρος βρόντος που αντηχούσε σ’όλη την αίθουσα και έκανε τον Ζάνμελ να νομίζει ότι τα ίδια του τα κόκαλα έτριζαν.

Προφανώς, ετούτη είναι η έναρξη που φοβόταν μη χάσει ο μακαρίτης…

Ο Ζάνμελ αισθάνθηκε κάποιον ν’αγγίζει την κνήμη του, και στράφηκε. Για να δει τον άντρα που ήταν αλυσοδεμένος στην κολόνα να προσπαθεί να περάσει μια αλυσίδα γύρω από το πόδι του!

Ο δολοφόνος απομακρύνθηκε, χωρίς να του μιλήσει. Πίσω του, εκείνος στρίγκλισε, αλλά η φωνή του χάθηκε μέσα στον ήχο της μουσικής, των τυμπάνων, και των αλαλαγμών των Χορευτριών του Θεού.

Ο Ζάνμελ προσπάθησε να βρει ένα ήσυχο σημείο, για να σταθεί, μα δεν έμοιαζε να υπάρχει ήσυχο σημείο εδώ μέσα. Το βλέμμα του έπεσε πάνω σε μια μελαχρινή, μαυρόδερμη γυναίκα, η οποία πρέπει να ήταν Ρουζβάνη (αν έκρινε κανείς από το μικρό της ανάστημα) και κρατούσε, με τα δύο χέρια, ένα φίδι εμπρός της, γλείφοντας τη μουσούδα του με την άκρη της γλώσσας της. Το φίδι, αν μη τι άλλο, έμοιαζε να φοβάται να βγάλει τη δική του γλώσσα.

Η γυναίκα πρόσεξε τον Ζάνμελ και έστρεψε τα μαύρα της μάτια στο μέρος του. Εκείνος στάθηκε και την παρατήρησε. Είδε ότι φορούσε ένα μακρύ, σμαραγδόχρωμο φόρεμα χωρίς μανίκια, το οξύ ντεκολτέ του οποίου τελείωνε στην κοιλιά. Ήταν ξυπόλυτη, και τα δάχτυλα των ποδιών της γεμάτα με δαχτυλίδια. Τα μαύρα της μαλλιά χύνονταν, χειμαρροειδώς, μπροστά και πίσω από τους ώμους της.

Ζύγωσε τον Ζάνμελ, προτείνοντας το φίδι στο δεξί της χέρι, πλησιάζοντάς το στο πρόσωπό του. Εκείνος αναρωτήθηκε αν θα έπρεπε να μείνει ατάραχος. Ήταν φυσιολογικό ετούτο, ακόμα και μέσα σ’ένα ναό του Σάλ’γκρεμ’ρωθ;

Το φίδι έβγαλε τη γλώσσα του μερικές φορές.

Η Ρουζβάνη γέλασε. «Τολμάς να φιλήσεις το φίδι, Ωθράγκος;»

Ο Ζάνμελ παραμέρισε το χέρι της γυναίκας από εμπρός του –κι επομένως, και το ερπετό. «Υπάρχουν και ομορφότερες μουσούδες σ’ετούτη την αίθουσα,» αποκρίθηκε.

Η Ρουζβάνη μειδίασε και ύψωσε το φίδι εμπρός της, γλείφοντας πάλι το στόμα του.

Ο Ζάνμελ στράφηκε απ’την άλλη, αγνοώντας την. Ήπιε μια γουλιά από το κρασί του, κοιτάζοντας τις Χορεύτριες στη σκηνή. Δύο από αυτές τώρα είχαν σηκώσει δαυλούς και έτρωγαν τις φλόγες.

«Θα προτιμούσες να φας φωτιά, τότε;» ρώτησε η Ρουζβάνη, αγγίζοντας τον ώμο του –με το χέρι που κρατούσε το φίδι.

Ο Ζάνμελ γύρισε, σκεπτόμενος πως δεν έπρεπε να φερθεί παράξενα. Έπρεπε να φερθεί σαν ένας κανονικός ακόλουθος του Σάλ’γκρεμ’ρωθ.

«Δεν έχω μεγάλη οικειότητα με τα ερπετά,» είπε.

«Δεν είναι κανονικό φίδι,» εξήγησε η Ρουζβάνη.

«Εμένα μου φαίνεται αρκετά κανονικό…»

«Κάνεις λάθος. Ονομάζεται κάχελ’κικ και είναι αγαπημένο της Λιάμνερ Κρωθ. Το βρίσκεις στις ερήμους της Χρ’νταλ και κοντά στο Πρώτο Στόμα της Θεάς.»

Ο Ζάνμελ δεν είχε ιδέα για τι πράγμα μιλούσε η γυναίκα. «Μάλιστα,» είπε. «Καταλαβαίνω…»

Η γυναίκα γέλασε. «Φίλησε το φίδι. Σ’έχει συμπαθήσει· μου το είπε.» Το έφερε εμπρός του.

Ο Ζάνμελ έβγαλε τη γλώσσα του κι άγγιξε τη μουσούδα του ερπετού. Για να το έχει φέρει η Ρουζβάνη εδώ μέσα, και για να το κρατά τόσο κοντά της, μάλλον –μάλλον– δε θα τσιμπούσε.

Η γυναίκα γέλασε κι απομάκρυνε πάλι το φίδι. «Η κάχελ’κικ σ’ευχαριστεί, ξένε, και ρωτά τ’όνομά σου.»

Ο Ζάνμελ δεν πρόλαβε ν’απαντήσει, γιατί, τότε, η μουσική έχασε τη δύναμή της και οι Χορεύτριες έπαψαν ν’αλαλάζουν· πράγμα το οποίο έκανε τους πάντες να στρέψουν το βλέμμα τους στη σκηνή.

Οι γυναίκες με τις βαμμένες όψεις είχαν όλες πέσει στο πάτωμα, με τα πόδια τους διπλωμένα, τη μέση τους λυγισμένη, και τα χέρια τους καλυμμένα από τα μακριά τους μαλλιά. Ανάμεσά τους ένας άντρας βάδιζε, φορώντας άμφια και διάδημα, παρόμοια με του προηγούμενου ιερέα, αλλά πολύ, πολύ πιο φανταχτερά και πλούσια. Επίσης, επάνω του είχε και κάτι επιπλέον: ένα προσωπείο σε σχήμα κρανίου, το οποίο έκρυβε την όψη του.

Σιγή είχε πέσει τώρα παντού στην αίθουσα, εκτός από τον σιγανό ήχο των τυμπάνων και μια αργόσυρτη θρηνωδία αυλών. Ο άντρας με τα άμφια και το διάδημα ύψωσε τα χέρια και έβγαλε το προσωπείο του, αφήνοντας τους οπαδούς του Σάλ’γκρεμ’ρωθ να τον αντικρίσουν.

Και ο Ζάνμελ τον αναγνώρισε! Η ανάμνηση επέστρεψε σαν καυτός άνεμος στο μυαλό του: Ήταν ο κατάσκοπος τον οποίο είχε δει να βγαίνει από την Οικία Έλβρεθ, τη βραδιά που η Αρχόντισσα Ρικέλθη τού είχε ζητήσει να παρακολουθήσει το συγκεκριμένο μέρος.

Αλλά υπήρχε και κάτι άλλο αξιοσημείωτο: Ο άντρας με τα φανταχτερά άμφια και το διάδημα είχε μαύρα, κοντοκουρεμένα μαλλιά, μούσι, και μουστάκι.

Είχα δει το Χέρι εκείνη τη νύχτα! συνειδητοποίησε ο Ζάνμελ. Το Χέρι!

«Ο ΑΠΕΘΑΝΤΟΣ!» αντήχησε μια βροντερή φωνή (η φωνή του προηγούμενου ιερέα, μάλλον) πίσω από τη σκηνή.

Ορισμένοι παρευρισκόμενοι έβγαλαν αλαλαγμούς· κάποιοι άλλοι φώναξαν: «Ο Απέθαντος! Ο Απέθαντος! Ο Απέεεεθαντοοοοος!»

«Καλησπέρα από τον Κόσμο των Νεκρών!» αποκρίθηκε το Χέρι, και οι φωνές από κάτω του δυνάμωσαν. «Ο οποίος είναι γκρίζος και βαρετός –σε αντίθεση με την αποψινή μας αίθουσα, ελπίζω.» Κι άλλες κραυγές. «Ευφραίνομαι, και ο Κύριός μας ευφραίνεται εξίσου και περισσότερο!»

Ο Ζάνμελ αναλογίστηκε αν ετούτη ήταν η κατάλληλη στιγμή για να τραβήξει τις βαλλίστρες του και να ρίξει στο Χέρι… Να δούμε, τελικά, πόσο πραγματικά απέθαντος είναι… Όμως, αν σκότωνε τον Αρχιερέα, αμφέβαλε ότι θα έβγαινε από εδώ μέσα ζωντανός· και, όσο και να μην τον ένοιαζε για τη ζωή του, δεν είχε σκοπό ν’αυτοκτονήσει από τώρα.

Το Χέρι περίμενε οι κραυγές και οι αλαλαγμοί να πάψουν κάπως και, μετά, είπε: «Απόψε, κάνω ετούτη την ειδική παρουσία σε τούτη την ειδική τελετή για να ευχαριστήσω, προσωπικά, όσους έχουν ενισχύσει τον Ιερό μας Ναό με τα χρήματα και τις πράξεις τους. Η νύχτα αυτή είναι για εσάς! Για όλους εσάς!» Κραυγές και αλαλαγμοί. «Ο Κύριός μας ευφραίνεται από τις προσφορές σας, και με προστάζει να σας προσφέρω τέρψη ως το πρωί, είτε αποδειχτεί ανήλιαγο είτε μη!»

Φόρεσε πάλι το νεκρικό του προσωπείο και στράφηκε, βαδίζοντας προς το βάθος της σκηνής, ενώ οι Χορεύτριες σηκώνονταν. Ο Αρχιερέας έπιασε μία απ’αυτές από τα μαλλιά και την τράβηξε μαζί του, καθώς εκείνη γελούσε. Την ξάπλωσε ανάσκελα, στο βάθος της σκηνής, κι άρχισε να ερωτοτροπεί μαζί της, ενώ οι άλλες είχαν ήδη ξεκινήσει τον τρελό τους χορό, αλλά με αργότερους ρυθμούς από προηγουμένως.

Η μουσική δυνάμωσε· όμως κι αυτή όχι τόσο πολύ όσο πριν.

Ο Ζάνμελ ήπιε μια γουλιά από το κρασί του, νιώθοντας το ναρκωτικό μέσα να τον επηρεάζει λιγάκι. Αισθανόταν ευθυμία και το σώμα του ανάλαφρο. Και τούτη ήταν μόνο η τρίτη γουλιά που είχε πιει!

Αυτό δεν είναι καλό σημάδι. Αν είχα τον Χέντραμ τώρα μαζί μου–

«Ποιο είναι το όνομά σου, λοιπόν, Ωθράγκος;»

Ο Ζάνμελ στράφηκε στη μελανόδερμη Ρουζβάνη που ακόμα στεκόταν πλάι του. «Ποιο είναι το δικό σου όνομα;»

«Εγώ ρώτησα πρώτη.»

«Έχει σημασία;»

«Ονομάζομαι Αϊλρέηκ.»

«Ζάνμελ,» συστήθηκε εκείνος, αναρωτούμενος αν η Ρουζβάνη τού έλεγε αλήθεια. Το Αϊλρέηκ τού φαινόταν πολύ παράξενο για θηλυκό όνομα…

«Είσαι από εδώ, Ζάνμελ; Από τη Νουάλβορ;»

«Όχι. Είμαι περιπλανώμενος.»

«Παράξενο αυτό. Σπάνια οι περιπλανώμενοι είναι μυημένοι.»

Έπρεπε να προσέχει τι έλεγε! «Είμαι από τους σπάνιους, τότε. Κι εσύ; Μη μου πεις ότι εσύ είσαι από εδώ;» Εκτός από το γεγονός ότι η γυναίκα ήταν Ρουζβάνη, πρέπει να ήταν και Νότια Ρουζβάνη, αν έκρινε κανείς από το μαύρο της δέρμα.

«Εμπόρισσα είμαι,» εξήγησε η Αϊλρέηκ. «Το Χέρι– ο Αρχιερέας βρίσκει χρήσιμα αυτά που του φέρνω.»

«Γνωρίζεις τον Αρχιερέα;»

Η Αϊλρέηκ γέλασε κι έκανε μια περιστροφή, υψώνοντας το φίδι της, το οποίο πέταξε τη γλώσσα του δυο-τρεις φορές. «Όλοι ξαφνιάζονται! Όλοι!»

«Δε θα έπρεπε;» ρώτησε ο Ζάνμελ, ανασηκώνοντας ένα φρύδι.

«Δεν αντιλέγω.» Η Αϊλρέηκ τράβηξε την κορδέλα από τα μαλλιά του και την τύλιξε γύρω απ’το φίδι της.

«Τι φέρνεις από τα μέρη σου, λοιπόν;» ρώτησε ο Ζάνμελ.

«Μυρωδιές, γεύσεις… δηλητήρια.» Γέλασε. «Διάφορα πράγματα.

»Τώρα, όμως, θέλω κάτι να πιω!» Απομακρύνθηκε, και ο Ζάνμελ –που του είχε κινήσει την περιέργεια– την ακολούθησε μέσα στον κόσμο, ο οποίος συμμετείχε σε ό,τι λογής δραστηριότητες μπορούσε κανείς να φανταστεί.

Η Αϊλρέηκ σταμάτησε μπροστά σ’έναν άντρα που μοίραζε ποτά, και πήρε ένα για τον εαυτό της κι ένα για τον Ζάνμελ.

«Ανάμιξέ το με το κρασί,» είπε η Ρουζβάνη στον δολοφόνο. «Ταιριάζει.»

Ήταν ένα ύποπτο πράσινο υγρό.

Υπάρχει περίπτωση να προσπαθεί να με δηλητηριάσει; αναρωτήθηκε ο Ζάνμελ, ή να με ναρκώσει; Αλλά γιατί να το έκανε αυτό; Εκτός αν μ’έχει καταλάβει: αν έχει καταλάβει ότι δεν είμαι πραγματικός μυημένος…

Άδειασε ένα μέρος του κρασιού του μέσα στο καινούργιο ποτήρι, και άφησε το υπόλοιπο επάνω στον δίσκο του άντρα που μοίραζε τα ποτά.

Η Αϊλρέηκ έβαλε το δάχτυλό της μέσα στο μίγμα του Ζάνμελ και το ανακάτεψε. Ύστερα, έφερε την άκρη του ποτηριού στα χείλη της και ήπιε μια όχι και τόσο μικρή γουλιά.

«Καλό,» είπε. «Ξέρεις από ποτά;»

«Τα δηλητήρια είναι η ειδικότητά μου,» απάντησε ο Ζάνμελ, πίνοντας κι εκείνος. Το υγρό γέμισε το στόμα του με μια έντονη γεύση που τον έκανε να νομίζει ότι, ξαφνικά, η αναπνοή του είχε ανοίξει υπερβολικά· ύστερα, καθώς το ποτό γλίστρησε στο λαιμό του, του έδωσε την εντύπωση ότι δε γλιστρούσε μονάχα προς τα κάτω, αλλά απλωνόταν προς κάθε κατεύθυνση, επηρεάζοντας όλο του το σώμα, φλογίζοντάς το.

Η Αϊλρέηκ μειδίασε, γελώντας λαρυγγωδώς. Τώρα βρισκόταν πολύ κοντά του· ο Ζάνμελ μπορούσε να αισθανθεί τα στήθη της επάνω του, τα γόνατά της ν’ακουμπάνε τις κνήμες του, το φίδι της να τυλίγεται γύρω από το αριστερό του χέρι· και η οσμή της ήταν εξωτική και μεθυστική: αναμφίβολα, φορούσε κάποιο από τα αρώματα που εμπορευόταν –κάτι που δε θύμιζε τίποτα γνωστό σ’εκείνον…


Κεφάλαιο 11
Στον Πάγο και στο Χιόνι

 

Όταν η Ρικνάβαθ συνήθισε, κάπως, την κατάστασή της, προσπάθησε να στρέψει το «βλέμμα» της στη Βόρεια Βάλγκριθμωρ και στην Αυτοκρατορία των Καρμώζ. Στο Βασίλειο Άζμαρκωθ, την ιδιαίτερή της πατρίδα…

Σχετικά εύκολα, βρέθηκε στις παγωμένες εκτάσεις, και έτρεξε πάνω από χιονισμένες οροσειρές και κρυσταλλωμένους ποταμούς, με ταχύτητα που τη ζάλιζε· μέχρι που έφτασε στη Νόλγκεβραθ, κι εκεί σταμάτησε και προσπάθησε να εστιάσει τη ματιά της σε μια εικόνα, πράγμα το οποίο βρήκε αρκετά δύσκολο, καθώς της δινόταν η εντύπωση ότι έπρεπε να προλάβει να κοιτάξει μέσα από ένα παράθυρο που, συνεχώς, απομακρυνόταν από εκείνη και, μάλιστα, πολύ γρήγορα. Η Ρικνάβαθ υπέθεσε ότι τούτο πρέπει να οφειλόταν στη χρονική διαφορά που είχαν οι Αρχέτοποι από την υπόλοιπη Κουαλανάρα. Ωστόσο, πάλεψε να κοιτάξει από εκείνο το παράθυρο χωρίς η όρασή της να είναι θολή· πάλεψε εναντία στο Χρόνο, και, στην αρχή, έκρινε την αντίστασή του μεγάλη· ύστερα, όμως, την υπερνίκησε, σαν ένα φράγμα να έπεσε. Και η εικόνα σταθεροποιήθηκε εμπρός της· η Ρικνάβαθ ατένιζε τώρα τις επάλξεις της πρωτεύουσας του Άζμαρκωθ.

Αισθάνθηκε αγαλλίαση. Αν είχε μάτια, δάκρυα θα έτρεχαν στα μάγουλά της. Μετά από τόσα χρόνια, ξανάβλεπε την πατρίδα της…

Τι σήμαινε, όμως, τούτο; Αυτή δεν ήταν η σημαία του Άζμαρκωθ που αντίκριζε! Ήταν ο Σιδηρούς Ιχθύς, το σύμβολο του Ένμερακ και της Βασίλισσας Φέρνταναθ, η οποία την είχε καταδιώξει επειδή, όπως υποστήριζε, η Ρικνάβαθ είχε δολοφονήσει το γιο της, Πρίγκιπα Ηάρμωκ… ένα έγκλημα που, φυσικά, εκείνη δεν είχε διαπράξει. Η φύση της δεν ήταν τέτοια, και δεν είχε και λόγο να το κάνει. Όμως το σώμα της –ή αυτό που κρυβόταν μέσα του· η ίδια δύναμη που την έκανε να βλέπει οράματα και να βασανίζεται από θεούς και δαίμονες– την πρόδιδε κάθε φορά που πλάγιαζε με άντρα, και τον σκότωνε…

Η Ρικνάβαθ παραμέρισε όλα τούτα από το νου της, και επικεντρώθηκε στον Σιδηρούν Ιχθύ στις επάλξεις των τειχών της Νόλγκεβραθ. Αδύνατον! σκέφτηκε. Πρέπει να έγινε κάποιο λάθος. Μήπως, πήγα στην Ένμερακ, την πρωτεύουσα του Βασιλείου Ένμερακ, αντί στην πατρίδα μου; Όμως αυτό αποκλείεται, γιατί η Ένμερακ ήταν λιμάνι, ενώ η Νόλγκεβραθ όχι. Κι επιπλέον, δεν υπήρχε ποτέ περίπτωση η Ρικνάβαθ να μπέρδευε κάποια άλλη πόλη με τη δική της.

Επομένως, τούτο μπορούσε να σημαίνει μονάχα ένα πράγμα: Το Άζμαρκωθ είχε κατακτηθεί από το Ένμερακ. Η Βασίλισσα Φέρνταναθ, εξοργισμένη από το θάνατο του γιου της, είχε εισβάλει… εξαιτίας μου.

Η Ρικνάβαθ αισθάνθηκε να την πνίγει ένα δυνατό συναίσθημα ανάμικτης οργής και λύπης, και κραύγασε, χωρίς να έχει στόμα. Κραύγασε, μέχρι που δεν μπορούσε ν’αντέξει να κραυγάζει άλλο. Και τότε, εστίασε πάλι το βλέμμα της στην Νόλγκεβραθ και διείσδυσε στην πόλη, αόρατη σαν τον άνεμο, ή ίσως ακόμα πιο αόρατη. Και κατευθύνθηκε στο παλάτι, αναζητώντας την οικογένειά της. Στη βασιλική αίθουσα, όμως, βρήκε έναν άλλο άντρα να κάθεται στον Σμιλοδόντινο Θρόνο: έναν άντρα που κάτι της θύμιζε.

Ο Δούκας Κάλθενμωτ… Μας πρόδωσε, και συμμάχησε με τη Φέρνταναθ!

Οι σύμβουλοι είχαν αλλάξει, επίσης· όχι όλοι, όμως: ορισμένοι παρέμεναν ίδιοι. Είχαν κι αυτοί προδώσει τον πατέρα της, ή είχαν αναγκαστεί να υποκύψουν λόγω των περιστάσεων;

Και πού ήταν τώρα ο Θέναρτωρ; Πού ήταν η υπόλοιπη οικογένειά της;

Πού είναι η οικογένειά μου; φώναξε, εξοργισμένη. Πού είναι;

Και ο Δούκας Κάλθενμωτ σηκώθηκε, απότομα, απ’τον Σμιλοδόντινο Θρόνο και κοίταξε τριγύρω, μ’αγριεμένη όψη στο γενειοφόρο του πρόσωπο. Τα μάτια του είχαν γουρλώσει. «Ποιος ούρλιαξε έτσι;» είπε στους συμβούλους του. Εκείνοι τον ατένισαν παραξενεμένοι.

«Τι εννοείτε, Βασιληά μου;» ρώτησε μία, την οποία η Ρικνάβαθ δε γνώριζε.

Με άκουσε… Μίλησα και με άκουσε.

Προσπάθησε να το ξανακάνει.

Πού είναι ο Βασιληάς Θέναρτωρ, ελεεινέ προδότη;—ρώτησε τον Δούκα, κάνοντας τη φωνή της δυνατή και απειλητική.

Ο Κάλθενμωτ κραύγασε άναρθρα, και παραπάτησε· παραλίγο να πέσει από τα σκαλιά του βάθρου του θρόνου. «Ποιος το είπε αυτό;» γκάρισε. «Ποιος το είπε αυτό;»

Οι σύμβουλοί του, καθώς και οι στρατιώτες κι οι υπηρέτες της αίθουσας, τον ατένιζαν με έκδηλη περιέργεια στα πρόσωπά τους, σαν ν’αναρωτιόνταν αν είχε τρελαθεί.

Πού είναι ο Βασιληάς Θέναρτωρ και η οικογένειά του;—επανέλαβε την ερώτησή της η Ρικνάβαθ—Απάντησέ μου, αλλιώς μεγάλο κακό θα σε βρει. Θα κρυσταλλώσεις για πάντα!—

«Ποια… ποια είσαι;» ψέλλισε ο Δούκας, κοιτάζοντας την οροφή της αίθουσας.

ΑΠΑΝΤΗΣΕ ΜΟΥ!—πρόσταξε η Ρικνάβαθ.

«Στα μπουντρούμια, στα μπουντρούμια είναι… Σε παρακαλώ… ποια είσαι; Δεν έχω προσβάλει καμία θεά, ποτέ στη ζωή μου…»

Ένας σύμβουλος ζύγωσε το Κάλθενμωτ και άγγιξε τους ώμους του. «Μεγαλειότατε–»

Η Ρικνάβαθ δεν άκουσε τα υπόλοιπα, γιατί έφυγε αμέσως από τη βασιλική αίθουσα, κατεβαίνοντας τις σκάλες για τα μπουντρούμια, περνώντας αθέατη ανάμεσα από φρουρούς και μέσα από πόρτες· τίποτα δεν αποτελούσε πλέον εμπόδιο για εκείνη. Αν ήθελε, μπορούσε να καταδυθεί μέχρι την ψυχή κάποιου και να ξαναβγεί, για να πετάξει στους αιθέρες, ή να ταξιδέψει στους περίπλοκους Αρχέτοπους, στα σπλάχνα της Κουαλανάρα.

Τον πατέρα της τον βρήκε κλειδωμένο σ’ένα σκοτεινό κελί, κουκουλωμένο μέσα σε μια κουβέρτα και κουλουριασμένο από το κρύο. Η άλλοτε εντυπωσιακή του μορφή τώρα ήταν αξιοθρήνητη, και η Ρικνάβαθ θα έκλαιγε για δεύτερη φορά, αν είχε μάτια. Για μια στιγμή, ήταν έτοιμη να του μιλήσει, να τον παρηγορήσει όσο μπορούσε, να διώξει λίγο από τον πόνο μέσα της και λίγο από τον πόνο μέσα του· όμως δεν το έκανε, γιατί σκέφτηκε πως, στην κατάσταση που βρισκόταν, ο Βασιληάς Θέναρτωρ θα νόμιζε ότι είχε τρελαθεί και άκουγε τη φωνή της κόρης του. Έτσι, η Ρικνάβαθ θρήνησε σιωπηλά, χωρίς να τον πλησιάσει.

Και απομακρύνθηκε, ψάχνοντας τα μπουντρούμια για την υπόλοιπή της οικογένεια. Μα δε βρήκε πουθενά ούτε τη μητέρα ούτε τα αδέλφια της. Δεν ήταν εδώ…

Έτσι, εγκατέλειψε τις φυλακές και, περνώντας μέσα από το έδαφος και μέσα από τείχους, έφτασε πάλι στην αίθουσα του θρόνου, όπου ο Δούκας Κάλθενμωτ καθόταν σ’ένα τραπέζι και έπινε κρασί, περιστοιχισμένος από τους συμβουλάτορές του.

«Θέλετε να ειδοποιήσουμε τους ιερείς του Παγογέρακα, Δούκα μου;» ρωτούσε, εκείνη τη στιγμή, ένας απ’αυτούς. «Προφανώς, σας επισκέφτηκε κάποιο μοχθηρό πνεύμα.»

Μου είπες ΨΕΜΑΤΑ!—φώναξε η Ρικνάβαθ, και είδε έναν δυνατό αέρα να φυσά μέσα στην αίθουσα, παρασέρνοντας χαρτιά και ανατρέποντας ποτήρια, χύνοντας το περιεχόμενό τους στο τραπεζομάντιλο και στέλνοντάς τα να κατρακυλήσουν στο πάτωμα. Εγώ το έκανα αυτό;

Οι συμβουλάτορες και ο Βασιληάς –ο Σφετεριστής– είχαν σηκωθεί από τις θέσεις τους, κατατρομαγμένοι· μάλλον, όλοι τους την είχαν ακούσει. Πρέπει να μάθω να ελέγχω καλύτερα τον εαυτό μου… Δεν είχε ιδέα πώς είχε μιλήσει σε όλους, ενώ πριν μόνο στον Κάλθενμωτ.

«Τι θέλεις από μένα;» ούρλιαξε ο προδότης.

Την αλήθεια! Στα μπουντρούμια βρίσκεται μόνο ο Βασιληάς Θέναρτωρ. Πού είναι η οικογένειά του;—

«Τι είσαι; Φάντασμα;» ρώτησε ένας σύμβουλος.

ΗΣΥΧΙΑ!—βρόντησε η Ρικνάβαθ—Κάλθενμωτ, πού βρίσκεται η οικογένεια του Βασιληά Θέναρτωρ; Απάντησέ μου, τώρα!

«Η γυναίκα του είναι νεκρή,» αποκρίθηκε ο προδότης. «Οι δυο του γιοι επίσης. Η κόρη του, η Σιγκρέβαθ, βρίσκεται στο Ένμερακ· η Βασίλισσα Φέρνταναθ μού τη ζήτησε. Η άλλη του κόρη, η Ρικνάβαθ, χάθηκε, προτού εκείνος εκθρονιστεί· κανείς δεν ξέρει πού είναι. Άσε με τώρα σε ησυχία!»

Ο Κάλθενμωτ μίλησε σαν χείμαρρος, έτσι τρομαγμένος όπως ήταν, αλλά τα λόγια του χτύπησαν τη Ρικνάβαθ σαν σφυριά. Η μητέρα της ήταν νεκρή… Ο Σαρνταμώθ και ο Καρντέμων ήταν νεκροί… Η αδελφή της –η μικρή της αδελφή– ήταν αιχμάλωτη της Βασίλισσας Φέρνταναθ… ενώ ο πατέρας της σάπιζε στα παγερά υπόγεια του παλατιού της Νόλγκεβραθ.

Καθώς αυτός ο εφιάλτης καταστάλαζε μέσα στο νου της, η Ρικνάβαθ αισθανόταν όλο της το είναι παγωμένο. Μια παγερή φλόγα φούντωνε και φούντωνε και φούντωνε εντός της, μέχρι που εξερράγη, και εκείνη ούρλιαξε, βγάζοντας την οργή της επάνω στην αίθουσα του θρόνου και στους εκεί παρευρισκόμενους. Ο άνεμος που σηκώθηκε ήταν δυνατότερος από τον προηγούμενο, στέλνοντας χαρτιά σε κάθε μεριά του δωματίου και ανατρέποντας καρέκλες, ρίχνοντας ακόμα και ορισμένους ανθρώπους στο πάτωμα. Κραυγές τρόμου και πανικού αντηχούσαν πανταχόθεν.

Η Ρικνάβαθ ήθελε ν’απλώσει τα χέρια της και ν’αρπάξει τον Κάλθενμωτ από το κεφάλι, να τον διαλύσει! Όμως, παρά τις προσπάθειες και τη μάνητά της, δεν μπορούσε να τον αγγίξει. Δεν μπορούσε να επηρεάσει περισσότερο την Κουαλανάρα. Μπορούσε μόνο να κοιτάζει…

Και, ουρλιάζοντας, εγκατέλειψε την αίθουσα και υψώθηκε στους αιθέρες, πάνω από το Βασίλειο Άζμαρκωθ, πάνω από την Αυτοκρατορία των Καρμώζ.

Όταν η οργή της καταλάγιασε, ως ένα βαθμό, ένα μονάχα όνομα υπήρχε στο μυαλό της: Ένμερακ. Έτσι, έστρεψε το βλέμμα της προς τη συγκεκριμένη χώρα, η οποία βρισκόταν βόρεια της δικής της, μετά από τα βουνά και κοντά στη θάλασσα· και πήγε εκεί, ταξιδεύοντας επάνω στις χιονισμένες της πεδιάδες και ακολουθώντας τον παγωμένο ποταμό Όλντρανκωρ, που οδηγούσε στην πρωτεύουσα του Βασιλείου.

Η Ρικνάβαθ δεν είχε ποτέ ξανά βρεθεί στην Ένμερακ, μα, μόλις έφτασε, δεν είχε καμία αμφιβολία για το ποια ήταν η πόλη εμπρός της· γιατί, κατά πρώτον, ήταν λιμάνι· κατά δεύτερον, απλωνόταν κι απ’τις δύο μεριές του ποταμού (όπως την είχε δει στους χάρτες, μικρή)· και, κατά τρίτον, έμοιαζε πλούσια, ακριβώς όπως έλεγαν οι φήμες και τα ιστορικά βιβλία γι’αυτήν. Επίσης, στη βόρειά της άκρη, επάνω σ’έναν πελώριο βράχο, ορθωνόταν ένα παλάτι: το παλάτι της Βασίλισσας Φέρνταναθ, που ονομαζόταν «το Παλάτι του Βράχου».

Όχι, η Ρικνάβαθ αποκλείεται να είχε έρθει σε λάθος μέρος. Βρισκόταν στην πρωτεύουσα του Βασιλείου της γυναίκας που την ήθελε νεκρή και η οποία είχε καταστρέψει την πατρίδα της και την οικογένειά της, επειδή δεν μπορούσε να βρει εκείνη. Ω, πόσο ήθελε να κάνει τη Βασίλισσα Φέρνταναθ να πληρώσει!

Μπήκε στο παλάτι από την κεντρική είσοδο, περνώντας ανάμεσα από τους φρουρούς· διέσχισε τον μεγάλο κήπο –ο οποίος ήταν πανέμορφος, όφειλε να παραδεχτεί– και διάβηκε το κατώφλι του κεντρικού οικοδομήματος, για να βρεθεί σ’έναν πλατύ, μακρύ διάδρομο, στρωμένο με χαλιά και στολισμένο, δεξιά κι αριστερά, με αγάλματα και πίνακες. Χωρίς να δώσει πολλή σημασία στη διακόσμηση γύρω της, αναζήτησε τη βασιλική αίθουσα και τη βρήκε σχεδόν αμέσως.

Αντίκρισε ένα μεγάλο δωμάτιο –ίσως λίγο μεγαλύτερο από αυτό στο δικό της παλάτι–, στηριζόμενο σε έξι κίονες, το οποίο είχε γύρω-γύρω παράθυρα από καθαρό κρύσταλλο, έτσι που μπορούσε κανείς ν’ατενίζει προς όλες τις κατευθύνσεις: και, είτε κοίταζε την παγωμένη θάλασσα, είτε την πόλη, είτε πέρα απ’αυτήν, τις χιονισμένες εκτάσεις, η θέα ήταν πανοραμική και μαγευτική. Στο πέρας της αίθουσας, βρισκόταν ο Θρόνος της Θάλασσας: ένα κάθισμα καμωμένο από παγόξυλο και λαξεμένο στη μορφή κυμάτων, θαλάσσιων ερπετών, και ψαριών: το οποίο, αυτή τη στιγμή, ήταν άδειο· κανείς δεν καθόταν εκεί. Στο μεγάλο τραπέζι της αίθουσας, όμως, γινόταν μια συγκέντρωση, και στην κορυφή του βρισκόταν μια γυναίκα, ντυμένη με φόρεμα ακριβού δέρματος και γούνας. Τα μαλλιά της ήταν χτενισμένα και πιασμένα έτσι ώστε να σχηματίζουν έναν κώνο από δαχτυλίδια πάνω απ’το κεφάλι της. Από τ’αφτιά της κρέμονταν μακριά σκουλαρίκια, ενώ τα χείλη, τα μάτια, και τα μάγουλά της ήταν πολύ έντονα βαμμένα. Η Βασίλισσα Φέρνταναθ· δεν μπορεί να ήταν άλλη…

Η Ρικνάβαθ είχε μπροστά της τη γυναίκα που της είχε προκαλέσει το μεγαλύτερο κακό· που την είχε, ουσιαστικά, εξορίσει από το Βασίλειό της· που είχε αιχμαλωτίσει το θείο της, Ράναρωμ, ο οποίος ήταν κάποτε βασιλικός διπλωμάτης και είχε αναπτύξει σχέσεις με το Ένμερακ· που είχε σκοτώσει τη μητέρα και τους αδελφούς της· που είχε ρίξει τον πατέρα της στα κελιά του ίδιου του του παλατιού· που κρατούσε την αδελφή της εδώ, στο δικό της παλάτι…

Η Ρικνάβαθ ήθελε πάλι να ουρλιάξει και να τρομάξει τους πάντες μέσα στην αίθουσα, να κάνει τις καρδιές τους να σταματήσουν από τρόμο· να τους κάνει να πεθάνουν! Μα κάτι –ίσως η ματαιότητα του όλου εγχειρήματος, ίσως αυτό που άκουσε να βγαίνει από τα χείλη της Φέρνταναθ– τη σταμάτησε.

«Δηλαδή, δεν έχετε κανένα σημάδι, καμία ιδέα, για το πού μπορεί να πήγε η σαύρα;» έλεγε η Βασίλισσα του Ένμερακ, μοιάζοντας εκνευρισμένη.

Μια άλλη γυναίκα –ξανθιά, με τόσο γαλανά μάτια που έμοιαζαν λευκά– κούνησε το κεφάλι. «Καμία, Βασίλισσά μου. Δεν είναι και πολύ εύκολο να εντοπίσει κανείς ένα ερπετό…»

Σαύρα; Ερπετό; Μα τι έλεγαν; Η Ρικνάβαθ ήταν βέβαιη ότι κυριολεκτούσαν· δεν έβριζαν κάποιον.

Η Φέρνταναθ αναστέναξε, κι ακούμπησε το μάγουλο στη δεξιά της παλάμη.

«Μη στενοχωριέσαι, αγαπημένη μου,» είπε ένας άντρας ο οποίος καθόταν δίπλα της. «Ίσως να επιστρέψει.»

«Μα, εγώ τον χρειάζομαι τώρα!» διαμαρτυρήθηκε η Φέρνταναθ. «Θέλω να μου πει γιατί χάθηκε ο ήλιος.»

Ο ήλιος είχε χαθεί; Και πάλι, η Ρικνάβαθ είχε την εντύπωση πως η Βασίλισσα κυριολεκτούσε…

«Οι αστρονόμοι δεν ξέρουν, οι ιερείς δεν ξέρουν· ποιος θα μου πει;» συνέχισε η Φέρνταναθ. «Το φαινόμενο δεν είναι καθόλου συνηθισμένο. Είναι τελείως παράξενο.»

«Απορώ, πάντως, γιατί η σαύρα έφυγε μόλις ο ήλιος εξαφανίστηκε από τον ουρανό…» είπε ένας ευτραφής άντρας, ακουμπώντας την πλάτη του στην καρέκλα και μπλέκοντας τα δάχτυλα των χεριών του.

Η σαύρα… Η Ρικνάβαθ θυμήθηκε μια σαύρα που είχε δει στα οράματά της. Γι’αυτήν μιλούσαν;

«Τούτο δεν μπορεί να μας το απαντήσει κανένας,» αποκρίθηκε η Φέρνταναθ. «Εκτός από την ίδια τη σαύρα. Αλλά πρέπει, πρώτα, να τη βρούμε.» Κάρφωσε το βλέμμα της στην ξανθιά γυναίκα με τα γαλανά μάτια.

«Προσπαθώ, Βασίλισσά μου,» είπε εκείνη. «Προσπαθώ…»

«Να προσπαθήσεις περισσότερο!» σφύριξε η Φέρνταναθ. «Γιατί πολύ φοβάμαι ότι πρόκειται για απαγωγή.»

«Από ποιον, αν επιτρέπεται, Βασίλισσά μου;» ρώτησε ο ευτραφής άντρας.

«Από τον Αυτοκράτορα, ο οποίος πρόσφατα είχε μάθει ότι έχω μια σαύρα που μου λέει το μέλλον.»

«Αν την έχει ο Αυτοκράτορας, δεν μπορούμε να κάνουμε και πολλά, για να την πάρουμε πίσω, Βασίλισσά μου,» είπε η γυναίκα με τα ξανθά μαλλιά.

«Δε ζήτησα τη γνώμη σου, Σαπράνταν!» αντιγύρισε η Φέρνταναθ, χτυπώντας τη γροθιά της στο τραπέζι. «Ζήτησα να μου βρεις τη σαύρα!»

«Κι αυτό θα κάνω, Μεγαλειοτάτη…»

«Ακόμα περιμένω.»

Μια σαύρα που λέει το μέλλον… σκέφτηκε η Ρικνάβαθ. Ο Νουτκάλι δεν είναι· ο Φανλαγκόθ δεν είναι. Άρα, είναι ο πατέρας τους, ο Λιζναγκάρ… ο οποίος, μάλιστα, της είχε υποσχεθεί πως, αν ακολουθούσε τις διαταγές του, θα την έκανε Αυτοκράτειρα των Καρμώζ. Ναι, ο Λιζναγκάρ βρισκόταν εδώ, μεταμορφωμένος σε σαύρα! Και βοηθούσε τη Βασίλισσα Φέρνταναθ… τη γυναίκα που μισώ περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο. Τη γυναίκα που μου κατέστρεψε τη ζωή.

Και μετά, ο Λιζναγκάρ μού ζητούσε να συμμαχήσω μαζί του!

Χίλιες κατάρες επάνω σ’όλους τους ελεεινούς Ράζλερ! Ο ένας είναι χειρότερος απ’τον άλλο.

Η Ρικνάβαθ δεν παρακολουθούσε πλέον τη συζήτηση της Βασίλισσας του Ένμερακ με τους συμβούλους της, καθώς σκέψεις είχαν πλημμυρίσει το νου της. Θυμήθηκε, όμως, τη Σιγκρέβαθ και επανήλθε στην πραγματικότητα. Έπρεπε να μάθει πού βρισκόταν η μικρή της αδελφή· έπρεπε να μάθει αν ήταν καλά.

Επικεντρώθηκε στη Φερντάναθ, και προσπάθησε να μιλήσει μόνο σ’αυτήν.

Πού βρίσκεται η Σιγκρέβαθ φερντ Μάθλοκωρ, η κόρη του Βασιληά Θέναρτωρ;

Η Βασίλισσα του Ένμερακ πάγωσε, ενώ οι υπόλοιποι γύρω από το τραπέζι εξακολουθούσαν να μιλάνε. Ωραία. Τα κατάφερα· επικοινωνώ μόνο μ’αυτήν.

Απάντησέ μου, άθλια σκύλα! αλλιώς μεγάλο κακό θα βρει εσένα και το παλάτι σου!

Ποια είσαι;

Ώστε η Φέρνταναθ ήξερε να απαντάει τηλεπαθητικά. Πράγμα όχι παράξενο, αφού επικοινωνούσε με τον Λιζναγκάρ.

Θα μάθεις το όνομά μου, αργά ή γρήγορα—αποκρίθηκε η Ρικνάβαθ—αλλά, πρώτα, θα σ’αφήσω να μαντέψεις. Και, όσο μαντεύεις, απάντησέ μου: Πού έχεις τη Σιγκρέβαθ φερντ Μάθλοκωρ, την κόρη του Βασιληά Θέναρτωρ, του οποίου την υπόλοιπη οικογένεια δολοφόνησες;—

Δε σου λέω τίποτα, μέχρι να μάθω ποια είσαι!—

Ώστε η Βασίλισσα ήθελε να κάνει τη σκληρή!

Ο σύζυγός της –η Ρικνάβαθ δε μπορούσε τώρα να θυμηθεί τ’όνομα του, αν και το ήξερε· το είχε ακούσει, παλιά– άγγιξε το δεξί της χέρι, ψιθυρίζοντάς της: «Τι είναι, Φέρνταναθ; Τι έχεις; Είσαι χλομή…»

«Σσς,» του έκανε εκείνη, βάζοντας ένα δάχτυλο μπροστά στα χείλη της.

Θα μου απαντήσεις, ΤΩΡΑ!—φώναξε η Ρικνάβαθ μέσα στο μυαλό της Βασίλισσας, και αέρας άρχισε να σηκώνεται μέσα στην αίθουσα, παίρνοντας μερικά χαρτιά και κάνοντας τους συμβούλους, τους φρουρούς, και τους υπηρέτες να κοιτάξουν γύρω-γύρω, ψάχνοντας να βρουν το ανοιχτό παράθυρο απ’το οποίο είχε έρθει ο ξαφνικός άνεμος.

Όχι—αποκρίθηκε η Φέρνταναθ—Δε σου λέω τίποτα, μέχρι να μου πεις ποια είσαι και πώς τολμάς να μου απευθύνεσαι τοιουτοτρόπως!—

Θέλεις, λοιπόν, να παίξουμε έτσι, σκρόφα;—γρύλισε η Ρικνάβαθ—Έτσι θα παίξουμε· και στο τέλος, θα μου απαντήσεις. Να θυμάσαι την ημέρα και την ώρα που σ’το υποσχέθηκα αυτό!—

Ποια είσαι;—απαίτησε η Βασίλισσα.

Η Ρικνάβαθ δεν αποκρίθηκε.

Ποια είσαι;

Πάλι δε μίλησε. Άστη να κρυσταλλώσει απ’το θυμό της. Θα πάρω την απάντησή μου με γλυκύτερο τρόπο απ’ό,τι σκόπευα…

Ποια είσαι; Έχεις καμία σχέση με τη σαύρα; Μίλα μου! Μίλα μου!

Η Ρικνάβαθ γέλασε μόνο.

Η Φέρνταναθ κοπάνησε το χέρι της στην επιφάνεια του τραπεζιού και σηκώθηκε, εξοργισμένη. Οι σύμβουλοι και ο σύζυγός της την κοίταζαν με απορία, καθώς απομακρυνόταν, βγαίνοντας από την αίθουσα.

Αυτό θα αποδειχτεί διασκεδαστικό, σκέφτηκε η Ρικνάβαθ. Πολύ διασκεδαστικό…!


Κεφάλαιο 12
Η Πολιορκία της Έρλεν

 

Ύστερα από τόσα βάσανα, ύστερα από τόσες περιπέτειες, επέστρεψα εκεί από όπου ξεκίνησα. Και είμαι διαφορετική γυναίκα τώρα.

Η Νίθρα καθόταν στη σέλα του αλόγου της, καθώς το στράτευμα του Έπαρχου Τάκμιν στρατοπέδευε έξω από τα τείχη της Έρλεν. Οι μαχητές είχαν περικυκλώσει την πρωτεύουσα του Νούφρεκ, βρισκόμενοι σε απόσταση ασφαλείας από τα τείχη. Ένα μέρος τους είχε διασχίσει τον ποταμό Σάριφναν, για να περάσουν στη νότιά του μεριά και να αποκλείσουν και τη νότια πύλη της πόλης. Τη δεύτερη πύλη που ο Τάκμιν θα ζητούσε από τη Νίθρα να ρίξει, με τη δύναμη του Κοσμικού Κελεύσματος. Η πρώτη θα ήταν η δυτική πύλη, η οποία τώρα βρισκόταν αντίκρυ της· και η Νίθρα δυσανασχετούσε: αναρωτιόταν αν θα κατάφερνε να την καταστρέψει· γιατί, όπως είχε υποθέσει, ο ήλιος δεν είχε παρουσιαστεί σήμερα το πρωί, έτσι το όλο περιβάλλον τής θύμιζε Αρχέτοπο. Και δεν είχε ξεχάσει ότι στους Αρχέτοπους το Κοσμικό Κέλευσμα δεν λειτουργούσε…

Επομένως, αισθανόταν ανήσυχη, και φοβισμένη ίσως. Πώς θα το εκλάμβανε ο Τάκμιν, αν του έλεγε ότι, τελικά, δεν μπορούσε να ρίξει τις πύλες της Έρλεν, όπως είχε κάνει στη Βόλγκρεν; Πώς θα το εκλάμβαναν οι ιέρειες της Λιάμνερ Κρωθ; Μάλλον, εκείνος θα με αποκαλέσει προδότρια, ενώ εκείνες θα πουν ότι έχασα τη Θεϊκή μου Χάρη…

Έπρεπε να είχα δοκιμάσει το Κοσμικό Κέλευσμα, πριν. Αλλά, ακόμα και τώρα, ίσως να μην είναι αργά.

Η Νίθρα αφίππευσε, και πήρε το άλογό της από τα χαλινάρια. Ο Φένταρ και η Χρυσοδάκτυλη, που βρίσκονταν έφιπποι εκατέρωθέν της, στράφηκαν να την κοιτάξουν, παραξενεμένοι. Η εργοδότριά τους είχε κινηθεί κάπως απότομα, βιαστικά…

«Τι συμβαίνει;» τη ρώτησε ο Ωθράγκος.

«Θέλω να πάω λίγο στη σκηνή μου, να ξεκουραστώ,» αποκρίθηκε εκείνη.

«Περίμενε τότε,» της είπε ο Φένταρ· «θα σε συνοδέψουμε. Γιαυτό μας πληρώνεις, άλλωστε.» Ξεκαβαλίκεψε, και πήρε κι αυτός τ’άλογό του από τα χαλινάρια.

Η Χρυσοδάκτυλη τον μιμήθηκε, σιωπηλά.

«Πού είναι ο κατάσκοπός σου;» ρώτησε ο Ωθράγκος, καθώς βάδιζαν ανάμεσα στους καταυλιζόμενους στρατιώτες, κατευθυνόμενοι προς το σημείο όπου στήνονταν πάντα οι σκηνές τους· ο σχηματισμός του στρατοπέδου του Τάκμιν έμενε κάθε φορά ίδιος, σε γενικές γραμμές.

«Κατασκοπεύει,» αποκρίθηκε η Νίθρα, μονολεκτικά.

Όταν έφτασαν στη σκηνή της, η οποία είχε μόλις στηθεί, ο Φένταρ είπε: «Θέλεις να σε περιμένουμε απέξω;»

Η Νίθρα τού έδωσε τα ηνία του αλόγου της και ένευσε, παραμερίζοντας την κουρτίνα της εισόδου και περνώντας στο εσωτερικό. Έριξε μια ματιά τριγύρω, μα είδε ότι ο Άλαντμιν δεν ήταν εδώ. Καλύτερα, σκέφτηκε. Προτιμούσε τούτο να το κάνει μόνη της.

Κοίταξε μία από τις λυόμενες καρέκλες και, επικαλούμενη το Κοσμικό Κέλευσμα, διέταξε: «Λύσου!» Η καρέκλα λύθηκε. Αλλά η Νίθρα νόμιζε ότι αισθάνθηκε μεγαλύτερη δυσκολία από τις άλλες φορές που είχε χρησιμοποιήσει το συγκεκριμένο της Χάρισμα. Όχι πολύ μεγαλύτερη, αλλά, σίγουρα, η… αντίσταση είχε ενταθεί.

Η αντίσταση ποιου; Του ίδιου του κόσμου; Της ίδια της Κουαλανάρα; Δεν είχε, όμως, σημασία αυτό τώρα. Σημασία είχε ότι το Κοσμικό Κέλευσμα λειτουργούσε, πράγμα το οποίο την ανακούφιζε ιδιαίτερα, γιατί σήμαινε πως δε θα είχε πρόβλημα να ρίξει τις πύλες της Έρλεν. Ακόμα κι αν ήταν λίγο δυσκολότερο από πριν, θα τα κατάφερνε.

Ξάπλωσε σ’ένα ανάκλιντρο, για να ηρεμήσει. Και έκλεισε τα μάτια της, γνωρίζοντας ότι, αργά ή γρήγορα, ο Έπαρχος Τάκμιν θα ερχόταν να της μιλήσει, ή θα έστελνε κάποιον στρατιώτη, για να την καλέσει.

Ωστόσο, ο Άλαντμιν ήρθε πρώτος. Η Νίθρα άνοιξε τα βλέφαρα της, καθώς άκουσε την κουρτίνα της σκηνής να παραμερίζεται.

«Τι είναι;» τη ρώτησε ο Αρχικατάσκοπος, βλέποντάς τη πάνω στο ανάκλιντρο. «Δεν είσαι καλά;»

Εκείνη σηκώθηκε, παίρνοντας καθιστή θέση. «Καλά είμαι.»

«Ο Φένταρ κι η Χρυσοδάκτυλη μού είπαν ότι ήθελες να μείνεις μόνη, και σκέφτηκα….»

«Όχι· δεν έχω τίποτα. Ήθελα απλά να δοκιμάσω το Κοσμικό Κέλευσμα, να δω αν δουλεύει.» Έτριψε το πρόσωπό της, κουρασμένα.

«Γιατί να μη δουλεύει;»

«Επειδή στους Αρχέτοπους δε λειτουργούσε.»

«Ακόμα νομίζεις ότι ο κόσμος μετατρέπεται σε Αρχέτοπο;»

«Ναι.»

Ο Άλαντμιν κούνησε το κεφάλι, μη θέλοντας να το πιστέψει.

«Ο ήλιος δεν ανέτειλε το πρωί,» τόνισε η Νίθρα.

«Ναι, αλλά αυτό δε σημαίνει–»

«Και δυσκολεύτηκα να χρησιμοποιήσω το Κοσμικό Κέλευσμα.»

«Μήπως ήταν η ιδέα σου;»

«Δεν ήταν η ιδέα μου,» τον διαβεβαίωσε η Νίθρα. «Η δυσκολία έχει αυξηθεί. Λίγο, αλλά έχει.»

«Λίγο; Τότε, μπορεί να ήταν η ιδέα σου,» επέμεινε ο Άλαντμιν.

Λες; αναρωτήθηκε η Νίθρα, αρχίζοντας να αμφιβάλλει για τον εαυτό της. «Δεν το νομίζω.»

«Τέλος πάντων…» Ο Άλαντμιν κάθισε σε μία από τις λυόμενες καρέκλες.

«Τι νέα από τη φίλη μας, την Αρτλάνα;» ρώτησε η Νίθρα.

«Άκου κάτι το περίεργο.» Σταύρωσε τα πόδια του στο γόνατο, παίρνοντας βολική θέση. «Θυμάσαι τους δύο Λυκολάτρες που είχε αιχμαλωτίσει ο Τάκμιν, για να πάρει πληροφορίες;» Η Νίθρα ένευσε, μισοξαπλώνοντας στο ανάκλιντρο. «Τους είχε βασανίσει και τους δύο, προκειμένου να μιλήσουν. Εκείνοι, όμως, απ’ό,τι έμαθα, ήταν σκληρά καρύδια, και δεν αποκάλυπταν εύκολα τις πληροφορίες τους. Έτσι, η Αρτλάνα μπήκε στη σκηνή του ενός, χωρίς να είναι ο βασανιστής μέσα, και συζήτησε μαζί του–»

«Δε με παραξενεύει τούτο,» είπε η Νίθρα. «Είναι Ομιλήτρια.»

«Περίμενε, και θα δεις πού είναι το παράξενο της υπόθεσης. Η Αρτλάνα μίλησε με τον αιχμάλωτο και, έπειτα, βγήκε από τη σκηνή των βασανιστηρίων και συνάντησε τον Έπαρχο. Μπροστά ήταν και ο Στρατάρχης Ρέλγκριν, ο οποίος –για κάποιο λόγο– θύμωσε και έφυγε. Όταν η Αρτλάνα και ο Τάκμιν έμειναν μόνοι, επισκέφτηκαν τον αιχμάλωτο και κουβέντιασαν μαζί του. Μετά από αυτό το περιστατικό, ο βασανιστής του συγκεκριμένου Λυκολάτρη δεν ξαναμπήκε στη σκηνή του βασανιζόμενου, όμως μαθεύτηκε ότι εκείνος ‘πέθανε στα βασανιστήρια’, ενώ τον σύντροφό του απλά τον σκότωσαν, κατόπιν διαταγής του Έπαρχου.»

«Πού θέλεις να καταλήξεις;»

«Νίθρα, δεν καταλαβαίνεις; Ο Λυκολάτρης με τον οποίο μίλησε η Αρτλάνα, ουσιαστικά, εξαφανίστηκε. Υποτίθεται ότι ‘πέθανε στα βασανιστήρια’ χωρίς ο βασανιστής να βρίσκεται στην ίδια σκηνή με εκείνον.»

«Και γιατί να έχει γίνει όλη αυτή η σκευωρία;»

Ο Άλαντμιν την κοίταξε ανέκφραστα, περιμένοντας.

Η Νίθρα συνοφρυώθηκε. «Υπονοείς ότι η Αρτλάνα κρύβει τον Λυκολάτρη στη σκηνή της;»

Εκείνος κατένευσε.

Η Νίθρα γέλασε. «Είναι γελοίο! Τι λόγο έχει να το κάνει;»

«Δεν ξέρω. Τα στοιχεία, όμως, σ’αυτό το συμπέρασμα με οδηγούν.»

«Γιατί, όμως, να τον κρύβει;»

Ο Άλαντμιν ανασήκωσε τους ώμους. «Ίσως να είναι πονόψυχη.»

Η Νίθρα μόρφασε, υπομειδιώντας.

Και άκουσε τον Φένταρ να φωνάζει τ’όνομά της, έξω απ’τη σκηνή. «Τι είναι;» τον ρώτησε.

«Ο Έπαρχος θέλει να σου μιλήσει.»

«Ας περάσει.»

Η κουρτίνα παραμερίστηκε και ο Τάκμιν μπήκε, ζωσμένος το σπαθί του και φορώντας σκούρα-γκρίζα κάπα. «Είσαι έτοιμη, Νίθρα; Έτοιμη να ρίξεις τις πύλες;»

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνη. «Πότε θέλεις να γίνει;» Όταν ήταν μεταξύ τους, δεν του μιλούσε στον πληθυντικό, κι αυτός δε φαινόταν να ενοχλείται.

«Μετά το μεσημέρι. Θα σε ειδοποιήσω.»

«Εντάξει.»

Ο Τάκμιν έφυγε απ’τη σκηνή.

«Στα γρήγορα…» σχολίασε ο Άλαντμιν.

*

«Δε βλέπω η… δολιοφθορέας σου να κάνει καμια κίνηση, όπως σου είχε υποσχεθεί,» είπε ο Βάνκελιν, καθώς εκείνος και ο Σάνλον ατένιζαν το στράτευμα του Τάκμιν από ένα δυτικό παράθυρο της αίθουσας του θρόνου.

«Μη βιάζεσαι,» αποκρίθηκε ο Αρχιστράτηγος του Νούφρεκ, που δεν ήθελε να αποδεχτεί ότι είχε κάνει λάθος με τη Νίθρα. «Θα χρησιμοποιήσει τις δυνάμεις της την καταλληλότερη στιγμή, για να συντρίψουμε ολοκληρωτικά τον προδότη.»

Ο Βάνκελιν ρουθούνισε, αποδοκιμαστικά. «Σε εξαπάτησε, Σάνλον. Δεν πρόκειται να στραφεί κατά του Τάκμιν· και αν έριξε την πύλη στη Βόλγκρεν, μάλλον, το ίδιο θα κάνει κι εδώ. Επομένως, εγώ λέω ν’αρχίσω να κατευθύνομαι προς το πλοίο μου…»

«Όχι,» μούγκρισε ο Σάνλον. «Θα δεις ότι η Νίθρα είναι μαζί μας. Γεννήθηκε στο Νούφρεκ, όχι στο Άνφρακ. Κι επιπλέον, θέλει η Καλβάρθα να τη συγχωρέσει για τις προηγούμενές της πράξεις.»

Ο Βάνκελιν γέλασε δυνατά. «Είσαι, τελικά, πιο ανόητος απ’ό,τι πίστευα, Αρχιστράτηγε!» του είπε ευθέως. «Καλή τύχη, σου εύχομαι, και η Θεά μαζί σου.» Και, στρεφόμενος, απομακρύνθηκε από τον Σάνλον, βαδίζοντας προς την έξοδο της βασιλικής αίθουσας.

Η Βασίλισσα Καλβάρθα, που καθόταν σαν άγαλμα στον Θρόνο του Αετού και δεν είχε, λόγω απόστασης, ακούσει τη συζήτηση ανάμεσα στον Αρχιστράτηγο και στον Αρχιδιπλωμάτη, ατένισε τον Βάνκελιν να διασχίζει το μεγάλο δωμάτιο, το οποίο, σε έντονη αντίθεση με άλλες φορές, ήταν σχεδόν άδειο. Γιατί τέτοια απόγνωση στις όψεις των υπηκόων μου; σκέφτηκε η Μονάρχισσα του Νούφρεκ. Πιστεύουν ότι θα χάσουμε τον πόλεμο; Ότι δε θα κρατήσουμε την Έρλεν;

Στράφηκε στον διοικητή που στεκόταν πλάι της. «Σάβμιν, πιστεύεις ότι θα χάσουμε τον πόλεμο;»

«Ακόμα κι αν πέσει η Έρλεν, Βασίλισσά μου,» αποκρίθηκε εκείνος, «ο πόλεμος δε χάνεται. Αλλά δε νομίζω ότι η πρωτεύουσα θα κυριευτεί έτσι εύκολα. Είμαστε καλά οχυρωμένοι, και έχουμε πολύ στρατό. Μην ανησυχείτε.» Η Καλβάρθα τού είχε ζητήσει να είναι συνεχώς μαζί της, κατά τη διάρκεια της πολιορκίας. Αισθανόταν πιο ασφαλής μ’αυτόν κοντά της, είχε δηλώσει· από όλους τους διοικητές της Βασιλικής της Φρουράς, τον Σάβμιν εμπιστευόταν περισσότερο. Τα λόγια της τούτα είχαν ενοχλήσει κάποιους άλλους διοικητές, μα τώρα δεν ήταν ώρα για φιλονικίες· όχι όσο η πόλη δεχόταν επίθεση.

«Αλλά, αν η Έρλεν πέσει, τι θα γίνει;» ρώτησε η Βασίλισσα, με θλιμμένη έκφραση στο πρόσωπό της. «Τι θα γίνει τότε;»

«Θα φύγουμε προτού οι εισβολείς φτάσουν στο παλάτι,» είπε ο Σάβμιν. «Τα πλοία μας είναι ήδη έτοιμα, για περίπτωση ανάγκης, Βασίλισσά μου. Αλλά πιστεύω ότι δε θα χρειαστούν. Ο Τάκμιν θα δυσκολευτεί πολύ να περάσει τα τείχη μας.» Εκτός αν η Νίθρα ρίξει τις πύλες γι’αυτόν, πρόσθεσε νοερά, παρότι ακόμα δεν μπορούσε να πιστέψει εκείνα που είχε ακούσει ότι είχαν συμβεί στη Βόλγκρεν.

Η Καλβάρθα δε μίλησε. Έστρεψε το βλέμμα της στο πάτωμα, σκεπτική.

Να της το πω; αναρωτήθηκε ο Τάκμιν. Κανένας δεν της είχε πει για τη Νίθρα και για τα καινούργια της Χαρίσματα· όλοι έμοιαζαν ν’αγνοούν τελείως τη Βασίλισσα, σαν να μην υπήρχε. Το σωστό, όμως, θα ήταν να την είχαν ενημερώσει. Δεν μπορεί η Κυρά του Νούφρεκ να μην ξέρει τι ακριβώς απειλεί το Βασίλειό της!

Από την άλλη, βέβαια, ίσως να ήταν καλύτερα έτσι. Γιατί, και να το ήξερε, σε τι θα την ωφελούσε; Απλά, θα πανικοβαλλόταν· θα τρομοκρατείτο.

Ο Σάβμιν αναστέναξε, κι ακούμπησε το δεξί του χέρι στη λαβή του σπαθιού που κρεμόταν από τη ζώνη του.

*

«Αρχόντισσά μου, ο Έπαρχος Τάκμιν ζητά τις υπηρεσίες σας. Παρακαλώ, όμως, ακολουθήστε με, πρώτα, για να εξοπλιστείτε.» Ο Στρατάρχης Ρέλγκριν μιλούσε επίσημα στη Νίθρα, γιατί στη σκηνή βρισκόταν κι ο Άλαντμιν.

«Να εξοπλιστώ;» απόρησε εκείνη.

«Πανοπλία, Αρχόντισσά μου, κράνος… Οι πολιορκίες είναι επικίνδυνες.»

«Όχι, Στρατάρχη,» είπε η Νίθρα, καθώς σηκωνόταν από την καρέκλα και έπιανε την κάπα της από την κρεμάστρα. «Δε χρειάζομαι ούτε πανοπλία ούτε κράνος· ευχαριστώ πολύ.» Έριξε την κάπα της στους ώμους κι άρχισε να τη δένει.

«Τότε, επιτρέψτε μου να βρίσκομαι συνεχώς στο πλευρό σας,» προσφέρθηκε ο Ρέλγκριν, «να φροντίζω προσωπικά για την ασφάλειά σας.»

Ο Άλαντμιν ατένισε ερευνητικά τον Στρατάρχη. Ίσως, τελικά, να μην είχε άδικο η Νίθρα, όταν μου είπε ότι αυτός ο τύπος είναι τσιμπημένος μαζί της, σκέφτηκε. Δες πώς την κοιτάζει…

«Σ’ευχαριστώ, Ρέλγκριν,» αποκρίθηκε εκείνη, «αλλά έχω τον Φένταρ και τη Χρυσοδάκτυλη γι’αυτή τη δουλειά. Κι επιπλέον, είμαι βέβαιη πως το στράτευμά σου θα σε χρειάζεται περισσότερο από εμένα, στην επίθεση που θα γίνει.» Πειθώ φόρτιζε τα λόγια της, καθώς μιλούσε, γιατί δεν ήθελε να τον έχει δίπλα της συνέχεια, αλλά ήθελε να τον κρατά σε φιλική σχέση μαζί της· στο άμεσο μέλλον θα χρειαζόταν τη φιλία του…

«Ασφαλώς,» είπε ο Ρέλγκριν, νεύοντας, χωρίς να φαίνεται να παρεξηγείται στο ελάχιστο. «Ωστόσο, αν χρειαστείς οτιδήποτε, μη διστάσεις να με ειδοποιήσεις.»

«Δε θα το ξεχάσω,» αποκρίθηκε η Νίθρα, μ’ένα χαμόγελο.

Ο Ρέλγκριν τής έκανε μια μικρή υπόκλιση και έφυγε από τη σκηνή.

Εκείνη έκλεισε το μάτι στον Άλαντμιν. «Βλέπεις;»

Ο Αρχικατάσκοπος σηκώθηκε απ’την καρέκλα. «Βλέπω.»

«Μη θυμώνεις–»

«Δε θυμώνω.»

«Είναι απλά χρήσιμος,» είπε η Νίθρα, πλησιάζοντάς τον και φιλώντας τα χείλη του. «Θα τον χρειαστούμε, όταν είναι να πετάξουμε τον Τάκμιν από το θρόνο.»

Ο Άλαντμιν ένευσε, αλλά δεν μπόρεσε παρά να αναρωτηθεί ποια ήταν η γνώμη της για εκείνον. Είμαι κι εγώ ‘απλά χρήσιμος’, για να πετάξει την Καλβάρθα από το θρόνο; Ποτέ άλλοτε δεν είχε σκεφτεί κάτι τέτοιο για τη Νίθρα, όμως τώρα δεν ήξερε γιατί, μα είχε έρθει αυθόρμητα στο νου του…

«Πηγαίνω,» είπε εκείνη, κάνοντας ένα βήμα όπισθεν και κοιτάζοντας το πρόσωπό του. «Συμβαίνει κάτι;» ρώτησε, σουφρώνοντας το μέτωπο.

«Όχι,» αποκρίθηκε ο Άλαντμιν. Και: «Δε θα είμαι μακριά. Θα σε παρακολουθώ.»

Η Νίθρα μειδίασε στραβά. «Το ξέρω,» είπε, και βγήκε απ’τη σκηνή.

Έξω, την περίμεναν ο Φένταρ και η Χρυσοδάκτυλη, οπλισμένοι και έτοιμοι για μάχη. Ο πρώτος τής χαμογέλασε, και: «Η τελευταία έφοδος, Μεγαλειοτάτη,» της ψιθύρισε, κινώντας μονάχα τα χείλη του, σχεδόν χωρίς να βγει καθόλου ήχος.

Η Νίθρα, ωστόσο, τον αγριοκοίταξε και καβάλησε το άλογό της. Δεν ήθελε να την αποκαλεί Μεγαλειοτάτη εκεί όπου κάποιος μπορεί να κρυφάκουγε.

Ο Φένταρ και η Χρυσοδάκτυλη καβάλησαν τα δικά τους άλογα, και οι τρεις τους κάλπασαν προς τα ανατολικά, όπου φαινόταν η δυτική πύλη της Έρλεν. Περνώντας ανάμεσα από το στρατόπεδο, παρατήρησαν πως όλοι οι στρατιώτες του Τάκμιν ήταν όρθιοι και πάνοπλοι, περιμένοντας τη διαταγή να επιτεθούν και να κυριεύσουν την πρωτεύουσα του Νούφρεκ.

Η Νίθρα έστρεψε το βλέμμα της στις επάλξεις της πόλης, ψάχνοντας για κάποιο γνωστό πρόσωπο, μα δεν είδε κανένα. Αντίκριζε μονάχα ανώνυμους στρατιώτες· ανθρώπους οι οποίοι θα πέθαιναν στη μάχη που θα ακολουθούσε, ή θα ακρωτηριάζονταν, ή θα τυφλώνονταν –ή, γενικότερα, θα πάθαιναν κάτι που θα κρατούσε για μια ζωή. Όχι όλοι, σίγουρα, αλλά αρκετοί απ’αυτούς. Πολύ περισσότεροι απ’ό,τι η Νίθρα θα επιθυμούσε. Μακάρι να μπορούσε να πει, με το Κοσμικό Κέλευσμα, «Πόλη, γίνε δική μου!» και η Έρλεν να γινόταν δική της, χωρίς αιματοχυσίες, χωρίς θάνατο. Ειρηνικά και ήρεμα. Αυτά, όμως, δε συνέβαιναν στην πραγματικότητα. Δυστυχώς.

Και η Καλβάρθα έπρεπε να πέσει. Πάση θυσία.

Η Νίθρα, επομένως, έδιωξε κάθε ανθρώπινο συναίσθημα από μέσα της και επικεντρώθηκε στο σκοπό της.

Μια ντουζίνα καβαλάρηδες την περιστοίχισαν, καθώς πλησίαζε το ανατολικό άκρο του στρατοπέδου, και ο διοικητής τους της είπε: «Ο Στρατάρχης Ρέλγκριν μάς ζήτησε να είμαστε μαζί σας διαρκώς, Αρχόντισσά μου.»

Η Νίθρα ένευσε μονάχα, χωρίς να μιλήσει. Τράβηξε τα ηνία του αλόγου της και το σταμάτησε, ατενίζοντας τα ψηλά τείχη της Έρλεν, τις επάλξεις, και την πύλη, η οποία έπρεπε να καταστραφεί. Ετούτη τη φορά, όμως, δε θα καταστρεφόταν όπως την προηγούμενη. Θα έπαιρνε λιγότερους ανθρώπους μαζί της, ή ακόμα και κανέναν…

Η Νίθρα εισέπνευσε βαθιά, και επικαλέστηκε το Κοσμικό Κέλευσμα. Ύψωσε το δεξί της χέρι και φώναξε, δείχνοντας την πύλη: «Γίνε λάσπη!»

Η φωνή της αντήχησε τριγύρω, και η πύλη έχασε τη φυσιολογική της σύσταση και μετατράπηκε σε λάσπη, που σωριάστηκε σαν ένας μεγάλος, ακατέργαστος σωρός. Η Νίθρα αισθάνθηκε το τίμημα της χρήσης του Χαρίσματός της να τη χτυπά σα μαστίγιο, και κρατήθηκε γερά από τη λαβή της σέλας της. Ο κόσμος στριφογύριζε.

Δεν ήταν η ιδέα της, τελικά· η επίκληση του Κοσμικού Κελεύσματος είχε δυσκολέψει.

«ΕΠΙΘΕΣΗ!» αντήχησε η φωνή του Στρατάρχη Ρέλγκριν από κάπου, και οι μαχητές του Έπαρχου Τάκμιν εφόρμησαν, κραυγάζοντας, ενώ οι υπερασπιστές της Έρλεν έμοιαζαν να τα έχουν χαμένα από αυτό που είδαν να συμβαίνει μπροστά στα μάτια τους.

*

Ο Σάβμιν, που στεκόταν μπροστά από ένα παράθυρο της βασιλικής αίθουσας, με την Καλβάρθα ν’ακουμπά στο πλευρό του, είδε τη δυτική πύλη της πρωτεύουσας να μετατρέπεται σε λάσπη και να καταρρέει, και τους στρατιώτες του Έπαρχου της Σάλγκρινεβ να εφορμούν.

«Πώς είναι δυνατόν;» έκανε η Βασίλισσα, έκπληκτη. «Η πύλη… η πύλη πώς καταστράφηκε;»

Μεγάλη Θεά, σκέφτηκε ο Σάβμιν, νιώθοντας το σώμα και το νου του μουδιασμένα, ο Σάνλον έλεγε αλήθεια: η Νίθρα έχει τη δύναμη να καταστρέφει οχυρώσεις. Όμως ο Αρχιστράτηγος φαίνεται ότι λάθεψε σε ένα άλλο πράγμα: η καταραμένη σκύλα δεν έχει αλλάξει, και, σίγουρα, δεν είναι με το μέρος μας. Αν ήταν, δε θα έβαζε τώρα τους μαχητές του προδότη μέσα στην Έρλεν.

«Σάβμιν, τι θα κάνουμε;» είπε η Καλβάρθα, σφίγγοντας το μανδύα του. «Τι θα κάνουμε;»

«Νομίζω ότι η καλύτερη επιλογή θα ήταν ν’αποχωρήσουμε, Βασίλισσά μου,» αποκρίθηκε εκείνος.

*

«Νίθρα!» Ο Τάκμιν ζύγωσε, καλπάζοντας και γελώντας. Ήταν ντυμένος με αλυσιδωτή αρματωσιά και κράνος, ενώ ένας μανδύας ανέμιζε πίσω του. «Έλα μαζί μου, Νίθρα! Στη νότια πύλη! Στη νότια πύλη!»

«Οδήγησέ με,» αποκρίθηκε εκείνη, έχοντας συνέλθει από την εκδίκηση του Κοσμικού Κελεύσματος.

Ο Τάκμιν έστρεψε το άλογό του και ξεκίνησε. Η Νίθρα, ο Φένταρ, η Χρυσοδάκτυλη, και κάμποσοι άλλοι καβαλάρηδες τον ακολούθησαν.

«Η νίκη είναι δική μας!» φώναζε ο Έπαρχος, φανερά ενθουσιασμένος. «Η νίκη είναι δική μας!»

Η νίκη είναι δική μου, σκέφτηκε η Νίθρα. Αν δεν ήμουν εγώ μαζί σου, ποτέ δε θα έπαιρνες την Έρλεν. Και ο Θρόνος του Αετού, σε λίγο καιρό, σε ελάχιστο καιρό, θα ανήκει σε μένα!

Έφτασαν στον ποταμό Σάριφναν και πέρασαν τις αυτοσχέδιες γέφυρες που είχε ρίξει ο στρατός, για να βρεθούν στη νότια όχθη και να καλπάσουν καταμήκος της. Στα βόρειά τους μπορούσαν ν’ατενίσουν το Μικρό Λιμάνι της Έρλεν, όπου οι υπερασπιστές είχαν φτιάξει οχυρωματικά έργα και περίμεναν, με τις βαλλίστρες τους οπλισμένες και τα αγχέμαχα όπλα τους ξεθηκαρωμένα. Μετά από το Μικρό Λιμάνι, βρισκόταν η γέφυρα που οδηγούσε στη νότια πύλη της πρωτεύουσας: η γέφυρα που ήταν κατά το ένα μέρος πέτρα και κατά το άλλο ξύλο, και τώρα το ξύλινο μέρος είχε σηκωθεί –κάτι που δεν αποτελούσε σοβαρό κώλυμα για τους πολιορκητές, αφού μπορούσαν να ρίξουν μια από τις δικές τους, αυτοσχέδιες γέφυρες για να περάσουν. Η πύλη ήταν το πραγματικό πρόβλημα.

Και η Νίθρα σταμάτησε αντίκρυ της, τραβώντας τα ηνία του αλόγου που καβαλούσε, το οποίο χρεμέτισε δυνατά κι ανασηκώθηκε, προς στιγμή, στα πίσω του πόδια, κλοτσώντας τον αέρα με τα μπροστινά.

«Κάνε τα μαγικά σου, Νίθρα!» είπε ο Τάκμιν. «Κάνε τα μαγικά σου!»

Εντάξει, συλλογίστηκε εκείνη, ας κάνω τα «μαγικά» μου… Ύψωσε το δεξί της χέρι και, δείχνοντας την πύλη, Κέλευσε: «Γίνε σκόνη!»

Η πύλη έχασε την κανονική της σύσταση. Αναδεύτηκε· μεταβλήθηκε. Μετατράπηκε σε μια θολούρα. Σε ακάθαρτο αέρα.

Η Νίθρα αισθάνθηκε να ζαλίζεται, και το χέρι του Φένταρ τη συγκράτησε, για να μην πέσει απ’τη σέλα. Τελικά, φαίνεται πως υπήρχε διαφορά ανάμεσα στη μετατροπή σε λάσπη και στη μετατροπή σε σκόνη. Το δεύτερο ήταν δυσκολότερο, και της είχε κοστίσει περισσότερο. Ή, μάλλον, περισσότερο από περισσότερο, δεδομένου ότι, επί του παρόντος, ο κόσμος έμοιαζε τόσο με Αρχέτοπο.

Γύρω της άκουγε τις πολεμικές κραυγές των μαχητών του Τάκμιν. Το στράτευμα εφορμούσε, εισβάλλοντας. Η Έρλεν δεχόταν, συγχρόνως, επίθεση από τα δυτικά και από τα νότια· είχε, πέραν κάθε αμφιβολίας, πορθηθεί.

«Είσαι καλά;» ρώτησε ο Φένταρ, καθώς η Νίθρα ορθωνόταν ξανά επάνω στη σέλα της.

«Ναι… Το περιβάλλον μού φέρνει περισσότερη αντίσταση τώρα…»

«Τι εννοείς;»

«Τίποτα. Θα σου εξηγήσω άλλη φορά.»

«Μαζί με την αμοιβή μου, ελπίζω.»

*

«Δεν μπορεί να ηττηθήκαμε! Δεν μπορεί!» ούρλιαζε η Καλβάρθα, καθώς η φρουρά της την έπαιρνε από το παλάτι και, κυριολεκτικά, την τραβούσε προς το Βασιλικό Λιμάνι. «Πώς έπεσαν οι πύλες; Χρησιμοποίησαν μαγεία εναντίον μας! Μαύρη μαγεία!»

«Αυτό είναι προφανές, Βασίλισσά μου,» αποκρίθηκε ο Σάβμιν, προσπαθώντας να την ηρεμήσει. «Μην ανησυχείτε, όμως· θα επιστρέψουμε. Ο πόλεμος δε χάθηκε. Η Λιάμνερ Κρωθ είναι μαζί μας, και μαζί σας.»

Πού είναι ο Αρχιστράτηγος; αναρωτήθηκε, καθώς πλησίαζαν το λιμάνι κι αντίκριζε το πλοίο που τους περίμενε να επιβιβαστούν. Ύστερα από τη μικρή του λογομαχία με τον Αρχιδιπλωμάτη Βάνκελιν, ο Σάνλον είχε φύγει κι αυτός από την αίθουσα του θρόνου· πού μπορεί να βρισκόταν; Μπορεί να είχε πάει στις επάλξεις; Μπορεί να ήταν τώρα μπλεγμένος στη σφαγή η οποία επικρατούσε στη Νότια Περιφέρεια;

Επίσης, και ο Βάνκελιν δεν ήταν πουθενά· αλλ’αυτός, υπέθετε ο Σάβμιν, μάλλον θα είχε φύγει προ πολλού. Είχε απόλυτο δίκιο για τη Νίθρα, όπως αποδείχτηκε. Η διπρόσωπη σκύλα! τους είχε προδώσει για δεύτερη φορά. Το λάθος ήταν του Αρχιστράτηγου, που την είχε εμπιστευτεί!…

*

Η Νίθρα πέρασε τη νότια πύλη όταν η αντίσταση εκεί είχε τσακιστεί και είχαν αρχίσει οι οδομαχίες μέσα στους δρόμους της Έρλεν. Ο Φένταρ, η Χρυσοδάκτυλη, και μερικοί άλλοι καβαλάρηδες βρίσκονταν γύρω της, προστατεύοντάς την από κάποια τυχόν επίθεση.

«Ας πάμε προς την αγορά,» είπε η Νίθρα. «Υπάρχει ακόμα μία πύλη να ρίξουμε: η Πύλη του Αετού.» Ήταν η πύλη που διαχώριζε τη Βασιλική (βόρεια) Περιφέρεια από τη Λαϊκή (νότια) Περιφέρεια της πόλης, και πίσω απ’αυτήν βρισκόταν το παλάτι, ο στρατώνας, και το Βασιλικό Λιμάνι.

Το Βασιλικό Λιμάνι… σκέφτηκε η Νίθρα. Τι θα έκανα εγώ στη θέση της Καλβάρθα; Δε θα έφευγα από το Βασιλικό Λιμάνι;

«Πρέπει να βιαστούμε!» είπε, ξαφνικά. «Να βιαστούμε!»

«Περίμενε να καταλαγιάσουν οι οδομαχίες. Ούτε ένα κράνος δε φοράς στο κεφάλι σου!» αντιγύρισε ο Φένταρ.

«Η Καλβάρθα θα ξεφύγει!» τόνισε η Νίθρα. «Και τη θέλω! Τη θέλω ζωντανή!»

«Πώς θα ξεφύγει;»

«Από το Βασιλικό Λιμάνι, ανόητε! Καθώς μιλάμε, θα μπαίνει σε πλοίο!»

«Σωστά,» ένευσε ο Φένταρ. «Όμως δεν υπάρχει περίπτωση να την προλάβουμε· οπότε, ηρέμησε και μην–»

«Όχι!» γρύλισε η Νίθρα. «Δε θα την αφήσω να ξεφύγει! Όχι τώρα, που έφτασα ως εδώ!» Έμπηξε τα τακούνια των μποτών της στα πλευρά του αλόγου της.

Αλλά, προτού απομακρυνθεί, ο Φένταρ τής άρπαξε τα χαλινάρια από τα χέρια, τραβώντας το ζώο πίσω. «Περίμενε!» μούγκρισε, αναρωτούμενος αν η εργοδότριά του είχε τρελαθεί. Τι στο Αιματοβαμμένο Ξίφος του Άνκαραζ την είχε πιάσει ξαφνικά; Δαίμονας την είχε καταλάβει; «Θα σκοτωθείς, κοκορόμυαλη! Και δε θα προλάβεις ούτε να δεις την Καλβάρθα να φεύγει!»

«Πρέπει – να – την – προλάβω!» τόνισε η Νίθρα, εξαγριωμένη.

Ο Φένταρ αισθάνθηκε μια παρόρμηση να την πιάσει στα χαστούκια, αλλά συγκράτησε τον εαυτό του, τρίζοντας τα δόντια μονάχα.

«Δεν υπάρχει κανένας τρόπος να την προλάβω;» ρώτησε η Νίθρα, με ηρεμότερη φωνή, αρχίζοντας να συνειδητοποιεί ότι έκανε σαν παιδάκι που του είχαν αρπάξει το ζαχαρωτό του. «Πες μου, Φένταρ! Εσύ ξέρεις από μάχες· υπάρχει τρόπος να την προλάβω;»

«Μόνο με κάποιο άλλο πλοίο,» αποκρίθηκε εκείνος.

«Τότε, πάμε στο λιμάνι!»

«Είναι επικ–»

«Δε με νοιάζει!»

«Φόρα ένα κράνος, τουλάχιστον–»

«Όχι–»

«Είπα: φόρα κράνος

«Εντάξει,» μούγκρισε η Νίθρα. «Δος μου ένα Λυκοκαταραμένο κράνος!»

«Το κράνος σου,» είπε ο Φένταρ σ’έναν καβαλάρη. Ο πολεμιστής το έβγαλε και του το έδωσε, και ο Ωθράγκος το έβαλε στο κεφάλι της Νίθρα, σφίγγοντας το λουρί κάτω απ’το σαγόνι της. Εκείνη νόμιζε ότι επίτηδες το έσφιξε τόσο πολύ, ο μπάσταρδος, αλλά δεν είπε τίποτα, εκτός από: «Στο λιμάνι, τώρα!»

Η συνοδεία της άρχισε να διασχίζει τους δρόμους καλπάζοντας, και ποδοπατώντας όποιον ήταν αρκετά άτυχος ώστε να βρεθεί στο διάβα της.

Όταν έφτασαν στο λιμάνι –πράγμα το οποίο δεν άργησε να γίνει, έτσι όπως έτρεχαν–, είδαν ότι επικρατούσε πανικός, καθώς τα περισσότερα καράβια ετοιμάζονταν να σαλπάρουν και οι άνθρωποι προσπαθούσαν να επιβιβαστούν στα καταστρώματα, όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Ελάχιστοι από τους πολιορκητές βρίσκονταν εδώ, γιατί δεν είχαν φτάσει ακόμα, θέλοντας πρώτα να διαλύσουν την αντίσταση στους δρόμους της πόλης. Ωστόσο, ούτε πολλοί υπερασπιστές ήταν στο λιμάνι, γιατί περίμεναν την επίθεση από ξηρά, όχι από θάλασσα· επομένως, σε τούτη την περιοχή της Έρλεν δεν υπήρχε τίποτα περισσότερο από την κανονική φρουρά, η οποία δεν έμοιαζε και ιδιαίτερα πρόθυμη να εναντιωθεί στη Νίθρα και τους ιππείς της.

«Να καταλάβουμε ένα πλοίο,» είπε εκείνη στον Φένταρ.

Ο Ωθράγκος, όμως, κούνησε το κεφάλι του. «Όχι· έχω μια καλύτερη ιδέα. Και, αν δεν πιάσει, τότε καταλαμβάνουμε πλοίο.»

«Τι ιδέα;»

«Μην καθυστερούμε.» Ο Φένταρ χτύπησε το άλογό του, με τα χαλινάρια, αρχίζοντας να τροχάζει καταμήκος των αποβάθρων· και, φυσικά, οι υπόλοιποι τον ακολούθησαν.

«Τι ιδέα;» ξαναρώτησε η Νίθρα. «Τι ιδέα; Μίλα, Φένταρ!»

«Εδώ είναι,» είπε ο Ωθράγκος, χαμογελώντας, καθώς κοίταζε κάτι στο βάθος.

«Τι είναι εδώ;»

«Ο Κυματόλυκος, το πλοίο του Σαμόλθιρ Κυματοπαλαιστή,» εξήγησε ο Φένταρ, και κάλπασε προς τα εκεί, κουνώντας το χέρι του και φωνάζοντας: «Σαμόλθιρ! Σαμόλθιρ!»

Μια γνώριμη φιγούρα φάνηκε στην πλώρη, πατώντας με το ένα πόδι την κουπαστή και έχοντας τον δεξή πήχη ακουμπισμένο γόνατο. «Ποιος διάολος είσαι συ;» φώναξε.

Ο Φένταρ σταμάτησε να καλπάζει μπροστά από τον Κυματόλυκο, ενώ καμια ντουζίνα άντρες και γυναίκες απομακρύνονταν από εκείνον και τους υπόλοιπους καβαλάρηδες. «Ένας γνωστός σου διάβολος,» είπε, βγάζοντας το κράνος του.

«Που να με πάρουνε οι καρχαρίες!» αναφώνησε ο Σαμόλθιρ. «Πώς–; Αλλά, άσε, δε με εκπλήσσει που σε βρίσκω μέσα σε μια πολιορκία. Θάπρεπε να το περιμένω.»

Ο Φένταρ γέλασε. «Θέλουμε να μας μεταφέρεις κάπου. Γρήγορα. Η κυρία» –έδειξε με τον αντίχειρά του τη Νίθρα– «πληρώνει.»

Αυτό δεν το είχαμε συμφωνήσει, Φένταρ! σκέφτηκε εκείνη.

«Ανεβείτε, τότε. Ανεβείτε.» Ο Σαμόλθιρ έκανε νόημα στους ναύτες του να ρίξουν μια μεγάλη ξύλινη ράμπα στην αποβάθρα.

Ο Φένταρ κατέβηκε από τ’άλογό του και τη διέσχισε, για να βρεθεί στο κατάστρωμα του Κυματόλυκου. Οι υπόλοιποι τον μιμήθηκαν, γνωρίζοντας πως δεν είχαν χρόνο για χάσιμο, αν ήταν να προλάβουν το πλοίο της Βασίλισσας Καλβάρθα.

«Τα ζώα σας, ρε!» είπε ο Σαμόλθιρ.

«Χεσ’ τα ζώα,» αποκρίθηκε ο Φένταρ. «Ξεκίνα!»

«Βίρα τις άγκυρες!» φώναξε ο Σαμόλθιρ στο πλήρωμά του. «Ανοίξτε τα πανιά!» Και προς τον φίλο του: «Πού πηγαίνουμε;»

«Πρέπει να προλάβουμε ένα πλοίο που φεύγει.»

«Τι πλοίο;» ρώτησε ο Κυματοπαλαιστής, καθώς οι άγκυρες σηκώνονταν και τα πανιά άνοιγαν.

«Το πλοίο της Βασίλισσας Καλβάρθα.»

«Τι! Παλαβώσατε, ρε;»

«Άσε τις μπούρδες· η κυρία πληρώνει, σου λέω!»

«Ποια είσαι;» ρώτησε ο Σαμόλθιρ την πορφυρομάλλα γυναίκα πλάι στον Φένταρ.

«Ονομάζομαι Νίθρα Ρίνκιλ, Καπετάνιε,» αποκρίθηκε εκείνη.

«Με συγχωρείς,» είπε ο Κυματοπαλαιστής στον Φένταρ, «αλλ’αυτή η τύπισσα δεν είναι που θέλαμε να πάμε στο Νόρβηλ;»

«Το σχέδιο άλλαξε, φίλε μου,» εξήγησε εκείνος. «Και, για την ώρα, καταδιώκουμε το πλοίο της Καλβάρθα.»

«Θ’ανταμειφθείς πλουσιοπάροχα για τις υπηρεσίες σου, Καπετάνιε,» είπε η Νίθρα, χρησιμοποιώντας Πειθώ. «Σε διαβεβαιώνω.»

«Τέλος πάντων! έχει καλώς,» αποκρίθηκε ο Σαμόλθιρ, κι έτρεξε προς την πρύμνη και το πηδάλιο του σκάφους του.

Η Νίθρα, ο Φένταρ, κι η Χρυσοδάκτυλη τον ακολούθησαν.

«Πού είν’ η Αστρογέννητη, ρε σεις;» ρώτησε εκείνος, καθώς έβγαιναν από το λιμάνι.

«Νεκρή,» τον πληροφόρησε η Μιρλίμια.

Ο Φένταρ δεν είπε τίποτα, γιατί ποτέ δεν ήξερες μ’αυτήν: ίσως και να το έπαιρνε στραβά, κι ας φαινόταν πως, τώρα πλέον, είχε ξεπεράσει το θάνατο της φίλης της. Οπότε, καλύτερα σιωπηλός, παρά τσακωμένος.

«Λυπάμαι, Χρυσοδάκτυλη,» είπε ο Σαμόλθιρ. «Λυπάμαι πολύ. Θα μου τα διηγηθείτε αργότερα, υποθέτω…

»Τώρα, ποιο είναι το σκαρί που θέτε να πάρουμε στο κατόπι;»

Η Νίθρα ερεύνησε, με τη Ματιά, τα πλοία στα βόρεια, τα οποία δεν ήταν καθόλου λίγα· για την ακρίβεια, ήταν πολλά, καθώς φαίνεται πως όλοι οι κάτοικοι της Βασιλικής Περιφέρειας προσπαθούσαν να φύγουν, προτού ο στρατός του Τάκμιν εισβάλει στα μέρη τους και τους σκοτώσει ή τους αιχμαλωτίσει. Η Νίθρα προσπάθησε να μην πανικοβληθεί· τώρα που ήταν επάνω στον Κυματόλυκο, θα την πρόφταινε την Καλβάρθα, φτάνει να εντόπιζε το σκάφος της. Επομένως, υπομονή. Θα κοίταζε τα καράβια ένα προς ένα, και…

…το βρήκε! Το πρώτο πράγμα που τράβηξε τη Ματιά της ήταν οι μενεξεδιοί μανδύες των διοικητών της Βασιλικής Φρουράς· το δεύτερο, ο αριθμός των μαχητών στο συγκεκριμένο πλοίο· το τρίτο, ο Σάβμιν· και το τέταρτο, η ίδια η Καλβάρθα, η οποία ακουμπούσε επάνω στον διοικητή, μοιάζοντας τρομοκρατημένη –όπως και πρέπει να είναι!

«Αυτό,» είπε η Νίθρα, δείχνοντας. «Αυτό είναι το καράβι τους. Ακολούθησέ το, Καπετάνιε!»


Κεφάλαιο 13
Εν Πτήσει

 

Ο Αετός πετούσε σ’έναν συννεφιασμένο, ανήλιαγο ουρανό, αλλά τα μάτια του ήταν στραμμένα στο έδαφος, και παρατηρούσαν. Έτσι, δεν πρόσεξε τη Μελανόπτερη, η οποία ξεπρόβαλε πίσω από μια βουνοκορφή, δίπλα από την οποία εκείνος φτερούγιζε.

Χα! εσύ πάλι!—ακούστηκε η σφυριχτή της φωνή.

Ο Αετός έκανε κύκλο στον αέρα και στράφηκε, για να την αντικρίσει—Μείνε μακριά—είπε, ατενίζοντάς τη με απειλητικό βλέμμα—Δεν έχω χρόνο για τις αηδίες σου. Ψάχνω γι’αυτόν τον χαμερπή κοντοστούπη, τον Νάνο, ο οποίος μας έκλεψε τον ουρανόλιθο—

Τα μάτια της Μελανόπτερης στένεψαν επάνω στο πρόσωπό της που θύμιζε ερπετό, αιλουροειδές, και πτηνό συνάμα—Έκλεψε τα θραύσματα, ε; Με διαταγή των αφεντάδων του;

Όχι. Για την ακρίβεια, μας ξεγέλασε, ώστε να τα φέρουμε εδώ. Οι Μετουσιωμένοι δεν τα ήθελαν· δεν τα χρειάζονταν. Τον έχεις δει, Μελανόπτερη; Πρέπει να τον προλάβω! Σίγουρα, έχει κάτι χαμερπές στο μυαλό του

Η Μελανόπτερη γαντζώθηκε στην πλαγιά του βουνού και κοίταξε προς τα κάτω, σα ν’αναζητούσε το Νάνο, ή σα να σκεφτόταν—Όχι, δεν τον είδα. Όταν θέλει να χαθεί, ξέρει να χάνεται…

Δεν μπορείς να με βοηθήσεις;

Τα μάτια της στράφηκαν να τον ατενίσουν, και άστραψαν—Ο Μέγας Αετός χρειάζεται τη δική μου βοήθεια;

Κραααααα! Άσε τις τρίχες!—έκρωξε ο Αετός, φτερουγίζοντας κοντά της—Δε χρειάζομαι τη βοήθειά σου, αλλά θα το εκτιμούσα πολύ αν μου την προσέφερες—Της έκλεισε το μάτι.


Κεφάλαιο 14
Καταδίωξη στη Θάλασσα

 

Η Νίθρα έλυσε το ενοχλητικό λουρί από το σαγόνι της και πέταξε το κράνος παραδίπλα, αφήνοντας τα μακριά, πορφυρά της μαλλιά να κυματίσουν στον θαλασσινό άνεμο. Τα μάτια της ήταν καρφωμένα στο πλοίο της Καλβάρθα που απομακρυνόταν. Και αναρωτήθηκε τι θα γινόταν αν πρόσταζε, μέσω του Κοσμικού Κελεύσματος, τον Κυματόλυκο να πετάξει, για να προλάβει το θήραμά της. Αλλά άστο καλύτερα, σκέφτηκε, γιατί την τελευταία φορά που είχε πετάξει (με το χαλί) η εμπειρία ήταν δυσάρεστη. Επιπλέον, ίσως να μην κατάφερνε καν να υψώσει το καράβι, όπως δεν είχε καταφέρει να κάνει και τον ουρανό να βρέξει, τότε που το είχε προσπαθήσει· και, σ’αυτή την περίπτωση, τ’αποτελέσματα θα ήταν άσχημα για εκείνη.

«Μπορείτε να μου εξηγήσετε τι ακριβώς συμβαίνει;» ρώτησε ο Σαμόλθιρ, έχοντας τα χέρια του στο τιμόνι του Κυματόλυκου. «Θάθελα να ξέρω γιατί κυνηγώ την ίδια τη Βασίλισσα του Νούφρεκ.»

«Την κυνηγάς γιατί, σύντομα, δεν θα είναι πλέον Βασίλισσα. Ο Έπαρχος Τάκμιν της Σάλγκρινεβ θα πάρει το θρόνο,» είπε η Νίθρα.

«Κι εσύ είσαι μαζί του, υποθέτω, ε;»

«Ναι,» απάντησε εκείνη, μη θέλοντας ν’αποκαλύψει περισσότερα για το σχέδιό της σ’αυτόν τον άγνωστο άντρα.

«Το πήρες το μήνυμά μου, Σαμόλθιρ, έτσι;» ρώτησε ο Φένταρ.

«Ναι, κι οφείλω να πω ότι μ’εξέπληξε που είδα τους λιμενοφύλακες της Ήανβαν νάρχονται να με συναντήσουν· νόμιζα ότι με είχανε πάρει πρέφα, άμα καταλαβαίνεις τι εννοώ, φίλε μου.»

«Πόσες μέρες με περίμενες εδώ, στην Έρλεν;»

«Κάμποσες,» παραδέχτηκε ο Σαμόλθιρ. «Αλλά δε μούκανε καρδιά να επιστρέψω, καρφί, στο Νόρβηλ και να σ’αφήσω δω πέρα. Πάντως, άμα δεν εμφανιζόσουνα και σήμερα, θα την έκανα, γιατί αυτοί οι τύποι που μπούκαραν στην πρωτεύουσα μού φαίνοντ’ άγριοι.»

«Του είχες ζητήσει να σε περιμένει στην Έρλεν;» ρώτησε η Νίθρα τον Φένταρ.

Εκείνος ένευσε. «Το ήξερα ότι, αργά ή γρήγορα, εδώ θα καταλήγαμε· επομένως, ήταν το πιο λογικό μέρος για συνάντηση.»

«Να φχαριστείς τον Τάρχεμοθ που μ’έκανε καλό άνθρωπο,» είπε ο Σαμόλθιρ.

«Μας πρόσεξαν,» πληροφόρησε η Νίθρα τούς συντρόφους της. Μπορούσε να δει τους μαχητές της Καλβάρθα να δείχνουν τον Κυματόλυκο.

«Έχεις κάνα σχέδιο τώρα, κοπελιά;» τη ρώτησε ο Σαμόλθιρ· «γιατί, άμα δεν έχεις, να ξέρεις ότι τούτο το σκαρί που ζυγώνουμε είναι πολεμικό κι έχει όπλα.»

«Κι εσύ έχεις όπλα, αδελφέ,» του θύμισε ο Φένταρ.

«Αλλά εγώ τα έχω κρυφά, και δε γουστάρω να τα δείχνω. Κι επίσης, τούτο δε θα μας σώσει απ’το βύθισμα, μάγκα μου. Το καράβι αντίκρυ μας είναι πολεμικό, σου λέω.»

Η Νίθρα εστίασε το βλέμμα της στο κεντρικό κατάρτι του σκάφους της Καλβάρθα και, επικαλούμενη την ισχύ του Κοσμικού Κελεύσματος, πρόσταξε: «ΣΠΑΣΕ!» με φωνή που παρασύρθηκε από τον άνεμο και αντήχησε πάνω από τα κύματα.

Ένα δυνατό κρακ! ακούστηκε, και το κατάρτι λύγισε, πέφτοντας στο πλάι και πλακώνοντας τη μια μεριά του καταστρώματος. Το πλοίο πήγε παράταιρα για μια στιγμή.

Ο Σαμόλθιρ κοίταξε τη Νίθρα με γουρλωμένα μάτια. «Εσύ το έκανες αυτό;»

Εκείνη ένευσε, βαριανασαίνοντας. Αισθανόταν τον ιδρώτα να έχει γεμίσει το μέτωπο και το λαιμό της.

«Τι στον Τάρχεμοθ είσαι; Μάγισσα;»

«Είναι καλύτερη από μάγισσα, Σαμόλθιρ,» είπε ο Φένταρ. «Συνέχισε ν’ακολουθείς τώρα το πλοίο, και μην πολυμιλάς.»

«Αυτό κάνω, ρε μάγκα μου· τ’άλλα τα κάνει ο άνεμος. Δε νομίζω ότι θα δυσκολευτούμε να τους φτάσουμε, έτσι όπως γίνανε…»

«Καπετάνιε,» είπε η Νίθρα, «πρόσταξε το πλήρωμά σου να βγάλει ό,τι όπλα έχει.»

Ο Σαμόλθιρ φάνηκε διστακτικός.

«Κάντο, Καπετάνιε!» επέμεινε εκείνη, χωρίς να χρησιμοποιήσει Πειθώ ή Προσταγή· ήξερε ότι πιθανώς να χρειαζόταν όλες της τις δυνάμεις στο άμεσο μέλλον, και δε σκόπευε να σπαταλήσει ανούσια ούτε μία σταγόνα ιδρώτα.

«Στα όπλα!» φώναξε ο Σαμόλθιρ στο πλήρωμά του. «Ζίβιαν! Βγάλτε τα όλα έξω!»

«Μάλιστα, Καπ’τάνιε!» αποκρίθηκε ένας κοντός άντρας με μαύρο φουντωτό μουστάκι και μακριά μαλλιά που είχαν καράφλα στο κέντρο.

Η Νίθρα πήρε το βλέμμα της από τον Ζίβιαν και το έστρεψε πάλι στο σκάφος της Καλβάρθα, όπου μπορούσε να δει μια μεγάλη, οπλισμένη βαλλίστρα να στοχεύει τον Κυματόλυκο, ενώ ο Σάβμιν οδηγούσε τη Βασίλισσά του στην καμπίνα του καπετάνιου.

Ας τους δυσκολέψω λιγάκι ακόμα… «Στρέψου όπισθεν και βάλε!» Κέλευσε η Νίθρα τη βαλλίστρα, κι εκείνη υπάκουσε. Περιστράφηκε εκατόν-ογδόντα μοίρες και έριξε, ενώ οι στρατιώτες φώναζαν, πανικόβλητοι. Το μεγάλο βέλος διαπέρασε το στήθος ενός μαχητή και, τραβώντας τον μαζί του, χτύπησε ένα μικρό κατάρτι και το έσπασε. Οι φωνές του πανικού δυνάμωσαν, κι ορισμένοι άρχισαν να βγάζουν τις πανοπλίες τους και να βουτάνε στη θάλασσα, για να γλιτώσουν.

Άλλο ένα ιστίο έμενε ακόμα όρθιο, και η Νίθρα το Κέλευσε κι αυτό να πέσει και, φυσικά, έπεσε, πλακώνοντας ανθρώπους από κάτω του. Τώρα, το κατάστρωμα όλο ήταν γεμάτο με σπασμένα ξύλα και πανιά.

«Μα τους θεούς…!» μουρμούρισε ο Σαμόλθιρ, καθώς ο Κυματόλυκος έφτανε πλάι στο βασιλικό σκάφος, χωρίς να το πλευρίζει ακόμα. «Μα τους θεούς…!»

Η Νίθρα έγλειψε τα χείλη της, παίρνοντας μια βαθιά ανάσα, καθώς κρατιόταν από την κουπαστή της πρύμνης. Τώρα, Καλβάρθα, είσαι δική μου!

«Παραδοθείτε!» φώναξε ο Φένταρ στους μαχητές του αντικρινού πλοίου. «Παραδοθείτε!»

«Παραδινόμαστε!» αποκρίθηκε μια διοικήτρια της Βασιλικής Φρουράς, ξεπροβάλλοντας μέσα από τα πεσμένα πανιά.

«Θέλουμε τη Βασίλισσα!» φώναξε η Νίθρα. «Φέρτε μας τη Βασίλισσα!»

Σιγή έπεσε, τότε, στο κατάστρωμα του αντικρινού καραβιού.

Η Νίθρα έτριξε τα δόντια της, οργισμένη, και κοιτάζοντας τα ξύλα του σκάφους, Κέλευσε, δυνατά: «Σπάστε!»

Ένας ήχος θραύσης αντήχησε, και μια τρύπα άνοιξε στο πλευρό του βασιλικού πλοίου, αρχίζοντας να γεμίζει νερό.

Η Χρυσοδάκτυλη άρπαξε τη Νίθρα και την τράβηξε κάτω, στα σανίδια της πρύμνης, καθώς ένα βέλος περνούσε από πάνω της.

«Οι μπασταρδεμένοι!» μούγκρισε ο Σαμόλθιρ· το βλήμα είχε σφυρίξει πλάι απ’το δεξί του αφτί. «ΡΙΞΤΕ ΤΟΥΣ, ΡΕΕ!» φώναξε στο πλήρωμά του. «ΡΙΞΤΕ ΤΟΥΣ!»

Και δυο βαλλίστρες εκτόξευσαν βέλη, χτυπώντας το βασιλικό σκάφος, το οποίο έγερνε πια πολύ άσχημα και οι περισσότεροι μαχητές που βρίσκονταν επάνω του πηδούσαν στη θάλασσα.

«Πλευρίστε το!» πρόσταξε ο Κυματοπαλαιστής, και ο Φένταρ μειδίασε έντονα, τραβώντας το σπαθί του και σκεπτόμενος: Θυμήθηκε τις παλιές του μέρες, ο γερο-Σιγκαντάρο!

Η Νίθρα, εξουθενωμένη καθώς ήταν, προσπάθησε να σηκωθεί, αλλά η Χρυσοδάκτυλη την κράτησε κάτω. «Μην κουνιέσαι!» της σφύριξε. «Αν είναι να ρίξουν σε κάποιον, σε σένα θα ρίξουν πρώτα.»

Ο Κυματόλυκος πλεύρισε το βασιλικό σκάφος, καθώς ο Φένταρ κατέβαινε στο κατάστρωμα και αναμιγνυόταν με το πλήρωμα του Σαμόλθιρ, το οποίο ορμούσε στην κατεστραμμένη κουβέρτα του αντίπαλου πλοίου. Οι περισσότεροι μαχητές της Βασιλικής Φρουράς είχαν ήδη πηδήσει στη θάλασσα, έτσι η αντίσταση ήταν, ουσιαστικά, ανύπαρκτη, και ο Ωθράγκος κατευθύνθηκε προς την καμπίνα του καπετάνιου, η πόρτα της οποίας άνοιξε κι ένας Ρουζβάνος παρουσιάστηκε, χωρίς να φορά πανοπλία, πέρα από ένα κράνος. Στο δεξί του χέρι βαστούσε ένα μακρύ ξίφος.

«Βρομόσκυλο πειρατή!» γρύλισε ο Σάβμιν. «Αν θέλεις τη Βασίλισσα, θα πρέπει να περάσεις από μένα, πρώτα!»

«Δεν είμαι πειρατής,» αποκρίθηκε ο Φένταρ, «αλλά ποτέ δε λέω όχι σε μια πρόκληση.» Την ίδια στιγμή, όμως, σκεφτόταν: Αυτός ο τύπος, όποιος κι αν είναι, πρέπει να έβγαλε πριν λίγο την αρματωσιά του· και καλύτερα να είχα κάνει κι εγώ το ίδιο, γιατί εδώ πάνω δε συμφέρει, έτσι όπως γέρνει το κατάστρωμα, κι άμα πέσω στη θάλασσα.... Σκατά. Άνκαραζ, δώσε μου δύναμη!

Βάδισε προς τον Ρουζβάνο πολεμιστή με τον μενεξεδή μανδύα.

Ο Σάβμιν πάτησε γερά στα μποτοφορεμένα του πόδια, βαστώντας τη λαβή του ξίφους του με τα δύο χέρια. Και σκέφτηκε για τον αντίπαλό του: Δεν είναι τυχαίος μπαγαπόντης. Κινείται με ακρίβεια. Αλλά η πανοπλία του θα είναι το τέλος του. Φαίνεται πως δεν υπολόγισε τα πράγματα καλά, προτού έρθει εδώ… Επιτέθηκε καρφωτά, προσπαθώντας ν’αναγκάσει τον εχθρό του να παραμερίσει και να σκοντάψει.

Ο Φένταρ, όμως, κατάφερε ν’αποκρούσει το σπαθί του Ρουζβάνου και να τ’απομακρύνει. Και, καθώς εκείνος τώρα είχε μείνει ανοιχτός, τον σπάθισε, κάθετα.

Ο Σάβμιν υποχρεώθηκε να κάνει στο πλάι, και παραλίγο να παραπατήσει, γλιστρώντας πάνω στο κατάστρωμα.

«Παραδόσου!» του είπε ο Φένταρ. «Είσαι χαμένος, έτσι κι αλλιώς.»

Εκείνη τη στιγμή, η Καλβάρθα ξεπρόβαλε από την πόρτα της καμπίνας, έχοντας τα χέρια της γαντζωμένα στο ξύλινο πλαίσιο και κοιτάζοντας, με γουρλωμένα μάτια, το κατάστρωμα, που έπαιρνε ολοένα και πιο απότομη κλίση.

«Βασίλισσά μου, μπείτε μέσα!» φώναξε ο Σάβμιν.

Ο Φένταρ έβλεπε πως, αν έμενε άλλο εδώ πάνω, σε λίγο θα γλιστρούσε και θα έπεφτε στο νερό· έτσι, έτρεξε και μπήκε στην καμπίνα (όπου, τουλάχιστον, θα ήταν πιο ασφαλής), αρπάζοντας την Καλβάρθα από τον ώμο και τραβώντας τη μαζί του.

Εκείνη άρχισε να ουρλιάζει, υστερικά. «Άσε με κάτω, εγκληματία! Άσε με κάτω!»

Ο Φένταρ την πέταξε στο πάτωμα. Αλλά η Καλβάρθα εξακολούθησε να σκούζει. Τι στο Σάλ’γκρεμ’ρωθ θέλει; Την άφησα κάτω, δεν την άφησα;

Ο Σάβμιν πετάχτηκε μέσα στην καμπίνα. «Θα σε κόψω κομμάτια, παλιοτόμαρο!» βρυχήθηκε, επιτιθέμενος ορμητικά.

Ο Φένταρ απέκρουσε το σπαθί του. Οι λεπίδες τους διασταυρώθηκε, και οι δύο άντρες σωριάστηκαν, κουτρουβαλώντας στο πάτωμα της καμπίνας. Κοπάνησαν σ’ένα απ’τα τοιχώματα, και ο Σάβμιν ήταν που βρέθηκε από πάνω. Άρπαξε το κράνος του Φένταρ και το τράβηξε, βίαια, από το κεφάλι του, ενώ τα ξίφη τους συνέχιζαν να είναι διασταυρωμένα.

«Μπορεί να νικήσετε,» του σφύριξε, «αλλά εσένα θα σε σκοτώσω, μπάσταρδε!»

Εκείνη τη στιγμή, μια γυναικεία φιγούρα παρουσιάστηκε πάνω απ’τον Ρουζβάνο, και ένα στιλέτο άγγιξε το λαιμό του.

«Καλύτερα να σηκωθείς ήρεμα,» είπε η Χρυσοδάκτυλη.

Ο Σάβμιν έμεινε ακίνητος, σα να σκεφτόταν αν άξιζε να πεθάνει, σκοτώνοντας συγχρόνως τον εχθρό του, ή αν μπορούσε, κάπως, να ξεγλιστρήσει από τούτη τη δύσκολη θέση όπου είχε βρεθεί.

«Άσε το όπλο σου και σήκω,» πρόσταξε, σταθερά, η Χρυσοδάκτυλη.

Ο Σάβμιν άφησε τη λαβή του ξίφους του και ορθώθηκε, ενώ η Μιρλίμια εξακολουθούσε να έχει το στιλέτο της στο λαιμό του.

«Πάμε έξω τώρα,» του είπε. «Φένταρ, φέρε τη Βασίλισσα.»

Ο Ωθράγκος σηκώθηκε όρθιος, καθώς η Χρυσοδάκτυλη οδηγούσε τον ξανθό Ρουζβάνο έξω από την καμπίνα.

«Μείνε μακριά μου!…» φώναξε η Καλβάρθα, λαχανιασμένα.

«Δε θέλεις να μείνεις εδώ,» της είπε ο Φένταρ, θηκαρώνοντας το σπαθί του κι αρπάζοντάς την, για να τη σηκώσει στα χέρια· «το πλοίο βυθίζεται, Μεγαλειοτάτη.»

Βγήκε από την καμπίνα, διέσχισε, τρέχοντας, το κατάστρωμα του βασιλικού σκάφους, και πήδησε στο κατάστρωμα του Κυματόλυκου, όπου συγκεντρώνονταν όλοι οι επιζώντες που δεν είχαν βουτήξει στη θάλασσα.

Ο Φένταρ άφησε την Καλβάρθα να σταθεί στα πόδια της, ενώ εκείνη κοίταζε, τρομοκρατημένη, τριγύρω.

Η Νίθρα ζύγωσε, κατεβαίνοντας από την πρύμνη, μ’ένα ικανοποιημένο χαμόγελο στο πρόσωπό της. Τα μάτια της ατένισαν μια την ξαδέλφη της –που τα δικά της μάτια γούρλωσαν, μόλις την αναγνώρισαν– μια τον Σάβμιν, και είπε: «Πώς, καμια φορά, τα πράγματα αλλάζουν…» Και γέλασε.

Ο Σάβμιν την έφτυσε καταπρόσωπο, σταματώντας το γέλιο.

Η Νίθρα τον κλότσησε στα αχαμνά, και εκείνος βόγκησε και βρυχήθηκε, προσπαθώντας να ξεφύγει από τους ναύτες που τον συγκρατούσαν· όμως, τελικά, τον έριξαν στα σανίδια του καταστρώματος, με γροθιές και κλοτσιές.

Η Νίθρα σκούπισε το πρόσωπό της, με το δεξί της μανίκι, και στράφηκε στην Καλβάρθα, η οποία έτρεμε ολόκορμη, αντικρίζοντάς την, ενώ τραύλιζε κάτι ακατανόητο· έμοιαζε σχεδόν έκπληκτη που την έβλεπε.

«Δεν είχες ακούσει για μένα, ξαφέλφη

Η Καλβάρθα κούνησε το κεφάλι, αρνητικά.

Η Νίθρα γέλασε. «Τόσο πολύ σε εκτιμούν οι συμβουλάτορές σου, που δε σου λένε καν τι συμβαίνει στο Βασίλειό;»

Η Καλβάρθα έκλαιγε τώρα, μοιάζοντας τελείως καταβεβλημένη, ψυχικά και σωματικά, από όσα είχαν συμβεί.

Η Νίθρα την κλότσησε, όπως είχε κλοτσήσει τον Σάβμιν, και, καθώς η ξαδέλφη της διπλώθηκε, τη γράπωσε από τα μαλλιά, αρχίζοντας να την κοπανά, βίαια, λες κι ήθελε να τη σκοτώσει επιτόπου.

Ο Φένταρ τις χώρισε, σπρώχνοντας τη Νίθρα παραδίπλα. «Τι κάνεις;» της φώναξε. «Την προτιμάς αιχμάλωτη ή νεκρή;» Έχει τρελαθεί τελείως, σκέφτηκε. Η επιθυμία για εκδίκηση έχει σβήσει κάθε λογική από μέσα της!

Η Νίθρα εισέπνευσε βαθιά. «Αιχμάλωτη,» είπε, μοιάζοντας να εννοεί πολύ περισσότερα από απλή αιχμαλωσία.

«Πήγαινε στην καμπίνα του Σαμόλθιρ,» της πρότεινε ο Φένταρ, «να ηρεμήσεις.»

Το βλέμμα του φανέρωνε καθαρά ότι τη θεωρούσε αλλόφρων, και η Νίθρα το παρατήρησε αυτό και παραδέχτηκε, εσωτερικά, ότι είχε δίκιο ο Ωθράγκος. Σίγουρα, της χρειαζόταν λίγο να ηρεμήσει. Και να ξεκουραστεί. Έτσι, κατένευσε και κατευθύνθηκε προς τη γέφυρα.

«Θα σε συναντήσω, σύντομα,» είπε ο Φένταρ πίσω της· και μετά, στράφηκε στην Καλβάρθα, η οποία ήταν κουλουριασμένη στα σανίδια της κουβέρτας, κλαίγοντας, ενώ αίματα υπήρχαν στο πρόσωπό της.

Γονάτισε δίπλα της και τη σήκωσε στην αγκαλιά του. «Ησύχασε,» της είπε. «Έφυγε· δε θα σε πειράξει.» Αυτή ήταν η περιβόητη Βασίλισσα Καλβάρθα, που η Νίθρα την έκανε να φαίνεται τόσο μοχθηρή και κακούργα; Για όνομα του Βάνραλ, δηλαδή, ετούτη η γυναίκα δεν έμοιαζε να έχει αρκετή θέληση για να σταθεί στα πόδια της! Χρειαζόταν βοήθεια, όχι ξύλο. Ή, τουλάχιστον, τέτοια εντύπωση έδινε στον Φένταρ…

*

«Πού στο Λύκο είναι η Νίθρα;» φώναζε ο Τάκμιν, καθώς εκείνος κι οι μαχητές του είχαν φτάσει στην Πύλη του Αετού και οι υπερασπιστές τούς έβαλλαν από τα τείχη. «Πού στο Λύκο είναι;»

«Δεν είναι εδώ, Άρχοντά μου,» είπε ένας διοικητής.

«Το βλέπω αυτό, ηλίθιε! Το θέμα είναι ΠΟΥ βρίσκεται! Πού έχει πάει, τώρα που τη χρειάζομαι;»

«Έπαρχε! Έπαρχε!» φώναξε ένας πολεμιστής, ζυγώνοντας έφιππος. «Έμαθα για την Αρχόντισσα Νίθρα!»

«Της συνέβη κάτι;» ρώτησε αμέσως ο Ρέλγκριν, και το πρόσωπό του πάνιασε.

«Όχι, Στρατάρχη,» αποκρίθηκε ο καβαλάρης. «Ή, μάλλον, δεν μου είπαν τίποτα τέτοιο.» Και προς τον Τάκμιν: «Την είδαν να πηγαίνει στο λιμάνι, Άρχοντά μου, μαζί με τους μισθοφόρους της και μερικούς ιππείς σας.»

«Στο λιμάνι; Τι πήγε να κάνει εκεί;»

«Δεν έχω ιδέα, Άρχοντά μου…»

«Φρόντισε να μάθεις, τότε! Βιάσου! Και, όταν τη βρεις, πες της να έρθει εδώ! γιατί τη χρειάζομαι για να ρίξει ακόμα μια πύλη. Μην κάθεσαι, ιππέα!»

«Μάλιστα, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε ο πολεμιστής και απομακρύνθηκε, καλπάζοντας.

*

Η Νίθρα μπήκε στην καμπίνα του καπετάνιου και έκλεισε την πόρτα πίσω της. Το βλέμμα της πήγε σ’ένα από τα παράθυρα, και παρατήρησε ότι ο Κυματόλυκος είχε ήδη απομακρυνθεί αρκετά από το διαλυμένο κέλυφος του κάποτε βασιλικού πλοίου, γύρω από το οποίο πλατσούριζαν όσοι από το πλήρωμά του είχαν βουτήξει στη θάλασσα.

Άκουσε έναν θόρυβο από δίπλα της και στράφηκε, για να δει μια γυναίκα να ξεπροβάλλει κάτω απ’το κρεβάτι. Μια γνωστή γυναίκα.

«Αλλάρνα;» έκανε, συνοφρυωμένη.

Η ξανθιά Ωθράγκι, που κάποτε ήταν Ανθρωποκυνηγός μαζί με τη Νιρμέα, ορθώθηκε. «Νίθρα;»

Εκείνη ένευσε. «Ναι, εγώ είμαι. Πώς βρέθηκες εδώ; Και τι κάνεις κάτω απ’το κρεβάτι;»

«Γινόταν μάχη απέξω,» αποκρίθηκε η Αλλάρνα. «Άρχισε, μάλλον, ενώ κοιμόμουν. Άκουσα τις φωνές και κρύφτηκα· τι να έκανα; Έβαψες τα μαλλιά σου, Νίθρα;»

«Περίπου.» Η Ρουζβάνη κάθισε πίσω απ’το γραφείο του Σαμόλθιρ, κι ακούμπησε τα μποτοφορεμένα πόδια της επάνω, σταυρώνοντάς τα στον αστράγαλο. «Πώς βρέθηκες εδώ; Νόμιζα ότι θα με περίμενες στην Άζλεντεν.»

«Πέρασες από εκεί;»

«Ναι, επιστρέφοντας από τους βάλτους Βενέβριαμ.»

«Ο Σαμόλθιρ με βρήκε πιο πριν,» εξήγησε η Αλλάρνα, καθώς καθόταν στην άκρη του κρεβατιού. «Με ήθελαν για πληροφορίες. Σχετικά με σένα. Μου υποσχέθηκαν να με πάρουν μαζί τους, πίσω στη Βάλγκριθμωρ.»

«Καταλαβαίνω,» ένευσε η Νίθρα, κάνοντας πίσω τα πορφυρά της μαλλιά, τα οποία ήταν ανακατεμένα απ’τον θαλασσινό άνεμο.

*

«Καπετάνιο!» Ο Ζίβιαν έτρεξε κοντά στον Σαμόλθιρ και τον Φένταρ, οι οποίοι μιλούσαν· ο δεύτερος κρατούσε στα χέρια του τη μισολιπόθυμη Καλβάρθα. «Καπετάνιο!»

«Τι;»

«Δυο σκάφη. Μας έχουν πάρει κυνήγι!» Ο κοντός Ναύκληρος έδειξε.

«Σκατούλες…» μουρμούρισε ο Σαμόλθιρ, κοιτάζοντας προς τα εκεί. «Βασιλικά πρέπει νάναι και τούτα.» Και προς τον Φένταρ: «Βλέπεις τώρα σε τι μπελάδες με βάλατε;»

«Ηρέμησε, παλιοπειρατή· το λιμάνι δεν είναι μακριά,» αποκρίθηκε εκείνος. «Και μες στην πόλη δε μπαίνουν· νάσαι βέβαιος γι’αυτό. Επιπλέον, έχουμε τη Βασίλισσά τους αιχμάλωτη· λες να μας επιτεθούν;»

«Ναι!»

Ο Φένταρ κούνησε το κεφάλι. «Τέλος πάντων… Πού να την αφήσω;» ρώτησε, κοιτάζοντας την Καλβάρθα.

«Στ’αμπάρι βάλτη, μαζί με τους άλλους.»

«Δεν το βρίσκω και πολύ ταιριαστό.»

Ο Σαμόλθιρ έκανε μια γκριμάτσα. «Μη μου πεις ότι, ξαφνικά, άρχισες να κάνεις διακρίσεις;»

«Ύστερα από τόσες συναναστροφές με Ρουζβάνους, ίσως νάχω μαλθακέψει, αλλά ακόμα είμαι έτοιμος να σου σπάσω τη μύτη, αν με τσαντίσεις.»

Ο Σαμόλθιρ γέλασε, και είπε: «Κράτα τη στα χέρια, τότε· δεν υπάρχουνε και πολλές θέσεις εδώ.» Κατευθύνθηκε προς την πρύμνη, ανάβοντας το τσιμπούκι του.

*

«Άρχοντά μου, ίσως θα ήταν καλύτερα να φύγετε,» είπε ο Σάνλον στον Κάμρεβ, για πολλοστή φορά. «Οι πολιορκητές βρίσκονται μπροστά στην Πύλη του Αετού και, σύντομα, αυτή η άθλια προδότρια, η Νίθρα, θα την καταστρέψει κι αυτήν, Άρχοντά μου, όπως κατέστρεψε τις άλλες δύο.»

Ο πατέρας της Καλβάρθα έβηξε και αναδεύτηκε επάνω στην πολυθρόνα του. Ήπιε μια γουλιά κρασί και αποκρίθηκε: «Δε φεύγω, Αρχιστράτηγε. Πήγαινε στη δουλειά σου.»

«Μα, Άρχοντά μου, όταν εισβάλουν–»

«Να φροντίσεις να μην εισβάλουν, Αρχιστράτηγε!» φώναξε ο Κάμρεβ. «Αυτή δεν είναι η δουλειά σου;»

«Μάλιστα, Υψηλότατε, αυτή είναι,» απάντησε, ξερά, ο Σάνλον.

«Πήγαινε, τότε.» Ο Κάμρεβ κούνησε το χέρι του, αποδεσμευτικά.

Ο Αρχιστράτηγος αποχώρησε από τα διαμερίσματά του, σκεπτόμενος ότι ο πατέρας της Βασίλισσας είχε, αναμφίβολα, τρελαθεί. Διότι πρέπει να είναι κανείς ή τρελός ή απελπισμένος για να μένει ακόμα εδώ. Ή να μη θέλει πλέον τη ζωή του. Να τους έχει απογοητεύσει όλους, και να έχει ντροπιάσει τον εαυτό του ανεπανόρθωτα…

Ακριβώς αυτό που συμβαίνει σε μένα, δηλαδή. Ο Σάνλον δε νόμιζε ότι μπορούσε να συνεχίσει να ζει, ύστερα από τούτο: ύστερα από τον τρόπο που τον είχε ξεγελάσει η Νίθρα, η Θεά να καταραστεί την ψυχή της! Τους καταδίκασα όλους, υποστηρίζοντας πως θα στρεφόταν εναντίον του Τάκμιν…

Ο Βάνκελιν είχε δίκιο, εξαρχής. Έπρεπε να τον είχα ακούσει. Έπρεπε να είχαμε δράσει αλλιώς. Τώρα, όμως, δεν μπορώ να κάνω πίσω… Θα πέθαινε στη μάχη. Αλλά, προτού πεθάνει, θα αναζητούσε τη Νίθρα, και θα τη σκότωνε. Η Ομιλήτρια είχε προδώσει το Νούφρεκ δύο φορές: και η μία φορά είναι ήδη υπερβολική.

*

Ο Κυματόλυκος μπήκε στο λιμάνι της Έρλεν και πλησίασε τις αποβάθρες. Τα βασιλικά πλοία δεν τον καταδίωξαν ως εδώ, όπως είχε προβλέψει ο Φένταρ, γιατί, προφανώς, τα πληρώματά τους φοβόνταν ότι θα δέχονταν επίθεση από τις δυνάμεις του Έπαρχου Τάκμιν της Σάλγκρινεβ.

Η Νίθρα βγήκε από τη γέφυρα, και περπάτησε πάνω στο κατάστρωμα του καραβιού του Σαμόλθιρ, ατενίζοντας την πρωτεύουσα του Νούφρεκ. Μπορούσε να διακρίνει καπνούς σε κάποια σημεία, μα οι φωτιές δεν πρέπει να ήταν πολλές. Οι μαχητές του Τάκμιν πρέπει να είχαν κάνει γρήγορη δουλειά. Αλλά, μάλλον, δε θα είχαν εισβάλει ακόμα στη Βασιλική Περιφέρεια. Και, υποθέτω, θα με ψάχνουν, για να ρίξω την Πύλη του Αετού…

Καθώς ο Κυματόλυκος αγκυροβολούσε σε μία από τις αποβάθρες, το βλέμμα της Νίθρα έπεσε σε μια φιγούρα στην πλώρη, η οποία ορθωνόταν, σηκώνοντας στα χέρια της μια άλλη. Ο Φένταρ, και η Καλβάρθα. Τα πρόσωπά τους ήταν ευδιάκριτα για τη Ματιά της, παρότι απογευμάτιαζε και τα χρώματα είχαν αρχίσει παντού να σκουραίνουν ενώ οι σκιές πλήθαιναν. Γιατί την κρατά ακόμα εδώ; Γιατί δεν την έχει κλειδώσει πουθενά;

Θυμωμένη, πλησίασε τον Ωθράγκος. «Τι κάνεις;» τον ρώτησε.

Ο Φένταρ βλεφάρισε. «Τι εννοείς;»

Η Νίθρα έδειξε την κοιμισμένη Καλβάρθα, με το βλέμμα της. «Είναι αιχμάλωτή μας, αν δεν το κατάλαβες.»

«Το έχω καταλάβει,» αποκρίθηκε, ξερά, ο Ωθράγκος.

«Τι συμβαίνει, Φένταρ; Τη συμπάθησες

Εκείνος δε μίλησε.

«Δε σε πληρώνω για να παρηγορείς τους εχθρούς μου!» σφύριξε η Νίθρα.

«Όχι· με πληρώνεις για να σε βοηθώ να τους αντιμετωπίζεις. Πιστεύεις ότι έχω αποτύχει στα καθήκοντά μου;»

«Όχι.»

«Τότε;»

«Η θέση της είναι σε κάποιο μπουντρούμι.»

«Υποθέτω πως θα φροντίσεις γι’αυτό, μόλις καταλάβουμε το παλάτι…»

Καλπασμός αλόγου ήρθε από τις αποβάθρες, και κάποιος φώναξε: «Η Αρχόντισσα Νίθρα Ρίνκιλ;»

Η Νίθρα στράφηκε, για να δει έναν ιππέα του Τάκμιν να τραβά τα ηνία του ίππου του μπροστά από τον αγκυροβολημένο Κυματόλυκο.

«Αρχόντισσά μου, εσείς δεν είστε η Νίθρα Ρίνκιλ;»

«Ναι· τι θέλεις;»

«Ο Έπαρχος σάς ζητά, Αρχόντισσά μου. Για την Πύλη του Αετού.»

«Μπορείς να του αναφέρεις ότι θα είμαι εκεί σύντομα,» είπε η Νίθρα.

«Μάλιστα, Αρχόντισσά μου. Θα θέλατε να του πω και τίποτε άλλο;»

«Όχι.»

Ο καβαλάρης έστρεψε το άλογό του και κάλπασε πάνω στο πλακόστρωτο.

Οι ναύτες του Σαμόλθιρ είχαν ήδη ρίξει μια ξύλινη ράμπα από τον Κυματόλυκο και, με τη βοήθεια των στρατιωτών που είχε πάρει μαζί της η Νίθρα, κατέβαζαν από το κατάστρωμα τους αιχμαλώτους, τα χέρια των οποίων ήταν δεμένα πίσω απ’την πλάτη τους. Ανάμεσά τους βρισκόταν κι ο Σάβμιν.

Η Νίθρα περίμενε να συγκεντρωθούν όλοι στην αποβάθρα και, ύστερα, κατέβηκε κι εκείνη από το πλοίο, μαζί με τον Φένταρ, ο οποίος εξακολουθούσε να κρατά την Καλβάρθα στα χέρια του. Η Χρυσοδάκτυλη, ο Σαμόλθιρ, και η Αλλάρνα είχαν ήδη κατεβεί και στέκονταν δίπλα από μια λάμπα του λιμανιού.

«Πού θέλετε να πάμε τους αιχμαλώτους, Αρχόντισσά μου;» ρώτησε ένας στρατιώτης τη Νίθρα.

«Εκεί όπου έχει ο Έπαρχος και τους υπόλοιπους,» απάντησε εκείνη.

«Δεν ξέρουμε πού είναι αυτό το μέρος, Αρχόντισσά μου. Θέλετε να φύγουμε από κοντά σας και να ψάξουμε να μάθουμε;»

«Όχι,» είπε η Νίθρα. «Ελάτε μαζί μου. Ούτως ή άλλως, κι εγώ στους συμπολεμιστές σας κατευθύνομαι.»

Ξεκίνησε να βαδίζει, και οι υπόλοιποι την ακολούθησαν. Ο Σαμόλθιρ κάπνιζε έναν αρωματικό καπνό, που γέμιζε τα ρουθούνια τους.

Οι δρόμοι της Έρλεν ήταν ήρεμοι μετά από τις οδομαχίες. Οι πολίτες βρίσκονταν κλειδαμπαρωμένοι στα σπίτια τους, και οι στρατιώτες του Τάκμιν περιπολούσαν. Στο πλακόστρωτο μπορούσες, πού και πού, να δεις κανένα κουφάρι που δεν είχαν μαζέψει, ή κανένα πεταμένο όπλο ή σπασίδι. Επίσης, ορισμένα οικοδομήματα ήταν ρημαγμένα, από τις λεηλασίες· οι πόρτες κρέμονταν από τους μεντεσέδες ή ήταν πεσμένες, και το ίδιο ίσχυε για τα παραθυρόφυλλα. Τα τζάμια ήταν, βέβαια, σπασμένα, ενώ στο εσωτερικό των χτιρίων τα πάντα φαίνονταν αναποδογυρισμένα και ελάχιστα πράγματα γυάλιζαν· όλα τα γυαλιστερά αντικείμενα αξίας είχαν παρθεί από τους εισβολείς.

Οι σκηνές ετούτες θύμιζαν στον Φένταρ τους Πολέμους της Φεν εν Ρωθ… στην πιο ήρεμή τους φάση, καθότι εκεί είχαν συμβεί πολύ πιο βίαια πράγματα. Αναρωτιέμαι αν μπορεί τίποτα πλέον να με ταράξει, ύστερα από αυτά που είχα δει εκείνο τον καιρό. Μετά, όμως, ήρθε στο μυαλό του η Νίθρα με τις παράξενές της δυνάμεις· και η Νίθρα όταν ξυλοκοπούσε την Καλβάρθα. Τελικά, μάλλον, πάντα θα υπάρχουν πράγματα που μπορούν να με ταράξουν…

Το σκοτάδι πύκνωνε, όταν έφτασαν κοντά στην Πύλη του Αετού, η οποία ήταν κλειστή κι αμπαρωμένη. Οι υπερασπιστές της Βασιλικής Περιφέρειας μπορούσαν να διακριθούν πίσω από τις επάλξεις των εσωτερικών τειχών της πόλης, αν και οι μορφές τους ήταν σκοτεινές.

Η Νίθρα, βέβαια, τους έβλεπε ξεκάθαρα, και παρατηρούσε ότι οι εκφράσεις τους ήταν τρομαγμένες. Προφανώς, ύστερα από την καταστροφή της νότιας και της δυτικής πύλης, δεν ήξεραν πια τι να περιμένουν· πάντως, ό,τι κι αν συνέβαινε δε θα τους εξέπληττε τώρα. Πράγμα το οποίο σημαίνει ότι ο Τάκμιν θα πρέπει να επιτεθεί προσεκτικότερα, ετούτη τη φορά, γιατί οι εχθροί δε θα πανικοβληθούν όπως πανικοβλήθηκαν πριν.

Ένας στρατιώτης την πλησίασε. «Η Αρχόντισσα Νίθρα Ρίνκιλ, σωστά;»

Εκείνη ένευσε, κουρασμένα.

«Ο Έπαρχος σάς ζητά.»

«Το ξέρω.»

«Παρακαλώ, ακολουθήστε με. Βρίσκεται στην Οικία των Σάλτρεθ. Η οικογένεια προθυμοποιήθηκε να τον φιλοξενήσει.»

Προθυμοποιήθηκε, ώστε… σκέφτηκε η Νίθρα· και είπε: «Εντάξει, οδήγησέ μας.» Και προς τον Φένταρ: «Δώσε τη… Μεγαλειοτάτη σε κάποιον άλλο κι έλα μαζί μου. Κι εσύ, Χρυσοδάκτυλη.»

Ο Ωθράγκος υπάκουσε, δίνοντας την κοιμισμένη Καλβάρθα σ’έναν στρατιώτη.

Ο Σαμόλθιρ ρώτησε: «Αφού δεν υπάρχει κάτι άλλο για μας, λέω να επιστρέψουμε στο πλοίο μας.» Πέρασε το χέρι του γύρω απ’τη μέση της Αλλάρνα. «Αλλά μην ξεχνάς ότι μας υποσχέθηκες κάτι,» τόνισε στη Νίθρα.

«Δεν το ξεχνάω, Καπετάνιε. Θα ανταμειφθείς για τις υπηρεσίες σου.»

«Έχει καλώς,» αποκρίθηκε ο Σαμόλθιρ. «Θα τα ξαναπούμε το πρωί, αδέλφια.»

Η Νίθρα, ο Φένταρ, και η Χρυσοδάκτυλη ακολούθησαν τον στρατιώτη του Έπαρχου της Σάλγκρινεβ και, αφού διέσχισαν δύο μικρούς δρόμους, έφτασαν σ’ένα διώροφο σπίτι, γύρω από το οποίο βρίσκονταν τουλάχιστον τριάντα πολεμιστές σε επιφυλακή. Εκείνους, όμως, δεν τους σταμάτησαν· έτσι, άνοιξαν την πόρτα του κήπου και μπήκαν. Βάδισαν επάνω σ’ένα λιθόστρωτο μονοπάτι και πέρασαν την κεντρική είσοδο της οικίας –μια μεγάλη, μονή, ξύλινη πόρτα, από την οποία ερχόταν το φως των κεριών και του τζακιού–, για να βρεθούν σ’ένα αρκετά μεγάλο σαλόνι, όπου ο Τάκμιν ήταν καθισμένος στην κορυφή ενός τραπεζιού, πλημμυρισμένου στα φαγητά. Στα δεξιά του Έπαρχου βρισκόταν ένας ευτραφής άντρας με καλοχτενισμένα μαλλιά και μούσι, ο οποίος είχε μια μικρή καράφλα στο κέντρο του κεφαλιού και πρέπει να ήταν μιας κάποιας ηλικίας (εξήντα-τρία, τον έκρινε η Ματιά της Νίθρα). Στα δεξιά αυτού –που, μάλλον, ήταν ο οικοδεσπότης– καθόταν μια ξανθιά, σγουρομάλλα γυναίκα, που κι εκείνη δεν ήταν πολύ μικρή (πενήντα-έξι)· κατά πάσα πιθανότητα, επρόκειτο για τη σύζυγό του. Εκτός από τούτους, κανένας άλλος δε βρισκόταν στο δωμάτιο.

Η Νίθρα προσπάθησε να φέρει στο μυαλό της τα ονόματά τους, γιατί ήξερε απέξω τα γενεαλογικά δέντρα πάρα πολλών ευγενικών οικογενειών. Χόνμαρεν, πρέπει να τον λένε αυτόν, και τη σύζυγό του.... Δεν της ερχόταν το όνομα, τώρα· οι Σάλτρεθ ήταν ένας σχετικά μικρός Οίκος της Έρλεν.

«Νίθρα,» είπε ο Τάκμιν, «αποφάσισες να παρουσιαστείς.»

«Ήμουν απασχολημένη, Άρχοντά μου. Θα μπορούσα να σας μιλήσω ιδιαιτέρως;»

«Με πρόλαβες.» Ο Τάκμιν έκανε να σηκωθεί, αλλά ο οικοδεσπότης του δεν τον άφησε:

«Όχι όχι όχι!» είπε, βιαστικά. «Θα αποχωρήσουμε εμείς, Άρχοντά μου.» Ορθώθηκε και, μαζί με τη σύζυγό του, έφυγαν από το δωμάτιο, κλείνοντας την πόρτα πίσω τους.

«Τι ευγενικοί άνθρωποι…» παρατήρησε ο Τάκμιν, υπομειδιώντας.

«Οι κατακτητές, για κάποιο παράξενο λόγο, πάντοτε βλέπουν την πιο ευγενική πλευρά των κατακτημένων, Άρχοντά μου…» είπε ο Φένταρ.

«Δε ζήτησα την άποψή σου, Ωθράγκος,» αποκρίθηκε ο Τάκμιν. Και τους πρότεινε: «Καθίστε, παρακαλώ.» Ήπιε μια γουλιά από το κρασί του, ενώ, συγχρόνως, έκανε νόημα στο στρατιώτη που τους είχε φέρει εδώ να φύγει.

Εκείνος γύρισε για ν’αποχωρήσει, αλλά σταμάτησε απότομα. «Άρχοντά μου…;»

«Να σας κάνω παρέα κι εγώ;»

Άπαντες στράφηκαν στην είσοδο, για να δουν τον Άλαντμιν να στέκεται εκεί.

«Πόση ώρα μάς παρακολουθούσες;» ρώτησε ο Τάκμιν, στενεύοντας τα μάτια, ενοχλημένος.

«Όχι πολλή,» απάντησε ο Άλαντμιν. «Για την ακρίβεια, μόλις έφτασα και, νάσου, ο κύριος» –έδειξε, ευγενικά, τον στρατιώτη– «στράφηκε και βάδισε προς το μέρος μου.»

«Αχά…» Ο Τάκμιν πιρούνιασε ένα κομμάτι κρέας και το έβαλε στο στόμα του, μασώντας. «Κάθισε, λοιπόν, κι εσύ… Αρχικατάσκοπε. Κάθισε. Το ψητό είναι πολύ καλό.»

«Ελπίζω να μην περιέχει δηλητήριο,» είπε ο Άλαντμιν, πλησιάζοντας, καθώς ο στρατιώτης έφευγε και η Νίθρα, ο Φένταρ, κι η Χρυσοδάκτυλη κάθονταν στο τραπέζι. Οι δύο τελευταίοι έβγαλαν τα κράνη τους και τ’άφησαν στο πάτωμα, δίπλα από τις καρέκλες.

«Το αποκλείω,» απάντησε ο Τάκμιν. «Έβαλα τους οικοδεσπότες μου να δοκιμάσουν πρώτοι –από όλα τα καλούδια που έφεραν εδώ.»

Ο Άλαντμιν πήρε θέση αντίκρυ της Νίθρα. «Αισθάνομαι πιο ασφαλής, τότε.» Γέμισε ένα ποτήρι κρασί για τον εαυτό του.

«Λοιπόν,» είπε ο Τάκμιν. «Θα ήθελα πολύ να μάθω πού είχες εξαφανιστεί.» Έστρεψε το βλέμμα του στη Νίθρα.

«Καταδίωκα την Καλβάρθα, στη θάλασσα,» εξήγησε εκείνη, «και την έπιασα.»

«Είναι αιχμάλωτή μας, δηλαδή;»

Η Νίθρα ένευσε.

«Χα-χα!» έκανε ο Τάκμιν. «Αυτά είναι υπέροχα νέα. Ας πιούμε σ’αυτά τα νέα, τι λέτε;» Γέμισε ξανά το ποτήρι του, μέχρι πάνω, και το ύψωσε.

«Γιατί όχι;» είπε ο Άλαντμιν, και ύψωσε κι εκείνος το δικό του ποτήρι, όπως κι οι υπόλοιποι.

Τσούγκρισαν και ήπιαν.

«Ήταν κι ο Αρχιστράτηγος Σάνλον μαζί της; Και ο Αρχιδιπλωμάτης Βάνκελιν;» ρώτησε ο Τάκμιν.

«Δυστυχώς, όχι,» είπε η Νίθρα. «Αλλά ήταν ο Διοικητής Σάβμιν.»

«Ποιος είναι αυτός;»

«Ένας από τους διοικητές της Βασιλικής Φρουράς της Καλβάρθα.»

«Αμελητέος,» είπε ο Τάκμιν, τρώγοντας. «Αμελητέος.»

«Πού είναι η Αρτλάνα, ο Ρέλγκριν, και οι ιέρειες της Λιάμνερ Κρωθ;» ρώτησε η Νίθρα.

«Η Αρτλάνα πρέπει να βρίσκεται ακόμα στο στρατόπεδο, έξω απ’την πόλη. Ο Ρέλγκριν κάπου εδώ πέρα τριγυρίζει, επιβλέποντας και καταστρώνοντας σχέδια· είναι πολύ καλός στο να καταστρώνει σχέδια, ο Ρέλγκριν. Και οι ιέρειες της Λιάμνερ Κρωθ νομίζω ότι έχουν πάει στο Ναό της Προστάτιδας Θεάς, για να συνεννοηθούν με την Αρχιέρεια της Έρλεν. Πρέπει να έχουν κάποιο διάταγμα από την Ιερά Μητριάρχη, αν κατάλαβα καλά.»

Η Νίθρα άρχισε να τρώει, σιωπηλά (μέχρι στιγμής, δεν είχε αγγίξει τίποτα από το φαγητό της), και ανακάλυψε ότι πεινούσε περισσότερο απ’όσο νόμιζε. Επίσης, καθώς τώρα είχε ηρεμήσει κάπως, άρχιζε να αντιλαμβάνεται πιο πολύ την κούρασή της. Η χρήση του Κοσμικού Κελεύσματος, όπως πάντα, την είχε εξουθενώσει, κι ετούτη τη φορά, τα πράγματα ήταν ακόμα χειρότερα, με την εξαφάνιση του ήλιου και τη μετατροπή του κόσμου σε κάτι σαν Αρχέτοπο.

Η Νίθρα αναρωτήθηκε πότε ο ήλιος θα επέστρεφε στον ουρανό· πότε το περιβάλλον θα γινόταν όπως παλιά. Τι μπορεί να προκάλεσε όλη τούτη την αλλαγή; Οι ιέρειες του Ναού της Προστάτιδας Θεάς θα έχουν απάντηση, άραγε;

Το γεύμα τους τελείωσε χωρίς πολλές κουβέντες, και ο Άλαντμιν ρώτησε τον Τάκμιν: «Έχουν ετοιμαστεί δωμάτια για εμάς, Έπαρχε;»

«Όχι,» αποκρίθηκε εκείνος. «Αλλά είμαι απόλυτα βέβαιος πως οι Σάλτρεθ θα χαρούν να σας φιλοξενήσουν, αν θέλετε.»

«Εγώ θα προτιμήσω τη σκηνή μου, στο στρατόπεδο,» δήλωσε ο Φένταρ, και η Χρυσοδάκτυλη κατένευσε.

«Δε χρειάζεται να πάτε στο στρατόπεδο,» τους είπε ο Άλαντμιν. «Θα σας φιλοξενήσω σ’ένα δικό μου μέρος. Είναι άδειο, έτσι κι αλλιώς, αφού οι δικοί μου μένουν εκτός Έρλεν και δεν έρχονται πολύ συχνά εδώ. Ελπίζω μόνο να μην έχει λεηλατηθεί η οικία μου από τους στρατιώτες σου, Έπαρχε.»

«Αν έχει λεηλατηθεί, να είσαι βέβαιος πως το φταίξιμο δεν πέφτει σε μένα, αγαπητέ Άλαντμιν.»

Η οικία είχε, τελικά, λεηλατηθεί, όπως ανακάλυψαν όταν έφτασαν εκεί. Η εξώπορτα ήταν σπασμένη και το εσωτερικό άνω-κάτω. Όλα τα ντουλάπια, τα μπαούλα, και τα συρτάρια ήταν ανοιγμένα και τα περιεχόμενά τους ανακατωμένα, ενώ κάθε πολύτιμο πράγμα είχε παρθεί. Ακόμα και τα χαλιά είχαν σηκώσει.

«Τα καθίκια…!» μουρμούρισε ο Άλαντμιν, ατενίζοντας έναν τοίχο όπου η Νίθρα ήξερε ότι, παλιά, κρεμόταν ένας πίνακας των νότιων ερήμων –ένας πίνακας ο οποίος άρεσε πολύ στον Αρχικατάσκοπο. «Κανονικά, θα έπρεπε να ζητήσω αποζημίωση. Αλλά υποθέτω πως, αργά ή γρήγορα, θ’αποζημιωθώ με άλλο τρόπο…»

«Το υπόγειο δεν το ελέγξαμε,» θύμισε ο Φένταρ στους συντρόφους του.

«Θα έπρεπε;» ρώτησε η Νίθρα.

«Ναι. Στις πολιορκίες, συνήθως, εκεί κρύβεται κανείς.»

«Ας το ελέγξουμε, τότε,» είπε ο Άλαντμιν, τραβώντας το ξίφος του.

Ο Φένταρ ξεσπάθωσε, επίσης, και βάδισε πρώτος, με τη Χρυσοδάκτυλη πλάι του. Η Μιρλίμια δεν είχε ξεθηκαρώσει κανένα όπλο, αλλά όλοι ήξεραν πως, όταν ήθελε, μπορούσε να βγάλει δυο ξιφίδια στο ανοιγόκλεισμα του ματιού.

Ο Άλαντμιν άνοιξε την καταπακτή, απομακρυνόμενος από το άνοιγμα και κρατώντας το ξύλινο σκέπασμα σαν ασπίδα, σε περίπτωση που κάτι πεταγόταν από κάτω. Τίποτα, όμως, δεν πετάχτηκε.

Και ούτε κανένα φως φαινόταν.

Ο Φένταρ έκανε να κατεβεί το πρώτο σκαλοπάτι, αλλά η Χρυσοδάκτυλη τον έπιασε από τον ώμο.

«Κίνδυνος;» τη ρώτησε εκείνος.

«Όχι, αλλά καλύτερα να κατεβώ εγώ πρώτη. Αν κάποιος καραδοκεί, θα τον αντιληφτώ πολύ πριν με χτυπήσει.»

Ο Φένταρ ένευσε, και την άφησε να προπορευτεί, καθώς εκείνη τραβούσε τώρα δύο ξιφίδια, για να τα έχει σε ετοιμότητα.

Η Χρυσοδάκτυλη έφτασε στο τέλος της σκάλας, χωρίς να συμβεί κάτι. Ο Φένταρ στεκόταν μερικά σκαλοπάτια πιο πάνω.

«Άλαντμιν,» φώναξε η Μιρλίμια, «έχεις κάποια λάμπα;»

«Αν δεν την έχουν λεηλατήσει κι αυτήν, ναι, έχω,» απάντησε ο Αρχικατάσκοπος, και απομακρύνθηκε από τη Νίθρα, αφήνοντάς τη μόνη δίπλα στο άνοιγμα της καταπακτής.

Εκείνη γονάτισε, προσπαθώντας να κοιτάξει κάτω. Τα μάτια της ήταν πολύ καλύτερα από του Φένταρ και της Χρυσοδάκτυλης, και πιθανώς να μπορούσε να τους προειδοποιήσει, σε περίπτωση που το Προαίσθημα της Μιρλίμιας δεν τους προειδοποιούσε πρώτο. Όμως η Νίθρα δεν είδε τίποτα ανησυχητικό μέσα στο σκοτάδι.

Ο Άλαντμιν δεν άργησε να επιστρέψει, μαζί με μια αναμμένη λάμπα· και, αμέσως, ξεκίνησε να κατεβαίνει τα πέτρινα σκαλοπάτια, κρατώντας στο ένα χέρι το φως και στο άλλο το ξίφος του. Η Νίθρα τον ακολούθησε, χωρίς δισταγμό, παρότι ένιωθε να παραπατά από την κούραση.

Το σκοτάδι διαλύθηκε εμπρός τους, και είδαν ένα κελάρι, λεηλατημένο. Μονάχα μερικά βαρέλια απέμεναν, ενώ όλα τα μπουκάλια με τα ποτά είχαν παρθεί.

«Δε μου φαίνεται νάναι κανένας κρυμμένος εδώ,» είπε η Νίθρα, ερευνώντας, με τη Ματιά της, το χώρο.

«Αφού το λες εσύ, το πιστεύω,» αποκρίθηκε ο Φένταρ, γνωρίζοντάς πολύ καλά τις ικανότητές της.

«Ναι,» ένευσε ο Άλαντμιν. «Πάμε.»

Και ανέβηκαν, κλείνοντας την καταπακτή με πάταγο.

«Θα ήταν καλό, πάντως, να φυλάμε σκοπιές,» πρότεινε ο Φένταρ.

«Ανοησίες,» είπε ο Άλαντμιν, αφήνοντας τη λάμπα του πάνω στο τραπέζι της κεντρικής αίθουσας της οικίας. «Θα φωνάξω μερικούς στρατιώτες του Τάκμιν γι’αυτή τη δουλειά.»

«Όπως επιθυμείς,» αποκρίθηκε ο Φένταρ. «Προτιμώ να κοιμάμαι απ’το να ξαγρυπνώ.»


Κεφάλαιο 15
Εξαφάνιση

 

Δυνατά χτυπήματα από κάποια πόρτα στο βάθος… και μια φωνή:

«Υψηλότατε! Υψηλότατε!»

Ο Νόρβορ σάλεψε επάνω στο μεγάλο του κρεβάτι, και τα μάτια του άνοιξαν με δυσκολία. Δεν αισθανόταν καλά. Πρέπει να είχε πιει περισσότερο κρασί απ’ό,τι νόμιζε, χτες βράδυ, που εκείνος, η Μιάνη, ο Δάτμιν, ο Άνγκεδβαρ, ο Άσιλθαρ (ο μικρός γιος του Άρχοντα-Φύλακα Άραντιρ του Ράλτον), και η Ασριτέλα κι η Φανμάριν (οι κόρες του Έπαρχου Άρδαν της Μπένριγκ) είχαν καθίσει στον Απάνεμο Κήπο, αγναντεύοντας τη θάλασσα, την πόλη, και τ’αστέρια του αφέγγαρου ουρανού, ενώ συζητούσαν για μια πληθώρα θεμάτων, ανάμεσα στα οποία τι είχε συμβεί στο παλάτι όταν οι Λεπιδοφόροι Γέρακες επιτέθηκαν (ο Νόρβορ και η Μιάνη προσπάθησαν να σκαρφιστούν ένα παραμύθι για να απαντήσουν, γιατί η αλήθεια ήταν πολύ παράξενη ώστε να γίνει πιστευτή, ειδικά –όπως νόμιζαν– από τις κόρες του Άρδαν), πού βρισκόταν η Πριγκίπισσα Λιόλα και πότε θα ερχόταν για να στεφθεί (ο Νόρβορ και η Μιάνη έπρεπε να σκαρφιστούν ακόμα ένα παραμύθι ως απάντηση, γιατί δεν ήθελαν να εξηγήσουν στην Ασριτέλα και τη Φανμάριν όλα όσα είχαν συμβεί με τον Φανλαγκόθ και τον Ουρανολίθινο Θρόνο, αφού, εκτός από το γεγονός ότι ήταν κι αυτά πολύ παράξενα για να γίνουν πιστευτά, η Πριγκίπισσα Νιρκένα είχε πει ψέματα στους ιερείς του Βάνραλ σχετικά με την όλη κατάσταση, και δεν έπρεπε να παίρνει κανείς ρίσκα να διαρρεύσει η αλήθεια), τι είχε διαδραματιστεί στην πολιορκία της Έριγκ, πώς είχε πεθάνει ο Βασιληάς Άργκελ και πώς είχε τραυματιστεί ο Νόρβορ, και υποθέσεις για το τι μπορεί να είχε γίνει με τον ήλιο και το φεγγάρι, που είχαν εξαφανιστεί από τον ουρανό.

Η πόρτα συνέχιζε να χτυπά.

«Υψηλότατε! Υψηλότατε!» Η φωνή γινόταν ολοένα και δυνατότερη· πρέπει να ήταν κάτι επείγον.

Ο Νόρβορ ανασηκώθηκε πάνω στο κρεβάτι και κοίταξε έξω από το παράθυρο: νύχτα ήταν ακόμα. Σηκώθηκε, πατώντας στα γυμνά του πόδια. Ο χτυπημένος του μηρός ήταν πλέον καλύτερα και μπορούσε να βαδίζει χωρίς πατερίτσα, αν και, κάπου-κάπου, το κόκαλο τού έριχνε καμια σουβλιά· οι θεραπευτές, όμως, του λέγανε πως αυτό δεν ήταν τίποτα και, σύντομα, θα περνούσε.

Ο Πρίγκιπας βγήκε απ’το υπνοδωμάτιο, διέσχισε το καθιστικό των διαμερισμάτων του, και άνοιξε την εξώπορτα, για ν’αντικρίσει το πρόσωπό ενός από τους παλιούς υπηρέτες του Βασιλικού Πύργου, τον οποίο γνώριζε.

«Τι συμβαίνει, Χάσμαρελ;»

«Χίλια συγνώμη, που σας ανησυχώ τέτοια ακατάλληλη ώρα, Υψηλότατε,» αποκρίθηκε ο ηλικιωμένος άντρας, «όμως κάτι… τραγικό συνέβη. Η Πριγκίπισσα Νιρκένα είναι νεκρή, Πρίγκιπά μου.»

«Τ-τι…;» έκανε ο Νόρβορ, σφίγγοντας το πλαίσιο της πόρτας με το δεξί του χέρι, γιατί νόμιζε ότι, ξαφνικά, θα παραπατούσε και θα έπεφτε. «Πώς;»

«Κοιμόταν, με τον σύζυγό της,» εξήγησε ο Χάσμαρελ, με αμήχανη έκφραση στο πρόσωπό του. «Ή όχι ακριβώς ‘κοιμόταν’… καταλαβαίνετε, Πρίγκιπά μου. Και πέθανε.»

Ο Νόρβορ κούνησε το κεφάλι. «Αυτό… Είστε σίγουροι ότι πέθανε έτσι;»

«Ο Έπαρχος Κάβμαρ μάς ειδοποίησε πάραυτα, Υψηλότατε.»

«Την ελέγξατε για δηλητήριο; Ίσως κάποιος να τη δηλητηρίασε.» Κάποιος… Είχε μια πολύ καλή ιδέα για το ποιος μπορεί να ήταν ο κάποιος. Κι αν αυτό το κάθαρμα ο Κάβμαρ την είχε σκοτώσει!… Θα τον πνίξω με τα ίδια μου τα χέρια!

«Οι θεραπευτές την έχουν παραλάβει, Πρίγκιπά μου,» αποκρίθηκε ο Χάσμαρελ· «και, ναι, θα την ελέγξουν για δηλητήριο. Σαφώς.»

«Πού είναι τώρα, ο Έπαρχος Κάβμαρ;»

«Στα διαμερίσματα της Πριγκίπισσας, μαζί με την κόρη του.»

Η Μιάνη δεν πρέπει να βρίσκεται κοντά σ’αυτό το καταραμένο φίδι! σκέφτηκε ο Νόρβορ. Δεν έχει καμία σημασία που είναι πατέρας της. Αυτός ο μπάσταρδος μόλις σκότωσε τη γυναίκα του!

«Σ’ευχαριστώ, Χάσμαρελ.»

Έκλεισε την πόρτα και επέστρεψε στο υπνοδωμάτιό του, αρχίζοντας να ντύνεται βιαστικά, ενώ η οργή του, σταδιακά, κρύωνε και η λογική επικρατούσε· έτσι, ο Νόρβορ αναρωτήθηκε πώς ακριβώς θα ξεπάστρευε τον Έπαρχο Κάβμαρ: πώς θα τον έβγαζε απ’τη μέση, τον παλιάνθρωπο: πώς θα τον απέτρεπε απ’το να σκοτώσει κι άλλους…

Τι θα έκανε ο πατέρας, αν ζούσε;

Και τα λόγια που του είχε κάποτε πει ο Βασιληάς Άργκελ ήρθαν στο νου του: «Δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να μην είσαι ευγενικός, ακόμα και με τους εχθρούς σου. Μάλιστα, ορισμένες φορές, η ευγένεια αποπροσανατολίζει κάποιον πολύ περισσότερο από την οργή. Είναι προσόν, αρετή, και όπλο, για όσους ξέρουν πώς να τη χειρίζονται.»

Θα έπρεπε, λοιπόν, να είναι ευγενικός με τον Κάβμαρ; Να του δώσει την εντύπωση πως δεν τον υποψιάζεται; Να τον αφήσει να αποκαλυφτεί μόνος του; να πέσει στα ίδια του τα δίχτυα;

Ο Νόρβορ έδεσε τις μπότες του και στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη, χτενίζοντας τα καστανόξανθά του μαλλιά με βιασύνη και απορώντας με το πόσο μπλεγμένα είχαν καταντήσει.

Και τι θα πω στη Μιάνη; Η Μιάνη δεν ξέρει τίποτα. Η Νιρκένα δεν της είχε πει λέξη για τον πατέρα της. Ή, τουλάχιστον, εμένα ποτέ δε μου είπε ότι της είχε πει κάτι, και, κατά πάσα πιθανότητα, δεν θα της είχε πει, για να μην τη στενοχωρήσει. Γιατί τόσα μυστικά, θεία; Γιατί τόσα δαιμονισμένα μυστικά; Τώρα θα μπλέξουμε άσχημα, διότι εγώ δεν ξέρω πώς να το πω αυτό το πράγμα στη Μιάνη· κι επιπλέον, δεν είμαι ο κατάλληλος άνθρωπος για να της το πει. Μάλλον, δε θα με πιστέψει…

Πήρε έναν πορφυρό μανδύα, τον έδεσε στους ώμους του, και βγήκε απ’τα διαμερίσματά του, κατευθυνόμενος γρήγορα προς τα διαμερίσματα της Πριγκίπισσας Νιρκένα, όπου και χτύπησε την πόρτα, διακριτικά.

«Περάστε,» ακούστηκε η φωνή του Κάβμαρ από μέσα.

Μόνος του είναι, ο εγκληματίας; Ο Νόρβορ έπιασε το πόμολο και έσπρωξε, μπαίνοντας στο καθιστικό, όπου βρίσκονταν ο Έπαρχος και η κόρη του. Δάκρυα υπήρχαν στο πρόσωπό της Μιάνης, ενώ η όψη του Κάβμαρ φαινόταν –και μόνο φαίνεται, είμαι σίγουρος!– θλιμμένη, καθώς βαστούσε ένα ποτήρι κρασί στα χέρια του και καθόταν σε μια πολυθρόνα.

«Ω Νόρβορ!» είπε η Μιάνη, και σηκώθηκε από τον καναπέ, πλησιάζοντάς τον. «Το έμαθες;»

Εκείνος ένευσε, σιωπηλά, καθώς αγκάλιαζε την ξαδέλφη του και κοίταζε τον Έπαρχο της Νέλβορ πάνω απ’τον ώμο της. «Πώς συνέβη;»

«Δεν ξέρω…» είπε ο Κάβμαρ, καθαρίζοντας το λαιμό του και πίνοντας μια γουλιά κρασί. «Λες και κάποιος δαίμονας νάθελε να τη σκοτώσει…» Αναστέναξε.

Ναι, σκέφτηκε ο Νόρβορ, κάποιος δαίμονας ήθελε, σίγουρα, να τη σκοτώσει!…

«Το ξέρει η μητέρα μου;»

«Ναι,» είπε η Μιάνη, απομακρυνόμενη από την αγκαλιά του. «Ήταν εδώ, πριν από λίγο, για να μας συλλυπηθεί. Ω Νόρβορ, πώς συνέβη αυτό το πράγμα; Πώς συνέβη;…» Κάθισε ξανά, κρύβοντας το πρόσωπό στις παλάμες των χεριών της.

«Μήπως τη δηλητηρίασαν;» έθεσε το ερώτημα ο Πρίγκιπας.

«Δεν αποκλείεται,» αποκρίθηκε ο Κάβμαρ. «Οι θεραπευτές θα την ελέγξουν… Κι αν μάθω ότι δηλητηριάστηκε… θα ανακαλύψω ποιος δαιμονισμένος το έκανε…!» Ήπιε.

Ωραία παράσταση, Έπαρχε, παρατήρησε ο Νόρβορ. Αναρωτιέμαι αν την ετοίμαζες από καιρό.

«Θα έχετε τη βοήθειά μου,» είπε. «Σας το υπόσχομαι.»

«Ευχαριστώ, Υψηλότατε,» απάντησε ο Κάβμαρ· «το εκτιμώ αυτό, πραγματικά. Και…» Σηκώθηκε από τη θέση του και τον ζύγωσε. «Τώρα που η σύζυγός μου πλέον δε θα είναι μαζί μας… επιτρέψτε μου να πάρω τη θέση της σε οτιδήποτε επιθυμείτε. Μου είχε πει ότι σας βοηθούσε στα καθήκοντά σας ως Αντιβασιλέας· θα ήμουν, λοιπόν, κι εγώ χαρούμενος να σας προσφέρω ό,τι βοήθεια σάς προσέφερε εκείνη.»

Ελεεινό καθίκι, σκέφτηκε ο Νόρβορ, σκοπεύεις να με ξεπαστρέψεις κι εμένα; Θα έπρεπε η γυναίκα σου να σε είχε προειδοποιήσει ότι γνωρίζω ποιος διάολος είσαι. Ή ίσως και να το ξέρεις αυτό και να προσποιείσαι πάλι…

«Ευχαριστώ πολύ, Έπαρχε,» είπε. «Εκτιμώ την προσφορά σας.»

«Ελπίζω να τη δεχτείτε, Υψηλότατε. Θα είναι πολύ σημαντικό για εμένα. Και θα ήταν πολύ σημαντικό και για τη Νιρκένα· θα ήθελε να σας βοηθήσω.»

«Ναι, είμαι βέβαιος…

»Θα σας εγκαταλείψω τώρα, όμως. Συλλυπητήρια, Έπαρχε.» Έδωσε το δεξί του χέρι στον Κάβμαρ, κι εκείνος το έσφιξε.

«Μιάνη,» ρώτησε ο Νόρβορ, «θέλεις να σε συνοδέψω μέχρι τα διαμερίσματά σου;»

«Όχι· θα μείνω εδώ.»

Δεν καταλαβαίνεις σε πόσο μεγάλο κίνδυνο βρίσκεσαι… Αλλά, μάλλον, δε σκοπεύει να σε σκοτώσει απόψε. Παραείναι, δύο φόνοι σε ένα βράδυ, ακόμα και γι’αυτόν! «Όπως θέλεις,» είπε ο Νόρβορ, και έφυγε, κλείνοντας, σιγανά, την εξώπορτα.

Βάδισε λίγο παρακάτω και ρώτησε έναν υπηρέτη πού είχαν πάει την Πριγκίπισσα Νιρκένα. Εκείνος προθυμοποιήθηκε να τον οδηγήσει, και ο Πρίγκιπας τον ακολούθησε, για να φτάσει, τελικά, στο θεραπευτήριο του Βασιλικού Πύργου και ν’ανοίξει την εξώπορτα χωρίς να χτυπήσει. Ο προθάλαμος ήταν άδειος, αλλά μία από τις πόρτες μισάνοιχτη, κι από μέσα ερχόταν φως και φωνές· δύο άντρες μιλούσαν.

Ο Νόρβορ πήγε προς τα εκεί και άνοιξε. Εκείνοι στράφηκαν, κι ο Πρίγκιπας είδε τον Ζάντανιρ –ένα παλιό θεραπευτή του παλατιού– και τον Φέλκαρ –έναν σαφώς νεότερο. Ανάμεσά τους βρισκόταν ένα τραπέζι κι επάνω ήταν ξαπλωμένη η Νιρκένα, γυμνή.

«Υψηλότατε,» είπε ο Ζάντανιρ, ξαφνιασμένος, και εκείνος κι ο Φέλκαρ υποκλίθηκαν.

«Βρήκατε δηλητήριο;» τους ρώτησε εκείνος.

Ο Ζάντανιρ κούνησε το κεφάλι. «Όχι, Υψηλότατε. Δεν υπάρχει κανένα σημάδι δηλητηρίου.»

Αδύνατον, σκέφτηκε ο Νόρβορ. Πώς τη σκότωσε, λοιπόν; Την έπνιξε; «Πώς πέθανε, τότε, η θεία μου;»

«Υψηλότατε… Νόμιζα ότι σας είχαν ενημερώσει. Η Πριγκίπισσα πέθανε ενώ βρισκόταν στο κρεβάτι με το σύζυγό της. Πρόκειται για καρδιακή ανακοπή.»

«Το άκουσα,» αποκρίθηκε ο Νόρβορ, πλησιάζοντας το πτώμα της Νιρκένα. «Είστε σίγουροι, όμως; Ελέγξατε καλά

«Ασφαλώς. Δεν έχει δηλητηριαστεί.»

Δεν το πιστεύω… Δεν το πιστεύω ότι πέθανε έτσι, τυχαία…

«Υψηλότατε,» είπε ο Φέλκαρ, καθαρίζοντας το λαιμό του, «έχει ξανασυμβεί αυτό, στο παρελθόν. Ο Βασιληάς Άνρακαρ ο Τρίτος έτσι πέθανε, και μάλιστα, την πρώτη νύχτα του γάμου του.»

«Ξέρω Ιστορία!» αντιγύρισε, λιγάκι απότομα (κάτι όχι σκόπιμο αλλά ενστικτώδες), ο Νόρβορ. «Όμως…»

«Πρίγκιπά μου,» ο Ζάντανιρ άγγιξε τον ώμο του, «καταλαβαίνω ότι θα πρέπει να σας στοίχισε. Λυπάμαι…»

«Υπάρχει κάποιο σημάδι επάνω στη θεία μου;» ρώτησε ο Νόρβορ.

«Τι εννοείτε;» είπε ο Ζάντανιρ.

«Οτιδήποτε! Υπάρχει κανένα περίεργο σημάδι;»

«Τα δάχτυλά της μόνο…» Ο θεραπευτής έπιασε το δεξί χέρι της Νιρκένα. «Μοιάζουν χτυπημένα. Αλλά, εκτός αυτού, δεν υπάρχει κάτι άλλο, Πρίγκιπά μου.»

Γιατί τα δάχτυλά της να είναι χτυπημένα; «Αν υποθέσουμε ότι δεν πέθανε από καρδιακή ανακοπή, από τι θα μπορούσε να πέθανε;»

«Εμ…» Ο Ζάντανιρ έτριψε το κεφάλι του. «Πραγματικά, δεν ξέρω, Υψηλότατε.»

«Θα μπορούσε κάποιος να τη στραγγάλισε;»

«Όχι. Θα υπήρχαν σημάδια στο λαιμό.»

«Με μαξιλάρι;»

«Χμμμ…» Ο Ζάντανιρ σταύρωσε τα χέρια, σκεπτικά, εμπρός του, κοιτάζοντας τη Νιρκένα.

«Δεν υπάρχουν σημάδια πάλης,» είπε ο Φέλκαρ. «Συνήθως, όταν κάποιον τον πνίγουν, παλεύει, Υψηλότατε…»

«Με ειρωνεύεσαι, θεραπευτή;» φώναξε ο Νόρβορ, στρεφόμενος στο μέρος του.

«Με συγχωρείτε αν ακούστηκα έτσι, Πρίγκιπά μου…»

«Το χέρι της είναι χτυπημένο,» είπε ο Νόρβορ. «Δεν είναι αυτό αρκετό σημάδι πάλης;»

«Φοβάμαι πως όχι. Και σας μιλώ ειλικρινά.»

«Τι νομίζετε εσείς, κύριε Ζάντανιρ;»

«Δύσκολο να κάνουμε υποθέσεις, στην κατάσταση που βρίσκεται το πτώμα, Υψηλότατε,» απάντησε ο γκριζομάλλης θεραπευτής. «Θα μπορούσε να είχε πεθάνει από μαξιλάρι, μόνο αν λάβουμε ως δεδομένο ότι –για κάποιο λόγο– δεν αντιστάθηκε όσο θα αντιστεκόταν κάποιος υπό κανονικές συνθήκες.»

«Μήπως ήταν μεθυσμένη;»

«Όχι· αυτό είναι φανερό. Δεν είχε πιει.»

«Τότε, πώς;»

«Κατά πάσα πιθανότητα, δεν πρόκειται για δολοφονία,» γνωμοδότησε ο Ζάντανιρ. «Η Πριγκίπισσα πέθανε από καρδιακή ανακοπή.»

Ο Σάλ’γκρεμ’ρωθ να πάρει αυτή την καρδιακή ανακοπή! «Μάλιστα…» είπε ο Νόρβορ, δαγκώνοντας το πάνω χείλος του. «Και τι θα γίνει τώρα;»

«Τώρα, ήμασταν έτοιμοι να φύγουμε, Υψηλότατε,» αποκρίθηκε ο Ζάντανιρ. «Αύριο, θα καλέσουμε τους ιερείς, και η Πριγκίπισσα θα μεταφερθεί στις κρύπτες του παλατιού.»

«Ελέγξτε την άλλη μία φορά, το πρωί, προτού μεταφερθεί στις κρύπτες.»

«Δε θα έχει διαφορά, Πρίγκιπά μου,» είπε ο Φέλκαρ.

«Θέλω, όμως, να την ελέγξετε. Και να την ελέγξετε διεξοδικά και από την αρχή. Υπάρχει κάποιο πρόβλημα μ’αυτό, κύριε Φέλκαρ;»

«Ασφαλώς και όχι, Υψηλότατε.»

«Ωραία,» είπε ο Νόρβορ. «Θα ξαναπεράσω από εδώ, το πρωί.»

Όταν επέστρεψε στα διαμερίσματά του, έβγαλε τον πορφυρό του μανδύα και τις μπότες του και ξάπλωσε, ανάσκελα, στον καναπέ του καθιστικού, ενώ μια φωτιά έκαιγε στο τζάκι· κάποιος υπηρέτης πρέπει να την είχε ανάψει, όσο εκείνος έλειπε.

Δεν βρήκαν δηλητήριο… Λες, τελικά, να μην τη σκότωσε ο σύζυγό της;… Όχι· δεν μπορεί να έγινε αλλιώς. Εκείνος τη σκότωσε! Αλλά πώς; Πώς τα κατάφερε χωρίς να αφήσει κανένα σημάδι;

Κανένα σημάδι εκτός από τα χτυπημένα της δάχτυλα, υπενθύμισε στον εαυτό του ο Νόρβορ. Αλλά τι να σήμαιναν αυτά τα χτυπημένα δάχτυλα; Δεν πεθαίνει κανείς έτσι!

«Τι γίνεται, ρε πατέρα;» μουρμούρισε. «Από τότε που μας άφησες, τα πάντα μοιάζουν έτοιμα να διαλυθούν…» Ή, μάλλον, διαλύονται. Κομμάτι το κομμάτι, διαλύονται… μέχρι που τίποτα δε θα μείνει. Ποιος έχει σειρά να σ’ακολουθήσει, ύστερα από τη θεία Νιρκένα; Η Λιόλα; Εγώ; Ο Δάτμιν; Η Μιάνη; Η μητέρα;

Δεν κοιμήθηκε καθόλου και, όταν ήρθε η αυγή, είδε το πρωινό φως να μπαίνει από τα μισόκλειστα παντζούρια του παραθύρου αντίκρυ του· το πρωινό φως που, αναμφίβολα, δεν προερχόταν από τον πρωινό ήλιο. Άλλο ένα από τα παράξενα που συνέβαιναν τελευταία. Τι θα συμβεί μετά; Η θάλασσα θα ξεραθεί;

Ο Νόρβορ σηκώθηκε από τον καναπέ και πήγε στο μπάνιο, για να ρίξει νερό στο πρόσωπό του και να συνέλθει, ώστε να μπορεί να σκεφτεί πιο καθαρά. Έπρεπε το μυαλό του να είναι διαυγές, για να βρει το δολοφόνο της θείας του. Γιατί, όχι, δεν πίστευε, σε καμία περίπτωση, ότι ήταν καρδιακή ανακοπή!

Φόρεσε τις μπότες του, ζώστηκε το σπαθί του, και έδεσε τον πορφυρό του μανδύα στους ώμους. Χτενίστηκε μπροστά στον καθρέφτη –βιαστικά, όπως και την προηγούμενη φορά– και έφυγε από τα διαμερίσματά του, κατευθυνόμενος στο θεραπευτήριο.

Όταν έφτασε, σταμάτησε σε απόσταση μερικών μέτρων από την είσοδο. Η πόρτα ήταν ανοιχτή. Παράξενο, γιατί οι θεραπευτές, συνήθως, έκλειναν όταν βρίσκονταν μέσα…

Ο Νόρβορ πλησίασε, περνώντας το κατώφλι και μπαίνοντας στον προθάλαμο, για να διαπιστώσει ότι και η πόρτα του δωματίου όπου βρισκόταν ξαπλωμένο το πτώμα της θείας του ήταν, επίσης, ανοιχτή. Και η Νιρκένα δε φαινόταν επάνω στο τραπέζι.

Την πήραν από τόσο νωρίς;

Ο Νόρβορ μπήκε στο δωμάτιο, παραξενεμένος και κοιτάζοντας τριγύρω, μήπως βρει κάποιον θεραπευτή. Όμως δεν ήταν κανένας εδώ. Και είχε την αίσθηση ότι κάτι δεν πήγαινε καλά… Αν είχαν πάρει τη θεία του, για να την πάνε στις κρύπτες, θα είχαν αφήσει όλες τις πόρτες ανοιχτές;

Το βλέμμα του έπεσε σ’έναν πάγκο, στη γωνία του δωματίου. Μερικά φιαλίδια εκεί ήταν αναποδογυρισμένα, ενώ τα υπόλοιπα αντικείμενα επάνω του βρίσκονταν άτακτα τοποθετημένα. Άλλο ένα παράξενο σημάδι. Οι θεραπευτές ποτέ δεν άφηναν σε τέτοια κατάσταση τον εξοπλισμό τους. Και, χτες βράδυ, που ήμουν εδώ, δε νομίζω ότι τα πράγματα ήταν έτσι, ανακατωμένα…

Άκουσε βήματα από το διάδρομο. Βγήκε απ’το δωμάτιο και στάθηκε στο κατώφλι του προθάλαμου, όπου είδε τον Ζάντανιρ και τον Φέλκαρ να πλησιάζουν.

«Υψηλότατε,» είπε ο πρώτος, καθώς κι οι δυο τους έκαναν μια σύντομη υπόκλιση.

«Τι συνέβη;» ρώτησε αμέσως ο Νόρβορ. «Γιατί την πήρατε;»

«Ποια πήραμε, Πρίγκιπά μου;» απόρησε ο Ζάντανιρ.

«Την Πριγκίπισσα Νιρκένα.»

Οι θεραπευτές συνοφρυώθηκαν.

«Δεν είναι μέσα,» είπε ο Νόρβορ, δείχνοντας την ανοιχτή πόρτα του δωματίου. «Μη μου πείτε ότι δεν την πήρατε εσείς!»

Οι θεραπευτές μπήκαν, βιαστικά, στον προθάλαμο. «Όχι, Υψηλότατε,» αποκρίθηκε ο Ζάντανιρ. «Δεν την πήραμε εμείς.»

Ο Φέλκαρ έτρεξε στο δωμάτιο. «Για όνομα του Βάνραλ! Κάποιος εισέβαλε και έκλεψε το πτώμα!»

Κάποιος έκλεψε το πτώμα… σκέφτηκε ο Νόρβορ, μουδιασμένος. Ο Κάβμαρ; Γιατί, όμως; Γιατί να κλέψει το πτώμα; Και πού να το πάει; Τόσο εύκολα νομίζει ότι θα το βγάλει από το παλάτι χωρίς να τον αντιληφτεί κανείς;

«Ποιος άλλος έχει το κλειδί;» ρώτησε τους θεραπευτές. «Είχατε κλειδώσει την εξώπορτα, έτσι;»

«Ασφαλώς και την είχαμε κλειδώσει, Υψηλότατε,» αποκρίθηκε ο Ζάντανιρ. «Και κλειδιά έχουν μόνο οι θεραπευτές. Αλλά δε νομίζω ότι κάποιος από εμάς θα έμπαινε για να… για να κλέψει το πτώμα.»

«Μα τι να θέλει κάποιος ένα πτώμα;» έκανε ο Φέλκαρ, βγαίνοντας από το δωμάτιο.

«Είδατε τα ανακατωμένα πράγματα στον πάγκο, κύριε;» τον ρώτησε ο Νόρβορ.

«Ποια ανακατωμένα πράγματα;» Ο Φέλκαρ επέστρεψε στο δωμάτιο.

Πολύ παρατηρητικός είσαι… σκέφτηκε ο Πρίγκιπας.

«Όντως, Υψηλότατε! Κάποιος σκάλιζε το μέρος, όσο δεν ήμασταν εδώ!»

Ο Ζάντανιρ πλησίασε τον συνάδελφό του.

«Δείτε αν λείπει κάτι,» τους είπε ο Νόρβορ, βρισκόμενος στον προθάλαμο. «Ίσως να μας δώσει κάποιο στοιχείο για το ποιος έκλεψε τη θεία μου.» Γιατί να κλέψουν ένα πτώμα; Ο Φέλκαρ έχει δίκιο που απορεί. Τι να το κάνουν;

Εκτός αν ο Κάβμαρ… αν ο Κάβμαρ ήθελε να την εξαφανίσει για να μη βρούμε το δηλητήριο μέσα της. Αλλά πώς εισέβαλε εδώ, στο θεραπευτήριο;

Ο Πρίγκιπας κοίταξε την κλειδαριά της εξώπορτας, και παρατήρησε ότι στο εσωτερικό της μικρής τρύπας φαινόταν ένα σίδερο που, κανονικά, δε θα έπρεπε να φαίνεται. Έκλεισε την πόρτα και κοίταξε από πίσω. Η κλειδαριά ήταν εύχρηστη μόνο απέξω, επομένως από αυτή τη μεριά υπήρχε μονάχα ο μηχανισμός της… ο οποίος ήταν χαλασμένος, σαν κάποιος να είχε βγάλει από τη θέση τους τα ελάσματα.

Αλλ’αυτό θα μπορούσε να το κάνει μόνο κάποιος που βρισκόταν μέσα στο θεραπευτήριο, όχι έξω. Και εδώ δεν ήταν κανένας εκτός από το πτώμα της θείας, σωστά;…

Μπήκε στο δωμάτιο, για να συναντήσει τους θεραπευτές. «Μήπως είχε μείνει κανείς μέσα, χτες βράδυ;»

Ο Ζάντανιρ τον κοίταξε παραξενεμένος. «Τι εννοείτε, Πρίγκιπά μου;»

«Μήπως κλειδώσατε την εξώπορτα, αφήνοντας κάποιον μέσα στο θεραπευτήριο;»

«Όχι, δε νομίζω να ήταν κανένας…»

«Τότε, πώς εξηγείται αυτό;» Ο Νόρβορ βάδισε ως τον χαλασμένο μηχανισμό της κλειδαριάς, και οι θεραπευτές τον ακολούθησαν. «Θα μπορούσε να το κάνει αυτό κάποιος που βρισκόταν έξω απ’το θεραπευτήριο;»

«Υποθέτω πως όχι,» παραδέχτηκε ο Ζάντανιρ. «Αλλά, πραγματικά, δεν ξέρω. Δεν είμαι ειδικός σε τέτοια ζητήματα…»

«Αποκλείεται,» είπε ο Φέλκαρ. «Αποκλείεται κάποιος που βρισκόταν απέξω να χάλασε την κλειδαριά μ’αυτό τον τρόπο. Τα ελάσματα είναι τραβηγμένα από κάποιον που ήταν μέσα

«Μα δεν ήταν κανένας!» τόνισε ο Ζάντανιρ, κοιτάζοντας τον συνάδελφό του.

«Ναι,» ένευσε ο Φέλκαρ, «κανένας… εκτός απ’το πτώμα.»

«Τα πτώματα δε σηκώνονται!»

«Υποθέτω…»

«Ας μη γινόμαστε δεισιδαίμονες,» είπε ο Ζάντανιρ. «Σίγουρα, υπάρχει μια λογική εξήγηση για όλα τούτα.»

Ο Νόρβορ πλησίασε το παράθυρο του προθάλαμου, και το ερεύνησε, με το βλέμμα, για σημάδια παραβίασης. Όμως δεν υπήρχε κανένα. Ύστερα, πήγε στο παράθυρο του δωματίου όπου βρισκόταν η Νιρκένα χτες βράδυ και το κοίταξε κι αυτό· αλλά ούτε κι εδώ υπήρχε σημάδι ότι κάποιος είχε ανοίξει το τζάμι και είχε εισβάλει.

Οι θεραπευτές είχαν ακολουθήσει τον Πρίγκιπα, και ο Φέλκαρ ρώτησε: «Τι ψάχνετε, Υψηλότατε;»

Ο Νόρβορ τού εξήγησε, και μετά είπε: «Έχει, τελικά, παρθεί τίποτα από το τραπέζι;»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Φέλκαρ. «Ένα νυστέρι. Είναι σαν το πτώμα να σηκώθηκε, να πήρε το νυστέρι, και να βγήκε από το θεραπευτήριο…» Ρίγησε, φανερά.

Ο Ζάντανιρ τού έριξε ένα θυμωμένο βλέμμα. Προφανώς, δεν πίστευε σε πτώματα που σηκώνονται.

«Θα πρότεινα να φέρουμε κανέναν ιερέα του Βάνραλ εδώ, Υψηλότατε,» είπε ο Φέλκαρ.

«Προσπαθείς να με πείσεις ότι η θεία μου έγινε φάντασμα;» έκανε ο Νόρβορ. «Είσαι παλαβός

«Εμ, Πρίγκιπά μου… δεν μπορώ να εξηγήσω αλλιώς πώς… πώς συνέβησαν όλ’αυτά…»

«Ελέγξτε και τα υπόλοιπα παράθυρα,» είπε ο Νόρβορ, και ο Ζάντανιρ κι ο Φέλκαρ έσπευσαν να υπακούσουν.

Ώστε η θεία Νιρκένα έγινε φάντασμα… Χα! Ωραίοι θεραπευτές είν’αυτοί! Σταύρωσε τα χέρια μπροστά του, βηματίζοντας μέσα στον προθάλαμο. Πώς διάολο την πήρε ο Κάβμαρ απο δώ;

«Κανένα από τα παράθυρα δεν είναι παραβιασμένο,» ανέφερε ο Φέλκαρ, ύστερα από λίγο.

«Τι κάνουμε τώρα, Πρίγκιπά μου;» ρώτησε ο Ζάντανιρ. «Να αναφέρουμε ότι το πτώμα της Πριγκίπισσας Νιρκένα χάθηκε;»

Ο Νόρβορ ξεφύσησε. Να ειδοποιήσουμε τον Κάβμαρ ότι μάθαμε για την κλοπή; Ή να τον αφήσουμε να νομίζει ότι δεν το έχουμε μάθει ακόμα; Αλλά τι νόημα θα έχει αυτό; Αν είναι να ξεφορτωθεί το πτώμα, θα το ξεφορτωθεί· δε θα καθυστερήσει να το βγάλει από τη ράχη του. Εξάλλου, δεν είναι κάτι που κρύβεται εύκολα.

«Ναι, ειδοποιήστε το παλάτι.»

«Μάλιστα, Υψηλότατε,» είπε ο Ζάντανιρ, και οι δύο θεραπευτές –προφανώς ταραγμένοι– βγήκαν από το θεραπευτήριο.

Ο Νόρβορ περίμενε να χαθούν στη στροφή του διαδρόμου και, ύστερα, βγήκε κι αυτός, πηγαίνοντας προς τον κοντινότερο φρουρό, ο οποίος στεκόταν σε μια διακλάδωση, με το δεξί χέρι ακουμπισμένο στη λαβή του ξίφους του.

«Πότε ήρθες εσύ εδώ;» τον ρώτησε.

«Πριν από λίγο, Υψηλότατε,» αποκρίθηκε ο άντρας.

«Ο προηγούμενος ποιος ήταν;»

«Ο Ντένιρ. Τώρα πρέπει νάναι στον Πύργο των Πολεμιστών.»

«Πήγαινε να τον φωνάξεις. Θέλω να του μιλήσω, αμέσως.»

«Μάλιστα, Υψηλότατε,» είπε ο στρατιώτης.

Σε λίγο, επέστρεψε, μαζί μ’έναν σωματώδη άντρα, που δε φορούσε πανοπλία αλλά είχε ένα ξίφος περασμένο στη ζώνη του. Κι οι δυο τους βάδιζαν γρήγορα· σχεδόν έτρεχαν.

Σταμάτησαν μπροστά στον Νόρβορ κι έκαναν μια μικρή υπόκλιση. «Εγώ είμαι ο Ντένιρ, Υψηλότατε,» είπε ο σωματώδης πολεμιστής.

«Είδες ή άκουσες τίποτα ασυνήθιστο στη σκοπιά σου;» τον ρώτησε ο Πρίγκιπας.

«Ναι, Υψηλότατε… Άκουσα ένα θόρυβο απο κεί.» Έδειξε τη στροφή του διαδρόμου που οδηγούσε στο θεραπευτήριο.

«Τι θόρυβο;»

«Σαν κάτι μεταλλικό. Πώς ρίχνεις κάτω το σπαθί σου; Με το συμπάθιο, Υψηλότατε. Και μετά, μια πόρτα σα ν’άνοιξε… και βήματα.»

«Βήματα;»

«Ναι, βήματα, αλλά απαλά-απαλά, σα να ήτανε ξυπόλυτος, με το συμπάθιο.»

«Τον είδες;»

«Ναι,» απάντησε ο Ντένιρ, «τον είδα. Δεν τον πλησίασα, δηλαδή, Υψηλότατε. Γύρισα για να τον κοιτάξω, όμως. Και ήτανε κάποιος που φορούσε μια ρόμπα, σαν αυτές που φορούν οι θεραπευτές.»

«Και ήταν ξυπόλυτος;»

«Δε μπορούσα να δω. Είχε πολλές σκιές.»

«Το πρόσωπό του το είδες;»

«Όχι· είχε πολλές σκιές, Υψηλότατε, και είχε–»

Βήματα ακούστηκαν από το διάδρομο, τρομάζοντας λιγάκι τον Νόρβορ. Κάποιοι στρατιώτες πρέπει να έρχονταν. Έστρεψε το βλέμμα του, για να τους κοιτάξει, και είδε τον Κάβμαρ να ξεπροβάλει, μαζί με φρουρούς.

«Έπαρχε!» του φώναξε.

Εκείνος σταμάτησε και στράφηκε. Έκανε νόημα στους στρατιώτες του να μείνουν πίσω και ζύγωσε τον Νόρβορ. «Τι συνέβη στο πτώμα της συζύγου μου;» ρώτησε, έντονα.

«Αυτό προσπαθώ να μάθω.»

«Έλεγξες το θεραπευτήριο;»

«Ναι. Εξονυχιστικά,» τόνισε ο Νόρβορ, περιμένοντας να δει την αντίδραση του Κάβμαρ. Θα έδειχνε φοβισμένος; Φοβισμένος ότι ο Πρίγκιπας μπορεί να είχε αποκαλύψει την κλεψιά του;

«Και τι βρήκες;» ρώτησε ο Έπαρχος, χωρίς κανένα σημάδι φόβου στην όψη του.

«Μια κατεστραμμένη κλειδαριά. Μπορείτε να δείτε και μόνος σας.»

Ο Κάβμαρ στράφηκε και βάδισε προς το θεραπευτήριο· οι φρουροί του τον ακολούθησαν.

«Τι έλεγες εσύ;» ρώτησε ο Νόρβορ τον Ντένιρ.

«Εμ… τι με είχατε ρωτήσει, Πρίγκιπά μου; Με το συμπάθιο…»

«Σε ρώτησα αν είδες το πρόσωπό του.»

«Α, ναι, φυσικά. Υψηλότατε. Με το συμπάθιο. Είχε πολλές σκιές, και δεν μπορούσα να τον καθαροδώ. Και νομίζω κιόλας ότι είχε σηκωμένη και την κουκούλα της ρόμπας των θεραπευτών. Μάλλον, κάποιος θεραπευτής θα ήταν. Υποθέτω εγώ…»

«Είδες τίποτ’άλλο ασυνήθιστο;»

«Όχι, Υψηλότατε.»

«Ούτε άκουσες;»

«Όχι, Υψηλότατε.»

«Σ’ευχαριστώ,» είπε ο Νόρβορ και, προτού προλάβει ο Ντένιρ ν’αποκριθεί «Στις υπηρεσίες σας, Υψηλότατε», απομακρύνθηκε, πηγαίνοντας προς το θεραπευτήριο, με βιαστικά βήματα.

Όταν έφτασε εκεί, πέρασε ανάμεσα από τους στρατιώτες του Κάβμαρ και άνοιξε τη ντουλάπα όπου οι θεραπευτές έβαζαν τις ρόμπες τους. Το εσωτερικό ήταν ακατάστατο, όπως και τα πράγματα στον πάγκο απ’όπου έλειπε το νυστέρι: Αρκετές από τις ρόμπες κρέμονταν στραβά, ενώ άλλες ήταν ριγμένες κάτω.

«Τι κοιτάς εκεί;» τον ρώτησε ο Κάβμαρ.

«Είχα μια υποψία για κάτι. Δεν έχει σημασία–»

«Πες μου!» επέμεινε ο Έπαρχος. «Το πτώμα της συζύγου μου χάθηκε, και θέλω να μάθω τι έγινε! Ποιος το έκλεψε!»

Ένα νυστέρι πάρθηκε, το ίδιο και μια ρόμπα… Η κλειδαριά, που ανοίγει μόνο απέξω, διαλύθηκε από μέσα… «Δεν ξέρω,» είπε ο Νόρβορ, και βγήκε απ’το θεραπευτήριο, βαδίζοντας στους διαδρόμους του Βασιλικού Πύργου και ψάχνοντας για τον Ζάντανιρ. Ο φρουρός είδε μια φιγούρα να διασχίζει το διάδρομο. Μια φιγούρα με κουκούλα… ξυπόλυτη. Μοιάζει αδύνατο, κι όμως....

Βρήκε τον γκριζομάλλη θεραπευτή λίγο παρακάτω. «Πρέπει να σας μιλήσω,» του είπε. «Ιδιαιτέρως.»

«Ασφαλώς, Πρίγκιπά μου.»

Πήγαν στα διαμερίσματα του Νόρβορ, και εκείνος είπε: «Νομίζω πως ο κύριος Φέλκαρ δεν είχε άδικο, τελικά. Η θεία μου σηκώθηκε και έφυγε–»

«Πρίγκιπά μου–»

«Μια στιγμή· θα σας εξηγήσω.» Και του μίλησε γι’αυτά που του είχε πει ο φρουρός. Επίσης, του τόνισε ότι τα περιεχόμενα της ντουλάπας ήταν ανακατεμένα.

Ο Ζάντανιρ κάθισε στον καναπέ, σκεπτικός. «Υπάρχει μια περίπτωση… Μια περίπτωση νεκροφάνειας.»

«Τι είναι αυτό;» συνοφρυώθηκε ο Νόρβορ, που βρισκόταν ακόμα όρθιος.

«Η κατάσταση όπου κάποιος φαίνεται να είναι νεκρός –δηλαδή, δεν υπάρχει κανένα σημάδι ζωής στο σώμα του–, αλλά δεν είναι· είναι ζωντανός.»

«Επομένως, η θεία μου ζει…»

«Υπάρχει μια περίπτωση. Αλλά, Πρίγκιπά μου… αν ήταν ζωντανή, δε θα μας το είχε ανακοινώσει; Δε θα είχε πάει να συναντήσει το σύζυγό της;»

Το σύζυγό της… Αυτόν ίσως να προσπαθούσε να τον αποφύγει. Αλλά, και πάλι, γιατί να μην έρθει σε μένα; Ή στη Μιάνη; Ή σε κάποιον άλλο; Γιατί να μην παρουσιαστεί;

«Βλέπετε;» είπε ο Ζάντανιρ, καθώς σηκωνόταν. «Δεν πρέπει να πρόκειται για νεκροφάνεια.»

«Και όλα τα σημάδια στο θεραπευτήριο;» έθεσε το ερώτημα ο Νόρβορ.

«Δεν ξέρω,» κούνησε το κεφάλι ο Ζάντανιρ. «Όμως πιστεύω πως, αν η Πριγκίπισσα ήταν ζωντανή, αναμφίβολα, θα το είχαμε μάθει… Τώρα, με θέλετε τίποτε άλλο, Υψηλότατε;»

«Όχι· μπορείς να πηγαίνεις.»

Ο Ζάντανιρ έκλινε το κεφάλι και έφυγε από τα πριγκιπικά διαμερίσματα.


Κεφάλαιο 16
Νέα Ζωή για έναν Δολοφόνο· Έρευνα για μια Νεκρή· Στέμμα για έναν Δράκαρχο

 

Ελάχιστοι μέσα στο Ναό βρίσκονταν όρθιοι, και ένα μεγάλο μέρος των όρθιων αποτελούσαν οι ναοφύλακες, που φορούσαν προσωπεία δαιμόνων και στηρίζονταν στα ξίφη τους, συζητώντας αναμεταξύ τους. Οι υπόλοιποι παρευρισκόμενοι ή είχαν μεθύσει τόσο που κοιμόνταν ή είχαν εξουθενωθεί από τις βραδινές τους δραστηριότητες. Στο ανυψωμένο επίπεδο όπου, την προηγούμενη νύχτα, χόρευαν οι Χορεύτριες του Θεού, και όπου είχε παρουσιαστεί ο Απέθαντος, τώρα δεν ήταν κανένας· το μέρος ήταν άδειο. Οι ποικιλόχρωμες φωτιές στα πύραυνα εξακολουθούσαν να είναι αναμμένες, βάφοντας το χώρο εξωπραγματικό. Οι μουσικοί στα διάφορα σημεία της αίθουσας –όσοι από αυτούς ήταν ακόμα όρθιοι, τουλάχιστον– έπαιζαν μια απαλή, σχεδόν μελαγχολική μελωδία.

Ο Ζάνμελ δεν ξύπνησε από τη μελωδία αυτή, αλλά από τις κουβέντες των δαιμονοπρόσωπων φρουρών. Οι φωνές τους, οι οποίες διακόπτονταν κάπου-κάπου από γέλια, του διαπερνούσαν το κεφάλι, και η ενόχληση τούτη ήταν που τον έκανε ν’ανοίξει τα βλέφαρά του και να κοιτάξει γύρωθέ του, το Ναό.

Το Ναό του Σάλ’γκρεμ’ρωθ, στη Δυτική Περιφέρεια.

Είχε σχεδόν ξεχάσει πού βρισκόταν! διαπίστωσε, πικαρισμένος. Τελικά, του είχε συμβεί ακριβώς εκείνο που ήθελε ν’αποφύγει: είχε χάσει τον αυτοέλεγχό του εδώ μέσα. Και το κεφάλι του τώρα πονούσε και ήταν βαρύ. Κι αυτοί οι καταραμένοι ναοφύλακες συνέχιζαν να μουρμουρίζουν σαν πραγματικά δαιμόνια…

Ο Ζάνμελ έκανε να σηκωθεί, και συνειδητοποίησε ότι κάτι βρισκόταν επάνω του, εμποδίζοντάς τον. Στηριζόμενος στους αγκώνες του, είδε μια γυναίκα να είναι ξαπλωμένη στην κοιλιά του, κάθετα, έτσι που τα σώματα των δυο τους να σχηματίζουν Τ. Ήταν μελαχρινή και το δέρμα της μαύρο, πράγμα το οποίο φαινόταν ξεκάθαρα, καθώς η πλάτη της ήταν γυμνή και το σμαραγδόχρωμο φόρεμά της τυλιγόταν γύρω από τους γλουτούς της, σαν περισκελίδα. Επάνω στη δεξιά της κνήμη κάτι άλλο ήταν τυλιγμένο: κάτι πολύ πιο ζωντανό: ένα φίδι, που έμοιαζε να κοιμάται, όπως και η αφέντρα του.

Ο Ζάνμελ θυμήθηκε τη Νότια Ρουζβάνη που είχε γνωρίζει. Αϊλρέηκ ήταν το όνομά της (ένα, πραγματικά, παράξενο όνομα), και κάχελ’κικ το όνομα του ερπετού της… «είναι αγαπημένο της Λιάμνερ Κρωθ. Το βρίσκεις στις ερήμους της Χρ’νταλ και κοντά στο Πρώτο Στόμα της Θεάς,» είχε πει η Ρουζβάνη.

Ο Ζάνμελ προσπάθησε να την παραμερίσει από πάνω του, κι εκείνη ξύπνησε. Τα βλέφαρά της πετάρισαν και τον κοίταξε, ακουμπώντας τα χέρια της στο χαλί, για ν’ανασηκωθεί. «Πρωί είναι;» ρώτησε.

«Υποθέτω,» αποκρίθηκε ο Ζάνμελ, νιώθοντας το στόμα του μουδιασμένο. «Αλλά, όπως και νάχει, το γλέντι μού φαίνεται πως τελείωσε.» Πήρε καθιστή θέση, διαπιστώνοντας πως ήταν γυμνός. Τα ρούχα του (τα ρούχα που είχε κλέψει από τον ευγενή έξω από το ναό, δηλαδή) απλώνονταν τριγύρω, καθώς επίσης και τα όπλα του. Το μοναδικό πράγμα επάνω του ήταν το φυλαχτό που του έδινε πρόσβαση στο Ναό. Και παρατήρησε πως ούτε η Αϊλρέηκ είχε βγάλει το δικό της· κρεμόταν ανάμεσα στα στήθη της, καθώς τον κοίταζε, ανασηκωμένη. Μάλλον, ήταν θέμα κανόνων: κανείς μυημένος δεν έβγαζε το φυλαχτό του, όσο βρισκόταν στο εσωτερικό του Ναού.

Όμως, εκτός από τον δίσκο που κρεμόταν επάνω στο μαύρο δέρμα της Ρουζβάνης, ο Ζάνμελ πρόσεξε και κάτι άλλο: Είδε ότι το ένα απ’τα ξιφίδιά του ήταν ματωμένο· η κόψη του είχε δαγκώσει.

Η Αϊλρέηκ παρατήρησε πού είχε πάει το βλέμμα του, και είπε: «Το αίμα σου έχει καλή γεύση.» Γέλασε, κάνοντας πίσω τα μαλλιά της.

Ο Ζάνμελ την κοίταξε παραξενεμένος.

«Δε θυμάσαι;» Η Αϊλρέηκ πίεσε, με τον δείκτη του αριστερού της χεριού, τον ώμο του, κι εκείνος αισθάνθηκε ένα τσίμπημα εκεί. Έστρεψε το βλέμμα και είδε μια κοψιά.

Και θυμήθηκε. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .«Με τόσα όπλα επάνω σου θα έκανες καλό δολοφόνο!» είπε η Ρουζβάνη, χαμογελώντας, καθώς βαστούσε ένα απ’τα ξιφίδιά του. «Για να δούμε τι γεύση έχει το αίμα σου…» Πλησίασε την αιχμή του όπλου στον δεξή του ώμο, την πίεσε εκεί, και ο Ζάνμελ ένιωσε το δέρμα του να σχίζεται. Η Αϊλρέηκ έσκυψε και έγλειψε το τραύμα, ενώ έτριβε τα γυμνά της στήθη στο στέρνο του.

«Θέλεις να γευτείς και το δικό μου αίμα;» τον ρώτησε, και έκλεισε τη δεξιά της γροθιά γύρω απ’τη λεπίδα του ξιφιδίου του, σέρνοντας το ατσάλι επάνω στην παλάμη της κι αφήνοντας το πορφυρό υγρό να τρέξει. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

«Θυμάμαι,» αποκρίθηκε ο Ζάνμελ.

Η Αϊλρέηκ τεντώθηκε και τον φίλησε· μετά, είπε: «Είμαι ζαλισμένη, αλλά, αν είναι πρωί, πρέπει να επιστρέψω στο κατάστημά μου. Πού μένεις εσύ;»

«Σου είπα, είμαι περιπλανώμενος.»

«Ναι, όντως. Αλλά μπορώ κι εγώ να ξεχάσω κάτι, σωστά;»

«Είναι δύσκολο να θυμάσαι τα πάντα…» ψιθύρισε ο Ζάνμελ, περνώντας τα χέρια του μέσα στα μαλλιά της και φέρνοντας το πρόσωπό της ξανά κοντά στο δικό του, για να τη φιλήσει.

Όταν οι γλώσσες τους απομακρύνθηκαν, η Αϊλρέηκ έστρεψε το βλέμμα προς τα κάτω, ανάμεσα στους μηρούς του, και, παρατηρώντας τον ορθωμένο του ενθουσιασμό, είπε: «Έχω την εντύπωση ότι δε βιάζεσαι…»

«Βιάζεσαι εσύ;» Τα χέρια του γλίστρησαν τώρα κάτω από το σμαραγδόχρωμό της φόρεμα, στο υγρό μέρος που κρυβόταν εκεί, καθώς η Ρουζβάνη είχε σηκωθεί στα γόνατα μπροστά του.

Κούνησε το κεφάλι της. «Όχι. Μάλλον, θα είναι ακόμα πολύ πρωί, για να πάω στην αγορά…»

Ο Ζάνμελ τη γύρισε ανάσκελα και σκαρφάλωσε επάνω της, καθώς εκείνη σταύρωνε τα πόδια της πίσω απ’την πλάτη του. Το φίδι ξύπνησε, αλλά παρέμεινε τυλιγμένο στην κνήμη της, υψώνοντας μόνο το κεφάλι, πού και πού, για να βγάλει τη διχαλωτή του γλώσσα, σφυρίζοντας.

Η συνουσία τους δεν κράτησε πολύ· ήταν μια γρήγορη αλλά έντονη πράξη και για τους δύο. Ντύθηκαν σιωπηλά και, όταν σηκώθηκαν στα πόδια τους, η Αϊλρέηκ χασμουρήθηκε και ρώτησε: «Πού μένεις;»

«Τώρα δε σου είπα ότι είμαι περιπλανώμενος;»

«Εννοώ πού μένεις αυτή τη στιγμή. Σε ποιο πανδοχείο.»

«Πανδοχείο;» Είπε αυτό που του ήρθε πρώτο στο μυαλό «Στον Χαριτωμένο Χορευτή.»

«Σ’αυτού του γελοίου, του Ράνιρ;» μόρφασε η Αϊλρέηκ, καθώς η κάχελ’κικ σερνόταν πάνω στους ώμους της και πίσω απ’το λαιμό της.

«Τον ξέρεις;»

«Όχι πολύ καλά, ευτυχώς!» είπε η Αϊλρέηκ και βάδισε, παραπατώντας και προσπαθώντας να μην πατήσει κανέναν· όχι πως ήταν και πολύ εύκολο να συμβεί αυτό –η αίθουσα του Ναού ήταν μεγάλη, παραπάνω από αρκετή για όλους τους· ωστόσο, και το ζάλισμα της Ρουζβάνης (όπως και του νυχτερινού της εραστή) ήταν μεγάλο, επίσης.

Ο Ζάνμελ την ακολούθησε, σιωπηλά, νομίζοντας ότι θα πήγαινε προς την έξοδο· έκανε λάθος, όμως: η Αϊλρέηκ κατευθυνόταν προς μια γυναίκα η οποία ήταν καθισμένη σ’ένα χαλί, με την πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο. Το σώμα της ήταν το διπλάσιο σε σχέση μ’αυτό της μελανόδερμης Ρουζβάνης, και ο Ζάνμελ σκέφτηκε ότι δεν μπορεί να επρόκειτο παρά για μία Ρογκάνη της ηπείρου Ναζ-Λορ: πράγμα που ήταν παράξενο, πίστευε, διότι οι Ρουζβάνοι και οι Ρογκάνοι δεν τα πήγαιναν και πολύ καλά μεταξύ τους. Υπήρχαν φήμες ότι οι πρώτοι ζήλευαν τούς δεύτερους για τη φανερά ανώτερη σωματική τους διάπλαση, και οι δεύτεροι ζήλευαν τους πρώτους για την πονηριά και την ικανότητα τους στα λόγια.

Η Αϊλρέηκ ζύγωσε την κοιμισμένη γυναίκα και την ταρακούνησε απ’τον ώμο, χωρίς να χρειαστεί να σκύψει και πολύ.

Η Ρογκάνη ήταν το άκρο αντίθετο της Νότιας Ρουζβάνης: Πέραν της διαφοράς τους στο μέγεθος, η πρώτη είχε λευκό δέρμα και ξανθά, σγουρά μαλλιά, ενώ το δέρμα της δεύτερης ήταν μελανό και τα μαλλιά της μαύρα και λεία.

Η Ρογκάνη μούγκρισε μες στον ύπνο της, μα τα βλέφαρά της δεν άνοιξαν.

«Σάρμακεβ!» είπε, δυνατά, η Αϊλρέηκ, συνεχίζοντας να την ταρακουνά απ’τον ώμο. Η μεγαλόσωμη γυναίκα, όμως, πάλι δε φάνηκε να ξυπνά.

Η Αϊλρέηκ την κλότσησε στα πλευρά και, τότε, η Σάρμακεβ κινήθηκε: Γύρισε στο πλάι, στρέφοντας την πλάτη στη Ρουζβάνη.

«Έχει γίνει στουπί!» είπε η μελανόδερμη γυναίκα στον Ζάνμελ.

«Φίλη σου;»

«Ναι. Σωματοφύλακάς μου, για την ακρίβεια· και φρουρός για τα εμπορεύματά μου. Αλλά, όπως βλέπεις, κάποιες φορές είναι… αναποτελεσματική.»

Ο Ζάνμελ γέλασε. «Με παραξενεύει που πήρες Ρογκάνη γι’αυτή τη δουλειά. Νόμιζα ότι δεν τα πηγαίνατε καλά, γενικώς, οι Ρουζβάνοι με τους Ρογκάνους.»

«Γενικώς, δεν τα πηγαίνουμε καλά, αλλά–» Η Αϊλρέηκ κλώτσησε πάλι την κοιμισμένη γυναίκα. «Αλλά με τη Σάρμακεβ περάσαμε μια περιπέτεια που μας έδεσε σαν αδελφές.»

Ο Ζάνμελ ένευσε. «Καταλαβαίνω.»

Η Αϊλρέηκ αναστέναξε, βάζοντας τα χέρια στη μέση. «Μπορείς να κάνεις κάτι, για να την ξυπνήσεις;»

«Φίλη σου είναι· πώς την ξυπνάς συνήθως;»

«Όταν βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση, πάντα υπάρχει πρόβλημα,» είπε η Ρουζβάνη. «Περίμενε.» Απομακρύνθηκε απ’τον Ζάνμελ και περπάτησε, για λίγο, ανάμεσα στους κοιμισμένους του Ναού, μέχρι που βρήκε μια αρκετά μεγάλη κούπα, την οποία πήρε. Επέστρεψε κοντά στη Σάρμακεβ και έχυσε όλο το ποτό στο κεφάλι της, ενώ την κλοτσούσε, συγχρόνως.

Η Ρογκάνη τινάχτηκε, βλεφαρίζοντας και τρίβοντας την πλάτη. Μίλησε στην Αϊλρέηκ σε μια γλώσσα που ο Ζάνμελ δεν ήξερε· αλλά, αν έκρινε απ’τον τόνο της φωνής της, ήταν θυμωμένη. Η Ρουζβάνη τής αποκρίθηκε στην ίδια γλώσσα, και στον ίδιο τόνο, ενώ πετούσε τη μεγάλη κούπα παραδίπλα.

Η Σάρμακεβ ορθώθηκε, παίρνοντας το σπαθί της από κάτω και δένοντάς το στη μέση της. Φορούσε ένα χιτώνιο από μαύρο δέρμα, το οποίο άφηνε τους ώμους και τα χέρια της εκτεθειμένα, φανερώνοντας μύες καθόλου ευκαταφρόνητου μεγέθους. Τις κνήμες και τους μηρούς της κάλυπταν πράσινα περιπόδια, ενώ οι μελανές της μπότες δεν ήταν ιδιαίτερα ψηλές. Στο λαιμό της δεν κρεμόταν κανένα φυλαχτό, και ο Ζάνμελ αναρωτήθηκε πώς είχε μπει στο Ναό· μετά, όμως, σκέφτηκε ότι, μάλλον, ένας μυημένος θα μπορούσε να φέρει κι άλλους μαζί του, που δεν ήταν μυημένοι.

«Να σου συστήσω τον Ζάνμελ, Σάρμακεβ,» είπε η Αϊλρέηκ, μιλώντας στη Γλώσσα των Ωθράγκος.

«Χαίρω.» Η Ρογκάνη πρότεινε το χέρι.

Εκείνος το έσφιξε. «Παρομοίως.»

«Λέγαμε να φύγουμε,» είπε, έντονα, η Αϊλρέηκ στη Σάρμακεβ. «Τι ήπιες;»

«Δεν ξέρω…»

«Έτσι εξηγείται.»

Η Σάρμακεβ δεν αποκρίθηκε· σήκωσε έναν γκρίζο μανδύα από κάτω και τον έριξε στους ώμους της, δένοντάς τον στο λαιμό.

Η Αϊλρέηκ βάδισε πρώτη και οι άλλοι δύο την ακολούθησαν. Πέρασαν δίπλα από τους φρουρούς του Ναού, οι οποίοι δεν τους έδωσαν σημασία, και βγήκαν από την Οικία του Σάλ’γκρεμ’ρωθ.

Ο Ζάνμελ κοίταξε με περιέργεια τη Νότια Ρουζβάνη, γιατί δε φορούσε ούτε κάπα ούτε μανδύα ούτε κανενός είδους υποδήματα. Αναρωτήθηκε αν είχε έρθει έτσι εδώ, ή αν τα είχε αφήσει μέσα και δεν τα είχε μαζέψει. Πάντως, το ξυπόλυτο βάδισμα πάνω στο ραγισμένο πλακόστρωτο δεν έμοιαζε να την πτοεί στο ελάχιστο.

Ο Ζάνμελ ατένισε τον ουρανό. Ήλιος, φυσικά, δεν υπήρχε, αλλά, αν έκρινε σωστά από την ένταση του ποιος-ξέρει-από-πού προερχόμενου φωτός, καθώς και από τη θερμότητα του περιβάλλοντος, μπορούσε να συμπεράνει ότι ήταν μεσημέρι, όχι πρωί, όπως είχαν υποθέσει εκείνος και η Αϊλρέηκ.

«Είσαι δολοφόνος, λοιπόν;» ρώτησε η Ρουζβάνη, ενόσω βάδιζαν· και τούτο έφερε στο μυαλό του Ζάνμελ την πραγματική του αποστολή –να σκοτώσει το Χέρι–, και αναρωτήθηκε αν τώρα, που τα πάντα στον Ναό βρίσκονταν σε ληθαργική κατάσταση, ήταν η κατάλληλη στιγμή για να εισβάλει και να χτυπήσει το στόχο του.

«Κάπου-κάπου.» Όχι… Το Χέρι δεν μπορεί να είναι αφύλαχτο. Εξάλλου, η γιορτή έγινε στην κεντρική αίθουσα του Ναού, όχι στα ενδότερα.

«Έχεις βαλλίστρες χειρός επάνω σου –παράνομα όπλα,» τόνισε η Αϊλρέηκ. «Και όλα τα ξιφίδια που κουβαλάς κρυμμένα στα ρούχα σου… είναι πολλά –παράνομα πολλά, επίσης.»

«Και λοιπόν;» Έπρεπε να είχα ρίξει μια ματιά στα ενδότερα. Χαμένη πήγε τούτη η βραδιά!

«Δεν έχω πρόβλημα με κανέναν επαγγελματία,» διευκρίνισε η Αϊλρέηκ. «Αρκεί να είναι επαγγελματίας.»

«Μη φοβάσαι, είμαι επαγγελματίας.» Ή ίσως και να μην πήγε τόσο χαμένη… Η Νότια Ρουζβάνη είχε πει ότι γνώριζε το Χέρι· του έφερνε διάφορα πράγματα. «Μυρωδιές, γεύσεις… δηλητήρια,» τη θυμόταν ο Ζάνμελ να λέει, χαρακτηριστικά. Μπορεί να μου φανεί χρήσιμη: να με οδηγήσει σ’αυτόν…

«Γιατί έφερες τον εξοπλισμό σου στο Ναό, τότε;» ρώτησε η Αϊλρέηκ. «Τι να τον κάνεις;»

Εκείνη τη στιγμή, η Σάρμακεβ σκόνταψε, γλιτώνοντας τον Ζάνμελ από την απάντηση που θα έπρεπε να σκαρφιστεί. Η Ρογκάνη, έχοντας μπλέξει το δεξί της πόδι σε μια ραγισμένη πλάκα, σωριάστηκε στα χέρια και στα γόνατα, κι έριξε μια βρισιά –σίγουρα ήταν βρισιά– σε μια άλλη γλώσσα από αυτή που μιλούσε με τη Ρουζβάνη μέσα στο Ναό.

Ο Ζάνμελ τη βοήθησε να σηκωθεί, παρότι εκείνη του έλεγε: «Άσε… Άσε…» Δε φαινόταν να ξέρει και πολύ καλά τα Ωθράγκικα· βέβαια, ίσως να έφταιγε και το μεθύσι.

Η Αϊλρέηκ τής είπε κάτι στη γλώσσα που μιλούσαν μέσα στο Ναό –κάτι απότομο, σχεδόν άγριο–, και εκείνη μουρμούρισε μια κοφτή απάντηση, αφήνοντας τον Ζάνμελ να βάλει το χέρι της στους ώμους του και να τη βοηθήσει, καθώς προχωρούσαν προς την Πάνω Γέφυρα της Δυτικής Περιφέρειας.

*

Ο Πάρνορ και ο Σρ’έεεν μπήκαν στην Αίθουσα των Δράκων, ακολουθούμενοι από τη Φερλιάλα, τη Σί’ερν, τον Νίσαρελ, και τον Κρ’άασκ.

«Τι σημαίνει αυτό;» ρώτησε ο Νίσαρελ τον Κέλσοναρ, ο οποίος βρισκόταν αντίκρυ του, όρθιος πίσω από το ξύλινο τραπέζι, με το κεφάλι του Σ’άαρν να ξεπροβάλλει από τη δεξιά του μεριά και τα μάτια του δράκου να έχουν στενέψει.

«Γιατί ταράζεσαι έτσι, δρακαδελφέ; Σε απέσπασα από κάποια σου εργασία;»

«Είπες ότι επιθυμείς να συζητήσουμε για ένα επείγον ζήτημα,» αποκρίθηκε ο Νίσαρελ. «Και υποψιάζομαι ποιο είναι αυτό…»

«Η υποψία σου εικάζω πως είναι σωστή,» είπε ο Κέλσοναρ. «Οφείλουμε να συζητήσουμε το θέμα της εκλογής του νέου Αρχιδράκαρχου.»

«Κι εσύ γιατί ενδιαφέρεσαι τόσο;» Το βλέμμα του Νίσαρελ ήταν φανερά εχθρικό προς τον κουκουλοφόρο δράκαρχο.

«Διότι αποφασίσαμε πως θα ήταν δικαιότερο να διεξαχθεί ψηφοφορία.»

«Ποιοι το αποφασίσατε;»

«Εγώ, ο δρακαδελφός Χάφναρ,» κοίταξε τον γιο της Αρχόντισσας Ρικέλθης, ο οποίος στεκόταν πλάι του, μαζί με τη Σρ’άερ και φορώντας τη μαύρη του μάσκα, ως συνήθως, «και ο δρακαδελφός Πάρνορ»· κοίταξε τον άντρα με το κομμένο δεξί χέρι, ο οποίος δε βρισκόταν πολλά βήματα απόσταση από το τραπέζι. «Είμαστε τρεις, δρακαδελφέ –από τους πέντε. Θα μας… επιβάλεις την άποψή σου;»

Η όψη του Νίσαρελ αγρίεψε περισσότερο από πριν. «Συμφωνήσατε με αυτόν;» γκάριξε, ατενίζοντας μια τον Πάρνορ μια τον Χάφναρ. Η όψη του πρώτου έμεινε πέτρινη· η όψη του δεύτερου δε φαινόταν, έτσι κι αλλιώς, όμως το σώμα του δεν κινήθηκε στο ελάχιστο, γιατί είχε πάρει μια απόφαση, και δε σκόπευε να κάνει πίσω τώρα.

Ο Κρ’άασκ γρύλισε, και ο λαιμός του τεντώθηκε. Ο Σ’άαρν, ο Σρ’έεεν, και η Σρ’άερ αντιγρύλισαν, και τέντωσαν κι εκείνοι τους λαιμούς τους.

«Κέλσοναρ,» είπε η Φερλιάλα, «τι νόημα έχει αυτό; Γιατί επιμένεις τόσο; Ο Αρχιδράκαρχος είναι τυπικό αξίωμα πλέον!»

«Τυπικό ξετυπικό,» αποκρίθηκε ο κουκουλοφόρος δράκαρχος, με τη συνηθισμένη βραχνή του φωνή, «θα γίνει δίκαιη ψηφοφορία.»

«Αναρωτιέμαι πόσο δίκαιη θα είναι!…» πέταξε ο Νίσαρελ. Και προς τον Χάφναρ και τον Πάρνορ: «Τι σας είπε; Τι σας έκανε;»

«Ο δρακαδελφός Κέλσοναρ δε μας έκανε τίποτα,» απάντησε, ψυχρά, ο Πάρνορ. «Συζητήσαμε μαζί του, και αποφασίσαμε.»

«Ο Νόμος του Πύργου δε μιλάει για ψηφοφορία, το ξέρετε αυτό;»

«Λάθος, δρακαδελφέ!» παρενέβη ο Κέλσοναρ. «Ο Νόμος του Πύργου μιλάει για ψηφοφορία.»

«Ψεύδεσαι!»

«Ψεύδομαι;» Ο Κέλσοναρ άνοιξε ένα βαρύ, δερματόδετο βιβλίο που βρισκόταν εμπρός του (το είχε σημαδέψει με τον πάνινο δείχτη, από πριν, για να μη δυσκολευτεί να βρει το σημείο που ήθελε)· το ύψωσε και το έριξε στο κέντρο του στρογγυλού τραπεζιού. «Ψεύδομαι, δρακαδελφέ;»

«Τι είναι αυτό;»

«Ζύγωσε και διάβασέ το.» Ο Κέλσοναρ σταύρωσε τα χέρια του στο στέρνο, περιμένοντας.

Ο Νίσαρελ δίστασε μια στιγμή· ύστερα, όμως, πήγε στο τραπέζι και σήκωσε το βιβλίο.

«Τη δεξιά σελίδα, δρακαδελφέ,» είπε ο Κέλσοναρ.

«Το βλέπω!» του γρύλισε ο Νίσαρελ.

«Διάβασέ το φωναχτά, για να το ακούσουμε.»

«Δεν έχεις παρατηρήσει τη χρονολογία;» φώναξε ο Νίσαρελ, δείχνοντας ένα σημείο πάνω στη σελίδα.

«Τι σημασία έχει η χρονολογία;» είπε ο Κέλσοναρ. «Υπάρχει στους Νόμους του Πύργου, δεν υπάρχει; Απλά, τα τελευταία χρόνια έχει πέσει σε… αχρηστία. Αλλά κακώς! Τώρα, μπορείς να μας το διαβάσεις;»

«Διάβασε μόνος σου αυτές τις αηδίες!» Ο Νίσαρελ πέταξε, βίαια, το βιβλίο πάνω στο τραπέζι. «Έχεις τρελαθεί, Κέλσοναρ!»

«Δεν το νομίζω, δρακαδελφέ,» αποκρίθηκε εκείνος, φέρνοντας το βιβλίο κοντά του και υψώνοντάς το, με τα δύο χέρια. «Ας δούμε, λοιπόν, τι μας λέει ο Νόμος περί Εκλογής Νέου Αρχιδράκαρχου…

»‘Αποθνήσκοντος του Αρχιδρακάρχου, άπαντες οι δρακαδελφοί του Πύργου οφείλουν όπως συναχθούν εις συνέλευσιν, εντός δεκαπέντε ημερών, δια την εκλογή νέου Αρχιδρακάρχου, ο οποίος χρήζει να είναι εις ή μία εκ των εκόντων δρακαδελφών του Πύργου, ευρισκόμενος εν τη συνελεύσει ή μη. Η δε εκλογή αυτού διεξάγεται μέσω ΨΗΦΟΦΟΡΙΑΣ–’ Ορίστε, λοιπόν! μέσω ψηφοφορίας– ‘συμμετεχόντων απάντων των παρόντων δρακάρχων. Καθείς δράκαρχος δικαιούται, αποκλειστικώς εν τω χρόνω της συνελεύσεως, ουχί κατόπιν ταύτης, μίαν μη-ανακληθείσα ψήφο. Η ψηφοφορία διενεργείται είτε φανερώς είτε εν κρυπτώ· εάν υπάρξει διαφωνία περί τούτου, οφείλει να εκτελεσθεί ετέρα ψηφοφορία προγενεστέρως της πρώτης.’»

Ο Κέλσοναρ άφησε το βιβλίο στο τραπέζι. «Αυτά…»

«Πες μας τώρα και τη χρονολογία που γράφτηκαν όσα διάβασες!» απαίτησε ο Νίσαρελ.

«Η χρονολογία δεν παίζει κανένα ρόλο,» ανασήκωσε τους ώμους ο Κέλσοναρ· «ο Νόμος είναι Νόμος: απλά, εσείς τόσο καιρό τον παραβαίνατε.»

«Επειδή η θέση του Αρχιδράκαρχου δεν έχει πλέον μεγάλο νόημα,» τόνισε η Φερλιάλα.

«Ή έτσι νομίζετε…»

Ο Νίσαρελ ρουθούνισε, αποδοκιμαστικά, και στράφηκε απ’την άλλη. «Αρνούμαι να συμμετάσχω σ’αυτή την παρωδία ψηφοφορίας που προτείνεις, Κέλσοναρ! Είμαστε πέντε, για όνομα του Βάνραλ! Πέντε! Και τους δύο τούς έχεις ήδη με το μέρος σου. Μπορείς να έχεις τον τίτλο, αν θέλεις, αλλά μη μας ταλαιπωρείς άλλο με την τρέλα που σε δέρνει!» Βάδισε ως την έξοδο της Αίθουσας των Δράκων, ακολουθούμενος από τον Κρ’άασκ.

«Επειδή αποφάσισες να μη συμμετάσχεις, δρακαδελφέ, αυτό δε σημαίνει ότι δε θα γίνει η ψηφοφορία,» είπε ο Κέλσοναρ. «Γιατί είμαι βέβαιος πως και ο Χάφναρ και ο Πάρνορ και η Φερλιάλα θα πράξουν όπως προστάζει ο Νόμος του Πύργου!»

«Μπορείτε να κάνετε ό,τι θέλετε· εγώ φεύγω,» αποκρίθηκε ο Νίσαρελ, καθώς έστριβε και χανόταν από τα μάτια τους, μαζί με το δράκο του.

«Ας αρχίσουμε, λοιπόν!» είπε ο Κέλσοναρ. «Μπορείτε να ψηφίσετε ακόμα και τον δρακαδελφό Νίσαρελ, αν θέλετε. Γιατί ακούστε τι λέει εδώ.» Διάβασε από το βιβλίο, ακουμπώντας το δάχτυλό του επάνω στη σελίδα. « ‘…ο οποίος χρήζει να είναι εις ή μία εκ των εκόντων δρακαδελφών του Πύργου, ευρισκόμενος εν τη συνελεύσει ή μη.’ Ο Νίσαρελ, δυστυχώς, λόγω ανωτέρας βίας,» γέλασε, κοφτά και βραχνά, «αδυνατεί να παρευρεθεί στη συνέλευσή μας, αλλά αυτό δε σημαίνει πως δεν μπορεί να εκλεγεί κιόλας, δεδομένου ότι είναι εκών, όπως γράφει κι ο Νόμος· και, υποθέτω, είναι εκών, ε;»

Η Φερλιάλα σταύρωσε τα χέρια μπροστά της, έκδηλα εκνευρισμένη με την όλη κατάσταση. «Ωραία, ας ψηφίσουμε.»

«Φανερά ή κρυφά;» έθεσε το ερώτημα ο Κέλσοναρ.

«Φανερά. Εγώ ψηφίζω τον Νίσαρελ.»

Ο Κέλσοναρ γέλασε. «Δρακαδελφή, βιάζεσαι! και αποφασίζεις για μας. Δηλώνοντας τη δική σου ψήφο, η ψηφοφορία μπορεί να γίνει μόνο φανερά. Ας γίνει έτσι, λοιπόν· ας γίνει έτσι…»

«Τον Κέλσοναρ ψηφίζω,» είπε ο Πάρνορ.

Ο Χάφναρ θυμήθηκε τα χτεσινά λόγια του Κέλσοναρ: «Γιατί παραδώσατε τον εαυτό σας στις φλόγες των δράκων; Γι’αυτό που βλέπετε τώρα; Γι’αυτή την αξιοθρήνητη κατάσταση; Για να σέρνεται ένα ερπετό πίσω σας και οι άλλοι να σας αποφεύγουν σαν αρρώστους;»«Εγώ είμαι πρόθυμος να προσφέρω τη ζωή μου ολόκληρη γι’αυτό. Τη ζωή που ήδη έχω προσφέρει.» – «Δε θα το μετανιώσετε όταν με κάνετε Αρχιδράκαρχο. Θα δείτε το τάγμα μας να ισχυροποιείται, όπως δεν έχετε ποτέ φανταστεί. Δε θα έρχεται πλέον ένας νέος δράκαρχος ανά δέκα, είκοσι χρόνια, αλλά ένας δράκαρχος το χρόνο! Θα γίνουμε πολλοί και, τότε, η εξουσία μας θα μεγαλώσει. Θα είμαστε οι πραγματικοί προστάτες του Νόρβηλ, όχι μερικά περιφερόμενα τέρατα, που τρέχουν σα σκυλιά όταν τους φωνάξει ο μονάρχης τους!

«Τον Κέλσοναρ,» είπε κι ο Χάφναρ.

«Νομίζω, λοιπόν, πως η ψηφοφορία τελείωσε,» δήλωσε ο Κέλσοναρ.

«Σπουδαία!» είπε η Φερλιάλα. «Είσαι Αρχιδράκαρχος, Κέλσοναρ· ελπίζω αυτό να έχει κάποιο νόημα για σένα· γιατί για κανέναν άλλο ως τώρα δεν είχε…»

«Δεν είχε διότι δεν χρησιμοποιούσαν σωστά τον τίτλο τους, δρακαδελφή. Διότι αρνούνταν να επαναφέρουν τους δράκαρχους στην παλιά τους δόξα, αρκούμενοι στα ψίχουλα που έχουμε τούτα τα χρόνια.»

«Αν καταφέρεις να το αλλάξεις αυτό, δρακαδελφέ Κέλσοναρ,» είπε η Φερλιάλα, «σου ορκίζομαι απόλυτη υπακοή και αφοσίωση, μέχρι το τέλος της ζωής μου.» Αλλά ο τόνος της φωνής της μαρτυρούσε καθαρά πως δεν πίστευε ότι ο Κέλσοναρ θα κατάφερνε ν’αλλάξει τίποτα. Και, παίρνοντας τη δράκαινά της από τα λουριά, αποχώρησε από την Αίθουσα των Δράκων, για να πάει να βρει τον Νίσαρελ.

*

Η Μιάνη μπήκε στο δωμάτιο, ντυμένη μ’ένα μακρύ, μπλε φόρεμα. Τα μαύρα της μαλλιά ήταν συγκρατημένα με μια κοκάλινη χτένα. Τα μάτια της φανέρωναν αϋπνία. Τα δάκρυά της είχαν εδώ και ώρες στεγνώσει.

«Πώς εξαφανίστηκε;»

Ο Νόρβορ, που καθόταν στην πολυθρόνα, μπροστά από το τζάκι, αποκρίθηκε: «Μακάρι να ήξερα.» Και: «Κάθισε,» της πρότεινε. «Κάθισε εδώ, κοντά μου.» Έδειξε, με την ανάστροφη του χεριού, την άλλη πολυθρόνα.

Η Μιάνη ζύγωσε, αλλά δεν κάθισε εκεί, παρά στα γόνατά του, ακουμπώντας το ένα της χέρι στους ώμους του κι αγγίζοντας, ελαφρώς, το λαιμό του. Τα δάχτυλά της ήταν παγωμένα, διαπίστωσε ο Νόρβορ· ολόκληρη έμοιαζε να είναι παγωμένη.

«Ο μπαμπάς είναι πολύ αναστατωμένος. Και λέει ότι ξέρεις κάτι…»

Αναρωτιέμαι τι ξέρει εκείνος. Ή, μήπως, δεν ξέρει τίποτα; Πήρε μια ανάσα. «Μιάνη. Έχω μια… μια υποψία –τίποτα περισσότερο– ότι η μητέρα σου ίσως να είναι ζωντανή–»

«Ζωντανή! Πώς να είναι ζωντανή; Οι θεραπευτές είπαν ότι…»

«Ναι, όμως βρήκα παράξενα σημάδια στο θεραπευτήριο.» Και της είπε γι’αυτά: για την εκ των έσω κατεστραμμένη κλειδαριά, για το κλεμμένο νυστέρι από τον πάγκο, για τη ρόμπα που έλειπε από τη ντουλάπα, για την ξυπόλυτη, σκοτεινή φιγούρα που είδε ο φρουρός.

«Μα, αν ζει, Νόρβορ, γιατί… γιατί να μην έρθει σε μας;» ρώτησε η Μιάνη. «Πού έχει πάει;»

«Το ξέρω ότι δεν είναι λογικό, αλλά τα στοιχεία αυτό μού δείχνουν.»

Η Μιάνη δάγκωσε το χείλος της. «Το παλάτι είναι μεγάλο –τεράστιο. Αν ξύπνησε και ήταν ζαλισμένη, αν δεν ήταν καλά, τότε μπορεί να χάθηκε στους διαδρόμους.»

«Δε θα την είχε συναντήσει κάποιος υπηρέτης ή φρουρός;»

«Σωστό κι αυτό, αλλά υπάρχουν και μεριές εγκαταλειμμένες… και μύθοι που λένε ότι άνθρωποι έχουν χαθεί στα βάθη του παλατιού, και κανένας δεν τους έχει ξαναδεί.»

«Αυτά είναι βλακείες, Μιάνη· δε συμβαίνουν στην πραγματικότητα.»

«Πρέπει να ψάξουμε, όμως· δεν μπορούμε να το αφήσουμε έτσι! Αν είναι ζωντανή, και είναι άρρωστη, και έχει κάπου χαθεί….»

Ο Νόρβορ έσμιξε τα χείλη, προσπαθώντας να βάλει τις σκέψεις του σε τάξη. Νεκροφάνεια. Ο κύριος Ζάντανιρ μίλησε για νεκροφάνεια. Είπε ότι υπάρχει μια πιθανότητα. Αλλά, και πάλι, έτσι όπως εξαφανίστηκε η Νιρκένα… Κάτι πιο περίεργο πρέπει να συμβαίνει–

«Νόρβορ, σε παρακαλώ, ας ψάξουμε!» Η Μιάνη έσφιξε το χέρι του μέσα στα παγωμένα δικά της. «Θα σε βοηθήσω. Πάμε να ψάξουμε.»

Εκείνος ένευσε. «Πάμε.»

Η Μιάνη τον φίλησε στην άκρη του στόματος, και σηκώθηκε.

Ο Πρίγκιπας ζώστηκε το σπαθί του, φόρεσε το μανδύα του, και βγήκαν από τα διαμερίσματά του.

Το θεραπευτήριο δεν ήταν πολύ μακριά, έτσι δεν άργησαν να φτάσουν. Αλλά, καθώς πλησίαζαν –όταν δε βρίσκονταν πάνω από πενήντα μέτρα απόσταση από τον προορισμό τους–, η Μιάνη είχε την αίσθηση ότι κάποιος τους παρακολουθούσε. Νόμιζε πως άκουσε απαλά βήματα από έναν πλευρικό διάδρομο, ενώ με τις άκριες των ματιών της είδε μια σκιά. Ωστόσο, στρέφοντας προς τα εκεί το βλέμμα της, διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε κανένας, εκτός από έναν φρουρό, στο απώτατο βάθος του περάσματος. Έτσι, θεώρησε ότι, μάλλον, είχε φανταστεί το γεγονός, αποδίδοντάς το στον εκνευρισμό της, ύστερα από το θάνατο της μητέρας της και ύστερα από την παρούσα της εξαφάνιση. Γιατί, μέσα της, ήλπιζε ότι η Νιρκένα ήταν ζωντανή, και ότι εκείνη την παρακολουθούσε, καθώς πήγαινε στο θεραπευτήριο, μαζί με τον Νόρβορ.

Φτάνοντας στον προορισμό τους, είδαν ότι η πόρτα ήταν κλειστή. Ο Πρίγκιπας πλησίασε και την έσπρωξε, ανοίγοντάς τη χωρίς δυσκολία. Η κλειδαριά εξακολουθούσε να είναι χαλασμένη, διαπίστωσε, καθώς εκείνος κι η Μιάνη έμπαιναν στον προθάλαμο· κανείς δεν την είχε επιδιορθώσει ή αντικαταστήσει ακόμα.

«Πού την είχαν;» ρώτησε η Μιάνη.

«Εδώ.» Ο Νόρβορ μπήκε στο δωμάτιο.

Η Μιάνη κοίταξε το πάτωμα, σαν να ήθελε να δει αν η μητέρα της είχε αφήσει ίχνη, φεύγοντας από τούτο το χώρο. Όμως κανενός είδους ίχνη δεν υπήρχαν.

«Από εδώ πήρε το νυστέρι.» Ο Νόρβορ έδειξε τον πάγκο. «Κι από τη ντουλάπα απέξω, πήρε τη ρόμπα.»

Η Μιάνη κοίταξε τα αντικείμενα επάνω στον πάγκο. Τα κοίταξε διεξοδικά, ένα προς ένα, αναζητώντας κάτι –οτιδήποτε– το οποίο μπορεί να την οδηγούσε στη μητέρα της, είτε ήταν νεκρή είτε ζωντανή.

«Νόρβορ,» είπε, τελικά, «αυτό το χαρτί έχει αίμα.» Σήκωσε ένα φύλλο και του το έδωσε.

Ο Πρίγκιπας το πήρε στα χέρια. Όντως, παρατήρησε, είχε αίμα· και δεν πρέπει να ήταν παλιό. Άντε να ήταν χτεσινοβραδινό. Η Νιρκένα δεν αποκλείεται να είχε κόψει κατά λάθος το χέρι της, καθώς πήγαινε να πάρει το νυστέρι. Και, μάλιστα, αυτό έμοιαζε αρκετά πιθανό στον Νόρβορ, αν έκρινε από την ακαταστασία του πάγκου. Καθώς η θεία του ψαχούλευε –αν, πράγματι, ζούσε και όλες τούτες οι θεωρίες αλήθευαν–, είχε κοπεί.

Η Μιάνη βγήκε στον προθάλαμο και άνοιξε τη ντουλάπα, αρχίζοντας να ψάχνει τις ανακατεμένες ρόμπες. «Νόρβορ,» είπε, «υπάρχει αίμα κι εδώ! Να, δες.» Σήκωσε μια πεσμένη ρόμπα. «Την άγγιξε, και το ύφασμα βάφτηκε.»

Ο Πρίγκιπας, που είχε ακολουθήσει την ξαδέλφη του, έπρεπε να παραδεχτεί ότι είχε δίκιο: επάνω στη ρόμπα υπήρχε αίμα που κι αυτό, όπως το προηγούμενο, δεν πρέπει να ήταν παλιό.

Η Μιάνη πήγε στην κλειδαριά και έψαξε για σημάδια, αλλά εκεί δε βρήκε τίποτα.

«Μάλλον, κόπηκε στην παλάμη,» είπε ο Νόρβορ, κοιτάζοντας πάνω απ’τον ώμο της ξαδέλφης του. «Στη δεξιά παλάμη.»

«Και;»

«Προφανώς, για να χαλάσει την κλειδαριά, δε χρειάστηκε ν’ακουμπήσει την παλάμη της επάνω· τη διέλυσε με τα δάχτυλα, τραβώντας τα ελάσματα. Ή το έκανε με το νυστέρι.»

«Ναι,» ένευσε η Μιάνη, «μάλλον.» Παραμέρισε την πόρτα και βγήκε στο διάδρομο, κοιτάζοντας τους τοίχους, προσεκτικά.

«Κι άλλο αίμα,» είπε, δείχνοντας.

«Και στη δεξιά μεριά,» πρόσθεσε ο Νόρβορ. Η θεία πρέπει να στηριζόταν, για να βαδίζει. Επομένως, ζαλιζόταν.

Η Μιάνη προχώρησε, έχοντας το βλέμμα στραμμένο στον δεξή τοίχο· και, λίγο παρακάτω, εντόπισε άλλο ένα σημάδι, κοντά σε μια κρεμασμένη δάδα. Μητέρα, σκέφτηκε, δε θ’αργήσουμε να σε βρούμε. Όπου κι αν είσαι, μην πας αλλού. Μείνε εκεί όπου βρίσκεσαι. Βάνραλ, σε ικετεύω: κάντη να μείνει εκεί όπου βρίσκεται!…

Έφτασαν σε μια διακλάδωση που δεν φρουρείτο. Η Μιάνη έψαξε πάλι για σημάδια στους τοίχους, μα δε βρήκε κανένα.

«Εγώ θα πάω δεξιά, εσύ πήγαινε αριστερά,» πρότεινε.

Το μυαλό του Νόρβορ, όμως, ήταν αλλού. Μέσα στη μεσημεριανή σιγαλιά του λαβυρινθώδους παλατιού, νόμιζε ότι είχε ακούσει κάποιον ν’ακολουθεί αυτόν και την ξαδέλφη του· και, καθώς προχωρούσαν και εκείνη κοίταζε τους τοίχους, ο Πρίγκιπας είχε ρίξει ένα βλέμμα πάνω απ’τον ώμο του –ένα φευγαλέο βλέμμα, με την άκρια του ματιού του– και είχε δει ότι δεν είχε σφάλει: όντως, κάποιος –ή, μάλλον, κάποια, αν έκρινε σωστά– τους ακολουθούσε. Και τώρα που ο Νόρβορ και η Μιάνη είχαν σταματήσει στη διακλάδωση, η μυστηριώδης φιγούρα πρέπει να είχε σταματήσει επίσης, διότι τα βήματά της δεν ακούγονταν πλέον, μα ο Πρίγκιπας μπορούσε να αισθανθεί τα μάτια της καρφωμένα στην πλάτη του.

Στράφηκε απότομα, για να κοιτάξει πίσω –και η σκιερή μορφή έτρεξε απ’την άλλη.

Ο Νόρβορ την κυνήγησε. Και η Μιάνη, αντιλαμβανόμενη αμέσως τι συνέβαινε, τον ακολούθησε, παρατηρώντας πως καταδίωκαν μια γυναίκα με μαύρα, μακριά μαλλιά. Μια γυναίκα, δηλαδή, που θα μπορούσε να είναι η μητέρα της. Μα γιατί δε θέλει να μας συναντήσει;

«Πιάσε αυτή τη γυναίκα!» φώναξε ο Νόρβορ σ’έναν φρουρό αντίκρυ του. Εκείνος, πάραυτα, έτρεξε, προσπαθώντας να βρεθεί μπροστά στην κατάσκοπο, η οποία έκοψε ταχύτητα, για να μην πέσει επάνω του, και έστριψε δεξιά.

Έτσι, όμως, έχασε το προβάδισμά της, και ο Πρίγκιπας βρέθηκε στα δύο-τρία μέτρα απόσταση απ’αυτήν, έχοντας αφήσει τη Μιάνη αρκετά πίσω και τον στρατιώτη –βεβαρημένος από την αρματωσιά του καθώς ήταν– ακόμα πιο πίσω απ’την ξαδέλφη του.

Ο Νόρβορ άπλωσε το δεξί χέρι, προσπαθώντας ν’αρπάξει τη φούστα της γυναίκας, η οποία ανέμιζε· αλλά απέτυχε, και γρύλισε μέσ’απ’τα δόντια του.

Η κατάσκοπος έστριψε σε μια στενή γωνία. Ο Πρίγκιπας επιχείρησε ξανά να την αρπάξει, κι ετούτη τη φορά τα κατάφερε: Η γροθιά του έκλεισε πάνω στη φούστα της, λίγο προτού αυτή εξαφανιστεί πέρα από τη στροφή. Όμως το ύφασμα ήταν λείο και του γλίστρησε, έτσι ο Νόρβορ παραπάτησε και κοπάνησε στον τοίχο εμπρός του. Την ίδια στιγμή, μια κοφτή γυναικεία κραυγή αντήχησε, και κάποιος ακούστηκε να σωριάζεται.

Ο Πρίγκιπας έστρεψε το βλέμμα, λαχανιασμένος, και, ταυτόχρονα, έπιασε τη λαβή του σπαθιού του, μισοτραβώντας το από το θηκάρι.

Η γυναίκα ανασηκώθηκε επάνω στο πάτωμα. Ο διάδρομος, όμως, ήταν ημιφωτισμένος και η όψη της δε φαινόταν καθαρά. Μονάχα ένα στενό παράθυρο, στο βάθος, επέτρεπε πρόσβαση στο μεσημεριανό φως.

«…Ποια… ποια είσαι;…» έκανε, ξέπνοα, ο Νόρβορ, γυμνώνοντας το ξίφος του.

«…Πρίγκιπά μου…» πρόλαβε ν’αρθρώσει η γυναίκα, προτού η Μιάνη παρουσιαστεί, στρίβοντας κι εκείνη τη στενή γωνία.

«Φρουρέ!» φώναξε ο Νόρβορ. «Δαυλό!»

«Μάλιστα, Υψηλότατε,» ακούστηκε η απάντηση του στρατιώτη από το διάδρομο.

«…Πρίγκιπά μου,» είπε η άγνωστη γυναίκα. «Τρόμαξα… Συγνώμη.»

«Ποια είσαι;» απαίτησε η Μιάνη, καταλαβαίνοντας από τη φωνή ότι δεν επρόκειτο για τη μητέρα της, και νιώθοντας απογοήτευση γι’αυτό.

«Η Σαντάνρα, Αρχόντισσά μου… Η μητέρα σας… μ’εμπιστευόταν… Ίσως να σας τόχε πει…»

«Όχι,» αποκρίθηκε η Μιάνη, «δε μου είχε πει τίποτα.»

«Γιατί μας ακολουθούσες;» ρώτησε ο Νόρβορ, ο οποίος θυμόταν αυτή την υπηρέτρια από τότε που ο Άρχοντας Ρόλμαρ του Ράλτον είχε πέσει σε κώμα και η Σαντάνρα τον φρόντιζε.

«…Δεν… δεν το έκανα κακόβουλα– Πρίγκιπά μου, θα μπορούσα να σας μιλήσω ιδιαιτέρως;» είπε, καθώς τα βήματα του στρατιώτη ακούγονταν να πλησιάζουν.

«Ναι· γιατί όχι;» αποκρίθηκε ο Νόρβορ, θηκαρώνοντας.

Ο φρουρός ζύγωσε, κρατώντας έναν αναμμένο δαυλό· αλλά ο Πρίγκιπας του είπε: «Εντάξει, δεν τον χρειαζόμαστε. Επίστρεψέ τον εκεί απ’όπου τον πήρες.»

Εκείνος έκλινε το κεφάλι κι απομακρύνθηκε.

Η Σαντάνρα σηκώθηκε. «Ευχαριστώ, Πρίγκιπά μου.»

«Πάμε στα διαμερίσματά μου,» πρότεινε ο Νόρβορ.

«Όχι,» διαφώνησε η Μιάνη. «Πρέπει ν’ακολουθήσουμε τα σημάδια. Ίσως να τη βρούμε, αν δεν αργήσουμε.»

«Δεν υπάρχουν άλλα σημάδια, Αρχόντισσά μου,» είπε η Σαντάνρα.

Η Μιάνη την κοίταξε ερωτηματικά.

«Έψαξα κι εγώ, και έφτασα μέχρι τη διακλάδωση.»

«Ας αρχίσουμε από τα βασικά,» είπε ο Νόρβορ: «Γιατί μας παρακολουθούσες και γιατί έτρεξες, μόλις κατάλαβες ότι σε καταλάβαμε;»

«Πρίγκιπά μου, σας παρακολουθούσα επειδή προσπαθώ να εντοπίσω την Πριγκίπισσα Νιρκένα, σε περίπτωση που είναι ζωντανή· ή, αν είναι νεκρή, ελπίζω, τουλάχιστον, να βρω το πτώμα της–»

«Παράξενη δουλειά, για μια υπηρέτρια, Σαντάνρα.»

«Θα κατέληγα κι εκεί, Πρίγκιπά μου. Με ρωτήσατε γιατί έτρεξα όταν στραφήκατε στο μέρος μου…»

«Ακριβώς.»

«Έτρεξα διότι υπέθεσα ότι θα το θεωρούσατε αγενές από μέρος μου να σας παρακολουθώ.»

«Και έχεις δίκιο.»

«Αυτή είναι, όμως, η δουλειά μου, Υψηλότατε.»

Τα μάτια του Νόρβορ στένεψαν. «Εξήγησέ μας τι θέλεις να πεις, Σαντάνρα.»

Η υπηρέτρια κοίταξε τριγύρω, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί ότι δεν τους κρυφάκουγε κανένας. Ύστερα, είπε ψιθυριστά: «Δούλευα για τον πατέρα σας, Πρίγκιπά μου, και για την Πριγκίπισσα Νιρκένα.»

«Κατασκόπευες γι’αυτούς, δηλαδή;» ρώτησε η Μιάνη.

Η Σαντάνρα κατένευσε. «Και τώρα… τώρα που κι οι δυο τους χάθηκαν, δεν ξέρω σε ποιον να αναφέρω. Όμως είναι υποχρέωσή μου προς το Στέμμα να ερευνήσω την υπόθεση της εξαφάνισης της Πριγκίπισσας.»

«Αν υποθέσουμε ότι μας λες ψέματα;» είπε ο Νόρβορ.

Η Σαντάνρα κούνησε το κεφάλι. «Δε σας λέω ψέματα, Πρίγκιπά μου.»

«Με το θάνατο του πατέρα μου, είμαι Αντιβασιλέας· γιατί δεν αναφέρεις και σε μένα;»

«Διότι… διότι ανέφερα στην Πριγκίπισσα Νιρκένα, και εκείνη δε μου είχε ζητήσει κάτι τέτοιο. Δε μου είχε πει να αναφέρω και σε σας. Όμως τώρα, αν θέλετε, δεν έχω κανένα πρόβλημα να σας αναφέρω…»

Άλλο ένα μυστικό, θεία; σκέφτηκε ο Νόρβορ. Αναρωτιέμαι πόσα τέτοια θ’ανακαλύψουμε, κατά την… απουσία σου. «Γιατί η Πριγκίπισσα Νιρκένα να μην ήθελε να αναφέρεις και σε μένα; Ποιος μπορεί να ήταν ο λόγος;»

Η Σαντάνρα έγλειψε τα χείλη, αμήχανα. «Υψηλότατε, η Πριγκίπισσα προτιμούσε να υπάρχει μυστικότητα. Επιθυμούσε να μη γνωρίζουν για μένα, ώστε να είμαι πιο ελεύθερη στις έρευνές μου.»

«Και φοβόταν ότι μπορεί εγώ να σε πρόδιδα;»

«Δεν ξέρω, Πρίγκιπά μου. Δεν έχω τη δυνατότητα ν’απαντήσω σ’αυτό. Η Πριγκίπισσα μ’εμπιστευόταν, αλλά δεν ήμουν και μέσα στο κεφάλι της…»

Κανένας δε θα μπορούσε να είναι μέσα στο κεφάλι της, σκέφτηκε ο Νόρβορ, και είπε: «Μάλιστα… Από εδώ και πέρα, όμως, ό,τι μαθαίνεις θα έρχεται, πρώτα, σε μένα. Κατανοητό;»

«Όπως επιθυμείτε, Πρίγκιπά μου,» έκλινε το κεφάλι εκείνη.

«Δεν πάμε να ψάξουμε τώρα;» πρότεινε η Μιάνη.

«Αρχόντισσά μου,» είπε η Σαντάνρα, «έψαξα κι εγώ–»

«Ίσως να μην πρόσεξες κάτι. Δε βλάπτει να ξαναψάξουμε, βλάπτει;»

«Μάλλον, όχι.»

Η Μιάνη προπορεύτηκε, και οι άλλοι δύο την ακολούθησαν.

Όταν έφτασαν στη διακλάδωση, η κόρη της Νιρκένα ρώτησε τη Σαντάνρα: «Προς τα πού έψαξες;»

«Και προς τις δύο κατευθύνσεις.»

«Και δε βρήκες απολύτως κανένα σημάδι;»

«Κανένα, Αρχόντισσά μου.»

«Ίσως να ήσουν κουρασμένη από πριν,» είπε η Μιάνη. «Εγώ θα πάω δεξιά· εσείς οι δύο πηγαίνετε αριστερά.»

«Και όποιος βρει πρώτος κάτι, θα επιστρέψει εδώ,» είπε ο Νόρβορ. «Αλλιώς, θα επιστρέψει ύστερα από μισή ώρα το πολύ. Εντάξει;»

Η Μιάνη ένευσε, και ξεκίνησε την αναζήτησή της. Καθώς περιπλανιόταν στους διαδρόμους, δεν άργησε να συμπεράνει πως βρισκόταν σε μια από τις ελάχιστα, ή και καθόλου, χρησιμοποιούμενες πτέρυγες του Βασιλικού Πύργου (ήλπιζε, τουλάχιστον, ότι εξακολουθούσε να βαδίζει μέσα στον Βασιλικό Πύργο και ότι δεν είχε περάσει σε άλλον, μέσω κάποιας διόδου, χωρίς να το αντιληφτεί). Το πάτωμα ήταν σκονισμένο, οι δαυλοί σβηστοί στους σιδερένιους βρόχους τους, οι πόρτες κλειστές εδώ και τόσο καιρό που, όταν η Μιάνη άνοιγε καμια απ’αυτές, διέλυε αραχνοϊστούς από γύρω της. Σημάδι από αίμα, όμως, πουθενά δε βρήκε· έτσι, επέστρεψε στο σημείο συνάντησης.

Ο Νόρβορ και η Σαντάνρα αποδείχτηκαν παρομοίως άτυχοι. Η πτέρυγα που ερεύνησαν δεν ήταν έρημη, όπως αυτή που ερεύνησε η Μιάνη· ήταν ένα σημείο του Βασιλικού Πύργου όπου έμεναν, κυρίως, γραφιάδες και υπηρέτες (ο Πρίγκιπας είχε ξανάρθει εδώ, παλιότερα)· κανένα σημάδι αίματος, όμως, δεν υπήρχε στους τοίχους ή στις πόρτες. Οπότε, επέστρεψαν κι αυτοί στο σημείο συνάντησης, όταν το συμφωνημένο μισάωρο πέρασε.

Ήρθαν πρώτοι, έτσι χρειάστηκε να περιμένουν τη Μιάνη για κάποια ώρα. Ένα τέταρτο, υπολόγισε ο Νόρβορ: ένα τέταρτο κατά το οποίο ήταν ανήσυχος για την ξαδέλφη του και αναρωτιόταν αν θα ήταν φρόνιμο να πάνε να τη βρουν. Όμως, προτού βάλει αυτό του το σχέδιο σε δράση, βήματα ακούστηκαν από τον σκιερό διάδρομο και η Μιάνη παρουσιάστηκε, με στενοχωρημένη όψη στο πρόσωπο.

«Μάλλον, ούτε εσύ βρήκες τίποτα,» είπε ο Νόρβορ.

Εκείνη κούνησε το κεφάλι κι αναστέναξε. «Όχι.»

«Τι άλλο μας μένει τώρα;» έθεσε το ερώτημα ο Πρίγκιπας.

«Υπάρχει μια πιθανότητα η μητέρα μου να βρίσκεται κάπου εκεί μέσα,» είπε η Μιάνη, δείχνοντας, με τον αντίχειρα, πίσω της. «Το μέρος είναι εγκαταλειμμένο, Νόρβορ. Μόνο οι αράχνες κατοικούν.»

«Σαντάνρα, εσύ ερεύνησες αυτή την πτέρυγα;»

Η υπηρέτρια-κατάσκοπος έγνεψε αρνητικά. «Όχι ιδιαίτερα. Όταν έχασα τα σημάδια του αίματος, άρχισα να επιστρέφω στο θεραπευτήριο· και τότε ήταν που είδα εσάς, Πρίγκιπά μου, και σας ακολούθησα.»

«Ας ψάξουμε, επομένως,» είπε ο Νόρβορ. «Υπάρχει φως εκεί μέσα, Μιάνη;»

«Ελάχιστο,» εξήγησε εκείνη. «Όσο μπαίνει από τα παράθυρα, δηλαδή. Ορισμένοι διάδρομοι είναι τυλιγμένοι στο σκοτάδι· κι ορισμένα δωμάτιο, επίσης.»

«Πάμε να πάρουμε λάμπες, λοιπόν, και επιστρέφουμε.»

*

Ο Ζάνμελ, η Αϊλρέηκ, και η Σάρμακεβ διέσχισαν τη μονίμως γλιστερή Πάνω Γέφυρα της Δυτικής Περιφέρειας μετά δυσκολίας, καθώς δύο φορές η Ρογκάνη έχασε την ισορροπία της και θα έπεφτε, αν οι άλλοι δύο δεν την έπιαναν. Η Ρουζβάνη εμπόρισσα μουρμούριζε κάτω απ’την ανάσα της σε μια γλώσσα που ο Ζάνμελ δεν καταλάβαινε.

Τελικά, βρέθηκαν στην ανατολική όχθη του Σάλερεκ και στη Βόρεια Περιφέρεια της Νουάλβορ, οπότε πορεύτηκαν προς την αγορά, στο κέντρο της πόλης. Η Αϊλρέηκ –που κι εκείνη παραπατούσε, αλλά όχι σαν τη Σάρμακεβ– τους οδήγησε σ’ένα ισόγειο, πετρόχτιστο οικοδόμημα με βαριά ξύλινη πόρτα. Πήρε ένα κλειδί μέσα απ’το φόρεμά της και, με δύο θορυβώδεις στροφές, άνοιξε την κλειδαριά. Έσπρωξε την πόρτα και μπήκε σ’έναν χώρο με εξωτικές μυρωδιές.

Ο Ζάνμελ την ακολούθησε, στηρίζοντας τη Σάρμακεβ και αφήνοντάς την στην πρώτη καρέκλα που είδε. Ύστερα, ορθώθηκε και έριξε μια ματιά γύρω του. Το κατάστημα ήταν γεμάτο με ξύλινα ράφια, πλημμυρισμένα από φυτά και βαζάκια με υγρά. Στο βάθος υπήρχε ένα γραφείο, με αρκετά χαρτιά επάνω του, καθώς και μια βαλσαμωμένη σαύρα.

«Θα φτιάξω κάτι, για να συνέλθω απ’το μεθύσι· θες κι εσύ;» ρώτησε η Αϊλρέηκ.

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Ζάνμελ, που έπρεπε να παραδεχτεί ότι το χρειαζόταν.

«Μείνε εδώ, να προσέχεις το μαγαζί για λίγο, έτσι;» είπε η Αϊλρέηκ, ανοίγοντας μια καταπακτή πλάι στο γραφείο της.

Ο Ζάνμελ ανασήκωσε τους ώμους. «Εντάξει…» Και περίμενε, ενώ η Σάρμακεβ είχε αποκοιμηθεί επάνω στην καρέκλα και ροχάλιζε ελαφρώς, με το κεφάλι ριγμένο πίσω.

Ένας άντρας φάνηκε στο κατώφλι του καταστήματος, σχετικά κοντός, με κουρεμένα μαλλιά και γένι. Τα ρούχα του ήταν απλά· δε φανέρωναν ευγενή ή πολεμιστή.

«Είστε ανοιχτά;» ρώτησε.

«Ναι,» απάντησε ο Ζάνμελ. «Τι θέλετε;»

«Η γυναίκα μου έχει ένα κρυολόγημα που δε λέει να της περάσει, και μου είπαν ότι η κυρία Αϊλρέηκ εδώ μπορεί νάχει κάποιο μαντζούνι γι’αυτό.»

«Περιμένετε λίγο και θα έρθει.»

Ο άντρας ένευσε, κι άρχισε να περιφέρεται μέσα στο κατάστημα, με τα χέρια σταυρωμένα στην πλάτη και κοιτάζοντας τα φυτά στα ράφια.

Η Αϊλρέηκ ξεπρόβαλε από την καταπακτή, κουβαλώντας δύο κούπες που άχνιζαν και μύριζαν καφέ και κάτι άλλο μαζί: κάτι πολύ πιο γλυκό και αρωματικό. Η Νότια Ρουζβάνη είχε βγάλει το πράσινό της φόρεμα και ήταν τώρα ντυμένη με μάλλινη πουκαμίσα και δερμάτινο παντελόνι· στα πόδια της φορούσε πέτσινα παπούτσια. Επίσης, το φίδι της δεν ήταν μαζί της.

«Έχεις πελάτη,» της είπε ο Ζάνμελ, καθώς εκείνη του έδινε τη μία κούπα.

«Τι θέλετε;» ρώτησε η Αϊλρέηκ, στρεφόμενη στον κοντό άντρα και πίνοντας μια μικρή γουλιά από το ζεστό της ρόφημα.

*

Ο Κέλσοναρ οδήγησε τον Χάφναρ και τον Πάρνορ μπροστά από μια διπλή, ψηλή, σιδερένια πόρτα, επάνω στην οποία υπήρχαν ανάγλυφες μορφές μικρών δράκων, και στο κέντρο της ήταν ένα πολύ μεγαλύτερο ανάγλυφο: μια δρακοκεφαλή, που βρισκόταν μισή στο ένα θυρόφυλλο μισή στο άλλο, έτσι ώστε να φαίνεται ολόκληρη μονάχα όταν η πόρτα ήταν κλειστή, όπως τώρα. Στις κόγχες των ματιών της δρακοκεφαλής γυάλιζαν κατακόκκινα ρουμπίνια, ενώ σε άλλα διάφορα σημεία της θύρας υπήρχαν σμαράγδια, μπλεγμένα μέσα στις σκαλιστές ουρές δράκων.

Ο Κέλσοναρ άγγιξε το ένα φύλλο της πόρτας με το δεξί χέρι και το άλλο με το αριστερό, και έσπρωξε, με δύναμη και φανερή δυσκολία. Η είσοδος άνοιξε, θορυβωδώς, καθώς οι αρχαίοι της μεντεσέδες έτριζαν και τα κάτω της άκρα τρίβονταν στο πέτρινο πάτωμα, προκαλώντας ένα έντονο χαρ-χαρ-χαρ-χαρ, το οποίο αντηχούσε σαν γέλιο: το γέλιο του πύργου, ίσως, ή της αίθουσας πίσω από τη δίφυλλη πόρτα, που ήταν κλειστή για αιώνες.

Τα φύλλα δεν άνοιξαν πέρα για πέρα, αλλά άνοιξαν αρκετά, ώστε να περάσει ο Κέλσοναρ με τον Σ’άαρν και να τον ακολουθήσουν οι άλλοι δύο δράκαρχοι με τους δικούς τους δράκους.

«Ιδού! Η αίθουσα του θρόνου του Δρακοβασιληά Γόρμεραλ!» είπε ο καινούργιος Αρχιδράκαρχος.

Ο Χάφναρ και ο Πάρνορ ατένισαν το μεγαλειώδες δωμάτιο, που φως έμπαινε μέσα του μόνο από τις χαραματιές των κουφωτών παραθυρόφυλλων. Το μέρος μύριζε μούχλα, σκόνη, και κλεισούρα. Στηριζόταν σε τέσσερις χοντρούς κίονες, γύρω από τους οποίους σκαρφάλωναν λαξευτοί δράκοι, και στο πέρας του βρισκόταν ένας ψηλός θρόνος –ένας ακόμα λαξευτός δράκος, βρισκόμενος σε τέτοια στάση ώστε να μπορεί κανείς να καθίσει αναπαυτικά επάνω του.

Ο Χάφναρ έπρεπε να παρατηρήσει ότι η αίθουσα ήταν μεγάλη, αλλά όχι τόσο μεγάλη όσο η Αίθουσα του Ουρανολίθινου Θρόνου, που η διάμετρός της ισούτο περίπου με τη διάμετρο του πύργου μέσα στον οποίο βρισκόταν. Το δωμάτιο όπου τώρα στεκόταν ο δράκαρχος πρέπει να ήταν, αν δεν έκανε λάθος, το ένα τέταρτο σε σχέση μ’αυτήν. Ωστόσο, σίγουρα, κανείς δε θα μπορούσε να αποκαλέσει τον χώρο μικρό. Είχε το μέγεθος της αίθουσας του θρόνου της Έριγκ.

Ο Κέλσοναρ βάδισε προς τον θρόνο, λέγοντας: «Για χρόνια, έχουμε λησμονήσει ετούτο το δωμάτιο, δρακαδελφοί, και χωρίς λόγο. Είναι, λοιπόν, καιρός να το ξυπνήσουμε απ’τον λήθαργό του. Εφεξής, όποιος επιθυμεί να μας βρει εδώ θα έρχεται να μας μιλήσει, γνωρίζοντας ακριβώς με ποιους έχει να κάνει.» Ανέβηκε στο βάθρο και στάθηκε μπροστά στο κάθισμα, και ο Χάφναρ τον είδε να σηκώνει κάτι από εκεί: ένα κομμάτι ύφασμα· και, μόλις το ύφασμα έφυγε, ένα αργυρό, γυαλιστερό αντικείμενο αποκαλύφθηκε. Ο Κέλσοναρ σήκωσε το Στέμμα των Δράκων και το φόρεσε στο κουκουλωμένο του κεφάλι, στρεφόμενος στους δρακαδελφούς του, οι οποίοι ζύγωσαν για να το κοιτάξουν από πιο κοντά. Επρόκειτο για μια κορόνα λαξευμένη –όπως θα περίμενε κανείς– με μορφές δράκων. Στη μπροστινή της μεριά, ένας από αυτούς τους δράκους ύψωνε το κεφάλι του, βγάζοντάς το από τη μάζα των υπόλοιπων και βαστώντας ένα ρουμπίνι ανάμεσα στα σαγόνια, φανταχτερότερο από τα ρουμπίνια στα μάτια της δρακοκεφαλής της εισόδου, αν και μικρότερο.

«Ο Βασιληάς ο ίδιος να θέλει να έρθει, ή η Βασίλισσα, θα έρχεται έτσι, όπως τώρα εσείς,» είπε ο Κέλσοναρ, «και θα κοιτάζει τον Αρχιδράκαρχο από κάτω, και θα του ζητάει ό,τι χάρη επιθυμεί.

»Όμως,» άλλαξε θέμα, κατεβαίνοντας τα σκαλοπάτια του βάθρου, «ας ρίξουμε, για αρχή, λίγο φως στην αίθουσα. Ας ξυπνήσουμε τους κοιμισμένους δράκους.» Βάδισε ως ένα από τα παράθυρα και άνοιξε διάπλατα τα παραθυρόφυλλα, αφήνοντας την ημέρα ν’αποκαλύψει ένα μέρος του αραχνιασμένου μεγαλείου της αίθουσας.

«Πρέπει να φέρουμε και μερικούς υπηρέτες, για να καθαρίσουν το χώρο,» είπε ο Κέλσοναρ. «Δεν είναι δική μας δουλειά να καθαρίζουμε. Κι αν αυτοί αρνηθούν να έρθουν,» –πήγε σ’ένα άλλο παράθυρο και το άνοιξε, όπως το προηγούμενο– «θα τους αναγκάσουμε. Η συμπεριφορά τους ήταν απαράδεκτα θρασεία μέχρι τώρα!»

«Χαίρετε…»

Οι δράκαρχοι στράφηκαν στην είσοδο της αίθουσας, για να δουν την ποιήτρια Ταλίνα να στέκεται εκεί.

«Πώς βρέθηκες εσύ εδώ;» ρώτησε απότομα ο Κέλσοναρ.

«Είχα έρθει στον πύργο, για να σας πω κάτι πολύ σημαντικό,» εξήγησε εκείνη, «και δε σας βρήκα στην Αίθουσα των Δράκων, έτσι έψαξα, και άκουσα τις φωνές από εδώ… Ωραίο δωμάτιο· δεν το είχα ξαναδεί…»

«Αυτή είναι η αίθουσα του Δρακοβασιληά Γόρμεραλ, την οποία θα αρχίσουμε να ξαναχρησιμοποιούμε,» είπε ο Κέλσοναρ, «σε τακτική βάση.»

«…Θέλει λίγη καθαριότητα, βέβαια,» παρατήρησε η Ταλίνα, κοιτάζοντας τριγύρω.

«Όντως.»

«Εξελέγης Αρχιδράκαρχος, Κέλσοναρ;» ρώτησε η ποιήτρια, κοιτάζοντας το στέμμα του. Εκείνος ένευσε. «Συγχαρητήρια.»

«Ευχαριστώ. Θα προσπαθήσω να δώσω αξία στον τίτλο που μου προσφέρθηκε.»

«Είπες ότι ήρθες να μας πεις κάτι σημαντικό, Ταλίνα…» της θύμισε ο Χάφναρ.

«Ω ναι,» αποκρίθηκε εκείνη, πλησιάζοντάς τον, χωρίς φόβο για τη Σρ’άερ, η οποία, ωστόσο, την ατένιζε με στενεμένα μάτια, μοιάζοντας τσιτωμένη. «Ναι. Ακούστε… Υποθέτω ότι δε θα σας το έχει ανακοινώσει κανένας ως τώρα…»

Ο Κέλσοναρ έβγαλε ένα ξερό γέλιο μέσα απ’την κουκούλα του. «Ελάχιστα μας ανακοινώνουν· αλλά αυτό, σύντομα, θ’αλλάξει!»

«Τι συνέβη;» ρώτησε ο Χάφναρ την Ταλίνα.

«Η Πριγκίπισσα Νιρκένα πέθανε.»

Σιγή πλάκωσε για μερικές στιγμές.

*

Ο Νόρβορ και η Σαντάνρα επέστρεψαν, με τρεις λάμπες, τη μία από τις οποίες έδωσαν στη Μιάνη, που τους περίμενε στη διακλάδωση των περασμάτων.

«Τίποτα αξιοσημείωτο, όσο λείπαμε;» ρώτησε ο Πρίγκιπας.

Η ξαδέλφη του κούνησε το κεφάλι, αρνητικά.

Άναψαν τις λάμπες τους, μπήκαν στην εγκαταλειμμένη πτέρυγα του πύργου, και άρχισαν να ερευνούν, ανοίγοντας πόρτες και φωτίζοντας διαδρόμους που είχαν να δουν φως χρόνια αναρίθμητα. Το μέρος ήταν γεμάτο με αραχνοϊστούς και σκόνη, και η οσμή του ήταν αποπνιχτική. Η Μιάνη, ο Νόρβορ, και η Σαντάνρα σταμάτησαν να βαδίζουν πολλές φορές, αφουγκραζόμενοι για άλλα βήματα πέραν των δικών τους, ή για οποιονδήποτε ήχο μπορούσε να τους φανερώσει την παρουσία κάποιου σε τούτη την πτέρυγα· όμως τ’αφτιά τους δεν εντόπισαν τίποτα, εκτός από τον άνεμο που έμπαινε, σφυρίζοντας, από κανένα σπασμένο παράθυρο.

Η Μιάνη, κάπου-κάπου, φώναζε το όνομα της Πριγκίπισσας Νιρκένα, καθώς και Μητέρα! Μητέρα!, αλλά απάντηση δε λάμβανε. Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, η Νιρκένα δε βρισκόταν εδώ, ή τους κρυβόταν καλά.

Για ποιο λόγο, όμως, να κρύβεται; αναρωτιόταν ο Νόρβορ. Γιατί να μη θέλει να τη βρούμε; Νομίζει ότι είμαστε με το μέρος του συζύγου της; Δεν είναι δυνατόν να το νομίζει αυτό!

«Δεν έχει άλλο νόημα τούτη η αναζήτηση…!» αναστέναξε η Μιάνη, καθώς έβγαιναν από ένα άδειο δωμάτιο το οποίο πρέπει, κάποτε, να ήταν καθιστικό. Η πλήρη απογοήτευση ήταν φανερή στο ταλαιπωρημένο πρόσωπό της.

«Έτσι φαί–» άρχισε ο Νόρβορ, μα σταμάτησε τα λόγια του, γιατί εκείνη την ώρα θόρυβος αντήχησε μέσα στα εγκαταλειμμένα περάσματα. Κάποιοι βάδιζαν, και πανοπλίες κουδούνιζαν.

«Είναι κανένας εδώ;» ακούστηκε μια φωνή –η φωνή του Έπαρχου Κάβμαρ. «Είναι κανένας εδώ; Μιάνη; Νόρβορ;»

Η Μιάνη έκανε νόημα στον Πρίγκιπα και στη Σαντάνρα να την ακολουθήσουν, καθώς άρχιζε να βαδίζει προς τη φωνή του πατέρα της.

Δεν ξέρεις σε πόσο μεγάλο κίνδυνο βρίσκεσαι, σκέφτηκε ο Νόρβορ, κοιτάζοντας την πλάτη της ξαδέλφης του. Δεν έχεις ιδέα…

Συνάντησαν τον Έπαρχο Κάβμαρ και τους στρατιώτες του κοντά στην έξοδο της πτέρυγας.

«Μα τον Βάνραλ!» είπε εκείνος. «Τι κάνετε εδώ; Μιάνη, τι κάνεις εδώ;»

«Ήρθα να ψάξω για τη μητέρα.»

«Μιάνη, η μητέρα είναι νεκρή,» αποκρίθηκε ο Κάβμαρ, με μαλακή φωνή, αγγίζοντας τον ώμο της κόρης του και παρασέρνοντάς την κοντά του.

«Όχι!» είπε εκείνη. «Δεν είναι νεκρή. Την είδαν να φεύγει από το θεραπευτήριο.»

«Κάποιος την έκλεψε από εκεί, και όταν τον βρω–»

«Όχι, πατέρα· άκουσέ με,» ζήτησε η Μιάνη, και του μετέφερε όσα της είχε πει ο Νόρβορ.

Ο Κάβμαρ έριξε ένα βλέμμα στον Πρίγκιπα, το οποίο έμοιαζε να φανερώνει απορία από μέρους του. Γιατί ο γιος του Άργκελ δεν του είχε μιλήσει ευθέως; Γιατί είχε κρύψει πράγματα απ’αυτόν; Τον υποπτευόταν για το θάνατο της συζύγου του, και την κλοπή του πτώματός της;

Ακριβώς, Έπαρχε, σκέφτηκε ο Νόρβορ: σε υποπτεύομαι για όλα αυτά. Αν και για το τελευταίο δεν είμαι και τόσο βέβαιος. Ίσως να μην έκλεψες εσύ τη σορό της θείας· ίσως κάποιος άλλος να το έκανε. Ή ίσως η ίδια να μην ήταν, τελικά, νεκρή και να σηκώθηκε… Πρέπει να μάθω την αλήθεια!

«Ο φρουρός δεν είδε τη μητέρα να φεύγει,» είπε ο Κάβμαρ στην κόρη του. «Είδε κάποιον να φεύγει.»

«Ναι, αλλά υπάρχουν και τόσα άλλα στοιχεία!» διαφώνησε η Μιάνη.

Ο Κάβμαρ αναστέναξε και ακούμπησε τα χέρια του στους ώμους της. «Είσαι κουρασμένη και αναστατωμένη, Μιάνη. Σε παρακαλώ, ξεκουράσου. Αν θέλεις, θα ερευνήσω εγώ αυτή την πτέρυγα, μαζί με τους στρατιώτες μου. Αν η μητέρα βρίσκεται εδώ –πράγμα το οποίο εύχομαι αλλά, πραγματικά, δεν το πιστεύω–, θα την εντοπίσουμε. Εντάξει;»

Η Μιάνη δίστασε στιγμιαία, αλλά, μετά, ένευσε.

«Ωραία,» είπε ο Έπαρχος. Και ρώτησε τη Σαντάνρα: «Ποια είσαι εσύ;»

«Μια υπηρέτρια είναι,» αποκρίθηκε ο Νόρβορ. «Μας βοηθούσε.»

«Συνόδεψε την κόρη μου στα διαμερίσματά της,» πρόσταξε ο Κάβμαρ τη Σαντάνρα.

Εκείνη έκανε μια σύντομη υπόκλιση. «Μάλιστα, Άρχοντά μου.»

«Εγώ θα μείνω μαζί σας, Έπαρχε,» δήλωσε ο Νόρβορ. «Θα ήθελα να συμμετάσχω στην έρευνα.» Θα αρνηθείς στον Αντιβασιλέα, ελεεινό καθίκι; πρόσθεσε νοερά, περιμένοντας την απάντηση του Κάβμαρ.

«Όπως επιθυμείς,» αποκρίθηκε εκείνος, ευγενικά –ακριβώς όπως ήξερε ο Πρίγκιπας ότι θα αποκρινόταν.

Η Σαντάνρα και η Μιάνη έφυγαν, καθώς οι στρατιώτες παραμέριζαν, για να τις αφήσουν να περάσουν.

«Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν,» είπε ο Κάβμαρ, και ερεύνησαν την εγκαταλειμμένη πτέρυγα απ’άκρη σ’άκρη, μέχρι που το σούρουπο απλώθηκε πάνω από τη Νουάλβορ και το Παλάτι των Δεκαεννέα Πύργων.

Ο Νόρβορ κοίταζε τους τοίχους και τις πόρτες, μήπως δει πουθενά αίμα, εκεί όπου μπορεί να είχε ακουμπήσει η θεία του· αλλά τίποτα. Μάλλον, είχε καταλάβει ότι άφηνε ίχνη πίσω της και είχε πάψει να χρησιμοποιεί το τραυματισμένο της χέρι για να στηρίζεται, ή ίσως να το είχε τυλίξει με πανί. Όλα αυτά, βέβαια, λαμβάνοντας ως δεδομένο ότι η Νιρκένα είχε περάσει από τούτη την πτέρυγα, γιατί μπορεί και να μην είχε έρθει ποτέ εδώ και να έψαχναν άδικα.

«Πιστεύεις κι εσύ ότι ζει;» ρώτησε ο Κάβμαρ τον Νόρβορ, σε κάποια στιγμή της αναζήτησής τους.

«Υπάρχει μια πιθανότητα,» αποκρίθηκε εκείνος. «Οι θεραπευτές μίλησαν για νεκροφάνεια.»

«Είναι βέβαιο;» Ανησυχία ήταν αυτή στη φωνή του Έπαρχου;

«Ασφαλώς και όχι,» είπε ο Νόρβορ. «Εξάλλου, αν η Πριγκίπισσα ήταν ζωντανή, γιατί να κρύβεται;»

«Αυτό αναρωτιέμαι κι εγώ… Και, βέβαια, καταλήγω στο ότι δεν μπορεί να είναι ζωντανή, όσο κι αν θα το ήθελα.»

Σε φοβίζει το γεγονός ότι υπάρχει έστω και μια πιθανότητα να ζει, σκέφτηκε ο Νόρβορ. Σε φοβίζει το γεγονός ότι μπορεί, αργά ή γρήγορα, να εμφανιστεί και ν’αποκαλύψει τον… δολοφόνο της. Τι θα κάνεις, άραγε, αν τη βρεις κάπου εδώ μέσα; Θα τη σκοτώσεις… για δεύτερη φορά;

Η έρευνά τους, όμως, τελείωσε χωρίς να βρουν τίποτα, και ο Κάβμαρ είπε στον Νόρβορ: «Σε περίπτωση που έχεις κάποιο στοιχείο, μη διστάσεις να μου το μεταφέρεις. Θα ήθελα να συνεργαστούμε σ’ετούτη την αναζήτηση.»

Ο Νόρβορ ένευσε. «Συμφωνώ, Έπαρχε. Θα σας βοηθήσω όσο δύναμαι.»

«Να μου μιλάς στον ενικό, σε παρακαλώ, Νόρβορ,» είπε ο Κάβμαρ. «Σε βλέπω σαν παιδί μου.» Χαμογέλασε, φιλικά.

«Όπως επιθυμείς, θείε.»

*

Ο Ζάνμελ δεν έμεινε πολύ στο κατάστημα της Αϊλρέηκ· όταν τελείωσε τον καφέ του, και είχε συνέλθει από το μεθύσι, της είπε ότι έπρεπε να φύγει. Θα ξαναπερνούσε σύντομα, όμως, υποσχέθηκε. Εκείνη θα ήταν για καιρό στη Νουάλβορ;

«Για κανένα μήνα τουλάχιστον,» απάντησε η Ρουζβάνη. «Θα χαρώ να σε ξαναδώ.»

«Παρομοίως,» είπε ο Ζάνμελ, και πέρασε το κατώφλι της εξώπορτας, ρίχνοντας μια ματιά στην περιοχή όπου βρισκόταν το κατάστημα, για να μην ξεχάσει τη θέση του. Η πινακίδα πάνω από την είσοδό του έγραφε: ΤΑ ΜΑΓΙΚΑ ΤΗΣ ΝΟΤΙΑΣ ΡΟΥΖΒΑΝΗΣ, κάτι το οποίο δεν είχε προσέξει όταν πρωτοήρθε εδώ, ζαλισμένος.

Σίγουρα θα ξαναπεράσω, σκέφτηκε, καθώς έστρεφε την πλάτη του στο μαγαζί και απομακρυνόταν. Η Αϊλρέηκ ήταν ο πιο στενός του σύνδεσμος με το Χέρι, και δε σκόπευε να την εγκαταλείψει σύντομα. Μέχρι που να σκότωνε τον στόχο του, τουλάχιστον, θα τη συναντούσε. Επιπλέον, δεν έβρισκε την παρέα της καθόλου δυσάρεστη· τουναντίον, την έβρισκε πολύ ευχάριστη, έπρεπε να παραδεχτεί. Ίσως πιο ευχάριστη από οποιασδήποτε άλλης γυναίκας είχε γνωρίσει, εξαιρούμενης της Αρχόντισσας Ρικέλθης, την οποία θεωρούσε εξίσου συμπαθητική, όμως λίγο μεγάλη για οτιδήποτε άλλο εκτός από συζήτηση· και ήταν βέβαιος πως κι εκείνη δεν ήθελε τίποτε άλλο μαζί του.

Αναρωτήθηκε αν η Αρχόντισσα ήταν ζωντανή ή αν τα καθάρματα της Δυτικής Περιφέρειας την είχαν σκοτώσει. Να πάρει! Της το είχα πει πως δεν είμαι καλός φρουρός… Της το είχα πει… Τώρα, θα ήταν ή νεκρή ή αιχμάλωτη. Ή ίσως και να είχε δραπετεύσει, με κάποιο τρόπο. Ο Ζάνμελ αναστέναξε. Δεν μπορούσε πια να κάνει τίποτα για την Αρχόντισσα Ρικέλθη. Αυτή η ζωή –η ζωή του Νεκρομέμνονος– είχε τελειώσει για εκείνον…

Ο νους του πήγε στο Παλάτι των Δεκαεννέα Πύργων· έτσι, έστρεψε το βλέμμα του προς τ’ανατολικά και ατένισε, πάνω από όλα τα υπόλοιπα οικοδομήματα της Νουάλβορ, το πανύψηλο παλάτι. Οι πύργοι του μπλέκονταν αναμεταξύ τους, δημιουργώντας κάτι σαν δίχτυ, δύσκολο για το μάτι να το ακολουθήσει από τη μία άκρη ως την άλλη.

Η ζωή μου εκεί τελείωσε. Ο Νεκρομέμνων είναι νεκρός…

Ο Ζάνμελ γύρισε την πλάτη του στο παλάτι και διέσχισε την αγορά προς τα νότια, ακολουθώντας την Οδό Κάρων μέχρις ενός σημείου και, ύστερα, στρίβοντας δυτικά, για να φτάσει, τελικά, στην Κάτω Γέφυρα και να περάσει στη Δυτική Περιφέρεια, η οποία ήταν άλλη πόλη, συγκριτικά με την υπόλοιπη Νουάλβορ.

Τα βήματά του τον οδήγησαν στα λημέρια του Άργκελ του Βασιληά, κι εκεί μια φωνή τον σταμάτησε:

«Καιρός ήταν να παρουσιαστείς!»

Ο Ζάνμελ στράφηκε δεξιά του, για να δει την Αμάντριν να τον κοιτάζει από ένα παράθυρο, ακουμπώντας τους αγκώνες της στο πλαίσιο. Το παράθυρο βρισκόταν στο ισόγειο του χτιρίου, και η απόσταση ανάμεσα σ’εκείνη και τον δολοφόνο δεν ήταν μεγάλη.

«Θέλεις να πεις κάτι;»

«Γιατί άργησες τόσο; Και τι βρήκες;» απαίτησε η Αμάντριν.

«Δε μου έχουν πει ότι πρέπει ν’αναφέρω σ’εσένα,» αποκρίθηκε ο Ζάνμελ. «Καλό σου απόγευμα.» Προχώρησε, αγνοώντας την. Πίσω του, δεν άκουσε απόκριση, ούτε και κανέναν άλλο ήχο.


Κεφάλαιο 17
Φίρθμας: ο Πολέμαρχος στο Στρατώνα

 

Πρώτα, είδαν το παλάτι του Τυράννου να ορθώνεται επάνω στο δασώδες ύψωμα, λουσμένο από το αφύσικο πρωινό φως, που δε φαινόταν να προέρχεται από κάποια πηγή αλλά απ’το ίδιο το στερέωμα. Μετά, αποκαλύφτηκαν τα ψηλά τείχη της Φίρθμας, πρωτεύουσας του Ένρεβηλ, καθώς και η νότιά της πύλη, η Πύλη της Θάλασσας.

Το γρήγορο ταξίδι της ομάδας του Μαύρου Πρίγκιπα είχε φτάσει στο τέλος του, και ο Στρατηγός Άσθαν αισθανόταν αγωνία. Ποτέ ξανά δεν είχε αγωνία πριν από την αρχή μιας μάχης –όχι πλέον, τουλάχιστον–, όμως η παρούσα κατάσταση δεν ήταν ακριβώς «μάχη» στο μυαλό του. Περιλάμβανε όλη αυτή τη μεταμφίεση, που τον έκανε να τη βλέπει περισσότερο ως «κατασκοπία» ή «αποστολή δολοφονίας», και κανένα από τούτα τα δύο δεν τα είχε συνηθίσει.

Η ομάδα αποτελείτο από δώδεκα ανθρώπους στο σύνολό της: από τον Άσθαν, τον Ήλμον, τη Θάρνιν, τον Χάρναλιρ, και άλλους οκτώ μαχητές που ο Μαύρος Πρίγκιπας έδειχνε να εμπιστεύεται με τη ζωή του. Όλοι τους, εκτός από τον Νορβήλιο Στρατηγό, ήταν μεταμφιεσμένοι σαν στρατιώτες με τσακισμένες πανοπλίες και κουρελιασμένες κάπες. Θα παρίσταναν τους επιζήσαντες του απεσταλμένου στρατού του Σάρναλ εναντίον των επαναστατών. Άραγε, θα τους πίστευαν, ή θα τους καταλάβαιναν αμέσως και θα τους εκτελούσαν;

Ο Άσθαν τράβηξε τα ηνία του αλόγου του, μπροστά στην Πύλη της Θάλασσας. «Παραμερίστε!» φώναξε στους πολεμιστές που είχαν συγκεντρωθεί εκεί, για να διακόψουν την πορεία τους.

«Ποιοι είστε;» απαίτησε ένας.

«Είμαι ο Στρατηγός Άσθαν, ο Νορβήλιος. Κι ετούτοι,» έριξε μια γρήγορη ματιά πάνω απ’τον ώμο του, «είναι οι στρατιώτες που απέμειναν από το στρατό μου και το στρατό του Βασιληά.»

«Από τους δέκα χιλιάδες αυτοί απέμειναν;»

Ωχ… Δεν ήταν, τελικά, η μεταμφίεσή τους αρκετά πειστική; «Μας βρήκε μεγάλη πανωλεθρία. Παραμερίστε να περάσουμε!»

Ο πολεμιστής –που, προφανώς, ήταν διοικητής εδώ πέρα– έκανε νόημα στους άλλους να απομακρυνθούν, και ο Άσθαν έμπηξε τα τακούνια των μποτών του στα πλευρά του αλόγου του, περνώντας την πύλη. Ο Πρίγκιπας Ήλμον και οι υπόλοιποι τον ακολούθησαν. Διέσχισαν τους δρόμους της Φίρθμας, περνώντας πάνω από την αρένα και δίπλα από το παλάτι –που ορθωνόταν στην κορυφή του δενδρώδους υψώματος και θα ήταν το δυσκολότερο σημείο να πολιορκήσουν–, και έφτασαν στο στρατώνα, στη βορειοδυτική μεριά της πόλης, όπου η πύλη άνοιξε γι’αυτούς και εκείνοι μπήκαν και αφίππευσαν.

«Στρατηγέ Άσθαν,» ρώτησε κάποιος, «τι συνέβη;»

«Πανωλεθρία,» αποκρίθηκε εκείνος. «Ειδοποιήστε τον Αρχιστράτηγο Φάζναλ. Ζητήστε του να έρθει στη σκηνή μου.» Και βάδισε προς τα εκεί, με τον Ήλμον δεξιά του, τη Θάρνιν αριστερά, και τους υπόλοιπους πίσω του. Οι πάντες είχαν στραμμένα τα βλέμματά τους επάνω τους, και οι ψίθυροι είχαν ήδη αρχίσει: σχολιασμοί και υποθέσεις, σχετικά με το τι μπορεί να είχε συμβεί στη μάχη κοντά στον ποταμό Γάσπαρνηλ.

Αυτό που συνέβη εκεί, σκέφτηκε ο Άσθαν, κοιτάζοντας την αποφασιστική έκφραση στο πρόσωπο του Πρίγκιπά του, θα μοιάζει σαν τίποτα, μπροστά σ’αυτό που θα συμβεί εδώ.

Ο Στρατηγός μπήκε ανάμεσα στις σκηνές των στρατοπεδευμένων μαχητών, και είδε ότι οι στρατιώτες του συγκεντρώνονταν για να κοιτάξουν. Ορισμένοι διοικητές έκαναν να τον ζυγώσουν, αλλά εκείνος τους έγνεψε ν’απομακρυνθούν. Δεν είχε τίποτα να τους πει ακόμα. «Ειδοποιήστε τον Υποστράτηγο Λύβνιρ,» πρόσταξε μόνο. «Τον θέλω στο στρατηγείο μου, αμέσως.»

Όταν έφτασε μπροστά από τη σκηνή-στρατηγείο, είπε σιγανά στον Ήλμον: «Πρίγκιπά μου, οι περισσότεροι πρέπει να μείνουν έξω.» Εκείνος ένευσε. Έτσι, ο Άσθαν παραμέρισε την κουρτίνα της εισόδου και μπήκε, ακολουθούμενος από τον Μαύρο Πρίγκιπα, τη Θάρνιν, και τον Χάρναλιρ.

«Μέχρι στιγμής, όλα πηγαίνουν καλά,» είπε η μέλλουσα Βασίλισσα του Ένρεβηλ.

«Είναι ακόμα νωρίς, για να το πούμε αυτό,» αποκρίθηκε ο Άσθαν, πολύ αγχωμένος για να προσθέσει «Υψηλοτάτη» στα λόγια του ή κάποια άλλη ευγενική προσφώνηση. Για την ακρίβεια, ούτε καν το σκέφτηκε. Ένα πράγμα μονάχα κυριαρχούσε στο νου του: Ο Φάζναλ, ο Αρχιστράτηγος του Τυράννου, έρχεται. Είτε για να μάθει τι συνέβη είτε για να μας συλλάβει.

«Ψυχραιμία,» είπε, αργά, ο Ήλμον. «Αν μας είχαν πάρει είδηση, δε θα είχαμε φτάσει ποτέ ως εδώ.»

Ο Χάρναλιρ κατένευσε, κι ακούμπησε το δεξί του χέρι στη λαβή του θηκαρωμένου του σπαθιού. Μια γυαλάδα υπήρχε στα μάτια του· μια γυαλάδα που απαιτούσε αίμα. Ο ιερέας του Άνκαραζ ανυπομονούσε να υπηρετήσει το θεό του, και έκανε τις τρίχες του Άσθαν να ορθώνονται.

Η είσοδος της σκηνής παραμερίστηκε, και ο Λύβνιρ μπήκε, στρέφοντας το βλέμμα του, κατευθείαν, στο Στρατηγό. Ούτε αυτός είχε αντιληφτεί τη μεταμφίεση των υπόλοιπων. Κι ετούτο πρέπει να είναι καλό σημάδι, γιατί γνωρίζει τον Ήλμον, από παλιά.

Πίσω από τον Υποστράτηγο ήρθε ο Ταχυπομπός Φάλμορ.

«Συνέβη κάτι μη-αναμενόμενο;» ρώτησε ο Λύβνιρ.

«Όχι,» απάντησε ο Ήλμον, βγάζοντας το κράνος του· «όλα πήγαν σύμφωνα με το σχέδιο.»

Ο Λύβνιρ τον κοίταξε, για λίγο, σαν να μην τον αναγνώριζε. Ύστερα, τα μάτια του γούρλωσαν, και υποκλίθηκε. «Υψηλότατε!»

Ο Φάλμορ δεν ήξερε τον αδελφό του Βασιληά Άργκελ, αλλά κατάλαβε αμέσως ποιος πρέπει να ήταν ο μελαχρινός, μυστακοφόρος, γαλανομάτης άντρας αντίκρυ του, και υποκλίθηκε κι εκείνος.

Ο Ήλμον φόρεσε πάλι το κράνος του, ενώ ο Άσθαν έλεγε στον Λύβνιρ: «Ο Αρχιστράτηγος Φάζναλ έρχεται εδώ.»

«Ναι· μου είπαν ότι τον κάλεσες.»

«Ετοίμασε τους στρατιώτες μας· θα επιτεθούμε.»

«Σε ποιους;»

«Στους απομείναντες μαχητές του Σάρναλ.»

«Έχουν έρθει ενισχύσεις από τη Νίλμας και την Έλμας,» τόνισε ο Λύβνιρ.

«Πόσες ενισχύσεις;» ρώτησε ο Ήλμον.

«Δύο χιλιάδες, Πρίγκιπά μου.»

«Μη με λες έτσι, όσο είμαι μεταμφιεσμένος.»

«Μάλιστα.»

«Συνολικά, δηλαδή,» είπε ο Άσθαν, κοιτάζοντας τον Υποστράτηγο, «υπάρχουν τώρα τέσσερις χιλιάδες μαχητές στο στρατώνα, σωστά;»

Εκείνος ένευσε.

«Ετοίμασε τους στρατιώτες μας για μάχη. Αλλά όχι με πολύ φασαρία. Θέλουμε να τους πιάσουμε όσο το δυνατόν πιο απροετοίμαστους.»

Ο Λύβνιρ ένευσε πάλι.

«Πήγαινε τώρα. Κι εσύ, ταχυπομπέ.»

Οι δύο άντρες έφυγαν από τη σκηνή.

«Ο Φάζναλ αργεί,» είπε η Θάρνιν. «Ελπίζω αυτό να μη σημαίνει ότι μας αντιλήφτηκε…»

«Όχι,» αποκρίθηκε ο Ήλμον. «Μάλλον, βρίσκεται στο παλάτι, και η διαδρομή από εκεί ως εδώ δεν είναι μικρή. Μην αφήνετε την αναμονή να φυτεύει σκοτεινές σκέψεις στο νου σας.» Τα λόγια του ήταν προφανές ότι απευθύνονταν σε όλους, όχι μόνο στη Θάρνιν, και ο Άσθαν σκέφτηκε: Ναι, η αναμονή είναι από τους μεγαλύτερους εχθρούς ενός στρατεύματος. Χτυπά στο μυαλό όπως καμια λεπίδα δε χτυπά ως το κόκαλο.

Ο Φάζναλ ήρθε ύστερα από κάποια ώρα, που, μάλλον, δεν ήταν πολλή, αν, όντως, βρισκόταν στο παλάτι όταν τον ειδοποίησαν. Φορούσε μελανό παντελόνι και τουνίκα, πάνω από την οποία έπεφτε ένα μπλε, αμάνικο πανωφόρι που έφτανε ως τους μηρούς του και δενόταν χαλαρά στη μέση του. Τα μάτια του ατένιζαν διαπεραστικά τον Άσθαν, καθώς έμπαινε στη σκηνή.

«Μόνο δώδεκα άνθρωποι επέστρεψαν από το στρατό μου;» είπε, μην κρύβοντας την οργή στη φωνή του. «Πώς είναι δυνατόν, Στρατηγέ; Σας έστησαν παγίδα; Πόσοι ήταν;»

«Η Επανάσταση είναι καλύτερα οργανωμένη απ’ό,τι πιστεύετε, Αρχιστράτηγε,» αποκρίθηκε ο Άσθαν. «Έχουν εξοπλισμούς ανάλογους των δικών μας, και ιππικό. Μας επιτέθηκαν κανονικότατα.»

«Δεν επρόκειτο για παγίδα, δηλαδή;»

«Όχι–»

«Αυτή είναι παγίδα!» Η Θάρνιν τράβηξε το ξίφος της και το έθεσε μπροστά στο λαιμό του Φάζναλ. Την ίδια στιγμή, ο Ήλμον και ο Χάρναλιρ ξεσπάθωναν, επίσης.

«Μην κουν–» άρχισε ο Μαύρος Πρίγκιπας, αλλά ήταν ήδη πολύ αργά· ο Αρχιστράτηγος του Τυράννου χτύπησε το πλατύ μέρος της λεπίδας της Θάρνιν, με μια απότομη κίνηση του πήχη του, παραμερίζοντάς την από εμπρός του και επιχειρώντας να τιναχτεί προς την έξοδο της σκηνής. Το λιγνό του σώμα επιδείκνυε τρομερή ευελιξία και δύναμη.

Ο Ήλμον έκανε να τον αρπάξει απ’τον ώμο, μα εκείνος του γλίστρησε και, πέφτοντας πάνω στην κουρτίνα, βρέθηκε έξω απ’τη σκηνή, φωνάζοντας: «ΠΡΟΔΟΣΙΑ! ΠΡΟΔΟΣΙΑ!»

Ο Μαύρος Πρίγκιπας τον ακολούθησε, και οι υπόλοιποι ακολούθησαν τον Μαύρο Πρίγκιπα. Ο Φάζναλ είχε ήδη τραβήξει το σπαθί του και επιτέθηκε, κάθετα, στον Ήλμον, ο οποίος ύψωσε το δικό του όπλο κι απέκρουσε, κρατώντας το δίλαβα.

«Αααααααααρρρ!» Ο Χάρναλιρ χίμησε καταπάνω στον Αρχιστράτηγο, σπαθίζοντας σαν θύελλα. Εκείνος πετάχτηκε όπισθεν, αποφεύγοντας τη λεπίδα του, η οποία σφύριζε στον αέρα.

Να πάρει! σκέφτηκε ο Άσθαν. Θα χάσουμε το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού. Ύψωσε τη φωνή του, προστάζοντας: «Επίθεση! Επίθεση! Λύβνιρ! Ήρθε η ώρα! Επίθεση!» Δεν έβλεπε πουθενά τον Υποστράτηγό του, μα είδε αρκετούς από τους στρατιώτες του να βγαίνουν από τις σκηνές τους, πάνοπλοι, ενώ ορισμένοι διοικητές διέταζαν άλλους να σηκωθούν και να καταλάβουν το στρατώνα. Ο Λύβνιρ φαίνεται πως αυτούς, τουλάχιστον, είχε προλάβει να τους ειδοποιήσει για το σχέδιο του Στρατηγού. Τελικά, η αργοπορία του Φάζναλ μάς ωφέλησε. Και μ’ετούτη τη σκέψη, ο Άσθαν έστρεψε το βλέμμα του στον Αρχιστράτηγο και τους αντιπάλους του.

Ο Χάρναλιρ ήταν τραυματισμένος στον δεξή μηρό, αλλά εξακολουθούσε να επιτίθεται, σαν κάπρος, κατά του υπηκόου του Τυράννου· το χέρι του δεν έμοιαζε να κουράζεται να κραδαίνει ξέφρενα το σπαθί του. Και τώρα, ο Ήλμον και η Θάρνιν ζύγωναν τον Φάζναλ πλευρικά· ο μπάσταρδος, αναμφίβολα, δεν μπορούσε να νομίζει ότι θα κατάφερνε να τους αντιμετωπίσει και τους τρεις –έπρεπε να παραδοθεί!

«Πέτα το όπλο σου, Αρχιστράτηγε!» του φώναξε ο Άσθαν. «Πέτα το όπλο σου και θα ζήσεις!»

«Έχει δίκιο,» είπε ο Ήλμον. «Είσαι νεκρός, αλλιώς.»

Ο Φάζναλ κοντοστάθηκε, καθώς βρισκόταν περικυκλωμένος. Η ανάσα έβγαινε βαριά από μέσα του.

«Πέτα το σπαθί σου,» πρόσταξε ο Ήλμον.

Τα μάτια του Φάζναλ στένεψαν, ατενίζοντάς τον. «Ποιος διάολος είσαι;»

«Ο Μαύρος Πρίγκιπας.»

«Δεν είσαι μύθος, ώστε…!» γρύλισε ο Αρχιστράτηγος. «Και είσαι, όντως, ο Ήλμον, ο αδελφός του Βασιληά Άργκελ, ε;»

«Ναι. Πέτα το σπαθί σου, τώρα. Η βασιλεία του Σάρναλ τελείωσε.»

«Βιάζεσαι πολύ να γλεντήσεις τη νίκη σου… Μαύρε Πρίγκιπα,» είπε ο Φάζναλ. «Αλλά, ορίστε,» έριξε το όπλο του στο έδαφος, «το πετάω.»

«Δέστε τον,» πρόσταξε ο Ήλμον, κάνοντας νόημα σ’έναν στρατιώτη να πλησιάσει.

Ο Άσθαν πήρε το βλέμμα του απ’αυτούς και το έστρεψε στο στρατώνα, ατενίζοντας τους μαχητές του να επιτίθενται στα οικοδομήματα όπου βρίσκονταν οι ανέτοιμοι πολεμιστές του Τυράννου. Και ήξερε ότι δεν έκανε καλά, που ακόμα στεκόταν εδώ. Έπρεπε να είναι εκεί, μαζί τους.

«Φέρτε μου ένα άλογο!» πρόσταξε, και ένας ιπποκόμος ζύγωσε, τραβώντας ένα άτι από τα χαλινάρια. Ο Άσθαν το καβάλήσε και, τροχάζοντας, πέρασε ανάμεσα από τις σκηνές, ζυγώνοντας τη μάχη, ενώ, συγχρόνως, ξεθηκάρωνε το σπαθί του. Η αντίσταση είχε τσακιστεί στην είσοδο του κεντρικού οικοδομήματος του στρατώνα, και οι μαχητές του είχαν εισβάλει· από μέσα αντηχούσαν οι πολεμικές τους κραυγές, η κλαγγή των όπλων, και τα ουρλιαχτά των ετοιμοθάνατων και των τραυματισμένων.

Κάτι τράβηξε το βλέμμα του Άσθαν σ’ένα από τα παράθυρα του πρώτου ορόφου του χτιρίου. Μια γυναίκα ξεπρόβαλλε εκεί, βαστώντας βαλλίστρα και ψάχνοντας για στόχο. Ο Στρατηγός κράτησε το σπαθί του με το αριστερό χέρι και τράβηξε ένα ξιφίδιο απ’τη ζώνη του, εκτοξεύοντάς το καταπάνω της. Η λεπίδα τη βρήκε στο στήθος και η πολεμίστρια κατέρρευσε, με μια κραυγή. Το βέλος της έσχισε μόνο τον αέρα.

Ο Λύβνιρ πλησίασε τον Άσθαν, έφιππος. «Δεν περίμενα ότι θα πρόσταζες επίθεση τόσο γρήγορα.» Δεν υπήρχε παράπονο ή μομφή στον τόνο της φωνής του, μονάχα έκπληξη.

«Υποχρεώθηκα,» εξήγησε ο Στρατηγός. «Ο Φάζναλ τινάχτηκε έξω απ’τη σκηνή μου, φωνάζοντας ‘Προδοσία’. Δεν τον άκουσες; Νόμιζα ότι όλος ο στρατώνας θα τον άκουσε, έτσι όπως γκάριζε.»

«Άκουσα κάποιον να φωνάζει, μα δεν κατάλαβα τι έλεγε,» αποκρίθηκε ο Λύβνιρ. «Ίσως επειδή ήμουν μέσα σε μια σκηνή, εκείνη την ώρα. Πάντως, αυτοί πρέπει σίγουρα να τον κατάλαβαν.» Έδειξε τους στρατιώτες στις επάλξεις του στρατώνα.

Ο Άσθαν είδε ότι κοντά στα τείχη οι συμπλοκές ήταν άσχημες. Οι μαχητές του δυσκολεύονταν να ρίξουν τους υπερασπιστές από τις θέσεις τους. Οδήγησε το άλογό του προς εκείνη τη μεριά, καλπάζοντας. Αφίππευσε, όταν ήταν κοντά, και πήρε την ασπίδα ενός νεκρού, δένοντάς τη στο αριστερό του χέρι. Η ματιά του έπιασε έναν από τους μαχητές στις επάλξεις να τον αντιλαμβάνεται. Ο Ενρεβήλιος στρατιώτης ύψωσε ένα δόρυ και το έβαλε καταπάνω του· ο Άσθαν, όμως, ύψωσε την ασπίδα που είχε μόλις δέσει και το εξοστράκισε, τρέχοντας προς την πέτρινη σκάλα η οποία οδηγούσε πάνω στα τείχη, και φωνάζοντας στους στρατιώτες του να τον ακολουθήσουν.

Πατώντας σε αιμόφυρτα κουφάρια, ξεκίνησε ν’ανεβαίνει, προσπαθώντας να μη χάσει την ισορροπία του· είναι πολύ εύκολο κανείς να γλιστρήσει επάνω στους νεκρούς και στα αίματα· οι υπερασπιστές άφηναν τα πτώματα εκεί όπου είχαν πέσει για καλύτερη άμυνα. Δύο έβαλαν κατά του Άσθαν, με τις βαλλίστρες τους, και τα βέλη καρφώθηκαν στην ασπίδα του. Ο Στρατηγός συνέχιζε ν’ανεβαίνει, σταθερά, ενώ πίσω του μπορούσε ν’ακούσει τους πολεμιστές του να τον ακολουθούν· δε στράφηκε, όμως, να τους κοιτάξει, γιατί ήξερε ότι δεν έπρεπε ν’αποσπά την προσοχή του από τους αντιπάλους του.

Δύο δορυφόροι –όσοι, δηλαδή, χωρούσαν δίπλα-δίπλα στη σκάλα– στάθηκαν στο διάβα του, ενώ ένας τρίτος βρισκόταν πίσω τους και περνούσε το δικό του δόρυ ανάμεσά τους, το ίδιο –ή ίσως και περισσότερο– επικίνδυνος μ’αυτούς. Ο Άσθαν απέκρουσε τα χτυπήματά τους με την ασπίδα του, και τους σπάθισε ξανά και ξανά, χτυπώντας τις δικές τους ασπίδες, και σπάζοντας ένα αρκετά μεγάλο κομμάτι από τη γωνία μίας.

Ένας συμπολεμιστής του ήρθε πλάι του, κρατώντας οπλισμένη βαλλίστρα και πατώντας τη σκανδάλη. Το βέλος καρφώθηκε στο μάτι του δορυφόρου με τη γερή ασπίδα, κι εκείνος σωριάστηκε, με το κράνος του γεμάτο αίμα. Ο Άσθαν χτύπησε το δόρυ του στρατιώτη που βρισκόταν πίσω από τους δύο πρώτους και τώρα προσπαθούσε να έρθει μπροστά· η λεπίδα του Νορβήλιου Στρατηγού πέτυχε το όπλο στη μέση και το έκοψε. Την ίδια στιγμή, ο άλλος Ενρεβήλιος κάρφωνε το δόρυ του στο στήθος του βαλλιστροφόρου, ο οποίος πάσχιζε να οπλίσει.

Ο Άσθαν γρύλισε και διαπέρασε τον πολεμιστή με τη σπασμένη ασπίδα στα πλευρά, ενώ μπορούσε να δει κι άλλους να κατεβαίνουν τη σκάλα. Ένας από τους στρατιώτες του τον πλησίασε, κρατώντας ασπίδα και δόρυ και τρυπώντας τον μαχητή με το κομμένο όπλο στο λαιμό.

«Επάνω!» φώναξε ο Άσθαν, σκαρφαλώνοντας. «Επάνω!» Ένα βέλος καρφώθηκε στην υψωμένη του ασπίδα. «Επάνω!»

Το ξίφος του έκοψε άλλο ένα δόρυ και, στη συνέχεια, χτύπησε το κράνος του αντιπάλου, χωρίς να το σπάσει, αλλά κάνοντάς τον να χάσει τις αισθήσεις του από την πρόσκρουση.

«Επάνω!» Ο Άσθαν πάτησε τον πεσμένο άντρα, παρατηρώντας πως είχε φτάσει σχεδόν στην κορυφή της σκάλας. Δίπλα του, ο σύμμαχός του σκότωνε έναν άλλο δορυφόρο, ενώ κάποιοι που βρίσκονταν κάτω έριχναν, με τις βαλλίστρες τους, στις επάλξεις, αναχαιτίζοντας τους εχθρούς και καλύπτοντας τους συντρόφους τους.

Ο Άσθαν βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο μ’έναν πολεμιστή, μόλις έφτασε στο ανώτατο σημείο της σκάλας. Ο άντρας βαστούσε ξίφος στο δεξί χέρι και ασπίδα στ’αριστερό, και επιτέθηκε αμέσως στον Νορβήλιο, πετυχαίνοντάς τον στον ώμο και σπάζοντας ένα κομμάτι από την πανοπλία του εκεί, χωρίς όμως να τον τραυματίσει. Ο Άσθαν απέκρουσε το δεύτερο χτύπημα του εχθρού και τον έσπρωξε όπισθεν, για να κάνει χώρο στους στρατιώτες του να περάσουν, οι οποίοι απλώθηκαν σαν καταιγίδα στις επάλξεις, κραυγάζοντας νικητήρια.

Ο αντίπαλος του Στρατηγού παραπάτησε, μα δεν έπεσε. Ο Άσθαν τον σπάθισε, κάθετα. Εκείνος σήκωσε την ασπίδα του· το λεπίδι μπήχτηκε μέσα της, και κόλλησε. Ο Νορβήλιος δεν μπόρεσε να το τραβήξει έξω, και ο πολεμιστής τού επιτέθηκε, μανιασμένα. Ο Άσθαν απέκρουσε, αλλά αναγκάστηκε να πισωπατήσει, και ν’αφήσει το όπλο του πάνω στην ασπίδα του εχθρού. Καταράστηκε τώρα τον εαυτό του, που είχε πετάξει το ξιφίδιο στη ζώνη του.

Ο αντίπαλος κοπάνησε την ασπίδα του, δυνατά, πάνω στις πέτρες των επάλξεων, ελευθερώνοντας το σπαθί και, συγχρόνως, εκτοξεύοντάς το κάτω, στους δρόμους της Φίρθμας. Στα μάτια του υπήρχε μια λάμψη εκδικητικής ικανοποίησης. Στρατηγέ Άσθαν, έλεγαν, μας πρόδωσες, αλλά τώρα θα πληρώσεις το τίμημα της προδοσίας!

Το ξίφος του πολεμιστή σφύριξε στον αέρα. Ο Άσθαν πισωπάτησε, αποκρούοντας. Με την άκρια της όρασής του, είδε το δόρυ ενός νεκρού. Τον πλησίασε και έσκυψε, για να πιάσει το όπλο. Ο αντίπαλος, όμως, τον κοπάνησε, με την ασπίδα του, στο κεφάλι, σωριάζοντάς τον. Το χέρι του Άσθαν έκλεισε πάνω στο στέλεχος του δόρατος. Ο πολεμιστής τού πάτησε τον καρπό, ανέστρεψε το ξίφος του, και το σήκωσε πάνω απ’το λαιμό του Νορβήλιου. Η ασπίδα του Άσθαν τον χτύπησε στο δεξί γόνατο, κάνοντάς τον να παραπατήσει, με μια κραυγή, και ο Στρατηγός άρχισε να σηκώνεται, νιώθοντας τα δάχτυλα του δεξιού του χεριού σχεδόν παράλυτα από το πάτημα της βαριάς μπότας του εχθρού του.

Ο Ένρεβήλιος πολεμιστής έριξε το βάρος στο αριστερό του πόδι, ενώ, συγχρόνως, όρθωσε το σπαθί του. Μια λεπίδα, όμως, τον βρήκε στα πλευρά, και σκόνταψε, γλίστρησε στα αίματα, και βρέθηκε στο χείλος των επάλξεων.

Ο Μαύρος Πρίγκιπας ύψωσε το ξίφος του, με τα δύο χεριά, και το κατέβασε προς τον ζαλισμένο εχθρό. Αυτός πρόλαβε να σηκώσει το δικό του όπλο και ν’αποκρούσει. Οι λεπίδες τους διασταυρώθηκαν, καθώς οι δύο άντρες σχεδόν κρέμονταν πάνω από το κενό, ο ένας σε φανερά πλεονεκτικότερη θέση από τον άλλο. Ο Ήλμον πίεσε το σπαθί του κατά του αντιπάλου του, κι εκείνος άρχισε να γλιστρά προς τα κάτω.

Τότε, συνέβη κάτι απρόσμενο: Ο Ενρεβήλιος πολεμιστής βοήθησε κι ο ίδιος τον εαυτό του να κυλήσει –και άρπαξε τον πήχη του Πρίγκιπα, την τελευταία στιγμή, με το αριστερό του χέρι. Ήθελε να τον πάρει μαζί του στο θάνατο: να τσακιστούν κι οι δύο στο πλακόστρωτο.

Ο Άσθαν –που είχε τώρα σηκώσει το ξίφος ενός νεκρού– έπιασε τον Ήλμον από τον ώμο και σπάθισε το χέρι του εχθρού, κόβοντάς το από τον αγκώνα κι αφήνοντάς τον να πέσει μόνος. Ο Στρατηγός αντιλαμβανόταν πως ήταν τυχερός που, εκείνη την ώρα, η ασπίδα του πολεμιστή βρισκόταν από κάτω και όχι πάνω, αλλιώς τα πράγματα θα ήταν πολύ πιο δύσκολα.

«Ευχαριστώ, Άσθαν,» είπε ο Ήλμον, λαχανιασμένα.

«Πρίγκιπά μου,» αποκρίθηκε μόνο εκείνος, κλίνοντας το κεφάλι.

Ο Μαύρος Πρίγκιπας κοίταξε τη μάχη προς όλες τις κατευθύνσεις, και ο Άσθαν ακολούθησε το βλέμμα του. Δε φαινόταν να μένουν άλλοι υπερασπιστές στις επάλξεις. Οι Νορβήλιοι στρατιώτες τούς είχαν διώξει ή σκοτώσει όλους. Μέσα από τα οικοδομήματα του στρατώνα, όμως, και κυρίως από το κεντρικό οικοδόμημα, εξακολουθούσαν να ακούγονται ιαχές. Οι Ενρεβήλιοι εκεί είχαν πιαστεί ανέτοιμοι, μα δεν είχαν ηττηθεί ακόμα. Ωστόσο, ο Άσθαν δεν αμφέβαλε ότι, σύντομα, θα κατατροπώνονταν. Ο Αρχιστράτηγος Φάζναλ είχε προσπαθήσει να χαλάσει το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού για τους Νορβήλιους, αλλά δεν είχε καταφέρει και πολλά.

Ο Στρατηγός κατέβηκε, προσεκτικά, από τις επάλξεις, και ο Πρίγκιπας Ήλμον ήρθε πίσω του.

Κάτω, τους περίμενε η Θάρνιν, με μια φαρέτρα περασμένη στον ώμο κι ένα τόξο στο δεξί χέρι. «Ο Χάρναλιρ είναι μέσα,» τους πληροφόρησε, δείχνοντας το κεντρικό οικοδόμημα του στρατώνα.

Και τότε, στο μυαλό του Άσθαν ήρθε η Λερβάρη. Οι νικητές ίσως να την έπιαναν και να τη βίαζαν, αν την έβρισκαν μέσα. Και, με έναν ιερέα του Άνκαραζ μαζί τους, αυτό –καθώς και κάθε άλλου είδους βίαιη πράξη– ήταν περισσότερο πιθανό.

Δε θα το επιτρέψω, όμως! Έτρεξε στην είσοδο του κεντρικού οικοδομήματος και πέρασε κάτω από την αψίδα, αποφεύγοντας τα κουφάρια των δύο φρουρών που στέκονταν εκεί προτού οι στρατιώτες του επιτεθούν. Συνέχισε να τρέχει, αγνοώντας όλους τους πολεμιστές που συναντούσε, νεκρούς ή ζωντανούς, και ψάχνοντας για την υπηρέτρια.

«Λερβάρη!» φώναζε. «Λερβάρη!» Αλλά απάντηση δεν έπαιρνε. Δε με ακούει; αναρωτιόταν. Ή την έχουν σκοτώσει;

Απρόσμενα, κάποιος του χίμησε απ’τα δεξιά, καθώς διέσχιζε έναν άδειο διάδρομο. Ύψωσε το ξίφος του κι απέκρουσε το σπαθί της Ενρεβήλιας πολεμίστριας. Το πρόσωπο της γυναίκας ήταν χτυπημένο· αίμα έτρεχε από την αριστερή μεριά του κεφαλιού της, καλύπτοντας το μάτι της και κάνοντάς τα ξανθά της μαλλιά να κολλάνε στο δέρμα της. Ο Άσθαν την έσπρωξε όπισθεν, στέλνοντάς τη πάνω στον τοίχο. Εκείνη τράβηξε ένα ξιφίδιο, ώστε τώρα να βαστά ένα όπλο στο δεξί χέρι κι ένα στο αριστερό. Και του επιτέθηκε. Ο Άσθαν απέκρουσε, με την ασπίδα του, και τη σπάθισε στον ώμο, σωριάζοντάς την. Η γυναίκα, όμως, τον χτύπησε, με το ξιφίδιό της, και τον πέτυχε στη δεξιά κνήμη, σπάζοντας την περικνημίδα του και σχίζοντας παντελόνι και σάρκα. Ο Στρατηγός κατέβασε το σπαθί του στο κεφάλι της, κι εκείνη δεν ξανακινήθηκε.

Ο Άσθαν συνέχισε να βαδίζει γρήγορα μέσα στους διαδρόμους και τα δωμάτια του οικοδομήματος, φωνάζοντας το όνομα της Λερβάρης.

«Στρατηγέ,» του είπε ένας διοικητής του, πλησιάζοντάς τον. «Τι θέλετε;»

«Είδες μια υπηρέτρια; Κοντή, ξανθιά, στρογγυλοπρόσωπη;»

Ο άντρας κούνησε το κεφάλι. «Δε θυμάμαι, Στρατηγέ. Ίσως.»

Ο Άσθαν γρύλισε κάτω απ’την ανάσα του. «Αν τη δεις, σταμάτησέ τη. Τη θέλω. Και κανένας να μην την πειράξει· με καταλαβαίνεις;»

«Μάλιστα, Στρατηγέ.»

«Τη λένε Λερβάρη.»

Ο Άσθαν απομακρύνθηκε από τον διοικητή, ψάχνοντας. Πού μπορεί να πήγε; Πού μπορεί να πήγε, αν φοβήθηκε και ήθελε να κρυφτεί; Και μετά, η σκέψη πέρασε απ’το νου του: Θα μπορούσε να πήγε στο δωμάτιό μου;

Έτρεξε, ανεβαίνοντας σκάλες κι αποφεύγοντας κουφάρια που έμοιαζαν αποφασισμένα να του βάλουν τρικλοποδιά, ενώ φώναζε «Παραμερίστε! Παραμερίστε!» σ’όποιους στρατιώτες του συναντούσε.

Όταν έφτασε στο διάδρομο όπου βρισκόταν η πόρτα του δωματίου του, κατάλαβε ότι μια συμπλοκή ήταν εν εξελίξει. Αρκετοί από τους πολεμιστές του είχαν συγκεντρωθεί εδώ και προσπαθούσαν να αντιμετωπίσουν κάποιους οι οποίοι ήταν οχυρωμένοι σε δύο δωμάτια –κανένα από τα οποία δεν ήταν το δικό του, ευτυχώς.

Η πόρτα, όμως, του δωματίου του δεν ήταν κλειστή, πράγμα που σήμαινε ότι οι στρατιώτες είχαν εισβάλει. Ο Άσθαν πέρασε το κατώφλι, χωρίς να καθυστερήσει καθόλου, και μέσα είδε δύο άντρες να τραβάνε τη Λερβάρη, σκίζοντας τα ρούχα της. Η ντουλάπα παραδίπλα ήταν ανοιχτή· τελικά, η κοπέλα είχε έρθει εδώ για να κρυφτεί, όπως εκείνος είχε υποθέσει.

«Σταματήστε!» πρόσταξε ο Άσθαν.

Οι στρατιώτες στράφηκαν στο μέρος του, αιφνιδιασμένοι. Η Λερβάρη ξέφυγε απ’τα χέρια τους κι έτρεξε κοντά του, πέφτοντας στα γόνατα και τυλίγοντας τα χέρια της γύρω απ’τη μέση του. Έτρεμε ολόκορμη· ο Άσθαν αισθανόταν το τρέμουλό της σαν σεισμό επάνω του.

«Στρατηγέ…» είπε ο ένας από πολεμιστές, και τον χαιρέτησαν κι οι δύο.

«Η κοπέλα είναι δική μου.»

«Μας συγχωρείτε, Στρατηγέ. Δεν το ξέραμε.»

«Βγείτε έξω,» πρόσταξε ο Άσθαν, κάνοντας νόημα με το κεφάλι.

Οι άντρες βγήκαν, περνώντας γρήγορα από δίπλα του.

Εκείνος βοήθησε τη Λερβάρη να σηκωθεί. Τα πρόσωπό της ήταν δακρυσμένο. «Κανείς δε θα σε πειράξει,» της ψιθύρισε· «μη φοβάσαι.»

«Χα!» αντήχησε μια χλευαστική φωνή πίσω του. «Τι σημαίνει τούτο, Στρατηγέ; Αρνείσαι στους μαχητές σου τη λεία που δικαιωματικά τους ανήκει; Ο Κύριός μας δε θα συμφωνούσε…»

Ο Άσθαν στράφηκε, για ν’αντικρίσει τον Χάρναλιρ να στέκεται στο κατώφλι του δωματίου του. Το σπαθί του ιερέα ήταν βουτηγμένο στο αίμα, μέχρι τη λαβή, κι εκείνος δε φαινόταν πρόθυμος να το σκουπίσει ακόμα. Η όψη του προσώπου του ήταν τρομακτική, κι ακόμα τρομακτικότερη ήταν η λάμψη στα μάτια του. Στο στέρνο του βρισκόταν το σύμβολο του πορφυρού, ακτινοβόλου ξίφους. Ο Χάρναλιρ είχε προλάβει να φορέσει τον χιτώνα του πριν από τη μάχη, ή κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια αυτής.

«Τους είπα: η κοπέλα είναι δική μου,» αποκρίθηκε ο Άσθαν.

«Θα μπορούσε, κάλλιστα, να είναι και δική σου,» είπε ο Χάρναλιρ. «Διαφωνείς να μοιράζεσαι τα λάφυρα με τους συμπολεμιστές σου, Στρατηγέ;»

Η Λερβάρη είχε κρυφτεί πίσω από τον Άσθαν, και κοίταζε τον ιερέα πάνω απ’τον ώμο του.

«Χάσου από μπροστά μου, σκύλε του Άνκαραζ…!» μούγκρισε, χαμηλόφωνα, ο Άσθαν, κάνοντας έκδηλη την απειλή στα λόγια του με το ύψωμα του σπαθιού του.

«Πώς τολμάς να μου μιλάς έτσι, Στρατηγέ;» αντιγύρισε ο Χάρναλιρ. «Θα έπρεπε να προσεύχεσαι στον Πολέμαρχο, για την αίσια έκβαση της μάχης, όχι να προσβάλλεις, με το βλάσφημο στόμα σου, τους ιερωμένους της Πανισχυρότητάς του.

»Μπορείς, ωστόσο, να επανορθώσεις για το κρίμα σου.» Τα μάτια του ιερέα στένεψαν. «Δώσε μου την κοπέλα, να τη μοιραστώ όπως αρμόζει…»

Ο Άσθαν αισθάνθηκε την ψυχραιμία του να τον εγκαταλείπει· ήθελε να κάνει το καταραμένο κάθαρμα κομμάτια! Πήρε, όμως, μια βαθιά ανάσα και αποκρίθηκε, μέσα από σφιγμένα δόντια: «Βγες από το δωμάτιο, Χάρναλιρ. Τώρα!»

«Δεν μπορείς να με προστάζεις εμένα, στρατιώτη,» είπε ο ιερέας. «Και οφείλεις να με αποκαλείς ‘Σεβασμιότατε’. Με καταλαβαίνεις;» γκάριξε, τινάζοντας τα αίματα του σπαθιού του προς τον Άσθαν και πιτσιλίζοντας το πρόσωπό του. «Τώρα, δώσε μου την πουτάνα σου!»

«ΡΡΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΡΡΡΡΡΡ!» Η αυτοκυριαρχία του Άσθαν τον είχε πλέον εγκαταλείψει· χίμησε καταπάνω στον Χάρναλιρ, σπαθίζοντας κάθετα, για να του χωρίσει το κεφάλι στη μέση.

Οι λεπίδες τους συγκρούστηκαν, και ο ιερέας σπρώχτηκε όπισθεν, βγαίνοντας από την πόρτα και κολλώντας στον τοίχο του διαδρόμου, από τη δύναμη με την οποία ο Στρατηγός έπεσε πάνω του. Τα σπαθιά τους εξακολουθούσαν να είναι διασταυρωμένα, και ο Άσθαν πίεζε τον Χάρναλιρ στις πέτρες του τοίχου, σαν να ήθελε να τον λιώσει.

«Θα σε ταΐσω στα κοράκια!» βρυχήθηκε.

«ΑΣΘΑΝ!»

Η φωνή έπεσε στον διάδρομο σαν αστροπελέκι, και όλοι όσοι κοιτούσαν τον Στρατηγό και τον ιερέα να μάχονται στράφηκαν, για να κοιτάξουν τον Μαύρο Πρίγκιπα, ο οποίος πλησίαζε.

«Απομακρύνσου, Άσθαν! Σε διατάζω να απομακρυνθείς!»

Ο Άσθαν έπαψε να πιέζει τη λεπίδα του πάνω στη λεπίδα του Χάρναλιρ, και έκανε μερικά βήματα πίσω. Το βλέμμα του, όμως, εξακολουθούσε να είναι εχθρικό.

«Θα μπορούσα να μάθω τι συμβαίνει;» ρώτησε ο Πρίγκιπας Ήλμον, βγάζοντας το κράνος του και κρατώντας το, δίλαβα, εμπρός του.

«Ο Στρατηγός δείχνει ασέβεια προς τα θεία, Πρίγκιπά μου,» είπε ο Χάρναλιρ.

«Θα σε παλουκώσω ζωντανό, σκύλε!» γρύλισε ο Άσθαν, δείχνοντάς τον, με το ξίφος του.

«Στρατηγέ Άσθαν,» είπε, έντονα, ο Ήλμον, «ηρέμησε και θηκάρωσε το όπλο σου!» Τον ατένισε, με το γαλανό του βλέμμα, περιμένοντάς τον να υπακούσει.

Ο Άσθαν θηκάρωσε, μα δεν μπορούσε να ηρεμήσει, ύστερα απ’αυτό που είχε συμβεί. Τα σκυλιά του Άνκαραζ προσπαθούσαν πάλι να ανελιχθούν στην εξουσία. Γιατί ο Πρίγκιπας τούς το επέτρεπε; Μπορούμε να νικήσουμε ετούτο τον πόλεμο και χωρίς αυτούς!

«Πείτε μου τώρα τι συμβαίνει,» απαίτησε ο Ήλμον.

«Θέλω να κρατήσω αυτή την κοπέλα για τον εαυτό μου,» δήλωσε ο Άσθαν, ρίχνοντας ένα γρήγορο βλέμμα προς το δωμάτιό του.

«Και λοιπόν;»

«Την άρπαξε από τους στρατιώτες, Πρίγκιπά μου,» εξήγησε ο Χάρναλιρ. «Ο Άρχων της Μάχης θα δυσαρεστηθεί από τούτο, και φοβάμαι μην χαρίσει τη νίκη στον εχθρό.»

«Ας το ριψοκινδυνέψουμε,» αποκρίθηκε μόνο ο Ήλμον. Και προς τον Άσθαν: «Έλα μαζί μου, Στρατηγέ.»

Εκείνος δίστασε.

«Χωρίς άλλη κουβέντα.»

Ο Άσθαν έκανε νόημα στη Λερβάρη να πλησιάσει. Η κοπέλα βγήκε, δειλά, από το δωμάτιο, κρατώντας τα κουρελιασμένα ρούχα τυλιγμένα επάνω της και αποφεύγοντας να κοιτάξει τον Χάρναλιρ.

Ο Μαύρος Πρίγκιπας στράφηκε, αρχίζοντας να βαδίζει, και ο Άσθαν κι η Λερβάρη τον ακολούθησαν.


Κεφάλαιο 18
Η Βάπτιση του Αίματος

 

Η εξαφάνιση του ήλιου παραξένεψε την Πάρνα. Επέστρεφε από τη μονομαχία της με την Τέμμιθα, διασχίζοντας τα δάση της περιοχής του Λύκαρχου Άρκβιν, και είχε σταματήσει το μεσημέρι, για να ξεκουραστεί, να φάει, και ν’αλλάξει τον επίδεσμο στον αριστερό της ώμο. Πρώτα απ’όλα αυτά, φυσικά, θα έκανε το τελευταίο· έτσι, έβγαλε την τουνίκα της και έλυσε τον παλιό επίδεσμο. Άνοιξε το φλασκί της (το οποίο είχε γεμίσει το πρωί από μια πηγή) και έριξε νερό στο τραύμα, για να το καθαρίσει. Απ’ό,τι έβλεπε, πήγαινε καλύτερα· σε λίγες ημέρες, πρέπει να μπορούσε να κινήσει το χέρι της πάλι όπως πρώτα.

Ήταν έτοιμη να τραβήξει έναν καινούργιο επίδεσμο από το σάκο της, όταν αισθάνθηκε κάτι. Αρχικά, αδυνατούσε να το προσδιορίσει, όμως γνώριζε τόσο καλά ετούτα τα δάση, που αντιλήφτηκε αμέσως ότι μια αλλαγή είχε επέλθει, σαν κάποιος να είχε ρίξει ένα πέπλο γύρω της. Σαν να της είχε κάνει μάγια…

Η Πάρνα ορθώθηκε, κοιτάζοντας τριγύρω κι αφουγκραζόμενη. Το περιβάλλον ήταν ακριβώς όπως το θυμόταν· οι ίδιες εικόνες, οι ίδιοι ήχοι. Όμως η αλλαγή εξακολουθούσε να υφίσταται: μια ηρεμία… μια γαλήνη, που δεν είχε νιώσει ποτέ ξανά στη ζωή της.

Και τότε ήταν που, ανάμεσα από τις φυλλωσιές, παρατήρησε τον ήλιο να ξεθωριάζει. Βλεφάρισε, πιστεύοντας ότι τα μάτια της της έπαιζαν παιχνίδια· αλλά, όχι, δεν επρόκειτο για παιχνίδι: ο ήλιος χανόταν! Η Πάρνα σκαρφάλωσε, γρήγορα, σε ένα δέντρο, χωρίς να δέσει τον ώμο της με καινούργιο επίδεσμο, χωρίς καν να φορέσει την τουνίκα της· και, όταν βρισκόταν επάνω, στο ψηλότερο σημείο που μπορούσε να φτάσει, ατένισε τον ουρανό δίχως τίποτα να την εμποδίζει. Ο ήλιος είχε πλέον ξεθωριάσει τόσο που μόλις ήταν διακριτός. Η Πάρνα δεν καταλάβαινε τι είχε συμβεί. Δεν υπήρχαν σύννεφα για να τον κρύψουν· απλά εξαφανιζόταν! λες και βυθιζόταν μέσα στον ουρανό, όπως κάποιος που πέφτει σ’ένα ποτάμι βυθίζεται στο νερό του, ώσπου αυτοί που τον κοιτάζουν από την όχθη να μην μπορούν πια να τον δουν. Παρομοίως ο ήλιος χάθηκε από τα μάτια της Πάρνα, και τις επόμενες ημέρες δεν επέστρεψε, ενώ η αφύσικη γαλήνη των δασών, διαρκώς, δυνάμωνε· ή, τουλάχιστον, έτσι εκείνη νόμιζε.

Τα βράδια πρόσεξε και κάτι ακόμα: Το φεγγάρι είχε, επίσης, εξαφανιστεί· μονάχα τ’αστέρια είχαν μείνει, αλλά κι αυτά δεν ήταν όπως η Πάρνα τα θυμόταν. Στο Ανάκτορο του Αρχέγονου Σεληνόφωτος, στη Βόλγκρεν, σκαρφάλωνε πολλές φορές σε εγκαταλειμμένα μπαλκόνια και ταράτσες –σε σημεία που κανείς άλλος δεν τολμούσε ν’ανεβεί– και ξάπλωνε, ανάσκελα, τη νύχτα, ατενίζοντας τον ουρανό. Έτσι, είχε παρατηρήσει τους αστερισμούς. Πρώτα, τους είχε δει και, μετά, είχε αναρωτηθεί για τα ονόματά τους, και, ζητώντας από τον Σέλφελιν να της δώσει σχετικά βιβλία από τη βιβλιοθήκη, τα είχε μάθει. Τους ήξερε όλους: το Σημείο της Μεγάλης Μητέρας (ένας κύκλος αστέρων, με ένα μεγάλο, φωτεινό άστρο στο κέντρο), την Κεφαλή του Λύκου, το Πόδι του Λύκου, την Ουρά του Λύκου, το Τόξο της Κυνηγού, το Στέμμα της Ευγενούς, την Ασπίδα της Προστάτιδας, τη Ρομφαία της Βασίλισσας του Πολέμου, το Πλοίο της Υδατοκυράς, την Πνοή της Ανεμοκυράς, και άλλα. Δεν υπήρχε αστερισμός που να μην τον γνωρίζει· μικρούς και μεγάλους, τους είχε βρει· τους είχε ανακαλύψει μόνη της, στον ουρανό. Επομένως, αντιλαμβανόταν πολύ καλά ότι ο ουρανός που ατένιζε τώρα δεν ήταν ο ίδιος ουρανός, παρά κάποιος άλλος, άγνωστος νυχτερινός θόλος. Και τούτο την τρόμαζε. Τι είχε συμβεί στον κόσμο; Η Πάρνα αδυνατούσε να το κατανοήσει. Προσπάθησε να θυμηθεί όλα όσα είχε διδαχτεί, ως Λυκομύστης, μα βρήκε ότι τίποτα απ’αυτά δεν μπορούσε να δώσει μια εξήγηση. Μετά, έφερε στο νου της θρύλους και μύθους, παλιούς και νέους, αλλά πάλι στο ίδιο κατέληξε: τίποτα δεν μπορούσε να εξηγήσει την εξαφάνιση του ήλιου και του φεγγαριού, ούτε την αλλαγή των αστερισμών. Τέλος πάντων, σκέφτηκε. Όταν φτάσω στο άντρο του Σάρενλιν, θα το συζητήσω με τους υπόλοιπους Λύκαρχους. Ίσως εκείνοι να έχουν βρει μια απάντηση· ή μια πιθανή απάντηση, τουλάχιστον.

Μια νύχτα, η Πάρνα ονειρεύτηκε. Είχε ξαπλώσει επάνω σ’ένα στρώμα από μούσκλια και, στον ύπνο της, νόμιζε ότι το στρώμα αυτό την καταβρόχθιζε, αργά-αργά, ρουφώντας την εντός του. Ξύπνησε, τρομαγμένη, και σηκώθηκε και πήγε να κοιμηθεί αλλού. Όμως ο ύπνος δεν κατάφερε να την πάρει· και η σιγαλιά των δασών, για πρώτη φορά στη ζωή της, την αγρίευε.

Όταν έφτασε στο άντρο του Σάρενλιν ήταν πρωί. Στάθηκε κι έβγαλε τη Φωνή των Λύκων, για ν’ανακοινώσει τη νίκη της κατά της Τέμμιθα. Οι φύλακες του μέρους έτρεξαν για να γνωστοποιήσουν τον ερχομό της, περνώντας σαν σκιές πίσω από τους κορμούς και τα φυλλώματα.

Η Πάρνα μπήκε στο ξέφωτο με τα λυκόμορφα αγάλματα, και είδε τον Σάρενλιν να την περιμένει εκεί, στεκόμενος ανάμεσα στα μεγάλα σώματα δύο πέτρινων λύκων. Το άγριό του πρόσωπο δεν ήταν όπως συνήθως, ήρεμο και αποφασιστικό· έμοιαζε να τον προβληματίζει κάτι, να τον ανησυχεί. Τι μπορεί, όμως, να ήταν αυτό που τον προβλημάτιζε ή τον ανησυχούσε; Η εξαφάνιση του ήλιου;

«Συγχαρητήρια, Λύκαρχε Πάρνα,» είπε, ανέκφραστα.

Εκείνη βάδισε, αργά, προς το μέρος του, διασχίζοντας το ξέφωτο, ενώ, συγχρόνως, ένιωθε πως κάτι έλειπε. Δεν έπρεπε, κανονικά, να την περιμένουν περισσότεροι εδώ; Αν μη τι άλλο, δεν έπρεπε να την περιμένει ο Θόρενλορ;

«Ευχαριστώ,» αποκρίθηκε στον Σάρενλιν, στεκόμενη δύο βήματα απόσταση απ’αυτόν.

«Αναμφίβολα, δε θα έχεις μάθει τα νέα…»

«Ποια νέα;» ρώτησε η Πάρνα. Και έκανε μια υπόθεση: «Δε θα γίνει η σύναξη;»

Ο Σάρενλιν κούνησε το κεφάλι. «Όχι. Πάμε να καθίσουμε, και θα σου εξηγήσω.»

Την οδήγησε στην αίθουσα συγκεντρώσεων του άντρου του, η οποία φωτιζόταν από μια ζωηρή φωτιά στο λάκκο στο κέντρο της, και ήταν άδεια, εκτός από έναν άνθρωπο: τον Σάρτνιν, που, μόλις είδε την Πάρνα, ορθώθηκε και την πλησίασε.

Εκείνη ετοίμασε τον εαυτό της για το οτιδήποτε, γιατί ο Σάρτνιν ήταν εραστής της Τέμμιθα και πιθανώς να είχε εξοργιστεί με το θάνατό της. Τα μάτια της Πάρνα κοιτούσαν τα χέρια του, σε περίπτωση που ο άντρας τραβούσε κάποιο όπλο, μέσα στην οργή του, ή πού επιχειρούσε να τη χτυπήσει. Όμως τίποτα από αυτά δε συνέβη· αντιθέτως, ο Σάρτνιν χαμογέλασε, και χρησιμοποίησε μόνο το δεξί του χέρι, για να το προτείνει προς το μέρος της.

«Συγχαρητήρια,» είπε. «Κατά κάποιο τρόπο, το ήξερα ότι θα νικούσες.»

Ο άνθρωπος ήταν ανυπόφορος! Η Πάρνα δεν μπορούσε να το πιστέψει αυτό που έβλεπε. Θα το θεωρούσε απόλυτα φυσιολογικό αν της επιτιθόταν· αν προσπαθούσε να τη χτυπήσει, να τη σκοτώσει· εξάλλου, εκείνη είχε στείλει την ερωμένη του στον κόσμο των νεκρών. Όχι, όμως, ο Σάρτνιν δεν έμοιαζε να ενδιαφέρεται καθόλου για το θάνατο της Τέμμιθα. Αυτό που φαινόταν να τον ενδιαφέρει ήταν να αποκτήσει νέα ερωμένη: την Πάρνα, που από παλιά είχε στο μάτι, για λόγους τους οποίους εκείνη δεν καταλάβαινε. Σίγουρα, η ίδια δεν του είχε δώσει κανένα απολύτως δικαίωμα!

«Ευχαριστώ,» του είπε, ψυχρά, χωρίς να σφίξει το χέρι του. Τον προσπέρασε και κάθισε οκλαδόν στο χαλί της αίθουσας, αφήνοντας τα πράγματα και τα όπλα της παραδίπλα.

Ο Σάρενλιν πήρε θέση αντίκρυ της, και ο Σάρτνιν ανάμεσά τους, σε ίση απόσταση από τον καθένα. Η όψη του φανέρωνε μια κάποια απογοήτευση. Τι στους Τρεις Νυχτοδαίμονες περίμενε; απόρησε η Πάρνα, ότι θα τον έπαιρνα στο κρεβάτι μου ως έπαθλο νίκης κατά της Τέμμιθα;

«Η συγκέντρωση που είχε οργανώσει ο Θόρενλορ δε θα γίνει,» είπε ο Σάρενλιν. «Για διάφορους λόγους.» Η προσοχή της Πάρνα στράφηκε στα λόγια του Λύκαρχου. «Κατ’αρχήν, το αντικείμενο της συζήτησής μας –η Νίθρα Ρίνκιλ– έφυγε: πήγε στη Βόλγκρεν και έλυσε την πολιορκία εκεί–»

«Πώς;»

«Έριξε τη δυτική πύλη, με μια της προσταγή· έτσι, οι υπερασπιστές έμειναν ακάλυπτοι και τη δέχτηκαν στην πόλη τους, ώστε να διαπραγματευτούν. Κι εκείνη, ασφαλώς, τους Έπεισε να παραδοθούν.»

«Δηλαδή, η μητέρα μου παραδόθηκε στον Έπαρχο Τάκμιν;» έκανε η Πάρνα, έκπληκτη. Δεν το περίμενε αυτό από την Αρχόντισσα Ομάλθα. Τι της είχε κάνει η Νίθρα; Την είχε μαγέψει;

«Ναι,» απάντησε ο Σάρενλιν, «και επέτρεψε στο στράτευμά του να περάσει από τη Βόλγκρεν και να προελάσει προς την Έρλεν, αφήνοντας πίσω του ορισμένους μαχητές, ως δυνάμεις κατοχής.»

«Και η Νίθρα; Πήγε μαζί με τον Έπαρχο;»

«Ασφαλώς. Μας πρόδωσε,» είπε ο Σάρενλιν. «Αλλά αυτό δεν είναι το μόνο μας πρόβλημα τώρα: Ο Τάκμιν έχει, επίσης, στείλει τρεις χιλιάδες από τους στρατιώτες του νότια, στο άντρο του Θόρενλορ.»

Η Πάρνα καταράστηκε κάτω απ’την ανάσα της. Γιαυτό ο Θόρενλορ δεν είναι εδώ. Ήταν υποχρεωμένος να επιστρέψει στις περιοχές του.

«Πώς έμαθε πού έπρεπε να ψάξει;»

«Θέλει κι ερώτημα; Η Νίθρα τον πληροφόρησε. Εγώ σας το έλεγα από την αρχή ότι δεν την εμπιστευόμουν. Ο Νουτκάλι είναι ο δικός μας καθοδηγητής, ενώ εκείνης ο Φανλαγκόθ, ο οποίος είναι εχθρός του. Κι επιπλέον, δεν είναι Λυκολάτρισσα· εξακολουθεί να υπηρετεί τη Λιάμνερ Κρωθ, που καταράστηκε τον Κύριό μας.»

Αυτή ήταν, λοιπόν, που σκότωσε τον Δόλβεριν; Αυτή ήταν που τον οδήγησε σε παγίδα; Οι γροθιές της Πάρνα σφίχτηκαν. Ο Δόλβεριν ήταν ιδανικός για μας· ιδανικός για να άρχει στο Νούφρεκ, και να ανυψώσει τη λατρεία του Λύκου. Ιδανικός για μένα… Αισθανόταν την οργή της να την πνίγει. Πήρε μια βαθιά ανάσα και προσπάθησε να μιλήσει σταθερά.

«Τι θα γίνει τώρα;» ρώτησε τον Σάρενλιν. «Έχετε κάποιο σχέδιο;»

«Το αρχικό μας σχέδιο –να εξολοθρεύσουμε τα μαντρόσκυλα της Λιάμνερ Κρωθ καθώς θα τρώγονται αναμεταξύ τους– δεν πήγε και τόσο καλά, με την παράδοση της Βόλγκρεν–»

«Εννοώ κάποιο άλλο σχέδιο! Κάποιο καινούργιο σχέδιο!»

Το βλέμμα που της έριξε ο Σάρενλιν την έκανε να συνειδητοποιήσει ότι είχε μιλήσει απότομα και δυνατά, χωρίς λόγο. Ή, μάλλον, υπάρχει λόγος. Έχω κάθε λόγο να είμαι θυμωμένη. Αλλά όχι με τον Σάρενλιν· όχι τώρα με τον Σάρενλιν.

Η Νίθρα Ρίνκιλ έφταιγε για όλα. Η Νίθρα Ρίνκιλ.

«Με συγχωρείς,» είπε. «Απλά ρωτάω.»

Ο Σάρενλιν ένευσε, καταλαβαίνοντας. «Κι εγώ έτσι ήμουν στην αρχή. Εξοργισμένος. Τώρα, είμαι προβληματισμένος.»

«Έχεις στείλει να βοηθήσουν τον Θόρενλορ;»

«Ναι.»

«Και πώς πηγαίνει ο πόλεμος στα νότια;»

«Έτσι κι έτσι, απ’ό,τι μαθαίνω.»

«Τι πρέπει να κάνω εγώ;» είπε η Πάρνα.

Ο Σάρενλιν την κοίταξε παραξενεμένος. Ποτέ άλλοτε δεν τον είχε ρωτήσει τι έπρεπε να κάνει. Τώρα, όμως, είμαι τόσο χαμένη… σαν το σύμπαν να άλλαξε όσο μονομαχούσα με την Τέμμιθα.

«Αυτό, καλύτερα, να το αποφασίσεις μόνη σου.»

«Δεν υπάρχει γενικότερο σχέδιο, ετούτη τη φορά;»

«Φοβάμαι πως όχι,» είπε ο Σάρενλιν. «Περίμενα τον Νουτκάλι, μήπως έρθει και μας μιλήσει, όμως δεν έχει φανεί…»

«Δε θα έπρεπε να περιμένεις αυτόν για καθοδήγηση. Δες πού καταλήξαμε με τις συμβουλές του!»

«Δεν έφταιγε ο Νουτκάλι. Ο αντίπαλός του, ο Φανλαγκόθ, έφταιγε. Ο Νουτκάλι είναι μαζί μας.»

Η Πάρνα δεν το πίστευε τούτο. Δεν πίστευε ότι κανένας από αυτούς τους δύο ήταν μαζί τους. Κι οι δύο τούς εκμεταλλεύονταν, για να επιτύχουν τους προσωπικούς τους σκοπούς. Αλλά δεν είχε νόημα τώρα να το συζητά αυτό με τον Σάρενλιν· τα είχαν πει και τα είχαν ξαναπεί, και ο ένας αδυνατούσε να πείσει τον άλλο.

Έγλειψε τα χείλη της. «Με τον ουρανό τι συμβαίνει;»

«Αναφέρεσαι στην εξαφάνιση του ήλιου…»

«Και του φεγγαριού, και των αστερισμών.»

«Των αστερισμών;»

«Ναι,» είπε η Πάρνα. «Δεν το έχεις προσέξει; Τ’αστέρια έχουν αλλάξει θέσεις.»

Ο Σάρενλιν κούνησε το κεφάλι. «Όχι, δεν το είχα προσέξει. Έχω καιρό ν’ατενίσω, ανέμελα, προς τα επάνω.»

«Πώς εξηγούνται όλ’αυτά;»

«Μακάρι να ήξερα. Ετούτος είναι άλλος ένας λόγος για τον οποίο θα ήθελα να μιλήσω με τον Νουτκάλι.

»Αλλά δεν είναι μόνο ο ουρανός που έχει αλλάξει, Πάρνα…»

Εκείνη ένευσε. «Καταλαβαίνω τι εννοείς. Υπάρχει μια γαλήνη στη Φύση…»

«Ναι. Μια γαλήνη που δεν είχα ποτέ ξανά αισθανθεί. Επιπλέον, συνέβη και κάτι τελείως αλλόκοτο χτες βράδυ: Ένας από τους Λυκολάτρες μου κοιμόταν, με την πλάτη ακουμπισμένη σ’ένα δέντρο, και άρχισε να χάνεται, να γίνεται σκιά, μέχρι που ένας άλλος τον σκούντησε και τον ξύπνησε.»

«Να γίνεται σκιά; Τι πάει να πει αυτό;»

«Ακριβώς όπως το ακούς. Ο άνθρωπος έχανε την υλική του υπόσταση.»

«Μήπως, οι άλλοι νόμιζαν ότι–;»

«Όχι,» τη διαβεβαίωσε ο Σάρενλιν, «δεν ήταν παιχνίδι του φωτός. Κι εγώ, στην αρχή, το ίδιο έλεγα, αλλά, τελικά, κατάλαβα ότι είχαν δίκιο. Δεν μπορεί τρεις άνθρωποι να είδαν, συγχρόνως, την ίδια ψευδαίσθηση.»

«Όταν εκείνος ξύπνησε, τι είπε;»

«Ότι έκαναν λάθος, γιατί ο ίδιος δεν είχε αισθανθεί τίποτα παράξενο. Κι ακόμα αυτό υποστηρίζει, ωστόσο δε νομίζω ότι το πιστεύει πλέον· υπάρχει ένας φόβος στα μάτια του.»

«Και να υποθέσω πως κανείς δεν ξέρει τι προκάλεσε το φαινόμενο της… σκιοποίησης του συγκεκριμένου ανθρώπου;»

Ο Σάρενλιν ένευσε. «Όμως εικάζω πως ίσως να συνδέεται με την εξαφάνιση του ήλιου.»

«Πώς;»

«Το διαισθάνομαι. Δεν μπορώ να το αιτιολογήσω καλύτερα.»

Η Πάρνα έμεινε αμίλητη, για μερικές στιγμές, ατενίζοντας τις φλόγες μέσα στο λάκκο. Και ο νους της στράφηκε, ακούσια, σε πιο γήινα ζητήματα από την εξαφάνιση του ήλιου. Σκέφτηκε τον Θόρενλορ, τον Δόλβεριν, την οικογένειά της, και –τη Νίθρα. Τη Νίθρα. Τι θα γινόταν μ’αυτήν; Τι πρέπει να κάνω; Αν έχει σκοτώσει τον Δόλβεριν– που, μάλλον, τον έχει σκοτώσει· ύστερα από την προδοσία της προς εμάς, δεν υπάρχει αμφιβολία για τούτο– Αν τον έχει σκοτώσει, τι πρέπει να κάνω; Τι πρέπει να κάνω, μετά από όσα έκανε εναντίον μας;

«Θέλεις να ξεκουραστείς, Πάρνα;» τη ρώτησε ο Σάρενλιν, σπάζοντας τη σιγή.

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνη, «πρέπει να ξεκουραστώ. Γιατί το βράδυ θα Βαπτίσω δύο Δόντια.»

*

Η Πάρνα στεκόταν στο κέντρο του ξέφωτου με τα λυκόμορφα αγάλματα, μόνη, βαστώντας ένα ξιφίδιο σε κάθε χέρι. Ήταν ντυμένη ελαφριά, όπως απαιτούσε η Βάπτιση του Αίματος, φορώντας μια αμάνικη, λεπτή τουνίκα και ένα πέτσινο, στενό παντελόνι. Τα γυμνά της πόδια πατούσαν γερά στο κρύο χώμα. Τα μακριά, καστανά της μαλλιά ήταν δεμένα σε σφιχτό κότσο πίσω απ’το κεφάλι της.

«Ελπίζω να έχεις καλό λόγο γι’αυτό που σκοπεύεις να κάνεις,» της είχε πει ο Σάρενλιν, «γιατί ο Κύριός μας δε σκορπά τα δώρα του.»

«Αν μου δώσει τη δύναμή του, σημαίνει πως ο λόγος μου ήταν αρκετά καλός για εκείνον,» είχε αποκριθεί η Πάρνα, και η συζήτηση είχε τελειώσει εκεί. Δε χρειαζόταν να αιτιολογηθεί στον Σάρενλιν, παρά μόνο στον Μέγα Λύκο.

Ύψωσε το κεφάλι και έβγαλε το Κάλεσμα των Λύκων από το λαιμό της. Γύρω της, φωτιές ήταν αναμμένες ανάμεσα στα λυκόμορφα αγάλματα, σχηματίζοντας το κεφάλι ενός λύκου.

Η Πάρνα περίμενε, αφουγκραζόμενη τη σιγαλιά: αυτή την καινούργια, ασυνήθιστη σιγαλιά των δασών, η οποία, σύντομα, διαλύθηκε από δυνατό τρέξιμο και αλυχτήματα.

Αουουουου. Αουουουουου. Αουουουουουουουουουου.

Τα ουρλιαχτά αντηχούσαν στ’αφτιά της, πλησιάζοντας. Και ο ήχος τους έγινε ο μοναδικός ήχος του σύμπαντος. Οι λύκοι έρχονταν. Ο χρόνος έπαψε να μετρά.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Η Πάρνα κοιτά το έδαφος και, μόλις ακούει τα γρήγορα πόδια να τη ζυγώνουν, υψώνει το βλέμμα κι αντικρίζει τους λύκους. Δύο, με μάτια που γυαλίζουν μέσα στη νύχτα. Περνούν σα δαιμονισμένοι ανάμεσα από τις φωτιές, σαν κατεχόμενοι από το Πνεύμα του Κυρίου της, και χιμούν καταπάνω της, πηδώντας, με τα σαγόνια ορθάνοιχτα και τα στόματά τους να στάζουν σάλιο.

Η Βάπτιση του Αίματος έχει αρχίσει.

Η Πάρνα μπήγει τα ξιφίδιά της στο πετσί του πρώτου λύκου και τον σπρώχνει, ενώ, συγχρόνως, ο άλλος δαγκώνει τον ώμο της, τον τραυματισμένο της ώμο, αλλά γλιστρά και πέφτει πίσω της. Η Πάρνα τραβά τις λεπίδες της έξω από τη σάρκα του πρώτου νεκρού της αντιπάλου· το αίμα τις έχει βάψει ως τη λαβή, και η Λύκαρχος νομίζει ότι μπορεί να αισθανθεί την ισχύ του Άρχοντά της να φορτίζει τα όπλα. Ένα γαργαλητό έχει γεμίσει τις παλάμες της, που σφίγγουν τις λαβές.

Ωστόσο, δεν αφήνει το συναίσθημα να την παρασύρει. Πάραυτα, στρέφεται στον άλλο λύκο, για να τον δει να πηδά καταπάνω της. Προλαβαίνει να σηκώσει το ένα της ξιφίδιο και να τον καρφώσει… μα όχι θανάσιμα. Το εξαγριωμένο ζώο τη σωριάζει και πέφτει επάνω της, σχίζοντας την τουνίκα της, με τα νύχια του, και γρυλίζοντας μπροστά στο πρόσωπό της· η ανάσα του καίει το δέρμα της. Η Φωτιά του Λύκου.

Αουουουουουου. Αουουουουουου.

Η Πάρνα ακούει κι άλλους να έρχονται. Ο Κύριός της είναι διψασμένος για αίμα απόψε. Δικό της αίμα, και αίμα των πλασμάτων του. Κι εκείνη είναι πρόθυμη να τον ποτίσει, μέχρι να κορεσθεί η δίψα του. Καρφώνει και το άλλο της ξιφίδιο στη σάρκα του λύκου από πάνω της· το μπήγει ως τη λαβή, μέσα στο στήθος του, σπρώχνοντάς τον πίσω, απομακρύνοντας τα δόντια του από το πρόσωπό της. Τα νύχια του γρατσουνίζουν το αριστερό της στήθος. Η Πάρνα λυγίζει το γόνατό της και τον κλοτσά, στέλνοντάς τον στο πλάι, αιμόφυρτό.

Προσπαθεί να ορθωθεί, γρήγορα, για ν’αντιμετωπίσει τους νέους της αντιπάλους, μα δεν προλαβαίνει· το βλέπει πως δεν προλαβαίνει. Οι τρεις λύκοι έρχονται καταπάνω της, από διαφορετικές κατευθύνσεις, ενώ εκείνη βρίσκεται ακόμα γονατισμένη στο δεξί γόνατο. Πρέπει, λοιπόν, να αγωνιστεί έτσι.

Οι δύο θα έρθουν πρώτοι· τους παρατηρεί να τρέχουν περισσότερο από τον τρίτο. Τους περιμένει, σφίγγοντας τα ξιφίδια στα χέρια της, νιώθοντας το γαργαλητό στις παλάμες της, και όχι μόνο: τώρα, έχει εξαπλωθεί στους καρπούς και στους πήχεις της· οι λεπίδες μοιάζουν να πάλλονται από τη δύναμη του Μεγάλου Λύκου, να ζωντανεύουν.

Μερικές τρίχες έχουν ξεφύγει απ’τον κότσο της και πέφτουν στο πρόσωπό της. Η Πάρνα τις αγνοεί, καθώς κοιτάζει τους αντιπάλους να έρχονται. Τα πάντα κινούνται με αργό ρυθμό, σαν μέσα σε όνειρο.

Και μετά, το όνειρο τελειώνει απότομα· θρυμματίζεται. Η επίθεση πραγματοποιείται. Κι εκείνη χτυπά. Το ένα της ξιφίδιο βρίσκει τον πρώτο λύκο κάτω απ’το σαγόνι· το άλλο καρφώνει τον δεύτερο πλάι απ’το δεξί μπροστινό του πόδι. Τα γρυλίσματά τους τη ζαλίζουν. Νύχια τη χτυπούν, διαγράφοντας πορφυρές λωρίδες στο σώμα της. Τα σαγόνια του δεύτερου λύκου κλείνουν πάνω στον αριστερό της πήχη. Η Πάρνα γρυλίζει σαν τα θηρία που μάχεται, και τραβά το ένα της ξιφίδιο έξω από την κάτω γνάθο του πρώτου της θύματος, ενώ συγκρατεί με δύναμη το άλλο όπλο· αν το χάσει, ο Κύριός της θα το θεωρήσει αποτυχία, και δε θα το ευλογήσει.

Ο τρίτος λύκος ορμά, βρυχούμενος σαν δαίμονας-εκδικητής.

Η Πάρνα καρφώνει το ξιφίδιο της στο μάτι εκείνου που έχει δαγκώσει τον πήχη της. Αίμα εκτοξεύεται· το κεφάλι του λύκου τινάζεται όπισθεν: τα σαγόνια του την ελευθερώνουν. Ο τρίτος αντίπαλος πέφτει στους ώμους της, σωριάζοντάς την. Πηγαίνει για το λαιμό. Η αριστερή λεπίδα της Πάρνα τον βρίσκει στο στόμα. Ο λύκος εξαγριώνεται· τα νύχια του τη γδέρνουν στους ώμους και στο στήθος, σχίζοντας ύφασμα και δέρμα. Εκείνη κραυγάζει άναρθρα, και τον καρφώνει, επανειλημμένα, με τα ξιφίδιά της, παλεύοντας να τον πετάξει από πάνω της, να τον σκοτώσει, να σταματήσει την ύπαρξή του, να τον εξαφανίσει!

Τα όπλα τραντάζονται μέσα στις γροθιές της –έχουν ζωντανέψει!– και πετούν φλόγες, καθώς χτυπούν το πετσί του λύκου. Η δύναμη του Κυρίου της τα έχει φορτίσει. Ο αντίπαλός της σωριάζεται επάνω της, νεκρός. Η Πάρνα τον παραμερίζει, και νιώθει τη μάνητα να περνά, τον χρόνο ν’αρχίζει πάλι να μετρά.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Γύρισε στο πλάι και διπλώθηκε, αφήνοντας τις λαβές των ξιφιδίων απ’τα χέρια της. Οι παλάμες της την έκαιγαν, αλλά αυτό ήταν το λιγότερο που αισθανόταν. Ο πόνος διαπερνούσε όλο της το σώμα, παραλύοντάς την, και η Πάρνα αμφέβαλλε αν θα μπορούσε τώρα να μιλήσει, σε περίπτωση που κάποιος την πλησίαζε και τη ρωτούσε αν ήταν καλά. Κανείς, όμως, δεν την πλησίασε για να τη ρωτήσει τίποτα, γιατί έτσι η Βάπτιση το απαιτούσε: Ο πολεμιστής όφειλε να σηκωθεί μόνος του και να φύγει από το Κεφάλι της Φωτιάς. Και ίσως να υπήρχε κάποιος λόγος γι’αυτό, συνειδητοποιούσε τώρα η Πάρνα· κάποιος λόγος πέραν του θρησκευτικού. Επειδή, αναμφίβολα, κανένας δε θα ήθελε να τον πλησιάσουν μια τέτοια στιγμή, ύστερα από έναν τόσο ψυχοφθόρο και σωματοφθόρο αγώνα.

Η Πάρνα δεν είχε ξαναζήσει τη Βάπτιση του Αίματος. Είχε δει άλλους να τη ζουν· είχε δει τον Δόλβεριν να τη ζει· μα η ίδια δεν την είχε ζήσει, και σκεφτόταν ότι μόνο τώρα μπορούσε να κατανοήσει την εμπειρία ετούτη. Σε καμία άλλη περίπτωση δε θα ήταν ποτέ δυνατόν να την κατανοήσει κάποιος.

Μετά από ώρα, βρήκε τη δύναμη να σηκωθεί. Πήρε τα Δόντια του Λύκου από κάτω –βλέποντας το ατσάλι τους να ιριδίζει σαν ζωντανό– και ορθώθηκε. Βγήκε από τον κύκλο, με αργά βήματα, παραπατώντας.

Ο Σάρτνιν την πλησίασε, περνώντας το χέρι του γύρω απ’τη μέση της. «Άσε με να σε βοηθήσω–»

«Όχι!» Η Πάρνα τον έσπρωξε, με τον αγκώνα. «Μείνε μακριά.»

Προχώρησε προς το κατάλυμά της μέσα στο άντρο του Σάρενλιν. Στο δρόμο, είδε αρκετούς Λυκολάτρες να την παρατηρούν, αλλά δε μίλησε σε κανέναν· τους αγνόησε όλους, μέχρι που έφτασε στο κρεβάτι της, όπου και σωριάστηκε, ακουμπώντας τα Δόντια του Λύκου πλάι της.

Μύριζε αίμα και ιδρώτα, και οι πληγές της την πονούσαν, τη δάγκωναν. Πρέπει να σηκωθώ. Να δέσω τα τραύματά μου και να πλυθώ. Πίεσε τις παλάμες της πάνω στο στρώμα, σπρώχνοντας το σώμα της.

«Λύκαρχε…»

Το βλέμμα της στράφηκε στην είσοδο, όπου στεκόταν μια γυναίκα. «Τι θέλεις;» τη ρώτησε, ξερά.

«Να σε βοηθήσω, Λύκαρχε, με τα τραύματά σου,» είπε εκείνη. Ήταν ψηλή και κοκαλιάρα, με μακριά, μαύρα, σγουρά μαλλιά. Φορούσε σκούρο-μπλε φόρεμα και πράσινη κάπα, και στα πόδια της υπήρχαν μπότες. Από τη ζώνη της κρεμόταν ένα ξιφίδιο.

«Πέρνα,» αποκρίθηκε η Πάρνα, καθίζοντας, μετά δυσκολίας, στην άκρη του κρεβατιού. Παρατήρησε ότι τα σεντόνια είχαν γεμίσει από το αίμα της.

Η γυναίκα μπήκε, φέρνοντας μαζί της μια σκάφη με καθαρό νερό και ένα σάκο με βοτάνια. Βοήθησε τη Λύκαρχο να βγάλει την κουρελιασμένη της τουνίκα και άρχισε να περιποιείται τις πληγές της, πλένοντας και επιδένοντάς τες. Το τραύμα στον αριστερό ώμο της Πάρνα –το τραύμα που της είχε προκαλέσει το βέλος της Τέμμιθα– είχε ανοίξει πάλι, και χρειαζόταν φροντίδα από την αρχή.

«Αυτό δεν το έκαναν οι λύκοι, σωστά;» είπε η γυναίκα.

«Όχι,» απάντησε η Πάρνα. «Είναι από τη μονομαχία.»

«Μάλιστα… Τα υπόλοιπα είναι μόνο γδαρσίματα· μπορεί να τσούζουν, αλλά δεν πρόκειται για τίποτα το σημαντικό, Λύκαρχε. Το σοβαρότερο τραύμα είναι στον πήχη σου. Δάγκωμα, υποθέτω…»

Η Πάρνα ένευσε.

«Θα πρότεινα να μην κουράζεις το αριστερό σου χέρι τις επόμενες δέκα ημέρες. Και να προσέχεις, επίσης, τα γδαρσίματα να μην ξανανοίξουν ή μολυνθούν.»

«Ναι…»

Η γυναίκα ορθώθηκε. «Θέλεις να σου φέρω κάτι; Φαγητό; Ποτό;»

«Όχι,» είπε η Πάρνα, «τίποτα.»

«Καληνύχτα, τότε,» αποκρίθηκε η γυναίκα, και έφυγε.

Η Πάρνα ξάπλωσε, ανάσκελα. Το σώμα της ήταν βαρύ από την κούραση και τα τραύματα. Το ίδιο και το μυαλό της.

Κοιμήθηκε, και ονειρεύτηκε.

Ο Δόλβεριν μαχόταν εναντίον των Κτηνών των Βάλτων, μέσα σε περιβάλλον σκοτεινό, γεμάτο με νερά, αρρωστιάρικα δέντρα, κληματσίδες, και ομίχλες. Στα χέρια του γυάλιζαν δύο Δόντια του Λύκου. Γύρω του, τα Κτήνη γρύλιζαν και ορμούσαν. Έμοιαζαν με λύκους –τεράστιους, τερατώδεις λύκους–, αλλά δεν ήταν. Δεν ήταν τίποτα το φυσικό. Και έτρεμαν τη δύναμη του Κυρίου του Δόλβεριν, καθώς τα όπλα του τα χτυπούσαν, εκτοξεύοντας φωτιές, όποτε έρχονταν σε επαφή με το τρίχωμά τους.

Ο Πρίγκιπας, όμως, αγωνιζόταν χωρίς να έχει αντιληφτεί τον κίνδυνο πίσω του. Μια σκιερή γυναικεία φιγούρα τον ζύγωνε, με ένα ξιφίδιο υψωμένο. Η Πάρνα ήξερε ότι υπήρχε δηλητήριο επάνω στη λεπίδα –κάπως, το ήξερε– και φώναξε: «Δόλβεριν, πρόσεχε! Πρόσεχε!» Μα εκείνος δεν την άκουσε, και το ξιφίδιο της σκοτεινής γυναίκας τον χτύπησε στην πλάτη, σωριάζοντάς τον ανάμεσα στα Κτήνη.

«Δόλβεριν!»

Η Πάρνα είχε ξυπνήσει. Μέσα στο κατάλυμά της, στο άντρο του Λύκαρχου Σάρενλιν. Δεν ήταν στους βάλτους. Ονειρευόταν. Ο Δόλβεριν, όμως, ήταν νεκρός· αυτό δεν ήταν όνειρο. Και εκείνη τον είχε σκοτώσει: η Νίθρα. Τον είχε μαχαιρώσει στην πλάτη.

Η Πάρνα σηκώθηκε από το κρεβάτι και γέμισε μια κούπα με νερό από την κανάτα. Ήπιε βαθιά, γιατί αισθανόταν το στόμα της ξεραμένο.

Αύριο, σκέφτηκε, επιστρέφω στη Βόλγκρεν… να δούμε τι έχει να μου πει η μητέρα για τη Νίθρα. Της φαινόταν περίεργο που η Αρχόντισσα Ομάλθα είχε πειστεί ν’αφήσει το στράτευμα του Τάκμιν να περάσει από την πόλη της. Οι Ομιλητές ποτέ δεν το έβρισκαν εύκολο να την κάνουν ό,τι ήθελαν· ακόμα κι ο Αρχιδιπλωμάτης Βάνκελιν, ο Πρώτος του Τάγματός τους, δεν μπορούσε να τη μετακινήσει από τις αποφάσεις της. Αναρωτιέμαι, Νίθρα, πόσο ισχυρά είναι αυτά τα μαγικά σου…


Κεφάλαιο 19
Η Νεκάς

 

Όπως είχε υποσχεθεί ο Έσριλαν, δε χρειάστηκαν πάνω από τρεις ημέρες για να διασχίσουν τον παλιό δρόμο και να φτάσουν στη Νίζβερ. Αυτές, όμως, οι τρεις ημέρες ήταν αλλόκοτες και τρομακτικές. Ο οδηγός ήθελε να κρατήσει τους δύο συνταξιδιώτες του μακριά από τους κινδύνους που καραδοκούσαν σε τούτα τα μέρη, κι έτσι τους πήγαινε σε κρυψώνες και δύσβατα σημεία, ενώ στην απόσταση μπορούσαν ν’ακούσουν ουρλιαχτά και βρυχηθμούς θηρίων. Αλλά οι κίνδυνοι δεν ήταν μόνο τα ζώα. Το δεύτερο απόγευμα, όταν ο Έσριλαν τούς είχε κρύψει σε μια σπηλιά, στην κορυφή ενός λόφου, αντίκρισαν από κάτω τους μια ομάδα από οκτώ άντρες, οι οποίοι, πέραν κάθε αμφιβολίας, ήταν ληστές. Φορούσαν βαριές κάπες και ρούχα, για να προστατεύονται από το κρύο, και είχαν διάφορα όπλα: τόξα, τσεκούρια, ρόπαλα, σπαθιά, ξιφίδια, τα περισσότερα από τα οποία, μάλιστα, πιθανώς να ήταν φτιαγμένα από τους ίδιους. Ευτυχώς, δεν είδαν τον Έσριλαν και τους συντρόφους του· και, όταν έφυγαν, η Ζιάλα μπόρεσε πάλι να αναπνεύσει.

Το ταξίδι επάνω σ’αυτό τον τρισκατάρατο δρόμο (που μόνο δρόμος δεν ήταν!) την είχε τρομοκρατήσει πολύ περισσότερο από όλα όσα είχε περάσει για να φτάσει μέχρι εδώ –και δεν είχε περάσει λίγα. Είχε ζήσει την πολιορκία της Έριγκ από τις δυνάμεις του προδότη Άρχοντα Μόρντεναρ, είχε φυλακιστεί στη Ντίλρομ, είχε δραπετεύσει από εκεί, είχε διασχίσει βουνά, είχε διαμείνει σε ένα άντρο των επαναστατών του Ένρεβηλ, και είχε δει τον ήλιο να χάνεται από τον ουρανό. Παρ’όλα αυτά, όμως, οι σπασμένες και ραγισμένες πλάκες του δρόμου, τα δέντρα που φύτρωναν επάνω του, οι άτσαλες πέτρες που τον διέκοπταν, τα υψώματα και τα χαμηλώματά του, τα ρηχά, βρόμικα ρυάκια που τον διέσχιζαν κάθετα πού και πού, και οι κίνδυνοι που παραφυλούσαν γύρω του την τρομοκρατούσαν όσο τίποτα. Γιατί δεν ήξερε τι ακριβώς έπρεπε να φοβάται· το μόνο που ήξερε ήταν ότι έπρεπε, διαρκώς, να βρίσκεται στην τσίτα. Ο δρόμος τής έμοιαζε στοιχειωμένος, και τα νεύρα της πήγαιναν να σπάσουν.

Ο Κάφελ, αντιθέτως, δεν είχε επηρεαστεί από το σκοτεινό περιβάλλον. Η Νίζβερ βρισκόταν κοντά πλέον, και, με κάθε του βήμα, ερχόταν ακόμα κοντύτερα. Τα άλλα ήταν αμελητέα. Θηρία, ληστές, στοιχειά, κανένα νόημα δεν είχαν. Ο Έσριλαν θα φρόντιζε γι’αυτούς τους κινδύνους, και ο Έσριλαν ήταν καλός στη δουλειά του· ο Κάφελ δε φοβόταν μην κάνει λάθος ο οδηγός τους. Η Νίζβερ ήταν κοντά! Κι εκεί θα έπαιρνε την απάντησή του. Ή θα κατάφερνε να θεραπεύσει το χέρι του ή όχι. Αλλά θα μάθαινε, τουλάχιστον.

Το βράδυ της δεύτερης ημέρας, λίγες ώρες αφότου είχαν ξεφύγει από τους ληστές και είχαν κατασκηνώσει δίχως φωτιά (γιατί οι κάτοικοι ετούτων των περιοχών πιθανώς να μην ήταν πολύ μακριά), η Ζιάλα είπε: «Έσριλαν, έχεις προσέξει ότι οι αστερισμοί δεν είναι οι ίδιοι;»

Ο οδηγός τους, που ήταν κουκουλωμένος στην κάπα του και καθισμένος κάτω από ένα χοντρόκορμο δέντρο, κατένευσε, μουγκρίζοντας θετικά.

«Γιατί δε μας το είπες;» ρώτησε η Ζιάλα, η οποία βρισκόταν μέσα στην κουφάλα ενός άλλου, πραγματικά τεράστιου δέντρου, μαζί με τον Κάφελ, και προσπαθούσαν να αλληλοζεσταθούν ετούτη την κρύα νύχτα.

«Δεν υπήρχε λόγος,» αποκρίθηκε μόνο ο Έσριλαν. «Κοιμηθείτε τώρα. Θα ξεκινήσουμε με την αυγή.»

Με την αυγή δεν ξεκινάμε πάντα; σκέφτηκε η Ζιάλα, αλλά δεν είπε τίποτα, προτιμώντας να παραμείνει σιωπηλή. Εξάλλου, μ’αυτή την παγωνιά που έκανε απόψε, δεν είχε και πολύ όρεξη για κουβέντες.

«Έχουν αλλάξει τ’αστέρια;» τη ρώτησε ο Κάφελ, εκπλήσσοντάς την, γιατί ήταν, γενικά, σιωπηλός τον τελευταίο καιρό.

«Όχι τα ίδια τ’αστέρια. Οι σχηματισμοί τους. Να δες…» Έβγαλε –με κάποιο δισταγμό– το χέρι της μέσα από την κουβέρτα και την κάπα, για να δείξει έξω απ’την κουφάλα. «Εκεί θάπρεπε, κανονικά, να βρίσκεται το Τόξο, εκεί το Ξίφος του Πολέμαρχου, εκεί η Ανάσα του Βάνραλ–»

«Ξέρεις τους αστερισμούς καλά, ε;»

«Ναι. Εσύ δεν τους ξέρεις;»

«Όχι.»

«Μας τους είχε μάθει η Ιέρεια Ριλάνα.»

«Και τώρα, δεν υπάρχει κανένας απ’αυτούς στον ουρανό;»

«Όχι,» τον διαβεβαίωσε η Ζιάλα, «κανένας. Πρέπει να χάθηκαν, μαζί με τον ήλιο και το φεγγάρι. –Λες να ονειρευόμαστε, Κάφελ;»

«Τι εννοείς;»

«Δε σου μοιάζουν όλ’αυτά πολύ… ονειρικά;»

«Βγαλμένα από εφιάλτη, ίσως.»

«Όπως και να έχει: ονειρικά

«Ναι,» είπε ο Κάφελ, «αλλά είμαι βέβαιος ότι δεν τα ονειρεύομαι. Αλλιώς θα είχα ξυπνήσει προ πολλού.»

Η Ζιάλα χαμογέλασε και τον φίλησε.

Μετά, σώπασαν και κοιμήθηκαν.

Ο Έσριλαν τούς ξύπνησε πρωί-πρωί, σκύβοντας μπροστά στην κουφάλα τους και φωνάζοντας τα ονόματά τους. Εκείνοι ξετρύπωσαν από την κοιλιά του τεράστιου δέντρου, νιώθοντας τα μέλη τους μουδιασμένα.

Η Ζιάλα έτριψε την κλείδωση του δεξιού της ποδιού. «Δε θα το ξανακάνω αυτό. Ποτέ.»

«Ποιο πράγμα;» ρώτησε ο Έσριλαν.

«Να κοιμηθώ μέσα σε δέντρο. Έχω μουδιάσει παντού.»

«Φτάνουμε, όμως, στη Νίζβερ. Άλλη μία ημέρα έχουμε,» είπε ο Κάφελ, κοιτάζοντας βόρεια. Το βλέμμα του είχε χαθεί επάνω στον άτσαλο δρόμο, σαν να διέκρινε την πόλη στο τέλος του.

Τότε, όμως, δεν μπορούσε, φυσικά, να την αντικρίσει· κανενός ανθρώπου η ματιά δεν είναι τόσο δυνατή. Αλλά τώρα, αρκετές ώρες αργότερα, καθώς το λυκόφως είχε σκεπάσει τη γη και ύστερα είχε αποτραβηχτεί, δίνοντας τη θέση του στο σκοτάδι της νύχτας, ο Κάφελ κοίταζε εμπρός του και έβλεπε, μέσα στην αστροφεγγιά, τα ταλαιπωρημένα τείχη της Νίζβερ, τα περισσότερα από τα οποία ήταν σωριασμένα και σ’αυτά που απέμεναν όρθια υπήρχαν πάμπολλα ανοίγματα και ρωγμές. Οι κάτοικοι της πόλης δε φαινόταν να φοβούνται πως θα γίνει ποτέ εισβολή εδώ.

Έφτασα! σκέφτηκε ο Κάφελ. Επιτέλους, έφτασα! Είμαι στη Νίζβερ! Στη Νίζβερ! Γέλασε.

Η Ζιάλα και ο Έσριλαν τον κοίταξαν, παραξενεμένοι.

«Φτάσαμε!» τους είπε ο Κάφελ. «Φτάσαμε! Πάμε!» Και ξεκίνησε να βαδίζει, διασχίζοντας τα τελευταία μέτρα του κακοτράχαλου δρόμου.

Η Ζιάλα πρώτη φορά τον έβλεπε σε τέτοια έκσταση, και έπρεπε να παραδεχτεί ότι αυτό την είχε τρομάξει. Φυσικά, ευχόταν ο Κάφελ να κατάφερνε να αντικαταστήσει το κομμένο του χέρι, αλλά δεν μπορούσε και να μην αναρωτιέται: Τι θα γίνει αν, τελικά, μάθει πως έκανε όλο τούτο το ταξίδι άδικα; Πώς θα αντιδράσει αν τον πληροφορήσουν ότι το χέρι του δεν γίνεται να αντικατασταθεί; Σε τι θα μετατραπεί ετούτη η έκσταση, τότε; Η Ζιάλα φοβόταν να υποθέσει. Έτσι, παραμερίζοντας αυτές τις σκέψεις από το νου της, ακολούθησε τον Κάφελ, με τον Έσριλαν δίπλα της.

Τα μάτια της ατένιζαν τα τείχη και τις επάλξεις της Νίζβερ –ή ό,τι είχε απομείνει απ’αυτά–, ψάχνοντας για φρουρούς ή περιπολίες· όμως δεν έβλεπε κανέναν άνθρωπο να φυλάει το μέρος. Η ψηλή πύλη όπου τους οδηγούσε ο κακοτράχαλος δρόμος ήταν ανοιχτή και απροστάτευτη. Έτσι, δεν υπήρχε τίποτα το συγκεκριμένο, για να τραβήξει την προσοχή της Ζιάλα, και το βλέμμα της πλανήθηκε αλλού… σταματώντας απότομα σ’ένα σημείο. Κάτι έκρυβε τον ουρανό εκεί, στα δυτικά της Νίζβερ: κάτι το οποίο, πριν, δεν είχε προσέξει. Ένα κάστρο.

«Κάφελ,» είπε. Εκείνος δεν πρέπει να την άκουσε, γιατί δεν απάντησε· οπότε, η Ζιάλα δυνάμωσε τη φωνή της: «Κάφελ!»

Τότε, ο έμπορος στράφηκε. «Τι είναι;»

«Κατ’αρχήν, μην τρέχεις!» είπε η Ζιάλα. «Μπορεί να υπάρχει τίποτα επικίνδυνο μπροστά. Κατά δεύτερον, τι είναι αυτό;» Έδειξε το οικοδόμημα που έκρυβε τον ουρανό. «Το Μαύρο Φρούριο;»

«Ναι. Το Μαύρο Φρούριο είναι.» Δεν ήταν, όμως, ο Κάφελ που απάντησε, αλλά ο Έσριλαν.

Γιατί το κοιτάει έτσι; αναρωτήθηκε η Ζιάλα, βλέποντας πως ο οδηγός τους είχε το βλέμμα του καρφωμένο επάνω στο ψηλό χτίριο. Υπάρχει κάποιος ιδιαίτερος λόγος;

Πρόλαβε δεν πρόλαβε να κάνει αυτές τις σκέψεις και ο Έσριλαν πήρε τη ματιά του από το Μαύρο Φρούριο, στρέφοντάς τη πάλι στην πύλη όπου κατευθύνονταν και πλέον βρίσκονταν σχετικά κοντά.

«Πού πηγαίνεις τώρα;» τον ρώτησε ο Κάφελ, ο οποίος δεν είχε προσέξει το βλέμμα του οδηγού. «Θα περάσουμε τη νύχτα μαζί, ή βιάζεσαι;»

«Θα περάσουμε τη νύχτα μαζί.»

«Καλό αυτό. Έχω υπόψη μου κι ένα πανδοχείο, το οποίο μου πρότεινε ένας φίλος από τούτα τα μέρη.»

«Ποιο;»

«Τη Νεκάδα

«Το ξέρω.»

«Θα το πρότεινες κι εσύ;»

Ο Έσριλαν ένευσε. «Είναι από τα πιο… φυσιολογικά στέκια εδώ πέρα.»

Πέρασαν την πύλη και μπήκαν στη Νίζβερ. Ο δρόμος που αντίκρισαν ήταν πλακόστρωτος και σκοτεινός· λάμπες δεν υπήρχαν για να τον φωτίζουν, παρά μόνο στο βάθος, μπροστά από κανένα σπίτι. Επίσης, ψυχή δε φαινόταν τριγύρω.

«Δεν πρέπει νάναι και πολύ φιλόξενοι άνθρωποι…» σχολίασε η Ζιάλα, νιώθοντας αγριεμένη από το θέαμα. Το μέρος τής έμοιαζε εγκαταλειμμένο. Ο μόνος ήχος που ερχόταν στ’αφτιά της ήταν ο άνεμος, ο οποίος σφύριζε μέσα στους δρόμους, καθώς και το τρίξιμο ενός παραθύρου που ανοιγόκλεινε.

«Αυτό είναι αλήθεια,» είπε ο Έσριλαν, και βάδισε.

«Ξέρεις πού είναι η Νεκάδα, έτσι;» ρώτησε ο Κάφελ, ρίχνοντας ματιές δεξιά κι αριστερά. Σ’ένα τέτοιο μέρος δε θα το θεωρούσε απίθανο αν υπήρχαν ληστές, σαν αυτούς που εκείνος, ο Έσριλαν, και η Ζιάλα είχαν αποφύγει στον ρημαγμένο δρόμο.

«Ναι. Μην ανησυχείς· έχω έρθει μπόλικες φορές εδώ.»

Να τον ρωτήσω και για τον Σέλντρεκ; Ίσως να τον ξέρει κι αυτόν, σκέφτηκε ο Κάφελ. Και ανακάλυψε ότι ήταν διστακτικός. Γιατί, όμως; αναρωτήθηκε. Γιατί να είμαι διστακτικός; Είχε τίποτα να φοβηθεί από τον Έσριλαν; Όχι· ο οδηγός τον είχε γλιτώσει από χίλιες-δύο κακοτοπιές, μέχρι να φτάσουν εδώ. Από την άλλη, βέβαια, δεν ενέκρινε το γεγονός ότι ο Κάφελ ερχόταν στη Νίζβερ για να θεραπεύσει το χέρι του· δεν πίστευε ότι το χέρι θα θεραπευόταν–

Αλλά τούτο δεν είχε καμία απολύτως σχέση. Δεν έχω τίποτα να χάσω, ρωτώντας τον.

«Έχεις υπόψη σου έναν άντρα που ονομάζεται Σέλντρεκ;»

«Σέλντρεκ, ε;» Ο Έσριλαν δε γύρισε να τον κοιτάξει. Έστριψε αριστερά, σ’έναν κάθετο δρόμο. Στο βάθος του φαινόταν δυνατό φως (για τα δεδομένα τούτης της πόλης, τουλάχιστον): δύο μεγάλα φανάρια, κρεμασμένα εκατέρωθεν μιας πόρτας.

«Ναι. Σέλντρεκ.»

«Τον έχει πάρει τ’αφτί μου. Τρελός, λένε.»

Το ίδιο λέγανε και για σένα, σκέφτηκε ο Κάφελ. «Μπορείς να με οδηγήσεις στο σπίτι του, αύριο;»

«Δεν ξέρω πού είναι. Κι επιπλέον, αύριο έχω δουλειές.»

Ο Έσριλαν σταμάτησε να βαδίζει μπροστά στη φωτισμένη πόρτα, πάνω από την οποία κρεμόταν μια πινακίδα που έγραφε: Η ΝΕΚΑΣ, με μεγάλα, μαύρα γράμματα. Από το εσωτερικό του καταστήματος ακούγονταν μερικοί άνθρωποι να μιλάνε, αλλά δεν υπήρχε η βαβούρα που θα περίμενε κανείς σε ένα πανδοχείο.

Ο οδηγός έσπρωξε την ξύλινη πόρτα και μπήκαν. Η τραπεζαρία ήταν αρκετά μεγάλη, αλλά ο κόσμος λίγος. Οι φωνές που αντηχούσαν απέξω προέρχονταν από ένα και μόνο τραπέζι, όπου κάθονταν τέσσερις άντρες, παίζοντας ένα παιχνίδι με χαρτιά και κοκάλινα ζάρια. Στα υπόλοιπα τραπέζια βρίσκονταν μόνο τρεις πελάτες, συνολικά, οι δύο από τους οποίους κάθονταν μαζί και ήταν γυναίκες, που έτρωγαν σιωπηλά και έμοιαζαν με ταξιδιώτισσες. Ο άλλος ήταν άντρας με μαύρο μούσι, και έτρωγε μόνος. Στο βάθος βρισκόταν το μπαρ του πανδοχείου, και πίσω από τον πάγκο καθόταν ένας σκληροτράχηλος τύπος, ντυμένος με τριμμένο πουκάμισο. Τα μαλλιά του ήταν μαύρα και σγουρά. Αντίκρυ του καθόταν μια καστανομάλλα γυναίκα, που φορούσε μακρύ, μπεζ φόρεμα και πέτσινο, μαύρο γιλέκο. Θα μπορούσε να είναι σερβιτόρα.

«Καλησπέρα, ταξιδιώτες!» είπε, δυνατά, ο σκληροτράχηλος άντρας του μπαρ.

Οι πελάτες που έπαιζαν χαρτιά σταμάτησαν να παίζουν και να μιλάνε, στρεφόμενοι να κοιτάξουν τους νεόφερτους.

«Καλησπέρα, Βόρμπελ,» αποκρίθηκε ο Έσριλαν, βγάζοντας την κουκούλα του.

«Έσριλαν!» αναφώνησε ο άντρας. «Καιρό είχαμε να σε δούμε. Και,» η φωνή του χαμήλωσε, «την τελευταία φορά που σε είχα δει, είχες δύο μάτια, αν δε λαθεύω, παλικάρι μου…»

«Συμβαίνουν κι ατυχήματα,» είπε ο οδηγός, πηγαίνοντας να καθίσει στο μπαρ. Η Ζιάλα κι ο Κάφελ τον ακολούθησαν, μα παρέμειναν όρθιοι, νιώθοντας λιγάκι άβολα, καθώς οι δυο γνωστοί μιλούσαν αναμεταξύ τους.

«Τι κάνεις, Σαριάλη;» ρώτησε ο Έσριλαν την καστανομάλλα γυναίκα.

«Καλά,» απάντησε εκείνη, με τρόπο ο οποίος φανέρωνε πως δε χαιρόταν όσο ο Βόρμπελ για την παρουσία του οδηγού.

«Ποιοι είναι οι φίλοι σου;» θέλησε να μάθει ο σκληροτράχηλος τύπος, κοιτάζοντας τον Κάφελ και τη Ζιάλα.

Ο Έσριλαν τούς σύστησε, και πρόσθεσε: «Έχουν κάποια δουλειά στη Νίζβερ,» σαν να χρειαζόταν να αιτιολογήσει, κάπως, το γεγονός ότι βρίσκονταν εδώ, για να μην τους περάσουν για τρελούς.

«Θέλετε δωμάτιο, φίλοι μου;» ρώτησε ο Βόρμπελ. «Πρέπει νάστε κουρασμένοι απ’το ταξίδι, ε; Σας κόβω. Τέτοιες φάτσες τις βλέπεις μόνο σ’ανθρώπους που έχουν κάνει πολύ ποδαρόδρομο.»

«Είμαστε ξεθεωμένοι,» αποκρίθηκε η Ζιάλα. «Γιατί δεν επισκευάζει κανείς το δρόμο;»

«Ποιο δρόμο;»

«Αυτόν που ξεκινάει από τη Ντίλρομ και οδηγεί εδώ, στη Νίζβερ.»

«Α, αυτόν. Ε, μα δεν έχει κανείς τα λεφτά, για να το κάνει, φιλενάδα,» απάντησε ο Βόρμπελ. «Και, ακόμα πιο σημαντικό, δεν έχει κανείς το συμφέρον να το κάνει. Υπάρχει πάντα ο ποταμός για τα εμπορεύματα.» Ανασήκωσε τους ώμους. «Θέλετε δωμάτιο, λοιπόν;»

Ο Κάφελ ένευσε. «Ναι.»

Ο Βόρμπελ πήρε ένα κλειδί κάτω απ’τον πάγκο και του το έδωσε. «Το οκτώ. Και μην ανησυχείτε· δεν έχει ποντικούς. Τους κυνήγησα όλους, τελευταίως, τους μπάσταρδους.» Έκλεισε το μάτι. «Βόρμπελ ο Ποντικοκτόνος, με φωνάζουνε, όποτε με βλέπουν.»

«Ευχαριστούμε,» αποκρίθηκε ο Κάφελ, υπομειδιώντας.

«Φαγητό επάνω ή κάτω;»

«Κάτω,» είπε ο Κάφελ, και κοίταξε ερωτηματικά τη Ζιάλα.

Εκείνη έκανε μια γκριμάτσα αδιαφορίας. «Κάτω,» συμφώνησε.

Η γυναίκα που ο Έσριλαν είχε αποκαλέσει Σαριάλη σηκώθηκε από το ψηλό σκαμνί όπου καθόταν και κατευθύνθηκε προς μια μικρή πόρτα του πανδοχείου.

«Πόσο πληρώνουμε;» ρώτησε ο Κάφελ.

«Το φαγητό το κερνάω. Το δωμάτιο εξαρτάται από τις μέρες που θα μείνετε.»

«Θα μείνουμε αρκετές…»

«Καλά, μωρέ, τα βρίσκουμε· μη σκας.» Ο Βόρμπελ στράφηκε, γεμίζοντας κούπες με μπίρα, για όλους.

Ο Έσριλαν άδειασε τη μισή, με μια γουλιά.

«Καθίστε κι εσείς· μη στέκεστε,» είπε ο Βόρμπελ στον Κάφελ και τη Ζιάλα, κι εκείνοι υπάκουσαν.

Η Σαριάλη επέστρεψε, φέρνοντας φαγητό για όλους, και αφήνοντάς το εμπρός τους. Τα τρία αχνιστά πιάτα περιείχαν βραστό κρέας και λαχανικά. Η μυρωδιά που ανέδιδαν ήταν δυνατή και γλυκιά. Πρέπει να υπήρχαν πολλά μυρωδικά μέσα, έκρινε η Ζιάλα.

«Πώς έχασες το μάτι, λοιπόν; Έγινε καμια μάχη που δεν έχω ακούσει;» είπε ο Βόρμπελ στον Έσριλαν.

«Με χώσανε στη στενή της Ντίλρομ,» απάντησε εκείνος, τρώγοντας. «Με βασάνισαν.»

«Λυπάμαι, αδελφέ… Τι είχε γίνει;»

«Με είχαν περάσει για επαναστάτη, και είχαν δίκιο.»

«Είσαι με την Επανάσταση;» είπε ο Βόρμπελ. Η έκπληξη στη φωνή του ήταν έκδηλη· δεν πρέπει να το ήξερε.

«Ναι.» Ο Έσριλαν δεν έδειχνε πρόθυμος να ενοχληθεί από το φαγητό του· έτρωγε κι έπινε με όρεξη.

«Δεν πιστεύω να σ’έχουνε κυνηγήσει μέχρις εδώ;»

«Βόρμπελ, σε μένα μιλάς… Στο πρώτο χιλιόμετρο με χάσανε.

»Παρεμπιπτόντως, κι οι φίλοι μου απο δώ» –έκλινε το κεφάλι προς τη μεριά του Κάφελ και της Ζιάλα– «στις φυλακές ήταν. Εκεί τους γνώρισα.»

«Είστε κι εσείς επαναστάτες;» ρώτησε ο Βόρμπελ.

«Όχι,» απάντησε η Ζιάλα· «είχε γίνει παρεξήγηση. Ψάχναμε τον Έσριλαν, για να μας οδηγήσει εδώ, στη Νίζβερ, και μας συνέλαβαν μπροστά στο σπίτι του. Νομίζανε ότι ήμασταν συνωμότες.»

«Τραβάτε γερό ζόρι εκεί κάτω, λοιπόν…»

«Μη φοβάσαι· οι μέρες του Σάρναλ είναι μετρημένες. Θα παλουκώσουμε το κουφάρι του σύντομα,» είπε ο Έσριλαν.

«Το ελπίζω,» αποκρίθηκε ο Βόρμπελ.

«Έχουμε τον Άνκαραζ μαζί μας.»

Τα μάτια του πανδοχέα στένεψαν. «Ιερείς του;»

«Ναι· εναντίον του Σάρναλ.»

«Νόμιζα ότι είχες αφήσει αυτά τα πράματα πίσω σου, Έσριλαν, όπως κι εγώ.»

«Όταν αγωνίζεσαι, έχεις ανάγκη τον Πολέμαρχο. Ο Αγώνας είναι ατέρμονος· δε θυμάσαι, Βόρμπελ;»

«Θυμάμαι…» Υπήρχε απέχθεια στην όψη του. Ήπιε μια γουλιά μπίρα. «Αλλ’αυτά ήταν για μια άλλη εποχή.»

«Όλοι οι πόλεμοι ανήκουν στην ίδια εποχή, και επικαλούνται τον ίδιο θεό. Όσοι το αρνούνται δεν ξέρουν τι λένε.»

Ο Βόρμπελ δε μίλησε.

«Να σου κάνω μια ερώτηση;» του είπε ο Κάφελ, ύστερα από λίγο.

«Ναι, πες το.»

«Ξέρεις καλά την πόλη, έτσι;»

«Το κατά δύναμιν, που λένε,» αποκρίθηκε ο Βόρμπελ.

«Γνωρίζεις έναν άντρα που λέγεται Σέλντρεκ;»

«Σέλντρεκ… Μιλάς για τον γνωστό Σέλντρεκ;» Το μέτωπο του πανδοχέα σούφρωσε. «Τον νεκρομάντη; Τον λοξό;»

«Ναι, μάλλον. Τον ψάχνω, και πρέπει να τον βρω.»

«Μένει στην Οδό Ανθεμίων.»

«Ναι, το ξέρω αυτό. Μου το έχουν πει.»

«Τότε, γιατί ρωτάς;»

«Γιατί δεν έχω ιδέα πού είναι η Οδός Ανθεμίων, και θέλω οδηγίες.»

«Ο Έσριλαν θα σε οδηγήσει.»

«Αποκλείεται· έχω δουλειές,» δήλωσε εκείνος.

«Δεν ήρθες εδώ για να φέρεις αυτούς τους δύο;» απόρησε ο Βόρμπελ.

«Όχι· απλά, έτυχε οι δρόμοι μας να συμπίπτουν.»

«Αχά. Τώρα σας εννοώ. Λοιπόν, φίλε μου,» είπε στον Κάφελ, «δεν είναι δύσκολο να βρεις την Οδό Ανθεμίων. Αύριο, το πρωί, θα σας δώσω οδηγίες για να πάτε· ή, αν θες, μπορεί και η Σαριάλη να σας οδηγήσει.»

«Θα το εκτιμούσαμε. Πόσο μακριά απο δώ είναι;»

«Αρκετά μακριά. Στην απέναντι μεριά του ποταμού. Αλλά, αλήθεια, τι θέλεις με τον Σέλντρεκ; Το ξέρεις ότι είναι πιο παλαβός από τους παλαβούς, δεν το ξέρεις;»

«Το έχω ακούσει. Αλλά μην ανησυχείς· έχω συγκεκριμένη δουλειά μαζί του.»

Δε μ’αρέσουν τούτα τα λόγια, σκέφτηκε η Ζιάλα. Είναι σαν αυτά που λέει κανείς προτού μπλέξει σε ατελείωτους μπελάδες.


Κεφάλαιο 20
Οι Ιερείς του Αιματηρού Θεού, ο Πρίγκιπας των Επαναστατών, και ο Αποκλεισμένος Τύραννος

 

Ο περίβολος του στρατώνα δεν αποτελούσε ευχάριστο θέαμα, γεμάτος πτώματα καθώς ήταν. Ο Άσθαν, όμως, είχε το μυαλό του αλλού, ενώ ακολουθούσε τον Μαύρο Πρίγκιπα. Σκεφτόταν τον Ιερέα Χάρναλιρ και τους υπηρέτες του Άνκαραζ. Ο Βασιληάς Άργκελ είχε απαγορέψει τη θρησκεία του Πολέμαρχου στο Νόρβηλ, όπως είχαν κάνει κι όλοι οι άλλοι μονάρχες των Ωθράγκος, μετά απ’τους Πολέμους της Φεν εν Ρωθ. Τι είχε, λοιπόν, πιάσει τον Πρίγκιπα Ήλμον να συμμαχήσει με τους ακόλουθους του Θεού του Αίματος; Ήθελε να ανατρέψει την παρούσα τάξη πραγμάτων; Και τι να φέρει; Μια εποχή αδιάκοπων σκοτωμών και λεηλασίας; Αν ήταν έτσι –που ο Άσθαν ήλπιζε και νόμιζε πως δεν ήταν· σίγουρα, ο Ήλμον είχε κάποιο καλό λόγο για τη συμμαχία του με τους υπηρέτες του Άνκαραζ!–, τότε ποιος ήταν χειρότερος; Ο Τύραννος του Ένρεβηλ, ή ο Μαύρος Πρίγκιπας της Επανάστασης;

Ο Ήλμον παραμέρισε την κουρτίνα της σκηνής του Άσθαν. «Πέρασε, Στρατηγέ.»

Εκείνος μπήκε, με τη Λερβάρη στο πλευρό του. «Κάθισε,» της είπε, και εκείνη πήρε θέση σε μία καρέκλα, αμίλητη.

«Πρέπει να μιλήσουμε ιδιαιτέρως, Στρατηγέ,» τόνισε ο Ήλμον, βαδίζοντας στο εσωτερικό της σκηνής.

«Όπως επιθυμείτε, Υψηλότατε,» αποκρίθηκε ο Άσθαν. Και προς τη Λερβάρη: «Περίμενέ με έδω. Μην απομακρυνθείς, εντάξει;» Εκείνη ένευσε και βγήκε. Φαινόταν να είχε αρχίσει, κάπως, να ανακτά την αυτοκυριαρχία της –βάδιζε με περισσότερη σιγουριά, το βλέμμα της ήταν πιο σταθερό, και δεν έκλαιγε–, κι αυτό ευχαριστούσε τον Νορβήλιο Στρατηγό, που πίστευε ότι, αναμφίβολα, τα σημερινά γεγονότα στον στρατώνα θα είχαν προκαλέσει μεγάλο σοκ στην κοπέλα.

Ο Ήλμον στάθηκε αντίκρυ του Άσθαν, αφήνοντας το κράνος του πάνω στο τραπέζι και σταυρώνοντας τα χέρια μπροστά του. «Το περιστατικό που διαδραματίστηκε πριν από λίγο ήταν απαράδεκτο, Στρατηγέ. Ωστόσο, μπορώ να κατανοήσω την οργή σου.»

Ο Άσθαν έβγαλε το δικό του κράνος, περιμένοντας τον Πρίγκιπα να συνεχίσει, γιατί κάτι στον τόνο της φωνής του τον προϊδέαζε ότι ο αδελφός του Βασιληά Άργκελ είχε κι άλλα να πει. Επίσης, είχε την εντύπωση πως ο Ήλμον δεν τον μεμφόταν, αλλά προσπαθούσε να συζητήσει μαζί του και να του εξηγήσει…

«Και μπορώ να κατανοήσω και τις αμφιβολίες σου για τους ακόλουθους του Άνκαραζ.»

«Γιατί, τότε, Πρίγκιπά μου;» ρώτησε ο Άσθαν. «Γιατί η συμμαχία μ’αυτούς;»

«Δεν πρόκειται ακριβώς για συμμαχία. Όταν ξεκίνησε η Επανάσταση, υπήρχαν ήδη υπηρέτες του Άνκαραζ ανάμεσα στους πολεμιστές της, και δεν ήταν εφικτό κάποιος να τους διώξει, γιατί τους χρειαζόμασταν. Είναι καλοί σ’αυτό που κάνουν.»

«Και μετά, Πρίγκιπά μου; Όταν έχει εκθρονιστεί ο Σάρναλ; Τι θα γίνει μετά;»

«Θα τους ξεπαστρέψουμε.»

«Και θα είναι εύκολο αυτό;»

«Ίσως ναι, ίσως όχι. Υπάρχουν, όμως, διάφοροι τρόποι για να ξεπαστρέψεις κάποιους, Στρατηγέ· μπορεί να μη χρειαστεί να τους εναντιωθούμε ευθέως.

»Ωστόσο. Μέχρι να έρθει αυτή η στιγμή, δε θέλω αναταραχές μέσα στο στρατό μου: που σημαίνει ότι οφείλεις να συμπεριφέρεσαι στους ακόλουθους του Άνκαραζ ως αξιοσέβαστους συμμάχους, όπως κάνω κι εγώ. Έγινα αντιληπτός;»

«Απολύτως, Πρίγκιπά μου.»

*

Ο Σάρναλ ατένιζε τον στρατώνα από ένα παράθυρο της βασιλικής του αίθουσας. Ένας στρατιώτης είχε έρθει πριν από λίγο, αναφέροντας την προδοσία των Νορβήλιων, μα ο Βασιληάς του Ένρεβηλ δε χρειαζόταν κανέναν να του το αναφέρει αυτό· μπορούσε να το δει και μόνος του.

«Χειρότερα απ’ό,τι περιμέναμε!» είπε, χτυπώντας την παλάμη του δεξιού του χεριού στη λαβή του σπαθιού που κρεμόταν απ’τη ζώνη του. «Χειρότερα απ’ό,τι περιμέναμε…»

«Δεν είχαμε κανένα στοιχείο ότι η δύναμη των επαναστατών είναι τόσο μεγάλη,» είπε η Νάζμιν. «Ποιος το θεωρούσε εφικτό να τσακίσουν δέκα χιλιάδες στρατιώτες, στα δάση Γάσπαρνηλ;»

«Είμαι βέβαιος πως ο Άσθαν μάς πρόδωσε και εκεί. Αν οι επαναστάτες δεν είχαν τη βοήθειά του, πιθανώς να μη νικούσαν. Αλλά, με δύο χιλιάδες εχθρούς ανάμεσά τους, και ποιος ξέρει πόσους αντίκρυ τους, τα πράγματα, αναμφίβολα, θα ήταν δύσκολα γι’αυτούς. Και πάλι, όμως, με παραξενεύει το γεγονός ότι κανένας από τους μαχητές μου δεν επέστρεψε… Ένας όχλος, οσοδήποτε δυνατός, δεν μπορεί να διαλύσει ολοσχερώς ένα στράτευμα!»

«Ίσως να μην ήταν όχλος· ίσως να ήταν καλύτερα οργανωμένοι και οπλισμένοι,» υπέθεσε η Νάζμιν.

Ο Σάρναλ κούνησε το κεφάλι. «Όλα τούτα αποδεικνύουν ότι, τελικά, δεν ξέρουμε τίποτα γι’αυτούς. Οι κατάσκοποί μας δεν ξέρουν τίποτα!» Στράφηκε στο εσωτερικό του δωματίου, οργισμένος. «Και τώρα, μετά από το στρατώνα, θα έρθουν για εμάς, εδώ…»

«Σας είχα προειδοποιήσει, Βασιληά μου,» είπε ένας άντρας μετρίου αναστήματος. Ήταν μελαχρινός, με σπαστά, μακριά μαλλιά και γένια. Φορούσε έναν μακρύ χιτώνα με το όρθιο, πορφυρό, ακτινοβόλο ξίφος κεντημένο στο στέρνο. Τον ονόμαζαν Έρναμερ και, όπως υποστήριζε, ήταν Σαρενθάλιος και ιερέας του Άνκαραζ. Είχε εμφανιστεί πριν από δύο ημέρες, προσφέροντας στον Βασιληά Σάρναλ τη βοήθειά του και προμηνύοντας ότι θα τη χρειαζόταν σύντομα, γιατί μεγάλος πόλεμος θα άρχιζε, και όποιος είχε την εύνοια του Πολέμαρχου θα επικρατούσε.

«Ναι, ιερέα,» αποκρίθηκε τώρα ο Σάρναλ, «με είχες προειδοποιήσει.» Τα μάτια του στένεψαν. «Κι αυτό με κάνει ν’αναρωτιέμαι πόσο καλά γνωρίζεις τους επαναστάτες.»

Οι δύο Λεπιδοφόροι Γέρακες που στέκονταν εκατέρωθεν του Βασάλτινου Θρόνου έστρεψαν τα βλέμματά τους στον Έρναμερ. Ο Σάρναλ ήξερε πως δε χρειάζονταν πολύ για τον σκοτώσουν. Μια κίνηση του χεριού μου φτάνει, για να βρεθεί ο ιερέας νεκρός. Επομένως, ας δω πόσο χρήσιμος μπορεί να μου φανεί, προτού πεθάνει…

Ο Έρναμερ γέλασε. «Απορώ, Μεγαλειότατε, πώς είναι δυνατόν να αναρωτιέστε για κάτι τέτοιο.»

«Δεν είναι προφανές, Σεβασμιότατε;» είπε ο Βέλνιθερ, ο Ανώτατος Διπλωμάτης, και Ανώτατος Ανακριτής, του Ένρεβηλ, καθώς σηκωνόταν από την καρέκλα του, σαν επικίνδυνο αιλουροειδές. Τα μάτια του έμοιαζαν να καίνε. «Ποιος άλλος θα γνώριζε για τούτη την επίθεση των επαναστατών; Μονάχα κάποιος ο οποίος τους συναναστρέφεται, σωστά; Και γιατί, άραγε, αυτός ο οποίος τους συναναστρέφεται δεν μας συμβούλεψε πώς να την αποτρέψουμε, παρά μονάχα μας φοβέρισε με άδεια λόγια;»

«Δεν συναναστρέφομαι επαναστάτες,» αποκρίθηκε ο Έρναμερ. «Ακολουθώ μονάχα την καθοδήγηση του Κυρίου μου, του Άρχοντα της Μάχης, και εκείνος ήταν που με προειδοποίησε για τον επικείμενο πόλεμο.»

«Είδες όραμα, δηλαδή;» ρώτησε ο Σάρναλ.

«Ασφαλώς, Μεγαλειότατε.»

«Αλλά όμως δε μας το είπες αυτό το όραμα,» τόνισε η Νάζμιν. «Μονάχα τώρα μας το αναφέρεις. Γιατί;»

«Δε με ρωτήσατε, Βασίλισσά μου.»

«Ίσως, τότε, θα έπρεπε να σε είχαμε ρωτήσει… με πυρωμένες λαβίδες επάνω στο πετσί σου,» σφύριξε ο Βέλνιθερ. Ο άνθρωπος ήταν άρρωστος· απολάμβανε τις απειλές, απολάμβανε τα βασανιστήρια, απολάμβανε κάθε είδους βρόμικη, αλλά απαραίτητη, εργασία για τη διοίκηση ενός βασιλείου. Γιαυτό κιόλας ο Σάρναλ τον είχε επιλέξει. Ήταν καλός σε ό,τι έκανε· και δε θα τον άλλαζε με κανέναν άλλο.

«Μην προκαλείς την οργή του Πολέμαρχου,» προειδοποίησε ο Έρναμερ τον Βέλνιθερ, «γιατί όποιος έχει την εύνοια του θα βγει νικητής σε τούτο τον πόλεμο.»

«Όπως συνέβη και στους Πολέμους της Φεν εν Ρωθ, ιερέα;» είπε η Νάζμιν.

«Μια ομάδα επαναστατών προσπαθούν να σας εκθρονίσουν, Μεγαλειοτάτη,» αποκρίθηκε ο Έρναμερ. «Έχουν ήδη καταλάβει τον στρατώνα. Τι θα τους σταματήσει απ’το να εισβάλουν τώρα εδώ, στο παλάτι, και να σας σκοτώσουν όλους;»

Δεν απάντησες, όμως, στην ερώτησή της, παρατήρησε ο Σάρναλ. «Και μπορείς εσύ να τους κατατροπώσεις;»

«Όχι άμεσα.»

«Τότε, τι νόημα έχει αν θα δεχτούμε τη βοήθειά σου;»

«Αν νομιμοποιήσετε τη θρησκεία του Άνκαραζ, Μεγαλειότατε, οι πολεμιστές του Κυρίου μας θα συγκεντρωθούν εδώ από όλες τις γωνιές της Βάλγκριθμωρ, και θα αγωνιστούν στο πλευρό σας. Όποιο αντίπαλο κι αν έχετε, θα τον εξοντώσουν!»

Με βρίσκεις σε δύσκολη θέση, ιερέα, σκέφτηκε ο Σάρναλ, και η πρότασή σου με δελεάζει…

«Ας πούμε ότι συμφωνώ να νομιμοποιήσω τη θρησκεία του Άνκαραζ στο Ένρεβηλ, πόσο γρήγορα θα έχω τη βοήθειά σας;»

«Θα εκπλαγείτε με την ταχύτητα που θα συγκεντρωθούν οι μαχητές μας, Μεγαλειότατε.»

«Δε σε ρώτησα ποια πιστεύεις ότι θα είναι η αντίδρασή μου· σε ρώτησα πόσο γρήγορα. Σε ένα μήνα; Σε δύο μήνες; Σε έξι; Σε ένα χρόνο; Πόσο γρήγορα θα είστε αρκετοί για να αντιμετωπίσω την Επανάσταση;»

«Σε μερικές ημέρες.»

«Με κοροϊδεύεις, ιερέα;»

«Οι μαχητές μας βρίσκονται ήδη μέσα στο Ένρεβηλ, εξοπλισμένοι πλήρως και περιμένοντας.»

Αποκλείεται! «Ψεύδεσαι. Δεν υπάρχουν μέσα στο Ένρεβηλ πλήρως εξοπλισμένοι μαχητές πλην των δικών μου!»

Ο Έρναμερ χαμογέλασε, και το χαμόγελό του, καθώς και τα λόγια που ακολούθησαν, έκαναν ένα ρίγος να διαπεράσει τον Σάρναλ. «Βασιληά μου, έχετε υπερεκτιμήσει τη δύναμη των κατασκόπων σας. Υπάρχουν πολλά πράγματα που τους ξεφεύγ–»

«Αυτός ο άνθρωπος ψεύδεται, Μεγαλειότατε!» διέκοψε τον ιερέα ο Βέλνιθερ. «Παραδώστε τον σε μένα, για να μάθω την αλήθεια.»

«Είναι ψέμα αυτό που συμβαίνει τώρα στον στρατώνα;» αντιγύρισε ο Έρναμερ, δυναμώνοντας τη φωνή του. «Είναι ψέμα πως μόνο δώδεκα επέστρεψαν από το στρατό σας των δέκα χιλιάδων; Πώς έγινε τούτο; Έχουν τόσο μεγάλη ισχύ οι επαναστάτες; Τόσο καλό οπλισμό; Κι αν ναι, πώς δεν το γνωρίζατε;»

Έχει κάποιο δίκιο, σκέφτηκε ο Σάρναλ. Αφού μας ξέφυγαν τόσο σημαντικές πληροφορίες, δεν αποκλείεται να μας έχουν ξεφύγει κι άλλα…

Ο Έρναμερ συνέχισε, στρέφοντας το βλέμμα του στον Βασιληά: «Ή οι κατάσκοποί σας, Μεγαλειότατε, είναι αναποτελεσματικοί, ή είναι προδότες

«Τους προδότες τούς έχω κρεμάσει εδώ και καιρό –από τις γλώσσες,» αντιγύρισε ο Σάρναλ.

«Επομένως, μας μένει μία περίπτωση: Είναι αναποτελεσματικοί. Αυτό, όμως, δεν είναι και τόσο σημαντικό πλέον, Βασιληά μου, είναι;»

«Ετούτη τη στιγμή, όχι, δεν είναι,» παραδέχτηκε ο Σάρναλ. «Συμβαίνουν σημαντικότερα πράγματα.»

«Επιθυμείτε, λοιπόν, τη βοήθειά μας; Σίγουρα, θα τη χρειαστείτε. Ειδικά αν, εκτός από τους επαναστάτες, έχετε, τελικά, και όλο το Νόρβηλ εναντίον σας…»

«Θα το ξανασυζητήσουμε αυτό, σε πιο ήσυχο μέρος,» είπε ο Σάρναλ.

*

Ο Ήλμον στεκόταν στην είσοδο της σκηνής, κρατώντας την κουρτίνα παραμερισμένη και κοιτάζοντας τον Άσθαν να απομακρύνεται, μαζί με την υπηρέτρια που είχε γλιτώσει από τα χέρια του Χάρναλιρ. Δεν πιστεύω να μου προκαλέσεις προβλήματα, Στρατηγέ, σκέφτηκε ο Μαύρος Πρίγκιπας, γιατί, αν μου προκαλέσεις, ο πρώτος που θα το πληρώσει θα είσαι εσύ. Οι υπηρέτες του Άνκαραζ είχαν μεγάλη επιρροή μέσα στην Επανάσταση, όπως είχε ανακαλύψει ο Ήλμον όταν είχε ανακατευτεί με αυτήν, και ήταν βέβαιος ότι θα σκότωναν τον Άσθαν, αν τους εναντιωνόταν με έκδηλο τρόπο. Θα είχαν σκοτώσει ακόμα και μένα, παρότι γνώριζαν ποιος είμαι, αν δεν πήγαινα με τα νερά τους. Και τι θα είχα καταφέρει, τότε; Η Επανάσταση θα είχε φάει τον εαυτό της, όπως το χταπόδι που τρώει τα πλοκάμια του, και η οποιαδήποτε συμμετοχή του Νόρβηλ στη μελλοντική εξουσία του Ένρεβηλ, η οποιαδήποτε συμμαχία ανάμεσα στα δύο βασίλεια, δε θα είχε πιθανότητες πραγματοποίησης.

Ο Άσθαν, όμως, δεν μπορεί να ήταν τόσο ανόητος ώστε να μην καταλάβαινε τον κίνδυνο. Σίγουρα, ο Άργκελ δε θα τον είχε στείλει, αν τον νόμιζε για… άκομψο διοικητή. Αλλά τώρα, και λάθος να έχει κάνει, δε θα μπορώ να τσακωθώ μαζί του… Ο Ήλμον αναστέναξε. Ο θάνατος του αδελφού του τον είχε κλονίσει. Δεν περίμενε ότι θα υπήρχαν προβλήματα στο Νόρβηλ, και, αναμφίβολα, όχι τόσο μεγάλα που να σκοτωθεί ο ίδιος ο Βασιληάς.

Ο Μόρντεναρ… Ένα σκυλί και μισό. Μόνο για τον πόλεμο, όχι για την ειρήνη. Η Νιρκένα είχε δίκιο γι’αυτόν, τελικά. Και τώρα θα ήταν συντετριμμένη από τον θάνατο του Άργκελ. Τον αγαπούσε όσο τίποτε άλλο στον κόσμο, από τότε που ήταν μικρά παιδιά. Και πάντα έπρεπε να κρύβει την αγάπη της για εκείνον, γιατί είχε τύχει να γεννηθούν αδέλφια. Μονάχα ο Ήλμον γνώριζε –ή, μάλλον, είχε μια ιδέα– τι υπήρχε μεταξύ τους. Ο Ζάρναβ, φυσικά, δεν ήξερε το παραμικρό· του το είχαν κρύψει, γιατί ήταν τόσο απρόσεκτος και άγαρμπος, που, αν το ήξερε, κάποτε θα του ξέφευγε. Η Νιρκένα, παλιότερα, έλεγε ότι ο μικρότερός τους αδελφός είχε γεννηθεί χαζός· αλλά ο Ήλμον τον θεωρούσε απλά αφελή, και πίστευε πως ίσως για την αφέλειά του να έφταιγε το ίδιο το γεγονός ότι ήταν ο μικρότερός τους αδελφός. Γιατί ο μικρότερος έχει τους μεγαλύτερους να τον προστατεύουν, έχει τους μεγαλύτερους να νοιάζονται για εκείνον, έχει τους μεγαλύτερους για να βασίζεται, έχει τους μεγαλύτερους για να τρέξει και να τους πει «ο τάδε με πείραξε!» Αλλά οι μεγαλύτεροι έχουν μονάχα τον εαυτό τους για να αντλούν δύναμη.

Κι αυτό σημαίνει πως ο Άργκελ ήταν ο πιο δυνατός από όλους μας… και σκοτώθηκε. Η Νιρκένα είναι τώρα η ισχυρότερη· και μετά, εγώ…

Γιατί αισθάνομαι αυτό το τεράστιο κενό μέσα μου; Δε θα έπρεπε· μόλις τσακίσαμε το στρατό του Τυράννου στην ίδια του την πρωτεύουσα, και σύντομα ο Σάρναλ θα εκθρονιστεί… Αλλά, βέβαια, τούτη η νίκη δε θα είναι όπως τη φανταζόμουν, τώρα που ο Άργκελ δεν κάθεται πλέον στον Ουρανολίθινο Θρόνο.

Μια πολεμίστρια ζύγωσε τη σκηνή. «Είναι μέσα ο Στρατηγός Άσθαν;»

«Όχι. Αλλά είμαι ο Πρίγκιπας Ήλμον. Μπορείς να μιλήσεις σε μένα.»

Η γυναίκα έκανε μια βιαστική, αδέξια υπόκλιση. «Άρχοντά μου.»

«Τι έχεις να αναφέρεις;»

«Δε βρίσκονται όλοι οι στρατιώτες του Βασιληά Σάρναλ μέσα στο στρατώνα, Άρχοντά μου,» είπε η πολεμίστρια. «Είναι και άλλοι στους δρόμους της πόλης. Φρουρές.»

«Πόσοι περίπου;»

«Όχι παραπάνω από χίλιοι.»

Και αυτοί οι χίλιοι τώρα θα συγκεντρωθούν στο παλάτι… Ο Ήλμον κοίταξε, πάνω απ’τα τείχη του στρατώνα, τη βασιλική οικία του Σάρναλ, η οποία καθόταν στην κορυφή του δασώδους υψώματος, στο κέντρο της Φίρθμας.

«Μαζέψτε τους νεκρούς και κάψτε τους,» πρόσταξε ο Μαύρος Πρίγκιπας. «Και οι μισοί από εσάς βγείτε από το στρατώνα, για να καταλάβετε τις πύλες της πόλης. Κανένας δε φεύγει από τη Φίρθμας χωρίς την άδειά μου.»

«Μάλιστα, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε η πολεμίστρια· έκανε άλλη μια αδέξια υπόκλιση και έφυγε.

Ο Άσθαν επέστρεψε, περνώντας ανάμεσα από τις σκηνές του στρατοπέδου. Είχε παραδώσει τη Λερβάρη στη φύλαξη ενός έμπιστου στρατιώτη, και του είχε ζητήσει να της βρει ρούχα για να φορέσει, γιατί αυτά που είχε ήταν σκισμένα. Έτσι, εφησυχασμένος τώρα για την ασφάλεια της κοπέλας, ο Στρατηγός είχε αποφασίσει να πάει ξανά να μιλήσει με τον Πρίγκιπα Ήλμον. Αναμφίβολα, είχαν πολλά να σχεδιάσουν, προτού ξεκινήσουν την εισβολή στο παλάτι.

«Πρίγκιπά μου,» είπε, συναντώντας τον Ήλμον στην είσοδο του στρατηγείου του, «με συγχωρείτε και πάλι για το προηγούμενο επεισόδιο.»

«Σου είπα, Στρατηγέ,» αποκρίθηκε εκείνος, «σε κατανοώ απόλυτα. Δε θα ήθελα, όμως, να επαναληφθεί.»

«Το καταλαβαίνω.»

«Έλα μέσα. Πρέπει να σχεδιάσουμε την εισβολή στο παλάτι.»

«Ακριβώς αυτό είχα κι εγώ στο μυαλό μου, Υψηλότατε.»

Μπήκαν στη σκηνή, και ο Ήλμον άπλωσε έναν χάρτη της πόλης επάνω στο τραπέζι, βάζοντας το κράνος του στη μία άκρη και ένα ξιφίδιο στην άλλη, ώστε να μη διπλώνεται το χαρτί από μόνο του.

«Στη Φίρθμας έχουν μείνει περίπου χίλιοι μαχητές στους δρόμους…»

«Αυτό ήταν, νομίζω, αναμενόμενο, Πρίγκιπά μου. Από τις φρουρές και τα λοιπά.»

Ο Ήλμον ένευσε. «Ναι. Και τώρα θα συγκεντρωθούν στο παλάτι, για να προστατέψουν το Βασιληά τους. Δεν πιστεύω, όμως, ότι αυτή θα είναι η μόνη του άμυνα…»

Η κουρτίνα παραμερίστηκε, και η Θάρνιν μπήκε. Η φαρέτρα της ήταν άδεια, και η Πριγκίπισσα την έβγαλε, για να την αφήσει σε μια λυόμενη καρέκλα, όπου κρέμασε και το τόξο της.

«Ποια άλλη άμυνα μπορεί να έχει;» ρώτησε ο Άσθαν.

«Τους Λεπιδοφόρους Γέρακες.»

«Πρίγκιπά μου, η δική μου γνώμη είναι πως μια προσωπική φρουρά δεν μπορεί να τον σώσει από όλο μας το στράτευμα.»

«Πιθανώς. Αλλά οι δολοφόνοι θα χτυπήσουν το κεφάλι του στρατού μας –δηλαδή, εμάς. Κι επιπλέον, δεν ξέρω ακριβώς πόσους έχει στη διάθεσή του.»

«Εγώ είδα δύο.»

«Μπορεί, όμως, να είναι περισσότεροι,» είπε η Θάρνιν, βγάζοντας το κράνος της και πλησιάζοντας το τραπέζι. «Η Επανάσταση δεν έχει κανέναν πληροφοριοδότη μέσα στο παλάτι.»

«Ούτε κι εσείς, Υψηλοτάτη;» τη ρώτησε ο Άσθαν, πιστεύοντας πως, ως Πριγκίπισσα ετούτης της χώρας, ίσως να της είχαν απομείνει κάποιες διασυνδέσεις.

«Όχι. Ο Σάρναλ είναι πολύ προσεκτικός σ’αυτά τα πράγματα, Στρατηγέ. Σκότωσε όλους όσους ήταν πιστοί στην οικογένειά μου. Ελάχιστοι γλίτωσαν, και κανένας δε βρίσκεται κοντά του.»

«Μάλιστα,» είπε ο Άσθαν· και ρώτησε: «Πόσο καλά γνωρίζετε το παλάτι;»

«Εννοείτε αν ξέρω κάποια μυστική είσοδο; Κάποια πίσω πόρτα;»

Εκείνος ένευσε.

«Ξέρω,» απάντησε η Θάρνιν. «Υπήρχε μια σήραγγα κάτω από το λόφο του παλατιού, η οποία έβγαζε έξω από την πόλη, προς τα νότια. Όμως ο Σάρναλ τη σφράγισε, όταν πήρε την εξουσία.»

«Είναι βέβαιο;»

«Ναι· το έχω ελέγξει.»

«Και δεν υπάρχει άλλο πέρασμα;»

«Δε γνωρίζω τίποτα για κανένα άλλο,» είπε η Θάρνιν.

«Με παραξενεύει τούτο,» παραδέχτηκε ο Άσθαν. «Λογικά, ο Τύραννος θα έχει κάποιο δρόμο διαφυγής, σε περίπτωση που τα πράγματα πάνε άσχημα για εκείνον…»

«Όχι απαραίτητα,» διαφώνησε ο Ήλμον. «Ο Σάρναλ ήταν πολύ βέβαιος για τον εαυτό του και για τους κατασκόπους του. Πίστευε ότι είχε τσακίσει όλα τα στοιχεία που μπορούσαν να τον υπονομεύσουν… αλλά, προφανώς, έκανε λάθος.»

Ο Άσθαν σταύρωσε τα χέρια στο στέρνο, σκεπτικός, καθώς ατένιζε τον χάρτη πάνω στο τραπέζι.

Ο Υποστράτηγος Λύβνιρ μπήκε στη σκηνή, και υποκλίθηκε μπροστά στον Πρίγκιπα. «Ο στρατώνας είναι δικός μας,» ανέφερε.

«Απώλειες;» ρώτησε ο Ήλμον.

«Λίγες, Υψηλότατε. Ακριβή αριθμό δεν έχω ακόμα.»

«Πήρατε αιχμαλώτους;»

«Ναι.»

«Κλειδώστε τους καλά.»

«Ασφαλώς, Πρίγκιπά μου.»

«Πότε θα αρχίσουμε την επίθεση στο παλάτι;» ρώτησε ο Άσθαν τον Ήλμον.

«Το συντομότερο δυνατό. Όσο λιγότερο χρόνο δώσουμε στον Σάρναλ, τόσο το καλύτερο· δε θα προλάβει να εκπονήσει σχέδιο δράσης εναντίον μας.»

«Συμφωνώ, Πρίγκιπά μου.» Και προς τον Λύβνιρ: «Ετοιμαστείτε, λοιπόν, και περιμένετε διαταγή.»

Εκείνος ένευσε, και βγήκε από το στρατηγείο.

«Θα δώσουμε ευκαιρία παράδοσης στον Σάρναλ, προτού του επιτεθούμε;» ρώτησε ο Άσθαν.

«Δε νομίζω ότι θα τη δεχτεί,» είπε ο Ήλμον.

«Γιατί όχι; Είναι δυνατόν να πιστεύει ότι θα νικήσει;»

«Η λογική λέει πως όχι,» είπε η Θάρνιν. «Ωστόσο, κι εγώ δε νομίζω ότι θα δεχτεί να παραδοθεί, Στρατηγέ.»

«Πώς θα επιτεθούμε, επομένως;» ρώτησε ο Άσθαν. Δε συμφωνούσε και τόσο με τη λογική του Μαύρου Πρίγκιπα και της μελλοντικής Βασίλισσας του Ένρεβηλ, αλλά υπέθετε πως ήξεραν τον Σάρναλ καλύτερα από εκείνον…

«Η πύλη του λόφου είναι εδώ,» είπε η Θάρνιν, δείχνοντας πάνω στο χάρτη, «όμως αυτό δεν είναι το μόνο σημείο από το οποίο μπορούμε να αρχίσουμε την επίθεση. Αν ρίξουμε το τείχος που περιβάλλει το λόφο –πράγμα το οποίο δε θα είναι ιδιαίτερα δύσκολο–, μπορούμε να στείλουμε στρατό και από τη νοτιοανατολική μεριά, καθώς επίσης και από τη βόρεια.»

«Υπάρχουν μονοπάτια εκεί, ή θα χρειαστεί οι στρατιώτες μας να σκαρφαλώσουν;»

«Θα χρειαστεί να σκαρφαλώσουν, Στρατηγέ. Όμως αυτά τα δύο σημεία δεν είναι τόσο απότομα όσο τα υπόλοιπα· με τη βοήθεια σκοινιού, οι μαχητές μας εύκολα θα ανεβούν. Σε οποιοδήποτε άλλο μέρος, βέβαια, θα ήταν ασύμφορο να επιχειρήσουμε άνοδο· θα είχαμε περισσότερες απώλειες από πτώσεις, παρά από τους εχθρούς.»

«Μάλιστα…» είπε ο Άσθαν. «Οπότε, θα επιτεθούμε από εδώ, από εδώ, κι από εδώ.» Έδειξε τα τρία σημεία που είχε δείξει και η Πριγκίπισσα. «Δύο χιλιάδες μαχητές σε κάθε μεριά, χωρίς να υπολογίζω τις απώλειες από τη μάχη στο στρατώνα.» Τότε, θυμήθηκε ξαφνικά τον Αρχιστράτηγο και είπε στον Ήλμον: «Ίσως ο Φάζναλ να ξέρει.»

«Τι πράγμα;»

«Αν υπάρχει κρυφό πέρασμα που να οδηγεί στο παλάτι.»

Ο Μαύρος Πρίγκιπας ένευσε. «Σωστά. Πώς δεν το σκεφτήκαμε πρωτύτερα;»

Βγήκαν από τη σκηνή-στρατηγείο, και ο Ήλμον φώναξε σ’έναν στρατιώτη να πλησιάσει. Εκείνος υπάκουσε, υποκλινόμενος.

«Πήγαινέ μας εκεί όπου κρατείται ο Αρχιστράτηγος Φάζναλ,» πρόσταξε ο Πρίγκιπας.

«Μάλιστα, Άρχοντα μου,» αποκρίθηκε ο πολεμιστής, και ξεκίνησε να βαδίζει.

Ο Ήλμον, ο Άσθαν, και η Θάρνιν τον ακολούθησαν, και έφτασαν σε μια μικρή σκηνή, φρουρούμενη από δύο άντρες. Ο στρατιώτης σήκωσε την κουρτίνα και τους άφησε να περάσουν. Ο Φάζναλ ήταν καθισμένος στο έδαφος, με τα χέρια δεμένα επάνω σ’έναν ξύλινο στύλο ο οποίος κρατούσε όρθια τη σκηνή. Το βλέμμα του υψώθηκε και τους ατένισε με παγερή αδιαφορία, σαν να επιθυμούσε να δείξει ότι δεν μπορούσαν να τον λυγίσουν, ό,τι κι αν έκαναν.

Συνηθισμένη τακτική αιχμάλωτων βασανιστών και τρομοκρατών, σκέφτηκε ο Ήλμον. Νομίζουν τους άλλους πιο αδύναμους από εκείνους· νομίζουν ότι εξαιτίας αυτού καταφέρνουν να υπερνικούν την αντίστασή τους. Και νομίζουν πως, αν κάποιος είναι ατσάλι, αν οι ίδιοι είναι ατσάλι, τότε δε λυγίζουν. Όμως τα πάντα λυγίζουν στη φωτιά…

«Έχουμε μερικές ερωτήσεις για σένα,» είπε ο Μαύρος Πρίγκιπας, ζυγώνοντας τον Φάζναλ αργά, όπως κανείς θα ζύγωνε ένα δεμένο αγριόσκυλο. «Ή, μάλλον, μία ερώτηση· για την ώρα, τουλάχιστον.»

Ο Αρχιστράτηγος δε μίλησε.

Ο Ήλμον σταύρωσε τα χέρια του πίσω απ’την πλάτη, κάνοντας κύκλο γύρω απ’τον αιχμάλωτο. «Γνωρίζουμε πως ο Βασιληάς Σάρναλ έχει κλείσει το παλιό πέρασμα που περνούσε κάτω από το λόφο και έβγαζε νότια της Φίρθμας. Θέλουμε να μάθουμε αν έχει κάποιον άλλο τρόπο διαφυγής τώρα.»

Ο Φάζναλ δε μίλησε.

Ο Ήλμον κοντοκάθισε, βρισκόμενος πίσω του. «Μην κάνεις το λάθος, Αρχιστράτηγε, να νομίζεις ότι είμαστε καλοσυνάτοι άνθρωποι. Ειδικά όταν θέλουμε να μάθουμε κάτι γρήγορα…

»Λοιπόν. Πες μας τι γνωρίζεις. Από πού σκοπεύει ο Βασιληάς σου να διαφύγει, όταν δει τα σκούρα;»

«Δεν ξέρω.»

«Έχεις τη δυνατότητα της ομιλίας, ώστε! Αλλά έχεις, επίσης, και τη δυνατότητα του… ψεύδεσθαι, σωστά;»

Ο Φάζναλ δεν αποκρίθηκε.

«Μη με καθυστερείς. Απεχθάνομαι τους βραδύγλωσσους ανθρώπους.»

«Πήγαινε στο Στόμα του Σάλ’γκρεμ’ρωθ, Μαύρε Πρίγκιπα!» μούγκρισε ο Φάζναλ. «Σου είπα ό,τι–»

Η Θάρνιν τον κλότσησε καταπρόσωπο. Αίμα πετάχτηκε από το στόμα του, καθώς το πρόσωπό του γύρισε απ’την άλλη, και ο Αρχιστράτηγος έφτυσε ένα δόντι.

«Μπορούμε να καθόμαστε εδώ και να σε κλοτσάμε όλη μέρα,» τον πληροφόρησε, ανάλαφρα, ο Ήλμον. «Όσο γρηγορότερα μιλήσεις, τόσο περισσότερες κλοτσιές θα γλιτώσεις.»

«Δε θα μάθεις τίποτα από μένα, γέννημα πουτάν–!» Η Θάρνιν τον κλότσησε στα πλευρά. «Αααργκ!…»

«Και μπορούμε να κάνουμε κι άλλα πράγματα, εκτός από το να σε κλοτσάμε,» είπε ο Ήλμον. «Θα ανακαλύψεις ότι είμαστε πολύ, πολύ εφευρετικοί, Αρχιστράτηγε…»

Ο Φάζναλ ακούμπησε το κεφάλι του πάνω στον ξύλινο στύλο, ξέπνοος. «Δεν μπορώ να σου πω κάτι που δεν ξέρω…»

Η Θάρνιν τον κλότσησε στην κοιλιά, κάνοντάς τον να διπλωθεί, φτύνοντας χολή.

Ο Άσθαν αισθανόταν αηδιασμένος από την όλη διαδικασία. Ποτέ δε συμπαθούσε τα βασανιστήρια, και τώρα σκεφτόταν να ζητήσει από τον Πρίγκιπά του άδεια να βγει από τη σκηνή· όμως δίσταζε. Γιατί, άραγε; Κι ο ίδιος δεν μπορούσε εύκολα ν’απαντήσει σε τούτο, αλλά πρέπει να ήταν κάτι ανάμεσα στο ότι δεν ήθελε να διακόψει την ανάκριση, και στο ότι δεν ήθελε να φανεί αδύναμος μπροστά στον Φάζναλ… Τι με νοιάζει, όμως, η γνώμη αυτού του μπάσταρδου; Αλήθεια, τι με νοιάζει;

Ο Μαύρος Πρίγκιπας άρπαξε τον Αρχιστράτηγο του Τυράννου από τα μαλλιά και τράβηξε το κεφάλι του πίσω. «Πες μας το δρόμο διαφυγής του Άρχοντά σου!» γρύλισε μες στ’αφτί του.

«…Δεν – τον – ξέρω!»

Η Θάρνιν τον ξανακλότσησε στην κοιλιά, και όλο του το σώμα συσπάστηκε, καθώς δεν μπορούσε να διπλωθεί, έτσι όπως τον τραβούσε ο Ήλμον όπισθεν.

«Μίλα, μπάσταρδε! Ποιος είναι ο δρόμος διαφυγής του;»

Πρόσεχε, Πρίγκιπά μου, σκέφτηκε ο Άσθαν, θα του ξεριζώσεις το λαιμό. Κι επιπλέον, ίσως όντως να μην ξέρει· το αναλογίστηκες τούτο;

«Δεν ξέρω!…» έκρωξε ο Φάζναλ, όταν κατάφερε να αρθρώσει κατανοητό λόγο.

Η Θάρνιν τον κλότσησε στα πλευρά, γιατί δεν μπορούσε να τον χτυπήσει ξανά στην κοιλιά· ο άντρας είχε διπλώσει τα πόδια του μπροστά του.

«Έχω ένα μυστικό να σου πω…» μούγκρισε ο Φάζναλ, ξεροβήχοντας. «Αλλά σκύψε να σ’το ψιθυρίσω.»

«Κι απο δώ πού είμαι, μια χαρά σε ακούω,» αποκρίθηκε ο Ήλμον.

«Αφού θέλεις…» Ο Φάζναλ έβηξε. «Όταν ήταν μικρή, ο Σάλ’γκρεμ’ρωθ γαμούσε τη μάνα σου.»

Ο Ήλμον άφησε το κεφάλι του Αρχιστράτηγου, σπρώχνοντάς το μπροστά, και η Θάρνιν τον κλότσησε, κάνοντάς το πρόσωπό του να στραφεί πάλι στο πλάι. Η όψη του είχε γεμίσει αίμα, και η μύτη του φαινόταν σπασμένη. Εκείνος, όμως, γελούσε, σα μανιακός.

«Πρίγκιπά μου, να σας πω;» ζήτησε ο Άσθαν.

Ο Ήλμον τον ζύγωσε. «Τι;»

«Ίσως να μην ξέρει,» ψιθύρισε ο Στρατηγός.

«Ίσως, όμως, και να ξέρει.»

«Χάνουμε πολύτιμο χρόνο, ούτως ή άλλως.»

«Αν δε σ’αρέσει το θέαμα, Στρατηγέ, είσαι ελεύθερος να περάσεις έξω.»

«Δεν είναι αυτό, Πρίγκιπά μου,» είπε ο Άσθαν, αν και ήταν αυτό –εν μέρει, τουλάχιστον. «Πιστεύω, πραγματικά, ότι χάνουμε χρόνο μ’ετούτον εδώ.»

Ο Ήλμον ξεφύσησε, κουνώντας το κεφάλι. Και στράφηκε πάλι στον Φάζναλ, που είχε πάψει να γελά. «Θα μιλήσεις τώρα;» του φώναξε.

«Ο Σάρναλ δεν έχει κανένα πέρασμα διαφυγής, ηλίθιε!» αντιγύρισε εκείνος. Η αναπνοή του έβγαινε ακανόνιστα μέσα από τη σπασμένη του μύτη. «Δε σκόπευε να ηττηθεί. Και δε σκοπεύει.»

Τώρα, ο Ήλμον γέλασε. «Έχει ήδη ηττηθεί, Αρχιστράτηγε. Ο στρατός του μέσα στη Φίρθμας έχει διαλυθεί, και εγώ ελέγχω όλες τις εξόδους της πόλης. Ο Βασιληάς σου είναι κυκλωμένος, και, σύντομα, θα τον ξετρυπώσω απ’το παλάτι του, ζωντανό ή νεκρό.»

Ο Φάζναλ δε μίλησε. Το βλέμμα του κατέβηκε στο έδαφος.

«Πάμε,» είπε ο Μαύρος Πρίγκιπας· «δεν έχουμε τίποτ’άλλο να μάθουμε απ’αυτόν.» Βγήκε απ’τη σκηνή, και ο Άσθαν κι η Θάρνιν τον ακολούθησαν.

Όταν ήταν μόνος, ο Φάζναλ γέλασε ξερά.


Κεφάλαιο 21
Στη Βασιλική Περιφέρεια: Αίμα, Φωτιά, και Σκιές

 

Ο Άλαντμιν ξύπνησε νωρίς, ενοχλημένος από κάποιον θόρυβο. Αφουγκράστηκε και συμπέρανε ότι ο θόρυβος που τον είχε ανησυχήσει πρέπει να ήταν κάποιοι στρατιώτες που περνούσαν έξω από την οικία του, φωνασκώντας. Με την άκρια των ματιών του, είδε ότι πρωινό φως γλιστρούσε ανάμεσα απ’τα παραθυρόφυλλα του υπνοδωματίου του. Στράφηκε απ’την άλλη, για να κοιτάξει τη Νίθρα, η οποία του είχε γυρισμένη την πλάτη και ήταν τυλιγμένη σε μια κουβέρτα.

«Κοιμάσαι;» τη ρώτησε, σιγανά. Εκείνη δεν απάντησε, άρα, μάλλον, κοιμόταν.

Ο Άλαντμιν σηκώθηκε και ντύθηκε. Έριξε την κάπα του στους ώμους και βγήκε απ’το υπνοδωμάτιο, πηγαίνοντας στη σκάλα που οδηγούσε στην βεράντα της οικίας του, η οποία βρισκόταν επί της οροφής του όλου οικοδομήματος. Ήθελε να ρίξει μια ματιά στην Έρλεν και αυτός ήταν, για την ώρα, ο καλύτερος τρόπος.

Όταν έφτασε επάνω, διαπίστωσε πως δεν ήταν ο μόνος που είχε τούτη την ιδέα.

«Καλημέρα, Αρχικατάσκοπε,» είπε η Χρυσοδάκτυλη, χωρίς να στραφεί στο μέρος του. Στεκόταν στην άκρη της βεράντας, με τα χέρια ακουμπισμένα στην κουπαστή και κοιτάζοντας βόρεια, προς τη Βασιλική Περιφέρεια.

«Καλημέρα,» αποκρίθηκε ο Άλαντμιν, πλησιάζοντας, για να σταθεί πλάι της. Έστρεψε το βλέμμα του στην Ανατολή, ψάχνοντας για τον ήλιο, αλλά μη βρίσκοντάς τον. Τελικά, ίσως η Νίθρα νάχει δίκιο γι’αυτούς τους Αρχέτοπους…

«Συμβαίνει τίποτα το ιδιαίτερο;» ρώτησε τη Χρυσοδάκτυλη.

Εκείνη κούνησε το κεφάλι. «Τίποτα που μπορώ να δω. Τα πράγματα φαίνονται ήσυχα.»

Και τα πράγματα φαίνονταν όντως ήσυχα, έπρεπε να παραδεχτεί ο Άλαντμιν. Στην πόλη, δεν παρατηρούσε καμία οδομαχία, και στα τείχη της Βασιλικής Περιφέρειας, παρότι στρατιώτες βρίσκονταν συγκεντρωμένοι, καμία σύγκρουση δεν είχε ακόμα αρχίσει. Στο Ναό της Προστάτιδας Θεάς, επίσης, ησυχία επικρατούσε, αν και οι χρυσοντυμένοι φύλακες που γυάλιζαν στα μπαλκόνια, στα παράθυρα, και στον περίβολό του έμοιαζαν περισσότεροι απ’ό,τι συνήθως· οι ιέρειες, προφανώς, είχαν προετοιμαστεί για κάθε ενδεχόμενο. Στη θάλασσα, όμως, κάτι φαινόταν να ταράζει τα νερά: Ένας στόλος πλησίαζε, ξεπροβάλλοντας από τον νότιο ορίζοντα, και στρατιώτες συναθροίζονταν στο λιμάνι της πόλης.

Ο Άλαντμιν έδειξε τα ερχόμενα καράβια στη Χρυσοδάκτυλη, και εκείνη ρώτησε: «Τι σημαίνει αυτό;»

«Ενισχύσεις.»

«Δικές μας;»

«Της Καλβάρθα.»

«Θα μας επιτεθούν, δηλαδή;»

«Θα αράξουν στο Βασιλικό Λιμάνι και θα ενισχύσουν τους υπερασπιστές εκεί, υποθέτω.»

«Άσχημο αυτό, ε; Μοιάζει μεγάλος στόλος… Δέκα, δεκαπέντε πλοία;»

«Κάπου εκεί.» Ο Άλαντμιν προσπάθησε να διακρίνει το σύμβολο στις σημαίες των ερχόμενων σκαφών· και, όταν αυτά έφτασαν αρκετά κοντά στην Έρλεν, τα κατάφερε: Έφεραν το οικόσημο του Άρχοντα Ρίζγκιλιν της Άζλεντεν: ένα ξίφος κι ένα λαγούτο, διασταυρωμένα, με ένα πορφυρό τριαντάφυλλο ανάμεσά τους.

*

Ο Φένταρ δεν κάθισε να αναρωτηθεί για πολύ γιατί φώναζαν το όνομα του Αρχικατασκόπου και εκείνος δεν απαντούσε. Σηκώθηκε από το κρεβάτι του, ντύθηκε βιαστικά, ζώστηκε το σπαθί του, και βγήκε απ’το υπνοδωμάτιο, πηγαίνοντας στην κεντρική αίθουσα της οικίας, όπου στεκόταν ο αντιπαθητικός Στρατάρχης Ρέλγκριν, εξοπλισμένος για μάχη, μαζί με δύο πολεμιστές του.

«Χαίρετε,» είπε ο Ωθράγκος.

«Πού είναι ο Άρχοντας Άλαντμιν;» ρώτησε ο Ρέλγκριν, απότομα. «Νόμιζα ότι είχα έρθει στην οικία του.»

«Κατά πάσα πιθανότητα, κοιμάται, Στρατάρχη.»

«Και πού είναι η Αρχόντισσα Νίθρα; Ο Έπαρχος τη θέλει.»

«Κατά πάσα πιθανότητα, κοιμάται κι αυτή–»

«Όχι· μόλις ξύπνησα.»

Οι δύο άντρες στράφηκαν, για ν’αντικρίσουν την πορφυρομάλλα Ρουζβάνη να στέκεται στη μέση της πλατιάς σκάλας της οικίας, ντυμένη με μια μαύρη ρόμπα, πρόχειρα δεμένη επάνω της.

«Νίθρα,» είπε ο Ρέλγκριν. «Καλημέρα. Σε ανησύχησα; Με συγχωρείς.»

«Δεν υπάρχει πρόβλημα,» αποκρίθηκε εκείνη, κατεβαίνοντας. «Είμαι από τους ανθρώπους που πιστεύουν ότι πρέπει να ξεκινάνε τις δουλειές τους από νωρίς. Τι θέλει, λοιπόν, ο Έπαρχος από εμένα; Να ρίξω την Πύλη του Αετού;»

Ο Ρέλγκριν ένευσε. «Ακριβώς.»

«Θα είμαι εκεί σε λίγο,» είπε η Νίθρα.

«Θα ήθελες τίποτ’άλλο;» ρώτησε ο Ρέλγκριν, σαν εκείνη να του είχε ζητήσει κάτι και όχι το αντίστροφο.

«Όχι,» αποκρίθηκε η Νίθρα. «Εκτός από φαγητό, ίσως. Εδώ δεν υπάρχει τίποτα· η οικία είχε λεηλατηθεί, προτού έρθουμε.»

«Λυπάμαι γι’αυτό. Θα φροντίσω να σας φέρουν κάτι αμέσως.»

«Σ’ευχαριστώ, Ρέλγκριν.»

Ο Στρατάρχης έκανε μια κοφτή υπόκλιση και αποχώρησε, μαζί με τους δύο πολεμιστές του.

«Αυτός ο τύπος με αηδιάζει,» δήλωσε ο Φένταρ, έχοντας τα χέρια σταυρωμένα μπροστά του.

«Μην είσαι τόσο κακός,» αποκρίθηκε η Νίθρα, υπομειδιώντας· «όλοι οι άνθρωποι είναι χρήσιμοι. Ακόμα κι αυτοί που σε αηδιάζουν.»

«…Ρουζβάνοι,» μουρμούρισε ο Φένταρ, κάτω απ’την ανάσα του.

«Τι είπες;»

«Τίποτα.» Υπέθετε ότι η Νίθρα δεν είχε και υπερφυσική ακοή, εκτός από υπερφυσική όραση.

«Πού είναι ο Άλαντμιν;» άλλαξε θέμα εκείνη.

«Δεν είναι μαζί σου;»

«Όχι. Όταν ξύπνησα, είχε φύγει.»

«Και ο Στρατάρχης τον φώναζε, αλλά εκείνος δεν απαντούσε,» είπε ο Φένταρ. «Ίσως να έχει βγει.»

«Ναι, ίσως…» Η Νίθρα συνοφρυώθηκε, νιώθοντας ενοχλημένη που ο Άλαντμιν είχε εξαφανιστεί έτσι, χωρίς να της πει τίποτα απολύτως· χωρίς ούτε καν να αφήσει ένα σημείωμα. Σίγουρα, αν έψαχνε εδώ μέσα, θα μπορούσε να βρει ένα κομμάτι χαρτί και μια πένα!

Η σκάλα ακούστηκε να τρίζει πίσω της, και η Νίθρα στράφηκε, για να δει τον Άλαντμιν και τη Χρυσοδάκτυλη να κατεβαίνουν. Προς στιγμή, της πέρασε μια μάλλον τρελή σκέψη: ότι εκείνος και η Μιρλίμια βρίσκονταν κάπου κρυμμένοι και ερωτοτροπούσαν. Αλλά αυτό ήταν απλά ανόητο…

«Πού ήσουν;» ρώτησε τον Αρχικατάσκοπο.

«Στη βεράντα, επάνω. Και είδα ότι έχουμε παρέα.»

«Τι παρέα;»

«Ένας στόλος μόλις έφτασε, από την Άζλεντεν,» απάντησε ο Άλαντμιν. «Κάτι μού λέει ότι ο Έπαρχος Τάκμιν θα δυσκολευτεί να πάρει τη Βασιλική Περιφέρεια.»

«Ο Ρέλγκριν ήταν εδώ, πριν από λίγο, ζητώντας μου να πάω να ρίξω την Πύλη του Αετού.»

«Ακόμα και με την πύλη κάτω, τα πράγματα θα είναι δυσκολότερα,» γνωμοδότησε ο Άλαντμιν.

Και ο Φένταρ έγνεψε καταφατικά. «Φυσικά και θα είναι. Πόσοι μαχητές ήρθαν από την Άζλεντεν;»

«Καμια δεκαπενταριά πλοία,» είπε ο Άλαντμιν.

«Κάπου πέντε χιλιάδες, τότε.»

«Πέντε χιλιάδες δεν είναι τίποτα,» πετάχτηκε η Νίθρα. «Ο Έπαρχος Τάκμιν έχει πολύ περισσότερους στη διάθεσή του!»

«Ξεχνάς, όμως, ότι θα έχουν οχυρωθεί σαν σκαντζόχοιροι εκεί μέσα,» είπε ο Φένταρ. «Και δεν είναι μόνο αυτοί οι πέντε χιλιάδες που θα χρειαστεί ν’αντιμετωπίσουμε. Σύμφωνα μ’ό,τι υπολογίζω, οι αντίπαλοί μας θα φτάνουν τις εικοσιπέντε χιλιάδες, εκτός κι αν έχω κάνει κάποιο τρομερό σφάλμα, που δεν το νομίζω.»

«Και τι θες να πεις, δηλαδή; Ότι δε θα καταφέρουμε να πάρουμε τη Βασιλική Περιφέρεια;»

«Θέλω να πω ότι θα είναι δύσκολο,» εξήγησε ο Φένταρ. «Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει επακριβώς την έκβαση μιας μάχης.»

«Πηγαίνω να ετοιμαστώ,» είπε η Νίθρα, και άρχισε ν’ανεβαίνει τη σκάλα.

«Θα σε περιμένουμε εδώ,» της είπε ο Άλαντμιν.

«Μην εξαφανιστείς πάλι,» τόνισε εκείνη, λοξοκοιτάζοντάς τον, καθώς χανόταν από τα μάτια του.

«Γιατί σηκώθηκες τόσο νωρίς, Χρυσοδάκτυλη;» ρώτησε ο Φένταρ.

«Είδα έναν εφιάλτη,» αποκρίθηκε εκείνη· και κατευθύνθηκε προς το δωμάτιό της, λέγοντας: «Επιστρέφω αμέσως.»

Ο Φένταρ πήγε στο δικό του δωμάτιο, για να φορέσει την αρματωσιά του· έτσι, ο Άλαντμιν έμεινε μόνος στην κεντρική αίθουσα, περιμένοντάς τους να γυρίσουν.

Η εξώπορτα χτύπησε, και μια γυναικεία φωνή είπε, δυνατά: «Το φαγητό σας.»

Πότε ζητήσαμε φαγητό; απόρησε ο Άλαντμιν. «Πέρασε.»

Μια πολεμίστρια μπήκε, μεταφέροντας έναν σάκο, τον οποίο άφησε στο τραπέζι του δωματίου.

«Από τον Έπαρχο;» ρώτησε ο Άλαντμιν.

«Από τον Στρατάρχη Ρέλγκριν.»

Αχά… «Πες στον Στρατάρχη ότι τον ευχαριστούμε.»

«Μάλιστα, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε η πολεμίστρια, και έφυγε.

Από τον Στρατάρχη Ρέλγκριν, λοιπόν… Ο Άλαντμιν άνοιξε το σάκο και άρχισε ν’απλώνει τα περιεχόμενά του στο τραπέζι: ζεστό ψημένο ψωμί, τυρί, ένα μπουκάλι κρασί, μια φιάλη νερό, ποτήρια, χειμερινά φρούτα, βούτυρο, και μαχαίρια.

Η Χρυσοδάκτυλη επέστρεψε πρώτη, βαστώντας το κράνος της παραμάσκαλα. «Τι έχουμε εδώ;»

«Μια ευγενική χειρονομία του Στρατάρχη Ρέλγκριν,» αποκρίθηκε ο Άλαντμιν. «Αυτοσερβιρίσου.» Εκείνος είχε ήδη καθίσει και άλειφε μια φέτα ψωμί με βούτυρο.

Η Χρυσοδάκτυλη άφησε το κράνος της στο τραπέζι, και πήρε θέση αντίκρυ του.

Η Νίθρα κατέβηκε τη σκάλα και τους βρήκε να τρώνε. «Αρχίσατε χωρίς εμένα;»

«Σκεφτήκαμε να εκμεταλλευτούμε λίγο τη γενναιόδωρη προσφορά του θαυμαστή σου,» αποκρίθηκε ο Άλαντμιν.

«Ζηλεύει τρελά,» είπε η Νίθρα στη Χρυσοδάκτυλη, μορφάζοντας κωμικά.

Η Μιρλίμια ήπιε μια γουλιά από το νερωμένο κρασί της, χωρίς να μιλήσει.

Η Νίθρα φίλησε το μάγουλο του Άλαντμιν και κάθισε. «Πού είναι ο Φένταρ;» ρώτησε.

«Ακονίζει το σπαθί του, υποθέτω. Φάε και γι’αυτόν όσο λείπει. Υπάρχει αρκετό για όλους, κι ακόμα περισσότερο.»

Η Νίθρα καθάρισε ένα μήλο.

«Εσύ του είπες να φέρει φαγητό;» τη ρώτησε ο Άλαντμιν.

«Ναι. Και πάψε να ζηλεύεις. Τι–»

«Δε ζηλεύω.»

«Ζηλεύεις.»

«Δε ζηλεύω.»

«Ζηλεύεις!»

Ο Φένταρ πλησίασε, ντυμένος με την αρματωσιά του. «Λυπάμαι που σας διακόπτω…» είπε, και κάθισε.

«Δε ζηλεύω,» πληροφόρησε ο Άλαντμιν τη Νίθρα, και συνέχισε το φαγητό του.

Εκείνη αναποδογύρισε τα μάτια, αμίλητη.

«Δε βιάζεται ο Έπαρχος;» ρώτησε ο Φένταρ, δαγκώνοντας ένα κομμάτι τυρί.

«Μας χρειάζεται,» είπε η Νίθρα. «Επομένως, έχουμε το προνόμιο να τον κάνουμε να περιμένει.»

«Εσείς οι Ρουζβάνοι είστε το κάτι άλλο…» σχολίασε ο Φένταρ, γεμίζοντας ένα ποτήρι με κρασί.

«Μη γίνεσαι ρατσιστής…»

«Είμαι όλο κακία, σήμερα,» παραδέχτηκε ο Ωθράγκος.

*

«Άργησες,» παρατήρησε ο Τάκμιν. «Υπάρχει κάποιο πρόβλημα;»

«Δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα,» αποκρίθηκε η Νίθρα. «Είμαι έτοιμη να ρίξω την πύλη.» Εκείνη, ο Άλαντμιν, ο Φένταρ, η Χρυσοδάκτυλη, και ο Έπαρχος στέκονταν σ’έναν από τους κεντρικούς δρόμους της Έρλεν, ατενίζοντας, στο πέρας του, την Πύλη του Αετού, την κεντρική είσοδο της Βασιλικής Περιφέρειας.

«Τα πλοία από την Άζλεντεν τα είδατε, υποθέτω…» είπε ο Άλαντμιν.

Ο Τάκμιν ένευσε. «Θα τους δώσουμε την ευκαιρία να παραδοθούν, όταν έχουμε εισβάλει. Όπως και σε όλους τους υπόλοιπους, άλλωστε. Σκοπός μου είναι να πάρω το θρόνο, όχι να κάνω εχθρούς μέσα στο Νούφρεκ.»

«Φοβάμαι πως αυτό δύσκολα θα το αποφύγεις,» τον πληροφόρησε ο Άλαντμιν.

«Ίσως,» αποκρίθηκε ο Τάκμιν. «Αλλά θέλω να κάνω όσο το δυνατόν λιγότερους.

»Τώρα, όμως, στη δουλειά μας…» Κοίταξε τη Νίθρα.

Εκείνη έστρεψε το βλέμμα της στην Πύλη του Αετού και στους υπερασπιστές οι οποίοι στέκονταν στις επάλξεις, πάνω και γύρω από αυτήν. Πήρε μια βαθιά ανάσα και, επικαλούμενη το Κοσμικό Κέλευσμα, πρόσταξε μεγαλόφωνα: «Γίνε σκόνη!»

Η υλική σύσταση της πύλης διαταράχτηκε· το σίδερο διαλύθηκε, μετατρεπόμενο σε μυριάδες μικροσκοπικά, αιωρούμενα θραύσματα και σηκώνοντας θολούρα.

«ΕΦΟΔΟΣ!» φώναξε ο Τάκμιν στους μαχητές του, καθώς η Νίθρα αισθανόταν την αντεπίθεση του Κοσμικού Κελεύσματος –μια φλογερή μάστιγα στο νου και στο σώμα της– να τη ζαλίζει και να την κάνει να παραπατήσει.

Ο Άλαντμιν τύλιξε το χέρι του γύρω απ’τους ώμους της, ενώ γύρω τους αντηχούσαν οι πολεμικές κραυγές των μισθοφόρων του Έπαρχου της Σάλγκρινεβ, που επιτίθονταν στην πύλη.

«Έχει δυσκολέψει,» μουρμούρισε η Νίθρα, παίρνοντας μια βαθιά ανάσα. «Έχει δυσκολέψει, Άλαντμιν…» Βλεφάρισε και παραμέρισε τα μαλλιά απ’το μέτωπό της, προσπαθώντας να διώξει τα παράπλευρα αποτελέσματα του Κοσμικού Κελεύσματος. Αισθάνθηκε τα γόνατά της ν’αποκτούν ξανά δύναμη, και πάτησε γερά στα πόδια της.

Οι στρατιώτες του Τάκμιν και οι υπερασπιστές της Βασιλικής Περιφέρειας συγκρούονταν τώρα μέσα στη θολούρα που είχε σηκωθεί· όμως αυτό δεν ήταν το μόνο σημείο όπου είχαν αρχίσει αιματοχυσίες: Οι πολιορκητές είχαν ρίξει σκαλωσιές στα εσωτερικά τείχη της Έρλεν και προσπαθούσαν ν’ανεβούν στις επάλξεις, με τις ασπίδες τους υψωμένες και με την κάλυψη τοξοτών που στέκονταν σε στέγες, ενώ οι πολιορκούμενοι τούς απωθούσουν με μακριά δόρατα.

Ο Φένταρ έβλεπε τους εχθρούς πολύ πιο συγκροτημένους από την προηγούμενη φορά. Τότε, είχαν σαστίσει από τη διάλυση των πυλών της πρωτεύουσάς τους· τώρα, όμως, ήξεραν τι να περιμένουν και είχαν προετοιμαστεί ανάλογα, ψυχολογικά και στρατηγικά.

Ο Ρέλγκριν ζύγωσε, έφιππος.

«Αποκλείεται να μπούμε,» του είπε ο Φένταρ.

Ο Στρατάρχης έστρεψε το κρανοφόρο του κεφάλι, για να τον κοιτάξει.

«Η θολούρα, κατ’αρχήν, δε μετρά υπέρ μας,» εξήγησε ο Φένταρ. «Επίσης, και πιο σημαντικό, δεν έχουν χάσει το ηθικό τους, όπως πριν.»

«Έχεις κάτι να προτείνεις, Ωθράγκος;»

«Ναι. Πρόσταξε υποχώρηση του πεζικού–»

«Προσπαθείς να μας δολιοφθείρεις;» μούγκρισε ο Ρέλγκριν.

«–και κάνε έφοδο με το ιππικό. Μόλις έχουμε διαλύσει την πρώτη αντίσταση στην πύλη και έχουμε περάσει στο εσωτερικό των τειχών, τα πράγματα θα καλυτερέψουν για μας.»

Ο Ρέλγκριν φάνηκε σκεπτικός.

«Νομίζω ότι ο Ωθράγκος μιλάει λογικά,» είπε ο Τάκμιν. «Δε συμφωνείς;»

«Φένταρ, αν θέλετε, Άρχοντά μου…»

«Όπως επιθυμείς, Φένταρ.

»Στρατάρχη, τι λες;»

«Πρέπει να συμφωνήσω με τον Ωθράγκος, Άρχοντά μου,» είπε ο Ρέλγκριν. Και ρώτησε τον Φένταρ: «Ήσουν ποτέ στρατιωτικός διοικητής;»

«Έχω αγωνιστεί στους Πολέμους της Φεν εν Ρωθ,» απάντησε εκείνος, σαν αυτό να τα εξηγούσε όλα.

«Εντάξει,» είπε ο Τάκμιν. «Ας γίνει έτσι. Ανακάλεσε το πεζικό και συγκέντρωσε το ιππικό για έφοδο, Στρατάρχη.»

Ο Ρέλγκριν έμπηξε τα τακούνια των μποτών του στα πλευρά του αλόγου του, κι απομακρύνθηκε.

Μόλις δόθηκε η διαταγή, το πεζικό υποχώρησε γρήγορα, κατεβαίνοντας από τις σκαλωσιές στα τείχη και εγκαταλείποντας τον αγώνα στην κατεστραμμένη Πύλη του Αετού, όπου τώρα η θολούρα είχε αρχίσει κάπως να καθαρίζει.

«Χτυπήστε τους, συγχρόνως, με καταπέλτες, Άρχοντά μου,» πρότεινε ο Φένταρ. «Στις επάλξεις. Αλλά αποφύγετε την πύλη, φυσικά.»

Ο Τάκμιν κοίταξε τον Ωθράγκος από την κορυφή ως τα νύχια. Αυτός ο άνθρωπος είναι καλός! σκέφτηκε. Και δεν το είχα καταλάβει τόσο καιρό… Νόμιζε ότι ο Φένταρ ήταν απλά ένας σωματοφύλακας της Νίθρα και τίποτα περισσότερο.

Έδωσε διαταγή στους χειριστές των βαλλιστικών του μηχανών, και οι επάλξεις της Βασιλικής Περιφέρειας άρχισαν να πλήττονται από πέτρες και μεγάλα βέλη, ενώ ανταπέδιδαν όσο μπορούσαν.

Ο Ρέλγκριν είχε πλέον συγκεντρώσει το ιππικό του και πρόσταξε έφοδο κατά της πύλης. Το πλακόστρωτο του δρόμου τραντάχτηκε από τις πεταλωμένες οπλές των πάνοπλων πολεμικών αλόγων. Οι ιππείς στις ράχες τους είχαν υψώσει ασπίδες και σκύψει, βαστώντας μακριές λόγχες για την πρώτη σύγκρουση.

Οι μαχητές που στέκονταν στο άνοιγμα της Πύλης του Αετού δεν μπόρεσαν να αναχαιτίσουν την έφοδο. Τα όπλα τους έσπασαν, οι ασπίδες τους τσακίστηκαν, οι αρματωσιές τους τρυπήθηκαν· η σάρκα τους σχίστηκε, τα κρανία τους έσπασαν, τα κόκαλα τους ποδοπατήθηκαν. Αίμα, σωματικά υγρά, και μεταλλικά κομμάτια γέμισαν το πλακόστρωτο. Οι υπερασπιστές ηττήθηκαν κατά κράτος.

«Τώρα είναι η ώρα για το πεζικό,» είπε ο Φένταρ. «Και σταματήστε τους καταπέλτες.»

Ο Ρέλγκριν έμοιαζε ενοχλημένος, που ο Ωθράγκος τού έκλεβε τη δόξα, αλλά δεν μπορούσε να διαφωνήσει μαζί του, καθότι ήταν λογικές οι προτάσεις του. Ξεθηκαρώνοντας το σπαθί του, φώναξε «Επίθεση!» στους πεζούς. «Επίθεση!» Και κάλπασε πρώτος.

Οι μαχητές του τον ακολούθησαν, ξεπροβάλλοντας από κάθετους δρόμους, ενώ οι καταπέλτες έπαυαν να βάλλουν, ο ένας κατόπιν του άλλου.

Η Νίθρα παρακολουθούσε αμίλητη. Τα χέρια της έσφιγγαν το ένα το άλλο, με αγωνία. Και αναρωτιόταν αν ο Αρχιστράτηγος Σάνλον ήταν κάπου εκεί μέσα, πίσω από τα τείχη, ή αν είχε εγκαταλείψει την πρωτεύουσα από το λιμάνι, όπως και τόσοι άλλοι.

«Να πλησιάσουμε;» πρότεινε, όταν είδε πως οι υπερασπιστές είχαν διωχτεί από τις επάλξεις και οι συγκρούσεις μετά την πύλη είχαν πάψει.

Ο Τάκμιν έκανε νόημα σ’έναν ιπποκόμο να του φέρει το άλογό του. Όταν το ζώο ήρθε, το χάιδεψε στη χαίτη και το καβάλησε. Φόρεσε το κράνος του και είπε: «Εγώ, πάντως, θα πλησιάσω.»

«Φέρτε άλογα και για μας,» είπε η Νίθρα στον ιπποκόμο του Έπαρχου.

Εκείνος κοίταξε τον Άρχοντα του, ερωτηματικά. Ο Τάκμιν κατένευσε.

«Φόρα κράνος, όμως,» τόνισε ο Φένταρ στη Νίθρα.

Εκείνη αναστέναξε. «Δε χρειάζομαι κράνος!»

«Ξέρεις πόσους ανθρώπους έχω ακούσει να το λένε αυτό;»

«Πόσους;»

«Πιο πολλούς απ’ό,τι μπορώ να θυμάμαι· και οι περισσότεροι είναι νεκροί,» είπε ο Φένταρ, παίρνοντας ένα κράνος από έναν στρατιώτη και φορώντας το στο κεφάλι της.

«Εντάξει!» διαμαρτυρήθηκε η Νίθρα, σπρώχνοντάς τον. «Μπορώ να το βάλω και μόνη μου!» Έπιασε το λουρί, δένοντάς το κάτω απ’το σαγόνι της. Ύστερα, καβάλησε το άλογο που της είχαν φέρει.

Όταν όλοι τους ήταν έφιπποι, τρόχασαν προς την Πύλη του Αετού, συνοδευόμενοι από δυο ντουζίνες ιππείς. Πέρασαν πάνω από αιμόφυρτα πτώματα στρατιωτών και βρέθηκαν στο εσωτερικό της Βασιλικής Περιφέρειας. Ο δρόμος που ανοιγόταν εμπρός τους ήταν μεγάλος και οδηγούσε στο παλάτι· επίσης, ήταν γεμάτος με μαχητές του Τάκμιν, ορισμένοι από τους οποίους είχαν αιχμαλωτίσει υπερασπιστές και τους αφόπλιζαν, βάζοντάς τους σε αδειασμένα χτίρια, δεξιά κι αριστερά.

Ο Ρέλγκριν ζύγωσε. «Η Βασιλική Περιφέρεια είναι δική μας, Άρχοντά μου,» ανέφερε στον Έπαρχο, ο οποίος γέλασε και είπε:

«Τελικά, δεν ήταν και τόσο δύσκολο! Σ’ευχαριστούμε για τις συμβουλές σου, Φένταρ των Ωθράγκος.»

Εκείνος έκλινε το κεφάλι.

Ο Ρέλγκριν έβγαλε το κράνος του και συνέχισε την αναφορά του: «Ο στρατώνας» –έδειξε, με τον αντίχειρά του, στα δυτικά– «είναι δικός μας, επίσης. Στο λιμάνι γίνονται ακόμα κάποιες συμπλοκές, καθώς ορισμένοι προσπαθούν να φύγουν με πλοία–»

«Οι μαχητές από την Άζλεντεν;»

«Ναι. Ανάμεσα σε άλλους.»

«Δεν επικοινωνήσατε μαζί τους, πρώτα;» απαίτησε ο Τάκμιν.

«Φοβάμαι πως αυτό δεν ήταν εύκολο μέσα στο χαλασμό, Άρχοντά μου,» εξήγησε ο Ρέλγκριν.

«Τέλος πάντων. Μην τους χτυπήσετε άσχημα· αφήστε τους να φύγουν.»

«Όπως επιθυμείτε.»

«Με το παλάτι τι γίνεται;»

«Εκεί δεν έχουμε εισβάλει ακόμα.»

«Δεν παραδίνονται;»

«Όχι, Άρχοντά μου. Εξακολουθούν να υπάρχουν υπερασπιστές μέσα και, μάλιστα, καλά οχυρωμένοι. Κι ο Αρχιστράτηγος Σάνλον είναι μαζί τους.»

Ο Τάκμιν κάγχασε, κοφτά και ξερά. «Θέλει να παραστήσει τον ήρωα

«Μας φώναξε, από ένα παράθυρο, ότι θα πάρουμε την Έρλεν μόνο πάνω από το πτώμα του. Επίσης, δήλωσε πως…» Ο Ρέλγκριν έριξε ένα γρήγορο βλέμμα στη Νίθρα και, μετά, κοίταξε πάλι τον Τάκμιν. «Πως, ό,τι και να γίνει, θα πάρει το κεφάλι της προδότριας, προτού πεθάνει.»

«Ηλιθιότητες,» είπε ο Έπαρχος. «Ως το βράδυ, το παλάτι θα είναι δικό μας. Για την ώρα, όμως, ανασυνταχτείτε και ξεκουραστείτε για μερικές ώρες, Στρατάρχη. Είναι μεσημέρι.»

Ο Ρέλγκριν ένευσε. Φόρεσε το κράνος του και τρόχασε.

*

Το απόγευμα, ο στρατός του Τάκμιν επιτέθηκε στο μεγάλο παλάτι της Έρλεν, από τα νότια, τα ανατολικά, και τα δυτικά, σπάζοντας την πύλη του κήπου και το ίδιο το μικρό τείχος σε πολλά σημεία. Στο εσωτερικό, όμως, επώδυνες εκπλήξεις τον περίμεναν. Οι μαχητές του Σάνλον –αν και δεν πρέπει να ήταν πολλοί (ο Στρατάρχης Ρέλγκριν δεν τους υπολόγιζε πάνω από πέντε χιλιάδες)– είχαν ετοιμαστεί αφάνταστα καλά για άμυνα. Ίσως να επρόκειτο για επίλεκτες, ειδικά εκπαιδευμένες μονάδες· ίσως να τους φόρτιζε η ιδέα ότι υπερασπίζονταν το τελευταίο σημείο της πόλης· ίσως να έφταιγε το γεγονός ότι ήξεραν πως βρίσκονταν περιστοιχισμένοι πανταχόθεν από αντιπάλους και, άρα, καλύτερα να πέθαιναν ηρωικά, παίρνοντας μαζί τους όσους περισσότερους από τον εχθρό μπορούσαν· ή ίσως το περιβάλλον του κήπου και του παλατιού να τους εξυπηρετούσε ιδιαίτερα. Όποιος, πάντως, κι αν ήταν ο λόγος, κατάφερναν να σμπαραλιάζουν το στράτευμα του Τάκμιν σε κάθε του έφοδο, έχοντας στήσει ενέδρες και παγίδες ανάμεσα στους κορμούς και στις φυλλωσιές, ή στα δωμάτια και στους διαδρόμους του παλατιού, μετά απ’τον κήπο. Οι μονάδες του Έπαρχου της Σάλγκρινεβ τρέπονταν σε υποχώρηση κακήν-κακώς, μειωμένες αριθμητικά κατά το ήμισυ, ή ακόμα χειρότερα.

«Τι στο Λύκο έχετε πάθει;» γρύλισε ο Τάκμιν, κοπανώντας τη δεξιά του γροθιά επάνω στο χάρτη της πόλης, ο οποίος ήταν απλωμένος σ’ένα τραπέζι εμπρός του. «Είστε κουρασμένοι; Δεν έχετε υπολογίσει καλά την κατάσταση; Σας τελειώνουν τα όπλα; Τι;»

Ο Ρέλγκριν καθάρισε το λαιμό του. «Άρχοντά μου, τίποτα απ’αυτά δε συμβαίνει. Ο αντίπαλος, όμως, είναι καλά οχυρωμένος εκεί μέσα–»

«Εισβάλαμε στην πρωτεύουσα του Νούφρεκ ευκολότερα, Στρατάρχη!» τον διέκοψε ο Τάκμιν· αλλά δεν περίμενε απάντηση: έστρεψε το βλέμμα του αλλού. «Νίθρα, τι μπορείς να κάνεις γι’αυτό;»

«Δε νομίζω ότι μπορώ να κάνω κάτι,» αποκρίθηκε εκείνη, καθισμένη σταυροπόδι σε μια από τις καρέκλες του μεγάλου σαλονιού.

Ο Τάκμιν έστρεψε ξανά το βλέμμα του σε άλλον. «Φένταρ, τι προτείνεις;»

«Σας το είχα πει ότι δε θα ήταν εύκολο, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε ο Ωθράγκος, που ήταν όρθιος, με τα χέρια σταυρωμένα εμπρός του.

«Ναι, το ξέρω. Σε ρώτησα, όμως, τι προτείνεις

Ο Φένταρ ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν έχω κάτι να προτείνω, αυτή τη στιγμή. Κάψτε τον κήπο, ίσως…»

Ο Τάκμιν συνοφρυώθηκε. «Ναι… Γιατί δεν το σκεφτήκαμε τούτο νωρίτερα; Στρατάρχη Ρέλγκριν!»

«Μάλιστα, Άρχοντά μου.»

«Σταμάτησε τις επιθέσεις, κατ’αρχήν.»

«Αυτό έχει γίνει ήδη.»

«Και βάλε τους τοξότες να ρίξουν φλεγόμενα βέλη στον κήπο. Θέλω να τον κάνετε στάχτη.»

Ο Ρέλγκριν έκλινε το κεφάλι. «Όπως επιθυμείτε, Άρχοντά μου.» Στράφηκε και έφυγε.

Ο Τάκμιν ξεφύσησε. Σήκωσε το ποτήρι που βρισκόταν δίπλα στον χάρτη της πόλης και ήπιε μια μεγάλη γουλιά κρασί. «Είσαι σίγουρη ότι δεν μπορείς να κάνεις κάτι για να μας βοηθήσεις;» ρώτησε τη Νίθρα. «Δεν μπορείς να προστάξεις το παλάτι να καταρρεύσει; Ολόκληρο το παλάτι να πέσει στα κεφάλια τους και να τους πλακώσει;»

Εκείνη ανατρίχιασε και μόνο στη σκέψη τού τι συνέπειες πιθανώς να είχε αυτό επάνω της· γιατί θυμόταν ακόμα πολύ έντονα τη βραδιά που είχε προστάξει τον ουρανό να βρέξει. «Δε νομίζω ότι κάτι τέτοιο είναι εφικτό, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε.

Ο Τάκμιν ήπιε άλλη μια γουλιά κρασί, μικρότερη από την προηγούμενη, και έπειτα, εγκατέλειψε το μεγάλο σαλόνι της άδειας οικίας. Μιας οικίας που η Νίθρα ήξερε ότι ανήκε στον Οίκο των Θάσανριλ, η οικογένεια των οποίων είχε γεννήσει και έναν άντρα με το Χάρισμα: τον Έλναρκιν, που βρισκόταν ανάμεσα στους Βασιλικούς Ομιλητές της Καλβάρθα. Τώρα, όμως, οι Θάσανριλ, προφανώς, είχαν φύγει από την Έρλεν, με πλοίο, και είχαν αφήσει το σπίτι τους έρημο, λεία για τους πλιατσικολόγους του στρατού του Τάκμιν και κατάλυμα, συγχρόνως, για τον ίδιο τον Έπαρχο και τους μαχητές του.

«Δεν έχεις τίποτα χρήσιμες διασυνδέσεις για την περίσταση;» ρώτησε ο Φένταρ τον Άλαντμιν, ο οποίος ήταν μισοξαπλωμένος σ’ένα ανάκλιντρο.

«Μέσα στη μάχη, δε βγάζεις εύκολα άκρη.»

«Όταν καθαρίσει ο κήπος, τα πράγματα θα είναι ευκολότερα για το στρατό μας,» είπε η Χρυσοδάκτυλη, βαδίζοντας άσκοπα μέσα στο σαλόνι και παίζοντας ένα στιλέτο ανάμεσα στα δάχτυλα του δεξιού της χεριού.

«Όχι και τόσο,» διαφώνησε ο Φένταρ. «Το εσωτερικό του παλατιού είναι εξίσου επικίνδυνο. Και κάτι μου λέει πως αυτός ο Αρχιστράτηγος Σάνλον ξέρει τι κάνει.»

«Ναι,» είπε ο Άλαντμιν, «είναι καλός στρατιωτικός.»

«Τέλος πάντων… Πηγαίνω για ύπνο. Με χρειάζεστε τίποτα;» ρώτησε ο Φένταρ.

«Δε νομίζω,» αποκρίθηκε η Νίθρα.

«Πού είπε ο Έπαρχος ότι είναι τα δωμάτιά μας;»

«Θα σου δείξω,» προθυμοποιήθηκε η Χρυσοδάκτυλη, θηκαρώνοντας το στιλέτο της· και βγήκαν απ’το σαλόνι.

Η Νίθρα σηκώθηκε από την καρέκλα, ζύγωσε την κάβα (η οποία δεν ήταν λεηλατημένη), και γέμισε ένα ποτήρι με κρασί. «Θέλεις;» ρώτησε τον Άλαντμιν.

«Όχι.»

Η Νίθρα ήπιε μια γουλιά. Το κρασί ήταν καλό. Καρνάκιο, μάλλον. Κοίταξε το μπουκάλι· ναι, Καρνάκιο ήταν. Έβγαλε τις μπότες της, σπρώχνοντας τη δεξιά με την αριστερή και, ύστερα, σπρώχνοντας την αριστερή με το καλτσοντυμένο της πόδι. Βάδισε ως ένα από τα παράθυρα του μεγάλου σαλονιού, για να κοιτάξει έξω, πέρα απ’τον κήπο που περιτριγύριζε την οικία. Η Ματιά της πέρασε ανάμεσα από τα δέντρα, τη βλάστηση, και τα σκοτάδια της νύχτας και έφτασε στις φλόγες που είχαν τυλίξει τον παλατιανό κήπο. Μπορούσε να διακρίνει τους στρατιώτες του Σάνλον να υποχωρούν, φεύγοντας από τις κρυψώνες τους και πηγαίνοντας στο εσωτερικό του παλατιού. Σε ένα από τα παράθυρα, ψηλά πάνω από το έδαφος, ατένισε μια σκιερή φιγούρα, την οποία –υπέθετε– μόνο εκείνη θα είχε ποτέ τη δυνατότητα να αναγνωρίσει. Ήταν ο Αρχιστράτηγος του Νούφρεκ, που κοίταζε την καταστροφή κάτωθέ του, ακουμπώντας τα χέρια στο περβάζι.

Τι θα σκεφτόταν, άραγε, αν ήξερε ότι τώρα είχα τα μάτια μου καρφωμένα επάνω του; Αναμφίβολα, θα ήθελε να μου τα ξεριζώσει από το κεφάλι· ή, μάλλον, θα ήθελε να μου ξεριζώσει το ίδιο το κεφάλι…

Γέλασε.

«Σσς!» της έκανε, έντονα, ο Άλαντμιν, καθώς είχε ανασηκωθεί πάνω στο ανάκλιντρο.

Το γέλιο της διακόπηκε, και η Νίθρα στράφηκε στο μέρος του, συνοφρυωμένη. «Τι;» του ψιθύρισε.

«Βήματα,» αποκρίθηκε ο Άλαντμιν, καθώς ορθωνόταν στα μποτοφορεμένα του πόδια και βάδιζε προς την κεντρική είσοδο του σαλονιού.

Η Νίθρα τον ακολούθησε, μα εκείνος την απώθησε. «Απομακρύνσου,» της είπε. «Θα πάω να ρίξω μια ματιά.»

«Όχι· θέλω να έρθω.»

«Μείνε εδώ.»

«Όχι.»

«Μείνε, αλλιώς, μα τη Θεά, θα σε δέσω!» σφύριξε ο Άλαντμιν.

Η Νίθρα μειδίασε στραβά. «Μπορείς να το κάνεις αυτό, αργότερα…»

«Νίθρα, δεν αστειεύομαι. Μείνε – εδώ,» τόνισε ο Άλαντμιν και γλίστρησε έξω απ’το σαλόνι, πατώντας, αθόρυβα, στο κεφαλόσκαλο της σκάλας που οδηγούσε στο ισόγειο.

Αφουγκράστηκε, και διαπίστωσε ότι ο ήχος που είχε ακούσει πριν εξακολουθούσε: Κοφτά βήματα, σαν κάποιος να παραπατούσε, ή σαν κάποιος να προσπαθούσε να βαδίσει αθόρυβα, χωρίς όμως να έχει ιδέα πώς να το επιτύχει. Όπως και να είχε, ήταν ύποπτο, και ο Άλαντμιν αισθανόταν ότι έπρεπε να το ελέγξει.

Έριξε μια ματιά πάνω απ’τον ώμο του, για να δει αν τον είχε πάλι ακολουθήσει η Νίθρα· εντάξει, όμως, εκείνη στεκόταν στο κατώφλι της εισόδου του σαλονιού, κοιτάζοντάς τον μονάχα. Τα πορφυρά της μαλλιά έπεφταν εκατέρωθεν του προσώπου της, γυαλίζοντας στο φως του τζακιού και των κεριών του πολύφωτου, και κάνοντάς τη να δείχνει μαγευτική.

Ο Άλαντμιν πήρε το βλέμμα του από πάνω της και βάδισε ως την άκρη της σκάλας, αγγίζοντας την κουπαστή και ατενίζοντας κάτω. Η αίθουσα ήταν άδεια, και ο ήχος των βημάτων ερχόταν από μια διπλή πόρτα που το ένα φύλλο της ήταν ανοιχτό.

Ο Αρχικατάσκοπος κατέβηκε γρήγορα τα σκαλοπάτια, χωρίς να κάνει θόρυβο: πατώντας ελαφριά αλλά μην περιμένοντας πολύ προτού αλλάξει πόδι. Ήταν κάτι που του είχε γίνει ένστικτο πλέον.

Όταν έφτασε κάτω, πλησίασε τη μισάνοιχτη, διπλή πόρτα, από τη μεριά του κλειστού της φύλλου. Ακούμπησε πλευρικά πάνω σ’αυτό και κρυφοκοίταξε απ’την άκρη του. Μέσα, υπήρχε ένας μακρύς διάδρομος, και δύο μορφές οι οποίες βάδιζαν και φορούσαν κάπες και κουκούλες. Η μία στήριζε φανερά την άλλη. Κάποιος τραυματίας; Γιατί, όμως, έμοιαζαν να προσπαθούν τόσο να μην κάνουν θόρυβο;

Ο Άλαντμιν περίμενε, και είδε τη μια φιγούρα –αυτή που βοηθούσε– να κάνει νόημα στην άλλη να μην κινηθεί, ενώ η ίδια απομακρυνόταν λίγο, πλησιάζοντας μια πόρτα κι ανοίγοντάς τη στο ελάχιστο, για να κοιτάξει μέσα. Έχοντας διαπιστώσει πως τίποτα επικίνδυνο (ό,τι κι αν σήμαινε «επικίνδυνο» γι’αυτούς τους δύο) δεν υπήρχε εκεί, έκανε νόημα στην τραυματισμένη (;) φιγούρα να έρθει, και εκείνη βάδισε προς το μέρος της, παραπατώντας, ενώ η πρώτη φιγούρα άνοιγε διάπλατα την πόρτα. Όταν είχαν κι οι δύο μπει στο δωμάτιο, η πόρτα έκλεισε.

Ποιοι διάολοι είναι αυτοί; απόρησε ο Άλαντμιν, αφήνοντας την κρυψώνα του και βαδίζοντας μέσα στο διάδρομο, δεξιά κι αριστερά του οποίου υπήρχαν αρκετές ξύλινες θύρες. Αν ήταν στρατιώτες, θα είχαν πάει στο στρατιωτικό θεραπευτήριο. Τι κρύβουν;

Ένας ήχος από πίσω του! –σαν ένα ύφασμα να τρίφτηκε πάνω σε ξύλο.

Στράφηκε, πάραυτα, και στο ανοιχτό φύλλο της πόρτας του διαδρόμου αντίκρισε μια γυναίκα την οποία γνώριζε πολύ καλά.

Θα την καθαρίσω! σκέφτηκε.

Η Νίθρα παραξενεύτηκε που ο Άλαντμιν την είχε ακούσει. Βάδιζε ξυπόλυτη, για όνομα της Θεάς! Τι αφτιά έχει; Δεν έκανα τον παραμικρό θόρυβο!

Του χαμογέλασε.

Εκείνος της έκανε νόημα να μη μιλήσει, βάζοντας το δάχτυλο του στα χείλη (Με περνάει για ηλίθια, ώστε να κάνω φασαρία;), και ύστερα, της έγνεψε να πλησιάσει. Η Νίθρα πλησίασε.

Ο Άλαντμιν την άρπαξε από τον καρπό και την οδήγησε στην πόρτα που βρισκόταν δίπλα απ’αυτήν όπου είχαν μπει οι δύο μυστηριώδεις φιγούρες. Από τη χαραμάδα πάνω απ’το δάπεδο, ο Αρχικατάσκοπος δεν μπορούσε να δει φως, όμως δε θα το ριψοκινδύνευε. Έπιασε το πόμολο και άνοιξε, με προσοχή, για να κρυφοκοιτάξει στο εσωτερικό. Αντίκρυ του υπήρχε ένα παράθυρο, απ’όπου έμπαινε η αστροφεγγιά, καθώς και αντανακλάσεις από τις φωτιές στον βασιλικό κήπο· αλλά το δωμάτιο ήταν, κατά κύριο λόγο, τυλιγμένο στο σκοτάδι. Ίσως κάποιος να κοιμόταν εδώ κι εκείνος να μην μπορούσε να τον δει.

«Βλέπεις κανέναν μέσα;» ψιθύρισε στ’αφτί της Νίθρα.

«Όχι,» αποκρίθηκε εκείνη, στον ίδιο τόνο· «φαίνεται άδειο.»

Ο Άλαντμιν την τράβηξε μέσα και έκλεισε.

«Τι συμβαίνει;» ρώτησε η Νίθρα, χωρίς να δυναμώσει πολύ τη φωνή της.

«Δε σου είπα να μη μ’ακολουθήσεις;»

«Με χρειάστηκες…»

«Δεν ήταν κι απαραίτητη η βοήθειά σου.»

«Γιατί μπήκαμε εδώ;»

«Διότι δίπλα,» έδειξε τον τοίχο, με τον αντίχειρά του, πιστεύοντας ότι η Νίθρα, μάλλον, θα έβλεπε τη χειρονομία του μέσα στο σκοτάδι, «βρίσκονται δύο πολύ ύποπτοι κύριοι.»

«Τι ‘ύποπτοι κύριοι’;»

«Δεν ξέρω πολλά ακόμα.» Ο Άλαντμιν άνοιξε το παράθυρο, αφήνοντας τον βραδινό αέρα να μπει, παγερός καθώς ήταν· η Νίθρα έτριψε τα χέρια της. «Αλλά θα μάθω. Αυτή τη φορά, όμως: μείνε – εδώ. Με καταλαβαίνεις;» Βγήκε απ’το παράθυρο, περνώντας στον κήπο της οικίας και σκύβοντας αμέσως.

Παραδίπλα, υπήρχε άλλο ένα παράθυρο, και ο Άλαντμιν το πλησίασε, για να κοιτάξει από τη γωνία του και να δει ένα δωμάτιο φωτισμένο από λάμπα λαδιού. Στο κρεβάτι ήταν ξαπλωμένος ένας άντρας, με ξυρισμένο κεφάλι και τραυματισμένο –νεκρωμένο, ίσως– αριστερό μάτι. Δε χρειαζόταν και πολύ, για να καταλάβει κανείς ότι ήταν άρρωστος: ανοιγόκλεινε τα ξεραμένα του χείλη σαν να παραληρούσε, και ιδρώτας γυάλιζε στο πρόσωπό του. Η γυναίκα που στεκόταν από πάνω του δεν ήταν άγνωστη. Καθώς τώρα είχε κατεβάσει την κουκούλα της, ο Άλαντμιν μπορούσε να δει καθαρά ότι επρόκειτο για την Ομιλήτρια Αρτλάνα.

Αυτός είναι, λοιπόν, ο άνθρωπος που έκρυβε στη σκηνή της. Αυτός είναι –κατά πάσα πιθανότητα– ο ένας από τους δύο Λυκολάτρες, ο οποίος «πέθανε στα βασανιστήρια».

Ο Άλαντμιν στένεψε τα μάτια, προσπαθώντας να διαβάσει τα χείλη της Αρτλάνα. Τι του λέει; Μπορούσε να πιάσει μόνο μερικές λέξεις.

…εδώ…

…φύγεις…

…ακούς…

Σκατά! μούγκρισε εσωτερικά ο Άλαντμιν. Δε βγάζω νόημα. Πήγε στο άλλο παράθυρο και έκανε νόημα στη Νίθρα να έρθει.

Εκείνη ζύγωσε. «Τι είναι; Έχω ξεπαγιάσει.»

«Δίπλα, είναι η Αρτλάνα,» την πληροφόρησε ο Άλαντμιν, και την είδε να ξεχνά το κρύο στη στιγμή, καθώς τα μάτια της γυάλισαν, «και ο… προστατευόμενός της. Έλα να δεις αν μπορείς να διαβάσεις τα χείλη τους.»

«Σου είπα ότι θα με χρειαζόσουν,» αποκρίθηκε η Νίθρα, πατώντας στο περβάζι και πηδώντας έξω. Τα καλτσοντυμένα της πόδια πάτησαν στο υγρό χώμα του κήπου, και έβγαλε έναν ήχο ξαφνιάσματος. «Γαμώ το Λύκο!…»

«Σσς!» της έκανε ο Άλαντμιν, τραβώντας την κάτω, για να σκύψει.

Εκείνη υπάκουσε, κι ο Αρχικατάσκοπος τής ψιθύρισε: «Δες από τη γωνία του παραθύρου –πολύ προσεκτικά!»

Η Νίθρα έκανε όπως της είπε και, μέσα στο δωμάτιο, είδε την Αρτλάνα και τον κουρεμένο γουλί άντρα, ο οποίος ήταν πασιφανές ότι ψηνόταν στον πυρετό.

«Ναι…» έλεγε, εκείνη τη στιγμή· η Νίθρα μπορούσε πολύ άνετα να διαβάσει τα χείλη του.

«Όταν βγω,» του είπε η Αρτλάνα, «να σηκωθείς και να τραβήξεις τον σύρτη. Και να μην ανοίξεις σε κανέναν, όσο κι αν χτυπά· μόνο σε μένα. Θα προσπαθήσω να σου βρω κάποιο φάρμακο, εντάξει;» Τον χάιδεψε στο κεφάλι.

«’Ντάξει…» μουρμούρισε εκείνος.

Η Αρτλάνα βάδισε προς το παράθυρο.

Με κατάλαβε, που να τη φάει ο Λύκος! Η Νίθρα κατέβασε το κεφάλι της και στράφηκε στον Άλαντμιν, που βρισκόταν δίπλα. «Με είδε!» του ψιθύρισε.

Εκείνη τη στιγμή, όμως, τα παραθυρόφυλλα ακούστηκαν να κλείνουν και να σφαλίζονται.

«Ή, μάλλον, όχι…» διόρθωσε η Νίθρα, ελευθερώνοντας την ανάσα που κρατούσε.

«Τι είδες;» τη ρώτησε ο Άλαντμιν.

«Δεν πάμε μέσα, να σ’τα πω; Έχω ξυλιάσει!»

Εκείνος ένευσε, και μπήκαν πάλι στο διπλανό δωμάτιο, κλείνοντας το παράθυρο πίσω τους.

«Η Αρτλάνα τού είπε να τραβήξει το σύρτη, όταν αυτή φύγει, και να μην ανοίξει σε κανέναν. Επίσης, είπε ότι θα πήγαινε να του βρει κάποιο φάρμακο. Μου φαίνεται πολύ άρρωστος, Άλαντμιν.»

Εκείνος ένευσε.

Βήματα ακούστηκαν από το διάδρομο –η Αρτλάνα, μάλλον– και σώπασαν κι οι δύο. Η Νίθρα έβγαλε τις μουλιασμένες της κάλτσες και τις πέταξε μέσα στο σβηστό τζάκι.

«Γιατί το έκανες αυτό;» τη ρώτησε ο Άλαντμιν, όταν τα βήματα χάθηκαν.

«Για να μην πάθω κρυοπαγήματα;»

«Εννοώ, γιατί αφήνεις ίχνη πίσω σου;»

«Δεν το σκέφτηκα έτσι,» παραδέχτηκε η Νίθρα. «Αλλά, εξάλλου, ποιος θα καταλάβει τίποτα από δυο κάλτσες;»

«Κάποιος που σε έχει δει να τις φοράς. Ποτέ δεν ξέρεις τι γίνεται.» Ο Άλαντμιν τις μάζεψε από το τζάκι, και άνοιξε την πόρτα, κοιτάζοντας έξω, τον διάδρομο. Από δίπλα, άκουσε έναν σύρτη να τραβιέται.

«Τι κάνουμε τώρα;» ρώτησε η Νίθρα πίσω του. «Την περιμένουμε να επιστρέψει, για να τους πιάσουμε στα πράσα;»

«Όχι,» είπε ο Άλαντμιν, βγαίνοντας.

Η Νίθρα τον ακολούθησε. «Γιατί;» ψιθύρισε.

Εκείνος έκλεισε, αθόρυβα, την πόρτα. «Επειδή δε θα έχει κανένα νόημα. Έτσι όπως έχουν τώρα τα πράγματα, διαθέτουμε ένα κρυφό χαρτί που μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε, κατά βούληση, εναντίον της.»

Η Νίθρα έπρεπε να παραδεχτεί ότι αυτό ήταν αλήθεια, οπότε ένευσε μονάχα.

Βγήκαν από τον διάδρομο και ανέβηκαν τη σκάλα που οδηγούσε στο σαλόνι.


Κεφάλαιο 22
Ουράνιες Φλόγες, Υπόγειο Ψύχος

 

Οι απώλειες ήταν λιγότερες από χίλιους-πεντακόσιους μαχητές, όπως ανέφερε ο Υποστράτηγος Λύβνιρ, και ο Πρίγκιπας Ήλμον είπε στον Άσθαν: «Βλέπεις, Στρατηγέ; Η νίκη μας ήταν ευκολότερη απ’ό,τι πιστεύαμε.»

«Πιάσαμε το μεγαλύτερο μέρος του εχθρού απροετοίμαστο, Υψηλότατε,» αποκρίθηκε εκείνος.

«Ναι,» συμφώνησε ο Ήλμον. «Αλλά αυτό ήταν το σχέδιό μας, από την αρχή. Και τώρα, μπορούμε να προχωρήσουμε…» Βγήκε απ’τη σκηνή-στρατηγείο και κοίταξε πάνω απ’τα τείχη του στρατώνα, το παλάτι στην κορυφή του δενδρώδους υψώματος, στο κέντρο της Φίρθμας. «Οι ώρες του Τυράννου είναι μετρημένες.»

Ο Άσθαν πρόσταξε τον Λύβνιρ να αρχίσουν την επίθεση, και τόνισε πως οι όποιες τυχόν λεηλασίες σε σπίτια της πόλης έπρεπε να κρατηθούν στο ελάχιστο. «Δε θέλω οι κάτοικοι της Φίρθμας να νομίσουν ότι έπεσε ένας τύραννος για να έρθει ένας χειρότερος,» είπε.

Ύστερα, εξοπλίστηκε για μάχη και καβάλησε τ’άλογό του. Βγήκε από την κεντρική πύλη του στρατώνα… και, έξω απ’αυτήν, συνάντησε τον Ιερέα Χάρναλιρ, ο οποίος δεν του μίλησε, παρά μονάχα του έριξε ένα ερευνητικό βλέμμα. Ή, ίσως, ένα προειδοποιητικό βλέμμα, υπέθεσε ο Άσθαν. Για τι θέλει να με προειδοποιήσει; Να μην ανακατευτώ άλλο στα πόδια του; Και τότε, θυμήθηκε πως είχε προστάξει τον Λύβνιρ να κρατήσει τις λεηλασίες στο ελάχιστο, και σκέφτηκε: Μάλλον, τούτο δε θ’άρεσε και τόσο στον ιερέα του Άνκαραζ. Εγώ, όμως, είμαι ο Στρατηγός αυτών των μαχητών, όχι εκείνος. Και εγώ διατάζω τι θα γίνει. Αγνοώντας το βλέμμα του Χάρναλιρ, τρόχασε προς την πύλη του λόφου του παλατιού.

Διασχίζοντας τους δρόμους της Φίρθμας, παρατήρησε πως –από εκεί όπου τώρα περνούσε εκείνος, τουλάχιστον– οι στρατιώτες τον είχαν υπακούσει, και κανένα σπίτι δεν είχε λεηλατηθεί. Οι πολίτες κρυφοκοίταζαν ανάμεσα από κουρτίνες ή χαραμάδες στα παντζούρια. Κανείς δεν άνοιγε την πόρτα του, και κανείς δεν έβγαινε σε μπαλκόνι ή παράθυρο.

Όταν έφτασε στην πύλη του λόφου, ο Άσθαν είδε πως οι μαχητές του είχαν αρχίσει να τη χτυπάνε μ’έναν μικρό πολιορκητικό κριό. Αντίσταση δεν υπήρχε, σαν οι πολεμιστές του Τυράννου να είχαν τρομάξει.

«Υποχώρησαν;» ρώτησε ο Άσθαν μια διοικήτρια.

«Ποιοι, Στρατηγέ;»

«Οι στρατιώτες του Σάρναλ.»

«Δεν ήταν κανένας εδώ.»

«Το μέρος ήταν αφύλακτο;» ρώτησε ο Άσθαν, καθώς η πύλη έπεφτε από ένα τελευταίο χτύπημα του πολιορκητικού κριού.

«Ναι.»

Παράξενο, σκέφτηκε ο Στρατηγός. Και ύποπτο. «Περιμένετε!» φώναξε στους στρατιώτες του· και εκείνοι, που ήταν έτοιμοι να περάσουν την πύλη και να εισβάλουν στο δενδρώδη λόφο, κατευθυνόμενοι προς το παλάτι, κοντοστάθηκαν.

«Ελέγξτε την περιοχή, πρώτα,» είπε ο Άσθαν στη διοικήτρια. «Με ανιχνευτές. Ίσως να μας έχουν στήσει ενέδρα μέσα στα βλάστηση.»

Η γυναίκα –που ονομαζόταν Νιρκένα– ένευσε, και έφυγε από το πλευρό του, πλησιάζοντας μερικούς από τους πολεμιστές της.

Ο Άσθαν έστρεψε το άλογό του και κάλπασε προς τα άλλα σημεία απ’όπου οι στρατιώτες του θα άρχιζαν την επίθεση. Έπρεπε να τους προειδοποιήσει όλους. Πρώτα, πήγε στη βόρεια μεριά, κάνοντας τον κύκλο του λόφου και βρίσκοντας τους πολεμιστές να έχουν μόλις σωριάσει το αδύναμο τείχος και να περιμένουν τη σκόνη να καθαρίσει.

«Περιμένετε!» τους φώναξε. «Περιμένετε!»

Η Πριγκίπισσα Θάρνιν, που ηγείτο της επίθεσης, στράφηκε επάνω στη σέλα της και τον κοίταξε. «Τι συμβαίνει, Στρατηγέ;»

«Δε συναντήσαμε αντίσταση στην πύλη,» εξήγησε εκείνος, τραβώντας τα γκέμια του αλόγου του, «κι αυτό με βάζει σε υποψίες.»

«Εννοείς ότι δεν υπήρχε κανένας υπερασπιστής εκεί;»

Ο Άσθαν ένευσε. «Κανένας. Και σκέφτομαι ότι πιθανώς να μας έχουν στήσει παγίδα μέσα στη βλάστηση. Γιαυτό κινηθείτε προσεκτικά.»

«Ειδοποίησες και τους μαχητές στα νοτιοανατολικά;»

«Όχι ακόμα. Ελέγξτε την περιοχή, προτού προχωρήσατε,» είπε ο Άσθαν, και, μπήγοντας τα τακούνια των μποτών του στα πλευρά του αλόγου του, κάλπασε ξανά γύρω από το λόφο.

Έφτασε στη νοτιοανατολική μεριά και είδε πως το τείχος εκεί είχε καταρρεύσει και οι στρατιώτες είχαν εισβάλει. Να πάρει! δεν τους πρόλαβα.

«Υποχωρήστε!» πρόσταξε, μεγαλόφωνα. «Υποχωρήστε!»

Ένας διοικητής τον πρόσεξε και φώναξε στους άλλους. Η έφοδος επάνω στο λόφο σταμάτησε, και ο Άσθαν ξεφύσησε μέσα στο κράνος του.

Ο Χάρναλιρ ξεπρόβαλε ανάμεσα από τους πολεμιστές. «Στρατηγέ,» είπε, «γιατί προστάζεις υποχώρηση;» Τώρα, δεν υπήρχε κακία στη φωνή του, ούτε εχθρότητα. Προφανώς, καταλάβαινε ότι ο Άσθαν είχε λόγο που ζητούσε από τους μαχητές του να αποτραβηχτούν.

«Δε συναντήσαμε αντίσταση στην πύλη, κι αυτό είναι ύποπτο. Ίσως να μας έχουν στήσει ενέδρα μέσα στα δέντρα. Ελέγξτε την περιοχή, προτού κινηθείτε.»

«Σ’ευχαριστούμε,» αποκρίθηκε ο Χάρναλιρ. «Ο Πολέμαρχος είναι ικανοποιημένος μαζί σου.»

Ο Άσθαν έτριξε τα δόντια, ακούγοντας αυτό το σχόλιο, αλλά δεν απάντησε. Ένευσε μονάχα προς τη μεριά του ιερέα και έφυγε, πηγαίνοντας στην πύλη του λόφου.

Εκεί, τράβηξε τα ηνία του αλόγου του, σταματώντας το. Το ζώο είχε λαχανιάσει από το τρέξιμο, και ο Στρατηγός τού χάιδεψε το λαιμό, για να το ηρεμήσει, ενώ το βλέμμα του ερευνούσε τη δεντρόφυτη πλαγιά μετά απ’το τείχος. Δεν έβλεπε να διαδραματίζεται καμία συμπλοκή. Οι ανιχνευτές δεν πρέπει να είχαν εντοπίσει κάποια ενέδρα· όχι ακόμα, τουλάχιστον.

Η Διοικήτρια Νιρκένα πλησίασε. «Στρατηγέ,» είπε, «το πεδίο μοιάζει ανοιχτό.»

«Μέχρι πάνω;»

«Μέχρι τη μέση.»

«Ας προχωρήσουμε, λοιπόν,» αποκρίθηκε ο Άσθαν. «Αλλά προσεκτικά και ενώ οι ανιχνευτές μας συνεχίζουν να ερευνούν την περιοχή πιο πάνω.»

Οι Νορβήλιοι πολεμιστές πέρασαν την πύλη, ακολουθώντας το στριφογυριστό μονοπάτι, που διέγραφε σπείρες γύρω από το λόφο, ανεβαίνοντας προς το παλάτι, στην κορυφή. Ο Άσθαν είχε τα μάτια του ανοιχτά και τ’αφτιά του τεντωμένα, καθώς προπορευόταν των στρατιωτών του, μαζί με τη Διοικήτρια Νιρκένα. Σιγά-σιγά, η θέα από κάτω του άρχισε να μεγαλώνει και η πρωτεύουσα του Ένρεβηλ ν’αποκαλύπτεται σ’όλο της το απογευματινό μεγαλείο. Όμως εκείνος δεν έβλεπε τώρα τη Φίρθμας, αλλά τους μαχητές στη βόρεια και νοτιοανατολική μεριά του λόφου, οι οποίοι σκαρφάλωναν. Προσπαθούσε να διακρίνει αν υπήρχαν εχθροί κρυμμένοι ανάμεσα στα δέντρα· εχθροί που τους περίμεναν να ζυγώσουν, για να τους χτυπήσουν. Αυτοί οι Λεπιδοφόροι Γέρακες, ίσως. Ωστόσο, δεν πρόσεξε τίποτα το ασυνήθιστο. Αλλά, αν οι συγκεκριμένοι δολοφόνοι είναι τόσο καλοί όσο μου λέγανε ο Πρίγκιπας Ήλμον και η Πριγκίπισσα Θάρνιν, τότε θα μπορούσε ένα μάτι σαν το δικό μου να τους εντοπίσει; Ετούτη η σκέψη τον έβαλε σε ανησυχία.

Η επίθεση, όμως, δεν ήρθε από τα δέντρα· ήρθε από ψηλά, από το παλάτι. Φλεγόμενα βέλη εκτοξεύτηκαν προς όλες τις μεριές, καθώς και μεγάλες, πύρινες σφαίρες, και γυάλινες σφαίρες οι οποίες έσπαγαν, κατά την πτώση, διαχέοντας το λάδι που περιείχαν.

Ο κήπος του λόφου άρπαξε φωτιά.

Ο Άσθαν έσφιξε γερά τα γκέμια του αλόγου του, το οποίο υψώθηκε στα πισινά του πόδια, κλοτσώντας τον αέρα με τα μπροστινά.

«Φωτιά!» ακούστηκαν οι φωνές των στρατιωτών. «Φωτιά!»

Ο Τύραννος θέλει να μας κάψει όλους! σκέφτηκε ο Άσθαν. Αλλά, μ’αυτό τον τρόπο, θα κάψει και τον εαυτό του, ο παράφρονας!

«Υποχωρήστε!» φώναξε. «Υποχωρήστε! Κατεβείτε από το λόφο!»

Τούτο, όμως, δεν ήταν τόσο εύκολο όσο ακουγόταν, και ο Άσθαν το ήξερε. Οι μαχητές του τράπηκαν σε άτακτο φυγή, καθώς τα πάντα έπαιρναν φωτιά γύρω τους και ο καταιγισμός των φλεγόμενων βελών και σφαιρών συνεχιζόταν αδιάκοπα. Οι τοξότες του Τυράννου δε σημάδευαν, καθώς έριχναν· αυτό ήταν προφανές· έβαλλαν τυχαία. Όμως δε χρειαζόταν και να σημαδέψουν· το μόνο που χρειαζόταν ήταν τα βλήματά τους να πέσουν κάπου μέσα στον δενδρώδη λόφο, για να τον κάνουν μια πύρινη κόλαση· κι αυτό το κατάφερναν πολύ, πολύ καλά, οι καταραμένοι μπάσταρδοι, έπρεπε να παραδεχτεί ο Άσθαν.

«Μη βγαίνετε απ’το μονοπάτι!» φώναξε στους στρατιώτες του, βλέποντας ότι ορισμένοι προσπαθούσαν να κόψουν δρόμο και να κατεβούν γρηγορότερα, πράγμα το οποίο, αναμφίβολα, θα κατέληγε στην πυρπόλησή τους. «Μη βγαίνετε απ’το μονοπάτι!» Γιατί δεν τον άκουγαν;

Ο Άσθαν τούς αγνόησε και τρόχασε επάνω στο μονοπάτι, μαζί μ’εκείνους που υπάκουγαν τις διαταγές του. Αν οι άλλοι ήθελαν να κάνουν του κεφαλιού τους– Έσφιξε τα ηνία του αλόγου του και έτριξε τα δόντια. Είμαι υπεύθυνος γι’αυτούς, κι εκείνοι πηγαίνουν και σκοτώνονται από μόνοι τους, χίλιες κατάρες επάνω τους!

Ένα δέντρο έσπασε, φαγωμένο από τις φλόγες, και έπεσε μπροστά στον Στρατηγό. Το άλογό του χρεμέτισε, τρομαγμένο, και παραλίγο να τον πετάξει. Ο Άσθαν ίσα που κατάφερε να κρατηθεί στη σέλα, ενώ, με την άκρια του ματιού, έβλεπε δυο άλλους ιππείς να σωριάζονται και να κατρακυλούν στο λόφο, ουρλιάζοντας, καθώς άρπαζαν φωτιά.

«Μείνετε στο μονοπάτι!» φώναξε, γιατί αρκετοί από τους στρατιώτες του –τρομαγμένοι κι αυτοί όπως τα άλογα– είχαν αποφασίσει πάλι να λοξοδρομήσουν. «Παραμερίστε τον κορμό, και μείνετε στο μονοπάτι!»

Οι διαταγές του δεν εισακούγονταν από όλους. Ευτυχώς, όμως, ορισμένοι ακόμα τις άκουγαν. Τρεις πολεμιστές έσπρωξαν, με δόρατα και ασπίδες, το πεσμένο δέντρο, ανοίγοντας ξανά το μονοπάτι για τους υπόλοιπους.

«Περάστε!» φώναξε ο Άσθαν. «Γρήγορα! Κατεβείτε το λόφο! Και μείνετε στο μονοπάτι!»

Οι στρατιώτες έτρεχαν, προσπερνώντας τον, καθώς εκείνος είχε τώρα σταματημένο το άλογό του, χαϊδεύοντάς του το λαιμό, προσπαθώντας να το ηρεμήσει. Αναρωτιόταν αν θα τα κατάφερναν να γλιτώσουν ζωντανοί· κι αν ναι, πόσοι απ’αυτούς;

Αρκετά μέτρα παρακάτω, ατένισε άλλο ένα δέντρο να πέφτει. Όχι! Μπορούσε να φανταστεί τώρα τον Σάρναλ να γελά σαν τρελός, κοιτάζοντάς τους από το παλάτι του.

«Καθαρίστε το μονοπάτι!» κραύγασε ο Άσθαν, δείχνοντας το πεσμένο δέντρο. «Μη φεύγετε! Καθαρίστε το μονοπάτι!» Αλλά ο ίδιος έστρεψε το άλογό του απ’την άλλη, και έμπηξε τα τακούνια του στα πλευρά του ζώου.

«Στρατηγέ!» του φώναξε κάποιος. «Πού πάτε;»

Ο Άσθαν δεν του απάντησε, καθώς άρχιζε να καλπάζει εξαγριωμένος, ακολουθώντας το σπειροειδές μονοπάτι προς τα επάνω. Το βλέμμα του στράφηκε, προς στιγμή, στα νοτιοανατολικά, για να δει πώς τα πήγαιναν εκεί οι στρατιώτες, κι αυτό που ατένισε ήταν ένας ξέφρενος πανικός. Οι μαχητές είχαν διασπαστεί τελείως, και έτρεχαν απο δώ κι απο κεί, χωρισμένοι σε πολλές, μικρές ομάδες, που πάσχιζαν να κατεβούν από το ύψωμα και να γλιτώσουν από τη φωτιά.

«Σάρναλ!» γρύλισε ο Άσθαν, κάτω απ’την ανάσα του. «Ανώμαλο καθίκι! Θα κάψεις την ίδια σου την πόλη!» Ήξερε ότι η φωτιά δεν ήθελε πολύ για να μεταπηδήσει από τον τεράστιο βασιλικό κήπο στην Φίρθμας. Μόνο οι δεκάδες –μακάρι να είναι δεκάδες και όχι εκατοντάδες!– φλεγόμενοι στρατιώτες που θα έβγαιναν ήταν αρκετοί για να πυρπολήσουν ολόκληρα οικοδομήματα.

Κι εγώ τι κάνω τώρα; Τι στους δαίμονες κάνω; Ο Άσθαν αντιλαμβανόταν ότι τον είχε πιάσει πανικός, όπως και τους πολεμιστές του, γιατί αισθανόταν παράφρονας καθώς ανέβαινε προς το παλάτι. Τι ήλπιζε να καταφέρει εκεί; Να πεθάνει ηρωικά, αντί να πεθάνει μέσα στις φλόγες; Κάνω αυτό που πρόσταξα τους στρατιώτες μου να μην κάνουν… Όμως τούτες οι σκέψεις –το γεγονός ότι ήξερε πως είχε παραφρονήσει– δεν σταματούσαν την τρελή, ανοδική του πορεία.

Το άλογό του πηδούσε πάνω από πεσμένους, φλεγόμενους κορμούς, καθώς οδηγούσε τον καβαλάρη του προς το παλάτι της Φίρθμας. Και, ενώ έφτανε στην κορυφή, ο Άσθαν διαπίστωσε ότι εδώ η φωτιά δεν ήταν τόσο έντονη. Φυσικά, σκέφτηκε. Άρχισαν να μας βάλλουν όταν ήμασταν, περίπου, στη μέση του λόφου· επομένως, από εκεί και κάτω οι φλόγες θα είναι δυνατότερες, ενώ πιο ψηλά το ακριβώς αντίθετο. Όσο κι αν δε σημάδευαν οι τοξότες του Σάρναλ, σίγουρα, έριχναν μακριά από τη βασιλική οικία, όχι κοντά σ’αυτήν.

Ο Άσθαν σταμάτησε το άλογό του μπροστά από την κλειστή πύλη του παλατιού. Αφύλακτη, παρατήρησε. Ώστε ο Τύραννος δεν περίμενε ότι θ’ανέβαινε κανένας από εμάς, όσο φωτιά μάς έζωνε. Ωραία! Θα αποτελέσω έκπληξη γι’αυτόν! Τράβηξε τα χαλινάρια του ίππου του, κάνοντάς τον να σηκωθεί στα πίσω πόδια και να κλοτσήσει, με τα μπροστινά, την πύλη. Η δύναμη του αλόγου άνοιξε και τα δύο φύλλα διάπλατα, παρουσιάζοντας μια αίθουσα. Άδεια.

Κανένας φρουρός. Κανένας υπηρέτης.

«ΣΑΡΝΑΛ!» φώναξε ο Άσθαν, και η φωνή του αντήχησε μέσα στο παλάτι.

Μα τον Βάνραλ, τι συμβαίνει; Έχουν όλοι φύγει;

Τρόχασε στο εσωτερικό της βασιλικής οικίας, ανατρέποντας πράγματα στο πέρασμά του, ψάχνοντας για κάποιον άνθρωπο. Το μόνο που έβρισκε, όμως, ήταν αντικείμενα και μια ατελείωτη, ανατριχιαστική σιγαλιά, καθώς εδώ μέσα τα ουρλιαχτά των φλεγόμενων στρατιωτών ακούγονταν απόμακρα.

Ακόμα και στην Αίθουσα του Βασάλτινου Θρόνου δεν ήταν κανένας. Ο Τύραννος είχε φύγει. Είχε εγκαταλείψει το παλάτι –πιθανώς, και την πόλη– και τους είχε αφήσει όλους να καούν, το τρισκατάρατο κάθαρμα! Πώς κατάφερε να διαφύγει, όμως; Πρέπει να υπάρχει, τελικά, κάποιο πέρασμα που δε μας αποκάλυψε ο Φάζναλ…

Αλλά, αν οι πάντες είχαν φύγει απ’το παλάτι, τότε ποιος διάολος έριχνε τα βέλη; Πρέπει κάποιοι να βρίσκονταν ακόμα εδώ.

Ο Άσθαν αφίππευσε κι άρχισε ν’ανεβαίνει τις σκάλες, τρέχοντας. Αν κατάφερνε να σταματήσει τους τοξότες, θα γλίτωνε πολλές ζωές των στρατιωτών του. Ίσως, λοιπόν, να μην ήταν, τελικά, ο πανικός και η παραφροσύνη της απόγνωσης που τον είχαν οδηγήσει να έρθει εδώ, στο παλάτι. Ίσως να ήταν κάτι άλλο: ένα προαίσθημα: μια ανώτερη αντίληψη. Ίσως κάποιος θεός να τον είχε φωτίσει…

Άνκαραζ…

Άνκαραζ…

Αυτός ήταν που τον είχε καθοδηγήσει;

Ας είναι! Ας είναι όποιος θεός ή δαίμονας θέλει.

Άρχοντα της Μάχης, σκέφτηκε ο Άσθαν, καθώς έφτανε στα ανώτατα σημεία του παλατιού (τα οποία ήταν αφύλακτα, όπως και όλο το υπόλοιπο παλάτι), όσο αίμα χυθεί από το σπαθί μου, ετούτη την ημέρα, είναι δικό σου!

Κλότσησε την πόρτα που έβγαζε σ’έναν εξώστη του παλατιού, ανοίγοντάς την απότομα και κάνοντάς την να κοπανήσει δυνατά πάνω στον τοίχο όπου βρίσκονταν οι μεντεσέδες της.

Τέσσερις τοξότες στράφηκαν, αιφνιδιασμένοι. Πίσω τους βρισκόταν ένας καταπέλτης, τον οποίο, επί του παρόντος, δε χειριζόταν κανένας.

Το σπαθί του Άσθαν άστραψε, καθώς ο Στρατηγός χιμούσε καταπάνω τους, καρατομώντας έναν και στέλνοντας το κεφάλι του στον φλεγόμενο λόφο. Οι δύο άλλοι, βρισκόμενοι σε κατάσταση πανικού, προσπάθησαν να τραβήξουν αγχέμαχα όπλα. Ο Άσθαν δεν τους έδωσε κανένα περιθώριο χρόνου: Το ξίφος του κατέβηκε ξανά και τσάκισε το κρανίο του δεύτερου τοξότη. Ο επόμενος (που ήταν ο μόνος που δεν πήγαινε να τραβήξει αγχέμαχο όπλο) έκανε να τεντώσει το τόξο του και να χτυπήσει το Στρατηγό. Εκείνος, όμως, έπεσε πάνω του με την ασπίδα μπροστά, σπρώχνοντάς τον και ρίχνοντάς τον κάτω απ’τον εξώστη.

Ο τελευταίος τοξότης είχε τραβήξει ξίφος, αλλά δεν επιτέθηκε· έτρεξε, τρομαγμένος, προς τη σκάλα. Ο Άσθαν τον κυνήγησε, σπαθίζοντάς τον πίσω απ’τα γόνατα. Ο άντρας σωριάστηκε, κραυγάζοντας από τον πόνο.

«Πού είναι οι άλλοι;» φώναξε ο Στρατηγός, πατώντας τον με το μποτοφορεμένο του πόδι.

«Στους – στους εξώστες.»

«Πόσους εξώστες;»

«Πέντε. Πέντε είναι ακόμα. Μη με σκοτώσεις–»

Ο Άσθαν τον κοπάνησε στο κεφάλι, με την ασπίδα του, αναισθητοποιώντας τον. Ύστερα, βγήκε στη σκάλα και έτρεξε, ανοίγοντας πόρτες, ψάχνοντας για τους υπόλοιπους τοξότες. Βρέθηκε στον πρώτο εξώστη και επιτέθηκε, χωρίς δεύτερη σκέψη, χτυπώντας έναν άντρα στην πλάτη και σωριάζοντάς τον. Προτού εκείνος που ήταν πλάι του γυρίσει, ο Στρατηγός τον σπάθισε, τσακίζοντάς του το πρόσωπο. Οι άλλοι δύο ξεσπάθωσαν, και του επιτέθηκαν. Ο Άσθαν απέκρουσε τα χτυπήματά τους πάνω στην ασπίδα του, και ξεκοίλιασε τον έναν, ενώ έμπηξε τη λεπίδα του στο στήθος του άλλου. Τράβηξε έξω το όπλο του και, αφήνοντας τους νεκρούς στον Άνκαραζ, έψαξε για τον επόμενο εξώστη, και δε δυσκολεύτηκε να τον βρει.

Σαν μανιασμένος λύκος, ο Άσθαν άνοιξε την πόρτα, παταγωδώς, και εφόρμησε σε ακόμα τέσσερις τοξότες. Ο νους του είχε θολώσει από την πολεμική μάνητα, και σχεδόν δεν ήξερε τι έκανε· όμως με κάθε του χτύπημα σώριαζε κι έναν από τους εχθρούς του. Όταν τελείωσε μαζί τους, ένας ήταν αποκεφαλισμένος, ένας ξεκοιλιασμένος, ένας πεσμένος κάτω από τον εξώστη, και ο τελευταίος σκοτωμένος πάνω στον καταπέλτη, με το λαιμό του ανοιγμένο πέρα για πέρα.

Ο Άσθαν στάθηκε για λίγο, βαριανασαίνοντας, περιμένοντας το κεφάλι του να σταματήσει να βουίζει. Είχε άλλους τρεις εξώστες να αδειάσει. Άλλους δώδεκα ανθρώπους να σκοτώσει. Και αναρωτιόταν αν θα άντεχε. Όμως έπρεπε ν’αντέξει, για τους στρατιώτες του στο λόφο, ο οποίος είχε μετατραπεί σε πύρινη κόλαση. Έπρεπε να γλιτώσει όσους από αυτούς μπορούσε. Και υπήρχαν πράγματα που του έδιναν θάρρος: Οι εξώστες δεν έβλεπαν ο ένας τον άλλο (τουλάχιστον, αυτοί όπου είχε πάει μέχρι στιγμής έτσι ήταν), καθώς βρίσκονταν σε διαμετρικά αντίθετα σημεία, για να κοιτάζουν γύρω-γύρω από το παλάτι· οπότε, οι ομάδες των τοξοτών δεν μπορούσαν να ειδοποιηθούν για την παρουσία του Άσθαν, κι εκείνος θα είχε σε κάθε του επίθεση το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού, πράγμα εξαιρετικά σημαντικό. Επίσης, οι τοξότες δε φορούσαν πανοπλίες, σε αντίθεση με εκείνον, που ήταν ντυμένος στο ατσάλι και έφερε ασπίδα· έτσι, οι πιθανότητες νίκης τους μειώνονταν δραματικά. Ένας ξαρμάτωτος μαχητής δεν μπορεί να τα βάλει μ’έναν αρματωμένο, ειδικά αν ο πρώτος, μάλιστα, δεν έχει τραβήξει εγκαίρως αγχέμαχο όπλο.

Ο Άσθαν βγήκε από τον εξώστη, σκεπτόμενος: Κι άλλες θυσίες για σένα, Άνκαραζ. Δώσε δύναμη στο ξίφος μου!

Άνοιξε την επόμενη πόρτα και εφόρμησε στους ανυποψίαστους τοξότες, σπαθίζοντας με θανατηφόρα ακρίβεια και μανία. Οι αντίπαλοί του δεν μπορούσαν ν’αντισταθούν· οι περισσότεροι απ’αυτούς δεν πρόλαβαν καν να ξεσπαθώσουν, και ο τελευταίος, που ξεσπάθωσε, πάλι την ίδια μοίρα είχε, καθώς ο Άσθαν τον αφόπλισε, με μια επιδέξια κίνηση, και τον κοπάνησε κατακέφαλα, με την ασπίδα του, στέλνοντάς τον κάτω απ’τον εξώστη, στις φλόγες που είχαν ανάψει αυτός κι οι σύντροφοί του.

Αφήνοντας πίσω του μακελειό, ο Νορβήλιος Στρατηγός συνέχισε την αιματηρή του εκστρατεία, αναζητώντας άλλο εξώστη. Αυτός είναι ο τέταρτος. Μετά, ένας μένει. Τελειώνω.

Ο Άνκαραζ, μάλλον, ήταν πολύ ευχαριστημένος τώρα.

Ο Άσθαν δε χρειάστηκε να ανοίξει την πόρτα για τον τέταρτο εξώστη. Ήταν μισάνοιχτη. Την έσπρωξε, επομένως, λίγο, με την ασπίδα του, παραμερίζοντάς την, και, τρέχοντας, σπάθισε έναν τοξότη στον αυχένα, προτού κανείς καταλάβει τι είχε γίνει. Μετά, σφαγή επακολούθησε· και, στο τέλος της, ο Άσθαν ακούμπησε ανάστροφα το σπαθί του στο δάπεδο, στηριζόμενος επάνω στη λαβή και βαριανασαίνοντας.

Δεν τον είχε καταβάλει τόσο η σωματική εξάντληση, όσο η ψυχική. Ετούτη η δουλειά δεν ήταν για στρατηγό, αναλογιζόταν, αλλά για δολοφόνο· ή, καλύτερα, για χασάπη. Ύστερα, όμως, το βλέμμα του στράφηκε κάτω από τον εξώστη, στο λόφο, στις φωτιές, και στο στρατό του…

Για χασάπη. Ναι, ευχαρίστως θα γίνω χασάπης, για να ξεπαστρέψω αυτούς τους διαόλους που καίνε τους ανθρώπους μου!

Κατευθύνθηκε προς τον τελευταίο εξώστη, έχοντας μια καλή ιδέα σχετικά με το πού πρέπει να ήταν.

Σάρναλ, θα σε βρω καταραμένο κάθαρμα! Μετά από τούτο, θα σε βρω· μην το αμφιβάλλεις, σκεφτόταν, καθώς προχωρούσε πάνω στις σκάλες.

Όταν έφτασε μπροστά στην πόρτα που ήταν ο προορισμός του, την κλότσησε και μπήκε, εφορμώντας και σπαθίζοντας τον τοξότη που, εκείνη τη στιγμή, στρεφόταν να δει τι ήταν ο βρόντος πίσω του. Η λεπίδα του Νορβήλιου στρατηγού τον πήρε στο λαιμό, αποκεφαλίζοντάς τον. Το ακέφαλο σώμα του σπαρτάρισε, εκτοξεύοντας αίμα σαν πίδακα.

Ο διπλανός του κοίταξε έντρομος. Τα μάτια του είχαν γουρλώσει, και ένα ουρλιαχτό έβγαινε απ’τα χείλη του. Ο Άσθαν τερμάτισε τον τρόμο του, για πάντα.

Ο τρίτος τοξότης έστρεψε το τόξο του, τεντώνοντας τη χορδή. Ο Στρατηγός ύψωσε την ασπίδα του και το βέλος καρφώθηκε πάνω της και τη διαπέρασε· η αιχμή του βγήκε από την πίσω μεριά της, μερικούς πόντους απόσταση από το στήθος του Νορβήλιου.

Η λύσσα του Άσθαν θόλωσε την όρασή του, σαν ένα ημιδιαφανές, πορφυρό πέπλο να έπεσε μπροστά στα μάτια του. Κραυγάζοντας θηριωδώς, χίμησε στον τοξότη, κοπανώντας τον με την άκρη της ασπίδας του στο σαγόνι. Δόντια έσπασαν και μια κομμένη γλώσσα πετάχτηκε έξω. Ο άντρας έπεσε στην άκρη του εξώστη, και ο Άσθαν τον καρατόμησε, όπως ο δήμιος καρατομεί τον κατάδικο.

Ύστερα μόνο συνειδητοποίησε ότι η κραυγή που είχε βγάλει ήταν το όνομα του Άνκαραζ.

Ο τελευταίος τοξότης έτρεχε τώρα να φύγει. Ο Άσθαν εκτόξευσε το σπαθί του, γρυλίζοντας. Τον πέτυχε στην πλάτη, σωριάζοντάς τον. Το χτύπημα, όμως, δεν ήταν θανάσιμο, γιατί η λεπίδα δεν είχε καρφωθεί επάνω του· τον είχε χτυπήσει με το πλάι, τραυματίζοντάς τον μονάχα.

«Πού είναι ο Τύραννος;» είπε ο Άσθαν, αρπάζοντας τον άντρα απ’τα μαλλιά. «Πού είναι;»

«…Έφυγε,» βόγκησε ο τοξότης.

«Από πού

«Το υπόγειο πέρασμα…»

«Ποιο υπόγειο πέρασμα;»

«Ένα πέρασμα… Μας είπε να τον» –ο άντρας βόγκησε, πονεμένα– «ακολουθήσουμε… όταν θα είχαμε τελειώσει…»

Ο Άσθαν άφησε τα μαλλιά του τοξότη και έπιασε το σπαθί του από κάτω. «Σήκω πάνω,» πρόσταξε.

«Δεν μπορώ, Άρχοντά μου…»

«Σήκω!»

Ο άντρας προσπάθησε, και σωριάστηκε.

«Βγάλε το ξιφίδιο απ’τη ζώνη σου,» του είπε ο Άσθαν.

Εκείνος υπάκουσε, πετώντας το στο έδαφος.

«Έχεις άλλα όπλα επάνω σου;»

«Όχι, Άρχοντά μου.»

«Στηρίξου.» Ο Άσθαν τού έδωσε το αριστερό του χέρι, όπου ήταν δεμένη η ασπίδα του, πάνω στην οποία ακόμα βρισκόταν καρφωμένο το βέλος.

Ο τοξότης πιάστηκε απ’τον ώμο του Στρατηγού και ορθώθηκε.

«Οδήγησέ με στο πέρασμα.»

«Ναι, Άρχοντά μου…»

Κατέβηκαν τις σκάλες του παλατιού και, στο τέλος τους, βρήκαν το άλογό του Άσθαν να τους περιμένει, χρεμετίζοντας ανήσυχα. Ο Στρατηγός θηκάρωσε το σπαθί του και χάιδεψε το ζώο στο λαιμό. «Θα με βοηθήσεις λίγο ακόμα, ε;» του είπε. Και προς τον τοξότη: «Ανέβα στη σέλα.»

«Δεν μπορώ, Άρχοντά μου. Η πλάτη μου…»

Ο Άσθαν γρύλισε, και πήρε το άλογο από τα γκέμια. «Εντάξει. Οδήγησέ με στο πέρασμα· μη με καθυστερείς. Προς τα πού πηγαίνουμε;»

Ο άντρας έδειξε, και ξεκίνησαν να βαδίζουν.

«Υπάρχουν άλλοι εδώ μέσα, ή έχουν όλοι φύγει;»

«Έχουν φύγει.»

«Από πόση ώρα;»

«Από το μεσημέρι.»

Και τώρα ήταν σούρουπο, απ’ό,τι μπορούσε να δει ο Άσθαν απ’τα παράθυρα του παλατιού. Σούρουπο χωρίς δύοντα ήλιο.

«Πού βγάζει το πέρασμα;»

«Δεν ξέρω, Άρχοντά μου· λέω αλήθεια. Όμως νομίζω ότι θα βγάζει έξω απ’την πόλη.»

Προφανώς… «Μέσα σε χτίριο ή στην ύπαιθρο;»

«Δεν ξέρω.»

Χίλιες κατάρες απάνω σου…

Ο τοξότης τον οδήγησε στα υπόγεια του παλατιού, όπου λάμπες ήταν αναμμένες και τα μάτια του Άσθαν κοίταζαν ερευνητικά τις σκιές, στην απίθανη περίπτωση που ο άντρας τον είχε φέρει σε κάποια παγίδα, ή που ο Σάρναλ είχε, τελικά, αφήσει πίσω του κάποιους φρουρούς. Όμως τίποτα απ’αυτά δε συνέβαινε.

Το άλογο του Στρατηγού ρουθούνιζε ανήσυχα πίσω του, καθώς το τραβούσε από τα γκέμια· δε φαινόταν να εκτιμά την κλεισούρα του ψυχρού υπογείου.

Το σύντομο ταξίδι τελείωσε μπροστά σε μια μικρή πόρτα. «Εδώ,» είπε ο τραυματισμένος τοξότης, κουρασμένα.

Ο Άσθαν τον άφησε να καθίσει στο έδαφος, με την πλάτη ακουμπισμένη στον τοίχο. Κατόπιν, τράβηξε το σπαθί του και άνοιξε την ξύλινη θύρα, κλωτσώντας την και υψώνοντας, ταυτόχρονα, την ασπίδα του. Το δωμάτιο μέσα ήταν μικρό, και περιείχε μονάχα μια καθοδική σκάλα.

«Από εδώ ξεκινά η σήραγγα;» ρώτησε ο Άσθαν.

«Ναι, Άρχοντά μου.»

Ο Στρατηγός κατέβασε την ασπίδα του και κοίταξε τον άντρα. «Για προσπάθησε να σηκωθείς.»

«Αν είχα κάποιο ξύλο, Άρχοντά μου…»

Ο Άσθαν κοίταξε τριγύρω, στο υπόγειο, μέχρι που βρήκε κάτι παλιά έπιπλα. Χρησιμοποιώντας το σπαθί του, έσπασε έναν στύλο από ένα κρεβάτι που κάποτε πρέπει να είχε κουρτίνες. Πλησίασε τον τοξότη και του έδωσε το αυτοσχέδιο μπαστούνι. Εκείνος το έπιασε και σηκώθηκε, στηριζόμενος επάνω του.

«Ωραία,» είπε ο Άσθαν. «Γιατί, αν δεν μπορούσες να σηκωθείς θα έπρεπε να σ’αφήσω εδώ· και το μέρος, αργά ή γρήγορα, θα πιάσει φωτιά. Ακόμα κι αν δεν καιγόσουν από τις φλόγες, θα πνιγόσουν απ’τον καπνό.»

«Ευχαριστώ, Άρχοντά μου.»

«Κατέβαινε πρώτος.»

Ο τοξότης ξεροκατάπιε. «Μάλιστα.» Και υπάκουσε, παίρνοντας μια από τις κρεμασμένες λάμπες στο αριστερό χέρι, ενώ με το δεξί έσφιγγε το ραβδί του.

Ο Άσθαν έβαλε δερμάτινες καλύπτρες στα μάτια του αλόγου του, ενώ το χάιδευε στο λαιμό και στο κεφάλι, λέγοντάς του να δείξει θάρρος. «Αν σ’αφήσω εδώ, θα πεθάνεις. Πρέπει νάρθεις μαζί μου. Πρέπει να μη φοβάσαι το σκοτάδι.» Το ζώο έτριψε τη μουσούδα του πάνω στο κράνος του Στρατηγού. Εκείνος το πήρε από τα γκέμια και άρχισε να κατεβαίνει, ακολουθώντας τον τοξότη. Ευτυχώς, τα σκαλιά ήταν αρκετά φαρδιά ώστε να επιτρέπουν την κατάβαση μεγάλων οπληφόρων. Το άλογο χρεμέτισε ακόμα μια φορά, και ο Άσθαν το ξαναχάιδεψε. «Μετά από το σκοτάδι, θα βγούμε στον καθαρό αέρα. Τώρα, από πάνω υπάρχει μόνο φωτιά.»

*

Το παράθυρο ήταν τόσο ψηλό όσο ένας άνθρωπος και τόσο πλατύ όσο τρεις. Δίπλα του βρισκόταν, εδώ και χρόνια, ένα μεγάλο, γέρικο πλατάνι. Το οποίο τώρα φλεγόταν. Οι πύρινες γλώσσες είχαν τυλίξει τα κλαδιά, τα φύλλα, και τον κορμό του, και το αρχαίο δέντρο, μην μπορώντας ν’αντέξει άλλο το δάγκωμά τους, λύγισε· έγειρε και έσπασε, πέφτοντας πάνω στο τζάμι του παραθύρου και θρυμματίζοντάς το. Τα γυαλιά σκορπίστηκαν μέσα στο δωμάτιο, και το πλατάνι ξάπλωσε στο χαλί, ενώ τα μακριά του μέλη αγκάλιαζαν έναν καναπέ και μια ταπετσαρία. Οι φλόγες που το έντυναν βρήκαν καινούργια τροφή, και πολλαπλασιάστηκαν.

Η φωτιά είχε μόλις ξεκινήσει στο παλάτι της Φίρθμας…

*

Το πέρασμα ήταν αρκετά φαρδύ, όφειλε να παρατηρήσει ο Άσθαν, αλλά, συγχρόνως, έμοιαζε… κακοφτιαγμένο, σαν κάποιος να το είχε σκάψει πρόχειρα, βιαστικά. Τα ξύλινα στηρίγματα που υπήρχαν δεν πρέπει να ήταν και πολύ ασφαλή. Ένας σεισμός να γινόταν, δε θα κρατούσαν. Αποκλείεται να κρατούσαν. Ο Άσθαν δεν ήταν, γενικά, κλειστοφοβικός, αλλά εδώ μέσα και να μην ήταν κανείς μπορούσε άνετα να γίνει…

Ο τοξότης έδειχνε περισσότερο τρομαγμένος από το Στρατηγό. Η λάμπα έτρεμε στο χέρι του, και η αναπνοή του έβγαινε βαριά. Το άλογο ήταν, παραδόξως, το πιο ήρεμο πλάσμα από τους τρεις τους, μάλλον τυχερό που είχε τα μάτια κλειστά.

Ακολουθώ τα βήματα του Σάρναλ, σκέφτηκε ο Άσθαν. Θα τον βρω, άραγε, επάνω; Θα τον συναντήσω έξω από εδώ; Τώρα που η πολεμική μάνητα τού είχε περάσει, δεν ήταν και τόσο σίγουρος ότι ήθελε να βρεθεί πρόσωπο με πρόσωπο με τον Τύραννο του Ένρεβηλ, ειδικά ύστερα από όσα είχε ακούσει για την προσωπική του φρουρά, τους Λεπιδοφόρους Γέρακες.

Έτσι, όταν είδε φως στο τέλος του περάσματος, δεν ήξερε αν έπρεπε να αισθανθεί ανακούφιση ή αγωνία. Πάντως, ένα ήταν το βέβαιο: όφειλε να κινηθεί προσεκτικά.

«Σταμάτα,» είπε στον τοξότη και, αφήνοντας τα γκέμια του αλόγου του, ξεθηκάρωσε το σπαθί του, βαδίζοντας προς το λυκόφως που φώτιζε την πέτρινη σκάλα.

Έφτασε στο πρώτο της σκαλοπάτι και κοίταξε επάνω, προσπαθώντας να διακρίνει αν υπήρχε κάποιος φρουρός· μα, όχι, δε φαινόταν κανένας. Ξεκίνησε ν’ανεβαίνει, κάνοντας νόημα στον τοξότη να μείνει πίσω. Η πανοπλία του τον βάραινε, και ήξερε ότι, αν ήταν κάποιος στην κορυφή της σκάλας, μάλλον θα τον άκουγε να πλησιάζει, με τόσο σίδερο που κουβαλούσε· όμως τι άλλη επιλογή είχε; Έπρεπε να κοιτάξει. Με υψωμένη την ασπίδα, πατούσε στο ένα σκαλοπάτι μετά το άλλο, κινούμενος αργά… και αφουγκραζόμενος. Από το άνοιγμα άκουγε μόνο τις φωνές των πουλιών: τα νυχτοπούλια που τώρα ξυπνούσαν. Όμως δεν άκουγε ανθρώπινες ομιλίες. Ούτε το σύρσιμο που κάνει η λεπίδα καθώς θηκαρώνεται ή ξεθηκαρώνεται· ούτε το τέντωμα της χορδής του τόξου· ούτε το τρίξιμο της μπότας πάνω στο χώμα ή στην πέτρα.

Ή κανένας δεν είναι εκεί ή δεν προκαλούν τον παραμικρό θόρυβο…

Ο Άσθαν κράτησε την αναπνοή του, καθώς έφτανε στο κεφαλόσκαλο, έχοντας την ασπίδα του, προπάντων, σε ετοιμότητα. Το τοπίο που αντίκρισε ήταν αραιά δασώδες, και κανένας άνθρωπος δεν υπήρχε εν οψεί. Ο Στρατηγός κοίταξε προς όλες τις κατευθύνσεις, για να βεβαιωθεί. Και βεβαιώθηκε. Κανένας.

Στράφηκε και κατέβηκε –γρήγορα, τώρα– τη σκάλα. Θηκάρωσε το σπαθί του και πήρε το άλογό του από τα γκέμια.

«Ανεβαίνουμε,» είπε στον τοξότη. «Εσύ πρώτος.»

Ο άντρας υπάκουσε. Δυσκολευόταν στην άνοδο, μα δεν παραπονιόταν. Στην πλάτη του υπήρχε ξεραμένο αίμα, έβλεπε ο Άσθαν. Το τραύμα δεν πρέπει να ήταν πολύ βαθύ, και τα κόκαλα, σίγουρα, δεν είχαν σπάσει. Στην αρχή, όταν ο τοξότης έλεγε ότι δεν μπορούσε να σηκωθεί, ο Στρατηγός είχε υποψιαστεί πως ίσως να του είχε σπάσει τη ράχη. Όμως, προφανώς, δεν επρόκειτο για κάτι τέτοιο· ο άντρας θα ήταν περδίκι σε μερικές ημέρες.

«Πώς σε λένε;» τον ρώτησε ο Άσθαν, καθώς ανέβαιναν.

«Νόρανελ,» απάντησε εκείνος.

«Και είσαι πιστός στον Σάρναλ, ή θα υπηρετούσες πρόθυμα και κάποιον άλλο;»

«Δεν έχω ιδιαίτερες προτιμήσεις, Άρχοντά μου.»

«Αυτό είναι καλό, γιατί ο Πρίγκιπάς μου θα σε θέλει στο στρατό του, αν είσαι πρόθυμος να καταταχτείς. Και πληρώνει καλά.»

«Σας χρωστώ τη ζωή μου, έτσι κι αλλιώς.»

Βγήκαν στην επιφάνεια, και η κουβέντα τους διακόπηκε. Ο Άσθαν σήκωσε τις καλύπτρες από τα μάτια του αλόγου του και το καβάλησε. «Ας ανακαλύψουμε πού είμαστε,» είπε.

Και δεν άργησε να μάθει εκείνο που ήθελε. Στη μία μεριά του ορίζοντα, μπορούσε να δει μια μεγάλη οροσειρά που αναγνώριζε: τα Ηφαιστειακά Όρη. Και στην αντίθετη μεριά, ατένισε μια πόλη την οποία, επίσης, αναγνώριζε: την Φίρθμας. Βρισκόμαστε, επομένως, βόρεια της πρωτεύουσας… Χωρίς ορόσημα, ήταν δύσκολο πλέον να προσανατολίζεται κανείς, ύστερα από την εξαφάνιση του ήλιου. Ο Άσθαν αναρωτήθηκε πότε θα έφτανε αυτό το παράξενο φαινόμενο στο τέλος του. Πότε θα έβγαινε ξανά ο ήλιος στον ουρανό. Έχουμε θυμώσει τόσο πολύ τους θεούς, που μας έκλεψαν τον ήλιο, για να μας τιμωρήσουν;

Παραμερίζοντας τούτες τις σκέψεις απ’το μυαλό του –γιατί είχε πολύ πιο άμεσα πράγματα να τον απασχολούν–, ξεκίνησε να κατηφορίζει προς τη Φίρθμας, με τον τραυματισμένο Νόρανελ πλάι του.

Όταν έφτασαν στην ανατολική πύλη της πρωτεύουσας του Ένρεβηλ, η νύχτα είχε πέσει. Ο Άσθαν φώναξε στους στρατιώτες να του ανοίξουν, δηλώνοντας ποιος ήταν. Εκείνοι άνοιξαν, επιτρέποντάς του να περάσει.

«Στρατηγέ!» είπε ένας. «Ακούσαμε ότι σας είχαν χάσει και σας νόμιζαν για νεκρό. Πώς βρεθήκατε έξω από την πόλη;»

«Μεγάλη ιστορία. Είναι καλά ο Πρίγκιπας Ήλμον;»

«Ναι. Σας έψαχνε.»

«Πού βρίσκεται τώρα;»

«Στο στρατώνα.»

Ο Άσθαν ξεκίνησε για εκεί, περνώντας νότια από το ύψωμα του παλατιού και κοιτάζοντάς το. Οι φλόγες δεν είχαν σβήσει ακόμα, και όχι μόνο αυτό, αλλά και τα οικοδομήματα τριγύρω είχαν αρπάξει φωτιά. Οι κάτοικοι της Φίρθμας προσπαθούσαν να σώσουν τις περιουσίες τους, ρίχνοντας κουβάδες νερό. Ο συνωστισμός στα πηγάδια ήταν το κάτι άλλο.

«Ο Βασιληάς σας είναι τρελός,» είπε ο Άσθαν στον Νόρανελ. «Τι ήθελε; Να κάψει τα πάντα; Όλη του την πρωτεύουσα;»

Ο τοξότης ένευσε, σιωπηλά.

«Δε ντρέπεσαι να υπηρετείς τέτοιο άρχοντα; Λασπώνει την τιμή σου σαν άνθρωπο. Σε τι θεούς προσεύχεσαι, Νόρανελ, και τι σου λένε;»

«Καλύτερα στρατιώτης παρά να ζω στο φόβο, Άρχοντά μου…»

«Τι θες να πεις;»

«Οι στρατιώτες δεν έχουν τόσα να φοβηθούν όσα οι υπόλοιποι. Πληρώνεσαι και θεωρείσαι έμπιστος, αρκετά έμπιστος. Όλοι οι άλλοι είναι ύποπτοι για προδοσία. Ειδικά τώρα, με την Επανάσταση… Ξέρετε πόσοι έχουν οδηγηθεί στο Οίκημα του Πόνου, Άρχοντά μου; Άνθρωποι που τους έβλεπες νάναι αθώοι. Μπαίνανε όρθιοι και βγαίνανε σαν τα ερπετά… σέρνονταν. Τους πετούσανε στους δρόμους. Πολλοί πέθαιναν από αιμορραγίες, άλλοι από μόλυνση. Άλλοι πέθαιναν μέσα στα ίδια τους τα σκατά, σε κάποιο σοκάκι… Καλύτερα πριν την Επανάσταση, Άρχοντά μου.»

«Προτιμούσες τον Σάρναλ για Βασιληά;»

«Δε μ’ενδιαφέρει ποιος είναι Βασιληάς, Άρχοντά μου. Όλοι τα ίδια είναι για μένα. Τα πράγματα, όμως, θα ήταν πιο ήσυχα χωρίς την Επανάσταση.»

«Τώρα, τα πράγματα θα καλυτερέψουν· θα δεις.»

«Ο Σάρναλ δεν είναι νεκρός, Άρχοντά μου,» του θύμισε ο Νόρανελ.

«Δεν είναι,» παραδέχτηκε ο Άσθαν· «θα τον βρούμε, όμως.»

«Περισσότερες ταραχές, λοιπόν, για τους ανθρώπους του Ένρεβηλ…»

Ναι, ο τοξότης είχε κάποιο δίκιο σ’αυτό. Ο Σάρναλ, αναμφίβολα, δε θα παραδινόταν εύκολα. Θα έπρεπε να αγωνιστούν για να τον ξετρυπώσουν, κι εκείνος θα μαχόταν, με νύχια και με δόντια, και οι νεκροί θα γέμιζαν τον τόπο.

«Νόρανελ,» είπε ο Άσθαν, καθαρίζοντας το λαιμό του, «είσαι καλύτερος άνθρωπος απ’ό,τι νόμιζα. Με συγχωρείς.»

«Άρχοντά μου, δε χρειάζεται να ζητάτε συγνώμη από μένα.»

Χρειάζεται. Σκότωσα όλους σου τους συντρόφους. Ανθρώπους που, μάλλον, δεν ήταν χειρότεροι από εσένα· απλά, έτυχε να μάχονται για τον λάθος άρχοντα. Κι αν δεν τους είχα σκοτώσει, τα βέλη τους θα είχαν προκαλέσει περισσότερη ζημιά. Η φωτιά ίσως να είχε απλωθεί τώρα σ’όλη την πόλη. Όμως τούτη η δικαιολογία δεν τον έκανε να αισθάνεται καλύτερα. Συνέχεια τα ίδια και τα ίδια. Ο ένας θάνατος διαδέχεται τον άλλο. Θάνατος στις όχθες του ποταμού Γάσπαρνηλ, θάνατος κι εδώ· τι θ’ακολουθήσει; Ο Άσθαν είχε ακούσει να λένε ότι οι παλιοί στρατιωτικοί συνηθίζουν στην ιδέα του θανάτου· ότι δεν τους νοιάζει πλέον όσους κι αν σκοτώσουν· ότι γίνονται κτήνη του πολέμου, υπηρέτες του Άνκαραζ– Αηδίες. Τίποτα περισσότερο από αηδίες. Ή ίσως εγώ να είμαι αδύναμος, σκέφτηκε, αναλογιζόμενος τον Χάρναλιρ κι ανθρώπους σαν κι αυτόν, τους οποίους είχε δει κατά την περίοδο των Πολέμων της Φεν εν Ρωθ.

Ο Πρίγκιπας Ήλμον βρισκόταν στον στρατώνα, όπως είχε πει ο στρατιώτης στην πύλη, και, μόλις αντίκρισε τον Άσθαν να μπαίνει, ζύγωσε.

«Στρατηγέ. Σε είχαμε για νεκρό.»

Εκείνος αφίππευσε. «Βρήκα το πέρασμα απ’το οποίο έφυγε ο Σάρναλ.»

«Μπήκες στο παλάτι;»

«Ναι.»

«Και ο Τύραννος δεν ήταν εκεί;»

Ο Άσθαν κούνησε το κεφάλι. «Όχι· το μέρος ήταν σχεδόν άδειο. Δε θα το πυρπολούσε αλλιώς.» Και διηγήθηκε στον Πρίγκιπα όλα τα γεγονότα.

«Ώστε η σήραγγα σε έβγαλε βόρεια από την πόλη…» είπε ο Ήλμον, σκεπτικός.

Ο Άσθαν ένευσε. «Προφανώς, ήταν άλλη από αυτή που μας έλεγε η Πριγκίπισσα Θάρνιν.» Και, καθώς τελείωνε τα λόγια του, είδε μια σκιά να περνά απ’τα μάτια του Ήλμον. «Είναι καλά η Πριγκίπισσα;» τον ρώτησε.

Εκείνος αναστέναξε. «Όχι…»

«Λυπάμαι, Υψ–»

«Δεν είναι νεκρή,» τον διέκοψε ο Ήλμον. «Έχει τραυματιστεί από τη φωτιά. Θα γίνει καλά.»

«Ο Χάρναλιρ;»

«Αυτός έχει τραυματιστεί χειρότερα. Αλλά θα ζήσει. Φαίνεται πως ήμουν ο πιο τυχερός, γιατί άργησα ν’αρχίσω την άνοδο στο λόφο,» εξήγησε, βαριά. «Για την ακρίβεια, όταν άρχισα ν’ανεβαίνω, έπεφταν τα πρώτα βέλη.»

«Καλύτερα, Πρίγκιπά μου,» είπε ο Άσθαν, σφίγγοντάς του τον ώμο.

«Όχι,» αποκρίθηκε ο Ήλμον, παραμερίζοντας το χέρι του Στρατηγού. «Όχι.» Στράφηκε κι απομακρύνθηκε.

«Αυτός είναι ο Μαύρος Πρίγκιπας;» ψιθύρισε ο Νόρανελ.

«Ναι,» ένευσε ο Άσθαν, «αυτός είναι ο Μαύρος Πρίγκιπας…»


Κεφάλαιο 23
Νεκρομάντες και Νεκροί

 

«Καλημέρα,» χαιρέτησε ο Κάφελ τον Βόρμπελ, κατεβαίνοντας τη σκάλα του πανδοχείου, μαζί με τη Ζιάλα. Η τραπεζαρία ήταν γεμάτη με περισσότερο κόσμο από χτες βράδυ.

Ο πανδοχέας ένευσε προς τη μεριά του εμπόρου, και του ανταπέδωσε την καλημέρα.

«Ισχύει ακόμα η προσφορά σου;» τον ρώτησε ο Κάφελ, πλησιάζοντας τον πάγκο του μπαρ.

«Ποια προσφορά;»

«Να μας οδηγήσεις στην Οδό Ανθεμίων.»

«Είπα ότι η Σαριάλη θα σας οδηγήσει, και, ναι, η προσφορά μου αυτή ακόμα ισχύει, αν και η ίδια η Σαριάλη συμφωνεί. Όχι πως νομίζω ότι θα έχει πρόβλημα, δηλαδή. Είναι απέξω τώρα· γεμίζει τις λάμπες με λάδι. Πηγαίνετε να της μιλήσετε.»

«Ευχαριστούμε,» είπε ο Κάφελ, και βάδισε προς την είσοδο του πανδοχείου, με τη Ζιάλα στο κατόπι.

«Ευχαρίστησή μου,» αποκρίθηκε πίσω τους ο Βόρμπελ.

Ο Κάφελ άνοιξε την πόρτα και βγήκαν στο δρόμο, ο οποίος ήταν σχεδόν το ίδιο έρημος όπως και το βράδυ. Μονάχα δυο άνθρωποι φαίνονταν να τον διασχίζουν, προς διαφορετικές κατευθύνσεις· τα βήματά τους αντηχούσαν πάνω στο παλιό πλακόστρωτο. Η Νίζβερ ήταν, σίγουρα, μια πόλη φαντασμάτων…

Η Σαριάλη, που γέμιζε τη μία από τις λάμπες της εισόδου με λάδι, στράφηκε να κοιτάξει τον Κάφελ και τη Ζιάλα. Φορούσε το ίδιο μακρύ, μπεζ φόρεμα με χτες βράδυ και το ίδιο μαύρο, πέτσινο γιλέκο.

«Καλημέρα,» τη χαιρέτησε ο έμπορος. «Ο Βόρμπελ μάς είπε ότι ίσως να μπορείς να μας οδηγήσεις στην Οδό Ανθεμίων, στο σπίτι του Σέλντρεκ. Ισχύει;»

«Ναι, ισχύει,» αποκρίθηκε εκείνη, κλείνοντας τη λάμπα και περνώντας το μπουκαλάκι με το λάδι στη ζώνη της. «Ελάτε.» Τους έκανε νόημα, και ξεκίνησε να βαδίζει.

Γρήγορα πράγματα, παρατήρησε ο Κάφελ, ακολουθώντας την.

Η Ζιάλα βάδιζε αμίλητη πλάι του, και έδειχνε σκυθρωπή· αλλά, μέσα της, αισθανόταν καλύτερα από τις προηγούμενες ημέρες. Και ως «προηγούμενες ημέρες» όριζε όλο το χρονικό διάστημα από το πέρασμα των συνόρων του Ένρεβηλ μέχρι τώρα. Ο ένας λόγος για τη διάθεσή της ήταν το γεγονός ότι εδώ δεν ένιωθε κυνηγημένη από κανέναν· η πόλη τής φαινόταν γαλήνια, παρότι υποτίθεται πως ήταν γεμάτη παράφρονες και μάγους. Ίσως, τελικά, οι παράφρονες και οι μάγοι να ήταν πιο ήσυχοι από τους «φυσιολογικούς» ανθρώπους. Ο άλλος λόγος που η Ζιάλα αισθανόταν καλύτερα ήταν η μεταβολή στη συμπεριφορά του Κάφελ. Τον έβλεπε, επιτέλους, πιο ομιλητικό, πιο… σαν τον παλιό εαυτό του. Ύστερα από την είσοδό τους στο Ένρεβηλ, εκείνος είχε αρχίσει να αλλάζει σταδιακά, σε σημείο που οι αλλαγές επάνω του να την τρομάζουν. Τώρα, όμως, ήταν πάλι ο Κάφελ.

Η Ζιάλα τύλιξε το χέρι της γύρω του, καθώς βάδιζαν μέσα στους ήσυχους δρόμους της Νίζβερ.

«Ο Έσριλαν έφυγε;» ρώτησε ο έμπορος τη Σαριάλη.

«Ναι,» απάντησε, κοφτά, εκείνη, σαν να μην της άρεσε που της μιλούσαν για τον οδηγό.

«Ανέφερε πού πήγε;»

«Ποτέ δε λέει πού πηγαίνει.»

Ο Κάφελ παρατήρησε κάτι στη φωνή της. Ένα παράπονο; Τι είναι αυτή η γυναίκα στον Έσριλαν; αναρωτήθηκε. Συγγενής; Φίλη; Ερωμένη; Πρέπει, σίγουρα, να τον ήξερε από παλιά.

Ένα ουρλιαχτό διέκοψε τις σκέψεις του. Μια τσιριχτή, διαπεραστική φωνή, προερχόμενη από τα δεξιά.

Η Ζιάλα έστρεψε αμέσως το κεφάλι, για να κοιτάξει. Μα δεν είδε τίποτα, πέρα από ένα μισοερειπωμένο οικοδόμημα.

«Μη θορυβήστε,» είπε η Σαριάλη, καθώς συνέχιζε να βαδίζει ακριβώς όπως βάδιζε και πριν –ούτε πιο γρήγορα ούτε πιο αργά. «Δε συνέβη τίποτα.»

«Μα,» διαφώνησε η Ζιάλα, «ίσως κάποιος να κινδυνεύει.»

«Αν κινδυνεύει, είναι δικό του πρόβλημα,» απάντησε η Σαριάλη. «Αλλά, μάλλον, δεν πρόκειται για κάτι τέτοιο.

»Να κοιτάτε τη δουλειά σας εδώ πέρα. Αν δε σας το έχουν πει άλλοι, σας το λέω τώρα εγώ, για να το θυμάστε.»

«Μας το έχουν πει,» αποκρίθηκε ο Κάφελ, καθώς στο νου του έρχονταν τα λόγια του Νεκρομέμνονος: «Ο καθένας έχει τις προσωπικές του δουλειές. Κι εσύ να κοιτάς τη δική σου.»

Η Ζιάλα τού έριξε ένα ερωτηματικό βλέμμα, αλλά εκείνος απλά τις χαμογέλασε, και πέρασε το μοναδικό του χέρι γύρω απ’τους ώμους της.

Πλησίασαν τον ποταμό Μάρνελ, και είδαν ότι ένα πλοίο ξεφόρτωνε το εμπόρευμά του στις αποβάθρες.

«Πώς θα περάσουμε απέναντι;» ρώτησε η Ζιάλα, που δεν έβλεπε καμία γέφυρα.

«Από τη σήραγγα,» εξήγησε η Σαριάλη, ζυγώνοντας κάτι σκαλοπάτια κοντά στις όχθες του ποταμού, τα οποία οδηγούσαν κάτω, σ’ένα σκοτεινό και υγρό μέρος.

*

Το Μαύρο Φρούριο ορθωνόταν επιβλητικό μπροστά του, κρύβοντας μέρος του ανήλιαγου ουρανού. Ήταν όλο κτισμένο από μαύρη πέτρα (εξ ου και το όνομά του) και διέθετε αρκετούς πυργίσκους και επάλξεις, επάνω στις οποίες δεν υπήρχαν πολεμιστές, αλλά, σποραδικά, φαινόταν κανένας παρατηρητής, του οποίου ο μανδύας ή ο χιτώνας ανέμιζε στο πρωινό, βουνίσιο αγέρι.

Ο Έσριλαν ανέβηκε τα πλατιά, ψηλά σκαλοπάτια και στάθηκε αντίκρυ της κεντρικής εισόδου του φρουρίου, η οποία ήταν διπλή, ξύλινη, και κλειστή. Έπιασε τον έναν από τους δύο σιδερένιους χαλκάδες και χτύπησε, δυνατά, μερικές φορές. Το ένα φύλλο της μεγάλης θύρας, σύντομα, άνοιξε, και το πρόσωπο ενός άντρα παρουσιάστηκε. Ήταν ένας νεαρός, με κοντά, μαύρα μαλλιά και φρεσκοξυρισμένο πρόσωπο· τα μάτια του γυάλιζαν.

«Καλημέρα, κύριε,» είπε. «Τι θα επιθυμούσατε;»

«Να δω τους νεκρομάντες. Θέλω να τους μιλήσω για την πρόσληψη νεκρενοικημένων δολοφόνων.»

«Μάλιστα. Περάστε.» Ο νεαρός –που ήταν ντυμένος με μακρύ, μαύρο ράσο– παραμέρισε, κάνοντάς του χώρο, για να μπει σ’έναν μεγάλο διάδρομο, φωτισμένο από δαυλούς. «Προχωρήστε, στο βάθος.»

Ο Έσριλαν βάδισε. Τα μποτοφορεμένα του πόδια αντηχούσαν. Δεξιά κι αριστερά, στα σκοτάδια ανάμεσα στους δαυλούς, μπορούσε να δει μάτια να στραφταλίζουν, κάπου-κάπου. Υπήρχαν φρουροί σε τούτο το μέρος, τους οποίους δεν έβλεπε κανείς εύκολα· νεκρενοικημένοι δολοφόνοι, κατά πάσα πιθανότητα. Στο πέρας του διαδρόμου, διέκρινε μια αίθουσα, όπου το φως έμπαινε από παράθυρα βρισκόμενα ψηλά στους τοίχους. Στην αρχή, το δωμάτιο δεν ήταν παρά σαν ένα μικρό κουτί στα μάτια του Έσριλαν· καθώς, όμως, πλησίαζε, το κουτί ολοένα και μεγάλωνε, ώσπου έγινε τεράστιο, αρκετό για να τον χωρέσει: αρκετό για να χωρέσει, ίσως, χίλιους σαν εκείνον.

Η αίθουσα στηριζόταν σε παχείς κίονες και δεν περιείχε πολλά έπιπλα. Στο κέντρο της μονάχα ήταν πέντε πέτρινοι θρόνοι, και τώρα πίσω από αυτούς τους θρόνους στεκόταν η μορφή μιας γυναίκας. Τα μαλλιά της ήταν ασημιά, γυαλίζοντας στο φως που χυνόταν από τα ψηλά παράθυρα. Φορούσε ένα μακρύ φόρεμα, του οποίου οι άκριες σέρνονταν στο πάτωμα, καθώς σιγοβάδιζε. Όταν ο Έσριλαν μπήκε, του είχε την πλάτη στραμμένη, σαν να μην τον είχε προσέξει, παρά ο νους της να ταξίδευε αλλού· ο οδηγός, όμως, δεν είχε αμφιβολία ότι η νεκρομάντισσα είχε αντιληφτεί την παρουσία του.

Δεν της μίλησε, περιμένοντας εκείνη να μιλήσει.

«Τι ζητάς;» τον ρώτησε, συνεχίζοντας να σιγοβαδίζει. Τα βήματά της δεν ακούγονταν· πρέπει να φορούσε μαλακές παντόφλες ή να ήταν ξυπόλυτη.

«Δολοφόνους.»

Η γυναίκα στράφηκε, δίχως βιασύνη. Το πρόσωπό της, φωτιζόμενο από τα ψηλά παράθυρα, έμοιαζε εξωπραγματικό, χλομότερο απ’ό,τι σίγουρα ήταν, σχεδόν λευκό. Τα μάτια της ήταν μεγάλα και μαύρα· τα χείλη της λεπτά και άχρωμα.

«Ποιος είσαι;»

«Είμαι ο Έσριλαν, και έρχομαι εκ μέρους του Μαύρου Πρίγκιπα του Ένρεβηλ.»

«Του έχουμε ήδη αρνηθεί μία φορά.»

«Το γνωρίζω. Εκείνος, όμως, επιθυμεί να ζητήσει ξανά τη βοήθειά σας. Θα σας πληρώσει, μην το αμφιβάλλετε.»

«Δεν είναι αυτός ο λόγος της άρνησής μας.»

«Τότε; Φοβάστε τόσο το Νησιώτη;»

«Ας πούμε ότι δεν επιθυμούμε να έρθουμε σε… ρήξη μαζί του,» αποκρίθηκε η νεκρομάντισσα. Η φωνή της, για πρώτη φορά, ακουγόταν ενοχλημένη.

«Ο Μαύρος Πρίγκιπας έχει ένα σχέδιο που του εγγυάται τη νίκη. Οι δολοφόνοι σας θα τον βοηθήσουν να νικήσει ακόμα ευκολότερα. Και θα είναι ευγνώμων γι’αυτό. Χρειάζεται τη βοήθειά σας, όχι μόνο για να δολοφονήσει τον Σάρναλ, αλλά και για να καθαρίσει το νέο του Βασίλειο από τις αντίπαλες δυνάμεις.»

«Η ανταμοιβή μας θα είναι μεγάλη για κάτι τέτοιο…»

«Το γνωρίζει, και σας ζητά να σκεφτείτε ξανά την έκκλησή του. Οι συνθήκες έχουν αλλάξει. Ο Τύραννος θα πέσει. Οι Λεπιδοφόροι Γέρακες δε θα τον γλιτώσουν από αυτό, και δε χρειάζεται να τους φοβάστε.»

«Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι τους φοβόμαστε, Έσριλαν;» Τα μάτια της στένεψαν.

«Η απροθυμία σας να βοηθήσετε. Δεν έχω ξανακούσει πως οι νεκρομάντες του Μαύρου Φρουρίου αρνήθηκαν να στείλουν δολοφόνους, όταν τους ζητήθηκε.»

«Τότε, ίσως θα έπρεπε ν’ακούς καλύτερα.»

Ο Έσριλαν αντιλήφτηκε πως ίσως να το παρατραβούσε. «Όπως και νάχει,» είπε, «ο Μαύρος Πρίγκιπας εξακολουθεί να ζητά τη βοήθειά σας. Θα την έχει;»

«Δεν είναι βέβαιο.»

«Πότε θα μου απαντήσετε;»

«Σύντομα, θα έρθουμε σε επικοινωνία μαζί σου. Μείνε στη Νίζβερ, Έσριλαν.»

«Δε σκοπεύω να φύγω,» αποκρίθηκε εκείνος.

*

Η σήραγγα ήταν εφιαλτική, καθώς το σκοτάδι κυριαρχούσε παντού μέσα της, εκτός από το τέλος, όπου φαίνονταν οι σκάλες της εξόδου, λουσμένες στο πρωινό φως. Η Ζιάλα δεν ήθελε να σκέφτεται τι μπορεί να κρυβόταν δεξιά κι αριστερά· τι μπορεί να καιροφυλαχτούσε, κρυμμένο στις πυκνές σκιές. Η Σαριάλη, όμως, δεν έδειχνε κανένα σημάδι φόβου ή επιφύλαξης· βάδιζε με τον ίδιο ρυθμό όπως και στους δρόμους της Νίζβερ.

«Δεν είναι επικίνδυνα εδώ κάτω;» τη ρώτησε η Ζιάλα, αγγίζοντας τον ώμο της.

«Όχι,» απάντησε εκείνη.

«Γιατί δεν κρεμάνε καμια λάμπα, να φωτίζουν το μέρος;»

«Υπάρχει λόγος;»

«Μπορεί κανένας κλέφτης να κρύβεται στο σκοτάδι…»

«Δεν έχουμε κλέφτες στη Νίζβερ, Ζιάλα· τουλάχιστον, όχι κλέφτες που θα σου επιτεθούν για ν’αρπάξουν μερικά νομίσματα.»

«Το βράδυ πώς περνάει κανείς απο δώ κάτω;»

«Ακουμπώντας στον τοίχο. Αν και αποκλείεται να χαθεί· δεν υπάρχουν διακλαδώσεις στο πέρασμα. Ευθύ είναι.»

Με τη συζήτηση, το υπόγειό τους ταξίδι περατώθηκε γρήγορα, και έφτασαν στην αρχή της φωτισμένης σκάλας. Η Ζιάλα αισθάνθηκε την καρδιά της να ελαφραίνει, καθώς ανέβαιναν στην επιφάνεια της Νίζβερ. Ο Κάφελ, από την άλλη, δε σκεφτόταν τίποτ’άλλο από το γεγονός ότι πλησίαζαν την Οδό Ανθεμίων και τον Σέλντρεκ: τον άνθρωπο που ίσως να μπορούσε να του δώσει το χέρι του πίσω. Τι θα του πω όταν τον δω; Σίγουρα, πρέπει να του κάνω καλή εντύπωση, για να με βοηθήσει…

«Δεν είμαστε μακριά τώρα,» είπε η Σαριάλη, και ακολούθησε έναν λοξό δρόμο. «Κάναμε τη μισή διαδρομή.»

«Τη μισή διαδρομή;» παραξενεύτηκε ο Κάφελ. «Μα, ο ποταμός δε βρίσκεται, περίπου, στη μέση της πόλης;»

«Ναι.»

«Αυτό σημαίνει ότι η Οδός Ανθεμίων είναι…»

«…στη βόρεια άκρη της Νίζβερ. Ναι, εκεί είναι,» τον διαβεβαίωσε η Σαριάλη.

Οι δρόμοι που περνούσαν τώρα ήταν το ίδιο ερημικοί με τους προηγούμενους· ποτέ δεν έβλεπαν πάνω από τρεις ανθρώπους να τους διασχίζουν. Κι επιπλέον, ετούτη η πόλη δε φαινόταν να έχει πουθενά αγορά· ο Κάφελ, τουλάχιστον, δεν είχε παρατηρήσει κανένα τέτοιο σημείο, και, ως έμπορος, μπορούσε να καταλάβει προς τα πού ήταν η αγορά μιας πόλης: προς τα εκεί όπου κατευθύνεται ο περισσότερος κόσμος, συνήθως.

Η Οδός Ανθεμίων βρισκόταν στην άκρη της Νίζβερ, όπως είχε πει η Σαριάλη. Όμως ο Κάφελ και η Ζιάλα δεν περίμεναν ακριβώς αυτό που είδαν. Ο εν λόγω δρόμος τελείωνε εκεί όπου τελείωνε και η πόλη· τείχη δεν υπήρχαν, για να κρύβουν τη θέα, και, μετά απ’αυτόν, απλωνόταν μια πετρώδης ερημιά: η αρχή της καταραμένης χώρας Φεν εν Ρωθ. Ο άνεμος που ερχόταν από τον Τόπο του Θανάτου σφύριζε μανιασμένα, και έφερνε δυνατό ψύχος…

και φωνές, σκέφτηκε ο Κάφελ. Τι είναι αυτές οι φωνές που ακούω; Ή, μήπως, δεν είναι καν φωνές; Κοίταξε τη Ζιάλα, για να δει την αντίδρασή της. Εκείνη πάντα μιλούσε εύκολα· αν άκουγε κάτι, θα το έλεγε. Τώρα, όμως, ήταν σιωπηλή· και τον ατένισε παραξενεμένη.

«Τι είναι;» τον ρώτησε.

«Τίποτα,» αποκρίθηκε αυτός, και έστρεψε το βλέμμα του αλλού.

Η Ζιάλα, όμως, κατάλαβε ότι κάτι του συνέβαινε. Κάτι πρέπει να ένιωθε ο Κάφελ, το οποίο αρνείτο να της αποκαλύψει. Αλλά γιατί; Ντρεπόταν; Φοβόταν; Θα μου πει όταν είναι έτοιμος, υποθέτω…

Διασχίζοντας τον δρόμο, παρατήρησαν ότι στους τοίχους των χτιρίων δεξιά κι αριστερά –τα περισσότερα από τα οποία ήταν ερειπωμένα και έμοιαζαν ακατοίκητα– υπήρχαν λαξεμένα ανθέμια. Και η Ζιάλα δεν μπόρεσε παρά να αναρωτηθεί τι θέση είχαν αυτά εδώ. Αποτελούσαν τα σύμβολα κάποιας παλιάς θρησκείας; Προσπάθησε να θυμηθεί μήπως η Ιέρεια Ριλάνα είχε αναφέρει τίποτα, όμως δεν της ερχόταν κάτι στο μυαλό.

Η Σαριάλη σταμάτησε μπροστά σε μία ξύλινη πόρτα, η οποία βρισκόταν λίγο πριν από το τέλος της πόλης και το άνοιγμα που έβγαζε στη Φεν εν Ρωθ.

«Εδώ είναι το σπίτι του Σέλντρεκ;» ρώτησε ο Κάφελ.

«Ναι.»

«Σ’ευχαριστούμε που μας έφερες.»

«Θέλετε να σας περιμένω, για να επιστρέψουμε μαζί, ή θα γυρίσετε μόνοι σας;»

«Θα γυρίσουμε μόνοι μας,» είπε ο Κάφελ, σκεπτόμενος ότι, μάλλον, δε θα τελείωνε γρήγορα την κουβέντα του με τον Σέλντρεκ. «Νομίζω ότι θυμάμαι το δρόμο.»

«Ναι,» ανασήκωσε τους ώμους η Σαριάλη, «δεν είναι τίποτα δύσκολο. Σας χαιρετώ.» Στράφηκε κι άρχισε ν’απομακρύνεται.

Ο Κάφελ πλησίασε την πόρτα του Σέλντρεκ, όπου ένα ανθέμιο ήταν λαξεμένο επάνω στο βαρύ ξύλο της.

Εδώ είμαστε, λοιπόν, σκέφτηκε, γεμίζοντας τα πνευμόνια του με μια βαθιά ανάσα από τον αέρα της Φεν εν Ρωθ. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Ύψωσε το καλό του χέρι και χτύπησε, μία φορά.

Κανείς δεν άνοιξε. Κανείς δεν απάντησε.

Ο Κάφελ χτύπησε πάλι, δυνατότερα από πριν. «Σέλντρεκ!»

Καμία απόκριση.

Ο έμπορος έπιασε το πόμολο της πόρτας, αλλά η Ζιάλα τού άγγιξε το χέρι, προτού προλάβει να τη σπρώξει. «Ίσως αυτή να μην είναι τόσο καλή ιδέα.»

«Γιατί;»

«Εσένα θα σ’άρεσε αν κάποιος έμπαινε στο σπίτι σου απρόσκλητος;»

«Αν δεν ήθελα να μπει, θα κλείδωνα την πόρτα,» αποκρίθηκε ο Κάφελ, και έσπρωξε την ξύλινη θύρα με το λαξεμένο ανθέμιο, η οποία άνοιξε αβίαστα.

Το δωμάτιο που παρουσιάστηκε ήταν γεμάτο μ’ένα σωρό αχρηστίες: μισοσπασμένα έπιπλα· κάδρα ριγμένα στο δάπεδο, χωρίς να περιέχουν πίνακες· σπασμένα γυαλιά· ποτήρια πάνω σε ράφια· σκονισμένα βιβλία· μια λάμπα η οποία κρεμόταν από το ταβάνι αλλά ήταν σβηστή· ένα ανοιχτό μπαούλο· ένα κρανίο πάνω σ’ένα γραφείο, δίπλα σε μια όρθια λευκόφτερη πένα. Κι αυτά ήταν μόνο όσα πρόσεχε κανείς με την πρώτη ματιά, γιατί ο χώρος ήταν πλημμυρισμένος από διάφορα μικροπράγματα.

«Σέλντρεκ!» φώναξε ο Κάφελ, περνώντας το κατώφλι. «Είσαι εδώ, Σέλντρεκ; Πρέπει να σου μιλήσω.»

Η Ζιάλα τον ακολούθησε, διστακτικά. Αισθανόταν τις τρίχες της ορθωμένες.

Ο Κάφελ βημάτισε μέσα στο δωμάτιο, ακούγοντας διάφορα θραύσματα να κάνουν κριτς-κρατς κάτω απ’τις μπότες του. «Σέλντρεκ! Αν είσαι εδώ, απάντησέ μου!» Νόμιζε ότι στην αριστερή γωνία μπορούσε να δει μια πόρτα. Ήταν, μήπως, εκεί ο νεκρομάντης;

Αν είχα αφτιά, θα μου τα είχες πάρει, με τις φωνές σου· χε-χε…

Ο Κάφελ και η Ζιάλα αναπήδησαν, αιφνιδιασμένοι. Η φωνή είχε έρθει από κοντά, μα δεν έβλεπαν κανέναν. Ο ομιλητής πρέπει να κρυβόταν στις σκιές! Τράβηξαν τα όπλα τους –δύο ξίφη.

«Πού είσαι;» απαίτησε η κοπέλα. «Βγες έξω!»

Μα, έξω είμαι. Πιο έξω δε γίνεται. Χε-χε-χε-χε…

Ο Κάφελ κοίταξε γύρω-γύρω, το δωμάτιο, ψάχνοντας την προέλευση του ήχου.

Καλά τα πας… Πλησιάζεις, φίλε μου. Α! με κοιτάς τώρα· μην απομακρύνεις το βλέμμα σου

Ο Κάφελ σταμάτησε τη ματιά του πάνω στο κρανίο στο γραφείο. «Δεν είναι δυνατόν…» μουρμούρισε.

Σε τι πράγμα αναφέρεσαι;—ρώτησε το κρανίο. Ναι, η φωνή σίγουρα προερχόταν από αυτό!

Η Ζιάλα είδε πού κοίταζε ο Κάφελ και κοίταξε κι εκείνη. Οι τρίχες της ορθώθηκαν ακόμα περισσότερο. «Εσύ μιλάς;» έκανε.

Ναι—απάντησε το κρανίο.

«Είσαι ο Σέλντρεκ;» ρώτησε ο Κάφελ, προσπαθώντας να μην αισθάνεται παράξενα που απευθυνόταν στο αποστεωμένο κεφάλι ενός νεκρού.

Χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα—Το κρανίο αναπηδούσε επάνω στο γραφείο από το σπασμωδικό γέλιο που το τράνταζε.

Ο Κάφελ και η Ζιάλα το περίμεναν να τελειώσει, κοκαλωμένοι στις θέσεις τους. Είχαν ακούσει για ομιλούντα κρανία μόνο σε παραμύθια.

Όχι

«Τι όχι;» ρώτησε ο Κάφελ.

Όχι, δεν είμαι ο Σέλντρεκ

«Πού είναι ο Σέλντρεκ; Και ποιος είσαι εσύ;»

Ο Σέλντρεκ είναι εκτός πόλης, φίλε μου. Εκτός πόλης

«Πού έχει πάει;»

Στη Φεν εν Ρωθ

«Μακριά απο δώ;»

Ίσως

«Πώς μπορώ να τον βρω; Πρέπει να του μιλήσω.»

Μπορείς να ψάξεις

«Εσύ ποιος είσαι;»

Ωμάρκαζ, με λένε

Σαρενθάλιο όνομα. «Χαίρω πολύ· Κάφελ. Κι απο δώ, η Ζιάλα.»

Χάρηκα ιδιαιτέρως. Ιδιαιτέρως—

«Πώς… εμ…» Ο Κάφελ δεν ήξερε ποιος ήταν ο σωστός τρόπος, για να εκφράσει αυτό πού ήθελε. «Πώς υπάρχεις;»

Δύσκολα θα σ’το απαντήσω τούτο, φίλε μου! Χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα—το κρανίο χοροπηδούσε πάλι επάνω στο γραφείο—χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα-χα…—

«Δεν πηγαίνουμε;» ψιθύρισε η Ζιάλα στ’αφτί του Κάφελ.

«Περίμενε· ίσως να μπορεί να μας βοηθήσει.»

Ο έμπορος καθάρισε το λαιμό του, και είπε: «Ωμάρκαζ, με συγχωρείς αν η ερώτησή μου σου φάνηκε παράξενη, αλλά δεν μπορώ να καταλάβω πώς ένα κρανίο είναι δυνατόν να μου μιλάει.»

Δεν είμαι κρανίο, κρετίνε! Είμαι πνεύμα, παγιδευμένο εδώ μέσα—

«Ο Σέλντρεκ σε παγίδευσε;»

Ναι

«Και σου αρέσει εκεί μέσα;»

Είσαι από τους περιέργους τύπους, ε;—

«Με συγχωρείς αν σε προσέβαλα…»

Με προσέλαβες. Πάψε, λοιπόν! Και πήγαινε να βρεις τον Σέλντρεκ, άμα θες. Πήγαινε!—

«Θα μπορούσες να με καθοδηγήσεις;»

Ίσως

Ο Κάφελ θηκάρωσε το σπαθί του. «Θα σε πάρω μαζί μου, επομένως. Υποθέτω πως δεν μπορείς να περπατήσεις από μόνος σου, σωστά;»

Με κοροϊδεύεις; Σου φαίνεται ότι μπορώ να περπατήσω;—

«Συγνώμη· απλά ρώτησα…» Ο Κάφελ σήκωσε το κρανίο στο μοναδικό του χέρι, ενώ η Ζιάλα κοιτούσε το τερατούργημα με επιφύλαξη και κάποιο φόβο. Ίσως να έκανε κι άλλα πράγματα, εκτός απ’το να μιλά. Επικίνδυνα πράγματα. Μάγια.

Ο Κάφελ βγήκε απ’το σπίτι, μαζί με το κρανίο. «Πρέπει να σε κρατάω ψηλά, για να βλέπεις;» το ρώτησε.

Εσύ τι λες;

«Ξέρω γω; Αφού είσαι πνεύμα….»

Πρέπει να με κρατάς ψηλά—

Η Ζιάλα πέρασε το κατώφλι και έκλεισε την πόρτα πίσω της.

«Εκεί καλά είναι;» Ο Κάφελ κράτησε το κρανίο στο ύψος του κεφαλιού του.

Ω ναι, μια χαρά

«Οδήγησέ μας στον Σέλντρεκ, τότε.»


Κεφάλαιο 24
Ενέδρες, Σπαθιές, Βλέμματα, και Υποκλίσεις

 

Το πρωί, ο βασιλικός κήπος είχε καεί ολοσχερώς. Τίποτα δεν απέμενε πλέον από το παλιό του μεγαλείο. Τα λουλούδια του είχαν εξαϋλωθεί, οι θάμνοι και τα μικρά δέντρα είχαν γίνει στάχτη, και τα μεγάλα δέντρα είχαν σκελετωθεί, φαντάζοντας εφιαλτικά στο φως της αυγής, καθώς τα μακριά τους μέλη κρέμονταν παράλυτα. Η φωτιά, ωστόσο, δεν είχε εξαπλωθεί και μέσα στο παλάτι· οι υπερασπιστές του Αρχιστράτηγου Σάνλον την είχαν κρατήσει μακριά.

«Η πρώτη τους άμυνα εξουδετερώθηκε,» είπε ο Φένταρ. «Τώρα, πρέπει να εκμεταλλευτούμε το μόνο μας πλεονέκτημα εναντίον τους: την αριθμητική μας υπεροχή. Προτείνω το στράτευμα να διαιρεθεί και να επιτεθεί από εδώ, από εδώ, κι από εδώ.» Έδειξε πάνω στο χάρτη, την ανατολική, τη δυτική, και τη νότια μεριά του παλατιού. «Είμαστε περίπου τριάντα χιλιάδες, άρα δέκα χιλιάδες μαχητές θα πάνε σε κάθε μεριά. Βέβαια, καλύτερα θα ήταν να μη γίνει μαζική επίθεση από όλους τους στρατιώτες, παρά να χωριστούν σε ομάδες και να μπαίνουν η μία κατόπιν της άλλης, ώστε οι πρώτοι να ειδοποιούν τους επόμενους για τυχόν παγίδες που, αναμφίβολα, θα έχει στήσει ο Αρχιστράτηγος Σάνλον.

»Προσωπικά, προτίθεμαι να ηγηθώ της επίθεσης από τα ανατολικά. Τι λέτε, Έπαρχε;»

Ο Τάκμιν έσμιξε τα χείλη, σκεπτικός, και ήπιε μια γουλιά από το μηλόκρασό του.

Ο Στρατάρχης Ρέλγκριν δάγκωνε το κάτω του χείλος, τσαντισμένος που ο τυχάρπαστος Ωθράγκος τού έκλεβε έτσι όλη την αίγλη των σχεδιασμών της μάχης. Τι ήθελε ο Έπαρχος και τον άκουγε; Ίσως, τελικά, να μην ήταν μόνο ο Αρχικατάσκοπος που έπρεπε να βγει από τη μέση… Ο Ρέλγκριν κοίταξε μια τον Άλαντμιν, που καθόταν δίπλα στη γλυκιά Νίθρα, και μια τον Φένταρ. Κι οι δυο τους τον ενοχλούσαν. Κι οι δυο τους αποτελούσαν εμπόδιο για εκείνον, ο καθένας με το δικό του τρόπο.

Η Νίθρα παρατήρησε το βλέμμα του Ρέλγκριν. Παρατήρησε το μίσος στη ματιά του, καθώς ο Αρχιστράτηγος κοίταζε τον εραστή της και τον Ωθράγκος πολεμιστή, και σκέφτηκε: Κακά ξεμπερδέματα θα έχουμε μ’αυτόν. Η οργή του βράζει, κι ελπίζω, τουλάχιστον, να μην ξεσπάσει προτού προλάβω να τον χρησιμοποιήσω. Γιατί, φυσικά, ο Ρέλγκριν τής ήταν απαραίτητος, προκειμένου να ρίξει τον Έπαρχο της Σάλγκρινεβ από τον θρόνο· κι αν τύχαινε καμια αναποδιά, το σχέδιό της θα χαλούσε…

Ο Τάκμιν στράφηκε στο Στρατάρχη του. «Ποια είναι η δική σου άποψη, Ρέλγκριν; Συμφωνείς με το σχέδιο του Φένταρ;»

Δεν μπορώ και να διαφωνήσω, σκέφτηκε εκείνος. Δε θα έβαζε σε κίνδυνο το στρατό του χάρη στον καταραμένο Ωθράγκος· θα φρόντιζε γι’αυτόν με διαφορετικό τρόπο. «Συμφωνώ, Άρχοντά μου. Και θα είμαι επικεφαλής της νότιας επίθεσης, στην κεντρική πύλη του παλατιού.»

«Καλώς,» είπε ο Τάκμιν. «Βρες και έναν έμπιστο διοικητή να ηγηθεί της επίθεσης από τα δυτικά.»

«Ασφαλώς, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε ο Ρέλγκριν, ενοχλημένος που ο Έπαρχος είχε αφήσει, τελικά, τον Φένταρ να οδηγήσει την επίθεση από τα ανατολικά. Στο κάτω-κάτω, δεν ήταν ούτε καν Ρουζβάνος! Και τι εμπιστοσύνη μπορούσε κανείς να του έχει; Πού τον ήξεραν; Αλλά, τέλος πάντων· θα φροντίσω γι’αυτόν μετά, υπενθύμισε στον εαυτό του, και σηκώθηκε από τη θέση του στο τραπέζι.

«Πηγαίνω να προετοιμάσω το στρατό μας,» είπε στον Τάκμιν.

Εκείνος ένευσε.

«Θα σε συναντήσω έξω,» πληροφόρησε ο Φένταρ –που ήταν ήδη ντυμένος με την πανοπλία του– τον Ρέλγκριν.

«Εντάξει,» απάντησε, κοφτά, ο Στρατάρχης, και έφυγε από το δωμάτιο.

«Θα ανταμειφθείς για τη βοήθειά σου, Ωθράγκος,» είπε ο Τάκμιν στον Φένταρ.

«Ευχαριστώ, Άρχοντά μου,» αποκρίθηκε εκείνος· αλλά σκέφτηκε: Η ανταμοιβή της… Βασίλισσας Νίθρα, μάλλον, θα είναι υπεραρκετή από μόνη της, Έπαρχε… Σηκώθηκε κι αυτός από το τραπέζι.

Η Χρυσοδάκτυλη τον ζύγωσε. «Θα έρθω μαζί σου.»

«Όχι,» διαφώνησε ο Φένταρ. «Μείνε καλύτερα με τη Νίθρα. Ίσως να σε χρειαστεί.»

«Το αμφιβάλλω,» είπε η Νίθρα, πλησιάζοντας τον Ωθράγκος πολεμιστή και τη Μιρλίμια φόνισσα. «Θα χρειαστείς τη Χρυσοδάκτυλη –και το Προαίσθημά της– πολύ περισσότερο απ’ό,τι εγώ, που θα μπω στο παλάτι αφότου η μάχη λήξει.»

«Εσύ πληρώνεις, εσύ αποφασίζεις,» αποκρίθηκε ο Φένταρ.

Και η επίθεση άρχισε.

Ο στρατός του Τάκμιν διαιρέθηκε στα τρία, και το κάθε μέρος του κατευθύνθηκε προς διαφορετική πλευρά του παλατιού, κατακλύζοντάς το πανταχόθεν. Από τη βόρεια μεριά, βέβαια, δεν έκανε έφοδο κανένας, διότι σ’εκείνο το σημείο η βασιλική οικία συναντούσε τα τείχη της πόλης, κι επομένως, δεν υπήρχαν ούτε είσοδοι ούτε έξοδοι.

Ο Φένταρ παραμέρισε την ανατολική πύλη του κήπου και βάδισε πάνω στο γεμάτο στάχτες χώμα, έχοντας την ασπίδα του υψωμένη και το ξίφος του γυμνολέπιδο. Η Χρυσοδάκτυλη βάδιζε πλάι του. Ήταν η πιο ελαφριά αρματωμένη απ’όλους τους συμπολεμιστές της· στο αριστερό χέρι, όμως, είχε κι εκείνη δεμένη μια μικρή, στρογγυλή ασπίδα. Η ισχυρότερή της άμυνα, βέβαια, δεν ήταν αυτή, αλλά το Προαίσθημα, που την άφηνε να «κοιτά» μέσα στο Χρόνο και να προβλέπει μια επίθεση λίγο προτού γίνει, προσφέροντας έτσι αρκετό περιθώριο στα αστραπιαία της αντανακλαστικά να αντιδράσουν.

Οι στρατιώτες της πρώτης μονάδας του αγήματος του Φένταρ βρίσκονταν συγκεντρωμένοι γύρω από τον αρχηγό τους και τη Μιρλίμια φόνισσα, ατενίζοντας τα παράθυρα και τους εξώστες του παλατιού, στο βάθος του καμένου κήπου, και έχοντας κι εκείνοι τις ασπίδες τους υψωμένες. Άπαντες αντιλαμβάνονταν πως ήταν ιχνηλάτες ετούτη τη στιγμή· πήγαιναν μπροστά για να δουν τι κακό περίμενε τους υπόλοιπους. Κι αυτή, αναμφίβολα, δεν τους έμοιαζε ευχάριστη δουλειά. Το γεγονός ότι ο αρχηγός τους πρωτοστατούσε μαζί τους ήταν που τους έδινε κουράγιο. Παρότι Ωθράγκος, τους ενέπνεε μια εμπιστοσύνη που δεν μπορούσαν εύκολα να εξηγήσουν. Τον κοίταζαν και στο νου τους ερχόταν, αβίαστα, η σκέψη ότι ήταν ικανός και σίγουρος.

Ο Φένταρ έκανε νόημα στους μαχητές του να διασχίσουν τον κήπο. Και τα βέλη δεν άργησαν να έρθουν καταπάνω τους, όταν είχαν φτάσει στα μισά της διαδρομής. Φλεγόμενα βλήματα, προερχόμενα από εξώστες και παράθυρα.

Οι στρατιώτες ύψωσαν τις ασπίδες τους.

«Συνεχίστε, και μη φοβάστε τη φωτιά!» φώναξε ο Φένταρ. «Δεν υπάρχει τίποτα να κάψουν. Τα κάψαμε όλα εμείς!»

Άκουσε μερικούς από τους μαχητές του να ξερογελάνε γύρω του, καθώς τα βέλη των υπερασπιστών του παλατιού αποκρούονταν πάνω στις ασπίδες τους κι εκείνοι εξακολουθούσαν να βαδίζουν γρήγορα, φτάνοντας, τελικά, σε μια από τις εισόδους του παλατιού.

Ο Φένταρ την κλότσησε, για ν’ανακαλύψει ότι ήταν αμπαρωμένη από μέσα.

«Φέρτε το κριάρι!» πρόσταξε.

Τέσσερις στρατιώτες σήκωσαν ανάμεσά τους έναν μικρό πολιορκητικό κριό και κοπάνησαν την ξύλινη θύρα, ενώ οι σύντροφοί τους τους προστάτευαν, με τις ασπίδες τους, από τα βέλη που έρχονταν από ψηλά. Οι τοξότες του εχθρού δεν μπορούσαν να σημαδέψουν καλά τώρα, γιατί οι πολιορκητές ήταν ακριβώς από κάτω τους, και ο Φένταρ ήξερε ότι δε συμφέρει να ρίχνεις σε κάποιον που βρίσκεται κοντά στον τοίχο πάνω στον οποίο στέκεσαι. Ο στόχος είναι πολύ μικρότερος, καθώς βλέπεις μόνο τους ώμους και το κεφάλι του. Απορώ πώς δε μας πετάνε βραστό λάδι ή κάτι παρόμοιο…

Η πόρτα έσπασε, με το δεύτερο χτύπημα του κριού, και ο Ωθράγκος φώναξε στους μαχητές του να περιμένουν, καθώς κοίταζε ένα άδειο δωμάτιο. Μονάχα ένα πράγμα υπήρχε μέσα: ένα χαλί, απλωμένο στο πάτωμα. Κατά τα άλλα, ο χώρος ήταν γυμνός· ο Φένταρ δεν έβλεπε ούτε μία καρέκλα, ούτε έναν πίνακα. Κάτι δεν πήγαινε καλά εδώ…

Αχά! Κατάλαβε το σχέδιο του εχθρού. Πολυμήχανος σα γριά αλεπού, ο Αρχιστράτηγος Σάνλον…

«Τραβήξτε έξω το χαλί,» πρόσταξε τους μαχητές του.

Εκείνοι τον κοίταξαν παραξενεμένοι.

«Μην καθυστερείτε,» είπε ο Φένταρ. «Θα του βάλουν φωτιά, μόλις μπούμε.»

Οι Ρουζβάνοι υπάκουσαν αμέσως, αντιλαμβανόμενοι τον κίνδυνο. Τα χέρια τους άρπαξαν τις άκριες του χαλιού κι άρχισαν να το τραβάνε. Την ίδια στιγμή, βέλη ήρθαν από τον διάδρομο στο τέλος του δωματίου, και ένας στρατιώτης χτυπήθηκε στον ώμο.

«Ασπίδες!» φώναξε ο Φένταρ, αν και δεν ήταν ανάγκη· όλοι είχαν υψώσει τις ασπίδες τους, για ν’αποκρούσουν τα ερχόμενα βλήματα. «Και τραβήξτε το χαλί!»

Ένα φλεγόμενο βέλος εκτοξεύτηκε, πετυχαίνοντας το χαλί και πυρπολώντας το στιγμιαία, απ’άκρη σ’άκρη.

Ανάθεμα! σκέφτηκε ο Φένταρ. Ήταν ολόκληρο ποτισμένο με λάδι.

«Αφήστε το να καεί!» διέταξε. «Αφήστε το να καεί! Καλυφτείτε!»

Τώρα, βέλη έρχονταν και από το τέλος του δωματίου και από τα παράθυρα και τους εξώστες επάνω. Οι στρατιώτες του Φένταρ, όμως, είχαν φτιάξει ένα τοίχος από ασπίδες και προστατεύονταν.

«Είσαι πονηρός σαν του Λύκου την Ουρά, Ωθράγκος!» είπε ένας Ρουζβάνος μαχητής, μειδιώντας πλατιά. «Θα πέφταμε κει μέσα ανυποψίαστοι, άμα δεν ήσουν εσύ.»

«Κάνω ό,τι μπορώ,» αποκρίθηκε ο Φένταρ· και είπε σε μια πολεμίστρια: «Τρέξε πίσω, στους δικούς μας τοξότες, και πες τους να πλησιάσουν –μαζί με ασπιδοφόρους–, για να μας καλύψουν.»

Εκείνη ένευσε.

«Και βάδιζε όπισθεν!» της φώναξε ο Φένταρ. «Μην τους γυρίζεις την πλάτη!»

Η Ρουζβάνη υποχώρησε, πισωπατώντας, ενώ άλλοι δύο μαχητές πήγαν να την προστατέψουν από τα πλάγια.

Ωραία, σκέφτηκε ο Φένταρ. Συνεργάζονται καλά.

Έστρεψε το βλέμμα του στο χαλί που καιγόταν. Οι φλόγες πρέπει να το είχαν φάει σχεδόν, και ο καπνός που είχε σηκωθεί τύλιγε όλο το δωμάτιο: πράγμα θετικό για εκείνον και τους μαχητές του· οι αντίπαλοι τοξότες έβαλλαν τώρα στην τύχη.

Και οι δικοί μας πρέπει, όπου νάναι, ν’αρχίσουν να ρίχνουν… Κοίταξε προς τον καμένο κήπο, και είδε τους ασπιδοφόρους να εισβάλλουν, ακολουθούμενοι από τους τοξότες. Ναι. Καλύψτε μας. Μεγάλες ασπίδες στήθηκαν στο έδαφος και, από πίσω τους, τόξα τεντώθηκαν, εκτοξεύοντας βλήματα εναντίον των πολιορκούμενων.

Ο Φένταρ περίμενε τη φωτιά στο εσωτερικό του δωματίου να τελειώσει, ξέροντας ότι αυτό δε θα αργούσε να συμβεί. Το χαλί θα καιγόταν γρήγορα, και δεν υπήρχε άλλη καύσιμη ύλη, για να εξαπλωθούν οι φλόγες· ο χώρος ήταν καμωμένος από πέτρα, η οποία μονάχα θα μαύριζε. Το μοναδικό πρόβλημα θα ήταν ο καπνός, μα τούτο το εμπόδιο δε θα υφίστατο αποκλειστικά για εκείνον και τους στρατιώτες του, αλλά και για τους αντιπάλους –και κυρίως για τους τοξότες τους.

Έτσι, μόλις η φωτιά τελείωσε, ο Φένταρ φώναξε: «Επίθεση!» εφορμώντας πρώτος, μαζί με τη Χρυσοδάκτυλη.

Οι μαχητές του Έπαρχου Τάκμιν τον ακολούθησαν, βγάζοντας πολεμικές κραυγές. Πέρασαν από το γεμάτο καπνό δωμάτιο και χίμησαν στον διάδρομο στο τέλος του, χτυπώντας τους υπερασπιστές που βρίσκονταν εκεί.

«Μην απομακρυνθείτε!» πρόσταξε ο Φένταρ, καθώς το σπαθί του μπηγόταν στο στέρνο μιας πολεμίστριας. «Μην απομακρυνθείτε! Έχουν ενέδρες παντού!»

Οι μαχητές του, έχοντας τρέψει τον εχθρό σε φυγή, σταμάτησαν. Από εδώ όπου βρίσκονταν υπήρχαν πολλοί διάδρομοι και πόρτες, και οι αντίπαλοί τους μπορούσαν να ελλοχεύουν οπουδήποτε.

«Χρειαζόμαστε περισσότερους,» είπε ο Φένταρ. «Προστάξτε να αρχίσουν να έρχονται στο πρώτο δωμάτιο, και να μας ακολουθούν σταδιακά, ώστε να αναπληρώνουμε απώλειες και να μοιράζουμε τον αριθμό μας κατά περίσταση.»

«Μάλιστα!» αποκρίθηκε ένας, και έτρεξε.

Ο Φένταρ περίμενε πάλι, ώσπου οι μαχητές του να συγκεντρωθούν στο πίσω δωμάτιο.

«Ίσως δε θα έπρεπε να δίνουμε χρόνο στον εχθρό να προετοιμαστεί…» είπε κάποιος.

«Ο εχθρός είναι ήδη πολύ καλά προετοιμασμένος,» τον διαβεβαίωσε ο Ωθράγκος, και έκανε νόημα να χωριστούν στους δύο κεντρικούς διαδρόμους που βρίσκονταν εμπρός τους. «Ανοίγετε πόρτες, αλλά μην ορμάτε. Βλέπετε, πρώτα, τι είναι μέσα. Αν υπάρχει ένα χαλί μόνο, ξέρετε τι μπορείτε να περιμένετε. Αν υπάρχει οτιδήποτε άλλο το ύποπτο, πάλι προσέξτε πολύ.»

Η επόμενη επίθεση δεν είχε σχέση με φωτιά, αλλά με μια τεράστια λίθινη σφαίρα.

Η Χρυσοδάκτυλη την αντιλήφτηκε προτού καν κατρακυλήσει από τις σκάλες, και σφύριξε στον Φένταρ: «Κάνε πέρα!» πέφτοντας πάνω του και σπρώχνοντάς τον προς τον τοίχο. Εκείνος δεν αντιστάθηκε, γνωρίζοντας πως το Προαίσθημα της Μιρλίμιας δε λάθευε. Η πλάτη του κοπάνησε πάνω σε μια ταπετσαρία, καθώς η πελώρια σφαίρα κατέβαινε τα σκαλοπάτια στο τέλος του διαδρόμου, κυλώντας προς εκείνον και τους μαχητές του.

Οι τελευταίοι προσπάθησαν να παραμερίσουν, αλλά, έτσι όπως έρχονταν πολλοί μαζί, βρήκαν ότι αυτό ήταν δύσκολο, και μπλέχτηκαν ο ένας με τον άλλο, πέφτοντας στο πάτωμα ή κουτρουβαλώντας. Αρκετοί κατάφεραν να φύγουν από το διάβα της επικίνδυνης σφαίρας –που, καθώς περνούσε από δίπλα του, ο Φένταρ παρατήρησε ότι είχε σιδερένια καρφιά επάνω της–, αλλά και αρκετοί συνεθλίβησαν. Τα ουρλιαχτά τους αντήχησαν μέσα στο παλάτι. Αίμα πιτσίλισε τους συντρόφους τους και τους τοίχους.

Βαλλιστροφόροι παρουσιάστηκαν στη σκάλα, κατεβαίνοντάς την όλη ή ένα μέρος αυτής, και ρίχνοντας καταπάνω στους πανικόβλητους μαχητές του Έπαρχου Τάκμιν.

Ο Φένταρ γονάτισε στο ένα γόνατο, κατεβάζοντας το κεφάλι και υψώνοντας την ασπίδα του. Η Χρυσοδάκτυλη έπραξε παρομοίως, βρισκόμενη πίσω του.

Δε θα σας τελειώσουν τα πρώτα βέλη, μπαστάρδια…! σκέφτηκε ο Ωθράγκος, τρίζοντας τα δόντια του.

Και όντως, τα βέλη δεν άργησαν να πάψουν, και ο Φένταρ άκουσε τους βαλλιστρόφορους ν’αρχίζουν να οπλίζουν. Αμέσως, πετάχτηκε όρθιος και χίμησε καταπάνω τους, κραυγάζοντας και κραδαίνοντας το σπαθί του.

Η λεπίδα κατέβηκε, χύνοντας αίμα και σπάζοντας κόκαλα.

«Άνκααααραααααζ! Άνκααααρααααζ! Άνκααααρααααζ!» Η πολεμική κραυγή του Φένταρ έβγαινε απ’τα χείλη του με κάθε χτύπημα.

Η Χρυσοδάκτυλη ήταν στο πλευρό του, χρησιμοποιώντας τα ξιφίδιά της κατά των ξαφνιασμένων αντιπάλων. Η μικρή ασπίδα στο αριστερό της χέρι δεν την εμπόδιζε απ’το να χειρίζεται όπλο και με αυτό. Σαν επικίνδυνη, μεγάλη γάτα, χτυπούσε με θανατηφόρα ακρίβεια τους αντίμαχούς της.

Οι βαλλιστροφόροι τράπηκαν σε φυγή, και ο Φένταρ τούς ακολούθησε, σπαθίζοντας τα πόδια τους και κόβοντάς τους τα γόνατα, για να τους ποδοπατήσει και να συνεχίσει. Έφτασε στην κορυφή της σκάλας και συνάντησε σπαθοφόρους. Απέκρουσε δύο επιθέσεις, κι έσχισε την κοιλιά ενός.

Η Χρυσοδάκτυλη τον ακολούθησε, συμβάλλοντας στο μακελειό.

Οι αντίπαλοι υποχώρησαν μέσα σε πόρτες και διαδρόμους.

Ο Φένταρ δεν τους κυνήγησε. «Πάμε κάτω,» είπε, λαχανιασμένος. Δεν ήθελε να πέσει σε καμια από τις παγίδες τους.

Η Χρυσοδάκτυλη κατένευσε, και κατέβηκαν τη σκάλα, για να συναντήσουν τους στρατιώτες τους στο διάδρομο. Τα ουρλιαχτά των τραυματισμένων αντηχούσαν δυνατά, φέρνοντας ηχώ.

«Δε θα τα καταφέρουμε να τους νικήσουμε…» είπε ένας πολεμιστής.

«Στην άλλη μεριά,» πρόσθεσε μια πολεμίστρια, δείχνοντας, «δορυφόροι ήτανε συγκεντρωμένοι, δεξιά κι αριστερά. Κρατούσαν μακριά δόρατα, και άνοιξαν τις πόρτες συγχρόνως· προσπάθησαν να μας παλουκώσουν ανάμεσά τους!»

«Και τι κάνατε;» ρώτησε ο Φένταρ.

«Υποχωρήσαμε, και τους ρίξαμε με βαλλίστρες. Αλλά είχαμε πολλές απώλειες,» απάντησε η γυναίκα. Η ίδια ήταν τραυματισμένη στον αριστερό ώμο, και το τραύμα πρόχειρα δεμένο.

«Τους έχετε εξολοθρεύσει όλους;»

«Όχι. Μπήκαν πάλι στα δωμάτια.»

«Πρέπει να τους ξετρυπώσουμε,» είπε ο Φένταρ. «Πού πήγε η μεγάλη σφαίρα;»

«Βγήκε στο δωμάτιο με τον καπνό.»

«Φέρτε την εδώ. Πρέπει να τσακίσουμε μερικές πόρτες μ’αυτήν.»

Η Ρουζβάνη συνοφρυώθηκε, και μετά, γέλασε. «Ναι, τούτο φαίνεται νάναι ό,τι χρειάζεται!…» Έκανε να φύγει.

«Και βγάλτε τους νεκρούς από τη μέση,» πρόσταξε ο Φένταρ. «Θέλουμε η σφαίρα μας να κυλήσει καλά, γρήγορα, και θανατηφόρα.»

*

Ο Φένταρ έφτασε στη βασιλική αίθουσα του παλατιού, έχοντας αντιμετωπίσει οκτώ ενέδρες μέχρι στιγμής. Οι μαχητές του είχαν υποστεί μακράν δυσανάλογες απώλειες σε σχέση μ’αυτές που είχαν προκαλέσει στον εχθρό, και, επί του παρόντος, ο Ωθράγκος φοβόταν πως θα είχε να κάνει με τη δυσκολότερη πρόκληση μέσα στη βασιλική οικία. Φοβόταν πως ο Αρχιστράτηγος Σάνλον θα είχε μετατρέψει τη βασιλική αίθουσα σε παγίδα θανάτου. Όμως έκανε λάθος. Μπαίνοντας στο μεγάλο δωμάτιο, το μόνο που αντίκρισε ήταν ο Ρέλγκριν και αρκετοί από τους πολεμιστές του. Ο Στρατάρχης της Σάλγκρινεβ βρισκόταν καθισμένος σ’έναν καναπέ, ενώ μια πολεμίστρια έδενε το αριστερό του χέρι μ’έναν επίδεσμο.

Ο Φένταρ τον πλησίασε, θηκαρώνοντας το σπαθί του και βγάζοντας το κράνος του. «Δύσκολα τα πράγματα;»

Ο Ρέλγκριν στένεψε, ακούσια, τα μάτια. Με χλευάζει, ο καταραμένος Ωθράγκος; «Όχι δυσκολότερα απ’ό,τι στη μεριά σου, υποθέτω…»

Ο Φένταρ ένευσε. «Χάσαμε πολλούς. Ο Αρχιστράτηγος Σάνλον είναι δαιμόνιος.

»Τον βρήκατε, μήπως;»

«Όχι,» απάντησε ο Ρέλγκριν, «αν και πολύ θα ήθελα να τον συναντήσω…»

«Περίμενα ότι θα ήταν εδώ, στη βασιλική αίθουσα,» είπε ο Φένταρ, στρέφοντας το βλέμμα του στο θρόνο, του οποίου η πλάτη ήταν λαξεμένη έτσι ώστε να μοιάζει με δύο ανοιχτές φτερούγες. Ο Θρόνος του Αετού. Η Νίθρα βρίσκεται τόσο κοντά στο στόχο της. Είναι, όμως, ειρωνικό που έφτασα εγώ πρώτος.

«Κι εγώ αυτό περίμενα,» αποκρίθηκε ο Ρέλγκριν, διακόπτοντας τους συλλογισμούς του. «Αλλά το ίδιο κι ο Σάνλον, προφανώς.»

«Εννοείς ότι είχε μαντέψει τις σκέψεις μας;» Ο Φένταρ εξακολουθούσε να κοιτάζει το θρόνο.

Τι βλέπει εκεί; αναρωτήθηκε ο Ρέλγκριν. Θέλει τώρα να γίνει και Βασιληάς; Αισθανόταν δελεασμένος να τραβήξει το σπαθί του, επιτόπου, και να διαπεράσει την πλάτη του Φένταρ. Κανένας δε θα τον εμπόδιζε. Οι στρατιώτες ήταν δικοί του και του Έπαρχου Τάκμιν. Άντε να γινόταν μια μικρή φασαρία μετά, με τον ίδιο τον Έπαρχο και τη Νίθρα… τη Νίθρα. Όχι, δεν ήθελε να δυσαρεστήσει τη Νίθρα, η οποία είχε τον Ωθράγκος για σωματοφύλακά της. Θα τον ξεφορτωνόταν έμμεσα…

Ο Φένταρ στράφηκε να κοιτάξει τον Στρατάρχη, απορημένος που δεν του απαντούσε.

«Ναι,» ένευσε ο Ρέλγκριν, καθώς η πολεμίστρια ορθωνόταν, έχοντας δέσει τον επίδεσμο στο βραχίονά του. «Το είχε καταλάβει, και έχει λουφάξει αλλού.»

«Θέλετε τίποτ’άλλο, Στρατάρχη;» ρώτησε η γυναίκα.

«Όχι.» Ο Ρέλγκριν έκανε μια αποδεσμευτική χειρονομία, με το δεξί, ατραυμάτιστο χέρι του.

Η πολεμίστρια χαιρέτησε, στρατιωτικά, κι απομακρύνθηκε.

«Πού υποθέτεις ότι κρύβεται;» ρώτησε ο Φένταρ.

«Δεν έχω ιδέα,» παραδέχτηκε ο Ρέλγκριν. «Ίσως επάνω, στα ψηλά σημεία του παλατιού. Πάντως, όπως και νάχει, θα μας δυσκολέψει πολύ να τον φτάσουμε.»

«Έπρεπε να τον είχα σκοτώσει, τότε που ήμασταν στη Βόλγκρεν…» μουρμούρισε η Χρυσοδάκτυλη, η οποία βρισκόταν κοντά στον Φένταρ και μονάχα εκείνος την άκουσε. Ο Ρέλγκριν είδε μόνο τα χείλη της να κινούνται, και σκέφτηκε: Για μένα του λέει; Μήπως κι αυτοί θέλουν να με ξεπαστρέψουν; Μήπως το συναίσθημα είναι αμοιβαίο;

«Καλό θα ήταν να ξεκουράσουμε τους μαχητές μας τώρα,» πρότεινε ο Ωθράγκος, γιατί είχε έρθει μεσημέρι, μέχρι να φτάσουν στην αίθουσα του θρόνου.

Ο Ρέλγκριν κατένευσε.

«Θα συνεχίσουμε το απόγευμα,» είπε ο Φένταρ.

Τι στο Λύκο νομίζει ο Ωθράγκος; ότι αυτός παίρνει τις αποφάσεις εδώ πέρα; συλλογίστηκε ο Ρέλγκριν· και αποκρίθηκε: «Όταν είναι να κινηθούμε, θα λάβεις ανάλογη διαταγή.» Για να μην ξεχνάς τη θέση σου, αλλογενή μισθοφόρε!

*

Εφόσον ο εχθρός είχε διωχτεί από τις πρώτες αίθουσες του παλατιού, και φρουρές είχαν τοποθετηθεί στους διαδρόμους, ο Έπαρχος Τάκμιν πήγε στη βασιλική αίθουσα, μαζί με τους συνοδούς του, τη Νίθρα, και τον Άλαντμιν. Βλέποντας τον Θρόνο του Αετού, γέλασε και ανέβηκε τα σκαλοπάτια του βάθρου, για να καθίσει.

«Ζήτω ο καινούργιος Βασιληάς!» φώναξε ο Στρατάρχης Ρέλγκριν. «Ζήτω ο Βασιληάς Τάκμιν!»

Και η αίθουσα γέμισε από τις φωνές των στρατιωτών.

«Ζήτω ο καινούργιος Βασιληάς!»

«Ζήτω ο Βασιληάς Τάκμιν!»

«Ζήτω ο Βασιληάς!»

Ζήτω ο Βασιληάς, σκέφτηκε η Νίθρα, και είθε να χαρεί τη βασιλεία του όσο θα διαρκέσει… Στράφηκε στον Άλαντμιν, για να δει την έκφρασή του, αλλά το πρόσωπο του Αρχικατασκόπου δε φανέρωνε τίποτα. Πέρασε το δεξί της χέρι γύρω απ’τη μέση του, κολλώντας επάνω του και υπομειδιώντας.

Ο Άλαντμιν γύρισε, για να την κοιτάξει, κι εκείνη τον φίλησε στα χείλη, ενώ, με τις άκριες των ματιών της, έβλεπε τον Ρέλγκριν να της ρίχνει ένα ζηλότυπο βλέμμα.

«Νίθρα Ρίνκιλ!» είπε ο Τάκμιν, όταν οι φωνές των στρατιωτών του σταμάτησαν. «Πλησίασε.» Ορθώθηκε μπροστά από το Θρόνο του Αετού. Τα φτερά του καθίσματος δημιουργούσαν τώρα την ψευδαίσθηση ότι φύτρωναν από την πλάτη του νέου Βασιληά.

Η Νίθρα βάδισε προς τον Τάκμιν, σιωπηλή. Γιατί μου το ζητάει τούτο; Τι θέλει από μένα; Αν έκρινε, πάντως, από την όψη του, ο Έπαρχος δεν πρέπει να είχε τίποτα κακό κατά νου. Εξάλλου, γιατί θα μπορούσε ποτέ να θέλει το κακό της; Η Νίθρα τον είχε βοηθήσει όσο κανείς άλλος στην εκστρατεία του…

«Νίθρα Ρίνκιλ,» είπε. «Σε ορίζω Πρώτη του Τάγματος των Ομιλητών μου, εάν δέχεσαι αυτή την τιμή.»

«Με μεγάλη μου χαρά, Μεγαλειότατε,» αποκρίθηκε εκείνη, υποκλινόμενη με τέτοιο τρόπο που ο Τάκμιν την κοίταξε όπως ένας άντρας κοιτάζει μια γυναίκα την οποία, έστω και στιγμιαία, ποθεί έντονα. Κι αυτό το βλέμμα δεν ξέφυγε της Νίθρα. Τα μάτια του Έπαρχου ξεκίνησαν από τα μποτοφορεμένα της πόδια, ανέβηκαν στους μηρούς της, που αποκαλύπτονταν κατά το ήμισυ από το ανασηκωμένο της φόρεμα, πέρασαν γρήγορα από τη μέση της, έφτασαν στο στήθος της, που κι αυτό αποκαλυπτόταν από την περίτεχνη υπόκλιση, και κατέληξαν στο λαιμό, στα χείλη, και στο πρόσωπό της. Ύστερα, το βλέμμα του Τάκμιν διασταυρώθηκε με το δικό της, και η Νίθρα είδε, για λίγο, πανικό στα μάτια του, σαν να τον είχε πιάσει να κάνει κάτι που «δεν έπρεπε» ή που δεν ήθελε στην πραγματικότητα να κάνει αλλά είχε παρασυρθεί. Ταυτόχρονα, όμως, τα μάτια του της έλεγαν ότι τη θαύμαζε, όχι μόνο για τα κάλλη της ή για την περίτεχνή της υπόκλιση, αλλά και για τα Χαρίσματά της και τη δύναμη την οποία είχε επιδείξει στην εκστρατεία. Ο θαυμασμός του, μάλιστα, έμοιαζε να τον φέρνει στα πρόθυρα να της προτείνει να γίνει Βασίλισσά του, υποσχόμενος ότι θα ξεχνούσε την Πριγκίπισσα Φόλνα δια παντός. Η Νίθρα αντιλαμβανόταν ότι τούτο ακουγόταν τρελό, μα σπάνια λάθευε για τις προθέσεις των άλλων.

Ο Τάκμιν, όμως, δεν άργησε να χαλιναγωγήσει τον εαυτό του, και να πάρει τη συνηθισμένη του όψη.

Η Νίθρα τού χαμογέλασε, καθώς ορθωνόταν από την υπόκλισή της. «Δε θα το μετανιώσετε, Μεγαλειότατε,» είπε.

Ο Τάκμιν ένευσε, και κάθισε πάλι στο Θρόνο του Αετού.

Η Νίθρα στράφηκε και ξεκίνησε να βαδίζει, όχι προς τον Άλαντμιν, αλλά προς τον Ρέλγκριν, ο οποίος δε βρισκόταν και πολύ μακριά από το βασιλικό κάθισμα.

«Πώς είσαι;» τον ρώτησε. «Άκουσα ότι τραυματίστηκες.» Το χέρι της άγγιξε τον δεξί του βραχίονα.

«Δεν είναι τίποτα το σοβαρό,» αποκρίθηκε εκείνος. «Και μόνο η παρουσία σου, Αρχόντισσά μου, φτάνει για να με κάνει να ξεχάσω πόνους δέκα φορές χειρότερους.»

Η Νίθρα μειδίασε. «Στρατάρχη Ρέλγκριν, σίγουρα υπερβάλλεις…» Οπισθοχώρησε, αργά, κοιτάζοντάς τον μ’ένα βλέμμα που υποδήλωνε πως η φιλοφρόνηση του δεν είχε περάσει απαρατήρητη.

Απομακρύνθηκε από αυτόν, προτού προλάβει να της πει οτιδήποτε άλλο, και ζύγωσε τον Άλαντμιν, ο οποίος είχε τα χέρια σταυρωμένα εμπρός του.

«Είναι αηδιαστικό, Νίθρα.»

Σε ποιο απ’τα δύο αναφέρεται; Στο κοίταγμα του Τάκμιν ή στον Ρέλγκριν; «Τι εννοείς;»

«Δεν ξέρεις τι εννοώ;»

«Μιλάς για το γεγονός ότι πλησίασα το Στρατάρχη;»

«Δεν τον πλησίασες απλά! Έχει παραγίνει.»

«Άλαντμιν!» σφύριξε η Νίθρα. «Μην κάνεις σαν ψυχωτικός έφηβος! Στ’αλήθεια ζηλεύεις;»

«Σου είπα: με αηδιάζει.»

«Δεν το κάνω χωρίς λόγο,» τόνισε η Νίθρα, ρίχνοντας κλεφτές ματιές τριγύρω, να δει μήπως κανείς τους παρακολουθούσε. Ευτυχώς, κανένας δεν είχε το βλέμμα του στραμμένο επάνω τους. «Ξέρεις πολύ καλά γιατί το κάνω. Και, ακόμα κι αν διαφωνείς, τουλάχιστον μην το δείχνεις. Δε θέλω ο Ρέλγκριν να καταλάβει ότι το έχεις καταλάβει.»

«Δε θέλεις να καταλάβει ότι το έχω καταλάβει; Μα, θα πρέπει νάναι ηλίθιος για να μην το έχει καταλάβει, Νίθρα! Έτσι όπως τον πλησιάζεις–»

«Απλά του μίλησα!»

«Με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Όπως επίσης τον κοίταξες με έναν ιδιαίτερο τρόπο, και τον άγγιξες με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Τι άλλο θα έπρεπε να κάνεις εδώ, μπροστά σ’όλους αυτούς τους στρατιώτες; Να του κατεβάσεις το παντελόνι;»

Το βλέμμα της Νίθρα αγρίεψε. «Αν δεν ήμασταν εδώ, ‘μπροστά σ’όλους αυτούς τους στρατιώτες’, θα σε είχα χαστουκίσει, Άλαντμιν. Αλλά δε θέλω να κάνω σκηνές που, μελλοντικά, θα μας βλάψ–»

«Φάνηκαν, λοιπόν, χρήσιμοι σε κάτι ‘όλοι αυτοί οι στρατιώτες’,» τη διέκοψε ο Άλαντμιν. Της έστρεψε την πλάτη και βάδισε προς την έξοδο της αίθουσας του θρόνου.

Η Νίθρα ξεφύσησε, κουνώντας το κεφάλι. Σκέφτηκε να τον ακολουθήσει, αλλά αμέσως το απέρριψε. Όχι. Άστον να πάει να καλμάρει τα νεύρα του. Δε συμπεριφέρεται σαν ώριμος άνθρωπος τώρα· συμπεριφέρεται σα ζηλότυπος έφηβος!

Άντρες!…

Πέρασε τα δάχτυλα των χεριών της στη ζώνη της και βημάτισε μέσα στη μεγάλη αίθουσα. Ίσως έπρεπε να είχε χρησιμοποιήσει Πειθώ επάνω του. Θα τον είχε φέρει στα συγκαλά του, χωρίς κανένα πρόβλημα. Γιατί πάντα δίσταζε να χρησιμοποιήσει το Χάρισμά της, για να επηρεάσει τον Άλαντμιν; Ναι μεν δεν ήταν τίμιο, αλλά, να, σ’ετούτη την περίπτωση ήταν, μάλλον, απαραίτητο. Για να τον κάνει να καταλάβει. Μετά, αναμφίβολα, θα του περνούσε η τρέλα, και δε θα χρειαζόταν να επαναληφθεί αυτή η διαδικασία.

Μπορεί να μου χαλάσει το σχέδιο, με τα καμώματά του!

«Θέλεις κρασί;»

Η Νίθρα δεν τον είχε ακούσει να πλησιάζει –Ορίστε τώρα τι μου κάνει ο Άλαντμιν!– και αιφνιδιάστηκε. Ωστόσο, δεν άργησε ν’αποκτήσει απόλυτη αυτοκυριαρχία.

«Ναι, Ρέλγκριν· σ’ευχαριστώ,» είπε, παίρνοντας το ποτήρι από το χέρι του.

«Φαίνεσαι αναστατωμένη. Συνέβη κάτι;» τη ρώτησε ο Στρατάρχης, πίνοντας μια γουλιά απ’το δικό του ποτήρι.

Φαινόταν πράγματι αναστατωμένη, ή της το έλεγε έτσι, επειδή είχε δει τον Άλαντμιν να φεύγει φουριόζος από την αίθουσα;

Η Νίθρα χαμογέλασε. «Θα πρέπει νάναι η ιδέα σου. Γιατί να είμαι αναστατωμένη; Όλα πάνε καλά, σωστά;» Ύψωσε ένα φρύδι, ερωτηματικά. Αν έστρεφε το θέμα στη μάχη, δε θα κατέληγαν να συζητάνε για τον Άλαντμιν –κάτι που ήθελε, πάση θυσία, να αποφύγει.

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Ρέλγκριν. «Ο Σάνλον, όμως, προβάλλει ισχυρή αντίσταση. Θα τον νικήσουμε, βέβαια, στο τέλος, αλλά θα έχουμε περισσότερες απώλειες απ’ό,τι θα έπρεπε κανονικά.»

«Αλήθεια, δε μου είπες πώς τραυματίστηκες…» σχολίασε η Νίθρα, πίνοντας μια γουλιά κρασί.

Ο Στρατάρχης άρχισε να της λέει.


Κεφάλαιο 25
Οι Τελευταίες Στιγμές του Θρόνου του Αετού

 

Το απόγευμα, η επίθεση συνεχίστηκε. Ο Φένταρ και ο Ρέλγκριν συγκέντρωσαν τους μαχητές τους και ξεκίνησαν την κατάκτηση του υπόλοιπου παλατιού της Έρλεν. Πολύ σύντομα, ανακάλυψαν ότι ο Αρχιστράτηγος Σάνλον είχε στήσει κι εδώ ενέδρες τόσο θανατηφόρες και πολυπληθείς όσο οι προηγούμενες. Ωστόσο, το ηθικό των στρατιωτών του είχε πέσει μπροστά στο μεγάλο αριθμό του εχθρού, και ο Φένταρ νόμιζε ότι τώρα τους νικούσαν ευκολότερα απ’ό,τι πριν, γιατί, όπως πολύ καλά γνώριζε, δεν υπάρχει κανένα πιο ηλίθιο ζώο από έναν πανικόβλητο, τρομαγμένο πολεμιστή.

Η Νίθρα είχε μείνει στη βασιλική αίθουσα, μαζί με τον Έπαρχο Τάκμιν, ο οποίος καθόταν στο Θρόνο του Αετού, σαν να μην μπορούσε να πιστέψει τη νίκη του. Η όψη του, όμως, ήταν θυμωμένη και άγρια, γιατί, σχεδόν αμέσως μετά από την άφιξή του στο παλάτι, είχε διαπιστώσει ότι το Βασιλικό Στέμμα έλειπε. Η Νίθρα θυμόταν χαρακτηριστικά το επεισόδιο, το οποίο είχε διαδραματιστεί πριν από λίγες ώρες. Ο Στρατάρχης Ρέλγκριν είχε μόλις τελειώσει να της διηγείται πώς δέχτηκε το τραύμα του, όταν ο Τάκμιν φώναξε το όνομά του. Εκείνος ζήτησε συγνώμη από τη Νίθρα και ζύγωσε το θρόνο, ρωτώντας το Μεγαλειότατο τι συνέβαινε.

«Πού είναι το Στέμμα του Νούφρεκ, Ρέλγκριν;» ρώτησε ο Έπαρχος, που στεκόταν πάλι, και τα λαξευτά φτερά του βασιλικού καθίσματος έμοιαζαν να φυτρώνουν από την πλάτη του.

«Δε γνωρίζω, Μεγαλειότατε. Αν δεν είναι κοντά σας….»

«Όχι, δεν είναι κοντά μου.»

«Τότε, ο Σάνλον πρέπει να το πήρε, επίτηδες.»

Ο Τάκμιν γέλασε. «Ο γελοίος!… Μ’ετούτα τα νούμερα, δε θα με αποτρέψει απ’το να κυβερνήσω το Νούφρεκ –αυτό να του πεις, όταν τον συναντήσεις στη μάχη.»

«Μάλιστα, Μεγαλειότατε.» Ο Στρατάρχης υποκλίθηκε, κι έκανε να φύγει.

«Και, Ρέλγκριν…»

Ο Ρέλγκριν στράφηκε.

«Μην τον σκοτώσεις, αν δεν μάθεις, πρώτα, πού έχει το στέμμα μου.»

Ο Στρατάρχης έκλινε το κεφάλι.

Και τώρα, είχε πάει να βρει την κορόνα του Άρχοντά του, ενώ εκείνος καθόταν, θυμωμένος, στο Θρόνο του Αετού, και η Νίθρα ήταν μισοξαπλωμένη σ’ένα ανάκλιντρο, πίνοντας νερωμένο κρασί από μια μεγάλη κούπα και έχοντας τις μπότες της ριγμένες παραδίπλα. Στη γωνία της αίθουσας, βρισκόταν ένας αρπιστής, γεμίζοντας το χώρο με μια μελωδία την οποία η Πρώτη του Τάγματος των Ομιλητών (όπως την είχε τιτλοφορήσει ο Βασιληάς Τάκμιν) νόμιζε μάλλον τραχιά. Ο συγκεκριμένος μουσικός ήταν ένας από εκείνους που έρχονταν μαζί με το στρατό του Έπαρχου, για να διασκεδάζουν τους στρατιώτες και τους άρχοντες, και η Νίθρα θεωρούσε, γενικά, αυτού του είδους τους μουσικούς (στρατιωτικούς μουσικούς, κάποιοι τους αποκαλούσαν) ατάλαντους σε σχέση με τους άλλους. Το έκαναν καθαρά για τα χρήματα, και οι περισσότεροι ανάμεσά τους ήταν πρώην-πολεμιστές, που είχαν δεχτεί κάποια μόνιμη πληγή η οποία δεν τους επέτρεπε να αγωνιστούν ξανά με τα όπλα, παρά μόνο με την άρπα ή την κιθάρα.

Η Νίθρα αναδεύτηκε πάνω στο ανάκλιντρο, καθώς έβλεπε, από τα παράθυρα της αίθουσας, τα χρώματα του ουρανού να σκουραίνουν. Ο ήλιος δε φαινόταν να δύει πουθενά· το φως της ημέρας άρχιζε απλά να χάνεται, σαν κάποιος θεός να έσβηνε τη λάμπα που κρεμόταν ψηλά, στον ουρανό, πάνω απ’τα σύννεφα, πιο μακριά από εκεί όπου μπορούσε κανένας –ακόμα κι εκείνη, με τη Ματιά της– να κοιτάξει.

Πού είναι ο Άλαντμιν; αναρωτήθηκε η Νίθρα. Είχαν χωρίσει υπό άσχημες συνθήκες, κι αυτό δεν της άρεσε. Θα προτιμούσε να είχαν λύσει το «σπουδαίο ζήτημα». Ή ας έρθει τώρα να το λύσουμε. Πού γυρίζει; Σαν παιδάκι κάνει!

Ένας θόρυβος τράβηξε την προσοχή της: ένα υπόκωφο, πνιχτό Ααααργκχ…! Έστρεψε το κεφάλι και είδε έναν πολεμιστή να σωριάζεται στο δάπεδο, με δυο βέλη καρφωμένα στην πλάτη. Από την είσοδο πίσω του –μια αρκετά μεγάλη καμάρα– ξεπρόβαλαν στρατιώτες, κραδαίνοντας όπλα και κραυγάζοντας.

Ο Τάκμιν πετάχτηκε όρθιος. «Φρουροί! Φρουροί! ΦΡΟΥΡΟΙ!» Προφανώς, δεν καλούσε τους μαχητές που βρίσκονταν ήδη μέσα στην αίθουσα –αυτοί είχαν ήδη χιμήσει πάνω στους αντιπάλους–, αλλά εκείνους που ήταν έξω, στους τριγυρινούς διαδρόμους και δωμάτια.

Ένα βέλος χτύπησε το δεξί φτερό του Θρόνου του Αετού, αστοχώντας το κεφάλι του νέου Βασιληά για μερικούς πόντους. Ο Τάκμιν, πάραυτα, καλύφτηκε πίσω απ’το κάθισμα, τραβώντας, συγχρόνως, το σπαθί του.

Η Νίθρα δεν ήξερε πού να πάει και τι να κάνει. Έπρεπε κι εκείνη να βρει ένα μέρος να κρυφτεί, ώστε, μετά, να μπορεί να χρησιμοποιήσει τα Χαρίσματά της με άνεση. Ο θρόνος δεν ήταν άσχημο σημείο, συμπέρανε· και, σίγουρα, κοντά στον Έπαρχο θα ήταν πιο ασφαλής από οπουδήποτε αλλού.

Σηκώθηκε απ’το ανάκλιντρο κι έτρεξε προς το Θρόνο του Αετού. Αλλά ένας δυνατός πόνος στη δεξιά κνήμη τη σταμάτησε.

«Ααααααα!» ούρλιαξε, καθώς σωριαζόταν, μπρούμυτα. Οι παλάμες της συνάντησαν το χαλί, σταματώντας το πρόσωπό της απ’το να χτυπήσει κάτω.

«Τι στο Λύκο….;» έκανε, ξέπνοη, και στράφηκε, για να κοιτάξει το δεξί της πόδι. Ένα βέλος προεξείχε απ’την κνήμη. «Ω Μεγάλη Θεά…! Ω Μεγ–!»

Η Ματιά της έψαξε για τον εχθρό, που ίσως να ήταν έτοιμος να φυτέψει κι άλλο βλήμα επάνω της –κι αυτό, μάλλον, σε χειρότερο σημείο: όχι στα πόδια, αλλά στην πλάτη ή στο κεφάλι. Εντόπισε έναν άντρα ο οποίος όπλιζε τη βαλλίστρα του. Αυτός πρέπει νάναι! Παραδίπλα, όμως, βρισκόταν ακόμα ένας –του οποίου η βαλλίστρα ήταν οπλισμένη, και τη σημάδευε!

«Σκότωσέ τον!» Κέλευσε η Νίθρα το τηλέμαχο όπλο, το οποίο έφυγε απ’τα χέρια του, στριφογύρισε στον αέρα, και έβαλε καταπάνω του. Το βέλος διαπέρασε το στήθος του και η αιχμή τού βγήκε απ’την πλάτη. Ο άντρας σωριάστηκε, με τα μάτια του διασταλμένα.

Ένας πολεμιστής περνούσε, την ίδια στιγμή, δίπλα απ’τον βαλλιστροφόρο, έχοντας το σπαθί του γυμνολέπιδο και το βλέμμα του καρφωμένο επάνω της, με μίσος. Η Νίθρα δεν μπορούσε παρά να αναγνωρίσει αυτό το ατσάλινο βλέμμα.

Ο Αρχιστράτηγος Σάνλον ερχόταν να εκπληρώσει την υπόσχεσή του. Ερχόταν για το κεφάλι της.

Από τα δεξιά της, άκουσε μποτοφορεμένα πόδια να πλησιάζουν. Εχθρός; Ναι, είχε την εντύπωση ότι ήταν εχθρός. Μα, ο Σάνλον τής έμοιαζε πολύ μεγαλύτερη απειλή τώρα· τα καταραμένα του μάτια την πάγωναν. Δεν έπρεπε να την πλησιάσει!

«Επάνω του!» πρόσταξε το ανάκλιντρο, δείχνοντάς τον. Το έπιπλο υψώθηκε και πέταξε καταπάνω στον Αρχιστράτηγο, ο οποίος ύψωσε την ασπίδα του για να το αποκρούσει, φωνάζοντας «Νίθρα!» καθώς έπεφτε, από την ορμή του χτυπήματος.

Η Νίθρα αισθάνθηκε, προς στιγμή, ότι είχε διαφύγει του κινδύνου. Προς στιγμή μόνο. Γιατί, μετά, ένα δυνατό χέρι την άρπαξε από τα μαλλιά και της τράβηξε το κεφάλι πίσω.

Τελικά, ήταν λάθος που είχε αγνοήσει τον εχθρό απ’τα δεξιά, και τώρα το συνειδητοποιούσε. Αλλά ήταν πλέον πολύ αργά.

«Θα σου κόψουμε τη γλώσσα, σκύλα!» γρύλισε ο πολεμιστής, και η αιχμή του ξιφιδίου του χώθηκε στο στόμα της, παραμερίζοντάς της τα χείλη και τραυματίζοντάς τα. Τρομοκρατημένη, η Νίθρα μάζεψε τη γλώσσα της όσο πιο μέσα μπορούσε, κολλώντας τη, ενστικτωδώς, στο βάθος του λαιμού, ενώ ένας δυνατός λαρυγγισμός έβγαινε από μέσα της. Η κύστη της άδειασε, γεμίζοντας τα εσώρουχά της. Η όρασή της είχε αρχίσει να θολώνει.

Ένα χτύπημα ακούστηκε από κάπου κοντά, και αίμα γέμισε το πρόσωπο και τα ρουθούνια της. Κάτι βαρύ έπεσε παραδίπλα, και η λεπίδα έφυγε απ’το στόμα της.

«Νίθρα!» Ένας άντρας γονάτισε πλάι της, τυλίγοντας τα χέρια του γύρω της και κρατώντας την κοντά του. «Είσαι καλά, Νίθρα;»

Εκείνη σκούπισε το αίμα από το πρόσωπό της, με την αριστερή παλάμη. Τα δάχτυλά της έτρεμαν. Προσπάθησε να κινήσει τη γλώσσα της, φοβούμενη ότι δε θα τα κατάφερνε. Όμως τα κατάφερε. Ο πολεμιστής δεν είχε προλάβει να την κόψει· κάτι τον είχε εμποδίσει.

Καθώς η όρασή της καθάριζε, η Νίθρα ύψωσε το βλέμμα, για να δει ποιος ήταν ο σωτήρας της.

«Νίθρα;» είπε ο Τάκμιν, και τα πάντα φάνηκαν να αναγεννιούνται στη στιγμή. Όλοι οι ήχοι στην αίθουσα –οι κραυγές και οι ιαχές–, που έμοιαζαν να έχουν διακοπεί μόλις ο πολεμιστής την άρπαξε και έχωσε τη λεπίδα του στο στόμα της, άρχισαν και πάλι, σχεδόν κουφαίνοντάς τη με την έντασή τους.

«Ναι,» δοκίμασε τη γλώσσα της η Νίθρα. «Ναι.»

Η Ματιά της κοίταξε πάνω απ’τον ώμο του Τάκμιν, και είδε τον Σάνλον να κοπανά το μαχόμενο ανάκλιντρο, με το σπαθί του, κομματιάζοντάς το, σαν μαινόμενος δαίμονας. Αλλά η ανησυχητική εικόνα δεν ήταν αυτός, παρά ο ακόμα ζωντανός βαλλιστροφόρος, ο οποίος είχε τώρα οπλίσει και ύψωνε τη βαλλίστρα του, σημαδεύοντας.

«ΡΙΞΕ ΣΤΗΝ ΟΡΟΦΗ!» τον Πρόσταξε η Νίθρα, φωνάζοντας με όλη τη δύναμη που διέθεταν τα πνευμόνια της, για να βεβαιωθεί ότι ο άντρας θα την άκουγε.

Ο βαλλιστροφόρος έβαλε προς τα επάνω, και κάτι ακούστηκε να σπάει. Μάλλον, είχε πετύχει κάποιο πολύφωτο.

Ο Τάκμιν σήκωσε τη Νίθρα στα χέρια και την πήγε πίσω απ’τις φτερούγες του Θρόνου του Αετού, αφήνοντάς τη στα σκαλοπάτια του βάθρου και γονατίζοντας στο ένα γόνατο, για να κοιτάξει το βέλος στη δεξιά της κνήμη. Το χέρι του άγγιξε το στέλεχος.

«Δεν έχει βγει απ’την άλλη,» της είπε. «Κάποιος θα πρέπει να το πιέσει.»

«Όχι,» αποκρίθηκε εκείνη. «Όχι. Άστο, Τάκμιν. Για μετά. Πρέπει να τους απωθήσουμε… Πώς ήρθαν; Νόμιζα ότι–»

«Δεν ξέρω… δεν ξέρω πώς ήρθαν. Κάποιο μέρος δε θα ήταν καλά φυλαγμένο…» Κούνησε το κεφάλι του.

«Σ’ευχαριστώ,» του είπε η Νίθρα, σφίγγοντας τον πήχη του.

Ο Τάκμιν χαμογέλασε. «Δεν είναι φυσικό ένας Βασιληάς να θέλει να βοηθήσει την Πρώτη του Τάγματος των Ομιλητών του;» Ορθώθηκε, με το σπαθί του στο χέρι, και κρυφοκοίταξε πάνω απ’τις φτερούγες του θρόνου.

Η Νίθρα ακούμπησε το κεφάλι της στο πίσω μέρος της πλάτης του καθίσματος, νιώθοντας άσχημα που σχεδίαζε να εκθρονίσει –ακόμα και να σκοτώσει, αν χρειαζόταν– αυτό τον άνθρωπο, προκειμένου να βασιλέψει στο Νούφρεκ.

Πώς έχω γίνει έτσι; Ω Μεγάλη Θεά, τι μου έχει συμβεί; Ποτέ δεν ενδιαφερόμουν εγώ για τέτοια πολιτικά παιχνίδια… Τώρα, όμως, μπορώ να κάνω πίσω; Δεν μπορώ. Η Καλβάρθα είναι αιχμάλωτη, και ο Φανλαγκόθ μού το έχει προφητέψει: θα καθίσω στο Θρόνο του Αετού, θα κυβερνήσω το Νούφρεκ.

Αλλά δε θα σκοτώσω τον Τάκμιν. Όχι, δε θα τον σκοτώσω. Σε καμία περίπτωση.

*

Ο Φένταρ κλότσησε την πόρτα, αποκαλύπτοντας ένα μικρό σαλόνι. Δύο βαλλιστροφόροι τού έριξαν· το ένα βέλος καρφώθηκε στην ασπίδα του, το άλλο εξοστρακίστηκε απ’αυτήν. Ο Ωθράγκος πολεμιστής χίμησε μέσα στο δωμάτιο, επιτιθέμενος στους τέσσερις σπαθοφόρους που στέκονταν μπροστά από τους βαλλιστροφόρους. Η Χρυσοδάκτυλη κι αρκετοί στρατιώτες τον ακολούθησαν. Οι αντίπαλοί τους δεν είχαν καμια πραγματική ελπίδα επιβίωσης· ακόμα και ο Φένταρ μόνος του, μαζί με τη Μιρλίμια φόνισσα, θα κατάφερναν να τους εξολοθρεύσουν, δεχόμενοι μονάχα μερικές αμυχές, και αν.

«Πού στον Σάλ’γκρεμ’ρωθ είναι χωμένος αυτός ο Σάνλον;» μούγκρισε ο Ωθράγκος. Είχαν πλέον ερευνήσει σχεδόν ολόκληρο το παλάτι, και ο Αρχιστράτηγος δεν ήταν πουθενά. Μήπως, άραγε, είχε εγκαταλείψει την πόλη από κάποια υπόγεια σήραγγα κάτω από τα τείχη; δεν μπορούσε παρά να αναρωτιέται ο Φένταρ. Ωστόσο, θα έψαχνε τα πάντα, προτού καταλήξει σ’αυτό το συμπέρασμα.

Ζύγωσε την επόμενη πόρτα και την κλότσησε.

Το δωμάτιο που αντίκρισε τον παραξένεψε. Σα να φώναζε Παγίδα! ήταν. Μια μεγάλη βιβλιοθήκη βρισκόταν στον τοίχο αντίκρυ του Ωθράγκος, και μπροστά από τη βιβλιοθήκη ήταν ένα γραφείο. Στη γωνία του χώρου υπήρχε ένα αναμμένο τζάκι, και κοντά του, σε μια καρέκλα, καθόταν ένας γηραιός άντρας, καπνίζοντας αρωματικό καπνό.

Ο Φένταρ στάθηκε στο κατώφλι, παραξενεμένος. Σίγουρα, κάτι κρυβόταν εδώ· απλά, δεν μπορούσε αμέσως να το διακρίνει.

«Έχεις κανένα προαίσθημα;» ρώτησε τη Χρυσοδάκτυλη.

«Όχι.»

Ο άντρας που καθόταν κοντά στο τζάκι έβγαλε την πίπα του από το στόμα κι επιχείρησε να μιλήσει. Δεν τα κατάφερε, όμως· άρχισε να βήχει, σπασμωδικά.

Ο Φένταρ έκανε δυο βήματα μέσα στο δωμάτιο, κοιτάζοντας τριγύρω, με επιφύλαξη.

Η Χρυσοδάκτυλη τον ακολούθησε. Κι εκείνη ήταν παραξενεμένη από όλο τούτο το σκηνικό, μα το Προαίσθημα δεν την ειδοποιούσε για κανέναν κίνδυνο· και αισθανόταν βέβαιη πως, αν επρόκειτο για ενέδρα, ο εχθρός δε θα καθυστερούσε τόσο να επιτεθεί. Επομένως, τι συνέβαινε εδώ; Μήπως ο γέρος με την πίπα ήταν «ο τρελός του παλατιού»;

Ο άντρας σταμάτησε να βήχει και καθάρισε το λαιμό του. «Καλησπέρα σας,» είπε. «Σκοτώστε με· μην το καθυστερείτε. Έχω πλέον συνηθίσει τον θάνατο. Τον περιμένω, σύντομα, να με επισκεφτεί· τον βλέπω παντού γύρω μου. Είμαστε, κατά κάποιο τρόπο, φίλοι. Φίλοι εξ ανάγκης.»

Ναι, σκέφτηκε η Χρυσοδάκτυλη, πρέπει, όντως, νάναι ο τρελός του παλατιού…

«Ποιος είσαι;» ρώτησε ο Φένταρ.

«Είναι αναγκαίο να μπούμε σε διαδικαστικά πράγματα; Ή αφήστε με να τελειώσω τον καπνό μου, ή σκοτώστε με τώρα.»

«Σε ρώτησα ποιος είσαι!» μούγκρισε ο Φένταρ.

Ο άντρας πήρε μια τζούρα από την πίπα του. Έβηξε. «Ποιος νομίζεις ότι είμαι;»

«Δεν έχω χρόνο για παιχνίδια, γέρο! Απάντησέ μου!» Ο Φένταρ τον πλησίασε.

«Εσύ ποιος είσαι, που έρχεσαι να με βγάλεις απ’το σπίτι μου;» αντέστρεψε το ερώτημα ο άντρας.

Ο Φένταρ είχε αρχίσει να εκνευρίζεται. Δεν μπορούσε να σκοτώσει αυτό τον άνθρωπο εν ψυχρώ –δεν ήταν δολοφόνος, σαν τη Χρυσοδάκτυλη–, αλλά, μα τον Άνκαραζ, μπορούσε να τον πλακώσει στο ξύλο, αν τον έφερνε στα όριά του!

«Μισθοφόρος είμαι. Αυτό είναι αρκετό.»

«Ω ναι,» μειδίασε ο άγνωστος. «Αυτό πάντα είναι αρκετό, Ωθράγκος…»

«Ποιος είσαι, λοιπόν;»

«Εγώ είμαι ο σύζυγος μιας νεκρής Βασίλισσας. Κι αυτό, συνήθως, δεν είναι αρκετό.»

Ο Φένταρ συνοφρυώθηκε. Νόμιζα ότι ήταν ανύπαντρη… «Η Βασίλισσα Καλβάρθα είναι ζωντανή. Αλλά δεν το ήξερα ότι είχε–»

Ο άντρας τον διέκοψε, γελώντας· μετά, έβηξε σπασμωδικά.

Ο Φένταρ δε μίλησε, περιμένοντάς τον. Τελικά, εκείνος είπε: «Ώστε η κόρη μου είναι ζωντανή. Αυτό με ευχαριστεί.»

«Η κόρη σου; Είσαι ο πατέρας της Βασίλισσας Καλβάρθα;»

Ο άντρας ένευσε.

«Γιατί δε μου το είπατε εξαρχής, Άρχοντά μου;» ρώτησε ο Φένταρ. «Με συγχωρείτε, αλλά δε γνωρίζω το όνομά σας.»

«Κάμρεβ.»

«Ονομάζομαι Φένταρ, Άρχοντά μου· και, δυστυχώς, πρέπει να σας πληροφορήσω ότι είστε πλέον αιχμάλωτος πολέμου.»

«Κατά κάποιο τρόπο, πάντοτε ήμουν αιχμάλωτος πολέμου, Φένταρ,» αποκρίθηκε ο Κάμρεβ. Και ρώτησε: «Δεν έχετε ακόμα κατακτήσει όλο το παλάτι;»

«Σχεδόν.»

«Μπορώ να μείνω εδώ, στα διαμερίσματά μου, αν δε σας ενοχλεί;»

«Υπό φρούρηση, φυσικά.»

«Φυσικά.»

«Έχετε υπόψη σας, Άρχοντά μου, πού βρίσκεται ο Αρχιστράτηγος Σάνλον;»

Ο Κάμρεβ κούνησε το κεφάλι. «Δεν έχω ιδέα. Και, μάλιστα, με παραξενεύει που δεν τον έχετε συναντήσει ακόμα. Μου φαινόταν αποφασισμένος να σας σκοτώσει ή να πεθάνει. Ειδικά τη Νίθρα Ρίνκιλ.»

*

«Τάκμιν!» αντήχησε η φωνή του Σάνλον μέσα στη βασιλική αίθουσα. «Βγες έξω, δειλό σκυλί! Πολέμησέ μας, ή παραδόσου!»

Η Νίθρα γύρισε, για να κρυφοκοιτάξει από την άκρια του θρόνου. Οι πολεμιστές του Αρχιστράτηγου φαινόταν να νικάνε τη συμπλοκή και να αμπαρώνουν τις πόρτες της αίθουσας, ώστε οι στρατιώτες του Έπαρχου να μη μπορούν να μπουν, για να τον βοηθήσουν.

Ο Τάκμιν δεν αποκρίθηκε στην πρόκληση του Σάνλον, και εκείνος έκανε νόημα στους πολεμιστές του. Η Νίθρα είδε τέσσερις βαλλιστροφόρους να έρχονται από τα δεξιά και τέσσερις από τ’αριστερά, ενώ έξι δορυφόροι ζύγωναν το θρόνο από μπροστά.

Μεγάλη Θεά, τι γίνεται τώρα; Φώτισέ με… Ξεροκατάπιε, προσπαθώντας να σκεφτεί ένα καλό σχέδιο, για να τους ξεπαστρέψει όλους: πράγμα που, ακόμα και με τα Χαρίσματά της, θα ήταν δύσκολο. Επιπλέον, ήξερε πως ο πρώτος τους στόχος θα ήταν εκείνη, όχι ο Τάκμιν.

Κανένα σχέδιο δεν της ερχόταν.

Χέσ’τα σχέδια!

«Σκοτώστε τους!» Κέλευσε τις βαλλίστρες των τεσσάρων βαλλιστροφόρων που έρχονταν απ’τα δεξιά. Τα τηλέμαχα όπλα ξέφυγαν απ’τα χέρια των στρατιωτών και στράφηκαν εναντίον τους, βάλλοντας. Εκείνοι κραύγασαν, καθώς τα βλήματα τούς διαπερνούσαν.

Και η Νίθρα αισθάνθηκε ένα άλλου είδους βλήμα να τη διαπερνά: το βλήμα του Κοσμικού Κελεύσματος· ένα βέλος το οποίο λόγχισε το νου και το κορμί της, που και τα δύο τώρα βρίσκονταν σε άθλια κατάσταση.

«Ρίξτε στην προδότρια μάγισσα πρώτα!» αντήχησε η φωνή του Σάνλον, καθώς οι άλλοι τέσσερις βαλλιστροφόροι έρχονταν από την αριστερή μεριά του θρόνου και οι δορυφόροι ανέβαιναν το βάθρο.

Ένας κρότος ακούστηκε από κάπου. Μια από τις αμπαρωμένες πόρτες πρέπει να είχε ανοίξει. Οι ιαχές μέσα στην αίθουσα δυνάμωσαν.

Οι βαλλιστροφόροι σημάδεψαν τη Νίθρα.

Ο Τάκμιν όρμησε καταπάνω τους, βρυχούμενος σαν τον Φένταρ –πράγμα το οποίο η Νίθρα δε θα περίμενε ποτέ να τον δει να κάνει. Ο Ωθράγκος ήταν, κατά κάποιο τρόπο, αγριάνθρωπος, αλλά ο Έπαρχος το ακριβώς αντίθετο.

Οι βαλλιστροφόροι, αποπροσανατολισμένοι από τον κίνδυνο που ερχόταν μαινόμενος προς το μέρος τους, έριξαν στον Τάκμιν. Οι τρεις απ’αυτούς, τουλάχιστον. Γιατί ο ένας έβαλε κατά της Νίθρα.

Το βέλος του έσχισε τον αέρα σαν ιπτάμενη οχιά και καρφώθηκε στον δεξή της ώμο. Εκείνη ούρλιαξε, κάνοντας το κεφάλι πίσω και πιάνοντας το τραύμα, με το αριστερό χέρι.

Η όρασή της είχε ξανά θολώσει από το σοκ, αλλά, αν μπορούσε να δει, θα έβλεπε τους άλλους τρεις βαλλιστροφόρους να χτυπούν τον Τάκμιν, βρίσκοντάς τον στα αριστερά πλευρά, στον δεξή μηρό, και στον αριστερό ώμο. Ο Έπαρχος παραπάτησε από τα βέλη που μπήχτηκαν στο σώμα του, μα δε σταμάτησε την έφοδό του. Εξακολουθώντας να κραυγάζει άναρθρα, ζύγωσε τον έναν βαλλιστροφόρο και τον αποκεφάλισε, με μια ημικυκλική σπαθιά. Μετά, τα πόδια του τον πρόδωσαν και γονάτισε, αιμόφυρτος.

Τότε ήταν που η Νίθρα τον κοίταξε πάλι και τον είδε έτοιμο να καταρρεύσει, ενώ το κορμί του καρατομημένου στρατιώτη σπαρταρούσε πλάι του.

«…Τάκμιν!» Πρόσταξε η Ομιλήτρια. «Μην πεθάνεις! Πολέμησέ τους!»

Και ο Έπαρχος, παρά τις απαισιόδοξες προσδοκίες της, σηκώθηκε και κάρφωσε τον έναν βαλλιστροφόρο στην κοιλιά. Οι δύο απομείναντες πέταξαν τα τηλέμαχά τους όπλα και τράβηξαν ξιφίδια.

«Παραδόσου!» φώναξε κάποιος –ένας από τους δορυφόρους, σίγουρα, γιατί η φωνή ερχόταν από πολύ κοντά.

Ο Τάκμιν τον αγνόησε, σπαθίζοντας τον επόμενο βαλλιστροφόρο στο στήθος και σωριάζοντάς τον. Ο τρίτος έτρεξε να φύγει, αλλά δεν μπορούσε τώρα να γλιτώσει από τη μάνητα του Έπαρχου· ο Τάκμιν τον σώριασε κι αυτόν, με μια σπαθιά στην πλάτη.

Η Νίθρα πιάστηκε απ’τον Θρόνο του Αετού, προσπαθώντας να σηκωθεί. Να σε πάρει ο Λύκος! σκέφτηκε. Μπορείς και Προστάζεις τους άλλους να μην πεθάνουν· γιατί δεν μπορείς να Προστάξεις και τον εαυτό σου να ορθωθεί; Τα πόδια της έτρεμαν· ήταν αδύνατον να την κρατήσουν. Ο έντονος πόνος στον δεξή της ώμο σχεδόν αχρήστευε το ένα της χέρι.

Έτριξε τα δόντια, παλεύοντας να τραβήξει το σώμα της επάνω, όμως δεν τα κατάφερε, και έπεσε.

Δε θέλω να πεθάνω έτσι…!

Οι δορυφόροι έρχονταν από δεξιά κι αριστερά.

Το σώμα της πονούσε· το μυαλό της φλεγόταν. Ίσως θα ήταν καλύτερα να κλείσει τα μάτια και να περιμένει το θάνατο…

–Όμως μπορεί να μην τη σκότωναν· μπορεί να την ακινητοποιούσαν και να της έκοβαν τη γλώσσα!

Η Νίθρα κοίταξε το Θρόνο του Αετού και, συγκεντρώνοντας όση αντοχή τής απέμενε, τον Κέλευσε: «Σπάσε και σκότωσέ τους!»

Ξαφνικές ρωγμές παρουσιάστηκαν επάνω στο πανάρχαιο κάθισμα, χωρίζοντάς το σε κομμάτια, τα οποία στράφηκαν κατά των πολεμιστών, χτυπώντας τους σαν θύελλα.

Η Νίθρα ήταν τώρα εξουθενωμένη· δεν μπορούσε να καταλάβει και πολύ καλά τι γινόταν γύρω της· άκουγε μόνο κραυγές, κλαγγή, και κρότους.

*

Μόλις τον ενημέρωσαν ότι κάτι άσχημο συνέβαινε στη βασιλική αίθουσα, ο Ρέλγκριν έτρεξε προς τα εκεί, παίρνοντας μαζί του όσους μαχητές συναντούσε στο διάβα του. Τι στο Λύκο είχε πάει στραβά; αναρωτιόταν, καθώς έσπευδε στον προορισμό του. Πώς ήταν δυνατόν κάποιοι να είχαν επιτεθεί στον Έπαρχο; Παντού υπήρχαν φρουροί!

Όταν έφτασε έξω απ’την αίθουσα του θρόνου, βρήκε την πόρτα αμπαρωμένη και καταράστηκε, μεγαλόφωνα. «Ρίξτε την!» πρόσταξε τους στρατιώτες του, γιατί, από μέσα, μπορούσε ν’ακούσει ιαχές μάχης.

«Τι κάνετε εκεί;» φώναξε, όταν τους είδε να τη χτυπάνε με τους ώμους. «Φέρτε ένα κριάρι!»

«Το έχουμε αφήσει πίσω, Στρατάρχη.»

«Ο Λύκος να σας πάρει!» Κοίταξε τριγύρω, ψάχνοντας για κάτι χρήσιμο. Και είδε το άγαλμα της Θεάς-Προστάτιδας. «Αυτό εκεί!»

«Μα… μα, Στρατάρχη, αυτό είναι το–»

«Ξέρω τι είναι, ηλίθιε! Πάρτε το, λέω, και κοπανήστε την καταραμένη πόρτα!»

Οι πολεμιστές το σήκωσαν οριζόντια ανάμεσά τους, και ξεκίνησαν. Το κεφάλι του αγάλματος έσπασε στο δεύτερο χτύπημα, και η αμπαρωμένη θύρα άνοιξε διάπλατα στο έκτο.

Ο Ρέλγκριν και οι στρατιώτες του εφόρμησαν στην αίθουσα που είχε μετατραπεί σε πεδίο μάχης.

Ύστερα από λίγο, ο Θρόνος του Αετού κομματιάστηκε, έγινε μια θύελλα πέτρινων θραυσμάτων, σαν η Λιάμνερ Κρωθ να ήθελε έτσι να δείξει την οργή της επειδή ο Στρατάρχης είχε κακομεταχειριστεί το άγαλμά της…

*

Τα κομμάτια του θρόνου σωριάστηκαν γύρω απ’τη Νίθρα. Είχαν τελειώσει τη δουλειά τους· οι δορυφόροι στρατιώτες ήταν νεκροί, από συνθλιπτικά χτυπήματα στο κεφάλι και στο στήθος. Οι αρματωσιές και τα κράνη τους είχαν παραμορφωθεί.

Η Νίθρα ανασηκώθηκε, λαχανιασμένη· εξουθενωμένη.

Και άκουσε μποτοφορεμένα πόδια να την πλησιάζουν από πίσω. Έστρεψε το κεφάλι και, πάνω απ’τον ώμο της, είδε τον Σάνλον να ορθώνεται.

«Προδοτική, βέβηλη σκύλα…» είπε ο Αρχιστράτηγος του Νούφρεκ.

Η Νίθρα σύρθηκε προς τα κάτω, κουτρουβαλώντας στα σκαλοπάτια του βάθρου, προσπαθώντας να του ξεφύγει, γιατί δε νόμιζε ότι είχε τη δύναμη να επικαλεστεί ούτε την Προσταγή ετούτη την ώρα, πόσο μάλλον το Κοσμικό Κέλευσμα.

Ο Σάνλον την ακολούθησε, κατεβαίνοντας κι εκείνος τα σκαλοπάτια, με αργά βήματα. «Όχι· τώρα δεν πρόκειται να γλιτώσεις από αυτό που σου αναλογεί.»

Η Νίθρα γύρισε ανάσκελα, τρίζοντας τα δόντια από τον πόνο που της προκαλούσαν τα δύο βέλη μέσα της. Άνοιξε το στόμα, κάνοντας να μιλήσει, αλλά ο Σάνλον την κλότσησε στα πλευρά, σταματώντας την.

«Τέρμα τα κόλπα σου, μάγισσα!» είπε.

Το παράθυρο πλάι του έσπασε, και ένα ζευγάρι μπότες τον κλότσησε στο κεφάλι, στέλνοντάς τον πίσω και κάτω.

Η Χρυσοδάκτυλη πήδησε στην αίθουσα του θρόνου, ξεθηκαρώνοντας δύο στιλέτα.

«Αρχιστράτηγε Σάνλον…» είπε, καθώς τον κοίταζε να ορθώνεται. Ήταν μεγάλος σε ηλικία, παρατηρούσε· σίγουρα, τόσο μεγάλος όσο κι ο Κάμρεβ, ή ίσως ακόμα μεγαλύτερος· όμως βαστιόταν πολύ καλά. Η Μιρλίμια τρόμαζε στη σκέψη τού πώς θα ήταν νέος. Δε θα την εξέπληττε αν ο άντρας αυτός έπνιγε λιοντάρια με τα ίδια του τα χέρια, τότε…

Το ατσάλινο βλέμμα του Σάνλον φλογίστηκε, και ο Αρχιστράτηγος επιτέθηκε στη Χρυσοδάκτυλη, κατεβάζοντας το ξίφος του απ’τα δεξιά προς τ’αριστερά. Η σπαθιά ήταν εξαιρετικά καλοζυγιασμένη· της άφηνε το λιγότερο δυνατό περιθώριο ν’αποφύγει τη λεπίδα. Η Μιρλίμια φόνισσα, όμως, είχε προδεί το χτύπημα, και βρισκόταν ήδη λίγο πιο πίσω. Η αιχμή του όπλου έξυσε το σαγόνι της, αλλά τίποτα περισσότερο.

Η δική μου σειρά τώρα, Ρουζβάνε! Τον ζύγωσε απότομα και επιχείρησε να τον καρφώσει στο λαιμό. Ο Σάνλον ύψωσε την ασπίδα του και την έσπρωξε πίσω.

Δεν ήμουν αρκετά γρήγορη…

Ο Αρχιστράτηγος έκανε μερικά βήματα, ατενίζοντάς την επιφυλακτικά· μετά, σπάθισε πάλι. Η Χρυσοδάκτυλη έσκυψε κάτω απ’τη λεπίδα και, συγχρόνως, ανέβασε το ένα απ’τα στιλέτα της. Η λεπίδα πέτυχε τον αντίπαλό της στη δεξιά μασχάλη και μπήχτηκε βαθιά. Ο Σάνλον μούγκρισε, παραπατώντας, και η Μιρλίμια τράβηξε τ’όπλο της πίσω και τον έσπρωξε, με τον ώμο, σωριάζοντάς τον. Το σπαθί έφυγε απ’το χέρι του και κουδούνισε στο δάπεδο. Ο Αρχιστράτηγος προσπάθησε να ξεθηκαρώσει ένα ξιφίδιο απ’τη ζώνη του· η Χρυσοδάκτυλη, όμως, του κλότσησε το χέρι, αποτρέποντάς τον. Ύστερα, πάτησε στο στέρνο του, με το ένα πόδι.

«Ααααχχχ…» έκανε ο Σάνλον. «Είσαι καλή στη δουλειά σου, Μιρλίμια… αλλά νόμιζα ότι θα σκότωνες γρηγορότερα. Αυτό δεν κάνουν οι δολοφόνοι;… Δε σκοτώνουν γρήγορα;…»

Με κομμένη την αρτηρία κάτω απ’τη δεξιά του μασχάλη, ο Αρχιστράτηγος δε θα αργούσε να πεθάνει, αλλά η Χρυσοδάκτυλη αποφάσισε να ανταποκριθεί στο αίτημά του. Ήταν ένας άξιος αντίπαλος, εξάλλου.

Σκύβοντας απότομα, έμπηξε το στιλέτο της κάτω απ’το σαγόνι του.


Κεφάλαιο 26
Η Ρωγμή

 

Η πόρτα χτύπησε.

«Άνγκεδβαρ; Είσαι μέσα;»

«Ναι.»

Η Ηλφίρα μπήκε. Δεν ήταν ντυμένη με την πανοπλία της, αλλά με μαύρη τουνίκα και λαδί παντελόνι, πράγμα το οποίο σήμαινε ότι ήταν εκτός υπηρεσίας.

«Νόμιζα ότι ήσουν μόνος…» είπε.

Ο Άνγκεδβαρ καθόταν σ’ένα ξύλινο τραπέζι, μαζί με τον Άσιλθαρ, τον μικρό αδελφό του Βάνμιρ και του Ρόλμαρ, και έπαιζαν Κάστρα. Η Φανμάριν, η κόρη του Άρχοντα Άρδαν της Μπένριγκ –μια ξανθιά κοπέλα με καθαρά γαλανά μάτια, στην ηλικία του Άσιλθαρ και του Άνγκεδβαρ–, καθόταν και τους κοίταζε, βαστώντας ένα κομπολόι με μπλε χάντρες.

«Πρέπει να σου μιλήσω,» είπε η Ηλφίρα στο γιο της Κεντροφύλακος Φερνάλβιν. «Είναι πολύ σημαντικό, νομίζω.»

Ο Άνγκεδβαρ άφησε τα φύλλα του κλειστά επάνω στο τραπέζι και σηκώθηκε, ενώ ο Άσιλθαρ και η Φανμάριν κοίταζαν την πολεμίστρια με περιέργεια.

«Με συγχωρείτε που σας διακόπτω,» είπε εκείνη.

«Δεν πειράζει,» αποκρίθηκε ο Άσιλθαρ, ανασηκώνοντας τους ώμους.

Ο Άνγκεδβαρ και η Ηλφίρα πήγαν σε μια από τις γωνίες του δωματίου, και η δεύτερη είπε, ψιθυριστά: «Νομίζω ότι είδα την Πριγκίπισσα Νιρκένα.»

«Πού;» Ο Άνγκεδβαρ ήξερε τι είχε συμβεί με τη μητέρα της Μιάνης, και ήξερε ότι η ίδια η Μιάνη και ο Νόρβορ είχαν φάει τον κόσμο, για να τη βρουν. Του τα είχαν πει, χτες βράδυ. Ο Πρίγκιπας, μάλιστα, του είχε εκμυστηρευτεί τις υποψίες του, ότι ο Έπαρχος Κάβμαρ ήταν που είχε σκοτώσει τη θεία του. «Αλλά μην το πεις στη Μιάνη,» του είχε ζητήσει, έντονα, «γιατί δεν ξέρει τίποτα για τον πατέρα της. Η Νιρκένα δεν της είχε μιλήσει γι’αυτόν.»

Η Ηλφίρα απάντησε: «Την είδα σ’έναν διάδρομο του Πύργου της Γνώσης, όταν έφευγα από τη βραδινή μου βάρδια, την αυγή. Στην αρχή, την πέρασα για φάντασμα. Κατατρόμαξα, για να πω την αλήθεια. Ήταν τόσο χλομή, και τα μάτια της τόσο διασταλμένα…»

«Δεν την πλησίασες;»

Η Ηλφίρα ένευσε. «Την πλησίασα, αποκαλώντας την Υψηλοτάτη και λέγοντάς της ότι όλο το παλάτι την ψάχνει. Η Πριγκίπισσα, όμως, στράφηκε και έτρεξε μακριά μου. Εγώ την ακολούθησα, στρίβοντας σ’ένα διάδρομο, αλλά η Νιρκένα είχε χαθεί. Έχω μια υποψία για το πού πήγε, μα δεν είμαι βέβαιη…»

«Πες μου.» Ο Νόρβορ θα θέλει, σίγουρα, να το μάθει αυτό.

«Υπάρχει μια ρωγμή στον τοίχο σ’εκείνο το σημείο. Μια σχετικά στενή ρωγμή, αλλά νομίζω πως ένας άνθρωπος –όχι παχύς, βέβαια– θα μπορούσε να περάσει, αν ήταν πρόθυμος να τριφτεί λιγάκι πάνω στις πέτρες.»

«Σ’ευχαριστώ,» είπε ο Άνγκεδβαρ, και τη φίλησε, παίρνοντας το πρόσωπό της ανάμεσα στα χέρια του.

Ύστερα, κάθισε στην άκρη του κρεβατιού και άρχισε να φοράει τις μπότες του.

«Πού πηγαίνεις;» τον ρώτησε ο Άσιλθαρ.

«Προέκυψε κάτι.»

«Σημαντικό;»

«Σχετικά. Περιμένετε εδώ, ώσπου να επιστρέψω.»

Έχοντας φορέσει τις μπότες του, σηκώθηκε από το κρεβάτι και άνοιξε την πόρτα, για να βγουν εκείνος και η Ηλφίρα.

«Είσαι σίγουρη ότι ήταν η Πριγκίπισσα Νιρκένα και όχι κάποια άλλη;» ρώτησε ο Άνγκεδβαρ, καθώς βάδιζαν.

«Ναι. Την έχω δει πολλές φορές· την ξέρω. Πού πηγαίνουμε, όμως;»

«Στον Βασιλικό Πύργο. Στα διαμερίσματα του Νόρβορ. Έχεις μιλήσει σε κανέναν άλλο για το περιστατικό;»

«Όχι· είσαι ο πρώτος που το μαθαίνει.»

*

Ο Νόρβορ έμεινε σιωπηλός, για μερικές στιγμές, έχοντας το σαγόνι ακουμπισμένο στα δάχτυλά του και κοιτάζοντας τις φλόγες του τζακιού. Ύστερα, έστρεψε το βλέμμα του πάλι στην Ηλφίρα και ρώτησε: «Μπορείς να μας οδηγήσεις εκεί;»

«Ασφαλώς, Πρίγκιπά μου,» αποκρίθηκε η πολεμίστρια.

«Άνγκεδβαρ,» –τώρα, ο Νόρβορ κοίταξε τον ξάδελφό του– «τι λες; Να μιλήσω στη Μιάνη; Να της ζητήσω νάρθει κι εκείνη μαζί μας;»

Ο Άνγκεδβαρ αισθανόταν αμήχανα ν’απαντήσει. Εξάλλου, ο Νόρβορ ήταν μεγαλύτερος απ’αυτόν κατά πέντε χρόνια, και ήξερε και τη Μιάνη καλύτερα…

Ο Πρίγκιπας αναστέναξε και σηκώθηκε απ’την καρέκλα του. «Θα της το πω,» δήλωσε, παρατηρώντας την αναποφασιστικότητα του ξαδέλφου του. «Έχει δικαίωμα να μάθει.»

«…Ναι,» συμφώνησε ο Άνγκεδβαρ.

«Ελάτε μαζί μου,» είπε ο Νόρβορ, πηγαίνοντας προς την έξοδο των διαμερισμάτων του. Ο ξάδελφός του και η πολεμίστρια τον ακολούθησαν· εκείνος άνοιξε την πόρτα και βγήκαν στους διαδρόμους του Βασιλικού Πύργου.

Πίσω τους, ένας φρουρός τούς κοιτούσε έντονα, αλλά κανείς δεν τον πρόσεξε…

Ο Νόρβορ δεν άργησε να οδηγήσει τους άλλους δύο στα διαμερίσματα της Μιάνης, όπου και χτύπησε την πόρτα, φωνάζοντας τ’όνομά της. Η ξύλινη θύρα άνοιξε και η κόρη της Πριγκίπισσας Νιρκένα παρουσιάστηκε, ντυμένη με μια μενεξεδιά ρόμπα. Τα μακριά, μαύρα της μαλλιά ήταν αχτένιστα, και η όψη της χλομή και… ταλαιπωρημένη, θα μπορούσε να πει ο Νόρβορ.

«Με συγχωρείς, Μιάνη. Σε ξύπνησα;»

«Όχι,» αποκρίθηκε εκείνη. «Δεν μπορούσα να κοιμηθώ, ούτως ή άλλως. Περάστε.» Του έστρεψε την πλάτη, βαδίζοντας μέσα στο δωμάτιο και κάνοντάς του χώρο, για να μπει.

Όλο το βράδυ, η Μιάνη έβλεπε εφιάλτες. Ή, μάλλον, όχι ακριβώς εφιάλτες. Είχε εκείνες τις αλλόκοτες ιδέες που την έπιαναν πέντε μ’οχτώ φορές το μήνα, όπως ότι κάποιος της ψιθυρίζει μέσα στο σκοτάδι, ότι ένα άγνωστο πρόσωπο την κρυφοκοιτάζει από τις άκριες του παραθύρου, ότι κάποιος την κυνηγά. Ψευδαισθήσεις· φανταστικές εντυπώσεις που την τρομοκρατούσαν, που δεν την άφηναν να κοιμηθεί νύχτες ολόκληρες. Κατά καιρούς, είχε συμβουλευτεί ειδικούς, προσπαθώντας να βρει μια λύση, αλλά τίποτα δε φαινόταν να τη βοηθά. Ό,τι βοτάνια κι αν της έδιναν, ό,τι ροφήματα κι αν έπινε πριν τον ύπνο, ό,τι ξόρκια ή προσευχές κι αν έλεγε, οι εφιαλτικές ιδέες πάντοτε επέστρεφαν, διόλου ελαττωμένες. Μάλιστα, κάποιες φορές, τα βοτάνια και τα άλλα διάφορα που της συνιστούσαν οι ειδικοί τής προκαλούσαν περισσότερο κακό παρά καλό: ενέτειναν τις διαβολικές παραισθήσεις.

Ετούτη τη συγκεκριμένη νύχτα, η Μιάνη είχε την εντύπωση πως κάποιος έξυνε τους τοίχους και τα πατώματα του παλατιού, βρισκόμενος πίσω ή από κάτω τους. Τα νεύρα της ήταν τσιτωμένα.

Ο Νόρβορ έκλεισε την πόρτα. «Η Ηλφίρα είδε κάτι αξιοσημείωτο χτες βράδυ…»

Η Μιάνη στράφηκε, αργά. Δεν ήξερε ποια ήταν η Ηλφίρα, αλλά υπέθετε ότι ο ξάδελφός της αναφερόταν στη γυναίκα που στεκόταν ανάμεσα σ’αυτόν και τον Άνγκεδβαρ.

«…Τη μητέρα μου;» Δεν ήταν δύσκολο να το μαντέψει. Για τι άλλο θα ερχόταν ο Νόρβορ στα διαμερίσματά της, πρωί-πρωί;

Ο Πρίγκιπας ένευσε, επιβεβαιώνοντας την υποψία της.

«Πού;» ρώτησε αμέσως η Μιάνη, εστιάζοντας το βλέμμα της στη γυναίκα.

Εκείνη έκανε μια σύντομη υπόκλιση. «Αρχόντισσά μου… Είδα την Πριγκίπισσα Νιρκένα χτες βράδυ, καθώς τελείωνα τη βάρδια μου. Όταν της μίλησα, απομακρύνθηκε από εμένα και δεν την πρόλαβα. Την έχασα από τα μάτια μου, όμως νομίζω ότι μπήκε σε μια ρωγμή ενός τοίχου.»

Σε μια ρωγμή ενός τοίχου;… Οι εφιαλτικές παραισθήσεις της Μιάνης επέστρεψαν, βίαια, στο μυαλό της. Κάτι έξυνε πάλι τους τοίχους, προσπαθώντας μανιωδώς να τους διαφθείρει. Το σώμα της άρχισε να τρέμει, και δεν μπορούσε να το σταματήσει. Τύλιξε τα χέρια γύρω της και κάθισε, μονοκόμματα, στον καναπέ.

Ο Νόρβορ πλησίασε και πήρε θέση κοντά της, αγγίζοντας τον ώμο της. «Είσαι καλά;»

Η Μιάνη ξεροκατάπιε. «Ναι,» είπε, αλλά τα δόντια της χτυπούσαν. «Ναι…»

«Έχεις πιει κάτι;» ρώτησε ο Άνγκεδβαρ, γονατίζοντας στο ένα γόνατο εμπρός της. «Να σου φέρουμε κάτι να πιεις;»

«Ναι, φέρτε της,» είπε ο Νόρβορ. «Ζήτα από έναν υπηρέτη να της φέρει μια κούπα γάλα.»

«Θα το ζητήσω εγώ, Πρίγκιπά μου,» προθυμοποιήθηκε η Ηλφίρα.

Ο Νόρβορ κατένευσε, και η πολεμίστρια βγήκε απ’τα διαμερίσματα.

«Μιάνη, τι έπαθες;» ρώτησε ο Πρίγκιπας.

«Τίποτα,» αποκρίθηκε εκείνη, καθώς τα ξυσίματα στους τοίχους, που μονάχα αυτή άκουγε, είχαν αρχίσει να παύουν, σα να χάνονταν μέσα στα πυκνά σκοτάδια κάποιας ατέρμονης αβύσσου. «Τίποτα. Δεν κοιμήθηκα καλά…»

«Λογικό είναι,» είπε ο Νόρβορ. «Σε καταλαβαίνω.» Κι εκείνος είχε αισθανθεί πολύ άσχημα, όταν έχασε τον πατέρα του. Ακόμα αισθανόταν άσχημα· και δεν πίστευε ότι ποτέ θα έπαυε. Τον έβλεπε, συχνά, στα όνειρά του, να αιμορραγεί και να του λέει: Να προσέχεις τη Λιόλα… Να της πεις να μιλήσει με τη θεία Νιρκένα… Ω Νόρβορ, έπρεπε να σας είχα πει περισσότερα… Δεν είναι ετούτη η σωστή ώρα να πεθάνω· δεν είναι η ώρα να σας εγκαταλείψω… Όχι τώρα… «Σε καταλαβαίνω απόλυτα, Μιάνη. Ξάπλωσε· ξάπλωσε, να ξεκουραστείς.»

Εκείνη κούνησε το κεφάλι. «Όχι, δε θέλω να ξαπλώσω.» Ακούμπησε τα χέρια της στα γόνατά της. «Είμαι καλύτερα τώρα· πολύ καλύτερα. Δεν ήταν τίποτα· μονάχα ζαλίστηκα λίγο. Πείτε μου τι βρήκε η Ηλφίρα.»

«Δεν υπάρχει κάτι περισσότερο, για να σου πούμε,» εξήγησε ο Άνγκεδβαρ. «Θα πάμε τώρα στη ρωγμή, ώστε να ερευνήσουμε.»

«Θα έρθω μαζί σας,» δήλωσε η Μιάνη.

«Το φοβόμουν ότι θα τόλεγες αυτό…» αναστέναξε ο Νόρβορ, με προβληματισμένη όψη στο πρόσωπό του.

«Δεν έχω τίποτα· μην ανησυχείς,» τον διαβεβαίωσε η Μιάνη, καθώς σηκωνόταν από τον καναπέ. «Μπορώ να έρθω. Αλλ’ακόμα κι αν δεν μπορούσα, πάλι θα ερχόμουν.»

Ο Νόρβορ ένευσε, καθώς κι εκείνος σηκωνόταν. Ναι, σκέφτηκε, το ξέρω…

Η Μιάνη πήγε στην κρεβατοκάμαρά της, για να ετοιμαστεί, ενώ τα δύο ξαδέλφια της περίμεναν στο καθιστικό.

Η Ηλφίρα επέστρεψε. «Τους είπα να φέρουν το γάλα… Πού είναι η Αρχόντισσα;»

«Πήγε να ντυθεί,» αποκρίθηκε ο Νόρβορ. «Και, μάλλον, δε θα θέλει να πιει τίποτα.»

Ο Άνγκεδβαρ ένευσε, σιωπηλά.

Ο Νόρβορ συνοφρυώθηκε, ύστερα από λίγο, και είπε: «Ηλφίρα, εκτός από σένα, δεν είδε κανένας άλλος την Πριγκίπισσα Νιρκένα, σωστά;»

Εκείνη κούνησε το κεφάλι. «Όχι, Υψηλότατε, δε νομίζω.»

«Δηλαδή, θα μπορούσε κάποιος να την είδε.»

Η Ηλφίρα ανασήκωσε τους ώμους. «Ναι, ίσως. Αλλά δεν το πιστεύω.»

Ο Άνγκεδβαρ στράφηκε στον Νόρβορ και του ψιθύρισε: «Φοβάσαι για τον Έπαρχο–;»

«Ναι.»

Η πόρτα της κρεβατοκάμαρας άνοιξε και η Μιάνη βγήκε, ντυμένη με πουκάμισο, παντελόνι, γιλέκο, και μπότες. Στη ζώνη της ήταν περασμένο ένα ξίφος.

Λες να χρειαστούμε όπλα; αναρωτήθηκε ο Νόρβορ, συνειδητοποιώντας ότι επάνω του δεν έφερε ούτε ένα ξιφίδιο. Έριξε ένα βλέμμα στην Ηλφίρα και τον Άνγκεδβαρ και είδε πως ούτε εκείνοι κουβαλούσαν όπλα. Αυτό τον ανησύχησε, αρχικά· όμως, ύστερα, σκέφτηκε: Αποκλείεται να παρουσιαστεί κίνδυνος μέσα στο παλάτι· ή, τουλάχιστον, κίνδυνος τον οποίο πρέπει να αντιμετωπίσουμε με τα σπαθιά.

Η πόρτα χτύπησε, καθώς η Μιάνη ήταν έτοιμη να πει κάτι.

«Το γάλα σας, Αρχόντισσά μου,» ακούστηκε μια γυναικεία φωνή.

«Πέρασε, Κυδαίρα.»

Η πόρτα άνοιξε και η προσωπική υπηρέτρια της Μιάνης μπήκε. «Πώς είστε σήμερα, Αρχόντισσά μου;» ρώτησε, βλέποντάς τη ντυμένη. «Καλύτερα;»

Το βράδυ, η Μιάνη την είχε φωνάξει, για να της φτιάξει ένα χαμομήλι· μετά, την είχε διώξει, λέγοντας πως ήθελε να μείνει μόνη. Δεν μπορούσε να την κοιτάζει η υπηρέτρια, όσο εκείνα τα δαιμονικά ξυσίματα στους τοίχους αντηχούσαν μες στο νου της.

«Ναι,» αποκρίθηκε τώρα η Μιάνη. «Θα πάω να εξασκηθώ λιγάκι.» Πήρε την κούπα με το ζεστό γάλα στο δεξί χέρι. «Σ’ευχαριστώ, Κυδαίρα.»

«Θα επιθυμούσατε κάτι άλλο;»

«Όχι.»

Η Κυδαίρα έκανε μια σύντομη υπόκλιση προς τη Μιάνη και προς τον Νόρβορ, και έφυγε.

«Θα πας ‘να εξασκηθείς’;» είπε ο Πρίγκιπας, υψώνοντας ένα φρύδι.

Η Μιάνη φύσηξε το γάλα της και ήπιε μια μικρή γουλιά. «Θα προτιμούσες να έλεγα την αλήθεια;»

«Θα προτιμούσα να μείνεις εδώ και να κοιμηθείς, αλλά το ξέρω ότι είναι εκτός συζήτησης· οπότε, ας ξεκινήσουμε.»

Η Μιάνη ένευσε και άφησε την κούπα στο τραπέζι.

Ο Άνγκεδβαρ άνοιξε, και βγήκαν απ’τα διαμερίσματά της. Ακολουθώντας την Ηλφίρα, διέσχισαν μια τοξωτή, πέτρινη γέφυρα και έφτασαν στον Πύργο της Γνώσης, το μέρος όπου βρίσκονταν όλες οι βιβλιοθήκες του παλατιού. Εδώ, μπορούσε κανείς να βρει χιλιάδες βιβλία: βιβλία με παραμύθια, μύθους, και αληθινές διηγήσεις· βιβλία νομικά, γεωγραφικά, και ιστορικά· φυτολόγια, ζωολόγια, και άλλα. Πολλά απ’αυτά, μάλιστα, υπήρχαν δύο και τρεις φορές. Ωστόσο, όταν κανείς ήθελε να βρει κάποιο πιο… παράξενο βιβλίο, ποτέ δεν ανέτρεχε στον Πύργο της Γνώσης· ή, τουλάχιστον, έτσι ήξερε ο Νόρβορ από την αδελφή του, Λιόλα, η οποία, τον τελευταίο καιρό –δηλαδή, ύστερα από την άρνησή της να παντρευτεί τον γιο της Σαρενθάλιας εμπόρισσας Ταράθελ–, ασχολείτο με μυστικιστικά θέματα και πάντοτε αναζητούσε σπάνια συγγράμματα.

Η Λιόλα… σκέφτηκε, καθώς ανέβαιναν τις σκάλες του πύργου. Ακόμα να έρθει. Και όταν τελικά έρθει, θα διαπιστώσει πως όλα έχουν αλλάξει εδώ. Αν έρθει… Όχι, πρέπει να έρθει! Δεν μπορεί να έπαθε κάτι και αυτή! Βάνραλ, δεν μπορεί! Ο Νόρβορ δεν άντεχε άλλους θανάτους και καταστροφές.

Η Ηλφίρα σταμάτησε. «Σ’αυτό το διάδρομο βάδιζα,» είπε, «και εκεί είδα την Πριγκίπισσα.» Έδειξε. «Την πλησίασα, κι εκείνη έστριψε αριστερά.» Προχώρησε πάλι, και οι υπόλοιποι την ακολούθησαν. «Σ’αυτό το πέρασμα. Να, εκεί πέρα είναι η ρωγμή.»

Ο διάδρομος εδώ ήταν καλά φωτισμένος, καθώς είχε ένα αρκετά μεγάλο παράθυρο απ’το οποίο έμπαινε το φως της ημέρας. Ο Νόρβορ, η Μιάνη, και ο Άνγκεδβαρ δε δυσκολεύτηκαν να δουν τη ρωγμή στον τοίχο. Όπως τους είχε πει η Ηλφίρα, ήταν μεγάλη· θα μπορούσε να χωρέσει ένας άνθρωπος, αν τριβόταν επάνω στις πέτρες.

Ο Πρίγκιπας ζύγωσε και κοίταξε μέσα, για να δει μονάχα σκοτάδι. «Θα χρειαστώ ένα κερί,» είπε.

«Δεν είναι δύσκολο να βρούμε ένα, Υψηλότατε,» αποκρίθηκε η Ηλφίρα. Άνοιξε μια πόρτα και μπήκε σ’ένα δωμάτιο με βιβλιοθήκες. Εκεί, επάνω σ’ένα γραφείο, υπήρχε ένα κηροπήγιο με τρία κεριά. Η πολεμίστρια τα άναψε και τα πήγε στους υπόλοιπους.

Ο Νόρβορ πήρε ένα από τα κεριά και μπήκε, με το πλάι, στη ρωγμή, τρίβοντας τη ράχη του πάνω στις πέτρες. Εμπρός του, έβλεπε πως ανοιγόταν μια σήραγγα, η οποία ήταν τόσο στενή που θα μπορούσε, κάλλιστα, να είχε δημιουργηθεί από κάποιον παλιό σεισμό· ή ίσως να επρόκειτο για μια σκαμμένη σήραγγα που είχε στενέψει από έναν σεισμό…

Ο Νόρβορ αναρωτήθηκε τι θα γινόταν, σε περίπτωση που σφήνωνε κάπου εδώ μέσα και δεν μπορούσε να επιστρέψει. Θα παγιδευόταν σαν έντομο, και οι πέτρες θα τον έλιωναν… Έδιωξε τούτη τη σκέψη απ’το νου του. Οι πέτρες δε θα σε λιώσουν· δεν είναι ζωντανές. Πρόσεχε μόνο που βαδίζεις.

Τα βήματά του έγιναν αργά, καθώς προχωρούσε ολοένα και πιο βαθιά μέσα στη σήραγγα.

Πίσω του, άκουσε κάποιον να έρχεται. «Ποιος;» ρώτησε.

«Εγώ,» αποκρίθηκε η Μιάνη, σερνόμενη κι εκείνη πάνω στις πέτρες και ζυγώνοντάς τον.

«Το ξέρεις ότι μπορεί να μπαίνουμε άδικα εδώ;»

«Το ξέρω, αλλά δεν έχω τίποτα καλύτερο να κάνω.»

«Όπως αγαπάς.»

Ο Νόρβορ συνέχισε να τρίβεται πάνω στις πέτρες. Το πουκάμισό του πρέπει να είχε γίνει χάλια· ίσως και να είχε σκιστεί σ’ορισμένα σημεία. Η δε πλάτη του ήταν βέβαιος πως είχε γδαρθεί. Τώρα, όμως, άρχιζε να βλέπει πως, μάλλον, όλα τούτα άξιζαν τον κόπο· γιατί το φως του κεριού του αποκάλυπτε έναν χώρο στο τέλος της σήραγγας. Ένα δωμάτιο;

Ο Νόρβορ επιτάχυνε το βήμα του και δεν άργησε να απελευθερωθεί από τις πέτρες που τον περιτριγύριζαν. Ύψωσε το κερί, που έσταζε καυτό στο χέρι του, και κοίταξε τριγύρω. Βρισκόταν, όντως, σ’ένα δωμάτιο, πολύ μικρό, βέβαια, αλλά, ύστερα από τη στενή σήραγγα, του έμοιαζε τόσο αχανές όσο η Αίθουσα του Ουρανολίθινου Θρόνου.

Η Μιάνη ήρθε και στάθηκε πλάι του, και ο χώρος στένεψε στιγμιαία. Οι ώμοι τους ακουμπούσαν, καθώς οι δυο τους μαζί έπιαναν όλο το φάρδος του δωματίου.

«Τι μέρος είναι τούτο;» αναρωτήθηκε εκείνη.

«Το Παλάτι των Δεκαεννέα Πύργων κρύβει πολλά μυστικά,» είπε ο Νόρβορ, ενώ έβλεπε πως ένα μέτρο μπροστά τους υπήρχε ένα άλλο άνοιγμα: τίποτα περισσότερο από μια τρύπα.

Ο Πρίγκιπας ζύγωσε και κοίταξε μέσα, για να δει μια σκάλα να κατεβαίνει, λαξεμένη στο βράχο.

Η Μιάνη κοίταξε πάνω απ’τον ώμο του, και έμειναν κι οι δύο αμίλητοι για μερικές στιγμές. Απορημένοι.

Στο τέλος της σκάλας, φαινόταν φως από κερί. Εκεί κάτω, υπήρχε ένα δωμάτιο, και ένα γραφείο.

«Είστε καλά;» ακούστηκε η φωνή του Άνγκεδβαρ από πίσω. «Θέλετε να έρθουμε;»

«Όχι!» του φώναξε ο Νόρβορ. «Καλά είμαστε. Μείνετε εκεί πού βρίσκεστε. Το μέρος είναι, πραγματικά, στενό εδώ πέρα!»

«Κατεβαίνουμε;» τον ρώτησε η Μιάνη.

Εκείνος ένευσε. «Ναι.» Πέρασε μέσα απ’την τρύπα και πάτησε στο πρώτο σκαλοπάτι της πέτρινης σκάλας, παρατηρώντας πως υπήρχε σιδερένια χειρολαβή στο πλάι, για να διευκολύνει την κάθοδο. Τελικά, αποκλείεται να ήταν φυσικά δημιουργήματα όλα τούτα. Κάποιος, κάποτε, τα είχε φτιάξει σκόπιμα.

Η Μιάνη ακολούθησε τον ξάδελφό της.

Η σκάλα ήταν γλιστερή και εκεί όπου πατούσαν και εκεί απ’όπου κρατιόνταν, όμως κανένας απ’τους δύο τους δεν έχασε την ισορροπία του, και κατέβηκαν, ομαλά, σ’ένα δωμάτιο μεγαλύτερο από το προηγούμενο. Στο κέντρο του υπήρχε ένα γραφείο, κι επάνω στο γραφείο ένα κερί έκαιγε, κοντεύοντας σχεδόν να λιώσει μέσα στο κοντό του κηροπήγιο. Τριγύρω κυριαρχούσαν σκιές, ανάμεσα στις οποίες μισοκρύβονταν ράφια με μερικά βιβλία, μικρά όπλα, και ρούχα.

«Φύγετε!» σφύριξε μια φωνή μέσα απ’τα σκοτάδια, μόλις ο Νόρβορ έκανε ένα βήμα, για να φωτίσει μεγαλύτερο μέρος του δωματίου.

Η Μιάνη αναπήδησε τρομαγμένη, και ο Πρίγκιπας αισθάνθηκε την ανάσα του να κόβεται, προς στιγμή.

«Ποιος είσαι;» ρώτησε.

«Φύγετε!» επανέλαβε η φωνή.

«Μητέρα;» είπε η Μιάνη.

Ο Νόρβορ μπορούσε τώρα να δει μια ανθρώπινη φιγούρα να βρίσκεται ανάμεσα σε μια μικρή ντουλάπα και μια βιβλιοθήκη. Ήταν σκυμμένη, και στο δεξί της χέρι γυάλιζε μια λεπίδα που έμοιαζε με νυστέρι.

«Θεία Νιρκένα; Εγώ είμαι, ο Νόρβορ. Και η Μιάνη, η κόρη σου.»

«Σας παρακαλώ, φύγετε! Φύγετε!» Η φωνή ακουγόταν αλλοιωμένη, σαν η Πριγκίπισσα να πονούσε με την ομιλία.

Η Μιάνη την πλησίασε βιαστικά, και η Νιρκένα ούρλιαξε πάλι: «Φύγετε!» κι επιχείρησε να τη χτυπήσει με το νυστέρι. Η κόρη της απέφυγε τη λεπίδα, ευέλικτα, και άρπαξε τον καρπό της Πριγκίπισσας, στρίβοντάς τον.

«Όχι! Φύγετε! Φύγετε! Φύγετε!» φώναζε η Νιρκένα, καθώς πάλευε με τη Μιάνη. Η δεύτερη, όμως, ήταν σαφώς πιο καλά εκπαιδευμένη στον πόλεμο από την πρώτη, και σαφώς σε καλύτερη κατάσταση, παρά την άυπνη νύχτα που είχε περάσει· έτσι, αφόπλισε τη μητέρα της και την τράβηξε στο φως των κεριών, φέρνοντάς τη κοντά στο γραφείο.

«Όχι!» έσκουζε η Νιρκένα. «Γιατί μου το κάνετε αυτό; Φύγετε! Φύγετε!» Έκλαιγε, και έμοιαζε να πονάει, όχι από τη λαβή της Μιάνης, αλλά από κάποια εσωτερική αιτία. Τα μακριά, μαύρα της μαλλιά μισοκάλυπταν το πρόσωπό της, αλλά τα μάτια της φαίνονταν διασταλμένα, σαν να μην έβλεπε καλά και να προσπαθούσε, απελπισμένα, να διακρίνει.

*

Δύο υπηρέτες έστριψαν τη γωνία του διαδρόμου και ζύγωσαν τον Άνγκεδβαρ και την Ηλφίρα, οι οποίοι στράφηκαν, ξαφνιασμένοι. Από τη ρωγμή νόμιζαν ότι μπορούσαν ν’ακούσουν φωνές, και είχαν ανησυχήσει για τον Νόρβορ και τη Μιάνη· σκέφτονταν να μπουν κι εκείνοι, αλλά δεν το είχαν επιχειρήσει ακόμα.

«Μην κάνετε καμια ανοησία,» είπε ο ένας υπηρέτης, και τράβηξαν κι οι δύο βαλλίστρες χειρός μέσα από τα ρούχα τους. «Δε θα διστάσουμε να σας ρίξουμε.»

«Τι σημαίνει αυτό;» ρώτησε ο Άνγκεδβαρ, ξαφνιασμένος. «Ποιος σας έβαλε να–;»

«Βρίσκεστε υπό κράτηση, Άρχοντά μου,» τον διέκοψε ο υπηρέτης –ένας ξανθομάλλης άντρας με γκρίζα μάτια και φρεσκοξυρισμένο πρόσωπο. «Παρακαλώ, περάστε.» Έδειξε την πόρτα που η Ηλφίρα είχε αφήσει ανοιχτή. «Και εσείς και η κυρία.»

*

Η Νιρκένα ατένισε το πρόσωπο της κόρης της από κοντά. «Μου λέγατε αλήθεια… Με συγχωρείς, Μιάνη. Με συγχωρείς…» Την αγκάλιασε, κλαίγοντας. «Νόμιζα ότι ήταν δικοί του άνθρωποι…»

«Θεία, τι συμβαίνει;» ρώτησε ο Νόρβορ. «Γιατί κρύβεσαι εδώ κάτω; Γιατί δεν ήρθες σε μας;»

Η Νιρκένα άφησε την κόρη της και έκανε ένα βήμα όπισθεν, ξεροκαταπίνοντας. «Έπρεπε να κρυφτώ… Θα με βρίσκανε. Και… πονάω. Δε βλέπω…» Κάθισε σε μια παλιά, κοντή καρέκλα. «Δεν υπάρχουν χρώματα… κι όλα είναι θολά… Ένα σχέδιο· πρέπει να σχεδιάσω…»

Δεν είναι καθόλου καλά, μα τον Βάνραλ, σκέφτηκε ο Νόρβορ. Λέει ασυναρτησίες. «Σε είχαμε για νεκρή,» της είπε.

«Με ήθελε νεκρή, Μιάνη… αλλά, δεν ξέρω… Δεν πέθανα…»

Νομίζει ότι της μίλησε η Μιάνη! «Ποιος σε ήθελε νεκρή;»

Η Νιρκένα έπιασε το χέρι της κόρης της, κρατώντας το με τα δύο δικά της. «Έπρεπε να σ’το είχα πει, αλλά… Ήταν δύσκολο να σ’το πω…»

«Ποιο πράγμα, μητέρα;»

«Ο πατέρας σου… με δηλητηρίασε.»

Θεοί! σκέφτηκε η Μιάνη. Είναι δυνατόν; Μήπως η μητέρα παραληρεί; Μήπως δεν ξέρει τι λέει;

«Θεία, οι θεραπευτές δε βρήκαν δηλητήριο στο πτώμα σου,» τόνισε ο Νόρβορ. «Και νόμιζαν ότι ήσουν νεκρή.»

«Δεν ξέρω…» είπε η Νιρκένα. «Ξύπνησα πάνω σ’ένα κρεβάτι. Κατάλαβα ότι ήμουν στο θεραπευτήριο, ναι, το κατάλαβα… Με είχαν κλειδώσει. Πρέπει να με είχαν περάσει για νεκρή, Νόρβορ. Κι όταν ο Κάβμαρ μάθαινε ότι είχα ζήσει, θα με δηλητηρίαζε πάλι! Έπρεπε να φύγω, με καταλαβαίνεις;»

«Ναι, θεία, καταλαβαίνω.»

«Τι μέρος είναι αυτό που ήρθες;» τη ρώτησε η Μιάνη.

«Τα περάσματα ετούτα είναι πολύ παλιά,» εξήγησε η Νιρκένα. «Τα χρησιμοποιούσα κατά καιρούς. Έχω πράγματα εδώ, βλέπεις;»

«Ναι.»

«Είναι… κρησφύγετο, ας πούμε. Για περιπτώσεις ανάγκης. Όταν θέλεις να κρύψεις κάτι, ή να κρυφτείς για λίγο… ή να μιλήσεις ιδιαιτέρως. Ελάχιστοι ξέρουν… Ο Άργκελ μου ήξερε…»

«Πρέπει να έρθεις μαζί μας, θεία,» είπε ο Νόρβορ. «Πρέπει να δηλώσεις τι σου έκανε ο Έπαρχος Κάβμαρ. Θα τον συλλάβουν και θα τον εκτελέσουν.»

«Όχι!» διαφώνησε η Νιρκένα. «Δεν μπορώ… Όχι τώρα… Θέλω να είμαι σίγουρη… Έχω σχέδια να κάνω!… Εδώ είναι το κατάλληλο μέρος… Το κεφάλι μου πονάει. Σταματήστε να μιλάτε. Για λίγο. Σας παρακαλώ!…» Η Πριγκίπισσα έσκυψε, κρατώντας το κεφάλι της, με τα δύο χέρια.

Η Μιάνη κοίταξε τον Νόρβορ. Τα μάτια της ήταν δακρυσμένα. Εκείνος αναστέναξε, νιώθοντας κάτι να συνθλίβει το στήθος του.

«Πρέπει να την πάρουμε απο δώ,» του ψιθύρισε η ξαδέλφη του, πλησιάζοντας το πρόσωπό της στο δικό του. «Δεν ξέρω τι της συνέβη, αλλά, σίγουρα, έχει παραισθήσεις. Ο πατέρας δεν μπορεί να τη δηλητηρίασε.»

«Κι όμως,» είπε ο Νόρβορ, «είμαι βέβαιος ότι τη δηλητηρίασε. Μιάνη, υπάρχουν κάποια πράγματα που δε γνωρίζεις–»

Σταμάτησε να μιλά, γιατί είδε φως από το άνοιγμα στην κορυφή της σκάλας. Η Μιάνη ακολούθησε το βλέμμα του.

«Άνγκεδβαρ;» είπε.

«Ελάτε επάνω,» ακούστηκε μια άγνωστη αντρική φωνή, «και φέρτε μαζί σας την Πριγκίπισσα.»

Η Νιρκένα πετάχτηκε όρθια, ακουμπώντας τα χέρια της στο τραπέζι. «Όχι!…» υποτονθόρυσε. «Ήρθαν! Με βρήκε!»

«Ποιος είσαι;» φώναξε ο Νόρβορ στον άντρα στην κορυφή της πέτρινης σκάλας.

«Το όνομά μου δεν έχει σημασία–»

«Το δικό μου, όμως, έχει! Είμαι ο Πρίγκιπας Νόρβορ, και δεν μπορείς να με διατάζεις. Έλα εσύ κάτω, αν θέλεις.» Έπιασε ένα ξιφίδιο, που βρισκόταν σ’ένα ράφι κοντά του.

Ο άντρας ύψωσε το δεξί του χέρι. Κρατούσε μια μικρή βαλλίστρα.

«Πέτα το κερί!» είπε η Μιάνη στον Νόρβορ, ενώ άρπαζε τη μητέρα της και την τραβούσε κάτω, πίσω απ’το τραπέζι, για κάλυψη.

Ο Πρίγκιπας υπάκουσε, πέφτοντας κι εκείνος στο πάτωμα.

Ο άντρας στην κορυφή της σκάλας γέλασε. «Πόσο θα μείνετε εκεί; Είμαι πρόθυμος να σας περιμένω! Δεν είναι δύσκολο να πεθάνετε σ’αυτό το μέρος. Καθόλου, μα καθόλου, δύσκολο. Κανείς δε θα μάθει τίποτα για σας.»

«Κανείς;» φώναξε ο Νόρβορ, αγριεμένος. «Ούτε ο εργοδότης σου; Για ποιον δουλεύεις, κάθαρμα;»

«Ο Άρχοντάς μου πιστεύει ότι ήδη τον υποπτεύεσαι, Πρίγκιπα, γιαυτό κιόλας σε παρακολουθούσε. Άρα, προσπάθησε να μαντέψεις.»

«Υπάρχει έξοδος από εδώ, μητέρα;» ρώτησε η Μιάνη τη Νιρκένα.

«Ναι,» αποκρίθηκε εκείνη. «Εκεί.» Έδειξε ένα σκοτεινό μέρος.

«Πάμε, τότε. Νόρβορ, βοήθησέ με να τραβάμε το τραπέζι καθώς θα υποχωρούμε.»

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Πρίγκιπας, και έπιασε το ένα ξύλινο πόδι.

Η Μιάνη έπιασε το άλλο, και είπε: «Τώρα!»

Υποχώρησαν προς το σκοτεινό βάθος του δωματίου, σέρνοντας το παλιό έπιπλο μαζί τους.

Ο άντρας στην κορυφή της σκάλας πρέπει να κατάλαβε ότι ζύγωναν κάποια έξοδο, κρυμμένη στις σκιές, και φώναξε: «Δε θα πάτε μακριά!» Πάτησε τη σκανδάλη της βαλλίστρας του.

Το βέλος χτύπησε το κερί στο τραπέζι, σβήνοντάς το.

«Μπορείτε να βαδίζετε στο σκοτάδι;» Ο άντρας άρχισε να κατεβαίνει τη σκάλα, ακολουθούμενος από άλλους.

Η Μιάνη κοίταξε πάνω απ’τον ώμο της, καθώς εκείνη, ο Νόρβορ, και η Νιρκένα είχαν φτάσει στο άνοιγμα. Το μόνο που είδε ήταν απόλυτη μαυρίλα. «Μητέρα, εσύ οδήγησέ μας,» είπε.

«Έχει σκάλα,» εξήγησε η Πριγκίπισσα. «Προσέχετε.» Ακουγόταν να κλαίει καθώς μιλούσε, και η Μιάνη αναρωτήθηκε γιατί. Ήταν από τη συγκίνηση, που είχε συναντήσει την κόρη της; Ήταν από την αγωνία ότι θα την έπιαναν και θα τη σκότωναν; Ήταν από τον πόνο που έλεγε ότι ένιωθε;

Η Νιρκένα πέρασε πρώτη το άνοιγμα.

Ο άντρας που είχε κατεβεί τη σκάλα κρατούσε τώρα το κερί του ψηλά, ενώ με το δεξί χέρι είχε τραβήξει ένα ξιφίδιο. Άλλος ένας στεκόταν πλάι του, κρατώντας κι αυτός ξιφίδιο. Ένας τρίτος κι ένας τέταρτος (άντρες ή γυναίκες, δεν ήταν ευδιάκριτο) κατέβαιναν τα πέτρινα σκαλοπάτια.

Ο Νόρβορ άπλωσε το χέρι του, ψάχνοντας για χειρολαβή μέσα στο σκοτάδι όπου είχε καταδυθεί η Νιρκένα. Τη βρήκε και πιάστηκε. Έβαλε το πόδι του στο πρώτο σκαλοπάτι και ξεκίνησε την κάθοδο.

Η Μιάνη τον περίμενε να κατεβεί λιγάκι, προτού κατεβεί κι εκείνη, ενώ, συγχρόνως, έβλεπε τους εχθρούς να ζυγώνουν. Τα ξιφίδια βολεύουν πολύ περισσότερο εδώ μέσα. Τι το ήθελα το σπαθί; Τώρα, όμως, αυτό είχε, έτσι το ξεθηκάρωσε και προετοιμάστηκε να το χρησιμοποιήσει, μόλις τη ζύγωναν.

Ο ένας απ’αυτούς –όχι εκείνος με το κερί– έπιασε το τραπέζι και το τράβηξε πίσω. Δεν προλαβαίνω να κατεβώ! Η Μιάνη τινάχτηκε και τον σπάθισε, καρφωτά, πετυχαίνοντάς τον στο στήθος και κάνοντας αίμα να πεταχτεί απ’το στόμα με τα ρουθούνια του, ενώ ένα γαργάρισμα έβγαινε απ’το λαιμό του.

Ο άντρας με το κερί σπάθισε τη Μιάνη στο δεξί χέρι, τραυματίζοντας τον πήχη της. Εκείνη άφησε το ξίφος μέσα στο σώμα του θύματός της –ξέροντας πως θα δυσκολευόταν να το τραβήξει πίσω– και οπισθοχώρησε προς το άνοιγμα.

«Έλα μαζί μας,» της είπε ο άντρας με το κερί, «και δε θα σε πειράξουμε. Αν ήθελα, μπορούσα να σε είχα καρφώσει στο λαιμό…»

«Ίσως θα έπρεπε να το είχες κάνει!» Η Μιάνη άπλωσε το χέρι της μέσα στο σκοτάδι, ψάχνοντας για τη χειρολαβή της σκάλας.

Τη βρήκε. Την έσφιξε, γερά.

«Ο Άρχοντάς μας δε σε θέλει νεκρή, αν μπορεί να το αποφύγει,» της είπε ο άντρας με το κερί, πλησιάζοντας.

Η Μιάνη έβαλε το πόδι της στο πρώτο σκαλοπάτι.

Εκείνος τινάχτηκε εμπρός της, με το ξιφίδιό του υψωμένο. «Αλλά, αν δεν μπορεί– Οοο!»

Η Μιάνη τον γρονθοκόπησε στα γεννητικά όργανα, με το αριστερό χέρι. Η λεπίδα του τη βρήκε στο μέτωπο, λίγο πιο πάνω απ’το αριστερό μάτι, και αίμα θόλωσε το οπτικό της πεδίο· το τραύμα, ωστόσο, ήταν επιφανειακό, υπέθετε. Άρχισε να κατεβαίνει τη σκάλα, γρήγορα, αλλά προσέχοντας μην πέσει πάνω στον Νόρβορ.

«Μιάνη!» φώναξε ο Πρίγκιπας από το σκοτάδι, κάτω. «Τι συμβαίνει;»

«Τίποτα που δεν περιμέναμε. Έχεις κατεβεί;»

«Όχι ακόμα.»

«Μητέρα; Πόσο μεγάλη είναι η κάθοδος;»

«Είμαι κάτω,» απάντησε η Νιρκένα.

«Νόρβορ, βιάσου!»

«Έφτασα τώρα,» είπε ο Πρίγκιπας. «Δεν είναι μακριά.»

Και όντως, δεν ήταν. Σύντομα, βρέθηκε και η Μιάνη σε ομαλό έδαφος. Άπλωσε τα χέρια της και άγγιξε τους ώμους της Νιρκένα και του Νόρβορ, βρίσκοντάς τους μέσα στο σκοτάδι.

«Μητέρα, πού πηγαίνουμε τώρα; Τα ξέρεις αυτά τα μέρη;»

«Ναι… Ναι…» Η Πριγκίπισσα έκλαιγε, με λυγμούς.

«Τι είναι, μαμά; Τι έχεις;»

«Το κεφάλι μου… Δεν μπορώ να το αντέξω… Αλλά ελάτε. Ελάτε, πάμε.»

Και ξεκίνησε να τους οδηγεί μέσα στα εσώτερα σκοτάδια του Παλατιού των Δεκαεννέα Πύργων.

*

«Φεύγουν από ένα άνοιγμα, Άρχοντά μου,» ανέφερε η γυναίκα που βρισκόταν στην αρχή της σήραγγας, προκειμένου ν’ακούει αυτά που της φώναζαν οι άλλοι, από το βάθος, και να τ’αναφέρει.

Ο Έπαρχος Κάβμαρ αναστέναξε. «Ακολουθήστε τους,» πρόσταξε. «Ακολουθήστε τους και σκοτώστε τους όλους.» Η Νιρκένα, σίγουρα, ήξερε καλά τα κρυφά περάσματα του Παλατιού των Δεκαεννέα Πύργων, όμως μάλλον τώρα δε θα ήταν και στην καλύτερη κατάσταση και, πιθανώς, θα έκανε λάθη…

Το καταραμένο δηλητήριο έπρεπε, κανονικά, να την είχε σκοτώσει. Ονομαζόταν νοοκτόνος και προερχόταν από κάποια φυτά των βάλτων Όρντλαχ· η λειτουργία του ήταν να νεκρώνει το μυαλό, σκοτώνοντας το θύμα χωρίς ν’αφήνει σημάδια. Ένα πολύ, πολύ επικίνδυνο φαρμάκι, για το οποίο ελάχιστοι ήξεραν. Ωστόσο, ορισμένες φορές, μπορούσε να έχει και «παρενέργειες», όπως είχαν πει στον Κάβμαρ οι βοτανολόγοι του· κι αυτές οι παρενέργειες ήταν να προκαλεί νεκροφάνεια και μόνιμα νοητικά προβλήματα –όπως παραισθήσεις– ή βλάβες στα αισθητήρια όργανα του θύματος –όπως μερική ή ολική τύφλωση, απώλεια της αφής ή της ακοής, και άλλα. Πάντως, συνήθως, προκαλούσε θάνατο. Για το γεγονός ότι η Νιρκένα είχε επιβιώσει ίσως να έφταιγε πως δεν είχε γλείψει και την άλλη μεριά της λεπίδας όπου το δηλητήριο ήταν απλωμένο. Βέβαια, ακόμα κι έτσι, θα έπρεπε να είναι νεκρή! Τι μεγάλη ατυχία ήταν ετούτη;

Και τώρα, τη βρήκε αυτό το παιδαρέλι, ο Νόρβορ! Άλλη μια ατυχία. Τουλάχιστον, αν την είχα βρει εγώ πρώτος, το πρόβλημα θα λυνόταν ταχύτερα και ευκολότερα. Έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα, θα πρέπει να τους σκοτώσω όλους… και την κόρη μου…

…που ο Κάβμαρ υποπτευόταν ότι δεν ήταν πραγματική του κόρη. Έμοιαζε τόσο στον Άργκελ και στη Νιρκένα, και καθόλου σ’εκείνον. Κατά πάσα πιθανότητα, ήταν ένα έκτρωμα της ανώμαλης σχέσης τους, και δε θα λυπόταν στο ελάχιστο για το θάνατό της. Εξάλλου, ήταν αναγκαίος· και ο Κάβμαρ μπορούσε πάντα να κάνει άλλους απογόνους, με την Αρχόντισσα Ηλέβη, όταν το Νόρβηλ θα ήταν δικό του.

Θα με θυμούνται έντονα μέσα στους αιώνες!

Προτού, όμως, γίνει αυτό, όφειλε να είναι προετοιμασμένος για τα πάντα· και είχε αρχίσει ν’αναρωτιέται μήπως δεν ήταν πλέον ασφαλές να μένει στο παλάτι. Γιατί, αν ο Νόρβορ και η Μιάνη κατάφερναν να γλιτώσουν, σίγουρα, θα του προκαλούσαν μπελάδες. Η Νιρκένα θα τους είχε πει ότι εκείνος ήταν που τη δηλητηρίασε… εκτός αν έχει τρελαθεί τελείως και δεν το θυμάται… Αλλά, όχι, πρέπει πάντα κανείς να περιμένει το χειρότερο, ώστε να μην πιάνεται αφύλακτος…

Αν, λοιπόν, ο ηλίθιος Πρίγκιπας και η αμφιλεγόμενη κόρη του Κάβμαρ γλίτωναν, μαζί με τη σύζυγό του, τότε θα τον κατηγορούσαν ανοιχτά ενώπιον όλης της Αυλής. Ο Έπαρχος, ασφαλώς, θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι η Νιρκένα (που, σίγουρα, ύστερα από τα αποτελέσματα του νοοκτόνου, θα υπέφερε από εγκεφαλικά προβλήματα) είχε τρελαθεί και δεν ήξερε τι έλεγε, αλλά το ερώτημα ήταν το εξής: Τι ισχύς έχει ο λόγος μου εδώ, στην οικία των Γάθνιν; Ποιος θα με πιστέψει; Μάλλον, θα με θέσουν υπό κράτηση.

Άρα, αλλιώς έπρεπε να δράσει. Ήταν καιρός να βάλει σε εφαρμογή την τελική φάση του σχεδίου του, έστω και λίγο πρόωρα. Κι αν όλα πήγαιναν καλά, ο Νόρβορ, η Νιρκένα, και η Μιάνη θα σκοτώνονταν από τους ανθρώπους του, και κανείς δε θα μάθαινε για το θάνατό τους, εκεί όπου είχαν λουφάξει.

Υπάρχει, όμως, και το πρόβλημα των άλλων δύο… Ο Κάβμαρ στράφηκε στην κλειστή πόρτα, πίσω από την οποία βρίσκονταν, δεμένοι σε καρέκλες και ναρκωμένοι, ο Άνγκεδβαρ –ο γιος της Κεντροφύλακος Φερνάλβιν– και μια άγνωστη φίλη του. Πρέπει να τους βγάλω απ’το παλάτι… Ο Έπαρχος σταύρωσε τα χέρια εμπρός του. Μάλλον, ο καλύτερος τρόπος θα ήταν να βάλει τους υπηρέτες-κατασκόπους του να τους χώσουν σε τσουβάλια, γεμάτα ρούχα, και να τους μεταφέρουν στην άμαξά του, η οποία, ύστερα, θα έβγαινε από το παλάτι χωρίς κανένα πρόβλημα.

Φυσικά, όλα τούτα έπρεπε να γίνουν το συντομότερο δυνατό. Δεν υπήρχε πλέον χρόνος για χάσιμο.

*

Ο Κάβμαρ είχε πάρει τρεις υπηρέτες-κατασκόπους μαζί του, όταν ήρθε στον Πύργο της Γνώσης· οι άλλοι δύο ήταν αυτοί που είχαν ακολουθήσει τον Νόρβορ και τους υπόλοιπους ως εδώ (και που είχαν αιχμαλωτίσει τον Άνγκεδβαρ και την Ηλφίρα), αφότου ειδοποιήθηκαν από τον φρουρό ο οποίος παρακολουθούσε την εξώπορτα των διαμερισμάτων του Πρίγκιπα. Τώρα, μονάχα η μία υπηρέτρια ήταν επάνω και κοντά στον Έπαρχο· οι τέσσερις άντρες είχαν κατεβεί, για να κυνηγήσουν τη σύζυγό του, την κόρη της, και τον γιο του Άργκελ: και ο ένας απ’αυτούς είχε, μάλιστα, σκοτωθεί απ’το σπαθί της Μιάνης, όπως είχαν μόλις ενημερώσει τον Κάβμαρ. Έτσι, ο Έπαρχος δεν είχε στη διάθεσή του κανέναν, για να τον βοηθήσει να βάλει τον Άνγκεδβαρ και τη φίλη του σε σάκους και να τους μεταφέρει στην άμαξα.

«Γησμάλα,» είπε στην υπηρέτρια.

«Μάλιστα, Άρχοντά μου;» Η γυναίκα έβγαλε το ξανθό, κοντοκουρεμένο της κεφάλι από τη στενή σήραγγα.

«Πήγαινε να φέρεις τέσσερις απ’τους φρουρούς μου, καθώς και δύο σάκους με κάποια ρούχα. Θέλω να βάλω εκεί τους κρατούμενους, για να τους μεταφέρω στην άμαξά μου.»

Η Γησμάλα βγήκε απ’τη ρωγμή του τοίχου, και έκλινε το κεφάλι. «Όπως επιθυμείτε.»

«Θυμάσαι το δρόμο;»

«Ασφαλώς,» είπε, φεύγοντας.

Οι υπηρέτες του είχαν μάθει όσο καλύτερα μπορούσαν τα λαβυρινθώδη περάσματα του Παλατιού των Δεκαεννέα Πύργων, με δύο τρόπους: πρώτον, ο Κάβμαρ τούς είχε δείξει χάρτες του οικοδομήματος, προτού έρθουν (όσο αναλυτικούς χάρτες ήταν δυνατόν να έχει)· και, δεύτερον, τους είχε προστάξει να εξερευνήσουν το μέρος, τις ημέρες που θα βρίσκονταν εδώ: να το μάθουν τόσο καλά ώστε, τουλάχιστον, να έχουν μια κάποια ευχέρεια στις κινήσεις τους, να μην χάνονται στην πρώτη διακλάδωση.

Κανένας, όμως, από τους υπηρέτες-κατασκόπους του Έπαρχου Κάβμαρ δε θα μπορούσε ποτέ να γνωρίζει το Παλάτι των Δεκαεννέα Πύργων όπως, για παράδειγμα, η Σαντάνρα, η οποία, επί του παρόντος, παρακολουθούσε την ξανθιά, κοντοκουρεμένη γυναίκα να βγαίνει από τον Πύργο της Γνώσης, διασχίζοντας μια τοξωτή, πέτρινη γέφυρα.

Η Σαντάνρα είχε δει, πριν, τον Πρίγκιπα Νόρβορ, την Αρχόντισσα Μιάνη, τον Άρχοντα Άνγκεδβαρ, και την πολεμίστρια Ηλφίρα (η οποία επισκεπτόταν, συχνά-πυκνά, το δωμάτιο του γιου της Κεντροφύλακος Φερνάλβιν, από τότε που εκείνος είχε έρθει στο παλάτι) να περνάνε την ίδια γέφυρα, αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση. Κι επίσης, είχε δει δύο υπηρέτες –όχι της βασιλικής οικίας, αλλά απ’αυτούς που είχε φέρει ο Έπαρχος Κάβμαρ μαζί του– να τους ακολουθούν. Η Σαντάνρα αναρωτήθηκε, τότε, αν θα έπρεπε ν’αφήσει το πόστο της και να πάει να ειδοποιήσει τον Πρίγκιπα. Αποφάσισε να περιμένει, με τη σκέψη πως, αν οι υπηρέτες αυτοί ήταν κατάσκοποι (που, μάλλον, ήταν), θα τη συνέφερε να τους παρακολουθήσει καθώς θα επέστρεφαν στον εργοδότη τους. Και πράγματι, σε λίγο, είδε τον έναν τους να φεύγει βιαστικά από τον Πύργο της Γνώσης. Τον πήρε στο κατόπι και βρέθηκε στον Βασιλικό Πύργο και έξω από τα διαμερίσματα της Πριγκίπισσας Νιρκένα. Δεν μπήκε, φυσικά, αλλά περίμενε. Ο υπηρέτης έφυγε, βιαστικά όπως είχε έρθει. Η Σαντάνρα τον πήρε πάλι στο κατόπι, παρατηρώντας τον να επιστρέφει στον Πύργο της Γνώσης. Τώρα θα πήγαινε να ειδοποιήσει τον Πρίγκιπα Νόρβορ, αποφάσισε, γιατί κάτι ανησυχητικό πρέπει να συνέβαινε. Προτού, όμως, κατεβεί από τον εξώστη όπου είχε ανεβεί, είδε τον Έπαρχο Κάβμαρ να διασχίζει τη γέφυρα, μαζί με δυο άντρες και μια γυναίκα (την ξανθιά που έφευγε τώρα από τον πύργο) –υπηρέτες του κι οι τρεις τους. Έτσι, άλλαξε γνώμη και περίμενε. Θα ενημέρωνε τον Πρίγκιπα γι’αυτό το περιστατικό μόλις έβγαινε από τον Πύργο της Γνώσης.

Ο Νόρβορ, όμως, δεν είχε βγει· αντί γι’αυτόν έβγαινε η υπηρέτρια. Η Σαντάνρα είχε, ξαφνικά, την αίσθηση ότι τούτο σήμαινε κάτι κακό (η υπηρέτρια είχε σταλεί σε κάποια ιδιαίτερη αποστολή) και ήθελε να μάθει τι ακριβώς συνέβαινε –αυτή ήταν, άλλωστε, η δουλειά της. Εγκατέλειψε τον μικρό εξώστη όπου στεκόταν και βάδισε γρήγορα.

Δεν άργησε να εντοπίσει την υπηρέτρια και ν’αρχίσει να την ακολουθεί. Ξέρει το παλάτι, διαπίστωσε, παραξενεμένη. Δε χάνεται. Κοίτα να δεις…

Η ξανθιά γυναίκα πήγε στον Πύργο των Πολεμιστών, και κατευθύνθηκε προς τα διαμερίσματα όπου φιλοξενούνταν οι μαχητές του Έπαρχου Κάβμαρ. Μπήκε εκεί και έκλεισε. Η Σαντάνρα δεν μπορούσε να την ακολουθήσει, αν δεν ήθελε να την υποψιαστούν, αλλά δε χρειάστηκε και να περιμένει πολύ: Σύντομα, η ξανθιά υπηρέτρια βγήκε, μαζί με τέσσερις γεροδεμένους άντρες, δύο από τους οποίους κρατούσαν μισογεμάτα τσουβάλια.

Τι γίνεται εδώ; αναρωτήθηκε η Σαντάνρα, καθώς προσποιείτο ότι σκούπιζε τα τζάμια ενός παραθύρου, μ’ένα λευκό πανί.

Οι στρατιώτες και η υπηρέτρια επέστρεψαν στον Πύργο της Γνώσης, και η Σαντάνρα, αυτή τη φορά, τους ακολούθησε μέσα. Όμως όχι μέχρι τέλους, φοβούμενη ότι θα την καταλάβαιναν. Άνοιξε μια πόρτα και μπήκε σε μια απ’τις βιβλιοθήκες, όπου, ευτυχώς, δεν ήταν κανένας. Η Σαντάνρα έκλεισε και κόλλησε τ’αφτί της στο ξύλο.

Άκουσε μια θύρα ν’ανοίγει.

«Θα τους βάλετε μέσα και θα τους πάτε στην άμαξά μου. Αν κανείς τύχει να σας ρωτήσει, μεταφέρετε ρούχα μου. Θα κατεβώ κι εγώ, πολύ σύντομα, και θα αναχωρήσουμε.» Ο Έπαρχος Κάβμαρ ήταν αυτός.

«Μάλιστα, Άρχοντά μου.» Μια αντρική φωνή, με Νελβόρια προφορά.

«Θα τους βάλετε μέσα και θα τους πάτε στην άμαξά μου»; Τι εννοεί; σκέφτηκε η Σαντάνρα. Σε ποιους αναφέρεται; Στον Πρίγκιπα και τους άλλους;

Έσκυψε και κοίταξε από την κλειδαρότρυπα, αλλά, από εδώ όπου βρισκόταν, δεν είχε καλή οπτική γωνία. Σε λίγο, όμως, είδε τους τέσσερις στρατιώτες να περνάνε από εμπρός της, μεταφέροντας τα τσουβάλια στους ώμους, γεμάτα πολύ περισσότερο από πριν.

Θεοί! Τι κάνω τώρα;

«Μείνε εδώ,» είπε ο Κάβμαρ, τρομάζοντάς την, καθώς την έκανε, προς στιγμή, να πιστέψει ότι είχε ακούσει τις σκέψεις της, «και βλέπε τι γίνεται μ’αυτούς εκεί κάτω.»

«Όπως επιθυμείτε, Άρχοντά μου. Πού θα σας βρω, για να σας αναφέρω;» Μια γυναικεία φωνή.

«Θα επικοινωνήσω εγώ μαζί σου.»

Η Σαντάνρα είδε τον Κάβμαρ να περνά από εμπρός της και να φεύγει. Τώρα, μονάχα η ξανθιά υπηρέτρια πρέπει να είχε μείνει πίσω… καθώς κι «αυτοί εκεί κάτω»… Ποιους, άραγε, εννοούσε; Και ποιοι ήταν μες στα τσουβάλια;

Μισάνοιξε την πόρτα και γλίστρησε έξω, στον διάδρομο. Προχώρησε ως τη γωνία και έστριψε.

Η ξανθιά υπηρέτρια είχε, εκείνη τη στιγμή, μπει κατά το ήμισυ σε μια μεγάλη ρωγμή του τοίχου, και φώναζε: «Τους σκοτώσατε;… Μ’ακούτε;»

Ύστερα, μάλλον, αντιλήφτηκε την παρουσία της Σαντάνρα, γιατί στράφηκε απότομα.

«Τι θέλεις;» απαίτησε.

«Καθαρίζω τα τζάμια…» αποκρίθηκε εκείνη, υψώνοντας το λευκό πανί στο χέρι της και δείχνοντας, με μια ελαφριά κίνηση του κεφαλιού, το παράθυρο στα δεξιά.

«Καθαρό είναι αυτό· δεν έχει τίποτα,» είπε η ξανθιά υπηρέτρια, θέλοντας να την ξεφορτωθεί.

«Είναι κανείς εκεί μέσα;» ρώτησε η Σαντάνρα, δείχνοντας τη ρωγμή στον τοίχο και πλησιάζοντας.

«Φυσικά και όχι. Ποιος θα μπορούσε να είναι;»

«Νόμιζα ότι σε είδα να μιλάς σε κάποιον–»

«Δεν είσαι καλά!»

«Είμαι αρκετά σίγουρη,» είπε η Σαντάνρα.

«Εντάξει, παραμιλάω μερικές φορές…»

«Παραμιλάς;»

«Ναι. Πήγαινε τώρα.»

Η Σαντάνρα τη γρονθοκόπησε στη μύτη. Η ξανθιά κοπάνησε στον τοίχο πίσω της.

«Τρελοκαμπέρω!» βόγκησε, και έκανε να κλοτσήσει την αντίπαλό της στο γόνατο. Αστόχησε, όμως, και την πέτυχε στην κνήμη.

Η Σαντάνρα έκανε ένα ενστικτώδες βήμα όπισθεν, αλλά δεν έπεσε. Η ξανθιά τής χίμησε, ενώ αίμα έτρεμε απ’τη μύτη της. Εκείνη της άρπαξε τους καρπούς, προτού οι γροθιές της τη χτυπήσουν, κι ανέβασε το γόνατό της, βρίσκοντάς τη στο υπογάστριο και κάνοντάς τη να διπλωθεί. Ύστερα, την έπιασε απ’τα κοντά της μαλλιά και της κοπάνησε το κεφάλι στον τοίχο, αναισθητοποιώντας την και αφήνοντάς την να σωριαστεί στο δάπεδο.

Ελπίζω αυτό να άξιζε τον κόπο… σκέφτηκε η Σαντάνρα, και κοίταξε μέσα στη ρωγμή, για να δει μονάχα απόλυτο σκοτάδι. Χρειάζομαι ένα κερί.

Πρόλαβε δεν πρόλαβε να τελειώσει αυτό το συλλογισμό της και παρατήρησε πως μια κοντινή πόρτα ήταν ανοιχτή. Μέσα, βρισκόταν ένα δωμάτιο με βιβλιοθήκες, και επάνω σ’ένα γραφείο ήταν ένα τριπλό κηροπήγιο με δύο αναμμένα κεριά.

Ούτε να μου το είχαν ετοιμάσει…


Κεφάλαιο 27
Πίσω από τους Τοίχους

 

Πίσω τους, άκουγαν τους φονιάδες να έρχονται, και, όταν έστρεφαν τα κεφάλια, τους έβλεπαν κιόλας, γιατί οι διώκτες τους, σ’αντίθεση μ’εκείνους, κρατούσαν κεριά για να διαλύουν το σκοτάδι.

Βαδίζουμε στα τυφλά, σκέφτηκε ο Νόρβορ, σφίγγοντας το ξιφίδιο στο χέρι του. «Πού μας πηγαίνεις, θεία;»

«Σ’ένα μέρος όπου θα ξεφύγουμε απ’αυτούς,» αποκρίθηκε εκείνη, αγκομαχώντας και ψηλαφώντας το σκοτάδι. «Αλλά προσέχετε τα φίδια. Προσέχετε τα φίδια.»

«Ποια φίδια, μητέρα;» ρώτησε η Μιάνη.

«Στους τοίχους, τα φίδια.»

Η Μιάνη, που ακουμπούσε έναν τοίχο, τράβηξε το χέρι της πίσω, ξαφνιασμένη. Ύστερα, όμως, άφησε τη λογική της να υπερισχύσει. Δεν είχε αγγίξει κανένα φίδι…

«Μη σταματάτε!» είπε η Νιρκένα, τραβώντας την κόρη της από το άλλο χέρι. «Θα μας φτάσουν!»

Ο Νόρβορ ακολουθούσε, ακουμπώντας τον ώμο της θείας του.

Η Μιάνη άγγιξε πάλι τον τοίχο, δοκιμαστικά. Δεν υπάρχουν φίδια. Δεν υπάρχει κανένα φίδι. Η μητέρα έχει παραισθήσεις.

«Εδώ είναι μια σκάλα,» είπε η Νιρκένα, λίγο παρακάτω, σταματώντας και ψηλαφώντας εμπρός της. «Ναι. Σκαρφαλώστε.» Και ξεκίνησε, πρώτη.

Ο Νόρβορ κοίταξε πίσω. Οι διώκτες τους πλησίαζαν, γρήγορα. Δε θα τους ξεφύγουμε. Χωρίς φως, μπορεί να είμαστε καλυμμένοι, αλλά πηγαίνουμε αργά· κι εκείνοι δε μας χάνουν, γιατί ακούνε τα βήματα και τις ομιλίες μας.

«Ανέβα!» του είπε η Μιάνη, αγγίζοντας τον ώμο του.

«Όχι· εσύ πήγαινε πρώτη.»

«Νόρβορ, ανέβα. Και δώσε μου και το ξιφίδιό σου. Έχασα το σπαθί μου προτού κατεβώ· σκότωσα έναν μ’αυτό.»

Η Μιάνη είχε κάποιο δίκιο, έπρεπε να παραδεχτεί ο Πρίγκιπας: ήταν καλά εκπαιδευμένη στον πόλεμο. Αλλά, και πάλι, δεν μπορούσε να την αφήσει να πάει τελευταία· αν κάποιος την άρπαζε απ’τον αστράγαλο, θα την τραβούσε κάτω.

«Εγώ θ’ανεβώ τελευταίος,» επέμεινε ο Νόρβορ. «Πήγαινε.»

«Νόρβ–»

«Πήγαινε! Μη μας καθυστερείς άλλο!»

«Εντάξει,» μούγκρισε η Μιάνη, και ξεκίνησε να σκαρφαλώνει τη σκάλα. «Αλλά μην αργείς. Μην κάνεις καμια ανοησία και μείνεις να τους αντιμετωπίσεις!»

«Μην ανησυχείς για μένα.»

Την περίμενε ν’ανεβεί ως ένα σημείο της σκάλας, ενώ έβλεπε τους διώκτες να έρχονται. Και, όταν ήταν βέβαιος πως υπήρχε χώρος και γι’αυτόν, πιάστηκε απ’τη σιδερένια χειρολαβή και ξεκίνησε να σκαρφαλώνει. Ο ένας από τους κυνηγούς τους έφτανε τώρα, κι άρχιζε κι εκείνος ν’ανεβαίνει τη σκάλα.

Ο Νόρβορ έκανε να τον κλοτσήσει στο κεφάλι, αλλά ο άντρας –που είχε σβήσει το κερί του και θηκαρώσει το ξιφίδιό του, ώστε να αναρριχάται ευκολότερα– του άρπαξε τον αστράγαλο, προσπαθώντας να τον τραβήξει κάτω. Ο Πρίγκιπας κρατήθηκε γερά από τη χειρολαβή, και πάλεψε να ελευθερώσει το πόδι του από το χέρι του φονιά· μάταια, όμως: ο εχθρός ήταν αποφασισμένος να τον ρίξει.

Ο Σάλ’γκρεμ’ρωθ να τον πάρει!

Ο Νόρβορ πέταξε το ξιφίδιό του προς τα κάτω, και άκουσε μια κραυγή πόνου. Το χέρι ελευθέρωσε το μποτοφορεμένο του πόδι, και ο Πρίγκιπας συνέχισε την άνοδό του γρηγορότερα από πριν, φωνάζοντας στη Μιάνη και τη Νιρκένα να κάνουν το ίδιο, και ακούγοντας τα πόδια τους να επιταχύνουν επάνω στα πέτρινα σκαλοπάτια. Από κάτω του, ακούγονταν μόνο οι φωνές των διωκτών τους. Κατάφερα, τουλάχιστον, να τους καθυστερήσω…

Η Πριγκίπισσα Νιρκένα δεν άργησε να φτάσει στην κορυφή της σκάλας, και η Μιάνη κι ο Νόρβορ την ακολούθησαν.

«Κλείνει αυτή η καταπακτή;» ρώτησε ο τελευταίος, ψάχνοντας γύρω του για κάποιο σκέπασμα και μη βρίσκοντας κανένα.

«Όχι,» είπε η Νιρκένα, και έπιασε το χέρι της κόρης της, μη χάνοντας καθόλου χρόνο.

Ο Νόρβορ τις ακολούθησε μέσα στο σκοτάδι. «Πού πηγαίνουμε, τελικά; Σε ποιο μέρος θα μας βγάλεις, θεία;»

«Κοντά στα διαμερίσματά μου… Αλλά δε θυμάμαι, παλιά, ο διάδρομος να ήταν έτσι βρεγμένος εδώ…»

Μα τι λέει; απόρησε ο Νόρβορ, που δεν αισθανόταν ο διάδρομος να είναι βρεγμένος. Υπήρχε, βέβαια, αρκετή υγρασία, μα αυτό, σίγουρα, δεν ήταν τωρινό φαινόμενο.

*

Όταν η Σαντάνρα κατέβηκε στο μικρό δωμάτιο με το γραφείο και τα έπιπλα, ξαφνιάστηκε από το θέαμα του νεκρού άντρα με το σπαθί καρφωμένο στο στήθος. Ήταν ένας από τους υπηρέτες του Έπαρχου Κάβμαρ. Τι είχε συμβεί εδώ κάτω; Προσπάθησε να θυμηθεί ποιος είχε σπαθί. Ο Πρίγκιπας Νόρβορ, ο Άρχοντας Άνγκεδβαρ, η Ηλφίρα, ή η Αρχόντισσα Μιάνη; Η τελευταία, μάλλον. Άρα, αυτή, τουλάχιστον, βρισκόταν ακόμα εδώ· δεν ήταν ένας από εκείνους που είχαν πάρει μέσα στα τσουβάλια.

Ομιλίες ήρθαν στ’αφτιά της Σαντάνρα από ένα σκοτεινό σημείο του δωματίου. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι έλεγαν, όμως. Πλησίασε εκείνο το μέρος και, στο φως του κεριού της, είδε μια πέτρινη σκάλα, σαν την προηγούμενη. Από κάτω, τρεις άντρες φαίνονταν να βαδίζουν, βαστώντας κι εκείνοι κεριά. Η Σαντάνρα νόμιζε πως επρόκειτο για τους υπόλοιπους υπηρέτες του Κάβμαρ.

Έσβησε το δικό της κερί, για να μην την προσέξει κανένας, και κατέβηκε τη σκάλα όσο πιο γρήγορα τολμούσε. Όταν έφτασε κάτω, οι άντρες είχαν σχεδόν χαθεί από το πεδίο όρασής της, όμως μπορούσε να δει ακόμα, αχνά, το φως τους. Μάλλον, είχαν στρίψει. Η Σαντάνρα τούς ακολούθησε, βιαστικά, μη θέλοντας να μείνει στο απόλυτο σκοτάδι, αλλά προσπαθώντας, συγχρόνως, να κάνει όσο το δυνατόν λιγότερο θόρυβο με τα βήματά της. Ευτυχώς, τα δερμάτινά της παπούτσια τη βοηθούσαν σ’αυτό.

Σύντομα, ατένισε τους τρεις άντρες ξανά να πλησιάζουν μια άλλη σκάλα, όπου κάποιοι σκαρφάλωναν. Ο ένας από τους υπηρέτες του Έπαρχου έσβησε το κερί του, θηκάρωσε τη λεπίδα του, κι άρχισε ν’ανεβαίνει, αρπάζοντας τον τελευταίο σκαρφαλωτή από τον αστράγαλο και τραβώντας τον προς τα κάτω. Εκείνος, όμως, κρατήθηκε γερά και δεν έπεσε. Ύστερα, πέταξε κάτι στο κεφάλι του εχθρού του, και ο υπηρέτης σωριάστηκε, με μια κραυγή, πέφτοντας πάνω στον έναν απ’τους άλλους δύο.

Η Σαντάνρα έβγαλε τα παπούτσια της και ζύγωσε, επιφυλακτικά, μέσα στα σκοτάδια. Γονάτισε στο ένα γόνατο, με την αριστερή της μεριά κολλημένη στον τοίχο, και τους κρυφάκουσε.

«Άντε, ρε! ανεβαίνετε!» έλεγε εκείνος που ήταν ακόμα όρθιος, καθώς έσβηνε το κερί του και πιανόταν από τη σκάλα.

«Παραλίγο να μου βγάλει το μάτι, το μπαστάρδι!» μούγκρισε αυτός που είχε πέσει από το χτύπημα του τελευταίου σκαρφαλωτή. Σηκωνόταν όρθιος, σκουπίζοντας το μέτωπό του, που γυάλιζε από το αίμα.

Ο τρίτος ορθώθηκε, ακόμα κρατώντας το κερί του. «Ήσουν τυχερός που δεν σε κάρφωσα κατά λάθος,» είπε. Θηκάρωσε το ξιφίδιό του και ξεκίνησε ν’ανεβαίνει τη σκάλα πίσω απ’τον πρώτο. Το κερί δεν το έσβησε, καθώς ήταν το μοναδικό φως που τους είχε απομείνει.

Ο τραυματισμένος σκούπισε ξανά το μέτωπό του με το μανίκι, και ακολούθησε τους συντρόφους του.

Τα πόδια της Σαντάνρα είχαν παγώσει επάνω στις κρύες πλάκες που δεν τις έβλεπε ποτέ ο ήλιος· έτσι, φόρεσε τα δερμάτινά της παπούτσια και προχώρησε ως την αρχή της πέτρινης σκάλας, βλέποντας το φως των υπηρετών του Κάβμαρ να χάνεται, σιγά-σιγά, από πάνω της.

Αν τους ακολουθήσω αμέσως, θα με καταλάβουν. Πρέπει να περιμένω λίγο.

Δεν μπορούσε, όμως, να περιμένει στο απόλυτο σκοτάδι, οπότε άναψε το κερί της, πιστεύοντας πως εκείνοι δε θα κοίταζαν κάτω, τώρα που καταδίωκαν την Αρχόντισσα Μιάνη και τους άλλους.

*

«Όχι!» γρύλισε η Νιρκένα, κοπανώντας τον τοίχο με την παλάμη της. «Εδώ έπρεπε να είναι! Εδώ!»

«Ποιο πράγμα, μητέρα;» ρώτησε η Μιάνη.

«Η έξοδος!» Η Πριγκίπισσα έκλαιγε. «Το κεφάλι μου… το κεφάλι μου… το κεφάλι μου…!»

Γαμώτο… σκέφτηκε ο Νόρβορ, κοιτάζοντας πίσω του κι ακούγοντας τις φωνές των διωκτών τους. Μας εντόπισαν πάλι.

«Πάμε!» είπε, πιάνοντας τη Νιρκένα και τη Μιάνη από τα χέρια.

«Εδώ έπρεπε να είναι!» έσκουξε η πρώτη.

«Νόρβορ, ξέρεις τι κάνεις;» ρώτησε η δεύτερη.

«Όχι,» απάντησε ο Πρίγκιπας. «Αλλά έχουμε χαθεί, ούτως ή άλλως. Κι όσο πιο γρήγορα βγούμε απ’αυτό τον καταραμένο λαβύρινθο, τόσο το καλύτερο.» Προχώρησε, τυχαία.

Άφησε τον καρπό της Μιάνης και τέντωσε το χέρι του εμπρός, για να μη χτυπήσει σε κανέναν τοίχο, μέσα στα σκοτάδια. Τη Νιρκένα, όμως, συνέχισε να την κρατά. Η θεία του ήταν σε άθλια κατάσταση· ποιος ξέρει τι τρέλα μπορεί να έκανε, αν την άφηνε;

«Νόρβορ, έρχονται!» είπε η Μιάνη, κοιτάζοντας τους διώκτες τους πάνω απ’τον ώμο.

«Σκατά αλόγου…!» μουρμούρισε ο Νόρβορ, και το προτεταμένο του χέρι συνάντησε έναν τοίχο. Έστριψε δεξιά, και βρήκε δίοδο.

Κάτι σφύριξε μέσα στο σκοτάδι.

«Τι ήταν αυτό;» πετάχτηκε η Νιρκένα.

«Βέλος,» αποκρίθηκε η Μιάνη. «Αλλά αστόχησε, προφανώς.»

«Χίλιες κατάρες επάνω τους…!» μούγκρισε ο Νόρβορ. «Και δεν έχουμε κανένα όπλο τώρα…»

«Τι απέγινε το ξιφίδιο που είχες πάρει μαζί σου;» ρώτησε η Μιάνη.

«Το πέταξα πριν, στη σκάλα. Με είχαν αρπάξει και με τραβούσαν κάτω, οι δαιμονισμένοι μπάσταρδοι.»

Η Μιάνη έπιασε τον ξάδελφό της απ’τον ώμο, σταματώντας τον και ψιθυρίζοντάς του, λαχανιασμένα, στ’αφτί: «Πρέπει να τους στήσουμε παγίδα. Μπορούμε να το κάνουμε μες στο σκοτάδι. Σε κάποια γωνία.»

«Μα, δεν έχουμε όπλα, Μιάνη!»

«Πρέπει να τους ξεφορτωθούμε, κάπως!»

«Προχώρα!»

Οι διώκτες ήταν κοντά. Ο Νόρβορ, η Μιάνη, και η Νιρκένα συνέχισαν τη σκοτεινή τους πορεία.

«Μητέρα, έχεις καμια ιδέα πού πηγαίνουμε; Ποια είναι η κοντινότερη έξοδος από εδώ;»

«Δεν ξέρω. Έχω χαθεί… Ζαλίζομαι, Μιάνη! Ζαλίζομαι!… Και σιχαίνομαι αυτό το νερό στα πόδια μου!…»

«–ΑΑααααα!» έκανε ο Νόρβορ, καθώς πάτησε σε κενό κι έχασε την ισορροπία του. Άπλωσε το ελεύθερό του χέρι και πιάστηκε απ’τον τοίχο, προτού πέσει. «Πρέπει νάχει σκάλα εδώ,» είπε, νιώθοντας την καρδιά του να βροντοκοπά κάτω απ’το στέρνο του. «Σκάλα.» Έψαξε για τη χειρολαβή, και τη βρήκε. «Κατεβείτε. Προσεκτικά.» Ξεκίνησε πρώτος.

Η κάθοδος δεν ήταν δύσκολη, και μόλις έφτασε κάτω, άπλωσε και τα δύο χέρια. Ανακάλυψε ότι είχε βρεθεί σ’έναν πολύ στενό χώρο. Εμπρός του άγγιξε μια άλλη σκάλα, η οποία ανέβαινε. Αριστερά του υπήρχε ένα στρογγυλό άνοιγμα· μάλλον, κάποια σήραγγα. Στο τέλος της δε φαινόταν φως· άρα, καλύτερα η σκάλα. Εκεί, τουλάχιστον, καθυστερούσαν το ίδιο και οι διώκτες τους.

Πιάστηκε απ’τη χειρολαβή κι άρχισε ν’αναρριχάται, λέγοντας στη Νιρκένα και στη Μιάνη να κάνουν το ίδιο. Εκείνες τον ακολούθησαν· τα βήματά τους αντηχούσαν πάνω στα πέτρινα σκαλοπάτια. Και όχι μόνο τα δικά τους, αλλά και των φονιάδων του Κάβμαρ, καθώς κατέβαιναν την προηγούμενη σκάλα.

Ο Νόρβορ κοίταξε πάνω απ’τον ώμο του και διαπίστωσε πως ένας απ’αυτούς ήταν ακριβώς αντίκρυ του. Και το αντίκρυ εδώ κάτω δεν ήταν και πολύ μακριά. Ο Πρίγκιπας και ο εχθρός του απείχαν περίπου μισό μέτρο. Ο δεύτερος κρατούσε κερί στο ένα χέρι και τη χειρολαβή της σκάλας στο άλλο. Ο Νόρβορ στράφηκε, απότομα, και τον γρονθοκόπησε στο πλάι του κεφαλιού. Ο άντρας ζαλίστηκε, μα δεν έπεσε. Κίνησε το κερί του προς τα μάτια του Πρίγκιπα, και εκείνος του άρπαξε τον καρπό, τραβώντας τον. Ο φονιάς έχασε το πάτημά του επάνω στα σκαλοπάτια, ουρλιάζοντας. Τώρα, κρατιόταν μόνο από τη χειρολαβή· τα πόδια του ήταν στον αέρα.

«Δώστο μου, καταραμένε, αλλιώς θα σε πετάξω κάτω!» του φώναξε ο Νόρβορ, προσπαθώντας να του αποσπάσει το κερί.

«Πάρτο!» απάντησε ο αντίπαλος, σπρώχνοντάς το μέσα στη χούφτα του Πρίγκιπα.

Ο Νόρβορ το πήρε και, αφήνοντας τον καρπό του φονιά, συνέχισε ν’ανεβαίνει τη σκάλα.

Είχε, όμως, καθυστερήσει τη Μιάνη, με τη σύντομή του πάλη· έτσι, ο ένας από τους εχθρούς την έφτασε και γράπωσε τον αστράγαλό της.

«Άσε τη χειρολαβή!» της γρύλισε. «Άσε την καταραμένη χειρολαβή!»

Η Μιάνη έκανε να τον κλοτσήσει με τ’άλλο της πόδι, μα αστόχησε· τώρα, και τα δύο της πόδια βρίσκονταν στον αέρα.

Ο άντρας συνέχιζε να την τραβά.

Η χειρολαβή ήταν γεμάτη υγρασία και σκουριά. Το χέρι της Μιάνης γλίστρησε, και η Αρχόντισσα έπεσε πάνω στον άντρα που την τραβούσε. Σωριάστηκαν στο δάπεδο, στην αρχή της σκάλας, και εκείνη τον γρονθοκόπησε καταπρόσωπο, γρυλίζοντας κατάρες.

«Μιάνη!» αντήχησε η φωνή του Νόρβορ από ψηλά. «Μιάνη!»

Κάποιος την άρπαξε απ’τις μασκάλες, απομακρύνοντάς την από τον άντρα που είχε πλακώσει.

«Παραδόσου, Πρίγκιπα, και δε θα πάθει τίποτα!» φώναξε ο τελευταίος από τους φονιάδες –εκείνος που ο Νόρβορ τού είχε πάρει το κερί. «Κάνε πως φεύγεις και τη σκοτώνουμε! –Ααααργκ!»

Κάποιος έπεσε στην πλάτη του, χτυπώντας τον στη σπονδυλική στήλη, με τα γόνατα, και ρίχνοντάς τον πάνω σ’αυτόν που κρατούσε την Αρχόντισσα. Η Μιάνη τίναξε το κεφάλι, με δύναμη, χτυπώντας τον άντρα πίσω της στα δόντια και νιώθοντάς τα να σπάνε. Το κερί έφυγε απ’το χέρι του και έπεσε στο πάτωμα. Ο άλλος φονιάς –εκείνος που την είχε αρπάξει από τον αστράγαλο– σηκωνόταν, εκείνη τη στιγμή, και η Αρχόντισσα τον κλότσησε στο κεφάλι, δύο φορές, αναισθητοποιώντας τον, αιμόφυρτο.

Ύστερα, περιστράφηκε, για ν’αντικρίσει τον τύπο με τα σπασμένα δόντια, ο οποίος έμοιαζε ακόμα αποπροσανατολισμένος από το χτύπημα· είχε, όμως, ξεθηκαρώσει το ξιφίδιό του, κι αυτό ήταν σημάδι κινδύνου, καθότι εκείνη ήταν άοπλη.

«Μιάνη!» Η φωνή του Νόρβορ. Ο ξάδελφος και η μητέρα της ακούγονταν να κατεβαίνουν.

Ο φονιάς εμπρός της επιχείρησε να την καρφώσει. Εκείνη απέφυγε τη λεπίδα του, που πήγαινε για την κοιλιά της, κάνοντας στο πλάι. Και τότε, είδε πίσω του δύο φιγούρες να παλεύουν: Η μία ήταν, πέραν κάθε αμφιβολίας, ο τρίτος διώκτης· η άλλη, όμως, ήταν γυναικεία –αν δεν έκανε λάθος η Μιάνη– και βρισκόταν γαντζωμένη στην πλάτη του φονιά, μπήγοντας τα δάχτυλά της στη μύτη και στα μάτια του, ενώ εκείνος κραύγαζε και ξεθηκάρωνε το ξιφίδιό του.

Η Μιάνη γρονθοκόπησε τον εχθρό της στο πλάι του κεφαλιού. Αυτός παραπάτησε, και έσβησε το ένα από τα πεσμένα κεριά, τυλίγοντας τα πάντα στο σκοτάδι. Φαίνεται πως το άλλο κερί (το κερί που κρατούσε ο άντρας ο οποίος την είχε αρπάξει απ’τον αστράγαλο, τραβώντας την κάτω από τη σκάλα) είχε σβήσει κάποια στιγμή πριν, χωρίς η Μιάνη να το προσέξει.

Τώρα, μονάχα το φως του Νόρβορ υπήρχε, και ο Πρίγκιπας δεν είχε ακόμα κατεβεί τη σκάλα. Η Νιρκένα, όμως, έπρεπε να βρίσκεται κοντά, αν σκεφτόταν κανείς ότι σκαρφάλωνε δεύτερη.

Η Μιάνη κινήθηκε απ’τη θέση της, για να μη μπορεί να τη χτυπήσει ο εχθρός της, και βρέθηκε, άθελά της, μέσα στην τρύπα, στ’αριστερά του στενού χώρου.

Φωνές αντηχούσαν από παντού. Δεν ήξερε τι να κάνει.

Ύστερα, ο Νόρβορ κατέβηκε και το σκοτάδι διαλύθηκε.

Η σκηνή φάνηκε να παγώνει, στιγμιαία, μπροστά στα μάτια της Μιάνης.

Η Νιρκένα δεν είχε κατεβεί ακόμα όλη τη σκάλα: βρισκόταν στα τελευταία σκαλοπάτια· ο Πρίγκιπας, προφανώς, είχε πηδήσει, για να φτάσει πρώτος κάτω. Ο άντρας με τα σπασμένα δόντια στεκόταν λίγο πιο πέρα από εκεί όπου τον είχε αφήσει η Μιάνη, με το ξιφίδιό του στο χέρι. Ο άλλος φονιάς εξακολουθούσε να παλεύει με τη σκιερή γυναίκα, και τώρα ήταν κολλημένος, κατάφατσα, στον τοίχο, ενώ εκείνη τον χτυπούσε στο κεφάλι. Το δεξί του χέρι, όμως, είχε ξεπροβάλει απ’τα πλάγια, κρατώντας το λεπίδι του ανάστροφα, και προσπαθώντας να διαπεράσει τα πλευρά της.

Η Μιάνη έσπευσε να βοηθήσει την άγνωστη, αρπάζοντας τον καρπό του άντρα, προτού το όπλο του την καρφώσει.

Ο Νόρβορ είχε βρεθεί μπροστά στον φονιά με τα σπασμένα δόντια, κι εκείνος, αιφνιδιασμένος, τον σπάθισε, πετυχαίνοντάς τον στο στήθος, αλλά χωρίς να τον τρυπήσει βαθιά. Η Νιρκένα πήδησε από τη σκάλα και χίμησε στον κακοποιό, αρπάζοντάς τον απ’τα μαλλιά και σπρώχνοντάς τον. Την ίδια στιγμή, ο ανιψιός της τον γρονθοκοπούσε καταπρόσωπο, και ο άντρας έχασε τις αισθήσεις του.

Η Μιάνη απομάκρυνε το ξιφίδιο του τελευταίου φονιά από τα πλευρά της άγνωστης, τραβώντας τον καρπό του, με τα δύο χέρια. Η άγνωστη, έχοντας τα δάχτυλά της γαντζωμένα στα μαλλιά του, κοπάνησε το κεφάλι του στον τοίχο, δυνατά. Αίμα πετάχτηκε, και ο άντρας κατέρρευσε.

«Σαντάνρα;» έκανε η Μιάνη, βλέποντας το πρόσωπο της γυναίκας, καθώς αυτή τώρα στεκόταν στα πόδια της και την αντίκριζε.

Η υπηρέτρια-κατάσκοπος έκλινε το κεφάλι, λαχανιασμένη. «Αρχόντισσά μου…»

«Τι κάνεις εδώ, Σαντάνρα;» ρώτησε ο Νόρβορ.

«Ακολούθησα μια υπηρέτρια του Έπαρχου Κάβμαρ… Δηλαδή, πρώτα, είδα εσάς να μπαίνετε στον Πύργο της Γνώσης, ενώ σας ακολουθούσαν– Πριγκίπισσα Νιρκένα, εσείς είστε;» ρώτησε, παρατηρώντας τη γυναίκα πίσω απ’τον Νόρβορ.

«Ποια είσαι εσύ;» ρώτησε η Νιρκένα.

«Η Σαντάνρα είμαι, Υψηλοτάτη.»

«Σαντάνρα, πες μας τι έγινε,» ζήτησε ο Νόρβορ. «Πώς ακριβώς μας βρήκες;»

Η υπηρέτρια τούς εξήγησε.

«Νόρβορ,» είπε η Μιάνη, «αυτοί οι δύο μέσα στα τσουβάλια… πρέπει να ήταν ο Άνγκεδβαρ και η Ηλφίρα!»

Εκείνος ένευσε. «Και δε νομίζω να προλαβαίνουμε να τους σώσουμε.

»Σαντάνρα, θυμάσαι το δρόμο της επιστροφής; Εννοώ, θυμάσαι πώς ήρθες ως εδώ, για να μας βγάλεις;»

«Όχι, Πρίγκιπά μου. Ήταν σκοτεινά. Τα έχω μπερδέψει όλα στο μυαλό μου.»

«Σπουδαία…» αναστέναξε ο Νόρβορ, και κοίταξε τη σκάλα που σκαρφάλωνε πριν από λίγο. «Ας πάμε από εκεί όπου πηγαίναμε, λοιπόν. Δεν μπορεί, κάπως θα βγούμε…»

*

Μετά από όχι και τόση πολλή ώρα, έφτασαν μπροστά σε μία παλιά ξύλινη πόρτα, την οποία ο Νόρβορ άνοιξε με προσοχή, κρατώντας έτοιμο ένα από τα ξιφίδια που είχαν πάρει από τους φονιάδες του Κάβμαρ. Η Νιρκένα ερχόταν πίσω του, έχοντας υψωμένο ένα κερί. Δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της, και τα χείλη της έτρεμαν· αλλά κανείς δεν τη ρωτούσε γιατί.

Ο Νόρβορ κοίταξε το χώρο που αποκαλύφτηκε, και είδε πως επρόκειτο για μια πλακόστρωτη αίθουσα. Το φως του κεριού του δεν έφτανε ως τους τοίχους της, άρα πρέπει να ήταν αρκετά μεγάλη. Επίσης, έμοιαζε διαφορετική σε σχέση μ’όλα τα υπόλοιπα μέρη όπου είχαν ως τώρα βρεθεί.

Ο Πρίγκιπας πέρασε το κατώφλι και βάδισε, αργά, ακούγοντας τις σκόνες να τρίζουν κάτω απ’τα μποτοφορεμένα πόδια του. Η Νιρκένα, η Μιάνη, και η Σαντάνρα τον ακολούθησαν. Οι δύο τελευταίες δεν είχαν ανάψει τα κεριά τους, αλλά τώρα τα άναψαν, για να δουν όσο το δυνατόν καλύτερα τον γύρω χώρο. Σύντομα, διαπίστωσαν ότι βρίσκονταν σε μια αίθουσα με δύο κίονες, ο ένας εκ των οποίων σπασμένος και σωριασμένος στο πλακόστρωτο δάπεδο. Στους τοίχους υπήρχαν λαξεύματα, γεμάτα αραχνοϊστούς, σκόνη, χώμα, και πετραδάκια. Η Μιάνη, όμως, νόμιζε ότι μπορούσε να καταλάβει τι απεικόνιζαν…

«Κοιτάξτε,» είπε, δείχνοντας τον έναν τοίχο, «αυτό είναι το κεφάλι ενός δράκου, σε μεγάλες διαστάσεις… κι αυτό,» έδειξε τον αντικρινό τοίχο, «είναι η ουρά του. Κι εδώ,» έδειξε στο πάτωμα, «είναι το σώμα του.»

Ο Νόρβορ συνοφρυώθηκε. «Έχεις δίκιο. Σαν αυτά που υπάρχουν στον Πύργο των Δράκων…» Στράφηκε στη Νιρκένα. «Θεία, μπορεί να βρισκόμαστε στον Πύργο των Δράκων;»

«…Ίσως,» απάντησε, διστακτικά, εκείνη. «Δεν ξέρω όλα τα εσωτερικά περάσματα του παλατιού, Νόρβορ… Υπάρχουν αίθουσες εγκαταλειμμένες εδώ και αιώνες· το ίδιο και διάδρομοι. Αυτά, στο τέλος, έγιναν ‘μυστικά’ περάσματα… Οοοοοο…» Έπιασε το κεφάλι της, δαγκώνοντας τα χείλη. Καινούργια δάκρυα έτρεξαν από τα μάτια της, και γυάλισαν πάνω στα μάγουλά της. «Υπάρχουν, όμως… υπάρχουν, όμως, και κανονικά μυστικά περάσματα, που φτιάχτηκαν γι’αυτό το σκοπό, από αρχαίους μονάρχες…» Βλεφάρισε. Έτριψε τα μάτια της, με το πίσω του χεριού.

«Τι είναι, μητέρα; Τι έχεις;» Η Μιάνη την πλησίασε.

«Τίποτα, τίποτα…»

Ο Νόρβορ βάδισε προς το πέρας της αίθουσας, όπου έβλεπε άλλη μια πόρτα. Οι γυναίκες τον ακολούθησαν. Ο Πρίγκιπας έπιασε το πόμολο και το τράβηξε. Σκόνη και πετραδάκια έπεσαν, και, καθώς η πόρτα άνοιξε, είδε εμπρός του… έναν τοίχο!

«Τι στον…;» Ή, μάλλον, όχι· δεν ήταν τοίχος. Ήταν… σειρές από βιβλία. «Τι είν’αυτό; Σα να βρισκόμαστε πίσω από κάποια βιβλιοθήκη…»

«Ναι,» συμφώνησε η Μιάνη.

Ο Νόρβορ θηκάρωσε το ξιφίδιο στη μπότα του και επιχείρησε να σπρώξει τους τόμους, αλλά η ξαδέλφη του τον έπιασε απ’το μπράτσο. «Είσαι τραυματισμένος,» του είπε.

«Δεν είναι τίποτα το σοβαρό, Μιάνη.» Η λεπίδα του δολοφόνου δεν τον είχε τρυπήσει βαθιά· τα κόκαλα του θώρακα την είχαν σταματήσει.

Ο Πρίγκιπας έπεσε πάνω στα βιβλία, με τον δεξή ώμο. Τα ράφια ταρακουνήθηκαν, και πολλοί τόμοι σωριάστηκαν στο δάπεδο, με πάταγο· ο δρόμος, όμως, δεν άνοιξε. Υπήρχε ένα ξύλινο κιγκλίδωμα μπροστά στον Νόρβορ και τη Μιάνη, σαν να βρίσκονταν σε φυλακή.

«Θα σε βοηθήσω,» είπε η δεύτερη, κι έπεσε κι εκείνη, με δύναμη, πάνω στη βιβλιοθήκη, κάνοντας κι άλλους τόμους να κατρακυλήσουν. Το κιγκλίδωμα, ωστόσο, δε μετακινήθηκε.

Η Μιάνη καταράστηκε κάτω απ’την ανάσα της, κι έκανε να χιμήσει πάλι, αλλά ο Νόρβορ έβαλε το χέρι του στον ώμο της. «Περίμενε. Πρέπει νάναι καλά στερεωμένο. Δεν καταφέρνουμε τίποτα έτσι.»

Έκανε τα χέρια του χωνί και φώναξε: «Με ακούει κανείς; Είμαι ο Πρίγκιπας Νόρβορ! Βοηθήστε με! Βοηθήστε με! Είμαι παγιδευμένος!»

Βήματα ακούστηκαν να έρχονται, και ο Νόρβορ περίμενε. Κανείς δε μιλούσε τώρα.

Ο Πρίγκιπας ξεθηκάρωσε το ξιφίδιό του, καλού-κακού, όταν τα βήματα βρίσκονταν κοντά.

Ένας κουκουλοφόρος άντρας παρουσιάστηκε. Στο κεφάλι του υπήρχε μια αργυρή κορόνα, λαξευμένη σαν πολλές πλεγμένες μορφές δράκων. Ο ένας από αυτούς τους δράκους ύψωνε το λαιμό του, ξεχωρίζοντας από τη μάζα των υπόλοιπων και κρατώντας στα σαγόνια του ένα ολοπόρφυρο, φανταχτερό ρουμπίνι.

Ο Νόρβορ, όμως, δεν είδε μόνο ψεύτικους δράκους, μα και έναν ζωντανό, ο οποίος στεκόταν δίπλα στον κουκουλοφόρο άντρα. Τελικά, είμαστε όντως στον Πύργο των Δράκων.

Ένα βραχνό γέλιο βγήκε απ’τη σκιά της κουκούλας. «Ο Πρίγκιπας… Τι κάνετε πίσω απ’τη βιβλιοθήκη μας, Υψηλότατε;»

«Κέλσοναρ…» είπε ο Νόρβορ.

Ο δράκαρχος ζύγωσε, μαζί με το δράκο του, και πίσω του ήρθε μια γυναίκα –η ποιήτρια Ταλίνα– και ένας άλλος άντρας, μαζί με μια δράκαινα –ο Χάφναρ και η Σρ’άερ.

«Από εδώ και στο εξής, ‘Δρακοβασιληά Κέλσοναρ’, θα με αποκαλείτε. Ή, Δρακοντικέ Μεγαλειότατε

«Χάφναρ, τι λέει αυτός;» απόρησε ο Νόρβορ.

«Εκλέξαμε καινούργιο Αρχιδράκαρχο,» εξήγησε εκείνος. «Έναν νέο Δρακοβασιληά.»

«Δρακοβασιληά;»

«Ναι,» είπε ο Κέλσοναρ. «Οι παλιοί τίτλοι επέστρεψαν στον Πύργο των Δράκων, όπως και η παλιά του δόξα, σύντομα, θα επιστρέψει!»

Ο Νόρβορ δεν ήξερε τι να πει· είχε μείνει άφωνος. Αναρωτήθηκε αν είχαν περάσει αιώνες που περιπλανιόταν στους εσώτερους διαδρόμους του παλατιού και είχε βγει σε κάποιον άλλο, μακρινό κόσμο, όπως στα παραμύθια.

«Τώρα,» ρώτησε ο Κέλσοναρ, «θα μπορούσα να μάθω τι κάνετε πίσω απ’τη βιβλιοθήκη μας;»

«Έχουμε χαθεί. Εσύ τι λες να κάνουμε… Δρακοντικέ Μεγαλειότατε; Βγάλτε μας απο δώ!»

Ένα υπόκωφο γρύλισμα βγήκε απ’την κουκούλα του Κέλσοναρ, αλλά ο Χάφναρ είπε: «Θα πρέπει να μετακινήσουμε αυτά τα ράφια, ή να τα σπάσουμε.»

«Κάντε κάτι που θα γίνει γρήγορα,» αποκρίθηκε ο Νόρβορ. «Έχουμε την Πριγκίπισσα Νιρκένα μαζί μας, και δεν είναι καλά.»

«Την Πριγκίπισσα Νιρκένα;» απόρησε ο Χάφναρ.

«Ναι.» Ο Νόρβορ παραμέρισε, για να τη δουν. «Τη βρήκαμε.» Ο Πρίγκιπας και ο δράκαρχος είχαν μιλήσει χτες βράδυ για την εξαφάνισή της, έτσι ο δεύτερος γνώριζε τι ακριβώς είχε συμβεί, καθώς και ποιες υποψίες περνούσαν απ’το μυαλό του φίλου του.

Ο Χάφναρ έσφιξε τα λουριά της δράκαινάς του μέσα στο γαντοφορεμένο του χέρι. «Σρ’άερ,» είπε, «σπάσε τα ράφια.» Δεν το είχε ξανακάνει ποτέ αυτό: δεν είχε ξαναπροστάξει τη δράκαινά του να εκτελέσει κάτι τόσο συγκεκριμένο, και δεν ήξερε αν θα τον υπάκουγε· δεν ήξερε αν θα τον καταλάβαινε, βασικά. Εκείνη, όμως, δεν είχε κανένα πρόβλημα, ούτε να καταλάβει ούτε να υπακούσει. Επιτέθηκε στα ξύλινα ράφια σαν να επρόκειτο για επικίνδυνο εχθρό, και τα χτύπησε με τα νύχια, τα δόντια, και την ουρά της, ώσπου τα κομμάτιασε και δημιούργησε αρκετό χώρο, για να περάσουν ο Νόρβορ και οι τρεις γυναίκες. Τη φλογερή της ανάσα δεν τη χρησιμοποίησε, αντιλαμβανόμενη πως θα ήταν καταστροφική για όλους, εδώ μέσα. Ο Χάφναρ θαύμασε, γι’ακόμα μια φορά, την ευφυία των δράκων. Σίγουρα, δε σκέφτονταν σαν τους ανθρώπους, μα δεν ήταν και ζώα. Τι απίστευτα πλάσματα!

«Πρέπει να πάμε την Πριγκίπισσα σ’ένα δωμάτιο, να αναπαυθεί,» είπε ο Νόρβορ.

«Είσαι τραυματισμένος,» παρατήρησε ο Χάφναρ.

«Ναι, αλλά ελαφριά.»

«Σας επιτέθηκε κανείς;»

«Ναι. Θα σας εξηγήσουμε.»

Ο Χάφναρ, ο Κέλσοναρ, και η Ταλίνα οδήγησαν τον Νόρβορ, τη Νιρκένα, τη Μιάνη, και τη Σαντάνρα έξω απ’τη βιβλιοθήκη του Πύργου των Δράκων και σε ένα σαλόνι, όπου όλοι τους κάθισαν.

«Σ’άαρν,» είπε ο Κέλσοναρ, δείχνοντας το τζάκι, και ο δράκος του έβαλε φωτιά στα λιγοστά ξύλα που βρίσκονταν εκεί, φυσώντας επάνω τους.

«Ίσως θα έπρεπε να ειδοποιήσουμε και τους υπόλοιπους δρακαδελφούς,» είπε ο Χάφναρ, κοιτάζοντας τον Κέλσοναρ μέσα από τη δερμάτινή του μάσκα.

Ο Δρακοβασιληάς κατένευσε. «Ναι. Ζήτησέ τους να έρθουν. Πες τους ότι πρόκειται για έκτακτο συμβούλιο.»

Τι έπαθε τούτος; σκέφτηκε ο Νόρβορ. Τρελάθηκε τελείως, μετά απ’τον τραυματισμό του;

Ο Χάφναρ σηκώθηκε από τη θέση του και βγήκε απ’το καθιστικό, μαζί με τη Σρ’άερ.

«Τι κάνεις εδώ, Ταλίνα;» ρώτησε ο Νόρβορ.

«Φτιάχνω στίχους για τον Δρακοβασιληά, Υψηλότατε,» εξήγησε εκείνη. «Γιαυτό ήμασταν στη βιβλιοθήκη του πύργου: ψάχναμε παλιά άσματα των δράκαρχων.»

«Θέλετε κάτι να πιείτε;» ρώτησε ο Κέλσοναρ τους φιλοξενούμενούς του.

«Ναι, ό,τι υπάρχει,» αποκρίθηκε ο Νόρβορ.

Ο Κέλσοναρ γέλασε, ξερά. «‘Ό,τι υπάρχει’, πράγματι. Το υπηρετικό προσωπικό του παλατιού δε μας πολυεπισκέπτεται, όπως θα γνωρίζετε, Υψηλότατε.» Σηκώθηκε από τη θέση του. «Επομένως, έχουμε πάντοτε πρόβλημα σ’αυτού του είδους τα πράγματα… φαγητά, ποτά. Και δεν έχουμε και κανέναν να τα σερβίρει. Έτσι, ο Δρακοβασιληάς θα πρέπει τώρα να κάνει αυτό που όφειλαν να κάνουν υπηρέτες. Ελπίζω να αντιλαμβάνεστε την τιμή…» Βγήκε απ’το δωμάτιο, ακολουθούμενος από τον Σ’άαρν.


Κεφάλαιο 28
Προπαρασκευή

 

Ο Έπαρχος Κάβμαρ πήγε στη Δυτική Περιφέρεια της Νουάλβορ, και συνάντησε το Χέρι του στο εσωτερικό του Ναού του Σάλ’γκρεμ’ρωθ, προστάζοντας να μείνουν μόνοι, για να συζητήσουν.

«Τι συμβαίνει, Άρχοντά μου;» ρώτησε ο Αρχιερέας, στεκόμενος αντίκρυ του. Ήταν ντυμένος με λευκό πουκάμισο, καφέ, πέτσινο πανωφόρι, και ομόχρωμο, επίσης πέτσινο παντελόνι. Οι μελανές του μπότες γυάλιζαν, κι από τη ζώνη του κρεμόταν ένα μακρύ ξιφίδιο με στολισμένη λαβή. «Μου φαίνεστε ανήσυχος.»

«Τα πράγματα δεν προχώρησαν όπως τα σκεφτόμουν,» αποκρίθηκε ο Κάβμαρ, βηματίζοντας μέσα στο μικρό σαλόνι, και ενοχλημένος που «φαινόταν ανήσυχος». Χίλιες κατάρες! Εκείνο που πάντοτε απεχθανόταν είχε συμβεί: η κατάσταση είχε ξεφύγει από τον έλεγχό του. «Κι αυτό σημαίνει ότι πρέπει να βάλουμε την τελική φάση του σχεδίου μας σε εφαρμογή.»

«Από τώρα, Άρχοντά μου;» Το Χέρι δεν είχε τον Έπαρχο για άνθρωπο βιαστικών, ή σπασμωδικών, κινήσεων. Τουναντίον, τον είχε για άνθρωπο αναλυτικού σχεδιασμού και προσεγμένης δράσης.

«Ναι.» Ο Κάβμαρ στάθηκε μπροστά σε μια τοιχογραφία, η οποία απεικόνιζε ένα θηρίο με δύο κεφάλια, ένα στην αρχή του εξάποδου σώματός του κι ένα στο τέλος –μία απ’τις πολλές μορφές του Σάλ’γκρεμ’ρωθ, στον οποίο ο Έπαρχος, προσωπικά, δεν πίστευε, ούτε συμμετείχε στις τελετές του. Έβρισκε όλα αυτά τα όργια… απεχθή. «Δε γίνεται αλλιώς.»

«Έμαθα ότι η Πριγκίπισσα Νιρκένα πέθανε, Άρχοντά μου…»

«Και μετά, το πτώμα της χάθηκε.» Ο Κάβμαρ στράφηκε, για να τον αντικρίσει.

«Αλήθεια; Δεν ήμουν πληροφορημένος για τούτο.»

«Και τώρα, βρέθηκε κι η ίδια. Ζωντανή.»

«Αρχίζω να καταλαβαίνω,» ένευσε το Χέρι. «Σας έχουν αντιληφτεί, Άρχοντά μου;»

«Ναι. Εκτός αν η Νιρκένα έχει χάσει τη μνήμη της. Μα δε σκοπεύω να το ρισκάρω· επομένως, πηγαίνουμε στην τελική φάση του σχεδίου μας. Έχεις τις δυνάμεις σου έτοιμες, Λώντιρ;»

«Από καιρό, Άρχοντά μου.»

«Βάλε τους τροχούς σε κίνηση, λοιπόν.»

Το Χέρι ένευσε.

«Επίσης,» είπε ο Κάβμαρ, «έχω δύο αιχμαλώτους μαζί μου, για τους οποίους θα ήθελα να βρεις ένα ασφαλές μέρος.»

«Τι αιχμαλώτους, Άρχοντά μου;»

«Τον γιο της Κεντροφύλακος Φερνάλβιν και μια πολεμίστρια, φίλη του. Θα μου φανούν χρήσιμοι στο μέλλον, πιστεύω· γιατί πιθανώς να πρέπει να… πιέσω την Έριγκ, ώστε να με δεχτεί ως μονάρχη.»

«Ναι…» είπε το Χέρι, σκεπτικά. «Νομίζω πως εδώ, στο Ναό, θα είναι αρκετά ασφαλείς, κι οι δυο τους.»

«Ωραία,» αποκρίθηκε ο Κάβμαρ. «Μπορείς τώρα να ξεκινήσεις την τελική φάση. Είναι ήδη μεσημέρι, και θέλω ως το βράδυ τα πάντα να βρίσκονται σε πλήρη ετοιμότητα.»

*

Η Νιρκένα έβλεπε τους δράκαρχους γκρίζους, όπως γκρίζους έβλεπε και τον Νόρβορ, τη Μιάνη, τη Σαντάνρα, και την Ταλίνα, σαν το δηλητήριο του Κάβμαρ να είχε κάψει το μυαλό της και τώρα να μπορούσε να δει μονάχα στάχτες. Στάχτες που διαμόρφωναν διαστρεβλωμένες εικόνες. Γιατί δεν διέκρινε ακριβώς τις μορφές των ανθρώπων και των αντικειμένων· τα πρόσωπά ήταν πιο τραβηγμένα, οι γωνιές πιο στρογγυλεμένες ή πιο οξυμένες, τα μάτια μικρότερα ή μεγαλύτερα, οι μύτες το ίδιο.

Προσπαθούσε να παρακολουθήσει τη συζήτηση που γινόταν γύρω της, μα το έβρισκε δύσκολο, και δεν έφταιγαν μονάχα οι διαστρεβλωμένες εικόνες για τούτο, αλλά και ο πόνος στο κεφάλι της: ο πόνος που ήταν χειρότερος από εκείνον που είχε νιώσει ύστερα από τη χρήση του ουρανόλιθου. Πάντως, μπορούσε να αντιληφτεί κάποια πράγματα, κι απ’όσο καταλάβαινε, οι δράκαρχοι και οι άλλοι μιλούσαν για τα τελευταία γεγονότα: για τη δηλητηρίασή της και για την προδοσία του Κάβμαρ.

Η Νιρκένα προσπάθησε να εστιάσει τις αισθήσεις της στη διαδραματιζόμενη κουβέντα, να διακρίνει ποιος έλεγε τι.

«Πρέπει να τον κυνηγήσουμε, Πρίγκιπά μου!» τόνισε κάποιος: ένας σωματώδης άντρας, που ένα σκοινί –όχι· ο λαιμός ενός δράκου– ακουμπούσε στα γόνατά του. Ο Νίσαρελ πρέπει να ήταν. Ναι, ο Δράκαρχος Νίσαρελ… «Αποκλείεται να έχει πάει μακριά. Κακώς καθυστερούμε.»

«Δεν ξέρουμε προς τα πού κατευθύνεται.» Η Μιάνη. «Μπορεί να πηγαίνει οπουδήποτε. Αν θέλει, ως τώρα μπορεί να έχει βγει από την πόλη. Σαντάνρα, υπάρχει περίπτωση να τον εντοπίσεις;»

«Το βασιλικό κατασκοπευτικό δίκτυο δε βρίσκεται σε καλή κατάσταση, Αρχόντισσά μου. Ρωτήστε και τη μητέρα σας· το ίδιο θα σας πει. Οι κατάσκοποί μας δεν είναι έμπιστοι πλέον. Οι περισσότεροι απ’αυτούς, τουλάχιστον.»

«Μητέρα, δεν υπάρχει κανείς που να μπορούμε να εμπιστευτούμε;»

Η Νιρκένα κατάλαβε ότι μιλούσαν σ’εκείνη, και στράφηκε, για να κοιτάξει την κόρη της. Το πρόσωπο της Μιάνης ήταν μακρύτερο απ’ό,τι το θυμόταν, και κέρατα φύτρωναν από τις πλευρές του. Γιατί φυτρώνουν αυτά τα κέρατα εκεί; Έκανε να τα αγγίξει. Αλλά εκείνη της έπιασε το χέρι.

«Μαμά, πες μου: Υπάρχει κάποιος κατάσκοπος που να μπορεί να μας οδηγήσει στον… Έπαρχο Κάβμαρ;»

Δε θέλει να τον αποκαλέσει «πατέρα», σκέφτηκε η Νιρκένα. Όχι πλέον. Και έχει δίκιο: δεν είναι πατέρας της· δεν είναι ο πραγματικός της πατέρας…

«Όχι,» της απάντησε. «Μόνο τη Σαντάνρα εμπιστεύομαι.»

«Λοιπόν,» είπε κάποιος –ο Νόρβορ· ο Νόρβορ ήταν. «Καλύτερα να επιστρέψουμε στον Βασιλικό Πύργο. Πρέπει, κατ’αρχήν, οι θεραπευτές να κοιτάξουν τη θεία.»

Τι μπορούν να κάνουν οι θεραπευτές τώρα;… Η Νιρκένα αισθάνθηκε δάκρυα να τρέχουν στα μάγουλά της, καθώς το κεφάλι της πήγαινε να σπάσει από τον φλογερό πόνο του δηλητηρίου. Ο Φανλαγκόθ… μόνο ο Φανλαγκόθ μπορεί να με βοηθήσει… Γιατί δε μου μιλάει; Με τον ουρανόλιθο, μπορεί να με βοηθήσει, δε μπορεί;…

«Έλα, μητέρα, σήκω.» Ένιωσε τη Μιάνη ν’ακουμπά τους ώμους της και να την ωθεί.

Η Νιρκένα σηκώθηκε, και προσπάθησε να εστιάσει πάλι τις αισθήσεις της σ’αυτά που λέγονταν γύρω της.

«…επικίνδυνο. Ίσως να έχει αφήσει δολοφόνους πίσω του.» Ποιος μιλούσε; Η Πριγκίπισσα κοίταξε προς τη μεριά της φωνής, και είδε έναν πανύψηλο γίγαντα, ο οποίος ήταν απρόσωπος· δεν είχε ούτε στόμα, ούτε μύτη, ούτε μάτια. Θεοί, ποιος είν’αυτός; Είναι άνθρωπος ή δαίμονας;

«Θα συλλάβουμε όλους του τους υπηρέτες, Χάφναρ,» είπε ο Νόρβορ, «και θα τους κάνουμε να μας πουν ό,τι ξέρουν.»

«Ίσως αυτό να μην είναι αρκετό.» Ποιος μιλούσε τώρα; Α, ναι: ο Νίσαρελ. «Θα μπορούσαμε εμείς να σας προστατέψουμε πάλι, Υψηλότατε–»

«–αφότου το συζητήσουμε, πρώτα, αναμεταξύ μας,» τόνισε μια σκοτεινή φιγούρα, ακαθορίστου μορφής. Σαν φάντασμα, δεν είναι; Στο κεφάλι της υπήρχε κάτι που γυάλιζε. Ένα στέμμα; Και η φωνή της ήταν βραχνή. Ο Κέλσοναρ πρέπει νάναι. Ο Κέλσοναρ…

«Δεν έχουμε χρόνο για λόγια!» είπε ο Νίσαρελ. «Διαφωνεί κανείς ότι οφείλουμε να εκτελέσουμε το καθήκον μας –να προστατέψουμε, δηλαδή, τον Βασιλικό Οίκο;»

«Δεν διαφωνώ, δρακαδελφέ,» είπε ο Κέλσοναρ.

«Ας συνοδέψουμε, επομένως, τον Πρίγκιπα και τους υπόλοιπους στο Βασιλικό Πύργο.»

*

Το Χέρι δήλωσε πως ήθελε να μιλήσει με τον Άργκελ το Βασιληά σε ουδέτερο έδαφος. Ο ορισμός «ουδέτερο έδαφος» σήμαινε ένα μέρος το οποίο, κατά πρώτον, δεν βρισκόταν υπό τον έλεγχο του Άργκελ και, κατά δεύτερον, δεν αποτελούσε τόπο απόλυτης κυριαρχίας του Χεριού, γιατί η περισσότερη Δυτική Περιφέρεια είχε υποταχτεί σ’αυτόν, έτσι κι αλλιώς.

Ο επονομαζόμενος Βασιληάς αποφάσισε πως, σίγουρα, ο εχθρός του θα είχε καλό λόγο που επιθυμούσε να μιλήσουν, οπότε συμφώνησε να τον συναντήσει σε μια αποθήκη του περιώνυμου λαθρέμπορα και μαυραγορίτη Βάκναν. Και είπε στον Ζάνμελ να τον ακολουθήσει· «αλλά δεν είναι τώρα η ώρα να του επιτεθείς,» του τόνισε. «Το Χέρι δε θα έχει έρθει εκεί ξεβράκωτο. Θάχει μαζί του τους καλύτερούς του μαχαιροβγάλτες. Δε θέλω φασαρίες, λοιπόν. Με εννοείς;» Εκείνος κατένευσε, σιωπηλά, και τον συνόδεψε στο μέρος της συνάντησης. Μαζί τους πήγε και η Αμάντριν (που τα αισθήματα απέχθειας ανάμεσα σ’αυτήν και τον Ζάνμελ ήταν αμοιβαία), καθώς κι ορισμένοι ακόμα μαχητές του Άργκελ, ο ένας χειρότερο παλιοτόμαρο απ’τον άλλο.

Η αποθήκη που τους είχε παραχωρήσει ο Βάκναν, για να μιλήσουν, δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλη, αλλά αρκετά ευρύχωρη ώστε να μη στριμώχνονται. Η μονή, ξύλινη θύρα άνοιξε και ο Άργκελ πέρασε, ακολουθούμενος από τους συνοδούς του. Το δωμάτιο ήταν γεμάτο με παραμερισμένα κιβώτια και πράγματα καλυμμένα με υφάσματα και δέρματα. Την περιφέρειά του κάλυπταν οπλισμένοι άντρες και γυναίκες –άνθρωποι του Χεριού ή του Βάκναν, ή και των δύο. Το ίδιο το Χέρι καθόταν σ’έναν θρόνο φτιαγμένο από κασόνια, και στο δεξί του χέρι βαστούσε μια κούπα. Την όψη του κάλυπτε ένα προσωπείο σε σχήμα κρανίου –το προσωπείο που φορούσε και στον Ναό του Σάλ’γκρεμ’ρωθ.

Ο Απέθαντος περίμενε τον Βασιληά και τους δικούς του να συγκεντρωθούν στο κέντρο του δωματίου, και ένας από τους άντρες του έκλεισε την πόρτα της αποθήκης. Τα μάτια του Χεριού παρατηρούσαν τον Άργκελ και τους υπόλοιπους ερευνητικά, μέσα απ’τη μάσκα του.

Ο Ζάνμελ φορούσε κουκούλα, υποπτευόμενος πως ο Απέθαντος, αφού ήταν σύμμαχος του Νουτκάλι, πιθανώς να ήξερε την όψη του, και, όταν βρίσκονταν τόσο κοντά ο ένας στον άλλο, θα τον αναγνώριζε, σίγουρα. Έτσι, καλύτερα να έκρυβε το πρόσωπό του· ήταν πιο ασφαλές.

«Καλωσόρισες, μισητέ,» είπε ο Απέθαντος από τον ξύλινο θρόνο του.

«Χα-χα-χα! χα!» γέλασε ο Άργκελ. «Βρίσκω τον χαιρετισμό σου… διασκεδαστικό.»

«Χαίρομαι που σε διασκεδάζω, γιατί θα πρέπει να αισθάνεσαι άνετα εδώ, αν είναι να συζητήσουμε το θέμα που έχω κατά νου.» Σήκωσε λίγο το προσωπείο του και ήπιε κρασί. Ύστερα, το κατέβασε πάλι.

Ο Άργκελ ύψωσε ένα φρύδι. «Και το θέμα είναι…;»

«Προτείνω μια συμμαχία ανάμεσά μας. Σύντομα, θα διαδραματιστούν γεγονότα κοσμοϊστορικά για τη Νουάλβορ, και τότε, πίστεψέ με, Βασιληά, δε θα ήθελες να είσαι εχθρός μου.»

«Φοβάμαι πως δεν σε εννοώ.» Ο Άργκελ σταύρωσε τα χέρια του πίσω απ’την πλάτη. Τα φρύδια του ήταν τώρα σμιγμένα.

«Πώς να σ’το θέσω, χωρίς ν’αποκαλύψω πολλά;…» Το Χέρι έβγαλε το προσωπείο του, αφήνοντάς το επάνω στο δεξί κιβώτιο απ’αυτά που αποτελούσαν τον αυτοσχέδιο θρόνο του. «Η Δυτική Περιφέρεια είναι δική μου. Μόνο μ’εσένα έχω προβλήματα–»

«Όχι. Έχ–»

«Ναι,» τόνισε το Χέρι. «Ακόμα και η φρουρά είναι στο τσεπάκι μου, αδελφέ. Ο Επόπτης κι εγώ είμαστε…» ήπιε μια γουλιά απ’την κούπα του, «…φιλαράκια. Αν δε με πιστεύεις, πήγαινε να τον ρωτήσεις. Εσύ, δυστυχώς, είσαι το μόνο μουλάρι εδώ πέρα. Δεν έχω, όμως, χρόνο για ανούσιους διαπληκτισμούς. Θέλω να προχωρήσω. Και δε θα χάσεις, αν συμμαχήσεις μαζί μου. Πρόσεξε ότι αναφέρομαι σε συμμαχία, όχι σε υποταγή.»

«Το ένα, πολλές φορές, δεν είναι μακριά απ’το άλλο…»

«Δεδομένο. Αλλά, ακόμα κι αν δε με πιστεύεις, ακόμα κι αν θεωρείς την πρόταση συμμαχίας μου πρόταση υποταγής, τι νομίζεις ότι σε συμφέρει περισσότερο;»

«Τι εννοείς, λέγοντας πως ‘θέλεις να προχωρήσεις’;»

Το Χέρι μειδίασε. «Αυτά τα αποκαλύπτω μόνο στους συμμάχους μου, μισητέ Άργκελ. Μόνο στους πολύ έμπιστους και καλούς μου συμμάχους. Για την ώρα, φτάνει να ξέρεις πως τα πράγματα θ’αλλάξουν στη Νουάλβορ. Θ’αλλάξουν δραματικά.»

«Στη Νουάλβορ; Όχι στη Δυτική Περιφέρεια;»

«Στη Νουάλβορ,» επέμεινε το Χέρι.

Ο Άργκελ έμεινε σιωπηλός, κοιτάζοντας το δάπεδο, με σκεπτική όψη στο πρόσωπό του.

«Αρχίζεις να αντιλαμβάνεσαι πόσο μεγάλη είναι η επιρροή μου σε τούτο το μέρος;» είπε το Χέρι. «Έχω τον έλεγχο της πόλης πολύ περισσότερο απ’ό,τι ο ίδιος ο Οίκος των Γάθνιν.»

Τι σχεδιάζει να κάνει; αναρωτήθηκε ο Ζάνμελ. Να ανατρέψει την εξουσία; Πώς;

Ο Άργκελ κοίταξε το Χέρι με δυσπιστία.

«Τι σκέφτεσαι; Πες μου.» Ο Απέθαντος άφησε την κούπα του παραδίπλα και σταύρωσε τα χέρια εμπρός του, ανεβάζοντας το δεξί πόδι επάνω στο κασόνι όπου καθόταν. «Πες μου.»

«Δεν καταλαβαίνω τι ακριβώς κερδίζω εγώ από τη συμμαχία μας.»

«Όταν θα είμαι ο Άρχοντας ετούτης της πόλης, θα ήθελες να είσαι με το μέρος μου ή όχι, Άργκελ;»

«Ποιος με διαβεβαιώνει ότι θα γίνεις ο Άρχοντας ετούτης της πόλης;»

«Εγώ σε διαβεβαιώνω.»

«Κι αν θεωρήσω ότι μπλοφάρεις;»

Το Χέρι ανασήκωσε τους ώμους. «Κακό δικό σου…»

Ο Άργκελ χτύπησε το πόδι στο πάτωμα. «Πρέπει να σου απαντήσω τώρα;»

«Φοβάμαι πως ναι. Βιάζομαι.»

«Τι θα γίνει αν αρνηθώ τη συμμαχία;»

«Θα στρέψω τους πάντες στη Δυτική Περιφέρεια εναντίον σου,» εξήγησε το Χέρι. «Το ξέρω ότι θα αντέξεις για αρκετό καιρό, γιατί η δύναμή σου εδώ δεν είναι μικρή. Το ξέρω, επίσης, ότι, κατά πάσα πιθανότητα, θα φύγεις, μόλις δεις τα σκούρα. Αλλά αυτά δε με απασχολούν ιδιαίτερα. Δε με απασχολούν καθόλου, για την ακρίβεια. Εγώ κερδίζω, ούτως ή άλλως. Κι εσύ χάνεις.

»Σκέψου, όμως, πόσο διαφορετικά θα είναι τα πράγματα αν συμμαχήσεις μαζί μου. Όχι μόνο δεν θα χάσεις τα όσα έχεις ήδη αποκτήσει, μα θα ανελιχτείς κιόλας, μισητέ. Η επιρροή σου θα επεκταθεί… πέραν της Δυτικής Περιφέρειας. Δε σε βάζει τούτο σε πειρασμό;»

«Με βάζει.»

«Είμαστε σύμμαχοι, λοιπόν;»

«Είμαστε,» είπε ο Άργκελ, ύστερα από μια στιγμή δισταγμού.

«Στη συμμαχία!» είπε το Χέρι, υψώνοντας την κούπα του και πίνοντας μια μεγάλη γουλιά.

Ποια είναι η δική μου θέση τώρα; σκέφτηκε ο Ζάνμελ. Ο Άργκελ τον είχε προσλάβει για να δολοφονήσει το Χέρι. Αλλά θα ίσχυε αυτό πλέον; Θα ίσχυε, ύστερα από τη συμμαχία; Σίγουρα όχι, αν η συμμαχία ήταν αληθινή. Αν, όμως, ο Βασιληάς σκόπευε να εξαπατήσει τον εχθρό του, και να τον σκοτώσει όταν εκείνος θα του είχε την πλάτη γυρισμένη, τότε, αναμφίβολα, ο Ζάνμελ θα συνέχιζε το έργο του…

*

Η Οδός Οπληφόρων, στην Περιφέρεια Παλατιών της Νουάλβορ, ήταν ανηφορική και κατέληγε σ’ένα ύψωμα με φτελιές. Ανάμεσα στα μακρόβια αυτά δέντρα έστεκε η οικία Σέντριν, όπου έμενε η ομώνυμη ευγενική οικογένεια, η οποία αποτελείτο από την Αρχόντισσα Βανρίλια και τον δεκαεξάχρονο γιο της, Τάλθαν. Ο σύζυγος της είχε πεθάνει εδώ και εννιά χρόνια, και οι γονείς της ήταν, επίσης, νεκροί. Αδέλφια δεν είχε. Ο Οίκος της, ωστόσο, ήταν από τους ισχυρότερους και σημαντικότερους στο Νόρβηλ. Κάποτε, αυτό ίσχυε λόγω πραγματικής εξουσίας και διευρυμένης επιρροής· σήμερα, λόγω υπέρογκου πλούτου και φήμης. Αλλά και λόγω της ίδιας της Βανρίλια, η οποία έκανε το παν προκειμένου να ισχυροποιεί την οικογένειά της –τον εαυτό της, δηλαδή.

Χρησιμοποιούσε τον πλούτο της με τρόπο ευέλικτο και αποτελεσματικό, αγοράζοντας γη στα περίχωρα της Νουάλβορ, καθώς και καράβια και καταστήματα. Έτσι, τα κέρδη της έφερναν κι άλλο πλούτο. Το χρυσάφι στο θησαυροφυλάκιό της πολλαπλασιαζόταν με κάθε χρόνο που περνούσε. Είχε τα χρήματα για να συντηρεί έναν μικρό στρατό –κάπου πέντε χιλιάδες μαχητές, υπολόγιζε–, αλλά δεν το είχε κάνει ακόμα, γιατί δεν έβρισκε ότι της χρειαζόταν.

Δεν ήταν, όμως, γνωστή μονάχα για τον πλούτο της, η Αρχόντισσα Σέντριν. Ήταν γνωστή και για τους εραστές της, ειδικά ανάμεσα στο στρατό της Νουάλβορ. Οι κουτσομπόληδες της Περιφέρειας Παλατιών έλεγαν πως είχαν, κατά καιρούς, δει σχεδόν όλους τους διοικητές της φρουράς να μπαίνουν ή να βγαίνουν από την οικία της. Μάλιστα, ορισμένοι είκαζαν ότι η οικοδέσποινα είχε δολοφονήσει τον σύζυγό της για να μπορεί να κάνει ακριβώς αυτή τη ζωή.

Ωστόσο, υπήρχαν και πράγματα που λέγονταν προς έπαινο της Βανρίλια, γιατί ο κόσμος ήξερε για την Ταχύτητα που κρυβόταν εντός της. Η Αρχόντισσα Σέντριν ήταν ένας από εκείνους τους σπάνιους Ωθράγκος με το Χάρισμα. Δεν είχε, όμως, ποτέ της εργαστεί ως ταχυπομπός για τον Βασιλικό Οίκο των Γάθνιν, ή για κανέναν άλλο Άρχοντα, παρότι αρκετές προσφορές τής είχαν γίνει. Προτιμούσε να εκμεταλλεύεται προσωπικά την Ταχύτητά της. Είχε βγει νικήτρια στους περσινούς Αγώνες Ταχυδρομίας, και είχε δεχτεί το Χρυσό Περιδέραιο Ταχύτητος μέσα στον Ναό του Ζικαράθορ. Ο ίδιος ο Βασιληάς Άργκελ ε Γάθνιν είχε περάσει την αλυσίδα γύρω απ’το λαιμό της, ενώ εκείνη βρισκόταν στο ένα γόνατο εμπρός του, λαχανιασμένη από τη χρήση του Χαρίσματος.

Ύστερα από τούτο το γεγονός, οι φήμες ότι η Βανρίλια δεν κατείχε μόνο την Ταχύτητα αλλά και την Τηλεμεταφορά είχαν αρχίσει να θεριεύουν στους κύκλους των ευγενών. Υπήρχαν, μάλιστα, κάποιοι που έλεγαν ότι είχαν δει την Αρχόντισσα να εξαφανίζεται από ένα σημείο και να εμφανίζεται σ’ένα άλλο, αρκετά μέτρα μακριά. Η ίδια, όμως, ποτέ δεν απαντούσε ευθέως, όταν τη ρωτούσαν. «Δε θα μ’αφήσετε να έχω κανένα μυστικό;» αποκρινόταν, υπομειδιώντας. Πράγμα το οποίο έκανε τις φήμες να φουσκώνουν ακόμα περισσότερο.

Η Βανρίλια δεν είχε κανένα πρόβλημα μ’αυτό, γιατί βοηθούσε στην ισχυροποίηση του Οίκου της. Και οι δεξιώσεις στο σπίτι της ολοένα και πλήθαιναν.

Το συγκεκριμένο απόγευμα, όμως, η ατμόσφαιρα ήταν ήσυχη στον πλακόστρωτο, ανηφορικό δρόμο, και δεν υπήρχαν δυνατά φώτα στην οικία Σέντριν. Το Χέρι του Έπαρχου το προτιμούσε έτσι. Δεν είχε διάθεση για φασαρία, ύστερα από τόσες προετοιμασίες και πάρε-δώσε που είχε κάνει σήμερα.

Πλησίασε την πόρτα του κήπου και είπε στον φρουρό, με Σαρενθάλια προφορά: «Ονομάζομαι Μάθμερ. Η οικοδέσποινα με περιμένει, νομίζω.»

Ο άντρας τον οδήγησε στο εσωτερικό του σπιτιού, και μια υπηρέτρια έτρεξε να ειδοποιήσει την Αρχόντισσά της.

Το Χέρι κάθισε σε μια πολυθρόνα, σταυρώνοντας τα πόδια στο γόνατο και κοιτάζοντας τους πίνακες και τα αγάλματα που στόλιζαν το σαλόνι. Όλα αυτά μαζί άξιζαν μια περιουσία: μια μεγάλη περιουσία, για τα δεδομένα του κοινού πολίτη της Νουάλβορ. Τόσο πλούτο ένας τέτοιος άνθρωπος δε θα συνέλεγε όλη του τη ζωή, ακόμα κι αν εργαζόταν μέρα-νύχτα, αδιάκοπα.

Η Βανρίλια κατέβηκε τη σκάλα που ήταν στρωμένη με πράσινο χαλί. Φορούσε ένα μακρύ, μπλε φόρεμα με φαρδιά, ημικυκλική λαιμόκοψη και σχισίματα και στις δύο κνήμες. Στα πόδια της, δένονταν μαύρα, δερμάτινα σανδάλια, ενώ από το λαιμό της κρεμόταν το Χρυσό Περιδέραιο Ταχύτητος που είχε κερδίσει στις περσινές ταχυδρομίες και σπάνια αποχωριζόταν πλέον· το φορούσε σε κάθε επίσημή της εμφάνιση, και όχι μόνο. Τα δάχτυλά της ήταν στολισμένα με δαχτυλίδια και οι καρποί της με βραχιόλια, που γυάλιζαν στο φως των κεριών του πολύφωτου και της φωτιάς του τζακιού. Τα μαύρα, μακριά της μαλλιά συγκρατούσε πίσω μια κοκάλινη χτένα.

Το Χέρι ορθώθηκε, καθώς η Βανρίλια έφτανε στο τέλος της σκάλας. «Αρχόντισσά μου,» είπε, κάνοντας μια σύντομη υπόκλιση. «Πώς είσαι;»

«Λώντιρ,» αποκρίθηκε εκείνη, πλησιάζοντας. «Καλά. Πώς είσαι εσύ;» Τον φίλησε στο μάγουλο.

«Τρέχω όλη μέρα,» είπε το Χέρι, «και εύχομαι να είχα το δικό σου Χάρισμα, της Ταχύτητας.»

Η Βανρίλια μειδίασε, και βάδισε προς την ξύλινη κάβα του σαλονιού. «Ένα ποτό;»

«Ναι, γιατί όχι;» ανασήκωσε τους ώμους το Χέρι.

Η Βανρίλια έριξε πάγο μέσα σ’ένα ποτήρι και το γέμισε με δύο ειδών κρασιά, προτού το δώσει στο Χέρι.

Εκείνος το πήρε και ήπιε μια γουλιά. Γλυκό και δυνατό. «Πού είναι ο γιος σου, απόψε;»

«Εδώ,» αποκρίθηκε η Βανρίλια, φτιάχνοντας ένα ποτό για τον εαυτό της, «στα δωμάτιά του. Είχε μπλέξει χτες…» Ήπιε, καθώς μια σκιά ανησυχίας περνούσε απ’τα μάτια της. «Δεν είναι προσεκτικός.»

«Ίσως να πήρε περισσότερα από τον άντρα σου, τότε,» είπε το Χέρι.

«Ίσως.» Η Βανρίλια πωμάτισε τα μπουκάλια και τα έβαλε στη θέση τους, μαζί με τον πάγο.

«Πρέπει να ήταν πολύ απρόσεκτος, για να πεθάνει έτσι όπως πέθανε…» Το Χέρι την παρατηρούσε, με στενεμένα μάτια, καθώς έπινε.

Η Βανρίλια χαμογέλασε και στράφηκε να τον αντικρίσει. «Όχι, δε σου λέω.»

Επρόκειτο για τη συνηθισμένη του απορία: Αν η Αρχόντισσα είχε σκοτώσει τον άντρα της ή όχι. Δυστυχώς, παρά τις διασυνδέσεις του, το Χέρι δεν είχε καταφέρει ν’ανακαλύψει την αλήθεια πάνω σ’αυτό το θέμα.

«Ποιος ο λόγος της επίσκεψής σου, λοιπόν;» ρώτησε η Βανρίλια.

«Ήρθε η ώρα να βάλουμε σ’εφαρμογή το σχέδιό μας,» απάντησε το Χέρι.

«Από τώρα;»

«Διστάζεις;»

«Όχι, δεν είναι αυτό…»

«Τότε;»

«Απλά, νόμιζα ότι θα υπήρχε περισσότερη προετοιμασία· ότι θα είχαν συμβεί άσχημα πράγματα στο Παλάτι των Δεκαεννέα Πύργων.»

«Έχουν συμβεί άσχημα πράγματα στο Παλάτι των Δεκαεννέα Πύργων,» τόνισε το Χέρι. «Και, δυστυχώς ή ευτυχώς, η επιχείρησή μας δεν μπορεί να περιμένει άλλο. Τα έχεις όλα έτοιμα, ή όχι;»

«Φυσικά και τα έχω έτοιμα,» είπε η Βανρίλια. «Τα είχα έτοιμα εδώ και καιρό. Το μόνο που χρειάζεται είναι να μιλήσω σε έναν από τους ανθρώπους μου, και θα αποκηρύξουν άπαντες τον Οίκο των Γάθνιν.»

«Αυτό ήθελα ν’ακούσω,» ένευσε το Χέρι. «Και τώρα, φοβάμαι ότι πρέπει να φεύγω, γιατί έχω να πάω κι αλλού, προτού έρθουν τα μεσάνυχτα.»

«Μπορείς ακόμα και μετράς πότε είναι τα μεσάνυχτα;» αποκρίθηκε η Βανρίλια, χαριτολογώντας και αναφερόμενη, προφανώς, στη μυστηριώδη εξαφάνιση του ήλιου και του φεγγαριού από τον ουρανό.

«Προσπαθώ.» Το Χέρι άφησε το ποτό του στην κάβα.

«Ξέρεις τι συνέβη; Ξέρεις πότε θα περάσει αυτό το… φαινόμενο;»

«Δεν έχω ιδέα.» Και ο Νουτκάλι, που νόμιζα ότι θα μου εξηγούσε κάποια πράγματα, δεν έχει βγάλει άχνα τελευταία… «Σε καληνυχτίζω, Βανρίλια.»

«Πότε θέλεις να βάλω σε εφαρμογή το σχέδιο;» τον ρώτησε εκείνη, προτού βγει από το δωμάτιο.

«Απόψε,» απάντησε το Χέρι. «Όσο πιο γρήγορα μπορείς.»

«Δηλαδή, θα ξεκινήσουμε αύριο κιόλας…»

«Ακριβώς.»

*

Ο Νόρβορ είχε κουραστεί από τη βαβούρα της βασιλικής αίθουσας. Ως Αντιβασιλέας, είχε καθίσει στον Ουρανολίθινο Θρόνο για να μιλήσει στην Αυλή του σχετικά με τα τελευταία γεγονότα και σχετικά με την προδοσία του Έπαρχου Κάβμαρ. Όταν τελείωσε τα λόγια του –τα οποία άπαντες άκουσαν εμβρόντητοι–, σαματάς αρχίνησε μέσα στο απέραντο δωμάτιο. Όλοι προσπαθούσαν να βρουν λύση στο πρόβλημα, και όλοι διαφωνούσαν με όλους. Η Κεντροφύλαξ Φερνάλβιν έλεγε πως όφειλαν να επιτεθούν στη Νέλβορ άμεσα, και ο Άρχων-Φύλαξ Άραντιρ ομοφωνούσε. Ο Έπαρχος Άρδαν της Μπένριγκ υποστήριζε πως αυτό θα ήταν ανούσιο, και πρότεινε να προσλάβουν κατασκόπους έξω από το Νόρβηλ, ώστε να ξετρυπώσουν τον προδότη, που από εδώ και πέρα, σίγουρα, θα κρυβόταν συνεχώς. Αυτή η μέθοδος, όμως, ήταν χρονοβόρα, έλεγε η Αρχόντισσα Πανθία της Ρίλβορ, διότι, μέχρι να προσληφτούν οι νέοι κατάσκοποι, ποιος ξέρει τι θα είχε κάνει ο Έπαρχος Κάβμαρ; Και η Φερνάλβιν συμφωνούσε, απαιτώντας το παλάτι να δράσει αμέσως, και να βρει το γιο της, πράγμα το οποίο ο σύζυγός της, Ζάρναβ, έκρινε σωστό –«Πρέπει να βρούμε τον Άνγκεδβαρ, προτού ο Κάβμαρ προλάβει να τον χρησιμοποιήσει εναντίον μας!»–, αλλά διαφωνούσε με την καταμέτωπο επίθεση κατά της Νέλβορ, που πρότεινε η Κεντροφύλαξ: «Δε θα πάρουμε πίσω τον Άνγκεδβαρ έτσι, και το Βασίλειο δεν αντέχει κι άλλες πολιορκίες.»

Μα, αν καταλάμβαναν το παλάτι του Έπαρχου Κάβμαρ, τότε εκείνος θα έχανε μεγάλο μέρος της δύναμής του, υποστήριζε η Βασίλισσα Ακάρθα· δε θα είχε πού να κρυφτεί. Ο Αρχιστράτηγος Φέλναθαρ, ωστόσο, πρότεινε ότι το καλύτερο που είχαν να κάνουν ήταν να ξαμολήσουν τη φρουρά της πόλης και τη φρουρά του Παλατιού των Δεκαεννέα Πύργων, για να εντοπίσουν τον προδότη, ο οποίος αποκλείεται να είχε πάει μακριά. Αλλά η Σέθρα, η σύμβουλος πολιτείας, διαφωνούσε, πιστεύοντας ότι δεν υπήρχε ποτέ περίπτωση οι απλοί στρατιώτες να μπορέσουν να δράσουν ως κατάσκοποι. Και ο Έπαρχος Άρδαν κατένευε και έλεγε πως η κυρία είχε απόλυτο δίκιο· ο μόνος τρόπος ήταν να ισχυροποιήσουν το κατασκοπευτικό τους δίκτυο, αλλιώς ήταν χαμένοι. «Μα, δεν υπάρχει ο ανάλογος χρόνος,» τόνισε ο Ζάρναβ. «Ο γιος μου κινδυνεύει, ακόμα και τώρα που καθόμαστε και μιλάμε. Για όνομα των θεών, Άρχοντές μου, δε βρίσκουμε λύση έτσι!»

«Οι υπηρέτες και οι μαχητές του Κάβμαρ, τους οποίους ανακρίνουμε, θα μας αποκαλύψουν την κρυψώνα του,» είπε ο Δάρβαν ε Νίλγκωρ. «Ας μην πανικοβαλλόμαστε τόσο εύκολα.»

«Να μην πανικοβαλλόμαστε;» αντιγύρισε ο Ζάρναβ. «Αν ήταν η Φάλμα αιχμάλωτη αυτού του καθάρματος, δε θα είχες πανικοβληθεί κάπως, Δάρβαν;»

Κι έτσι συνεχιζόταν η «συζήτησή» τους. Και, φυσικά, λύση δε βρέθηκε. Τουλάχιστον, ο Νόρβορ δεν άκουσε καμία λύση, μέχρι που νύχτωσε και αποφάσισε να αποσυρθεί στα διαμερίσματά του, για να βάλει μια τάξη στις σκέψεις του.

Ίσως να περίμεναν από εμένα –τον Αντιβασιλέα– να τους βρω τη λύση, σκέφτηκε ο Πρίγκιπας, καθώς έβγαζε τις μπότες του και γδυνόταν. Εγώ, όμως, δεν έχω λύση να τους παρουσιάσω. Είμαι μπερδεμένος, και με τα λόγια τους με μπερδεύουν ακόμα πιο πολύ. Ο καθένας έχει δίκιο, από τη δική του μεριά· είναι αδύνατον ν’αποφασίσω… είναι αδύνατον ν’αποφασίσω ποιος έχει περισσότερο δίκιο.

Προχώρησε ως το παράθυρο και κοίταξε έξω, τη Νουάλβορ, φωτισμένη από εκατοντάδες μικρά φώτα. «Πού είσαι, Κάβμαρ;» ψιθύρισε. «Πού είσαι, χιλιοκαταραμένο κάθαρμα;»

Μια πόρτα άνοιξε πίσω του, και ο Νόρβορ περιστράφηκε.

«Σας τρόμαξα, Πρίγκιπά μου;» είπε η Σαντάνρα. «Με συγχωρείτε.»

«Όχι,» είπε ψέματα ο Νόρβορ. «Απλά, είμαι ταραγμένος.»

«Σας έχω ετοιμάσει το λουτρό. Υπέθεσα πως θα θέλατε να πλυθείτε…»

«Σ’ευχαριστώ, Σαντάνρα.» Ο Πρίγκιπας είχε κάνει μπάνιο, προτού εμφανιστεί στην Αίθουσα του Ουρανολίθινου Θρόνου, αλλά, όντως, ήθελε άλλο ένα, τώρα που είχε φύγει από εκεί. Ήταν, αναμφίβολα, παράξενο, όμως ετούτη τη στιγμή αισθανόταν πιο χάλια από τότε που βγήκε από τους εσώτερους διαδρόμους του παλατιού. Όλες αυτές οι φωνές και οι διαφωνίες τον είχαν κουράσει περισσότερο από το κυνηγητό μέσα στις σκοτεινές σήραγγες.

«Θα σας αλλάξω τον επίδεσμο, μετά,» είπε η Σαντάνρα.

Ο Νόρβορ ένευσε και πήγε στο λουτρό, βγάζοντας και τα τελευταία ρούχα από πάνω του και γλιστρώντας μέσα στο ζεστό σαπουνόνερο.

Ίσως το λογικότερο να ήταν να περιμένουν τους υπηρέτες του Κάβμαρ να μιλήσουν, σκέφτηκε καθώς πλενόταν. Γιατί αυτοί, ακόμα και να μην ήξεραν ακριβώς πού είχε πάει ο Άρχοντάς τους, πρέπει να είχαν κάποια γενική ιδέα, σωστά;

Χμμμ… Ο Νόρβορ διαπίστωσε ότι αμφέβαλε κι ο ίδιος για τα συμπεράσματά του. Σκατά… Το μυαλό μου έχει γίνει πολτός, ύστερα απ’όλα τούτα! Αναστέναξε. Τι άλλο μπορούσαν να κάνουν, εκτός απ’το να περιμένουν τους ανθρώπους του Κάβμαρ να μιλήσουν; Χίλια-δύο πράγματα είχαν προταθεί στην Αίθουσα του Ουρανολίθινου Θρόνου, αλλά ο Νόρβορ το έβρισκε αδύνατο να αποφασίσει ανάμεσά τους. Επομένως, το μόνο που έμενε ήταν η ανάκριση των υπηρετών του Έπαρχου. Το πρόβλημα, βέβαια, με τούτη τη «λύση» –ο Βάνραλ να την κάνει λύση!– ήταν ότι έχαναν χρόνο, όσο ο Άνγκεδβαρ βρισκόταν σε κίνδυνο. Αλλά πώς να τον έσωζαν πιο γρηγ–;

Σε κίνδυνο; Γιατί να βρίσκεται σε κίνδυνο; Αν ήμουν εγώ στη θέση του Κάβμαρ, θα τον σκότωνα; Θα τον κακοποιούσα; Ασφαλώς και όχι. Θα τον διατηρούσα αρτιμελή και άθικτο, ώστε να μπορώ να εκβιάσω τη μητέρα του, την Κεντροφύλακα του Νόρβηλ, και τον πατέρα του, τον Πρίγκιπα Ζάρναβ.

Άρα, ο Άνγκεδβαρ δεν κινδύνευε άμεσα.

Τώρα, ο Νόρβορ ένιωθε κάπως ανακουφισμένος. Τουλάχιστον, η χρονική πίεση για τη ζωή του ξαδέλφου του είχε φύγει απ’το μυαλό του.

Θα περιμένουμε, λοιπόν, να δούμε τι έχουν να μας πουν οι υπηρέτες του καθάρματος…

Τελείωσε το λουτρό του και βγήκε απ’το μπάνιο, τυλίγοντας μια ρόμπα γύρω του.

Στο καθιστικό, η Σαντάνρα είχε ρίξει καινούργια ξύλα στο τζάκι και η φωτιά βρυχιόταν γλυκά.

Ο Νόρβορ πέρασε το κατώφλι, ζυγώνοντας.

«Να σας αλλάξω τώρα τον επίδεσμο, Πρίγκιπά μου;»

«Ναι.» Κάθισε στον καναπέ, αντίκρυ του τζακιού, και κατέβασε τη ρόμπα απ’τους ώμους του.

Η Σαντάνρα ξετύλιξε τον μουσκεμένο επίδεσμο από το στέρνο του, άλειψε το τραύμα με μια λευκή αλοιφή (που έτσουζε λιγάκι), και έβαλε καινούργιο επίδεσμο.

Ο Νόρβορ ακούμπησε την πλάτη του πίσω, κοιτάζοντας την υπηρέτρια που βρισκόταν πλάι του, με το ένα γόνατο ακόμα επάνω στον καναπέ. Είχε κι εκείνη αλλάξει ρούχα, από τότε που έτρεχαν στα εσώτερα περάσματα του παλατιού, και τώρα φορούσε ένα σφιχτό, πράσινο φόρεμα με λευκή δαντέλα. Τα μαύρα της μαλλιά ήταν καλοχτενισμένα, και σίγουρα είχε πλυθεί, γιατί μύριζε αρωματικό σαπούνι.

«Θα μείνεις μαζί μου απόψε, Σαντάνρα;» ρώτησε ο Νόρβορ, διατρέχοντας την έξω μεριά του μηρού της με τις άκριες των δαχτύλων του. Ποτέ ξανά δεν της είχε ζητήσει κάτι τέτοιο, όπως σε άλλες παλατιανές υπηρέτριες. Δεν αγνοούσε την παρουσία της στο παλάτι, μα δεν είχε και καμία ιδιαίτερη σχέση μαζί της. Κάποτε, μάλιστα, νόμιζε πως επισκεπτόταν τα διαμερίσματα του πατέρα του, κάπου-κάπου, και, αφού συνέβαινε αυτό, τότε δεν ήταν για εκείνον. Αλλά τώρα σκεφτόταν ότι οι επισκέψεις της στα δωμάτια του Βασιληά Άργκελ πιθανώς να οφείλονταν σε άλλους λόγους, γιατί, όπως είχε πρόσφατα μάθει, η Σαντάνρα ήταν κατάσκοπος του πατέρα του και της θείας Νιρκένα –και πολύ έμπιστη. «Αν θέλεις…»

Η Σαντάνρα πήρε το γόνατό της από τον καναπέ. «Δεν είστε τόσο απωθητικός, Πρίγκιπά μου,» αποκρίθηκε, υπομειδιώντας. Ξεκούμπωσε το φόρεμά της και το άφησε να πέσει γύρω από τους αστραγάλους της. Από μέσα φορούσε ένα μαύρο, δαντελωτό μεσοφόρι. Έβγαλε τα παπούτσια της και κάθισε πλάι στον Νόρβορ, γέρνοντας το κεφάλι στον ώμο του και φιλώντας το λαιμό του.

Η φωτιά βρυχιόταν δυνατά μέσα στο τζάκι.

*

Ονειρευόταν ότι πολεμούσε, αλλά τα πάντα έμοιαζαν να κινούνται τόσο, μα τόσο, αργά. Μέχρι το σπαθί του να κατεβεί και να τσακίσει το κεφάλι ενός αντιπάλου του, κόντευε να τον πάρει ο ύπνος. Κι αυτή η κατάσταση διαρκούσε, και διαρκούσε, και διαρκούσε…

Αλλά τώρα σα να τελείωνε. Η μάχη διαλύθηκε, και μια ομίχλη την αντικατέστησε. Η όραση του Άνγκεδβαρ ήταν θολή, και οι ήχοι έφταναν αλλοιωμένοι στ’αφτιά του.

Τι ώρα ήταν; Είχε μεθύσει χτες βράδυ; Αυτός ο Νόρβορ πάλι θα έφταιγε. Έπινε σαν μπεκρής Ρογκάνος, όταν είχε κέφια. Τι είχε γίνει, όμως, ετούτη τη φορά; Ο Άνγκεδβαρ δεν μπορούσε να θυμηθεί.

Αλλά, μετά, του ήρθε στο μυαλό. Ναι, σωστά… λέγαμε για την Πριγκίπισσα Νιρκένα, που χάθηκε… και…

–Θεοί!

Όλα επέστρεψαν στο μυαλό του. Όλα. Η ρωγμή στον τοίχο· Οι δύο υπηρέτες με τις μικρές βαλλίστρες· το δέσιμο εκείνου και της Ηλφίρα στις καρέκλες, και η νάρκωσή τους. Οι υπηρέτες είχαν κρατήσει πανιά μπροστά από τη μύτη τους, μέχρι που να λιποθυμήσουν απ’το αλλόκοτο άρωμα.

Ακόμα βρίσκομαι υπό την επήρεια του καταραμένου ναρκωτικού.

Πίεσε τον εαυτό του να συνέλθει· να δει κανονικά –ή έστω καλύτερα–, να ακούσει τι γινόταν γύρω του…

ΝΤΡΟΥΠ… ΝΤΡΟΥΠ… ΝΤΡΟΥΠ-ΝΤΡΟΥΠ…

Τι ήταν τούτος ο ήχος;

Ο Άνγκεδβαρ προσπάθησε να κινήσει τα χέρια και τα πόδια του, αλλά τα ένιωθε μουδιασμένα. Οι αρθρώσεις του είχαν παγώσει, οι μύες του ήταν σαν πέτρες.

Έτσι, περίμενε.

Και ο χρόνος –που ήταν, δεδομένης της κατάστασης, δύσκολο να υπολογιστεί– κύλησε…

Τιπ… τιπ… τιπ-τιπ… τιπ…

Η ακοή του καθάρισε, όπως και η όρασή του, και είδε πως αυτό που άκουγε δεν ήταν τίποτα παραπάνω από μερικές σταγόνες νερού που έπεφταν από το ταβάνι και σχημάτιζαν μια μικρή λίμνη ανάμεσα στις κακοφτιαγμένες πλάκες του πατώματος.

Ο Άνγκεδβαρ προσπάθησε πάλι να κινηθεί, και διαπίστωσε ότι μπορούσε. Το σώμα του ήταν ακόμα μουδιασμένο, αλλά όχι τόσο ώστε να τον ακινητοποιεί.

Ανασηκώθηκε και κοίταξε γύρω του. Βρισκόταν σ’ένα σκοτεινό κελί, το οποίο είχε μονάχα μία σιδερένια πόρτα με καγκελωτό παράθυρο επάνω. Ο Άνγκεδβαρ ορθώθηκε και πλησίασε το παράθυρο, για να δει τι ήταν απέξω. Αντίκρισε ένα μικρό δωμάτιο με τέσσερις πόρτες· οι τρεις απ’αυτές ήταν σαν τη δική του, η άλλη ήταν ξύλινη και χωρίς παράθυρο. Τρία κελιά, λοιπόν… Πού να είναι, όμως, η Ηλφίρα; Είναι εδώ, μαζί μου, ή –ρίγησε– τη σκότωσαν;

«Ηλφίρα;» φώναξε, βραχνά. «Ηλφίρα;»

«…Ναι…» Μια ξερή φωνή από το αντικρινό κελί.

Ο Άνγκεδβαρ άκουσε κάτι να σαλεύει και, ύστερα, είδε το πρόσωπο της πολεμίστριας να φαίνεται από το παραθυράκι· τα δάχτυλά της έσφιγγαν τα κάγκελα.

«Πού είμαστε;» τον ρώτησε.

«Δεν έχω την παραμικρή ιδέα,» απάντησε ο Άνγκεδβαρ. «Αλλά, τουλάχιστον, είμαστε ζωντανοί.»


Κεφάλαιο 29
Συναπάντημα

 

Ο Αετός έκρωζε, εκνευρισμένα, καθώς εκείνος και η Μελανόπτερη πετούσαν πάνω απ’τα βουνά και τα δάση, διασχίζοντας τον ανήλιαγο ουρανό κι έχοντας το βλέμμα τους καρφωμένο στη γη.

Πάψε να γκρινιάζεις—σφύριξε εκείνη.

Δεν πρόκειται ποτέ να τον βρούμε!—έκρωξε ο Αετός—Κάπου έχει χωθεί, ο τρισκατάρατος. Κάπου έχει χωθεί! Κραααα!—

—Δεν μπορεί να κρύβεται για πάντα…—

—Μπορεί—

Η Μελανόπτερη μούγκρισε, αναγνωρίζοντας πως ο Αετός είχε δίκιο. Ο Νάνος, όντως, μπορούσε να κρύβεται για πάντα· ήξερε ετούτο τον Αρχέτοπο όσο κανείς άλλος. Για την ακρίβεια, ήταν ο μόνος με τη δύναμη ν’ακολουθεί τα αλλόκοτα μονοπάτια του.

Θα πρέπει, όμως, να φανερωθεί κάποια στιγμή, αλλιώς τι θα τα κάνει τα ουρανολίθινα κομμάτια, ε;—

—Ποιος ξέρει;—είπε ο Αετός—Ποιος μπορεί να υποθέσει; Υποθέτεις εσύ; Εγώ δεν υποθέτω—Της έκλεισε το μάτι.

Η συζήτηση τελείωσε. Άλλωστε, τους αποσπούσε από την αναζήτησή τους.

Σε λίγο, ο Αετός είδε την Έχιδνα να βρίσκεται σε μια βουνοπλαγιά και να τους κάνει νόημα.

Μπα, για δες, Μελανόπτερη… Λες να βρήκε κάτι;—

—Ίσως. Αλλά δεν την εμπιστεύομαι—

—Επειδή είσαι μια στρυφνή παλιόγρια—

—Θες να μου πεις ότι εσύ την εμπιστεύεσαι;—

—Όχι, αλλ’αυτό είναι άλλο θέμα. Και τώρα βρισκόμαστε σε αδιέξοδο, σαν ξυπνοπούλια από τη μύτη πιασμένα. Κραααα! Πάμε να της μιλήσουμε—

Ο Αετός βούτηξε προς τη βουνοπλαγιά, αφήνοντας τις φτερούγες του να τον κατεβάσουν, ομαλά, ως τα κλαδιά ενός δέντρου. Η Μελανόπτερη σφύριξε, απειλητικά, και τον ακολούθησε, για να γαντζώσει τα νύχια της σ’έναν μεγάλο βράχο.

Έχιδνα—είπε—Τι θέλεις;—

«Αναζητώντας τον Νάνο, βρήκα κάτι που, νομίζω, μας ενδιαφέρει όλους,» αποκρίθηκε η γυναίκα-φίδι.

Προσπαθείς να μας προκαλέσεις άγχος;—ρώτησε ο Αετός, κάνοντας το κεφάλι στο πλάι.

Η Έχιδνα αγνόησε το σχόλιό του, και είπε: «Χάθηκε το κεφάλι του Φεν’τρούτακ.»

Κρααααα!—έκανε ο Αετός, φτερουγίζοντας έκπληκτος.

Αποκλείεται!—στένεψε τα μάτια η Μελανόπτερη—Κι επιπλέον, εσύ τι έκανες εκεί; Νόμιζα ότι ερευνούσες ετούτο τον Αρχέτοπο, για τον Νάνο…

«Το ήξερα ότι εδώ δεν υπήρχε περίπτωση να τον βρω–»

Κι εμείς τι είμαστε που ψάχνουμε; Ηλίθιοι;—έκρωξε ο Αετός.

Η Έχιδνα τού χάρισε ένα ειρωνικό μειδίαμα, συνεχίζοντας από εκεί όπου είχε μείνει: «Έτσι, αποφάσισα να ρίξω μια ματιά στους τριγυρινούς Αρχέτοπους, και σε μια από τις σήραγγες όπου συχνάζω συνάντησα τον Λιθοσκώληκα, ο οποίος μου ανέφερε την εξαφάνιση του κεφαλιού του Φεν’τρούτακ.»

Χμμμμ… Και νομίζεις ότι μπορεί αυτό να έχει σχέση με τον Νάνο;—ρώτησε ο Αετός.

«Αν έχει, θα το μάθουμε,» αποκρίθηκε η Έχιδνα. «Γιατί εκεί δεν ξέρει τα μονοπάτια όπως εδώ.»

Σωστά—είπε ο Αετός—Ας συναντηθούμε, λοιπόν, στη φυλακή του Φεν’τρούτακ—Της έκλεισε το μάτι.

Εμένα δε με ρώτησε κανένας αν συμφωνώ…—σχολίασε η Μελανόπτερη.

Διαφωνείς;—

—Όχι—

—Τότε, γιατί κάνεις ιστορία; Κρααααα!—Ο Αετός φτερούγισε, και υψώθηκε στους αιθέρες.


Κεφάλαιο 30
Οργή Πάνω από τον Πάγο

 

Η Ρικνάβαθ διασκέδαζε με το παιχνίδι που είχε στήσει στη Βασίλισσα Φέρνταναθ. Το διασκέδαζε τόσο, που είχε χάσει τελείως την αίσθηση του χρόνου. Είχε παρασυρθεί, και το μόνο που την ενδιέφερε ήταν να ταλαιπωρεί την Κυρά του Ένμερακ, στρέφοντας την οργή ετών εναντίον της, πιστεύοντας ότι έτσι εκδικείτο για την οικογένειά της.

Πού έχεις τη Σιγκρέβαθ φερντ Μάθλοκωρ;—τη ρωτούσε ξανά και ξανά, διακόπτοντάς τη από το φαγητό, τον ύπνο, ή το μπάνιο της—Απάντησέ μου, γιατί ποτέ δε θα φύγω!—

Αλλά η Φέρνταναθ αρνείτο να της μιλήσει. Στην αρχή, το έπαιζε ήρεμη, μη θέλοντας να δείξει ότι φοβόταν το «φάντασμα»· δεν είχε πει ούτε στο σύζυγό της, Βάνραλμων, για την αόρατη επισκέπτριά της. Η Ρικνάβαθ, όμως, μπορούσε να δει κάθε φορά τη θέλησή της να λυγίζει, και το απολάμβανε αυτό. Η Βασίλισσα του Ένμερακ αγριευόταν ολοένα και περισσότερο, ώσπου η αντίστασή της κατέρρευσε στιγμιαία, όπως ένα κομμάτι κρυσταλλωμένο νερό σπάζει, ξαφνικά, σε μυριάδες θραύσματα. Και, όταν συνέβη τούτο, η Φέρνταναθ άρχισε να ουρλιάζει και να καταριέται μέσα στα προσωπικά της διαμερίσματα, ρημάζοντας το χώρο γύρω της σαν ανεμοστρόβιλος και προστάζοντας τη Ρικνάβαθ να εξαφανιστεί και να την αφήσει σε ησυχία. Τότε, φυσικά, όλοι έμαθαν ότι κάτι είχε πάθει η Βασίλισσα, και εκείνη κάλεσε μερικούς ιερείς του Παγογέρακα, για να διώξουν το κακοποιό πνεύμα από επάνω της.

Η Ρικνάβαθ γέλασε με τις προσπάθειές τους, αλλά, σύντομα, διαπίστωσε ότι δεν ήταν, τελικά, και τόσο γελοίες… Την επόμενη φορά που επιχείρησε να ζυγώσει τη Φέρνταναθ, είχε την εντύπωση ότι ένα τεράστιο, ημιδιαφανές πουλί άπλωσε τις φτερούγες του πάνω απ’τη Βασίλισσα, προστατεύοντάς την.

Πού έχεις τη Σιγκρέβαθ φερντ Μάθλοκωρ, σκύλα;—ρώτησε η Ρικνάβαθ· μα η φωνή της δεν πρέπει να ακουγόταν, γιατί δεν είδε καμία αντίδραση από την Κυρά του Ένμερακ.

Ο Παγογέρακας με εμποδίζει! συνειδητοποίησε, και προσπάθησε να διαπεράσει τις φτερούγες του θεού, πιέζοντάς τη θέλησή της εναντίον του, αντιμετωπίζοντάς τον ανοιχτά. Δεν μπορούσε, όμως, να τον παραμερίσει· ο Παγογέρακας ήταν πανίσχυρος, και η Ρικνάβαθ ούρλιαξε από απόγνωση, καταρώμενη το όνομά του. Οπότε, αισθάνθηκε ένα χτύπημα, σαν μια μεγάλη και δυνατή φτερούγα να την κοπάνησε στο κεφάλι.

Η συνείδησή της εκτοξεύτηκε έξω απ’το Παλάτι του Βράχου και την Ένμερακ, κουτρουβαλώντας πάνω από την κρυσταλλωμένη θάλασσα. Η κραυγή της αντήχησε μέσα στον άνεμο, και μερικοί Καρμώζ τρομοκρατήθηκαν. Κάτι ψαράδες, που είχαν ανοίξει τρύπες στον πάγο, για να ψαρέψουν, μάζεψαν βιαστικά τα σύνεργά τους και έφυγαν. Οι ναύτες ενός ιστιοφόρου έλκηθρου έκαναν προσευχές και ιερά σημάδια στον αέρα.

Παγογέρακα!—φώναξε η Ρικνάβαθ—Άφησέ με να την πλησιάσω! Το αξίζει! Κατέστρεψε την οικογένειά μου! Με καταδίωξε ως τα πέρατα της Βόρειας Βάλγκριθμωρ! Με εξόρισε από το ίδιο μου το Βασίλειο! Παγογέρακα, με ακούς;

Καμία απάντησε δεν ήρθε.

Και η Ρικνάβαθ ούρλιαξε πάλι, και θρήνησε, γεμίζοντας τον αέρα με στοιχειωτικές φωνές και ένταση. Μέχρι που ξέσπασε την οργή της, βγάζοντάς την από μέσα της και μένοντας καθαρή. Οπότε, συλλογίστηκε και είδε κάτι που, προηγουμένως, τυφλωμένη καθώς ήταν, αδυνατούσε να δει: Τόσο καιρό που βασάνιζε τη Φέρνταναθ, μπορούσε, κάλλιστα, να είχε ερευνήσει το Παλάτι του Βράχου πατόκορφα και να είχε βρει τη φυλακισμένη της αδελφή. Όμως φαίνεται πως, τελικά, περισσότερη σημασία για εκείνη είχε η εκδίκηση, πράγμα το οποίο τώρα συνειδητοποιούσε, και λυπόταν. Ντρεπόταν.

Παγογέρακα! Συγχώρεσέ με, Παγογέρακα. Συγχώρεσέ με…

Άκουσε ένα φτερούγισμα από κάπου, και είδε τη σκιά ενός γιγάντιου πουλιού να περνά πάνω από τον πάγο· στον ουρανό, όμως, δεν πετούσε ούτε το παραμικρό πτηνό. Ο θεός τής είχε απαντήσει, όχι με οργισμένη αλλά με γαλήνια φωνή. Τη συγχωρούσε. Ποτέ δεν είχε θυμώσει μαζί της.

Η Ρικνάβαθ αισθάνθηκε ένα βάρος να έχει φύγει από πάνω της, και επέστρεψε στην Ένμερακ, εισβάλλοντας στο Παλάτι του Βράχου και καταδυόμενη στα μπουντρούμια του, προς αναζήτηση της αδελφή της. Όμως δεν τη βρήκε τελικά εκεί, αλλά στα ψηλότερα σημεία του ανακτόρου. Η Βασίλισσα Φέρνταναθ είχε δώσει προσωπικά διαμερίσματα στη Σιγκρέβαθ και, όταν η Ρικνάβαθ την αντίκρισε, εκείνη καθόταν στο γραφείο δίπλα στο παράθυρο και διάβαζε ένα ιστορικό βιβλίο. Πόσο είχε μεγαλώσει… Τη θυμόταν μικρή, και τώρα ήταν σχεδόν γυναίκα. Δεκαεφτά χρονών πρέπει να είναι, αν δε λαθεύω.

Να της μιλήσω, ή θα την τρομάξω;

Άστο, καλύτερα. Φτάνει που είναι καλά. Μακάρι να ήταν έτσι και ο πατέρας…

Η οργή της για τη Βασίλισσα Φέρνταναθ φούντωσε πάλι, και σκέφτηκε να πάει να τη βρει και να την κάνει να πληρώσει. Ήξερε, όμως, ότι ο Παγογέρακας θα προστάτευε την Κυρά του Ένμερακ, όπως πριν… κι επιπλέον, τι νόημα είχε όλη τούτη η ιστορία;

Δε βοηθάω κανέναν έτσι. Δε διορθώνω τα πράγματα. Δεν μπορώ να επηρεάσω την Κουαλανάρα, όπως θα επιθυμούσα. Απλά, κοιτάζω και φωνάζω. Είμαι παρατηρητής… που δεν αντέχει να παρατηρεί άλλο.

Θα έφευγε από το Ένμερακ. Θα έφευγε από την Αυτοκρατορία των Καρμώζ. Γιατί δεν μπορούσε πια να βλέπει, χωρίς να έχει τη δύναμη να αλλάξει τίποτα από όσα την ενοχλούσαν.

Και πού θα πάω;

–Ο Βάνμιρ. Τι να γίνεται, άραγε, ο Βάνμιρ; Θα τον έβρισκε, και θα του μιλούσε. Ο Βάνμιρ πάντοτε την καταλάβαινε· όσο μπορούσε κάποιος να την καταλάβει, τουλάχιστον…

Αλλά πού να είναι τώρα; Σίγουρα, θα έχει βγει από τους Αρχέτοπους, για να εντοπίσει τους Ράζλερ και να τους σκοτώσει… Μπορεί, επομένως, να είναι οπουδήποτε, σωστά; Από πού, όμως, θα είχε ξεκινήσει την αναζήτησή του; Πού ήταν το πιο λογικό; Μα, από εκεί όπου πρωτομπήκε στους Αρχέτοπους, φυσικά· γιατί, κατ’αρχήν, θα ήθελε να μιλήσει στον Ρόλμαρ, αν τον έβρισκε στην ακτή, και, κατά δεύτερον, το άντρο του Φανλαγκόθ ήταν στη Νήσο Άγκρεμ.

Ας αρχίσω, λοιπόν, από εκεί να τον αναζητώ.

Η Ρικνάβαθ εγκατέλειψε την Αυτοκρατορία των Καρμώζ, ταξιδεύοντας με την ταχύτητα της σκέψης.


Κεφάλαιο 31
Ο Ακέφαλος Δεσμώτης

 

Η φυλακή του Φεν’τρούτακ Μαρ ήταν ένας Αρχέτοπος γεμάτος με μαύρη πέτρα ως εκεί όπου έφτανε η ματιά. Γύρω-γύρω, πανύψηλα όρη τον περιστοίχιζαν, ανάμεσα από τα οποία περνούσαν αθόρυβα ρυάκια, που χύνονταν μέσα στον βραχότοπο, δημιουργώντας λίμνες δηλητηριώδους νερού. Ο ουρανός ήταν γκρίζος σαν στάχτη, και το φως του τόπου δεν εκπεμπόταν απ’αυτόν, αλλά από τα πολλά μικρά ποτάμια.

Ο Αετός και η Μελανόπτερη πέρασαν ανάμεσα από δύο βουνοκορφές και βρέθηκαν στον μουντό Αρχέτοπο, φτερουγίζοντας ρυθμικά. Κι οι δυο τους μπορούσαν να αισθανθούν το ίδιο το διαβολικό μέρος να τους καταπιέζει την ψυχή. Όμως αυτή ήταν παλιά ιστορία· παμπάλαια, για την ακρίβεια. Εκείνο που τους ανησυχούσε περισσότερο ήταν ένα άλλο συναίσθημα: μια πανίσχυρη δύναμη που προερχόταν από ένα συγκεκριμένο σημείο ετούτου του τόπου, ανάμεσα από δύο πλαγιές. Επρόκειτο για τη δύναμη της Πρωτοπλασματικής Μάζας, που είχε εισβάλει στην ήπειρο Οντον’γκόκι, καταστρέφοντας πολλούς Αρχέτοπους. Ο συγκεκριμένος, προφανώς, δεν ήταν κατεστραμμένος, αλλά βρισκόταν στα πρόθυρα της καταστροφής· σύντομα, μπορεί κι αυτός να καταβροχθιζόταν.

Αναρωτιέμαι αν η Μάζα είναι αρκετά ισχυρή για να σκοτώσει τον Φεν’τρούτακ—είπε η Μελανόπτερη.

Χμμμ…—έκανε ο Αετός—Ελπίζω να μην το ανακαλύψουμε—Της έκλεισε το μάτι.

…Ναι—

Η Μελανόπτερη διέγραψε ένα ημικύκλιο στον αέρα, κατευθυνόμενη προς το δεσμωτήριο του Φεν’τρούτακ. Ο Αετός την ακολούθησε. Και, προτού φτάσουν, είδαν τον Λιθοσκώληκα να υψώνει το πελώριο, μακρύ του σώμα πάνω από τα απομεινάρια του δεσμώτη. Είχε έρθει εδώ πριν από αυτούς. Αρκετές εκατοντάδες μέτρα πίσω του βρισκόταν μια μεγάλη τρύπα στο έδαφος: αναμφίβολα, το σημείο από το οποίο είχε ξεφυτρώσει.

Ακούγοντας το φτερούγισμα από τον ουρανό, έστρεψε το κεφάλι, και οι κεραίες του κινήθηκαν.

Αετέ, Μελανόπτερη. Καλώς ήλθατε, φίλοι μου—

Το καλώς πού το βλέπεις; Κραααα!—αποκρίθηκε ο Αετός, και προσγειώθηκε στο κεφάλι του Λιθοσκώληκα, κοιτάζοντας κάτω, τα αλυσοδεμένα μέλη του Φεν’τρούτακ Μαρ και παρατηρώντας πως όλα βρίσκονταν στη θέση τους, εκτός από το κεφάλι.

Όντως, λείπει—σφύριξε η Μελανόπτερη, καθώς πατούσε στις μαύρες πέτρες του εδάφους.

Ποιος το πήρε, όμως; Λιθοσκώληκα, τι είδες;—

Δεν είδα ακριβώς. Αισθάνθηκα μια δύναμη να παράγεται εδώ. Γιαυτό ήρθα—

Η Έχιδνα πλησίασε, ξεπροβάλλοντας ανάμεσα από δύο βράχους. «Τι είδους δύναμη;»

Θα μπορούσε να ήταν ουρανόλιθος;—ρώτησε, ευθέως, ο Αετός.

Ουρανόλιθος;… Ναι, τώρα που το λες, ισχύς από ουρανόλιθο πρέπει να ήταν—

—Κραααα! Ο Νάνος—

—Ο υπηρέτης των Μετουσιωμένων;—απόρησε ο Λιθοσκώληκας.

Ναι, αυτό το χαμερπές, γλοιώδες πλάσμα!—

—Μη μιλάς έτσι, Αετέ…—

—Σε παρακαλώ! Μας κορόιδεψε όλους. Μας έβαλε να του φέρουμε τα κομμάτια ουρανόλιθου, και τα έκλεψε—

—Γιατί δεν σας τα ζητούσε απλά;—

—Γιατί δεν θα του τα δίναμε, μπουμπούνα! Κραααα!—Ο Αετός φτερούγισε, αρχίζοντας να κάνει κύκλους από πάνω τους—Δε μ’αρέσει καθόλου τούτο. Καθόλου! Πρέπει να βρούμε το Νάνο –αμέσως!—

«Αναρωτιέμαι τι σκοπεύει να κάνει με το κεφάλι του Φεν’τρούτακ.» Η Έχιδνα σταύρωσε τα χέρια εμπρός της.

Ο Φεν’τρούτακ—είπε η Μελανόπτερη—γνωρίζει σχεδόν όσα γνωρίζουν και οι Μετουσιωμένοι…—Κοίταξε, ερευνητικά, τα χέρια και τα πόδια του δεσμώτη, που κινούνταν εκνευρισμένα. Μάλλον, δεν τους άρεσε που το κεφάλι βρισκόταν μακριά τους.

Αλλά ήταν εχθρός τους—πρόσθεσε ο Λιθοσκώληκας—Τι μπορεί, λοιπόν, να θέλει ο Νάνος μαζί του; Ο Νάνος είναι υπηρέτης τους—

—Ίσως να μη σκοπεύει να είναι υπηρέτης για πάντα—του έκλεισε το μάτι ο Αετός.

Χρρμμμμμμμ-χρρρ…—έκανε ο Λιθοσκώληκας, κινώντας τις κεραίες του σκεπτικά.

«Έχετε καμια ιδέα, για να τον εντοπίσουμε;» ρώτησε η Έχιδνα.

Ναι—αποκρίθηκε η Μελανόπτερη—Ας αφήσουμε ένα χέρι να μας οδηγήσει στο κεφάλι, τι λέτε;—


Κεφάλαιο 32
Επιβεβαιώσεις

 

Είχε εξουθενωθεί από τη Βάπτιση του Αίματος, και χρειαζόταν χρόνο για ν’αναρρώσει. Το σώμα της θα προτιμούσε να μη σηκωθεί με την αυγή, αλλά το πνεύμα της ήταν μαθημένο να ξυπνά την ώρα που έπρεπε, και επέμενε. Έτσι, η Πάρνα σηκώθηκε από το κρεβάτι, νιώθοντας μουδιασμένη παντού και καταϊδρωμένη. Πρέπει να έβλεπε εφιάλτες στον ύπνο της, μα δεν τους θυμόταν.

Πλησίασε τον καθρέφτη και κοίταξε τον εαυτό της, παραμερίζοντας τα μακριά, καστανά της μαλλιά. Το τέρας που την αντίκρισε από την άλλη μεριά είχε τα χαλιά του.

Αναστέναξε. Ό,τι πρέπει για ταξίδι είμαι τώρα… Δεν κάθομαι καμια-δυο μέρες εδώ, να συνέλθω; Όχι. Δεν υπάρχει χρόνος. Ήθελε να πάει στη Βόλγκρεν, να μάθει, επιτέλους, τι είχε διαδραματιστεί εκεί, όσο έλειπε. Και δε σκόπευε ν’αφήσει την περιέργεια να κακοποιεί το νου της για πολύ ακόμα.

Στράφηκε σ’ένα βαρέλι, το οποίο ήταν γεμάτο νερό και δίπλα υπήρχε σαπούνι και μια πετσέτα. Κάποιοι πρέπει να τα είχαν φέρει ενόσω εκείνη κοιμόταν. Κι εγώ δεν άκουσα κανέναν να μπαίνει. Έχω, όντως, τα χάλια μου.

Έβγαλε τα εσώρουχά της και μπήκε στο βαρέλι, παίρνοντας το σαπούνι μαζί. Σε λίγο, βγήκε, στάζοντας και αρχίζοντας να σκουπίζεται, με την πετσέτα, ενώ στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη. Τώρα, το τέρας που την κοιτούσε απ’την αντικρινή μεριά έμοιαζε να βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση, το δύσμοιρο. Το βλέμμα του, τουλάχιστον, δεν ήταν το ίδιο αγριεμένο, παρότι το σώμα του ήταν γεμάτο μικρά κοψίματα και μελανιές.

Η Πάρνα έβγαλε τους παλιούς της επιδέσμους και έβαλε καινούργιους. Ντύθηκε και χτενίστηκε. Πλησίασε το τραπεζάκι όπου είχε αφήσει τα Δόντια του Λύκου. Οι λεπίδες ιρίδιζαν, σαν να ήταν ζωντανές. Το πνεύμα του Λύκου ενοικούσε εντός τους. Η Πάρνα σήκωσε τα ξιφίδια από τη θέση τους, τα κράτησε για λίγο εμπρός της, ατενίζοντάς τα μ’ένα στραβό μειδίαμα στα χείλη, και ύστερα, τα θηκάρωσε, ένα στη ζώνη κι ένα στη μπότα. Φόρεσε την κάπα της, πήρε το σάκο της, και βγήκε από το κατάλυμα.

Διέσχισε το άντρο του Σάρενλιν και έφτασε στο μέρος όπου ήταν σταβλισμένα τα άλογα: ένα πέτρινο υπόστεγο. Ο άντρας που καθόταν εκεί, επάνω στον κομμένο κορμό ενός δέντρου, άνοιξε το ένα του μάτι.

«Καλημέρα, Λύκαρχε,» χαιρέτησε. «Τι θα ήθελες;»

«Ένα άλογο.»

«Δεν έχουμε πολλά εδώ. Θα πρέπει να ρωτήσεις τον Λύκαρχο Σάρενλιν.»

«Ή μπορείς να πάρεις το δικό μου.»

Η Πάρνα στράφηκε, για να δει τον Σάρτνιν. «Με παρακολουθείς;» ρώτησε, στενεύοντας τα μάτια.

«Περνούσα, τυχαία…» αποκρίθηκε εκείνος. «Πώς είσαι σήμερα;»

«Καλά.»

«Πού πηγαίνεις;»

«Αυτό είναι δική μου δουλειά, δεν είναι;»

Ο Σάρτνιν ανασήκωσε τους ώμους. «Μπορείς να πάρεις το άλογο, έτσι κι αλλιώς.»

«Δεν το χρειάζομαι,» δήλωσε η Πάρνα, αρχίζοντας ν’απομακρύνεται.

«Νόμιζα ότι έλεγες πως ήθελες άλογο…» φώναξε ο Σάρτνιν πίσω της.

«Άλλαξα γνώμη.» Πέρασε ανάμεσα από μερικά πυκνόφυλλα δέντρα και ξεκίνησε το δρόμο της επιστροφής, σηκώνοντας την κουκούλα της.

Ήταν ανοησία που δεν είχε δεχτεί το άλογο του Σάρτνιν, ειδικά από τη στιγμή που βιαζόταν, αλλά δεν ήθελε να του δίνει δικαιώματα. Δεν ήθελε να του δίνει κανένα δικαίωμα. Τον απεχθανόταν. Δεν το καταλάβαινε κι εκείνος αυτό; Τι άλλο έπρεπε να του δείξει, δηλαδή;

Τα δάση ήταν γαλήνια γύρω της, καθώς οδοιπορούσε, ακολουθώντας τα μονοπάτια. Αφύσικα γαλήνια. Και, βέβαια, στον ουρανό εξακολουθούσε να μην υπάρχει ήλιος· το φως προερχόταν από κάποια αόρατη πηγή, ψηλά στους αιθέρες. Η Πάρνα, όμως, δεν απασχολούσε τώρα το νου της με την παραξενιά του περιβάλλοντος. Είχε άλλα πράγματα να την προβληματίζουν. Και το κυριότερο ήταν η Νίθρα, η οποία είχε προδώσει τους Λυκολάτρες στον Έπαρχο Τάκμιν –και η οποία είχε, κατά πάσα πιθανότητα, δολοφονήσει τον Δόλβεριν.

Θα μάθω την αλήθεια· κι αν εκείνη ευθύνεται για το θάνατό του στους βάλτους, δε θα μου γλιτώσει. Μα τον Λύκο, θα τη σκοτώσω· τ’ορκίζομαι!

Το μεσημέρι, έστησε ένα δόκανο και κάθισε να ξεκουραστεί, σκεπτόμενη ότι έπρεπε, τελικά, να είχε πάρει το άλογο του Σάρτνιν. Δεν μπορούσε να περιμένει· όσο πιο σύντομα έφτανε στη Βόλγκρεν, τόσα καλύτερα θα ήταν. Θα μάθαινε, κατ’αρχήν, τι είχε πιάσει τη μητέρα της και είχε παραδοθεί, έτσι απλά. Η Αρχόντισσα Ομάλθα δεν επηρεαζόταν εύκολα, ούτε καν από τους Βασιλικούς Ομιλητές. Λες να ξέρει κάτι που ο Σάρενλιν αγνοεί; Η Πάρνα δεν το απέκλειε.

Σηκώθηκε από τη θέση της και πλησίασε το δόκανο, για να σκοτώσει το λαγό που είχε πιαστεί εκεί. Τον έψησε και έφαγε τον μισό, τυλίγοντας τον υπόλοιπο για το βράδυ… Το βράδυ, που δε θα έχω φτάσει στη Βόλγκρεν, ανάθεμα τον Σάρτνιν και τ’άλογό του! Αν δεν είχε παρουσιαστεί εκείνος, τώρα η Πάρνα θα είχε άλογο, και θα πλησίαζε τη γενέτειρά της. Έπρεπε να τον είχα αγνοήσει, και να είχα ζητήσει απ’τον Σάρενλιν να μου δώσει ένα απ’τα δικά του. Τι ανόητη που είμαι, ορισμένες φορές!

Έχω κουραστεί. Από όλα.

Όταν έφτασε η νύχτα, σκέφτηκε να συνεχίσει την οδοιπορία, αλλά δεν άργησε ν’αλλάξει γνώμη. Το σώμα της διαμαρτυρόταν συνεχώς, από τα τραύματα και τις μελανιές που το γέμιζαν, και απαιτούσε ανάπαυση. Η Πάρνα δε μπορούσε να του την αρνηθεί. Άναψε φωτιά και κούρνιασε κάτω από ένα δέντρο. Τελείωσε τον ψημένο της λαγό και, ύστερα, κοιμήθηκε.

Τα μάτια της άνοιξαν με την αυγή. Και παντού γύρω τους είδαν γαλήνη, την οποία το σώμα της μπορούσε να αισθανθεί… όπως ποτέ ξανά δεν την είχε αισθανθεί. Η Φύση καλούσε την Πάρνα· την καλούσε να μείνει εδώ, και να ζήσουν αρμονικά, ξεκούραστα, δίχως αχρείαστες έγνοιες. Μονάχα ένα πράγμα χρειαζόταν: να κλείσει πάλι τα μάτια της, και η Φύση θα φρόντιζε για τα υπόλοιπα. Άλλωστε, ο Άνθρωπος παιδί της Φύσης δεν ήταν; Η μητέρα φροντίζει για τα παιδιά της.

Η μητέρα; αναρωτήθηκε η Πάρνα. Η Λιάμνερ Κρωθ; Τόσο γλυκιά είναι η αγκαλιά της; Γιατί ακολουθούσα το Λύκο;

Το πρόσωπο του Θόρενλορ –του μυητή της– παρουσιάστηκε εμπρός της.

Όχι! Ξέχνα τον αυτόν! ψιθύρισε, έντονα, μια φωνή εντός της. Εδώ, δε θα έχεις τέτοιες έγνοιες. Εδώ, μαζί μου…

Μα, ο Θόρενλορ κινδύνευε τώρα. Κινδύνευε από τις δυνάμεις του Έπαρχου Τάκμιν, που είχαν εισβάλει στα εδάφη του… Και είναι και η Νίθρα. Δεν πήγαινα στη Βόλγκρεν για να μάθω για τη Νίθρα;

Μη σε νοιάζουν τώρα αυτά, κόρη μου… Μείνε εδώ… μαζί μου… Γαλήνια, για πάντα, της ψιθύριζε η φωνή.

Όχι! σκέφτηκε η Πάρνα. Δε γίνεται. Δε μπορώ να μείνω. Τι μ’έχει πιάσει;

Βλεφάρισε, δυνατά, και προσπάθησε να κινήσει το σώμα της, βρίσκοντάς το μουδιασμένο. Δάγκωσε τα χείλη της, για να συνέλθει. Οι αρθρώσεις της έμοιαζαν να έχουν κοκαλώσει. Αισθανόταν τα χέρια και τα πόδια της σαν ξύλα.

Τι στους Τρεις Νυχτοδαίμονες; Μου έχουν ρίξει δηλητήριο; Παραισθησιογόνο; Παραλυτικό; Αλλά ποιος να το έκανε; Ο Σάρενλιν; Γιατί; Για ποιο λόγο;

Όχι, κάτι άλλο συνέβαινε. Κάτι άλλο.

Η Πάρνα επικεντρώθηκε στο δεξί της χέρι. Έψαξε για τα δάχτυλά της… και τα βρήκε. Τα κίνησε. Τα έβαλε ν’αρπάξουν μια πέτρα παραδίπλα. Γαντζώθηκε εκεί, με δύναμη, και τράβηξε το υπόλοιπό της σώμα, σαν να προσπαθούσε να το βγάλει από κάποιον βούρκο.

Τα μποτοφορεμένα της πόδια πάτησαν στη γη, και η Πάρνα ξεφύσησε. Το μούδιασμα είχε φύγει, εντελώς, σαν το κορμί της να μην είχε ποτέ παραλύσει.

Δεν καταλαβαίνω…

Στράφηκε, για να δει το δέντρο πάνω στο οποίο είχε ακουμπισμένη την πλάτη της. Τίποτα περίεργο, όμως, δεν υπήρχε εκεί· όλα τής φαίνονταν κανονικά.

Τότε, τα λόγια του Σάρενλιν αντήχησαν στο μυαλό της: «Επιπλέον, συνέβη και κάτι τελείως αλλόκοτο χτες βράδυ: Ένας από τους Λυκολάτρες μου κοιμόταν, με την πλάτη ακουμπισμένη σ’ένα δέντρο, και άρχισε να χάνεται, να γίνεται σκιά, μέχρι που ένας άλλος τον σκούντησε και τον ξύπνησε.»

Και μετά, θυμήθηκε τη δική της εμπειρία, καθώς ερχόταν στο άντρο του εν λόγω Λύκαρχου: Όταν είχε ξαπλώσει πάνω σ’ένα στρώμα από μούσκλια, ονειρεύτηκε ότι ήταν έτοιμο να την καταβροχθίσει, οπότε σηκώθηκε και πήγε να ξαπλώσει αλλού.

Μεγάλε Λύκε, τι πράγματα είναι αυτά; Τι έχει συμβεί στον κόσμο; Το βλέμμα της στράφηκε στον ανήλιαγο ουρανό.

Ρίγησε.

Αλλά δεν καθυστέρησε άλλο σ’εκείνο το μέρος· συνέχισε το ταξίδι της προς τη Βόλγκρεν, επιταχύνοντας το βάδισμά της, σκοπεύοντας να φτάσει όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Και κατά το απόγευμα, βγήκε από τα δάση και συνάντησε τη δημοσιά, την οποία ακολούθησε ανατολικά, για κανένα-δύο χιλιόμετρα, και βρέθηκε στη δυτική πύλη της Βόλγκρεν, η οποία φρουρείτο από μαχητές με το σύμβολο του Άνφρακ –ένα γυναικείο χέρι κάτω από ένα στέμμα.

Οι φύλακες σταμάτησαν την Πάρνα, για να την ελέγξουν. Εκείνη παραμέρισε τον πρώτο που πήγε ν’απλώσει χέρι επάνω της. «Τι νομίζετε ότι κάνετε;» απαίτησε, ενώ με τις άκριες των ματιών της έβλεπε δύο άντρες να υψώνουν οπλισμένες βαλλίστρες και να τη σημαδεύουν. «Ξέρετε ποια είμαι;»

«Ποια είσαι;»

«Η Πάρνα Λάνσεν, κόρη της Αρχόντισσα Ομάλθα Λάνσεν.»

«Μπορεί να ψεύδεσαι.»

«Τότε, πηγαίνετέ με στο παλάτι· έτσι κι αλλιώς, εκεί κατευθύνομαι.»

Ο διοικητής των στρατιωτών ένευσε καταφατικά, και δύο άντρες συνόδεψαν την Πάρνα ως το Ανάκτορο του Αρχέγονου Σεληνόφωτος, όπου μπροστά στον Θρόνο του Δάσους η ταυτότητά της δεν άργησε να επιβεβαιωθεί. Οι φρουροί της πύλης ζήτησαν συγνώμη και αποχώρησαν.

«Τι κάνουν οι Ανφρακιανοί στρατιώτες μέσα στην πόλη μας, μητέρα;» ρώτησε η Πάρνα την Αρχόντισσα Ομάλθα, η οποία καθόταν στο θρόνο. Εκτός από αυτήν, στο δωμάτιο βρίσκονταν, επίσης, ο Σέλφελιν –ο μεγαλύτερος αδελφός της Πάρνα– και ο Κένκορ –ο πατέρας της.

«Πού ήσουν;» είπε η Έπαρχος, αγνοώντας την ερώτηση της κόρης της. Σηκώθηκε απ’το κάθισμά της και την πλησίασε. Φορούσε ένα μακρύ, μαύρο φόρεμα, και ένα αργυρό περιδέραιο έπεφτε στο στέρνο της· το λαμπερό κόσμημα ερχόταν σε αντίθεση με την μουντάδα του υφάσματος από κάτω. «Ξέρεις πόσο είχαμε ανησυχήσει; Εγώ κι ο πατέρας σου είχαμε φάει το παλάτι, για να σε βρούμε. Νομίζαμε ότι είχες χτυπήσει, μέσα σε κείνα τα παράξενα μέρη όπου γυρίζεις!»

«Είχα βγει από την πόλη, μητέρα,» εξήγησε η Πάρνα. «Και μετά, δεν μπορούσα να επιστρέψω· είχε αρχίσει η πολιορκία. Επιπλέον, δεν είναι η πρώτη φορά που λείπω.»

«Αλλά τώρα μπορούσες να είχες σκοτωθεί!» αντιγύρισε έντονα η Αρχόντισσα Ομάλθα. Ύστερα, όμως, η όψη της μαλάκωσε, και αγκάλιασε την κόρη της. «Χαίρομαι που είσαι καλά,» της ψιθύρισε, καθώς ο Κένκορ και ο Σέλφελιν ζύγωναν.

«Τι έκανες έξω απ’τη Βόλγκρεν;» τη ρώτησε ο τελευταίος, όταν η Ομάλθα την άφησε από την αγκαλιά της.

«Κυνηγούσα.»

«Δεν έχεις καθόλου μυαλό, ε;» είπε ο αδελφός της. «Τα δάση ερευνούνται από τους μαχητές του Τάκμιν· τα ψάχνουν για Λυκολάτρες. Μπορεί να σε περνούσαν για τέτοιον, και να σε σκότωναν. Ή μπορεί να συναντούσες έναν Λυκολάτρη και να σε σκότωνε εκείνος.»

Αυτό είναι λίγο απίθανο, γέλασε από μέσα της η Πάρνα· αλλά είπε: «Έχω ξαναπάει κυνήγι· μην ανησυχείς.» Και άλλαξε θέμα: «Τι συνέβη εδώ, μητέρα; Γιατί οι μαχητές του Έπαρχου της Σάλγκρινεβ είναι μέσα στην πόλη; Παραδόθηκες;»

«Ναι.»

«Τι!» έκανε την έκπληκτη η Πάρνα.

«Είναι πολλά που δεν ξέρεις.»

«Και δε θα μου τα πεις;»

«Το βρήκα πιο συμφέρον για την Επαρχία μου να παραδοθώ,» εξήγησε η Ομάλθα. «Ο Τάκμιν είχε δυνάμεις που δεν είχαμε υπολογίσει…» Και η Αρχόντισσα της Βόλγκρεν είπε στην κόρη της για τη σύγκρουση των στρατευμάτων του Τάκμιν και του Σάνλον, καθώς και για τη βοήθεια που πρόσφερε η Βόλγκρεν στον δεύτερο, χτυπώντας τον Έπαρχο της Σάλγκρινεβ από τα τείχη και βάζοντας τον βασιλικό στρατό μέσα στην πόλη. Αυτά η Πάρνα τα γνώριζε ήδη. Ήξερε, μάλιστα, περισσότερα από τη μητέρα της· ήξερε ότι η Τέμμιθα και οι Λυκολάτρες της είχαν φροντίσει να ξεκινήσει η σύγκρουση ανάμεσα στον Τάκμιν και τον Σάνλον. Έτσι, λοιπόν, όσα ανέφερε η Ομάλθα στη συνέχεια ήταν που την ενδιέφεραν πραγματικά.

Η Αρχόντισσα της Βόλγκρεν είπε πως η Νίθρα Ρίνκιλ –η εξόριστη Ομιλήτρια της Καλβάρθα– παρουσιάστηκε και, με μια της λέξη, κατέστρεψε τη δυτική πύλη. Οπότε, ζήτησε να μιλήσει με την Ομάλθα, και, όταν παρουσιάστηκε εδώ, μπροστά από το Θρόνο του Δάσους, εξήγησε πώς η Μεγάλη Θεά την είχε εκλέξει και πώς εκείνη, η Νίθρα, είχε θεραπεύσει την Πληγή της Λιάμνερ Κρωθ, στους βάλτους Βένεβριαμ: μια Πληγή για την οποία ευθυνόταν ο Προφήτης Νουτκάλι, και από την οποία έβγαιναν τα λεγόμενα Κτήνη των Βάλτων, προκαλώντας καταστροφές.

Η Πάρνα σκέφτηκε: Άλλα είπε στον Θόρενλορ, όχι ότι είναι Εκλεκτή της Λιάμνερ Κρωθ. Τι αληθεύει, τελικά;

«Και μας πρότεινε να παραδοθούμε,» συνέχισε η Ομάλθα, «πράγμα το οποίο ήταν λογικό, γιατί, με τη δυτική μας πύλη κατεστραμμένη, δεν είχαμε ελπίδες νίκης· ο στρατός του Τάκμιν θα εισέβαλε και θα προκαλούσε τεράστιες ζημιές στη Βόλγκρεν. Ακόμα κι ο Αρχιστράτηγος Σάνλον το κατάλαβε και υποχώρησε προς την Έρλεν.»

«Έτσι απλά;…» Η Πάρνα κοίταξε τη μητέρα της με δυσπιστία, και ύστερα, τον πατέρα της και τον αδελφό της, καθώς τώρα όλοι τους βρίσκονταν καθισμένοι γύρω από ένα ξύλινο τραπέζι. «Σας πρότεινε η Νίθρα να παραδοθείτε και παραδοθήκατε;»

Το βλέμμα του Σέλφελιν κατέβηκε. Ο Κένκορ άναψε την πίπα του, ατενίζοντας αλλού. Η Ομάλθα φάνηκε σκεπτική.

Υπάρχει και κάτι άλλο! παρατήρησε η Πάρνα. Κάτι που δε μου λένε. «Πείτε μου,» επέμεινε.

«Πρέπει να το κρατήσεις μυστικό· για την ώρα, τουλάχιστον,» της είπε η μητέρα της, ύστερα από μερικές στιγμές σιγής.

«Θα το κρατήσω,» υποσχέθηκε η Πάρνα. «Με ξέρεις να μην κρατάω μυστικά;»

«Μερικές φορές,» είπε η Ομάλθα, «φοβάμαι πως κρατάς περισσότερα μυστικά απ’ό,τι πρέπει…»

Ίσως να έχεις δίκιο, μητέρα.

Η Έπαρχος καθάρισε το λαιμό της. «Άκου, λοιπόν. Η Νίθρα ζήτησε να μας μιλήσει προσωπικά, ύστερα από την εμφάνισή της μπροστά στο Θρόνο του Δάσους. Και εμείς –εγώ, ο πατέρας σου, ο Σέλφελιν, και η Αρχιστράτηγος Ήρια– αποφασίσαμε να ανταποκριθούμε στο αίτημά της. Μας είπε ότι, στην πραγματικότητα, είναι τόσο εναντίον του Τάκμιν όσο και της Καλβάρθα. Σκοπεύει να τον βοηθήσει να πάρει το Θρόνο του Αετού και, μετά, να τον εκθρονίσει· έτσι, θα τους ξεφορτωθεί και τους δύο.»

«Πώς θα το κάνει αυτό τόσο εύκολα;»

«Ο Τάκμιν δε θα δυσκολευτεί να πορθήσει την Έρλεν,» είπε η Ομάλθα. «Ειδικά με τη βοήθεια της Νίθρα, η οποία μπορεί να ρίξει πύλες με τη φωνή της.»

«Και μετά, πώς θα διώξει τον Έπαρχο από το Θρόνο του Βασιλείου;»

«Έχει τον Αρχικατάσκοπο Άλαντμιν με το μέρος της.»

Ναι, φυσικά, σκέφτηκε η Πάρνα. Ο Άλαντμιν θα τη βοηθήσει σε οτιδήποτε· είναι τόσο ερωτευμένος μαζί της…

«Ποιος θα καθίσει στο Θρόνο του Αετού, όταν πέσει ο Τάκμιν;»

«Ο Πρίγκιπας Δόλβεριν,» είπε ο Ομάλθα. «Αυτός είναι ο επόμενος στη διαδοχή. Και, νομίζω, ότι είναι πολύ καλύτερος. Το Βασίλειο δε θα χάσει.»

Μα το Λύκο! Η Νίθρα δεν τους ανέφερε τίποτα για τον Δόλβεριν. «Σας το είπε η ίδια αυτό;»

«Τι εννοείς, Πάρνα;»

«Εννοώ, σας είπε η ίδια πως ο Δόλβεριν θα καθίσει στο θρόνο, όταν πέσει ο Τάκμιν;»

«Ναι,» αποκρίθηκε η Ομάλθα· «νομίζω πως, ναι, μας είπε ότι ο Δόλβεριν θα ήταν μια πολύ καλή επιλογή.»

Ο Σέλφελιν ένευσε. «Το θυμάμαι κι εγώ.»

Η σκύλα! Αυτή τον σκότωσε, λοιπόν. Μας έχει κοροϊδέψει όλους, θέλοντας να καθίσει εκείνη στο Θρόνο του Αετού! Και ο Άλαντμιν θα τη βοηθήσει. Ο Άλαντμιν θα τη βοηθούσε σε οτιδήποτε… Η Πάρνα έβλεπε τις υποψίες της να επιβεβαιώνονται, ολοένα και περισσότερο. Ωστόσο, έθεσε υπό έλεγχο την οργή της, και ρώτησε:

«Όταν σας μίλησε ιδιαιτέρως, εξακολούθησε να ισχυρίζεται ότι είναι Εκλεκτή της Λιάμνερ Κρωθ;»

«Δεν είπε τίποτα το αντίθετο,» αποκρίθηκε ο Κένκορ, και η Ομάλθα κατένευσε.

Επομένως, δε σας ανέφερε ούτε τον Φανλαγκόθ. Προτιμά να παραμένει «η Ιερή Νίθρα»… Θα ανακαλύψουμε, όμως, πόσο… ιερή… είναι, όταν μπήξω τα Δόντια μου στο λαιμό της!

«Καταλαβαίνεις τώρα γιατί συμφωνήσαμε να βάλουμε τους μαχητές του Τάκμιν στην πόλη μας;» είπε η Ομάλθα στην Πάρνα.

«Ναι.»

«Προστατεύουμε καλύτερα την Βόλγκρεν με αυτό τον τρόπο, κόρη μου. Αν είχαμε αντισταθεί, θα είχαμε χάσει. Και ακόμα κι αν δεν είχαμε χάσει –αν, λόγω κάποιου θαύματος, είχαμε νικήσει–, οι απώλειες θα ήταν τόσο μεγάλες, που η νίκη μας θα φάνταζε ήττα. Ο λαός μας θα είχε υποφέρει.»

«Ενώ τώρα,» πρόσθεσε ο Κένκορ, «ο Τάκμιν θα βρει το δάσκαλό του διαφορετικά. Και η ζωή στο Νούφρεκ, ελπίζουμε, θα βελτιωθεί.»

«Ναι,» είπε πάλι η Πάρνα. «Καταλαβαίνω απόλυτα. Κάνατε καλά.»

Η Ομάλθα την ατένισε ερευνητικά. «Δε μου φαίνεται, όμως, να συμφωνείς πραγματικά. Γιατί;»

Ο θυμός πρέπει να είναι έκδηλος στο πρόσωπό μου. Η Πάρνα πήρε μια βαθιά ανάσα. Γέμισε ένα ποτήρι νερό από την καράφα που βρισκόταν ανάμεσά τους και ήπιε βαθιά. «Όχι, μητέρα· συμφωνώ. Απλά, είμαι κουρασμένη. Θα πάω στα διαμερίσματά μου, να κάνω ένα μπάνιο και να ξεκουραστώ.»

«Όπως θέλεις,» είπε η Ομάλθα. Εξακολουθούσε, όμως, να την κοιτάζει περίεργα. Τη μητέρα δεν την ξεγελάς εύκολα…

Η Πάρνα σηκώθηκε από το τραπέζι και πήγε στα διαμερίσματά της μέσα στο Ανάκτορο του Αρχέγονου Σεληνόφωτος. Ήταν πλέον απόβραδο και σκοτάδι φαινόταν έξω απ’τα παράθυρα, διακοπτόμενο από κουκίδες φωτός στη Βόλγκρεν και τα περίχωρά της.

Η Πάρνα ξεθηκάρωσε τα Δόντια του Λύκου και τα έριξε πάνω στο κρεβάτι της. Το ιριδίζον ατσάλι τους έκανε το αίμα της να βράζει, και την επιθυμία της να τσακίσει τη Νίθρα να μεγαλώνει.

Δολοφόνησε τον Δόλβεριν.

Είπε ψέματα στον Θόρενλορ.

Είπε διαφορετικά ψέματα στην οικογένειά μου.

Αποκάλυψε τη θέση του άντρου του Θόρενλορ στον Έπαρχο Τάκμιν.

Δε θα την αφήσω να κάνει κι άλλα. Αύριο, ξεκινάω για την Έρλεν.


Κεφάλαιο 33
Καθοδόν

 

Χτες βράδυ είχε πιάσει μια άσχημη καταιγίδα, η οποία ανάγκασε την Αρχόντισσα Ρικέλθη και τους συνοδούς της να σταματήσουν στη Γάρνακ και να μπουν στο πρώτο πανδοχείο που βρήκαν. Ο καιρός είχε χαλάσει απότομα· μαύρα σύννεφα είχαν καλύψει τον ουρανό, ερχόμενα μαζί με πανίσχυρο άνεμο, ο οποίος έσπαγε κλαδιά και τα παρέσερνε. Οι βροντές τάραζαν τον αιθέρα και τη γη, ενώ οι αστραπές έσχιζαν τα ουράνια και φώτιζαν τον κόσμο των ανθρώπων, με ξαφνικές αναλαμπές. Η βροχή έπεφτε σαν υδάτινη μάστιγα στα κεφάλια και στους ώμους των ταξιδιωτών.

«Η άγρια καταιγίδα δεν αργεί να κοπάσει,» θυμόταν η Ρικέλθη πως έλεγε η γιαγιά της. «Το ίδιο ισχύει και για το θυμό των ανθρώπων. Να προσέχεις εκείνους που δεν οργίζονται εύκολα.»

Και πράγματι, δεν είχε άδικο, σκεφτόταν η Αρχόντισσα, καθώς στεκόταν μπροστά στο παράθυρο του δωματίου της, κοιτάζοντας την καταιγίδα. Η βροχή χτυπούσε πάνω στα κουφωτά παντζούρια και στο τζάμι. Το έχω διαπιστώσει τούτο πολλές φορές, και για τους ανθρώπους και για τον καιρό.

Κλικ-κλακ, κλικ, έκανε το κοκάλινο κομπολόι στα χέρια της.

Η Ρικέλθη άφησε τη θέση της μπροστά στο παράθυρο και πήγε για ύπνο. Μέχρι αύριο, ήταν βέβαιη πως η καταιγίδα θα είχε τελειώσει… και δε θ’αργήσω να φτάσω στον Έζβαρ. Μιάμιση μέρα περίπου ως την Έριγκ, κι άλλη μία ως το Λημέρι του.

Την επομένη, η Αρχόντισσα διαπίστωσε πως δεν είχε πέσει έξω στις προβλέψεις της. Ο ουρανός ήταν καθαρός, χωρίς ούτε ένα σύννεφο να τον κρύβει. Ή, μάλλον, υπήρχαν μερικά σύννεφα, αλλά ήταν ελάχιστα και σίγουρα όχι σύννεφα βροχής. Τα μόνα σημάδια που είχε αφήσει η καταιγίδα ήταν τα νερά και οι λάσπες στους δρόμους.

Ο ήλιος, φυσικά, δε φαινόταν πουθενά στους αιθέρες· το πρωινό φως ερχόταν από κάποιο μέρος που η Ρικέλθη δεν μπορούσε να προσδιορίσει. Κι εκτός αυτού, είχε παρατηρήσει και κάτι ακόμα, τις ημέρες που βρισκόταν στο δρόμο: Οι σκιές ήταν, συνεχώς, στην ίδια θέση· όποια ώρα κι αν ήταν, οι σκιές έμοιαζαν με μεσημεριανές. Η Ρικέλθη είχε κάνει υποθέσεις γιατί μπορεί να συνέβαινε τούτο: Η μία της εκδοχή ήταν ότι οι σκιές έπεφταν σαν αυτές του μεσημεριού επειδή το φως ερχόταν από πάνω και μόνο, όπως όταν ο ήλιος έχει μεσουρανήσει. Η άλλη της εκδοχή ήταν πως ο ήλιος χάθηκε μεσημέρι, επομένως η Κουαλανάρα ολάκερη έμεινε σ’αυτή την κατάσταση, του μεσημεριού. Αυτό το τελευταίο ίσως να ακουγόταν λιγάκι τρελό, καταλάβαινε η Ρικέλθη, όμως και η εξαφάνιση του ήλιου από τον ουρανό εξίσου τρελό ήταν!

Ο Έζβαρ, σίγουρα, θα μπορούσε να εξηγήσει το φαινόμενο καλύτερα· και, καθώς η Αρχόντισσα ταξίδευε βόρεια, προς την Έριγκ και το Δρακοδάσος, αισθανόταν ολοένα και περισσότερο τη σημαντικότητα να μάθει τι συνέβαινε στην Κουαλανάρα. Διότι ήταν απλά παράξενο να ταξιδεύεις κάτω από ένα στερέωμα χωρίς ήλιο και χωρίς φεγγάρι. Ανατριχιαστικό.

Οι λάσπες, ωστόσο, που γέμιζαν σήμερα τους δρόμους ήταν σαφώς χειρότερες. Είχαν πλημμυρίσει τη δημοσιά, και τα άλογα πλατσούριζαν μέσα τους, τινάζοντάς τες τριγύρω. Το φόρεμα, η κάπα, και οι μπότες της Ρικέλθης είχαν γίνει χάλια.

Επιπλέον, η Αρχόντισσα αισθανόταν μουδιασμένη από την υγρασία. Δεν ήθελε να το παραδεχτεί, αλλά τα κόκαλά της την πονούσαν. Ο Έζβαρ πρέπει να έχει κάποιο βοτάνι, για την περίπτωση, σκέφτηκε. Το πρόβλημα είναι πως, όταν τον ρωτήσω, θ’αρχίσει να μου λέει ότι γέρασα, το κάθαρμα!

Η Ρικέλθη ύψωσε το βλέμμα από τις λάσπες του δρόμου, ατενίζοντας βόρεια, τη δημοσιά, η οποία ξεμάκραινε, μικραίνοντας, ώσπου έστριβε δίπλα απ’την πλαγιά ενός λόφου και χανόταν από το πεδίο όρασης της Αρχόντισσας. Ύστερα από κάποια ώρα, η Ρικέλθη έφτασε στη στροφή και αντίκρισε πάλι τον μεγάλο δρόμο ν’απλώνεται εμπρός της. Από ψηλά μπορούσε ν’ακούσει μερικά πουλιά να κρώζουν. Σήκωσε τη ματιά της και τα είδε να κάνουν κύκλους στον ουρανό και να μπαίνουν, τελικά, σ’ένα σύδεντρο του λόφου.

«Μέχρι το βράδυ, πρέπει να έχουμε φτάσει στην Όρκαλ, Αρχόντισσά μου,» είπε ο Ίλαρχος Άλισβαρ ε Όσριν. «Ή, τουλάχιστον, αυτό μου λέει ο χάρτης μου.» Κρατούσε μια περγαμηνή ανοιχτή εμπρός του, καθώς ίππευε. «Εσείς, βέβαια, θα γνωρίζετε τούτες τις περιοχές καλύτερα από μένα, υποθέτω…»

«Δεν κάνεις λάθος, ίλαρχε,» αποκρίθηκε εκείνη. «Θα φτάσουμε στην Όρκαλ, αν βιαστούμε.»

«Δηλαδή, μπορεί και να μην είμαστε εκεί ως το βράδυ;»

Η Ρικέλθη ένευσε. «Οι λάσπες μάς καθυστερούν.»

«Έχετε δίκιο, Αρχόντισσά μου. Θέλετε να επιταχύνουμε;»

«Δε νομίζω ότι είναι απαραίτητο.»

Το μεσημέρι, σταμάτησαν στην ανατολική μεριά της δημοσιάς, κοντά στο Δρακοδάσος, για να ξεκουράσουν τ’άλογά τους και να ξεπιαστούν κι οι ίδιοι από το κάθισμα στη σέλα. Δύο στρατιώτες άρχισαν να στήνουν μια σκηνή για τη Ρικέλθη, ενώ εκείνη ατένιζε τα βάθη του δάσους. Από ένα σημείο και ύστερα, η βλάστηση γινόταν τόσο πυκνή, που το μάτι έχανε το δρόμο του· μπερδευόταν ανάμεσα στους κορμούς, τα κλωνάρια, και τις φυλλωσιές.

«Ίλαρχε!» είπε ένας από τους ξεπεζεμένους ιππείς. «Έρχεται καταιγίδα!» Η Ρικέλθη στράφηκε, για να δει πως ο άντρας έδειχνε βόρεια, απ’όπου μουντά σύννεφα ζύγωναν, με μεγάλη ταχύτητα, καλύπτοντας τον ανήλιαγο ουρανό.

Ο Άλισβαρ μούγκρισε. «Να πάρει και να σηκώσει ο Σάλ’γκ–! Με συγχωρείτε, Αρχόντισσά μου.» Έριξε ένα απολογητικό βλέμμα στη Ρικέλθη.

Εκείνη του χαμογέλασε. «Τ’αφτιά μου δεν είναι από πορσελάνη, ίλαρχε.»

«Πρέπει να βρούμε καταφύγιο, ίλαρχε,» είπε η μοναδική πολεμίστρια της έφιππης ομάδας –μια κοπέλα με σκούρα-ξανθά, σγουρά μαλλιά και φαγωμένο δεξή λοβό. Η Ρικέλθη είχε πολλές φορές αναρωτηθεί αν κάποιος της είχε δαγκώσει το αφτί, κόβοντάς το, ή αν κάποιο όπλο την είχε χτυπήσει, μα, για λόγους ευγένειας, ποτέ δεν είχε ρωτήσει, αφού δεν το είχε φέρει η συζήτηση.

«Και καλύτερα μακριά από δέντρα,» πρόσθεσε ο Άλισβαρ, «με τ’αστροπελέκια που θ’αρχίσουν να πέφτουν.»

Οι στρατιώτες που πριν από λίγο έστηναν τη σκηνή της Ρικέλθης, τώρα τη μάζευαν, όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Οι υπόλοιποι σέλωναν και χαλίνωναν τα άλογα της ομάδας.

Τα μαύρα σύννεφα τούς πρόλαβαν, καλύπτοντας τα πάντα στο σκοτάδι και φέρνοντας μαζί τους δυνατό αέρα και βροχή. Οι βροντές και οι αστραπές προκαλούσαν ξανά το ίδιο χάος που είχαν προκαλέσει και χτες βράδυ.

Ένας στρατιώτης έδωσε στη Ρικέλθη τα χαλινάρια του αλόγου της, και εκείνη ανέβηκε στη σέλα, όπως έκαναν και οι άλλοι.

«Δυτικά!» φώναξε ο Άλισβαρ, ξεκινώντας να καλπάζει μέσα στην καταιγίδα.

Η ομάδα του τον ακολούθησε, και πίσω τους ακούστηκε ένας έντονος κρότος, ενώ εκτυφλωτικό φως έκανε τα πάντα να λάμψουν στιγμιαία. Η Ρικέλθη κουφάθηκε προσωρινά, και υπέθεσε πως κι οι άλλοι πρέπει να είχαν πάθει το ίδιο. Ένα αστροπελέκι είχε πέσει στο Δρακοδάσος, όχι πολύ μακριά από εκείνη και τους συνοδούς της.

Η Αρχόντισσα κρατούσε τα μάτια της καρφωμένα στον Άλισβαρ, γιατί δεν μπορούσε ν’ακούσει τα λόγια κανενός. Οι φωνές τους έρχονταν μπερδεμένες στ’αφτιά της, όπως και τα χρεμετίσματα των αλόγων και ο ήχος των οπλών πάνω στο έδαφος.

Είχαν πλέον αφήσει πίσω τους τη δημοσιά και μπει σε μια ορεινή περιοχή, όπου ο Ίλαρχος Άλισβαρ δεν άργησε να υψώσει το χέρι του, κάνοντάς τους νόημα να σταματήσουν.

«Πρέπει να βρούμε σπηλιά,» είπε. Η Ρικέλθη ίσα που μπορούσε να τον ακούσει· τ’αφτιά της ακόμα βούιζαν. «Αρχόντισσά μου, έχετε υπόψη σας κανένα καταφύγιο;»

«Όχι. Καλύτερα, ίλαρχε, να πάμε στην Όρκαλ.»

«Πόσο μακριά είμαστε;»

Ο άνεμος σφύριζε, η βροχή χτυπούσε τα πάντα, οι βροντές έκαναν τον κόσμο να τρίζει, οι αστραπές προκαλούσαν πόνο στα μάτια· η Ρικέλθη έπρεπε να εστιάζει όλες της τις αισθήσεις στον Άλισβαρ, για να καταλαβαίνει τα λόγια του. Ένα κλαδί ήρθε προς το πρόσωπό της, κι εκείνη ύψωσε, ενστικτωδώς, το δεξί της χέρι, για να προστατευτεί. Πόνος διαπέρασε τα σπασμένα της δάχτυλα, από το ξαφνικό χτύπημα· αλλά, ευτυχώς, δεν ήταν τίποτα το σπουδαίο.

«Αρκετά μακριά, σίγουρα. Έξι λεύγες,» είπε στον ίλαρχο. «Αλλά αν πιέσουμε τ’άλογά μας….»

Ο Άλισβαρ την ατένιζε με στενεμένα μάτια. Όλη του η όψη είχε αυλακωθεί· πρέπει κι εκείνος να δυσκολευόταν να την ακούσει. «Μα, Αρχόντισσά μου, μέσα σ’αυτό τον καιρό, θα έχουμε ατυχήματα, αν πιέσουμε τα άλογα. Επιπλέον, τα ζώα είναι κουρασμένα. Έπρεπε, κανονικά, να ξεκουράζονται τώρα.»

«Τι θα κάνουμε, λοιπόν;»

«Πρέπει να βρούμε καταφύγιο,» είπε ο Άλισβαρ. Και προς όλη του την ομάδα: «Αφιππεύστε! Αφιππεύστε!» φώναξε, για να τον ακούσουν μέσα στο χαλασμό. Κατέβηκε πρώτος απ’το άλογό του, παίρνοντάς το απ’τα χαλινάρια.

Η Ρικέλθη ξεπέζεψε, με κάποιο δισταγμό. Τα μποτοφορεμένα της πόδια βούλιαξαν ως τον αστράγαλο μέσα στη λάσπη. Ένας στρατιώτης πήρε το ζώο της από τα γκέμια.

Ο Άλισβαρ οδήγησε την ομάδα του προς τα βόρεια, προσπαθώντας να την κρατά μακριά από τα δέντρα. Τα μέρη που διέσχιζαν ήταν κακοτράχαλα, και η Ρικέλθη έχασε δυο φορές την ισορροπία της και παραλίγο να πέσει· τη μία φορά την έπιασε ένας στρατιώτης, την άλλη ο ίλαρχος. «Κρατηθείτε επάνω μου, Αρχόντισσά μου,» της είπε, αλλά εκείνη αρνήθηκε. Τράβηξε το δρακοκέφαλο μπαστούνι της από τη σέλα του αλόγου της και στηρίχτηκε σ’αυτό.

«Φως, ίλαρχε!» είπε η πολεμίστρια με τον φαγωμένο λοβό, υψώνοντας το χέρι και δείχνοντας βορειοανατολικά. «Πρέπει νάναι χωράφια.»

«Ναι,» ένευσε ο Άλισβαρ. «Ας κατευθυνθούμε εκεί.»

«Μέχρι να φτάσουμε, θάχουμε παγώσει ως το κόκαλο,» άκουσε η Ρικέλθη κάποιον να μουρμουρίζει, «αν είμαστε τυχεροί…»

Ο ίλαρχος δεν πρέπει να τον άκουσε· ή, αν τον άκουσε, δεν του έδωσε σημασία.

Η ομάδα τώρα πήγαινε προς τα λιγοστά φώτα που φαίνονταν βορειοανατολικά. Η Ρικέλθη υπολόγιζε πως πρέπει να ήταν το πολύ τρία σπίτια. Μάλλον, θα έχουν κάποιο στάβλο, για να μας βάλουν, και σίγουρα δε θα μας αρνηθούν τη φιλοξενία τους· δεν μπορούν να μας την αρνηθούν. Το δύσκολο είναι να φτάσουμε, όμως, ως εκεί. Ο στρατιώτης είχε δίκιο: θα παγώσουμε μέχρι το κόκαλο. Η Ρικέλθη ήδη αισθανόταν το νερό της βροχής να κυλά μέσα στα ρούχα της και να την ξεπαγιάζει. Οι κάλτσες της ήταν μουσκεμένες και οι μπότες της πλημμυρισμένες.

«Ταξιδιώτες!» Μια δυνατή φωνή μες στην καταιγίδα. «Ταξιδιώωωτεεεες!»

Η Ρικέλθη στράφηκε, για να δει μια σκοτεινή φιγούρα να κουνά τα χέρια πάνω απ’το κεφάλι. Κρατούσε δύο μικρά δαδιά που φαινόταν να ενοχλούνται από τη βροχή χωρίς να σβήνουν (!).

«Κάποιος χρειάζεται τη βοήθειά μας!» είπε ένας στρατιώτης.

«Κι εμείς χρειαζόμαστε βοήθεια,» μούγκρισε η πολεμίστρια.

Ο άντρας με τα μικρά δαδιά φώναζε πάλι κάτι, μα οι βροντές έπνιγαν τα λόγια του.

«Ας πλησιάσουμε,» είπε ο Άλισβαρ, στρίβοντας και τραβώντας το άλογό του από τα χαλινάρια.

«Ίλαρχε, όχι! Ίσως ληστές να κρύβονται κοντά του!» διαφώνησε ένας στρατιώτης.

«Ή ίσως νάναι μάγος,» πρόσθεσε ένας άλλος. «Δείτε πώς οι φωτιές του δε σβήνουνε! Διαβολικά πνεύματα τριγυρίζουν κάτι τέτοιες νύχτες.»

«Δεν είναι νύχτα, στρατιώτη!» γρύλισε ο Άλισβαρ, αλλά σταμάτησε να βαδίζει. Το άλογό του χρεμέτισε, παραπονιάρικα.

«Είναι σαν νύχτα, όμως!» τόνισε ο άντρας· και η Ρικέλθη έπρεπε να παραδεχτεί ότι είχε δίκιο. Ήταν, για την ακρίβεια, σαν άναστρη κι αφέγγαρη νύχτα.

«–ώωωωτεεεεες!» αντήχησε ξανά η φωνή του δαυλοφόρου. Οι φωτιές στα χέρια του είχαν αρχίσει να πεθαίνουν· η καταιγίδα νικούσε τη μάχη με τις αλλόκοτες φλόγες. «Καταφύυυυυγιοοοοο! Καταφύυυυυγιοοοοο! Ταξ–!» Οι βροντές έπνιξαν τα λόγια του.

«Θέλει να μας προσφέρει καταφύγιο,» είπε ο Άλισβαρ.

«Ή ίσως να ζητά καταφύγιο,» είπε ένας άλλος.

«Όχι! Είναι παγίδα,» είπε ένας τρίτος.

«Αρχόντισσά μου, τι να κάνουμε;» ρώτησε κάποιος τη Ρικέλθη.

Εκείνη κοίταξε τον στρατιώτη, αναποφάσιστη. Μπορεί να είχαν δίκιο όσοι έλεγαν πως επρόκειτο για ληστές. Μπορεί, μάλιστα, να είχαν δίκιο ακόμα κι όσοι έλεγαν πως επρόκειτο για μάγο ή δαιμονικό. Παλιά, η Ρικέλθη θα απέρριπτε κατευθείαν μια τέτοια προκατάληψη, όμως τώρα πλέον, ύστερα από τόσα που είχε δει, δεν μπορούσε να την απορρίψει έτσι αμέσως…

«Έρχεται!» φώναξε η πολεμίστρια, και ξεσπάθωσε.

Η Ρικέλθη στράφηκε, κι ατένισε τον δαυλοφόρο να πλησιάζει, γρήγορα. Η κάπα του ανέμιζε, και φορούσε κουκούλα στο κεφάλι. Οι φωτιές του είχαν σχεδόν σβήσει, αλλά εξακολουθούσαν να αντιστέκονται στη βροχή μ’όση δύναμη τούς απέμενε.

Οι στρατιώτες τράβηξαν όλοι τα σπαθιά τους, εκτός από τον Άλισβαρ, που έμεινε ακίνητος· δεν είπε, όμως, σε κανέναν να επιστρέψει το όπλο του στο θηκάρι.

Η Ρικέλθη έσφιξε γερά το μπαστούνι της, με το αριστερό χέρι.

Ο μυστηριώδης άντρας έφτασε κοντά τους, την ώρα που οι φωτιές του έσβηναν. «Δε μ’ακούτε;» ρώτησε, μεγαλόφωνα. «Υπάρχει καταφύγιο κοντά σας!»

Η Ρικέλθη γνώριζε αυτή τη φωνή. «Έζβαρ!»

Ο κουκουλοφόρος στράφηκε στο μέρος της. «Ρικέλθη;»

«Ερχόμουν να σε βρω.»

Ο Έζβαρ γέλασε. «Τα κατάφερες.»

«Τι κάνεις εδώ; Πήγαινα στο Λημέρι σου, στο Δρακοδάσος.»

«Κατεβαίνω στη Νουάλβορ.»

«Γιατί;»

«Γιατί; Δεν είδες τον ήλιο να χάνεται;» απόρησε ο Έζβαρ.

«Ναι, και γιαυτό, μάλιστα, ερχόμουν να σε βρω.»

«Με συγχωρείτε, Αρχόντισσά μου,» τους διέκοψε ο Άλισβαρ, «αλλά, κύριε Έζβαρ, θα μπορούσατε τώρα να μας οδηγήσετε σ’αυτό το καταφύγιο που λέτε.»

«Ναι, ασφαλώς,» αποκρίθηκε εκείνος. «Ακολουθήστε με.»

Ανέβηκαν σε ένα ύψωμα –η άνοδος ήταν, πραγματικά, επίπονη μέσα στη βροχή και στον αέρα– και, μετά, το κατέβηκαν από την άλλη μεριά –η κάθοδος ήταν εξίσου επίπονη και αργή, καθώς πρόσεχαν να μη γλιστρήσουν–, για να βρεθούν σ’ένα βαθούλωμα του εδάφους, αρκετά προστατευμένο από την καταιγίδα.

«Απο δώ,» είπε ο Έζβαρ, και τους έβαλε σε μια σπηλιά, όπου ήταν αναμμένη μια λάμπα.

Σπηλιά… Η Ρικέλθη διόρθωσε τον εαυτό της: Σπήλαιο. Δε θα μπορούσε να το αποκαλέσει τίποτα λιγότερο. Ο χώρος έμοιαζε αχανής, και ήταν γεμάτος με σταλαγμίτες και σταλακτίτες. Η οροφή του χανόταν στο σκοτάδι.

«Καθίστε,» τους προέτρεψε ο Έζβαρ, «και ανάψτε και καμια άλλη λάμπα. Εδώ είμαστε ασφαλείς από την καταιγίδα.»

«Ευχαριστούμε, κύριε,» είπε ο Άλισβαρ. «Δε νομίζω να μπορούσαμε να βρούμε καλύτερο μέρος, σε τούτες τις ερημιές.»

Οι στρατιώτες άναψαν δύο λάμπες και βόλεψαν τους εαυτούς τους και τα άλογά τους. Έβγαλαν τις σέλες και τα χαλινάρια των ζώων, και σκάλισαν τις οπλές τους για πετραδάκια που μπορεί να είχαν σφηνώσει εκεί. Τις δικές τους κάπες και μπότες τις άφησαν επάνω σε σταλαγμίτες, για να στεγνώσουν.

«Είναι παράξενο που αυτή η σπηλιά δεν πλημμυρίζει από τα νερά της βροχής,» είπε ο Άλισβαρ στον Έζβαρ.

«Καθόλου παράξενο,» αποκρίθηκε εκείνος. «Υπάρχουν μπόλικα ανοίγματα σε τούτα τα μέρη, και το νερό φεύγει από εκεί. Επιπλέον, δεν ξέρω αν το προσέξατε, αλλά η σπηλιά μας βρίσκεται σ’ένα από τα ψηλότερα σημεία του κοιλώματος. Ακόμα και στο Τέλος του Κόσμου, θα είναι αρκετά ασφαλής.» Άναψε την πίπα του, καθώς καθόταν ανάμεσα σε δύο σταλαγμίτες.

Η Ρικέλθη είχε κρεμάσει την κάπα της λίγο παραπέρα· είχε βγάλει τις μπότες και τις κάλτσες της, και είχε κρεμάσει τις δεύτερες κοντά στην κάπα. Τώρα, πλησίασε τον Έζβαρ και κάθισε οκλαδόν αντίκρυ του.

«Ίλαρχε, μας αφήνεις;»

«Όπως επιθυμείτε, Αρχόντισσά μου,» έκλινε το κεφάλι ο Άλισβαρ, και απομακρύνθηκε, πηγαίνοντας στους στρατιώτες του, που είχαν ανάψει μια φωτιά και είχαν καθίσει τριγύρω. Με όλα τούτα τα φώτα, το σπήλαιο έδειχνε το πραγματικό του μεγαλείο. Κοιτάζοντας ολόγυρα, η Ρικέλθη δεν μπορούσε να δει το τέλος του. Πόσο μεγάλο ήταν, άραγε;

Έστρεψε το βλέμμα της πάλι στον Έζβαρ.

Εκείνος πρότεινε την πίπα του προς το μέρος της. «Θέλεις;»

Η Ρικέλθη την πήρε στα χέρια και τράβηξε μια μεγάλη τζούρα από τον γλυκό καπνό. Τον φύσηξε αργά από τα χείλη. «Υποθέτω πως έχεις κάτι σημαντικό να μας πεις, για να έρχεσαι στη Νουάλβορ. Εκτός,» μειδίασε στραβά, «αν με πεθύμησες…»

«Και τα δύο ισχύουν.»

Η Ρικέλθη τού επέστρεψε την πίπα. «Τι έχεις να μας πεις;»

«Ο ήλιος χάθηκε από τον ουρανό. Το ίδιο και το φεγγάρι.»

«Αυτό το ξέρουν όλοι.»

«Και μια αφύσικη γαλήνη έχει απλωθεί παντού.»

Η Ρικέλθη συνοφρυώθηκε. «Ναι, κι αυτό το έχω παρατηρήσει. Αν και τώρα, μ’ετούτη την καταιγίδα, μόνο γαλήνη δεν υπάρχει…»

«Κάνεις λάθος· υπάρχει. Και, μάλιστα, είναι πολύ έντονη. Σταμάτα να μιλάς, για λίγο, και αφουγκράσου το σπήλαιο, Ρικέλθη. Ακούς τους ήχους που θα άκουγες κανονικά;»

Η Αρχόντισσα έπαψε να μιλά και αφουγκράστηκε. Ύστερα, είπε: «Δεν ξέρω. Δεν ξέρω από σπήλαια, γενικά. Πού θες, όμως, να καταλήξεις;»

«Πού αλλού έχεις αισθανθεί αυτή τη γαλήνη;»

«Ο Χάφναρ είπε ότι του θυμίζει τον Αρχέτοπο.»

Ο Έζβαρ ένευσε. «Ο Χάφναρ έχει απόλυτο δίκιο.»

«Και τι σημαίνει αυτό;»

«Έχω την εντύπωση ότι –κάπως– οι Αρχέτοποι εξαπλώνονται. Προσπαθούν να καταβροχθίσουν τον κόσμο μας.»

Η Ρικέλθη ανατρίχιασε, άθελά της. «Σαν παραμύθι δεν–;»

«Παραμύθι; Οι Ράζλερ σού φαίνονται λιγότερο παραμυθένιοι;»

Η Ρικέλθη έσφιξε τα χείλη. «Εντάξει, λοιπόν. Γιατί υποθέτεις ότι οι Αρχέτοποι προσπαθούν να καταβροχθίσουν τον κόσμο μας;»

«Δεν ξέρω πολλά για τους Αρχέτοπους, δυστυχώς. Και ούτε το βιβλίο του Βόραθνογκ του Ρογκάνου μ’έχει βοηθήσει ιδιαίτερα.» Τράβηξε έναν δερματόδετο τόμο από τον σάκο του και τον έδωσε στη Ρικέλθη. Αρχετοπικές Περιπλανήσεις και Παρατηρήσεις Πάσης Φύσεως Περί των Αρχέτοπων, έγραφε το εξώφυλλο πάνω-πάνω· και λίγο παρακάτω: του Βόραθνογκ του Βράχου.

«Του Βράχου;» κάγχασε η Ρικέλθη.

«Έμενε πάνω σε ένα βράχο,» εξήγησε ο Έζβαρ.

Η Ρικέλθη τού επέστρεψε το βιβλίο, κι εκείνος το άνοιξε, βάσει ενός πάνινου σελιδοδείκτη. «Εδώ ψάχνω να βρω μήπως έχει κάνει καμία αναφορά, μα δε βλέπω τίποτα. Αυτό το φαινόμενο δεν έχει ξαναπαρατηρηθεί, ούτε υπάρχει καμια υπόθεση για το πώς θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο.» Έκλεισε το βιβλίο. «Όταν φτάσω στη Νουάλβορ, έχω να μιλήσω με πολύ κόσμο.»

«Μ’αυτόν τον αντιπαθέστατο, τον δαιμονολόγο Ερφάνιρ;»

«Και όχι μόνο.»

*

Η ξύλινη πινακίδα που έδειχνε νότια έγραφε ΝΟΥΑΛΒΟΡ.

Η Ζιάθραλ ακούμπησε στο ξύλινό της μπαστούνι (ένα μεγάλο κλαδί, ουσιαστικά, το οποίο της είχε κόψει η Κάρλα καθοδόν) και πήρε μια βαθιά ανάσα από τον απογευματινό αέρα. Πλησιάζω στο Παλάτι των Δεκαεννέα Πύργων. Πλησιάζω να συναντήσω το φονιά της οικογένειάς μου… Και τώρα που ο πρώτος θυμός τής είχε περάσει, έπιανε τον εαυτό της ν’αναρωτιέται πώς θ’αντιμετώπιζε τον Έπαρχο Κάβμαρ όταν τον συναντούσε. Ο άνθρωπος ήταν αδίστακτος· όχι μόνο θα προσπαθούσε ν’αποκρούσει τις κατηγορίες της, μα, κατά πάσα πιθανότητα, θα επιχειρούσε να τη δολοφονήσει κι εκείνη.

Δεν μπορώ, όμως, να κάνω πίσω, σκέφτηκε η Ζιάθραλ, αγγίζοντας τη λαβή του Ευρήματος, που κρεμόταν από τη ζώνη της. Το χρωστάω στον πατέρα. Γιατί ό,τι διαφορές κι αν είχαμε, ό,τι κι αν είχε πει για μένα, ήταν πατέρας μου. Κι επιπλέον, ο Κάβμαρ δε σκότωσε μόνο αυτόν, αλλά και την Ελμάρνια…

«Πόσο μακριά είμαστε από την πρωτεύουσα;» ρώτησε τη συνοδοιπόρο της.

«Όχι πολύ μακριά πλέον,» αποκρίθηκε η Κάρλα.

«Δηλαδή, σε πόσο καιρό θα βρισκόμαστε εκεί;»

«Έτσι όπως οδοιπορούμε, σε τρεις, τέσσερις μέρες.»

Η Ζιάθραλ αναστέναξε. «Είμαστε μακριά, τότε. Με την Ταχύτητα, πόσο γρήγορα θα έφτανες;»

«Αύριο το απόγευμα θα ήμουν εκεί. Αλλά δεν μπορώ να σας αφήσω μες στη μέση του δρόμου, και το ξέρετε.»

«Πρέπει να βρούμε κάποιο μεταφορικό μέσο,» είπε η Ζιάθραλ.

«Αυτό σκεφτόμουν κι εγώ,» παραδέχτηκε η Κάρλα.

«Και πού κατέληξες;»

«Ότι πρέπει να επισκεφτούμε κάποιο απ’τα φυλάκια που βρίσκονται εδώ. Η κεντρική δημοσιά του Νόρβηλ φρουρείται πολύ καλά, και όταν δουν πως είμαι βασιλική ταχυπομπός, σίγουρα, θα με εξυπηρετήσουν.»

«Ας μη χάνουμε χρόνο, λοιπόν.»

Η Κάρλα ένευσε, και ξεκίνησαν να βαδίζουν νότια, αφήνοντας την ξύλινη πινακίδα κατευθύνσεων πίσω τους. Στα ανατολικά τους, απλωνόταν μια δασώδης περιοχή, γεμάτη σκιές, ενώ στα δυτικά μια πεδιάδα, που βαφόταν από το λυκόφως. Αυτό το αλλόκοτο λυκόφως, που δεν προερχόταν από τον ήλιο, αλλά από κάπου αλλού. Αρχικά, η Ζιάθραλ και η Κάρλα νόμιζαν ότι το φαινόμενο του ανήλιαγου ουρανού θα περνούσε και, σύντομα, ο ήλιος θα ξαναπαρουσιαζόταν, όμως αυτό δεν είχε ακόμα συμβεί. Και είχαν περάσει πέντε ημέρες από την ηλιακή εξαφάνιση. Οι άνθρωποι γύρω από τους βάλτους Όρντλαχ έκαναν ένα σωρό υποθέσεις για το τι μπορεί να γινόταν, αλλά η επικρατέστερη ήταν ότι ο Βάνραλ είχε οργιστεί με τους ανθρώπους και το Τέλος του Κόσμου δε θα αργούσε να έρθει. Η Κάρλα τα θεωρούσε όλα τούτα ανόητες προκαταλήψεις, και δεν έδινε καμία σημασία· ήταν βέβαιη πως υπήρχε μια απόλυτα λογική εξήγηση για την εξαφάνιση του ήλιου. Η Ζιάθραλ έκανε παρόμοιες σκέψεις για το ζήτημα: κι εκείνη θεωρούσε αυτά που έλεγαν οι χωρικοί ανόητες προκαταλήψεις, όμως αισθανόταν να φοβάται κιόλας· γιατί ό,τι κι αν συνέβαινε στον κόσμο, σίγουρα, δεν ήταν τίποτα το συνηθισμένο ή –έτρεμε να το παραδεχτεί– φυσιολογικό. Κι αν ίσχυε αυτό το τελευταίο, σήμαινε πως οι θεοί έπαιζαν με την Κουαλανάρα…

Επί του παρόντος, η Ζιάθραλ είπε στην Κάρλα: «Ούτε απόψε δε βλέπω να βγαίνει φεγγάρι…»

Η ταχυπομπός ένευσε. «Επίσης, δεν ξέρω αν το έχετε παρατηρήσει, αλλά οι αστερισμοί έχουν αλλάξει.»

«Τι εννοείς;»

«Τα αστέρια έχουν πάρει διαφορετικές θέσεις.»

«Γιατί;»

«Για τον ίδιο λόγο που χάθηκαν ο ήλιος και το φεγγάρι, υποθέτω…»

Η Ζιάθραλ δε συνέχισε τη συζήτηση. Άλλαξε θέμα: «Πόσο μακριά είναι το φυλάκιο;»

«Κοντά.»

«Θα φτάσουμε απόψε εκεί;»

«Ναι.»

Η Ζιάθραλ τυλίχτηκε σφιχτά στην καινούργια της κάπα, καθώς, όσο νύχτωνε, το κρύο άρχιζε να την περονιάζει. Η Κάρλα τής την είχε αγοράσει καθοδόν, γιατί είχαν μόνο μία (αυτή της ταχυπομπού) και ήταν αμφίβολο αν έτσι θα έφταναν ζωντανές στη Νουάλβορ. Η παγωνιά είναι επικινδυνότερη από τους ληστές ή τους φονιάδες, όταν δεν είναι κανείς κατάλληλα ντυμένος.

Το λυκόφως έδωσε τη θέση του στο σκοτάδι, και οι δύο γυναίκες είδαν φώτα στα νοτιοδυτικά, όχι πολύ μακριά.

«Το φυλάκιο;» ρώτησε η Ζιάθραλ.

«Ναι,» αποκρίθηκε η Κάρλα.

Προχώρησαν προς τα εκεί και συνάντησαν έναν μικρότερο δρόμο, κάθετο στην κεντρική δημοσιά του Νόρβηλ. Στο πέρας του, ορθωνόταν ένα φρούριο, αποτελούμενο από κεντρικό πύργο και δύο πυργίσκους εκατέρωθέν του. Η Ζιάθραλ και η Κάρλα πλησίασαν, ενώ ο πολεμιστής που στεκόταν στην πύλη τις ατένιζε, ακίνητος.

Όταν βρέθηκαν κοντά του, είπε: «Καλωσορίσατε, ταχυπομπέ.» Μπορούσε να δει τον πορφυρόχρυσο μανδύα της Κάρλα, ο οποίος υποδήλωνε το επάγγελμά της.

«Καλησπέρα,» αποκρίθηκε εκείνη. «Χρειάζομαι ένα από τα άλογά σας, το οποίο θα φροντίσω να σας επιστραφεί. Βιάζομαι να φτάσω στη Νουάλβορ, και δεν μπορώ ν’αφήσω στο δρόμο την Αρχόντισσα Ζιάθραλ ε Θάρνεβιν, απο δώ.» Την έδειξε, με μια κόσμια κίνηση του κεφαλιού.

«Θα πρέπει να μιλήσετε με το διοικητή. Παρακαλώ, περάστε.»

Η πύλη άνοιξε, και η Κάρλα μπήκε, ακολουθούμενη από τη Ζιάθραλ. Βρέθηκαν στην τραπεζαρία του φυλακίου, όπου τρεις στρατιώτες έπιναν, παίζοντας ένα παιχνίδι, και μια πολεμίστρια καθόταν παράμερα, ακονίζοντας το ξίφος της. Η φωτιά έκαιγε δυνατή στο τζάκι.

Άπαντες έστρεψαν το βλέμμα τους στις νεόφερτες.

«Η ταχυπομπός χρειάζεται ένα άλογο,» φώναξε ο φρουρός της εισόδου. «Ειδοποιήστε το διοικητή.»

Η πολεμίστρια άφησε το σπαθί της ακουμπισμένο στον τοίχο και μπήκε σε μια ξύλινη πόρτα.

«Θέλετε κάτι να πιείτε;» ρώτησε ένας στρατιώτης τη Ζιάθραλ και την Κάρλα.

«Κάτι ζεστό,» αποκρίθηκε η πρώτη, καθώς καθόταν σε μια καρέκλα.

Ο πολεμιστής γέμισε μια κούπα με τσάι και της την έδωσε.

Η Κάρλα κάθισε αντίκρυ της Ζιάθραλ. «Κι εγώ.»

Ο στρατιώτης τής έδωσε μια άλλη κούπα, και πήρε θέση ανάμεσα τους. «Δεν έχω ξαναδεί ταχυπομπό που να χρειάζεται άλογο…» είπε.

«Δεν είμαι μόνη μου,» αποκρίθηκε η Κάρλα. «Η Αρχόντισσα Ζιάθραλ δεν–»

Η πόρτα όπου είχε μπει η πολεμίστρια άνοιξε και ένας άντρας παρουσιάστηκε. Ήταν μετρίου αναστήματος, με μακριά, σγουρά μαλλιά και αξύριστο πρόσωπο.

«Καλησπέρα,» είπε, πλησιάζοντας. «Είμαι ο Διοικητής Βάνμιρ. Πώς θα μπορούσα να σας εξυπηρετήσω, ταχυπομπέ;»

Η Κάρλα σηκώθηκε απ’την καρέκλα της και συστήθηκε. «Χρειάζομαι ένα άλογο, κύριε διοικητά,» εξήγησε, «για την Αρχόντισσα Ζιάθραλ ε Θάρνεβιν, την οποία συνοδεύω προς τη Νουάλβορ. Τη βρήκα σε δύσκολη κατάσταση, στους βάλτους Όρντλαχ· της είχαν επιτεθεί κακοποιοί.»

«Καταλαβαίνω.»

«Θα φροντίσω να σας επιστραφεί το άλογο.»

«Δεν υπάρχει πρόβλημα,» είπε ο Διοικητής Βάνμιρ. Και προς τον στρατιώτη που είχε φέρει το τσάι: «Πήγαινε να ετοιμάσεις ένα άλογο για την Αρχόντισσα.» Εκείνος έφυγε αμέσως.

«Θα διανυκτερεύσετε εδώ, ταχυπομπέ;» ρώτησε ο διοικητής.

«Όχι,» αποκρίθηκε η Κάρλα. «Βιαζόμαστε να φτάσουμε στο Παλάτι των Δεκαεννέα Πύργων.»

«Καθίστε, τότε, να ξαποστάσετε, μέχρι να ετοιμαστεί το άλογο,» είπε ο Βάνμιρ.

Η Κάρλα κάθισε· η Ζιάθραλ δεν είχε σηκωθεί, έτσι κι αλλιώς.

Σε λίγο, το άλογό τους ήταν έτοιμο· οπότε, η ταχυπομπός ευχαρίστησε τον διοικητή του φυλακίου και εκείνη κι η Αρχόντισσα βγήκαν.

«Ξέρετε να ιππεύετε;» ρώτησε η Κάρλα.

«Φυσικά και ξέρω να ιππεύω,» αποκρίθηκε η Ζιάθραλ, και ανέβηκε στη σέλα.

«Ωραία,» ένευσε η ταχυπομπός. «Εγώ θ’ακολουθώ με την Ταχύτητα.»

Η Αρχόντισσα χτύπησε το άλογο στα πλευρά, με τις μπότες της, και ξεκίνησε. Η Κάρλα έτρεξε πλάι της.

«Μ’αυτό το ρυθμό, πότε υπολογίζεις ότι θα φτάσουμε στη Νουάλβορ;» ρώτησε η Ζιάθραλ, καθώς έβγαιναν από τον κάθετο δρόμο κι ακολουθούσαν πάλι την κεντρική δημοσιά του Νόρβηλ, προς τα νότια.

«Αύριο τ’απόγευμα, αν κουράσουμε το άλογο.»

«Ας το κουράσουμε, λοιπόν!»

«Αυτό σημαίνει ότι θα ταξιδεύουμε όλο το βράδυ, και θα κάνουμε μόνο μια μικρή στάση το πρωί, προτού συνεχίσουμε.»

«Εγώ δεν έχω πρόβλημα,» αποκρίθηκε η Ζιάθραλ. «Εσύ, όμως, αντέχεις; Σήμερα, όλη μέρα οδοιπορούσαμε…»

«Έχω αρκετούς σπόρους χίλντρου μαζί μου,» είπε η Κάρλα. «Κι επιπλέον, αν δω ότι δεν μπορώ άλλο, θ’ανεβώ κι εγώ στ’άλογο.»

«Ελπίζω να μη σκοπεύεις να επιστρέψεις το ίδιο ζώο στον Διοικητή Βάνμιρ.»

Η Κάρλα γέλασε.

 

 

 

 

Βιβλίο Δέκατο
Οι Τρεις Βασίλισσες

 

 

 

 


Κεφάλαιο 1
Θάλασσα και Πνεύματα

 

Ο Βάνμιρ άνοιξε τα μάτια, και είδε έναν ουρανό χωρίς ήλιο. Βλεφάρισε, και ανασηκώθηκε πάνω στον αμμόλοφο όπου είχε ξαπλώσει. Πλάι του κοιμόταν ο Μάηραν. Ο Βάνμιρ δεν τον ξύπνησε· ορθώθηκε και κοίταξε ολόγυρα, ψάχνοντας για κάποιο σημάδι του Ρόλμαρ, ή οποιουδήποτε άλλου ανθρώπου· όμως δεν υπήρχε κανένας εδώ, σε τούτη την ερημιά. Μονάχα δύο θαλασσοπούλια πάλευαν στην αμμουδιά, διεκδικώντας ένα ψάρι πιασμένο ανάμεσα στα ράμφη τους.

Ο Βάνμιρ αισθάνθηκε έναν πόνο στα πόδια, και θυμήθηκε πως δεν είχε βγάλει από τις πατούσες του όλα τα αγκάθια που του είχαν μπηχτεί σ’εκείνο τον γεμάτο βλάστηση Αρχέτοπο. Αναστενάζοντας, κάθισε κι επιχείρησε να τα ξεκαρφώσει από τη σάρκα του. Ανακάλυψε, όμως, ότι αυτό ήταν αδύνατον, γιατί οι πληγές είχαν επουλωθεί πλήρως, λόγω των θεραπευτικών ιδιοτήτων των Αρχέτοπων.

Χρειάζομαι κάτι που να κόβει. Στράφηκε στον Μάηραν και του παραμέρισε την κάπα, για να πάρει το ξιφίδιο από τη ζώνη του. Δοκίμασε την κόψη του όπλου επάνω στον αντίχειρά του και είδε ότι ήταν όσο κοφτερή έπρεπε. Ωστόσο, και κοφτερότερη να ήταν δε θα πείραζε. Τέλος πάντων· τώρα αυτό το εργαλείο είχε αυτό θα χρησιμοποιούσε.

Ξεκίνησε να σκίζει τις πατούσες του και να βγάζει τα αγκάθια. Ασυναίσθητα, άρχισε να αρθρώνει μια σειρά από κατάρες, από ένα σημείο και μετά. Και τούτο, αναπόφευκτα, ξύπνησε τον Μάηραν, ο οποίος ρώτησε, ανήσυχα:

«Τι κάνετε, Άρχοντά μου;»

«Δεν είναι προφανές;» μούγκρισε ο Βάνμιρ. «Προσπαθώ να ξεφορτωθώ αυτά τ’αγκύλια που βρίσκονται χωμένα μέσα μου. Άλλο ένα έχει μείνει ακόμα –σ’ετούτο το πόδι.» Η πατούσα του ήταν γεμάτη αίμα από τα σχισίματα του ξιφιδίου.

Ο Μάηραν ορθώθηκε, ρίχνοντας μια ματιά σ’όλη την ακρογιαλιά. «Δε βλέπω κανέναν,» είπε. «Ψυχή δεν υπάρχει εδώ πέρα.»

«Ναι, το παρατήρησα κι εγώ.» Ο Βάνμιρ έβγαλε το τελευταίο αγκάθι από τη δεξιά του πατούσα και έπιασε δουλειά με την αριστερή.

«Τι θα κάνουμε τώρα;»

«Θα βρούμε τους Ράζλερ, και θα τους σκοτώσουμε.»

«Αν κρίνω από τη βεβαιότητα στον τόνο της φωνής σας, έχετε κάποιο σχέδιο, σωστά, Άρχοντά μου;»

«Λάθος,» μούγκρισε ο Βάνμιρ, καθώς πίεζε τη χαραγμένη του πατούσα, για να βγάλει ένα αγκάθι. «Δεν έχω κανένα απολύτως σχέδιο. Το μόνο που ξέρω είναι ότι ο Φανλαγκόθ μένει κάπου σε τούτο το τρισκατάρατο νησί, μαζί με κάποιους πειρατές– Αργκχ…!» Τράβηξε έξω το αγκάθι.

«Ίσως η σωστότερη λύση είναι να προσλάβουμε κάποιον ειδικό,» είπε ο Μάηραν.

«Τι ειδικό;»

«Δολοφόνο.»

«Και τι θα του πούμε; ‘Ψάξε βρες τρεις μαυριδερούς τύπους και καθάρισέ τους’;»

«Ξέρουμε πού μένει ο Φανλαγκόθ, όπως είπατε…»

«Και μόνο ο Φανλαγκόθ.»

«Με κάποιο τρόπο, θα καταφέρουμε να εντοπίσουμε και τους υπόλοιπους.»

«Το πρόβλημα,» είπε ο Βάνμιρ, καθώς τραβούσε άλλο ένα αγκάθι από την πατούσα του, «είναι ότι –γκρρρ!– ίσως να μην έχουμε χρόνο, γενικά. Πρέπει να ξεπαστρέψουμε τους Ράζλερ το συντομότερο δυνατό. Προτού ο κόσμος μας γίνει Αρχέτοπος.»

«Πόσες ημέρες έχουμε στη διάθεσή μας;»

«Δεν ξέρω.»

«Μάλιστα… Και τι σκοπεύετε να κάνετε, δηλαδή; Να ερευνήσετε όλο τούτο το νησί, ψάχνοντας για τον Φανλαγκόθ;»

«Ακούγεται ηλίθιο, έτσι;»

«Και χρονοβόρο, τολμώ να πω, Άρχοντά μου.»

«Ναι, το ξέρω,» είπε ο Βάνμιρ, ψαχουλεύοντας τη ματωμένη του πατούσα, μήπως είχε μείνει κανένα άλλο αγκάθι μέσα της. «Πρέπει να σκεφτώ κάτι καλύτερο. Κάτι πολύ καλύτερο. Γιατί, ακόμα κι αν εντοπίσω τον Φανλαγκόθ, αυτό δε σημαίνει ότι θάναι κι εύκολο να τον σκοτώσω.»

«…Ναι.»

Ο Βάνμιρ ορθώθηκε, σηκώνοντας τον καθρέφτη του από την άμμο.

Ο Μάηραν τού έριξε μια ματιά. «Επίσης, Άρχοντά μου, θα πρέπει να σας βρούμε ρούχα…»

Ο Βάνμιρ ήταν ντυμένος μόνο με τη ρόμπα που είχε πάρει από τον θάλαμο θεραπείας των Βιρθήλων. Το αεράκι που ερχόταν από τη θάλασσα τον διαπερνούσε.

Κατένευσε.

«Πάρτε την κάπα μου, για την ώρα.» Ο Μάηραν την έλυσε και την έριξε στους ώμους του Βάνμιρ.

Εκείνος πέρασε το ξιφίδιο του πολεμιστή στην πάνινη ζώνη της ρόμπας του και έδεσε την κάπα μπροστά από το στήθος του. «Πρέπει να βρούμε καμια πόλη ή χωριό. Έχεις χρήματα μαζί σου;»

«Ελάχιστα.»

«Κακό αυτό.»

«Προς τα πού κατευθυνόμαστε, λοιπόν;»

«Βόρεια,» είπε ο Βάνμιρ, ξεκινώντας και αφήνοντας αιματηρά σημάδια στην άμμο πίσω του.

«Γιατί βόρεια;» ρώτησε ο Μάηραν, βαδίζοντας πλάι του.

«Γιατί προς τα εκεί είναι η Ναλκούθ, η μεγαλύτερη πόλη της Νήσου Άγκρεμ.»

«Πόσο μακριά;»

«Δεν ξέρω. Πάντως, δεν μπορεί νάναι πολύ μακριά. Σε νησί βρισκόμαστε…»

«Βασίζομαι σε σας, Άρχοντά μου. Ξέρετε καλή γεωγραφία, απ’ό,τι έχω καταλάβει.»

«Δεν ξέρω ούτε το ένα εκατοστό απ’όσα θα ήθελα να ξέρω,» είπε ο Βάνμιρ.

«Αλήθεια, πώς καταλαβαίνετε ότι από εκεί όπου βαδίζουμε είναι ο Βορράς;» ρώτησε ο Μάηραν, κοιτάζοντας τον ουρανό. «Χωρίς τον ήλιο….»

«Θυμάμαι την ακτή από την προηγούμενη φορά που ήμασταν εδώ. Βόρεια πηγαίνουμε: σίγουρα.»

Ο Μάηραν έμεινε σιωπηλός για λίγο. Ύστερα, ρώτησε: «Παρεμπιπτόντως, μήπως θα θέλατε τις μπότες μου; Εννοώ, επειδή είστε τραυματισμένος…»

«Όχι· η άμμος είναι μαλακή. Θεραπευτική.»

«Όπως επιθυμείτε.»

Μετά από κάποια ώρα, και ενώ εξακολουθούσαν να βαδίζουν σε αμμουδιά, ο Μάηραν είπε: «Τι είναι τώρα, Άρχοντά μου; Πρωί ή μεσημέρι;»

«Αν κρίνει κανείς από τις σκιές μας,» αποκρίθηκε ο Βάνμιρ, «μεσημέρι. Αλλά οι σκιές μας ήταν σ’αυτή τη θέση από τότε που ξυπνήσαμε, αν δεν κάνω λάθος. Επομένως, δεν είμαι σίγουρος. Πάντως, αποκλείεται να είναι απόγευμα.»

Η αμμουδιά έδωσε τη θέση της σε ψηλούς λόφους από φύκια, και οι δύο Ωθράγκος σκαρφάλωσαν επάνω τους, καθώς συνέχιζαν να οδοιπορούν.

Αν τα πόδια μου ήταν σε καλύτερη κατάσταση, σκέφτηκε ο Βάνμιρ, θα χρησιμοποιούσα την Ταχύτητα, για να δω αν είναι κοντά μας κανένα ψαροχώρι, τουλάχιστον. Αλλά, σ’αυτά τα χάλια που είμαι, θα πέσω και θα σκοτωθώ. Αναστέναξε. Ίσως, τελικά, να ήταν καλύτερα αν άφηνε τα αγκάθια μέσα του. Εξάλλου, θα έβρισκε κι άλλη στιγμή για να τα βγάλει. Τώρα, όμως, δεν μπορούσε να το αλλάξει αυτό.

Οι λόφοι από φύκια, σύντομα, τελείωσαν, και μαζί τους τελείωσε κι η αμμουδιά. Βράχια απλώνονταν απ’αυτό το σημείο και ύστερα, και οι δύο Ωθράγκος στέκονταν τώρα μπροστά σε μία πετρώδη πλαγιά.

Ο Βάνμιρ ατένισε την κορυφή. «Θα σε περιμένω επάνω,» είπε, και, σφίγγοντας τον καθρέφτη στα χέρια του, επικαλέστηκε το Χάρισμά του. Η ισχύς της Ταχύτητας τον φόρτισε, κάνοντας τα νεύρα του να τεντωθούν και ένταση να γεμίσει το σώμα και το νου του.

Ο Μάηραν είπε κάτι, αλλά εκείνος δεν τον άκουσε καθαρά. Ήταν απόλυτα επικεντρωμένος στην κορυφή της βραχώδους πλαγιάς. Η Ταχύτητα τον είχε πλέον πλημμυρίσει, και ο Βάνμιρ απελευθέρωσε την ενέργεια της, με μια ξαφνική βουλητική πράξη.

Η Κουαλανάρα διαλύθηκε γύρω του, καθώς τηλεμεταφερόταν. Το Κοσμικό Χρώμα κυριάρχησε. Και, ύστερα από μια στιγμιαία αιωνιότητα, το περιβάλλον αναδημιουργήθηκε, αλλά ο Βάνμιρ τώρα στεκόταν στην κορυφή της πλαγιάς.

Έστρεψε το βλέμμα του κάτω, στον Μάηραν, που τον κοιτούσε χάσκοντας.

«Έλα!» του φώναξε ο Βάνμιρ. «Μην καθυστερείς.» Και ο πολεμιστής ξεκίνησε να σκαρφαλώνει.

Ο Άρχοντας του Ράλτον κοίταξε βόρεια, και είδε πως τα βράχια συνεχίζονταν για αρκετά χιλιόμετρα ακόμα. Όμως ένα ψαροχώρι δεν ήταν και πολύ μακριά. Βρισκόταν μέσα σ’ένα άνοιγμα της πετρώδους περιοχής, όπου υπήρχε μια μικρή αμμουδιά. Μερικές βάρκες έπλεαν στ’ανοιχτά, ενώ άλλες ήταν αραγμένες στις λιγοστές αποβάθρες του χωριού. Κανένα μεγάλο πλοίο δε φαινόταν.

Να η πρώτη μας στάση… Αναρωτιέμαι αν οι ντόπιοι έχουν ακούσει τίποτα για τον Φανλαγκόθ και τους πειρατές του…

Ο Μάηραν δεν άργησε ν’ανεβεί στην κορυφή των βράχων, και όταν ήταν επάνω, ο Βάνμιρ τού έδειξε το χωριό.

Εκείνος ένευσε. «Ναι, μοιάζει καλό μέρος να σταματήσουμε. Αλλά, μέχρι να φτάσουμε, θα σας δώσω τις μπότες μου, Άρχοντά μου. Το μέρος είναι κακοτράχαλο κι εσείς τραυ–»

«Εντάξει.»

Ο Μάηραν έβγαλε τις μπότες του και τις έδωσε στον Βάνμιρ, ο οποίος τις φόρεσε, και άρχισαν να κατευθύνονται προς το ψαροχώρι.

«Τώρα πρέπει να είναι μεσημέρι,» υπέθεσε ο Άρχοντας του Ράλτον.

«Πώς το ξέρετε;»

«Κάνει ζέστη.»

«Χμ, ναι,» ένευσε ο Μάηραν.

Όταν έφτασαν κοντά στο χωριό, είδαν πως ένα μονοπάτι οδηγούσε στην αμμουδιά ανάμεσα στα γιγαντιαία βράχια. Το ακολούθησαν, και στις πέτρες δεξιά κι αριστερά τους παρατήρησαν ότι υπήρχαν χαράγματα.

«Τι είναι τούτα, Άρχοντά μου;» ρώτησε ο Μάηραν.

«Σύμβολα για τον εξευμενισμό δαιμόνων,» αποκρίθηκε ο Βάνμιρ.

«Τι δαιμόνων;»

«Της θάλασσας. Επίσης, αυτό εδώ» –έδειξε ένα συγκεκριμένο που έμοιαζε με χταπόδι μέσα σε κύκλο– «νομίζω πως είναι για τον εξευμενισμό του Τάρχεμοθ.»

Το μονοπάτι τελείωνε εκεί όπου άρχιζε ο κεντρικός δρόμος του χωριού. Ο Βάνμιρ και ο Μάηραν βάδισαν επάνω στις πρόχειρα τοποθετημένες πλάκες, ψάχνοντας με το βλέμμα για κανένα πανδοχείο ή ταβέρνα. Οι ντόπιοι τούς ατένιζαν, αρχικά, χωρίς να μιλάνε· ύστερα από λίγο, όμως, ένας είπε: «Καλώς τους! Καλώς τους! Καλωσήρθατε στο Βραχομέρι.»

Οι δύο Ωθράγκος αντίκρισαν έναν γηραιό άντρα με μακριά γενειάδα και μαλλιά, ο οποίος, αν έκρινε κανείς από το ανάστημά του, δεν μπορεί παρά να ήταν Ρογκάνος. Φορούσε χιτώνα με διάφορα σύμβολα κεντημένα επάνω: σύμβολα που ο Βάνμιρ αναγνώριζε. Ιερέας του Τάρχεμοθ. Παράξενο. Οι Ρογκάνοι δεν πιστεύουν στον Άρχοντα των Βυθών, αλλά στον Ναζ Λορ, τον Μεγάλο Πατέρα της ηπείρου τους, όπως οι Ρουζβάνοι πιστεύουν στη Λιάμνερ Κρωθ.

Η γλώσσα στην οποία είχε μιλήσει ο ηλικιωμένος ιερέας ήταν μια ανάμιξη Ωθράγκικης και Ρουζβάνικης λαλιάς: αυτή που συνηθιζόταν σε τούτα τα μέρη. Ήταν, όμως, αλλόκοτο να την ακούς να βγαίνει από το στόμα ενός Ρογκάνου. Ακουγόταν πολύ πιο τραχιά.

Ο Βάνμιρ είπε: «Χαίρετε, Σεβασμιότατε. Είμαστε ναυαγοί. Υπάρχει κάποιο μέρος να ξεκουραστούμε και να φάμε;»

Ο Ρογκάνος έμοιαζε να δυσκολεύετε να παρακολουθήσει τα λόγια του. Όμως κατάλαβε τι του είχε πει, γιατί κατένευσε, και αποκρίθηκε: «Από δώ. Ο Τάρχεμοθ σάς _____, για να σας σώσει.»

Ο Βάνμιρ δεν κατανόησε μία από τις λέξεις του ιερέα, αλλά υπέθεσε ότι πρέπει να ήταν ‘συμπαθεί’, ‘ευνοεί’, ‘αγαπά’, ή κάτι τέτοιο.

Μαζί με τον Μάηραν ακολούθησαν τον Ρογκάνο, και έφτασαν σε μία ταβέρνα που βρισκόταν κοντά στη θάλασσα. Όταν μπήκαν, οι ψαράδες που κάθονταν εκεί τους ατένισαν με περιέργεια.

«Ναυαγοί,» εξήγησε ο ιερέας, και είπε και κάτι άλλα, τόσο γρήγορα που ο Βάνμιρ δεν τον κατάλαβε.

Οι ντόπιοι τούς έκαναν χώρο σ’ένα τραπέζι και τους σέρβιραν ψητό ψάρι στα κάρβουνα και χταπόδι, μαζί με κρασί. Οι δύο Ωθράγκος χίμησαν στο φαγητό χωρίς καθυστέρηση, καθώς τώρα συνειδητοποίησαν την πείνα που τους θέριζε. Για τον Βάνμιρ, τα θαλασσινά δεν ήταν συνηθισμένο γεύμα, εκεί στα βόρεια σύνορα του Νόρβηλ όπου κατοικούσε, όμως του άρεσαν. Του άρεσαν όλες οι «εξωτικές» γεύσεις.

Ένας ψαράς ρώτησε κάτι, και ο Άρχοντας του Ράλτον στράφηκε να τον κοιτάξει, συνοφρυωμένος. Δεν είχε καταλάβει την ερώτηση.

Ο ψαράς –ένας άντρας με γκρίζα μαλλιά και πραγματικά τεράστια χέρια– επανέλαβε, πιο καθαρά: «Από πού ’στε;»

«Από το Νόρβηλ.» Ο Βάνμιρ προσπάθησε, με το βλέμμα, να καταλάβει σε τι φυλή μπορούσε να ανήκει ο ψαράς. Ρογκάνος δεν ήταν σίγουρα. Ωθράγκος; Ναι, ίσως να ήταν Ωθράγκος, αλλά δεν αποκλειόταν να ήταν και Ρουζβάνος. Μάλλον, προερχόταν από αιμομιξία, πράγμα όχι σπάνιο για τους κατοίκους των Νήσων Λάβηθ.

Οι ντόπιοι συζήτησαν, για λίγο, αναμεταξύ τους, καθώς ο Βάνμιρ κι ο Μάηραν έτρωγαν. Μετά, όμως, ο Άρχοντας του Ράλτον τούς διέκοψε, με μια ερώτηση:

«Ξέρετε για τίποτα πειρατές εδώ γύρω;»

«Πειρατές;» έκανε ο ψαράς που του είχε μιλήσει και πριν.

«Ναι,» αποκρίθηκε ο Βάνμιρ. «Συγκεκριμένους πειρατές, όμως.» Αυτό το συγκεκριμένους φάνηκε να τους μπέρδεψε, έτσι ο Ωθράγκος είπε: «Πειρατές δυνατούς, με έναν μαυρόδερμο μάγο για αρχηγό.»

Τώρα τους είδε να καταλαβαίνουν, γιατί αντάλλαξαν ανήσυχα βλέμματα και μουρμουρητά άρχισαν ν’ακούγονται.

«Τους ξέρετε;» Ο Βάνμιρ δεν μπορούσε να διώξει τον ενθουσιασμό από τη φωνή του. «Τους έχετε ακουστά;»

«Μένουν στα βουνά,» του είπε ο ψαράς με τα τεράστια χέρια. «Είναι ___________· μην τους __________.»

Τι ωραία που συνεννοούμαστε…

«Αυτοί σας επιτέθηκαν;» ρώτησε, αργά, ο Ρογκάνος ιερέας του Τάρχεμοθ.

«Όχι,» απάντησε ο Βάνμιρ. «Καταιγίδα ήταν.»

Ο Ρογκάνος διέγραψε ένα ιερό σύμβολο στον αέρα.

«Πού μπορώ να βρω τους πειρατές;» ρώτησε ο Βάνμιρ.

«Μην πας,» του είπε ο ψαράς με τα μεγάλα χέρια. «Σκοτώνουν. Ζητάνε ____ από μας.»

Φόρο; υπέθεσε ο Βάνμιρ. «Έρχονται εδώ;»

Ο ψαράς κατένευσε. «Έρχονται.»

«Κάθε πότε;»

«Μια φορά το χρόνο,» εξήγησε ο ιερέας.

«Πότε μέσα στο χρόνο;»

«Το χειμώνα.»

«Έχουν έρθει τώρα;»

«Ναι.»

Γαμώτο! «Πού μπορώ να τους συναντήσω; Πού μένουν ακριβώς;»

«Στα βουνά,» είπε ο ψαράς. «____ μην πας!»

Ο Βάνμιρ στράφηκε στον ιερέα, περιμένοντας απάντηση απ’αυτόν.

Ο Ρογκάνος κούνησε το κεφάλι. «Δεν ξέρουμε πού ακριβώς μένουν.»

Υπέροχα, σκέφτηκε ο Βάνμιρ, συνεχίζοντας το φαγητό του. Δεν μπορώ να ψάξω όλα τα βουνά της Νήσου Άγκρεμ. Είναι ασύμφορο.

Οι ψαράδες είχαν αρχίσει πάλι να συζητάνε αναμεταξύ τους. Ο ιερέας του Τάρχεμοθ ήταν αμίλητος, αργοπίνοντας κρασί από μια πέτρινη κούπα.

Οι δύο Ωθράγκος τελείωσαν το φαγητό τους, και ο Βάνμιρ είπε: «Ευχαριστούμε. Καλό.»

Οι ντόπιοι χαμογέλασαν, και αποκρίθηκαν με μερικές σύντομες κουβέντες, που εκείνος δεν πολυκατάλαβε.

«Πόσο μακριά είναι η Ναλκούθ;» ρώτησε τον ιερέα.

Ο Ρογκάνος έστριψε τη γενειάδα του ανάμεσα σε δύο δάχτυλα. «Με τα κουπιά, λιγότερο από μια μέρα.»

«Με τα πόδια;»

«Δυο μέρες.»

«Μπορεί κάποιος να μας πάει εκεί, με τη βάρκα του; Θα πληρώσουμε.»

Ο ιερέας σηκώθηκε και μίλησε στους ψαράδες. Εκείνος με τα μεγάλα χέρια έγνεψε καταφατικά, και είπε στον Βάνμιρ: «Εγώ θα σας πάω.»

«Ευχαριστούμε,» αποκρίθηκε ο Ωθράγκος.

«Πότε φεύγουμε;»

«Αμέσως;»

Ο ψαράς ανασήκωσε τους ώμους και ορθώθηκε. «____!»

Ο Βάνμιρ και ο Μάηραν τον ακολούθησαν έξω από την ταβέρνα, και εκείνος τους οδήγησε σε μία από τις αποβάθρες του χωριού, όπου ήταν δεμένη η βάρκα του.

«Λάνκορ,» είπε ο ψαράς, προτείνοντας το δεξί του χέρι.

«Βάνμιρ,» αποκρίθηκε ο Ωθράγκος, κι αντάλλαξαν μια χειραψία. Το δικό του χέρι έμοιαζε παιδικό, συγκριτικά με του ψαρά.

«Μάηραν,» συστήθηκε ο μυστακοφόρος, ξανθομάλλης πολεμιστής.

Ο Λάνκορ πήδησε μέσα στη βάρκα του, και οι Ωθράγκος τον μιμήθηκαν. Ο ψαράς έλυσε το σκοινί από τη δέστρα της αποβάθρας και έπιασε τα κουπιά.

Ο καιρός ήταν καλός σήμερα και το πλεούμενό τους γλιστρούσε αβίαστα στο νερό. Αριστερά τους ορθώνονταν πανύψηλα βράχια, καθώς απομακρύνονταν από το Βραχομέρι, ενώ δεξιά απλωνόταν μονάχα η θάλασσα. Ο Λάνκορ, ασφαλώς, οδηγούσε τη βάρκα του παραλιακά, γιατί ήταν μικρή, και σε περίπτωση θαλασσοταραχής δε θα τα πήγαινε και πολύ καλά.

Ο Βάνμιρ είχε πάλι εκείνη την εντύπωση ότι το πλεούμενο από κάτω του ήταν ζωντανό· νόμιζε ότι μπορούσε ν’ακούσει το μουρμουρητό του. Ο νους του, όμως, δεν έμεινε πολύ σ’αυτό το ζήτημα, καθώς αναρωτιόταν πώς θα έβρισκε τον Φανλαγκόθ και πώς θα τον δολοφονούσε. Διάφορα σχέδια περνούσαν από το μυαλό του, διάφορα ανόητα σχέδια, και κανένα δεν τον ικανοποιούσε. Χρειάζομαι κάτι γρήγορο και αποτελεσματικό. Δύσκολα επιτεύξιμος συνδυασμός… Ποτέ άλλοτε δεν κωλυόταν να σκέφτεται λύσεις σε παράξενα προβλήματα· όμως ετούτο το συγκεκριμένο πρόβλημα νόμιζε ότι παραήταν παράξενο, ακόμα και για εκείνον. Για την ακρίβεια, ήταν… απλωμένο. Ο ένας Ράζλερ βρισκόταν εδώ, ο άλλος εκεί… Ο Βάνμιρ δεν είχε καμία πληροφορία επάνω στην οποία να μπορεί να βασιστεί, για να δράσει. Αν ήξερα πού είναι ο καθένας, τότε θα κατάφερνα να εκπονήσω ένα σχέδιο, βάσει του μέρους όπου βρίσκεται και των συνθηκών γύρω του. Έτσι, όμως, όπως έχει η κατάσταση, νομίζω ότι πατάω στο κενό, και δεν υπάρχει χρόνος για να χτίσω γέφυρα. Θα πέσω, προτού προλάβω να τοποθετήσω την πρώτη πέτρα, και όλη η Κουαλανάρα θα ακολουθήσει την πτώση μου.

Μήπως, τελικά, ήταν λάθος που πήγα να βρω τους Μετουσιωμένους;

Λάθος ξελάθος, τώρα όφειλε να επικεντρωθεί στο πρόβλημα που είχε εμπρός του: στην εξολόθρευση των Ράζλερ. Το μέλλον θα του έδειχνε αν είχε πράξει συνετά.

Χαμένος στις σκέψεις του και χωρίς να το καταλάβει, αποκοιμήθηκε, μισοξαπλωμένος στην πρύμνη της βάρκας.

Και, κάποια στιγμή μέσα στον ύπνο του, άκουσε μια φωνή να του μιλάει. Μια γυναικεία φωνή· γνώριμη.

Βάνμιρ;

Ξύπνησε, και ορθώθηκε πάραυτα, κοιτάζοντας τριγύρω. Τα νερά της θάλασσας ήταν βαμμένα από το σούρουπο –ένα παράξενο σούρουπο, χωρίς ήλιο. Ο Λάνκορ ήταν ακόμα στα κουπιά, κωπηλατώντας και μοιάζοντας κουρασμένος. Στ’αριστερά, ο Βάνμιρ δεν έβλεπε τώρα ψηλά βράχια και απότομες πλαγιές, αλλά μια ακρογιαλιά γεμάτη βότσαλα και, μετά απ’αυτήν, ένα λιβάδι.

Ποιος του είχε μιλήσει, όμως; Ή, μήπως, το είχε ονειρευτεί;

«Τι συμβαίνει, Άρχοντά μου;» τον ρώτησε ο Μάηραν, που ήταν καθισμένος στην πλώρη. «Σας ανησύχησε κάτι;»

Βάνμιρ;

Ποια είσαι;

«Μ’ακούτε, Άρχοντά μου;»

«Ναι, Μάηραν· σώπα!»

Η Ρικνάβαθ είμαι—

Οι Ράζλερ μπορούσαν να μιμούνται φωνές. Μήπως επρόκειτο, λοιπόν, για παγίδα; Αλλά, απ’την άλλη, υποτίθεται πως είχαν χάσει τις δυνάμεις τους, ύστερα απ’αυτό που έκαναν οι Μετουσιωμένοι. Ή όχι όλες;

Βάνμιρ, με καταλαβαίνεις; Η Ρικνάβαθ είμαι—

—Πού είσαι, Ρικνάβαθ;—

—…Δεν ξέρω. Είμαι… παντού—

Παγίδα, ή όχι; Κατάλαβες ότι έρχομαι για σένα, Φανλαγκόθ, και προσπαθείς να με παραπλανήσεις;

—Τι εννοείς, είσαι παντού;—

—Μπορώ να ταξιδέψω παντού, Βάνμιρ. Πήγα στην πατρίδα μου, στην Αυτοκρατορία των Καρμώζ. Είδα τι έχει συμβεί στην οικογένειά μου—Ο Βάνμιρ αισθάνθηκε μεγάλη θλίψη να φορτίζει τα λόγια ετούτα—Ο πατέρας μου… είναι αιχμάλωτος. Στα μπουντρούμια του ίδιου του του παλατιού—

—Πού είναι το σώμα σου, Ρικνάβαθ;—

—Τι;—

—Πού βρίσκεται;—

—Δεν είδες τι συνέβη;—Θυμός—Δεν είδες τι συνέβη, στους Αρχέτοπους;—

—Τι συνέβη στους Αρχέτοπους;—ρώτησε ο Βάνμιρ, και σκέφτηκε: Τώρα θ’ανακαλύψουμε, Φανλαγκόθ, αν είσαι εσύ ή όχι…

Δε θυμάσαι τους Μετουσιωμένους; Με τύλιξαν και… και με διέλυσαν. Ίσως να είμαι νεκρή… Ίσως να είμαι νεκρή τώρα…—

Ο Ράζλερ δεν μπορεί να ήξερε για τους Μετουσιωμένους· οι μαντικές του δυνάμεις δεν εκτείνονταν στους Αρχέτοπους –τουλάχιστον, έτσι είχε πει ο Σάηρεντιλ.

Ποιοι ήταν μαζί μας, όταν πήγαμε να βρούμε τους Μετουσιωμένους, Ρικνάβαθ;—

—Γιατί με ρωτάς; Νομίζεις ότι δεν είμαι εγώ;… Ο Σάηρεντιλ ήταν μαζί μας, Βάνμιρ, και ο Αετός, και η Έχιδνα… και ο Νάνος, που μας οδήγησε στον τόπο των Μετουσιωμένων, γιατί αλλιώς δε θα μπορούσαμε να φτάσουμε εκεί. Επίσης, συναντήσαμε και τη Μελανόπτερη—

Αποκλείεται οι Ράζλερ να τα γνωρίζουν αυτά. Ο Βάνμιρ πήρε μια βαθιά ανάσα, χαλαρώνοντας—Ρικνάβαθ, με συγχωρείς. Υποψιαζόμουν ότι μπορεί ο Φανλαγκόθ, ο Νουτκάλι, ή ο Λιζναγκάρ να μιμείτο τη φωνή σου—

—Έχεις δίκιο, θα μπορούσαν. Αλλά τώρα δεν έχουν χάσει τις δυνάμεις τους;—

—Δεν ξέρω πόσες από τις δυνάμεις τους έχουν χάσει. Ίσως ακόμα να μπορούν να μιλούν στο μυαλό των άλλων. Πάντως, Ρικνάβαθ, οι Μετουσιωμένοι δε σε «διέλυσαν». Γιατί νομίζεις κάτι τέτοιο;—

—Έτσι αισθάνθηκα. Τι είδες εσύ;—

—Είδα απλά το σώμα σου να αιωρείται. Δεν υπήρχε καμία πληγή επάνω του. Ο πόνος σου πρέπει να ήταν ψυχικός—

—Ναι, ίσως…—

—Και το πνεύμα σου τριγυρίζει τώρα στην Κουαλανάρα, σωστά;—

—Ναι, Βάνμιρ, και είναι τόσο παράξενο. Τόσο παράξενο… Βλέπω τα πάντα, αλλά δεν μπορώ να επηρεάσω τίποτα. Είναι βασανιστικό, κάποιες φορές…—

—Θα τελειώσω γρήγορα με τους Ράζλερ—υποσχέθηκε ο Ωθράγκος—και θα σ’ελευθερώσω απ’αυτή την κατάσταση. Το ορκίζομαι—

—Ω Βάνμιρ…—

«Βάνμιρ» –αυτός ήταν ο Λάνκορ– «θ’αράξουμε εδώ. Θα ξεκουραστούμε. Το πρωί θα πάμε στη Ναλκούθ. Δεν είναι μακριά.»

«Μπορώ εγώ να συνεχίσω την κωπηλασία, αν θέλεις,» πρότεινε ο Βάνμιρ.

Ο ψαράς συνοφρυώθηκε, σαν να μην τον είχε καταλάβει καλά.

«Όχι, Άρχοντά μου,» παρενέβη ο Μάηραν. «Θα αναλάβω εγώ τα κουπιά.» Και προς τον Λάνκορ: «Ξεκουράσου, φίλε μου. Εγώ θα συνεχίσω.» Έκανε μια κίνηση προσποιητής κωπηλασίας, με τα χέρια.

Ο ψαράς χαμογέλασε, και ένευσε. Σηκώθηκε απ’τη θέση του και ο Νορβήλιος πολεμιστής τον αντικατέστησε.

Ο Βάνμιρ εξακολουθούσε να στέκεται, αγναντεύοντας τη θάλασσα. Ρώτησε τη Ρικνάβαθ—Είσαι ακόμα μαζί μου;—

—Ναι—

—Μπορείς να μου βρεις τους Ράζλερ;—

—Μπορώ να ψάξω. Είναι σαν να πετάω, αλλά όχι ακριβώς. Περνάω μέσα από τοίχους, μέσα από τη γη. Μπαίνω στους Αρχέτοπους, αν θέλω· κι εκεί να δεις πόσο πολύπλοκος είναι ο κόσμος– Α, ναι! πρέπει να σου πω κάτι, Βάνμιρ· κάτι που θα σ’ενδιαφέρει: Ο Λιζναγκάρ ήταν μαζί με τη Βασίλισσα Φέρνταναθ, του Ένμερακ. Την άκουσα που το έλεγε. Δηλαδή, δεν την άκουσα να λέει για τον Λιζναγκάρ ακριβώς, αλλά έλεγε ότι είχε μια σαύρα που μιλά και που προβλέπει το μέλλον. Και θυμάσαι, Βάνμιρ, που σου είχα πει ότι είχα οραματιστεί μια σαύρα; Μια σαύρα που με τρόμαξε;—

—Με έχασες τελείως…—

—Ο Λιζναγκάρ έχει μεταμορφωθεί σε σαύρα, και βρίσκεται στα μέρη των Καρμώζ. Ήταν με τη Βασίλισσα Φέρνταναθ· τις έδινε προφητείες. Αλλά τώρα έχει εξαφανιστεί. Η Βασίλισσα τον ψάχνει– ψάχνει τη σαύρα, δηλαδή, όμως δεν μπορεί να τη βρει—

—Αχά… Και πού είναι ο Λιζναγκάρ; Εσύ ξέρεις;—

—Όχι. Μπορεί να είναι οπουδήποτε—

—Χμμμμ… Σίγουρα, θα έχει τρομοκρατηθεί από αυτό που συνέβη, με τους Αρχέτοπους…—

—Ναι· πού θέλεις να καταλήξεις;—

—Προσπαθώ να σκεφτώ πού μπορεί να πήγε, δεδομένης της κατάστασης–

—Είναι αδύνατον να μπεις στο μυαλό ενός Ράζλερ, Βάνμιρ—

—Πρέπει να τα καταφέρω, όμως… Εν τω μεταξύ, μπορείς να μου βρεις τον Φανλαγκόθ; Κατοικεί στα βουνά, στο κέντρο της Νήσου Άγκρεμ—

—Θα το προσπαθήσω. Θα ερευνήσω όλο το νησί, από πάνω ως κάτω—υποσχέθηκε η Ρικνάβαθ, κι ο Βάνμιρ αισθάνθηκε την παρουσία της να φεύγει.

*

Έφτασαν στη Ναλκούθ με την αυγή, και ο Μάηραν έβαλε τη βάρκα τους στο μεγάλο λιμάνι της πόλης.

Ο Βάνμιρ ξύπνησε τον Λάνκορ, κι εκείνος σηκώθηκε, τρίβοντας τα μάτια. Η μασέλα του έτριξε από το χασμουρητό.

Ο Μάηραν οδήγησε τη βάρκα δίπλα σε μια αποβάθρα και, βγάζοντας από το πουγκί του δύο κορονίδια, τα έδωσε στον ψαρά. «Ευχαριστούμε.»

Εκείνος χαμογέλασε. «Στο καλό.»

Οι δύο Ωθράγκος πιάστηκαν από μια σχοινένια σκάλα της αποβάθρας και ανέβηκαν.

«Θέλεις πίσω τις μπότες σου;» ρώτησε ο Βάνμιρ τον Μάηραν.

«Όχι. Θ’αγοράσω καινούργιες από εδώ. Επίσης, πρέπει να πάρουμε ρούχα για εσάς, Άρχοντά μου.»

Στο τέλος της αποβάθρας, είδαν ότι δύο φρουροί του λιμανιού τούς παρατηρούσαν, προσπαθώντας, μάλλον, να κρίνουν τι είδους άνθρωποι ήταν. Πειρατές; Μισθοφόροι; Ναυαγοί; Θα πρέπει να φαινόμαστε περίεργοι, συμπέρανε ο Βάνμιρ. Εκείνος φορούσε ρόμπα, μπότες, και κάπα, ενώ κρατούσε έναν καθρέφτη στ’αριστερό χέρι και ένα ξιφίδιο ήταν περασμένο στη ζώνη του. Ο Μάηραν ήταν ντυμένος σαν ταξιδιώτης, αλλά ξυπόλυτος και χωρίς κάπα, και από τη δική του ζώνη κρεμόταν ένα θηκαρωμένο ξίφος.

Οι δύο Ωθράγκος μπήκαν στον κεντρικό δρόμο της Ναλκούθ, ο οποίος έβγαζε στην αγορά. Πλάι τους περνούσαν κάρα, χαμάληδες, έμποροι, ψαράδες, ταξιδιώτες, μισθοφόροι, φρουροί της πόλης, και άλλοι διάφοροι. Η μυρωδιά των ψαριών, των φρούτων, του ιδρώτα (ανθρώπων και ζώων), και της σκόνης ήταν αποπνιχτική.

Ο Βάνμιρ, όμως, δεν έδινε σημασία. Είχε το μυαλό του στη Ρικνάβαθ, η οποία δεν είχε ακόμα επιστρέψει, για να του πει αν είχε βρει τον Φανλαγκόθ ή όχι. Πόσο χρόνο χρειαζόταν, άραγε, για να ερευνήσει τη Νήσο Άγκρεμ; Αν ταξίδευε σαν πνεύμα, πρέπει να μπορούσε να το κάνει πολύ γρήγορα, σωστά; Εξάλλου, είχε πάει στη Βόρεια Βάλγκριθμωρ και είχε γυρίσει στη Νότια, και ακόμα πιο κάτω, στις Νήσους Λάβηθ, μέσα σε… πόσο; Μια μέρα;

Όχι, δεν τα υπολογίζω καλά. Σίγουρα, κύλησαν πολλές ημέρες στην έξω Κουαλανάρα, ώσπου ο Σάηρεντιλ να μας περάσει από τους Αρχέτοπους και να μας βγάλει στην ακρογιαλιά της Νήσου Άγκρεμ…

Ο Μάηραν πλησίασε τον πάγκο ενός εμπόρου ενδυμάτων, και ο Βάνμιρ τον ακολούθησε, διακόπτοντας τις σκέψεις του σχετικά με τη Ρικνάβαθ και τη χρονική αναλογία ανάμεσα στους Αρχέτοπους και την έξω Κουαλανάρα.

«Θέλουμε ένα ζευγάρι μπότες, μια κάπα, και ρούχα ταξιδιωτικά,» είπε ο Ωθράγκος πολεμιστής στον έμπορο, που έμοιαζε Ρουζβάνος. Εκείνος αμέσως άρχισε να τους δείχνει την πραμάτεια του.

Ο Βάνμιρ άφησε τον Μάηραν να φροντίσει για τις αγορές τους.

«Όλα έτοιμα, Άρχοντά μου,» είπε ο πολεμιστής, σε λίγο. Εκτός από τα ρούχα, είχε αγοράσει κι έναν σάκο, για να τα βάλει μέσα. «Δεν είναι και της καλύτερης ποιότητας, βέβαια, αλλά–»

«Θα το υποστούμε,» τον διέκοψε ο Βάνμιρ.

Ο Μάηραν μειδίασε. «Ναι, θα χρειαστεί.

»Τώρα, θα πρότεινα να πάμε κάπου για ανάπαυση, γιατί εγώ, προσωπικά, θα κοιμηθώ όρθιος, μετά από την κωπηλασία.»

Ο Βάνμιρ κατένευσε, και έψαξαν για ένα πανδοχείο εκεί κοντά. Βλέποντας την πινακίδα που έγραφε ΤΟ ΘΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΙ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ, πλησίασαν και έσπρωξαν την πόρτα, για να μπουν σε μια μεγάλη τραπεζαρία, γεμάτη κατά το ένα τέταρτο. Στην αριστερή γωνία, πίσω από ένα ξύλινο πάγκο, στεκόταν μια κορακομάλλα γυναίκα με λευκή πουκαμίσα και μαύρο γιλέκο. Οι δύο Ωθράγκος τη ζύγωσαν.

«Ένα δίκλινο,» είπε ο Μάηραν.

«Με θέα στην αγορά;»

«Είναι πιο ακριβό;»

«Όχι, το ίδιο. Ένα ασημένιο το διήμερο.»

«Με θέα στην αγορά, τότε.» Ο Μάηραν έβγαλε ένα κορονίδιο από το πουγκί του και της το έδωσε, υποθέτοντας ότι αυτό εννοούμε λέγοντας «ένα ασημένιο».

Η γυναίκα δέχτηκε το νόμισμα και έδωσε στον πολεμιστή ένα κλειδί. «Το πέντε,» του είπε.

«Ευχαριστούμε.»

Οι Ωθράγκος ανέβηκαν τη σκάλα και πήγαν στο δωμάτιό τους, το οποίο είχε δύο κρεβάτια σε αντικρινές μεριές και ένα παράθυρο που έβλεπε στην αγορά. Επίσης, υπήρχε ένα κοντό τραπεζάκι, και κανένα άλλο έπιπλο.

Ο Μάηραν έπεσε για ύπνο, χωρίς πολλές κουβέντες. Ο Βάνμιρ ξάπλωσε και, μέσα σε μερικές στιγμές, άκουσε τον σύντροφό του να ροχαλίζει. Ο ίδιος, όμως, δεν κοιμήθηκε αμέσως· η υπερένταση δεν τον άφηνε. Σταύρωσε τα χέρια του πίσω απ’το κεφάλι, κοιτάζοντας το ταβάνι. Ύστερα από κάποια ώρα, τα βλέφαρά του βάρυναν και ο ύπνος νίκησε.

Δεν ήξερε για πόσο κοιμόταν, αλλά, τελικά, η φωνή της Ρικνάβαθ ήταν που τον ξύπνησε.

Βάνμιρ…—

—Τον βρήκες;—

—Όχι. Δεν είναι στο νησί—

—Αποκλείεται!—

—Βρήκα τους πειρατές, Βάνμιρ: ένα τσούρμο παρανόμους που κρύβονται στα βουνά, σ’ένα αρχαίο φρούριο, χτισμένο μέσα σε μια πλαγιά. Πρέπει να είναι αυτοί που ελέγχει ο Φανλαγκόθ, αλλά ο ίδιος δεν ήταν μαζί τους· είμαι βέβαιη—

—Ίσως να σε ξεγέλασε, κάπως—

—Δεν το νομίζω. Δεν έχει πλέον μαντικές δυνάμεις—

«Να πάρει…!» μουρμούρισε ο Βάνμιρ. «Πού μπορεί νάχει πάει, το καθίκι;» Αναστέναξε.

Έψαξα όλο το νησί—είπε η Ρικνάβαθ—όχι μόνο τα βουνά στο κέντρο του. Ο Φανλαγκόθ δεν είναι εδώ. Έχει φύγει—

Μπορείς να βρεις τον αδελφό μου, Ρικνάβαθ; Τον Ρόλμαρ—

—Ξέρεις, περίπου, πού είναι;—

—Υποθέτω ότι, αφού δε με βρήκε στην ακρογιαλιά, θα πήγε στη Νουάλβορ. Δες αν είναι εκεί, και αν είναι καλά—

—Πηγαίνω—

Ο Βάνμιρ σηκώθηκε απ’το κρεβάτι του και βάδιζε ως το παράθυρο, ανοίγοντάς το, για να κοιτάξει την αγορά. Πίσω του, μπορούσε ακόμα ν’ακούσει τον Μάηραν να ροχαλίζει.

Φανλαγκόθ… Πού να είσαι, Φανλαγκόθ; Μήπως αποφάσισες να γυρίσεις στην Οντον’γκόκι; Μήπως όλοι σας –εσύ, ο Νουτκάλι, κι ο Λιζναγκάρ– αποφασίσατε να γυρίσετε στην Οντον’γκόκι; Πρέπει να ζητήσω από τη Ρικνάβαθ να ερευνήσει εκεί…

Η Καρμώζ δεν άργησε να επιστρέψει. Ο Βάνμιρ εξακολουθούσε να στέκεται μπροστά από το παράθυρο, όταν άκουσε τη φωνή της.

Βάνμιρ!—Ενθουσιασμός; Έκπληξη; Ταραχή;—Δε θα το πιστέψεις, αν και είναι λογικό. Είναι απόλυτα λογικό—

—Τι συμβαίνει; Έπαθε κάτι ο Ρόλμαρ;—

—Ο Φανλαγκόθ βρίσκεται στη Νουάλβορ. Πήγε εκεί για τον Ουρανολίθινο Θρόνο, Βάνμιρ!—

Ο Βάνμιρ στράφηκε στον κοιμώμενο πολεμιστή. «Σήκω! Μάηραν! Σήκω!»


Κεφάλαιο 2
Το Συμβούλιο του Μαύρου Πρίγκιπα

 

Το πρωί, ο Μαύρος Πρίγκιπας συγκέντρωσε τους ανθρώπους του –δηλαδή, τον Στρατηγό Άσθαν, τον Υποστράτηγο Λύβνιρ, τέσσερις από τους διοικητές του Ενρεβήλιου στρατού, και τον Ταχυπομπό Φάλμορ– στο στρατηγείο του στρατώνα της Φίρθμας. Η Πριγκίπισσα Θάρνιν και ο Ιερέας Χάρναλιρ δεν ήταν εδώ, καθώς είχαν τραυματιστεί από τις φωτιές που είχε ανάψει ο Βασιληάς Σάρναλ στον κήπο του παλατιού του ενώ εγκατέλειπε την πρωτεύουσα του Ένρεβηλ υπογείως.

Ο Ήλμον ήταν ένα ράκος σήμερα, πράγμα φανερό από τη στάση του κι από την έκφρασή του. «Η αληθινά δύσκολη δουλειά τώρα αρχίζει,» είπε. «Πρέπει να κρατήσουμε όσα κατακτήσαμε, γιατί, σίγουρα, ο Τύραννος δε θα είναι πρόθυμος να μας τα δωρίσει.»

«Αν ήταν νεκρός….» άρχισε ο Άσθαν, κουρασμένα.

«Δεν είναι, όμως,» είπε ο Ήλμον, και ήπιε μια γουλιά απ’το τσάι του. «Επομένως, θα πρέπει να τον βρούμε. Αλλά, πρώτα, οφείλουμε να βεβαιωθούμε ότι πατάμε σε στέρεο έδαφος.» Ξεφύσησε. «Ας πάρουμε τα πράγματα ένα-ένα, καλύτερα. Ταχυπομπέ Φάλμορ.»

«Μάλιστα, Υψηλότατε.»

«Έχω εδώ ένα μήνυμα για σένα.» Ο Ήλμον ύψωσε ένα τυλιγμένο κομμάτι χαρτί, δεμένο με μαύρη κορδέλα.

«Πού επιθυμείτε να το μεταφέρω; Στο Παλάτι των Δεκαεννέα Πύργων;»

«Ναι,» ένευσε ο Ήλμον. «Στην αδελφή μου, Πριγκίπισσα Νιρκένα. Και μετά, να επιστρέψεις στη Φίρθμας, για να μου αναφέρεις πώς είναι η κατάσταση στο Νόρβηλ.»

«Όπως επιθυμείτε, Πρίγκιπά μου. Πότε ξεκινάω;»

Ο Ήλμον έριξε το μήνυμα μπροστά στον Φάλμορ. «Αμέσως, ταχυπομπέ.»

Ο Φάλμορ το έβαλε μέσα στην τουνίκα του, καθώς σηκωνόταν. Έκανε μια σύντομη υπόκλιση, με το δεξί χέρι στη μέση, και έφυγε από το δωμάτιο.

«Δεύτερον,» είπε ο Μαύρος Πρίγκιπας. «Θέλω να γίνει διεξοδική έρευνα του παλατιού του Σάρναλ και να επιδιορθωθούν οι ζημιές που υπέστη κατά την πυρκαγιά. Θα πάω να μείνω εκεί όταν τα πάντα είναι έτοιμα.»

«Θα δοθούν οι ανάλογες διαταγές, Πρίγκιπά μου,» αποκρίθηκε ο Άσθαν.

«Τρίτον. Πρέπει να αποσταλούν μηνύματα σε όλους τους άρχοντες του Ένρεβηλ, τα οποία θα ζητούν την υποταγή τους στην Πριγκίπισσα Θάρνιν –στη Βασίλισσα Θάρνιν–, νόμιμη διάδοχο του Βασάλτινου Θρόνου.»

«Ελπίζω να βρούμε ανταπόκριση…» είπε ο Άσθαν.

«Λογικά, θα βρούμε,» αποκρίθηκε ο Ήλμον. «Ο Σάρναλ δεν ήταν αγαπητός ανάμεσα στους άρχοντές του· ειδικά ανάμεσα στους παλιούς ευγενείς.»

«Ωστόσο, σίγουρα, θα υπάρχουν και άνθρωποι που επωφελήθηκαν από τη βασιλεία του…»

Ο Μαύρος Πρίγκιπας κατένευσε. «Ναι, και ξέρω ποιοι είναι αυτοί. Θα ήθελα, όμως, πολύ να δω την αντίδρασή τους, μόλις μάθουν ότι ο Τύραννος έπεσε και νέος μονάρχης κάθεται στο θρόνο. Στοιχηματίζω πως θα υποταχθούν χωρίς πολλές φασαρίες στην καινούργια εξουσία.»

Δεν έχεις και κάτι άλλο για να στοιχηματίσεις, Πρίγκιπά μου, σκέφτηκε ο Άσθαν. Αν τα πράγματα δεν έρθουν έτσι, τότε θα έχουμε μεγάλα προβλήματα εδώ, στη Φίρθμας, περικυκλωμένοι πανταχόθεν από Ενρεβήλιες πόλεις και τοπικούς άρχοντες.

«Υψηλότατε,» είπε η Διοικήτρια Δάφρη, μια ξανθιά, ψηλή γυναίκα, η οποία ήταν από τους καλύτερους αρχηγούς στο στρατό του Άσθαν, «αν μου επιτρέπετε…»

«Ασφαλώς,» αποκρίθηκε ο Μαύρος Πρίγκιπας.

«Πιστεύω ότι, αν ανακοινώσουμε πως Νορβήλιος στρατός έχει καταλάβει τη Φίρθμας, θα έχουμε με το μέρος μας, κυρίως, αυτό το τμήμα του Βασιλείου.» Ανάμεσά τους, στο τραπέζι, υπήρχε ένας χάρτης του Ένρεβηλ, και η Δάφρη έδειξε τη δυτική μεριά –από τη Νίλμας και έπειτα–, η οποία συνόρευε με το Νόρβηλ. «Αν μη τι άλλο, αποκλείεται να μας εναντιωθούν, από φόβο μήπως το Νόρβηλ τούς επιτεθεί. Το ανατολικό τμήμα του Βασιλείου, βέβαια, είναι διαφορετική υπόθεση.» Έδειξε τα μέρη από την Έλμας και μετά. «Αυτοί δε συνορεύουν με το Νόρβηλ, άρα δεν έχουν να το φοβηθούν και τόσο· όχι όσο οι άλλοι, τουλάχιστον.»

«Καταλαβαίνω τι λες, διοικήτρια,» αποκρίθηκε ο Ήλμον. «Επιπλέον, υπάρχει και η φήμη ότι ο Σάρναλ έχει κάνει κάποια συμμαχία με το Σάρενθαλ, οπότε οι ανατολικές επαρχίες του Ένρεβηλ πιθανώς να πιστεύουν ότι θα έχουν στρατιωτική αρωγή από εκεί.»

«Αληθεύει αυτή η φήμη;» ρώτησε ο Άσθαν.

«Δυστυχώς, δε γνωρίζω,» ανασήκωσε τα χέρια ο Ήλμον. «Δυστυχώς.»

«Νομίζω, πάντως, ότι ο Σάρναλ θα πήγε στα ανατολικά,» γνωμοδότησε ο Άσθαν. «Από εκεί θα είναι, ούτως ή άλλως, πιο ασφαλής.»

Η Δάφρη κατένευσε. «Ακριβώς σ’αυτό το συμπέρασμα ήθελα να καταλήξω κι εγώ, Στρατηγέ.»

«Ναι…» είπε ο Ήλμον, ακουμπώντας την πλάτη του στην καρέκλα και πίνοντας άλλη μια γουλιά τσάι. «Συμφωνώ. Ωστόσο, το κρίνω σκόπιμο να αποσταλούν μηνύματα σε όλους τους άρχοντες του Ένρεβηλ, απ’άκρη σ’άκρη. Όποιος ήταν, κατά βάθος, εναντίον του Σάρναλ θα έρθει τώρα με το μέρος μας. Και,» τόνισε, «έχετε υπόψη σας πως δεν είναι ανάγκη να αναφέρουμε ότι ο Τύραννος διέφυγε. Θα πούμε μόνο ότι νικήσαμε τη μάχη και ότι η εξουσία του Βασιλείου άλλαξε. Δεν είναι ψέματα, αλλά δεν είναι και η απόλυτη αλήθεια, η οποία μπορεί να μας βλάψει.

»Εν τω μεταξύ, πρέπει οπωσδήποτε να εντοπίσουμε τα ίχνη του Σάρναλ και να τον σκοτώσουμε, όπου κι αν βρίσκεται.»

«Ποιος θα το αναλάβει αυτό, Πρίγκιπά μου;» ρώτησε ο Άσθαν.

Ο Ήλμον έτριψε, ασυναίσθητα, το μάγουλό του. «Έχω υπόψη μου κάποιους ανθρώπους τέλειους για τη δουλειά, μα δεν είμαι βέβαιος ότι θα δεχτούν να μας βοηθήσουν. Αν και το εύχομαι… Το εύχομαι, γιατί δε θα τους χρειαστώ μόνο για τον Σάρναλ, αλλά και για άλλους οι οποίοι παραμένουν πιστοί σ’αυτόν, ή οι οποίοι μπορεί να αποφασίσουν πως δεν τους αρέσει η Πριγκίπισσα Θάρνιν στο θρόνο, ούτε η αρωγή του Νόρβηλ.»

«Ναι,» συμφώνησε ο Άσθαν, «ορισμένοι, αναμφίβολα, θα θεωρήσουν ότι προσπαθούμε να καταλάβουμε το Ένρεβηλ, διώχνοντας τον Τύραννο.»

«Η αλήθεια είναι ότι αυτό προσπαθούμε να κάνουμε, Στρατηγέ,» είπε ο Ήλμον. «Το Ένρεβηλ τώρα μας χρωστάει, και το Νόρβηλ δε θα αφήσει τους τοπικούς ευγενείς να το ξεχάσουν.»

«Ποια είναι η θέση της Πριγκίπισσας Θάρνιν επί του θέματος, Υψηλότατε;»

«Έχει συμφωνήσει. Καταλαβαίνει πως το Νόρβηλ δε θα τη συνέτρεχε ποτέ, αν δεν είχε κάτι να κερδίσει από αυτό.»

«Την εμπιστεύεστε;»

«Απόλυτα,» δήλωσε ο Μαύρος Πρίγκιπας.

Τότε, σκέφτηκε ο Άσθαν, θα πρέπει εμείς να την προσέχουμε… Η Πριγκίπισσα δεν αποκλείεται να έπαιζε διπλό παιχνίδι. Μπορεί να είχε χρησιμοποιήσει το Νόρβηλ μόνο και μόνο για να καθίσει στον Βασάλτινο Θρόνο· και, όταν βρισκόταν στην εξουσία, όταν όλοι της οι εχθροί είχαν εξολοθρευτεί, πιθανώς να σκόπευε να διαλύσει τη συμμαχία και να ανεξαρτητοποιήσει το Βασίλειό της. Ο Ήλμον έμοιαζε να τη συμπαθεί –ίσως, μάλιστα, να ήταν εραστές οι δυο τους–, έτσι δεν κοίταζε αντικειμενικά την κατάσταση.

«Λοιπόν,» είπε ο Μαύρος Πρίγκιπας. «Καλύτερα να ξεκινήσουμε την επισκευή του παλατιού του Σάρναλ. Διοικητή Ώνολαρ.» Κοίταξε έναν από τους διοικητές του στρατού του Άσθαν. «Θα το αναλάβεις;»

«Ασφαλώς, Υψηλότατε.» Ο άντρας σηκώθηκε από τη θέση του και υποκλίθηκε. «Έχετε κάποιες ιδιαίτερες οδηγίες να μου δώσετε;»

«Ναι. Θέλω όσα έγγραφα τυχόν βρείτε μέσα στο παλάτι.»

«Μάλιστα.»

«Μπορείς να πηγαίνεις.»

Ο Διοικητής Ώνολαρ έφυγε.

«Φέρτε μου τον φρούραρχο,» πρόσταξε ο Ήλμον τη Διοικήτρια Νιρκένα. Η γυναίκα σηκώθηκε και βγήκε απ’το δωμάτιο, ακολουθώντας τον συνάδελφό της.

«Τι θέλετε απ’αυτόν, Πρίγκιπά μου;» ρώτησε ο Άσθαν.

«Πληροφορίες, τι άλλο;»

Ο Μαύρος Πρίγκιπας και οι υπόλοιποι περίμεναν, μέχρι που δύο στρατιώτες μπήκαν στο δωμάτιο, συνοδεύοντας έναν ψηλό άντρα με μαύρα μαλλιά και γένια. Φορούσε κουρέλια και το πρόσωπό του ήταν μελανιασμένο. Στον ώμο του υπήρχε ένα τραύμα, που φαινόταν μέσα από το σκισμένο του πουκάμισο.

«Τον έφερα, Πρίγκιπά μου,» ανάφερε η Διοικήτρια Νιρκένα, περνώντας το κατώφλι της πόρτας και πηγαίνοντας προς τη θέση της, για να καθίσει. Δεν πρόλαβε, όμως, γιατί ο Ήλμον σηκώθηκε, και μαζί του σηκώθηκαν κι όλοι οι υπόλοιποι.

«Ο Φρούραρχος Άνερθαν;» ρώτησε ο Μαύρος Πρίγκιπας, ατενίζοντας διαπεραστικά τον άντρα αντίκρυ του.

«Πρίγκιπά μου…» είπε εκείνος. «Είστε ο Πρίγκιπας Ήλμον, δεν είστε; Ο Μαύρος Πρίγκιπας;»

Ο Ήλμον ένευσε μόνο.

«Πρίγκιπά μου, δεν είμαι άνθρωπος του Σάρναλ. Ήταν Τύραννος και–»

«Α-χα-χα-χα-χα!» γέλασε ο Ήλμον, μοιάζοντας να έχει, πραγματικά, ευθυμήσει. Σήκωσε την κούπα με το τσάι του και ήπιε μια γερή γουλιά, ακόμα χαμογελώντας. «Φρούραρχε… Μας περνάς για χαζούς εδώ μέσα; Δεν είσαι άνθρωπος του Σάρναλ; Έχεις μια αρκετά καλή και προσοδοφόρα θέση για άνθρωπος που δεν είναι του Σάρναλ. Πώς κι έτσι;»

«Υψηλότατε, εκείνο που ήθελα να σας εξηγήσω είναι ότι δεν είμαι αληθινά πιστ–»

«Δε θα με διακόπτεις όταν μιλάω!» είπε ο Ήλμον. «Έγινα κατανοητός;»

Ο Άνερθαν φάνηκε να τρίζει τα δόντια, προς στιγμή· όμως, μετά, κατέβασε το βλέμμα και είπε: «Όπως επιθυμείτε, Πρίγκιπά μου. Με συγχωρείτε…»

«Δεν έχω συλλάβει μόνο εσένα… Φρούραρχε Άνερθαν. Έχω συλλάβει κι άλλους σαν κι εσένα. Έχω συλλάβει και τα γουρούνια, τους ανακριτές από το Οίκημα του Πόνου.» Χρησιμοποίησε το όνομα που έδινε ο λαός στο Ανακριτήριο της Φίρθμας. «Γιατί να μην σε εκτελέσω μαζί τους;»

Ο Άνερθαν ξεροκατάπιε. «Α… Πρίγκιπά μου. Θα σας υπηρετήσω, αν το επιθυμείτε… Θα με βρείτε έμπιστο άνθρωπο.»

«Δεν εμπιστεύομαι εύκολα,» δήλωσε ο Ήλμον. «Θα πρέπει να αποδείξεις την πίστη σου σε μένα, φρούραρχε.»

«Πρίγκιπά μου, θα κάνω ό,τι μου ζητήσετε. Εγώ δεν έχω καμία σχέση με τους ανακριτές.»

«Ας αρχίσουμε από απλά πράγματα, φρούραρχε: Πληροφορίες σχετικά με τους κατοίκους της πόλης. Υποθέτω πως γνωρίζεις κάποια πράγματα, σωστά;»

«Μάλιστα, Πρίγκιπά μου.»

«Αν μάθω ότι μου είπες ψέματα, έστω και στο παραμικρό….»

Ο Άνερθαν κούνησε το κεφάλι, έντονα. «Όχι, Υψηλότατε. Ποτέ δε θα σας έλεγα ψέματα εγώ.»

Ο Ήλμον σταύρωσε τα χέρια μπροστά του. «Αυτό θα σε κρατήσει ζωντανό, για λίγο ακόμα,» δήλωσε. Και ρώτησε: «Μπορείς να μου πεις ποιοι είναι οι πιστότεροι στον Σάρναλ και ποιοι οι λιγότερο πιστοί, εντός της πόλης;»

«Φυσικά, Πρίγκιπά μου.»

«Κάθισε, τότε,» είπε ο Ήλμον, και έκανε νόημα στους στρατιώτες που είχαν συνοδέψει τον φρούραρχο ως εδώ να φύγουν.

*

Ο Φρούραρχος Άνερθαν ήταν ειλικρινής, έκρινε ο Ήλμον, ύστερα από τις τρεις ερωτήσεις που του έκανε.

Πόσο πιστή στον Σάρναλ είναι η Μαλβιάρα, η Ρυθμιστής της Αρένας;

Πόσο πιστός είναι ο Οίκος των Άσρανον;

Πόσο πιστός είναι ο Διοικητής Σόντραν;

Οι δύο πρώτες ερωτήσεις ήταν μόνο για να δοκιμάσει ο Μαύρος Πρίγκιπας τον φρούραρχο, διότι ήξερε ήδη τις απαντήσεις: Η Μαλβιάρα φυσικά και ήταν πιστή στον Σάρναλ, ενώ ο Οίκος των Άσρανον (συγγενείς της Πριγκίπισσας Θάρνιν) δεν ήταν και τόσο πιστός, αν και δεν είχε ποτέ αντισταθεί ανοιχτά στον Τύραννο, πράγμα λογικό, αφού, αν είχε συμβεί κάτι τέτοιο, όλα τα μέλη της οικογένειας θα είχαν κυνηγηθεί και αποκεφαλιστεί. Ο Άνερθαν απάντησε σωστά και στις δύο αυτές ερωτήσεις. Όσον αφορά την τρίτη, είπε ότι ο Διοικητής Σόντραν (ένας από τους συλληφθέντες αρχηγούς του στρατού του Τυράννου) ήταν πιστός στον Σάρναλ· μάλιστα, ήταν από τους πιο έμπιστους στρατιωτικούς διοικητές του Αρχιστράτηγου Φάζναλ.

Ο Ήλμον έστειλε τον φρούραρχο πίσω στο κελί του, όταν η συζήτησή τους τελείωσε, υποσχόμενος πως θα το σκεφτόταν να τον αφήσει ζωντανό.

«Δε βρήκατε τις πληροφορίες μου χρήσιμες, Υψηλότατε;» ρώτησε ο Άνερθαν, προτού τον απομακρύνουν από τον Μαύρο Πρίγκιπα.

«Θα δείξει αν είναι χρήσιμες,» του είπε ο Ήλμον, καθώς δύο στρατιώτες συνόδευαν τον φρούραρχο έξω από το δωμάτιο.

Ύστερα από την αποχώρηση του Άνερθαν, ο Μαύρος Πρίγκιπας διέλυσε το συμβούλιο, προστάζοντας τους ανθρώπους του να αναλάβουν τις δουλειές που τους είχε πει. Ο ίδιος βγήκε απ’το δωμάτιο τελευταίος, ενώ ένας στρατιώτης έκλεινε την πόρτα πίσω του.

Ο Ήλμον βάδισε, αργά, προς το δωμάτιο της τραυματισμένης Πριγκίπισσας Θάρνιν. Ήταν διστακτικός να την επισκεφτεί, γιατί αισθανόταν, εν μέρει, υπεύθυνος γι’αυτό που είχε συμβεί.

Έπρεπε να είχα προβλέψει την κίνηση του Σάρναλ! Έπρεπε να είχα πιέσει αυτό το κάθαρμα, τον Φάζναλ, περισσότερο, ώστε να μας αποκαλύψει το καινούργιο κρυφό πέρασμα του Τυράννου.

Ο Ήλμον είχε γεμίσει τους καταδυναστευμένους Ενρεβήλιους με υποσχέσεις, και δε νόμιζε ότι είχε καταφέρει να ανταποκριθεί στις προσδοκίες τους.

Κατ’αρχήν, ο Σάρναλ διέφυγε! Διέφυγε! Ετούτο υποτίθεται πως θα ήταν το τελειωτικό χτύπημα κατά του Τυράννου, αλλά η πραγματικότητα μάς διέψευσε. Η κατάσταση αντιστράφηκε. Τώρα, εμείς είμαστε στη Φίρθμας κι εκείνος βρίσκεται «κάπου εκεί έξω», δολοπλοκώντας εναντίον μας.

Χίλιες κατάρες!

Ελπίζω, τουλάχιστον, οι νεκρομάντες του Μαύρου Φρουρίου ν’αποφασίσουν να μας βοηθήσουν. Γιατί τώρα χρειάζομαι τους δολοφόνους τους περισσότερο από ποτέ. Όχι μόνο για να σκοτώσω τον Τύραννο ή τους εχθρούς μου μέσα στο Ένρεβηλ, αλλά και για να επιβιώσω από τους Λεπιδοφόρους Γέρακες. Ο Ήλμον υπέθετε ότι ο Σάρναλ θα έστελνε τους εν λόγω νεκρενοικημένους εναντίον του το συντομότερο δυνατό, και ήξερε ότι έπρεπε οπωσδήποτε να βρει έναν τρόπο για να τους αποκρούσει.

Τα βήματά του είχαν γίνει βαριά, καθώς πλησίαζε τη φρουρούμενη πόρτα του δωματίου της Θάρνιν. Χτες βράδυ, η Πριγκίπισσα ήταν αναίσθητη από τον τραυματισμό της, και δεν της είχε μιλήσει. Αναρωτιόταν αν τώρα θα είχε τις αισθήσεις της, και ποια θα ήταν η άποψή της για τον τρόπο που το σχέδιό τους είχε εν μέρει αποτύχει.

«Έχει ξυπνήσει;» ρώτησε ο Ήλμον τις πολεμίστριες εκατέρωθεν της πόρτας.

«Δεν ξέρουμε, Υψηλότατε.»

Ο Ήλμον άνοιξε και μπήκε. Το δωμάτιο ήταν μικρό, μ’ένα παράθυρο στο πέρας του. Δίπλα από το παράθυρο βρισκόταν ένα κρεβάτι, κι επάνω στο κρεβάτι ήταν ξαπλωμένη η Θάρνιν, σκεπασμένη με μια λευκή κουβέρτα. Τα μακριά, μαύρα της μαλλιά ήταν λυτά, και απλώνονταν γύρω απ’το κεφάλι της. Το δεξί της χέρι ήταν τυλιγμένο με επιδέσμους, καθώς και το δεξί της πόδι, το οποίο τώρα δε φαινόταν, αλλά ο Ήλμον το είχε δει χτες. Το πρόσωπό της δεν είχε χτυπηθεί από τη φωτιά· η Πριγκίπισσα πρέπει, μάλλον, να είχε προστατέψει το κεφάλι με τα χέρια της.

Τα μάτια της άνοιξαν και τον ατένισαν.

Ο Ήλμον ζύγωσε, καθίζοντας πλάι της, στην άκρη του κρεβατιού. Η Θάρνιν έβγαλε το αριστερό της χέρι απ’την κουβέρτα και άγγιξε τον πήχη του. Εκείνος πήρε το χέρι της μέσα στα δικά του και φίλησε τα δάχτυλά της· ύστερα, έσκυψε και τη φίλησε στα χείλη.

«Τι συνέβη;» ψιθύρισε η Θάρνιν. Η φωνή της έμοιαζε να προέρχεται από τα βάθη κάποιου ονείρου. Μάλλον, έφταιγαν τα ναρκωτικά που της είχαν δώσει οι θεραπευτές, για τον πόνο.

«Ο Τύραννος είχε σκάψει άλλο πέρασμα κάτω απ’το παλάτι,» αποκρίθηκε ο Ήλμον. «Διέφυγε.»

«Πού πήγε;»

«Δεν ξέρω. Πιστεύω ανατολικά.»

«Την πόλη την έχουμε;»

«Ναι, η Φίρθμας είναι δική μας.»

«Σ’ευχαριστώ, Ήλμον,» είπε η Θάρνιν, σφίγγοντας το χέρι του.

«Μακάρι να μπορούσα να είχα κάνει περισσότερα,» ψιθύρισε ο Μαύρος Πρίγκιπας, μη συναντώντας το βλέμμα της. «Απέτυχα να φέρω εις πέρας το σχέδιο. Ο Τύραννος ξέφυγε. Και η παγίδα που μας είχε στήσει λειτούργησε στο ακέραιο…»

«Δεν ξέραμε… Δεν ήταν δυνατόν να ξέρουμε,» αποκρίθηκε η Θάρνιν. «Γιατί ακούγεσαι τόσο θλιμμένος, Ήλμον;» Η φωνή της εξακολουθούσε να ηχεί ημιονειρική.

«Για πολλά πράγματα. Ο αδελφός μου σκοτώθηκε, ο Σάρναλ γλίτωσε. Τώρα, οι Λεπιδοφόροι Γέρακες θα μας κυνηγήσουν, Θάρνιν. Το καταλαβαίνεις; Αλλάξαμε θέσεις. Ο Σάρναλ έγινε επαναστάτης κι εμείς οι εξουσιαστές.»

«Όχι, αυτό δε γίνεται. Ο Τύραννος είναι ο Τύραννος. Και τον νικήσαμε. Το Ένρεβηλ είναι δικό μας. Είμαι Βασίλισσα στη Φίρθμας.»

Ο Ήλμον δε μίλησε, γιατί έβλεπε ότι η Θάρνιν, λόγω των ναρκωτικών, δεν αντιλαμβανόταν πλήρως την κατάσταση. Τώρα κινδυνεύουμε περισσότερο απ’ό,τι κινδυνεύαμε ως επαναστάτες.

Το χέρι της Πριγκίπισσας τον τράβηξε από τον καρπό. «Έλα κοντά μου…»

Ο Ήλμον έφερε το πρόσωπό του μπροστά στο δικό της. Μπορούσε να νιώσει την ανάσα της καυτή επάνω του. Φίλησε τα χείλη της, και η Θάρνιν τύλιξε το αριστερό της χέρι πίσω απ’το λαιμό του, καθώς η γλώσσα της παιχνίδιζε μέσα στο στόμα του.

Τα χείλη τους χώρισαν, κι εκείνη χαμογέλασε. «Σου είπα ότι θα σε παντρευτώ όταν είμαι Βασίλισσα, Ήλμον… Βγάλε τις μπότες σου· ξάπλωσε δίπλα μου…»

Ο Ήλμον χάιδεψε το μάγουλό της. «Είσαι τραυματισμένη, αγάπη μου· καλύτερα να ξεκουραστείς.»

«Τσου τσου τσου,» έκανε η Θάρνιν. «Δεν είμαι κουρασμένη. Μην είσαι ντροπαλός.» Τον φίλησε ξανά, εξακολουθώντας να έχει το αριστερό της χέρι περασμένο πίσω απ’το λαιμό του και ακουμπώντας και το τραυματισμένο δεξί της στην πλάτη του.

Ο Ήλμον έκανε να σηκωθεί, αλλά την αισθάνθηκε να τον συγκρατεί. «Να τραβήξω το σύρτη,» της ψιθύρισε.

«Α…» Τον άφησε.

Ο Ήλμον σηκώθηκε, τράβηξε το σύρτη της πόρτας, και επέστρεψε, βγάζοντας τις μπότες του και ξαπλώνοντας δίπλα της. Δεν είχε ποτέ πριν βρεθεί στο κρεβάτι μαζί της, αν και είχαν μια ιδιαίτερη συμπάθεια, αν και είχαν φιληθεί πολλές φορές. Το σχέδιό τους ήταν ότι θα παντρεύονταν όταν η Θάρνιν γινόταν Βασίλισσα, ενώνοντας έτσι το Νόρβηλ και το Ένρεβηλ.

«Τι βλέπεις;» τον πείραξε εκείνη, χαμογελώντας, κοιτάζοντάς τον που την κοίταζε. Το αριστερό της χέρι τράβηξε το πουκάμισό του προς τα πάνω και πέρασε κάτω από το ένδυμα, χαϊδεύοντας την κοιλιά και το στήθος του.

«Αναρωτιόμουν,» αποκρίθηκε ο Ήλμον, «πόσα ρούχα φοράς κάτω απ’αυτή την κουβέρτα.»

«Κι εγώ,» γέλασε η Θάρνιν, ναρκωμένα. «Έλα να δεις και να μου πεις…» Ανασήκωσε την κουβέρτα, αφήνοντάς τον να γλιστρήσει από κάτω.


Κεφάλαιο 3
Σέλντρεκ

 

Ο Κάφελ βάδιζε προς το πέρας της Οδού Ανθεμίων, όπου η πόλη της Νίζβερ τελείωνε και ο καταραμένος τόπος Φεν εν Ρωθ ξεκινούσε. Ένας άνεμος ερχόταν από εκεί, φέρνοντας ουρλιαχτά και μουρμουρητά στ’αφτιά του, τα οποία ήταν βέβαιος πως μονάχα εκείνος άκουγε, γιατί η Ζιάλα, αν τα άκουγε, αναμφίβολα θα το έλεγε.

Ωστόσο, υπήρχε και το κρανίο στο χέρι του, ο Ωμάρκαζ. Αυτός, άραγε, που, όπως είχε υποστηρίξει, ήταν πνεύμα παγιδευμένο σε κρανίο, μπορούσε ν’ακούσει τις φωνές που άκουγε ο Κάφελ; Ο έμπορος δε ρώτησε· για την ώρα, το μόνο που τον ενδιέφερε ήταν να φτάσει στον Σέλντρεκ και να του μιλήσει: να μάθει αν ο νεκρομάντης είχε τη δύναμη να θεραπεύσει το κομμένο του χέρι.

Ο Κάφελ άφησε τη Νίζβερ πίσω του και μπήκε στη Φεν εν Ρωθ.

Η Ζιάλα τον ακολουθούσε, έχοντας το ξίφος της τραβηγμένο. Ετούτος ο τόπος τής προκαλούσε τρόμο, και το λεπίδι στο χέρι της της πρόσφερε μια κάποια ελάχιστη αίσθηση ασφάλειας… αν και υποπτευόταν πως εδώ, μάλλον, δεν έπρεπε να φοβάται τους εχθρούς με υλική υπόσταση, αλλά τα πνεύματα, τους νεκρούς που στοίχειωναν το μέρος. Όταν η Ιέρεια Ριλάνα μιλούσε για τη Φεν εν Ρωθ, στο Ναό της Βιρκάνθα, η Ζιάλα δεν είχε φανταστεί ποτέ ότι θα επισκεπτόταν αυτή την καταραμένη χώρα.

Ο τόπος που τώρα απλωνόταν εμπρός της ήταν άγριος από κάθε άποψη. Πέτρες και χόρτα υπήρχαν παντού, καθώς και υψώματα και χαμηλώματα του εδάφους. Στα βόρεια φαινόταν ένα δάσος με δέντρα που λύγιζαν σαν κουρασμένα από τον άνεμο. Βουνά ορθώνονταν σε όλες τις κατευθύνσεις. Το χώμα κάτω από τις μπότες της Ζιάλα έμοιαζε ζωντανό· έμοιαζε να ανασαλεύει καθώς πατιόταν. Ή ίσως αυτό να ήταν μονάχα η εντύπωσή της…

Δεξιά!

Η Ζιάλα αισθάνθηκε την καρδιά της ν’αναπηδά. Ο Ωμάρκαζ είχε μιλήσει ξαφνικά, και η φωνή του θα νόμιζε κανείς ότι ερχόταν μέσα από τον άνεμο, ότι αναμιγνυόταν με την ίδια τη Φεν εν Ρωθ…

«Επάνω στο λόφο;» ρώτησε ο Κάφελ το κρανίο.

Ναι

Ο έμπορος ξεκίνησε ν’ανεβαίνει, πατώντας στις άτσαλες πέτρες. Η Ζιάλα τον ακολούθησε.

Ο Κάφελ έφτασε στην κορυφή και κοίταξε κάτω. Στα βόρεια, πίσω από το μικρό δάσος και κοντά σε κάτι κρημνούς, νόμιζε ότι μπορούσε να δει μια ομάδα τριών ανθρώπων να οδοιπορεί.

«Εκεί είναι ο Σέλντρεκ;» ρώτησε τον Ωμάρκαζ.

Όχι—

«Και ποιοι είναι αυτοί;»

—Κάποιοι ερευνητές, υποθέτω—

«Προς τα πού πάμε τώρα;»

Συνεχίζουμε ευθεία—

«Κατεβαίνουμε το λόφο από την άλλη μεριά;»

Ω ναι—

Ο Κάφελ ξεκίνησε, και, καθώς περπατούσε, νόμιζε ότι μπορούσε ν’ακούσει τις φωνές στον άνεμο πολύ δυνατότερα από πριν.

Κάπου στο βάθος μια λεπίδα τρίφτηκε πάνω σε μια πέτρα.

Ο Κάφελ σταμάτησε να κατεβαίνει την πλαγιά του λόφου, κοιτάζοντας ολόγυρα, ψάχνοντας την προέλευση του ήχου.

«Τι είναι;» ρώτησε η Ζιάλα.

Δεν το άκουσε, σκέφτηκε ο Κάφελ, κοιτάζοντας το πρόσωπό της.

Ένα άλογο χρεμέτισε.

Μια πολεμική κραυγή αντήχησε.

«Τι είναι, Κάφελ;» Η Ζιάλα έσφιξε τον ώμο του. «Τι έχεις;» Η όψη του την ανησυχούσε· το βλέμμα του ήταν απλανές.

Όχι, σκέφτηκε ο Κάφελ, δεν ακούει τίποτα από αυτά· τίποτα. Μονάχα εγώ τα ακούω. Και τι σημαίνει τούτο;…

«Εντάξει είμαι,» είπε. «Νόμιζα ότι είδα κάτι…»

Συνέχισαν την κάθοδο της πλαγιάς.

Τους ακούς, ε;—είπε ο Ωμάρκαζ.

«Για τι πράγμα μιλάς;» ρώτησε ο Κάφελ.

Τους νεκρούς. Τους ακούς, σωστά;—

Ο Κάφελ δε μίλησε.

«Μα τι λέει;» απόρησε η Ζιάλα. «Έχει δίκιο;»

Ο Κάφελ ένευσε. «Ναι. Ακούω τις φωνές τους στον άνεμο.»

Η Ζιάλα ρίγησε. «Και;»

«Αυτό.»

Έφτασαν στο τέλος της πλαγιάς.

Είσαι νεκρομάντης;—

«Όχι,» είπε ο Κάφελ.

Γιατί γυρεύεις τον αφέντη μου;—

«Θέλω να δω αν μπορεί να κάνει κάτι για μένα.»

Τι;—

«Οδήγησέ με σ’αυτόν. Προς τα πού πρέπει να πάμε τώρα;»

Βόρεια. Αριστερά, δηλαδή. Βλέπεις το πέρασμα, ανάμεσα στα δέντρα και τους βράχους;—

«Ναι.»

Ακολούθησέ το—

Ο Κάφελ προχώρησε, με τη Ζιάλα πλάι του. Η κοπέλα κοιτούσε το κρανίο με τις άκριες των ματιών της, σα να σκεφτόταν μήπως θα ήταν καλύτερα να το τσακίσει με το ξίφος της.

Ο άνεμος έκανε τα λιγοστά φύλλα των στραβών δέντρων να θροΐζουν, και ο Κάφελ άκουγε τους νεκρούς να μιλάνε. Προσπάθησε ν’αφουγκραστεί, να καταλάβει τι έλεγαν… μα τα λόγια τους ήταν μπερδεμένα. Περισσότερο με κραυγές, οιμωγές, ιαχές, και ουρλιαχτά έμοιαζαν.

—Δε βρίσκουν ησυχία—είπε ο Ωμάρκαζ—Και έχουν καταλάβει ότι τους καταλαβαίνεις. Χε-χε-χε-χε-χε-χε-χε…—

«Πώς;»

Το αισθάνονται, ότι είσαι νεκραίσθητος. Είσαι και νεκροδέγμων;—

«Δεν καταλαβαίνω τι λες.»

«Κάφελ,» είπε η Ζιάλα, «καλύτερα να φύγουμε απο δώ. Πάμε πίσω, στο σπίτι του Σέλντρεκ, και θα τον περιμένουμε εκεί. Κάποια στιγμή, θα επιστρέψει.»

Ο Κάφελ έφερε το κρανίο εμπρός του, έτσι ώστε να το κοιτάζει καταπρόσωπο. «Υποστήριξες ότι μπορείς να με οδηγήσεις στον Σέλντρεκ. Θα το κάνεις ή όχι;»

Αυτό κάνω, φίλε μου. Αυτό κάνω…—

«Τότε, πάψε να μου μιλάς για πράγματα που δεν καταλαβαίνω, και δίνε μου κατευθύνσεις!» μούγκρισε ο Κάφελ.

Συνέχισε ν’ακολουθείς το μονοπάτι—

Τα δέντρα γύρω από τον Κάφελ και τη Ζιάλα γίνονταν ολοένα και πιο πυκνά, καθώς προχωρούσαν, ενώ τα μεγάλα βράχια ολοένα και λιγόστευαν· τη θέση τους έπαιρναν μικρότερες πέτρες. Σε πολλές από αυτές, όμως, η κοπέλα μπορούσε να δει σύμβολα χαραγμένα, τα οποία δεν αναγνώριζε. Η Ιέρεια Ριλάνα δεν της τα είχε ποτέ διδάξει.

Δεξιά—είπε ο Ωμάρκαζ.

Ο Κάφελ και η Ζιάλα στράφηκαν, για να δουν ένα άλλο μονοπάτι να ανοίγεται ανάμεσα στα δέντρα: ένα ανηφορικό μονοπάτι.

Ναι, απο κεί. Πηγαίνετε…—

Έστριψαν και προχώρησαν. Η Ζιάλα έσφιξε τη λαβή του σπαθιού της στο δεξί της χέρι. Αισθανόταν το στόμα της να έχει ξεραθεί, ενώ όλο της το σώμα είχε μουδιάσει. Το να βρίσκεται κανείς εδώ, στη Φεν εν Ρωθ, είναι σα να βρίσκεται μέσα σε εφιάλτη. Η εμπειρία δε μοιάζει πραγματική…

Τα δέντρα αραίωσαν, και το μονοπάτι άρχισε ν’ανηφορίζει περισσότερο, σκαρφαλώνοντας πάνω σε μια πλαγιά. Δεξιά κι αριστερά του υπήρχαν πέτρινες στήλες, με χαράγματα. Η Ζιάλα τα κοίταξε προσεκτικά, μα διαπίστωσε ότι, όπως κι αυτά στις πέτρες πριν, δεν μπορούσε να τα κατανοήσει.

Ο Κάφελ τα πρόσεξε, επίσης. «Ζιάλα…» είπε.

«Ναι, τα έχω δει. Αλλά δεν τα καταλαβαίνω.»

«Ωμάρκαζ, τι σημαίνουν αυτά τα σύμβολα;»

Χρησιμεύουν στους νεκρομάντες. Αλλά εσένα, υποθέτω, δε θα σ’ενδιαφέρουν, αφού δεν είσαι νεκρομάντης. Συνέχισε ευθεία· συνέχισε ευθεία. Χε-χε-χε-χε-χε…—

Το περίεργο γέλιο του κρανίου προκαλούσε ένα δυσοίωνο συναίσθημα στη Ζιάλα. Αναρωτιέμαι τι θα έλεγε η Ιέρεια Ριλάνα, αν ήταν εδώ…

Το μονοπάτι τούς οδήγησε στην κορυφή ενός ψηλού λόφου, όπου έστεκαν μερικά λιγοστά δέντρα, δίχως φύλλα. Τα κλαδιά τους απλώνονταν σαν χέρια λιγνών τεράτων.

Χμμμμμμ…—έκανε ο Ωμάρκαζ.

«Τι είναι;» ρώτησε ο Κάφελ.

Δεν ξέρω πού βρίσκεται ο αφέντης μου—

«Μας έλεγες ψέματα τόση ώρα;» σφύριξε η Ζιάλα.

Όχι. Είμαι βέβαιος ότι έφτασε ως εδώ. Αλλά μετά… δεν καταλαβαίνω πού πήγε. Ίσως θα ήταν φρόνιμο να τον περιμένουμε. Καθίστε—

Ο Κάφελ και η Ζιάλα αλληλοκοιτάχτηκαν. Ύστερα, κάθισαν οκλαδόν, κάτω από τα ξερά κλαδιά ενός δέντρου.

Δεν έπρεπε να το είχαμε εμπιστευτεί, σκέφτηκε εκείνη. Είναι ένα ΚΡΑΝΙΟ, στο κάτω-κάτω! Ποιος θα εμπιστευόταν ένα κρανίο; Αναστέναξε, ακουμπώντας το ξίφος της επάνω στα γόνατά της και λοξοκοιτάζοντας τον Ωμάρκαζ. Αν τους είχε στήσει καμια παγίδα, ο τρισκατάρατος, η Ζιάλα ήταν έτοιμη να τον κόψει στη μέση.

Μπορούμε να τον φωνάξουμε, αν θέλετε…—

«Πώς;» ρώτησε ο Κάφελ.

Θα πρέπει να με βοηθήσεις. Να γίνεις νεκροδέγμων. Πιστεύω, δε θα δυσκολευτείς…—

«Όχι, Κάφελ,» πρότεινε η Ζιάλα. «Πιο καλά να περιμένουμε.»

Ο αφέντης μου μπορεί ν’αργήσει, όμως. Πολλές φορές αργεί—

«Τι ακριβώς πρέπει να κάνω;» ρώτησε ο Κάφελ.

Η Ζιάλα δάγκωσε το χείλος της. Είχε ένα κακό προαίσθημα για τούτο. Το δαιμονισμένο κρανίο προσπαθούσε να τους ξεγελάσει!

Κλείσε τα μάτια σου και άκου τους νεκρούς, φίλε μου. Κλείσε τα μάτια σου και άκου τους νεκρούς…—

Ο Κάφελ έκλεισε τα μάτια και αφουγκράστηκε τις φωνές που στοίχειωναν τον άνεμο. Ουρλιαχτά, ιαχές. Οιμωγές, κραυγές. Γέλια. Ποδοβολητά, αλόγων και ανθρώπων. Το ακόνισμα ενός ξίφους.

Παρουσίες. Οι παρουσίες βρίσκονταν κοντά του· τον περιτριγύριζαν. Και μία συγκεκριμένη ήταν ιδιαίτερα κοντά· ακριβώς από πάνω του.

Τώρα—είπε ο Ωμάρκαζ—πάψε να θεωρείς τον εαυτό σου τόσο σημαντικό, νεκραίσθητε φίλε μου. Άσε μας να σε πλησιάσουμε. Άσε μας να εισέλθουμε…—

Η Ζιάλα ήταν ακίνητη, κοκαλωμένη, καθώς άκουγε τούτα τα λόγια να αντηχούν από το κρανίο, και καθώς έβλεπε τον Κάφελ να έχει τα μάτια κλειστά κι αυτή την τρομακτικά γαλήνια όψη στο πρόσωπό του. Τα δάχτυλά της σφίχτηκαν γύρω απ’τη λαβή του ξίφους της, και σήκωσε τη λεπίδα απ’τα γόνατά της.

«Αγνόησέ τον, Κάφελ!» είπε. «Αγνόησέ τον!»

Τα μάτια του εμπόρου άνοιξαν, και το κεφάλι του στράφηκε στο μέρος της. Γιατί; ρωτούσε η έκφρασή του.

Ααααργκ!…—μούγκρισε ο Ωμάρκαζ—Ποιο είναι το πρόβλημα;—

«Τι προσπαθούσες να του κάνεις;» απαίτησε η Ζιάλα, αγριοκοιτάζοντας το κρανίο.

Τίποτα, ανόητη γυναίκα! Ήθελα να φωνάξω τον αφέντη μου, για να έρθει πιο γρήγορα και να μιλήσει μαζί σας! Πόσο είστε πρόθυμοι να τον περ—

«Βλακείες!» τον διέκοψε η Ζιάλα. «Προσπαθούσες να τον καταλάβεις. Ξέρω από πνεύματα που προσπαθούν να καταλάβουν τους θνητούς.» Η Ιέρεια Ριλάνα τούς είχε μιλήσει αρκετές φορές γι’αυτά.

Με παρεξήγησες· δεν ήταν αυτή η πρόθεσή μου. Απλά, δίδασκα στον φίλο σου πώς να είναι νεκροδέγμων. Και ο Σέλντρεκ τα ίδια θα του έλεγε, αν ήταν εδώ—

«Εδώ είμαι, Ωμάρκαζ,» ακούστηκε μια βαριά, ξερή φωνή.

Ο Κάφελ και η Ζιάλα στράφηκαν, για να δουν έναν άντρα να πλησιάζει. Διέθετε μακριά, γκρίζα μαλλιά και γενειάδα που έφτανε σχεδόν ως την κοιλιά του, και πρέπει να είχε να χτενιστεί κάποιες δεκαετίες. Φορούσε καφετί χιτώνα και σταχτιά κάπα, τα οποία ανέμιζαν γύρω του. Στο δεξί χέρι βαστούσε ένα ξύλινο μπαστούνι, ψηλότερο από αυτόν κατά δέκα τουλάχιστον πόντους –και δεν ήταν κοντός.

Αφέντη Σέλντρεκ! Πόσο χαίρομαι που σας αντικρίζω! Έφερα αυτούς τους δύο… εμ… νεόφοιτους. Ήθελαν να σας μιλήσουν. Το ζητούσαν πολύ επίμονα—

Ο Κάφελ και η Ζιάλα είχαν σηκωθεί όρθιοι. Ο Σέλντρεκ ζύγωσε τον πρώτο και πήρε από το χέρι του το κρανίο. «Σ’ευχαριστώ, Ωμάρκαζ,» είπε, αλλά ο τόνος της φωνής του έμοιαζε να εμπεριέχει κάποια απειλή.

Τώρα που ο νεκρομάντης ήταν πιο κοντά, μπορούσε κανείς να δει καθαρά ότι στο πρόσωπό του υπήρχε ένα σημάδι, μισοκρυμμένο μέσα στα μαλλιά και στα μούσια. Το σημάδι έμοιαζε με Δ, έχοντας την κορυφή του στο μέτωπο του Σέλντρεκ και τις άλλες δύο του γωνίες στα μάγουλά του. Πρέπει να είχε δημιουργηθεί με κάψιμο, αλλά ούτε ο Κάφελ ούτε η Ζιάλα ήταν σίγουροι γι’αυτό.

«Γεια σας,» τους χαιρέτησε ο νεκρομάντης. «Γιατί με αναζητάτε;»

Ο Κάφελ καθάρισε το λαιμό του. «Εμ… Έχουμε ακούσει για εσάς, κύριε. Μας μίλησαν οι καταστηματάρχες, στην Έριγκ. Τους ξέρετε;»

Ο Σέλντρεκ ένευσε, αλλά, αν έκρινε κανείς από την έκφρασή του, μάλλον δε θεωρούσε τους καταστηματάρχες φίλους του. «Γιατί σας έστειλαν σε μένα;»

«Δε μας έστειλαν ακριβώς,» εξήγησε ο Κάφελ. «Τους ζήτησα μια υπηρεσία. Είπαν ότι δεν μπορούν να μου την προσφέρουν. Είπαν ότι εσείς ίσως να μπορείτε…»

«Τι υπηρεσία;»

«Έχασα το χέρι μου, σε μια μάχη. Τους ζήτησα να μου το… αντικαταστήσουν.»

«Και σου είπαν ότι εγώ μπορώ να το κάνω αυτό;»

«Είπαν ότι ίσως…» Ο Κάφελ κρατούσε την ανάσα του καθώς μιλούσε. Αν και ο Σέλντρεκ δήλωνε πως ήταν αδύνατον να τον βοηθήσει….

Ο νεκρομάντης γέλασε, και ο έμπορος αισθάνθηκε την ψυχή του να κατακρημνίζεται σ’ένα απύθμενο βάραθρο, γεμάτο από τα ουρλιαχτά των νεκρών.

«Νόμιζα,» είπε ο Σέλντρεκ, «ότι σε έστειλαν σε μένα γιατί είχαν παρατηρήσει τις… δυνατότητές σου. Αλλά, βέβαια, δε θα μπορούσαν να τις έχουν παρατηρήσει εκεί… Κι αν τις είχαν παρατηρήσει, τότε σε άλλους θα σε έστελναν.»

«Δεν καταλαβαίνω τι εννοείτε, κύριε.»

Ο Σέλντρεκ τον ατένισε ερευνητικά· ύστερα, ρώτησε: «Ποιο είναι το όνομά σου;»

«Κάφελ. Κι απο δώ η Ζιάλα.»

Ο νεκρομάντης δε στράφηκε να κοιτάξει την κοπέλα· έχοντας το βλέμμα του καρφωμένο στο πρόσωπο του εμπόρου, είπε: «Κάφελ, όλη η Φεν εν Ρωθ έχει βουίξει λόγω της παρουσίας σου. Οι νεκροί ουρλιάζουν όπως ποτέ· αυτοί με οδήγησαν σε σένα.»

Ο Κάφελ ξεροκατάπιε. Δεν ήξερε τι μπορεί να σήμαινε τούτο. «Είχα δει κάποια όνειρα…» εξομολογήθηκε στον Σέλντρεκ.

«Τι όνειρα;» ρώτησε εκείνος, ανασηκώνοντας ένα πυκνό φρύδι. «Τα όνειρα αποκαλύπτουν την αλήθεια.»

«Με τον Άνκαραζ.»

Η όψη του Σέλντρεκ σκιάστηκε. «Τον Άρχοντα του Αίματος. Τον Πολέμαρχο.»

«Ναι· εκείνος με έφερε εδώ. Είδα τη Φεν εν Ρωθ στον ύπνο μου. Είδα ότι είχα χέρι!» τόνισε. «Είδα ότι ήμουν θεραπευμένος! Το χέρι μου φορούσε ένα μαύρο γάντι, αλλά υπήρχε! Και κρατούσε ξίφος.»

Τώρα, η όψη του Σέλντρεκ έγινε σκεπτική. «Προσεύχεσαι στον Άνκαραζ συχνά;»

«Όχι,» αποκρίθηκε ο Κάφελ. «Τον απεχθάνομαι.»

«Εκείνος, όμως, φαίνεται πως σε συμπαθεί… Θα πρέπει να τον έχεις υπηρετήσει, κάποια στιγμή, χμ; Στρατιώτης δεν είσαι; Μισθοφόρος.»

«Όχι, κύριε· έμπορος είμαι.»

«Μμμμμ… Ολοένα και πιο παράξενη μοιάζει η περίπτωσή σου, Κάφελ.»

«Μπορείς να κάνεις κάτι για το χέρι μου;»

«Μάλλον, εσύ μπορείς να κάνεις κάτι για το χέρι σου –και μόνον εσύ.»

«Μα,» είπε ο Κάφελ, «εγώ δεν ξέρω από τέτοια… Δεν είμαι μάγος, ούτε νεκρομάντης…»

«Αλήθεια; Τότε, γιατί βλέπεις οράματα; Γιατί ήρθες εδώ, στη Νίζβερ και στη Φεν εν Ρωθ; Γιατί ακούς τους νεκρούς να μουρμουρίζουν στον άνεμο;»

Ο Κάφελ σιώπησε· δεν ήξερε τι ν’αποκριθεί.

Ο Σέλντρεκ γέλασε με την αμηχανία του. «Πρέπει να έρθεις μαζί μου, και ίσως βρεις τις απαντήσεις που ζητάς. Ίσως βρεις και το… χέρι σου. Αυτό που ονειρεύτηκες.»

Ο Κάφελ ένευσε. «Θα έρθω.»

Όχι… σκέφτηκε η Ζιάλα. Δεν είναι σωστό αυτό. Δεν ήξερε ποιον να εμπιστευτεί λιγότερο: τον Ωμάρκαζ το κρανίο, ή τον Σέλντρεκ τον νεκρομάντη; Κανένας από τους δύο δεν της ενέπνεε εμπιστοσύνη. Και οι δύο την τρομοκρατούσαν.

Σαν να μάντεψε τους συλλογισμούς της, ο Σέλντρεκ στράφηκε να την αντικρίσει, για πρώτη φορά. «Εσύ δεν έχεις κάτι το… αξιοσημείωτο επάνω σου,» της είπε.

«…Ήμουν σ’ένα ναό, κάποτε. Της Βιρκάνθα.»

«Είσαι ιέρεια;»

«Εεε… ναι,» είπε ψέματα η Ζιάλα. «Ιέρεια είμαι. Ξέρω γι’αυτά τα πράγματα.»

Ο Σέλντρεκ χαμογέλασε, σα να έβλεπε πεντακάθαρα το ψέμα της. «Και ήρθες για να βοηθήσεις τον φίλο σου; Ή, μήπως, είστε συγγενείς;»

«Δεν είμαστε συγγενείς,» αποκρίθηκε η Ζιάλα. «Και, ναι, ήρθα για να βοηθήσω τον Κάφελ.»

«Ακολουθήστε με,» είπε ο Σέλντρεκ, στρέφοντάς τους την πλάτη.

*

«Δε μ’ακούς ή κάνεις τον ανήξερο;»

Ο Έσριλαν στράφηκε, για να δει τη Σαριάλη να έρχεται από το τέλος του δρόμου. Σταμάτησε και την περίμενε να πλησιάσει. Τριγύρω δεν ήταν κανένας· η μεσημεριανή ησυχία της Νίζβερ κυριαρχούσε.

«Λοιπόν;» ρώτησε η Σαριάλη, στεκόμενη εμπρός του.

«Τι;»

«Δε μ’άκουσες ή κάνεις τον ανήξερο;»

«Δε νομίζω ότι φώναξες.»

«Δε φώναξα, αλλά βάδιζα πίσω σου.»

«Στη Νίζβερ,» είπε ο Έσριλαν, «δε γυρίζω όποτε κάποιος βαδίζει πίσω μου. Αλλά τι κάνεις εδώ;»

«Επιστρέφω στη Νεκάδα,» εξήγησε η Σαριάλη. «Πήγα τους φίλους σου εκεί όπου ήθελαν.» Ξεκίνησαν να βαδίζουν. «Τι δουλειά έχουν με τον Σέλντρεκ;»

«Δε σου είπαν;»

«Όχι· δεν τους ρώτησα.»

«Ο Κάφελ νομίζει ότι ο νεκρομάντης… Άστο. Ίσως να μη θέλει να σου πω. Είναι προσωπική υπόθεση, και, στο τέλος, δεν πιστεύω να γίνει τίποτα. Ελπίζω μόνο να μη μπλέξουν πουθενά, αυτός και η Ζιάλα, γιατί τους έχω συμπαθήσει και τους δυο.»

Η Σαριάλη είχε στραβομουτσουνιάσει, που δεν της έλεγε. Κοίταξε από την άλλη. «Εσύ πού είχες πάει το πρωί;»

«Είχα μια δουλειά.»

«Θα μου πεις;»

«Θα σ’αφήσω να μαντέψεις.»

«Είχες πάει στο Μαύρο Φρούριο,» είπε η Σαριάλη, ύστερα από λίγο.

«Πώς έφτασες σ’αυτό το συμπέρασμα;»

«Άρχισα να σε ακολουθώ όταν σε είδα να μπαίνεις στην Καταποτάμιο. Αυτό σημαίνει ότι η δουλειά σου ήταν στη βόρεια μεριά της Νίζβερ· και στη βόρεια μεριά είναι το Μαύρο Φρούριο.»

«Δεν είναι μόνο το Μαύρο Φρούριο, όμως.»

«Επίσης,» πρόσθεσε η Σαριάλη, «δεδομένου ότι δουλεύεις για τους επαναστάτες του Ένρεβηλ τώρα, είναι πιθανό να θέλεις να προσλάβεις νεκρενοικημένους δολοφόνους γι’αυτούς.»

Ο Έσριλαν δε μίλησε.

«Μαντεύω σωστά;» ρώτησε η Σαριάλη.

«Δε μπορώ να σου πω.»

«Δεν έπρεπε να μπλέξεις μ’αυτούς,» του είπε, λίγο παρακάτω, ενώ ζύγωναν τη Νεκάδα. «Δε σου έφτασαν οι Πόλεμοι της Φεν εν Ρωθ; Πόσους ακόμα θέλεις, για–;»

«Δεν είναι θέμα πολέμου!» Ο Έσριλαν στράφηκε απότομα, και το μοναδικό του μάτι την ατένισε θυμωμένα.

«Τι είναι, τότε; Τι έχεις να κερδίσεις; Εγώ δε θα επέστρεφα σ’αυτή την κατάσταση ό,τι κι αν είχα να κερδίσω.»

«Εσύ,» τόνισε ο Έσριλαν, και στράφηκε απ’την άλλη, επιταχύνοντας το βήμα του, «όχι εγώ.»

«Τι έχεις, λοιπόν, να κερδίσεις;» επέμεινε η Σαριάλη, ακολουθώντας τον. «Χρήματα; Εξουσία; Τι σου υποσχέθηκαν; Σου υποσχέθηκαν μια–;»

«Τίποτα! Δε χρειάζομαι υποσχέσεις για ν’αγωνιστώ για κάτι που κρίνω άξιο,» δήλωσε ο Έσριλαν, πλησιάζοντας την εξώθυρα της Νεκάδας.

Η Σαριάλη τον έπιασε απ’τον ώμο. «Έχεις πέσει πάλι στην παγίδα τους; Στην παγίδα των ιερέων του Άνκαραζ;»

«Δεν ξέρεις τι λες.» Ο Έσριλαν απομάκρυνε το χέρι της. «Δε με προστάζουν αυτοί. Αλλά όλοι οι άνθρωποι έχουν ανάγκη τον Πολέμαρχο όταν διεξάγουν έναν δίκαιο αγώνα.» Άνοιξε την πόρτα της Νεκάδας και μπήκε.

Στην τραπεζαρία ήταν μερικοί έμποροι και οι βοηθοί τους. Είχαν ενώσει τέσσερα τραπέζια και κάθονταν, τρώγοντας, πίνοντας, και συζητώντας. Ο Βόρμπελ ήταν μαζί τους, έχοντας κι εκείνος μια κούπα μπίρα εμπρός του.

«Ποιος πόλεμος είναι δίκαιος, Έσριλαν;» φώναξε η Σαριάλη.

Εκείνος δεν αποκρίθηκε, καθώς διέσχιζε την τραπεζαρία. Ανέβηκε τη σκάλα του πανδοχείου και χάθηκε απ’τα μάτια της.

Ορισμένοι από τους εμπόρους και τους βοηθούς τους είχαν στραφεί και την κοίταζαν, παραξενεμένοι. Ο Βόρμπελ τής έριξε ένα προειδοποιητικό βλέμμα. Η Σαριάλη παραμέρισε, βίαια, μια καρέκλα από το διάβα της και πήγε προς την πόρτα του μαγειρείου.

*

Ο Σέλντρεκ τούς έβαλε σε μια σπηλιά, όπου υπήρχαν μερικά στρωσίδια, δύο σάκοι, μια κατσαρόλα, και τα απομεινάρια μιας φωτιάς. Στους τοίχους σύμβολα ήταν σκαλισμένα, τα οποία η Ζιάλα παρατήρησε ότι έμοιαζαν μ’αυτά που βρισκόταν πάνω στις στήλες που είχε δει πριν.

«Εδώ μένεις;» ρώτησε η κοπέλα τον νεκρομάντη.

«Άλλοτε εδώ, άλλοτε εκεί,» αποκρίθηκε ο Σέλντρεκ· «δεν έχει σημασία. Μπορείτε να βολευτείτε κι εσείς.»

«Δεν έχουμε τα πράγματά μας μαζί,» είπε η Ζιάλα. «Τα έχουμε αφήσει πίσω, στο πανδοχείο ‘Η Νεκάς’.»

«Τότε, ίσως θα έπρεπε να πάτε να τα πάρετε. Δεν έχω επιπλέον τρόφιμα, ούτε στρωσίδια.»

Η Ζιάλα κοίταξε τον Κάφελ, ο οποίος κοίταζε αλλού, προς ένα σύδεντρο που ταραζόταν από τον άνεμο. Το βλέμμα του ήταν απλανές, και ένα αχνό, στραβό μειδίαμα υπήρχε στο πρόσωπό του. Ένα μειδίαμα το οποίο την τρόμαζε.

Είναι συνεπαρμένος—είπε ο Ωμάρκαζ, τον οποίο ο Σέλντρεκ κρατούσε άκομψα. Είχε το κρανίο ανάμεσα στα δάχτυλα του αριστερού του χεριού, βαστώντας το σαν να μην ήταν τίποτα παραπάνω από μια νεροκολοκύθα—Θα γίνει εξαίρετος νεκροδέγμων· ω ναι… Αφέντη, θα μ’αφήσεις να–;—

«Σιωπή, Ωμάρκαζ. Αρκετά μ’έχεις εξοργίσει σήμερα.»

Η Ζιάλα ζύγωσε τον Κάφελ και στάθηκε εμπρός του. Το βλέμμα του τώρα εστιάστηκε· την κοιτούσε, και την έβλεπε.

«Θα μείνεις εδώ;» τον ρώτησε εκείνη, χαμηλόφωνα, καθώς ο Σέλντρεκ έμπαινε στη σπηλιά, τακτοποιώντας κάτι πράγματα.

«Πρέπει,» αποκρίθηκε ο Κάφελ. «Ήρθα για να θεραπευτώ… Το είδα, στο όραμα…»

Μα, ο Σέλντρεκ δε μου φαίνεται ότι μπορεί να σε θεραπεύσει, σκέφτηκε η Ζιάλα, αλλά δεν το είπε. Θα ήταν πολύ σκληρό, νόμιζε, ύστερα από όσα είχε περάσει ο Κάφελ, προκειμένου να φτάσει εδώ.

«Θα πάω να φέρω τα πράγματά μας από το πανδοχείο, εντάξει;»

«Θυμάσαι το δρόμο;» τη ρώτησε.

«Ναι.»

«Να προσέχεις.»

«Κι εσύ.» Η Ζιάλα τον φίλησε. «Θα επιστρέψω γρήγορα.»

Στράφηκε να φύγει, αλλά, προτού προλάβει να κάνει δέκα βήματα, η φωνή του Σέλντρεκ τη σταμάτησε:

«Στάσου.»

Ο νεκρομάντης την πλησίασε και έτεινε τον Ωμάρκαζ προς το μέρος της. «Άφησε τον στο σπίτι μου, καθώς θα περνάς από εκεί.»

Η Ζιάλα δίστασε ν’αγγίξει το κρανίο.

«Πάρτο, κοπελιά –δε δαγκώνει!»

Το πήρε, κρατώντας το από το πίσω μέρος.

«Μονάχα μην τον ακούς, ό,τι κι αν σου λέει,» την προειδοποίησε ο Σέλντρεκ. «Είναι ύπουλος.» Αγριοκοίταξε το κρανίο, σμίγοντας τα πυκνά του φρύδια.

Χε-χε-χε-χε-χε-χε—έκανε ο Ωμάρκαζ, κροταλίζοντας τη μασέλα του—Ο αφέντης θέλει να σε τρομάξει! Χε-χε-χε-χε-χε—

«Τι προσπαθούσε να κάνει πριν στον Κάφελ;» ρώτησε η Ζιάλα. «Να τον καταλάβει, όπως νόμιζα;»

«Όχι. Οι νεκροί δεν μπορούν να ‘καταλάβουν’ έναν ζωντανό… ιέρεια,» απάντησε ο Σέλντρεκ.

«Τι ήθελε, τότε;»

«Δεν έχει σημασία πλέον. Πήγαινε στη δουλειά σου,» αποκρίθηκε ο Σέλντρεκ, στρεφόμενος στον Κάφελ και απομακρυνόμενος από εκείνη. «Και μην ξεχνάς αυτό που σου είπα.»

Η Ζιάλα άρχισε να βαδίζει προς τη Νίζβερ, ενώ ο άνεμος ούρλιαζε γύρω της. Αφουγκράστηκε, προσπαθώντας ν’ακούσει κι εκείνη τα «μουρμουρητά των νεκρών», όμως χωρίς επιτυχία. Προφανώς, δεν ήταν νεκραίσθητη, όπως ο Κάφελ.

—Να σου πω τι ήθελα να κάνω;—τη ρώτησε ο Ωμάρκαζ.

Η Ζιάλα δε μίλησε, ενθυμούμενη τα λόγια του Σέλντρεκ: «Μονάχα μην τον ακούς, ό,τι κι αν σου λέει. Είναι ύπουλος.»

Όχι! Όχι απο δώ. Από την άλλη στρίψε—

Το κρανίο είχε δίκιο σ’ετούτο. Παραλίγο να στρίψει σε λάθος σημείο. Το μυαλό μου είναι αλλού!…

—Λοιπόν, θες να μάθεις τι πήγα να κάνω στο φίλο σου;—

«Εντάξει, λέγε.»

Προσπαθούσα να ξυπνήσω τον νεκροδέγμονα μέσα του, για να απελευθερωθώ από τούτη τη φυλακή—

«Ποια φυλακή;»

Δε σας είπα; Είμαι πνεύμα φυλακισμένο σε κρανίο. Δεν είμαι κρανίο! Κι ετούτο δεν είναι καν το δικό μου κρανίο!—

«Και πώς θα ελευθερωνόσουν μέσω του Κάφελ;»

Θα με δεχόταν μέσα του—

«Δηλαδή, θα τον καταλάμβανες!»

Όχι. Δεν μπορώ να μείνω μέσα του. Αν το επιχειρούσα, το δικό του πνεύμα θα με εξωθούσε από το σώμα του. Κι ακριβώς αυτό ήθελα κι εγώ. Έτσι θα ελευθερωνόμουν. Αλλά ο Σέλντρεκ με εμπόδισε… ο μπάσταρδος!—

Της φαίνονταν λογικά αυτά που έλεγε ο Ωμάρκαζ. Εξάλλου, κι ο ίδιος ο Σέλντρεκ την είχε πληροφορήσει, πριν λίγο, ότι οι νεκροί δεν μπορούν να καταλάβουν τους ζωντανούς…

«Δεν τον συμπαθείς και τόσο τον αφέντη σου, ε;»

Εκείνος με φυλάκισε! Εγώ δε ζήτησα να με φυλακίσει. Καταραμένος νάναι! Αλλά είναι ήδη καταραμένος…—

«Γιατί σε κρατά μέσα στο κρανίο;» ρώτησε η Ζιάλα, καθώς ζύγωναν τη Νίζβερ και την αρχή (ή το τέλος –αναλόγως πού στεκόταν κανείς) της Οδού Ανθεμίων.

Είναι τρελός! Με θέλει για προσωπικά του πειράματα—

«Πού θα πήγαινες αν δεν ήσουν μέσα στο κρανίο; Στη Φεν εν Ρωθ;»

Κάτι σαν αναστεναγμός ακούστηκε—Στη Φεν εν Ρωθ Σέπουλα… αν μπορούσα…—

Φεν εν Ρωθ Σέπουλα ονομαζόταν ο Πνευματικός Τόπος του Θανάτου, όπως ήξερε η Ζιάλα. Από εκεί είχε πάρει το όνομά της η Φεν εν Ρωθ, ύστερα από τους Πολέμους. Μάλιστα, ορισμένοι μύστες την αποκαλούσαν Φεν εν Ρωθ Οσέπουλα, που σήμαινε Επίγειος Τόπος των Νεκρών.

«Δεν μπορείς;»

Δεν ξέρω—είπε ο Ωμάρκαζ, καθώς έμπαιναν στην Οδό Ανθεμίων—Ήμουν παγιδευμένος εδώ, στην επίγεια Φεν εν Ρωθ, όταν ο Σέλντρεκ με φυλάκισε στο κρανίο. Άμα, όμως, καταφέρω να αποφυλακιστώ, ίσως να καταφέρω και να φύγω, επιτέλους, από τούτο το μέρος. Δεν ανήκω ανάμεσα στους ζωντανούς…—

Η Ζιάλα τον λυπόταν που τον άκουγε να της τα λέει αυτά. Ωστόσο, πλησιάζοντας το σπίτι του Σέλντρεκ, είπε: «Πρέπει να σ’αφήσω εδώ.»

Πάρε με μαζί σου—της ζήτησε ο Ωμάρκαζ—Κρύψε με μέσα στα πράγματά σου. Δώσε μου μια ευκαιρία απελευθέρωσης!—

Η Ζιάλα άνοιξε την πόρτα του σπιτιού και πέρασε το κατώφλι. «Όχι, δεν μπορώ. Δε θέλω μπλεξίματα με τον Σέλντρεκ.» Απόθεσε το κρανίο πάνω στο γραφείο όπου εκείνη κι ο Κάφελ το είχαν βρει.

Σε παρακαλώ…—ικέτεψε ο Ωμάρκαζ—Μη μ’αφήνεις! Δώσε μου μια ευκαιρία! Μια ευκαιρία!—

Η Ζιάλα τον ατένισε για μια στιγμή· ύστερα, κούνησε το κεφάλι. «Λυπάμαι…» είπε, φεύγοντας.

Βγήκε απ’το σπίτι του Σέλντρεκ και βάδισε βιαστικά, σα να φοβόταν ότι ο Ωμάρκαζ μπορεί να την ακολουθούσε, όσο απίθανο κι αν έμοιαζε αυτό. Διέσχισε τους ερημικούς δρόμους της Νίζβερ και έφτασε στη βόρεια όχθη του πλωτού ποταμού Μάρνελ. Κατέβηκε τις σκάλες και βρέθηκε στο υπόγειο πέρασμα όπου η Σαριάλη είχε οδηγήσει εκείνη και τον Κάφελ, την προηγούμενη φορά. Το μέρος ήταν κατασκότεινο, όπως και τότε· μονάχα στο πέρας του διακρινόταν φως.

Η Ζιάλα προχώρησε γρηγορότερα από πριν, σφίγγοντας τη λαβή του θηκαρωμένου της ξίφους. Ήταν βέβαιη πως κάτι θα πεταγόταν από το σκοτάδι, για να την αρπάξει· όμως έφτασε στο τέλος του υπόγειου περάσματος χωρίς να της συμβεί τίποτα. Ανέβηκε τα σκαλοπάτια, αναπνέοντας ελεύθερα. Τελικά, η Σαριάλη πρέπει να είχε δίκιο: δεν υπήρχε τίποτα το επικίνδυνο εδώ πέρα. Ωστόσο, το μέρος ήταν έτσι που δεν μπορούσε να μην σε αγριεύει!

Η Ζιάλα κατευθύνθηκε προς τη Νεκάδα, αρχίζοντας να αντιλαμβάνεται ότι πεινούσε. Είχε να φάει από χτες. Και, μάλλον, θα πεινά κι ο Κάφελ, σκέφτηκε· πρέπει να του φέρω κάτι από το πανδοχείο, επιστρέφοντας.

Έριξε μια ματιά στον ουρανό, προσπαθώντας να καταλάβει τι ώρα της ημέρας ήταν. Το γεγονός ότι δεν υπήρχε ήλιος δεν τη βοηθούσε καθόλου στους υπολογισμούς της, όμως υπέθεσε ότι το μεσημέρι πρέπει να είχε περάσει, γιατί το φως μειωνόταν.

Όταν έφτασε στη Νεκάδα, βρήκε την τραπεζαρία άδεια από κόσμο. Μονάχα η Σαριάλη ήταν εκεί, καθαρίζοντας τραπέζια.

«Γεια…» χαιρέτησε η Ζιάλα.

«Πού είν’ο φίλος σου;» είπε η Σαριάλη.

«Ήρθα να μαζέψω τα πράγματά μας. Φεύγουμε,» εξήγησε η Ζιάλα. Και ρώτησε: «Μπορείς να μου βάλεις φαγητό; Και να μου τυλίξεις και λίγο, για να το πάω στον Κάφελ;»

Η Σαριάλη ένευσε. «Κάθισε,» είπε, και βάδισε προς την κουζίνα.

«Θα κατεβάσω τα πράγματα, πρώτα,» αποκρίθηκε η Ζιάλα.

Ανέβηκε τη σκάλα του πανδοχείου και μπήκε στο δωμάτιό της, όπου άρχισε να μαζεύει τα δικά της πράγματα και του Κάφελ. Καθώς δούλευε, αναρωτιόταν αν ο Έσριλαν είχε επιστρέψει στη Νεκάδα. Επίσης, την προβλημάτιζε το θέμα με τον Ωμάρκαζ. Παρά την προειδοποίηση του Σέλντρεκ, το κρανίο τής έμοιαζε να μιλά με ειλικρίνεια. Επιπλέον, αν ο νεκρομάντης το είχε φυλακίσει και δεν ήθελε να του ξεφύγει, φυσικό δεν ήταν να τονίσει στη Ζιάλα πως ο Ωμάρκαζ είναι ύπουλος και λέει ψέματα; Μ’αυτό τον τρόπο θα την έκανε να μην τον εμπιστεύεται, και θα τον κρατούσε για πάντα δέσμιό του.

Όμως, σκέφτηκε η Ζιάλα, καθώς έβγαζε τα πράγματα από το δωμάτιο, δε νομίζω ότι θάταν φρόνιμο να μπλέξω μ’έναν μάγο ο οποίος, μάλιστα, λένε ότι είναι τρελός… και μάλλον είν–

«Αα!» Παραπάτησε και έπεσε, παρασυρμένη από το βάρος που μετέφερε. Τι τα ήθελαν όλα αυτά τα όπλα μαζί τους; Απ’ό,τι φαινόταν, δεν επρόκειτο να τους χρειαστούν!

«Να βοηθήσω;»

Ο Έσριλαν στεκόταν στο κατώφλι της πόρτας του δωματίου του.

«Όχι, εντάξει,» είπε η Ζιάλα· «τα καταφέρνω.» Σηκώθηκε, τραβώντας τους σάκους μαζί της.

«Πού είναι ο Κάφελ;»

«Έμεινε με τον Σέλντρεκ. Εκεί πηγαίνω τώρα κι εγώ.»

«Στην Οδό Ανθεμίων;»

«Όχι· έξω από τη Νίζβερ.»

Ο Έσριλαν συνοφρυώθηκε. «Στη Φεν εν Ρωθ…»

Η Ζιάλα ένευσε, κι άρχισε να κατεβαίνει τη σκάλα του πανδοχείου.

Στην τραπεζαρία, το φαγητό της ήταν έτοιμο και την περίμενε. Η Σαριάλη καθόταν εκεί κοντά, με μια κούπα στο δεξί χέρι. Η Ζιάλα άφησε τα πράγματά της στο δάπεδο και κάθισε να φάει, λέγοντας «Ευχαριστώ» στη γυναίκα του πανδοχείου.

«Πού θα πάτε;» ρώτησε η Σαριάλη.

Ο Έσριλαν κατέβηκε τη σκάλα και κάθισε κοντά στη Ζιάλα. «Θα σε συνοδέψω μέχρι εκεί,» της είπε.

«Σ’ευχαριστώ, Έσριλαν, αλλά δεν είναι ανάγκη,» αποκρίθηκε εκείνη. «Εξάλλου, έχεις δουλειές.»

«Τώρα, όχι,» εξήγησε ο οδηγός. «Θα χρειαστεί να περιμένω κάποιο καιρό. Επομένως, δεν είναι δύσκολο να σε βοηθήσω.»

«Εντάξει,» είπε η Ζιάλα. «Ευχαριστώ.»

«Και πού θα πάτε;» επανέλαβε την ερώτησή της Σαριάλη, δείχνοντας πικαρισμένη που δεν της είχαν δώσει σημασία.

«Στη Φεν εν Ρωθ,» απάντησε, χαμηλόφωνα, η Ζιάλα, σα να φοβόταν να πει το όνομα πιο φωναχτά.

Και η κουβέντα τελείωσε εκεί. Η Σαριάλη έπινε, σκεπτικά, το ποτό της και ο Έσριλαν είχε την πλάτη ακουμπισμένη στην καρέκλα του και τα χέρια σταυρωμένα εμπρός του, αμίλητος, ώσπου η Ζιάλα τελείωσε το φαγητό της και σηκώθηκε από το τραπέζι. Τότε, ο οδηγός σηκώθηκε μαζί της και πήρε μερικά από τα πράγματα, ενώ εκείνη έβαζε στο σάκο της το φαγητό του Κάφελ, το οποίο η Σαριάλη είχε τυλίξει.

«Πόσο πληρώνω;» ρώτησε η Ζιάλα.

«Ένα κορονίδιο.»

Το έβγαλε από το πουγκί της και το έδωσε στη Σαριάλη.

Η Ζιάλα και ο Έσριλαν βγήκαν από τη Νεκάδα, και ξεκίνησαν να βαδίζουν προς τον Μάρνελ.

«Γιατί σε κοιτάζει έτσι;» ρώτησε η κοπέλα.

«Ποιος;»

«Η Σαριάλη.»

«Πώς με κοιτάζει, δηλαδή;»

«Κάπως…»

Ο Έσριλαν αχνομειδίασε, δίχως να μιλήσει.

«Την ξέρεις; Από παλιά;»

Ο Έσριλαν ένευσε αλλά πάλι δίχως να μιλήσει.

Η Ζιάλα δε συνέχισε την κουβέντα.

Σύντομα, έφτασαν στην υπόγεια σήραγγα που περνούσε κάτω απ’τον Μάρνελ, και τη διέσχισαν. Με τον Έσριλαν πλάι της, η Ζιάλα δεν αισθανόταν να φοβάται το σκοτάδι. Όποιος κι αν ορμούσε από τις πυκνές σκιές, ό,τι κι αν ορμούσε, ήταν βέβαιη πως ο οδηγός μπορούσε να το αντιμετωπίσει. Φυσικά, κάτι τέτοιο δε χρειάστηκε…

Ανέβηκαν την αντικρινή σκάλα και βγήκαν στις βόρειες όχθες του ποταμού. Η Ζιάλα είδε τον Έσριλαν να στρέφει το κεφάλι στα ανατολικά και να ρίχνει μια ματιά στο επιβλητικό οικοδόμημα που έκρυβε μέρος του ουρανού από εκείνη τη μεριά: το Μαύρο Φρούριο. Λες η δουλειά του να έχει σχέση μ’αυτό το άχαρο χτίριο;

Όταν περνούσαν από την Οδό Ανθεμίων, ήταν η σειρά της Ζιάλα να στρέψει το κεφάλι και να κοιτάξει, όχι το Μαύρο Φρούριο (το οποίο, ασφαλώς, φαινόταν και από εδώ –και από οποιοδήποτε άλλο σημείο της Νίζβερ), αλλά το σπίτι του Σέλντρεκ, όπου βρισκόταν ο Ωμάρκαζ. Μακάρι να μπορούσα να τον βοηθήσω… Δεν μπορώ, όμως· δεν μπορώ να το ριψοκινδυνέψω. Ο νεκρομάντης ίσως να μας κάνει κακό, αν μάθει ότι του παίξαμε τέτοιο παιχνίδι.

Η Ζιάλα και ο Έσριλαν έφτασαν στο πέρας της Οδού Ανθεμίων και μπήκαν στη Φεν εν Ρωθ.


Κεφάλαιο 4
Εξέγερση και Αποκλεισμός

 

Η Χρυσαλλίδα προσέγγιζε το λιμάνι της Νουάλβορ. Τα πανιά της ήταν φουσκωμένα από τον μεσημεριανό άνεμο.

Η Πριγκίπισσα Λιόλα στεκόταν στην πλώρη του πλοίου, ατενίζοντας την πόλη της. Την πόλη που τώρα, ύστερα από το θάνατο του πατέρα της, ήταν πραγματικά δική της, ως πρωτεύουσα ολόκληρου του Νόρβηλ. Ποτέ, όμως, η Νουάλβορ δε θα ήταν ίδια, χωρίς τον Βασιληά Άργκελ. Η Λιόλα λυπόταν που δεν βρισκόταν κοντά στον πατέρα της, τις τελευταίες του στιγμές. Λυπόταν που είχε φύγει τόσο καιρό από εδώ. Τι θα σκεφτόταν, άραγε, η οικογένειά της για εκείνη; Θα είχαν ανησυχήσει; Ποιος θα είχε αναλάβει καθήκοντα Αντιβασιλέα; Ο Νόρβορ, κατά πάσα πιθανότητα. Ναι, ο Νόρβορ δικαιούται να άρχει μετά από εμένα· και, ούτως ή άλλως, θα ήταν καλή επιλογή. Μπορεί να είχε, πολλές φορές, διαφωνήσει με τον αδελφό της, αλλά πάντοτε τον σεβόταν και τον αγαπούσε.

Η Λιόλα έριξε μια ματιά στον κουκουλοφόρο άντρα που στεκόταν αριστερά της, τον Ράζλερ μάγο Φανλαγκόθ, προσπαθώντας να διακρίνει την έκφρασή του μέσα απ’την κουκούλα. Το μόνο, όμως, που κατάφερε να δει ήταν δύο μάτια να γυαλίζουν.

Ο Ρόλμαρ στεκόταν δεξιά της καινούργιας Βασίλισσας του Νόρβηλ, και παρατήρησε την κίνησή της: το βλέμμα που έριξε στον Φανλαγκόθ. Φοβάται κι εκείνη, όπως κι εγώ, συλλογίστηκε. Φοβάται ότι ο καταραμένος Ράζλερ θα μας προκαλέσει προβλήματα, με τον Ουρανολίθινο Θρόνο. Ελπίζω, τουλάχιστον, να μας βοηθήσει περισσότερο από ό,τι θα μας δυσχεράνει…

«Τι θα έχουμε ν’αντιμετωπίσουμε τώρα, Φανλαγκόθ;» ρώτησε ο Ρόλμαρ. «Τι ‘βλέπεις’;»

«Μη με απασχολείς με ανουσιότητες, Ρόλμαρ,» αποκρίθηκε, μυστηριακά, ο Ράζλερ. «Όταν είναι ώρα να σας ειδοποιήσω, θα το κάνω. Προς το παρόν, όλα βαίνουν καλώς.»

«Ο Έπαρχος Κάβμαρ; Τι γίνεται ο Έπαρχος Κάβμαρ; Πού βρίσκεται;»

Ο Φανλαγκόθ δε μίλησε.

Να τον πάρει ο Μαύρος Άνεμος! σκέφτηκε ο Ρόλμαρ. Συνέχεια τα ίδια!… Ή μάλλον, όχι· τώρα τελευταία, σαν κάτι να έχει αλλάξει επάνω του… Δυστυχώς, όμως, δεν μπορώ να το προσδιορίσω…

Η Λιόλα αναστέναξε σιωπηλά, ικανοποιημένη που η συζήτηση ανάμεσα στον Ρόλμαρ και τον Φανλαγκόθ δεν είχε δυσάρεστη εξέλιξη· γιατί, όποτε συζητούσαν οι δυο τους, πάντα σε τσακωμό κατέληγαν… και τώρα δε νομίζω ότι οι τσακωμοί θα μας ωφελήσουν. Όχι αν έχουμε ν’αντιμετωπίσουμε ανθρώπους όπως τον Έπαρχο Κάβμαρ…

Η Χρυσαλλίδα μπήκε στο λιμάνι της Νουάλβορ. Οι λιμενοφύλακες πρέπει να την είχαν αναγνωρίσει, έτσι τα μικρότερα σκάφη τής έκαναν χώρο, ώστε να περάσει και ν’αράξει σε μία από τις αποβάθρες όπου άραζαν τα βασιλικά πολεμικά πλοία. Οι ναύτες της Χρυσαλλίδας έριξαν μια φαρδιά ξύλινη ράμπα στην προβλήτα, και η Λιόλα, ο Ρόλμαρ, ο Φανλαγκόθ (ο οποίος κρατούσε το σάκο με τα ουρανολίθινα θραύσματα), κι ο πειρατής Σέρκιλ άρχισαν να κατεβαίνουν, συνοδεία στρατιωτών. Στην αποβάθρα τούς περίμενε μια ομάδα οπλισμένων φρουρών, ο αρχηγός της οποίας είχε όψη αποφασισμένη και άκαμπτη, σαν να επρόκειτο να πάει στη μάχη.

Ήρθαν να μου ανακοινώσουν το θάνατο του πατέρα μου; αναρωτήθηκε η Λιόλα. Νόμιζα ότι θα περίμεναν να πάω στο παλάτι, πρώτα…

Οι φρουροί έτειναν τα δόρατά τους προς τη νέα Βασίλισσα και τη συνοδεία της.

«Πριγκίπισσα Λιόλα,» δήλωσε ο αρχηγός, «συλλαμβάνεστε.»

Η Λιόλα δεν κατάλαβε αμέσως τι εννοούσε ο άντρας. «Πώς!» έκανε, ξαφνιασμένη.

«Συλλαμβάνεστε, καθώς και όλοι όσοι βρίσκονται μαζί σας.»

Οι φρουροί τούς περικύκλωσαν, έχοντας ασπίδες υψωμένες και δόρατα προτεταμένα.

Ο Ρόλμαρ πέρασε το χέρι του γύρω από τη μέση της Λιόλα, και την έσφιξε. Τα πράγματα έδειχναν άσχημα, και σκόπευε να επικαλεστεί την Τηλεμεταφορά, για να γλιτώσει τον εαυτό του και τη Βασίλισσα από εδώ, όπως είχε κάνει και στην πρώτη τους συνάντηση με τους πειρατές του Φανλαγκόθ.

«Ποιος το διέταξε τούτο;» απαίτησε η Λιόλα.

«Οι ευγενείς και ο στρατός έχουν εξεγερθεί, Αρχόντισσά μου,» εξήγησε ο αρχηγός της ένοπλης ομάδας. «Δεν αναγνωρίζουν τον Οίκο των Γάθνιν ως εξουσιαστή τους.»

«Ρόλμαρ, περίμενε!» ψιθύρισε ο Φανλαγκόθ.

Τι σχεδιάζεις τώρα, Ράζλερ; αναρωτήθηκε ο ακρίτης, χωρίς να επικαλεστεί ακόμα την Τηλεμεταφορά.

«Δεν το είχες προδεί αυτό;» σφύριξε στον μάντη.

Ο Φανλαγκόθ δεν του απάντησε· είχε το ένα του χέρι χωμένο μέσα στον σάκο με τα ουρανολίθινα κομμάτια, και τα φρύδια του ήταν σμιγμένα.

Ο Ρόλμαρ αισθάνθηκε άγχος, στη σκέψη τού τι μπορεί να έκανε ο μάγος.

«Γιατί;» έλεγε, εν τω μεταξύ, η Λιόλα στους φρουρούς. «Γιατί έχουν εξεγερθεί; Ποιος ο λόγος;» Αντιλαμβανόταν ότι ή ο Ρόλμαρ ή ο Φανλαγκόθ θα έκαναν κάτι, σύντομα, και ήθελε να τους εξαγοράσει χρόνο.

«Αρχόντισσά μου,» είπε ο αρχηγός της ένοπλης ομάδας, «δεν είμαι εγώ ο κατάλληλος για να–»

«Εσύ με συλλαμβάνεις, όμως!» τον διέκοψε η Λιόλα. «Απαιτώ να μάθω το λόγο για τον οποίο συλλαμβάνομαι!»

«Αν δεν έρθετε αμέσως μαζί μας, θα αναγκαστούμε να χρησιμοποιήσουμε βία,» δήλωσε ο πολεμιστής, στενεύοντας τα μάτια και τραβώντας ξίφος. Η όψη του έγινε ακόμα πιο αποφασισμένη και άκαμπτη. Εκτελούσε διαταγές με τις οποίες δε συμφωνούσε απόλυτα, ή δεν ήξερε αν θα έπρεπε να συμφωνήσει. Η Λιόλα είχε αντικρίσει παρόμοιες εκφράσεις και στα πρόσωπα άλλων υποτακτικών που δεν πίστευαν ότι ο ανώτερός τους έπραττε καλά, ή που είχαν αμφιβολίες για τη σύνεση των αποφάσεών του.

Αναπάντεχα, η νέα Βασίλισσα και ο Ρόλμαρ είδαν τους στρατιώτες που τους περικύκλωναν, καθώς επίσης και τους δικούς τους φρουρούς, να λιώνουν. Το ίδιο συνέβαινε και στα πλεούμενα που ήταν αραγμένα στις αποβάθρες· το ίδιο συνέβαινε και στο λιμάνι, και στη θάλασσα, και στον ουρανό. Ολάκερη η Κουαλανάρα έμοιαζε να λιώνει!

Και να γίνεται γαλαζόγκριζη φωτιά…

…η οποία τύλιξε το σύμπαν σε μια δίνη παραφροσύνης.

Η Λιόλα ούρλιαξε, άθελά της.

Ο Ρόλμαρ είδε το Κοσμικό Χρώμα να διαμορφώνεται ολόγυρά του, όπως όταν χρησιμοποιούσε την Τηλεμεταφορά· τώρα, όμως, ήταν πολύ, πολύ πιο έντονο. Το κοίταζε κι αυτό τού διαπερνούσε το μυαλό· του διαπερνούσε το είναι.

Φανλαγκόθ, τι έκανες; φώναξε, χωρίς να ξέρει αν ο καταραμένος Ράζλερ τον άκουγε.

*

Το χάος που είχε ξεκινήσει χτες το πρωί στη βασιλική αίθουσα δεν είχε ακόμα –μια ημέρα μετά– καταλαγιάσει. Ο Νόρβορ καθόταν στον Ουρανολίθινο Θρόνο και άκουγε τους ευγενείς του Βασιλείου του να διαφωνούν αναμεταξύ τους, σχετικά με το πώς όφειλαν να δράσουν, ενώ, συγχρόνως, ο ένας κατηγορούσε τον άλλο γιατί δεν είχαν κινηθεί εγκαίρως να συλλάβουν τον Έπαρχο Κάβμαρ, αφού, αναμφίβολα, εκείνος ευθυνόταν για την απρόσμενη επανάσταση των ευγενών και του στρατού.

Απρόσμενα, συνέβη κάτι που έκανε τον Πρίγκιπα να βλεφαρίσει, ξαφνιασμένος.

Μια μικροσκοπική, γαλαζόγκριζη φλόγα παρουσιάστηκε στο κέντρο της απέραντης αίθουσας: μια φλόγα που ελάχιστοι πλην του Αντιβασιλέα Νόρβορ πρόσεξαν. Στην αρχή, τουλάχιστον· γιατί, ύστερα, η φλόγα μεγάλωσε, με ταχύ ρυθμό, και όλοι την είδαν, κι απομακρύνθηκαν απ’αυτήν, φωνάζοντας.

Ο Νόρβορ ορθώθηκε. «Φρουροί! Περικυκλώστε τη φλόγα!» πρόσταξε. «Τώρα!» πρόσθεσε έντονα, όταν παρατήρησε φόβο και δισταγμό στις όψεις τους.

Εκείνοι άρχισαν να ζυγώνουν, επιφυλακτικά, με τις ασπίδες τους υψωμένες.

Η φλόγα είχε πλέον μεγαλώσει πάρα πολύ, και μέσα της μπορούσαν να διακριθούν τέσσερις ανθρώπινες μορφές. Οι φωνές στην αίθουσα είχαν πάψει, και πολλοί από τους ευγενείς είχαν τραβήξει τα όπλα τους, ή είχαν κρυφτεί πίσω από έπιπλα, ή είχαν απομακρυνθεί όσο το δυνατόν περισσότερο.

Η γαλαζόγκριζη φλόγα διαλύθηκε, αφήνοντας πίσω της τέσσερις ανθρώπους, οι δύο εκ των οποίων ήταν γνωστοί στους περισσότερους μέσα στο απέραντο δωμάτιο· ο τρίτος αποτελούσε μυστήριο για όλους, κουκουλωμένος με την κάπα του καθώς ήταν, και ο τέταρτος ήταν ένας άντρας με μακριά, ξανθά μαλλιά και γένια.

«Λιόλα! Ρόλμαρ!» αναφώνησε ο Νόρβορ, κατεβαίνοντας τα σκαλοπάτια του βάθρου και ζυγώνοντάς τους.

Η αδελφή του τον αγκάλιασε, φιλώντας το μάγουλό του.

Ο Άρχων-Φύλαξ Άραντιρ και ο γιος του, Άσιλθαρ, ξεχώρισαν ανάμεσα από τους υπόλοιπους ευγενείς και πλησίασαν κι αυτοί τους τέσσερις που είχαν εμφανιστεί μέσα από τη γαλαζόγκριζη φλόγα. Η Φερνάλβιν και ο Δάρβαν τούς ακολούθησαν.

«Ρόλμαρ,» είπε ο Άραντιρ, «τι συμβαίνει;»

«Πατέρα.» Ο Ρόλμαρ χαμογέλασε, αντικρίζοντάς τον. Δεν περίμενε ποτέ ότι κάποτε θα χαιρόταν τόσο που θα έβλεπε τον Άρχοντα-Φύλακα του Ράλτον. «Εδώ τι συμβαίνει; Ήρθαμε και επιχείρησαν να μας συλλάβουν. Λένε πως έχει γίνει εξέγερση…»

«Ναι,» είπε ο Νόρβορ. «Ένα μεγάλο μέρος των ευγενών και του στρατού έχουν ξεσηκωθεί κατά του Οίκου των Γάθνιν–»

«Δεν έχουν ‘ξεσηκωθεί’, αν μου επιτρέπετε, Υψηλότατε,» τον διέκοψε η Αρχόντισσα Πανθία της Ρίλβορ. «Αυτό το κάθαρμα, ο Έπαρχος Κάβμαρ, τους έχει ξεσηκώσει.»

«Και τι λένε;» ρώτησε η Λιόλα. «Ποιος ο λόγος της επανάστασής τους; Και πότε ξεκίνησε αυτό;»

«Χτες το πρωί,» απάντησε η μητέρα της, η Βασίλισσα Ακάρθα.

«Ποια η αιτιολογία της επανάστασής τους;» επανέλαβε η Λιόλα.

«Η αποστολή του στρατού στο Ένρεβηλ–» απάντησε ο Νόρβορ.

«Εγώ το έλεγα του αδελφού μου ότι αυτή δεν ήταν καλή κίνηση,» πετάχτηκε ο Πρίγκιπας Ζάρναβ. «Ορίστε τι δικαιώματα δίνει!»

«–Η μάχη με τον Μόρντεναρ στην Έριγκ,» συνέχισε ο Νόρβορ.

«Η Λιόλα δεν ξέρει, παιδί μου,» του είπε η Ακάρθα, αγγίζοντας τον ώμο του.

«Ξέρω, μητέρα,» αποκρίθηκε η νέα Βασίλισσα. Και πρόσθεσε, πιο σιγανά: «Ο πατέρας είναι νεκρός.»

Η Ακάρθα ένευσε, με σμιγμένα χείλη. «Ποιος σ’το είπε;»

Η Λιόλα κοίταξε, άθελά της, τον κουκουλοφόρο Φανλαγκόθ. Μ’όλη αυτή την αναταραχή γύρω της –οι πάντες έμοιαζαν να μιλάνε συγχρόνως–, είχε παρασυρθεί και δεν είχε ελέγξει την αντίδρασή της.

«Ποιος είναι αυτός;» ρώτησε η Φερνάλβιν, προσπαθώντας να κοιτάξει το πρόσωπο του Ράζλερ.

«Πρέπει να μιλήσουμε ιδιαιτέρως,» είπε η Λιόλα στον αδελφό της και στη μητέρα της. «Εμείς που ήμασταν εδώ μετά το πρώτο συμβάν με τον Ουρανολίθινο Θρόνο. Καταλαβαίνετε τι εννοώ;»

Ο Νόρβορ ένευσε. «Όπως επιθυμείς, Λιόλα.»

«Θα με συναντήσετε στα διαμερίσματά μου,» είπε η νέα Βασίλισσα. Και πιο δυνατά, προς όλους: «Κάντε μου χώρο να περάσω, παρακαλώ.»

Οι ευγενείς παραμέρισαν, διαμορφώνοντας ένα μονοπάτι για τη Λιόλα, η οποία το ακολούθησε, συνοδευόμενη από τον Ρόλμαρ, τον Φανλαγκόθ, και τον Σέρκιλ.

*

Ο Φανλαγκόθ κάθισε κοντά στο αναμμένο τζάκι. «Αυτό ήταν κοπιαστικό,» είπε, «και σπάταλο.» Ο Σέρκιλ πήρε θέση σε ένα σκαμνί πλάι στον αφέντη του.

«Σε τι πράγμα αναφέρεσαι;» ρώτησε ο Ρόλμαρ, που έκανε βόλτες μέσα στο καθιστικό των διαμερισμάτων της Λιόλα.

«Στη χρήση του ουρανόλιθου, για να μας μεταφέρω στο παλάτι, φυσικά. Κατανάλωσα ένα ολόκληρο κομμάτι γι’αυτό το λόγο· και τ’αποθέματά μας δεν είναι ατελείωτα.»

«Γιατί το έκανες, τότε;» αντιγύρισε απότομα ο Ρόλμαρ. Τι ήθελε τώρα να πει ο Ράζλερ; Ότι τους είχε κάνει χάρη; Οι φρουροί δε θα συλλάμβαναν μόνο εμένα και τη Λιόλα, αλλά κι εκείνον!

«Διότι δεν υπήρχε άλλη επιλογή,» είπε ο Φανλαγκόθ, και τοποθέτησε το Μάτι του Κυκλώνα στα γόνατά του.

Προσπαθείς να με τρομάξεις, Ράζλερ; Τα μάτια του Ρόλμαρ στένεψαν.

«Μήπως σας βρίσκετε ένα ποτήρι κρασί;» ρώτησε ο Φανλαγκόθ, σα να ήθελε ν’αλλάξει θέμα, για ν’αποφύγει μια σύγκρουση με τον Ρόλμαρ.

Η Λιόλα, που είχε καθίσει σε μια πολυθρόνα, σηκώθηκε και πήγε στην κάβα.

Αυτό δεν είναι ταιριαστό, σκέφτηκε ο Ρόλμαρ. Η Βασίλισσα του Νόρβηλ δεν μπορεί σηκώνεται για να κεράσει αυτόν τον μάντη, όσο ισχυρός κι αν είναι.

Η Λιόλα, όμως, δε φαινόταν να νοιάζεται για τις τυπικότητες. Γέμισε τέσσερα ποτήρια κρασί και έδωσε το πρώτο στον Φανλαγκόθ, το δεύτερο στον Σέρκιλ, και το τρίτο στον Ρόλμαρ. Το τέταρτο το κράτησε για τον εαυτό της, και κάθισε στην πολυθρόνα όπου καθόταν και πριν, σταυρώνοντας τα πόδια στο γόνατο και πίνοντας μια γουλιά από το ποτό.

Η εξώπορτα χτύπησε, και ο Ρόλμαρ πήγε ν’ανοίξει.

Ήταν ο Νόρβορ και η Ακάρθα.

«Είμαστε οι πρώτοι;» ρώτησε εκείνη.

«Ναι, μητέρα,» αποκρίθηκε η Λιόλα. «Καθίστε.»

Ο Νόρβορ και η Ακάρθα πήραν θέση στον καναπέ.

«Ποιοι είναι οι κύριοι, λοιπόν;» ρώτησε ο Πρίγκιπας, κοιτάζοντας τον Φανλαγκόθ –ο οποίος φορούσε ακόμα την κουκούλα του και δεν έδειχνε το πρόσωπό του– και τον Σέρκιλ.

«Με γνωρίζεις, Πρίγκιπα Νόρβορ,» είπε εκείνος, πίνοντας μια γουλιά από το κρασί του. «Με γνωρίζεις αρκετά καλά. Έχουμε μιλήσει… από μακριά.»

Ο Νόρβορ κατάλαβε, και τα μάτια του γούρλωσαν. «Φανλαγκόθ…!»

Ο Ράζλερ έβγαλε την κουκούλα του. «Σε χαιρετώ, Πρίγκιπα Νόρβορ. Βασίλισσα Ακάρθα.»

«Γιατί βρίσκεσαι εδώ;» έκανε εκείνη, κατάχλομη, σαν κάποιο φάντασμα να είχε παρουσιαστεί εμπρός της, ή ο Βάνραλ ο ίδιος.

«Ήρθα να σας βοηθήσω, όσο μπορώ,» αποκρίθηκε ήρεμα ο Φανλαγκόθ. «Αλλά ας περιμένουμε και τους υπόλοιπους, τι λέτε;» Σήκωσε πάλι την κουκούλα του, κρύβοντας το πρόσωπό του στη σκιά της.

Ο Νόρβορ και η Ακάρθα είχαν μείνει άφωνοι.

Η πόρτα χτύπησε, και ο Ρόλμαρ την άνοιξε, για ν’αντικρίσει τον πατέρα του.

«Μπορώ να περάσω;» ρώτησε ο Άρχων-Φύλαξ Άραντιρ.

«Ασφαλώς, Άρχοντά μου,» είπε η Λιόλα, πίσω από τον Ρόλμαρ, και εκείνος παραμέρισε, για να μπει ο πατέρας του στο δωμάτιο.

Ο Άραντιρ έκλινε το κεφάλι προς το μέρος της Ακάρθα και του Νόρβορ, και κάθισε σε μια καρέκλα, αντίκρυ τους. Τον Φανλαγκόθ τον κοίταξε με περιέργεια, μα δεν είπε τίποτα. Τον Σέρκιλ τον αγνόησε, σαν ο πειρατής να ήταν αόρατος πλάι στον κουκουλοφόρο αφέντη του.

«Έχουμε πολλά να συζητήσουμε,» διαβεβαίωσε η Λιόλα τον Άρχοντα-Φύλακα του Ράλτον, «αλλά θα περιμένουμε πρώτα, ώστε να είμαστε όλοι συγκεντρωμένοι.»

«Δεν υπάρχει βιασύνη από τη δική μου μεριά, Μεγαλειοτάτη,» απάντησε ο Άραντιρ.

Σε λίγο, η πόρτα χτύπησε ξανά, αλλά, ετούτη τη φορά, όταν ο Ρόλμαρ άνοιξε, δεν περίμενε ότι θα έβλεπε αυτό που είδε μπροστά του: έναν δράκαρχο, ντυμένο με την επίσημή του ενδυμασία, φορώντας κουκούλα, και έχοντας ένα αργυρό στέμμα στο κεφάλι, λαξευμένο με μορφές δράκων και διαθέτοντας ένα εντυπωσιακό ρουμπίνι.

«Χαίρετε. Είμαι ο Κέλσοναρ, ο νέος Αρχιδράκαρχος, ύστερα από το θάνατο του Θέλβορ, και ο νέος Δρακοβασιληάς του Πύργου των Δράκων.»

Ο Ρόλμαρ παραμέρισε από το κατώφλι, και η Λιόλα ρώτησε: «Πέθανε ο Αρχιδράκαρχος Θέλβορ; Πότε;»

«Όταν δεχτήκαμε την επίθεση των Λεπιδοφόρων Γεράκων,» απάντησε ο Κέλσοναρ. «Θυσιάστηκε, προκειμένου να κρατήσει την οικογένειά σας ασφαλή, Βασίλισσα Λιόλα. Μπορούμε να περάσουμε;»

«Να περάσετε

«Εγώ και οι δρακαδελφοί μου.»

«Γνωρίζετε την κατάσταση;»

«Ναι, Λιόλα,» είπε ο Νόρβορ· «τα ξέρουν όλα.»

Η Βασίλισσα ένευσε. «Πολύ καλά, τότε· περάστε.»

Ο Κέλσοναρ μπήκε, ακολουθούμενος από τους υπόλοιπους δράκαρχους και τους δράκους τους: τον ασημάδευτο Νίσαρελ και τον Κρ’άασκ, τον μονόχειρα Πάρνορ και τον Σρ’έεεν, την κατά το ήμισυ προσωπιδοφόρο Φερλιάλα και τη Σί’ερν, και τον εξολοκλήρου μασκοφορεμένο Χάφναρ και τη Σρ’άερ.

Το καθιστικό της Λιόλα είχε αρχίσει να γίνεται στενόχωρο, με δώδεκα ανθρώπους και πέντε δράκους, στο σύνολο. Ο Ρόλμαρ άνοιξε ένα παράθυρο.

Ο Κέλσοναρ θρονιάστηκε σε μια πολυθρόνα σταυρώνοντας τα χέρια του στο στέρνο. Ο Σ’άαρν κουλουριάστηκε γύρω από τα μποτοφορεμένα του πόδια. Οι υπόλοιποι δράκαρχοι δεν κάθισαν· στάθηκαν πίσω και γύρω από τον Αρχιδράκαρχο με το αργυρό στέμμα, ο οποίος τώρα φάνταζε πραγματικός Δρακοβασιληάς, με τους αυλικούς του από κοντά.

«Για ποιο θέμα θα συζητήσουμε, Βασίλισσα Λιόλα;» ρώτησε.

«Δεν έχουν έρθει ακόμα όλοι οι προσκεκλημένοι μου,» αποκρίθηκε εκείνη.

Η πόρτα χτύπησε, διακόπτοντας τη. Ο Ρόλμαρ άνοιξε, επιτρέποντας στην Έπαρχο-Κεντροφύλακα Φερνάλβιν και τον σύζυγό της, Πρίγκιπα Ζάρναβ, να περάσουν.

Δεκατέσσερις άνθρωποι τώρα μέσα στο καθιστικό, και πέντε δράκοι. Η Φερνάλβιν και ο Ζάρναβ κάθισαν σε δύο καρέκλες, όχι πολύ μακριά από τον Φανλαγκόθ και τον Σέρκιλ.

Ίσα-ίσα θα χωρέσουμε, σκέφτηκε ο Ρόλμαρ, στεκόμενος δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο και πίνοντας μια γουλιά απ’το κρασί του.

Η Λιόλα δεν απασχολείτο μ’αυτό. Ήξερε ότι το καθιστικό της θα πλημμύριζε από τον κόσμο, μ’ετούτη τη συγκέντρωση, όμως δεν ήθελε και να την κάνει στην Αίθουσα του Ουρανολίθινου Θρόνου· εδώ ήταν πιο… ιδιαίτερα.

Θα μείνουν και δύο καρέκλες άδειες, παρατήρησε. Οι υπηρέτες είχαν φέρει παραπάνω από αρκετές, πριν από λίγο.

Η πόρτα χτύπησε για τελευταία φορά. Ο Ρόλμαρ άνοιξε, και άφησε τη Μιάνη και τη Νιρκένα να μπουν, πιασμένες αγκαζέ. Η μάνα στηριζόταν στην κόρη· δεν έμοιαζε καλά…

Σα να μη βλέπει, σκέφτηκε ο Ρόλμαρ.

Σα να ζαλίζεται, συλλογίστηκε η Λιόλα.

Ο Νόρβορ τούς είδε που κοίταζαν με περιέργεια τη θεία του, αλλά δεν είπε τίποτα ακόμα. Θα μάθουν, σύντομα… Έκανε μόνο χώρο στον καναπέ, ώστε να καθίσουν η Μιάνη και η Νιρκένα. Έτσι, τώρα η μητέρα του βρισκόταν στ’αριστερά του, στη μία άκρη του καναπέ· η ξαδέλφη του στα δεξιά του, στη μέση, μαζί με εκείνον· και η θεία του δεξιά της κόρης της, στην άλλη άκρη του καναπέ. Ταιριαστό, το έβρισκε τούτο ο Νόρβορ. Η μητέρα και η θεία Νιρκένα πάντοτε βρίσκονταν στις… αντικρινές άκριες του καναπέ. Ήταν δύο τελείως διαφορετικές γυναίκες.

«Πώς είναι;» ψιθύρισε ο Νόρβορ στη Μιάνη. Δε χρειαζόταν να πει σε ποια αναφερόταν· κι οι δυο τους ήξεραν ότι μιλούσε για τη Νιρκένα.

«Τα ίδια,» του αποκρίθηκε η ξαδέλφη του, εξίσου ψιθυριστά.

«Λοιπόν!» είπε ο Κέλσοναρ, σαν να ήταν ο ρυθμιστής ετούτης της συζήτησης. «Είμαστε έτοιμοι να ξεκινήσουμε;»

Ο Ζάρναβ τον κοίταξε συνοφρυωμένος. Δεν του άρεσε το ύφος του δράκαρχου που, πρόσφατα, είχε αυτοαποκαλεστεί «Δρακοβασιληάς». Τι ρόλο ακριβώς νομίζει ότι παίζει εδώ, στο παλάτι;

«Ναι,» απάντησε η Λιόλα στον Κέλσοναρ, παραξενεμένη κι εκείνη από τη συμπεριφορά του, «μπορούμε ν’αρχίσουμε.» Και σκέφτηκε: Τα πράγματα φαίνεται πως έχουν αλλάξει πολύ, από τότε που έφυγε. Δραματικά πολύ, θα τολμούσα να πω… «Και θα ήθελα, πρώτα, να μου εξηγήσετε τι έχει συμβεί στο Νόρβηλ. Φοβάμαι πως έχω μπερδευτεί εντελώς.»

Ο Νόρβορ ξεκίνησε να της διηγείται τα γεγονότα από την ημέρα που ο στρατός του Βασιληά Άργκελ κατευθύνθηκε προς την Έριγκ και μετά. Εξιστόρησε την προέλαση των βασιλικών μαχητών μέχρι την κεντρική πόλη του Νόρβηλ, μην παραλείποντας ν’αναφέρει το περιστατικό με την Ιέρεια Ετρέσσα του Άνκαραζ και την προειδοποίηση του Φανλαγκόθ (εδώ, άθελά του, κοίταξε τον κουκουλοφόρο άντρα δίπλα στο τζάκι, ο οποίος παρέμεινε σιωπηλός), και καταλήγοντας στη σύντομη πολιορκία και την τελική μάχη με τους πολεμιστές του Μόρντεναρ, οι οποίοι είχαν ήδη αποδυναμωθεί εξαιρετικά από τις δολοφονίες του Νεκρομέμνονος ανάμεσα στους διοικητές τους. Τελευταίο απ’όλα διηγήθηκε τον θάνατο του Βασιληά Άργκελ: και η φωνή του έσπασε, καθώς μιλούσε γι’αυτόν. Η Μιάνη τού έφερε ένα ποτήρι κρασί, κι εκείνος ήπιε.

Ο Νόρβορ συνέχισε την εξιστόρησή του, λέγοντας τι είχε διαδραματιστεί στο Παλάτι των Δεκαεννέα Πύργων, με την επίθεση των Λεπιδοφόρων Γεράκων, το «θάνατο» της Πριγκίπισσας Νιρκένα, την προδοσία του Έπαρχου Κάβμαρ, και την απαγωγή του Άνγκεδβαρ και της Ηλφίρα.

«Και χτες το πρωί,» είπε ο Νόρβορ, πίνοντας την τελευταία γουλιά απ’το κρασί του, «πληροφορηθήκαμε ότι το μεγαλύτερο μέρος των ευγενών της πρωτεύουσας, καθώς και του στρατού, έχει εξεγερθεί εναντίον μας. Δεν μπορούμε να βγούμε από το παλάτι, ούτε κανένας επιτρέπεται να εισέλθει εδώ, εκτός αν οι εξεγερθέντες τού το επιτρέψουν.»

«Ποιος ηγείται της εξέγερσης;» ρώτησε η Λιόλα.

«Υπάρχει καμια αμφιβολία;» είπε η Φερνάλβιν.

«Εννοώ ποιος δηλώνει πρωτεργάτης της;»

«Κανείς,» εξήγησε ο Νόρβορ. «Χτες, ένας άντρας ήρθε στο παλάτι και μας είπε ποιοι ευγενείς και ποιοι στρατιωτικοί διοικητές έχουν εξεγερθεί, αποφασίζοντας ότι ο Οίκος των Γάθνιν δεν είναι ικανός πλέον να διοικεί το Νόρβηλ. Κανένας από αυτούς, όμως, δεν δηλώνει πρωτεργάτης, αρχηγός, ή κάτι παρόμοιο…» Έβγαλε ένα τυλιγμένο κομμάτι χαρτί μέσα από την τουνίκα του, και το ξετύλιξε· ήταν αρκετά μακρύ. «Εδώ έχουν βάλει τις υπογραφές τους και τις σφραγίδες τους, κατ’αλφαβητική σειρά οικογενειακού ονόματος. Κι από πάνω λένε πως ‘εξεγειρόμεθα κατά του Οίκου των Γάθνιν λόγω της αποστολής στρατευμάτων εις τον παράνομον Τύραννον του Ένρεβηλ· λόγω των συγκρούσεων και των διαπληκτισμών εντός του Βασιλείου, εις τους οποίους η ηγεσία του Οίκου των Γάθνιν έχει οδηγήσει (ήτοι, το κίνημα του Άρχοντος Μόρντεναρ και η πολιορκία της Έριγκ)· λόγω της απομακρύνσεως της εύνοιας του Βάνραλ εκ του προαναφερθέντος Οίκου, ευκόλως αποδείξιμο εκ της συρρικνώσεως του Ουρανολίθινου Θρόνου–’ Κι εδώ πρέπει να σε πληροφορήσω, Λιόλα, ότι ορισμένοι από τους εξεγερθέντες είναι ιερείς του Βάνραλ. ‘–και λόγω της σκοπίμως επικρατούσης ανομίας εν τη Δυτική Περιφερεία της Νουάλβορ.’ Αυτά.» Ο Νόρβορ σηκώθηκε από τη θέση του και πλησίασε το τραπέζι στο κέντρο του καθιστικού, για ν’αφήσει το χαρτί εκεί. «Μπορείς να το κοιτάξεις και μόνη σου.»

«Όλα τούτα πρέπει να είχαν σχεδιαστεί κάτω από τη μύτη μας,» είπε ο Ζάρναβ. «Δεν μπορεί να έγιναν δια νυκτός. Χρειάζεται αρκετός κόπος, χρόνος, και χρήμα, ώστε να έρθει κανείς σε συνεννόηση μ’όλους τους ευγενείς και τους στρατιωτικούς που αναφέρονται σ’αυτό το έγγραφο.»

«Και ποιος ξέρει πόσοι δεν αναφέρονται εκεί μέσα,» τόνισε η Νιρκένα, που, παρά τον πόνο στο κεφάλι της, είχε καταφέρει να παρακολουθήσει τα τελευταία λόγια του Ζάρναβ.

«Θα πρέπει να βρούμε μια λύση στο πρόβλημα,» είπε η Λιόλα, «και, μάλιστα, γρήγορα. Όμως, πρώτα, θα σας διηγηθώ τι συνέβη στη Λιάμνερ-Κρωθ, καθώς και στο ταξίδι της επιστροφής μας.» Και ξεκίνησε, αναφέροντας με ελάχιστες λεπτομέρειες την πορεία τους στους βάλτους Βενέβριαμ και το κλείσιμο της επικίνδυνης θύρας που είχε ανοίξει εκεί ο Νουτκάλι. Έπειτα, εξιστόρησε την επίθεση των Λεπιδοφόρων Γεράκων στη Χρυσαλλίδα και στον Ταχύπλου, ο οποίος καταστράφηκε σ’εκείνη τη ναυμαχία. Συνέχισε με την εξαφάνιση της Ρικνάβαθ και την ακόλουθη εξαφάνιση του Βάνμιρ και του Μάηραν, που έφυγαν από το καράβι για να βρουν την Καρμώζ. Μετά, διηγήθηκε πώς εκείνη κι ο Ρόλμαρ έφτασαν, τελικά, στο ενδόβουνο φρούριο του Φανλαγκόθ, και ολοκλήρωσε με τα πρόσφατα γεγονότα: την ηλιακή εξαφάνιση και την επιστροφή στο Παλάτι των Δεκαεννέα Πύργων.

Προς το τέλος της αφήγησης της Λιόλα, ο Φανλαγκόθ έβγαλε την κουκούλα του, και όλοι μέσα στο καθιστικό κοίταζαν εκείνον, αντί για τη νέα Βασίλισσα που μιλούσε. Ο Ράζλερ, ωστόσο, παρέμενε σιωπηλός.

«Έχω κάποιες ερωτήσεις για σένα,» είπε ο Ζάρναβ στον μάγο, όταν η Λιόλα τελείωσε.

Ο Φανλαγκόθ μειδίασε στραβά. «Ναι, Πρίγκιπα Ζάρναβ, είμαι βέβαιος πως έχεις, όπως και όλοι σας· όμως τώρα δεν είναι η στιγμή ν’απαντώ σε ερωτήσεις. Βρισκόμαστε στο ίδιο καράβι μες στη μέση μιας άγριας θαλασσοταραχής.»

«Και πώς προτείνεις να ενεργήσουμε;» ρώτησε ο Ρόλμαρ, ο οποίος στεκόταν πίσω από την πολυθρόνα της Λιόλα. «Τι βλέπεις, Φανλαγκόθ;»

«Βλέπω πως η κατάσταση είναι δύσκολη–»

«Αυτό το βλέπω κι εγώ!» κάγχασε ο Ζάρναβ.

«Πού είναι ο γιος μου;» ρώτησε η Φερνάλβιν. «Πού είναι ο Άνγκεδβαρ;»

«Είναι αιχμάλωτός τους, Έπαρχε,» απάντησε ο Φανλαγκόθ. «Αιχμάλωτος του Κάβμαρ και των συμμάχων του.»

«Πού, όμως;» απαίτησε η Φερνάλβιν.

«Σ’ένα χτίριο, στη Δυτική Περιφέρεια. Ο Έπαρχος της Νέλβορ έχει φίλους εκεί. Έχει έναν άνθρωπο που ονομάζεται ‘το Χέρι του Επάρχου’, και που φέρει κι άλλα ονόματα, όπως ‘ο Απέθαντος’. Επίσης, είναι Αρχιερέας του Σάλ’γκρεμ’ρωθ, και, φυσικά, υπηρετεί τον αδελφό μου, Νουτκάλι. Όλοι οι εχθροί σας αυτόν υπηρετούν, δίχως να γνωρίζουν ότι είναι υπηρέτες του.»

«Γιατί δε μας είχες προειδοποιήσει για ετούτη την κατάσταση;» είπε ο Ζάρναβ. «Θα μπορούσαμε να την είχαμε αποφύγει!»

«Δεν έχω μόνο εσάς στο νου μου, αγαπητέ Πρίγκιπα,» απάντησε ο Φανλαγκόθ. «Ωστόσο, βρίσκεστε σε ένα σημείο που, θέλοντας και μη, σας εκτιμώ ιδιαιτέρως. Και, παρεμπιπτόντως, είχα προειδοποιήσει την Πριγκίπισσα Νιρκένα.»

Ο Ζάρναβ κοίταξε ερωτηματικά την αδελφή του. Τι είναι πάλι τούτο; σκέφτηκε. Γιατί δε μας είχες πει τίποτα, Νιρκένα; Δεν της μίλησε, όμως, γιατί ήξερε πως, επί του παρόντος, ήταν άρρωστη από το δηλητήριο.

«Δε βγάζουμε άκρη έτσι,» είπε η Λιόλα. «Πρέπει να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε τώρα. Τι προτείνετε, λοιπόν; Πώς οφείλει να αντιμετωπιστεί η κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε;»

«Εγώ περιμένω να δω τι έχει να μας προτείνει ο Φανλαγκόθ,» είπε ο Ζάρναβ, στρέφοντας το βλέμμα του στον Ράζλερ.

«Δεν μπορεί ο ουρανόλιθος να χρησιμοποιηθεί ως όπλο κατά των εχθρών μας;» ρώτησε η Φερνάλβιν.

«Φυσικά και μπορεί, Έπαρχε,» αποκρίθηκε ο Φανλαγκόθ. «Ωστόσο, έχετε υπόψη σας πως τα αποθέματά μας είναι περιορισμένα. Διαθέτουμε μονάχα ετούτα τα λιγοστά κομμάτια που μας απέμειναν ύστερα από τη ναυμαχία,» ανασήκωσε τον σάκο του, «καθώς και τον θρόνο στη βασιλική αίθουσα του παλατιού.»

«Και τι προτείνεις να κάνουμε;» επέμεινε ο Ζάρναβ. «Τι βλέπεις στο μέλλον;»

«Δε βλέπω το μέλλον, Πρίγκιπα Ζάρναβ.» Ο Φανλαγκόθ ακουγόταν ενοχλημένος. «Βλέπω διάφορα μέλλοντα· και, όταν η κατάσταση είναι τόσο μπλεγμένη όσο ετούτη, όταν κανείς βρίσκεται σε σταυροδρόμι, τότε οι δρόμοι δεκαπλασιάζονται. Σας βλέπω να νικάτε με είκοσι διαφορετικούς τρόπους τον Έπαρχο Κάβμαρ, αλλά σας βλέπω και να νικιέστε απ’αυτόν, με είκοσι διαφορετικούς τρόπους, επίσης. Πείτε μου πώς σκέφτεστε να κινηθείτε και θα σας βοηθήσω όσο μπορώ.»

Εσύ, πάντως, Φανλαγκόθ, σίγουρα γνωρίζεις είκοσι και άνω τρόπους πώς ν’αποφεύγεις ν’απαντάς σε μια ερώτηση, παρατήρησε ο Ζάρναβ. Ιδανικό χάρισμα για έναν μάντη…

«Δε νομίζω ότι υπάρχει εύκολη λύση στην κατάστασή μας,» είπε η Φερνάλβιν. «Οι μαχητές μας δεν επαρκούν, για να βγούμε από το παλάτι και να υποτάξουμε τους εξεγερθέντες.»

«Δεν έχουν επαναστατήσει, όμως, όλοι οι ευγενείς και οι στρατιωτικοί,» τόνισε ο Νόρβορ. «Πολλοί απ’αυτούς παραμένουν πιστοί σε μας. Επομένως, αν μπορούσαμε κάπως να τους οργανώσουμε και να χτυπήσουμε τους προδότες….»

«Οι προδότες θα τους έχουν αφοπλίσει ή αιχμαλωτίσει,» υπέθεσε ο Ρόλμαρ.

«Αλλά, ακόμα και να μην έχει συμβεί αυτό,» είπε η Δράκαρχος Φερλιάλα, «υπάρχει πρόβλημα ως προς το πώς θα έρθουμε σε επικοινωνία μαζί τους.»

«Ναι,» συμφώνησε η Νιρκένα. «Το κατασκοπευτικό μας δίχτυο έχει διαλυθεί. Δε νομίζω…» Η όψη της συσπάστηκε, καθώς ένας πόνος τη λόγχισε από το δεξί αφτί ως το σαγόνι. «Δε νομίζω ότι μπορούμε να επιτεθούμε από εδώ. Υπάρχει, όμως, ένας τρόπος να…» Έγλειψε τα χείλη. «…να τους χτυπήσουμε. Ο στρατός του Άσθαν που πήγε στο Ένρεβηλ… δεν ξέρετε γιατί πήγε εκεί…»

Μα, τι λέει; σκέφτηκε η Λιόλα. Δεν είναι καθόλου καλά…

«Ξέρω, Πριγκίπισσα Νιρκένα,» δήλωσε ο Φανλαγκόθ. «Θα ήθελες να το πω εγώ;»

Εκείνη ένευσε. «Ναι.»

«Ο στρατός που στάλθηκε στο Ένρεβηλ,» εξήγησε ο Ράζλερ, «δεν πήγε εκεί προκειμένου να ενισχύσει τον Βασιληά Σάρναλ, αλλά προκειμένου να τον χτυπήσει εκ των έσω.»

«Τι;» έκανε ο Ζάρναβ, έκπληκτος.

«Ο αδελφός σου, Πρίγκιπα Ζάρναβ, ο Πρίγκιπας Ήλμον, είναι με την Επανάσταση. Για την ακρίβεια, αυτός την υποβοήθησε να αναπτυχθεί, και υποσχέθηκε αρωγή από το Νόρβηλ.»

Ο Ζάρναβ κοίταξε τη Νιρκένα. Γιατί μου το είχατε κρύψει αυτό;… Πάντα τα ίδια! Ούτε εσύ, ούτε ο Άργκελ, ούτε ο Ήλμον μού λέγατε ποτέ τίποτα!…

«Φανλαγκόθ,» είπε η Νιρκένα, μην παρατηρώντας ότι ο αδελφός της την ατένιζε έντονα, «τα έχουν καταφέρει; Έγινε η επίθεση; Έπεσε ο Σάρναλ;»

Ο Ράζλερ φάνηκε να διστάζει ν’απαντήσει. «Δεν είμαι βέβαιος· ο Νουτκάλι μού το κρύβει αυτό, όπως μου έκρυβε και τον τρόπο με τον οποίο δημιούργησε το άνοιγμα στους βάλτους Βενέβριαμ. Ωστόσο, υποπτεύομαι –από όσα μπορώ να δω– ότι η επίθεση του Πρίγκιπα Ήλμον έχει πάει αρκετά καλά…»

«Ο Σάρναλ είναι με τον Νουτκάλι;» ρώτησε η Λιόλα.

«Όχι ακριβώς.»

«Δηλαδή;» ρώτησε ο Ζάρναβ.

«Δεν έχουν κάποια συμφωνία, οι δυο τους,» εξήγησε ο Φανλαγκόθ. «Ωστόσο, ο Τύραννος έχει για προσωπικούς του φρουρούς τους Λεπιδοφόρους Γέρακες. Άρα, όπως θα αντιλαμβάνεστε, έχει μια κάποια… έμμεση σχέση με τον αδελφό μου.»

«Ο Νουτκάλι, λοιπόν, είναι με το μέρος του Σάρναλ,» είπε η Ακάρθα, η οποία ήταν μπερδεμένη από όλα τούτα.

«Κατά κάποιο τρόπο, ναι. Αλλά ο αδελφός μου –όπως κι εγώ– παίζει πολλά παιχνίδια, και το Ένρεβηλ δεν τον απασχολεί τόσο όσο άλλες χώρες της Κουαλανάρα.»

«Δε μου λες, Φανλαγκόθ, μέχρι πού έχετε απλωθεί;» ρώτησε ο Ρόλμαρ. «Έχετε στήσει καταστάσεις και στη Ναζ Λορ; Και στη Μιρλίμη;»

Ο Ράζλερ ανασήκωσε τους ώμους. «Φυσικά.»

«Στη Φράλ’μπρίν’χ;»

«Εκεί, τα πράγματα είναι δυσκολότερα. Οι Νάθλιγκερ δεν είναι όπως οι άλλες φυλές.»

«Στη Βόρεια Βάλγκριθμωρ;»

«Οι Καρμώζ δεν είναι από τις πρώτες μας προτεραιότητες. Πολύ απομονωμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο… Θα προτιμούσα, όμως, να μείνουμε στο θέμα μας.»

«Το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε,» είπε η Νιρκένα, «είναι να ειδοποιήσουμε το στρατό μας στο Ένρεβηλ. Θα έρθει να μας βοηθήσει.»

«Φανλαγκόθ, μπορείς να επικοινωνήσεις μαζί τους;» ρώτησε η Λιόλα.

Ο Ράζλερ κούνησε το κεφάλι. «Φοβάμαι πως όχι. Δεν ξέρω γιατί, αλλά ο Νουτκάλι δείχνει, αυτή τη στιγμή, ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο Ένρεβηλ.»

«Δεν μπορείς να υπερισχύσεις εναντίον του;» απόρησε ο Ρόλμαρ· και σκέφτηκε: Παράξενα μάς τα λες, τελευταία…

«Όχι. Τώρα, όχι.»

«Γιατί;» απαίτησε ο Ζάρναβ.

«Έχω τους λόγους μου.»

«Ούτε με τον ουρανόλιθο δεν μπορείς να κάνεις κάτι;» ρώτησε η Λιόλα.

«Μια τέτοια ενέργεια θα εξαντλούσε όλα μας τα αποθέματα,» αποκρίθηκε ο Φανλαγκόθ. «Η απόσταση είναι πολύ μεγάλη.»

«Μα, αν δε γίνει αυτό,» είπε ο Ζάρναβ, «τότε, είμαστε σίγουρα καταδικασμένοι. Πώς θα ειδοποιήσουμε το στρατό στο Ένρεβηλ, όταν δεν έχουμε τη δυνατότητα να βγούμε καν απ’το παλάτι μας;»

«Δε θα μπορούσες να μεταφέρεις έναν ταχυπομπό έξω απ’τα τείχη;» ρώτησε η Λιόλα τον Φανλαγκόθ. «Αυτό, αναμφίβολα, δεν είναι δύσκολο.»

Ο Ράζλερ ένευσε. «Έχεις δίκιο. Ωστόσο, για να το καταφέρω, θα χρειαστεί να καταναλώσω ένα ολόκληρο κομμάτι ουρανόλιθου. Έχω μια καλύτερη ιδέα, λοιπόν: Ο Ρόλμαρ κατέχει το Χάρισμα της Τηλεμεταφοράς, επομένως μπορεί εκείνος να μεταφερθεί έξω από τα τείχη, με κόστος μηδέν για τα αποθέματά μας.»

Ο Ρόλμαρ ένευσε. «Ήθελα κι εγώ να το προτείνω, Φανλαγκόθ, αλλά με πρόλαβες.»

«Μα, δεν είσαι ταχυπομπός,» του τόνισε η Λιόλα, που δεν της άρεσε και τόσο ετούτη η ιδέα· δεν ήθελε να στείλει τον Ρόλμαρ σ’ένα βασίλειο όπου τώρα, κατά πάσα πιθανότητα, γινόταν χαλασμός με την Επανάσταση. «Δεν έχεις συνηθίσει να παίρνεις σπόρους χίλντρου. Θα καταρρεύσεις στη μέση μιας τέτοιας ταχυπορίας.»

«Δε γίνεται αλλιώς, Λιόλα…»

«Γίνεται. Μπορείς να τηλεμεταφέρεις μαζί σου έναν ταχυπομπό του παλατιού, και να πάει εκείνος στο Ένρεβηλ, ενώ εσύ θα επιστρέψεις με τον ίδιο τρόπο που βγήκες.»

«Δεν υπολογίζεις δύο πράγματα,» της είπε ο Ρόλμαρ. «Κατ’αρχήν, η απόσταση από ένα μπαλκόνι ή παράθυρο του παλατιού ως τα λιβάδια έξω από τα τείχη είναι αρκετά μεγάλη για μένα, και καθοδική. Δε νομίζω ότι μπορώ να τηλεμεταφέρω εκεί κάποιον άλλο, εκτός από τον εαυτό μου. Δεν είμαι τόσο έμπειρος στην Τηλεμεταφορά. Αν ήταν ο Βάνμιρ, ίσως να τα κατάφερνε· αλλά εγώ πιστεύω ότι θα αποτύχω, και αποτυχία σ’αυτές τις περιπτώσεις σημαίνει θάνατος, συνήθως: θάνατος και για εμένα και για τον άνθρωπο που θα πάρω μαζί μου.

»Επιπλέον, όταν θα βρίσκομαι κάτω, έξω από τα τείχη, δεν ξέρω αν θα μπορώ να τηλεμεταφερθώ πάλι μέσα στο παλάτι. Δεν είναι το ίδιο πράγμα. Είναι πολύ πιο εύκολο να τηλεμεταφερθείς από ένα στενό σημείο σε ένα ανοιχτό, παρά από ένα ανοιχτό σε ένα στενό· γιατί δεν εμφανίζεσαι ακριβώς εκεί όπου θέλεις, αλλά λίγο πιο δίπλα, προς τυχαία κατεύθυνση. Αυτό πάλι σημαίνει θάνατο, συνήθως, αν δεν υπάρχει άνοιγμα γύρω σου.

»Επομένως, θα πάω μόνος στο Ένρεβηλ. Είναι πιο ασφαλές έτσι: για όλους.»

«Όχι για σένα,» τόνισε η Λιόλα.

«Δε θα έχω πρόβλημα να τηλεμεταφέρω τον εαυτό μου έξω από τα τείχη.»

«Δεν εννοώ αυτό. Αναφέρομαι στην κατάσταση που επικρατεί στο Ένρεβηλ. Το γειτονικό Βασίλειο θα είναι επικίνδυνο μέρος, Ρόλμαρ.»

«Θα προσέχω.»

«Δεν υπάρχει κανένας βασιλικός ταχυπομπός με την Τηλεμεταφορά;» ρώτησε η Λιόλα, κοιτάζοντας μια την Ακάρθα μια τη Νιρκένα.

«Δε νομίζω,» είπε η πρώτη.

«Όχι,» είπε η δεύτερη. «Είναι πολύ σπάνιο Χάρισμα η Τηλεμεταφορά, Λιόλα…»

«Μην ανησυχείς.» Ο Ρόλμαρ άγγιξε τον ώμο της νέας Βασίλισσας του Νόρβηλ, σφίγγοντάς τον ελαφρά.

«Μα, δεν έχεις ξαναπάρει σπόρους χίλντρου,» του είπε εκείνη. «Μπορεί να σε πειράξουν. Είναι αρκετοί που τους πειράζουν.»

«Θα τους δοκιμάσω, σήμερα.»

«Φανλαγκόθ, θα τ’αποφεύγαμε όλα τούτα, αν αποφάσιζες να χρησιμοποιήσεις τον ουρανόλιθο,» είπε η Λιόλα.

«Και θα χάναμε ένα απ’τα κομμάτια, τα οποία θα μας φανούν χρήσιμα στο μέλλον –ίσως αναγκαία για την επιβίωσή μας, μέχρι να έρθει εδώ ο στρατός από το Ένρεβηλ.»

«Υπάρχει, βέβαια, και ένα συγκεκριμένο πέρασμα…» είπε η Νιρκένα, δαγκώνοντας το κάτω της χείλος, «το οποίο βγάζει, υπογείως, από την πόλη, αλλά….»

«Ο Νουτκάλι έχει ειδοποιήσει τους εχθρούς σας γι’αυτό,» τη διαβεβαίωσε ο Φανλαγκόθ.

«Το φαντάστηκα.»

«Μάλιστα,» είπε ο Νόρβορ. «Θα πρέπει, λοιπόν, να συντάξουμε μια επιστολή, η οποία θα απευθύνεται… σε ποιον, θεία;»

«Στον Στρατηγό Άσθαν,» αποκρίθηκε εκείνη, «για παν ενδεχόμενο. Θα αναλάβω τη συγγραφή προσωπικά· και, μόλις το μήνυμα είναι έτοιμο, θα το δώσω στον Ρόλμαρ.»


Κεφάλαιο 5
Σύλληψη, Απόφαση, Δοκιμή

 

«Σταθείτε…» Η Κάρλα έπιασε τα χαλινάρια του αλόγου της Ζιάθραλ, σταματώντας το.

Στην πύλη της Νουάλβορ παρατηρούσε μια παράξενη… αύξηση φρουράς, καθώς τα χρώματα του ανήλιαγου ουρανού σκούραιναν. Οι επάλξεις είχαν γεμίσει στρατιώτες.

«Τι είναι;» ρώτησε η Ζιάθραλ.

«Δε βλέπετε, Αρχόντισσά μου; Κάτι ασυνήθιστο συμβαίνει. Υπάρχουν περισσότεροι μαχητές στα τείχη και στην πύλη απ’ό,τι συνήθως.»

«Λες να επίκειται πολιορκία;» Ανησυχία και φόβος ακούγονταν στη φωνή της Ζιάθραλ, η οποία, μετά από την πολιορκία της Έριγκ, δεν επιθυμούσε να ξαναδεί καμία άλλη πολιορκία στη ζωή της.

«Αν είναι έτσι,» είπε η Κάρλα, «τότε πού βρίσκεται ο εχθρικός στρατός;»

Η Ζιάθραλ κοίταξε προς όλες τις κατευθύνσεις, μα πουθενά δεν είδε κάποια συγκέντρωση χιλιάδων μαχητών· ούτε καν δεκάδων μαχητών.

«Ναι,» είπε η Κάρλα, «δεν υπάρχουν αντίπαλες δυνάμεις.»

«Ίσως να κρύβονται.»

«Δεν είναι εύκολο να κρύψεις έναν ολόκληρο στρατό, Αρχόντισσά μου.»

«Τότε, ίσως να έρχονται από τη θάλασσα.»

«Σ’αυτή την περίπτωση,» είπε η Κάρλα, «γιατί η βόρεια πύλη φυλάσσεται τόσο καλά;»

«Ας πλησιάσουμε, να μάθουμε,» πρότεινε η Ζιάθραλ, κατεβαίνοντας απ’το άλογό της, το οποίο ήταν ξεθεωμένο, σε σημείο λιποθυμίας. Το ζώο άρχισε ν’ανασαίνει πιο ανάλαφρα, καθώς το βάρος της ιππεύτριας έφυγε από τη ράχη του.

Η Κάρλα ένευσε, αν και με κάποιο δισταγμό. Το θέαμα στην πύλη, για κάποιο λόγο, της έμοιαζε… ύποπτο. Δεν είχε ποτέ ξανά δει κάτι παρόμοιο να συμβαίνει στη Νουάλβορ. Γιατί ο Οίκος των Γάθνιν να είχε διατάξει τέτοια αύξηση της φρουράς; Ή, μήπως, το είχε κάνει ο Διοικητής Έντμιρ, ο Επόπτης της Βόρειας Περιφέρειας, προκειμένου να συλλάβει κάποιον εγκληματία;

Η Κάρλα ήταν μπερδεμένη, καθώς εκείνη κι η Αρχόντισσα Ζιάθραλ βάδιζαν προς την πύλη, σέρνοντας πίσω τους το κατάκοπο άλογο που αγκομαχούσε και παραπατούσε.

Όταν έφτασαν μπροστά από τη μεγάλη, πέτρινη αψίδα, οι στρατιώτες τούς έκαναν νόημα να σταματήσουν.

«Είσαι βασιλική ταχυπομπός,» παρατήρησε μια πολεμίστρια, κοιτάζοντας την Κάρλα.

«Παραμερίστε,» αποκρίθηκε εκείνη. «Πηγαίνω στο παλάτι.»

«Όχι,» της είπε η πολεμίστρια, καθώς οι στρατιώτες άρχιζαν να διαμορφώνουν κλοιό γύρω από την Κάρλα και τη Ζιάθραλ. «Συλλαμβάνεσαι.»

Συλλαμβάνομαι; «Για ποιο λόγο;» ρώτησε η ταχυπομπός, νιώθοντας μουδιασμένη. Αναμφίβολα, επρόκειτο για παρεξήγηση!

«Αυτές είναι οι διαταγές μας,» της εξήγησε η πολεμίστρια, και ένας άντρας πήρε το σπαθί της Κάρλα.

«Μείνε μακριά μου!» προειδοποίησε η Ζιάθραλ έναν άλλο, ο οποίος την πλησίαζε για να της πάρει το Θαλάσσιο Εύρημα.

Η πολεμίστρια έκανε νόημα στο στρατιώτη να σταματήσει, και ρώτησε: «Ποια είσαι εσύ;»

«Η Αρχόντισσα Ζιάθραλ ε Θάρνεβιν σι Νίλγκωρ!» δήλωσε η Ζιάθραλ, ατενίζοντας τη γυναίκα με υπεροπτικό βλέμμα. «Και θα ήθελα να μάθω γιατί συλλαμβάνετε την Ταχυπομπό Κάρλα.»

«Για τον ίδιο λόγο που συλλαμβάνουμε κι εσάς… Αρχόντισσά μου,» αποκρίθηκε η πολεμίστρια, μ’ένα στραβό μειδίαμα, σαν να ήθελε να χλευάσει τη Ζιάθραλ. «Πάρτης το σπαθί,» πρόσταξε τον στρατιώτη. «Και ψάξτε τις και τις δυο για κρυμμένα όπλα.»

«Όχι!» έκανε η Ζιάθραλ, καθώς ο άντρας άρπαζε τη λαβή του Ευρήματος. «Άφησέ το!» Έπιασε τον πήχη του στρατιώτη, προσπαθώντας να τον εμποδίσει, αλλά εκείνος τράβηξε το ξίφος χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, ενώ, συγχρόνως, παραμέριζε την Αρχόντισσα με το αριστερό του χέρι. «Είναι οικογενειακό κειμήλιο!»

«Θα φροντίσουμε να σας επιστραφεί,» δήλωσε η πολεμίστρια, «σε περίπτωση που αποφυλακιστείτε.»

Μια άλλη πολεμίστρια άρχισε να ερευνά τη Ζιάθραλ για κρυμμένα όπλα, ενώ εκείνη έλεγε: «Δεν έχω τίποτ’άλλο επάνω του,» αλλά την αγνοούσαν.

Ταυτόχρονα, ένας στρατιώτης έψαχνε την Κάρλα· κι αν έκρινε σωστά εκείνη από τον τρόπο που την άγγιζε, δεν την έψαχνε μόνο για κρυμμένα όπλα. Στο μυαλό της ήρθαν οι πολεμιστές του Άνκαραζ, τους οποίους είχε συναντήσει στην κεντρική δημοσιά του Νόρβηλ. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .την τράβηξαν παράμερα κι έβγαλαν τον πορφυρόχρυσο μανδύα απ’τους ώμους της, σκίζοντάς τον. Μετά, άρχισαν να σκίζουν και τα ρούχα της. Η Κάρλα πάλεψε να τους ξεφύγει, αλλά τα χτυπήματά τους την έριξαν ξανά στο έδαφος, μ’αίμα στο πρόσωπό της. . . . . . . . . . . . . . . . . . κάποιος πέρασε ένα σκοινί γύρω απ’τους καρπούς της και το έδεσε γερά, δίνοντάς του ένα δυνατό τράβηγμα και κάνοντας τη σάρκα της να ματώσει. Η Κάρλα ούρλιαξε, καθώς σερνόταν στο πλακόστρωτο. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . την τράβηξε απότομα και δυνατά, σηκώνοντάς τη με τη βία. Ύστερα, την έσπρωξε, κοπανώντας την πλάτη της στον κορμό ενός δέντρου και περνώντας το σκοινί πάνω από ένα κλαδί. Η Κάρλα αισθάνθηκε τα χέρια της να τραβιούνται όπισθεν και να υψώνονται πάνω απ’το κεφάλι της, καθώς ο κακοποιός μάζευε το σκοινί. . . . . . . . . . . τα μεταλλικά κομμάτια της αρματωσιά του δάγκωναν τη σάρκα της κρεμασμένης, γυμνής ταχυπομπού. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . η λεπίδα ενός ξιφιδίου χάιδεψε το λαιμό της και πλησίασε το μάτι της. «Μπορούμε να κάνουμε και χειρότερα πράγματα, κοπελιά, άμα δε δείξεις… ευπρέπεια». . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .αισθάνθηκε το σκληρό μόριο του χοντρού κακοποιού να τη λογχίζει, και ούρλιαξε πάλι, προσπαθώντας να τον αποτινάξει από πάνω της. Εκείνος δάγκωσε το αφτί της, κάνοντας καυτό αίμα να πεταχτεί. Η αρματωσιά του χοντρού άντρα συνέθλιβε οδυνηρά τα στήθη της, πίεζε την πλάτη της επάνω στον κορμό του δέντρου· ξύλο μπηγόταν στη σάρκα της. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .η Κάρλα δε μπορούσε ν’αναπνεύσει–––

Ύψωσε το γόνατό της και χτύπησε τον στρατιώτη στο σαγόνι, καθώς εκείνος πασπάτευε τους μηρούς της. Ο άντρας πετάχτηκε όπισθεν, με το πρόσωπό του γεμάτο αίματα.

Η Κάρλα βλεφάρισε, συνειδητοποιώντας και πάλι πού βρισκόταν. Δεν ήταν στη δημοσιά, με τους ακόλουθους του Άνκαραζ ολόγυρά της, αλλά στη βόρεια πύλη της Νουάλβορ!

Το πίσω μέρος ενός δόρατος την κοπάνησε στο κεφάλι, και η Κάρλα είδε χρώματα εμπρός της. Παραπάτησε και έπεσε, ενώ χέρια την άρπαζαν από γύρω.

«Τι κάνετε;» φώναξε η Ζιάθραλ. «Τι κάνετε εκεί; Δεν το ξέρετε ότι τιμωρείται η βιαιοπραγία κατά βασιλικού ταχυπομπού;»

Η πολεμίστρια που την είχε ερευνήσει για κρυμμένα όπλα την έπιασε απ’το μπράτσο, τραβώντας την. «Εκείνη το άρχισε, και οι διαταγές μας είναι σαφείς: Όλοι οι βασιλικοί ταχυπομποί πρέπει να κρατούνται, μέχρι νεοτέρας.»

«Εγώ δεν είμαι ταχυπομπός!» γρύλισε η Ζιάθραλ.

«Είστε, όμως, μαζί με ταχυπομπό,» εξήγησε η πολεμίστρια, καθώς την απομάκρυνε από την Κάρλα.

«Απαιτώ να μιλήσω με τον ανώτερό σου! Πες του ότι η Αρχόντισσα Ζιάθραλ ε Θάρνεβιν σι Νίλγκωρ» –τόνισε το όνομα του συζύγου της, γιατί ήξερε πως, μετά από τους Γάθνιν, ο Οίκος με την περισσότερη ισχύ στο Νόρβηλ ήταν οι Νίλγκωρ– «ζητά να τον δει!»

«Θα τον ενημερώσω,» αποκρίθηκε, απαθώς, η πολεμίστρια.

Σκύλα! σκέφτηκε η Ζιάθραλ. «Σε προειδοποιώ πως, αν δεν τον ειδοποιήσεις, θα μπλέξεις πολύ άσχημα!»

Η γυναίκα δεν της αποκρίθηκε, συνεχίζοντας να την τραβά μέσα στους δρόμους της πρωτεύουσας… σαν να είμαι καμια κοινή απατεώνισσα! Θα μου το πληρώσουν αυτό, οι παλιομπάσταρδοι φρουροί της Νουάλβορ!

Η πολεμίστρια οδήγησε την Ζιάθραλ σ’ένα πέτρινο οικοδόμημα, που δεν μπορεί παρά να ήταν φρουραρχείο. Δύο φύλακες στέκονταν εκατέρωθεν της εισόδου, με τα πρόσωπά τους στωικά αλλά τα βλέμματά τους ανήσυχα. Γιατί ανησυχούσαν, άραγε; Κάτι δεν πήγαινε καλά στην πρωτεύουσα· κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά…

«Τι θα γίνει με την Κάρλα;» ρώτησε η Ζιάθραλ τη συνοδό της, καθώς περνούσαν μέσα από δωμάτια, γεμάτα με στρατιώτες.

«Την ταχυπομπό; Μην ανησυχείτε, εδώ θα τη φέρουν κι αυτήν.»

Άρχισαν να κατεβαίνουν μια σκάλα, φωτιζόμενη από λάμπες δεξιά κι αριστερά.

«Τι μέρος είναι τούτο;» απαίτησε η Ζιάθραλ, καταλαβαίνοντας πως η φωνή της έτρεμε.

«Φυλακές, βέβαια.»

«Δεν… δεν μπορείτε να με βάλετε ΕΜΕΝΑ εδώ μέσα!» γρύλισε η Ζιάθραλ, φέρνοντας αντίσταση στην πολεμίστρια, που εξακολουθούσε να την κρατά από το μπράτσο.

«Αρχόντισσά μου,» είπε εκείνη, «θα σας κατεβάσουμε, ή ευγενικά ή με το ζόρι. Η επιλογή είναι δική σας.»

Η Ζιάθραλ ξεροκατάπιε. «…Εντάξει,» είπε. «Αλλά μην ξεχάσεις ότι θέλω να δω τον ανώτερό σου.»

«Δεν το ξεχνώ, Αρχόντισσά μου.»

Η πολεμίστρια την οδήγησε σ’έναν διάδρομο γεμάτο κελιά. Φώναξε έναν δεσμοφύλακα κι αυτός ξεκλείδωσε ένα κελί το οποίο ήταν άδειο. Η Ζιάθραλ πέρασε το κατώφλι και η πόρτα έκλεισε πίσω της.

«Θέλω να μιλήσω στον ανώτερό σου!» υπενθύμισε στην πολεμίστρια, καθώς εκείνη απομακρυνόταν.

Απάντηση δεν πήρε.

Κοίταξε γύρω της, το κελί. Ο χώρος ήταν στενός και χωρίς παράθυρο. Στη δεξιά μεριά υπήρχε ένα αχυρόστρωμα. Στην αριστερή γωνία, στο βάθος, ήταν το αποχωρητήριο.

Η Ζιάθραλ κάθισε, ζαλισμένη, στο αχυρόστρωμα, τυλίγοντας τα χέρια γύρω από τα γόνατά της.

Είχε χάσει το Θαλάσσιο Εύρημα, το διαμαντοστόλιστο ξίφος του πατέρα της…

Κατέβασε το κεφάλι, κλαίγοντας.

Δεν ήξερε γιατί ακριβώς έκλαιγε, όμως υπέθετε ότι δεν ήταν μόνο για την απώλεια του Ευρήματος.

Σε λίγο, άκουσε την πόρτα να ξεκλειδώνει και ν’ανοίγει. Ύψωσε το κεφάλι και είδε κάποιον να σπρώχνει την Κάρλα μέσα στο κελί. Η ταχυπομπός παραπάτησε, αλλά δεν έπεσε. Ήταν ολίγον τι αναμαλλιασμένη, μα δεν υπήρχαν μελανιές στο πρόσωπό της, ούτε φανερά τραύματα πουθενά στο σώμα της.

«Τι έγινε;» ρώτησε η Ζιάθραλ, σκουπίζοντας τα δάκρυα της με την ανάστροφη του χεριού. «Γιατί τους χτύπησες;»

«Δεν ξέρω τι μ’έπιασε,» αποκρίθηκε η Κάρλα, και κάθισε πλάι της, ακουμπώντας τους πήχεις στα γόνατα και ξεφυσώντας.

«Τι στο Σάλ’γκρεμ’ρωθ κάνουμε τώρα;» είπε η Ζιάθραλ. «Τι έχει συμβεί στη Νουάλβορ;»

«Δεν έχω ιδέα… Είναι, όμως, ανήκουστο να συλλαμβάνονται οι ταχυπομποί… εκτός…»

Η Ζιάθραλ συνοφρυώθηκε. «Εκτός τι;»

«Εκτός αν η εξουσία άλλαξε…»

«Εννοείς αν έπεσε ο Οίκος των Γάθνιν;» εξεπλάγη η Ζιάθραλ.

«Ναι, αλλά…»

«Είναι περίεργο.»

Η Κάρλα ένευσε. «Πολύ περίεργο.»

«Οι προδότες πρέπει να φταίνε,» μουρμούρισε η Ζιάθραλ, σα να μιλούσε στον εαυτό της. «Πρέπει να νίκησαν… Όμως δεν περίμενα ότι θα συνέβαινε τόσο γρήγορα…»

Η Κάρλα σηκώθηκε απ’τη θέση της και πήγε στο καγκελωτό παραθυράκι της πόρτας του κελιού. «Φρουρέ!» φώναξε. «Φρουρέ!»

Ο δεσμοφύλακας ζύγωσε. «Τι;»

«Θέλω να δω τον Επόπτη Έντμιρ.»

«Ο Έντμιρ δεν είναι πλέον Επόπτης.» Ο άντρας στράφηκε, αρχίζοντας ν’απομακρύνεται.

«Και ποιος είναι Επόπτης της Βόρειας Περιφέρειας;»

«Ο Διοικητής Χάνραμαρ.»

Ο Διοικητής Χάνραμαρ…; σκέφτηκε η Κάρλα. Δεν τον είχε ακούσει ποτέ της. Ποιος ήταν αυτός;

Στράφηκε στη Ζιάθραλ, η οποία είχε, επίσης, σηκωθεί από το αχυρόστρωμα. «Έχουν αλλάξει τον Επόπτη.»

Η Αρχόντισσα ένευσε. «Τ’άκουσα. Τον ήξερες τον προηγούμενο;»

«Ναι· ήταν φίλος μου.»

«Θα έχει συμβεί παντού μέσα στην πόλη, νομίζω.»

«Ποιο πράγμα;»

«Θα έχουν αλλάξει τους ανθρώπους που βρίσκονται σε θέσεις-κλειδιά,» εξήγησε η Ζιάθραλ. «Εκείνο που με παραξενεύει είναι το πότε πρόλαβαν. Για να πραγματοποιηθούν όλα τούτα, χρειάζονται πολλές προετοιμασίες. Πρέπει να έχει πληρωθεί κόσμος εκ των προτέρων· πρέπει να έχουν δοθεί σοβαρές υποσχέσεις…»

Η Κάρλα δε μίλησε, και η Ζιάθραλ βρήκε χρόνο ν’αναλογιστεί τα ίδια της τα λόγια. Υποσχέσεις… από ποιον; Από τον Έπαρχο Κάβμαρ, μήπως;

«Αναρωτιέμαι, όμως, Κάρλα, πώς θα καταφέρουν να κρατήσουν την εξουσία…»

«Τι εννοείς;»

«Ας πούμε ότι έχουν πληρώσει τους πάντες στη Νουάλβορ· ας πούμε ότι έχουν κανονίσει τα πάντα εδώ: στις άλλες επαρχίες του Βασιλείου τι γίνεται; Η Έριγκ δύσκολα θα παραδοθεί. Η… η…»

«Τι;» ρώτησε η Κάρλα.

Η Σέλριγκ, η γενέτειρά μου, είναι ήδη υπέρ των προδοτών, συλλογίστηκε η Ζιάθραλ. Και εκεί τώρα άρχει ο Πάτναμ: αυτό κάνει τα πράγματα ακόμα χειρότερα…

Όσο για τη Βένεριγκ, μπορεί η Έπαρχος Λαθέμη να ήταν με τους προδότες; Για τη Νέλβορ δεν υπήρχε αμφιβολία: ο Έπαρχος Κάβμαρ ήταν, σίγουρα, προδότης. Και η Μπένριγκ; Ούτε και για τον Έπαρχο Άρδαν ήταν βέβαιη…

«Δεν ξέρω για τους υπόλοιπους,» είπε η Ζιάθραλ στην Κάρλα, γλείφοντας τα χείλη. «Ο καθένας θα μπορούσε νάναι εναντίον του Οίκου των Γάθνιν. Ο Έπαρχος Κάβμαρ σίγουρα είναι, καθώς σου είπα. Όπως ήταν κι ο πατέρας μου.»

«Επομένως… Νέλβορ, Σέλριγκ… Δε θα το απέκλεια να είναι και η Βένεριγκ στη συνωμοσία. Όλες οι Δυτικές Επαρχίες· τι λέτε, Αρχόντισσά μου;»

«Μπορεί,» αποκρίθηκε η Ζιάθραλ.

«Επιπλέον,» πρόσθεσε η Κάρλα, «η Έριγκ δεν έχει, επί του παρόντος, καμια ιδιαίτερη δύναμη–»

«Δεν ξέρεις τι λες!»

«Εννοώ, μετά την πολιορκία.»

«Ναι,» άλλαξε γνώμη η Ζιάθραλ, «σ’αυτό έχεις δίκιο. Η πολιορκία μάς αποδυνάμωσε πολύ.»

«Ο Έπαρχος Κάβμαρ, λοιπόν, έχει το μισό Βασίλειο με το μέρος του–»

«Δεν είμαστε σίγουρες για τη Βένεριγκ.»

«Εντάξει, αλλά το υποθέτουμε,» είπε η Κάρλα. «Ο Έπαρχος Κάβμαρ, λοιπόν, έχει το μισό Βασίλειο με το μέρος του και έχει καταφέρει να πάρει και τον έλεγχο της πρωτεύουσας. Δε νομίζω ότι κανένας μπορεί να του αντισταθεί τώρα. Ούτε καν η Έριγκ, η οποία είναι τραυματισμένη από την πολιορκία με τον Άρχοντα Μόρντεναρ και τους οπαδούς του Άνκαραζ.»

Η Ζιάθραλ έσμιξε τα χείλη. Η Κάρλα έμοιαζε να έχει δίκιο. Δεν υπήρχε διέξοδος από τούτη την κατάσταση. Τι είχε γίνει, όμως, ο Οίκος των Γάθνιν; Πού βρίσκονταν οι δικαιωματικοί άρχοντες του Βασιλείου; Ήταν κι αυτοί κλειδωμένοι σε κάποιο μπουντρούμι; Ήταν νεκροί; Εξόριστοι;

Και τι θα συμβεί σ’εμάς; Δεν έπρεπε να είχα αναφέρει τ’όνομά μου! Τώρα, αν ο Έπαρχος Κάβμαρ μάθει ποια είμαι· αν μάθει ότι γλίτωσα από την ενέδρα που μας είχε στήσει....

*

Ο Άργκελ ο Βασιληάς δεν τον κάλεσε για να του μιλήσει, για να του διευκρινίσει ποιος θα ήταν ο ρόλος του απο δώ και στο εξής· έτσι, ο Ζάνμελ ζήτησε εκείνος να μιλήσει με τον εργοδότη του, από τα χαράματα κιόλας.

Η Αμάντριν τον συνάντησε το μεσημέρι, ενώ ο δολοφόνος καθόταν σε μια πέτρινη πεζούλα, περιμένοντας και κοιτάζοντας τα περιστέρια να ανταγωνίζονται για μερικά ψίχουλα που τους είχε πετάξει.

«Τ’αφεντικό θα σε δει τώρα,» του είπε. «Για τι πράμα θες να του κελαηδήσεις;»

Ο Ζάνμελ σηκώθηκε από την πεζούλα. «Είπε να σου απαντήσω;» ρώτησε, καθώς περνούσε από δίπλα της.

«Τι αναρωτιέσαι; Άμα πρέπει ακόμα να καθαρίσεις το Χέρι;»

Ο Ζάνμελ στράφηκε να την κοιτάξει από τη γωνία του δρόμου. «Θα με οδηγήσεις στ’αφεντικό σου ή όχι;»

«Στο συνηθισμένο του λημέρι είναι. Πήγαινε μόνος σου.»

Ο δολοφόνος ακολούθησε τη συμβουλή της, διασχίζοντας μερικά σοκάκια της Δυτικής Περιφέρειας, τα οποία πλέον είχε μάθει σαν την κωλότσεπή του.

Όταν έφτασε στον προορισμό του, διπλοχτύπησε την πόρτα, με την ανάστροφη της δεξιάς του γροθιάς.

«Ποιος;» ρώτησε μια αντρική φωνή από μέσα.

«Ζάνμελ.»

Η πόρτα άνοιξε, και ο δολοφόνος πέρασε στο καθιστικό, στρέφοντας το βλέμμα του στον ευτραφή άντρα που καθόταν σε μια πολυθρόνα, καπνίζοντας από ένα μεγάλο, ξύλινο τσιμπούκι.

«Καλώς το πρωτοπαλίκαρο,» είπε ο Άργκελ. «Χε-χε-χε… Κατσούφη σε μπανίζω· τι έτρεξε;»

Ο Ζάνμελ βάδισε ως το κέντρο του δωματίου, σταυρώνοντας τα χέρια εμπρός του. «Θα ήθελα να ξέρω αν η συμφωνία μας ισχύει ακόμα.»

Ο Άργκελ δάγκωσε την πίπα του· ύστερα, την έβγαλε απ’το στόμα. «Φυσικά και ισχύει! Εξακολουθείς να είσαι άνθρωπός μου. Όμως,» τόνισε, «δε θέλουμε τώρα το κουφάρι του Χεριού. Όχι ακόμα, τουλάχιστο.»

«Τι σημαίνει τούτο;»

«Σημαίνει ότι δε θα τον σκοτώσεις, μέχρι που να σου κράξω ‘σκότωσέ τον’. Με εννοείς;» Έβαλε την πίπα ξανά στο στόμα του, τραβώντας καπνό και φυσώντας τον απ’τα ρουθούνια.

«Απόλυτα. Τι θέλεις να κάνω, λοιπόν;»

«Χα-χα-χα! χα! Είσαι απ’τους δραστήριους εσύ, ε; Χμμμμ… Κοίτα.» Έβγαλε το τσιμπούκι απ’το στόμα, στέλνοντας ένα σύννεφο καπνού προς τη μεριά του Ζάνμελ. «Δεν έχω ανάγκη για καμια ‘ειδική δουλειά’, τούτη τη στιγμή, άμα με εννοείς. Συνεπώς, ακολουθείς τη συνηθισμένη. Αλλά, βέβαια, με το σκοτωμό που έχει αρχινήσει στην πόλη, όλο και κάπου θα σε χρειαστούμε. Μη φοβάσαι καθόλου, δε σε ξεχνώ, Ζάνμελ· είσ’ο άνθρωπός μου. Χε-χε-χε…»

Ο Ζάνμελ ένευσε, και ρώτησε: «Με χρειάζεσαι κάτι άλλο;»

«Επιτόπου; Όχι,» κούνησε το κεφάλι ο Άργκελ.

Ο Ζάνμελ βγήκε απ’το καθιστικό, σκεπτόμενος πως ίσως να είχε έρθει η στιγμή να εγκαταλείψει τον εργοδότη του.

Η συνεργασία μας δεν κράτησε και πολύ, τελικά…

*

Το συμβούλιο είχε τελειώσει, και οι καλεσμένοι είχαν φύγει από τα διαμερίσματα της Λιόλα, όπως επίσης και ο Φανλαγκόθ (μαζί με τα ουρανολίθινα κομμάτια). Μια υπηρέτρια είχε αναλάβει να οδηγήσει αυτόν και τον πειρατή Σέρκιλ σ’ένα απ’τα δωμάτια του Πύργου των Ξένων.

Ο Ρόλμαρ ξάπλωσε στον καναπέ, για να ηρεμήσει. Ήταν ντυμένος με μια λευκή ρόμπα, καθώς είχε μόλις επιστρέψει από το μπάνιο. Η Λιόλα είχε μπει στο λουτρό όταν εκείνος τελείωσε, και ήταν ακόμα εκεί.

Βάνμιρ… Βάνμιρ… Βάνμιρ…

Το όνομα του δίδυμού του στριφογύριζε μέσα στο μυαλό του Ρόλμαρ. Πού είσαι, Βάνμιρ; Ο Φανλαγκόθ ακόμα δεν είχε αποκαλύψει τίποτα για ετούτο το «μυστικό». Ο Μαύρος Άνεμος να τον πάρει! Όλο μυστικά είναι· και τώρα είναι και περίεργος… διαφορετικός από πριν… Σαν να έχει χάσει εκείνη την παλιά σιγουριά για τον εαυτό του.

Ο Ρόλμαρ θυμήθηκε τον πατέρα του. Ο Άρχων-Φύλαξ Άραντιρ είχε φύγει τελευταίος από τα διαμερίσματα της Λιόλα, αλλά, προτού αναχωρήσει, είχε μιλήσει στο γιο του: τον είχε ρωτήσει για τον άλλο του γιο.

«Πού είναι ο Βάνμιρ, Ρόλμαρ; Τι υποπτεύεσαι;»

«Δεν ξέρω, πατέρα· πραγματικά, δεν ξέρω. Και ο Φανλαγκόθ δε μοιάζει πρόθυμος να πει.»

Τα φρύδια του Άρχοντα Άραντιρ έσμιξαν, και είπε έντονα: «Θα τον κάνω πρόθυμο!»

«Όχι,» αποκρίθηκε ο Ρόλμαρ. «Ούτε να το σκέφτεσαι. Είναι πολύ επικίνδυνος. Θυμάσαι τι σου είχα πει γι’αυτό το ραβδί που κουβαλάει, το Μάτι του Κυκλώνα; Ήμουν παγιδευμένος εκεί μέσα για μέρες ολόκληρες. Μην κάνεις το ίδιο λάθος.»

«Μα, αν ο Βάνμιρ βρίσκεται σε κίνδυνο…!»

Ο Άρχοντας Άραντιρ ήταν, τελικά, καλύτερος άνθρωπος από ό,τι ο Ρόλμαρ πίστευε. Ο Βάνμιρ είχε φυλακίσει τον πατέρα τους στον από χρόνια εγκαταλειμμένο Πύργο των Μαρτυρίων του Κάστρου Ράλτον, κι όμως, εκείνος εξακολουθούσε να νοιάζεται για τον γιο που του είχε εναντιωθεί τόσο. Κατά βάθος, έβλεπε ότι το σχέδιο του Βάνμιρ για την αντιμετώπιση της απειλής του Μεγάλου Θηρίου και των Ποιμένων της Στέπας ήταν σωστό. Παρ’όλ’αυτά, ο Ρόλμαρ ήταν βέβαιος πως, όταν ο πατέρας τους συναντούσε τον αδελφό του, θα του έδινε μερικά γερά γρονθοκοπήματα.

«Αν μπορούσαμε να τον βοηθήσουμε, ο Φανλαγκόθ θα μας το έλεγε. Μην ξεχνάς ότι ο Βάνμιρ είναι σύμμαχός του.» Γιατί του λέω πράγματα τα οποία ούτε εγώ δεν πιστεύω; Πράγματα για τα οποία δεν είμαι βέβαιος;

Ο Άραντιρ μούγκρισε, και ένευσε κοφτά. Δεν έμοιαζε πεπεισμένος, αλλά, αν έκρινε σωστά ο Ρόλμαρ από την έκφρασή του, δε θα πήγαινε να βρει τον Ράζλερ και να κάνει φασαρία.

«Το λοιπόν…» αναστέναξε ο Άρχων-Φύλαξ του Ράλτον, σφίγγοντας τον ώμο του γιου του. «Δε σου εύχομαι από τώρα καλή τύχη στο ταξίδι σου. Να με φωνάξεις προτού ξεκινήσεις, για να σου ευχηθώ τότε.»

«Θα σε ειδοποιήσω, πατέρα,» υποσχέθηκε ο Ρόλμαρ.

Και τώρα, βρισκόταν ξαπλωμένος στον καναπέ του καθιστικού της Λιόλα, αναλογιζόμενος ξανά τα όσα είχε κουβεντιάσει με τον Άρχοντα Άραντιρ. Δεν αδικούσε τον πατέρα του, που σκεφτόταν να πάει να βρει τον Φανλαγκόθ και να τον αναγκάσει να του πει πού βρισκόταν ο Βάνμιρ· κι εκείνος, εξάλλου, την ίδια επιθυμία είχε. Όμως ανησυχούσε για τον Άραντιρ· δεν ήθελε να του συμβεί τίποτα κακό. Γιατί ο Ράζλερ ήταν αδίστακτος· αν έβρισκε τον Άρχοντα-Φύλακα του Ράλτον ενοχλητικό, δε θα δίσταζε να χρησιμοποιήσει το Μάτι εναντίον του, ή κάποιο άλλο από τα διαβολικά του κόλπα.

Μακάρι ο Βάνμιρ να είναι καλά. Μακάρι να είναι καλά. Αν ισχύει αυτό, όλα τα υπόλοιπα περιττεύουν. Δε θέλω να τον χάσω κι εκείνον, όπως τη Μιάνη… Η αδελφή τους είχε σκοτωθεί στη μάχη με το Μεγάλο Θηρίο και τους Ποιμένες της Στέπας. Ο Ρόλμαρ δεν είχε την ευκαιρία να παρευρεθεί ούτε στην κηδεία της, κι ετούτο βάραινε την ψυχή του. Αν κι ο Βάνμιρ πέθαινε έτσι, κάπου μακριά του…. Δε θα συμβεί, όμως, αυτό. Το ξέρω πώς δε θα συμβεί. Ο Βάνμιρ είναι ο πιο τετραπέρατος, δαιμόνιος, πολυμήχανος άνθρωπος που γνωρίζω!

Είναι, βέβαια, και ο πιο φαντασμένος… και, συνέχεια, μπλέκει σε ανούσιους μπελάδες, ο ηλίθιος!…

Αλλά, και πάλι… ζει. Το καταλαβαίνω ότι ζει.

Μια πόρτα ακούστηκε ν’ανοίγει, και η Λιόλα μπήκε στο καθιστικό, φορώντας μια λευκή ρόμπα, παρόμοια μ’αυτή του Ρόλμαρ. Τα ξανθά της μαλλιά ήταν βρεγμένα και έσταζαν, έχοντας χάσει την περισσότερη σγουράδα τους. Τα γυμνά της πόδια άφηναν αποτυπώματα νερού επάνω στο χαλί.

Κάθισε στον καναπέ, δίπλα στον Ρόλμαρ.

«Θα μου φέρεις να δοκιμάσω;» τη ρώτησε εκείνος.

Η Λιόλα συνοφρυώθηκε, μην καταλαβαίνοντας αμέσως τι ήθελε να πει.

«Σπόρο χίλντρου,» εξήγησε ο Ρόλμαρ.

«Α…» Το βλέμμα της γλίστρησε στο πλάι. «Ναι· θα ειδοποιήσω να σου φέρουν.» Έκανε να σηκωθεί, αλλά εκείνος την έπιασε από τον καρπό.

«Λιόλα, γιατί στενοχωριέσαι;»

Κάθισε πάλι. «Ξέρεις γιατί…»

Ο Ρόλμαρ φίλησε το χέρι της. «Δε θα πάθω τίποτα, και θα επιστρέψω προτού προλάβεις να καταλάβεις την απουσία μου. Επιπλέον, κι εγώ ανησυχώ… για σένα, και για όλους σας εδώ, στο παλάτι. Ελπίζω, όταν επιστρέψω, να μην έχει συμβεί τίποτα κακό.»

Η Λιόλα έσκυψε και του έδωσε ένα υγρό φιλί, που μύριζε σαπούνι και αρωματικά έλαια. Ύστερα, σηκώθηκε και πήγε στην εξώθυρα των διαμερισμάτων της, προστάζοντας κάποιον να της φέρει σπόρους χίλντρου –γρήγορα.

«Τι θα γίνει αν σε πειράξουν;» ρώτησε η Λιόλα τον Ρόλμαρ, επιστρέφοντας κοντά του.

«Ας μη σκεφτόμαστε αρνητικά,» είπε εκείνος· και συνοφρυώθηκε. «Αλήθεια, γιατί δε μας το αποκάλυψε αυτό ο Φανλαγκόθ;»

«Ναι, όντως…» μόρφασε η Λιόλα. «Ίσως να ξέρει ότι δε σε πειράζουν.»

«Ναι…» μουρμούρισε ο Ρόλμαρ κάτω απ’την ανάσα του. Για λίγο, το βλέμμα του έγινε απλανές· ύστερα, ρώτησε, ξαφνικά: «Λιόλα, λες να μας κορόιδευε τόσο καιρό; Λες να μην μπορεί, πραγματικά, να δει το μέλλον;»

Εκείνη κούνησε το κεφάλι. «Το αποκλείω. Όταν παρίστανε τη Λιάμνερ Κρωθ, μου έλεγε την αλήθεια. Αναφορικά με τα μελλούμενα, πάντα.»

Ο Ρόλμαρ έσμιξε τα χείλη. «Κάποια πράγματα σχετικά μ’αυτόν με παραξενεύουν.»

«Φυσικό είναι.»

Το βλέμμα του Ρόλμαρ έγινε πάλι απλανές. Ήταν φυσικό; Τώρα τελευταία, είχε την εντύπωση πως κάτι συνέβαινε. Γιατί ο Φανλαγκόθ είχε εξοργιστεί τόσο, όταν ο ήλιος εξαφανίστηκε από τον ουρανό; Όταν αυτή η αλλόκοτη γαλήνη απλώθηκε στην Κουαλανάρα; Δεν τα είχε προδεί; Επιπλέον, είχαν περάσει πέντε ημέρες από τότε, αλλά ο Ράζλερ δεν είχε εξηγήσει σε κανέναν τι είχε γίνει: γιατί είχε χαθεί ο ήλιος, γιατί είχε αλλάξει ο κόσμος…

Ή παίζει κάποιο παιχνίδι, ή δεν μπορεί να καταλάβει: οι μαντικές του ικανότητες τον έχουν εγκαταλείψει, όσον αφορά αυτό το ζήτημα–

Η Λιόλα διέκοψε τις σκέψεις του, ξαπλώνοντας πλάι του. Το δεξί της πόδι ξεπρόβαλε μέσα από τη ρόμπα της και τρίφτηκε πάνω στο δικό του. Τα χείλη της βρέθηκαν κοντά στο πρόσωπό του. Ο Ρόλμαρ παραμέρισε το ένδυμα από τους ώμους της, καθώς οι ματιές τους συναντιόνταν.

Μια δυνατή παλίρροια αισθήσεων τούς τύλιξε. Οι ρόμπες κουβαριάστηκαν: εκείνου από κάτω του, εκείνης στο πάτωμα. Τα χέρια του κινούνταν γρήγορα αλλά επίμονα επάνω της· τα δόντια της δάγκωναν το στέρνο του, η γλώσσα της επούλωνε τα δαγκώματα. Τα δάχτυλά του μπλέχτηκαν στα αχτένιστα, βρεγμένα της μαλλιά, φέρνοντας το πρόσωπό της μπροστά στο δικό του· οι γλώσσες τους συναντήθηκαν, σαν φλόγες. Τα χέρια του κράτησαν τη μέση της σταθερή, η όψη του βυθίστηκε ανάμεσα στα στήθη της· το στόμα του έπαιξε με μια ξαναμμένη της θηλή. Τα νύχια του δεξιού της χεριού καρφώθηκαν στον αριστερό του ώμο, τα χείλη της βούλιαξαν στα μαλλιά του.

Η πόρτα χτύπησε.

Την αγνόησαν.

Η πόρτα χτύπησε δυνατότερη.

«Πρέπει να τους έφεραν,» είπε η Λιόλα, ξέπνοα, κάνοντας πίσω.

Ο Ρόλμαρ ένευσε.

Εκείνη σηκώθηκε, πήρε τη ρόμπα της από κάτω, την έδεσε, και πήγε στην εξώπορτα, ανοίγοντας.

Ο Ρόλμαρ κάθισε στον καναπέ, αφουγκραζόμενος.

«Οι σπόροι χίλντρου, Μεγαλειοτάτη,» είπε μια γυναικεία φωνή.

«Ευχαριστώ.»

«Θέλετε κάτι άλλο;»

«Δείπνο για δύο.»

«Μάλιστα.»

Η πόρτα έκλεισε, και η Λιόλα επέστρεψε, κρατώντας ένα σακουλάκι ανάμεσα στα χέρια της.

«Θα δοκιμάσεις τώρα;» ρώτησε.

«Ναι.»

Η Λιόλα άνοιξε το σακούλι. «Ρίξε και κάτι επάνω σου,» του είπε.

Ο Ρόλμαρ φόρεσε τη ρόμπα του, δένοντάς τη γύρω από τη μέση.

Η Λιόλα τού πέταξε έναν σπόρο, τον οποίο εκείνος έπιασε, κάνοντας τα χέρια κούπα.

«Περίμενε,» του είπε. «Έχω ακούσει ότι είναι πικρός. Δεν τον παίρνεις χωρίς νερό.» Πήγε στην κάβα και γέμισε ένα μεγάλο ποτήρι.

Ο Ρόλμαρ πλησίασε και το πήρε απ’το χέρι της. Ύστερα, έβαλε τον σπόρο στο στόμα. Τον περιεργάστηκε, με τη γλώσσα. Δεν του φαινόταν πικρός. Τον δάγκωσε, και τότε κατάλαβε ότι, όντως, ήταν πικρός· και, μάλιστα, πολύ. Ανάγκασε τον εαυτό του να καταπιεί, και ήπιε το νερό μονορούφι.

«Είσαι κατακόκκινος,» είπε η Λιόλα, υπομειδιώντας.

Ο Ρόλμαρ ακούμπησε το ποτήρι στην κάβα. «Είσαι σίγουρη ότι δεν το μπέρδεψαν οι υπηρέτες σου με κάποιο δηλητήριο;»

«Απόλυτα. Σ’το είπα ότι έχει άσχημη γεύση!» γέλασε η Λιόλα.

«Δεν περίμενα νάναι τόσο άσχημη.»

Η Λιόλα σταύρωσε τα χέρια εμπρός της, κοιτάζοντάς τον ερευνητικά. «Πώς αισθάνεσαι, λοιπόν;»

«Έτοιμος να ξεράσω.»

«Εκτός απ’αυτό.»

Ο Ρόλμαρ ανασήκωσε τους ώμους. «Εντάξει, υποθέτω…»

«Για κάνε καμια βόλτα μες στα διαμερίσματά μου.»

«Θα έχει διαφορά;»

«Δεν ξέρω.»

Ο Ρόλμαρ υπάκουσε, κάνοντας μια βόλτα σε όλα τα δωμάτια των διαμερισμάτων της Λιόλα.

«Μονάχα ένα πράγμα νιώθω,» είπε, τελικά: «πιο ξεκούραστος.»

Εκείνη ένευσε. «Αυτό είναι το νόημα των σπόρων χίλντρου. Αυξάνουν τις αντοχές σου, για να μπορείς να χρησιμοποιείς την Ταχύτητα επί ώρες.»

Ο Ρόλμαρ στάθηκε πίσω της, περνώντας το χέρι του γύρω απ’τη μέση της και παρασέρνοντάς την κοντά του. «Αυξάνουν τις αντοχές σου μόνο για τη χρήση της Ταχύτητας;» της έκανε, σκανταλιάρικα, φιλώντας το λαιμό της.

«Ας πειραματιστούμε,» είπε η Λιόλα, δαγκώνοντας το λοβό του αφτιού του.


Κεφάλαιο 6
Ο Ήχος του Νερού

 

Ο Κάβμαρ υπέθετε ότι το Χέρι θα είχε να του αναφέρει κάτι σημαντικό, για να τον καλεί. Αλλά, και πάλι, δεν του άρεσε που «τον καλούσε»· κανονικά, θα έπρεπε να είχε ζητήσει την άδειά του, για να έρθει εκείνος να επισκεφτεί τον Έπαρχο. Αυτό θα ήταν το πρέπον. Ωστόσο, έτσι όπως είχαν περιπλεχτεί τα πράγματα τελευταία, τι ήταν πρέπον και τι όχι δεν ήταν ξεκάθαρο.

Ευτυχώς, μέχρι στιγμής, το σχέδιο του Κάβμαρ λειτουργούσε καλά, και ο Έπαρχος ήλπιζε το Χέρι να μην τον είχε καλέσει για να του αναγγείλει τίποτα δυσάρεστο.

Κατέβηκε τη σκάλα του δωματίου του και διέσχισε έναν διάδρομο, συνοδευόμενος από μια μαθητευόμενη ιέρεια του Σάλ’γκρεμ’ρωθ. Η κοπέλα –σίγουρα όχι μεγαλύτερη από δεκάξι ή δεκαεφτά χρονών– ήταν σκανδαλωδώς ντυμένη, φορώντας ένα ημιδιαφανές μαύρο πέπλο και καθόλου εσώρουχα. Στον κορμό της, ξεκινώντας ακριβώς κάτω από τα στήθη της και τελειώνοντας στη μέση, ήταν δεμένο ένα κομμάτι υφάσμα ή, ίσως, δέρμα –ο Κάβμαρ δεν ήταν βέβαιος– μελανού (ή σκούρου, τέλος πάντων) χρώματος. Ποια μπορεί να ήταν η χρησιμότητα αυτού του «ενδύματος», ο Έπαρχος δε μπορούσε να μαντέψει. Τα μαλλιά της νεαρής μαθητευόμενης ιέρειας ήταν κοντά, βαμμένα πράσινα, και φτιαγμένα σε μορφή πολλών κεράτων· ο Κάβμαρ δεν μπήκε στον κόπο να τα μετρήσει. Στα πόδια της φορούσε ψηλοτάκουνα σανδάλια, τα οποία της προσέδιδαν το ανάστημα του Έπαρχου, ενώ, διαφορετικά, πρέπει να του έφτανε ως τον ώμο.

Τον οδήγησε στα υπόγεια του Ναού, τα οποία ήταν μεγάλα και λαβυρινθώδη. Ο Κάβμαρ αμφέβαλε αν η κοπέλα ήξερε όλα τα μέρη εδώ κάτω· αυτό, μάλλον, ήταν προνόμιο των κανονικών ιερειών, και του Αρχιερέα, ασφαλώς: του Απέθαντου, όπως ήθελε να τον λένε.

Η μαθητευόμενη άνοιξε μια πόρτα. «Περάστε, Άρχοντά μου.»

Ο Κάβμαρ μπήκε σ’ένα καθιστικό, όπου τον περίμενε το Χέρι του και μερικοί άλλοι, οι οποίοι βρίσκονταν τριγύρω και, μάλλον, ήταν φρουροί, αν και ο Έπαρχος αδυνατούσε να φανταστεί σε τι μπορεί να χρειάζονταν οι φρουροί εδώ κάτω. Οι άντρες στέκονταν ακίνητοι και ακουμπούσαν τα χέρια τους στις λαβές των ανεστραμμένων σπαθιών τους.

«Λώντιρ…» είπε ο Κάβμαρ.

Το Χέρι δε σηκώθηκε από το κάθισμά του. «Καλώς όρισες, Έπαρχε. Κάθισε.»

Καλώς όρισες; Κάθισε; Ετούτη ήταν η πρώτη φορά που ο Κάβμαρ τον είχε ακούσει να του μιλάει στον ενικό· ωστόσο, αποφάσισε να μην το σχολιάσει. Πήρε θέση αντίκρυ του Χεριού, λέγοντας: «Για να με φέρνεις εδώ άρον-άρον, υποθέτω ότι κάτι άσχημο συμβαίνει.… κάτι δεν πρέπει να πηγαίνει καλά με το σχέδιό μας.»

«Όχι, Έπαρχε,» αποκρίθηκε ο Λώντιρ. «Όλα πάνε καλά με το σχέδιό μου. Έχω απλώς κάποιες απορίες.»

Το σχέδιό μου. Ο ενικός αριθμός δεν διέφυγε του Κάβμαρ. Το σχέδιό ΜΟΥ. Τι προσπαθούσε να δείξει τώρα ο… Απέθαντος; «Τι απορίες;»

«Για την ακρίβεια, η απορία μου είναι μία,» είπε το Χέρι. «Η Νουάλβορ, ετούτη τη στιγμή, βρίσκεται μέσα στη χούφτα του χεριού μου. Έχω κάνει συμφωνίες με ευγενείς και στρατιωτικούς· έχω τον απόλυτο έλεγχο της Δυτικής Περιφέρειας· έχω τον έμμεσο έλεγχο όλων των υπόλοιπων περιφερειών· ελέγχω ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει από τις πύλες και το λιμάνι… Το ερώτημα είναι: Σε τι χρειάζομαι εσένα, Κάβμαρ;»

Τα μάτια του Έπαρχου στένεψαν, απειλητικά. «Δεν αντιλαμβάνομαι την απορία σου, Λώντιρ.»

Το Χέρι γέλασε. «Ω, μα νομίζω πως την αντιλαμβάνεσαι, Έπαρχε, και μάλιστα πλήρως. Όταν μπορώ εγώ να είμαι ο διαφεντευτής ετούτης της πόλης, σε τι σε χρειάζομαι;»

«Έχεις τρελαθεί;» μούγκρισε ο Κάβμαρ. «Θα μου πεις ότι αποσκοπείς να καθίσεις και στο θρόνο; Ποιος πιστεύεις ότι θα σε δεχτεί; Δεν είσαι ευγενής· είσαι ένας κακοποιός! Το γεγονός ότι αυτοαποκαλείσαι ‘Απέθαντος’ και είσαι Αρχιερέας σε τούτη τη θλιβερή γωνιά της πρωτεύουσας, δεν αλλάζει τίποτα για όλο το υπόλοιπο Βασίλειο!»

Ένα λεπτό μειδίαμα έπαιξε πάνω στα χείλη του Χεριού. «Είσαι αληθινά διασκεδαστικός, Κάβμαρ. Έχεις την πεποίθηση ότι η ευγενική σου καταγωγή σε ξεχωρίζει από εμένα. Όμως,» η ματιά του Λώντιρ κάρφωσε τον Έπαρχο, «το ίδιο αίμα κυλά στις φλέβες μας.»

Πώς τολμάει, ο αναιδής λεχρίτης; σκέφτηκε ο Κάβμαρ. Ο ελεεινός μπάσταρδος γιος πουτάνας!

«Δεν… αποσκοπώ, όπως το έθεσες, να καθίσω στο θρόνο. Αποσκοπώ να σωριάσω τον θρόνο στον πυθμένα της θάλασσας· ή, μάλλον, να τον δώσω στον Νουτκάλι, για να κάνει ό,τι θέλει μ’αυτόν. Ο τρόπος εξουσίας στο Νόρβηλ θ’αλλάξει–»

«Χα-χα-χα-χα!» τον διέκοψε ο Κάβμαρ, πραγματικά διασκεδασμένος. «Χα-χα-χα-χα!… Δεν ξέρεις τι στα Οκτώ Κέρατα του Σάλ’γκρεμ’ρωθ λες, Λώντιρ. Τα μυαλά σου έχουν γεμίσει με θαλασσινό αέρα, καημένε μου φίλε–»

«Έτσι νομίζεις;» Θυμός φάνηκε τώρα στο πρόσωπο του Χεριού. «Θα έπρεπε να ήσουν εδώ όταν ο Νουτκάλι μού έδωσε την προφητεία!»

«Ποια προφητεία;»

«Μετά από την καταστροφή του νεκραδελφού του Νεκρομέμνονος, μου μίλησε, επιτέλους, γι’αυτό που ήθελα. Ο Ράζλερ έχει προδεί το τέλος σας, Έπαρχε. Ω ναι, έχει προδεί το τέλος της εξουσίας σας στο Νόρβηλ–»

«Σε ποιων την εξουσία αναφέρεσαι, δαιμονισμένε;» γρύλισε ο Κάβμαρ.

«Των ευγενών,» εξήγησε ο Λώντιρ, καθώς σηκωνόταν απ’τη θέση του. «Μια νέα εποχή θα αρχίσει τώρα· και εγώ θα είμαι ο πρωτεργάτης!»

Ο Κάβμαρ ορθώθηκε, επίσης. «Δε θα κάτσω εδώ ν’ακούω αυτές τις αηδίες. Και αμφιβάλλω ότι ο Νουτκάλι σού είπε–»

«Μην αμφιβάλλεις.»

«Άλλα μου έλεγε εμένα.»

«Σε χρησιμοποιούσε, ηλίθιε!» φώναξε ο Λώντιρ. «Σε χρησιμοποιούσε για να φέρει την αλλαγή!

»Συλλάβετέ τον!» πρόσταξε τους φρουρούς του.

Ο Κάβμαρ είδε τους σπαθοφόρους να ορθώνουν τα ξίφη τους και να έρχονται προς το μέρος του. Ήξερε ότι έπρεπε να ενεργήσει γρήγορα, αν ήταν να γλιτώσει από τούτη την παγίδα θανάτου. Τράβηξε ένα στιλέτο μέσα απ’τα ρούχα του και χίμησε καταπάνω στο Χέρι. Αν κατάφερνε να ακινητοποιήσει τον Λώντιρ και να τον απειλήσει….

Ο Αρχιερέας του Σάλ’γκρεμ’ρωθ, όμως, δεν πιάστηκε απροετοίμαστος. Άρπαξε τον καρπό του Κάβμαρ και παραμέρισε τη λεπίδα, ενώ οι φρουροί του περιτριγύριζαν τον Έπαρχο, θέτοντας τις αιχμές των σπαθιών τους γύρω απ’το λαιμό του.

Ο Λώντιρ οπισθοχώρησε μερικά βήματα, γελώντας. «Είμαι ο Απέθαντος, Κάβμαρ· δεν μπορείς να με σκοτώσεις! Έχω ήδη πεθάνει μία φορά, και δεύτερη δεν πεθαίνει κανείς!»

«Θα πεθάνεις χίλιους θανάτους γι’αυτή σου την ηλίθια έπαρση, άθλιο υποκείμενο!» σφύριξε ο Έπαρχος της Νέλβορ.

«Αν είναι να συμβεί, ας συμβεί,» αποκρίθηκε ο Λώντιρ. «Εσύ, όμως, δε θα είσαι μαζί μας για να το δεις. Σου έχω ετοιμάσει έναν εξαίρετο θάνατο, Κάβμαρ. Είμαι βέβαιος ότι θα τον εκτιμήσεις.» Και προς τους φρουρούς: «Αφοπλίστε τον, δέστε τον, και φέρτε τον στην έξοδο.» Βγήκε απ’το καθιστικό.

Ο Κάβμαρ ήταν μουδιασμένος, καθώς οι φρουροί τού έπαιρναν το στιλέτο και του έκαναν σωματική έρευνα, μήπως έκρυβε κανένα άλλο όπλο επάνω του. Ασφαλώς, δεν βρήκαν τίποτα· ο Έπαρχος δεν είχε έρθει εδώ προετοιμασμένος για μάχη, ούτε για προδοσία. Ήμουν ανόητος που τον εμπιστεύτηκα. Πώς έκανα εγώ τέτοιο λάθος;…

Οι φρουροί τού έδεσαν τα χέρια πίσω απ’την πλάτη και τον έβγαλαν από το καθιστικό και από το υπόγειο, οδηγώντας τον μέσα στον Ναό του Σάλ’γκρεμ’ρωθ, μέχρι που έφτασαν στην έξοδο. Εκεί, δύο άλλοι φύλακες άνοιξαν την πόρτα, και οι συνοδοί του Κάβμαρ τον έσπρωξαν έξω, στο δρόμο, και τον ακολούθησαν, εξακολουθώντας να βρίσκονται γύρω του.

Το Χέρι τον περίμενε μέσα στο λυκόφως του παράξενου ανήλιαγου ουρανού, φορώντας κάπα και κουκούλα.

«Πού με πηγαίνεις;» απαίτησε εκείνος. Η φωνή του δεν έτρεμε, αν και θα όφειλε να τρέμει. Ο Έπαρχος δεν είχε συνειδητοποιήσει ακόμα ότι όλα τούτα ήταν αληθινά· του μοιάζανε με εφιάλτη. Ο νους του είχε μουδιάσει, όπως και το σώμα του…

«Έχεις ακούσει για ένα μέρος που ονομάζεται ‘Πνιχτήριο’;» ρώτησε το Χέρι, καθώς ξεκινούσαν να βαδίζουν.

Ο Κάβμαρ δεν το είχε ακούσει, αλλά δε μίλησε. Έπρεπε να βάλει το μουδιασμένο του μυαλό να λειτουργήσει. Πώς μπορούσε να ξεφύγει από εδώ; Πώς μπορούσε να ξεφύγει; Πάντοτε αντιπαθούσε αυτές τις απρόσμενες καταστάσεις! Τα πράγματα πηγαίνουν καλά όταν τα έχεις σχεδιάσει. Κι έκανα τρομερό λάθος με τον Λώντιρ, το οποίο τώρα πληρώνω

«Προφανώς, δεν το έχεις ακούσει,» συνέχισε το Χέρι. «Είναι μια ευγενική προσφορά του αγαπητού Βάκναν. Μοιράζεται τα πάντα μαζί μου, και κάνουμε καλές δουλειές.»

Δεν μπορεί να τελειώσει έτσι! Δεν μπορεί! Δε θα το αφήσω να τελειώσει έτσι!

«Αλλ’ας μη σε κουράζω, λίγες ώρες πριν το θάνατό σου, Έπαρχε. Εξάλλου, δε θα ήθελα να σου χαλάσω την έκπληξη.»

Το Χέρι και οι άνθρωποί του πέρασαν τον Κάβμαρ μέσα από δρόμους της Δυτικής Περιφέρειας, άγνωστους για εκείνον. Η δυσωδία κυριαρχούσε σε όλα τα μέρη όπου βάδιζαν, ενώ το πλακόστρωτο και οι τοίχοι των χτιρίων ήταν σε μαύρα χάλια. Ο Έπαρχος τα παρατηρούσε τούτα όπως δε θα τα παρατηρούσε ποτέ άλλοτε στη ζωή του, καθώς προσπαθούσε να βρει έναν τρόπο διαφυγής. Ωστόσο, το περιβάλλον δεν του πρόσφερε καμία ευκαιρία. Ή εγώ δεν καταφέρνω να τη δω. Αν είχα έστω κάποιο χρόνο, θα σχεδίαζα κάτι· μα έτσι δεν προλαβαίνω! Αισθανόταν το σφυγμό του να έχει επιταχυνθεί. Προσπάθησε να παλέψει με τα σκοινιά του, αλλά είδε ότι δεν μπορούσε να τα χαλαρώσει· οι φρουροί τα είχαν δέσει πολύ σφιχτά, σε σημείο που του έκοβαν το αίμα.

«Ιδού το Πνιχτήριο!» είπε ο Λώντιρ, όταν έφτασαν κοντά στην όχθη του ποταμού.

Ο Κάβμαρ κοίταξε κάτω, όπου κοίταζε και το Χέρι, και είδε μια σιδερένια σχάρα. Ένας φρουρός έσκυψε, ξεκλείδωσε το λουκέτο, και την άνοιξε.

Ο Λώντιρ καθάρισε το λαιμό του. «Αυτό, Έπαρχε Κάβμαρ,» είπε επίσημα, «είναι ένα υπέροχο μέρος το οποίο λειτουργεί ως εξής: Σε δένουμε χειροπόδαρα, σε φιμώνουμε, και σε ρίχνουμε μέσα. Μετά, ανοίγουμε εκείνη τη βαλβίδα που βλέπεις στο πλάι, οπότε το νερό του ποταμού αρχίζει, σιγά-σιγά, να γεμίζει το λάκκο. Τέλος, κλείνουμε και λουκετώνουμε τη σχάρα, φεύγοντας και αφήνοντάς σε να πνίγεις με την ησυχία σου. Δεν είναι υπέροχο το μυαλό που σκέφτηκε αυτό το πράγμα;»

Ο Κάβμαρ δεν πρόλαβε ν’αποκριθεί, γιατί ένας από τους φρουρούς τον φίμωσε, χώνοντας ένα πανί στο στόμα του και δένοντάς το. Ύστερα, δύο άλλοι τον άρπαξαν από τα πόδια, ενώ ένας τρίτος τον κρατούσε από τις μασκάλες. Ο Έπαρχος προσπάθησε να τους κλοτσήσει, μα δεν κατάφερε και πολλά. Πέρασαν ένα σκοινί γύρω από τους αστραγάλους του και το έδεσαν, δυνατά.

ΟΧΙ! Δεν μπορεί να τελειώσει έτσι! Δεν μπορεί να τελειώσει έτσι!

Τον κατέβασαν μέσα στο Πνιχτήριο, όπου κάποιος είχε ήδη ανοίξει τη βαλβίδα και το νερό γέμιζε το λάκκο, με αργό ρυθμό. Ο Κάβμαρ μούγκρισε, δαγκώνοντας το φίμωτρό του.

Η σχάρα έκλεισε από πάνω του, και το λουκέτο κλειδώθηκε.

«Έπαρχε Κάβμαρ,» είπε το Χέρι, στεκόμενο από πάνω του, «θα σε χαιρετήσω με έναν ιδιαίτερο τρόπο.» Ξεκούμπωσε το παντελόνι του και άρχισε να κατουρά μέσα στο λάκκο.

Ο Κάβμαρ έστρεψε το πρόσωπό του αλλού, αλλά δεν μπορούσε να αποφύγει τα καυτά ούρα που έπεφταν στο κεφάλι του, έβρεχαν τα μαλλιά του, και κυλούσαν στο λαιμό του, περνώντας μέσα από τα ρούχα του.

«Χα-χα-χα-χα-χα!» γέλασε το Χέρι, τινάζοντας το όργανό του και βάζοντάς το πάλι στο παντελόνι του. «Αντίο! Αντίο, καλέ μου φίλε!» Και απομακρύνθηκε· τα μποτοφορεμένα του πόδια ηχούσαν πάνω στις ραγισμένες πλάκες.

«Εσύ,» τον άκουσε να λέει ο Κάβμαρ. «Φύλαγέ τον, μέχρι που να τα τινάξει.»

Ύστερα, βήματα ακούστηκαν ν’απομακρύνονται· και, όταν ο υπόκωφός τους θόρυβος χάθηκε από τ’αφτιά του Έπαρχου, ο ήχος του νερού κυριάρχησε, καθώς το υγρό περνούσε απ’το σωλήνα και γέμιζε, αργά-αργά, το λάκκο.

Ο Κάβμαρ μούγκρισε, παλεύοντας με τα δεσμά του· μάταια, όμως. Δάγκωσε το φίμωτρό του, προσπαθώντας να το βγάλει· το πίεσε με τη γλώσσα του. Τίποτα. Το μόνο που κατάφερε ήταν ν’αρχίσει να βήχει, σπασμωδικά.

Αν, τουλάχιστον, μπορούσε να μιλήσει, ίσως κατόρθωνε να δωροδοκήσει τον φύλακα από πάνω του. Αλλά ο τρισκατάρατος Λώντιρ δεν του είχε αφήσει ούτε τούτη τη δυνατότητα. Ο άθλιος, ο ελεεινός, ο θλιβερός, ο κερατοκαρφωμένος μπάσταρδος!

Πρέπει να βγω απο δώ μέσα, μόνο και μόνο για να τον κάνω κομμάτια με τα ίδια μου τα χέρια! Ο Κάβμαρ πάλεψε πάλι με τα δεσμά του· και πάλι δεν κατάφερε τίποτα, εκτός απ’το να ματώσει τη σάρκα του.

Απέτυχα… σκέφτηκε. Απέτυχα…

*

Ο άντρας στεκόταν φρουρός πάνω από το Πνιχτήριο, με το σπαθί του γυμνολέπιδο και ανεστραμμένο, και τα χέρια του ακουμπισμένα στη λαβή. Δεν του άρεσε ετούτη η δουλειά· τη βαριόταν. Μέχρι το νερό να γεμίσει αυτή την καταραμένη τρύπα, θα περνούσαν ώρες…

Δεν μπορούσε ο Αρχιερέας να διαλέξει κάποιον άλλο; Ή δεν μπορούσε απλά να τον σκοτώσει τον Έπαρχο και να ξεμπερδεύει μαζί του; Μια σπαθιά στο λαιμό θα τον έβγαζε απ’τη μίζερη ζωή του πολύ πιο γρήγορα.

Αλλά εκεί ήταν το θέμα, υπέθετε ο φρουρός· ο Απέθαντος ήθελε να κάνει τον ευγενή να υποφέρει, ώσπου να ξεψυχήσει. Γιατί, όμως, να διαλέξει εμένα για να τον φυλάω; Κούνησε το κεφάλι. Πάντα γκαντέμης είμαι…

Μια σκιερή φιγούρα παρουσιάστηκε πίσω του, χωρίς εκείνος να την έχει προσέξει. Τον πλησίασε, αθόρυβα. Του έκλεισε το στόμα, με το δεξί χέρι, και του έσχισε το λαιμό, με το αριστερό.

Ο Ζάνμελ περίμενε τον φρουρό να πεθάνει και, ύστερα, τον άφησε να πέσει στο πλακόστρωτο. Σκούπισε το ξιφίδιό του, με την άκρη της κάπας του, και ζύγωσε τη σχάρα όπου οι κακοποιοί είχαν ρίξει τον άντρα που εκείνος ο κουκουλοφόρος είχε αποκαλέσει Έπαρχο Κάβμαρ.

Ο φιμωμένος ύψωσε το κεφάλι και τον κοίταξε, με γουρλωμένα μάτια.

Ο Ζάνμελ τράβηξε το σπαθί του και έσπασε το λουκέτο, μ’ένα καλοζυγιασμένο χτύπημα. Έπειτα, θηκάρωσε πάλι το όπλο και γονάτισε στο ένα γόνατο, ανοίγοντας τη σχάρα. Με το δεξί χέρι έλυσε το φίμωτρο του δεμένου άντρα, τραβώντας το απ’το στόμα του κι αφήνοντάς τον να μιλήσει.

Εκείνος έβηξε, και ρώτησε: «Ποιος είσαι;»

«Ο Έπαρχος Κάβμαρ;» είπε ο Ζάνμελ.

Ο Κάβμαρ δίστασε λίγο ν’αποκριθεί· μετά, αποφάσισε ότι δεν είχε τίποτα να χάσει. «Ναι.»

«Πώς βρέθηκες εδώ;»

«Με πρόδωσαν. Βοήθησέ με, και θα σε ανταμείψω καλά.»

«Σε είδα να σε βγάζουν απ’το Ναό του Σάλ’γκρεμ’ρωθ. Τι ξέρεις για έναν άνθρωπο που ονομάζεται ‘το Χέρι’;»

«Το Χέρι ήταν που μ’έφερε εδώ,» έτριξε τα δόντια ο Κάβμαρ.

«Το Χέρι; Ο κουκουλοφόρος ήταν το Χέρι

«Ναι. Τον ξέρεις;»

Έπρεπε να το είχα καταλάβει! σκέφτηκε ο Ζάνμελ, και αισθάνθηκε την απουσία του Χέντραμ πολύ έντονα, παρότι νόμιζε ότι είχε ξεπεράσει την απώλειά του. Αν είχε τον νεκραδελφό του μαζί, δε θα γίνονταν τέτοια λάθη. Θα ήξερε ότι ο κουκουλοφόρος ήταν ο στόχος του!

«Βγάλε με απο δώ,» είπε ο Κάβμαρ, βλέποντάς τον να διστάζει. «Λύσε με, και θα τα πούμε όλα, μετά.»

«Συνεργαζόσουν με το Χέρι και σε πρόδωσε, έτσι;»

«Δε συνεργαζόμουν απλώς. Ο Λώντιρ ήταν το δικό μου Χέρι στη Νουάλβορ!» Η οργή ήταν έκδηλη στα μάτια του.

Το δικό σου Χέρι; απόρησε ο Ζάνμελ. Νόμιζα ότι ήταν το Χέρι του Νουτκάλι…

«Ποιος είσαι;» ρώτησε ο Κάβμαρ. «Σίγουρα, δεν είσαι μαζί του… δεν είσαι με τον Λώντιρ.»

«Έπαρχε Κάβμαρ,» είπε ο Ζάνμελ, «έχω αναλάβει τη δολοφονία του Χεριού.»

«Ποιος σε πληρώνει;» απόρησε εκείνος.

«Κανείς. Αλλά θα σε χρειαστώ.» Έπιασε τον Κάβμαρ από τις μασκάλες κι άρχισε να τον τραβά επάνω. Όταν τον είχε βγάλει από το λάκκο, έκοψε τα δεσμά στα χέρια και στα πόδια του, κι εκείνος ορθώθηκε, αν και με κάποια δυσκολία.

«Αποκλείεται να μη σε πληρώνει κανένας. Είμαι βέβαιος, όμως, ότι μπορώ να σου προσφέρω πολύ περισσότερα από τον εργοδότη σου. Πόσα σου δίνει;»

«Δεν έχω εργοδότη. Όχι πλέον.»

«Σε έδιωξε; Γιατί;»

«Δε με έδιωξε. Έφυγα.»

«Πώς σε λένε;»

«Ζάνμελ.»

Ο Κάβμαρ κοίταξε τον νεκρό φρουρό με το κομμένο λαρύγγι. «Και είσαι επαγγελματίας, υποθέτω…»

«Είμαι.»

«Τι κάνεις, λοιπόν, χωρίς εργοδότη; Προσλαμβάνεσαι, Ζάνμελ. Θέλω να σκοτώσεις το Χέρι, για εμένα.»

«Έπαρχε Κάβμαρ,» είπε ο Ζάνμελ, «δεν είσαι από τους ανθρώπους που συμπαθώ. Απ’ό,τι ξέρω, υπηρετείς τον Νουτκάλι κι εσύ, όπως και το Χέρι.»

Τα μάτια του Κάβμαρ διαστάλθηκαν. «Τι; Πώς το ξέρεις; Πώς ξέρεις για… για τον Νουτκάλι;»

«Το όνομα Νεκρομέμνων σού λέει τίποτα;»

Ο Έπαρχος ξεροκατάπιε. «Ναι,» είπε, σιγανά.

«Κι εμένα, κάποτε, κάτι μου έλεγε,» αποκρίθηκε ο Ζάνμελ.

«Ποιος ήταν ο παλιός σου εργοδότης;» ρώτησε ο Κάβμαρ. «Η Αρχόντισσα Ρικέλθη; Η Πριγκίπισσα Νιρκένα;»

«Καλύτερα να φύγουμε απο δώ,» είπε ο Ζάνμελ, «προτού το Χέρι αντιληφτεί την απουσία σου, Έπαρχε.»


Κεφάλαιο 7
Λύπη, Κούραση, και Νέα Εξουσία

 

Μακελειό επικρατούσε στην αίθουσα του θρόνου.

Ο Φένταρ έψαξε, με το βλέμμα, για τη Χρυσοδάκτυλη, καθώς οι μαχητές του περνούσαν από δεξιά κι αριστερά του, επιτιθέμενοι στους στρατιώτες του Αρχιστράτηγου Σάνλον, οι οποίοι είχαν, κάπως, καταφέρει να ξεγελάσουν, ή μάλλον να ξεπαστρέψουν, τους σκοπούς του Έπαρχου Τάκμιν και να εισβάλουν στη βασιλική αίθουσα. Ο Φένταρ είχε συναντήσει νεκρούς φρουρούς, ερχόμενος προς τα εδώ.

Τώρα, όμως, τον απασχολούσε να βρει τη Χρυσοδάκτυλη μέσα σε τούτο τον πορφυρόχρωμο χαλασμό. Είχε καταφέρει να φτάσει ζωντανή, η παλαβή Μιρλίμια;

«Θα πάω από τη μαρκίζα, και θα μπω απ’το παράθυρο,» του είχε πει, όταν είδαν ότι η πόρτα που οδηγούσε στην αίθουσα ήταν αμπαρωμένη.

«Όχι· μείνε εδώ,» είχε διαφωνήσει ο Φένταρ· εκείνη, όμως, τον είχε αγνοήσει, απομακρυνόμενη απ’αυτόν και τους μαχητές του.

Ο Ωθράγκος κινήθηκε μέσα στη μεγάλη αίθουσα. Πού είσαι, Χρυσοδάκτυλη; Πού είσαι;

Μια γυναίκα τού επιτέθηκε, κι εκείνος απέκρουσε και πετάχτηκε πίσω. Η πολεμίστρια ήταν ψηλή (για Ρουζβάνη) και ντυμένη με αλυσιδωτή αρματωσιά. Στ’αριστερό χέρι κρατούσε ασπίδα, στο δεξί ξίφος. Το κράνος της είχε προστατευτικά ελάσματα για τα μάγουλα και τη μύτη· τα μακριά, μαύρα της μαλλιά ξεπρόβαλλαν από τις άκριές του και χύνονταν στους ώμους της. Ήταν ελαφριά τραυματισμένη στον αριστερό μηρό, πράγμα το οποίο δεν έμοιαζε να παρακωλύει ιδιαίτερα τις κινήσεις της.

Ο Φένταρ τη βρήκε αξιόλογη αντίπαλο, καθώς μαχόταν μαζί της· αναμφίβολα, κάποια διοικήτρια μέσα στο στρατό του Σάνλον. Ήταν, όμως, βιαστική, ή ίσως να είχε παραδοθεί υπερβολικά στη μάνητα της μάχης· σπάθιζε και ξανασπάθιζε εναντίον του Ωθράγκος, με τρόπο που, σίγουρα, στο τέλος, θα κούραζε τον εαυτό της. Ο Φένταρ απέκρουε, με την ασπίδα του, πισωπατώντας, περιμένοντας τη στιγμή που η αντίπαλός του θ’αφηνόταν ακάλυπτη, για να τη χτυπήσει.

Δεν άργησε, όμως, να διαπιστώσει ότι η Ρουζβάνη τον οδηγούσε προς ένα επικίνδυνο σημείο. Ρίχνοντας μια γρήγορη ματιά πάνω απ’τον ώμο του, είδε τρεις δορυφόρους του Σάνλον να αποτελειώνουν δύο εχθρούς τους. Κι εγώ θα είμαι το επόμενό τους θύμα. Όχι κι άσχημη η τακτική σου, φιλενάδα, αλλά δε θα πιάσει…

Ο Φένταρ έπαψε, ξαφνικά, να υποχωρεί, κρατώντας σταθερή την ασπίδα του. Το σπαθί της πολεμίστριας –η οποία, προφανώς, νόμιζε ότι ο αντίμαχός της θα υποχωρούσε πάλι– κατέβηκε, με δύναμη, και καρφώθηκε πάνω στο αμυντικό όπλο του Ωθράγκος. Και δεν μπορούσε αμέσως να ξεκαρφωθεί· οπότε, ο Φένταρ άδραξε την ευκαιρία κι επιχείρησε να διαπεράσει τη Ρουζβάνη… η οποία απέκρουσε με τη δική της ασπίδα.

Αντιδρά γρήγορα!

Ο Φένταρ την έσπρωξε όπισθεν, καθώς τα όπλα τους ήταν μπλεγμένα. Η γυναίκα έχασε την ισορροπία της και έπεσε· η λαβή του σπαθιού της –που ήταν ακόμα καρφωμένο στην ασπίδα του αντιπάλου της– γλίστρησε απ’το χέρι της. Ο Ωθράγκος σπάθισε κάθετα προς το στέρνο της, αλλά εκείνη απέκρουσε και απομάκρυνε το ξίφος του. Άπλωσε το δεξί της χέρι και τράβηξε ένα ξιφίδιο από τη μπότα της. Την ίδια στιγμή, όμως, η ασπίδα του Φένταρ τη χτύπησε στο πλάι του κεφαλιού. Ένα δυνατό κλανκ! ακούστηκε, καθώς μέταλλο συνάντησε μέταλλο, και η Ρουζβάνη έπεσε στο πλάι και κοπάνησε, βίαια, στο πάτωμα, χάνοντας τις αισθήσεις της.

Ο Φένταρ ύψωσε το ξίφος του, για να της δώσει το τελειωτικό χτύπημα· το μετάνιωσε, όμως, και δεν την κάρφωσε. Την προσπέρασε, συνεχίζοντας την αναζήτησή του για τη Χρυσοδάκτυλη.

Και την είδε!

Η Μιρλίμια βρισκόταν κοντά στο βάθρο του Θρόνου του Αετού, γονατισμένη πάνω από κάποιον νεκρό ή τραυματία. Ο ίδιος ο Θρόνος του Αετού δεν υπήρχε· είχε κομματιαστεί και τα κομμάτια του είχαν απλωθεί τριγύρω.

Ο Φένταρ πλησίασε, γρήγορα, σκοτώνοντας έναν εχθρικό στρατιώτη στο διάβα του.

Η Χρυσοδάκτυλη τον αντιλήφτηκε, και στράφηκε. Ήταν γονατισμένη πάνω από τη Νίθρα, η οποία είχε δύο βέλη καρφωμένα στο σώμα της: ένα στον ώμο κι ένα στην κνήμη.

«Τα κατάφερες, τελικά,» είπε ο Ωθράγκος.

«Αν δεν τα είχα καταφέρει, θα την είχε σκοτώσει,» αποκρίθηκε η Μιρλίμια, δείχνοντας, με το βλέμμα της, ένα πτώμα.

Ο Φένταρ κοίταξε εκεί και είδε τον Αρχιστράτηγο Σάνλον. Ύστερα, έστρεψε την προσοχή του στη Νίθρα, η οποία φαινόταν μισολιπόθυμη.

«…Φένταρ,» ψέλλισε, κάνοντάς του νόημα να έρθει κοντά της.

Εκείνος γονάτισε στο ένα γόνατο.

«…Ο Τάκμιν… Δες…»

«Πού είναι;»

«…Εκεί…» Το αριστερό της χέρι σηκώθηκε και έδειξε. Ύστερα, λιποθύμησε.

«Πρόσεχέ τη, Χρυσοδάκτυλη,» είπε ο Φένταρ.

«Κανείς δε θα την πλησιάσει,» αποκρίθηκε εκείνη· κι ο Ωθράγκος δεν το αμφισβητούσε.

Σηκώθηκε όρθιος και πλησίασε τον Έπαρχο Τάκμιν, ο οποίος είχε τρία βέλη καρφωμένα επάνω του, αλλά δεν είχε χάσει τις αισθήσεις του. Τα δόντια του έτριζαν από τον πόνο. Ιδιαίτερα έμοιαζε να τον ενοχλεί το βλήμα που ήταν μπηγμένο στα πλευρά του, γιατί το κρατούσε και με τα δύο χέρια.

Ο Φένταρ φοβήθηκε μην το τραβήξει. Γονάτισε πλάι του και είπε: «Άρχοντά μου, όχι. Μην το κάνετε αυτό.» Αφήνοντας το σπαθί του παραδίπλα, προσπάθησε ν’απομακρύνει τα χέρια του Τάκμιν από το βέλος. «Θα το βγάλουν οι θεραπευτές.»

Ο Τάκμιν βόγκησε, αλλά υπάκουσε. «Φένταρ;…»

«Ναι, Άρχοντά μου;»

«…Η Νίθρα… ζωντανή;»

«Ναι. Πώς εισέβαλαν εδώ, Άρχοντά μου;»

«Δεν ξέρω –οι Λυκοκαταραμένοι μπάσταρδοι!…»

«Θα τους νικήσουμε,» τον διαβεβαίωσε ο Φένταρ. «Η σύγκρουση τελειώνει, και οι θεραπευτές θα έρθουν. Ο Αρχιστράτηγος Σάνλον είναι ήδη νεκρός.»

«…Ποιος τον…;»

«Η Χρυσοδάκτυλη.»

«Αα…»

Ο Φένταρ πήρε το σπαθί του από κάτω και ορθώθηκε. Το μακελειό στην αίθουσα του θρόνου έφτανε στο τέλος του, και ο Στρατάρχης Ρέλγκριν ζύγωνε, μαζί με τέσσερις πολεμιστές του, περνώντας ανάμεσα από κουφάρια και πατώντας μέσα σε λίμνες αίματος.

«Φένταρ!» φώναξε. «Τι κάνεις εκεί; Κοιτάς, όσο εμείς σκοτωνόμαστε;»

Τι ΗΛΙΘΙΟΣ άνθρωπος που είναι! σκέφτηκε ο Ωθράγκος, οργισμένος από τα λόγια του Στρατάρχη. «Φυλάω τον Άρχοντά σας καλύτερα από εσάς!» αντιγύρισε, παραμερίζοντας, ώστε να δουν τον χτυπημένο Τάκμιν.

Τα μάτια του Ρέλγκριν γούρλωσαν. «Έπαρχε!» αναφώνησε, πλησιάζοντας ταχύτερα. «Φύγε από τη μέση, Ωθράγκος!» Και προς τους στρατιώτες του: «Φέρτε τους θεραπευτές! Και βρείτε τη Νίθρα Ρίνκιλ! Θέλω να–»

«Εδώ είναι η Νίθρα,» τον πληροφόρησε ο Φένταρ, θηκαρώνοντας το ξίφος του και δείχνοντας.

Το πρόσωπο του Στρατάρχη χλόμιασε, αντικρίζοντας τη Ρουζβάνη, που είχε δύο βέλη καρφωμένα επάνω της και ήταν τυλιγμένη στο αίμα, με τα μάτια κλειστά.

«…Νεκρή;» είπε, σαν κάτι να τον έπνιγε.

«Δεν είναι νεκρή. Λιπόθυμη μόνο.»

«Έπρεπε να την είχες προστατέψει καλύτερα! Αυτή δεν είναι η δουλειά σου;» του μούγκρισε ο Ρέλγκριν· και, ύστερα, ζύγωσε τη Νίθρα και γονάτισε δίπλα της, αγνοώντας τον.

Ο άνθρωπος είναι τελείως παλιάτσος, συλλογίστηκε ο Φένταρ.

*

…Φτεροκοπήματα.

Κοίταξε επάνω, για να δει ένα πουλί, έναν αετό, να πετά στα ουράνια, που φαίνονταν από την ανοιχτή οροφή της αίθουσας. Η κορόνα έπεσε απ’τα νύχια του και ήχησε στο πάτωμα, δυνατά, διαπεραστικά. Η Νίθρα αισθάνθηκε το έδαφος να σείεται από κάτω της. Τα πόδια της έτρεμαν. Κάτι ακουγόταν να σέρνεται από μακριά…

Έτρεξε, κι άρχισαν να την κυνηγάνε ανάμεσα σε ψηλές κολόνες. Οι Λεπιδοφόροι Γέρακες! Τα ξίφη τους κινούνταν σαν θύελλα.

«…Όχι!»

Έπρεπε να τους κρυφτεί! Κατέβηκε μια σκάλα, λαχανιασμένη. Τα πόδια της εξακολουθούσαν να τρέμουν· η γη εξακολουθούσε να σείεται από κάτω της. Προχώρησε μέσα σ’ένα ημιφωτισμένο πέρασμα, ενώ ο ώμος της τη βάραινε.

Το σούρσιμο!

Η Νίθρα στράφηκε, και είδε την Καλβάρθα μέσα σ’ένα κελί, να σέρνεται. Τα μάτια της έκπτωτης Βασίλισσας ατένιζαν ασάλευτα την ξαδέλφη της.

Λύκοι αλυχτούσαν.

Η Νίθρα έτρεξε, αλλά τα πόδια της ήταν ασήκωτα. Υπήρχαν λάσπες κάτω. Έπεσε, και συνέχισε να πέφτει… σε μια άβυσσο.

«Άλαντμιν!…»

Άπλωσε το χέρι της, για να πιαστεί.

«Εδώ είμαι.»

Τα δάχτυλά του άγγιξαν τα μαλλιά της, μα δεν την έπιασε. Το χέρι του δε συνάντησε το δικό της.

«Μη μ’αφήνεις!»

Βούτηξε στη θάλασσα. Άκουσε τον Θρόνο του Αετού να κομματιάζεται και ένα παντοδύναμο βουητό να σηκώνεται. Η θάλασσα ήταν παγωμένη. Τη μούδιαζε. Και την έπνιγε, αλλά ο λαιμός της ήταν ξερός –καιγόταν–, και δεν μπορούσε να φωνάξει.

«Εδώ είμαι, αγάπη μου.»

Ένα χέρι στο μέτωπό της.

Η Νίθρα τραντάχτηκε σύγκορμη, και τα μάτια της άνοιξαν. Είδε το πρόσωπο του Άλαντμιν. Εκείνος πήρε το χέρι του από το μέτωπό της, ατενίζοντας τη σιωπηλά.

Δεν είμαι στη θάλασσα, συνειδητοποίησε η Νίθρα, βλέποντας ότι βρισκόταν σ’ένα δωμάτιο, ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Ονειρευόμουν. Έχω πυρετό. Μπορούσε να καταλάβει ότι ψηνόταν.

«Πώς αισθάνεσαι;» τη ρώτησε ο Άλαντμιν.

«Λίγο νερό;» είπε, με δυσκολία, η Νίθρα. Τι ξερός που ήταν ο λαιμός της…

Ο Άλαντμιν τής έφερε ένα ποτήρι, και τη βοήθησε να πάρει μισοκαθιστή θέση επάνω στο κρεβάτι, βάζοντας δύο μαξιλάρια πίσω απ’την πλάτη της.

Η Νίθρα ήπιε, με βουλιμία. Ύστερα, ρώτησε: «Τι έγινε; Ο Τάκμιν;»

«Είναι τραυματισμένος, και σε άσχημη κατάσταση, απ’ό,τι ακούω,» απάντησε ο Άλαντμιν, καθισμένος πλάι της.

«Νικήσαμε;»

Ένευσε. «Ναι.»

Η Νίθρα έγειρε πάνω του, κι εκείνος την έσφιξε την αγκαλιά του, προσέχοντας τον τραυματισμένο της ώμο. «Σ’αγαπώ,» της ψιθύρισε, και τη φίλησε στον κρόταφο. «Όταν σε είδα έτσι…»

Η Νίθρα αισθάνθηκε δάκρυα να κυλάνε στα μάγουλά της και να φτάνουν αλμυρά στο στόμα της. «Με συγχωρείς, Άλαντμιν· δεν ήθελα να σε πληγώσω…»

«Μα τι λες τώρα; Δεν τραυματίστηκες σκόπιμα.»

«Δεν εννοώ αυτό. Λέω για τον Ρέλγκριν…»

Ο Άλαντμιν δε μίλησε· χάιδεψε τα πορφυρά της μαλλιά.

«Ήταν εδώ,» της είπε, ύστερα από λίγο. «Και δεν έλεγε να φύγει.» Υπήρχε θυμός στη φωνή του. «Τελικά, υποθέτω ότι η κούραση τον ανάγκασε να πάει να ξαπλώσει… ή ίσως να τον τρόμαξα.»

«Τσακωθήκατε;»

«Όχι. Όχι ακριβώς…»

Αυτό δεν ακούγεται καλό, σκέφτηκε η Νίθρα. «Μην του δίνεις σημασία,» είπε, σφίγγοντας το μανίκι του· «δεν είναι τίποτα για μένα.»

«Το ξέρω,» αποκρίθηκε ο Άλαντμιν. «Δεν έπρεπε να είχα κάνει φασαρία, έτσι κι αλλιώς.» Ξαναφίλησε τον κρόταφό της.

Η Νίθρα άλλαξε θέμα. «Ο Φένταρ; Η Χρυσοδάκτυλη;»

«Ούτε μια αμυχή δεν έχουν επάνω τους.»

«Τι ώρα είναι;»

«Περασμένα μεσάνυχτα. Για την ακρίβεια, σε καμια-δυο ώρες θ’ανατείλ– θα έρθει η αυγή.» Διόρθωσε τον εαυτό του, γιατί δεν υπήρχε πλέον ήλιος για ν’ανατείλει.

«Είπες ότι ο Τάκμιν είναι άσχημα χτυπημένος;» Η Νίθρα ανασηκώθηκε, για να πιει το νερό που απέμενε στο ποτήρι της.

«Ίσως να πεθάνει, δεν ξέρω… Τρία βέλη τον κάρφωσαν.»

«Κι εμένα δύο.»

«Το ένα τον βρήκε στ’αριστερά πλευρά, σ’επικίνδυνο μέρος. Έτσι λένε οι θεραπευτές.»

«Μου έσωσε τη ζωή, σ’το είπαν;»

«Όχι.»

«Μπήκε μπροστά και τους όρμησε, για να μη με τοξέψουν.» Η Νίθρα αισθανόταν ένα βάρος στο στήθος της και μια πικρή γεύση στο στόμα. Ήμουν, εξαρχής, αποφασισμένη να τον προδώσω, κι εκείνος έδωσε τη ζωή του για μένα… Δε γνώριζε τα σχέδιά της, βέβαια, αλλ’αυτό δεν είχε καμία σημασία. Η ενέργειά του ήταν τραγική. Τη γέμιζε με ενοχές.

Τι φρικτός, άθλιος άνθρωπος που έχω γίνει!…

Ακούμπησε το πρόσωπό της στον ώμο του Άλαντμιν, κλαίγοντας γοερά. Τρανταζόταν ολόκληρη, και ο δεξής της ώμος πονούσε.

«Τι είναι, Νίθρα; Τι έχεις;» τη ρώτησε ο Άλαντμιν. «Για τον Τάκμιν αυτός ο θρήνος;»

Εκείνη δεν του απάντησε αμέσως. Έκλαψε όσο ήθελε να κλάψει και, μετά, απομακρύνθηκε από την αγκαλιά του, ακουμπώντας την πλάτη της στα μαξιλάρια.

«Άλαντμιν,» είπε, χωρίς να τον κοιτάζει· είχε το βλέμμα της στραμμένο στο κουφωτό παράθυρο του δωματίου. «Νομίζεις ότι έχω γίνει απαίσια; Νομίζεις ότι έχω αλλάξει τόσο πολύ; Πες μου την αλήθεια.»

Εκείνος αναστέναξε. Δεν περίμενε ότι η Νίθρα θα τον ρωτούσε ποτέ κάτι τέτοιο. Αλλά αυτή δεν είναι η παλιά Νίθρα, έτσι, Άλαντμιν; σκέφτηκε. Είναι η παλιά και η καινούργια μαζί… Ναι, έχει αλλάξει· φυσικά και έχει αλλάξει. Παλιά, δε θα έκανε ποτέ τα πράγματα που κάνει τώρα. Αλλά… απαίσια; Η Νίθρα δεν μπορεί να είναι απαίσια–

«Γιατί δε μου απαντάς, Άλαντμιν;» του είπε. Τα χέρια της σφίχτηκαν κάτω απ’την κουβέρτα. Το βλέμμα της γλίστρησε από το παράθυρο στο χαλί και, μετά, στις φλόγες του τζακιού. Το βλέπει κι αυτός. Σίγουρα το βλέπει. Με απεχθάνεται; Μπορούσε ο Άλαντμιν να την απεχθάνεται; Πάντα ήταν βέβαιη πως ο Άλαντμιν την αγαπούσε…

«Σ’αγαπώ,» της αποκρίθηκε τώρα, σαν για να επικυρώσει τις σκέψεις της. «Γιατί με ρωτάς αυτό; Τι νόημα έχει;»

«Θέλω να ξέρω. Έχω γίνει απαίσια; Υπάρχουν στιγμής που με απεχθάνεσαι, Άλαντμιν;»

«Όχι,» απάντησε εκείνος, «ποτέ.» Αλλά σκέφτηκε: Ίσως, κάποιες στιγμές… όμως ετούτη είναι ταραγμένη περίοδος. Όλοι δεν έχουμε αγριέψει λίγο; Όλοι δεν έχουμε χάσει τον εαυτό μας; Πόλεμος…

Η Νίθρα άκουσε το δισταγμό στη φωνή του. Έχω δίκιο, λοιπόν, παρατήρησε, νιώθοντας πάλι τα μάτια της να πλημμυρίζουν δάκρυα. «Θ’αλλάξουν… Όλα θ’αλλάξουν, όταν τελειώσει αυτό… αυτή η αναταραχή. Θα δεις· θα είμαστε όπως παλιά.» Δεν τον κοίταζε, όμως, ακόμα· κοίταζε την κουβέρτα τώρα, η οποία είχε επάνω σχέδια τίγρεων.

Πώς το κατάλαβες, Νίθρα; σκέφτηκε ο Άλαντμιν. Αλλά κακώς απορώ. Δε χρειάζεται οι άλλοι να σου μιλήσουν. Ξέρεις. Ξέρεις προτού ανοίξουν το στόμα τους. Κι όταν σου μιλάνε, ακούς περισσότερα απ’ό,τι σου λένε.

«Όπως παλιά…» συνέχισε εκείνη. «Θυμάσαι; Στην έπαυλη του πατέρα μου· στον κήπο. Κάναμε έρωτα, και κοιτούσαμε τ’αστέρια, και μου έλεγες που ήθελες να πάμε στη Νότια Λιάμνερ-Κρωθ, να δούμε τις ζούγκλες και τις ερήμους…»

Ο Άλαντμιν γέλασε, και τότε η Νίθρα στράφηκε να τον αντικρίσει. Τα μάτια του γυάλιζαν σα μικρού παιδιού! Το χαμόγελο στα χείλη του….

Έσκυψε και τη φίλησε, όπως παλιά, με την παλάμη του στο μάγουλό της και τον αντίχειρά του να της χαϊδεύει το λαιμό.

«Όλ’αυτά θα επιστρέψουν,» του υποσχέθηκε, «κι ακόμα περισσότερα. Όταν είμαι Βασίλισσα, θα μπορούμε να κάνουμε τα πάντα… τα πάντα. Οτιδήποτε μας κατέβει στο κεφάλι! Θα ταξιδέψουμε στις ερήμους, στις ζούγκλες… κι όπου άλλου θέλουμε. Θα είναι καλύτερα από παλιά. Δεν έχω αλλάξει, Άλαντμιν· θα δεις…»

*

Ο Τάκμιν χόρευε με τη Φόλνα στη μεγάλη αίθουσα του παλατιού της Σάλγκρινεβ. Το δωμάτιο ήταν κοσμοπλημμυρισμένο, αλλά κανείς άλλος δε χόρευε, κι όλοι τους κοίταζαν. Ο Τάκμιν αισθανόταν ευτυχισμένος. Ύψωσε το χέρι της αγαπημένης του πάνω απ’το κεφάλι της και την άφησε να περιστραφεί. Τα μακριά, ξανθά της μαλλιά ανέμιζαν γύρω της, σαν δίνη, μαζί με το λευκό της φόρεμα. Γελούσε.

Η περιστροφή, όμως, σταμάτησε γρηγορότερα απ’ό,τι έπρεπε… και, καθώς σταματούσε, το χρώμα του φορέματος της Φόλνα άλλαξε: έγινε καφέ, χωμάτινο· νεκρώσιμο. Τα μάτια της ατένιζαν κάποιον από το πλήθος. Ο Τάκμιν κοίταξε εκεί όπου κοιτούσε η αγαπημένη του, κι αντίκρισε μια πορφυρομάλλα γυναίκα με μυστηριώδες, τρομακτικό βλέμμα.

Η Φόλνα ρώτησε ποια ήταν αυτή. Ο Τάκμιν ήξερε τ’όνομά της, μα, για κάποιο λόγο, δεν το θυμόταν. Πισωπάτησε, προσπαθώντας να θυμηθεί· απομακρύνθηκε από την αγαπημένη του. Εκείνη τέντωσε το χέρι της, ζητώντας του να περιμένει, αλλά τα δάχτυλά της δεν άγγιξαν ποτέ το μανίκι του.

Οι προσκεκλημένοι συγκεντρώθηκαν γύρω από τη Φόλνα, καθώς αυτή έκρυβε το πρόσωπο της με τις παλάμες της, θρηνώντας. Όλοι τους φορούσαν το χωμάτινο χρώμα. Γιατί, όμως; Είχε πεθάνει κάποιος;

Φόλνα, τι συμβαίνει, καρδιά μου; ρώτησε ο Τάκμιν· μα εκείνη δεν τον άκουγε, κι ο ίδιος, συνεχώς, απομακρυνόταν, άθελά του, σαν κάποια αόρατη δύναμη να τον τραβούσε, σα να μη μπορούσε να σταματήσει τα πόδια του…

Ένα γυναικείο χέρι τυλίχτηκε γύρω απ’τη μέση του, και ο Τάκμιν τρόμαξε. Δίπλα του, βρισκόταν μια αρχοντική γυναίκα, με αλύγιστη όψη και μάτια σαν οψιδιανό. Τα μαλλιά της ήταν λεία και μαύρα, πέφτοντας στην πλάτη της. Φορούσε το χωμάτινο χρώμα. Το χρώμα της γης.

«Έπαρχε Τάκμιν, καλωσόρισες,» είπε, με βαθιά αλλά μελωδική φωνή.

«Τι συμβαίνει; Δεν καταλαβαίνω!»

«Μη φοβάσαι, γιε μου. Είσαι κοντά μου τώρα.» Η γυναίκα τον κοίταξε κατάματα, και τον φίλησε. Το φιλί της είχε τη γεύση του υγρού χώματος, της εύφορης γης. Τα χέρια της τυλίχτηκαν γύρω του· τα πόδια της επίσης.

Ο Τάκμιν έπαψε ν’αναπνέει.

*

«Δείτε τι έχει,» είπε η Αρτλάνα. «Έβγαλε έναν ήχο.»

Ο θεραπευτής πλησίασε το κρεβάτι του Έπαρχου Τάκμιν. Άγγιξε το λαιμό του. Αναστέναξε.

«Τι είναι;» ρώτησε η Ομιλήτρια, φοβούμενη ότι το μοιραίο είχε συμβεί.

Ο θεραπευτής –ένας νεαρός, ξανθομάλλης άντρας– ορθώθηκε. «Είναι νεκρός, Αρχόντισσά μου.»

Ήταν πρωί. Η Αρτλάνα είχε ξυπνήσει πριν από τους περισσότερους κατακτητές του παλατιού, για να πάει, πρώτα, να δει πώς ήταν ο Ήρβαλθιν και, μετά, να επισκεφτεί τον Τάκμιν, ελπίζοντας πως ο Έπαρχος της Σάλγκρινεβ θα ήταν καλύτερα σήμερα. Δυστυχώς, σχεδόν μόλις είχε μπει στο δωμάτιό του, εκείνος εξέπνευσε.

«Μεγάλη Θεά…» μουρμούρισε η Αρτλάνα, κουνώντας το κεφάλι.

Ο θεραπευτής βγήκε απ’το δωμάτιο, φωνάζοντας τους φρουρούς, ζητώντας τους να ειδοποιήσουν τον Στρατάρχη Ρέλγκριν και το ιερατείο της Λιάμνερ Κρωθ.

Ο Άλαντμιν, που δεν είχε κοιμηθεί καθόλου όλο το βράδυ (μετά από τη συζήτησή του με τη Νίθρα, εκείνη είχε πλαγιάσει πάλι· εκείνος, όμως, όχι), έμαθε σύντομα για το περιστατικό από έναν στρατιωτικό διοικητή που είχε γνωρίσει κατά την προέλαση προς την Έρλεν. Ο εν λόγω άντρας ήταν Ανφρακιανός και ονομαζόταν Άρανθομ· μιλούσε πολύ, έπινε λίγο, και ευθυμούσε εύκολα. Τώρα, όμως, δεν υπήρχε ευθυμία στην όψη του.

«Ο Έπαρχος πέθανε, Άλαντμιν…» ψιθύρισε.

Κι αυτό σήμαινε πολλά πράγματα. Τους στρατιώτες, όμως, τους τρόμαζε κυρίως γιατί το στράτευμα έμενε, ουσιαστικά, ακυβέρνητο· και ο Άλαντμιν το αντιλαμβανόταν τούτο πολύ καλά. Ποιος θα έδινε τις διαταγές, τώρα που ο Έπαρχος είχε ξεψυχήσει; Ο Στρατάρχης; Ο Ρέλγκριν ίσως να ήταν σωστός στη διεξαγωγή πολέμου, μα χρειάζονται κι άλλα προσόντα για τη γενικότερη διοίκηση.

Ήρθε η ώρα η Νίθρα ν’αρπάξει την εξουσία, σκέφτηκε ο Αρχικατάσκοπος του Νούφρεκ, καθώς κατευθυνόταν στα διαμερίσματα του Τάκμιν. Και ήρθε, επίσης, η ώρα να δούμε ποιος θα είναι τώρα ο νέος της αντίπαλος… Η Αυλή της Καλβάρθα έχει διαλυθεί, και ο Μέριλεβ δε νομίζω ότι θα προβάλει καμια ιδιαίτερη αντίσταση– Η Φόλνα. Φυσικά. Η Φόλνα. Μόλις πληροφορηθεί για το θάνατο του συζύγου της, θα θελήσει εκείνη να αναλάβει την εξουσία στην Έρλεν. Θα θελήσει να γίνει Βασίλισσα του Νούφρεκ. Ο πατέρας της, ο Βασιληάς Σίλγκερομ, δε θα εγκαταλείψει τα σχέδιά του, λόγω μιας «μικρής αναποδιάς».

Ο Άλαντμιν μπήκε στο δωμάτιο όπου ήταν ξαπλωμένο το νεκρό σώμα του Τάκμιν. Η Αρτλάνα και ο Ρέλγκριν βρίσκονταν ήδη εκεί.

«Δεν ξέρεις τι λες!» φώναζε, εκείνη τη στιγμή, η Ομιλήτρια.

«Τι συμβαίνει;» ρώτησε ο Άλαντμιν.

Ο Ρέλγκριν στράφηκε, απότομα και θυμωμένα. «Τι θες εσύ εδώ; Ποιος σ’άφησε να μπεις;»

«Οι φρουροί απέξω δε μου έφεραν καμια αντίσταση, και γιατί, άλλωστε, να μου φέρουν;»

«Θα τα πω μετά μαζί τους…» μούγκρισε ο Ρέλγκριν. Και προς τους τρεις θεραπευτές που στέκονταν πάνω απ’τον νεκρό: «Ελέγξτε τον Έπαρχο για δηλητήριο, όπως σας είπα.»

«Πιστεύεις ότι τον δηλητηρίασαν, Ρέλγκριν;» απόρησε ο Άλαντμιν.

«Να κοιτάς τη δουλειά σου, Αρχικατάσκοπε

«Ίσως να χρειαστείς τις υπηρεσίες του Αρχικατασκόπου σου, αν όντως τον έχουν δηλητηριάσει, Στρατάρχη,» αντιγύρισε ο Άλαντμιν.

«Δε θ’αναγκαστείς να ψάξεις και πολύ για τον ένοχο…» Ο Ρέλγκριν κοίταξε την Αρτλάνα, με τις άκριες των ματιών.

«Νομίζει ότι τον δηλητηρίασα,» εξήγησε η Ομιλήτρια στον Άλαντμιν.

«Εσύ ήσουν μαζί του όταν πέθανε!» τόνισε ο Στρατάρχης.

«Και τι πάει να πει αυτό;» διαμαρτυρήθηκε η Αρτλάνα. «Πάει να πει ότι τον σκότωσα; Όπως θα μπορεί να σε διαβεβαιώσει και ο θερ– Αγκχχχ!…»

Ο Ρέλγκριν την άρπαξε απ’το λαιμό, με το δεξί χέρι. «Μη μιλάς, Ομιλήτρια. Όλοι ξέρουμε τους κινδύνους της Πειθούς. Δε θα ήθελες να υποθέσουμε ότι προσπαθείς να μας επηρεάσεις με το Χάρισμά σου, έτσι;»

«Ρέλγκριν, άστην,» είπε ο Άλαντμιν.

Ο Στρατάρχης στράφηκε να τον κοιτάξει. «Δεν παίρνω διαταγές από σένα–»

Η Αρτλάνα τον χαστούκισε, δυνατά, δύο φορές, διακόπτοντας τα λόγια του.

Ο Ρέλγκριν την έσπρωξε όπισθεν, σωριάζοντάς τη στο πάτωμα. Ο Άλαντμιν τη βοήθησε να σηκωθεί, καθώς εκείνη κρατούσε το λαιμό της, βήχοντας και παίρνοντας βαθιές ανάσες.

«Τώρα που το σκέφτομαι, δε θα ήταν κι απίθανο να το είχατε σχεδιάσει μαζί,» είπε ο Στρατάρχης. «Φαίνεται πως έχετε… ιδιαίτερη συμπάθεια ο ένας για τον άλλο.»

Ο Άλαντμιν γέλασε, ξερά. «Μάλλον, δεν κοιμήθηκες καλά απόψε, Ρέλγκριν. Σ’το έλεγα να πας για ύπνο νωρίτερα.»

Ο Στρατάρχης δεν πρόλαβε ν’απαντήσει, γιατί ένας στρατιώτης μπήκε στο δωμάτιο, λέγοντας: «Χαίρετε, Άρχοντές μου. Θα ήθελα να σας αναφέρω ότι η Αρχόντισσα Κονθάρα Ρίνκιλ, της Ήανβαν, η οποία είχε προσαράξει από χτες στο λιμάνι μας, ρωτά εάν θα ήταν ασφαλές να έρθει στο παλάτι.»

«Η Αρχόντισσα Κονθάρα;» έκανε ο Ρέλγκριν. «Βρίσκεται εδώ; στην Έρλεν; Γιατί κανένας δε μου το είχε αναφέρει τούτο;»

«Δεν ξέρω, Στρατάρχη,» αποκρίθηκε ο άντρας. «Υπήρχε μεγάλη αναταραχή χτες.»

Ο Ρέλγκριν ξεφύσηξε. «Απαντήστε στην Αρχόντισσα ότι απαγορεύεται να έρθει στο παλάτι, μέχρι νεοτέρας.»

Ο στρατιώτης ένευσε. «Μάλιστα, κύριε Στρατάρχη.» Και έφυγε.

«Δε νομίζω η Αρχόντισσα Κονθάρα να το εκτιμήσει τούτο…» σχολίασε ο Άλαντμιν.

«Αδιαφορώ,» απάντησε ο Ρέλγκριν.

Επειδή δεν την ξέρεις καλά, σκέφτηκε ο Άλαντμιν.

«Δεν μπορούμε να φέρουμε εδώ μία από τους Ρίνκιλ,» συνέχισε ο Στρατάρχης, «η οποία πιθανώς να θέλει το θρόνο.»

Σ’αυτό πρέπει να συμφωνήσω, παρατήρησε ο Άλαντμιν, και είπε: «Ίσως να έχεις δίκιο.» Στράφηκε και έφυγε.

Πήγε στο δωμάτιο της Νίθρα, και τη βρήκε ακόμα να κοιμάται. Η όψη της ήταν τώρα γαλήνια, όχι όπως την προηγούμενη φορά, που έβλεπε εφιάλτες. Τα πορφυρά της μαλλιά απλώνονταν επάνω στο μαξιλάρι της. Ο δεξής της ώμος ήταν δεμένος, και το χέρι της βρισκόταν έξω από την κουβέρτα, ακουμπώντας στην κοιλιά της· γιατί σ’αυτή τη θέση, είχε πει ο θεραπευτής, το τραύμα θα γιατρευόταν ταχύτερα και θα της προκαλούσε λιγότερο πόνο.

Ο Άλαντμιν λυπόταν που θα την ξυπνούσε, αλλά έπρεπε… Πλησίασε, κάθισε πλάι της, και της χάιδεψε το πρόσωπο. Εκείνη δεν πήρε είδηση. Έσκυψε και τη φίλησε. Η Νίθρα μουρμούρισε κάτι ακαταλαβίστικο.

«Ξύπνα,» την παρότρυνε ο Άλαντμιν. «Έχω κάτι σημαντικό να σου πω.»

«…Μμμμ…» Δεν πρέπει να τον είχε ακούσει.

Ο Άλαντμιν ορθώθηκε και πήγε στο πέρας του κρεβατιού. Σήκωσε την κουβέρτα από τα πόδια της Νίθρα και της γαργάλησε τις πατούσες. Εκείνη μαζεύτηκε προς τα πάνω. Τα βλέφαρά της άνοιξαν.

«Άλαντμιν; Τι κάνεις εκεί;»

«Προσπαθώ να σε ξυπνήσω,» εξήγησε εκείνος, σκεπάζοντας πάλι τα πόδια της με την κουβέρτα. «Πώς είσαι;» Κάθισε δίπλα της και άγγιξε το μέτωπό της. «Σα να έχει πέσει ο πυρετός, μου φαίνεται. Αισθάνεσαι καλύτερα;»

«Νομίζω. Αλλά πεινάω.»

«Καθώς ερχόμουν, ζήτησα να σου φέρουν πρωινό. Και δε θα σε ξυπνούσα αν δεν υπήρχε λόγος.»

Η Νίθρα κοίταξε το πρόσωπό του ερευνητικά. Αν έκρινε σωστά από την έκφρασή του, κάτι σημαντικό είχε συμβεί. Δεν αντέχω κι άλλα προβλήματα, Μεγάλη Θεά… Άφησέ με, τουλάχιστον, να συνέλθω πρώτα.

«Ο Έπαρχος Τάκμιν είναι νεκρός,» είπε ο Άλαντμιν. «Πέθανε πριν από λίγο.»

Η Νίθρα δάγκωσε το κάτω της χείλος. «Πέθανε;…»

«Υπάρχουν και χειρότερα: Η Αρχόντισσα Κονθάρα, της Ήανβαν, ήρθε χτες στο λιμάνι, και σήμερα ζητά πρόσβαση στο παλάτι, την οποία ο Ρέλγκριν τής αρνήθηκε.»

«Ωωωωχ…» έκανε η Νίθρα. «Θυμάσαι τι σου είχα πει για την Αρχόντισσα Κονθάρα, έτσι; Θυμάσαι για τη συνάντησή μου μαζί της.»

«Τα θυμάμαι,» ένευσε ο Άλαντμιν.

«Έχεις τίποτ’άλλο ‘χαρμόσυνο’ να μου πεις;»

«Όχι· αυτά είναι. Εκτός από μια υπόθεσή μου, αν τη θέλεις.»

«Φυσικά και τη θέλω.»

Η πόρτα χτύπησε. Ο Άλαντμιν σηκώθηκε και άνοιξε, δεχόμενος έναν δίσκο με πρωινό από μια πολεμίστρια. Έκλεισε, με το πόδι, και επέστρεψε πλάι στη Νίθρα. Εκείνη πήρε καθιστή θέση επάνω στο κρεβάτι κι ο Άλαντμιν ακούμπησε το δίσκο στα γόνατά της.

«Ποια είναι η υπόθεσή σου;» τον ρώτησε, αλείφοντας ένα κομμάτι ψωμί με βούτυρο.

«Ότι, μόλις η Πριγκίπισσα Φόλνα μάθει για το θάνατο του συζύγου της, θα έρθει εδώ, για να βασιλέψει στην Έρλεν.»

«Τον κακό της τον καιρό,» είπε η Νίθρα, μασώντας. Κατάπιε και ήπιε μια γουλιά τσάι. «Η μόνη γυναίκα που θα βασιλέψει στην Έρλεν θα είμαι εγώ

«Ποιο είναι το σχέδιό σου, λοιπόν;»

«Πρέπει να μιλήσω με τον Ρέλγκριν. Είναι βασικό να έχω το στράτευμα στο πλευρό μου.»

«Ο άνθρωπος είναι θεότρελος–»

«Άλαντμιν. Μην αρχίσουμε πάλι τα–»

«Δεν το λέω γι’αυτό που νομίζεις,» τη διαβεβαίωσε εκείνος, και της είπε το περιστατικό με την Αρτλάνα.

«Το αποκλείεις να τον δηλητηρίασε αυτή;» ρώτησε η Νίθρα.

«Δεν είχε κίνητρο. Αλλά, αν πρόκειται για δηλητηρίαση, θα το μάθουμε σύντομα. Οι θεραπευτές θα εξετάσουν τον Έπαρχο, σύμφωνα με τις προσταγές του Στρατάρχη.»

«Εσύ, όμως, δε νομίζεις ότι θα βρουν τίποτα…»

Ο Άλαντμιν κούνησε το κεφάλι.

«Τέλος πάντων,» είπε η Νίθρα. «Όπως και νάχει, πρέπει να μιλήσω με τον Ρέλγκριν. Είναι ο μόνος άνθρωπος που μπορεί να φέρει σύσσωμο το στράτευμα με το μέρος μου.»

«Έχω επηρεάσει αρκετούς ανθρώπους, Νίθρα.»

«Οι οποίοι θα μας χρειαστούν μετά, όταν θέλουμε να ξεφορτωθούμε τον Ρέλγκριν.»

«Με την Κονθάρα, τι θα κάνεις;» άλλαξε θέμα ο Άλαντμιν.

«Όταν έχω το στρατό μαζί μου, δε θα μπορεί να μ’αγγίξει. Θα πρέπει να αποδεχτεί την εξουσία μου.»


Κεφάλαιο 8
Παρενέργειες. . .

 

Η Νίθρα λούστηκε· μετά, μια θεραπεύτρια έβαλε καινούργια βότανα και επιδέσμους στα τραύματά της. Επίσης, της έδωσε ένα φάρμακο για τον πόνο, το οποίο ήταν πικρό σαν δηλητήριο (αν και η Νίθρα υπέθετε πως τα δηλητήρια δεν ήταν υποχρεωτικά πικρά· ίσως το αντίθετο, πολλές φορές). Όταν η θεραπεύτρια έφυγε από το δωμάτιο, ο Άλαντμιν άπλωσε επάνω στο κρεβάτι τα ρούχα που είχε πάρει από την ιματιοθήκη της Καλβάρθα: ένα μακρύ, καφέ φόρεμα (το χωμάτινο χρώμα, σε ένδειξη σεβασμού για το θάνατο του Έπαρχου Τάκμιν) με λευκή δαντέλα και βαθιά λαιμόκοψη· ένα γκρίζο, μεταξωτό μεσοφόρι· ψηλές, μελανές κάλτσες· μια χρυσοποίκιλτη ζώνη· ένα σάλι κεντημένο με γήινα χρώματα· κοντά, λευκά γάντια· και μαύρα, δερμάτινα παπούτσια με μέτριο τακούνι. Η Νίθρα ντύθηκε (με τη βοήθεια του Άλαντμιν, γιατί δεν μπορούσε να κινήσει καλά τον τραυματισμένο της ώμο) και κάθισε μπροστά στον μεγάλο καθρέφτη, για να χτενιστεί και να βαφτεί.

«Τι ώρα είναι;» ρώτησε, καθώς έβαζε σκιές στα μάτια.

«Απόγευμα πάει,» απάντησε ο Άλαντμιν, στεκόμενος μπροστά από το παράθυρο.

Η Νίθρα συνέχισε να καλλωπίζεται, αλλά δεν άργησε να τελειώσει. Έπιασε την άκρη της τουαλέτας και ορθώθηκε· η τραυματισμένη της κνήμη δεν την άφηνε να σηκώνεται ανώδυνα χωρίς υποστήριξη. Ο Άλαντμιν ζύγωσε αμέσως, περνώντας το χέρι του γύρω απ’τη μέση της.

«Έτοιμη για μάχη,» δήλωσε η Νίθρα.

Εκείνος την έβαλε να καθίσει στην ξύλινη πολυθρόνα. «Θέλεις να σου φέρω τίποτα;»

Η Νίθρα κούνησε το κεφάλι. «Κάλεσέ τον μόνο.»

Ο Άλαντμιν βγήκε απ’το δωμάτιο και πρόσταξε να φωνάξουν τον Στρατάρχη Ρέλγκριν. Ύστερα, επέστρεψε και είπε: «Θα είμαι στη ντουλάπα.»

Γιατί; σκέφτηκε η Νίθρα. Είναι ανάγκη; Σε τι θα με βοηθήσει αυτό; Αλλά ένευσε μόνο, και ο Άλαντμιν μπήκε στη ντουλάπα του δωματίου, κλείνοντας. Σε τίποτα δε θα με βοηθήσει. Σε τίποτα απολύτως… Δε θα αισθανόταν άνετα που εκείνος θα άκουγε τα λόγια της, γιατί ήξερε πως θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει Πειθώ: και, όταν κανείς χρησιμοποιεί Πειθώ, συνήθως δεν εννοεί τα όσα λέει. Αλλά ο Άλαντμιν δεν είναι χαζός· θα το έχει υπόψη του αυτό, αναμφίβολα, προσπάθησε να καθησυχάσει τον εαυτό της. Γιατί, όμως, εξακολουθώ να αισθάνομαι άσχημα; Πήρε μια βαθιά ανάσα, περιμένοντας. Συγκεντρώσου σ’αυτό που έχεις να κάνεις· μη σκέφτεσαι βλακείες.

Η εξώπορτα δεν άργησε να χτυπήσει, διακριτικά.

«Ποιος είναι;» ρώτησε η Νίθρα.

«Ο Στρατάρχης Ρέλγκριν.»

«Πέρασε· ανοιχτά είναι.»

Ο Ρέλγκριν έσπρωξε την πόρτα και μπήκε. «Νίθρα…» είπε, αντικρίζοντάς την. «Είσαι καλύτερα από… από ό,τι νόμιζα ότι θα ήσουν. Χαίρομαι.» Πλησίασε, γονατίζοντας στο ένα γόνατο εμπρός της. Σήκωσε το αριστερό, γαντοφορεμένο της χέρι (δεν πείραξε το άλλο, ξέροντας ότι ο ώμος εκεί ήταν χτυπημένος) και το φίλησε.

«Με συγχωρείς που δε σηκώνομαι, αλλά, βλέπεις, το πόδι μου…»

Ο Ρέλγκριν ορθώθηκε. «Καταλαβαίνω. Έκανες ήδη πολλά…» Το βλέμμα του την περιεργάστηκε από το κεφάλι ως τα πόδια.

«Μα, τι εννοείς;» ρώτησε η Νίθρα, χαμογελώντας, δήθεν πως δεν είχε καταλάβει.

«Εννοώ ότι είσαι σαν οπτασία σήμερα, παρά τη χτεσινή σου ταλαιπωρία, για την οποία λυπάμαι ιδιαιτέρως. Τη θεωρώ προσωπική μου αποτυχία.»

«Δε θα έπρεπε. Δεν μπορούσες να γνωρίζεις το σχέδιο του Σάνλον.»

«Και πάλι, όμως…»

«Θέλεις κάτι να πιεις;» Η Νίθρα έκανε να σηκωθεί, αλλά εκείνος τη σταμάτησε:

«Όχι! Κάθισε. Θα αυτοσερβιριστώ.» Πήγε στην κάβα του δωματίου. «Εσύ θέλεις κάτι;»

«Λευκό κρασί.»

Ο Ρέλγκριν γέμισε ένα ποτήρι λευκό κρασί για εκείνη κι άλλο ένα για τον εαυτό του.

«Λυπάμαι για τον Έπαρχο…» είπε η Νίθρα, πίνοντας μια μικρή γουλιά από το ποτό της.

(Επιτέλους, μπήκαμε στο κυρίως θέμα! σκέφτηκε ο Άλαντμιν, ο οποίος νόμιζε ότι οι χαριτολογίες παραείχαν κρατήσει.)

«Κι εγώ,» αποκρίθηκε ο Ρέλγκριν, καθίζοντας στην πολυθρόνα κοντά στη Νίθρα. «Ήταν καλός άνθρωπος.» Ήπιε.

«Του χρωστώ τη ζωή μου. Αν δεν είχε επιτεθεί στους τοξότες, δε θα ήμουν τώρα εδώ…»

«Τότε, πέθανε για καλό σκοπό.»

«Σε παρακαλώ, Ρέλγκριν, μην το λες αυτό,» είπε η Νίθρα, κοιτάζοντας απ’την άλλη. «Με κάνει να αισθάνομαι άσχημα. Με κάνει να αισθάνομαι ότι φταίω εγώ για το θάνατό του.» Και δεν έλεγε ψέματα: πραγματικά, ένιωθε υπεύθυνη. Ο Τάκμιν την είχε βοηθήσει, τραβώντας την πίσω απ’τον Θρόνο του Αετού, και τότε η Νίθρα είχε αποφασίσει πως, ό,τι και να γινόταν, δε θα τον σκότωνε. Θα τον έριχνε από την εξουσία, όπως είχε σχεδιάσει, αλλά δε θα τον σκότωνε, σε καμία περίπτωση. Μετά, όμως, εκείνος είχε πεθάνει: είχε αυτοθυσιαστεί… για εμένα.

«Με συγχωρείς, Νίθρα,» είπε, χαμηλόφωνα, ο Ρέλγκριν.

Η Νίθρα έστρεψε το βλέμμα της ξανά στο πρόσωπό του. «Μακάρι να μπορούσα να κάνω κάτι, για να το διορθώσω.» Τώρα, είχε αρχίσει να φορτίζει τα λόγια της με Πειθώ, διακριτικά. «Μακάρι να μπορούσα να τον κάνω να μην πεθάνει…»

«Μην κατηγορείς τον εαυτό σου–»

(Προς τι όλες αυτές οι αηδίες; απόρησε ο Άλαντμιν. Θα κάνουν τον Ρέλγκριν ευκολότερο θύμα;)

«Το Κοσμικό Κέλευσμα ίσως να μπορούσε να σώσει τη ζωή του Τάκμιν,» είπε η Νίθρα, παρότι δεν ήταν καθόλου βέβαιη γι’αυτό. Αλλά σημασία δεν είχε τι ήταν αλήθεια· σημασία είχε τι θα άκουγε ο Στρατάρχης. «Αν είχα τις αισθήσεις μου, θα το επιχειρούσα, για να τον γλιτώσω.»

«Δε θα έπρεπε, αν ήταν να κινδυνέψεις η ίδια,» αποκρίθηκε ο Ρέλγκριν. «Γιατί, απ’ό,τι έχω καταλάβει, η χρήση των Χαρισμάτων σου σε καταβάλλει.»

«Και χειρότερα πράγματα.»

«Δε θα το άντεχα αν πέθαινες εξαιτίας μιας τέτοιας ενέργειας, Νίθρα.» Η φωνή του ήταν βραχνή, φορτισμένη από συναίσθημα.

«Ούτε για να σώσω τη ζωή του Έπαρχου;»

«Ούτε.»

«Ρέλγκριν, με συγκινείς…» Κι εγώ σε χρησιμοποιώ. Δεν είναι σωστό, αλλά πρέπει. Μπορούσε να καταλάβει ότι ο Στρατάρχης είχε πραγματικά αισθήματα για εκείνη· δεν προσποιείτο.

(Ο Άλαντμιν είχε αρχίσει να ενοχλείται, αλλά είπε στον εαυτό του: Ηρέμησε. Προφανώς, χρησιμοποιεί Πειθώ. Μην επηρεάζεσαι κι εσύ· μόνο αυτός ο ηλίθιος στρατόχαρος χρειάζεται να επηρεαστεί.)

«Δε σου λέω ψέματα. Θα θυσίαζα πολλά πράγματα για σένα.» Τα μάτια του Ρέλγκριν την κοίταζαν καταπρόσωπο, επίμονα, φλογισμένα. Την έκαναν να αισθάνεται αμήχανα.

Έγλειψε τα χείλη. «Ρέλγκριν…»

Ο Στρατάρχης σηκώθηκε από τη θέση του, έσκυψε, και τη φίλησε, περνώντας το χέρι του πίσω απ’το λαιμό της. Η ανάσα του ήταν καυτή και η γλώσσα του πεινασμένη για τη Νίθρα, η οποία δεν του αντιστάθηκε στο ελάχιστο και, άθελά της, αισθάνθηκε μια κάποια έξαψη από το φιλί και το άγγιγμά του. Ή, μάλλον, όχι· δεν ωφελούσε να λέει ψέματα στον εαυτό της: Δεν αισθάνθηκε μια κάποια έξαψη· αισθάνθηκε μια δυνατή έξαψη να διατρέχει όλο της το σώμα και ν’αγγίζει ακόμα και την ψυχή της.

(Ο Άλαντμιν τούς κοίταζε μονόφθαλμα από μια χαραμάδα, και το μάτι του στένεψε. Οι γροθιές του σφίχτηκαν. Θα ήταν πολύ εύκολο τώρα να τραβήξει ένα στιλέτο, να βγει από τη ντουλάπα, και να καρφώσει τον Στρατάρχη στο λαιμό. Ούτε που θα καταλάβαινε τι τον είχε χτυπήσει, ο τρισκατάρατος μπάσταρδος!)

Ο Ρέλγκριν απομάκρυνε τα χείλη του από δικά της, και την κοίταξε στα μάτια. Η Νίθρα ένιωσε να ζαλίζεται, αλλά, αν έκρινε από την έκφρασή του, το ίδιο αισθανόταν κι εκείνος. Ο Στρατάρχης κάθισε πάλι στην πολυθρόνα του.

«Ήθελα απλά να ξέρεις,» είπε. «Σε αγαπούσα, από παλιά.»

«Από παλιά;»

«Όταν σε είχα δει στην Αυλή. Αρκετές φορές. Ποτέ δεν είχαμε, όμως, συναντηθεί…» Ποτέ δε με είχες προσέξει, πρόσθεσε, νοερά, ο Ρέλγκριν. Είσαι κόρη ευγενών· εγώ δεν είμαι τίποτα. Είμαι ο πρώτος του Οίκου μου. Είχε γίνει Στρατάρχης της Σάλγκρινεβ με την αξία του. Πόσοι άνθρωποι μπορούσαν να το ισχυριστούν αυτό; Πολύ λίγοι, πολύ λίγοι, αγαπημένη μου Νίθρα…

«Χαίρομαι που συναντηθήκαμε, Ρέλγκριν,» αποκρίθηκε εκείνη, με Πειθώ στη φωνή της.

Τα λόγια της έκαναν την καρδιά του ν’ανοίξει, όπως μια πόρτα που ανοίγει προς έναν ηλιόλουστο κήπο. Δεν ήταν, λοιπόν, μονόπλευρη η αγάπη του! αντιλαμβανόταν ο Ρέλγκριν. Κι εκείνη αισθανόταν κάτι γι’αυτόν. Άφησε το ποτήρι του παραδίπλα και γονάτισε πάλι στο ένα γόνατο, παίρνοντας το αριστερό της χέρι μέσα στα δικά του, βγάζοντας το λευκό γάντι, και φιλώντας το.

«Θα έκανα τα πάντα για σένα,» της έταξε.

(Γιατί το καθυστερείς, Νίθρα; σκέφτηκε ο Άλαντμιν. Ζήτησέ του αυτό που θέλεις. Είναι τόσο ηλίθιος που δεν πρόκειται να σου πει όχι. Αναρωτιέμαι, μάλιστα, αν είναι και μεθυσμένος, ο άνθρωπος!…)

Τι ρομαντικός που είσαι, Ρέλγκριν, παρατήρησε η Νίθρα. Νόμιζα ότι αυτά υπήρχαν μόνο σε ιστορίες… Ο Στρατάρχης, όμως, έμοιαζε ειλικρινής –ήταν ειλικρινής. Και τρελά ερωτευμένος μαζί της. Η Νίθρα δεν το περίμενε αυτό· δεν είχε αντιληφτεί το μέγεθος…

«Εύχομαι μόνο να είχαμε συναντηθεί υπό καλύτερες συνθήκες,» του είπε. «Τώρα ανησυχώ για το Βασίλειό μου…» Αναστέναξε. «Φοβάμαι ότι, με το θάνατο του Τάκμιν…. Ρέλγκριν, θα με βοηθήσεις να μη διαλυθούν όλα;» Η Πειθώ έρρεε από τα χείλη της, πλημμυρίζοντας το δωμάτιο με όλη την τέχνη της Νίθρα, με όλη την τέχνη μιας Βασιλικής Ομιλήτριας· αν και πιθανώς να μη χρειαζόταν καθόλου τέχνη για να πειστεί ο Στρατάρχης. Πιθανώς να μη χρειαζόταν ούτε καν Πειθώ.

«Με ρωτάς;» αποκρίθηκε εκείνος. «Δεν είναι ανάγκη να με ρωτάς, Νίθρα· όχι εσύ.»

«Αυτό που θα σου ζητήσω δεν είναι κάτι απλό, αγάπη μου,» του είπε, χαϊδεύοντας το μάγουλό του, καθώς εξακολουθούσε να είναι γονατισμένος μπροστά της.

(Του το λέει κιόλας! απόρησε ο Άλαντμιν. Γιατί του το λέει; Γιατί να μην του πει «Θα σου ζητήσω κάτι απλούστατο: το λιγότερο που μπορείς να κάνεις για μένα»; Και γιατί αγγίζει το μάγουλό; Υπάρχει λόγος;)

«Δεν έχει σημασία,» δήλωσε ο Ρέλγκριν. «Θα προσπαθήσω, ό,τι κι αν είναι.»

«Η Καλβάρθα δεν πρέπει να ξανακαθίσει στο θρόνο,» είπε η Νίθρα.

«Μα γι’αυτό έγινε η εκστρατεία…»

«Και ο Οίκος των Ρίνκιλ θα ρίξει τη χώρα σε εμφύλιο πόλεμο, καθώς όλοι θα θέλουν να κυβερνήσουν. Η Αρχόντισσα Κονθάρα βρίσκεται ήδη εδώ…» Η Πειθώ, φυσικά, συνέχιζε να γεμίζει τον νου του Ρέλγκριν· η Νίθρα δεν έπαυε να τη χρησιμοποιεί ούτε στιγμή.

«Νίθρα. Εσύ θα ήσουν η καλύτερη Βασίλισσα που θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ…»

Μεγάλη Θεά! σκέφτηκε εκείνη. Δε χρειάστηκε ούτε καν να του το προτείνω… Καθάρισε το λαιμό της. «Νομίζω ότι θα κατάφερνα να φέρω τάξη στο Νούφρεκ, Ρέλγκριν. Αλλά μόνο με τη δική σου βοήθεια. Χωρίς το στρατό σου να με υποστηρίζει, δεν μπορώ να κινηθώ.»

«Ο στρατός μου είναι δικός σου, Βασίλισσά μου!» δήλωσε, ένθερμα, ο Ρέλγκριν, φιλώντας το χέρι της πάλι. «Ήλπιζα τόσο ότι θα το έλεγες αυτό…»

«Ότι… ότι ήθελα να με βοηθήσεις, για να καθίσω στο θρόνο;» Η Νίθρα τα είχε χάσει για λίγο.

«Ναι,» είπε ο Στρατάρχης, κοιτάζοντας το πρόσωπό του. «Μα έλεγα πως δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα όνειρο.»

Η Νίθρα χαμογέλασε. «Δεν είναι όνειρο, Ρέλγκριν.» Έσκυψε και τον φίλησε, δυνατά, στα χείλη. Κι εκείνο που την τρόμαζε ήταν ότι ήθελε να τον φιλήσει. Πώς θα τον ξεφορτωθώ, μετά; Ω Μεγάλη Θεά, γιατί με μπλέκεις έτσι;

(Ο Άλαντμιν είχε τις γροθιές του πάλι σφιγμένες, καθώς κοίταζε μονόφθαλμα από τη χαραμάδα της ντουλάπας. Τα νύχια του είχαν γδάρει τις παλάμες του. Μην παρασύρεσαι! έλεγε στον εαυτό του. Μην παρασύρεσαι, ανόητε! Είναι η Πειθώ. Η Πειθώ σε έχει επηρεάσει. Τι σχέση, όμως, μπορεί ποτέ να είχε το φιλί της Νίθρα με την Πειθώ;)

«Θα ετοιμάσω τα πάντα!» είπε ο Ρέλγκριν, μόλις τα χείλη τους χώρισαν, και ορθώθηκε. «Το Νούφρεκ θα γίνει δικό σου, Νίθρα. Σε εμπιστεύομαι όσο κανέναν άλλο. Και η ίδια η Λιάμνερ Κρωθ σε εμπιστεύεται. Το ιερατείο δε θα έχει καμία αντίρρηση για τη βασιλεία σου. Αλλά ακόμα κι αν έχει… θα εναντιωνόμουν και στη Μεγάλη Μητέρα για σένα, Νίθρα.»

Η Νίθρα σηκώθηκε, ρίχνοντας το βάρος της στο ατραυμάτιστό της πόδι, και τον φίλησε, πεταχτά.

«Ένα πράγμα μόνο θέλω να μου απαντήσεις,» είπε ο Ρέλγκριν.

«Ό,τι θέλεις.»

«Τον Άλαντμιν, τον Αρχικατάσκοπο· τον αγαπάς πραγματικά;»

Ετούτη ίσως να είναι η κρισιμότερη στιγμή αυτής της συνάντησης, παρατήρησε η Νίθρα· και, επικαλούμενη τις δυνάμεις της Πειθούς, απάντησε: «Φυσικά και όχι. Τον χρησιμοποιώ μονάχα, επειδή το δίκτυό του απλώνεται σ’όλο το Βασίλειο. Είναι πολύ επικίνδυνος άνθρωπος, Ρέλγκριν: κι έναν επικίνδυνο άνθρωπο είναι καλύτερα να τον έχεις σύμμαχο παρά εχθρό. Δεν είναι, όμως, άντρας όπως εσύ. Ποτέ δε θα μπορούσε να είναι.» Τον φίλησε ξανά.

(«Τον χρησιμοποιώ μονάχα, επειδή το δίκτυό του απλώνεται σ’όλο το Βασίλειο.» – «Δεν είναι, όμως, άντρας όπως εσύ. Ποτέ δε θα μπορούσε να είναι.» Τα λόγια της αντηχούσαν στο μυαλό του Άλαντμιν, ζαλίζοντάς τον. Ώστε αυτή ήταν η αλήθεια; Αυτά πίστευε η Νίθρα για εκείνον; Όχι! Μα τι σκέφτεσαι; Χρησιμοποιεί ΠΕΙΘΩ, ανόητε! Πειθώ! Δεν του λέει την αλήθεια. Τον κοροϊδεύει!– «Τον χρησιμοποιώ μονάχα, επειδή το δίκτυό του απλώνεται σ’όλο το Βασίλειο.» – «Δεν είναι, όμως, άντρας όπως εσύ. Ποτέ δε θα μπορούσε να είναι.» Ή, μήπως, κοροϊδεύει εμένα;)

«Το είχα φανταστεί,» είπε ο Ρέλγκριν. «Αλλά ήθελα να τ’ακούσω κι από τα δικά σου χείλη, Νίθρα. Πηγαίνω τώρα, αλλά θα τα ξαναπούμε. Πολύ σύντομα.»

Η πόρτα της ντουλάπας άνοιξε, μόλις η εξώπορτα του δωματίου έκλεισε. Η Νίθρα στράφηκε, και τρόμαξε από την όψη του Άλαντμιν. Το κρασοπότηρο έπεσε από το χέρι της, και το λευκό κρασί χύθηκε στο χαλί. Ποτέ ξανά δεν τον είχε δει έτσι. Ήταν άγριος, σα θηρίο. Σχεδόν φοβήθηκε για τη ζωή της.

«Δ-δεν πίστεψες, φυσικά, αυτά που του έλεγα!» του σφύριξε.

«Πίστεψα, όμως, ότι τον φίλησες.» Η φωνή του δεν ήταν δυνατή, αλλά παγερή, και πιο τρομαχτική απ’ό,τι αν φώναζε. Εφιαλτική.

«Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Έπρεπε να τον πείσω να μου–;»

«Δε χρειαζόταν και πολύ πειθώ. Ήταν έτοιμος να δώσει… τα πάντα για σένα,» μιμήθηκε τη φωνή του Στρατάρχη.

«Άλαντμιν…» αναστέναξε η Νίθρα, «θα ήταν καλύτερα να μην είχες κρυφτεί εκεί μέσα.»

«Ναι, τότε δε θα ήξερα,» είπε εκείνος, σαρκαστικά.

«Τι χρειαζόταν να ξέρεις; Ότι προσπάθησα να τον κάνω να μου δώσει το στρατό του; Δεν το ήξερες αυτό; Και, πιο σημαντικό, δεν ξέρεις ότι σ’αγαπώ;»

«Μ’αγαπάς; Απόδειξέ το!» Την άρπαξε, βίαια, σπρώχνοντάς την στο κρεβάτι και πέφτοντας επάνω της.

Ο τραυματισμένος της ώμος τής έριξε έναν δυνατό πόνο, που σχεδόν την παρέλυσε. Ο Άλαντμιν δάγκωνε το λαιμό και το στέρνο της, τραβούσε τα ρούχα της, σχίζοντάς τα.

«Άλαντμιν,» είπε η Νίθρα. «Άλαντμιν! Άφησέ με!» Μα δεν έμοιαζε να την ακούει.

«Άλαντμιν, άφησέ με! Μη μ’αγγίζεις!» τον Πρόσταξε, κι εκείνος πετάχτηκε πίσω, σαν το ίδιο του το σώμα να του έφερε αντίσταση. Έπεσε απ’το κρεβάτι και βρέθηκε στο χαλί, δίπλα από το χυμένο κρασί.

Η Νίθρα ανασηκώθηκε. «Τι στο Λύκο σ’έπιασε; Δε σ’έχω ξαναδεί έτσι!»

Εκείνος πήρε καθιστή θέση, τρίβοντας το πρόσωπό του με τις παλάμες του. Ξεροκατάπιε, και βρήκε το θάρρος να την κοιτάξει. Υπήρχαν δάκρυα συγκεντρωμένα στα μάτια του.

«Το φοβόμουν ότι η Πειθώ θα σε επηρέαζε,» είπε η Νίθρα. «Το φοβόμουν, γιατί μ’αγαπάς… κι εγώ δεν το αμφισβητώ αυτό.»

«…Νίθρα…» Το όνομά της έμοιαζε να τον πνίγει· το βλέμμα του γλίστρησε στο χαλί· τα δάκρυα κύλησαν στα μάγουλά του.

«Έλα κοντά μου, Άλαντμιν,» του είπε, κι εκείνος πλησίασε και κάθισε στα πόδια της, ακουμπώντας το κεφάλι του στο γόνατό της. Η Νίθρα τον φίλησε.

«Με συγχωρείς…» άρθρωσε ο Άλαντμιν.

Εκείνη ακούμπησε τα δάχτυλά της στο στόμα του. «Δε χρειάζεται να μου ζητάς να σε συγχωρέσω. Ξέρω τι επίδραση μπορεί να έχει η Πειθώ πάνω στους ανθρώπους· αυτή είναι η δουλειά μου. Και ξέρω, επίσης, τι επίδραση μπορεί να έχει επάνω σε όσους είναι ήδη συναισθηματικά φορτισμένοι.»

«Αυτό, όμως, που πήγα να κάνω… Νίθρα, ποτέ δε θα–»

«Αν ήταν να βιαστώ από κάποιον,» του είπε εκείνη, υπομειδιώντας και πιέζοντας το μέτωπό του, με τον δείκτη του αριστερού της χεριού, «θα προτιμούσα αυτός ο κάποιος να ήσουν εσύ. Αλλά,» τόνισε, παιχνιδιάρικα, «αν το ξανακάνεις, θα σε γδάρω ζωντανό και θα σε ταΐσω στους λύκους.» Τον φίλησε.


Κεφάλαιο 9
Αντιδράσεις

 

«Πάμε να δούμε τι κάνει ο Σαμόλθιρ;» πρότεινε η Χρυσοδάκτυλη, στεκόμενη στο κατώφλι της πόρτας του δωματίου του Φένταρ κι ακουμπώντας το δεξί της χέρι στην κάσα. Φορούσε ψηλές, μαύρες μπότες· σφιχτό, μαύρο παντελόνι· σκούρα-γκρι, επίσης σφιχτή τουνίκα· φαρδιά, πέτσινη ζώνη· και γκρίζα κάπα. Όπλα δε φαινόταν να κουβαλά, αλλά, σίγουρα, είχε αρκετά κρυμμένα επάνω της. Τα Μιρλίμια μάτια της κοίταζαν λοξά τον Φένταρ, ο οποίος χασμουρήθηκε και είπε:

«Ναι· γιατί όχι; Τι ώρα είναι;»

«Μεσημέρι. Έχεις φάει;»

«Όχι.»

«Ωραία· ούτε κι εγώ. Θα ετοιμαστείς;»

Ο Ωθράγκος ήταν ντυμένος μόνο την περισκελίδα του. Ένευσε και πήγε στο λουτρό, ενώ η Χρυσοδάκτυλη έμπαινε στο δωμάτιο, κλείνοντας την πόρτα. Ο Φένταρ δεν άργησε να βγει και να ντυθεί, με δερμάτινο παντελόνι, γυριστές μπότες, και λευκό, φαρδύ πουκάμισο. Στη μέση του έδεσε τη ζώνη από την οποία κρεμόταν το σπαθί του· στους ώμους του έριξε μια γκρίζα κάπα. Τα μαλλιά του τα χτένισε με τα χέρια του. Η Χρυσοδάκτυλη τον περίμενε, σιωπηλά, και, όταν είδε πως ήταν έτοιμος, άνοιξε την πόρτα και βγήκαν στους διαδρόμους του παλατιού.

Είναι καλύτερα, παρατήρησε ο Φένταρ. Πολύ καλύτερα από τότε που αφήσαμε πίσω μας τους βάλτους Βενέβριαμ. Ο θάνατος της Αστρογέννητης πρέπει να έχει αρχίσει να περνά στα σκοτεινά μέρη του κεφαλιού της. Μπορεί να μην πολυμιλούσε, αλλά αυτό ο Ωθράγκος δεν το θεωρούσε σημάδι κατάθλιψης, καθότι η Χρυσοδάκτυλη πάντοτε σιωπηλή ήταν. Όχι, ο Φένταρ έκρινε τη διάθεσή της από την έκφραση του προσώπου της κι από τη γυαλάδα των ματιών της: Όταν η Μιρλίμια ήταν θυμωμένη, η όψη της έμοιαζε πιο… μικρή και πιο γωνιώδης, ενώ η γυαλάδα των ματιών της ήταν τόσο διαβολική ώστε να σε κάνει να κατουρήσεις το βρακί σου. Όταν, όμως, δεν ήταν θυμωμένη, το εντελώς αντίθετο ίσχυε: η όψη της φαινόταν μεγαλύτερη και χαλαρότερη, φιλική· ενώ η γυαλάδα των ματιών της ήταν όπως αυτή του φεγγαριού μια γλυκιά νύχτα.

«Ο Έπαρχος είναι νεκρός,» είπε απλά η Χρυσοδάκτυλη, καθώς έβγαιναν στον καμένο κήπο του παλατιού.

Ο Φένταρ ξαφνιάστηκε, αλλά αποκρίθη